diff options
Diffstat (limited to '38915-0.txt')
| -rw-r--r-- | 38915-0.txt | 12241 |
1 files changed, 12241 insertions, 0 deletions
diff --git a/38915-0.txt b/38915-0.txt new file mode 100644 index 0000000..6a46c9e --- /dev/null +++ b/38915-0.txt @@ -0,0 +1,12241 @@ +The Project Gutenberg EBook of Anna Karenina, by Leon Tolstoy + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Anna Karenina + +Author: Leon Tolstoy + +Translator: Elias Economopoulos + +Release Date: February 18, 2012 [EBook #38915] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANNA KARENINA *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, the spelling of the book has not been +changed otherwise. Bold Words have been included in &. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. + + + + +ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ + + + + +ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΛΣΤΟΗ + +ANNA KAΡENIN + + + + + + Επιφυλάσσομαι διά την εκδίκησιν + λέγει ο Κύριος. + +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ +ΗΛΙΑ I. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΦΕΞΗΣ + +1922 + + + + +ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ + + + +Όλαι αι ευτυχίαι ομοιάζουν, κάθε όμως δυστυχία έχει την ιδιαιτέραν +της μορφήν. + +Σύγχυσις άκρα επεκράτει εις την οικογένειαν Ομπλόνσκυ. Η κυρία +είχε πληροφορηθή ότι ο σύζυγός της ευρίσκετο εις σχέσεις μετά της +Γαλλίδος διδασκαλίσσης και είχε διακηρύξει ότι δεν ηδύνατο πλέον +να ζήση υπό την ιδίαν με αυτόν στέγην. Η κατάστασις αύτη διήρκει +από τριών ήδη ημερών και επίεζεν επαχθώς ου μόνον τους συζύγους, +αλλά και όλα τα μέλη της οικογενείας· οι δυο σύζυγοι ησθάνοντο ότι +η συνοίκησίς των δεν είχε πλέον λόγον υπάρξεως και ότι, +τελεσιδίκως, ήσαν πλειότερον ξένοι προς αλλήλους παρ' όσον είνε οι +ταξειδιώται οι συναντώμενοι εντός πανδοχείου. + +Η κυρία δεν εξήρχετο πλέον από το ιδιαίτερόν της διαμέρισμα· ο δε +πρίγκηψ Ομπλόνσκυ, από τριών ήδη ημερών δεν είχεν εμφανισθή εις +την οικίαν του· και τα παιδία, εγκαταλειφθέντα εις εαυτά, +περιεφέροντο ανά πάσαν την οικίαν. + +Κατά την τρίτην ημέραν της έριδος ο πρίγκηψ Στέφανος Αρκαδίεβιτς +Ομπλόνσκυ, ο &Στίβα&, όπως τον ωνόμαζον κοινώς, εξύπνησε κατά την +συνήθειάν του κατά την ογδόην πρωινήν ώραν. Μόλις αφυπνισθείς +συνέσπασε τας οφρύς. Εντός της φαντασίας του ανεπόλησε τότε όλας +τας λεπτομερείας της ρήξεώς του προς την πριγκήπισσαν και ησθάνθη +εαυτόν εντός αδιεξόδου, υποφέρων κυρίως εκ του ότι είχε την +συναίσθησιν ότι αυτός ήτο η αιτία όλης εκείνης της αναστατώσεως. + + ― Ναι! Δεν θα με συγχωρήση, δεν δύναται να με συγχωρήση, και, το +τρομερώτερον, ότι είνε ιδικόν μου το σφάλμα. + +Η μάλλον δυσάρεστος στιγμή υπήρξεν εκείνη, καθ’ ήν επιστρέψας εκ +του θεάτρου, ευρήκε την πριγκήπισσαν εν τω θαλάμω της κρατούσαν +την μοιραίαν επιστολήν, η οποία της είχεν αποκαλύψει τα πάντα. + +Η σύζυγός του, η Δόλλυ του, την οποίαν είχε γνωρίσει διαρκώς +απερροφημένην από τας οικιακάς ασχολίας, εκάθητο ακίνητος, με το +σημείωμα εις το χέρι και τον παρετήρει μετ' απελπισίας και οργής. + + ― Τι σημαίνει τούτο; Τι σημαίνει τούτο; επανέλαβεν επιδείξασα εις +αυτόν την επιστολήν. + +Επί τη αναμνήσει ταύτη, όπως συχνάκις συμβαίνει, ολιγώτερον +εστενοχώρει τον πρίγκηπα η ενδόμυχος εναντίον εαυτού μομφή από του +τρόπου κατά τον οποίον είχεν αποκριθή εις την ερώτησιν εκείνην. + +Ο Ομπλόνσκυ δεν είχε λάβει καιρόν να προπαρασκευάση συμπεριφοράν +ανάλογον προς την δημιουργηθείσαν κατάστασιν. Αντί να +διαμαρτυρηθή, ν' αρνηθή, να δικαιολογηθή, να ζητήση συγγνώμην, ή +να φανή αδιάφορος, διότι όλα αυτά ήσαν προτιμότερα από εκείνο που +είχε κάμει ― η μορφή του διεστάλη χωρίς να το θέλη, υπό το σύνηθες +μειδίαμά του. Προ του μειδιάματος εκείνου, η Δόλλυ ώρμησεν έξω του +δωματίου. Από δε της στιγμής εκείνης η πριγκήπισσα απέφυγε να τον +ίδη. + +«Όλα αυτά προέρχονται από το ηλίθιον εκείνο μειδίαμα!» εσκέφθη ο +Ομπλόνσκυ. + + ― Αλλά τι να γείνη τόρα, τι να κάμω; διηρώτα εαυτόν εν απελπισία +χωρίς να κατορθώση να εύρη απάντησιν. + +Εις την ερώτησιν αυτήν δεν υπήρχεν άλλη απάντησις πλέον εκείνης, +την οποίαν δίδει η ζωή εις τα δυσκολώτερα των προβλημάτων: πρέπει +να επαφιέμεθα εις τον χρόνον, δηλαδή να λησμονώμεν. + + ― Κατόπιν θα ίδωμεν! εσκέφθη ο πρίγκηψ Ομπλόνσκυ. + +Ηγέρθη, εφόρεσε τον κοιτωνίτην του και εκωδώνισε δυνατά. + +Αμέσως ο γηραιός του έμπιστος, ο θαλαμηπόλος Μάτβεϊ, εισήλθε φέρων +τα ενδύματα του κυρίου του, της μπόττες του και έν τηλεγράφημα. + + ― Πρόκειται περί εγγράφων του υπουργείου; ηρώτησεν ο πρίγκηψ +λαμβάνων το τηλεγράφημα. + +Το απεσφράγισε και η μορφή του εφωτίσθη. + + ― Μάτβεϊ, είπεν, η αδελφή μου Άννα Καρένιν θα έλθη αύριον. + + ― Ευλογητός ο Θεός! είπεν ο Μάτβεϊ. + +Ήθελε διά τούτου να υποδείξη ότι κατενόει όσον και ο κύριός του +την σημαντικότητα της επισκέψεως εκείνης: δηλαδή ότι η Άννα +Καρένιν, η ευνοουμένη αδελφή του πρίγκηπος, θα κατώρθωνε να +συμφιλιώση τους συζύγους. + + ― Η κυρία έρχεται μόνη ή μετά του κυρίου; ηρώτησεν ο Μάτβεϊ. + + ― Μόνη . . . Πήγαινε ν' ανακοινώσης την είδησιν αυτήν εις την +πριγκήπισσαν. + + ― Εις την πριγκήπισσαν Δάρια Αλεξανδρόβνα; ηρώτησεν ο Μάτβεϊ με +κάποιον δισταγμόν. + + ― Ναι, εις την σύζυγόν μου και δος της το τηλεγράφημα. Κατόπιν +έλα να μου φέρης την απάντησιν. + + ― Υπακούω. + +Ο Ομπλόνσκυ είχε σχεδόν ενδυθή οπόταν ο Μάτβεϊ επανήλθε με το +τηλεγράφημα εις το χέρι, βαδίζων δε βραδέως και αναγκάζων της +μπόττες του να τρίζουν. + + ― Η κυρία πριγκήπισσα μ' επεφόρτισε να σας είπω ότι αναχωρεί. «Ας +κάμουν όπως θέλουν!» μου είπε. + +Ο Ομπλόνσκυ εχαμήλωσε την κεφαλήν και η μορφή του προσέλαβεν +έκφρασιν αγωνίας. + + ― Εν τούτοις δεν πρέπει να παραταθή αυτή η κατάστασις, είπε +προσπαθών να ενθαρρύνη εαυτόν. + +Ηγέρθη δε, διήλθε το σαλόνι με ταχέα βήματα και ήνοιξε την θύραν, +την φέρουσαν προς το διαμέρισμα της πριγκηπίσσης. + +*** + +Η Δάρια Αλεξανδρόβνα ίστατο εν μέσω παντός είδους αντικειμένων +διεσκορπισμένων εντός του δωματίου, έμπροσθεν μιας ιματιοθήκης +εντός της οποίας κάτι ανεζήτει. + +Όταν ήκουσε τα βήματα του συζύγου της, έστρεψε το βλέμμα προς την +θύραν, προσπαθούσα να προσλάβη έκφρασιν αυστηράν και +περιφρονητικήν. + +Διά δεκάτην φοράν κατά το διάστημα των τριών εκείνων ημερών, είχε +δοκιμάσει ανεπιτυχώς να αμπαλλάρη τας αποσκευάς της και τας των +τέκνων της, ίνα τας μεταφέρη εις της μητρός της, αλλά δεν ηδύνατο +να καταλήξη εις οριστικόν τι. Έλεγε διαρκώς ότι θα έφευγεν, αν και +κατενόει ότι δεν ήτο δυνατόν το τοιούτον. + + ― Δόλλυ, είπεν εκείνος δειλώς. + +Εκράτει δε ημιβυθισμένην την κεφαλήν εντός των ώμων ίνα προσλάβη +ύφος συντετριμμένου και μετανοούντος αμαρτωλού, αλλά και παρά +τούτο, ηκτινοβόλει από νεότητα και υγείαν. + +Εκείνη, διά γοργού βλέμματος, τον ητένισεν από κεφαλής μέχρι ποδών +και εφάνη σκεπτομένη. + + ― Τι επιθυμείτε; ηρώτησε διά φωνής τραχείας και οργίλης. + + ― Δόλλυ! επανέλαβεν εκείνος με κάποιον τρόμον εν τη φωνή, η Άννα +έρχεται σήμερον. + + ― Τι μ' ενδιαφέρει τούτο; Μου είναι αδύνατον να την δεχθώ! +εφώνησεν εκείνη. + + ― Και όμως πρέπει, Δόλλυ . . . + + ― Πηγαίνετε, πηγαίνετε, πηγαίνετ' απ' εδώ! αντείπε χωρίς να τον +κυττάξη, και διά φωνής, ήτις εφαίνετο εκφράζουσα κάποιον φυσικόν +πόνον. + +Ο Ομπλόνσκυ ηδύνατο να μείνη ήρεμος ενώπιον της συζύγου του, +ηδύνατο να ελπίση ότι τα πράγματα θα διεκανονίζοντο και να +αναγνώση ησύχως την εφημερίδα του παίρνων τον καφέν του, αλλ' όταν +είδε την συνεσπασμένην φυσιογνωμίαν της και ήκουσε την φωνήν +εκείνην της απογνώσεως υπό την πίεσιν του πεπρωμένου, του +απέλειψεν η πνοή, ο λάρυγξ του συνεσφίγχθη και δάκρυα ανήλθον εις +τα όμματά του. + + ― Θεέ μου, τι έκαμα! Δόλλυ, έλεος! + +Δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση, λυγμοί απέπνιγον τον λάρυγγά του. + +Εκείνη έκλεισε την ιματιοθήκην της και τον ητένισε. + + ― Τούτο μόνον θα είπω, Δόλλυ, συγχώρησόν με . . . Μη λησμόνει! +μήπως εννέα ετών συμβίωσις δεν δύναται να εξαγοράση μίαν στιγμήν! + +Εκείνη εχαμήλωσε τους οφθαλμούς, προσπαθούσα να σκεφθή τι να είπη +ως να ήθελε να τον ικετεύση να την πείση. + + ― Μίαν στιγμήν παραφοράς . . . είπεν ο πρίγκηψ. + +Ηθέλησε να εξακολουθήση, αλλά προ των λόγων αυτών τα χείλη της +συζύγου του συνεσφίγχθησαν. + + ― Φύγετε, φύγετε απ' εδώ, επανέλαβεν εκείνη διά φωνής πλειότερον +διαπεραστικής, και μη ομιλείτε διά τας παραφοράς σας και τας +ατιμίας σας. + +Ηθέλησε δε να εξέλθη του δωματίου, αλλ' εκλονίσθη και εστηρίχθη +εις το ερεισίνωτον μιας καθέδρας διά να μη πέση. + + ― Δόλλυ, είπεν εκείνος ολολύζων, έλεος χάριν των τέκνων μας, τα +παιδιά μας δεν πταίουν τίποτε. Εγώ είμαι ο ένοχος, συγχώρησέ με, +ειπέ μου πώς δύναμαι να εξαγοράσω το σφάλμα μου. Είμαι ένοχος, δεν +υπάρχουν λέξεις προς έκφρασιν του ύψους της ενοχής μου! Αλλά, +Δόλλυ, συγχώρησόν με! + + ― Τα σκέπτομαι τα παιδιά μας, διότι τα πάντα θα έκαμνα διά να τα +σώσω· αλλά δεν γνωρίζω πώς θα τα σώσω, αν δεν τα αποσπάσω από τον +πατέρα των ή εάν τα αφήσω με ένα πατέρα κακοήθη, ναι, κακοήθη +πατέρα... Ειπέτε, μεθ' όσα συνέβησαν, δυνάμεθα να ζήσωμεν ομού; +είναι δυνατόν τούτο; πέτε μου είναι δυνατόν! επανέλαβεν υψώσασα +την φωνήν^ αφού ο σύζυγός μου, ο πατέρας των τέκνων μου, συνεδέθη +με την διδασκάλισσαν των παιδιών του . . . + +Την ητένισεν εκείνος και η οργή, την οποίαν εξέφραζεν η μορφή της +συζύγου του, τον κατέπληξε και τον ετρόμαξε. + +Δεν ηδύνατο να κατανοήση ότι η ευσπλαγχνία ακριβώς την οποίαν της +εξεδήλου, την παρώργιζε περισσότερον. Διέβλεπεν εν αυτώ +ευσπλαγχνίαν και όχι έρωτα. + + ― Όχι, με αποστρέφεται, δεν θα με συγχωρήση, εσκέφθη. + + ― Είνε τρομερόν, τρομερόν, είπεν. + +Εις το γειτονικόν δωμάτιον κάποιο παιδί έπεσε και ήρχισε να κλαίη. + +Η Δάρια Αλεξανδρόβνα ηκροάτο, και έξαφνα, η μορφή της εξέφρασε +πόνον. + +Επί τινας στιγμάς εσκέφθη ως να μη εγνώριζε πού ευρίσκετο, και τι +έπρεπε να κάμη, είτα δε, ανεγερθείσα αποτόμως έτρεξε προς την +θύραν. + + ― Αγαπά εν τούτοις το παιδί μου, εσκέφθη εκείνος, πώς θα ηδύνατο +να με αποστραφή; Δόλλυ, μίαν λέξιν ακόμη! προσέθηκεν ακολουθήσας +αυτήν. + + ― Αν με ακολουθήσετε, θα φωνάξω τους υπηρέτας, θα φωνάξω τα +παιδιά, διά να μάθη όλος ο κόσμος ότι είσθε ένας άθλιος! αναχωρώ +και ειμπορείτε να μείνετε εδώ μαζί με την ερωμένην σας. + +Και εξήλθε κτυπώσα δυνατά τας θύρας. + +Ο Ομπλόνσκυ εσπόγγισε το πρόσωπον και εξήλθε του δωματίου με +βραδέα βήματα. + + ― Θ' αλλάξη άρα γε γνώμην, εσκέφθη και εκάλεσε τον Μάτβεϊ. + + ― Να ετοιμάσης δωμάτιον διά την Άνναν Καρένιν. + +Ο Ομπλόνσκυ εφόρεσε την γούναν του και εξήλθεν εις το πρόστοον. + +Αφού καθησύχασε το παιδίον η Δάρια Αλεξανδρόβνα, ακούσασα την +άμαξαν απερχομένην, επέστρεψεν εις τα δωμάτιά της, και εκάθισεν +εις την θέσιν, όπου είχε συνομιλήσει μετά του συζύγου της. +Συνέσφιξε τας κατίσχνους χείρας της, τα δακτυλίδια της διολίσθησαν +από τ' άσαρκα δάκτυλά της και ανεπόλησεν ολόκληρον την +προηγηθείσαν συνομιλίαν. + + ― Έφυγε! πού θα ζήση μαζύ της; Την βλέπει ακόμη; διατί να μην +ερωτήσω περί τούτου; . . . Όχι, όχι, δεν είνε δυνατόν να +συμφιλιωθώμεν και αν ακόμη ζήσωμεν υπό την αυτήν στέγην, θα είμεθα +διά παντός ξένοι . . Διά παντός ξένοι! ετόνισεν επαναλαμβάνουσα με +ιδιαιτέραν πικρίαν την λέξιν αυτήν την τόσον τρομεράν εις τα ώτα +της. + + ― Αχ! πόσον τον ηγάπησα Θεέ μου! πόσον τον ηγάπησα . . . Και τώρα +άρα γε δεν τον αγαπώ πλέον; Και τώρα άρα γε μήπως τον αγαπώ +περισσότερον; + +*** + +Παρά την ζωήν των διασκεδάσεων, την οποίαν διήγε, παρά τα μικρά +του προσόντα και την νεότητά του, ο Στέφανος Αρκαδίεβιτς Ομπλόνσκυ +κατείχε την τιμητικήν θέσιν τμηματάρχου έν τινι υπουργείω της +Μόσχας μετά μεγάλων απολαυών. Είχε δε επιτύχει την θέσιν ταύτην +διά της προστασίας του συζύγου της αδελφής του Άννης, Αλεξίου +Καρένιν, όστις κατείχε μίαν των ανωτάτων θέσεων του αυτού +υπουργείου. Το ήμισυ ολοκλήρου της Μόσχας και ολοκλήρου της Πέτρου +πόλεως συνεδέετο διά φιλίας ή διά συγγενείας μετά του πρίγκηπος +Ομπλόνσκυ. Είχε γεννηθή ούτος εις το περιβάλλον των προνομιούχων +εκείνων, οίτινες υπήρξαν πάντοτε και είναι ακόμη οι ισχυροί εν τω +κόσμω τούτω. + +Ο Ομπλόνσκυ ηγαπάτο όχι μόνον διά τον αξιαγάπητον και φαιδρόν +χαρακτήρα του και διά την ανεπίδεκτον πάσης υπονοίας εντιμότητά +του, αλλ' είχε και εις την εξωτερικήν του εμφάνισιν κάτι, το +οποίον διέθετε φύσει ευνοϊκώς υπέρ αυτού τους ανθρώπους. + +Όταν, κατόπιν της τελευταίας του εξηγήσεως μετά της συζύγου του, ο +Ομπλόνσκυ μετέβη εις τα γραφεία του υπουργείου του, οι υπάλληλοι +ηγέρθησαν και τον εχαιρέτισαν μετά σεβασμού. Όπως δε πάντοτε, ο +Ομπλόνσκυ προυχώρησε κατ' ευθείαν προς το κάθισμά του, έθλιψε την +χείρα των άλλων συμβούλων και εκήρυξε έναρξιν του συμβουλίου. + +Ουδείς εγνώριζε κάλλιον αυτού να κρατήται εντός των ορίων της +ελευθερίας, της απλότητος και της επισήμου αξιοπρεπείας, όπερ +απαραίτητον ίνα αι συζητήσεις αποβαίνωσιν ενδιαφέρουσαι. «Αν +εγνώριζαν εν τούτοις», εσκέπτετο κύπτων την κεφαλήν καθ’ όν χρόνον +ο γραμματεύς ανεγίνωσκε μίαν έκθεσιν, «τι φάτσα άτακτου παιδιού +είχε ο πρόεδρός των προ μισής ώρας!» + +Δεν ήτο ακόμη δύο η ώρα, στιγμή δηλαδή καθ' ήν οι σύμβουλοι λύουν +την συνεδρίασιν διά να μεταβούν εις το γεύμα, οπότε αι μεγάλαι +υαλωταί θύραι της αιθούσης ηνοίχθησαν και εισήλθε κάποιος, εις τον +οποίον όμως ο υπηρέτης του γραφείου υπέδειξαν ότι έπρεπε να εξέλθη +αμέσως. Ο Ομπλόνσκυ, μετά την συνεδρίασιν, εξήτασε τον υπηρέτην +του γραφείου διά να μάθη το όνομα του προσώπου, το οποίον είχεν +εισέλθει απρόσκλητον. + + ― Δεν τον γνωρίζω, εξοχώτατε. + + ― Πού είναι τώρα; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ. + +Ο υπηρέτης του γραφείου υπέδειξεν άνθρωπόν τινα με ώμους ευρείς, +με την γενειάδα ούλην, όστις κατήρχετο ταχέως και ελαφρώς τας +σαθράς βαθμίδας της λιθίνης κλίμακος. + + ― Ήμην βέβαιος! είναι ο Λεβίν! Επί τέλους, είπε με φιλικόν και +είρον συνάμα μειδίαμα παρατηρών τον άγνωστον όστις προυχώρει προς +αυτόν. Δεν εφοβήθης να έλθης να με ξετρυπώσης μέσα εις αυτό το +σπήλαιον; + +Και όχι μόνον έθλιψε την χείρα του φίλου του, αλλά και τον +εφίλησεν. + + ― Ευρίσκεσαι προ πολλού εις την Μόσχαν; + + ― Μόλις έφθασα και έσπευσα να σε ίδω, απήντησεν ο Λεβίν παρατηρών +κύκλω του μετά δισταγμού. + + ― Καλά, καλά. Πάμε στο γραφείο μου, είπεν ο Ομπλόνσκυ, όστις +εγνώριζε την αγρίαν δειλίαν του φίλου του. + +Ο Λεβίν ήτο σχεδόν της αυτής με τον Ομπλόνσκυ ηλικίας. Υπήρξε +παιδιόθεν σύντροφός του και φίλος του. Ηγαπώντο δε παρά την +μεγάλην μεταξύ των αντίθεσιν χαρακτήρων και κλίσεων. + + ― Σας επεριμέναμεν από πολλού. + +Ο Λεβίν παρατηρήσας δύο συμβούλους εντός του γραφείου του φίλου +του είπε συγκεχυμένος: + + ― Αλλά πού θα ιδωθούμε; Έχω να σου ομιλήσω. + +Ο Ομπλόνσκυ εσκέφθη επί στιγμήν. + + ― Θα φάμε μαζύ. + + ― Να φάμε; αλλά μόνον δυο λόγια έχω να σου πω, μιαν ερώτησιν θα +σου κάμω· κατόπιν θα τα πούμε. + + ― Πάει καλά! πες μου αμέσως τα δυο σου λόγια και τα λέμε κατά το +φαγητόν. + + ― Τα δυο λόγια που έχω να σου πω . . . τίποτε το έκτακτον . . . + +Η μορφή του προσέλαβεν αίφνης έκφρασιν άσχημον, εξ αιτίας του +αγώνος τον οποίον κατέβαλε διά να νικήση την δυστακτικότητά του. + + ― Πώς έχουν οι Τσερμπάτσκυ; Δεν υπάρχει καμμία μεταβολή! Είπε +τέλος. Ο Ομπλόνσκυ, γνωρίζων από πολλού ότι ο Λεβίν ήτο +ερωτευμένος με την γυναικαδέλφην του Κίττυ, εμειδίασεν αδιοράτως +και τα μάτια του επεταλούδησαν από ειρωνικήν φαιδρότητα. + + ― Είπες «δυο λόγια», αλλ' εγώ δεν ημπορώ να σου αποκριθώ με δυο +λόγια. Μεταβολή καμμία· αλλά λυπούμαι διότι απουσίασες επί τόσον. + + ― Διατί; Μήπως συνέβη τίποτε; + + ― Όχι, τίποτε, απήντησεν ο Ομπλόνσκυ, θα τα ξαναπούμε . . . Αλλ' +εν συντόμω, ποίος είναι ο σκοπός του ταξειδίου σου; + + ― Θα ομιλήσωμεν περί τούτου βραδύτερον, επανέλαβεν ο Λεβίν +ερυθριάσας. + + ― Καλά, καλά, εννοώ, απήντησεν ο Ομπλόνσκυ . . . Θα σε +προσεκάλουν εις το σπίτι μου, αλλ' η γυναίκα μου δεν είναι εντελώς +καλά . . . Αλλ' επί τέλους, αν θέλης να ιδής της κυρίες, θα είνε +ασφαλώς σήμερον εις τον Ζωολογικόν κήπον, τέσσερες έως πέντε, η +Κίττυ θα πατινάρη. Πήγαινε και συ, θα σε συναντήσω βραδύτερον και +τρώμε όπου τύχει. + + ― Πάει καλά, ωρεβουάρ . . . Αλλά πρόσεξε μη λησμονήσης! Είσαι +ικανός να φύγης για τα κτήματά σου. + + ― Όχι, μη φοβήσαι! + +Κατά τας τέσσαρας ο Λεβίν απεβιβάζετο αμάξης προ του Ζωολογικού +κήπου και διηυνθύνθη προς την δεξαμενήν, όπου επαγοδρόμουν, +γνωρίζων εκ των προτέρων ότι εκείνη ευρίσκετο εκεί, διότι είχεν +ίδει προ της θύρας το όχημα των Τσερμπάτσκυ. + +Επλησίασε τα εκ τεχνητού πάγου βουνά επί των οποίων έτριζον αι +αλύσεις των ελκύθρων ανερχομένων και κατερχομένων και εδονούντο +φαιδραί ανταλλαγαί συνομιλιών. Έκαμεν ολίγα βήματα ακόμα και η +παγωμένη λίμνη εξετάθη ενώπιόν του, πάραυτα δε εν τω μέσω όλων των +παγοδρομούντων, την ανεγνώρισεν. Ενόησε την παρουσίαν της εκ της +χαράς συνάμα και του τρόμου από τον οποίον συνεσχέθη η καρδία του. + +Συνωμίλει μετά τινος κυρίας εις την αντίθετον άκραν της λίμνης. +Δεν διεκρίνετο ούτε από την ενδυμασίαν της ούτε από το παράστημα· +αλλ' ήτο τόσον εύκολον εις τον Λεβίν να την διακρίνη εντός του +πλήθους, όπως θα διέκρινεν ένα ρόδον μέσα εις φυτείαν από +τσουκνίδες. Η Κίττυ εφώτιζε τα πάντα· ήτο το μειδίαμα που +ηκτινοβόλει επί των πάντων. + + ― Θα δυνηθώ άραγε να την πλησιάσω επί του πάγου; εσκέφθη. + +Το μέρος όπου ευρίσκετο εκείνη του εφάνη ως χώρος ιερός, απρόσιτος +εις τους κοινούς των θνητών. Επήλθε δε στιγμή καθ’ ήν κατελήφθη +από τοιούτον φόβον, ώστε παρ' ολίγον να τραπή εις φυγήν. + +Του εχρειάσθη κόπος διά να σκεφθή ότι πέριξ αυτής ετριγύριζον +πολλοί και ότι ηδύνατο να υποτεθή ότι είχεν έλθει απλώς διά να +παγοδρομήση. + +Κατήλθε μέχρι του πάγου, αποφεύγων επί πολύ να ατενίση την Κίττυ, +ως να ήτο ο ήλιος· αλλ' όπως τον ήλιον, την έβλεπε χωρίς να την +παρατηρή. Ήτο ημέρα εξαιρετική και όλοι σχεδόν οι παγοδρόμοι +εγνωρίζοντο μεταξύ των. Εις τα μάτια του Λεβίν εφαίνοντο όλοι ως +πλάσματα προνομιούχα, διότι ήσαν πλησίον εκείνης. Πάντες εν +τούτοις εφαίνοντο ότι την παρετήρουν αδιαφόρως, διήρχοντο απ' +εμπρός της, απεμακρύνοντο, την επλησίαζον, συνωμίλουν μετ' αυτής +και εφαίνοντο απολαμβάνοντες μάλλον την καλλονήν του πάγου και του +ωραίου καιρού παρά την χάριν του ατόμου της. + +Ο Νικόλαος Τσερμπάτσκυ, ο εξάδελφος της Κίττυ, φέρων κοντήν +ζακέταν και στενό πανταλόνι, διακρίνας τον Λεβίν, τον προσεφώνησε· + + ― Ε! πρώτε παγοδρόμε της Ρωσσίας, είσθε πολλήν ώραν εδώ; Ο πάγος +είναι τέλειος, βάλετε λοιπόν γλήγορα τα πέδιλά σας. + + ― Και μήπως έχω πέδιλα; είπεν ο Λεβίν, εκπλαγείς και ο ίδιος, +διότι έσχε το θάρρος να ομιλήση ενώπιον εκείνης. + +Δεν την έχανεν όμως ούτε στιγμήν από τας όψεις του, αν και δεν την +παρετήρει. + + ― Έφθασα χθες, δηλαδή σήμερον, απήντησεν ο Λεβίν τον οποίον η +συγκίνησις ημπόδιζε ν' αντιληφθή αμέσως την έννοιαν των λόγων της +νεαράς κόρης. Ηγνόουν δε ότι πατινάρετε και προ πάντων ότι +πατινάρετε καλά. + +Εκείνη τον ητένισε προσεκτικώς, ως να επεζήτει να εισδύση εις τον +λόγον της ταραχής του. + + ― Το εγκώμιόν σας είναι πολύτιμον, είπε, διότι δεν λησμονούμεν +εδώ ότι είσθε ο άριστος των παγοδρόμων. + +Απετίναξε με το μικρό της χέρι το φέρον γάντι μαύρο τα επί του +μανσόν της πεσόντα μικρά χιονοκρύσταλλα. + + ― Μάλιστα, άλλοτε, ήμην εμπαθής παγοδρόμος, και επεθύμουν να +φθάσω εις την τελειότητα. + + ― Σεις, νομίζω, όλα μετά πάθους τα κάμνετε, είπεν εκείνη μειδιώσα +. . . . Έχω μια τρελλή επιθυμία να σας ίδω εκτελούντα ελιγμούς εδώ +. . . Περάστε λοιπόν γρήγορα τα πέδιλά σας και ελάτε να +πατινάρωμεν μαζί. + + ― Να πατινάρωμεν μαζί; Είνε δυνατόν; εσκέπτετο ο Λεβίν παρατηρών +την νεαράν κόρην. + + ― Περνώ αμέσως τα πέδιλά μου, προσέθηκε. + +Και μετέβη να του προσαρμοσθούν τα παγοπέδιλα υπό τινος των επί +τούτο επιφορτισμένων προσώπων. + + ― Ναι, εσκέφθη, αυτή είνε η ζωή, αυτή είνε η ευτυχία! Μ α ζ ί! +Ε λ ά τ ε - ν α - π α τ ι ν ά ρ ω μ ε ν - μ α ζ ί! . . . . . Το +είπε: Να της εξομολογηθώ αμέσως; Αλλά φοβούμαι να της ομιλήσω, +διότι, προς το παρόν, η ελπίς με καθιστά ευτυχή . . . και έπειτα; +Πρέπει εν τούτοις, πρέπει! , . . Αρκετά εδίστασα έως τώρα. + +Ο Λεβίν κατήλθεν εις το παγοδρόμιον και επλησίασε την Κίττυ δειλώς +ακόμη, αλλά το μειδίαμα της νεάνιδος τον καθησύχασε. + +Του έδωκεν εκείνη την χείρα και ωλίσθησαν παραπλεύρως αλλήλων +επισπεύδοντες το βήμα· καθ' όσον δε εταχύνοντο οι ελιγμοί των, +κατά τόσο μάλλον έθλιβε την χείρα του συνοδού της. + + ― Μαζί σας θα μάθω να παγοδρομώ πολύ γρήγορα· έχω εμπιστοσύνην σε +σας. + + ― Και εγώ, έχω πεποίθησιν εις εμαυτόν, όταν στηρίζεσθε επί του +βραχίονός μου. + +Εφοβήθη αμέσως την ενδεχομένην εντύπωσιν εκ των λόγων του τούτων +και ηρυθρίασε. + +Μετά τινας διολισθήσεις η Κίττυ μετέβη εις συνάντησιν της μητρός +της, διά ν' αποχωρήσωσιν ομού. + + ― Γνωρίζω ότι δεν είν' αυτός ο αγαπημένος μου, διελογίζετο η +Κίττυ, αλλ' ευχαριστούμαι να είμαι μαζί του, είνε τόσον +χαριτωμένος! . . . Αλλά, διατί άρα γε μου ωμίλησε κατ' αυτόν τον +τρόπον σήμερον; + +Ο Λεβίν απέβαλε τα παγοπέδιλά του και έσπευσε πλησίον της +πριγκηπίσσης Τσερμπάτσκυ, την οποίαν κατέφθασεν εις την έξοδον του +κήπου. + + ― Λογίζομαι ευτυχής που σας βλέπω, τω είπεν η μήτηρ της Κίττυ . . +. Μη λησμονείτε ότι δέχομαι κάθε Πέμπτην. + + ― Δηλαδή, σήμερον; + + ― Θα γοητευθώμεν να σας ίδωμεν, απήντησεν η πριγκήπισσα ξηρώς. + +Η ψυχρότης όμως αύτη ελύπησε την Κίττυ, και, παρεμβάσα, +προσεπάθησε να γλυκάνη την εξ αυτής εντύπωσιν. Έστρεψε την κεφαλήν +προς το μέρος του νέου και του είπε μειδιώσα: + + ― Ω ρεβουάρ! + +Η πριγκήπισσα Κίττυ ήτο δεκαοκτώ ετών. Και ήτο η πρώτη αυτή +περίοδος καθ' ήν ανεμιγνύετο με τον κόσμον. Όχι δε μόνον όλοι οι +χορευταί της Μόσχας ήσαν ερωτευμένοι μαζί της, αλλά και μόλις +ήρχισεν ο χειμών, δύο σοβαροί μνηστήρες είχον παρουσιασθή: ο +Λεβίν, και, αμέσως μετά την αναχώρησιν τούτου, ο κόμης Βρόνσκυ. + +Αι συχναί επισκέψεις του Λεβίν και ο προς την Κίττυ καταφανής του +έρως, είχον γείνει αφορμή συζητήσεως μεταξύ του πατρός και της +μητρός της νεάνιδος, εν σχέσει προς το μέλλον αυτής. Ο πρίγκηψ +ηυνόει τον Λεβίν και διεκήρυττεν ότι δεν ωνειροπόλει καλλίτερον +αυτού γαμβρόν. + +Η πριγκήπισσα, σύμφωνα προς την τακτικήν των γυναικών να στρέφουν +αλλού τα ζητήματα, εβεβαίωνεν ότι η Κίττυ ήτο υπερβολικά νέα, ότι +ο Λεβίν δεν είχεν αποδείξει ότι αι προθέσεις του ήσαν σοβαραί, ότι +η Κίττυ δεν ησθάνετο καμμίαν συμπάθειαν προς αυτόν και προέβαινεν +εις μυρίας άλλας αντιρρήσεις. Αλλά το αληθές ήτο, ότι ωνειροπόλει +τύχην πολύ λαμπροτέραν διά την κόρην της και ο Λεβίν δεν της +ήρεσκε καθόλου. + +Η Κίττυ από της ώρας του δείπνου μέχρι της αφίξεως των επισκεπτών, +εδοκίμασεν αίσθημα ανάλογον προς εκείνο που αισθάνεται νεαρός +στρατιώτης προ της μάχης. + +Η καρδία της έπαλλε δυνατά, και δεν ηδύνατο να προσηλώση την +προσοχήν της επ' ουδενός. + +Ησθάνετο ότι η βραδειά εκείνη, καθ' ήν ο Λεβίν και ο Βρόνσκυ θα +συνηντώντο διά πρώτην φοράν, θ' απέβαινε κρίσιμος διά την τύχην +της, και ακαταπαύστως τους ανεπόλει εις την μνήμην της είτε +χωριστά έκαστον, είτε ομού. + +Κατά τας επτάμιση, μόλις είχε κατέλθει εις το σαλόνι, οπότε ο +θαλαμηπόλος ανήγγειλε: «Κωνσταντίνος Δμήτριτς Λεβίν». + +Η πριγκήπισσα ευρίσκετο εις τον θαλαμόν της, ο δε πρίγκηψ δεν είχε +προσέλθει ακόμη. + +«Τελειωμένα πράγματα!» διελογίσθη η Κίττυ και το αίμα επλημμύρησε +την καρδίαν της. Έρριψε βλέμμα επί του καθρέπτου και ετρόμαξε διά +την ωχρότητά της. + +Ουδ' επί στιγμήν αμφέβαλεν ότι είχε προσέλθει τόσον ενωρίς ακριβώς +διά να την εύρη μόνην και να της απευθύνη την αίτησίν του. Διά +πρώτην φοράν η κατάστασις παρουσιάσθη δι' αυτήν υπό φωτισμόν +εντελώς καινοφανή. Κατενόησεν ότι δεν επρόκειτο περί μόνης αυτής, +ότι δεν επρόκειτο να διαγνώση μετά τίνος θα ήτο ευτυχής και ποίον +ηγάπα, αλλ' ότι θα έβλεπεν εαυτήν υποχρεωμένην να προσβάλη άνδρα +που της ήτο αγαπητός, και να τον προσβάλη σκληρά . . . Διατί; +Διότι την ηγάπα! Και όμως δεν ηδύνατο να πράξη διαφορετικά· αυτό +και μόνον υπεχρεούτο να κάμη. + +«Θεέ μου», διελογίσθη, «εγώ λοιπόν οφείλω να του τα είπω αυτά τα +πράγματα; . . . Πρέπει να τον βεβαιώσω ότι δεν τον αγαπώ. Δεν θα +ήτο αληθές τούτο . . . Αλλά, τι θα του είπω λοιπόν; Ότι αγαπώ +άλλον; Όχι, αυτό δεν είνε δυνατόν . . . Προτιμώ να φύγω . . . +φεύγω . . .» + +Ευρίσκετο ήδη πλησίον της θύρας, οπότε ήκουσε τα βήματα του Λεβίν. + + ― Όχι, δεν είνε ευπρεπές αυτό. Από τι φοβούμαι; Ας γείνη ό,τι +θέλει! Θα είπω την αλήθειαν. Μαζί του δεν θα στενοχωρηθώ, νά τον! + +Διέκρινε την σκιαγραφίαν του Λεβίν και το βλέμμα του στηριζόμενον +επ' αυτής. Η Κίττυ τον ητένισε κατάματα ως να του εζήτει να την +λυπηθή, και του έτεινε την χείρα. + + ― Φθάνω εις ακατάλληλον στιγμήν, νομίζω ότι προηγήθην της ώρας; +είπεν, ιδών ότι το σαλόνι ήτο κενόν. + +Αλλ' όταν αντελήφθη ότι οι πόθοι του είχον πραγματοποιηθή και ότι +τίποτε δεν τον ημπόδιζε να ομιλήση, εσκυθρώπασεν. + + ― Ω! όχι, είπεν η Κίττυ. + +Και εκάθησεν ενώπιον μιας τραπέζης. + + ― Να σας εύρω μόνην ήτο ο γλυκύτερος πόθος μου, είπεν ο Λεβίν. +Σας είπον ήδη ότι δεν γνωρίζω επί πόσον χρόνον θα μείνω εδώ, και +ότι από υμάς εξαρτάται . . . + +Η Κίττυ εχαμήλωσεν έτι μάλλον την κεφαλήν, αγνοούσα τι θα απήντα +εις την τελικήν πρότασιν. + + ― Από υμάς εξαρτάται, εξηκολούθησεν εκείνος . . . Ήλθα . . . ήλθα +διά να σας ζητήσω να καταστήτε σύζυγος μου! + +Εσιώπησε και ητένισε την νεάνιδα. + +Εκείνη ανέπνευσεν επωδύνως, χωρίς να υψώση τα βλέμματα προς αυτόν. +Δεν επερίμενε να παραγάγη επ' αυτής τοιαύτην εντύπωσιν η εκ μέρους +του Λεβίν ερωτική εξωμολόγησις. Αλλά το συναίσθημα εκείνο επί μίαν +μόνον στιγμήν διήρκεσεν. Ανελογίσθη τον Βρόνσκυ. + +Ύψωσε προς τον Λεβίν τα διαυγή και ειλικρινή της μάτια, +παρατηρήσασα την απελπιστικήν έκφρασιν της μορφής του, απήντησεν +εν σπουδή: + + ― Αυτό δεν δύναται να γείνη, δεν γίνεται . . . Συγχωρήσατέ με! + +Προ μιας στιγμής της εφαίνετο τόσον πλησίον και απαραίτητος διά +την ζωήν της! Και ιδού έξαφνα ότι καθίστατο δι' αυτόν εντελώς +ξένη. + + ― Δεν ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; είπεν εκείνος χωρίς να υψώση +επ' αυτής τα βλέμματα. + +Εχαιρέτησε δε και ηθέλησε ν' αποσυρθή. + +Αλλά, την ιδίαν στιγμήν, εισήλθεν η πριγκήπισσα. Όταν δε τους είδε +μόνους και διέκρινε τας συνεσπασμένας των μορφάς, εταράχθη. Ο +Λεβίν την εχαιρέτησε χωρίς να ομιλήση. Η Κίττυ έμεινε σιωπηλή και +δεν ύψωσε τα μάτια. Εκείνος ηθέλησε να εγερθή, αλλ' η πριγκήπισσα +του απεύθυνε τον λόγον, και, ταυτοχρόνως, ετέρα κυρία παρουσιάσθη, +ακολουθουμένη υπό τινος στρατιωτικού. + + ― Θα είνε ο Βρόνσκυ, εσκέφθη ο Λεβίν. + +Διά να πεισθή, ητένισε την Κίττυ, ήτις είχεν αναγνωρίσει ήδη τον +αξιωματικόν. + +Ο Λεβίν παρετήρησεν ότι οι οφθαλμοί της νεαράς κόρης απήστραψαν +ακουσίως και κατενόησεν ότι ηγάπα τον άνθρωπον εκείνον. + + ― Επιτρέψατέ μου να σας παρουσιάσω προς αλλήλους, είπεν η +πριγκήπισσα: Κωνσταντίνος Δμήτριτς Λεβίν, κόμης Αλέξιος +Κυρίλλοβιτς Βρόνσκυ. + +Ούτος ηγέρθη και έθλιψε την χείρα του Λεβίν παρατηρών αυτόν +συμπαθώς εις τα μάτια. + + ― Έχομεν συμφάγει κατά τον χειμώνα τούτον, αν δεν με απατά η +μνήμη, αλλά σεις ανεχωρήσατε αιφνιδίως διά την εξοχήν, είπε με το +αφελές και ειλικρινές του μειδίαμα. + + ― Και μένετε πάντοτε εις τα κτήματά σας; ηρώτησεν ο Βρόνσκυ. +Νομίζω ότι δεν θα είνε ευχάριστον κατά τον χειμώνα. + + ― Όταν κανείς είνε απησχολημένος, δεν στενοχωρείται, έστω και αν +είνε μόνος, απήντησε ξηρώς ο Λεβίν. + +Αν και ο Βρόνσκυ αντελήφθη τον τόνον με τον οποίον προεφέρθησαν οι +λόγοι ούτοι, προσεποιήθη ότι δεν αντελήφθη. + + ― Αγαπώ την εξοχήν, είπεν. + +Ο Λεβίν επωφελήθη της στιγμής καθ' ήν τον αφήκεν ο πρίγκηψ, διά να +εξέλθη χωρίς να γείνη αντιληπτός. Η τελευταία εντύπωσις, την +οποίαν απεκόμισεν εκ της εσπερίδος εκείνης, υπήρξεν η ευτυχής +έκφρασις της φυσιογνωμίας της Κίττυ απαντώσης εις τον Βρόνσκυ, +όστις την ηρώτα αν θα προσήρχετο εις τον χορόν. + +* * * + +Ο Βρόνσκυ ουδέποτε είχε γνωρίσει τι εστί οικογενειακή ζωή. Η μήτηρ +του, κατά την νεότητά της, είχεν υπάρξει γυνή πολύ κοσμική, λίαν +θαυμαζομένη, και, κατά τε το διάστημα της συζυγικής της ζωής, +κυρίως δε μετά τον θάνατον του συζύγου της, εγένετο ηρωίς πολλών +μυθιστορημάτων γνωστών εις όλον τον κόσμον. Τον πατέρα του σχεδόν +δεν τον ενεθυμείτο και είχεν ανατραφή εις την Σχολήν των Αυλικών +ακολούθων. Νεώτατος δε εξελθών της σχολής και επιδεικτικώτατος +αξιωματικός ήδη, απετέλεσε μέλος της στρατιωτικής αριστοκρατίας +της Πετρουπόλεως . . . Εν Μόσχα εγεύθη διά πρώτην φοράν του +θελγήτρου να πλησιάση μίαν ωραίαν και αθώαν κόρην του κόσμου, ήτις +ηράσθη αυτού. Δεν τω επήλθε δε η σκέψις ότι εν τη γνωριμία ταύτη, +ηδύνατο να υπάρχη τι το μεμπτόν ως προς τας μετά της Κίττυ σχέσεις +του. Εχόρευε κατά προτίμησιν μετ' αυτής, της ωμίλει περί κοινών +πραγμάτων περί ων συνήθως συζητούν ασκόπως εν τω κόσμω, αλλ' +ακουσίως, προσέδιδεν εις τας κοινοτυπίας αυτάς τόνον και +ενδιαφέρον τοιούτον, ώστε ν' απευθύνεται προς αυτήν και μόνην. + +Αν και ουδέποτε της είχεν είπει και μίαν έστω λέξιν που να μη +δύναται να προφέρη ενώπιον όλου του κόσμου, παρετήρει εν τούτοις +ότι κατά πάσαν παρερχομένην ημέραν υφίστατο εκείνη πλειότερον την +επίδρασιν αυτού, τούθ' όπερ του ήτο το μάλλον ευχάριστον των +πραγμάτων. Ησθάνετο εαυτόν ακατανικήτως ελκυόμενον προς αυτήν. + +Ουδαμώς ηπατάτο ότι η προς την Κίττυ συμπεριφορά του ήτο +αφελέστατα εκείνο που ονομάζεται δελεασμός μιας νεαράς κόρης άνευ +προθέσεως γάμου, πράξις πολύ συχνή εις την χρυσήν νεότητα εις την +οποίαν ανήκεν. Ενόμιζεν ότι αυτός πρώτος είχεν ανακαλύψει την +θελξίθυμον ταύτην ηδονήν, και την απελάμβανε. + +Περί γάμου ουδέποτε είχε σκεφθή, γάμου άλλως τε του οποίου δεν +διέβλεπε το δυνατόν της τελέσεως. Όχι μόνον δεν ηγάπα την +οικογενειακήν ζωήν, αλλά και διέβλεπεν εν τω γάμω και ιδίως εις +τον ρόλον του συζύγου, σύμφωνα προς τας ιδέας του κόσμου των +αγάμων εν τω οποίω έζη, κάτι το αντίθετον, κάτι το εχθρικόν προς +την ευτυχίαν του και κάτι μάλιστα το γελοίον. + +Το βράδυ εκείνο, εν τούτοις, εξερχόμενος του μεγάρου Τσερμπάτσκυ, +ησθάνθη ότι οι πνευματικοί δεσμοί οι συνδέοντες αυτόν μετά της +Κίττυ είχον συσφιγχθή μέχρι σημείου ώστε να έπρεπε να λάβη μίαν +απόφασιν, αλλ' υπό ποίον πνεύμα, δεν διέβλεπεν ακόμη. + +«Η γοητεία έγκειται ακριβώς εις το ότι ούτε μία λέξις δεν έχει +προφερθή ούτε παρ' εμού ούτε παρ' αυτής· και εις ότι το +αντιλαμβανόμεθα αλλήλους τόσον καλά διά της αποκρύφου αυτής +συνδιαλέξεως των βλεμμάτων και των τόνων της φωνής· σήμερον μ' +έκαμε να εννοήσω παρά ποτε σαφέστερον ότι με αγαπά. Και πόσον είνε +γοητευτικόν αυτό, πόσον αφελές, πόσον πλήρες πεποιθήσεως! +Αισθάνομαι ότι έχω καρδίαν και ότι κάτι το αγαθόν υπάρχει εντός +μου». + +Την επιούσαν, κατά την ενδεκάτην προμεσημβρινήν, ο Βρόνσκυ μετέβη +εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν διά ν' αναμείνη την μητέρα του· το +πρώτον δε πρόσωπον, το οποίον παρετήρησεν επί των βαθμίδων της +μεγάλης κλίμακος υπήρξεν ο Ομπλόνσκυ προχωρών προς υποδοχήν της +αδελφής του Άννας Καρένιν. + + ― Α! Η Εξοχότης σας! τω εφώναξεν ο Ομπλόνσκυ, ποίον ζητείς; + + ― Περιμένω την μητέρα μου, απήντησεν ο Βρόνσκυ. Έρχεται από την +Πετρούπολιν. + +Έθλιψαν αμοιβαίως την χείρα και ανήλθον ομού την κλίμακα. + + ― Πού επήγες χθες εξερχόμενος των Τσερμπάτσκυ, εγώ σε επερίμενα +έως τας δύο το πρωί; + + ― Επέστρεψα εις το σπίτι μου . . . Επέρασα νύκτα τόσον +ευχάριστον, ώστε δεν ηθέλησα να υπάγω πλέον πουθενά. + + ― Γνωρίζω τα ορμητικά άλογα από τα χαρακτηριστικά των και τους +νεαρούς ερωτευμένους από τα μάτια! επανέλαβεν ο Ομπλόνσκυ, όπως +είχε κάμει την προτεραίαν προς τον Λεβίν. + +Ο Βρόνσκυ εμειδίασε με τρόπον που δεν απετέλει άρνησιν, αλλ' +έσπευσε να στρέψη αλλαχού τον λόγον. + + ― Και συ, ποίον ήλθες ν' αναμείνης εδώ; + + ― Εγώ, μια ωραία κυρία! είπεν ο Ομπλόνσκυ. + + ― Α! Α! + + ― «Κατηραμένος ο κακά βουλευόμενος», αναμένω την αδελφήν μου +Άνναν. + + ― Α! α! την πριγκήπισσαν Καρένιν, είπεν ο Βρόνσκυ. + + ― Πρέπει να γνωρίζης τον Αλέξιον Αλεξάνδροβιτς Καρένιν, τον +διάσημον γαμβρόν μου· όλος ο κόσμος τον γνωρίζει. + + ― Ναι, τον γνωρίζω εκ φήμης και διότι κάποτε τον είδα . . . +Γνωρίζω ότι είνε άνθρωπος πνευματωδέστατος, ένας σοφός ούτως +ειπείν υπέργειος. Αλλά, ξεύρεις, δεν είνε του κόσμου μου. + + ― Ναι, είνε άνθρωπος διακεκριμένος, ολίγον τι συντηρητικός, αλλά +θαυμάσιος άνθρωπος. + + ― Θα έλθη γρήγορα το τραίνον; ηρώτησεν ο Βρόσκυ κάποιον +υπάλληλον. + + ― Εφάνη ήδη. + +Πράγματι, επί της αποβάθρας προσέτρεξαν οι υπάλληλοι, και ο +αριθμός των προσώπων άτινα προσήρχοντο να υποδεχθώσι τους φίλους +των επληθύνθη επαισθητώς. + +Διά μέσου της κρυσταλλωμένης ομίχλης διεκρίνοντο άνθρωποι εν στολή +με κοντές γούνες και μπόττες από πίλημα, οίτινες διήρχοντο τας +σιδηράς ράβδους. Μακράν δε, διηκούετο ο συριγμός της ατμομηχανής +και διεκρίνετο το τροχοκύλισμα του τραίνου. + +Πράγματι, εξ αποστάσεως, η ατμομηχανή εσφύριζε. Μετά τινας δε +στιγμάς, το λιθόστρωτον του σταθμού συνεκλονίσθη και η μηχανή +ασθμαίνουσα και αναπέμπουσα τον ατμόν ον το ψύχος επανέρριπτεν επί +του εδάφους διήλθε με τον μοχλόν του μεσαίου τροχού ταλαντευόμενον +διά κινήσεως ρυθμικής και βραδείας, καθ’ όν χρόνον ο μηχανικός, +σκεπασμένος από παγοκρύσταλλα και με την κεφαλήν και τον λαιμόν +σφικτοτυλιγμένα, εχαιρέτα τον σταθμάρχην. + + ― Η κόμησσα Βρόνσκυ ευρίσκεται εις αυτό το βαγόνι, τω είπεν +αίφνης ο οδηγός πλησιάσας αυτόν. + +Εις το βάθος της ψυχής του, δεν ησθάνετο σεβασμόν προς την μητέρα +του, και, χωρίς αμφιβολίαν, ούτε την ηγάπα, αλλ' η ανατροφή ης +είχε τύχει και αι τρέχουσαι ιδέαι του ιδιαιτέρου του κόσμου, δεν +τω επέτρεπον να σκεφθή να της προσφέρεται διαφορετικά παρά με τας +φαινομενικότητας βαθυτάτου σεβασμού και πληρεστάτης υποταγής. Η δε +εξωτερική εκδήλωσις των αισθημάτων τούτων ήτο ισχυροτέρα από τον +ενδόμυχον αποτροπιασμόν, ον ησθάνετο προς αυτά. + +Ο Βρόνσκυ ηκολούθησε τον οδηγόν, ανήλθεν εις το τραίνον, και, καθ’ +ήν στιγμήν επρόκειτο να εισέλθη εις το διαμέρισμα όπου ευρίσκετο η +μήτηρ του, παρεμέρησε διά να διέλθη μία κυρία. + +Με το τακτ του ανθρώπου του κόσμου ο Βρόνσκυ ανεγνώρισε με το +πρώτον βλέμμα ότι η κυρία εκείνη ανήκεν εις τας ανωτάτας +κοινωνικάς τάξεις. Εζήτησε συγγνώμην και ητοιμάζετο να +εξακολουθήση τον δρόμον του, οπότε ησθάνθη ακαταμάχητον πόθον να +στραφή διά να την ίδη άπαξ ακόμη, ουχί μόνον διότι η κυρία την +οποίαν είχε συναντήσει ήτο ωραιοτάτη, ούτε και διότι είχεν ελκυσθή +από την ευπρεπή κομψότητα και την χάριν την σεμνήν ην απέπνεεν +ολόκληρος, αλλά διότι η έκφρασις της χαριτωμένης μορφής της, όταν +επέρασεν απ' εμπρός του, είχε κάτι το ιδιαιτέρως θωπευτικόν και +τρυφερόν. + +Όταν υπεστράφη, και η κυρία έστρεψεν επίσης την κεφαλήν προς αυτόν +και τα μάτια της προσηλώθησαν φιλίως επ' αυτού, ως να τον +ανεγνώριζε, πάραυτα δε εστράφησαν προς το πλήθος κάποιον +αναζητούντες εν αυτώ. + +Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις το υποδειχθέν αυτώ βαγόνι. Η μήτηρ του, μία +γηραιά γυνή ισχνή, με μάτια μαύρα, εμειδία ελαφρώς με τα λεπτά της +χείλη. + +Ανηγέρθη από το κάθισμά της, παρέδωκε μικρόν δερμάτινον σάκκον εις +την θαλαμηπόλον της, έτεινε την μικράν και άσαρκον χείρα της προς +τον νέον, είτα δε, ανυψώσασα την κεφαλήν, τον ησπάσθη επί των +παρειών. + + ― Έλαβες το τηλεγράφημά μου; Είσαι καλά; . . . Δόξα σοι ο Θεός! . +. . + + ― Εκάματε καλό ταξείδι; είπεν ο νέος καθεσθείς παραπλεύρως αυτής. + +Η κυρία ενώπιον της οποίας ο Βρόνσκυ είχεν παραμερίσει εισήλθεν +και αύθις εις το διαμέρισμα. + + ― Λοιπόν! ευρήκατε τον αδελφόν σας; ηρώτησεν η κόμησσα Βρόνσκυ +αποταθείσα προς την ωραίαν ταξειδιώτιδα. + +Ο Βρόνσκυ ενεθυμήθη τότε ότι ήτο η Άννα Καρένιν. + + ― Ο αδελφός σας σάς περιμένει εδώ, είπεν εγερθείς. Με συγχωρείτε +διότι δεν σας ανεγνώρισα, προσέθηκε χαιρετήσας . . . Έχομεν, άλλως +τε, τόσον σπανίας συναντήσεις, ώστε ασφαλώς δεν θα μ' ενθυμείσθε. + + ― Ω, όχι! είπεν εκείνη· εντούτοις, σας ανεγνώρισα, διότι νομίζω +ότι, καθ' όλον το διάστημα του ταξειδίου, η μήτηρ σας και εγώ +μόνον περί υμών ωμιλούσαμεν. + +Και επέτρεψε να φωτισθή από έν μειδίαμα η συγκρατουμένη +ορμητικότης της. + + ― Και ο αδελφός μου δεν έρχεται λοιπόν; εξηκολούθησεν. + +Ο Βρόνσκυ κατήλθεν επί του λιθοστρότου και εφώναξεν: + + ― Ομπλόνσκυ, εδώ! . . . + +Αλλ' η Άννα Καρένιν δεν ανέμεινε, και, διακρίνασα τον πρίγκηπα, +εξήλθε του οχήματρς με βήμα σταθερόν και ελαφρόν. + +Μόλις δε ο πρίγκηψ την επλησίασεν η νεαρά γυνή επέρασε τον +αριστερόν της βραχίονα περί τον τράχηλόν του, τον προσείλκυσε +ζωηρώς προς εαυτήν και τον εφίλησεν ηχηρώς. Η χάρις και η +ορμητικότης της χειρονομίας εκείνης συνεκίνησαν τον Βρόνσκυ· δεν +την άφινε πλέον από τα μάτια του και εμειδία χωρίς να γνωρίζη +διατί. + +Αναλογισθείς όμως ότι η μήτηρ του τον ανέμενεν ανήλθε και πάλιν +εις το τραίνον. + +Είνε ωραιωτάτη, δεν είν' έτσι; ηρώτησεν η κόμησσα. Ο σύζυγός της +μου την ενεπιστεύθη και ευχαριστήθην πολύ από την συντροφιάν της. +Ωμιλούσαμεν καθ' όλον το διάστημα . . . Λοιπόν! και συ; Λέγουν ότι +οι έρωτές σου πηγαίνουν θαυμάσια, ε; + + ― Δεν γνωρίζω, μαμά, τι θέλετε να υπαινιχθήτε, είπεν ο υιός +ψυχρώς. + + ― Η Άννα Καρένιν ανήλθεν αύθις εις το βαγόνι διά ν' αποχαιρετήση +την κόμησσαν. + + ― Λοιπόν! κόμησσα, ευρήκατε τον υιόν σας και εγώ τον αδελφόν μου, +είπε φαιδρώς. Εξήντλησα, άλλως τε, ολόκληρον το απόθεμα των +διηγήσεών μου και δεν μου μένει πλέον καμμία. + + ― Θα ειμπορούσα να κάμω μαζί σας τον γύρον του κόσμου χωρίς να +στενοχωρηθώ, είπεν η κόμησσα λαβούσα την χείρα της Άννας Καρένιν. +Είσθε από τας χαριτωμένος εκείνας γυναίκας που γοητεύεται κανείς +τόσον να βλέπη όσον και ν' ακούη. + + ― Καλήν αντάμωσιν, κόμησσα, σας ευχαριστώ διά την καλήν σας +συντροφιά, η ημέρα παρήλθε γρηγορώτατα. + + ― Χαίρετε, αγαπητή φίλη . . . Επιτρέψατε μου να φιλήσω την +χαριτωμένην μορφήν σας. + +Έκυψεν ελαφρώς και έτεινεν την παρειάν της εις τα χείλη της +κομήσσης, είτα δε ηνωρθώθη και έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ. + +Έθλιψεν ούτος την μικράν χείρα και εμαγεύθη διότι η Άννα Καρένιν +απεκρίθη διά μικράς και αφελούς αντιθλίψεως. + + ― Είνε αληθινά χαριτωμένη, είπεν η κόμησσα. + +Ο Βρόνσκυ την παρηκολούθησε διά των οφθαλμών έως ού η γόησσα +σιλουέττα της εξηφανίσθη. Την είδε, διά της θυρίδος, να πλησιάζη +τον Ομπλόνσκυ, να περνά το χέρι της από τον βραχίονά του και ν' +αρχίζη μαζί του συνομιλίαν, εν τη οποία, προφανώς, δεν εγένετο +λόγος περί των νέων της γνωριμιών. + +Ο Βρόνσκυ διέκρινε κάποιο πείσμα. + + ― Ειμπορούμε να εξέλθωμεν, μαμά, το πλήθος διελύθη. + +Εξελθόντες του βαγονίου, συνήντησαν πολλά πρόσωπα, τα οποία +διήρχοντο τρέχοντα και με τας μορφάς τεταραγμένας. + +Και ο σταθμάρχης επίσης ευρίσκετο εις κίνησιν με την όψιν +συνεσπασμένην. + +Πού; . . . Προς ποίον μέρος; . . . Κατεπλακώθη; . . , . ηρώτων οι +διαβάται. + +Ο Ομπλόνσκυ, με την αδελφήν του στηριζομένην εις τον βραχίονά του, +επέστρεψε και αυτός εις το τραίνον λίαν συγκεκινημένος. + +Αι δύο κυρίαι ανήλθον και πάλιν εις το βαγόνι, εν ώ οι δύο άνδρες +ανεμιγνύοντο με το πλήθος διά να μάθουν τας λεπτομερείας του +δυστυχήματος. + +Κάποιος οδοφύλαξ, είτε διότι ήτο μεθυσμένος, είτε υπερβολικά +διπλωμένος εντός των ενδυμάτων του λόγω του παγετού, δεν είχεν +ακούσει ερχόμενον το τραίνον. + +Ο Ομπλόνσκυ και ο Βρόνσκυ είδον το πτώμα παραμορφωμένον. Ο πρώτος +συνεκινήθη καταφώρως εκ του θεάματος αυτού και εφαίνετο έτοιμος ν' +αναλυθή εις δάκρυα. Αλλά προ της επιστροφής των, αι δύο κυρίαι +είχον πληροφορηθή τα διατρέξαντα. + + ― Α! είναι τρομερόν, αν εγνώριζες, Άννα, τι είδα! είπεν ο +Ομπλόνσκυ. + + ― Ο Βρόνσκυ εσιώπα· η ωραία του μορφή ήτο σοβαρά, αλλ' ήρεμος. + + ― Αχ! κόμησσα, έξηκολούθησεν ο Ομπλόνσκυ, αν τον εβλέπατε! . . . +Η γυναίκα του ήτο εκεί . . . Ερρίφθη επί του σώματός του . . . +Λέγουν δε ότι ήτο ο μόνος προστάτης της οικογενείας . . . + + ― Δεν θα ειμπορούσεν άρα γε να γείνη τίποτε δι' αυτήν; ηρώτησεν +εν συγκινήσει η Άννα Καρένιν. + +Ο Βρόνσκυ την ητένισε και κατήλθεν αμέσως του βαγονίου. + + ― Επιστρέφω αμέσως, μαμά, είπεν από του αντιθέτου μέρους της +θυρίδος. + +Όταν δ' επανεφάνη, μετά πάροδον ολίγων στιγμών, ανεχώρησαν. + +Κατά την έξοδον εκ του σταθμού, ενώ ο Βρόνσκυ εβάδιζεν εμπρός μετά +της μητρός του, της Άννας Καρένιν και του Ομπλόνσκυ ερχομένων +όπισθεν, ο σταθμάρχης προσέδραμε. + +Παρεδώκατε εις τον υποδιευθυντήν, είπε, διακόσια ρούβλια· +ευαρεστήσθε να μου ειπήτε διά ποίον ακριβώς τα προορίζετε; + + ― Διά την χήραν, είπεν, ο Βρόνσκυ υψώσας τους ώμους, δεν την +εννοώ αυτήν την ερώτησιν! + + ― Εδώκατε χρήματα διά την χήραν; εφώνησεν ο Ομπλόνσκυ. + + ― Αληθινά, τι λαμπρός νέος!, . . εξηκολούθησε πιέσας το βραχίονα +της αδελφής του υπό τον αγκώνα του. + +Η Άννα Καρένιν επέβη αμάξης και ο Ομπλόνσκυ παρετήρησε μετ' +εκπλήξεως ότι τα χείλη της νεαράς γυναικός έτρεμον και ότι μετά +βίας συνεκράτει τα δάκρυά της. + + ― Άννα τι έχεις; ηρώτησε μετά μίαν στιγμήν. + + ― Το επεισόδιον αυτό είνε κακός οιωνός, είπεν εκείνη. + + ― Τι παιδιαρισμός! υπέλαβεν ο Ομπλόνσκυ. Το ουσιώδες δι' εμέ +είναι να σ' έχω πλησίον μου! . . . Αναθέτω εις σε όλας μου τας +ελπίδας! + + ― Γνωρίζεις προ πολλού τον Βρόνσκυ; ηρώτησεν εκείνη. + + ― Ναι, προ πολλού . . . άλλως τε, ξεύρεις, ελπίζομεν ότι θα +νυμφευθή την Κίττυ. + + ― Α! αλήθεια! είπεν εκείνη διά φωνής βραδείας . . , Λοιπόν! . . . +ας ομιλήσωμεν περί σου . . . + +Ετίναξε την κεφαλήν ως διά ν' αποδιώξη κάποιαν οχληράν σκέψιν, η +οποία την εστενοχώρει. + + ― Ναι, ας ομιλήσωμεν περί σου! Έλαβον την επιστολήν σου και ιδού +εγώ . . . + + ― Μάλιστα, όλαι μου αι ελπίδες εις σε στηρίζονται, επανέλαβεν ο +Ομπλόνσκυ. + + ― Εν τοιαύτη περιπτώσει, διηγήσου τα μου όλα. + +Και ο Ομπλόνσκυ εξωμολογήθη τας μυστικάς του θλίψεις. + +Όταν η άμαξα εσταμάτησεν ενώπιον του μεγάρου του πρίγκηπος, +εβοήθησεν ούτος την αδελφήν του να κατέλθη της έθλιψε την χείρα +και απεσύρθη διά να μεταβή εις το Υπουργείον. + +Όταν η Άννα εισήλθεν εις την οικίαν, η Δόλλυ εκάθητο εις το μικρόν +σαλόνι και εδίδασκε γαλλικήν ανάγνωσιν εις το μικρόν της αγοράκι. + +Η Δόλλυ εστράφη εις τον θορυβώδη θρουν του ενδύματος και εις τον +κρότον των ελαφρών της βημάτων καθ' ήν στιγμήν η Άννα διεσκέλιζε +την θύραν, και η μαρασμώδης μορφή της εξέφρασεν ακουσίως όχι +χαράν, αλλ' έκπληξιν. + +Ηγέρθη και ησπάσθη την ανδραδέλφην της. + + ― Πώς, ήλθες τόσον γρήγορα; είπε. + + ― Πόσον είμαι ευτυχής που σε βλέπω, Δόλλυ! + + ― Και εγώ επίσης, είμαι πολύ ευχαριστημένη. + +Εμειδία ασθενώς και ηγωνίζετο ν' αναγνώση επί της μορφής της +Άννας, αν η ανδραδέλφη της εγνώριζεν ήδη τα πάντα. + + ― Αναμφιβόλως, τα γνωρίζει όλα, διελογίσθη, διακρίνασα έκφρασιν +συμπαθείας και θλίψεως εις τα βλέμματά της. + +Αφού έκαμον μακράν επίσκεψιν εις τα παιδιά, αι δύο γυναίκες +επέστρεψαν μόναι εις το σαλόνι διά να πάρουν ένα καφέ. + +Η Άννα υπέγειρε το κύπελλόν της, μεθ' ό το αφήκεν αμέσως και +πάλιν. + + ― Δόλλυ, εψιθύρισε, μου τα είπεν όλα . . . + +Η Δόλλυ την ητένισε ψυχρώς. Επερίμενε φράσεις συμπαθείας, +αναλόγους προς την περίστασιν, αλλ' η Άννα δεν επρόφερε τοιαύτας. + + ― Δόλλυ αγαπητή, είπεν αυτή, δεν προτίθεμαι να σου ομιλήσω υπέρ +αυτού ούτε να σε παρηγορήσω. Αλλά, καλή μου αγάπη, σε λυπούμαι, σε +λυπούμαι με όλη μου τη ψυχή! + +Και μέσα εις τα λάμποντα μάτια της, υπό τας πυκνάς βλεφαρίδας +ανέβλυσαν αίφνης δάκρυα. Επλησίασε την νύμφην της και επήρε τα +δάκτυλά της μέσα εις τα μικρά της αποφασιστικά χέρια. + +Η Δόλλυ δεν τα απέσυρε, αλλά η μορφή της παρέμεινεν ανεπιρέαστος. + + ― Δεν υπάρχει παρηγορία δι' εμέ, είπε. Εχάθη το παν! + +Αλλά μόλις επρόφερε τας λέξεις ταύτας η έκφρασις της μορφής της +κατέστη γλυκυτέρα. + +Η Άννα έφερε την ξηράν και άσαρκον χείρα της Δόλλυ εις τα χείλη +της και την ησπάσθη. + + ― Αλλά Δόλλυ, είπε, τι να γείνη, τι να γείνη; Πώς καλλίτερον να +ενεργήση κανείς εις την φοβεράν αυτήν περίστασιν; + + ― Εχάθη το παν, αύτη είνε η αλήθεια! είπεν η Δόλλυ . . . + +Η Δόλλυ εσιώπησε, και επηκολούθησε δυο στιγμών σιγή. + + ― Τι να κάμω, Άννα; Σκέψου και βοήθησε με· εγώ, τα εσκέφθην όλα +και δεν ευρίσκω διέξοδον. + +Η Άννα δεν ηδυνήθη να εφεύρη τίποτε, αλλ' η καρδιά της εδονείτο +εις κάθε λέξιν, εις κάθε πόνον της νύμφης της. + + ― Περίμενε . . . Σε βεβαιώ ότι όταν μου διηγήθη όσα συνέβησαν, +δεν είχον ακόμη εννοήσει όλον το φρικώδες της καταστάσεως. Έβλεπα +μόνον αυτόν και την αναστάτωσιν την επελθούσαν εις την οικογένειάν +του· ησθάνθην οίκτον προς αυτόν, αλλά τώρα, αφού ωμίλησα μαζί σου, +την γυναίκα του, βλέπω διαφορετικά τα πράγματα· διαβλέπω τα +μαρτύριά σου και δεν δύναμαι να εκφράσω όλην την συμπάθειαν, την +οποίαν αισθάνομαι προς σε, Δόλλυ αγαπημένη μου, συναισθάνομαι +τελείως την θέσιν σου, αλλά θα επεθύμουν να μάθω ένα πράγμα . . . +θα επεθύμουν να μάθω πόσος ακόμη έρως υπολείπεται προς αυτόν εντός +της καρδίας σου; . . . Συ μόνη γνωρίζεις αν είναι αρκετός ώστε να +δύνασαι να συγχωρήσης! . . . Αν είναι αρκετός, συγχώρησον! . , . + + ― Όχι , . , είπεν η Δόλλυ. + +Η Άννα την διέκοψεν ασπασθείσα πάλιν την χείρα της. + + ― Γνωρίζω τον κόσμον καλλίτερα από σε, είπε. Γνωρίζω πώς οι +άνθρωποι ωσάν τον Στίβα εκτιμώσι τα ζητήματα ταύτα. Λέγεις ότι +ωμίλει μετ' εκείνης περί σου; . . . Όχι, όχι, δεν το έκαμεν αυτό· +οι τοιούτοι άνδρες διαπράττουν απιστίας, αλλ' η οικογενειακή εστία +και η σύζυγος παραμένουν δι' αυτούς αντικείμενα ιερά. Προς τας +τρίτας αυτάς γυναίκας μικράν αισθάνονται εκτίμησιν και τούτο +ουδαμώς επιρεάζει τας προς την οικογένειαν σχέσεις των. Γνωρίζουν +να χαράττουν γραμμήν διακρίσεως αδιαπέραστον μεταξύ της +οικογενείας και της . . . Εγώ, δεν τας εννοώ αυτάς τας διακρίσεις, +αλλά το γεγονός είναι αυτό . . . + + ― Αλλά, την έκαμεν ιδικήν του . . . + + ― Άφες με να ομιλήσω, αγαπητή Δόλλυ. Είδα τον Στίβα όταν ήτο +ερωτευμένος μαζί σου. Ενθυμούμαι την εποχήν καθ' ήν ήρχετο να μ' +ευρίσκη και έκλαιεν ομιλών περί σου, και γνωρίζω ότι καθ' όσον +παρετείνετο η μετά σου ζωή του, κατά τοσούτον ανήρχεσο εις την +εκτίμησίν του. Τον ειρωνευόμεθα δε διότι εις πάσαν ευκαιρίαν +επανελάμβανεν: «Η Δόλλυ είναι εξαιρετική γυναίκα». Υπήρξες δι' +αυτόν θεότης και παρέμεινες τοιαύτη, η δε παρεκτροπή του αυτή δεν +έχει ρίζας εντός της ψυχής του . . . + + ― Αλλά, αν το πράγμα επανελαμβάνετο; + + ― Δεν δύναται να επαναληφθή κατά την γνώμην μου . . . + + ― Μάλιστα . . . Αλλά συ, θα συνεχώρεις; + + ― Ναι, θα συνεχώρουν . . . Δεν θα έμενα βέβαια η ιδία, αλλά θα +συνεχώρουν . . . θα συνεχώρουν ως να μη είχε συμβή τίποτε, +απολύτως τίποτε . . . + + ― Βεβαίως, διέκοψε ζωηρώς η Δόλλυ, ως να επανελάμβανε κάτι το +οποίον πολλάκις είχε σκεφθή, . . . διαφορετικά το τοιούτον δεν θα +απετέλει πλέον συγγνώμην. Όταν κανείς συγχωρήση, πρέπει να το +πράττη άνευ υστεροβουλίας. Έλα, θα σε οδηγήσω εις το δωμάτιόν σου, +προσέθηκεν εγερθείσα. + +Εξελθούσα, δε, περιέβαλε την Άνναν εις τους βραχίονάς της. + + ― Πόσον είμαι ευχαριστημένη, αγάπη μου, διότι ήλθες· αισθάνομαι +εμαυτήν καλλίτερα, πολύ-πολύ καλλίτερα! + +*** + +Καθ' όλην την ημέραν η Άννα Καρένιν δεν εδέχθη κανένα και εκράτησε +συντροφιά της Δόλλυ και των τέκνων της. Απέστειλε μόνον σημείωσιν +προς τον αδελφόν της διά να τον ειδοποιήση να έλθη να συμφάγουν +εις το σπίτι. + +«Έλα, ο Θεός είναι εύσπλαγχνος!» του έγραψεν. + +Ο Ομπλόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του διά να φάγη, η δε +συνομιλία υπήρξε γενική· ο Ομπλόνσκυ προέβλεπε το δυνατόν της εκ +μέρους του εξηγήσεως και ανασυμφιλιώσεως. + +Μετά το φαγητόν, η Κίττυ προσήλθε να ίδη την αδελφήν της. Ολίγον +εγνώριζε την Άνναν Καρένιν και διηρωτάτο κάπως περιδεής πώς άρα θα +την εδέχετο η μεγάλη εκείνη κυρία της Πετρουπόλεως, την οποίαν +όλος ο κόσμος ενεκωμίαζε! Παρετήρησε δε αμέσως ότι είχε κάμει +καλήν εντύπωσιν. Η Άννα εθαύμαζε την καλλονήν και την νεότητά της +και ήδη η Κίττυ ου μόνον υφίστατο την επήρειαν αυτής, αλλά και την +ηγάπα σφόδρα, όπως συμβαίνει εις τας νεάνιδας της ηλικίας της εν +σχέσει προς τας υπάνδρους νεαράς γυναίκας. + +Η Άννα, λόγω της ζωηρότητος και του φυσικωτάτου των κινήσεών της, +λόγω της δροσερότητος και πλήρους μορφής της, θα ωμοίαζε μάλλον +προς νεαράν εικοσαέτιδα κόρην παρά προς γυναίκα του κόσμου, μητέρα +οκταετούς παιδίου, αν δεν υπήρχεν η σοβαρά, και ενίοτε περίλυπος +έκφρασις των οφθαλμών της. + +Η Κίττυ συνεκινήθη και ειλκύσθη από την σκιάν εκείνην της +μελαγχολίας. Μετά το φαγητόν, η Δόλλυ εισήλθεν εις τον θάλαμόν της +. . . Η Άννα επλησίασε ζωηρώς τον αδελφόν της, όστις ήναπτεν ένα +σιγάρο. + + ― Στίβα, είπεν υποδείξασα εις αυτόν την θύραν διά πλαγίου +νεύματος των οφθαλμών. Πήγαινε, και ο Θεός ας σε βοηθήση! + +Εννόησεν, απέρριψε το σιγάρο του και εξήλθε του δωματίου. + +Η Άννα επέστρεψεν εις το διβάνι, όπου εκάθησε περικυκλωθείσα από +όλα τα παιδιά. + + ― Και πότε θα δοθή αυτός ο χορός; ηρώτησεν η Άννα την Κίττυ. + + ― Την επομένην εβδομάδα . . . Θα είναι ένας από τους χωρούς, εις +τους οποίους διασκεδάζει κανείς πάντοτε πολύ. + + ― Υπάρχουν λοιπόν τοιούτοι χοροί; ηρώτησεν η Άννα μετ' ελαφράς +ειρωνείας. + + ― Αλλόκοτον, αλλ' έτσι είνε, είπεν η Κίττυ, υπάρχουν χοροί εις +τους οποίους διασκεδάζει κανείς διαρκώς και άλλοι όπου +στενοχωρείται κανείς. Δεν το έχετε παρατηρήσει; + + ― Όχι, αγαπητή μου, δι' εμέ δεν υπάρχουν πλέον χοροί +διασκεδαστικοί. + +Η Κίττυ διέκρινεν εκκολαπτόμενον εντός των οφθαλμών της νεαράς +γυναικός τον ειδικόν εκείνον κόσμον, όστις ήτο κλειστός δι' αυτήν. + + ― Θα έλθετε εις τον χορόν! ηρώτησεν η Κίττυ. + + ― Νομίζω ότι δεν θα δυνηθώ να το αποφύγω. + + ― Θα ήμην ευχαριστημένη αν είρχεσθε! Θα ησθανόμην άκραν χαράν να +σας ίδω εκεί! + + ― Γνωρίζω γιατί επιθυμείτε να με ίδητε εις αυτόν τον χορόν! +Περιμένετε απ' αυτόν πολλά και επιθυμείτε όπως πάντες συμμερισθώσι +την χαράν σας. + + ― Πώς το γνωρίζετε; είνε αλήθεια! + + ― Κάτι γνωρίζω . . . μου αρέσει πολύ . . . , συνήντησα τον κύριον +Βρόνσκυ εις τον σταθμόν. + + ― Α; ήτο εκεί; ηρώτησεν η Κίττυ ερυθριάσασα· και τι σας είπεν ο +Στίβα; + + ― Μου απεκάλυψεν όλα τα μυστικά. Ηυχαριστήθην εκ τούτου τα +μέγιστα. Συνεταξείδευσα μετά της μητρός του κ. Βρόνσκυ. Ωμίλει +μόνον δι' αυτόν, καθ' όλον το διάστημα. Είνε ο αγαπημένος της. +Γνωρίζω τας προτιμήσεις των μητέρων, αλλά . . . + + ― Τι σας είπε περί αυτού; + + ― Α! πολλά πράγματα . . . ασφαλώς, είνε ο ευνοούμενός της. + +Αλλ' είνε φανερόν ότι είνε αληθώς ευγενής καρδία . , . Ούτω, μοι +διηγήθη ότι προυτίθετο να εκχωρήση ολόκληρον την περιουσίαν του +εις τον αδελφόν του, και ότι ήδη, από της παιδικής του ηλικίας, +είχε εκτελέσει πράξεις ασυνήθεις, είχε σώσει κάποτε μίαν γυναίκα +πνιγομένην . . . Εν ενί λόγω, είνε ήρως! + +Εμειδίασε δε αναλογισθείσα τα διακόσια ρούβλια, τα οποία είχε +δώσει εις την γυναίκα του υπό του τραίνου καταπλακωθέντος +ανθρώπου. Δεν το ανέφερεν όμως αυτό. Χωρίς να γνωρίζη διατί, της +ήτο οδυνηρά η ανάμνησις της πράξεως ταύτης, ησθάνετο ότι ενυπήρχεν +εις αυτήν κάτι το οποίον την έθιγε και δι' ό εμέμφετο εαυτήν και +το οποίον δεν έπρεπε να συμβή. + + ― Ο Στίβα μένει επί πολύ πλησίον της Δόλλυ ευτυχώς! προσέθηκε διά +ν' αλλάξη θέμα ομιλίας. + +Ηγέρθη δε, δυσηρεστημένη κάπως, όπως εφάνη εις την Κίττυ. + + ― Όχι, εγώ πρώτος! Όχι, εγώ! εφώναζαν τα παιδιά επανερχόμενα εις +συνάντησιν της θείας των Άννας. + + ― Όλα μαζί! είπεν εκείνη. + +Έδραμε γελώσα εις συνάντησίν των, τα ενηγκαλίσθη και εκυλίσθη κατά +γης μετά της φάλαγγος εκείνης των κατεργαρέων που εχοροπηδούσε και +ανεκραύγαζεν εκ χαράς. + +Όταν παρετέθη το τσάι, η Δόλλυ επέστρεψεν εις την αίθουσαν μετά +του συζύγου της. + + ― Συνεφιλιώθησαν τελείως! εσκέφθη η Άννα. + +Ευτυχής δε διότη αυτή ήτο η αιτία, επλησίασε την Δόλλυ και την +ησπάσθη. + +Καθ' όλην την εσπέραν η Δόλλυ, κατά την συνήθειά της ειρωνεύετο +ελαφρώς τον σύζυγόν της, αλλ' εκείνος εδείκνυτο φιλοπαίγμων, αλλά +μετρίως φαιδρός, διά να μη αφήση να υποτεθή, ότι, συγχωρηθείς, +είχε χάσει την συναίσθησιν του σφάλματός του. + +Κατά την δεκάτην και ημίσειαν εσπερινήν η συνομιλία περί την +οικογενειακήν τράπεζαν, πέριξ του &σαβομάρ&, διεκόπη υπό +επεισοδίου συνήθους το καθ' εαυτό, το οποίον εν τούτοις έκαμεν εις +όλους εντύπωσιν. Καθώς ωμίλουν περί κοινών φίλων εν Πετρουπόλει, η +Άννα ηγέρθη εσπευμένως και είπεν: + + ― Έχω τας εικόνας των εις το λεύκωμά μου. Ταυτοχρόνως δε θα σας +δείξω και τον μικρόν μου Σέργιον, προσέθηκε με μειδίαμα μητρικής +υπερηφανείας. + +Περί την δεκάτην ώραν, καθ' ήν στιγμήν ο υιός της συνήθιζε να +έρχεται να την εναγκαλίζεται προτού μεταβή να κοιμηθή ησθάνετο +εαυτήν τεθλιμένην, διότι ευρίσκετο τόσον μακράν από το παιδί της . +. . Ησθάνετο την ανάγκην να ίδη την εικόνα του και να ομιλήση περί +αυτού. Εδράξατο λοιπόν αυτού του προσχήματος και μετέβη να πάρη το +λεύκωμα με το αποφασιστικόν και ελαφρόν της βάδισμα. + +Η κλίμαξ ήτις έφερεν εις το δωμάτιόν της κατέληγεν εις το διάζωμα +της μεγάλης κλίμακος της εισόδου. + +Όταν εξήλθε του σαλονιού, κωδωνισμός ηκούσθη εις τον αντιθάλαμον. + + ― Τι να είνε; ηρώτησεν η Δόλλυ. + + ― Πολύ γρήγορα διά να έλθουν να με ζητήσουν, είπεν η Κίττυ, και +πολύ αργά δι' επίσκεψιν. + + ― Θα είνε ασφαλώς ταχυδρόμος με επίσημα έγγραφα, είπεν ο +Ομπλόνσκυ. + +Αλλ' ήδη ο θαλαμηπόλος ανήρχετο διά ν' αναγγείλη, τον επισκέπτην, +και η Άννα παρατηρήσασα υπεράνω του κιγκλιδώματος ανεγνώρισε τον +Βρόνσκυ. + +Αλλόκοτον συναίσθημα ευχαριστήσεως και φόβου ηνάγκασεν εις παλμούς +την καρδίαν της. Ο Βρόνσκυ ίστατο όρθιος υπό τον λαμπτήρα, φέρων +μανδύαν και κάτι αναζητών εντός του θυλακίου του. Καθ’ ήν δε +στιγμήν η Άννα Καρένιν έφθανεν εις το μέσον της κλίμακος, ύψωσε +τους οφθαλμούς, την διέκρινε, και η έκφρασις της μορφής του +εξεδήλωσε ταραχήν και διστακτικότητα. + +Εκείνη έκλινεν ελαφρώς την κεφαλήν και εξηκολούθησε τον δρόμον +της, αλλ' ήκουσεν αμέσως την ηχηράν φωνήν του Ομπλόνσκυ καλούντος +τον φίλον του να αναβή, και την εύηχον και ήρεμον απάντησιν του +τελευταίου τούτου αρνουμένου. + +Όταν η Άννα επέστρεψε μετά του λευκώματος, ο Βρόνσκυ είχεν ήδη +απέλθει και ο Ομπλόνσκυ διηγείτο ότι είχεν έλθει διά να τον +ερωτήση περί τινος δείπνου, το οποίον παρέθετον την επιούσαν εις +κάποιαν διερχομένην εκείθεν επίσημον προσωπικότητα. + + ― Και, με όσα και αν του είπα, δεν ηθέλησε να αναβή. Είχε το ύφος +πολύ παράδοξον απόψε. + +Η Κίττυ ηρυθρίασεν. Είχε πεποίθησιν ότι αυτή μόνη εγνώριζε διατί +είχεν έλθει και διατί δεν ανήλθεν. + +«Επέρασεν από το σπίτι μας, δεν μ' ευρήκε και εσκέφθη ότι θα ήμην +εδώ· δεν εισήλθε δε, διότι εσκέφθη ότι ήτο πάρα πολύ αργά, και, +επίσης, διότι ήτο εδώ η Άννα». + +Πάντες ητένισαν αλλήλους χωρίς να προσφέρουν λέξιν και ήρχισαν να +φυλλομετρούν το προσκομισθέν υπό της Άννας Καρένιν λεύκωμα. + +Αναμφιβόλως δεν υπήρχε τίποτε το αλλόκοτον ή το ανάρμοστον εις το +ότι ένας φίλος έρχεται να ζητήση από τον Ομπλόνσκυ, κατά την +δεκάτην εσπερινήν ώραν, πληροφορίας επί προσυμπεφωνημένου +συμποσίου και αρνείται να εισέλθη εις το σαλόνι. Όλοι εν τούτοις +εξέλαβον ως αλλόκοτον το επεισόδιον τούτο, και η Άννα, πλειότερον +των άλλων, έκρινεν αυτό ως περίεργον και δυσοίωνον. + +* * * + +Όταν η Κίττυ, συνοδευομένη υπό της μητρός της, ανήλθε την λαμπρώς +φωταγωγημένην κλίμακα, την διάκοσμον από φυτά, μεταξύ δύο στίχων +πουδραρισμένων λακέδων, ο χορός μόλις είχεν αρχίσει. + +Η Κίττυ μόλις είχε κάμει ολίγα βήματα εντός της αιθούσης, και +αμέσως εκλήθη διά το βαλς παρά του διαπρεπεστέρου των χορευτών, +του περιφήμου διευθυντού του κοτιγιόν, του ωραίου Κορσούνσκυ, +ανδρός νυμφευμένου. + + ― Εκάματε καλά που ήλθατε ενωρίς, της είπεν ο Κορσούνσκυ, περών +τον βραχίονά του περί τον κορμόν της χορευτρίας του, κακή συνήθεια +το να έρχεται κανείς αργά. + +Εκείνη εστήριξε την αριστεράν χείρα επί του ώμου του καβαλιέρου +της, και οι μικροί της πόδες με τα ροδόχροα σανδάλια διωλίσθησαν +ελαφρώς και μετ' άκρας προς τον ρυθμόν της μουσικής ακριβείας, επί +του λείου παρκέτου. + + ― Αναπαύομαι βαλσάρων μαζί σας, τι ελαφρότης, τι ακρίβεια! είπεν +εκείνος επαναλαμβάνων το φιλοφρόνημα, το οποίον απηύθυνε προς όλας +τας χορευτρίας του. + +Η Κίττυ εμειδίασε και εξηκολούθησεν ερευνώσα την αίθουσαν υπέρ τον +ώμον του συγχορευτού της. Δεν ήτο νεοφώτιστος εις τον χορόν, διά +την οποίαν όλα τα πρόσωπα συγχέονται εις εντύπωσιν +φαντασμαγορικήν· αλλ' ούτε ήτο από τας εκφύλους εκείνας που +σύρονται κάθε βράδυ εις τους χορούς, και αι οποίαι είνε ήδη +χορτασμέναι από όλας εκείνας τας γνωρίμους κεφαλάς· η Κίττυ +απήλαυεν απλήστως, αλλ' ήτο συνάμα κυρία εαυτής ώστε να δύναται να +παρατηρή. + +Εις την αριστεράν γωνίαν της αιθούσης, διέκρινε την αριστοκρατίαν +της κοινωνίας συγκεντρωμένην κατά μέρος. Εκεί ευρίσκετο η ωραία +Λυδία, η σύζυγος του Κορσούνσκυ, καθ' υπερβολήν έξωμος, εκεί και η +οικοδέσποινα, και ο Κριβίν με την απαστράπτουσαν φαλάκραν του. Εις +τον αυτόν επίσης όμιλον διέκρινε τον Στίβα και, αμέσως κατόπιν, +την θελκτικήν σκιαγραφίαν και το ωραίον προφίλ της Άννας Καρένιν, +. . . και &εκείνος& δε εκεί ευρίσκετο. + +Η Κίττυ δεν τον είχεν επανίδει από της εσπέρας κατά την οποίαν +είχεν αποκρούσει την χείρα του Λεβίν. Τον ανεγνώρισαν δε αμέσως τα +οξυδερκή της όμματα· και παρετήρησε μάλιστα ότι και εκείνος την +εκύτταζε. + + ― Ένα τουρ ακόμη; Δεν είσθε κουρασμένη, ηρώτησεν ο Κορσούνσκυ +ελαφρώς ασθμαίνων. + + ― Όχι, ευχαριστώ. + + ― Πού πρέπει να σας οδηγήσω; + + ― Η κυρία Καρένιν είνε εδώ, προς αυτήν οδηγήσατέ με. + + ― Εις τας διαταγάς σας, δεσποινίς. + +Ο Κορσούνσκυ εξηκολούθησε το βαλς χαλαρώσας το βήμα, και, +διευθυνθείς κατ' ευθείαν προς την αριστεράν γωνίαν της αιθούσης, +έτεινε την χείρα προς την Κίττυ ίνα την οδηγήση πλησίον της Άννας +Καρένιν. + + ― Εισέρχεσθε εις τον χορόν χορεύουσα; είπεν αύτη προς την Κίττυ. + + ― Η πριγκήπισσα Κίττυ είναι μία των πιστοτέρων μου συνεργατίδων, +είπεν ο Κορσούνσκυ υποκλιθείς ενώπιον της Άννας Καρένιν, ην δεν +είχεν ακόμη χαιρετήσει. + +Είτα δε, υποκλιθείς έτι βαθύτερον, της επρότεινεν ένα βαλς. + + ― Γνωρίζεσθε; είπεν η οικοδέσποινα. + + ― Και ποίος δεν μας γνωρίζει, την σύζυγόν μου και εμέ; ηρώτησεν ο +Κορσούνσκυ, μας γνωρίζουν όπως τους άσπρους λύκους. + + ― Θα με τιμήσετε με ένα βαλς, κυρία; + + ― Οσάκις μου επιτρέπεται ν' αποφύγω τον χωρόν, τον αποφεύγω, +είπεν η Άννα. + + ― Σήμερον ο χορός είνε υποχρεωτικός, απήντησεν ο Κορσούνσκυ. + +Την στιγμήν εκείνην ο Βρόνσκυ επλησίασε τον όμιλον. + + ― Αφού είναι υποχρεωτικός, ας κάμωμεν ένα τουρ, είπεν η Άννα. + +Δεν εφάνη αντιληφθείσα τον χαιρετισμόν του Βρόνσκυ, και εστήριξε +ζωηρώς την χείρα επί του ώμου του Κορσούνσκυ. + + ― Τι σημαίνει αυτό; διελογίσθη η Κίττυ παρατηρήσασα ότι η Άννα +είχεν υποκριθή ότι δεν είδε τον Βρόκσκυ. + +Ο Βρόνσκυ επλησίασε την Κίττυ, της υπενθύμισεν ότι κρατεί την +πρώτην καντρίλλια και εξέφρασε την λύπην του διότι δεν την είδεν +επί τόσον καιρόν. + +Η Κίττυ τον ήκουεν, αποθαυμάζουσα συγχρόνως την χορεύουσαν Άνναν. +Ανέμενε να της προτείνη ο Βρόνσκυ ένα τουρ εις το βαλς, και τον +εκύτταζε μετ' εκπλήξεως. Εκείνος ηρυθρίασε και την προσεκάλεσεν +αμέσως. + +Ο Βρόνσκυ έκαμε μετά της Κίττυ πολλά τουρ. Μεθ' ό η Κίττυ επανήλθε +πλησίον της μητρός της, αλλά μόλις είχεν ανταλλάξει ολίγας λέξεις +μετά της κομίσσης Νορδστόνε, και ο Βρόνσκυ προσήλθε να την ζητήση +διά την πρώτην καντρίλλια. + +Ωμίλησαν περί ασημάντων πραγμάτων· άπαξ μόνον η συνομιλία +συνεκίνησεν ζωηρώς την Κίττυ, . . . όταν ο Βρόνσκυ την ηρώτησεν αν +ο Λεβίν ευρίσκετο εις τον χορόν και της εδήλωσεν ότι του είχεν +αρέσει πολύ ο άνθρωπος αυτός . . . Μέχρι της τελευταίας +καντρίλλιας, ο χορός υπήρξε διά την Κίττυ μαγευτικόν όνειρον +χρωμάτων χαρμοσύνων, ήχων και κινήσεως. Δεν επαυε χορεύουσα παρά +μόνον όταν ησθάνετο μεγάλην κόπωσιν και ανεζήτει ανάπαυλαν. +Χορεύουσα όμως την τελευταίαν καντρίλλια μεθ' ενός των οχληρών +εκείνων νεανίσκων, προς ον δεν ηδύνατο ν' αρνηθή μίαν στροφήν, +έσχεν ως βιζ-α-βι την Άνναν και τον Βρόνσκυ. Και, εκ νέου, η νεαρά +γυνή της παρουσιάσθη υπό αλλοίαν μορφήν· διέκρινε παρά τη Άννα τον +ερεθισμόν του θριάμβου, τον οποίον εγνώριζεν εκ πείρας. +Παρετήρησεν ότι η Άννα ήτο μεθυσμένη εκ του θαυμασμού τον οποίον +εξήγειρεν. Η Κίττυ ήτο εμπειρογνώμων του τοιούτου συναισθήματος, +εγνώριζε τα συμπτώματά του και τα διέκρινε παρά τη Άννα: την +σπινθηροβόλον και φλογεράν λάμψιν των οφθαλμών, το μειδίαμα της +χαράς και του υπερερεθισμού, τα χείλη που συμπτύσσονται ακουσίως, +την χάριν, την σταθερότητα και την ελαφρότητα των κινήσεων. + + ― Τι την εξάπτει τόσον; διελογίσθη, όλοι μαζί ή μόνον ένας; + +Και διευκολύνουσα συνάμα την συνομιλίαν με τον νεαρόν της +συγχορευτήν, παρετήρει: + + ― Όχι, δεν την εμέθυσεν ο θαυμασμός του πλήθους, αλλ' ο θαυμασμός +ενός μόνου. Και ο άνθρωπος αυτός; . . . Είναι δυνατόν να είν' +εκείνος; + +Κάθε φοράν που ο Βρόνσκυ συνωμίλει μετά της Άννας, τα μάτια της +νεαράς γυναικός προσελάμβανον φαιδράν λάμψιν, και το μειδίαμα της +ευτυχίας εκύρτωνε τα πορφύρινα χείλη της. Εφαίνετο ότι κατέβαλλεν +αγώνα όπως συγκρατή τας εκδηλώσεις ταύτας της χαράς, αλλά +διεκρίνοντο οπωσδήποτε επί της μορφής της. + + ― Αλλ' εκείνος; + +Η Κίττυ τον ητένισε και κατελήφθη υπό τρόμου. + +Διέκρινε και επ' αυτού τας αυτάς ενδείξεις, ας έβλεπε τόσον καθαρά +επί του κινητού καθρέπτου ον απετέλει η μορφή της Άννας. Τι είχεν +απογείνει η πάντοτε γαλήνιος έκφρασίς του, η επιφυλακτική του +στάσις και η ήρεμος αυτού απάθεια; Τώρα κάθε φοράν που απηυθύνετο +προς την Άνναν, εχαμήλωνε την κεφαλήν, ως να ήτο έτοιμος να +γονυπετήση ενώπιον αυτής, και, εις το βλέμμα του, ενεφαίνετο μόνη +η υποταγή και ο φόβος, , . Ο χορός και οι παρεστώτες όλοι +εκαλύφθησαν υπό ομίχλης εις τα μάτια της Κίττυ. Μόνον δε το +αυστηρόν σύστημα της ανατροφής ης είχε τύχει, της έδιδε την +δύναμιν να εξακολουθή χορεύουσα, ομιλούσα περί όλων και μειδιώσα +ακόμη. Αλλ' όταν διηυθέτησαν τα καθίσματα χάριν της μαζούρκας και +όταν μερικά ζεύγη χορευτών προσέτρεξαν από τα μικρά σαλόνια εις το +μέγα, η Κίττυ έκαμε κίνημα απελπισίας και φρίκης. + +Είχεν αποκρούσει πέντε καβαλιέρους και δεν είχε χορευτάς διά την +μαζούρκαν. Και δεν υπήρχε μάλιστα ελπίς να προσκληθή, καθ' όσον, +κατόπιν του θριάμβου ον είχε καταγάγει, ουδείς ηδύνατο να +υποπτεύση ότι δεν ήτο &αγγαζέ&. Δεν της έμενε παρά να δηλώση +κόπωσιν