summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old/42070-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
authornfenwick <nfenwick@pglaf.org>2025-03-08 04:50:07 -0800
committernfenwick <nfenwick@pglaf.org>2025-03-08 04:50:07 -0800
commit6085e455292ef294bfb46691df1cf254e4e3fde7 (patch)
tree9d9dc94da2a898fdc4d5eda164e184ef90dead73 /old/42070-0.txt
parent18aa72bd1db720e53e4a89df82cc8e5fe0933636 (diff)
Add files from ibiblio as of 2025-03-08 04:50:07HEADmain
Diffstat (limited to 'old/42070-0.txt')
-rw-r--r--old/42070-0.txt4332
1 files changed, 0 insertions, 4332 deletions
diff --git a/old/42070-0.txt b/old/42070-0.txt
deleted file mode 100644
index 9173841..0000000
--- a/old/42070-0.txt
+++ /dev/null
@@ -1,4332 +0,0 @@
-Project Gutenberg's New Year's Short Stories, by Alexandros Papadiamantis
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org
-
-
-Title: New Year's Short Stories
-
-Author: Alexandros Papadiamantis
-
-Release Date: February 11, 2013 [EBook #42070]
-
-Language: Greek
-
-Character set encoding: UTF-8
-
-*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NEW YEAR'S SHORT STORIES ***
-
-
-
-
-Produced by Sophia Canoni. Many Thanks to George Canonis
-for his valuable help in proofreading.
-
-
-
-
-
-Note: The tonic system has been changed from polytonic to
-monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
-changed. Words in italics are included in _, while bold words in
-&.
-
-Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό,
-κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με
-πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _, ενώ λέξεις με έντονους
-με &.
-
-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
-ΦΕΞΗ
-
-
-
-Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
-
-
-
-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ
-ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
-
-
-
-
-ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
-ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
-1912
-
-
-
-
-ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4
-
-
- ----------------------
-
-
-
-ΓΟΥΤΟΥ ΓΟΥΠΑΤΟΥ
-
-
-
-Τον επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον χλεύαζαν τα
-κορίτσια της γειτονιάς, τον εφοβούντο τα νήπια και τα βρέφη.
-Τον έλεγαν κοινώς «ο Ταπόης» ή ο Μανώλης το «Ταπόι».
-
- — Ο Ταπόης! Να, ο Ταπόης έρχεται...
-
-Φόβος και τρόμος εκολλούσε τα άκακα βρέφη εις το άκουσμα του
-ονόματος τούτου. Η νεολαία του χωρίου, οι θαμώνες των μαγαζιών
-και των καφενείων, δεν έπαυον ποτέ να τον πειράζουν.
-
- — Είσ' ένα χταπόδι, καϋμένε Μανωλιό, είσαι χταπόδι.
-
-Κ' εκείνος με την γλώσσαν του την δεμένην δια γλωσσοδέτου μέχρι
-της ρίζης των οδόντων, απήντα·
-
- — Ναι, είμη Ταπόι! . . . Εσύ είση ταπόι. (Ναι, είμαι χταπόδι,
-εσύ είσαι χταπόδι).
-
-Είχε φίλους τόσον ολίγους και τόσον αμετρήτους εχθρούς, εις
-μέρος τόσον ολιγάνθρωπον! Κάποτε φιλάνθρωπος ή διακριτικός τις
-τον υπερήσπιζεν εναντίον της επιθέσεως των αγυιοπαίδων. Εις
-εκείνον εγένετο σκλάβος ισόβιος, κ' εξετέλει δι' αυτόν
-διακονήματα προθύμως, μετά βίας δεχόμενος φίλεμμα ή κέρασμα.
-Προς όλους τους άλλους δεν υπήρχε φιλία ούτε σπονδή.
-
-Μόνον την μητέρα του είχεν εις τον κόσμον. Εκείνη τον επόνει,
-τον ηγάπα περιπαθώς, και αυτός την ελάτρευεν· αδελφήν δεν
-είχεν. Ο ένας αδελφός του είχε χαθή εις την Αμερικήν προ χρόνων
-και δεν ηκούσθη. Ο άλλος, χασομέρης, άχρηστος, ως μόνον
-επάγγελμα είχε το να πηγαίνη κάθε χρόνον μέσα εις την μεγάλην
-στερεάν, εκεί όπου υπήρχον άφθονα θέρη, και να κάμνη το έργον
-της σβάρνας· ήτο δε η σβάρνα βαρεία σανίς, την οποίαν έσυρον
-άλογα ή βώδια εις το αλώνι· και αυτός εκάθητο επάνω εις την
-σανίδα, έμψυχον βάρος, δια να γίνεται τέλειον το αλώνισμα· εκεί
-είχεν αποθάνει. Ο τρίτος εγύριζε ναυτικός εις τα ξένα. Ο
-Μανώλης άλλην στοργήν δεν είχεν εις τον κόσμον από την μητέρα
-του. Αύτη ήτο ήδη γραία, και αυτός είχε μεγαλώσει πολύ.
-
-Οι ολίγοι φίλοι του, εκείνοι οίτινες συνεπάθουν προς αυτόν εν
-τη αγορά, τον είχον ακούσει επανηλειμμένως ν' απειλή και να
-λέγη με την γλώσσαν του την νηπιώδη·
-
- — Τάνει Γηά πετάν 'γώ πνιγώ μέτα Μπούτι! ('Σάν πεθάνη η Γρηά,
-θα πέσω εγώ να πνιγώ μες το Μπούρτζι).
-
-Εθεώρει τον εαυτόν του ως άχρηστον. Εξαιρουμένης της γλώσσης το
-ήμισυ του ανθρώπου ήτο υγιές. Ο δεξιός πους εσύρετο κατόπιν του
-αριστερού· δεν εκινείτο ελευθέρως. Η δεξιά χειρ, αν και χονδρή
-και δυσανάλογος, και σχεδόν παράλυτος φαινομένη, είχε τεραστίαν
-ρώμην. Ωμοίαζε με μάγγανον ή με οδόντας ταυροσκύλου. Διά να
-δράξη έν πράγμα, συνήθως βραχίονα ή πλάτην κανενός παιδιού
-οχληρού, εχρειάζετο κόπον· έπρεπε να την βοηθήση η άλλη χειρ,
-να ψαύση δηλ. τον γρόνθον της δεξιάς και να τον διευθύνη· αφ'
-ού όμως έδραττεν άπαξ το αντικείμενον, η τεραστία χειρ δεν το
-άφηνε πλέον, σχεδόν και αν ήθελε να το αφήση. Αλλοίμονον τότε
-εις τον βραχίονα, εις την ωμοπλάτην, αλλοίμονον εις την κεφαλήν
-του αυθάδους. Ήτο χωλός και κυλλός και μογιλάλος. Ήτο ο
-Μανωλιός το ταπόι.
-
-Τέσσαρες ή πέντε άνθρωποι εγνώριζον καλώς την γλώσσαν του εις
-όλον το χωρίον. Ούτοι εκαλούντο, καθώς τους είχεν ονοματίσει ο
-ίδιος, ο Γωμέος, ο Παγιώτας και ο Παπαγάς. Τα καθαυτό ονόματά
-των ήσαν Λαμιαίος και Μιχαλιός και Παππαγιάννης. Αλλά πώς εκ
-του Μιχαλιός, εσχημάτισε το Παγιώτας; Άπορον. Σπανίως προσέθετε
-συλλαβήν ή μετέθετε τον τόνον. Η φθογγολογία του ήτο
-περιεργοτάτη, και εν αυτή επλεόναζον τα λαρυγγόφωνα, ως και τα
-σκληρά και τα ψιλά εκ των αφώνων.
-
-Γατί ωνόμαζε το γαττί, γατί το γιατί, γατί το χαρτί.
-
-Αλλ' έξαφνα μίαν ημέραν εξέφερε φράσιν εν ή υπήρχεν η λέξις
-αύτη, πλην δεν έβγαινε νόημα ούτε ως γαττί, ούτε ως γιατί, ούτε
-ως χαρτί. Η φράσις ήτο :
-
-«Πότε τη Γουτού, Γουπατού, μαμ γατί», (πότε ναρθή του Χριστού,
-τ' Άι-Βασιλειού, να φάμε . . .) Κατ' αρχάς οι τρεις γνώσται της
-γλώσσης ενόμισαν ότι απεκάλει μυκτηριστικώς γαττιά τα κρέατα τα
-οποία επωλούσαν οι κρεοπώλαι του χωρίου. Οι τρεις προειρημένοι,
-και μάλιστα ο Παγιώτας, ήσαν δυνατοί εις την γλώσσαν του, και
-την ωμίλουν οι ίδιοι. Αλλ' όταν προσέτρεξαν εις τα ανώτερα φώτα
-του κυρ-Γιωργή του Δακκιώτη, διευθυντού του μεγάλου καφενείου,
-όστις ήτο και ο επίσημος προστάτης του Ταπόη, και οιονεί
-επίτιμος καθηγητής της ιδιαιτέρας γλώσσης του, χωρίς να την
-ομιλή ο ίδιος, ούτος απεφάνθη ότι τοιαύτη πικρά ειρωνεία δεν θα
-ήρμοζεν εις τα αισθήματα του πτωχού του Μανώλη, αλλ' ότι ίσως
-ωνόμαζεν απλώς γατί και το κατσίκι και το αρνί. Ως τόσον το
-πράγμα έμεινεν αμφίβολον άχρι της ώρας ταύτης.
-
-Επερίμενε πράγματι ανυπομόνως «πότε νάρθη του Χριστού, τ' Άι-
-Βασιληού», και άμα έμβαινε το Σαρανταήμερον, όπισθεν της θύρας
-του καφενείου του κυρ-Γιωργή, εσημείωνεν ιδιοχείρως με έν
-τεμάχιον κιμωλίας τόσαις γιώταις, όσας ημέρας έχει η Σαρακοστή
-και κάθε πρωί, πριν του δώση ο Γιωργής τσιγάρον να καπνίση ή
-καφέν να πίη, έσπευδε να σβύση μίαν γιώτα, και τας έβλεπε με
-χαράν να ολιγοστεύουν. Πλην οι μοσχομάγκαις της αγοράς λαθραίως
-επήγαιναν κ' έγραφαν άλλαις τόσαις γιώταις, όσαις είχε σβύσει
-εκείνος κ' έτσι η Σαρακοστή εφαίνετο ότι δεν θα είχε ποτέ
-τελειωμόν.
-
-Ο Άι-Νικόλας είχεν ασπρίσει ήδη τα γένεια του προ ημερών, και
-ήτον η σειρά του Αγίου Σπυρίδωνος ν' ασπρίση τα ιδικά του· δεν
-έμενον πλέον ειμή δώδεκα ημέρας έως τα Χριστούγεννα.
-
- — Έχομε χαβά ακόμα, βρε χταπόδι! του εφώναζεν ο Νικολός ο
-Μπαχουλάς· εικοσιδυό μέραις ακόμη θέλουμε.
-
- — Ναι, ταπόι! εψέλλισεν ο Μανώλης· το κότη κότα τυ. (Να
-μαζώξης την γλώσσαν σου συ).
-
- — Σε γελούν, βρε Μανιέ· δώδεκα μέραις ακόμα, τον επαρηγόρει ο
-Γιωργής.
-
-Και ήρχετο η καρδιά του Μανώλη στον τόπον της. Είχεν αναλάβει
-μίαν υποχρέωσιν διά τας εορτάς. Επρόκειτο να συνοδεύη μερικά εκ
-των παιδιών της κάτω γειτονιάς, όσα ήσαν τέκνα ή ανεψίδια φίλων
-και προστατών του όταν θ' ανήρχοντο προς τα επάνω αφ' εσπέρας
-της παραμονής των Χριστουγέννων, ως και του Αγίου Βασιλείου και
-των Φώτων, ανά δύο και τρία, διά να τραγουδήσουν τα χαρμόσυνα
-τραγούδια εις τα σπίτια και εις τα μαγαζιά της επάνω ενορίας.
-Διότι δεν θα ετόλμων ποτέ να ανέλθουν μοναχά των εκεί επάνω.
-
-Όλα τα παιδία του χωρίου ήσαν διηρημένα εις δύο μεγάλα πάνοπλα
-στρατόπεδα. Αι εχθροπραξίαι ήρχιζον από το φθινόπωρον, διήρκουν
-καθ' όλον τον χειμώνα, εξηκολούθουν την άνοιξιν, και δεν έπαυον
-το θέρος, ειμή εφ' όσον μετεφέροντο εις τον ελεύθερον κάμπον,
-όπου εκοκκίνιζον άωρα και ημωδίαζον τους οδόντας προκλητικά τα
-μήλα, τα κεράσια, τα απίδια, και ύστερον τα σταφύλια. Ο
-επίσημος πετροπόλεμος διεξήγετο ιδίως την Κυριακήν των Βαΐων,
-αλλ' όμως ο πετροπόλεμος ο καθημερινός ποτέ δεν εκόπαζε μεταξύ
-των δύο φουσάτων.
-
-Εις την επάνω ενορίαν, εκεί άνωθεν του βράχου, εβασίλευεν ο
-φοβερός Τσηλότατος. Ήτον υψηλός, όσον και ο βράχος εφ' ού είχε
-τον θρόνον του, σγουρομάλλης, ακτένιστος, ξεσκούφωτος,
-ξυπόλυτος και αποτρόπαιος. Ήτο αυτός ο ανεγνωρισμένος αρχηγός
-των μαγκών της Άνω Ενορίας και όλου του χωρίου. Τα δύο ποδάρια
-του ήσαν χονδρά, μελαψά και πλατέα, ως δύο κατάρτια. Εφόρει
-παρδαλήν φανέλλαν, ήτις ήτο άμα το υποκάμισον και το επανοφόρι
-του, και κοντόν πανταλόνι χειμώνα και θέρος. Άδειαν δεν είχε
-παιδί ή νέος ή γέρος να περάση απ' εκεί σιμά εις τον βράχο,
-εξουσίαν δεν είχε γρηά ή νέα να πάγη εις την βρύσιν με την
-στάμναν της. Ήτο ως δέκα επτά ετών και ήτο φεβερός σκιάς ήδη.
-Εφορολόγει τας γραίας, τας οικοκυράς, τας πτωχάς χήρας. Αν δεν
-του έδιδε μερδικό από τα φουρνιάτικα η Γαρουφαλιά, η φουρναρού,
-δεν της επέτρεπε να ψήση τα ψωμιά. Έβαλλε φωτιά εις τα κλαδιά
-και τα έκαιεν, εις το προαύλιον του φούρνου· εφώναζε τ' άλλα
-παιδιά, να πηδήσουν εκ τρίτου απ' επάνω από την λαμπήν της
-φωτιάς, ως να ήτο ήδη τ' Άι-Γιαννιού στο Λιοτρόπι. Από την μίαν
-γειτόνισσαν απήτει να του φέρη τυρόπητταν πού να πλέη στο
-βούτυρο διά να φάγη, από την άλλην λαδόπητταν με λάδι πολύ ή
-καμμίαν γρηάν (μεγάλην τηγανίταν, ίσην με το τηγάνι), από την
-άλλην τυλιχτό (είδος κολοκυθόπηττας) ή μπομπότα με πολύ μέλι.
-
-Είχεν ακούσει τους παλαιούς μύθους διά τα θεριά, τα οποία
-εφώλευαν σιμά εις την βρύσιν, από την οποίαν υδρεύετο το
-χωρίον. Εάν επέζη ώστε να γείνη είκοσιν ετών, εμελέτα να
-επιβάλη εις τους κατοίκους, ως ετήσιον φόρον, ένα κορίτσι
-τουλάχιστον. Και ο Σουλτάνος, καθώς ήκουσε να λέγουν, μίαν
-φοράν παντρεύεται τον χρόνον.
-
-Δυστυχώς υπήρξε πολύ βραχύβιος, δεν επρόφθασε να φθάση εις
-ηλικίαν. Και υπήρξεν ο τελευταίος της γενεάς του. Παιδίον όταν
-ήτο, εις τον ανεμόμυλον όπου είχεν ανατραφή, είχον αποθάνει τα
-δύο αδελφάκια του. Κατόπιν απέθανεν η γρηά, η μάννα του,
-ύστερον ο γέρος. Του εφάνει ότι είχε πέσει απ' επάνω τους ο
-ανεμόμυλος και τους επλάκωσε, και πράγματι έπεσεν, αφού ο γέρος
-δεν εζούσε πλέον διά να τον αλέθη. Από τον μύλον έως τα
-Μνημούρια το κοιμητήριον του χωρίου ήτο πολύ σιμά.
-
-Οι γονείς του ήσαν καλοί χριστιανοί, εσκέφθη, και δεν επέβαλαν
-εις τους ανθρώπους μεγάλην αγγαρίαν, να τους κουβαλούν μακράν
-διά να τους θάψουν. Πλην και αυτός αρκετά ετάισε τους
-πεθαμμένους, είπε, και ήτον καιρός πλέον ν' αρχίση να βυζαίνη
-τους ζωντανούς. Και αφού ο πεσμένος ανεμόμυλος δεν ήτο πλέον
-καλός διά να κατοική τις μέσα, εκουβαλήθη και αυτός εις το άλλο
-άκρον της υψηλής συνοικίας, επάνω από τους βράχους. Εκεί έστησε
-τον θρόνον του.
-
-Ήτο ανεγνωρισμένος ηγεμών όλων των μαγκών και φοβερός πολέμιος
-όλων των παιδιών του σχολείου. Όλα τα παιδία «του έκαναν το
-σκήμα». Ήτο ο Μήτρος — ο Μήτρος ο Τσηλότατος, — ή «Τσηλότατος
-Γιατρός». Πόθεν και διατί ωνομάσθη ούτω; Άδηλον. Ίσως να ήτο
-παιδική αντίληψις του «υψηλότατος» ή του «εξοχώτατος». Αγνοώ.
-
-Ο δήμαρχος του τόπου, «εκπληρών και τα αστυνομικά», συνέβη να
-περάση μίαν ημέραν απ' εκεί, σιμά εις τον βράχον, όχι μακράν
-από την Βρύσιν, ένθα είχε το στραταρχείον του ο Τσηλότατος. Αι
-πτωχαί γυναίκες της γειτονιάς είχον παραπονεθή πικρώς εναντίον
-της μάστιγος. Ο δήμαρχος έσεισε τους ώμους, εμειδίασεν,
-απηύθυνεν ηπίας επιπλήξεις εις τον Μήτρον και εις όλην την
-δωδεκαμελή συμμορίαν των μαγκών — ο Τσηλότατος είχεν ακριβώς
-μίαν δωδεκάδα, όσους συμβούλους είχε και ο δήμαρχος — και
-απεφάνθη·
-
- — Αφήστε τα παιδιά να παίζουν, καλέ, αυτό δεν βλάπτει. Φτάνει
-να μην το παρακάνουν.
-
-
-Πέντε ή έξ παιδία του σχολείου, απ' εκείνα τα οποία εκυνήγει
-ασπόνδως ο Τσηλότατος, είχον αναβή εν συνοδεία του Μανωλιού του
-Ταπόη εις την επάνω γειτονιάν, την εσπέραν της παραμονής του
-Αγίου Βασιλείου κατ' εκείνο το έτος.
-
-Ο Μανωλιός ο Ταπόης, «τώλεγε η καρδιά του, μια φορά» (τοιούτον
-σχήμα συντάξεως, με την άδειαν όλων των γραμματικών, μας
-φαίνεται παραστατικόν διά τον άνθρωπον). Ο Μανωλιός ο Ταπόης,
-αλλού επήγαιναν τα πόδια του, αλλού αι χείρες και αλλού το σώμα
-του. Πλην οι μυώνες ήσαν ισχυροί, και ο γρόνθος της παραλύτου
-χειρός εκείνης έσφιγγεν ως μάγγανος.
-
-Ανέβαινον και είχον τον φόβον. Δεν ήτον η πρώτη φορά. Κατά τα
-προηγούμενα έτη, ο Μήτρος ο Τσηλότατος με το φουσάτον του, αν
-και μικρός ακόμα, τον είχε καταρημάξει τον πτωχόν τον Ταπόην,
-μαζί με τους προστατευομένους του. Την φοράν αυτήν, δύο ή τρεις
-εκ της συμμορίας του Μήτρου, οπού εφύλαγαν καραούλι, είχον
-κατοπτήσει εις το φως της σελήνης μακρόθεν τους ερχομένους.
-Ήτον ως δύο ώρας μετά την δύσιν.
-
- — Ο Μανώλης το χταπόδι έρχεται, μας φέρνει κελεπούρια· έδωκαν
-είδησιν εις τον Μήτρον τον Τσηλότατον.
-
- — Είνε πολλοί; ηρώτησεν άλλος μάγκας, όστις ίστατο πλησίον του
-Μήτρου.
-
- — Είνε πεν' έξ εφτά οχτώ· είναι καμμιά δεκαριά . . . . ως μια
-ντουζίνα, είπε το καραούλι.
-
- — Σιώπα συ! επετίμησεν ο Μήτρος τον ερωτήσαντα· δεν είνε
-δουλειά σου. Πούν' τοι;
-
- — Κοντεύουν, ζυγώσανε.
-
- — Στα πόστα σας, εσείς! Μαζώξετε πολλά βράχια, διέταξεν ο
-Τσηλότατος. Αν δε σας πω εγώ, κανένας μη ρίξη!
-
-Όταν επλησίασεν η συνοδεία, το φουσάτον ήτον ανυπόμονον να χυθή
-εναντίον της. Αλλ' ο Μήτρος διέταξε να μείνουν κρυμμένοι, «στα
-πόστα τους».
-
-Θα τους πάρουμε κατακοντά, εξηγήθη ο Μήτρος εις τον
-πλησιέστερόν του. Να ψωμώσουν πρώτα, κ' ύστερα.
-
- — Α! έκαμεν εκείνος.
-
-Να ψωμώσουν, εννοούσεν ο Μήτρος να πάρουν λεπτά αφού
-τραγουδήσουν εδώ-εκεί στα σπίτια. Ύστερον θα τους ερρίχνοντο,
-θα τους έπαιρναν τα λεπτά, και θα τους έδιδαν και ξύλο. Τα
-«βράχια» τα οποία είχον μαζέψει, θα εχρησίμευον μόνον αν τυχόν
-ετρέποντο εις ταχείαν φυγήν οι άλλοι.
-
-Τα παιδία της κάτω ενορίας, μοιρασθέντα εις δύο, εισήλθον εις
-δύο μαγαζιά και ήρχισαν να τραγουδούν τον Άι-Βασίλη. Ο Μανώλης
-το χταπόδι ίστατο εις τον παραστάτην της θύρας του ενός.
-Κατόπιν εισήλθον εις άλλα μαγαζιά, ακολούθως ανέβησαν εις
-γνώριμα σπίτια. Ο Μανώλης πάντοτε φρουρός της έξω θύρας.
-
-Η συμμορία του Τσηλότατου πάντοτε αφανής τους παρηκολούθει
-εξόπισθεν, κρυμμένη εις τα στενά και εις τ' αγκωνάρια των
-σπιτιών.
-
-Μετά ώραν η συνοδεία του Μανώλη κατέβη πάλιν εις την κυρίαν
-οδόν. Ηκούετο ο βρόντος της τσέπης των παιδίων. Ο Ταπόης
-εκύτταζεν εδώ κ' εκεί. Είχεν ακούσει ψιθυρισμούς δύο ή τρεις
-φοράς. Δεν εγνώριζε καλά τα κατατόπια. Υπωπτεύετο και ήθελε να
-ψάξη, να βεβαιωθή. Δεν ήθελε ν' αφήση τα παιδία μοναχά τους.
-
- — Ο Τσηλότατος τι να γίνεται; είπε την στιγμήν αυτήν έν των
-παιδίων.
-
- — Πώς δε μας θυμήθηκε;
-
- — Να ο Τσηλότατος! ηκούσθη αίφνης φοβερά φωνή. Τσηλότατος
-Γιατρός!
-
-Ήτο ο ίδιος ο Τσηλότατος, όστις εξεπήδησεν αίφνης από ένα
-χάλασμα και κατόπιν του έτρεξεν όλη η συμμορία.
-
- — Τσηλότατος Γιατρός! επανέλαβον εν χορώ οι συμμορίται του·
-κάμετε όλοι το σκήμα! Τσηλότατος Γιατρός!
-
- — Πιάστε σεις τα κελεπούρια, εφώναξεν ο Τσηλότατος. Το χταπόδι
-το κοπανίζω 'γώ.
-
-Εν ριπή οφθαλμού ευρέθησαν αντιμέτωποι ο Τσηλότατος και ο
-Ταπόης.
-
-
-Η μάχη ήρχισε· πάραυτα ο πτωχός ο Ταπόης έφαγε δύο
-κατακεφαλιαίς, τρεις, τέσσαρες, από την χείρα του φοβερού
-Τσηλότατου.
-
-Δεν εφαίνετο η ελαχίστη πιθανότης, δεν υπήρχεν ελαχίστη ελπίς
-ότι δεν ήθελε την πάθει.
-
-Το έν των παιδίων, το οποίον ήτο σχετικώτερον του Ταπόη,
-εξεγλίστρησεν από τα χέρια του ενός μάγκα και επλησίασε σιγά
-προς τον Ταπόην.
-
-Το παιδίον τούτο εννοούσε καλώς την γλώσσαν του Μανώλη. Ο
-προβλεπτικός Ταπόης του είχεν ειπεί διά γλώσσης και διά
-χειρονομίας.
-
- — Άα γης Τότατο μάμι μίμι, έα ντα, χέι το αό χέι· (τουτέστιν·
-άμα ιδής τον Τσηλότατο να κοντεύση να με κάνη ψοφίμι, έλα κοντά
-να μου βάλης το χέρι αυτό (το αριστερό) εις τον καρπόν του
-άλλου χεριού (του δεξιού).
-
-Κατά την κρίσιμον στιγμήν το παιδίον αυτό ενεθυμήθη την
-σύστασιν, επλησίασεν εις τον Ταπόην, κ' εδοκίμασε να εκτελέση
-την συνταγήν· επέτυχε.
-
- — Τι του έκαμες, βρε; μάγκα; ηρώτησαν οι άλλοι.
-
-
-Μετά μίαν στιγμήν ο λαιμός του Τσηλότατου ευρίσκετο ως εν
-φοβερά αρπάγη εντός του σφιγκτού γρόνθου με τους γαμψούς όνυχας
-της πελωρίας χειρός του Ταπόη. Ο Τσηλότατος αφήκε πνιγμένην
-κραυγήν. Ήσπαιρεν, αγωνία, εσφάδαζεν. Ολίγον ακόμη αν έσφιγγεν
-ο Ταπόης δεν θα υπήρχε πλέον Τσηλότατος.
-
- — Πώκυλον! έκραξε μόνον ο Ταπόης (χασαπόσκυλο!). Τα παιδία της
-συμμορίας εκρέμασαν τα χέρια κάτω και άφησαν τα «κελεπούρια».
-Δεν επρόφθασαν να ψάξουν τα θυλάκια. Η συνοδεία από την κάτω
-ενορίαν ανεθάρρησε.
-
- — Μπράβο, Μανώλη! Μπράβο!
-
-Ολίγον ακόμη, και οι αμυντικοί θα ελάμβανον επιθετικήν στάσιν.
-Ο Τσηλότατος εδείκνυετο, ερρόγχαζεν, εξεψυχούσε. Τα μάτια του
-είχαν πεταχτή έξω από τας κόγχας. Η ανταύγεια από τους λύχνους
-των μαγαζιών τα εδείκνυε τρομερά εις την νύκτα. Η σελήνη
-έλαμπεν εκεί επάνω υψηλά. Σιωπή και τρόμος και αγωνία.
-
-Έν των παιδίων από την συμμορίαν έτρεφεν αληθή στοργήν προς τον
-Τσηλότατον. Τον ηγάπα ως αδελφοποιτόν. Το παιδίον τούτο είχεν
-ακούσει να λέγουν ότι ο Ταπόης, όταν συνέβη ποτέ ν' ακούση ότι
-η μήτηρ του αρρώστησεν έξαφνα, έτρεξεν έξαλλος εκ τρόμου και
-απελπισίας. Αίφνης του ήλθεν η ενθύμησις αυτή. Το παιδίον
-αυθορμήτως εφώναξε·
-
- — Πεθαίν' η μάννα σου, Μανώλη! Μανώλη, τρέχα, πεθαίν' η μάννα
-σου.
-
-
-Διά να σωθή τις από τους οδόντας της Σκύλλης, τον παλαιόν
-καιρόν, έπρεπε να επικαλεσθή την μητέρα του τέρατος.
-
-«Αυδάν δε Κραταιή, μητέρα της Σκύλλης, ήμεν τέκε πήμα
-βροτοίσιν».
-
-Εις τους καθ' ημάς χρόνους, όσοι επικαλούνται τον Άγιον
-Φανούριον, οφείλουν να λέγουν: «Θεός σχωρέσ' την μητέρα του
-Αγίου Φανουρίου! Θεός σχωρέστην!» Η σύμπτωσις μαρτυρεί απλώς
-πόσον κοινή είνε η προς την μητέρα φιλοστοργία και εις τους
-αγίους και εις τα τέρατα.
-
-Ο Ταπόης ετρόμαξε, κατεπλάγη, ωχρίασεν, επίστευσε προς στιγμήν
-το ψευδές άγγελμα· ηττήθη από το τέχνασμα το παιδαριώδες. Αφήκε
-τον λαιμόν τον οποίον αγρίως έσφιγγεν. Ο Τσηλότατος εγλύτωσεν
-ευθηνά την βραδειάν εκείνην.
-
-Τα παιδία της συμμορίας είχον αρχίσει να διασκορπίζωνται. Οι
-δυο γείτονες καταστηματάρχαι επήραν είδησιν εν τω μεταξύ.
-Εξήλθον με φωνάς και μ' επιπλήξεις·
-
- — Τι είν' εδώ; τι γίνετ' εδώ;
-
-Ο Τσηλότατος, ζαλισμένος, έπεσεν εις μίαν γωνίαν, διά να
-αναλάβη πνοήν. Και τα λοιπά παιδία, εκτός εκείνου του
-αφωσιωμένου, όστις είχεν επινοήσει και εκτελέσει το τέχνασμα,
-ετράπησαν εις φυγήν.
-
-Ο Μανώλης μετά της συνοδείας του κατήλθον προς την ενορίαν των.
-Όλα τα παιδία ήσαν υπερήφανα και καμαρωμένα. Αυτήν την χρονιάν
-εξήλθον νικηταί από τον αγώνα. Ο Μανώλης ήτον εντροπιασμένος,
-διότι επίστευσε το ψευδολόγον παιδίον.
-
- — Δεν πειράζει· τον επαρηγόρησεν ο Βαγγέλης, εκείνος όστις
-εγνώριζε την γλώσσαν του και όστις είχεν εκτελέσει το πείραμα
-της εμβολής και της κατευθύνσεως της χειρός.
-
- — Καλλίτερα που σε γέλασε, παρά να σου τώλεγε αλήθεια και να
-λες πάλι, καθώς την άλλη φορά, — θυμάσαι; — που κινδύνεψε ν'
-αποθάνη η μάννα σου: «Πα μένη! πα νταμένη!» (Πάει, καϋμένη!
-πανταπάει, κατακαϋμένη!)
-
-
-
-Τ' ΑΣΤΕΡΑΚΙ
-
-
-
-Εντρυφώ να κυττάζω αντικρύ μου το μικρόν μέλαθρον — οπού αι
-δοκοί της στέγης του, γυμναί φατνώματος, φαίνονται όλαι
-καπνισμέναι και μελανωμέναι από την λαμπήν της μικράς εστίας
-εις την γωνίαν, της καιούσης τον χειμώνα — ταπεινόν ανώγεων, με
-τον εξώστην τον σκεπαστόν, και με την πετρίνην σκάλαν απ' έξω,
-όπου ο μαστρο-Κυριάκος κρημνίζεται τακτικά πάσαν Κυριακήν το
-βράδυ, όταν επιστρέφη αργά εις την κατοικίαν. Καθημερινή μέθη
-δι' εμέ είνε να κάθωμαι το δειλινόν, επί ώρας, έως την δύσιν
-του ηλίου και την πρώτην αμφιλύκην, έξω από το μικρόν
-καπηλείον, εις την εσχατιάν του χωρίου, εις την σκιάν και την
-δρόσον των δύο πελωρίων βριθυφύλλων μορεών, οπόθεν βλέπω όλους
-τους διαβάτας, χωρίς να κυττάζω κανένα, ή να προμνηστεύω την
-καλησπέραν κανενός, και θεωρώ μόνον το μικρόν ανώγεων καλύβι
-όπου βλέπω ως δύο σμαραγδίνας φλόγας να λάμπουν, και δύο σειράς
-μαργαριτών να μειδιούν, και δύο χρυσαυγείς πλοκάμους να
-κυμαίνονται, ως μετάφρενα περιστεράς κατά τον Ψαλμωδόν . . .
-
-Έβλεπα τέως όλους αυτούς τους ονειρώδεις θησαυρούς εις τον
-πενιχρόν εξώστην, και εις το χάσμα των σαθρών παραθυροφύλλων,
-και στην πόρταν του κατωγιού εξαρθρωμένην, και εις το στενόν το
-διπλανόν, το χωρίζον την οικίαν από της του Δήμου Μποροδήμου,
-ίσης και ομοίας κατά την όψιν. Έμβαινε, έβγαινε, ανέβαινε,
-κατέβαινε, η μικρή Πούλια με τους πλοκάμους του απέφθου χρυσού·
-εισέδυεν εις το κατώγι, διά να ταΐση τας όρνιθας, εισεχώρει εις
-το στενόν, όπου είχεν αναμμένην φωτιάν, προς την δείλην της
-ημέρας, διά να μαγειρεύση το λιτόν δείπνον διά τον πατέρα της,
-όστις θα ήρχετο κατακουρασμένος το βράδυ από το μεροκάματον.
-Εμάλλωνε την μικράν αδελφήν της, παιδίσκην ομοίαν με
-σεισουρίδα, την Γαρουφαλιώ, ήτις έτρεχε κ' έκαμνε χιλίας
-τρέλλας εις το πρόθυρον κ' εις όλην την γειτονιάν, φορούσα
-κοκκίνην φανέλλαν αμερικάνικην, την οποίαν της είχε στείλει από
-την Αμερικήν ο μονάκριβος αδελφός των, και ήτο όλη μορφασμός
-και μειδίαμα. Τα δύο χείλη της δεν έσμιγαν ποτέ, τόσον διαρκώς
-εγέλα. Τρία ήσαν όλα τ' αδέρφια· ο Στράτος εις τον Νέον Κόσμον,
-είκοσαετής ήδη, είχε παρασυρθή από το ακράτητον ρεύμα της
-μεταναστεύσεως, και η Πούλια, δεκαέξ ετών, εφύλαγε το
-νοικοκυριό στο σπίτι, και η Γαρουφαλιώ δέκα ετών έκαμνε τρέλλας
-και αταξίας εις την γειτονιάν. Ο μάστρο-Κυριάκος είχε
-χηρεύσει προ οκταετίας ήδη, και κατώρθωσε να μη ξαναϋπανδρευθή
-— ίσως διότι δεν τον ήθελαν.
-
-Είχεν εμβή το φθινόπωρον ήτο ισημερία ήδη, κ' εγώ ενύχτωνα
-ακόμη να κάθωμαι κάθε βράδυ υποκάτω εις την μορέαν. Η Πούλια
-κάθε δειλινόν εμαγείρευε το φαγί εντός του στενού, υπό τα
-σμίγοντα γείσα των δύο γειτονικών πενιχρών οικίσκων. Έσκυφτεν
-εις το πυρ, εφύσα με το στόμα της, εκοκκίνιζον ως υπό πυρετού
-τα μάγουλά της, κ' οι δύο πλόκαμοί της οι χρυσοί εκρέμαντο
-κυμαινόμενοι εις τα νώτα της, έως την οσφύν της την λιγνήν.
-Όταν είχα αναχωρήσει προ τεσσάρων ετών από τον τόπον — τότε ήτο
-μικρή ακόμη — κ' εφόρει ωσάν φούστες, ήτοι ξενικά φορέματα.
-Τότε ήτο μία εντρύφησις, αδάπανος και ατίμητος, να την συναντά
-τις και εις τον δρόμον, και εις την βρύσιν, και παντού, και ο
-άπεφθος χρυσός ήτον ακάλυπτος εις την κοινήν θέαν, και αυτή δεν
-υπώπτευε την αξίαν του και δεν τον έκρυπτε. Τώρα που είχε
-μεγαλώσει, η αυτή το ηθέλησεν, η μία θεία της, η Κρυσταλλιώ,
-την είχε συμβουλεύσει, κ' εφόρεσεν η κόρη εντόπια. Η θεία της
-αυτή, αδελφή του πατρός της, χήρα και άκληρη τώρα, είχε
-πηδήσει, ως έλεγαν, πολλά εις τα νειάτα της, και διά τούτο ήτο
-πολύ αυστηρά ως προς την ανεψιάν της. Όθεν οι πλόκαμοι του
-χρυσού δεν εφαίνοντο τώρα όσον το πάλαι, μισοκρυμμένοι υπό την
-μανδήλαν.
