summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/39382-h
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '39382-h')
-rw-r--r--39382-h/39382-h.htm4817
-rw-r--r--39382-h/images/cover.jpgbin0 -> 157961 bytes
2 files changed, 4817 insertions, 0 deletions
diff --git a/39382-h/39382-h.htm b/39382-h/39382-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..a81de3f
--- /dev/null
+++ b/39382-h/39382-h.htm
@@ -0,0 +1,4817 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Σοφοκλής, Π. Βουτιερίδης, Οιδίπους επί Κολωνώ, Αρχαίο Δράμα, τραγωδία" />
+<title>Οιδίπους επί Κολωνώ</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 30px;
+}
+
+</style>
+
+</head>
+
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Oedipus at Colonus, by Sophocles
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Oedipus at Colonus
+
+Author: Sophocles
+
+Translator: Ilias Voutieridis
+
+Release Date: April 5, 2012 [EBook #39382]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OEDIPUS AT COLONUS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="467" height="672"
+alt="text" border="2" /><br /></p>
+
+<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. A table of corrections has been taken into account.
+The spelling of the book has not been changed otherwise. Missing
+text from the tragedy has been replaced by the translator by metric syllables</p>
+
+<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Ο πίνακας διορθώσεων έχει ληφθεί υπόψη. Η ορθογραφία
+του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Στίχοι που λείπουν έχουν
+αντικατασταθεί από τον μεταφραστή με μετρικές συλλαβές </p>
+
+
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 5em"><u>
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</u></p>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΣΟΦΟΚΛΗΣ</h1>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 4em">ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ</h2>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 9em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<br /><br />
+
+ΗΛΙΑ Π. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΟΥ</h4>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 8em">ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</h3>
+<hr></hr>
+<h3 style="margin-top: 8em">ΥΠΟΘΕΣΙΣ</h3>
+
+<p>Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» είναι κάπως συνδεδεμένος με τον «Οιδίποδα Τύραννον».
+Αφού δηλαδή εδιώχθη από την πατρίδα του ο Οιδίπους, γέρων πλέον, φθάνει εις τας
+Αθήνας, οδηγούμενος από την θυγατέρα του Αντιγόνην· διότι αι θυγατέρες ηγάπων τον
+πατέρα των περισσότερον από τους υιούς του. Φθάνει δε εις τας Αθήνας, καθώς λέγει ο
+ίδιος, κατόπιν χρησμού του Πυθικού μαντείου, ότι θ' απέθνησκε πλησίον των σεμνών
+λεγομένων θεών.</p>
+
+<p>Κατ' αρχάς λοιπόν γέροντες εγχώριοι, από τους οποίους συνίσταται ο Χορός, μαθόντες
+την άφιξίν του συναθροίζονται και διαλέγονται προς αυτόν. Κατόπιν έρχεται η Ισμήνη και
+του αναγγέλλει την έριδα των υιών του και την μέλλουσαν άφιξιν προς αυτόν του Κρέοντος,
+ο οποίος και, ελθών διά να τον φέρη πάλιν εις τας Θήβας, αναχωρεί άπρακτος.</p>
+
+<p>Ο Οιδίπους, αφού κατέστησε γνωστόν εις τον Θησέα τον χρησμόν, αποθνήσκει πλησίον
+του ναού των σεμνών θεών.</p>
+
+<p>Το δράμα τούτο είναι από τα πλέον αξιοθαύμαστα· το έγραψε δε ο Σοφοκλής, γέρων
+πλέον, χαριζόμενος όχι μόνον εις την πατρίδα του, αλλά και εις τον ιδιαίτερόν του δήμον,
+διότι κατήγετο από την Κολωνίδα φυλήν. Διά του δράματος τούτου ηθέλησεν ο Σοφοκλής
+να εξυμνήση τον δήμον του και να χαροποιήση τους Αθηναίους δι' όσων λέγει ο Οιδίπους,
+ότι η πόλις των θα είναι απόρθητος και ότι θα νικήσουν τους Θηβαίους προμαντεύων ότι
+θα πολεμήσουν ποτέ με αυτούς και ότι κατά τους χρησμούς θα τους νικήσουν εξ αιτίας του
+τάφου του.</p>
+
+<p>Η σκηνή του δράματος υπόκειται εις την Αττικήν κατά τον Ίππειον Κολωνόν, πλησίον
+του ναού των σεμνών θεών. Ο Χορός αποτελείται από άνδρας Αθηναίους, προλογίζει δε ο
+Οιδίπους.</p>
+
+<h3 style="margin-top: 8em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3>
+
+<p>
+<br />
+ΟΙΔΙΠΟΥΣ <br />
+ΑΝΤΙΓΟΝΗ<br />
+ΞΕΝΟΣ<br />
+ΧΟΡΟΣ ΑΤΤΙΚΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ<br />
+ΙΣΜΗΝΗ<br />
+ΘΗΣΕΥΣ<br />
+ΚΡΕΩΝ<br />
+ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ<br />
+ΑΓΓΕΛΟΣ</p>
+
+<h2 style="margin-top: 8em">ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ<br /><br />
+
+ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ</h2>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω Αντιγόνη μου, παιδί γέρου τυφλού, σε τόπους<br />
+ποιους έχουμ' έλθει ή σε ποιανών ανθρώπων πολιτεία;<br />
+Ποιος τώρα τον Οιδίποδα, που τριγυρνάει στα ξένα,<br />
+θα τον δεχτή πονετικά με τόσο λίγα δώρα,<br />
+που κι' αν γυρεύη λιγοστά, μα παίρνει κι' απ' το λίγο<br />
+ακόμη πιο λιγώτερο, κι' αυτό αρκετό για μένα;<br />
+Γιατί τα τόσα βάσανα και τα πολλά μου χρόνια,<br />
+και τρίτη η καρδιωσύνη μου μ' έμαθαν να υπομένω.<br />
+Όμως, παιδί μου, πουθενά καν' αποκούμπι αν βλέπης <br />
+πάνω στο δρόμον ή σιμά σε δάσος, που ταμένο<br />
+είναι στους θεούς, σταμάτα με και βάλε με να κάτσω<br />
+για να ρωτήσουμε σε ποιο φτάσαμε τάχα μέρος.<br />
+Γιατί σαν ξένοι ερχόμαστε να μάθουμε απ' τους ντόπιους<br />
+και τα όσα θε ν' ακούσουμε να κάνουμε.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πατέρα,<br />
+δυστυχισμένε Οιδίποδα, τα κάστρα, που φυλάνε<br />
+την πολιτεία, βρίσκουνται μακριά μας, καθώς βλέπω·<br />
+κι' ο τόπος τούτος άγιος μου φαίνεται πως είναι,<br />
+γιατί γεμάτο τον θωρώ με δάφνη, ελιές κι' αμπέλια·<br />
+και μέσ' απαλοφτέρουγα γλυκολαλούν αηδόνια.<br />
+Εδώ, στην απελέκητη την πέτρα τούτη κάτσε·<br />
+γιατί κι' ο δρόμος πούκαμες είναι πολύς για γέρο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν να κάτσω βάλε με και τον τυφλόν έχ' έγνοια.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Το ξέρω πια· να μου το πης αυτό δεν είν' ανάγκη.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μπορείς, αλήθεια, να μου πης σε ποιο φτάσαμε μέρος;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ναι· την Αθήνα ξέρω την· τον τόπον όμως όχι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί μας τόλεγεν αυτό καθένας στρατοκόπος.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ποιος είναι ο τόπος κάπου εδώ να πάω μήπως και μάθω;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ναι, ναι, παιδί μου, κι' αν μπορή κανείς εδώ να κάτση.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Μα κατοικέται· όμως θαρρώ πως πια δεν είναι ανάγκη<br />
+να πάω, γιατί έναν άνθρωπο σιμά μας βλέπω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια,<br />
+ερχάμενο ίσα κατά μας, τρέχοντας προς τα δώθε;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Μα νάτος είναι και παρών κι' ό,τι θαρρείς πως είναι<br />
+πρεπούμενο για να του λες, λέγε, γιατί κοντά είναι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω ξένε, ακούγοντας αυτή, που για τους δυο μας βλέπει, <br />
+ότι με το καλό έρχεσαι συ, που τον τόπο ξέρεις,<br />
+να πης τα όσα δεν ξέρουμε . . . . </p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Πριν να ρωτάς περσότερα, φεύγα απ' αυτό το μέρος,<br />
+γιατί σε τόπο βρίσκεσαι, που είναι αμαρτία να μπαίνης.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος είναι ο τόπος; ποιου θεού λογιέται κατοικία;</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Ανέγγιχτος κι' απάτητος. Γιατί τον κατοικούνε<br />
+οι τρομερές θεές, της Γης οι κόρες και του Σκότου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιών το σεβάσμιο τ' όνομα γροικώντας θα μπορούσα<br />
+να τους προσπέσω;</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Εδώ ο λαός κράζη τες Ευμενίδες,<br />
+που όλα τα βλέπουνε· κι' αλλού μ' άλλο όνομα τις κράζουν.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Όμως τον παρακαλεστή πονετικά ας δεχτούνε,<br />
+γιατί πια εγώ απ' το κάθισμα του τόπου αυτού δε θάβγω.</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι θες να πης;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Πως είναι αυτό της μοίρας μου σημάδι.</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα να σε διώξω μήτ' εγώ τ' αποκοτώ, αν δε θέλη <br />
+η πολιτεία και προτού μου πούνε τι να κάμω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Σ' ορκίζω, ξένε, στους θεούς, μη με καταφρονέσης,<br />
+τέτοιο ζητιάνο, να μου πης τα όσα παρακαλώ σε.</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Λέγε· από εμέ τουλάχιστο δε θάβρης καταφρόνια.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος είναι ο τόπος το λοιπόν αυτός, όπου έχουμ' έμπει;</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Γροικώντας όσα ξέρω εγώ κ' εσύ θα μάθης· όλος<br />
+ο τόπος τούτος άγιος είναι· και τον συχνάζει<br />
+ο Ποσειδών ο σεβαστός κι' ακόμη κι' ο Τιτάνας<br />
+ο φωτοκράτορας θεός ο Προμηθέας· το μέρος,<br />
+που εσύ πατείς, της γης αυτής το λεν χαλκό κατώφλι<br />
+και της Αθήνας στήριγμα· κ' οι τόποι οι κοντινοί του<br />
+καυχιούνται ότι έχουν αρχηγό τον αλογάρη τούτο<br />
+τον Κολωνό και φέρνουνε τ' όνομα το δικό του·<br />
+κι' όλοι το ίδιο του όνομα τώχουν για παρανόμι.<br />
+Τέτοια είναι αυτά, που τα τιμούν, ω ξένε, όχι με λόγια<br />
+αλλά πολύ περσότερο με το προσκύνημά τους.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν κάθουνται κι' άνθρωποι σ' αυτούς εδώ τους τόπους;</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Και βέβαια συνονόματοι με το θεόν ετούτον.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Εξουσιάζει τους κανείς ή κυβερνάει το πλήθος;</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Και τούτοι ορίζονται από το βασιλιά της χώρας.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος είναι αυτός, που σε βουλή και πόλεμο είναι πρώτος;</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Θησέας λέγεται, παιδί του παλαιού του Αιγέα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Τάχα θα πάη κανένας σας σ' αυτόν μαντατοφόρος;</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Και τι να κάμη ή τι να πη μαντάτορας αν πάη;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Πως, αν βοηθήση λιγοστά, μεγάλα θα κερδίση.</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Και ποια η βοήθεια απ' άνθρωπο, που δε μπορεί να βλέπη;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αληθινά θε να τα ειπώ όλα όσα θε να λέω.</p>
+
+<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p>
+
+<p>Τώρα γνωρίζεις, φίλε μου, πως δε θε ν' αμαρτήσης;<br />
+Αφού είσαι γενναιόκαρδος και μέσ' στη δυστυχία,
+(<sup><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></sup>)
+<br />
+καθώς το βλέπω, πρόσμενε αυτού, που πρωτοφάνης,<br />
+ως που να πάω να τα ειπώ σ' αυτούς εδώ τους ντόπιους,<br />
+όχι στη χώρα· γιατί αυτοί για εσέ θ' αποφασίσουν,<br />
+αν πρέπει εσύ να μένης ή δρόμο ν' αρχίσης πάλι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αληθινά, παιδάκι μου, μας έφυγεν ο ξένος;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Έφυγε· κ' έτσι δύνεσαι, πατέρα, μ' ησυχία<br />
+να προσεύχεσαι, γιατί εγώ μονάχα είμαι σιμά σου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αγριομμάτες δέσποινες, αφού στη χώρα τούτη <br />
+κάθισα παρακαλεστής στο κάθισμά σας πρώτα,<br />
+μη φανήτε σκληρόκαρδες σ' εμένα και στο Φοίβο,<br />
+που σίντας μου προμάντευε τις συφορές εκείνες<br />
+προείπε μου αυτόν τον τελειωμόν, αφού καιρός περάση,<br />
+όταν ερθώ στον υστερνό τον τόπον, όπου θάβρω<br />
+την κατοικία των σεμνών θεών και φιλοξένια,<br />
+εκεί και τη βαριόμοιρη ζωή μου θα τελειώσω,<br />
+διάφορο, αν κάτσω, φέρνοντας σ' αυτούς που με δεχτούνε,<br />
+και χαλασμό στους μ' έστειλαν, σ' αυτούς που μ' αποδιώξαν.<br />
+Και μου μηνούσεν ότι αυτών σημάδια θε ναρθούνε<br />
+κάποιος σεισμός, κάποια βροντή, κάποια του Δία λάμψη.<br />
+Κ' ένοιωσα τώρα, πως αυτός ο δρόμος να με φέρη<br />
+στο δάσος τούτο βέβαια σημάδι είναι δικό σας<br />
+αληθινό· γιατί ποτέ δε θα συναπαντιόμουν<br />
+στο διάβα μου πρώτα μ' εσάς, φρόνιμος μ' Ερινύες,
+(<sup><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></sup>)
+<br />
+και δε θε να καθόμουνα πάνω σ' αυτή την πέτρα<br />
+τη σεβαστή κι' αδούλευτη. Μα τώρα πια, θεές μου,<br />
+σύμφωνα με του Απόλλωνα τις προφητείες δόστε<br />
+σ' εμένα κάποιο θάνατο και τελειωμό της ζήσης,<br />
+εξόν, αν με νομίζετε πως λίγο τυραγνιούμαι,<br />
+ενώ πάντα τα βάσανα τα πιο τρανά υποφέρνω.<br />
+Εμπρός, ω γλυκοπόθητα παιδιά του αρχαίου Σκότου,<br />
+εμπρός, ω συνονόματη της δυνατής Παλλάδας<br />
+Αθήνα, πιο αξετίμητη από τις χώρες όλες,<br />
+τον ίσκιο αυτόν του Οιδίποδα τον άθλιο λυπηθήτε,<br />
+γιατί δεν είναι βέβαια τούτο τ' αρχαίο κορμί μου.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Σώπα, γιατί εδώ έρχουνται κάποιοι πολυχρονίτες<br />
+γέροι, για να εξετάσουνε κρυφά το κάθισμά σου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Και νά, σωπαίνω· μα κ' εσύ βγάλε με από το δρόμο<br />
+και μέσ' στο δάσος κρύψε με, ως που ν' ακούσω τούτους<br />
+ποια λόγια θε να πουν· γιατί καθένας, άμα ξέρη<br />
+τα πράματα, με προσοχή τις πράξες του οργανίζει.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή α'.</b></p>
+
+<p>Κύττα· ποιος ήταν τάχα; <br />
+πού στέκεται; πού νάναι<br />
+σαν έφυγε από δώθε<br />
+ο απόκοτος αυθάδης;<br />
+Ξέταζε· ζήταγέ τον,<br />
+σ' όλα τα μέρη ψάχνε·<br />
+κάποιος πλανητεμένος,<br />
+πλανητεμένος είναι<br />
+ο γέρος, όχι ντόπιος.<br />
+Αλλιώς αυτός ποτέ του<br />
+δεν ήθελε σιμώσει<br />
+στ' απάτητο το δάσος<br />
+των φοβερών παρθένων,<br />
+που δεν αποκοτούμε<br />
+να πούμε τ' όνομά τους<br />
+και που τις προσπερνούμε<br />
+χωρίς να τις κυττάμε,<br />
+χωρίς να πούμε λέξη,<br />
+και σαν βουβοί τα χείλη<br />
+κινώντας, με το νου μας<br />
+τις βαθυπροσκυνάμε.<br />
+Μα τώρα λεν, ότι ήλθε<br />
+κάποιος, που δεν τις τρέμει,<br />
+που εγώ, κι' αν όλο φέρνω<br />
+το δάσος γύρα, ακόμη<br />
+δε δύνουμαι να μάθω<br />
+πού τάχατε να μου είναι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ είμαι εκείνος, που ζητάτε·
+(<sup><a href='#fn3' id='ref3'>3</a></sup>)
+<br />
+γιατί με τη φωνή σας βλέπω<br />
+εσάς, που μου μιλάτε.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πω, πω!<br />
+Φοβερός και στη θωριά,<br />
+φοβερός και στη φωνή.
+(<sup><a href='#fn4' id='ref4'>4</a></sup>)
+</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παρακαλώ σας, γι' άνομο μη με νομίστε.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Δία προστάτη, ο γέροντας ποιος τάχα νάναι;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κάποιος, που δεν ταξίζει<br />
+να τον καλοτυχίστε,<br />
+βλεπάτορες του τόπου<br />
+αυτού. Και τ' αποδείχνω·<br />
+γιατί δε θα σερνόμουν<br />
+εδώ με ξένα μάτια<br />
+και δε θα στηριζόμουν<br />
+μεγάλος σε μικρή.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Αντιστροφή α.</b></p>
+
+<p>Ω! μάτια χαλασμένα!
+(<sup><a href='#fn5' id='ref5'>5</a></sup>)
+<br />
+τάχα είσαι κακομοίρης<br />
+από γεννησιμιό σου;<br />
+πολύχρονος, αλήθεια,<br />
+μου φαίνεται πως είσαι.<br />
+Μα όσο από μένανε είναι,<br />
+στις τόσες συφορές σου<br />
+δε θα προσθέσης τώρα<br />
+και τούτες τις κατάρες.<br />
+Γιατί τραβάς εμπρός.<br />
+Όμως για να μη πέσης<br />
+μέσ' στη βαθειά λαγκάδα,<br />
+όπου φωνή καμμία<br />
+να γροικηθή δεν πρέπει,<br />
+όπου και το κροντήρι<br />
+από νερό γεμάτο<br />
+σμίγει με το ποτάμι<br />
+των ιερών πιστώνε,
+(<sup><a href='#fn6' id='ref6'>6</a></sup>)
+<br />
+καλά απ' αυτά φυλάξου,<br />
+δυστυχισμένε ξένε,<br />
+μετατοπίσου, έξω έβγα.<br />
+Διάστημα μεγάλο<br />
+εσέ κ' εμάς χωρίζει.<br />
+Ακούς, βασανισμένε<br />
+τριγυριστή; κι' αν ίσως<br />
+να μου απαντήσης θέλης<br />
+για όσα σου λέω, λέγε,<br />
+αφού απ' τ' απάτητα έβγης,<br />
+εκείθε όπουθε ο νόμος<br />
+σ' όλους να λεν ορίζει.<br />
+Μα πριν μιλιά μη βγάλης.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κόρη μου, σαν τι ν' αποφασίσω;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πατέρα, πρέπει προσοχή να δίνουμε στους ντόπιους<br />
+υποχωρώντας στα σωστά κ' υπάκουοι να φανούμε.
