summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/38915-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:11:28 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:11:28 -0700
commit00ce8b262f173ec5c85b093b9f85e93e928022cb (patch)
treea441ce493173db643d3d235e998393b79468d967 /38915-0.txt
initial commit of ebook 38915HEADmain
Diffstat (limited to '38915-0.txt')
-rw-r--r--38915-0.txt12241
1 files changed, 12241 insertions, 0 deletions
diff --git a/38915-0.txt b/38915-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..6a46c9e
--- /dev/null
+++ b/38915-0.txt
@@ -0,0 +1,12241 @@
+The Project Gutenberg EBook of Anna Karenina, by Leon Tolstoy
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Anna Karenina
+
+Author: Leon Tolstoy
+
+Translator: Elias Economopoulos
+
+Release Date: February 18, 2012 [EBook #38915]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANNA KARENINA ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, the spelling of the book has not been
+changed otherwise. Bold Words have been included in &.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+
+
+
+
+ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+
+
+
+
+ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΛΣΤΟΗ
+
+ANNA KAΡENIN
+
+
+
+
+
+ Επιφυλάσσομαι διά την εκδίκησιν
+ λέγει ο Κύριος.
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+ΗΛΙΑ I. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΦΕΞΗΣ
+
+1922
+
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
+
+
+
+Όλαι αι ευτυχίαι ομοιάζουν, κάθε όμως δυστυχία έχει την ιδιαιτέραν
+της μορφήν.
+
+Σύγχυσις άκρα επεκράτει εις την οικογένειαν Ομπλόνσκυ. Η κυρία
+είχε πληροφορηθή ότι ο σύζυγός της ευρίσκετο εις σχέσεις μετά της
+Γαλλίδος διδασκαλίσσης και είχε διακηρύξει ότι δεν ηδύνατο πλέον
+να ζήση υπό την ιδίαν με αυτόν στέγην. Η κατάστασις αύτη διήρκει
+από τριών ήδη ημερών και επίεζεν επαχθώς ου μόνον τους συζύγους,
+αλλά και όλα τα μέλη της οικογενείας· οι δυο σύζυγοι ησθάνοντο ότι
+η συνοίκησίς των δεν είχε πλέον λόγον υπάρξεως και ότι,
+τελεσιδίκως, ήσαν πλειότερον ξένοι προς αλλήλους παρ' όσον είνε οι
+ταξειδιώται οι συναντώμενοι εντός πανδοχείου.
+
+Η κυρία δεν εξήρχετο πλέον από το ιδιαίτερόν της διαμέρισμα· ο δε
+πρίγκηψ Ομπλόνσκυ, από τριών ήδη ημερών δεν είχεν εμφανισθή εις
+την οικίαν του· και τα παιδία, εγκαταλειφθέντα εις εαυτά,
+περιεφέροντο ανά πάσαν την οικίαν.
+
+Κατά την τρίτην ημέραν της έριδος ο πρίγκηψ Στέφανος Αρκαδίεβιτς
+Ομπλόνσκυ, ο &Στίβα&, όπως τον ωνόμαζον κοινώς, εξύπνησε κατά την
+συνήθειάν του κατά την ογδόην πρωινήν ώραν. Μόλις αφυπνισθείς
+συνέσπασε τας οφρύς. Εντός της φαντασίας του ανεπόλησε τότε όλας
+τας λεπτομερείας της ρήξεώς του προς την πριγκήπισσαν και ησθάνθη
+εαυτόν εντός αδιεξόδου, υποφέρων κυρίως εκ του ότι είχε την
+συναίσθησιν ότι αυτός ήτο η αιτία όλης εκείνης της αναστατώσεως.
+
+ ― Ναι! Δεν θα με συγχωρήση, δεν δύναται να με συγχωρήση, και, το
+τρομερώτερον, ότι είνε ιδικόν μου το σφάλμα.
+
+Η μάλλον δυσάρεστος στιγμή υπήρξεν εκείνη, καθ’ ήν επιστρέψας εκ
+του θεάτρου, ευρήκε την πριγκήπισσαν εν τω θαλάμω της κρατούσαν
+την μοιραίαν επιστολήν, η οποία της είχεν αποκαλύψει τα πάντα.
+
+Η σύζυγός του, η Δόλλυ του, την οποίαν είχε γνωρίσει διαρκώς
+απερροφημένην από τας οικιακάς ασχολίας, εκάθητο ακίνητος, με το
+σημείωμα εις το χέρι και τον παρετήρει μετ' απελπισίας και οργής.
+
+ ― Τι σημαίνει τούτο; Τι σημαίνει τούτο; επανέλαβεν επιδείξασα εις
+αυτόν την επιστολήν.
+
+Επί τη αναμνήσει ταύτη, όπως συχνάκις συμβαίνει, ολιγώτερον
+εστενοχώρει τον πρίγκηπα η ενδόμυχος εναντίον εαυτού μομφή από του
+τρόπου κατά τον οποίον είχεν αποκριθή εις την ερώτησιν εκείνην.
+
+Ο Ομπλόνσκυ δεν είχε λάβει καιρόν να προπαρασκευάση συμπεριφοράν
+ανάλογον προς την δημιουργηθείσαν κατάστασιν. Αντί να
+διαμαρτυρηθή, ν' αρνηθή, να δικαιολογηθή, να ζητήση συγγνώμην, ή
+να φανή αδιάφορος, διότι όλα αυτά ήσαν προτιμότερα από εκείνο που
+είχε κάμει ― η μορφή του διεστάλη χωρίς να το θέλη, υπό το σύνηθες
+μειδίαμά του. Προ του μειδιάματος εκείνου, η Δόλλυ ώρμησεν έξω του
+δωματίου. Από δε της στιγμής εκείνης η πριγκήπισσα απέφυγε να τον
+ίδη.
+
+«Όλα αυτά προέρχονται από το ηλίθιον εκείνο μειδίαμα!» εσκέφθη ο
+Ομπλόνσκυ.
+
+ ― Αλλά τι να γείνη τόρα, τι να κάμω; διηρώτα εαυτόν εν απελπισία
+χωρίς να κατορθώση να εύρη απάντησιν.
+
+Εις την ερώτησιν αυτήν δεν υπήρχεν άλλη απάντησις πλέον εκείνης,
+την οποίαν δίδει η ζωή εις τα δυσκολώτερα των προβλημάτων: πρέπει
+να επαφιέμεθα εις τον χρόνον, δηλαδή να λησμονώμεν.
+
+ ― Κατόπιν θα ίδωμεν! εσκέφθη ο πρίγκηψ Ομπλόνσκυ.
+
+Ηγέρθη, εφόρεσε τον κοιτωνίτην του και εκωδώνισε δυνατά.
+
+Αμέσως ο γηραιός του έμπιστος, ο θαλαμηπόλος Μάτβεϊ, εισήλθε φέρων
+τα ενδύματα του κυρίου του, της μπόττες του και έν τηλεγράφημα.
+
+ ― Πρόκειται περί εγγράφων του υπουργείου; ηρώτησεν ο πρίγκηψ
+λαμβάνων το τηλεγράφημα.
+
+Το απεσφράγισε και η μορφή του εφωτίσθη.
+
+ ― Μάτβεϊ, είπεν, η αδελφή μου Άννα Καρένιν θα έλθη αύριον.
+
+ ― Ευλογητός ο Θεός! είπεν ο Μάτβεϊ.