-
-Μίαν εσπέραν, παρ' ελπίδα, δεν εφάνη η ξανθή Πούλια. Εκάθησα
-ώρας υπό το φύλλωμα της μορέας· τίποτε. Η πόρτα του σπιτιού
-ήτον ανοικτή, ομοίως και το παράθυρον. Η φωτιά δεν εκάπνιζε —
-ίσως ήτο σβεστή — κάτω εις το στενόν. Ίσως η κόρη έπλεκεν ή
-εμβάλωνε, καθημένη κάτω εις το πάτωμα — επειδή ήτον τελεία
-οικοκυρά, οδηγουμένη και από την θείαν της, την Κρυστάλλω.
-Εκρύβη ο ήλιος εις την Πεντώρραχην αντικρύ, στο βουνόν,
-εμούχρωσεν, εσουρούπωσεν, άρχισε να σκοτεινιάζη. Τότε, διά του
-ανοικτού παραθύρου είδα έν άστρον να λάμπη εις το εσωτερικόν
-της μικράς οικίας. Ήτο άστρον πραγματικόν, δεν διέφερεν από τ'
-άλλα άστρα, τα οποία αρτίως είχον αρχίσει να διασπείρωνται ανά
-το στερέωμα. Έλαμπεν υψηλά προς την οροφήν, υπό τους
-καπνισμένους δοκούς του μελάθρου. Τι ήτον; Ίσως το κανδήλι το
-καίον εμπρός εις τα εικονίσματα της οικίας. Αλλά δεν ήτο
-κανδήλι, διότι το άστρον εφαίνετο πολύ υψηλά εις τον όροφον, κ'
-εκτός τούτου ήτο προς το δυτικόν μέρος, ενώ τα εικονοστάσια, ως
-γνωστόν, τίθενται προς το ανατολικόν μέρος, ή μικρόν
-παρεκκλίνον είτε προς βορράν είτε προς νότον, πάσης Ελληνικής
-ορθοδόξου οικίας.
-
-
-Έπειτα, διά να είνε κανδήλι, κάποιος θα το είχεν ανάψει προ
-μικρού, και βεβαίως θα έβλεπα εις την σκιάν το εύκαμπτον, ως
-βλαστόν μυρσίνης, ανάστημα της Πούλιας, ίσως θα ήκουα και τον
-λυγμόν της τροχαλίας, τον μικρόν λείον κρότον τον οποίον κάμνει
-προστριβόμενον το σχοινίον, δι' ού αναβιβάζεται το κανδήλι προς
-τας ιεράς εικόνας. Θα υπέθετε πας πραγματιστής και θετικός
-άνθρωπος ότι διά τινος οπής εις την στέγην του μικρού μελάθρου
-έφεγγε μικρά τις γωνία ουρανού, την ώραν της δύσεως προ της
-αμφιλύκης, κ' εσχηματίζετο το αστεράκι εκείνο, το οποίον
-εφαίνετο κρεμάμενον εις τον όροφον της οικίας. Διότι ο μάστρο-
-Κυριάκος έφτειανε ή _εξανάσυρνε_ τα σπίτια των άλλων, και ίσως
-δεν ηυκαίρει να επισκευάση το ιδικόν του. Πλην δεν μου ήρεσκεν
-εμέ να εκφράσω τοιαύτην υποψίαν, ή να διατυπώσω τοιούτον
-συμπέρασμα.
-
-Τέλος, μίαν εσπέραν Κυριακής, επειδή ήτο ψύχος κ' ενύκτωσεν
-ήδη, εισήλθα εις το μικρόν καπηλείον. Εκεί ήτον ο μάστρο-
-Κυριάκος, κι' ο Γιάννης της Μιχάλαινας, κι' ο Δήμος Μποροδήμος.
-Ο Κυριάκος εγίνετο ελευθέριος πάσαν Κυριακήν εσπέρας, ύστερον
-εξεχνούσε τον λογαριασμόν κ' εμάλλωνε με τον οινοπώλην. Ο Δήμος
-ο Μποροδήμος έλεγε πλείστα άκαιρα, άωρα αστεία. Ο Γιάννης της
-Μιχάλαινας, σοβαρός, εκάθητο, έπινε κ' εσιώπα. Και οι τρεις
-ήσαν μέλη της ιδίας συντεχνίας.
-
- — &Αραδιάζεις& έναν τροχό, εξάδερφε; μου λέγει ο Κυριάκος άμα
-με είδεν εισελθόντα.
-
-Μ' εκάλει εξάδελφον, επειδή ο μακαρίτης ο πατήρ του ήτο
-ψυχογυιός ενός αειμνήστου θείου μου, έχοντος πολλά κτήματα,
-συγγάμβρου του πατρός μου.
-
- — Ας είνε, &αραδιάζω&, είπα. Έχετε πολύ &αραδιασμένο&, εσείς;
-
- — Όχι, λιγοστό, είπεν ο Κυριάκος.
-
-Η φράσις είνε της ιδιαιτέρας συνθηματικής γλώσσης των
-οικοδόμων, σημαίνει δε το να πίνη τις κρασί. Συνέκρουσα τα
-ποτήρια μαζί τους, κ' έπια.
-
- — Τάμαθες τα νέα, κυρ-Αλέξη; μου λέγει ο Δήμος ο Μποροδήμος,
-εγερθείς σοβαρός και φουσκώνων το στήθος του με κωμικόν τρόπον.
-
- — Τι τρέχει, Δήμο; είπα. Θα γίνω διάκος. Διάκος; αλήθεια.
-
- — Ναι, τώρα περιμένω τον Δεσπότη να έλθη. Μαζεύω αναφοράς λες,
-κυρ Αλέξη, εσύ θα ξέρης. . . Ως πόσα ψιλά χρειάζεται να δώσω
-του Δεσπότη;
-
- — Δεν ειξεύρω, Δήμο.
-
-Είχεν έλθει τότε, προ ολίγου καιρού, διά πρώτην φοράν εις τον
-τόπον, περιοδεύων ο νεοχειροτόνητος Δεσπότης, όστις, καθώς
-εκακογλωσσούσαν πολλοί, είχε καταρτίσει τιμολόγιον, &πρι φιξ&,
-διά τας χειροτονίας των κληρικών. Είχε δε εκφρασθή ο ίδιος, ως
-έλεγαν, ότι είχεν ανάγκην να πληρώση «τα κουφέτα», όσα είχεν
-εξοδεύσει διά τα συγχαρητήρια της αρχιερωσύνης του.
-
-Δεν είχα καθήσει, και ήμην έτοιμος να φύγω. Ο Κυριάκος, όστις
-εσυνήθιζεν εις τας ώρας αυτάς να φλυαρή πολλά εμπιστευτικά,
-εσηκώθη και με προέπεμπε, λέγων αν ήθελα να μείνω ακόμα «ν'
-αραδιάσω τροχό». Είτα, καθώς με ηκολούθησεν έξω του μαγαζείου,
-άρχισε να μου λέγη, αν ήθελα να του κάμω αύριον ένα γράμμα προς
-τον υιόν του τον Στράτον εις την Αμερικήν, να τον συμβουλεύσω
-να έχη τον νουν του, κτλ. Είτα μου είπε διά τας δύο κόρας του,
-μακαρίζουν τον εαυτόν του ότι έχει ένα κορίτσι τζουβαΐρι,
-τουφαρίκι, την Πούλιαν, και μίαν λαίμαργον ψευδολόγον μικράν,
-την Γαρουφαλιώ.
-
- — Ξέρεις τίποτα; μου λέγει. Την Πούλια μου την γυρεύουν από
-τώρα, χωρίς προικιά.
-
- — Χαρά 'ς εσένα, του είπα. Και δεν την δίνεις; Τι κάθεσαι;
-
- — Μα. . . για να σ' πω. . . ν' αξίζη και το μέρος! Και μου
-ωνόμασεν έν πρόσωπον. Εγώ έσεισα τους ώμους.
-
- — Λοιπόν, θα 'ρθής, μου λέγει; Θ' αραδιάσουμε ένα ακόμα;
-
- — Δεν πίνω, του λέγω, και συ να μη πιής άλλο. Δευτέρα αύριο,
-έχεις δουλειά. Σύρε να μαζωχθής στο σπιτάκι σου.
-
- — Θα πάω, μου λέγει. Δε θυμούμαι, είπα καληνύχτα στην παρέα;
-
- — Και να μην είπες, δεν πειράζει. Τράβα καλλίτερα να μη
-ξαναμπλέξης.
-
-Μου έλαβε τον βραχίονα, μισοζαλισμένος, καθώς τον εκτύπησε τ'
-αέρι του υπαίθρου, και μ' έσυρε κατά τον δρόμον, ψιθυρίζων
-διάφορα ασυνάρτητα, οικογενειακά. Επλησιάσαμεν προς το γωνιαίον
-σπίτι, το οποίον αντίκρυζε με τον οικίσκον του ιδικού του. Ο
-Κυριάκος μ' έσυρε κατά τον δρόμον, εγώ τον έσυρα κατά το σπίτι.
-Μ' εσταμάτησε πλησίον εις την γωνίαν του οικίσκου του προς τον
-δρόμον, όχι μακράν από την θύραν του κατωγείου και υπό την
-σκιάν του εξώστου, κι' άρχισε να μου λέγη ατελείωτα.
-
-Ήκουσα τριγμόν του παραθύρου. Δεν επρόλαβα να κυττάξω, και το
-παραθυρόφυλλο υπανοιχθέν πάλιν έκλεισεν. Άλλον κρότον ήκουσα ν'
-ανοίγη η θύρα του ανωγείου, και αμυδρόν φως λυχναρίου έφεξε τον
-δρόμον.
-
-Ήτον η Πούλια. Εγνώρισε την φωνήν του πατρός της, τον οποίον
-επερίμενεν εναγωνίως πότε να έλθη την νύκτα πάσης Κυριακής.
-Εσηκώθη, επήρε τον λύχνον διά να φέξη — ίσως προνοούσα, διά να
-μην πέση και πάλιν ο μαστρο-Κυριάκος εις την σκάλαν, και
-μωλωπίση το πρόσωπόν του ως άλλοτε — ήνοιξε την θύραν, και μας
-έφεγγε.
-
-Είπα μέσα μου: «Κισμέτι, διά να ιδώ τ' αστεράκι ». Ηκολούθησα
-τον Κυριάκον — χωρίς ούτος να μου είπη να τον συνοδεύσω. Αλλά
-και πάλιν ούτε την χείρα μου άφηνεν, ούτε καληνύκτα μου έλεγεν.
-Ίσως θα επροτίμα να διανυκτερεύσωμεν εκεί εις το ύπαιθρον παρά
-την γωνίαν. Εγώ, επειδή δεν με άφηνε, τον ώθησα προς την
-οικίαν, και τον υπεστήριξα διά να αναβή. Η Πούλια μου εμειδίασε
-πολύ γλυκά, και είπε·
-
- — Καλησπέρα, μπάρμπα. . . Κόπιασε στο φτωχικό μας.
-
-Εκράτει τον λύχνον κ' έλαμπεν όλη, αυτή, και τα μάτια της τα
-βαθυγάλανα, και τα δόντια της τα μαργαριτένια, και τα πλούσια
-μαλλιά της τα χρυσόξανθα. Κ' η εληά που είχεν εις το αριστερόν
-μάγουλον, όπου την ενθυμούμην από τότε πού ήτον μικρή ακόμη,
-κι' αυτή έλαμπεν πλησίον εις τον μικρόν λακκίσκον του
-μειδιάματός της.
-
-Η μικρά Γαρουφαλιώ, όπου είχε χορτάσει τα παιγνίδια όλη-μέρα
-την Κυριακήν, επειδή δεν είχε σχολείον, και είχε φάγει πολλά
-κυδώνια τα οποία την εφίλευσαν η γειτόνισσες, ερρογχάλιζεν εις
-μίαν γωνίαν. Εις την εστίαν είχεν ανάψει η Πούλια μικρόν πυρ,
-αν και δεν ήτο χειμών ακόμη, διά να ζεστάνη το φαγί του πατρός
-της, ό,τι είχε μείνει από το μεσημβρινόν γεύμα. Ο Κυριάκος
-εκάθησεν ή έπεσεν εις το πάτωμα και δεν μου έλεγε να μείνω ή να
-φύγω.
-
-Εγώ δεν ενθυμήθην πλέον να κυττάξω διά να ιδώ το αστεράκι, το
-οποίον είχα ιδεί προ ημερών να φέγγη υπό την στέγην εντός της
-οικίας, αν και είχα αισθανθή μεγάλην περιέργειαν και επιθυμίαν
-προς λύσιν της απορίας μου. Ιστάμην ορθός, ακίνητος, και δεν
-εχόρταινα να βλέπω την μικρήν Πούλιαν, κ' έλεγα μέσα μου: «Α!.
-. χωρίς προικιά, και με προικιά . . . ω! μη την πωλής! είνε
-κρίμα!. . . ».
-
- — Δεν κάθεσαι, μπάρμπα; κόπιασε, να καθήσης σιμά στον πατέρα
-μου! μ' εξύπνησεν η φωνή της Πούλιας από τ' όνειρον, όπου με
-είχε βυθίσει η μορφή της.
-
- — Δεν κάθομαι, κορίτσι μου. Έτσι έτυχε ν' ανεβώ.
-
-Είπα καληνύχτα, κ' έφυγα.
-
-
-
-Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-ΕΙΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ
-
-
-
-Ως προς την δευτέραν Στέργαιναν δυστυχώς δεν αλήθευσε το ρητόν:
-«η πρώτη δούλα, η δεύτερη κυρά». Η Θοδωριά, η πτωχή, υπέφερεν
-όλας τας αγγαρείας, όσας της επέβαλεν ο σύζυγός της. Ασβεστάς
-εκείνος, φουρνάρισσα αυτή. Το πτωχόν νήπιον, ο Ελευθέρης, δεν
-είχε χορτάσει το γάλα της μητρός του. Εφαίνετο γηράσασα ήδη, αν
-και μόλις είχεν υπερβή το τριακοστόν πέμπτον έτος. Ο μπάρμπα-
-Στέργιος, δέκα πέντε έτη μεγαλείτερός της, την είχε πάρει εις
-δεύτερον γάμον, και μάλιστα με το σπαθί του· την έκλεψεν. Ο
-μικρός Ελευθέρης, τετραετής ήδη, ζαρωμένος, χλωμός,
-ζουριασμένος, και η μήτηρ του ούτε να τον θρέψη ήτον ικανή,
-ούτε να τον «αποκόψη» ηδύνατο. Οι μαστοί της ως να είχαν
-παραψηθή από την αντιλαμπήν του φούρνου, εκρέμαντο μαραμμένοι
-υπό την τραχηλιάν, και ο μικρός δυσκόλως εύρισκεν εκεί σταγόνα
-γάλακτος.
-
-Της είχαν πεθάνει τα δύο πρώτα παιδιά της, το έν θήλυ, το άλλο
-μικρόν αγόρι, και τώρα όλαι αι ελπίδες της εκρέμαντο εις τον
-μικρόν Ελευθέρην. Αλλά μέγας φόβος την είχε κυριεύσει, διότι
-και αυτό της το παιδί ήτον άρρωστον.
-
-Α! η καρδούλα της ήτον καμμένη! Καλλίτερα να μη 'μβαίνη στον
-κόσμον άνθρωπος. Ενθυμείτο μετά σπαραγμού την στιγμήν, όταν
-«αγγελιάστηκε» το μικρόν κοράσιόν της. Πηγαίνει και το βρίσκει
-στην κούνια του, ξερό, μελανό, μισοπεθαμμένο. Βάζει μια φωνή.
-Τρέχουν δυο γειτόνισσες. «Τι έχεις; τι είνε;». «Το παιδί μου!»
-
-Φωνάζουν το γιατρό. Όσο ν' αρθή ο γιατρός, το κορίτσι «έσωσε».
-Σε μια ώρα, μιαν ωρίτσα! Ήρθεν η γειτόνισσα η Κατερίνα η
-Μπροστινή, το σαβάνωσε· η Θοδωριά έψαξε και ηύρε τα ρουχάκια
-του· έσκυφτε μες την κασσέλα να τα εύρη, κ' εμοιρολογούσε! Η
-Κατερίνα την εμάλλωνε, λέγουσα ότι δεν μοιρολογούν τον νεκρόν,
-πριν τον ενδύσουν. Το στόλισαν ώμορφα-ώμορφα, το ξάπλωσαν στο
-κυλίμι, και το σκέπασαν να μη το βλέπη ο μικρός και κλαίη. Ο
-Χαραλαμπάκης ήτον δυο χρόνια μεγαλείτερος, κ' ένοιωθε· τον
-επήραν η γειτόνισσες και τον απεμάκρυναν, έως να γείνη η
-εκφορά. Ύστερα το βράδυ, όταν ο Χαραλαμπάκης ερωτούσε: «Πούνε
-το Χρυσώ, μάννα, πού πάει το Χρυσώ;» του απήντησαν ότι επήγε να
-κοιμηθή «στα λουλούδια». Κ' η Κατερίνα η Μπροστινή του είπεν
-ότι πάει «Στου παππά τ' αλώνι κη στο περιβόλι». Και ο μικρός
-εξηκολούθει να ερωτά: «Πότε θαρθή, μάννα, πίσω το Χρυσώ μας;»
-έως ότου επέρασαν τρεις ημέραι και το εξέχασεν.
-
-Α! Ποιο το είξευρε ότι τόσον γρήγορα έμελλε να υπάγη να την
-ανταμώση. Στο χρόνο απάνω, ο Χαραλαμπάκης πέφτει άρρωστος. Το
-γιατρό, ευθύς το γιατρό, να μη ξαναπάθουν τα ίδια. Έρχεται ο
-γιατρός, το βλέπει, «δεν έχει τίποτε», τους στέλνει ένα
-γιατρικό, άλλο γιατρικό. Όσο έπαιρνε τα γιατρικά, τόσο άναβεν η
-ζέστη κ' η φλόγα πού είχεν. Έρχεται, το ξαναβλέπει, «μετά τρεις
-ημέρας θα είνε καλά». Μετά τρεις ημέρας ήτον αποθαμμένο. Αχ! με
-τι καρδιά να ψάξη να βρη τα ρουχάκια του, και με τι χέρια να το
-στολίση; Ευτυχώς ήτον εκεί η Κατερίνα η Μπροστινή, με την
-ακούραστον προθυμίαν της, με το λευκόν τλουπάνι υπό την
-πολίτικην μανδήλαν, με τους ελαφρώς διαγραφομένους μύστακάς
-της, και την απήλλαξε του κόπου. Με τι στόμα να το μοιρολογήση;
-Τι τραγούδια να του πη; Ήλθαν η παππάδες και το επήραν και
-αυτό, και το ετραγούδησαν και το επήγαν «στα λουλούδια», εκεί
-πού είχαν υπάγει και την μικράν Χρυσώ προ ενός έτους.
-
-Τώρα, αυτό το παιδάκι, ο Ελευθέρης, της έμεινεν. Ήτον
-εξαπλωμένη πλησίον του, ανέχουσα την κεφαλήν διά του βραχίονος
-υπέρ το προσκέφαλον του παιδίου, έχουσα την κεφαλήν του παιδίου
-υπό την αριστεράν μασχάλην της. Τα ενθυμείτο όλα όσα υπέφερε,
-και δεν είχεν ύπνον. Εις την εστίαν οι ολίγοι άνθρακες, χωμένοι
-εις την στάκτην, ετυφλόκαιαν ακόμη. Υπεράνω της κεφαλής της
-έκαιε το κανδήλι εμπρός εις τα εικονίσματα, σημειούν με
-φωτεινήν γραμμήν τας μελαγχολικάς μορφάς των αγίων. Ο σύζυγός
-της εξηπλωμένος εκ δεξιών της, έρρεγχε προ πολλού, από της
-ενάτης ώρας. Είχε γυρίσει δις ήδη και από τα δύο πλευρά και
-ανέπνεε δυνατά, και κάτι εμορμύριζε, και ενίοτε εμυκάτο εις τον
-ύπνον του. Ο καϋμένος ο μπάρμπα-Στέργιος δεν ήτο και πολύ
-κακός, αν και ηγάπα να τρώγη το ψωμί του από τα «φουρνιάτικα».
-Έλεγεν ότι, με το να κολλά τον φούρνον εις την γειτονιάν, η
-γυναίκα του, έβγαινεν από έναν κόπον να ζυμώνη. Κλαδιά της
-εκουβαλούσεν άφθονα, με το ονάριόν του, όσα επερίσσευαν από το
-καμίνι. Ήτον εν τούτοις εργατικός, και δεν την εβασάνιζε πολύ,
-την γυναίκα του. Μόνον όταν ετύχαινε να πωλήση μαζωμένον
-ασβέστην, κ' έπαιρνε τίποτε λεπτά, ποτέ δεν εγύριζε στο σπίτι
-με τα θυλάκια πλήρη ή με τον στόμαχον κενόν. Συνήθως «τα άναβε
-τα καντήλια». Και αν μάλιστα ήτο Σάββατον βράδυ «εβαστούσε
-τρίμερο», καθώς έλεγε η Θοδωριά, και ήτον «εν τη δόξη του» έως
-το πρωί της δευτέρας. Αλλ' αυτή το είξευρε το σύστημά του, και
-όταν τον έβλεπε να είνε στα «πράμματα», δεν του ωμιλούσε, διότι
-τότε ήτον φόβος μην «της φάη». Μόνον την Δευτέραν, πρωί, πριν
-αναχωρήση διά να υπάγη στο καμίνι, του εζήτει να της αφήση
-τίποτε λεπτά, αν του είχαν περισσεύσει, κ' εκείνος τότε ήρχετο
-κάπως εις αίσθησιν.
-
-Τας προλαβούσας ημέρας των Χριστουγέννων, το είχεν «αλαλάξ τω
-Κυρίω», διότι είχε πωλήσει πολλά καντάρια ασβέστην, κ' επήρεν
-ολίγα τάλληρα. Τώρα, τα Χριστούγεννα πέρασαν, ήρχετο Άις-
-Βασίλης, κ' επειδή εν τω μεταξύ ήτο και Κυριακή, δεν είχε
-μαζεχθή ακόμη. Την εσπέραν ταύτην πάλιν ήτον ολίγον «στο φίλο,
-στο χορό», αλλ' ευτυχώς είχεν έλθει ενωρίς απόψε, κ' εντεύθεν η
-Θοδωριά εσυμπέρανεν ότι τα τάλληρα θα εσώθηκαν, από την
-τελευταίαν πώλησιν. Ό,τι όμως ηγνόει είνε ότι, εντός της
-ημέρας, ο μπάρμπα-Στέργιος επώλησε και άλλον ασβέστην. Και ο
-λόγος δι' όν είχεν έλθει ενωρίς ήτο ότι είχε βαρυνθή κάπως την
-κραιπάλην, και ησθάνετο σφοδρόν πονοκέφαλον. Εν τούτοις η
-Θοδωριά ηυχαριστήθη, διότι, αφού έβλεπε το παιδί της άρρωστον,
-έστω και κοιμώμενον, και ο ρογχαλισμός του ανδρός της ήτο ως
-παρηγοριά της διά την ανησυχίαν της.
-
-Εν τούτοις το παιδίον εχειροτέρευεν. Η Θοδωριά, ήτις δεν
-ηδύνατο να κλείση όμμα επιβλέπουσα αγρύπνως το άρρωστον, είδεν
-αίφνης ότι το τεκνίον ηγωνία και επνευστία, βήχον ξηρώς. Ωχρόν
-ήτο το μέτωπόν του, απεξηραμμένα τα χείλη του, τα όμματά του
-θολά, και ελαφρά ερυθρότης ανέβαινεν από τας παρειάς του εις
-τους κροτάφους. Η γυνή ενθυμείτο τα συμπτώματα από τα δύο άλλα
-παιδιά της και ήτο έντρομος και περιδεής.
-
-Τότε έσπευσε να εξυπνήση αποτόμως τον σύζυγόν της.
-
- — Σήκω, Στέργιο!. . . κοιμάσαι, άνδρα μου;
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος, μισοκοιμισμένος, εξηροτανύσθη κ'
-εχασμήθη.
-
- — Τι είνε;. . . Τι θέλεις;. . . Δεν κοιμάσαι, Θοδωριά;
-
-Κ' εγύρισεν από το άλλο πλευρόν.
-
-Η γυνή τον έσεισε σφοδρώς.
-
- — Δεν ακούς, άνδρα; Ξανακοιμήθηκες; Σε καλό σου!
-
- — Τι λες, μωρή γυναίκα;
-
- — Σήκω, δεν μπορεί το παιδί μας.
-
- — Και τι να σ' κάμω εγώ;. . . Σα δεν μπορεί ας γιάννη. . .
-
-Και ήδη επέπλεεν ως υπεράνω αβύσσου χασκούσης να τον καταπίη
-κάτωθεν, οίαν εφαντάζετο το στόμα της συζύγου του, και
-προσεκολλάτο εις το προσκεφάλαιον, ως εις χείλος μαλακής,
-ηδυπαθούς αιώρας, οποία του εφαίνετο ο ύπνος και ως ο
-κολυμβητής ο ετοιμαζόμενος εις κατάδυσιν, ητοιμάζετο να βυθισθή
-εκ νέου εις τον ύπνον.
-
- — Θα σηκωθής, πατέρα;
-
-Το «πατέρα» τούτο το είπε με τρόπον η Θοδωριά, ως εκ μέρους
-δήθεν του νοσούντος τέκνου. Είτα μη δυνηθείσα να κρατήση τα
-δάκρυα επανέλαβε·
-
- — Θα σηκωθής, πατέρα, ή θα μ' αφήσης να πεθάνω κ' εγώ, καθώς
-πέθανε το Χρυσώ μας κι' ο Χαραλαμπάκης μας; Εκείνα τα δυο,
-πατέρα, είνε «στα λουλούδια», στον άλλον κόσμο, στην αληθινή
-ζωή, εκεί όπου όλα τα μικρά έχουν έναν πατέρα . . . . Σ' αυτόν
-τον κόσμο, εδώ, εγώ άλλον πατέρα από σένα δεν έχω, και συ άλλο
-παιδί από μένα δεν έχεις. . . .
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος ακούσας το παράπονον τούτο, συνεκινήθη, και
-απωθήσας το εφάπλωμα, ανεκάθησεν επί της στρωμνής του, κ'
-έστρεψε λημώντας τους οφθαλμούς προς την κοιτίδα του παιδίου. Η
-γυνή του έφερεν αγγείον πλήρες ύδατος, κ' έβρεξε τους οφθαλμούς
-του.
-
- — Δεν πας να φωνάξης το γιατρό, Στέργιο μου;
-
- — Τι, γιατρό και γιατρό; έχουν τώρα αυτοί πίστι και σπλάχνα;
-. . . θαρρείς πως λυπούνται, μωρή γυναίκα; θα πάω, θα τον φωνάξω,
-θα ρίξω πέτρες στο παραθύρι, και θα κάμη τον κουφό, ή θα σηκωθή
-να με βρίση και να με διώξη. «Δεν ειξέρατε από πιο νωρίς
-ναρθήτε; τώρα μεσάνυχτα, ήρθες να ξυπνήσης το γιατρό; Αχ! να
-είξερες τι σκληροί είνε, γυναίκα!
-
- — Δεν πειράζει, σύρε συ, και ρίξε τ' άδικα σ' εμένα. Πες, η
-γυναίκα σου δεν σούπε αποβραδής πώς ήτον το παιδί άρρωστο.
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος ηγέρθη, εφόρεσε την βράκαν του, την τσάκαν
-του, εζώσθη το κίτρινον, πλατύ και φουντωτόν ζωνάρι του,
-υπέδησε τα πέδιλα εις τους πόδας, έλαβε το φέσι του το
-ξασπρισμένον με την κοντήν μαδημένην φούνταν, εφορτώθη την
-κάπαν του, επήρε το φανάρι, όπου του ήναψεν η γυναίκα του, κ'
-εξήλθεν. Έξω ήτο σκότος βαθύ, ολίγα άστρα έλαμπαν τήδε κακείσε,
-και ο ουρανός εφαίνετο ωμιχλιασμένος. Είχε κοπάσει προ μιας
-ώρας ο μαινόμενος από τριών ημερών χιονιστής βορράς, κ' έκαμνεν
-παράξενην γλύκαν, την οποίαν ο μπάρμπα-Στέργιο αμέσως ενόησεν,
-ούσαν προάγγελον χιόνος στρωτής, ής αι πρώται αραιαί νιφάδες
-είχαν αρχίσει ήδη να πίπτωσιν. «Α! κ' η Θοδωριά γυρεύει να φέρω
-το γιατρό, εψιθύρισε χασμώμενος ο ασβεστιάς· θα θελήση ο γιατρός
-ναρθή μεσάνυχτα με το χιόνι!»
-
-Εν τοσούτω εστράφη δεξιά, εβάδισεν έως διακόσια βήματα από
-συνοικίας εις συνοικίαν, και τέλος φθάσας υπό την οικίαν του
-ιατρού, έκαμεν ως είπε, κατά γράμμα. Έκρουσε μάτην την θύραν.
-Είτα έρριψε χαλίκια εις έν παράθυρον, όπου είξευρεν ότι ήτο ο
-κοιτών του ιατρού. Ούδεμίαν απάντησιν έλαβε. Τέλος ηνήχθη κατά
-το ήμισυ έν παραθυρόφυλλον κάτω του ισογείου, και η υπηρέτρια,
-με ένα βόστρυχον από τα ξέπλεκα μαλλιά της προβάλλοντα και
-κρεμάμενον έξω του παραθύρου, είπε·
-
- — Δεν είνε εδώ ο γιατρός.
-
- — Πού είνε; ηρώτησεν ο μπάρμπα-Στέργιος.
-
- — Είνε όξου.
-
- — Πού όξου;
-
- — Δεν ήρθε ακόμα. Θα πήγε σε κανέναν άρρωστο.
-
- — Τέτοια ώρα;
-
- — Όπως τον γυρεύεις και του λόγου σου τέτοια ώρα, έτσι μπορεί
-να τον εγύρεψαν κι' άλλοι.
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος ίστατο αναποφάσιστος. Αίφνης η θεραπαινίς,
-ως να ήθελε να δείξη πλείονα του συνήθους εμπιστοσύνην,
-προσέθηκε·
-
- — Κύτταξε μην είνε κανένα μαγαζί ανοικτό στην πιάτσα, μην
-παίζουνε πουθενά τα χαρτάκια. Μην 'πης πως 'ς το είπα εγώ.
-
-Και αμέσως έκλεισε το παραθυρόφυλλον κ' έγεινεν άφαντος.
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος υπώπτευσεν ότι η πονηρά υπηρέτρια θα τον
-«γέλασε μες τα μάτια».
-
- — Βέβαια, βέβαια, έλεγεν, έτσι μας γελούν τώρα εμάς τους
-γέρους, αυταίς η δούλαις, πού μας βλέπουν και δεν αξίζουμε
-τίποτα. Ως τόσο, εγώ δεν είμαι και πολύ γέρος, και δεν
-υπανδρεύτηκα παραπάν' από δυο φοραίς, κι' αν τυχόν μου πέθαινε
-η Θοδωριά. . .
-
-Δεν ετελείωσε τον στοχασμόν του, όστις ήτο οιονεί τελευταία τις
-υποτροπή της από ημερών κραιπάλης του, και η εικών του χλωμού
-παιδίου με την ασθενή αναπνοήν και της μητρός με τα δάκρυα ήλθε
-και επάγωσε την αιφνιδίαν νεανικήν θέρμην του. Επανήλθε τότε
-εις την μνήμην του η φράσις της υπηρετρίας: «μη παίζουνε
-πουθενά τα χαρτάκια». Και επειδή είχε ξενυστάξει κ' εντρέπετο
-να γυρίση άπρακτος εις την οικίαν, απεφάσισε να επιστρέψη διά
-της αγοράς, όπως ίδη μη τυχόν συναντήση που τον ιατρόν.
-
-
-Κοντά εις όλα τα άλλα δεινά, είχε κολλήσει και η ψώρα αυτή εις
-το παραθαλάσσιον χωρίον, να μάθουν οι νέοι να παίζουν χαρτιά.
-Από όλους τους υπαλλήλους, μόνον ο υποτελώνης, όστις είχεν
-εγγύησιν δοσμένην, και ο ειρηνοδίκης, όστις εφρόντιζε διά την
-υπόληψίν του, καθώς και ο Ελληνοδιδάσκαλος, δεν ελάμβανον μέρος
-εις τας εσπερινάς συναναστροφάς, αίτινες εγίνοντο τακτικά εις
-την οικίαν του ενός και του άλλου των υπαλλήλων. Όλοι οι άλλοι,
-ο υπολιμενάρχης, ο υγειονόμος, οι δύο βοηθοί ή υπολογισταί του
-υπολιμεναρχείου, ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου, ο
-τηλεγραφητής, και όλοι, εκαίοντο κάθε βράδυ εις τα χαρτιά. Αλλά
-δεν ήτο και εντελώς φερτόν το νόσημα, και απόδειξις ότι, τας
-ημέρας αυτάς ιδίως, ότε αι εσπερίδες εγίνοντο εις το κομψόν και
-καλώς ευπρεπισμένον καπηλείον του Θανάση του Μπρεγυιού,
-ελάμβανον μέρος και πολλοί εντόπιοι, ο γραμματεύς της
-δημαρχίας, δύο νέοι χασάπηδες, οίτινες είχον υπηρετήσει εις τον
-στρατόν, ο φραγκορράπτης, όστις τον περισσότερον καιρόν έκαμνε
-τον δικολάβον, είς κουρεύς και δύο ναυτικοί. Ο δημοδιδάσκαλος
-ήρχετο τακτικά καθ' εσπέραν κ' εποντάριζεν μίαν ή δύο δεκάραις
-εις το έξ, και αν τας έχανεν, έφευγε σιωπηλώς χωρίς να πίη ούτε
-ένα ρούμι· αλλ' εάν τας εκέρδιζεν, εκάθητο με το έν σκέλος
-εξηπλωμένον επί της μπαγκέττας, με το άλλο κάτω εις το δάπεδον,
-με το κοντόν τσιμπούκι του ακοίμητον πάντοτε, έπινε δύο τρία
-ρούμια, ίσα-ίσα το κέρδος και άμα το ωρολόγιον εσήμαινε την
-δωδεκάτην, έφευγε και επήγαινε να κοιμηθή. Οι άλλοι
-εξενυκτούσαν συνήθως, πότε εις τας τρεις, πότε εις τας
-τέσσαρες. Ο κάπηλος, ο Θανάσης ο Μπρεγυιός, ηυχαριστείτο τα
-μέγιστα εκ του είδους τούτου του εμπορίου, διότι εκτός του
-«νομίμου βιδανίου» είχε και το εμπόριον του μοσχάτου οίνου και
-των άλλων ποτών. Η συντροφιά έπαιζε κ' έπινεν. Όποιος
-εκέρδιζεν, ευχαρίστως εκέρνα τους άλλους· μόνον ότι σπανίως
-ευρίσκετό τις να ομολογήση ότι εκέρδισε. Και ίσως να ήσαν και
-ειλικρινείς, διότι, κατά το αξίωμα των χαρτοπαικτών, δύο
-άνθρωποι κερδίζουν· όστις δεν παίζει ποτέ και όστις εισπράττει
-το βιδάνιον. Είς εκ της πρώτης κατηγορίας ήρχετο κατά πάσαν
-εσπέραν, ο καπετάν-Γιωργός ο Ασπρουδάκης, όστις ποτέ δεν
-έπαιζεν, αλλά και ποτέ δεν έλειπεν από τας εσπερίδας.
-
-Δύο-τρεις άλλοι, όρθιοι όπισθεν των νώτων των παικτών, έμενον
-ως απολιθωμένα φαντάσματα, ως η ζώσα προσωποποίησις της καλής
-και της κακής τύχης. Επίσης ήρχετο κι' ο μπάρμπ’-Αντώνης ο
-Πρίφτης, γηραιός βαρκάρης, όστις έμενε μέχρις ότου αποφασίση
-τις να κεράση «στα όλα», και τότε, αφού έπινε το ρούμι του,
-έφευγε, συναπάγων και τους άλλους, τους ορθούς ισταμένους, ως
-να ήσαν κολλημένοι εις την πλάτην των παικτών. Εάν όμως έβλεπεν
-ότι αργούσαν να κεράσουν, έφευγε κρυφά ή επήγαινεν εις την
-βάρκαν του διά να πλαγιάση.