+(<sup><a href='#fn7' id='ref7'>7</a></sup>)
+</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Πιάσε το χέρι μου λοιπόν.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Και νά που σε κρατάω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω ξένοι, ας μην αδικηθώ με το να σας πιστέψω<br />
+κι' από εδώ πέρα βγαίνοντας.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή β'.</b></p>
+
+<p>Ποτέ άθελά σου, γέρο,<br />
+από τα καταφύγια σου κανείς δε θα σε βγάλη.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Να προχωρήσω;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Προχώρα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ακόμη;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τράβα τον, κόρη,<br />
+πιο πέρα ακόμη,<br />
+γιατί εσύ βλέπεις.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν ακλούθα,<br />
+πατέρ' ακλούθα<br />
+με τυφλού πόδι<br />
+όπου σε φέρνω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>&nbsp;― ― ― ― </p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>υυυ ― υυ ― υ ― <br />
+υ-υυ-</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>&nbsp;―- ― υυ-</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Υπόμενε στα ξένα,<br />
+βασανισμένε ξένε,<br />
+μίσος να δείχνης σ' ό,τι<br />
+εχτρεύεται κ' η χώρα,<br />
+και σέβας νάχης σ' ό,τι<br />
+της είναι αγαπημένο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν οδήγα με, παιδί μου,<br />
+εκεί, όπου εύλαβα πατώντας,
+(<sup><a href='#fn8' id='ref8'>8</a></sup>)
+<br />
+θε να μπορέσουμε να πούμε<br />
+και να γροικήσουμε συνάμα,<br />
+κι' όχι ας μη λέμε στην ανάγκη.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Αντιστροφή β'.</b></p>
+
+<p>Αυτού στάσου· μη βγάνης άλλο<br />
+το πόδι σου έξω από το μέρος,<br />
+που είναι μπροστά σ' αυτή την πέτρα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Έτσι;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αρκετά, καθώς ακούς.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Να κάτσω;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αφού στα πλάγια<br />
+της πέτρας λίγο γύρης.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Αυτό πατέρα, είναι δουλειά δική μου·<br />
+δίπλωσ' το πόδι σου ήσυχα
+(<sup><a href='#fn9' id='ref9'>9</a></sup>)
+ απά στάλλο . . . .</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα, ωιμένα, αλλοίμονό μου!</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>αφού το γέρικο κορμί σου πάνω<br />
+στο φιλικό το χέρι μου ακουμπήσης.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα, ωιμένα, μαύρη συφορά μου!</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Βασανισμένε! τώρα,<br />
+που βρήκες ησυχία,<br />
+για πες τι άνθρωπος είσαι;<br />
+Ποιός είσαι ο κακομοίρης,<br />
+που σ' οδηγάνε; τάχα<br />
+μπορώ από εσέ να μάθω<br />
+από πατρίδα ποια είσαι;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Επωδός.</p>
+
+<p>Ω ξένοι! αποδιωγμένος<br />
+μα μη . . .</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Γέροντα, τι είναι<br />
+αυτό, που απαγορεύεις;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μη, μη, μη με ρωτήσης<br />
+ποιος είμαι, μη ζητήσης<br />
+περσότερα να μάθης.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μαύρη η γενιά μου.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Λέγε.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδί μου, ωιμένα,<br />
+σαν τι να φανερώσω;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω ξένε, από πατέρα<br />
+ποια είναι η γενιά σου λέγε.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μαύρος εγώ! τι πρέπει,<br />
+παιδάκι μου, να κάμω;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Λέγε, αφού πια σιμώνεις<br />
+σε κίνδυνο μεγάλο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Θα ειπώ· γιατί δε βλέπω<br />
+το πώς θα τ' αποφύγω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αργείς πολύ, μα βιάσου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ξέρετε κάποιον πούναι<br />
+του Λάιου παιδί;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πω, πω!</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Και τη γενιά</p>
+
+<p>των Λαβδακίδωνε;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Θεέ!</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Τον κακομοίρη Οιδίπου;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν εσύ είσ' εκείνος;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μην τρέμετε καθόλου<br />
+για τα όσα λέω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πω! πω!<br />
+κακόμοιρε, πω, πω!</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Τι θα μας λάχη τάχα,<br />
+κόρη μου;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Από τη χώρα<br />
+έξω μακριά φευγάτε.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Και κείνα πούχες τάξει<br />
+πώς θε να τα πληρώσης;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Κανείς από τη μοίρα του την παίδεψη δεν παίρνει,<br />
+αν στις παλιές του συφορές την τιμωρία φέρνη·<br />
+μα όταν το πρώτο γέλασμα συγκρίνεται με τάλλο,<br />
+δε φέρνει τη χαρά αμοιβή παρά καημό μεγάλο.<br />
+Κ' εσύ από τα καθίσματα τούτα και πάλι φεύγα,<br />
+σαν ξορισμένος πάλι<br />
+από τη χώρα μου έβγα,<br />
+μήπως στη πολιτεία μου φέρης ζημιά μεγάλη.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ω ξένοι μου ψυχόπονοι, αφού δεν υποφέρετε<br />
+το γέρο μου πατέρα,<br />
+γιατί τις πράξες που έκαμε χωρίς τη θέλησή του<br />
+απ' ακουστά τις ξέρετε,<br />
+όμως εμέ, παρακαλώ, τη δόλια θυγατέρα<br />
+να λυπηθήτε ξένοι.<br />
+Μόνο για τον πατέρα μου στα πόδια σας πεσμένη<br />
+προσκλαίγουμαι, θωρώντας σας με μάτια όχι βλαμμένα.<br />
+Σαν νάμουνα κ' εγώ δική σας γέννα<br />
+παρακαλώ, ξένοι, από εσάς λύπηση ο δόλιος νάβρη·<br />
+από τ' εσάς κρεμόμαστε σαν από θεόν οι μαύροι.<br />
+Έλα, την αναπάντεχην υποσχεθήτε χάρη,<br />
+θερμοπαρακαλώ σας<br />
+σ' ότι αγαπάτε πιο πολύ, παιδί σας ή ζευγάρι<br />
+ή πράματα ή θεό σας.<br />
+Γιατί κ' εσείς προσεχτικά κοιτώντας δεν μπορείτε<br />
+κανέναν άνθρωπο να ιδήτε,<br />
+που να μπορή μακρυά να διώχνη<br />
+τη συφορά του, ανίσως θεός πάνω σ' αυτήν τον σπρώχνη.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μάθε παιδί του Οιδίποδα, πως για τις συφορές σας<br />
+το ίδιο λυπόμαστε κ' εσέ κι' αυτόν μα δε μπορούμε,<br />
+γιατί πολύ φοβούμαστε τα όσα οι θεοί προστάζουν,<br />
+απ' όσα τώρα σούπαμε περσότερα να πούμε.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν απ' το καλό όνομα ή τη μεγάλη δόξα,<br />
+όταν του κάκου χύνεται, τι διάφορο απομένει,<br />
+ανίσως θεοφοβούμενη λεν την Αθήνα ότ' είναι<br />
+κι' ότι μονάχ' αυτή μπορεί τον κακομοίρη ξένο<br />
+να σώζη και μονάχ' αυτή να τόνε διαφεντεύη;<br />
+Μα αυτά για μένα που είναι τα; εσείς που με σηκώστε<br />
+απ' τα καθίσματά μου αυτά με διώχνετε κατόπι,<br />
+γιατί κατατρομάξατε μονάχ' απ' τόνομά μου·<br />
+βέβαια μόνο το σώμα μου μήτε και τα έργατά μου<br />
+το φόβο δε σας έφερεν· αφού με τα έργατά μου<br />
+εγώ έπαθα περσότερο κι' άλλος δεν βλάβη· ή πρέπει<br />
+να σου ιστορώ το ριζικό της μάννας και του κύρη
+(<sup><a href='#fn10' id='ref10'>10</a></sup>)
+<br />
+που είναι αφορμή του φόβου σου; αυτό καλά το ξέρω.<br />
+Κι' όμως πως είμαι εγώ κακός, που κι' όταν αδικιόμουν<br />
+διαφεντευόμουν τόσο που, ανίσως ενεργούσα<br />
+φρόνιμα, δε θα γίνομουν κακός όπως και τώρα;<br />
+Μα τώρα δίχως τίποτα να ξέρω ήλθα, όπου ήλθα,<br />
+ενώ κακόπαθα απ' αυτούς που ξέραν πως χανόμουν.<br />
+Γι' αυτά στους θεούς ορκίζω σας, παρακαλώ σας, ξένοι,<br />
+όπως με βγάλτε απ' το κακό έτσι και να με σώστε
+(<sup><a href='#fn11' id='ref11'>11</a></sup>)
+<br />
+και μη, αφού σέβεστε τους θεούς, τους αψηφάτε διόλου,<br />
+μα να θαρρήτε πως αυτοί θρήσκους κι' άθρησκους βλέπουν <br />
+και πως ως τώρα δα άθεος δεν έχει τους γλυτώσει.<br />
+Με τη βοήθεια των θεών εσύ μη μουτζουρώσης,<br />
+σ' έργ' άδικα δουλεύοντας, τη δοξασμένη Αθήνα,<br />
+μα, όπως τον παρακαλεστή στην προστασία σου πήρες,<br />
+βοήθα με και σώσε με· και μη το πρόσωπό μου<br />
+το τόσον άγριο βλέποντας, μη με καταφρονέσης,<br />
+γιατί ήρθα θεοφοβούμενος και με τους θεούς προστάτες<br />
+κι' όφελος φέρνοντας σ' αυτούς που κατοικούν τη χώρα.<br />
+Κι' όταν εδώ φτάση ο άρχοντας, που βασιλιάς σας είναι,<br />
+τότε, γροικώντας με καλά, θα μάθη όλα τα πάντα.<br />
+Μα εσύ στ' ανάμεσα κακός μη γίνεσαι καθόλου.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Να σεβαστούμε, γέροντα, τους στοχασμούς σου ανάγκη<br />
+μεγάλη είναι, γιατί τάχεις πωμένα<br />
+με βαρυά λόγια. Και γι' αυτά ο βασιλιάς της χώρας<br />
+ν' αποφασίση είν' αρκετό για μένα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Και πού είναι τώρα ο βασιλιάς της χώρας τούτης, ξένοι;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μένει στην πολιτεία του, που απ' τον πατέρα του έχει,<br />
+μα πάει μαντάτορας σ' αυτόν εδώ να τόνε φέρη<br />
+εκείνος, που με φώναξε κ' εμέναν' εδώ πέρα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια, το πιστεύετε πως θάχη καμμιάν έγνοια<br />
+ή σεβασμό για τον τυφλόν, ώστε ναρθή σιμά μας;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Το δίχως άλλο, τη στιγμή που τ' όνομά σου ακούση.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Και ποιος αυτός, που θε να πη σ' εκείνον τ' όνομά μου;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μακρύς ο δρόμος· μα οι ομιλιές των στρατοκόπων τόχουν<br />
+συνήθειο να διαδίνουνται, που ακούγοντάς τες κείνος,<br />
+μην απελπίζεσαι, θαρθή· τι το όνομά σου γέρο,<br />
+έφτασεν ως στ' αυτιά ολονών, που κι' αν βαριέται από ύπνο,
+(<sup><a href='#fn12' id='ref12'>12</a></sup>)
+<br />
+εδώ θε νάρθη γλήγορος, ακούγοντας για σένα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ας έρθη καλορρίζικος για με και για τη χώρα,<br />
+γιατί ποιος μεγαλόκαρδος δε θέλει το καλό του;
+(<sup><a href='#fn13' id='ref13'>13</a></sup>)
+</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Θεέ, τι να πω; πατέρα μου, στο νου μου τι να βάλω;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Τι είν' Αντιγόνη μου;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Θωρώ, καβάλλα απάς σε μούλα<br />
+κάποια γυναίκα νάρχεται σιμά μας· στο κεφάλι<br />
+σκιάδι φορεί θεσσαλικό να της κρατάη τον ήλιο.<br />
+Σαν τι να πω;<br />
+Τάχατες είναι; τάχατες δεν είναι; ή κάνω λάθος;<br />
+Και λέω και ξελέω το και τι να πω δεν ξέρω.<br />
+Ω την καημένη!<br />
+δεν είναι άλλη· χαρούμενη βέβαια με τα μάτια<br />
+με χαιρετάει σιμώνοντας, και τούτο φανερώνει<br />
+πως είναι δίχως άλλο αυτή η αδελφή μου Ισμήνη.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Τι είπες, παιδί μου;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πως θωρώ την κόρη σου κ' εμένα αδερφή μου· <br />
+κι' απ' τη φωνήν αμέσως θα το νοιώσης.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Ω δυο μου ονόματα γλυκά, πατέρα κι' αδερφή μου,<br />
+με κόπο αφού σας εύρηκα, μόλις τώρα και πάλι<br />
+απ' τα πολλά μου δάκρυα σας βλέπω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ήλθες, παιδί μου;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Πατέρα μου κακόμοιρε, που δε μπορείς να βλέπης.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδί μου φανερώθηκες;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Όχι με δίχως κόπο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αγκάλιασέ με, κόρη μου.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Νά, και τους δυο σας πιάνω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω σπλάχνο μου ιδιοαίματο.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Ω κακοτυχοζώντας.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ και τούτη δα;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ η κακομοίρα τρίτη.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Για λόγο ποιο ήλθες, κόρη μου;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Να σε νοιαστώ, πατέρα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μόνο απ' αγάπη;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Και να πω κάτι σ' εσένα η ίδια,<br />
+μ' ένα μονάχα δούλο μας, που μπιστεμένον είχα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Και οι δυο λεβέντες αδερφοί που είναι να κοπιάζουν;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Είν' εκεί πούναι· τρομερά τα τωρινά σ' εκείνους.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω κείνοι, πώς παρώμοιασαν σ' όλα με τα συνήθεια<br />
+της Αίγυπτος, στο φυσικό και στης ζωής τον τρόπο·<br />
+γιατί κ' εκεί ταρσενικά μέσα στο σπίτι μένουν<br />
+τον αργαλειό δουλεύοντας, ενώ οι γυναίκες πάντα<br />
+έξω γυρεύουν τη θροφή. Και από εσάς, παιδιά μου,<br />
+εκείνοι, που ήτανε σωστό να τα υποφέρουν τούτα,<br />
+μέσα στο σπίτι μένουνε κλεισμένοι σαν κορίτσια.<br />
+Κι' αντίς εκείνους σεις οι δυο τα τόσα βάσανά μου<br />
+για χάρη μου υποφέρετε του κακομοίρη. Η μία <br />
+απ' τον καιρό, που γίνηκε κοπέλλα και στο σώμα<br />
+δυνάμωσε, πάντα μαζί μ' εμένα τριγυρνώντας<br />
+εδώ κ' εκεί η βαριόμοιρη, το γέροντα οδηγάει,<br />
+πολλές φορές πλανούμενη μέσα στα δάση τ' άγρια<br />
+ξυπόλυτη και νηστικιά· και μέσ' στο καλοκαίρι<br />
+ή μέσ' στ' αγριοχείμωνο, κοπιάζοντας η δόλια,<br />
+τη σπιτικιάν ανάπαψη δε συλλογιέται διόλου,<br />
+αν έχη ο κύρης της ψωμί. Κ' εσύ, παιδάκι μου, ήλθες<br />
+και προτού, στον πατέρα σου κρυφά από τους Θηβαίους<br />
+τις προφητείες φέρνοντας, όσες γι' αυτό το σώμα<br />
+ειπώθηκαν, και φύλακας πιστός μου εστάθης, όταν<br />
+απ' την πατρίδα μ' έδιωχναν. Και τώρα πάλι, Ισμήνη,<br />
+ποιο λόγο στον πατέρα σου φέρνοντας ήλθες; ποια είναι<br />
+η αφορμή που σ' έκαμε το σπίτι σου ν' αφήσης;<br />
+Γιατί δεν ήλθες βέβαια δίχως καμμιάν αιτία,<br />
+καλά το ξέρω εγώ, αν κακό κανένα δε μου φέρνης.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Εγώ τα πάθη που έπαθα, πατέρα μου, ζητώντας<br />
+να βρω το μέρος που έμενες, στην άκρη θα τ' αφήσω.<br />
+γιατί δε θέλω δυο φορές να δοκιμάζω πόνους,<br />
+τη μιαν όταν παράδερνα, την άλλη αν τα λέω πάλι.<br />
+Μα τα κακά, που βρήκανε τους άτυχους τους γυιούς σου,<br />
+αυτά τώρα ήλθα να σου πω. Λοιπόν ανάμεσό τους<br />
+συνερισιά είχαν στην αρχή στον Κρέοντα ν' αφήσουν<br />
+το θρόνο και να μη γενούν ζημιά στην πολιτεία,<br />
+γιατί της οικογένειας μέσα στο νου τους είχαν<br />
+τον παλαιόν αφανισμόν, εκείνον πούχε πέσει<br />
+στο δύστυχο το σπίτι σου· τώρα όμως από κάποιον<br />
+θεό κι' από την αμυαλιά τη βλαβερή τους μπήκε<br />
+μέσα στους τρισκακόμοιρους κακή φιλονεικία<br />
+να βάλουν χέρι στην αρχή, στη βασιλεία της χώρας.<br />
+Κι' ο ένας ο πιο νεώτερος και πιο μικρός στα χρόνια<br />
+από το μεγαλείτερο, τον Πολυνείκη, αρπάζει,<br />
+το θρόνο και τον έδιωξε κι' απ' την πατρίδα ακόμη.<br />
+Κι' αυτός καθώς στη χώρα μας πολύς γίνεται λόγος,<br />
+στ' Άργος σαν πήγ' εξόριστος, για βοηθούς του παίρνει<br />
+συγγενολόι παράδοξο και πολεμάρχους φίλους, <br />
+στο νου του έχοντας γλήγορα ή το Άργος να πατήση<br />
+τη Θήβα και να τιμηθή ή να της δώση δόξα
+(<sup><a href='#fn14' id='ref14'>14</a></sup>)
+.<br />
+Δεν είν' αυτά, πατέρα μου, λόγια του αγέρα μόνο,<br />
+παρά έργατα τρομαχτικά· μα πού τα βάσανά σου<br />
+θα τα τελειώσουν οι θεοί δεν ημπορώ να νοιώσω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Το λες, γιατί τώρα έλπισες, πως οι θεοί για μένα<br />
+καμμιά φροντίδα θάχουνε, που πια να ξεγλυτώσω;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Ελπίζω εγώ στις τωρινές, πατέρα, προφητείες.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιες είν' αυτές; παιδάκι μου, τι είναι προφητεμένο;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Απ' τους Θηβαίους μια φορά για τον ευτυχισμό τους <br />
+θα ζητηθής, κι' αν ζωντανός ή πεθαμένος είσαι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος από τέτοιον άνθρωπο μπορεί να ωφεληθή;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Λένε, ότι η δύναμη εκεινών κρέμεται από τα σένα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Τάχα, όταν δεν υπάρχω πια, τότε είμαι τέτοιος άντρας;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Γιατί οι θεοί σηκώνουν σε τώρα, ενώ πριν σ' εχάναν.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μάταιο είναι να σηκώνουνε γέρο, που νιος γκρεμίστη·</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Μάθε όμως πως ο Κρέοντας σε λίγη όχι πολλή ώρα θάρθη γι' αυτά.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Να κάμη τι, κόρη μου; ξήγα το μου.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Να σε καθίσουνε σιμά στη Θήβα και να σ' έχουν<br />
+δικό τους, μα να μην πατής τα σύνορα της χώρας.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Και ποιο το διάφορο, αν εγώ μένω έξω από τη χώρα;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Δίχως τιμές ο τάφος σου ζημιά για κείνους θάναι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μονάχα με την κρίση του και δίχως προφητείες<br />
+μπορεί κανείς να νοιώση το.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν για τούτο θέλουν<br />
+να σε καθίσουνε σιμά στη χώρα τους, και μήτε<br />
+όπου τον εαυτό σου εσύ θα ορίζης να σ' αφήσουν.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν και με Θηβαίικο θα με σκεπάσουν χώμα; </p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Μα ο φόνος του πατέρα σου, πατέρα, το εμποδίζει.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν σ' εμένα κύριοι ποτέ τους δε θα γίνουν.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν αυτό θάναι ζημιά μεγάλη στους Θηβαίους.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιο περιστατικό αν γενή, θα πάθουνε, παιδί μου;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Απ' το δικό σου το θυμό, στον τάφον σου όταν έλθουν.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Λες όσα λες, αφού από ποιον τα γροίκησες, παιδί μου; </p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Απ' τους αποκρισάριους του Δελφικού μαντείου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κι' αυτά τάχει για μένανε προφητεμένα ο Φοίβος;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Έτσι τα λεν όσοι ήλθανε στην πολιτεία της Θήβας.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κι' από τους γυιούς μου τάχατε κανείς τάκουσε τούτα;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Κ' οι δυο τακούσανε κ' οι δυο πολύ καλά τα ξέρουν.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Έτσι λοιπόν, κι' αν τάκουσαν οι τιποτένιοι τούτα,<br />
+τη βασιλεία προτίμησαν καλλίτερ' από μένα;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Λυπόμουνα που τάκουγα, όμως σου τ' αναγγέλνω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Όμως οι θεοί ας μην πάψουνε ποτέ το μάλωμά τους,<br />
+που ήταν γραφτό τους, κι' άμποτε μόνο σε μένα νάναι<br />
+ο τελειωμός της γρήνιας τους αυτής, που τώρ' αρχίζουν<br />
+κι' ο ένας απάς στον άλλονε σηκώνει το κοντάρι·<br />
+κ' έτσι ούτε αυτός όπου κρατεί το σκήπτρο και το θρόνο<br />
+να μείνη, ούτε κ' εκείνος, που διώχτηκε από τη χώρα,<br />
+να πάη ποτέ πίσω σ' αυτήν· αφού κ' εμένανε, όταν<br />
+απ' την πατρίδα έτσι άτιμα διωχνόμουν, δε βοηθήσαν<br />
+μήτε και με διαφέντεψαν, παρά με θέληση τους<br />
+διώχτηκα με διαλάλημα κ' έφυγα για τα ξένα.<br />
+Μπορείς να πης πως δίκαια, μια και το πεθυμούσα,<br />
+η πολιτεία μούκαμε τότες αυτή τη χάρη.<br />
+Όχι, δεν είναι αλήθεια, αφού την ίδια εκείνη ημέρα,<br />
+τότε που χόχλαζε ο θυμός κ' ήταν τρανή χαρά μου<br />
+το νάβρω θάνατο και το να με πετροβολήσουν<br />
+κανείς δε φάνηκε βοηθός σ' αυτή την πιθυμιά μου.<br />
+Μα ύστερ' από καιρό, όταν πια όλος μου ο πόνος ήταν<br />
+μαλακωμένος κ' ένοιωθα πως ο θυμός μου τόσο <br />
+φούσκωσε, που βασανιστής έγινε πιο μεγάλος<br />
+απ' όσο πριν αμάρτησα, τότε πια από τη μία<br />
+η πολιτεία μ' έδιωχνε με βίαν απ' την πατρίδα<br />
+ύστερ' από πολύν καιρό, κι' από την άλλη εκείνοι,<br />
+οι γυιοί, που τον πατέρα τους μπορούσαν να βοηθήσουν,<br />
+δεν το θελήσανε παρά για μια τους λέξη μόνο,<br />
+που δεν την είπαν, πάντοτες εγώ σαν ψωμοζήτης<br />
+κι' απ' την πατρίδα εξόριστος στα ξένα τριγυρνούσα.<br />
+Όμως από τούτες εδώ, αν κ' είναι και κορίτσια<br />
+αδύνατα, όσο το μπορούν από το φυσικό τους,<br />
+έχω θροφήν όσο να ζω και τόπο για να μένω<br />
+και συνδρομή συγγενική· μα εκείνοι απ' το γονιό τους<br />
+προτίμησαν καλλίτερα το θρόνο να κρατούνε<br />
+και το ραβδί και νάχουνε την εξουσία της χώρας.<br />
+Μα δε θα το πιτύχουνε νάχουν εμέ βοηθό τους·<br />
+μήτε ποτέ και διάφορο θα ιδούν από της Θήβας<br />
+τη βασιλεία· το ξέρω αυτό, γροικώντας από τούτη<br />
+τις προφητείες και νοιώθοντας τα παλαιά τα λόγια <br />
+όσα για μένα κάποτε μου μήνυσεν ο Φοίβος.<br />
+Και τώρα και τον Κρέοντα να με ζητήση ας στέλνουν<br />
+ή κι' όποιον άλλον, που τρανός στην πολιτεία λογιέται.<br />
+Γιατί, αν εσείς, ω φίλοι μου, θελήσετε με τούτες<br />
+τις πολυσέβαστες θεές της χώρας τις προστάτρες<br />
+βοήθεια να μου δώσετε, τρανό στην πολιτεία<br />
+προστάτη θα χαρίσετε και στους εχτρούς μου λύπες.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ταξίζεις Οιδίπου, κ' εσύ κι' αυτές εδώ οι παρθένες<br />
+να βρης συμπόνεση· κι' αφού με τα όσα λες προστάτης<br />
+της χώρας τούτης δείχνεσαι να σ' ορμηνέψω θέλω<br />
+τα όσα θα σου είν' ωφέλιμα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω τρισαγαπημένε!<br />
+ορμήνευέ με ό,τι κ' εγώ τώρα να κάμω πρέπει.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Παστρέψου τώρα για τιμή των θεώνε, που σιμά τους<br />
+πρωτόρθες και τους πάτησες τον ιερό τους τόπο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Με τρόπους ποιους να κάμω αυτό; φίλοι μου, μάθετέ με.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πρώτα από αστέρευτη κρουνιά σταλαγματιές να φέρνης<br />
+άγιες, αφού με καθαρά τα χέρια του τις πιάσης.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κι' όταν αυτό το αμόλευτο νερό απ' τη βρύση πιάσω;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Είναι κροντήρια απ' άνθρωπο τεχνίτη δουλεμμένα,<br />
+που εσύ τα δυο χερούλια τους σκέπασε και το στόμα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Με νέα βλαστάρια ή γνέματα, ή με ποιόν άλλο τρόπο; </p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Με πρόβατου νεογέννητου ποκάρι νιοκομμένο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Καλά· μα κ' έπειτ' απ' αυτά πού πρέπει να τελειώσω;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Στέκοντας ανατολικά να χύνης τις χοές.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Με τα κροντήρια αυτά, που λες, και τις χοές να χύνω;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Απ' το καθένα τρις φορές χύνε· μα το στερνό όλο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Με τι να το γεμίσω αυτό; και τούτο ορμήνευέ με.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Νερό και μέλι· μα κρασί καθόλου να μη βάνης.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κι' όταν η γη η μαυρόφυλλη τα πάρη;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αφού σκορπίσης<br />
+και με τα δυο τα χέρια σου σ' αυτήν ελιάς κλωνάρια<br />
+ενιά από τρεις φορές, να λες τα παρακάλια τούτα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Να τα γροικήσω θέλω αυτά, γιατί είν' το πιο σπουδαίο.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Με την ψυχή καλόγνωμη να δέχουνται σωσμένο<br />
+τον παρακαλεστήν αυτές, που κράζουμ' Ευμενίδες,<br />
+ζήταγε εσύ μονάχος σου ή και για σε όποιος άλλος,<br />
+μιλώντας σιγανά χωρίς πιο δυνατή να βγάνη<br />
+φωνή· να τραβηχτή έπειτα δίχως να βλέπη πίσω.<br />
+Και τούτα αν κάμη θαρρετά κ' εγώ θα σε βοηθήσω·<br />
+αλλοιώτικα πάντα από σε, ξένε, θε νάχω φόβο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδιά μου, ακούτε αυτούς εδώ τους κοντινούς μας ξένους;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Κι' ακούσαμε και διάταζε να κάμουμε ό,τι πρέπει.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ να πάω δεν μπορώ· τι με κρατούνε δύο<br />
+κακά, που διόλου δύναμη δεν έχω, μήτε βλέπω.<br />
+Μα από τις δυο σας τώρα η μια τούτα να κάμη ας πάη.<br />
+Γιατί νομίζω, είν' αρκετή αντίς πολλές και μία<br />
+ψυχή να ξεπληρώση αυτά, καλόγνωμη αν σιμώνη.<br />
+Μα γλήγορα κάμετε αρχή και μη με αφήστε μόνο,<br />
+γιατί δεν έχει δύναμη μονάχο το κορμί μου<br />
+να σέρνεται, μηδέ χωρίς οδηγητή.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Να κάμω<br />
+αυτά που λες πηγαίνω εγώ· μα και το μέρος, όπου<br />
+ανάγκη θάναι να τα βρω, θέλω να μάθω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ξένη,<br />
+από το δάσος πέρα εκεί· και τίποτε αν σου λείψη<br />
+από όλα, υπάρχει φύλακας που θα σου πη.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Πηγαίνω<br />
+γι' αυτά, κ' εσύ, Αντιγόνη μου, μένοντας εδώ πέρα,<br />
+πρόσεχε τον πατέρα μας· γιατί κανείς δεν πρέπει<br />
+του κόπου νάχη θύμηση, για τους γονιούς του αν πάσχη.</p>
+
+<p><b>Στροφή α'.</b></p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Είναι σκληρό τη συφορά, που τώρα πια κοιμάται,<br />
+να την ξυπνάω, φίλε.<br />
+Όμως να μάθω θέλω . . . </p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αυτό που θέλεις ποιο είναι;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Το μαύρο σου τον πόνο,<br />
+που ανίκητος σε βρήκε<br />
+και σε κρατάει σκλάβο.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω! μη μου ξεσκεπάσης,<br />
+σε ορκίζω στη φιλιά σου,<br />
+όσα σκληρά έχω πάθει
+(<sup><a href='#fn15' id='ref15'>15</a></sup>)
+.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Θέλω ν' ακούσω, φίλε,<br />
+σωστή την ιστορία<br />
+αυτή, που τόσο απλώθη<br />
+στον κόσμ' όλο κι' ακόμη<br />
+δε λησμονιέται διόλου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμέ!</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Παρακαλώ σε,<br />
+στρέξε.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωχ, αλλοίμονό μου!</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Στρέξε· γιατί κ' εγώ<br />
+σ' ό,τι γυρεύεις στρέγω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p><b>Αντιστροφή α'</b></p>
+
+<p>Έπαθα, φίλοι, συφορές, έπαθα αθέλητά μου<br />
+και μάρτυρας ο θεός μου·<br />
+μα κι' απ' αυτές δεν ήλθε<br />
+καμμιά με θέλησή μου.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Όμως σε τι έχεις πάθει;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μ' έμπλεξε η πολιτεία<br />
+χωρίς να το γνωρίζω<br />
+σε μισητό κρεββάτι,<br />
+σε γάμους, που αφανίζουν.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια, όπως μαθαίνω,<br />
+επήρες της μητέρας<br />
+το στυγερό κρεββάτι;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμέ! θάνατος είναι<br />
+ν' ακούω τούτο, φίλε.<br />
+Όμως αυτές οι δύο<br />
+δικές μου είναι . . . </p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι λες;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κόρες και δυο κατάρες!</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω Δία!</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Γεννήθηκαν<br />
+από την κοιλοπόνια<br />
+ίδιας στους τρεις μας μάννας.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή β'</b></p>
+
+<p>Είναι λοιπόν και κόρες σου και. . .