και να παρακαλέση την μητέρα της να την οδηγήση εις το +σπίτι, αλλά δεν είχε το προς τούτο θάρρος και ησθάνετο εαυτήν +συντετριμμένην. + +Επέρασεν εις ένα μεμακρυσμένο σαλονάκι και αφέθη να καταπέση επί +τινος φωτέγι. + + ― Απατώμαι ίσως, δεν είδα καλά . . . + +Και, εκ νέου, επανείδεν όσα την είχον εκπλήξει. + + ― Τι σημαίνει τούτο, Κίττυ; είπεν η κόμησσα Νορδστόνε πλησιάσασα +αυτήν απαρατήρητος, δεν εννοώ τίποτε. + +Το κάτω χείλος της Κίττυ έτρεμεν . . . Ηγέρθη αποτόμως. + + ― Κίττυ, δεν χορεύεις μαζούρκα; + + ― Όχι, όχι, είπεν η Κίττυ διά φωνής πνιγμέγης εις τα δάκρυα. + + ― Ενώπιόν μου την εκάλεσε να χορεύσουν μαζούρκα, είπεν η κόμησσα +Νορδστόνε, γνωρίζουσα ότι η Κίττυ θα κατενόει ποίος ήτο &εκείνος& +και &εκείνη&. Και του είπε: «Δεν την χορεύετε με την πριγκήπισσσαν +Τσερμπάτσκυ;» + + ― Α! μου είνε αδιάφορον, μου είνε αδιάφορον αυτό! απήντησεν η +Κίττυ. + +Η κόμησσα Νορδστόνε μετέβη εις αναζήτησιν του Κορσούνσκυ, μετά του +οποίου εχόρευσε την μαζούρκαν, και τον διέταξε ν' αναζητήση την +Κίττυ και την καλέση να χορεύση. Αύτη ήνοιξε την μαζούρκαν, και, +κατ' ευχήν της δεν ευρέθη εις την ανάγκην να υποστή συνομιλίαν, +διότι, καθ' όλον το διάστημα ο Κορσούνσκυ έτρεχε δεξιά και +αριστερά ίνα δίδη οδηγίας. + +Ο Βρόνσκυ και η Άννα είχον καθήσει σχεδόν απέναντί της. + +Η Κίττυ τους έβλεπε μακρόθεν και τους επανεύρισκεν εις της +φιγούρες, και όσω μάλλον τους παρετήρει, κατά τοσούτον απέκτα την +πεποίθησιν ότι η δυστυχία της ήτο πλήρης. Διέβλεπε ότι ησθάνοντο +εαυτούς μόνους μέσα εις την πλήρη κόσμου εκείνην αίθουσαν. + +* * * + +Μετά τον χορόν, άμα τη αυγή η Άννα Καρένιν απέστειλε τηλεγράφημα +προς τον σύζυγόν της αγγέλουσα εις αυτόν ότι ανεχώρει αυθημερόν. + + ― Πρέπει να φύγω, πρέπει να φύγω! επανελάμβανε προς την νύμφην +της διά τόνου τόσον αποφασιστικού, ώστε εφαίνετο ότι είχεν +αναμνησθή ότι είχεν αφήσει εις την Πετρούπολη τόσας επειγούσας +υποθέσεις, τας οποίας δεν θα ηδύνατο ν' απαριθμήση τελείως. Ναι, +αληθώς, οφείλω να φύγω αμέσως σήμερον. + + ― Ήλθες και εξετέλεσες αγαθήν πράξιν! είπεν η Δόλλυ διερευνώσα +την μορφήν της. + +Η Άννα την ητένισε με τα μάτια υγρά από τα δάκρυα. + + ― Μη το λέγεις αυτό, Δόλλυ. Δεν έκαμα τίποτε και τίποτε δεν +ηδυνάμην να κάμω . . . Τι έκαμα και τι ηδυνάμην να κάμω; . . . Συ +ευρήκες εντός της καρδιά σου αρκετόν έρωτα διά να συγχωρήσης. + + ― Αν έλειπες συ, Άννα, ο Θεός γνωρίζει τι ηδύνατο να συμβή! Πόσον +είναι ευτυχής, η Άννα! + + ― Όχι. Γνωρίζεις διατί αναχωρώ σήμερον και όχι αύριον; Ανάγκη να +σου κάμω μίαν εξομολόγησιν η οποία με πιέζει είπεν η Άννα +παρατηρούσα την Δόλλυ κατάματα . . . Γνωρίζεις διατί η Κίττυ δεν +προσήλθεν εις τον δείπνον; Με ζηλεύει. Έσφαλα . . . υπήρξε αφορμή +ο χορός αυτός να μη αποτελέση δι' αυτήν χαράν, αλλά μαρτύριον . . +. Αλλά πίστευσε ότι δεν είνε ιδικόν μου το σφάλμα . . . Ναι . . . +ένα τίποτε . . . + +Ετόνισε διά συριστικής φωνής τας τελευταίας αυτάς λέξεις. + +Αλλά, προφέρουσα ταύτας, ησθάνθη ότι δεν απετέλουν την αλήθειαν· +όχι μόνον αμφέβαλε περί εαυτής, αλλά και συνεταράσσετο +αναμιμνησκομένη τον Βρόνσκυ και επέσπευδε την αναχώρησίν της επί +μόνω τω σκοπώ να μη τον επανίδη . . . + + ― Δεν δύνασαι να φανταστής τι γελοίαν τροπήν έλαβε το ζήτημα . . +. Ήθελον να τον εξωθήσω εις γάμον, και, εξαίφνης, ανέδυσεν εξ +αυτού . . . κάτι το όλως διαφορετικόν, . . Ίσως εν αγνοία μου, +χωρίς να το θέλω . . . + +Η Άννα εκοκκίνισεν και διεκόπη. + + ― Ω; οι άνδρες το αντιλαμβάνονται αμέσως, παρετήρησεν η Δόλλυ. + + ― Θα εβυθιζόμην εις απόγνωσιν, αν αποκαλύπτετο σοβαρόν τι εκ +μέρους του, ανεφώνησεν η Άννα . . . Είμαι άλλωστε βεβαία, ότι όλα +αυτά θα διασκεδασθώσι γρήγορα, μόλις η Κίττυ και αυτός παύσουν να +με βλέπουν. + + ― Θα σε βεβαιώσω, άλλως τε, Άννα, ότι δεν επικροτώ εγώ αυτόν τον +γάμον διά την Κίττυ. Και, αν ο Βρόνσκυ, διότι σε είδεν άπαξ μόνον, +ηράσθη σου, προτιμότερον είναι να μη γείνη αυτός ο γάμος. + + ― Αναχωρώ, αφού κατέστησα εχθράν μου την Κίττυ, την οποίαν αγαπώ +με όλην μου την καρδιά! Αλλά, θα τα διευκρινίσης συ όλα αυτά, +Δόλλυ, δεν είν' έτσι; + +Κατά την στιγμήν της αναχωρήσεως προσήλθεν ο Ομπλόνσκυ. + +Η ευαισθησία της Άννας μετεδόθη εις την Δόλλυ, και, όταν την +ενηγκαλίσθη διά τελευταίαν φοράν, της εψιθύρισε. + + ― Ποτέ δεν θα λησμονήσω ό,τι έκαμες δι' εμέ. Και συ, μη λησμόνει +ποτέ ότι σε αγαπώ και θα σ' αγαπώ πάντοτε ως την καλλιτέραν μου +φίλην. + + ― Δεν εννοώ διά ποίον λόγον μ' ευχαριστείς! είπεν η Άννα +ασπαζομένη αυτήν και καταστέλλουσα τα δάκρυά της. + + ― Με εννόησες, με εννοείς, χαίρε, αγαπητή μου! + +«Τώρα, όλα ετελείωσαν, και χάρις τω Θεώ! . . .» εσκέφθη η Άννα +καθημένη επί του εδωλίου ενός κλινοφόρου βαγονίου, παραπλεύρως της +θαλαμηπόλου της. + +Ανεμνήσθη τότε πάνθ' όσα είχον συμβή εν Μόσχα, ανεπόλησε τον +χορόν, τον Βρόνσκυ, την μορφήν αυτού την ερωτίλην και ταπεινήν, +πανθ' όσα συνέβησαν μεταξύ των και δεν ευρήκε τίποτε το επίμεμπτον +εν αυτοίς. + +Ηγέρθη διά να μετατρέψη τον ρουν των εντυπώσεών της, και αφήρεσε +την μπελερίνα του θερμού της ταξειδιωτικού επανωφορίου. Επί +στιγμήν αντελήφθη ότι άνθρωπός τις εισελθών εις το βαγόνι, ένας +υψηλόσωμος και ισχνός μουζίκος, περιβεβλημένος μανδύαν από του +οποίου έλειπον αρκετά κομβία, ήτο ο θερμαστής· τον είδε να εξετάζη +το θερμόμετρον και παρετήρησεν ότι ο άνεμος και η χιών εισώρμησαν +εξόπισθέν του εις το διαμέρισμα εκείνο· αλλά πάραυτα εσυγχύσθησαν +και αύθις τα πάντα. + +Η φωνή ανθρώπου βυθισθέντος εντός των χιόνων κάτι της εφώναξεν εις +το ους. Η Άννα αντελήφθη ότι είχον φθάσει είς τινα σταθμόν και ότι +ο οδηγός εφώναζε το όνομα του σταθμού. Εζήτησεν από την +θαλαμηπόλον της να της δώση το σάλι και την μπελερίνα, τα έρριψε +δε επί των ώμων της και διηυθύνθη προς την θύραν. + + ― Θα εξέλθη η κυρία; ηρώτησεν η υπηρέτρια. + + ― Ναι, έχω ανάγκην να αναπνεύσω, κάμνει υπερβολική ζέστη εδώ. + +Ήνοιξε την θυρίδα. Η χιών και ο άνεμος την απώθησαν, και, +παλαίοντες, κατ' αυτής, την ημπόδισαν ν' ανοίξη την θύραν. Τέλος +όμως, κατώρθωσε ν' ανοίξη. + +Άνθρωπός τις φέρων στρατιωτικόν μανδύαν την επλησίασε και απέφραξε +το ψυχορραγούν φως του λαμπτήρος. + +Αυτοστιγμί η Άννα ανεγνώρισε τον Βρόνσκυ. + +Εκείνος υπεκλίθη ενώπιόν της υψώσας την χείρα μέχρι του γείσου του +πηλικίου του και τη προσέφερε τας υπηρεσίας του. + +Η Άννα δεν απεκρίθη, αλλά τον ητένισεν επί πολύ, καίτοι δε +ευρίσκετο εν τη σκιά, διέκρινεν εν τούτοις, ή ενόμισεν ότι +διέκρινε, την έκφρασιν της μορφής και των οφθαλμών του. + +Ήτο και πάλιν η ιδία εκείνη έκφρασις του αιδήμονος θαυμασμού, η +οποία την προηγουμένην ημέραν τόσω βαθείαν της είχεν εμποιήσει +εντύπωσιν. + +Κατά το διάστημα των δύο τελευταίων ημερών, και, μίαν στιγμήν +προτήτερα, επανελάμβανε προς εαυτήν συνεχώς ότι ο Βρόνσκυ ήτο δι' +αυτήν τίποτε περισσότερον από ένας εκ των νέων εκείνων, τους +οποίους συναντώμεν καθ' εκάστην κατά εκατοντάδας, και ότι ουδέποτε +θα κατεδέχετο να προσέξη εις αυτόν ιδιαιτέρως . . . Και όμως ιδού +ότι τώρα που τον επανεύρισκεν απροόπτως, την κατελάμβαμε κάποιο +συναίσθημα ευφροσύνου υπερηφανείας. + + ― Ηγνόουν ότι ευρίσκεσθε εις το τραίνον τούτο! Διατί ανεχωρήσατε +εκ Μόσχας; ηρώτησεν. + +Ο Βρόνσκυ προέφερε τα λόγια που ανέμενεν η ψυχή της νεαράς +γυναικός και που εφοβείτο η λογική της. + + ― Συγχωρήσατέ με αν η συμπεριφορά μου σας είναι δυσάρεστος, +εξηκολούθησεν εκείνος. + +Ο Βρόνσκυ ωμίλει φιλοφρόνως και μετ' αιδήμονος σεβασμού αλλά μετά +τόσης σταθερότητος και εμμονής, ώστε εκείνη εβράδυνε πολύ να εύρη +λέξεις απαντήσεως. + + ― Ό,τι λέγετε είναι κακόν, είπε τέλος η νεαρά γυνή. Και, αν είσθε +αγαθός, λησμονήσατε αυτά τα λόγια, όπως θα τα λησμονήσω και εγώ. + + ― Ουδέποτε θα λησμονήσω ούτε έν από τα λόγια σας, ούτε μίαν από +τας κινήσεις σας, δεν δύναμαι να το πράξω! + + ― Αρκεί, αρκεί! εφώναξεν εκείνη, μάτην προσπαθούσα να προσδώση +έκφρασιν αυστηράν εις την μορφήν της, ην ο Βρόνσκυ απελάμβανε δι' +απλήστων βλεμμάτων. + +Δραξαμένη δε της λαβής του βαγονίου, ώρμησεν επί των βαθμίδων και +έφθασε ταχέως εις το επίστεγον αυτού. Χωρίς δε να ενθυμήται πλέον +ούτε τους ιδίους της λόγους ούτε τους του Βρόνσκυ, κατενόησεν ότι +η συνομιλία εκείνη, ήτις επί μίαν μόλις στιγμήν είχε διαρκέσει, +τους είχε τρομακτικώς προσεγγίσει. Και ησθάνθη τρόμον συνάμα και +ευτυχίαν. + +Έμεινεν επί τινας στιγμάς σιωπηλή, είτα δε εισήλθεν εις το +διαμέρισμα και ανέλαβε την θέσιν της. + +Η κατάστασις της νευρικής υπερεντάσεως, ην τόσον ισχυρώς είχεν +αισθανθή, ενετείνετο ήδη επί μάλλον και μάλλον, και εφοβείτο +έκρηξιν. Καθ' όλην την νύκτα δεν ηδυνήθη να κλείση μάτι. + +Μόνον περί την πρωίαν η Άννα εναρκώθη επί του εδολίου της. Όταν δ' +αφυπνίσθη ήτο πλέον ημέρα και το τραίνον επλησίαζεν εις την +Πετρούπολιν. Αμέσως τότε ανελογίσθη το σπίτι της, τον σύζυγόν της, +τον υιόν της και ανέκτησε τας συνήθεις της απασχολήσεις. + +Μόλις το τραίνον εσταμάτησε και κατήλθεν εις την αποβάθραν η πρώτη +μορφή, ην αντίκρυσεν, ήτο η μορφή του συζύγου της. + + ― Α! Θεέ μου! γιατί τα αυτιά του έγειναν τόσον μακρυά; διελογίσθη +παρατηρούσα την ψυχράν και τυπικήν του μορφήν και ιδίως τους +χόνδρους των ώτων του, οίτινες συνεκράτουν τον γύρον του +στρογγυλού καπέλλου του. + +Μόλις διακρίνας την σύζυγόν του, ο Καρένιν έσπευσεν εις υπάντησίν +της με τα χείλη διεσταλμένα υπό το σύνηθες αυτού αινιγματώδες +μειδίαμα και παρατηρών αυτήν πυρωδώς με τα μεγάλα του και +κουρασμένα μάτια. + +Κάποιο συναίσθημα δυσθυμίας έπληξε την καρδίαν της Άννας όταν +αντίκρυσε το έμμονον και κεκμηκόν εκείνο βλέμμα, ως να είχεν +ελπίσει ότι θα το εύρισκε διαφορετικόν. Κατεπλήσσετο δε κυρίως από +το σηναίσθημα της δυσαρεσκείας προς εαυτήν, το οποίον ησθάνθη +επανευρούσα τον σύζυγόν της. Το συναίσθημα τούτο δεν ήτο νέον, το +εγνώριζεν, αλλά, προτήτερα, δεν της είχε κάμει εντύπωσιν. Την +φοράν αυτήν όμως το διέκρινε καθαρά και υπέφερεν εξ αυτού. + + ― Ναι, όπως αντιλαμβάνεσαι, πρόκειται περί συζύγου τρυφερού, +προθύμου όπως αν είχομεν νυμφευθή προ ενός μόλις έτους, και όστις +φλέγεται από τον πόθον να σ' επανίδη! είπεν ο Καρένιν με την +βραδείαν και λεπτήν του φωνήν και με τόνον που μετεχειρίζετο +πάντοτε, οσάκις ωμίλει προς αυτήν, τόνον ημιείρωνα. + + ― Ο Σεριόγια είνε καλά; ηρώτησεν εκείνη. + + ― Αυτή είναι η όλη ανταμοιβή μου διά τον διάπυρον έρωτά μου; Το +παιδί μας είνε καλά, πολύ καλά! + +* * * + +Ο Βρόνσκυ ούτε επεζήτησε καν να κοιμηθή κατά την νύκτα εκείνην. + +Είχε μείνει καθήμενος επί του εδωλίου, του, κυτάζων δ' εμπρός του +ασκόπως ή παρατηρών τους εισερχομένους και εξερχομένους. + +Αλλά δεν έβλεπε κανένα και τίποτε. Δεν εγνώριζε και ούτε διηρώτα +καν εαυτόν τι θα προέκυπτεν εκ της περιπετείας του. + +Δεν εκοιμήθη καθ' όλην την νύκτα, διότι δεν έπαυσεν αναπολών +απάσας τας στιγμάς καθ' ας την είχε ίδει, όλα τα λόγια τα οποία +είχε προφέρει, και εικόνες δυνατού μέλλοντος εκυμαίνοντο εντός της +φαντασίας του και επλήρουν εκστάσεως την καρδίαν του. + +Όταν κατήλθε του βαγονίου εις την Πετρούπολιν, εσταμάτησεν ενώπιον +του διαμερίσματός του διά ν' αναμείνη την έξοδον της Άννας. + +Θα την ίδω μίαν ακόμη φοράν, διελογίσθη με ακούσιον μειδίαμα. + +Αλλά προτού δυνηθή να ίδη την Άνναν, παρετήρησε τον Καρένιν, τον +οποίον ο σταθμάρχης συνώδευε μετά σεβασμού διά μέσου του πλήθους. + + ― Α! ναι, ο σύζυγος! + +Διά πρώτην μόλις φοράν τώρα ο Βρόνσκυ κατενόησεν ότι εκείνη +συνεδέετο προς άλλον. Εγνώριζε κάλλιστα ότι η Άννα ήτο νυμφευμένη, +αλλά δεν επίστευεν εις την ύπαρξιν του συζύγου τούτου, και επείσθη +περί τούτου μόνον όταν τον αντίκρυοε με την κεφαλήν, τους ώμους, +τα κνήμας του με το μαύρο πανταλόνι, και, προπάντων, όταν είδε πως +ο σύζυγος εκείνος, με την συναίσθησιν του ιδιοκτήτου, έλαβεν ηρέμα +την χείρα της Άννας. + +Είδε πώς επλησίασαν αλλήλους οι δύο σύζυγοι, και, με την +οξυδέρκειαν ερωτευμένου, αντελήφθη την έλαφράν δυσφορίαν μετά της +οποίας η Άννα απεκρίθη προς τον Καρένιν. + + ― Όχι, δεν τον αγαπά, δεν δύναται να τον αγαπά! εψιθύρισεν +αποφασιστικώς ο Βρόνσκυ. + +Διευθυνθείς δε προς αυτήν, αντελήφθη μετά χαράς, ότι ησθάνετο την +προσέγγισιν του· είχε στραφή προς αυτόν, και κητάξασα αυτόν +εξηκολούθησε την μετά του συζύγου συνομιλίαν της. + + ― Επεράσατε καλά την νύκτα; είπεν ο Βρόνσκυ υποκλιθείς ενώπιον +της Άννας και του Καρένιν ταυτοχρόνως, αφήσας δ' εις τούτον την +ελευθερίαν να κρίνη ή όχι κατά βούλησιν τον χαιρετισμόν του. + + ― Σας ευχαριστώ . . . , κάλλιστα, είπεν η Άννα. + +Η μορφή της εφαίνετο κουρασμένη, αλλ' εις διάστημα μιας στιγμής, +όταν τον ητένισεν, οι οφθαλμοί της εφωτίσθησαν, και η φευγαλέα +εκείνη ζωηρότης κατέστησε τον Βρόνσκυ ευτυχή. + +Ητένισεν εκείνη τον σύζυγόν της ίνα αντιληφθή αν εγνώριζε τον +Βρόνσκυ. + +Ο Καρένιν παρετήρει τον αξιωματικόν μετά δυσφορίας, διερωτών +εαυτόν αφηρημένος ποίος άρα γε να ήτο. + +Το γαλήνιον και σταθερόν ύφος του Βρόνσκυ συνεκρούσθη προς την +ψυχράν σταθερότητα του Καρένιν ως δρεπάνη επί λίθου. + + ― Ο κόμης Βρόνσκυ, είπεν η Άννα. + + ― Α! νομίζω ότι κάποτε συνηντήθημεν, είπεν ο Καρένιν αδιαφόρως +τείνας αυτώ την χείρα. + + ― Ανεχώρησες εκ Πετρουπόλεος μετά της μητρός και επιστρέφεις μετά +του υιού, προσέθηκε τονίζων κάθε συλλαβήν. + + ― Επανέρχεσθε αναμφιβόλως ληξάσης της αδείας σας; είπε προς τον +Βρόνσκυ. + +Και χωρίς ν' αναμείνη απάντησιν, εξηκολούθησεν αποταθείς προς την +σύζυγόν του με τόνον παιγνιώδη. + + ― Λοιπόν! έρρευσαν πολλά δάκρυα εις την Μόσχαν κατά τους +αποχαιρετισμούς; + +Υπεδείκνυεν εις τον Βρόνσκυ ότι επεθύμει να μείνη μόνος μετά της +συζύγου του· έφερε μάλιστα την χείρα εις τον πίλον του αλλ' ο νέος +είπε προς την Άνναν: + + ― Θα λάβω την τιμήν να έλθω να λάβω ειδήσεις σας. + +Ο Καρένιν εστήριξεν επί του Βρόνσκυ κουρασμένον βλέμμα. + + ― Θα λογισθώμεν πολύ ευτυχείς, είπε ψυχρώς, δεχόμεθα κατά +Δευτέραν. + +Είτα δε, αποχαιρετήσας οριστικώς τον Βρόνσκυ, είπε προς την +σύζυγόν του φιλοπαίγμων: + +Έτυχα της ευτυχίας να διαθέτω ημίσειαν ώραν διά να έλθω εις +συνάντησίν σου, ηδυνήθην τοιουτοτρόπως να σου εκδηλώσω όλην μου +την τρυφερότητα. + + ― Τονίζεις υπερβολικά τας φιλοφρονήσεις σου διά να τας +αντιλαμβάνωμαι, απήντησεν εκείνη με τον ίδιον τόνον, τείνουσα +χωρίς να το θέλη το ους προς τον θόρυβον των βημάτων του Βρόνσκυ, +όστις εβάδιζεν όπισθέν της. + +* * * + +Το πρώτον πρόσωπον το οποίον έσπευσεν εις υποδοχήν της Άννας, +μόλις έφθασεν εις την οικίαν της, υπήρξεν ο υιός της: το παιδίον +έδραμεν εις την κλίμακα, παρά τας νουθεσίας της διδασκαλίσσης του, +φωνάζον με παράφορον χαρά: «Μαμά, μαμά!» Όταν δε την επλησίασεν, +έμεινε κρεμασμένον από το λαιμό της. + + ― Σας το είπα εγώ, πως η μαμά ήταν, είπε προς την διδασκάλισσαν, +το είξευρα εγώ! . . . + +Όπως ο σύζυγός της, ομοίως και ο υιός της παρήγαγεν επί της Άννας +εντύπωσιν, ήτις ωμοίαζε προς απογοήτευσιν. Τον εφαντάζετο +ωραιότερον αφ' όσον ήτο. Και τώρα ήτο ηναγκασμένη να υποστρέψη εις +την αληθή πραγματικότητα, διά να τον αγαπά όπως τον εύρισκεν. + +Ο Σεριόγια ήτο θελκτικός με τους ξανθούς του πλοκάμους, με τα +γαλανά του μάτια και με τα μικρά του ελαφρά και παχουλά ποδαράκια, +μέσα εις τας καλώς εφαρμοζούσας περικνημίδας του. + +Η Άννα ησθάνετο φυσικήν σχεδόν ηδονήν επί τη προσεγγίσει του και +ταις θωπείαις του και κάποιαν πνευματικήν γαλήνην οσάκις συνήντα +το άκακον βλέμμα του, το πλήρες εμπιστοσύνης και αγάπης, και +οσάκις ήκουε τας αφελείς του ερωτήσεις. + +Του παρέδιδε δώρα τα οποία του είχον αποστείλει τα τέκνα της +Δόλλυ, οπότε τη ανηγγέλθη η κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα, μία γυραιά +φίλη των Καρένιν, αποτελούσα το κέντρον ενός των κοσμικών +συνδέσμων. + +Ήτο γυνή υψηλού αναστήματος, πολύσαρκος, με κιτρινωπήν χροιάν +καχεξίας και με ωραία μαύρα ρεμβώδη μάτια. Η Άννα την ηγάπα πολύ, +την ημέραν όμως εκείνην διά πρώτην φοράν διέκρινε όλα της τα +ελαττώματα. + + ― Λοιπόν, αγαπητή μου έφερες τον κλάδον της ελαίας; ερώτησεν η +κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα μόλις εισελθούσα εις το δωμάτιον. + + ― Ναι, τώρα πλέον ετελείωσαν όλα, ουδέποτε άλλωςτε υπήρξε τόσον +σοβαρόν το ζήτημα, όσον το υπεθέτομεν ημείς. + +Αλλά η κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα, ήτις ενδιαφέρετο διά παν ό,τι δεν +την αφεώρα προσωπικώς, είχε την συνήθειαν να μη ακούη ποτέ όσα +απηυθύνοντο ειδικώς προς αυτήν. + + ― Μάλιστα, υπερβολική η δυστυχία και αι θλίψεις επί της γης και +σήμερον είμαι εξηντλημένη. + + ― Τι έχετε; ηρώτησεν η Άννα καταστείλασα έν μειδίαμα. + + ― Αρχίζω ν' απαυδώ θραύουσα ματαίως λόγχας χάριν της αληθείας! + +Ευχαριστημένη δε από το ευτυχές εκείνο αποτέλεσμα η κόμησσα Λυδία +απεσύρθη εν πάση σπουδή, διότι ώφειλε να παραστή, κατά το διάστημα +του απογεύματος, εις πολλά κομητάτα. + +Ο Καρένιν επέστρεψεν εκ του Υπουργείου κατά τας τέσσαρας, και, +όπως συνέβαινε συχνά, δεν έλαβε καιρόν να εισέλθη εις το +διαμέρισμα της συζύγου του. Είχε να δεχθή διαφόρους απαιτητάς και +να υπογράψη πολλά ενδιαφέροντα έγγραφα. Οι Καρένιν είχον πάντοτε +συνδαιτημόνας τρία ή τέσσαρα πρόσωπα, και η Άννα κατήλθεν εις το +σαλόνι διά να δεχθή μίαν γηραιάν εξαδέλφην του συζύγου της, τον +πρόεδρον του ανακτοβουλίου μετά της συζύγου του και κάποιον νέον +ιδιαιτέρως συστηθέντα εις τον Καρένιν. + +Εις τας πέντε ακριβώς, ο Καρένιν, εν επισήμω περιβολή με δύο +παράσημα και λευκήν κραβάταν, εισήλθεν εις την αίθουσαν. + +Κάθε στιγμή της ζωής του ήτο ειδικώς διατεθειμένη και κανονισμένη +εκ των προτέρων. «Άνευ σπουδής και άνευ αναπαύλας», τοιούτο το +αξίωμά του. + +Εχαιρέτησεν όλους του τους κεκλημένους και εκάθησε αμέσως κατόπιν, +μειδιών προς την σύζυγόν του. + + ― Μάλιστα, είπεν, η μόνωσίς μου ετελείωσε. Δεν ειμπορείς να +φαντασθής πόσον είνε ανιαρόν να τρώγη κανείς μόνος του! + +Κατά το διάστημα του φαγητού ηρώτησε την σύζυγόν του περί των +λαβόντων χώραν εν Μόσχα, ομιλών με περιφρονητικόν μειδίαμα περί +του Στίβα Ομπλόνσκυ, αλλ' η συνομιλία παρέμεινε γενική. + +Μετά το γεύμα ο Καρένιν επέρασεν ημίσειαν ώραν εις το σαλόνι, είτα +δε, με το μειδίαμα εις τα χείλη, έθλιψε και πάλιν την χείρα της +συζύγου του, απεχαιρέτησε τους ξένους του και μετέβη εις το +Υπουργικόν συμβούλιον. + +Η Άννα εισήλθεν εις τον θάλαμον του υιού της και επέρασεν όλον το +απόγευμα μαζί του, τον επλάγιασεν εις την κλίνην του μόνη της και +τον ετύλιξεν εντός των σκεπασμάτων του. + +Ήτο ευτυχής διότι είχε μείνει εις το σπίτι και διότι επέρασε τας +μεταμεσημβρινάς της ώρας υπό τοιαύτας συνθήκας. + +Ησθάνετο εαυτήν πραϋνθείσαν, την καρδίαν της ανεκουφισμένην και +διέβλεπε καθαρά ότι παν, ό,τι είχε παραστή ενώπιόν της την +προτεραίαν κατά το σιδηροδρομικόν της ταξείδιον, υπό μορφήν τόσον +ελκυστικήν, ήτο εν τη πραγματικότητί του απλούν κοινόν επεισόδιον +της κοσμικής ζωής και ότι δεν είχε λόγον να ερυθρά δι' αυτό ούτε +ενώπιον του κόσμου ούτε ενώπιον της ιδίας της συνειδήσεως. + +Η Άννα εκάθησε προ της εστίας αναγινώσκουσα μυθιστόρημα και +ανέμενε την επιστροφήν του συζύγου της. Κατά τας εννέα και μισή +ήκουσε τον ήχον του κωδωνίσκου του Καρένιν, και, μετά μίαν +στιγμήν, εισήλθεν ούτος εις τον θάλαμόν της. + + ― Ήλθες επί τέλους! είπεν η Άννα τείνουσα προς αυτόν την χείρα, +ην ο Καρένιν ησπάσθη καθεσθείς παραπλεύρως της συζύγου του. + + ― Βλέπω τέλος ότι το ταξείδι σου επέτυχεν, είπε. + + ― Τελείως! απήντησεν η Άννα. + +Διηγήθη δε όσα είχον συμβή καθ' οδόν, ωμίλησε περί της μητρός του +Βρόνσκυ, περί του επεισοδίου του λαβόντος χώραν άμα τη αφίξει της, +περί του οίκτου ον ησθάνθη κατ' αρχάς διά τον αδελφόν της, είτα δε +και διά την Δόλλυ. + + ― Δεν παραδέχομαι ότι πρέπει να συγχωρήται μία τοιαύτη διαγωγή, +έστω και αν πρόκειται περί του αδελφού σου, είπεν αυστηρώς ο +Καρένιν. + +Η Άννα εμειδίασε. + +Κατενόησεν ότι ο σύζυγος της ωμίλει τοιουτοτρόπως ίνα αποδείξη ότι +οι δεσμοί της συγγενείας δεν θα επιρρέαζον διόλου τη ειλικρίνειαν +της γνώμης του. + +Εγνώριζε το διακριτικόν τούτο του χαρακτήρος του συζύγου της, και +το επεκρότει. + + ― Λογίζομαι ευτυχής διότι παρήλθον όλα καλώς και επανήλθες. + +Ο Καρένιν συνωμίλησε κατόπιν μετά της συζύγου του επί πολιτικών +ζητημάτων επί τινας στιγμάς, μεθ' ό της έθλιψε την χείρα, την +εφίλησεν εκ νέου και απεσύρθη εις το σπουδαστήριόν του. + + ― Οπωσδήποτε είνε εξαίρετος άνθρωπος, δίκαιος αγαθός και λίαν +διακεκριμένος εντός του κύκλου του, διελογίσθη η Άννα καθ' εαυτήν, +ως να τον υπερήσπιζε κατά κατηγόρου διακηρύσσοντος ότι αυτός ο +άνθρωπος δεν ήτο δυνατόν ν' αγαπηθή. + + + +ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ + + + +Περί τα τέλη του χειμώνος, συνεκροτήθη ιατρικόν συμβούλιον παρά τη +πριγκηπίσση Τσερμπάτσκυ όπως αποφανθή ποία ήτο η νόσος υφ' ής +επασχεν η Κίττυ και τι έπρεπε να γείνη, όπως της επανέλθουν αι +διαρκώς εξαντλούμεναι δυνάμεις της. + +Ο ιατρός της οικογενείας της είχε διατάξει λάδι της μουρούνας, +κατόπιν δε σίδηρον, επειδή όμως δεν παρουσιάζετο καμμία βελτίωσις, +ο δε ιατρός απεφαίνετο ότι έπρεπε ν' αναχωρήση την άνοιξιν και να +διαμείνη επί τινα χρόνον εις το εξωτερικόν, η πριγκήπισσα +προσεκάλεσε κάποιαν ιατρικήν διασημότητα. + +Ο ακόμη νεαρός ούτος επιστήμων, ένας πολύ ωραίος ανήρ, εζήτησε να +στηθοσκοπήση την πάσχουσαν. + +Αφού λοιπόν εξήτασε μετά προσοχής και εστηθοσκόπησε την νοσούσαν +τρελλήν εξ εντροπής, ο ιατρός παρέμεινε συνομιλών με τον +οικογειακόν ιατρόν. + +Ούτος ήρχισε να εκθέτη δειλώς την γνώμην του, κατά την οποίαν +ευρίσκοντο εις εκδήλωσιν ενάρξεως προσβολής φυματιώσεως, αλλ' ότι +. . . . + + ― Γνωρίζετε, είπεν η ιατρική εξοχότης, ότι ουδέποτε δυνάμεθα να +διαγνώσωμεν την αρχήν της νόσου· εφ' όσον δεν υπάρχουν σπήλαια, +τίποτε το ασφαλές δεν υφίσταται, δυνάμεθα όμως να έχωμεν υπονοίας. +Υπάρχουν ενδείξεις μόνον^ θρέψις ατελής, νευρική υπερέξαψις κ.τ.λ +κ.τ.λ. Το ζήτημα λοιπόν τίθεται ως εξής: Επειδή υποπτεύομαι +προσβολήν φυματιώσεως, τι δυνάμεθα να κάμωμεν προς διευκόλυνσιν +της θρέψεως; + + ― Αλλά, . . . ένα ταξείδι εις το εξωτερικόν! επρότεινεν ο ιατρός +της οικογενείας. + + ― Είμαι εχθρός των ταξειδίων. Και, εννοείτε, αν υπάρχη αρχή +φυματιώσεως, το ταξείδιον εις την αλλοδαπήν κατ' ουδέν θα ωφελήση. +Ανάγκη λοιπόν να διατάξωμεν κάτι, το οποίον θα διευκολύνη την +θρέψιν χωρίς να ερεθίση τον οργανισμόν. + +Η ιατρική επισημότης εξέθηκε το σχέδιόν του εγκείμενον εις +θεραπείαν διά της χρήσεως υδάτων του Σόντεν, των οποίων κύριον +προτέρημα είνε ότι δεν δύνανται να βλάψουν. + + ― Εντούτοις, παρετήρησεν ο ιατρός της οικογενείας, όστις ηκροάτο +μετά σεβασμού τους λόγους του συναδέλφου του θα υπεδείκνυα την εκ +ταξειδίου εις την αλλοδαπήν ωφέλειαν λόγω της μεταβολής των +συνηθειών, της απομακρύνσεως από τα μέρη τα προκαλούντα αναμνήσεις +. . . και τέλος της προς τούτο επιθυμίας της μητρός της πασχούσης +. . . + + ― Α! εν τοιαύτη περιπτώσει, ας αναχωρήσουν, ας αναχωρήσουν! +Φοβούμαι μόνον μη της κάμουν κακόν αυτοί οι τσαρλατάνοι οι +Γερμανοί . . . Αλλ' επί τέλους, ας αναχωρήσουν, ας αναχωρήσουν . . +. + +Ο ιατρός εισήλθεν εις το σαλόνι και εξέθηκεν επιστημονικώς ενώπιον +της πριγκηπίσσης, ως προς γυναίκα εξαιρετικώς πνευματώδη, την +κατάστασιν της Κίττυ, και κατέληξε διά των υποδείξεων του τρόπου +της χρήσεως των μεταλλικών υδάτων, τα οποία εντούτοις δεν ήσαν +διόλου αναγκαία. + +Εις το ερώτημα: + + ― Ένα ταξείδι εις το εξωτερικόν θα ήτο ωφέλιμον; + +Έμεινεν επί πολύ σκεπτόμενος, ωσανεί επρόκειτο να λύση +δυσκολώτατον πρόβλημα· τέλος δε ευρήκε την λύσιν: + +«Αι πριγκήπισσαι δύνανται βέβαια ν' αναχωρήσουν, αλλ' υπό τον όρον +να μη δώσωσι την παραμικράν πίστιν εις τους &αγύρτας& και ν' +απευθύνωνται διαρκώς προς αυτόν». + +Μετά την αναχώρησιν της ιατρικής προσωπικότητος η χαρά εφάνη +επανελθούσα εις την οικίαν. + +Η πριγκήπισσα ήτο φαιδροτάτη και η Κίττυ ελιποθύμει εκ της χαράς. +Ευρίσκετο συχνάκις, σχεδόν διαρκώς, υποχρεωμένη να υποκρίνεται +αισθήματα τα οποία δεν ησθάνετο. + +Ολίγον μετά την αναχώρησιν του δόκτορος έφθασεν η Δόλλυ. + +Εγνώριζεν ότι επρόκειτο να συγκροτηθή ιατρικόν συμβούλιον και +ήρχετο να πληροφορηθή περί της τύχης της Κίττυ, ήτις θα +απεφασίζετο από της ημέρας εκείνης. + +Όταν εισήλθεν εις τον κοιτώνα της αδελφής της, κοιτώνα φωτεινόν +και ροδόχρουν, παρετήρησε την Κίττυ καθημένην επί μακράς χαμηλής +καθέκλας πλησίον της θύρας, με τα μάτια προσηλωμένα επί μιας +γωνίας του τάπητος. + +Η Κίττυ ητένισε την αδελφήν της και η ψυχρά και κάπως αυστηρά +έκφρασις της μορφής της απέβη έμμονος. + + ― Επεθύμουν να σου ομιλήσω. + + ― Περί τίνος; ηρώτησεν η Κίττυ ζωηρώς, ανυψώσασα την κεφαλήν μετά +τρόμου. + + ― Περί τίνος θα σου ωμίλουν, αν δεν επρόκειτο περί της δυστυχίας +σου; + + ― Δεν είμαι δυστυχής! + + ― Έλα δα, Κίττυ, νομίζεις ότι δεν γνωρίζω τι σου συμβαίνει; Τα +ξεύρω όλα. Όλαις μας τα περάσαμεν αυτά . . . Δεν αξίζει να πάσχης +εξ αιτίας του. + + ― Ναι, διότι με επεριφρόνησεν, ήρχισε λέγουσα η Κίττυ με +τρέμουσαν φωνήν . . . Μη το είπης αυτό, σε παρακαλώ, μη το 'πής. + + ― Αλλά δεν το λέγω, ούτε και κανείς άλλος το λέγει. Εγώ φρονώ ότι +σε ηγάπα και σε αγαπά, αλλά . . . + + ― Αχ! αυτός ο οίκτος μου κάμνει, κακό, κραύγασαν η Κίττυ μετ' +οργής. + + ― Δεν έχω ανάγκην παρηγοριών . . .Είμαι εις υπερβολήν υπερήφανος +ώστε να μη επιτρέπω εις εμαυτήν αγαπώ άνθρωπον που δεν μ' αγαπά. + + ― Δεν λέγω το εναντίον . . .'Πέ μου μόνον ένα πράγμα, ο Λεβίν σου +ωμίλησεν; + +Ο υπαινιγμός ούτος προς τον Λεβίν έκαμε την Κίττυ τελείως έξω +φρενών. + +Ανεπήδησεν από του καθήσματός της και ωμίλησε χειρονομούσα +μανιωδώς. + + ― Προς τι ν' αναμιγνύωμεν τον Λεβίν εις όλα αυτά; . . . Δεν εννοώ +τι ευχαρίστησιν δύνασαι να 'βρίσκης βασανίζουσά με . . . Είπα και +επαναλαμβάνω ότι είμαι υπερήφανος και ότι δεν θα έκαμνα ποτέ εγώ, +εκείνο που κάμνεις συ, να ξαναγυρίσης δηλαδή προς ένα άνδρα που σε +προσέβαλε, που ηγάπησεν άλλην γυναίκα . . . Δεν εννοώ πώς ημπορεί +κανείς να ενεργήση όπως ενήργησες συ, . . Συ, ημπορείς, εγώ όμως +όχι! + +Ητένισε δ' άμα την άδελφήν της, και, αντιληφθείσα ότι η Δόλλυ +έμενε σιωπηλή και με την κεφαλήν χαμαί νεύουσαν, η Κίττυ, αντί να +εξέλθη του θαλάμου της, όπως προυτίθετο προ μικρού, εκάθισε +πλησίον της θύρας κρύψασα την μορφήν εντός του μανδυλίου της. + +Η σιωπή διήρκεσεν επί δύο λεπτά. + +Η Δόλλυ διελογίζετο την κατάστασίν της. Η ταπείνωσις την οποίαν +διαρκώς συνησθάνετο την έπληττε πολύ οδυνηρότερον οσάκις της την +υπενθύμιζεν αυτή της η αδελφή. Δεν ηδύνατο να πιστεύση τόσην +σκληρότητα εκ μέρους της Κίττυ και επεθύμει να μη την πιστεύη. + +Αλλ' αίφνης ήκουσε τον θρουν μιας εσθήτος, μετά βόμβου λυγμών +παρατεταμένων, και δύο βραχίονες εξετάθησαν περί τον βραχίονά της. + +Η Κίττυ ευρίσκετο γονυπετής ενώπιόν της. + + ― Αγαπητή, αγαπητή μου Δόλλυ, αν είξευρες πόσον είμαι δυστυχής. + +Και η πλημμυρούσα από τα δάκρυα μορφή της απεκρύβη εντός των +ενδυμάτων της Δόλλυ. + +Αύτη εγνώριζεν ήδη παν ό,τι επεθύμει να μάθη: επείσθη ότι η +δυστυχία, η αθεράπευτος δυστυχία της Κίττυ ενέκειτο εις το ότι +είχεν αποκρούσει το Λεβίν, ενώ ο Βρόνσκυ την είχεν απατήσει, και +ότι ήτο έτοιμη ν' αγαπήση τον Λεβίν και να μισήση τον Βρόνσκυ. + + ― Δεν αισθάνομαι θλίψιν, είπεν η Κίττυ, αλλά δύνασαι να +κατανοήσης ότι τα πάντα απέβησαν δι' εμέ επαίσχυντα, όπως οι +πάντες μου φαίνονται αγροίκοι, και μάλιστα πρώτη εγώ. Δεν δύνασαι +συ ν' αντιληφθής ποίαι χυδαίαι σκέψεις με κατέχουσιν ήδη. + + ― Ποίας χυδαίας σκέψεις δύνασαι να έχης· ηρώτησεν η Δόλλυ +μειδιάσασα. + + ― Τας χυδαιοτέρας, τας αγροικοτέρας. . . . Δεν πρόκειται περί +στενοχωρίας, ούτε περί τύψεως, είνε κάτι χειρότερο αυτό που +αισθάνομαι, ωσανεί παν ό,τι υπήρχεν εν εμοί αγαθόν εξηφανίσθη +αίφνης και μου έμειναν μόνον τα πονηρά και τα κακεντρεχή. Εν +παραδείγματι ο μπαμπάς μου απευθύνει τον λόγον, και μου φαίνεται +ότι τίποτε άλλο δεν σκέπτεται παρά να μου εύρη σύζυγον . . . Η +μαμά με οδηγεί εις τον χορόν, και νομίζω ότι το κάμνει διά να με +ξεφορτωθή το ταχύτερον. Γνωρίζω ότι δεν είνε αληθινά αυτά, αλλά +δεν ειμπορώ ν' αποδιώξω αυτάς τας εντυπώσεις, είναι ισχυρότεραι, +από την θέλησίν μου . . . Νομίζω ότι όλοι με εμένα έχουν να +κάμουν, ότι με βολιδοσκοπούν. Άλλοτε η μεγαλυτέρα μου ευχαρίστησις +ήτο να πηγαίνω εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις με φόρεμα χορού· +εθαύμαζα εμαυτήν^ τόρα εντρέπομαι, νομίζω ότι ευρίσκομαι έξω του +στοιχείου μου . . . Επί τέλους . . + +Η Κίττυ εταράχθη, ήθελε να είπη ότι αφ' ης η μεταβολή εκείνη είχεν +απέλθει εν αυτή, ησθάνετο αποστροφήν προς τον Ομπλόνσκυ και ότι +δεν ημπορούσε να τον βλέπη χωρίς να της έρχονται εις τον νουν +δυσάρεστοι αναπαραστάσεις . . . + + ― Βεβαίως, όλα τώρα μου φαίνονται χυδαία, μικροπρεπή . . . αιτία +ίσως είναι η αρρώστια μου . . . + +* * * + +Εν τη πραγματικότητι ο μεγάλος κόσμος της Πετρουπόλεως αποτελεί έν +σύνολον αδιαίρετον όπου πάντες γνωρίζονται μεταξύ των και +ανταλλάσσουσιν επισκέψεις. Υπάρχουν εν τούτοις διάφοροι κατηγορίαι +μέσα εις την υψηλήν αυτήν κοινωνίαν. + +Η Άννα Καρένιν είχε φίλους εις τρεις διαφόρους κατηγορίας. + +Η πρώτη ήτο η του συζύγου της, ο επίσημος κόσμος, όστις συνέκειτο +από συναδέλφους και από υφισταμένους του Καρένιν, συνοδευομένους +και χωριζομένους αυτεπαγγέλτως και κατά διαφόρους τρόπους λόγω των +διαφόρων των κοινωνικών συνθηκών. + +Η Άννα μόλις ανεμιμνήσκετο του σχεδόν θρησκευτικού σεβασμού ον +είχε δοκιμάσει κατά τας πρώτας ημέρας του γάμου της προς όλας τας +προσωπικότητας ταύτας. + +Τώρα πλέον τας εγνώριζεν όλας, όπως γνωρίζει κανείς τους γείτονάς +του εις μικράν επαρχιακήν πόλιν. Ήτο εν γνώσει των αδυναμιών και +των συνηθειών ενός εκάστου, εγνώριζε ποίαι σχέσεις εβασίλευον +μεταξύ των, ως και τας σχέσεις αυτών προς την κεντρικήν +προσωπικότητα, και ο κόσμος αυτός των αρρένων κυβερνητικών +συμφερόντων δεν κατώρθωνε να εγείρη το ενδιαφέρον της, παρά τας +παραινέσεις της κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας, και τον απέφευγεν. + +Ο δεύτερος κύκλος εντός του οποίου εκινείτο η Άννα ήτο ο της +κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας, και τη παρεμβάσει του οποίου ο Καρένιν +είχε συμπληρώσει την καρριέρα του. Ούτος συνέκειτο από γυναίκας +γηραιάς, ασχήμους και ευσεβείς, και από άνδρας ευφυείς, σοφούς και +φιλοδόξους. Είς εκ των πνευματωδών αυτών ανδρών ωνόμαζε τον κύκλον +αυτόν: «Συνείδησιν της Πετρουπολιτικής κοινωνίας». + +Ο Καρένιν εποιείτο περί πολλού τον κόσμον αυτόν και η Άννα, ήτις +εγνώριζεν απαραμίλλως να ταυτίζηται προς τα πάντα, κατά την πρώτην +περίοδον του γάμου της, ευρήκε το μέσον να εξοικονομήση εν αυτώ +φίλους. + +Μετά την επιστροφήν της όμως εκ Μόσχας, ο κόσμος αυτός της κατέστη +ανυπόφορος. + +Της εφαίνετο μάλιστα ότι και αυτή και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι +εφορούσαν μάσκες, και μετέβαινεν όσον αραιότερον ηδύνατο εις της +κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας. + +Η τρίτη κατηγορία των σχέσεων της Άννας ήτο ο αληθινός κόσμος, ο +κόσμος των χορών, των γευμάτων, των μεγαλοπρεπών αμφιέσεων· ο +κόσμος ο οποίος με το ένα χέρι εκρατείτο από την Αυλήν διά να μη +διωλισθήση εις τον ημίκοσμον, ον ενόμιζεν ότι περιεφρόνει, αλλά +του οποίου συνεμερίζετο όλα τα γούστα. + +Η Άννα είχεν εισαχθή εις τον κόσμον τούτον υπό της συζύγου του +εξαδέλφου της, της πριγκηπίσσης Μπέτσυ Τβερσκάια, η οποία είχεν +εκατόν είκοσι χιλιάδων ρουβλίων εισόδημα και οποία ευθύς άμα τη +αφίξει της εξαδέλφης της εις Πετρούπολιν την επήρεν υπό την +προστασίαν της, την περίβαλλε με μυρίας περιποιήσεις και την +προσείλκυσεν εις τον ίδιόν της κόσμον χλευάζουσα την κόμησσαν +Λυδίαν Ιβανόβναν. + + ― Όταν θα γείνω γρηά και άσχημη, θα κάμω και εγώ όπως εκείνη, διά +σας όμως που είσθε νέα και ωραία, δεν ήλθε ακόμη η στιγμή να +εισέλθετε εις αυτό το άσυλον . . . + +Κατά τους πρώτους χρόνους η Άννα απέφυγε την πριγκήπισσαν Μπέτσυ, +διότι η συχνή συναναστροφή του κοσμικού της κύκλου απήτει δαπάνας +υπερβαινούσας τα υλικά της μέσα, αι δ' ατομικαί της κλίσεις την +προσείλκυον μάλλον προς τον κύκλον της κομήσσης. + +Μετά την εν Μόσχα όμως διαμονήν της, εδοκίμασε το αντίθετον +αίσθημα· παρημέλησε τας εναρέτους της φίλας και μετέστη εκουσίως +εις τον μεγαλόκοσμον, όπου συνήντα τον Βρόνσκυ. Κάθε φοράν δε που +τον έβλεπε, κάποια ειδική χαρά την συντάραττε. + +Συνηθέστερον τον συνήντα παρά τη κομήσση Μπέτσυ, το γένος +Βρονσκάια και εξαδέλφη του νεαρού αξιωματικού. + +Ούτος δε μετέβαινε πανταχού όπου ηδύνατο να ίδη την Άνναν, και +πανταχού της εξέφραζε τον έρωτά του. Εκείνη δεν του παρείχε +καμμίαν διευκόλυνσιν, αλλά πάντοτε οσάκις τον συνήντα η ψυχή της +επυρακτούτο από το αυτό αίσθημα της ψυχικής εξάψεως, υφ' ού είχε +καταληφθή την ημέραν καθ' ήν τον αντίκρυσε διά πρώτην φοράν εντός +του βαγονίου κατά την άφιξίν της εις Μόσχαν. + +Συνησθάνετο οσάκις τον αντίκρυζε την χαράν φωτίζουσαν τους +οφθαλμούς της, και διαστέλλουσαν εις γλυκύ μειδίαμα τα χείλη της, +και δεν ηδύνατο ν' αποσβέση την εκδήλωσιν της χαράς εκείνης. + +Εν αρχή είχε πιστεύσει ότι τούτο προήρχετο εκ της ανοχής ην +επεδείκνυε προς αυτόν ακολουθούντα αυτήν πανταχού· αλλ' όταν +κάποτε της συνέβη να μεταβή είς τινα εσπερίδα όπου ενόμιζεν ότι θα +τον εύρισκε και όπου δεν τον ευρήκε, κατενόησεν εκ της απείρου +θλίψεως, ήτις την κατέλαβεν, όχι μόνον η παρακολούθησίς τον εκείνη +δεν της ήτο διόλου δυσάρεστος, αλλά και ότι αυτή απετέλει το +μέγιστον της ζωής της ενδιαφέρον! + +Τα οχήματα διεδέχοντο άλληλα ενώπιον του ευρυτάτου μεγάρου της +πριγκηπίσσης Μπέτσυ. + +Οι επισκέπται απεβιβάζοντο επί του ευρέος προστόου και ο χονδρός +Ελβετός ήνοιγε σιωπηλώς τα πελώρια θυρόφυλλα της υελοφόρου +σταυλοθύρας. + +Η οικοδέσποινα και οι προσκεκλημένοι της εισήλθον ταυτοχρόνως, διά +θυρών αντικρυζουσών, εις το μέγα σαλόνι με τα σκιερά χρώματα, το +καλυπτόμενον από παχείς τάπητας. Εις το μέσον, επί τινος τραπέζης, +το χιονώδες τραπεζομάνδυλον, το αργυρούν σαμοβάρ και η διαφανής +πορσελάνη των σκευών του τεΐου ηκτινοβόλουν υπό τας λάμψεις των +λαμπάδων. + +Η πριγκήπισσα Μπέτσυ εκάθησε προ του σαμοβάρ και αφήρεσε τα γάντια +της. + +Οι προσκεκλημένοι, μετακινούντες τα καθίσματά των τη βοηθεία +σιωπηλών υπηρετών, διηρέθησαν εις δύο ομίλους, τον μεν περί την +οικοδέσποιναν, τον δε εις το άλλο άκρον της αιθούσης παρά την +σύζυγον ενός Πρεσβευτού. + +Εξηκολούθουν δε κάποιαν συνομιλίαν ην εύρισκον εξαιρετικώς +ευχάριστον, διότι ωμίλουν περί των Καρένιν, περί αμφοτέρων των +συζύγων. + + ― Από του εις Μόσχαν ταξειδίου της η Άννα μετεβλήθη πολύ, έλεγε +μία από τας φίλας της, έχει κάτι τι το αλλόκοτον. + + ― Συναπεκόμισε μαζί της την σκιάν του Αλεξίου Βρόνσκυ, είπεν η +σύζυγος του πρεσβευτού. + + ― Ποίον γλωσσοτρώτε; ηρώτησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ. + + ― Τον Καρένιν, απήντησεν η Πρέσβειρα καθεσθείσα παρά την τράπεζαν +και μειδιώσα. + + ― Λυπούμαι που δεν ήκουσα, εφώνησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ ρίψασα +βλέμμα προς την θύραν της εισόδου. + + ― Α! μας ήλθατε επί τέλους, είπε μετά μειδιάματος προς τον +Βρόνσκυ, όστις εισήγετο ήδη. + +Ο νεαρός αξιωματικός όχι μόνον εγνώριζεν όλα τα εν τη αιθούση +συγκεντρωμένα πρόσωπα, αλλά και τα έβλεπε καθ' εκάστην σχεδόν, +εισήλθε, συνεπώς, μετά της αφελείας ανθρώπου επιστρέφοντος εις +δωμάτιον από του οποίου εξήλθε προ μικρού μόλις. + + ― Ερωτάτε πόθεν έρχομαι; απήντησεν εις σχετικήν ερώτησιν της +πρεσβείρας. Εν τοιαύτη περιπτώσει πρέπει να δικαιολογηθώ. Έρχομαι +από το «Θέατρον των Κωμωδιών»· το έχω επισκεφθή δι' εκατοστήν +φοράν και πάντοτε με νέαν μου ευχαρίστησιν. Είνε απόλαυσις! . . . +Γνωρίζω ότι τούτο είνε προσβλητικόν δι' εμέ, αλλά στην Όπερα +αποκοιμούμαι, ενώ εις την Κωμωδίαν μένω έως ότου πέση η αυλαία και +διασκεδάζω. + +Βήματα αντήχησαν όπισθεν της θύρας του σαλονιού και πριγκήπισσα +Μπέτσυ γνωρίζουσα ότι ήτο η Άννα Καρένιν έριψε βλέμμα επί του +Βρόνσκυ. + +Οι οφθαλμοί του νεαρού αξιωματικού δεν απεσπώντο από της θύρας, η +δε μορφή του προσέλαβεν έκφρασιν καινοφανή και αλλόκοτον. + +Παρετήρει φαιδρώς, ατενώς, δειλώς, υπεγειρόμενος βραδέως από του +καθίσματός του. + +Η Άννα εισήρχετο εις το σαλόνι. + +Όπως πάντοτε ευθυτενής και χωρίς ν' αφήση να παρεκτραπή η +κατεύθυνσις του βλέμματός της, διέταξε, ― με το ταχύ, σταθερόν και +ελαφρόν βάδισμά της, το οποίον την διέκρινεν από τας λοιπάς +γυναίκας του κόσμου, ― τα ολίγα βήματα, τα οποία την εχώριζον από +της οικοδεσποίνης, έθλιψε δε την χείρα ταύτη εμειδίασε και ητένισε +με το αυτό μειδίαμα τον Βρόνσκυ. + +Ο αξιωματικός εχαιρέτησε, υποκλιθείς βαθύτατα και της προσέφερε +κάθισμα. + +Εκείνη απεκρίθη δι' απλής κλίσεως της κεφαλής, εκοκκίνισε και +εσκυθρώπασεν. + +Η συνομιλία, διακοπείσα διά της αφίξεως της Άννας, απεσβέσθη ως η +φλοξ λυχνίας, την οποίαν κάποιος εφύσησεν. + + ― Είνε αλήθεια ότι η νεαρά Βλασιέβα νυμφεύεται τον κύριον Ταπώφ; + + ― Δεν εννοώ πώς σκέπτονται οι γονείς. Λέγουν ότι πρόκειται περί +γάμου εξ έρωτος. + + ― Γάμου εξ έρωτος; Τι ιδέας προκατακλυσμιαίας που έχει. Ποίος +ομιλεί περί έρωτος εις την εποχήν μας; είπεν η πρέσβειρα. + + ― Παλαιά βλακώδης μόδα, αλλ' υφίσταται ακόμη, είπεν ο Βρόνσκυ. + + ― Τόσον το χειρότερον δι' όσους την διατηρούν . . . Δεν γνωρίζω +άλλους γάμους ευτυχείς πλην των συναπτομένων διά της λογικής. + + ― Αλλά τότε, πόσον συχνά η ευτυχία των διά της λογικής γάμων +τρίβεται ως κόνις, όταν επέλθη το αίσθημα, το οποίον απεκρούσθη! +είπεν ο Βρόνσκυ. + + ― Αλλ' ονομάζομεν γάμον λογικής οσάκις εκατέρωθεν έχη χορτασθή ο +έρως, διότι «ο έρως ομοιάζει με την σκαρλαντίνα· όλοι θα τον +περάσωμεν!» + +Τότε, θα έπρεπε να εμβολιαζώμεθα κατά του έρωτος, όπως κατά της +ευλογιάς. + +Χωρίς αστεϊσμούς, εγώ είμαι πεπεισμένη, ότι, διά να γνωρίση κανείς +τον έρωτα, πρέπει κατ' αρχάς ν' απατηθή και κατόπιν να επανορθώση +την πλάνην του, είπεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ. + + ― Και μετά τον γάμον ακόμη; ηρώτησε χαριτολογούσα η πρέσβειρα. + + ― Ουδέποτε είναι αργά διά την βελτίωσιν μιας καταστάσεως, είπεν ο +διπλωμάτης. + + ― Ακριβώς, είπεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ, πρέπει κανείς ν' απατηθή +και να ικανοποιηθή . . . Τι σκέπτεσθε σεις, Άννα; προσέθηκεν +απευθυνθείσα προς την νεαράν γυναίκα, ήτις παρηκολούθει την +συνομιλίαν χωρίς να προσφέρη λέξιν, με έν σταθερόν αδιόρατον +μειδίαμα επί των χειλέων. + + ― Σκέπτομαι, είπεν η Άννα παίζουσα με το ένα της γάντι . . . +σκέπτομαι . . . . αφού υπάρχουν τόσα κεφάλια, τόσαι αντιλήψεις, +τόσες καρδιές, τόσα είδη ερώτων . . . . + +Ο Βρόνσκυ ανέμενε με λιποθυμούσαν καρδίαν τι επρόκειτο να είπη, +και αφήκε στεναγμόν, ωσανεί είχε διαφύγει μέγαν κίνδυνον! + +Έξαφνα η Άννα του είπεν αποτόμως: + + ― Έλαβον επιστολήν από την Μόσχαν. Μου γράφουν ότι η Κίττυ +ασθενεί βαρέως. + + ― Αλήθεια; είπεν ο Βρόνσκυ σκυθρωπάσας. + +Η Άννα του έρριψεν αυστηρόν βλέμμα. + + ― Η είδησις αυτή δεν σας ενδιαφέρει; + + ― Εξ εναντίας, μ' ενδιαφέρει πολύ. Τι άλλο σας λέγουν, αν δεν +είνε αδιακρισία; . . . + +Η Άννα ηγέρθη και επλησίασε την πριγκήπισσαν Μπέτσυ. + + ― Δώστε μου ένα τσάι, είπε τοποθετηθείσα όπισθεν του καθίσματός +της. + +Ενώ δε η Μπέτσυ της παρέθετε το τσάι, ο Βρόνσκυ την επλησίασε. + + ― Τι σας έγραψαν; επανέλαβε. + + ― Σκέπτομαι συχνά, ότι οι άνδρες δεν εννοούν ό,τι δεν είνε αβρόν, +είπεν εκείνη ως να ωμίλει προς εαυτήν και χωρίς ν' αποτείνεται +προς αυτόν. + +Έκαμε δε ολίγα βήματα και επήγε να καθήση πρό τινος κονσόλας +καταφόρτου από λευκώματα. + + ― Μη δεν αντελήφθην καλώς την έννοιαν των λόγων σας; είπεν +εκείνος προσφέρων αύτη κύπελλον τεΐου. + +Εκείνη έρριψε βλέμμα επί του παραπλεύρως της ευρισκομένου καναπέ +και ο Βρόνσκυ εκαθέσθη επ' αυτού. + + ― Ναι, προ πολλού ήδη προυτιθέμην να σας το είπω, ήρχισεν η Άννα +χωρίς να τον κυττάζη: εφέρθητε κακώς, κακώς πολύ κακώς . . . + + ― Μήπως δεν γνωρίζω ότι εφέρθην κακώς; Αλλά, τις πταίει διά +τούτο; + + ― Διατί μου το λέγετε αυτό; εψιθύρισεν η Άννα ατενίζουσα αυτόν +αυστηρώς. + + ― Γνωρίζετε άριστα διατί, απήντησεν εκείνος αδιστάκτως και +αντιμετωπίσας γελαστά το βλέμμα της. + +Εταράχθη εκείνη και όχι αυτός. + + ― Τούτο αποδεικνύει μόνον ότι δεν έχετε καρδίαν! είπεν η Άννα. + +Αλλά το βλέμμα της έλεγεν ότι εγνώριζεν ότι είχε καρδίαν ο +Βρόνσκυ, και, δη, διά τούτο ακριβώς, τον εφοβείτο. + + ― Το γεγονός, το οποίον υπαινίττεσθε, ήτο γοητεία και όχι έρως, +είπεν ο νέος. + + ― Μη λησμονείτε ότι σας έχω απαγορεύσει να προφέρετε αυτήν την +λέξιν, την χυδαίαν αυτήν λέξιν, είπεν η Άννα ριγήσασα. + +Αλλ' εννόησεν αυτοστιγμεί ότι διά μόνης της φράσεως εκείνης «σας +έχω απαγορεύσει» ανεγνώριζεν εαυτή δικαιώματα επ' εκείνου και τον +ενεθάρρυνε να της ομιλή περί έρωτος. + + ― Είνε καιρός τώρα αφ' ότου επεθύμουν να σας το είπω, +εξηκολούθησε παρατηρούσα αυτόν κατάματα και αποφασιστικώς με την +μορφήν πεφλογισμένην, ήλθον δε σήμερον επίτηδες, διότι εγνώριζα +ότι θα σας έβλεπα. Ήλθα διά να σας είπω ότι το ζήτημα αυτό πρέπει +να τελειώση. Ουδέποτε ηρυθρίασα ενώπιον ουδενός και σεις με +υποχρεώνετε να αισθάνωμαι εμαυτήν ένοχον κατά τινα λόγον. + + ― Τι επιθυμείτε παρ' εμού; είπεν εκείνος απλώς και με τόνον +σοβαρώτατον. + + ― Επιθυμώ να επιστρέψητε εις Μόσχαν διά να ζητήσητε συγγνώμην από +την Κίττυ. + + ― Δεν το επιθυμείτε αυτό; είπεν εκείνος. + + ― Διέβλεπεν ότι η Άννα έλεγεν ό,τι εβίαζεν εαυτήν να λέγη και όχι +ό,τι πράγματι επεθύμει να είπη. + + ― Αν με αγαπάτε, όπως λέγετε, εψέλλισεν εκείνη, κάμετε ό,τι +πρέπει διά να είμαι ήσυχος. + +Η μορφή του Βρόνσκυ εφωτίσθη. + + ― Δεν βλέπετε ότι αποτελείτε δι' εμέ ολόκληρον την ζωήν μου; Αλλ' +αγνοώ την ησυχίαν και δεν δύναμαι να σας την μεταβιβάσω. Την ζωήν +μου ολόκληρον, τον έρωτα ναι . . . Δεν δύναμαι να φαντασθώ πώς +είνε δυνατόν να υπάρχη το μεν άνευ του δε. Σεις και εγώ +αποτελούμεν έν άτομον, μίαν ύπαρξιν. Δεν διαβλέπω εις το μέλλον το +δυνατόν της ησυχίας ούτε διά σας, ούτε δι' εμέ. Διαβλέπω την +απελπισίαν, την δυστυχίαν . . . την συμφοράν . . . Διαβλέπω όμως +και την ευτυχίαν ομού, και ποίαν ευτυχίαν! Δεν είνε δυνατή η +ευτυχία αύτη; προσέθηκε διά του άκρου των χειλέων, αλλά το ήκουσεν +εκείνη. + +Ενέτεινε δ' απάσας τας δυνάμεις του πνεύματός της διά να του +απαντήση όπως επεθύμει, αλλ' αντί τούτου, προσήλωσεν επ' αυτού το +ακτινοβολούν εξ έρωτος βλέμμα της και δεν απεκρίθη τίποτε. + +«Ιδού η ευτυχία!» εσκέφθη εκείνος μετ' εκτάσεως. «Ενώ εγώ +απελπιζόμην και εσκεπτόμην ότι δεν θα εξευρίσκετο ποτέ λύσις, ιδού +ότι μ' επισκέπτεται η ευτυχία . . . Με αγαπά. Μου το βεβαιώνει». + + ― Κάμετέ το λοιπόν προς χάριν μου, μη μου λέγετε ποτέ τοιαύτα +λόγια και θα είμεθα καλοί φίλοι, είπεν εκείνη, ενώ το βλέμμα της +επέτρεπε να νοηθώσιν όλως τ' αντίθετα. + + ― Φίλοι ουδέποτε θα καταστώμεν το γνωρίζετε άριστα. Θα γίνωμεν +όμως ή οι ευτυχέστεροι ή οι δυστυχέστεροι των ανθρώπων, τούτο δε +εξαρτάται από σας. + +Ηθέλησε να του απαντήση, αλλ' εκείνος την διέκοψεν. + + ― Έν μόνον σας ζητώ, σας ζητώ το δικαίωμα του ελπίζειν, του +πάσχειν όπως τώρα, αλλ' αν και τούτο ακόμη δεν είνε δυνατόν, +διατάξατέ με να εξαφανισθώ και θα εξαφανισθώ. Αν η παρουσία μου +σας στενοχωρή δεν θα μ' επανίδητε πλέον. + + ― Δεν ζητώ να σας αποφύγω. + + ― Μη λοιπόν προσπαθήτε να μεταβάλλετε τίποτε. Αφήσατε τα πράγματα +ν' ακολουθήσουν τον δρόμον των, είπεν ο νέος διά φωνής τρεμούσης . +. . Ιδού ο σύζυγός σας. + +Πράγματι, ο Καρένιν εισήρχετο εις την αίθουσαν με την επιβλητικήν +και αδεξίαν του στάσιν. Αφ' ού δ' έρριψε βλέμμα επί της συζύγου +του και του Βρόνσκυ, επλησίασε την οικοδέσποιναν και έλαβε +κύπελλον τεΐου, μεθ' ό ήρχισε να ομιλή με την βραδείαν και ηχηράν +φωνήν του, υπό τον παιγνιώδη τόνον, όστις του ήτο συνήθης. + + ― Ο Ραμπουγιέ σας είνε πλήρης! είπε παρατηρών τον κύκλον των +κεκλημένων, αι Χάριτες και αι Μούσαι! + +Ο Βρόνσκυ και η Άννα εξηκολούθουν να μένωσι παράμερα πλησίον της +μικράς τραπέζης. + + ― Το πράγμα αρχίζει να γίνεται απρεπές, είπε μία κυρία. + + ― Τι σας έλεγα; παρετήρησεν η φίλη της Άννας. + +Αλλ' ήδη όλαι αι κυρίαι, μη εξαιρουμένης και της πριγκηπίσσης +Μιαγκάια και της Μπέτσυ, είχον αντιληφθή τον Βρόνσκυ και την Άνναν +απομονωμένους ως να τους εστενοχώρει ο γενικός κύκλος. + +Μόνον ο Καρένιν δεν είχε στρέψει τα βλέμματα ουδ' εφ' άπαξ προς το +μέρος αυτών και δεν είχε διακόψει την συζήτησιν, ήτις τον +ενδιέφερεν. + +Αντιληφθείσα την εντύπωσιν ην παρήγεν ο μονόλογος αυτός εντός της +αιθούσης της, η πριγκήπισσα Μπέτσυ έθηκεν αντικαταστάτιδα εις την +θέσιν της διά ν' ακούση τον Καρένιν και επλησίασε την Άνναν. + + ― Γοητεύομαι πάντοτε οσάκις ακούω τον σύζυγόν σας, λόγω της +φωτεινότητος και της σαφηνείας των λόγων του, είπεν. Αι +πολυπλοκώτεραι των ιδεών μου καθίστανται ευληπτόταται όταν τας +αναπτύσσει αυτός. + + ― Ω ναι! είπεν η Άννα μετά μειδιάματος ακτινοβολούντος εξ +ευτυχίας και χωρίς να εννοή ούτε μίαν καν λέξιν αφ' όσα της έλεγεν +η Μπέτσυ. + +Επλησίασε δε εις την μεγάλην τράπεζαν και έλαβε μέρος εις την +γενικήν συνομιλίαν. + +Ο Καρένιν έμεινεν επί ημίσειαν ακόμη ώραν, μεθ' ό επλησίασε την +σύζυγόν του και την εκάλεσε ν' απέλθωσιν ομού. Αλλά χωρίς να τον +κυττάξη εκείνη, απεκρίθη ότι θα έμενε διά το δείπνον. Ο Καρένιν +εχαιρέτησε και απεσύρθη. + +Μετά το σουπέ, ο ηνίοχος του Καρένιν μετά δυσκολίας συνεκράτει τον +τεφρόχρουν ίππον, όστις, ριγών εκ του ψύχους, εποδοκτύπα ενώπιον +του προστόου. Ο δε λακές, όρθιος, είχεν ανοίξη την θυρίδα καθ' όν +χρόνον η Άννα, απήλλασσε γοργώς τας δαντέλλας της περιχειρίδος της +καρφωθείσας εις τας πορποπερόνας της γούνας της, και, με +χαμηλωμένην την κεφαλήν ηκροάτο μετ' εκτάσεως τους λόγους του +συνοδεύοντος αυτήν Βρόνσκυ. + + ― Αναμφιβόλως, δεν μου έχετε είπει τίποτε, και, άλλως τε, τίποτε +δεν ζητώ, γνωρίζετε όμως ότι εκείνο του οποίου έχω ανάγκην, δεν +είνε η φιλία σας, . . . μίαν μόνον ευτυχίαν παραδέχομαι υπάρχουσαν +εν τη ζωή και αποτελείται αύτη από την λέξιν εκείνην, την οποίαν +δεν αγαπάτε . . . Ναι, από τον έρωτα! + + ― Τον έρωτα; . . . επανέλαβεν εκείνη βραδέως και διά φωνής +ενδομύχου, και, εξαίφνης, έχουσα ήδη απαλλάξει τας δαντέλλας της, +προσέθηκε: + + ― Δεν την αγαπώ αυτήν την λέξιν, διότι σημαίνει πάρα πολλά δι' +εμέ, πολύ περισσότερα αφ' όσα σεις δύνασθε να εννοήσητε. + + ― Ω ρεβουάρ! + +Του έτεινε την χείρα, διήλθε με βήμα γοργόν ενώπιον του θυρωρού +και εισεπήδησεν εντός της αμάξης. + +* * * + +Ο Καρένιν δεν διείδε τίποτε το απρεπές εις το ότι η σύζυγός του +είχε παρακαθήσει εις την τράπεζαν ιδιαιτέρως μετά του Βρόνσκυ και +εις το ότι ούτοι διεξήγαγαν ζωηράν συνομιλίαν, παρετήρησεν όμως +ότι άλλα πρόσωπα εν τη αιθούσει είχον κρίνει την συμπεριφοράν +εκείνην έκτροπον, και, διά τον λόγον αυτόν, την έκρινε και αυτός +απρεπή. Απεφάσισε δε να ομιλήση περί τούτου προς την σύζυγόν του. + +Όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του ο Καρένιν μετέβη κατ' ευθείαν +εις το γραφείον του, κατά την συνήθειάν του, εκάθησεν επί του +ανακλιντήρος του, ήνοιξεν έν βιβλίον και ανέγνωσε μέχρι της πρώτης +πρωινής ώρας, όπως έπραττε κατά πάσαν ημέραν, από καιρού εις +καιρόν μόνον, έτριβε το ευρύ του μέτωπον και ανεκίνει την κεφαλήν +ως διά να αποδιώξη κάτι. + +Κατά την συνήθη ώραν ανήλθεν εις τον θάλαμόν του, αλλά, αντί να +ευρεθή απησχολημένος όπως πάντοτε με τας υποθέσεις του Κράτους, +εσκέπτετο τώρα μόνον την σύζυγόν του. + +Ο Καρένιν, αντιθέτως προς την συνήθειάν του, δεν εξηπλώθη επί της +κλίνης του, αλλ' ήρχισε να διασκελίζη το δωμάτιον, με τας χείρας +ηνωμένας όπισθεν της ράχεώς του. + +Όταν ο Καρένιν απεφάσισεν ότι ώφειλε να ομιλήση προς την σύζυγόν +του, η απόφασις αύτη του είχε φανή απλουστάτη και εύκολος την +εκτέλεσιν· αλλ' αναλογιζόμενος τώρα το απροσδόκητον αυτό γεγονός, +ευρήκε την εκτέλεσίν της πολύ δύσκολον. + +Ο Καρένιν δεν ήτο ζηλότυπος. + +Η ζηλοτυπία, κατά την αντίληψίν του, απετέλει ύβριν προς την +σύζυγόν εις την οποίαν πρέπει να έχη κανείς εμπιστοσύνην. + +Δεν εσκέπτετο διά ποίον λόγον έπρεπε να έχη την πεποίθησιν ότι η +νεαρά του γυνή θα τον ηγάπα πάντοτε, αλλά και δεν ησθάνετο καμμίαν +δυσπιστίαν, και διά τον λόγον τούτον είχεν εμπιστοσύνην εις αυτήν +και διελογίζετο ότι έπρεπε να έχη εμπιστοσύνην. + +Τώρα, καίτοι αι περί ζηλοτυπίας ιδέαι του παρέμενον αι αυταί, +ησθάνετο εν τούτοις ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστάσεως εκφευγούσης +της λογικής. + +Διά πρώτην φοράν, διηρώτα εαυτόν αν η σύζυγος του ήτο δυνατόν να +αγαπά άλλον, και έμεινε περίτρομος προ του ερωτήματος τούτου. + +Δεν απεξεδύθη και εξηκολούθησε να βηματίζη κατά μήκος και πλάτος +με το κανονικό του βάδισμα. + + ― Ναι, εσκέπτετο, πρέπει να λάβω μίαν απόφασιν και πρέπει να της +είπω την γνώμην μου και την απόφασίν μου. + + ― Αλλά, να της είπω τι; Ποίαν απόφασιν; Τι έλαβε χώραν; Τίποτε! +Συνομίλησε μαζί του επί πολύ κάπως; Πόσαι γυναίκες εις τας +κοσμικάς συγκεντρώσεις δεν ομιλούν επί τόσον μετ' άλλων ανδρών, +πλην των συζύγων των; Έπειτα . . . το να φανώ ζηλότυπος, αποτελεί +ταπείνωσιν, και δι' εμέ και δι' αυτήν. + +Αλλά, πάραυτα, αι αντίθετοι ιδέαι εκυριάρχησαν αυτού. + +Έτριψε το μέτωπόν του και εκάθησεν εντός του καλλωπιστηρίου της +συζύγου του. + +Όταν εκύτταξε την τράπεζαν της Άννας, επί της οποίας υπήρχε κάποια +αρχή σημειώματος, οι διαλογισμοί του έλαβον άλλην τροπήν. Ήρχισε +να σκέπτεται την γυναίκα του και ν' αναλογίζεται όσα εκείνη +ησθάνετο και εσκέπτετο. + +Διά πρώτην φοράν τότε, αναπαρέστησεν εαυτώ εις ζωηράς γραμμάς την +ατομικήν ζωήν της Άννας, τας ιδιαιτέρας της σκέψεις, τας επιθυμίας +της και τας ιδέας, τας οποίας ηδύνατο και ώφειλε να έχη· η ατομική +του ζωή του εφάνη τότε τόσον τρομακτική, ώστε έσπευσε να την +αποδιώξη μακράν της αντιλήψεώς του. + + ― Οφείλω να σκεφθώ, να λάβω μίαν απόφασιν, να επέμβω και να θέσω +τέρμα εις όλα αυτά, είπεν υψηλοφώνως. + + ― Το ζήτημα των αισθημάτων της, εκείνο που δύναται να συμβαίνη +εντός της ψυχής της, είνε ζήτημα της ιδίας της συνειδήσεως και +αφορά την θρησκείαν. Λοιπόν, το ζήτημα αυτό των ιδιαιτέρων της +συναισθημάτων δεν αφορά εμέ. Καθήκον εμού ως αρχηγού της +οικογενείας, επιφορτισμένου την διεύθυνσιν αυτής, το καθήκον μου +ως προσώπου υπευθύνου εν μέρει είναι να της υποδείξω τον κίνδυνον, +τον οποίον προβλέπω, να την προειδοποιήσω περί τούτου και να +χρησιμοποιήσω μάλιστα την εξουσίαν μου· οφείλω να εξηγηθώ μαζί +της. + +Και ο Καρένιν διέβλεπεν ήδη ευκρινώς τι ώφειλε να είπη προς την +σύζυγόν του. + +Συνέθεσε λοιπόν εντός της κεφαλής του ευκρινέστατα και σαφέστατα, +ως αληθή επίσημον έκθεσιν, την προσφώνησιν, ην θ' απηύθυνε προς +την σύζυγόν του. + + ― Οφείλω: 1ον να εξηγήσω την σημαντικότητα της κοινής γνώμης και +των συνεπειών αυτής· 2ον θρησκευτική ερμηνεία του γάμου· 3ον αν +υπάρξη λόγος, να υποδείξω την συμφοράν που δύναται να απειλήση τον +υιόν μας, 4ον να της υποδείξω τας συνεπείας μιας τοιαύτης πράξεως, +δι' αυτήν την ιδίαν. + +Κάποιον όχημα εσταμάτησεν ενώπιον της οικίας. + +Ο Καρένιν έμεινεν όρθιος εν τω μέσω της αιθούσης. + +Βήματα γυναικεία αντήχησαν επί της κλίμακος. + +Ήκουε προσεγγίζοντα τα βήματα της Άννας. + +Η Άννα εβάδιζε με την κεφαλήν κεκλιμένην και παίζουσα με τους +κροσούς του επωμίου της. + +Η μορφή της ηκτινοβόλει ζωηράν λάμψιν, αλλά δεν ήτο ακτινοβολία +φαιδρά, ανεμίμνησκε την τρομεράν έκρηξιν πυρκαϊάς εν τω μέσω +ζοφεράς νυκτός. + +Διακρίνασα τον σύζυγόν της, ανύψωσε την κεφαλήν και εμειδίασεν, ως +να εξήρχετο από κάποιον όνειρον. + + ― Δεν εκοιμήθης ακόμη; Αυτό είνε εκπληκτικόν, είπεν αφαιρέσασα +τον πέπλον της και βαδίσασα κατ' ευθείαν προς το καλλωπιστήριόν +της χωρίς να σταματίση . . . Είνε καιρός να κοιμηθής, Αλέξιεφ +Αλεξάνδροβιτς, προσέθηκεν από του θαλάμου της. + + ― Άννα, έχω να σου ομιλήσω. + + ― Εις εμέ; έκαμεν εκείνη έκπληκτος. + +Επλησίασε δε εις το κατώφλι της θύρας και τον εκύτταξε. + + ― Τι έχεις να μου πης; + +Εκάθησεν. + + ― Άριστα! ας ομιλήσωμεν, αν είνε ανάγκη. Αλλά θα ήτο φρονιμότερον +να κοιμηθώμεν. + + ― Άννα, πρέπει να σε πληροφορήσω, είπεν ο Καρένιν. + + ― Να με πληροφορήσης; περί τίνος. + +Το βλέμμα της ήτο τόσον φυσικόν και τόσον εύχαρι, ώστε κάθε +άνθρωπος όστις δεν την είχε γνωρίσει τόσον στενώς όσον ο Καρένιν, +δεν θα ηδύνατο να διακρίνη ουδέν το προσποιητόν ούτε εις τον τόνον +ούτε εις την σημασίαν των λόγων της. + +Ο Καρένιν όμως, όστις την εγνώριζεν, όστις είξευρεν ότι όταν θα +κατεκλίνετο μετά πέντε λεπτά, θα του εζήτει τον λόγον, όστις +είξευρεν ότι θα του ανεκοίνου αμέσως και την μάλλον ασήμαντον +χαράν της ως και την ελαχίστην της θλίψιν, ο Καρένιν, βλέπων αυτήν +υπό τοιαύτην έκφρασιν, κατενόησεν ότι κάτι συνέβαινε. + +Διείδεν ότι το βάθος της ψυχής της Άννης, το οποίον έως τότε ήτο +πάντοτε ολάνοικτον εις αυτόν, ήτο τώρα κατάκλειστον. + + ― Επιμένω να σε πληροφορήσω, είπεν εκείνος διά φωνής βραδίας, ότι +διά της ελαφρότητος και της απρονοησίας σου, δύνασαι να δώσης εις +τον κόσμον προσχήματα να ομιλή περί σου. Η υπερβολικά ζωηρά σου +συνομιλία μετά του κόμητος Βρόνσκυ (προέφερε δε το όνομα τούτο +επισήμως και ηρέμα) είλκυσε την προσοχήν του κόσμου. + +Ομίλει και παρετήρει τα γελαστά της μάτια, τα οποία τον ετρόμαζον +τόρα λόγω του ακατανοήτου της εκφράσεώς των, και ησθάνετο το όλως +ανωφελές των λόγων του. + + ― Διαρκώς όμοιος είσαι! απήντησεν εκείνη ως να μη τον εννοούσε +και παίρνουσα, από όσα της είχεν είπει, την τελευταίαν του μόνον +φράσιν. Πότε είσαι δυσηρεστημένος διότι με βλέπεις στενοχωρημένην, +πότε στενοχωρείσαι διότι διασκεδάζω. Απόψε δεν εστενοχωρήθην, αυτό +σε παροργίζει; + +Ο Καρένιν εσιώπησε και έτριψε το μέτωπον και τα μάτια του. + +Κατενόησεν ότι αντί να προειδοποιήση την σύζυγόν του ότι διέτρεχε +τον κίνδυνον να παρεξηγηθή από τον κόσμον, προσέθιγε την +συνείδησίν της και ότι επάλαιεν ενώπιον φανταστικού τείχους. + + ― Ιδού τι εμμένω να σου είπω, και σε παρακαλώ να με ακούσης. +Γνωρίζεις, ότι δι' εμέ, η ζηλοτυπία είναι αίσθημα ταπεινωτικόν, +και διά τούτο ουδέποτε θ' αφεθώ να κυριευθώ παρ' αυτής. Υπάρχουσιν +όμως μερικαί υποχρεώσεις, τας οποίας δεν δυνάμεθα να περιφρονώμεν +ατιμωρητεί. Δεν είμαι εγώ ο αντιληφθείς ότι κάτι παρέλειψες +σήμερον, αλλά, συμφώνως προς την εντύπωσιν ην παρήγαγες επί της +συγκεντρώσεως, άπαντες παρετήρησαν ότι δεν προσεφέρθης όπως θα ήτο +αρμόζον. + + ― Όχι, απ' αυτά δεν εννοώ τίποτε! είπεν η Άννα υψώσασα τους +ώμους. + +«Ως προς αυτόν, του είναι αδιάφορον», εσκέφθη η Άννα, «αλλά το +παρετήρησε και το επρόσεξεν ο κόσμος, και αυτό τον ανησυχεί». + +Ηγέρθη διά να επιστρέψη εις τον κοιτώνα της, αλλ' εκείνος +προυχώρησεν ως να ήθελε να την σταματήση. + +Η Άννα δεν τον είχεν ακόμη αντιληφθή τόσον άσχημον και σκυθρωπόν. + +Εσταμάτησε, και ανατείνασα την κεφαλήν προς τα οπίσω πλαγίως, +ήρχισε με νευρικάς κινήσεις ν' αποσπά τας καρφίδας από τα μαλλιά +της. + + ― Σε ακούω, είπεν επισήμως και με τόνον ειρωνικόν. Σε ακούω με +πολύ ενδιαφέρον, διότι θα επεθύμουν να εννοήσω περί τίνος +πρόκειται. + +Ωμίλει και εξεπλήσσετο διά την σταθερότητα του τόνου της φωνής της +και διά την εκλογήν των λόγων της. + + ― Δεν έχω διόλου το δικαίωμα ν' αναμιχθώ εις όλας τας +λεπτομερείας των αισθημάτων σου. Θεωρώ τούτο ανωφελές, και μάλιστα +επικίνδυνον . . . Ερευνώντες εντός της ψυχής μας, εξαναγκάζομεν +κάποτε ν' αναδύωσιν εκείνα, τα οποία έπρεπε να μένουν αόρατα. Τα +αισθήματά σου τα ατομικά αφορώσι την ιδίαν σου συνείδησιν· αλλά +και ενώπιόν σου, και ενώπιον εμού αυτού, και ενώπιον του Θεού, +είμαι υποχρεωμένος να σου υπενθυμίσω το καθήκον σου. Η ζωή μας +είναι συνδεδεμένη, και όχι υπό των ανθρώπων, αλλ' υπό του Θεού. +Μόνον έγκλημα δύναται να θραύση τα δεσμά αυτά, και τα τοιούτου +είδους εγκλήματα προκαλούσι πάντοτε την τιμωρίαν. + + ― Δεν εννοώ τίποτε! είπεν εκείνη. Ω! Θεέ μου, και προς μεγίστην +μου δυστυχίαν, είμαι και τρελλή από τη νύστα , . . + +Ανεζήτησε δε μέσα στα μαλλιά της τας τελευταίας καρφίδας. + + ― Έλεος Άννα, μη ομιλείς τοιουτοτρόπως, ίσως να απατώμαι, αλλά +πίστευσέ με, παν ό,τι λέγω, το λέγω τόσον δι' εμέ όσον και διά σε. +Είμαι σύζυγός σου και σε αγαπώ. + +Προς στιγμήν η μορφή της Άννας εσκυθρώπασε και η ειρωνεία του +βλέμματός της απεσβέσθη· αλλ' οι λόγοι εκείνοι· «σε αγαπώ» την +εξηρέθιζον. + + ― Αγαπά; Είναι ικανός ν' αγαπά; Αν δεν ετύχαινε να ακούση ότι +υφίσταται ο έρως, ούτε θα εχρησιμοποίει καν την λέξιν αυτήν. Δεν +γνωρίζει μάλιστα ούτε τι έστι έρως. + + ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, αληθινά, δεν σ' εννοώ, είπεν . . , ειπέ +καθαρά ό,τι έχεις να πης . . . + + ― Άφες με να τελειώσω . . . Σε αγαπώ, . . . αλλά δεν ομιλώ περί +εμού, τα πρόσωπα τα οποία αφορά τούτο απ' ευθείας είναι ο υιός μας +και συ η ιδία. Ίσως οι λόγοι μου σου φαίνονται παράκαιροι· ίσως +και ν' απατώμαι . . . Εν τοιαύτη περιπτώσει, σε παρακαλώ να με +συγχωρήσης· αλλ' αν αναγνωρίζης ότι αι παρατηρήσεις αύται +παρουσιάζουν κάποιαν βασιμότητα, και αν σοι το υπαγορεύη η καρδιά +σου, εξηγήσου, σε παρακαλώ. + +Χωρίς να εννοή, ο Καρένιν έλεγε κάθε άλλο πλην εκείνου το οποίον +προυτίθετο να είπη. + + ― Δεν έχω τίποτε να εξηγήσω, είπεν εκείνη ζωηρώς αίφνης, +καταστείλασα μετά κόπου έν μειδίαμα. Άλλως τε, αλήθεια, είναι +καιρός να κοιμηθώμεν. + +Ο Καρένιν ανέπεμψε στεναγμόν και εξήλθε του σαλονίου. + +Από της εσπέρας εκείνης ζωή όλως νέα ήρχισε διά τον Καρένιν και +την σύζυγόν του. + +Η Άννα μετέβαινεν εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις, εσύχναζεν εις +της πριγκηπίσσης Μπέτσυ και πανταχού συνήντα τον Βρόνσκυ. + +Ο Καρένιν το έβλεπεν, αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη. + +Εις όλας του τας αποπείρας όπως επιτύχη μίαν εξήγησιν, εκείνη +αντέτασσε το αδιείσδυτον τείχος της γελαστής καταπλήξεως. + +Εξωτερικώς η ζωή των παρέμενεν η αυτή, αλλ' αι ιδιαίτεραι σχέσεις +των είχον μεταβληθή ριζικώς. + +Πάντοτε οσάκις ανελογίζετο την κατάστασίν του ή την θέσιν του, +εσκέπτετο ότι ώφειλε να δοκιμάση και νέαν απόπειραν. + +Διετήρει ακόμη την ελπίδα να επαναγάγη την σύζυγόν του εις λογικάς +συναισθήσεις διά της τρυφερότητος και της πειστικότητος, αλλά +μόλις ήρχιζε να ομιλή μετ' αυτής, κατενόει ότι το πνεύμα του κακού +και του ψεύδους, το οποίον είχε λάβει κατοχήν της Άννης, +διωχετεύετο και εις αυτόν τον ίδιον και τον ημπόδιζε να εκφράση +εκείνο, το οποίον προυτίθετο να της είπη. + +Απηυθύνετο προς αυτήν με τον αόριστον της φωνής του τόνον, αλλά +εις τον τόνον αυτόν του ήτο αδύνατον να διατυπώση τους λόγους ους +ώφειλε να προφέρη. + +* * * + +Ο πόθος, όστις, επί ολόκληρον έτος, είχεν αποτελέσει τον μοναδικόν +μαγνίτην της ζωής του Βρόνσκυ, αντικαταστήσας όλας τας παλαιάς +ερωτικάς του κλίσεις, και όστις διά την Άνναν ήτο το όνειρον της +ευτυχίας της αδυνάτου, της τρομακτικής και κατά τοσούτο μάλλον +ελκυστικής. ― ο πόθος αυτός είχεν ικανοποιηθή. + +Ωχρός, με την κάτω σιαγόνα τρέμουσαν, ο Βρόνσκυ ίστατο ενώπιον της +Άννας και την ικέτευε να πραϋνθή, χωρίς να γνωρίζη τι θα ηδύνατο +να την πραΰνη. + + ― Άννα, Άννα, έλεγε διά φωνής τρεμούσης, Άννα, έλεος! + +Αλλ' όσον ούτος ύψωνε την φωνήν, κατά τοσούτον εκείνη εταπείνου +την κεφαλήν, την άλλοτε υπερήφανον και χαρωπήν και τώρα +συντετριμμένην και αισθανομένην αίσχος· εκυρτούτο προς τα εμπρός, +και ολισθαίνουσα εκ του διβανίου, επί του οποίου εκάθητο, εσύρετο +προς το δάπεδον προ των ποδών αυτού, και θα κατέπιπτεν επί του +τάπητος, αν δεν την συνεκράτει. + + ― Θεέ μου! συγχώρησόν με! έλεγεν ολολύζουσα και θλίβουσα τας +χείρας του Βρόνσκυ επί του στήθους της. + +Ησθάνετο εαυτήν τόσον εγκληματίαν και τόσον ένοχον, ώστε δεν της +υπελείπετο παρά να ταπεινούται και να ζητή συγγνώμην, και επειδή +πλέον δεν είχε κανένα άλλον πλην αυτού εις την ζωήν, παρ' αυτού +ικέτευε συγγνώμην. + +Τον παρετήρει, ησθάνετο φύσει την εξουθένωσίν της και δεν ηδύνατο +ν' αρθρώση λέξιν. + +Ο Βρόνσκυ της εκάλυψε την μορφήν και τους ώμους με φιλήματα. + +Εγονυπέτησε δε και ηθέλησε να ατενίση την μορφήν της Άννας· αλλ' +εκείνη την απέκρυψε και δεν επρόφερε λέξιν. + +Τέλος ανηγέρθη επιπόνως και τον απώθησε. + +Η μορφή της ήτο πάντοτε ωραία, αλλά τόρα εξέφραζε μεγαλείτερον +πόνον. + + ― Τα πάντα ετελείωσαν! είπεν. Ενθυμού ότι του λοιπού συ μόνος μου +μένεις εν τω κόσμω. + + ― Δεν δύναμαι να λησμονήσω ποτέ εκείνο που αποτελεί την ζωήν μου. +Χάριν μιας στιγμιαίας ευτυχίας . . . + + ― Ποίας ευτυχίας! είπεν εκείνη μετ' αποτροπιασμού και φρίκης, και +χωρίς να το θέλη η απογοήτευσις εκείνη μετηγγίσθη και εις αυτόν. +Έλεος, έλεος, ούτε λόγον πλέον περί τούτου . . . + +Ανηγέρθη αποτόμως και απεμακρύνθη απ' αυτού. + +Η Άννα ησθάνετο ότι δεν ηδύνατο να εύρη λέξεις όπως εκφράση το +αίσθημα του αίσχους της χαράς και της φρίκης, όπερ την επλήρου +ολόκληρον αφού διήλθε το κατώφλιον της νέας της ζωής, και δεν +ήθελε τίποτε να είπη διά να μη βεβηλώση το συναίσθημα τούτο διά +λόγων ακαταλλήλων. + + ― Ούτε λέξιν επί πλέον, επανέλαβεν η Άννα, και τον αφήκε με +έκφρασιν παγεράς απογνώσεως, ήτις βαθύτατα τον εξέπληξε. + +* * * + +Κατά την ημέραν των ιπποδρομιών, εις το Κράσνοϊε ― Σέλο, ο Βρόνσκυ +προσήλθε ταχύτερον του συνήθους εις το σύνταγμά του. + +Είχε καθήσει, φέρων ρεδιγκόταν ανοικτήν επί του λευκού του +γιλέκου, στηριζόμενος επί της τραπέζης δι' αμφοτέρων των αγκώνων +και εκύτταζε μηχανικώς γαλλικόν τι μυθιστόρημα ανοικτόν επί του +πινακίου του. + +Παρετήρει το βιβλίον τούτο διά ν' αποφύγη να ομιλή προς τους +εισερχομένους και εξερχομένους αξιωματικούς και διά να +εγκαταλειφθή εις τας ιδίας του σκέψεις. + +Ανελογίζετο την υπόσχεσιν, ην τω είχε δώσει η Άννα, να του ορίση +συνέντευξιν την ιδίαν εκείνην ημέραν, μετά τας ιπποδρομίας. + +Δεν την είχεν ιδεί προ τριών ημερών, και, επειδή ο Καρένιν +επέστρεφεν ήδη έκ τινος ταξειδίου του εις το εξωτερικόν, δεν +εγνώριζεν αν η Άννα θα ήτο ελευθέρα να προσέλθη· και διελογίζετο +πώς θα εβεβαιώνετο περί τούτου. + +Διά τελευταίαν φοράν την είχεν ιδεί, παρά τη εξαδέλφη του, Μπέτσυ, +κατά τινα εξοχικήν εκδρομήν, και μετέβαινεν όσον το δυνατόν +σπανιώτερον εις την εξοχικήν οικίαν του Καρένιν. + +Επόθει συνεπώς να μεταβή εκεί αυθημερόν και διελογίζετο πώς θα +ηδύνατο να ενεργήση προς επιτυχίαν τούτου. + +«Θα είπω ότι η Μπέτσυ με απέστειλεν όπως ερωτήσω εκ μέρους της αν +η Άννα θα ήρχετο εις τους αγώνας . . . Ω! θα πάω, θα πάω· ασφαλώς +θα πάω!» εσκέφθη αποφασιστικώς και ανύψωσε την κεφαλήν υπέρ το +βιβλίον του. + +Ανελογίσθη την ευδαιμονίαν, ην θα εδοκίμαζεν επαναβλέπων αυτήν, +και η μορφή του ηκτινοβόλησε. + +Μετά το γεύμα του, επέβη αμάξης και διέταξε