-
-Ενίοτε όμως ο μπάρμπ'-Αντώνης ο Πρίφτης με τον καπετάν Γιωργό
-τον Ασπρουδάκη και με δύο άλλους έπαιζαν απλώς σκαμπίλι με τα
-συνήθη κεράσματα, χωρίς λεπτά, παρά τινα γωνίαν αποσυρόμενοι,
-σύντροφοι πάντοτε οι δύο. Ο καπετάν-Γιωργός έκαμε πάντοτε τον
-μάστορα, και αν συνέβαινε να χάσουν, έμεναν οι δύο, παίζοντες
-«τον κακόν σύντροφο» ως τας δύο μετά τα μεσάνυκτα. Τελευταίος
-δ' έχανε συνήθως ο μπάρμπ'-Αντώνης διαμαρτυρόμενος πάντοτε ότι
-ο καπετάν-Γιωργός τον έκλεπτε.
-
-Την εσπέραν εκείνην, ενώ η συντροφιά ευρίσκετο εις το κομψόν
-καπηλείον, έξαφνα χιών ήρχισε να πίπτη, αλλά τόσον ήσυχα και
-τόσον μαλακά, ως να έστρωνεν ο θεός λευκά σινδόνια διά τους
-πτωχούς και δια τους αστέγους, εις την οδόν. Ο άνεμος είχε
-κοπάσει αίφνης, δεν υπήρχε ψύχος επαισθητόν. Τόσον γλυκά και
-τόσον σιγανά, ευρέθησαν έξαφνα πλατείαι λευκαί λωρίδες
-καλύπτουσαι την γην. Είς των χαρτοπαικτών, σηκωθείς διά να
-ξεμουμουδιάση από την τράπεζαν (ήτο ημίσεια μετά τα μεσάνυκτα)
-είχεν έλθει προς το παράθυρον, κ' ηθέλησε να κυττάξη έξω διά
-της θολωμένης υέλου. Αλλά σχεδόν δεν έβλεπε τίποτε, ειμή έν
-αχανές υπόλευκον φαιόν. Την ιδίαν στιγμήν εκρούσθη η θύρα του
-καπηλείου, μανδαλωμένη έσωθεν.
-
- — Άνοιξε, κυρ-Θανάση!
-
- — Ποιος είνε; εφώναξε με συναχωμένην φωνήν ο κάπηλος,
-καθήμενος παρά την τράπεζαν κ' επιτηρών αγρύπνως τους
-παίζοντας.
-
- — Άνοιξε γιατί ρίχνει χιόνι.
-
-Όχι τόσον ένεκα των επικλήσεων του κρούοντος την θύραν, όσον
-κατά σύμπτωσιν μάλλον, διότι ο σηκωθείς να κυττάξη διά του
-παραθύρου παίκτης, αφού είδε συγκεχυμένως διά των υέλων,
-ησθάνθη την επιθυμίαν να ιδή καλλίτερα αν εχιόνισεν, ηνοίχθη η
-θύρα (ο ίδιος ο παίκτης την ήνοιξε) και εισήλθεν ο μπάρμπα-
-Στέργιος τινάζων την κάπαν του, ασπρισμένην την φοράν ταύτην
-από ασβέστην. Διότι έως να φθάση από την οικίαν του εις του
-ιατρού, κ' εκείθεν εις την αγοράν, όπου είδε φως εις το μαγαζί
-του Θανάση του Μπρεγυιού, ο νιφετός έγεινε πολύ πυκνότερος κ'
-εντός ολίγων λεπτών εστρώθη ως σπιθαμήν από του εδάφους.
-
- — Χιονίζει, χιονίζει! είπαν όλοι, ιδόντες ασπρισμένον τον
-μπάρμπα-Στέργιον, και όσοι ήσαν όρθιοι εχώρησαν προς την θύραν,
-ενώ οι καθήμενοι εις την πασέταν εφώναξαν·
-
- — Κλείστε μας την πόρτα.
-
- — Κι' από πού μας έρχεσαι, μπάρμπα-Στέργιο;
-
- — Μεσάνυκτα, μας ήρθες απ' το καμίνι!
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος δεν έδωσεν απάντησιν εις τας φωνάς ταύτας,
-αλλ' ανακαλύψας με το πρώτον βλέμμα τον ιατρόν, όστις εκάθητο
-μεταξύ του υπολιμενάρχου και του γραμματέως του Ειρηνοδικείου,
-επλησίασε και κύψας εις το ους αυτού, του ωμίλησε·
-
- — Μου κάνεις τη χάρι, εξοχώτατε, να πάμε ως το σπίτι, έχω
-άρρωστο.
-
- — Ποιος δεν μπορεί; η γυναίκα σου;
-
- — Όχι το παιδί μου.
-
- — Και τέτοια ώρα ήρθες;
-
- — Δε μου είπε η βλοημένη η γυναίκα. Μα από νωρίς ήτον καλά το
-παιδί, και τώρα την νύκτα εβάρυνε.
-
- — Δεν βλέπεις που χιονίζει; πού να πάμε!
-
- — Έλα, έλα, κόπιασε από δω, μπάρμπα-Στέργιο, είπε μία άλλη
-φωνή. Φέρε, Θανάση, ένα μοσχάτο του μπάρμπα-Στέργιου. Πιε ένα
-μοσχάτο να ζεσταθής. Έλα στο πλάγι μου κάτσε.
-
-Ήτο ο γραμματεύς του ειρηνοδικείου, υψηλός νέος, ξανθός, με
-μεγάλους λινόχρους μύστακας, με τους οφθαλμούς προέχοντας εν
-χρω του προσώπου. Ούτος είχε την ώραν εκείνην τον μπάγκον, Και
-τα μουστάκια του, άμα είδε τον μπάρμπα-Στέργιον, ανέβαιναν και
-κατέβαιναν ως της γάττας της οσφρανθείσης ποντικόν.
-
-Τον έδραξεν από του αγκώνος με την στιβαράν χείρα του, και τον
-έβαλε με το είδος εκείνο της φιλικής βίας, όπερ τινές άνθρωποι
-αγαπώσι να μετέρχωνται προς τους ασθενεστέρους τον χαρακτήρα,
-τον έβαλε να καθήση πλησίον του. Εκαλείτο Αριστείδης
-Μαγγανόπουλος και είχεν εκσφενδονισθή κατά την αλλαγήν του
-Υπουργείου (ήτο περί το 188. . . ) από το έν άκρον του
-Βασιλείου εις το άλλο. Ήτο φιλήδονος, φιλοπότης, καλόκαρδος·
-πώς να ζήση τις με εξήντα δραχμάς τον μήνα;
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος έπιε το ποτήριον του μοσχάτου και πάλιν,
-κύψας όπισθεν του γραμματέως, εις το ους του ιατρού του είπε·
-
- — Κάμε μου αυτήν την καλωσύνην, γιατρέ, κι' ο Θεός να σου δώση
-ό,τι αγαπάς. Μ' έστειλεν η γυναικά μου, και θα με περιμένη, το
-παιδί κινδυνεύει.
-
- — Στάσου να περάση λίγο, να σταματήση το χιόνι, είπεν ο
-ιατρός.
-
-Ο ιατρός ήτο καλός νέος, πλησιάζων εις το τεσσαρακοστόν,
-λιγνός, πρόθυμος, όχι πολύ σκληρός, ούτε πλεονέκτης. Ήτο
-απόφοιτος του εν Αθήναις Πανεπιστημίου, και δεν τον είχε
-κολλήσει μανία, αν και είχε τα μέσα να μεταβή εις την Εσπερίαν,
-όπως αγοράση σοφίαν. Εν τούτοις ενίοτε εβαρύνετο, και την
-εσπέραν ταύτην εμέμφετο τον εαυτόν του, ότι εδελεάσθη από την
-χαρτοπαικτικήν εσπερίδα. Του εφαίνετο ότι, αν ήτο από ενωρίς
-εις την κλίνην του, ούτε το παιδί του μπάρμπα-Στέργιου δεν
-ήθελεν αρρωστήσει, ούτε θα ήρχετο ούτος να του χαλάση την
-ησυχίαν.
-
- — Πώς έμαθες πως είμ' εδώ; του λέγει έξαφνα.
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος την στιγμήν εκείνην ενθυμήθη την σύστασιν
-της υπηρετρίας και απήντησεν·
-
- — Επήγα στο σπίτι σας, κ' ήρθα απ' το γιαλό, οπούνε πιο
-απάγγιο.... Σαν είδα φως στο μαγαζί, λέω, ας μβω μέσα, μήπως κ'
-είν' εδώ ο γιατρός.
-
- — Και τι λόγους είχες να το υποθέσης;
-
- — Δεν ξέρω πώς μου ήρθε. . . κάτι μου έλεγε πώς θα ήσαστ' εδώ
-. . . ήθελα να πιω κ' ένα ρουμάκι για να ζεσταθώ. . .
-
- — Και αντί για ρουμάκι ήπιες μοσχάτο. . . .
-
- — Ας είνε καλά ο κυρ-γραμματικός πού μ' εκέρασε. . . .
-
-Ο Αριστείδης ο Μαγγανόπουλος δεν είχε λησμονήσει τον μπάρμπα-
-Στέργιον, αλλά τον εκράτει κάπως διά του γόνατος. Ακούσας όμως
-την φράσιν του ασβεστά, έσπευσε να λάβη μέρος εις την ομιλίαν.
-
- — Ε! τώρα, δεν θα πουντάρης καμμιά δεκαρίτσα, μπάρμπα-Στέργιο,
-για να περάση η ώρα;
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος δεν ήτο όλως άπειρος του χαρτοπαιγνίου. Εις
-την νεότητά του υπήρξε δεκανεύς εν τω στρατώ και είχε ζήσει επί
-τέσσαρα έτη εις διαφόρους πόλεις της Ελλάδος.
-
-Διά να ευχαριστήση τον γραμματικόν, ήρχισεν από την δεκάραν και
-την έχασεν. Αλλ' εντός ολίγων λεπτών της ώρας, έβγαλεν από την
-τσέπην όσα κέρματα είχεν, άνω της δραχμής, και τα έχασεν όλα.
-
-Διά να τον παρηγορήση ο Αριστείδης ο Μαγγανόπουλος τον εκέρασεν
-ένα δεκάρικο μοσχάτο. Ο μπάρμπα-Στέργιος το ερρόφησε, και είτα
-κύψας εις το ους του ιατρού·
-
- — Δεν πάμε τώρα, γιατρέ, είπε. . . θα σταμάτησε το χιόνι.
-
- — Σταμάτησε, μα δεν έλυωσε, εψιθύρισε σιγά ο γραμματικός.
-
- — Τώρα θα κυττάξουμε να ιδούμε αν θα μπορέσουμε μπάρμπα-
-Στέργιο, είπεν ο ιατρός· τι διάβολο, τώρα βρέθηκε ν' αρρωστήση
-κι' αυτό το παιδί σου;
-
- — Να χαρής ό,τι αγαπάς, γιατρέ μου. . . .
-
-Ο γραμματικός στραφείς προς τον μπάρμπα-Στέργιον·
-
- — Έλα τώρα, μπάρμπα-Στέργιο, του λέγει, τι συλλογιέσαι; . . . .
-παίζε να περάσ' η ώρα. . . . Να πάρης και τα λεπτά σου
-πίσω. . . .
-
- — Δεν έχω άλλα λεπτά, κυρ-γραμματικέ.
-
- — Μη μας πουλάς ψευτιαίς, μπάρμπα-Στέργιο. . . . θαρρείς δεν
-το ξέρω εγώ που πούλησες ασβέστη σήμερα;
-
-Ο απλοϊκός άνθρωπος έκυψεν εις το ους του γραμματικού, και του
-είπε μυστηριωδώς·
-
- — Πες και του λόγου σου του γιατρού, να τον καταφέρης να
-πάμε;. . .
-
- — Να πάτε;. . . πού;
-
- — Στο σπίτι. . . έχω το παιδί άρρωστο.
-
- — Δεν έχει τίποτε, είπεν ο γραμματικός· μη σε μέλει. . . θα
-γένη καλά.
-
- — Με καρτερεί η γυναίκα μοναχή της. . . για συλλογίσου, κυρ
-γραμματικέ.
-
- — Μπα! όξου καρδιά, μπάρμπα-Στέργιο! . . . μη φοβάσαι. . . δεν
-παθαίνει τίποτε το παιδί.
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος εταπείνωσε την κεφαλήν και την στιγμήν
-εκείνην του επεφάνη απαισία η εικών του αγωνιώντος παιδίου,
-βήχοντος, ασθματικού, με νεκρικήν ωχρότητα επί του μετώπου, και
-της βαρυαλγούς μητρός συναπτούσης τας χείρας κ' επικαλουμένης
-έλεος.
-
- — Φέρε μας δύο μοσχάτα με τον μπάρμπα-Στέργιο, Θανάση,
-διέταξεν ο γραμματικός.
-
-Ο κάπηλος εκόμισε τα δύο μοσχάτα. Ο Μαγγανόπουλος έρριψε το
-περισσότερον του ιδικού του εις το ποτήριον του συμπότου.
-
- — Δεν πίνω, είπεν ο γέρων ασβεστάς· θα μου πέση πολύ·. . .
-Είχα πιει κι' από το βράδυ.
-
- — Πιε, και μη σε μέλη . . . μη συλλογίζεσαι. . . Δεν έχει
-τίποτε το παιδί.
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος έπιε το ευώδες ποτόν, και σιγά-σιγά οι ατμοί
-ανέβαιναν.
-
- — Είσαι καλός φίλος, είπεν εις τον γραμματικόν. Μου έδωσες
-θάρρος . . . είχα πολύ φόβο για το παιδί μου.
-
- — Βγάλε και μισό ταλλαράκι να σου χαλάσω, μπάρμπα-Στέργιο,
-είπεν ο γραμματικός, ανακινών της δεκάραις επί της τραπέζης·
-αυτά όλα που βλέπεις, τα είχα χαμένα όλα πρωτήτερα. . . ούτε τα
-λεπτά μου δεν πιάνω.
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος εξήγαγε την πανίνην σακκούλαν του, την
-λιπώδη και αμαυράν, δεμένην με σπάγγον περί το στόμιον, την
-ήνοιξεν, έβγαλεν έν τάλληρον και ο γραμματικός του το ήλλαξεν.
-
-Είς εκ της συντροφιάς είχεν εξέλθει, και την στιγμήν εκείνην
-επέστρεψε.
-
- — Το χιόνι είνε παραπάν' απ' το γόνα . . . πώς θα πάμε στα
-σπίτια μας, βρε παιδιά;
-
- — Έπαυσε τουλάχιστον να ρίχνη; ηρώτησεν ο ιατρός.
-
- — Ρίχνει ακόμα. Ω! διάβολε!
-
- — Τ' ακούς; μπάρμπα-Στέργιο; είπεν ο γραμματικός. Ρίχνει
-ακόμα. . . Κάθισε ως πού να σταματήση, και τότε πάτε με το
-γιατρό.
-
- — Τι να γείνη, κυρ γραμματικέ.
-
- — Δεν παίζεις από καμμιά δεκαρούλα;
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος ήρχισε να παίζη από μίαν δεκαρούλαν, από
-δυο, και δος του και πάει τέρτσο τίρο και πάει και απαγάι και
-παρόλι, και εις κάθε απαγάι ο γραμματικός τον εκέρνα από ένα
-μοσχάτο, και εις κάθε πάρολι τον εκέρνα από ένα δεκάρικο, Και
-εις μισήν ώραν έχασε το τάλληρον μέχρι λεπτού. Και έβγαλε τότε
-δεύτερον τάλληρο, και εις έν τέταρτον της ώρας το έχασεν·
-έβγαλε και το τρίτον τάλληρον, το τελευταίον που είχεν ακόμη·
-και εις δέκα λεπτά της ώρας ο γραμματικός με τον πάγκον του το
-εσφόγγισεν.
-
-Ήτο δε τότε τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα.
-
-Αίφνης εκρούσθη η θύρα του καπηλειού.
-
- — Ανοίξτε! ανοίξτε!
-
- — Ποίος παλαβός είνε τέτοια ώρα, με τέτοιο χιόνι; είπεν ο
-υπάλληλος.
-
- — Άνοιξε, παρακαλώ, κυρ-Θανάση!
-
- — Ποιος είσαι;
-
- — Είμ' εγώ, ο Γιώργης ο Σεφερτζής.
-
- — Και τι θέλεις;
-
- — Είν' εδώ ο μπάρμπα-Στέργιος ο ασβεστάς;
-
- — Και τι τόνε θέλεις;
-
-Όλοι εστράφησαν προς τον μπάρμπα-Στέργιον, όστις ζαλισμένος από
-το μοσχάτον προσεμειδία ηλιθίως εις τους μύστακας του
-γραμματικού κ' έλεγε·
-
- — Δεν με μέλει! πάρ' τα όλα! Όξου φτώχεια . . . παράδες δεν
-προσκυνώ εγώ . . . Εγώ εχτιμώ φιλίαν!. . . Είσαι όμως καλός
-φίλος!
-
-Ηνοίχθη η θύρα και εισήλθεν ο Γιώργης ο Σεφερτζής.
-
-
-Ακουμβημένη η Θοδωριά εις το προσκεφάλαιον, αισθανομένη επί της
-παρειάς την θερμήν πνοήν του παιδίου, εμέτρα τας στιγμάς και
-την ώραν, όση είχε παρέλθει από την αναχώρησιν του συζύγου της,
-κ' έλεγε·
-
- — Τώρα θα έρθη, έρχεται. . . όπου είνε θα φτάση, θαρθή κι' ο
-γιατρός μαζί, να μου κάμη καλά το παιδί μου. . . Τι φταίνε οι
-γιατροί; φταίνε οι γονιοί πού δεν αιστάνονται. . . αν τον
-επροσκαλούσα, το γιατρό, με την ώρα μου, δε θα μου πέθαινε ο
-Χαραλαμπάκης.
-
-Έτεινε το ους ν' ακούση κρότον τινά αναγγέλλοντα την έλευσιν
-του συζύγου και του ιατρού, αλλ' ουδείς κρότος ηκούετο. Ο θεός
-εχιόνιζεν αθορύβως· έρριπτε νιφάδας να μεθύση την γην, διά να
-φάγωσιν οι ζώντες τους καρπούς αυτής, και λευκόν σάβανον διά
-τους νεκρούς, διά να είνε βαθύτερον υπό την γην τεθαμμένοι.
-
-Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα, και ο μπάρμπα-Στέργιος δεν έδιδε
-σημείον επιστροφής. Η Θοδωριά ηγέρθη, έρριψε ξυλάριά τινα εις
-την εστίαν, συνεδαύλισε το πυρ, κ' επανελθούσα ανεκλίθη πάλιν
-παρά την κοιτίδα του μικρού Ελευθέρη. Το παιδίον εστέναζεν,
-εγόγγυζε θλιβερώς, είχε κοιμηθή εναγώνιον ύπνον, εξύπνησε,
-πάλιν, έκλαιε κ' έβηχε μετά σπασμών.
-
- — Σιώπα, καλέ μου, σιώπα μικρό μου, θα γείνης καλά αύριο. Πάει
-ο πατέρας να σ' αγοράση καλούδια, να τάχης μεθαύριο τ' Άι-
-Βασιλειού, να παίζης, να χαίρεσαι. Θα σ' κάμω κ' εγώ μια ώμορφη
-κοκκώνα, αλειμμένη με το αυγό, που να είνε πλασένια· θα σ'
-σφέρη κ' η νουνά σ' άλλη μια μεγάλη κοκκώνα, λαμπένια και
-στραφτένια, με τα κεντίδια, με τα πουλάκια, με τ' αηδονάκια,
-που να μην την έχη κανένα παιδί.
-
-Το παιδίον δεν ησθάνετο ίσως, και αφ' εσπέρας έπαυσε να
-ψελλίζη. Η Θοδωριά δεν έπαυσε να ερωτά : «Πού σε πονεί,
-Λευθεράκη μ', πού σ' πονεί;» αλλ' ο μικρός εις απάντησιν
-εγόγγυζε μόνον και ήσθμαινεν.
-
-Εις την εστίαν είς δαυλός ήρχισεν έξαφνα μετά ροίβδου να
-σπινθηρίζη και η Θοδωριά ενθυμηθείσα το δημώδες ήρχισε να
-επαναλαμβάνη :
-
-$«Αν είνε φίλος, να χαρή,
-$αν είν' εχτρός, να σκάση·
-$κι' αν είν' από το σπίτι μας,
-$ογλήγορα να φτάση . . . »
-
-Αλλ' ο σπινθηρισμός εξηκολούθησεν επί πολύ, και η επωδή δεν
-εφαίνετο έχουσα την δύναμιν να τον σταματήση· ίσως διότι την
-φοράν ταύτην ήτο και φίλος, ήτο κ' εχθρός, ήτο από το σπίτι,
-και δεν ήτο από το σπίτι. . .
-
-Τέλος ο σπινθηρισμός έπαυσεν, αλλ' ο μπάρμα-Στέργιος δεν
-επανήλθεν. Η Θοδωριά δεν είχε κλείσει όμμα από της εσπέρας. Ω!
-πόσον μακραί ήσαν αι ώραι. Η πτωχή γυνή ακουσίως έκλεισε
-οφθαλμούς, και απενεκρώθη επί τινας στιγμάς, φθάσασα μέχρι της
-καταστάσεως εκείνης, καθ' ήν η ψυχή εισέρχεται εις τα προπύλαια
-του φανταστικού παλατίου των ονείρων, χωρίς ο ύπνος να έχη
-καταλάβει εξολοκλήρου το σώμα. Αλλά μετά έν λεπτόν την εξύπνησε
-άλλος τις ροίβδος, ουχί ανόμοιος με τον αρτίως παύσαντα, ο
-κρότος της θρυαλλίδος του κανδηλίου αγωνιζομένης με την
-τελευταίαν ρανίδα τον ελαίου να σωθή από της επαφής του ύδατος,
-ως ο άνθρωπος ο πνιγόμενος και προσκολλώμενος εις σανίδα, ως η
-ψυχή η βασανιζομένη και εις μεγάλην αγωνίαν πλέουσα πριν
-χωρισθή από του σώματος. Πόσον μυστηριώδης, πόσον θλιβερός ο
-ροίβδος εκείνος! οποίαν φρικίασιν εξήγειρεν, οποίον φόβον
-προεκάλει! Εφαίνετο το κανδήλι εκείνο ως έμψυχον, ως μαντικόν,
-ως προφητικόν. Τι να ενθυμείτο άραγε, τι να έβλεπεν, τι να
-προέλεγεν; ως να εβαρύνθη να είνε συνάμα ιερόν και βέβηλον, να
-φωτίζη την απάθειαν και ηρεμίαν των Βυζαντινών αγίων, και τα
-πάθη και τας κινήσεις της ψυχής και τα αμαρτήματα των ανθρώπων,
-εφαίνετο ότι ήθελε να σβύση. . . Το κανδήλι ήθελε να σβύση,
-αλλ' η θρυαλλίς ανθίστατο και ήσπαιρνε. . .
-
-Η Θοδωριά ηγέρθη, ύψωσε την κεφαλήν, κ' έμεινεν επί τινας
-στιγμάς ακούουσα τον ροίβδον της θρυαλλίδος. Το πρόσωπον, ο
-πώγων και ο λαιμός της έλαβον την εκφραστικήν εκείνην θέσιν,
-την οποίαν εις τας εικόνας των μεγάλων τεχνιτών της δύσεως
-θαυμάζομεν. Ήτο υψηλή, μελαγχροινή, συμπαθής, νόστιμη, σχεδόν
-ωραία. Πολλαί τρίχες της μαύρης κόμης της ήσαν ήδη περί τους
-κροτάφους, καίτοι τριακονταπεντούτις ήτο, λευκόφαιοι, ως να τας
-είχεν αποτεφρώσει ο φούρνος, ή να τας είχεν ασπρίσει ο
-ασβέστης. Πτωχή ασβέστου! Δυστυχής φουρνάρισσα!
-
-Η Θοδωριά έλαβεν από τινος ερμαρίου το λαδικόν, κατεβίβασε το
-κανδήλιον, και ο κρότος της προστριβής του σχοινίου επί της
-μικράς τροχαλαίας την έκαμε ν' ανατριχιάση. Έρριψεν έλαιον εις
-το κανδήλιον, το ανεβίβασε πάλιν, έκαμε τρεις σταυρούς εμπρός
-εις τα εικονίσματα των αγίων, και επεκαλέσθη την βοήθειαν της
-Παναγίας.
-
- — Ως τόσο ο άνδρας μου πολύ άργησε, είπεν είτα· τι να έγεινε,
-Θεέ μου!
-
-Της εφάνη ότι, αν ήνοιγε το παράθυρον ν' αγναντέψη, θα τον
-έβλεπεν ερχόμενον και τον ιατρόν ομού. Ήλθεν εις το παράθυρον,
-το ήνοιξε, κ' εξαφνίσθη ιδούσα όλην την οδόν λευκάζουσαν εις το
-σκότος, και τας στέγας όλας λευκάς.
-
- — Χιόνισε! Χριστέ μου! πότε χιόνισε;
-
-Συνήψε τότε τας χείρας, και ησθάνθη διπλασιαζόμενον το βάρος
-της δυστυχίας της. Έως τώρα είχε τον φόβον διά το δυστυχές
-παιδίον, τώρα ήρχισε ν' ανησυχή και διά τον άνδρα της. Τι να
-έγεινε; Μην τον επλάκωσε το χιόνι; Μην κάρδιασε; Θεέ μου! Κ'
-εμέμφετο εαυτήν διά τι να τον στείλη τοιαύτην ώραν να καλέση
-τον ιατρόν. Καλλίτερα ν' άφηνεν εις το έλεος του θεού το παιδί
-της. Χριστέ και Παναγία! τι έγεινεν ο μπάρμπα-Στέργιος; Δεν θα
-είνε καλά.
-
-Και αν της τον φέρουν το πρωί ξεπαγιασμένον, καρδιασμένον,
-αποθαμμένον! ω!
-
-Έκλεισε το παράθυρον, εσκέφθη προς στιγμήν τι να κάμη.
-
-Της ήρχετο να κινήση η ιδία, όπως ευρίσκετο, να υπάγη να ιδή τι
-έγεινεν ο άνδρας της. Αλλά το παιδί, πού ν' αφήση το παιδί; Κ'
-έπειτα ειμπορούσε αυτή, γυναίκα, να υπάγη να τρέξη νύκτα μες τα
-χιόνια; Επατείτο τάχα ο τόπος; Ανεζήτει εις τον λογισμόν της
-εικασίας προς καθησύχασιν. Ίσως ο μπάρμπα-Στέργιος δεν έπεισε
-τον ιατρόν, ίσως ο ιατρός εφάνη σκληρός και ο μπάρμπα-Στέργιος
-θα εντρέπετο να γυρίση άπρακτος, και στον θυμόν του επάνω. . . .
-να ηύρε τάχα κανένα μαγαζί ανοικτό τέτοια ώρα, να αντάμωσε
-τίποτα φίλους του και ήρχισαν να πίνουν;. . . Αλλά τι ώρα να
-είνε;. . . Θα είνε πολύ ώρα πού λείπει. Τέτοια ώρα μαγαζί
-ανοικτό; Δεν είνε καλή δουλειά αυτή. Εδίστασεν ακόμη ολίγον,
-και είτα, ελθούσα προς την άλλην πλευράν της οικίας, ήνοιξε το
-άλλο παράθυρον, προς δυσμάς. Εκεί κολλητά σχεδόν ήτο η οικία
-του Γιώργη του Σεφερτζή, γείτονος με τον οποίον προ πολλού δεν
-έτυχε να μαλλώσουν.
-
- — Γειτόνισσα Γιώργαινα! ανέκραξε· γειτόνισσα Γιώργαινα!
-
-Επερίμενεν ολίγας στιγμάς.
-
-Δεν έλαβεν απάντησιν.
-
- — Γειτόνισσα! επανέλαβε· γείτονα Γιώργη!
-
-Παρήλθον ολίγα δευτερόλεπτα ακόμη, και είτα γυναικεία φωνή
-είπε·
-
- — Τι φωνάζεις, Στέργαινα;
-
- — Κοιμάται ο Γιώργης; είπεν η Θοδωριά αναγνωρίσασα την φωνήν
-της γειτονίσσης.
-
- — Κοιμάται.
-
- — Δε μου κάνεις τη χάρι να τόνε ξυπνήσης;
-
- — Τι τρέχει;
-
-Η Γιώργαινα είχεν ανοίξει το παράθυρον. Η Στέργαιννα διηγήθη εν
-συντόμω τι της συνέβαινε.
-
- — Και τι τόνε θέλεις;
-
- — Ας κάμη ένα έλεος να πάη να ιδή τι έγεινεν ο άνδρας μου.
-
- — Και πώς να πάη, που είνε το χιόνι ένα μπόι;
-
- — Ένα μπόι!. . . Ω! καϋμένη, τι να γείνω;
-
-Εν τω μεταξύ είχεν εξυπνήσει και ο Γιώργης, όστις μετά τινας
-αντιρρήσεις καμφθείς εις τας παρακλήσεις της δυστυχούς γυναικός
-απεφάσισε να εξέλθη προς αναζήτησιν του συζύγου της. Η χιών ήτο
-πράγματι είς τινα μέρη υπέρ το γόνυ, αλλαχού, εις επιπλέον
-υπήνεμα, έως δύο σπιθαμάς. Ευτυχώς ο Γεώργιος Σεφερτζής, πρώην
-ναυτικός και ήδη γεωργοκτηματίας, είχε ζεύγος παλαιών
-υποδημάτων υψηλών άνω του γόνατος.
-
-
-Εις το άκρον της παραθαλασσίας ανωφερούς οδού, παρά το
-λιθόστρωτον, δι' ού ανήρχετο τις εις την άνω ενορίαν, εκεί όπου
-δεν ήτο πλέον αγορά, αλλά και όχι έξω της αγοράς εξ ολοκλήρου,
-ήτο το μαγαζί του κυρ-Αργυρού του Συρματένιου. Εάν τυχόν ο
-έφορος και ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, και δεν ειξεύρω
-άλλος ακόμη, ήθελον να κατανείμωσι δικαίως τους φόρους του
-επιτηδεύματος, πολύ θα εδίσταζον, εις ποίαν τάξιν εμπορευμάτων
-να τον κατατάξωσι, διότι κατά το φαινόμενον, δεν επώλει τίποτε.
-Εντός του μαγαζείου, ανοικτού πάντοτε όντος από πρωίας μέχρι
-της ογδόης της εσπέρας, δεν έβλεπε τις τίποτε άλλο, ειμή να
-«σκελετά», μόστρας κενάς, με δύο ή τρία βαρέλια πάντοτε άδεια,
-με μίαν ζυγαριάν, ήτις άδηλον εις τι εχρησίμευε, και με έν
-πιθαράκι δίπλα εις την ζυγαριάν, του οποίου το επί του στομίου
-πινάκιον πολλοί πολλάκις ανεσήκωσαν υποθέσαντες ότι περιείχε
-ταμβάκον, αλλ' εψεύσθησαν της ελπίδος, ευρόντες το πιθαράκι
-αδειανόν. Είνε αληθές, ότι τότε, πρόθυμος προσεφέρθη αυτοίς η
-ταμβακέρα του κυρ-Αργυρού του Συρματένιου, όστις εκάθητο όλην
-την ημέραν επί του σκίμποδός του ροφών ταμβάκον και συνομιλών
-με φίλους τινας περί των πολιτικών της ημέρας ή περί των
-τοπικών πραγμάτων.
-
-Ο κυρ-Αργυρός, υψηλός, λευκός, ευτραφής, εξηκοντούτης,
-ξανθόφαιος, λεπτότατος τους χαρακτήρας, με μικρά όμματα αόρατα
-όπισθεν των ομματογυαλίων, οψέ αποφασίσας να φραγκοφορέση,
-υπείκων εις τας απαιτήσεις της εποχής, φορών ουχ ήττον επί των
-φραγκικών ενδυμάτων την γούναν του μακράν ως τους αστραγάλους
-και σκούφον κεντητόν επί της κεφαλής, είχε πάντοτε τον
-αντίχειρα και τον δείκτην της αριστεράς ηνωμένους, σχεδόν
-κολλημένους, κρατών αιωνίως την πρέζαν του. Ερρόφα ταμβάκον,
-καθώς όλοι οι γέροντες φιλάργυροι, οι αισθανόμενοι την ανάγκην
-ν' αντικαταστήσωσιν όλα τα πάθη — τον καπνόν, τον οίνον, τα
-χαρτιά, το σφαιριστήριον, τας εκδρομάς, τα συμπόσια και αυτόν
-τον έρωτα, δι' ενός μόνου, του ευθηνοτέρου. Και μ' όλον ότι το
-πιθαράκι ήτο κενόν, ο κυρ-Αργυρός προθύμως προσέφερε πρέζαν εκ
-της ταμβακέρας του, σκεπτόμενος ίσως ότι με δέκα πέντε ή είκοσι
-πεντάραις τον μήνα υπεχρέωνε τόσους και τόσους και τους έκαμνε
-φίλους.
-
-Κ' ενώ κάτω εις το μαγαζείον ούτω μονοτόνως διήγε τας ημέρας
-του ο φιλήσυχος κυρ-Αργυρός απιδαψιλεύων πολλάκις και συμβουλάς
-εις πάντας, άνω εις την οικίαν η γυνή του, γραία ομήλιξ με
-αυτόν, εξήσκει το κυρίως εμπόριον, το οποίον συνίστατο εις την
-πώλησιν μεταξωτών υφασμάτων και χρυσού νήματος διαφόρων
-ποιοτήτων εις τας γυναίκας όλου του χωρίου, τας εχούσας κοράσια
-προς υπανδρείαν και υποχρεωμένας να κεντήσωσι τα «προικιά». Εκ
-του εμπορίου τούτου ο κυρ-Αργυρός, ευσυνειδήτως λίαν, θα
-ωφελείτο έως 75 %.
-
-Ελέγετο εν τούτοις ότι ενίοτε εδάνειζεν, εις στενούς φίλους,
-και χρήματα επί ενεχύρω πάντοτε τριπλασίας αξίας της του
-δανειζομένου ποσού, και με τόκον όχι ανώτερον των 80 τοις
-εκατόν κατ' έτος.
-
- — Οι καιροί είνε δύσκολοι, να σας χαρώ. Και ο παράς, το
-σήμερο, εύκολα δεν βγαίνει. Κι' όταν, εσύ, κατάλαβες, σου
-φταίει άλλος, ορίστε; Τι σου χρωστάει άλλος, ας πούμε, να σου
-δώση λεπτά; Εσύ φταις που είσαι τεμπέλης, έτσι να έχουμε καλά
-στερνά, και δεν είσαι ικανός να ζήσης. Περισσεύουν λεπτά,
-νάχουμε καλή ψυχή, για να βοηθήση κανείς κ' ένα άλλονε; Εγώ δεν
-μπορώ να δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο, δεν μπορώ να δώσω
-παράδες στα χαμένα. . .
-
-Την πρωίαν της ημέρας εκείνης, ότε, παύσαντος του νιφετού και
-των νεφών διαλυθέντων, ο ήλιος είχεν ανατείλει πράως φωτίζων
-την γην, διαλύων που και που τα ελαφρότερα στρώματα της χιόνος,
-πολλαχού δε της κώμης, κατά γειτονίαν, άνθρωποι με υψηλά
-υποδήματα και με πτυάρια εκοπίαζον να ξεχιονίσουν και ν'
-ανοίξουν δρόμον διά μέσου της χιόνος, ο μπάρμπα-Στέριος με την
-κάπαν του, στυγνός, κατηφής, επαρουσιάσθη περί την ενάτην εις
-το μαγαζείον του κυρ-Αργυρού.
-
- — Τι έχουμε, Στέργιο! του είπεν ούτος. Σαν συλλογισμένο σε
-βλέπω.
-
- — Τι νάχουμε, κυρ-Αργυρέ, απήντησε στενάξας ο μπάρμπα-
-Στέργιος, μην τα ρωτάς. Δεν είμαι καλά.
-
- — Τι τρέχει;
-
- — Το παιδί μου πέθανε σήμερα το πρωί, ένα που τούχα. . . Και
-λέγων εδάκρυε.
-
- — Πώς; είχε καιρό άρρωστο;
-
- — Λίγαις μέραις είχε, μα. . . ψες το βράδυ εβάρυνε. . . πήγα
-μεσάνυκτα να φωνάξω το γιατρό, κ' έξαφνα άρχισε να χιονίζη. Δεν
-μπόρεσα να ξυπνήσω το γιατρό, εγύρισα πίσω, τα μάτια κλαμμένα
-. . . κι' ως το πρωί το παιδί τελείωσε.
-
- — Και γιατί δεν ξυπνούσες το γιατρό, αφού ήτον ανάγκη;
-
- — Δεν ήτον σπίτι.