+(<sup><a href='#fn16' id='ref16'>16</a></sup>)
+</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>και δυο αδερφάδες.<br />
+του πατέρα</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα!</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>και βέβαια ωιμένα!<br />
+αδιάκοπα χτυπήματα,<br />
+κακομοιριάς περίσσιας.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Έπαθες;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Έπαθα όσο<br />
+να τα θυμάμαι πάντα.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Έκαμες . . .</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Δεν έκαμα, όχι.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι λοιπόν;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Δέχτηκα δώρο,<br />
+που άμποτε ο κακομοίρης<br />
+εγώ την πολιτεία<br />
+να μην είχα βοηθήσει<br />
+για να μη το κερδίσω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Αντιστροφή β'</b></p>
+
+<p>Δυστυχισμένε, τι λοιπόν; σκότωσες; . . . </p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Τι είναι τούτο<br />
+Σαν τι θέλεις να μάθης;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>τον πατέρα;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα!<br />
+Δεύτερη μου κατάφερες<br />
+πληγή πας στην πληγή.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Σκότωσες;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Σκότωσα· όμως<br />
+ο φόνος μου έχει κάτι</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>να με δικαιολογήση.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Σαν τι;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Θε να σου πω.<br />
+Νά, δηλαδή απ' ανάγκη<br />
+σκότωσα και ξολόθρεψα·<br />
+μα είμαι απ' το νόμο αθώος,<br />
+γιατί χωρίς να ξέρω<br />
+έκαμα αυτό το φόνο.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα νά, που φθάνει ο βασιλιάς Θησέας ο γυιός του Αιγέα·<br />
+γι' αυτά που τον καλέσαμε, καθώς παρακαλούσες.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Από πολλούς ακούγοντας και πρώτα των ματιών σου<br />
+το ματοστάλαχτο χαμό, παιδί του Λάιου, σ' είχα<br />
+γνωρίσει και τα τωρινά στο δρόμο μου γροικώντας<br />
+γνωρίζω σε καλλίτερα. Γιατί κ' η φορεσιά σου<br />
+κ' η κεφαλή σου η δύστυχη δείχνουν σ' εμάς ποιος είσαι·<br />
+κι' αφού πια σε συμπόνεσα να σε ρωτήσω θέλω<br />
+δυστυχισμένε Οιδίποδα, σ' αυτό το μέρος ήλθες<br />
+ποιο παρακάλεμα έχοντας για με και για τη χώρα,<br />
+κ' εσύ κι' αυτή η βαριόμοιρη παραστεκάμενή σου.<br />
+Λέγε· κι' αν έχης να μου ειπής κανένα παρακάλιο<br />
+μεγάλο, που εξ αιτίας του μακριά θε να τραβιόμουν,<br />
+εγώ, που ξένος τι θα ειπή το ξέρω, γιατί ξένος,<br />
+καθώς εσύ όταν ήμουνα, τόμαθα και στα ξένα<br />
+σαν άντρας εκινδύνεψα πολύ για το κορμί μου,
+(<sup><a href='#fn17' id='ref17'>17</a></sup>)
+<br />
+κ' έτσι δε δύνουμαι κρυφά κανένα ν' αποφύγω,<br />
+που ξένος είναι, όπως εσύ, για να μη τον βοηθήσω.<br />
+Γιατί, πως είμαι άνθρωπος καλά το ξέρω κι' ότι<br />
+δεν είν' δικό μου τ' αύριο περσότερο από σένα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Θησέα, η μεγαλοκάρδια σου με λίγα λόγια εφάνη<br />
+γι' αυτό πρέπει με λιγοστά κ' εγώ να σου μιλήσω.<br />
+Επειδή εσύ ποιος είμ' εγώ και ποιος είν' ο γονιός μου<br />
+κι' από ποιόν τόπον ήλθα εδώ τάχεις όλα ειπωμένα·<br />
+κ' έτσι δε μου απολείπεται να λέω τίποτ' άλλο<br />
+παρ' όσα μου χρειάζονται, και τελειώνει ο λόγος.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Λέγε το τούτο στη στιγμή για να το μάθω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Δώρο<br />
+για να σου δώσω έρχουμαι τάραχλο το κορμί μου,<br />
+όχι σπουδαίο στη θωριά· μα είν' απ' αυτό τα κέρδη<br />
+τρανότερα ή όσο φαίνεται το πρόσωπό μου ωραίο.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Και ποιο διάφορο φέρνοντας θαρρείς ότι εδώ φτάνεις;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Θε να το μάθης κάποτε, με τον καιρό, όχι τώρα.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Και πότε θα φανερωθή λοιπόν το χάρισμά σου;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Όταν πεθάνω εγώ κ' εσύ φροντίσης να με θάψης.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Ζητάς της ζήσης τα στερνά· μα όσα στ' ανάμεσα είναι <br />
+ή τα ξεχνάς ολότελα ή δεν τα λογαριάζεις.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί μέσα στο θάψιμο για με βρίσκουνται κείνα.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μα η χάρη αυτή, που μου ζητάς, πολύ μικρή είναι χάρη.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Όμως για πρόσεξε· μικρό δεν είν' αυτό το πράμα.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Για τα παιδιά σου τάχατε το λες αυτό ή για μένα;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Εκείνοι μ' αναγκάζουνε να πάω κει πέρα πάλι.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Όμως δεν πρέπει μήτ' εσύ να φεύγης σαν δε θέλουν.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μα όταν τόθελα κ' εγώ, δε μ' άφιναν να φύγω.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Τρελλέ! ο θυμός στις συφορές ωφέλεια δεν είναι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Όταν μ' ακούσης, συμβουλές λέγε· τώρα όμως άσ' τες.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Λέγε· γιατί δεν είν' πρεπό να λέω χωρίς να ξέρω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Θησέα, δοκίμασα κακά το ένα πάνω στ' άλλο.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Θέλεις να πης για την παλιά κατάρα της γενιάς σου;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, καθόλου, γιατί αυτή καθ' Έλληνας τη λέει.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Τι από τ' ανθρώπινα κακά περσότερο υποφέρνεις;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Έτσ' είναι· απ' την πατρίδα μου μ' έδιωξαν οι σπορές μου·<br />
+και πια δε μου είναι βολετό να πάω κει πέρα πάλι,<br />
+γιατί είμαι του πατέρα μου φονιάς.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν πώς πίσω<br />
+να σε γυρίσουνε μπορούν, ώστε να μένης χώρια;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Το στόμα το θεοτικό θα τους εξαναγκάση.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Ποια δυστυχία φοβούμενοι από τις προφητείες;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ότι είναι το γραμμένο τους εδώ να σκοτωθούνε.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Και πώς μπορεί έχτρητα να μπη σ' εμένα και σ' εκείνους;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδί του Αιγέα πολυακριβό, μόνο οι θεοί δεν ξέρουν<br />
+γεράματα, μηδέ ποτέ πεθαίνουν· μα όλα τάλλα<br />
+ο παντοδύναμος καιρός τ' αναποδογυρίζει.<br />
+Σβύνει κ' η δύναμη της γης και του σωμάτου σβύνει<br />
+η πιστοσύνη χάνεται κ' η απιστία γεννιέται.<br />
+μήτε ποτές ανάμεσα σε φίλους άντρες μένει<br />
+η ίδια γνώμη και μηδέ σε χώρα γι' άλλη χώρα.<br />
+Γιατί σε τούτους τώρα δα κι' αργότερα σ' εκείνους<br />
+μίσος ή αγάπη γίνεται κ' ύστερα πάλι αγάπη.<br />
+Κι' ανίσως τώρ' ανάμεσα σ' εσένα και τη Θήβα<br />
+όλα καλά πηγαίνουνε, διαβαίνοντας ο χρόνος<br />
+ο αμέτρητος αρίφνητες γεννάει νύχτες κ' ημέρες,<br />
+που απ' αφορμή παραμικρή σκορπιούνται στους ανέμους<br />
+με πόλεμον οι τωρινές φιλιές και συμμαχίες·<br />
+όταν καμμιά φορά θα πιή ζεστό το αίμα εκείνων<br />
+το κρύο το κουφάρι μου που θάναι μέσ' στο χώμα,<br />
+αν είναι Ζευς ακόμη ο Ζευς κι' αληθινός ο Φοίβος.<br />
+Μα αφού δεν είν' πρεπούμενο τ' απόκρυφα να λέω,<br />
+σ' αυτά που αρχίνησα άσε με, φυλάγοντας μονάχα<br />
+την πιστοσύνη σου· κ' εσύ δε θε να πης ποτέ σου<br />
+πως τον Οιδίποδα σ' αυτούς τους τόπους τον εδέχτης<br />
+να κάτση ανώφελα, αν οι θεοί βέβαια δε με γελάσουν.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω βασιλιά και πρίντερα στη χώρα πως θα δώση<br />
+ο άνθρωπος τούτος έταζε και τούτα κι' άλλα λόγια.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος θα μπορέση το λοιπόν την καλογνωμοσύνη<br />
+να μη δεχτή τέτοιου ανθρώπου; που πρώτα η φιλοξένια <br />
+κοινή γι' αυτόν κ' αιώνια στη χώρα μας υπάρχει, <br />
+κ' έπειτα, παρακαλεστής αν κ' ήλθε των θεώνε,<br />
+πληρώνει φόρο όχι μικρό σ' εμένα και στη χώρα.<br />
+Κ' εγώ επειδή τα σέβουμαι δε θ' αρνηθώ ποτέ μου<br />
+το δώρο του παρά κ' εδώ θα τον δεχτώ να κάτση.<br />
+Κι' αν εδώ ο ξένος προτιμά να μένη θα διορίσω<br />
+εσένα για να τον φυλάς· ή αν προτιμάς μαζί μου<br />
+νάρχεσαι, Οιδίποδα, απ' αυτά σ' αφίνω να διαλέξης,<br />
+αφού σκεφτής· γιατί κ' εγώ μ' εσέ θα συμφωνήσω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Σ' ανθρώπους τέτοιους άμποτε, Δία, καλό να δίνης.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν τι θέλεις; νάρχεσαι στ' αρχοντικό μου αλήθεια;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Βέβαια αν μου ήταν βολετό· μα ο τόπος τούτος είναι . . .</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>όπου θα κάμης τι; επειδή ενάντιος δε θα σου είμαι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Όπου θε να νικήσω αυτούς, που μ' έχουν αποδιώξει.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μεγάλο τάζεις χάρισμα για τη διαμονή σου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ανίσως βέβαια κ' εσύ το λόγο σου κρατήσης.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μην έχης φόβο όσο για εμέ δε θε να σε προδώσω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ βέβαια σαν άπιστο δε θα σε δέσω μ' όρκο.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μα κ' έτσι δε θα κέρδιζες περσότερ' από τώρα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Πώς θε να κάμης το λοιπόν;</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Τι πιο πολύ φοβάσαι;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Θε νάρθουν άνθρωποι . . . </p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Γι' αυτούς θάχουν την έννοια τούτοι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κοίτα, μ' αφίνεις . . . </p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μη μου λες όσα να κάμω πρέπει.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ανάγκη να φοβάμ' εγώ.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Δε σκιάζεται η καρδιά μου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Δεν ξέρεις τους φοβερισμούς . . . </p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Ξέρω, πως από δώθε,<br />
+χωρίς να θέλω εγώ, άνθρωπος κανείς δε θα σε πάρη.<br />
+Πολλές φοβέρες την ψυχή του κάκου φοβερίσαν<br />
+με πολλά λόγια· μα, άμα ο νους έρθη στα συγκαλά του,<br />
+πάνε τα φοβερίσματα στο βρόντο· και σ' εκείνους,<br />
+κι' αν πήραν θάρρος φοβερά να λεν για το άρπαγμά σου,<br />
+το ξέρω εγώ, το πέλαγο, που είν' αποδώ ως κει πέρα,<br />
+μεγάλο κι' αταξίδευτο ίσως φανή. Για τούτο,<br />
+και χώρια από ό,τι σκέφτουμαι, εγώ σε συμβουλεύω<br />
+να μη φοβάσαι, αν σ' έστειλεν ο Φοίβος εδώ πέρα·<br />
+μα κ' αν εγώ δεν είμ' εδώ, ξέρω πως τόνομά μου<br />
+μόνο θα σούναι φύλακας κακό να μη παθαίνης.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή α'.</b></p>
+
+<p>Στης αλογοθροφούσας τούτης χώρας<br />
+το μέρος τ' ομορφότερο ήλθες, ξένε,<br />
+στον Κολωνό τον ασπροχώματ' όπου<br />
+το γλυκόλαλο αηδόνι κελαδάει<br />
+συχνάζοντας στα δροσερά φαράγγια,<br />
+πάνω στο μαύρο τον κισσό πετώντας<br />
+και στου θεού τ' απάτητο το δάσος,<br />
+που κάνει πλήθος τους καρπούς κι' ούτ' ήλιος<br />
+ούτε κανένας άνεμος το πιάνει·<br />
+όπου συχνάζει πάντοτ' ο πατέρας<br />
+του μεθυσιού ο Διόνυσος, συντρόφους<br />
+πιστούς τις θείες έχοντας βυζάχτρες.</p>
+
+<p><b>Αντιστροφή α'.</b></p>
+
+<p>Και με την ουρανόσταλτη δροσιά μέρα τη μέρα<br />
+το φουντωτό μανούσι ανθίζει,<br />
+που δυο τρανών θεών παλιό στολίδ' είναι, κι' ο κρόκος,<br />
+που σαν χρυσάφι λαμπυρίζει·<br />
+και δε στερεύουν οι πηγές οι ακοίμητες, που θρέφουν<br />
+πλούσια του Κηφισού το ρέμα,<br />
+μα πάντα κάθε μέρα αυτός με τα νερά καθάρια<br />
+στης πλατοστήθας γης τους κάμπους<br />
+ξεχύνεται πιο γλήγορο το κάρπισμα να φέρη·<br />
+μήτε τη μίσησαν οι Μούσες,<br />
+μήτε κ' η χρυσοχάλινη τήνε μισεί Αφροδίτη.</p>
+
+<p><b>Στροφή β'.</b></p>
+
+<p>Ανθίζει ακόμη δέντρο, που ως τα τώρα<br />
+μήτε και μέσ' στη χώρα της Ασίας<br />
+μήτε και στο τρανό του Πέλοπα νησί<br />
+δεν άκουσα, πως μόνο του φυτρώνει,<br />
+χωρίς να φυτευτή από ανθρώπου χέρι, <br />
+όντας στων εχτρών τάρματα φοβέρα,<br />
+που πιο πολύ στη χώρα τούτη ανθίζει,<br />
+η ασημοφυλλ' η ελιά, που θρέφει<br />
+τα παλληκάρια· αυτή κανένας νέος<br />
+ή γέρος αρχηγός δε θ' αφανίση<br />
+με τους πολεμιστές του κόβοντάς τη,<br />
+γιατί το μάτι, που όλα γύρω βλέπει,<br />
+του Δία, που είναι της ελιάς προστάτης,<br />
+τη φυλάει κ' η Αθηνά η γαλανομμάτα</p>
+
+<p><b>Αντιστροφή β'.</b></p>
+
+<p>Μα έχω για την πατρίδα μου να ειπώ και παίνεμ' άλλο <br />
+πολύ καλλίτερο, που δώρο<br />
+είναι του δυνατού θεού και καύχημα μεγάλο<br />
+της χώρας μου, πως είναι πρώτη<br />
+στο να γυμνάζη τ' άλογα και πρώτη στα καράβια.<br />
+Ω γυιέ του Κρόνου, Ποσειδώνα<br />
+αφέντη, εσύ τη σήκωσες σε τόσο τρανή δόξα,<br />
+γιατί σε τούτα εδώ τα μέρη<br />
+πρωτόφτιασε το χέρι σου τα γκέμια, που μερώνουν<br />
+τάλογα. Κι' αλαφρά στο κύμα<br />
+το καλοχούφτιαστο κουπί με λάμνισμα πηδάει<br />
+ακολουθώντας τις Νεράιδες.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ω χώρα, που με περισσούς επαίνους σε παινεύουν,<br />
+τώρα είν' δουλειά σου αληθινά τα λόγι' αυτά να δείξης.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κόρη μου, τι αναπάντεχο είναι;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Με βία, πατέρα,<br />
+ο Κρέοντας και με βοηθούς έρχεται κατά μας.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αγαπημένοι γέροντες, τώρ' από σας μονάχα<br />
+μπορεί σ' εμένα να δειχτή του γλυτωμού το τέλος.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μη σκιάζεσαι και θα δειχτή· γιατί κι' αν ίσως είμαι<br />
+γέρος εγώ, δε γέρασε κ' η δύναμη της χώρας.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Ευγενικοί άντρες, που σ' αυτή τη χώρα κατοικείτε,<br />
+μέσα στα μάτια σας θωρώ, πως με τον ερχομό μου<br />
+σας έχει πιάσει τώρα δα κάποιος μεγάλος φόβος·<br />
+μη με φοβόσαστε, μηδέ λόγο κακό να βγάλτε.<br />
+Γιατί δεν ήλθα θέλοντας κάνα κακό να κάμω<br />
+αφού κ' εγώ είμαι γέροντας και ξέρω, ότι σε χώρα<br />
+έρχουμαι, που είναι δυνατή όσο δεν είν' καμία άλλη<br />
+Ελληνική. Όμως στάλθηκα μήπως και καταφέρω<br />
+το γέρο τούτον άνθρωπο στη Θήβα νάλθη πίσω·<br />
+Θηβαίος ένας δε μ' έστειλε, μα με προστάξαν όλοι,<br />
+γιατί από τη συγγένεια μας μου πρέπει να λυπάμαι<br />
+για τα παθήματ' αυτουνού περσότερο απ' τη χώρα.<br />
+Μα, Οιδίπου κακορροίζικε, ακούγοντας εμένα,<br />
+γύρισε στην πατρίδα σου. Σε προσκαλνάει δίκια<br />
+όλης της Θήβας ο λαός· και πιο πολύ από τούτον<br />
+εγώ, γιατί περσότερο ― αν μέσα στους ανθρώπους<br />
+δεν είμαι ο πιο κακώτερος ― πονώ στις συφορές σου,<br />
+θωρώντας σε τον άμοιρο νάσαι χωρίς πατρίδα,<br />
+πάντ' αλανιάρης, νηστικός
+(<sup><a href='#fn18' id='ref18'>18</a></sup>)
+, κ' έχοντας στήριγμά σου<br />
+μια κόρη· δε φαντάζομουν ποτέ μου ο κακομοίρης<br />
+ότι θε νάχε πέσει αυτή σε τόση δυστυχία<br />
+σ' όση είν' πεσμέν' η δύστυχη, παντοτινά για σένα<br />
+τον άραχλο φροντίζοντας με στερεμένη ζήση,<br />
+τόσο μικρούλα ανύπαντρη και που μπορεί καθένας<br />
+να την αρπάξη. Τάχατες βαρειά ντροπή δεν είπα,<br />
+μαύρος εγώ, για εσέ, για εμέ και τη γενιά μας όλη; <br />
+Μα αφού δεν είναι βολετό τα φανερά να κρύβω,<br />
+Οιδίπου εσύ, στους πατρικούς θεούς μας σ' εξορκίζω,<br />
+κρύψε τα, ακούγοντας εμέ, στέργοντας να γυρίσης<br />
+ξανά στην πολιτεία σου, στο πατρικό σου σπίτι,<br />
+τη χώρα τούτη φιλικά σαν αποχαιρετήσης,<br />
+τι της αξίζει· μα σωστό είναι την εδική σου<br />
+να σεβαστής περσότερο, γιατί σ' έχει αναθρέψει.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω εσύ, που όλα τ' αποκοτάς και σ' όλα μπορείς νάβρης<br />
+κάθε λογής πονήρεμα για δικαιολόγησή σου,<br />
+δόλωμ' αυτά τι μου πετάς και θέλεις να με πιάσης<br />
+πάλι, που αν επιανόμουνα, πιότερο θα λυπόμουν;<br />
+Γιατί κι' όταν υπόφερνα πριν απ' τις συφορές μου,<br />
+όταν για μένα ήταν χαρά να φύγω απ' την πατρίδα,<br />
+αν κ' ήθελα, δεν ήθελες τη χάρη να μου κάμης.<br />
+Μα τον καιρό, που πια ο θυμός μούχε περάσει κ' ήταν<br />
+γλυκός μου πόθος το να ζω μέσ' στην πατρίδα, τότε<br />
+μ' εξώριζες και μ' έδιωχνες στα ξένα, και δε σου ήταν<br />
+τότες αυτή η συγγένεια μας καθόλου αγαπημένη.<br />
+Και τώρα πάλι, που θωρείς καλόγνωμη να μου είναι<br />
+η χώρ' αυτή κ' οι κάτοικοι, πασχίζεις να μ' αλλάξης<br />
+τη γνώμη, γλυκολέγοντας σκέψες σκληρές· μα ποια είναι<br />
+αυτή η χαρά να ευεργετής ανθρώπους άθελά τους;<br />
+Αν δηλαδή κανείς, ενώ παρακαλάς για κάτι,<br />
+δε δίνη τίποτε, μηδέ να σε βοηθήση θέλη,<br />
+αν κ' η καρδιά σου λαχταρά γι' αυτά που ανάγκη τάχεις,<br />
+τότε σου χάριζε, όταν πια τόπο δεν πιάνη η χάρη,<br />
+ανώφελη ευχαρίστηση για σε δε θάταν τούτη;<br />
+Αλλ' όμως τέτοια δα κ' εσύ σ' εμένανε προσφέρνεις·<br />
+καλά στα λόγια βέβαια, μα ψεύτικα στα έργα.<br />
+Μα και σε τούτους θα τα πω για να σε δείξω ψέφτη.<br />
+Ήλθες να πάρης με από δω όχι για να με φέρης<br />
+πίσω στο σπίτι μου, παρά για να με κάτσης έξω<br />
+και να γλυτώση η Θήβα σου άβλαβη από τη χώρα<br />
+τούτη. Δε θα σου γίνη αυτό, παρά θα σ' εύρουν τούτα:<br />
+Στον τόπο κείνον πάντοτε θα μένη η εκδίκησή μου·<br />
+κι ακόμη απ' την πατρίδα μου θα βρούνε οι γυιοί μου τόπο<br />
+τόσον, όσος θα φτάση τους για να τους θάψουν μόνο.<br />
+Λοιπόν καλλίτερ' από σε δεν ξέρω όσα θα γίνουν<br />
+στη Θήβα; Βεβαιότατα μια και γροικώ το Φοίβο<br />
+κι' αυτόν το Δία, που είναι του γονιός, σωστά να λένε.<br />
+Όμως εσύ μου ήλθες εδώ με το ύπουλό σου στόμα<br />
+και με μεγάλες πονηριές· μα πιο πολλά σ' εσένα<br />
+θα φέρουνε τα λόγια σου κακά παρά ευτυχία.<br />
+Μα φεύγα! γιατί, ξέρω το, πως δε σε καταπείθω·<br />
+κ' εμάς να ζούμ' εδώ άσε μας· γιατί δεν κακοζούμε<br />
+κ' έτσι όπως είμαστε, αν χαρά μας φέρνη αυτό περίσσα.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Θαρρείς πως φέρνουνε κακόν αληθινά σ' εμένα<br />
+ή περισσότερο σ' εσέ αυτά που μου λες τώρα,</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Για με είναι πιο καλλίτερο, ανίσως μήτ' εμένα<br />
+να καταπείθης δε μπορής, μήτε και τους σιμά μου.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Κακόμοιρε! μήτε ο καιρός δε θα σου βάλη λίγο<br />
+μυαλό, παρά για ντρόπιασμα των γερατειών υπάρχεις;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Στη γλώσσα εσύ είσαι φοβερός· μα εγώ δεν ξέρω ούτ' ένα<br />
+άνθρωπο δίκιο, που μιλεί καλά για όλα τα πάντα.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Είν' άλλο το να πης πολλά κι' άλλο κείνα που πρέπει.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Όπως δα εσύ λίγα τα λες, όμως τα λες στην ώρα.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Όχι σ' εκείνον που μυαλά με τα δικά σου έχ' ίσια.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Φύγε! το λέω και γι' αυτούς, και μήτε να προσέχης<br />
+πού πρέπει εγώ να κάθουμαι, παραμονεύοντάς με.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Μαρτύρους βάνω αυτούς εδώ, εσένα όχι, ποια λόγια<br />
+στους φίλους αποκρίνεσαι· καμμιά φορά αν σε πιάσω . . . </p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Και να με πάρη ποιος μπορεί με βία απ' αυτούς τους φίλους;</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Κι' όμως εσύ θα λυπηθής χωρίς να γίνη τούτο.