+
+Ήθελε διά τούτου να υποδείξη ότι κατενόει όσον και ο κύριός του
+την σημαντικότητα της επισκέψεως εκείνης: δηλαδή ότι η Άννα
+Καρένιν, η ευνοουμένη αδελφή του πρίγκηπος, θα κατώρθωνε να
+συμφιλιώση τους συζύγους.
+
+ ― Η κυρία έρχεται μόνη ή μετά του κυρίου; ηρώτησεν ο Μάτβεϊ.
+
+ ― Μόνη . . . Πήγαινε ν' ανακοινώσης την είδησιν αυτήν εις την
+πριγκήπισσαν.
+
+ ― Εις την πριγκήπισσαν Δάρια Αλεξανδρόβνα; ηρώτησεν ο Μάτβεϊ με
+κάποιον δισταγμόν.
+
+ ― Ναι, εις την σύζυγόν μου και δος της το τηλεγράφημα. Κατόπιν
+έλα να μου φέρης την απάντησιν.
+
+ ― Υπακούω.
+
+Ο Ομπλόνσκυ είχε σχεδόν ενδυθή οπόταν ο Μάτβεϊ επανήλθε με το
+τηλεγράφημα εις το χέρι, βαδίζων δε βραδέως και αναγκάζων της
+μπόττες του να τρίζουν.
+
+ ― Η κυρία πριγκήπισσα μ' επεφόρτισε να σας είπω ότι αναχωρεί. «Ας
+κάμουν όπως θέλουν!» μου είπε.
+
+Ο Ομπλόνσκυ εχαμήλωσε την κεφαλήν και η μορφή του προσέλαβεν
+έκφρασιν αγωνίας.
+
+ ― Εν τούτοις δεν πρέπει να παραταθή αυτή η κατάστασις, είπε
+προσπαθών να ενθαρρύνη εαυτόν.
+
+Ηγέρθη δε, διήλθε το σαλόνι με ταχέα βήματα και ήνοιξε την θύραν,
+την φέρουσαν προς το διαμέρισμα της πριγκηπίσσης.
+
+***
+
+Η Δάρια Αλεξανδρόβνα ίστατο εν μέσω παντός είδους αντικειμένων
+διεσκορπισμένων εντός του δωματίου, έμπροσθεν μιας ιματιοθήκης
+εντός της οποίας κάτι ανεζήτει.
+
+Όταν ήκουσε τα βήματα του συζύγου της, έστρεψε το βλέμμα προς την
+θύραν, προσπαθούσα να προσλάβη έκφρασιν αυστηράν και
+περιφρονητικήν.
+
+Διά δεκάτην φοράν κατά το διάστημα των τριών εκείνων ημερών, είχε
+δοκιμάσει ανεπιτυχώς να αμπαλλάρη τας αποσκευάς της και τας των
+τέκνων της, ίνα τας μεταφέρη εις της μητρός της, αλλά δεν ηδύνατο
+να καταλήξη εις οριστικόν τι. Έλεγε διαρκώς ότι θα έφευγεν, αν και
+κατενόει ότι δεν ήτο δυνατόν το τοιούτον.
+
+ ― Δόλλυ, είπεν εκείνος δειλώς.
+
+Εκράτει δε ημιβυθισμένην την κεφαλήν εντός των ώμων ίνα προσλάβη
+ύφος συντετριμμένου και μετανοούντος αμαρτωλού, αλλά και παρά
+τούτο, ηκτινοβόλει από νεότητα και υγείαν.
+
+Εκείνη, διά γοργού βλέμματος, τον ητένισεν από κεφαλής μέχρι ποδών
+και εφάνη σκεπτομένη.
+
+ ― Τι επιθυμείτε; ηρώτησε διά φωνής τραχείας και οργίλης.
+
+ ― Δόλλυ! επανέλαβεν εκείνος με κάποιον τρόμον εν τη φωνή, η Άννα
+έρχεται σήμερον.
+
+ ― Τι μ' ενδιαφέρει τούτο; Μου είναι αδύνατον να την δεχθώ!
+εφώνησεν εκείνη.
+
+ ― Και όμως πρέπει, Δόλλυ . . .
+
+ ― Πηγαίνετε, πηγαίνετε, πηγαίνετ' απ' εδώ! αντείπε χωρίς να τον
+κυττάξη, και διά φωνής, ήτις εφαίνετο εκφράζουσα κάποιον φυσικόν
+πόνον.
+
+Ο Ομπλόνσκυ ηδύνατο να μείνη ήρεμος ενώπιον της συζύγου του,
+ηδύνατο να ελπίση ότι τα πράγματα θα διεκανονίζοντο και να
+αναγνώση ησύχως την εφημερίδα του παίρνων τον καφέν του, αλλ' όταν
+είδε την συνεσπασμένην φυσιογνωμίαν της και ήκουσε την φωνήν
+εκείνην της απογνώσεως υπό την πίεσιν του πεπρωμένου, του
+απέλειψεν η πνοή, ο λάρυγξ του συνεσφίγχθη και δάκρυα ανήλθον εις
+τα όμματά του.
+
+ ― Θεέ μου, τι έκαμα! Δόλλυ, έλεος!
+
+Δεν ηδυνήθη να εξακολουθήση, λυγμοί απέπνιγον τον λάρυγγά του.
+
+Εκείνη έκλεισε την ιματιοθήκην της και τον ητένισε.
+
+ ― Τούτο μόνον θα είπω, Δόλλυ, συγχώρησόν με . . . Μη λησμόνει!
+μήπως εννέα ετών συμβίωσις δεν δύναται να εξαγοράση μίαν στιγμήν!
+
+Εκείνη εχαμήλωσε τους οφθαλμούς, προσπαθούσα να σκεφθή τι να είπη
+ως να ήθελε να τον ικετεύση να την πείση.
+
+ ― Μίαν στιγμήν παραφοράς . . . είπεν ο πρίγκηψ.
+
+Ηθέλησε να εξακολουθήση, αλλά προ των λόγων αυτών τα χείλη της
+συζύγου του συνεσφίγχθησαν.
+
+ ― Φύγετε, φύγετε απ' εδώ, επανέλαβεν εκείνη διά φωνής πλειότερον
+διαπεραστικής, και μη ομιλείτε διά τας παραφοράς σας και τας
+ατιμίας σας.
+
+Ηθέλησε δε να εξέλθη του δωματίου, αλλ' εκλονίσθη και εστηρίχθη
+εις το ερεισίνωτον μιας καθέδρας διά να μη πέση.
+
+ ― Δόλλυ, είπεν εκείνος ολολύζων, έλεος χάριν των τέκνων μας, τα
+παιδιά μας δεν πταίουν τίποτε. Εγώ είμαι ο ένοχος, συγχώρησέ με,
+ειπέ μου πώς δύναμαι να εξαγοράσω το σφάλμα μου. Είμαι ένοχος, δεν
+υπάρχουν λέξεις προς έκφρασιν του ύψους της ενοχής μου! Αλλά,
+Δόλλυ, συγχώρησόν με!
