diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 39382-0.txt | 4689 | ||||
| -rw-r--r-- | 39382-0.zip | bin | 0 -> 62477 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 39382-h.zip | bin | 0 -> 222783 bytes | |||
| -rw-r--r-- | 39382-h/39382-h.htm | 4817 | ||||
| -rw-r--r-- | 39382-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 157961 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
8 files changed, 9522 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/39382-0.txt b/39382-0.txt new file mode 100644 index 0000000..0c92c6a --- /dev/null +++ b/39382-0.txt @@ -0,0 +1,4689 @@ +The Project Gutenberg EBook of Oedipus at Colonus, by Sophocles + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Oedipus at Colonus + +Author: Sophocles + +Translator: Ilias Voutieridis + +Release Date: April 5, 2012 [EBook #39382] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OEDIPUS AT COLONUS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. A table of corrections has been taken into account. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold +words have been included in &. Missing text from the tragedy +has been replaced by the translator by metric syllables, + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Ο πίνακας διορθώσεων έχει ληφθεί υπόψη. Η ορθογραφία +του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους +χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &. Στίχοι που λείπουν έχουν +αντικατασταθεί από τον μεταφραστή με μετρικές συλλαβές. + + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ + + + + +ΣΟΦΟΚΛΗΣ + + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ + + + + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ + +ΗΛΙΑ Π. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΟΥ + + + + +ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ + + + + +ΥΠΟΘΕΣΙΣ + +Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» είναι κάπως συνδεδεμένος με τον «Οιδίποδα +Τύραννον». Αφού δηλαδή εδιώχθη από την πατρίδα του ο Οιδίπους, +γέρων πλέον, φθάνει εις τας Αθήνας, οδηγούμενος από την θυγατέρα +του Αντιγόνην· διότι αι θυγατέρες ηγάπων τον πατέρα των +περισσότερον από τους υιούς του. Φθάνει δε εις τας Αθήνας, καθώς +λέγει ο ίδιος, κατόπιν χρησμού του Πυθικού μαντείου, ότι θ' +απέθνησκε πλησίον των σεμνών λεγομένων θεών. + +Κατ' αρχάς λοιπόν γέροντες εγχώριοι, από τους οποίους συνίσταται +ο Χορός, μαθόντες την άφιξίν του συναθροίζονται και διαλέγονται +προς αυτόν. Κατόπιν έρχεται η Ισμήνη και του αναγγέλλει την έριδα +των υιών του και την μέλλουσαν άφιξιν προς αυτόν του Κρέοντος, ο +οποίος και, ελθών διά να τον φέρη πάλιν εις τας Θήβας, αναχωρεί +άπρακτος. + +Ο Οιδίπους, αφού κατέστησε γνωστόν εις τον Θησέα τον χρησμόν, +αποθνήσκει πλησίον του ναού των σεμνών θεών. + +Το δράμα τούτο είναι από τα πλέον αξιοθαύμαστα· το έγραψε δε ο +Σοφοκλής, γέρων πλέον, χαριζόμενος όχι μόνον εις την πατρίδα του, +αλλά και εις τον ιδιαίτερόν του δήμον, διότι κατήγετο από την +Κολωνίδα φυλήν. Διά του δράματος τούτου ηθέλησεν ο Σοφοκλής να +εξυμνήση τον δήμον του και να χαροποιήση τους Αθηναίους δι' όσων +λέγει ο Οιδίπους, ότι η πόλις των θα είναι απόρθητος και ότι θα +νικήσουν τους Θηβαίους προμαντεύων ότι θα πολεμήσουν ποτέ με +αυτούς και ότι κατά τους χρησμούς θα τους νικήσουν εξ αιτίας του +τάφου του. + +Η σκηνή του δράματος υπόκειται εις την Αττικήν κατά τον Ίππειον +Κολωνόν, πλησίον του ναού των σεμνών θεών. Ο Χορός αποτελείται +από άνδρας Αθηναίους, προλογίζει δε ο Οιδίπους. + + + +ΠΡΟΣΩΠΑ + + + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ +ΑΝΤΙΓΟΝΗ +ΞΕΝΟΣ +ΧΟΡΟΣ ΑΤΤΙΚΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ +ΙΣΜΗΝΗ +ΘΗΣΕΥΣ +ΚΡΕΩΝ +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ +ΑΓΓΕΛΟΣ + + + +ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω Αντιγόνη μου, παιδί γέρου τυφλού, σε τόπους + ποιους έχουμ' έλθει ή σε ποιανών ανθρώπων πολιτεία; + Ποιος τώρα τον Οιδίποδα, που τριγυρνάει στα ξένα, + θα τον δεχτή πονετικά με τόσο λίγα δώρα, + που κι' αν γυρεύη λιγοστά, μα παίρνει κι' απ' το λίγο + ακόμη πιο λιγώτερο, κι' αυτό αρκετό για μένα; + Γιατί τα τόσα βάσανα και τα πολλά μου χρόνια, + και τρίτη η καρδιωσύνη μου μ' έμαθαν να υπομένω. + Όμως, παιδί μου, πουθενά καν' αποκούμπι αν βλέπης + πάνω στο δρόμον ή σιμά σε δάσος, που ταμένο + είναι στους θεούς, σταμάτα με και βάλε με να κάτσω + για να ρωτήσουμε σε ποιο φτάσαμε τάχα μέρος. + Γιατί σαν ξένοι ερχόμαστε να μάθουμε απ' τους ντόπιους + και τα όσα θε ν' ακούσουμε να κάνουμε. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πατέρα, + δυστυχισμένε Οιδίποδα, τα κάστρα, που φυλάνε + την πολιτεία, βρίσκουνται μακριά μας, καθώς βλέπω· + κι' ο τόπος τούτος άγιος μου φαίνεται πως είναι, + γιατί γεμάτο τον θωρώ με δάφνη, ελιές κι' αμπέλια· + και μέσ' απαλοφτέρουγα γλυκολαλούν αηδόνια. + Εδώ, στην απελέκητη την πέτρα τούτη κάτσε· + γιατί κι' ο δρόμος πούκαμες είναι πολύς για γέρο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Λοιπόν να κάτσω βάλε με και τον τυφλόν έχ' έγνοια. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Το ξέρω πια· να μου το πης αυτό δεν είν' ανάγκη. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μπορείς, αλήθεια, να μου πης σε ποιο φτάσαμε μέρος; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ναι· την Αθήνα ξέρω την· τον τόπον όμως όχι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Γιατί μας τόλεγεν αυτό καθένας στρατοκόπος. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ποιος είναι ο τόπος κάπου εδώ να πάω μήπως και μάθω; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ναι, ναι, παιδί μου, κι' αν μπορή κανείς εδώ να κάτση. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Μα κατοικέται· όμως θαρρώ πως πια δεν είναι ανάγκη + να πάω, γιατί έναν άνθρωπο σιμά μας βλέπω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αλήθεια, + ερχάμενο ίσα κατά μας, τρέχοντας προς τα δώθε; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Μα νάτος είναι και παρών κι' ό,τι θαρρείς πως είναι + πρεπούμενο για να του λες, λέγε, γιατί κοντά είναι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω ξένε, ακούγοντας αυτή, που για τους δυο μας βλέπει, + ότι με το καλό έρχεσαι συ, που τον τόπο ξέρεις, + να πης τα όσα δεν ξέρουμε . . . . + + ΞΕΝΟΣ + + Πριν να ρωτάς περσότερα, φεύγα απ' αυτό το μέρος, + γιατί σε τόπο βρίσκεσαι, που είναι αμαρτία να μπαίνης. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιος είναι ο τόπος; ποιου θεού λογιέται κατοικία; + +ΞΕΝΟΣ + + Ανέγγιχτος κι' απάτητος. Γιατί τον κατοικούνε + οι τρομερές θεές, της Γης οι κόρες και του Σκότου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιών το σεβάσμιο τ' όνομα γροικώντας θα μπορούσα + να τους προσπέσω; + +ΞΕΝΟΣ + + Εδώ ο λαός κράζη τες Ευμενίδες, + που όλα τα βλέπουνε· κι' αλλού μ' άλλο όνομα τις κράζουν. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Όμως τον παρακαλεστή πονετικά ας δεχτούνε, + γιατί πια εγώ απ' το κάθισμα του τόπου αυτού δε θάβγω. + +ΞΕΝΟΣ + + Τι θες να πης; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Πως είναι αυτό της μοίρας μου σημάδι. + +ΞΕΝΟΣ + + Μα να σε διώξω μήτ' εγώ τ' αποκοτώ, αν δε θέλη + η πολιτεία και προτού μου πούνε τι να κάμω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Σ' ορκίζω, ξένε, στους θεούς, μη με καταφρονέσης, + τέτοιο ζητιάνο, να μου πης τα όσα παρακαλώ σε. + +ΞΕΝΟΣ + + Λέγε· από εμέ τουλάχιστο δε θάβρης καταφρόνια. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιος είναι ο τόπος το λοιπόν αυτός, όπου έχουμ' έμπει; + +ΞΕΝΟΣ + + Γροικώντας όσα ξέρω εγώ κ' εσύ θα μάθης· όλος + ο τόπος τούτος άγιος είναι· και τον συχνάζει + ο Ποσειδών ο σεβαστός κι' ακόμη κι' ο Τιτάνας + ο φωτοκράτορας θεός ο Προμηθέας· το μέρος, + που εσύ πατείς, της γης αυτής το λεν χαλκό κατώφλι + και της Αθήνας στήριγμα· κ' οι τόποι οι κοντινοί του + καυχιούνται ότι έχουν αρχηγό τον αλογάρη τούτο + τον Κολωνό και φέρνουνε τ' όνομα το δικό του· + κι' όλοι το ίδιο του όνομα τώχουν για παρανόμι. + Τέτοια είναι αυτά, που τα τιμούν, ω ξένε, όχι με λόγια + αλλά πολύ περσότερο με το προσκύνημά τους. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Λοιπόν κάθουνται κι' άνθρωποι σ' αυτούς εδώ τους τόπους; + +ΞΕΝΟΣ + + Και βέβαια συνονόματοι με το θεόν ετούτον. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Εξουσιάζει τους κανείς ή κυβερνάει το πλήθος; + +ΞΕΝΟΣ + + Και τούτοι ορίζονται από το βασιλιά της χώρας. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιος είναι αυτός, που σε βουλή και πόλεμο είναι πρώτος; + +ΞΕΝΟΣ + + Θησέας λέγεται, παιδί του παλαιού του Αιγέα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Τάχα θα πάη κανένας σας σ' αυτόν μαντατοφόρος; + +ΞΕΝΟΣ + + Και τι να κάμη ή τι να πη μαντάτορας αν πάη; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Πως, αν βοηθήση λιγοστά, μεγάλα θα κερδίση. + +ΞΕΝΟΣ + + Και ποια η βοήθεια απ' άνθρωπο, που δε μπορεί να βλέπη; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αληθινά θε να τα ειπώ όλα όσα θε να λέω. + +ΞΕΝΟΣ + + Τώρα γνωρίζεις, φίλε μου, πως δε θε ν' αμαρτήσης; + Αφού είσαι γενναιόκαρδος και μέσ' στη δυστυχία, (1) + καθώς το βλέπω, πρόσμενε αυτού, που πρωτοφάνης, + ως που να πάω να τα ειπώ σ' αυτούς εδώ τους ντόπιους, + όχι στη χώρα· γιατί αυτοί για εσέ θ' αποφασίσουν, + αν πρέπει εσύ να μένης ή δρόμο ν' αρχίσης πάλι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αληθινά, παιδάκι μου, μας έφυγεν ο ξένος; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Έφυγε· κ' έτσι δύνεσαι, πατέρα, μ' ησυχία + να προσεύχεσαι, γιατί εγώ μονάχα είμαι σιμά σου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αγριομμάτες δέσποινες, αφού στη χώρα τούτη + κάθισα παρακαλεστής στο κάθισμά σας πρώτα, + μη φανήτε σκληρόκαρδες σ' εμένα και στο Φοίβο, + που σίντας μου προμάντευε τις συφορές εκείνες + προείπε μου αυτόν τον τελειωμόν, αφού καιρός περάση, + όταν ερθώ στον υστερνό τον τόπον, όπου θάβρω + την κατοικία των σεμνών θεών και φιλοξένια, + εκεί και τη βαριόμοιρη ζωή μου θα τελειώσω, + διάφορο, αν κάτσω, φέρνοντας σ' αυτούς που με δεχτούνε, + και χαλασμό στους μ' έστειλαν, σ' αυτούς που μ' αποδιώξαν. + Και μου μηνούσεν ότι αυτών σημάδια θε ναρθούνε + κάποιος σεισμός, κάποια βροντή, κάποια του Δία λάμψη. + Κ' ένοιωσα τώρα, πως αυτός ο δρόμος να με φέρη + στο δάσος τούτο βέβαια σημάδι είναι δικό σας + αληθινό· γιατί ποτέ δε θα συναπαντιόμουν + στο διάβα μου πρώτα μ' εσάς, φρόνιμος μ' Ερινύες, (2) + και δε θε να καθόμουνα πάνω σ' αυτή την πέτρα + τη σεβαστή κι' αδούλευτη. Μα τώρα πια, θεές μου, + σύμφωνα με του Απόλλωνα τις προφητείες δόστε + σ' εμένα κάποιο θάνατο και τελειωμό της ζήσης, + εξόν, αν με νομίζετε πως λίγο τυραγνιούμαι, + ενώ πάντα τα βάσανα τα πιο τρανά υποφέρνω. + Εμπρός, ω γλυκοπόθητα παιδιά του αρχαίου Σκότου, + εμπρός, ω συνονόματη της δυνατής Παλλάδας + Αθήνα, πιο αξετίμητη από τις χώρες όλες, + τον ίσκιο αυτόν του Οιδίποδα τον άθλιο λυπηθήτε, + γιατί δεν είναι βέβαια τούτο τ' αρχαίο κορμί μου. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Σώπα, γιατί εδώ έρχουνται κάποιοι πολυχρονίτες + γέροι, για να εξετάσουνε κρυφά το κάθισμά σου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Και νά, σωπαίνω· μα κ' εσύ βγάλε με από το δρόμο + και μέσ' στο δάσος κρύψε με, ως που ν' ακούσω τούτους + ποια λόγια θε να πουν· γιατί καθένας, άμα ξέρη + τα πράματα, με προσοχή τις πράξες του οργανίζει. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή α'. + + Κύττα· ποιος ήταν τάχα; + πού στέκεται; πού νάναι + σαν έφυγε από δώθε + ο απόκοτος αυθάδης; + Ξέταζε· ζήταγέ τον, + σ' όλα τα μέρη ψάχνε· + κάποιος πλανητεμένος, + πλανητεμένος είναι + ο γέρος, όχι ντόπιος. + Αλλιώς αυτός ποτέ του + δεν ήθελε σιμώσει + στ' απάτητο το δάσος + των φοβερών παρθένων, + που δεν αποκοτούμε + να πούμε τ' όνομά τους + και που τις προσπερνούμε + χωρίς να τις κυττάμε, + χωρίς να πούμε λέξη, + και σαν βουβοί τα χείλη + κινώντας, με το νου μας + τις βαθυπροσκυνάμε. + Μα τώρα λεν, ότι ήλθε + κάποιος, που δεν τις τρέμει, + που εγώ, κι' αν όλο φέρνω + το δάσος γύρα, ακόμη + δε δύνουμαι να μάθω + πού τάχατε να μου είναι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Εγώ είμαι εκείνος, που ζητάτε·(3) + γιατί με τη φωνή σας βλέπω + εσάς, που μου μιλάτε. + +ΧΟΡΟΣ + + Πω, πω! + Φοβερός και στη θωριά, + φοβερός και στη φωνή. (4) + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παρακαλώ σας, γι' άνομο μη με νομίστε. + +ΧΟΡΟΣ + + Δία προστάτη, ο γέροντας ποιος τάχα νάναι; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κάποιος, που δεν ταξίζει + να τον καλοτυχίστε, + βλεπάτορες του τόπου + αυτού. Και τ' αποδείχνω· + γιατί δε θα σερνόμουν + εδώ με ξένα μάτια + και δε θα στηριζόμουν + μεγάλος σε μικρή. + +ΧΟΡΟΣ + +Αντιστροφή α. + + Ω! μάτια χαλασμένα! (5) + τάχα είσαι κακομοίρης + από γεννησιμιό σου; + πολύχρονος, αλήθεια, + μου φαίνεται πως είσαι. + Μα όσο από μένανε είναι, + στις τόσες συφορές σου + δε θα προσθέσης τώρα + και τούτες τις κατάρες. + Γιατί τραβάς εμπρός. + Όμως για να μη πέσης + μέσ' στη βαθειά λαγκάδα, + όπου φωνή καμμία + να γροικηθή δεν πρέπει, + όπου και το κροντήρι + από νερό γεμάτο + σμίγει με το ποτάμι + των ιερών πιστώνε, (6) + καλά απ' αυτά φυλάξου, + δυστυχισμένε ξένε, + μετατοπίσου, έξω έβγα. + Διάστημα μεγάλο + εσέ κ' εμάς χωρίζει. + Ακούς, βασανισμένε + τριγυριστή; κι' αν ίσως + να μου απαντήσης θέλης + για όσα σου λέω, λέγε, + αφού απ' τ' απάτητα έβγης, + εκείθε όπουθε ο νόμος + σ' όλους να λεν ορίζει. + Μα πριν μιλιά μη βγάλης. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κόρη μου, σαν τι ν' αποφασίσω; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πατέρα, πρέπει προσοχή να δίνουμε στους ντόπιους + υποχωρώντας στα σωστά κ' υπάκουοι να φανούμε. (7) + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Πιάσε το χέρι μου λοιπόν. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Και νά που σε κρατάω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω ξένοι, ας μην αδικηθώ με το να σας πιστέψω + κι' από εδώ πέρα βγαίνοντας. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή β'. + + Ποτέ άθελά σου, γέρο, + από τα καταφύγια σου κανείς δε θα σε βγάλη. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Να προχωρήσω; + +ΧΟΡΟΣ + + Προχώρα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ακόμη; + +ΧΟΡΟΣ + + Τράβα τον, κόρη, + πιο πέρα ακόμη, + γιατί εσύ βλέπεις. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Λοιπόν ακλούθα, + πατέρ' ακλούθα + με τυφλού πόδι + όπου σε φέρνω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + ― ― ― ― + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + υυυ ― υυ ― υ ― + υ-υυ- + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + ― ― ― υυ― + +ΧΟΡΟΣ + + Υπόμενε στα ξένα, + βασανισμένε ξένε, + μίσος να δείχνης σ' ό,τι + εχτρεύεται κ' η χώρα, + και σέβας νάχης σ' ό,τι + της είναι αγαπημένο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Λοιπόν οδήγα με, παιδί μου, + εκεί, όπου εύλαβα πατώντας, (8) + θε να μπορέσουμε να πούμε + και να γροικήσουμε συνάμα, + κι' όχι ας μη λέμε στην ανάγκη. + +ΧΟΡΟΣ + +Αντιστροφή β'. + + Αυτού στάσου· μη βγάνης άλλο + το πόδι σου έξω από το μέρος, + που είναι μπροστά σ' αυτή την πέτρα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Έτσι; + +ΧΟΡΟΣ + + Αρκετά, καθώς ακούς. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Να κάτσω; + +ΧΟΡΟΣ + + Αφού στα πλάγια + της πέτρας λίγο γύρης. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Αυτό πατέρα, είναι δουλειά δική μου· + δίπλωσ' το πόδι σου ήσυχα (9) απά στάλλο . . . . + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμένα, ωιμένα, αλλοίμονό μου! + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + αφού το γέρικο κορμί σου πάνω + στο φιλικό το χέρι μου ακουμπήσης. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμένα, ωιμένα, μαύρη συφορά μου! + +ΧΟΡΟΣ + + Βασανισμένε! τώρα, + που βρήκες ησυχία, + για πες τι άνθρωπος είσαι; + Ποιός είσαι ο κακομοίρης, + που σ' οδηγάνε; τάχα + μπορώ από εσέ να μάθω + από πατρίδα ποια είσαι; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + +Επωδός. + + Ω ξένοι! αποδιωγμένος + μα μη . . . + +ΧΟΡΟΣ + + Γέροντα, τι είναι + αυτό, που απαγορεύεις; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μη, μη, μη με ρωτήσης + ποιος είμαι, μη ζητήσης + περσότερα να μάθης. + +ΧΟΡΟΣ + + Γιατί; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μαύρη η γενιά μου. + +ΧΟΡΟΣ + + Λέγε. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδί μου, ωιμένα, + σαν τι να φανερώσω; + +ΧΟΡΟΣ + + Ω ξένε, από πατέρα + ποια είναι η γενιά σου λέγε. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μαύρος εγώ! τι πρέπει, + παιδάκι μου, να κάμω; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Λέγε, αφού πια σιμώνεις + σε κίνδυνο μεγάλο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Θα ειπώ· γιατί δε βλέπω + το πώς θα τ' αποφύγω. + +ΧΟΡΟΣ + + Αργείς πολύ, μα βιάσου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ξέρετε κάποιον πούναι + του Λάιου παιδί; + +ΧΟΡΟΣ + + Πω, πω! + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Και τη γενιά + + των Λαβδακίδωνε; + +ΧΟΡΟΣ + + Θεέ! + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Τον κακομοίρη Οιδίπου; + +ΧΟΡΟΣ + + Λοιπόν εσύ είσ' εκείνος; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μην τρέμετε καθόλου + για τα όσα λέω. + +ΧΟΡΟΣ + + Πω! πω! + κακόμοιρε, πω, πω! + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Τι θα μας λάχη τάχα, + κόρη μου; + +ΧΟΡΟΣ + + Από τη χώρα + έξω μακριά φευγάτε. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Και κείνα πούχες τάξει + πώς θε να τα πληρώσης; + +ΧΟΡΟΣ + + Κανείς από τη μοίρα του την παίδεψη δεν παίρνει, + αν στις παλιές του συφορές την τιμωρία φέρνη· + μα όταν το πρώτο γέλασμα συγκρίνεται με τάλλο, + δε φέρνει τη χαρά αμοιβή παρά καημό μεγάλο. + Κ' εσύ από τα καθίσματα τούτα και πάλι φεύγα, + σαν ξορισμένος πάλι + από τη χώρα μου έβγα, + μήπως στη πολιτεία μου φέρης ζημιά μεγάλη. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ω ξένοι μου ψυχόπονοι, αφού δεν υποφέρετε + το γέρο μου πατέρα, + γιατί τις πράξες που έκαμε χωρίς τη θέλησή του + απ' ακουστά τις ξέρετε, + όμως εμέ, παρακαλώ, τη δόλια θυγατέρα + να λυπηθήτε ξένοι. + Μόνο για τον πατέρα μου στα πόδια σας πεσμένη + προσκλαίγουμαι, θωρώντας σας με μάτια όχι βλαμμένα. + Σαν νάμουνα κ' εγώ δική σας γέννα + παρακαλώ, ξένοι, από εσάς λύπηση ο δόλιος νάβρη· + από τ' εσάς κρεμόμαστε σαν από θεόν οι μαύροι. + Έλα, την αναπάντεχην υποσχεθήτε χάρη, + θερμοπαρακαλώ σας + σ' ότι αγαπάτε πιο πολύ, παιδί σας ή ζευγάρι + ή πράματα ή θεό σας. + Γιατί κ' εσείς προσεχτικά κοιτώντας δεν μπορείτε + κανέναν άνθρωπο να ιδήτε, + που να μπορή μακρυά να διώχνη + τη συφορά του, ανίσως θεός πάνω σ' αυτήν τον σπρώχνη. + +ΧΟΡΟΣ + + Μάθε παιδί του Οιδίποδα, πως για τις συφορές σας + το ίδιο λυπόμαστε κ' εσέ κι' αυτόν μα δε μπορούμε, + γιατί πολύ φοβούμαστε τα όσα οι θεοί προστάζουν, + απ' όσα τώρα σούπαμε περσότερα να πούμε. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Λοιπόν απ' το καλό όνομα ή τη μεγάλη δόξα, + όταν του κάκου χύνεται, τι διάφορο απομένει, + ανίσως θεοφοβούμενη λεν την Αθήνα ότ' είναι + κι' ότι μονάχ' αυτή μπορεί τον κακομοίρη ξένο + να σώζη και μονάχ' αυτή να τόνε διαφεντεύη; + Μα αυτά για μένα που είναι τα; εσείς που με σηκώστε + απ' τα καθίσματά μου αυτά με διώχνετε κατόπι, + γιατί κατατρομάξατε μονάχ' απ' τόνομά μου· + βέβαια μόνο το σώμα μου μήτε και τα έργατά μου + το φόβο δε σας έφερεν· αφού με τα έργατά μου + εγώ έπαθα περσότερο κι' άλλος δεν βλάβη· ή πρέπει + να σου ιστορώ το ριζικό της μάννας και του κύρη (10) + που είναι αφορμή του φόβου σου; αυτό καλά το ξέρω. + Κι' όμως πως είμαι εγώ κακός, που κι' όταν αδικιόμουν + διαφεντευόμουν τόσο που, ανίσως ενεργούσα + φρόνιμα, δε θα γίνομουν κακός όπως και τώρα; + Μα τώρα δίχως τίποτα να ξέρω ήλθα, όπου ήλθα, + ενώ κακόπαθα απ' αυτούς που ξέραν πως χανόμουν. + Γι' αυτά στους θεούς ορκίζω σας, παρακαλώ σας, ξένοι, + όπως με βγάλτε απ' το κακό έτσι και να με σώστε (11) + και μη, αφού σέβεστε τους θεούς, τους αψηφάτε διόλου, + μα να θαρρήτε πως αυτοί θρήσκους κι' άθρησκους βλέπουν + και πως ως τώρα δα άθεος δεν έχει τους γλυτώσει. + Με τη βοήθεια των θεών εσύ μη μουτζουρώσης, + σ' έργ' άδικα δουλεύοντας, τη δοξασμένη Αθήνα, + μα, όπως τον παρακαλεστή στην προστασία σου πήρες, + βοήθα με και σώσε με· και μη το πρόσωπό μου + το τόσον άγριο βλέποντας, μη με καταφρονέσης, + γιατί ήρθα θεοφοβούμενος και με τους θεούς προστάτες + κι' όφελος φέρνοντας σ' αυτούς που κατοικούν τη χώρα. + Κι' όταν εδώ φτάση ο άρχοντας, που βασιλιάς σας είναι, + τότε, γροικώντας με καλά, θα μάθη όλα τα πάντα. + Μα εσύ στ' ανάμεσα κακός μη γίνεσαι καθόλου. + +ΧΟΡΟΣ + + Να σεβαστούμε, γέροντα, τους στοχασμούς σου ανάγκη + μεγάλη είναι, γιατί τάχεις πωμένα + με βαρυά λόγια. Και γι' αυτά ο βασιλιάς της χώρας + ν' αποφασίση είν' αρκετό για μένα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Και πού είναι τώρα ο βασιλιάς της χώρας τούτης, ξένοι; + +ΧΟΡΟΣ + + Μένει στην πολιτεία του, που απ' τον πατέρα του έχει, + μα πάει μαντάτορας σ' αυτόν εδώ να τόνε φέρη + εκείνος, που με φώναξε κ' εμέναν' εδώ πέρα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αλήθεια, το πιστεύετε πως θάχη καμμιάν έγνοια + ή σεβασμό για τον τυφλόν, ώστε ναρθή σιμά μας; + +ΧΟΡΟΣ + + Το δίχως άλλο, τη στιγμή που τ' όνομά σου ακούση. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Και ποιος αυτός, που θε να πη σ' εκείνον τ' όνομά μου; + +ΧΟΡΟΣ + + Μακρύς ο δρόμος· μα οι ομιλιές των στρατοκόπων τόχουν + συνήθειο να διαδίνουνται, που ακούγοντάς τες κείνος, + μην απελπίζεσαι, θαρθή· τι το όνομά σου γέρο, + έφτασεν ως στ' αυτιά ολονών, που κι' αν βαριέται από ύπνο, (12) + εδώ θε νάρθη γλήγορος, ακούγοντας για σένα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ας έρθη καλορρίζικος για με και για τη χώρα, + γιατί ποιος μεγαλόκαρδος δε θέλει το καλό του; (13) + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Θεέ, τι να πω; πατέρα μου, στο νου μου τι να βάλω; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Τι είν' Αντιγόνη μου; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Θωρώ, καβάλλα απάς σε μούλα + κάποια γυναίκα νάρχεται σιμά μας· στο κεφάλι + σκιάδι φορεί θεσσαλικό να της κρατάη τον ήλιο. + Σαν τι να πω; + Τάχατες είναι; τάχατες δεν είναι; ή κάνω λάθος; + Και λέω και ξελέω το και τι να πω δεν ξέρω. + Ω την καημένη! + δεν είναι άλλη· χαρούμενη βέβαια με τα μάτια + με χαιρετάει σιμώνοντας, και τούτο φανερώνει + πως είναι δίχως άλλο αυτή η αδελφή μου Ισμήνη. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Τι είπες, παιδί μου; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πως θωρώ την κόρη σου κ' εμένα αδερφή μου· + κι' απ' τη φωνήν αμέσως θα το νοιώσης. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Ω δυο μου ονόματα γλυκά, πατέρα κι' αδερφή μου, + με κόπο αφού σας εύρηκα, μόλις τώρα και πάλι + απ' τα πολλά μου δάκρυα σας βλέπω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ήλθες, παιδί μου; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Πατέρα μου κακόμοιρε, που δε μπορείς να βλέπης. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδί μου φανερώθηκες; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Όχι με δίχως κόπο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αγκάλιασέ με, κόρη μου. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Νά, και τους δυο σας πιάνω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω σπλάχνο μου ιδιοαίματο. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Ω κακοτυχοζώντας. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Εγώ και τούτη δα; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Κ' εγώ η κακομοίρα τρίτη. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Για λόγο ποιο ήλθες, κόρη μου; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Να σε νοιαστώ, πατέρα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μόνο απ' αγάπη; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Και να πω κάτι σ' εσένα η ίδια, + μ' ένα μονάχα δούλο μας, που μπιστεμένον είχα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Και οι δυο λεβέντες αδερφοί που είναι να κοπιάζουν; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Είν' εκεί πούναι· τρομερά τα τωρινά σ' εκείνους. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω κείνοι, πώς παρώμοιασαν σ' όλα με τα συνήθεια + της Αίγυπτος, στο φυσικό και στης ζωής τον τρόπο· + γιατί κ' εκεί ταρσενικά μέσα στο σπίτι μένουν + τον αργαλειό δουλεύοντας, ενώ οι γυναίκες πάντα + έξω γυρεύουν τη θροφή. Και από εσάς, παιδιά μου, + εκείνοι, που ήτανε σωστό να τα υποφέρουν τούτα, + μέσα στο σπίτι μένουνε κλεισμένοι σαν κορίτσια. + Κι' αντίς εκείνους σεις οι δυο τα τόσα βάσανά μου + για χάρη μου υποφέρετε του κακομοίρη. Η μία + απ' τον καιρό, που γίνηκε κοπέλλα και στο σώμα + δυνάμωσε, πάντα μαζί μ' εμένα τριγυρνώντας + εδώ κ' εκεί η βαριόμοιρη, το γέροντα οδηγάει, + πολλές φορές πλανούμενη μέσα στα δάση τ' άγρια + ξυπόλυτη και νηστικιά· και μέσ' στο καλοκαίρι + ή μέσ' στ' αγριοχείμωνο, κοπιάζοντας η δόλια, + τη σπιτικιάν ανάπαψη δε συλλογιέται διόλου, + αν έχη ο κύρης της ψωμί. Κ' εσύ, παιδάκι μου, ήλθες + και προτού, στον πατέρα σου κρυφά από τους Θηβαίους + τις προφητείες φέρνοντας, όσες γι' αυτό το σώμα + ειπώθηκαν, και φύλακας πιστός μου εστάθης, όταν + απ' την πατρίδα μ' έδιωχναν. Και τώρα πάλι, Ισμήνη, + ποιο λόγο στον πατέρα σου φέρνοντας ήλθες; ποια είναι + η αφορμή που σ' έκαμε το σπίτι σου ν' αφήσης; + Γιατί δεν ήλθες βέβαια δίχως καμμιάν αιτία, + καλά το ξέρω εγώ, αν κακό κανένα δε μου φέρνης. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Εγώ τα πάθη που έπαθα, πατέρα μου, ζητώντας + να βρω το μέρος που έμενες, στην άκρη θα τ' αφήσω. + γιατί δε θέλω δυο φορές να δοκιμάζω πόνους, + τη μιαν όταν παράδερνα, την άλλη αν τα λέω πάλι. + Μα τα κακά, που βρήκανε τους άτυχους τους γυιούς σου, + αυτά τώρα ήλθα να σου πω. Λοιπόν ανάμεσό τους + συνερισιά είχαν στην αρχή στον Κρέοντα ν' αφήσουν + το θρόνο και να μη γενούν ζημιά στην πολιτεία, + γιατί της οικογένειας μέσα στο νου τους είχαν + τον παλαιόν αφανισμόν, εκείνον πούχε πέσει + στο δύστυχο το σπίτι σου· τώρα όμως από κάποιον + θεό κι' από την αμυαλιά τη βλαβερή τους μπήκε + μέσα στους τρισκακόμοιρους κακή φιλονεικία + να βάλουν χέρι στην αρχή, στη βασιλεία της χώρας. + Κι' ο ένας ο πιο νεώτερος και πιο μικρός στα χρόνια + από το μεγαλείτερο, τον Πολυνείκη, αρπάζει, + το θρόνο και τον έδιωξε κι' απ' την πατρίδα ακόμη. + Κι' αυτός καθώς στη χώρα μας πολύς γίνεται λόγος, + στ' Άργος σαν πήγ' εξόριστος, για βοηθούς του παίρνει + συγγενολόι παράδοξο και πολεμάρχους φίλους, + στο νου του έχοντας γλήγορα ή το Άργος να πατήση + τη Θήβα και να τιμηθή ή να της δώση δόξα (14). + Δεν είν' αυτά, πατέρα μου, λόγια του αγέρα μόνο, + παρά έργατα τρομαχτικά· μα πού τα βάσανά σου + θα τα τελειώσουν οι θεοί δεν ημπορώ να νοιώσω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Το λες, γιατί τώρα έλπισες, πως οι θεοί για μένα + καμμιά φροντίδα θάχουνε, που πια να ξεγλυτώσω; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Ελπίζω εγώ στις τωρινές, πατέρα, προφητείες. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιες είν' αυτές; παιδάκι μου, τι είναι προφητεμένο; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Απ' τους Θηβαίους μια φορά για τον ευτυχισμό τους + θα ζητηθής, κι' αν ζωντανός ή πεθαμένος είσαι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιος από τέτοιον άνθρωπο μπορεί να ωφεληθή; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Λένε, ότι η δύναμη εκεινών κρέμεται από τα σένα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Τάχα, όταν δεν υπάρχω πια, τότε είμαι τέτοιος άντρας; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Γιατί οι θεοί σηκώνουν σε τώρα, ενώ πριν σ' εχάναν. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μάταιο είναι να σηκώνουνε γέρο, που νιος γκρεμίστη· + +ΙΣΜΗΝΗ + + Μάθε όμως πως ο Κρέοντας σε λίγη όχι πολλή ώρα θάρθη γι' αυτά. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Να κάμη τι, κόρη μου; ξήγα το μου. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Να σε καθίσουνε σιμά στη Θήβα και να σ' έχουν + δικό τους, μα να μην πατής τα σύνορα της χώρας. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Και ποιο το διάφορο, αν εγώ μένω έξω από τη χώρα; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Δίχως τιμές ο τάφος σου ζημιά για κείνους θάναι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μονάχα με την κρίση του και δίχως προφητείες + μπορεί κανείς να νοιώση το. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Λοιπόν για τούτο θέλουν + να σε καθίσουνε σιμά στη χώρα τους, και μήτε + όπου τον εαυτό σου εσύ θα ορίζης να σ' αφήσουν. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Λοιπόν και με Θηβαίικο θα με σκεπάσουν χώμα; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Μα ο φόνος του πατέρα σου, πατέρα, το εμποδίζει. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Λοιπόν σ' εμένα κύριοι ποτέ τους δε θα γίνουν. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Λοιπόν αυτό θάναι ζημιά μεγάλη στους Θηβαίους. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιο περιστατικό αν γενή, θα πάθουνε, παιδί μου; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Απ' το δικό σου το θυμό, στον τάφον σου όταν έλθουν. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Λες όσα λες, αφού από ποιον τα γροίκησες, παιδί μου; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Απ' τους αποκρισάριους του Δελφικού μαντείου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κι' αυτά τάχει για μένανε προφητεμένα ο Φοίβος; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Έτσι τα λεν όσοι ήλθανε στην πολιτεία της Θήβας. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κι' από τους γυιούς μου τάχατε κανείς τάκουσε τούτα; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Κ' οι δυο τακούσανε κ' οι δυο πολύ καλά τα ξέρουν. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Έτσι λοιπόν, κι' αν τάκουσαν οι τιποτένιοι τούτα, + τη βασιλεία προτίμησαν καλλίτερ' από μένα; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Λυπόμουνα που τάκουγα, όμως σου τ' αναγγέλνω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Όμως οι θεοί ας μην πάψουνε ποτέ το μάλωμά τους, + που ήταν γραφτό τους, κι' άμποτε μόνο σε μένα νάναι + ο τελειωμός της γρήνιας τους αυτής, που τώρ' αρχίζουν + κι' ο ένας απάς στον άλλονε σηκώνει το κοντάρι· + κ' έτσι ούτε αυτός όπου κρατεί το σκήπτρο και το θρόνο + να μείνη, ούτε κ' εκείνος, που διώχτηκε από τη χώρα, + να πάη ποτέ πίσω σ' αυτήν· αφού κ' εμένανε, όταν + απ' την πατρίδα έτσι άτιμα διωχνόμουν, δε βοηθήσαν + μήτε και με διαφέντεψαν, παρά με θέληση τους + διώχτηκα με διαλάλημα κ' έφυγα για τα ξένα. + Μπορείς να πης πως δίκαια, μια και το πεθυμούσα, + η πολιτεία μούκαμε τότες αυτή τη χάρη. + Όχι, δεν είναι αλήθεια, αφού την ίδια εκείνη ημέρα, + τότε που χόχλαζε ο θυμός κ' ήταν τρανή χαρά μου + το νάβρω θάνατο και το να με πετροβολήσουν + κανείς δε φάνηκε βοηθός σ' αυτή την πιθυμιά μου. + Μα ύστερ' από καιρό, όταν πια όλος μου ο πόνος ήταν + μαλακωμένος κ' ένοιωθα πως ο θυμός μου τόσο + φούσκωσε, που βασανιστής έγινε πιο μεγάλος + απ' όσο πριν αμάρτησα, τότε πια από τη μία + η πολιτεία μ' έδιωχνε με βίαν απ' την πατρίδα + ύστερ' από πολύν καιρό, κι' από την άλλη εκείνοι, + οι γυιοί, που τον πατέρα τους μπορούσαν να βοηθήσουν, + δεν το θελήσανε παρά για μια τους λέξη μόνο, + που δεν την είπαν, πάντοτες εγώ σαν ψωμοζήτης + κι' απ' την πατρίδα εξόριστος στα ξένα τριγυρνούσα. + Όμως από τούτες εδώ, αν κ' είναι και κορίτσια + αδύνατα, όσο το μπορούν από το φυσικό τους, + έχω θροφήν όσο να ζω και τόπο για να μένω + και συνδρομή συγγενική· μα εκείνοι απ' το γονιό τους + προτίμησαν καλλίτερα το θρόνο να κρατούνε + και το ραβδί και νάχουνε την εξουσία της χώρας. + Μα δε θα το πιτύχουνε νάχουν εμέ βοηθό τους· + μήτε ποτέ και διάφορο θα ιδούν από της Θήβας + τη βασιλεία· το ξέρω αυτό, γροικώντας από τούτη + τις προφητείες και νοιώθοντας τα παλαιά τα λόγια + όσα για μένα κάποτε μου μήνυσεν ο Φοίβος. + Και τώρα και τον Κρέοντα να με ζητήση ας στέλνουν + ή κι' όποιον άλλον, που τρανός στην πολιτεία λογιέται. + Γιατί, αν εσείς, ω φίλοι μου, θελήσετε με τούτες + τις πολυσέβαστες θεές της χώρας τις προστάτρες + βοήθεια να μου δώσετε, τρανό στην πολιτεία + προστάτη θα χαρίσετε και στους εχτρούς μου λύπες. + +ΧΟΡΟΣ + + Ταξίζεις Οιδίπου, κ' εσύ κι' αυτές εδώ οι παρθένες + να βρης συμπόνεση· κι' αφού με τα όσα λες προστάτης + της χώρας τούτης δείχνεσαι να σ' ορμηνέψω θέλω + τα όσα θα σου είν' ωφέλιμα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω τρισαγαπημένε! + ορμήνευέ με ό,τι κ' εγώ τώρα να κάμω πρέπει. + +ΧΟΡΟΣ + + Παστρέψου τώρα για τιμή των θεώνε, που σιμά τους + πρωτόρθες και τους πάτησες τον ιερό τους τόπο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Με τρόπους ποιους να κάμω αυτό; φίλοι μου, μάθετέ με. + +ΧΟΡΟΣ + + Πρώτα από αστέρευτη κρουνιά σταλαγματιές να φέρνης + άγιες, αφού με καθαρά τα χέρια του τις πιάσης. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κι' όταν αυτό το αμόλευτο νερό απ' τη βρύση πιάσω; + +ΧΟΡΟΣ + + Είναι κροντήρια απ' άνθρωπο τεχνίτη δουλεμμένα, + που εσύ τα δυο χερούλια τους σκέπασε και το στόμα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Με νέα βλαστάρια ή γνέματα, ή με ποιόν άλλο τρόπο; + +ΧΟΡΟΣ + + Με πρόβατου νεογέννητου ποκάρι νιοκομμένο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Καλά· μα κ' έπειτ' απ' αυτά πού πρέπει να τελειώσω; + +ΧΟΡΟΣ + + Στέκοντας ανατολικά να χύνης τις χοές. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Με τα κροντήρια αυτά, που λες, και τις χοές να χύνω; + +ΧΟΡΟΣ + + Απ' το καθένα τρις φορές χύνε· μα το στερνό όλο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Με τι να το γεμίσω αυτό; και τούτο ορμήνευέ με. + +ΧΟΡΟΣ + + Νερό και μέλι· μα κρασί καθόλου να μη βάνης. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κι' όταν η γη η μαυρόφυλλη τα πάρη; + +ΧΟΡΟΣ + + Αφού σκορπίσης + και με τα δυο τα χέρια σου σ' αυτήν ελιάς κλωνάρια + ενιά από τρεις φορές, να λες τα παρακάλια τούτα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Να τα γροικήσω θέλω αυτά, γιατί είν' το πιο σπουδαίο. + +ΧΟΡΟΣ + + Με την ψυχή καλόγνωμη να δέχουνται σωσμένο + τον παρακαλεστήν αυτές, που κράζουμ' Ευμενίδες, + ζήταγε εσύ μονάχος σου ή και για σε όποιος άλλος, + μιλώντας σιγανά χωρίς πιο δυνατή να βγάνη + φωνή· να τραβηχτή έπειτα δίχως να βλέπη πίσω. + Και τούτα αν κάμη θαρρετά κ' εγώ θα σε βοηθήσω· + αλλοιώτικα πάντα από σε, ξένε, θε νάχω φόβο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδιά μου, ακούτε αυτούς εδώ τους κοντινούς μας ξένους; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Κι' ακούσαμε και διάταζε να κάμουμε ό,τι πρέπει. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Εγώ να πάω δεν μπορώ· τι με κρατούνε δύο + κακά, που διόλου δύναμη δεν έχω, μήτε βλέπω. + Μα από τις δυο σας τώρα η μια τούτα να κάμη ας πάη. + Γιατί νομίζω, είν' αρκετή αντίς πολλές και μία + ψυχή να ξεπληρώση αυτά, καλόγνωμη αν σιμώνη. + Μα γλήγορα κάμετε αρχή και μη με αφήστε μόνο, + γιατί δεν έχει δύναμη μονάχο το κορμί μου + να σέρνεται, μηδέ χωρίς οδηγητή. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Να κάμω + αυτά που λες πηγαίνω εγώ· μα και το μέρος, όπου + ανάγκη θάναι να τα βρω, θέλω να μάθω. + +ΧΟΡΟΣ + + Ξένη, + από το δάσος πέρα εκεί· και τίποτε αν σου λείψη + από όλα, υπάρχει φύλακας που θα σου πη. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Πηγαίνω + γι' αυτά, κ' εσύ, Αντιγόνη μου, μένοντας εδώ πέρα, + πρόσεχε τον πατέρα μας· γιατί κανείς δεν πρέπει + του κόπου νάχη θύμηση, για τους γονιούς του αν πάσχη. + +Στροφή α'. + +ΧΟΡΟΣ + + Είναι σκληρό τη συφορά, που τώρα πια κοιμάται, + να την ξυπνάω, φίλε. + Όμως να μάθω θέλω . . . + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αυτό που θέλεις ποιο είναι; + +ΧΟΡΟΣ + + Το μαύρο σου τον πόνο, + που ανίκητος σε βρήκε + και σε κρατάει σκλάβο. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω! μη μου ξεσκεπάσης, + σε ορκίζω στη φιλιά σου, + όσα σκληρά έχω πάθει (15). + +ΧΟΡΟΣ + + Θέλω ν' ακούσω, φίλε, + σωστή την ιστορία + αυτή, που τόσο απλώθη + στον κόσμ' όλο κι' ακόμη + δε λησμονιέται διόλου. + + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμέ! + +ΧΟΡΟΣ + + Παρακαλώ σε, + στρέξε. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωχ, αλλοίμονό μου! + +ΧΟΡΟΣ + + Στρέξε· γιατί κ' εγώ + σ' ό,τι γυρεύεις στρέγω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + +Αντιστροφή α' + + Έπαθα, φίλοι, συφορές, έπαθα αθέλητά μου + και μάρτυρας ο θεός μου· + μα κι' απ' αυτές δεν ήλθε + καμμιά με θέλησή μου. + +ΧΟΡΟΣ + + Όμως σε τι έχεις πάθει; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μ' έμπλεξε η πολιτεία + χωρίς να το γνωρίζω + σε μισητό κρεββάτι, + σε γάμους, που αφανίζουν. + +ΧΟΡΟΣ + + Αλήθεια, όπως μαθαίνω, + επήρες της μητέρας + το στυγερό κρεββάτι; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμέ! θάνατος είναι + ν' ακούω τούτο, φίλε. + Όμως αυτές οι δύο + δικές μου είναι . . . + +ΧΟΡΟΣ + + Τι λες; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κόρες και δυο κατάρες! + +ΧΟΡΟΣ + + Ω Δία! + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Γεννήθηκαν + από την κοιλοπόνια + ίδιας στους τρεις μας μάννας. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή β' + + Είναι λοιπόν και κόρες σου και. . . (16) + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + και δυο αδερφάδες. + του πατέρα + +ΧΟΡΟΣ + + Ωιμένα! + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + και βέβαια ωιμένα! + αδιάκοπα χτυπήματα, + κακομοιριάς περίσσιας. + +ΧΟΡΟΣ + + Έπαθες; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Έπαθα όσο + να τα θυμάμαι πάντα. + +ΧΟΡΟΣ + + Έκαμες . . . + + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Δεν έκαμα, όχι. + +ΧΟΡΟΣ + + Μα τι λοιπόν; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Δέχτηκα δώρο, + που άμποτε ο κακομοίρης + εγώ την πολιτεία + να μην είχα βοηθήσει + για να μη το κερδίσω. + +ΧΟΡΟΣ + +Αντιστροφή β' + + Δυστυχισμένε, τι λοιπόν; σκότωσες; . . . + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Τι είναι τούτο + Σαν τι θέλεις να μάθης; + +ΧΟΡΟΣ + + τον πατέρα; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμένα! + Δεύτερη μου κατάφερες + πληγή πας στην πληγή. + +ΧΟΡΟΣ + + Σκότωσες; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Σκότωσα· όμως + ο φόνος μου έχει κάτι + +ΧΟΡΟΣ + + Τι; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + να με δικαιολογήση. + +ΧΟΡΟΣ + + Σαν τι; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Θε να σου πω. + Νά, δηλαδή απ' ανάγκη + σκότωσα και ξολόθρεψα· + μα είμαι απ' το νόμο αθώος, + γιατί χωρίς να ξέρω + έκαμα αυτό το φόνο. + +ΧΟΡΟΣ + + Μα νά, που φθάνει ο βασιλιάς Θησέας ο γυιός του Αιγέα· + γι' αυτά που τον καλέσαμε, καθώς παρακαλούσες. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Από πολλούς ακούγοντας και πρώτα των ματιών σου + το ματοστάλαχτο χαμό, παιδί του Λάιου, σ' είχα + γνωρίσει και τα τωρινά στο δρόμο μου γροικώντας + γνωρίζω σε καλλίτερα. Γιατί κ' η φορεσιά σου + κ' η κεφαλή σου η δύστυχη δείχνουν σ' εμάς ποιος είσαι· + κι' αφού πια σε συμπόνεσα να σε ρωτήσω θέλω + δυστυχισμένε Οιδίποδα, σ' αυτό το μέρος ήλθες + ποιο παρακάλεμα έχοντας για με και για τη χώρα, + κ' εσύ κι' αυτή η βαριόμοιρη παραστεκάμενή σου. + Λέγε· κι' αν έχης να μου ειπής κανένα παρακάλιο + μεγάλο, που εξ αιτίας του μακριά θε να τραβιόμουν, + εγώ, που ξένος τι θα ειπή το ξέρω, γιατί ξένος, + καθώς εσύ όταν ήμουνα, τόμαθα και στα ξένα + σαν άντρας εκινδύνεψα πολύ για το κορμί μου, (17) + κ' έτσι δε δύνουμαι κρυφά κανένα ν' αποφύγω, + που ξένος είναι, όπως εσύ, για να μη τον βοηθήσω. + Γιατί, πως είμαι άνθρωπος καλά το ξέρω κι' ότι + δεν είν' δικό μου τ' αύριο περσότερο από σένα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Θησέα, η μεγαλοκάρδια σου με λίγα λόγια εφάνη + γι' αυτό πρέπει με λιγοστά κ' εγώ να σου μιλήσω. + Επειδή εσύ ποιος είμ' εγώ και ποιος είν' ο γονιός μου + κι' από ποιόν τόπον ήλθα εδώ τάχεις όλα ειπωμένα· + κ' έτσι δε μου απολείπεται να λέω τίποτ' άλλο + παρ' όσα μου χρειάζονται, και τελειώνει ο λόγος. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Λέγε το τούτο στη στιγμή για να το μάθω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Δώρο + για να σου δώσω έρχουμαι τάραχλο το κορμί μου, + όχι σπουδαίο στη θωριά· μα είν' απ' αυτό τα κέρδη + τρανότερα ή όσο φαίνεται το πρόσωπό μου ωραίο. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Και ποιο διάφορο φέρνοντας θαρρείς ότι εδώ φτάνεις; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Θε να το μάθης κάποτε, με τον καιρό, όχι τώρα. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Και πότε θα φανερωθή λοιπόν το χάρισμά σου; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Όταν πεθάνω εγώ κ' εσύ φροντίσης να με θάψης. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Ζητάς της ζήσης τα στερνά· μα όσα στ' ανάμεσα είναι + ή τα ξεχνάς ολότελα ή δεν τα λογαριάζεις. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Γιατί μέσα στο θάψιμο για με βρίσκουνται κείνα. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μα η χάρη αυτή, που μου ζητάς, πολύ μικρή είναι χάρη. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Όμως για πρόσεξε· μικρό δεν είν' αυτό το πράμα. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Για τα παιδιά σου τάχατε το λες αυτό ή για μένα; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Εκείνοι μ' αναγκάζουνε να πάω κει πέρα πάλι. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Όμως δεν πρέπει μήτ' εσύ να φεύγης σαν δε θέλουν. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μα όταν τόθελα κ' εγώ, δε μ' άφιναν να φύγω. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Τρελλέ! ο θυμός στις συφορές ωφέλεια δεν είναι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Όταν μ' ακούσης, συμβουλές λέγε· τώρα όμως άσ' τες. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Λέγε· γιατί δεν είν' πρεπό να λέω χωρίς να ξέρω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Θησέα, δοκίμασα κακά το ένα πάνω στ' άλλο. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Θέλεις να πης για την παλιά κατάρα της γενιάς σου; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Όχι, καθόλου, γιατί αυτή καθ' Έλληνας τη λέει. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Τι από τ' ανθρώπινα κακά περσότερο υποφέρνεις; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Έτσ' είναι· απ' την πατρίδα μου μ' έδιωξαν οι σπορές μου· + και πια δε μου είναι βολετό να πάω κει πέρα πάλι, + γιατί είμαι του πατέρα μου φονιάς. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Λοιπόν πώς πίσω + να σε γυρίσουνε μπορούν, ώστε να μένης χώρια; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Το στόμα το θεοτικό θα τους εξαναγκάση. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Ποια δυστυχία φοβούμενοι από τις προφητείες; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ότι είναι το γραμμένο τους εδώ να σκοτωθούνε. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Και πώς μπορεί έχτρητα να μπη σ' εμένα και σ' εκείνους; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδί του Αιγέα πολυακριβό, μόνο οι θεοί δεν ξέρουν + γεράματα, μηδέ ποτέ πεθαίνουν· μα όλα τάλλα + ο παντοδύναμος καιρός τ' αναποδογυρίζει. + Σβύνει κ' η δύναμη της γης και του σωμάτου σβύνει + η πιστοσύνη χάνεται κ' η απιστία γεννιέται. + μήτε ποτές ανάμεσα σε φίλους άντρες μένει + η ίδια γνώμη και μηδέ σε χώρα γι' άλλη χώρα. + Γιατί σε τούτους τώρα δα κι' αργότερα σ' εκείνους + μίσος ή αγάπη γίνεται κ' ύστερα πάλι αγάπη. + Κι' ανίσως τώρ' ανάμεσα σ' εσένα και τη Θήβα + όλα καλά πηγαίνουνε, διαβαίνοντας ο χρόνος + ο αμέτρητος αρίφνητες γεννάει νύχτες κ' ημέρες, + που απ' αφορμή παραμικρή σκορπιούνται στους ανέμους + με πόλεμον οι τωρινές φιλιές και συμμαχίες· + όταν καμμιά φορά θα πιή ζεστό το αίμα εκείνων + το κρύο το κουφάρι μου που θάναι μέσ' στο χώμα, + αν είναι Ζευς ακόμη ο Ζευς κι' αληθινός ο Φοίβος. + Μα αφού δεν είν' πρεπούμενο τ' απόκρυφα να λέω, + σ' αυτά που αρχίνησα άσε με, φυλάγοντας μονάχα + την πιστοσύνη σου· κ' εσύ δε θε να πης ποτέ σου + πως τον Οιδίποδα σ' αυτούς τους τόπους τον εδέχτης + να κάτση ανώφελα, αν οι θεοί βέβαια δε με γελάσουν. + +ΧΟΡΟΣ + + Ω βασιλιά και πρίντερα στη χώρα πως θα δώση + ο άνθρωπος τούτος έταζε και τούτα κι' άλλα λόγια. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Ποιος θα μπορέση το λοιπόν την καλογνωμοσύνη + να μη δεχτή τέτοιου ανθρώπου; που πρώτα η φιλοξένια + κοινή γι' αυτόν κ' αιώνια στη χώρα μας υπάρχει, + κ' έπειτα, παρακαλεστής αν κ' ήλθε των θεώνε, + πληρώνει φόρο όχι μικρό σ' εμένα και στη χώρα. + Κ' εγώ επειδή τα σέβουμαι δε θ' αρνηθώ ποτέ μου + το δώρο του παρά κ' εδώ θα τον δεχτώ να κάτση. + Κι' αν εδώ ο ξένος προτιμά να μένη θα διορίσω + εσένα για να τον φυλάς· ή αν προτιμάς μαζί μου + νάρχεσαι, Οιδίποδα, απ' αυτά σ' αφίνω να διαλέξης, + αφού σκεφτής· γιατί κ' εγώ μ' εσέ θα συμφωνήσω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Σ' ανθρώπους τέτοιους άμποτε, Δία, καλό να δίνης. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Λοιπόν τι θέλεις; νάρχεσαι στ' αρχοντικό μου αλήθεια; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Βέβαια αν μου ήταν βολετό· μα ο τόπος τούτος είναι . . . + +ΘΗΣΕΑΣ + + όπου θα κάμης τι; επειδή ενάντιος δε θα σου είμαι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Όπου θε να νικήσω αυτούς, που μ' έχουν αποδιώξει. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μεγάλο τάζεις χάρισμα για τη διαμονή σου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ανίσως βέβαια κ' εσύ το λόγο σου κρατήσης. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μην έχης φόβο όσο για εμέ δε θε να σε προδώσω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κ' εγώ βέβαια σαν άπιστο δε θα σε δέσω μ' όρκο. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μα κ' έτσι δε θα κέρδιζες περσότερ' από τώρα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Πώς θε να κάμης το λοιπόν; + +ΘΗΣΕΑΣ + + Τι πιο πολύ φοβάσαι; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Θε νάρθουν άνθρωποι . . . + +ΘΗΣΕΑΣ + + Γι' αυτούς θάχουν την έννοια τούτοι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κοίτα, μ' αφίνεις . . . + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μη μου λες όσα να κάμω πρέπει. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ανάγκη να φοβάμ' εγώ. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Δε σκιάζεται η καρδιά μου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Δεν ξέρεις τους φοβερισμούς . . . + +ΘΗΣΕΑΣ + + Ξέρω, πως από δώθε, + χωρίς να θέλω εγώ, άνθρωπος κανείς δε θα σε πάρη. + Πολλές φοβέρες την ψυχή του κάκου φοβερίσαν + με πολλά λόγια· μα, άμα ο νους έρθη στα συγκαλά του, + πάνε τα φοβερίσματα στο βρόντο· και σ' εκείνους, + κι' αν πήραν θάρρος φοβερά να λεν για το άρπαγμά σου, + το ξέρω εγώ, το πέλαγο, που είν' αποδώ ως κει πέρα, + μεγάλο κι' αταξίδευτο ίσως φανή. Για τούτο, + και χώρια από ό,τι σκέφτουμαι, εγώ σε συμβουλεύω + να μη φοβάσαι, αν σ' έστειλεν ο Φοίβος εδώ πέρα· + μα κ' αν εγώ δεν είμ' εδώ, ξέρω πως τόνομά μου + μόνο θα σούναι φύλακας κακό να μη παθαίνης. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή α'. + + Στης αλογοθροφούσας τούτης χώρας + το μέρος τ' ομορφότερο ήλθες, ξένε, + στον Κολωνό τον ασπροχώματ' όπου + το γλυκόλαλο αηδόνι κελαδάει + συχνάζοντας στα δροσερά φαράγγια, + πάνω στο μαύρο τον κισσό πετώντας + και στου θεού τ' απάτητο το δάσος, + που κάνει πλήθος τους καρπούς κι' ούτ' ήλιος + ούτε κανένας άνεμος το πιάνει· + όπου συχνάζει πάντοτ' ο πατέρας + του μεθυσιού ο Διόνυσος, συντρόφους + πιστούς τις θείες έχοντας βυζάχτρες. + +Αντιστροφή α'. + + Και με την ουρανόσταλτη δροσιά μέρα τη μέρα + το φουντωτό μανούσι ανθίζει, + που δυο τρανών θεών παλιό στολίδ' είναι, κι' ο κρόκος, + που σαν χρυσάφι λαμπυρίζει· + και δε στερεύουν οι πηγές οι ακοίμητες, που θρέφουν + πλούσια του Κηφισού το ρέμα, + μα πάντα κάθε μέρα αυτός με τα νερά καθάρια + στης πλατοστήθας γης τους κάμπους + ξεχύνεται πιο γλήγορο το κάρπισμα να φέρη· + μήτε τη μίσησαν οι Μούσες, + μήτε κ' η χρυσοχάλινη τήνε μισεί Αφροδίτη. + +Στροφή β'. + + Ανθίζει ακόμη δέντρο, που ως τα τώρα + μήτε και μέσ' στη χώρα της Ασίας + μήτε και στο τρανό του Πέλοπα νησί + δεν άκουσα, πως μόνο του φυτρώνει, + χωρίς να φυτευτή από ανθρώπου χέρι, + όντας στων εχτρών τάρματα φοβέρα, + που πιο πολύ στη χώρα τούτη ανθίζει, + η ασημοφυλλ' η ελιά, που θρέφει + τα παλληκάρια· αυτή κανένας νέος + ή γέρος αρχηγός δε θ' αφανίση + με τους πολεμιστές του κόβοντάς τη, + γιατί το μάτι, που όλα γύρω βλέπει, + του Δία, που είναι της ελιάς προστάτης, + τη φυλάει κ' η Αθηνά η γαλανομμάτα + +Αντιστροφή β'. + + Μα έχω για την πατρίδα μου να ειπώ και παίνεμ' άλλο + πολύ καλλίτερο, που δώρο + είναι του δυνατού θεού και καύχημα μεγάλο + της χώρας μου, πως είναι πρώτη + στο να γυμνάζη τ' άλογα και πρώτη στα καράβια. + Ω γυιέ του Κρόνου, Ποσειδώνα + αφέντη, εσύ τη σήκωσες σε τόσο τρανή δόξα, + γιατί σε τούτα εδώ τα μέρη + πρωτόφτιασε το χέρι σου τα γκέμια, που μερώνουν + τάλογα. Κι' αλαφρά στο κύμα + το καλοχούφτιαστο κουπί με λάμνισμα πηδάει + ακολουθώντας τις Νεράιδες. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ω χώρα, που με περισσούς επαίνους σε παινεύουν, + τώρα είν' δουλειά σου αληθινά τα λόγι' αυτά να δείξης. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κόρη μου, τι αναπάντεχο είναι; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Με βία, πατέρα, + ο Κρέοντας και με βοηθούς έρχεται κατά μας. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αγαπημένοι γέροντες, τώρ' από σας μονάχα + μπορεί σ' εμένα να δειχτή του γλυτωμού το τέλος. + +ΧΟΡΟΣ + + Μη σκιάζεσαι και θα δειχτή· γιατί κι' αν ίσως είμαι + γέρος εγώ, δε γέρασε κ' η δύναμη της χώρας. + +ΚΡΕΩΝ + + Ευγενικοί άντρες, που σ' αυτή τη χώρα κατοικείτε, + μέσα στα μάτια σας θωρώ, πως με τον ερχομό μου + σας έχει πιάσει τώρα δα κάποιος μεγάλος φόβος· + μη με φοβόσαστε, μηδέ λόγο κακό να βγάλτε. + Γιατί δεν ήλθα θέλοντας κάνα κακό να κάμω + αφού κ' εγώ είμαι γέροντας και ξέρω, ότι σε χώρα + έρχουμαι, που είναι δυνατή όσο δεν είν' καμία άλλη + Ελληνική. Όμως στάλθηκα μήπως και καταφέρω + το γέρο τούτον άνθρωπο στη Θήβα νάλθη πίσω· + Θηβαίος ένας δε μ' έστειλε, μα με προστάξαν όλοι, + γιατί από τη συγγένεια μας μου πρέπει να λυπάμαι + για τα παθήματ' αυτουνού περσότερο απ' τη χώρα. + Μα, Οιδίπου κακορροίζικε, ακούγοντας εμένα, + γύρισε στην πατρίδα σου. Σε προσκαλνάει δίκια + όλης της Θήβας ο λαός· και πιο πολύ από τούτον + εγώ, γιατί περσότερο ― αν μέσα στους ανθρώπους + δεν είμαι ο πιο κακώτερος ― πονώ στις συφορές σου, + θωρώντας σε τον άμοιρο νάσαι χωρίς πατρίδα, + πάντ' αλανιάρης, νηστικός (18), κ' έχοντας στήριγμά σου + μια κόρη· δε φαντάζομουν ποτέ μου ο κακομοίρης + ότι θε νάχε πέσει αυτή σε τόση δυστυχία + σ' όση είν' πεσμέν' η δύστυχη, παντοτινά για σένα + τον άραχλο φροντίζοντας με στερεμένη ζήση, + τόσο μικρούλα ανύπαντρη και που μπορεί καθένας + να την αρπάξη. Τάχατες βαρειά ντροπή δεν είπα, + μαύρος εγώ, για εσέ, για εμέ και τη γενιά μας όλη; + Μα αφού δεν είναι βολετό τα φανερά να κρύβω, + Οιδίπου εσύ, στους πατρικούς θεούς μας σ' εξορκίζω, + κρύψε τα, ακούγοντας εμέ, στέργοντας να γυρίσης + ξανά στην πολιτεία σου, στο πατρικό σου σπίτι, + τη χώρα τούτη φιλικά σαν αποχαιρετήσης, + τι της αξίζει· μα σωστό είναι την εδική σου + να σεβαστής περσότερο, γιατί σ' έχει αναθρέψει. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω εσύ, που όλα τ' αποκοτάς και σ' όλα μπορείς νάβρης + κάθε λογής πονήρεμα για δικαιολόγησή σου, + δόλωμ' αυτά τι μου πετάς και θέλεις να με πιάσης + πάλι, που αν επιανόμουνα, πιότερο θα λυπόμουν; + Γιατί κι' όταν υπόφερνα πριν απ' τις συφορές μου, + όταν για μένα ήταν χαρά να φύγω απ' την πατρίδα, + αν κ' ήθελα, δεν ήθελες τη χάρη να μου κάμης. + Μα τον καιρό, που πια ο θυμός μούχε περάσει κ' ήταν + γλυκός μου πόθος το να ζω μέσ' στην πατρίδα, τότε + μ' εξώριζες και μ' έδιωχνες στα ξένα, και δε σου ήταν + τότες αυτή η συγγένεια μας καθόλου αγαπημένη. + Και τώρα πάλι, που θωρείς καλόγνωμη να μου είναι + η χώρ' αυτή κ' οι κάτοικοι, πασχίζεις να μ' αλλάξης + τη γνώμη, γλυκολέγοντας σκέψες σκληρές· μα ποια είναι + αυτή η χαρά να ευεργετής ανθρώπους άθελά τους; + Αν δηλαδή κανείς, ενώ παρακαλάς για κάτι, + δε δίνη τίποτε, μηδέ να σε βοηθήση θέλη, + αν κ' η καρδιά σου λαχταρά γι' αυτά που ανάγκη τάχεις, + τότε σου χάριζε, όταν πια τόπο δεν πιάνη η χάρη, + ανώφελη ευχαρίστηση για σε δε θάταν τούτη; + Αλλ' όμως τέτοια δα κ' εσύ σ' εμένανε προσφέρνεις· + καλά στα λόγια βέβαια, μα ψεύτικα στα έργα. + Μα και σε τούτους θα τα πω για να σε δείξω ψέφτη. + Ήλθες να πάρης με από δω όχι για να με φέρης + πίσω στο σπίτι μου, παρά για να με κάτσης έξω + και να γλυτώση η Θήβα σου άβλαβη από τη χώρα + τούτη. Δε θα σου γίνη αυτό, παρά θα σ' εύρουν τούτα: + Στον τόπο κείνον πάντοτε θα μένη η εκδίκησή μου· + κι ακόμη απ' την πατρίδα μου θα βρούνε οι γυιοί μου τόπο + τόσον, όσος θα φτάση τους για να τους θάψουν μόνο. + Λοιπόν καλλίτερ' από σε δεν ξέρω όσα θα γίνουν + στη Θήβα; Βεβαιότατα μια και γροικώ το Φοίβο + κι' αυτόν το Δία, που είναι του γονιός, σωστά να λένε. + Όμως εσύ μου ήλθες εδώ με το ύπουλό σου στόμα + και με μεγάλες πονηριές· μα πιο πολλά σ' εσένα + θα φέρουνε τα λόγια σου κακά παρά ευτυχία. + Μα φεύγα! γιατί, ξέρω το, πως δε σε καταπείθω· + κ' εμάς να ζούμ' εδώ άσε μας· γιατί δεν κακοζούμε + κ' έτσι όπως είμαστε, αν χαρά μας φέρνη αυτό περίσσα. + +ΚΡΕΩΝ + + Θαρρείς πως φέρνουνε κακόν αληθινά σ' εμένα + ή περισσότερο σ' εσέ αυτά που μου λες τώρα, + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Για με είναι πιο καλλίτερο, ανίσως μήτ' εμένα + να καταπείθης δε μπορής, μήτε και τους σιμά μου. + +ΚΡΕΩΝ + + Κακόμοιρε! μήτε ο καιρός δε θα σου βάλη λίγο + μυαλό, παρά για ντρόπιασμα των γερατειών υπάρχεις; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Στη γλώσσα εσύ είσαι φοβερός· μα εγώ δεν ξέρω ούτ' ένα + άνθρωπο δίκιο, που μιλεί καλά για όλα τα πάντα. + +ΚΡΕΩΝ + + Είν' άλλο το να πης πολλά κι' άλλο κείνα που πρέπει. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Όπως δα εσύ λίγα τα λες, όμως τα λες στην ώρα. + +ΚΡΕΩΝ + + Όχι σ' εκείνον που μυαλά με τα δικά σου έχ' ίσια. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Φύγε! το λέω και γι' αυτούς, και μήτε να προσέχης + πού πρέπει εγώ να κάθουμαι, παραμονεύοντάς με. + +ΚΡΕΩΝ + + Μαρτύρους βάνω αυτούς εδώ, εσένα όχι, ποια λόγια + στους φίλους αποκρίνεσαι· καμμιά φορά αν σε πιάσω . . . + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Και να με πάρη ποιος μπορεί με βία απ' αυτούς τους φίλους; + +ΚΡΕΩΝ + + Κι' όμως εσύ θα λυπηθής χωρίς να γίνη τούτο. (19) + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Σαν τι κατόρθωμα έκαμες, που έτσι με φοβερίζεις; + +ΚΡΕΩΝ + + Εγώ προλίγο, αφού άρπαξα, τη μια απ' τις δυο σου κόρες + μακριά έστειλα, και γλήγορα και τούτη εδώ θα πάρω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμένα! + +ΚΡΕΩΝ + + Γλήγορ' αφορμή να κλαις πιο πολύ θάχης. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Έχεις την κόρη μου; + +ΚΡΕΩΝ + + Κι' αυτήν εδώ σε λίγο θάχω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμένα! τι θα κάμετε φίλοι μου; θα φανήτε + προδότες και δε διώχνετε τον άσεβο από δώθε; + +ΧΟΡΟΣ + + Έβγα έξω, ξένε, γλήγορα· γιατί μήτε και τώρα + φέρνεσαι δίκια, μήτε πριν είχες τα δίκια κάμει. + +ΚΡΕΩΝ + + Ε, σεις! αυτή με το στανιό καιρός είναι να πάρτε + εδώθε, αν δε θα περπατή τώρα με θέλησή της. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ωιμένα! πού η βαριόμοιρη να φύγω; ποια βοήθεια + από θεούς ή απ' άνθρωπους θα βρω; + +ΧΟΡΟΣ + + Τι κάνεις, ξένε; + +ΚΡΕΩΝ + + Δεν γγίζω αυτόν τον άνθρωπο, παρά την εδική μου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω της χώρας αφέντηδες! + +ΧΟΡΟΣ + + Ξένε, δεν κάνεις δίκια. + +ΚΡΕΩΝ + + Δίκια. + +ΧΟΡΟΣ + + Πώς είναι δίκια αυτά; + +ΚΡΕΩΝ + + Τους εδικούς μου παίρνω. + +Στροφή + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμένα, ω πολιτεία! + +ΧΟΡΟΣ + + Τι κάνεις ξένε; Θα την αφήσης; + Αμέσως τώρα τη δύναμη μου + θα δοκιμάσης. + +ΚΡΕΩΝ + + Τραβήξου πίσω. + +ΧΟΡΟΣ + + Όχι μακριά σου, αφού γυρεύεις + αυτά να κάμης. + +ΚΡΕΩΝ + + Μα με τη Θήβα + θάχης να κάμης, αν θα πειράξης + καθόλου εμένα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ετούτα εγώ δεν τάλεγα; + +ΧΟΡΟΣ + + Άσε απ' τα χέρια την κόρη αμέσως. + +ΚΡΕΩΝ + + Να μην προστάζης καθόλου εκείνους, + που δεν ορίζεις. + +ΧΟΡΟΣ + + Άσ' τη, σου λέω. + +ΚΡΕΩΝ + + Κ' εγώ σας λέω να περπατάτε. + +ΧΟΡΟΣ + + Ελάτ' εδώ, τρεχάτε, + τρεχάτ' εσείς οι ντόπιοι. + Η χώρα μου πατιέται, + η χώρα μου με βία, + τρεχάτ' εδώ σ' εμένα. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Σέρνουμαι η κακομοίρα! ξένοι, ξένοι! + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδάκι μου, πού μούσαι; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Φεύγω χωρίς να θέλω. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Τα χέρια σου άπλωσέ μου. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Μα δε μπορώ καθόλου. + +ΚΡΕΩΝ + + Ε, σεις! δε θα την πάρτε; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμένα, ο κακομοίρης! + +ΚΡΕΩΝ + + Λοιπόν με τα στηρίγματα τούτα δε θα βαδίσης + ποτέ σου πια· όμως αφού θέλεις να στέκης πάνω + απ' την πατρίδα σου κι' από τους φίλους, που κ' εμένα + προστάξανε και κάνω αυτά, αν κ' ήμουν βασιλέας, + στέκα. Γιατί με τον καιρό, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης + πως μήτε τώρα φέρνεσαι καλά στον εαυτό σου, + μήτε και πρώτα φέρθηκες, ενώ οι φίλοι δε θέλαν, + γιατί στο θυμό δούλεψες, που πάντα σε ζημιώνει. + +ΧΟΡΟΣ + + Να σταματήσης, ξένε, αυτού. + +ΚΡΕΩΝ + + Σου λέω να μη μ' εγγίζης. + +ΧΟΡΟΣ + + Όχι, δε θα σ' αφήσω, αφού στερήθηκα εγώ τούτες. + +ΚΡΕΩΝ + + Λοιπόν και μεγαλείτερη η χώρα σου θα δώση + γλήγορ' αποζημίωση· γιατί δε θε ν' αρπάξω + μονάχ' αυτές. + +ΧΟΡΟΣ + + Τι έχεις σκοπό να κάμης; + +ΚΡΕΩΝ + + Θε να πάρω + κι' αυτόν εδώ. + +ΧΟΡΟΣ + + Μεγάλα λες. + +ΚΡΕΩΝ + + Θα γίνη τούτο αμέσως, + ανίσως δε μου αντισταθή ο βασιλιάς της χώρας. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω ξαδιαντροπομίλητε! στ' αλήθεια εσύ μ' εγγίζεις; + +ΚΡΕΩΝ + + Προστάζω σε να μη μιλής. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μακάρι οι θεές τούτες + να μη με κάμουν άλαλο για να σου πω ακόμη + και τούτη την κατάρα μου, . . .(20) παγκάκιστε, που φεύγεις + με βίαν, αφού μου στέρησες το μοναχό το φως τους + απ' τα τυφλά τα μάτια μου. (21) Μακάρι και σ' εσένα + και στη γενιά σου ολάκερη γεράματα να δώση + ο Ήλιος, που όλα τα θωρεί, όποια έδωκε σ' εμένα. + +ΚΡΕΩΝ + + Τ' ακούτ' εσείς, που κάθεστε σ' αυτή τη χώρα; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ακούνε + κ' εσέ κ' εμέ και σκέφτουνται, πως μ' όλο πούχω πάθει + εγώ από σένα μ' έργατα, με λόγια σ' εκδικούμαι. + +ΚΡΕΩΝ + + Δε θα κρατήσω το θυμό, παρά με βία θα πάρω + τούτον, αν κ' είμαι μόνος μου κι' αργός από τα χρόνια. + +Αντιστροφή + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ωιμένα, ο μαύρος! + +ΧΟΡΟΣ + + Με πόση, ξένε, ξαδιαντροπιά ήλθες, + αν απ' του νου σου επέρασε, ότι + αυτά θα κάμης. + +ΚΡΕΩΝ + + Έτσι νομίζω. + +ΧΟΡΟΣ + + Λοιπόν ποτέ μου πια δε θα κάτσω + στη χώρα τούτη. + +ΚΡΕΩΝ + + Κι' ο μικρός, σαν έχη δίκιο, + τον τρανό καταπονάει. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Γροικάτε τα ποια λέει; + +ΧΟΡΟΣ + + Δε θα τα κάμη· καλά το ξέρω. (22) + +ΚΡΕΩΝ + + Ο Δίας βέβαια μπορεί να ξέρη, + εσύ όμως όχι. + +ΧΟΡΟΣ + + Λοιπόν ετούτα + βρισιά δεν είναι! + +ΚΡΕΩΝ + + Βρισιά είν', αλλ' όμως + θα τη χωνέψης. + +ΧΟΡΟΣ + + Ωέ! πολίτες όλοι, + ωέ, προεστοί της χώρας, + ελάτ' εδώ τρεχάτοι, + ελάτε, γιατί φεύγουν + από δω πέρα τούτοι. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Τι είναι τάχα οι φωνές τούτες; τι έχει γίνει; από φόβο + τάχα ποιόν με σταματήστε μέσ' στην ώρα πούχ' αρχίσει + τη θυσία στον Ποσειδώνα, που του Κολωνού είν' προστάτης; + Πέτε μου, να μάθω θέλω για ποιο λόγον εδώ πέρα + ήλθα πιο γοργά παρ' όσο το πόδ' ήθελε να τρέξη; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αγαπημένε μου, ― γιατί γνώρισα τη φωνή σου ― + από τον άνθρωπον αυτόν κακόπαθα προλίγου. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Σαν τι έπαθες; και ποιος αυτός που σ' έχει βλάψει; λέγε. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αυτός ο Κρέοντας, που θωρείς, φεύγει μακριά, αφού πρώτα + απ' τα παιδιά μου μ' άρπαξε το μοναχό ζευγάρι. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Πώς είπες; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κείνα πούπαθα τάκουσες όλα τώρα. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Από τους δούλους στους βωμούς λοιπόν ας πάη κάποιος + όσο μπορεί γοργότερα κι' όλους ας αναγκάση + πεζούς και καβαλλάρηδες ν' αφήσουν τη θυσία + και προσβολή να τρέξουνε στο μέρος, όπου σμίγουν + των στρατοκόπων οι διπλοί δρόμοι, για να εμποδίσουν + οι κόρες να περάσουνε, κ' εγώ σ' αυτόν το φίλο, + ότι με βία νικήθηκα, να μη γενώ γελοίος. + Γλήγορα, καθώς πρόσταξα πηγαίνετε. Και τούτον + ανίσως εγώ εθύμωνα, όσο του αξίζει τώρα, + δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον απ' το δικό μου χέρι. + Και μ' όποιους νόμους τώρ' αυτός μας ήλθεν εδώ πέρα, + με τέτοιους κι' όχι μ' αλλουνούς κ' εμείς θα του φερθούμε, + ποτέ δε θάβγης δηλαδή από τη χώρα τούτη, + αν κείνες δε μου φέρης· πριν κ' εμπρός μου εδώ τις στήσης. + Γιατί εσύ πολιτεύτηκες με τρόπο, που δε στέκει + σ' εμέ και στην πατρίδα σου και σ' όλη τη γενιά σου, + σε πολιτεία μπαίνοντας, που προσκυνάει το δίκιο· + και δίχως νόμο τίποτα δεν κάνει, και της χώρας + αυτής μη λογαριάζοντας τους νόμους, εδώ εχύθης + και τα όσα σου χρειάζουνται αρπάζεις και σκλαβώνεις + με το έτσι θέλω· νόμισες, πως είν' η χώρα μου έρμη + απ' άντρες, ή την πέρασες σαν κάποια σκλαβωμένη, + κ' εμέ ίσιο με το τίποτα. Κι' όμως εσένα η Θήβα + πρόστυχο δε σ' ανάθρεψε· γιατί κι' αυτή δε θέλει + να θρέφη άντρες παράνομους, κι' ούτε θα σε παινούσε, + ανίσως και το μάθαινε πως τα δικά μου αρπάζεις + και των θεώνε, παίρνοντας με βια παρακλητάδες + κακότυχους. Μα αν τύχαινε στη χώρα σου να μπαίνω, + κι' αν είχα με το μέρος μου το πιο μεγάλο δίκιο, + χωρίς να θέλη ο βασιλιάς, όποιος κι' αν ήταν, έξω + δε θάσερνα, ούτε θάρπαζα, μα θάξερα πως πρέπει + ξένος εγώ να φέρνουμαι μπροστά στους χωραΐτες. + Μα εσύ την πολιτεία σου, κι' αν δεν τ' αξίζη, ο ίδιος + τήνε ντροπιάζεις, κι' ο καιρός, όσο περνάει, σε κάνει + γέροντα κι' άμυαλο μαζί. Λοιπόν έχω δοσμένη + τη διαταγή μου κι' από πριν και τώρα ξαναλέω, + κάποιος το γληγορώτερο να φέρη εδώ τις κόρες, + αν δεν το θέλης κάτοικος της χώρας τούτης νάσαι + με το στανιό κι' αθέλητα· και τούτα, όπως στο νου μου + τα κλείνω, έτσι απαράλλαχτα στα λέω και με τη γλώσσα. + +ΧΟΡΟΣ + + Βλέπεις, ω ξένε, πού έφτασες απ' τη γενιά σου δίκιος + φαίνεσαι· μα αποδείχνεσαι κακός με τα όσα κάνεις. + +ΚΡΕΩΝ + + Μήτε από ανθρώπους έρημη την πολιτεία τούτη, + παιδί του Αιγέα, παίρνοντας, μηδέ και σκλαβωμένη, (23) + καθώς συ λες, έκαμα αυτά, παρά ξέροντας, ότι + ποτέ δε θα την έπιανεν η πιθυμιά να θρέφη + τους εδικούς μου συγγενείς χωρίς τη θέλησή μου. + Και τόξερα πως άνθρωπο, που μολεμένος είναι + και του πατέρα του φονιάς και που βρεθήκαν νάναι + οι γάμοι του τόσο άνομοι, δε θα τόνε δεχόταν. + Ήξερα ακόμη, πως εδώ Άρειος πάγος είναι + ντόπιος, με τόση φρόνηση, που δεν αφίνει τέτοιους + ζητιάνους να κονεύουνε μαζί στη χώρα τούτη· + σ' αυτόν εγώ πιστεύοντας έπαιρν' αυτές τις κόρες. + Και τούτο δε θα τόκανα, ανίσως με κατάρες + πικρές δεν καταριότανε κ' εμέ και τη γενιά μου· + να κάμω αυτά από μέρος μου για όσα έπαθα ζητούσα. + Γιατί άλλο από το θάνατο δεν έχει ο θυμός τέλος, + κ' οι πεθαμένοι μοναχά δε νοιώθουν καμμιά λύπη. + Ό,τι κι' αν θέλης ημπορείς για τούτα να μου κάμης· + γιατί με κάνει αδύνατον η μοναξιά μου, μ' όσο + κι' αν λέω τώρα τα σωστά· μ' ανίσως βάλης χέρι (24) + σ' εμένα, θα διαφεντευτώ, μ' όσο κι' αν είμαι γέρος. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ω ξαδιαντροποπρόσωπε! ποιόνε θαρρείς πως βρίζεις + μ' αυτά, που λες, εμένανε το γέρο ή εσέ τον ίδιο; + Τι μολογάει το στόμα σου για με φόνους και γάμους + και συφορές, που τράβηξα χωρίς να θέλω ο δόλιος, + γιατί άρεσ' έτσι στους θεούς, που απ' τα παληά τα χρόνια + ίσως θε νάχαν μάνητα βαρειά για τη γενιά μου! + Γιατί για εμέ τον ίδιονε δε θα μπορέσης ναύρης + καμμιάν από αμαρτίαν τροπή, που απ' αφορμή της τούτα + για εμέ τον ίδιο αμάρτημα και τους δικούς μου ήταν. + Γιατί για πες μου: αν έλεγαν οι προφητείες ότ' είναι + γραμμένο στον πατέρα μου να πάη απ' το παιδί του, + πως δίκια θάρριχνες σ' εμέ την κατηγόρια τούτη, + που ακόμη ούτε ο πατέρας μου δε μ' είχε σπείρει, μήτε + κ' η μάννα μ' είχε στην κοιλιά, παρ' αγέννητος ήμουν; + Κι' αν πάλι, αφού κακόμοιρος στο φως βγήκα, όπως βγήκα + ήλθα με τον πατέρα μου στα χέρια και τον σκότωσα, + χωρίς να ξέρω τι έκανα και σε ποιανούς, πώς δίκια + για πράμ' αθέλητο μπορείς να με κατηγορήσης; + Μα, δύστυχε, δεν ντρέπεσαι να μ' αναγκάζης τώρα + να λέω για της μάννας μου, που είν' αδερφή δική σου, + τους γάμους; Θα τους πω· γιατί κ' εγώ δε θα σωπάσω, + αφού κ' εσύ ξεστόμισες αυτά τάτιμα λόγια. + Ήτανε μάννα μου, ήτανε, ωιμένα συφορές μου, + χωρίς να ξέρω μήτε εγώ μήτε κι' αυτή, κι αν κ' ήταν + μητέρα μου, μου γέννησε παιδιά, νάναι ντροπή της. + Ένα όμως ξέρω εγώ καλά, πως συ με θέλησή σου + γι' αυτά κ' εμέ κακολογάς κ' εκείνη, ενώ άθελά μου + εγώ την επαντρεύτηκα κι' άθελα τούτα λέω. + Μα μήτε για το γάμο αυτό θα με κατηγορήσουν, + μήτε για του πατέρα μου το σκοτωμό, που πάντα + ωσάν βρισιά φαρμακερή κατάμουτρα μου ρίχνεις. + Όμως σ' έν' αποκρίσου μου απ' όσα σε ρωτάω· + εδώ αν ερχότανε κανείς άξαφνα να σκοτώνη + το δίκιο εσένα, θάθελες να μάθης πρώτα μήπως + είναι πατέρας σου ο φονιάς ή θα χτυπάς αμέσως; + Μα, αν αγαπάς τη ζήση σου, θαρρώ, πως τον κακούργο + θα τιμωρής και το σωστό δε θάψαχνες να βρίσκης. + Κ' εμένα τέτοια συφορά, θεοσταλμένη, μ' ηύρε, + που εγώ, κι' αν του πατέρα μου ζούσε η ψυχή, νομίζω, + ότι δε θάχε τίποτα σ' αυτά να μ' αντιλέη. + Όμως εσύ, επειδή σωστός δεν είσαι, αλλά νομίζεις, + ότι να λες κάθε κρυφό και φανερό καλό είναι, + εμπρός σ' αυτούς τέτοιες βρισιές μου ρίχνεις. Του Θησέα + να κολακέψης τ' όνομα, είναι καλό για σένα, + και την Αθήνα, ότι έχει + καλή κυβέρνια· μα έπειτα, αν κ' έτσι τους παινεύης, + τούτο ξεχνάς: ότι, αν καμμιά χώρα τους θεούς της ξέρη + να τους λατρεύη με τιμές, τούτη σ' αυτό είναι πρώτη. + Μα εσύ, σαν κλέφτης, απ' αυτή κ' εμέ τον ίδιο αρπάζεις + το γέρο παρακαλεστή, και φεύγεις αφού πήρες + τις κόρες μου. Κ' εγώ γι' αυτό γονατιστός προσπέφτω + τώρα σε τούτες τις θεές κι' απ' της καρδιάς τα βάθη + παρακαλώ να μούρθουνε βοηθοί μου, για να μάθης + απ' άντρες ποιους φυλάγεται η πολιτεία τούτη. + +ΧΟΡΟΣ + + Καλός ο ξένος, βασιλιά, κ' οι συφορές του είναι + ολέθριες, γι' αυτό βοηθός να τους φανής τ' αξίζουν. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Φτάνουν τα λόγια· γιατί αυτοί, που αρπάξανε τις κόρες + φεύγουν, ενώ εμείς οι παθοί μένουμ' αργοί εδώ πέρα. + +ΚΡΕΩΝ + + Σαν τι προστάζεις σ' άνθρωπον αδύνατο να κάνη; + +ΘΗΣΕΑΣ + + Τράβα μπροστά· κ' έρχουμ' εγώ, κατόπι να μου δείξης + μονάχος σου τις κόρες μας, αν κάπου εδώ τις έχης. + Αν όμως φεύγουν οι άρπαγες, δεν είναι διόλου ανάγκη + να κοπιάζης, γιατί αυτούς άλλοι τους κυνηγάνε, + και δε θα ευχαριστήσουνε τους θεούς, ότι ξεφύγαν + από εδώ πέρα· τράβα εμπρός· και μάθε, ότι κρατιέσαι, + ενώ κρατάς, και σ' έπιασεν η τύχη, ενώ είχες πιάσει· + γιατί όσα αποχτηθήκανε με πονηριές δε μένουν· + μα μήτε θάχης βοηθόν άλλο για να σ' τα σώση· + γιατί καλά το ξέρω εγώ, πως μήτε μοναχός σου, + μήτε κι' απροετοίμαστος δεν έφτασες σε τόση + αυθάδεια, όσ' είναι αυτή η αποκοτιά σου τώρα, + μόν' έχοντας πεποίθηση σε κάποιο, έκαμες τούτα. + Αυτά κ' εγώ με προσοχή να τα εξετάσω πρέπει + και μήτε από έναν άνθρωπο πιο αδύνατη να κάμω + τη χώρα τούτη. Απ' όλα αυτά καταλαβαίνεις κάτι + ή μη θαρρής πως λέγουνται του κάκου αυτά και τώρα, + καθώς και τότε, που έκανες τούτα με τόση τέχνη; + +ΚΡΕΩΝ + + Αφού είσ' εδώ, για όσα θα πης δε σε κατηγοράω· + μα στην πατρίδα μας κ' εμείς θα μάθουμε τι πρέπει + να κάνουμε. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Φοβέριζε τώρα, μπροστά τραβώντας. + Κ' εσύ να μένης ήσυχος, Οιδίποδ', αυτού χάμω + και νάσαι βέβαιος πως εγώ, αν δεν πεθάνω πρώτα, + δε θα παραιτηθώ, προτού σου φέρω τα παιδιά σου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Για τη μεγαλοκάρδια σου και για όση προστασία + δίκια μας δίνεις πάντοτε νάχης καλό, Θησέα. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή α'. + + Ας ήμουν εκεί όπου οι εχτροί + γοργά πίσω γυρνώντας θα στήσουν + το χαλκόφωνο πόλεμο, + ή σιμά στου Πυθίου τους τόπους + ή σιμά στα λαμπρά τ' ακρογιάλια, + όπου οι δυο πολυσέβαστες θεές + φροντίζουν τις σεμνές τελετές + για τους ανθρώπους, που με χρυσό + τους σφραγίζουν τη γλώσσα κλειδί + οι λειτουργοί των θεών Ευμολπίδαι· + σε τούτους τους τόπους, νομίζω, + ο τρανός πολέμαρχος Θησέας + και τις δύο παρθένες αδερφάδες + θα συναντήση με πολέμου φωνή, + που είν' αρκετή να τις σώση. + +Αντιστροφή α' + + Ή μήπως σιμώνουν στον τόπο + το χιονοσκέπαστο, που είναι στη δύση, + απ' το λιβάδι της Οίας, + καβάλλα ή με γλήγορ' αμάξια, + φεύγοντας με φόβο απ' τη μάχη; + Θα τους πιάσουν γιατί είναι οι ντόπιοι + πολεμιστάδες φοβεροί κ' η αντρεία + τρομερή των ανδρών του Θησέα. + Τα χαλινάρια όλ' αστράφτουν· χυμίζουν + σαν φουρτούνα, όσο αφίνουν τα γκέμια + των αλόγων, οι καβαλλάρηδες όλοι, + που την αλογαφέντρ' Αθηνά προσκυνάνε + και το θαλασσινό της χώρας προστάτη, + της Ρέας τον αγαπημένο το γυιό. + +Στροφή β' + + Πολεμούν ή διστάζουν; τι κάπως + προμαντεύει μου ο νους, πως θα πάψουν + γλήγορα οι συφορές των παρθένων, + που υποφέρανε τόσα κακά + και που τόσες δοκίμασαν πίκρες + από δικούς τους. Θα κάμη, θα κάμη + σήμερα ο Δίας σαν κάτι τρανό. + Του πολέμου καλότυχο τέλος μαντεύω. + Μακάρι ας μπορούσα σαν περιστέρι + γληγορόδρομο γοργοπετώντας + απ' τα νέφια ψηλά με τα ίδια μου μάτια + τον πόλεμο τούτο να ιδώ. + +Αντιστροφή β' + + Άμποτε, Δία, των θεών κυβερνήτη, + που όλα τα βλέπεις, να δώσης + στους κατοίκους της χώρας αυτής + με νίκη μεγάλη σε τέλος να φέρουν + το καλότυχο αυτό τους κυνήγι, + κ' εσύ σεμνομμάτα παρθένα Παλλάδ' Αθηνά. + Και τον Απόλλωνα τον κυνηγάρη + και την παρθέν' αδερφή του, που κυνηγάει + τα παρδαλόμαλλα γληγορόδρομα λάφια, + παρακαλώ τους βοήθεια ναρθούνε + κ' οι δυο τους σε τούτη τη χώρα + και στους κατοίκους. + +ΧΟΡΟΣ + + Ω ξένε κοσμογυριστή, πως είμ' εγώ, ο φρουρός σου, + ψευτοπροφήτης, δε θα πης· γιατί τις δυο σου κόρες + τις βλέπω πάλι γλήγορα νάρχουνται εδώ με δούλους. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Πού; πού; τι λες; πώς είπες μου; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πατέρα μου, πατέρα, + αχ ποιος θεός να σούδινε το φως σου για να ιδής + τον έξοχο αυτόν άνθρωπο, που εδώ σ' εσέ μας στέλνει; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδιά μου, αλήθεια, είσαστ' εδώ; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Τα χέρια του Θησέα + και των αγαπημένων του ανθρώπων μας γλυτώσαν. + + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ζυγώστε τον πατέρα σας, παιδιά μου, και να πιάσω + άστε μου τα κορμάκια σας, που δεν έλπιζα νάρθουν. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ό,τι θα σου δοθή ζητάς· γιατί ζητάς ό,τι είναι + ο πόθος μας. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Πού είσαστε, πού; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Κ' οι δυο είμαστε κοντά σου. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Πολυακριβά βλαστάρια μου! + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πώς ο γονιός λατρεύει! + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Στηρίγματά μου. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Δύστυχα του κακομοίρη εσένα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Έχω τ' αγαπημένα μου κι' ούτε πια θα πεθάνω + σαν τρισκακόμοιρος, αφού βρίσκεστ' εσείς κοντά μου. + Στηρίξτε με, παιδάκια μου, το δόλιο σας πατέρα, + σφιχτοκρατώντας με απ' τα δυο πλευρά, και ξεκουράστε + το δύστυχο τριγυριστή, που πριν μονάχος του ήταν. + Και πέτε μου τα γίνηκαν σύντομα όσο μπορείτε, + γιατί στην ηλικία σας φτάνουν τα λίγα λόγια. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Εδώ είν' ο λυτρωτής· αυτόν πρέπει ν' ακούσης· κ' έτσι + το πράγμα θάναι σύντομο για μένα και για σένα. (25) + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Να μη θαυμάζης, φίλε μου, ανίσως στα παιδιά μου, + που ανέλπιστα εδώ φάνηκαν, αδιάκοπα μιλάω. + Ξέρω όμως, ότι τη χαράν αυτή για τούτες μόνο + εσύ μου την προξένησες κι' όχι κανένας άλλος, + γιατί τις έσωσες εσύ κι' όχι κανένας άλλος. + Και να σου δώσουν οι θεοί καθώς εγώ το θέλω + σ' εσένα και στη χώρα σου· γιατί σ' εσάς μονάχα, + απ' όπου κ' αν εγύρισα εγώ ευλάβεια βρήκα + και ψυχοπόνια και να λέη το στόμα την αλήθεια. + Σ' ευχαριστώ με τούτα μου τα λόγια, γιατί ξέρω + και τούτο: όσα έχω δηλαδή τάχω από σένα μόνο. + Και το δεξί το χέρι σου να πιάσω, βασιλιά μου, + δος μου και το κεφάλι σου να το φιλήσω, αν θέλης. + Κι' όμως τι λέω; πώς εγώ, κακόμοιρος, γυρεύω + εσύ ν' αγγίξης άνθρωπο, που και σαν ποιο δεν έχει + μόλεμα πάνω του; όχι, εγώ δε θέλω· κι' αν το θέλης, + δε θα σ' αφίσω εγώ, γιατί μονάχα αυτοί, που ξέρουν + από κακά, μπορούν αυτά μαζί μου να υποφέρουν. + Κ' εσέν' αυτού όπου στέκεσαι, σε χαιρετώ και δίκια + να νοιάζεσαι απ' εδώ κ' εμπρός για μένα όπως ως τώρα. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μήτε κι' αν κάπως πιο πολύ μίλησες στα παιδιά σου, + αφού για τούτα χάρηκες, θαύμασα εγώ καθόλου, + μήτε κι' αν θέλησες αυτά πριν από εμέ ν' ακούσης. + Και δε μου κακοφαίνεται γι' αυτά καθόλου εμένα. + Γιατί δεν προσπαθούμ' εμείς να κάνουμε τη ζήση + περσότερο φανταχτερή με λόγια, παρά μ' έργα. + Και σ' ταποδείχνω, γέροντα· γιατί δε βγήκα ψεύτης + διόλου σ' όσα σ' ωρκίστηκα· γιατί ήλθα φέρνοντάς σου + ζωντανές τούτες κι' άβλαφτες απ' τις τρανές φοβέρες. + Και πώς τη νίκη κέρδισα ποια ανάγκη είναι του κάκου + σαν καυχησάρης να ιστορώ όσ' απ' αυτές θα μάθης; + Όμως το λόγο, που έτυχε προλίγου να γροικήσω, + την ώρα που εδώ ερχόμουνα, στοχάσου τον, γιατί είναι + σύντομος ίσως, μα άξιος πολύ να τον προσέξης. + Κανένα πράμα ο άνθρωπος να τ' αψηφάη δεν πρέπει. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδί του Αιγέα, τι είν' αυτό; Λέγε μου για να μάθω, + γιατί δεν ξέρω τίποτις απ' όσα έχεις ακούσει. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μου είπαν, πως κάποιος άνθρωπος, που στη δική σου χώρα + δε μένει, είν' όμως συγγενής δικός σου, έχει καθίσει + στου Ποσειδώνα στο βωμό, όπου έκανα θυσία, + κ' έπεσε παρακαλεστής, όταν για εδώ κινούσα. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποθε είν' αυτός; και τι ζητά με την παράκλησή του; + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μόνο ένα ξέρω: ότι από εσέ, καθώς μου λένε, θέλει + ν' ακούση λόγο σύντομο και που δε σου είναι βάρος. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Σαν ποιον; αυτό το κάθισμα δεν είν' για μικρό λόγο. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Λένε, πως ήλθε θέλοντας αυτός να σου μιλήση + για κάτι, κ' ύστερ' απ' εδώ μ' ασφάλεια να φύγη. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιος μπορεί τάχα να είναι αυτός, που εις το βωμό έχει +κάτσει; + +ΘΗΣΕΑΣ + + Για σκέψου μήπως βρίσκεται κανένας συγγενής σου + μέσ' στο Άργος, που μπορεί γι' αυτό να σε παρακαλέση. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Αγαπημένε, μη μου λες περσότερα . . . + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μα τι έχεις; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Μη με παρακαλέσης πια. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Λέγε μου, για ποιο πράμα; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιος είναι ο παρακαλεστής το ξέρω εγώ από τούτες. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Ποιος είν' αυτός; σε τι μπορώ να τον κατηγορήσω; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Γυιός μου είναι, βασιλιά, σκληρός, που εγώ δε θα βαστούσα + ν' ακούω τα λόγια του, γιατί τρανή μου φέρνουν λύπη. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Και τι; δεν ημπορείς ν' ακούς και να μην κάνης όσα + δε θέλεις; τι λυπητερό για σε είναι το ν' ακούσης; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Είναι η φωνή του μισητή πολύ για τον πατέρα + και μη με βιάζης, βασιλιά, σ' αυτά να υποχωρήσω. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Αλλ' αν το παρακάλεσμα βιάζη, κοίταξε μήπως + αυτό είναι θέλημα θεού, που πρέπει να το κάμης· (25β) + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πατέρα μου, όσα θα σου ειπώ, αν κ' είμαι νέα, άκουσέ τα. + Τον άντρα τούτον άφισε και τη δική του γνώμη + να ευχαριστήση και το θεό, κάνοντας όσα θέλει, + άφισε και για χάρη μας εδώ νάρθη ο αδερφός μας. + Φόβον μην έχης, επειδή με βία δε θ' αλλάξουν + τη γνώμη σου όσα θα ειπωθούν, που ωφέλιμα δε σούναι. + Με το ν' ακούσης λόγια ποια είναι η ζημία; τα έργα, + που κακομηχανεύουνται, με λόγια στο φως βγαίνουν. + Εσύ τον έκαμες· γι' αυτό μήτε κι' αν σούχη κάμει + απ' τα χειρότερα κακά τα πιο άνομα, πατέρα, + σωστό δεν είναι με κακό κ' εσύ να τον πληρώσης. + Συχώρεσέ τον· (26) έχουνε κι' άλλοι παιδιά κακά + κι' άγριο θυμό, μα συμβουλές γροικώντας από φίλους + τους μαλακώνεται η ψυχή με τα γλυκά τα λόγια. + Κ' εσύ για εξέταζε καλά ― όχι τα τωρινά σου ― + μα κείνες σου τις συφορές, που σ' ηύραν απ' τη μάννα + κι' απ' τον πατέρα· αν τις κοιτάς, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης + σαν πόσο του κακού θυμού κακό το τέλος είναι. + Γιατί έχεις όχι και μικρήν απόδειξη για τούτα, + ότι στερήθηκες το φως απ' τα τυφλά σου μάτια. + Μην αντιστέκεσαι· γιατί δεν πρέπει όσοι ζητάνε + τα δίκια να παρακαλούν θερμά, μηδέ όποιος βλέπει + καλό, σαν ευεργετηθή να μη χρωστάη τη χάρη. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδί μου, με τα λόγια σου με κάνεις να σου δώσω + χαρά λυπητερή για εμέ· μα ας γίνη όπως το θέλεις. + Μονάχα, φίλε μου, αν θαρθή εκείνος εδώ πέρα, + κανείς ποτέ τη ζήση μου να μην εξουσιάση. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Δεν έχω ανάγκη δυο φορές, γέροντα, αυτά ν' ακούω· + δε θέλω να παινεύουμαι· κ' εσύ ξέρε, πως είσαι + ασφαλισμένος, αν κανείς θεός σώζη κ' εμένα. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή α'. + + Όποιος λαχταράει να ζήση + πιότερο καιρό, + τον μέτριο καταφρονώντας, + αυτός κατά τη γνώμη μου είναι + φανερά τρελλός. + Γιατί σιμότερα στη λύπη + η μακριά ζωή + πολλά απ' τ' ανθρώπινα έχει βάλει· + και πού η χαρά της ζήσης είναι + δε μπορείς να ιδής, + άμα κανένας ζήση απ' όσο + θέλει πιο πολύ. + Κι' όταν η μοίρα φανή του Άδη (27) + δίχως τραγούδι γάμου, δίχως + λύρα και χορό, + έρχεται ο κοινός ο Χάρος + τέλος λυτρωτής. + +Αντιστροφή + + Να μην έλθη κανείς στον κόσμο + η πιο μεγάλη είν' ευτυχία· + και το να πάη από 'κεί που ήρθε + το γληγορώτερο, σαν βγήκε + στο φως, είναι πολύ πιο κάτω. + Γιατί, όταν πια πίσω του αφίση + την αλαφρόμυαλη τη νιότη, + ποιος μέσα στη ζωή γυρίζει + και βρίσκετ' έξω από τους πόνους; + Ποιος κόπος δεν τον συντροφεύει; + Μαλώματα κι' αποστασίες, + πόλεμοι, σκοτωμοί και φθόνος· + και τελευταία κοντά στάλλα + έρχουνται τα καταραμένα, + ταμίλητ' αδύναμα κ' έρμα + γεράματα, που όλες οι μαύρες + τακολουθούνε δυστυχίες. + +Επωδός + + Έτσ' υποφέρει κι' ο δυστυχισμένος + τούτος, όχι μονάχα εγώ. Όπως βράχος, + βορεινός και κυματοχτυπημένος + απ' όλες τις μεριές, μέσ' στο χειμώνα + τραντάζεται, έτσι δυνατά και τούτον + οι μαύρες συφορές σαν φουσκωμένα + κύματα τον χτυπούν, χωρίς να παύουν, + ερχάμενα άλλ' από τη δύση κι' άλλα + απ' την ανατολή, τη μεσημβρία, + κι' άλλ' απ' τα Ριπαία βουνά τα μαύρα. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Και νά, καθώς μου φαίνεται, έρχεται δώθε ο ξένος + μονάχος του, πατέρα μου, χωρίς ακολουθία, + από τα μάτια χύνοντας τα δάκρυα σαν ποτάμι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ποιος είναι αυτός; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Εκείνος, που τον είχαμε στο νου μας + από προτήτερα· είν' εδώ, νάτος ο Πολυνείκης. + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Σαν τι να κάμω, αλλοίμονο! Πρώτα τις συφορές μου + να κλάψω εγώ, αδερφούλες μου, ή τούτα εδώ, που βλέπω + του γέρου του πατέρα μας; που εδώ σε ξένη χώρα + τον βρίσκω εξόριστο μ' εσάς, φορώντας τέτοια ρούχα, + όπου η παλιά σιχαμερή λέρα είναι καθισμένη + για συντροφιά του γέροντα, τρώγοντας τα πλευρά του· + και τα μαλλιά τ' αχτένιστα του κεφαλιού, που μάτια + δεν έχει πια, ανεμίζουνται εδώθε-κείθε· κι' όμοια + μ' αυτά, καθώς μου φαίνεται, και τη θροφή θε νάχη + της κακορροίζικης κοιλιάς· και τούτα τα μαθαίνω + εγώ ο χαμένος πολυαργά· και μόνος μου το λέω: + δείχτηκα ο πιο παλιάνθρωπος όσο για τη θροφή σου· + ― δεν είναι ανάγκη απ' άλλονε κανένα να τ' ακούσης. + Όμως κι' ο Δίας στο θρόνο του παραστεκάμενη έχει + την Καλωσύνη· και σ' εσέ σιμά ας σταθή, πατέρα. + Για τα δικά μου σφάλματα υπάρχει θεραπεία + κι' ούτε είναι δυνατό ποτέ να μεγαλώσουν άλλο. + Γιατί σωπαίνεις; + Πες μου, πατέρα, τίποτα· το πρόσωπο μη στρίβης + αλλού· διόλου δε μ' απαντάς; μα θα με διώξης τόσο + περιφρονητικά, χωρίς να μου μιλήσης, δίχως + για όσα θυμώνεις να μου ειπής; Μα εσείς, σπορές του ανθρώπου + τούτου, κ' εμέναν' αδερφές, εσείς για δοκιμάστε + ν' ανοίξτε του πατέρα μας το στόμα το κλεισμένο + και το δυσκολοσίμωτο, να μη με διώξη εδώθε + ατιμασμένο και χωρίς να μ' απαντήση λέξη. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ποια ανάγκη σ' έκαμε ναρθής, δυστυχισμένε, λέγε. + Γιατί τα λόγια τα πολλά, αν δυσαρέσκεια φέρουν + ή κάποιαν ευχαρίστηση ή συγκινήσουν κάπως, + κάνουνε τους αμίλητους να ξεστομίσουν κάτι. + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Μα θα μιλήσω· τι σωστά εσύ με συμβουλεύεις. + Και πρώτ' απ' όλα βοηθός παρακαλώ να μούρθη + ο Θεός, που απ' το βωμό του + για νάρθω εδώ με σήκωσεν ο βασιλιάς της χώρας, + αφού μούδωκε υπόσχεση να ειπώ και να γροικήσω + και να φύγω μ' ασφάλεια· τούτ' από σας ας ταύρω, + ξένοι, κι' απ' τον πατέρα μου κι' από τις αδερφές μου. + Και τώρα πια, πατέρα μου, θε να σου πω γιατί ήρθα. + Απ' την πατρίδα έχω διωχτή κ' εξόριστο μ' εκάμαν, + γιατί σαν μεγαλείτερο παιδί σου εγώ ζητούσα + να μένω στο βασιλικό το θρόνο σου· αντί τούτο, + αν κ' ήταν πιο μικρότερος ο Ετεοκλής με βία + από τη χώρα μ' έδιωξε χωρίς δικαιολογία (28) + και δίχως σε παλληκαριά ή σ' έργο να νικήση, + και μόνο, αφού κατάπεισε την πολιτεία· και λέω + εγώ, πως τούτων αφορμή μόνο η Κατάρα σου είναι· + αλλά κι' από τους μάντηδες τάχω ακουσμένα τούτα. + Σαν έφτασα στο Δωρικό τ' Άργος και πεθερό μου + τον Άδραστο έκαμα, έδεσα μ' όρκο να με βοηθήσουν + όσοι στην Πελοπόννησο κρατούνε τα πρωτάτα + κ' είν' ξακουστοί στον πόλεμο, κ' έτσι αφού ξεσηκώσω + μαζί τους εφτά τάγματα στρατού, να πέσω πάνω + στη Θήβα κ' ή να σκοτωθώ, το δίκιο μου ζητώντας, + ή κείνους, που μ' αδίκησαν να διώξω απ' την πατρίδα. + Λοιπόν σαν τι γυρεύοντας, ήλθα εδώ πέρα τώρα; + Ήλθα, πατέρα μου, έχοντας να σε παρακαλέσω + θερμότατ' από μέρος μου κι' από τους βοηθούς μου, + που τώρα μ' εφτά τάγματα και τρομερά κοντάρια + τον κάμπο το Θηβαιικό περικυκλώνουν όλο. + Και τούτοι είναι: ο Αμφιάραος, που είν' πρώτος στο κοντάρι, + και στο να βγάνη απ' των πουλιών το πέταγμα μαντείες· + δεύτερος είν' ο Αιτωλός Τυδέας, ο γυιός του Οινέα, + τρίτος είν' ο Ετέοκλος γέννημα-θρέμμα του Άργους· + τον Ιππομέδοντα έστειλε τέταρτον ο πατέρας του + ο Ταλαός· παινεύεται ο Καπανέας ο πέμπτος, + πως θα ρημάξη με φωτιά την πολιτεία της Θήβας· + Έκτος είναι τ' αληθινό παιδί της Αταλάντης + ο Αρκάδιος Παρθενοπαίος, που έτσι τον ονομάζουν, + γιατί παρθένα η μάννα του πολύ καιρό είχε μείνει· + κ' ο γυιός σου εγώ, κι' αν όχι γυιός σου, αλλ' απ' την κακήν μοίρα + γεννημένος, αν και παιδί δικό σου όλοι με λένε, + τον άφοβο του Άργους στρατό τον οδηγάω στη Θήβα. + Στη ζωή των θυγατέρων σου τούτων και τη δική σου, + παρακαλούμε σε όλοι εμείς, πατέρα, και ζητάμε + να διώξης το βαρύ θυμό για μένα, που πηγαίνω + να εκδικηθώ τον αδερφό και να τον τιμωρήσω, + που απ' την πατρίδα μ' έδιωξε και μου άρπαξε το θρόνο. + Επειδή, αν είναι αληθινό απ' τις μαντείες κάτι, + αυτοί, που με το μέρος τους θα πας, νικητές θάναι. + Σ' ορκίζω στις πηγές και στους θεούς, που της συγγένειας + προστάτες είναι, να πειστής και να υποχωρήσης, + γιατί κ' εγώ, καθώς εσύ, φτωχός είμαι και ξένος· + και ζούμε κολακεύοντας κ' εσύ κ' εγώ τους άλλους, + αφού έτυχέ μας νάχουμε κ' οι δυο την ίδια μοίρα. + Κ' εκείνος, που είναι βασιλιάς, ω συφορά μου εμένα, + περιγελώντας και τους δυο καυχιέται στην πατρίδα· + αυτόν, αν με το μέρος μου έλθης εσύ, πατέρα, + πολύ εύκολα και γλήγορα θε να τον αφανίσω + κ' έτσι πάλι στο σπίτι σου θα σ' αποκαταστήσω + κ' εμέ τον ίδιο, αφού απ' αυτό με βία διώξω εκείνον. + Και τούτα να καυχιούμαι εγώ μπορώ, αν εσύ θελήσης, + γιατί μήτε και να σωθώ μπορώ χωρίς εσένα. + +ΧΟΡΟΣ + + Για το χατήρι αυτού, που εδώ τον έστειλεν, Οιδίπου, + αφού του ειπής τα ωφέλιμα ποια είναι, διώξε τον πάλι. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ανίσως, φίλοι, ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας + δεν τύχαινε τον άντρ' αυτόν να στείλη εδώ σ' εμένα, + θαρρώντας δίκιο και σωστό τα λόγια μου ν' ακούση, + ποτέ του αυτός δε θάκουγε καθόλου τη φωνή μου. + Μα τώρα, σαν τ' αξιώθηκε, θα φύγη, αφού από μένα + ακούση τέτοια, που χαρά ποτέ να μη του φέρουν. + Εσύ, κακούργε, το ραβδί σαν είχες και το θρόνο, + που μέσ' στη Θήβα τα κρατεί σήμερ' ο αδερφός σου, + εμένα τον πατέρα σου μ' εξώρισες ο ίδιος, + δίχως πατρίδα μ' έκαμες και να φορώ τα ρούχα + τούτα, που βλέποντάς τα κλαις τώρα, που μέσ' στον ίδιο + μ' εμέ να βρίσκεσ' έτυχε πόνον και δυστυχία. + Δεν πρέπει εσύ να κλαις· μα εγώ να τα υποφέρω πρέπει + όσο θα ζω, θυμούμενος εσένα το φονιά μου, + γιατί εσύ μ' έκαμες να ζω στη δυστυχία τούτη, + εσύ μ' εξόρισες· εσύ μ' έκαμες να γυρίζω + εδώ κ' εκεί και τη θροφή να ζητιανεύω απ' άλλους. + Κι' ανίσως δεν εγένναγα τις θυγατέρες τούτες + να με φροντίζουν, βέβαια συ δεν θα με βοηθούσες. + Αυτές τώρα με σώζουνε, αυτές θροφή μου δίνουν, + αυτές σαν άντρες, όχι σαν γυναίκες υποφέρουν + μαζί μου· εσείς παιδιά είσαστε άλλου κι' όχι δικά μου. + Δε σε προσέχει η μοίρα σου ακόμη, όπως σε λίγο, + αν είναι αλήθεια, ότι οι στρατοί κίνησαν για τη Θήβα. + Γιατί δεν είναι δυνατό την πολιτεία κείνη + να τη χαλάσης, αλλά εμπρός σ' αυτή νεκρός θα πέσης + γεμάτος αίμα και μαζί μ' εσένα κι' ο αδερφός σου. + Τέτοιες κατάρες κι' από πριν εγώ είχα ξεστομίσει + για σας· και τώρα τις καλώ να μούρθουν βοηθοί μου + να μάθετε να σέβεστε κείνους, που σας γεννήσαν. (29) + Και βέβαια αυτές το θρόνο σου και την παράκλησή σου + βαστούνε τώρα, αν κάθεται με τους αρχαίους νόμους + η Δικιοσύνη η παλιά σιμά στου Δία τους θρόνους. + Κ' εσύ χάσου σαν σίχαμα και με δίχως πατέρα, + απ' τους κακούς ο πιο κακός, παίρνοντας για συντρόφους + τούτες μου τις κατάρες, που τώρα σου δίνω: μήτε + τη χώρα, που είν' πατρίδα σου, να κυριέψης, μήτε + πίσω να ξαναπάς ποτέ στ' Άργος, αλλ' από χέρι + συγγενικό να σκοτωθής, αφού σκοτώσης, κείνον + που σ' έκαμεν εξόριστο. Τέτοια σε καταριέμαι + και το σκοτάδι τ' αγριωπό φωνάζω του Ταρτάρου + μαζί του να σε πάρη, + φωνάζω τούτες τις θεές, φωνάζω και τον Άρη, + που ανάμεσό σας έβαλε το τρομερό το μίσος. + Και τώρα, που άκουσες αυτά, φεύγα αποδώ και τρέχα + σ' όλους τους Θηβαίους να ειπής και στους πιστούς βοηθούς σου, + πως έδωκε ο Οιδίποδας τέτοιο βραβείο στους γυιούς του. + +ΧΟΡΟΣ + + Και για τους δρόμους πούκαμες του κάκου, Πολυνείκη, + σε συμπονώ· μα γλήγορα και τώρα φεύγα πάλι. + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Αλλοίμονο στο δρόμο μου! στην ατυχία μου, αλλοί μου! + ωιμένα και στους φίλους μου! Τέτοιο λοιπόν του δρόμου, + που απ' τ' Άργος ξεκινήσαμε, τι τέλος είναι, ωιμένα! + Τέτοιο που εγώ δε δύνουμαι μήτε και σε κανένα + απ' τους συντρόφους να το ειπώ, μήτε να τους γυρίσω + πίσω, παρά χωρίς μιλιά τη μοίρα τούτη πρέπει + να συναντήσω. Όμως εσάς, που ακούσατε, αδερφές μου, + όσα με καταράστηκε σκληρά ο πατέρας τούτος, + σας εξορκίζω στους θεούς, ανίσως του πατέρα + πιάση η κατάρα και ποτέ γυρίστε στην πατρίδα, + μη με παραμελήσετε παρά μέσα σε τάφο + φροντίστε να με βάλετε με τις τιμές, που πρέπει. + Κι' αν τώρα για όσα κάνετε σε τούτον σας παινεύουν, + κι' άλλον όχι μικρότερον έπαινο εσείς θα πάρτε + για κείνα, που θα κάμετε σ' εμέ τον αδερφό σας. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πολυνείκη, παρακαλώ σε κάτι να μ' ακούσης. + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Για τι πράμ', Αντιγόνη μου, αγαπημένη; λέγε. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Γύρισε πίσω το στρατό γλήγορα στ' Άργος πάλι, + και μη τη χώρα μας κ' εσέ τον ίδιον αφανίσης. + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Δεν είναι δυνατό· γιατί πώς θα μπορέσω πάλι + τον ίδιο να οδηγώ στρατό μια και γυρίσω πίσω; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Και τι ανάγκ' είναι, αδελφέ, και πάλι να θυμώσης; + ανίσως την πατρίδα σου ρημάξης, ποιο το κέρδος; + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Είναι ντροπή να φεύγω εγώ κι' από τον αδερφό μου, + αν κ' είμαι μεγαλείτερος, να περιπαίζουμαι έτσι. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Βλέπεις λοιπόν, πως βγαίνουνε σωστές οι προφητείες + τούτου, που λέει πως θάνατο θα δώστε ο ένας στον άλλο; (30) + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Ναι, προφητεύει· όμως εγώ τη γνώμη δε θ' αλλάξω. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Αλλοίμονό μου η δύστυχη! και ποιος να σ' ακλουθήση + θε να τολμήση, ακούγοντας τις προφητείες τούτου; + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Μα δε θα ειπώ εγώ τα κακά· γιατί τα καλά μόνο + πρέπει ο καλός ο στρατηγός να λέη και τίποτε άλλο. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Λοιπόν, έτσι αποφάσισες να κάμης, αδερφέ μου; + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Ναι· και μη μ' εμποδίσης πια· για μένα όμως θε νάναι + η εκστρατεία αυτή κακιά κι' ολέθρια (31) εξ αιτίας + του πατέρα μας τούτου και των Ερινύων του. + Κ' εσάς ο Δίας άμποτε να σας κατευοδώνη, + αν κάμετε όσα ζήτησα για μένα, όταν πεθάνω, + (γιατί δε θε να μ' έχετε πια ζωντανό) και τώρα + αφίστε με κ' έχετε γεια· δε θα με ξαναδήτε + πια ζωντανόν. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Αλλοίμονο στην κακομοίρα εμένα! + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Μη με μοιρολογάς. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Και, ποιος μπορεί να μη σε κλάψη, + αφού στον Άδη φανερά πηγαίνεις, αδερφέ μου; + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Αν πρέπη, θα πεθάνω εγώ. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Όχι, παρά άκουσέ με. + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Όσα δεν πρέπει μη μου λες. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ωιμέ η δυστυχισμένη + ανίσως και σε στερηθώ. + +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ + + Από τη μοίρα τούτα + πρέπει να γίνουν έτσι ή αλλοιώς. Κ' εγώ τους θεούς + παρακαλώ για σας, κακό ποτέ να μην ιδήτε· + γιατί να δυστυχάτ' εσείς δεν είν' σωστό λένε όλοι. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή α'. + + Καινούργιες πάλι συφορές + μούρθανε και μεγάλες + απ' τον τυφλό τον ξένο, + εξόν αν είναι η μοίρα του. + Γιατί των θεών κανένα + θέλημα γελασμένο + πως βγαίνει δε μπορώ να ειπώ. + Αυτά ο καιρός τα βλέπει, + τα βλέπει πάντα κι' άλλα + κακά βάζοντας στα κακά + τα κάνει πιο μεγάλα. + Βρόντηξε, Δία, ο ουρανός. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδιά μου, αν είν' εδώ κανείς, ας τρέξη το Θησέα, + τον αξετίμητο άνθρωπο, γλήγορα εδώ να φέρη. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Τι τον θέλεις, πατέρα μου, που τον φωνάζεις νάλθη; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Του Δία τούτη η φτερωτή βροντή θε να με φέρη + τώρα στον Άδη· γλήγορα στείλτε λοιπόν για νάλθη. + +ΧΟΡΟΣ + +Αντιστροφή α'. + + Να, τρομερά μεγάλο + αστροπελέκι πέφτει + από το Δία ριγμένο· + σκωθήκαν απ' το φόβο + του κεφαλιού μου οι τρίχες· + εδείλιασε η καρδιά μου· + γιατί και πάλι αστράφτει + ο ουρανός· τι τέλος + θα φέρη; το φοβάμαι· + γιατί τ' αστροπελέκι + ποτέ δεν πέφτει δίχως + να φέρη συφορά. + Ω Ουρανέ, ω Δία! + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδιά μου, ήλθε της ζήσης μου το τέλος, καθώς τώχαν + ειπεί οι θεοί, κι' αδύνατο μου είναι να το ξεφύγω. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Και πώς το ξέρεις; κι' από πού μπορείς να βγάλης τούτο; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Το ξέρω εγώ· μα γλήγορα όσο μπορεί, ας πάη + κάποιος εδώ το βασιλιά της χώρας να μου φέρη. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή β' + + Πω! πω! να πίσω πάλι + βροντολογάει τριγύρω + τ' άγριον αστροπελέκι. + Σπλαχνίσου μας, θεέ μου, + σπλαχνίσου μας, αν φέρνης + κάποιο κακό στη χώρα. + Καλόγνωμον ας σ' εύρω, + και τον καταραμένο + τον άντρ' αυτόν αν είδα, + γι' ανταμοιβή ας μη πάρω + καμμιά βλαβερή χάρη. + Αφέντη Δία, για σένα + τα λέγω τούτα εγώ. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Κοντά είναι τάχα ο βασιλιάς; άρα γε αυτός, παιδιά μου, + θα με προφτάση ζωντανό; νάχω τα λογικά μου; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Και σαν ποιο τάχα μυστικό να ειπής σ' αυτόνε θέλεις; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Για τα καλά που μούκαμε, χάρη πραγματική, + πούτυχε να του υποσχεθώ, θέλω σ' αυτόν να κάμω. + +ΧΟΡΟΣ + +Αντιστροφή β'. + + Ε, ε, παιδί του Αιγέα + γλήγορα τρέχα υ-υ ― + αν είσαι στης λαγκάδας + την άκρη και θυσίες + στης θάλασσας το θεό, + τον Ποσειδώνα, κάνης + μέσ' στο βωμό, που βώδια + σφάζουν επάνω του, έλα. + Γιατί νομίζει ο ξένος, + πως δίκιο είναι σ' εσένα + στους φίλους και στη χώρα + να κάμη δίκια χάρη + για όσα καλά έχει λάβει. + Γλήγορα, αφέντη, τρέχα. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Τι είναι οι καινούργιες οι φωνές, που βγάνετε και πάλι. + κ' εσείς κι' ο ξένος φανερά; μήπως κακό κανένα + σας έκαμε το φοβερό του Δία αστροπελέκι + ή το χαλάζι πούπεσεν; όλα να τα φοβάται + πρέπει κανείς, άμα ο Θεός σηκώνη τρικυμία. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Καθώς ποθούσα, βασιλιά, εμπρός μου ήλθες και κάποιος + θεός τον ερχομό σου αυτόν σούκαμ' ευτυχισμένο. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Παιδί του Λάιου, σαν τι καινούργιο είναι και πάλι; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Στο τέλος είμαι της ζωής· και θέλω να πεθάνω + χωρίς για όσα υποσχέθηκα στη χώρα και σ' εσένα + ψεύτης να βγω. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Κι' απόδειξη ποια του θανάτου σου έχεις; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Ίδιοι οι θεοί μου το μηνάν και μου το παραγγέλνουν, + κάνοντας ν' αληθεύουνε τα όσα σημάδια ωρίσαν. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Πώς είπες, ότι δείχνουνται, γέροντα, τα σημάδια; + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Με τις αδιάκοπες βροντές και με τ' αστροπελέκια, + που αμέτρητα το δυνατό χέρι του Δία τα ρίχνει. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Με πείθεις, επειδή πολλά βλέπω να προφητεύης + κι' όχι ψευτόλογα· και τι πρέπει να κάμω, λέγε. + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ + + Παιδί του Αιγέα, θε να σου ειπώ εγώ όσα θε να κάμουν + τούτη την πολιτεία σου για πάντα ευτυχισμένη. + Μόνος μου, δίχως οδηγό, θε να σου δείξω αμέσως + τον τόπον όπου πρέπει εγώ τα μάτια μου να κλείσω. + Κι' αυτόν τον τόπο μη τον πης ποτέ σου σε κανένα, + μήτε που κρύβεται, μηδέ σε ποιο βρίσκεται μέρος + για να σου δίνη πάντ' αυτός βοήθεια όσην οι ξένοι + μισθοφόροι σου και πολύς στρατός δε θα σου δίνουν. + Κ' εκείνα, που δε λέγουνται και πρέπει να κρατιούνται + κρυφά, σαν έλθης μόνος σου εκεί, θε να τα μάθης· + γιατί δεν πρέπει να τα ειπώ μήτε σ' άλλον κανένα, + μήτε και στα παιδιά μου αυτά, μ' όσο κι' αν τ' αγαπάω. + Μα πάντα μόνος ξέρε τα, κι' όταν στο τέλος φτάσης + της ζήσης σου, στον πιο τρανό της χώρας μόνο ειπέ τα + κ' εκείνος πάλιν ας τα λέη στο διάδοχό του πάντα. + Κ' έτσι την πολιτεία σου ανίκητη θα κάμης + απ' τους Θηβαίους· κ' οι πολλές οι πολιτείες, κι' αν έχη + καλή κυβέρνηση καμμιά, εύκολ' αυθαδιάζουν. + Μα όταν η τρέλλα κανενός φτάση ως που τα θεία + να λησμονάη, πάντα οι θεοί προσέχουν κι' ας αργούνε· + μη θέλης τούτο εσύ, παιδί του Αιγέα, να το πάθης. + Αυτά όμως, που ορμηνεύω σε, πολύ καλά τα ξέρεις. + Μα τώρα πια ας πηγαίνουμε στον τόπο, ας μην αργούμε, + γιατί πολύ με βιάζουνε τα θεϊκά σημάδια. + Παιδιά μου, ακολουθάτε με. Γιατί οδηγός σας τώρα + γίνουμ' εγώ, καθώς εσείς είσαστε του πατέρα. + Εμπρός· και μη μ' εγγίζετε, παρά αφίστε με ναύρω + μονάχος μου τον ιερό τον τάφον, όπου η μοίρα + μούχει ωρισμένο να κρυφτώ κάτω απ' το χώμα τούτο. + Εδώθ' εδώ βαδίζετε· γιατί απ' εδώ με φέρνει + ο Ερμής ο ψυχοδηγητής κ' η θεά του κάτω κόσμου. + Ω φως αθώρητο! ήσουνα κάποτε πριν δικό μου + και τώρα για στερνή φορά σ' εγγίζει το κορμί μου. + Γιατί τώρα τον υστερνό παίρνω της ζήσης δρόμο + και πάω στον Άδη να κρυφτώ. Μα, αγαπημένε φίλε, + κ' εσύ και τούτη η χώρα σου κ' οι άνθρωποί σου πάντα + ευτυχισμένοι να είσαστε, και να θυμάστε κάπου + μέσα στην ευτυχία σας κ' εμέ τον πεθαμμένο. + +ΧΟΡΟΣ + +Στροφή + + Ανίσως και συχωρεμένο μου είναι + την αθώρητη τη θεά με σέβας + να παρακαλώ κ' εσέν', Αϊδωνέα, + του κάτω κόσμου βασιλιά, Αϊδωνέα, + παρακαλώ μήτε με πόνο, μήτε + με θάνατο τυραγνισμέν' ο ξένος + να φτάση στων νεκρών τον τόπο, που όλα + τα κρύβει, και στα Στύγια τα παλάτια. + Γιατί πολλές κι' αν σ' ηύραν δυστυχίες + άδικα, δύνεται ο θεός ο δίκιος + να σε σηκώση πάλι. + +Αντιστροφή + + Ω σκοτεινές θεές κι' άγριο θερίο, + που εμπρός στις πολυσύχναστες τις θύρες + κάθεσαι ξαπλωμένο και γαυγύζεις + απ' τη σπηλιά σου κ' είσαι, καθώς λένε, + φύλακας ανημέρευτος στον Άδη! + Τούτο, ω παιδί της Γης και του Ταρτάρου, + παρακαλώ να τραβηχτή στην άκρη + για ναύρη λεύτερο το διάβα ο ξένος, + που στο βασίλειο των νεκρών πηγαίνει. + Εσέ, που τον αιώνιον ύπνο φέρνεις, + παρακαλώ για τούτα. + +ΑΓΓΕΛΟΣ + + Ε, πατριώτες! σύντομα πολύ μπορώ να λέω + νεκρό πια τον Οιδίποδα· μα πώς το πράγμα εγίνη + δεν είναι διόλου δυνατό να το ιστορώ με λίγα, + γιατί και τα όσα γίνηκαν εκεί λίγα δεν ήταν. + +ΧΟΡΟΣ + + Λοιπόν πέθανε ο δύστυχος; + +ΑΓΓΕΛΟΣ + + Μάθε το, πως εκείνος + για πάντα την πολύπαθη ζωή του άφισε πίσω. + +ΧΟΡΟΣ + + Πώς; Τάχα οι θεοί του δώσανε θάνατο δίχως πόνο; + +ΑΓΓΕΛΟΣ + + Αυτό προ πάντων άξιο του θαυμασμού μας είναι. + Γιατί πώς έφυγε από δω, κ' εσύ, που παρόν ήσουν, + τα ξέρεις, δηλαδή χωρίς νάχη οδηγό κανένα + αλλά οδηγώντας μας αυτός· κι' όταν στον καταρράχτη + έφτασε, που είναι μέσ' στη γη με χάλκινα θεμέλια + στερεωμένος, στάθηκε σ' έν' απ' τα μονοπάτια + στη γούβα τη βαθουλωτή σιμά, όπου του Θησέα + και του Πειρίθου βρίσκουνται τα αιώνια θυμητάρια + της συμφωνίας πούκαμαν. Αφού στη μέση εστάθη + από τη γούβα κι' από την πέτρα, που σύνορο είναι, (32) + κι' από την κούφια την γκόρτσα και τον πετρένιο τάφο, + κάθησε κ' έπειτα έλυσε τα λερωμένα ρούχα. + Κατόπιν, αφού φώναξε τις κόρες του, ζητούσε + να φέρουνε τρεχούμενο νερόν από εκεί κάπου + για να λουστή και για σπονδές. Κ' εκείνες, αφού πήγαν + στο λόφο τον αντικρυνό της Δήμητρας, που κάνει + όλα ν' ανθίζουν, γλήγορα φέρανε στον πατέρα + αυτές του τις παραγγελιές, και το λουτρό και ρούχα + του ετοίμασαν καθώς για τους νεκρούς είναι συνήθεια· + κι' όταν ευχαριστήθηκε, γιατί είχαν όλα γίνει, + (τίποτα πια δεν έμενεν απ' όσα επιθυμούσε) (33) + ο Δίας ο κάτω βρόντηξε και πάγωσαν οι κόρες + από το φόβο, ως τάκουσαν· κ' επάνω στου πατέρα + τα γόνατα αφού πέσανε, κλαίγανε και δεν παύαν + να στηθοκόβουνται και να μοιρολογούν περίσσα· + κ' εκείνος την πικρή φωνή καθώς ακούει ξάφνου, + αφού τις σφιχταγκάλιασε, τους είπε: ωιμέ, παιδιά μου, + δεν έχετε πια σήμερα πατέρα. Εγώ πεθαίνω + και πια δε θα φροντίζετε να με γεροκομάτε + με τόσα βάσανα· σκληρό, παιδιά μου, ήταν, το ξέρω, + μα όλους αυτούς τους κόπους σας γλυκαίνει ένας μου λόγος. + Καθείς δε σας αγάπησε περσότερο από μένα, + που τώρα πια με χάνετε κ' έτσι ορφανές θα ζήτε + όλη την άλλη σας ζωή. Τέτοια θρηνούσαν όλοι + μ' αναστενάγματα βαθιά και σφικταγκαλιασμένοι. + Κι' όταν στο τέλος έφτασαν των θρηνητών και βόγγο + κανένα πια δεν έβγαναν, βαθειά σιωπή εγίνη. + Και ξάφνου τον εφώναξε κάποιου η φωνή, που όλοι + τρομάξαν κι' απ' το φόβο τους σκωθήκαν τα μαλλιά τους. + Γιατί ο θεός πολλές φορές και δυνατά τον κράζει: + Ε! εσύ, ε! εσύ Οιδίποδα! γιατί αργοπορούμε + να πάμε; εσύ από μέρος σου αργείς από πολληώρα. + Κ' εκείνος μόλις άκουσεν, ότι θεός τον κράζει, + γυρεύει νάλθη ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας· + κι' αφού κοντά του επήγε αυτός τούπεν: αγαπημένε, + το σεβαστό το χέρι σου δόσε το στα παιδιά μου + για να ορκιστής ― δόστε κ' εσείς, παιδιά μου, το δικό σας ― + και τάξε μου, ότι ποτέ δε θα προδώσης τούτα + με θέλησή σου, κι' όσα εσύ έχεις σκοπό να κάμης + κάμε τα, πάντα σου έχοντας στο νου σου το καλό τους. + Κι' αυτός σαν γενναιόκαρδος άντρας κι' όχι με θρήνους + στον ξένον υποσχέθηκε μ' όρκο, πως θα τα κάμη. + Και καθώς γίνηκαν αυτά αμέσως ο Οιδίπους + με τα τυφλά τα χέρια του αγγίζει τα παιδιά του, + και λέει: θυγατέρες μου ανάγκη είναι, την τύχη + τη νέαν αφού υποφέρετε (34), να φύγετε απ' το μέρος + τούτο και να μη θέλετε να ιδήτε όσα δεν πρέπει + να βλέπετε, μηδέ όσα εμείς θα πούμε να γροικήστε. + Όσο το γληγορώτερο φευγάτε· κι' ο Θησέας + μονάχος του να μείνη εδώ να μάθη όσα θα γίνουν. + Αφού μας είπε τόσ' αυτός, τον υπακούσαμε όλοι + και δάκρυα χύνοντας βροχή φεύγαμε με τις κόρες. + Σε λίγο, όταν εφύγαμε, γυρίσαμε να ιδούμε + από μακριά· όμως πουθενά δεν είδαμε πια νάναι + ο Οιδίποδας· μα ο βασιλιάς μόνος και να κρατάη + στα μάτια εμπρός τα χέρια του για να τα ισκιάζη, σάμπως + να εφάνη κάτι φοβερό και να το βλέπη μόνο. + Σε λίγο όμως τον βλέπουμε να προσκυνάη με σέβας + τη γη και να παρακαλή τον Όλυμπο συνάμα. + Κ' εκείνος με ποιο θάνατον επέθανε κανένας + δε θα μπορέση να το ειπή, εξόν απ' το Θησέα. + Γιατί δεν τόνε σκότωσε κανένα αστροπελέκι + του Δία, μηδέ θαλασσινή φουρτούνα, που εσηκώθη + εκείνη τη στιγμή, παρά κάποιος, που ήταν σταλμένος + απ' τους θεούς, ή θ' άνοιξε καλόγνωμο το στόμα + του Άδη το αλύπητο, γιατί δεν πέθανεν εκείνος + με τρόπο, που να τον θρηνή κανείς, μηδ' απ' αρρώστια + πάσχοντας, αλλά θαυμαστός όσο κανείς στον κόσμο· + κι' αν φαίνουμαι, ότι δε μιλώ φρόνιμα, δε ζητάω + συμπάθειο απ' όσους με θαρρούν πως λογικά δε λέω. + +ΧΟΡΟΣ + + Κι' όσοι τον ξεπροβόδησαν από τους φίλους που είναι + κ' οι κόρες του; + +ΑΓΓΕΛΟΣ + + Δεν είναι αυτές μακριά· γιατί οι φωνές τους + γεμάτες θρήνο μαρτυρούν, πως έρχουντ' εδώ πέρα. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + +Στροφή α'. + + Ωιμένα! αλλοίμονο! έχουμε, + έχουμε οι κακομοίρες + να κλαίμε, αλήθεια, για πολλά + κι' όχι μόνο για το αίμα + του δύστυχου πατέρα μας, + που ήταν καταραμένο + και πριν τη γέννησή του· + να κλαίμ' εμείς, που αδιάκοπα + άλλοτε τόσους πόνους + βαστούσαμε κι' αμέτρητους + στο τέλος θε να ειπούμε, + γιατί είδαμε και πάθαμε + πολλά για τον πατέρα. + +ΧΟΡΟΣ + + Τι είναι; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Μπορείτε, φίλοι μου, + εσείς να το υποθέστε. + +ΧΟΡΟΣ + + Πέθανε; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Όσο καλλίτερα + μπορούσες να ποθήσης. + Γιατί τι περισσότερο + μπορείς να επιθυμήσης + για κείνον, που ούτε πόλεμος + μήτε κι' ανεμοζάλη + θαλασσινή τον χτύπησε, + αλλά τον εκατάπιαν + τόποι κρυφοί κι' αθώρητοι, + ενώ τον ετραβούσε + αθώρητος ο θάνατος; + Ω! η κακομοίρα! νύχτα + μαύρη κι' ολέθρια απλώθηκε + στα μάτια μας επάνω. + Γιατί πώς, τριγυρίζοντας + σε μακρυσμένη χώρα + ή μέσα σε θαλασσινή + φουρτούνα, θα μπορούμε + τη δυσκολόβρετη θροφή + για τη ζωή να βρούμε; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Δεν ξέρω. Κι' άμποτε ο φονιάς + ο Άδης να με σκοτώση + για να πεθάνω η δύστυχη + μαζί με τον πατέρα· + γιατί θα είν' κακορροίζικη + για μένα πια η ζωή μου. + +ΧΟΡΟΣ + + Χρυσά μου διδυμιάρικα! + τη θεϊκιά τη μοίρα, + σαν ήλθε, να υποφέρετε + παλληκαρήσια πρέπει. + Δεν πρέπει και να νοιώθετε + τόσο μεγάλο πόνο, + γιατί και δεν εφτάσατε + σε τόση δυστυχία. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + +Αντιστροφή α'. + + Όμως ποθούσαμ' εμείς κάπως + και τη δυστυχία. + Γιατί κ' εκείνο που δεν ήταν + διόλου αγαπημένο, + ήταν για εμάς αγαπημένο, + όταν τον κρατούσα εκείνον + μέσ' στην αγκαλιά μου. + Αγαπημένε μου πατέρα, + πούσαι διπλωμένος + της γης το αιώνιο σκοτάδι, + κι' αν δε ζης, θα σ' αγαπάμε + πάντα εγώ και τούτη. + +ΧΟΡΟΣ + + Πέθανε πια; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Βρήκε αυτός τέλος + όπως το ποθούσε. + +ΧΟΡΟΣ + + Ποιο τέλος; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πέθανε στην ξένη + χώρα, που ήθελε, και τάφο + πάντα ισκιερόν έχει, + κι' άφησε ο θάνατός του λύπη, + που το θρήνο φέρνει. + Γιατί πατέρα μου για σένα + με στεναγμούς τα δάκρυα τρέχουν, + μήτε ξέρω η μαύρη + την τόση μου για σένα λύπη + πώς να τη μερώσω. + Ωιμέ! ήθελες σε χώρα ξένη + να πεθάνης, πέθανες όμως + έτσι μόνος κ' έρμος. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Δύστυχη εγώ! τάχα ποια μοίρα + ― υ ― υ ― υ ― + πάλι εμέ κ' εσένα + μας περιμένει, αγαπημένη, + έτσι ορφανές από πατέρα; + +ΧΟΡΟΣ + + Αλλ' αφού είχε τέλος + ευτυχισμένο, αγαπημένες, + παύτε αυτή τη λύπη· + γιατί κανένας δεν υπάρχει, + που δυστυχία να μη τον δέρνη. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + +Στροφή β'. + + Πίσω, καλή μου, ας τρέξουμε. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Να κάνουμε τι; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Θέλω . . . + +ΙΣΜΗΝΗ + + Τι; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Να ιδώ τον τάφο . . . + +ΙΣΜΗΝΗ + + Ποιου; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ωιμένα! . . του πατέρα. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Και πώς είν' τούτο βολετό; + Μήπως δε βλέπεις τάχα; . . . + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Για ποια αφορμή με μάλωσες; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Και για τούτο: ότι . . . + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Τι είναι + και πάλι αυτό; + +ΙΣΜΗΝΗ + + Πώς άταφος + χάθηκε εκείνος κ' έρμος. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Φέρε με και στον τάφο του + σφάξε με τότ' επάνω. + +ΙΣΜΗΝΗ + + Ωιμένα η τρισβαριόμοιρη! + πώς πάλι εγώ θα ζήσω + ορφανεμένη κ' έρημη + ζωή δυστυχισμένη; + +ΧΟΡΟΣ + +Αντιστροφή β'. + + Μη φοβηθήτε, αγαπημένες. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Μα πώς να γλυτώσω; + +ΧΟΡΟΣ + + Και πριν εγλύτωσες . . . + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Τι τάχα; + +ΧΟΡΟΣ + + και δε σ' ηύρε κάποια + δυστυχία τρανή . . . + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Το ξέρω. + +ΧΟΡΟΣ + + Σαν τι λοιπόν έχεις στο νου σου; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πώς θα πάμε πίσω + στην πατρίδα μας, δεν ξέρω. + +ΧΟΡΟΣ + + Μην το ζητάς τούτο. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Μας αναγκάζ' η δυστυχία. + +ΧΟΡΟΣ + + Και πρώτα σας στενοχωρούσε. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ήταν πριν μεγάλη, + μα τώρα πιο χειρότερ' είναι. + +ΧΟΡΟΣ + + Σας έλαχε κάποιο + πέλαγο συφοράς μεγάλο. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Ωιμένα! πού να πάμε, Δία; + Γιατί σαν ποια τώρα + ελπίδα πια ο θεός μ' αφίνει; + +ΘΗΣΕΑΣ + + Παύτε, κόρες, τα κλάμματα· γιατί δεν πρέπει + λύπη να δείχνουμε όπου σαν ευεργεσία (35) + έρχεται ο θάνατος· είν' αμαρτία τούτο. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Προσπέφτουμε στα πόδια σου, παιδί του Αιγέα. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Για να σας κάμω ποια παράκλησή σας, κόρες; + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Θέλουμε του πατέρα μας κ' εμείς να ιδούμε + τον τάφο. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Μα δεν είναι δυνατό να γίνη. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Πώς είπες, της Αθήνας βασιλιά κι' αφέντη; + +ΘΗΣΕΑΣ + + Παρθένες! μούπε κείνος: άνθρωπος κανένας + μήτε στους τόπους τούτους να σιμώση, μήτε + στον τάφο να προσευχηθή τον εδικό του. + Και μούπε, πως αν τα φυλάξω καλά τούτα + η χώρα μου θε νάναι πάντα δίχως λύπη. + Τούτα λοιπόν τάχει ο θεός μας ακουσμένα + κι' ο Όρκος του Δία, που όλα τ' ακούει. + +ΑΝΤΙΓΟΝΗ + + Μα ανίσως τούτα + τα θέλησ' έτσι εκείνος νάναι, μας αρκούνε. + Και τώρα στείλε μας στη Θήβα την αρχαία + μήπως κ' εμποδίσουμε των δυο αδερφών μας + το σκοτωμό. + +ΘΗΣΕΑΣ + + Κι' αυτά θα κάμω κι' όλα, όσα + μπορώ να κάμω ωφέλιμα σ' εσάς για χάρη + κείνου, που εδώ και λίγην ώρα μέσ' στο χώμα + μπήκε κ' εχάθη· εγώ δεν πρέπει ν' αποκάνω. + +ΧΟΡΟΣ + + Μα τώρα τ' αναφυλλητά + παύτε και μην αρχίστε + τα μοιρολόγια πάλι· + γιατί το δίχως άλλο αυτά + είν' επικυρωμένα. + + + +ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ + + + +Κατά την μετάφρασιν ηκολούθησα το κείμενον της εκδόσεως τον Γ. +Δίνδορφ. Εν τούτοις είς τινα χωρία επροτίμησα άλλας γραφάς. Εις +τας κατωτέρω παρατηρήσεις σημειώνω δια ποιον λόγον επροτίμησα την +τάδε ή τάδε γραφήν και διατί μετέφρασα ούτως ή ούτως, μη +ακολουθήσας ενιαχού και την κοινώς παραδεδεγμένην ερμηνείαν. Η +κατά στίχον παραπομπή γίνεται εις την έκδοσιν του Dindorf. + +Σημ. 1. ― Στίχος 76 + +. . . επεί περ ει +γενναίος, ως ιδόντι, πλην του δαίμονος. + +Εις πλείστους κριτικούς ο στίχος ούτος παρουσιάζει δυσκολίας +συντακτικάς και ερμηνευτικάς, ένεκα δε τούτον προβαίνουν εις +διαφόρους διορθώσεις. Το «&πλην του δαίμονος&» το εξηγούν «&εκτός +της δυστυχίας&», ήτις ερμηνεία αδυνατίζει την έννοιαν του στίχου. +Τηρών την αρχικήν γραφήν, επροτίμησα να μεταφράσω κατ' έννοιαν +μάλλον ή κατά λέξιν. + +Σημ. 2 ― στ. 100 + +. . . νήφων ασίνοις + +Το «νήφων» άλλοι ερμηνεύουν «&νηστικός&» και άλλοι «&δεν είχε +πίει οίνον&». Φρονώ ότι εδώ, ως και αλλαχού, «&νήφων&» σημαίνει +απλώς «&φρόνιμος&», δηλαδή άνθρωπος έχων τα λογικά του. &Άοινοι +θεαί& είναι αι Ερινύες. + +Σημ. 3 ― στ. 138. + +. . . φωνή γαρ ορώ, +το φατιζόμενον. + +Επροτίμηοα την κατά Bellermann γραφήν, καθ' ήν μετά το «φωνή» δεν +χρειάζεται κόμμα, ότε το «φατιζόμενον» πρέπει να το λάβωμεν ως +αντικείμενον του «ορώ». Δηλαδή «από την φωνήν βλέπω (εννοώ) το +λεγόμενον». Κατ' εμέ «εσάς τους ομιλούντας». + +Σημ. 4 ― στ. 141 + +δεινός μεν οράν, δεινός δε κλύειν. + +Πάντες σχεδόν οι ερμηνευταί εξηγούν «φοβερός την όψιν και την +ακοήν». Επειδή ο Οιδίπους δεν δύναται να είναι φοβερός εις το ν' +ακούη, αλλ' εις το να τον ακούη άλλος, μετέφρασα το «&δεινός +κλύειν&» «&φοβερός στη φωνή&». + +Σημ. 5 ― στ. 149 + +εή, αλαών ομμάτων, +άρα και ήσθα φυτάλμιος δυσαίων; + +Η μετά την λέξιν «ομμάτων» τελεία είναι διόρθωσις τον Κοραή, ην +δέχονται ολίγιστοι κριτικοί. Την επροτίμησα, διότι όντως η φράσις +γίνεται επιφωνηματική. Τοιούτου δε είδους επιφωνηματικάς φράσεις +έχει πλείστας όσας η δημοτική γλώσσα. Πολλοί θέλουν το «αλαών +ομμάτων» να το αποδώσωμεν εις το «φυτάλμιος», μετά το οποίον +θέτουν το ερωτηματικόν. Αλλά τότε, κατ' εμέ, χάνεται η ζωηρότης +τον λόγου. + + +Σημ. 6 ― στ. 157 + + . . . κάθυδρος ου +κρατήρ μειλιχίων ποτών +ρεύματι συντρέχει. + +Πλείστοι ερμηνευταί εξηγούν: «εις το νάπος (λαγκάδα) χύνονται +πολλοί ρύακες με γλυκύ ρεύμα», διό και το νάπος είναι ποιήεν. Ο +κρατήρ όμως δεν «συντρέχει» με τους ρύακας, αλλά με τα +προσφερόμενα εις τας Ερινύας ποτά, ύδωρ και μέλι. + +Σημ. 7 ― στ. 172. + +είκοντας α δεί κακούοντας. + +Τα χειρόγραφα έχουν «κουκ ακούοντας». Η διόρθωσις οφείλεται εις +τον Musgrave· άλλοι διορθώνουν άλλως. Επροτίμησα το +«&κακούοντας&» με την σημασίαν όμως του «&υπακούω&», διότι +συμφωνεί προς όλον τον άλλον λόγον. + +Σημ. 8 ― στ. 189. + +ίν' αν ευσεβίας επιβαίνοντες. + +Οι ερμηνευταί διαφωνούν περί την σημασίαν της φράσεως. Επροτίμησα +την ερμηνείαν των Wex και Hartung, οι οποίοι εξηγούν «ευσεβώς +πατούντες». Κατ' εμέ, ο Οιδίπους, ευρισκόμενος ακόμη υπό την +εντύπωσιν των λόγων του Χορού, έχων δε πάντοτε εις τον νουν του +την προφητείαν του Φοίβου και μη βλέπων πού ακριβώς ευρίσκεται, +νομίζει ότι πρέπει να πατή μ' ευλάβειαν παν πλησίον μέρος. + +Σημ. 9 ― στ. 197. + +. . . . . εν ασυχαία +βάσει βάσιν άρμοσαι + +Ικανοί ερμηνευταί και ιδίως ο Bellermann το «βάσει βάσιν άρμοσαι» +εξηγούν: «βήμα προς βήμα» και άλλοι το «βήμα μου σ' οδηγεί!» Όλος +ο διάλογος ούτος Χορού, Οιδίποδος και Αντιγόνης στρέφεται εις το +πώς να καθίση ο Οιδίπους μετά την ερώτησιν τούτου: «εσθώ;» Τον +τρόπον του καθίσματος αυτού ημείς σήμερον τον λέγομεν απλούστατα +«διπλοπόδι»· και ούτω καθίζει η Αντιγόνη τον Οιδίποδα. Διά την +θέσιν των στίχων 197- 200 επροτίμησα την γραφήν του Dindorf ως +παρουσιάζουσαν φυσικώτερον τον διάλογον. + +Σημ. 10 ― στ. 267. + +ει σοι τα μητρός και πατρός χρείη λέγειν; + +Ο Wex διορθώνει εις: «ή σοι τα μητρός και πατρός χρεία λέγειν;» + +Επροτίμησα την διόρθωσιν, διότι κατ' αυτήν οι λόγοι του Οιδίποδος +ενταύθα ανταποκρίνονται πληρέστερον προς την ψυχολογικήν +κατάστασιν του χορού. + +Σημ. 11. ― στ. 278 + +ώσπερ με κανεστήσασθ' ώδε σώσατε. + +Οι ερμηνευταί εξηγούν: «ως με ηγείρατε της θέσεώς μου ή μ' +εμακρύνατε». Νομίζω, ότι ενταύθα το «&ανεστήσασθε&» εξηγείται +ορθότερον: «με βγάλατε από το κακό ή την αμαρτία», μη αφίνοντές +με δηλαδή να πατώ τον ιερόν τόπον. Η ερμηνεία αύτη ενισχύεται και +από τους προηγουμένους λόγους του χορού στίχ. 151. Η απομάκρυνσις +του Οιδίποδος εκ τον ασύλου του διά της υποσχέσεως τον χορού (στ. +176-177) και η μη τήρησις της υποσχέσεως ταύτης δεν ήτο δυνατόν +να χρησιμεύσουν εις τον Οιδίποδα ως επίκλησις διά την σωτηρίαν +του. + +Σημ. 12 ― στ. 306. + +. . . . κ' ει βραδύς γήρα . . . + +Τα χειρόγραφα έχουν «&κ' ει βραδύς εύδει&». Άλλοι διορθώνουν +άλλως. Νομίζω, ότι δυνατόν η ορθή γραφή να είναι «&κ' ει βαρύς +εύδων&», σύμφωνα με την οποίαν εξήγησα «κι' αν βαρυέται από +ύπνο», διότι συνήθως ο μόλις αφυπνιζόμενος είναι βαρύς (βαρετός). + +Σημ. 13 ― στ. 309. + +τις γαρ έσθ' ος ουχ αυτώ φίλος; + +Τα χειρόγραφα έχουν: «τις γαρ εσθλός κτλ». Ο Benedict διώρθωσεν +εις: «τις γαρ εσθλός ουκ αυτώ (τω Θηοεί) φίλος;» όπερ και +επροτίμησα, διότι ανταποκρίνεται εις την προηγηθείσαν ευχήν του +Οιδίποδος «ευτυχής ίκοιτο τη θ' αυτού πόλει». + +Σημ. 14 ― στ. 380. + +ως αυτίκ' Άργος ή το Καδμείων πέδον +τιμή καθέξον ή προς ουρανόν βιβών. + +Πολλοί ερμηνευταί το «&προς ουρανόν βιβών&» εξηγούν «&να +καταστρέψη με πυρ&», αναμιγνύουν δε όλως ακαίρως και το όνομα του +Καπανέως. Ο αρχαίος σχολιαστής, τον οποίον ακολουθούν και άλλοι +νεώτεροι, ερμηνεύει: «να υψώση δια της ευκλείας», ήτοι το Άργος +να δοξάση τας Θήβας με την καταστροφήν του στρατού του. +Επροτίμησα την ερμηνείαν ταύτην, έχων υπ' όψιν μου την ανάλογον +δημοτικήν φράσιν «ανεβάζω στα ουράνια» επί της σημασίας του +«δοξάζω». + +Σημ. 15 ― στ. 515. + +. . . . ανοίξης +τας σας, πέπον, έργ' αναιδή. + +Τα χειρόγραφα έχουν «α πέπονθ' αναιδή», όπερ και επροτίμησα. Το +επίθετον «αναιδή» διορθούν τινες εις «δεινά ή άναυδα». Εκράτηοα +την λέξιν με την σημασίαν «σκληρά», διότι αύτη ανταποκρίνεται εις +το προηγούμενον «δειλαίας αλγηδόνος» και διότι ο Οιδίπους παντού +περί της σκληρότητος μάλλον ή της αισχρότητος των παθημάτων του +ομιλεί. + +Σημ. 16 ― στ. 534. + +αύται γαρ απόγονοι τεαί; + +Άλλοι διορθώνουν άλλως. Τα χειρόγραφα έχουν: «σαι τάρ' εισίν +απόγονοί τε και; . .» όπερ επροτίμησα ως ζωηρότερον· προ πάντων ο +κατά το τέλος του στίχου και είναι απαραίτητος διά το εναγώνιον +του διακοπτομένου διαλόγου. + +Σημ. 17 στ. 563 + +. . . χώς τις πλείστ' ανήρ ήθλησα κτλ + +Πάντες οι ερμηνευταί εξηγούν: «εκινδύνευσα, ως τις άλλος ανήρ +κινδυνεύσας κτλ». Νομίζω, ότι η ερμηνεία αυτή είναι λίαν +εξεζητημένη. Το «ως τις ανήρ» ενταύθα σημαίνει «σαν άντρας» ως +λέγομεν σήμερον. Ο προσδιορισμός τον «ανήρ» διά του +αοριστολογικού &τις& επιτείνει την σημασίαν του = γενναίος, +αληθινός άντρας. + +Σημ. 18 ― στ. 746 + +αεί δ' αλήτην . . . . βιοστερή + +Δεν εδίστασα να μεταχειρισθώ εις την μετάφρασιν τας λαϊκωτάτας +λέξεις: ― «αλανιάρης και νηστικός». Το «αλανιάρης» ο Αθηναϊκός +λαός το μεταχειρίζεται δι' ανθρώπους μη έχοντας πού την κεφαλήν +κλίναι ή διά τους ζώντας την ζωήν των κατά Γάλλον; «bohèmes». +Αξία δε σημειώσεως είναι και η ταυτότης της ρίζης του «αλανιάρης» +προς την τον «αλάομαι ― ώμαι ― πλανώμαι». «Νηστικόν» ο Ελληνικός +λαός λέγει όχι μόνον τον μη φαγόντα άπαξ κατά την ωρισμένην ώραν, +αλλά και τον διαρκώς στερούμενον τα του βίου. + +Σημ. 19 ― στ. 816 + +ή μην συ κάνευ τούδε λυπηθείς έσει. + +Τα χειρόγραφα έχουν «τώνδε». Κατά την ερμηνείαν όμως του αρχαίου +σχολιαστού ο Musgrave διώρθωσεν εις «τούδε», όπερ και επροτίμησα. +Κατά την γραφήν των χειρογράφων πρέπει να μεταφράσωμεν: + +Κι' όμως εσύ θα λυπηθής κι' ας μη το θέλουν τούτοι (δηλαδή ο +Χορός). + +Σημ. 20 ― στ. 865 + +θείεν μ' άφωνον τήσδε της αράς έτι + +Τα χειρόγραφα έχουν «τήσδε γης, αράς έτι». Η διόρθωσις, ην +παρεδέχθη ο Dindorf, εγένετο εις την Λονδίνειον έκδοσιν. Ο +Schneidewin διώρθωσεν ούτω: «θείεν γ' άφωνον τήσδε γ' ες σ' αράς +έτι». Η διόρθωσις αύτη, την οποίαν δέχονται και άλλοι, δεν +δύναται να είναι ορθή, διότι ο γε ( = τουλάχιστον) περιορίζει, +ενώ τουναντίον εδώ ο Οιδίπους ομιλεί με περισσοτέραν οργήν και +εύχεται να έχη φωνήν, όπως είπη και άλλην κατάραν κατόπιν των +όσων είπεν εις τους στίχους 787 ― 790. + +Σημ. 21 ― στ. 866 + +ος μ', ω κάκιστε, ψιλόν όμμ' αποσπάσας +προς όμμασι τοις πρόσδεν κτλ. + +Ικανοί ερμηνευταί διαφωνούν πού ν' αποδώσουν το επίθετον «ψιλόν». +Εις το &με& (τον Οιδίποδα) ή εις το &όμμα;& Τούτον ένεκα μερικοί +κάμνουν διαφόρους διορθώσεις. Λέγων ο Οιδίπους «όμμα» εννοεί την +Αντιγόνην, η οποία έβλεπεν αντ' αυτού και τον ωδήγει· ορθώς +λοιπόν το «ψιλόν» αποδίδεται υπό τινων εις το «όμμα» με την +σημασίαν όμως του &μόνον& (μοναχό). Ήτοι «με στερείς το μόνον +φως, που μου έμεινε μετά την τύφλωσίν μου». Το χωρίον τούτο +μετέφρασα κατ' έννοιαν μάλλον ή κατά λέξιν. + +Σημ. 22 ― στ. 881. + +Τα γ' ον τελεί, +υ (― τονούμενο) υ-. + +Ενταύθα λείπουν πέντε συλλαβαί. Το κενόν οι εκδόται πληρούν +διαφοροτρόπως. Ο Spengel έγραψε: «σαφώς εγώδα», όπερ επροτίμησα. + +Σημ. 23 ― στ. 940 + +. . . ούτ' άβουλον, ως συ φης . . . + +Ανωτέρω (στ. 917) ο Θησεύς είπεν, ότι ο Κρέων εξέλαβε &την πόλιν +του &κένανδρον ή δούλην τινά&. Ενταύθα ο Κρέων λέγει &άβουλον&, +προσθέτων «ως συ (ο Θησεύς) φης». Προφανώς υπάρχει διαφθορά τον +χωρίου. Διά τούτο μετέφρασα ως να είχε γραφή «ούτε δούλην». + +Σημ. 24 ― στ. 958 + +. . . προς δε τας πράξεις όμως κτλ + +Ο Κρέων λέγει εις τον Θησέα, ότι θα υπερασπισθή κατά πάσης +εναντίον του πράξεως, έχων υπ' όψιν του τους προηγουμένους λόγους +του Θησέως, «δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον απ' το δικό μου χέρι». +Δια τούτο την λέξιν «πράξεις» μετέφρασα περιφραστικώς: «ανίσως +βάλης χέρι σ' εμένα». Τοιαύτην τινά περίπου ερμηνείαν της λέξεως +κάμνει και ο Bellerman. + +Σημ. 25 ― στ. 1117 + +. . . τούδε χρη κλύειν, πάτερ, +και σοι τε τούργον τούτ' εμοί τ' έσται βραχύ. + +Τα χειρόγραφα έχουν «και σοι τε τούργον τουμόν έσται βραχύ». Ο +Elmsley διώρθωσεν ως ανωτέρω. Ο Wex διορθώνει: εις «ου κάστι +τούργον· τουμόν ώδ' έσται βραχύ», όπερ δέχονται πολλοί εκδόται. +Επροτίμησα την διόρθωσιν τον Elmsley, διότι και της γραφής των +χειρογράφων δεν απέχει και διότι παρουσιάζει την φράσιν +λογικωτέραν. + +Σημ. 25β ― στ. 1179 + +. . . σκόπει +μη σοι πρόνοια ή του θεού φνλακτέα. + +Οι ερμηνευταί συνήθως εξηγούν: να δείξης ευλάβειαν προς τον θεόν +ή όπως λάβης πρόνοιαν περί τον θεού και τα παρόμοια. Την λέξιν +«πρόνοια» μετέφρασα «θέλημα»· την σημασίαν ταύτην έχει πολλαχού η +λέξις. Ούτω δε έχομεν φράσιν συνηθεστάτην και σήμερον παρ' ημίν. + +Σημ. 26 ― στ. 1192 + +Αλλ' έασον . . . + +Τα χειρόγραφα έχουν: «αλλ' αυτόν», όπερ εις πάντας σχεδόν τους +κριτικούς δεν φαίνεται ορθόν· ένεκα τούτου δε έγιναν διάφοροι +διορθώσεις, περιέχουσαι πάσαι την έννοιαν «άφησέ τον». Ουδόλως +απίθανον η φράσις «αλλ' αυτόν» να είναι η ορθή, αν λάβωμεν υπ' +όψιν, ότι ο Σοφοκλής ενίοτε εις τοιαύτας εκφράσεις παραλείπει το +ευκόλως εννοούμενον ρήμα. Η διόρθωσις «αλλ' έασον» εγένετο εις +την Λονδίνειον έκδοσιν του 1772. Μετέφρασα «συχώρεσέ τον», +ορμηθείς εις τούτο εκ των αμέσως επομένων λόγων της Αντιγόνης, οι +οποίοι έρχονται ως δικαιολογία της αιτήσεως συγγνώμης υπέρ του +αδελφού της. Η Αντιγόνη είχεν ήδη παρακαλέσει τον Οιδίποδα ν' +αφήση τον Πολυνείκην να πλησιάση· επομένως νομίζουσα, ότι έπεισε +πλέον τον πατέρα εις τούτο, ως ομολογεί ο Οιδίπους αμέσως +κατωτέρω, ηθέλησε να ζητήση και την υπέρ αυτού συγγνώμην. + +Σημ. 27 ― στ. 1220 ― 1224 + +του θέλοντος· ο δ' επίκουρος ισοτέλεστος, +Άιδος ότε Μοίρ' ανυμέναιος, +άλυρος, άχορος αναπέφηνε, +θάνατος ες τελευτάν. + +Το χωρίον τούτο παρουσιάζει πολλάς δυσκολίας κατά τε την γραφήν +και την ερμηνείαν. Τα χειρόγραφα έχουν: «του θέλοντος ουδ' έπι +κόρος ισοτέλεστος Άιδος, ότε μοίρα κτλ». Η εν τω υπ' όψιν κειμένω +διόρθωσις οφείλεται εις τον Hermann, ην και επροτίμησα. Άλλοι +κάμνουν άλλας διορθώσεις, κυρίως περί την στίξιν. Κατά την +παραδεχθείσαν γραφήν η έννοια του χωρίου γίνεται ευκρινής, φρονώ, +αν υπονοήσωμεν έξωθεν ρήμα τι σημαίνον «φαίνεται» και +λαμβανόμενον εκ τον υπάρχοντος &αναπέφηνε&. Η δε φυσική σειρά των +λέξεων έχει, κατ' εμέ, ούτω: «ότε δ' αναπέφηνεν Άιδος μοίρα +ανυμέναιος, άλυρος, άχορος, (αναφαίνεται) επίκουρος (=σωτήρ) ο +ισοτέλεστος ες τελευτάν θάνατος. + +Σημ. 28 ― στ. 1295 + +. . . ούτε νικήσας λόγω + +Συνήθως οι ερμηνευταί εξηγούν: «χωρίς να με πείση ή να με νικήση +εις αγώνα λόγων». Επειδή όμως μου εφάνη κάπως ανάρμοστον προς τον +χαρακτήρα τον Πολυνείκους να παραδεχθή, όπως αφήση την βασιλείαν +και αν ενικάτο εις αγώνα λόγων ― πράγμα άλλως τε μη στηριζόμενον +ουδαμού ― εξήγησα «&χωρίς δικαιολογίαν&», ενισχυθείς εις την +ερμηνείαν αυτήν και από τους αμέσως κατωτέρω λόγους τον +Πολυνείκους, «πόλιν δε πείσας». + +Σημ. 29 ― στ. 1377 + +ίν' αξιώτον τους φυτεύσαντας σέβειν. + +Μετά τον στίχον τούτον ακολουθούν οι δύο στίχοι «και μη +ξατιμάζετον κτλ.» τους οποίους δεν μετέφρασα, παραδεχόμενος την +γνώμην του Spengel ότι είναι νόθοι. + +Σημ. 30 ― στ. 1425 + +. . . ος σφων θάνατον εξ αμφοίν θροεί. + +Εις τους κριτικούς και ερμηνευτάς φαίνεται περίεργος η χρήσις τον +«εξ αμφοίν», και δια τούτο προτείνουν διαφόρους αντικαταστάσεις +της λέξεως. Υποθέτω, ότι η φράσις έχει ορθώς και δεν υπάρχει +ανάγκη άλλης λέξεως, αν λάβωμεν το «αμφοίν» ως προσωπικόν +αντικείμενον του «θροεί» και το «εκ σφων» ως ποιητικόν αίτιον του +«θάνατον». Συμφώνως προς ταύτα έκαμα και την μετάφρασιν. + +Σημ. 31 ― στ. 1433 + +. . . αλλ' εμοί μεν ήδ' οδός +έσται μέλουσα δύσποτμός τε και κακή. + +Την φράσιν αυτήν οι ερμηνευταί εξηγούν συνήθως «εγώ θα φροντίσω +διά την στρατείαν» ή κάπως αναλόγως. Φρονώ, ότι η ερμηνεία αυτή +δεν είναι ορθή, διότι ο Πολυνείκης δεν πρόκειται να φροντίση τώρα +δια την εκστρατείαν αυτήν, αφού ο στρατός των Αργείων, ως είπεν +ανωτέρω, περικυκλώνει το Θηβαϊκόν πεδίον. Ο Πολυνείκης, κατ' εμέ, +λέγει ενταύθα περί του αποτελέσματος της εκστρατείας· ότι δηλαδη +θα είναι δι' αυτήν δύσποτμος και κακή. Διά τούτο νομίζω, ότι την +δεικτικήν αντωνυμίαν «&ήδε&» πρέπει να την εκλάβωμεν ως το απλούν +άρθρον &η&, όπερ λίαν σύνηθες εις τους Αττικούς, το δε «μέλουσα» +να γραφή «μέλλουσα», ήτοι: «η μέλλουσα οδός έσται μοι δύσποτμος +και κακή»· ούτω δε και μετέφρασα. + +Σημ. 32 ― στ. 1595 + +. . . στάς του τε Θορικίου πέτρου. + +Εις πάντας τους κριτικούς η λέξις «Θορικίου» φαίνεται ύποπτος, +διότι δεν υπάρχει τι γνωστόν περί του «Θορικίου πέτρου». Ο +Meineke προτείνει να διορθωθή «του τ' Ερικείου πέτρου», όπερ +μάλλον απίθανον. Είς τινα χειρόγραφα υπάρχει η γραφή «τούθ' +ορικίου πέτρου», άνωθεν δε του «τούθ'» η λέξις τε. Ο αντιγραφεύς +ηθέλησε να δείξη ότι το τούθ' είναι δύο λέξεις: &του τε&. Κατόπιν +τούτων νομίζω, ότι κάλλιστα δυνάμεθα ν' αναγνώσωμεν «&του θ' +οριαίου πέτρου&». Η γραφή «οριαίου» απέχει των χειρογράφων κατά +έν μόνον γράμμα. Η λέξις είναι μεν σπανία, αλλ' ουχί και +αδόκιμος. Την διόρθωσιν ταύτην καθιστούν πιθανωτέραν και άλλοι +λόγοι. Ο Οιδίπους εστάθη εις μίαν των ατραπών πλησίον του κοίλου +κρατήρος, όστις ευρίσκετο κατά το μέσον της αχέρδου, του λαΐνου +τάφου και του θορικίου (ή οριαίου) πέτρου. Αλλά ποίος ο πέτρος +ούτος; Εις τον στίχον 192 υπάρχει η φράσις «τούδ' αντιπέτρου +βήματος» όπου ο αρχαίος σχολιαστής σημειώνει: «του αντιπέτρου +βήματος του κατ' ίσον βεβηκότος πέτρου, όπερ είπε &χαλκούν οδόν&. +Τούτον δε τον πέτρον υποτίθεται &του αβάτου όριον&». Αν +ενθυμηθώμεν, ότι ο Οιδίπους εις την αρχήν της τραγωδίας εκάθισεν +επί &αξέστου πέτρου& εντός τον ιερού χώρου, ον μετ' ολίγον ο +Ξένος απεκάλεσε «χαλκόπουν οδόν», και ότι εις τον στίχον 1590 +λέγεται: «τον καταρράκτην οδόν χαλκοίς βάθροισι γήθεν +ερριζωμένον», πλησίον του οποίου ο «κοίλος κρατήρ», ουχί απιθάνως +δυνάμεθα να υποθέσωμεν, ότι ο «άξεστος πέτρος», ο κατά τον +σχολιαστήν «του αβάτου όριον» και ο Θορίκιος ή &οριαίος πέτρος& +είναι έν και το αυτό. Μετά τα ανωτέρω, φρονώ ότι η διόρθωσίς μου +«&οριαίου&» είναι λίαν πιθανή, διό και μετέφρασα: «κι' από την +πέτρα που σύνορο είναι». Δηλαδή σύνορον του ιερού χώρου. + +Σημ. 33 ― στ. 1605. + +κουκ ην έτ' αργόν ουδέν ων εφίετο. + +Τα χειρόγραφα έχουν: «ουκ ην έτ' κτλ». Τον στίχον αυτόν θεωρώ +νόθον, διότι δεν είναι η επανάληψις τον προηγουμένου. Εκ της +γραφής των χειρογράφων φαίνεται ότι τον παρενέθεσεν ως επεξήγησιν +αντιγραφεύς τις, οι δε κριτικοί δια να τον συνδέσουν προς τον +προηγούμενον προσέθεσαν τον &και&. + +Σημ. 34 ― στ. 1640. + +ω παίδε, τλάσας χρη το γενναίον φρενί. + +Ο Λαυρεντιανός κώδιξ έχει: «το γενναίον φέρειν»· ο Dindorf +σημειώνει, ότι η γραφή «φρενί» είναι αβεβαία εικασία, ληφθείσα εξ +απογράφου τινός. Οι κριτικοί προσκρούοντες εις την λέξιν κάμνουν +διαφόρους διορθώσεις. Νομίζω, ότι δυνάμεθα να διορθώσωμεν «το γε +νέον φέρον», ότε το φέρον σημαίνει &τύχην, μοίραν&. Την λέξιν +«φέρον» υπό την αυτήν σημασίαν απαντώμεν και κατωτέρω εις τον +στίχον 1694 «το φέρον εκ θεού καλώς φέρειν χρη». + +Σημ. 35 ― στ. 1752. + +Χάρις η χθονία ξύν' απόκειται. + +Τα χειρόγραφα έχουν «χάρις η χθονία ξυναπόκειται». Αλλ' επειδή +εις πάντας τους κριτικούς το χωρίον εφάνη κατεστραμμένον, +προέβησαν πολλοί εις διαφόρους διορθώσεις. Επροτίμησα την +διόρθωσιν του Martin «χάρις η χθονία νυξ απόκειται», διότι η +συμβουλή του Θησέως προς τας κόρας να μη θρηνούν δύναται να έχη +ως αιτιολογίαν «ότι είναι αμαρτία να θρηνή τις εκεί όπου ο +θάνατος (η χθονία νυξ) επήλθεν ως ευεργεσία. Αι δε κόραι του +Οιδίποδος εθρήνουν κυρίως δια τον θάνατον του πατρός, όστις +θάνατος ήτον αληθής ευεργεσία διά τον Οιδίποδα, τον τόσον +παρακαλέσαντα τας Ευμενίδας να του δώσουν το τέλος των δεινών +του. + +Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, +υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά +προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία +ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και +πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους +μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε +εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο +Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο +Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο +Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις +κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, +Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, +Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, +Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά +εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη +φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα. + +&Οιδίπους επί Κολωνώ&. Το τελευταίο από τα δράματα του +Σοφοκλέους. Πααρουσιάζει τις τελευταίες περιπέτεις του Οιδίποδος +και κλείνει με τον θάνατό του στον Κολωνό. Η γενική έξαρση, ο +λυρισμός, η εξύμνηση των Αθηνών, το μεγαλείον του ήρωα που +πεθαίνει, αναδεικνύουν το δράμα αυτό ως ένα από τα αριστουργήματα +του παγκοσμίου θεάτρου. + +Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ +ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ. + +ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 +ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61 + + +ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΑΙ 10 + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Oedipus at Colonus, by Sophocles + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OEDIPUS AT COLONUS *** + +***** This file should be named 39382-0.txt or 39382-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/9/3/8/39382/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/39382-0.zip b/39382-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..ba9172c --- /dev/null +++ b/39382-0.zip diff --git a/39382-h.zip b/39382-h.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..1e096fb --- /dev/null +++ b/39382-h.zip diff --git a/39382-h/39382-h.htm b/39382-h/39382-h.htm new file mode 100644 index 0000000..a81de3f --- /dev/null +++ b/39382-h/39382-h.htm @@ -0,0 +1,4817 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Σοφοκλής, Π. Βουτιερίδης, Οιδίπους επί Κολωνώ, Αρχαίο Δράμα, τραγωδία" /> +<title>Οιδίπους επί Κολωνώ</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 30px; +} + +</style> + +</head> + +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Oedipus at Colonus, by Sophocles + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Oedipus at Colonus + +Author: Sophocles + +Translator: Ilias Voutieridis + +Release Date: April 5, 2012 [EBook #39382] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OEDIPUS AT COLONUS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + + + + + +</pre> + +<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="467" height="672" +alt="text" border="2" /><br /></p> + +<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. A table of corrections has been taken into account. +The spelling of the book has not been changed otherwise. Missing +text from the tragedy has been replaced by the translator by metric syllables</p> + +<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Ο πίνακας διορθώσεων έχει ληφθεί υπόψη. Η ορθογραφία +του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Στίχοι που λείπουν έχουν +αντικατασταθεί από τον μεταφραστή με μετρικές συλλαβές </p> + + + +<p style="text-align: center; margin-top: 5em"><u> +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</u></p> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΣΟΦΟΚΛΗΣ</h1> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 4em">ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ</h2> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 9em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<br /><br /> + +ΗΛΙΑ Π. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΟΥ</h4> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 8em">ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</h3> +<hr></hr> +<h3 style="margin-top: 8em">ΥΠΟΘΕΣΙΣ</h3> + +<p>Ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» είναι κάπως συνδεδεμένος με τον «Οιδίποδα Τύραννον». +Αφού δηλαδή εδιώχθη από την πατρίδα του ο Οιδίπους, γέρων πλέον, φθάνει εις τας +Αθήνας, οδηγούμενος από την θυγατέρα του Αντιγόνην· διότι αι θυγατέρες ηγάπων τον +πατέρα των περισσότερον από τους υιούς του. Φθάνει δε εις τας Αθήνας, καθώς λέγει ο +ίδιος, κατόπιν χρησμού του Πυθικού μαντείου, ότι θ' απέθνησκε πλησίον των σεμνών +λεγομένων θεών.</p> + +<p>Κατ' αρχάς λοιπόν γέροντες εγχώριοι, από τους οποίους συνίσταται ο Χορός, μαθόντες +την άφιξίν του συναθροίζονται και διαλέγονται προς αυτόν. Κατόπιν έρχεται η Ισμήνη και +του αναγγέλλει την έριδα των υιών του και την μέλλουσαν άφιξιν προς αυτόν του Κρέοντος, +ο οποίος και, ελθών διά να τον φέρη πάλιν εις τας Θήβας, αναχωρεί άπρακτος.</p> + +<p>Ο Οιδίπους, αφού κατέστησε γνωστόν εις τον Θησέα τον χρησμόν, αποθνήσκει πλησίον +του ναού των σεμνών θεών.</p> + +<p>Το δράμα τούτο είναι από τα πλέον αξιοθαύμαστα· το έγραψε δε ο Σοφοκλής, γέρων +πλέον, χαριζόμενος όχι μόνον εις την πατρίδα του, αλλά και εις τον ιδιαίτερόν του δήμον, +διότι κατήγετο από την Κολωνίδα φυλήν. Διά του δράματος τούτου ηθέλησεν ο Σοφοκλής +να εξυμνήση τον δήμον του και να χαροποιήση τους Αθηναίους δι' όσων λέγει ο Οιδίπους, +ότι η πόλις των θα είναι απόρθητος και ότι θα νικήσουν τους Θηβαίους προμαντεύων ότι +θα πολεμήσουν ποτέ με αυτούς και ότι κατά τους χρησμούς θα τους νικήσουν εξ αιτίας του +τάφου του.</p> + +<p>Η σκηνή του δράματος υπόκειται εις την Αττικήν κατά τον Ίππειον Κολωνόν, πλησίον +του ναού των σεμνών θεών. Ο Χορός αποτελείται από άνδρας Αθηναίους, προλογίζει δε ο +Οιδίπους.</p> + +<h3 style="margin-top: 8em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3> + +<p> +<br /> +ΟΙΔΙΠΟΥΣ <br /> +ΑΝΤΙΓΟΝΗ<br /> +ΞΕΝΟΣ<br /> +ΧΟΡΟΣ ΑΤΤΙΚΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ<br /> +ΙΣΜΗΝΗ<br /> +ΘΗΣΕΥΣ<br /> +ΚΡΕΩΝ<br /> +ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ<br /> +ΑΓΓΕΛΟΣ</p> + +<h2 style="margin-top: 8em">ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ<br /><br /> + +ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ</h2> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω Αντιγόνη μου, παιδί γέρου τυφλού, σε τόπους<br /> +ποιους έχουμ' έλθει ή σε ποιανών ανθρώπων πολιτεία;<br /> +Ποιος τώρα τον Οιδίποδα, που τριγυρνάει στα ξένα,<br /> +θα τον δεχτή πονετικά με τόσο λίγα δώρα,<br /> +που κι' αν γυρεύη λιγοστά, μα παίρνει κι' απ' το λίγο<br /> +ακόμη πιο λιγώτερο, κι' αυτό αρκετό για μένα;<br /> +Γιατί τα τόσα βάσανα και τα πολλά μου χρόνια,<br /> +και τρίτη η καρδιωσύνη μου μ' έμαθαν να υπομένω.<br /> +Όμως, παιδί μου, πουθενά καν' αποκούμπι αν βλέπης <br /> +πάνω στο δρόμον ή σιμά σε δάσος, που ταμένο<br /> +είναι στους θεούς, σταμάτα με και βάλε με να κάτσω<br /> +για να ρωτήσουμε σε ποιο φτάσαμε τάχα μέρος.<br /> +Γιατί σαν ξένοι ερχόμαστε να μάθουμε απ' τους ντόπιους<br /> +και τα όσα θε ν' ακούσουμε να κάνουμε.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πατέρα,<br /> +δυστυχισμένε Οιδίποδα, τα κάστρα, που φυλάνε<br /> +την πολιτεία, βρίσκουνται μακριά μας, καθώς βλέπω·<br /> +κι' ο τόπος τούτος άγιος μου φαίνεται πως είναι,<br /> +γιατί γεμάτο τον θωρώ με δάφνη, ελιές κι' αμπέλια·<br /> +και μέσ' απαλοφτέρουγα γλυκολαλούν αηδόνια.<br /> +Εδώ, στην απελέκητη την πέτρα τούτη κάτσε·<br /> +γιατί κι' ο δρόμος πούκαμες είναι πολύς για γέρο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν να κάτσω βάλε με και τον τυφλόν έχ' έγνοια.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Το ξέρω πια· να μου το πης αυτό δεν είν' ανάγκη.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μπορείς, αλήθεια, να μου πης σε ποιο φτάσαμε μέρος;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ναι· την Αθήνα ξέρω την· τον τόπον όμως όχι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Γιατί μας τόλεγεν αυτό καθένας στρατοκόπος.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ποιος είναι ο τόπος κάπου εδώ να πάω μήπως και μάθω;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ναι, ναι, παιδί μου, κι' αν μπορή κανείς εδώ να κάτση.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Μα κατοικέται· όμως θαρρώ πως πια δεν είναι ανάγκη<br /> +να πάω, γιατί έναν άνθρωπο σιμά μας βλέπω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αλήθεια,<br /> +ερχάμενο ίσα κατά μας, τρέχοντας προς τα δώθε;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Μα νάτος είναι και παρών κι' ό,τι θαρρείς πως είναι<br /> +πρεπούμενο για να του λες, λέγε, γιατί κοντά είναι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω ξένε, ακούγοντας αυτή, που για τους δυο μας βλέπει, <br /> +ότι με το καλό έρχεσαι συ, που τον τόπο ξέρεις,<br /> +να πης τα όσα δεν ξέρουμε . . . . </p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Πριν να ρωτάς περσότερα, φεύγα απ' αυτό το μέρος,<br /> +γιατί σε τόπο βρίσκεσαι, που είναι αμαρτία να μπαίνης.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιος είναι ο τόπος; ποιου θεού λογιέται κατοικία;</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Ανέγγιχτος κι' απάτητος. Γιατί τον κατοικούνε<br /> +οι τρομερές θεές, της Γης οι κόρες και του Σκότου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιών το σεβάσμιο τ' όνομα γροικώντας θα μπορούσα<br /> +να τους προσπέσω;</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Εδώ ο λαός κράζη τες Ευμενίδες,<br /> +που όλα τα βλέπουνε· κι' αλλού μ' άλλο όνομα τις κράζουν.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Όμως τον παρακαλεστή πονετικά ας δεχτούνε,<br /> +γιατί πια εγώ απ' το κάθισμα του τόπου αυτού δε θάβγω.</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Τι θες να πης;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Πως είναι αυτό της μοίρας μου σημάδι.</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Μα να σε διώξω μήτ' εγώ τ' αποκοτώ, αν δε θέλη <br /> +η πολιτεία και προτού μου πούνε τι να κάμω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Σ' ορκίζω, ξένε, στους θεούς, μη με καταφρονέσης,<br /> +τέτοιο ζητιάνο, να μου πης τα όσα παρακαλώ σε.</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Λέγε· από εμέ τουλάχιστο δε θάβρης καταφρόνια.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιος είναι ο τόπος το λοιπόν αυτός, όπου έχουμ' έμπει;</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Γροικώντας όσα ξέρω εγώ κ' εσύ θα μάθης· όλος<br /> +ο τόπος τούτος άγιος είναι· και τον συχνάζει<br /> +ο Ποσειδών ο σεβαστός κι' ακόμη κι' ο Τιτάνας<br /> +ο φωτοκράτορας θεός ο Προμηθέας· το μέρος,<br /> +που εσύ πατείς, της γης αυτής το λεν χαλκό κατώφλι<br /> +και της Αθήνας στήριγμα· κ' οι τόποι οι κοντινοί του<br /> +καυχιούνται ότι έχουν αρχηγό τον αλογάρη τούτο<br /> +τον Κολωνό και φέρνουνε τ' όνομα το δικό του·<br /> +κι' όλοι το ίδιο του όνομα τώχουν για παρανόμι.<br /> +Τέτοια είναι αυτά, που τα τιμούν, ω ξένε, όχι με λόγια<br /> +αλλά πολύ περσότερο με το προσκύνημά τους.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν κάθουνται κι' άνθρωποι σ' αυτούς εδώ τους τόπους;</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Και βέβαια συνονόματοι με το θεόν ετούτον.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Εξουσιάζει τους κανείς ή κυβερνάει το πλήθος;</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Και τούτοι ορίζονται από το βασιλιά της χώρας.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιος είναι αυτός, που σε βουλή και πόλεμο είναι πρώτος;</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Θησέας λέγεται, παιδί του παλαιού του Αιγέα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Τάχα θα πάη κανένας σας σ' αυτόν μαντατοφόρος;</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Και τι να κάμη ή τι να πη μαντάτορας αν πάη;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Πως, αν βοηθήση λιγοστά, μεγάλα θα κερδίση.</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Και ποια η βοήθεια απ' άνθρωπο, που δε μπορεί να βλέπη;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αληθινά θε να τα ειπώ όλα όσα θε να λέω.