να τον οδηγήσωσιν εις +το Πέτερχωφ. + +Ηυφραίνετο σκεπτόμενος ότι θα εύρισκε την Άννα μόνην, διότι +εγνώριζεν ότι ο Καρένιν είχε παραμείνει εν Πετρουπόλει. Ελπίζων δε +ότι θα ήτο μόνη, ο Βρόνσκυ, ίνα ελκύση όσον το δυνατόν ολιγώτερον +την εφ' εαυτού προσοχήν, όπως έπραττε πάντοτε, κατήλθε της αμάξης +πολύ μακρύτερα της οικίας της και ετελείωσε τον δρόμον πεζή. Δεν +εισήλθε δε διά του προστόου, αλλά διά του κήπου. + +Είχε λησμονήσει όλας τας απασχολούσας αυτόν σκέψεις. Μία μόνη ιδέα +εκυριάρχει του νοός του, ότι επρόκειτο να την ίδη, όχι εντός της +φαντασίας του, αλλά ζώσαν, ολόκληρον, τοιαύτην οποία ήτο εν τη +πραγματική της υποστάσει. + +Ανήρχετο ήδη τας βαθμίδας του εξώστου πατών με ολόκληρον το πέλμα +διά να μη κάμνουν κρότον τα βήματά του, οπόταν ανελογίσθη το +μάλλον ανησυχητικόν σημείον των σχέσεών του· ανελογίσθη τον υιόν +της Άννας, του οποίου το ερωτηματικόν βλέμμα τον ενέβαλλεν εις +αμηχανίαν. + +Το αγοράκι εκείνο, πλειότερον παντός ετέρου, ευρίσκετο αδιαλείπτως +επί του δρόμου του. + +Οσάκις το παιδίον ευρίσκετο μαζί των, ούτε ο Βρόνσκυ ούτε η Άννα +εποιούντο τον παραμικρόν υπαινιγμόν προς παν, ό,τι το παιδίον δεν +έπρεπε κατ' ουδένα λόγον να εννοήση ή να υποπτεύση. Θα εθεώρουν +ανάξιον εαυτών και ταπεινωτικόν να ευρεθώσιν εις την ανάγκην να το +εξαπατήσουν. Επί παρουσία του, συνεπώς, ωμίλουν ως απλοί φίλοι. + +Παρά την προφύλαξιν όμως ταύτην, ο Βρόνσκυ παρηκολούθει πολλάκις +το βλέμμα, το οποίον προσήλωνεν επ' αυτού το μικρό αγοράκι, βλέμμα +προσεκτικόν και τεταραγμένον· παρετήρει επίσης την παράδοξον +αιδημοσύνην του και την ανισότητα της ευθυμίας την οποίαν +εξεδήλωνε προς αυτόν· οτέ μεν θωπευτικόν, οτέ δε παγερόν, ωσανεί ο +μορτάκος εκείνος εμάντευεν ότι μεταξύ του ανθρώπου εκείνου και της +μητρός του υφίσταντο σχέσεις ενδιαφέρουσαι, των οποίων όμως δεν +είχε την δύναμιν να κατανοήση την σημασίαν. + +Πράγματι, με την παιδικήν του φωτεινότητα της αντιλήψεως, διέβλεπε +καθαρά ότι ο πατήρ του και η διδασκάλισσα Κιάτια, χωρίς να λέγουν +κακόν τι διά τον Βρόνσκυ, τον ητένιζον μετά δυσαρεσκείας και +φόβου, εν ώ η μητέρα του τον εχαρακτήριζεν ως τον καλλίτερόν της +φίλον: + + ― Τι να σημαίνη άρα γε τούτο; Ποίος λοιπόν είνε αυτός ο άνθρωπος; +Διατί πρέπει να τον αγαπώ; Είνε σφάλμα δικό μου άρα γε που δεν +καταλαβαίνω τι άνθρωπος είναι, ή μήπως είμαι χωρίς να το εννοώ, +κακό παιδί; + +Την φοράν όμως αυτήν ο Σεριόγια δεν ήτο εις το σπίτι και η Άννα +ήτο ολομόναχη, καθημένη εις τον εξώστην, όπου ανέμενε την +επιστροφήν του υιού της εξελθόντος εις περίπατον. + +Είχε καθήσει όπισθεν των ανθέων, εις μίαν γωνίαν της ταράτσας, και +δεν ήκουσε τον Βρόνσκυ πλησιάζοντα. + +Η μελαχροινή της κεφαλή ήτο κεκλιμένη, και εστήριζε το μέτωπόν της +επί του ποτιστήρος, του τοποθετημένου επί του γείσου και τον +περιέβαλε διά των ωραίων της δακτυλιοφόρων δακτύλων τα οποία ο +Βρόνσκυ εγνώριζε τόσον καλώς. + +Το κάλλος ολοκλήρου του ατόμου της, της κεφαλής της, του τραχήλου +της, των χειρών της, συνεκίνει εκάστοτε τον Βρόνσυ και τον +εγοήτευεν ως να τ' αντίκρυζε διά πρώτην φοράν. + +Εσταμάτησε διά να την απολαύση μετά μαγεύοντος θαυμασμού. + +Μόλις όμως εδοκίμασε να κάμη έν βήμα όπως την πλησιάση, η Άννα +εμάντευσε την παρουσίαν του, απώθησε τον ποτιστήρα και έστρεψε +προς αυτόν το φλογισμένον πρόσωπόν της. + + ― Τι έχετε; ηρώτησεν εκείνος πλησιάσας. + + ― Δεν σ' επερίμενα. + + ― Ω! τι κρύο χέρι, είπεν ο νέος. + + ― Μ' ετρόμαξες! . . . Είμαι μόνη και περιμένω τον Σεριόγια. Όπου +και αν είνε φθάνουν. + +Αν και εβίαζεν όμως εαυτήν να φανή ήρεμος, τα χείλη της έτρεμον. + + ― Συγχωρήσατέ με αλλά δεν ηδυνάμην να περάσω ολόκληρον ημέραν +χωρίς να σας ίδω. + + ― Να σας συγχωρήσω! Αλλ' είμαι τόσον ευτυχής διά την επίσκεψίν +σας! + + ― Αλλ' είσθε ασθενής ή σας συνέβη καμμία σύγχυσις; εξηκολούθησεν +εκείνος χωρίς ν' αφήση το χέρι της και κύπτων προς αυτήν . . . Τι +σκέπτεσθε; + + ― Πάντοτε τα ίδια, συνεπλήρωσεν εκείνη μειδιάσασα. + +Η Άννα έλεγε την αλήθειαν. + +Οιανδήποτε στιγμήν και αν ηρωτάτο, θα ηδύνατο ν' αποκριθή: + +«Πάντοτε τα ίδια!» Πάντοτε δηλαδή ανελογίζετο εκείνο που απετέλει +ταυτοχρόνως την ευτυχίαν και την δυστυχίαν της. + +Καθ' ήν στιγμήν είχε φθάσει ο νέος, εκείνη διηρωτάτο διατί τάχα +δι' άλλας γυναίκας, διά την κόμησσαν Μπέτσυ, της οποίας εγνώριζε +τας σχέσεις μετά του Τούσκεβιτς, όλα ήσαν εύκολα, ενώ δι' αυτήν τα +πάντα καθίσταντο μαρτύριον. + +Σήμερον δε η σκέψις αυτή, εξ αιτίας κάποιας ανακαλύψεως την οποίαν +είχε κάμει, την επέθλιβε περισσότερον ή άλλοτε. + +Τον ηρώτησεν εν τούτοις περί των ιπποδρομιών. + +Διά να την διασκεδάση, της διηγήθη με τον μάλλον αφελή τρόπον τας +λεπτομερείας των προετοιμασιών του. + +«Πρέπει να το είπω ή να σιωπήσω;» εσκέπτετο εκείνη ατενίζουσα +αυτόν εντός των ωραίων του οφθαλμών, των γαληνίων και ηδυπαθών. + +«Είνε τόσον ευτυχής! Είνε τόσον απερροφημένος από τας ιπποδρομίας +του, ώστε δεν θα εννοήση όλην την έκτασιν και την σημασίαν του +γεγονότος τούτου . . .» + +Αλλά δεν μου είπατε τι σκέπτεσθε καθ' ήν στιγμήν εισήλθα; είπεν +εκείνος διακόψας την διήγησίν του. Σας παρακαλώ, ειπέτε το μου. + +Εκείνη δεν απεκρίθη, έκλινε πλαγίως την κεφαλήν και τον ητένισεν +εκ των κάτω ερωτηματικώς διά των μεγάλων της οφθαλμών, οι οποίοι +έλαμπον υπό τας μακράς της βλεφαρίδας. + +Το χέρι της, το οποίον έπαιζε με ένα φύλλον δένδρου, έτρεμεν. + +Η μορφή του Βρόνσκυ εξέφραζε την ευπείθειαν εκείνην, την αφοσίωσιν +εκείνην του σκλάβου, την οποίαν αείποτε ανεκάλυπτεν εν αυτώ και η +οποία τόσον την εγοήτευε. + + ― Διαβλέπω ότι επεσυνέβη κάτι το σημαντικόν, είπεν. Αλλά ειμπορώ +να είμαι έστω και επί μίαν στιγμήν ήσυχος όταν γνωρίζω ότι έχετε +κάποιαν θλίψιν, την οποίαν δεν συμμερίζομαι; Εμπιστευθήτε την μου, +σας το ζητώ ως χάριν! . . . Σας ικετεύω! + +«Αλλ' αν δεν εννοήση όλην την σοβαρότητα του γεγονότος αυτού, δεν +θα τον συγχωρήσω ποτέ! . . . Προτιμότερον να μη είπω τίποτε. Προς +τι να τον εμβάλω εις δοκιμασίαν; . . .» + +Και ησθάνετο ότι και το χέρι της και το φύλλον το οποίον εκράτει +έτρεμον περισσότερον. + + ― Σας παρακαλώ, ειπέτε μου τα πάντα! επανέλαβεν εκείνος λαβών την +χείρα της Άννας. + + ― Να σας το είπω; . . . + + ― Ναι, ναι, ναι . . . + + ― Είμαι . . . έγκυος! είπεν η Άννα διά φωνής ταπεινής και +βραδείας. + +Το φύλλον του δένδρου έτρεμε δυνατώτερα εις το χέρι της Άννας, +αλλά δεν εταπείνωσε τους οφθαλμούς, προσηλωμένους πάντοτε επ' +αυτού, ίνα διακρίνη ποίαν εντύπωσιν θα του ενεποίει η αποκάλυψις +εκείνη. + +Ο Βρόνσκυ ωχρίασεν, ηθέλησε να ομιλήση, αλλ' εσιώπησε, και, +εγκαταλιπών το χέρι της Άννας, εταπείνωσε την κεφαλήν. + + . . . «Ναι, κατενόησεν όλην την σοβαρότητα του γεγονότος» εσκέφθη +η Άννα, και του έθλιψε την χείρα μετ' ευγνωμοσύνης. + +Αλλ' ηπατάτο υποθέτουσα ότι είχε κατανοήσει την σημασίαν της +ειδήσεως εκείνης υπό την έννοιαν, υπό την οποίαν την αντελαμβάνετο +εκείνη ως γυναίκα. + +Επί τη πρώτη εντυπώσει είχεν αισθανθή μετά δεκαπλής δυνάμεως το +αλλόκοτον εκείνο συναίσθημα του αποτροπιασμού, το οποίον τον +κατελάμβανεν από τινος ήδη χρόνου, αλλά ταυτοχρόνως, κατενόησεν +ότι η κρίσις την οποίαν ηύχετο, είχεν επέλθει, ότι δεν ήτο πλέον +δυνατόν ν' αποκρύψωσι τον δεσμόν των από τον σύζυγον, και ότι +επρόκειτο πλέον να θραύσωσι την ψευδή εκείνην κατάστασιν. + + ― Μάλιστα, είπε διά τόνου αποφασιστικού πλησιάσας αυτήν, ουδέποτε +ούτε σεις ούτε εγώ αυτός εξετιμήσαμεν τας σχέσεις μας ως απλήν +απόλαυσιν, και τώρα γνωρίζομεν τι μας υπολείπεται να κάμωμεν . . . +Πρέπει να τεθή τέρμα εις το ψεύδος αυτό εν τω οποίω ζώμεν. + + ― Να τεθή τέρμα; . . . Πώς το εννοείτε, Αλέξιε; είπεν εκείνη +χαμηλοφώνως. + +Είχε πραϋνθή η ταραχή της και η μορφή της ηκτινοβόλει υπό τρυφερόν +μειδίαμα. + + ― Πρέπει να εγκαταλείψης τον σύζυγόν σου και να ενώσωμεν τας +υπάρξεις μας. + + ― Είναι ηνωμέναι ήδη, είπε διά μόλις ακουομένης φωνής εκείνη. + + ― Ναι, βεβαίως, αλλ' ανάγκη πλέον να ενωθώμεν τελείως. + + ― Αλλά πώς, πώς, Αλέξιε; ειπέ το μου! ανεφώνησεν εκείνη με +θλιβερόν μειδίαμα, το οποίον εδείκνυεν ότι κατενόει ότι η +κατάστασις είχε καταστή αδιέξοδος. + + ― Διακρίνεις, επανέλαβε, καμμίαν δυνατήν λύσιν εις την κατάστασιν +ταύτην; Μήπως δεν είμαι σύζυγος του συζύγου μου; + + ― Υπάρχουν διέξοδοι δι' όλας τας καταστάσεις. Πρέπει μόνον να έχη +κανείς θάρρος. Τούτο θα είναι πάντοτε προτιμότερον από την +σημερινήν σου θέσιν. Αντιλαμβάνομαι άριστα πόσον βασανίζεσαι υπό +του κόσμου, υπό του υιού σου, υπό του συζύγου σου . . . + + ― Α! όχι, όχι υπό του συζύγου μου, είπεν εκείνη μειδιάσασα. Αυτόν +δεν τον σκέπτομαι. Αυτός δεν υφίσταται. + + ― Δεν είσαι ειλικρινής . . . Σε γνωρίζω καλά . . . , μαρτυρείς +επίσης και εξαιτίας εκείνου. + + ― Αλλά δεν υποπτεύεται τίποτε, είπεν η Άννα. + +Φλοξ επορφύρωσε την μορφήν της, αι παρειαί της, το μέτωπόν της, ο +τράχηλός της κατέστησαν ερυθρά και δάκρυα αίσχους ανέβλυσαν εκ των +οφθαλμών της. + + ― Όχι, ας μη ομιλώμεν περί αυτού. + + ― Ολίγον μας ενδιαφέρει αν ο σύζυγός σου υποπτεύη ή δεν +υποπτεύει, είπεν ο Βρόνσκυ διά φωνής σταθεράς και γαληνίου . . . +Δεν δυνάμεθα . . . , δεν δύνασθε σεις μάλλον να μείνετε εδώ, +κατόπιν κυρίως της αποκαλύψεως την οποίαν μου εκάματε. + + ― Αλλά τι με συμβουλεύετε; επανέλαβεν εκείνη με το αυτό +φαινομενικόν μειδίαμα. + +Η Άννα, ήτις εφοβείτο μη τον έβλεπε να παίρνη ελαφρά την είδησιν +της εγκυμοσύνης της, ήτο τόρα λίαν δυσηρεστημένη διότι εξήγεν εκ +τούτου συμπεράσματα τόσον ριζικά. + + ― Πρέπει να είπης εις τον σύζυγόν σου, και να τον εγκαταλείψης. + + ― Πολύ καλά· δέχθητε ότι ακολουθώ την συμβουλήν σας . . . Ξεύρετε +τι θα επακολουθήση; Θα σας το είπω εκ των προτέρων. + +Κάποια λάμψις κακεντρεχείας απήστραψεν εις τα μάτια της, των +οποίων η έκφρασις ήτο προτήτερα τόσον γλυκεία. + + ― «Α! . . . αγαπάτε άλλον και προέβητε μετ' αυτού εις δεσμόν +εγκληματικόν;» (η Άννα απεμιμείτο τον σύζυγόν της και, όπως +εκείνος, ετόνιζεν ιδιαιτέρως την λέξιν «εγκληματικόν»). Σας +προειδοποίησα ήδη περί των συνεπειών ενώπιον της θρησκείας, της +κοινωνίας και της οικογενείας. Δεν με ηκούσατε. Τόρα δεν δύναμαι +να παραδώσω το όνομά μου εις την ατίμωσιν, και τον υιόν μου, ― +ήθελε να είπη, αλλά διεκόπη διά να μη αστεϊσθή με το όνομα του +υιού της . . . ― Εν ενί λόγω, θα είπη με το ύφος του ως πολιτικού +ανδρός, με όλην την σαφήνειαν και την ακριβολογίαν που τον +διακρίνει, θα είπη ότι δεν δύναται, ότι δεν του επιτρέπεται να με +αφήση ν' αναχωρήσω και ότι θα λάβη όλα τα μέτρα τα αναγκαία διά να +σταματήση το σκάνδαλον. Και θα εκτελέση μετ' ηρεμίας και ακριβείας +παν ό,τι μου προανήγγειλεν. Ιδού τι θα μας συνέβαινε . . . Δεν +είνε άνθρωπος αυτός, είνε μηχανή, και μηχανή κακεντρεχής, όταν +είναι ωργισμένος, προσέθηκεν αναπαριστώσα τον Καρένιν καθ' όλας +τας λεπτομερείας της μορφής του, του τρόπου του λέγειν του και +επιφορτίζουσα αυτόν με παν ό,τι της απήρεσκεν εν αυτώ, και μη +συγχωρούσα αυτόν τίποτε εξαιτίας του τρομερού σφάλματος το οποίον +αυτή είχε διαπράξει εις βάρος του . , . + + ― Αλλά, Άννα, είπεν ο Βρόνσκυ με φωνήν θωπευτικήν, προσπαθών να +την καταπραϋνη, όπως και αν έχη το πράγμα, πρέπει οπωσδήποτε να τω +εξηγηθής, και, κατόπιν, να ενεργήσωμεν σύμφωνα προς τας αποφάσεις +που θα λάβη. + + ― Ώστε, πρέπει να φύγω μαζί σας; + + ― Και διατί όχι; . . . Δεν είναι αδύνατον βέβαια; + + ― Μάλιστα, να φύγω και να καταστώ ερωμένη σας, είπεν εκείνη μετ' +οργής. + + ― Άννα! εφώνησεν ο νέος με τόνον θωπευτικής επιπλήξεως. + + ― Μάλιστα, επανέλαβεν εκείνη, να καταστώ ερωμένη σας και να +συντρίψω τα πάντα. + +Και πάλιν επεθύμει να ομιλήση περί του υιού της, αλλά δεν ηδυνήθη +να προφέρη το όνομα τούτο. + +Ο Βρόνσκυ δεν ηδύνατο να εννοήση πώς η Άννα, παρά τον θεμελιωδώς +έντιμον χαρακτήρα της, πώς ηδύνατο να υποφέρη την κατάστασιν την +ψευδή εις την οποίαν ευρίσκετο χωρίς να έχη τον πόθον να εξέλθη εξ +αυτής· δεν ηδύνατο να μαντεύση ότι κυρία τούτου αφορμή ήτο η λέξις +αύτη: «ο υιός μου», την οποίαν δεν κατώρθωνε να προφέρη. + +Όταν εσκέπτετο το παιδί της και τας σχέσεις τας υφισταμένας μεταξύ +του υιού της και μιας μητρός, ήτις είχεν εγκαταλείψει τον πατέρα +του παιδιού της, κατελαμβάνετο υπό τοιούτου τρόμου, ώστε δεν +ηδύνατο πλέον να λογικεύεται. + +Τότε, ως γυναίκα, προσεπάθει να κατευνάζηται διά δικαιολογητικών +ψευδών, και ηύχετο όπως τα πάντα παραμείνωσιν τοιαύτα, ώστε να +δυνηθή να λησμονήση το τρομακτικόν τούτο πρόβλημα: + +Τι θ' α π ε γ ί ν ε τ ο - ο - υ ι ό ς - τ η ς; + + ― Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, είπεν αίφνης προς τον Βρόνσκυ με την +ειλικρινή και τρυφεράν φωνήν της, δραξαμένη των χειρών αυτού, μη +μου ομιλήσης ποτέ πλέον περί τούτου. + + ― Αλλά, Άννα! + + ― Ποτέ! Κατανοώ άριστα όλην την φρικαλεότητα και όλην την +ταπείνωσιν της θέσεώς μου, αλλά δεν είναι όσον σκέπτεσαι εύκολον +να εξέλθω της θέσεως ταύτης. Άφες με ελευθέραν να ενεργήσω και +υπάκουσόν με . . Μη μου ξαναμιλήσης περί τούτου. Μου το υπόσχεσαι; +Υποσχέσου το μου, υποσχέσου το μου! + + ― Υπόσχομαι παν ό,τι επιθυμείς, αλλά δεν μπορώ να είμαι ήσυχος, +κατόπιν προπάντων εκείνου το οποίον μοι εξεμυστηρεύθης . . , Δεν +ειμπορώ να είμαι ήσυχος, όταν βλέπω ότι υφίσταται μαρτύριον. + + ― Ναι, ενίοτε πάσχω, αλλά τούτο θα παρέλθη αν δεν επανέλθης πλέον +εις αυτό το ζήτημα. Πάσχω μόνον οσάκις μου κάμνης σχετικόν λόγον. + + ― Δεν σε εννοώ, απήντησεν ο Βρόνσκυ. + + ― Α! γνωρίζω. . . . είπεν η Άννα διακόψασα αυτόν, πόσον στοιχίζει +εις τον τίμιον χαρακτήρα σου το ψεύδεσθαι και σε λυπούμαι. +Αναλογίζομαι πολλάκις την θυσίαν, την οποίαν μου έκαμες και ότι +συνέτριψες την ζωήν σου προς χάριν μου. + + ― Και εγώ επίσης αναλογίζομαι παν ό,τι εθυσίασες προς χάριν μου! +Δεν δύναμαι δε να συγχωρήσω εις εμαυτόν το ότι εγώ υπήρξα αφορμή +να καταστής δυστυχής . . . . + + ― Εγώ δυστυχής; είπεν η Άννα πλησιάσασα αυτόν και παρατηρούσα +αυτόν με μειδίαμα πλήρες έρωτος και εκτάσεως . . . Εγώ δυστυχής; +Όχι, ιδού η ευτυχία μου . . . + +Ήκουσεν αίφνης την φωνήν του υιού της επιστρέφοντος εκ του +περιπάτου. Έρριψε δε φευγαλέον βλέμμα επί του εξώστου και ηγέρθη +δι' ενός άλματος. + +Το βλέμμα της Άννας εσπινθηροβόλει την φλόγα, ην ο Βρόνσκυ +εγνώριζε κάλλιστα. Διά κινήσεως ταχείας ανύψωσε τα ωραία της +χέρια, τα φορτωμένα από δακτύλια, έλαβε την κεφαλήν του Βρόνσκυ +μεταξύ των παλαμών της, τον ητένισε με βλέμμα παρατεταμένον και +πλησιάσασα το πρόσωπόν της εις τα ανοικτά και μειδιώντά του χείλη, +εφίλησε φευγαλέως το στόμα του και τα δύο του μάτια, είτα δε τον +απώθησε μακράν της. + +Ηθέλησε ν' απομακρυνθή αλλά την εσταμάτησε. + + ― Πότε; είπε χαμηλοφώνως παρατηρών αυτήν παραφόρως. + + ― Σήμερον, κατά την συνήθη μας ώραν, απήντησεν εκείνη ημιφώνως. + +Αφήκε δε στεναγμόν και με το ελαφρόν και γοργόν της βάδισμα +προυχώρησεν εις υποδοχήν του Σεριόγια. + + ― Ω ρεβουάρ! είπε προς τον Βρόνσκυ. Πλησιάζει η στιγμή της +μεταβάσεώς σας εις τους αγώνας . . . Η Μπέτσυ υπεσχέθη ότι θα έλθη +να με πάρη. + +* * * + +Όταν ο Βρόνσκυ συνεβουλεύθη εκ νέου το ωρολόγιόν του, παρετήρησεν +ότι ήτο πέμπτη και ημίσεια και ότι είχε πολύ αργήσει. + +Παν ό,τι το οδυνηρόν υπήρχεν εις τας μετά της Άννης σχέσεις τον, +παν ό,τι έμεινεν αόριστον μετά την συνομιλίαν των, εξηνεμίζετο +ήδη, και εσκέπτετο μετά χαράς τας ιπποδρομίας, εις τας οποίας ήτο +βέβαιος ότι θα έφθανεν εν καιρώ. + +Από στιγμής επίσης εις στιγμήν η αναμονή της ευτυχίας της +συνεντεύξεως της νυκτός εξερρήγνυτο φαιδρώς εντός της φαντασίας +του. + +Ο πόθος εν τούτοις των ιππικών αγώνων τον απερρόφα επί μάλλον και +μάλλον καθ' όσον εισέδυεν εις την ατμόσφαιραν του αθλητισμού, +προπορευόμενος των οχημάτων, τα οποία μετέβαινον επί τόπου εκ +πάσης διευθύνσεως. + +Έφθασεν αποφεύγων ιδίως τους ανθρώπους του κόσμου, οίτινες +περιεδιάβαζον συνομιλούντες άμα ενώπιον των περιπτέρων. + +Ο μεγαλείτερος αδελφός του Βρόνσκυ, συνταγματάρχης, βραχύς το +ανάστημα αλλά με όσον και ο Αλέξιος ευρείς τους ώμους, ωραιότερος +όμως κατά τα χαρακτηριστικά, με μύτη κόκκινη και κεφάλι μεθύσου +γελαστής και ανυποκρίτου εκφράσεως, τον επλησίασε και του είπε: + + ― Έλαβες το μπιλλιέττο μου; Δεν ειμπορεί κανείς να σε εύρη +πουθενά. + +Ο Αλέξανδρος Βρόνσκυ, παρά την έκλυτον ζωήν του και παρά την +κλίσιν του εις τον πότον, πράγματα γνωστά εις όλους, ήτο τέλειος +ευπατρίδης. Ομιλών δε τόρα μετά του αδελφού του περί ζητημάτων +λίαν δυσαρέστων, επειδή εγνώριζεν ότι τους εκύτταζαν, είχε την +μορφήν γελαστήν και εφαίνετο ως να εφαιδρολόγει μάλλον. + + ― Έλαβα το μπιλλιέτο σου, είπεν ο Αλέξιος, αλλά δεν εννοώ διατί +κάθεσαι και σκοτίζεσαι διά τον ιδιαίτερόν μου βίον. + + ― Διατί σκοτίζομαι; . . . Διότι, προ μιας στιγμής, μου +παρετήρησαν ότι δεν ευρίσκεσο εδώ και ότι την Δευτέραν σε είδον +εις Πέτερχωφ . . . + + ― Υπάρχουν πράγματα, τα οποία δεν δύνανται να εκφρασθώσι παρά +μόνον υπό των αμέσως ενδιαφερομένων, και το ζήτημα αυτό που σε +απασχολεί, είναι έν απ' αυτά . . . + + ― Εν τοιαύτη περιπτώσει, δίδει κανείς την παραίτησίν του, ή . . . + + ― Σε παρακαλώ να μη αναμιγνύεσαι. Αυτό και μόνον έχω να σου είπω. + +Η μορφή του Αλεξίου ωχρίασεν. + +Αγαθός εκ φύσεως, δυσκόλως παρεφέρετο, αλλ' οσάκις εξωργίζετο, +καθίστατο επικίνδυνος. + +Έδραμεν εις το κέντρον του ιπποδρομίου, όπου ωδήγουν ήδη τους +ίππους διά τον δρόμον μετ' εμποδίων. + +Εκ του δεξιού προσεκομίζετο η επιδεξία και χαριτωμένη Φρουφρού, +και, πλησίον αυτής οι σταυλίται αφήρουν το επίσαγμα του +Γλαδιάτορος του μονομάχου! . . . τα ωραία και δυνατά εκείνα σώματα +και οι λεπτοί και καλλιτεχνικοί των πόδες προσείλκυον ακουσίως +εαυτού την προσοχήν του Βρόνσκυ. + + ― Εφ' ίππους! κραύγασαν ο διευθύνων τους αγώνας αξιωματικός. + +Ο Βρόνσκυ, κατανοών ότι απετέλει το σημείον της ακτινοβολίας διά +την ομήγυριν, κατελήφθη από την κατάστασιν εκείνην της νευρικής +υπερεντάσεως, ήτις τω προσέδιδε πάντοτε κινήσεις βραδείας και +θετικάς. + + ― Μη βιάζεσθε, τω είπεν ο Καρδ, ― ο γυμναστής του. + +Ήτο, όπως πάντοτε γαλήνιος και σοβαρός, και εκράτει τον ίππον εξ +αμφοτέρων των ηνίων. + + ― Αν δύνασθε, προπορευθήτε των άλλων. Αλλά μη αποθαρρυνθήτε μέχρι +της τελευταίας στιγμής, έστω και αν μείνετε όπισθεν. + +Προτού η Φρουφρού λάβη καιρόν ν' αδημονήση, ο Βρόνσκυ, δι' ενός +ελαφρού και ρωμαλέου άλματος, έθεσε τον πόδα επί του αναβατήρος, +και, ελαφρώς και ισορρόπως, εκαθέσθη επί του εφιππίου, του οποίου +το δέρμα έτριξε. + +Με το συνηθισμένον του κίνημα, συνέπλεξε τα ηνία μεταξύ των +δακτύλων του, μεθ' ό ο Καρδ εξώθησε τον ίππον και οπισθοχώρησεν. + +Υπήρχον εννέα «εμπόδια»: ο ποταμός, ένας ευρύς φράκτης προ του +περιπτέρου, μία τάφρος ξηρά, μία τάφρος πλήρης ύδατος, είς +τεχνητός λοφίσκος, μία ιρλανδική «μπανκέττα», ― έν από τα +δυσκολώτερα εμπόδια, ― σχηματιζομένη δι' ενός προμαχώνος +κατασκεπούς από θάμνους, και όπισθεν του οποίου ηνοίγετο τάφρος +αόρατος εις τον ίππον, εις τρόπον ώστε το ζώον ώφειλεν ή να +υπερπηδήση αμφότερα τα εμπόδια ή να φονευθή, ― κατόπιν ήρχοντο δύο +ακόμη τάφροι μεθ' ύδατος και τρίτη ξηρά. + +Όλαι αι διόπτραι διηυθύνθησαν επί του παντοιοχρώμου ομίλου των +ιππέων καθ' όσον παρετάσσοντο ούτοι εις γραμμήν. + + ― Φεύγουν! φεύγουν! εφώναξαν πανταχόθεν, κατόπιν σιγής καθ' ήν +παρηκολουθήθη πάσα κίνησις μετ' άκρας προσοχής. + +Πεζοπόροι, καθ' ομίλους και μεμονωμένοι προσέτρεχαν από θέσεως, +εις θέσιν ίνα ίδωσι καλλίτερα. + +Κατά την έναρξιν του δρόμου η γραμμή των ιππέων επεμηκύνθη, +συνεθλάσθη, είτα δε καθ' ομίλους εκ δύο ή τριών επλησίασεν εις τον +ποταμόν. + +Διά τα μάτια των θεατών, εφαίνετο ότι όλοι είχον εξορμήσει +ταυτοχρόνως, αλλ' αυτοί ούτοι οι ιππείς κατενόουν ότι προέβαινον +επαλλήλως και ότι οι μεν προυχώρουν, οι δε υπελείποντο των άλλων +κατά έν ή δύο δευτερόλεπτα, τούθ' όπερ δι' αυτούς ήτο +σημαντικώτατον. + +Η Φρουφρού, ταραγμένη και εις υπερβολήν νευρική, είχεν αφήσει να +της διαφύγη η στιγμή του συνθήματος και πολλοί ίπποι είχον +εξορμήσει προ αυτής. Ο Βρόνσκυ εν τούτοις εκέρδισε τον απωλεσθέντα +χρόνον προτού φθάση εις τον ποταμόν και προεπέρασεν εύκολα τους +αντιπάλους του· δεν είχε πλέον ενώπιόν του παρά μόνον τον +Γλαδιάτορα, ούτινος επέβαινεν ο Μακχότιν, και ολίγον μακρύτερα την +θαυμασίαν Άρτεμιν, ης επέβαινεν ο Κουζοβέλωφ, πεθαμένος μάλλον +παρά ζωντανός. + +Ανεπαισθήτως δε, ως να ήτο πτερωτή, η Φρουφρού ώρμησεν εις +καταδίωξίν των, αλλά, καθ’ ήν στιγμήν ο Βρόνσκυ εκυμαίνετο +εναέριος σχεδόν, παρετήρησε κάτωθέν του, υπό τα πέταλα σχεδόν του +ίππου του, τον Κουζοβέλωφ, όστις, μετά της Αρτέμιδος, επάλαιεν +απεγνωσμένως επί της αντίπεραν όχθης . . . + +Ο Βρόνσκυ κατείδε τότε, ότι ακριβώς εις την θέσιν όπου η Φρουφρού +ώφειλε να θίξη το έδαφος, εκινδύνευε να συναντήση την κεφαλήν ή +την κνήμην της Αρτέμιδος . . . Αλλ' η θαυμασία ίππος, όπως μια +γαλή πίπτει κατά γης, κατέβαλε φοβερόν αγώνα κνημών και οσφύων +κατά το επακολουθήσαν άλμα, και αποφυγούσα την Αρτέμιδα, +εσφενδονίσθη πολύ πέραν αυτής. + + . . . «Ω! μπράβο, ωραία μου!» διελογίσθη ο Βρόνσκυ. + +Ήτο ήδη απολύτως κύριος του ίππου του και τον συνεκράτει, +προτιθέμενος να διαπεράση τον μέγαν φραγμόν κατά πόδας του +Γλαδιάτορος, ίνα προσπαθήση να τον υπερβή αμέσως κατόπιν. + +Ο μέγας φραγμός υψούτο κατέναντι του αυτοκρατορικού περιπτέρου. Ο +Αυτοκράτωρ ολόκληρος η Αυλή και το πλήθος των θεατών παρετήρουν +τον Βρόνσκυ και τον Μακχότιν, όστις υπερέβαινε τον πρώτον κατά το +μήκος ενός ίππου, αλλ' ο Βρόνσκυ δεν έβλεπε τίποτε άλλο πλην των +ώτων και του τραχήλου της Φρουφρού, την γην, η οποία εφαίνετο ως +κυλυομένη προς αυτόν και τας λευκάς κνήμας του Γλαδιάτορος, όστις +παρέμεινε πάντοτε εις την ιδίαν απόστασιν . . . + +Κατά την στιγμήν ακριβώς κατά την οποίαν ο Βρόνσκυ εσκέφθη ότι +έπρεπε να υπερβή τον Μακχότιν, η Φρουφρού κατενόησεν εξ εαυτής την +σκέψιν του· χωρίς δε αυτός να την εξωθήση επέσπευσεν αισθητώς το +βήμα και ήρχισε να πλησιάζη προς τον Μ ο ν ο μ ά χ ον (τον +Γλαδιάτορα), είτα δε να προσπερνά. + +Ο Βρόνσκυ εκανόνιζε τον δρόμον, αυτό ήθελε και αυτό του είχε +συμβουλεύσει ο Καρδ. + +Δεν αμφέβαλλε πλέον περί της νίκης του, ο δε ενθουσιασμός του, η +χαρά του και η αγάπη του προς την Φρουφρού ηύξανον από στιγμής εις +στιγμήν. + +Έμεινεν η τελευταία τάφρος, πλάτος δύο μέτρων και πλήρης ύδατος. + +Ο Βρόνσκυ δεν τον παρετήρει, και ποθών να φθάση μετ' αισθητής +υπεροχής, είλκυσε τα ηνία κυκλικώς κατά την στιγμήν του άλματος, +ανυψών και ταπεινών την κεφαλήν του ίππου. + +Κατενόει ότι η Φρουφρού κατηνάλισκε το τελευταίον απόθεμα της +αντοχής της· ου μόνον ο τράχηλος και οι ωμοί της ήσαν κάθυγροι, +αλλ' ο ιδρώς εξεχύνετο επί των ακρωμίδων αυτής, επί της κεφαλής, +επί των οξυκορύφων της ώτων, η δε πνοή της είχε καταστή εσπευσμένη +και οδυνηρά. + +Εγνώριζεν, εν τούτοις, ότι το απόθημα εκείνο των δυνάμεών της θα +επήρκει όπως διατρέξη τα τετρακόσια μέτρα, τα οποία υπολείποντο +προς υπέρβασιν. + +Η Φρουφρού υπερεπήδησε την μικράν τάφρον ομοία με πτηνόν, αλλά +ταυτοχρόνως προς μέγαν του τρόμον, ο Βρόνσκυ ησθάνθη ότι, μη +ακολουθήσας την κατεύθυνσιν του ζώου, είχεν αφεθή να επαναπέση επί +του εφιππίου, ― κίνησις ασυγχώρητος. + +Ευθύς εκ τούτου η θέσις του μετεβλήθη και κατενόησεν ότι θα του +συνέβαινε κάτι το τρομερόν. + +Προτού δε λάβη καιρόν ν' αντιληφθή ό,τι θα του συνέβαινεν, αι +κνήμαι του Μονομάχου διήλθον ενώπιόν του και ο Μακχότιν, ορμήσας +καλπάζων, τον επροσπέρασεν. + +Ο Βρόνσκυ προσέθιξε διά του ποδός το έδαφος και η Φρουφρού ήτο +ετοίμη να υποκύψη. + +Απέσυρε τότε βιαίως τον πόδα του και η Φρουφρού κατέπεσεν επί της +πλευράς, χρεμετίζουσα επωδύνως και καταβάλλουσα διά του λεπτού και +καθίδρου αυχένος της ματαίους αγώνας ίνα ανεγερθή. Εσφάδαζε δε προ +των ποδών του ως πτηνόν θανασίμως τρωθέν. + +Το αδέξιον κίνημα του Βρόνσκυ της είχε θραύσει τας οσφύς. + +Το ενόησε βραδύτερον· προς το παρόν έβλεπε μόνον ότι ο Ματχότιν +προυχώρει γοργώς, ενώ αυτός εκλονίζετο κατάμονος επί του +βορβορώδους εδάφους, ακίνητος και ενώπιον του η Φρουφρού +εξηπλωμένη, ασθμαίνουσα, με την κεφαλήν εστραμμένην προς αυτόν, +τον παρετήρει με το θαυμάσιον όμμα της. + +Χωρίς να αντιλαμβάνεται τι είχεν ακριβώς συμβή, ο Βρόνσκυ είλκυε +τα ηνία· η Φρουφρού εσπαρτάρησε και πάλιν ωσάν ψάρι, αναγκάσασα +εις τριγμούς το εφίππιον· ηλευθέρωσε δε τους εμπροσθίους πόδας, +αλλά μη δυνηθείσα ν' ανεγείρη τα οπίσθια, εσφάδασεν εκ νέου και +κατέπεσεν αύθις επί της πλευράς. + +Ο Βρόνσκυ, με την μορφήν συνεσπισμένην υπό της λύσσης, ωχρός με +την κάτω σιαγόνα τρέμουσαν της κατέφερε πλήγμα διά του πέλματος +επί της κοιλίας και την έσυρεν αύθις εκ του χαλινού. + +Αλλ' η Φρουρού δεν έκαμε την παραμικράν κίνησιν, εβύθισε το ρύγχος +της εντός του χώματος και ητένισε τον κύριόν της με το βλέμμα της +που ωμιλούσε. + + ― Τι έκαμα, κραύγασαν ο Βρόνσκυ. Έχασα το αγώνισμα και ένεκα +τίνος επονειδίστου, ασυγχωρήτου σφάλματος! + +Το πλήθος, ο ιατρός, ο βοηθός χειρουργός, οι αξιωματικοί του +συντάγματός του έδραμον προς αυτόν. + +Ο Βρόνσκυ ήτο σώος και υγιής. Αλλ' η Φρουφρού είχε θραύσει τας +οσφύς και απεφάσισαν ότι έπρεπε να θέσουν τέρμα εις τας οδύνας +της, δίδοντες αυτή το απολυτρωτικόν κτύπημα. + +* * * + +Αι εξωτερικαί σχέσεις μεταξύ Καρένιν και της συζύγου του δεν είχον +κατ' ουδέν μεταβληθή. Η μόνη διαφορά ενέκειτο εις το ότι ο Καρένιν +ήτο πολύ περισσότερον από άλλοτε απερροφημένος τώρα υπό της +εργασίας του. + +Από της συζητήσεως ην είχε κάμει μετά της Άννας μετά την εσπερίδα +της κομήσσης Μπέτσυ, δεν είχε κάμει πλέον υπαινιγμόν περί των +υπονοιών του, ούτε περί της ζηλοτυπίας του. + +Είχεν αναλάβει τον είρωνα τόνον της φωνής του, όστις του εφαίνετο +μάλλον κατάλληλος εις τας νέας σχέσεις αίτινες είχον αποκαταστή +μεταξύ της συζύγου του και αυτού. + +Ο πνευματώδης αυτός άνθρωπος, ο τόσον λεπτός εις παν ό,τι αφεώρα +τας υποθέσεις του Κράτους, δεν αντελαμβάνετο όλων την τρέλλαν της +συμπεριφοράς του προς την γυναίκα του. + +Δεν αντελαμβάνετο διότι εφοβείτο τρομερά να προχωρήση μέχρι του +βάθους της καταστάσεως, και εκλείδωσε και εμανδάλωσε εντός της +ψυχής του την θήκην εντός της οποίας εφύλαττε τα αισθήματά του +προς την σύζυγον και τον υιόν του. + +Αυτός όστις υπήρξε πάντοτε πατέρας προσεκτικός και εις άκρον +επιμελής, προσέλαβεν, ευθύς από της αρχής του χειμώνος, και διά +τον υιόν του, τον αυτόν ειρωνικόν τόνον, ον εχρησιμοποίει προς την +γυναίκα του. + +Ο Καρένιν απέστεργε να σκέπτεται περί της διαγωγής και των +αισθημάτων της συζύγου του, και πράγματι, δεν εσκέπτετο. + +Η εξοχική έπαυλις των Καρένιν έκειτο εις το Πέτερχωφ, και κατά παν +θέρος, η κόμησσα Λυδία ενεκαθίστατο εις την περίχωρον αυτής και +ευρίσκετο εις διαρκείς σχέσεις μετά της Άννας. + +Κατά το έτος εκείνο, η κόμησσα Λυδία δεν μετέβη εις την εξοχικήν +εν Πέτερχωφ διαμονήν της, δεν μετέβη ουδ' εφ' άπαξ εις επίσκεψιν +της Άννας και ανεκοίνωσε καταλλήλως προς τον Καρένιν ότι η φιλία +της Άννας προς την Μπέτσυ και τον Βρόνσκυ της εφαίνετο εντελώς +απρεπής. + +Ο Καρένιν την εσταμάτησεν αυστηρώς διακηρύττων ότι η σύζυγός του +ήτο ανωτέρα πάσης υπονοίας, και από της ημέρας εκείνης, απέφυγε +την κόμησσαν Λυδίαν. + +Δεν ήθελε να βλέπη και δεν έβλεπε ποσώς, ότι εν τη κοινωνία, πολλά +πρόσωπα απεμακρύνοντο της Άννας· δεν ήθελε να εννοή και δεν +κατενόει ποσώς διατί η σύζυγός του είχε τόσον ζωηράν επιθυμίαν να +μεταβή εις Τσάρσκοϊε-Σέλο, όπου κατώκει η Μπέτσυ, και δη ου μακράν +του μέρους όπου κατεσκήνου το σύνταγμα του Βρόνσκυ. + +Δεν επέτρεπεν εις εαυτόν να σκέπτεται περί τούτου και ουδέποτε +εσκέπτετο, αλλά ταυτοχρόνως, εις τα έγκατα της ψυχής του, χωρίς +ποτέ να το βεβαιώση και προς εαυτόν, και χωρίς να έχη αποδείξεις ή +και υπονοίας μόνον, είχε την ακλόνητον πεποίθησιν ότι ήτο σύζυγος +απατηθείς και υπέφερεν εκ τούτου τρομερά. + +Ποσάκις, κατά το διάστημα των οκτώ ευδαιμόνων ετών της συζυγικής +του ζωής, ο Καρένιν, βλέπων γυναίκας απίστους και συζύγους +ηπατημένους, διελογίζετο: + + ― Πώς ημπορούν να ζώσιν υπό τοιαύτας συνθήκας, πώς δεν επιζητούσι +να εξέλθωσι της όλης ανωμάλου αυτής θέσεως; + +Αλλ' αφ' ης η συμφορά αύτη εβάρυνε και αυτόν τον ίδιον, ου μόνον +δεν εσκέπτετο πώς θα ηδύνατο να εξέλθη της θέσεως εκείνης, αλλά +ουδέ καν ήθελε να αναλογισθή το πράγμα, διότι η τοιαύτη σκέψις ήτο +απαισία, αηδής και ακανόνιστος. + +Κατά την ημέραν των αγώνων, ο Καρένιν απεφάσισεν όπως, αμέσως μετά +το πρόγευμά του, θα μετέβαινεν εις την εξοχήν όπως ίδη την σύζυγόν +του και εκείθεν εις τας ιπποδρομίας, εις τας οποίας ώφειλε να +παραστή αφού και η Αυλή θα ευρίσκετο εκεί. + +Θα μετέβαινε να ίδη την Άνναν διότι είχε κρίνει ότι η ευπρέπεια +απήτει να της κάμνη μίαν επίσκεψιν καθ' εβδομάδα· εκτός δε τούτου, +ώφειλε την ημέραν εκείνην, σύμφωνα προς την τάξιν, ην είχε +καθιερώσει εις το σπίτι του, να μετρήση, εις την σύζυγόν του το +χρήμα διά τας εβδομαδιαίας δαπάνας. + +Εκάλεσε δε και τον διευθυντήν του γραφείου του όπως τον συνοδεύση +κατόπιν εις Πέτερχωφ, ίνα μεταβώσιν ομού εις τους αγώνας. + +Χωρίς να κατανοή σχεδόν διατί, ο Καρένιν ηρέσκετο να έχη μαζί του +και ένα τρίτον οσάκις μετέβαινε να βλέπη την σύζυγόν του. + +Η Άννα ίστατο ορθία ενώπιον του καθρέπτου της και απετελείωνε τον +καλλωπισμόν της οπόταν ήκουσε κρότον τροχών υπό τους οποίους +έτριζον οι αμμοχάλυκες του προστόου. + +«Πολύ ενωρίς διά την Μπέτσυ!» διελογίσθη. + +Εκύτταξε δε από το παράθυρον και είδε την άμαξαν, ως και το μαύρο +καπέλλο και τα αυτιά που τόσον καλά εγνώριζε, να προβάλλουν από +την θυρίδα του λαντώ. + +«Σε τι ακατάλληλη στιγμή που φθάνει! . . Μήπως έρχεται άρα γε να +περάση την νύχτα του εδώ;» + +Όλα αυτά της εφαίνοντο τόσον τρομακτικώς αηδή, ώστε, χωρίς ουδέ +στιγμήν να σκεφθή, έδραμεν εις προϋπάντησιν του συζύγου της, με +την μορφήν ακτινοβόλον και γελαστήν και αισθανομένη εντός της +επικρατούν το οικείον της πλέον πνεύμα του δόλου και του ψεύδους . +. . Και παρεδόθη εις αυτό εξ ολοκλήρου, και ήρχισε να ομιλή χωρίς +να ξεύρη καλά καλά τι επρόκειτο να είπη. + + ― Α! τι χαρά! έκαμε τείνασα την χείρα προς τον Καρένιν και +υποδεχθείσα δι' ενός μειδιάματος τον διευθυντήν του γραφείου του +Σλιούδιν. Θα διανυκτερεύσης εδώ, βέβαια; . . . Και τόρα πηγαίνομεν +μαζί εις τους αγώνας . . . Έχω όμως υποσχεθή εις την Μπέτσυ, η +οποία πρόκειται να έλθη να με πάρη, να πάω μαζί της. + + ― Ω! δεν θα χωρίσω εγώ τους αχωρίστους, είπε με τον ειρωνικόν του +τόνον . . . Ο ιατρός άλλως τε μου συνιστά να περιπατώ . . . Θα +κάμω λοιπόν την πορείαν πεζή και υπολογίζω ότι θα ευρεθώ εγκαίρως +επί τόπου. + + ― Έχετε αρκετόν καιρόν, είπεν η Άννα . . . Θα πάρετε τσάι; + +Έκρουσε τον κώδωνα. + + ― Φέρετε το τσάι και ειπέτε εις τον Σεριόγια ότι ο κύριος ήλθε . +. . Λοιπόν! πώς είσαι; . . . + +Ο Σλιούδιν κατήλθεν εις τον εξώστην. + +Η Άννα εκάθισε πλησίον του συζύγου της. + + ― Δεν είσαι ευδιάθετος, είπε. + + ― Πράγματι, απήντησεν ο Καρένιν, εδέχθην σήμερον την επίσκεψιν +του ιατρού, ο οποίος μ' εκράτησεν επί πολύ. Είμαι βέβαιος ότι θα +μου τον έστειλε κάποιος από τους φίλους μου. Τόσον πολύτιμος τοις +είνε η ζωή μου. + + ― Και τι σου είπεν ο ιατρός; + +Τον εξήτασε δε περί της υγείας του και των ασχολιών του, του +συνέστησε ν' αναπαυθή και τον εκάλεσε να μεταβή να περάση μαζί της +ολίγον χρόνον εις την εξοχήν. + +Εξεδήλωσεν όλην της την τρυφερότητα και το ενδιαφέρον, και τω +ωμίλει ζωηρώς και με κάποιαν παράδοξον λάμψιν εις τα μάτια . . . +Αλλ' ο Καρένιν δεν απέδιδε πλέον την παραμικράν σημασίαν εις τον +τόνον εκείνον. + +Ήκουε μόνον τας λέξεις και ταις απέδιδε την πραγματικήν των +έννοιαν. + +Απεκρίθη δε όχι ολιγώτερον εκείνης φιλόφρων και τρυφερός αν και με +κάπως ειρωνικόν τόνον. + +Την στιγμήν εκείνην εισήλθεν ο Σεριόγια συνοδευόμενος υπό της +διδασκαλίσσης του. + +Αν ο Καρένιν είχε την πρόνοιαν να εξετάση τα περί αυτόν +συμβαίνοντα, θα παρετήρει το πεφοβισμένον και δειλόν βλέμμα διά +του οποίου το παιδίον ητένισεν αυτόν εν αρχή και κατόπιν την +μητέρα του. + +Αλλά δεν ήθελε να βλέπη τίποτε, και τίποτε δεν έβλεπεν. + + ― Α! τον ανθρωπάκο μου! . . . μεγαλώνει . . . Γίνεται άνδρας . . +Καλημέρα σας, μικρέ κύριε! + +Έτεινε την χείρα προς το τελείως έντρομον παιδίον. + +Ο Σεριόγια, όστις υπήρξε πάντοτε δειλός και αιδήμων προ του πατρός +του, αφ' ης ούτος τον ωνόμαζε νεαρόν κύριον, απέφυγε τον πατέρα +του. + +Ητένισε την μητέρα του ως διά να της ζητήση προστασίαν. + +Μόνον πλησίον εκείνης ησθάνετο εαυτόν καλά. + +Ο Καρένιν ωμίλησε με την διδασκάλισσαν κρατούσαν το αγοράκι του +από του ώμου. + +Ο Σεριόγια ησθάνθη εαυτόν τόσον δυστυχή, ώστε η Άννα κατενόησεν +ότι το παιδίον θα ανελύετο εις δάκρυα. + +Ηγέρθη εν σπουδή, απέσυρε την χείρα του Καρένιν από του ώμου του, +τον ενηγκαλίσθη, τον εφίλησε, τον ωδήγησεν εις την ταράτσαν και +επέστρεψεν αμέσως. + + ― Θα επανέλθης εδώ μετά τους αγώνας; + +Ναι, είπεν ο Καρένιν . . . Και ιδού η καλλονή του Πέτερχωφ, η +κόμησσα Τβερσκάια, είπε διακρίνας το κομψόν όχημα της κομήσσης +Μπέτσυ. + +Αύτη δεν κατήλθε της αμάξης, μόνον ο εν πλουσία στολή ακόλουθός +της θαλαμηπόλος, με την πελερίναν του και τον μαύρον του +επιδεικτικόν πίλον, επήδησε προ της εξωτερικής κλίμακος. + + ― Έρχομαι! εφώνησεν η Άννα. + +Ενηγκαλίσθη τον υιόν της, επλησίασε κατόπιν τον σύζυγόν της και +του έτεινε την χείρα. + + ― Μέγα το ευγενές σου ενδιαφέρον που ήλθες. + +Ο Καρένιν ησπάσθη την χείρα της. + + ― Λοιπόν! ω ρεβουάρ, εξηκολούθησεν η Άννα. θα επανέλθης να πάρης +το τσάι εδώ; . . . + +Και εξήλθε σφοδρά και ακτινοβολούσα. + +Αλλά, μόλις έπαυσε να βλέπη τον σύζυγόν της, ησθάνθη ως κάποιον +έγκαυμα εις την θέσιν όπου την είχον θίξει τα χείλη του. + +* * * + +Όταν ο Καρένιν έφθασεν εις το πεδίον των ιπποδρομιών, η Άννα +ευρίσκετο εις το πλευρόν της πριγκηπίσσης Μπέτσυ, εις το +περίπτερον όπου είχε συγκεντρωθή όλη η ανωτέρα κοινωνία της +Πετρουπόλεως. + +Είχε διακρίνει μακρόθεν τον σύζυγόν της. + +Δύο άνδρες, ο σύζυγός της και ο εραστής της, ήσαν δι' αυτήν οι δύο +πόλοι της ζωής της, και αντελαμβάνετο την παρουσίαν αυτών άνευ της +βοηθείας εξωτερικών αισθήσεων. + +Ούτω, είχε διαισθανθή την προσέγγισιν του Καρένιν εξ αποστάσεως, +και χωρίς να το θέλη . . . τον παρηκολούθει εν τω μέσω των +κυμάνσεων του πλήθους το οποίον διέσχιζε. + +Τον είδε πλησιάζοντα εις το περίπτερον, ότε μεν απαντώντα με +τυπικήν μεγαλοπρέπειαν εις τους χαιρετισμούς του σεβασμού, ους τω +απηύθυναν, ότε% δε χαιρετώντα φιλικώς και αφελώς τους συναδέλφους +του. + +Εγνώριζε τας συνηθείας και τας διατυπώσεις ταύτας και όλων της +απήρεσαν: + +«Μόνην την ματαιότητα, τον πόθον της επιτυχίας, ιδών τι έχει μόνον +εκτός της ψυχής του, εσκέφθη, ενώ αι υψηλαί του ιδέαι, ο έρως προς +την μάθησιν, η αγάπη της θρησκείας, είναι δι' αυτόν απλούν μέσον +επιτυχίας». + +Ο Καρένιν, αν και εκύτταξε προς το μέρος της συζύγου του, δεν την +ανεγνώρισε μέσα εις τα κύματα της μουσελίνας, τας ταινίας, τα +αλεξήλια και τα άνθη· αλλ' εις το βλέμμα του η Άννα κατενόησεν ότι +την ανεζήτει. + +Ακριβώς δε διά τούτο προσεποιήθη ότι δεν τον διέκρινε. + + ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς! εφώνησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ, καλούσα +τον Καρένιν. Αναζητείτε αναμφιβόλως την σύζηγόν σας, δεν είναι +έτσι; Ιδού την! + +Το σύνηθες κρύον μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του Καρένιν. + + ― Υπάρχει τόση ακτινοβολία εδώ, ώστε θαμβώνεται κανείς! +απήντησεν. + +Εισήλθεν εις το περίπτερον και εμειδίασε προς την σύζυγόν του, +όπως ένας σύζυγος οφείλει να μειδιά οσάκις την συναντά, εχαιρέτησε +την πριγκήπισσαν και τας λοιπάς γνωστάς του κυρίας, απευθύνων +λόγους φιλοφροσύνης προς τας δεσποινίδας και ανταλλάσσων +φιλοφρονήματα με τους άνδρας. + +Αι ιπποδρομίαι δεν ενδιέφερον τον Καρένιν και ήρχισε να +περιεργάζεται τους θεατάς με τα κουρασμένα του μάτια. Το βλέμμα +του τέλος εστηρίχθη επί της Άννας. + +Η μορφή της νεαράς γυναικός ήτο ωχρά και αυστηρά. + +Ήτο πρωτοφανές, ότι μέσα εις το πλήθος εκείνο έβλεπεν ένα και +μόνον πλάσμα. + +Το χέρι της έσφιγγε μετά συσπασμού τη βεντάλια της και συνεκράτει +την πνοήν της. + +Όταν, αφού ο Μακχότιν και ο Βρόνσκυ διεπέρασαν το μέγα διάφραγμα, +ο αξιωματικός όστις ήρχετο κατόπιν αυτών εκυλίσθη κατακέφαλα επί +του εδάφους σχεδόν ημιθανής, ψίθυρος δε φρίκης συνεκλόνισεν όλους +τους θεατάς, ο Καρένιν παρετήρησεν ότι η Άννα δεν είχεν αντιληφθή +το γεγονός και δεν κατενόει την αιτίαν της γενικής συγκινήσεως. + +Μετά την παρατήρησιν ταύτην, ήρχισε να παρακολουθή την σύζυγόν του +διά πυκνοτέρων και προσεκτικωτέρων βλεμμάτων. Απερροφημένη εξ +ολοκλήρου με την θέαν του Βρόνσκυ, η Άννα ησθάνθη οπωσδήποτε το +βλέμμα εκείνο των ψυχρών οφθαλμών του συζύγου της, όστις την +παρετήρει λοξώς. + +Όταν δε ο Βρόνσκυ κατέπεσεν, η Άννα ανέπεμψεν ηχηράν κραυγήν· αλλ' +ουδείς εις τούτο διείδε τι το έκτροπον. Ευθύς όμως κατόπιν η μορφή +της Άννας εξεδήλωσεν ανησυχίαν, ήτις καθίστατο εντελώς απρεπής. +Είχε λησμονήσει όλα τα προσχήματα. Εσπαράσσετο ως πτηνόν συλληφθέν +εις την παγίδα, ηγέρθη, ηθέλησε ν' αποχωρήση και επανελάμβανε προς +Μπέτσυ. + + ― Πάμε, πάμε! . . . + +Αλλ' η Μπέτσυ δεν την ήκουε. + +Κεκλιμένη προς τα έξω του κιγκλιδώματος, ωμίλει προς κάποιον +στρατηγόν. + +Ο Καρένιν επλησίασε την σύζυγόν του και τη προσέφερε φιλοφρόνως +τον βραχίονα. + + ― Πηγαίνωμεν, αν το επιθυμείτε, είπεν. + +Αλλ' η Άννα ήτο όλη αυτιά διά ν' ακούση ό,τι έλεγεν ο στρατηγός +και δεν αντελήφθη τον σύζυγόν της. + + ― Λέγουν ότι φθηνά θα την γλυτώση αν σπάση μόνον το ένα του πόδι, +έλεγεν ο στρατηγός. Είνε φρικώδες. + +Η Άννα δεν απεκρίθη τίποτε προς τον Καρένιν, ύψωσε δε τα λορνιόν +της και εξήτασε το μέρος όπου είχε καταπέσει ο Βρόνσκυ· αλλ' ήτο +τόσον μακράν και τόσον απεφράσσετο υπό κόσμου, ώστε δεν ηδυνήθη να +διακρίνη τίποτε. + +Κατεβίβασε τότε τα λορνιόν και ηθέλησε ν' απέλθη. + +Αλλά την στιγμήν εκείνην, είς αξιωματικός έδραμε προς τον +αυτοκράτορα και του ανεκοίνωσε τα λαβόντα χώραν. + +Η Άννα έκυψε διά να ακούση. + + ― Στίβα, Στίβα! εφώναξεν αίφνης διακρίνασα τον αδελφόν της. + +Αλλ' ούτος δεν την ήκουσεν. + +Η Άννα ηθέλησε και πάλιν να αποσυρθή. + + ― Σας προσφέρω άπαξ ακόμη τον βραχίονά μου αν επιθυμείτε ν' +αποχωρήσετε, είπεν ο Καρένιν. + +Προσέθιξε δε την χείρα της συζύγου του. + + ― Η Άννα απέστρεψεν απ' αυτού το πρόσωπον μετά δυσφορίας, και +χωρίς να τον κυττάζη, του είπε: + + ― Όχι, όχι, αφήσατέ με, . . . μένω. + +Παρετήρησε κάποιον αξιωματικόν ερχόμενον τρέχοντα εκ του μέρους +όπου είχε καταπέση ο Βρόνσκυ, και τον οποίον η Μπέτσυ εκάλει +κάμνουσα προς αυτόν νεύματα με το μανδύλι της. + +Ο αξιωματικός διηγήθη ότι ο ιππεύς δεν είχε πάθει τίποτε, αλλ' ο +ίππος είχε θραύσει τας οσφύς του. + +Εις τας λέξεις αυτάς η Άννα εκάθησεν εκ νέου και έκρυψε το +πρόσωπον υπό την βεντάλια της· ο Καρένιν διέκρινεν ότι έκλαιε και +ότι δεν ηδύνατο να συγκρατήση ούτε τα δάκρυα, ούτε τους λυγμούς, +οίτινες υπήγειρον τα στήθη της. + +Την επλησίασε τότε ο σύζυγός της ίνα την κρύψη από τα αδιάκριτα +βλέμματα και της δώση καιρόν να συνέλθη. + + ― Διά τρίτην φοράν, σας προσφέρω τον βραχίονά μου, επανέλαβε. + +Η Άννα τον εκύτταξε και δεν είξευρε τι ν' αποκριθή. + +Η πριγκήπισσα Μπέτσυ προσήλθεν εις βοήθειάν της. + + ― Υπεσχέθην εις την Άνναν να την πάρω μαζύ μου εις το σπίτι, είπε +προς τον Καρένιν. + + ― Συγγνώμην, πριγκήπισσα, της είπε με φιλόφρον μειδίαμα, αλλά +παρατηρών αυτήν κατάμματα, βλέπω ότι η Άννα υποφέρει και επιθυμώ +να έλθη μαζί μου. + +Η Άννα ητένισε μετά τρόμου τον σύζυγόν της, ηγέρθη, ευπειθώς και +έλαβε τον βραχίονά του. + + ― Θα στείλω να λάβω ειδήσεις του και θα σου τας ανακοινώσω, είπε +χαμηλοφώνως η Μπέτσυ εις το ους αυτής. + +Η Άννα δεν ανήκε πλέον εις εαυτήν και εβάδιζε στηριζομένη εις τον +βραχίονα του συζύγου της ως να ωνειρεύετο. + +«. . . Εφονεύθη ή όχι; Είνε αλήθεια; + +Θα έλθη ή όχι; Θα τον ίδω σήμερον;» + +Έλαβε θέσιν χωρίς να προφέρη λέξιν, εις το όχημα του συζύγου της +και έμεινε σιωπηλή. + +Παρ' όλα όσα συνέβησαν, ο Καρένιν δεν επέτρεψεν εαυτώ να σκεφθή +την πραγματικήν αιτίαν της ταραχής ην ησθάνετο η σύζυγός του. +Διέβλεπεν εν αυτοίς εξωτερικήν μόνον εκδήλωσιν: η Άννα είχε +παραλείψει τα προσχήματα, είχεν υπερβή τα κεκανονισμένα και +εθεώρει καθήκον του να της το υποδείξη. + +Τω ήτο δύσκολον εν τούτοις να μη είπη τίποτε επί πλέον. Έσπευσε +λοιπόν να υποδείξη εις την σύζυγόν του κατά τι είχε σφάλλει. + + ― Οφείλω να σας παρατηρήσω . . . + +«Ιδού ότι έρχεται η εξήγησις!» διελογίσθη η Άννα και εφοβήθη. + + ― Οφείλω να σας υποδείξω ότι η συμπεριφορά σας σήμερον υπήρξεν +απρεπής. + + ― Τι ευρήκατε το απρεπές εις την συμπεριφοράν μου; ηρώτησεν η +Άννα. + + ― Την απελπισίαν, την οποίαν δεν ηδυνήθητε να αποκρύψητε, όταν +είς εκ των ιππέων κατέπεσε. + +Ανέμενε την απάντησίν της, αλλ' η Άννα εσιώπησεν ατενίζουσα +ενώπιόν του. + + ― Σας παρεκάλεσα ήδη να φέρεσθε ενώπιον της κοινωνίας κατά τρόπον +ώστε και αυταί αι κακαί γλώσσαι να μη ευρίσκωσι τίποτε προς +κακολογίαν. Υπήρξεν εποχή καθ' ήν ωμίλουν περί σχέσεων οικιακών· +δεν ομιλώ πλέον περί των τοιούτων σήμερον. Σήμερον ομιλώ περί +εξωτερικών μόνον σχέσεων. Συμπεριεφέρθητε κατά τρόπον απρεπή και +επιθυμώ να μη επαναληφθή τούτο. + +Η Άννα δεν ήκουεν ούτε τα μισά από τα λόγια ταύτα. + +Ησθάνετο φόβον και διηρωτάτο αν ήτο αληθές ότι ο Βρόνσκυ είχε +μείνει σώος και υγιής. Περί εκείνου άρα γε ο αξιωματικός είχεν +είπει ότι ο ιππεύς ήτο σώος είχε φονευθή ο ίππος; + +Όταν ο Καρένιν επεράτωσε τον παραινετικόν του, η Άννα προσεποιήθη +ότι εμειδία με ήθος ειρωνικόν και δεν απεκρίθη διότι σχεδόν δεν +είχεν ακούσει τίποτε. + + ― Ίσως απατώμαι, είπεν εκείνος· εν τοιαύτη περιπτώσει, σας +παρακαλώ να με συγχωρήσητε. + +Η Άννα ητένισε μετ' απελπισίας την παγεράν του μορφήν + + ― Όχι, δεν απατάσθε, είπε βραδέως . . . Δεν απατάσθε. Ευρισκόμην +εις απελπισίαν και δεν μου ήτο δυνατόν να μη ευρίσκωμαι. Σεις μου +ομιλείτε, και εγώ συλλογίζομαι μόνον εκείνον . . . Τον αγαπώ, +είμαι ερωμένη του, σας δεν δύναμαι να σας υποφέρω . . . Μου +προξενείτε φόβον . . . Σας αποστρέφομαι . . Κάμετε με ότι +επιθυμείτε . . . + +Ερρίφθη είς τινα γωνίαν της αμάξης και έκλαυσεν αποκρύπτουσα το +πρόσωπόν της. + +Ο Καρένιν δεν μετεκινήθη. Αλλ' η μορφή του προσέλαβε αίφνης την +επίσημον παγερότητα νεκρού και την διετήρησε μέχρι του πέρατος της +πορείας. + +Όταν επλησίασαν εις την οικίαν, ο Καρένιν έστρεψε τη κεφαλήν προς +την ιδίαν πάντοτε έκφρασιν. + + ― Μάλιστα, αλλ' αξιώ να σεβασθήτε τα καθήκοντα μέχρι της ημέρας, +― η φωνή του έτρεμεν ― καθ' ήν θα λάβω μέτρα προς άμυναν της τιμής +μου και τα οποία θα σας ανακοινώσω. + +Κατήλθε πρώτος του κουπέ και την εβοήθησε να κατέλθη. + +Επί τη θέα δε των υπηρετών, της έθλιψε την χείρα, επέβη και αύθις +της αμάξης και απήλθεν εις την πόλιν. + +Ολίγας κατόπιν στιγμάς, είς θαλαμηπόλος της πριγκηπίσσης Μπέτσυ +έφερε προς την Άνναν το ακόλουθον σημείωμα: + +«Έστειλα και εζήτησα πληροφορίας εις του Αλεξίου· μου γράφει ότι +είναι καλά, αλλ' ευρίσκεται εις απόγνωσιν». + +«Θα έλθη εις την συνέντευξιν!» διελογίσθη η Άννα . . . «τι καλά +που έκαμα να τα ομολογήσω όλα! . . .» + + + +ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ + + + +Όταν η Άννα και ο Καρένιν έφθασαν προ της θύρας της εξοχικής +οικίας, εβοήθησεν ούτος την σύζυγόν του να κατέλθη της αμάξης, και +καταβαλών νέον εφ' εαυτού αγώνα, την απεχαιρέτησε με την συνήθη +του φιλόφρονα λεπτότητα και της είπεν ότι θα της ανεκοίνου την +εποιούσαν την απόφασίν του. + +οι λόγοι της Άννας, οίτινες είχον επιβεβαιώση τας τολμηροτέρας των +υπονοιών αυτού, ενέβαλον εις την καρδίαν οξύτατον άλγος. Αλλ' όταν +επανευρέθη μόνος εντός της αμάξης, ο Καρένιν, προς ιδίαν του +έκπληξιν και προς άκραν του ευχαρίστησιν, συνησθάνθη ότι είχε +τελείως απελευθερωθή απασών των αμφιβολιών και των αλγηδόνων της +ζηλοτυπίας, αίτινες τόσον τον είχον βασανίσει. + + ― Μία γυνή διεφθαρμένη, άνευ τιμής, άνευ καρδίας, άνευ θρησκείας! +Το κατενόησα πάντοτε, το έβλεπα πάντοτε, αν και εβίαζον εμαυτόν εξ +οίκτου προς αυτήν, να δεικνύω ότι απατώμαι διά λογαριασμόν της! + +Ενόμισε πράγματι, ότι είχε πάντοτε κρίνει την Άνναν υπό τοιούτο +φως. + +Ανεμνήσθη λεπτομερείας της προηγουμένης συμβιώσεώς των, +λεπτομερείας αι οποίαι άλλοτε δεν του είχον φανή αξιόμεμπτοι, και +αίτινες κατά την ώραν εκείνην, τω υπεδείκνυον φανερά, ότι πάντοτε +υπήρξε γυνή διεφθαρμένη. + +«. . . Διέπραξα σφάλμα συνδέσας την ζωήν μου με την ιδικήν της· +αλλ' εν τη πλάνη μου ταύτη ουδέν το κακόν υπάρχει, διά τούτο +ακριβώς δεν πρέπει να είμαι δυστυχής . . . + +«. . . Δεν είμαι εγώ ο ένοχος» εξηκολούθησεν, «ένοχος είνε αυτή! . +. . Αλλ' είνε μηδέν πλέον δι' εμέ, ουδ' υφίσταται καν πλέον δι' +εμέ!» + +Η νέα τύχη της Άννας και του υιού της, ως προς τον οποίον τα +αισθήματά του είχον επίσης μεταβληθή ως και προς εκείνην, έπαυσε +τοιουτοτρόπως να τον απασχολή. + +Το μόνον όπερ απησχόλει το πνεύμα του κατά την στιγμήν αυτήν, ήτο +ο τρόπος κατά τον οποίον θα ηδύνατο ν' αποσείση μετ' άκρας +αξιοπρεπείας, και συνεπώς, μετ' άκρας δικαιοσύνης, τον βόρβορον, +διά του οποίου τον είχε ρυπάνει κατά την πτώσιν της, διά να δυνηθή +να συνεχίση την δραστηρίαν την έντιμον και την χρήσιμον ζωήν του. + + ― Δεν δύναμαι να είμαι δυστυχής εγώ, διότι μία αξία περιφρονήσεως +γυνή διέπραξεν έν σφάλμα! Οφείλω μόνον να προσπαθήσω να εύρω την +καλλιτέραν διέξοδον όπως εξέλθω της τρομεράς θέσεως, εις την +οποίαν με ενέβαλεν η γυνή αύτη. Και την διέξοδον αυτήν θα την εύρω +. . . Δεν είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος . . . + +Και διά της φαντασίας του τότε διήλθεν ολόκληρος σειρά ιστορικών +ονομάτων . . . Την παρηκολούθησε δε από του περιφήμου Μενελάου +μέχρι της ατελευτήτου παρελάσεως συζύγων απατηθέντων εις τας +ανωτάτας κοινωνικάς τάξεις της Ρωσσίας: . . . + +«. . . Δαρδάλωφ, Πολτάβσκυ, πρίγκηψ Καριμπάνωφ, κόμης Πασκούδιν, +Ντραμ . . . Ναι, και ο Ντραμ επίσης, ένας άνθρωπος τόσον έντιμος, +τόσον πνευματώδης . . . και ο Σιμιένωφ, και ο Τσαγγούιν, και ο +Σεγγόνιν . . .» + +«. . . Είνε αληθές ότι κάποιος γελοίος ηλίθιος πίπτει εφ' όλων των +ανθρώπων αυτών, αλλ' ουδέποτε διέκρινα εν τη ατυχία των άλλο τι +από απλήν δυστυχίαν, και επάλαισα και εγώ κατά της δυστυχίας +ταύτης», διελογίσθη ο Καρένιν, αν και ηπατήθη εις το ζήτημα τούτο. + +Ουδέποτε είχε παλαίσει κατά τοιούτου είδους ατυχημάτων, και εξ +εναντίας, εξετίμα εαυτόν τόσον πλειότερον όσον έβαινεν αυξανόμενος +ο αριθμός των γυναικών που απατώσι τους συζύγους των. + +«. . . Είνε ατύχημα, το οποίον ημπορεί να συμβή εις κάθε άνθρωπον, +και το ατύχημα τούτο έπληξε και εμέ . . . Πρόκειται μόνον να +υποστώ το πάθημα μου υπό τας αρίστας κατά το δυνατόν συνθήκας. . +.» + +Ήρχισε να αναλύη εν πάση λεπτομερεία τας ενεργείας των ανδρών της +γνωριμίας του, οίτινες είχον ευρεθή εις την ιδικήν του θέσιν. + +«. . . Ο Δαριάνωφ εκτυπήθη εν μονομαχία . . .» + + ― Τι θα εκέρδιζα προκαλών αυτόν; + +Ο Καρένιν ανελογίσθη την νύκτα, ην θα διήρχετο προ της μονομαχίας, +κατόπιν το περίστροφον διευθυνόμενον κατ' αυτού, ερρίγησε και +κατενόησε ότι δεν έπρεπε να αποστείλη τον μάρτυρά του. + +«. . . Ας δεχθώμεν ότι μανθάνω σκοποβολήν . . . ιδού εγώ επί του +πεδίου της τιμής, πιέζω την σκανδάλην», εσκέπτετο κλείων τους +οφθαλμούς, «και . . . τον σκοτώνω . . . + +Έσεισε την κεφαλήν διά να αποδιώξη τας τρελλάς αυτάς ιδέας. + +«. . . Ποία έννοια ενυπάρχει εις την δολοφονίαν ενός ανθρώπου +ανοσιουργούντος όπως καθορισθώσιν αι σχέσεις μου προς την +εγκληματήσασαν γυναίκα μου και τον υιόν μου; . . . Και μετά τούτο +θα ευρισκόμην πάλιν εις την ανάγκην να επιζητήσω μίαν λύσιν. Αλλά +το περισσότερον προφανές, το πιθανώτερον, το έξω πάσης αμφιβολίας, +είτε εγώ θα φονευθώ ή θα τραυματισθώ! . . . εγώ, ο αθώος, θύμα, +νεκρός ή τραυματίας . . . Αυτό είνε πολύ περισσότερον ηλίθιον. + +Αποτρέψας τοιουτοτρόπως την πιθανότητα μιας μονομαχίας, ο Καρένιν +ήρχισε να εξετάζη το ενδεχόμενον του διαζυγίου, ετέρας δηλαδή +διεξόδου, την οποίαν είχον προτιμήσει μερικοί εκ των απατηθέντων +συζύγων, καθ' όσον ενεθυμείτο. + +Η επιδίωξις του διαζυγίου δεν θα ήτο δυνατόν να έχη άλλο τι +αποτέλεσμα πλην μιας σκανδαλώδους δίκης, ήτις θα απετέλει εύρημα +διά τους εχθρούς του και δι' όλους εκείνους, οίτινες ουδέν άλλο +επεζήτουν, παρά να υποβιβάσουν την υψηλήν θέσιν, ην κατείχεν ούτος +εν τω κόσμω. + +Εκτός δε τούτου, κατά την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, ήτο +προφανές ότι η σύζυγός του θραύσασα πλέον τους προς αυτόν δεσμούς +της, θα συνεδέετο στενώς μετά του εραστού της. + +Αλλ' εν τη ψυχή του Καρένιν, παρά την περιφρονητικήν αδιαφορίαν, +ην ενόμιζεν ότι ησθάνετο διά την Άνναν, διετηρείτο πάντοτε κάποιον +αίσθημα· ο πόθος να την εμποδίση να νυμφευθή τον Βρόνσκυ, διότι +δεν ήθελε να αποκομίση εκείνη κέρδος εκ του ιδίου της σφάλματος. + +Εκτός όμως του πλήρους διαζυγίου, θα ηδύνατο να ενεργήση όπως ο +Καριμπάνωφ, ο Πασκούδιν και ο αγαθός εκείνος Ντραμ, να χωριστή +δηλαδή της συζύγου του, ― διελογίσθη επίσης όταν κατεπραΰνθη η +πρώτη του έξαψις. + +Αλλά και το μέτρον αυτό θα προυκάλει επίσης σκάνδαλον, και προ +πάντων, όπως το διαζύγιον, θα έρριπτε την Άνναν εις τας αγκάλας +του εραστού της. + +«. . . Όχι! αυτό είνε αδύνατον, αδύνατον!» είπεν υψηλοφώνως· «είνε +αδύνατον να καταστώ εγώ δυστυχής, αυτή όμως και εκείνος δεν πρέπει +να γίνωσιν ευτυχείς!» + +Η ζηλοτυπία η οποία τον είχε βασανίσει κατά την περίοδον της +αβεβαιότητος, εξηφανίσθη, αλλ' είχεν αντικατασταθή υπό ετέρου +συναισθήματος· υπό του πόθου όχι μόνον να μη θριαμβεύση η Άννα, +αλλά και να υποστή την ποινήν, ην απήτει το παράπτωμά της. + +Και δεν απεδέχετο μεν κατά βάθος το τελευταίον τούτο συναίσθημα, +αλλ' εις τα έγκατα της ψυχής του ηύχετο να τιμωρηθή εκείνη διότι +είχε διαταράξει την γαλήνην του και την τιμήν του. + +Αφού εξήτασεν εκ νέου την διά μονομαχίας λύσιν, το διαζύγιον ή τον +χωρισμόν, και τα απέκρουσεν εκ νέου ο Καρένιν κατέληξεν εις το +συμπέρασμα ότι δι' αυτόν μία διέξοδος υπήρχε· να κρατήση την +σύζυγόν του, να κρύψη από τα μάτια του κόσμου πάντα όσα είχον +λάβει χώρα, να προσφύγη εις όλα τα αναγκαία μέσα όπως διασπάση τας +σχέσεις της Άννας και του Βρόνσκυ και προπάντων. ― δεν το ωμολόγει +τούτο, ― όπως την τιμωρήση. + +«. . . Θα τη διακηρύξω την απόφασίν μου, θα την κάμω να εννοήση, +ότι αφ' ού εζύγισεν ωρίμως την οδυνηράν θέσιν ην εδημιούργησεν εις +την οικογένειάν μας, η αρίστη διέξοδος δι' αμφότερα τα μέρη, είνε +το «εξωτικόν» σ τ ά τ ο υ ― κ β ο. ― Θα της είπω ότι είμαι έτοιμος +να υπογράψω την τοιαύτην διευθέτησιν υπό τον ρητόν όρον, ότι και +αυτή θα υποταχθή εις την θέλησίν μου, δηλαδή ότι θα διαρρήξη πάντα +δεσμόν προς τον εραστήν της. . .» + +Όταν δε η απόφασις αύτη ελήφθη οριστικώς υπό του Καρένιν, ευρήκεν +ούτος και κάποιον ανώτερον λόγον προς υποστήριξίν της. + +«. . . Συμμορφούμενος προς την απόφασιν ταύτην, ακολουθώ +πληρέστατα και τα παραγγέλματα της θρησκείας», διελογίσθη . . . +«Αυτός είνε ο μόνος τρόπος, όστις μοι επιτρέπει να μη αποδιώξω +βιαίως την ένοχον γυναίκα και να της παράσχω την διευκόλυνσιν της +αποτίσεως του εγκλήματός της, όσον δε βαρύ και αν είνε το καθήκον +όπερ επιβάλλω εις εμαυτόν, θα θυσιάσω οπωσδήποτε μέρος των +δυνάμεών μου χάριν της αναμορφώσεως και της σωτηρίας της . . .» + +Καίτοι ο Καρένιν κατενόει, ότι ουδεμίαν ηδύνατο ν' ασκήση +επίδρασιν ηθικήν επί της συζύγου του, ότι εξ όλων του των προς +αναμόρφωσιν και ανάπλασίν της προσπαθειών του, θα εξεπορεύετο +ψεύδος μόνον, . . . καίτοι κατά το διάστημα των τρομερών αυτών +ωρών της ζωής του ουδ' επί στιγμήν είχε διαλογισθή να ζητήση +συμβουλάς από την θρησκείαν, αφ' ης στιγμής η απόφασίς του +εταυτίζετο προς τας απαιτήσεις της χριστιανικής ηθικής, ενόμισεν +ουχ ήττον ότι η θρησκευτική αύτη κύρωσις τω παρείχε πλήρη +ικανοποίησιν, και τον επαρηγόρει μάλιστα κατά τι . . . + +Ήτο ευτυχής διαλογιζόμενος ότι, κατά στιγμήν τόσον κρίσιμον, +ουδείς θα ηδύνατο να είπη ότι δεν ενήργησε σύμφωνα προς τα +παραγέλματα της θρησκείας, της οποίας την σημαίαν εκράτει τόσον +υψηλά, εν τω μέσω της γενικής παγερότητος και αδιαφορίας. + +Εξακολουθών να εξετάζη τας νέας λεπτομερείας, ο Καρένιν διηρωτήθη +διατί τάχα αι μετά της Άννας σχέσεις του δεν θα ηδύναντο να +αποκατασταθώσιν οίαι και κατά το παρελθόν. + +Αναντιρρήτως, δεν θα του ήτο δυνατόν να τη αποδίδη την εκτίμησιν +και την αγάπην, ην έτρεφε προς αυτήν πρότερον, αλλά δεν υπήρχε δι' +αυτόν λόγος να συντρίψη την ιδίαν του ζωήν και να παράσχη, διότι +εκείνη είχε δειχθή γυνή κακή και άπιστος. + +«. . . Ναι, ο χρόνος, που όλα τα διευθετίζει, θα παρέλθη και αι +σχέσεις μας θα επαναγίνωσιν οποίαι υπήρξαν και πρότερον», +διελογίσθη ο Καρένιν, «θα επαναγίνωσι δηλαδή τοιαύται, ώστε η ζωή +μου να μη ευρίσκεται πλέον εν διαταραχή. Αυτή οφείλει να είνε +δυστυχής, αλλ' εγώ είμαι αθώος και διά τούτο εγώ δεν πρέπει να +είμαι δυστυχής!» + +* * * + +Πλησιάζων προς την Πετρούπολιν, ο Καρένιν εσταμάτησεν οριστικώς +εις το σχέδιον τούτο και συνέθεσεν εντός της κεφαλής του την +επιστολήν, ην θα έγραφε προς την σύζυγόν του. + +Όταν απήλθεν εις τον αντιθάλαμον όπου ευρίσκετο ο θυρωρός, έρριψε +βλέμμα επί των επιστολών και των επισήμων εγγράφων των ελθόντων εκ +του υπουργείου και διέταξε να μεταφερθώσιν εις το γραφείον του. + + ― Μη δεχθήτε κανένα, είπε προς τον θυρωρόν. + +Έκαμε δις τον γύρον του δωματίου, εσταμάτησε προ τον μεγάλου του +γραφείου, επί του οποίου ο θαλαμηπόλος του είχεν ήδη ανάψει έξ +λαμπάδας και εκάθησε τακτοποιήσας τα επί της τραπέζης του +αντικείμενα. + +Εστήριξεν είτα αμφοτέρους τους αγκώνας του επί του γραφείου, +εσκέφθη επί στιγμήν και ήρχισε να γράφη χωρίς ουδέ εφ' άπαξ να +διακοπή. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +«. . . Κατά την τελευταίαν μας συνάντησιν, σας ανακοίνωσα την +πρόθεσίν μου όπως σας καταστήσω γνωστήν την απόφασίν μου. + +«Ιδού η απόφασίς μου: οιαιδήποτε και αν υπήρξαν αι πράξεις σας, +δεν θεωρώ εμαυτόν έχοντα το δικαίωμα να θραύσω τους δεσμούς, διά +των οποίων δύναμις ανωτέρα μας έχει συνδέσει. + +«Η οικογένεια δεν δύναται να καταστραφή διά του πείσματος, διά της +ασεβείας ή και διά του πταίσματος ακόμη ενός των συμβληθέντων, και +η ζωή μας οφείλει να εξακολουθήση βαδίζουσα όπως και κατά το +παρελθόν. Αναγκαίον δε τούτο και δι' εμέ, και διά σας και διά τον +υιόν μας. + +«Είμαι βέβαιος ότι μεταμελείσθε τώρα διά το δώσαν αφορμήν εις την +επιστολήν ταύτην και ότι θα με βοηθήσετε προς ολοκληρωτικήν +απόσβεσιν των αιτίων της διαστάσεώς μας και προς λήθην του +παρελθόντος. Εν εναντία περιπτώσει, δύνασθε μόνη σας να προΐδητε +τι σας αναμένει, σας και τον υιόν σας. + +«Ελπίζω ότι θα δυνηθώ να σας αναπτύξω πάντα ταύτα εν +λεπτομερείαις, όταν θα επανιδωθώμεν. + +«Επειδή η περίοδος της αγροτικής διαμονής εγγίζει εις το τέλος +της, σας παρακαλώ να επανέλθητε εις Πετρούπολιν όσον το ταχύτερον, +ουχί δε βραδύτερον της τρίτης. + +«Θα δώσω όλας τας αναγκαίας διαταγάς. Σας υποδεικνύω δε, ότι +αποδίδω μεγάλην σημασίαν εις την ικανοποίησιν της τελευταίας μου +ταύτης αξιώσεως. + +«Αλέξιος Καρένιν». + +«Υ. Γ. ― Εσωκλείω τα χρήματα, τα οποία πιθανόν να σας χρειασθούν +διά τας δαπάνας σας». + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Ανέγνωσε και αύθις την επιστολήν και ευρέθη ευχαριστημένος εξ +αυτής· δεν ευρήκεν εν αυτή ούτε μίαν καν λέξιν σκληράν, ούτε μίαν +καν μορφήν, αλλά και ουδεμίαν καν συγκαταβατικότητα. + +Εδίπλωσε τον έγγραφον χάρτην, τον ελείανε δι' ογκώδους +χαρτοκοπτήρος εξ ελεφαντόδοντος, ετοποθέτησε τα χαρτονομίσματα +εντός του φακέλλου και εκωδώνισε καλών ένα υπηρέτην. + + ― Θα παραδώσης την επιστολήν αυτήν εις τον ταχυδρόμον διά να την +μεταβιβάση αύριον εις την Άνναν Καρένιν, εις την εξοχήν, είπεν +εγερθείς. + +Ο Καρένιν διέταξε να του φέρουν το τσάι εις το γραφείον του. + +Ύπερθεν του καθίσματος του ήτο ανηρτημένη μία φωτογραφία της +Άννας. + +Ο Καρένιν την περιειργάσθη. + +Τα μάτια της Άννας με το ανερμήνευτον βλέμμα τον ητένιζον με ήθος +χλευαστιπόν και προπετές, όπως κατά το εσπέρας της μεταξύ των +εκμυστηρεύσεως. + +Η θέα της περί την κεφαλήν της μαύρης δαντέλλας, της +παρελισσομένης καλλιτεχνικώτατα, των βαθυχρώμων μαλλιών της και +της ωραίας λευκής χειρός της γεμάτης δακτυλίους, επενήργησεν επ' +αυτού ως πρόκλησις αυθάδης. + +Αφού επί στιγμήν ητένισε την φωτογραφίαν, ο Καρένιν, ερρίγησε, τα +χείλη του εκλείσθησαν, και απέστρεψε την κεφαλήν, αφέθη δε να +καταπέση επί του καθίσματός του και ήρχισε να φυλλομετρή κάποιο +βιβλίον. + +* * * + +Αν και η Άννα είχε πάντοτε αντικρούσει τον Βρόνσκυ μετ' οργής και +επιμονής, οσάκις τη υπεδείκνυεν ότι η θέσις της απέβαινεν +αφόρητος, την εύρισκεν ουχ' ήττον και αυτός ψευδή ουχί έντιμον και +επεθύμει να ηδύνατο να την μεταβάλη. + +Επιστρέφουσα εκ των ιπποδρομίων μετά του συζύγου της, του είχεν +είπει τα πάντα, εν μια στιγμή νευρικής υπερδιεγέρσεως, και παρά το +οδυνηρόν συναίσθημα το οποίον είχε συναισθανθή, ήτο ευχαριστημένη +διότι είχε προβή εις την εκμυστήρευσιν εκείνην. + +Μείνασα μόνη, ανεγνώρισεν ότι ήτο ευτυχής, ότι την φοράν αυτήν τα +πάντα πλέον θα διεφωτίζοντο, και ότι δεν θα υπήρχον πλέον ψεύδη +μεταξύ των. Δεν αμφέβαλλε δε πλέον ότι η θέσις της θα +διεκανονίζετο οριστικώς. + +Η νέα αύτη φάσις της ζωής της θα ήτο ευκρινής, χωρίς αβεβαιότητας +και χωρίς υποκρισίας. + +Η βάσανος, την οποίαν της εστοίχισαν αι προς τον σύζυγον +εκμυστηρεύσεις της, θα αντημείβετο διά του γενονότος, ότι του +λοιπού, τα πάντα θα ήσαν σαφή και καθαρά. + +Το αυτό εσπέρας είδε τον Βρόνσκυ, αλλά δεν του ανεκοίνωσεν όσα +είχον λάβει χώραν μεταξύ αυτής και του συζύγου της, αν και η +εκμυστήρευσις αύτη θα ήτο απαραιτήτως αναγκαία όπως διαφωτισθή +τελείως η θέσις της. + +Όταν εξύπνησε την επιούσαν πρώτη της σκέψις υπήρξαν οι λόγοι τους +οποίους είχεν απευθύνει προς τον σύζυγόν της και οι οποίοι της +εφάνησαν τώρα τόσον τρομεροί, ώστε δεν ηδύνατο να εννοήση πώς έσχε +το θάρρος να προφέρη λέξεις τόσον χυδαίας. + +Αλλ' η εκμυστήρευσις είχε γείνει πλέον και ο Καρένιν είχεν ανέλθει +χωρίς να της είπη τίποτε. + +«. . . Είδα τον Βρόνσκυ», διελογίσθη η Άννα, «και δεν του διηγήθην +τίποτε. Όταν έφυγεν ηθέλησα να τον ανακαλέσω και να του τα είπω +όλα, αλλ' εσκέφθην ότι δεν θα ειμπορούσα να του τα εξηγήσω διατί +δεν τα ωμολόγησα ταχύτερον. Διατί ηθέλησα να τα είπω και όμως δεν +το έκαμα;» + +Και εις απάντησιν του ερωτήματος τούτου το δρυμύ του αίσχους +ερύθημα επορφύρωσε την μορφήν της. Εννόησε τι της έκλειε το στόμα, +και εννόησεν ότι ησθάνετο αίσχος. + +Η θέσις της, η οποία την προτεραίαν της εφαίνετο τελείως +διασαφηνισμένη, παρουσιάζετο ήδη αδιέξοδος. . . + +Κατελήφθη υπό τρόμου επί τω αναλογισμώ του σκανδάλου, το οποίον +δεν είχε σκεφθή. + +Οσάκις δε εσκέπτετο την απόφασίν, την οποίαν θα ελάμβανεν ο +σύζυγος της, αι μάλλον μαύραι ιδέαι την κατελάμβανον ολόκληρον. + +Εφαντάζετο ότι ο επιμελητής του Καρένιν θα προσήρχετο να την +εκδιώξη της οικίας της και να διακηρύξη εις τον κόσμον το αίσχος +της. Και διηρώτα εαυτήν πού θα μετέβαινεν όταν θα την εξεδίωκον, +και απάντησιν δεν εύρισκε. + +Όταν πάλιν εσκέπτετο τον Βρόνσκυ, έλεγε καθ' εαυτήν ότι δεν την +ηγάπα πλέον, ότι ήρχιζε να την βαρύνεται, ότι δεν ήτο δυνατόν να +καταστή εξ ολοκλήρου ιδική του και να αφοσιωθή εις αυτόν, και διά +τον λόγον τούτον, διησθάνετο κάποιαν εχθρότητα προς αυτόν. + +Ενόμιζεν ακόμη ότι τα λόγια, τα οποία είχεν απευθύνει προς τον +σύζυγόν της, και τα οποία επανελάμβανεν ακαταπαύστως τώρα εν τη +μνήμη της, ότι τα είχε απευθύνει εις όλον τον κόσμον και ότι όλος +ο κόσμος τα είχεν ακούσει. Δεν ηδύνατο να αποφασίση να παρατηρή +κατά πρόσωπον τους ανθρώπους που την περιεκύκλουν. Δεν ετόλμα να +καλέση διά κωδωνισμού την θαλαμηπόλον της, ακόμη δε ολιγώτερον να +κατέλθη του κοιτώνος της όπως ευρέθη αντιμέτωπος του υιού της και +της διδασκαλίσσης του. + +Η καμαριέρα της, ήτις από πολλής ώρας εκαραδόκει την αφύπνησίν της +εξόπισθεν της θύρας, εισήλθεν αυτοβούλως εις της κυρίας της. + +Η Άννα την ητένισε με ήθος ερωτηματικόν και εκοκκίνησεν εκ φόβου. + +Η θαλαμηπόλος εδικαιολογήθη διότι είχεν εισέλθει, προφασισθείσα +ότι ενόμισεν ότι η κυρία έχει κρούσει τον κώδωνα. + +Προσεκόμιζε δε μίαν ρόμπαν και ένα μπιλιέτο. + +Η κόμησσα Μπέτσυ υπενθύμιζεν εις την Άνναν ότι το πρωί εκείνο θα +είχε την Λίζαν Μερλάκωφ και την βαρώνην Στολτς μετά των θαυμαστών +των, χάριν μιας παρτίδος «κρόκετ». + + ― «Ελάτε τουλάχιστον διά να κάμετε μίαν μελέτην ηθών και +συμπεριφοράς. Σας περιμένω», έγραφε ως κατακλείδα. + +Η Άννα ανέγνωσε το σημείωμα και εστέναξεν παρατεταμένως. + + ― Δεν έχω ανάγκην από τίποτε, από τίποτε είπε προς την Ανούσκαν +ήτις ετακτοποίει τα φιαλίδια και της βούρτσες επί της τραπέζης του +καλλωπισμού. Πήγαινε θα ενδυθώ και θα κατέλθω. Άφες με, δεν μου +χρειάζεται τίποτε. + +Η Ανούσκα εξήλθε του δωματίου, αλλ' η Άννα δεν ήρχισε την +τουαλέττα της και έμεινεν εις την αυτήν στάσιν, με την κεφαλήν και +τας χείρας χαμηλωμένας· από στιγμής εις στιγμήν ερρίγει σύσσωμος, +ως να ήθελε κάτι να είπη, είτα δε επανέπιπτεν εις την αυτήν +παθητικήν στάσιν. + +Αν και ουδέποτε αμφέβαλε περί της θρησκείας, υπό τας εμπνεύσεις +της οποίας την είχεν αναθρέψει, η ιδέα του να επιζητήση παρηγορίαν +εν τη πίστει της εφαίνετο τόσον αλλόκοτος, όσον και αν επρόκειτο +να ζητήση την βοήθειαν αυτήν από τον Καρένιν . . . + +Εγνώριζεν εκ των προτέρων ότι η βοήθεια της θρησκείας θα ήτο +δυνατή μόνον αν παρητείτο παντός ότι απετέλει δι' αυτήν την +πραγματικήν έννοιαν της ζωής. + +Υπέφερε, και ήρχιζε μάλιστα να δοκιμάζη ποιόν τινα φόβον ενώπιον +της νέας ταύτης πνευματικής καταστάσεως, την οποίαν δεν εγνώριζεν +ακόμη. + +Ησθάνετο ότι τα πάντα εντός της ψυχής της ήρχιζον να +διχοτομούνται, όπως διχοτομούνται τα αντικείμενα ενώπιον +κουρασμένων οφθαλμών. + +Ενίοτε δεν εγνώριζε πλέον ούτε τι εφοβείτο ούτε τι ηύχετο και +επόθει. Δεν εγνώριζεν αν εφοβείτο ή αν ηύχετο όσα συνέβησαν ή +μόνον εκείνο που θα συνέβαινε, και δεν ηδύνατο να καθορίση σαφώς +εκείνο το οποίον πράγματι θα επόθει. + +Κατήλθε της κλίνης της και ήρχισε να βηματίζη εντός του δωματίου. + + ― Ο καφές είνε έτοιμος, η Δεσποινίς και ο Σεριόγια περιμένουν την +Κυρίαν, είπεν η θαλαμηπόλος εισελθούσα και πάλιν. + + ― Ο Σεριόγια; Τι κάμνει ο Σεριόγια; είπεν η Άννα μετά θέρμης, +αναμνησθείσα διά πρώτην φοράν ότι είχεν υιόν. + +Η σκέψις του τέκνου της απέσπασεν αποτόμως την Άνναν από της +αδιεξόδου θέσεως εν τη οποία ησθάνετο εαυτήν. Ανελογίσθη την +αποστολήν της μητρός, ήτις ζη χάριν του υιού της και μόνον +ειλικρινή εν μέρει αλλά λίαν μεγαλοποιημένην, ην είχεν επιβάλει +εαυτή κατά τα τελευταία ταύτα έτη, και διείδε μετά χαράς ότι +εύρισκεν εν αυτή ποιάν τινα δύναμιν ανεξάρτητον της θέσεως εις ήν +ευρίσκετο εν σχέσει προς τον σύζυγόν της και τον Βρόνσκυ. Η +δύναμις δε εκείνη ήτο ο υιός της. + +Οιαδήποτε και αν απέβαινεν η θέσις της, δεν θα ηδύνατο ποτέ να +εγκαταλείψη τον υιόν της. + +Και αν ο σύζυγός της την απεδίωκεν ή την ανεκήρυττεν άτιμον, και +αν ακόμη ο έρως του Βρόνσκυ την εγκατελίμπανε (αντεμετώπισε και +αύθις το ενδεχόμενον τούτο μετά πικρίας και τύψεως), ουδέποτε θα +παρητείτο, ουδέποτε θα απηρνείτο το τέκνον της . . . + +Ενεδύθη εν σπουδή, κατήλθε, και με βήμα σταθερόν εισήλθεν εις το +σαλόνι όπου είχε παραταθή ο καφές και όπου την ανέμενεν ο Σεριόγια +και η παιδαγωγός του. + +Ο Σεριόγια, ενδεδυμένος κατάλευκα, ίστατο παρά την τράπεζαν +ενώπιον του καθρέπτου και έπαιζε με τάνθη που είχε φέρει από τον +κήπον. Έμενε δε εκεί με την κεφαλήν και την ράχιν κυρτωμένην, με +μίαν έκφρασιν συγκεντρωμένης προσοχής, ην εγνώριζεν εκείνη και η +οποία τον προσομοίαζε με τον πατέρα του. + +Η Άννα εδράξατο του Σεριόγια από του ώμου, τον ητένισε και με ύφος +τρυφερόν μάλλον παρά αυστηρόν, όπερ ετάραξεν άμα και ηυχαρίστησε +το παιδίον, και κατόπιν το εφίλησε. + +«. . . Μήπως δεν ημπορώ να μη το αγαπώ;» διελογίσθη διερευνώσα το +φαιδρόν βλέμμα του παιδίου. «. . . Μήπως πρόκειται να συνταχθή με +τον πατέρα του διά να με τιμωρήσουν; Μήπως δεν θα αισθανθώσιν +έλεος δι' εμέ; . . .» + +Τα δάκρυα κατέρρεον επί των παρειών της· διά να τα κρύψη ηνωρθώθη +αποτόμως και έσπευσεν εις την ταράτσαν. + + ― Μήπως δεν θα με συγχωρήσουν; μήπως δεν θα εννοήσουν ποτέ ότι +δεν ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; διελογίσθη. + +Εισήλθε και πάλιν εις το δωμάτιόν της και εδήλωσεν εις την +παιδαγωγόν και τους υπηρέτας ότι ανεχώρει το αυτό εσπέρας διά +Μόσχαν, και ήρχιζε να συσκευάζη τας αποσκευάς της. + +* * * + +Εις όλα τα δωμάτια της επαύλεως επηγαινοήρχοντο θυρωροί, κηπουροί +και υπηρέται μετακομίζοντες διάφορα αντικείμενα. Τα ερμάρια και αι +σκευοθήκαι είχον ανοιχθή . . . επί του δαπέδου εσύροντο +ξεδιπλωμέναι εφημερίδες· δύο κιβώτια, σάκκοι και δέματα και +κύλινδροι είχον ήδη τοποθετηθή εντός του αντιθαλάμου. Η άμαξα των +Καρένιν και δύο αγοραία αμάξια ανέμενον προ της εξωτερικής +κλίμακος. + +Η Άννα, ήτις εν τω πυρετώ της αναχωρήσεως είχε λησμονήσει κάπως +τας απασχολούσας αυτήν σκέψεις, επλήρου τον ταξειδιωτικόν της +σάκκον, όταν η θαλαμηπόλος της επέστησε την προσοχήν αυτής επί +τινος οχήματος, το οποίον επλησίαζεν. + +Εκύτταξεν εκ του παραθύρου και διέκρινε τον ταχυδρόμον του Καρένιν +κρούοντα την θύραν της εισόδου. + + ― Πήγαινε και ρώτησε τι είνε, είπεν. + +Εκάθησε δ' επί του ανακλιντήρος με τας χείρας επί των γονάτων και +έτοιμη διά τα πάντα. + +Ο υπηρέτης προσεκόμισεν ογκώδες πακέτο· η επιγραφή προήρχετο εκ +μέρους του Καρένιν. + + ― Ο ταχυδρόμος έχει διαταγήν να περιμείνη απάντησιν, είπεν. + + ― Καλώς, απήντησεν η Άννα. + +Μόλις δε ο υπηρέτης εξήλθεν, ήνοιξε το δέμα διά των τρεμόντων +δακτύλων της. Η δέσμη των τραπεζογραμματίων, συγκρατουμένων διά +μικράς ταινίας, ωλίσθησεν επί του παρκέτου. Ανέσυρε την επιστολήν +και ήρχισε να την αναγινώσκη από το τέλος. + +«. . . Έκαμα όλας τας προετοιμασίας διά την επάνοδόν σας και +αποδίδω μεγίστην σημασίαν εις την ικανοποίησιν της τελευταίας μου +αξιώσεως . . .» + +Ανέγνω τα προηγούμενα, κατόπιν τα όπισθεν, ανέγνω το όλον, έπειτα +και εκ δευτέρου ολόκληρον την επιστολήν εξ αρχής. Όταν δε +ετελείωσεν, ησθάνθη ότι εκρύωνε και ότι την εβάρυνε δυστύχημα πολύ +τρομερώτερον και των χειρίστων της προβλέψεων. + +Το πρωί μεταμελείτο διότι είχεν ομολογήσει τα πάντα εις τον +σύζυγόν της· και τι δεν θα έδιδε διά να δυνηθή να πάρη πίσω τα +λόγια της εκείνα! . . . Η επιστολή του Καρένιν απεδέχετο ότι τα +λόγια εκείνα δεν είχον προφερθή και της παρείχεν υπό την έποψιν +ταύτην πλήρη ικανοποίησιν. Η επιστολή ουχ ήττον εκείνη της +κατέφερε κτύπημα πολύ οδυνηρότερον αφ' όσον θα ηδύνατο να αναμένη. + +«. . . Έχει δίκαιον, έχει δίκαιον», είπεν. «Έχει πάντοτε δίκαιον, +είνε χριστιανός, είνε μεγαλόψυχος! . . . Ναι, κατ' επιφάνειαν, +αλλ' εν τη πραγματικότητι είνε άνθρωπος ευτελής και ποταπός! Και +αυτό το γνωρίζω μόνη εγώ . . . Όλος ο κόσμος τον ονομάζει άνθρωπον +ευσεβή, ηθικόν, πνευματώδη, τίμιον, κανείς δεν βλέπει όσα είδον +εγώ εν αυτώ. Δεν γνωρίζουν πως, επί οκτώ έτη, απέπνιξε την ζωήν +μου, απέπνιξε παν ό,τι υπήρχεν εντός μου ζωντανόν, ότι ουδέ μίαν +καν φοράν δεν του επήλθεν η ιδέα ότι είμαι γυναίκα ζωντανή έχουσα +ανάγκην έρωτος . . . Δεν γνωρίζει κανείς ότι κατά πάσαν στιγμήν με +προσέβαλε και έμενεν ευχαριστημένος εξ εαυτού . . . Μη δεν +προσεπάθησα δι' όλων μου των δυνάμεων να εύρω μίαν δικαιολογίαν +εις το είδος της ζωής, το οποίον μοι επέβαλλε; . . . Μη δεν +προσεπάθησα να τον αγαπήσω, να αγαπήσω τον υιόν μου όταν πλέον δεν +ηδυνάμην να αγαπώ τον σύζυγον; . . . Ο χρόνος επήλθε και κατενόησα +ότι δεν δύναμαι πλέον να αυταπατώμαι, ότι είμαι πλάσμα ζωντανόν +και ότι δεν είνε ιδικόν μου σφάλμα αν ο Θεός με διέπλασε τοιαύτην, +ώστε να έχω απόλυτον ανάγκην έρωτος και ζωής» . . . + +«. . . Και τώρα; Θα προτιμούσα να σκοτώση και εμένα και αυτόν . . +. Θα υπέφερα τα πάντα, θα συνεχώρουν τα πάντα . . . Αλλ' όχι . . . +Πώς δεν εμάντευσα τι απόφασιν επρόκειτο να λάβη; Ώφειλα να γνωρίζω +ότι θα ενήργει σύμφωνα προς τον ευτελή του χαρακτήρα . . . Θα +νικήση αυτός και θα πέσω εγώ. Θα με εξευτελίση ακόμη περισσότερον +. . .» + +«Δ ύ ν α σ θ ε - μ ό ν η - σ α ς - ν α - π ρ ο ΐ δ η τ ε - τ ι - +σ α ς - α ν α μ έ ν ε ι, σ α ς - κ α ι - τ ο ν - υ ι ό ν - σ α ς», +επανέλαβε καθ' εαυτήν αναμιμνησκομένη της επιστολής του συζύγου +της. + +«. . . Με απειλεί να μου αρπάση τον υιόν μου, και αναμφιβόλως, +σύμφωνα με τους ηλιθίους των νόμους, δύναται να το κάμη . . . Αλλά +μήπως δεν γνωρίζω διατί μου κάμνει την απειλήν ταύτην; . . . Δεν +πιστεύει εις την αγάπην μου προς το παιδί μου ή περιφρονεί το +αίσθημα αυτό, το οποίον πάντοτε εχλεύαζε· γνωρίζει όμως ότι δεν θα +εγκαταλείψω τον υιόν μου, ότι δεν δύναμαι να τον εγκαταλείψω. +Γνωρίζει ότι άνευ του υιού μου, δεν θα δυνηθώ να ζήσω ούτε και +μετ' εκείνου που αγαπώ, και ότι, αν εγκαταλίμπανα τον υιόν μου, θα +ήμην η ευτελεστέρα και η πιο τιποτένια των γυναικών! Το γνωρίζει. +Γνωρίζει ακόμη ότι δεν δύναμαι να υποχωρήσω εις τον πόθον του. . +.» + +«Η - ζ ω ή - μ α ς - π ρ έ π ε ι - ν α - ε ί ν α ι - κ α τ' - +ε π ι φ ά ν ε ι α - ό π ω ς - κ α ι - π ρ ό τ ε ρ ο ν.» + +Η φράσις αύτη της επιστολής του Καρένιν της επανήλθε επίσης εις +την μνήμην. + +«. . . Η ζωή αυτή υπήρξε πάντοτε δυσφόρητος, κατά δε τους +τελευταίους χρόνους είχε καταστή απεχθής. Τι θα είνε τόρα; Το +γνωρίζει, το εννοεί αυτός καλά! Γνωρίζει ότι δεν δύναμαι να +μετανοήσω διά τον έρωτά μου, όστις αποτελεί αυτήν μου την ζωήν +ολόκληρον. Γνωρίζει ότι απόρροια όλων αυτών θα είναι το ψεύδος, +αλλά πρέπει να εξακολουθήση να με βασανίζη . . . + +«Τον γνωρίζω, γνωρίζω ότι ζη εντός του ψεύδους όπως το ψάρι εντός +του ύδατος. Όχι, δεν θα του παράσχω αυτήν την απόλαυσιν . , . Θα +σχίσω τον πέπλον αυτόν του ψεύδους εντός του οποίου υπόσχεται να +με φυλακίση· ας συμβή ότι τύχη, όλα είναι προτιμότερα από το +ψεύδος και την διπροσωπίαν . . . + +«. . . Αλλά, πώς να ενεργήσω; τι να πράξω; Θεέ μου Θεέ μου Υπήρξε +ποτε γυναίκα όσον εγώ δυστυχής;» + +Επλησίασεν εις την τράπεζάν της διά να γράψη, αλλά δε ηδυνήθη· +εσταύρωσε τας χείρας, αφήκε την κεφαλήν της να καταπέση και +έκλαυσε μετά λυγμών, με το στήθος ανατινασόμενον όπως κλαίουν τα +παιδιά . . . + +Έκλαιε διότι διέβλεπεν ότι η ελπίς να διευκρυνισθή η θέσις της +είχε χαθή διά παντός. + +Εγνώριζεν ότι όλα θα παρέμενον όποια και εις το παρελθόν, και +ακόμη χειρότερα. + +Ησθάνετο ότι η θέσις, ην κατείχεν εν τω κόσμω, και η οποία το πρωί +της εφαίνετο ασήμαντος, της επίεζε δυνατά την καρδιά και ότι δεν +θα είχε το θάρρος να την ανταλλάξη με την επαίσχυντον θέσιν μιας +γυναικός που εγκαταλείπει τον σύζυγόν της και τον υιόν της διά να +ζήση μετά του εραστού της. . . + +Ησθάνετο ότι, παρ' όλας τας αγωνιώδεις της προσπαθείας δεν θα +καθίστατο ποτέ κυρία της καταστάσεώς της και ότι ουδέποτε θα +εγνώριζε την ελευθερίαν εν τω έρωτι, αλλά θα παρέμενεν αείποτε η +γυνή η ένοχος, ζώσα υπό την απειλήν ν' αποκαλυφθή, η γυνή η +απατώσα τον σύζυγόν της μετ' ανδρός ανεξαρτήτου, του οποίου δεν +δύναται να συμμερισθή την ζωήν . . . Εγνώριζεν ότι εκεί θα +κατέληγον τα πράγματα, αλλά το πεπρωμένον της ήτο τόσον τρομερόν, +ώστε δεν ηδύνατο να το αντιμετωπίση, και έκλαιεν αδιαπαύστως, όπως +κλαίουν τα τιμωρημένα παιδιά. + +Τα βήματα του πλησιάζοντος υπηρέτου την ανεκάλεσαν εις την +πραγματικότητα. + +Υπεκρίθη δε ότι έγραφε διά να κρύψη την μορφήν της. + + ― Ο ταχυδρόμος του κυρίου περιμένει την απάντησιν. + + ― Την απάντησιν; Ναι . . . να περιμένη, θα κωδωνίσω . . . + + ― «. . .Τι ειμπορώ να του γράψω; Τι δύναμαι ν' αποφασίσω +ολομόναχη; Τι γνωρίζω; Τι επιθυμώ; Τι αγαπώ; . . .» + +Ησθάνθη και πάλιν ότι τα πάντα εντός της ψυχής της ήρχιζον να +διχάζονται. Και εφοβήθη εκ νέου από το αίσθημα αυτό και ήρπασε το +πρώτον παρουσιασθέν πρόσχημα ίνα ενεργήση, διά ν' αποδιώξη τας +πλημμυρούσας της σκέψεις. + +«. . . Πρέπει να ίδω τον Βρόνσκυ . . . Αυτός μόνος θα δυνηθή να +μου είπη τι οφείλω να πράξω. . .» + +Επλησίασε δε αποφασιστικώς εις την τράπεζαν και έγραψε προς τον +σύζυγόν της: + +«Έ λ α β ο ν - τ η ν - ε π ι σ τ ο λ ή ν - σ α ς. Α.» + +* * * + +Επλησίαζεν η έκτη ώρα, και, διά να φθάση επακριβώς εις την +συνέντευξιν, την οποίαν του είχεν ορίσει η Άννα, χωρίς ν' +αναγνωρισθή, ο Βρόνσκυ απέστειλεν οπίσω τους ίππους και επέβη της +ταξειδιωτικής αμάξης του Γιασβίν. + +Εις τον ηνίοχον έδωκε την διαταγήν να προχωρήση ολοταχώς. + +«Ζη καλά κανείς, ναι, είναι ωραία η ευζωία!» διελογίσθη. + +Άλλοτε, είχε πολλάκις δοκιμάσει το ευχάριστον αυτό συναίσθημα της +φυσικής ευεξίας, αλλ' ουδέποτε ακόμη δεν είχε τόσον αγαπήσει το +ίδιόν του άτομον, όσον την στιγμήν αυτήν. + + ― Γρηγορώτερα, γρηγορώτερα! εφώναξε προς τον ηνίοχον. + +Προέβαλε την κεφαλήν από της θυρίδος, εξήγαγε τρία ρούβλια και τα +έθεσεν εις την χείρα του ηνιόχου . . . Ούτος εψηλάφησε το +χαρτονόμισμα, είτα δε ηκούσθη ο συριγμός του μαστιγίου και η άμαξα +ώρμησε πτερωτή επί του λιθοστρώτου. + +«. . . Εκτός αυτής της ευτυχίας, ουδενός άλλου έχω ανάγκην!» +εσκέφθη ο Βρόνσκυ αναπολών εν τη φαντασία του την Άνναν όπως την +είχεν ίδει κατά την τελευταίαν του συνέντευξιν. + +«. . . Και την αγαπώ κάθε μέρα περισσότερον . . . Αλλ' ιδού ο +κήπος της αγροικίας Βρέδε». + +Ηκολούθησε την μεγάλην δενδροστοιχίαν όπου δεν διέκρινε κανένα, +αλλά παρατηρήσας προς τα δεξιά του, αντίκρυσε την Άνναν. + +Η μορφή της εκάλυπτετο ορμητικώς διά πέπλου, αλλ' ο νέος περιέβαλε +δι' ενός χαρμοσύνου βλέμματος το βάδισμά της, την κλίσιν των ώμων +και την στάσιν της κεφαλής, ήτις εχαρακτήριζε την νεαράν γυναίκα. +Και ανησθάνθη μετά μείζονος εντάσεως την χάριν του σώματός της, +από των ελαστικών κινήσεων των κνημών αυτής μέχρι του ρυθμικού +αναπαλμού των πνευμόνων της και κάποιος ηδυπαθής γαργαλισμός +προσεθώπευσε τα χείλη του. + +Όταν επλησίασε την Άνναν, του έθλιψεν αύτη δυνατά την χείρα. + + ― Δεν θα μου θυμώσης διότι σε έκαμα να έλθης, είχα ανάγκην να σε +ίδω. . . + +Η σοβαρά και αυστηρά πτυχή των χειλέων της Άννας, ην ο Βρόνσκυ +διέκρινεν όπισθεν της καλύπτρας της μετέβαλεν αποτόμως την +ευδιαθεσίαν του. + + ― Εγώ, να σου θυμώσω! . . . Αλλά πώς ήλθες; Και πού θα πάμε; + + ― Ολίγον ενδιαφέρει, είπεν εκείνη στηρίζουσα την χείρα της επί +του βραχίονος του νέου. Πάμε να σε συμβουλευθώ. + +Ο Βρόνσκυ ενόησεν ότι κάτι σοβαρόν είχεν επισυμβή. + + ― Τι συνέβη; τι συνέβη! ηρώτησεν. + +Εκείνη έκαμεν ολίγα βήματα χωρίς να αποκριθή, συγκεντρούσα το +θάρρος της· είτα δε, εσταμάτησε: + + ― Δεν σου είπα χθες, ήρχισε ζωηρώς και με διακοπτομένην πνοήν . . +. Δεν σου είπα χθες, ότι επιστρέφουσα από τας ιπποδρομίας μετά του +Αλεξίου Αλεξάνδροβιτς, του τα είπα όλα . . . Του είπα ότι δεν +δύναμαι πλέον να είμαι σύζυγός του, ότι . . . Τα είπα όλα! + +Την ήκουε κύπτων αθέλητα δι' ολοκλήρου του αναστήματός του, ως να +ήθελε να μετριάση δι' αυτήν το αλγεινόν της θέσεώς της. Αλλά μόλις +του αφηγήθη τα διατρέξαντα, ηνωρθώθη και η μορφή του προσέλαβεν +έκφρασιν υπερήφανον και αυστηράν. + + ― Ναι, ναι, προτιμώτερον αυτό, μυριάκις προτιμώτερον! Κατανοώ +πόσον υπήρξε σκληρόν . . . + +Αλλ' η Άννα δεν ήκουε τους λόγους του· ανεγίνωσκε τας σκέψεις +αυτού εν τη εκφράσει της μορφής του. Δεν ηδύνατο να εννοήση ότι η +έκφρασις εκείνη αντινάκλα την πρώτην σκέψιν του Βρόνσκυ, την +ανάγκην της μονομαχίας. Ουδέποτε είχεν αναλογισθή το τοιούτον +ενδεχόμενον και ηρμήνευσεν όλως διαφορετικά την αυστηρότητα της +εκφράσεώς του. + +Η Άννα ήλπιζεν ότι η συνέντευξις εκείνη θα μετεμόρφωνε την θέσιν +των και θα την έσωζεν. + +«. . . Αν μου είπη, όταν θα του τα διηγηθώ όλα, σταθερώς, μετά +πάθους και άνευ στιγμής δισταγμού: ― «Εγκατάλειψον τα πάντα και +ακολούθει με!», θα εγκαταλείψω τον υιόν μου και θα τον ακολουθήσω. +. . + +Αλλ' η εξομολόγησίς της δεν παρήγαγεν επί του Βρόνσκυ την +εντύπωσιν, ην ανέμενεν· εφάνη ως να είχεν αισθανθή προσβολήν. + + ― Δεν υπήρξε δύσκολον δι' εμέ, είπε με τόνον οργίλον . . . ήλθεν +αφ' εαυτού. + +Ανέσυρε δε την επιστολήν, ην ο σύζυγός της τη είχε γράψει την +πρωίαν, και την έτεινε προς τον Βρόνσκυ: + + ― Ιδού, παρατήρησον . . . + + ― Εννοώ, εννοώ! είπεν εκείνος διακόπτων αυτήν. + +Έλαβε δε την επιστολήν, αλλά δεν την ανέγνωσε και προσεπάθησε να +καθησυχάση την Άνναν. + + ― Έν και μόνον εζήτουν, έν και μόνον ηυχόμην, να σε ίδω +απαλλασσομένην της θέσεως αυτής ίνα δυνηθώ να αφιερώσω εις την +ευτυχίαν σου ολόκληρον την ζωήν μου. + + ― Διατί μου το λέγεις αυτό; εφώνησεν η Άννα, μήπως δύναμαι να +αμφιβάλλω; . . . Αν αμφέβαλα . . . + +Εις τον Βρόνσκυ εφάνη ότι οι οφθαλμοί της, υπό τον πέπλον, τον +παρετήρουν με αλλόκοτον οργήν. + + ― Είπον . . . επανέλαβεν η Άννα, ότι δεν θέλω να αμφιβάλλω περί +σου· αλλά, διάβασε τι μου γράφει . . . + +Εσιώπησε και πάλιν. + +Ο Βρόνσκυ, αναγινώσκων την επιστολήν, όπως κατά την αναγγελίαν της +ρήξεως της Άννας με τον σύζυγόν της, ακουσίως όμως, αφέθη να +κυριαρχηθή υπό της σκέψεως των ιδίων του σχέσεων προς τον +προσβληθέντα σύζυγον. + +Κρατών ανά χείρας την επιστολήν εκείνην, ανελογίζετο χωρίς να το +θέλη την πρόκλησιν, ην θα εύρισκεν εις την οικίαν του, και, +κατόπιν, την μονομαχίαν, οπότε θα επυροβόλει εις τον αέρα με το +αυτό εκείνο άφροντι και αγέρωχον ύφος, όπερ είχε την στιγμήν +εκείνην, προτείνων τα στήθη του εις τας σφαίρας προσβληθέντος +συζύγου. + +Όταν δ' ετελείωσε την ανάγνωσιν, ύψωσε τους οφθαλμούς προς αυτήν +και το βλέμμα του εστερείτο αποφασιστικότητος. + +Η Άννα κατεννόησεν αμέσως, ότι είχεν ήδη αναμετρήσει την θέσιν των +και ότι δεν της απεκάλυπτεν ολόκληρον την σκέψιν του. + +Αντελήφθη ότι και η τελευταία ελπίς της διελύετο. + +Δεν ανέμενε δε τοιούτο τι παρ' αυτού. + + ― Βλέπεις τι άνθρωπος είνε; είπε διά φωνής τρεμούσης . . . . +Δύναται . . . + + ― Συγγώμην, αλλ' αυτό μ' ευχαριστεί, διέκοψεν ο Βρόνσκυ . . . +Φανού επιεικής, άφες με να τελειώσω, προσέθηκεν ικετεύων αυτήν διά +του βλέμματος . . . Χαίρω, διότι τα πράγματα δεν ειμπορούν να +μείνουν στάσιμα, όπως το φαντάζεται. + + ― Διατί όχι; είπεν η Άννα συγκρατούσα τα δάκρυα της. + +Δεν απέδιδε πλέον καμμίαν σημασίαν εις τους Βρόνσκυ· συνησθάνετο +ότι η τύχη της, κατά την γνώμην του, ήτο αναπότρεπτος· τα πράγματα +δεν ηδύναντο να συνεχισθώσιν όπως πρότερον· αλλά της ωμίλει υπό +όλως διάφορον πνεύμα. + + ― Δεν δύναται να συνεχισθή η κατάστασις αυτή. Ελπίζω ― εταράχθη +και ηρυθρίασεν, ― ελπίζω ότι θα μου επιτρέψης να διακανονίσω εγώ +την ζωήν σου! . . . Αύριον . . . + +Δεν τον αφήκε να τελειώση. + + ― Και ο υιός μου; εφώναξεν. Ανέγνωσες τι γράφει; . . . Οφείλω να +εγκαταλείψω τον υιόν μου, αλλ' ούτε δύναμαι ούτε θέλω να χωρισθώ +απ' αυτού. + + ― Αλλά, παρακαλώ, τι είνε προτιμότερον: να εγκαταλείψης τον υιόν +σου ή να συνεχίσης την ταπεινωτικήν αυτήν κατάστασιν; + + ― Διά ποίον είνε ταπεινωτική; + + ― Δι' όλους μας, αλλά κυρίως . . . + + ― Λέγεις ταπεινωτική . . . Μη το λέγεις αυτό! Τα λόγια αυτά δεν +έχουν καμμίαν έννοιαν δι' εμέ . . . + +Η φωνή της έτρεμε. + +Δεν ήθελε να του επιτρέψη να λέγη ό,τι δεν ήτο αληθές . . . έν +μόνον της απέμενεν, ο έρως του, και ήθελε να την αγαπά. + + ― Κατενόησον ότι αφ' ης ημέρας σε ηγάπησα, τα πάντα μετεβλήθησαν +δι' εμέ. Έν μόνον μου μένει εν τω κόσμω: ο έρως σου· η απόλαυσίς +του με ανυψώνει τόσον, με κάμνει να αισθάνωμαι εμαυτήν τόσον +ισχυράν, ώστε τίποτε δεν δύναται να με ταπεινώση! Είμαι βεβαία +περί της θέσεώς μου! Είμαι υπερήφανος δι' αυτήν, διότι . . . + +Δεν επεράτωσε την φράσιν της· δάκρυα αίσχους και απογνώσεως +απέπνιξαν την φωνήν της. Ανεκόπη και κατελήφθη υπό λυγμών. + + ― Αλλά κ' εκείνος ενόησεν ότι κάτι του έσφιγγε τον λάρυγγα, και, +διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του, ησθάνθη ότι ήτο έτοιμος να +κλαύση . . . Δεν θα ηδύνατο να εκφράση εκείνο που τον ετάραττε +τόσον, ησθάνετο οίκτον προς αυτήν και κατενόει ότι δεν ηδύνατο να +την απαλλάξη της θέσεως εις ην είχε περιστή. Εγνώριζε δε συνάμα +ότι αυτός ο ίδιος ήτο η αιτία της συμφοράς της και ότι είχε κακώς +ενεργήσει. + + ― Δεν θα ηδυνάμεθα άρα γε να επιτύχωμεν το διαζύγιον; + +Εκείνη δεν απεκρίθη. Έσεισε μόνον την κεφαλήν. + + ― Δεν θα ηδύνασο ν' απαγάγης τον υιόν σου, να εγκαταλείψης τον +σύζυγον; + + ― Ναι, αλλ' όλα ταύτα εξαρτώνται από αυτόν . . . Εγώ τόρα οφείλω +να επιστρέψω πλησίον του, είπεν εκείνη διά φωνής ξηράς. + +Το προαίσθημά της ότι τα πάντα θα συνεχίζοντο όπως και πρότερον +δεν την είχεν απατήσει. + + ― Την Τρίτην θα μεταβώ εις Πετρούπολιν και θ' αποφασισθώσι τα +πάντα, είπεν ο Βρόνσκυ. + + ― Ναι, απεκρίθη εκείνη. Αλλ' ας μη ομιλώμεν πλέον περί αυτού. + +Η άμαξα της Άννας, ην είχεν αφήσει διατάξασα τον ηνίοχον να +επανέλθη να την παραλάβη, επέστρεφε την στιγμήν εκείνην. + +Η Άννα απεχαιρέτησε τον Βρόνσκυ και επέστρεψεν εις την οικίαν της. + +* * * + +Απησχολημένος εις εργασίαν μετά του αρχιγραμματέως του, ο Καρένιν +ελησμόνει ότι ήτο η ημέρα καθ' ήν είχε διατάξει την Άνναν να +επιστρέψη εις Πετρούπολιν. Εξεπλάγη δε και δυσηρεστήθη μάλλον όταν +ο υπηρέτης προσήλθε να του αναγγείλη την άφιξιν της συζύγου του. + +Η Άννα είχεν αφιχθή κατά την πρώτην πρωινήν ώραν, είχε δε ζητήσει +την άμαξαν τηλεγραφικώς και υπέθετεν ότι ο Καρένιν είχε λάβει +γνώσιν της επανόδου της. + +Η Άννα διέταξε τον θαλαμηπόλον να αναγγείλη την άφιξίν της, είτα +δε εισήλθεν εις το δωμάτιόν της και ήρχισε να λύη τας αποσκευάς +της, πεπεισμένη ότι ο Καρένιν θα ήρχετο εις συνάντησίν της. Μία +όμως παρήλθεν ώρα και εκείνος δεν παρουσιάσθη. + +Η Άννα εισήλθεν εις την αίθουσαν του φαγητού υπό την πρόφασιν να +δώση διαταγάς· ωμίλησε δε μεγαλοφώνως επίτηδες, ελπίζουσα ότι θα +ήρχετο εις συνάντησίν της, αλλά δεν εφάνη, αν και τον ήκουσε +βαδίζοντα μέχρι της θύρας του γραφείου του όπως κατευοδώση τον +γραμματέα του. Εγνώριζεν ότι, σύμφωνα προς την συνήθειάν του, θα +μετέβαινεν εντός ολίγου εις το Υπουργείον του, και είχε την +απόφασιν να τον ίδη πρότερον, ίνα κανονισθώσιν αι μεταξύ των +σχέσεις. + +Έκαμε τότε επανειλημμένως τον γύρον της αιθούσης, είτα δε, διά +βήματος αποφασιστικού, διηυθύνθη προς το γραφείον του Καρένιν. + +Όταν εισήλθεν, ο σύζυγός της έφερεν ήδη την στολήν του, έτοιμος να +αναχωρήση, εκάθητο δε παρά τινα μακράν τράπεζαν, με την κεφαλήν +στηριζομένην επί της χειρός και ατενίζων θλιβερώς ενώπιόν του. + +Εκείνη τον αντίκρυσε, προτού δυνηθή να την ίδη, και εννόησεν ότι +εσκέπτετο περί αυτής. + +Όταν την αντελήφθη, ηθέλησε να εγερθή, αλλ' είτα μετήλλαξε γνώμην. +Αίφνης η μορφή του εφλογίσθη, τούθ' όπερ ουδέποτε του συνέβαινεν, +ηγέρθη δε αποτόμως, εβάδισεν εις συνάντησιν της συζύγου του, +ατενίζων αυτήν ουχί εις τους οφθαλμούς, αλλ' υπεράνω αυτών, ωσεί +διερευνών το μέτωπον αυτής και την κόμμωσιν. Όταν δ' ευρέθη +πλησίον της, έλαβε την χείρα αυτής και την παρεκάλεσε να καθήση. + + ― Λογίζομαι λίαν ευτυχής που σας βλέπω ενταύθα, είπεν. + +Εκάθησε παραπλεύρως αυτής και ηθέλησε να ομιλήση, αλλ' υπετραύλισε +κάτι χωρίς τίποτε να συναρθρώση. + +Η Άννα, προετοιμασθείσα διά την συνέντευξιν ταύτην, είχε παρασυρθή +εις την περιφρόνησιν και ενοχοποίησιν αυτού· δεν ευρήκεν εν +τούτοις τίποτε να είπη, και της εγέννησε τον οίκτον μάλλον. + +Η σιγή παρετάθη επ' αρκετόν. + + ― Ο Σεριόγια είνε καλά; είπε τέλος ο Καρένιν. + +Είτα δε, χωρίς να αναμείνη απάντησιν, προσέθηκε: + + ― Δεν θα γευματίσω εις το σπίτι σήμερον, και πρέπει μάλιστα να +απέλθω τώρα. + + ― Εγώ επροτιθέμην να αναχωρήσω διά Μόσχαν, είπεν η Άννα. + + ― Όχι, όχι, εκάματε άριστα να έλθητε εδώ. + +Εσιώπησε. + +Βλέπουσα ότι δεν είχε την δύναμιν να εξηγηθή η Άννα επρόλαβεν +αυτόν: + + ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, είπε χωρίς να ταπεινώση τους οφθαλμούς +προ του ερευνώντος την κόμην της βλέμματός του. Είμαι γυναίκα +ένοχος, κακή γυναίκα, αλλ' είμαι οποία ήμην, όπως σας το απεκάλυψα +ήδη . . . Ήλθα δε να σας είπω ότι δεν δύναμαι να μεταβάλω απολύτως +τίποτε. + + ― Δεν σας ηρώτησα περί τούτου, είπεν εκείνος με τόνον άκρως +αποφασιστικόν και προσβλέπων αυτήν μετά μίσους κατάματα. + +Υπό το κράτος της οργής, είχεν ανακτήσει την εφ' εαυτού θέλησιν. + +Όπως σας είπον ήδη, και όπως σας έγραψα, επανέλαβε διά φωνής +λεπτής και οξείας, σας επαναλαμβάνω δε και τώρα, ούτε επιθυμώ καν +να το μάθω. Το αγνοώ εντελώς. Όλαι αι γυναίκες δεν είνε όσον σεις +αγαθαί, και δεν σπεύδουν να ανακοινώνουν εις τους συζύγους των +ειδήσεις τόσον ε υ χ α ρ ί σ τ ο υ ς . . . + +Και ετόνισε την λέξιν «ευχαρίστους». + + ― Θα το αγνοώ εφ' όσον δεν θα το γνωρίζη ο κόσμος, εφ' όσον το +όνομά μου δεν θα υποστή ατίμωσιν. Διά τούτο σας προειδοποιώ ότι αι +σχέσεις μας οφείλουν να είνε οποίαι πάντοτε υπήρξαν, και θα +διαρκέση τούτο έως ου εκτεθείτε, οπότε θα ευρεθώ εις την ανάγκην +να λάβω μέτρα προς υπεράσπισιν της τιμής μου. + + ― Αλλ' αι μεταξύ μας σχέσεις δεν δύνανται να ώσιν οποίαι ήσαν +άλλοτε, είπεν η Άννα αιδημόνως και ατενίζουσα αυτόν μετά φρίκης. + +Όταν αντίκρυσε και πάλιν τας ηρέμους κινήσεις του, όταν ήκουσε την +διαπεραστικήν και είρωνα φωνήν του, η αποστροφή ην ησθάνετο προς +αυτόν της διέλυσε τον οίκτον ον είχε συναισθανθή· της υπελείπετο +μόνος ο φόβος, αλλ' οπωσδήποτε, ηθέλησε να καθορίση τας μελλούσας +σχέσεις των. + + ― Δεν δύναμαι να είμαι σύζυγός σας, οπόταν . . . + +Παγερός χλευαστικός γέλως διέφυγεν εκείνον: + + ― Πρέπει να πιστεύσω ότι το νέον είδος της ζωής το οποίον +υιοθετήσατε επέδρασεν επί των ιδεών σας. Σέβομαι και περιφρονώ +τόσον τούτο και εκείνο όσον, . . σέβομαι το παρελθόν σας και +περιφρονώ το παρόν σας . . . τόσον απείχον από του να σκεφθώ ότι +θα ηδύνασθε να δώσητε τοιαύτην ερμηνείαν εις τους λόγους μου. Δεν +είχετε δισταγμούς όταν επρόκειτο να μοι αποκαλύψητε τα σφάλματά +σας, διατί θα είχετε τοιούτους εν τη εκπληρώσει των καθηκόντων σας +ως συζύγου; . . . + + ― Τι αξιοίτε παρ' εμού; + + ― Αξιώ να παραιτηθήτε του ανθρώπου εκείνου· αξιώ να παύσητε να +τον βλέπετε. Νομίζω ότι δεν ζητώ πάρα πολλά! + +Διηυθύνθη προς την θύραν, αλλ' αντιληφθείς ότι είχεν εγερθή και η +Άννα, υπεκλίθη ενώπιον της και την αφήκε να περάση πρώτη. + +Ημέραν τινά καθ' ήν η Δόλλυ επέστρεφεν από την μικράν λίμνην όπου +είχε λούσει τα παιδιά της, ενώ τα τελευταία ταύτα είχον τα μαλλιά +υγρά ακόμη και η ιδία είχε διπλώσει τα δικά της δι' ενός +μανδυλίου, ο αμαξάς της τής είπε: + + ― Νά μια μ π α ρ ί ν α που έρχεται, θαρρώ πώς είναι η μπαρίνα του +Ποκροβσκόιε. + +Η Δόλλυ παρετήρησε μακράν και αντελήφθη μετά χαράς την γνωστήν +σιλουέτταν του Λεβίν, όστις ήρχετο προς συνάντησίν της. + +Ηυχαριστείτο πάντοτε να τον βλέπη, αλλά την φοράν αυτήν ήτο +κατενθουσιασμένη διά την παρουσίαν του, διότι ηδύνατο να την +αντικρύση εν όλη της τη δόξη. Ουδείς ήτο ικανώτερος του Λεβίν να +εκτιμήση την μητρικήν της μεγαλοπρέπειαν. + +Πράγματι, όταν την διέκρινεν, ανεκάλυψε μίαν εικόνα οικογενειακής +ευτυχίας τοιαύτην, οποίαν την ωνειροπόλει δι' εαυτόν εις το +μέλλον. + + ― Φαίνεσθε ευτυχής εν μέσω των παιδιών σας, της είπε. + + ― Α! πόσον είμαι ευχαριστημένη που σας βλέπω, απήντησεν εκείνη +τείνασα αυτώ την χείρα. + +Υπέρ παν άλλο επεθύμει να ομιλήση περί της Κίττυ. + + ― Η αδελφή μου μού γράφει, είπεν η Δόλλυ μετά στιγμιαίαν σιγήν, +ότι αρέσκεται κυρίως εις την μόνωσιν και την ηρεμίαν. + + ― Και πώς πηγαίνει η υγεία της; Είνε καλλίτερα; ηρώτησεν ο Λεβίν +κατασυγκεκινημένος. + + ― Χάρις τω Θεώ, πηγαίνει θαυμάσια, ανέρρωσεν εντελώς!. . . . + +Εγώ, άλλως τε, ουδέποτε επίστευσα ότι υπέφερεν από τους πνεύμονας. +. . + + ― Α! αυτό μ' ευχαριστεί υπερμέτρως! υπέλαβεν ο Λεβίν. + +Καθ' όσον επρόφερε τας λέξεις ταύτας και την παρετήρει, η Δόλλυ +διέκρινεν επί της μορφής του έκφρασιν συγκινούσαν και θλιβεράν. + + ― Ακούσατε, Λεβίν, είπε με το κάπως είρον χαρωπόν της μειδίαμα. +Διατί είσθε θυμωμένος εναντίον της Κίττυ; + + ― Εγώ;. . . Δεν έχω τίποτε εναντίον της. + + ― Ναι . . . της έχετε θυμώσει! . , . Δεν ήλθατε να μας ιδήτε όταν +διεμένατε εις Μόσχαν, και ούτε εκ της Κίττυ επήγατε. + + ― Δάρια Αλεξανδρόβνα, απήντησεν εκείνος ερυθριάσας, σεις που +είσθε τόσον καλή, ειμπορείτε να μου 'μιλήτε κατ' αυτόν τον τρόπον; +. . . Πώς δεν με λυπείσθε, αφού γνωρίζετε; + + ― Τι γνωρίζω; + + ― Φυσικά, γνωρίζετε ότι εζήτησα την χείρα της Κίττυ και ότι. . . +. + +Όλη η αγάπη ην ησθάνετο προ μιας στιγμής διά την Κίττυ, μήπως +παρεχώρησε την θέσιν της εις την μνησικακίαν, την οποίαν +εδημιούργει η πληγή εκείνη; + + ― Τι σας κάμνει να υποθέτετε ότι είμαι εις θέσιν να γνωρίζω; + + ― Όλος ο κόσμος το γνωρίζει! . . . + + ― Λοιπόν! απατάσθε, εγώ δεν το εγνώριζα, αν και το είχον +υποπτεύσει . . . . + + ― Τόρα όμως το γνωρίζετε. + + ― Εγώ εγνώριζα μόνον ότι κάτι είχε συμβή, το οποίον έκαμνε την +Κίττυ να υποφέρη φοβερά. Και επειδή δεν μου το ενεπιστεύθη, +επίστευσα ότι δεν θα είχε κάμει λόγον προς ουδένα . . . + +Τι συνέβη λοιπόν μεταξύ σας; Είπατέ μου το . . . + + ― Σας το είπον ήδη. + + ― Πότε εκάματε την πρότασίν σας; + + ― Την τελευταίαν φοράν που σας επεσκέφθην. + + ― Ε λοιπόν! οικτείρω τρομερά την Κίττυ. . . . Σεις, σεις επλήγητε +εις την φιλαυτίαν σας . . , + + ― Λέτε; έκαμεν ο Λεβίν. + +Η Δόλλυ τον διέκοψε. + + ― Αλλά εκείνην, την καϋμένη, την λυπούμαι . . . με όλη μου την +καρδιά . . . Τώρα, εννοώ τα πάντα! + + ― Ευαρεστήθητε να με συγχωρήσητε, Δάρια Αλεξανδρόβνα, είπεν ο +Λεβίν εγερθείς, ω ρεβουάρ. + + ― Όχι, μείνατε, αντείπεν εκείνη κρατούσα αυτόν από του βραχίονος +. . . Μείνατε, καθήσατε . . . + + ― Σας παρακαλώ, ας μη ομιλώμεν περί του ζητήματος αυτού. + +Επανεκάθησε και ησθάνθη ότι η ελπίς, η οποία του εφάνη ότι είχε +πτερυγίσει διά παντός, ανεπτερούτο εντός της καρδίας του. + +Το αίσθημα, όπερ είχε νομίσει νεκρωθέν, ανεγεννάτο και ηνδρούτο +επί μάλλον και μάλλον, καταλαμβάνον ολόκληρον τη καρδίαν του. + + ― Ναι, τα εννοώ όλα τώρα, επανέλαβεν η Δόλλυ . . . Οι άνδρες δεν +ημπορούν να τα εννοήσουν αυτά . . . Σεις που είσθε ελεύθεροι, σεις +που κάμνετε την εκλογήν σας, γνωρίζετε πάντοτε ποίαν αγαπάτε. Αλλά +μία νεαρά κόρη, εις την ηλικίαν της αναμονής, με την παρθενικήν +της επιφυλακτικότητα, η νεαρά κόρη που σας βλέπει μακρόθεν, που +πιστεύει τα πάντα επί λόγω τιμής, δυνατόν να κυριαρχήται από +αίσθημα, το οποίον δεν ειμπορεί να διαγνώση, και να μη γνωρίζη τι +να αποκριθή. + + ― Ναι, αν δεν ομιλεί η καρδία. + + ― Όχι, η καρδία ομιλεί. Αλλά σκεφθήτε· οι άνδρες έχουν βλέψεις +επί μιας νέας· πηγαίνουν εις ένα σπίτι, το σπουδάζουν, αναμένουν +έως ότου εύρωσι το πρόσωπον που δύνανται να αγαπήσουν και, όταν +πεισθώσιν εντελώς ότι αγαπούν, προβαίνουν εις την αίτησίν των. + + ― Ε λοιπόν! όχι, δεν πρόκειται εδώ περί εντελώς όμοιας +περιπτώσεως. + + ― Ναι, ναι, οι άνδρες προβαίνουν εις την αίτησίν των όταν ο έρως +των ωριμάση, ή όταν ζυγίσωσι καλά την εκλογήν των. Κανείς όμως δεν +ζητεί από μίαν νέαν την γνώμην της, και όμως επιθυμούν να κάμνη +μόνη της την εκλογήν της· αλλ' αυτή δεν δύναται να το πράξη . . . + +«. . . Ναι, την εκλογήν μεταξύ εμού και του Βρόσκυ», εσκέφθη ο +Λεβίν. + +Και, εντός της ψυχής του, το πτώμα, το οποίον ενόμισεν αναστηθέν +ανέλαβεν αύθις την νεκρικήν του παγερότητα και συνεπίεσεν οδυνηρώς +την καρδίαν του. + + ― Τοιουτοτρόπως εκλέγεται ένα φόρεμα, ένα κομψοτέχνημα, αλλ' ουχί +ο έρως, είπεν ο Λεβίν. . . Όταν δε η επιλογή γείνη, τόσον το +καλλίτερον . . . δεν ξαναρχίζουν . . . + + ― Ω! τι υπερηφάνεια! τι εγωισμός! υπέλαβεν η Δόλλυ, ως να τον +περιεφρόνει διά το τόσον ποταπόν αυτό αίσθημα εν συγκρίσει προς +εκείνο, όπερ μόναι αι γυναίκες εγνώριζον ― Όταν εκάματε την +δήλωσίν σας προς την Κίττυ, ευρίσκετο ακριβώς εις την κατάστασιν +εκείνην καθ' ήν μία νέα δεν δύναται ν' αποφασίση. Εδίσταζε . . . +διηρώτα εαυτήν, σας ή τον Βρόσκυ; Εκείνον, τον έβλεπε καθ' +εκάστην, εν ώ σας, είχε να σας ιδή προπολλού. Αναμφιβόλως, αν +συνέπιπτε να είναι μεγαλειτέρα την ηλικίαν . . . Εγώ, εν +παραδείγματι, εις την θέσιν της, δεν θα εδίσταζον. Μου απήρεσε +πάντοτε απολύτως αυτός ο άνθρωπος. + +Ο Λεβίν ενεθυμήθη την απάντησιν της Κίττυ: ― «Όχι! αυτό δεν +δύναται να γείνη!» + + ― Εκτιμώ την προς με εμπιστοσύνην σας, είπε, αλλά νομίζω ότι +απατάσθε. Πιθανόν να έχω άδικον ή δίκαιον την στιγμήν αυτήν, αλλ' +η υπερηφάνεια την οποίαν τόσον περιφρονείτε εν εμοί μου απαγορεύει +να σκέπτωμαι ακόμη την Κατερίνα Αλεξανδρόβνα . . . Αυτό μου είνε +απολύτως αδύνατον! + + ― Επιτρέψατέ μου να σας είπω κάτι τι ακόμη, πρόκειται περί της +αδελφής μου, την οποίαν αγαπώ ως να ήτο παιδί μου . . . δεν +βεβαιώνω ότι σας αγαπά, αλλ' ηθέλησα να είπω ότι η τότε άρνησίς +της δεν απεδείκνυε τίποτε. + +Ο Λεβίν ανετινάχθη: + + ― Δεν γνωρίζω, ανεφώνησεν. . . . Α! τι κακό που μου κάμνετε. . . +Είνε ως να είχετε χάσει ένα παιδί και ήρχοντο να σας είπουν: «Α! +τι ώμορφο που ήταν, τι έξυπνο, τι χαρά που σας έφερνε . . . και το +παιδάκι επέθανεν, επέθανεν, επέθανεν!» + + ― Τι αλλόκοτος που είσθε, είπεν η Δόλλυ μετ' επωδύνου μειδιάματος +αντιληφθείσα την συγκίνησιν του Λεβίν. . . Ναι, εννοώ τόρα πολύ +καλλίτερον όσα συνέβησαν . . . Ώστε δεν θα έλθητε να μας ιδήτε +όταν η Κίττυ θα είνε μαζύ μας; + + ― Όχι, δεν θα έλθω. . . Δεν θ' αποφεύγω την δεσποινίδα Κίττυ, +αλλ' εφ' όσον θα δύναμαι, θα την απαλλάττω της δυσαρεσκείας να με +βλέπη. + + ― Είσθε αλλόκοτος! αντείπεν εκείνη παρατηρούσα αυτόν τρυφερώς . . +. Έστω . . . Ας μείνουν τα πράγματα ως να μη είχομεν είπει τίποτε +. . . + +Εν τούτοις, από της στιγμής εκείνης, ο Λεβίν ευρήκε τα πάντα +δυσάρεστα εν τη οικία· ούτε η Δόλλυ, ούτε τα παιδιά της τω +εφαίνοντο τόσον αξιαγάπητα όσον προτήτερα. Έμεινε διά να πάρη το +τσάι, αλλ' η φαιδρότης του είχεν εξαφανισθή. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου, ο Λεβίν ευρέθη ηναγκασμένος να +μεταβή εις τα κτήματα της αδελφής του διά να εξελέγξη την +διαχείρισιν του επιμελητού. + +Ενώπιόν του, πλήθος γυναικών με πολυχρώμους περιβολάς εκινούντο +λογοκοπούσαι φαιδρώς με τας ηχηράς των φωνάς, και επί του +ανοικτοπρασίνου λειμώνος εστιβάζοντο αι ξανθαί σωρείαι του ξηρού +χόρτου. Όπισθεν αυτών ήρχοντο οι χωρικοί με τα δίκρανά των, και αι +στίβαι του χόρτου μετεβάλλοντο εις υψηλάς, ευρείας και μαλακάς +θημωνίας. + +Εξαίφνης μία νεαρά γυνή, με την τραχείαν και αγροίκον φωνήν της, +ετόνισεν ένα τραγούδι, και, όταν αυτή ετελείωσεν οι δύο πρώτοι +όμιλοι, πενήντα άλλαι φωναί, αι μεν δροσεραί, αι δε τραχείαι, +επανέλαβον εν χορώ το τραγούδι. + +Ο Λεβίν εζήλευσε την εκχειλίζουσαν εκείνην υγείαν και φαιδρότητα, +και ηθέλησε να σημμερισθή την εκδήλωσιν εκείνην της χαράς της +ζωής. Αλλά δεν ηδύνατο ν' αναμιχθή ενεργώς, και παρέμεινε +κατακεκλιμένος, ακροώμενος και παρατηρών. + +Όταν δε οι χωρικοί και αι χωρικαί εξηφανίσθησαν από τας όψεις του, +και ο βόμβος των φωνών των απεσβέσθη, ο Λεβίν κατελήφθη από +ακατανίκητον συναίσθημα λύπης εξ αιτίας της μονώσεώς του. + +Ο Λεβίν, εις τον οποίον ουδείς πλέον προσείχεν, εξηκολούθει να +μένη εξηπλωμένος επί της θημονιάς, να παρατηρή, να ακροάται, να +ονειροπωλή. + +Οι χωρικοί που παρέμειναν εις τον λειμώνα δεν εκοιμήθησαν διόλου +σχεδόν κατά το διάστημα της βραχείας εκείνης θερινής νυκτός. + +Εν αρχή ο Λεβίν ήκουσε φαιδράς συνομιλίας και γέλωτας κατά το +διάστημα του δείπνου, έπειτα δε νέα τραγούδια και νέους γέλωτας. Η +μακρά ημέρα της δουλειάς εις αυτούς τους ανθρώπους άφινε μόνον +φαιδρότητα. Περί την χαραυγήν, όλα εσιώπησαν. Όταν ο Λεβίν +αφυπνίσθη, ητένισε τους αστέρας και ενόησεν ότι η νυξ είχε +παρέλθει. + + ― Λοιπόν! τι θα κάμω; Πώς θα το κάμω; διελογίσθη προσπαθών να +αναπαραστήση εις εαυτόν παν ό,τι είχεν αισθανθή και σκεφθή κατά +την βραχείαν εκείνην νύκτα . . . + +«. . . Να νυμφευθώ; . . . Να εργασθώ; Ν' αναγνωρίσω την ανάγκην +της εργασίας; Να καταστώ απλούς χωρικός; Να νυμφευθώ μίαν +χωρικήν;» ηρώτα εαυτόν. + +Κατέλιπε δε τον λειμώνα και διηυθύνθη προς την μεγάλην οδόν διά +μέσου του χωρίου. + +Έπνευσεν ελαφρά αύρα και ο αήρ κατέστη φαιόχρους και σκιερός: ήτο +η αμφίρροπος στιγμή ήτις προηγείται της αυγής, της πλήρους νίκης +του φωτός κατά του σκότους. + +Ο Λεβίν εβάδισε γοργώς ατενίζων το έδαφος. Εξαίφνης ήκουσε +κροταλισμούς και ανύψωσε την κεφαλήν. + + ― Ένα αμάξι! Τι να είνε; + +Εις απόστασιν τεσσαράκοντα βημάτων απ' αυτού ήρχετο εις συνάντησίν +του έν όχημα συρόμενον υπό τεσσάρων ίππων. + +Εις μίαν γωνίαν εκοιμάτο γηραιά κυρία, αλλά, παρά την θυρίδα, +εκάθητο μία νεαρά κόρη κρατούσα δι' αμφοτέρων της των χειρών τας +ταινίας του λευκού της κεκρυφάλου, μόλις αφυπνισθείσα. + +Λαμποκοπούσα και σκεπτική, γεμάτη από ζωήν εκλεκτήν, πολύπλοκον +και ξένην προς τον Λεβίν, η νεαρά κόρη παρετήρει ύπερθεν της +κεφαλής της την ανατολήν του ηλίου. + +Καθ' ήν δ' ακριβώς στιγμήν η οπτασία εκείνη επρόκειτο να +εξαφανισθή, ο Λεβίν αντίκρυσε τα άδολα μάτια της ταξειδιώτιδος. +Την ανεγνώρισε και χαρά μεστή εκπλήξεως εφώτισε την μορφήν του. + +Ήτο εκείνη! Ήτο η Κίττυ. + +Ο Λεβίν αντελήφθη ότι ήρχετο εκ του σιδηροδρομικού σταθμού και +μετέβαινεν εις της αδελφής της. + +Πάνθ' όσα είχον βασανίσει τον Λεβίν κατά το διάστημα της φωτεινής +εκείνης νυκτός, και όλαι αι αποφάσεις τας οποίας είχε λάβει +διεσκεδάσθησαν διά μιας. Και ανεμνήσθη μετ' αηδίας τα όνειρά του +τού μετά χωρικής γάμου. + +Η λύσις του αινίγματος της ζωής, ήτις τόσον τον είχε βασανίσει από +τινος χρόνου, ευρίσκετο εκεί, εντός της αμάξης εκείνης, ήτις +απεμακρύνετο ταχέως και είχεν ήδη περάσει εις την αντίθετον +πλευράν του αγρού. + +Η Κίττυ δεν παρετήρει πλέον από της θυρίδος. Δεν ηκούετο πλέον +άλλο τι πλην του κρότου των ελατήρων και μόλις διεκρίνετο ο κρότος +των κροτάλων. + +Αι υλακαί των κυνών ενεδείκνυον ότι η άμαξα διέσχιζε το χωρίον, +και, πέριξ του Λεβίν, ανεπτύσσοντο μόνον αγροί κενοί. Ήτο μόνος, +μεμονωμένος, ξένος προς όλον τον κόσμον, βαδίζων μονήρης επί της +μεγάλης ερήμου λεωφόρου. + + ― Όχι, διελογίσθη, η απλή και εργατική ζωή είνε πολύ ωραία, αλλά +δεν δύναμαι να ταχθώ μετ' αυτής! . . . Αγαπώ την Κίττυ! + +* * * + +Η νυξ, την οποίαν ο Λεβίν διήλθεν εις τον λειμώνα προώριστο να έχη +επίδρασιν οριστικήν επί της ζωής του: η αγροτική ζωή, την οποίαν +διήγε του εφάνη βαρεία και έχασε πάσαν κλήσιν προς αυτήν. + +Εις την δυσφορίαν αυτήν προσετίθετο ήδη η άμεσος γειτνίασις της +Κίττυ, ην ηύχετο να ίδη χωρίς να τολμά να ικανοποιή τον πόθον +τούτον. + +Η Δόλλυ, από της τελευταίας του επισκέψεως, τον είχε καλέσει να +επανέλθη, ίνα τω παράσχη την ευκαιρίαν ν' απευθύνη νέαν πρότασιν +προς την αδελφήν της, ήτις, αναμφιβόλως, θα απεδέχετο την φοράν +ταύτην. + +Αυτός ο Λεβίν, αντικρύσας την Κίττυ, είχε κατανοήσει ότι δεν είχε +παύσει να την αγαπά, αλλά δεν ηδύνατο να μεταβή παρά τη κομήσση +Ομπλόνσκυ γνωρίζων ότι ευρίσκετο εκεί. Το γεγονός ότι εκείνη είχεν +απορρίψει την πρότασίν του, ήγειρε μεταξύ των φραγμόν +ανυπέρβλητον. + + ― Δεν δύναμαι να της ζητήσω να καταστή σύζυγος μου μόνον και +μόνον διότι δεν δύναται να γείνη σύζυγος εκείνου τον οποίον +επόθει, διελογίζετο καθ' εαυτόν. + +Και η σκέψις αύτη τον καθίστα εχθροπαθή και ψυχρόν προς την Κίττυ. + + ― Δεν θα δυνηθώ να ομιλήσω μαζί της χωρίς ν' αφήσω να μου διαφύγη +έκφρασις μομφής, ούτε να την ατενίσω χωρίς οργήν, και θα με +αποστραφή περισσότερον. + +«. . . Έπειτα, πώς δύναμαι, τώρα μεθ' όσα μοι είπεν η Δόλλυ, να +μεταβώ εις το σπίτι των; . . . Ειμπορώ να αποκρύψω ότι ενθυμούμαι +όσα μοι είπε; Και, θα την πλησιάσω, με την συγγνώμην εις τα χείλη +μετά μεγαλοψυχίας; . . . Διατί η Δόλλυ μου τα είπεν αυτά; . . . Θα +ηδυνάμην μάλλον να συναντήσω την Κίττυ τυχαίως και όλα θα +διεκανονίζοντο· τώρα όμως, δεν είνε πλέον δυνατόν τούτο.» + +Ολίγας ημέρας βραδύτερον, η Δόλλυ του έγγραψε διά να του ζητήση +μίαν γυναικείαν σέλλαν διά την Κίττυ. + +«. . . Μοι είπον ότι έχετε μίαν σέλλαν», του έγραφε, «και ελπίζω +ότι θα μας την φέρετε αυτοπροσώπως». + +Τούτο ήτο υπερβολικόν δι' αυτόν· δεν ηδύνατο να υποφέρη τας +προλειάνσεις ταύτας. Πώς μία γυνή πνευματώδης ηδύνατο τοιουτρόπως +να προσβάλη την αξιοπρέπειαν της αδελφής της; + +Έκαμε δέκα σχέδια σημειώσεων, τα εξέσχισε δε όλα και απέστειλε το +εφίππιον άνευ εξηγήσεων. Δεν ήθελε να γράψη ότι δεν ηδύνατο να +υπάγη διότι κάτι τον εμπόδιζεν ή διότι θ' ανεχώρει. + +Απέστειλε το εφίππιον, και, έχων την συναίσθησιν ότι είχε +διαπράξει πράξιν πρόστυχον, ενεπιστεύθη την επιούσαν την +διεύθυνσιν των κτημάτων του εις τον επιμελητήν του, και μετέβη είς +τινα απόστασιν παρά τω φίλω του Σβιάσκη. + +Την φοράν αυτήν ήτο ευτυχής φεύγων μακράν της Κίττυ, μακράν της +αγροτικής του ζωής, και προ πάντων διότι ηδύνατο να θηρεύση, τούθ' +όπερ, μέσα εις όλας του τας ασχολίας, ήτο δι' αυτόν η αρίστη +ανακούφισις . . . + + + +ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ + + + +Η Άννα Καρένιν και ο σύζυγός της εξηκολούθουν να ζουν υπό την +αυτήν στέγην συνηντώντο πολλάκις της ημέρας, αλλά παρέμενον εξ +ολοκλήρου ξένοι προς αλλήλους. + +Ο Καρένιν είχεν επιβάλει εαυτώ τον κανόνα να βλέπη την σύζυγόν του +καθ' εκάστην, ίνα προλαμβάνη τας κακολογίας των υπηρετών, αλλ' +απεύφευγε να δειπνή κατ' οίκον. + +Ο Βρόνσκυ δεν επεσκέπτετο ποτέ την οικίαν Καρένιν. Η Άννα εν +τούτοις τον έβλεπεν έξω της οικίας της, και ο σύζυγός της το +εγνώριζε. Και διά τους τρεις η κατάστασις αύτη ήτο οδυνηρά και +κανείς εκ των τριών δεν θα εδέχετο να την υποστή ουδ' επί μίαν καν +ημέραν, αν ο καθείς των δεν εσκέπτετο ότι επρόκειτο περί +καταστάσεως προσωρινής, περί οδυνηρού περισπασμού, όστις θα +εξηφανίζετο τάχιστα. + +Ο Καρένιν ήλπιζεν ότι ο έρως της Άννας θ' απεσβέννυτο, διότι τα +πάντα παρέρχονται, ότι όλος ο κόσμος θα ελησμόνει το παραπάτημα +αυτό και ότι το όνομά του θα εξήρχετο άθικτον εκ της δοκιμασίας +εκείνης. + +Η Άννα, η αιτία της καταστάσεως ταύτης, υπέφερεν εξ αυτής +πλειότερον των άλλων, αλλά την υφίστατο, διότι ήτο βεβαία ότι θα +διεκανονίζοντο. Δεν εγνώριζεν επακριβώς τι θα ήτο το μέλλον να +διευκρινίση την κατάστασιν, αλλ' είχε την στερράν πεποίθησιν ότι η +λύσις θα επήρχετο και αρκετά γρήγορα μάλιστα. + +Ο Βρόνσκυ, ακουσίως εαυτού υπήκων εις τας αντιλήψεις της Άννας, +ανέμενεν επίσης κάτι, το οποίον έμελλε να επέλθη ανεξαρτήτως αυτού +και να εξομαλύνη όλας τας δυσχερείας. + +Επιστρέφων εις την οικίαν του ο Βρόνσκυ, ευρήκεν έν σημείωμα της +Άννας. + +Του έγραφεν: + +«Είμαι ασθενής και δυστυχής. Δεν ειμπορώ ν' αφήσω το δωμάτιόν μου +δεν ειμπορώ να μένω χωρίς να σε βλέπω. Ελάτε απόψε. Κατά τας επτά +ο Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς πηγαίνει εις το Συμβούλιον και θα μείνη +εκεί μέχρι της δεκάτης.» + +Ο Βρόνσκυ ευρήκε παράδοξον εν αρχή το ότι η Άννα τον εκάλει εις +την οικίαν της, παρά την απαγόρευσιν του συζύγου της να τον +δέχεται· αλλά, κατόπιν σκέψεως, απεφάσισε να υπάγη οπωσδήποτε. + +Όταν επλησίασεν εις την οικίαν του Καρένιν, παρετήρησεν ότι ήτο +ήδη εννάτη η ώρα. + +Μία υψηλή και στενή άμαξα, με δύο φαιούς ίππους, εστάθμευεν +ενώπιον του πυλώνος. + +Ανεγνώρισε την άμαξαν της Άννας. + + ― Πηγαίνει εις το σπίτι μου! εσκέφθη. Αυτό βεβαίως θα ήτο +προτιμότερον. Δεν θέλω εν τούτοις να κρυφθώ αν και μου είνε πολύ +δυσάρεστος η είσοδος εις αυτήν την οικίαν. + +Και με το απαθές ύφος άνθρωπου συνηθεισμένου παιδιόθεν να μη +αισθάνεται αίσχος διά τίποτε, εξήλθε του ελκύθρου του και +διηυθύνθη προς την θύραν. + +Η θύρα ηνοίχθη, και ο θυρωρός, με δέσμην εγγράφων υπό μάλης, έκαμε +νεύμα εις τον αμαξάν να πλησιάση. + +Ο Βρόνσκυ αντελήφθη το εκπεπληγμένον βλέμμα, το οποίον του έρριψεν +ο υπηρέτης. + +Επί του κατωφλίου προσέκρουσε σχεδόν επί του Καρένιν. Το μπεκ του +αεριόφωτος εφώτιζε πλήρως την άχρουν και κουρασμένην μορφήν του +συζύγου της Άννας, μεταξύ του μαύρου του πίλου και της λευκής του +γραβάτας, ήτις επεδείκνυε την λευκότητά της υπό την ανοικτόχρουν +γούναν του περιλαιμίου του παλτού του. + +Τα εταστικά και αλαμπή μάτια του Καρένιν, προσηλώθησαν επί του +Βρόνσκυ. Ούτος εχαιρέτησε, και ο Καρένιν, ανακινήσας τα χείλη, +έφερε την χείρα εις τον πίλον του και αντιπαρήλθεν. + +Ο Βρόνσκυ τον είδεν επιβαίνοντα της αμάξης του χωρίς να υποστραφή, +αναλαμβάνοντα δε τα έγγραφά του και δίδοντα διαταγήν προς +εκκίνησιν. + +Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις τον αντιθάλαμον. Αι οφρύς του ήσαν +συνεσπασμέναι και οι οφθαλμοί του απήστραπτον ακτινοβολίαν +κακεντρεχή και υπερήφανον. + + ― Τι κατάστασις! διελογίσθη. Αν επάλαιεν, αν υπερησπίζετο την +τιμήν του, θα ηδυνάμην να ενεργήσω, να εκδηλώσω τα αισθήματά μου, +αλλ' η αδυναμία αύτη, αυτή η ποταπότης! . . . Με θέτει εις την +θέσιν ενός απαταιώνος, τούθ' όπερ δεν θέλω να είμαι. + +Από της εξηγήσεως, ην έσχε μετά της Άννας εις τον κήπον Βρέδε, ο +Βρόνσκυ έβλεπεν υπό όλως διάφορον πρήσμα την θέσιν του. Η Άννα +αφωσιούτο εξ ολοκλήρου εις αυτόν και ανέμενε παρ' αυτού ν' +αποφασίση περί της τύχης της, και, ο Βρόνσκυ; υποτασσόμενος +ακουσίως εις την αδυναμίαν της Άννας, δεν εσκέπτετο πλέον ότι ο +σύνδεσμος εκείνος ηδύνατο να έχη την λύσιν, ην προέβλεπε κατά την +στιγμήν εκείνην. Τα φιλόδοξα σχέδιά του είχον και πάλιν τεθή κατά +μέρος, και συναισθανόμενος ότι είχεν εξέλθει του κύκλου εκείνου +της δράσεως, εν τω οποίω τα πάντα είνε καθωρισμένα, εγκατελείφθη +εις το αίσθημά του, το οποίον διαρκώς ηνδρούτο και τον προσήλωνεν +επί μάλλον και μάλλον εις την ερωμένην του. + +Εντός της ιματιοθήκης ήκουσε τα βήματα της Άννας απομακρυνομένης. +Εννόησεν ότι είχεν έλθει να ίδη αν ήρχετο και ηκροάτο κρυφίως +προτού εισέλθη εις το σαλόνι. + + ― Όχι! ανεφώνησεν ιδούσα αυτόν, όχι, αν το πράγμα πρόκειται να +εξακολουθήση έτσι, θα καταλήξη ταχέως, πολύ προ . . . . + +Και εις τας πρώτας λέξεις που επρόφερε, δάκρυα επλημμύρησαν τους +οφθαλμούς της. + + ― Τι έχεις φίλη μου; + + ― Τι έχω; Αναμένω, πάσχω, μια ώρα, δύο ώρες. . . . Όχι! δεν θέλω, +δεν θέλω να θυμώσω μαζί σου . . . Αναμφιβόλως, δεν ηδυνήθης να +έλθης γρηγορώτερα. . . Όχι, δεν θα σου κάμω παρατηρήσεις. + +Έθεσεν αμφοτέρους τους βραχίονάς της επί των ώμων του και τον +ητένισεν επί πολύ με βλέμμα βαθύ, εκστατικόν και ερευνητικόν +συγχρόνως. + +Εμελέτα την μορφήν του ίνα διαγνώση παν ό,τι είχε συμβή αφ' ης τον +είχεν ίδει την τελευταίαν φοράν. + +Όπως εις κάθε συνέντευξιν, παρέβαλλε προς αυτόν τον ίδιον την +εικόνα ην διεμόρφωνεν εξ αυτού, ασυγκρίτως ανωτέραν της +πραγματικότητος και . . . απραγματοποίητον. + + ― Τον συνήντησες; ηρώτησεν η Άννα, όταν έλαβεν θέσιν παρά την +τράπεζαν, υπό το φως της λυχνίας . . . Τόσον το χειρότερον διά σε, +είνε η τιμωρία της βραδύτητός σου. + + ― Ναι, αλλά πώς γίνεται αυτό; Έπρεπε να είνε εις το Συμβούλιον . +. . + + ― Εκεί ήτο και επέστρεψε, κατόπιν δε ανεχώρησε και πάλιν διά να +μεταβή αγνοώ πού . . . Αδιάφορον, ας ομιλήσωμεν περί άλλων. Πού +ήσο συ; + +Ο Βρόνσκυ ήθελε να της ομολογήση ότι, μη κοιμηθείς καθ' όλην την +νύκτα, είχεν αφεθή να καταληφθή υπό του ύπνου, αλλά προ της +συγκεκινημένης μορφής της Άννας ησθάνθη αίσχος, και εξήγησεν ότι +ευρέθη εις την ανάγκην να συντάξη κάποιαν έκθεσιν. + +Η Άννα επήρε το κέντημά της από της τραπέζης και εδοκίμασε να +βγάλη το βελονάκι. + +Εκράτει η Άννα ανά χείρας το κέντημα της αλλά δεν ειργάζετο· +παρετήρει τον Βρόνσκυ με βλέμμα παράδοξον, γεμάτο φωτιά και θυμόν. + + ― Το πρωί ήλθε να με ίδη η Λίζα, είπεν· αι κυρίαι αυταί δεν +αισθάνονται ακόμη φόβον να με επισκέπτωνται παρά τας υποδείξεις +της κομήσσης Λυδίας. Μου διηγήθη δε την αθηναϊκήν σας νύκτα. Τι +προστυχιά! + + ― Ήθελα να είπω ότι . . . + +Εκείνη τον διέκοψε. + + ― Και εκείνη η Τερέζα, που εγνώρισες, ήτο εκεί; + + ― Ήθελα να είπω . . . + + ― Πόσον είσθε όλοι χυδαίοι, όλοι οι άνδρες . . . Δεν κατορθώνετε +να σκεφθήτε ότι μία γυναίκα δεν ειμπορεί να τα λησμονήση αυτά τα +πράγματα . . . Προπάντων μάλιστα γυναίκα που δεν δύναται να μάθη +την ζωήν σου. Τι γνωρίζω εγώ; . . . Όσα μου είπες . . . και πώς +δύναμαι να ξεύρω ότι μου είπες την αλήθεια; + + ― Άννα, με προσβάλλεις . . . Δεν με πιστεύεις; Δεν σου είπον ότι +δεν έχω καμμίαν σκέψιν την οποίαν να μη σου εμπιστεύωμαι; + + ― Ναι, ναι, υπέλαβεν εκείνη, προσπαθούσα να καταπνίξη τα ζηλότυπα +αισθήματά της. Αλλ' αν εγνώριζες, αν εγνώριζες πόσον πάσχω! Σε +πιστεύω, σε πιστεύω! . . . Διηγήσου μου λοιπόν ό,τι ήθελες να μου +πης. + +Αλλά δεν ηδυνήθη να ενθυμηθή ό,τι ηθέλησε να της είπη. + +Οι παροξυσμοί εκείνοι της ζηλοτυπίας, οίτινες κατά τους +τελευταίους χρόνους, κατελάμβανον συχνάκις την Άνναν, ετρόμαζον +τον Βρόνσκυ αν και γνωρίζοντα ότι αφορμή της ζηλοτυπίας αυτής ήτο +ο προς αυτόν διάπυρος έρως της Άννας. + +Ποσάκις δεν είχε διαλογισθή ότι ο έρως εκείνος προώριστο να +αποτελέση αυτήν ταύτην την ευδαιμονίαν. . . Τον αγαπά τόσον +ισχυρώς όσον μία γυναίκα, εις την οποίαν ο έρως εδέσποσε παντός +άλλου ενδιαφέροντος, δύναται να αγαπήση, και όμως απέχει πολύ +περισσότερον της ευτυχίας τώρα, παρά την ημέραν καθ’ ήν την είχε +συνοδεύσει από Μόσχας εις Πετρούπολιν. + +Τότε, επίστευεν εαυτόν δυστυχή, διότι η ευτυχία απέκειτο εις το +μέλλον· τώρα ησθάνετο ότι η πραγματική μορφή της ευτυχίας +ευρίσκετο εις το παρελθόν . . . + +Δεν ήτο τοιαύτη, οποίαν την είχεν αντικρύσει κατά τους πρώτους +χρόνους της γνωριμίας των και ηθικώς και φυσικώς είχε μεταβληθή +μειονεκτικώς δι' αυτήν. + +Την παρετήρει όπως παρατηρούμεν έν άνθος κοπέν και μαρανθέν και +μετά δυσκολίας κατώρθωνε να εύρη τον λόγον διά τον οποίον το +δρέπωμεν και το θανατώνομεν . . . Και όμως παρά τούτο συνησθάνετο +ότι, όταν σφοδρότερον την ηγάπα, θα ηδύνατο, αν εκείνη το +επεθύμει, να εκριζώση τον έρωτα αυτόν από της καρδίας του, και ενώ +τώρα, όταν δεν ησθάνετο πλέον τον προς αυτήν έρωτα τόσον ισχυρόν, +κατενόει ότι ο δεσμός των δεν ήτο πλέον δυνατόν να θραυσθή . . . + +Ο Βρόνσκυ έλαβε την χείρα της Άννας, την στηριζομένην επί της +τραπέζης, και την εφίλησε . . . + + ― Ναι, δεν ημπορώ να συνέλθω . . . Δεν γνωρίζεις μέχρι ποίου +σημείου εμαρτύρησα περιμένουσά σε . . . Φρονώ ότι δεν είμαι +ζηλότυπος . . . δεν είμαι ζηλότυπος. Πιστεύω εις σε οσάκις +ευρίσκεσαι πλησίον μου, αλλ' όταν είσαι μακράν μου, μόνος, και +διάγεις την ζωήν που εγώ δεν γνωρίζω . . . + +Απέστρεψε την μορφήν, απέσπασε δε τέλος το βελονάκι από το κέντημά +της και παρευθύς βροχίδες λευκού μαλλίου λάμπουσαι υπό το φως της +λυχνίας διεδέχθησαν γοργώς αλλήλας επί του δείκτου της αριστεράς +της χειρός, και ο λεπτός της καρπός συνεστράφη νευρικώς και γοργά +εντός της ολοκεντήτου ακροχειρίδος της. + + ― Πολύ καλά! . . . Λοιπόν, πού συνήντησες τον σύζυγόν μου; . . . +και η φωνή της ήτο ψευδόηχος. + + ― Διεσταυρώθημεν εις το κατώφλι της θύρας. Δεν τον εννοώ, είπεν ο +Βρόνσκυ· αν, μετά την εξήγησιν, ην έσχες μαζί του, ήρχετο εις +ρήξιν μαζί μου! . . . αν με προεκάλει! . . . αλλ' η σημερινή του +διαγωγή είνε ακατανόητος. Πώς κατορθώνει να υποφέρη αυτήν την +κατάστασιν; . . . Πάσχει, είνε καταφανές αυτό. + + ― Αυτός να πάσχη; είπεν η Άννα με περιφρονητικόν μειδίαμα· αυτός +είνε τελείως ικανοποιημένος. + + ― Αλλά διατί πάσχομεν όλοι, αφού τα πάντα θα ηδύναντο τόσον καλά +να διακανονισθώσιν; + + ― Όλοι γνωρίζουν να πάσχουν, εκτός αυτού· μήπως δεν τον γνωρίζω +κατά βάθος; Μη δεν γνωρίζω, άλλως τε, το ψεύδος που τον κατέχει εξ +ολοκλήρου, εις το οποίον είνε εμποτισμένος; . . Αν κάτι ησθάνετο, +θα ηδύνατο να ζη όπως ζη μαζί μου; Δεν εννοεί τίποτε, δεν +αισθάνεται τίποτε αυτός . . . Υπάρχει ανήρ, με ελαχίστην έστω +φιλοτιμίαν, που να ημπορή να ζη υπό την αυτήν στέγην μετά της +ενόχου συζύγου του; Θα ημπορούσε κανείς άλλος να μιλή μαζί της, να +την προσφωνή εις ενικόν; . . , Δεν είνε άνθρωπος αυτός, δεν είνε +πλάσμα ανθρώπινον . . . + + ― Δεν είσαι δικαία, φίλη μου, είπεν ο Βρόνσκυ, προσπαθών να την +πραΰνη. Αλλ' ας αφήσωμεν αυτόν, ας μη κάμνωμεν πλέον λόγον περί +αυτού. Ειπέ μου, πώς επέρασες της ώρες σου. Τι σου συνέβη; Τι είνε +αυτή η αρρώστια και τι είπεν ο ιατρός; + + ― Αλλά, Βρόνσκυ . . . + + ― Μαντεύω ότι δεν πρόκειται περί νόσου, αλλ' ότι πάσχεις λόγω της +καταστάσεώς σου; Πότε το τέλος; + + ― Γρήγορα, γρήγορα, απήντησεν εκείνη μετά γαληνίου θλίψεως. Είπες +ότι η θέσις μας είνε θλιβερά, ότι πρέπει να εξέλθωμεν αυτή; . . . +Αν εγνώριζες πόσον υποφέρω, και τι δεν θα έδιδα διά να μείνω +ελευθέρα, διά να δύναμαι να σε αγαπώ ελευθέρως! Τότε δεν θα +εβασανιζόμην και δεν θα σ' εβασάνιζα με την ζηλοτυπίαν μου . . . +Θα φθάσωμεν γρήγορα εις το τέρμα, αλλ' όχι καθ' όν τρόπον +εφαντάσθημεν . . . + +Επί τη σκέψει ταύτη, τοιούτον ησθάνθη άλγος δι' εαυτήν, ώστε +δάκρυα επλημμύρησαν τους οφθαλμούς της και δεν ηδυνήθη να +εξακολουθήση. Έθηκεν επί της χειρίδος του Βρόνσκυ την χείρα της, +της οποίας οι δακτύλιοι και η λευκότης ηκτινοβόλουν υπό το φως της +λυχνίας. + + ― Όχι καθ' όν τρόπον εφαντάσθημεν. Δεν ήθελα να σου το είπω, αλλά +με εξαναγκάζεις εις τούτο. Γρήγορα, γρήγορα όλα θα λυθώσι και +ημείς όλοι θα ησυχάσωμεν, δεν θα υποφέρωμεν πλέον. + +«― Δεν σε εννοώ, είπεν ο Βρόνσκυ, αν και εννόησεν άριστα. + + ― Με ηρώτησες, πότε; Εντός ολίγου . . . Αλλά δεν θα επιζήσω. Μη +με διακόπτεις. + +Και προσέθηκε μετά σπουδής: + + ― Ω! το γνωρίζω . . . το γνωρίζω μετά βεβαιότητος . . . Θα +αποθάνω . . . και είμαι ευτυχής διότι θ' αποθάνω, θα σας απαλλάξω +απ' εμού και θα ελευθερωθώ και εγώ . . , + +Δάκρυα κατέρρευσαν εκ των οφθαλμών της. + +Ο Βρόνσκυ έκυψεν επί της χειρός της και την εκάλυψε με φιλήματα, +προσπαθών να δαμάση την συγκίνησίν του, την οποίαν δεν ηδύνατο να +αποκρύψη, καίτοι εγνώριζεν ότι οι φόβοι της δεν ήσαν βάσιμοι. + + ― Αυτό θα είνε το καλλίτερον, είπεν εκείνη θλίβουσα ισχυρώς την +χείρα του. Είνε η μόνη διέξοδος που μας υπολείπεται. + +Ο Βρόνσκυ συνήλθε και ανύψωσε την κεφαλήν. + + ― Τι παιδιαρισμός! Τι παραλογισμούς που κατορθώνεις να λέγης! + + ― Όχι, είνε η καθαρά αλήθεια. + + ― Πώς; . . . Και πού λοιπόν έγκειται η αλήθεια; + + ― Οφείλω ν' αποθάνω. Είδα όνειρον. + + ― Όνειρον! επανέλαβεν ο Βρόνσκυ. + + ― Ναι, είδα όνειρον, είπεν η Άννα. Προ πολλού. Ωνειρεύθην ότι +εισήλθα τρέχουσα εις τον θάλαμόν μου διά να πάρω κάτι τι και ότι +παρετήρησα εις μίαν γωνίαν αντικείμενον αορίστου μορφής . . . + +Ωμίλει τρομαγμένη και με ολάνοικτα τα μάτια. + + ― Πώς κατορθώνουν να πιστεύουν τα όνειρα; . . . + +Αλλ' εκείνη δεν του επέτρεψε να την διακόψη . . . Ό,τι επρόκειτο +να του διηγηθή ήτο άκρως ενδιαφέρον. + + ― Το άμορφον εκείνο αντικείμενον ανεστράφη και είδα ότι ήτο ένας +μουζίκος με δασείαν την γενειάδα, μικρού αναστήματος και +τρομακτικός την όψιν . . . Εδοκίμασα να φύγω, αλλ' εκείνος έκυψεν +επί τινος σάκκου, τον οποίον έψαχνε με τα χέρια του . . . + +Και αναπαρέστησε τον μουζίκον και την χειρονομίαν του. + +Η μορφή της Άννας εξεδήλου τρόμον. + + ― Ο μουζίκος, εξηκολούθησεν, έψαξε μέσα εις τον σάκκον του και +ωμίλησεν ούτω: «Πρέπει να κτυπηθή, να συντριβή, να ζημιωθή . . .» +Πλήρης τρόμου προσεπάθησα να εξυπνήσω και νόμισα πράγματι ότι +εξυπνούσα, αλλά το όνειρον εξηκολούθησε. Και ο μουζίκος μου είπε: +«Θα πεθάνης κατά τον τοκετόν . . .» Τότε τέλος εξύπνησα . . . + + ― Τι ηλίθιον όνειρον! είπεν ο Βρόνσκυ· αλλά συνησθάνθη ότι ο +τόνος της φωνής του δεν ήτο τόνος πεποιθήσεως. + + ― Ας μη ομιλώμεν πλέον περί τούτου, είπεν η Άννα . . . Κωδώνισε, +θα παραγγείλω να μας φέρουν τσάι . . . Άλλως τε το πράγμα δεν +πρόκειται πλέον να παραταθή επί πολύ . . . + +Αλλ' αίφνης εσταμάτησε και η έκφρασις της μορφής της μετεβλήθη +αυθωρεί. Ο τρόμος και η συγκίνησις υπεχώρησαν εις μίαν προσοχήν +ήρεμον, σοβαράν και πλήρη ευφροσύνου εκστάσεως. Ο Βρόνσκυ δεν +ηδυνήθη να εννοήση την σημασίαν της μεταμορφώσεως εκείνης. + +Είχεν αισθανθή εντός της κοιλίας της τας αναπάλσεις νεογενούς +ζωής. + +* * * + +Αφού συνηντήθη επί του προστόου με τον Βρόνσκυ, ο Καρένιν μετέβη +εις το Ιταλικόν Μελόδραμα, όπου και προυτίθετο να μεταβή. + +Παρέστη δε εις δύο πράξεις και συνήντησε τα πρόσωπα, τα οποία +επεθύμει να ίδη. + +Επιστρέψας εις την οικίαν του, δεν κατεκλίθη όπως συνήθως αλλά +περιεπάτει εντός του γραφείου του μέχρι της τρίτης πρωινής ώρας. + +Η μνησικακία του εναντίον της συζύγου, ήτις απέφευγε να τηρή τους +τύπους ευπρεπείας και να σέβεται τον μόνον όρον, τον οποίον της +είχεν επιβάλει, τον έδακνεν αδιακόπως. Δεν είχεν εκτελέσει τους +τεθέντας όρους· απεφάσισε λοιπόν να την τιμωρήση· θα εκτελέση την +απειλήν του, θα ζητήση διαζύγιον και θα της αφαιρέση τον υιόν της. + +Εγνώριζεν όλας τας δυσκολίας, τας οποίας συναντά τις εν Ρωσσία +προς επιτυχίαν διαζυγίου, αλλ' είχε δηλώσει ότι θα επετύγχανε και +ώφειλε ν' αποδείξη ότι η απειλή του δεν ήτο ματαία. + +Η κόμησσα Λυδία μάλιστα του είχεν υποβάλει ότι αυτή θα ήτο η +καλλιτέρα διέξοδος διά την θέσιν εις ην ευρίσκετο. + +Ένα δυστύχημα, άλλως τε, δεν έρχεται ποτέ μόνον του· αι +μεταρρυθμίσεις δε τας οποίας είχεν εκθειάσει τω είχον παράσχει +τόσας δυσαρεσκείας ώστε ευρίσκετο διαρκώς εις υπερέντασιν οργής . +. . + +Δεν εκοιμήθη καθ' όλην την νύκτα και η οργή του, εμμόνως +επιτεινομένη, έφθασε, το πρωί, εις αληθή παροξυσμόν. Ενεδύθη τότε +εν τάχει και, μόλις έμαθεν ότι η Άννα είχεν εγερθή, εισήλθεν εις +τα δωμάτια της, ως να έφερε μαζί του δοχείον πλήρες οργής, ον +εφοβείτο μη εκχύση καθ' οδόν και χάση ούτω την δραστικότητα, ης +είχεν ανάγκην κατά την στιγμήν εκείνην. + +Η Άννα, ήτις ενόμιζεν ότι εγνώριζε τόσον καλά τον σύζυγόν της, +κατεπλάγη μόλις τον αντίκρυσεν. Είχε το μέτωπον συνεσπασμένον, τα +σκυθρωπά του μάτια επλανώντο εις το κενόν, αποφεύγοντα το βλέμμα +της συζύγου τον, το στόμα του ήτο κλειστόν σταθερώς και εξέφραζε +περιφρόνησιν. Εις την στάσιν του, εις τας κινήσεις του, εις την +φωνήν του ενυπήρχε σταθερότης και αποφασιστικότης ομοίαν της +οποίας δεν είχε ποτέ άλλοτε εκδηλώσει ενώπιόν της. + +Εισήλθεν εις τον θάλαμον της συζύγου του, και χωρίς να χαιρετήση +την Άνναν, διηυθύνθη προς το γραφείον της, επήρε τα κλειδιά και +ήνοιξε τους σύρτας. + + ― Τι ζητείτε; του εφώναξεν εκείνη. + + ― Ζητώ τας επιστολάς του εραστού σας. + + ― Δεν τας έχω εδώ, απήντησεν εκείνη κλείουσα τον σύρτην. Ιδών το +κίνημά της κατενόησεν ότι είχε καλώς μαντεύσει, εδράξατο αγροίκως +της χειρός της Άννας και ήρπασεν αποτόμως, το χαρτοφυλάκιον εντός +του οποίου η σύζυγός του, εν γνώσει του έκρυπτε τα πολυτιμότερα +έγγραφα. + +Η Άννα ηθέλησε να του αποσπάση το χαρτοφυλάκιον, αλλά την απώθησε. + + ― Καθήσατε, έχω να σας ομιλήσω είπε, και έθλιψεν ισχυρώς το +χαρτοφυλάκιον υπό τον βραχίονά του. + +Η Άννα τον ητένισε μετά καταπλήξεως και φόβου. + + ― Σας είπον ότι δεν σας επιτρέπω να δέχεσθε εδώ τον εραστήν σας. + + ― Είχον ανάγκην να τον ίδω διά . . . + +Διεκόπη μη δυναμένη να εύρη πρόσχημα προς δικαιολογίαν της +επισκέψεως εκείνης. + + ― Δεν εισέρχομαι εις τας λεπτομερείας των λόγων διά τους οποίους +μία γυναίκα έχει ανάγκην να ίδη τον εραστήν της . . . + + ― Ήθελον . . . εσκεπτόμην . . . + +Η χυδαιότης της συμπεριφοράς του συζύγου της την εξώργισε και της +απέδωκε την ευτολμίαν της: + + ― Δεν αισθάνεσθε λοιπόν πόσον σας είνε εύκολον να με υβρίζετε; + + ― Επιδεκτικοί ύβρεων είνε μόνον οι τίμιοι άνθρωποι· το λέγειν +όμως προς ένα κλέπτην ότι είνε κλέπτης, αποτελεί απλήν +επιβεβαίωσιν ενός γεγονότος. + + ― Δεν σας εγνώριζα εις τοιούτον βαθμόν σκληρόν. + + ― Ονομάζετε σκληρότατα το ότι ένας σύζυγος δίδει εις την γυναίκα +του την ελευθερίαν και της αφίνει την χρήσιν μιας στέγης εντίμου +υπό τον μόνον όρον να σεβασθή αύτη τα προσχήματα της ευπρεπείας. +Το ευρίσκετε σεις σκληρόν αυτό; + + ― Είνε χειρότερον από σκληρόν, είνε ποταπότης, αν θέλετε να τα +μάθετε όλα! + +Επρόφερε τας λέξεις ταύτας εν εκρήξει οργής, ηγέρθη δε και ηθέλησε +να εξέλθη του δωματίου. + + ― Μείνατε! κραύγασαν εκείνος διά της διαπεραστικής του φωνής. + +Εδράξατο διά των μακρών του δακτύλων από του καρπού την σύζυγόν +του τόσον βιαίως ώστε το βραχιόλι που επίεσεν αφήκεν ίχνη ερυθρά +επί της σαρκός της, είτα δε την ηνάγκασε να καθήση εις την αυτήν +θέσιν. + + ― Ποταπότης; . . . Α! αν επιθυμείτε να προφερθή η λέξις αύτη, +ποταπότης είνε το να εγκαταλείπη μία γυναίκα τον σύζυγον και τον +υιόν της χάριν ενός εραστού και να τρώγη συνάμα τον άρτον του +συζύγου! + +Η Άννα εταπείνωσε την κεφαλήν. + +Δεν είπε δε εκείνο που είχεν είπει την προτεραίαν προς τον εραστήν +της, ότι ε κ ε ί ν ο ς ήτο σύζυγός της ο δ' έτερος «ως εκ +περισσού»· ούτε το εσκέφθη καν. Συνησθάνετο όλην την ορθότητα των +λόγων του Καρένιν και τω είπε χαμηλή τη φωνή: + + ― Δεν δύνασθε να ορίσετε την θέσιν μου σκληρότερον αφ' όσον το +πράττω μόνη μου· αλλά προς τι να μου το λέγετε; + + ― Προς τι να σας το λέγω; Προς τι; εξηκολούθησεν εκείνος, οργίλως +πάντοτε, ― διά να μάθητε ότι πρόκειται να λάβω μέτρα ίνα τεθή +τέρμα εις την κατάστασιν αυτήν, διότι δεν εξετελέσατε την θέλησίν +μου, εις ό,τι αφορά τα καθήκοντα της ευπρεπείας. + + ― Εντός ολίγου, εντός ολίγου θα τελειώσουν όλα, είπεν εκείνη. + +Και εκ νέου δάκρυα επλήρωσαν τους οφθαλμούς της επί τω αναλογισμώ +του προσεχούς θανάτου, τον οποίον τόσον διαπύρως επηύχετο. + + ― Θα τελειώσουν όλα πολύ ταχύτερον αφ' όσον σεις και ο εραστής +σας θα εποθείτε. Σεις επιζητείτε την ικανοποίησιν του κτηνώδους +έρωτος . . . + + ― Λέγω ότι δεν είνε μεγαλοψυχία το κτυπάν έν πλάσμα +ανυπεράσπιστον. + + ― Ναι, μόνον τον εαυτόν σας σκέπτεσθε σεις . . . Αι βάσανοι του +ανθρώπου, όστις υπήρξε σύζυγός σας δεν σας ενδιαφέρουν ποσώς . . . +Ελάχιστα σας ενδιαφέρει αν η ζωή του συνετρίβη, αν . . . αν . . . + +Ωμίλει τόσον ταχέως, ώστε ετραύλιζε. Διά πρώτην δε φοράν η Άννα +συνησθάνθη τον πόνον του, και ελυπήθη τον Καρένιν. + +Αλλά, τι ηδύνατο να είπη και τι ηδύνατο να πράξη; + +Εταπείνωσε την κεφαλήν και εσιώπησε. + +Και ο Καρένιν ετήρησε προς στιγμήν σιγήν, μεθ' ό επανέλαβε, +τονίζων αυθαιρέτως λέξεις άνευ σημαντικότητος: + + ― Ήλθα διά να σας είπω, . . . . ήρχισε λέγων. + +Η Άννα τον ητένισε. + + ― Δεν δύναμαι να μεταβάλω τίποτε, είπεν. + + ― Ήλθα να σας είπω ότι αναχωρώ αύριον διά Μόσχαν και ότι δεν θα +επανέλθω πλέον εις αυτό το σπίτι. . . . Την είδησιν της αποφάσεώς +μου θα λάβετε διά μέσου του δικηγόρου εις τον οποίον θα αναθέσω +την περί διαζυγίου δίκην. Τον υιόν μου θα εμπιστευθώ εις την +αδελφήν μου. + + ― Έχετε ανάγκην να μου πάρετε τον Σεριόγια διά να με συντρίψετε! +είπεν εκείνη παρατηρούσα αυτόν με χαμηλωμένα τα μάτια . . . +Αφήσατέ μου το παιδί μου, σεις δεν το αγαπάτε. + + ― Ναι, απώλεσα την προς τον υιόν αγάπην, διότι μου υπενθυμίζει +την αηδίαν που μ' εμπνέετε σεις. . . . Αλλά και πάλιν σας τον +αφαιρώ. Χαίρετε! + +Ηθέλησε ν' απέλθη, αλλά τον εκράτησεν. + + ― Αφήσατέ μου το παιδί μου, εψιθύρισεν εκ νέου είνε το μόνον που +έχω να σας είπω: αφήσατε μου τον Σεριόγια έως ου . . . . Εντός +ολίγου αποκτώ τέκνον . . . . αφήσατέ τον μου! + +Ο Καρένιν αποσπασθείς βιαίως των χειρών που τον συνεκράτουν, +εξήλθε του δωματίου χωρίς να προσθέση λέξιν. + +* * * + +Η αίθουσα της υποδοχής του διασήμου δικηγόρου προς ον μετέβη ο +Καρένιν ήτο πλήρης κόσμου όταν ούτος εισήλθεν. Είς γραμματεύς +έλαβε την κάρταν του και διηυθύνθη προς την θύραν του γραφείου του +δικηγόρου. + + ― Ο κύριος θα σας δεχθή αμέσως, είπεν ο γραμματεύς αναλαβών την +θέσιν του. + +Ήτο μικρόσωμος ανήρ, κοντόχοντρος, φαλακρός, με γενειάδα +ερυθρόμαυρον, μακράς ανοικτόχρους βλεφαρίδας και προεξέχον +μέτωπον. Ήτο ενδεδυμένος ως νεόνυμφος από της λευκής του γραβάτας +μέχρι του άκρου των βερνικωμένων του υποδημάτων, χωρίς να +λησμονηθή και η διπλή άλυσις του ωρολογίου του. + +Είχε κεφαλήν πνευματώδους μουζίκου, αλλά εξωτερικόν ακαλλαισθήτου +σνοβισμού. + + ― Εισέλθετε, κύριε, είπεν ο δικηγόρος προς τον Καρένιν. + +Τον αφήκε δε να περάση έμπροσθέν του χωρίς ν' αλλάξη έκφρασιν, και +επανέκλεισε την θύραν. + + ― Ευαρεστηθήτε να πάρετε αυτό το κάθισμα. + +Τω επέδειξε καθέδραν προ του γραφείου του κατασκεπούς από έγγραφα, +εκάθησε δε και αυτός εις την συνήθη του θέσιν. + + ― Προτού σας εκθέσω την υπόθεσίν μου, πρέπει να επιστήσω την +προσοχήν σας επί της ανάγκης να την τηρήσητε μυστικήν, είπεν ο +Καρένιν. + +Αδιόρατον μειδίαμα διέστειλε τα κοκκινωπά και κρεμάμενα μουστάκια +του δικηγόρου. + + ― Δεν θα ήμην δικηγόρος αν δεν ήμην ικανός να φυλάττω τα μυστικά +των πελατών μου. Αλλ' αν επιθυμείτε εγγύησιν . . . . + +Ο Καρένιν τον ητένισε και διέκρινεν ότι τα φαιόχροα και έξυπνα +μάτια του δικηγόρου εγέλων, ως να τα εγνώριζεν ήδη όλα. + + ― Γνωρίζετε ποίος είμαι, είπεν. + + ― Όπως όλοι οι Ρώσσοι, απήντησεν ο άνθρωπος του νόμου υποκλιθείς, +σας γνωρίζω, όπως και τας υπηρεσίας που παρέχετε εις τον τόπον. + +Ο Καρένιν αφήκεν στεναγμόν και περισυνέλεξε το θάρρος του. Αλλά +μόλις ήρχισε να ομιλή, εξηκολούθησε με την διαπεραστικήν του +φωνήν, αδιστάκτως και χωρίς διακοπάς. + +Έχω το ατύχημα να είμαι σύζυγος απατηθείς και επιθυμώ να θραύσω +νομίμως τους δεσμούς, που με συνδέουν προς την σύζυγό μου, δηλαδή +να διαζευχθώ, αλλ' υπό τον όρον ο υιός μου να μη μείνη μετά της +μητρός του. + + ― Επιθυμείτε ν' αναλάβω εγώ την υπόθεσιν του διαζυγίου σας; + + ― Μάλιστα, αλλ' οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι δεν επιθυμώ να +καταχρασθώ της προσοχής σας. Ήλθον διά να λάβω προκαταβολικώς την +συμβουλήν σας. Επιθυμώ το διαζύγιον, αλλ' είνε θεμελιώδες