+(<sup><a href='#fn19' id='ref19'>19</a></sup>)
+</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Σαν τι κατόρθωμα έκαμες, που έτσι με φοβερίζεις;</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Εγώ προλίγο, αφού άρπαξα, τη μια απ' τις δυο σου κόρες<br />
+μακριά έστειλα, και γλήγορα και τούτη εδώ θα πάρω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα!</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Γλήγορ' αφορμή να κλαις πιο πολύ θάχης.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Έχεις την κόρη μου;</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Κι' αυτήν εδώ σε λίγο θάχω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα! τι θα κάμετε φίλοι μου; θα φανήτε<br />
+προδότες και δε διώχνετε τον άσεβο από δώθε;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Έβγα έξω, ξένε, γλήγορα· γιατί μήτε και τώρα<br />
+φέρνεσαι δίκια, μήτε πριν είχες τα δίκια κάμει.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Ε, σεις! αυτή με το στανιό καιρός είναι να πάρτε<br />
+εδώθε, αν δε θα περπατή τώρα με θέλησή της.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα! πού η βαριόμοιρη να φύγω; ποια βοήθεια<br />
+από θεούς ή απ' άνθρωπους θα βρω;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι κάνεις, ξένε;</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Δεν γγίζω αυτόν τον άνθρωπο, παρά την εδική μου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω της χώρας αφέντηδες!</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ξένε, δεν κάνεις δίκια.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Δίκια.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πώς είναι δίκια αυτά;</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Τους εδικούς μου παίρνω.</p>
+
+<p><b>Στροφή</b></p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα, ω πολιτεία!</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι κάνεις ξένε; Θα την αφήσης; <br />
+Αμέσως τώρα τη δύναμη μου<br />
+θα δοκιμάσης.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Τραβήξου πίσω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Όχι μακριά σου, αφού γυρεύεις<br />
+αυτά να κάμης.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Μα με τη Θήβα<br />
+θάχης να κάμης, αν θα πειράξης<br />
+καθόλου εμένα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ετούτα εγώ δεν τάλεγα;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Άσε απ' τα χέρια την κόρη αμέσως.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Να μην προστάζης καθόλου εκείνους,<br />
+που δεν ορίζεις.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Άσ' τη, σου λέω.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ σας λέω να περπατάτε.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ελάτ' εδώ, τρεχάτε,<br />
+τρεχάτ' εσείς οι ντόπιοι.<br />
+Η χώρα μου πατιέται,<br />
+η χώρα μου με βία,<br />
+τρεχάτ' εδώ σ' εμένα.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Σέρνουμαι η κακομοίρα! ξένοι, ξένοι!</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδάκι μου, πού μούσαι;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Φεύγω χωρίς να θέλω.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Τα χέρια σου άπλωσέ μου.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Μα δε μπορώ καθόλου.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Ε, σεις! δε θα την πάρτε;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα, ο κακομοίρης!</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν με τα στηρίγματα τούτα δε θα βαδίσης<br />
+ποτέ σου πια· όμως αφού θέλεις να στέκης πάνω<br />
+απ' την πατρίδα σου κι' από τους φίλους, που κ' εμένα<br />
+προστάξανε και κάνω αυτά, αν κ' ήμουν βασιλέας,<br />
+στέκα. Γιατί με τον καιρό, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης<br />
+πως μήτε τώρα φέρνεσαι καλά στον εαυτό σου,<br />
+μήτε και πρώτα φέρθηκες, ενώ οι φίλοι δε θέλαν,<br />
+γιατί στο θυμό δούλεψες, που πάντα σε ζημιώνει.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Να σταματήσης, ξένε, αυτού.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Σου λέω να μη μ' εγγίζης.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, δε θα σ' αφήσω, αφού στερήθηκα εγώ τούτες.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν και μεγαλείτερη η χώρα σου θα δώση<br />
+γλήγορ' αποζημίωση· γιατί δε θε ν' αρπάξω<br />
+μονάχ' αυτές.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι έχεις σκοπό να κάμης;</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Θε να πάρω<br />
+κι' αυτόν εδώ.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μεγάλα λες.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Θα γίνη τούτο αμέσως,<br />
+ανίσως δε μου αντισταθή ο βασιλιάς της χώρας.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω ξαδιαντροπομίλητε! στ' αλήθεια εσύ μ' εγγίζεις;</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Προστάζω σε να μη μιλής.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μακάρι οι θεές τούτες<br />
+να μη με κάμουν άλαλο για να σου πω ακόμη<br />
+και τούτη την κατάρα μου, . . .
+(<sup><a href='#fn20' id='ref20'>20</a></sup>)
+ παγκάκιστε, που φεύγεις<br />
+με βίαν, αφού μου στέρησες το μοναχό το φως τους<br />
+απ' τα τυφλά τα μάτια μου.
+(<sup><a href='#fn21' id='ref21'>21</a></sup>)
+ Μακάρι και σ' εσένα<br />
+και στη γενιά σου ολάκερη γεράματα να δώση <br />
+ο Ήλιος, που όλα τα θωρεί, όποια έδωκε σ' εμένα.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Τ' ακούτ' εσείς, που κάθεστε σ' αυτή τη χώρα;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ακούνε <br />
+κ' εσέ κ' εμέ και σκέφτουνται, πως μ' όλο πούχω πάθει<br />
+εγώ από σένα μ' έργατα, με λόγια σ' εκδικούμαι.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Δε θα κρατήσω το θυμό, παρά με βία θα πάρω<br />
+τούτον, αν κ' είμαι μόνος μου κι' αργός από τα χρόνια.</p>
+
+<p><b>Αντιστροφή</b></p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα, ο μαύρος!</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Με πόση, ξένε, ξαδιαντροπιά ήλθες,<br />
+αν απ' του νου σου επέρασε, ότι<br />
+αυτά θα κάμης.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Έτσι νομίζω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν ποτέ μου πια δε θα κάτσω<br />
+στη χώρα τούτη.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Κι' ο μικρός, σαν έχη δίκιο,<br />
+τον τρανό καταπονάει.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Γροικάτε τα ποια λέει;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Δε θα τα κάμη· καλά το ξέρω.
+(<sup><a href='#fn22' id='ref22'>22</a></sup>)
+</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Ο Δίας βέβαια μπορεί να ξέρη,<br />
+εσύ όμως όχι.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν ετούτα<br />
+βρισιά δεν είναι!</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Βρισιά είν', αλλ' όμως<br />
+θα τη χωνέψης.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ωέ! πολίτες όλοι,<br />
+ωέ, προεστοί της χώρας,<br />
+ελάτ' εδώ τρεχάτοι,<br />
+ελάτε, γιατί φεύγουν<br />
+από δω πέρα τούτοι.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Τι είναι τάχα οι φωνές τούτες; τι έχει γίνει; από φόβο<br />
+τάχα ποιόν με σταματήστε μέσ' στην ώρα πούχ' αρχίσει<br />
+τη θυσία στον Ποσειδώνα, που του Κολωνού είν' προστάτης;<br />
+Πέτε μου, να μάθω θέλω για ποιο λόγον εδώ πέρα<br />
+ήλθα πιο γοργά παρ' όσο το πόδ' ήθελε να τρέξη;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αγαπημένε μου, ― γιατί γνώρισα τη φωνή σου ― <br />
+από τον άνθρωπον αυτόν κακόπαθα προλίγου.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Σαν τι έπαθες; και ποιος αυτός που σ' έχει βλάψει; λέγε.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αυτός ο Κρέοντας, που θωρείς, φεύγει μακριά, αφού πρώτα<br />
+απ' τα παιδιά μου μ' άρπαξε το μοναχό ζευγάρι.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Πώς είπες;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κείνα πούπαθα τάκουσες όλα τώρα.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Από τους δούλους στους βωμούς λοιπόν ας πάη κάποιος <br />
+όσο μπορεί γοργότερα κι' όλους ας αναγκάση<br />
+πεζούς και καβαλλάρηδες ν' αφήσουν τη θυσία<br />
+και προσβολή να τρέξουνε στο μέρος, όπου σμίγουν<br />
+των στρατοκόπων οι διπλοί δρόμοι, για να εμποδίσουν<br />
+οι κόρες να περάσουνε, κ' εγώ σ' αυτόν το φίλο,<br />
+ότι με βία νικήθηκα, να μη γενώ γελοίος.<br />
+Γλήγορα, καθώς πρόσταξα πηγαίνετε. Και τούτον<br />
+ανίσως εγώ εθύμωνα, όσο του αξίζει τώρα,<br />
+δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον απ' το δικό μου χέρι.<br />
+Και μ' όποιους νόμους τώρ' αυτός μας ήλθεν εδώ πέρα,<br />
+με τέτοιους κι' όχι μ' αλλουνούς κ' εμείς θα του φερθούμε, <br />
+ποτέ δε θάβγης δηλαδή από τη χώρα τούτη,<br />
+αν κείνες δε μου φέρης· πριν κ' εμπρός μου εδώ τις στήσης.<br />
+Γιατί εσύ πολιτεύτηκες με τρόπο, που δε στέκει<br />
+σ' εμέ και στην πατρίδα σου και σ' όλη τη γενιά σου,<br />
+σε πολιτεία μπαίνοντας, που προσκυνάει το δίκιο·<br />
+και δίχως νόμο τίποτα δεν κάνει, και της χώρας<br />
+αυτής μη λογαριάζοντας τους νόμους, εδώ εχύθης<br />
+και τα όσα σου χρειάζουνται αρπάζεις και σκλαβώνεις<br />
+με το έτσι θέλω· νόμισες, πως είν' η χώρα μου έρμη<br />
+απ' άντρες, ή την πέρασες σαν κάποια σκλαβωμένη,<br />
+κ' εμέ ίσιο με το τίποτα. Κι' όμως εσένα η Θήβα<br />
+πρόστυχο δε σ' ανάθρεψε· γιατί κι' αυτή δε θέλει<br />
+να θρέφη άντρες παράνομους, κι' ούτε θα σε παινούσε,<br />
+ανίσως και το μάθαινε πως τα δικά μου αρπάζεις<br />
+και των θεώνε, παίρνοντας με βια παρακλητάδες<br />
+κακότυχους. Μα αν τύχαινε στη χώρα σου να μπαίνω,<br />
+κι' αν είχα με το μέρος μου το πιο μεγάλο δίκιο,<br />
+χωρίς να θέλη ο βασιλιάς, όποιος κι' αν ήταν, έξω<br />
+δε θάσερνα, ούτε θάρπαζα, μα θάξερα πως πρέπει<br />
+ξένος εγώ να φέρνουμαι μπροστά στους χωραΐτες.<br />
+Μα εσύ την πολιτεία σου, κι' αν δεν τ' αξίζη, ο ίδιος<br />
+τήνε ντροπιάζεις, κι' ο καιρός, όσο περνάει, σε κάνει<br />
+γέροντα κι' άμυαλο μαζί. Λοιπόν έχω δοσμένη<br />
+τη διαταγή μου κι' από πριν και τώρα ξαναλέω,<br />
+κάποιος το γληγορώτερο να φέρη εδώ τις κόρες,<br />
+αν δεν το θέλης κάτοικος της χώρας τούτης νάσαι<br />
+με το στανιό κι' αθέλητα· και τούτα, όπως στο νου μου<br />
+τα κλείνω, έτσι απαράλλαχτα στα λέω και με τη γλώσσα.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Βλέπεις, ω ξένε, πού έφτασες απ' τη γενιά σου δίκιος<br />
+φαίνεσαι· μα αποδείχνεσαι κακός με τα όσα κάνεις.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Μήτε από ανθρώπους έρημη την πολιτεία τούτη,<br />
+παιδί του Αιγέα, παίρνοντας, μηδέ και σκλαβωμένη,
+(<sup><a href='#fn23' id='ref23'>23</a></sup>)
+<br />
+καθώς συ λες, έκαμα αυτά, παρά ξέροντας, ότι<br />
+ποτέ δε θα την έπιανεν η πιθυμιά να θρέφη<br />
+τους εδικούς μου συγγενείς χωρίς τη θέλησή μου.<br />
+Και τόξερα πως άνθρωπο, που μολεμένος είναι<br />
+και του πατέρα του φονιάς και που βρεθήκαν νάναι<br />
+οι γάμοι του τόσο άνομοι, δε θα τόνε δεχόταν.<br />
+Ήξερα ακόμη, πως εδώ Άρειος πάγος είναι<br />
+ντόπιος, με τόση φρόνηση, που δεν αφίνει τέτοιους<br />
+ζητιάνους να κονεύουνε μαζί στη χώρα τούτη·<br />
+σ' αυτόν εγώ πιστεύοντας έπαιρν' αυτές τις κόρες.<br />
+Και τούτο δε θα τόκανα, ανίσως με κατάρες<br />
+πικρές δεν καταριότανε κ' εμέ και τη γενιά μου·<br />
+να κάμω αυτά από μέρος μου για όσα έπαθα ζητούσα.<br />
+Γιατί άλλο από το θάνατο δεν έχει ο θυμός τέλος,<br />
+κ' οι πεθαμένοι μοναχά δε νοιώθουν καμμιά λύπη.<br />
+Ό,τι κι' αν θέλης ημπορείς για τούτα να μου κάμης·<br />
+γιατί με κάνει αδύνατον η μοναξιά μου, μ' όσο<br />
+κι' αν λέω τώρα τα σωστά· μ' ανίσως βάλης χέρι
+(<sup><a href='#fn24' id='ref24'>24</a></sup>)
+<br />
+σ' εμένα, θα διαφεντευτώ, μ' όσο κι' αν είμαι γέρος.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ω ξαδιαντροποπρόσωπε! ποιόνε θαρρείς πως βρίζεις<br />
+μ' αυτά, που λες, εμένανε το γέρο ή εσέ τον ίδιο; <br />
+Τι μολογάει το στόμα σου για με φόνους και γάμους<br />
+και συφορές, που τράβηξα χωρίς να θέλω ο δόλιος,<br />
+γιατί άρεσ' έτσι στους θεούς, που απ' τα παληά τα χρόνια<br />
+ίσως θε νάχαν μάνητα βαρειά για τη γενιά μου!<br />
+Γιατί για εμέ τον ίδιονε δε θα μπορέσης ναύρης<br />
+καμμιάν από αμαρτίαν τροπή, που απ' αφορμή της τούτα<br />
+για εμέ τον ίδιο αμάρτημα και τους δικούς μου ήταν.<br />
+Γιατί για πες μου: αν έλεγαν οι προφητείες ότ' είναι<br />
+γραμμένο στον πατέρα μου να πάη απ' το παιδί του,<br />
+πως δίκια θάρριχνες σ' εμέ την κατηγόρια τούτη,<br />
+που ακόμη ούτε ο πατέρας μου δε μ' είχε σπείρει, μήτε<br />
+κ' η μάννα μ' είχε στην κοιλιά, παρ' αγέννητος ήμουν;<br />
+Κι' αν πάλι, αφού κακόμοιρος στο φως βγήκα, όπως βγήκα<br />
+ήλθα με τον πατέρα μου στα χέρια και τον σκότωσα,<br />
+χωρίς να ξέρω τι έκανα και σε ποιανούς, πώς δίκια<br />
+για πράμ' αθέλητο μπορείς να με κατηγορήσης;<br />
+Μα, δύστυχε, δεν ντρέπεσαι να μ' αναγκάζης τώρα<br />
+να λέω για της μάννας μου, που είν' αδερφή δική σου,<br />
+τους γάμους; Θα τους πω· γιατί κ' εγώ δε θα σωπάσω,<br />
+αφού κ' εσύ ξεστόμισες αυτά τάτιμα λόγια.<br />
+Ήτανε μάννα μου, ήτανε, ωιμένα συφορές μου,<br />
+χωρίς να ξέρω μήτε εγώ μήτε κι' αυτή, κι αν κ' ήταν<br />
+μητέρα μου, μου γέννησε παιδιά, νάναι ντροπή της.<br />
+Ένα όμως ξέρω εγώ καλά, πως συ με θέλησή σου<br />
+γι' αυτά κ' εμέ κακολογάς κ' εκείνη, ενώ άθελά μου<br />
+εγώ την επαντρεύτηκα κι' άθελα τούτα λέω.<br />
+Μα μήτε για το γάμο αυτό θα με κατηγορήσουν,<br />
+μήτε για του πατέρα μου το σκοτωμό, που πάντα<br />
+ωσάν βρισιά φαρμακερή κατάμουτρα μου ρίχνεις.<br />
+Όμως σ' έν' αποκρίσου μου απ' όσα σε ρωτάω·<br />
+εδώ αν ερχότανε κανείς άξαφνα να σκοτώνη<br />
+το δίκιο εσένα, θάθελες να μάθης πρώτα μήπως<br />
+είναι πατέρας σου ο φονιάς ή θα χτυπάς αμέσως;<br />
+Μα, αν αγαπάς τη ζήση σου, θαρρώ, πως τον κακούργο<br />
+θα τιμωρής και το σωστό δε θάψαχνες να βρίσκης.<br />
+Κ' εμένα τέτοια συφορά, θεοσταλμένη, μ' ηύρε,<br />
+που εγώ, κι' αν του πατέρα μου ζούσε η ψυχή, νομίζω,<br />
+ότι δε θάχε τίποτα σ' αυτά να μ' αντιλέη.<br />
+Όμως εσύ, επειδή σωστός δεν είσαι, αλλά νομίζεις,<br />
+ότι να λες κάθε κρυφό και φανερό καλό είναι,<br />
+εμπρός σ' αυτούς τέτοιες βρισιές μου ρίχνεις. Του Θησέα<br />
+να κολακέψης τ' όνομα, είναι καλό για σένα,<br />
+και την Αθήνα, ότι έχει<br />
+καλή κυβέρνια· μα έπειτα, αν κ' έτσι τους παινεύης,<br />
+τούτο ξεχνάς: ότι, αν καμμιά χώρα τους θεούς της ξέρη<br />
+να τους λατρεύη με τιμές, τούτη σ' αυτό είναι πρώτη.<br />
+Μα εσύ, σαν κλέφτης, απ' αυτή κ' εμέ τον ίδιο αρπάζεις<br />
+το γέρο παρακαλεστή, και φεύγεις αφού πήρες<br />
+τις κόρες μου. Κ' εγώ γι' αυτό γονατιστός προσπέφτω<br />
+τώρα σε τούτες τις θεές κι' απ' της καρδιάς τα βάθη<br />
+παρακαλώ να μούρθουνε βοηθοί μου, για να μάθης<br />
+απ' άντρες ποιους φυλάγεται η πολιτεία τούτη.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Καλός ο ξένος, βασιλιά, κ' οι συφορές του είναι<br />
+ολέθριες, γι' αυτό βοηθός να τους φανής τ' αξίζουν.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Φτάνουν τα λόγια· γιατί αυτοί, που αρπάξανε τις κόρες<br />
+φεύγουν, ενώ εμείς οι παθοί μένουμ' αργοί εδώ πέρα.</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Σαν τι προστάζεις σ' άνθρωπον αδύνατο να κάνη;</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Τράβα μπροστά· κ' έρχουμ' εγώ, κατόπι να μου δείξης<br />
+μονάχος σου τις κόρες μας, αν κάπου εδώ τις έχης.<br />
+Αν όμως φεύγουν οι άρπαγες, δεν είναι διόλου ανάγκη<br />
+να κοπιάζης, γιατί αυτούς άλλοι τους κυνηγάνε,<br />
+και δε θα ευχαριστήσουνε τους θεούς, ότι ξεφύγαν<br />
+από εδώ πέρα· τράβα εμπρός· και μάθε, ότι κρατιέσαι,<br />
+ενώ κρατάς, και σ' έπιασεν η τύχη, ενώ είχες πιάσει·<br />
+γιατί όσα αποχτηθήκανε με πονηριές δε μένουν·<br />
+μα μήτε θάχης βοηθόν άλλο για να σ' τα σώση·<br />
+γιατί καλά το ξέρω εγώ, πως μήτε μοναχός σου,<br />
+μήτε κι' απροετοίμαστος δεν έφτασες σε τόση<br />
+αυθάδεια, όσ' είναι αυτή η αποκοτιά σου τώρα,<br />
+μόν' έχοντας πεποίθηση σε κάποιο, έκαμες τούτα.<br />
+Αυτά κ' εγώ με προσοχή να τα εξετάσω πρέπει<br />
+και μήτε από έναν άνθρωπο πιο αδύνατη να κάμω<br />
+τη χώρα τούτη. Απ' όλα αυτά καταλαβαίνεις κάτι<br />
+ή μη θαρρής πως λέγουνται του κάκου αυτά και τώρα,<br />
+καθώς και τότε, που έκανες τούτα με τόση τέχνη;</p>
+
+<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p>
+
+<p>Αφού είσ' εδώ, για όσα θα πης δε σε κατηγοράω·<br />
+μα στην πατρίδα μας κ' εμείς θα μάθουμε τι πρέπει<br />
+να κάνουμε.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Φοβέριζε τώρα, μπροστά τραβώντας.<br />
+Κ' εσύ να μένης ήσυχος, Οιδίποδ', αυτού χάμω<br />
+και νάσαι βέβαιος πως εγώ, αν δεν πεθάνω πρώτα,<br />
+δε θα παραιτηθώ, προτού σου φέρω τα παιδιά σου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Για τη μεγαλοκάρδια σου και για όση προστασία<br />
+δίκια μας δίνεις πάντοτε νάχης καλό, Θησέα.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή α'.</b></p>
+
+<p>Ας ήμουν εκεί όπου οι εχτροί<br />
+γοργά πίσω γυρνώντας θα στήσουν<br />
+το χαλκόφωνο πόλεμο,<br />
+ή σιμά στου Πυθίου τους τόπους<br />
+ή σιμά στα λαμπρά τ' ακρογιάλια,<br />
+όπου οι δυο πολυσέβαστες θεές<br />
+φροντίζουν τις σεμνές τελετές<br />
+για τους ανθρώπους, που με χρυσό<br />
+τους σφραγίζουν τη γλώσσα κλειδί<br />
+οι λειτουργοί των θεών Ευμολπίδαι·<br />
+σε τούτους τους τόπους, νομίζω,<br />
+ο τρανός πολέμαρχος Θησέας<br />
+και τις δύο παρθένες αδερφάδες<br />
+θα συναντήση με πολέμου φωνή,<br />
+που είν' αρκετή να τις σώση.</p>
+
+<p><b>Αντιστροφή α'</b></p>
+
+<p>Ή μήπως σιμώνουν στον τόπο<br />
+το χιονοσκέπαστο, που είναι στη δύση,<br />
+απ' το λιβάδι της Οίας,<br />
+καβάλλα ή με γλήγορ' αμάξια,<br />
+φεύγοντας με φόβο απ' τη μάχη; <br />
+Θα τους πιάσουν γιατί είναι οι ντόπιοι<br />
+πολεμιστάδες φοβεροί κ' η αντρεία<br />
+τρομερή των ανδρών του Θησέα.<br />
+Τα χαλινάρια όλ' αστράφτουν· χυμίζουν<br />
+σαν φουρτούνα, όσο αφίνουν τα γκέμια<br />
+των αλόγων, οι καβαλλάρηδες όλοι,<br />
+που την αλογαφέντρ' Αθηνά προσκυνάνε<br />
+και το θαλασσινό της χώρας προστάτη,<br />
+της Ρέας τον αγαπημένο το γυιό.</p>
+
+<p><b>Στροφή β'</b></p>
+
+<p>Πολεμούν ή διστάζουν; τι κάπως<br />
+προμαντεύει μου ο νους, πως θα πάψουν<br />
+γλήγορα οι συφορές των παρθένων,<br />
+που υποφέρανε τόσα κακά<br />
+και που τόσες δοκίμασαν πίκρες<br />
+από δικούς τους. Θα κάμη, θα κάμη<br />
+σήμερα ο Δίας σαν κάτι τρανό.<br />
+Του πολέμου καλότυχο τέλος μαντεύω.<br />
+Μακάρι ας μπορούσα σαν περιστέρι<br />
+γληγορόδρομο γοργοπετώντας<br />
+απ' τα νέφια ψηλά με τα ίδια μου μάτια<br />
+τον πόλεμο τούτο να ιδώ.</p>
+
+<p><b>Αντιστροφή β'</b></p>
+
+<p>Άμποτε, Δία, των θεών κυβερνήτη,<br />
+που όλα τα βλέπεις, να δώσης<br />
+στους κατοίκους της χώρας αυτής<br />
+με νίκη μεγάλη σε τέλος να φέρουν<br />
+το καλότυχο αυτό τους κυνήγι,<br />
+κ' εσύ σεμνομμάτα παρθένα Παλλάδ' Αθηνά.<br />
+Και τον Απόλλωνα τον κυνηγάρη<br />
+και την παρθέν' αδερφή του, που κυνηγάει<br />
+τα παρδαλόμαλλα γληγορόδρομα λάφια,<br />
+παρακαλώ τους βοήθεια ναρθούνε<br />
+κ' οι δυο τους σε τούτη τη χώρα<br />
+και στους κατοίκους.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω ξένε κοσμογυριστή, πως είμ' εγώ, ο φρουρός σου,<br />
+ψευτοπροφήτης, δε θα πης· γιατί τις δυο σου κόρες<br />
+τις βλέπω πάλι γλήγορα νάρχουνται εδώ με δούλους.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Πού; πού; τι λες; πώς είπες μου;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πατέρα μου, πατέρα,<br />
+αχ ποιος θεός να σούδινε το φως σου για να ιδής<br />
+τον έξοχο αυτόν άνθρωπο, που εδώ σ' εσέ μας στέλνει;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδιά μου, αλήθεια, είσαστ' εδώ;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Τα χέρια του Θησέα<br />
+και των αγαπημένων του ανθρώπων μας γλυτώσαν.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ζυγώστε τον πατέρα σας, παιδιά μου, και να πιάσω<br />
+άστε μου τα κορμάκια σας, που δεν έλπιζα νάρθουν.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ό,τι θα σου δοθή ζητάς· γιατί ζητάς ό,τι είναι<br />
+ο πόθος μας.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Πού είσαστε, πού;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Κ' οι δυο είμαστε κοντά σου.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Πολυακριβά βλαστάρια μου!</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πώς ο γονιός λατρεύει!</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Στηρίγματά μου.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Δύστυχα του κακομοίρη εσένα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Έχω τ' αγαπημένα μου κι' ούτε πια θα πεθάνω<br />
+σαν τρισκακόμοιρος, αφού βρίσκεστ' εσείς κοντά μου.<br />
+Στηρίξτε με, παιδάκια μου, το δόλιο σας πατέρα,<br />
+σφιχτοκρατώντας με απ' τα δυο πλευρά, και ξεκουράστε<br />
+το δύστυχο τριγυριστή, που πριν μονάχος του ήταν.<br />
+Και πέτε μου τα γίνηκαν σύντομα όσο μπορείτε,<br />
+γιατί στην ηλικία σας φτάνουν τα λίγα λόγια.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Εδώ είν' ο λυτρωτής· αυτόν πρέπει ν' ακούσης· κ' έτσι<br />
+το πράγμα θάναι σύντομο για μένα και για σένα.