+
+ ― Τα σκέπτομαι τα παιδιά μας, διότι τα πάντα θα έκαμνα διά να τα
+σώσω· αλλά δεν γνωρίζω πώς θα τα σώσω, αν δεν τα αποσπάσω από τον
+πατέρα των ή εάν τα αφήσω με ένα πατέρα κακοήθη, ναι, κακοήθη
+πατέρα... Ειπέτε, μεθ' όσα συνέβησαν, δυνάμεθα να ζήσωμεν ομού;
+είναι δυνατόν τούτο; πέτε μου είναι δυνατόν! επανέλαβεν υψώσασα
+την φωνήν^ αφού ο σύζυγός μου, ο πατέρας των τέκνων μου, συνεδέθη
+με την διδασκάλισσαν των παιδιών του . . .
+
+Την ητένισεν εκείνος και η οργή, την οποίαν εξέφραζεν η μορφή της
+συζύγου του, τον κατέπληξε και τον ετρόμαξε.
+
+Δεν ηδύνατο να κατανοήση ότι η ευσπλαγχνία ακριβώς την οποίαν της
+εξεδήλου, την παρώργιζε περισσότερον. Διέβλεπεν εν αυτώ
+ευσπλαγχνίαν και όχι έρωτα.
+
+ ― Όχι, με αποστρέφεται, δεν θα με συγχωρήση, εσκέφθη.
+
+ ― Είνε τρομερόν, τρομερόν, είπεν.
+
+Εις το γειτονικόν δωμάτιον κάποιο παιδί έπεσε και ήρχισε να κλαίη.
+
+Η Δάρια Αλεξανδρόβνα ηκροάτο, και έξαφνα, η μορφή της εξέφρασε
+πόνον.
+
+Επί τινας στιγμάς εσκέφθη ως να μη εγνώριζε πού ευρίσκετο, και τι
+έπρεπε να κάμη, είτα δε, ανεγερθείσα αποτόμως έτρεξε προς την
+θύραν.
+
+ ― Αγαπά εν τούτοις το παιδί μου, εσκέφθη εκείνος, πώς θα ηδύνατο
+να με αποστραφή; Δόλλυ, μίαν λέξιν ακόμη! προσέθηκεν ακολουθήσας
+αυτήν.
+
+ ― Αν με ακολουθήσετε, θα φωνάξω τους υπηρέτας, θα φωνάξω τα
+παιδιά, διά να μάθη όλος ο κόσμος ότι είσθε ένας άθλιος! αναχωρώ
+και ειμπορείτε να μείνετε εδώ μαζί με την ερωμένην σας.
+
+Και εξήλθε κτυπώσα δυνατά τας θύρας.
+
+Ο Ομπλόνσκυ εσπόγγισε το πρόσωπον και εξήλθε του δωματίου με
+βραδέα βήματα.
+
+ ― Θ' αλλάξη άρα γε γνώμην, εσκέφθη και εκάλεσε τον Μάτβεϊ.
+
+ ― Να ετοιμάσης δωμάτιον διά την Άνναν Καρένιν.
+
+Ο Ομπλόνσκυ εφόρεσε την γούναν του και εξήλθεν εις το πρόστοον.
+
+Αφού καθησύχασε το παιδίον η Δάρια Αλεξανδρόβνα, ακούσασα την
+άμαξαν απερχομένην, επέστρεψεν εις τα δωμάτιά της, και εκάθισεν
+εις την θέσιν, όπου είχε συνομιλήσει μετά του συζύγου της.
+Συνέσφιξε τας κατίσχνους χείρας της, τα δακτυλίδια της διολίσθησαν
+από τ' άσαρκα δάκτυλά της και ανεπόλησεν ολόκληρον την
+προηγηθείσαν συνομιλίαν.
+
+ ― Έφυγε! πού θα ζήση μαζύ της; Την βλέπει ακόμη; διατί να μην
+ερωτήσω περί τούτου; . . . Όχι, όχι, δεν είνε δυνατόν να
+συμφιλιωθώμεν και αν ακόμη ζήσωμεν υπό την αυτήν στέγην, θα είμεθα
+διά παντός ξένοι . . Διά παντός ξένοι! ετόνισεν επαναλαμβάνουσα με
+ιδιαιτέραν πικρίαν την λέξιν αυτήν την τόσον τρομεράν εις τα ώτα
+της.
+
+ ― Αχ! πόσον τον ηγάπησα Θεέ μου! πόσον τον ηγάπησα . . . Και τώρα
+άρα γε δεν τον αγαπώ πλέον; Και τώρα άρα γε μήπως τον αγαπώ
+περισσότερον;
+
+***
+
+Παρά την ζωήν των διασκεδάσεων, την οποίαν διήγε, παρά τα μικρά
+του προσόντα και την νεότητά του, ο Στέφανος Αρκαδίεβιτς Ομπλόνσκυ
+κατείχε την τιμητικήν θέσιν τμηματάρχου έν τινι υπουργείω της
+Μόσχας μετά μεγάλων απολαυών. Είχε δε επιτύχει την θέσιν ταύτην
+διά της προστασίας του συζύγου της αδελφής του Άννης, Αλεξίου
+Καρένιν, όστις κατείχε μίαν των ανωτάτων θέσεων του αυτού
+υπουργείου. Το ήμισυ ολοκλήρου της Μόσχας και ολοκλήρου της Πέτρου
+πόλεως συνεδέετο διά φιλίας ή διά συγγενείας μετά του πρίγκηπος
+Ομπλόνσκυ. Είχε γεννηθή ούτος εις το περιβάλλον των προνομιούχων
+εκείνων, οίτινες υπήρξαν πάντοτε και είναι ακόμη οι ισχυροί εν τω
+κόσμω τούτω.
+
+Ο Ομπλόνσκυ ηγαπάτο όχι μόνον διά τον αξιαγάπητον και φαιδρόν
+χαρακτήρα του και διά την ανεπίδεκτον πάσης υπονοίας εντιμότητά
+του, αλλ' είχε και εις την εξωτερικήν του εμφάνισιν κάτι, το
+οποίον διέθετε φύσει ευνοϊκώς υπέρ αυτού τους ανθρώπους.
+
+Όταν, κατόπιν της τελευταίας του εξηγήσεως μετά της συζύγου του, ο
+Ομπλόνσκυ μετέβη εις τα γραφεία του υπουργείου του, οι υπάλληλοι
+ηγέρθησαν και τον εχαιρέτισαν μετά σεβασμού. Όπως δε πάντοτε, ο
+Ομπλόνσκυ προυχώρησε κατ' ευθείαν προς το κάθισμά του, έθλιψε την
+χείρα των άλλων συμβούλων και εκήρυξε έναρξιν του συμβουλίου.
+
+Ουδείς εγνώριζε κάλλιον αυτού να κρατήται εντός των ορίων της
+ελευθερίας, της απλότητος και της επισήμου αξιοπρεπείας, όπερ
+απαραίτητον ίνα αι συζητήσεις αποβαίνωσιν ενδιαφέρουσαι. «Αν
+εγνώριζαν εν τούτοις», εσκέπτετο κύπτων την κεφαλήν καθ’ όν χρόνον
+ο γραμματεύς ανεγίνωσκε μίαν έκθεσιν, «τι φάτσα άτακτου παιδιού
+είχε ο πρόεδρός των προ μισής ώρας!»
+
+Δεν ήτο ακόμη δύο η ώρα, στιγμή δηλαδή καθ' ήν οι σύμβουλοι λύουν
+την συνεδρίασιν διά να μεταβούν εις το γεύμα, οπότε αι μεγάλαι
+υαλωταί θύραι της αιθούσης ηνοίχθησαν και εισήλθε κάποιος, εις τον
+οποίον όμως ο υπηρέτης του γραφείου υπέδειξαν ότι έπρεπε να εξέλθη
+αμέσως. Ο Ομπλόνσκυ, μετά την συνεδρίασιν, εξήτασε τον υπηρέτην
+του γραφείου διά να μάθη το όνομα του προσώπου, το οποίον είχεν
+εισέλθει απρόσκλητον.