-
- — Πώς γίνεται; τέτοια ώρα;
-
- — Ή δεν ήτον, ή δεν μου τον μαρτύρησαν, είπεν ο μπάρμπα-
-Στέργιος, αποφεύγων να είπη ακεραίαν την αλήθειαν.
-
-Μετά στιγμιαίαν σιωπήν, ο μπάρμπα-Στέργιος εξηκολούθησεν·
-
- — Ήρθα, κυρ-Αργυρέ, να βάλω τα μούτρα μου . . . επειδή είμαι
-σε μεγάλη απελπισία. . . σου έφερα κ' αυτά τα ειδιώματα. . . αν
-θέλης να με δανείσης καμμιά εικοσαριά δραχμαίς, να κάμω τα
-έξοδα της θανής του παιδιού . . . επειδή δεν έχω λεπτά σε χέρι
-. . .
-
-Και του έδειξε δύο σκουλαρίκια αργυρά της γυναικός του και έν
-δακτυλίδι.
-
- — Πώς δεν έχεις λεπτά; είπε με στρυφνόν ύφος ο κυρ-Αργυρός·
-εσύ φέτος έκαμες, καθώς έμαθα, τόσα καμίνια . . .
-
- — Κ' εψές ακόμα επήρα λεπτά, είπεν ο μπάρμπα-Στέργιος,
-χρωστούσα και τάδωσα . . . πού να είξερα;
-
- — Και δεν πας 'ς εκείνους που χρωστούσες κ' επλήρωσες να σε
-ξαναδανείσουν; παρετήρησεν ο κυρ-Αργυρός, χωρίς να εγγίση με
-τας χείρας τα αργυρά κοσμήματα.
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος ήτο και εις τας δεινάς περιστάσεις
-ετοιμόλογος.
-
- — Κείνοι πού τους χρωστούσα είνε μπακάληδες και δε δανείζουν
-απήντησε. Το χρέος μου ήτον από βερεσέδια.
-
- — Κ' εμένα με ξέρεις να δανείζω; είπεν ο κυρ-Αργυρός. Ο
-μπάρμπα-Στέργιος είπε μετά θλίψεως·
-
- — Αν θέλης, κυρ-Αργυρέ. . . ύστερα-ύστερα ειμπορώ να το θάψω
-και βερεσέ το παιδί μου . . .
-
-Ο κυρ-Αργυρός έλαβεν εις χείρας τα τρία αργυρά τεμάχια και
-εξήτασεν επί μακρόν.
-
- — Ποιός ξέρει αν είνε κι' ασήμι; είπε· χρειάζεται να είνε
-κανείς κουιουμζτής για να ξέρη. . . Μα ως τόσο, δεν τα πιστεύω
-όλα όσα είπες, Στέργιο. . . χρωστούσες κ' επλήρωσες. . .
-μπορεί. Σ' αυτή την εποχή που βρεθήκαμε, να σε χαρώ. . . Μεγάλο
-κεσσάτι, μεγάλη δυστυχία στον κόσμο! . . Ο παράς δεν ξέρω πού
-πάει και χώνεται, και δε βγαίνει στο μεϊντάνι. . . Κι' αν πας
-εσύ και πίνης και μεθάς, νάχουμε καλή ψυχή. . . Όταν τα έχης τα
-λεπτά, δεν τα στιμάρεις. . . Δεν μου βρίσκονται παράδες, έτσι
-νάχω καλά υστερνά. . . Να ιδώ, αν έχω είκοσι δραχμαίς να σου
-δώσω, έτσι να ιδούμε Θεού πρόσωπο. . .
-
-Εκύτταξεν ακόμη τα τρία κοσμήματα, τα εζύγισε με την χείρα, και
-είτα είπεν·
-
- — Αυτά δεν αξίζουν ούτε δέκα δραχμαίς. . . σύρε να μου φέρης
-και τίποτε άλλο καν.
-
- — Δεν έχω άλλο ασημικό στο σπίτι.
-
- — Δεν είχε τσαπράκια η γυναίκα σου;
-
- — Δεν είχε.
-
- — Κανένα φερμεσάτο φουστάνι δεν της βρίσκεται; κανένα λαχουρί;
-κανένα μπαμπουλλί ατλαζένιο, καμμιά καζάκα τλαζένια;
-
- — Να πάω να ιδώ.
-
-
-Ο μπάρμπα-Στέργιος απήλθεν οίκαδε, έλαβεν ό,τι μεταξωτόν ένδυμα
-είχεν η Θοδωριά κ' επέστρεψε πλησίον του κυρ-Αργυρού·
-
-Ο γέρων τοκογλύφος του εμέτρησε τότε είκοσι δραχμάς.
-
-Είχεν επανέλθει εις την οικίαν περί το λυκαυγές,
-πειθαναγκασθείς υπό του Γιώργη του Σεφερτζή, όστις είχεν έλθει
-εις το καπηλείον. Ο ιατρός επείσθη και αυτός, αφού άπαξ θ'
-απήρχετο οίκαδε να κοιμηθή την πρωίαν, να περάση από την οικίαν
-του γέροντος ασβεστά. Έφθασεν εις την οικίαν, προπορευόμενου
-του Γιώργη του Σεφερτζή πατούντος επί των ιδίων ιχνών, τα οποία
-είχεν αφήσει επί της χιόνος κατά την εις την αγοράν κάθοδόν
-του, και κρατούντος φανάριον. Ο Ιατρός ήρχετο δεύτερος, και
-τελευταίος ο Μπάρμπα-Στέργιος, παραπατών και γλιστρών εις την
-χιόνα πίπτων και ανορθούμενος.
-
-Έφθασαν, ενώ το παιδίον έπνεε τα λοίσθια. Παρέστησαν εις τας
-τελευταίας στιγμάς του. Ο Ιατρός είχεν επάνω του
-μολυβδοκόνδυλον και χάρτην έγραψε το «ενταφιαστήριον» ή την
-έκθεσιν της νεκροσκοπίας, την ενεχείρισεν εις τον μπάρμπα-
-Στέργιον κ' επήγε να κοιμηθή. Η Θοδωριά έκλαιε και εδέρνετο . . .
-
-
-Περί το δειλινόν, εξήρχετο η μικρά πομπή από την εκκλησίαν, Έν
-μικρόν φέρετρον, όμοιον με λίκνον κρατούμενον υπό δύο ανθρώπων,
-οι δύο ιερείς της ενορίας, ο μπάρμπα-Στέργιος, η Θοδωριά, και
-τέσσαρες πέντε άλλαι γυναίκες, συγγενείς ή γειτόνισσαι.
-
-Αντικρύ της εκκλησίας, παρά την θύραν παντοπωλείου, ίστατο ομάς
-τις ανθρώπων, οίτινες, ιδόντες την πομπήν, έβγαλαν τα καπέλλα
-των. Ήσαν ο υπολιμενάρχης, ο τηλεγραφητής και ο γραμματεύς του
-Ειρηνοδικείου και δυο άλλοι. Ο Αριστείδης ο Μαγγανόπουλος
-αναγνωρίσας τον γέροντα ασβεστάν ηρώτησε·
-
- — Μπα! ο μπάρμπα-Στέργιος, τι θέλει εκεί;
-
- — Είνε το παιδί του που απέθανε, απήντησεν είς εντόπιος.
-
- — Αλήθεια; Κι' απόψε τα μεσάνυκτα περάσαμε τόσο καλά μαζί. . .
-Ηύρε τον καιρό ν' αποθάνη με τέτοιο χιόνι!
-
-
-
-Ο TYΦΛΟΣΥPTHΣ
-
-
-
- — «Δευτέρας ουν σκέψεως αρχή προυτάθη τις αρίστη των τεχνών
-και ράστη εκμαθείν και ανδρί ελευθέρω πρέπουσα . . . »
-απήγγελλεν όρθιος κρατών το βιβλίον, με την παιδικήν και άχρουν
-φωνήν του, αλλά με φοβισμένον κάπως το ήθος, ο κληρωθείς προς
-διόρθωσιν της &εξηγήσεως& μαθητής.
-
- — &Δευτέρας λοιπόν σκέψεως αρχή επροβλήθη ποία να ήτον
-καλλιτέρα ανάμεσα εις τας τέχνας&. . . ερρινοφθόγγει αργά-αργά
-ο διδάσκαλος, εγκύπτων όλος εις το τετράδιον, με την ρίνα
-εγγίζουσαν εις το χαρτίον, με τα μάτια τέσσαρα μην του διαφύγη
-επί του χειρογράφου κανείς σολοικισμός ή βαρβαρισμός, προσθέτων
-&κόμματα& και &τελείας& και μεταβάλλων όλας τας &οξείας& εις
-&βαρείας&. Εδίστασεν επί μικρόν, είτα μετέβαλε το &επροβλήθη&
-εις &επροτάθη&, και το &ανάμεσα εις τας τέχνας& εις &μεταξύ των
-τεχνών&. Μεθ' ό επανέλαβε την περικοπήν διωρθωμένην ως εξής:
-&Δευτέρας λοιπόν σκέψεως αρχή επροτάθη ποία να είναι καλλιτέρα
-μεταξύ των τεχνών&. . .
-
-Αίφνης, ενώ η ρις του εφαίνετο ως να ώργωνε το τετράδιον, και η
-στεγνή μελάνη υγραίνετο σχεδόν και άχνιζεν από την πνοήν του,
-ανέκυψεν ερυθρός και μετ' αγανακτήσεως ανέκραξεν·
-
- — Αυτό είνε εξ αντιγραφής!
-
-Δεν εφρόντιζεν ουδέ να κρύψη καν το ελάττωμά του, ή ίσως θα
-επίστευεν ότι μάλλον θ' ανεδείκνυε τούτο, αν ώπλιζε τους
-οφθαλμούς του με διόπτρα. Ήτο μικρόσωμος, σοβαρός άνευ
-επιτηδεύσεων, προγάστωρ, επιμελής και αυστηρός εις το έργον
-του. Επανελάμβανε καθ' εκάστην την &εξήγησιν& επτάκις μετά την
-πρώτην ανάπτυξιν, χαριζόμενος εις τους σκληροτραχήλους και
-χονδροκεφάλους μαθητάς της Β' τάξεως. Αλλ' ουχ' ήττον, αντί να
-σκοτίζωνται όπως ενθυμηθώσι τας πτεροέσσας λέξεις, τας
-πιπτούσας εκάστοτε από το στόμα του, πολλοί τούτων ευκολώτερον
-και προχειρότερον εύρισκον ν' αντιγράφωσι κάποτε από τας
-&καθαράς εξηγήσεις& του αυτού και άλλοτε παραδοθέντος λόγου,
-τας οποίας ευκόλως επρομηθεύοντο από περυσινούς ή προπερυσινούς
-μαθητάς, συγγενείς ή φίλους των. Εάν όμως ο κλήρος έπιπτεν εις
-ένα εκ των αντιγράφων τούτων, τότε με όλην την μυωπίαν του, ή
-ίσως ένεκα της μυωπίας αυτής, ο διδάσκαλος ανεγνώριζεν, εκ της
-στρωτής και ομαλωτέρας γραφής, την λαθροχειρίαν, και η πρέπουσα
-τιμωρία ανέμενε τον βαρυκέφαλον μαθητήν.
-
-Την ημέραν εκείνην ο διδάσκαλος εφαίνετο δύσθυμος, και μετά
-δυσκολίας συνέχων πάλαι υποβρέμουσαν οργήν. Ουχ' ήττον ευθύς
-δεν παρεφέρθη, αλλ' αφού απήγγειλε δι' εκατοστήν φοράν
-στερεότυπον νουθεσίαν περί της βλάβης της προσγενομένης εις τον
-μαθητήν εκ της αντιγραφής, ήτις αντί ν' αναπτύξη την διάνοιαν
-των νέων, ματαιώνει το έργον της διδασκαλίας, κάμνει τον
-διδάσκαλον να φαίνεται άξιος οίκτου ως δυστυχής αεροβάτης, ως
-ταλαίπωρος υλοτόμος, ως μη απολαμβάνων τους κόπους του γεωργός,
-και δεικνύει τους μαθητάς ως ψιττακούς, ως κολοιούς με ξένα
-πτερά, «ως ξηρά ξύλα άκαρπα εκκοπτόμενα και εις πυρ βαλλόμενα»,
-εξέφερεν απλήν καταδίκην κατά του ενόχου της λαθροχειρίας
-μαθητού, όπως την προσεχή Κυριακή ν' αντιγράψη επτάκις την
-αυτήν &εξήγησιν&. Είτα εκάλεσε διά κλήρου άλλον προς διόρθωσιν
-της &εξηγήσεως&, και πάλιν διά κλήρου εσήκωσεν άλλον και ήρχιζε
-να τον εξετάζη Γραμματικήν.
-
-Ο τελευταίος έτυχε να είνε εκ των επιμελεστέρων, κατά την
-μαθητικήν σημασίαν της λέξεως, εκ των μάλλον προσομοίων δηλαδή
-με τους ψιττακούς, ούς είχεν αναφέρει ως παράδειγμα ο
-διδάσκαλος, και είχε μάθει το μάθημα &νεράκι&. Εσταύρωσε τας
-χείρας και ήρχισε ν' απαγγέλλη κανόνας της Γραμματικής ως
-&Πάτερ ημών&, απνευστί και χωρίς στιγμάς και τελείας. Ούτε
-κατεδέχθη μάλιστα να στρέψη πλάγιον βλέμμα εις τον
-&μαυροπίνακα&, εφ' ού υπήρχον διά καλόν και διά κακόν, τινές
-&αγκούτσαις& διά κιμωλίας χαραγμέναι. Υπέψαλλε δι' απαλής και
-σιγανής φωνής: «Των εχόντων ρίζαν &κλε, βλε, στρε&. . . », ή
-«Τα δίχρονα εν τέλει ουδετέρων. . . » Και δεν έστρεφε βλέμμα
-προς τον επί του τοίχου μέλανα πίνακα, διά να ίδη ότι οι δύο
-ούτοι κανόνες, τους οποίους είχε βάλει να μελετήσωσιν
-&ανακατωτά& ο διδάσκαλος, επιβάλλων εις την Β' τάξιν επανάληψιν
-των μαθημάτων της Α', φαίνοντο την πρωίαν εκείνην και διά
-κιμωλίας ευκρινώς αναγεγραμμένοι. Αλλ' είπε το μάθημα κ'
-εκάθισε.
-
-
-Ο αγαθός διδάσκαλος ανέπτυξε δι' ολίγων το &παρακάτω& «Περί των
-εις &μι&» και ώρισε δύο ή τρεις κανόνας &ανακατωτά& πάλιν δι'
-&επανάληψιν&, μεθ' ό έκλεισε την Γραμματικήν. Μετέβη εις τον
-&Συγγραφέα&, κ' εξαγάγων κλήρον ήρχισε να εξετάζη κείμενον κ'
-ερμηνείαν. Την φοράν ταύτην ο κληρωθείς δεν ήτο τόσον ανενδεής
-του μαυροπίνακος, όσον και ο προκαθίσας.
-
-Μετά τους γραμματικούς κανόνας εφαίνετο επί της μαυροβαφούς και
-ξασπρισμένης από τα σβυσίματα της κιμωλίας και από την
-πολυκαιρίαν σανίδας οριζόντιος γραμμή, και κάτω ταύτης
-μακροτέρα παράγραφος έλεγεν : «Άρτι μεν επεπαύμην. . . τοις
-πλείστοις μεν ουν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλοί και χρόνου
-μακρού και δαπάνης ου σμικράς. . . » Και ο μαθητής, σταθείς εις
-ευλαβή απόστασιν από της διδασκαλικής έδρας και τραπέζης, με το
-έν όμμα προσβλέπων περιδεής τον διδάσκαλον, με το άλλο κυττάζων
-ευγνωμόνως τον μαυροπίνακα, ήρχιζε ν' απαγγέλλη: «Άρτι μεν
-επεπ. . . επεπαύ. . . επεπαύμην. . . Αρτι μεν επεπαύ. . . μην
-εις τα διδασκαλεία φοιτών. . .
-
- — Ελθέ πλησιέστερον, είπεν ο διδάσκαλος· διατί εστάθης τόσον
-μακράν;. . .
-
-Είχεν υποπτεύσει ότι ο εξεταζόμενος εστάθη ούτω διά να είνε
-πλησιέστερον εις το θρανίον, με την ελπίδα ότι οι συμμαθηταί
-του θα του υπεψιθύριζαν ολίγας λέξεις του κειμένου (το οποίον
-συνήθεια ήτο ν' απομνημονεύωσι) όπισθεν, όπως και άλλοτε είχον
-φωραθή πολλάκις πράττοντες. Το σύστημα όμως τούτο είχεν
-εγκατελειφθή εν τη Β' τάξει ως παλαιόν και τετριμμένον. Αφού ο
-διδάσκαλος δεν ήτο κουφός, διατί να κανοναρχώσι το μάθημα προς
-τον εξεταζόμενον; Αφού ήτο μύωψ, διατί να μη το γράφωσιν επί
-του μαυροπίνακος;
-
-Ο μαθητής προέβη έν λοξόν βήμα προς την τράπεζαν και εφρόντισε
-να τοποθετηθή ούτως ώστε να δύναται να λαμβάνη με το αριστερόν
-του όμμα την επικουρίαν του μαυροπίνακος.
-
- — Πλησιέστερον ακόμη, Γεωργούτσε, είπεν εν ανυπομονησία ο
-διδάσκαλος.
-
-Ο Γεωργούτσος προέβη ;eν βήμα ακόμη, και ηναγκάσθη να σταθή
-ούτως ώστε να μη δύναται το βλέμμα του να φθάση προς το μέρος
-του τοίχου χωρίς να διαβή υπό της σεμνής κορυφής του
-διδασκάλου.
-
- — Λέγε!
-
-Ο μαθητής ήρχισε να υποτονθυρίζη: « . . . Παιδεία μεν και πόνου
-πολλού . . . και δαπάνης ου σμικράς . . . και τύχης δείσθαι
-λαμπράς. . . Τα δε ημέτερα μικρά τε είναι. . . και. . . την
-επικουρίαν απαιτείν . . . απαιτείν. Ει δε τινα τέχνην των βανά
-. . . των βαναύσ . . . των βαναύσων τούτων εκμάθοιμι . . . »
-
- — Εξ αρχής λέγε! είπεν εντόνως ο διδάσκαλος. Είπομεν ότι το
-κείμενον πρέπει να απαγγέλλητε καθαρά και ξάστερα . . . και όχι
-&διαπταίοντες& και &βαρβαρίζοντες&, καθώς η ερμογλυφική τέχνη,
-ως θα ίδωμεν παρακάτω.
-
-Ο Γεωργούτσος, όστις με απηλπισμένα βλέμματα εζήτει την
-βοήθειαν του μαυροπίνακος, και, επειδή ίστατο νυν κατέμπροσθεν
-της διδασκαλικής τραπέζης, εδυσκολεύετο να την λάβη, ήρχισεν:
-«Αρτι μεν επεπαύ . . . επεπαύμην . . . φοιτών . . . την ηλικίαν
-. . ο δε πατήρ . . . ο δε πατήρ . .
-
-Τόσον πλησίον του διδασκάλου ίστατο την φοράν ταύτην, ώστε
-ούτος, με όλην την μυωπίαν του, δεν ηδύνατο να μη παρατηρήση
-ότι το βλέμμα του μαθητού υψούτο δειλόν και τρομαλέον υπεράνω
-των ιδίων αυτού οφρύων και της κόμης, ως να έβλεπεν υπέρτερόν
-τι και αόρατον εις τους κοινούς οφθαλμούς, οπτασίαν τινά ή
-εμφάνειαν. Ο ευσυνείδητος ανήρ συνέλαβεν υποψίαν, ηγέρθη,
-έστρεψε τα νώτα προς την ομήγυριν, ηρεύνησεν επιμελώς επί του
-τοίχου, είτα το βλέμμα του και η χειρ του η αριστερά προσέκοψαν
-επί της μεγάλης τετραγώνου σανίδος. Επλησίασε την ρίνα, και
-ανεκάλυψεν εκεί διά κιμωλίας γραμμάς: «Άρτι μεν επεπαύμην» και
-τα εξής έως του «το γιγνόμενον».
-
-Δι' ηλεκτρικού τιναγμού εστράφη με ταχύτητα σφενδόνης, ωχρός
-και τρέμων εξ οργής·
-
- — Ποίος από σας έγραψεν εκεί το κείμενον; ηρώτησε με κεραυνώδη
-φωνήν.
-
-Ουδείς απήντησεν.
-
-Ο διδάσκαλος δεν επέμεινεν. Εγνώριζεν εκ πείρας ότι, όσας και
-αν ενήργει ανακρίσεις, δυσκόλως θ' ανεκάλυπτε τον αυτουργόν.
-Αλλά κατά τους νόμους της αλληλεγγύης ο πταίστης ήτο όλη η
-τάξις. Και έτι μάλλον πταίστης ήτον ο Γεωργούτσος, όστις είχε
-φωραθή επωφελούμενος τον &τυφλοσούρτην&.
-
-Ήρπασε την βέργαν και ήρχισε να κλίνη το γνωστόν βαρύτονον, το
-πρότυπον και συμβολικόν ρήμα, επί της ράχεως του ατυχούς
-μαθητού.
-
-Ο Γεωργούτσος προσεπάθησε να φυλαχθή με τας χείρας όσον
-ηδύνατο, και ηγωνίσθη να συλλάβη την βέργαν. Αλλ' ο διδάσκαλος
-έτι μάλλον εθύμωνεν. Ο νέος εφώναζεν ότι δεν έπταιεν αυτός, ότι
-και άλλοι είχον ωφεληθή ήδη από το ίδιον βοήθημα, «επειδή το
-μάθημα ήταν &βαρύ& και δεν μπορούσαν να το μάθουν απ' όξου»,
-και ότι αυτός δεν ήτο ο γράψας το κείμενον επί του πίνακος.
-
-Ο διδάσκαλος δεν είχε προσέξει ότι και άλλαι γραμμαί, πλην του
-&κειμένου&, εφαίνοντο γραμμέναι εκεί. Επανήλθεν εις τον πίνακα,
-και προσκολλήσας την ρίνα επί της μαύρης σανίδος, ανεκάλυψε
-τους κανόνας της Γραμματικής αναγεγραμμένους ύπερθεν του
-λουκιανείου κειμένου.
-
-Αφρίζων εξ οργής εστράφη προς το θρανίον, και καλέσας τον
-μαθητήν, τον προεξετασθέντα εις την Γραμματικήν, τον διέταξε ν'
-ανοίξη τας παλάμας, όπως λάβη «ολίγαις ξυλιαίς διά τον κόπον
-του». Αλλ' ο μαθητίσκος διεμαρτυρήθη πειστικώς, λέγων ότι αυτός
-είπε το μάθημα απ' έξω, χωρίς διόλου να κυττάζη, και, αν θέλη ο
-διδάσκαλος, ειμπορεί να το ξαναειπή αφού εξαλειφθώσι τα
-γράμματα από τον μαυροπίνακα. Προσέθεσε δε ότι ηγνόει τις ήτο ο
-γράψας κανόνας και κείμενον εκεί, επί του πίνακος.
-
-Ο διδάσκαλος τότε, εν παραφορά οργής, και χωρίς να ελπίζη
-ευνοϊκόν αποτέλεσμα, εφώναξε, λέγων ότι οι μαθηταί ώφειλον να
-καταγγείλωσι τον αυτουργόν του δόλου, άλλως θα ήσαν όλοι
-κακοήθεις, όλοι αχρείοι και ανάγωγοι. Και επειδή δεν επείθοντο,
-ήρχισε να κλίνη το γνωστόν ρήμα καθ' όλους τους χρόνους και τας
-εγκλίσεις, τα πρόσωπα και τους αριθμούς, επί των βραχιόνων, των
-ώμων και των ράχεων όλων συλλήβδην των μαθητών. Επί του
-δευτέρου και τρίτου θρανίου, οσάκις εδοκίμαζε να επεκτείνη το
-κράτος της βέργας, η λιγεία ράβδος ολισθαίνουσα έτυπτε σανίδα ή
-βιβλίον, αντί να τύψη σάρκα, διότι οι πονηροί μαθηταί των δύο
-τούτων θρανίων, διολισθαίνοντες έκρυπτον την κεφαλήν και τους
-ώμους υπό την επικλινή σανίδα, την αποτελούσαν δι' αυτούς
-γραφείων και αναλόγιον, και ουχί σπανίως προσκεφάλαιον δι'
-ύπνον, πνίγοντες εκεί ευθύμους ή θλιβερούς καγχασμούς, και δεν
-ωμοίαζον με τους «επιμελείς» και ευπειθείς «μαθητίσκους» του
-πρώτου θρανίου, οίτινες ίσταντο ακλινείς, όμοιοι με τον παρ'
-Αριστοφάνη δούλον, και ετύπτοντο.
-
-Ο διδάσκαλος είχε κλίνει ήδη όλον τον ενεστώτα του ιερού
-ρήματος και μετέβαινεν εις τον παρατατικόν, ότε είς των μαθητών
-του τρίτου θρανίου, ο μόνος όστις δεν είχε κύψει να κρυβή υπό
-το αναλόγιον του θρανίου, αλλ' είχε μείνει σύννους και ακίνητος
-επί ολίγα λεπτά της ώρας, ανέτεινε την χείρα κ' εφώνησε·
-
- — Δάσκαλε!
-
-Εκαλείτο Ιωάννης Αλογάκης και ήτο είς των αμελεστέρων, ως
-εικός. Ευρίσκετο από τριών ετών εις την Β' τάξιν εναντίον του
-κανονισμού. Εκάθητο τελευταίος επί του τρίτου, αριστερά, ως
-απώτατα του διδασκάλου.
-
- — Ποίος ωμίλησεν, ηρώτησεν ο διδάσκαλος.
-
- — Δάσκαλε, επανέλαβεν, ο Γιάννης Αλογάκης, εγώ τα έγραψα εις
-τον μαυροπίνακα.
-
-Είχε μάθει από δέκα ετών, εν τε τω Δημοτικώ και τω Ελληνικώ,
-τόσα γράμματα, όσα ήρκουν διά ν' αντιγράφη εκ των βιβλίων διά
-κιμωλίας τον τυφλοσύρτην επί του μαυροπίνακος.
-
-Ηγέρθη και προέβη ενώπιον του διδασκάλου.
-
- — Μη με δέρνης γιατί μου πονούν τα κόκκαλά μου, είπεν αφελώς.
-Μ' έδειρες πολύ της προάλλαις. Γονάτισέ με, καλλίτερα.
-
-Ο διδάσκαλος του κατέφερε μόνον δύο εις την ράχιν, και είπεν
-
- — Ας είνε, γονάτισε.
-
-Ο Αλογάκης έλαβε την κιμωλίαν, εχάραξεν επί του δαπέδου μικρόν
-ελλειψοειδές σχήμα, διά να είνε όριον του τόπου της τιμωρίας
-του, κ' εγονυπέτησεν εντός τούτου κρατών και το βιβλίον
-ανοικτόν εις τας χείρας.
-
-Ο Γιάννης είχε γονατίσει σύρριζα εις τον τοίχον, βλέπων προς
-την διδασκαλικήν έδραν, ακριβώς υπό τον μαυροπίνακα. Βιάζων τον
-εαυτόν του να κυττάζη εις το βιβλίον και σφίγγων τους οδόντας
-εφυλάττετο να μην κάμη σχήματα και μορφασμούς, προκαλούντας των
-συμμαθητών τον γέλωτα, διότι είξευρεν ότι η ράχις του
-γονυπετούς είνε η μάλιστα υποκειμένη εις το κράτος της
-διδασκαλικής ράβδου.
-
-Αλλά δυστυχώς, όσον έσφιγγε τους οδόντας, τόσον ακουσίως
-εμόρφαζε, και όσον εμόρφαζε, τόσον οι συμμαθηταί του εγέλων. Ο
-Γιάννης με περιαλγές το πρόσωπον, έτι μάλλον έσφιγγε τους
-οδόντας και απέφευγε να συναντήση το βλέμμα τινός των μαθητών,
-φοβούμενος να μη ανταποκριθή ακουσίως εις τους γέλωτας των
-ευθύμων συντρόφων του, των οποίων τας μονοτόνους σχολικάς ώρας
-επίκιλλον τοιαύτα καθημερινά επεισόδια, οίον ανακάλυψις
-τυφλοσυρτών, τράβηγμα αυτίων, άφθονοι ραβδισμοί και άλλα. Αλλ'
-όσον και αν εφυλάχθη, κατά τινα στιγμήν ακουσίως συνήντησε το
-βλέμμα του Κώστα του Αϊβαλή, όστις εγέλα ως σάτυρος, αλλά και
-όταν δεν εγέλα, ήρκει να προσβλέψη τις το πιθηκοειδές μούτρον
-του, διά να καγχάση ακρατήτως. Εν τούτοις ο Γιάννης ηδυνήθη να
-πνίξη και να συγκρατήση τον γέλωτα, αλλ' είς εκ του β' θρανίου
-απήντησε διά μικρού καγχασμού αρκετά ηχηρού, ώστε ο διδάσκαλος
-τον ήκουσε, και αναλαβών την βέργαν, ηγέρθη και ήλθεν
-απειλητικός προς τα θρανία.
-
- — Ποίος γελά; ηρώτησε πάλλων την βέργαν.
-
- — Κανείς, διδάσκαλε, απήντησεν ο Κώστας ο Αϊβαλής.
-
-Ο διδάσκαλος κατέφερε μίαν εις τον αριστερόν ώμον του Αϊβαλή,
-όστις περιεστάλη, εδάγκασε τα χείλη, κ' εξηκολούθησε να γελά
-σιγανώτερα.
-
- — Ποίος εγέλασε; επανέλαβεν ο διδάσκαλος.
-
-Ουδείς απήντησεν. Όσοι των νεωτέρων μαθητών ήσαν «μαρτυριάρικα»
-και «προδοτικά» από του Δημοτικού Σχολείου, στιγματιζόμενοι διά
-των επιθέτων, και στενοχωρημένοι διά τρόπων περιφρονήσεως υπό
-των μεγαλειτέρων την ηλικίαν συμμαθητών των, διωρθώνοντο άμα
-έφθανον εις το Ελληνικόν. Έπειτα και αν ήτο τις &μαρτυριάρης&,
-εφοβείτο να εξασκήση την τοιαύτην ροπήν του εν πλήθοντι θαλάμω,
-εν αντιπαραστάσει διδασκάλου και μαθητών.
-
-Ο διδάσκαλος εν τούτοις ίστατο σύνεγγυς, άνωθεν της κεφαλής του
-Πατρόκλου Καμπίδου, νεαρωτάτου μαθητού, όστις, καταχρώμενος το
-οφθαλμικόν ελάττωμα του διδασκάλου, ένευε με φαιδρούς
-μορφασμούς προς τον Γιάννην Αλογάκην. Ούτος, ως είδε τον
-διδάσκαλον στρέψαντα προς αυτόν τα νώτα, εστοχάσθη ότι καλόν
-ήτο να επωφεληθή την ευνοϊκήν στιγμήν, και σηκωθείς όρθιος
-έτριβε τα γόνατά του. Ο διδάσκαλος όσον και αν ήτο μύωψ είδε τα
-νεύματα και τους μίμους του ενώπιόν του καθημένου μαθητού,
-ενόησεν ότι απηυθύνοντο προς τον τιμωρούμενον κ' εστράφη
-αποτόμως. Ο Γιάννης εξαφνισθείς έσπευσε να γονατίση εκ νέου,
-αλλ' ο διδάσκαλος επρόφθασε και τον είδεν, είτε ως σκιάν, είτε
-ως δένδρον, όρθιον ακόμη και είτα μεταβαίνοντα εις την
-γονυκλινή στάσιν.
-
-Ο διδάσκαλος ενόμισεν ότι εύρε την λύσιν του αινίγματος, την
-κλείδα του μυστηρίου. Επίστευσεν ότι ο αίτιος των γελώτων ήτο ο
-Αλογάκης, και υπέθεσεν ότι ο πτωχός μαθητής, εξ αρχής, και πριν
-αυτός ανασηκωθή από της έδρας, είχεν εγκαταλείψει βέβαια
-αυθαιρέτως και ασεβώς την στάσιν του τιμωρουμένου, και εντεύθεν
-προήρχοντο οι γέλωτες των μαθητών.
-
-Ωργίσθη τότε φοβερά, και υψώσας την λεπτήν ράβδον έδειρεν
-ασπλάγνως τον πτωχόν κατάδικον.
-
- — Τι χτυπάς; δάσκαλε; τι χτυπάς; εγόγγυσεν αρχίσας να κλαίη,
-όχι τόσον από τον πόνον των ραβδισμών, όσον από άλλον ενδόμυχον
-πόνον αισχύνης και ταπεινώσεως και συναισθήσεως του αδίκου ο
-πτωχός νέος. Δε μου φταις του λόγου σου, δε μου φταίει άλλος
-κανείς. . . Φταίνε οι γονιοί μου, που δε θέλουν να με
-μπαρκάρουν . . . και μ' αφήνουν κοτζάμ γαϊδούρι, να μάθω με το
-στανειό γράμματα. . .
-
-Ο διδάσκαλος εχαμήλωσε την βέργαν του.
-
- — Μόνος σου ηύρες τ' όνομά σου, είπε μετά χαιρεκακίας . . .
-Από &ιππάριον& επροβιβάσθης κ' έγινες &όναρος&.
-
-Ο οίκτος επάλαιεν εις τα ενδόμυχά του με την οργήν. Εν τούτοις,
-ως τελευταίαν τιμωρίαν υπεχρέωσε τον γονατισμένον να στρέψη το
-πρόσωπον προς τον τοίχον, διά να μη βλέπη τους συμμαθητάς του
-και τους κάμνη διά μορφασμών να γελώσιν.
-
-Ακολούθως, στραφείς προς τον όμιλον των μαθητών μετ'
-αυστηρότητος απήγγειλε απροσδόκητον απόφασιν·
-
- — Εβλέπατε όλοι σας τόσην ώραν την κακοήθειαν τούτου
-ζωγραφισμένην εκεί (δείξας τον γονατισμένον εκεί μαθητήν και
-τον μαυροπίνακα) και δεν εκάματε το χρέος σας να καταγγείλητε
-τον δόλον εις τον διδάσκαλόν σας. Τούτο αποδεικνύει την
-αυθάδειαν και την αναισθησίαν σας. Όλοι θα τιμωρηθήτε!
-
-Και μετ' επισήμου τόνου προσέθηκε·
-
- — Σήμερον την μεσημβρίαν θα μείνετε όλοι νήστεις εδώ!
-
-
-Ο διδάσκαλος επανήλθεν εις την έδραν του κ' εξηκολούθησε την
-τεχνολογίαν επί του μαθήματος της ημέρας, την οποίαν είχεν
-αρχίσει από πριν. Ακολούθως, αφού εκύτταξε το ωρολόγιόν του και
-είδεν ότι ήτο ενδεκάτη, μετέβη εις την συνέχειαν του κειμένου
-και ήρχισε να εξηγή το παρακάτω.
-
-Σημείον ότι το πρωινόν μάθημα ήγγιζεν εις το πέρας.
-
-Αλλ' όσον ποθεινή ήτον άλλοτε η ώρα αύτη, τόσον απαισία ήτο
-σήμερον, αφού η τάξις όλη είχε καταδικασθή εις νηστείαν.
-
-Είνε αληθές ότι αι θείαι, αι προμήτορες και αι μικραί αδελφαί
-των μαθητών ήσαν λίαν φιλόστοργοι, και οσάκις οι αδιόρθωτοι
-έμενον νηστικοί, του διδασκάλου κλειδώνοντος έξωθεν την θύραν
-και αναχωρούντος, ή μαντεύουσαι εκ της αργοπορίας του
-περιμενομένου, ή δι' άλλων σημάτων και διά γειτονισσών του
-σχολείου λαμβάνουσαι είδησιν, ετύλιγον μεγάλα τεμάχια άρτου και
-τυρού εις λευκόν και χρωματιστόν προσόψιον και διά των
-παραθύρων έρριπτον την δέσμην εις το υψόροφον δώμα, ματαιούσαι
-το σωφρονιστικόν έργον της παιδαγωγικής και διδασκαλικής
-μεθόδου.
-
-Αλλά την φοράν ταύτην μεγίστη στενοχωρία και ανυπομονησία είχε
-καταλάβει τους καταδικασθέντας, ίσως διότι ήτο η προτελευταία
-ημέρα εορτής και αν την ημέραν εκείνην έχανον την τυρόπητταν
-μετά ή άνευ κρομμύων, και τραχανάν μετ' ολίγου ζωμού κρέατος,
-επί πολλάς ημέρας, όσον και αν εστέναζον, δεν θα ήτο τρόπος ν'
-αποζημιωθώσι.