</p> + +<p><i>ΞΕΝΟΣ</i></p> + +<p>Τώρα γνωρίζεις, φίλε μου, πως δε θε ν' αμαρτήσης;<br /> +Αφού είσαι γενναιόκαρδος και μέσ' στη δυστυχία, +(<sup><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></sup>) +<br /> +καθώς το βλέπω, πρόσμενε αυτού, που πρωτοφάνης,<br /> +ως που να πάω να τα ειπώ σ' αυτούς εδώ τους ντόπιους,<br /> +όχι στη χώρα· γιατί αυτοί για εσέ θ' αποφασίσουν,<br /> +αν πρέπει εσύ να μένης ή δρόμο ν' αρχίσης πάλι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αληθινά, παιδάκι μου, μας έφυγεν ο ξένος;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Έφυγε· κ' έτσι δύνεσαι, πατέρα, μ' ησυχία<br /> +να προσεύχεσαι, γιατί εγώ μονάχα είμαι σιμά σου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αγριομμάτες δέσποινες, αφού στη χώρα τούτη <br /> +κάθισα παρακαλεστής στο κάθισμά σας πρώτα,<br /> +μη φανήτε σκληρόκαρδες σ' εμένα και στο Φοίβο,<br /> +που σίντας μου προμάντευε τις συφορές εκείνες<br /> +προείπε μου αυτόν τον τελειωμόν, αφού καιρός περάση,<br /> +όταν ερθώ στον υστερνό τον τόπον, όπου θάβρω<br /> +την κατοικία των σεμνών θεών και φιλοξένια,<br /> +εκεί και τη βαριόμοιρη ζωή μου θα τελειώσω,<br /> +διάφορο, αν κάτσω, φέρνοντας σ' αυτούς που με δεχτούνε,<br /> +και χαλασμό στους μ' έστειλαν, σ' αυτούς που μ' αποδιώξαν.<br /> +Και μου μηνούσεν ότι αυτών σημάδια θε ναρθούνε<br /> +κάποιος σεισμός, κάποια βροντή, κάποια του Δία λάμψη.<br /> +Κ' ένοιωσα τώρα, πως αυτός ο δρόμος να με φέρη<br /> +στο δάσος τούτο βέβαια σημάδι είναι δικό σας<br /> +αληθινό· γιατί ποτέ δε θα συναπαντιόμουν<br /> +στο διάβα μου πρώτα μ' εσάς, φρόνιμος μ' Ερινύες, +(<sup><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></sup>) +<br /> +και δε θε να καθόμουνα πάνω σ' αυτή την πέτρα<br /> +τη σεβαστή κι' αδούλευτη. Μα τώρα πια, θεές μου,<br /> +σύμφωνα με του Απόλλωνα τις προφητείες δόστε<br /> +σ' εμένα κάποιο θάνατο και τελειωμό της ζήσης,<br /> +εξόν, αν με νομίζετε πως λίγο τυραγνιούμαι,<br /> +ενώ πάντα τα βάσανα τα πιο τρανά υποφέρνω.<br /> +Εμπρός, ω γλυκοπόθητα παιδιά του αρχαίου Σκότου,<br /> +εμπρός, ω συνονόματη της δυνατής Παλλάδας<br /> +Αθήνα, πιο αξετίμητη από τις χώρες όλες,<br /> +τον ίσκιο αυτόν του Οιδίποδα τον άθλιο λυπηθήτε,<br /> +γιατί δεν είναι βέβαια τούτο τ' αρχαίο κορμί μου.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Σώπα, γιατί εδώ έρχουνται κάποιοι πολυχρονίτες<br /> +γέροι, για να εξετάσουνε κρυφά το κάθισμά σου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Και νά, σωπαίνω· μα κ' εσύ βγάλε με από το δρόμο<br /> +και μέσ' στο δάσος κρύψε με, ως που ν' ακούσω τούτους<br /> +ποια λόγια θε να πουν· γιατί καθένας, άμα ξέρη<br /> +τα πράματα, με προσοχή τις πράξες του οργανίζει.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή α'.</b></p> + +<p>Κύττα· ποιος ήταν τάχα; <br /> +πού στέκεται; πού νάναι<br /> +σαν έφυγε από δώθε<br /> +ο απόκοτος αυθάδης;<br /> +Ξέταζε· ζήταγέ τον,<br /> +σ' όλα τα μέρη ψάχνε·<br /> +κάποιος πλανητεμένος,<br /> +πλανητεμένος είναι<br /> +ο γέρος, όχι ντόπιος.<br /> +Αλλιώς αυτός ποτέ του<br /> +δεν ήθελε σιμώσει<br /> +στ' απάτητο το δάσος<br /> +των φοβερών παρθένων,<br /> +που δεν αποκοτούμε<br /> +να πούμε τ' όνομά τους<br /> +και που τις προσπερνούμε<br /> +χωρίς να τις κυττάμε,<br /> +χωρίς να πούμε λέξη,<br /> +και σαν βουβοί τα χείλη<br /> +κινώντας, με το νου μας<br /> +τις βαθυπροσκυνάμε.<br /> +Μα τώρα λεν, ότι ήλθε<br /> +κάποιος, που δεν τις τρέμει,<br /> +που εγώ, κι' αν όλο φέρνω<br /> +το δάσος γύρα, ακόμη<br /> +δε δύνουμαι να μάθω<br /> +πού τάχατε να μου είναι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Εγώ είμαι εκείνος, που ζητάτε· +(<sup><a href='#fn3' id='ref3'>3</a></sup>) +<br /> +γιατί με τη φωνή σας βλέπω<br /> +εσάς, που μου μιλάτε.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πω, πω!<br /> +Φοβερός και στη θωριά,<br /> +φοβερός και στη φωνή. +(<sup><a href='#fn4' id='ref4'>4</a></sup>) +</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παρακαλώ σας, γι' άνομο μη με νομίστε.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Δία προστάτη, ο γέροντας ποιος τάχα νάναι;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κάποιος, που δεν ταξίζει<br /> +να τον καλοτυχίστε,<br /> +βλεπάτορες του τόπου<br /> +αυτού. Και τ' αποδείχνω·<br /> +γιατί δε θα σερνόμουν<br /> +εδώ με ξένα μάτια<br /> +και δε θα στηριζόμουν<br /> +μεγάλος σε μικρή.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Αντιστροφή α.</b></p> + +<p>Ω! μάτια χαλασμένα! +(<sup><a href='#fn5' id='ref5'>5</a></sup>) +<br /> +τάχα είσαι κακομοίρης<br /> +από γεννησιμιό σου;<br /> +πολύχρονος, αλήθεια,<br /> +μου φαίνεται πως είσαι.<br /> +Μα όσο από μένανε είναι,<br /> +στις τόσες συφορές σου<br /> +δε θα προσθέσης τώρα<br /> +και τούτες τις κατάρες.<br /> +Γιατί τραβάς εμπρός.<br /> +Όμως για να μη πέσης<br /> +μέσ' στη βαθειά λαγκάδα,<br /> +όπου φωνή καμμία<br /> +να γροικηθή δεν πρέπει,<br /> +όπου και το κροντήρι<br /> +από νερό γεμάτο<br /> +σμίγει με το ποτάμι<br /> +των ιερών πιστώνε, +(<sup><a href='#fn6' id='ref6'>6</a></sup>) +<br /> +καλά απ' αυτά φυλάξου,<br /> +δυστυχισμένε ξένε,<br /> +μετατοπίσου, έξω έβγα.<br /> +Διάστημα μεγάλο<br /> +εσέ κ' εμάς χωρίζει.<br /> +Ακούς, βασανισμένε<br /> +τριγυριστή; κι' αν ίσως<br /> +να μου απαντήσης θέλης<br /> +για όσα σου λέω, λέγε,<br /> +αφού απ' τ' απάτητα έβγης,<br /> +εκείθε όπουθε ο νόμος<br /> +σ' όλους να λεν ορίζει.<br /> +Μα πριν μιλιά μη βγάλης.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κόρη μου, σαν τι ν' αποφασίσω;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πατέρα, πρέπει προσοχή να δίνουμε στους ντόπιους<br /> +υποχωρώντας στα σωστά κ' υπάκουοι να φανούμε. +(<sup><a href='#fn7' id='ref7'>7</a></sup>) +</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Πιάσε το χέρι μου λοιπόν.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Και νά που σε κρατάω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω ξένοι, ας μην αδικηθώ με το να σας πιστέψω<br /> +κι' από εδώ πέρα βγαίνοντας.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή β'.</b></p> + +<p>Ποτέ άθελά σου, γέρο,<br /> +από τα καταφύγια σου κανείς δε θα σε βγάλη.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Να προχωρήσω;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Προχώρα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ακόμη;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τράβα τον, κόρη,<br /> +πιο πέρα ακόμη,<br /> +γιατί εσύ βλέπεις.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Λοιπόν ακλούθα,<br /> +πατέρ' ακλούθα<br /> +με τυφλού πόδι<br /> +όπου σε φέρνω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p> ― ― ― ― </p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>υυυ ― υυ ― υ ― <br /> +υ-υυ-</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p> ―- ― υυ-</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Υπόμενε στα ξένα,<br /> +βασανισμένε ξένε,<br /> +μίσος να δείχνης σ' ό,τι<br /> +εχτρεύεται κ' η χώρα,<br /> +και σέβας νάχης σ' ό,τι<br /> +της είναι αγαπημένο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν οδήγα με, παιδί μου,<br /> +εκεί, όπου εύλαβα πατώντας, +(<sup><a href='#fn8' id='ref8'>8</a></sup>) +<br /> +θε να μπορέσουμε να πούμε<br /> +και να γροικήσουμε συνάμα,<br /> +κι' όχι ας μη λέμε στην ανάγκη.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Αντιστροφή β'.</b></p> + +<p>Αυτού στάσου· μη βγάνης άλλο<br /> +το πόδι σου έξω από το μέρος,<br /> +που είναι μπροστά σ' αυτή την πέτρα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Έτσι;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αρκετά, καθώς ακούς.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Να κάτσω;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αφού στα πλάγια<br /> +της πέτρας λίγο γύρης.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Αυτό πατέρα, είναι δουλειά δική μου·<br /> +δίπλωσ' το πόδι σου ήσυχα +(<sup><a href='#fn9' id='ref9'>9</a></sup>) + απά στάλλο . . . .</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα, ωιμένα, αλλοίμονό μου!</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>αφού το γέρικο κορμί σου πάνω<br /> +στο φιλικό το χέρι μου ακουμπήσης.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα, ωιμένα, μαύρη συφορά μου!</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Βασανισμένε! τώρα,<br /> +που βρήκες ησυχία,<br /> +για πες τι άνθρωπος είσαι;<br /> +Ποιός είσαι ο κακομοίρης,<br /> +που σ' οδηγάνε; τάχα<br /> +μπορώ από εσέ να μάθω<br /> +από πατρίδα ποια είσαι;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Επωδός.</p> + +<p>Ω ξένοι! αποδιωγμένος<br /> +μα μη . . .</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Γέροντα, τι είναι<br /> +αυτό, που απαγορεύεις;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μη, μη, μη με ρωτήσης<br /> +ποιος είμαι, μη ζητήσης<br /> +περσότερα να μάθης.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Γιατί;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μαύρη η γενιά μου.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Λέγε.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδί μου, ωιμένα,<br /> +σαν τι να φανερώσω;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ω ξένε, από πατέρα<br /> +ποια είναι η γενιά σου λέγε.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μαύρος εγώ! τι πρέπει,<br /> +παιδάκι μου, να κάμω;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Λέγε, αφού πια σιμώνεις<br /> +σε κίνδυνο μεγάλο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Θα ειπώ· γιατί δε βλέπω<br /> +το πώς θα τ' αποφύγω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αργείς πολύ, μα βιάσου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ξέρετε κάποιον πούναι<br /> +του Λάιου παιδί;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πω, πω!</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Και τη γενιά</p> + +<p>των Λαβδακίδωνε;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Θεέ!</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Τον κακομοίρη Οιδίπου;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν εσύ είσ' εκείνος;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μην τρέμετε καθόλου<br /> +για τα όσα λέω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πω! πω!<br /> +κακόμοιρε, πω, πω!</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Τι θα μας λάχη τάχα,<br /> +κόρη μου;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Από τη χώρα<br /> +έξω μακριά φευγάτε.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Και κείνα πούχες τάξει<br /> +πώς θε να τα πληρώσης;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Κανείς από τη μοίρα του την παίδεψη δεν παίρνει,<br /> +αν στις παλιές του συφορές την τιμωρία φέρνη·<br /> +μα όταν το πρώτο γέλασμα συγκρίνεται με τάλλο,<br /> +δε φέρνει τη χαρά αμοιβή παρά καημό μεγάλο.<br /> +Κ' εσύ από τα καθίσματα τούτα και πάλι φεύγα,<br /> +σαν ξορισμένος πάλι<br /> +από τη χώρα μου έβγα,<br /> +μήπως στη πολιτεία μου φέρης ζημιά μεγάλη.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ω ξένοι μου ψυχόπονοι, αφού δεν υποφέρετε<br /> +το γέρο μου πατέρα,<br /> +γιατί τις πράξες που έκαμε χωρίς τη θέλησή του<br /> +απ' ακουστά τις ξέρετε,<br /> +όμως εμέ, παρακαλώ, τη δόλια θυγατέρα<br /> +να λυπηθήτε ξένοι.<br /> +Μόνο για τον πατέρα μου στα πόδια σας πεσμένη<br /> +προσκλαίγουμαι, θωρώντας σας με μάτια όχι βλαμμένα.<br /> +Σαν νάμουνα κ' εγώ δική σας γέννα<br /> +παρακαλώ, ξένοι, από εσάς λύπηση ο δόλιος νάβρη·<br /> +από τ' εσάς κρεμόμαστε σαν από θεόν οι μαύροι.<br /> +Έλα, την αναπάντεχην υποσχεθήτε χάρη,<br /> +θερμοπαρακαλώ σας<br /> +σ' ότι αγαπάτε πιο πολύ, παιδί σας ή ζευγάρι<br /> +ή πράματα ή θεό σας.<br /> +Γιατί κ' εσείς προσεχτικά κοιτώντας δεν μπορείτε<br /> +κανέναν άνθρωπο να ιδήτε,<br /> +που να μπορή μακρυά να διώχνη<br /> +τη συφορά του, ανίσως θεός πάνω σ' αυτήν τον σπρώχνη.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μάθε παιδί του Οιδίποδα, πως για τις συφορές σας<br /> +το ίδιο λυπόμαστε κ' εσέ κι' αυτόν μα δε μπορούμε,<br /> +γιατί πολύ φοβούμαστε τα όσα οι θεοί προστάζουν,<br /> +απ' όσα τώρα σούπαμε περσότερα να πούμε.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν απ' το καλό όνομα ή τη μεγάλη δόξα,<br /> +όταν του κάκου χύνεται, τι διάφορο απομένει,<br /> +ανίσως θεοφοβούμενη λεν την Αθήνα ότ' είναι<br /> +κι' ότι μονάχ' αυτή μπορεί τον κακομοίρη ξένο<br /> +να σώζη και μονάχ' αυτή να τόνε διαφεντεύη;<br /> +Μα αυτά για μένα που είναι τα; εσείς που με σηκώστε<br /> +απ' τα καθίσματά μου αυτά με διώχνετε κατόπι,<br /> +γιατί κατατρομάξατε μονάχ' απ' τόνομά μου·<br /> +βέβαια μόνο το σώμα μου μήτε και τα έργατά μου<br /> +το φόβο δε σας έφερεν· αφού με τα έργατά μου<br /> +εγώ έπαθα περσότερο κι' άλλος δεν βλάβη· ή πρέπει<br /> +να σου ιστορώ το ριζικό της μάννας και του κύρη +(<sup><a href='#fn10' id='ref10'>10</a></sup>) +<br /> +που είναι αφορμή του φόβου σου; αυτό καλά το ξέρω.<br /> +Κι' όμως πως είμαι εγώ κακός, που κι' όταν αδικιόμουν<br /> +διαφεντευόμουν τόσο που, ανίσως ενεργούσα<br /> +φρόνιμα, δε θα γίνομουν κακός όπως και τώρα;<br /> +Μα τώρα δίχως τίποτα να ξέρω ήλθα, όπου ήλθα,<br /> +ενώ κακόπαθα απ' αυτούς που ξέραν πως χανόμουν.<br /> +Γι' αυτά στους θεούς ορκίζω σας, παρακαλώ σας, ξένοι,<br /> +όπως με βγάλτε απ' το κακό έτσι και να με σώστε +(<sup><a href='#fn11' id='ref11'>11</a></sup>) +<br /> +και μη, αφού σέβεστε τους θεούς, τους αψηφάτε διόλου,<br /> +μα να θαρρήτε πως αυτοί θρήσκους κι' άθρησκους βλέπουν <br /> +και πως ως τώρα δα άθεος δεν έχει τους γλυτώσει.<br /> +Με τη βοήθεια των θεών εσύ μη μουτζουρώσης,<br /> +σ' έργ' άδικα δουλεύοντας, τη δοξασμένη Αθήνα,<br /> +μα, όπως τον παρακαλεστή στην προστασία σου πήρες,<br /> +βοήθα με και σώσε με· και μη το πρόσωπό μου<br /> +το τόσον άγριο βλέποντας, μη με καταφρονέσης,<br /> +γιατί ήρθα θεοφοβούμενος και με τους θεούς προστάτες<br /> +κι' όφελος φέρνοντας σ' αυτούς που κατοικούν τη χώρα.<br /> +Κι' όταν εδώ φτάση ο άρχοντας, που βασιλιάς σας είναι,<br /> +τότε, γροικώντας με καλά, θα μάθη όλα τα πάντα.<br /> +Μα εσύ στ' ανάμεσα κακός μη γίνεσαι καθόλου.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Να σεβαστούμε, γέροντα, τους στοχασμούς σου ανάγκη<br /> +μεγάλη είναι, γιατί τάχεις πωμένα<br /> +με βαρυά λόγια. Και γι' αυτά ο βασιλιάς της χώρας<br /> +ν' αποφασίση είν' αρκετό για μένα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Και πού είναι τώρα ο βασιλιάς της χώρας τούτης, ξένοι;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μένει στην πολιτεία του, που απ' τον πατέρα του έχει,<br /> +μα πάει μαντάτορας σ' αυτόν εδώ να τόνε φέρη<br /> +εκείνος, που με φώναξε κ' εμέναν' εδώ πέρα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αλήθεια, το πιστεύετε πως θάχη καμμιάν έγνοια<br /> +ή σεβασμό για τον τυφλόν, ώστε ναρθή σιμά μας;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Το δίχως άλλο, τη στιγμή που τ' όνομά σου ακούση.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Και ποιος αυτός, που θε να πη σ' εκείνον τ' όνομά μου;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μακρύς ο δρόμος· μα οι ομιλιές των στρατοκόπων τόχουν<br /> +συνήθειο να διαδίνουνται, που ακούγοντάς τες κείνος,<br /> +μην απελπίζεσαι, θαρθή· τι το όνομά σου γέρο,<br /> +έφτασεν ως στ' αυτιά ολονών, που κι' αν βαριέται από ύπνο, +(<sup><a href='#fn12' id='ref12'>12</a></sup>) +<br /> +εδώ θε νάρθη γλήγορος, ακούγοντας για σένα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ας έρθη καλορρίζικος για με και για τη χώρα,<br /> +γιατί ποιος μεγαλόκαρδος δε θέλει το καλό του; +(<sup><a href='#fn13' id='ref13'>13</a></sup>) +</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Θεέ, τι να πω; πατέρα μου, στο νου μου τι να βάλω;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Τι είν' Αντιγόνη μου;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Θωρώ, καβάλλα απάς σε μούλα<br /> +κάποια γυναίκα νάρχεται σιμά μας· στο κεφάλι<br /> +σκιάδι φορεί θεσσαλικό να της κρατάη τον ήλιο.<br /> +Σαν τι να πω;<br /> +Τάχατες είναι; τάχατες δεν είναι; ή κάνω λάθος;<br /> +Και λέω και ξελέω το και τι να πω δεν ξέρω.<br /> +Ω την καημένη!<br /> +δεν είναι άλλη· χαρούμενη βέβαια με τα μάτια<br /> +με χαιρετάει σιμώνοντας, και τούτο φανερώνει<br /> +πως είναι δίχως άλλο αυτή η αδελφή μου Ισμήνη.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Τι είπες, παιδί μου;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πως θωρώ την κόρη σου κ' εμένα αδερφή μου· <br /> +κι' απ' τη φωνήν αμέσως θα το νοιώσης.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Ω δυο μου ονόματα γλυκά, πατέρα κι' αδερφή μου,<br /> +με κόπο αφού σας εύρηκα, μόλις τώρα και πάλι<br /> +απ' τα πολλά μου δάκρυα σας βλέπω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ήλθες, παιδί μου;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Πατέρα μου κακόμοιρε, που δε μπορείς να βλέπης.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδί μου φανερώθηκες;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Όχι με δίχως κόπο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αγκάλιασέ με, κόρη μου.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Νά, και τους δυο σας πιάνω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω σπλάχνο μου ιδιοαίματο.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Ω κακοτυχοζώντας.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Εγώ και τούτη δα;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Κ' εγώ η κακομοίρα τρίτη.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Για λόγο ποιο ήλθες, κόρη μου;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Να σε νοιαστώ, πατέρα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μόνο απ' αγάπη;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Και να πω κάτι σ' εσένα η ίδια,<br /> +μ' ένα μονάχα δούλο μας, που μπιστεμένον είχα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Και οι δυο λεβέντες αδερφοί που είναι να κοπιάζουν;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Είν' εκεί πούναι· τρομερά τα τωρινά σ' εκείνους.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω κείνοι, πώς παρώμοιασαν σ' όλα με τα συνήθεια<br /> +της Αίγυπτος, στο φυσικό και στης ζωής τον τρόπο·<br /> +γιατί κ' εκεί ταρσενικά μέσα στο σπίτι μένουν<br /> +τον αργαλειό δουλεύοντας, ενώ οι γυναίκες πάντα<br /> +έξω γυρεύουν τη θροφή. Και από εσάς, παιδιά μου,<br /> +εκείνοι, που ήτανε σωστό να τα υποφέρουν τούτα,<br /> +μέσα στο σπίτι μένουνε κλεισμένοι σαν κορίτσια.<br /> +Κι' αντίς εκείνους σεις οι δυο τα τόσα βάσανά μου<br /> +για χάρη μου υποφέρετε του κακομοίρη. Η μία <br /> +απ' τον καιρό, που γίνηκε κοπέλλα και στο σώμα<br /> +δυνάμωσε, πάντα μαζί μ' εμένα τριγυρνώντας<br /> +εδώ κ' εκεί η βαριόμοιρη, το γέροντα οδηγάει,<br /> +πολλές φορές πλανούμενη μέσα στα δάση τ' άγρια<br /> +ξυπόλυτη και νηστικιά· και μέσ' στο καλοκαίρι<br /> +ή μέσ' στ' αγριοχείμωνο, κοπιάζοντας η δόλια,<br /> +τη σπιτικιάν ανάπαψη δε συλλογιέται διόλου,<br /> +αν έχη ο κύρης της ψωμί. Κ' εσύ, παιδάκι μου, ήλθες<br /> +και προτού, στον πατέρα σου κρυφά από τους Θηβαίους<br /> +τις προφητείες φέρνοντας, όσες γι' αυτό το σώμα<br /> +ειπώθηκαν, και φύλακας πιστός μου εστάθης, όταν<br /> +απ' την πατρίδα μ' έδιωχναν. Και τώρα πάλι, Ισμήνη,<br /> +ποιο λόγο στον πατέρα σου φέρνοντας ήλθες; ποια είναι<br /> +η αφορμή που σ' έκαμε το σπίτι σου ν' αφήσης;<br /> +Γιατί δεν ήλθες βέβαια δίχως καμμιάν αιτία,<br /> +καλά το ξέρω εγώ, αν κακό κανένα δε μου φέρνης.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Εγώ τα πάθη που έπαθα, πατέρα μου, ζητώντας<br /> +να βρω το μέρος που έμενες, στην άκρη θα τ' αφήσω.<br /> +γιατί δε θέλω δυο φορές να δοκιμάζω πόνους,<br /> +τη μιαν όταν παράδερνα, την άλλη αν τα λέω πάλι.<br /> +Μα τα κακά, που βρήκανε τους άτυχους τους γυιούς σου,<br /> +αυτά τώρα ήλθα να σου πω. Λοιπόν ανάμεσό τους<br /> +συνερισιά είχαν στην αρχή στον Κρέοντα ν' αφήσουν<br /> +το θρόνο και να μη γενούν ζημιά στην πολιτεία,<br /> +γιατί της οικογένειας μέσα στο νου τους είχαν<br /> +τον παλαιόν αφανισμόν, εκείνον πούχε πέσει<br /> +στο δύστυχο το σπίτι σου· τώρα όμως από κάποιον<br /> +θεό κι' από την αμυαλιά τη βλαβερή τους μπήκε<br /> +μέσα στους τρισκακόμοιρους κακή φιλονεικία<br /> +να βάλουν χέρι στην αρχή, στη βασιλεία της χώρας.<br /> +Κι' ο ένας ο πιο νεώτερος και πιο μικρός στα χρόνια<br /> +από το μεγαλείτερο, τον Πολυνείκη, αρπάζει,<br /> +το θρόνο και τον έδιωξε κι' απ' την πατρίδα ακόμη.<br /> +Κι' αυτός καθώς στη χώρα μας πολύς γίνεται λόγος,<br /> +στ' Άργος σαν πήγ' εξόριστος, για βοηθούς του παίρνει<br /> +συγγενολόι παράδοξο και πολεμάρχους φίλους, <br /> +στο νου του έχοντας γλήγορα ή το Άργος να πατήση<br /> +τη Θήβα και να τιμηθή ή να της δώση δόξα +(<sup><a href='#fn14' id='ref14'>14</a></sup>) +.<br /> +Δεν είν' αυτά, πατέρα μου, λόγια του αγέρα μόνο,<br /> +παρά έργατα τρομαχτικά· μα πού τα βάσανά σου<br /> +θα τα τελειώσουν οι θεοί δεν ημπορώ να νοιώσω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Το λες, γιατί τώρα έλπισες, πως οι θεοί για μένα<br /> +καμμιά φροντίδα θάχουνε, που πια να ξεγλυτώσω;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Ελπίζω εγώ στις τωρινές, πατέρα, προφητείες.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιες είν' αυτές; παιδάκι μου, τι είναι προφητεμένο;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Απ' τους Θηβαίους μια φορά για τον ευτυχισμό τους <br /> +θα ζητηθής, κι' αν ζωντανός ή πεθαμένος είσαι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιος από τέτοιον άνθρωπο μπορεί να ωφεληθή;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Λένε, ότι η δύναμη εκεινών κρέμεται από τα σένα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Τάχα, όταν δεν υπάρχω πια, τότε είμαι τέτοιος άντρας;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Γιατί οι θεοί σηκώνουν σε τώρα, ενώ πριν σ' εχάναν.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μάταιο είναι να σηκώνουνε γέρο, που νιος γκρεμίστη·</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Μάθε όμως πως ο Κρέοντας σε λίγη όχι πολλή ώρα θάρθη γι' αυτά.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Να κάμη τι, κόρη μου; ξήγα το μου.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Να σε καθίσουνε σιμά στη Θήβα και να σ' έχουν<br /> +δικό τους, μα να μην πατής τα σύνορα της χώρας.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Και ποιο το διάφορο, αν εγώ μένω έξω από τη χώρα;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Δίχως τιμές ο τάφος σου ζημιά για κείνους θάναι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μονάχα με την κρίση του και δίχως προφητείες<br /> +μπορεί κανείς να νοιώση το.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Λοιπόν για τούτο θέλουν<br /> +να σε καθίσουνε σιμά στη χώρα τους, και μήτε<br /> +όπου τον εαυτό σου εσύ θα ορίζης να σ' αφήσουν.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν και με Θηβαίικο θα με σκεπάσουν χώμα; </p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Μα ο φόνος του πατέρα σου, πατέρα, το εμποδίζει.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν σ' εμένα κύριοι ποτέ τους δε θα γίνουν.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Λοιπόν αυτό θάναι ζημιά μεγάλη στους Θηβαίους.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιο περιστατικό αν γενή, θα πάθουνε, παιδί μου;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Απ' το δικό σου το θυμό, στον τάφον σου όταν έλθουν.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Λες όσα λες, αφού από ποιον τα γροίκησες, παιδί μου; </p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Απ' τους αποκρισάριους του Δελφικού μαντείου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κι' αυτά τάχει για μένανε προφητεμένα ο Φοίβος;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Έτσι τα λεν όσοι ήλθανε στην πολιτεία της Θήβας.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κι' από τους γυιούς μου τάχατε κανείς τάκουσε τούτα;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Κ' οι δυο τακούσανε κ' οι δυο πολύ καλά τα ξέρουν.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Έτσι λοιπόν, κι' αν τάκουσαν οι τιποτένιοι τούτα,<br /> +τη βασιλεία προτίμησαν καλλίτερ' από μένα;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Λυπόμουνα που τάκουγα, όμως σου τ' αναγγέλνω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Όμως οι θεοί ας μην πάψουνε ποτέ το μάλωμά τους,<br /> +που ήταν γραφτό τους, κι' άμποτε μόνο σε μένα νάναι<br /> +ο τελειωμός της γρήνιας τους αυτής, που τώρ' αρχίζουν<br /> +κι' ο ένας απάς στον άλλονε σηκώνει το κοντάρι·<br /> +κ' έτσι ούτε αυτός όπου κρατεί το σκήπτρο και το θρόνο<br /> +να μείνη, ούτε κ' εκείνος, που διώχτηκε από τη χώρα,<br /> +να πάη ποτέ πίσω σ' αυτήν· αφού κ' εμένανε, όταν<br /> +απ' την πατρίδα έτσι άτιμα διωχνόμουν, δε βοηθήσαν<br /> +μήτε και με διαφέντεψαν, παρά με θέληση τους<br /> +διώχτηκα με διαλάλημα κ' έφυγα για τα ξένα.<br /> +Μπορείς να πης πως δίκαια, μια και το πεθυμούσα,<br /> +η πολιτεία μούκαμε τότες αυτή τη χάρη.<br /> +Όχι, δεν είναι αλήθεια, αφού την ίδια εκείνη ημέρα,<br /> +τότε που χόχλαζε ο θυμός κ' ήταν τρανή χαρά μου<br /> +το νάβρω θάνατο και το να με πετροβολήσουν<br /> +κανείς δε φάνηκε βοηθός σ' αυτή την πιθυμιά μου.<br /> +Μα ύστερ' από καιρό, όταν πια όλος μου ο πόνος ήταν<br /> +μαλακωμένος κ' ένοιωθα πως ο θυμός μου τόσο <br /> +φούσκωσε, που βασανιστής έγινε πιο μεγάλος<br /> +απ' όσο πριν αμάρτησα, τότε πια από τη μία<br /> +η πολιτεία μ' έδιωχνε με βίαν απ' την πατρίδα<br /> +ύστερ' από πολύν καιρό, κι' από την άλλη εκείνοι,<br /> +οι γυιοί, που τον πατέρα τους μπορούσαν να βοηθήσουν,<br /> +δεν το θελήσανε παρά για μια τους λέξη μόνο,<br /> +που δεν την είπαν, πάντοτες εγώ σαν ψωμοζήτης<br /> +κι' απ' την πατρίδα εξόριστος στα ξένα τριγυρνούσα.<br /> +Όμως από τούτες εδώ, αν κ' είναι και κορίτσια<br /> +αδύνατα, όσο το μπορούν από το φυσικό τους,<br /> +έχω θροφήν όσο να ζω και τόπο για να μένω<br /> +και συνδρομή συγγενική· μα εκείνοι απ' το γονιό τους<br /> +προτίμησαν καλλίτερα το θρόνο να κρατούνε<br /> +και το ραβδί και νάχουνε την εξουσία της χώρας.<br /> +Μα δε θα το πιτύχουνε νάχουν εμέ βοηθό τους·<br /> +μήτε ποτέ και διάφορο θα ιδούν από της Θήβας<br /> +τη βασιλεία· το ξέρω αυτό, γροικώντας από τούτη<br /> +τις προφητείες και νοιώθοντας τα παλαιά τα λόγια <br /> +όσα για μένα κάποτε μου μήνυσεν ο Φοίβος.<br /> +Και τώρα και τον Κρέοντα να με ζητήση ας στέλνουν<br /> +ή κι' όποιον άλλον, που τρανός στην πολιτεία λογιέται.<br /> +Γιατί, αν εσείς, ω φίλοι μου, θελήσετε με τούτες<br /> +τις πολυσέβαστες θεές της χώρας τις προστάτρες<br /> +βοήθεια να μου δώσετε, τρανό στην πολιτεία<br /> +προστάτη θα χαρίσετε και στους εχτρούς μου λύπες.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ταξίζεις Οιδίπου, κ' εσύ κι' αυτές εδώ οι παρθένες<br /> +να βρης συμπόνεση· κι' αφού με τα όσα λες προστάτης<br /> +της χώρας τούτης δείχνεσαι να σ' ορμηνέψω θέλω<br /> +τα όσα θα σου είν' ωφέλιμα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω τρισαγαπημένε!<br /> +ορμήνευέ με ό,τι κ' εγώ τώρα να κάμω πρέπει.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Παστρέψου τώρα για τιμή των θεώνε, που σιμά τους<br /> +πρωτόρθες και τους πάτησες τον ιερό τους τόπο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Με τρόπους ποιους να κάμω αυτό; φίλοι μου, μάθετέ με.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πρώτα από αστέρευτη κρουνιά σταλαγματιές να φέρνης<br /> +άγιες, αφού με καθαρά τα χέρια του τις πιάσης.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κι' όταν αυτό το αμόλευτο νερό απ' τη βρύση πιάσω;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Είναι κροντήρια απ' άνθρωπο τεχνίτη δουλεμμένα,<br /> +που εσύ τα δυο χερούλια τους σκέπασε και το στόμα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Με νέα βλαστάρια ή γνέματα, ή με ποιόν άλλο τρόπο; </p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Με πρόβατου νεογέννητου ποκάρι νιοκομμένο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Καλά· μα κ' έπειτ' απ' αυτά πού πρέπει να τελειώσω;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Στέκοντας ανατολικά να χύνης τις χοές.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Με τα κροντήρια αυτά, που λες, και τις χοές να χύνω;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Απ' το καθένα τρις φορές χύνε· μα το στερνό όλο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Με τι να το γεμίσω αυτό; και τούτο ορμήνευέ με.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Νερό και μέλι· μα κρασί καθόλου να μη βάνης.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κι' όταν η γη η μαυρόφυλλη τα πάρη;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αφού σκορπίσης<br /> +και με τα δυο τα χέρια σου σ' αυτήν ελιάς κλωνάρια<br /> +ενιά από τρεις φορές, να λες τα παρακάλια τούτα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Να τα γροικήσω θέλω αυτά, γιατί είν' το πιο σπουδαίο.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Με την ψυχή καλόγνωμη να δέχουνται σωσμένο<br /> +τον παρακαλεστήν αυτές, που κράζουμ' Ευμενίδες,<br /> +ζήταγε εσύ μονάχος σου ή και για σε όποιος άλλος,<br /> +μιλώντας σιγανά χωρίς πιο δυνατή να βγάνη<br /> +φωνή· να τραβηχτή έπειτα δίχως να βλέπη πίσω.<br /> +Και τούτα αν κάμη θαρρετά κ' εγώ θα σε βοηθήσω·<br /> +αλλοιώτικα πάντα από σε, ξένε, θε νάχω φόβο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδιά μου, ακούτε αυτούς εδώ τους κοντινούς μας ξένους;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Κι' ακούσαμε και διάταζε να κάμουμε ό,τι πρέπει.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Εγώ να πάω δεν μπορώ· τι με κρατούνε δύο<br /> +κακά, που διόλου δύναμη δεν έχω, μήτε βλέπω.<br /> +Μα από τις δυο σας τώρα η μια τούτα να κάμη ας πάη.<br /> +Γιατί νομίζω, είν' αρκετή αντίς πολλές και μία<br /> +ψυχή να ξεπληρώση αυτά, καλόγνωμη αν σιμώνη.<br /> +Μα γλήγορα κάμετε αρχή και μη με αφήστε μόνο,<br /> +γιατί δεν έχει δύναμη μονάχο το κορμί μου<br /> +να σέρνεται, μηδέ χωρίς οδηγητή.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Να κάμω<br /> +αυτά που λες πηγαίνω εγώ· μα και το μέρος, όπου<br /> +ανάγκη θάναι να τα βρω, θέλω να μάθω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ξένη,<br /> +από το δάσος πέρα εκεί· και τίποτε αν σου λείψη<br /> +από όλα, υπάρχει φύλακας που θα σου πη.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Πηγαίνω<br /> +γι' αυτά, κ' εσύ, Αντιγόνη μου, μένοντας εδώ πέρα,<br /> +πρόσεχε τον πατέρα μας· γιατί κανείς δεν πρέπει<br /> +του κόπου νάχη θύμηση, για τους γονιούς του αν πάσχη.</p> + +<p><b>Στροφή α'.</b></p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Είναι σκληρό τη συφορά, που τώρα πια κοιμάται,<br /> +να την ξυπνάω, φίλε.<br /> +Όμως να μάθω θέλω . . . </p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αυτό που θέλεις ποιο είναι;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Το μαύρο σου τον πόνο,<br /> +που ανίκητος σε βρήκε<br /> +και σε κρατάει σκλάβο.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω! μη μου ξεσκεπάσης,<br /> +σε ορκίζω στη φιλιά σου,<br /> +όσα σκληρά έχω πάθει +(<sup><a href='#fn15' id='ref15'>15</a></sup>) +.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Θέλω ν' ακούσω, φίλε,<br /> +σωστή την ιστορία<br /> +αυτή, που τόσο απλώθη<br /> +στον κόσμ' όλο κι' ακόμη<br /> +δε λησμονιέται διόλου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμέ!</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Παρακαλώ σε,<br /> +στρέξε.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωχ, αλλοίμονό μου!</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Στρέξε· γιατί κ' εγώ<br /> +σ' ό,τι γυρεύεις στρέγω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p><b>Αντιστροφή α'</b></p> + +<p>Έπαθα, φίλοι, συφορές, έπαθα αθέλητά μου<br /> +και μάρτυρας ο θεός μου·<br /> +μα κι' απ' αυτές δεν ήλθε<br /> +καμμιά με θέλησή μου.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Όμως σε τι έχεις πάθει;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μ' έμπλεξε η πολιτεία<br /> +χωρίς να το γνωρίζω<br /> +σε μισητό κρεββάτι,<br /> +σε γάμους, που αφανίζουν.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αλήθεια, όπως μαθαίνω,<br /> +επήρες της μητέρας<br /> +το στυγερό κρεββάτι;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμέ! θάνατος είναι<br /> +ν' ακούω τούτο, φίλε.<br /> +Όμως αυτές οι δύο<br /> +δικές μου είναι . . . </p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι λες;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κόρες και δυο κατάρες!</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ω Δία!</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Γεννήθηκαν<br /> +από την κοιλοπόνια<br /> +ίδιας στους τρεις μας μάννας.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή β'</b></p> + +<p>Είναι λοιπόν και κόρες σου και. . . +(<sup><a href='#fn16' id='ref16'>16</a></sup>) +</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>και δυο αδερφάδες.<br /> +του πατέρα</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα!</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>και βέβαια ωιμένα!<br /> +αδιάκοπα χτυπήματα,<br /> +κακομοιριάς περίσσιας.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Έπαθες;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Έπαθα όσο<br /> +να τα θυμάμαι πάντα.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Έκαμες . . .</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Δεν έκαμα, όχι.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μα τι λοιπόν;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Δέχτηκα δώρο,<br /> +που άμποτε ο κακομοίρης<br /> +εγώ την πολιτεία<br /> +να μην είχα βοηθήσει<br /> +για να μη το κερδίσω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Αντιστροφή β'</b></p> + +<p>Δυστυχισμένε, τι λοιπόν; σκότωσες; . . . </p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Τι είναι τούτο<br /> +Σαν τι θέλεις να μάθης;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>τον πατέρα;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα!<br /> +Δεύτερη μου κατάφερες<br /> +πληγή πας στην πληγή.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Σκότωσες;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Σκότωσα· όμως<br /> +ο φόνος μου έχει κάτι</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>να με δικαιολογήση.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Σαν τι;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Θε να σου πω.