+
+ ― Δεν τον γνωρίζω, εξοχώτατε.
+
+ ― Πού είναι τώρα; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ.
+
+Ο υπηρέτης του γραφείου υπέδειξεν άνθρωπόν τινα με ώμους ευρείς,
+με την γενειάδα ούλην, όστις κατήρχετο ταχέως και ελαφρώς τας
+σαθράς βαθμίδας της λιθίνης κλίμακος.
+
+ ― Ήμην βέβαιος! είναι ο Λεβίν! Επί τέλους, είπε με φιλικόν και
+είρον συνάμα μειδίαμα παρατηρών τον άγνωστον όστις προυχώρει προς
+αυτόν. Δεν εφοβήθης να έλθης να με ξετρυπώσης μέσα εις αυτό το
+σπήλαιον;
+
+Και όχι μόνον έθλιψε την χείρα του φίλου του, αλλά και τον
+εφίλησεν.
+
+ ― Ευρίσκεσαι προ πολλού εις την Μόσχαν;
+
+ ― Μόλις έφθασα και έσπευσα να σε ίδω, απήντησεν ο Λεβίν παρατηρών
+κύκλω του μετά δισταγμού.
+
+ ― Καλά, καλά. Πάμε στο γραφείο μου, είπεν ο Ομπλόνσκυ, όστις
+εγνώριζε την αγρίαν δειλίαν του φίλου του.
+
+Ο Λεβίν ήτο σχεδόν της αυτής με τον Ομπλόνσκυ ηλικίας. Υπήρξε
+παιδιόθεν σύντροφός του και φίλος του. Ηγαπώντο δε παρά την
+μεγάλην μεταξύ των αντίθεσιν χαρακτήρων και κλίσεων.
+
+ ― Σας επεριμέναμεν από πολλού.
+
+Ο Λεβίν παρατηρήσας δύο συμβούλους εντός του γραφείου του φίλου
+του είπε συγκεχυμένος:
+
+ ― Αλλά πού θα ιδωθούμε; Έχω να σου ομιλήσω.
+
+Ο Ομπλόνσκυ εσκέφθη επί στιγμήν.
+
+ ― Θα φάμε μαζύ.
+
+ ― Να φάμε; αλλά μόνον δυο λόγια έχω να σου πω, μιαν ερώτησιν θα
+σου κάμω· κατόπιν θα τα πούμε.
+
+ ― Πάει καλά! πες μου αμέσως τα δυο σου λόγια και τα λέμε κατά το
+φαγητόν.
+
+ ― Τα δυο λόγια που έχω να σου πω . . . τίποτε το έκτακτον . . .
+
+Η μορφή του προσέλαβεν αίφνης έκφρασιν άσχημον, εξ αιτίας του
+αγώνος τον οποίον κατέβαλε διά να νικήση την δυστακτικότητά του.
+
+ ― Πώς έχουν οι Τσερμπάτσκυ; Δεν υπάρχει καμμία μεταβολή! Είπε
+τέλος. Ο Ομπλόνσκυ, γνωρίζων από πολλού ότι ο Λεβίν ήτο
+ερωτευμένος με την γυναικαδέλφην του Κίττυ, εμειδίασεν αδιοράτως
+και τα μάτια του επεταλούδησαν από ειρωνικήν φαιδρότητα.
+
+ ― Είπες «δυο λόγια», αλλ' εγώ δεν ημπορώ να σου αποκριθώ με δυο
+λόγια. Μεταβολή καμμία· αλλά λυπούμαι διότι απουσίασες επί τόσον.
+
+ ― Διατί; Μήπως συνέβη τίποτε;
+
+ ― Όχι, τίποτε, απήντησεν ο Ομπλόνσκυ, θα τα ξαναπούμε . . . Αλλ'
+εν συντόμω, ποίος είναι ο σκοπός του ταξειδίου σου;
+
+ ― Θα ομιλήσωμεν περί τούτου βραδύτερον, επανέλαβεν ο Λεβίν
+ερυθριάσας.
+
+ ― Καλά, καλά, εννοώ, απήντησεν ο Ομπλόνσκυ . . . Θα σε
+προσεκάλουν εις το σπίτι μου, αλλ' η γυναίκα μου δεν είναι εντελώς
+καλά . . . Αλλ' επί τέλους, αν θέλης να ιδής της κυρίες, θα είνε
+ασφαλώς σήμερον εις τον Ζωολογικόν κήπον, τέσσερες έως πέντε, η
+Κίττυ θα πατινάρη. Πήγαινε και συ, θα σε συναντήσω βραδύτερον και
+τρώμε όπου τύχει.
+
+ ― Πάει καλά, ωρεβουάρ . . . Αλλά πρόσεξε μη λησμονήσης! Είσαι
+ικανός να φύγης για τα κτήματά σου.
+
+ ― Όχι, μη φοβήσαι!
+
+Κατά τας τέσσαρας ο Λεβίν απεβιβάζετο αμάξης προ του Ζωολογικού
+κήπου και διηυνθύνθη προς την δεξαμενήν, όπου επαγοδρόμουν,
+γνωρίζων εκ των προτέρων ότι εκείνη ευρίσκετο εκεί, διότι είχεν
+ίδει προ της θύρας το όχημα των Τσερμπάτσκυ.
+
+Επλησίασε τα εκ τεχνητού πάγου βουνά επί των οποίων έτριζον αι
+αλύσεις των ελκύθρων ανερχομένων και κατερχομένων και εδονούντο
+φαιδραί ανταλλαγαί συνομιλιών. Έκαμεν ολίγα βήματα ακόμα και η
+παγωμένη λίμνη εξετάθη ενώπιόν του, πάραυτα δε εν τω μέσω όλων των
+παγοδρομούντων, την ανεγνώρισεν. Ενόησε την παρουσίαν της εκ της
+χαράς συνάμα και του τρόμου από τον οποίον συνεσχέθη η καρδία του.
+
+Συνωμίλει μετά τινος κυρίας εις την αντίθετον άκραν της λίμνης.
+Δεν διεκρίνετο ούτε από την ενδυμασίαν της ούτε από το παράστημα·
+αλλ' ήτο τόσον εύκολον εις τον Λεβίν να την διακρίνη εντός του
+πλήθους, όπως θα διέκρινεν ένα ρόδον μέσα εις φυτείαν από
+τσουκνίδες. Η Κίττυ εφώτιζε τα πάντα· ήτο το μειδίαμα που
+ηκτινοβόλει επί των πάντων.
+
+ ― Θα δυνηθώ άραγε να την πλησιάσω επί του πάγου; εσκέφθη.
+
+Το μέρος όπου ευρίσκετο εκείνη του εφάνη ως χώρος ιερός, απρόσιτος
+εις τους κοινούς των θνητών. Επήλθε δε στιγμή καθ’ ήν κατελήφθη
+από τοιούτον φόβον, ώστε παρ' ολίγον να τραπή εις φυγήν.