δι' εμέ +να μάθω τους όρους υπό τους οποίους επιτυγχάνεται το διαζύγιον. Αν +ούτοι δεν ανταποκρίνονται προς τας απαιτήσεις της αξιοπρεπείας, θα +παραιτηθώ της νομίμου λύσεως. + + ― Ω! αυτό είνε το ορθόν, απήντησεν ο δικηγόρος, είσθε πάντοτε +κύριος της καταστάσεως. + + ― Γνωρίζω εν γενικαίς γραμμαίς τους νόμους τους διέποντας τα περί +διαζυγίου, είπεν ο Καρένιν, αλλ' επεθύμουν να μάθω τας διατυπώσεις +τας χρησιμοποιουμένας εν τη εφαρμογή των. + + ― Επιθυμήτε να σας εκθέσω τους τρόπους διά των οποίων δύνασθε να +επιτύχητε ότι επιθυμήτε; + +Ο Καρένιν έκλινε την κεφαλήν εις σημείον κατανεύσεως. + +Ο δικηγόρος επανέλαβε, ρίπτων από καιρού εις καιρόν φευγαλέα +βλέμματα επί της μορφής του Καρένιν: + + ― Οι ημέτεροι νόμοι επιτρέπουσι το διαζύγιον, ως γνωρίζετε, εις +τας ακολούθους περιπτώσεις . . . Ειπέτε να περιμένουν, εφώνησε +προς τον γραμματέα του, όστις επρόβαλλε την κεφαλήν από της θύρας. + + ― Λοιπόν, εις τας ακολούθως περιπτώσεις, επανέλαβε· φυσικά +ελαττώματα των συζύγων, έπειτα απουσία του ετέρου των συζύγων +αναχωρούντος διά μέρος άγνωστον· έπειτα· μοιχεία (και ετόνισε την +λέξιν μετά προφανούς ευχαριστήσεως). Ιδού αι υποδιαιρέσεις (έκλειε +κάθε φοράν ένα δάκτυλον καθ' όσον αι περιπτώσεις και αι +υποδιαιρέσεις δεν δύνανται να ταξιθετηθώσιν ομού): Τα φυσικά +ελαττώματα του ανδρός ή της γυναικός, η μοιχεία του ανδρός ή της +γυναικός. + +Αφού έκλεισεν όλα του τα δάκτυλα, τα ήνοιξεν αύθις και +εξηκολούθησεν: + + ― Αυτή είνε η θεωρία. Αλλά σεις μου εκάμετε την τιμήν να έλθητε +να με συμβουλευθήτε επί της πρακτικής εφαρμογής . . Στηριζόμενος +επί των προηγουμένων, δύναμαι να σας είπω ότι όλα τα διαζύγια +δύνανται να υπαχθώσιν εις τας ακολούθους περιπτώσεις· δεν έχετε +ελαττώματα φυσικά, ασφαλώς όχι, και απουσίαν ενός των συζύγων +απελθόντος εις άγνωστον διεύθυνσιν επίσης. + +Ο Καρένιν κατένευσε. + + ― Λοιπόν, μας μένει η μοιχεία του ετέρου των συζύγων και η +πεποίθησις περί της ενοχής του εγκληματήσαντος μέλους λόγω +αμοιβαίας συγκαταθέσεως, και εν απουσία της συγκαταθέσεως ταύτης, +διά της αποδείξεως του επ' αυτοφώρω . . . Οφείλω να σας υποδείξω +ότι η τελευταία αύτη περίπτωσις είνε σπανία εν τη πρακτική. + +Και ρίψας εκ νέου φευγαλέον βλέμμα επί του πελάτου του, ο +δικηγόρος εσιώπησε. + +Ο Καρένιν εξηκολούθει να σιωπά. + + ― Το απλούστερον και το λογικώτερον είνε η μοιχεία δι' αμοιβαίας +συγκαταθέσεως και ομολογίας επανέλαβεν ο δικηγόρος . . . Δεν θα +επέτρεπον εμαυτώ την τοιαύτην έκφρασιν ενώπιον προσώπου ελάχιστα +μορφωμένου, αλλ' ελπίζω ότι σεις με εννοείτε. + +Ο Καρένιν ευρίσκετο εις τοιαύτην νευρικήν ταραχήν, ώστε δεν +κατενόησεν ευθύς αμέσως το όλον της λογικότητος ην ηδύνατο να +ενέχη η κατ' αμοιβαίαν συγκατάθεσιν ομολογία της μοιχείας, και το +βλέμμα του εξέφραζε την έκπληξίν του. + +Ο δικηγόρος ήλθεν εις βοήθειάν του. + + ― Ο σύζυγος και η γυνή δεν δύνανται πλέον να ζώσιν ομού, ιδού το +γεγονός, και αν αμφότεροι συμφωνούσιν εις τούτο, αι λεπτομέρειαι +και αι διατυπώσεις αποβαίνουσιν αδιάφοροι και άνευ τινός +σημαντικότητος, ταυτοχρόνως δε αυτό είνε το απλούστερον και το +ασφαλέστερον μέσον. + +Ο Καρένιν ηνόησεν εξ ολοκλήρου την φοράν ταύτην· αλλ' αι +θρησκευτικαί του αρχαί αντετίθεντο εις την εφαρμογήν του μέσου +τούτου. + + ― Εις την ιδικήν μου περίπτωσιν, το μέσον το οποίον προτείνετε +δεν έχει εφαρμογήν. Έν μόνον μέσον υπάρχει: η ομολογία της +μοιχείας εκ μέρους του εγκληματήσαντος μέλους, άνευ της +συγκαταθέσεώς του, αποδεικνυομένη διά των επιστολών, τας οποίας +κατέχω. + + ― Βλέπετε, είπεν ο δικηγόρος, αυτής της φύσεως τα ζητήματα +κρίνονται, ως γνωρίζετε, υπό της Ιεράς Συνόδου, και οι πατέρες +αρχιερείς, εις τας τοιαύτας υποθέσεις, εξονυχίζουν και τας +ελαχίστας λεπτομερείας, προσέθηκε μετά μειδιάματος όπερ +απεδείκνυεν ότι συνεμερίζετο την γνώμην των αρχιερέων . . . +Αναντιρρήτως, αι επιστολαί δύνανται να ώσι ισχυραί βάσεις +κατηγορίας, αλλ' αι επιβαρύνσεις δέον ν' αποδειχθώσι διά της +ευθείας οδού, δηλαδή τη βοηθεία μαρτύρων. Άλλως τε, αν με τιμάτε +διά της εμπιστοσύνης σας, θ' αφήσετε εις εμέ την εκλογήν των μέσων +εις τα οποία θα πρέπη να προσφύγωμεν· ο επιθυμών το τέλος δέχεται +τα μέσα. + + ― Αν έχη ούτω, είπεν ο Καρένιν γενόμενος αίφνης κάτωχρος, θα σας +ανακοινώσω εγγράφως την απόφασίν μου. + +Ηγέρθη και εστηρίχθη επί της τραπέζης: + + ― Δύναμαι λοιπόν να συμπεράνω εκ των λόγων σας, είπε μετά τινα +διακοπήν, ότι το διαζύγιον είναι δυνατόν. Θα σας παρακαλέσω να μου +ανακοινώσητε τους όρους σας. + + ― Όλα είνε δυνατά, αν μου αφήσετε πλήρη ελευθερίαν ενεργείας, +είπεν ο δικηγόρος χωρίς να απαντήση εις την δευτέραν ερώτησιν . . +. + + ― Και πότε θα έχω ειδήσεις σας; εξηκολούθησε συνοδεύων τον +επισκέπτην του μέχρι της θύρας. + + ― Εντός οκτώ ημερών, και θα λάβετε την καλλοσύνην να με +πληροφορήσητε αν δέχεσθε να αναλάβητε την υπόθεσίν μου ως και υπό +ποίους όρους. + + ― Βεβαίως, βεβαίως. + +Ο δικηγόρος εχαιρέτησε μετά σεβασμού, αφήκε τον πελάτην του να +απέλθη, και, μείνας μόνος, παρεδόθη εις την φαιδρότητά του. + +* * * + +Ο Καρένιν, ταξειδεύων διά διοικητικάς ανακρίσεις, διήλθεν εκ +Μόσχας όπου εσταμάτησεν επί τρεις ημέρας. Την επιούσαν της αφίξεώς +του, μετέβη εις επίσκεψιν του γενικού διοικητού. Καθ' οδόν ήκουσε +να τον καλή μία φωνή ηχηρά και φαιδρά, δεν ηδυνήθη να αποφύγη να +στραφή. + +Ο Ομπλόνσκυ τον εκάλει επιμόνως και τον υπεχρέωνε να σταματήση. +Εστηρίζετο διά της ετέρας των χειρών εις την θυρίδα της αμάξης του +εκ της οποίας επρόβαλλε μία γυναικεία κεφαλή με βελουδίνην +εφεστρίδα και δύο κεφαλαί παιδιών. Η κυρία εμειδία χαριέντως ενώ ο +Ομπλόνσκυ έκαμνε νεύμα διά της χειρός προς τον Καρένιν. + +Ήτο η Δόλλυ μετά των τέκνων της. + +Ο Καρένιν θα προυτίμα να μη έβλεπε κανένα εις Μόσχαν και προπάντων +τον αδελφόν της συζύγου του. + +Ύψωσε τον πίλον του και ηθέλησε να συνεχίση τον δρόμον του, αλλ' ο +Ομπλόνσκυ διέταξε τον ηνίοχον να σταματήση και έδραμεν εις +συνάντησιν του Καρένιν. + + ― Δεν εντρέπεσαι να μη μας ειδοποιήσης καθόλου περί της αφίξεώς +σου! + + ― Δεν έλαβα καιρόν, είμαι πολύ απησχολημένος, απήντησεν ο Καρένιν +ξηρώς. + + ― Πάμε στη γυναίκα μου, σε ζητεί. + +Ο Καρένιν εξεδίπλωσε το σκέπασμα των ποδών και κατήλθε της αμάξης +ίνα βαδίση επί της χιόνος και πλησιάση την Δόλλυ. + + ― Γιατί μας αποφεύγετε έτσι δα; είπεν αύτη μειδιώσα. + + ― Ήμην πολύ απησχολημένος τελευταίως . . . Λογίζομαι υπερευτυχής +που σας βλέπω, είπε διά τόνου, όστις εξέφραζε αντίθετον των λόγων +του . . . πώς είσθε; + + ― Και πώς έχει η αγαπητή μου Άννα; ηρώτησεν η Δόλλυ. + +Ο Καρένιν, αντί πάσης απαντήσεως, ανέπεμψεν υπόκωφον γρυλλισμόν +και ηθέλησε ν' αποσυρθή, αλλ' ο Ομπλόνσκυ τον εσταμάτησε. + + ― Σας παρακαλώ, κάμετέ μας την χάριν να έλθετε να δειπνήσωμεν +αύριον, είπεν η Δόλλυ, σας περιμένομεν εις τας πέντε, ή και εις +τας έξ, αν προτιμάτε. Και πώς είνε η αγαπητή Άννα είνε τόσος +καιρός τόρα . . . + + ― Καλά, απήντησεν ο Καρένιν. + + ― Ώστε, θα έλθετε αύριον; του εφώναξεν η Δόλυ, εν ώ επέστρεφε +προς την άμαξάν του. + +Αλλά δεν ήκουσε την απάντησιν του, αποπνιγείσαν μέσα εις τροχασμόν +των οχημάτων. + + ― Θα περάσω από το κατάλυμά σου αύριον, του εφώναξεν ο Ομπλόνσκυ. + +Ο Καρένιν εβυθίσθη εντός της αμάξης κατά τρόπον ώστε να μη βλέπη +τίποτε και να μη είνε ορατός εις κανένα. + + ― Τι ιδιόρρυθμος άνθρωπος! είπεν ο Ομπλόνσκυ προς την σύζυγόν +του. + +Συνεβουλεύθη το ωρολόγιόν του, έκαμε διά της χειρός φιλικόν νεύμα +εις την σύζυγόν και τα τέκνα του και προυχώρησε φαιδρός κατά μήκος +του πεζοδρομίου. + +Και εξηφανίσθη, χαιρετών χαριέντως κατά την διάβασίν του τα γνωστά +του πρόσωπα. + +Ήτο περασμένη η πέμπτη ώρα, και πολλοί συμπόται είχον ήδη φθάσει +όταν ο Ομπλόνσκυ επανήλθεν εις την οικίαν του. + +Η Κίττυ και ο Καρένιν ευρίσκοντο εις το σαλόνι. + +Ο Ομπλόνσκυ εζήτησε συγγνώμην, προφασισθείς ότι τον είχε κρατήσει +κάποιος πρίγκηψ, του οποίου ήτο πάντοτε καθ' ομοίαν σύμπτωσιν ο +αποδιοπομπαίος τράγος. Εν μια στιγμή έκαμεν όλας τας συστάσεις. +Κατόπιν συνεζήτησεν εναντίον του Καρένιν, του Κοσνυτσέφ και του +Πέστζωφ περί εκρωσισμού της Πολωνίας. Εθώπευσε τον Τουρόβτζιν επί +του ώμου, του είπε κάποιον αστεϊσμόν εις το αυτί και τον έθεσεν +εις συνομιλίαν μετά της Δόλλυ και του γηραιού πρίγκηπος +Τσερμπάτσκυ. + +Απηύθυνε κατόπιν τας προσρήσεις του εις την Κίττυ και παρουσίασε +τον Τσερμπάτσκυ εις τον Καρένιν. Εν μια στιγμή είχε τόσον καλώς +ζυμώση την κοινωνικήν εκείνην πάσταν ώστε το σαλόνι, ολοζώντανον +πλέον, αντήχει πανταχού από τον βόμβον των συνομιλιών. + +Ο Λεβίν έφθασε τελευταίος. + + ― Εβράδυνα; + + ― Και μπορείς ποτέ σου να μη βραδύνης; είπεν ο Ομπλόνσκυ λαβών +την χείρα του. + + ― Έχεις πολύν κόσμον; Ποιοι και ποιοι είνε; ηρώτησεν ο Λεβίν +ερυθριάσας χωρίς να το θέλη και τινάσων με το γάντι την χιόνα του +καπέλου του. + + ― Οικογενειακός κύκλος, η Κύττυ, είνε εδώ. Έλα θα σε παρουσιάσω +εις τον Καρένιν. + + ― Ο Ομπλόνσκυ τον επήρε από το χέρι και τον ωδήγησε προς τον +Καρένιν. + + ― Επιτρέψατέ μου να σας παρουσιάσω προς αλλήλους, είπε, και +επρόφερε τα ονόματα. + + ― Λογίζομαι λίαν ευτυχής που σας συναντώ και πάλιν, είπεν ο +Καρένιν ψυχρώς, θλίψας την χείρα του Λεβίν. + + ― Εγνωρίζεσθε λοιπόν; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ έκπληκτος. + + ― Επεράσαμε μαζί τρεις ώρες εντός του σιδηροδρόμου. + + ― Αλήθεια! είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . Λοιπόν! Κύριοι εις την +τράπεζαν, προσέθηκε. + +Μετά το δείπνον ο Καρένιν επέρασεν εις το σαλόνι. + + ― Πόσον είμαι ευτυχής, που ήλθατε! είπεν η Δόλλυ μειδιώσα, καθώς +τον αντίκρυσεν αιφνιδίως εις το πρώτο σαλόνι. Έχω να σας ομιλήσω. +Ας καθήσωμεν εδώ. + +Ο Καρένιν, με την αυτήν έκφρασιν αδιαφορίας, ην τω προσέδιδον αι +ανυψωμέναι οφρείς του, εκάθησε παραπλεύρως της Δόλλυ. + + ― Καίτοι λογίζομαι υπερευτυχής που σας βλέπω, είπεν, εν τούτοις +θα σας εζήτουν την άδειαν να αποσυρθώ, διότι αύριον αναχωρώ. + + ― Σας εζήτησα ειδήσεις περί της Άννας, τω είπεν εκείνη +αποφασιστικώς και δεν μου απαντήσατε. Πώς είνε; + + ― Νομίζω ότι είνε καλά, απήντησεν ο Καρένιν, χωρίς να ατενίση την +συνομιλήτριάν του. + + ― Συγχωρήσατέ με, δεν έχω κανέν δικαίωμα, αλλ' αγαπώ και σέβομαι +την Άνναν ως αδελφήν· σας παρακαλώ, σας ικετεύω, είπατέ μου, τι +έχετε εναντίον της; Τι της κατηγορείτε; + +Ο Καρένιν έκλεισε σχεδόν τους οφθαλμούς και εταπείνωσεν την +κεφαλήν. + + ― Φρονώ ότι ο σύζυγός σας θα έπρεπε να σας εξήγει διά ποίον λόγον +θεωρώ αναγκαίον να τροποποιήσω τας σχέσεις μας. + + ― Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω, δεν θέλω να το πιστεύσω! είπεν +η Δόλλυ ενούσα τας χείρας με ενεργητικήν χειρονομίαν. + +Ηγέρθη δε αποτόμως και έθεσε την χείρα επί της χειρίδος του +Καρένιν. + + ― Θα μας διακόψουν εδώ, ελάτε μαζί μου. + +Η συγκίνησις της Δόλλυ επενήργησεν επί του Καρένιν. + +Ηγέρθη και την ηκολούθησεν ευπειθώς εις το μελετητήριον των +παιδιών. + + ― Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω! είπεν η Δόλλυ προσπαθούσα να +αντικρύση το βλέμμα του Καρένιν, όστις την απέφευγε. + + ― Δεν πρέπει να αρνήται κανείς να πιστεύση τα γεγονότα, απήντησεν +ούτος τονίζων την λέξιν γ ε γ ο ν ό τ α. + + ― Αλλά, τι έκαμε; Θέλω να το μάθω. + + ― Ημέλησε τα καθήκοντά της και ηπάτησε τον σύζυγόν της, αυτό +έκαμεν, είπεν ο Καρένιν. + + ― Όχι, όχι, δεν είνε δυνατόν αυτό! Όχι, σας παρακαλώ . . +Απατάσθε. + +Ο Καρένιν εμειδίασε παγερώς, μόλις διασταλέντων των χειλέων του, +ίνα δείξη εις τε την Δόλλυ και εις εαυτόν μέχρι ποίου σημείου ήτο +βέβαιος περί του γεγονότος εκείνου. Καίτοι όμως η θερμή εκείνη +υπεράσπισις δεν τον εκλόνισεν, ανέξεεν εν τούτοις την πληγήν του· +και ωμίλησε με μεγαλητέραν ζωηρότητα. + + ― Είνε δύσκολον να απατηθή κανείς, όταν η σύζυγος το ομολογεί η +ιδία εις τον σύζυγόν της, όταν του διακηρύττη ότι οκτώ ετών +συμβίωσις, ότι ο υιός της, ότι όλα αυτά ήσαν πλάνη, και ότι +επιθυμεί να επαναλάβη εξ υπαρχής την ζωήν, είπεν ο Καρένιν μετά +δριμύτητος. + + ― Άννα και ατιμία! . . . δεν ειμπορώ να τα συνδέσω αυτά τα δύο, +δεν ειμπορώ . . . κατ' ουδένα λόγον! + +Τότε ο Καρένιν αντίκρυσε κατά πρόσωπον την συγκεκινημένην μορφήν +της Δόλλυ. + + ― Θα εθυσίαζα πολλά διά να δυνηθώ να διατηρήσω ακόμη κάποιαν +αμφιβολίαν. Όταν αμφέβαλα υπέφερα, αλλ' ολιγώτερον από τώρα . . . +Όταν αμφέβαλα, διετήρουν κάποιαν ελπίδα . . . Τώρα, δεν έχω πλέον +ελπίδας και δυσπιστώ προς τα πάντα . . . Δυσπιστώ τόσον προς τα +πάντα, ώστε μισώ τον υιόν μου, και ενίοτε, δεν πιστεύω ότι είνε +υιός μου. Είμαι απείρως δυστυχής! + +Δεν είχεν ανάγκην να το δηλώση αυτό. + +Η Δόλλυ το είχεν εννοήσει μόλις τον ητένισε κατά πρόσωπον· τον +ελυπήθη δε και η πίστις της επί την αθωότητα της φίλης της +εξησθένισεν. + + ― Α! είνε τρομερόν, τρομερόν! Αλλ' είνε αληθές ότι επιθυμείτε το +διαζύγιον; + + ― Είνε το μόνον που μου μένει να κάμω. + + ― Το μόνον, το μόνον; είπεν εκείνη με τα δάκρυα εις τους +οφθαλμούς . . . . . + +Και εσιώπησεν, αναλογισθείσα εαυτήν, αναμνησθείσα τας ιδίας της +συζυγικάς συμφοράς· είτα δ' αίφνης ανύψωσεν αποφασιστικώς την +κεφαλήν και ήνωσε τας χείρας ικετευτικώς: + + ― Ακούσατέ με, είσθε χριστιανός· Συλλογισθήτε την! Τι θ' απογείνη +αν την εγκαταλείψετε σεις; + + ― Αφ' ης μοι απεκάλυψε μόνη της το αίσχος, αφήκα πάσαν άλλην +σκέψιν κατά μέρος. Της παρέσχον τα μέσα να δυνηθή να εξιλεωθή! +Έκαμα τα πάντα διά να την σώσω . . . . . Ε, λοιπόν! δεν εσεβάσθη +ούτε τον μάλλον ασήμαντον των όρων μου . . . Τα καθήκοντα της +ευπρεπείας! . . . Δυνάμεθα να σώσωμεν ένα πλάσμα το όποιον δεν +θέλει ν' απωλεσθή, αλλ' όταν ολόκληρος η φύσις έχει τόσον +εξηχρειωθή, τόσον εκφαυλωθή ώστε την απώλειαν να την θεωρή +σωτηρίαν, τι δυνάμεθα να πράξωμεν; + + ― Τα πάντα, πλην του διαζυγίου, απήντησεν η Δόλλυ. + + ― Τα πάντα, ποία; . . . + + ― Ω! όχι, είνε τρομερόν! . . . Δεν θα καταστή σύζυγος ουδενός, θα +πάη χαμένη! + + ― Αλλά, τι δύναμαι να κάμω εγώ; ηρώτησεν ο Καρένιν ανυψώσας τους +ώμους και τας οφρείς. + +Η ανάμνησις της τελευταίας πράξεως της Άννας τον είχεν εξοργίσει +εις τοιούτον βαθμόν, ώστε κατέστη ασυγκίνητος όπως εν αρχή της +συνεντεύξεως. + + ― Σας είμαι λίαν ευγνώμων διά την συμπάθειάν σας, είπεν, αλλ' +οφείλω να αποσυρθώ. + +Ηγέρθη. + + ― Όχι, περιμείνατε . . . Δεν πρέπει να συμπληρώσητε σεις την +καταστροφήν της. Ακούσατε, θα σας διηγηθώ εκείνο που συνέβη εις +εμέ. Ενυμφεύθην, κατόπιν ο σύζυγός μου με ηπάτησεν· εν τη οργή +μου, εν τη ζηλοτυπία μου ηθέλησα ν' αφήσω, να εγκαταλείψω τα πάντα +. . . Ήτο ενδόμυχος πόθος μου τούτο . . . Αλλά δεν ενήργησα +τοιουτοτρόπως. Και, εις ποίον το οφείλω αυτό; Ναι, . . . με έσωσεν +η Άννα. Και βλέπετε, τα παιδιά μεγαλώνουν, ο σύζυγός μου +επιστρέφει εις την οικογένειάν του, συναισθάνεται τα σφάλματά του +. . . Καθίσταται αγνότερος, καλλίτερος, . . . και ζω! Εσυγχώρησα +εγώ, και σεις επίσης οφείλεται να συγχωρήσητε. + +Ο Καρένιν την ήκουεν αλλ' οι λόγοι της Δόλλυ δεν επέδρων πλέον επ' +αυτού. + +Όλη η οργή υφ' ης κατείχετο την ημέραν κατά την οποίαν είχε λάβει +την απόφασίν του, επλήρωσε και πάλιν την ψυχήν αυτού. Ηγέρθη και +είπε διά της διαπεραστικής του φωνής: + + ― Δεν δύναμαι να συγχωρήσω εγώ, ούτε το θέλω, και κρίνω ότι το +τοιούτο θα απετέλει αδίκημα. Έκαμα τα πάντα διά την γυναίκα αυτήν! +Δεν είμαι άνθρωπος κακός, ουδέποτε απεστράφην ουδένα, αλλ' αυτήν, +την μισώ δι' όλης της δυνάμεως της ψυχής μου . . . Δεν δύναμαι να +την συγχωρήσω, διότι την βδελύττομαι καθ' υπερβολήν δι' όλον το +κακόν του οποίου μου έγεινε πρόξενος. + +Η φωνή του επνίγετο εις τα δάκρυα της οργής. + + ― Αγαπάτε τους μισούντας υμάς! εψιθύρισε δειλώς η Δόλλυ. + +Ο Καρένιν εμειδίασε περιφρονητικώς. Εγνώριζε το παράγγελμα τούτο +προ πολλού, αλλά δεν το εύρισκεν εφαρμόσιμον εις την ιδικήν του +περίπτωσιν. + + ― Αγαπάτε τους μισούντας υμάς, ναι, αλλά ν' αγαπάτε τους +μισουμένους παρ' υμών, είνε αδύνατον. Συγχωρήσατέ με διότι σας +ετάραξα . . . ο καθείς με τον σταυρόν του . . . + +Και γενόμενος αύθις κύριος εαυτού, ο Καρένιν απεχαιρέτησεν ησύχως +αυτήν και απεσύρθη. + +* * * + +Ο Λεβίν, μετά το δείπνον, ηθέλησε να ακολουθήση την Κίττυ εις το +σαλόνι, αλλ' εφοβήθη μη της ήτο δυσάρεστος, αν εγίνετο καταφανής +εις την ομήγυριν η προς αυτήν αφοσίωσίς του. Έμεινε λοιπόν εις το +καπνιστήριον και ανεμίχθη εις την γενικήν συζήτησιν. Αλλ' η Κίττυ +δεν εβράδυνε να τον πλησιάση. Χωρίς να στραφή, ησθάνθη το βλέμμα +και το μειδίαμα το οποίον του εξετόξευσε και δεν ηδυνήθη να +κρατηθή. Υπεστράφη. + +Η Κίττυ ευρίσκετο επί του κατωφλίου μετά του αδελφού της και τον +παρετήρει. + + ― Εσκέφθην ότι θα εκάθησθε εις το πιάνο, είπεν ο Λεβίν. Ιδού τι +στερούμαι εις την εξοχήν, την μουσικήν! + + ― Όχι, ήλθομεν αποκλειστικώς διά να σας φωνάξωμεν και σας +ευχαριστώ διότι προσήλθατε αφ' εαυτού, είπεν εκείνη παρέχουσα εις +αυτόν έν μειδίαμα ως θα του εχάριζε δώρον . . . + +Η Κίττυ επλησίασεν εις μίαν τράπεζαν του παιγνιδίου, εκάθησε, και +λαβούσα την κιμωλίαν, ήρχισε να χαράττη επί του τάπητος κύκλους ων +έκαστος ήτο μεγαλείτερος του προηγουμένου. + + ― Α! εγέμισα όλο το τραπέζι με ορνιθοσκαλίσματα, εφώνησεν η +Κίττυ. + +Απέθηκε την κιμωλίαν και έκαμε κίνημα ως να προυτίθετο να εγερθή. + +«. . . Θεέ μου, πώς θα έμενα κατάμονος χωρίς αυτήν;» Έλαβε την +κιμωλίαν. + + ― Μείνατε, είνε καιρός τώρα που επιθυμώ να σας ζητήσω κάτι. + +Την ητένισε δε εις τα μάτια τα πλήρη αγαθότητος, αν και κάπως +τρομαγμένα. + + ― Πολύ ευχαρίστως. + + ― Ιδού το ερώτημά μου: έγραψε μερικά γράμματα: ο, μ, ε, α, δ, γε: +η, φ, ε, ε: π, η, μ, π, τ, π; + +Τα γράμματα αυτά εσήμαινον: «Όταν μου είπατε, αυτό δεν γίνεται· η +φράσις εκείνη εσήμαινε π ο τ έ, ή ― μ ό ν ο ν - π ρ ο ς - τ ο - +π α ρ ό ν;» - Δεν υπήρχε καμμία πιθανότης ότι η Κίττυ θα κατενόει το +πολύπλοκον αυτό αίνιγμα, αλλά την ητένισε με ύφος, όπερ εφαίνετο +δηλούν ότι η ζωή του εξηρτάτο εκ της απαντήσεως της νεαράς κόρης. +Τον ητένισε σοβαρά, εστήριξε το μέτωπον επί της χειρός της και +ήρχισε ν' αναγινώσκη τα γράμματα. Από στιγμής δε εις στιγμήν, τον +ητένιζεν αύθις ερωτώσα οιονεί διά του βλέμματος· είνε ακριβώς αυτό +που σκέπτομαι; + + ― Εννόησα, είπε τέλος ερυθριάσασα. + + ― Ποία είνε αυτή η λέξις; ηρώτησεν εκείνος υποδείξας το Πρώτον Π. + + ― Αυτό σημαίνει Π ο τ έ, απήντησεν εκείνη, αλλά δεν είνε αλήθεια. + +Ο Λεβίν απέσβεσε ταχέως όσα είχε γράψει, απέδωκε την κίμωλίαν εις +την Κίττυ και ηγέρθη. + +Εκείνη έγραψε: τ, δ, η, ν, α, δ. + +Η Δόλλυ, παρατηρούσα τας δύο εκείνας κεφαλάς εγγύς αλλήλων, +επαρηγορήθη διά την λύπην ην της είχε προξενήσει η συνδιάλεξίς της +μετά του Καρένιν. + +Η Κίττυ, με την κιμωλίαν εις το χέρι παρετήρει τον Λεβίν με ένα +δειλό και φοβισμένο μειδίαμα, ενώ κύπτων εκείνος επί της τραπέζης, +προσήλωνε τα φλογερά του μάτια οτέ μεν επ' αυτής οτέ δε επί των +γραμμάτων. + +Εξαίφνης, ηκτινοβόλησεν ολόκληρος, είχεν εννοήσει. Αι λέξεις αι +χαραχθείσαι παρά της Κίττυ εσήμαινον: «Τότε δεν ηδυνάμην ν' +απαντήσω διαφορετικά». + +Την ητένισε με ύφος ερωτηματικόν, δειλά-δειλά: ― Μόνον τότε; + + ― Ναι, απεκρίθη το μειδίαμα της Κίττυ. + + ― Και τώρα; ηρώτησεν εκείνος. + + ― Αναγνώσατε, είπεν εκείνη, θα γράψω ποίος είνε ο ενδόμυχος πόθος +μου τώρα: και εσημείωσε τα εξής γράμματα: ε, ν, λ, κ, ν, σ, τ, π. + +Τούτο εσήμαινε: «Ελπίζω να λησμονήσετε και να συγχωρήσητε το +παρελθόν». + +Ήρπασεν εκείνος την κιμωλίαν με τα νευρικά και τρέμοντα δάκτυλά +του, την έθραυσε και εσημείωσε τα αρχικά γράμματα, της ακολούθου +φράσεως: «Δεν έχω τίποτε να λησμονήσω, ούτε να συγχωρήσω, δεν +έπαυσα να σας αγαπώ!» + +Τον ητένισε χωρίς να παύση να μειδιά: + + ― Εννόησα, εψιθύρισε. + +Εκείνος έγραψε νέαν εκτενεστάτην φράσιν. Η Κίττυ την ενόησε, και +χωρίς μάλιστα να τον ερωτήση αν είχε καλώς αντιληφθή την σημασίαν +της φράσεως, του απήντησεν αμέσως εγγράφως. + +Ο Λεβίν εβράδυνε πολύ να διεισδύση εις την έννοιαν της φράσεως +αυτής και την συνεβουλεύθη πλειστάκις διά του βλέμματος. Η ευτυχία +τον εζάλιζε. Δεν κατώρθωσε δε ν' ανακαλύψη τας πραγματικάς λέξεις, +αντελήφθη όμως παν ό,τι τον ενδιέφερε να μάθη μέσα εις τα θαυμάσια +μάτια της Κίττυ, τα οποία ηκτινοβόλουν από ευτυχίαν. + +Εσχεδίασε τρία γράμματα, αλλά προτού τα χαράξη εντελώς, εκείνη τα +εδιάβασε, τα συνεπλήρωσε αντ' αυτού και έγραψε απάντησιν: «Ναι!» + + ― Παίζετε τα «κρυφά γράμματα»; είπεν ο γηραιός πρίγκηψ +Τσερμπάτσκυ πλησιάσας αυτούς, αλλ' αν θέλης να πας εις το θέατρον, +πρέπει να πηγαίνωμεν, κόρη μου. + +Ο Λεβίν κατευώδωσε την Κίττυ μέχρι της θύρας. + +Είχον είπει παν ό,τι είχον να είπουν, η Κίττυ του είχεν ομολογήσει +ότι τον ηγάπα και ότι θ' ανήγγελλεν εις τους γονείς της ότι θα +μετέβαινε την επιούσαν να την ζητήση εις γάμον. + +Περί την μεσημβρίαν, ο Λεβίν κατηυθύνθη προς το μέγαρον των +Τσερμπάτσκυ. Κατήλθε προ του προστόου του ξενοδοχείου και οι +ηνίοχοι τον εκύκλωσαν αμέσως διαμφισβητούντες τις πρώτος να τον +υπηρετήση. + +Ουδέποτε είχε ταξειδεύσει με έλκυθρα αναπαυτικώτερα, κομψότερα και +των οποίων ο εξαίρετος ίππος, έλκων με όλας του τας δυνάμεις δεν +κατώρθωνε να προχωρή ταχέως. + +Ο θυρωρός τέλος, τον εισήγαγε και τον ωδήγησεν εις την αίθουσαν. + +Όπισθεν της θύρας ήκουσε τον θρουν γυναικείας εσθήτος· κατόπιν δε +ελαφρά βήματα προσέθιξαν το παρκέτο, και η ευτυχία του, η ζωή του, +αυτός ούτος, ό,τι άριστον υπήρχεν εντός του, παν ό,τι επεζήτει, +παν ό,τι επόθει, προσέτρεχον ήδη εις υποδοχήν του. + +Δεν έβλεπε τίποτε άλλο εκτός από τα μάτια εκείνα τα διαυγή και +ειλικρινή, τα γεμάτα από την ιδίαν χαράν του έρωτος, όστις επλήρου +και την ιδίαν του καρδίαν. Οι οφθαλμοί του ηκτινοβόλουν επί μάλλον +και μάλλον, θαμβούντες αυτόν με την ερωτόφλογον λάμψιν των. + +Έδραμεν εκείνη, προς αυτόν, και εν ορμή ευδαίμονι και ευφροσύνω +ερρίφθη επ' αυτού. + +Την επήρεν εις τας αγκάλας του και έθλιψε τα χείλη του επί του +στόματός της, που επεζήτει το φίλημά του. + +Και εκείνη, όπως αυτός, δεν είχε κοιμηθή κατά την νύκτα, και +ανέμεινε τον Λεβίν καθ' όλας τας προμεσημβρινάς ώρας . . . Ο πατήρ +της και η μήτηρ της συγκατετίθεντο μετά χαράς και ηυφραίνοντο διά +την ευτυχίαν της. Παρεμόνευε λοιπόν την άφιξίν του διά να του +αναγγείλη αυτή πρώτη την καλήν είδησιν. Απήλαυεν εκ των προτέρων +της χαράς εκείνης, αλλ' ήτο διστακτική και εντροπαλή, και δεν +εγνώριζε κατά ποίον τρόπον θα του το έλεγεν. Εν τούτοις, όταν +ήκουσε τα βήματά του και την φωνήν του τότε, χωρίς καν να σκεφθή +τι έκαμνεν, έδραμε προς αυτόν. + + ― Πάμε στη μαμά, είπε λαβούσα αυτόν από το χέρι. + +Εκείνος έμεινεν επί πολύ χωρίς να δύναται ν' αρθρώση λέξιν, όχι +διότι εφοβήθη μη καταβιβάση το αίσθημά του από τα ύψη εις τα οποία +επλανάτο, αλλά διότι συνησθάνετο, εκάστοτε οσάκις ήθελε να είπη +τι, ότι αντί λέξεων, ανέβλυζον εξ αυτού δάκρυα ευτυχίας. + +Επήρε το χέρι της Κίττυ και το έφερεν εις τα χείλη του. + + ― Είνε αλήθεια; είπε τέλος διά φωνής υποκώφου. Δεν δύναμαι να +πιστεύσω ότι με αγαπάς, προσέθηκεν. + +Εκείνη εμειδίασε με τον ενικόν αυτόν «με αγαπάς» και με την +αιδήμονα διστακτικότητα μεθ' ης την παρετήρει. + + ― Ναι, απεκρίθη μετά τόνου . . . Είμαι τόσον ευτυχής! + +Χωρίς δε να τον αφήση από το χέρι, εισήλθε μαζί του το σαλόνι. + + ― Ώστε, εκανονίσθησαν όλα; είπεν η πριγκήπισσα αντικρύσασα +αυτούς. Τι ευτυχής που είμαι· αγάπα την πολύ . . . Είμαι ευτυχής! + + ― Κάτι γρήγορα τα ετακτοποιήσατε τα πράγματα, είπεν ο γηραιός +πρίγκηψ, όστις προσεπάθει να φαίνεται αδιάφορος. Αλλ' ο Λεβίν +παρετήρησεν ότι τα μάτια του ήσαν δακρυσμένα, όταν του απηύθυνε +τον λόγον. + + ― Πάντοτε το είχον ευχηθή, είπεν ο πρίγκηψ λαβών την χείρα του +Λεβίν και ελκύσας αυτόν πλησίον του . . . Το ηυχόμην ήδη, όταν +αυτή η απερίσκεπτος . . . + + ― Μπαμπά! εφώναξεν η Κίττυ φράττουσα το στόμα του διά της χειρός +της. + + ― Καλά, καλά, απήντησεν εκείνος, δεν θα ξαναπώ τίποτε . . . Είμαι +πολύ, πολύ ευτυχής! . . . Αλλά τι ζώον που είμαι! + +Ενηγκαλίσθη την Κίττυ, και την εφίλησεν εις το πρόσωπον, εις την +χείρα και πάλιν εις το πρόσωπον. + +Και όταν ο Λεβίν είδε πώς η Κίττυ ησπάζετο παρατεταμένως και +τρυφερώς την σαρκώδη χείρα του γέροντος εκείνου, νέον αίσθημα +αγάπης προς τον πρίγκηπα, όστις έως τότε ήτο ξένος δι' αυτόν, +εγεννήθη αίφνης εν τη καρδία του. + +* * * + +Ο Καρένιν επέστρεψεν εις το μέγαρόν του αναλύων, ακουσίως εαυτού, +εν τη μνήμη του, μίαν προς μίαν τας συνομιλίας ας είχε κάμει κατά +το διάστημα του δείπνου και μετ' αυτό. + +Οι λόγοι της Δόλλυ περί συγγνώμης είχον δυσαρέστως επιδράσει επ' +αυτού. Έπρεπε να εφαρμόση ή όχι τα χριστιανικά διδάγματα εις την +περίπτωσίν του; Ζήτημα τούτο λίαν πολύπλοκον, το οποίον δεν έπρεπε +να συζητήται μετ' ελαφρότητος· άλλως τε, το είχε λύσει προ πολλού +αρνητικώς. + +Ο θυρωρός του παρέδωκε δύο τηλεγραφήματα. Το πρώτον τον +επληροφόρει περί του διορισμού του Στρεμώφ εις την θέσιν ην +εποφθαλμία ο Καρένιν. Τον παρώργισε δε ολιγώτερον το ότι η θέσις +εκείνη του διέφευγε και ότι, προφανώς, τον παρεμέριζον, παρ' όσον +ότι δεν είχον αντιληφθή ότι ο λεξιθήρας εκείνος, ο φλύαρος εκείνος +Στρεμώφ ήτο ο πάντων ακαταλληλότερος διά να την καταλάβη. + +Έλαβε το δεύτερον τηλεγράφημα. + +«Αναμφιβόλως κάτι ανάλογον θα είνε», διελογίσθη. + +Το τηλεγράφημα ήτο της συζύγου του. + +«. . . Α π ο θ ν ή σ κ ω - π α ρ α κ α λ ώ, ι κ ε τ ε ύ ω - ν α - +έ λ θ η ς! . . . Σ υ γ κ ε χ ω ρ η μ έ ν η, - θ α - α π ο θ ά ν ω +- η σ υ χ ώ τ ε ρ ο ν». + +Εμειδίασε περιφρονητικώς και απέρριψε το τηλεγράφημα. + +Ήτο ψεύδος, ήτο δόλος· δεν ηδύνατο ν' αμφιβάλη. + + ― Δεν υπάρχει ψεύδος προ του οποίου θα υπεχώρει. Πρόκειται να +γεννήση. Ίσως περί τούτου να πρόκηται . . . Αλλά ποίος ο σκοπός +της; . . . Να νομιμοποιήσω το παιδί, να εκθέσω εμαυτόν και να +παρεμποδισθή το διαζύγιον. Αλλ' αυτή λέγει: Αποθνήσκω . . .» + +Ανέγνωσε και πάλιν το τηλεγράφημα, και αίφνης η αληθής έννοια του +περιεχομένου του τον εξέπληξε. + +«. . . Και αν είνε αλήθεια;» διελογίσθη . . . «Αν αληθώς μέσα εις +τας βασάνους της και ενώπιον της προσεγγίσεως του θανάτου +μετενόησεν ειλικρινώς; Και εγώ, πεποιθώς ότι πρόκειται περί δόλου, +θα ηρνούμην να μεταβώ να την ίδω; Τούτο θα ήτο όχι μόνον σκληρόν, +αλλά και θα με καθίστα άξιον της γενικής αποδοκιμασίας . . .» + +Ο Καρένιν απεφάσισεν ούτω να μεταβή εις επίσκεψιν της συζύγου του. +Αν επρόκειτο περί δόλου, δεν θα έλεγε τίποτε, αλλά θ' ανεχώρει και +πάλιν αμέσως. Αν δε πράγματι ευρίσκετο εις την επιθανάτιον κλίνην +της, θα την συνεχώρει, αν την εύρισκεν ακόμη εν τη ζωή. Αν έφθανε +πολύ αργά, θα της απέδιδε τα τελευταία καθήκοντα. + +Λαβών την απόφασίν ταύτην, ουδέν πλέον σχετικόν εσκέφθη καθ' όλον +τον διάστημα του ταξειδίου. + +Το πρωί της επιούσης ο Καρένιν διέσχισε την λεωφόρον Νηούσκυ, +έρημον ακόμη, με το συναίσθημα της κοπώσεως, όπερ αφίνει μία νυξ +διελθούσα εντός σιδηροδρόμου· ητένιζεν εμπρός του εν τη πρωινή +ομίχλη χωρίς να σκέπτεται τι ίσως τον ανέμενε. + +Δεν ηδύνατο να σταματήση προ τοιούτου διαλογισμού, διότι μόλις το +εσυλλογίζετο, ώφειλε ν' αποδιώκη την σκέψιν ότι ο θάνατος της +Άννας θα διέλυε τελείως το δυσχερές της καταστάσεως. + +Αρτοποιεία ανοικτά, εμπορικά καταστήματα κλειστά, αμαξάδες της +νυκτός, δ β ό ρν ι κ (οδοκαθαρισταί) σαρώνοντες τα πεζοδρόμια +παρήλαυνον προ των οφθαλμών του. Παρετήρει τα πάντα προσπαθών να +σχηματίση νοερώς, ενδιαθέτως την αντίληψιν του τι τον επερίμενε +και ό,τι δεν ετόλμα να ομολογήση ότι επηύχετο. + +Έφθασεν εις την οικίαν του. Ο θυρωρός του ήνοιξε την θύραν προτού +κρούση τον κώδωνα. + + ― Πώς πηγαίνει η κυρία; + + ― Η κυρία ευτυχώς εγέννησε χθες. + +Ο Καρένιν ωχρίασε και εσταμάτησε· τώρα κατενόει πόσον διάπυρος ήτο +η επιθυμία του να την εύρη νεκράν. + + ― Και . . . η υγεία της; + +Την στιγμήν εκείνην ο υπηρέτης του Καρένιν Κάρνεϊ, φέρων πρωινήν +ενδυμασίαν, κατήλθεν εσπευμένως την κλίμακα. + + ― Η κυρία είνε πολύ άσχημα, είπε . . . Χθες έγινε συμβούλιον από +πολλούς ιατρούς, και ο ιδικός μας γιατρός δεν την εγκαταλείπει +πλέον. + +Επί τη πληροφορία ταύτη ο Καρένιν ησθάνθη κάποιαν ανακούφισιν· +υπήρχε λοιπόν κάποια ελπίς ότι ήτο πιθανόν να αποθάνη. + + ― Πάρε τας αποσκευάς, είπε προς τον υπηρέτην, και εισήλθεν εις +τον αντιθάλαμον. + +Ο Καρένιν πρώτον αντικείμενον αντίκρυσεν ένα μανδύαν αξιωματικού +εις την ιματιοθήκην. + + ― Ποιος είνε εδώ; ηρώτησεν, + + ― Ο γιατρός, η μαμή και ο κόμης Βρόνσκυ. + +Ο Καρένιν εισήλθεν εις τα δωμάτιά του, δεν υπήρχε δε κανείς εις το +σαλόνι, αλλ' εις τον κρότον των βημάτων του, η μαία, φέρουσα +κεκρύφαλον με ιόχρους ταινίας, εξήλθε του κοιτώνος της Άννας. + +Επλησίασε τον Καρένιν, και, με οικειότητα ην μόνη η προσέγγισις +του θανάτου ηδύνατο να δικαιολογήση, τον έλαβεν από της χειρός και +τον ήλκυσε προς τον κοιτώνα. + + ― Δόξα σοι ο Θεός που ήλθατε. Η ασθενής μας μόνον περί υμών +ομιλεί, και γυρεύει μόνον σάς. + + ― Φέρετε λοιπόν γρήγορα πάγον, διέτασσεν επιτακτικώς ο ιατρός. + +Ο Καρένιν εισήλθεν εις το καλλωπιστήριον της Άννας. Προ της +τραπέζης της, επί τινος χαμηλού καθίσματος, στηριζόμενος πλαγίως +επί του ερεισινώτου, εκάθητο ο Βρόνσκυ· είχε την μορφήν +κεκρυμμένην εντός των χειρών των και έκλαιεν. Ακούσας δε την +διαταγήν του ιατρού, ηγέρθη, κατεβίβασε τους βραχίονάς του και +παρετήρησε τον Καρένιν. + +Εν αρχή, τοσούτον εταράχθη, ώστε εκαθέσθη και πάλιν και εβύθισε +την κεφαλήν μεταξύ των ώμων του ως να ήθελε να εξαφανισθή υπό την +γην· αλλά, κατέβαλεν υπέρτατον αγώνα, ηγέρθη και είπεν: + + ― Αποθνήσκει. Οι ιατροί εδήλωσαν ότι δεν υπάρχει πλέον ελπίς. +Είμαι εις την διάθεσίν σας, αλλ' επιτρέψατέ μου να μείνω εδώ. Θα +συμμορφωθώ, άλλως τε, προς την θέλησίν σας, θα . . . + +Όταν είδε ρέοντα τα δάκρυα του Βρόνσκυ, ο Καρένιν συνησθάνθη την +συγκίνησιν εκείνην, ην εδοκίμαζε πάντοτε επί τη θέα του άλγους των +άλλων. Απέστρεψε το πρόσωπόν του, και, χωρίς ν' ακούση τον +Βρόνσκυ, διέσχυσε το καλλωπιστήριον. + +Από του δωματίου της λεχούς έφθανεν η φωνή της Άννας, φαιδρά, +ζωηρά, και με διατονίσεις καθαροτάτας. + +Ο Καρένιν επλησίασεν εις την κλίνην. + +Η ασθενής ήτο εξηπλωμένη, με την μορφήν εστραμμένην προς αυτόν. Αι +παρειαί της ήσαν φλογισμέναι, τα μάτια της έλαμπον, αι μικραί +λευκαί της χείρες προέβαλον από τας χειρίδας του νυκτικού της +υποκαμίσου και προσέπαιζον με τα κράσπεδα του σκεπάσματος. + +Είχε το ύφος όχι μόνον πλήρους ευεξίας και φρεσκάδας, αλλά και +τελείας ευθυμίας. + +Ωμίλει γοργά, η φωνή της ήτο ηχηρά και αι κινήσεις της ακριβείς +και ενσυναίσθητοι. + + ― Λέγω ότι ο Αλέξιος, ο Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς (τι αλλόκοτος και +τρομερά σύμπτωσις να ονομάζωνται και οι δύο Αλέξιοι), ο Αλέξιος +δεν θα μου το αρνηθή αυτό· εγώ, θα είχα λησμονήσει και θα τον είχα +συγχωρήσει . . . Αλλά, διατί δεν έρχεται! Είνε καλός, ούτε αυτός ο +ίδιος γνωρίζει πόσον καλός είνε! . . Αχ! Θεέ μου! Τι αγωνία!, . . +Δώσατέ μου νερό . . . . Α! όχι βλάπτει για την μικρούλα . . . +Λοιπόν, πάρετέ της μια παραμάνα . . . . Αυτό θα ήτο προτιμότερον . +. . Θα έλθη, ίσως του κάμη κακό να την ίδη, πάρετέ την απ' εδώ. + + ― Άννα Καρένιν. . . . έφθασεν, ιδού τον! είπεν η μαία προσπαθούσα +να συγκεντρώση την προσοχήν της Άννας επί του συζύγου της. + +Αλλ' η Άννα εξηκολούθει να παραληρή. + + ― Δώσατέ μου τη μικρούλα, δώσατέ μου την . . . Δεν έφθασεν ακόμη; +Λέτε ότι δεν θα με συγχωρήση, διότι δεν τον γνωρίζετε σεις . . . +Έπρεπε να γνωρίζετε τα μάτια του, ο Σεριόγια τα έχει απαράλλακτα, +διά τούτο δεν ειμπορώ πλέον να τα βλέπω . . . Εδώκατε να φάγη του +Σεριόγια; . . . + +Αίφνης υπέστη συσπασμόν και εσιώπησεν, είτα δ' έφερε την χείρα προ +του προσώπου της μετά τρόμου, ως να επρόκειτο την κτυπήσουν. + +Διέκρινε τον σύζυγόν της. + + ― Όχι, όχι, είπε, δεν τον φοβούμαι, . . . τον θάνατον φοβούμαι! . +. . Έλα κοντά μου, Αλέξιε . . . Βιάζομαι, διότι. . . . δεν έχω +καιρόν να χάνω . . . το παραλήρημα θα ξαναρχίση και δεν θα εννοώ +τίποτε πλέον . . . Τόρα, τα εννοώ όλα, όλα τα βλέπω . . . + +Η συνεσπασμένη μορφή του Καρένιν εξεδήλωσεν άλγος^ έλαβε την χείρα +της Άννας, αλλά δεν ηδυνήθη ν' αρθρώση λέξιν· επάλαιε κατά της +συγκινήσεώς του και μόλις παρετήρει λάθρα την πάσχουσαν. + +Και, οσάκις την παρετήρει, έβλεπε τα μάτια της προσηλωμένα επάνω +του με τρυφεράν αγάπην, με αληθή έκτασιν, την οποίαν δεν είχεν +άλλοτε αντικρύση εις το βλέμμα της . . . + + ― Περίμενε, δεν γνωρίζεις συ . . . περίμενε, περίμενε . . . + +Διεκόπη, ως να προσεπάθει να συγκεντρώση τας σκέψεις της. + + ― Ναι, επανέλαβε. . . . Ναι, ναι, ναι, ιδού τι ήθελα να σας είπω. +Μη εκπλήττεσαι, είμαι πάντοτε η ιδία . . . Αλλ' εντός μου υπάρχει +και μία άλλη γυναίκα, αυτήν την φοβούμαι . . . Αυτή ηγάπησε τον +άλλον και ηθέλησε να σε μισήσω, αλλά δεν κατώρθωσα να λησμονήσω +οποία ήτο πρότερον . . . Αυτή δεν είμ' εγώ . . . τώρα είμαι η +αληθινή Άννα, τώρα είμαι εγώ! . . . Αποθνήσκω, γνωρίζω ότι πρέπει +ν' αποθάνω, ερώτησέ τον . . . . Αισθάνομαι βάρος εις τους +βραχίονας, εις τους πόδας μου, εις τα δάκτυλά μου . . . κύτταξε +πώς είνε πρησμένα τα δάκτυλά μου! Αλλ' όλα αυτά θα τελειώσουν +γρήγορα . . . Ενός μόνον έχω ανάγκην, συγχώρησόν με συγχώρησόν με +πραγματικώς . . . Είμαι βδελυρά . . . αλλ' η αγία εκείνη μάρτυς, +περί της οποίας μου ωμίλησεν η γιαγιά, ήτο χειρότερη από εμέ . . . +Θα πάω κ' εγώ 'ςτή Ρώμη . . . εκεί είνε η έρημος και δεν θα +στενοχωρώ κανένα . . . Θα πάρω μόνον μαζί μου τον υιόν μου και το +κοριτσάκι μου; . . . Όχι, δεν ειμπορείς να συγχωρήσης . . . +γνωρίζω ότι ένα τέτοιο πράγμα κάνεις δεν δύναται να το συγχωρήση . +. . Όχι, όχι, φύγε απ' εδώ συ, είσαι υπερβολικά καλός . . . + +Με το ένα από τα καίοντα χέρια της συνεκράτει τον Καρένιν, και με +το άλλο τον απώθει . . . + +Ο Καρένιν δεν προσεπάθει πλέον να νικήση την συγκίνησίν του· +ησθάνθη αίφνης, ότι, εξ εναντίας, εκείνο που εξελάμβανεν ως +συμπάθειαν και ως οίκτον, ήτο μία κατάστασις ψυχής εν εκστάσει, η +οποία τον επλημμύρει δι' ευτυχίας, ην δεν είχε γνωρίσει έως τότε . +. . + +Ελησμόνει ότι ο χριστιανικός νόμος, ον επόθει ν' ακολουθήση καθ' +όλην του την ζωήν, τον διέτασσε να συγχωρή τους εχθρούς του και να +τους αγαπά, αλλά ποιόν τι χαρμόσυνον αίσθημα έρωτος και συγγνώμης +επλήρωσε την ψυχήν του. + +Εγονυπέτησε πλησίον της κλίνης, εστήριξε το μέτωπον του επί του +αγκώνος της Άννας, όστις τον εφλόγιζε, και έκλαυσε μετά λυγμών σαν +παιδί. + +Εκείνη έλαβε δι' αμφοτέρων της των χειρών την κεφαλήν του Καρένιν, +την είλκυσε προς εαυτήν και ύψωσε τα μάτια προς την οροφήν μεθ' +υπερηφανείας και χαράς. + + ― Ήλθεν, εγνώριζα εγώ ότι θα ήρχετο, τώρα χαίρετε, χαίρετε πάντες +. . . Αλλά, νά που ξαναήλθαν . . . γιατί δεν φεύγουν . . . Γιατρέ, +απαλλάξατέ με από όλα αυτά τα γουναρικά . . . + +Ο ιατρός επανέθεσε τας χείρας της ασθενούς επί των προσκεφαλαίων +και την εσκέπασεν αύθις μέχρι του πώγωνος. + +Η Άννα εξηπλώθη πειθηνίως, χωρίς να παύση ατενίζουσα εμπρός της, +με τα μάτια φλογισμένα: + + ― Μη λησμόνει ότι ουδενός άλλου είχον ανάγκην πλην της συγγνώμης +σου! . . . Αυτήν και μόνην επόθουν . . . Αλλά, διατί δεν έρχεται +μέσα; . . . + +Ητένισε προς την θύραν του καλλωπιστηρίου όπου ευρίσκετο ο +Βρόνσκυ. + + ― Έλα, έλα μέσα! . . . Δος του το χέρι σου. + +Ο Βρόνσκυ επλησίασεν εις το άκρον της κλίνης και . . . έκρυψε +πάλιν την μορφήν μεταξύ των χειρών του. + + ― Ξεσκέπασε το πρόσωπόν σου, κύτταξέ τον κατά πρόσωπον, είνε . . +. άγιος! είπεν εκείνη . . . Αλλά, ξεσκέπασε λοιπόν το πρόσωπόν +σου, προσέθηκεν οργίλως . . . Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς ξεσκέπασέ του +συ το πρόσωπον, θέλω να τον ίδω . . . + +Ο Καρένιν εδράξατο των χειρών του Βρόνσκυ και απεκάλυψε την μορφήν +αυτού, παραμορφωμένην από τον πόνον και από το αίσχος . . . + + ― Δος του το χέρι, συγχώρησέ τον . . . + +Ο Καρένιν έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ χωρίς να δυνηθή να +συγκρατήση τα δάκρυα που επλημμύρουν τους οφθαλμούς του και +κατέρρεον εις κρουνούς . . . + + ― Ευχαριστώ, Ύψιστε, ευχαριστώ! Τώρα, είμαι έτοιμη . . . Είμαι +έτοιμη! . . . Θέλω μόνον να τεντώσω λιγάκι τα πόδια μου . . . +έτσι, έτσι δα, καλά . . . Αλλά, τι ακαλαίσθητα που έχουν ζωγραφηθή +αυτά τα άνθη, δεν μοιάζουν με βιολέττες προσέθηκεν υποδεικνύουσα +τας τοιχογραφίας. Θεέ μου, πότε θα τελειώσουν όλα . . . Δώσατέ μου +μορφίνην . . . Θεέ μου, Θεέ μου! + +Και συνεσπάσθη βιαίως επί της κλίνης της. + +Ο ιατρός της Άννας και οι λοιποί ιατροί, κληθέντες εις συμβούλιον, +απεφάνθησαν ότι επρόκειτο περί επιλοχίου πυρετού, νόσου δηλαδή από +της οποίας μόνον μία επί τοις εκατό σώζονται . . . + +Η Άννα διήλθεν ολόκληρον την ημέραν εν παραληρισμώ και αναισθησία. +Περί το μεσονύκτιον απώλεσεν εντελώς τας αισθήσεις και ο σφυγμός +της σχεδόν έπαυσεν. + +Από στιγμής εις στιγμήν ανεμένετο ήδη το μοιραίον τέλος. + +Ο Βρόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του, αλλ' επανήλθε να λάβη +ειδήσεις περί της επιθανάτου την πρωίαν της επιούσης. Ο Καρένιν +τον συνήντησεν εις τον αντιθάλαμον και του είπε: + + ― Μείνατε, πιθανόν να σας ζητήση . . . + +Και τον εισήγαγεν ο ίδιος εις το δωμάτιον της συζύγου του. + +Κατά τας πρωινάς ώρας η ταραχή επανελήφθη, το παραλήρημα +επανήρχισε και κατέληξεν αύθις εις κατάστασιν κωματώδη. + +Την τρίτην ημέραν συνέβησαν τα ίδια, οι δε ιατροί απεφάνθησαν ότι +επανεφαίνετο κάποια ελπίς. + +Την ημέραν εκείνην ο Καρένιν εισήλθεν εις το καλλωπιστήριον της +Άννας όπου εκάθητο ήδη ο Βρόνσκυ, και αφού έκλεισε την θύραν, +εκαθέσθη απέναντί του. + +Ο Βρόνσκυ κατενόησεν ότι την φοράν αυτήν η μεταξύ των εξήγησις ήτο +αναπότρεπτος. + + ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, είπε, δεν δύναμαι ούτε να ομιλήσω πλέον +ούτε να εννοήσω τίποτε . . . Φεισθήτε μου! . . . Πάσχετε, αλλά, +πιστεύσατέ το, πάσχω πολύ πλειότερον υμών . . . + +Ηθέλησε να εγερθή, αλλ' ο Καρένιν εδράξατο της χειρός αυτού και +του είπε: + + ― Σας παρακαλώ να με ακούσετε, είνε ανάγκη. Οφείλω να σας εξηγήσω +τα αισθήματα, τα οποία με καθωδήγησαν και θα με καθοδηγήσωσιν +ακόμη, ίνα δυνηθήτε να μη παρερμηνεύσητε την συμπεριφοράν μου. +Γνωρίζετε ότι είχον αποφασίσει να ζητήσω διαζύγιον, και ότι +μάλιστα είχον προβή εις τας πρώτας σχετικάς ενεργείας. Δεν θα σας +αποκρύψω επίσης ότι πολύ εδίστασα, και σας ομολογώ ότι κατειχόμην +υπό της επιθυμίας να εκδικηθώ και κατ' εκείνης και καθ' υμών . . . +Όταν έλαβον το τηλεγράφημά της, ήλθον κατεχόμενος υπό των αυτών +αισθημάτων, . . . θα προχωρήσω έτι πέραν, ηυχήθην τον θάνατόν της. +Αλλά . . . . + +Έμεινε προς στιγμήν απερροφημένος από τας σκέψεις του, και +διερωτώμενος αν έπρεπε ν' αποκαλύψη τα κατέχοντα αυτόν +συναισθήματα. + + ― Αλλά, . . .την είδον . . . και συνεχώρησα! Η ευτυχία που +χαρίζει η συγγνώμη μοι απεκάλυψε το καθήκον μου . . . . Συνεχώρησα +εξ ολοκλήρου. Θα προτείνω την αριστεράν μου παρειάν, θα χαρίσω τον +χιτώνα μου εις τον αρπάσαντα το επανωφόριόν μου . . . Έν και μόνον +ζητώ από τον Θεόν, . . . να μη μου αφαιρέση την ευτυχίαν της +συγγνώμης! . . . + +Τα μάτια του ήσαν κατάμεστα δακρύων και ο Βρόνσκυ κατεπλάγη προ +της φωταυγούς και γαληνίου λάμψεως του βλέμματός του. + + ― Αυτή είνε η θέσις μου, επανέλαβεν ο Καρένιν, δύνασθε να με +καλύψετε διά βορβόρου, δύνασθε να με καταστήσητε χλεύην του +κόσμου, . . . δεν θα εγκαταλείψω την Άνναν και δεν θ' απευθύνω +προς σας ούτε λέξιν μομφής· το καθήκον μου μού παρουσιάζεται +ευκρινέστατα ήδη: οφείλω να μείνω μετά της συζύγου μου, και θα +μείνω. . . . Αν επιθυμήση να σας ίδη, θα σας το ανακοινώσω . . . . +αλλά, προς το παρόν, φρονώ ότι προτιμότερον είνε ν' αποσυρθήτε. + +Ηγέρθη δε εν ώ λυγμοί απέπνιγον την φωνήν του. + +Ηγέρθη και ο Βρόνσκυ και ητένισε τον Καρένιν με την κεφαλήν +χαμηλωμένην και κύπτων ενώπιόν του. + +Δεν κατενόει τα αισθήματα, τα οποία εζωπύρουν τον Καρένιν, αλλά +συνησθάνετο ότι ήσαν αισθήματα υπέρτερα και ότι μάλιστα, δι' +αυτόν, ήσαν απρόσιτα και ασύμφωνα προς την ιδίαν του περί ζωής +αντίληψιν. + +Ο Βρόνσκυ εξήλθεν εις το πρόστοον της οικίας Καρένιν και +εσταμάτησε, μη κατανοών, εν τη υψίστη συγχύσει του, εις ποίον +μέρος ευρίσκετο, ούτε και πού έπρεπε να μεταβή . . . . Ησθάνετο +εαυτόν ταπεινωθέντα, εξευτελισθέντα, ένοχον και εστερημένον των +μέσων όπως αποπλύνη την ταπείνωσιν, ην είχεν υποστή . . . . +Ησθάνθη εαυτόν ριφθέντα έξω του δρόμου, διά του οποίου είχε +βαδίσει έως τότε μετά τόσης υπερηφανείας και ανέσεως. Όλοι οι +κανόνες και όλαι της ζωής του αι συνήθειαι, αίτινες τω εφαίνοντο +ανεπίδεκτοι μεταβολής, καθίσταντο αιφνιδίως ψευδείς και +ανεφάρμοστοι . . . + +Ο σύζυγος εκείνος ο απατηθείς, όστις έως τότε είχε παρουσιασθή προ +αυτού υπό μορφήν οικτράν, ως αγροίκον εμπόδιον εις την ευτυχίαν +του, είχεν ήδη ανυψωθή, παρ' αυτής της Άννας, εις ύψος, το οποίον +επέβαλλε τον σεβασμόν· προσέτι δε, ο σύζυγος εκείνος, φθάσας άπαξ +εις το ύψος εκείνο, δεν ήτο πλέον κακός, ούτε κίβδηλος, ούτε +γελοίος· ήτο ωραίος, αφελής, μέγας!. . . + +Ο Βρόνσκυ κατενόει ήδη σαφέστατα, ότι οι ρόλοι είχον αποτόμως +αντιστραφή . . . Αντελαμβάνετο πληρέστατα την υπεροχήν της +συμπεριφοράς του Καρένιν και τον ίδιόν του εξευτελισμόν, την +ευθύτητα εκείνου και την ιδίαν του παρανομίαν. Ησθάνθη ότι ο +σύζυγος ήτο γενναιόφρων εν τη δυστυχία του, εν ώ αυτός ήτο ποταπός +και ευτελής εν τω ψεύδει του. + +Αλλ' η συναίσθησις αύτη της ποταπότητός του ενώπιον ανθρώπου ον +είχε περιφρονήσει αδίκως, απετέλει την ελαχίστην των βασάνων του . +. . Ήτο πολύ περισσότερον δυστυχής, διότι αντελαμβάνετο ότι ο προς +την Άνναν έρως του, όστις εφαίνετο ψυχραθής, τόρα ότε επρόκειτο να +την χάση διά παντός, είχε καταστή παρά ποτε φλογερός . . . Κατά το +διάστημα της ασθενείας της, την είχε γνωρίσει κατά βάθος πλέον και +κατενόησεν ότι δεν την είχεν ακόμη αγαπήσει τόσον, όσον ησθάνετο +ότι την ελάτρευε τόρα. Και ήδη, ότε την εγνώρισε τελείως, ότε την +ηγάπα όπως ώφειλε να την αγαπά, είχε ταπεινωθή ενώπιόν της και την +έχανε διά παντός. Και θα διετήρει απ' αυτόν ανάμνησιν ποταπότητος! + +Και το φρικωδέστερον όλων ήτο η ανάμνησις της αξιοθρηνήτου και +γελοίας θέσεώς του, καθ' ήν στιγμήν ο Καρένιν του είχεν αποσύρει +τας χείρας από της ηλλοιωμένης εκ του αίσχους μορφής του . . . + +Παρέμεινεν επί της προθυραίας κλίμακος ως αποπλανηθείς και δεν +εγνώριζε πλέον τι να πράξη. + + ― Επιθυμείτε να καλέσω αμάξι; ηρώτησεν ο θυρωρός. + + ― Ναι, έν αμάξι. + +Επιστρέψας εις την οικίαν του, ο Βρόνσκυ χωρίς να χάση καιρόν να +εκδυθή, εξηπλώθη επί τινος διβανίου. Ησθάνετο βάρος εις τον +εγκέφαλον, αναμνήσεις και σκέψεις αλλόκοτοι διεδέχοντο αλλήλας προ +των οφθαλμών αυτού με έκτακτον γοργότητα και διαύγειαν: έβλεπε το +φάρμακον, το οποίον προσέφερεν εις την πάσχουσαν αφίνων να +εκχειλίζη το κουτάλι, τας λευκάς χείρας της μαίας και την +αλλόκοτον στάσιν του γονυπετούς προ της κλίνης Καρένιν. + +«. . . Δύνασθε να με καλύψετε με βόρβορον»· οι λόγοι ούτοι +αντήχουν εις τα ώτα του, και έβλεπεν ενώπιόν του τον Καρένιν και +την φλογισμένην μορφήν της Άννας, και τα φλογοβόλα της μάτια, +παρατηρούσα μετ' έρωτος, όχι πλέον αυτόν, αλλά τον σύζυγόν της. +Ανεμνήσθη δ' ακόμη και την ιδικήν του μορφήν, οποία παρουσιάσθη +όταν ο Καρένιν του απέσυρε τας χείρας από του προσώπου. + +Και είδεν ακόμη ευκρινέστερον την μορφήν της Άννας, οποίαν την +αντίκρυσε κατά το αλησμόνητον βράδυ, το προηγηθέν των ιπποδρομιών, + +«. . . Τετέλεσται το παν, και εκείνη ποθεί τώρα ν' απαλείψη την +ανάμνησίν μου από της μνήμης της . . . Και εγώ δεν δύναμαι να ζήσω +άνευ αυτής! . . . Πώς δυνάμεθα ν' ανασυμφιλιωθώμεν, πώς ν' +ανασυμφιλιωθώμεν;» . . . Επρόφερε τας λέξεις ταύτας υψηλοφώνως και +ήρχισε να τας επαναλαμβάνη ασυναισθήτως, ίνα εμποδίση τας νέας +εικόνας, που παρουσιάζοντο εις τον εγκέφαλόν του, να τον +βασανίζουν. + +Αλλά βραχεία τούτο υπήρξεν ανάπαυλα. Και ανεμνήσθη πάλιν τας +γλυκυτέρας στιγμάς του έρωτός των και την ταπείνωσιν άμα της +προτεραίας. + +«. . . Ξεσκέπασε το πρόσωπόν σου», του έλεγεν η φωνή της Άννας, +και υπήκουεν αυτός και συνησθάνετο την επαίσχυντον εντύπωσιν εκ +της ιδίας του φυσιογνωμίας. + +Παρέμεινε κατακεκλιμένος, προσπαθών ν' αποκοιμηθή, αλλά +συνησθάνετο ότι δεν θα το κατώρθωνεν. Επανελάμβανεν ημιφώνως, εις +την τύχην, μίαν σκέψιν ήτις διεμορφούτο εις το πνεύμα του, +επιποθών να επιβάλη τοιουτοτρόπως σιγήν εις τον εγκέφαλόν του, . . +Ηκροάτο εαυτού ομιλούντος προς εαυτόν, και ήκουσε λόγους, τους +οποίους συνήρθρωνεν ως παράφρων. + +«. . . Δεν κατώρθωσες να εκτιμήσης, δεν κατώρθωσες να επωφεληθής . +. . δεν κατώρθωσες να επωφεληθής, δεν κατώρθωσες να εκτιμήσης!» + +«. . . Μήπως πρόκειται να τρελλαθώ;» ηρώτησεν εαυτόν. + +«. . . Δυνατόν και τούτο! Μη δεν υπάρχει λόγος να τρελλαθώ; . . . +Μήπως εις παρομοίας περιστάσεις δεν φυτεύουν μια σφαίρα εις το +κεφάλι τους;» + +«Το παν τετέλεσται δι' εμέ», διελογίσθη. «Πρέπει λοιπόν να σκεφθώ +τι μου υπολείπεται να κάμω . . .» + +Και η σκέψις του ανεπόλησεν αίφνης την ανάμνησιν της έξω του +έρωτός του προς την Άνναν ζωής του. + +«. . . Η φιλοδοξία; Η Αυλή; Ο Κόσμος; Ο φίλος του Σερπουκχόβσκη;» + +Δεν ηδυνήθη να σταματήση εις καμμίαν εκ των παρατηρήσεων τούτων. +Άλλοτε, τα πράγματα αυτά είχαν κάποιαν έννοιαν δι' αυτόν, αλλά +τόρα ήσαν όλα κενά εννοίας. + +Ηγέρθη, αφήρεσε τον επενδύτην του, έλυσε την ζώνην του και ήρχισε +να βηματίζη ανά τον θάλαμόν του. + +«. . . Εις τοιαύτας περιστάσεις γίνεται κανείς τρελλός!» +επανέλαβε, «και εις περιστάσεις τοιαύτας φυτεύει κανείς μια σφαίρα +εις τον κρόταφον . . . διά ν' αποφύγη το αίσχος!» προσέθηκε +βραδέως. + +Επλησίασεν εις την θύραν και την έκλεισεν, είτα δε, βλέμμα ατενές, +με τους οδόντας συνεσφιγμένους, προυχώρησε προς την τράπεζαν, +επήρε το περίστροφόν του, το εξήτασεν, έστρεψε προς εαυτόν την +κάνην του, και εβυθίσθη εις διαλογισμούς. + +Έμεινεν ούτω, επί δύο λεπτά, με την κεφαλήν χαμηλωμένην, +συγκεντρών τας σκέψεις του μετά καταφόρου εντατικότητος και με το +ρεβόλβερ διαρκώς εις το χέρι. + +«. . . Βεβαίως!» διελογίσθη, ωσανεί ανεκάλυπτε το συμπέρασμα +μακράς σειράς συλλογισμών λογικών και διαυγών. Πράγματι όμως +συνεστρέφετο εντός του αυτού κύκλου των ιδεών και των νοερών +απασχολήσεων, αίτινες τον εβασάνιζον από μιας ήδη ώρας. Ήσαν αι +αυταί αναμνήσεις της διά παντός απωλεσθείσης ευτυχίας, το αυτό +συναίσθημα ότι το μέλλον δεν είχε πλέον καμμίαν ευτυχίαν δι' +αυτόν, η αυτή συναίσθησις του εξευτελισμού του, + +«. . . Βεβαίως!» διελογίσθη, όταν η σκέψις του διεισέδυσεν, εντός +του αναλλοιώτου εκείνου κύκλου των συλλογισμών και των αναμνήσεων, +είτα δε, στηρίξας το ρεβόλβερ επί της αριστεράς πλευράς του +στήθους του, έθλιψε δυνατά το όπλον εις την χείρα του και επίεσε +την σκανδάλην. + +Δεν ήκουσε την εκπυρσοκρότησιν, αλλά κάποιος ισχυρός τιναγμός +εντός του στήθους του, τον έκαμε να κλονισθή· εδοκίμασε να κρατηθή +από του χείλους της τραπέζης, απέρριψε το ρεβόλβερ, εταλαντεύθη +παρατηρών γύρω του με ύφος εκπλήξεως. + +Δεν ανεγνώριζε πλέον το δωμάτιόν του . . . + +Τα ταχέα και θορυβώδη βήματα του υπηρέτου του διασχίζοντος τον +αίθουσαν, τον επανήγαγον εις τας αισθήσεις του· κατέβαλεν αγώνα +πνεύματος και αντελήφθη ότι ευρίσκετο εξηπλούμενος κατά γης, και +ότι είχεν αποπειραθή ν' αυτοκτονήση, διότι έβλεπεν αίμα επί της +χειρός του. + +«. . . Απέτυχα!» είπεν, αναζητών διά της χειρός το περίστροφόν +του. + +Το όπλον ήτο παραπλεύρως αυτού, αλλά το ανεζήτει πολύ μακράν . . . + +Μίαν μόλις ώραν βραδύτερον η νύμφη του Βρόνσκυ, η Βάσια, κατέφθασε +μετά τριών ιατρών, οίτινες εξήπλωσαν τον τραυματίαν επί της κλίνης +και επέδεσαν το τραύμα του. + +* * * + +Σπεύδων εις την επίκλησιν της συζύγου του, ο Καρένιν δεν είχεν +προΐδει ότι η μετάνοια της Άννας ηδύνατο να είνε ειλικρινής, ότι +θα την συνεχώρει και ότι θα επέζη . . . Ήτο σφάλμα, το οποίον δύο +μήνας μετά την εκ Μόσχας επιστροφήν του, εβάρυνεν επαχθώς επ' +αυτόν. + +Είχε διαπράξει το σφάλμα τούτο, ουχί μόνον διότι δεν είχε προΐδει +την λύσιν ταύτην, αλλά και διότι μέχρι της ημέρας εκείνης δεν είχε +γνωρίσει καλώς την ιδίαν του καρδίαν. + +Προ της επιθανατίου κλίνης της συζύγου του, κατά πρώτην φοράν εις +την ζωήν του είχεν εγκαταλειφθή εις το αίσθημα της τρυφεράς +συμπαθείας, ην εγέννα εν αυτώ η θέα των συμφορών των άλλων και το +οποίον άλλοτε εξελάμβανεν ως αδυναμίαν διά την οποίαν έπρεπε να +εντρέπεται. + +Ο οίκτος, ον ησθάνθη διά την Άνναν, η μεταμέλεια ην εδοκίμασεν +αναμνησθείς ότι είχεν ευχηθή τον θάνατόν της, και ιδίως η εκ της +συγνώμης χαρά, επράυναν όλας του τας βασάνους και τω εγέννησαν +ποιόν τι συναίσθημα ενδομύχου γαλήνης, το οποίον του ήτο άγνωστον +έως τότε. + +Κατενόησεν εξαίφνης ότι εκείνο που του ήτο πηγή πάσης βασάνου, +είχε μετατραπή εις πηγήν πνευματικής ευφροσύνης δι' αυτόν, και ότι +αι αμφιβολίαι αίτινες εφαίνοντο αδιάλυτοι όταν κατεδίκαζεν, όταν +κατηγόρει και εμίσει, είχον καταστή απλαί και διαυγείς όταν +εσυγχώρησε και ηγάπησε . . . + +Εσυγχώρησε την σύζυγόν του και την ελυπήθη εξ αιτίας των βασάνων +της και της μετανοίας της. + +Εσυγχώρησε τον Βρόνσκυ και τον ελυπήθη όταν κυρίως έμαθε το +απεγνωσμένον του διάβημα. + +Ελυπείτο ήδη τον υιόν του πλειότερον ή πρότερον και εμέμφετο +εαυτού διότι τον είχε καθ' υπερβολήν παραμελήσει . . . Διά δε την +νεογέννητον κόρην του, ησθάνετο κάποιο ιδιάζον αίσθημα, ου μόνον +συμπαθείας και πόνου, αλλ' αληθούς στοργικής τρυφερότητος. + +Καθ' όσον όμως ο χρόνος παρήρχετο, παρετήρει ότι, όσον φυσική και +αν του εφάνη η θέσις του, δεν θα του επετρέπετο να παραμείνη εν +αυτή. + +Ησθάνετο ότι πάντες όσοι τον εγνώριζον, τον παρετήρουν μετά τινος +εκπλήξεως αορίστου, ότι δεν τον ενόουν και ότι ανέμενον παρ' αυτού +αποφασιστικήν ενέργειαν. + +Ησθάνετο κυρίως ότι αι μετά της Άννας σχέσεις του ήσαν φυσικαί και +εστερούντο σταθερότητος. + +Φθίνοντος του Φεβρουαρίου, η νεογέννητος παιδίσκη ησθένησεν. Ο +Καρένιν επέρασεν όλας τας πρωινάς ώρας πλησίον της μικράς, έδωκε +δε κατόπιν διαταγήν να κληθή ο ιατρός και μετέβη εις το +υπουργείον. + +Όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του, μετά τινας ώρας, εθώπευσε την +κεφαλήν του υιού του και ηρώτησε την παιδαγωγόν τι είχεν είπει ο +ιατρός δια την μπαίμπυ. + + ― Ο ιατρός είπεν ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος· διέταξε +μπάνια, κύριε. + + ― Αλλά το παιδί υποφέρει; είπεν ο Καρένιν ακούσας φωνάς από του +εγγύς δωματίου. + +Εσκέφθη επί στιγμήν, είτα δε εισήλθεν εις το συνεχόμενον δωμάτιον. + +Η μικρά ήτο κατακεκλιμένη, με το κεφάλι προς τα οπίσω, εις τας +αγκάλας της τροφού, και ηρνείτο να πίη. + + ― Δεν είνε καλλίτερα; ηρώτησεν ο Καρένιν. + + ― Πολλή ταραχή έχει, απήντησεν ημιφώνως η τροφός. + +Επί μίαν στιγμήν ητένισε σιωπηλώς το βρέφος με έκφρασιν πόνου, +αλλ' αίφνης κάποιο μειδίαμα διέστειλε το δέρμα του μετώπου του και +εξήλθε του δωματίου ακροποδητί. + +Εις την αίθουσαν του φαγητού εκωδώνισε καλέσας τον υπηρέτην και +διέταξεν αύθις να κληθή ο ιατρός. + +Ήθελε να μη αναμιχθή η Άννα εις την περίθαλψιν του θελκτικού +εκείνου μικρού, και προυτίμα να μη εισέλθη και αυτός εις τον +κοιτώνα της υπό την πνευματικήν κατάστασιν που ευρίσκετο, τόσω δε +μάλλον καθ' όσον εφοβείτο να ευρεθή αντιμέτωπος της πριγκηπίσσης +Μπέτσυ, της οποίας είχεν ίδει το όχημα προ της θύρας του. + +Αλλ' η Άννα θα εύρισκεν ίσως παράδοξον το πως δεν μετέβαινεν όπως +συνήθως, να την χαιρετήση. Κατέβαλε τότε αγώνα επιβολής αφ' εαυτού +και διηυθύνθη προς τον κοιτώνα της συζύγου του. + +Αλλ' εν ώ επλησίαζεν είς την θύραν, ήκουσε, χωρίς να το θέλη +κάποιαν συνομιλίαν. + + ― Θα εννοούσα την άρνησίν σας και την ιδικήν του αν δεν ανεχώρει +. . . . Αλλ' ο σύζυγός σας πρέπει λοιπόν να υπερέχη όλων αυτών; +έλεγεν η Μπέτσυ. + + ― Δεν το θέλω δι' εμέ, όχι διά τον σύζυγόν μου. Μη μου ομιλείτε +πλέον περί αυτού, απήντησεν η Άννα διά φωνής συγκεκινημένης. + + ― Αναμφιβόλως, αλλ' εν τούτοις είνε αδύνατον να μη επιθυμήτε ν' +αποχαιρετήσετε ένα άνθρωπον, που παρ' ολίγον να σκοτωθή διά σας; . +. . + + ― Δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον προτιμώ να μη τον επανίδω. + +Ο Καρένιν εσταμάτησε με το ύφος τρομαγμένον και ένοχον. + +Εσκέφθη ν' αποσυρθή απαρατήρητος, αλλά το τοιούτον θα ήτο ανάξιον +αυτού. Έβηξε δυνατά και επλησίασεν εις την θύραν. + +Αι φωναί εσιώπησαν. Εισήλθεν. + +Η Άννα φέρουσα φαιόν κοιτωνίτην και τα μαύρα της μαλλιά κομμένα +κοντά και καταπίπτοντα εις θυσάνους πυκνούς περί την στρογγύλην +της κεφαλήν, εκάθητο επί τινος αναπαυτήρος. + +Μόλις παρετήρησε τον σύζυγόν της, η ζωηρότης της μορφής της +εξέλιπεν, όπως πάντοτε· εχαμήλωσε την κεφαλήν και ητένισε την +Μπέτσυ ανησύχως. + +Η πριγκήπισσα Τβερσκάια, με την κεφαλήν χαμαί νεύουσαν, υπεδέχθη +τον Καρένιν διά σκωπτικού μειδιάματος. + + ― Α! είπε με τόνον εκπλήξεως σχεδόν. Λογίζομαι λίαν ευτυχής που +σας βλέπω. Δεν φαίνεσθε πουθενά. Δεν σας είδα από της εποχής που +ησθένησεν η Άννα . . . . Αλλά γνωρίζω τα πάντα, είσθε θαυμάσιος +σύζυγος! + +Επρόφερε τας λέξεις ταύτας με ύφος χαρακτηριστικόν και +κολακευτικόν, ως να απένεμεν εις τον Καρένιν παράσημον +μεγαλοψυχίας διά την προς την σύζυγόν συμπεριφοράν του. + +Ο Καρένιν εχαιρέτησε ψυχρώς, ησπάσθη την χείρα της συζύγου του και +ηρώτησε περί της υγείας της. + + ― Νομίζω ότι πηγαίνω καλλίτερα, απήντησεν η Άννα, αποφεύγουσα το +βλέμμα του συζύγου της. + + ― Έχετε χρώμα πυρετού, είπεν εκείνος, τονίσας την τελευταίαν του +λέξιν. + + ― Την έκαμα να ομιλήση επί πολύ! είπεν η Μπέτσυ . . . . Είνε +εγωισμός εκ μέρους μου, και . . . . το σκάζω . . . . + +Ηγέρθη, αλλ' η Άννα, γενομένη κατακόκκινη, την εκράτησεν από το +χέρι. + + ― Όχι, μείνατε, σας παρακαλώ, έχω να σας ομιλήσω . . . . + +Και, αποτόμως, είπε προς τον σύζυγόν της: + + ― Προς υμάς έχω να ομιλήσω, δεν θέλω και δεν δύναμαι να έχω +μυστικά διά σας . . . Η Μπέτσυ ήλθε να μου είπη ότι ο κόμης +Βρόνσκυ επεθύμει να έλθη να σας ίδη, ίνα μας αποχαιρετήση προ της +αναχωρήσεώς του εις Τασκένδην. + +Ομιλούσα, δε ητένιζε τον σύζυγόν της και έσπευδε να διατυπώση παν +ό,τι ήθελε να είπη, αν και πολύ της εστοίχιζε τούτο. + + ― Εγώ απήντησα ότι δεν δύναμαι να τον δεχθώ. + + ― Αγαπητή Άννα, είπατε ότι τούτο εξαρτάται από τον σύζυγόν σας, +επεδιώρθωσεν η Μπέτσυ. + + ― Αλλ' όχι, δεν επιθυμώ εγώ να τον δεχθώ, διότι το τοιούτο θα μ' +έφερεν εις . . . + +Δεν συνεπλήρωσε την φράσιν της και ητένισε τον Καρένιν +ερωτηματικώς, αλλ' εκείνος είχεν αποστρέψει την κεφαλήν. + + ― Εν μια λέξει, δεν θέλω εγώ, επανέλαβεν. + +Ο Καρένιν την επλησίασε με την πρόθεσιν να λάβη την χείρα της. + +Η πρώτη κίνησις της Άννας υπήρξε να υπεκφύγη την θλίψιν της χειρός +του Καρένιν, αλλά κατέβαλεν αγώνα εφ' εαυτή και έσφιγξε τα δάκτυλά +του. + + ― Σας ευχαριστώ διά την εμπιστοσύνην που μου εκδηλούτε, είπεν +εκείνος, συγκεχυμένος και στενοχωρημένος διότι ησθάνετο, ότι +εκείνο που θα ηδύνατο ευκόλως να λύση μόνος του, πρόσωπον προς +πρόσωπον μεθ' εαυτού, ήτο πολύ βαρύ ν' αποφασισθή επί παρουσία της +πριγκηπίσσης Τβερσκάια. + +Η Μπέτσυ ήτο δι' αυτόν η ενσάρκωσις της αγροίκου εκείνης δυνάμεως, +ήτις ώφειλε να καθοδηγή την ζωήν του εις τα μάτια του κόσμου και +τον ημπόδιζε να παραδοθή εις το ίδιόν του αίσθημα της αγάπης και +της συγγνώμης. Εσιώπησε λοιπόν και ητένισε την πριγκήπισσαν. + + ― Λοιπόν! χαίρε, ωραία μου, είπεν η Μπέτσυ εγερθείσα. Ησπάσθη δε +την Άνναν και εξήλθεν. + +Ο Καρένιν την κατευώδωσε. + + ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, γνωρίζω την μεγάλην σας καρδίαν, τω είπε, +σταματήσασα εις το μικρό σαλόνι και θλίψασα δυνατά την χείρα του. +Εγώ είμαι ξένη, αλλά αγαπώ την Άνναν και σέβομαι υμάς, λαμβάνω δε +την τόλμην να σας δώσω μίαν συμβουλήν . . . Δεχθήτε τον κόμητα +Βρόνσκυ, είνε η προσωποποίησις της τιμής . . . άλλως τε αναχωρεί +διά Τασκένδην. + + ― Σας ευχαριστώ, πριγκήπισσα, διά την καλήν σας συμβουλήν και διά +την συμπάθειάν σας, αλλά μόνη η Άννα θ' αποφασίση ποίον θέλει να +δεχθή. + +Ο Καρένιν απεχαιρέτησε την Μπέτσυ εις το σαλόνι και επέστρεψε +πλησίον της συζύγου του. + +Είχεν εξαπλωθή, αλλ' εις τον κρότον των βημάτων των ηγέρθη ζωηρώς +εκάθησεν εις ην στάσιν και πρότερον και τον ητένισε μετά τρόμου. + +Εκείνος αντελήφθη ότι είχε κλαύσει. + + ― Σου είμαι λίαν ευγνώμων διά την εμπιστοσύνην που μου +εκδηλώνεις, είπεν ο Καρένιν . . . Σου είμαι δ' επίσης ευγνώμων και +διά την απόφασίν ην έλαβες. Και εγώ φρονώ ότι, αφού ο Κόμης +Βρόνσκυ αναχωρεί, είνε περιττόν να έλθη εις επίσκεψίν μας. Εν +τούτοις . . . + +Η Άννα τον διέκοψε μετά τινος ερεθισμού, τον οποίον δεν ηδύνατο ν' +αποκρύψη. + + ― Είπον ήδη ότι δεν θα τον δεχθώ, προς τι να το επαναλάβω . . . + +«Είνε περιττόν να έλθη εδώ», διελογίσθη, «περιττόν να έλθη ν' +αποχαιρετήση την γυναίκα που αγαπά, διά την οποίαν ηθέλησε ν' +αυτοκτονήση, χάριν της οποίας κατέστρεψε το μέλλον του, την +γυναίκα που δεν δύναται να ζήση άνευ αυτού. . . Ναι, είνε +περιττόν.» + + ― Ας μη ομιλώμεν πλέον περί του ζητήματος τούτου, προσέθηκεν +ηρεμώτερον. + + ― Σε αφήκα ελευθέραν ν' αποφασίσης συ η ιδία επί του θέματος +τούτου και λογίζομαι λίαν ευτυχής βλέπων . . . Ο βραδύς του τρόπος +του ομιλείν και λέγειν πράγματα, τα οποία εγνώριζεν εκ των +προτέρων την ηρέθιζε, και συνεπλήρωσε την φράσιν του. + + ― Ότι η επιθυμία του συμπίπτει με την ιδικήν σας; + + ― Ναι, απήντησεν εκείνος επιβεβαιωτικώς. , . Η δε πριγκήπισσα +Τβερσκάια ατόπως αναμιγνύεται εις ζητήματα οικογενειακά τόσον +περίπλοκα. Και κυρίως αυτή, ήτις . . . + + ― Δεν πιστεύω τίποτε αφ' όσα λέγονται περί αυτής, είπεν η Άννα +ζωηρώς . . . Εγώ γνωρίζω ότι με αγαπά ειλικρινώς. + +Ο Καρένιν εστέναξε και εσιώπησε. + + ― Παρήγγειλα να έλθη ο ιατρός, είπεν. + + ― Είμαι καλά, δεν έχω ανάγκην ιατρού. + + ― Διά την μικράν εννοώ, δεν παύει να φωνάζη . . . + +Η Άννα εκωδώνισε και διέταξε να της φέρουν το βρέφος. + +Ο Καρένιν εξήλθε του δωματίου. + +«. . . Όχι», διελογίσθη, «τα πράγματα δεν επιτρέπεται να +εξακολουθήσουν κατ' αυτόν τον τρόπον». + +Ουδέποτε έως τότε είχε εννοήσει τόσον καταφανώς όσον κατά την +ημέραν εκείνην, ότι θα του ήτο αδύνατον να διατηρήση την +κατάστασιν εκείνην εις τα μάτια του κόσμου και να νικήση το μίσος +της συζύγου του. Ουδέποτε έως τότε είχεν αντιληφθή εκδηλουμένην +ευκρινέστερον την μυστηριώδη εκείνην κτηνώδη δύναμιν, η οποία, +αντιθέτως προς τας ηθικάς του διαθέσεις, καθωδήγει την ζωήν αυτού, +τον εξηνάγκαζε να ενεργή συμφώνως προς τους ιδίους νόμους και δεν +του επέτρεπε να διατηρή μετά της Άννας τας σχέσεις, ας επεθύμει. + +Αλλά τι η σύζυγός του και ο κόσμος εζήτουν απ' αυτόν; Δεν ηδύνατο +να το εννοήση. + +Αντιθέτως δε, κατενόει ότι κάποιον αίσθημα οργής, όπερ ετάραττε +την ησυχίαν του και εξουδετέρωνεν όλην την αξίαν της γενναιόφρονος +διαγωγής του, εκυριάρχει ήδη της ψυχής αυτού. + +* * * + +Καθ' ήν στιγμήν η Μπέτσυ εξήρχετο του σαλονίου, ο Ομπλόνσκυ την +εσταμάτησεν εις την θύραν. + + ― Α! πριγκήπισσα, σεις είσθε! Τι θελκτική συνάντησις! Επέρασα από +το σπίτι σας. + + ― Συνάντησις πολύ βραχεία, διότι φεύγω, είπεν η Μπέτσυ, μειδιώσα +ενώ εφόρει τα γάντια της. + + ― Μη βάζετε τα γάντια, πριγκήπισσα, προτού ασπασθώ το χεράκι σας. +Ευλογώ την επάνοδον της παλαιάς μόδας μόνον δι' αυτό της το +ευεργέτημα. + +Ησπάσθη τα δάκτυλα της πριγκηπίσσης, την συνόδευσε μέχρι του +αντιθαλάμου, την απεχαιρέτησε και εισήλθεν εις το διαμέρισμα της +αδελφής του. + +Την ευρήκε κλαίουσαν. Παρά την σπινθηροβολούσαν εκ φαιδρότητος +ευδιαθεσίαν του, ο Ομπλόνσκυ προσέλαβεν αμέσως τον τόνον εκείνον +της συμπαθείας, όστις ήρμοζεν εις την πνευματικήν κατάστασιν της +Άννας. Την ηρώτησε περί της υγείας της και περί του τρόπου καθ' όν +είχε διέλθει τας πρωινάς της ώρας. + + ― Άσχημα, πολύ άσχημα, . . . το πρωί όπως τη νύχτα σήμερα όπως +χθες και αύριον όπως σήμερον . . . + + ― Νομίζω ότι αφίεσαι να βλέπης τα πράγματα υπερβολικά μαύρα. +Ανάγκη να αλλάξης σκέψεις, ν' ατενίσης την ζωήν κατά μέτωπον . . . +Είνε οδυνηρόν, αλλά . . . + + ― Έχω ακούσει να λέγουν, ότι υπάρχουν γυναίκες, αίτινες αγαπώσι +μερικούς άνδρας διά τα ελαττώματά των, αλλ' εγώ τον αποστρέφομαι +διά την αρετήν του. Δεν ημπορώ να ζήσω μαζί του. Θέλησε να μ' +εννοήσης, και να τον βλέπω απλώς μου κάμνει κακό και με εξοργίζει +. . . Δεν ειμπορώ, δεν ειμπορώ να ζήσω μαζί του!. . . Τι να κάμω! +. . . Ήμην δυστυχής και ενόμιζα ότι είνε αδύνατον να γείνω +δυστυχεστέρα, αλλά μου ήτο αδύνατον να φαντασθώ τας αρρήτους +βασάνους που υφίσταμαι τόρα. Εννόησέ το λοιπόν, εννόησέ το, +γνωρίζω ότι είνε αγαθός, εξαίσιος άνθρωπος και τον απεχθάνομαι! . +. . Τον αποστρέφομαι διά την μεγαλοψυχίαν του! Δεν μου μένει παρά +. . . + +Ήθελε να είπη: «ν' αποθάνω»· αλλ' ο Ομπλόνσκυ δεν την αφήκε να +συμπληρώση την φράσιν της. + + ― Είσαι υπερβολική, αγαπητή μου, είσαι άρρωστη, παρωργισμένη· η +κατάστασις δεν είναι τόσον τρομερά, είπε μειδιών. + +Ουδείς, εκτός του Ομπλόνσκυ, ενώπιον μιας τοιαύτης απελπισίας, θα +επέτρεπεν εαυτώ να μειδιά. Από κάθε άλλον το μειδίαμα θα εθεωρείτο +απρεπές, αλλ' εις το μειδίαμα του Ομπλόνσκυ ενυπήρχε τόση +καλλωσύνη και τρυφερότης σχεδόν γυναικεία, ώστε αντί να πειράζη, +το μειδίαμά του επράυνε και εγλύκαινε τον πόνον. + +Οι βραδείς και καθησυχαστικοί του λόγοι ενείχον την μαλλακτικήν +ιδιότητα του αμυγδαλελαίου, και η Άννα συνησθάνθη το πραϋντικόν +των αποτέλεσμα. + + ― Όχι, αγαπητέ Στίβα, είπεν, είμαι χαμένη, χαμένη . . . Και, κάτι +χειρότερα· δεν επέθανα ακόμη, δεν θέλω να είπω ότι ετελείωσε το +παν, εξ εναντίας, αισθάνομαι ότι δεν έφθασα ακόμη εις το τέρμα. +Ομοιάζω με σχοινί τεντωμένο που οφείλει να κοπή . . . Το τέλος δεν +επήλθε ακόμη, και . . . όταν επέλθη, θα είνε τρομερόν! + + ― Συγγνώμην, πρέπει το σχοινί να χαλαρωθή σιγά-σιγά . . . Καμμία +κατάστασις δεν είνε αδιέξοδος. + + ― Το εσκέφθην. Μία μόνη διέξοδος υπάρχει . . . + +Ο Ομπλόνσκυ κατενόησε πάλιν ότι η διέξοδος αύτη, εις τα όμματά +της, ήτο ο θάνατος, και την διέκοψεν εκ νέου. + + ― Δεν δύνασαι ν' αντιληφθής την θέσιν σου τόσον ευκρινώς, όσον +την αντιλαμβάνομαι εγώ. Επίτρεψόν μου λοιπόν να σου είπω +ειλικρινώς την γνώμην μου. + +Και εμειδίασεν αύθις καταπραϋντικώς. + + ― Θα πάρω τα πράγματα από την αρχήν των: ενυμφεύθης ένα άνδρα +κατά είκοσιν έτη μεγαλείτερόν σου. Ενυμφεύθης χωρίς έρωτα και εν +τη αγνοία του έρωτος. Δέχομαι ότι τούτο ήτο σφάλμα . . . + + ― Σφάλμα τρομερόν, είπεν η Άννα. + + ― Αλλ' είνε γεγονός τετελεσμένον. Κατόπιν, σου συνέβη, θα το +είπω, το δυστύχημα να μη αγαπάς τον σύζυγόν σου και ν' αγαπήσης +άλλον. Είνε δυστύχημα, αλλ' είνε και αυτό γεγονός τετελεσμένον. +Και ο σύζυγος σου ανεγνώρισε το γεγονός αυτό και σε