+(<sup><a href='#fn25' id='ref25'>25</a></sup>)
+</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Να μη θαυμάζης, φίλε μου, ανίσως στα παιδιά μου,<br />
+που ανέλπιστα εδώ φάνηκαν, αδιάκοπα μιλάω.<br />
+Ξέρω όμως, ότι τη χαράν αυτή για τούτες μόνο<br />
+εσύ μου την προξένησες κι' όχι κανένας άλλος,<br />
+γιατί τις έσωσες εσύ κι' όχι κανένας άλλος.<br />
+Και να σου δώσουν οι θεοί καθώς εγώ το θέλω<br />
+σ' εσένα και στη χώρα σου· γιατί σ' εσάς μονάχα,<br />
+απ' όπου κ' αν εγύρισα εγώ ευλάβεια βρήκα<br />
+και ψυχοπόνια και να λέη το στόμα την αλήθεια.<br />
+Σ' ευχαριστώ με τούτα μου τα λόγια, γιατί ξέρω<br />
+και τούτο: όσα έχω δηλαδή τάχω από σένα μόνο.<br />
+Και το δεξί το χέρι σου να πιάσω, βασιλιά μου,<br />
+δος μου και το κεφάλι σου να το φιλήσω, αν θέλης.<br />
+Κι' όμως τι λέω; πώς εγώ, κακόμοιρος, γυρεύω<br />
+εσύ ν' αγγίξης άνθρωπο, που και σαν ποιο δεν έχει<br />
+μόλεμα πάνω του; όχι, εγώ δε θέλω· κι' αν το θέλης,<br />
+δε θα σ' αφίσω εγώ, γιατί μονάχα αυτοί, που ξέρουν<br />
+από κακά, μπορούν αυτά μαζί μου να υποφέρουν.<br />
+Κ' εσέν' αυτού όπου στέκεσαι, σε χαιρετώ και δίκια<br />
+να νοιάζεσαι απ' εδώ κ' εμπρός για μένα όπως ως τώρα.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μήτε κι' αν κάπως πιο πολύ μίλησες στα παιδιά σου,<br />
+αφού για τούτα χάρηκες, θαύμασα εγώ καθόλου,<br />
+μήτε κι' αν θέλησες αυτά πριν από εμέ ν' ακούσης.<br />
+Και δε μου κακοφαίνεται γι' αυτά καθόλου εμένα.<br />
+Γιατί δεν προσπαθούμ' εμείς να κάνουμε τη ζήση<br />
+περσότερο φανταχτερή με λόγια, παρά μ' έργα.<br />
+Και σ' ταποδείχνω, γέροντα· γιατί δε βγήκα ψεύτης<br />
+διόλου σ' όσα σ' ωρκίστηκα· γιατί ήλθα φέρνοντάς σου<br />
+ζωντανές τούτες κι' άβλαφτες απ' τις τρανές φοβέρες.<br />
+Και πώς τη νίκη κέρδισα ποια ανάγκη είναι του κάκου<br />
+σαν καυχησάρης να ιστορώ όσ' απ' αυτές θα μάθης;<br />
+Όμως το λόγο, που έτυχε προλίγου να γροικήσω,<br />
+την ώρα που εδώ ερχόμουνα, στοχάσου τον, γιατί είναι<br />
+σύντομος ίσως, μα άξιος πολύ να τον προσέξης.<br />
+Κανένα πράμα ο άνθρωπος να τ' αψηφάη δεν πρέπει.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδί του Αιγέα, τι είν' αυτό; Λέγε μου για να μάθω,<br />
+γιατί δεν ξέρω τίποτις απ' όσα έχεις ακούσει.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μου είπαν, πως κάποιος άνθρωπος, που στη δική σου χώρα<br />
+δε μένει, είν' όμως συγγενής δικός σου, έχει καθίσει<br />
+στου Ποσειδώνα στο βωμό, όπου έκανα θυσία,<br />
+κ' έπεσε παρακαλεστής, όταν για εδώ κινούσα.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Πούθε είν' αυτός; και τι ζητά με την παράκλησή του;</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μόνο ένα ξέρω: ότι από εσέ, καθώς μου λένε, θέλει<br />
+ν' ακούση λόγο σύντομο και που δε σου είναι βάρος.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Σαν ποιον; αυτό το κάθισμα δεν είν' για μικρό λόγο.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Λένε, πως ήλθε θέλοντας αυτός να σου μιλήση<br />
+για κάτι, κ' ύστερ' απ' εδώ μ' ασφάλεια να φύγη.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος μπορεί τάχα να είναι αυτός, που εις το βωμό έχει κάτσει;</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Για σκέψου μήπως βρίσκεται κανένας συγγενής σου<br />
+μέσ' στο Άργος, που μπορεί γι' αυτό να σε παρακαλέση.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Αγαπημένε, μη μου λες περσότερα . . .</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μα τι έχεις;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Μη με παρακαλέσης πια.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Λέγε μου, για ποιο πράμα;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος είναι ο παρακαλεστής το ξέρω εγώ από τούτες.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος είν' αυτός; σε τι μπορώ να τον κατηγορήσω;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Γυιός μου είναι, βασιλιά, σκληρός, που εγώ δε θα βαστούσα<br />
+ν' ακούω τα λόγια του, γιατί τρανή μου φέρνουν λύπη.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Και τι; δεν ημπορείς ν' ακούς και να μην κάνης όσα<br />
+δε θέλεις; τι λυπητερό για σε είναι το ν' ακούσης;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Είναι η φωνή του μισητή πολύ για τον πατέρα<br />
+και μη με βιάζης, βασιλιά, σ' αυτά να υποχωρήσω.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Αλλ' αν το παρακάλεσμα βιάζη, κοίταξε μήπως <br />
+αυτό είναι θέλημα θεού, που πρέπει να το κάμης·
+(<sup><a href='#fn25beta' id='ref25beta'>25β</a></sup>)
+</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πατέρα μου, όσα θα σου ειπώ, αν κ' είμαι νέα, άκουσέ τα.<br />
+Τον άντρα τούτον άφισε και τη δική του γνώμη<br />
+να ευχαριστήση και το θεό, κάνοντας όσα θέλει,<br />
+άφισε και για χάρη μας εδώ νάρθη ο αδερφός μας.<br />
+Φόβον μην έχης, επειδή με βία δε θ' αλλάξουν<br />
+τη γνώμη σου όσα θα ειπωθούν, που ωφέλιμα δε σούναι.<br />
+Με το ν' ακούσης λόγια ποια είναι η ζημία; τα έργα,<br />
+που κακομηχανεύουνται, με λόγια στο φως βγαίνουν.<br />
+Εσύ τον έκαμες· γι' αυτό μήτε κι' αν σούχη κάμει<br />
+απ' τα χειρότερα κακά τα πιο άνομα, πατέρα,<br />
+σωστό δεν είναι με κακό κ' εσύ να τον πληρώσης.<br />
+Συχώρεσέ τον·
+(<sup><a href='#fn26' id='ref26'>26</a></sup>)
+ έχουνε κι' άλλοι παιδιά κακά<br />
+κι' άγριο θυμό, μα συμβουλές γροικώντας από φίλους<br />
+τους μαλακώνεται η ψυχή με τα γλυκά τα λόγια.<br />
+Κ' εσύ για εξέταζε καλά ― όχι τα τωρινά σου ― <br />
+μα κείνες σου τις συφορές, που σ' ηύραν απ' τη μάννα<br />
+κι' απ' τον πατέρα· αν τις κοιτάς, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης<br />
+σαν πόσο του κακού θυμού κακό το τέλος είναι.<br />
+Γιατί έχεις όχι και μικρήν απόδειξη για τούτα,<br />
+ότι στερήθηκες το φως απ' τα τυφλά σου μάτια.<br />
+Μην αντιστέκεσαι· γιατί δεν πρέπει όσοι ζητάνε<br />
+τα δίκια να παρακαλούν θερμά, μηδέ όποιος βλέπει<br />
+καλό, σαν ευεργετηθή να μη χρωστάη τη χάρη.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδί μου, με τα λόγια σου με κάνεις να σου δώσω<br />
+χαρά λυπητερή για εμέ· μα ας γίνη όπως το θέλεις.<br />
+Μονάχα, φίλε μου, αν θαρθή εκείνος εδώ πέρα,<br />
+κανείς ποτέ τη ζήση μου να μην εξουσιάση.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Δεν έχω ανάγκη δυο φορές, γέροντα, αυτά ν' ακούω·<br />
+δε θέλω να παινεύουμαι· κ' εσύ ξέρε, πως είσαι <br />
+ασφαλισμένος, αν κανείς θεός σώζη κ' εμένα.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή α'.</b></p>
+
+<p>Όποιος λαχταράει να ζήση<br />
+πιότερο καιρό,<br />
+τον μέτριο καταφρονώντας,<br />
+αυτός κατά τη γνώμη μου είναι<br />
+φανερά τρελλός.<br />
+Γιατί σιμότερα στη λύπη<br />
+η μακριά ζωή<br />
+πολλά απ' τ' ανθρώπινα έχει βάλει·<br />
+και πού η χαρά της ζήσης είναι<br />
+δε μπορείς να ιδής,<br />
+άμα κανένας ζήση απ' όσο<br />
+θέλει πιο πολύ.<br />
+Κι' όταν η μοίρα φανή του Άδη
+(<sup><a href='#fn27' id='ref27'>27</a></sup>)
+<br />
+δίχως τραγούδι γάμου, δίχως<br />
+λύρα και χορό,<br />
+έρχεται ο κοινός ο Χάρος<br />
+τέλος λυτρωτής.</p>
+
+<p><b>Αντιστροφή</b></p>
+
+<p>Να μην έλθη κανείς στον κόσμο<br />
+η πιο μεγάλη είν' ευτυχία·<br />
+και το να πάη από 'κεί που ήρθε<br />
+το γληγορώτερο, σαν βγήκε<br />
+στο φως, είναι πολύ πιο κάτω.<br />
+Γιατί, όταν πια πίσω του αφίση<br />
+την αλαφρόμυαλη τη νιότη,<br />
+ποιος μέσα στη ζωή γυρίζει<br />
+και βρίσκετ' έξω από τους πόνους; <br />
+Ποιος κόπος δεν τον συντροφεύει;<br />
+Μαλώματα κι' αποστασίες,<br />
+πόλεμοι, σκοτωμοί και φθόνος·<br />
+και τελευταία κοντά στάλλα<br />
+έρχουνται τα καταραμένα,<br />
+ταμίλητ' αδύναμα κ' έρμα<br />
+γεράματα, που όλες οι μαύρες<br />
+τακολουθούνε δυστυχίες.</p>
+
+<p>Επωδός</p>
+
+<p>Έτσ' υποφέρει κι' ο δυστυχισμένος<br />
+τούτος, όχι μονάχα εγώ. Όπως βράχος,<br />
+βορεινός και κυματοχτυπημένος<br />
+απ' όλες τις μεριές, μέσ' στο χειμώνα<br />
+τραντάζεται, έτσι δυνατά και τούτον<br />
+οι μαύρες συφορές σαν φουσκωμένα<br />
+κύματα τον χτυπούν, χωρίς να παύουν,<br />
+ερχάμενα άλλ' από τη δύση κι' άλλα<br />
+απ' την ανατολή, τη μεσημβρία,<br />
+κι' άλλ' απ' τα Ριπαία βουνά τα μαύρα.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Και νά, καθώς μου φαίνεται, έρχεται δώθε ο ξένος<br />
+μονάχος του, πατέρα μου, χωρίς ακολουθία,<br />
+από τα μάτια χύνοντας τα δάκρυα σαν ποτάμι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος είναι αυτός;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Εκείνος, που τον είχαμε στο νου μας<br />
+από προτήτερα· είν' εδώ, νάτος ο Πολυνείκης.</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Σαν τι να κάμω, αλλοίμονο! Πρώτα τις συφορές μου<br />
+να κλάψω εγώ, αδερφούλες μου, ή τούτα εδώ, που βλέπω<br />
+του γέρου του πατέρα μας; που εδώ σε ξένη χώρα<br />
+τον βρίσκω εξόριστο μ' εσάς, φορώντας τέτοια ρούχα,<br />
+όπου η παλιά σιχαμερή λέρα είναι καθισμένη<br />
+για συντροφιά του γέροντα, τρώγοντας τα πλευρά του·<br />
+και τα μαλλιά τ' αχτένιστα του κεφαλιού, που μάτια<br />
+δεν έχει πια, ανεμίζουνται εδώθε-κείθε· κι' όμοια<br />
+μ' αυτά, καθώς μου φαίνεται, και τη θροφή θε νάχη<br />
+της κακορροίζικης κοιλιάς· και τούτα τα μαθαίνω<br />
+εγώ ο χαμένος πολυαργά· και μόνος μου το λέω:<br />
+δείχτηκα ο πιο παλιάνθρωπος όσο για τη θροφή σου·<br />
+&nbsp;― δεν είναι ανάγκη απ' άλλονε κανένα να τ' ακούσης.<br />
+Όμως κι' ο Δίας στο θρόνο του παραστεκάμενη έχει<br />
+την Καλωσύνη· και σ' εσέ σιμά ας σταθή, πατέρα.<br />
+Για τα δικά μου σφάλματα υπάρχει θεραπεία<br />
+κι' ούτε είναι δυνατό ποτέ να μεγαλώσουν άλλο.<br />
+Γιατί σωπαίνεις;<br />
+Πες μου, πατέρα, τίποτα· το πρόσωπο μη στρίβης<br />
+αλλού· διόλου δε μ' απαντάς; μα θα με διώξης τόσο<br />
+περιφρονητικά, χωρίς να μου μιλήσης, δίχως<br />
+για όσα θυμώνεις να μου ειπής; Μα εσείς, σπορές του ανθρώπου<br />
+τούτου, κ' εμέναν' αδερφές, εσείς για δοκιμάστε<br />
+ν' ανοίξτε του πατέρα μας το στόμα το κλεισμένο<br />
+και το δυσκολοσίμωτο, να μη με διώξη εδώθε<br />
+ατιμασμένο και χωρίς να μ' απαντήση λέξη.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ποια ανάγκη σ' έκαμε ναρθής, δυστυχισμένε, λέγε.<br />
+Γιατί τα λόγια τα πολλά, αν δυσαρέσκεια φέρουν<br />
+ή κάποιαν ευχαρίστηση ή συγκινήσουν κάπως, <br />
+κάνουνε τους αμίλητους να ξεστομίσουν κάτι.</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Μα θα μιλήσω· τι σωστά εσύ με συμβουλεύεις.<br />
+Και πρώτ' απ' όλα βοηθός παρακαλώ να μούρθη<br />
+ο Θεός, που απ' το βωμό του<br />
+για νάρθω εδώ με σήκωσεν ο βασιλιάς της χώρας,<br />
+αφού μούδωκε υπόσχεση να ειπώ και να γροικήσω<br />
+και να φύγω μ' ασφάλεια· τούτ' από σας ας ταύρω,<br />
+ξένοι, κι' απ' τον πατέρα μου κι' από τις αδερφές μου.<br />
+Και τώρα πια, πατέρα μου, θε να σου πω γιατί ήρθα.<br />
+Απ' την πατρίδα έχω διωχτή κ' εξόριστο μ' εκάμαν,<br />
+γιατί σαν μεγαλείτερο παιδί σου εγώ ζητούσα<br />
+να μένω στο βασιλικό το θρόνο σου· αντί τούτο,<br />
+αν κ' ήταν πιο μικρότερος ο Ετεοκλής με βία<br />
+από τη χώρα μ' έδιωξε χωρίς δικαιολογία
+(<sup><a href='#fn28' id='ref28'>28</a></sup>)
+<br />
+και δίχως σε παλληκαριά ή σ' έργο να νικήση,<br />
+και μόνο, αφού κατάπεισε την πολιτεία· και λέω<br />
+εγώ, πως τούτων αφορμή μόνο η Κατάρα σου είναι·<br />
+αλλά κι' από τους μάντηδες τάχω ακουσμένα τούτα.<br />
+Σαν έφτασα στο Δωρικό τ' Άργος και πεθερό μου<br />
+τον Άδραστο έκαμα, έδεσα μ' όρκο να με βοηθήσουν <br />
+όσοι στην Πελοπόννησο κρατούνε τα πρωτάτα<br />
+κ' είν' ξακουστοί στον πόλεμο, κ' έτσι αφού ξεσηκώσω<br />
+μαζί τους εφτά τάγματα στρατού, να πέσω πάνω<br />
+στη Θήβα κ' ή να σκοτωθώ, το δίκιο μου ζητώντας,<br />
+ή κείνους, που μ' αδίκησαν να διώξω απ' την πατρίδα.<br />
+Λοιπόν σαν τι γυρεύοντας, ήλθα εδώ πέρα τώρα;<br />
+Ήλθα, πατέρα μου, έχοντας να σε παρακαλέσω<br />
+θερμότατ' από μέρος μου κι' από τους βοηθούς μου,<br />
+που τώρα μ' εφτά τάγματα και τρομερά κοντάρια<br />
+τον κάμπο το Θηβαιικό περικυκλώνουν όλο.<br />
+Και τούτοι είναι: ο Αμφιάραος, που είν' πρώτος στο κοντάρι,<br />
+και στο να βγάνη απ' των πουλιών το πέταγμα μαντείες·<br />
+δεύτερος είν' ο Αιτωλός Τυδέας, ο γυιός του Οινέα,<br />
+τρίτος είν' ο Ετέοκλος γέννημα-θρέμμα του Άργους·<br />
+τον Ιππομέδοντα έστειλε τέταρτον ο πατέρας του<br />
+ο Ταλαός· παινεύεται ο Καπανέας ο πέμπτος,<br />
+πως θα ρημάξη με φωτιά την πολιτεία της Θήβας·<br />
+Έκτος είναι τ' αληθινό παιδί της Αταλάντης<br />
+ο Αρκάδιος Παρθενοπαίος, που έτσι τον ονομάζουν,<br />
+γιατί παρθένα η μάννα του πολύ καιρό είχε μείνει·<br />
+κ' ο γυιός σου εγώ, κι' αν όχι γυιός σου, αλλ' απ' την κακήν μοίρα<br />
+γεννημένος, αν και παιδί δικό σου όλοι με λένε,<br />
+τον άφοβο του Άργους στρατό τον οδηγάω στη Θήβα.<br />
+Στη ζωή των θυγατέρων σου τούτων και τη δική σου,<br />
+παρακαλούμε σε όλοι εμείς, πατέρα, και ζητάμε<br />
+να διώξης το βαρύ θυμό για μένα, που πηγαίνω<br />
+να εκδικηθώ τον αδερφό και να τον τιμωρήσω,<br />
+που απ' την πατρίδα μ' έδιωξε και μου άρπαξε το θρόνο.<br />
+Επειδή, αν είναι αληθινό απ' τις μαντείες κάτι,<br />
+αυτοί, που με το μέρος τους θα πας, νικητές θάναι.<br />
+Σ' ορκίζω στις πηγές και στους θεούς, που της συγγένειας<br />
+προστάτες είναι, να πειστής και να υποχωρήσης,<br />
+γιατί κ' εγώ, καθώς εσύ, φτωχός είμαι και ξένος·<br />
+και ζούμε κολακεύοντας κ' εσύ κ' εγώ τους άλλους,<br />
+αφού έτυχέ μας νάχουμε κ' οι δυο την ίδια μοίρα.<br />
+Κ' εκείνος, που είναι βασιλιάς, ω συφορά μου εμένα,<br />
+περιγελώντας και τους δυο καυχιέται στην πατρίδα·<br />
+αυτόν, αν με το μέρος μου έλθης εσύ, πατέρα,<br />
+πολύ εύκολα και γλήγορα θε να τον αφανίσω<br />
+κ' έτσι πάλι στο σπίτι σου θα σ' αποκαταστήσω<br />
+κ' εμέ τον ίδιο, αφού απ' αυτό με βία διώξω εκείνον.<br />
+Και τούτα να καυχιούμαι εγώ μπορώ, αν εσύ θελήσης,<br />
+γιατί μήτε και να σωθώ μπορώ χωρίς εσένα.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Για το χατήρι αυτού, που εδώ τον έστειλεν, Οιδίπου,<br />
+αφού του ειπής τα ωφέλιμα ποια είναι, διώξε τον πάλι.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ανίσως, φίλοι, ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας<br />
+δεν τύχαινε τον άντρ' αυτόν να στείλη εδώ σ' εμένα,<br />
+θαρρώντας δίκιο και σωστό τα λόγια μου ν' ακούση,<br />
+ποτέ του αυτός δε θάκουγε καθόλου τη φωνή μου.<br />
+Μα τώρα, σαν τ' αξιώθηκε, θα φύγη, αφού από μένα<br />
+ακούση τέτοια, που χαρά ποτέ να μη του φέρουν.<br />
+Εσύ, κακούργε, το ραβδί σαν είχες και το θρόνο,<br />
+που μέσ' στη Θήβα τα κρατεί σήμερ' ο αδερφός σου,<br />
+εμένα τον πατέρα σου μ' εξώρισες ο ίδιος,<br />
+δίχως πατρίδα μ' έκαμες και να φορώ τα ρούχα<br />
+τούτα, που βλέποντάς τα κλαις τώρα, που μέσ' στον ίδιο<br />
+μ' εμέ να βρίσκεσ' έτυχε πόνον και δυστυχία.<br />
+Δεν πρέπει εσύ να κλαις· μα εγώ να τα υποφέρω πρέπει<br />
+όσο θα ζω, θυμούμενος εσένα το φονιά μου,<br />
+γιατί εσύ μ' έκαμες να ζω στη δυστυχία τούτη,<br />
+εσύ μ' εξόρισες· εσύ μ' έκαμες να γυρίζω<br />
+εδώ κ' εκεί και τη θροφή να ζητιανεύω απ' άλλους.<br />
+Κι' ανίσως δεν εγένναγα τις θυγατέρες τούτες<br />
+να με φροντίζουν, βέβαια συ δεν θα με βοηθούσες.<br />
+Αυτές τώρα με σώζουνε, αυτές θροφή μου δίνουν,<br />
+αυτές σαν άντρες, όχι σαν γυναίκες υποφέρουν<br />
+μαζί μου· εσείς παιδιά είσαστε άλλου κι' όχι δικά μου.<br />
+Δε σε προσέχει η μοίρα σου ακόμη, όπως σε λίγο,<br />
+αν είναι αλήθεια, ότι οι στρατοί κίνησαν για τη Θήβα.<br />
+Γιατί δεν είναι δυνατό την πολιτεία κείνη<br />
+να τη χαλάσης, αλλά εμπρός σ' αυτή νεκρός θα πέσης<br />
+γεμάτος αίμα και μαζί μ' εσένα κι' ο αδερφός σου.<br />
+Τέτοιες κατάρες κι' από πριν εγώ είχα ξεστομίσει<br />
+για σας· και τώρα τις καλώ να μούρθουν βοηθοί μου<br />
+να μάθετε να σέβεστε κείνους, που σας γεννήσαν.