+
+Του εχρειάσθη κόπος διά να σκεφθή ότι πέριξ αυτής ετριγύριζον
+πολλοί και ότι ηδύνατο να υποτεθή ότι είχεν έλθει απλώς διά να
+παγοδρομήση.
+
+Κατήλθε μέχρι του πάγου, αποφεύγων επί πολύ να ατενίση την Κίττυ,
+ως να ήτο ο ήλιος· αλλ' όπως τον ήλιον, την έβλεπε χωρίς να την
+παρατηρή. Ήτο ημέρα εξαιρετική και όλοι σχεδόν οι παγοδρόμοι
+εγνωρίζοντο μεταξύ των. Εις τα μάτια του Λεβίν εφαίνοντο όλοι ως
+πλάσματα προνομιούχα, διότι ήσαν πλησίον εκείνης. Πάντες εν
+τούτοις εφαίνοντο ότι την παρετήρουν αδιαφόρως, διήρχοντο απ'
+εμπρός της, απεμακρύνοντο, την επλησίαζον, συνωμίλουν μετ' αυτής
+και εφαίνοντο απολαμβάνοντες μάλλον την καλλονήν του πάγου και του
+ωραίου καιρού παρά την χάριν του ατόμου της.
+
+Ο Νικόλαος Τσερμπάτσκυ, ο εξάδελφος της Κίττυ, φέρων κοντήν
+ζακέταν και στενό πανταλόνι, διακρίνας τον Λεβίν, τον προσεφώνησε·
+
+ ― Ε! πρώτε παγοδρόμε της Ρωσσίας, είσθε πολλήν ώραν εδώ; Ο πάγος
+είναι τέλειος, βάλετε λοιπόν γλήγορα τα πέδιλά σας.
+
+ ― Και μήπως έχω πέδιλα; είπεν ο Λεβίν, εκπλαγείς και ο ίδιος,
+διότι έσχε το θάρρος να ομιλήση ενώπιον εκείνης.
+
+Δεν την έχανεν όμως ούτε στιγμήν από τας όψεις του, αν και δεν την
+παρετήρει.
+
+ ― Έφθασα χθες, δηλαδή σήμερον, απήντησεν ο Λεβίν τον οποίον η
+συγκίνησις ημπόδιζε ν' αντιληφθή αμέσως την έννοιαν των λόγων της
+νεαράς κόρης. Ηγνόουν δε ότι πατινάρετε και προ πάντων ότι
+πατινάρετε καλά.
+
+Εκείνη τον ητένισε προσεκτικώς, ως να επεζήτει να εισδύση εις τον
+λόγον της ταραχής του.
+
+ ― Το εγκώμιόν σας είναι πολύτιμον, είπε, διότι δεν λησμονούμεν
+εδώ ότι είσθε ο άριστος των παγοδρόμων.
+
+Απετίναξε με το μικρό της χέρι το φέρον γάντι μαύρο τα επί του
+μανσόν της πεσόντα μικρά χιονοκρύσταλλα.
+
+ ― Μάλιστα, άλλοτε, ήμην εμπαθής παγοδρόμος, και επεθύμουν να
+φθάσω εις την τελειότητα.
+
+ ― Σεις, νομίζω, όλα μετά πάθους τα κάμνετε, είπεν εκείνη μειδιώσα
+. . . . Έχω μια τρελλή επιθυμία να σας ίδω εκτελούντα ελιγμούς εδώ
+. . . Περάστε λοιπόν γρήγορα τα πέδιλά σας και ελάτε να
+πατινάρωμεν μαζί.
+
+ ― Να πατινάρωμεν μαζί; Είνε δυνατόν; εσκέπτετο ο Λεβίν παρατηρών
+την νεαράν κόρην.
+
+ ― Περνώ αμέσως τα πέδιλά μου, προσέθηκε.
+
+Και μετέβη να του προσαρμοσθούν τα παγοπέδιλα υπό τινος των επί
+τούτο επιφορτισμένων προσώπων.
+
+ ― Ναι, εσκέφθη, αυτή είνε η ζωή, αυτή είνε η ευτυχία! Μ α ζ ί!
+Ε λ ά τ ε - ν α - π α τ ι ν ά ρ ω μ ε ν - μ α ζ ί! . . . . . Το
+είπε: Να της εξομολογηθώ αμέσως; Αλλά φοβούμαι να της ομιλήσω,
+διότι, προς το παρόν, η ελπίς με καθιστά ευτυχή . . . και έπειτα;
+Πρέπει εν τούτοις, πρέπει! , . . Αρκετά εδίστασα έως τώρα.
+
+Ο Λεβίν κατήλθεν εις το παγοδρόμιον και επλησίασε την Κίττυ δειλώς
+ακόμη, αλλά το μειδίαμα της νεάνιδος τον καθησύχασε.
+
+Του έδωκεν εκείνη την χείρα και ωλίσθησαν παραπλεύρως αλλήλων
+επισπεύδοντες το βήμα· καθ' όσον δε εταχύνοντο οι ελιγμοί των,
+κατά τόσο μάλλον έθλιβε την χείρα του συνοδού της.
+
+ ― Μαζί σας θα μάθω να παγοδρομώ πολύ γρήγορα· έχω εμπιστοσύνην σε
+σας.
+
+ ― Και εγώ, έχω πεποίθησιν εις εμαυτόν, όταν στηρίζεσθε επί του
+βραχίονός μου.
+
+Εφοβήθη αμέσως την ενδεχομένην εντύπωσιν εκ των λόγων του τούτων
+και ηρυθρίασε.
+
+Μετά τινας διολισθήσεις η Κίττυ μετέβη εις συνάντησιν της μητρός
+της, διά ν' αποχωρήσωσιν ομού.
+
+ ― Γνωρίζω ότι δεν είν' αυτός ο αγαπημένος μου, διελογίζετο η
+Κίττυ, αλλ' ευχαριστούμαι να είμαι μαζί του, είνε τόσον
+χαριτωμένος! . . . Αλλά, διατί άρα γε μου ωμίλησε κατ' αυτόν τον
+τρόπον σήμερον;
+
+Ο Λεβίν απέβαλε τα παγοπέδιλά του και έσπευσε πλησίον της
+πριγκηπίσσης Τσερμπάτσκυ, την οποίαν κατέφθασεν εις την έξοδον του
+κήπου.
+
+ ― Λογίζομαι ευτυχής που σας βλέπω, τω είπεν η μήτηρ της Κίττυ . .
+. Μη λησμονείτε ότι δέχομαι κάθε Πέμπτην.
+
+ ― Δηλαδή, σήμερον;
+
+ ― Θα γοητευθώμεν να σας ίδωμεν, απήντησεν η πριγκήπισσα ξηρώς.
+
+Η ψυχρότης όμως αύτη ελύπησε την Κίττυ, και, παρεμβάσα,
+προσεπάθησε να γλυκάνη την εξ αυτής εντύπωσιν. Έστρεψε την κεφαλήν
+προς το μέρος του νέου και του είπε μειδιώσα:
+
+ ― Ω ρεβουάρ!
+
+Η πριγκήπισσα Κίττυ ήτο δεκαοκτώ ετών. Και ήτο η πρώτη αυτή
+περίοδος καθ' ήν ανεμιγνύετο με τον κόσμον. Όχι δε μόνον όλοι οι
+χορευταί της Μόσχας ήσαν ερωτευμένοι μαζί της, αλλά και μόλις
+ήρχισεν ο χειμών, δύο σοβαροί μνηστήρες είχον παρουσιασθή: ο
+Λεβίν, και, αμέσως μετά την αναχώρησιν τούτου, ο κόμης Βρόνσκυ.