-
-Συνεχείς ψιθυρισμοί ηκούοντο ανά τα τρία μαθητικά βάθρα,
-συνοδεύοντες ως μουσικόν υπήχημα την μονότονον φωνήν του
-διδασκάλου, όστις μετ' ενθουσιασμού είχεν εγκύψει εις το
-κείμενον του Σαμοσατέως, κρύπτων την ρίνα εν μέσω των σελίδων,
-ως κρύπτει το όρνεον το ράμφος του υπό τας πτέρυγας, και άφατον
-εύρισκεν εντρύφησιν εις το μέρος εκείνο, ενώ ιστορείτο ακριβώς
-μετά των περιπαθεστέρων της σατύρας τόνων η σκυτάλη και τα
-ευεργετικά αυτής αποτελέσματα.
-
-Είς των μαθητών, ακούσας θόρυβον έξω, είχεν εξέλθει, σιγά-σιγά
-πατών, γυμνόπους, χωρίς να έχη φόβον αν ο διδάσκαλος θα τον
-παρατηρήση.
-
-Μετ' ολίγον επέστρεψε και διηγήθη ψιθύρω τη φωνή εις τους
-συμμαθητάς του, του τρίτου θρανίου, ότι η γειτόνισσα, η Μόρφω η
-Καρούμπαινα εμάλλωνε με την γειτόνισσάν της την Διομίναν· ότι
-την είχε πιάσει από τα μαλλιά και την ετραβούσεν, ότι τον
-σύζυγον της δευτέρας, τον μπάρμπα-Διομήν, καταφθάσαντα εγκαίρως
-και σπεύσαντα να λάβη μέρος υπέρ της συμβίας του, τον εκυνήγησε
-μ' ένα φουρναρόξυλον, το οποίον του έρριψε κατεπάνω του και
-ολίγον έλειψε να τον κτυπήση· ότι άμα τον έφθασεν, του έδωσε δύο
-γροθιαίς κ' επιάσθη μ' αυτόν χέρια με χέρια, όπως συνηθίζουσι
-να παλαίωσιν αι γυναίκες, φροντίζουσαι διά των χειρών ν'
-απείργωσι τους άνδρας από πάσης γειτνιάσεως κ' επαφής προς το
-επανωκόρμι των, ως Ιερόν και άσυλον πράγμα, ώστε ήτο
-περιεργότατον αληθώς φαινόμενον, θέαμα σπανιώτατον κ'
-εκπληκτικόν. . .
-
-Πρώτος ο Κώστας ο Αϊβαλής, ευθύς ως ήκουσε την ιστορίαν, δεν
-έχασε καιρόν, αλλ' εσηκώθη, θέτων τον δάκτυλον εις το στόμα,
-και πατών επ' άκρων των ποδών, διήλθε τον θάλαμον, εξήλθεν εις
-τον πρόδρομον και κατέβη την σκάλαν. Δεύτερος τον εμιμήθη ο
-Γεωργούτσος.
-
-Τρίτος ο Γιάννης ο Βότσης απήλθεν εις εντάμωσιν των δύο.
-
-Τέταρτος μετ' αυτόν μετέβη ο Δημητράκης ο Τσώνης, όλοι εκ του
-δευτέρου και τρίτου θρανίου.
-
-Ο Κώστας ο Αϊβαλής είχεν αφήσει τα βιβλία και τετράδιά του επί
-του θρανίου. Είχε κατέλθει με σκοπόν να ιδή μόνον τον καυγάν
-και να γυρίση εγκαίρως, πριν τελειώση ο διδάσκαλος την
-ερμηνείαν της σκυτάλης και την επταπλήν επανάληψιν της
-εξηγήσεως. Αλλ' ο Γεωργούτσος, ο Βότσης και ο Τσώνης είχαν
-φροντίσει να βάλωσι τα τετράδιά των και τα βιβλία εις τους
-κόρφους των, σκεπτόμενοι ότι, αφού ο διδάσκαλος θα παρετήρει
-βεβαίως την φυγήν των, περιττόν ήτο να επανέλθωσι, κ' ελεύθερος
-ήτο να διπλασιάση δι' άλλην ημέραν, οπού να μην είνε αποκρηά,
-την ποινήν της νηστείας.
-
-Τούτους εμιμήθησαν ευθύς κατόπιν και άλλοι πέντ' έξ, και δεν
-έμειναν πλέον επί των θρανίων ακροαταί της σκυτάλης ειμή ο
-Πάτροκλος Καμπίδης και τρεις τέσσαρες άλλοι «ευπειθείς» και
-«επιμελείς» μαθητίσκοι του πρώτου θρανίου.
-
-Ως ανέκυψεν εκ της σκυτάλης και της ερμηνείας λείχων τα χείλη,
-ως να εγλυκάνθη, ο διδάσκαλος, και απέτεινε προς τους μαθητάς
-την συνήθη ερώτησιν·
-
- — Το εννοήσατε;
-
-Εξεπλάγη μη βλέπων πλέον ενώπιόν του ή τεσσάρας σκιάς επί του
-πρώτου θρανίου. Τα δύο άλλα θρανία, δεύτερον και τρίτον, ήσαν
-έρημα.
-
- — Τι έγεινε; πού επήγαν οι άλλοι; ηρώτησεν ανατιναχθείς εκ της
-έδρας, σύνοφρυς και τρέμων τα χείλη.
-
-Και αυθορμήτως έστρεψε το βλέμμα προς τον Γιάννην Αλογάκην,
-όστις θεωρήσας άμα τω πέρατι του μαθήματος, λήξασαν και την
-ποινήν του, εσηκώθη τρίβων τα γόνατα.
-
- — Τι με κυττάζεις δάσκαλε; είπεν ο Αλογάκης· τι σου φταίω εγώ;
-Μ' εγύρισες κατά τον τοίχο, και δεν τους είδα που 'φύγανε. . .
-
-
-
-Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ
-
-
-
-Μίαν βραδειάν, η Κρατήρα η Διόμαιννα, γεροντοκόρη πλέον ή
-σαράντα χρόνων, έμεινε να διανυκτερεύση εις το καλύβι το
-πενιχρόν, το οποίον είχε μέσα εις τον ελαιώνα της, όπου
-ειργάζετο όλην την ημέραν εις την συλλογήν του ελαιοκάρπου, και
-το βράδυ έκλεινε προσωρινώς τους σάκκους τους πλήρεις ελαιών
-μέσα εις το καλύβι αυτό, έως την άλλην ημέραν, οπότε θα
-μετεκομίζετο δι' ημιόνων εις το ελαιοτριβείον του Δήμου του
-Μανιάτη, κάτω εις τον συνοικισμόν τον αγροτικόν της Κεχριάς·
-την νύκτα όμως καθ' ήν ο ελαιόκαρπος ήτο εις το καλύβι,
-εκοιμάτο κι' αυτή εκεί, διά να τον φυλάττη κατά πάσης
-ενδεχομένης αποπείρας κλοπής, αν και τοιαύτα κρούσματα ήσαν
-σπάνια εις τον τόπον.
-
-Εις το μικρόν τούτο υπόστεγον εύρισκεν αναψυχήν, και εκοιμάτο
-την νύκτα, καθώς ήτον κουρασμένη διαρκώς από τας εξοχικάς
-εκδρομάς και τας εργασίας τας οποίας δεν έπαυε να εκτελή ανά
-τους διαφόρους αγρούς της· είχε κτήματα άξια λόγου η
-γεροντοκόρη, αν και πολύ βεβαρημένα με χρέος, χαρά δε και
-παρηγορία της, ελπίς και απαντοχή της, ότι θα κατώρθωνεν επί
-τέλους, από χρόνον εις χρόνον να εξοφλήση αυτό το χρέος — το
-οποίον εκολλούσε ως ψώρα και επληθύνετο ως η κάμπη εις τα φυτά
-— ήτο να τρέχη από αμπέλι εις χωράφι, και από χωράφι εις
-ελαιώνα. Δεν έπαυε να εκτελή μόνη, κατά περιόδους και ώρας,
-όλας τας αγροτικάς εργασίας, όπως συνηθίζουν αι γυναίκες· το
-θειάφισμα, το αργολόγημα, τον τρύγον και προ πάντων την
-συλλογήν των ελαιών, διαρκούσαν επί τινας μήνας του φθινοπώρου
-και του χειμώνος.
-
-Την εσπέραν εκείνην δεν ήτο μόνη· συνωδεύετο από τον Κώτσον τον
-ανεψιόν της, τέκνον της αδελφής της, δεκατριών ετών. Δεν ήτον
-απλώς το παιδίον αυτό τέκνον της ωδίνος της αδελφής της, ήτο
-τέκνον της οδύνης δι' αυτάς τας δύο. Η Κρατήρα είχε μείνει
-ορφανή μετά της νεωτέρας αδελφής της· ηλικώθη πολύ, και κατά
-τας αρχάς πιθανώς δεν ηθέλησεν, αργότερα ίσως δεν ειμπόρεσε να
-υπανδρευθή. Αλλ' η ιδία ως καλή μήτηρ υπάνδρευσε κ' προίκισε
-την αδελφήν της.
-
-Της έδωκε το ήμισυ των κτημάτων, κ' επειδή ο γαμβρός απήτει και
-μετρητά, υπεθήκευσε το άλλο ήμισυ εις εγχωρίους τοκιστάς, διά
-να δανεισθή τρισχιλίας δραχμάς να του δώση. Είτα μετά τον
-γάμον, ο σύζυγος, ναυτικός, αφού έμεινεν επί τινας μήνας και
-διεχείμασεν εις τον τόπον, κατά Φεβρουάριον εμβαρκάρισε μετά
-ιδιοκτήτου πλοίου και ανεχώρησεν.
-
-Η Σοφούλα έμεινεν έγκυος. Είτα, μετά εννέα μήνας, ο σύζυγος,
-μετά βραχείαν επίσκεψιν κατά το θέρος εξηκολούθει να ταξειδεύη
-ακόμη. Αλλ' η Σοφούλα έκλεισε τον ένατον μήνα από της πρώτης
-απομακρύνσεως του συζύγου της, κ' εγέννησε το παιδίον αυτό, τον
-Κώτσον, όχι ακριβώς τον ένατον μήνα, αλλά μετά εννέα μήνας και
-τρεις ημέρας, από της αναχωρήσεως του συζύγου.
-
-Τότε τα γραΐδια της γειτονιάς και όλου του χωρίου εμέτρησαν
-καλώς τους μήνας, τας εβδομάδας, τας ημέρας, ως και τας ώρας.
-«Τόσες απ' το Φλεβάρη, και τριανταμία ο Μάρτης, γίνονται. . .
-και τριάντα ο Απρίλης. . . » και καθεξής. Αφού επρόσθεσαν όλους
-τους μήνας, μέχρι του Οκτωβρίου, ελογάριασαν ότι έμενον
-δεκαεπτά ημέραι ακόμη του Νοεμβρίου, διά να γείνουν σωστοί
-εννέα μήνες. Αλλ' η Σοφούλα εκάθισε στα σκαμνιά, όχι την
-δεκάτην εβδόμην, αλλά την εικοστήν του μηνός, εγέννησεν άρα όχι
-την διακοσιοστήν εβδομηκοστήν ημέραν, αλλά την 273ην, από της
-αναχωρήσεως του συζύγου.
-
-Εντεύθεν σκάνδαλον και δυσφημία. Είτα επάνοδος του συζύγου και
-διαζύγιον. Είπαν ότι η Σοφούλα είχε φέρει στον κόσμον το
-παιδίον αυτό με τον μικρόν θείον της, ένα συγγενή όστις
-επηγγέλλετο εν μέρει τον προστάτην διά τας δύο ορφανάς. Ήτον
-άρα όχι μόνον μοιχαλίς, αλλά και αιμομίκτρια.
-
- — Πώς καταντήσαμε!. . . Σόμαρα-Γόμαρα! είπε σείων την κεφαλήν
-είς απλοϊκός γέρων.
-
- — Λαός Σοδόμων και λαός Γομόρρας, διώρθωσεν ο κυρ-Αναγνώστης
-της Ευγενίτσας, ο ψάλτης του ναού της Παναγίας.
-
- — Θα μας χαλάσ' ο Θεός, παιδάκι μ'! συνεπέρανε μία γραία. . .
-
-Η Κρατήρα δεν επίστευσε ποτέ εις την ενοχήν της αδελφής της,
-ούτε ηθέλησε να την εξετάση, επειδή επροτίμα ν' αγνοή και να
-πιστεύη εις την αθωότητα. Μόνον παρεκάλεσε τον πνευματικόν να
-την «ορμηνέψη», και είπεν εις τον πάτερ Ιωακείμ, ένα
-περιπλανώμενον καλόγηρον λίαν ιδιόρρυθμον, να «της πη καλά
-λόγια». Αύτη έτεινε να πιστεύση, ότι αι τρεις ημέραι παραπάνω
-ήσαν μία παραδρομή της φύσεως, έν λάθος εις το μέτρημα των
-ημερών, επειδή οι νόμοι τους οποίους έβαλεν ο Πανάγαθος Θεός,
-δεν της εφαίνοντο να είνε τόσον στενοί και γλίσχροι, όσον τα
-κατάστιχα των τοκογλύφων και οι λογαριασμοί των γραϊδίων της
-γειτονιάς· ελέχθη ότι γυναικολόγος ιατρός, εκ της πρωτευούσης,
-ακούσας την διήγησιν, απεφάνθη ότι συμβαίνει, καίτοι πολύ
-σπανίως, να μένη το έμβρυον ημέρας τινάς περισσότερον εις την
-κοιλίαν της μητρός, ένεκα ιδιαιτέρας τινός νάρκης ή
-κακοπαθείας.
-
-Ο συνήγορος της γυναικός, λεπτολόγος σοφιστής, παρετήρησε τα
-εξής: Πρέπει λοιπόν ως κριτήριον της συζυγικής πίστεως, εκ
-μέρους της γυναικός, να ληφθώσιν αι ιδιαίτεραι περιστάσεις και
-συμπτώσεις, τα μειονεκτήματα τα απορρέοντα εκ του επαγγέλματος
-του συζύγου, και όχι ο χαρακτήρ και η ενδόμυχος πεποίθησις και
-το καλώς νοούμενον συμφέρον; Εάν ούτως έχη, αι γυναίκες των
-χωρικών, γεωργών και ποιμένων, πρέπει να θεωρώνται ως πισταί,
-μόνον διότι δεν αποδημούσιν οι σύζυγοί των, και διότι δεν είνε
-δυνατόν να γείνη εις το δημόσιον υπολογισμός τοιούτος μηνών και
-ημερών, οποίος καταχρηστικώς και αδεία της συγκυρίας γίνεται
-διά τας γυναίκας των θαλασσινών;
-
-Προσέτι ο νομομαθής ούτος είπε και τα εξής : Αυτή η Ιερά Γραφή
-μας λέγει: «Εν ταις ημέραις εκείναις συνέλαβεν Ελισσάβετ»,
-εννοούσα μίαν των ημερών εκείνων, ή περί τας ημέρας εκείνας,
-αλλά δεν μας λέγει ότι η μήτηρ του Προδρόμου συνέλαβε την δείνα
-ημέραν ακριβώς.
-
-Εις την βιβλικήν ταύτην μαρτυρίαν, την οποίαν επεκαλέσθη ο
-ειρημένος δικηγόρος, ο αντίδικος αντείπεν ότι το καθαυτό
-κείμενον του Ευαγγελίου δεν λέγει: «εν ταις ημέραις εκείναις»,
-αλλ' εν συνεχεία λόγου: «μετά δε τας ημέρας ταύτας συνέλαβεν
-Ελισσάβετ». Όσον αφορά το πρώτον, το συλλογιστικόν επιχείρημα
-του πληρεξουσίου της εναγομένης, ο συνήγορος του ενάγοντος
-παρετήρησεν ότι η δικαιοσύνη των ανθρώπων εξ ανάγκης είνε
-ατελής, και το γνωρίζομεν όλοι, αλλά δεν είνε τούτο λόγος,
-διότι, σύνοιδεν εαυτήν ατελή, να παραιτηθή και να παύση
-υπάρχουσα. Διότι η δικαιοσύνη θα εξεθρονίζετο πράγματι, και θα
-ετίθετο εις απαγόρευσιν, εάν ησπάζετο τον συλλογισμόν του
-αντιδίκου. Όταν καταδικάζεται είς αποδεδειγμένος κλέπτης ή
-φονεύς ή μοιχός, όλοι γνωρίζομεν ότι υπήρξαν και υπάρχουσι και
-δυνατόν να υπάρχωσί τινες, πολλοί ή ολίγοι, κλέπται, φονείς ή
-μοιχοί, λανθάνοντες και διαφεύγοντες τον πέλεκυν της ανθρωπίνης
-δικαιοσύνης. Αλλά δεν είνε τούτο λόγος, όπως μη τιμωρώνται και
-οι φωραθέντες ως ένοχοι των εγκλημάτων αυτών. «Εν ώ εύρω σε,
-εκεί και κρινώ σε». Η δικαιοσύνη αμυνομένη υπέρ της
-ανθρωπότητος, τιμωρεί σήμερον όσους αν συλλάβη δράστας των
-εγκλημάτων αυτών, και επιφυλάττεται δι' εκείνους, όσοι προς
-καιρόν ίσως διαφεύγουν τας χείρας της, αν τους συλλάβη αύριον.
-. .
-
-Δευτερολογών ο πληρεξούσιος της εναγομένης παρετήρησε μετά
-τινος λεπτού σαρκασμού, ότι, συμφώνως με τα πορίσματα της
-διαλεκτικής του αντιδίκου, θα ήτο ως να έδιδεν η Θέμις συνταγήν
-και νουθεσίαν εις τας θελούσας να αμαρτήσωσι, και ως να έλεγεν
-εις αυτάς: «Κυττάξατε καλά, εάν επιθυμητέ να λάβητε εραστήν, να
-πράττητε τούτο επιδημούντος του συζύγου, και όχι εν καιρώ
-απουσίας τούτου». Αλλ' ο συνήγορος του ενάγοντος υπέλαβεν, ότι
-περιττή θα ήτο τοιαύτη συνταγή, διότι η έννοια αυτής είνε
-αυτόδηλος, και αι θυγατέρες της Εύας δεν θα είχον ανάγκην
-τοιαύτης διδασκαλίας (Γέλωτες του ακροατηρίου).
-
-
-Τέλος, μετά πολλά, εδόθη το διαζύγιον. . . Η Σοφούλα είχεν
-εκτεθή επί τόσον χρόνον εις την αγωνίαν και την καταλαλιάν του
-κόσμου την ανηλεή, και είτα έμεινε, με έν παιδίον μόνον,
-πλησίον της αδελφής της, άνανδρος όπως πρότερον, μήτηρ άνευ
-συζύγου και χήρα άνευ μεσολαβήσεως θανάτου. . . Ευτυχώς δι'
-αυτήν, αφού ανέθρεψε το τέκνον της, προσεβλήθη εκ νόσου, και
-βραδέως-βραδέως ετήκετο, εωσότου μετά δεκαπέντε έτη απέθανε
-νέα ακόμη και ωραία — αλλά και δεν άφησε κατόπιν της εις το
-πέλαγος του βίου εκτεθειμένον εις τα βέλη του κόσμου τον Κώτσον
-της.
-
-
-Το τέκνον εκείνο της οδύνης, καθόσον ηλικιούτο, εγίνετο
-ρωμαλέος και μεγαλόσωμος, άφοβος και τολμηρός. Πριν γείνη
-έφηβος, εφαίνετο ως τέλειος νεανίας, είχεν αναδειχθή φοβερός
-αναρριχητής εις δένδρα . . . Ανέβαινεν εις βράχους, εις
-κρημνούς, εις κορυφάς, παντού όπου δυσκόλως θα τον έφθανεν η
-φήμη, το όνειδος, ο φθόνος των άλλων παιδίων, τα οποία εις την
-ελαχίστην οργήν, εκ μικράς αφορμής ή και χωρίς αφορμήν,
-εσφενδόνιζον κατ' αυτού, συνήθως εκ των νώτων, το δύσφημον
-όνομα της νοθείας, σπανίως κατά πρόσωπον, επειδή ο Κώτσος ήτον
-χειροδύναμος, κι' αν έπιανε κανέν παιδίον, εις την βράσιν του
-θυμού του, θα του έσπαζε τα κόκκαλα με τους γρόνθους του.
-
-Έτρεχεν εδώ, εκεί, ως αγριοκάτσικον, παιδίον υψηλόν και
-ρωμαλέον, ανερριχάτο εις βράχους και δένδρα, παντού όπου
-ενόμιζεν ότι δεν θα τον έφθανεν η ηχώ της απαισίας λέξεως· και
-η ηχώ ανήρχετο μεγαλοφωνοτέρα εις τα ύψη εκείνα, και παντού τον
-κατεδίωκε. . .
-
- — Κάπου να πας να κρυφτής βαθειά, παιδάκι μου, για να μη σε
-βλέπουνε, και να μη σ' ακούνε, του είπε μια των ημερών μία
-γραία γειτόνισσα, στρυφνή, διφορουμένης ψυχής.
-
-Και η μοίρα του, ήτις τον είχε λικνίσει παιδιόθεν με το άσμα
-της συμφοράς, έμελλε να τον πάρη και να τον κρύψη βαθειά, εις
-τα σπλάγχνα της γης διά να μη τον βλέπουν, μήτε να τους βλέπη,
-να μη τον ακούουν, μήτε να τους ακούη. . . Όταν έγεινε
-δεκαπέντε ετών, είχεν αναρριχηθή μια των ημερών εις υπερύψηλον
-δένδρον, λεύκαν κυπαρισσοειδή, από τας οποίας κατασκευάζουν τα
-κατάρτια των πλοίων. Ο Κώτσος επλησίαζε να φθάση εις την
-κορυφήν, όταν έν παιδίον, το οποίον πολλάκις τον είχεν
-ενοχλήσει, διήλθε τρέχον αποκάτω, και εύρεν ευκαιρίαν να φωνάξη
-προς τον αναρριχώμενον το σύνηθες υβριστικόν όνομα. . .
-
-Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, ο Κώτσος έπιπτε κάτω εις την γην, από
-ύψος είκοσι μέτρων. Είχε ξεπιασθή με την μίαν χείρα, και είχε
-κυττάξει οργίλος προς τα κάτω. Φαίνεται ότι η ύβρις του
-διελθόντος παιδίου τον είχεν ερεθίσει υπερμέτρως και τον είχε
-κάμει να χάση την λαβήν. . Ο άτυχος Κώτσος έζησεν ολίγας ώρας
-αναίσθητος, και είτα εξέπνευσεν. . .
-
-
-Όταν πρώτην φοράν ήκουσεν, ή πρώτην φοράν έδωκε προσοχήν εις το
-όνομα, το οποίον του έρριψεν έν παιδίον, εκεί όπου εμάλλωσαν,
-παίζοντας μαζί της αμάδες, και συγχρόνως το παιδίον ετράπη εις
-φυγήν, ο Κώτσος ήτο δέκα περίπου ετών. Μαντεύσας ότι η λέξις
-είχε κακήν σημασίαν, εκυνήγησε το παιδίον, αλλά δεν ημπόρεσε να
-το φθάση. Το ξένον παιδίον ανέβη εις τον Επάνω Μαχαλάν,
-συνησπίσθη με άλλους δύο ομήλικας, και οι τρεις ήρχισαν,
-ωφελούμενοι από το υψηλόν του τόπου, να πετροβολούν τον Κώτσον,
-όστις ηναγκάσθη εις υποχώρησιν.
-
-Πάραυτα έτρεξε προς την μητέρα του.
-
- — Δεν μου λες, μάννα, τι θα πη «μούλος»;
-
-Η Σοφούλα ωχρίασεν, είτα ετραύλισεν·
-
- — Πού τον άκουσες. . . αυτόν το λόγο;
-
- — Ο Γιάννης της Φαμελούς, τώρα που παίζαμε μαζί, κ'
-εμαλλώσαμε, έφυγε τρέχοντας και μ' εφώναξε : «Μούλο! Μούλο!»
-Αχ! δεν τον έφτασα, να του δείξω εγώ. . . . Πες μου, μάννα, τι
-να πη;. . .
-
- — Το στόμα τους να πιαστή!. . . να βγάλουν τη φάγουσα, ναι!
-ήρχισε να καταράται ταπεινή τη φωνή, ελθούσα εις επικουρίαν της
-αδελφής της η Κρατήρα.
-
- — Θα μου πης, μάννα, και συ, θεια, τι θα πη; επέμεινε θορυβών
-και κλαίων, κτυπών τους πόδας του εις το έδαφος.
-
-Τότε η θεία του ανέλαβε να του εξηγήση, λησμονούσα ότι ήρχετο
-εις αντίφασιν με τας προ μικρού κατάρας της.
-
- — Νά, σε βλέπουνε, βρε συ, πού είσαι ξανθός. . . . κ' επειδή
-τάχα, απ' την τρίχα σου τους φαίνεται να μοιάζης σαν μουλαράκι,
-γι' αυτό σε φωνάζουν έτσι δα. . . .
-
-Ο Κώτσος δεν επείσθη. Η Κρατήρα επρόσθεσεν·
-
- — Όπως της Μπουλίνας το γυιο, που είνε κοκκινομάλλης, τονε
-λένε Κοκκίνη. . . και το Γιώργη της Μελάχρως, που είνε μαύρος,
-τόνε φωνάζουνε Αραπάκη. . . Κατάλαβες τώρα.
-
-Ο μικρός ήρχισε να καταπραΰνεται, μαγευόμενος περισσότερον από
-την γλυκείαν φωνήν της θείας του, ή όσον επείθετο από την
-έννοιαν των λόγων της.
-
- — Όπως και τον Νίκο της Κοντούλας, που τόνε λένε Μελίσση,
-γιατί είνε σα βόι, τάχα, ε; είπε.
-
- — Ναι, μαθές, επεβεβαίωσεν η Κρατήρα.
-
- — Και τον Μιχάλη του Κορωνιού, που τόνε λένε Ψαρή, όπως τη
-γίδα;
-
- — Ίσα, ίσα αυτό.
-
-Ο Κώτσος ησύχασε προς καιρόν. Αλλ' είχε παρατηρήσει ότι το
-όνομα εκείνο το ετόξευον κατ' αυτού με περισσοτέραν κακίαν,
-παρ' όσην συνήθως εδείκνυον προς όσους εκάλουν «Ψαρή» ή,
-«Μελίσση». Ολίγον καιρόν ύστερον, ήρχισε να εξετάζη κατ' ιδίαν
-την θείαν του.
-
- — Για, να σου πω, θεια; . . . . . Δε μου λες, γιατί ο πατέρας
-άφησε τη μάννα μου, κ' επήρε άλλη γυναίκα;
-
- — Δεν είνε δουλειά σου, να τα εξετάζης αυτά, απήντησε,
-προσπαθούσα υπό το αυστηρόν του τόνου να κρύψη την αμηχανίαν
-της η Κρατήρα.
-
- — Δεν είνε δουλειά μου; επανέλαβεν έτοιμος να κλαύση ο Κώτσος.
-Ναι, γιατί με φωνάζουν «Μούλο», επειδή τάχα δεν έχω πατέρα, κι'
-όχι απ' το χρώμα των μαλλιών μου, που μου έλεγες. . .
-
-Τότε η Κρατήρα εσκέφθη προς στιγμήν και ως φρόνιμος γεροντοκόρη
-έκρινεν ότι δεν ωφελούσε να κρύψη την αλήθειαν από το ανεψιόν
-της, επειδή εις την εποχήν αυτήν της ελλείψεως παντός χαλινού,
-τα παιδία τα μανθάνουν πρωίμως όλα, και, αν αύτη εσιώπα, ο
-μικρός θα εμάνθανε πολύ περισσότερα παρ' όσα έπρεπε να ξεύρη,
-απ' τα άλλα παιδία του χωρίου από λόγια του δρόμου και από
-ακούσματα της αγοράς. Και λοιπόν του είπεν·
-
- — Άκουσε, Κώτσο μου. Η μητέρα σου, όταν σε είχε στην κοιλιά,
-αρρώστησε, και της ήρθε αδυναμία και δεν μπόρεσε να σε γεννήση
-στην ώρα της. . . Και απάνω στην αρρώστια της που σε είχε στην
-κοιλιά, μέσ' τον ύπνο της φώναζε : «το παιδί! το παιδί!» κ'
-ύστερα που σε γέννησε, και τώρα ακόμη όλο άρρωστη είνε, ολοένα
-φωνάζει, στα ξυπνητά της και στον ύπνο της: «το παιδί! το παιδί
-μου!» Νοιώθεις τι αδυναμία έχει σ' εσένα, κι αγροικάς με τι
-πόνο και καϋμό σ' ανάθρεψε;. . . Και σαν της ήρθε η πρώτη
-αρρώστια, πριν σε γεννήση, σ' εβάσταξε μέσ' την κοιλιά μια-δυο
-μέραις παραπάνω. Τότε τα λαδικά, ας είνε καλά που τα ξετάζουν
-όλα, μέτρησαν τους μήνες, και της μέραις, κ' είπαν τάχα πώς η
-μάννα σου δεν σε είχε κάμει με τον άνδρα της, που έλειπε εννέα
-μήνες με το καράβι, επειδής έμεινες μέσ' την κοιλιά, αυταίς της
-δύο-τρεις μέραις παραπάνω. . . Τότε ο πατέρας σου, δεν θέλω να
-πω κακό λόγο, που μου είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη, και με
-ανάγκασε να αποθηκέψω εγώ το βιο μου και να του δώσω τρεις
-χιλιάδες μετρητά, επειδή επέμενε κ' ήθελε «το μέτρημα! το
-μέτρημα!» κι' ως την τελευταία στιγμή δεν ήθελε να στεφανωθή αν
-δεν του μετρούσα τα λεπτά. . . ώστε, αφού έδωκα της μητέρας σου
-τα μισά κτήματα, όλο το μερδικό μου εγώ, για να του εύρω το
-μέτρημα να του δώσω. . . κοντολογής, ο πατέρας σου επίστεψε τα
-λόγια του κόσμου, και είπε ότι δεν σε γνωρίζει για παιδί του.
-Μα εσύ, καθώς κι' όλα τα ορφανά, έχεις το Θεό πατέρα, και
-πρέπει ν' αγαπάς την μητέρα σου, που δε σου έφταιξε τίποτε και
-παιδεύεται με τόσον πόνο και καϋμό να σ' αναθρέψη. . . Και
-νάσαι φρόνιμος και καλός, και καθένας που έσφαλε, απ' το Θεό θα
-τωύρη. Και με άλλον να σε είχε κάμει η μάννα σου, πάλι, εσύ δε
-φταις τίποτε, και δεν πρέπει να σε πειράζουν γι' αυτό, μα είνε
-παιδιά, και δεν θέλουν ξεσυνέριο, επειδή δεν ξεύρουν τι τους
-γίνεται. . . Γείνε συ φρόνιμος και καλός και θα ιδής πως αυτό
-δεν μπορεί να σε βλάψη. . . Ας σ' αξιώση ο θεός να προκόψης και
-να γείνης χρήσιμος άνθρωπος, κ' οι ίδιοι που σε βρίζουν τώρα,
-θάρχωνται μια μέρα να σου βάζουν μετάνοιες . . . και συ θα τους
-κάνης το βαρύ. . . Μονάχα, Κώτσό μου, νάχης την ευχή του
-Χριστού, κύτταξε να μην παραπονέσης την μάννα σου, που σ' αγαπά
-τόσο. . . Ανίσως εσύ πεισμώνης σαν παιδί, εκείνης η καρδιά της
-είνε ματωμένη γι' αυτά και γι' αυτά τα πράμματα.
-
-Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του φθινοπώρου η Κρατήρα είχε μείνει
-με τον ανεψιόν της εις τον ελαιώνα, και είχον κλεισθή εις το
-μικρόν καλύβι διά να κοιμηθώσι. Πλησίον του κτήματος υπήρχε
-μέγα δάσος, βαθύς δρυμών, από γιγαντιαία εξαίσια δένδρα.
-
-Παρά την είσοδον του δάσους, εις τα νοτιοδυτικά σύνορα του
-ελαιώνος, υπήρχον πολλά ερείπια, έν σπήλαιον ή υπόγειον
-περιέργου σχήματος και κατασκευής, το οποίον εκαλείτο
-δρακοσπηλιά. Ήρχιζεν από μίαν οπήν βράχου, όστις είχε
-χρησιμεύσει ως ακρογωνιαίος λίθος ενός κατηρειπωμένου κτιρίου,
-και ανήρχετο προς τ' άνω, εντός υψηλού βράχου κωνοειδούς, όστις
-απετέλει την κορυφήν της δειράδος. Έλεγαν ότι εντός του
-σπηλαίου εκείνου ηκούετο ενίοτε παράδοξος ήχος και μεγάλη βοή.
-Τα κατηρειπωμένα κτίρια ήσαν τρία ή τέσσαρα.
-
-Η οπή εντός του βράχου ανήρχετο εις διάστημα πολλών οργυιών, ως
-ελέγετο, εις το κοίλον του βράχου, και απέληγεν εις την κορυφήν
-όπου είχε διέξοδον. Ελέγετο ότι εκεί μέσα ενεφώλευε τον παλαιόν
-καιρόν ένας Δράκος, όστις έκρυπτεν εκεί θησαυρούς, τους οποίους
-εφύλαττον και &έβοσκον& την νύκτα διάφοροι Αράπηδες σκλάβοι
-του.
-
-Τριγύρω εις τα ερείπια έβγαιναν την νύκτα όχι ολίγα στοιχειά,
-εξωτικά και κρούσματα. Από την θέσιν των ερειπίων ήρχιζεν έν
-ρεύμα στενόν, σύσκιον, το οποίον κατήρχετο βαθύ, κάτω εις την
-κοιλάδα, και εντός του ρεύματος, ολίγον παρακάτω από τα
-ερείπια, υπήρχε μία κρήνη παλαιά, εις την ρίζαν γηραιού
-δένδρου, μ' ένα τάπι δεμένον δι' αλύσεως εις κρίκον επί του
-γηραιού κορμού· εκαλείτο κοινώς το Κρύο Πηγάδι, ήτο δε κρύον
-όχι μόνον το νερόν, εκ του οποίου πολλοί δεν έπινον λέγοντες
-ότι ήτο στοιχειωμένον, αλλ' ο υγρός αήρ, το περιβάλλον και το
-σύσκιον και σκοτεινόν της μικράς κλεισωρείας. Πολλαί γραίαι,
-από τας πρωτινάς, όσαι είχον γεννηθή περί τα αρχάς του αιώνος,
-όταν ήσαν ηναγκασμέναι να διέλθωσιν από το στενόν τούτο,
-συνήθιζαν να χαιρετούν την παλαιάν κρήνην διά συνθηματικής
-ρήσεως·
-
- — Χαίρε και συ, Κρύο Πηγαδάκι, με το ζώδιό σου!
-
-Μερικαί έλεγον : «καϋμένο Κρύο Πηγάδι», και άλλαι τινές έλεγον
-ευφημότερον: «καλό Πηγαδάκι, με το ζώδιό σου». Όλος ο τόπος
-τριγύρω, τα ερείπια και το ρεύμα, έβριθεν από νεράιδες την
-ημέραν, εμυρμηκία την νύκτα από στοιχειά και φαντάσματα.
-
-Εις το «Κρύο Πηγάδι», πολλοί διηγούντο ότι είχον ιδεί να
-κάθηται ένας Αράπης, με την τσιμπούκα του. Διάφορα πλάσματα,
-χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα και βοσκοπούλες, είχαν «χτυπηθή»,
-διότι ευρέθησαν εις κακήν ώραν σιμά στο «Κρύο Πηγάδι». Η
-Καμπαναχμάκαινα, ποιμενίς προβάτων και μήτηρ δέκα παιδίων, είχε
-πάθει την νύκτα από αφωνίαν και παραλυσίαν.
-
-
-Ο Κώτσος, το τέκνον της συμφοράς, είχε μάθει ν' αγαπά την
-εξοχήν, σιμά εις την θείαν του, και την ηκολούθει συχνά εις τας
-εκδρομάς της. Η μήτηρ του έμενε κατ' οίκον. Έπασχε σωματικώς
-από την γένναν της και είχε τρωθή ηθικώς από τα βέλη της
-δυσφημίας. Η αδελφή της ήτον σχεδόν αγροδίαιτος.
-
-Ο Κώτσος ηγάπα όλα τα της εξοχής, τα βουνά και τα δάση, τας
-βρύσεις, τα ρεύματα και τα ερείπια, ως και αυτά τα φαντάσματα.
-Είχε γείνει σχεδόν μισάνθρωπος, από το όνειδος το οποίον του
-έρριπτον οι ομήλικοί του. Είχε παύσει να φοιτά εις το σχολείον
-εξ αιτίας της συμπεριφοράς των συμμαθητών του, τους οποίους
-δυσκόλως θα εσωφρόνιζε, και αν είχε την συνήθειαν να τους
-«μαρτυράη στο δάσκαλο» (το οποίον όμως εθεωρείτο ως στίγμα
-κακής προδοσίας μεταξύ των παιδίων). Άλλην άρα καταφυγήν δεν
-είχεν, ειμή να κάμνη συχνά καυγάδες και να δέρνη τους
-συμμαθητάς του — ενίοτε και να της τρώγη.