+(<sup><a href='#fn29' id='ref29'>29</a></sup>)
+<br />
+Και βέβαια αυτές το θρόνο σου και την παράκλησή σου<br />
+βαστούνε τώρα, αν κάθεται με τους αρχαίους νόμους<br />
+η Δικιοσύνη η παλιά σιμά στου Δία τους θρόνους.<br />
+Κ' εσύ χάσου σαν σίχαμα και με δίχως πατέρα,<br />
+απ' τους κακούς ο πιο κακός, παίρνοντας για συντρόφους<br />
+τούτες μου τις κατάρες, που τώρα σου δίνω: μήτε<br />
+τη χώρα, που είν' πατρίδα σου, να κυριέψης, μήτε<br />
+πίσω να ξαναπάς ποτέ στ' Άργος, αλλ' από χέρι<br />
+συγγενικό να σκοτωθής, αφού σκοτώσης, κείνον <br />
+που σ' έκαμεν εξόριστο. Τέτοια σε καταριέμαι<br />
+και το σκοτάδι τ' αγριωπό φωνάζω του Ταρτάρου<br />
+μαζί του να σε πάρη,<br />
+φωνάζω τούτες τις θεές, φωνάζω και τον Άρη,<br />
+που ανάμεσό σας έβαλε το τρομερό το μίσος.<br />
+Και τώρα, που άκουσες αυτά, φεύγα αποδώ και τρέχα<br />
+σ' όλους τους Θηβαίους να ειπής και στους πιστούς βοηθούς σου,<br />
+πως έδωκε ο Οιδίποδας τέτοιο βραβείο στους γυιούς του.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Και για τους δρόμους πούκαμες του κάκου, Πολυνείκη,<br />
+σε συμπονώ· μα γλήγορα και τώρα φεύγα πάλι.</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Αλλοίμονο στο δρόμο μου! στην ατυχία μου, αλλοί μου!<br />
+ωιμένα και στους φίλους μου! Τέτοιο λοιπόν του δρόμου,<br />
+που απ' τ' Άργος ξεκινήσαμε, τι τέλος είναι, ωιμένα!<br />
+Τέτοιο που εγώ δε δύνουμαι μήτε και σε κανένα<br />
+απ' τους συντρόφους να το ειπώ, μήτε να τους γυρίσω<br />
+πίσω, παρά χωρίς μιλιά τη μοίρα τούτη πρέπει<br />
+να συναντήσω. Όμως εσάς, που ακούσατε, αδερφές μου,<br />
+όσα με καταράστηκε σκληρά ο πατέρας τούτος,<br />
+σας εξορκίζω στους θεούς, ανίσως του πατέρα<br />
+πιάση η κατάρα και ποτέ γυρίστε στην πατρίδα,<br />
+μη με παραμελήσετε παρά μέσα σε τάφο<br />
+φροντίστε να με βάλετε με τις τιμές, που πρέπει.<br />
+Κι' αν τώρα για όσα κάνετε σε τούτον σας παινεύουν,<br />
+κι' άλλον όχι μικρότερον έπαινο εσείς θα πάρτε<br />
+για κείνα, που θα κάμετε σ' εμέ τον αδερφό σας.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πολυνείκη, παρακαλώ σε κάτι να μ' ακούσης.</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Για τι πράμ', Αντιγόνη μου, αγαπημένη; λέγε.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Γύρισε πίσω το στρατό γλήγορα στ' Άργος πάλι,<br />
+και μη τη χώρα μας κ' εσέ τον ίδιον αφανίσης.</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Δεν είναι δυνατό· γιατί πώς θα μπορέσω πάλι<br />
+τον ίδιο να οδηγώ στρατό μια και γυρίσω πίσω;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Και τι ανάγκ' είναι, αδελφέ, και πάλι να θυμώσης; <br />
+ανίσως την πατρίδα σου ρημάξης, ποιο το κέρδος;</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Είναι ντροπή να φεύγω εγώ κι' από τον αδερφό μου,<br />
+αν κ' είμαι μεγαλείτερος, να περιπαίζουμαι έτσι.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Βλέπεις λοιπόν, πως βγαίνουνε σωστές οι προφητείες<br />
+τούτου, που λέει πως θάνατο θα δώστε ο ένας στον άλλο;
+(<sup><a href='#fn30' id='ref30'>30</a></sup>)
+</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Ναι, προφητεύει· όμως εγώ τη γνώμη δε θ' αλλάξω.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονό μου η δύστυχη! και ποιος να σ' ακλουθήση<br />
+θε να τολμήση, ακούγοντας τις προφητείες τούτου;</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Μα δε θα ειπώ εγώ τα κακά· γιατί τα καλά μόνο<br />
+πρέπει ο καλός ο στρατηγός να λέη και τίποτε άλλο.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν, έτσι αποφάσισες να κάμης, αδερφέ μου;</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Ναι· και μη μ' εμποδίσης πια· για μένα όμως θε νάναι<br />
+η εκστρατεία αυτή κακιά κι' ολέθρια
+(<sup><a href='#fn31' id='ref31'>31</a></sup>)
+ εξ αιτίας<br />
+του πατέρα μας τούτου και των Ερινύων του.<br />
+Κ' εσάς ο Δίας άμποτε να σας κατευοδώνη,<br />
+αν κάμετε όσα ζήτησα για μένα, όταν πεθάνω,<br />
+(γιατί δε θε να μ' έχετε πια ζωντανό) και τώρα<br />
+αφίστε με κ' έχετε γεια· δε θα με ξαναδήτε<br />
+πια ζωντανόν.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονο στην κακομοίρα εμένα!</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Μη με μοιρολογάς.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Και, ποιος μπορεί να μη σε κλάψη,<br />
+αφού στον Άδη φανερά πηγαίνεις, αδερφέ μου;</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Αν πρέπη, θα πεθάνω εγώ.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Όχι, παρά άκουσέ με.</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Όσα δεν πρέπει μη μου λες.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ωιμέ η δυστυχισμένη<br />
+ανίσως και σε στερηθώ.</p>
+
+<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p>
+
+<p>Από τη μοίρα τούτα<br />
+πρέπει να γίνουν έτσι ή αλλοιώς. Κ' εγώ τους θεούς<br />
+παρακαλώ για σας, κακό ποτέ να μην ιδήτε·<br />
+γιατί να δυστυχάτ' εσείς δεν είν' σωστό λένε όλοι.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή α'.</b></p>
+
+<p>Καινούργιες πάλι συφορές<br />
+μούρθανε και μεγάλες<br />
+απ' τον τυφλό τον ξένο,<br />
+εξόν αν είναι η μοίρα του.<br />
+Γιατί των θεών κανένα<br />
+θέλημα γελασμένο<br />
+πως βγαίνει δε μπορώ να ειπώ.<br />
+Αυτά ο καιρός τα βλέπει,<br />
+τα βλέπει πάντα κι' άλλα<br />
+κακά βάζοντας στα κακά<br />
+τα κάνει πιο μεγάλα.<br />
+Βρόντηξε, Δία, ο ουρανός.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδιά μου, αν είν' εδώ κανείς, ας τρέξη το Θησέα,<br />
+τον αξετίμητο άνθρωπο, γλήγορα εδώ να φέρη.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Τι τον θέλεις, πατέρα μου, που τον φωνάζεις νάλθη;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Του Δία τούτη η φτερωτή βροντή θε να με φέρη<br />
+τώρα στον Άδη· γλήγορα στείλτε λοιπόν για νάλθη.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Αντιστροφή α'.</b></p>
+
+<p>Να, τρομερά μεγάλο<br />
+αστροπελέκι πέφτει<br />
+από το Δία ριγμένο·<br />
+σκωθήκαν απ' το φόβο<br />
+του κεφαλιού μου οι τρίχες·<br />
+εδείλιασε η καρδιά μου·<br />
+γιατί και πάλι αστράφτει<br />
+ο ουρανός· τι τέλος<br />
+θα φέρη; το φοβάμαι·<br />
+γιατί τ' αστροπελέκι<br />
+ποτέ δεν πέφτει δίχως<br />
+να φέρη συφορά.<br />
+Ω Ουρανέ, ω Δία!</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδιά μου, ήλθε της ζήσης μου το τέλος, καθώς τώχαν<br />
+ειπεί οι θεοί, κι' αδύνατο μου είναι να το ξεφύγω.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Και πώς το ξέρεις; κι' από πού μπορείς να βγάλης τούτο;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Το ξέρω εγώ· μα γλήγορα όσο μπορεί, ας πάη<br />
+κάποιος εδώ το βασιλιά της χώρας να μου φέρη.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή β'</b></p>
+
+<p>Πω! πω! να πίσω πάλι<br />
+βροντολογάει τριγύρω<br />
+τ' άγριον αστροπελέκι.<br />
+Σπλαχνίσου μας, θεέ μου,<br />
+σπλαχνίσου μας, αν φέρνης<br />
+κάποιο κακό στη χώρα.<br />
+Καλόγνωμον ας σ' εύρω,<br />
+και τον καταραμένο<br />
+τον άντρ' αυτόν αν είδα,<br />
+γι' ανταμοιβή ας μη πάρω<br />
+καμμιά βλαβερή χάρη.<br />
+Αφέντη Δία, για σένα<br />
+τα λέγω τούτα εγώ.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Κοντά είναι τάχα ο βασιλιάς; άρα γε αυτός, παιδιά μου,<br />
+θα με προφτάση ζωντανό; νάχω τα λογικά μου;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Και σαν ποιο τάχα μυστικό να ειπής σ' αυτόνε θέλεις;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Για τα καλά που μούκαμε, χάρη πραγματική,<br />
+πούτυχε να του υποσχεθώ, θέλω σ' αυτόν να κάμω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Αντιστροφή β'.</b></p>
+
+<p>Ε, ε, παιδί του Αιγέα<br />
+γλήγορα τρέχα υ-υ ― <br />
+αν είσαι στης λαγκάδας<br />
+την άκρη και θυσίες<br />
+στης θάλασσας το θεό,<br />
+τον Ποσειδώνα, κάνης<br />
+μέσ' στο βωμό, που βώδια<br />
+σφάζουν επάνω του, έλα.<br />
+Γιατί νομίζει ο ξένος,<br />
+πως δίκιο είναι σ' εσένα<br />
+στους φίλους και στη χώρα<br />
+να κάμη δίκια χάρη<br />
+για όσα καλά έχει λάβει.<br />
+Γλήγορα, αφέντη, τρέχα.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Τι είναι οι καινούργιες οι φωνές, που βγάνετε και πάλι.<br />
+κ' εσείς κι' ο ξένος φανερά; μήπως κακό κανένα<br />
+σας έκαμε το φοβερό του Δία αστροπελέκι<br />
+ή το χαλάζι πούπεσεν; όλα να τα φοβάται<br />
+πρέπει κανείς, άμα ο Θεός σηκώνη τρικυμία.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Καθώς ποθούσα, βασιλιά, εμπρός μου ήλθες και κάποιος<br />
+θεός τον ερχομό σου αυτόν σούκαμ' ευτυχισμένο.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Παιδί του Λάιου, σαν τι καινούργιο είναι και πάλι;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Στο τέλος είμαι της ζωής· και θέλω να πεθάνω<br />
+χωρίς για όσα υποσχέθηκα στη χώρα και σ' εσένα<br />
+ψεύτης να βγω.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Κι' απόδειξη ποια του θανάτου σου έχεις;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Ίδιοι οι θεοί μου το μηνάν και μου το παραγγέλνουν,<br />
+κάνοντας ν' αληθεύουνε τα όσα σημάδια ωρίσαν.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Πώς είπες, ότι δείχνουνται, γέροντα, τα σημάδια;</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Με τις αδιάκοπες βροντές και με τ' αστροπελέκια,<br />
+που αμέτρητα το δυνατό χέρι του Δία τα ρίχνει.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Με πείθεις, επειδή πολλά βλέπω να προφητεύης<br />
+κι' όχι ψευτόλογα· και τι πρέπει να κάμω, λέγε.</p>
+
+<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p>
+
+<p>Παιδί του Αιγέα, θε να σου ειπώ εγώ όσα θε να κάμουν<br />
+τούτη την πολιτεία σου για πάντα ευτυχισμένη.<br />
+Μόνος μου, δίχως οδηγό, θε να σου δείξω αμέσως<br />
+τον τόπον όπου πρέπει εγώ τα μάτια μου να κλείσω.<br />
+Κι' αυτόν τον τόπο μη τον πης ποτέ σου σε κανένα,<br />
+μήτε που κρύβεται, μηδέ σε ποιο βρίσκεται μέρος<br />
+για να σου δίνη πάντ' αυτός βοήθεια όσην οι ξένοι<br />
+μισθοφόροι σου και πολύς στρατός δε θα σου δίνουν.<br />
+Κ' εκείνα, που δε λέγουνται και πρέπει να κρατιούνται<br />
+κρυφά, σαν έλθης μόνος σου εκεί, θε να τα μάθης·<br />
+γιατί δεν πρέπει να τα ειπώ μήτε σ' άλλον κανένα,<br />
+μήτε και στα παιδιά μου αυτά, μ' όσο κι' αν τ' αγαπάω.<br />
+Μα πάντα μόνος ξέρε τα, κι' όταν στο τέλος φτάσης<br />
+της ζήσης σου, στον πιο τρανό της χώρας μόνο ειπέ τα<br />
+κ' εκείνος πάλιν ας τα λέη στο διάδοχό του πάντα.<br />
+Κ' έτσι την πολιτεία σου ανίκητη θα κάμης<br />
+απ' τους Θηβαίους· κ' οι πολλές οι πολιτείες, κι' αν έχη <br />
+καλή κυβέρνηση καμμιά, εύκολ' αυθαδιάζουν.<br />
+Μα όταν η τρέλλα κανενός φτάση ως που τα θεία<br />
+να λησμονάη, πάντα οι θεοί προσέχουν κι' ας αργούνε·<br />
+μη θέλης τούτο εσύ, παιδί του Αιγέα, να το πάθης.<br />
+Αυτά όμως, που ορμηνεύω σε, πολύ καλά τα ξέρεις.<br />
+Μα τώρα πια ας πηγαίνουμε στον τόπο, ας μην αργούμε,<br />
+γιατί πολύ με βιάζουνε τα θεϊκά σημάδια. <br />
+Παιδιά μου, ακολουθάτε με. Γιατί οδηγός σας τώρα<br />
+γίνουμ' εγώ, καθώς εσείς είσαστε του πατέρα.<br />
+Εμπρός· και μη μ' εγγίζετε, παρά αφίστε με ναύρω<br />
+μονάχος μου τον ιερό τον τάφον, όπου η μοίρα<br />
+μούχει ωρισμένο να κρυφτώ κάτω απ' το χώμα τούτο.<br />
+Εδώθ' εδώ βαδίζετε· γιατί απ' εδώ με φέρνει <br />
+ο Ερμής ο ψυχοδηγητής κ' η θεά του κάτω κόσμου.<br />
+Ω φως αθώρητο! ήσουνα κάποτε πριν δικό μου<br />
+και τώρα για στερνή φορά σ' εγγίζει το κορμί μου.<br />
+Γιατί τώρα τον υστερνό παίρνω της ζήσης δρόμο<br />
+και πάω στον Άδη να κρυφτώ. Μα, αγαπημένε φίλε,<br />
+κ' εσύ και τούτη η χώρα σου κ' οι άνθρωποί σου πάντα<br />
+ευτυχισμένοι να είσαστε, και να θυμάστε κάπου<br />
+μέσα στην ευτυχία σας κ' εμέ τον πεθαμμένο.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή</b></p>
+
+<p>Ανίσως και συχωρεμένο μου είναι<br />
+την αθώρητη τη θεά με σέβας<br />
+να παρακαλώ κ' εσέν', Αϊδωνέα,<br />
+του κάτω κόσμου βασιλιά, Αϊδωνέα,<br />
+παρακαλώ μήτε με πόνο, μήτε<br />
+με θάνατο τυραγνισμέν' ο ξένος<br />
+να φτάση στων νεκρών τον τόπο, που όλα<br />
+τα κρύβει, και στα Στύγια τα παλάτια.<br />
+Γιατί πολλές κι' αν σ' ηύραν δυστυχίες<br />
+άδικα, δύνεται ο θεός ο δίκιος<br />
+να σε σηκώση πάλι.</p>
+
+<p><b>Αντιστροφή</b></p>
+
+<p>Ω σκοτεινές θεές κι' άγριο θερίο,<br />
+που εμπρός στις πολυσύχναστες τις θύρες<br />
+κάθεσαι ξαπλωμένο και γαυγύζεις<br />
+απ' τη σπηλιά σου κ' είσαι, καθώς λένε,<br />
+φύλακας ανημέρευτος στον Άδη!<br />
+Τούτο, ω παιδί της Γης και του Ταρτάρου,<br />
+παρακαλώ να τραβηχτή στην άκρη<br />
+για ναύρη λεύτερο το διάβα ο ξένος,<br />
+που στο βασίλειο των νεκρών πηγαίνει.<br />
+Εσέ, που τον αιώνιον ύπνο φέρνεις,<br />
+παρακαλώ για τούτα.</p>
+
+<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Ε, πατριώτες! σύντομα πολύ μπορώ να λέω<br />
+νεκρό πια τον Οιδίποδα· μα πώς το πράγμα εγίνη<br />
+δεν είναι διόλου δυνατό να το ιστορώ με λίγα,<br />
+γιατί και τα όσα γίνηκαν εκεί λίγα δεν ήταν.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν πέθανε ο δύστυχος;</p>
+
+<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Μάθε το, πως εκείνος<br />
+για πάντα την πολύπαθη ζωή του άφισε πίσω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πώς; Τάχα οι θεοί του δώσανε θάνατο δίχως πόνο;</p>
+
+<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Αυτό προ πάντων άξιο του θαυμασμού μας είναι.<br />
+Γιατί πώς έφυγε από δω, κ' εσύ, που παρόν ήσουν,<br />
+τα ξέρεις, δηλαδή χωρίς νάχη οδηγό κανένα<br />
+αλλά οδηγώντας μας αυτός· κι' όταν στον καταρράχτη <br />
+έφτασε, που είναι μέσ' στη γη με χάλκινα θεμέλια<br />
+στερεωμένος, στάθηκε σ' έν' απ' τα μονοπάτια<br />
+στη γούβα τη βαθουλωτή σιμά, όπου του Θησέα<br />
+και του Πειρίθου βρίσκουνται τα αιώνια θυμητάρια<br />
+της συμφωνίας πούκαμαν. Αφού στη μέση εστάθη<br />
+από τη γούβα κι' από την πέτρα, που σύνορο είναι,
+(<sup><a href='#fn32' id='ref32'>32</a></sup>)
+<br />
+κι' από την κούφια την γκόρτσα και τον πετρένιο τάφο,<br />
+κάθησε κ' έπειτα έλυσε τα λερωμένα ρούχα.<br />
+Κατόπιν, αφού φώναξε τις κόρες του, ζητούσε<br />
+να φέρουνε τρεχούμενο νερόν από εκεί κάπου<br />
+για να λουστή και για σπονδές. Κ' εκείνες, αφού πήγαν <br />
+στο λόφο τον αντικρυνό της Δήμητρας, που κάνει<br />
+όλα ν' ανθίζουν, γλήγορα φέρανε στον πατέρα<br />
+αυτές του τις παραγγελιές, και το λουτρό και ρούχα<br />
+του ετοίμασαν καθώς για τους νεκρούς είναι συνήθεια·<br />
+κι' όταν ευχαριστήθηκε, γιατί είχαν όλα γίνει,<br />
+(τίποτα πια δεν έμενεν απ' όσα επιθυμούσε)
+(<sup><a href='#fn33' id='ref33'>33</a></sup>)
+<br />
+ο Δίας ο κάτω βρόντηξε και πάγωσαν οι κόρες<br />
+από το φόβο, ως τάκουσαν· κ' επάνω στου πατέρα<br />
+τα γόνατα αφού πέσανε, κλαίγανε και δεν παύαν<br />
+να στηθοκόβουνται και να μοιρολογούν περίσσα·<br />
+κ' εκείνος την πικρή φωνή καθώς ακούει ξάφνου,<br />
+αφού τις σφιχταγκάλιασε, τους είπε: ωιμέ, παιδιά μου,<br />
+δεν έχετε πια σήμερα πατέρα. Εγώ πεθαίνω<br />
+και πια δε θα φροντίζετε να με γεροκομάτε<br />
+με τόσα βάσανα· σκληρό, παιδιά μου, ήταν, το ξέρω,<br />
+μα όλους αυτούς τους κόπους σας γλυκαίνει ένας μου λόγος.<br />
+Καθείς δε σας αγάπησε περσότερο από μένα,<br />
+που τώρα πια με χάνετε κ' έτσι ορφανές θα ζήτε<br />
+όλη την άλλη σας ζωή. Τέτοια θρηνούσαν όλοι<br />
+μ' αναστενάγματα βαθιά και σφικταγκαλιασμένοι.<br />
+Κι' όταν στο τέλος έφτασαν των θρηνητών και βόγγο<br />
+κανένα πια δεν έβγαναν, βαθειά σιωπή εγίνη.<br />
+Και ξάφνου τον εφώναξε κάποιου η φωνή, που όλοι<br />
+τρομάξαν κι' απ' το φόβο τους σκωθήκαν τα μαλλιά τους.<br />
+Γιατί ο θεός πολλές φορές και δυνατά τον κράζει:<br />
+Ε! εσύ, ε! εσύ Οιδίποδα! γιατί αργοπορούμε<br />
+να πάμε; εσύ από μέρος σου αργείς από πολληώρα.<br />
+Κ' εκείνος μόλις άκουσεν, ότι θεός τον κράζει,<br />
+γυρεύει νάλθη ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας·<br />
+κι' αφού κοντά του επήγε αυτός τούπεν: αγαπημένε,<br />
+το σεβαστό το χέρι σου δόσε το στα παιδιά μου<br />
+για να ορκιστής ― δόστε κ' εσείς, παιδιά μου, το δικό σας ― <br />
+και τάξε μου, ότι ποτέ δε θα προδώσης τούτα<br />
+με θέλησή σου, κι' όσα εσύ έχεις σκοπό να κάμης<br />
+κάμε τα, πάντα σου έχοντας στο νου σου το καλό τους.<br />
+Κι' αυτός σαν γενναιόκαρδος άντρας κι' όχι με θρήνους<br />
+στον ξένον υποσχέθηκε μ' όρκο, πως θα τα κάμη.<br />
+Και καθώς γίνηκαν αυτά αμέσως ο Οιδίπους<br />
+με τα τυφλά τα χέρια του αγγίζει τα παιδιά του,<br />
+και λέει: θυγατέρες μου ανάγκη είναι, την τύχη<br />
+τη νέαν αφού υποφέρετε