+
+Αι συχναί επισκέψεις του Λεβίν και ο προς την Κίττυ καταφανής του
+έρως, είχον γείνει αφορμή συζητήσεως μεταξύ του πατρός και της
+μητρός της νεάνιδος, εν σχέσει προς το μέλλον αυτής. Ο πρίγκηψ
+ηυνόει τον Λεβίν και διεκήρυττεν ότι δεν ωνειροπόλει καλλίτερον
+αυτού γαμβρόν.
+
+Η πριγκήπισσα, σύμφωνα προς την τακτικήν των γυναικών να στρέφουν
+αλλού τα ζητήματα, εβεβαίωνεν ότι η Κίττυ ήτο υπερβολικά νέα, ότι
+ο Λεβίν δεν είχεν αποδείξει ότι αι προθέσεις του ήσαν σοβαραί, ότι
+η Κίττυ δεν ησθάνετο καμμίαν συμπάθειαν προς αυτόν και προέβαινεν
+εις μυρίας άλλας αντιρρήσεις. Αλλά το αληθές ήτο, ότι ωνειροπόλει
+τύχην πολύ λαμπροτέραν διά την κόρην της και ο Λεβίν δεν της
+ήρεσκε καθόλου.
+
+Η Κίττυ από της ώρας του δείπνου μέχρι της αφίξεως των επισκεπτών,
+εδοκίμασεν αίσθημα ανάλογον προς εκείνο που αισθάνεται νεαρός
+στρατιώτης προ της μάχης.
+
+Η καρδία της έπαλλε δυνατά, και δεν ηδύνατο να προσηλώση την
+προσοχήν της επ' ουδενός.
+
+Ησθάνετο ότι η βραδειά εκείνη, καθ' ήν ο Λεβίν και ο Βρόνσκυ θα
+συνηντώντο διά πρώτην φοράν, θ' απέβαινε κρίσιμος διά την τύχην
+της, και ακαταπαύστως τους ανεπόλει εις την μνήμην της είτε
+χωριστά έκαστον, είτε ομού.
+
+Κατά τας επτάμιση, μόλις είχε κατέλθει εις το σαλόνι, οπότε ο
+θαλαμηπόλος ανήγγειλε: «Κωνσταντίνος Δμήτριτς Λεβίν».
+
+Η πριγκήπισσα ευρίσκετο εις τον θαλαμόν της, ο δε πρίγκηψ δεν είχε
+προσέλθει ακόμη.
+
+«Τελειωμένα πράγματα!» διελογίσθη η Κίττυ και το αίμα επλημμύρησε
+την καρδίαν της. Έρριψε βλέμμα επί του καθρέπτου και ετρόμαξε διά
+την ωχρότητά της.
+
+Ουδ' επί στιγμήν αμφέβαλεν ότι είχε προσέλθει τόσον ενωρίς ακριβώς
+διά να την εύρη μόνην και να της απευθύνη την αίτησίν του. Διά
+πρώτην φοράν η κατάστασις παρουσιάσθη δι' αυτήν υπό φωτισμόν
+εντελώς καινοφανή. Κατενόησεν ότι δεν επρόκειτο περί μόνης αυτής,
+ότι δεν επρόκειτο να διαγνώση μετά τίνος θα ήτο ευτυχής και ποίον
+ηγάπα, αλλ' ότι θα έβλεπεν εαυτήν υποχρεωμένην να προσβάλη άνδρα
+που της ήτο αγαπητός, και να τον προσβάλη σκληρά . . . Διατί;
+Διότι την ηγάπα! Και όμως δεν ηδύνατο να πράξη διαφορετικά· αυτό
+και μόνον υπεχρεούτο να κάμη.
+
+«Θεέ μου», διελογίσθη, «εγώ λοιπόν οφείλω να του τα είπω αυτά τα
+πράγματα; . . . Πρέπει να τον βεβαιώσω ότι δεν τον αγαπώ. Δεν θα
+ήτο αληθές τούτο . . . Αλλά, τι θα του είπω λοιπόν; Ότι αγαπώ
+άλλον; Όχι, αυτό δεν είνε δυνατόν . . . Προτιμώ να φύγω . . .
+φεύγω . . .»
+
+Ευρίσκετο ήδη πλησίον της θύρας, οπότε ήκουσε τα βήματα του Λεβίν.
+
+ ― Όχι, δεν είνε ευπρεπές αυτό. Από τι φοβούμαι; Ας γείνη ό,τι
+θέλει! Θα είπω την αλήθειαν. Μαζί του δεν θα στενοχωρηθώ, νά τον!
+
+Διέκρινε την σκιαγραφίαν του Λεβίν και το βλέμμα του στηριζόμενον
+επ' αυτής. Η Κίττυ τον ητένισε κατάματα ως να του εζήτει να την
+λυπηθή, και του έτεινε την χείρα.
+
+ ― Φθάνω εις ακατάλληλον στιγμήν, νομίζω ότι προηγήθην της ώρας;
+είπεν, ιδών ότι το σαλόνι ήτο κενόν.
+
+Αλλ' όταν αντελήφθη ότι οι πόθοι του είχον πραγματοποιηθή και ότι
+τίποτε δεν τον ημπόδιζε να ομιλήση, εσκυθρώπασεν.
+
+ ― Ω! όχι, είπεν η Κίττυ.
+
+Και εκάθησεν ενώπιον μιας τραπέζης.
+
+ ― Να σας εύρω μόνην ήτο ο γλυκύτερος πόθος μου, είπεν ο Λεβίν.
+Σας είπον ήδη ότι δεν γνωρίζω επί πόσον χρόνον θα μείνω εδώ, και
+ότι από υμάς εξαρτάται . . .
+
+Η Κίττυ εχαμήλωσεν έτι μάλλον την κεφαλήν, αγνοούσα τι θα απήντα
+εις την τελικήν πρότασιν.
+
+ ― Από υμάς εξαρτάται, εξηκολούθησεν εκείνος . . . Ήλθα . . . ήλθα
+διά να σας ζητήσω να καταστήτε σύζυγος μου!
+
+Εσιώπησε και ητένισε την νεάνιδα.
+
+Εκείνη ανέπνευσεν επωδύνως, χωρίς να υψώση τα βλέμματα προς αυτόν.
+Δεν επερίμενε να παραγάγη επ' αυτής τοιαύτην εντύπωσιν η εκ μέρους
+του Λεβίν ερωτική εξωμολόγησις. Αλλά το συναίσθημα εκείνο επί μίαν
+μόνον στιγμήν διήρκεσεν. Ανελογίσθη τον Βρόνσκυ.
+
+Ύψωσε προς τον Λεβίν τα διαυγή και ειλικρινή της μάτια,
+παρατηρήσασα την απελπιστικήν έκφρασιν της μορφής του, απήντησεν
+εν σπουδή:
+
+ ― Αυτό δεν δύναται να γείνη, δεν γίνεται . . . Συγχωρήσατέ με!
+
+Προ μιας στιγμής της εφαίνετο τόσον πλησίον και απαραίτητος διά
+την ζωήν της! Και ιδού έξαφνα ότι καθίστατο δι' αυτόν εντελώς
+ξένη.
+
+ ― Δεν ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; είπεν εκείνος χωρίς να υψώση
+επ' αυτής τα βλέμματα.