συνεχώρησε. + +Μεθ' εκάστην φράσιν διεκόπτετο διά να της δώση καιρόν να ομιλήση, +αλλ' εκείνη ετήρει σιγήν. + + ― Έτσι είνε . . . Τόρα λοιπόν το ζήτημα τίθεται ως εξής: +ειμπορείς να εξακολουθήσης συζώσα με τον άνδρα σου; . . Το +επιθυμεί εκείνος! + + ― Δεν γνωρίζω τίποτε, τίποτε! . . . + + ― Αλλά, μου είπες προ ολίγου ότι δεν ειμπορείς να τον υποφέρης; + + ― Όχι, δεν το είπα, παίρνω 'πίσω τα λόγια αυτά, δεν γνωρίζω +τίποτε και δεν εννοώ τίποτε. + + ― Εν τούτοις, επίτρεψόν μου. Βασανίζεσθε και οι δύο, και, πού +τούτο ειμπορεί να καταλήξη; . . Το διαζύγιον, εξ εναντίας, λύει +όλους τους δεσμούς. + +Έδωκε την συμβουλήν ταύτην, ήτις απετέλει την δεσπόζουσαν ιδέαν +του, όχι άνευ δισταγμού, και την εκύτταξεν εμφαντικώς. + +Η Άννα τον ητένισε με τα σκεπτικά της μάτια, που ηκτινοβόλουν, και +δεν είπε λέξιν. + + +* * * + +Ο Ομπλόνσκυ εισήλθεν εις το δωμάτιον του Καρένιν με κάπως επίσημον +ύφος. Ο γαμβρός του όρθιος, με τας χείρας ηνωμένας επί της ράχεως, +εσκέπτετο ακριβώς επί των ζητημάτων, τα οποία ο Ομπλόνσκυ είχε +συζητήσει μετά της Άννας. + + ― Μήπως σ' ενοχλώ; ηρώτησε. + + ― Όχι δεν μ' ενοχλείς, απήντησεν ο Καρένιν αδιαφόρως, έχεις +τίποτε να μ' ερωτήσης; + + ― Ναι . . . Θα επιθύμουν . . . . Έχω ανάγκην . . . . Ναι, πρέπει +να σου ομιλήσω, είπεν ο Ομπλόνσκυ, κατάπληκτος διότι ησθάνθη +εαυτόν διστακτικόν. + +Κατέβαλεν αγώνα και εδέσποσε της συγχύσεώς του. + + ― Ελπίζω ότι έχεις πεποίθησιν περί της αγάπης που τρέφω προς την +αδελφήν μου και περί της αφοσιώσεως και του σεβασμού μου προς σε, +είπεν ερυθριάσας. + +Ο Καρένιν έμεινεν όρθιος ενώπιόν του και δεν απεκρίθη, αλλ' η +μορφή του έσχε την έκφρασιν υπομονητικού μάρτυρος· ο Ομπλόνσκυ +συνεκινήθη. + + ― Επιθυμώ να σου ομιλήσω περί της αδελφής μου και περί της +αμοιβαίας σας θέσεως, είπεν ο Ομπλόνσκυ εξακολουθών να παλαίη κατά +της διστακτικότητός του. + +Ο Καρένιν τον ητένισε με μειδίαμα πλήρες θλίψεως, είτα δ' +επλησίασεν εις την τράπεζαν, έλαβε μίαν επιστολήν, ην είχεν +αρχίσει να γράφη και την έτεινε προς τον γυναίκαδελφόν του. + + ― Δεν παύω σκεπτόμενος πάντοτε το αυτό· αφ' ού η παρουσία μου +εξοργίζει την Άνναν, ιδού τι έγραψα, σκεπτόμενος ότι θα +εξεφραζόμην καλλίτερα αφ' όσον θα ηδυνάμην να το πράξω προφορικώς. + +Ο Ομπλόνσκυ έλαβε το χειρόγραφον, εκύταξε μετ' εκπλήξεως τα στυγνά +μάτια του Καρένιν που τον προσέβλεπον ατενώς και ανέγνω: + +«Παρατηρώ ότι η παρουσία μου σας είνε επαχθής. Όσον οδυνηρόν και +αν μου είνε να το ομολογήσω οφείλω να πεισθώ περί τούτου. Ούτως +έχει το πράγμα και δεν δύναται να έχη διαφορετικά. Δεν σας +κατηγορώ, και, μάρτυς μου ο Θεός, ότι όταν σας είδα κατά το +διάστημα της ασθενείας σας, έλαβα την απόφασιν να λησμονήσω παν +ό,τι συνέβη και ν' αρχίσω νέαν ζωήν. Δεν μεταμελούμαι, δεν θα +μεταμεληθώ ποτέ δι' ό,τι έπραξα· μόνον το καλόν σας επόθησα, την +ανακούφισιν της ψυχής σας, αλλά βλέπω ότι δεν επέτυχον του σκοπού +μου. Ειπέτε μου, σεις η ιδία, τι δύναται να σας δώση την αληθή +ευτυχίαν και τι δύναται ν' αποδώση την γαλήνην εις την ψυχήν σας. +Επαφίεμαι εξ ολοκλήρου εις την θέλησίν σας και εις την ευθυκρισίαν +σας». + +Ο Ομπλόνσκυ απέδωκε την επιστολήν εις τον γαμβρόν του και +εξηκολούθησε να τον παρατηρή με την αυτήν και πρότερον κατάπληξιν. + +Η σιγή εκείνη εφάνη εις αμφοτέρους τόσον επαχθής, ώστε ο Ομπλόνσκυ +ησθάνθη ότι τα χείλη του έτρεμον. + + ― Αυτό είχα να της είπω, ετόνισεν ο Καρένιν υποστραφείς. + + ― Ναι, ναι . . . . απεκρίθη ο Ομπλόνσκυ. + +Δεν ηδύνατο να ομιλήση, τα δάκρυα του απέπνιγον τον λάρυγγα. + + ― Ναι, ναι, σας εννοώ, είπε τέλος. + + ― Επιθυμώ να μάθω τι αυτή επιθυμεί, επανέλαβεν ο Καρένιν. + +Φοβούμαι ότι η ιδία δεν αντιλαμβάνεται σαφώς την θέσιν της . . . . +Δεν δύναται να είνε αυτή δικαστής. Είνε συντετριμμένη, αυτή είνε η +λέξις, από την μεγαλοψυχίαν σου. Όταν αναγνώση την επιστολήν σου, +δεν θα δυνηθή να εύρη τίποτε ν' απαντήση, θα κύψη μόνον την +κεφαλήν ακόμη χαμηλότερα. + + ― Αλλά, πώς λοιπόν δύναμαι να μάθω τας επιθυμίας της; + + ― Ας μου επιτρέπης να σου δώσω την γνώμην μου, φρονώ ότι συ +οφείλεις να εξεύρης τα μέσα δι' ων θα τεθή τέρμα εις αυτήν την +κατάστασιν . . . + + ― Ώστε, φρονείς ότι πρέπει να τεθή τέρμα; διέκοψεν ο Καρένιν. +Αλλά, πώς να το κάμω; προσέθηκεν υψώσας τας χείρας του μέχρι των +οφθαλμών του . . . Δεν βλέπω την δυνατήν διέξοδον . . . + +Ο Ομπλόνσκυ ηγέρθη και είπε ζωηρώς: + + ― Δεν υπάρχει κατάστασις άνευ διεξόδου· πρό τινος χρόνου, +επεθύμεις την ρήξιν! . . . Αν σήμερον φθάσης εις το συμπέρασμα ότι +δεν δύνασθε να καταστήτε αμοιβαίως ευτυχείς. . . Φίλε μου, είνε, +απόλυτος ανάγκη, εις ην κατάστασιν ευρίσκεσθε, να καθιερώσητε νέας +αμοιβαίας σχέσεις, αι δε σχέσεις αύται δεν δύνανται να καθιερωθώσι +παρά μόνον αν αποδοθή η ελευθερία εις αμφοτέρους σας. + + ― Διά του διαζυγίου! ανεφώνησεν ο Καρένιν μετ' αποτροπιασμού. + + ― Μάλιστα, διά του διαζυγίου, διά του διαζυγίου, επανέλαβεν ο +Ομπλόνσκυ. Αυτή είνε η λογικωτέρα λύσις διά τους συζύγους, των +οποίων αι σχέσεις καθίστανται τόσον τεταμέναι. Τι γίνεται όταν οι +σύζυγοι αποκαλύψουν ότι η συμβίωσίς των δεν τοις είνε πλέον +δυνατή; . . . + +Ο Καρένιν εστέναξεν οδυνηρώς και έκλεισε τους οφθαλμούς + + ― Έν μόνον είνε συζητήσιμον: ο έτερος των συζύγων επιθυμεί να +έλθη εκ νέου εις γάμον; Αν όχι, το πράγμα λύεται αφ' εαυτού. + +Την φοράν ταύτην ο Ομπλόνσκυ ηνόησεν εαυτόν απηλλαγμένον παντός +αισθήματος στενοχωρίας ή δισταγμού. + +Η μορφή του Καρένιν συνεσπάσθη εκ συγκινήσεως, εψιθύρισε δε κατά +μέρος λέξεις ανάρθρους και δεν απεκρίθη. + +Χιλιάκις είχεν αναλογισθή τα πράγματα εκείνα, τα οποία εφαίνοντο +τόσον απλά εις τον Ομπλόνσκυ, και τα εύρισκεν απαράδεκτα. Δεν +εδέχετο πλέον το διαζύγιον, διότι το αίσθημα της ιδίας του +αξιοπρεπείας και ο προς την θρησκείαν σεβασμός δεν τω επέτρεπον ν' +αναλάβη την κατηγορίαν μιας υποθετικής μοιχείας, ακόμη δε +ολιγώτερον να δεχθή να μαρανθή η σύζυγός του, την οποίαν είχε +συγχωρήσει και ην ηγάπα . . . Έπειτα, τι θ' απεγίνετο ο υιός του +εν περιπτώσει διαζυγίου; Να τον αφήση μετά της μητρός του δεν ήτο +δυνατόν. Η διεζευγμένη μήτηρ θ' απέκτα αθέμιτον οικογένειαν εν τη +οποία η θέσις του νομίμου υιού θα ήτο ψευδής και η ανατροφή του +ατελής. Να τον κρατήση; Το τοιούτο θα ήτο εκ μέρους του πράξις +εκδικήσεως, την οποίαν δεν ήθελε να διαπράξη . . . Ο Καρένιν τέλος +απέκρουε το διαζύγιον κυρίως διότι εγνώριζεν ότι τούτο θ' απετέλει +την καταστροφήν της Άννας. Το ν' αποδώση εις την γυναίκα του την +ελευθερίαν της, ήτο, κατά τας ιδέας του Καρένιν, ως να αφίετο ν' +αποσπασθή απ' αυτού του ιδίου ο τελευταίος προς την ζωήν δεσμός, +τα παιδιά του, τα οποία ηγάπα και ως να εστέρει ταυτοχρόνως την +Άνναν του εσχάτου στηρίγματός της επί της οδού του αγαθού! + +Εγνώριζεν ότι άπαξ διαζευγνυμένη, θα ηκολούθει τον Βρόνσκυ και θα +προσεχώρει εις σύνδεσμον αθέμιτον και εγκληματικόν, καθ' όσον, +συμφώνως προς τους εκκλησιαστικούς κανόνας, μία γυνή δεν δύναται +να νυμφευθή έτερον άνδρα εφ' όσον ο σύζυγος της ζη. + +«. . . Θα τον ακολουθήση», εσκέπτετο ο Καρένιν, «και, μετά έν ή +δύο έτη θα την εγκατάλειψη, ή θα προσχωρήση εις νέον δεσμόν και το +σφάλμα θα επαναπέση εις βάρος μου, διότι θα έχω συγκατατεθή εις +διαζύγιον ανήθικον». + +Δεν εδέχετο λοιπόν ο Καρένιν ουδέν εξ όσων έλεγεν ο Ομπλόνσκυ, +αλλά τον ηκροάτο, διότι ησθάνετο ότι διά του στόματος αυτού +εξεφράζετο η ισχυρά εκείνη κτηνώδης δύναμις, ήτις, παρά την +θέλησίν του, εδέσποζε της ζωής του και εις την οποίαν θα ήτο +υπόχρεως να υποκύψη. + + ― Το ζήτημα έγκειται τόρα εις τούτο: Υπό τίνας όρους θα εδέχεσο +το διαζύγιον; Ε κ ε ί ν η δεν επιθυμεί τίποτε, δεν τολμά να ζητήση +τίποτε, επαφίεται δ' εξ ολοκλήρου εις την γενναιοψυχίαν σου. + +«Ύψιστε, Ύψιστε, διατί;» εσκέφθη ο Καρένιν αναλογισθείς όλας τας +λεπτομερείας του διαζυγίου όταν ο σύζυγος αποδέχεται εις βάρος του +την ευθύνην. Και, εξ αισχύνης, εκάλυψε την μορφήν διά των χειρών +του με το αυτό κίνημα, όπερ είχε κάμει ο Βρόνσκυ παρά την κλίνην +της παραληρούσης Άννας. + + ― Ναι, ναι, εκραύγασε διά της οξείας φωνής του, αναλαμβάνω εγώ το +αίσχος, της δίδω μάλιστα και τον υιόν μου, αλλά δεν θα ήτο +συμφερώτερον να τ' αποφύγωμεν όλα αυτά; . . . Άλλως τε κάμε όπως +επιθυμείς. + +Ο Ομπλόνσκυ συνεκινήθη. + + ― Πίστευσόν με, είπε, μετά στιγμήν σιωπής, θα εκτιμήση πληρέστατα +το μεγαλείον της ψυχής σου! + +Τα δάκρυα ημπόδιζον τον Καρένιν να ομιλήση. + + ― Είνε πεπρωμένον, και πρέπει να υποταχθώμεν εις αυτό, είπεν ο +Ομπλόνσκυ. Αποδέχομαι την δυστυχίαν αυτήν ως γεγονός τετελεσμένον +και βιάζω εμαυτόν να προσέλθω εις βοήθειαν αμφοτέρων σας. + +Όταν εξήλθε του δωματίου του γαμβρού του, ο Ομπλόνσκυ ήτο +συγκεκινημένος, τούθ' όπερ όμως δεν τον ημπόδισε να συγχαρή εαυτόν +διότι τόσον τελείως είχεν επιτύχει η αποστολή του. Ήτο βέβαιος ότι +ο Καρένιν δεν θα ήλλασσε γνώμην. + +* * * + +Το τραύμα του Βρόνσκυ είχε θέσει εις κίνδυνον την ζωήν του, αν και +η σφαίρα δεν είχε θίξει την καρδίαν. Επί πολλάς ημέρας παρέμεινε +μεταξύ ζωής και θανάτου. + +Όταν διά πρώτην φοράν ηδυνήθη να ομιλήση, εις το δωμάτιόν του +ευρίσκετο μόνη η νύμφη του Βάρια. + + ― Βάρια, της είπε διά τόνου αυστηρού, ετραυματίσθην εξ +απροσεξίας. Σε παρακαλώ, να μη κάμης υπαινιγμόν περί του γεγονότος +τούτου, ειπέ εις όλους ότι πρόκειται περί τυχαίου επεισοδίου. Δεν +παραληρώ πλέον, σου το ζητώ σοβαρώς: κανείς να μη είπη ότι ηθέλησα +να συντομεύσω τας ημέρας μου! + + ― Ουδείς το λέγει, απήντησεν εκείνη· ελπίζω μόνον ότι δεν θα +ξανατραυματισθής εξ απροσεξίας. + + ― Το ελπίζω, αν και προτιμότερον θα ήτο, . . + +Νευρικόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του. Παρά τους λόγους του δε, +οίτινες κατετρόμαξαν την Βάρια, μόλις η φλεγμονή παρήλθε και +ήρχισε ν' ανακτά τας δυνάμεις του, συνησθάνθη ότι είχεν απαλλαγή +κατά τι από το άλγος του. Του εφάνη ότι απειλήσας την ιδίαν του +ζωήν είχεν εκπλύνει το αίσχος και την ταπείνωσιν, ην είχεν +αισθανθή. Τόρα ηδύνατο να σκέπτεται ηρέμως περί του Καρένιν. +Ανεγνώριζε δε το μεγαλείον της ψυχής αυτού χωρίς να αισθάνεται +πλέον εαυτόν τεταπεινωμένον, . . Κατόπιν επανέλαβε την παλαιάν του +ζωήν· τω κατέστη ηθικώς δυνατόν ν' αφεθή να οδηγήται από τους +παλαιούς κανόνας της συμπεριφοράς του, και ν' ατενίζη τους +ανθρώπους κατά πρόσωπον, χωρίς να ερυθριά. Αλλ' είχε και την +πικράν απόγνωσίν ότι είχε χάσει διά παντός την Άνναν. Δεν ηδύνατο +ν' αποσπάση της καρδιάς του το αίσθημα τούτο, αν και δεν έπαυσε +παλαίων κατ' αυτού . . . + +Είχε σταθερώς αποφασίσει, αφ' ότου το σφάλμα του είχεν εξαγορασθή +ενώπιόν του συζύγου, να παραιτηθή της Άννας και να μη παρεντεθή +ουδέποτε πλέον μεταξύ αυτής, της μετανοίας της και του συζύγου +της, του ήτο όμως αδύνατον να παρηγορηθή διά την απώλειαν του +έρωτός του. Δεν ηδύνατο ν' αποσβέση εκ της μνήμης του τας στιγμάς +της ευτυχίας ην είχεν απολαύσει μαζί της. Τότε ελάχιστα είχεν +εκτιμήσει ταύτα, τόρα όμως τον εβασάνιζον διά γοητείας επιμόνου. + +Ο στρατηγός Σερπουχόβσκη εσκέφθη να του προμηθεύση κάποιαν +ανωτέραν θέσιν εις την Τασκένδην, και ο Βρόνσκυ, άνευ δισταγμού +απεδέχθη την τοποθέτησιν. Αλλά, καθ' όσον επλησίαζεν η στιγμή της +αναχωρήσεώς του, ησθάνετο πολύ βαρύτερον την θυσίαν ην έκαμνε δι' +εκείνο, το οποίον έκρινεν ως καθήκον του. + +Όταν το τραύμα του εθεραπεύθη εντελώς ήρχισε να προετοιμάζεται +προς αναχώρησιν. + + ― Να την επανίδω άπαξ ακόμη, και κατόπιν να ενταφιασθώ και ν' +αποθάνω, εσκέπτετο. + +Αποχαιρετών την πριγκήπισσαν Μπέτσυ, της ενεπιστεύθη τον ενδόμυχον +αυτού πόθον. Αύτη δε του εχρησίμευσεν ως μεσάζουσα και του έφερε +την αρνητικήν απάντησιν της Άννας. + + ― Τόσον το καλλίτερον! εσκέφθη ο Βρόσκυ, ήτο μία αδυναμία εκ +μέρους μου, και η συνέντευξις αυτή θα μου αφήρει τας τελευταίας +μου δυνάμεις. + +Το πρωί της επιούσης, η Μπέτσυ μετέβη να τον ίδη και τον +επληροφόρησεν ότι ο Ομπλόνσκυ την είχε διαβεβαιώσει θετικώς ότι ο +Καρένιν συγκατετίθετο εις το διαζύγιον, και ότι, κατά συνέπειαν, +ηδύνατο να ίδη την Άνναν. + +Χωρίς να σκεφθή ούτε να κατευοδώση καν την επισκέπτριάν του, +λησμονήσας όλας του τας αποφάσεις, χωρίς ούτε και ν' αναλογισθή αν +ο Καρένιν ευρίσκετο εις την οικίαν του, ο Βρόνσκυ διηυθύνθη κατ' +ευθείαν εις της Άννας. Ανήλθε την κλίμακα εν σπουδή, χωρίς να +προσέξη εις κανένα, και διά βήματος γοργού, ερρίφθη επ' αυτής και +εκάλυψε διά φιλημάτων την μορφήν της, τας χείρας και τον τράχηλον. + +Η Άννα είχε προπαρασκευασθή διά την συνέντευξιν εκείνην· είχε +σκεφθή τι θα του έλεγεν, αλλά δεν ευρήκε τόρα τα λόγια που είχε +παρασκευάση. Ο έρως του Βρόνσκυ την ενίκησεν. Όταν δε ηθέλησε να +τον πραϋνη και να πραϋνθή και αυτή, ήτο πλέον πολύ αργά. Το +αίσθημα του Βρόνσκυ εκυριάρχει αυτής. Τα χείλη της έτρεμον και επί +πολύ δεν ηδυνήθη ν' αρθώση λέξιν. + + ― Ναι, με κατέκτησες, είμαι 'δική σου, του είπε. + + ― Δεν ήτο δυνατόν να τελειώση διαφορετικά το πράγμα, είπεν ο +Βρόνσκυ. Εφ' όσον ζώμεν, έτσι θα είνε, το εννοώ τόρα. + + ― Είν' αλήθεια, είπεν εκείνη. + +Η Άννα ωχρία επί μάλλον και μάλλον, εν ώ κατεφίλει την κεφαλήν +του. + + ― Εν τούτοις, μεθ' όσα συνέβησαν, υπάρχει κάτι το απαίσιον εις +ό,τι πράττομεν, προσέθηκεν. + + ― Όλα θα παρέλθουν και θα είμεθα τόσον ευτυχείς! + + ― Ναι, αλλ' αισθάνομαι εμαυτήν πολύ αδύνατον. + +Και τα χείλη της υπέστησαν νέον τρόμον. + + ― Θα πάμε 'ςτήν Ιταλία και εκεί θ' ανακτήσης την υγείαν σου, +είπεν ο Βρόνσκυ. + +Τον ητένισε κατάματα. + + ― Είνε δυνατόν να ζήσωμεν ως σύζυγοι, μόνοι μας, απαρτίζοντες +ημείς ολόκληρον την οικογένειάν μας; + + ― Μ' εκπλήσσει μόνον το πώς δεν υπήρξε διαρκώς τοιαύτη η ζωή μας, +είπεν ο Βρόνσκυ. + + ― Ο Στίβα λέγει ότι συγκατατίθεται εις όλα, αλλ' εγώ δεν δύναμαι +να δεχθώ την μεγαλοψυχίαν του. Δεν επιθυμώ το διαζύγιον. Δεν μ' +ενδιαφέρει τίποτε τόρα. Μόνον, δεν γνωρίζω τι απεφάσισεν ως προς +τον Σεριόγια. + +Ο Βρόνσκυ δεν κατώρθωσε να εννοήση πώς ειμπορούσε την στιγμήν +εκείνην να συλλογίζεται τον υιόν της και το διαζύγιον! Δεν ήσαν +αδιάφορα πράγματα αυτά; + + ― Μη ομιλείς περί αυτών, μη τα σκέπτεσαι καν, είπε, συστρέφων την +χείρα της Άννας εντός της ιδικής του και προσπαθών να εφελκύση εις +εαυτόν την προσοχήν της. + +Αλλ' εκείνη δεν τον παρετήρει πλέον: + + ― Αχ! διατί να μη αποθάνω; Θα ήτο προτιμότερον αυτό, απεκρίθη. + +Δάκρυα σιγαλά κατέρρευσαν επί των παρειών της, αλλ' επίεζεν εαυτήν +να μειδιά διά να μη λυπήση τον Βρόνσκυ. + +Προ μικρού, ο Βρόνσκυ είχε θεωρήσει επωνείδιστον, αδύνατον σχεδόν, +ν' αποκρούση την τιμητικήν και επικίνδυνον άμα θέσιν, ήτις του +είχε προσφερθή εν Τασκένδη, αλλά τόρα, χωρίς στιγμήν δισταγμού, +απέκρουσε την τιμήν αυτήν. Είτα δε, διακρίνας κάποιαν +αποδοκιμασίαν, εγκατέλειψεν εντελώς το στράτευμα. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Ένα μήνα βραδύτερον, ο Καρένιν ευρέθη μόνος μετά του υιού του εις +τα δωμάτιά του. + +Η Άννα και ο Βρόνσκυ ανεχώρησαν δι' Ιταλίαν χωρίς να δεχθώσι το +διαζύγιον, όπερ εκείνη απέκρουσεν αποφασιστικώς. + + + +ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ + + + +Ο Βρόνσκυ και η Άννα εταξείδευον ανά την Ευρώπην από τριών ήδη +μηνών. Είχον διαμείνει εις Βενετίαν, εις Ρώμην, εις Νεάπολιν και +είχον φθάσει προ ολίγου εις μικράν τινα ιταλικήν πόλιν, όπου +εσκέπτοντο να μείνουν επί τινα καιρόν. + +Κατά την περίοδον ταύτην της ταχείας της αναρρώσεως και της προ +μικρού ανακτηθείσης ελευθερίας της η Άννα ησθάνετο εαυτήν τελείως +ευτυχή και πλήρη από την χαράν της ζωής. Η ανάμνησις της συμφοράς +του συζύγου της δεν εδηλητηρίαζε διόλου την ευτυχίαν της· ήτο πολύ +τρομερά η ανάμνησις αύτη και την απεμάκρυνεν αφ' εαυτής· αφ' +ετέρου δε, η συμφορά του συζύγου της τής είχε προμηθεύσει ευτυχίαν +υψίστην, ώστε να μη δύναται να μετανοήση δι' ό,τι είχε πράξει. + +Η ανάμνησις όλων όσα της είχον συμβή μετά την ασθένειάν της, της +συμφιλιώσεως με τον σύζυγόν της, της ρήξεως αυτής, της ειδήσεως +του απονενοημένου διαβήματος του Βρόνσκυ, της εμφανίσεώς του εις +την οικίαν της, των προετοιμασιών του διαζυγίου, της αναχωρήσεως +από της συζυγικής στέγης, των αποχαιρετισμών του υιού της, όλα +αυτά της εφαίνοντο ως όνειρον παραληρήματος, από του οποίου είχεν +αφυπνισθή εις το εξωτερικόν, μόνη μετά του Βρόνσκυ. + +Οσάκις τη επήρχετο η ανάμνησις αύτη του παρελθόντος, καθησυχάζετο +αναλογιζομένη ένα ορθολογισμόν, τον οποίον είχε κάμει ευθύς από +των πρώτων ημερών της ρήξεώς της. + + ― Εδημιούργησα μοιραίως την δυστυχίαν του ανθρώπου αυτού, αλλά +δεν επιθυμώ να επωφεληθώ της συμφοράς του ταύτης· πάσχω επίσης και +θα πάσχω πάντοτε· χάνω ό,τι πολυτιμότερον είχα, την καλήν μου +φήμην και τον υιόν μου. Ενήργησα κακώς, διά τούτο δεν ζητώ πλέον +την ευτυχίαν, δεν θα δεχθώ το διαζύγιον και θα υποστώ το αίσχος +της καταστάσεως ταύτης και τον πόνον του αποχωρισμού μου από τον +υιόν μου. + +Αλλ' όσον και αν επηύχετο η Άννα το μαρτύριον, το αληθές είνε ότι +δεν έπασχεν. Ουδεμίαν υφίστατο ταπείνωσιν. Χάρις εις το τακτ, όπερ +κατείχον αμφότεροι εις μέγαν βαθμόν, κατώρθωνον, αποφεύγοντες τας +Ρωσσίδας κυρίας, να μη ευρίσκωνται ποτέ εις το εξωτερικόν εις +θέσιν δυσχερή. Πανταχού συνήντων ανθρώπους, οίτινες εφαίνοντο +κατανοούντες την κατάστασίν των καλλίτερα και απ' αυτούς τους +ιδίους. + +Και δεν υπέφερεν επίσης εν αρχή εκ του αποχωρισμού του υιού της, +αν και πολύ τον ηγάπησεν. Η κορασίς, το π α ι δ ί - τ η ς, ήτο +τόσον χαριτωμένη και είχε τόσον κατακτήσει την καρδίαν της Άννας +αφ' ότου ήτο μόνη μετ' αυτής, ώστε η νεαρά γυνή σπανίως +εσυλλογίζετο τον υιόν της. + +Ο πόθος της ζωής, ενισχυθείς υπό της επανακτήσεως της υγείας, ήτο +τόσον ισχυρός και αι συνθήκαι της νέας της υπάρξεως τόσον +ευχάριστοι και πρωτότυποι, ώστε η Άννα ησθάνετο εαυτήν απολύτως +ευτυχή. + +Όσον καλλίτερον εγνώριζε τον Βρόνσκυ, τόσον πλειότερον τον ηγάπα. +Τον ηγάπα διά τε το άτομόν του και διά τον προς αυτήν έρωτά του· +ήτο πάντοτε ευτυχής αισθανομένη ότι ήτο ολόκληρος ιδικός της και η +παρουσία του της ήτο πάντοτε ευχάριστος. Όλαι αι ιδιότητες του +χαρακτήρος του, εις τον οποίον ενεβάθυνεν επί μάλλον και μάλλον, +την εγοήτευον ανεκφράστως. + +Ο θαυμασμός, τον οποίον ησθάνετο προς αυτόν την ετρόμαζε πολλάκις· +προσεπάθει ν' ανακαλύψη εν αυτώ έν τι ελλάτωμα και δεν το +κατώρθωνε . . . Δεν ετόλμα δε να του υποδείξη ότι συνησθάνετο +πόσον ήτο κατωτέρα του . . . . Αλλά δεν ηδύνατο να μη του εκδηλώνη +ευγνωμοσύνην διά τον έρωτά του. Αυτός, όστις, κατά την κρίσιν της, +είχε τόσα πλούσια προσόντα διά την υπηρεσίαν του Κράτους, και θα +ηδύνατο να παίξη σημαίνοντα ρόλον, είχε θυσιάσει προς χάριν της +την φιλοδοξίαν του και δεν εξεδήλωνέ ποτε την ελαχίστην απόχρωσιν +μεταμελείας. Πλέον ή άλλοτε ποτε την ηγάπα τόρα και την εξετίμα +συγχρόνως. Και ουδ' επί στιγμήν έπαυεν αγρυπνών όπως τίποτε να μη +την κάμη να αισθανθή το ψευδές της καταστάσεώς της. + +Αυτός ο τόσον δυνατός και τόσον γενναίος, δεν είχε πλέον θέλησιν +πλησίον της και μόνη του σκέψις ήτο να προλαμβάνη τας επιθυμίας +της. Δεν ηδύνατο να κατανοήση επακριβώς την λεπτότητα εκείνην, αν +και το υπερβολικόν του ενδιαφέρον, αν και η ατμόσφαιρα εκείνη των +περιποιήσεων δι' ων την περιέβαλλε, της έφερον πολλάκις δυσφορίαν +. . . . Ο Βρόνσκυ εν τούτοις, δεν ήτο απολύτως ευτυχής, αν και +εκείνο, το οποίον είχεν από πολλού τόσον διαπύρως ποθήσει, είχε +συντελεσθή. + +Αντελήφθη εντός ολίγου ότι μόλις ένα κόκκον άμμου είχεν απολαύσει +από το όρος εκείνο της ευτυχίας, το οποίον ανέμενε. Κατενόησε την +αιωνίαν πλάνην, ην διαπράττουν οι άνθρωποι, φανταζόμενοι ότι η +ευτυχία κατακτάται διά της πραγματοποιήσεως των πόθων των. + +Κατά τας πρώτας ημέρας της ενώσεώς των, όταν παρητήθη της +στρατιωτικής στολής, διησθάνθη όλην την γοητείαν της ελευθερίας εν +γένει, διότι δεν την είχε γνωρίσει προτήτερα και την απόλαυσιν του +ελευθέρου έρωτος· ήτο ευτυχής, αλλ' η ευτυχία αύτη δεν διήρκεσεν +επί πολύ. + +Δεν εβράδυνε να αισθασθή, ότι εντός της ψυχής του εβλάστανεν ο +πόθος κάτι να επιθυμήση δηλαδή η ανία! Ακουσίως του τότε επεδίδετο +εις την ικανοποίησιν των μάλλον προσκαίρων ιδιοτροπιών του, τας +οποίας εξελάμβανεν ως επιθυμίας και σκοπόν της ζωής. + +Ο Βρόνσκυ δεν ηδύνατο πλέον ν' αποβλέψη εις τας απολαύσεις της +αγάμου ζωής, ήτις απερρόφα άλλοτε τον χρόνον του εν Ρωσσία, διότι +άπαξ μόνον βραδύνας εις κάποιο δείπνον μετά παλαιών του φίλων, +παρετήρησε ότι η Άννα είχεν αισθανθή εκ τούτου βαθείαν θλίψιν, +δυσανάλογον προς την αιτίαν . . . Λόγω δε της αβεβαίας θέσεώς των, +δεν ηδύνατο να διατηρή σχέσεις ούτε μετά της εκλεκτής εντοπίου +κοινωνίας, ούτε μετά των παρεπιδήμων Ρώσσων. + +Ως προς δε τα περίεργα της χώρας, τα είχεν ήδη όλα ιδεί, και εν τη +ιδιότητί του ως Ρώσσου και ανθρώπου πνευματώδους, δεν απέδιδεν εις +αυτά την σημασίαν, ην τοις προσέδιδον οι Άγγλοι. + +Διά τούτο, όπως ζώον πεινασμένον ρίπτεται κατά παντός αντικειμένου +που συναντά, ελπίζον ότι θα εύρη εν αυτώ βοσκήν, ο Βρόνσκυ +ερρίπτετο εις την πολιτικήν, εις τα νέα βιβλία και εις τας εικόνας +. . . . Νεαρός έτι είχεν εκδηλώσει κλίσιν προς την ζωγραφικήν. +Είχε το ταλάν να εννοή την τέχνην και να μιμήται με γούστο και με +ακρίβειαν· επίστευσεν εαυτόν προικισμένον με τα προσόντα αληθούς +καλλιτέχνου, και, μετά τινα δισταγμόν περί του ποίον είδος +ζωγραφικής θα εξέλεγε, θρησκευτικήν, ιστορικήν ή ρεαλιστικήν, +επεδόθη εις το έργον. + +Αντελαμβάνετο όλα τα είδη και ηδύνατο να εμπνέεται από το καθέν, +αλλά δεν ηδύνατο να κατανοήση ότι δύναταί τις να εμπνέεται απ' +ευθείας από εκείνο που εγκλείει εντός του, χωρίς να γνωρίζη τους +ζωγραφικούς κλάδους, και χωρίς να ασχολήται να μάθη αν εκείνο που +θα συνθέση ανήκει εις τούτο ή εκείνο το είδος. Επειδή δε ηγνόει +την ανάγκην αυτήν του εκφράζειν τας ιδίας του εμπνεύσεις, και +ειργάζετο υπό την επήρειαν αντικειμένων ενσαρκωθέντων ήδη υπό της +τέχνης, ειργάζετο ταχέως και ευχερώς και επετύγχανεν ακόπως να +απομιμήται αδιάφορον ποίον είδος. + +Επροτίμησε την Γαλλικήν σχολήν, την τόσον χαριτωμένην και +εντυπωτικήν. Έκαμε δε την εικόνα της Άννας με εντοπίαν περιβολήν, +και η εικών εκείνη εφάνη και εις αυτόν και εις πάντας όσοι την +είδον, εις υπερβολήν επιτυχής . . . + +Αλλ' η κλίσις του Βρόνσκυ προς την ζωγραφικήν δεν διήρκεσεν επί +πολύ, και έσχεν αρκούσαν διορατικότητα, ώστε να μη περατώση την +προσωπογραφίαν της Άννας. + +Εννόησε συγκεχυμένως ότι αι ελλείψεις του έργου του, αίτινες +παρήρχοντο απαρατήρητοι εν αρχή, θα καθίσταντο κατάφωροι εφ' όσον +θα προυχώρει εις την τελειοποίησίν του. + +Με την σταθερότητα του χαρακτήρος, ήτις του ήτο φυσική έπαυσε να +ζωγραφίζη, χωρίς να δώση εξηγήσεις και χωρίς να ζητήση να +δικαιολογηθή. Η Άννα εξεπλάγη από την απόφασιν εκείνην, και άπαξ +στερηθέντες της ασχολίας εκείνης, η ζωή της εφάνη υπερβολικά +μονότονος εις την Ιταλικήν εκείνην πόλιν, και απεφάσισαν να +επιστρέψωσιν εις Ρωσσίαν. + +Θα διήρχοντο πρώτον από την Πετρούπολιν, όπου ο Βρόνσκυ θα +επραγματοποίει τέλος την διανομήν των γαιών του μετά του αδελφού +του, και η Άννα θα έβλεπε τον υιόν της, κατόπιν δε θα μετέβαινον +να περάσουν το καλοκαίρι εις την μεγάλην πατρογονικήν ιδιοκτησίαν +του Βρόνσκυ. + +* * * + +Ο Καρένιν ελησμόνησε την κόμησσαν Λυδίαν, αλλ' αυτή δεν τον +ελησμόνησε. Καθ' ήν στιγμήν ευρίσκετο εις τον παροξυσμόν της +μονήρους του απελπισίας, ήλθεν εις συνάντησίν και εισήλθεν εις το +δωμάτιόν του χωρίς να αναγγελθή. + +Τον κατέλαβεν επί του ανακλιντήρος του, με την κεφαλήν μεταξύ των +χειρών του και τους αγκώνας επί της τραπέζης. + + ― Παρεβίασα το σύνθημα, είπεν. + +Εισήλθε δε με βήματα γοργά, δυσχερώς αναπνέουσα εκ συγκινήσεως και +σπουδής. + + ― Γνωρίζω τα πάντα! Αγαπητέ φίλε! + +Του έθλιψε την χείρα μεταξύ των δύο παλαμών της, και με τα ωραία +της ρεμβώδη της μάτια, τον εκύταξε κατάματα. + +Ο Καρένιν ηγέρθη, απέσυρε την χείρα του με ύφος δυσφορίας και +προσέφερε κάθισμα εις την επισκέπτριάν του. + + ― Σας παρακαλώ, κόμησσα! Δεν δέχομαι κανένα, διότι υποφέρω. + +Τα χείλη του έτρεμον. + + ― Φίλε μου, επανέλαβεν η κόμησσα Λυδία, διά φωνής πνιγμένης από +την συγκίνησιν, δεν πρέπει να εγκαταλείπεσθε εις το άλγος σας. Η +συμφορά σας είνε μεγάλη, αλλ' οφείλετε να εύρητε μίαν παρηγορίαν. + + ― Είμαι κατεστραμμένος, δεν υφίσταμαι πλέον, είμαι άνθρωπος +αφανισμένος. Η θέσις μου είνε τόσω μάλλον τρομερά καθ' όσον δεν +ευρίσκω παρ' ουδενί, ουδέ και εις εμέ αυτόν, σημείον να στηριχθώ. + + ― Θα το εύρητε, αναζητήσατέ το, όχι εις εμέ, αν και σας παρακαλώ +να πιστεύετε εις την φιλίαν μου, είπεν η κόμησσα στενάξασα. +Στήριγμά μας είνε η αγάπη, ην τρέφει προς ημάς, το φορτίον της +είνε ελαφρόν, προσέθηκε με το βλέμμα εκείνο της εκστάσεως, όπερ +εγνώριζε καλώς ο Καρένιν. Αυτός θα μας βοηθήση και θα μας +υποστηρίξη. + +Τα λόγια αυτά εγλύκαναν τον πόνον του Καρένιν, αν και ήσαν μεστά +εκ της ροπής εκείνης προς τον μυστικισμόν, τον οποίον ουδόλως +επεδοκίμαζεν. + + ― Αισθάνομαι εμαυτόν ανίσχυρον, συντετριμμένον. Δεν είχα τίποτε +προΐδει και τώρα δεν εννοώ τίποτε. + + ― Κατανοώ, φίλε μου, είπεν η κόμησσα Λυδία, κατανοώ τα πάντα. Θα +εύρητε τον βοηθόν εν τη παρηγορία, όχι παρ' εμοί, αλλ' υψηλότερον +. . . Ήλθον επίτηδες διά να σας βοηθήσω, αν δύναμαι . . . Αν +τουλάχιστον σας απήλλατα όλων αυτών των ταπεινωτικών +μικροφροντίδων του σπιτιού . . . Εννοώ ότι πρόκειται περί +ζητημάτων εξαρτωμένων εκ της γυναικός και ότι χρειάζεται δι' αυτά +γυναικεία παρέμβασις, . . Θα μου το επιτρέψητε. + +Ο Καρένιν της έθλιψε την χείρα άνευ τινός εκδηλώσεως ευγνωμοσύνης, +αλλά και χωρίς να είπη τίποτε. + + ― Θα μεριμνώμεν μαζί διά τον Σεριόγια. Δεν είμαι ισχυρά εις τα +πρακτικά ζητήματα, αλλά θα γίνω και θα καταστώ αναπληρωτής σας . . +. Μη μ' ευχαριστήτε, δε ενεργών εγώ . . . . + + ― Δεν δύναμαι να μη σας ευχαριστήσω καθόλου. + + ― Αλλά, φίλε μου, μη εγκαταλείπεσθε εις το αίσθημα περί του +οποίου μοι ωμιλήσατε. Θα ησθάνεσθε άραγε αίσχος δι' εκείνο που +αποτελεί την υψίστην χριστιανικήν αρετήν: «Ο ταπεινών εαυτόν +υψωθήσεται», αλλά και πάλιν δεν είνε ανάγκη να μ' ευχαριστήτε. Ε κ +ε ί ν ον πρέπει να ευχαριστήτε, Ε κ ε ί ν ο υ πρέπει να ζητείτε +την βοήθειαν. Ε κ ε ί ν ο ς μόνος δύναται να παρέχη την γαλήνην, +την παρηγορίαν, την σωτηρίαν και την αγάπην. + +Ο Καρένιν δεν ηγάπα το μυστικιστικόν νέον πνεύμα. Ήτο πιστός και +ενδιεφέρετο διά την θρησκείαν από πολιτικής ιδίως απόψεως, αλλ' η +δογματική, ήτις επέτρεπεν εαυτή σχολιασμούς και ήνοιγε την θύραν +εις συζητήσεις και αναλύσεις, του απήρεσκε και ευρίσκετο εις +αντίφασιν προς τας αρχάς της. + + ― Σας είμαι λίαν, ευγνώμων διά τας πράξεις και διά τους λόγους +σας, είπε προς την κόμησσαν, όταν εκείνη επεράτωσε την προσευχήν +της. Η κόμησσα έθλιψεν άπαξ έτι αμφοτέρας τας χείρας του φίλου +της· είτα δε, μετά βραχείαν σιγήν, εσπόγγισε τα μάτια της και +είπε: + + ― Και τόρα, επιλαμβάνομαι του έργου . . . . πηγαίνω πλησίον του +Σεριόγια . . . . Δεν θα σας ανησυχήσω παρά μόνον εις επειγούσας +περιστάσεις. + +Η παρέμβασις της κομήσσης Λυδίας υπήρξε λίαν αποτελεσματική· +έφερεν εις τον Καρένιν στήριγμα ηθικόν διά των ενδείξεων της +αγάπης και της εκτιμήσεως δι' ων τον περιέβαλε, και ταυτοχρόνως +τον μετεμόρφωσεν, από πιστού αδιαφόρου και αδρανούς όπως ήτο, εις +διάθερμον οπαδόν της καινοφανούς εκείνης ερμηνείας του +Χριστιανισμού, ήτις διεδίδετο τότε εις την Πετρουπολιτικήν +κοινωνίαν. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Από τινων ημερών, η κόμησσα Λυδία ευρίσκετο υπό το κράτος σφοδράς +συγκινήσεως: είχε μάθει ότι η Άννα και ο Βρόνσκυ είχον επιστρέψει +εις Πετρούπολιν. Έπρεπε λοιπόν να σωθή ο Καρένιν από πάσης +συναντήσεως με την σύζυγόν του, έπρεπε μάλιστα και να προστατευθή +από την οδυνηράν είδησιν ότι η τρομερά εκείνη γυνή ευρίσκετο εις +την ιδίαν με αυτόν πόλιν και ήτο εκτιθεμένος, συνεπώς, κατά πάσαν +στιγμήν, να την συναντήση. + +Η κόμησσα Λυδία εφρόντισε, τη παρεμβάσει φίλων να λάβη πληροφορίας +περί των προθέσεων των β δ ε λ υ ρ ώ ν - ε κ ε ί ν ω ν - α ν θ ρ ώ π ω ν, +και εφρόντιζεν άμα, κατά το διάστημα τούτο, να καθοδηγή +πάσαν κίνησιν του φίλου της όπως αποτρέψη τυχαίαν συνάντησίν του +μετ' αυτών. + +Μίαν πρωίαν της έφεραν σημείωμα του οποίου ανεγνώρισε μετά φρίκης +τον γραφικόν χαρακτήρα . . . Επέρασε δε πολύ ώρα έως ου κατορθώση +να καθήση διά να το αναγνώση· είχε καταληφθή από παροξυσμόν +άσθματος, εκ του οποίου υπέφερε. Κατηυνάσθη δε τέλος και ανέγνω +τας ακολούθους γραμμάς: + + «&Κυρία,& + +«Τα χριστιανικά αισθήματα, τα οποία πληρούσι την καρδίαν σας μου +παρέχουν την ασυγχώρητον τόλμην ν' αποταθώ προς υμάς. Είμαι +δυστυχής διότι απεχωρίσθην του υιού μου. Σας ικετεύω να μου +επιτρέψητε να τον επανίδω εφ' άπαξ προ της αναχωρήσεώς μου. +Συγχωρήσατέ με αν επαναφέρω εις την μνήμην σας . . . + +«Απευθύνομαι προς υμάς και όχι προς τον Αλέξιον Αλεξάνδροβιτς, +διότι δεν επιθυμώ η ανάμνησίς μου να επιφέρη άλγος εις τον +μεγαλόψυχον αυτόν άνθρωπον. Γνωρίζω ποίαν φιλίαν τρέφετε προς +αυτόν, θα μ' εννοήσετε σεις. + +«Θα μου στείλετε τον Σεριόγια ή θα μου υποδείξετε την ώραν, καθ' +ήν δύναμαι να έλθω εις το σπίτι διά να τον ίδω, ή ίσως θα τον ίδω +εκτός της οικίας; Δεν αναμένω άρνησιν, διότι γνωρίζω την αγαθότητα +εκείνου, από τον οποίον εξαρτάται η άδεια. Δεν δύνασθε να +φαντασθήτε την έντασιν του πόθου ον έχω να επανίδω τον υιόν μου, +και δεν δύνασθε να φαντασθήτε επίσης την έκτασιν της ευγνωμοσύνης +ην θα αισθανθώ προς υμάς! + + +&Άννα».& + +Κάθε γραμμή της επιστολής ταύτης εξώργιζε την κόμησσαν Λυδίαν . . +. Ήνοιξε δε αμέσως την χαρτοθήκην της και έγραψε προς τον Καρένιν, +ον ήλπιζε να ίδη εις την Αυλήν, μετά μίαν ώραν. + +«Έχω ανάγκην να σας ομιλήσω περί υποθέσεως σοβαράς και οδυνηράς. +Θα συνεννοηθώμεν διά το κατάλληλον μέρος. Το καταλληλότερον θα ήτο +εις το σπίτι μου, όπου θα σας προσφέρω το τσάι σας. Είνε απολύτως +αναγκαίον να σας ίδω». + +Και, ίνα τον προδιαθέση κατά τι, προσέθηκε: + +«Δωρείται Ε κ ε ί ν ο ς τον σταυρόν, αλλά δωρείται ομού και τας +δυνάμεις». + +Η παρουσίασις εις την Αυλήν είχε περατωθή και οι προσκεκλημένοι, +προτού χωρισθώσιν, ανεκοίνουν προς αλλήλους τας τελευταίας +ειδήσεις της ημέρας και συνεζήτουν επί των προσφατωτέρων +διακρίσεων και των μεταβολών εις τας ανωτέρας θέσεις. + +Εις μίαν γωνίαν ένας κατάλευκος γέρων συνωμίλει μετά τινος +δεσποινίδος της τιμής, υψηλής, ωραίας, ήτις τον ηρώτα περί των +νέων διορισμών. + + ― Τι λέτε περί του Καρένιν; ηρώτησε κάποιος πρίγκηψ πλησιάσας τον +όμιλον των συζητητών. + + ― Λέγω ότι έλαβε το παράσημον του Αλεξάνδρου Νηούσκυ. + + ― Εγώ ενόμιζα ότι το είχε προ πολλού. + + ― Όχι . . . Κυτάξετέ τον εκεί, στη γωνία, συνομιλεί μεθ' ενός των +ισχυροτέρων μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας· φέρει την +αυλικήν του στολήν με την νέαν ταινίαν χιαστί . . . Είνε ευτυχής +και ακτινοβόλος. + + ― Όχι, έχει γηράσει, παρετήρησε νεαρός ευπατρίδης της Αυλής. + + ― Τον εγήρασαν η ένοιες. Περνά τη ζωή του συντάσσων σχέδια. Θα +ιδήτε ότι δεν θα αφήση τον συνομιλητήν του προτού εκθέση το +τελευταίον του σχέδιον, παράγραφον προς παράγραφον. + + ― Νομίζω ότι η κόμησσα Λυδία αντικαθιστά τώρα την γυναίκα του. + + ― Α! δεν επιτρέπω να κακολογήται η κόμησσα Λυδία. + + ― Είνε κακό να αγαπά τον Καρένιν; + + ― Είνε αληθές ότι η Καρενίνα ευρίσκεται εδώ; + + ― Όχι στην Αυλή, αλλά στην Πετρούπολιν βρίσκεται. Την συνήντησα +χθες με τον Βρόνσκυ εις την Μορσκάια. + + ― Είνε άνθρωπος που δεν έχει . . . αλλ' ο αυλικός ευπατρίδης δεν +συνεπλήρωσε την σκέψιν του, εσιώπησε και παρεμέρισε διά να περάση +κάποιος πρίγκηψ της αυτοκρατορικής Αυλής, τον οποίον εχαιρέτησεν +υποκλινέστατα. + +Ο Καρένιν, καθ' ήν περίπου στιγμήν τον εγκατελίμπανεν η σύζυγός +του, είχε πληγή υπό της μεγαλητέρας συμφοράς την οποίαν ειμπορεί +να πάθη ένας δημόσιος υπάλληλος. Η προοδευτική του καρριέρα είχεν +αποφραχθή αποτόμως. + +Όλος ο κόσμος το είχε διαγνώσει, μόνον αυτός δεν υπώπτευε τίποτε. +Κατείχεν ακόμη θέσιν σημαντικωτάτην, εξηκολούθει να είνε μέλος +διαφόρων κομητάτων και αποστολών, αλλ' θεωρείτο πλέον ως άνθρωπος +που τα προσέφερεν όλα και από τον οποίον δεν περιμένει κανείς +τίποτε πλέον. Κάθε τι που επρότεινεν εθεωρείτο ως πράγμα γνωστόν +ήδη και του οποίου δεν υπήρχεν ανάγκη. Αυτός εξ εναντίας, τεθείς +έξω της κυβερνητικής δράσεως, έβλεπε καλλίτερον παρά ποτε τα +σφάλματα των συναδέλφων του, και εθεώρει καθήκον του να υποδεικνύη +τα μέσα της διορθώσεώς των. Και, επί μάλλον και μάλλον ενηβρύνετο +διά τα σχέδιά του. + +«Ο μήποτε νυμφευθείς φροντίζει διά τα έργα του Κυρίου και διά να +αρέσκη εις τον Κύριον». + +Ο Καρένιν, όστις περί πολλού είχε τώρα, όπως εις κάθε τι +συμμορφούται προς το Ευαγγέλιον, ανεπόλει ευχαρίστως την ρήσιν +ταύτην. Ενόμιζεν ότι αφ' ότου τον εγκατέλειψεν η σύζυγός του, +υπηρέτει καλλίτερα τον Κύριον διά των προτάσεών του. Η δε +ανυπομονησία, ην εξεδήλου το μέλος του Συμβουλίου μεθ' ού +συνωμίλει, δεν ετάραττε τον Καρένιν, και δεν έπαυσεν ομιλών παρά +μόνον όταν ο συνομιλητής του επωφελήθη της διελεύσεως ενός μέλους +της αυτοκρατορικής οικογενείας διά να το σκάση . . . + +Μείνας μόνος, ο Καρένιν έκυψε την κεφαλήν διά να συγκεντρώση τας +ιδέας του, παρετήρησε δε έπειτα γύρω του και διηυθύνθη προς την +θύραν όπου διέκρινε την κόμησσαν Λυδίαν. + + ― Θερμά συγχαρητήρια, τω είπεν αύτη αποθαυμάζουσα το νέον +παράσημον του Καρένιν. + +Κατέστειλε μειδίαμα ευφροσύνης, ύψωσε τους ώμους και έκλεισε τα +μάτια, ως να ήθελε να υποδηλώση ότι η ταινία εκείνη δεν είχε την +δύναμιν να του χαρίση την ευτυχίαν. Αλλ' η κόμησσα εγνώριζεν +άριστα ότι απετέλει μίαν από τας χαράς του, αν και κατ' ουδένα +λόγον θα το παρεδέχετο. + + ― Σας περιμένω σήμερον εις το σπίτι μου, είπεν η κόμησσα Λυδία· +έχω να σας ομιλήσω επί θέματος, το οποίον θα σας είνε οδυνηρόν . . +. Τα πάντα θα εθυσίαζα διά να σας απαλλάξω από μερικάς αναμνήσεις, +αλλά δυστυχώς, δεν ομιλούν όλοι ομοίως . . . Έλαβα επιστολήν εκ +μέρους της . . . Ευρίσκεται εν Πετρουπόλει! + +Ο Καρένιν ερρίγησεν, αλλ' αμέσως η μορφή του ανέκτησε την αυστηράν +απάθειαν, ήτις εξέφραζε την συναίσθησιν της αδυναμίας του προ της +καταστροφής εκείνης. + + ― Το επερίμενα, είπεν. + +Η κόμησσα Λυδία τον ητένισε μετά θαυμασμού, και δάκρυα σημπαθείας +προ του μεγαλείου της ψυχής του Καρένιν ύγραναν τους οφθαλμούς +της. + +* * * + +Όταν ο Καρένιν εισήλθεν εις το σαλονάκι της κομήσσης Λυδίας +Ιβανόβνας, αύτη τον ανέμενε ροφώσα το τσάι της. + +Η Κόμησσα του παρέδωκε το σημείωμα της Άννας. Ο Καρένιν το +ανέγνωσε και έμεινεν επί πολύ σιωπηλός. + + ― Δεν φρονώ ότι έχω το δικαίωμα να της απαγορεύσω αυτήν την +συνέντευξιν, είπε δυστακτικώς υψώσας τους οφθαλμούς προς την +οροφήν. + + ― Φίλε μου, σεις δεν βλέπετε κακόν πουθενά. + + ― Εξ εναντίας, βλέπω ότι είνε πανταχού . . . αλλά θα ήτο δίκαιον; +. . . + +Η μορφή του εξεδήλου αναποφασιστικότητα, ως ν' ανεζήτει έν τι +μέσον, κάποιο στήριγμα, κάποιον οδηγόν εις ζήτημα το οποίον +υπερέβαινε τας νοητικάς του δυνάμεις. + + ― Όχι, διέκοψεν η κόμησσα . . . Όλα έχουν τα όριά τους. Εννοώ την +ανηθικότητα, προσέθηκε ― ουχί απολύτως ειλικρινώς, διότι ουδέποτε +είχε κατορθώσει να κατανοήση πλήρως τι το οδηγούν τας γυναίκας εις +την ανηθικότητα. ― Αλλά δεν εννοώ την σκληρότητα . . . . και +μάλιστα κατά τίνος; Καθ' υμών . . . πώς; Τολμά αυτή να έλθη να +κατοικήση εις την πόλιν όπου διαμένετε σεις; Ασφαλώς, κάτι κανείς +διδάσκετε διαρκώς, και την φοράν ταύτην διδάσκομαι να εννοώ το +μεγαλείον σας και την ποταπότητα αυτής της γυναικός. + +Ο Καρένιν εφαίνετο ευχαριστημένος από τον ρόλον του. + + ― Αλλά ποίος θα βάλη τον πρώτον λίθον . . . Εγώ εσυγχώρησα τα +πάντα, διά τούτο δ' ακριβώς δεν ειμπορώ να την στερήσω εκείνου, +που δι' αυτήν αποτελεί μίαν φυσικήν ανάγκην, της προς το παιδί της +αγάπης. + + ― Αλλά, πρόκειται αληθώς περί μητρικής στοργής φίλε μου; Είνε +ειλικρινής; Σεις συνεχωρήσατε, συγχωρείτε σεις, αλλ' έχομεν το +δικαίωμα να ρυπάνωμεν την ψυχήν αυτού του αγγέλου; Την θεωρεί +νεκράν. Ικετεύει τον Θεόν να της συγχωρήση τας αμαρτίας της . . . +και είνε προτιμότερον να μείνουν εκεί τα πράγματα. Τι θα σκεφθή +τώρα; + + ― Δεν το είχον σκεφθή αυτό, είπεν ο Καρένιν . . . Έχετε ίσως +δίκαιον! + +Η κόμησσα έκρυψε την μορφήν εντός των χειρών της και εσιώπησεν. + + ― Αν θέλετε την συμβουλήν μου, είπε τέλος αποκαλύπτουσα την +μορφήν της, δεν σας συμβουλεύω να επιτρέψητε την συνάντησιν αυτήν. +Νομίζετε ότι δεν διακρίνω ότι όλαι σας αι πληγαί αιμάσουν και +πάλιν; Ας δεχθώμεν ότι, όπως πάντοτε, θυσιάζεσθε και πάλιν. Αλλά +προς τι να βασανίσωμεν το παιδί; Αν υπολείπεται εις αυτήν την +γυναίκα ελάχιστον λείψανον ανθρωπίνης συναισθήσεως, και αυτή η +ιδία δεν πρέπει να εύχεται μίαν τοιαύτην συνάντησιν . . . Όχι, αφ' +ού εσκέφθην ωρίμως, δεν σας το συμβουλεύω αυτό . . . Και, αν μου +επιτρέπετε, θα της απαντήσω υπ' αυτό το πνεύμα. + +Ο Καρένιν συγκατετέθη, και η κόμησσα έγραψε την ακόλουθον +επιστολήν. + + &«Κυρία,& + +«Το ν' ανακληθήτε εις την μνήμην του υιού σας θα ήτο ως να +υπεβάλοντο εις αυτόν ερωτήματα, εις τα οποία η απάντησις είνε +αδύνατος χωρίς να εμπνευσθή εις την ψυχήν του παιδίου πνεύμα +καταδίκης ενός όντος, το οποίον πρέπει να του είνε ιερόν. Διά +τούτο σας παρακαλώ να δεχθήτε την άρνησιν του συζύγου σας υπό το +χριστιανικόν πνεύμα, το οποίον την ενέπνευσεν. Ικετεύω τον +Παντοδύναμον να σας ευσπλαχνισθή. + + &Κόμησσα Λυδία».& + +Η επιστολή αύτη επέφερε το ανομολόγητον αποτέλεσμα, όπερ η κόμησσα +Λυδία επεδίωκεν εν αγνοία της: επλήγωσε θανασίμως την Άνναν. . . . + +Ο Καρένιν αφ' ετέρου, επιστρέψας εις την οικίαν του, ευρέθη +ανίκανος να επιδοθή εις τας συνήθεις του ασχολίας· δεν ηδύνατο ν' +ανακτήση την γαλήνην εκείνην του πιστού και του σωθέντος ανθρώπου, +την οποίαν κατείχε πρότερον . . . . Η ανάμνησις της ενόχου συζύγου +του, προς την οποίαν είχε συμπεριφερθή ως άγιος όπως δικαίως τον +είχε χαρακτηρίση η κόμησσα Λυδία, δεν θα ήτο ικανή να τον ταράξη· +αλλά δεν ήτο ήσυχος· δεν ηδύνατο ν' αναγνώση δεν ηδύνατο ν' +αποδιώξη την οδυνηράν ανάμνησιν των μετά της Άννας σχέσεων του και +των διαπραχθέντων σφαλμάτων. + +Αλλ' οι συλλογισμοί ούτοι δεν διήρκεσαν επί πολύ. Επανεύρε δε την +γαλήνην και το ψυχικόν εκείνο μεγαλείον, όπερ του επέτρεπε να +λησμονή τα πράγματα που δεν ηρέσκετο να ενθυμήται. + + ― Λοιπόν! είπεν ο Σεριόγια εις τον θυρωρόν παραδίδων αυτώ το +επανωφοράκι του με την γούναν. Ήλθε σήμερα ο υπάλληλος με το +δεμένο μάγουλο; Τον εδέχθη ο μπαμπάς; + + ― Ο κύριος τον εδέχθη· μόλις έφυγεν ο αρχιγραμματεύς, τον +ανήγγειλα, είπε γελαστά ο θυρωρός. + + ― Και, έκαμε τίποτα γι' αυτόν ο μπαμπάς; + +Ο θυρωρός ένευσε καταφατικώς. + +Ο υπάλληλος με το δεμένο μάγουλο, όστις είχε πολλάκις ήδη +προσέλθει να υποβάλη κάποιαν παράκλησιν εις τον Καρένιν, είχεν +ελκύσει το ενδιαφέρον και του Σεριόγια και του θυρωρού. Το παιδάκι +τον είχε συναντήσει κάποτε εις τον αντιθάλαμον, όταν ικέτευε τον +θυρωρόν να τον αναγγείλη και έλεγεν ότι δεν του έμενε πλέον τίποτε +άλλο παρά ν' αποθάνη της πείνης, αυτός και τα παιδιά του. . . Από +της ημέρας εκείνης ο Σεριόγια τον επήρεν υπό την προστασίαν του +και ενδιεφέρετο περί της τύχης του. + + ― Λοιπόν! εφαίνετο ευχαριστημένος όταν εβγήκεν από το γραφείον +του μπαμπά; ηρώτησεν. + + ― Ω! επηδούσεν από τη χαρά του 'σαν τρελλός . . . + +Η επιούσα ήτο η επέτειος των γεννεθλίων του Σεριόγια, και +ενδιεφέρθη να μάθη αν είχε σταλή τίποτε δι' αυτόν. + + ― Ε, αφέντη, είπεν ο θυρωρός εμφαντικώς, υπάρχει κάποιο πακέτο εκ +μέρους της κομήσσης. + + ― Μεγάλο 'σάν αυτό, 'σάν εκείνο; + + ― Λιγάκι μικρότερο, αλλά κάτι ώμορφον. + + ― Κανένα βιβλίο; + + ― Δεν 'ξεύρω, αλλά, αφέντη μου, πηγαίνετε, σας φωνάζει ο +παιδαγωγός σας . . . + +Μετά το μάθημα του καθηγητού ήρχετο το μάθημα του πατρός του . . . +Αναμένων αυτόν ο Σεριόγια εκάθησεν εις το τραπέζι, έπαιξε με το +σουγιά του και έμεινε συλλογισμένος. + +Μία των ευνοουμένων ασχολιών του Σεριόγια ήτο ν' αναζητή την +μητέρα του κατά τους περιπάτους του. Δεν επίστευε τον θάνατον +γενικώς και προ πάντων δεν επίστευεν εις τον θάνατον της Άννας, αν +και η κόμησα Λυδία του τον είχε αναγγείλει και ο πατήρ του είχεν +επιβεβαιώσει την είδησιν ταύτην. Κατά τους περιπάτους του μάλιστα, +εις κάθε χαριτωμένην γυναίκα, με μαύρα μαλλιά και καλοδεμένο σώμα, +ενόμιζεν ότι ανεγνώριζε την μαμά του. Η ψυχή του επληρούτο +τρυφερότητος, η πνοή του καθίστατο ασθματική και δάκρυα ανήρχοντο +εις τους οφθαλμούς του . . . Την ανέμενε, πεποιθώς ότι θα τον +επλησίαζε και θα αφήρει τον πέπλον της. . . Θα ξεσκεπάση τότε την +μορφήν του, θα του μειδιάση, θα τον φιλήση, και εκείνος θ' +αναπνεύση το άρωμά της, θα αισθανθή την γλυκείαν και μαλακήν +επαφήν της χειρός της, και θα κλαύση εκ χαράς όπως τα βράδυα όταν +εκυλίετο εις τα πόδια της και εκείνη τον εγαργάλιζεν, εν ώ αυτός +εγέλα και εψευτοδάγκανε το λευκό της χέρι, το καταστόλιστο από +δακτυλίδια. + +Μίαν ημέραν έμαθε τυχαίως, παρά τινος υπηρετρίας, ότι η μήτηρ του +δεν είχεν αποθάνει. Ο πατήρ του και η κόμησσα του εξήγησαν ότι +είχεν αποθάνει δι' αυτόν, διότι ήτο κακή μητέρα . . . Αλλ' +επίστευσε πολύ ολιγώτερον εις την εξήγησιν ταύτην, διότι την +ηγάπα, και την ανεζήτει και την ανέμενε πάντοτε. + +Το πρωί της ημέρας εκείνης, εις τον θερινόν κήπον, είχε +παρατηρήσει κάποιαν κυρίαν φέρουσαν πέπλον χρώματος πασχαλιάς. Την +είχε παρακολουθήσει διά των οφθαλμών καθ' όσον προυχώρει προς +αυτόν, και, με την καρδιά λειποψυχούσαν εξ ελπίδος, διελογίζετο +ότι τον επλησίαζεν. Αλλ' η κυρία αντί να τον πλησιάση εστράφη προς +τα δεξιά και εξηφανίσθη. + +Ησθάνετο κατά την ημέραν εκείνην, βαθύτερον ή άλλοτε, ότι αληθές +κύμα τρυφεράς στοργής προς την μητέρα του εξεχείλιζεν εκ της +καρδίας του. Και εβυθίσθη εις τας ονειροπολήσεις του, με τα μάτια +πνιγόμενα μέσα εις την δίνην της αοριστίας και χαράσσων συνάμα +εγκοπάς επί της τραπέζης με το μαχαιράκι του. + + ― Σεριόγια, ο κύριος πατέρας σας! + +Ο Σεριόγια ανεπήδησεν από το κάθισμά του, έδραμεν εις υπάντησιν +του Καρένιν, του εφίλησε το χέρι και τον εκύτταξεν ατενώς, +αναζητών επί της μορφής του ενδείξεις της χαράς, ην τω εγέννα η +παρασημοφορία του. + + ― Ήτο ευχάριστος ο περίπατός σου; ηρώτησεν ο Καρένιν καθήσας επί +τινος φωτέιγ. + +Έσυρε προς εαυτόν την βίβλον και την ήνοιξε. + +Καίτοι ο Καρένιν πολλάκις είχε δηλώσει εις τον υιόν του ότι κάθε +χριστιανός οφείλει να γνωρίζη από στήθους την ιεράν ιστορίαν, +αυτός ο ίδιος ελάμβανε πολλάκις ανάγκην να ενισχύη την μνήμην του +συμβουλευόμενος το κείμενον, και ο Σεριόγια δεν έλειψε να +παρατηρήση τούτο. + + ― Ω! ναι, μπαμπά, διεσκέδασα καλά, απήντησεν ο Σεριόγια. + +Το μάθημα συνίστατο εις την αποστήθισιν μερικών εδαφίων του +Ευαγγελίου και εις επανάληψιν της αρχής της Βίβλου. + +Ήτο εννέα μόλις ετών, αλλ' είχεν ήδη συνείδησιν της ψυχής του και +του ήτο αγαπητή· την εθεώρει ως το βλέφαρον το προφυλάττον την +κόρην του οφθαλμού και δεν άφινε να εισδύσουν εις αυτήν παρά μόνοι +οι εφωδιασμένοι με το κλειδί της αγάπης, οι δε διδάσκαλοι του +παρεπονούντο δι' όσα δεν ήθελε να μάθη, ενώ η ψυχή του ήτο πλήρης +εκ του πόθου να τα γνωρίση όλα. Επίσης εμάνθανε πολλά από τον +Ελβετόν, από τη γιαγιά, από τη Ναδένκα, από τον παιδαγωγόν του, +τους οποίους ηγάπα, ποτε όμως από τους διδασκάλους του. Η +ανάπτυξις, ην ο πατήρ του και οι καθηγηταί του ανέμενον εκ της +μορφώσεώς του εξεδηλούτο υπό μορφήν όλως διάφορον εκείνης την +οποίαν επιζήτουν αυτοί. + +Όταν κατεκλίθη, αμέσως ο Σεριόγια ανελογίσθη την μητέρα του και +συνέθεσε προσευχήν διά να ζητήση από τον Θεόν να την στείλη +πλησίον του την επιούσαν, χάριν των γενεθλίων του. + + ― Ξεύρετε, Βασίλη Λόνκιτς, είπε προς τον παιδαγωγόν του τι +εζήτησα από τον Θεόν με την προσευχήν που έκαμα; + + ― Να μαθαίνης καλλίτερα τα μαθήματά σου. + + ― Όχι! + + ― Να σου φέρουν καινούργια παιγνίδια. + + ― Όχι! Δεν θα το βρήτε. Κάτι τι καλό, αλλά είνε μυστικό. Αν η +προσευχή μου εισακουσθή, θα σας το πω. Δεν μαντεύετε; + + ― Όχι, δεν μαντεύω, πε το μου αν θέλης . . . Αλλά πρέπει να +κοιμηθής, θα σβύσω τη λαμπάδα. + + ― Εγώ, και χωρίς φως βλέπω ακόμη καλλίτερα εκείνο που επιθυμώ να +βλέπω, για τούτο επροσευχήθην . . . Α! παρ' ολίγον να σας φανερώσω +το μυστικό μου! + +Και εγέλασε φαιδρώς. + +Όταν η λαμπάς εσβέσθη, ο Σεριόγια ήκουσε και ησθάνθη την παρουσίαν +της μητρός του. Εστάθη ενώπιόν του και τον περιέβαλε με βλέμμα +τρυφερότητος. Αλλά μετ' ολίγον οι ανεμόμυλοι, τα μαχαιράκια, +εσυγχίσθησαν με την λατρευτήν εκείνην εικόνα, και απεκοιμήθη . . . + +* * * + +Ο Βρόνσκυ και η Άννα κατέλυσαν εις έν από τα πρώτα ξενοδοχεία της +Πετρουπόλεως. + +Ο Βρόνσκυ κατέλαβε δωμάτιον ιδιαίτερον εις το ισόγεον, η δε Άννα +εις το πρώτον πάτωμα, μετά του βρέφους, της τροφού και της +καμαριέρας της, εγκατεστάθη εντός πολυτελούς διαμερίσματος εκ +τεσσάρων δωματίων. + +Την ημέραν της αφίξεώς του ο Βρόνσκυ μετέβη εις του αδελφού του. +Εκεί ευρήκε την νύμφην του και την μητέρα του, ήτις μόλις είχεν +αφιχθή εκ Μόσχας. Αι δύο γυναίκες τον ηρώτησαν περί του ταξειδίου +του, αλλά δεν ωμίλησαν περί των μετά της Άννας σχέσεών του. + +Την επιούσαν ο αδελφός του μετέβη εις συνάντησίν του, και όταν τον +ηρώτησε περί της Άννας, ο Αλέξιος του είπεν, ότι την ένωσίν του +μετά της κυρίας Καρένιν εθεώρει ως πραγματικόν γάμον. Προσέθηκε δε +ότι ήλπιζε να επιτύχη το διαζύγιον, οπότε θα την ενυμφεύετο, αλλά +και προτού η ένωσίς των προσδεχθή τον καθαγιασμόν αυτόν, εθεώρει +την Άνναν ως σύζυγόν του νόμιμον και παρεκάλει τον αδελφόν του να +κάμη και την μητέρα των να το εννοήση. + + ― Αν ο κόσμος δεν μ' επικροτή, αυτό μου είνε απολύτως αδιάφορον, +και αν οι συγγενείς μου επιθυμούν να διατηρήσουν αγαθάς σχέσεις +μαζί μου οφείλουν να δεχθώσι την σύζυγόν μου. + +Ο πρεσβύτερος αδελφός του, όστις είχεν αείποτε σεβασθή τας +αντιλήψεις ταύτας, δεν εγνώριζεν επακριβώς αν είχεν άδικον ή +δίκαιον, εφ' όσον ο κόσμος δεν είχεν αποφανθή οριστικώς επί του +ζητήματος. Προσωπικώς αυτός, δεν ησθάνετο έχθραν κατά της Άννας, +και ανήλθε μετά του αδελφού του όπως την επισκεφθή. + +Παρά την κοσμικήν του πείραν, ο Βρόνσκυ υπέκειτο εις βαρείαν +αυταπάτην αποστέργων να ίδη τι η θέσις του ενείχε το ασύνηθες. +Έπρεπε να κατανοήση ότι ο κόσμος ήτο δι' αυτόν κλειστός, αλλ' +εσκέπτετο ότι ούτως εγίνετο άλλοτε, ότι μετά της προόδου, ― ήτο, +την στιγμήν αυτήν, οπαδός πάσης προόδου, ― αι ιδέαι της κοινωνίας +είχον μεταρρυθμισθή. + + ― Αναμφιβόλως εσκέπτετο, ο κόσμος της Αυλής δεν θα την δεχθή· +αλλ' εν τω κύκλω των ιδιαιτέρων μου σχέσεων, πρέπει να γείνη +δεκτή. + +Η πριγκήπισσα Μπέτσυ υπήρξεν η πρώτη κυρία του εκλεκτού κόσμου +παρά τη οποία παρουσιάσθη ο Βρόνσκυ. + + ― Επί τέλους! του είπεν εν χαρά μόλις εισήλθεν εις το σαλόνι, και +η Άννα; Πόσον ευχαριστούμαι που σας βλέπω επανελθόντας! Εις ποίο +ξενοδοχείον κατελύσατε; Φαντάζομαι πόσον η Πετρούπολίς μας θα σας +φαίνεται τιποτένια μετά το μαγευτικόν σας ταξείδι! Σας φαντάζομαι +με την σελήνην του μέλιτος εν Ρώμη! . . . Και εις ποίον σημείον +ευρίσκεται το διαζύγιον; + +Ενεργείς; + +Ο Βρόνσκυ αντελήφθη ότι ο ενθουσιασμός της πριγκηπίσσης κατέπεσε +μόλις έμαθεν ότι το διαζύγιον δεν είχε δοθή. + + ― Ξεύρω πως θα με κακολογήσουν, είπεν, αλλ' εγώ θα επισκεφθώ την +Άνναν, ναι, θα την επισκεφθώ. Δεν θα μείνετε επί πολύ εις την +Πετρούπολιν; + +Πράγματι δε, την ιδίαν ημέραν, επεσκέφθη την Άνναν, αλλ' η +συμπεριφορά της ήτο όλως διαφορετική από άλλοτε . . . . Εφαίνετο +ως ν' απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις το θάρρος που έλαβε δια να κάμη +αυτήν την επίσκεψιν και ότι επεθύμει όπως η Άννα αναγνωρίση την +πίστιν και την φιλίαν της. Κατόπιν δε της τοιαύτης συμπεριφοράς +της Μπέτσυ, ο Βρόνσκυ κατενόησε ποία τον ανέμενε υποδοχή παρά τη +λοιπή κοινωνία. Και έκαμε μίαν ακόμη απόπειραν παρά τη ιδία του +οικογένεια. Κατενόησε δε τότε πληρέστατα ότι πάσα άλλη δοκιμή ήτο +ανωφελής και ότι ώφειλε να περάση μερικάς ημέρας εν Πετρουπόλει, +ως εις πόλιν ξένην και ν' αποφύγη πάσαν επαφήν προς τας παλαιάς +του γνωριμίας, όπως μη θιγή η φιλοτιμία του. + +Αλλ' η εν Πετρουπόλει διαμονή του αυτή, υπήρξε πολύ μάλλον οδυνηρά +εις τον Βρόνσκυ και διότι του απεκάλυψε παρά τη Άννα μίαν νέαν +ψυχικήν κατάστασιν, άγνωστον μέχρι τότε εις αυτόν: οτέ μεν αύτη τω +παρείχεν απείρους ενδείξεις τρυφερότητος, οτέ δε εδείκνυτο ψυχρά, +ευερέθιστος και ακατανόητος. Έπασχε και κάτι του έκρυπτε, και δεν +εφαίνετο μάλιστα αντιλαμβανομένη τας ταπεινώσεις, αι οποίαι +εδηλητηρίαζον την ζωήν του Βρόνσκυ και αίτινες θα έπρεπε να +θίγωσιν αυτήν πολύ περισσότερον λόγω της λεπτοτέρας της γυναικείας +ευαισθησίας. + +Μία των κυρίων αιτιών, αίτινες ηνάγκασαν την Άνναν ν' αποφασίση να +επανέλθη εις Ρωσσίαν ήτο η επιθυμία της να επανίδη τον υιόν της. +Από της ημέρας καθ' ήν εγκατέλιπε την Ιταλίαν, ο πόθος αυτός την +εβασάνιζε, και, καθ' όσον επλησίζεν εις την Πετρούπολιν κατά +τοσούτον ησθάνετο μείζονα την χαράν της μελετωμένης εκείνης +συναντήσεως, ης η σημαντικότης και το ενδιαφέρον επολλαπλασιάζετο +συν τω χρόνω εις την αντίληψίν της. + +Ουδ' εσκέπτετο δε καν πώς θα κατώρθωνε να επανίδη τον υιόν της, +διότι τούτο της εφαίνετο πράγμα όλως φυσικόν και απλούν, αφ' ής +στιγμής θα ευρίσκετο εις την αυτήν πόλιν . . . . Αλλ' όταν έφθασεν +εις Πετρούπολιν, τότε μόνον κατενόησε ποία ήτο η νέα της θέσις εν +τη κοινωνία και η συνάντησις εκείνη θα ήτο πολύ δύσκολον να +επιτευχθή. + +Μαθούσα τας σχέσεις αίτινες είχον αναπτυχθή μεταξύ Καρένιν και +κομήσσης Λυδίας, η Άννα απεφάσισε να της γράψη υποδεικνύουσα ότι η +άδεια να ιδή τον υιόν της εξηρτάτο εκ της μεγαλοψυχίας του πατρός +τον. Εσκέπτετο δε ότι εκείνος, ίνα υποστηρίξη τον ρόλον του ως +μεγαλοψύχου συζύγου, θα παρείχε την άδειαν ταύτην. + +Η απάντησις της κομήσσης την εξώργισε και την ετάραξε τρομερά· +έκρινε δε τόσον ποταπήν την παγεράν εκείνην εχθροπάθειαν εν σχέσει +προς την τρυφεράν της αγάπην προς τον υιόν της, ώστε εξανέστη κατά +των άλλων και έπαυσε να θεωρή εαυτήν ένοχον. + +«. . . Η ψυχρότης αύτη είνε υποκρισία . . . επιζητούν απλώς να +προσβάλουν εμέ και να θέσουν εις μαρτύριον το παιδί μου! Δεν θα το +ανεχθώ αυτό . . . επ' ουδενί λόγω. Εκείνη είνε χειροτέρα από εμέ . +. . Εγώ τουλάχιστον δεν ψεύδομαι . . .» + +Απεφάσισε δ' αμέσως, όπως την επιούσαν, επέτειον της γεννήσεως του +υιού της, μεταβή να τον ίδη κατ' οίκον· θα εδωροδόκει, εν ανάγκη +τους υπηρέτας, θα εχρησιμοποίει παντός είδους υπεκφυγάς και +προσχήματα, θα εξουδετέρωνε το ψεύδος διά του οποίου είχον +εξαπατήσει το ατυχές παιδίον και, πάση θυσία, θα έβλεπε τον υιόν +της. + +Έτρεξε εις κάποιο αθυρματοπωλείον, ηγόρασε πλείστα όσα παιγνίδια +και κατέστρωσε πλήρες σχέδιον ενεργείας· θα μετέβαινεν εις του +Καρένιν ενωρίς, κατά τας οκτώ το πρωί, προτού εκείνος εξυπνήσει. +Θα εμοίραζεν αμέσως πλείστα πουρπουάρ εις τον θυρωρόν και εις τον +θαλαμηπόλον, και χωρίς ν' αφαιρέση τον πυκνόν της πέπλον, θα τοις +έλεγεν ότι ήρχετο εκ μέρους του αναδόχου του Σεριόγια, όστις την +επιφόρτισε να καταθέση ιδιοχείρως τα παιγνίδια εις το κρεββάτι του +παιδιού. + +Δεν εγνώριζε τίνι τρόπω θα εξέφραζε προς τον υιόν της τα αισθήματά +της. Όσον και αν εσκέφθη επί τούτο, δεν κατώρθωσε να εύρη τα +κατάλληλα λόγια. + +Το πρωί της επιούσης κατά τας οκτώ, έφθασε προ του μεγάρου +επιβαίνουσα αγοραίας αμάξης, κατήλθεν ηρέμα και έκρουσε την θύραν +του πυλώνος. + + ― Πήγαινε να ιδής ποιος κτυπά τόσον πρωί! είπεν ο θυρωρός εις +κάποιον υπηρέτην νεωστί προσληφθέντα. Νομίζω πως είνε κυρία . . . + +Ο ελβετός δεν είχεν ακόμη ενδυθή. Επέρασεν εν σπουδή το επανωφόρι +του και της γαλότσες του. Ο νέος υπηρέτης, ένας νεαρός τον οποίον +η Άννα δεν εγνώριζεν, ήνοιξε την θύραν. Εκείνη εισήλθε ζωηρώς, +εξήγαγε του μανσόν της χαρτονόμισμα τριών ρουβλίων και του το +έθεσεν εις το χέρι. + + ― Σεριόγια; . . . Σέργεϊ Αλεξέεβιτς, εψιθύρισε προχωρούσα +επιμόνως. + + ― Ο κύριος δεν εξύπνησεν ακόμη, είπεν ο θυρωρός παρατηρών +προσεκτικώς την κυρίαν. + +Η Άννα δεν εφαντάζετο ότι το περιβάλλον . . . εκείνο, το όποιον +δεν είχε κατ' ουδέν μεταβληθή, εντός της οικίας εις την οποίαν +είχε ζήσει επί δεκαετίαν, θα της έκαμνε τόσον βαθείαν εντύπωσιν. + +Αναμνήσεις ευάρεστοι και θλιβεραί επλήρωσαν διαδοχικώς την ψυχήν +της, και, προς στιγμήν, ελησμόνησε τον σκοπόν της επισκέψεώς της. + +Η Άννα ανήλθε την οικείαν της κλίμακα και εισήλθεν εις τον κοιτώνα +του παιδιού. Δεξιόθεν της θύρας, ο Σεριόγια ανεκάθητο επί της +κλίνης του: + + ― Σεριόγια, είπεν η Άννα ηρέμα, πλησιάσασα αυτόν ακροποδητί. + +Καθ' όλον το διάστημα του χωρισμού των, με το κύμα της αγάπης ήτις +την επλημμύρει από τινος, τον αναπαρίστα ενδιαθέτως ως το μικρό +πάντοτε τετραετές μαγκάκι, που τόσον είχεν αγαπήσει. + +Το εύρισκε δε όλως διαφορετικόν αφ' ό,τι ήτο όταν το εγκατέλειψε, +ήτο μακράν πλέον της ηλικίας εκείνης, της οποίας ηγάπα την +ανάμνησιν. Είχε μεγαλώσει και λεπτυνθή. + +«Τι αδύνατο που είνε το προσωπάκι του, τι μακρυά που έγειναν τα +χέρια του, τι κοντά που είνε τα μαλλάκια του! Α! πόσον μετεβλήθη +αφ' ότου το εγκατέλειψα!» + + ― Σεριόγια, αγαπημένο μου αγοράκι, είπεν η Άννα ασθμαίνουσα και +λαβούσα εις τας αγκάλας της το λυγηρόν σώμα του παιδίου. + + ― Μαμά, είπεν εκείνο, συσπειρούμενον εις την αγκαλιά της ίνα +ολόκληρον το σώμα του διαθλίψη την μητέρα του. + +Μειδιών, με τα μάτια κλειστά ακόμη, απέσπασε τας χείρας του από +του ερεισινώτου της κλίνης και τας έρριψε γύρω εις τον τράχηλον +της Άννας, συνεσφίγχθη δ' έτι μάλλον επ' αυτής πληρούν αυτήν με +την χλιαρότητα και την ευάρεστον εκείνην υπνηλήν οσμήν, την οποίαν +μόνα τα παιδιά κατέχουν, και εθώπευσε διά της μορφής του τους +ώμους και τον λαιμόν της Άννας. + + ― Το είξευρα, είπεν, άνοιξαν τα μάτια, ότι θα ήρχεσο σήμερα, είνε +τα γενέθλιά μου. Θα σηκωθώ. + +Αλλ' ενώ ωμίλει, απεκοιμάτο πάλιν . . . Η Άννα το παρετήρει +απλήστως· έβλεπεν ότι είχε μεγαλώσει και μεταβληθή κατά την +απουσίαν της. Έφερε την χείρα της επί της κεφαλής και επί του +τραχήλου του, εφ' όλου του σώματός του και δεν ηδύνατο ν' αρθρώση +λέξιν, διότι την απέπνιγον τα δάκρυα. + + ― Γιατί κλαις, μαμά; ηρώτησεν ο μικρός, τελείως πλέον +αφυπνισθείς. Μαμά, γιατί κλαις; εφώναξεν αύθις με φωνήν +κλαυθμηρίζουσαν. + + ― Εγώ; Δεν κλαίω πλέον! . . . Κλαίω από χαράν που σε επαναβλέπω, +ετελείωσε νά, προσέθηκε καταπίνουσα τα δάκρυά της και αποστρέφουσα +το πρόσωπον. + + ― Μαμά, αγαπημένη μαμά, γλυκειά μου μαμά! εφώνησεν εκείνος +ριφθείς και πάλιν εις τον λαιμόν της και σκεπάζων αυτήν με τα +φιλήματά του. + +Αφήρεσε το καπέλλο της μητρός του. + + ― Α! όχι, δεν θα το φορής αυτό, είπε. + +Και ώρμησε πάλιν προς αυτήν με νέας διαχύσεις. + + ― Τι έλεγες για μένα καθ' όλον αυτό το διάστημα, είπεν εκείνη. +Δεν επίστευσες πώς είχα πεθάνει; + + ― Όχι, ποτέ μου δεν το πίστεψα. + + ― Δεν το πίστεψες, αγάπη μου; + + ― Είξευρα εγώ, είξευρα! απήντησεν ο μικρός επαναλαμβάνων την +ευνοουμένην του φράσιν. + +Επήρε δε το χέρι της μητρός του που του εθώπευε τα μαλλιά και +συνέθλιψε την παλάμην της επί των χειλέων του διά να την φιλήση. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Η Άννα τον έθλιψεν αύθις εις τας αγκάλας της. + + ― Αγάπη μου, του είπε. + +Δεν ηδύνατο ν' αποφασίση να του είπη: Χαίρε· αλλ' η έκφρασις των +οφθαλμών της του το έλεγε, και το παιδίον το εννόησεν. + + ― Αγαπημένε μου, αγαπημένε μικρέ μου Σεριόγια, δεν θα με +λησμονήσης; Θα . . . + +Δεν ηδυνήθη να είπη περισσότερα. + +Πόσα θα εύρισκε να του είπη βραδύτερον, αλλά την στιγμήν εκείνην +τα λόγια δεν ήρχοντο εις τα χείλη της . . . Ο Σεριόγια εννόησε παν +ότι ήθελε να του είπη, ενόησεν ότι ήτο δυστυχής και ότι τον ηγάπα. +Συνεσφίγχθη επ' αυτής και της είπεν σιγαλά: + + ― Μη φύγης ακόμη. Δεν έρχεται τόσον 'νωρίς! + +Η Άννα τον απεμάκρυνεν ολίγον ίνα ίδη αν κατενόει την σημασίαν των +λόγων του, και, εις την περίφοβον έκφρασιν της μορφής του, ανέγνω +ότι όχι μόνον ωμίλει περί του πατρός του αλλά και ότι εφαίνετο ως +να την ηρώτα τι έπρεπε να σκέπτεται περί αυτού. + + ― Σεριόγια, φίλε μου, του είπεν η Άννα, πρέπει να αγαπάς, είνε +καλλίτερος από εμέ . . . Εγώ είμαι ένοχος απέναντί του. Όταν +μεγαλώσης, έτσι θα κρίνης τα πράγματα. + + ― Όχι, κανένας στον κόσμο δεν είνε καλλίτερος από σένα είπε το +παιδίον με τα μάτια πλήρη δακρύων. + +Την έπιασε δε από τους ώμους, και, δι' όλων του των δυνάμεων, την +έθλιψεν εφ' εαυτού με τα χέρια του τρέμοντα εκ του αγώνος ον +κατέβαλε . . . + + ― Γλυκειά μου αγάπη, είπεν η Άννα. + +Και έκλαυσεν ως εκείνο με δάκρυα παιδικά. + +Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ο παιδαγωγός. Βήματα δ' ηκούσθησαν +προς την ετέραν θύραν. + +Η Άννα απέσυρε τα χέρια του παιδίου, εκάλυψεν άπαξ ακόμη με +φιλήματα την δακρύβρεκτον μορφήν του και εξήλθεν εν σπουδή. + +Ο Καρένιν ήρχετο εις συνάντησίν της· μόλις δε την αντίκρυσεν, +εσταμάτησε και εταπείνωσε την κεφαλήν . . . Η Άννα είχεν είπει προ +μικρού εις τον υιόν της ότι ήτο καλλίτερος απ' αυτήν· εντούτοις, +όταν έρριψε επί του Καρένιν βλέμμα γοργόν, όπερ τον περιέβαλεν +ολόκληρον, ησθάνθη συναίσθημα αηδίας και οργής, και τον εζήλευσε +διότι ηδύνατο να μένη μετά του υιού της. + +Εχαμήλωσεν εν σπουδή τον πέπλον της, και, ταχύνασα το βήμα, +έδραμεν έξω του δωματίου. + +* * * + +Καίτοι ο πόθος της Άννας όπως ίδη τον υιόν της υπήρξε τόσον +σφοδρός και είχε παρασκευασθή προς τούτο από τόσου χρόνου, δεν +είχε προΐδει ότι η συνάντησις, εκείνη θα την ετάραττεν εις +τοιούτον βαθμόν. Όταν ευρέθη και πάλιν εις το ξενοδοχείον, επί +μακρόν διηρωτάτο διατί ευρίσκετο εκεί. + + ― Και, τετέλεσται το παν και είμαι πάλιν μόνη, διελογίσθη. Χωρίς +ν' αφαιρέση τον πίλον της εκάθισεν επί τινος φωτέιγ ενώπιον της +εστίας. Παρετήρησεν ατενώς το επί της κονσόλας μεταξύ των +παραθύρων ορειχάλκινον εκρεμές και εβυθίσθη εις τους διαλογισμούς +της. + +Η Άννα είχε συγκεντρώσει επί του πρώτου της τέκνου, αν και υπήρξεν +υιός ανδρός τον οποίον δεν ηγάπα, όλην την σφοδρότητα έρωτος +ανικανοποιήτου. Το κοριτσάκι της είχε γεννηθή όταν η Άννα +ευρίσκετο υπό τας μάλλον οδυνηράς των συνθηκών, και δεν του +επεδαψήλευσε ουδέ το εκατοστόν των περιποιήσεων, ων απήλαυσεν ο +πρωτότοκός της. + +Εν τη παιδίσκη άλλως τε, τα πάντα ακόμη ευρίσκοντο εις την +περίοδον των ελπίδων, ενώ ο Σεριόγια ήτο σχεδόν άνδρας ήδη, πλάσμα +εν τω οποίω επάλαιον αι σκέψεις και τα αισθήματα. Ο υιός της την +εννοούσε, την ηγάπα και την έκρινε, και όμως ήτο χωρισμένη απ' +αυτόν διά παντός, και ου μόνον σωματικώς αλλά και πνευματικώς. +Ουδέν διέβλεπε μέσον όπως ανακτήση τον υιόν της. + +Ήνοιξε το μενταγιόν, το οποίον περιείχε την προσωπογραφίαν του +Σεριόγια όταν είχε την ηλικίαν της μικράς. Ηγέρθη είτα, έβαλε το +καπέλλο της και επήρεν από την τράπεζαν το λεύκωμα το περιέχων +φωτογραφίας του υιού της κατά διαφόρους εποχάς. Τας αφήρεσε δε από +το λεύκωμα διά να τας παραβάλη. Έμεινε μία μόνη, η νεωτέρα και +καλλιτέρα: ο Σεριόγια με λευκήν μπλούζαν, εκάθητο ιππαστί επί +τινος έδρας, μειδιών και με τα μάτια ημίκλειστα. Η Άννα +προσεπάθει, διά των ευκινήτων μικρών της χειρών, των οποίων τα +λεπτά και λευκά δάκτυλα εκινούντο νευρικώς κατά την ημέραν +εκείνην, να εξαγάγη την φωτογραφίαν, αλλά δεν το κατώρθωσε. Μη +ευρούσα δε και χαρτοκοπτήρα επί της τραπέζης, απέσπασε την επί της +εικόνος εφηρμοσμένην κάρταν, και ούτω κατώρθωσε να εξαγάγη την +φωτογραφίαν του Σεριόγια. Η κάρτα ην απέσπασεν ήτο του Βρόνσκυ, +γενομένη εν Ρώμη και αναπαρίστα αυτόν με μικρό μαλλακό καπέλλο και +μακράν την κόμην. + +Καθ' όλας τας πρωινάς ώρας δεν τον είχε σκεφθή ουδ' εφ' άπαξ, +παρατηρούσα δε τόρα την ανδρικήν του μορφήν, την ευγενή και τόσον +αγαπητήν αυτή, κύμα απότομον τρυφεράς αγάπης εξεχείλισεν εκ της +καρδίας της. + +«. . . Αλλά πού είνε; Πώς ημπορεί να με αφίνη μόνην καθ' όλην την +ημέραν εν ώ πάσχω τόσον;» διελογίσθη, λησμονούσα ότι αυτή η ιδία +του απέκρυπτε παν ό,τι εσχετίζετο προς τον υιόν της. + +Του παρήγγειλεν αμέσως παρακαλούσα αυτόν ν' ανέλθη πλησίον της· με +την καρδίαν λειπόθυμον, ανελογίζετο τα τρυφερά λόγια που θα του +έλεγε και τας παρηγόρους ερωτικάς εκφράσεις, ας θα εύρισκεν όπως +της απαντήση. + +Ο υπάλληλος του ξενοδοχείου επέστρεψε και της ανήγγειλεν ότι ο +κύριος είχε κάποιαν επίσκεψιν, αλλ' ότι θα ήρχετο μετ' ολίγον, αν +η κυρία ηδύνατο να τον δεχθή μετά του πρίγκιπος Γιαχβίν. + + ― Δεν θα έλθη μόνος, και όμως δεν με είδεν από χθες . . . Αυτό +γίνεται ακριβώς διά να μη δυνηθώ να του είπω όσα έχω 'στήν καρδιά +μου. + +Εξαίφνης μία ιδέα αλλόκοτος την συνετάραξε: «Δεν με αγαπά πλέον!» + +Ανεπόλησεν όλα τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και ενόμισεν ότι +όλα επεκύρουν την φοβεράν αυτήν σκέψιν: δεν είχε δειπνήσει μαζί +της την προτεραίαν, είχεν επιμείνει να εγκατασταθώσιν εις +χωριστούς ορόφους, και τόρα απέφευγε να ευρεθή κατ' ιδίαν μαζί +της. + + ― Θα έκαμνε πολύ καλλίτερα να μου είπη την αλήθειαν! Πρέπει να +την γνωρίζω . . . Όταν αποκτήσω την βεβαιότητα περί όλων αυτών, +γνωρίζω τι μου υπολείπεται να κάμω . . . . + +* * * + +Όταν ο Βρόνσκυ επέστρεψεν, η Άννα δεν ευρίσκετο εις το +ξενοδοχείον, και έμαθεν ότι κάποια κυρία είχεν έλθει και την επήρε +μαζί της . . . Το γεγονός αυτό, ότι είχεν αναχωρήσει χωρίς να είπη +πού επήγαινεν, ότι δεν είχεν ακόμη επανέλθει, ότι το πρωί είχεν +επίσης εξέλθει άγνωστον διά που, έπειτα η εξημμένη της μορφής της +έκφρασις, όλαι αυταί αι ενδείξεις εξέπληξαν τον Βρόνσκυ και +απεφάσισε να την αναμείνη εις την αίθουσαν και να τύχη εξηγήσεων +εκ μέρους της. + +Η Άννα δεν επανήλθε μόνη· συνωδεύετο υπό τινος γηραιάς αγάμου +θείας, της πριγκηπίσσης Ομπλόνσκυ. Είχεν εξέλθει μαζί της. Εφάνη +δε ότι δεν αντελήφθη το ανήσυχον και ερωτηματικόν ύφος του Βρόνσκυ +και του διηγήθη φαιδρώς τας εκδρομάς της ανά τα εμπορικά +καταστήματα . . . Εκείνος αντελήφθη ότι κάτι το ανώμαλον +συνέβαινεν εις αυτήν: τα ακτινοβόλα της μάτια είχον ποιάν τινα +επίμονον έκφρασιν όταν, κατά διαλείμματα, εστηρίζοντο επ' αυτού. +Όλοι οι λόγοι και όλαι της αι κινήσεις είχον την χάριν και την +νευρικήν εκείνην ζωηρότητα αίτινες τον εγοήτευον άλλοτε, αλλά τόρα +τον ετάραττον και τον ετρόμαζον. + +Είχον τεθή τέσσαρα πινάκια επί της τραπέζης και οι συμπόται +ητοιμάζοντο ήδη να μεταβώσιν εις την αίθουσαν του φαγητού, οπότε ο +Τούσκεβιτς προσήλθεν εκ μέρους της πριγκηπίσσης να ζητήση +συγγνώμην εκ μέρους της Άννας διότι δεν είχε κατορθώσει να την +επισκεφθή προ της αναχωρήσεώς της. Η πριγκήπισσα ήτο αδιάθετος και +παρεκάλει την Άνναν να περάση από το σπίτι της μεταξύ της έκτης +και ημισείας και της εννάτης ώρας . . . . Ο Βρόνσκυ ητένισε την +Άνναν διότι η ώρα αύτη ενεδείκνυεν ότι η Μπέτσυ είχε λάβει τα +μέτρα της όπως η επισκέπτρια μη συναντήση κανένα. + +Η Άννα Καρένιν δεν έδωκε την παραμικράν προσοχήν εις τούτο. + + ― Λυπούμαι πολύ να σκλαβωθώ σήμερον κατά τοιαύτην ώραν, είπε +μειδιώσα. + + ― Θα πάτε βεβαίως ν' ακούσετε την Πάττη! είπεν ο Τούσκεβιτς. + + ― Την Πάττη; Καλή ιδέα! . . . Θα υπάγω αν ευρεθή θεωρείον. + + ― Αναλαμβάνω να σας εύρω εγώ ένα, εφώνησεν ο Τούσκεβιτς. + + ― Θα με υποχρεώνατε πολύ, είπεν η Άννα. Θα μας κάμετε την +ευχαρίστησιν να συμφάγωμεν; + +Ο Βρόνσκυ ύψωσεν αδιοράτως τους ώμους. + +Δεν κατενόει τίποτε από την συμπεριφοράν της Άννας. Διατί είχε +πάρει μαζί της την γηραιάν πριγκήπισσαν, διατί εκράτει εις το +δείπνον τον Τούσκεβιτς, και, προ πάντων, διατί τον επεφόρτιζε να +της εύρη θεωρείον; Ηδύνατο, υφ' άς συνθήκας ευρίσκετο, να μεταβή +εις την Όπεραν, ενώ λόγω του εκτάκτου της παραστάσεως, ήτο βεβαία +ότι θα συνήντα εκεί όλας τας γνωρίμους της! + +Την ητένισε σοβαρώς, αλλ' εκείνη του απεκρίθη διά βλέμματος +προκλητικού, φαιδρού και απηλπισμένου συγχρόνως, του οποίου δεν +ηδύνατο να εννοήση την σημασίαν. + + ― Έχετε αληθώς την πρόθεσιν να πάτε εις το Μελόδραμα; την ηρώτησε +μετά το δείπνον και όταν ευρέθησαν μόνοι. + + ― Διατί μ' ερωτάτε με τόσην σοβαρότητα; Διατί δεν θα επήγαινα; + +Ησθάνθη εαυτήν προσβληθείσαν διότι δεν την παρετήρει και εφαίνετο +μη εννοούσα την σημασίαν των λόγων του. + + ― Πράγματι, τίποτε δεν μας εμποδίζει να πηγαίνωμεν εις το +θέατρον, είπεν εκείνος συσπάσας τας οφρύς. + + ― Αυτό σκέπτομαι κι' εγώ, απήντησεν η Άννα. + +Δεν ηθέλησε να φανή ότι είχεν αντιληφθή την ειρωνείαν της +παρατηρήσεώς του και εξηκολούθησε να συστρέφη ησύχως το μυροβόλον +της γάντι. + + ― Άννα, σε παρακαλώ, τι έχεις; την ηρώτησεν εκείνος όπως την +επαναφέρη εις εαυτήν, με τον αυτόν τόνον μετεχειρίζετο άλλοτε ο +σύζυγός της. + + ― Δεν εννοώ την ερώτησίν σας, απήντησεν εκείνη. + + ― Γνωρίζετε ότι δεν ειμπορήτε να μεταβήτε εις την Όπερα. + + ― Διατί όχι; Δεν θα πάω μόνη. Με συνοδεύει η πριγκήπισσα Βαρβάρα, +επήγε να ενδυθή. + +Εκείνος ύψωσε τους ώμους με έκφρασιν εκπλήξεως και απελπισίας. + + ― Μα, επί τέλους, αληθινά δεν εννοείτε; + + ― Δεν θέλω να εννοήσω, απήντησεν η Άννα υψώσασα την φωνήν. Δεν +θέλω. Νομίζετε ότι εγώ μετανοώ δι' όσα πράττω; Όχι, όχι! Αν ήτο +ανάγκη να ξαναρχίσω, θα εξανάρχιζα. Ημάς τους δύο ένα μόνον +ενδιαφέρει· αγαπώμεθα; Άλλο τίποτε δεν υπάρχει! Διατί δεν θα +επήγαινα εις την Όπερα; Σε αγαπώ, όλα τα άλλα μου είνε εντελώς +αδιάφορα, αν συ δεν μετεβλήθης. Διατί δεν με κυτάζεις κατά +πρόσωπον; + +Τα μάτια της Άννας εξέπεμψαν φλόγα η οποία κατέπληξε τον Βρόνσκυ. +Ύψωσε δε τους οφθαλμούς προς αυτήν και αντελήφθη την καλλονήν της +και την λεπτήν ευγένειαν του καλλωπισμού της. + + ― Το προς σας αίσθημά μου δεν δύναται να μεταβληθή, το γνωρίζετε +κάλλιστα, αλλά σας παρακαλώ να μη μεταβήτε εις το Μελόδραμα, σας +ικετεύω να μη το κάμετε. + +Επρόφερε τους λόγους τούτους με φωνήν ικετευτικήν και γλυκείαν, +αλλά το βλέμμα του παρέμεινε παγερόν. . . Η Άννα δεν ήκουσε τα +λόγια του, διέκρινε όμως την εχθρότητα του βλέμματος και απεκρίθη +μετ' οργής: + + ― Και εγώ, σας ικετεύω να μου πήτε τον λόγον διά τον οποίον δεν +πρέπει να υπάγω. + + ― Τον λόγον; Αλλά, διότι είνε πιθανόν να . . . εταράχθη. + + ― Δεν εννοώ τίποτε απ' αυτά, είπεν η Άννα. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Διά πρώτην φοράν ο Βρόνσκυ ησθάνθη κατά της Άννας κάποιον αίσθημα +πεισμονής και σχεδόν οργής, ήτις καθίστατο τόσω μάλλον σφοδρόν +καθ' όσον δεν ηδύνατο να της εξηγήση τους λόγους της δυσαρεσκείας +του. + +Αν ηδύνατο να της ομιλήση με ανοικτή καρδιά, θα της έλεγε τα εξής: +«. . . Μεταβαίνουσα εις την Όπεραν με αυτήν την περιβολήν και μετά +της πριγκηπίσσης Βαρβάρας, ήτις γνωστή εις όλην την Πετρούπολιν, +δεν διασαλπίζετε μόνον την θέσιν σας ως γυναικός εκπεσούσης, αλλ' +είνε και ως να προκαλήτε τον κόσμον και να εξαφανίζετε πάσαν +ελπίδα ηθικής αποκαταστάσεως». + +Αλλ' επειδή δεν ηδύνατο να της ομιλήση ούτω, δυσηρεστείτο εκ +μέρους της διότι δεν τον εννοούσε με μισά λόγια . . . Ησθάνετο ότι +ο προς αυτήν σεβασμός του ηλαττούτο και ταυτοχρόνως ηύξανεν η επ' +αυτού έλξις της καλλονής της. + +Επέστρεψεν εις το διαμέρισμά του και ήνοιξε μετά του Γιαχβίν +συζήτησιν περί ίππων, αλλά δεν ελησμόνει την Άνναν, διαρκώς +ηκροάτο λάθρα και συνεβουλεύετο το επί της εστίας εκκρεμές. + + ― Η κυρία με επεφόρτισε να είπω εις τον κύριον, ότι πηγαίνει εις +το θέατρον, ήλθε ν' αναγγείλη η θαλαμηπόλος. + + ― Έστω! ας πάμε κ' ημείς, είπεν ο Γιαχβίν υπομειδιάσας υπό τον +μύστακά του, τούθ' όπερ εσήμαινεν ότι κατενόει την δυσαρέσκειαν +του Βρόνσκυ, αλλ' έπαιρνε το ζήτημα ελαφρώς. + + ― Εγώ μένω, απήντησε σκυθρωπός ο Βρόνσκυ. + + ― Αλλ' εγώ υπεσχέθην να υπάγω εις την Όπερα, ω ρεβουάρ! . . . Έλα +εις τα φωτέγι της ορχήστρας, ειμπορείς να πάρης το κάθισμα του +Κρασίνσκυ. + + ― Όχι, έχω κάτι να κάμω. + +«Δεν συνεννοείται κανείς πάντοτε με την γυναίκα του, και πολύ +δυσκολώτερα με την γυναίκα ενός άλλου!» διελογίσθη ο Γιαχβίν +εξερχόμενος του ξενοδοχείου. + +Μείνας μόνος ο Βρόνσκυ ήρχισε να διασκελίζη το δωμάτιον. + + ― Είνε η τετάρτη παράστασις σήμερον δι' εισιτηρίων αμποννέ, . . . +ο αδελφός μου μετά της συζύγου του και η μητέρα μου θα παρίστανται +αφεύκτως. Όλη η Πετρούπολις θα είνε παρούσα! Εκείνη εισήλθεν ήδη, +έβγαλε την γούνα της και επεδείχθη εις όλον τον κόσμον. +Τούσκεβιτς, Γιαχβίν, πριγκήπισσα Βαρβάρα . . . Αλλ' επί τέλους τι +κάμνω εδώ εγώ, από τι φοβούμαι; Μήπως θα την αφήσω υπό την +προστασίαν του Τούσκεβιτς; . . . Αλλά διατί με θέτει εις την +γελοίαν αυτήν θέσιν; διελογίσθη μετ' ενεργητικής χειρονομίας. + +Διέσεισε την τράπεζαν εφ' ής ευρίσκετο το ύδωρ του Σελτς και το +κονιάκ και την ανέτρεψεν· έπειτα ηθέλησε να την συγκρατήση, αλλ' +εξ οργής την ελάκτισε διά του ποδός και έκρουσε τον κώδωνα. + + ― Ετοίμασε το φράκο μου, είπε προς τον εισελθόντα θαλαμηπόλον +του. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις την Όπεραν την ογδόην και ημίσειαν . . . +την στιγμήν εκείνην αντήχει η υπόκωφος συνωδία της ορχήστρας και +μία φωνή γυναικός ήτις έψαλλεν ευδιακρίτως το τέλος μιας μουσικής +διατονίσεως. Όταν ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις την αίθουσαν, ήρχιζον αι +επευφημίαι. Επί της σκηνής η αοιδός, με τους ώμους γυμνούς και +κατακόσμους από αδάμαντας, εμειδία και, κύπτουσα δεξιά και +αριστερά τη βοηθεία του τενόρου, όστις την εκράτει από της χειρός, +τας ανθοθέσμας που κατέπιπτον εις τους πόδας της . . . Το κοινόν +συνεταράσσετο, εκραύγαζε και επευφήμει. + +Ο Βρόνσκυ προυχώρησεν εις το μέσον του παρτέρ και ηρεύνησε γύρω +του διά του βλέμματος. Ήσαν, όπως πάντοτε, αι αυταί κυρίαι εις τα +θεωρεία, μετ' αξιωματικών όπισθέν των, αι αυταί γυναίκες με τας +πολυχρώμους αμφιέσεις παραπλεύρως εις στρατιωτικάς στολάς και +ρεδιγκότας. + +Η πράξις είχε τελειώσει. Ο Βρόνσκυ προυχώρησε μέχρι της πρώτης +σειράς των καθισμάτων και εσταμάτησε προ των προσκηνίων, +παραπλεύρως του Σερπουχόβσκη. Ο στρατηγός, με κεκαμμένον το γόνυ +εκτύπα το σανιδωτόν διά της πτέρνας του, και, διακρίνας τον +Βρόνσκυ μακρόθεν, του εμειδίασε προσκαλών αυτόν να πλησιάση. + +Ο Βρόνσκυ δεν είχεν ίδει ακόμη την Άνναν και δεν ετόλμα να κυτάξη +προς το μέρος της· αλλ' εκ της κατευθύνσεως των βλεμμάτων του +κοινού, εμάντευσε πού εκείνη ευρίσκετο . . . Περιέφερε τα μάτια +του εν ημικυκλίω γύρω του αδιοράτως· ανεζήτει τον Καρένιν. Ευτυχώς +όμως δι' αυτόν, ο σύζυγός της Άννας δεν ευρίσκετο εις την +αίθουσαν. + + ― Δεν έχεις τίποτε πλέον το στρατιωτικόν, του είπεν ο στρατηγός +θα σ' έπαιρνε κανείς διά διπλωμάτην ή καλλιτέχνην . . . + + ― Ναι απήντησεν ο Βρόνσκυ μειδιάσας και περιφέρων αδιαφόρως δήθεν +τας διόπτρας του. Αφ' ότου επέστρεψα εις Ρωσσίαν, φορώ πολιτικά. + + ― Ομολογώ ότι σε ζηλεύω, προσέθηκεν ο φίλος του. Εγώ, οσάκις φορώ +την στολήν μου, νοσταλγώ την ελευθερίαν μου. + +Ο Βρόνσκυ, ακούων συνάμα αυτόν, περιέφερε τας διόπτρας του ανά τα +θεωρεία, και, εξαίφνης, διέκρινε την κεφαλήν της Άννας παραπλεύρως +μιας γηραιάς κυρίας με τουρμπάνι και ενός φαλακρού γέροντος. Ήτο +εις το πέμπτον θεωρείον, είκοσι βήματα μακράν του, υπέροχος εξόχως +ωραία και μειδιώσα εντός του εκ δαντελλών πλαισίου της. Εκάθητο +εις το πρόσθιον μέρος του θεωρείου, και, με την κεφαλήν κεκλιμένην +ελαφρώς προς τα οπίσω συνωμίλει με τον Γιαχβίν. + +Η κλίσις της κεφαλής της επί των ευρέων και ωραίων της ώμων και η +διαρκής λάμψις των οφθαλφών της και ολοκλήρου της μορφής της, του +την επέδειξεν οποίαν ακριβώς του είχε παρουσιασθή κατά τον χορόν, +εν Μόσχα. Τόρα όμως απεθαύμαζεν όλως διαφορετικά την καλλονήν της. +Δεν υπήρχε πλέον μυστήριον εις το προς αυτήν αίσθημά του, και αν η +καλλονή της τον προσείλκυε σφοδρότερον ή άλλοτε, τον προσέβαλλεν +όμως συνάμα. + +Η Άννα δεν εκύταζε προς το μέρος αυτού, αλλά κατενόει ότι τον είχε +ήδη διακρίνει. + +Όταν ο Βρόνσκυ έστρεψε διά δευτέραν φοράν, τα λορνιόν του προς το +μέρος της Άννας, παρετήρησεν ότι η πριγκήπισσα Βαρβάρα είχε γείνει +κατακόκκινη, εγέλα δε με τρόπον ελάχιστα φυσικόν και παρετήρει +επιμόνως το γειτονικόν θεωρείον. + +Η Άννα είχεν επανακλείσει την βετάλια της και εκτύπα ελαφρώς το +κόκκινο βελούδο του θεωρείου, αποφασισμένη, ως εφαίνετο, να μη +βλέπη τα συμβαίνοντα παραπλεύρως της. Ο Γιαχβίν είχε την έκφρασιν +που ελάμβανεν οσάκις έχανε πολλά εις τα χαρτιά. Ήτο σκυθρωπός, +ηρεθισμένος και τα βλέμματά του διηυθύνοντο προς το γειτονικόν +θεωρείον. Το θεωρείον τούτο κατείχετο από τους Καρτάσωφ, ους +εγνώριζον ο Βρόνσκυ και η Άννα. Η κυρία Καρτασόβα, μία μικρόσωμος +ισχνή, με την ράχιν εστραμμένην προς το μέρος της Άννας ήτο ορθία +και εφορούσε το επώμιόν της, το οποίον της παρέδιδεν ο σύζυγός +της. Ήτο ωχρά, θυμωμένη και ωμίλει μετά σφοδρότητος. + +Ο σύζυγός της, ένας χονδρός φαλακρός κύριος, έστρεφεν επιμόνως τα +βλέμματα προς το μέρος της Άννας και προσεπάθει να καταπραΰνη την +γυναίκα του. Όταν δε αύτη εξήλθε του θεωρείου, ο Καρτάσωφ έμεινε +προς στιγμήν όπισθεν, αναζητών διά των οφθαλμών του την Άνναν, με +την πρόθεσιν προφανώς να την χαιρετήση. Αλλ' η Άννα Καρένιν +απέφευγεν επιμόνως να τον προσέξη και εξηκολούθει ομιλούσα μετά +του Γιαχβίν . . . Ο Καρτάσωφ απήλθε χωρίς να την χαιρετήση και το +θεωρείον έμεινε κενόν. + +Ο Βρόνσκυ δεν εννόησε τι είχε συμβή, αλλ' εμάντευσεν ότι θα ήτο +κάτι το προσβλητικόν διά την Άνναν. Το ανέγνωσεν επί της μορφής +της νεαράς γυναικός και είδεν ότι αύτη συνεκέντρωνε τας τελευταίας +της δυνάμεις όπως συγκρατήση την απάθειάν της, ην, άλλως τε, +υπεδύετο θαυμάσια. Πάντες απεθαύμαζον την γαλήνην και την καλλονήν +της γυναικός ταύτης και δεν υπώπτευον ότι ησθάνετο τας βασάνους +αληθινής μάρτυρος. Ο Βρόνσκυ, βασανιζόμενος από την αβεβαιότητα +εις ην ευρίσκετο, διηυθύνθη προς το θεωρείον του αδελφού του επί +τη ελπίδι να μάθη απ' αυτόν την αιτίαν της συγκινήσεως εκείνης . . +. Εις την πάροδον συνήντησε την νύμφην του, η οποία εφαίνετο +φοβερά τεταραγμένη. Εδράξατο δε του βραχίονός του και του είπε: + + ― Κρίνω ότι ήτο προστυχιά και ότι η κυρία Καρτασόβα δεν είχε το +δικαίωμα να φερθή τοιουτοτρόπως. Η κυρία Καρένιν. . . + + ― Μα, τι συνέβη; + + ― Πώς! Δεν γνωρίζεις; + + ― Θα το μάθω, φυσικά, τελευταίος. + + ― Και υπάρχει πλάσμα πλέον ανυπόφορον απ' αυτήν την Καρτεσόβα; + + ― Αλλά, τι έκαμε; + + ― Όπως μου τα είπεν ο σύζυγός μου . . . Ύβρισε την κυρίαν +Καρένιν. Ο Καρτάσωφ είχεν απευθύνει τον λόγον προς την +πριγκήπισσαν Καρένιν και η γυναίκα του τού έκαμε σκηνάς . . . +Επρόφερε λόγια που πληγώνουν, κατόπιν δε έφυγε βιαστικά. + +Εις το θεωρείον της αδελφής του, ο Βρόνσκυ ευρήκε την μητέρα του +με τους ψαρούς της πλοκάμους. + + ― Κ' εγώ σε περιμένω, του είπεν αύτη ειρωνικώς, δεν φαίνεσαι +πουθενά πλέον. + +Διέκρινε ότι δεν ηδύνατο να συγκαλύψη την χαράν της. + + ― Καλημέρα, μαμά, ήλθα να σας υποβάλω τα σέβη μου, είπεν ο +Βρόνσκυ ψυχρώς. + + ― Και διατί δεν πηγαίνεις να ερωτοτροπήσης με την Άννα Καρένιν; +Είνε κατακτήτρια! Ελησμονήθη και η Πάττη εμπρός της. . , + + ― Μαμά, σας παρεκάλεσα να μη κάμνετε υπαινιγμούς, είπεν εκείνος +σκυθρωπάσας. + + ― Επαναλαμβάνω όσα λέγει όλος ο κόσμος. + +Ο Βρόνσκυ δεν απεκρίθη, έμεινε δ' ακόμη επί τινας στιγμάς, μεθ' ό +απεσύρθη. Επί του κατωφλίου της θύρας διεσταυρώθη με τον αδελφόν +του. + + ― Πώς, είσαι συ Αλέξιε; Τι ανανδρία, αυτός είνε βλαξ! + +Ο Βρόνσκυ δεν τον ήκουε, κατήλθε με βήματα ταχέα, συναισθανόμενος +ότι κάτι έπρεπε να κάμη, αλλ' αγνοών τι. Ήτο ωργισμένος κατά της +Άννας, διότι του εδημιούργει τοιαύτας δυσχερείας, αλλά και την +ελυπείτο διά το πάθημά της. + +Κατά την δευτέραν πράξιν αντελήφθη ότι το θεωρείον της Άννας ήτο +κενόν . . . Ηγέρθη τότε προκαλέσας ηχηρά «σουτ» της αιθούσης και +εξήλθε του θεάτρου ίνα επιστρέψη εις το ξενοδοχείον του. + +Η Άννα είχεν ήδη επανέλθει. Την ευρήκε με την εσπερινήν της +περιβολήν, καθημένην εις το πρώτον κάθισμα που είχε συναντήσει εις +τον δρόμον της, και με τα μάτια απλανή. + + ― Άννα! είπεν. + +Εκείνη ηγέρθη. + + ― 'Δικό σου το σφάλμα, εφώναξεν με δάκρυα οργής και απελπισίας +εις την φωνήν της. + + ― Σε παρεκάλεσα, σε ικέτευα να μη υπάγης, εγνώριζα ότι θα είχες +φασαρίες. + + ― Φασαρίες; επανέλαβεν εκείνη, είνε φοβερόν αυτό . . . Ποτέ στη +ζωή μου δεν θα ξεχάσω αυτή τη βραδειά . . . Είπεν ότι είνε αίσχος +να ευρίσκεται παραπλεύρως μου! . . . + + ― Λόγια ηλιθίας! είπεν ο Βρόνσκυ. Αλλά προς τι να εκτιθέμεθα εις +τοιαύτας εκδηλώσεις, προς τι να τας προκαλώμεν; . . . + + ― Αηδιάζω την απάθειάν σου . . . Δεν έπρεπε να μ' εξωθής εις τα +πάντα . . . Αν με ηγάπας! . . . + + ― Άννα, διατί υποπτεύεις τον έρωτά μου; + + ― Ναι, αν με ηγάπας όπως σ' αγαπώ, αν έπασχες όπως εγώ, +προσέθηκεν ατενίζουσα αυτόν με έκφρασιν τρόμου. + +Την ελυπείτο· αλλά, συγχρόνως, ήτο δυσαρεστημένος. Την εβεβαίωσεν, +εν τούτοις, περί του έρωτός του, δεν κατενόει ότι αυτό ήτο το +μοναδικόν μέσον προς κατευνασμόν της· εκ του βάθους όμως της +καρδίας του της απηύθυνε μομφάς. + +Τα ερωτικά εκείνα λόγια, τα οποία επρόφερε χωρίς καρδιά, θεωρεί +αυτά τόσον ανούσια ώστε να εντρέπεται να τα λέγη, η Άννα τα ερρόφα +απλήστως και, ολίγον κατ' ολίγον κατεπραΰνθη. + +Την επιούσαν, τελείως συμφιλιωμένοι, ανεχώρησαν διά τα κτήματα του +Βρόνσκυ. + + + + +ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟΝ + + + +Η Δόλλυ είχεν έλθει να περάση μερικάς ημέρας παρά τω Λεβίν, συζύγω +ήδη της Κίττυ· έθηκε δε εις εφαρμογήν το σχέδιόν της να επισκεφθή +την Άνναν. Το τοιούτο την ελύπει, διότι θα επείραζε την αδελφήν +της και θα απήρεσκεν εις τον Λεβίν· κατενόει τους λόγους, ους +είχεν ο γαμβρός της να μη συνάψη σχέσεις μετά του Βρόνσκυ, αλλ' +εθεώρει καθήκον της, αφ' ετέρου, να μεταβή εις της Άννας και να +της αποδείξη ότι τα προς αυτήν αισθήματα της δεν είχον μεταβληθή. + +Την ωρισμένην διά την αναχώρησιν ημέραν, ο Λεβίν έθεσεν εις την +διάθεσίν της όχημα τέθριππον μετά πέμπτου ίππου προς αλλαγήν, αλλά +με ζώα εκτάκτως ρωμαλαία, τα οποία θα μετέφερον την Δόλλυ εις τον +προς ον όρον εντός μιας ημέρας. + +Εις το σπίτι της, διαρκώς απασχολημένη με τους μπεμπέδες της, η +Δόλλυ ουδέποτε ελάμβανε καιρόν να σκεφθή· συνεπώς κατά το διάστημα +του πολυώρου αυτού και μονήρους ταξειδίου, όλοι της οι εκκρεμείς +διαλογισμοί επήραν ελεύθερον δρόμον και ανεπόλησεν ολόκληρον την +ζωήν της και την ηρεύνησε πανταχόθεν. Ανελογίσθη δ' εν πρώτοις τα +παιδιά της, τα οποία η πριγκήπισσα και η Κίττυ της είχον υποσχεθή +να επιβλέπουν, χωρίς εκ τούτου να παύση ανησυχούσα. + +Εσυλλογίσθη κατόπιν την Άνναν . . . «Είμαι καλλιτέρα της; Εγώ, έχω +ένα σύζυγον, τον οποίον αγαπώ . . . όχι όπως θα επεθύμουν, αλλά +τον αγαπώ, ενώ η Άννα ουδέποτε ηγάπησε το σύζυγόν της. Πού +έγκειται το σφάλμα της; Αγαπά την ζωήν; Ο Θεός ενεστάλαξεν εις την +ψυχήν όλων μας την αγάπην αυτήν. Θα ήμην άρα γε και εγώ ικανή να +ενεργήσω όπως αυτή; Και σήμερον ακόμη δεν γνωρίζω αν έπραξα καλώς +ν' ακολουθήσω την συμβουλήν της, όταν ήλθε να μ' εύρη εις την +Μόσχαν! . . Θα έπρεπεν ίσως να εγκαταλείψω τον σύζυγόν μου και ν' +αρχίσω νέαν ζωήν . . . Θα ηδυνάμην ίσως ν' αγαπήσω και ν' αγαπηθώ +. . Το παρόν μου είνε καλλίτερον; . . . Δεν εκτιμώ πλέον τον +σύζυγόν μου, τον υποφέρω μόνον. Τότε θα ήτο δυνατόν ν' αρέσω, +διετήρουν ακόμη την καλλονήν μου . . . . + +«. . .Η Άννα έκαμε καλά, και, βέβαια, δεν θα την μεμφθώ εγώ διά +τούτο. Είνε ευτυχής, απαρτίζει την ευτυχίαν δι' εκείνον, τον +οποίον αγαπά και δεν εξηντλήθη όπως εγώ, εξ εναντίας, αυτή θα είνε +δροσερά, πνευματώδης, με το κεφάλι της ελεύθερον . .» + +Μειδίαμα πονηρόν συνέστειλε τα χείλη της, διότι αναμιμνησκομένη το +μυθιστόρημα της Άννας η Δόλλυ διεμόρφωσε το ίδιόν της μυθιστόρημα +με τον φανταστικόν άνδρα, τον ένα ― κάποιον, όστις ήτο ερωτευμένος +μαζί της. Απαράλλακτα όπως η Άννα, θα ωμολόγει το σφάλμα της εις +τον σύζυγόν της και ανελογίζετο την ταραχήν του Στίβα και την +έκπληξίν του, ― τούτο δε την έκαμνε να μειδιά. . . . Λικνιζομένη +λοιπόν από τους ρεμβασμούς τούτους, επλησίασεν εις τας ιδιοκτησίας +του κόμητος Βρόνσκυ. Έξαφνα δε διέκρινε μίαν αμαζόνα και τρεις +ιππείς ακολουθούντας ένα άρμα με καθίσματα. Ήτο ο Βρόνσκυ με το +τζόκκεϋ, κατόπιν δε ο Βεσλόβσκη και η Άννα, και, εντός του +άρματος, η πριγκήπισσα Βαρβάρα και ο Σβιάσκη. + +Η Άννα ίππευεν αγγλικόν κέλητα με ουράν βραχείαν και χαίτην +ψαλλιδισμένην. Η ωραία της κεφαλή, τα μαύρα της μαλλιά, +διεκφεύγοντα κάτωθεν του πίλου της, οι ευτραφείς της ώμοι, το +λεπτόν της σώμα, σφυγμένον εντός της μαύρης, αμαζώνος, το σύνολόν +της, σοβαρόν και χαριτωμένον άμα, έκαμεν εντύπωσιν εις την Δόλλυ. + +Εκ πρώτης όψεως, η θέα της Άννας εφίππου της εφάνη απρεπής: το να +ιππεύη μία κυρία, εις την αντίληψιν της Δόλλυ, απήτει δόσιν +φιλαρεσκείας όλως αναρμόστου εις την θέσιν της Άννας. Αλλ' όταν +την είδεν εκ του σύνεγγυς, δεν ευρήκε τίποτε το μεμπτόν εν αυτή. + +Παρά την επιβλητικότητά των, ολόκληρος η Άννα, αι στάσεις της, αι +κινήσεις της, η περιβολή της, όλα απέπνεον την αφέλειαν, την +απλότητα, την γαλήνην και την αξιοπρέπειαν, και τίποτε δεν θα ήτο +φυσικώτερον του συνδυασμού τούτου. + +Καθ' ήν στιγμήν η Άννα μακρόθεν ανεγνώρισε την Δόλλυ, +συνεσπειρωμένην εις μίαν γωνίαν της παλαιάς της αμάξης, η μορφή +της εφωτίσθη από χαρμόσυνον μειδίαμα. + +Ανέπεμψε κραυγήν, υπεγέρθη επί του εφιππίου της και εξώθησε τον +ίππον της εις καλπασμόν. Όταν δε κατέφθασε την άμαξαν, επήδησε +κατά γης, άνευ βοηθού, και έδραμεν εις συνάντησιν της Δόλλυ. + + ― Το ήλπιζα και δεν ετολμούσα να το ελπίσω. . . . Τι χαρά! Δεν +ημπορείς να φαντασθής την χαράν μου! είπεν, οτέ μεν προσθίγουσα +την μορφήν της προς τον της Δόλλυ διά να την φιλή, οτέ δε +μακρυνομένη κατά τι διά να την προσβλέπη μειδιώσα. + + ― Τι χαρά, Αλέξιε! προσέθηκε παρατηρούσα τον Βρόνσκυ όστις είχεν +αφιππεύσει και επλησίαζε προς τας δύο γυναίκας αφαιρών άμα τον +υψηλόν του φαιόχρουν πίλον. + + ― Δεν ειμπορείτε να φαντασθήτε πόσον ευτυχείς λογιζόμεθα διά την +επίσκεψίν σας, είπε μετά τόνου. + +Η Δόλλυ εξεπλάγη κυρίως από την μεταμόρφωσιν, ην παρετήρει εις την +Άνναν, την οποίαν τόσον τρυφερώς ηγάπα . . . Μία άλλη γυνή, +ολιγώτερον παρατηρητική, ήτις να μη είχε γνωρίσει πρότερον την +Άνναν Καρένιν και η οποία κυρίως να μη είχε κάμει τας σκέψεις, θα +εβασάνισαν την Δόλλυ καθ' όλον το διάστημα του ταξειδίου της, δεν +θα διέβλεπε τίποτε το έκτακτον παρά τη Άννα, αλλά την φοράν αυτήν +η Δόλλυ ανεγνώρισεν επί της ωραίας μορφής της φίλης την πρόσκαιρον +εκείνην καλλονήν, ην αι γυναίκες αποκτώσι μόνον οσάκις αγαπώνται . +. . Το σύνολόν της ήτο πλήρες γοητείας· και εφαίνετο ότι είχε +συναίσθησιν τούτο και ότι ήτο ευτυχής δι' αυτό. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Η Άννα, αφ' ετέρου, παρετήρει την ισχνήν, εξηντλημένην και +ερριτιδωμένην μορφήν της Δόλλυ, και ήτο ετοίμη να της φανερώση τας +εντυπώσεις της, αλλ' αναλογισθείσα ότι αυτή η ιδία είχεν +ευμορφύνει και ότι το βλέμμα της φίλης της τής το έλεγε, αφήκεν +στεναγμόν και ωμίλησε περί εαυτής. + + ― Με κυττάζεις, είπε, και συλλογίζεσαι αν ημπορώ να είμαι ευτυχής +υπό τας συνθήκας που ζω; Λοιπόν! Εντρέπομαι να το ομολογήσω, αλλ' +είμαι εις υπέρτατον βαθμόν ευτυχής . . . Μου συνέβη κάτι το +φανταστικόν, όνειρον, κατά το διάστημα του οποίου οι άνθρωποι +φοβούνται, έπειτα δε, εξαίφνης, αφυπνίζονται και αντιλαμβάνονται +ότι όλοι των οι φόβοι διεσκεδάσθησαν . . . Εγώ εξύπνησα, υπέφερα +φοβερά, αλλά τόρα, αφ' ότου ιδίως ευρισκόμεθα εδώ, αισθάνομαι +εμαυτήν τόσον ευτυχή! . . + +Και η Άννα ητένισε την Δόλλυ με δειλόν μειδίαμα. + + ― Πόσον είμαι ευχαριστημένη, είπεν η Δόλλυ. Συμμερίζομαι βαθύτατα +την ευτυχίαν σου . . . Διατί δεν μου τα έγραψες; + + ― Διατί; . . . Διότι . . . δεν ετόλμησα . . . λησμονείς την θέσιν +μου . . . + + ― Δεν ετόλμησες να γράψης 'ς εμένα; Αν ήξευρες τι σκέπτομαι! + + ― Ειπέ μου τι σκέπτεσαι περί της θέσεως μου, ομίλει 'ξάστερα . . +. + + ― Δεν σκέπτομαι τίποτε, σε ηγάπησα πάντοτε, και, όταν κανείς +αγαπά κάποιον, τον αγαπά όπως είνε και όχι όπως θα ηύχετο να είνε. + +Η Άννα απέστρεψε την κεφαλήν και συνέπτυξε τας οφρείς διά να +σκεφθή. + + ― Αν έχης κάμει αμαρτίες, της είπε τέλος, θα σου συγχωρηθούν όλαι +λόγω της επισκέψεώς σου και των λόγων σου αυτών . . . + +Η Δόλλυ αντελήφθη ότι δάκρυα ανήρχοντο εις τα μάτια της Άννας και +της έθλιψε σιωπηλώς την χείρα. + + ― Αλλά δεν μου είπες τι είνε όλαι αύται αι οικοδομαί; +εξηκολούθησεν. + + ― Είνε αι κατοικίαι των υπαλλήλων, το ιπποτροφείον, οι σταύλοι. . +. και, νά, μπαίνομεν εις το πάρκο. Όλα ήσαν εγκαταλελειμμένα, αλλ' +ο Αλέξιος έβαλε το κάθε τι εις την θέσιν του. Αγαπά πολύ αυτό το +κτήμα, και, εκείνο που δεν επερίμενα εκ μέρους του, έχει επιδοθή +μετά πάθους εις την γεωργίαν . . . Βλέπεις εκείνο το μεγάλο +οικοδόμημα; Είνε νέον νοσοκομείον. Υπολογίζω ότι θα στοιχίση πλέον +των εκατό χιλιάδων ρουβλίων. Ξεύρεις ποιος του έδωσε την ιδέαν; οι +χωρικοί του εζήτησαν να τοις εκχωρήση τα λειβάδια εις τιμήν πάρα +πολύ χαμηλήν και ηρνήθη. Τον κατηγόρησαν επί φιλαργυρία και διά ν' +αποδείξη ότι ηπατώντο, ωκοδόμησεν αυτό το νοσοκομείον. + +Η άμαξα εισήλθεν εις την λιθόστρωτον αυλήν. Η Άννα ωδήγησε την +Δόλλυ εις το με πρωτοφανή διά την Δόλλυ πολυτέλειαν επιπλωμένον +δωμάτιόν της, το οποίον της υπενθύμιζε τα πλουσιώτερα δωμάτια των +ξενοδοχείων, τα οποία είχεν ίδει, εις το εξωτερικόν. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Η Δόλλυ ήτο κάπως ταραγμένη και στενοχωρημένη που είχεν ευρεθή εις +το περιβάλλον εκείνο, το εντελώς νέον δι' αυτήν . . . Από περιωπής +εδικαίωνε και επεκρότει μάλιστα την πράξιν της Άννας. Όπως +συμβαίνει συχνά εις γυναίκας αναμαρτήτου ηθικής, κουρασμένη από +την μονοτονίαν της εναρέτου ζωής, η Δόλλυ μακρόθεν, ου μόνον +συνεχώρει τον ένοχον έρωτα, αλλά μάλιστα και τον ηύχετο +ενδιαθέτως. Πλην όμως τούτου, ηγάπα ειλικρινώς την Άνναν. Αλλά, +επικροτούσα συνάμα την πράξιν της, η Δόλλυ ησθάνετο κάποιαν +δυσφορίαν βλέπουσα τον άνδρα, χάριν του οποίου είχε συντρίψει την +ζωήν της. + +Ο Βρόνσκυ ουδέποτε είχεν ελκύσει την συμπάθειαν της Δόλλυ. Τον +εύρισκε ματαιόδοξον, και τίποτε δεν έβλεπεν εν αυτώ διά το οποίον +να δικαιολογήται η υπεροψία του, αν τούτο δεν ήτο ο πλούτος του, +και, χωρίς να το θέλη, τώρα τον εύρισκεν ακόμη ελαττωματικώτερον, +και δεν ησθάνετο ευχαρίστησιν ευρισκομένη μαζί του . . . Την +επιούσαν συμπεριπατούσα μετ' αυτού, κατενόησεν εκ της εκφράσεως +του Βρόνσκυ, ό,τι είχε κάτι να της ζητήση. + +Δεν είχεν απατηθή. Μόλις εισήλθον εις τον κήπον, εκύταξε προς το +μέρος όπου κατηυθύνετο η Άννα, και, πεισθείς ότι δεν ηδύνατο ούτε +να τους ίδη ούτε να τους αντιληφθή, είπεν: + + ― Εμαντεύσατε ότι έχω να σας ομιλήσω. + +Και την ητένισε με οφθαλμούς μειδιώντας. + + ― Δεν απατώμαι βεβαίως, είσθε αληθώς φίλη της Άννας;. . . Και +ασκείται μάλιστα επ' αυτής μεγάλην επιρροήν, σας αγαπά δε τόσον! . +. . Βοηθήσατέ με. + +Η Δόλλυ ητένισε δειλώς και δι' ύφους ερωτηματικού την πλήρη +ενεργητικότητος μορφήν του, φωτισμένην από τον ήλιον ή πνιγμένην +εντός της σκιάς των φιλυρών. Ανέμενε την συνέχειαν του προλόγου +εκείνου αλλ' ο Βρόνσκυ, ανασκαλίζων τους χάλικας του κήπου διά της +ράβδου του, εβάδιζε παραπλεύρως αυτής σιωπηλός. + + ― Αφού ήλθετε εις το σπίτι μας, είπε τέλος, σεις μόνη μεταξύ των +παλαιών φίλων της Άννας, κατανοώ ότι απεφασίσατε τούτο, όχι διότι +ευρίσκετε την θέσιν μας κανονικήν, αλλά διότι, καίτοι κατανοείτε +τας δυσχερείας που περικλείει, εξακολουθείτε ν' αγαπάτε την Άνναν +και επιθυμείτε να έλθετε εις βοήθειάν της . . . Σας εννόησα καλώς; +προσέθηκε παρατηρών αυτήν. + + ― Ω! τελείως, απήντησεν η Δόλλυ . . . Αλλά . . . + +Την διέκοψεν εκείνος, και, λησμονών ότι έφερε την συνομιλήτριάν +του εις θέσιν εκτάκτως δυσχερή, έκαμε μίαν διακοπήν και την +υπεχρέωσε να κάμη κ' εκείνη το αυτό. + + ― Επιτρέψατε . . . Ουδείς πλειότερον εμού αντιλαμβάνεται τας +δυσχερείας της θέσεως της Άννας. Και οφείλεται να το κατανοήτε, αν +μου κάμνετε την τιμήν να με θεωρήτε άνθρωπον με καρδιά! Είμ' εγώ η +αιτία της καταστάσεως ταύτης, και διά τον λόγον τούτον υποφέρω . . +. + +Η ειλικρίνεια και η σταθερότης μετά των οποίων επρόφερε τας λέξεις +ταύτας προυκάλεσαν τον θαυμασμόν της Δόλλυ. + + ― Σας εννοώ, είπεν αύτη, και επειδή θεωρείτε εαυτόν αφορμήν της +καταστάσεως ταύτης, μεγαλοποιείτε τας παρατυπίας της. Η θέσις της +παρά τη κοινωνία είνε δύσκολος, συμφωνώ . . . + + ― Είνε κόλασις! είπεν εκείνος γοργά και διά φωνής υποκώφου. . . +Δεν δύναται κανείς να φαντασθή ηθικάς βασάνους τρομερωτέρας από +όσας η Άννα υπέστη εν Πετρουπόλει εν διαστήματι δύο εβδομάδων . . +. + + ― Αλλ' εδώ, ούτε σεις ούτε η Άννα έχετε ανάγκην του κόσμου . . . + + ― Του κόσμου; απήντησεν εκείνος μετά περιφρονήσεως, προς τίνα +λόγον! + + ― Λοιπόν! αφού αδιαφορείτε προς τον κόσμον δύνασθε φρονώ να +ζήσετε ευτυχείς. Βλέπω ότι η Άννα είνε ευτυχής, τελείως ευτυχής! +Ευρήκεν ήδη ευκαιρίαν να μου το ομολογήση. + +Χωρίς εν τούτοις να το θέλη, η Δόλλυ αμφέβαλλε περί της αληθούς +ευτυχίας της Άννας, αλλ' ο Βρόνσκυ ήτο απολύτως περί τούτου +πεπεισμένος. + + ― Ναι, ναι, είπε, γνωρίζω, ότι, μεθ' όσα και αν υποφέρη, είνε +ευτυχής! . . . Απολαμβάνει το παρόν . . . . Αλλ' εγώ . . . +Φοβούμαι το μέλλον . . . Θα προτιμάτε να περιπατώμεν ίσως; +προσέθηκεν. + + ― Όχι, μου είνε αδιάφορον. + + ― Εν τοιαύτη περιπτώσει, ας καθήσωμεν εις αυτό το εδώλιον. + +Η Δόλλυ εκαθέσθη εις την γωνίαν της δενδροστοιχίας και εκείνος +εστάθη όρθιος ενώπιόν της. + + ― Βλέπω ότι είνε ευτυχής! επανέλαβεν, αλλά τούτο δύναται να +διαρκέση; Το ζήτημα δεν είνε να μάθη κανείς αν επράξαμεν καλώς ή +κακώς . . . ο κύβος ερρίφθη ήδη . . . Συνδεόμεθα διά των ιερωτάτων +δι' ημάς ερωτικών δεσμών. Έχομεν ένα παιδί και πιθανόν ν' +αποκτήσωμεν και άλλο . . . αλλ' ο νόμος και πάσαι αι συνθήκαι της +ζωής μας είνε τοιαύται, ώστε η Άννα με όλας της τας βασάνους και +τας δοκιμασίας, δεν διακρίνει και δεν δύναται να διακρίνη τας +απείρους περιπλοκάς που προέρχονται εντεύθεν. Και, την εννοώ. Αλλά +εγώ δεν δύναμαι να μη τας προβλέπω. Η κόρη μου, δεν είνε κόρη μου, +είνε κόρη του Καρένιν. Και δεν δύναμαι ν' αποδεχθώ αυτό το ψεύδος. + +Επρόφερε τας λέξεις ταύτας με ενεργητικήν χειρονομίαν αρνήσεως και +ητένισε σκυθρωπώς την Δόλλυ, οιονεί προκαλών την γνώμην της. + +Εκείνη όμως δεν απεκρίθη τίποτε· εξηκολούθησε μόνον να τον κυτάζη. + +Ο Βρόνσκυ επανέλαβεν: + + ― Αύριον θ' αποκτήσω υιόν, υιόν μου! Αλλ' ο νόμος αξιοί ν’ ανήκει +εις τον Καρένιν· δεν θα είνε συνεπώς, ούτε του ονόματός μου ούτε +της περιουσίας μου κληρονόμος. Και, δυνατόν βέβαια ν' απολαύωμεν +οικογενειακής ευτυχίας, δυνάμεθα να έχωμεν πολλά τέκνα, ουδέποτε +όμως θα υπάρξη δεσμός μεταξύ αυτών και ημών, θα ανήκουν εις τον +Καρένιν! Κατανοείτε το φρικώδες της καταστάσεως ταύτης; Εδοκίμασα +να κάμω λόγον περί τούτου εις την Άνναν, αλλά τούτο την εξοργίζει +. . . Δεν εννοεί, και δεν ημπορώ να της τα είπω όλα . . . Εν +τούτοις, από την Άνναν εξαρτάται ο διακανονισμός όλων . . . Και αν +ακόμη δυνηθώ να επιτύχω παρά του Αυτοκράτορος την άδειαν να +υιοθετήσω τα παιδιά μου, ανάγκη να προηγηθή διάζευξις. Το παν +εξαρτάται από την Άνναν. Ο σύζυγός της συγκατετέθη όταν παρενέβη ο +Ομπλόνσκυ. Δεν θα ηρνείτο δε και σήμερον να παραχωρήση το +διαζύγιον, το γνωρίζω. Αρκεί προς τούτο να του γράψη η Άννα. Έχει +δηλώσει ότι, αν αυτή του το ζητήση δεν θα φέρη αντιρρήσεις . . . +Αναμφιβόλως, είνε μία, τούτο από τας φαρισαϊκάς εκείνας +σκληρότητας, διά τας οποίας είνε ικανοί άνθρωποι μόνον χωρίς +καρδιά. Γνωρίζει εκείνος πόσον πάσχει οσάκις αναλογίζεται το +παρελθόν, και ζητεί να του γράψη. Εγώ, εννοώ τας βασάνους της +Άννας. Αλλά πρόκειται περί της ευτυχίας και της ζωής και της Άννας +και των τέκνων της. Δεν ομιλώ περί εμού, αν και εγώ υποφέρω, +υποφέρω φρικτά! + +Επρόφερε τας λέξεις ταύτας ως κάποιον να ηπείλει ότι θα εξεδικείτο +διά τας βασάνους, ας υφίστατο. + + ― Βοηθήσατέ με να πείσωμεν την Άνναν ότι οφείλει να του γράψη διά +να ζητήση το διαζύγιον. + + ― Ναι, βεβαίως, είπεν η Δόλλυ σκεπτική, αναλογισθείσα την +τελευταίαν της μετά του Καρένιν συνάντησιν. + +«Ναι, βεβαίως», επανέλαβεν μετά σταθερότητος, αναμνησθείσα την +Άνναν. + + ― Χρησιμοποιήσατε όλην την επιρροήν, ην ασκείτε επ' αυτής ίνα +επιτύχετε να γράψη. Εγώ δεν θέλω, ή μάλλον δεν δύναμαι να συζητήσω +αυτό το θέμα μαζί της. + + ― Καλά, θα της μιλήσω . . . και προς ιδικήν μου ικανοποίησιν και +προς ιδικήν της. + +Ηγέρθησαν και διηυθύνθησαν προς την οικίαν. + +* * * + +Η Δόλλυ ητοιμάζετο να κατακλιθή, όταν η Άννα φέρουσα τον +νυκτερινόν της κοιτωνίτην, εισήλθεν εις το δωμάτιόν της. + + ― Πώς είνε η Κίττυ; είπεν η Άννα αφήσασα βαθύν στεναγμόν και +παρατηρούσα την φίλην με ύφος συντετριμμένον . . . Πες μου την +αλήθειαν . . . Δεν μου κρατή θυμόν; + + ― Να σου κρατή θυμόν, όχι είπεν η Δόλλυ μειδιάσασα. + + ― Αλλά με αποστρέφεται βέβαια με περιφρονεί; + + ― Ω, όχι! Γνωρίζεις όμως ότι αυτά είνε πράγματα που δεν +συγχωρούνται. + +Η Άννα υπεστράφη και εκύταξεν από του παραθύρου. + + ― Ναι, το γνωρίζω, το γνωρίζω! είπεν . . . Αλλά δεν είμαι ένοχος. +Και, ποίος είνε ένοχος; Και εις τι έγκειται η ενοχή; Ηδύνατο να +γείνη διαφορετικά; Ποίαν έχεις γνώμην επί τούτου; Ειπέ μου, Δόλλυ, +ήτο δυνατόν να μη καταστής συ σύζυγός του Στίβα; + + ― Αληθινά, δε γνωρίζω τίποτε . . . Αλλά, εξηγήσου μου, Άννα. + + ― Είνε ευτυχής; Λέγουν ότι ο σύζυγός της είνε εξαίρετος άνθρωπος. + + ― Είνε ολίγον αυτό, εγώ δεν εγνώρισα καλλίτερόν του. + + ― Α! πόσον μ' ευχαριστεί τούτο . . . Αληθινά, είμαι λίαν +ευχαριστημένη. + + ― Η Δόλλυ εμειδίασεν. + + ― Ας ομιλήσωμεν περί σου, Άννα. Έχω πολλάς ερωτήσεις να σου +υποβάλω. Συνωμίλησα μετά του . . . . + + ― Του Αλεξίου; είπεν η Άννα. Γνωρίζω ότι είχετε μίαν συνέντευξιν. +Αλλ' επιθυμώ να μου πης ειλικρινώς τι σκέπτεται περί εμού και περί +της ζωής μου. + + ― Πώς, έτσι, μια κι' όξω; Μά την αλήθεια, δεν ξεύρω τι να 'πώ . . +. + + ― Περί τίνος σου ωμίλησε; + + ― Περί ζητήματος, το οποίον απησχόλει και εμέ και μου είνε +εύκολον να υποκαταστήσω τον δικηγόρον του . . . Δεν υπάρχει μέσον +κανέν . . . Δεν θα ήτο άρα γε δυνατόν . . . + +Η Δόλλυ εσυγχίσθη, είτα δ' επανέλαβε: + + ― Δεν θα ηδυνάμεθα άρα γε να τροποποιήσωμεν, να βελτιώσωμεν την +κατάστασιν; . . . Γνωρίζεις συ πώς συνειθίζω να βλέπω τα πράγματα +εγώ . . . Αλλ' επί τέλους, θα έπρεπεν, αν ήτο δυνατόν, να +νυμφευθής . . . + + ― Δηλαδή να διαζευχθώ; είπεν η Άννα . . . . Ε, λοιπόν! Τι σου +είπεν ο Αλέξιος; + + ― Μου είπεν ότι πάσχει διά σε και δι' εαυτόν. Θα είπης ίσως ότι +αυτό είνε εγωισμός; Αλλ' είνε εγωισμός ευγενής και τελείως +λελογικευμένος. Επιθυμεί εν πρώτοις να νομιμοποιήση την κόρην του +και να καταστή σύζυγός σου . . . να έχη δηλαδή δικαιώματα επί σου. +Επιθυμεί εκείνο που είνε τελείως φυσικόν, τα τέκνα σας δηλαδή να +έχουν ένα όνομα. + + ― Ποία τέκνα είπεν η Άννα, χωρίς ν' ατενίση την Δόλλυ. + + ― Η Αννίτσα, και τα παιδιά που είνε πιθανόν να γενηθούν . . . + + ― Πώς ειμπορώ να επιθυμώ εγώ την απόκτησιν παιδιών; Δεν ομιλώ +περί των φυσικών αλγηδόνων, αυτάς δεν τας φοβούμαι . . . Σκέπτεσαι +τι θα γίνουν τα παιδιά μου; . . Δυστυχώς που θα φέρουν ξένον +όνομα. Ως εξ αυτής των της γεννήσεως θα ευρεθώσιν εις την +υποχρέωσιν να αισχύνωνται διά τον πατέρα των, διά την μητέρα των, +διά την ύπαρξίν των . . . + + ― Διά τούτο ακριβώς, εφώνησεν η Δόλλυ, χρειάζεται το διαζύγιον. + + ― Μου συμβουλεύετε σεις το διαζύγιον, αλλ' ε κ ε ί ν ο ς δεν θα +μου το δώση. Ευρίσκεται τώρα υπό την επίδρασιν της κομήσσης Λυδίας +Ιβανόβνας. + +Η Δόλλυ εκάθητο επί τινος εδωλίου και ηκροάτο με ύψος οδυνηράς +συμπαθείας, στρέφουσα την κεφαλήν ίνα παρακολουθή τας κινήσεις της +Άννας. + + ― Θα έπρεπε να δοκιμάσης, είπε διά φωνής βραδείας. + + ― Να δοκιμάσω! Τι σημαίνει αυτό το να δοκιμάσω. + +Η Άννα έθεσε το ερώτημα τούτο ως σκέψιν οιονεί την οποίαν είχεν +ήδη εξετάσει από πάσης απόψεως. + + ― Να δοκιμάσω σημαίνει, είπεν ότι εγώ που τον αποστρέφομαι, αλλά +που αναγνωρίζω συνάμα εμαυτήν ένοχον, που τον ευρίσκω μεγαλόψυχον, +ότι οφείλω να ταπεινωθώ γράφουσα προς αυτόν . . . Επί τέλους, ας +υποθέσωμεν ότι το επιχειρώ και αυτό ότι κάμνω και αυτήν την θυσίαν +. . . Δυνατόν να λάβω μίαν άρνησιν προσβλητικήν, ή την +συγκατάθεσίν του . . . + + ― Αν συγκατετίθετο . . . + + ― Αν συγκατετίθετο; . . . Και ο υιός μου; . . . Δεν θα μου τον +αποδώσουν! Θα μεγαλώση εις το σπίτι του πατέρα του, τον οποίον +εγκατέλειψα, και θα με περιφρονήση. Εννόησον λοιπόν· αγαπώ δύο +πλάσματα διά της ιδίας εντάσεως, αλλά πλειότερον εμαυτός, τον +Σεριόγια και τον Αλέξιον. Αυτά μόνον τα δύο όντα αγαπώ είπεν η +Άννα, και το ένα διώκει το άλλο. Δεν δύναμαι να τα ενώσω, και όμως +αυτό είνε το μόνον που θα ηδύνατο να με κάμη να ζήσω· αν δεν +ημπορώ να τα έχω και τα δύο μαζί, τότε δεν μ' ενδιαφέρει τίποτε . +. . Η λύσις θα επέλθη αφ' εαυτής . . . Διά τούτο δεν αγαπώ και δεν +δύναμαι να ομιλώ περί τοιαύτης λύσεως. Διά τούτο ούτε να με +δικαιώνης, ούτε να με καταδικάζης . . . Εν τη αγνότητι της ψυχής +σου, δεν δύνασαι να εννοήσης παν ό,τι υποφέρω. + +Επλησίασε την Δόλλυ, εκάθησε παραπλεύρως αυτής και έλαβε την χείρα +της παρατηρώσα αυτήν εις τα μάτια με έκφρασιν ενόχου συντριβής. + + ― Τι σκέπτεσαι περί εμού; Πώς με κρίνεις; Μη με περιφρονείς! Δεν +είμαι αξία περιφρονήσεως. Είμαι αληθινά δυστυχής. Αν μία υπάρχη +επί γης δυστυχής γυναίκα, είμαι εγώ αυτή: + +Υπεστράφη και έκλαυσεν . . . + +Όταν η Δόλλυ ευρέθη μόνη, έκαμε την προσευχήν της και κατεκλίθη. +Εφ' όσον ωμίλει μετά της Άννας, την ώκτειρε και την συνεπόνει, +αλλά τώρα πλέον δεν ηδύνατο να συγκεντρώση τας σκέψεις της επί της +φίλης της. Η ανάμνησις της οικίας της και των παιδιών της +κατελάμβανε την φαντασίαν της μετά γοητείας όλως καινοφανούς δι' +αυτήν και μετ' ακτινοβολίας ασυνήθους. + +Ο ιδικός της κόσμος της παρουσιάζετο τόσον πολύτιμος και τόσον +πλήρης θελγήτρων, ώστε δεν ήθελε να μείνη μεμακρυσμένη απ' αυτού +ούτε μίαν ημέραν επί πλέον, και απεφάσισε να αναχωρήση την +επιούσαν. + +Η Άννα είχε αφ' ετέρου επιστρέψει εις το διαμέρισμά της, επήρε δ' +αμέσως ένα ποτηράκι και έχυσεν εντός αυτού μερικάς σταγόνας ποτού, +ου κυρία βάσις ήτο η μορφίνη· το ερρόφησεν, έμεινεν επί τινας +στιγμάς ακίνητος, είτα δε εισήλθεν εις τον θαλαμόν της +κατηυνασμένη κάπως. + +Ο Βρόνσκυ την ητένισε προσεκτικώς. Ανεζήτει επί των +χαρακτηριστικών της ίχνη της συνομιλίας, ην είχε κάμει μετά της +Δόλλυ. Αλλ' εις την επιφυλακτικήν και σχεδόν απόκρυφον έκφρασιν +της μορφής της δεν ευρήκε τίποτε άλλο πλην της καλλονής της, εις +την οποίαν ήτο ήδη συνειθισμένος, αλλ' ήτις πάντοτε τον εγοήτευε. +Δεν ήθελε δε να την ερωτήση με την ελπίδα ότι θα τω διηγείτο +αυτοβούλως τα κατά την συνέντευξίν της. Αλλά η Άννα μόνας τας +λέξεις ταύτας επρόφερε: + +― Πόσον είμαι ευχαριστημένη που σου ήρεσεν η Δόλλυ. + + ― Την γνωρίζω προ πολλού. Είνε πολύ καλή, ως μου φαίνεται, αλλ' +εκτάκτως επιφυλακτική. Εν τούτοις, ηυχαριστήθην πολύ που την +επανείδα. + +Έλαβε την χείρα της Άννας και την ητένισεν ερωτηματικώς εις τα +μάτια . . , Η Άννα διερμήνευσεν όλως διαφορετικά το βλέμμα εκείνο +και εμειδίασεν . . . + +Όταν η Δόλλυ έφθασε την επιούσαν παρά τω Λεβίν, διηγήθη με πολλήν +ζωηρότητα το ταξείδι της και την καλήν υποδοχήν ης είχε τύχει· +εξήρε δε την πολυτέλειαν και την καλαισθησίαν των Βρόνσκυ και δεν +επέτρεψεν εις κανένα να προσφέρη λέξιν εναντίον των. + + ― Πρέπει να γνωρίση κανείς την Άνναν και τον Βρόνσκυ, κ' εγώ +έμαθα να τους γνωρίζω, αυτήν την φοράν, διά να εννοήσω πόσον είνε +εντυπωτικοί. + +Η Δόλλυ ωμίλει ειλικρινώς. Είχε δ' εξ ολοκλήρου λησμονήσει το +αόριστον συναίσθημα της στενοχωρίας και της δυσφορίας, όπερ είχεν +αισθανθή. + +* * * + +Ο Βρόνσκυ και η Άννα επέρασαν ολόκληρον το θέρος και μέρος του +φθινοπώρου εις την εξοχήν, υπό τας αυτάς συνθήκας, χωρίς να κάμουν +το παραμικρόν διάβημα προς επιτυχίαν διαζυγίου. + +Εφαίνετο εν τούτοις, ότι η ζωή των ήτο τοιαύτη, που δεν ηδύνατο +κανείς να την ευχηθή καλλιτέραν. Δεν τους έλειπε τίποτε, είχον +υγείαν, ένα παιδάκι, και αμφότεροι ασχολίας. + +Η Άννα, οσάκις δεν είχεν επισκέψεις, ησχολείτο περί του εαυτού της +και ανεγίνωσκε πολύ, μυθιστορήματα, βιβλία σοβαρά, και +νεωτεριστικά . . . Και τ' ανεγίνωσκε με την προσοχήν εκείνην που +δίδομεν εις την ανάγνωσιν εν τη μονώσει. + +Εκτός δε τούτου, εσπούδαζεν εις βιβλία και εις ειδικά περιοδικά, +παν ό,τι απησχόλει τον Βρόνσκυ· συνέβαινε δε πολλάκις εις αυτόν +προς αυτήν ν' απευθύνεται προς διαλεύκανσιν ζητημάτων αγρονομικών, +αρχιτεκτονικών και ζητημάτων ακόμη αθλητισμού και ιπποκομίας. +Απεθαύμαζε δε τας γνώσεις της και την μνήμην της, αν και κατ' +αρχάς έθετεν εν αμφιβόλω όσα του έλεγε και επεζήτει την +επιβεβαίωσιν των λεγομένων της· αλλ' εκείνη εύρισκε την ακρίβειάν +των εις τα βιβλία και του επεδείκνυε τας σχετικάς περικοπάς. + +Κατά Οκτώβριον, διεξήχθησαν εκλογαί του γενικού συμβουλίου της +επαρχίας όπου κατώκει, και ο Βρόνσκυ ηθέλησε να παραστή εις αυτάς. +Ήτο η μάλλον δυσάρεστος και οχληρά περίοδος της εν εξοχή διαμονής. +Ο Βρόνσκυ ανήγγειλεν εις την Άνναν την αναχώρησίν του με τόνον +ψυχρόν και αυστηρόν, τον οποίον ουδέποτε είχε μεταχειρισθή ομιλών +προς αυτήν. Την ητένισε δε προσεκτικώς, εκπλαγείς διά την απάθειάν +της. Εκείνη του εμειδίασεν. . . + + ― Ελπίζω ότι δεν θα στενοχωρηθής υπερβολικά; της είπε. + + ― Το ελπίζω! απήντησεν η Άννα. Έλαβα χθες ολόκληρον κιβώτιον +βιβλίων . . . Όχι, δεν θα στενοχωρηθώ. + +Όταν ευρέθη μόνη, ανελογίσθη το βλέμμα εκείνο, όπερ εξέφρασε το +δικαίωμα του εραστού της επί της ελευθερίας, και εξ αυτού εξήγαγεν +έν μόνον συμπέρασμα: την συναίσθησιν του εξευτελισμού της. + +«. . . Έχει το δικαίωμα να φύγη οπόταν του αρέσει και να υπάγη +όπου επιθυμεί. Έχει μάλιστα το δικαίωμα και να μ' εγκαταλείψη +ακόμη . . . Έχει όλα τα δικαιώματα αυτός. Εγώ δεν έχω κανένα. Το +γνωρίζει, αλλά δεν πρέπει να με κάμνη να το αισθάνωμαι . . . +Άλλοτε δεν εφέρετο τοιουτοτρόπως.» + +Και, αν και ήτο πεπεισμένη ότι η απομάκρυνσις ήρχιζε, κατ' ουδέν +ηδύνατο να μεταβάλη τας μετ' αυτού σχέσεις της. . . Δεν ηδύνατο να +τον συγκρατήση παρά όπως και πρότερον, διά του έρωτος και των +θελγήτρων της. + +Υπό τας συνθήκας ταύτας το κοριτσάκι της κατέπιπτε τότε ασθενές. +Το επεριποιήθη, αλλά χωρίς να ευρίσκη εις τούτο καμμίαν ψυχικήν +ευφροσύνην, τοσούτο δε μάλλον καθ' όσον η αδιαθεσία του μικρού δεν +παρουσίαζε καμμίαν σοβαρότητα. Δεν ηδύνατο δε να συνειθίση ν' +αγαπά την Αννίτσα παρά την προς τούτο επιθυμίαν της και δεν +κατώρθωνεν ουχ' ήττον να υποκρίνεται ότι την ηγάπα. + +Όταν ευρέθη μόνη κατά το βράδυ της έκτης εκείνης ημέρας, κατελήφθη +από σφοδράν ανησυχίαν διά τον Βρόνσκυ· απεφάσισε δε να μεταβή +αυτοπροσώπως εις την πόλιν, αλλά κατόπιν μετέβαλε γνώμην και του +απέστειλεν επιστολήν. + +Την επιούσαν ανέμενε κατά πάσαν στιγμήν την άφιξιν της αμάξης. +Πολλάκις ενόμισεν ότι διέκρινε τον κρότον των τροχών, αλλ' ήτο +αυταπάτη. Τέλος αντήχησεν η φωνή του ηνιόχου και κάποιος υπόκωφος +κρότος υπό το εξωτερικόν υπόστεγον. Ήκουσε την φωνήν του, +ελησμόνησε τα πάντα και εξώρμησε φαιδρά εις υπάντησίν του. + + ― Πώς πηγαίνει η μικρούλα; ηρώτησεν εκείνος ηπίως παρατηρών +αυτήν, καθώς κατήρχετο τρέχουσα την κλίμακα. + + ― Καλλίτερα. + + ― Και συ; + +Εδράξατο του βραχίονός του δι' αμφοτέρων της των χειρών και τον +είλκυσε προς εαυτήν, χωρίς να αποσπάση τα μάτια της απ' αυτού. + + ― Είμαι πολύ ευχαριστημένος! είπεν εκείνος ρίψας επ' αυτής βλέμμα +ψυχρόν. + +Της ήρεσκε τούτο· αλλά τόρα το βλέμμα του εξέφραζε σκληρότητα την +οποίαν εφοβείτο. + + ― Είμαι πολύ ευχαριστημένος διότι η μικρούλα ανέρρωσε, και συ, +είσαι καλά; είπε σπογγίζων την γενειάδα προτού ασπασθή την χείρα +της Άννας. + +«. . . . Μου είνε αδιάφορον», διελογίσθη η Άννα. «αφού τον έχω +πλησίον μου, ώστε να μη δύναται, να τολμά, να μη μ' αγαπά πλέον». + +Η βραδειά την επέρασε φαιδρώς. Της ωμίλησε περί των εκλογών και η +Άννα διά των ερωτήσεών της, τον έκαμε να διηγηθή, ό,τι κυρίως τον +ηυχαρίστει, δηλαδή περί των ιδίων του επιτυχιών . . . . Εις +αντιστάθμισμα δε του παρέσχε και αύτη πληροφορίας λίαν ευχαρίστους +περί των ζητημάτων που τον ενδιέφερον ως προς το σπίτι του. + +Βραδύτερον όμως, η Άννα, ήτις ησθάνετο ότι ανέκτα το επ' αυτού +κράτος της, ηθέλησε ν' αποδιώξη την οδυνηράν εντύπωσιν του +βλέμματος, το οποίον της είχε ρίψει ένεκα της επιστολής της. + + ― Ομολόγησον ότι δυσηρεστήθης λαβών την επιστολήν μου και ότι δεν +μ' επίστευσες; έτσι δεν είνε; + +Μόλις είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας και αντελήφθη ότι, παρ' όλην +την αγάπην ην έτρεφε προς αυτήν την στιγμήν εκείνην, δεν της το +είχεν ακόμη συγχωρήσει. + + ― Μάλιστα, είπεν ούτος, η επιστολή ήτο παράδοξος: η Αννίτσα ήτο +άρρωστη και συ ήθελες ν' αναχωρήσης! + + ― Ήτο η απόλυτος αλήθεια. + + ― Δεν αμφιβάλλω. + + ― Ναι, αμφιβάλεις . . . Είσαι δυσαρεστημένος . . . το βλέπω . . + + ― Κάθε άλλο . . . Το μόνον που δεν μου αρέσκει είνε ότι δεν +θέλεις να δεχθής ότι υπάρχουν και καθήκοντα . . . και υποχρεώσεις, +τας οποίας δεν δυνάμεθα να παραβλέπωμεν. Ούτω, πρέπει να φύγω διά +Μόσχαν εξ αιτίας του σπιτιού . . . + + ― Αφού είν' έτσι, απήντησεν εκείνη υποκώφως, αφού είν' έτσι, +αποδεικνύει, τούτο ότι η ζωή αυτή σου είνε βάρος. Θα επανέλθης να +περάσης μαζί μου μια 'μέρα και θα ξαναφύγης, όπως το κάμνουν . . . + + ― Άννα είσαι σκληρά . . . Είμαι έτοιμος να σου χαρίσω όλην μου +την ζωήν . . , + +Αλλ' εκείνη δεν τον ήκουεν. + + ― Αν υπάγης εις την Μόσχαν, θα σε συνοδεύσω. . . Δεν θα μείνω εδώ +. . Ή θα χωρισθώμεν, ή θα ζήσωμεν μαζί . . . + + ― Αλλά γνωρίζεις ότι αυτό είνε η μοναδική μου επιθυμία. + +Προς τούτο όμως . . . + + ― Χρειάζεται το διαζύγιον; Θα του γράψω . . . Βλέπω ότι δεν +δύναμαι να ζήσω διαφορετικά, αλλ' εις την Μόσχαν θα έλθω μαζί σου. +. . + + ― Θα έλεγε κανείς ότι νομίζεις πως με απειλείς.! Αλλ' ο +μεγαλείτερός μου πόθος είνε να μη σε αποχωρισθώ, απήντησεν εκείνος +μειδιών. + +Τονίζων όμως συνάμα τα τρυφερά αυτά λόγια, είχε το βλέμμα παγερόν +και εχθρικόν ανθρώπου τον οποίον καταδιώκουν και τον καθιστώσι +σκληρόν. + +Είδεν η Άννα το βλέμμα εκείνο και εμάντευσε την σημασίαν του. + +«. . . Αφού είν' έτσι, μας απειλεί η δυστυχία», έλεγε το βλέμμα +εκείνο· ήτο στιγμιαία η εντύπωσις, αλλά δεν την ελησμόνησε ποτέ. + +Η Άννα έγραψε προς τον Καρένιν ίνα του ζητήση το διαζύγιον, και, +φθίνοντος του Νοεμβρίου, απήλθε μετά του Βρόνσκυ εις Μόσχαν. +Ανέμενον καθ' εκάστην μίαν απάντησιν επί του ζητήματος τούτου, +και, την φοράν ταύτην, εγκατεστάθησαν ως πραγματικοί σύζυγοι. + + + + +ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟΝ + + + +Ο Λεβίν και η Κίττυ είχον ήδη εγκατασταθή εις Μόσχαν προ τριών +μηνών. Το τέρμα, κατά το οποίον η Κίττυ έπρεπε να γεννήση, είχε +παρέλθει προ πολλού, και ανέμενε την απελευθέρωσίν της από ημέρας +εις ημέραν. + +Ο Λεβίν δεν ήτο πλέον εν τη πόλει τοιούτος οίον η Κίττυ επεθύμει +να τον βλέπη και οποίος ήτο εις την εξοχήν. + +Ηγάπα τον ήρεμον τόνον του, τον φιλόφρονα και ευπροσήγορον ον +μεταχειρίζετο εις τα κτήματά του. Εις την πόλιν, εφαίνετο διαρκώς +ανήσυχος, ως να εφοβείτο ότι ήθελον να τον προσβάλλουν και προ +πάντων να μη εκτιμώσι την σύζυγόν του. Ενίοτε εκείνη τον εμέμφετο +ότι δεν εγνώριζε να συμπεριφέρεται εις την πόλιν, αλλά πάραυτα +ανεγνώριζεν ότι δεν ηδύνατο να διοργανώση εκεί την ζωήν κατά την +ιδίαν της αρέσκειαν. + +Πράγματι, εις τι θα ησχολείτο εν Μόσχα; Ούτε χαρτιά έπαιζεν, ούτε +εσύχναζεν εις τα κέντρα . . . Ν' αναστρέφεται μετά φαιδρών +συντρόφων όπως ο Ομπλόνσκυ; Η Κίττυ εγνώριζεν ήδη ότι το τοιούτον +εσήμαινε πίνειν και έπειτα μεταβαίνειν κάπου . . . Δεν ηδύνατο δε +ν' αναλογίζεται άνευ φρίκης τα μέρη, εις τα οποία, κατά τας +τοιαύτας ευκαιρίας, ετελείωναν της βραδειές των οι άνδρες. + +Ο Λεβίν θα ηδύνατο να συχνάζη εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις. Αλλ' +η Κίττυ εγνώριζεν, ότι, προς τούτο, έπρεπε να ευρίσκη ευχαρίστησιν +εις το &φλερτ& μετά νεαρών γυναικών, και δεν ηδύνατο να του το +εύχεται αυτό. + +Εν τούτοις, ο Λεβίν ηθέλησε κάποτε να δειπνήση εις την λέσχην της +οποίας ήτο μέλος κατά την νεότητά του, και όπου δεν είχε μεταβή +αφ' ης είχεν αποφοιτήσει του Πανεπιστημίου . . . Διηυθύνθη προς +την ήδη πλήρη κόσμου αίθουσαν του φαγητού, και δεν παρετήρησεν +ούτε μίαν μορφήν σκυθρωπήν ή σκεπτικήν. Εφαίνετο ότι πάντες είχον +αφήσει εις τον αντιθάλαμον όλας των τας φροντίδας και τας +στενοχωρίας και παρεσκευάζοντο ν' απολαύσωσιν ησύχως τας υλικάς +της ζωής ηδονάς. + + ― Απ' εδώ Λεβίν, είπε μία εγκάρδιος φωνή. + +Ήτο ο Τουροψίν, είχεν ένα νεαρόν αξιωματικόν παραπλεύρως του και +πλησίον του, δύο καθίσματα ήσαν γυρισμένα. + +Ο Λεβίν επλησίασεν αυτόν μετά χαράς· είχε πάντοτε ιδιαιτέρως +αγαπήση τον φαιδρόν εκείνον σύντροφον, ου η καρδία ήτο τόσον +αγαθή. + + ― Τα δύο αυτά καθίσματα είνε διά σας και τον Ομπλόνσκυ. + +Αυτός πάντοτε αργεί . . . . Αλλά, νά 'τος! + +Ο σύγγαμβρος του Λεβίν προυχώρησε γοργώς. + + ― Καλημέρα, είπε προς τον Λεβίν. + +Αφού παρετέθη η ψαρόσουπα έφεραν σαμπάνια εις τον αξιωματικόν και +ούτος διέταξε να γεμισθούν τέσσαρα ποτήρια. Ο Λεβίν δεν απέκρουσε +την προσφοράν, και, διέταξεν εκ μέρους του μίαν ακόμη φιάλην. +Έφαγε δε και έπιεν ευχαρίστως και έλαβε μέρος εις την συνομιλίαν +μετά πολλής μεγαλειτέρας ευχαριστήσεως. Ο αξιωματικός και ο +Ομπλόνσκυ διηγούντο τα σκάνδαλα της Πετρουπόλεως, τα οποία καίτοι +ηλίθια και απρεπή, ήσαν τόσον κωμικά, ώστε ο Λεβίν εγέλα +θορυβωδώς. + +Κατόπιν ωμίλησε περί ίππων, ιπποδρομιών και ιδίως περί του ίππου +του Βρόνσκυ, όστις είχε κερδίσει το πρώτον βραβείον . . Ο Λεβίν +δεν αντελήφθη ότι το δείπνον επλησίαζεν εις το τέρμα του. + + ― Να 'τος είπεν ο Ομπλόνσκυ εξαπλούμενος αποτόμως επί του +ερεισινώτου του καθίσματός του, και έτεινε την χείρα προς τον +Βρόνσκυ, όστις διηυθύνετο προς αυτούς. + +Η μορφή του Βρόνσκυ ηκτινοβόλει και αυτή την ευθυμίαν ήτις +επεκράτει εν τη λέσχη. Εστήριξε δε γελαστός τον αγκώνα επί του +ώμου του Ομπλόνσκυ ομιλών προς αυτόν χαμηλοφώνως. + +Ο Λεβίν ήκουσε την φράσιν ταύτην μόνον: + +«. . . Όχι, δεν στενοχωρείται, αλλ' η αβεβαιότης της θέσεώς της . +. . .» + +Ηθέλησε δε ν' απομακρυνθή, αλλ' ο Ομπλόνσκυ τον συνεκράτησε: + + ― Λεβίν, Λεβίν, μείνε του είπε, και του έθλιψε δυνατά τον αγκώνα +ως να μη εννόει κατ' ουδένα λόγον να τον αφήση να φύγη. + + ― Είνε ο πειό ασφαλής μου φίλος, ίσως ο καλλίτερος! είπε προς τον +Βρόνσκυ. . . . Και συ επίσης μου είσαι λίαν αγαπητός . . . . +Επιθυμώ και γνωρίζω ότι οφείλετε να είσθαι φίλοι διότι είσθε +αμφότεροι θαυμάσιοι άνθρωποι. + + ― Μετά τούτο, δεν μας μένει παρά να εναγκαλισθώμεν είπεν ο +Βρόνσκυ με αφελές μειδίαμα, τείνας την χείρα προς τον Λεβίν. + +Ούτος έλαβε την χείρα του κόμητος και την έθλιψεν ισχυρώς: + + ― Λογίζομαι λίαν ευτυχής, είπε. + + ― Και εγώ επίσης, απήντησεν ο Βρόνσκυ. + + ― Παρά την μεγάλην των όμως επιθυμίαν όπως συνομιλήσουν, ο Λεβίν +και ο Βρόνσκυ δεν ευρήκαν πλέον τίποτε να ειπούν. + + ― Ξεύρεις ότι δεν γνωρίζει την Άνναν, είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . Και +επιθυμώ να τον οδηγήσω παρ' αυτή . . . εμπρός, Λεβίν, έλα. + + ― Θα λογισθή λίαν ευτυχής εκ της γνωριμίας σας, είπεν ο Βρόνσκυ . +. . . + + ― Θέλεις να έλθης να ιδής την Άνναν; Είνε εις το σπίτι της . . . +. Είνε καιρός τόρα που της υπεσχέθην να σε παρουσιάσω. + + ― Αν θέλεις, θα έλθω μαζύ σου είπεν ο Λεβίν. + + ― Εμπρός, είνε μεγάλη μου ευχαρίστησις. + + ― Πήγαινε να 'δής αν είν' έτοιμον το αμάξι μου, διέταξεν ο +Ομπλόνσκυ τον υπηρέτην. + + ― Το αμάξι του πρίγκηπος Ομπλόνσκυ, κραύγασαν ο ελβετός με θυμώδη +φωνήν. + +Η άμαξα επλησίασε και οι δύο φίλοι επεβιβάσθησαν. + +Ο Λεβίν δεν έμεινεν επί πολύ υπό την εντύπωσιν της αναπαύσεως, της +ηδονής και της χαριτολόγου συνδιαλέξεως. Μόλις το κουπέ ευρέθη επί +της οδού και ήκουσε τας αγροίκους κραυγάς των αμαξηλατών, των +οποίων τα οχήματα συνεπλέκοντο, μόλις διέκρινεν υπό το αμφίβολον +φως τας επιγραφάς των διαφόρων κ α μ π α ρ έ, η αγαθή εντύπωσις +διεσκεδάσθη· και ήρχισε να σκέπτεται επί των πράξεών του και +διηρωτάτο αν έπραττε καλώς μεταβαίνων εις της Άννας. + +«. . . Τι θα έλεγεν η Κίττυ;» + +Αλλ' ο Ομπλόνσκυ δεν του επέτρεψε να παραδοθή εις τους +διαλογισμούς του, και, ως να εμάντευσε τους δισταγμούς του, +έσπευσε να τους διαλύση. + + ― Λογίζομαι λίαν ευτυχής σκεπτόμενος ότι θα κάμης την γνωριμίαν +της . . . Η Δόλλυ το επιθυμεί από πολλού. . . . Όλοι οι 'δικοί μας +είνε μαζί της . . . Αν και είνε αδελφή μου, δεν φοβούμαι να είπω +ότι πρόκειται περί εξαιρετικής γυναικός! . . . Θα το αναγνωρίσης +μόνος σου . . . Η θέσις της είνε λίαν κρίσιμος, τόρα κυρίως . . . + + ― Διατί τόρα κυρίως; + + ― Συνωμίλησα μετά του συζύγου της, περί του διαζυγίου . . . Δεν +ζητεί τίποτε καλλίτερον, αλλά, ανεφύησαν δυσχέρειαι εξ αιτίας του +υιού της. Και η υπόθεσις αύτη, ήτις έπρεπε να ετελείωνεν αμέσως, +μένει εκκρεμής από τριών ήδη μηνών. Μόλις το διαζύγιον κυρωθή, θα +νυμφευθή τον Βρόνσκυ. Πόσον η απηρχαιωμένη αυτή καθαγίασις, εις +την οποίαν ουδείς πιστεύει και ήτις παρεμποδίζει την ευτυχίαν +τόσων ανθρώπων, πόσον είνε βλακώδης! . . . Αλλ' επί τέλους, η +θέσις των θα εκκαθαρισθή καθισταμένη όπως η ιδική μου και η ιδική +σου. + + ― Τι εμποδίζει το διαζύγιον; + +Α! είνε μακρά και ανιαρά ιστορία! Πρόσεξον καλά. Φαντάζεσαι σαφώς +οποία πρέπει να είνε η θέσις της Άννας από τριών ήδη μηνών καθ' +ους αναμένει το διαζύγιον: Ευρίσκεται εν Μόσχα, όπου όλοι την +γνωρίζουν, και όμως δεν πηγαίνει πουθενά και δεν βλέπει άλλην +φίλην πλην της Δόλλυ, διότι δεν επιθυμεί να την επισκέπτονται κατά +συγκατάβασιν. Και εκείνη ακόμη η γρηά χήνα η πριγκήπισσα Βαρβάρα +ανεχώρησε, διότι ευρίσκει ενοχοποιητικόν το να κατοική μετ' αυτών +υπό τας συνθήκας ταύτας. . . Μία άλλη γυναίκα εις την θέσιν της +δεν θα εύρισκεν εν εαυτή παρηγορίας και θάρρος. Ε; λοιπόν! Θα ίδης +πόσον αξιοπρεπώς έχει διοργανώσει την ζωήν της. . . + + ― Αριστερά, 'ςτό στενό, αντικρύ της εκκλησίας, εφώναζεν ο +Ομπλόνσκυ προβαλών την κεφαλήν από της θυρίδος. + +Η άμαξα εισήλθεν εις το προαύλιον και ο Ομπλόνσκυ εκινδύνευσε +δυνατά εις την αυλόθυραν, προ της οποίας εστάθμευον έλκυθρά τινα. +Χωρίς δε να είπη τίποτε εις τον υπηρέτην, όστις του ήνοιξε την +θύραν, εισήλθεν εις το πρόστοον ακολουθούμενος υπό του Λεβίν, ότις +εξηκολούθει να διαλογίζεται αν καλώς ή κακώς έπραξε να τον +ακολουθήση . , . Ανήλθεν εν τούτοις την κλίμακα όπισθεν του +Ομπλόνσκυ. + +Η Άννα έσπευσεν εις υπάντησίν του. Προυχώρει δε χωρίς ν' αποκρύπτη +την χαράν ην ησθάνετο βλέπουσα αυτόν. + +Ο Λεβίν ανεγνώρισεν εις όλην την στάσιν και το παράστημα της Άννας +τους ανυποκρίτους και φυσικούς τρόπους της γυναικός του μεγάλου +κόσμου, τον οποίον εγνώριζε και ηγάπα· εκείνη του έτεινε την +μικράν της πρόθυμον χείρα. + + ― Λογίζομαι, τη αληθεία, λίαν ευτυχής, λίαν ευτυχής που σας +βλέπω! είπεν. + +Τα απλά αυτά λόγια εις το στόμα της Άννας περιεβλήθησαν διά τον +Λεβίν όλως ιδιάζουσαν σημασίαν. + + ― Σας γνωρίζω από πολλού και σας εκτιμώ, προσέθηκεν εν πρώτοις +διότι είσθε φίλος του Στίβα, έπειτα δε λόγω της συζύγου σας. . . +Την εγνώρισα ελάχιστα, αλλά μ' αφήκε την εντύπωσιν ενός θαυμαστού +άνθους, αληθινού λουλουδιού! Ως μανθάνω, πρόκειται κατ' αυτάς να +γείνη μήτηρ; + +Η Άννα ωμίλει βραδέως, ελεύθερα και διευθύνουσα αμοιβαδόν τα +βλέμματά της από του Λεβίν εις τον αδελφόν της. + +Ο Λεβίν ησθάνθη ότι είχε κάμει καλήν εντύπωσιν, και αμέσως +ανεπτύχθησαν μεταξύ των σχέσεις ευχάριστοι, εύκολοι, ως να +εγνωρίζοντο από παιδικής ηλικίας. + +Η συνομιλία, κατά το τσάι, επανελήφθη ως και πρότερον ενδιαφέρουσα +και ανυπόκριτος· ου μόνον δεν ησθάνετο καθόλον την ανάγκην της +εκζητήσεως θέματος προς συζήτησιν, αλλ' ευχαρίστως έσπευσαν ίνα +ακούσουν τι έλεγον οι άλλοι. Η προσοχή και αι παρατηρήσεις της +Άννας επί των συζητήσεων έκαμον εις τον Λεβίν την εντύπωσιν ότι +έδιδον ιδιαιτέραν σημασίαν εις τας συνομιλίας. Ήκουεν ή ελάμβανεν +τον λόγον, αλλά διαρκώς προσείχεν εις αυτήν, εις ότι συνέβαινεν +εντός της ψυχής της, προσπαθών να μαντεύση τα ενδόμυχα αισθήματά +της. + +Και αυτός, όστις άλλοτε την έκρινεν αυστηρώς την εδικαίωνε τόρα, +την ελυπείτο και εφοβείτο ότι ο Βρόνσκυ δεν την είχε εννοήσει εξ +ολοκλήρου . . . Όταν ο Ομπλόνσκυ ηγέρθη προς αναχώρησιν, εφάνη εις +τον Λεβίν ότι μόλις είχον φθάσει. Ηγέρθη μετά λύπης. + + ― Ω ρεβουάρ, του είπεν εκείνη βυθίσασα εις τους οφθαλμούς του το +γοητευτικόν της βλέμμα. + +Αφήκε δε την χείρα της εντός της χειρός του Λεβίν. + + ― Ειπέτε εις την σύζυγόν σας ότι την αγαπώ όπως άλλοτε, +προσέθηκεν. Ειπέτε της επίσης, ότι, αν δεν δύναται να με συγχωρήση +διά την σημερινήν μου θέσιν, της εύχομαι να μη με συγχωρήση ποτέ. +Διά να με συγχωρήση πρέπει να υποφέρη όπως υποφέρω, και ο Θεός ας +την σώση από του τοιούτου! + + ― Θα της το είπω, θα της το είπω, χωρίς άλλο! είπεν ο Λεβίν +ερυθριάσας. + +«. . . Τι γυναίκα εξαιρετική, γόησσα και αξία οίκτου!» εσκέφθη ο +Λεβίν όταν εξήλθε μετά του Ομπλόνσκυ εις τον παγερόν αέρα. + + ― Λοιπόν! τι σου έλεγα, είπεν ο αδελφός της Άννας βλέπων ότι ο +Λεβίν είχε κατακτηθή. + + ― Όχι μόνον είνε πνευματώδης, είπεν ο Λεβίν, αλλ' είνε και όλη +καρδιά! Την λυπούμαι εξ όλης μου της ψυχής! + + ― Τόρα ελπίζω ότι όλα θα εξομαλυνθώσιν, είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . +Άλλοτε να μη κρίνης τους ανθρώπους χωρίς να τους γνωρίζης. Χαίρε . +. . δεν θα πάρουμε τον ίδιο δρόμο. + +Ο Λεβίν επέστρεψεν εις την οικίαν του, υποδουλωμένος υπό της Άννας +και επί μάλλον και μάλλον διεισδύων εις την κατάστασίν της. + +Ευρήκε την Κίττυ λυπημένην και στενοχωρημένην· είχε καλέσει τας +δύο αδελφάς της να συμφάγουν, το δείπνον είχε διέλθει εν +φαιδρότητι, αλλά κατόπιν ανέμειναν την επιστροφήν του Λεβίν, και +επειδή ούτος δεν επέστρεφεν, αι δύο κυρίαι είχον αποχωρήσει. + + ― Και συ, πού επέρασες τη βραδειά σου; τον ηρώτησε παρατηρούσα +αυτόν εις τα μάτια, των οποίων αντελήφθη την ασυνήθη λάμψιν. + +Αλλά, διά να της εξηγηθή ειλικρινώς, απέκρυψε την ανησυχίαν της +και τον ήκουσεν ομιλούντα μειδιώσα επιδοκιμαστικώς. + + ― Είμαι λίαν ευχαριστημένος που παρουσιάσθη η ευκαιρία να +συναντήσω τον Βρόνσκυ· είμεθα τόρα εις αρίστας σχέσεις . . . + +Εις το εξής, θα προσπαθήσω να μη τον συναντώ, αλλ' αι σχέσεις μας +θα μείνουν φυσικώταται. + + ― Και κατόπιν, πού επήγες; + + ― Ο Στίβα με παρεκάλεσε να τον συνοδεύσω εις της αδελφής του +Άννας. + +Εκοκκίνησε, δεν έπραξε καλώς να μεταβή εις της Άννας, δεν +αμφέβαλλε ποσώς περί τούτου! + +Όταν επρόφερε το όνομα της Άννας, τα μάτια της Κίττυ ετεντώθησαν, +αλλά κατέβαλεν αγώνα εφ' εαυτής, κατέπνιξε την συγκίνησίν της και +είπεν αφελώς: + + ― Α! + + ― Δεν θα μου θυμώσης διότι επήγα; . . . Ο Στίβα με παρεκάλει να +το κάμω, όπως και η Δόλλυ. + + ― Ω! όχι, είπεν η Κίττυ, αλλά διείδεν εις τους οφθαλμούς της ότι +δεν ήτο ειλικρινής η δήλωσίς της και ότι κάποια θύελλα +ενεκυμονείτο. + + ― Είνε θελκτικωτάτη, και λίαν, ομολύπητος . . . Είνε εξαίρετος +γυνή. + +Διηγήθη δε τα κατά την βραδειά του και την παραγγελίαν της Άννας +προς αυτήν. + + ― Αναντιρρήτως είνε πολύ αξιολύπητος, επεβεβαίωσεν η Κίττυ, και +έστρεψε τον λόγον επί άλλου θέματος. + +Ο Λεβίν καθησυχάσθη από τον ήρεμον εκείνον τόνον και επέρασεν εις +τον θάλαμόν του ίνα εκδυθή. + +Όταν επέστρεψεν, ευρήκε την σύζυγόν του επί του αυτού φωτέγι, και +μόλις την επλησίασεν, η Κίττυ τον ητένισε και ήρχισε να κλαίη. + + ― Τι έχεις; τι έχεις; την ηρώτησε καίτοι τελείως εγνώριζε τι το +βασανίζον αυτήν. + + ― Είσαι ερωτευμένος με την αθλίαν αυτήν γυναίκα . . . Σ' εμάγευσε +. . . Το παρετήρησα εις τα μάτια σου . . . Ναι, ναι! Και ποίαν +συνέπειαν θα έχουν όλα αυτά; . . . Επήγες εις την λέσχην· έπιες, +έπιες . . . κατόπιν έπαιξες και έπειτα μετέβης εις αυτής της +γυναικός . . . Θα φύγωμεν απ' εδώ. . . Εγώ φεύγω αύριον. + +Επί πολύ ο Λεβίν δεν κατώρθωσε να την καταπραϋνη. Το επέτυχε δε +τέλος όταν μόνον της ωμολόγησεν ότι ο προς την Άνναν οίκτος του +και η σαμπάνια είχον συγχύσει εν αυτώ την αντίληψιν του αγαθού και +του πονηρού· ότι πράγματι είχεν αφεθή να επιρρεασθή από την Άνναν +και, ότι του λοιπού, θα την απέφευγε. Της ωμολόγησε προσέτι μετά +πάσης ειλικρινείας ότι η ζωή εκείνη της Μόσχας, όπου δεν έκαμνε +τίποτε άλλο παρά να πίνη, να τρώγη και να φλυαρή, τον είχε τελείως +παραστρατήσει. + +* * * + +Όταν η Άννα κατευώδωσε τους επισκέπτας της, ήρχισε να βηματίζη ανά +τον κοιτώνα της. Κατά τους τελευταίους εκείνους χρόνους είχε +καθιερώση την τακτικήν να εξάπτη όλους τους νεαρούς άνδρας ους +έβλεπε το αίσθημα του έρωτος· μετεχειρίσθη δε την αυτήν τακτικήν +και ως προς τον Λεβίν, καίτοι δε είχε κατανοήσει ότι είχεν +επιτύχει του σκοπού της εφ' όσον ήτο τούτο κατορθωτόν επ' ανδρός +νυμφευμένου και εντίμου, και εν διαστήματι μιας μόνης εσπέρας, +μόλις ούτος ανεχώρησεν έπαυσε να τον συλλογίζεται. + +Εν τούτοις της ήρεσκε πολύ. Παρά την χαρακτηριστικήν διαφοράν +μεταξύ των δύο εκείνων ανδρικών τύπων, η Άννα ως γυναίκα, +διέβλεπεν εις αμφοτέρους κάτι το ελκυστικόν που είχον από κοινού +και εν συνδυασμώ και διά το οποίον η Κίττυ είχεν αγαπήσει τον +Βρόνσκυ και ηγάπα τον Λεβίν. + +Μία μόνη σκέψις την εβασάνιζεν υφ' όλας της τας μορφάς: + + ― Αφού έχω τοιαύτην δύναμιν επιδράσεως επί άλλων, επί του συζύγου +τούτου, του αγαπώντος και αφωσιωμένου εις τα καθήκοντά του, διατί +εκείνος μένει ψυχρός ως προς με; . . . Όχι, όχι ψυχρός, με αγαπά, +το γνωρίζω . . . αλλά νέος μας χωρίζει φραγμός . . . Διατί περνά +ολόκληρη τη βραδειά του έξω από το σπίτι του; Μου ανεκοίνωσε διά +του Στίβα, ότι δεν ειμπορεί ν' αφήση τον Γιαχβίν και ότι πρέπει να +τον επιβλέπη εις το παιγνίδι. . . Ο Γιαχβίν είνε παιδί; Δέχομαι +την εξήγησιν ταύτην, δεν ψεύδεται ποτέ . . . Αλλά, κάτωθεν αυτής +της αληθείας, υπάρχει κάτι άλλο. Λογίζεται ευτυχής διότι έχει την +ευκαιρίαν ταύτην όπως μου αποδεικνύη ότι έχει και άλλα καθήκοντα! +Το γνωρίζω, και κρίνω ότι έχει δίκαιον. Αλλά προς τίνα σκοπόν +θέλει να μου το αποδεικνύη; Θέλει να μου αποδείξη ότι ο προς εμέ +έρως του δεν πρέπει να στενοχωρή την ελευθερίαν του. Αλλ' εγώ δεν +έχω ανάγκην τοιαύτης αποδείξεως, έρωτος έχω ανάγκην εγώ. Ώφειλε να +εννοή τι υποφέρω διαμένουσα εν Μόσχα . . . . Εγώ δεν ζω πλέον, +αναμένω την λύσιν, η οποία διαρκώς μου διεκφεύγει. Ο Στίβα μου +λέγει ότι δεν δύναται να μεταβή παρά τω Καρένιν, και εγώ δεν +ημπορώ να του ξαναγράψω . . . . Δεν ειμπορώ να κάμω τίποτε, ν' +αρχίσω τίποτε, να μεταβάλω τίποτε . . . Επιβάλλομαι εις εμαυτήν, +αναμένω, δημιουργώ ψυχαγωγικούς αντιπερισπασμούς, διαβάζω, αλλ' +όλα ταύτα είνε φαντασιώδη . . . και αυτή ακόμη η μορφίνη. . . Ο +Βρόνσκυ έπρεπε να με λυπήται . . . + +Ησθάνετο δε ότι η συμπάθεια ην έτρεφε προς εαυτήν της απέσπα τα +δάκρυα . . . + +Ήκουσε ζωηρόν κωδωνισμόν και ανεγνώρισε τον Βρόνσκυ. Εσπόγγισε +γρήγορα τα δάκρυά της, εκάθησε παρά την λυχνίαν, ήνοιξεν έν +βιβλίον και υπεκρίθη ηρεμίαν πνεύματος. + +Έπρεπε να τον αφήση να εννοήση ότι ήτο δυσηρεστημένη εκ του ότι +δεν είχεν επιστρέψει όπως της είχεν υποσχεθή, αλλά συνάμα να μη +του δείξη την λύπην της, ούτε το ότι συνεπόνει εαυτήν. + +Ο Βρόνσκυ επλησίασε φαιδρός και ζωηρός. + + ― Δεν εστενοχωρήθης, δεν είν' έτσι; . . . Α! τι πάθος αυτό το +παιγνίδι! + + ― Όχι, δεν εστενοχωρήθην· είνε πολύς καιρός τόρα που έχασα την +ικανότητα να στενοχωρούμαι . . . Μ' επεσκέφθη ο Στίβα μαζί με τον +Λεβίν. + + ― Ναι, μου είπαν ότι θα σ' επεσκέπτοντο. Λοιπόν! Σου ήρεσεν ο +Λεβίν; + +Εκάθησε παραπλεύρως της. + + ― Πολύ . . . Μόλις εξήλθεν . . . και ο Γιαχβίν; + + ― Εκέρδισε δεκαεπτά χιλιάδες ρούβλια . . . τον υπεχρέωσα να +αποσυρθή μαζί μου, και ηγέρθη πράγματι προς τούτο, αλλά κατόπιν +επέστρεψεν εις την τράπεζαν του παιγνιδιού και τόρα χάνει . . . + + ― Γιατί λοιπόν έμεινες συ; είπεν εκείνη υψώσασα την φωνήν. Είπες +εις τον Στίβα ότι έμεινες διά να σώσης τον Γιαχβιν και συ τον +εγκατέλειψες! + +Η έκφρασις της μορφής της κατέστη ωχρά και εχθρική . . Η μορφή του +Βρόνσκυ αντηνάκλασεν αμέσως την αυτήν αποφασιστικότητα να παλαίση +απαθώς. + + ― Εν πρώτοις ουδένα επεφόρτισα να σου μεταβιβάση τούτο ή εκείνο, +άλλως τε δεν λέγω ποτέ ό,τι δεν είνε αληθές . . . Είχα διάθεσιν να +μείνω και έμεινα. + +Εσιώπησε προς στιγμήν, είτα δ' έκυψε προς αυτήν και της έτεινε την +χείρα, ελπίζων ότι θα έθετεν εν αυτή την ιδικήν της. + + ― Άννα, Άννα, είπε, διατί; + +Η επίκλησις αύτη προς την τρυφερότητα ήρεσεν εις την νεαράν +γυναίκα, αλλά παράδοξος παρόρμησις προς το κακόν την ημπόδισε να +συμμερισθή το κούνημα εκείνο, ωσανεί οι όροι της ειρήνης δεν της +επέτρεπον να υποταχθή. + + ― Κάμνεις ότι σου αρέσκει. Αλλά προς τι να μου το λέγης. Σου +αμφισβητεί κανείς τα δικαιώματά σου; Επιμένεις τέλος, να έχης και +καλόν δίκαιον! . . . + +Εξήπτετο δ' επί μάλλον και μάλλον καθ' όσον ωμίλει. + +Ο Βρόνσκυ απέσυρε την χείρα του, και η μορφή του προσέλαβεν +έκφρασιν πολύ περισσότερον επιβλητικήν. + + ― Διά σε, είνε τόσο ισχυρογνωμοσύνη! Μάλιστα, ισχυρογνωμοσύνη . . +. Διά σε το ζήτημα έγκειται εις το να λέγης συ την τελευταίαν +λέξιν. Αλλ' αν είξευρες περί τίνος πρόκειται δι' εμέ . . . + +Δυσκόλως δε συνεκράτησε τα δάκρυά της. + + ― Αν εγνώριζες τι αισθάνομαι όταν σε βλέπω να φέρεσαι εχθρικώς, +ναι εχθρικώς προς εμέ. . . Αν εγνώριζες πόσον, κατά τας στιγμάς +αυτάς, πόσον πλησίον μας είναι η