<br /> +Νά, δηλαδή απ' ανάγκη<br /> +σκότωσα και ξολόθρεψα·<br /> +μα είμαι απ' το νόμο αθώος,<br /> +γιατί χωρίς να ξέρω<br /> +έκαμα αυτό το φόνο.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μα νά, που φθάνει ο βασιλιάς Θησέας ο γυιός του Αιγέα·<br /> +γι' αυτά που τον καλέσαμε, καθώς παρακαλούσες.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Από πολλούς ακούγοντας και πρώτα των ματιών σου<br /> +το ματοστάλαχτο χαμό, παιδί του Λάιου, σ' είχα<br /> +γνωρίσει και τα τωρινά στο δρόμο μου γροικώντας<br /> +γνωρίζω σε καλλίτερα. Γιατί κ' η φορεσιά σου<br /> +κ' η κεφαλή σου η δύστυχη δείχνουν σ' εμάς ποιος είσαι·<br /> +κι' αφού πια σε συμπόνεσα να σε ρωτήσω θέλω<br /> +δυστυχισμένε Οιδίποδα, σ' αυτό το μέρος ήλθες<br /> +ποιο παρακάλεμα έχοντας για με και για τη χώρα,<br /> +κ' εσύ κι' αυτή η βαριόμοιρη παραστεκάμενή σου.<br /> +Λέγε· κι' αν έχης να μου ειπής κανένα παρακάλιο<br /> +μεγάλο, που εξ αιτίας του μακριά θε να τραβιόμουν,<br /> +εγώ, που ξένος τι θα ειπή το ξέρω, γιατί ξένος,<br /> +καθώς εσύ όταν ήμουνα, τόμαθα και στα ξένα<br /> +σαν άντρας εκινδύνεψα πολύ για το κορμί μου, +(<sup><a href='#fn17' id='ref17'>17</a></sup>) +<br /> +κ' έτσι δε δύνουμαι κρυφά κανένα ν' αποφύγω,<br /> +που ξένος είναι, όπως εσύ, για να μη τον βοηθήσω.<br /> +Γιατί, πως είμαι άνθρωπος καλά το ξέρω κι' ότι<br /> +δεν είν' δικό μου τ' αύριο περσότερο από σένα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Θησέα, η μεγαλοκάρδια σου με λίγα λόγια εφάνη<br /> +γι' αυτό πρέπει με λιγοστά κ' εγώ να σου μιλήσω.<br /> +Επειδή εσύ ποιος είμ' εγώ και ποιος είν' ο γονιός μου<br /> +κι' από ποιόν τόπον ήλθα εδώ τάχεις όλα ειπωμένα·<br /> +κ' έτσι δε μου απολείπεται να λέω τίποτ' άλλο<br /> +παρ' όσα μου χρειάζονται, και τελειώνει ο λόγος.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Λέγε το τούτο στη στιγμή για να το μάθω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Δώρο<br /> +για να σου δώσω έρχουμαι τάραχλο το κορμί μου,<br /> +όχι σπουδαίο στη θωριά· μα είν' απ' αυτό τα κέρδη<br /> +τρανότερα ή όσο φαίνεται το πρόσωπό μου ωραίο.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Και ποιο διάφορο φέρνοντας θαρρείς ότι εδώ φτάνεις;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Θε να το μάθης κάποτε, με τον καιρό, όχι τώρα.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Και πότε θα φανερωθή λοιπόν το χάρισμά σου;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Όταν πεθάνω εγώ κ' εσύ φροντίσης να με θάψης.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Ζητάς της ζήσης τα στερνά· μα όσα στ' ανάμεσα είναι <br /> +ή τα ξεχνάς ολότελα ή δεν τα λογαριάζεις.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Γιατί μέσα στο θάψιμο για με βρίσκουνται κείνα.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μα η χάρη αυτή, που μου ζητάς, πολύ μικρή είναι χάρη.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Όμως για πρόσεξε· μικρό δεν είν' αυτό το πράμα.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Για τα παιδιά σου τάχατε το λες αυτό ή για μένα;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Εκείνοι μ' αναγκάζουνε να πάω κει πέρα πάλι.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Όμως δεν πρέπει μήτ' εσύ να φεύγης σαν δε θέλουν.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μα όταν τόθελα κ' εγώ, δε μ' άφιναν να φύγω.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Τρελλέ! ο θυμός στις συφορές ωφέλεια δεν είναι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Όταν μ' ακούσης, συμβουλές λέγε· τώρα όμως άσ' τες.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Λέγε· γιατί δεν είν' πρεπό να λέω χωρίς να ξέρω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Θησέα, δοκίμασα κακά το ένα πάνω στ' άλλο.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Θέλεις να πης για την παλιά κατάρα της γενιάς σου;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Όχι, καθόλου, γιατί αυτή καθ' Έλληνας τη λέει.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Τι από τ' ανθρώπινα κακά περσότερο υποφέρνεις;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Έτσ' είναι· απ' την πατρίδα μου μ' έδιωξαν οι σπορές μου·<br /> +και πια δε μου είναι βολετό να πάω κει πέρα πάλι,<br /> +γιατί είμαι του πατέρα μου φονιάς.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν πώς πίσω<br /> +να σε γυρίσουνε μπορούν, ώστε να μένης χώρια;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Το στόμα το θεοτικό θα τους εξαναγκάση.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Ποια δυστυχία φοβούμενοι από τις προφητείες;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ότι είναι το γραμμένο τους εδώ να σκοτωθούνε.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Και πώς μπορεί έχτρητα να μπη σ' εμένα και σ' εκείνους;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδί του Αιγέα πολυακριβό, μόνο οι θεοί δεν ξέρουν<br /> +γεράματα, μηδέ ποτέ πεθαίνουν· μα όλα τάλλα<br /> +ο παντοδύναμος καιρός τ' αναποδογυρίζει.<br /> +Σβύνει κ' η δύναμη της γης και του σωμάτου σβύνει<br /> +η πιστοσύνη χάνεται κ' η απιστία γεννιέται.<br /> +μήτε ποτές ανάμεσα σε φίλους άντρες μένει<br /> +η ίδια γνώμη και μηδέ σε χώρα γι' άλλη χώρα.<br /> +Γιατί σε τούτους τώρα δα κι' αργότερα σ' εκείνους<br /> +μίσος ή αγάπη γίνεται κ' ύστερα πάλι αγάπη.<br /> +Κι' ανίσως τώρ' ανάμεσα σ' εσένα και τη Θήβα<br /> +όλα καλά πηγαίνουνε, διαβαίνοντας ο χρόνος<br /> +ο αμέτρητος αρίφνητες γεννάει νύχτες κ' ημέρες,<br /> +που απ' αφορμή παραμικρή σκορπιούνται στους ανέμους<br /> +με πόλεμον οι τωρινές φιλιές και συμμαχίες·<br /> +όταν καμμιά φορά θα πιή ζεστό το αίμα εκείνων<br /> +το κρύο το κουφάρι μου που θάναι μέσ' στο χώμα,<br /> +αν είναι Ζευς ακόμη ο Ζευς κι' αληθινός ο Φοίβος.<br /> +Μα αφού δεν είν' πρεπούμενο τ' απόκρυφα να λέω,<br /> +σ' αυτά που αρχίνησα άσε με, φυλάγοντας μονάχα<br /> +την πιστοσύνη σου· κ' εσύ δε θε να πης ποτέ σου<br /> +πως τον Οιδίποδα σ' αυτούς τους τόπους τον εδέχτης<br /> +να κάτση ανώφελα, αν οι θεοί βέβαια δε με γελάσουν.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ω βασιλιά και πρίντερα στη χώρα πως θα δώση<br /> +ο άνθρωπος τούτος έταζε και τούτα κι' άλλα λόγια.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Ποιος θα μπορέση το λοιπόν την καλογνωμοσύνη<br /> +να μη δεχτή τέτοιου ανθρώπου; που πρώτα η φιλοξένια <br /> +κοινή γι' αυτόν κ' αιώνια στη χώρα μας υπάρχει, <br /> +κ' έπειτα, παρακαλεστής αν κ' ήλθε των θεώνε,<br /> +πληρώνει φόρο όχι μικρό σ' εμένα και στη χώρα.<br /> +Κ' εγώ επειδή τα σέβουμαι δε θ' αρνηθώ ποτέ μου<br /> +το δώρο του παρά κ' εδώ θα τον δεχτώ να κάτση.<br /> +Κι' αν εδώ ο ξένος προτιμά να μένη θα διορίσω<br /> +εσένα για να τον φυλάς· ή αν προτιμάς μαζί μου<br /> +νάρχεσαι, Οιδίποδα, απ' αυτά σ' αφίνω να διαλέξης,<br /> +αφού σκεφτής· γιατί κ' εγώ μ' εσέ θα συμφωνήσω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Σ' ανθρώπους τέτοιους άμποτε, Δία, καλό να δίνης.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν τι θέλεις; νάρχεσαι στ' αρχοντικό μου αλήθεια;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Βέβαια αν μου ήταν βολετό· μα ο τόπος τούτος είναι . . .</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>όπου θα κάμης τι; επειδή ενάντιος δε θα σου είμαι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Όπου θε να νικήσω αυτούς, που μ' έχουν αποδιώξει.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μεγάλο τάζεις χάρισμα για τη διαμονή σου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ανίσως βέβαια κ' εσύ το λόγο σου κρατήσης.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μην έχης φόβο όσο για εμέ δε θε να σε προδώσω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κ' εγώ βέβαια σαν άπιστο δε θα σε δέσω μ' όρκο.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μα κ' έτσι δε θα κέρδιζες περσότερ' από τώρα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Πώς θε να κάμης το λοιπόν;</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Τι πιο πολύ φοβάσαι;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Θε νάρθουν άνθρωποι . . . </p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Γι' αυτούς θάχουν την έννοια τούτοι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κοίτα, μ' αφίνεις . . . </p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μη μου λες όσα να κάμω πρέπει.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ανάγκη να φοβάμ' εγώ.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Δε σκιάζεται η καρδιά μου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Δεν ξέρεις τους φοβερισμούς . . . </p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Ξέρω, πως από δώθε,<br /> +χωρίς να θέλω εγώ, άνθρωπος κανείς δε θα σε πάρη.<br /> +Πολλές φοβέρες την ψυχή του κάκου φοβερίσαν<br /> +με πολλά λόγια· μα, άμα ο νους έρθη στα συγκαλά του,<br /> +πάνε τα φοβερίσματα στο βρόντο· και σ' εκείνους,<br /> +κι' αν πήραν θάρρος φοβερά να λεν για το άρπαγμά σου,<br /> +το ξέρω εγώ, το πέλαγο, που είν' αποδώ ως κει πέρα,<br /> +μεγάλο κι' αταξίδευτο ίσως φανή. Για τούτο,<br /> +και χώρια από ό,τι σκέφτουμαι, εγώ σε συμβουλεύω<br /> +να μη φοβάσαι, αν σ' έστειλεν ο Φοίβος εδώ πέρα·<br /> +μα κ' αν εγώ δεν είμ' εδώ, ξέρω πως τόνομά μου<br /> +μόνο θα σούναι φύλακας κακό να μη παθαίνης.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή α'.</b></p> + +<p>Στης αλογοθροφούσας τούτης χώρας<br /> +το μέρος τ' ομορφότερο ήλθες, ξένε,<br /> +στον Κολωνό τον ασπροχώματ' όπου<br /> +το γλυκόλαλο αηδόνι κελαδάει<br /> +συχνάζοντας στα δροσερά φαράγγια,<br /> +πάνω στο μαύρο τον κισσό πετώντας<br /> +και στου θεού τ' απάτητο το δάσος,<br /> +που κάνει πλήθος τους καρπούς κι' ούτ' ήλιος<br /> +ούτε κανένας άνεμος το πιάνει·<br /> +όπου συχνάζει πάντοτ' ο πατέρας<br /> +του μεθυσιού ο Διόνυσος, συντρόφους<br /> +πιστούς τις θείες έχοντας βυζάχτρες.</p> + +<p><b>Αντιστροφή α'.</b></p> + +<p>Και με την ουρανόσταλτη δροσιά μέρα τη μέρα<br /> +το φουντωτό μανούσι ανθίζει,<br /> +που δυο τρανών θεών παλιό στολίδ' είναι, κι' ο κρόκος,<br /> +που σαν χρυσάφι λαμπυρίζει·<br /> +και δε στερεύουν οι πηγές οι ακοίμητες, που θρέφουν<br /> +πλούσια του Κηφισού το ρέμα,<br /> +μα πάντα κάθε μέρα αυτός με τα νερά καθάρια<br /> +στης πλατοστήθας γης τους κάμπους<br /> +ξεχύνεται πιο γλήγορο το κάρπισμα να φέρη·<br /> +μήτε τη μίσησαν οι Μούσες,<br /> +μήτε κ' η χρυσοχάλινη τήνε μισεί Αφροδίτη.</p> + +<p><b>Στροφή β'.</b></p> + +<p>Ανθίζει ακόμη δέντρο, που ως τα τώρα<br /> +μήτε και μέσ' στη χώρα της Ασίας<br /> +μήτε και στο τρανό του Πέλοπα νησί<br /> +δεν άκουσα, πως μόνο του φυτρώνει,<br /> +χωρίς να φυτευτή από ανθρώπου χέρι, <br /> +όντας στων εχτρών τάρματα φοβέρα,<br /> +που πιο πολύ στη χώρα τούτη ανθίζει,<br /> +η ασημοφυλλ' η ελιά, που θρέφει<br /> +τα παλληκάρια· αυτή κανένας νέος<br /> +ή γέρος αρχηγός δε θ' αφανίση<br /> +με τους πολεμιστές του κόβοντάς τη,<br /> +γιατί το μάτι, που όλα γύρω βλέπει,<br /> +του Δία, που είναι της ελιάς προστάτης,<br /> +τη φυλάει κ' η Αθηνά η γαλανομμάτα</p> + +<p><b>Αντιστροφή β'.</b></p> + +<p>Μα έχω για την πατρίδα μου να ειπώ και παίνεμ' άλλο <br /> +πολύ καλλίτερο, που δώρο<br /> +είναι του δυνατού θεού και καύχημα μεγάλο<br /> +της χώρας μου, πως είναι πρώτη<br /> +στο να γυμνάζη τ' άλογα και πρώτη στα καράβια.<br /> +Ω γυιέ του Κρόνου, Ποσειδώνα<br /> +αφέντη, εσύ τη σήκωσες σε τόσο τρανή δόξα,<br /> +γιατί σε τούτα εδώ τα μέρη<br /> +πρωτόφτιασε το χέρι σου τα γκέμια, που μερώνουν<br /> +τάλογα. Κι' αλαφρά στο κύμα<br /> +το καλοχούφτιαστο κουπί με λάμνισμα πηδάει<br /> +ακολουθώντας τις Νεράιδες.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ω χώρα, που με περισσούς επαίνους σε παινεύουν,<br /> +τώρα είν' δουλειά σου αληθινά τα λόγι' αυτά να δείξης.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κόρη μου, τι αναπάντεχο είναι;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Με βία, πατέρα,<br /> +ο Κρέοντας και με βοηθούς έρχεται κατά μας.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αγαπημένοι γέροντες, τώρ' από σας μονάχα<br /> +μπορεί σ' εμένα να δειχτή του γλυτωμού το τέλος.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μη σκιάζεσαι και θα δειχτή· γιατί κι' αν ίσως είμαι<br /> +γέρος εγώ, δε γέρασε κ' η δύναμη της χώρας.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Ευγενικοί άντρες, που σ' αυτή τη χώρα κατοικείτε,<br /> +μέσα στα μάτια σας θωρώ, πως με τον ερχομό μου<br /> +σας έχει πιάσει τώρα δα κάποιος μεγάλος φόβος·<br /> +μη με φοβόσαστε, μηδέ λόγο κακό να βγάλτε.<br /> +Γιατί δεν ήλθα θέλοντας κάνα κακό να κάμω<br /> +αφού κ' εγώ είμαι γέροντας και ξέρω, ότι σε χώρα<br /> +έρχουμαι, που είναι δυνατή όσο δεν είν' καμία άλλη<br /> +Ελληνική. Όμως στάλθηκα μήπως και καταφέρω<br /> +το γέρο τούτον άνθρωπο στη Θήβα νάλθη πίσω·<br /> +Θηβαίος ένας δε μ' έστειλε, μα με προστάξαν όλοι,<br /> +γιατί από τη συγγένεια μας μου πρέπει να λυπάμαι<br /> +για τα παθήματ' αυτουνού περσότερο απ' τη χώρα.<br /> +Μα, Οιδίπου κακορροίζικε, ακούγοντας εμένα,<br /> +γύρισε στην πατρίδα σου. Σε προσκαλνάει δίκια<br /> +όλης της Θήβας ο λαός· και πιο πολύ από τούτον<br /> +εγώ, γιατί περσότερο ― αν μέσα στους ανθρώπους<br /> +δεν είμαι ο πιο κακώτερος ― πονώ στις συφορές σου,<br /> +θωρώντας σε τον άμοιρο νάσαι χωρίς πατρίδα,<br /> +πάντ' αλανιάρης, νηστικός +(<sup><a href='#fn18' id='ref18'>18</a></sup>) +, κ' έχοντας στήριγμά σου<br /> +μια κόρη· δε φαντάζομουν ποτέ μου ο κακομοίρης<br /> +ότι θε νάχε πέσει αυτή σε τόση δυστυχία<br /> +σ' όση είν' πεσμέν' η δύστυχη, παντοτινά για σένα<br /> +τον άραχλο φροντίζοντας με στερεμένη ζήση,<br /> +τόσο μικρούλα ανύπαντρη και που μπορεί καθένας<br /> +να την αρπάξη. Τάχατες βαρειά ντροπή δεν είπα,<br /> +μαύρος εγώ, για εσέ, για εμέ και τη γενιά μας όλη; <br /> +Μα αφού δεν είναι βολετό τα φανερά να κρύβω,<br /> +Οιδίπου εσύ, στους πατρικούς θεούς μας σ' εξορκίζω,<br /> +κρύψε τα, ακούγοντας εμέ, στέργοντας να γυρίσης<br /> +ξανά στην πολιτεία σου, στο πατρικό σου σπίτι,<br /> +τη χώρα τούτη φιλικά σαν αποχαιρετήσης,<br /> +τι της αξίζει· μα σωστό είναι την εδική σου<br /> +να σεβαστής περσότερο, γιατί σ' έχει αναθρέψει.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω εσύ, που όλα τ' αποκοτάς και σ' όλα μπορείς νάβρης<br /> +κάθε λογής πονήρεμα για δικαιολόγησή σου,<br /> +δόλωμ' αυτά τι μου πετάς και θέλεις να με πιάσης<br /> +πάλι, που αν επιανόμουνα, πιότερο θα λυπόμουν;<br /> +Γιατί κι' όταν υπόφερνα πριν απ' τις συφορές μου,<br /> +όταν για μένα ήταν χαρά να φύγω απ' την πατρίδα,<br /> +αν κ' ήθελα, δεν ήθελες τη χάρη να μου κάμης.<br /> +Μα τον καιρό, που πια ο θυμός μούχε περάσει κ' ήταν<br /> +γλυκός μου πόθος το να ζω μέσ' στην πατρίδα, τότε<br /> +μ' εξώριζες και μ' έδιωχνες στα ξένα, και δε σου ήταν<br /> +τότες αυτή η συγγένεια μας καθόλου αγαπημένη.<br /> +Και τώρα πάλι, που θωρείς καλόγνωμη να μου είναι<br /> +η χώρ' αυτή κ' οι κάτοικοι, πασχίζεις να μ' αλλάξης<br /> +τη γνώμη, γλυκολέγοντας σκέψες σκληρές· μα ποια είναι<br /> +αυτή η χαρά να ευεργετής ανθρώπους άθελά τους;<br /> +Αν δηλαδή κανείς, ενώ παρακαλάς για κάτι,<br /> +δε δίνη τίποτε, μηδέ να σε βοηθήση θέλη,<br /> +αν κ' η καρδιά σου λαχταρά γι' αυτά που ανάγκη τάχεις,<br /> +τότε σου χάριζε, όταν πια τόπο δεν πιάνη η χάρη,<br /> +ανώφελη ευχαρίστηση για σε δε θάταν τούτη;<br /> +Αλλ' όμως τέτοια δα κ' εσύ σ' εμένανε προσφέρνεις·<br /> +καλά στα λόγια βέβαια, μα ψεύτικα στα έργα.<br /> +Μα και σε τούτους θα τα πω για να σε δείξω ψέφτη.<br /> +Ήλθες να πάρης με από δω όχι για να με φέρης<br /> +πίσω στο σπίτι μου, παρά για να με κάτσης έξω<br /> +και να γλυτώση η Θήβα σου άβλαβη από τη χώρα<br /> +τούτη. Δε θα σου γίνη αυτό, παρά θα σ' εύρουν τούτα:<br /> +Στον τόπο κείνον πάντοτε θα μένη η εκδίκησή μου·<br /> +κι ακόμη απ' την πατρίδα μου θα βρούνε οι γυιοί μου τόπο<br /> +τόσον, όσος θα φτάση τους για να τους θάψουν μόνο.<br /> +Λοιπόν καλλίτερ' από σε δεν ξέρω όσα θα γίνουν<br /> +στη Θήβα; Βεβαιότατα μια και γροικώ το Φοίβο<br /> +κι' αυτόν το Δία, που είναι του γονιός, σωστά να λένε.<br /> +Όμως εσύ μου ήλθες εδώ με το ύπουλό σου στόμα<br /> +και με μεγάλες πονηριές· μα πιο πολλά σ' εσένα<br /> +θα φέρουνε τα λόγια σου κακά παρά ευτυχία.<br /> +Μα φεύγα! γιατί, ξέρω το, πως δε σε καταπείθω·<br /> +κ' εμάς να ζούμ' εδώ άσε μας· γιατί δεν κακοζούμε<br /> +κ' έτσι όπως είμαστε, αν χαρά μας φέρνη αυτό περίσσα.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Θαρρείς πως φέρνουνε κακόν αληθινά σ' εμένα<br /> +ή περισσότερο σ' εσέ αυτά που μου λες τώρα,</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Για με είναι πιο καλλίτερο, ανίσως μήτ' εμένα<br /> +να καταπείθης δε μπορής, μήτε και τους σιμά μου.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Κακόμοιρε! μήτε ο καιρός δε θα σου βάλη λίγο<br /> +μυαλό, παρά για ντρόπιασμα των γερατειών υπάρχεις;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Στη γλώσσα εσύ είσαι φοβερός· μα εγώ δεν ξέρω ούτ' ένα<br /> +άνθρωπο δίκιο, που μιλεί καλά για όλα τα πάντα.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Είν' άλλο το να πης πολλά κι' άλλο κείνα που πρέπει.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Όπως δα εσύ λίγα τα λες, όμως τα λες στην ώρα.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Όχι σ' εκείνον που μυαλά με τα δικά σου έχ' ίσια.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Φύγε! το λέω και γι' αυτούς, και μήτε να προσέχης<br /> +πού πρέπει εγώ να κάθουμαι, παραμονεύοντάς με.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Μαρτύρους βάνω αυτούς εδώ, εσένα όχι, ποια λόγια<br /> +στους φίλους αποκρίνεσαι· καμμιά φορά αν σε πιάσω . . . </p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Και να με πάρη ποιος μπορεί με βία απ' αυτούς τους φίλους;</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Κι' όμως εσύ θα λυπηθής χωρίς να γίνη τούτο. +(<sup><a href='#fn19' id='ref19'>19</a></sup>) +</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Σαν τι κατόρθωμα έκαμες, που έτσι με φοβερίζεις;</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Εγώ προλίγο, αφού άρπαξα, τη μια απ' τις δυο σου κόρες<br /> +μακριά έστειλα, και γλήγορα και τούτη εδώ θα πάρω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα!</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Γλήγορ' αφορμή να κλαις πιο πολύ θάχης.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Έχεις την κόρη μου;</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Κι' αυτήν εδώ σε λίγο θάχω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα! τι θα κάμετε φίλοι μου; θα φανήτε<br /> +προδότες και δε διώχνετε τον άσεβο από δώθε;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Έβγα έξω, ξένε, γλήγορα· γιατί μήτε και τώρα<br /> +φέρνεσαι δίκια, μήτε πριν είχες τα δίκια κάμει.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Ε, σεις! αυτή με το στανιό καιρός είναι να πάρτε<br /> +εδώθε, αν δε θα περπατή τώρα με θέλησή της.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ωιμένα! πού η βαριόμοιρη να φύγω; ποια βοήθεια<br /> +από θεούς ή απ' άνθρωπους θα βρω;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι κάνεις, ξένε;</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Δεν γγίζω αυτόν τον άνθρωπο, παρά την εδική μου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω της χώρας αφέντηδες!</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ξένε, δεν κάνεις δίκια.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Δίκια.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πώς είναι δίκια αυτά;</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Τους εδικούς μου παίρνω.</p> + +<p><b>Στροφή</b></p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα, ω πολιτεία!</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι κάνεις ξένε; Θα την αφήσης; <br /> +Αμέσως τώρα τη δύναμη μου<br /> +θα δοκιμάσης.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Τραβήξου πίσω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Όχι μακριά σου, αφού γυρεύεις<br /> +αυτά να κάμης.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Μα με τη Θήβα<br /> +θάχης να κάμης, αν θα πειράξης<br /> +καθόλου εμένα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ετούτα εγώ δεν τάλεγα;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Άσε απ' τα χέρια την κόρη αμέσως.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Να μην προστάζης καθόλου εκείνους,<br /> +που δεν ορίζεις.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Άσ' τη, σου λέω.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Κ' εγώ σας λέω να περπατάτε.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ελάτ' εδώ, τρεχάτε,<br /> +τρεχάτ' εσείς οι ντόπιοι.<br /> +Η χώρα μου πατιέται,<br /> +η χώρα μου με βία,<br /> +τρεχάτ' εδώ σ' εμένα.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Σέρνουμαι η κακομοίρα! ξένοι, ξένοι!</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδάκι μου, πού μούσαι;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Φεύγω χωρίς να θέλω.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Τα χέρια σου άπλωσέ μου.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Μα δε μπορώ καθόλου.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Ε, σεις! δε θα την πάρτε;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα, ο κακομοίρης!</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Λοιπόν με τα στηρίγματα τούτα δε θα βαδίσης<br /> +ποτέ σου πια· όμως αφού θέλεις να στέκης πάνω<br /> +απ' την πατρίδα σου κι' από τους φίλους, που κ' εμένα<br /> +προστάξανε και κάνω αυτά, αν κ' ήμουν βασιλέας,<br /> +στέκα. Γιατί με τον καιρό, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης<br /> +πως μήτε τώρα φέρνεσαι καλά στον εαυτό σου,<br /> +μήτε και πρώτα φέρθηκες, ενώ οι φίλοι δε θέλαν,<br /> +γιατί στο θυμό δούλεψες, που πάντα σε ζημιώνει.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Να σταματήσης, ξένε, αυτού.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Σου λέω να μη μ' εγγίζης.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Όχι, δε θα σ' αφήσω, αφού στερήθηκα εγώ τούτες.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Λοιπόν και μεγαλείτερη η χώρα σου θα δώση<br /> +γλήγορ' αποζημίωση· γιατί δε θε ν' αρπάξω<br /> +μονάχ' αυτές.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι έχεις σκοπό να κάμης;</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Θε να πάρω<br /> +κι' αυτόν εδώ.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μεγάλα λες.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Θα γίνη τούτο αμέσως,<br /> +ανίσως δε μου αντισταθή ο βασιλιάς της χώρας.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω ξαδιαντροπομίλητε! στ' αλήθεια εσύ μ' εγγίζεις;</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Προστάζω σε να μη μιλής.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μακάρι οι θεές τούτες<br /> +να μη με κάμουν άλαλο για να σου πω ακόμη<br /> +και τούτη την κατάρα μου, . . . +(<sup><a href='#fn20' id='ref20'>20</a></sup>) + παγκάκιστε, που φεύγεις<br /> +με βίαν, αφού μου στέρησες το μοναχό το φως τους<br /> +απ' τα τυφλά τα μάτια μου. +(<sup><a href='#fn21' id='ref21'>21</a></sup>) + Μακάρι και σ' εσένα<br /> +και στη γενιά σου ολάκερη γεράματα να δώση <br /> +ο Ήλιος, που όλα τα θωρεί, όποια έδωκε σ' εμένα.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Τ' ακούτ' εσείς, που κάθεστε σ' αυτή τη χώρα;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ακούνε <br /> +κ' εσέ κ' εμέ και σκέφτουνται, πως μ' όλο πούχω πάθει<br /> +εγώ από σένα μ' έργατα, με λόγια σ' εκδικούμαι.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Δε θα κρατήσω το θυμό, παρά με βία θα πάρω<br /> +τούτον, αν κ' είμαι μόνος μου κι' αργός από τα χρόνια.</p> + +<p><b>Αντιστροφή</b></p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ωιμένα, ο μαύρος!</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Με πόση, ξένε, ξαδιαντροπιά ήλθες,<br /> +αν απ' του νου σου επέρασε, ότι<br /> +αυτά θα κάμης.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Έτσι νομίζω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν ποτέ μου πια δε θα κάτσω<br /> +στη χώρα τούτη.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Κι' ο μικρός, σαν έχη δίκιο,<br /> +τον τρανό καταπονάει.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Γροικάτε τα ποια λέει;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Δε θα τα κάμη· καλά το ξέρω. +(<sup><a href='#fn22' id='ref22'>22</a></sup>) +</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Ο Δίας βέβαια μπορεί να ξέρη,<br /> +εσύ όμως όχι.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν ετούτα<br /> +βρισιά δεν είναι!</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Βρισιά είν', αλλ' όμως<br /> +θα τη χωνέψης.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ωέ! πολίτες όλοι,<br /> +ωέ, προεστοί της χώρας,<br /> +ελάτ' εδώ τρεχάτοι,<br /> +ελάτε, γιατί φεύγουν<br /> +από δω πέρα τούτοι.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Τι είναι τάχα οι φωνές τούτες; τι έχει γίνει; από φόβο<br /> +τάχα ποιόν με σταματήστε μέσ' στην ώρα πούχ' αρχίσει<br /> +τη θυσία στον Ποσειδώνα, που του Κολωνού είν' προστάτης;<br /> +Πέτε μου, να μάθω θέλω για ποιο λόγον εδώ πέρα<br /> +ήλθα πιο γοργά παρ' όσο το πόδ' ήθελε να τρέξη;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αγαπημένε μου, ― γιατί γνώρισα τη φωνή σου ― <br /> +από τον άνθρωπον αυτόν κακόπαθα προλίγου.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Σαν τι έπαθες; και ποιος αυτός που σ' έχει βλάψει; λέγε.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αυτός ο Κρέοντας, που θωρείς, φεύγει μακριά, αφού πρώτα<br /> +απ' τα παιδιά μου μ' άρπαξε το μοναχό ζευγάρι.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Πώς είπες;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κείνα πούπαθα τάκουσες όλα τώρα.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Από τους δούλους στους βωμούς λοιπόν ας πάη κάποιος <br /> +όσο μπορεί γοργότερα κι' όλους ας αναγκάση<br /> +πεζούς και καβαλλάρηδες ν' αφήσουν τη θυσία<br /> +και προσβολή να τρέξουνε στο μέρος, όπου σμίγουν<br /> +των στρατοκόπων οι διπλοί δρόμοι, για να εμποδίσουν<br /> +οι κόρες να περάσουνε, κ' εγώ σ' αυτόν το φίλο,<br /> +ότι με βία νικήθηκα, να μη γενώ γελοίος.<br /> +Γλήγορα, καθώς πρόσταξα πηγαίνετε. Και τούτον<br /> +ανίσως εγώ εθύμωνα, όσο του αξίζει τώρα,<br /> +δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον απ' το δικό μου χέρι.<br /> +Και μ' όποιους νόμους τώρ' αυτός μας ήλθεν εδώ πέρα,<br /> +με τέτοιους κι' όχι μ' αλλουνούς κ' εμείς θα του φερθούμε, <br /> +ποτέ δε θάβγης δηλαδή από τη χώρα τούτη,<br /> +αν κείνες δε μου φέρης· πριν κ' εμπρός μου εδώ τις στήσης.<br /> +Γιατί εσύ πολιτεύτηκες με τρόπο, που δε στέκει<br /> +σ' εμέ και στην πατρίδα σου και σ' όλη τη γενιά σου,<br /> +σε πολιτεία μπαίνοντας, που προσκυνάει το δίκιο·<br /> +και δίχως νόμο τίποτα δεν κάνει, και της χώρας<br /> +αυτής μη λογαριάζοντας τους νόμους, εδώ εχύθης<br /> +και τα όσα σου χρειάζουνται αρπάζεις και σκλαβώνεις<br /> +με το έτσι θέλω· νόμισες, πως είν' η χώρα μου έρμη<br /> +απ' άντρες, ή την πέρασες σαν κάποια σκλαβωμένη,<br /> +κ' εμέ ίσιο με το τίποτα. Κι' όμως εσένα η Θήβα<br /> +πρόστυχο δε σ' ανάθρεψε· γιατί κι' αυτή δε θέλει<br /> +να θρέφη άντρες παράνομους, κι' ούτε θα σε παινούσε,<br /> +ανίσως και το μάθαινε πως τα δικά μου αρπάζεις<br /> +και των θεώνε, παίρνοντας με βια παρακλητάδες<br /> +κακότυχους. Μα αν τύχαινε στη χώρα σου να μπαίνω,<br /> +κι' αν είχα με το μέρος μου το πιο μεγάλο δίκιο,<br /> +χωρίς να θέλη ο βασιλιάς, όποιος κι' αν ήταν, έξω<br /> +δε θάσερνα, ούτε θάρπαζα, μα θάξερα πως πρέπει<br /> +ξένος εγώ να φέρνουμαι μπροστά στους χωραΐτες.<br /> +Μα εσύ την πολιτεία σου, κι' αν δεν τ' αξίζη, ο ίδιος<br /> +τήνε ντροπιάζεις, κι' ο καιρός, όσο περνάει, σε κάνει<br /> +γέροντα κι' άμυαλο μαζί. Λοιπόν έχω δοσμένη<br /> +τη διαταγή μου κι' από πριν και τώρα ξαναλέω,<br /> +κάποιος το γληγορώτερο να φέρη εδώ τις κόρες,<br /> +αν δεν το θέλης κάτοικος της χώρας τούτης νάσαι<br /> +με το στανιό κι' αθέλητα· και τούτα, όπως στο νου μου<br /> +τα κλείνω, έτσι απαράλλαχτα στα λέω και με τη γλώσσα.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Βλέπεις, ω ξένε, πού έφτασες απ' τη γενιά σου δίκιος<br /> +φαίνεσαι· μα αποδείχνεσαι κακός με τα όσα κάνεις.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Μήτε από ανθρώπους έρημη την πολιτεία τούτη,<br /> +παιδί του Αιγέα, παίρνοντας, μηδέ και σκλαβωμένη, +(<sup><a href='#fn23' id='ref23'>23</a></sup>) +<br /> +καθώς συ λες, έκαμα αυτά, παρά ξέροντας, ότι<br /> +ποτέ δε θα την έπιανεν η πιθυμιά να θρέφη<br /> +τους εδικούς μου συγγενείς χωρίς τη θέλησή μου.<br /> +Και τόξερα πως άνθρωπο, που μολεμένος είναι<br /> +και του πατέρα του φονιάς και που βρεθήκαν νάναι<br /> +οι γάμοι του τόσο άνομοι, δε θα τόνε δεχόταν.<br /> +Ήξερα ακόμη, πως εδώ Άρειος πάγος είναι<br /> +ντόπιος, με τόση φρόνηση, που δεν αφίνει τέτοιους<br /> +ζητιάνους να κονεύουνε μαζί στη χώρα τούτη·<br /> +σ' αυτόν εγώ πιστεύοντας έπαιρν' αυτές τις κόρες.<br /> +Και τούτο δε θα τόκανα, ανίσως με κατάρες<br /> +πικρές δεν καταριότανε κ' εμέ και τη γενιά μου·<br /> +να κάμω αυτά από μέρος μου για όσα έπαθα ζητούσα.<br /> +Γιατί άλλο από το θάνατο δεν έχει ο θυμός τέλος,<br /> +κ' οι πεθαμένοι μοναχά δε νοιώθουν καμμιά λύπη.<br /> +Ό,τι κι' αν θέλης ημπορείς για τούτα να μου κάμης·<br /> +γιατί με κάνει αδύνατον η μοναξιά μου, μ' όσο<br /> +κι' αν λέω τώρα τα σωστά· μ' ανίσως βάλης χέρι +(<sup><a href='#fn24' id='ref24'>24</a></sup>) +<br /> +σ' εμένα, θα διαφεντευτώ, μ' όσο κι' αν είμαι γέρος.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ω ξαδιαντροποπρόσωπε! ποιόνε θαρρείς πως βρίζεις<br /> +μ' αυτά, που λες, εμένανε το γέρο ή εσέ τον ίδιο; <br /> +Τι μολογάει το στόμα σου για με φόνους και γάμους<br /> +και συφορές, που τράβηξα χωρίς να θέλω ο δόλιος,<br /> +γιατί άρεσ' έτσι στους θεούς, που απ' τα παληά τα χρόνια<br /> +ίσως θε νάχαν μάνητα βαρειά για τη γενιά μου!<br /> +Γιατί για εμέ τον ίδιονε δε θα μπορέσης ναύρης<br /> +καμμιάν από αμαρτίαν τροπή, που απ' αφορμή της τούτα<br /> +για εμέ τον ίδιο αμάρτημα και τους δικούς μου ήταν.<br /> +Γιατί για πες μου: αν έλεγαν οι προφητείες ότ' είναι<br /> +γραμμένο στον πατέρα μου να πάη απ' το παιδί του,<br /> +πως δίκια θάρριχνες σ' εμέ την κατηγόρια τούτη,<br /> +που ακόμη ούτε ο πατέρας μου δε μ' είχε σπείρει, μήτε<br /> +κ' η μάννα μ' είχε στην κοιλιά, παρ' αγέννητος ήμουν;<br /> +Κι' αν πάλι, αφού κακόμοιρος στο φως βγήκα, όπως βγήκα<br /> +ήλθα με τον πατέρα μου στα χέρια και τον σκότωσα,<br /> +χωρίς να ξέρω τι έκανα και σε ποιανούς, πώς δίκια<br /> +για πράμ' αθέλητο μπορείς να με κατηγορήσης;<br /> +Μα, δύστυχε, δεν ντρέπεσαι να μ' αναγκάζης τώρα<br /> +να λέω για της μάννας μου, που είν' αδερφή δική σου,<br /> +τους γάμους; Θα τους πω· γιατί κ' εγώ δε θα σωπάσω,<br /> +αφού κ' εσύ ξεστόμισες αυτά τάτιμα λόγια.<br /> +Ήτανε μάννα μου, ήτανε, ωιμένα συφορές μου,<br /> +χωρίς να ξέρω μήτε εγώ μήτε κι' αυτή, κι αν κ' ήταν<br /> +μητέρα μου, μου γέννησε παιδιά, νάναι ντροπή της.<br /> +Ένα όμως ξέρω εγώ καλά, πως συ με θέλησή σου<br /> +γι' αυτά κ' εμέ κακολογάς κ' εκείνη, ενώ άθελά μου<br /> +εγώ την επαντρεύτηκα κι' άθελα τούτα λέω.<br /> +Μα μήτε για το γάμο αυτό θα με κατηγορήσουν,<br /> +μήτε για του πατέρα μου το σκοτωμό, που πάντα<br /> +ωσάν βρισιά φαρμακερή κατάμουτρα μου ρίχνεις.<br /> +Όμως σ' έν' αποκρίσου μου απ' όσα σε ρωτάω·<br /> +εδώ αν ερχότανε κανείς άξαφνα να σκοτώνη<br /> +το δίκιο εσένα, θάθελες να μάθης πρώτα μήπως<br /> +είναι πατέρας σου ο φονιάς ή θα χτυπάς αμέσως;<br /> +Μα, αν αγαπάς τη ζήση σου, θαρρώ, πως τον κακούργο<br /> +θα τιμωρής και το σωστό δε θάψαχνες να βρίσκης.<br /> +Κ' εμένα τέτοια συφορά, θεοσταλμένη, μ' ηύρε,<br /> +που εγώ, κι' αν του πατέρα μου ζούσε η ψυχή, νομίζω,<br /> +ότι δε θάχε τίποτα σ' αυτά να μ' αντιλέη.<br /> +Όμως εσύ, επειδή σωστός δεν είσαι, αλλά νομίζεις,<br /> +ότι να λες κάθε κρυφό και φανερό καλό είναι,<br /> +εμπρός σ' αυτούς τέτοιες βρισιές μου ρίχνεις. Του Θησέα<br /> +να κολακέψης τ' όνομα, είναι καλό για σένα,<br /> +και την Αθήνα, ότι έχει<br /> +καλή κυβέρνια· μα έπειτα, αν κ' έτσι τους παινεύης,<br /> +τούτο ξεχνάς: ότι, αν καμμιά χώρα τους θεούς της ξέρη<br /> +να τους λατρεύη με τιμές, τούτη σ' αυτό είναι πρώτη.<br /> +Μα εσύ, σαν κλέφτης, απ' αυτή κ' εμέ τον ίδιο αρπάζεις<br /> +το γέρο παρακαλεστή, και φεύγεις αφού πήρες<br /> +τις κόρες μου. Κ' εγώ γι' αυτό γονατιστός προσπέφτω<br /> +τώρα σε τούτες τις θεές κι' απ' της καρδιάς τα βάθη<br /> +παρακαλώ να μούρθουνε βοηθοί μου, για να μάθης<br /> +απ' άντρες ποιους φυλάγεται η πολιτεία τούτη.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Καλός ο ξένος, βασιλιά, κ' οι συφορές του είναι<br /> +ολέθριες, γι' αυτό βοηθός να τους φανής τ' αξίζουν.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Φτάνουν τα λόγια· γιατί αυτοί, που αρπάξανε τις κόρες<br /> +φεύγουν, ενώ εμείς οι παθοί μένουμ' αργοί εδώ πέρα.</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Σαν τι προστάζεις σ' άνθρωπον αδύνατο να κάνη;</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Τράβα μπροστά· κ' έρχουμ' εγώ, κατόπι να μου δείξης<br /> +μονάχος σου τις κόρες μας, αν κάπου εδώ τις έχης.<br /> +Αν όμως φεύγουν οι άρπαγες, δεν είναι διόλου ανάγκη<br /> +να κοπιάζης, γιατί αυτούς άλλοι τους κυνηγάνε,<br /> +και δε θα ευχαριστήσουνε τους θεούς, ότι ξεφύγαν<br /> +από εδώ πέρα· τράβα εμπρός· και μάθε, ότι κρατιέσαι,<br /> +ενώ κρατάς, και σ' έπιασεν η τύχη, ενώ είχες πιάσει·<br /> +γιατί όσα αποχτηθήκανε με πονηριές δε μένουν·<br /> +μα μήτε θάχης βοηθόν άλλο για να σ' τα σώση·<br /> +γιατί καλά το ξέρω εγώ, πως μήτε μοναχός σου,<br /> +μήτε κι' απροετοίμαστος δεν έφτασες σε τόση<br /> +αυθάδεια, όσ' είναι αυτή η αποκοτιά σου τώρα,<br /> +μόν' έχοντας πεποίθηση σε κάποιο, έκαμες τούτα.<br /> +Αυτά κ' εγώ με προσοχή να τα εξετάσω πρέπει<br /> +και μήτε από έναν άνθρωπο πιο αδύνατη να κάμω<br /> +τη χώρα τούτη. Απ' όλα αυτά καταλαβαίνεις κάτι<br /> +ή μη θαρρής πως λέγουνται του κάκου αυτά και τώρα,<br /> +καθώς και τότε, που έκανες τούτα με τόση τέχνη;</p> + +<p><i>ΚΡΕΩΝ</i></p> + +<p>Αφού είσ' εδώ, για όσα θα πης δε σε κατηγοράω·<br /> +μα στην πατρίδα μας κ' εμείς θα μάθουμε τι πρέπει<br /> +να κάνουμε.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Φοβέριζε τώρα, μπροστά τραβώντας.<br /> +Κ' εσύ να μένης ήσυχος, Οιδίποδ', αυτού χάμω<br /> +και νάσαι βέβαιος πως εγώ, αν δεν πεθάνω πρώτα,<br /> +δε θα παραιτηθώ, προτού σου φέρω τα παιδιά σου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Για τη μεγαλοκάρδια σου και για όση προστασία<br /> +δίκια μας δίνεις πάντοτε νάχης καλό, Θησέα.