+
+Εχαιρέτησε δε και ηθέλησε ν' αποσυρθή.
+
+Αλλά, την ιδίαν στιγμήν, εισήλθεν η πριγκήπισσα. Όταν δε τους είδε
+μόνους και διέκρινε τας συνεσπασμένας των μορφάς, εταράχθη. Ο
+Λεβίν την εχαιρέτησε χωρίς να ομιλήση. Η Κίττυ έμεινε σιωπηλή και
+δεν ύψωσε τα μάτια. Εκείνος ηθέλησε να εγερθή, αλλ' η πριγκήπισσα
+του απεύθυνε τον λόγον, και, ταυτοχρόνως, ετέρα κυρία παρουσιάσθη,
+ακολουθουμένη υπό τινος στρατιωτικού.
+
+ ― Θα είνε ο Βρόνσκυ, εσκέφθη ο Λεβίν.
+
+Διά να πεισθή, ητένισε την Κίττυ, ήτις είχεν αναγνωρίσει ήδη τον
+αξιωματικόν.
+
+Ο Λεβίν παρετήρησεν ότι οι οφθαλμοί της νεαράς κόρης απήστραψαν
+ακουσίως και κατενόησεν ότι ηγάπα τον άνθρωπον εκείνον.
+
+ ― Επιτρέψατέ μου να σας παρουσιάσω προς αλλήλους, είπεν η
+πριγκήπισσα: Κωνσταντίνος Δμήτριτς Λεβίν, κόμης Αλέξιος
+Κυρίλλοβιτς Βρόνσκυ.
+
+Ούτος ηγέρθη και έθλιψε την χείρα του Λεβίν παρατηρών αυτόν
+συμπαθώς εις τα μάτια.
+
+ ― Έχομεν συμφάγει κατά τον χειμώνα τούτον, αν δεν με απατά η
+μνήμη, αλλά σεις ανεχωρήσατε αιφνιδίως διά την εξοχήν, είπε με το
+αφελές και ειλικρινές του μειδίαμα.
+
+ ― Και μένετε πάντοτε εις τα κτήματά σας; ηρώτησεν ο Βρόνσκυ.
+Νομίζω ότι δεν θα είνε ευχάριστον κατά τον χειμώνα.
+
+ ― Όταν κανείς είνε απησχολημένος, δεν στενοχωρείται, έστω και αν
+είνε μόνος, απήντησε ξηρώς ο Λεβίν.
+
+Αν και ο Βρόνσκυ αντελήφθη τον τόνον με τον οποίον προεφέρθησαν οι
+λόγοι ούτοι, προσεποιήθη ότι δεν αντελήφθη.
+
+ ― Αγαπώ την εξοχήν, είπεν.
+
+Ο Λεβίν επωφελήθη της στιγμής καθ' ήν τον αφήκεν ο πρίγκηψ, διά να
+εξέλθη χωρίς να γείνη αντιληπτός. Η τελευταία εντύπωσις, την
+οποίαν απεκόμισεν εκ της εσπερίδος εκείνης, υπήρξεν η ευτυχής
+έκφρασις της φυσιογνωμίας της Κίττυ απαντώσης εις τον Βρόνσκυ,
+όστις την ηρώτα αν θα προσήρχετο εις τον χορόν.
+
+* * *
+
+Ο Βρόνσκυ ουδέποτε είχε γνωρίσει τι εστί οικογενειακή ζωή. Η μήτηρ
+του, κατά την νεότητά της, είχεν υπάρξει γυνή πολύ κοσμική, λίαν
+θαυμαζομένη, και, κατά τε το διάστημα της συζυγικής της ζωής,
+κυρίως δε μετά τον θάνατον του συζύγου της, εγένετο ηρωίς πολλών
+μυθιστορημάτων γνωστών εις όλον τον κόσμον. Τον πατέρα του σχεδόν
+δεν τον ενεθυμείτο και είχεν ανατραφή εις την Σχολήν των Αυλικών
+ακολούθων. Νεώτατος δε εξελθών της σχολής και επιδεικτικώτατος
+αξιωματικός ήδη, απετέλεσε μέλος της στρατιωτικής αριστοκρατίας
+της Πετρουπόλεως . . . Εν Μόσχα εγεύθη διά πρώτην φοράν του
+θελγήτρου να πλησιάση μίαν ωραίαν και αθώαν κόρην του κόσμου, ήτις
+ηράσθη αυτού. Δεν τω επήλθε δε η σκέψις ότι εν τη γνωριμία ταύτη,
+ηδύνατο να υπάρχη τι το μεμπτόν ως προς τας μετά της Κίττυ σχέσεις
+του. Εχόρευε κατά προτίμησιν μετ' αυτής, της ωμίλει περί κοινών
+πραγμάτων περί ων συνήθως συζητούν ασκόπως εν τω κόσμω, αλλ'
+ακουσίως, προσέδιδεν εις τας κοινοτυπίας αυτάς τόνον και
+ενδιαφέρον τοιούτον, ώστε ν' απευθύνεται προς αυτήν και μόνην.
+
+Αν και ουδέποτε της είχεν είπει και μίαν έστω λέξιν που να μη
+δύναται να προφέρη ενώπιον όλου του κόσμου, παρετήρει εν τούτοις
+ότι κατά πάσαν παρερχομένην ημέραν υφίστατο εκείνη πλειότερον την
+επίδρασιν αυτού, τούθ' όπερ του ήτο το μάλλον ευχάριστον των
+πραγμάτων. Ησθάνετο εαυτόν ακατανικήτως ελκυόμενον προς αυτήν.
+
+Ουδαμώς ηπατάτο ότι η προς την Κίττυ συμπεριφορά του ήτο
+αφελέστατα εκείνο που ονομάζεται δελεασμός μιας νεαράς κόρης άνευ
+προθέσεως γάμου, πράξις πολύ συχνή εις την χρυσήν νεότητα εις την
+οποίαν ανήκεν. Ενόμιζεν ότι αυτός πρώτος είχεν ανακαλύψει την
+θελξίθυμον ταύτην ηδονήν, και την απελάμβανε.
+
+Περί γάμου ουδέποτε είχε σκεφθή, γάμου άλλως τε του οποίου δεν
+διέβλεπε το δυνατόν της τελέσεως. Όχι μόνον δεν ηγάπα την
+οικογενειακήν ζωήν, αλλά και διέβλεπεν εν τω γάμω και ιδίως εις
+τον ρόλον του συζύγου, σύμφωνα προς τας ιδέας του κόσμου των
+αγάμων εν τω οποίω έζη, κάτι το αντίθετον, κάτι το εχθρικόν προς
+την ευτυχίαν του και κάτι μάλιστα το γελοίον.
+
+Το βράδυ εκείνο, εν τούτοις, εξερχόμενος του μεγάρου Τσερμπάτσκυ,
+ησθάνθη ότι οι πνευματικοί δεσμοί οι συνδέοντες αυτόν μετά της
+Κίττυ είχον συσφιγχθή μέχρι σημείου ώστε να έπρεπε να λάβη μίαν
+απόφασιν, αλλ' υπό ποίον πνεύμα, δεν διέβλεπεν ακόμη.