συμφορά, πόσον φοβούμαι εμαυτήν . +. . . + +Προ της απελπισίας εκείνης, ο Βρόνσκυ ετρόμαξεν . . . Έκλινε προς +αυτήν, έλαβε την χείρα της και την ησπάσθη. + + ― Ας ίδωμεν . . . προς τι να χάνωμεν τον καιρόν μας; Μήπως +επιζητώ εγώ ψυχαγωγίας έξω; Μήπως δεν αποφεύγω τας μετά γυναικών +σχέσεις; + + ― Αυτό δα μας έλειπεν ακόμη! + + ― Ειπέ μου, τι πρέπει να κάμνω διά να είσαι ήσυχος; Είμαι έτοιμος +εις όλα χάριν της ευτυχίας σου. Δεν βλέπεις ότι τα πάντα θα έκαμνα +ίνα σε αποσπάσω της θλίψεως που σε βασανίζει την στιγμήν αυτήν;. . +. + + ― Δεν είναι τίποτε, δεν είναι τίποτε, είπεν εκείνη. Αληθινά δεν +εννοώ και εγώ εμαυτήν, ίσως διότι μένω μόνη . . . Τα νεύρα . . . +Ας παύση αυτή η ομιλία! . . . Διηγήσου μου πώς διεξήχθησαν αι +ιπποδρομίαι; Δεν μου είπες τίποτε δι' αυτάς. + +Προσεπάθει να κρύψη τον θρίαμβόν της, διότι η νίκη ήτο και πάλιν +εξ ολοκλήρου ιδική της. + +Ο Βρόνσκυ εζήτησε να φάγη και ήρχισεν αφηγούμενος όλας τας +λεπτομερείας των ιπποδρομιών, διέκρινε όμως εκείνη εντός του +βλέμματός του, το οποίον καθίστατο επί μάλλον και μάλλον παγερόν, +ότι δεν θα της συνεχώρει την νίκην της και ότι η πεισμονή κατά της +οποίας μάτην επάλαιε τον κατελάμβανεν αύθις εξ ολοκλήρου. + +Η στάσις του και η συμπεριφορά του είχε καταστή ψυχροτέρα, ως να +μετενόει ήδη διότι υπεχώρησε, και η Άννα αναμιμνησκομένη διά τίνων +λόγων είχεν επιτύχει την νίκην, κατενόησεν ότι το όπλον αυτό ήτο +επικίνδυνον και ότι δεν ηδύνατο να το μεταχειρισθή δις. + +Συνησθάνετο ότι παραπλεύρως του συνδέοντος αυτούς έρωτος, ανέσυρεν +ήδη το πονηρόν πνεύμα της έριδος και ότι δεν ηδύνατο να το +αποδιώξη από της καρδίας του Βρόνσκυ και ακόμη ολιγώτερον από της +ιδικής της. + +* * * + +Αι εργασίαι του Ομπλόνσκυ επήγαιναν πολύ άσχημα και τα εισοδήματά +του δεν επήρκουν προς κάλυψιν των περιωρισμένων του δαπανών. +Απεφάσισε λοιπόν να επιζητήση εις την Διεύθυνσιν των Σιδηροδρόμων +καμμίαν αργομισθίαν που να του εξασφαλίζη καμμιά δεκαριά χιλιάδες +ρούβλια κατ' έτος και να του επιτρέπη συγχρόνως να διατηρήση το +αξίωμά του. Εις τούτο αποβλέπων ο Ομπλόνσκυ, απήλθεν εις +Πετρούπολιν ίνα ίδη τον Καρένιν, όστις θα ηδύνατο να του φανή +χρήσιμος εις την περίστασιν αυτήν. Εσκόπει δε ταυτοχρόνως να +δοκιμάση να του αποσπάση την συγκατάθεσίν του εις το διαζύγιον. + +Καθήμενος εις το γραφείον του Καρένιν ο Ομπλόνσκυ ηκροάσθη +υπομονητικώς την έκθεσιν των σχεδίων αυτού επί της κακής +καταστάσεως των ρωσσικών οικονομικών, αναμένων να τελειώση, διά να +ομιλήση περί των ιδίων του υποθέσεων και των της αδελφής του . . . +Μόλις δε παρουσιάσθη η ευκαιρία, τον παρεκάλεσε να ομιλήση εις +τους ισχύοντας, ότι ευχαρίστως θα εδέχετο μίαν θέσιν, κενήν τότε, +εις τον ανώτερον έλεγχον των σιδηροδρόμων. + + ― Αναμφιβόλως, ειμπορώ να ομιλήσω διά σε, αλλά διατί την +επιθυμείς αυτήν την θέσιν; + + ― Διότι έχει γερήν αμοιβήν . . . Εννέα χιλιάδες ρούβλια . . . τα +οικονομικά μου, κάτι γνωρίζεις, δεν είνε ανθηρά. Θα μου παρείχες +μεγάλην εκδούλευσιν, αν ευηρεστείσο να ομιλήσης δι' εμέ . . . +Εκτός όμως τούτου, έχω να σου ομιλήσω και δι' άλλο ζήτημα . . . +μαντεύεις περί τίνος πρόκειται . . . πρόκειται περί της Άννας! . . +. + +Μόλις ο Ομπλόνσκυ επρόφερε το όνομα τούτο, η μορφή του Καρένιν +ηλλοιώθη . . . αντί ερεθισμού, εξεδήλωσε δυσφορίαν και σκληρότητα. + + ― Μά, επί τέλους, τι θέλετε από εμέ; ηρώτησε. + + ― Μίαν λύσιν, μίαν οιανδήποτε λύσιν! Απευθύνομαι προς σε (ο +Ομπλόνσκυ ήθελε να προσθέση: «Ουχί ως προς ατιμασθέντα σύζυγον», +αλλά μετεμελήθη), ουχί ως προς πολιτικόν άνδρα, αλλ' απλώς ως προς +άνθρωπον της καρδιάς, ως προς χριστιανόν . . . Πρέπει να την +λυπηθής . . .» + + ― Πού θέλεις να καταλήξης; ηρώτησεν ηρέμα ο Καρένιν. + + ― Ναι, αυτό είνε, πρέπει να την λυπηθής . . . Αν την έβλεπες εις +την κατάστασιν που την είδον εγώ, ― επέρασα ολόκληρον τον χειμώνα +πλησίον της, ― θα την ηυσπλαγχνίζεσο . . . Η θέσις της είνε +τρομερά, απολύτως τρομερά, αυτή είνε η λέξις. + + ― Νομίζω εν τούτοις, ότι η Άννα Αρκαδιέβνα απέκτησε παν ό,τι +επόθει, είπεν ο Καρένιν διά φωνής ημιδιαπεραστικής. + + ― Α! αγαπητέ μου, σας παρακαλώ, ας αφήσωμεν τας αντεγκλήσεις! +Εκείνο που 'πέρασεν επέρασε . . . και γνωρίζεις καλώς τι επιθυμεί +. . . Ζητεί το διαζύγιον. + + ― Αλλ' ενόμιζα ότι η Άννα Αρκαδιέβνα απέκρουε το διαζύγιον, διότι +της εζήτουν να παραιτηθή από του υιού της . . . Εφρόνουν δε ότι το +ζήτημα αυτό είχε περατωθή . . . + + ― Παρακαλώ, χωρίς θυμούς! είπεν ο Ομπλόνσκυ. Αν συ επιτρέπεις θ' +ανακεφαλαιώσω τα γεγονότα: όταν εχωρίσθη της επέδειξες +μεγαλοφροσύνην, δεν θα ηδύνατο κανείς άλλος να φερθή ως συ +μεγαλοψύχως: της έδιδες τότε τα πάντα, της παρείχες την ελευθερίαν +και αυτό το διαζύγιον. Εξετίμησε δε πληρέστατα την στάσιν σου . . +. Ναι, ναι . . . Τόσον την εξετίμησεν, ώστε, υπό τας πρώτας +εντυπώσεις, αισθανομένη εαυτήν ένοχον απέναντί σου, περί ουδενός +εσκέφθη . . . Απέκρουσε τα πάντα . . . + +Αλλά της ζωής η πραγματικότης της απέδειξεν επί μακρόν, ότι η +κατάστασίς της ήτο αφόρητος. + + ― Η ζωή της Άννας Αρκαδιέβνας δεν έχει κανέν ενδιαφέρον δι' εμέ, +είπεν ο Καρένιν διακόπτων αυτόν και ανυψώντας οφρείς. + + ― Επίτρεψόν μου να μη το πιστεύω, προσέθηκε ηρέμα ο Ομπλόνσκυ . . +. Η κατάστασίς της είνε αφόρητος δι' αυτήν και χωρίς κανέν όφελος +δι' οιονδήποτε άλλον . . . Θα μου είπης ότι της αξίζει; . . Το +γνωρίζει κάλλιον παντός άλλου και δεν σου ζητεί αυτή ό,τι σου +προτείνω . . . Αυτή ομολογεί ότι δεν δύναται και δεν τολμά να σου +ζητήση τίποτε. Αλλ' εγώ, ημείς, όλοι της οι συγγενείς, όλοι ημείς +που την αγαπώμεν, σε παρακαλούμεν, σε ικετεύομεν. Διατί να +μαρτυρή; Ποίον ωφελούν αι βάσανοί της; + + ― Συγγνώμην, συγγνώμην, είπεν ο Καρένιν, νομίζω ότι με βάλετε εις +θέσιν κατηγορουμένου: + + ― Αλλ' όχι, ουδαμώς! . . κάθε άλλο! . . Σου λέγω μόνον ότι η +θέσις της Άννας είνε αφόρητος, και ότι συ, δύνασαι να την +βελτιώσης συ, χωρίς να σου στοιχίση απολύτως τίποτε . . . Θα τα +κανονίσω εγώ όλα χωρίς ν' ανησυχήσης . . . Άλλως τε μου το έχεις +υποσχεθή . . . + + ― Είχον δώσει την υπόσχεσιν ταύτην εν καιρώ, αλλ' ενόμισα έκτοτε +ότι το ζήτημα του υιού είχεν ανατρέψει την υπόθεσιν αυτήν . . . +Πλην δε τούτου, ήλπιζα ότι η Άννα Αρκαδιέβνα θα είχεν αρκετήν +γενναιοφροσύνην . . . + +Ο Καρένιν επρόφερε τας λέξεις ταύτας μετά μόχθου και με τα χείλη +φρίσσοντα. + + ― Αφίνει τα πάντα εις την μεγαλοφροσύνην σου . . . Σε παρακαλεί, +σε ικετεύει να την εξαγάγης από της φοβεράς θέσεως εις ην +ευρίσκεται . . . . Δεν σου ζητεί τον υιόν της . . . Ας ίδωμεν . . +. είσαι αγαθός . . . . ελθέ εις την ιδικήν της θέσιν . . . . Το +διαζύγιον δι' αυτήν αποτελεί ζήτημα ζωής ή θανάτου. . . . Αν δεν +της το είχες υποσχεθή, θα εξωκειούτο με την κατάστασίν της και θα +έμενεν εις την εξοχήν. Αλλά της το υπεσχέθης, και, αφού σου +έγραψε, μετέβη να εγκατασταθή εις Μόσχαν. Λοιπόν! εκεί, κάθε φοράν +που συναντά κανένα, είνε ως να δέχεται μια μαχαιριά κατάκαρδα . . +. Από εξαμήνου ήδη αναμένει να μάθη την απόφασίν σου . . . . Είνε +ως να κρατήται ένας εις θάνατον κατάδικος επί έξ μήνας, με το +σχοινί 'στό λαιμό, με την υπόσχεσιν ίσως θανάτου, ίσως χάριτος . . +. . Λυπήσου την . . . . Αναλαμβάνω εγώ να τα κανονίσω όλα . . . . +οι δισταγμοί σας . . . . + + ― Δεν πρόκειται περί τούτου! είπεν ο Καρένιν μετά δυσφορίας . . . +. Αλλ' ίσως υπεσχέθην ό,τι δεν είχον το δικαίωμα να υποσχεθώ . . . +. + + ― Ώστε αρνείσαι τόρα ό,τι υπεσχέθης; + + ― Ουδέποτε αρνούμαι το δυνατόν να γείνη, αλλά μου χρειάζεται +χρόνος να σκεφθώ. + +Ο Ομπλόνσκυ ανεσκίρτησεν επί του καθίσματός του. + + ― Όχι, όχι, δεν δύναμαι να το πιστεύσω . . . . Είνε τόσον +δυστυχής! . . . Δεν ειμπορείς να της αρνηθής . . . + + ― Το επαναλάμβανω, εντός των ορίων του δυνατού . . . . +Διατείνεσθε ότι είσθε πνεύμα ελεύθερον, αλλ' εγώ είμαι +φιλόθρησκος, και δεν δύναμαι να παραβώ τους χριστιανικούς νόμους. + + ― Αλλ' η χριστιανική κοινωνία, όπως η ιδική μας, δέχεται το +διαζύγιον, είπεν ο Ομπλόνσκυ. Η εκκλησία μας δέχεται το διαζύγιον +. . . + + ― Ναι, αλλ' όχι υπ' αυτό το πνεύμα. + +Ο Ομπλόνσκυ έμεινε προς στιγμήν σιωπηλός, μεθ' ό επανέλαβε. + + ― Δεν σε αναγνωρίζω πλέον! Δεν συνεχώρησες τα πάντα; . . . Δεν +ήσο, συγκινηθείς εκ του χριστιανικού ακριβούς αισθήματος, δεν ήσο +έτοιμος να θυσιάσης τα πάντα; Και πόσον σ' εθαυμάσαμεν! Συ ο ίδιος +το είπες, όταν σου πάρουν το 'πουκάμισο, δίδεις και το φόρεμά σου; +. . . Και τόρα . . . . + +Ο Καρένιν ηγέρθη κάτωχρος, με την σιαγώνα τρέμουσαν και είπε διά +φωνής διαπεραστικής: + + ― Αρκεί, αρκεί, σας παρακαλώ . . . ας παύση αύτη η συζήτησις . . +. . + + ― Συγχώρησόν με λοιπόν αν σ' ελύπησα, είπεν ο Ομπλόνσκυ με +συγκεχυμένον μειδίαμα και τείνων την χείρα προς τον γαμβρόν του. +Εγώ εξετέλεσα απλώς την αποστολήν, δι' ης είχον επιφορτισθή. + +Ο Καρένιν έλαβε την χείρα του, εσκέφθη και είπε: + + ― Πρέπει να ζυγίσω καλώς την υπόθεσιν αυτήν και να ζητήσω +σχετικάς οδηγίας . . . Μεθαύριον θα σας δώσω οριστικήν απάντησιν. + +Ο Ομπλόνσκυ ητοιμάζετο ν' αποσυρθή, οπότε ο Κόρνεϊ ανήγγειλεν: + + ― Ο Σεριόγια Αλεξέεβιτς! + + ― Α! ο Σεριόγια! είπεν . . . + +Ενεθυμήθη τότε ότι η Άννα τον είχε παρακαλέσει να ίδη τον υιόν +της. + +«. . . Θα τον ίδης και θα προσπαθήσης να μάθης ποίον έχει κοντά +του και τι κάμνει; . . . Αχ! Στίβα, αν ήτο δυνατόν!» + +Ο Ομπλόνσκυ ανεπόλησε την συγκινούσαν έκφρασιν με την οποίαν η +Άννα είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας, και κατενόει ότι δεν υπήρχε +δι' αυτήν τρόπος αποδοχής του διαζυγίου υπό τον όρον να χάση όλα +τα επί του υιού της δικαιώματα. Επανείδε λοιπόν μετ' ευχαριστήσεως +τον ανεψιόν του. + +Ο Καρένιν υπενθύμισεν εις τον γυναίκαδελφόν του ότι ουδέποτε +ωμίλουν εις τον Σεριόγια περί της μητρός του και τον παρεκάλεσε να +μη κάμη ουδένα σχετικόν υπαινιγμόν. + + ― Το παιδί ησθένησε σοβαρώς κατόπιν μιας συναντήσεως μετά της +μητρός του, την οποίαν δεν είχομεν προΐδει, είπεν ο Καρένιν . . . +Προς στιγμήν εφοβήθημεν διά την ζωήν του . . . . Αλλ' αι +επιστημονικαί περιποιήσεις, και τα θαλάσσια λουτρά το επανέφερον +εις τας αισθήσεις του, και τόρα, κατά συμβουλήν του ιατρού, το +ενέγραψα εις το σχολείον . . . Η επίδρασις των συμμαθητών υπήρξεν +αρίστη δι' αυτόν . . . Είνε καλά και προοδεύει εις τα γράμματα. + +Ο Σεριόγια, όστις είχε καταστή ωραίος μαθητής, εισήλθε φαιδρώς. +Εχαιρέτησε τον θειόν του ως ξένον, αλλά, μόλις τον ανεγνώρισεν, +εκοκκίνησε, και, ως να προσεβλήθη εκ της παρουσίας του, του +έστρεψε τα νώτα . . . Επλησίασε δε τον πατέρα του και του επέδειξε +τα γραπτά του. + + ― Καλά, πολύ καλά! είπεν ο Καρένιν, ειμπορείς να πηγαίνης. + + ― Αδυνάτισε και εμεγάλωσε, παρετήρησεν ο Ομπλόνσκυ. Δεν είνε +πλέον παιδί, είνε εκείνο που αγαπώ . . . Μ' ενθυμείσαι εμέ. + +Ο Σεριόγια έρριψε βλέμμα επί του πατρός του. + + ― Σας ενθυμούμαι, θείε μου, απεκρίθη χαμηλώσας τους οφθαλμούς. + +Ο Ομπλόνσκυ τον είλκυσε προς εαυτόν και τον επήρεν από το χέρι. + + ― Λοιπόν! πώς είσαι; είπε θέλων να ομιλήση μετά του νεανίσκου και +μη γνωρίζων τι να του είπη. + +Το παιδίον εκοκκίνισε χωρίς ν' αποκριθή και απέσυρεν ηρέμα το χέρι +του. Μόλις δε ο Ομπλόνσκυ το αφήκεν ελεύθερον, ητένισεν +ερωτηματικώς τον πατέρα του, είτα δε, ωσάν πουλί ανακτήσαν την +ελευθερίαν του, ώρμησεν έξω του δωματίου. + +Έν έτος είχε παρέλθει αφ' ότου ο Σεριόγια είχεν ίδει την μητέρα +του διά τελευταίαν φοράν. Έκτοτε δεν είχε πλέον ακούσει να γείνη +λόγος περί αυτής. Τα όνειρα και αι αναμνήσεις, αίτινες μετά την +συνάντησίν των, τον είχον κάμει ν' ασθενήση δεν τον ηνόχλουν πλέον +και ταπεδίωκεν οσάκις συνεσωρεύοντο εντός της κεφαλής του, +ευρίσκων αυτά καλά διά μικρά κοριτσάκια, αλλ' όχι δι' ένα μαθητήν. + +Εγνώριζεν ότι ο πατήρ του και η μήτηρ του είχον έλθει εις ρήξιν +και έζων χωριστά. Και ήρχιζε να εξοικειούται προς την σκέψιν ότι +ώφειλε να ζήση μετά του πατρός του. + +Όταν αντίκρυσε τον θείον του, όστις ωμοίαζε προς την μητέρα του, ο +Σεριόγια ησθάνθη οδυνηράν συγκίνησιν, διότι τούτο του υπενθύμιζεν +αναμνήσεις διά τας οποίας ησχύνετο. Εμάντευσε κατόπιν εκ της +εκφράσεως του πατρός του και του θείου του, ότι θα είχον ομιλήσει +περί της μητρός του. Όταν δε ο Ομπλόνσκυ εξήλθεν όπισθέν του και +τον εκάλεσεν εις την κλίμακα, ο Σεριόγια μη ευρισκόμενος πλέον +παρουσία του πατρός του, του ωμίλησε προθύμως. + + ― Εφεύρομεν εις την τάξιν μας ένα σιδηρόδρομον, διηγήθη. Ιδού πώς +γίνεται: δύο παιδιά κάθηνται εις το θρανίο, αυτοί είνε οι +ταξειδιώται, ένα άλλο στέκει όρθιον επί του θρανίου και έπειτα, +όλα τα άλλα παιδιά, το τραβούν. . . Δεν είνε εύκολον πράγμα να +είνε κανείς οδηγός. + + ― Είνε το παιδί που στέκει όρθιον; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ μειδιών. + + ― Ναι, βέβαια! . . . Χρειάζεται πολύ θάρρος και μεγάλη +επιδεξιότης, ιδίως όταν το τραίνο σταματά αποτόμως ή όταν κανείς +αναποδογυρίζεται . . . + +Ο Ομπλόνσκυ παρετήρει μετά λύπης τα ζωηρά εκείνα ωραία μάτια, ― +μάτια της Άννας, ― τα οποία δεν ήσαν πλέον μάτια τελείας παιδικής +αθωότητος, καίτοι δεν είχεν υποσχεθή εις τον γαμβρόν του να μη +αναφέρη τι περί της αδελφής του, δεν ηδυνήθη να κρατηθή. + + ― Και, τη θυμάσαι τη μαμά σου; ηρώτησεν. + + ― Όχι! . . . Δεν τη θυμούμαι! . . . + +Ο Σεριόγια επρόφερε τας λέξεις ταύτας εν σπουδή, εγένετο +καταπόρφυρος και εχαμήλωσε τα μάτια. Ο θειος του δεν ηδυνήθη να +του αποσπάση ούτε λέξιν επί πλέον. + +Μετά ημίσειαν ώραν, ο παιδαγωγός του τον ευρήκεν εις την ιδίαν +θέσιν, και επί πολύ, δεν ηδυνήθη να αντιληφθή αν το παιδί ήτο +εξοργισμένον ή αν έκλαιεν. + + ― Α! είμαι βέβαιος ότι θα έπεσες και θα εκτύπησες; εφώνησεν ο +παιδαγωγός. Πρέπει να ειδοποιήσω τον διευθυντήν, + + ― Αν εκτυπούσα, κανείς δεν θα το εμάθαινεν, ειμπορείτε να είσθε +βέβαιος περί τούτου. + + ― Τι έχεις λοιπόν; + + ― Α! αφήσατέ με. + +Είτα δε, στρέψας τα νώτα προς τον παιδαγωγόν του και ομιλών, ως ν' +απηυθύνετο προς ολόκληρον τον κόσμον, ο Σεριόγια ανεφώνησε: + + ― Τι τον ενδιαφέρει αυτόν αν θυμούμαι ή δεν θυμούμαι; Γιατί να +θυμούμαι; Α! . . . ας μ' αφήσουν ήσυχον! + +* * * + +Όπως δύο σύζυγοι δυνηθώσι να λάβουν μίαν σημαντικήν απόφασιν προς +το συμφέρον της οικογενείας απαιτήται να υπάρχη μεταξύ των ή +πλήρης ομόνοια ή κεκηρυγμένη εχθρότης. Οσάκις αι μεταξύ ανδρός και +γυναικός σχέσεις παραμένουν ακαθόριστοι, ουδενός δύνανται να +επιληφθώσι και ουδέν ν' αποφασίσουν. + +Μέγας αριθμός οικογενειών, επί μακρά έτη, φυτοζωώσιν διάγουσαι +βίον καταστάντα αφόρητον εις αμφοτέρους τους συζύγους, μόνον και +μόνον διότι δεν υπάρχει μεταξύ των ούτε πλήρης ενότης ούτε +δυσαρμονία απόλυτος. + +Η ζωή εν Μόσχα, με την θερμότητα, με τον θερινόν κονιορτόν, +απήρεσκε απολύτως είς τε τον Βρόνσκυ και εις την Άνναν^ δεν +εγκατέλειπον εντούτοις την πόλιν και δεν επέστρεφον εις την +εξοχήν, όπως από πολλού είχεν αποφασίσει, διότι αρμονία πλήρης δεν +εβασίλευε πλέον μεταξύ των. Η δε δυσαρέσκεια, ήτις τους εχώριζεν +ουδεμίαν είχεν εξωτερικήν αιτίαν, αλλά πάσα απόπειρα εξηγήσεως, +αντί να διαλύση την καθίστα βαρυτέραν. + +Ήτο κάποια οργή ενδόμυχος, βαθεία προκαλουμένη παρά τη Άννα από +την πεποίθησιν ότι ο Βρόνσκυ την ηγάπα ολιγώτερον, και παρά τούτω +από το γεγονός ότι είχε περιέλθει εξ αιτίας της εις θέσιν +δύσκολον, την οποίαν έτι μάλλον περιέπλεκεν αύτη. + +Ουδέτερος εκ των δύο ωμολόγει την αφορμήν της δυσαρεσκείας του, +αλλ' έκαστος επέρριπτε το σφάλμα εις τον έτερον, και επωφελείτο +παντός προσχήματος όπως τον αποδείξη ένοχον. + +Δι' αυτήν, ο Βρόνσκυ ολόκληρος με όλας του τας συνηθείας, τας +σκέψεις, τας επιθυμίας του, με όλην την φυσικήν και πνευματικήν +του ζωήν, υφίστατο αποκλειστικώς διά την γυναίκα του, και κατά την +γνώμην της, ολόκληρος η αγάπη του έπρεπε να συγκεντρούται +μοναδικώς εις αυτήν. Ο προς αυτήν έρως του είχε μειωθή, είχε +συνεπώς χαρίσει μέρος της τρυφερότητός του εις άλλους ή εις ετέραν +γυναίκα, και εζηλοτύπει. Εστήριζε δε τας υποψίας της όχι εις το +ότι εγνώριζε την γυναίκα η οποία της αφήρπαζε τον έρωτά της, αλλ' +εκ του ότι συνησθάνετο ότι ο έρως αυτός είχεν ελαττωθή. Της +ζηλοτυπίας της μη εχούσης βάσιν απτήν, την επεζήτει, και επί τη +μάλλον ασημάντω ενδείξει την μετετόπιζεν από τούτο εις εκείνο. Οτέ +μεν υπώπτευε τον Βρόνσκυ ότι επανήρχετο εις σχέσεις προς τας +αγροίκους εκείνας γυναίκας μεθ' ών τον είχον φέρει εις επαφήν αι +παλαιαί του νεανικαί γνωριμίαι· οτέ δε εφαντάζετο ότι επεζήτει +οριστικήν ρήξιν μαζί της διά να νυμφευθή. Αυτός ο ίδιος δεν της +είχε διηγηθή απροσέκτως ότι η μητέρα του τόσον ολίγον τον εννόει, +ώστε τον είχε καθικετεύσει να νυμφευθή την πριγκήπισσαν Σορόκιν; + +Ταυτοχρόνως δε, επειδή ήτο ζηλότυπος, η Άννα κατηγόρει τον Βρόνσκυ +δι' όλα τα άτοπα της ιδίας της θέσεως εν τη κοινωνία. Η οδυνηρά +αναμονή εν τη οποία είχε παρέλθει η εν Μόσχα ζωή της, μεταξύ γης +και ουρανού, η βραδύτης και η αναποφασιστικότης του Καρένιν, η +μόνωσις εις την οποίαν [ευρίσκετο], όλα αυτά ήσαν σφάλματα του +Βρόνσκυ. Αν την ηγάπα, θα αντελαμβάνετο παν ό,τι οδυνηρόν ενείχεν +η κατάστασίς της και θα την εξήγεν εξ αυτής. Τον κατηγόρει επίσης +και διότι την εκράτει εν Μόσχα, διότι δεν ηδύνατο να ζήση σε μια +τρύπα, εις την εξοχήν, όπως επόθει εκείνη. Αυτός είχεν ανάγκην +κοινωνικής ζωής και την ενέβαλε τοιουτοτρόπως εις αληθή αδιέξοδον, +της οποίας ηρνείτο να κατανοήση ολόκληρον την φρικαλεότητα. + +Αυτός ακόμη ήτο η αιτία του διά παντός χωρισμού αυτής από του υιού +της. + +Αι σπάνιαι στιγμαί της τρυφερότητος, αίτινες παρουσιάζοντο κατά +μακρά διαστήματα, δεν επήρκουν όπως την καθησυχάσουν. Διέβλεπε +τώρα εις τας εκδηλώσεις του έρωτός του ποιάν τινα σταθερότητα και +ηρεμίαν που δεν υπήρχον άλλοτε και αι οποίαι την εξώργιζον. + +Κατά τας δέκα ο Βρόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του. Η Άννα +έδραμεν εις υπάντησίν του και τω είπε με έκφρασιν αγάπης και +μεταμελείας: + + ― Διεσκέδασες καλά; + + ― Όπως συνήθως, απήντησεν εκείνος . . . Τι βλέπω; προσέθηκεν +επιδείξας τας ετοίμους αποσκευάς. Λοιπόν; . . . Τι σημαίνουν αυτά; +. . . Οριστικώς; . . . + + ― Μάλιστα, πρέπει να φύγω, είπεν η Άννα. Εξήλθα και επέστρεψα με +τρελλήν επιθυμίαν να επανέλθωμεν εις την εξοχήν. Τίποτε πλέον δεν +σε κρατεί εδώ, δεν είν' έτσι; + + ― Και εγώ να φύγωμεν θέλω όσον το δυνατόν ταχύτερον . . Περίμενέ +με μίαν στιγμήν, επιστρέφω αμέσως . . . Ας παρατεθή το τσάι. + +Επέρασεν εις τον κοιτώνα του. Όταν δ' επανήλθε, τω διηγήθη εκείνη +πώς είχε περάσει την ημέραν της και του ενεπιστεύθη τα του +μέλλοντος σχέδιά της. + + ― Ξεύρεις, είπεν, έσχον μίαν έμπνευσιν. Διατί να μένωμεν εδώ +αναμένοντες το διαζύγιον; Δεν είνε το αυτό αν ευρισκώμεθα εις την +εξοχήν; Δεν ειμπορώ πλέον να περιμένω. Δεν δύναμαι πλέον να ελπίζω +. . . δεν υποφέρω πλέον ν' ακούω την λέξιν διαζύγιον. Απεφάσισα +όπως μη έχη του λοιπού ουδεμίαν τούτο επιρροήν επί της ζωής μου. +Είσαι και της γνώμης μου; + + ― Ω! βέβαια απήντησεν εκείνος. + +Και ητένισεν ανησύχως την συγκεκινημένην μορφήν της Άννας. + +Επηκολούθησε στιγμή σιγής. + + ― Τι έκαμες εκεί κάτω; Ποίους είδες; ηρώτησεν η Άννα . . . + +Ο Βρόνσκυ κατωνόμασε διάφορα πρόσωπα. + + ― Το δείπνον ήτο ευχάριστον . . . Λοιπόν, πότε υπολογίζεις να +φύγωμεν; + +Η Άννα έσεισε την κεφαλήν ως διά ν' αποδιώξη κάποιαν δυσάρεστον +σκέψιν. + + ― Όσον το ταχύτερον. Αύριον δεν θα είμεθα έτοιμοι . . . +Μεθαύριον. + + ― Καλώς . . . . Εν τούτοις, όχι . . , . Μεθαύριον είνε Κυριακή +και πρέπει να 'πάω 'στής μαμάς. + +Εταράχθη, διότι, μόλις επρόφερε το όνομα της μητρός του, αντελήφθη +καχίποπτον το βλέμμα της Άννας! . . Η δε ταραχή αύτη συνέτεινεν +όπως κυρώση τους φόβους αυτής. + + ― Θα ειμπορούσες να 'πας αύριον 'στής μητέρας σου, είπεν. + + ― Αύριον, τα χρήματα και τα έγγραφα που περιμένομεν δεν είν' +έτοιμα, παρετήρησεν εκείνος. + + ― Αν έχη ούτω, τότε δεν αναχωρούμεν καθόλου. . . + + ― Αλλά διατί καθόλου; + + ― Ή θα φύγω την Δευτέραν ή δεν θα φύγω ποτέ. + + ― Αυτό είναι ακατανόητον! υπέλαβεν εκείνος έκπληκτος. + + ― Ακατανόητον διά σε, διότι όσα με αφορώσι δεν σ' ενδιαφέρουν. +Δεν θέλεις να εννοήσης ποίαν ζωήν διάγω. Εδώ, έν μόνον υπήρχε που +μ' ενδιέφερεν, η Αννίτσα! Είπες ότι αυτό ήτο υποκρισία . . . . . +Δεν είπες χθες ότι δεν αγαπώ την κόρην μου; + +Προς στιγμήν, συνήλθεν εις εαυτήν και κατενόησε μετά τρόμου ότι +ειργάζετο κατά των ιδίων της προθέσεων· αλλά, καίτοι τελείως +συναισθανομένη ότι κατειργάζετο την ιδίαν της καταστροφήν, δεν +ηδύνατο πλέον να κυριαρχήση εαυτής ούτε ν' αποφύγη να του αποδείξη +πόσον ήτο άδικος ως προς αυτήν . . . Δεν ηδύνατο να υποταχθή! + + ― Ουδέποτε επρόφερα τα λόγια που μου αποδίδεις, εγώ είπα μόνον +ότι δεν συμμερίζομαι τους αποτόμους σου ενθουσιασμούς. + + ― Διατί δεν λέγεις την αλήθειαν, συ ο τόσον αρεσκόμενος και +υπεριφανεύεσαι διά την ειλικρίνειάν σου; + + ― Δεν υπερηφανεύθην ποτέ και ποτέ δεν εψεύσθην . . . Λυπούμαι +διότι δεν σέβεσαι . . . + +Συνεκρατείτο και κατέστελλε την πλημμυρούσαν αυτόν οργήν. + + ― Ο σεβασμός εφευρέθη διά τα καλύπτωνται δι' αυτού αι θέσεις τας +οποίας κενώνει ο έρως . . . Και αν δεν μ' αγαπάς πλέον, θα ήτο +εντιμότερον να μου το είπης. + + ― Όχι, μά την αλήθεια, αυτό καταντά ανυπόφορον! εφώναξεν ο +Βρόνσκυ. + +Ηγέρθη δε από του καθίσματός του, εστάθη όρθιος ενώπιόν της και +εξεφράσθη βραδέως, με το ύφος ανθρώπου πολλά έχοντος να είπη, αλλά +συγκρατουμένου: + + ― Διατί θέτεις υπό δοκιμασίαν την υπομονήν μου; . . . Έχει και +αυτή τα όριά της . . . . + + ― Τι θέλετε να 'πήτε με αυτά τα λόγια; εφώναξεν η Άννα. + +Παρετήρει δε περιδεής την έκφρασιν του μίσους, ήτις ηκτινοβολείτο +από της μορφής του Βρόνσκυ και ιδίως από τους σκληρούς και +οργίλους οφθαλμούς του. + + ― Θέλω να είπω . . . . αλλά δεν συνεπλήρωσε την φράσιν του, και, +μετά μίαν στιγμήν επανέλαβεν: + + ― Οφείλω να σας ερωτήσω τι επιθυμείται παρ' εμού; + + ― Τι ειμπορώ να επιθυμώ; Δεν δύναμαι να μη εύχομαι όπως μη μ' +εγκαταλείψετε, όπως προτίθεσθε. Αλλά δεν είν' αυτό που εύχομαι, +αυτό είνε δευτερεύον . . . Θέλω τον έρωτά σας, και δεν τον έχω, +τετέλεσται λοιπόν το παν. + +Διηυθύνθη προς την θύραν. + + ― Περίμενε! Περίμενε! είπεν εκείνος, χωρίς να παύση συσπών +δυσοιώνως τας οφρείς, αλλά κρατήσας αυτήν από του βραχίονος . . . +Περί τίνος πρόκειται; Εγώ είπα, ότι πρέπει ν' αναβάλωμεν την +αναχώρησίν μας επί τριήμερον, και μου απήντησες ότι ψεύδομαι και +δεν είμαι έντιμος άνθρωπος. + + ― Μάλιστα, και επαναλαμβάνω, ότι άνθρωπος που μου ρίπτει κατά +πρόσωπον παν ό,τι εθυσίασε προς χάριν μου . . . υπενθύμιζε λόγους +διαφυγόντες του Βρόνσκυ κατά τινα παλαιοτέραν ίριδα. + +Λοιπόν! λέγω ότι ένας τοιούτος άνθρωπος δεν είναι απλώς βάναυσος, +αλλά κάτι χειρότερον, είνε άνθρωπος χωρίς καρδιά! + + ― Ω! πάει πολύ! . . . η υπομονή έχει όρια! κραύγασαν εκείνος. + +Και αφήκεν αποτόμως τον βραχίονά της. + +«. . . Με απεχθάνεται, είναι φανερόν!» διελογίσθη η Άννα. + +Χωρίς δε να προφέρη λέξιν, χωρίς να υποστραφή εξήλθε του δωματίου +με βήμα ασταθές. + +«. . . Αγαπά άλλην! ακόμη φανερώτερον τούτο», εσκέφθη . . . +«Απαιτώ έρωτα εκεί που δεν υπάρχει πλέον έρως, όλα λοιπόν +ετελείωσαν! . . . Ναι, πρέπει να δοθή πέρας! Αλλά πώς;» + +Εκάθησεν επί τινος φωτέγι, ενώπιον ενός καθρέπτου. Κύμα +διαλογισμών επλημμύρησε τον εγκέφαλόν της: πού θα υπάγη τόρα; Παρά +τη θεία της που την ανέθρεψε; . . . Παρά τη Δόλλυ; . . . Εις το +εξωτερικόν; Και τι θα κάμνη εκεί, μόνη, εντός του δωματίου της; . +. . Πρόκειται περί ρήξεως οριστικής, ή η συμφιλίωσις είνε ακόμη +δυνατή; Και τι θα είπη ο κόσμος εις την Πετρούπολιν και τι θα +σκεφθή ο Καρένιν διά το σκάνδαλον αυτό; + +Ανελογίσθη και πάλιν τον Καρένιν, την μετά τον τοκετόν ασθένειάν +της και την τότε καταλαβούσαν αυτήν επιθυμίαν ν' αποθάνη. + +«. . . Γιατί να μην 'πεθάνω;» Ανεμνήσθη τα λόγια αυτά και όλα τα +τότε πλημμυρήσαντα αυτήν συναισθήματα . . . «Γιατί να μην +'πεθάνω!» Και, αποτόμως, κατενόησε τι ενέκλειεν εις τα βάθη της +ψυχής της. + +Ναι, αυτή μόνη η σκέψις ηδύνατο να καταλήξη εις μίαν διέξοδον. + +«. . . Ναι, ν' αποθάνω! Ο θάνατος εξιλεώνει τα πάντα: Το αίσχος +του Καρένιν και του Σεριόγια και το ίδιόν μου αίσχος . . . Όταν θα +είμαι νεκρά, θα μεταμεληθή, θα με λυπηθή, θα με αγαπήση, θα +υποφέρη δι' εμέ». + +Βήματα, τα προσεγγίζοντα βήματά του την απέσπασαν των διαλογισμών +της. + +Ο Βρόνσκυ την επλησίασεν, έλαβε την χείρα της και της είπεν: + + ― Άννα, θα φύγωμεν μεθαύριον, αν θέλης, συγκατατίθεμαι εις όλα. + +Εκείνη δεν απεκρίθη. + + ― Λοιπόν; ηρώτησεν εκείνος. + + ― Γνωρίζεις την απάντησίν μου. + +Δεν ηδυνήθη δε να συγκρατηθή επί πλέον και εξερράγη εις λυγμούς. + + ― Άφες με, εγκατάλειψόν με, έλεγεν εν μέσω των δακρύων της . . . +Θα φύγω αύριον, θα κάμω κάτι παραπάνω . . . διότι τι είμαι εγώ; +Μια χαμένη γυναίκα . . . μια πέτρα προσκολληθείσα εις τον λαιμόν +σου . . . Δεν θέλω να σε βασανίζω, δεν το θέλω, θα σε απαλλάξω απ' +εμού, δεν με αγαπάς, αγαπάς άλλην . . . + +Ο Βρόνσκυ την ικέτευε να πραϋνθή, και την εβεβαίωσεν ότι δεν είχε +κανένα λόγον να είνε ζηλότυπος· ότι ουδέποτε είχε παύσει, ότι +ουδέποτε θα έπαυε να την αγαπά και ότι την ηγάπα πλειότερον ή +άλλοτε . . . Κατεφίλει τας χείρας της και της επανελάμβανεν: + + ― Άννα, Άννα, διατί όλα αυτά τα μαρτύρια; + +Ήτο πλήρης τρυφερότητος και η Άννα αντελήφθη την παρεμβολήν +δακρύων εις την φωνήν του και ησθάνθη την δρόσον αυτών επί της +χειρός της. Στιγμιαίως δε η ζηλοτυπία της εξηνεμίσθη και κατελήφθη +αύτη η ιδία υπό απείρου τρυφερότητος, τον ενηγκαλίζετο τώρα, και +εκάλυπτε με φιλήματα την κεφαλήν του, τον τράχηλόν του, τας χείρας +του! + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Η Άννα ηνόησεν ότι η συμφιλίωσις ήτο πλήρης και, ευθύς από της +πρωίας, ήρχισε τας προετοιμασίας της διά την αναχώρησιν. + +Της ήτο ήδη απολύτως αδιάφορον αν θ' ανεχώρει ταχύτερον ή +βραδύτερον. Ίστατο εντός του θαλάμου της, ενώπιον ανοικτού +κιβωτίου εκλέγουσα τα διάφορα είδη των αποσκευών οπόταν ο Βρόνσκυ +εισήλθε προ της συνήθους του ώρας. + + ― Πηγαίνω 'στής μαμάς και θα είμαι έτοιμος αύριον για το ταξείδι +μας είπεν. + +Ο υπαινιγμός ούτος περί της επισκέψεώς του παρά τι μητρί του την +επήραξε παρά τας αγαθάς της προδιαθέσεις. + + ― Όχι, εγώ δεν θα είμαι έτοιμη, παρετήρησε. + +Ταυτοχρόνως δε δεν ηδυνήθη να μη διαλογισθή κατ' ιδίαν: «. . . +Κατώρθωσε λοιπόν να τα τακτοποίηση όλα διά να κάμνη όπως ήθελα». + + ― Κάμε όπως θέλεις, του είπεν. Αύριον λοιπόν, είνε βέβαιον; +προσέθηκε φαιδρώς. + +Αλλ' αίφνης η μορφή της εσκυθρώπασεν. + +Ο υπηρέτης του Βρόνσκυ είχεν εισέλθει διά να ζητήσει από τον +κύριόν του μίαν υπογραφήν παραλαβής τηλεγραφήματός τινος εκ +Πετρουπόλεως, όπερ του είχεν επιδοθή . . . Δεν υπήρχε τίποτε το +ιδιάζον εις το τηλεγράφημα εκείνο. Εντούτοις, ως να ήθελε κάτι ν' +αποκρύψη, ο Βρόνσκυ απεκρίθη ότι το διπλότυπον των αποδείξεων ήτο +εις το δωμάτιόν του, είτα δε, ως διά να στρέψη αλλαχού την +προσοχήν, της είπεν εν σπουδή: + + ― Θα περατώσω χωρίς άλλο όλας μου τας υποθέσεις αύριον. + + ― Από ποίον είνε το τηλεγράφημα; ηρώτησεν εκείνη χωρίς να τον +ακούση. + + ― Από τον Στίβα απήντησεν ο Βρόνσκυ μετά δυσφορίας. + + ― Διατί δεν μου το έδειξες; Ειμπορεί να υπάρχουν μυστικά μεταξύ +Στίβα και εμού; + +Ο Βρόνσκυ ανεκάλεσε τον υπηρέτην και του είπε να φέρη το +τηλεγράφημα. + + ― Γνωρίζεις ότι ο Στίβα έχει την μονομανίαν του τηλεγραφείν . . . +Προς τι να τηλεγραφήση αφού τίποτε ακόμη δεν απεφασίσθη; + + ― Εν σχέσει προς το διαζύγιον; + + ― Ναι, αλλά μου γράφει: «Τίποτε ακόμη δεν επέτυχα». Μου υπόσχεται +δε να δώση ταχέως οριστικήν απάντησιν . . . Αλλά, διάβασε μόνη σου +καλλίτερα. + +Η Άννα έλαβε το τηλεγράφημα εις τας τρεμούσας της χείρας και +ανέγνω τας λέξεις, τας οποίας είχε προφέρει ο Βρόνσκυ. + +Εν τούτοις ο Στίβα προσέθετε και τα εξής: «Πολύ ολίγον ελπίζω, +αλλά θα κάμω δυνατά και αδύνατα». + + ― Σου είπα χθες ότι μου ήτο εντελώς αδιάφορον αν θα επιτευχθή ή +όχι το διαζύγιον. Δεν υπήρχε λοιπόν κανείς λόγος να μου αποκρύψης +το τηλεγράφημα. + +«. . . Ομοίως ειμπορεί να μου κρύπτη, και μου κρύπτει την +αλληλογραφίαν του με τας γυναίκας», διελογίσθη. + +Ο Βρόνσκυ, διά να στρέψη αλλαχού την συνομιλίαν, ήρχισε να ομιλή +περί του Γιαχβίν, όστις είχε καταγάγει υπέροχον επιτυχίαν εις το +χαρτοπαίγνιον. + + ― Όχι, είπεν, εκείνη, εξωργισμένη, διότι στρέφων τον λόγον ήθελε +να της δείξη ότι ηννόησε την δυσαρέσκειάν της . . . Διατί +σκέπτεται ότι αυτή η είδησις ειμπορεί να με ταράξη τόσον, ώστε να +είνε προτιμότερον να μη την μάθω; . . . Σου είπον ότι δεν θέλω +πλέον να σκέπτωμαι περί διαζυγίου και ότι επιθυμώ να μη +ενδιαφέρεσαι ούτε συ περί τούτου. + +Εξ εναντίας, εμέ μ' ενδιαφέρει το διαζύγιον, διότι μου αρέσει να +καθαρίζωνται τα ζητήματα, απήντησεν εκείνος. + + ― Διατί ενδιαφέρεσαι τόσον διά το διαζύγιον; ηρώτησεν η Άννα. + + ― Το γνωρίζεις κάλλιον εμού . . . χάριν σου και των τέκνων που θα +αποκτήσωμεν. + + ― Δεν θα αποκτήσωμεν πλέον τέκνα. + + ― Πολύ λυπηρόν αυτό . . . + + ― Έχεις ανάγκην του διαζυγίου εξ αιτίας των παιδιών, επέμεινεν +εκείνη, εντελώς λησμονήσασα ότι της είχεν είπει: «χ ά ρ ι ν - σ ο υ +και των τέκνων». + +Το ζήτημα αυτό των παιδιών τους εκράτει από πολλού εις διάστασιν +και παρώργιζε την Άνναν. Διελογίζετο ότι δεν εξετίμα πλέον την +καλλονήν της. + + ― Α! εγώ είπα χάριν σου, προ παντός χάριν σου, είπεν ο Βρόνσκυ +συσπών επωδύνως το μέτωπον. Διότι είμαι βέβαιος ότι μέγα μέρος της +νευρικότητός σου προέρχεται εκ της αβεβαιότητος την οποίαν +παρουσιάζει η κατάστασις. + +«. . . Ναι, ναι, έπαυσε μάλιστα και να προσποιήται και διαβλέπω το +παγερόν μίσος, το οποίον τρέφει προς εμέ», διελογίσθη η Άννα . . . +Δεν ήκουε πλέον τους λόγους του, αλλ' ανεκάλυπτε μετά φρίκης εις +τα μάτια του Βρόνσκυ ότι είχεν ενώπιόν της ένα δικαστήν ψυχρόν και +σκληρόν. + +Απατάσαι, του είπε, και δεν καταλαμβάνω μάλιστα πώς το γεγονός ότι +ευρίσκομαι απολύτως εις την διάθεσίν σου δύναται να είνε αφορμή +της νευρικότητός μου; + + ― Λυπούμαι διότι δεν δύνασαι να εννοήσης, ότι δεν είμαι τόσον +ελεύθερος, όσον φαντάζεσαι . . . + + ― Επί του ζητήματος τούτου, δύνασαι να είσαι απολύτως ήσυχος, +επανέλαβεν εκείνη. Το τι σκέπτεται η μητέρα σου και ο τρόπος με +τον οποίον ενεργεί διά να σε νυμφεύση μου είνε απολύτως αδιάφορα +πράγματα . . . + +Η χειρ της Άννας έτρεμεν όταν απέθηκε το φλιτζάνι της. + + ― Αλλά δεν πρόκειται περί τούτου; είπεν ο Βρόνσκυ. + + ― Ναι, περί τούτου ακριβώς πρόκειται . . . Και, πίστευσόν με, μία +γυναίκα που δεν έχει καρδιά, είτε γραία είνε είτε νέα, είτε μητέρα +σου, είτε ξένη, δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου, και δεν θέλω να την +ξέρω . . . + + ― Άννα, σε παρακαλώ να μη ομιλείς ασεβώς περί της μητρός μου. + + ― Μία γυναίκα της οποίας η καρδία δεν εμάντευσεν εις τι έγκειται +η ευτυχία και η τιμή του υιού της, η γυναίκα αύτη δεν έχει καρδιά. + + ― Επαναλαμβάνω την απάντησίν μου, την οποίαν εγώ σέβομαι, +απήντησεν ο Βρόνσκυ. + +Ύψωσε δε την φωνήν και ητένισεν αυστηρώς την Άνναν. + +Εκείνη δεν απεκρίθη, προσήλωσε τα μάτια επί της μορφής του Βρόνσκυ +και επί των χειρών αυτού και ανεπόλησεν καθ' όλας τας λεπτομερείας +την συμφιλίωσίν των της προτεραίας και τας πλήρεις έρωτος θωπείας +του. + + ― Είνε αι θωπείαι, ας έχει δώσει εις άλλας γυναίκας και θα +εξακολουθήση να δίδη, που επιθυμεί να δίδη εις άλλας, εσκέφθη. Δεν +αγαπάς την μητέρα σου, προσέθηκεν, . . . , όλα αυτά είνε λόγια, +λόγια, λόγια! + +Και τον ητένισεν επωδύνως. + + ― Αν' είν' έτσι, πρέπει . . . . + + ― Πρέπει να ληφθή μία απόφασις; Ε, λοιπόν! την έλαβον ήδη, είπεν +η Άννα. + +Ηθέλησε δε να εξέλθη της αιθούσης, αλλά την αυτήν στιγμήν εισήλθεν +ο Γιαχβίν . . . . του έτεινε την χείρα και παρέμεινε. + + ― Πρέπει να φύγω την τετάρτην . . . . Και σεις, πότε φεύγετε; + +Παρετήρει δε τον Βρόνσκυ με ημίκλειστα μάτια, μαντεύσας, ότι οι +ξένοι του είχον έλθει εις έριδα. + + ― Υποθέτω ότι θα φύγωμεν αύριον, απήντησεν ο Βρόνσκυ. + + ― Προ πολλού έχετε την τοιαύτην πρόθεσιν. + + ― Τόρα, απεφασίσθη πλέον υπέλαβεν η Άννα. + +Και έρριψεν επί του Βρόνσκυ βλέμμα, το οποίον έλεγε καθαρά, ότι +δεν έπρεπε πλέον να ελπίζη εις συμφιλίωσιν. + +Ο Βοϊτώφ, όστις είχε συνεννοηθή μετά του Βρόνσκυ διά την αγοράν +ενός ίππου, εισήλθε και η Άννα εγκατέλιπε την αίθουσαν. Ο δε +Βρόνσκυ, προ τού αναχωρήση, εισήλθεν εις τον θάλαμον της, όπου +εκείνη ηθέλησεν εν αρχή να προσποιηθή ότι ήτο απησχολημένη, αλλ' +ησχύνθη διά τοιαύτην υπεκφυγήν και ητένισε τον Βρόνσκυ κατά +πρόσωπον με ύφος ψυχρόν. + + ― Τι επιθυμείτε; τον ηρώτησεν. + + ― Επώλησα τον επιβήτορα και ήλθα να πάρω το πιστοποιητικόν του, +απήντησε με τόνον εις τον οποίον εξυπηκούετο «Δεν έχω καιρόν +εξηγήσεων, αι οποίαι, άλλως τε, εις ουδέν θα συνετέλουν. + +«. . . Δεν είμαι ένοχος προς αυτήν . . . αν θέλη να κάμη κακό εις +τον εαυτόν της, τόσον το χειρότερον δι' αυτήν». + +Ενώ εξήρχετο, εν τούτοις, ενόμισεν ότι κάτι του έλεγε, και η +καρδιά του κατελήφθη από συμπάθειαν. + + ― Μου 'μίλησες, Άννα; + + ― Όχι απήντησεν εκείνη με τον αυτόν παγερόν και θετικόν τόνον. + + ― Α! «αν είν' έτσι τόσον το χειρότερον δι' αυτήν»· διελογίσθη και +πάλιν. + +Διέκρινεν εντός του καθρέπτου την μορφήν της Άννας, ωχράν και με +τα χείλη τρέμοντα. Ηθέλησε δε να σταματήση και να της απευθύνη +μερικά τρυφερά λόγια, αλλ' οι πόδες του τον παρέσυρον ακουσίως +του, προτού εύρη τα καλά λόγια που ανεζήτει. + +Επέρασαν ολόκληρον την ημέραν έξω της οικίας, και, όταν επέστρεψεν +αργά το βράδυ η θαλαμηπόλος της Άννας του είπεν ότι η κυρία είχε +κεφαλαλγίαν, και ότι παρεκάλει τον κύριον κόμητα να [μη] εισέλθη +εις τα δωμάτιά της. + +* * * + +Ήτο η πρώτη φορά καθ' ήν η έρις των διήρκει ολόκληρον ημέραν. Ήτο +δε κάτι πλέον της έριδος· ολόκληρος η συμπεριφορά του Βρόνσκυ +απεδείκνυε αναμφισβητήτως ότι η Άννα του είχε καταστή αδιάφορος. + +Η Άννα έθετεν εις το στόμα του, τα πειό σκληρά λόγια τα οποία θα +ηδύνατο να προφέρη ο χυδαιότερος των ανθρώπων, και δεν του τα +συνεχώρει, ως να τα είχε πράγματι διατυπώσει . . . + +Την προτεραίαν ακόμη, δεν της είχεν ορκισθή ότι θα την ηγάπα +πάντοτε; . . . «Δεν απελπίζομαι πολλάκις για το τίποτε;» +διελογίζετο μίαν στιγμήν βραδύτερον. + +Ούτω και όταν το βράδυ διέταξε την θαλαμηπόλον της να είπη ότι +είχε κεφαλαλγίαν, ιδιαιτέρως είχε σκεφθή: «. . . Αν, παρά την +απαγόρευσιν της θαλαμηπόλου, εισέλθη εδώ, τούτο θα είνε απόδειξις +ότι με αγαπά ακόμη· αν δεν έλθη, όλα λοιπόν ετελείωσαν και γνωρίζω +τι υπολείπεται να κάμω». + +Ήκουσε τον τροχασμόν της αμάξης, ήτις επανέφερε τον Βρόνσκυ, τον +κωδωνισμόν του, τα βήματά του και τους λόγους που αντήλλαξε με την +θαλαμηπόλον. + +«. . . Επίστευσεν ως σοβαράν την πληροφορίαν», διελογίσθη η Άννα, +«και δεν ανησύχησε να μάθη πώς είμαι· εισήλθεν εις τα δωμάτιά του, +τετέλεσται λοιπόν . . .» Και η Άννα κατενόησε τότε σαφώς ότι μόνον +ο θάνατός της ηδύνατο ν' αναζωπυρήση τον έρωτα του Βρόνσκυ, να τον +τιμωρήση και να της εξασφαλίση την νίκην εν τη πάλη, την οποίαν το +πονηρόν πνεύμα το εισχωρήσαν εις την καρδίαν της, διεξήγεν +εναντίον της. + +Της ήτο αδιάφορον αν θα έφευγεν ή θα έμενεν, αν θα επετύγχανεν ή +όχι το διαζύγιον, . . Τίποτε από όλα αυτά δεν ήτο αναγκαίον . . . +. Ενός και μόνου είχεν αύτη ανάγκην: να τον τιμωρήση! + +Εν ώ δ' εμέτρει τας σταγόνας του οπίους της, εσκέφθη ότι θα της +ήρκει να καταπίη ολόκληρον το φιαλίδιον διά ν' αποθάνη και ο +θάνατος της εφάνη πράγμα τόσον απλούν και εύκολον, ώστε ανελογίσθη +και πάλιν μετ' ηδυπαθείας την στιγμήν καθ' ήν ο Βρόνσκυ θα +μετενόει βασανιζόμενος υπό του συνειδότος, και θα ελάτρευε την +μνήμην αυτής όταν πλέον θα ήτο πολύ αργά: Είχεν εξαπλωθή επί τινος +κλίνης της, με τα μάτια ανοικτά, παρατηρούσα υπό της φίλης μιας +ψυχορραγούσης λαμπάδας το πλαίσιον της οροφής και την σκιάν ην +έρριπτεν υπεράνω του παραβάν, και ανελογίζετο ζωντανά το τι θα +ησθάνετο ο Βρόνσκυ· όταν αύτη δεν θα υπήρχε πλέον και θα υφίστατο +μόνη η ανάμνησίς της. + + ― Πώς κατώρθωσα να της είπω τα σκληρά αυτά λόγια! θα εσκέπτετο. +Πώς κατώρθωσα να εξέλθω του δωματίου χωρίς μίαν λέξιν παρηγορίας; +. . . Και τόρα, είνε νεκρά, μας αφήκε διά παντός, είν' εκεί . . . + +Εξαίφνης η σκιά του παραβάν εταλαντεύθη και εκάλυψεν ολόκληρον το +πλαίσιον και την οροφήν, άλλαι δε σκιαί προήλθον ενώπιόν της, +διεστάλησαν ταλαντευόμεναι και τέλος συνανεμίχθησαν και +εβασίλευσεν απόλυτον το σκότος. + +«. . . Ο θάνατος είνε!» εσκέφθη η Άννα· και κατελήφθη υπό τοιούτου +τρόμου, ώστε, επί πολύ, δεν ηδύνατο να εννοήση πού ευρίσκετο· μετά +μεγάλου δε κόπου κατώρθωσε να εύρη τα πυρεία, τα οποία ανεζήτει +διά των τρεμουσών της χειρών, διά ν' ανάψη άλλην λαμπάδα. + + ― Όχι, προτιμώ να τα υποφέρω όλα, παρά ν' αποθάνω . . . Τον αγαπώ +και μ' αγαπά επίσης, αι παρεξηγήσεις μας θα διαλυθώσι, διελογίσθη +αισθανθείσα ότι επί των παρειών της έρρεον δάκρυα προκληθέντα εκ +της χαράς ότι ησθάνετο εαυτήν ζώσαν. + +Και, ως εν ομίχλη, ανεπόλησε την προηγηθείσαν ημέραν: + +«. . . Εμαλλώσαμε . . . δεν είνε η πρώτη φορά», εσκέφθη. «Αύριον +φεύγουμε, πρέπει να τον ίδω και να ετοιμασθώ διά το ταξείδι». + +Η Άννα διηυθύνθη προς τον θάλαμον του Βρόνσκυ. Όταν διήλθε την +αίθουσαν, ήκουσε τον κρότον αμάξης ήτις εσταμάτα προ του πυλώνος. +Εκύτταξεν από το παράθυρον και διέκρινε κάποιον υπηρέτην να κτυπά +τον κώδωνα, καθ' όν χρόνον μία νεαρά κόρη προέβαλλε την κεφαλήν +από της αμάξης και έδιδε διαταγάς . . . Ολίγαι παρήλθον στιγμαί +και η Άννα ήκουσε τα βήματα του Βρόνσκυ εις το δωμάτιόν του. +Κατήλθε δε ούτος ταχέως την κλίμακα. + +Η Άννα επανήλθεν εις το παράθυρον και είδε τον Βρόνσκυ να πλησιάζη +την άμαξαν ασκεπής. Η νεαρά κόρη του παρέδωκε μικρόν δέμα, ο +Βρόνσκυ της είπε μερικάς λέξεις μειδιών, και μόλις η άμαξα +απήλθεν, ανήλθε τρέχων εις το διαμέρισμά του. + +Η αχλύς, ήτις περιέβαλλε την ψυχήν της Άννας, διελύθη αποτόμως. Τα +χθεσινά της αισθήματα επλημμύρησαν σφοδρότερον την καρδίαν της. +Δεν κατενόει πλέον πώς κατώρθωσε να ταπεινωθή μέχρι του σημείου +ώστε να μείνη εις την οικίαν και μίαν έστω επί πλέον ημέραν . . . +Εισήλθε δε εις το δωμάτιον του κόμητος ίνα του δηλώση την απόφασίν +της. + +Η κυρία Σορόκιν και η κόρη της μου έφεραν τα έγγραφα και τα +χρήματα εκ μέρους της μαμάς, είπεν εκείνος. Δεν είχα κατορθώσει να +τα παραλάβω χθες. Και συ; πώς πηγαίνει η κεφαλαλγία σου; Λίγο +καλλίτερα, δεν είν' έτσι; + +Ομίλει ηρέμα και σταθερώς, ώστε να μη φανή ότι είχεν αντιληφθή το +σοβαρόν και επίσημον ύφος της Άννας, ήτις παρέμενεν εις το μέσον +του δωματίου και τον εκύτταζεν ατενώς χωρίς να λέγη τίποτε. + +Έρριψε βλέμμα επ' αυτής και εξηκολούθησε ν' αναγινώσκη την +επιστολήν, ην εκράτει ανά χείρας. + +Η Άννα του έστρεφε τα νώτα και εξήλθε βραδέως του δωματίου. + +Υπήρχεν ακόμη καιρός να την ανακαλέση, αλλ' είχεν ήδη φθάσει εις +το κατώφλιον και εκείνος δεν είχεν αρθρώσει λέξιν . . . Ηκούετο +μόνος ο θρους του χάρτου της επιστολής, του οποίου συνέστρεφε τας +σελίδας. Αλλ' όταν εκείνη έφθασεν εις την ουδόν της θύρας, είπεν: + + ― Αλήθεια, φεύγομεν αύριον, δεν είν' έτσι; + + ― Φεύγετε χωρίς εμέ, είπεν εκείνη υποστραφείσα. + + ― Τι λες Άννα, δεν είνε δυνατόν αυτό . . . + + ― Φεύγετε μόνος, χωρίς εμέ! επανέλαβεν εκείνη. + + ― Αλλ' αυτό καταντά ανυπόφορον! + + ― Θα . . . θα μετανοήσητε! . . . + +Και η Άννα εξήλθε του δωματίου. + +Καταπλαγείς εκ τον τόνου της απογνώσεως μεθ' ού προεφέρθησαν οι +λόγοι ούτοι, εφρικίασε και ηθέλησε να δράμη κατόπιν της, αλλ' είτα +μετέγνω, εκάθησεν αύθις, συνέσφιγξε βιαίως τας σιαγόνας και +εσκυθρώπασε πάλιν. + +Η απειλή εκείνη της εχθροπαθείας τον προσέβαλλε. + +«. . . Έκαμα παν ό,τι ηδυνάμην δεν μου μένει, παρά να παύσω πλέον +δίδων προσοχήν». + +Ενεδύθη διά να εξέλθη όπως μεταβή παρά τη μητρί του, εις την +οποίαν έπρεπε να φέρη προς υπογραφήν μερικά έγγραφα. + +Η Άννα τον ήκουε βηματίζοντα εντός του δωματίου του και εντός της +αιθούσης του φαγητού . . . Προ του σαλονιού εσταμάτησεν, αλλά δεν +εισήλθεν εις το διαμέρισμά της. Έδωκε μόνον διαταγάς εις τους +υπηρέτας. Κατόπιν η Άννα ήκουσε την άμαξαν πλησιάζουσαν εις το +πρόστοον· η θύρα ηνοίχθη και ο Βρόνσκυ εξήλθε. + +«. . . Έφυγεν, εχάθησαν όλα!» διελογίσθη η Άννα πλησιάσασα εις το +παράθυρον, και, ως απάντησις οιονεί εις την επιφώνησιν ταύτην, αι +εντυπώσεις ας είχε διαισθανθή εν τω σκότει, όταν η λαμπάς της +εσβέσθη, και ο τρομερός εφιάλτης όστις την είχε βασανίσει +εσυγχύσθησαν αύθις και η καρδία της επληρώθη τρόμου. + +«. . . Όχι! δεν είνε δυνατόν!» ανεφώνησεν. + +Εισήλθε δε εις το δωμάτιόν της και εκωδώνισε σφοδρώς. + + ― Ερωτήσατε πού είνε ο κόμης, είπεν. + +Ο υπηρέτης απεκρίθη, ότι ο κύριος κόμης είχε μεταβή εις τους +σταύλους και είχε διατάξει ν' αναγγείλουν εις την κυρίαν, ότι η +άμαξα θα επέστρεφε μετ' ολίγον, όπως η κυρία δυνηθή να κάμη τον +περίπατόν της. + + ― Καλά. Περιμείνατε μίαν στιγμήν. Έχω να γράψω κάτι, το οποίον θα +στείλετε διά του Μιχαήλ το ταχύτερον. + +Εκάθησε προ της τραπέζης της και έγραψεν: + +«. . . Είχα άδικον. Επάνελθε, θα εξηγηθώμεν. Παρακαλώ, έλα γρήγορα +. . . Φοβούμαι!» + +Εσφράγισε την επιστολήν και την παρέδωκεν εις τον υπηρέτην. Μεθ' ό +ηγέρθη και εξήλθε του δωματίου. + +«. . .Είνε δυνατόν να τελειώσουν όλα;» διελογίσθη. «Ω! όχι, θα +επανέλθη, και, οιαιδήποτε και αν είνε αι εξηγήσεις, που θα μου +δώση, θα τας αποδεχθώ. Τι ζωηρός που ήτο συνομιλών με την νεαράν +εκείνην κόρην! . . . Θα πιστεύσω ό,τι και αν μου 'πή διότι, αν δεν +το πιστεύσω, έν μόνον μου μένει να κάμω, και . . . δεν θέλω να το +κάμω!» + +Συνεβουλεύθη το ωρολόγιόν της. Δώδεκα λεπτά είχον παρέλθει αφ' ής +είχεν αποστείλει την επιστολήν της. + +«. . . Αλλά, πώς το έκαμε να φύγη βλέπων με εις αυτήν την +κατάστασιν; Πώς ειμπορεί να ζη ήσυχος χωρίς να ειρηνεύση μαζί +μου;» εσκέφθη. + +Επλησίασεν εις το παράθυρον και έρριψε βλέμμα εις την οδόν. +Πιθανόν να επέστρεφεν ήδη ο Βρόνσκυ . . . Αλλ' ίσως είχε κακώς +υπολογίσει· και προσεπάθησε ν' αναπολήση τας περιστάσεις υπό τας +οποίας την είχεν αφήσει, και εμέτρησε κάθε παρερχομένην στιγμήν. + +Ενώ δε επλησίαζεν εις το εκκρεμές ίνα βεβαιωθή διά την ακρίβειαν +του ωρολογίου της, μία άμαξα εσταμάτησε προ της θύρας. + +Ήτο η ανοικτή άμαξα του Βρόνσκυ. Αλλ' η Άννα δεν ήκουσε κανένα ν' +αναβαίνη. Κατήλθε τότε εν πάρη σπουδή ίνα ερωτήση τον υπηρέτην του +σταύλου διά την επιστολήν. + + ― Δεν ευρήκε τον κύριον κόμητα εις τους σταύλους απήντησεν ούτος. + +Η Άννα έμεινεν επί στιγμήν περιπεπλεγμένη, είτα δ' εσκέφθη: «Ώστε, +δεν ανέγνωσε το μπιλλιέτο μου». + + ― Πήγαινε να δώσης γρήγορα την επιστολήν εις το σπίτι της +κομήσσης Βρόνσκυ· εκεί θα εύρης τον κόμητα, και έλα γρήγορα με την +απάντησιν. + +«. . . Και εγώ, τι θα κάμω κατά το διάστημα τούτο;» διελογίσθη . . +. «Ναι, θα υπάγω εις της Δόλλυ, καλή σκέψις αυτή! . . Αν μείνω +μόνη θα τρελλαθώ! . . Έπειτα ειμπορώ να στείλω και τηλεγράφημα. . +. .» + +Και απέστειλεν αμέσως το ακόλουθον τηλεγράφημα: + +«Έχω να σας ομιλήσω επανέλθετε ταχέως». + +Ενδυθείσα δε, διέταξε να την οδηγήσουν παρά τη πριγκηπίσση +Ομπλόνσκυ. + +Εντός της αμάξης, ήτις την ελίκνιζεν ηρέμα και την παρέσυρε μαλακά +εν ησύχω τροχασμώ, η Άννα διείδε την θέσιν της υπό πρήσμα όλως +διάφορον εκείνου υπό το οποίον την αντίκρυζεν εις το δωμάτιόν της, +και η σκέψις του θανάτου δεν της εφαίνετο πλέον τόσον τρομογόνος +αλλ' ούτε και αναπότρεπτος. Μετενόει μάλιστα διά την ταπείνωσιν, +εις ην είχε καθυποβάλει εαυτήν. + +«. . . . Πώς εκλιπαρώ την συγνώμην του; . . υπετάγην, ανεγνώρισα +ότι ευρίσκομαι εν τω αδίκω . . . . Διατί; Δεν δύναμαι άρα γε να +ζήσω και χωρίς αυτόν;» + +Μελετώσα δ' άμα το τι θα έλεγεν εις την Δόλλυ, ανήλθε την κλίμακα. + + ― Μήπως έχει επισκέψεις η κυρία; ηρώτησε τον εμφανισθέντα +υπηρέτην. + + ― Η κυρία Λεβίν είν' εδώ, απήντησεν εκείνος. + +«. . . . Η Κίττυ! . . . η Κίττυ εκείνη, την οποίαν ο Βρόνσκυ +ηγάπησεν, η ιδία εκείνη Κίττυ, την οποίαν ενθυμείται ακόμη μετ' +αγάπης! . . . Και λυπείται διότι δεν την ενυμφεύθη . . . . +Λυπείται διότι συνεδέθη μετ' εμού, και με αναμιμνήσκεται μετά +μίσους». + +Καθ' ήν στιγμήν εισήλθεν η Άννα, αι δύο αδελφαί συνεσκέπτοντο περί +του καλλιτέρου συστήματος το οποίον έπρεπεν ν' ακολουθήσουν διά +τον πρό τινων εβδομάδων γεννηθέντα μπαίμπυ της Κίττυ. Η +πριγκήπισσα προσήλθε μόνη εις υποδοχήν της επισκεπτρίας της, ήτις +κατά την στιγμήν εκείνην, διετάρασε την συνομιλίαν των. + + ― Μπα! πώς, . . . δεν επήγες ακόμη εις την εξοχήν; Εγώ εσκεπτόμην +να έλθω να σε ίδω· έλαβα σήμερον επιστολήν από τον Στίβα. + + ― Και ημείς ελάβομεν τηλεγράφημά του, είπεν η Άννα προσπαθούσα να +ίδη την Κίττυ εις το γειτονικόν δωμάτιον. + + ― Ο Στίβα γράφει, ότι δεν δύναται να εννοήση τι επιθυμεί ο +Καρένιν, αλλ' ότι δεν θα φύγη από την Πετρούπολιν προτού επιτύχη +οριστικήν απάντησιν. + + ― Δύναμαι ν' αναγνώσω την επιστολήν; . . . Αλλ' έχεις καμμίαν +επίσκεψιν; . . . + + ― Ναι, την Κίττυ, απήντησεν η Δόλλυ συγκεχυμένη, είνε με τα +παιδιά, . . . υπέφερε πολύ. + + ― Ναι, το ήκουσα . . . ειμπορώ ν' αναγνώσω την επιστολήν του +Στίβα; + + ― Να σου την φέρω . . . Δεν αρνείται, εξ εναντίας ο Στίβα έχει +ελπίδας είπεν η Δόλλυ υποστραφείσα επί του κατωφλίου της θύρας. + + ― Εγώ, ούτε περιμένω τίποτε, ούτε επιθυμώ τίποτε, είπεν η Άννα. + + ― «. . . Μήπως η Κίττυ θεωρεί προσβλητικήν την συνάντησίν μου;» +διελογίσθη όταν ευρέθη μόνη . . . «Έχει ίσως δίκαιον! . . . Αλλά +δεν είνε πρέπον εις αυτήν, εις αυτήν, την οποίαν ηγάπησε, να μου +το υποδείξη . . . Γνωρίζω ότι καμμία έντιμη γυναίκα δεν ειμπορεί +να με δεχθή υπό τας συνθήκας που ζω. Γνωρίζω ότι τα εθυσίασα όλα +εις αυτόν . . . Και ιδού η ανταπόδοσις . . . Ω! πόσον τον +αποστρέφομαι . . . Και, τι ήλθα να κάμω εδώ; Πάσχω ακόμη +περισσότερον! . . . Και, τι θα είπω, τόρα εις την Δόλλυ; Να +παράσχω εις την Κίττυ την ευχαρίστησιν να ομολογήσω ότι είμαι +δυστυχής;. . . Να υποστώ την προστασίαν της; . . . Όχι, η Δόλλυ +δεν θα μ' εννοήση, δεν θα τους είπω τίποτε. Θα επεθύμουν μόνον να +ίδω την Κίττυ και να της αποδείξω ότι περιφρονώ τα πάντα και τους +πάντας, ότι όλα τόρα μου είνε εντελώς αδιάφορα . . .» + + ― Η Δόλλυ επανήλθε φέρουσα την επιστολήν. Η Άννα έλαβε γνώσιν +αυτής και της την επέστρεψε. + + ― Τα εγνώριζα όλα αυτά, προσέθηκεν, άλλως τε δεν έχουν ενδιαφέρον +δι' εμέ. + + ― Αλλά, διατί; Εξ εναντίας, εγώ είμαι πλήρης ελπίδων, είπεν η +Δόλλυ παρατηρούσα την Άνναν μετά περιεργείας . . . Δεν την είχεν +ίδει ποτέ έως τότε εις κατάστασιν τοιαύτης υπερεξάψεως. + + ― Πότε αναχωρείς; την ηρώτησεν. + +Η Άννα ητένισε το κενόν χωρίς ν' αποκριθή. Αλλ' αίφνης εκοκκίνισε, +και, παρατηρήσασα προς την θύραν του δωματίου των παιδιών, είπε: + + ― Μήπως η Κίττυ με αποφεύγει; + + ― Τι ιδέα είν' αυτή! Βυζαίνει το μπαίμπυ της αυτή την στιγμή . . +. Είναι πολύ ευχαριστημένη . . . Τόρα θα έλθη . . . απήντησεν +αδεξίως η Δόλλυ, η οποία δεν εγνώριζε να ψεύδεται . . . Νά την! + +Πράγματι, η Κίττυ δεν είχε καμμίαν επιθυμίαν να συναντηθή με την +Άνναν, αλλ' η Δόλλυ της είχε παραστήσει, ότι ήτο αναγκαίον τούτο. +Επεβλήθη λοιπόν εις εαυτήν και προυχώρησε προς την Άνναν με +τεταμένην την χείρα. + +― Λογίζομαι υπερευτυχής που σας βλέπω, είπε διά φωνής τρεμούσης. + +Ήτο τεταραγμένη από την πάλην, ήτις διεξήγετο εντός της, μεταξύ +της απεχθείας της προς την κακήν εκείνην γυναίκα και της +επιθυμίας, ην είχε να της επιδείξη ανεξικακίαν . . . Αλλά μόλις +αντίκρυσε την ωραίαν και συμπαθητικήν μορφήν της Άννας, πάσα +εχθρότης διεσκεδάσθη. + + ― Δεν θα εξεπλησσόμην αν επροτιμάτε να μη συναντηθήτε διόλου μαζί +μου, είπεν η Άννα. Έχω εξοικιωθή με όλα. Ήσθε ασθενής; Ναι, +διακρίνω ότι υπεφέρατε αρκετά. . . . + +Η Κίττυ αντελήφθη ότι η Άννα την παρετήρει με ύφος δυσμενές. +Διηρμήνευσε δε την στάσιν αυτήν ως εκ της κατωτέρας θέσεως, εις ην +ευρίσκετο ήδη η νεαρά γυνή, ήτις, άλλοτε, την προστάτευεν . . . +Ομίλησαν περί της ασθενείας της Κίττυ, περί του βρέφους, περί του +Στίβα, αλλ' η Άννα έμεινε προς όλα αδιάφορος. + + ― Ήλθα διά να σε αποχαιρετήσω, είπεν εγερθείσα. + + ― Πότε αναχωρείτε; + +Και πάλιν η Άννα δεν απεκρίθη εις την ερώτησιν ταύτην, αλλ' +απηυθύνθη μειδιώσα προς την Κίττυ: + + ― Ναι λογίζομαι αληθώς ευτυχής που σας είδα . . . Ήκουσα εγκώμια +διά σας από όλους, συμπεριλαμβανομένου και του συζύγου σας . . . +Μ' επεσκέφθη και μου ήρεσε πολύ, προσέθηκε με κακεντρεχή πρόθεσιν +. . . Πού ευρίσκεται τόρα; + + ― Επέστρεψεν εις τας γαίας του, απήντησεν η Κίττυ μειδιώσα. + + ― Μεταβιβάσατέ του τας προσρήσεις μου, μη το λησμονήσετε . . . + + ― Δεν θα το λησμονήσω, απεκρίθη αφελώς η Κίττυ, ατενίζουσα δε την +Άνναν κατάματα με έκφρασιν συμπαθείας. + + ― Χαίρε, Δόλλυ. + +Την ενηγκαλίσθη, έθλιψε την χείρα της Κίττυ και εξήλθεν εν σπουδή +της αιθούσης. + + ― Πάντοτε η ιδία, πάντοτε ομοίως ελκυστική, είπεν η Κίττυ, είνε +εκτάκτως ωραία . . . Και, κάτι υπάρχει εντός της, που σε κάμνει να +την συμπονής. + + ― Σήμερον, έχει έκφρασιν απολύτως ιδιότυπον, είπεν η Δόλλυ . . . +Όταν την κατευόδωσα εις τον αντιθάλαμον, μου εφάνη ότι ήτο έτοιμη +να κλαύση . . . + +Η Άννα επέβη της αμάξης υπό πνευματικήν κατάστασιν οδυνηροτέραν +εκείνης, υφ' ην ευρέθη αναχωρούσα εκ της οικίας της και επανήλθεν +εις τον οίκον της. + +«. . . Διατί με παρετήρουν ως κάτι που εμποιεί φρίκην, ως κάτι +αλλόκοτον, που δεν δύναται κανείς να εννοήση; . . . Έκαμα καλά που +δεν είπα τίποτε εις την Δόλλυ . . . Πόσον θα ηυχαριστείτο από την +δυστυχίαν μου! . . . Θα το έκρυπτε βέβαια αλλά θα ηυχαριστείτο +πολύ μανθάνουσα ότι ετιμωρήθην διά τας απολαύσεις, τας οποίας μου +εζήλευεν. Η δε Κίττυ θα έμενε πολύ περισσότερον ευχαριστημένη . . +. Διακρίνω διά μέσου της ψυχής της. Γνωρίζω ότι τον ενεθουσίασε +τον σύζυγόν της, και . . . ζηλεύει . . . Με απεχθάνεται . . . Εις +τα μάτια της είμαι γυναίκα ανήθικος, . . . αλλ' αν ήμην, θα +ηδυνάμην να κατακτήσω τον έρωτα του συζύγου της . . . . Ήρκει να +το ήθελα . . . Ναι, το ηθέλησα . . . Η Κίττυ μη δυνηθείσα ν' +αποκτήση τον Βρόνσκυ, ενυμφεύθη τον Λεβίν . . . Με ζηλεύει και με +μισεί . . . οι άνθρωποι όλοι μισούνται . . . απεχθάνομαι την Κίττυ +και η Κίττυ με απεχθάνεται . . . Προς τι όλοι αυτοί οι ναοί, αυταί +αι κωδωνοκρουσίαι, όλα είνε ψεύδη; Χρησιμοποιούνται προς +συγκάλυψιν του μίσους που βασιλεύει μεταξύ των ανθρώπων . . .» + +Αι σκέψεις αύται την απερρόφησαν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε δεν +ανελογίζετο πλέον την ιδίαν της θέσιν και κατεπλάγη όταν ευρέθη +ενώπιον της οικίας της. Όταν είδε τον θυρωρόν τρέχοντα προς αυτήν, +τότε μόνον ενεθυμήθη ότι είχεν αποστείλει επιστολήν και +τηλεγράφημα προς τον Βρόνσκυ. + + ― Έχετε απάντησιν; + +Ο θυρωρός της παρέδωκεν έν τηλεγράφημα. Η Άννα το ανέγνω. + +«Δεν δύναμαι να επιστρέψω προ της δεκάτης + + &Βρόνσκυ& + + ― Και ο υπηρέτης που μετεβίβασε το μπιλλιέτο μου, δεν επέστρεψεν; + +Όχι ακόμη, κυρία! + +«. . . Αφού είνε έτσι, γνωρίζω τι μου μένει να κάμω», εσκέφθη η +Άννα. + +Ησθάνθη μοχθούσαν εντός της ψυχής της οργήν αόριστον και +ογκουμένην την ανάγκην της εκδικήσεως. + +Έδραμεν εις τα δωμάτιά της. + +«. . . . Θα υπάγω να τον εύρω . . . προτού τον εγκαταλείψω διά +παντός, και θα του είπω όλην την αλήθειαν . . . Δεν απεστράφην +ποτέ κανένα, όσον αποστρέφομαι αυτόν!» + +Η Άννα δεν είχεν αντιληφθή ότι το τηλεγράφημα του Βρόνσκυ ήτο +απάντησις εις το παρ' αυτής αποσταλέν τηλεγράφημα και ότι δεν +είχεν ακόμη λάβει την επιστολήν της. Τον εφαντάζετο δε καθήμενον +πλησίον της μητρός του και της δεσποινίδος Σορόκιν, συνομιλούντα +ησύχως και διασκεδάζοντα ιδιαιτέρως με τας βασάνους της. + +«. . . Ναι, πρέπει να φύγω αμέσως! . . . Ναι, θα υπάγω εις τον +σταθμόν του σιδηροδρόμου, και, αν δεν τον εύρω, θα μεταβώ εις το +μητρικό του σπίτι και θα του αφαιρέσω το προσωπείον! . . + +Συνεβουλεύθη τον πίνακα των δρομολογίων και είδεν ότι υπήρχε +τραίνον εις τας οκτώ και δύο λεπτά της εσπέρας. + +«. . . Θα φθάσω εγκαίρως». + +Διέταξε να ζεύξουν άλλους ίππους και ετοποθέτησε διάφορα +αντικείμενα εντός του μαρσίππου της, διότι εγνώριζεν ότι δεν θα +επανήρχετο πλέον εις την οικίαν εκείνην . . . Μεταξύ των διαφόρων +σχεδίων, τα οποία εβασάνιζον τον εγκέφαλόν της, εσκέπτετο ότι, +αναλόγως του ό,τι θα συνέβαινεν εις τον σταθμόν ή εις την οικίαν +της κομήσσης Βρόνσκυ, θ' ανεχώρει διά τον πρώτον κεντρικόν σταθμόν +και θα έμενεν εκεί. + +Μόλις η άμαξα εκυλίσθη και πάλιν μεγαλοπρεπώς επί του λιθοστρώτου, +εντυπώσεις συγκεχυμέναι επλημμύρησαν τον εγκέφαλόν της νεαράς +γυναικός, όπως και πρότερον. Διά πρώτην δε φοράν η Άννα +αντιμετώπισε τας μετά του Βρόνσκυ σχέσεις της με βλέμμα τόσον +διαυγές και διαπεραστικόν. + +«. . . Τι εζήτησεν εν εμοί; Πολύ ολιγώτερον τον έρωτα παρά την +ικανοποίησιν της ματαιότητός του». + +Ενεθυμήθη τότε τους λόγους, ους εψέλλιζεν εις το ους της ο Βρόνσκυ +κατά τους πρώτους χρόνους του συνδέσμου των και την έκφρασιν του +λαγωνικού, ην προσελάμβανεν η μορφή του. + +«. . . Ναι, εξέφραζε τον θρίαμβον της ικανοποιηθείσης ματαιότητος. +Με ηγάπα, αναμφιβόλως, αλλ' η υπεροψία της επιτυχίας προείχεν. Η +κατάκτησίς του απετέλει δόξαν δι' αυτόν. Τόρα, όλα αυτά ανάγονται +εις το παρελθόν και δεν έχει πλέον διά τι να υπερηφανεύεται. +Επέτυχε παρ' εμού παν ό,τι ηδυνάμην να του προσφέρω και τόρα δεν +έχει πλέον ανάγκην εμού. Κατέστην φορτίον δι' αυτόν και προσπαθεί +απλώς και μόνον να ευρίσκεται εν τυπική τάξει απέναντι μου. Αφήκε +χθες να του διαφύγη η ενδόμυχος σκέψις του . . . Εύχεται να +επιτύχω το διαζύγιον, διά να δυνηθή να με νυμφευθή· έτσι θα +ετηρούντο τα προσχήματα . . . . Με αγαπά, αλλά πώς; Ο χυμός του +έρωτος εξητμίσθη, δεν ευρίσκει πλέον εν εμοί την αυτήν ηδονήν . . +. Αν τον εγκαταλείψω, θα είνε ευτυχής κατά βάθος . . .» + +Δεν επρόκειτο πλέον περί απλής υποθέσεως τόρα· υπό το ακτινοβόλον +εκείνο φως, όπερ καθίστα τόσον καθαρά, εις τα όμματά της, τας +σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ των, και απεκάλυπτε σαφώς την έννοιαν +της ζωής, η υπόθεσις αύτη καθίστατο γεγονός τετελεσμένον. + +«. . . Ο έρως μου αποβαίνει επί μάλλον και μάλλον περιπαθής και +εγωιστικός, ενώ ο ιδικός του ψυχραίνεται, αποσβέννυται, +αποσβέννυται . . . και ιδού διατί χωριζόμεθα. Δι' εμέ, μόνον +εκείνος υπάρχει και αξιώ να είνε ολόκληρος ιδικός μου. Αλλ' +εκείνος απομακρύνεται διαρκώς απ' εμού . . . Ας δεχθώμεν ότι +κέκτημαι παν ότι απαιτείται διά να ήμαι ευτυχής· ότι επιτυγχάνω το +διαζύγιον, μου αποδίδει ο Καρένιν τον Σεριόγια και νυμφεύομαι τον +Βρόνσκυ . . . Μήπως η Κίττυ θα παύση να με κυττάζη καθ' όν τρόπον +το έκαμε σήμερον; . . . Όχι! Μήπως ο Σεριόγια θα παύση +αναλογιζόμενος ότι υπάρχουν δύο σύζυγοι; Και ποίον νέον αίσθημα θα +δημιουργήσω μεταξύ Βρόνσκυ και εμού; Είναι δυνατόν να μη +εξακολουθήσωμεν βασανίζοντες αλλήλους;» + +Την φοράν αυτήν απήντησεν άνευ του παραμικρού δισταγμού: + +«. . . Όχι! Αποτελώ την δυστυχίαν του, εκείνος την ιδικήν μου, και +είνε αδύνατον να τον μεταβάλω, ούτε και να μεταβάλω εμαυτήν . . .» + +Η άμαξα εσταμάτησε προ του μικρού σταθμού και είς ακόλουθος του +ηνιόχου επλησίασε. + + ― Πρέπει να βγάλω εισιτήριον δι' Ομπιραλόφκαν; ηρώτησεν. + +Η Άννα κατέβαλε μέγαν αγώνα όπως εννοήση την ερώτησιν αυτήν. Είχεν +εξ ολοκλήρου λησμονήσει πού μετέβαινε και τι προυτίθετο να κάμη. + + ― Μάλιστα, είπε τέλος τείνουσα προς τον λακέ την τσάντα της. + +Εισέδυσεν είτα εν μέσω του πλήθους διά να φθάση εις την αίθουσαν +της αναμονής, εκάθησεν επί του σχήματος αστέρος καναπέ και +παρετήρει μετ' αηδίας τους πηγαινοερχομένους· όλος ο κόσμος την +στιγμήν εκείνην της ήτο ανυπόφορος. Ανελογίζετο την στιγμήν καθ' +ήν θα έφθανεν εις τον σταθμόν και θα απέστελλε νέον σημείωμα εις +τον Βρόνσκυ, όστις, ασφαλώς κατά την ώραν εκείνην, θα έλεγε τα +παράπονά του εις την μητέρα του . . . Ανελογίσθη επίσης την +στιγμήν καθ' ήν θα εισήρχετο εις την οικίαν των και τους λόγους +που θα του έλεγε και εσκέφθη ότι η ζωή θα ηδύνατο να είνε ακόμη +ευτυχής και ότι τον ηγάπα και τον εμίσει μετά πόνου εμμόνου! + +* * * + +Ο κώδων αντήχησε και οι ταξειδιώται επέβησαν του τραίνου . . . Η +Άννα ανήλθε το υψηλόν υπόβαθρον και εκάθησε μόνη. Εγκατελείφθη δ' +εκ νέου εις τους διαλογισμούς της. + +«. . . Ναι, πού είχα σταματήσει; . . . Α! Δεν ηδυνάμην να εύρω +κατάστασιν εν τη οποία η ζωή να μη είνε βάσανος. Επλάσθημεν πάντες +διά να πάσχωμεν, το γνωρίζομεν και εφευρίσκομεν φάρμακα διά ν' +αυταπατώμεθα. Όταν δε αντικρίσωμεν την αλήθειαν, τι μας +υπολείπεται να κάμωμεν; . . Ναι, το βασανίζον με είνε η αλήθεια +και το λογικόν μου εδόθη διά ν' απαλλαγώ αυτής. Πρέπει λοιπόν να +ενεργήσω. . . Πράγματι, διατί να μη σβέσω το φως, αφού παν ό,τι +βλέπω με τρομάζει; Αλλά, πώς; . . .» + +Το τραίνον εισήρχετο εις τον σταθμόν . . . Η Άννα κατήλθε μετά των +λοιπών επιβατών. + +Εσταμάτησεν επί του λιθοστρώτου προσπαθούσα ν' αναμνησθή διατί +ευρίσκετο εκεί και τι επρόκειτο να κάμη . . . Παν ό,τι της +εφαίνετο εύκολον μίαν στιγμήν προτήτερα, την ώραν αυτήν, εν μέσω +του θορυβώδους εκείνου πλήθους των ανθρώπων εκείνων ους απηχθάνετο +και οίτινες την ετάραττον διά της περιεργείας των, της εφάνη +εξαίφνης απραγματοποίητον. + +Εσταμάτησε τέλος κάποιον υπάλληλον και τον ηρώτησε μήπως υπήρχεν +εις τον σταθμόν κανένας κομιστής σημειώματος εκ μέρους του κόμητος +Βρόνσκυ. + + ― Του κόμητος Βρόνσκυ; . . . Αλλά, πολλά πρόσωπα ήλθον από την +οικίαν του εις τον σταθμόν διά να υποδεχθώσι την πριγκήπισσαν +Σορόκιν και την κόρην της. + +Την στιγμήν εκείνην ο ηνίοχος Μιχαήλ, ον είχεν αποστείλει το πρωί, +γεμάτος χαράν και ευχαρίστησιν διότι είχεν απαλλαγή της αποστολής +του, την επλησίασε και της παρέδωκε την επιστολήν. + +Η Άννα την απεσφράγισε και η καρδία της συνεσφίχθη προτού λάβη +γνώσιν του περιεχομένου της . . . Ο Βρόνσκυ, διά γραφής +ακαλαισθήτου, απήντα: + +«Λυπούμαι πολύ διότι το σημείωμά σου δεν μ' ευρήκεν εγκαίρως. Θα +επιστρέψω εις τας δέκα». + +«. . . Δεν επερίμενα τίποτε τίποτε· επί πλέον!» διελογίσθη η Άννα +με δυσσοίωνον μειδίαμα. + + ― Πολύ καλά, δύνασαι να επιστρέψης εις το σπίτι, είπε προς τον +ηνίοχον. + +Μόλις ηδύνατο να ομιλή· αι αναπάλσεις της καρδίας της τής +διέκοπτον την αναπνοήν. + +«. . . Όχι δεν θα σου επιτρέψω να με βασανίζης», διελογίσθη +διευθυνομένη προς την αποβάθραν εκ του μέρους της γραμμής . . . . +. . «Θεέ μου! Θεέ μου! πού να κρυφθώ, πού να εξαφανισθώ; . .» Και +προχώρει επί μάλλον και μάλλον. Εσταμάτησε δε μόνον όταν έφθασεν +εις μίαν εσχατιάν του λιθοστρώτου. + +Τραίνον τι κατάφορτον από εμπορεύματα εισήρχετο εις τον σταθμόν . +. . Η Άννα ενόμισεν ότι ευρίσκετο εντός τραίνου εν κινήσει. +Εξαίφνης ανεμνήσθη τον καταπλακωθέντα μουζίκον την ημέραν καθ' ήν +είχεν ίδει τον Βρόνσκυ διά πρώτην φοράν, και κατενόησε τι της +υπελείπετο να πράξη . . . Κατήλθε με βήμα ελαφρόν και ταχύ τας +βαθμίδας, αι οποίαι έφερον προς την γραμμήν και εσταμάτησε +εγγίτατα της αμαξοστοιχίας, η οποία παρήλαυνεν ενώπιον της . . . +Παρετήρει τα κάτωθεν των αμαξών, τα περικόχλια, τας αλύσεις και +τους μεγάλους εκ χυτοσιδήρου τροχούς του πρώτου βαγονίου, το +οποίον διωλίσθαινεν ενώπιόν της, προσπαθούσα να υπολογίση διά του +βλέμματος το μεταξύ των τροχών του πρώτου και του δευτέρου +διάκενου και να καθορίση την στιγμήν καθ' ήν το κενόν τούτο θα +ευρίσκετο ακριβώς απέναντί της. + +«. . .Εκεί κάτω», διελογίσθη η Άννα, παρατηρούσα την μεμιγμένην +μετ' ελαίου άμμον ήτις εκάλυπτε τας τραβέρσας, «εκεί κάτω δεξιά +εις το μέσον, εις το χώρισμα των τροχών, . . . και θα τον τιμωρήσω +και θ' απελευθερωθώ όλων και εμαυτής . . .» + +Έκαμε το σημείον του σταυρού. + +Το οικείον της αυτό κίνημα ανεκάλεσεν εις την ψυχήν της παντός +είδους αναμνήσεις της νεότητός της και της παιδικής της ηλικίας, +και η ζωή, διά μίαν στιγμήν, παρουσιάσθη ενώπιόν της με όλην την +ακτινοβολίαν των απολαύσεων του παρελθόντος . . . + +Παρετήρει τους τροχούς της πλησιαζούσης αμάξης, και, καθ' ήν +ακριβώς στιγμήν το κενόν διάστημα, το οποίον επωφθαλμία, +παρουσιάσθη εμπρός της, η Άννα ώρμησεν υπό το βαγόνι με τας χείρας +προτεταμένας, και, με κίνημα εύστροφον, ως να ήθελε ν' ανεγερθή, +κατέπεσεν εις τα γόνατα. + +Την ιδίαν στιγμήν, η πράξις την οποίαν εξετέλει την επλήρωσε εκ +φρίκης. + + ― Πού είμαι; Τι έκαμα; . . . Διατί; . . . + +Ηθέλησε ν' ανεγερθή, ν' αποσυρθή εκείθεν, αλλά κάτι το πελώριον, +κάτι το αμείλικτον, έπληξε την κεφαλήν αυτής και την παρέσυρεν από +των ώμων . . . Συνησθάνθη ότι δεν υπήρχεν πλέον τρόπος ν' +αντιπαλαίση και ανεφώνησε: + + ― «Κύριε, συγχώρησόν με!» + +Και το φως, υπό το οποίον η Άννα είχεν αναγνώσει την βίβλον την +γεμάτην από βασάνους, από ψεύδη, από θλίψιν και δυστυχίαν, +ανέλαμψε δι' εκλάμψεως μεγαλητέρας ή άλλοτε, εφώτισε δι' αυτήν παν +ό,τι πρότερον ευρίσκετο εντός του σκότους, είτα δε +εσπινθηροβόλησεν, ωχρίασε και απεσβέσθη διά παντός. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + +ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ +ΧΡΗΣΤΟΥ Δ. ΦΕΞΗ + + +ΑΘΗΝΑΙ Σοφοκλέους 10 + +ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ + +Λ. ΤΟΛΣΤΟΗ ― Άννα Καρένιν Δρ. 6.― + » Η Ανάστασις » 4.50 + » Το Τέλος της εποχής μας » 2.― + » Η Σύγχρονος Δουλεία » 2.50 + » Αι νέαι Ιδέαι » 3.― +Α. DΕΒΑΥ ― Υγιεινή και Φυσιολογία του + γάμου » 4.― + » Υγιεινή των Ηδονών και + Τέρψεων » 3.― +ΜΑΧ. ΝΟRDAU. ― Ο Εκφυλισμός » 4.― +GASTON RICHARD ― Ο Σοσιαλισμός και + αι κοινωνικαί επιστήμαι » 5.― +ΓΚΑΙΤΕ Ο Βέρθερος » 3.50 +Φ. ΕΓΚΕΛΣ Ουτοπιστικός και επιστημονικός + Σοσιαλισμός » 3.― +ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΟΠΑΣΑΝ Το Αόρατο Στοιχειό » 6.― +Θ. ΔΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΥ ― Η Σπιτονοικοκυρά » 2.50 +ΡΩΣΣΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ― Των διασημοτέρων + της Ρωσσίας συγγραφέων » 4.― +Γ. ΟΝΕ. ― Ο Αρχισιδηρουργός » 4.50 +ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ ― Τα τέκνα του πλοιάρχου Γραν » 12.― +ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΡΙΣΜΟΥΡΓ.― Η Κατηραμένη + Κόρη » 10.― +ΟΚΤΑΒΙΟΥ ΓΕΦΙΕ. ― Το Μυθιστόρημα + ενός Απόρου Νέου » 3.― +ΤΑΚΗ ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΥ ― Το Μυστικό που » 6.― + σκοτώνει (περιπαθέστατον Αθηναϊκόν + Μυθιστόρημα θαυμασίας εμπνεύσεως + + +Τιμάται Δραχ. 6. + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Anna Karenina, by Leon Tolstoy + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANNA KARENINA *** + +***** This file should be named 38915-0.txt or 38915-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/8/9/1/38915/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