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή α'.</b></p> + +<p>Ας ήμουν εκεί όπου οι εχτροί<br /> +γοργά πίσω γυρνώντας θα στήσουν<br /> +το χαλκόφωνο πόλεμο,<br /> +ή σιμά στου Πυθίου τους τόπους<br /> +ή σιμά στα λαμπρά τ' ακρογιάλια,<br /> +όπου οι δυο πολυσέβαστες θεές<br /> +φροντίζουν τις σεμνές τελετές<br /> +για τους ανθρώπους, που με χρυσό<br /> +τους σφραγίζουν τη γλώσσα κλειδί<br /> +οι λειτουργοί των θεών Ευμολπίδαι·<br /> +σε τούτους τους τόπους, νομίζω,<br /> +ο τρανός πολέμαρχος Θησέας<br /> +και τις δύο παρθένες αδερφάδες<br /> +θα συναντήση με πολέμου φωνή,<br /> +που είν' αρκετή να τις σώση.</p> + +<p><b>Αντιστροφή α'</b></p> + +<p>Ή μήπως σιμώνουν στον τόπο<br /> +το χιονοσκέπαστο, που είναι στη δύση,<br /> +απ' το λιβάδι της Οίας,<br /> +καβάλλα ή με γλήγορ' αμάξια,<br /> +φεύγοντας με φόβο απ' τη μάχη; <br /> +Θα τους πιάσουν γιατί είναι οι ντόπιοι<br /> +πολεμιστάδες φοβεροί κ' η αντρεία<br /> +τρομερή των ανδρών του Θησέα.<br /> +Τα χαλινάρια όλ' αστράφτουν· χυμίζουν<br /> +σαν φουρτούνα, όσο αφίνουν τα γκέμια<br /> +των αλόγων, οι καβαλλάρηδες όλοι,<br /> +που την αλογαφέντρ' Αθηνά προσκυνάνε<br /> +και το θαλασσινό της χώρας προστάτη,<br /> +της Ρέας τον αγαπημένο το γυιό.</p> + +<p><b>Στροφή β'</b></p> + +<p>Πολεμούν ή διστάζουν; τι κάπως<br /> +προμαντεύει μου ο νους, πως θα πάψουν<br /> +γλήγορα οι συφορές των παρθένων,<br /> +που υποφέρανε τόσα κακά<br /> +και που τόσες δοκίμασαν πίκρες<br /> +από δικούς τους. Θα κάμη, θα κάμη<br /> +σήμερα ο Δίας σαν κάτι τρανό.<br /> +Του πολέμου καλότυχο τέλος μαντεύω.<br /> +Μακάρι ας μπορούσα σαν περιστέρι<br /> +γληγορόδρομο γοργοπετώντας<br /> +απ' τα νέφια ψηλά με τα ίδια μου μάτια<br /> +τον πόλεμο τούτο να ιδώ.</p> + +<p><b>Αντιστροφή β'</b></p> + +<p>Άμποτε, Δία, των θεών κυβερνήτη,<br /> +που όλα τα βλέπεις, να δώσης<br /> +στους κατοίκους της χώρας αυτής<br /> +με νίκη μεγάλη σε τέλος να φέρουν<br /> +το καλότυχο αυτό τους κυνήγι,<br /> +κ' εσύ σεμνομμάτα παρθένα Παλλάδ' Αθηνά.<br /> +Και τον Απόλλωνα τον κυνηγάρη<br /> +και την παρθέν' αδερφή του, που κυνηγάει<br /> +τα παρδαλόμαλλα γληγορόδρομα λάφια,<br /> +παρακαλώ τους βοήθεια ναρθούνε<br /> +κ' οι δυο τους σε τούτη τη χώρα<br /> +και στους κατοίκους.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ω ξένε κοσμογυριστή, πως είμ' εγώ, ο φρουρός σου,<br /> +ψευτοπροφήτης, δε θα πης· γιατί τις δυο σου κόρες<br /> +τις βλέπω πάλι γλήγορα νάρχουνται εδώ με δούλους.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Πού; πού; τι λες; πώς είπες μου;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πατέρα μου, πατέρα,<br /> +αχ ποιος θεός να σούδινε το φως σου για να ιδής<br /> +τον έξοχο αυτόν άνθρωπο, που εδώ σ' εσέ μας στέλνει;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδιά μου, αλήθεια, είσαστ' εδώ;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Τα χέρια του Θησέα<br /> +και των αγαπημένων του ανθρώπων μας γλυτώσαν.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ζυγώστε τον πατέρα σας, παιδιά μου, και να πιάσω<br /> +άστε μου τα κορμάκια σας, που δεν έλπιζα νάρθουν.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ό,τι θα σου δοθή ζητάς· γιατί ζητάς ό,τι είναι<br /> +ο πόθος μας.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Πού είσαστε, πού;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Κ' οι δυο είμαστε κοντά σου.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Πολυακριβά βλαστάρια μου!</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πώς ο γονιός λατρεύει!</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Στηρίγματά μου.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Δύστυχα του κακομοίρη εσένα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Έχω τ' αγαπημένα μου κι' ούτε πια θα πεθάνω<br /> +σαν τρισκακόμοιρος, αφού βρίσκεστ' εσείς κοντά μου.<br /> +Στηρίξτε με, παιδάκια μου, το δόλιο σας πατέρα,<br /> +σφιχτοκρατώντας με απ' τα δυο πλευρά, και ξεκουράστε<br /> +το δύστυχο τριγυριστή, που πριν μονάχος του ήταν.<br /> +Και πέτε μου τα γίνηκαν σύντομα όσο μπορείτε,<br /> +γιατί στην ηλικία σας φτάνουν τα λίγα λόγια.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Εδώ είν' ο λυτρωτής· αυτόν πρέπει ν' ακούσης· κ' έτσι<br /> +το πράγμα θάναι σύντομο για μένα και για σένα. +(<sup><a href='#fn25' id='ref25'>25</a></sup>) +</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Να μη θαυμάζης, φίλε μου, ανίσως στα παιδιά μου,<br /> +που ανέλπιστα εδώ φάνηκαν, αδιάκοπα μιλάω.<br /> +Ξέρω όμως, ότι τη χαράν αυτή για τούτες μόνο<br /> +εσύ μου την προξένησες κι' όχι κανένας άλλος,<br /> +γιατί τις έσωσες εσύ κι' όχι κανένας άλλος.<br /> +Και να σου δώσουν οι θεοί καθώς εγώ το θέλω<br /> +σ' εσένα και στη χώρα σου· γιατί σ' εσάς μονάχα,<br /> +απ' όπου κ' αν εγύρισα εγώ ευλάβεια βρήκα<br /> +και ψυχοπόνια και να λέη το στόμα την αλήθεια.<br /> +Σ' ευχαριστώ με τούτα μου τα λόγια, γιατί ξέρω<br /> +και τούτο: όσα έχω δηλαδή τάχω από σένα μόνο.<br /> +Και το δεξί το χέρι σου να πιάσω, βασιλιά μου,<br /> +δος μου και το κεφάλι σου να το φιλήσω, αν θέλης.<br /> +Κι' όμως τι λέω; πώς εγώ, κακόμοιρος, γυρεύω<br /> +εσύ ν' αγγίξης άνθρωπο, που και σαν ποιο δεν έχει<br /> +μόλεμα πάνω του; όχι, εγώ δε θέλω· κι' αν το θέλης,<br /> +δε θα σ' αφίσω εγώ, γιατί μονάχα αυτοί, που ξέρουν<br /> +από κακά, μπορούν αυτά μαζί μου να υποφέρουν.<br /> +Κ' εσέν' αυτού όπου στέκεσαι, σε χαιρετώ και δίκια<br /> +να νοιάζεσαι απ' εδώ κ' εμπρός για μένα όπως ως τώρα.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μήτε κι' αν κάπως πιο πολύ μίλησες στα παιδιά σου,<br /> +αφού για τούτα χάρηκες, θαύμασα εγώ καθόλου,<br /> +μήτε κι' αν θέλησες αυτά πριν από εμέ ν' ακούσης.<br /> +Και δε μου κακοφαίνεται γι' αυτά καθόλου εμένα.<br /> +Γιατί δεν προσπαθούμ' εμείς να κάνουμε τη ζήση<br /> +περσότερο φανταχτερή με λόγια, παρά μ' έργα.<br /> +Και σ' ταποδείχνω, γέροντα· γιατί δε βγήκα ψεύτης<br /> +διόλου σ' όσα σ' ωρκίστηκα· γιατί ήλθα φέρνοντάς σου<br /> +ζωντανές τούτες κι' άβλαφτες απ' τις τρανές φοβέρες.<br /> +Και πώς τη νίκη κέρδισα ποια ανάγκη είναι του κάκου<br /> +σαν καυχησάρης να ιστορώ όσ' απ' αυτές θα μάθης;<br /> +Όμως το λόγο, που έτυχε προλίγου να γροικήσω,<br /> +την ώρα που εδώ ερχόμουνα, στοχάσου τον, γιατί είναι<br /> +σύντομος ίσως, μα άξιος πολύ να τον προσέξης.<br /> +Κανένα πράμα ο άνθρωπος να τ' αψηφάη δεν πρέπει.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδί του Αιγέα, τι είν' αυτό; Λέγε μου για να μάθω,<br /> +γιατί δεν ξέρω τίποτις απ' όσα έχεις ακούσει.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μου είπαν, πως κάποιος άνθρωπος, που στη δική σου χώρα<br /> +δε μένει, είν' όμως συγγενής δικός σου, έχει καθίσει<br /> +στου Ποσειδώνα στο βωμό, όπου έκανα θυσία,<br /> +κ' έπεσε παρακαλεστής, όταν για εδώ κινούσα.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Πούθε είν' αυτός; και τι ζητά με την παράκλησή του;</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μόνο ένα ξέρω: ότι από εσέ, καθώς μου λένε, θέλει<br /> +ν' ακούση λόγο σύντομο και που δε σου είναι βάρος.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Σαν ποιον; αυτό το κάθισμα δεν είν' για μικρό λόγο.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Λένε, πως ήλθε θέλοντας αυτός να σου μιλήση<br /> +για κάτι, κ' ύστερ' απ' εδώ μ' ασφάλεια να φύγη.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιος μπορεί τάχα να είναι αυτός, που εις το βωμό έχει κάτσει;</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Για σκέψου μήπως βρίσκεται κανένας συγγενής σου<br /> +μέσ' στο Άργος, που μπορεί γι' αυτό να σε παρακαλέση.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Αγαπημένε, μη μου λες περσότερα . . .</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μα τι έχεις;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Μη με παρακαλέσης πια.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Λέγε μου, για ποιο πράμα;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιος είναι ο παρακαλεστής το ξέρω εγώ από τούτες.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Ποιος είν' αυτός; σε τι μπορώ να τον κατηγορήσω;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Γυιός μου είναι, βασιλιά, σκληρός, που εγώ δε θα βαστούσα<br /> +ν' ακούω τα λόγια του, γιατί τρανή μου φέρνουν λύπη.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Και τι; δεν ημπορείς ν' ακούς και να μην κάνης όσα<br /> +δε θέλεις; τι λυπητερό για σε είναι το ν' ακούσης;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Είναι η φωνή του μισητή πολύ για τον πατέρα<br /> +και μη με βιάζης, βασιλιά, σ' αυτά να υποχωρήσω.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Αλλ' αν το παρακάλεσμα βιάζη, κοίταξε μήπως <br /> +αυτό είναι θέλημα θεού, που πρέπει να το κάμης· +(<sup><a href='#fn25beta' id='ref25beta'>25β</a></sup>) +</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πατέρα μου, όσα θα σου ειπώ, αν κ' είμαι νέα, άκουσέ τα.<br /> +Τον άντρα τούτον άφισε και τη δική του γνώμη<br /> +να ευχαριστήση και το θεό, κάνοντας όσα θέλει,<br /> +άφισε και για χάρη μας εδώ νάρθη ο αδερφός μας.<br /> +Φόβον μην έχης, επειδή με βία δε θ' αλλάξουν<br /> +τη γνώμη σου όσα θα ειπωθούν, που ωφέλιμα δε σούναι.<br /> +Με το ν' ακούσης λόγια ποια είναι η ζημία; τα έργα,<br /> +που κακομηχανεύουνται, με λόγια στο φως βγαίνουν.<br /> +Εσύ τον έκαμες· γι' αυτό μήτε κι' αν σούχη κάμει<br /> +απ' τα χειρότερα κακά τα πιο άνομα, πατέρα,<br /> +σωστό δεν είναι με κακό κ' εσύ να τον πληρώσης.<br /> +Συχώρεσέ τον· +(<sup><a href='#fn26' id='ref26'>26</a></sup>) + έχουνε κι' άλλοι παιδιά κακά<br /> +κι' άγριο θυμό, μα συμβουλές γροικώντας από φίλους<br /> +τους μαλακώνεται η ψυχή με τα γλυκά τα λόγια.<br /> +Κ' εσύ για εξέταζε καλά ― όχι τα τωρινά σου ― <br /> +μα κείνες σου τις συφορές, που σ' ηύραν απ' τη μάννα<br /> +κι' απ' τον πατέρα· αν τις κοιτάς, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης<br /> +σαν πόσο του κακού θυμού κακό το τέλος είναι.<br /> +Γιατί έχεις όχι και μικρήν απόδειξη για τούτα,<br /> +ότι στερήθηκες το φως απ' τα τυφλά σου μάτια.<br /> +Μην αντιστέκεσαι· γιατί δεν πρέπει όσοι ζητάνε<br /> +τα δίκια να παρακαλούν θερμά, μηδέ όποιος βλέπει<br /> +καλό, σαν ευεργετηθή να μη χρωστάη τη χάρη.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδί μου, με τα λόγια σου με κάνεις να σου δώσω<br /> +χαρά λυπητερή για εμέ· μα ας γίνη όπως το θέλεις.<br /> +Μονάχα, φίλε μου, αν θαρθή εκείνος εδώ πέρα,<br /> +κανείς ποτέ τη ζήση μου να μην εξουσιάση.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Δεν έχω ανάγκη δυο φορές, γέροντα, αυτά ν' ακούω·<br /> +δε θέλω να παινεύουμαι· κ' εσύ ξέρε, πως είσαι <br /> +ασφαλισμένος, αν κανείς θεός σώζη κ' εμένα.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή α'.</b></p> + +<p>Όποιος λαχταράει να ζήση<br /> +πιότερο καιρό,<br /> +τον μέτριο καταφρονώντας,<br /> +αυτός κατά τη γνώμη μου είναι<br /> +φανερά τρελλός.<br /> +Γιατί σιμότερα στη λύπη<br /> +η μακριά ζωή<br /> +πολλά απ' τ' ανθρώπινα έχει βάλει·<br /> +και πού η χαρά της ζήσης είναι<br /> +δε μπορείς να ιδής,<br /> +άμα κανένας ζήση απ' όσο<br /> +θέλει πιο πολύ.<br /> +Κι' όταν η μοίρα φανή του Άδη +(<sup><a href='#fn27' id='ref27'>27</a></sup>) +<br /> +δίχως τραγούδι γάμου, δίχως<br /> +λύρα και χορό,<br /> +έρχεται ο κοινός ο Χάρος<br /> +τέλος λυτρωτής.</p> + +<p><b>Αντιστροφή</b></p> + +<p>Να μην έλθη κανείς στον κόσμο<br /> +η πιο μεγάλη είν' ευτυχία·<br /> +και το να πάη από 'κεί που ήρθε<br /> +το γληγορώτερο, σαν βγήκε<br /> +στο φως, είναι πολύ πιο κάτω.<br /> +Γιατί, όταν πια πίσω του αφίση<br /> +την αλαφρόμυαλη τη νιότη,<br /> +ποιος μέσα στη ζωή γυρίζει<br /> +και βρίσκετ' έξω από τους πόνους; <br /> +Ποιος κόπος δεν τον συντροφεύει;<br /> +Μαλώματα κι' αποστασίες,<br /> +πόλεμοι, σκοτωμοί και φθόνος·<br /> +και τελευταία κοντά στάλλα<br /> +έρχουνται τα καταραμένα,<br /> +ταμίλητ' αδύναμα κ' έρμα<br /> +γεράματα, που όλες οι μαύρες<br /> +τακολουθούνε δυστυχίες.</p> + +<p>Επωδός</p> + +<p>Έτσ' υποφέρει κι' ο δυστυχισμένος<br /> +τούτος, όχι μονάχα εγώ. Όπως βράχος,<br /> +βορεινός και κυματοχτυπημένος<br /> +απ' όλες τις μεριές, μέσ' στο χειμώνα<br /> +τραντάζεται, έτσι δυνατά και τούτον<br /> +οι μαύρες συφορές σαν φουσκωμένα<br /> +κύματα τον χτυπούν, χωρίς να παύουν,<br /> +ερχάμενα άλλ' από τη δύση κι' άλλα<br /> +απ' την ανατολή, τη μεσημβρία,<br /> +κι' άλλ' απ' τα Ριπαία βουνά τα μαύρα.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Και νά, καθώς μου φαίνεται, έρχεται δώθε ο ξένος<br /> +μονάχος του, πατέρα μου, χωρίς ακολουθία,<br /> +από τα μάτια χύνοντας τα δάκρυα σαν ποτάμι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ποιος είναι αυτός;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Εκείνος, που τον είχαμε στο νου μας<br /> +από προτήτερα· είν' εδώ, νάτος ο Πολυνείκης.</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Σαν τι να κάμω, αλλοίμονο! Πρώτα τις συφορές μου<br /> +να κλάψω εγώ, αδερφούλες μου, ή τούτα εδώ, που βλέπω<br /> +του γέρου του πατέρα μας; που εδώ σε ξένη χώρα<br /> +τον βρίσκω εξόριστο μ' εσάς, φορώντας τέτοια ρούχα,<br /> +όπου η παλιά σιχαμερή λέρα είναι καθισμένη<br /> +για συντροφιά του γέροντα, τρώγοντας τα πλευρά του·<br /> +και τα μαλλιά τ' αχτένιστα του κεφαλιού, που μάτια<br /> +δεν έχει πια, ανεμίζουνται εδώθε-κείθε· κι' όμοια<br /> +μ' αυτά, καθώς μου φαίνεται, και τη θροφή θε νάχη<br /> +της κακορροίζικης κοιλιάς· και τούτα τα μαθαίνω<br /> +εγώ ο χαμένος πολυαργά· και μόνος μου το λέω:<br /> +δείχτηκα ο πιο παλιάνθρωπος όσο για τη θροφή σου·<br /> + ― δεν είναι ανάγκη απ' άλλονε κανένα να τ' ακούσης.<br /> +Όμως κι' ο Δίας στο θρόνο του παραστεκάμενη έχει<br /> +την Καλωσύνη· και σ' εσέ σιμά ας σταθή, πατέρα.<br /> +Για τα δικά μου σφάλματα υπάρχει θεραπεία<br /> +κι' ούτε είναι δυνατό ποτέ να μεγαλώσουν άλλο.<br /> +Γιατί σωπαίνεις;<br /> +Πες μου, πατέρα, τίποτα· το πρόσωπο μη στρίβης<br /> +αλλού· διόλου δε μ' απαντάς; μα θα με διώξης τόσο<br /> +περιφρονητικά, χωρίς να μου μιλήσης, δίχως<br /> +για όσα θυμώνεις να μου ειπής; Μα εσείς, σπορές του ανθρώπου<br /> +τούτου, κ' εμέναν' αδερφές, εσείς για δοκιμάστε<br /> +ν' ανοίξτε του πατέρα μας το στόμα το κλεισμένο<br /> +και το δυσκολοσίμωτο, να μη με διώξη εδώθε<br /> +ατιμασμένο και χωρίς να μ' απαντήση λέξη.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ποια ανάγκη σ' έκαμε ναρθής, δυστυχισμένε, λέγε.<br /> +Γιατί τα λόγια τα πολλά, αν δυσαρέσκεια φέρουν<br /> +ή κάποιαν ευχαρίστηση ή συγκινήσουν κάπως, <br /> +κάνουνε τους αμίλητους να ξεστομίσουν κάτι.</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Μα θα μιλήσω· τι σωστά εσύ με συμβουλεύεις.<br /> +Και πρώτ' απ' όλα βοηθός παρακαλώ να μούρθη<br /> +ο Θεός, που απ' το βωμό του<br /> +για νάρθω εδώ με σήκωσεν ο βασιλιάς της χώρας,<br /> +αφού μούδωκε υπόσχεση να ειπώ και να γροικήσω<br /> +και να φύγω μ' ασφάλεια· τούτ' από σας ας ταύρω,<br /> +ξένοι, κι' απ' τον πατέρα μου κι' από τις αδερφές μου.<br /> +Και τώρα πια, πατέρα μου, θε να σου πω γιατί ήρθα.<br /> +Απ' την πατρίδα έχω διωχτή κ' εξόριστο μ' εκάμαν,<br /> +γιατί σαν μεγαλείτερο παιδί σου εγώ ζητούσα<br /> +να μένω στο βασιλικό το θρόνο σου· αντί τούτο,<br /> +αν κ' ήταν πιο μικρότερος ο Ετεοκλής με βία<br /> +από τη χώρα μ' έδιωξε χωρίς δικαιολογία +(<sup><a href='#fn28' id='ref28'>28</a></sup>) +<br /> +και δίχως σε παλληκαριά ή σ' έργο να νικήση,<br /> +και μόνο, αφού κατάπεισε την πολιτεία· και λέω<br /> +εγώ, πως τούτων αφορμή μόνο η Κατάρα σου είναι·<br /> +αλλά κι' από τους μάντηδες τάχω ακουσμένα τούτα.<br /> +Σαν έφτασα στο Δωρικό τ' Άργος και πεθερό μου<br /> +τον Άδραστο έκαμα, έδεσα μ' όρκο να με βοηθήσουν <br /> +όσοι στην Πελοπόννησο κρατούνε τα πρωτάτα<br /> +κ' είν' ξακουστοί στον πόλεμο, κ' έτσι αφού ξεσηκώσω<br /> +μαζί τους εφτά τάγματα στρατού, να πέσω πάνω<br /> +στη Θήβα κ' ή να σκοτωθώ, το δίκιο μου ζητώντας,<br /> +ή κείνους, που μ' αδίκησαν να διώξω απ' την πατρίδα.<br /> +Λοιπόν σαν τι γυρεύοντας, ήλθα εδώ πέρα τώρα;<br /> +Ήλθα, πατέρα μου, έχοντας να σε παρακαλέσω<br /> +θερμότατ' από μέρος μου κι' από τους βοηθούς μου,<br /> +που τώρα μ' εφτά τάγματα και τρομερά κοντάρια<br /> +τον κάμπο το Θηβαιικό περικυκλώνουν όλο.<br /> +Και τούτοι είναι: ο Αμφιάραος, που είν' πρώτος στο κοντάρι,<br /> +και στο να βγάνη απ' των πουλιών το πέταγμα μαντείες·<br /> +δεύτερος είν' ο Αιτωλός Τυδέας, ο γυιός του Οινέα,<br /> +τρίτος είν' ο Ετέοκλος γέννημα-θρέμμα του Άργους·<br /> +τον Ιππομέδοντα έστειλε τέταρτον ο πατέρας του<br /> +ο Ταλαός· παινεύεται ο Καπανέας ο πέμπτος,<br /> +πως θα ρημάξη με φωτιά την πολιτεία της Θήβας·<br /> +Έκτος είναι τ' αληθινό παιδί της Αταλάντης<br /> +ο Αρκάδιος Παρθενοπαίος, που έτσι τον ονομάζουν,<br /> +γιατί παρθένα η μάννα του πολύ καιρό είχε μείνει·<br /> +κ' ο γυιός σου εγώ, κι' αν όχι γυιός σου, αλλ' απ' την κακήν μοίρα<br /> +γεννημένος, αν και παιδί δικό σου όλοι με λένε,<br /> +τον άφοβο του Άργους στρατό τον οδηγάω στη Θήβα.<br /> +Στη ζωή των θυγατέρων σου τούτων και τη δική σου,<br /> +παρακαλούμε σε όλοι εμείς, πατέρα, και ζητάμε<br /> +να διώξης το βαρύ θυμό για μένα, που πηγαίνω<br /> +να εκδικηθώ τον αδερφό και να τον τιμωρήσω,<br /> +που απ' την πατρίδα μ' έδιωξε και μου άρπαξε το θρόνο.<br /> +Επειδή, αν είναι αληθινό απ' τις μαντείες κάτι,<br /> +αυτοί, που με το μέρος τους θα πας, νικητές θάναι.<br /> +Σ' ορκίζω στις πηγές και στους θεούς, που της συγγένειας<br /> +προστάτες είναι, να πειστής και να υποχωρήσης,<br /> +γιατί κ' εγώ, καθώς εσύ, φτωχός είμαι και ξένος·<br /> +και ζούμε κολακεύοντας κ' εσύ κ' εγώ τους άλλους,<br /> +αφού έτυχέ μας νάχουμε κ' οι δυο την ίδια μοίρα.<br /> +Κ' εκείνος, που είναι βασιλιάς, ω συφορά μου εμένα,<br /> +περιγελώντας και τους δυο καυχιέται στην πατρίδα·<br /> +αυτόν, αν με το μέρος μου έλθης εσύ, πατέρα,<br /> +πολύ εύκολα και γλήγορα θε να τον αφανίσω<br /> +κ' έτσι πάλι στο σπίτι σου θα σ' αποκαταστήσω<br /> +κ' εμέ τον ίδιο, αφού απ' αυτό με βία διώξω εκείνον.<br /> +Και τούτα να καυχιούμαι εγώ μπορώ, αν εσύ θελήσης,<br /> +γιατί μήτε και να σωθώ μπορώ χωρίς εσένα.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Για το χατήρι αυτού, που εδώ τον έστειλεν, Οιδίπου,<br /> +αφού του ειπής τα ωφέλιμα ποια είναι, διώξε τον πάλι.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ανίσως, φίλοι, ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας<br /> +δεν τύχαινε τον άντρ' αυτόν να στείλη εδώ σ' εμένα,<br /> +θαρρώντας δίκιο και σωστό τα λόγια μου ν' ακούση,<br /> +ποτέ του αυτός δε θάκουγε καθόλου τη φωνή μου.<br /> +Μα τώρα, σαν τ' αξιώθηκε, θα φύγη, αφού από μένα<br /> +ακούση τέτοια, που χαρά ποτέ να μη του φέρουν.<br /> +Εσύ, κακούργε, το ραβδί σαν είχες και το θρόνο,<br /> +που μέσ' στη Θήβα τα κρατεί σήμερ' ο αδερφός σου,<br /> +εμένα τον πατέρα σου μ' εξώρισες ο ίδιος,<br /> +δίχως πατρίδα μ' έκαμες και να φορώ τα ρούχα<br /> +τούτα, που βλέποντάς τα κλαις τώρα, που μέσ' στον ίδιο<br /> +μ' εμέ να βρίσκεσ' έτυχε πόνον και δυστυχία.<br /> +Δεν πρέπει εσύ να κλαις· μα εγώ να τα υποφέρω πρέπει<br /> +όσο θα ζω, θυμούμενος εσένα το φονιά μου,<br /> +γιατί εσύ μ' έκαμες να ζω στη δυστυχία τούτη,<br /> +εσύ μ' εξόρισες· εσύ μ' έκαμες να γυρίζω<br /> +εδώ κ' εκεί και τη θροφή να ζητιανεύω απ' άλλους.<br /> +Κι' ανίσως δεν εγένναγα τις θυγατέρες τούτες<br /> +να με φροντίζουν, βέβαια συ δεν θα με βοηθούσες.<br /> +Αυτές τώρα με σώζουνε, αυτές θροφή μου δίνουν,<br /> +αυτές σαν άντρες, όχι σαν γυναίκες υποφέρουν<br /> +μαζί μου· εσείς παιδιά είσαστε άλλου κι' όχι δικά μου.<br /> +Δε σε προσέχει η μοίρα σου ακόμη, όπως σε λίγο,<br /> +αν είναι αλήθεια, ότι οι στρατοί κίνησαν για τη Θήβα.<br /> +Γιατί δεν είναι δυνατό την πολιτεία κείνη<br /> +να τη χαλάσης, αλλά εμπρός σ' αυτή νεκρός θα πέσης<br /> +γεμάτος αίμα και μαζί μ' εσένα κι' ο αδερφός σου.<br /> +Τέτοιες κατάρες κι' από πριν εγώ είχα ξεστομίσει<br /> +για σας· και τώρα τις καλώ να μούρθουν βοηθοί μου<br /> +να μάθετε να σέβεστε κείνους, που σας γεννήσαν. +(<sup><a href='#fn29' id='ref29'>29</a></sup>) +<br /> +Και βέβαια αυτές το θρόνο σου και την παράκλησή σου<br /> +βαστούνε τώρα, αν κάθεται με τους αρχαίους νόμους<br /> +η Δικιοσύνη η παλιά σιμά στου Δία τους θρόνους.<br /> +Κ' εσύ χάσου σαν σίχαμα και με δίχως πατέρα,<br /> +απ' τους κακούς ο πιο κακός, παίρνοντας για συντρόφους<br /> +τούτες μου τις κατάρες, που τώρα σου δίνω: μήτε<br /> +τη χώρα, που είν' πατρίδα σου, να κυριέψης, μήτε<br /> +πίσω να ξαναπάς ποτέ στ' Άργος, αλλ' από χέρι<br /> +συγγενικό να σκοτωθής, αφού σκοτώσης, κείνον <br /> +που σ' έκαμεν εξόριστο. Τέτοια σε καταριέμαι<br /> +και το σκοτάδι τ' αγριωπό φωνάζω του Ταρτάρου<br /> +μαζί του να σε πάρη,<br /> +φωνάζω τούτες τις θεές, φωνάζω και τον Άρη,<br /> +που ανάμεσό σας έβαλε το τρομερό το μίσος.<br /> +Και τώρα, που άκουσες αυτά, φεύγα αποδώ και τρέχα<br /> +σ' όλους τους Θηβαίους να ειπής και στους πιστούς βοηθούς σου,<br /> +πως έδωκε ο Οιδίποδας τέτοιο βραβείο στους γυιούς του.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Και για τους δρόμους πούκαμες του κάκου, Πολυνείκη,<br /> +σε συμπονώ· μα γλήγορα και τώρα φεύγα πάλι.</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Αλλοίμονο στο δρόμο μου! στην ατυχία μου, αλλοί μου!<br /> +ωιμένα και στους φίλους μου! Τέτοιο λοιπόν του δρόμου,<br /> +που απ' τ' Άργος ξεκινήσαμε, τι τέλος είναι, ωιμένα!<br /> +Τέτοιο που εγώ δε δύνουμαι μήτε και σε κανένα<br /> +απ' τους συντρόφους να το ειπώ, μήτε να τους γυρίσω<br /> +πίσω, παρά χωρίς μιλιά τη μοίρα τούτη πρέπει<br /> +να συναντήσω. Όμως εσάς, που ακούσατε, αδερφές μου,<br /> +όσα με καταράστηκε σκληρά ο πατέρας τούτος,<br /> +σας εξορκίζω στους θεούς, ανίσως του πατέρα<br /> +πιάση η κατάρα και ποτέ γυρίστε στην πατρίδα,<br /> +μη με παραμελήσετε παρά μέσα σε τάφο<br /> +φροντίστε να με βάλετε με τις τιμές, που πρέπει.<br /> +Κι' αν τώρα για όσα κάνετε σε τούτον σας παινεύουν,<br /> +κι' άλλον όχι μικρότερον έπαινο εσείς θα πάρτε<br /> +για κείνα, που θα κάμετε σ' εμέ τον αδερφό σας.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πολυνείκη, παρακαλώ σε κάτι να μ' ακούσης.</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Για τι πράμ', Αντιγόνη μου, αγαπημένη; λέγε.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Γύρισε πίσω το στρατό γλήγορα στ' Άργος πάλι,<br /> +και μη τη χώρα μας κ' εσέ τον ίδιον αφανίσης.</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Δεν είναι δυνατό· γιατί πώς θα μπορέσω πάλι<br /> +τον ίδιο να οδηγώ στρατό μια και γυρίσω πίσω;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Και τι ανάγκ' είναι, αδελφέ, και πάλι να θυμώσης; <br /> +ανίσως την πατρίδα σου ρημάξης, ποιο το κέρδος;</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Είναι ντροπή να φεύγω εγώ κι' από τον αδερφό μου,<br /> +αν κ' είμαι μεγαλείτερος, να περιπαίζουμαι έτσι.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Βλέπεις λοιπόν, πως βγαίνουνε σωστές οι προφητείες<br /> +τούτου, που λέει πως θάνατο θα δώστε ο ένας στον άλλο; +(<sup><a href='#fn30' id='ref30'>30</a></sup>) +</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Ναι, προφητεύει· όμως εγώ τη γνώμη δε θ' αλλάξω.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Αλλοίμονό μου η δύστυχη! και ποιος να σ' ακλουθήση<br /> +θε να τολμήση, ακούγοντας τις προφητείες τούτου;</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Μα δε θα ειπώ εγώ τα κακά· γιατί τα καλά μόνο<br /> +πρέπει ο καλός ο στρατηγός να λέη και τίποτε άλλο.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Λοιπόν, έτσι αποφάσισες να κάμης, αδερφέ μου;</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Ναι· και μη μ' εμποδίσης πια· για μένα όμως θε νάναι<br /> +η εκστρατεία αυτή κακιά κι' ολέθρια +(<sup><a href='#fn31' id='ref31'>31</a></sup>) + εξ αιτίας<br /> +του πατέρα μας τούτου και των Ερινύων του.<br /> +Κ' εσάς ο Δίας άμποτε να σας κατευοδώνη,<br /> +αν κάμετε όσα ζήτησα για μένα, όταν πεθάνω,<br /> +(γιατί δε θε να μ' έχετε πια ζωντανό) και τώρα<br /> +αφίστε με κ' έχετε γεια· δε θα με ξαναδήτε<br /> +πια ζωντανόν.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Αλλοίμονο στην κακομοίρα εμένα!</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Μη με μοιρολογάς.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Και, ποιος μπορεί να μη σε κλάψη,<br /> +αφού στον Άδη φανερά πηγαίνεις, αδερφέ μου;</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Αν πρέπη, θα πεθάνω εγώ.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Όχι, παρά άκουσέ με.</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Όσα δεν πρέπει μη μου λες.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ωιμέ η δυστυχισμένη<br /> +ανίσως και σε στερηθώ.</p> + +<p>ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ</p> + +<p>Από τη μοίρα τούτα<br /> +πρέπει να γίνουν έτσι ή αλλοιώς. Κ' εγώ τους θεούς<br /> +παρακαλώ για σας, κακό ποτέ να μην ιδήτε·<br /> +γιατί να δυστυχάτ' εσείς δεν είν' σωστό λένε όλοι.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή α'.</b></p> + +<p>Καινούργιες πάλι συφορές<br /> +μούρθανε και μεγάλες<br /> +απ' τον τυφλό τον ξένο,<br /> +εξόν αν είναι η μοίρα του.<br /> +Γιατί των θεών κανένα<br /> +θέλημα γελασμένο<br /> +πως βγαίνει δε μπορώ να ειπώ.<br /> +Αυτά ο καιρός τα βλέπει,<br /> +τα βλέπει πάντα κι' άλλα<br /> +κακά βάζοντας στα κακά<br /> +τα κάνει πιο μεγάλα.<br /> +Βρόντηξε, Δία, ο ουρανός.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδιά μου, αν είν' εδώ κανείς, ας τρέξη το Θησέα,<br /> +τον αξετίμητο άνθρωπο, γλήγορα εδώ να φέρη.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Τι τον θέλεις, πατέρα μου, που τον φωνάζεις νάλθη;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Του Δία τούτη η φτερωτή βροντή θε να με φέρη<br /> +τώρα στον Άδη· γλήγορα στείλτε λοιπόν για νάλθη.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Αντιστροφή α'.</b></p> + +<p>Να, τρομερά μεγάλο<br /> +αστροπελέκι πέφτει<br /> +από το Δία ριγμένο·<br /> +σκωθήκαν απ' το φόβο<br /> +του κεφαλιού μου οι τρίχες·<br /> +εδείλιασε η καρδιά μου·<br /> +γιατί και πάλι αστράφτει<br /> +ο ουρανός· τι τέλος<br /> +θα φέρη; το φοβάμαι·<br /> +γιατί τ' αστροπελέκι<br /> +ποτέ δεν πέφτει δίχως<br /> +να φέρη συφορά.<br /> +Ω Ουρανέ, ω Δία!</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδιά μου, ήλθε της ζήσης μου το τέλος, καθώς τώχαν<br /> +ειπεί οι θεοί, κι' αδύνατο μου είναι να το ξεφύγω.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Και πώς το ξέρεις; κι' από πού μπορείς να βγάλης τούτο;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Το ξέρω εγώ· μα γλήγορα όσο μπορεί, ας πάη<br /> +κάποιος εδώ το βασιλιά της χώρας να μου φέρη.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή β'</b></p> + +<p>Πω! πω! να πίσω πάλι<br /> +βροντολογάει τριγύρω<br /> +τ' άγριον αστροπελέκι.<br /> +Σπλαχνίσου μας, θεέ μου,<br /> +σπλαχνίσου μας, αν φέρνης<br /> +κάποιο κακό στη χώρα.<br /> +Καλόγνωμον ας σ' εύρω,<br /> +και τον καταραμένο<br /> +τον άντρ' αυτόν αν είδα,<br /> +γι' ανταμοιβή ας μη πάρω<br /> +καμμιά βλαβερή χάρη.<br /> +Αφέντη Δία, για σένα<br /> +τα λέγω τούτα εγώ.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Κοντά είναι τάχα ο βασιλιάς; άρα γε αυτός, παιδιά μου,<br /> +θα με προφτάση ζωντανό; νάχω τα λογικά μου;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Και σαν ποιο τάχα μυστικό να ειπής σ' αυτόνε θέλεις;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Για τα καλά που μούκαμε, χάρη πραγματική,<br /> +πούτυχε να του υποσχεθώ, θέλω σ' αυτόν να κάμω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Αντιστροφή β'.</b></p> + +<p>Ε, ε, παιδί του Αιγέα<br /> +γλήγορα τρέχα υ-υ ― <br /> +αν είσαι στης λαγκάδας<br /> +την άκρη και θυσίες<br /> +στης θάλασσας το θεό,<br /> +τον Ποσειδώνα, κάνης<br /> +μέσ' στο βωμό, που βώδια<br /> +σφάζουν επάνω του, έλα.<br /> +Γιατί νομίζει ο ξένος,<br /> +πως δίκιο είναι σ' εσένα<br /> +στους φίλους και στη χώρα<br /> +να κάμη δίκια χάρη<br /> +για όσα καλά έχει λάβει.<br /> +Γλήγορα, αφέντη, τρέχα.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Τι είναι οι καινούργιες οι φωνές, που βγάνετε και πάλι.<br /> +κ' εσείς κι' ο ξένος φανερά; μήπως κακό κανένα<br /> +σας έκαμε το φοβερό του Δία αστροπελέκι<br /> +ή το χαλάζι πούπεσεν; όλα να τα φοβάται<br /> +πρέπει κανείς, άμα ο Θεός σηκώνη τρικυμία.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Καθώς ποθούσα, βασιλιά, εμπρός μου ήλθες και κάποιος<br /> +θεός τον ερχομό σου αυτόν σούκαμ' ευτυχισμένο.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Παιδί του Λάιου, σαν τι καινούργιο είναι και πάλι;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Στο τέλος είμαι της ζωής· και θέλω να πεθάνω<br /> +χωρίς για όσα υποσχέθηκα στη χώρα και σ' εσένα<br /> +ψεύτης να βγω.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Κι' απόδειξη ποια του θανάτου σου έχεις;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Ίδιοι οι θεοί μου το μηνάν και μου το παραγγέλνουν,<br /> +κάνοντας ν' αληθεύουνε τα όσα σημάδια ωρίσαν.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Πώς είπες, ότι δείχνουνται, γέροντα, τα σημάδια;</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Με τις αδιάκοπες βροντές και με τ' αστροπελέκια,<br /> +που αμέτρητα το δυνατό χέρι του Δία τα ρίχνει.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Με πείθεις, επειδή πολλά βλέπω να προφητεύης<br /> +κι' όχι ψευτόλογα· και τι πρέπει να κάμω, λέγε.</p> + +<p><i>ΟΙΔΙΠΟΥΣ</i></p> + +<p>Παιδί του Αιγέα, θε να σου ειπώ εγώ όσα θε να κάμουν<br /> +τούτη την πολιτεία σου για πάντα ευτυχισμένη.<br /> +Μόνος μου, δίχως οδηγό, θε να σου δείξω αμέσως<br /> +τον τόπον όπου πρέπει εγώ τα μάτια μου να κλείσω.<br /> +Κι' αυτόν τον τόπο μη τον πης ποτέ σου σε κανένα,<br /> +μήτε που κρύβεται, μηδέ σε ποιο βρίσκεται μέρος<br /> +για να σου δίνη πάντ' αυτός βοήθεια όσην οι ξένοι<br /> +μισθοφόροι σου και πολύς στρατός δε θα σου δίνουν.<br /> +Κ' εκείνα, που δε λέγουνται και πρέπει να κρατιούνται<br /> +κρυφά, σαν έλθης μόνος σου εκεί, θε να τα μάθης·<br /> +γιατί δεν πρέπει να τα ειπώ μήτε σ' άλλον κανένα,<br /> +μήτε και στα παιδιά μου αυτά, μ' όσο κι' αν τ' αγαπάω.<br /> +Μα πάντα μόνος ξέρε τα, κι' όταν στο τέλος φτάσης<br /> +της ζήσης σου, στον πιο τρανό της χώρας μόνο ειπέ τα<br /> +κ' εκείνος πάλιν ας τα λέη στο διάδοχό του πάντα.<br /> +Κ' έτσι την πολιτεία σου ανίκητη θα κάμης<br /> +απ' τους Θηβαίους· κ' οι πολλές οι πολιτείες, κι' αν έχη <br /> +καλή κυβέρνηση καμμιά, εύκολ' αυθαδιάζουν.<br /> +Μα όταν η τρέλλα κανενός φτάση ως που τα θεία<br /> +να λησμονάη, πάντα οι θεοί προσέχουν κι' ας αργούνε·<br /> +μη θέλης τούτο εσύ, παιδί του Αιγέα, να το πάθης.<br /> +Αυτά όμως, που ορμηνεύω σε, πολύ καλά τα ξέρεις.<br /> +Μα τώρα πια ας πηγαίνουμε στον τόπο, ας μην αργούμε,<br /> +γιατί πολύ με βιάζουνε τα θεϊκά σημάδια. <br /> +Παιδιά μου, ακολουθάτε με. Γιατί οδηγός σας τώρα<br /> +γίνουμ' εγώ, καθώς εσείς είσαστε του πατέρα.<br /> +Εμπρός· και μη μ' εγγίζετε, παρά αφίστε με ναύρω<br /> +μονάχος μου τον ιερό τον τάφον, όπου η μοίρα<br /> +μούχει ωρισμένο να κρυφτώ κάτω απ' το χώμα τούτο.<br /> +Εδώθ' εδώ βαδίζετε· γιατί απ' εδώ με φέρνει <br /> +ο Ερμής ο ψυχοδηγητής κ' η θεά του κάτω κόσμου.<br /> +Ω φως αθώρητο! ήσουνα κάποτε πριν δικό μου<br /> +και τώρα για στερνή φορά σ' εγγίζει το κορμί μου.<br /> +Γιατί τώρα τον υστερνό παίρνω της ζήσης δρόμο<br /> +και πάω στον Άδη να κρυφτώ. Μα, αγαπημένε φίλε,<br /> +κ' εσύ και τούτη η χώρα σου κ' οι άνθρωποί σου πάντα<br /> +ευτυχισμένοι να είσαστε, και να θυμάστε κάπου<br /> +μέσα στην ευτυχία σας κ' εμέ τον πεθαμμένο.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Στροφή</b></p> + +<p>Ανίσως και συχωρεμένο μου είναι<br /> +την αθώρητη τη θεά με σέβας<br /> +να παρακαλώ κ' εσέν', Αϊδωνέα,<br /> +του κάτω κόσμου βασιλιά, Αϊδωνέα,<br /> +παρακαλώ μήτε με πόνο, μήτε<br /> +με θάνατο τυραγνισμέν' ο ξένος<br /> +να φτάση στων νεκρών τον τόπο, που όλα<br /> +τα κρύβει, και στα Στύγια τα παλάτια.<br /> +Γιατί πολλές κι' αν σ' ηύραν δυστυχίες<br /> +άδικα, δύνεται ο θεός ο δίκιος<br /> +να σε σηκώση πάλι.</p> + +<p><b>Αντιστροφή</b></p> + +<p>Ω σκοτεινές θεές κι' άγριο θερίο,<br /> +που εμπρός στις πολυσύχναστες τις θύρες<br /> +κάθεσαι ξαπλωμένο και γαυγύζεις<br /> +απ' τη σπηλιά σου κ' είσαι, καθώς λένε,<br /> +φύλακας ανημέρευτος στον Άδη!<br /> +Τούτο, ω παιδί της Γης και του Ταρτάρου,<br /> +παρακαλώ να τραβηχτή στην άκρη<br /> +για ναύρη λεύτερο το διάβα ο ξένος,<br /> +που στο βασίλειο των νεκρών πηγαίνει.<br /> +Εσέ, που τον αιώνιον ύπνο φέρνεις,<br /> +παρακαλώ για τούτα.</p> + +<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p> + +<p>Ε, πατριώτες! σύντομα πολύ μπορώ να λέω<br /> +νεκρό πια τον Οιδίποδα· μα πώς το πράγμα εγίνη<br /> +δεν είναι διόλου δυνατό να το ιστορώ με λίγα,<br /> +γιατί και τα όσα γίνηκαν εκεί λίγα δεν ήταν.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν πέθανε ο δύστυχος;</p> + +<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p> + +<p>Μάθε το, πως εκείνος<br /> +για πάντα την πολύπαθη ζωή του άφισε πίσω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πώς; Τάχα οι θεοί του δώσανε θάνατο δίχως πόνο;</p> + +<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p> + +<p>Αυτό προ πάντων άξιο του θαυμασμού μας είναι.<br /> +Γιατί πώς έφυγε από δω, κ' εσύ, που παρόν ήσουν,<br /> +τα ξέρεις, δηλαδή χωρίς νάχη οδηγό κανένα<br /> +αλλά οδηγώντας μας αυτός· κι' όταν στον καταρράχτη <br /> +έφτασε, που είναι μέσ' στη γη με χάλκινα θεμέλια<br /> +στερεωμένος, στάθηκε σ' έν' απ' τα μονοπάτια<br /> +στη γούβα τη βαθουλωτή σιμά, όπου του Θησέα<br /> +και του Πειρίθου βρίσκουνται τα αιώνια θυμητάρια<br /> +της συμφωνίας πούκαμαν. Αφού στη μέση εστάθη<br /> +από τη γούβα κι' από την πέτρα, που σύνορο είναι, +(<sup><a href='#fn32' id='ref32'>32</a></sup>) +<br /> +κι' από την κούφια την γκόρτσα και τον πετρένιο τάφο,<br /> +κάθησε κ' έπειτα έλυσε τα λερωμένα ρούχα.<br /> +Κατόπιν, αφού φώναξε τις κόρες του, ζητούσε<br /> +να φέρουνε τρεχούμενο νερόν από εκεί κάπου<br /> +για να λουστή και για σπονδές. Κ' εκείνες, αφού πήγαν <br /> +στο λόφο τον αντικρυνό της Δήμητρας, που κάνει<br /> +όλα ν' ανθίζουν, γλήγορα φέρανε στον πατέρα<br /> +αυτές του τις παραγγελιές, και το λουτρό και ρούχα<br /> +του ετοίμασαν καθώς για τους νεκρούς είναι συνήθεια·<br /> +κι' όταν ευχαριστήθηκε, γιατί είχαν όλα γίνει,<br /> +(τίποτα πια δεν έμενεν απ' όσα επιθυμούσε) +(<sup><a href='#fn33' id='ref33'>33</a></sup>) +<br /> +ο Δίας ο κάτω βρόντηξε και πάγωσαν οι κόρες<br /> +από το φόβο, ως τάκουσαν· κ' επάνω στου πατέρα<br /> +τα γόνατα αφού πέσανε, κλαίγανε και δεν παύαν<br /> +να στηθοκόβουνται και να μοιρολογούν περίσσα·<br /> +κ' εκείνος την πικρή φωνή καθώς ακούει ξάφνου,<br /> +αφού τις σφιχταγκάλιασε, τους είπε: ωιμέ, παιδιά μου,<br /> +δεν έχετε πια σήμερα πατέρα. Εγώ πεθαίνω<br /> +και πια δε θα φροντίζετε να με γεροκομάτε<br /> +με τόσα βάσανα· σκληρό, παιδιά μου, ήταν, το ξέρω,<br /> +μα όλους αυτούς τους κόπους σας γλυκαίνει ένας μου λόγος.