+(<sup><a href='#fn34' id='ref34'>34</a></sup>)
+, να φύγετε απ' το μέρος<br />
+τούτο και να μη θέλετε να ιδήτε όσα δεν πρέπει<br />
+να βλέπετε, μηδέ όσα εμείς θα πούμε να γροικήστε.<br />
+Όσο το γληγορώτερο φευγάτε· κι' ο Θησέας<br />
+μονάχος του να μείνη εδώ να μάθη όσα θα γίνουν.<br />
+Αφού μας είπε τόσ' αυτός, τον υπακούσαμε όλοι<br />
+και δάκρυα χύνοντας βροχή φεύγαμε με τις κόρες.<br />
+Σε λίγο, όταν εφύγαμε, γυρίσαμε να ιδούμε<br />
+από μακριά· όμως πουθενά δεν είδαμε πια νάναι <br />
+ο Οιδίποδας· μα ο βασιλιάς μόνος και να κρατάη<br />
+στα μάτια εμπρός τα χέρια του για να τα ισκιάζη, σάμπως <br />
+να εφάνη κάτι φοβερό και να το βλέπη μόνο.<br />
+Σε λίγο όμως τον βλέπουμε να προσκυνάη με σέβας <br />
+τη γη και να παρακαλή τον Όλυμπο συνάμα.<br />
+Κ' εκείνος με ποιο θάνατον επέθανε κανένας<br />
+δε θα μπορέση να το ειπή, εξόν απ' το Θησέα.<br />
+Γιατί δεν τόνε σκότωσε κανένα αστροπελέκι<br />
+του Δία, μηδέ θαλασσινή φουρτούνα, που εσηκώθη<br />
+εκείνη τη στιγμή, παρά κάποιος, που ήταν σταλμένος<br />
+απ' τους θεούς, ή θ' άνοιξε καλόγνωμο το στόμα<br />
+του Άδη το αλύπητο, γιατί δεν πέθανεν εκείνος<br />
+με τρόπο, που να τον θρηνή κανείς, μηδ' απ' αρρώστια<br />
+πάσχοντας, αλλά θαυμαστός όσο κανείς στον κόσμο·<br />
+κι' αν φαίνουμαι, ότι δε μιλώ φρόνιμα, δε ζητάω<br />
+συμπάθειο απ' όσους με θαρρούν πως λογικά δε λέω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Κι' όσοι τον ξεπροβόδησαν από τους φίλους που είναι<br />
+κ' οι κόρες του;</p>
+
+<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Δεν είναι αυτές μακριά· γιατί οι φωνές τους<br />
+γεμάτες θρήνο μαρτυρούν, πως έρχουντ' εδώ πέρα.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή α'.</b></p>
+
+<p>Ωιμένα! αλλοίμονο! έχουμε,<br />
+έχουμε οι κακομοίρες<br />
+να κλαίμε, αλήθεια, για πολλά<br />
+κι' όχι μόνο για το αίμα<br />
+του δύστυχου πατέρα μας,<br />
+που ήταν καταραμένο<br />
+και πριν τη γέννησή του·<br />
+να κλαίμ' εμείς, που αδιάκοπα<br />
+άλλοτε τόσους πόνους<br />
+βαστούσαμε κι' αμέτρητους<br />
+στο τέλος θε να ειπούμε,<br />
+γιατί είδαμε και πάθαμε<br />
+πολλά για τον πατέρα.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι είναι;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Μπορείτε, φίλοι μου,<br />
+εσείς να το υποθέστε.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πέθανε;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Όσο καλλίτερα<br />
+μπορούσες να ποθήσης.<br />
+Γιατί τι περισσότερο<br />
+μπορείς να επιθυμήσης<br />
+για κείνον, που ούτε πόλεμος<br />
+μήτε κι' ανεμοζάλη<br />
+θαλασσινή τον χτύπησε,<br />
+αλλά τον εκατάπιαν<br />
+τόποι κρυφοί κι' αθώρητοι,<br />
+ενώ τον ετραβούσε<br />
+αθώρητος ο θάνατος;<br />
+Ω! η κακομοίρα! νύχτα<br />
+μαύρη κι' ολέθρια απλώθηκε <br />
+στα μάτια μας επάνω.<br />
+Γιατί πώς, τριγυρίζοντας<br />
+σε μακρυσμένη χώρα<br />
+ή μέσα σε θαλασσινή<br />
+φουρτούνα, θα μπορούμε<br />
+τη δυσκολόβρετη θροφή<br />
+για τη ζωή να βρούμε;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Δεν ξέρω. Κι' άμποτε ο φονιάς<br />
+ο Άδης να με σκοτώση<br />
+για να πεθάνω η δύστυχη<br />
+μαζί με τον πατέρα·<br />
+γιατί θα είν' κακορροίζικη<br />
+για μένα πια η ζωή μου.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Χρυσά μου διδυμιάρικα!<br />
+τη θεϊκιά τη μοίρα,<br />
+σαν ήλθε, να υποφέρετε<br />
+παλληκαρήσια πρέπει.<br />
+Δεν πρέπει και να νοιώθετε<br />
+τόσο μεγάλο πόνο,<br />
+γιατί και δεν εφτάσατε<br />
+σε τόση δυστυχία.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p><b>Αντιστροφή α'.</b></p>
+
+<p>Όμως ποθούσαμ' εμείς κάπως <br />
+και τη δυστυχία.<br />
+Γιατί κ' εκείνο που δεν ήταν<br />
+διόλου αγαπημένο,<br />
+ήταν για εμάς αγαπημένο,<br />
+όταν τον κρατούσα εκείνον<br />
+μέσ' στην αγκαλιά μου.<br />
+Αγαπημένε μου πατέρα,<br />
+πούσαι διπλωμένος<br />
+της γης το αιώνιο σκοτάδι, <br />
+κι' αν δε ζης, θα σ' αγαπάμε<br />
+πάντα εγώ και τούτη.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πέθανε πια;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Βρήκε αυτός τέλος <br />
+όπως το ποθούσε.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ποιο τέλος;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πέθανε στην ξένη<br />
+χώρα, που ήθελε, και τάφο<br />
+πάντα ισκιερόν έχει,<br />
+κι' άφησε ο θάνατός του λύπη,<br />
+που το θρήνο φέρνει.<br />
+Γιατί πατέρα μου για σένα<br />
+με στεναγμούς τα δάκρυα τρέχουν,<br />
+μήτε ξέρω η μαύρη<br />
+την τόση μου για σένα λύπη<br />
+πώς να τη μερώσω.<br />
+Ωιμέ! ήθελες σε χώρα ξένη<br />
+να πεθάνης, πέθανες όμως<br />
+έτσι μόνος κ' έρμος.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Δύστυχη εγώ! τάχα ποια μοίρα<br />
+&nbsp;― υ ― υ ― υ ― <br />
+πάλι εμέ κ' εσένα<br />
+μας περιμένει, αγαπημένη,<br />
+έτσι ορφανές από πατέρα;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αλλ' αφού είχε τέλος<br />
+ευτυχισμένο, αγαπημένες,<br />
+παύτε αυτή τη λύπη·<br />
+γιατί κανένας δεν υπάρχει,<br />
+που δυστυχία να μη τον δέρνη.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p><b>Στροφή β'.</b></p>
+
+<p>Πίσω, καλή μου, ας τρέξουμε.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Να κάνουμε τι;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Θέλω . . .</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Τι;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Να ιδώ τον τάφο . . .</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Ποιου;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα! . . του πατέρα.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Και πώς είν' τούτο βολετό; <br />
+Μήπως δε βλέπεις τάχα; . . .</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Για ποια αφορμή με μάλωσες;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Και για τούτο: ότι . . .</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Τι είναι<br />
+και πάλι αυτό;</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Πώς άταφος<br />
+χάθηκε εκείνος κ' έρμος.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Φέρε με και στον τάφο του<br />
+σφάξε με τότ' επάνω.</p>
+
+<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα η τρισβαριόμοιρη!<br />
+πώς πάλι εγώ θα ζήσω<br />
+ορφανεμένη κ' έρημη<br />
+ζωή δυστυχισμένη;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><b>Αντιστροφή β'.</b></p>
+
+<p>Μη φοβηθήτε, αγαπημένες.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Μα πώς να γλυτώσω;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Και πριν εγλύτωσες . . .</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Τι τάχα;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>και δε σ' ηύρε κάποια<br />
+δυστυχία τρανή . . .</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Το ξέρω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Σαν τι λοιπόν έχεις στο νου σου;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πώς θα πάμε πίσω<br />
+στην πατρίδα μας, δεν ξέρω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μην το ζητάς τούτο.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Μας αναγκάζ' η δυστυχία.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Και πρώτα σας στενοχωρούσε.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ήταν πριν μεγάλη,<br />
+μα τώρα πιο χειρότερ' είναι.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Σας έλαχε κάποιο<br />
+πέλαγο συφοράς μεγάλο.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ωιμένα! πού να πάμε, Δία;<br />
+Γιατί σαν ποια τώρα<br />
+ελπίδα πια ο θεός μ' αφίνει;</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Παύτε, κόρες, τα κλάμματα· γιατί δεν πρέπει<br />
+λύπη να δείχνουμε όπου σαν ευεργεσία
+(<sup><a href='#fn35' id='ref35'>35</a></sup>)
+<br />
+έρχεται ο θάνατος· είν' αμαρτία τούτο.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Προσπέφτουμε στα πόδια σου, παιδί του Αιγέα.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Για να σας κάμω ποια παράκλησή σας, κόρες;</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Θέλουμε του πατέρα μας κ' εμείς να ιδούμε<br />
+τον τάφο.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Μα δεν είναι δυνατό να γίνη.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Πώς είπες, της Αθήνας βασιλιά κι' αφέντη;</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Παρθένες! μούπε κείνος: άνθρωπος κανένας<br />
+μήτε στους τόπους τούτους να σιμώση, μήτε<br />
+στον τάφο να προσευχηθή τον εδικό του.<br />
+Και μούπε, πως αν τα φυλάξω καλά τούτα<br />
+η χώρα μου θε νάναι πάντα δίχως λύπη.<br />
+Τούτα λοιπόν τάχει ο θεός μας ακουσμένα<br />
+κι' ο Όρκος του Δία, που όλα τ' ακούει.</p>
+
+<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Μα ανίσως τούτα<br />
+τα θέλησ' έτσι εκείνος νάναι, μας αρκούνε.<br />
+Και τώρα στείλε μας στη Θήβα την αρχαία<br />
+μήπως κ' εμποδίσουμε των δυο αδερφών μας<br />
+το σκοτωμό.</p>
+
+<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p>
+
+<p>Κι' αυτά θα κάμω κι' όλα, όσα<br />
+μπορώ να κάμω ωφέλιμα σ' εσάς για χάρη<br />
+κείνου, που εδώ και λίγην ώρα μέσ' στο χώμα<br />
+μπήκε κ' εχάθη· εγώ δεν πρέπει ν' αποκάνω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα τώρα τ' αναφυλλητά<br />
+παύτε και μην αρχίστε<br />
+τα μοιρολόγια πάλι·<br />
+γιατί το δίχως άλλο αυτά<br />
+είν' επικυρωμένα.</p>
+
+<h3 style="margin-top: 8em">ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ</h3>
+
+<p>
+<br />
+Κατά την μετάφρασιν ηκολούθησα το κείμενον της εκδόσεως τον Γ. Δίνδορφ. Εν τούτοις είς
+τινα χωρία επροτίμησα άλλας γραφάς. Εις τας κατωτέρω παρατηρήσεις σημειώνω δια
+ποιον λόγον επροτίμησα την τάδε ή τάδε γραφήν και διατί μετέφρασα ούτως ή ούτως, μη
+ακολουθήσας ενιαχού και την κοινώς παραδεδεγμένην ερμηνείαν. Η κατά στίχον
+παραπομπή γίνεται εις την έκδοσιν του Dindorf.</p>
+
+
+<p id='fn1'>Σημ. 1
+. ― Στίχος 76</p>
+
+<p>. . . επεί περ ει<br />
+γενναίος, ως ιδόντι, πλην του δαίμονος.</p>
+
+<p>Εις πλείστους κριτικούς ο στίχος ούτος παρουσιάζει δυσκολίας συντακτικάς και
+ερμηνευτικάς, ένεκα δε τούτον προβαίνουν εις διαφόρους διορθώσεις. Το «<b>πλην του
+δαίμονος</b>» το εξηγούν «<b>εκτός της δυστυχίας</b>», ήτις ερμηνεία αδυνατίζει την
+έννοιαν του στίχου. Τηρών την αρχικήν γραφήν, επροτίμησα να μεταφράσω κατ' έννοιαν
+μάλλον ή κατά λέξιν.<a href='#ref1' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn2'>Σημ. 2
+. ― στ. 100</p>
+
+<p>. . . νήφων ασίνοις</p>
+
+<p>Το «νήφων» άλλοι ερμηνεύουν «<b>νηστικός</b>» και άλλοι «<b>δεν είχε πίει
+οίνον</b>». Φρονώ ότι εδώ, ως και αλλαχού, «<b>νήφων</b>» σημαίνει απλώς
+«<b>φρόνιμος</b>», δηλαδή άνθρωπος έχων τα λογικά του. <b>Άοινοι θεαί</b> είναι αι
+Ερινύες.<a href='#ref2' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn3'>Σημ. 3
+ ― στ. 138.</p>
+
+<p>. . . φωνή γαρ ορώ,<br />
+το φατιζόμενον.</p>
+
+<p>Επροτίμηοα την κατά Bellermann γραφήν, καθ' ήν μετά το «φωνή» δεν χρειάζεται
+κόμμα, ότε το «φατιζόμενον» πρέπει να το λάβωμεν ως αντικείμενον του «ορώ». Δηλαδή
+«από την φωνήν βλέπω (εννοώ) το λεγόμενον». Κατ' εμέ «εσάς τους ομιλούντας».<a
+href='#ref3' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn4'>Σημ. 4
+ ― στ. 141</p>
+
+<p>δεινός μεν οράν, δεινός δε κλύειν.</p>
+
+<p>Πάντες σχεδόν οι ερμηνευταί εξηγούν «φοβερός την όψιν και την ακοήν». Επειδή ο
+Οιδίπους δεν δύναται να είναι φοβερός εις το ν' ακούη, αλλ' εις το να τον ακούη άλλος,
+μετέφρασα το «<b>δεινός κλύειν</b>» «<b>φοβερός στη φωνή</b>».<a href='#ref4'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn5'>Σημ. 5
+ ― στ. 149</p>
+
+<p>εή, αλαών ομμάτων,<br />
+άρα και ήσθα φυτάλμιος δυσαίων; </p>
+
+<p>Η μετά την λέξιν «ομμάτων» τελεία είναι διόρθωσις τον Κοραή, ην δέχονται ολίγιστοι
+κριτικοί. Την επροτίμησα, διότι όντως η φράσις γίνεται επιφωνηματική. Τοιούτου δε είδους
+επιφωνηματικάς φράσεις έχει πλείστας όσας η δημοτική γλώσσα. Πολλοί θέλουν το
+«αλαών ομμάτων» να το αποδώσωμεν εις το «φυτάλμιος», μετά το οποίον θέτουν το
+ερωτηματικόν. Αλλά τότε, κατ' εμέ, χάνεται η ζωηρότης τον λόγου.<a href='#ref5'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+
+<p id='fn6'>Σημ. 6
+ ― στ. 157</p>
+
+<p>&nbsp;. . . κάθυδρος ου<br />
+κρατήρ μειλιχίων ποτών<br />
+ρεύματι συντρέχει.</p>
+
+<p>Πλείστοι ερμηνευταί εξηγούν: «εις το νάπος (λαγκάδα) χύνονται πολλοί ρύακες με
+γλυκύ ρεύμα», διό και το νάπος είναι ποιήεν. Ο κρατήρ όμως δεν «συντρέχει» με τους
+ρύακας, αλλά με τα προσφερόμενα εις τας Ερινύας ποτά, ύδωρ και μέλι.<a href='#ref6'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn7'>Σημ. 7
+ ― στ. 172.</p>
+
+<p>είκοντας α δεί κακούοντας.</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν «κουκ ακούοντας». Η διόρθωσις οφείλεται εις τον Musgave·
+άλλοι διορθώνουν άλλως. Επροτίμησα το «<b>κακούοντας</b>» με την σημασίαν όμως του
+«<b>υπακούω</b>», διότι συμφωνεί προς όλον τον άλλον λόγον.<a href='#ref7'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn8'>Σημ. 8
+ ― στ. 189.</p>
+
+<p>ίν' αν ευσεβίας επιβαίνοντες.</p>
+
+<p>Οι ερμηνευταί διαφωνούν περί την σημασίαν της φράσεως. Επροτίμησα την ερμηνείαν
+των Wex και Hartung, οι οποίοι εξηγούν «ευσεβώς πατούντες». Κατ' εμέ, ο Οιδίπους,
+ευρισκόμενος ακόμη υπό την εντύπωσιν των λόγων του Χορού, έχων δε πάντοτε εις τον
+νουν του την προφητείαν του Φοίβου και μη βλέπων πού ακριβώς ευρίσκεται, νομίζει ότι
+πρέπει να πατή μ' ευλάβειαν παν πλησίον μέρος.<a href='#ref8'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn9'>Σημ. 9
+ ― στ. 197.</p>
+
+<p>. . . . . εν ασυχαία<br />
+βάσει βάσιν άρμοσαι</p>
+
+<p>Ικανοί ερμηνευταί και ιδίως ο Bellermann το «βάσει βάσιν άρμοσαι» εξηγούν: «βήμα
+προς βήμα» και άλλοι το «βήμα μου σ' οδηγεί!» Όλος ο διάλογος ούτος Χορού, Οιδίποδος
+και Αντιγόνης στρέφεται εις το πώς να καθίση ο Οιδίπους μετά την ερώτησιν τούτου:
+«εσθώ;» Τον τρόπον του καθίσματος αυτού ημείς σήμερον τον λέγομεν απλούστατα
+«διπλοπόδι»· και ούτω καθίζει η Αντιγόνη τον Οιδίποδα. Διά την θέσιν των στίχων 197- 200
+επροτίμησα την γραφήν του Dindorf ως παρουσιάζουσαν φυσικώτερον τον διάλογον.<a
+href='#ref9' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn10'>Σημ. 10
+ ― στ. 267.</p>
+
+<p>ει σοι τα μητρός και πατρός χρείη λέγειν;</p>
+
+<p>Ο Wex διορθώνει εις: «ή σοι τα μητρός και πατρός χρεία λέγειν;»</p>
+
+<p>Επροτίμησα την διόρθωσιν, διότι κατ' αυτήν οι λόγοι του Οιδίποδος ενταύθα
+ανταποκρίνονται πληρέστερον προς την ψυχολογικήν κατάστασιν του χορού.<a href='#ref10'
+ title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn11'>Σημ. 11
+. ― στ. 278</p>
+
+<p>ώσπερ με κανεστήσασθ' ώδε σώσατε.</p>
+
+<p>Οι ερμηνευταί εξηγούν: «ως με ηγείρατε της θέσεώς μου ή μ' εμακρύνατε». Νομίζω, ότι
+ενταύθα το «<b>ανεστήσασθε</b>» εξηγείται ορθότερον: «με βγάλατε από το κακό ή την
+αμαρτία», μη αφίνοντές με δηλαδή να πατώ τον ιερόν τόπον. Η ερμηνεία αύτη ενισχύεται
+και από τους προηγουμένους λόγους του χορού στίχ. 151. Η απομάκρυνσις του Οιδίποδος
+εκ τον ασύλου του διά της υποσχέσεως τον χορού (στ. 176-177) και η μη τήρησις της
+υποσχέσεως ταύτης δεν ήτο δυνατόν να χρησιμεύσουν εις τον Οιδίποδα ως επίκλησις διά
+την σωτηρίαν του.<a href='#ref11' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn12'>Σημ. 12
+ ― στ. 306.</p>
+
+<p>. . . . κ' ει βραδύς γήρα . . .</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν «<b>κ' ει βραδύς εύδει</b>». Άλλοι διορθώνουν άλλως. Νομίζω,
+ότι δυνατόν η ορθή γραφή να είναι «<b>κ' ει βαρύς εύδων</b>», σύμφωνα με την οποίαν
+εξήγησα «κι' αν βαρυέται από ύπνο», διότι συνήθως ο μόλις αφυπνιζόμενος είναι βαρύς
+(βαρετός).<a href='#ref12' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn13'>Σημ. 13
+ ― στ. 309.</p>
+
+<p>τις γαρ έσθ' ος ουχ αυτώ φίλος;</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν: «τις γαρ εσθλός κτλ». Ο Benedict διώρθωσεν εις: «τις γαρ εσθλός
+ουκ αυτώ (τω Θηοεί) φίλος;» όπερ και επροτίμησα, διότι ανταποκρίνεται εις την
+προηγηθείσαν ευχήν του Οιδίποδος «ευτυχής ίκοιτο τη θ' αυτού πόλει».<a href='#ref13'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn14'>Σημ. 14
+ ― στ. 380.</p>
+
+<p>ως αυτίκ' Άργος ή το Καδμείων πέδον<br />
+τιμή καθέξον ή προς ουρανόν βιβών.</p>
+
+<p>Πολλοί ερμηνευταί το «<b>προς ουρανόν βιβών</b>» εξηγούν «<b>να καταστρέψη με
+πυρ</b>», αναμιγνύουν δε όλως ακαίρως και το όνομα του Καπανέως. Ο αρχαίος
+σχολιαστής, τον οποίον ακολουθούν και άλλοι νεώτεροι, ερμηνεύει: «να υψώση δια της
+ευκλείας», ήτοι το Άργος να δοξάση τας Θήβας με την καταστροφήν του στρατού του.