-
-Κατόπιν μιας τελευταίας σκηνής, καθ' ην έδειρε δύο-τρεις εκ των
-συμμαθητών του, οι δαρέντες «τον εμαρτύρησαν» εις τον δάσκαλον.
-Ο ίδιος δεν ηθέλησε — εντράπη ή εδίστασε να πη εις τον δάσκαλον
-το επίθετον, το οποίον κατ' αυτού ετόξευον οι άλλοι. Αλλά τότε
-το βάρος της οργής έπεσεν επ' αυτόν.
-
-Όχι μόνον «έφαγε ξύλο», με την λεπτήν βέργαν του δασκάλου η
-οποία έτσουζεν, αλλ' «απεβλήθη προσκαίρως» από τα μαθήματα.
-Μάτην, αφού ο ίδιος δεν ήθελε «να μαρτυρήση», η θεία του
-προσεφέρθη να υπάγη αυτή «ν' αγκαλέση» στον δάσκαλον τα άλλα
-παιδία, τα οποία του έλεγαν «έτσι κ' έτσι» και του εφώναζαν
-«αυτό κι' αυτό». Ο Κώτσος αυτοβούλως την προσωρινήν αποβολήν
-την μετέβαλεν εις διαρκή λιποταξίαν, και δεν επάτησε πλέον εις
-το σχολείον. Ήτον δε τότε δεκατριών ετών.
-
-Και άλλοτε ο Κώτσος είχε «φάγει ξύλο» από τον διδάσκαλον, χωρίς
-να πταίη — ενώ άλλην φοράν πάλιν είχε μείνει ατιμώρητος, ενώ
-έπταιεν. Αλλά τότε ο πλάνος καλόγηρος, ο πάτερ-Ιωακείμ, τον
-«ορμήνεψε» και του είπεν, ότι 'ς αυτόν τον κόσμον «εν άλλοις
-παιδευόμεθα», και προσεπάθησε να του εξηγήση το απόφθεγγμα: «οι
-αδικούντες πολλοί, αδικούμενος ουδέ είς».
-
-
-Έμαθε λοιπόν ν' αγαπά την ερημίαν, ν' αγαπά τα ερείπια, ως και
-αυτά τα στοιχειά και τα φαντάσματα. Α! τα στοιχειά δεν του
-ήθελαν κακόν ούτε τον είχαν αδικήσει.
-
-Δεν του είχαν ρίψει ποτέ κατά πρόσωπον, ούτε εκ των νώτων, το
-απαίσιον κοινωνικόν όνειδος.
-
-Ο Κώτσος είχεν ένα πόθον βαθύν, μίαν ακράτητον περιέργειαν.
-Ήθελε να δοκιμάση να εισέλθη εις την οπήν του σπηλαίου εκείνου,
-το οποίον, ενώ εφαίνετο να καταδύεται κάτω εις την γην,
-ανήρχετο είτα εις την κορυφήν του βράχου. Ήτον εκείνη, η
-Δρακοσπηλιά, και είχε μεγάλην δι' αυτόν έλξιν. Είχε δοκιμάσει
-άπαξ ήδη, την ημέραν. Αλλ' η θεία του, ήτις τον επετήρει
-αγρύπνως, έτρεξε και τον ανεκάλεσε πλησίον της.
-
- — Μην το κάμης αυτό, παιδάκι μου! στη Δρακοσπηλιά μέσα ήθελες
-να μβης;. . . Θεός φυλάξη! μην είσαι απόκοτος!. . .
-
- — Είνε κανείς Δράκος μέσα, θεια;
-
- — Και δράκος να μην είνε, ποιος ξέρει; Μπορεί να βαρέσης
-πουθενά. . . είνε σκοτάδι, και ποιος ξέρει τι γκρίφια έχει μέσα
-. . . Μπορεί να κακοπάθης. . . ή να πάρης φρίξι και να
-σκιαχτής. . . Λένε πως έχει μια κακή βοή αυτή η σπηλιά, άμα
-χωθή άνθρωπος μέσα. . .
-
-Ο Κώτσος εφάνη ότι ήκουσε την συμβουλήν της θείας του, κ'
-επανήλθε μαζί της εις τον ελαιώνα. Αλλ' ο πόθος και η
-περιέργειά του ηύξησεν.
-
-Είχεν ακούσει από τα παιδία και τας γραίας ότι ο Δράκος, όστις
-εκατοικούσε τον παλαιόν καιρόν εκεί μέσα, μπορούσε να κάμη έναν
-άνθρωπον πλούσιον, στο κέφι του επάνω, άμα ήθελεν, εκτός αν
-επροτίμα — το οποίον ήτο και συχνότερον — να τον βλάψη και να
-τον μισερέψη διά πάντοτε, τον τολμηρόν επισκέπτην. Είχεν εκεί
-ταμιευμένα ο Δράκος γρόσια πολλά, φλωριά αναρίθμητα, τα οποία
-ένας Αράπης έβγαινε την νύκτα και τα εχόρευε, σιμά εις το
-στόμιον του σπηλαίου, σπινθηρίζοντα εις το φως της σελήνης.
-Ωνειροπόλει να διαλάθη την προσοχήν του Αράπη, ν' αρπάση όσα
-ειμπορέση φλωριά, εκεί που τα εχόρευε. Με αυτά τα φλωριά θα
-εξεχρέωνε πρώτον τα κτήματα της θείας του, επειδή το χρέος την
-έκαμνε να στενάζη. Είτα θα άφηνεν εις τας δύο γυναίκας αρκετά
-διά να καλοζούν, και αυτός θα εσκάρωνεν «ένα μεγάλο καράβι
-τριοκάταρτο», θα επήγαινε να ταξειδεύση, και θα έφερνεν από τα
-ταξείδια «κόφες τάλλαρα», καθώς είχεν ακούσει να διηγούνται διά
-τα πλοία όσα ανέβησαν εις την Μαύρην Θάλασσαν κατά τον πόλεμον
-τον Κριμαϊκόν, ότι είχαν γεμίσει το αμπάρι από τάλλαρα, και τα
-εμοίραζαν «με της κόφαις» εις τους συντρόφους, τον λοστρόμον
-και τους ναύτας και αυτόν τον μούτσον. . . Μ' εκείνα τα τάλλαρα
-θα έμβαινε καλά στα μάτια εκείνων των φθονερών παιδίων, των
-σημερινών εχθρών του, και θα ήρχοντο να του βάζουν μετάνοιες
-στρωταίς, καθώς έλεγεν η θεία του.
-
-
-Την νύκτα εκείνην, καθ' ην είχε κατακλιθή, αφού επείσθη ότι η
-θεία του εκοιμάτο βαθέως, κουρασμένη καθώς ήτον, εσηκώθη χωρίς
-κρότον, ήνοιξε την θύραν με άκραν προφύλαξιν. Επήρε μαζί του
-ένα κουτί σπίρτα, ένα χονδρόν τεμάχιον λαμπάδος κηρίνης,
-έκλεισεν αθορύβως την θύραν έξωθεν, κ' έτρεξε προς το μέρος της
-Δρακοσπηλιάς.
-
-Η σελήνη είχεν αρτίως ανατείλει δρεπανοειδής. Ήτον σχεδόν
-μεσάνυκτα· έφθασε μετ' ολίγον εις τα ερείπια.
-
-Εισήλθεν εντός των κατηρειπωμένων κτιρίων, έφθασεν εις το
-στόμιον του υπογείου άντρου, άναψε το σπίρτον, είτα το κηρίον.
-Έκαμε τον σταυρόν του και εισήλθεν εις την οπήν.
-
-Το χάσμα εχώρει ανέτως άνθρωπον, ο δε Κώτσος ήτο μεγαλόσωμον
-παιδίον. Ησθάνθη ψυχρόν, υγρόν αέρα εις το πρόσωπόν του. Επάτει
-επί κόνεως ή άμμου. Εχαμήλωσεν, εκυρτώθη.
-
-Προέβη ολίγα βήματα. Άλλο δεν έβλεπεν ή μαύρον τοίχον, σχεδόν
-ομαλόν, ως λαξευτόν, και ήκουεν αόριστον βόμβον ερχόμενον
-έσωθεν. Ήτον ως βόμβος μυιών ή ως πτερυγίσματα ελαφρά μικρών
-πουλιών. Διέβλεπε προσέτι αμυδρά σχήματα, όμοια με αποστάγματα
-από σύμπλεγμα αναμμένων κηρίων, ή με κρύσταλλα κρεμάμενα εν
-καιρώ παγετού από τους σταλαγμούς των στεγών.
-
-Αποτόμως ο δρόμος του εκόπη. Ο τοίχος, όστις μέχρι τούδε
-εσχημάτιζε θόλον υπεράνω της κεφαλής του, εφάνη ως να κατήλθε
-κ' εκρεμάσθη μέχρι του εδάφους, και του έφραξε την οδόν.
-
-Τότε ο Κώτσος περιέφερε το κηρίον του εδώ κ' εκεί διά να ίδη αν
-υπήρχε που δίοδος, αλλά ρεύμα αέρος έπεσεν αποτόμως επάνω εις
-το κηρίον και το έσβυσε.
-
-Συγχρόνως ο Κώτσος ήκουσεν ή του εφάνη ότι ήκουσε μίαν βοήν
-υποχθόνιον, υπόκωφον φωνήν, ήτις ήρχετο αγρία από τα βάθη του
-σπηλαίου.
-
-Η φωνή του εφάνη ότι έλεγε·
-
- — Μού . . . λο! Μού . . . λο!
-
-Λοιπόν, ως και τα φαντάσματα είξευραν την δυστυχίαν του! Λοιπόν
-και τα ξωτικά όλα εγνώριζαν το τρωτόν μέρος του! Και ο Δράκος
-διά της φωνής του επεκύρωνε τας φωνάς των μοχθηρών παιδίων!
-
-Ο Κώτσος ετράπη εις φυγήν. Καθώς εστράφη οπίσω, εις το σκότος,
-προς το στόμιον του σπηλαίου, ζητών να εύρη ακτίνα της σελήνης
-ευμενή, ήτις να του φέξη εις τον δρόμον του, εκτύπησε την
-κεφαλήν σφοδρώς εις τον θόλον του βράχου. Του ήλθε στιγμιαία
-ζάλη.
-
-Α! έπρεπε να είχε κτυπήσει την κεφαλήν του πρωτήτερα, όταν
-ήθελε να εισέλθη εις το σπήλαιον του Δράκου. . . Ή μάλλον,
-ώφειλε να κτυπά το κεφάλι του από πολύ πριν. . . πριν γεννηθή
-ακόμη. Και την στιγμήν εκείνην επαρουσιάσθη εις την φαντασίαν
-του μειδιώσα και μορφάζουσα η όψις του περιπλανωμένου μοναχού,
-του Ιωακείμ, όστις άλλοτε του είχε διηγηθή περί της αφελούς
-περιεργείας των μαθητών του Χριστού, ερωτώντων περί του εκ
-γενετής τυφλού, αν ο ίδιος ήμαρτεν ή οι γονείς του διά να
-γεννηθή τυφλός.
-
-Και αυτός ο Κώτσος ήτο κάτι περισσότερον του εκ γενετής τυφλού
-— ήτο εκ γενετής κατάδικος.
-
-
-Όταν συνήλθεν από την ζάλην, επέστρεψε ριγών και τρέμων πλησίον
-της θείας του. Την εύρεν έξυπνον. Αύτη είχεν «αλαφιασθή» μέσα
-στον ύπνον της, κ' εξυπνήσασα, δεν εύρε πλησίον της τον ανεψιόν
-της.
-
-Εξαφνίσθη, ετρόμαξεν. Εσηκώθη και ήνοιξε την θύραν. Υπώπτευσεν
-ότι ο Κώτσος θα είχεν υπάγει, ο απόκοτος, προς το μέρος της
-Δρακοσπηλιάς. Ήρχισε να τον κράζη ονομαστί·
-
- — Κώτσο! . . . πού είσαι!
-
-Ενώ εδίσταζε και ητοιμάζετο, μισονδυτή και ξυπόλητη, όπως ήτον,
-να τρέξη προς τα εκεί, είδε τον Κώτσον να έρχεται. Ήτον χλωμός
-από το φως της σελήνης, και χλωμός από την συγκίνησίν του.
-
- — Τι έχεις;. . . Πού πήγες;
-
-Ο νέος ταχέως συνήλθε.
-
- — Τίποτα . . . τίποτα, θεια, ησύχασε.
-
- — Δεν σου είπα εγώ να μην πας στη Δρακοσπηλιά; Λέγε. . . τι
-έτρεξε;
-
- — Άκουσα μια φωνή.
-
- — Φωνή;. . . θάκουσες τη βοή που λένε πως βγαίνει τη νύχτα. Κ'
-εφοβήθηκες πολύ; . . . Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου. . . Έλα
-να κοιμηθής, και να φυλάεσαι άλλη φορά, να μην είσαι απόκοτος.
-
- — Η φωνή που άκουσα. . .
-
- — Η φωνή; . . ε; τι;
-
- — Έλεγε . . . ένα λόγο. . .
-
- — Τι;
-
- — Έλεγε «Μού . . . λο!»
-
-Η Κρατήρα ησθάνθη πόνον, και συγχρόνως εγέλασεν. Ήρχισε να
-εξηγή εις τον ανεψιόν της·
-
- — Άμα αποκοτήση κανείς, και πάη μέσ' τη Σπηλιά του Δράκου,
-νύχτα, μεσάνυχτα, αυτά θ' ακούση. . . Λένε πώς η βοή εκείνη της
-Σπηλιάς έχει ένα ιδίωμα, να ξαναλέη στον άνθρωπο ό,τι καϋμό
-έχει στη ζωή του. . . Κείνο, που του πονεί του καθενός, το
-λέει, τάχα με ανθρωπίνη φωνή. Τάκουσα που το έλεγαν οι παλαιοί,
-μα τώρα 'ς αυτά τα χρόνια δεν θα πήγε κανένας να μπη μέσ' στην
-Σπηλιά. Εσένα σου φάνηκε πως άκουσες: «Μούλο!». Αν επήγαινα εγώ
-μέσ' τη Δρακοσπηλιά, θα μου φαίνετο πως ακούω: «το χρέος! το
-χρέος!», κείνον τον καϋμό που έχω. Αν επήγαινε η μάννα σου, θα
-έκαναν τ' αυτιά της πως ακούει: «το παιδί! το παιδί!» κι' αν
-επήγαινεν ο προκομμένος ο πατέρας σου, θ' άκουε μια φωνή: «το
-μέτρημα! το μέτρημα!» Αυτό είνε η φωνή του Δράκου.
-
-
-Ολίγον καιρόν ύστερον μετά τον τραγικόν θάνατον του παιδίου, αι
-δύο αδελφαί, πικραμένοι και μαυροφορούσαι — η μήτηρ ωχρά και
-μόλις δυναμένη να βαδίζη, εκ της αδυναμίας, μέλλουσα ν' αποθάνη
-ολίγας εβδομάδας ύστερον, η θεία ισχνή, ήλιοκαής και
-εγκαρτερούσα, — εξήλθον λίαν πρωί εις την εξοχήν. Εκεί
-συνήντησαν τον πλάνητα μοναχόν, τον Ιωακείμ.
-
-Ούτος τας εχαιρέτησε μετά συμπαθείας, σείων την κεφαλήν, και
-ήρχισε να λέγη προς την ορφανήν του τέκνου μητέρα·
-
- — Ε! κουράγιο, Σοφούλα! Τι να γένη, καϋμένη· εκεί, στον άλλον
-κόσμο, θα βρης πολλούς, πολλούς άλλους, και τον Κωσταντάκη σου
-μαζί. . . Τι να λες, εσύ, ταλαίπωρη· Βέβαια θα είπες, πως ήτον
-κακή ώρα! Α! η πλέον κακή ώρα είνε η ώρα της αμαρτίας, Σοφούλα!
-Αχ! τα οψώνια της αμαρτίας. . . Γι' αυτό είπε και ο όσιος
-Θεόδωρος ο Στουδίτης : «η δεξιά Σου, Χριστέ μου,. . . σκευωρίας
-πάσης περιφυλαξάτω με!».
-
-Είτα, όταν η Σοφούλα απέστρεψε κλαίουσα την κεφαλήν, ο πλάνος
-μοναχός είπεν εις την πρεσβυτέραν αδελφήν της·
-
- — Αχ! Κρατήρα, και να ήτον αθώα. . . θα επήγαινε μαζί με τους
-Μάρτυρας. . . Όπως κι' αν είνε, πιστεύω να βρη έλεος.
-
-Κ' επειδή εκείνη τον εκύτταξεν εν αμηχανία, ο ρασοφόρος
-επανέλαβε ταπεινή τη φωνή, διά να μην τον ακούση η Σοφούλα·
-
- — Απ' της δυο κακές ώρες, την μίαν που ένα πλάσμα έπεσε σε
-πειρασμό, κ' έφερ' ένα άλλο πλάσμα στον κόσμο, και την άλλην,
-που αυτό το δεύτερο πλάσμα έπεσε απ' το δένδρο κ' εσκοτώθη.
- — χωρίς την πρώτη, η δεύτερη ποτέ δεν θα ήρχετο — η χειροτέρα
-ώρα είνε η πρώτη, Κρατήρα!
-
-
-
-ΤΑ ΣΥΧΑΡΗΚΙΑ
-
-
-
-Τρεις χαραίς είχε την ημέραν εκείνην η κυρά-Γαλάτσαινα του
-Κασσανδριανού, χήρα του μακαρίτου ομωνύμου πλοιάρχου,
-αποθανόντος προ τινων ετών πτωχού μετά πολλάς επιχειρήσεις. Η
-πρώτη ήτο ότι είχε αρραβωνίσει προ ολίγων ημερών την κόρην της,
-την Μυρσούδα, με καλόν γαμβρόν, τον Βασίλην τον Μπόνον. Η
-δευτέρα ήτο ότι σήμερον πρωτοχρονιάν εώρταζε την εορτήν του
-ονόματός του ο ίδιος ο γαμβρός της. Η τρίτη ήτο ότι έμελλον να
-τελεσθώσι την εσπέραν της αυτής ημέρας τα «μβατίκια» του
-γαμβρού εις την οικίαν της.
-
-Η ιδέα της κυρά-Γαλάτσαινας ήτο να είχον τελεσθή τα μβατίκια
-αφ' εσπέρας, την νύκτα του παλαιού χρόνου προς την ανατολήν του
-νέου, όπως θα ήτο πρέπον. Αλλά τα συμπεθερικά επέμειναν ν'
-αναβληθώσι τα μβατίκια διά την νύκτα της εορτής προς την 2
-Ιανουαρίου. Οι λογαριασμοί, βλέπετε, των συγγενών του γαμβρού
-δεν συμφωνούν καθ' όλα τα μέρη πάντοτε με τους λογαριασμούς της
-μητρός της νύμφης. Ο λογαριασμός της κυρά-Γαλάτσαινας έλεγεν
-ότι, αν ετελούντο τα μβατίκια αφ' εσπέρας της παραμονής, μεθ' ό
-ο γαμβρός θα ήτο, κατά το έθος, ελεύθερος να επισκέπτηται δις
-και τρις της ημέρας την αρραβωνιαστικήν του εις την οικίαν της
-(ειμπορούσε, μάλιστα, αν ήτο αδιάκριτος, και να το στρώση
-«κόττα πήττα» εις το σπίτι της νύμφης), η μήτηρ της νύμφης θα
-εγλύτωνεν από κάμποσα γλυκύσματα και δώρα, τα οποία ήτον
-υπόχρεως να κουβαλήση εις τας οικίας των συμπεθερικών. Εν
-πρώτοις, αυτή η εορτή του ονόματος του γαμβρού θα ήγετο εις την
-οικίαν της νύμφης. Δεν θα ήτο τότε η κυρά-Γαλάτσαινα
-υποχρεωμένη να κουβαλήση ολόκληρον μέγα σινίον μπακλαβά εις την
-οικίαν της συμπεθέρας της, αλλά μεγάλα ταψία από ζαχαροχαμαλιά
-και άλλα τραγήματα εις τας οικίας των αδελφών και των θείων του
-γαμβρού, και συγχρόνως να κερνά αυτή όλην την ημέραν εις την
-οικίαν της, διά την εορτήν του ονόματος, και πάλιν την εσπέραν
-να έχη άλλα μεγάλα βάσανα, δοκιμαστήρια και ακροσφαλή, εις την
-οικίαν της, όπου θα ετελούντο τα μβατίκια.
-
-Αλλ' ο λογαριασμός των συμπεθερικών έλεγεν ότι δεν ήτο πρέπον
-να φύγη από την μητέρα του ο γαμβρός, να εορτάση την ημέραν της
-εορτής του, πριν στεφανωθή ακόμη, εις την οικίαν της νύμφης.
-Του χρόνου, ότε θα εστεφανώνετο, ας εορτάση εις την οικίαν της
-νύμφης, την οποίαν θα έπαιρνεν αύτη προίκα, με γεια της και με
-χαρά της. Αλλ' εφέτος διά τελευταίαν φοράν, ας μείνη ακόμη
-πλησίον της μητρός του. Θα ήτο σκάνδαλον να έφευγε.
-
-Τα χαμαλιά «τα κρυφά> τα είχαν φάγει ήδη οι συμπέθεροι όλοι —
-όσον τους επέτρεψε να φάγουν ο ίδιος ο γαμβρός. Διότι αυτός ο
-γαμβρός, ο Βασίλης ο Μπόνος, άμα είδε το ωραίον γανωμένον και
-στίλβον σινίον γεμάτον από ευώδη και προκλητικά, λευκά και
-ροδοκοκκινισμένα χαμαλιά, έβγαλεν από την ζώνην τον λάζον του,
-μικράν μάχαιραν την οποίαν έφερε πάντοτε εις την μέσην, και
-καρφώσας διά μιας τέσσαρα ή πέντε χαμαλιά, ήρχισε να τα
-καταβροχθίζη, κόπτων αυτά με τους προσθίους οδόντας, αλωνίζων
-με την γλώσσαν, και παραπέμπων αμέσως εις τον ουρανίσκον, χωρίς
-να τα μασσά με τους τραπεζίτας του.
-
-Αι αδελφαί του και οι γαμβροί του τον επέπληξαν δι' αυτό, αλλ'
-αυτός δεν ενόει τας παρατηρήσεις των. Αυτός δεν ήτο ο γαμβρός;
-Δική του δεν ήτο η νύμφη; Δικά του και τα προικιά. Δικά του και
-τα χαμαλιά, και όλοι οι μπακλαβάδες και όλα. Τα χαμαλιά μάλιστα
-τοιαύτην είχον συμβολικήν έννοιαν. Διατί τα έλεγαν χαμαλιά;
-Εσήμαιναν τα άλλα χαϊμαλιά, τα περίαπτα. Ήσαν φυλαχτικά, τα
-οποία του έστελνεν η πενθερά του, διά να μην τον ιδή κακό μάτι,
-μην τύχη και τον αβασκάνη κανείς. Αλλά τα κρυφά χαμαλιά δεν θα
-ήρκουν, και αν επέτρεπεν ο γαμβρός, να τα φάγουν όλα οι
-συγγενείς. Τώρα, με τα μβατίκια, ήτο καιρός διά τα άλλα δώρα τα
-επίσημα. Και τα συμπεθερικά δεν θα εταιριάζοντο ποτέ εάν η
-συμπεθέρα ήθελε να τους το «πάη καπότο», οικονομούσα με τρόπον
-να εγίνοντο τα μβατίκια αφ' εσπέρας διά να δικαιολογηθή ότι δεν
-θα εκουβαλούσε νέα πράγματα εις τας πέντε ή έξ οικίας των
-στενωτέρων συγενών του γαμβρού της, του Βασίλη.
-
-Άλλως, τα φανερά, τα επίσημα, επήγαιναν μαζί με τα μβατίκια, τα
-οποία ήσαν, αυτό τούτο, φανέρωσις και επισημοποίησις του
-αρραβώνος, και τα κρυφά ουδέν άλλο ήσαν, ειμή αναγκαίον εφόδιον
-και συμπλήρωμα της τελετής του αρραβώνος, της νυκτός εκείνης,
-καθ' ήν είχε κατορθωθή τέλος, μετά πολλά βάσανα, «να δέσουν
-πανδρειαίς».
-
-
-Ω! αυταίς η πανδρειαίς! Πόσα φαρμάκια την είχαν ποτίσει την
-κυρά-Γαλάτσαινα, και πώς της είχαν «ψήσει το ψάρι στα χείλη».
-Κατόπιν από την πρώτην προξενειάν, μετά πολλά λόγια και
-«μαναφούκια» και σκάνδαλα, ύστερον από πολλά ψι-ψι και πολλαίς
-αβανιαίς και κατηγορίαις, αφού ραδιούργα γύναια έβαζαν στα
-λόγια τον γαμβρόν και της συμπεθέραις και έψαλλαν πολλά ανάποδα
-εγκώμια εναντίον της πενθεράς και της νύμφης, κατωρθώθη τέλος
-να ορισθή η εσπέρα του Σαββάτου, της δευτέρας ημέρας των
-Χριστουγέννων, διά να «δέσουν πανδρειαίς». Η κυρά-Γαλάτσαινα
-εφύλαττεν άκραν μυστικότητα, αλλ' όλα η γειτονιά τα είξευρε,
-σχεδόν σίγουρα. Εις τους μαχαλάδες, καταλάβατε, εις τους
-μικρούς τόπους, η μία γειτόνισσα είνε κατάσκοπος της άλλης
-γειτόνισσας. Οι τοίχοι ακροώνται, τα παράθυρα βλέπουν, αι θύραι
-μυρίζονται, οι «πετεινοί» των καπνοδόχων σείουν τας λοφιάς με
-τοιούτον τρόπον ως να κατανεύουν τάχα ότι ενόησαν.
-
-Την εσπέραν του Σαββάτου, άναψεν η κυρά-Γαλάτσαινα το μεγάλον
-οκτάγωνον φανάρι, φανάρι καραβίσιο, το οποίον ευρίσκετο από τον
-καιρόν που είχε καράβι ο μακαρίτης ο άνδρας της. Είχον συνέλθει
-εις την οικίαν της ο αδελφός της ο γέρο-Λάζος, και η κυρά
-Λάζαινα η νύμφη της, και η Μπόζαινα η αδελφή της, και ο Μπόζας
-ο γαμβρός της. Οι τέσσαρες, και αυτή, όλοι πέντε έκαμαν τρεις
-σταυρούς, κ' εξεκίνησαν εις το σκότος της νυκτός.
-
-Εάν δεν ήσαν πέντε θα ήσαν τρεις ή επτά ή εννέα. Μονός αριθμός
-πρέπει να είνε οι συγγενείς της νύμφης, οίοι θα υπάγουν ν'
-ανταλλάξουν αρραβώνα εις την οικίαν του γαμβρού, όχι ποτέ ζυγός
-αριθμός. Αγνοώ τον λόγον, και πολλοί τον αγνοούσι, κατά τον
-στίχον του αειμνήστου Παπαρρηγοπούλου.
-
-Έκαμνε ψύχος και ήτο ελαφρά χιονιά. Επροπορεύετο ο Μπόζας
-κρατών το φανάρι, δευτέρα ήρχετο η κυρά-Γαλάτσαινα φέρουσα τον
-δίσκον με τα γλυκά, πέντε κούπαις το όλον, από κυδώνιον και
-μύγδαλα και μαστίχαν. Τρίτος ήρχετο ο γέρο-Λάζος, κατόπιν η
-Λαζίτσα η σύζυγος του, και τελευταία η Μπόζαινα.
-
-Ήτο δεκάτη ώρα, και ήτο ελπίς ότι είχον αποκοιμηθή όλοι οι
-γείτονες. Αλλά μόλις κατέβησαν εις το σοκάκι, και πάραυτα
-ηκούσθη ελαφρός τριγμός παραθύρου υπανοιγομένου. Η γειτόνισσα η
-Μαριώ η Μπαλωματού υπώπτευε δι' όλης της ημέρας ότι έμελλε την
-εσπέραν εκείνην να γείνη ο αρραβών της Μυρσούδας της κυρά-
-Γαλάτσαινας. Αι υποψίαι της εκρατύνθησαν πολύ όταν, αφού
-ενύκτωσεν, ήκουσε και ησθάνθη τον γέρο-Λάζον με την συμβίαν
-του, και τον Μπόζαν με την φαμελιάν του, ανερχομένους εις την
-οικίαν της χήρας του Κασσανδριανού. Επιθυμούσα να βεβαιωθή, δεν
-επλάγιασε, μόνον έμεινεν έως τας δέκα παραμονεύουσα, εωσού είδε
-τα πέντε άτομα με το φανάρι εξερχόμενα εις νυκτερινήν εκδρομήν.
-Τότε δεν της έμεινε πλέον αμφιβολία, και την επιούσαν, ενώ ο
-γαμβρός θα ετρακάβνιζε, καρφώνων με την μακράν μάχαιράν του, τα
-κρυφά τα χαμαλιά, αυτή θα διηγείτο το πράγμα εις όλην την
-γειτονιάν.
-
-Το σπίτι της Μπόναινας ήτο αρκετά μακράν κατά τας διαστάσεις
-του χωρίου και κατά το μέτρον με το οποίον εμετρούσαν τας
-αποστάσεις οι νησιώται, απείχε δηλαδή περί τα διακόσια βήματα.
-Αφού παρήλθον πολλάς οικίας σκοτεινάς και ησύχους, κατά το
-φαινόμενον, αλλά των οποίων τα παράθυρα έτριζαν άμα τη
-προσεγγίσει των, καθώς είχε τρίξει και το παράθυρον της Μαριώς
-της Μπαλωματούς, οι πέντε αντιπρόσωποι της μνηστής έφθασαν εις
-έν στενόν και δυσώδες σοκάκι, και άμα εισήλθον εκεί, είδαν
-μέγαν λύχνον να φέγγη από μέσα, από το γυαλί ενός παραθύρου
-έχοντος ανοικτά τα παραθυρόφυλλα.
-
-Ανέβησαν εις την οικίαν της Μπόναινας, όπου ευθύς ήνοιξεν η
-θύρα, και εισήλθον, πρώτος ο Μπόζας, κρατών το φανάριον, διά να
-είνε καλορρίζικον το ανδρόγυνον, να κάμνη όλο γυιούς, δευτέρα η
-Λαζίτσα, η νύμφη της Γαλάτσαινας, ήτις είχε λάβει τα γλυκά εις
-τας χείρας της τώρα, διά να έχη όλο γλύκαις και χαραίς το
-ανδρόγυνον. Αύτη, η Λαζίτσα, πολύ νεωτέρα του ανδρός της,
-συνέβαινε να έχη αμφοτέρους τους γονείς της ζώντας, και δι'
-αυτό επροτιμήθη να κρατήση τα γλυκά, διά να έχη πολύν ζωήν το
-ανδρόγυνον. Τρίτος εισήλθεν ο γέρο-Λάζος, διά να γηράση το
-ανδρόγυνον. Τετάρτη εισήλθε η Μπόζαινα «ανδρογυνάρικα», διά να
-δείξη την αρμονίαν των δύο φύλων. Πέμπτη και τελευταία εισήλθεν
-η πενθερά, διά να δείξη την υπακοήν και την υποταγήν της νύμφης
-εις τον γαμβρόν.
-
-Η κυρά Μπόναινα δεν είχε παραλείψει να βάλη «ένα τσεκούρι
-ανάποδα», αλλ' εις μέρος κρυφόν, όπου να μη φαίνεται, υποκάτω
-εις τον καναπέν. Τούτο εσήμαινεν ότι, αν υπήρχε και καμμία
-βασκανία, δεν έπρεπε να τολμήση να βγη εις το φανερόν και να
-ενεργήση. Μετά το «καλώς ήρθατε» και το «καλώς σας ηύραμε», η
-κυρά Λάζαινα απέθεσε τον δίσκον με τα γλυκά επί της ετοίμης
-τραπέζης, και όλοι εκάθησαν με το «καλώς ανταμωθήκαμε». Μετ'
-ολίγα λεπτά της ώρας όλοι εσηκώθησαν όρθιοι, και ο γαμβρός,
-υψηλός ξανθός νέος, φορών τα κυριακάτικα, αφού έκαμε τρεις
-σταυρούς ενώπιον του εικονοστασίου της οικίας, προσελθών εις
-την Γαλάτσαιναν, έβαλε μετάνοιαν και της ησπάσθη την χείρα,
-εγχειρίζων άμα αυτή μέγα μεταξωτόν μανδήλιον χρωματιστόν, εις
-μίαν γωνίαν του οποίου ήσαν κομποδεμένα γυναικείον δακτυλίδιον
-και ένδεκα χρυσά φλωρία. Συγχρόνως η Γαλάτσαινα τον ησπάσθη εις
-την παρειάν, και του εφόρεσεν εις τον δάκτυλον της αριστεράς
-δακτυλίδιον, το οποίον είχε φέρει μαζί της.
-
-Ακολούθως, ο Βασίλης ο Μπόνος επλησίασεν ένα έκαστον των άλλων
-τεσσάρων συγγενών της μνηστής, και ασπαζόμενος την δεξιάν των,
-τους εφίλευσεν ανά έν φλωρίον τρύπιον, με κόκκινην ταινίαν
-δεμένον, ή ανά μίαν λίραν γαλλικήν ή τουρκικήν. Τον καιρόν
-εκείνον υπήρχον ακόμη εις χείρας του πτωχού λαού φλωρία και
-λίραι·
-
-
-Έλαβον όλοι γλυκόν και έπιον μαστίχαν ή ροσόλιον, ευχηθέντες τα
-«καλορρίζικα» και τα «τίμια στέφανα». Είτα εστρώθησαν εις το
-δείπνον, και οι άνδρες έφαγαν καλά, αι δε γυναίκες εγεύθησαν με
-άκρα χείλη. Και είτα ετέθησαν εις ενέργειαν δύο μεγάλαι φιάλαι
-οίνου. Και ο μπάρμπα-Λάζος και ο Μπόζας έπιναν γερά, κ'
-επλήθυναν τας ευχάς και τα συγχαρητήρια, κ' ετραγουδούσαν:
-
-$Σαυτό το σπίτι πούρθαμε πέτρα να μη ραΐση.
-$κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήση.
-
-Εις τούτο εκ μέρους του γαμβρού απήντησαν διά του άλλου:
-
-$Χίλια καλώς-ωρίσατε, φίλοι μ' αγαπημένοι,
-$κι' από καιρού χαιρούμενοι και καλοκαρδισμένοι.
-
-Ακμαία ήτον η ευθυμία, και υπήρχεν εκατέρωθεν καλή διάθεσις·
-μόνον έν κακόν σημείον εφάνη, το οποίον έκαμεν όλους να
-μελαγχολήσουν. Ο γέρο-Λάζος, όταν έπινε, συνήθιζε να ομιλή με
-πολλάς χειρονομίας. Ένεκα του ελαττώματος τούτου ανέτρεψεν
-απροσέκτως τον μέγαν λύχνον, επί της τραπέζης του δείπνου. Ο
-λύχνος έσβεσεν, η δε συντροφιά θα έμενεν εις τα σκοτεινά, αν
-δεν υπήρχε το κανδήλιον το καίον ενώπιον των αγίων εικόνων, ως
-και δύο κηρία αναμμένα επί της εστίας.
-
-Διά να μετριάση την κακήν εντύπωσιν, ο γέρο-Λάζος υπεσχέθη να
-βαπτίση αυτός το πρώτον παιδίον, το οποίον θα εγεννάτο εκ του
-συνοικεσίου, και αν είνε και γυιος. Αφού είχε χύσει το λάδι,
-είπεν αυτός το έβλεπε καλόν σημείον, διότι λάδι θα έχυνε και
-εις την βάπτισιν του παιδίου.
-
-Την ιδίαν στιγμήν εκρούσθη η θύρα της οικίας.
-
-Ο μικρός υιός της Γαλάτσαινας, παιδίον εννέα ετών, ο Χρήστος,
-είχε γελασθή με χίλια ψέμματα την εσπέραν υπό της μητρός του,
-ότι ο αρραβών θ' ανεβάλλετο διά το άλλο Σάββατον. Είχεν
-αποκοιμηθή, αφού έφαγε πολλά γλυκά και έλαβεν υπόσχεσιν ότι θα
-φάγη περισσότερα την επαύριον. Είχε την απαίτησιν· να ήτο και
-αυτός είς εκ των ανδρών, όσοι θα επήγαιναν να «δέσουν της
-πανδριαίς» εις του γαμβρού το σπίτι. Η μήτηρ του, του το
-υπεσχέθη κατ' αρχάς, ελπίζουσα ότι θα ήταν επτά τουλάχιστον οι
-συγγενείς, όσοι θα πήγαιναν διά την υπόθεσιν. Αλλ' αφού οι
-συγγενείς του γαμβρού, οίτινες εκανόνιζον τα τοιαύτα,
-παρήγγειλαν ότι ο αριθμός ωρίσθη εις πέντε, η Γαλάτσαινα, μη
-δυναμένη ν' αφήση απ' έξω άλλους ηλικιωμένους συγγενείς, ευρέθη
-εις την ανάγκην ν' αποκλείση τον ανήλικον υιόν της.