<br /> +Καθείς δε σας αγάπησε περσότερο από μένα,<br /> +που τώρα πια με χάνετε κ' έτσι ορφανές θα ζήτε<br /> +όλη την άλλη σας ζωή. Τέτοια θρηνούσαν όλοι<br /> +μ' αναστενάγματα βαθιά και σφικταγκαλιασμένοι.<br /> +Κι' όταν στο τέλος έφτασαν των θρηνητών και βόγγο<br /> +κανένα πια δεν έβγαναν, βαθειά σιωπή εγίνη.<br /> +Και ξάφνου τον εφώναξε κάποιου η φωνή, που όλοι<br /> +τρομάξαν κι' απ' το φόβο τους σκωθήκαν τα μαλλιά τους.<br /> +Γιατί ο θεός πολλές φορές και δυνατά τον κράζει:<br /> +Ε! εσύ, ε! εσύ Οιδίποδα! γιατί αργοπορούμε<br /> +να πάμε; εσύ από μέρος σου αργείς από πολληώρα.<br /> +Κ' εκείνος μόλις άκουσεν, ότι θεός τον κράζει,<br /> +γυρεύει νάλθη ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας·<br /> +κι' αφού κοντά του επήγε αυτός τούπεν: αγαπημένε,<br /> +το σεβαστό το χέρι σου δόσε το στα παιδιά μου<br /> +για να ορκιστής ― δόστε κ' εσείς, παιδιά μου, το δικό σας ― <br /> +και τάξε μου, ότι ποτέ δε θα προδώσης τούτα<br /> +με θέλησή σου, κι' όσα εσύ έχεις σκοπό να κάμης<br /> +κάμε τα, πάντα σου έχοντας στο νου σου το καλό τους.<br /> +Κι' αυτός σαν γενναιόκαρδος άντρας κι' όχι με θρήνους<br /> +στον ξένον υποσχέθηκε μ' όρκο, πως θα τα κάμη.<br /> +Και καθώς γίνηκαν αυτά αμέσως ο Οιδίπους<br /> +με τα τυφλά τα χέρια του αγγίζει τα παιδιά του,<br /> +και λέει: θυγατέρες μου ανάγκη είναι, την τύχη<br /> +τη νέαν αφού υποφέρετε +(<sup><a href='#fn34' id='ref34'>34</a></sup>) +, να φύγετε απ' το μέρος<br /> +τούτο και να μη θέλετε να ιδήτε όσα δεν πρέπει<br /> +να βλέπετε, μηδέ όσα εμείς θα πούμε να γροικήστε.<br /> +Όσο το γληγορώτερο φευγάτε· κι' ο Θησέας<br /> +μονάχος του να μείνη εδώ να μάθη όσα θα γίνουν.<br /> +Αφού μας είπε τόσ' αυτός, τον υπακούσαμε όλοι<br /> +και δάκρυα χύνοντας βροχή φεύγαμε με τις κόρες.<br /> +Σε λίγο, όταν εφύγαμε, γυρίσαμε να ιδούμε<br /> +από μακριά· όμως πουθενά δεν είδαμε πια νάναι <br /> +ο Οιδίποδας· μα ο βασιλιάς μόνος και να κρατάη<br /> +στα μάτια εμπρός τα χέρια του για να τα ισκιάζη, σάμπως <br /> +να εφάνη κάτι φοβερό και να το βλέπη μόνο.<br /> +Σε λίγο όμως τον βλέπουμε να προσκυνάη με σέβας <br /> +τη γη και να παρακαλή τον Όλυμπο συνάμα.<br /> +Κ' εκείνος με ποιο θάνατον επέθανε κανένας<br /> +δε θα μπορέση να το ειπή, εξόν απ' το Θησέα.<br /> +Γιατί δεν τόνε σκότωσε κανένα αστροπελέκι<br /> +του Δία, μηδέ θαλασσινή φουρτούνα, που εσηκώθη<br /> +εκείνη τη στιγμή, παρά κάποιος, που ήταν σταλμένος<br /> +απ' τους θεούς, ή θ' άνοιξε καλόγνωμο το στόμα<br /> +του Άδη το αλύπητο, γιατί δεν πέθανεν εκείνος<br /> +με τρόπο, που να τον θρηνή κανείς, μηδ' απ' αρρώστια<br /> +πάσχοντας, αλλά θαυμαστός όσο κανείς στον κόσμο·<br /> +κι' αν φαίνουμαι, ότι δε μιλώ φρόνιμα, δε ζητάω<br /> +συμπάθειο απ' όσους με θαρρούν πως λογικά δε λέω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Κι' όσοι τον ξεπροβόδησαν από τους φίλους που είναι<br /> +κ' οι κόρες του;</p> + +<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p> + +<p>Δεν είναι αυτές μακριά· γιατί οι φωνές τους<br /> +γεμάτες θρήνο μαρτυρούν, πως έρχουντ' εδώ πέρα.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p><b>Στροφή α'.</b></p> + +<p>Ωιμένα! αλλοίμονο! έχουμε,<br /> +έχουμε οι κακομοίρες<br /> +να κλαίμε, αλήθεια, για πολλά<br /> +κι' όχι μόνο για το αίμα<br /> +του δύστυχου πατέρα μας,<br /> +που ήταν καταραμένο<br /> +και πριν τη γέννησή του·<br /> +να κλαίμ' εμείς, που αδιάκοπα<br /> +άλλοτε τόσους πόνους<br /> +βαστούσαμε κι' αμέτρητους<br /> +στο τέλος θε να ειπούμε,<br /> +γιατί είδαμε και πάθαμε<br /> +πολλά για τον πατέρα.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι είναι;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Μπορείτε, φίλοι μου,<br /> +εσείς να το υποθέστε.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πέθανε;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Όσο καλλίτερα<br /> +μπορούσες να ποθήσης.<br /> +Γιατί τι περισσότερο<br /> +μπορείς να επιθυμήσης<br /> +για κείνον, που ούτε πόλεμος<br /> +μήτε κι' ανεμοζάλη<br /> +θαλασσινή τον χτύπησε,<br /> +αλλά τον εκατάπιαν<br /> +τόποι κρυφοί κι' αθώρητοι,<br /> +ενώ τον ετραβούσε<br /> +αθώρητος ο θάνατος;<br /> +Ω! η κακομοίρα! νύχτα<br /> +μαύρη κι' ολέθρια απλώθηκε <br /> +στα μάτια μας επάνω.<br /> +Γιατί πώς, τριγυρίζοντας<br /> +σε μακρυσμένη χώρα<br /> +ή μέσα σε θαλασσινή<br /> +φουρτούνα, θα μπορούμε<br /> +τη δυσκολόβρετη θροφή<br /> +για τη ζωή να βρούμε;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Δεν ξέρω. Κι' άμποτε ο φονιάς<br /> +ο Άδης να με σκοτώση<br /> +για να πεθάνω η δύστυχη<br /> +μαζί με τον πατέρα·<br /> +γιατί θα είν' κακορροίζικη<br /> +για μένα πια η ζωή μου.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Χρυσά μου διδυμιάρικα!<br /> +τη θεϊκιά τη μοίρα,<br /> +σαν ήλθε, να υποφέρετε<br /> +παλληκαρήσια πρέπει.<br /> +Δεν πρέπει και να νοιώθετε<br /> +τόσο μεγάλο πόνο,<br /> +γιατί και δεν εφτάσατε<br /> +σε τόση δυστυχία.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p><b>Αντιστροφή α'.</b></p> + +<p>Όμως ποθούσαμ' εμείς κάπως <br /> +και τη δυστυχία.<br /> +Γιατί κ' εκείνο που δεν ήταν<br /> +διόλου αγαπημένο,<br /> +ήταν για εμάς αγαπημένο,<br /> +όταν τον κρατούσα εκείνον<br /> +μέσ' στην αγκαλιά μου.<br /> +Αγαπημένε μου πατέρα,<br /> +πούσαι διπλωμένος<br /> +της γης το αιώνιο σκοτάδι, <br /> +κι' αν δε ζης, θα σ' αγαπάμε<br /> +πάντα εγώ και τούτη.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πέθανε πια;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Βρήκε αυτός τέλος <br /> +όπως το ποθούσε.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ποιο τέλος;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πέθανε στην ξένη<br /> +χώρα, που ήθελε, και τάφο<br /> +πάντα ισκιερόν έχει,<br /> +κι' άφησε ο θάνατός του λύπη,<br /> +που το θρήνο φέρνει.<br /> +Γιατί πατέρα μου για σένα<br /> +με στεναγμούς τα δάκρυα τρέχουν,<br /> +μήτε ξέρω η μαύρη<br /> +την τόση μου για σένα λύπη<br /> +πώς να τη μερώσω.<br /> +Ωιμέ! ήθελες σε χώρα ξένη<br /> +να πεθάνης, πέθανες όμως<br /> +έτσι μόνος κ' έρμος.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Δύστυχη εγώ! τάχα ποια μοίρα<br /> + ― υ ― υ ― υ ― <br /> +πάλι εμέ κ' εσένα<br /> +μας περιμένει, αγαπημένη,<br /> +έτσι ορφανές από πατέρα;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αλλ' αφού είχε τέλος<br /> +ευτυχισμένο, αγαπημένες,<br /> +παύτε αυτή τη λύπη·<br /> +γιατί κανένας δεν υπάρχει,<br /> +που δυστυχία να μη τον δέρνη.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p><b>Στροφή β'.</b></p> + +<p>Πίσω, καλή μου, ας τρέξουμε.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Να κάνουμε τι;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Θέλω . . .</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Τι;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Να ιδώ τον τάφο . . .</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Ποιου;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ωιμένα! . . του πατέρα.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Και πώς είν' τούτο βολετό; <br /> +Μήπως δε βλέπεις τάχα; . . .</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Για ποια αφορμή με μάλωσες;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Και για τούτο: ότι . . .</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Τι είναι<br /> +και πάλι αυτό;</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Πώς άταφος<br /> +χάθηκε εκείνος κ' έρμος.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Φέρε με και στον τάφο του<br /> +σφάξε με τότ' επάνω.</p> + +<p><i>ΙΣΜΗΝΗ</i></p> + +<p>Ωιμένα η τρισβαριόμοιρη!<br /> +πώς πάλι εγώ θα ζήσω<br /> +ορφανεμένη κ' έρημη<br /> +ζωή δυστυχισμένη;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><b>Αντιστροφή β'.</b></p> + +<p>Μη φοβηθήτε, αγαπημένες.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Μα πώς να γλυτώσω;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Και πριν εγλύτωσες . . .</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Τι τάχα;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>και δε σ' ηύρε κάποια<br /> +δυστυχία τρανή . . .</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Το ξέρω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Σαν τι λοιπόν έχεις στο νου σου;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πώς θα πάμε πίσω<br /> +στην πατρίδα μας, δεν ξέρω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μην το ζητάς τούτο.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Μας αναγκάζ' η δυστυχία.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Και πρώτα σας στενοχωρούσε.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ήταν πριν μεγάλη,<br /> +μα τώρα πιο χειρότερ' είναι.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Σας έλαχε κάποιο<br /> +πέλαγο συφοράς μεγάλο.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Ωιμένα! πού να πάμε, Δία;<br /> +Γιατί σαν ποια τώρα<br /> +ελπίδα πια ο θεός μ' αφίνει;</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Παύτε, κόρες, τα κλάμματα· γιατί δεν πρέπει<br /> +λύπη να δείχνουμε όπου σαν ευεργεσία +(<sup><a href='#fn35' id='ref35'>35</a></sup>) +<br /> +έρχεται ο θάνατος· είν' αμαρτία τούτο.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Προσπέφτουμε στα πόδια σου, παιδί του Αιγέα.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Για να σας κάμω ποια παράκλησή σας, κόρες;</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Θέλουμε του πατέρα μας κ' εμείς να ιδούμε<br /> +τον τάφο.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Μα δεν είναι δυνατό να γίνη.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Πώς είπες, της Αθήνας βασιλιά κι' αφέντη;</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Παρθένες! μούπε κείνος: άνθρωπος κανένας<br /> +μήτε στους τόπους τούτους να σιμώση, μήτε<br /> +στον τάφο να προσευχηθή τον εδικό του.<br /> +Και μούπε, πως αν τα φυλάξω καλά τούτα<br /> +η χώρα μου θε νάναι πάντα δίχως λύπη.<br /> +Τούτα λοιπόν τάχει ο θεός μας ακουσμένα<br /> +κι' ο Όρκος του Δία, που όλα τ' ακούει.</p> + +<p><i>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</i></p> + +<p>Μα ανίσως τούτα<br /> +τα θέλησ' έτσι εκείνος νάναι, μας αρκούνε.<br /> +Και τώρα στείλε μας στη Θήβα την αρχαία<br /> +μήπως κ' εμποδίσουμε των δυο αδερφών μας<br /> +το σκοτωμό.</p> + +<p><i>ΘΗΣΕΑΣ</i></p> + +<p>Κι' αυτά θα κάμω κι' όλα, όσα<br /> +μπορώ να κάμω ωφέλιμα σ' εσάς για χάρη<br /> +κείνου, που εδώ και λίγην ώρα μέσ' στο χώμα<br /> +μπήκε κ' εχάθη· εγώ δεν πρέπει ν' αποκάνω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Μα τώρα τ' αναφυλλητά<br /> +παύτε και μην αρχίστε<br /> +τα μοιρολόγια πάλι·<br /> +γιατί το δίχως άλλο αυτά<br /> +είν' επικυρωμένα.</p> + +<h3 style="margin-top: 8em">ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ</h3> + +<p> +<br /> +Κατά την μετάφρασιν ηκολούθησα το κείμενον της εκδόσεως τον Γ. Δίνδορφ. Εν τούτοις είς +τινα χωρία επροτίμησα άλλας γραφάς. Εις τας κατωτέρω παρατηρήσεις σημειώνω δια +ποιον λόγον επροτίμησα την τάδε ή τάδε γραφήν και διατί μετέφρασα ούτως ή ούτως, μη +ακολουθήσας ενιαχού και την κοινώς παραδεδεγμένην ερμηνείαν. Η κατά στίχον +παραπομπή γίνεται εις την έκδοσιν του Dindorf.</p> + + +<p id='fn1'>Σημ. 1 +. ― Στίχος 76</p> + +<p>. . . επεί περ ει<br /> +γενναίος, ως ιδόντι, πλην του δαίμονος.</p> + +<p>Εις πλείστους κριτικούς ο στίχος ούτος παρουσιάζει δυσκολίας συντακτικάς και +ερμηνευτικάς, ένεκα δε τούτον προβαίνουν εις διαφόρους διορθώσεις. Το «<b>πλην του +δαίμονος</b>» το εξηγούν «<b>εκτός της δυστυχίας</b>», ήτις ερμηνεία αδυνατίζει την +έννοιαν του στίχου. Τηρών την αρχικήν γραφήν, επροτίμησα να μεταφράσω κατ' έννοιαν +μάλλον ή κατά λέξιν.<a href='#ref1' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn2'>Σημ. 2 +. ― στ. 100</p> + +<p>. . . νήφων ασίνοις</p> + +<p>Το «νήφων» άλλοι ερμηνεύουν «<b>νηστικός</b>» και άλλοι «<b>δεν είχε πίει +οίνον</b>». Φρονώ ότι εδώ, ως και αλλαχού, «<b>νήφων</b>» σημαίνει απλώς +«<b>φρόνιμος</b>», δηλαδή άνθρωπος έχων τα λογικά του. <b>Άοινοι θεαί</b> είναι αι +Ερινύες.<a href='#ref2' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn3'>Σημ. 3 + ― στ. 138.</p> + +<p>. . . φωνή γαρ ορώ,<br /> +το φατιζόμενον.</p> + +<p>Επροτίμηοα την κατά Bellermann γραφήν, καθ' ήν μετά το «φωνή» δεν χρειάζεται +κόμμα, ότε το «φατιζόμενον» πρέπει να το λάβωμεν ως αντικείμενον του «ορώ». Δηλαδή +«από την φωνήν βλέπω (εννοώ) το λεγόμενον». Κατ' εμέ «εσάς τους ομιλούντας».<a +href='#ref3' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn4'>Σημ. 4 + ― στ. 141</p> + +<p>δεινός μεν οράν, δεινός δε κλύειν.</p> + +<p>Πάντες σχεδόν οι ερμηνευταί εξηγούν «φοβερός την όψιν και την ακοήν». Επειδή ο +Οιδίπους δεν δύναται να είναι φοβερός εις το ν' ακούη, αλλ' εις το να τον ακούη άλλος, +μετέφρασα το «<b>δεινός κλύειν</b>» «<b>φοβερός στη φωνή</b>».<a href='#ref4' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn5'>Σημ. 5 + ― στ. 149</p> + +<p>εή, αλαών ομμάτων,<br /> +άρα και ήσθα φυτάλμιος δυσαίων; </p> + +<p>Η μετά την λέξιν «ομμάτων» τελεία είναι διόρθωσις τον Κοραή, ην δέχονται ολίγιστοι +κριτικοί. Την επροτίμησα, διότι όντως η φράσις γίνεται επιφωνηματική. Τοιούτου δε είδους +επιφωνηματικάς φράσεις έχει πλείστας όσας η δημοτική γλώσσα. Πολλοί θέλουν το +«αλαών ομμάτων» να το αποδώσωμεν εις το «φυτάλμιος», μετά το οποίον θέτουν το +ερωτηματικόν. Αλλά τότε, κατ' εμέ, χάνεται η ζωηρότης τον λόγου.<a href='#ref5' +title='πίσω'>↩</a></p> + + + +<p id='fn6'>Σημ. 6 + ― στ. 157</p> + +<p> . . . κάθυδρος ου<br /> +κρατήρ μειλιχίων ποτών<br /> +ρεύματι συντρέχει.</p> + +<p>Πλείστοι ερμηνευταί εξηγούν: «εις το νάπος (λαγκάδα) χύνονται πολλοί ρύακες με +γλυκύ ρεύμα», διό και το νάπος είναι ποιήεν. Ο κρατήρ όμως δεν «συντρέχει» με τους +ρύακας, αλλά με τα προσφερόμενα εις τας Ερινύας ποτά, ύδωρ και μέλι.<a href='#ref6' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn7'>Σημ. 7 + ― στ. 172.</p> + +<p>είκοντας α δεί κακούοντας.</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν «κουκ ακούοντας». Η διόρθωσις οφείλεται εις τον Musgave· +άλλοι διορθώνουν άλλως. Επροτίμησα το «<b>κακούοντας</b>» με την σημασίαν όμως του +«<b>υπακούω</b>», διότι συμφωνεί προς όλον τον άλλον λόγον.<a href='#ref7' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn8'>Σημ. 8 + ― στ. 189.</p> + +<p>ίν' αν ευσεβίας επιβαίνοντες.</p> + +<p>Οι ερμηνευταί διαφωνούν περί την σημασίαν της φράσεως. Επροτίμησα την ερμηνείαν +των Wex και Hartung, οι οποίοι εξηγούν «ευσεβώς πατούντες». Κατ' εμέ, ο Οιδίπους, +ευρισκόμενος ακόμη υπό την εντύπωσιν των λόγων του Χορού, έχων δε πάντοτε εις τον +νουν του την προφητείαν του Φοίβου και μη βλέπων πού ακριβώς ευρίσκεται, νομίζει ότι +πρέπει να πατή μ' ευλάβειαν παν πλησίον μέρος.<a href='#ref8' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn9'>Σημ. 9 + ― στ. 197.</p> + +<p>. . . . . εν ασυχαία<br /> +βάσει βάσιν άρμοσαι</p> + +<p>Ικανοί ερμηνευταί και ιδίως ο Bellermann το «βάσει βάσιν άρμοσαι» εξηγούν: «βήμα +προς βήμα» και άλλοι το «βήμα μου σ' οδηγεί!» Όλος ο διάλογος ούτος Χορού, Οιδίποδος +και Αντιγόνης στρέφεται εις το πώς να καθίση ο Οιδίπους μετά την ερώτησιν τούτου: +«εσθώ;» Τον τρόπον του καθίσματος αυτού ημείς σήμερον τον λέγομεν απλούστατα +«διπλοπόδι»· και ούτω καθίζει η Αντιγόνη τον Οιδίποδα. Διά την θέσιν των στίχων 197- 200 +επροτίμησα την γραφήν του Dindorf ως παρουσιάζουσαν φυσικώτερον τον διάλογον.<a +href='#ref9' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn10'>Σημ. 10 + ― στ. 267.</p> + +<p>ει σοι τα μητρός και πατρός χρείη λέγειν;</p> + +<p>Ο Wex διορθώνει εις: «ή σοι τα μητρός και πατρός χρεία λέγειν;»</p> + +<p>Επροτίμησα την διόρθωσιν, διότι κατ' αυτήν οι λόγοι του Οιδίποδος ενταύθα +ανταποκρίνονται πληρέστερον προς την ψυχολογικήν κατάστασιν του χορού.<a href='#ref10' + title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn11'>Σημ. 11 +. ― στ. 278</p> + +<p>ώσπερ με κανεστήσασθ' ώδε σώσατε.</p> + +<p>Οι ερμηνευταί εξηγούν: «ως με ηγείρατε της θέσεώς μου ή μ' εμακρύνατε». Νομίζω, ότι +ενταύθα το «<b>ανεστήσασθε</b>» εξηγείται ορθότερον: «με βγάλατε από το κακό ή την +αμαρτία», μη αφίνοντές με δηλαδή να πατώ τον ιερόν τόπον. Η ερμηνεία αύτη ενισχύεται +και από τους προηγουμένους λόγους του χορού στίχ. 151. Η απομάκρυνσις του Οιδίποδος +εκ τον ασύλου του διά της υποσχέσεως τον χορού (στ. 176-177) και η μη τήρησις της +υποσχέσεως ταύτης δεν ήτο δυνατόν να χρησιμεύσουν εις τον Οιδίποδα ως επίκλησις διά +την σωτηρίαν του.<a href='#ref11' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn12'>Σημ. 12 + ― στ. 306.</p> + +<p>. . . . κ' ει βραδύς γήρα . . .</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν «<b>κ' ει βραδύς εύδει</b>». Άλλοι διορθώνουν άλλως. Νομίζω, +ότι δυνατόν η ορθή γραφή να είναι «<b>κ' ει βαρύς εύδων</b>», σύμφωνα με την οποίαν +εξήγησα «κι' αν βαρυέται από ύπνο», διότι συνήθως ο μόλις αφυπνιζόμενος είναι βαρύς +(βαρετός).<a href='#ref12' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn13'>Σημ. 13 + ― στ. 309.</p> + +<p>τις γαρ έσθ' ος ουχ αυτώ φίλος;</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν: «τις γαρ εσθλός κτλ». Ο Benedict διώρθωσεν εις: «τις γαρ εσθλός +ουκ αυτώ (τω Θηοεί) φίλος;» όπερ και επροτίμησα, διότι ανταποκρίνεται εις την +προηγηθείσαν ευχήν του Οιδίποδος «ευτυχής ίκοιτο τη θ' αυτού πόλει».<a href='#ref13' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn14'>Σημ. 14 + ― στ. 380.</p> + +<p>ως αυτίκ' Άργος ή το Καδμείων πέδον<br /> +τιμή καθέξον ή προς ουρανόν βιβών.</p> + +<p>Πολλοί ερμηνευταί το «<b>προς ουρανόν βιβών</b>» εξηγούν «<b>να καταστρέψη με +πυρ</b>», αναμιγνύουν δε όλως ακαίρως και το όνομα του Καπανέως. Ο αρχαίος +σχολιαστής, τον οποίον ακολουθούν και άλλοι νεώτεροι, ερμηνεύει: «να υψώση δια της +ευκλείας», ήτοι το Άργος να δοξάση τας Θήβας με την καταστροφήν του στρατού του. +Επροτίμησα την ερμηνείαν ταύτην, έχων υπ' όψιν μου την ανάλογον δημοτικήν φράσιν +«ανεβάζω στα ουράνια» επί της σημασίας του «δοξάζω».<a href='#ref14' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn15'>Σημ. 15 + ― στ. 515.</p> + +<p>. . . . ανοίξης<br /> +τας σας, πέπον, έργ' αναιδή.</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν «α πέπονθ' αναιδή», όπερ και επροτίμησα. Το επίθετον «αναιδή» +διορθούν τινες εις «δεινά ή άναυδα». Εκράτηοα την λέξιν με την σημασίαν «σκληρά», διότι +αύτη ανταποκρίνεται εις το προηγούμενον «δειλαίας αλγηδόνος» και διότι ο Οιδίπους +παντού περί της σκληρότητος μάλλον ή της αισχρότητος των παθημάτων του ομιλεί.<a +href='#ref15' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn16'>Σημ. 16 + ― στ. 534.</p> + +<p>αύται γαρ απόγονοι τεαί;</p> + +<p>Άλλοι διορθώνουν άλλως. Τα χειρόγραφα έχουν: «σαι τάρ' εισίν απόγονοί τε και; . .» +όπερ επροτίμησα ως ζωηρότερον· προ πάντων ο κατά το τέλος του στίχου και είναι +απαραίτητος διά το εναγώνιον του διακοπτομένου διαλόγου. <a href='#ref16' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn17'>Σημ. 17 + στ. 563</p> + +<p>. . . χώς τις πλείστ' ανήρ ήθλησα κτλ</p> + +<p>Πάντες οι ερμηνευταί εξηγούν: «εκινδύνευσα, ως τις άλλος ανήρ κινδυνεύσας κτλ». +Νομίζω, ότι η ερμηνεία αυτή είναι λίαν εξεζητημένη. Το «ως τις ανήρ» ενταύθα σημαίνει +«σαν άντρας» ως λέγομεν σήμερον. Ο προσδιορισμός τον «ανήρ» διά του αοριστολογικού +<b>τις</b> επιτείνει την σημασίαν του = γενναίος, αληθινός άντρας.<a href='#ref17' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn18'>Σημ. 18 + ― στ. 746</p> + +<p>αεί δ' αλήτην . . . . βιοστερή</p> + +<p>Δεν εδίστασα να μεταχειρισθώ εις την μετάφρασιν τας λαϊκωτάτας λέξεις: ― +«αλανιάρης και νηστικός». Το «αλανιάρης» ο Αθηναϊκός λαός το μεταχειρίζεται δι' +ανθρώπους μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίναι ή διά τους ζώντας την ζωήν των κατά +Γάλλον; «bohèmes». Αξία δε σημειώσεως είναι και η ταυτότης της ρίζης του «αλανιάρης» +προς την τον «αλάομαι ― ώμαι ― πλανώμαι». «Νηστικόν» ο Ελληνικός λαός λέγει όχι +μόνον τον μη φαγόντα άπαξ κατά την ωρισμένην ώραν, αλλά και τον διαρκώς στερούμενον +τα του βίου.<a href='#ref18' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn19'>Σημ. 19 + ― στ. 816</p> + +<p>ή μην συ κάνευ τούδε λυπηθείς έσει.</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν «τώνδε». Κατά την ερμηνείαν όμως του αρχαίου σχολιαστού ο +Musgave διώρθωσεν εις «τούδε», όπερ και επροτίμησα. Κατά την γραφήν των +χειρογράφων πρέπει να μεταφράσωμεν:<a href='#ref19' title='πίσω'>↩</a></p> + +<p>Κι' όμως εσύ θα λυπηθής κι' ας μη το θέλουν τούτοι (δηλαδή ο Χορός).</p> + + +<p id='fn20'>Σημ. 20 + ― στ. 865</p> + +<p>θείεν μ' άφωνον τήσδε της αράς έτι</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν «τήσδε γης, αράς έτι». Η διόρθωσις, ην παρεδέχθη ο Dindorf, +εγένετο εις την Λονδίνειον έκδοσιν. Ο Schneidewin διώρθωσεν ούτω: «θείεν γ' άφωνον +τήσδε γ' ες σ' αράς έτι». Η διόρθωσις αύτη, την οποίαν δέχονται και άλλοι, δεν δύναται να +είναι ορθή, διότι ο γε ( = τουλάχιστον) περιορίζει, ενώ τουναντίον εδώ ο Οιδίπους ομιλεί με +περισσοτέραν οργήν και εύχεται να έχη φωνήν, όπως είπη και άλλην κατάραν κατόπιν των +όσων είπεν εις τους στίχους 787 ― 790.<a href='#ref20' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn21'>Σημ. 21 + ― στ. 866</p> + +<p>ος μ', ω κάκιστε, ψιλόν όμμ' αποσπάσας<br /> +προς όμμασι τοις πρόσδεν κτλ.</p> + +<p>Ικανοί ερμηνευταί διαφωνούν πού ν' αποδώσουν το επίθετον «ψιλόν». Εις το +<b>με</b> (τον Οιδίποδα) ή εις το <b>όμμα;</b> Τούτον ένεκα μερικοί κάμνουν διαφόρους +διορθώσεις. Λέγων ο Οιδίπους «όμμα» εννοεί την Αντιγόνην, η οποία έβλεπεν αντ' αυτού +και τον ωδήγει· ορθώς λοιπόν το «ψιλόν» αποδίδεται υπό τινων εις το «όμμα» με την +σημασίαν όμως του <b>μόνον</b> (μοναχό). Ήτοι «με στερείς το μόνον φως, που μου +έμεινε μετά την τύφλωσίν μου». Το χωρίον τούτο μετέφρασα κατ' έννοιαν μάλλον ή κατά +λέξιν.<a href='#ref21' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn22'>Σημ. 22 + ― στ. 881.</p> + +<p>Τα γ' ον τελεί,<br /> +υ ― (τονούμενο) υ-.</p> + +<p>Ενταύθα λείπουν πέντε συλλαβαί. Το κενόν οι εκδόται πληρούν διαφοροτρόπως. Ο +Spengel έγραψε: «σαφώς εγώδα», όπερ επροτίμησα.<a href='#ref22' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn23'>Σημ. 23 + ― στ. 940</p> + +<p>. . . ούτ' άβουλον, ως συ φης . . . </p> + +<p>Ανωτέρω (στ. 917) ο Θησεύς είπεν, ότι ο Κρέων εξέλαβε την πόλιν του <b>κένανδρον ή +δούλην τινά</b>. Ενταύθα ο Κρέων λέγει <b>άβουλον</b>, προσθέτων «ως συ (ο Θησεύς) +φης». Προφανώς υπάρχει διαφθορά τον χωρίου. Διά τούτο μετέφρασα ως να είχε γραφή +«ούτε δούλην».<a href='#ref23' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn24'>Σημ. 24 + ― στ. 958</p> + +<p>. . . προς δε τας πράξεις όμως κτλ</p> + +<p>Ο Κρέων λέγει εις τον Θησέα, ότι θα υπερασπισθή κατά πάσης εναντίον του πράξεως, +έχων υπ' όψιν του τους προηγουμένους λόγους του Θησέως, «δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον +απ' το δικό μου χέρι». Δια τούτο την λέξιν «πράξεις» μετέφρασα περιφραστικώς: «ανίσως +βάλης χέρι σ' εμένα». Τοιαύτην τινά περίπου ερμηνείαν της λέξεως κάμνει και ο +Bellerman.<a href='#ref24' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn25'>Σημ. 25 + ― στ. 1117</p> + +<p>. . . τούδε χρη κλύειν, πάτερ,<br /> +και σοι τε τούργον τούτ' εμοί τ' έσται βραχύ.</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν «και σοι τε τούργον τουμόν έσται βραχύ». Ο Elmsley διώρθωσεν +ως ανωτέρω. Ο Wex διορθώνει: εις «ου κάστι τούργον· τουμόν ώδ' έσται βραχύ», όπερ +δέχονται πολλοί εκδόται. Επροτίμησα την διόρθωσιν τον Elmsley, διότι και της γραφής των +χειρογράφων δεν απέχει και διότι παρουσιάζει την φράσιν λογικωτέραν.<a href='#ref25' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn25beta'>Σημ. 25β + ― στ. 1179</p> + +<p>. . . σκόπει<br /> +μη σοι πρόνοια ή του θεού φυλακτέα.</p> + +<p>Οι ερμηνευταί συνήθως εξηγούν: να δείξης ευλάβειαν προς τον θεόν ή όπως λάβης +πρόνοιαν περί τον θεού και τα παρόμοια. Την λέξιν «πρόνοια» μετέφρασα «θέλημα»· την +σημασίαν ταύτην έχει πολλαχού η λέξις. Ούτω δε έχομεν φράσιν συνηθεστάτην και +σήμερον παρ' ημίν.<a href='#ref25beta' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn26'>Σημ. 26 + ― στ. 1192</p> + +<p>Αλλ' έασον . . .</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν: «αλλ' αυτόν», όπερ εις πάντας σχεδόν τους κριτικούς δεν +φαίνεται ορθόν· ένεκα τούτου δε έγιναν διάφοροι διορθώσεις, περιέχουσαι πάσαι την +έννοιαν «άφησέ τον». Ουδόλως απίθανον η φράσις «αλλ' αυτόν» να είναι η ορθή, αν +λάβωμεν υπ' όψιν, ότι ο Σοφοκλής ενίοτε εις τοιαύτας εκφράσεις παραλείπει το ευκόλως +εννοούμενον ρήμα. Η διόρθωσις «αλλ' έασον» εγένετο εις την Λονδίνειον έκδοσιν του +1772. Μετέφρασα «συχώρεσέ τον», ορμηθείς εις τούτο εκ των αμέσως επομένων λόγων +της Αντιγόνης, οι οποίοι έρχονται ως δικαιολογία της αιτήσεως συγγνώμης υπέρ του +αδελφού της. Η Αντιγόνη είχεν ήδη παρακαλέσει τον Οιδίποδα ν' αφήση τον Πολυνείκην να +πλησιάση· επομένως νομίζουσα, ότι έπεισε πλέον τον πατέρα εις τούτο, ως ομολογεί ο +Οιδίπους αμέσως κατωτέρω, ηθέλησε να ζητήση και την υπέρ αυτού συγγνώμην.<a +href='#ref26' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn27'>Σημ. 27 + ― στ. 1220 ― 1224</p> + +<p>του θέλοντος· ο δ' επίκουρος ισοτέλεστος,<br /> +Άιδος ότε Μοίρ' ανυμέναιος,<br /> +άλυρος, άχορος αναπέφηνε,<br /> +θάνατος ες τελευτάν.</p> + +<p>Το χωρίον τούτο παρουσιάζει πολλάς δυσκολίας κατά τε την γραφήν και την ερμηνείαν. +Τα χειρόγραφα έχουν: «του θέλοντος ουδ' έπι κόρος ισοτέλεστος Άιδος, ότε μοίρα κτλ». Η +εν τω υπ' όψιν κειμένω διόρθωσις οφείλεται εις τον Hermann, ην και επροτίμησα. Άλλοι +κάμνουν άλλας διορθώσεις, κυρίως περί την στίξιν. Κατά την παραδεχθείσαν γραφήν η +έννοια του χωρίου γίνεται ευκρινής, φρονώ, αν υπονοήσωμεν έξωθεν ρήμα τι σημαίνον +«φαίνεται» και λαμβανόμενον εκ τον υπάρχοντος <b>αναπέφηνε</b>. Η δε φυσική σειρά +των λέξεων έχει, κατ' εμέ, ούτω: «ότε δ' αναπέφηνεν Άιδος μοίρα ανυμέναιος, άλυρος, +άχορος, (αναφαίνεται) επίκουρος (=σωτήρ) ο ισοτέλεστος ες τελευτάν θάνατος.<a +href='#ref27' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn28'>Σημ. 28 + ― στ. 1295</p> + +<p>. . . ούτε νικήσας λόγω</p> + +<p>Συνήθως οι ερμηνευταί εξηγούν: «χωρίς να με πείση ή να με νικήση εις αγώνα λόγων». +Επειδή όμως μου εφάνη κάπως ανάρμοστον προς τον χαρακτήρα τον Πολυνείκους να +παραδεχθή, όπως αφήση την βασιλείαν και αν ενικάτο εις αγώνα λόγων ― πράγμα άλλως +τε μη στηριζόμενον ουδαμού ― εξήγησα «<b>χωρίς δικαιολογίαν</b>», ενισχυθείς εις την +ερμηνείαν αυτήν και από τους αμέσως κατωτέρω λόγους τον Πολυνείκους, «πόλιν δε +πείσας». <a href='#ref28' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn29'>Σημ. 29 + ― στ. 1377</p> + +<p>ίν' αξιώτον τους φυτεύσαντας σέβειν.</p> + +<p>Μετά τον στίχον τούτον ακολουθούν οι δύο στίχοι «και μη ξατιμάζετον κτλ.» τους +οποίους δεν μετέφρασα, παραδεχόμενος την γνώμην του Spengel ότι είναι νόθοι.<a +href='#ref29' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn30'>Σημ. 30 + ― στ. 1425</p> + +<p>. . . ος σφων θάνατον εξ αμφοίν θροεί.</p> + +<p>Εις τους κριτικούς και ερμηνευτάς φαίνεται περίεργος η χρήσις τον «εξ αμφοίν», και δια +τούτο προτείνουν διαφόρους αντικαταστάσεις της λέξεως. Υποθέτω, ότι η φράσις έχει +ορθώς και δεν υπάρχει ανάγκη άλλης λέξεως, αν λάβωμεν το «αμφοίν» ως προσωπικόν +αντικείμενον του «θροεί» και το «εκ σφων» ως ποιητικόν αίτιον του «θάνατον». Συμφώνως +προς ταύτα έκαμα και την μετάφρασιν.<a href='#ref30' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn31'>Σημ. 31 + ― στ. 1433</p> + +<p>. . . αλλ' εμοί μεν ήδ' οδός<br /> +έσται μέλουσα δύσποτμός τε και κακή.</p> + +<p>Την φράσιν αυτήν οι ερμηνευταί εξηγούν συνήθως «εγώ θα φροντίσω διά την +στρατείαν» ή κάπως αναλόγως. Φρονώ, ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι ορθή, διότι ο +Πολυνείκης δεν πρόκειται να φροντίση τώρα δια την εκστρατείαν αυτήν, αφού ο στρατός +των Αργείων, ως είπεν ανωτέρω, περικυκλώνει το Θηβαϊκόν πεδίον. Ο Πολυνείκης, κατ' εμέ, +λέγει ενταύθα περί του αποτελέσματος της εκστρατείας· ότι δηλαδη θα είναι δι' αυτήν +δύσποτμος και κακή. Διά τούτο νομίζω, ότι την δεικτικήν αντωνυμίαν «<b>ήδε</b>» πρέπει +να την εκλάβωμεν ως το απλούν άρθρον <b>η</b>, όπερ λίαν σύνηθες εις τους Αττικούς, το +δε «μέλουσα» να γραφή «μέλλουσα», ήτοι: «η μέλλουσα οδός έσται μοι δύσποτμος και +κακή»· ούτω δε και μετέφρασα. <a href='#ref31' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn32'>Σημ. 32 + ― στ. 1595</p> + +<p>. . . στάς του τε Θορικίου πέτρου.</p> + +<p>Εις πάντας τους κριτικούς η λέξις «Θορικίου» φαίνεται ύποπτος, διότι δεν υπάρχει τι +γνωστόν περί του «Θορικίου πέτρου». Ο Meineke προτείνει να διορθωθή «του τ' Ερικείου +πέτρου», όπερ μάλλον απίθανον. Είς τινα χειρόγραφα υπάρχει η γραφή «τούθ' ορικίου +πέτρου», άνωθεν δε του «τούθ'» η λέξις τε. Ο αντιγραφεύς ηθέλησε να δείξη ότι το τούθ' +είναι δύο λέξεις: <b>του τε</b>. Κατόπιν τούτων νομίζω, ότι κάλλιστα δυνάμεθα ν' +αναγνώσωμεν «<b>του θ' οριαίου πέτρου</b>». Η γραφή «οριαίου» απέχει των +χειρογράφων κατά έν μόνον γράμμα. Η λέξις είναι μεν σπανία, αλλ' ουχί και αδόκιμος. Την +διόρθωσιν ταύτην καθιστούν πιθανωτέραν και άλλοι λόγοι. Ο Οιδίπους εστάθη εις μίαν των +ατραπών πλησίον του κοίλου κρατήρος, όστις ευρίσκετο κατά το μέσον της αχέρδου, του +λαΐνου τάφου και του θορικίου (ή οριαίου) πέτρου. Αλλά ποίος ο πέτρος ούτος; Εις τον +στίχον 192 υπάρχει η φράσις «τούδ' αντιπέτρου βήματος» όπου ο αρχαίος σχολιαστής +σημειώνει: «του αντιπέτρου βήματος του κατ' ίσον βεβηκότος πέτρου, όπερ είπε +<b>χαλκούν οδόν</b>. Τούτον δε τον πέτρον υποτίθεται <b>του αβάτου όριον</b>». Αν +ενθυμηθώμεν, ότι ο Οιδίπους εις την αρχήν της τραγωδίας εκάθισεν επί <b>αξέστου +πέτρου</b> εντός τον ιερού χώρου, ον μετ' ολίγον ο Ξένος απεκάλεσε «χαλκόπουν οδόν», +και ότι εις τον στίχον 1590 λέγεται: «τον καταρράκτην οδόν χαλκοίς βάθροισι γήθεν +ερριζωμένον», πλησίον του οποίου ο «κοίλος κρατήρ», ουχί απιθάνως δυνάμεθα να +υποθέσωμεν, ότι ο «άξεστος πέτρος», ο κατά τον σχολιαστήν «του αβάτου όριον» και ο +Θορίκιος ή <b>οριαίος πέτρος</b> είναι έν και το αυτό. Μετά τα ανωτέρω, φρονώ ότι η +διόρθωσίς μου «<b>οριαίου</b>» είναι λίαν πιθανή, διό και μετέφρασα: «κι' από την πέτρα +που σύνορο είναι». Δηλαδή σύνορον του ιερού χώρου.<a href='#ref32' +title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn33'>Σημ. 33 + ― στ. 1605.</p> + +<p>κουκ ην έτ' αργόν ουδέν ων εφίετο.</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν: «ουκ ην έτ' κτλ». Τον στίχον αυτόν θεωρώ νόθον, διότι δεν είναι +η επανάληψις τον προηγουμένου. Εκ της γραφής των χειρογράφων φαίνεται ότι τον +παρενέθεσεν ως επεξήγησιν αντιγραφεύς τις, οι δε κριτικοί δια να τον συνδέσουν προς τον +προηγούμενον προσέθεσαν τον <b>και</b>. <a href='#ref33' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn34'>Σημ. 34 + ― στ. 1640.</p> + +<p>ω παίδε, τλάσας χρη το γενναίον φρενί.</p> + +<p>Ο Λαυρεντιανός κώδιξ έχει: «το γενναίον φέρειν»· ο Dindorf σημειώνει, ότι η γραφή +«φρενί» είναι αβεβαία εικασία, ληφθείσα εξ απογράφου τινός. Οι κριτικοί προσκρούοντες +εις την λέξιν κάμνουν διαφόρους διορθώσεις. Νομίζω, ότι δυνάμεθα να διορθώσωμεν «το +γε νέον φέρον», ότε το φέρον σημαίνει <b>τύχην, μοίραν</b>. Την λέξιν «φέρον» υπό την +αυτήν σημασίαν απαντώμεν και κατωτέρω εις τον στίχον 1694 «το φέρον εκ θεού καλώς +φέρειν χρη».<a href='#ref34' title='πίσω'>↩</a></p> + + +<p id='fn35'>Σημ. 35 + ― στ. 1752.</p> + +<p>Χάρις η χθονία ξύν' απόκειται.</p> + +<p>Τα χειρόγραφα έχουν «χάρις η χθονία ξυναπόκειται». Αλλ' επειδή εις πάντας τους +κριτικούς το χωρίον εφάνη κατεστραμμένον, προέβησαν πολλοί εις διαφόρους διορθώσεις. +Επροτίμησα την διόρθωσιν του Martin «χάρις η χθονία νυξ απόκειται», διότι η συμβουλή +του Θησέως προς τας κόρας να μη θρηνούν δύναται να έχη ως αιτιολογίαν «ότι είναι +αμαρτία να θρηνή τις εκεί όπου ο θάνατος (η χθονία νυξ) επήλθεν ως ευεργεσία. Αι δε +κόραι του Οιδίποδος εθρήνουν κυρίως δια τον θάνατον του πατρός, όστις θάνατος ήτον +αληθής ευεργεσία διά τον Οιδίποδα, τον τόσον παρακαλέσαντα τας Ευμενίδας να του +δώσουν το τέλος των δεινών του. <a href='#ref35' title='πίσω'>↩</a></p> +<h3 style="margin-top: 3em">* * *</h3> + +<p style="margin-top: 4em">Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας +σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό +αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, +δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους +μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό +της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, +ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο +Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, +Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, +Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, +Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα +που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.</p> + +<p><b>Οιδίπους επί Κολωνώ</b>. Το τελευταίο από τα δράματα του Σοφοκλέους. Πααρουσιάζει τις +τελευταίες περιπέτεις του Οιδίποδος και κλείνει με τον θάνατό του στον Κολωνό. Η γενική +έξαρση, ο λυρισμός, η εξύμνηση των Αθηνών, το μεγαλείον του ήρωα που πεθαίνει, +αναδεικνύουν το δράμα αυτό ως ένα από τα αριστουργήματα του παγκοσμίου +θεάτρου.</p> + +<p style="margin-top: 4em">Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ<br /> +ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p> + +<p>ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36<br /> +ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p> + +<p style="margin-top: 4em">ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10<br /><br /></p> + +<p> +</p> + +<p> +</p> + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Oedipus at Colonus, by Sophocles + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK OEDIPUS AT COLONUS *** + +***** This file should be named 39382-h.htm or 39382-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/9/3/8/39382/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + diff --git a/39382-h/images/cover.jpg b/39382-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..3c78d4a --- /dev/null +++ b/39382-h/images/cover.jpg diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..739ce42 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #39382 (https://www.gutenberg.org/ebooks/39382) |