+Επροτίμησα την ερμηνείαν ταύτην, έχων υπ' όψιν μου την ανάλογον δημοτικήν φράσιν
+«ανεβάζω στα ουράνια» επί της σημασίας του «δοξάζω».<a href='#ref14'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn15'>Σημ. 15
+ ― στ. 515.</p>
+
+<p>. . . . ανοίξης<br />
+τας σας, πέπον, έργ' αναιδή.</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν «α πέπονθ' αναιδή», όπερ και επροτίμησα. Το επίθετον «αναιδή»
+διορθούν τινες εις «δεινά ή άναυδα». Εκράτηοα την λέξιν με την σημασίαν «σκληρά», διότι
+αύτη ανταποκρίνεται εις το προηγούμενον «δειλαίας αλγηδόνος» και διότι ο Οιδίπους
+παντού περί της σκληρότητος μάλλον ή της αισχρότητος των παθημάτων του ομιλεί.<a
+href='#ref15' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn16'>Σημ. 16
+ ― στ. 534.</p>
+
+<p>αύται γαρ απόγονοι τεαί;</p>
+
+<p>Άλλοι διορθώνουν άλλως. Τα χειρόγραφα έχουν: «σαι τάρ' εισίν απόγονοί τε και; . .»
+όπερ επροτίμησα ως ζωηρότερον· προ πάντων ο κατά το τέλος του στίχου και είναι
+απαραίτητος διά το εναγώνιον του διακοπτομένου διαλόγου. <a href='#ref16'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn17'>Σημ. 17
+ στ. 563</p>
+
+<p>. . . χώς τις πλείστ' ανήρ ήθλησα κτλ</p>
+
+<p>Πάντες οι ερμηνευταί εξηγούν: «εκινδύνευσα, ως τις άλλος ανήρ κινδυνεύσας κτλ».
+Νομίζω, ότι η ερμηνεία αυτή είναι λίαν εξεζητημένη. Το «ως τις ανήρ» ενταύθα σημαίνει
+«σαν άντρας» ως λέγομεν σήμερον. Ο προσδιορισμός τον «ανήρ» διά του αοριστολογικού
+<b>τις</b> επιτείνει την σημασίαν του = γενναίος, αληθινός άντρας.<a href='#ref17'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn18'>Σημ. 18
+ ― στ. 746</p>
+
+<p>αεί δ' αλήτην . . . . βιοστερή</p>
+
+<p>Δεν εδίστασα να μεταχειρισθώ εις την μετάφρασιν τας λαϊκωτάτας λέξεις: ―
+«αλανιάρης και νηστικός». Το «αλανιάρης» ο Αθηναϊκός λαός το μεταχειρίζεται δι'
+ανθρώπους μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίναι ή διά τους ζώντας την ζωήν των κατά
+Γάλλον; «boh&egrave;mes». Αξία δε σημειώσεως είναι και η ταυτότης της ρίζης του «αλανιάρης»
+προς την τον «αλάομαι ― ώμαι ― πλανώμαι». «Νηστικόν» ο Ελληνικός λαός λέγει όχι
+μόνον τον μη φαγόντα άπαξ κατά την ωρισμένην ώραν, αλλά και τον διαρκώς στερούμενον
+τα του βίου.<a href='#ref18' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn19'>Σημ. 19
+ ― στ. 816</p>
+
+<p>ή μην συ κάνευ τούδε λυπηθείς έσει.</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν «τώνδε». Κατά την ερμηνείαν όμως του αρχαίου σχολιαστού ο
+Musgave διώρθωσεν εις «τούδε», όπερ και επροτίμησα. Κατά την γραφήν των
+χειρογράφων πρέπει να μεταφράσωμεν:<a href='#ref19' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+<p>Κι' όμως εσύ θα λυπηθής κι' ας μη το θέλουν τούτοι (δηλαδή ο Χορός).</p>
+
+
+<p id='fn20'>Σημ. 20
+ ― στ. 865</p>
+
+<p>θείεν μ' άφωνον τήσδε της αράς έτι</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν «τήσδε γης, αράς έτι». Η διόρθωσις, ην παρεδέχθη ο Dindorf,
+εγένετο εις την Λονδίνειον έκδοσιν. Ο Schneidewin διώρθωσεν ούτω: «θείεν γ' άφωνον
+τήσδε γ' ες σ' αράς έτι». Η διόρθωσις αύτη, την οποίαν δέχονται και άλλοι, δεν δύναται να
+είναι ορθή, διότι ο γε ( = τουλάχιστον) περιορίζει, ενώ τουναντίον εδώ ο Οιδίπους ομιλεί με
+περισσοτέραν οργήν και εύχεται να έχη φωνήν, όπως είπη και άλλην κατάραν κατόπιν των
+όσων είπεν εις τους στίχους 787 ― 790.<a href='#ref20' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn21'>Σημ. 21
+ ― στ. 866</p>
+
+<p>ος μ', ω κάκιστε, ψιλόν όμμ' αποσπάσας<br />
+προς όμμασι τοις πρόσδεν κτλ.</p>
+
+<p>Ικανοί ερμηνευταί διαφωνούν πού ν' αποδώσουν το επίθετον «ψιλόν». Εις το
+<b>με</b> (τον Οιδίποδα) ή εις το <b>όμμα;</b> Τούτον ένεκα μερικοί κάμνουν διαφόρους
+διορθώσεις. Λέγων ο Οιδίπους «όμμα» εννοεί την Αντιγόνην, η οποία έβλεπεν αντ' αυτού
+και τον ωδήγει· ορθώς λοιπόν το «ψιλόν» αποδίδεται υπό τινων εις το «όμμα» με την
+σημασίαν όμως του <b>μόνον</b> (μοναχό). Ήτοι «με στερείς το μόνον φως, που μου
+έμεινε μετά την τύφλωσίν μου». Το χωρίον τούτο μετέφρασα κατ' έννοιαν μάλλον ή κατά
+λέξιν.<a href='#ref21' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn22'>Σημ. 22
+ ― στ. 881.</p>
+
+<p>Τα γ' ον τελεί,<br />
+υ ― (τονούμενο) υ-.</p>
+
+<p>Ενταύθα λείπουν πέντε συλλαβαί. Το κενόν οι εκδόται πληρούν διαφοροτρόπως. Ο
+Spengel έγραψε: «σαφώς εγώδα», όπερ επροτίμησα.<a href='#ref22'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn23'>Σημ. 23
+ ― στ. 940</p>
+
+<p>. . . ούτ' άβουλον, ως συ φης . . . </p>
+
+<p>Ανωτέρω (στ. 917) ο Θησεύς είπεν, ότι ο Κρέων εξέλαβε την πόλιν του <b>κένανδρον ή
+δούλην τινά</b>. Ενταύθα ο Κρέων λέγει <b>άβουλον</b>, προσθέτων «ως συ (ο Θησεύς)
+φης». Προφανώς υπάρχει διαφθορά τον χωρίου. Διά τούτο μετέφρασα ως να είχε γραφή
+«ούτε δούλην».<a href='#ref23' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn24'>Σημ. 24
+ ― στ. 958</p>
+
+<p>. . . προς δε τας πράξεις όμως κτλ</p>
+
+<p>Ο Κρέων λέγει εις τον Θησέα, ότι θα υπερασπισθή κατά πάσης εναντίον του πράξεως,
+έχων υπ' όψιν του τους προηγουμένους λόγους του Θησέως, «δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον
+απ' το δικό μου χέρι». Δια τούτο την λέξιν «πράξεις» μετέφρασα περιφραστικώς: «ανίσως
+βάλης χέρι σ' εμένα». Τοιαύτην τινά περίπου ερμηνείαν της λέξεως κάμνει και ο
+Bellerman.<a href='#ref24' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn25'>Σημ. 25
+ ― στ. 1117</p>
+
+<p>. . . τούδε χρη κλύειν, πάτερ,<br />
+και σοι τε τούργον τούτ' εμοί τ' έσται βραχύ.</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν «και σοι τε τούργον τουμόν έσται βραχύ». Ο Elmsley διώρθωσεν
+ως ανωτέρω. Ο Wex διορθώνει: εις «ου κάστι τούργον· τουμόν ώδ' έσται βραχύ», όπερ
+δέχονται πολλοί εκδόται. Επροτίμησα την διόρθωσιν τον Elmsley, διότι και της γραφής των
+χειρογράφων δεν απέχει και διότι παρουσιάζει την φράσιν λογικωτέραν.<a href='#ref25'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn25beta'>Σημ. 25β
+ ― στ. 1179</p>
+
+<p>. . . σκόπει<br />
+μη σοι πρόνοια ή του θεού φυλακτέα.</p>
+
+<p>Οι ερμηνευταί συνήθως εξηγούν: να δείξης ευλάβειαν προς τον θεόν ή όπως λάβης
+πρόνοιαν περί τον θεού και τα παρόμοια. Την λέξιν «πρόνοια» μετέφρασα «θέλημα»· την
+σημασίαν ταύτην έχει πολλαχού η λέξις. Ούτω δε έχομεν φράσιν συνηθεστάτην και
+σήμερον παρ' ημίν.<a href='#ref25beta' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn26'>Σημ. 26
+ ― στ. 1192</p>
+
+<p>Αλλ' έασον . . .</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν: «αλλ' αυτόν», όπερ εις πάντας σχεδόν τους κριτικούς δεν
+φαίνεται ορθόν· ένεκα τούτου δε έγιναν διάφοροι διορθώσεις, περιέχουσαι πάσαι την
+έννοιαν «άφησέ τον». Ουδόλως απίθανον η φράσις «αλλ' αυτόν» να είναι η ορθή, αν
+λάβωμεν υπ' όψιν, ότι ο Σοφοκλής ενίοτε εις τοιαύτας εκφράσεις παραλείπει το ευκόλως
+εννοούμενον ρήμα. Η διόρθωσις «αλλ' έασον» εγένετο εις την Λονδίνειον έκδοσιν του
+1772. Μετέφρασα «συχώρεσέ τον», ορμηθείς εις τούτο εκ των αμέσως επομένων λόγων
+της Αντιγόνης, οι οποίοι έρχονται ως δικαιολογία της αιτήσεως συγγνώμης υπέρ του
+αδελφού της. Η Αντιγόνη είχεν ήδη παρακαλέσει τον Οιδίποδα ν' αφήση τον Πολυνείκην να
+πλησιάση· επομένως νομίζουσα, ότι έπεισε πλέον τον πατέρα εις τούτο, ως ομολογεί ο
+Οιδίπους αμέσως κατωτέρω, ηθέλησε να ζητήση και την υπέρ αυτού συγγνώμην.<a
+href='#ref26' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn27'>Σημ. 27
+ ― στ. 1220 ― 1224</p>
+
+<p>του θέλοντος· ο δ' επίκουρος ισοτέλεστος,<br />
+Άιδος ότε Μοίρ' ανυμέναιος,<br />
+άλυρος, άχορος αναπέφηνε,<br />
+θάνατος ες τελευτάν.</p>
+
+<p>Το χωρίον τούτο παρουσιάζει πολλάς δυσκολίας κατά τε την γραφήν και την ερμηνείαν.
+Τα χειρόγραφα έχουν: «του θέλοντος ουδ' έπι κόρος ισοτέλεστος Άιδος, ότε μοίρα κτλ». Η
+εν τω υπ' όψιν κειμένω διόρθωσις οφείλεται εις τον Hermann, ην και επροτίμησα. Άλλοι
+κάμνουν άλλας διορθώσεις, κυρίως περί την στίξιν. Κατά την παραδεχθείσαν γραφήν η
+έννοια του χωρίου γίνεται ευκρινής, φρονώ, αν υπονοήσωμεν έξωθεν ρήμα τι σημαίνον
+«φαίνεται» και λαμβανόμενον εκ τον υπάρχοντος <b>αναπέφηνε</b>. Η δε φυσική σειρά
+των λέξεων έχει, κατ' εμέ, ούτω: «ότε δ' αναπέφηνεν Άιδος μοίρα ανυμέναιος, άλυρος,
+άχορος, (αναφαίνεται) επίκουρος (=σωτήρ) ο ισοτέλεστος ες τελευτάν θάνατος.<a
+href='#ref27' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn28'>Σημ. 28
+ ― στ. 1295</p>
+
+<p>. . . ούτε νικήσας λόγω</p>
+
+<p>Συνήθως οι ερμηνευταί εξηγούν: «χωρίς να με πείση ή να με νικήση εις αγώνα λόγων».
+Επειδή όμως μου εφάνη κάπως ανάρμοστον προς τον χαρακτήρα τον Πολυνείκους να
+παραδεχθή, όπως αφήση την βασιλείαν και αν ενικάτο εις αγώνα λόγων ― πράγμα άλλως
+τε μη στηριζόμενον ουδαμού ― εξήγησα «<b>χωρίς δικαιολογίαν</b>», ενισχυθείς εις την
+ερμηνείαν αυτήν και από τους αμέσως κατωτέρω λόγους τον Πολυνείκους, «πόλιν δε
+πείσας». <a href='#ref28' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn29'>Σημ. 29
+ ― στ. 1377</p>
+
+<p>ίν' αξιώτον τους φυτεύσαντας σέβειν.</p>
+
+<p>Μετά τον στίχον τούτον ακολουθούν οι δύο στίχοι «και μη ξατιμάζετον κτλ.» τους
+οποίους δεν μετέφρασα, παραδεχόμενος την γνώμην του Spengel ότι είναι νόθοι.<a
+href='#ref29' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn30'>Σημ. 30
+ ― στ. 1425</p>
+
+<p>. . . ος σφων θάνατον εξ αμφοίν θροεί.</p>
+
+<p>Εις τους κριτικούς και ερμηνευτάς φαίνεται περίεργος η χρήσις τον «εξ αμφοίν», και δια
+τούτο προτείνουν διαφόρους αντικαταστάσεις της λέξεως. Υποθέτω, ότι η φράσις έχει
+ορθώς και δεν υπάρχει ανάγκη άλλης λέξεως, αν λάβωμεν το «αμφοίν» ως προσωπικόν
+αντικείμενον του «θροεί» και το «εκ σφων» ως ποιητικόν αίτιον του «θάνατον». Συμφώνως
+προς ταύτα έκαμα και την μετάφρασιν.<a href='#ref30' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn31'>Σημ. 31
+ ― στ. 1433</p>
+
+<p>. . . αλλ' εμοί μεν ήδ' οδός<br />
+έσται μέλουσα δύσποτμός τε και κακή.</p>
+
+<p>Την φράσιν αυτήν οι ερμηνευταί εξηγούν συνήθως «εγώ θα φροντίσω διά την
+στρατείαν» ή κάπως αναλόγως. Φρονώ, ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι ορθή, διότι ο
+Πολυνείκης δεν πρόκειται να φροντίση τώρα δια την εκστρατείαν αυτήν, αφού ο στρατός
+των Αργείων, ως είπεν ανωτέρω, περικυκλώνει το Θηβαϊκόν πεδίον. Ο Πολυνείκης, κατ' εμέ,
+λέγει ενταύθα περί του αποτελέσματος της εκστρατείας· ότι δηλαδη θα είναι δι' αυτήν
+δύσποτμος και κακή. Διά τούτο νομίζω, ότι την δεικτικήν αντωνυμίαν «<b>ήδε</b>» πρέπει
+να την εκλάβωμεν ως το απλούν άρθρον <b>η</b>, όπερ λίαν σύνηθες εις τους Αττικούς, το
+δε «μέλουσα» να γραφή «μέλλουσα», ήτοι: «η μέλλουσα οδός έσται μοι δύσποτμος και
+κακή»· ούτω δε και μετέφρασα. <a href='#ref31' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn32'>Σημ. 32
+ ― στ. 1595</p>
+
+<p>. . . στάς του τε Θορικίου πέτρου.</p>
+
+<p>Εις πάντας τους κριτικούς η λέξις «Θορικίου» φαίνεται ύποπτος, διότι δεν υπάρχει τι
+γνωστόν περί του «Θορικίου πέτρου». Ο Meineke προτείνει να διορθωθή «του τ' Ερικείου
+πέτρου», όπερ μάλλον απίθανον. Είς τινα χειρόγραφα υπάρχει η γραφή «τούθ' ορικίου
+πέτρου», άνωθεν δε του «τούθ'» η λέξις τε. Ο αντιγραφεύς ηθέλησε να δείξη ότι το τούθ'
+είναι δύο λέξεις: <b>του τε</b>. Κατόπιν τούτων νομίζω, ότι κάλλιστα δυνάμεθα ν'
+αναγνώσωμεν «<b>του θ' οριαίου πέτρου</b>». Η γραφή «οριαίου» απέχει των
+χειρογράφων κατά έν μόνον γράμμα. Η λέξις είναι μεν σπανία, αλλ' ουχί και αδόκιμος. Την
+διόρθωσιν ταύτην καθιστούν πιθανωτέραν και άλλοι λόγοι. Ο Οιδίπους εστάθη εις μίαν των
+ατραπών πλησίον του κοίλου κρατήρος, όστις ευρίσκετο κατά το μέσον της αχέρδου, του
+λαΐνου τάφου και του θορικίου (ή οριαίου) πέτρου. Αλλά ποίος ο πέτρος ούτος; Εις τον
+στίχον 192 υπάρχει η φράσις «τούδ' αντιπέτρου βήματος» όπου ο αρχαίος σχολιαστής
+σημειώνει: «του αντιπέτρου βήματος του κατ' ίσον βεβηκότος πέτρου, όπερ είπε
+<b>χαλκούν οδόν</b>. Τούτον δε τον πέτρον υποτίθεται <b>του αβάτου όριον</b>». Αν
+ενθυμηθώμεν, ότι ο Οιδίπους εις την αρχήν της τραγωδίας εκάθισεν επί <b>αξέστου
+πέτρου</b> εντός τον ιερού χώρου, ον μετ' ολίγον ο Ξένος απεκάλεσε «χαλκόπουν οδόν»,
+και ότι εις τον στίχον 1590 λέγεται: «τον καταρράκτην οδόν χαλκοίς βάθροισι γήθεν
+ερριζωμένον», πλησίον του οποίου ο «κοίλος κρατήρ», ουχί απιθάνως δυνάμεθα να
+υποθέσωμεν, ότι ο «άξεστος πέτρος», ο κατά τον σχολιαστήν «του αβάτου όριον» και ο
+Θορίκιος ή <b>οριαίος πέτρος</b> είναι έν και το αυτό. Μετά τα ανωτέρω, φρονώ ότι η
+διόρθωσίς μου «<b>οριαίου</b>» είναι λίαν πιθανή, διό και μετέφρασα: «κι' από την πέτρα
+που σύνορο είναι». Δηλαδή σύνορον του ιερού χώρου.<a href='#ref32'
+title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn33'>Σημ. 33
+ ― στ. 1605.</p>
+
+<p>κουκ ην έτ' αργόν ουδέν ων εφίετο.</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν: «ουκ ην έτ' κτλ». Τον στίχον αυτόν θεωρώ νόθον, διότι δεν είναι
+η επανάληψις τον προηγουμένου. Εκ της γραφής των χειρογράφων φαίνεται ότι τον
+παρενέθεσεν ως επεξήγησιν αντιγραφεύς τις, οι δε κριτικοί δια να τον συνδέσουν προς τον
+προηγούμενον προσέθεσαν τον <b>και</b>. <a href='#ref33' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn34'>Σημ. 34
+ ― στ. 1640.</p>
+
+<p>ω παίδε, τλάσας χρη το γενναίον φρενί.</p>
+
+<p>Ο Λαυρεντιανός κώδιξ έχει: «το γενναίον φέρειν»· ο Dindorf σημειώνει, ότι η γραφή
+«φρενί» είναι αβεβαία εικασία, ληφθείσα εξ απογράφου τινός. Οι κριτικοί προσκρούοντες
+εις την λέξιν κάμνουν διαφόρους διορθώσεις. Νομίζω, ότι δυνάμεθα να διορθώσωμεν «το
+γε νέον φέρον», ότε το φέρον σημαίνει <b>τύχην, μοίραν</b>. Την λέξιν «φέρον» υπό την
+αυτήν σημασίαν απαντώμεν και κατωτέρω εις τον στίχον 1694 «το φέρον εκ θεού καλώς
+φέρειν χρη».<a href='#ref34' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+
+
+<p id='fn35'>Σημ. 35
+ ― στ. 1752.</p>
+
+<p>Χάρις η χθονία ξύν' απόκειται.</p>
+
+<p>Τα χειρόγραφα έχουν «χάρις η χθονία ξυναπόκειται». Αλλ' επειδή εις πάντας τους
+κριτικούς το χωρίον εφάνη κατεστραμμένον, προέβησαν πολλοί εις διαφόρους διορθώσεις.
+Επροτίμησα την διόρθωσιν του Martin «χάρις η χθονία νυξ απόκειται», διότι η συμβουλή
+του Θησέως προς τας κόρας να μη θρηνούν δύναται να έχη ως αιτιολογίαν «ότι είναι
+αμαρτία να θρηνή τις εκεί όπου ο θάνατος (η χθονία νυξ) επήλθεν ως ευεργεσία. Αι δε
+κόραι του Οιδίποδος εθρήνουν κυρίως δια τον θάνατον του πατρός, όστις θάνατος ήτον
+αληθής ευεργεσία διά τον Οιδίποδα, τον τόσον παρακαλέσαντα τας Ευμενίδας να του
+δώσουν το τέλος των δεινών του. <a href='#ref35' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
+<h3 style="margin-top: 3em">* * *</h3>
+
+<p style="margin-top: 4em">Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας
+σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό
+αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα,
+δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους
+μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό
+της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων,
+ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο
+Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά,
+Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,
+Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,
+Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα
+που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.</p>
+
+<p><b>Οιδίπους επί Κολωνώ</b>. Το τελευταίο από τα δράματα του Σοφοκλέους. Πααρουσιάζει τις
+τελευταίες περιπέτεις του Οιδίποδος και κλείνει με τον θάνατό του στον Κολωνό. Η γενική
+έξαρση, ο λυρισμός, η εξύμνηση των Αθηνών, το μεγαλείον του ήρωα που πεθαίνει,
+αναδεικνύουν το δράμα αυτό ως ένα από τα αριστουργήματα του παγκοσμίου
+θεάτρου.</p>
+
+<p style="margin-top: 4em">Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ<br />
+ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p>
+
+<p>ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36<br />
+ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p>
+
+<p style="margin-top: 4em">ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10<br /><br /></p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>
+</p>
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Oedipus at Colonus, by Sophocles
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OEDIPUS AT COLONUS ***
+
+***** This file should be named 39382-h.htm or 39382-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/9/3/8/39382/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
diff --git a/39382-h/images/cover.jpg b/39382-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..3c78d4a
--- /dev/null
+++ b/39382-h/images/cover.jpg
Binary files differ