-
-Ο μικρός απεκοιμήθη αναμασσών τα τόσα γλυκά και τας υποσχέσεις,
-ενωρίς, πριν έλθωσιν ακόμη εις την οικίαν τα δύο συγγενικά
-ανδρόγυνα. Αλλά περί το μεσονύκτιον, αφού εχόρτασε τον ύπνον,
-εξύπνησε και βλέπει την αδελφήν του, ημιπλαγιασμένην παρά την
-εστίαν, βλέπουσαν ρεμβωδώς το φθίνον πυρ και μελετώσαν την
-ιδέαν του γάμου. Η Μυρσούδα δεν είχεν ύπνον, και οι λογισμοί
-της και τα ξυπνητά όνειρά της, τα οποία επλησίαζαν να γείνουν
-πράγματα, επετούσαν προς την οικίαν εκείνην του αρραβωνιαστικού
-της, όπου ευρίσκοντο τώρα η μήτηρ της και οι θείοι και αι θείαι
-της. Διότι είνε κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθή
-άνθρωπος. Πρέπει να καμαρώνης και να δαγκώνης τα χείλη σου, να
-μη γελάς. Από το σπίτι έξω δεν βγαίνεις, αλλά μόλις θα προβάλης
-εις το παράθυρον διά να ποτίσης την γάστραν με τα λελούδια,
-μόλις θα φανής εις τον εξώστην διά να γεμίσης το κανάτι νερόν
-από την στάμναν, ευθύς ο κόσμος, δηλαδή η γειτόνισσαις, σου
-φωνάζουν: «Με τς' γειαις, Μυρσούδα!» Τότε τι να πης; Να κάμης
-τον κωφόν; Θα σου το φωνάξουν δυνατώτερα. Να πης «φχαριστώ;» θ'
-ανοίξης το στόμα σου, και σαν το ανοίξης θα γελάσης χωρίς να
-θέλης. Όσο και να καμαρώνης, θα χαμογελάσης, δεν μπορείς. Είνε
-κάτι τι παράξενον, βλέπεις, να πανδρευθή άνθρωπος.
-
-Είδε λοιπόν ο μικρός την Μυρσούδαν να ρεμβάζη, και την θέσιν
-την μητρός του την βλέπει κενήν. Τινάζει τότε το πάπλωμα,
-πετιέται απάνω, και βάζει της φωναίς. Πού είνε η μάννα; επήγαν
-να δέσουν της πανδρειαίς, κι' αυτόν τον εγέλασαν μες τα μάτια;
-Η αδελφή του δεν ειξεύρει πώς να ειπή ψεύματα με πιθανότητα.
-«Γουρούνα, βρωμούσα!» Την πιάνει από τα μαλλιά. Της τα τραβά
-δυνατά. Την θανατώνει από τον πόνον. Κλαίει εκείνη και
-δοκιμάζει να κρατήση τα χέρια του. Επί τέλους επικαλείπαι έν
-ψεύμα εις βοήθειάν της.
-
- — Η μητέρα επήγε στην εκκλησία. Θα γείνη πάλιν σήμερα, την
-Κυριακή, νύκτα βαθειά η λειτουργία, καθώς προχθές τα
-Χριστούγεννα.
-
-Είνε τώρα τρεις απ' τα μεσάνυκτα. Δεν τον εξύπνησε διά να μη
-τον κρυώση. Αλλά τώρα-τώρα θα φέξη, και θα πάγη κι' αυτός στην
-εκκλησία.
-
-Ο μικρός εκόντευσε να πιστεύση. Αλλά, κατά συγκυρίαν, βλέπει
-εκεί, υποκάτω απ' τα εικονίσματα επί μικρού τραπεζίου, την
-προσφοράν, που είχεν η μητέρα του από προχθές φυλαγμένην, διά
-να την προσφέρη σήμερον εις την εκκλησίαν. Η προσφορά ήτο εκεί
-τυλιγμένη εις λευκόν προσόψιον. Αν η μητέρα επήγαινε στην
-εκκλησίαν, θα έπαιρνε την προσφοράν μαζί της.
-
- — Την εξέχασ' η μητέρα την προσφορά, εδοκίμασε να ισχυρισθή η
-Μυρσούδα.
-
- — Ψέμματα λες. Γουρούνα, γουρούνα!
-
-Κ' έκαμε πάλιν να την αρπάξη από τα μαλλιά.
-
-Η Μυρσούδα έδεσε σφιγκτά το λευκόν τουλουπάνι της, και το
-κατεβίβασεν έως τα οφρύδια, διά να προφυλάξη τα ωραία καστανά
-μαλλιά της.
-
- — Η προσφορά, επανέλαβεν η Μυρσούδα, συγκεντρούσα όλην την
-γυναικείαν λογικήν εις τον νουν της, η προσφορά έγεινε διά την
-ημέραν που θα δέσουν της πανδρειαίς. Αφού απομείναμε αυτό το
-Σάββατο, τώρα την προσφορά θα την φάμε μεις, κ' η μητέρα θα
-ζυμώση άλλη το άλλο Σάββατο, για την πάη στην εκκλησία, για την
-ημέραν που θα δέσουν της πανδρειαίς.
-
- — Ψέμματα, δε με γελάς! γουρούνα!
-
-Είχεν εξασθενήσει η γνώμη του πολύ και ίσως θα επείθετο. Αλλά
-τότε ενθυμήθη ότι αφ' εσπέρας υπήρχεν επάνω εις το ίδιον
-τραπέζι μέγας δίσκος, και ο δίσκος αυτός έλειπε τώρα απ' εκεί.
-Εκ τούτου οδηγούμενος, εκύτταξεν επάνω εις το ράφι, και είδεν
-ότι έλειπαν απ' εκεί αι πέντε ή εξ κούπαις του γλυκού, όπου
-υπήρχαν το βράδυ.
-
-Τότε ο μικρός έβαλεν αγρίαν κραυγήν, και ήρπασε τα δύο κλώνια ή
-τα άκρα του κεφαλοδέσμου της αδελφής του, προσπαθών να την
-ξεμανδηλώση.
-
- — Ψεύτρα! γουρούνα! πήγαν να δέσουν της πανδρειαίς.
-
-Ο μικρός εφόρεσε το ένδυμά του, κ' εζήτησε να φύγη. Ήθελε να
-υπάγη και αυτός εις την οικίαν του γαμβρού. Εν τη παραφορά του
-δεν εφοβείτο πλέον ούτε τους καλικαντζάρους, ούτε τα
-φαντάσματα.
-
-Η αδελφή του κλαίει, φοβείται να μείνη μοναχή της. Ο μικρός δεν
-την ακούει, ανοίγει την θύραν, εξέρχεται. Εκείνη τρέχει κατόπιν
-του. Εκείνος γυρίζει.
-
- — Άναψέ μου το φανάρι, τώρα ευθύς, γιατί. . .
-
-Και την εφοβέριζε με τον γρόνθον.
-
- — Το φανάρι το επήρε η μητέρα. Κάτσε, παιδάκι μ', πού θα πας;
-Τώρα, όπου είνε θαρθούνε πίσω.
-
-Του έλεγε πολλά, αλλ' εκείνος επέμενεν. Ίσως επί τέλους ο φόβος
-των καλικαντζάρων, θα τον έκαμνε να γυρίση πίσω, αφού έκαμνε
-ολίγα βήματα εις τον δρόμον, αλλά την στιγμήν εκείνην ηκούσθη
-φωνή, κάτω από τον εξώστην.
-
-
- — Τι έχετε, θα πω; έλεγεν η φωνή.
-
- — Θεια-Χρυσή, δεν ακούς; είπεν η Μυρσούδα. Θέλει να πάη στης
-πανδρειαίς.
-
-Η θεια Χρυσή ήτο πτωχή και έρημη χήρα, κατοικούσα εις μικρόν
-θάλαμον, εις το εισόγειον της οικίας. Είξευρε τα περί του
-αρραβώνος, και ηγάπα την κόρην και την μητέρα της. Ήτο δε
-μακρυνή συγγενής του γαμβρού.
-
- — Για να σου πω, παιδί μου Μυρσούδα, είπεν ήρθε κανένας απ' το
-σπίτι του γαμβρού να σου πάρη να σ' χαρήκια;
-
- — Όχι.
-
- — Πώς ξέχασαν οι μουρλοί! Για να σου πω, έχω εγώ ένα μικρό
-φαναράκι, τώρα το ανάφτω, και να πάμε μαζί με το Χρήστο, και να
-'ρθώ πίσω να σ' πάρω τα σ' χαρήκια. Κλειδώσου μες το σπίτι και
-μη φοβάσαι.
-
-
-Έκρουσαν την θύραν της οικίας της Μπόναινας. Ο Χρήστος έγεινε
-δεκτός, διότι αφού εδόθησαν πλέον οι αρραβώνες, ήτο πλέον
-αδιάφορον αν ήρχοντο και άλλοι περιττοί ή άρτιοι.
-
-Εφίλησαν την θεια-Χρυσή, ήτις τους συνεχάρη πρώτη, και
-επανελθούσα μόλις μετ' ολίγα λεπτά, επήρε τα συχαρήκια της
-Μυρσούδας, ήτις την «ασήμωσεν», ήτοι της έδωκεν αργυρούν
-νόμισμα.
-
-Η ημέρα του Αγίου Βασιλείου εορτάσθη καλώς εις τας οικίας της
-μιας και της άλλης συμπεθέρας. Η Μυρσούδα δεν επρόφθανε να
-φτιάνη φουσκάκια (ή λοκμάδες) από πρωίας μέχρι μεσημβρίας. Η
-κυρά-Γαλάτσαινα δεν επρόφθανε να φιλεύη όλον τον κόσμον
-φουσκάκια, χαμαλιά, στραγάλια, γλυκό και μεγάλαις σταφίδες από
-ραζακί σταφύλι. Μερικοί από τους επισκέπτας ήρχοντο δις και
-τρις, λέγοντες ότι η πρώτη φορά ήτο διά τον αρραβώνα, η δευτέρα
-διά την εορτήν του γαμβρού και η τρίτη διά τα «μβατίκια».
-
-Τα «μβατίκια» διεξήχθησαν λαμπρώς. Έρρανον τον γαμβρόν με
-κοφέτα και με ορύζιον, μέγα συμπόσιον παρετέθη, και ο γέρο-
-Λάζος, όστις επρόσεχε πλέον εις τας χειρονομίας του, έκαμε
-τόσον κέφι, ώστε μεταξύ δύο τραγουδιών εκάστοτε δεν έπαυε να
-φωνάζη·
-
- — Ας φέξη!
-
-
-
-Τ' ΑΓΝΑΝΤΕΜΜΑ
-
-
-
-Επάνω στον βράχο της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους
-χρόνους ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγίας της
-Κατευοδώτρας. Όλον τον χειμώνα παππάς δεν ήρχετο να
-λειτουργήση. Ο βορρηάς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος το
-απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει
-εναντίον του βράχου. Κι' ο βράχος υψώνει την πλάτην του γίγας
-ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένον βαθειά στην γην, και το
-ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού, στεφανώνει
-την κορυφήν του.
-
-Όλον τον χρόνον παππάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να
-δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινεν από το ύψος
-του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου
-Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και
-κυματίζοντα βαθειά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της
-άνω καλιάς των Αγγέλων», διά να λειτουργήση το παλαιόν
-λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις-τέσσαρες βοσκοί,
-βουνίσιοι, αλειτούργητοι, ήρχοντο με της φαμίλιες των της
-ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των τ' αχτένιστα και
-άνιφτα, που δεν είξευραν να κάνουν το σταυρό τους, διά ν'
-αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί· και εις την απόλυσιν της
-λειτουργίας ο γηραιός παππάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους
-εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα,
-κατέβαινε κάτω εις τον μέγαν απλωτόν αιγιαλόν ανάμεσα εις
-αγρίους θαλασσοπλήκτονς βράχους, διά να φωτίση κι' αγιάση τ'
-αφώτιστα κύματα.
-
-Τον άλλον καιρόν ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες
-ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν'
-ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την
-Κατευοδώτραν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους
-συζύγους και τους πατέρας των. Ωραίες κοπέλλες με υποκάμισα
-κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιαίς ψηλοκεντημέναις, με τους χυτούς
-βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν διά τα
-αδελφάκια των που εθαλασσοπνίγοντο δι' αυτάς, διά να της φέρουν
-προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από
-την Αλεξάνδρειαν. «Πάντα νάρχωνται, πάντα να φέρνουν». Βοϊδάκια
-λογικά που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν, φρόνιμα όπως τα
-δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα.
-Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο
-διά να καθήσουν και αγναντέψουν.
-
-
-Άμα είχαν φωτισθή τα νερά, η οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κ'
-αι Απόκρεω, συνήθως περί την δευτέραν εβδομάδα των Νηστειών,
-αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί
-μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις της σκούναις των, και
-εμίσευαν· επήγαιναν να ταξειδέψουν. Τον καιρόν εκείνον καράβια
-και γολέτταις «έδεναν» μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί
-μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του
-μελάθρου και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η
-άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν εις την θάλασσαν.
-
-Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωδιασμένα και ναρκωμένα από την
-μακράν ραστώνην σκάφη ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν, και η
-σκούνα έφερνε βόλταις εις τον λιμένα εάν ήτο ενάντιος, ή και
-ούριος, αν ήτο ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις
-την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς
-εις την οικίαν και ο λοστρόμος εμάκρυνε της πανετάδες εις τα
-καπηλειά. Κ' η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκεν επάνω εις
-το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον
-μούτσον τώρα από την σκούναν, που ήταν στα πανιά, εγίνετο
-άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά,
-ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν είξευρε πού ήσαν. Και μέσα
-εις το πλοίον όπου έφερνε βόλταις-βόλταις, κ' εστρέφετο ως
-δεμένον περί κέντρον αόρατον — το κέντρον ήτο μέσα εις τας
-καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών — άλλος δεν ήτο ειμή ο
-πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κ' ένας επιβάτης, ξένος κ' έρημος, εις
-τον οποίον είχαν ειπεί «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα
-φύγωμε» κ' είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
-
-Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν· αυτή ώφειλε
-να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια· κ' έτσι απεφάσιζε να
-μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο
-απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσεν ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπώνια
-αρκετά, τρομπώνια από το πλοίον, τρομπώνια έξω από την πόλιν
-έκοφταν, εψαλλίδιζαν της βόλταις ταχύτερα, συντομώτερα ως να
-εσφίγγοντο διά να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν
-ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης,
-και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.
-
-Την ημέραν εκείνην και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος,
-καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον,
-ανέβαιναν, ανήρχοντο, επάνω στην ρεμματιάν, το ρέμμα-ρέμμα, τον
-ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους
-τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδένδρων, τον αειθαλή
-πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τας ράχεις, με
-τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την
-κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον
-από την χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον
-της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημένον
-παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το
-μαζεμμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
-
-Τότε έλαμπον με μεγάλαις φωτιαίς τα κανδήλια της Παναγίας της
-Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του αγίου
-Νικολάου, έβαλλε της φωναίς· έκανε το κακό. . . εμάλλωνε με
-όλαις της γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκαν της,
-τ' αδράχτι της, και ήλθεν από τον Άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά
-παραγγελίαν του κυρ-Αγγελή του επιτρόπου. . . διά να μαλλώση
-της ευλαβητικαίς (αλλοίμονον! η ευλάβειά μας είνε για το
-συμφέρον, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και
-χύνουν λάδια πολλά και λαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα
-στασίδια και το αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που
-ήσαν εκεί, και τα μανάλια και τον τοίχον, και τα τέμπλον, και
-της ποδιαίς και αυτάς τας αγίας εικόνας. Αλλ' η γυναίκες δεν
-την άκουαν. Τι χρειάζουνται τόσαις φωτιαίς, σαν πυροφάνια,
-εφώναζεν η γρηά Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της
-τον παππα-Γεράσιμον, ότι η φωτιαίς των κανδηλιών πρέπει να είνε
-μικραίς, τόσαις δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την
-ήκουεν.
-
-Οι ορμαθοί των γυναικών, ομάδες-ομάδες, συγγενολόγι. . . .
-διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα
-εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα,
-ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδιά τους. . . διότι
-πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα. . . με τα
-προγεύματά τους, τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα
-κανδήλια της Παναγίας, αφού είχαν κάνει μετάνοιες πολλαίς
-στρωταίς, κ' είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κ' είχαν
-χορτάσει τ' αυτιά τους από τας νουθεσίας της γρηά-Μαλαμίτσας,
-εστρώνοντο εκεί εις την δροσεράν χλόην κι' αγνάντευαν κατά τα
-πέλαγος.
-
-Τα βοσκόπουλα εκείνα τ' άγρια κι' αχτένιστα κι' απλοϊκά, που
-της έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμένα, απορούσαν κ' έλεγαν:
-
- — Κύττα της! στα μάτια έκαμαν.
-
-Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν.
-
-Ιδού το βρίκι του καπετάν-Λιμπέριου του Λιμνηού· είχε σηκωθή
-στα πανιά αργά την νύκτα· με το απόγειο της νυκτός ηύρε το
-ρέμμα και απεμακρύνθη κ' εχώνεψε. Κατευόδιο καλό! Η προσευχή
-των μικρών παιδίων του ας είνε ως πνοή στα πανιά, στα ξάρτια
-του καραβιού σας. . . στο καλό, στο καλό!
-
-Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα,
-καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι' ο πλοίαρχός του, πάνε
-να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό πουλί μου,
-στο καλό!
-
-Ιδού και η γολέττα του καπετάν-Μανώλη του Χατζηχάνου. . . Η
-ψυχή μου, η πνοή μου να είνε πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα
-του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν
-προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πανιά σου. Σύρε, πουλί μου, στο
-καλό και στην καλή την ώρα! Στο καλό!
-
-Νά κ' η σκούνα του καπετάν-Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο
-σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποίαν κατορθώνει εντός
-δεκαετίας να σκαρώση, μ' όλην της τύχης την καταδρομήν. Έπεσε
-πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλά το απόγειο, κι' άργησε.
-Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν
-εμπρός κι' οπίσω στην κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου!
-Παναγιά, μπροστά σας! Στο καλό, στο καλό!
-
-
- — Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γριά-Συρραχίνα,
-παλαιά καπετάνισσα με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο
-χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, που μπόρεσε κι'
-ανέβη τον ανήφορον διά να καμαρώση, ίσως διά τελευταίαν φοράν,
-το καράβι του γυιου της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρι έχει,
-και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της
-Μεγαλόχαρης.
-
- — Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι· ας έχη δόξα το όνομά
-της.
-
- — Το εξωκκλήσι αυτό άγιασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα·
-πρωτήτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
-
- — Γιατί;
-
- — Βλέπετε κείνον τον βράχο, κάτω στο κύμα που ξεχωρίζει απ' το
-γιαλό;. . . που φαίνεται σαν άνθρωπος με κεφάλι και με στήθια .
-. . που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είνε το Φλανδρώ.
-
- — Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι
-έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλλίτερα, θεια-Φλωρού.
-
- — Το βλέπετε κ' είνε ξέρα, είπεν η Φλωρού η Συρραχίνα· μια
-φορά κ' έναν καιρό ήτον άνθρωπος.
-
- — Άνθρωπος;
-
- — Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα.
-
-Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρηά-Συρραχίνα ήρχισε να
-διηγήται.
-
- — Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μία κόρη αρχοντοπούλα,
-που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι
-— καθώς μούπε ο πνεμματικός απάνω στον Άι-Χαράλαμπον όσον τον
-θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα
-χρονών, και μ' επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ τη Μεγάλη
-Τετράδη. . . τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν είξερα, τα
-ξεράματά μου. . . το τι μώλεε ο πνεμματικός δεν αγροικούσα,
-φωτιά που μ' έ!. . . Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια
-τα θυμούμουν, κ' ύστερ' από χρόνια. . . το κορίτσι πρέπει νάνε
-φρόνιμο και ντροπαλό, νάνε υπάκοο, να μην κυττάζη τους νειους,
-ν' αγαπά τον κύρη του και την μανούλα του· και σαν μεγαλώση,
-και δώση ο Θεός και παντρευτή με την ευχή των γονιών της, άλλον
-να μην αγαπά από τον άνδρα της.
-
-Μώφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων. . . Οι παληοί
-Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα. . . Κείνον τον καιρό ήτον
-μια που την έλεγαν Φλάνδρα, ή Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ.
-Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν,
-Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον άνδρα της, όσο που έχασε τ'
-αγαθά του κόσμου, και έγεινε πέτρα γι' αυτό. Τον καιρόν εκείνον
-ήτον ένας καραβοκύρης, ώμορφο παλληκάρι, κι' αγάπησε το Φλανδρώ
-και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε
-αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι, και σαν εσκάρωσε το
-καράβι, έγεινε κι' ο γάμος· και σαν έγεινε ο γάμος, έρριξε το
-καράβι στο γιαλό, κ' εμπαρκάρησε και πήγε να ταξειδεύη.
-
-Τότε το Φλανδρώ ήλθε ν' αγναντέψη, σαν καλή ώρα, 'ς αυτόν τον
-έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσεν η ψυχή της, που έφευγεν ο άνδρας
-της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στηλώση την καρδιά της.
-Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ' έκλαψε πικρά κ'
-εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι' αγρίεψαν κ' εθέριεψαν. . . και
-στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της
-Φλανδρώς, κ' έγεινε αγυρισιά του. . . Και το Φλανδρώ ήρθε και
-ξαναήρθε σ' αυτόν τον έρμο γιαλό κ' εκύτταζε κι' αγνάντευε. . .
-κ' επερίμενε, κ' εκαρτερούσε κι' απάντεχε. . . Πέρασαν μήνες,
-πέρασε χρόνος, πέρασαν δύο χρόνια, πέρασαν τρία. . . και το
-καράβι πουθενά δεν εφάνηκε. . . και το Φλανδρώ έκλαψε, και
-καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν
-είχε πλεια δάκρυ να χύση. . . και παρακάλεσε τους θεούς της που
-ήταν είδωλα, πέτραις, να της κάμουν τη χάρι να γείνη κι' αυτή
-είδωλο, βράχος, πέτρα. . . και το ζήτημά της έγεινε και την
-έκαμαν βράχο, ξέρα. . . με το σκήμα τ' ανθρωπινό, που τρίβηκε
-κ' εφθάρηκε απ' τα κύματα ύστερ' από χιλιάδες χρόνια· και το
-ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα, και νά ο βράχος εκεί, η πέτρα
-που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα. . .
-κ' η φωνή της, το βογγητό της, γίνεται ένα με το βογγητό της
-θάλασσας . . . Νά η ξέρα εκεί. Αυτή 'νε η Φλανδρώ.
-
-Ύστερα με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν' αγιάση τα νερά,
-για να βαπτιστή η πλάσι, μια χριστιανή αρχόντισσα, η
-Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δύο καράβια,
-έταξε στην Παναγία, κ' έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό
-κατευόδιο των παιδίων της. . . Ας δώσ' η Παναγία και σήμερα
-νάνε καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ' αδέρφια σας, και
-στους γονιούς σας.
-
- — Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!
-
-
-Ο ήλιος εχαμήλωσε κατά το βουνόν, τα πρώτα πλοία είχαν γείνει
-άφαντα προ ώρας· και η τελευταία γολέττα μικρόν κατά μικρόν
-εχώνευεν εις το μέγα πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα
-των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους,
-διεσπάρησαν ανά τους λόφους, κ' έβγαζαν καυκαλήθραις και
-μυρόνια, κ' έκοφταν φτέραις κ' αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο
-ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην.
-
-Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα, και οι λογισμοί των
-γυναικών επετούσαν μαζί της, κ' έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα
-κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και
-βαθειά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη ειμή
-το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας
-συντροφιάς ναυτικών, μελλόντων ν' αναχωρήσωσιν αύριον : «Σύρε,
-πουλί μου στο καλό και στην καλή την ώραν!»
-
-
-
-ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΣTO ΛΙΒΑΔΙ
-
-
-
-Δεν είχε μείνει πλέον ούτε τόσον νερόν εις την μικράν λίμνην
-όσον διά να καραβίσουν ο Παντελής ο Φάντης και ο Χαράλαμπος ο
-Σανταβελής τα καραβάκια τους όταν εδραπέτευον κάθε δειλινόν από
-το σχολείον, με τους «φύλακας» κρεμαστούς υπό μάλης, και
-τρέχοντες ανεσήκωναν τας περισκελίδας των μακρόθεν, ούτε τόση
-μούργα, όσον διά να γεμίζη κάθε πρωί και βράδυ την μικράν
-φιάλην της η γρηά-Παναγιού η Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα από
-βούρκον εις βούρκον, και ξεχωρίζουσα με τον πήχυν της και με το
-τενεκεδένιο πενηνταράκι της το κατακάθισμα του λαδιού από το
-νερόν και από την λάσπην. Ο Κύριος εισήκουσε τας δεήσεις των
-πτωχών και τους στεναγμούς των πενήτων, και εσώρευσε τόσας
-νεφέλας εις τον αιθέρα, και ήστραψε και εβρόντησε τόσον
-τρομακτικά εις το στερέωμα, και έρριψε τόσον άφθονον νερόν εις
-το παραθαλάσσιον χωρίον, ώστε να εξαλειφθή πάσα ακαθαρσία εις
-την γειτονιάν και να γείνη έν η γη και ο ουρανός και η θάλασσα.
-
-Ήτο ώρα δειλινού και από πρωίας ο αιθήρ ήτο θολωμένος και
-σκότος επεκρέματο και συννεφιά μεγάλη. «Ορώρει δ' ουρανόθεν
-νυξ». Τέλος οι καταρράκται του ουρανού ηνοίγησαν και έγεινε
-βροχή, θάλασσα, καταποντισμός. Το κατώγειον της γρηά-
-Ραγιάδαινας εγέμισε νερόν ως δύο πήχεις. Το ελαιοτριβείον του
-Δαυκιώτη επατήθη μέχρις αναστήματος και πλέον από το νερό και η
-κοπάναις εγέμισαν, αι ελαίαι παρεσύρθησαν από τον χαμηλόν
-σοφάν, το άλογον εσταμάτησεν και ο Γιάννης ο Αρμαμένος, έμεινε
-με το πτυάριον εις την χείρα. Η θεια-Μαριώ η Κατσικάκαινα
-εβγήκεν έξω εις το χαγιάτι και συνέπλεκε τας χείρας εις
-προσευχήν αγωνίας.
-
-Ο σταύλος του γέρο-Κουμενή είχε πλημμυρήσει και το γαϊδούρι
-έπλεεν εις το νερόν. Ο κύριός του άλλο μέσον δεν εύρε, παρά να
-τραβήξη την τριχειάν από την κλαβανήν επάνω εις το πάτωμα, ώστε
-το ζώον να πλέη το σώμα κάτω και την κεφαλήν ν' ανατείνη επάνω,
-με κίνδυνον να πνιγή από το σχοινίον πριν γλυτώση από το νερόν.
-Πέραν εις τον κήπον του Σαραφιανού, η πλημμύρα είχε ρίξει κάτω
-τους τοίχους, και το νερόν εξέσπασε μέσα εις τον κήπον,
-παρασύρον καλύβας, σταύλους, φυτείας και δένδρα. Ο Σαραφιανός
-με τον κηρωτόν επενδύτην, με τα υποδήματα μέχρι των μηρών,
-επροσπάθει να εμβαλώση εκ των ενόντων το ρήγμα του τοίχου,
-κουβαλών χονδρά ξύλα και κούτσουρα και σωρεύων ταύτα διά να
-φράξη την ορμήν. Η γρηά-Χιόνω από το παράθυρον εφώναζε·
-
- — Κάψε τα, γυιε μου, κάψε τα!
-
-Ίσως εφαντάζετο ότι ο υιός της εσώρευε τα ξύλα διά να ανάψη
-φωτιάν.
-
-Κάτω εις το ποτόκι όλα ήσαν θάλασσα.
-
-Τα κατώγεια των οικιών είχον πλημμυρήσει όλα. Το βαρελάδικο του
-μάστρο-Στεφανή είχε γεμίσει νερό ως δύο μπόγια· ο βρόχινος
-ποταμός είχε ρίψει κάτω, πρώτον το τσαρδάκι ή το μικρόν
-παράπηγμα του Στεφανή, είτα παρέσυρε τα βαρέλια εις χορόν όλα,
-όσα ήσαν αποκάτω εις το τσαρδάκι, είτα εισώρμησεν εις το
-εργαστήριον του καλού χειρώνακτος και το έκαμε να πλέη. Αλλ' η
-πλημμύρα ήτο εις όλα τα ισόγεια και όπου τα πατώματα ήσαν
-χαμηλά εκινδύνευε να τα φτάση. Η γρηά-Ραγιάδαινα εφώναζεν απ'
-αντικρύ να πάγουν να την γλυτώσουν.
-
-Θα εχρειάζετο βάρκα, διά να της κάμουν την χάριν. Αλλά βάρκα
-δεν υπήρχεν άλλη ειμή τα βαρέλια του μάστρο-Στεφανή, όπου
-έπλεαν όλα εις την σειράν με γραφικήν νωθρότητα. Ο υιός του
-βαρελά, ο μικρός, είχε καβαλικεύσει το έν τούτων, και εύρε
-μεγάλην διασκέδασιν, αλλά δεν κατώρθωσε ν' ανακαλύψη το
-πηδάλιον του αυτοσχεδίου πλοιαρίου. Έκλινε πότε με τον ένα πόδα
-και πότε με τον άλλον κατά το ρεύμα και ήτο έτοιμος κάθε
-στιγμήν να δώση βουτιάν.
-
-Επάνω εις το υψηλότερον μέρος της συνοικίας, το ανατολικόν, δεν
-ήτο φόβος να φθάση το νερόν εις τας οικίας. Εκεί ήσαν τα
-Κοτρώνια, υψηλοί βράχοι, καμωμένοι επίτηδες διά να κτίζουν
-φωλεάς τα νυχτοπούλια και διά να αναβαίνουν τα παιδιά να
-παίζουν με τους χαρτίνους αετούς, διά να κάμουν τρέλλας και να
-φωνάζουν. Η γρηά Σακαβάραινα είχεν εξέλθει εις τον εξώστην και
-ετραβούσε τα μαλλιά της και εφώναζε·
-
- — Τ' είν' αυτό, Θεέ μου, τ' είν' αυτό! Αμαρτωλοί είνε και θα
-τους βουλιάξη;
-
-Και η θεια-Καρπέταινα, σύζυγος πλοιάρχου, ενθυμουμένη τον άνδρα
-της και τους υιούς της, όπου εταξείδευαν με το καράβι έκραζε·
-
- — Παναγιά μου, στο πέλαγο! Πανάγια μου, στο πέλαγο!
-
-Ο γέρων πατήρ, ο καλός οικογενειάρχης, μιας πτωχής οικίας δίπλα
-εις το βαρελάδικο, είχεν οπλισθή προχείρως με σκαπάνην και με
-κουβάν και είχε καταβή εις το ισόγειον. Επροσπάθει να αδειάση
-το νερόν από το κατώγι, επαιδεύετο να φράξη έως δύο πιθαμάς το
-κατώφλιον και επάσχιζε να δέση το πιθάριον του ελαίου εις ένα
-κρίκον επί του τοίχου. Ήμην κ' εγώ εκεί — ιστάμην εις το
-παράθυρον, έβλεπα κ' επροσπαθούσα να διώξω τον φόβον, να
-διασκεδάσω. Το είχα πάρει πονηρά, και δεν επήγα εις το σχολείον
-— άλλως πολύ αραιά επήγαινα. — Γυναίκες ανασκουμπωμέναι μέχρι
-γονάτων, πατούσαι εις τα νερά, ο βαρελάς κοπιάζων να εξασφαλίση
-το εργαστήριόν του, να μαζώξη τα βαρέλια του, να βάλη στην
-άκρην τα κλαδιά και τα ξύλα από το χαλασμένον παράπηγμά του,
-όλα απετέλουν παιδικόν θέαμα. Η φουρνάρισσα εφώναζεν απ'
-αντικρύ να πάγουν να γλυτώσουν της κλάραις της, οπού τας είχε
-παρασύρει το ρεύμα. Δύο ή τρεις γέροντες της γειτονιάς ήσαν
-μέχρι βουβώνων εις το νερόν διά να γλιτώσουν ολίγαις
-κουτσούραις και καυσόξυλα, όπου έπλεαν εις τον ποταμόν. Η γρηά-
-Μερεγκλίνα, από το στενόν μέσα εφώναζε να της γλυτώσουν την
-σκαφίδα της, όπου την είχε πάρει το ρεύμα και την έσπρωχνε κάτω
-προς την θάλασσαν.
-
-Τα παιδία από το σχολείον είχαν κάμει γενικήν έξοδον, καθώς
-εκόπασεν η βροχή και το ρεύμα της πλημμύρας εφούσκωνεν ακόμη.
-Εξήλθον δρομαίως με ατάκτους φωνάς και έτρεχαν, έτρεχαν εις την
-μεγάλην λίμνην του νερού κάτω προς τον αιγιαλόν, διά να
-προφθάσουν να χορτάσουν καράβισμα και παιγνίδι εις τα νερά μίαν
-φοράν, να βραχούν, να παίξουν με το ρεύμα. Και τα δυο κοπάδια
-πάπιες όπου έπεσαν εις τα νερά άμα εσταμάτησεν η βροχή, κ'
-εβουτούσαν, ετράπησαν εις φυγήν έντρομα.
-
-
-Πτωχή χήρα, η Μαριώ Λιβαδάκαινα, μαζί με την κόρην της την
-Ματώ, ευρίσκοντο εις τον μεμονωμένον οικίσκον των, εις το
-χαμηλότερον μέρος του Λιβαδιού, προς την εξοχήν, εις την άκρην
-του χωρίου. Άμα ήρχισεν η καταιγίς και τα θεμέλια της οικίας
-ταχέως κατεπλημμύρησαν. Αλλ' η Μαριώ δεν επρόσεχε κατ' αρχάς
-εις τούτο. Είχε το μάτι υψηλά κατά το βουνόν. Ήτον αφηρημένη.
-
- — Μάννα, θα πλημμάρουμε, εφώναξεν η κόρη της.
-
-Η μήτηρ εξηκολούθει να κυττάζη υψηλά εις το βουνόν.
-
- — Ας πα να πλημμάρουμε, εψιθύρισε.
-
- — Μάννα, πλημμάραμε! επανέλαβε μετ' ολίγον η Ματώ.
-
-Η χήρα έστρεψε το βλέμμα προς τα παρά πόδας. Όλη η στεφάνη του
-εδάφους ολόγυρα είχε πλημμυρήσει και το ισόγειον της οικίας ήτο
-γεμάτον νερόν. Το χαμηλόν πάτωμα εκινδύνευε να το φθάση.
-Θάλασσα, ποταμός, πέλαγος.
-
- — Πω, πω, πω! έκαμεν η μήτηρ συμπλέκουσα τας χείρας. Από την
-στέγην της οικίας είχαν ανοίξει δέκα έως δώδεκα σταλαγμοί. Τα
-φορέματα, η «τέμπλα» με τα στρώματα και τα σινδόνια, τα πενιχρά
-έπιπλα, όλα ήσαν καταβρεγμένα.
-
-Η κόρη τα μετέφερε και τα εσώρευεν όλα μαζί, πότε εις την μίαν
-γωνίαν και πότε εις την άλλην αλλά και εκεί ήνοιγε σταλαγμός.
-Τέλος τα εκουβάλησεν όλα εις την μέσην· αλλ' εκεί ήνοιξε μέγας
-σταλαγμός εις τον «καβαλλάρην» της στέγης.
-
-Την προηγουμένην εβδομάδα είχαν ξανασύρει την σκεπήν. Να το
-είξευραν να μη βάλουν μάστορην!
-
-Αλλά και τι τον ήθελαν τον μάστορην; μήπως ήτο ιδικόν τους το
-σπίτι; Ο κυρ-Αργυρός ο Ξυγκοχέρης, ο πιστωτής των, τους
-εφοβέριζε καθημερινώς να τους βγάλη από το σπίτι. Προ δύο
-ημερών ακόμη είχει περάσει από εκεί και τους είπε ότι θα τους
-πάρη το ποτάμι. . . Ας χαρή τώρα.
-
- — Πω, πω! θα πνιγούμε, μάννα! ωλόλυξεν η κόρη συμπλέκουσα τας
-χείρας, κυττάζουσα διά του παραθύρου κάτω και βλέπουσα όλον το
-Λιβάδι θάλασσαν. Δεν εφαίνετο πουθενά πάτημα διά να πατήση τις.
-Και η βροχή εξηκολούθει ακόμη.
-
- — Θα πνιγούμε! εθρήνησεν η μήτηρ, τραβούσα τα μαλλιά της, και
-ο αδελφός σου, ο αδελφός σου που λείπει απ' το πρωί στο χωράφι,
-δεν θα πνιγή;
-
-Σπαρακτική ήτο η φωνή της μητρός.
-
-
-Απέναντι, προς το μεσηβρινόν μέρος, πεντακόσια βήματα μακράν
-εκατοικούσεν η Μαργαρώ η Μποστανού, εντός του λαχανοκήπου τον
-οποίον εκαλλιέργει ο σύζυγός της. Ο οικίσκος των υψηλά, επί
-λοφίσκου, αψηφούσε την πλημμύραν. Η γυνή είχεν ανοίξει το
-παράθυρον και εφώναξε προς την Μαριώ τη Λιβαδάκαινα·
-
- — Θα πνιγήτε, χριστιαναίς!
-
-Η Μαριώ ήτον αφωσιωμένη όλη εις τον στοχασμόν του υιού της,
-ήτον παραδομένη εις την ανησυχίαν της. Εκύτταζε το βουνόν με
-όμμα απλανές, ως να έβλεπε οπτασίαν. Ο υιός της πού να είνε με
-αυτόν τον κατακλυσμόν;
-
- — Πνιγήκατε, χριστιαναίς, εφώναξε πάλιν η Μαργαρώ η Μποστανού.
-
-Όλον το Λιβάδι πέλαγος. Και αν επροθυμείτο τις να υπάγη εις
-βοήθειαν των αγωνιώντων, δεν θα ηδύνατο πλέον.
-
-Ο σύζυγος της Μαργαρώς ήτο κάτω εις το ισόγειον και διώρθωνε τα
-τσαπιά, και ετρόχιζε με οξύν τριγμόν μικρόν πριόνιον, το οποίον
-του εχρησίμευε διά κλάδευμα των δένδρων. Το νερόν έπρεπε ν'
-αναβή δύο μπόγια ακόμη διά να τους φθάση. Διά της μικράς
-θυρίδος έβλεπε και αυτός την τεφράν, χωματόχρουν, κυματώδη
-θάλασσαν, την κατακλύζουσαν όλα τα αλώνια και τους κάμπους.
-
- — Καλέ, δεν ακούς τι γίνεται, δεν βλέπεις! εφώναξεν άνωθεν διά
-της καταπακτής η σύζυγός του. Θα χαλάση ο θεός τον κόσμον.
-
-Ο κηπουρός κάτωθεν απήντησεν εις την ερώτησιν δι' άσματος,
-ψάλλων με την βραχνήν φωνήν του :
-
-$Βρέχει ο ουρανός και βρέχουμαι,
-$ξενάκ' είμαι και ντρέπουμαι.
-
-Η θέσις των δύο γυναικών, εις το μοναχικόν σπιτάκι του
-Λιβαδιού, ήρχισε να γίνεται απελπιστική. Η κόρη έκφρων
-ωλόλυζεν. Εκύτταζε βλοσυρά το παράθυρον, τον εξώστην, την
-ξυλίνην σκάλαν, όλα απειλούμενα και σαλευόμενα από την
-πλημμύραν. Η μήτηρ είχε παύσει αρτίως να τραβά τα μαλλιά της.
-Έσχιζε τας παρειάς, εκόπτετο, κ' εμοιρολογούσε. Δεν έκλαιε το
-σπίτι, δεν έκλαιε την κόρην της, ούτε τον εαυτόν της. Έκλαιε
-τον υιόν της, όστις ήτο μακράν. Εκύτταζε κατά το βουνόν, αλλά
-δεν τον διέκρινε πλέον. Ο πελώριος σίφων, στύλος φοβερός,
-ενώνων τον ουρανόν με την γην, όπου διά πενθίμου ανταυγείας
-εφώτιζεν εκ διαλειμμάτων τα πέριξ και έκαμε το βουνόν να
-ξεχωρίζη, εσχίσθη ήδη, διερράγη και διελύθη, και το βουνόν,
-μαύρος ατμός, έγεινεν έν με τον αιθέρα.
-
-Εφαντάζετο ήδη πνιγμένον τον υιόν της, πτώμα ελεεινόν, φοβερόν
-την θέαν, παρασυρόμενον από το ρεύμα, κτυπώντα την κεφαλήν από
-βράχου εις βράχον, αγκιστρούμενον και σφηνούμενον εις τους
-βάτους και τους θαμνώνας, από αιμασιάν εις αιμασιάν.
-Ηυτοσχεδίαζεν ακουσίως τα μοιρολόγια:
-
-$Πώς θα σε φέρουν, γυιόκα μου, πνιμμένον μέσ' το ρέμμα!
-$Πώς θα σε ιδώ! . . .
-
-Η Μαργαρώ η Μποστανού εφώναζε τον άνδρα της·
-
- — Καλέ, έλα πάνω να ιδής! Να μπορούσε κανείς να της
-γλυτώση!. . .
-
-Ο άνθρωπος απήντησε με το βραχνόν τραγούδι του :
-
-$Έρχουμαι, κυρά μ', δεν έρχουμαι,
-$έξω στην πόρτα στέκουμαι,
-$βρέχει ουρανός και βρέχουμαι.
-
-Η βροχή είχε παύσει, και η πλημμύρα δεν είχε καταπέσει. Είχαν
-κατέλθει όλα τα ανώνυμα ρεύματα του ποταμού, όλα των κοιλάδων
-τα θολά ποτάμια, όλα τα χειμέρια κατακαθίσματα των υπωρειών.
-
-Το μικρόν σπιτάκι στο Λιβάδι έτριζεν, έτριζε, κατέρρεεν. Η βοή
-του καταποντισμού ανήρχετο εις τον αιθέρα, και εις την βοήν
-αυτήν δεν εχάνετο ο στεναγμός τον πενήτων διά τους αγγέλους του
-Θεού.
-
-Το σπιτάκι της πτωχής χήρας είχε καθίσει από το έν μέρος, και
-έχει λάβει στάσιν χωλού κλίνοντος προς τον ένα ώμον, πτωχού
-γέροντος στηριζομένου επί της ράβδου του. Δεν υπήρχεν ορατόν
-στήριγμα δι' αυτό. Πλην αόρατος χειρ εφαίνετο να το κρατή από
-το έν μέρος, διά να μη καταρρεύση όλον.
-
-Όταν εκόπασεν η βροχή, χωρικοί κατέβαινον τρέχοντες με τα
-υποζύγιά των. Επανήρχοντο από τους αγρούς μισοπνιγμένοι,
-βρεγμένοι ως το κόκκαλον. Διήρχοντο εις απόστασιν εκατοντάδων
-βημάτων. Η Μαριώ ίστατο εις το παράθυρον, παρακαλούσα εκθύμως
-την Παναγίαν, και ερωτώσα μεγαλοφώνως τους διαβαίνοντας μακράν·
-
- — Μην είδατε τον Μανώλη, τον γυιο μου;
-
-Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο καθείς έσπευδε διά να ίδη τι έγεινε
-το σπίτι του, η φαμηλιά του, και δεν ήκουε τι τον ηρώτα η χήρα
-του Λιβαδιού.
-
-Αλλ' αύτη δεν απέκαμνε να ερωτά, ενόσω διέβλεπεν εις το σκότος.
-Η Δεκεμβριανή ημέρα είχε δύσει, η πλημμύρα κατέπιπτε και το
-σκότος απειλητικόν επεκρέματο εις τα φωσφορίζοντα νερά.
-
- — Μην είδατε πουθενά τον γυιο μου, τον Μανώλη;
-
- — Δεν τον είδαμε. . . της εφάνη ότι ήκουσεν άπαξ, και η
-απάντησις ήτο σπαραγμός δι' αυτήν. Ω, Παναγία μου!
-
- — Μάννα, αφού γλυτώσαμε ως τώρα, πάμε να κατεβούμε, κ' ας
-πλέψουμε στο ποτάμι. Το σπίτι θα πέση, μπορεί να γλυτώσουμε!
-
- — Πάμε να ιδούμε τι γείνηκε ο Μανώλης.
-
-
-Η κόρη εμπρός, η μήτηρ οπίσω, εδοκίμασαν να καταβώσι την
-σαλευομένην και σειομένην σκάλαν.
-
-Είχον κατέλθει δύο σκαλοπάτια και πλατάγισμα ηκούσθη μέσα εις
-το νερόν. Εφάνη κάτι τι μεγαλόσωμον, διπλούν το σχήμα,
-τεράστιον, κενταυρικόν, κατά το ήμισυ πλέον, κατά το ήμισυ
-πατόν, πηδόν και παραδέρνον, μέσα εις το ρεύμα.
-
- — Μάννα, είστε καλά; Γλυτώσατε;
-
-Ήτο η φωνή του Μανώλη.
-
- — Ω, γυιε μου! Ω, παιδί μου! Είσαι καλά; ήρθες;
-
-Ήτον ο Μανώλης, καβάλλα εις το άλογόν του. Επήδησε κάτω, έως
-την μέσην εις το νερόν, και ηγκαλίσθη την μητέρα του.
-
-
-Την εσπέραν εκείνην η πτωχή οικογένεια επήγε και διενυκτέρευσεν
-εις της Μαργαρώς της Μποστανούς. Ο κηπουρός εσυμβούλευσε τον
-Μανώλην·
-
- — Να κάμης νόμο-τρόπο, λέω 'γώ, ν' αγοράσης ένα σπιτότοπο
-απάνω στα Κοτρώνια, ή στα Γελαδάδικα, ή στον Απάνω Μαχαλά, να
-χτίσετε κανένα σπιτάκι, να μη σας πατή το νερό.
-
-Η χήρα έλαβε τον λόγον·
-
- — Καλά το λες, γείτονα, μα κείνος ο νταβατζής μας ο Ξυγκάκιας,
-του χρωστούμε, λέει, δεν ξέρω πόσα γίνονται, τριακόσιαις
-δραχμαίς, όλο το διάφορο κεφάλι, το διάφορο-κεφάλι. . . κ' ας
-του πληρώναμε ταχτικά το διάφορο, μόνο δυο χρονιαίς δεν του
-πληρώσαμε. . . Θα μας έχη πάρει άλλα τόσα, κι' ακόμη δος του,
-το διάφορο-κεφάλι του,. . . κ' εφοβέριζε να μας βγάλη από το
-σπίτι, να μας το πουλήση στη δημοπρασία. . . και μας είπε της
-προάλλαις, θα πέση, μας είπε, το σπίτι να μας πλακώση. . . Νά
-που έπεσε τώρα, ας το χαρή. . . Δεν έστελνε δα σήμερα κανένα
-κλήτορα ή κανένα ταχτικό να μας βγάλη απ' το σπίτι, μεγάλη χάρι
-θα μας έκανε. . . όλοι μας, δυο πήχαις τόπο θα χρειαστούμε για
-να μας θάψουν. . . Ας χορτάσουν πλεια οι αναχόρταγοι.
-
-Ο κηπουρός έσεισε τους ώμους, έπιε μίαν εις υγείαν της χήρας
-και των τέκνων της, και έψαλλεν ευθύμως το βραχνόν άσμα του:
-
-$Έλα βαρειά, σιγά και ταπεινά
-$μην πάρουν τ' άρματα φωτιά
-$και κάψουνε τη γειτονιά
-
-$Έρχουμαι, καλέ μ', δεν έρχουμαι,
-$όξω στην πόρτα στέκουμαι,
-$ξενάκ' είμαι και ντρέπουμαι.
-
-Και η Μαργαρώ η γυναίκα του είπεν
-
- — Εγλύτωσεν ο κοσμάκης και τη φορά αυτή, δόξα νάχη ο Θεός!
-
-
-
-TO NHΣΙ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΤΣΑΣ
-
-
-Είχε γηράσει πολύ η γραία Φωλιώ του Ματαρώνα, χήρα του Γιάννη
-Καρπέτη. Και όμως ήτον ακόμη στα καλά της, οπωσούν ακμαία, και
-όλαι σχεδόν αι ομιλίαι της φρόνιμαι. Αυτή μου διηγήθη προ
-δεκαετίας — τώρα είνε αποθαμένη προ πέντε ετών — αυτό το οποίον
-ενεθυμήθην, τέλος, να γράψω σήμερον, κατά Ιανουάριον του 1902.
-
-
-«Έτσι πλειο, παιδάκι μου, όταν εστεφανώθη η μάννα μου με τον
-πατέρα μου, ήτον χήρα από άλλον άνδρα, κ' εκείνος από άλλην
-γυναίκα απόχηρος. Ο αφέντης μου — έτσι τον εκράζαμε τότε τον
-πατέρα — από την πρώτη γυναίκα είχε δυο παιδιά μικρά, ένα γυιον
-μεγαλείτερον, τον Κωνσταντή, που τον εσκότωσαν άδικα οι Τούρκοι
-στην Πόλι, κ' είπαν πως άγιασε. Σαν όνειρο το θυμούμαι. Όταν
-ήμουν εγώ ως πέντε χρόνιων κορίτσι, πανδρεύθη ο Κωνσταντής, κ'
-έκαμ' ένα παιδί, κ' επήγε στην Πόλι με το καράβι, και πλέον δεν
-ξαναγύρισε.
-
-Η μητέρα μου πάλι, από τον πρώτον άνδρα, είχε μίαν κόρη, την
-Ουρανίτσα, που ήμουν εγώ ως οκτώ χρόνων όταν αρραβωνιάσθη. Αυτό
-το θυμούμαι καλλίτερα.
-
-Ήτον ως δεκαέξ χρόνων η Ουρανίτσα μας και την αρραβώνιασαν με
-τον Σπύρον της Μπερνίτσας. Αυτό έγεινε πέντε ή έξ χρόνια
-μπροστά απ' την Επανάστασι. Και σαν εδώσανε της πανδρειές, κι'
-άλλαξαν τα σημάδια, την άλλη μέρα εκάμαμε τα μβασίδια και τον
-&εμβάσαμε& τον γαμβρό στο σπίτι μας, για νάρχετ' ελεύθερα, όπως
-είνε συνήθεια. Και 'ς ολίγες εβδομάδες ο Σπύρος, ο γαμβρός,
-ετοιμάσθη να κάνη ταξείδι, με την βομβάρδα τ' αδερφού του, γι'
-απάνω, για τα Μπογάζια της Πόλης, κι' αποκεί για τη Μαύρη
-Θάλασσα. Εταξείδευαν συχνά για κείνα τα μέρη, πότε με λάδια,
-πότε με κρασιά. Και σαν ετοιμάσθη να μισέψη ύ Σπύρος, μια
-βραδειά, γυρίζει και λέγει της μητέρας μου·
-
- — Να σου πω, μάννα, εσύ έχεις, μη προς βάρος, μέσ' το σπίτι,
-τριών λογιών παιδιά. Όσο και να την αγαπά την Ουρανίτσα ο
-μητρυιός της, δεν θα την έχη σαν τα παιδιά του, τα γκαρδιακά.
-Είνε το σπίτι σας σαν μια φωληά, από λογιών των λογιών πουλιά,
-όπου κάθε πουλί έχει και τη λαλιά του. Δεν αφίνεις την
-Ουρανίτσα, να την πάρ' η μητέρα μου στο σπίτι καλλίτερα, να την
-έχη συντροφιά, που είνε μονάχη της, όσο θα λείπω εγώ, ως που
-νάρθω, καλό κατευόδιο, να στεφανωθώ;
-
-Η μάννα μου, σαν τάκουσε, κούνησε της πλάτες.
-
- — Ξέρω κ' εγώ, πλειο, είπε μόνον. Να ιδούμε τι θα πη κι' ο
-πεθερός σου.
-
- — Ο πεθερός μου, είπεν ο Σπύρος, τι θα πη; . . . . φθάνει να
-θέλης του λόγου σου.
-
-Ο πεθερός ήτον ο αφέντης μου, ο μητρυιός της Ουρανίτσας.
-Εκείνος δεν είπεν όχι, επειδή πέφταμε πολλά παιδιά μέσ' στο
-σπίτι, κ' η μάννα μου γεννούσε ακόμα.
-
- — Ας πάη καλλίτερα με τη συμπεθέρα τη Μπερνίτσα, είπεν.
-
- — Ας πάη πλειο, είπε κ' η μάννα μου.
-
-Η Ουρανίτσα, κι' αυτή, σαν να της άρεσε να πάη να καθίση με την
-πεθερά της. Η συμπεθέρα, η Μπερνίτσα, χήρα, άλλο παιδί δεν
-είχε, παρά μίαν κόρη πανδρεμμένη, με δύο παιδιά, και τον γυιο
-της τον Σπύρο. Όποτε έλειπε ο Σπύρος, έμενε μονάχη της στο
-σπίτι. Ώστε εφάνη πρόθυμη να δεχθή τη νύφη της για συντροφιά.
-
-Η Ουρανίτσα ετοίμασε όλα τα ρούχα της, και την άλλη μέρα
-εκουβαλήθη στο σπίτι της πεθεράς. Ο Σπύρος ήτο έτοιμος να
-μβαρκάρη. Το ταχύ εμβαρκάρισε να φύγη, μα επειδή οι καιροί που
-φυσούσαν ήταν βορειάδες, επόδισε, και ήλθε πίσω, κ' εκάθισε
-ακόμη πέντ' έξ ημέρας, επειδή έκαμε μία όψιμη χιονιά, κ' οι
-βορειάδες εθύμωσαν, και δεν μπορούσε η βομβάρδα ν' αρμενίση
-καταπάν' τον αέρα. Ύστερα, σαν εμαλάκωσαν οι καιροί, κ' επήραν
-νοτιές, εμβαρκάρισε κ' έφυγε.
-
-Πέρασαν δυο-τρεις μήνες, κ' η Ουρανίτσα η αδελφή μου εζούσεν
-πολύ αγαπημένα με την πεθερά της. Κ' η συμπεθέρα με την μάννα
-μου είχαν αγάπες, κι' όλοι ήσαν χαρούμενοι. Κ' επερίμεναν,
-ημέρα με την ημέρα, να έρθη κανένα καΐκι από πάνω, να τους φέρη
-γράμμα απ' τον Σπύρο. Κ' ελογάριαζαν ως το φθινόπωρο, που
-έρχονται τα καράβια και δένουν στην πατρίδα για να ξεχειμάσουν,
-νάρθη κι' ο Σπύρος με το καλό, και τότε να γένη κι' ο γάμος.
-
-Πέρασε η Λαμπρή, ήλθε κι' ο Μάης με τα λούλουδα, ήλθε κι' ο
-θεριστής με τα χρυσά στάχυα, ήλθε κι' ο Αλωνάρης με της
-θημωνιές. Και σαν εμβήκ' ο Άουστος, έξαφνα ένα πρωί η συμπεθέρα
-η Μπερνίτσα βλέπει τη νύφη της και της εφάνη σαν ύποπτη και
-φοβισμένη. . . Ευθύς άρχισε να την εξετάζη·
-
- — Τι έχεις, κορίτσι;
-
-Η Ουρανίτσα άρχισε τα κλάμματα. Έσκυψε το κεφάλι ως τον κόρφο
-της πεθεράς της, το εχαμήλωσε παρακάτω ως την μέση της, της
-εφίλησε τα γόνατα, και ηθέλησε να ξομολογηθή. Μα η φωνή της
-έτρεμε. Δεν μπορούσε να βγάλη λόγο.
-
- — Θα μου πης;
-
-Της Ουρανίτσας ήτον κομμένη η φωνή της. Ως τόσο, να επάνω κάτω
-τι μπόρεσε να πη. . .
-
- — Σαν έφυγε. . . κ' επόδισε. . . κ' ήρθε πίσω. . . έλειπες του
-λόγου σου. . . ήσουν στην ανδραδέλφη μου. . . ένα δειλινό. . .
-
-Ήθελε να πη ότι ο αρραβωνιαστικός της την ηύρε μοναχήν, τον
-καιρόν που είχε μβαρκάρει την πρώτη φορά, κ' επόδισε και την
-κατεχράσθη.
-
-Η Μπερνίτσα δεν ηθέλησε να το πιστέψη·
-
- — Και μου το κρύβεις τόσον καιρό;. . .
-
- — Κ' εγώ δεν είξερα. . . τώρα το έννοιωσα, είπε με κλάμματα η
-Ουρανίτσα.
-
- — Ψέμματα λες! είπεν αγρία η Μπερνίτσα. Είσαι σε τέτοια θέσι
-που δε ειμπορεί να είνε απ' τον καιρό που λείπει ο γυιος
-μου. . . Με κανέναν άλλονε!. . .
-
-Ο λόγος αυτός της πεθεράς ήτον μαχαίρι δίκοπο, ήτον
-αστροπελέκι, ήτον θάνατος. Η Ουρανίτσα άρχισε να τρέμη όλη,
-κιτρίνησε, έπλεε στον ιδρώτα, πιάσθηκεν ο ανασασμός της.
-
- — Εγώ! μπόρεσε μόνο να πη. . . θα πιω φαρμάκι!
-
- — Να, εκειδά, πάνω στο αράφι, τώχω, είπε σκληρά η πεθερά της.
-Πάρε το και πιε το!!. . .
-
-Αυτόν τον λόγον είπε, και της γύρισε της πλάτες.
-
-Αυτό ήτον «ένα κ' ένα», παιδάκι μου, εξηκολούθησεν η γραία
-Φωλιώ, αφού είχε διακόψει επ' ολίγα λεπτά την αφήγησιν. Το πρωί
-επώθηκε αυτός ο λόγος, και το απόγευμα, κοντά το δειλινό, η
-Ουρανίτσα η αδερφή μου, βρέθηκε ξαπλωμένη κοντά στην πόρτα του
-σπιτιού απάνω στο κατώφλιο, με τα ποδάρια κατά μέσα στο σπίτι,
-και το κεφάλι κατά έξω στην αυλή, χλωμή, νεκρή, αποθαμμένη.
-
-Έβαλε η Μπερνίτσα της φωνές, έτρεξαν η γειτόνισσες. Σε λίγο
-έφθασε και η μάννα μου ξεμανδήλωτη, τραβώντας τα μαλλιά της.
-Έτρεξα κ' εγώ, πιάνομεν απ' τη φουστάνα της μητέρας μου, οχτώ
-χρονών κορίτσι, κλαίοντας, χωρίς ν' αγροικώ και να νοιώθω το
-γιατί.
-
-Την εσαβάνωσαν, την έκλαψαν σιγά, χωρίς μοιρολόγια. Η Μπερνίτσα
-«έπιασε τη χάσα». Δεν της εβάστα η καρδιά — δεν κοτούσε να πη
-την αλήθεια της μητέρας μου.
-
-Ύστερα, έπρεπε να την θάψουν πριν βασιλέψη ο ήλιος. Εκείνον τον
-καιρό δεν είχαμε δημάρχους, είχαμε δημογερόντους του χωριού,
-πρωτόγερους. Κι' ο πρωτόγερος του χωριού, ο κυρ-Αναγνώστης,
-ένας άνθρωπος όλο με συννεφιασμένο μέτωπο και ζαρωμένα φρύδια,
-δεν ήθελε να δώσουν άδεια να θάψουν την φαρμακωμένη στον άγιον
-τον τόπο, στα Μνημούρια, εκεί που έθαφταν τους Χριστιανούς. Κι'
-ο παππάς της εκκλησίας, σύφωνος, δεν ήθελε να της διαβάση, της
-φτωχής, ούτε τρισάγιο. Καθώς μου είπε ύστερα ο πνεμματικός,
-είχαν δίκηο, για να μη δίνεται κακό παράδειγμα. Έπειτα η αδερφή
-μου, ήτον η πρώτη ψυχή, ύστερα από αμνημόνευτα χρόνια, που
-σκοτώθηκε μοναχή της. Άλλοτε δεν είχε ξαναγείνει αυτό στον τόπο
-μας.
-
-Μερικοί άλλοι έλεγαν ότι δεν έπρεπε να ταφή επάνω στον τόπο, μη
-τυχόν βρυκολακιάση κ' ερθή πίσω — επειδή ο βρυκόλακας μόνον
-αρμυρά νερά δεν μπορεί να περάση. Βλέπεις εκείνα τα νησάκια,
-που είν' ένα καμάρι, ένα στολίδι εμπρός στα λιμάνι μας; Κύτταξ'
-εκείνο το νησί που το λένε Μαραγκό! Έτσι το έλεγαν απ' αρχής,
-έτσι άρχισαν πάλι να το λένε και τώρα. Μα έναν καιρό, το είχαν
-ονομάσει απ' τ' όνομα της αδερφής μου!
-
-Ο γείτονάς μας ο Γιαλουγγής, με τη βάρκα του και με τον
-σύντροφό του μαζί, τον Φραγκούλη της Μπάλιαινας, επήραν το
-λείψανο επάνω εις ένα πλατύ μαδέρι, και το κουβάλησαν, το
-βράχο, τον κατήφορο ως τη βάρκα. Η μάννα μου έτρεχε κατόπιν, κ'
-εγώ μαζί της. Κόσμος πολύς από περιέργεια, ακολούθησαν, ως κάτω
-στο γιαλό. Μερικοί έλεγαν κι' άσχημα λόγια·
-
- — Σκύλα! . . . ψοφίμι! . . .
-
-Την εμβαρκάρησαν στη φελούκα, κ' έπιασαν τα κουπιά οι δύο τους,
-επήγε μαζί κ' ένας άνθρωπος μ' ένα σελλάχι, με μια κουμπούρα
-στη μέση, και μ' ένα χονδρό ραβδί στο χέρι. Άνθρωπος με μεγάλα
-μουστάκια και με μακρυά μαλλιά, και μια μαύρη σκούφια. Ήτον ο
-καβάσης της δημογεροντίας. Τον είχε στείλει ο πρωτόγερος για
-συνοδεία. Επήραν μαζί τους δύο τσάπες κ' ένα φτυάρι. Άλλον δεν
-άφησαν να πατήση στη βάρκα. Τη μάννα μου την έδιωξαν μακρυά.
-Εγύρισε πίσω με τα κλάμματα. Η άλλες η μαννάδες, όταν γυρίζουν
-απ' το ξύδι, από την εκφορά του νεκρού, παύουν τα μοιρολόγια. Η
-μάννα μου τότες τ' άρχισε . . .
-
-Έκλεε, αμέρωτα, απαρηγόρητα, και μ' έκαμε κ' εμέ να κλαίω.
-Ανάμεσα την ερωτούσα·
-
- — Πού την πάνε, μάννα, την Ουρανίτσα μας;
-
-Ύστερ' από ένα χρόνο, μερικοί ψαράδες είχαν αναβή στη ράχι του
-νησιού, του Μαραγκού, όπου αργά και που ετύχαινε να πατήση
-άνθρωπος. Ήθελαν να κατεβάσουν μερικά ξηρόκλαδα, ή να κόψουν
-ολίγα ξύλα, για ν' ανάψουν φωτιά κάτω στην άμμο, να ψήσουν
-ψαράκια για να κολλατσίσουν. Εκεί ανάμεσα στα χαμόκλαδα, μια
-ασυνείθαστη μοσχοβολιά τους ήρθε.
-
-Εκεί, στην ρίζα ενός βράχου, εις ένα μέρος όπου το χώμα εξείχεν
-ολίγον, εις ένα μικρόν όχθον, ως μιάμισυ οργυιά το μάκρος, και
-τέσσαρες πιθαμές το πλάτος, ανθούσε μια ώμορφη ιτσιά, γεμάτη
-απ' ωραία ασπροκίτρινα λουλουδάκια, ίτσια, τόσα πολλά και
-φουντωτά, ώστε μπορούσαν να γεμίσουν ως δέκα καλάθια. Εκεί ήταν
-ο τάφος της φτωχής αδερφής μου. Από τότε το Μαραγκό άρχισαν να
-το λένε «το νησί της Ουρανίτσας».
-
-
-
-Τ Ε Λ Ο Σ
-
-
-
-ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
-ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
-
-ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ αριθ. 8 και ΒΕΡΑΝΖΕΡΟΥ αριθ. 11
-
-ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΝ
-ΒΙΒΛΙΩΝ
-
-Ο ημέτερος Οίκος, θέλων να συντελέση εις την ευκολωτέραν και
-ευρυτέραν διάδοσιν των εκδόσεών του εφήρμοσεν εις την πώλησιν
-αυτών καινοτομίαν, η οποία και έγινε μ' ενθουσιασμόν αποδεκτή
-υπό πάντων.
-
-Παραχωρούμεν επί πιστώσει και παραδίδομεν αμέσως εις πάντα
-ζητούντα βιβλία κατ' εκλογήν του, αξίας δρ. 100, εξοφλητέων εις
-20 μηνιαίας δόσεις εκ δραχ. 5 εκάστην, προκαταβαλλομένης μόνον
-της πρώτης δόσεως, δηλ. δραχ. 5.
-
-Ούτω με δαπάνην εντελώς ανεπαίσθητον δρ. 5 κατά μήνα δύναται
-πας οπουδήποτε διαμένων να προμηθευτή βιβλία εκ του ημετέρου
-Οίκου.
-
-Οι εν ταις επαρχίαις και τω εξωτερικώ επιβαρύνονται με τα έξοδα
-της αποστολής των βιβλίων, εκτός εάν προτιμώσι να τα
-παραδώσωμεν εις πρόσωπον εν Αθήναις διαμένον.
-
-Πάσα αίτησις μετά συνημμένου καταλόγου των ζητουμένων βιβλίων
-πρέπει να περιέχη το όνομα, την διεύθυνσιν, την πατρίδα και το
-επάγγελμα του αγοραστού.
-
-&Τα ταχυδρομικά επιβαρύνουσι πάντοτε τον αγοραστήν&.
-
-ΒΙΒΛΙΑ 100 ΔΡΑΧΜΩΝ
-
-ΔΕΜΕΝΑ Ή ΑΔΕΤΑ
-
-ΔΥΝΑΣΘΕ ΝΑ ΕΚΛΕΞΗΤΕ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΕΣ ΑΥΤΑ ΑΝΑ
-5 ΔΡΑΧΜΑΣ ΚΑΤΑ ΜΗΝΑ
-
-Δίδονται και διπλασίας ή τριπλασίας αξίας βιβλία με διπλασίας ή
-τριπλασίας μηνιαίας δόσεις.
-
-
-
-
-
-End of the Project Gutenberg EBook of New Year's Short Stories, by
-Alexandros Papadiamantis
-
-*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK NEW YEAR'S SHORT STORIES ***
-
-***** This file should be named 42070-0.txt or 42070-0.zip *****
-This and all associated files of various formats will be found in:
- http://www.gutenberg.org/4/2/0/7/42070/
-
-Produced by Sophia Canoni. Many Thanks to George Canonis
-for his valuable help in proofreading.
-
-
-Updated editions will replace the previous one--the old editions
-will be renamed.
-
-Creating the works from public domain print editions means that no
-one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
-(and you!) can copy and distribute it in the United States without
-permission and without paying copyright royalties. Special rules,
-set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
-copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
-protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
-Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
-charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
-do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
-rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
-such as creation of derivative works, reports, performances and
-research. They may be modified and printed and given away--you may do
-practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
-subject to the trademark license, especially commercial
-redistribution.
-
-
-
-*** START: FULL LICENSE ***
-
-THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
-PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
-
-To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
-distribution of electronic works, by using or distributing this work
-(or any other work associated in any way with the phrase "Project
-Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
-Gutenberg-tm License available with this file or online at
- www.gutenberg.org/license.
-
-
-Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
-electronic works
-
-1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
-electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
-and accept all the terms of this license and intellectual property
-(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
-the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
-all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
-If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
-Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
-terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
-entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
-
-1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
-used on or associated in any way with an electronic work by people who
-agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
-things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
-even without complying with the full terms of this agreement. See
-paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
-Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
-and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
-works. See paragraph 1.E below.
-
-1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
-or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
-Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
-collection are in the public domain in the United States. If an
-individual work is in the public domain in the United States and you are
-located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
-copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
-works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
-are removed. Of course, we hope that you will support the Project
-Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
-freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
-this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
-the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
-keeping this work in the same format with its attached full Project
-Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
-
-1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
-what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
-a constant state of change. If you are outside the United States, check
-the laws of your country in addition to the terms of this agreement
-before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
-creating derivative works based on this work or any other Project
-Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
-the copyright status of any work in any country outside the United
-States.
-
-1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
-
-1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
-access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
-whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
-phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
-Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
-copied or distributed:
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org
-
-1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
-from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
-posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
-and distributed to anyone in the United States without paying any fees
-or charges. If you are redistributing or providing access to a work
-with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
-work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
-through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
-Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
-1.E.9.
-
-1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
-with the permission of the copyright holder, your use and distribution
-must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
-terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
-to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
-permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
-
-1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
-License terms from this work, or any files containing a part of this
-work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
-
-1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
-electronic work, or any part of this electronic work, without
-prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
-active links or immediate access to the full terms of the Project
-Gutenberg-tm License.
-
-1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
-compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
-word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
-distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
-"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
-posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
-you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
-copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
-request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
-form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
-License as specified in paragraph 1.E.1.
-
-1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
-performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
-unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
-
-1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
-access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
-that
-
-- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
- the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
- you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
- owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
- has agreed to donate royalties under this paragraph to the
- Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
- must be paid within 60 days following each date on which you
- prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
- returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
- sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
- address specified in Section 4, "Information about donations to
- the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
-
-- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
- you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
- does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
- License. You must require such a user to return or
- destroy all copies of the works possessed in a physical medium
- and discontinue all use of and all access to other copies of
- Project Gutenberg-tm works.
-
-- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
- money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
- electronic work is discovered and reported to you within 90 days
- of receipt of the work.
-
-- You comply with all other terms of this agreement for free
- distribution of Project Gutenberg-tm works.
-
-1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
-electronic work or group of works on different terms than are set
-forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
-both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
-Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
-Foundation as set forth in Section 3 below.
-
-1.F.
-
-1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
-effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
-public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
-collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
-works, and the medium on which they may be stored, may contain
-"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
-corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
-property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
-computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
-your equipment.
-
-1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
-of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
-Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
-Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
-liability to you for damages, costs and expenses, including legal
-fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
-LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
-PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
-TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
-LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
-INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
-DAMAGE.
-
-1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
-defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
-receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
-written explanation to the person you received the work from. If you
-received the work on a physical medium, you must return the medium with
-your written explanation. The person or entity that provided you with
-the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
-refund. If you received the work electronically, the person or entity
-providing it to you may choose to give you a second opportunity to
-receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
-is also defective, you may demand a refund in writing without further
-opportunities to fix the problem.
-
-1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
-in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
-WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
-WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
-
-1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
-warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
-If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
-law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
-interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
-the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
-provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
-
-1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
-trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
-providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
-with this agreement, and any volunteers associated with the production,
-promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
-harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
-that arise directly or indirectly from any of the following which you do
-or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
-work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
-Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
-
-
-Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
-
-Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
-electronic works in formats readable by the widest variety of computers
-including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
-because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
-people in all walks of life.
-
-Volunteers and financial support to provide volunteers with the
-assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
-goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
-remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
-and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
-To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
-and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
-and the Foundation information page at www.gutenberg.org
-
-
-Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
-Foundation
-
-The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
-501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
-state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
-Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
-number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
-permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
-
-The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
-Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
-throughout numerous locations. Its business office is located at 809
-North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
-contact links and up to date contact information can be found at the
-Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
-
-For additional contact information:
- Dr. Gregory B. Newby
- Chief Executive and Director
- gbnewby@pglaf.org
-
-Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation
-
-Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
-spread public support and donations to carry out its mission of
-increasing the number of public domain and licensed works that can be
-freely distributed in machine readable form accessible by the widest
-array of equipment including outdated equipment. Many small donations
-($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
-status with the IRS.
-
-The Foundation is committed to complying with the laws regulating
-charities and charitable donations in all 50 states of the United
-States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
-considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
-with these requirements. We do not solicit donations in locations
-where we have not received written confirmation of compliance. To
-SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
-particular state visit www.gutenberg.org/donate
-
-While we cannot and do not solicit contributions from states where we
-have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
-against accepting unsolicited donations from donors in such states who
-approach us with offers to donate.
-
-International donations are gratefully accepted, but we cannot make
-any statements concerning tax treatment of donations received from
-outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
-
-Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
-methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
-ways including checks, online payments and credit card donations.
-To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
-
-
-Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
-works.
-
-Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
-concept of a library of electronic works that could be freely shared
-with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
-Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
-
-Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
-editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
-unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
-keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
-
-Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
-
- www.gutenberg.org
-
-This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
-including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
-Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
-subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
-