+
+«Η γοητεία έγκειται ακριβώς εις το ότι ούτε μία λέξις δεν έχει
+προφερθή ούτε παρ' εμού ούτε παρ' αυτής· και εις ότι το
+αντιλαμβανόμεθα αλλήλους τόσον καλά διά της αποκρύφου αυτής
+συνδιαλέξεως των βλεμμάτων και των τόνων της φωνής· σήμερον μ'
+έκαμε να εννοήσω παρά ποτε σαφέστερον ότι με αγαπά. Και πόσον είνε
+γοητευτικόν αυτό, πόσον αφελές, πόσον πλήρες πεποιθήσεως!
+Αισθάνομαι ότι έχω καρδίαν και ότι κάτι το αγαθόν υπάρχει εντός
+μου».
+
+Την επιούσαν, κατά την ενδεκάτην προμεσημβρινήν, ο Βρόνσκυ μετέβη
+εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν διά ν' αναμείνη την μητέρα του· το
+πρώτον δε πρόσωπον, το οποίον παρετήρησεν επί των βαθμίδων της
+μεγάλης κλίμακος υπήρξεν ο Ομπλόνσκυ προχωρών προς υποδοχήν της
+αδελφής του Άννας Καρένιν.
+
+ ― Α! Η Εξοχότης σας! τω εφώναξεν ο Ομπλόνσκυ, ποίον ζητείς;
+
+ ― Περιμένω την μητέρα μου, απήντησεν ο Βρόνσκυ. Έρχεται από την
+Πετρούπολιν.
+
+Έθλιψαν αμοιβαίως την χείρα και ανήλθον ομού την κλίμακα.
+
+ ― Πού επήγες χθες εξερχόμενος των Τσερμπάτσκυ, εγώ σε επερίμενα
+έως τας δύο το πρωί;
+
+ ― Επέστρεψα εις το σπίτι μου . . . Επέρασα νύκτα τόσον
+ευχάριστον, ώστε δεν ηθέλησα να υπάγω πλέον πουθενά.
+
+ ― Γνωρίζω τα ορμητικά άλογα από τα χαρακτηριστικά των και τους
+νεαρούς ερωτευμένους από τα μάτια! επανέλαβεν ο Ομπλόνσκυ, όπως
+είχε κάμει την προτεραίαν προς τον Λεβίν.
+
+Ο Βρόνσκυ εμειδίασε με τρόπον που δεν απετέλει άρνησιν, αλλ'
+έσπευσε να στρέψη αλλαχού τον λόγον.
+
+ ― Και συ, ποίον ήλθες ν' αναμείνης εδώ;
+
+ ― Εγώ, μια ωραία κυρία! είπεν ο Ομπλόνσκυ.
+
+ ― Α! Α!
+
+ ― «Κατηραμένος ο κακά βουλευόμενος», αναμένω την αδελφήν μου
+Άνναν.
+
+ ― Α! α! την πριγκήπισσαν Καρένιν, είπεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Πρέπει να γνωρίζης τον Αλέξιον Αλεξάνδροβιτς Καρένιν, τον
+διάσημον γαμβρόν μου· όλος ο κόσμος τον γνωρίζει.
+
+ ― Ναι, τον γνωρίζω εκ φήμης και διότι κάποτε τον είδα . . .
+Γνωρίζω ότι είνε άνθρωπος πνευματωδέστατος, ένας σοφός ούτως
+ειπείν υπέργειος. Αλλά, ξεύρεις, δεν είνε του κόσμου μου.
+
+ ― Ναι, είνε άνθρωπος διακεκριμένος, ολίγον τι συντηρητικός, αλλά
+θαυμάσιος άνθρωπος.
+
+ ― Θα έλθη γρήγορα το τραίνον; ηρώτησεν ο Βρόσκυ κάποιον
+υπάλληλον.
+
+ ― Εφάνη ήδη.
+
+Πράγματι, επί της αποβάθρας προσέτρεξαν οι υπάλληλοι, και ο
+αριθμός των προσώπων άτινα προσήρχοντο να υποδεχθώσι τους φίλους
+των επληθύνθη επαισθητώς.
+
+Διά μέσου της κρυσταλλωμένης ομίχλης διεκρίνοντο άνθρωποι εν στολή
+με κοντές γούνες και μπόττες από πίλημα, οίτινες διήρχοντο τας
+σιδηράς ράβδους. Μακράν δε, διηκούετο ο συριγμός της ατμομηχανής
+και διεκρίνετο το τροχοκύλισμα του τραίνου.
+
+Πράγματι, εξ αποστάσεως, η ατμομηχανή εσφύριζε. Μετά τινας δε
+στιγμάς, το λιθόστρωτον του σταθμού συνεκλονίσθη και η μηχανή
+ασθμαίνουσα και αναπέμπουσα τον ατμόν ον το ψύχος επανέρριπτεν επί
+του εδάφους διήλθε με τον μοχλόν του μεσαίου τροχού ταλαντευόμενον
+διά κινήσεως ρυθμικής και βραδείας, καθ’ όν χρόνον ο μηχανικός,
+σκεπασμένος από παγοκρύσταλλα και με την κεφαλήν και τον λαιμόν
+σφικτοτυλιγμένα, εχαιρέτα τον σταθμάρχην.
+
+ ― Η κόμησσα Βρόνσκυ ευρίσκεται εις αυτό το βαγόνι, τω είπεν
+αίφνης ο οδηγός πλησιάσας αυτόν.
+
+Εις το βάθος της ψυχής του, δεν ησθάνετο σεβασμόν προς την μητέρα
+του, και, χωρίς αμφιβολίαν, ούτε την ηγάπα, αλλ' η ανατροφή ης
+είχε τύχει και αι τρέχουσαι ιδέαι του ιδιαιτέρου του κόσμου, δεν
+τω επέτρεπον να σκεφθή να της προσφέρεται διαφορετικά παρά με τας
+φαινομενικότητας βαθυτάτου σεβασμού και πληρεστάτης υποταγής. Η δε
+εξωτερική εκδήλωσις των αισθημάτων τούτων ήτο ισχυροτέρα από τον
+ενδόμυχον αποτροπιασμόν, ον ησθάνετο προς αυτά.
+
+Ο Βρόνσκυ ηκολούθησε τον οδηγόν, ανήλθεν εις το τραίνον, και, καθ’
+ήν στιγμήν επρόκειτο να εισέλθη εις το διαμέρισμα όπου ευρίσκετο η
+μήτηρ του, παρεμέρησε διά να διέλθη μία κυρία.
+
+Με το τακτ του ανθρώπου του κόσμου ο Βρόνσκυ ανεγνώρισε με το
+πρώτον βλέμμα ότι η κυρία εκείνη ανήκεν εις τας ανωτάτας
+κοινωνικάς τάξεις. Εζήτησε συγγνώμην και ητοιμάζετο να
+εξακολουθήση τον δρόμον του, οπότε ησθάνθη ακαταμάχητον πόθον να
+στραφή διά να την ίδη άπαξ ακόμη, ουχί μόνον διότι η κυρία την
+οποίαν είχε συναντήσει ήτο ωραιοτάτη, ούτε και διότι είχεν ελκυσθή
+από την ευπρεπή κομψότητα και την χάριν την σεμνήν ην απέπνεεν
+ολόκληρος, αλλά διότι η έκφρασις της χαριτωμένης μορφής της, όταν
+επέρασεν απ' εμπρός του, είχε κάτι το ιδιαιτέρως θωπευτικόν και
+τρυφερόν.
+
+Όταν υπεστράφη, και η κυρία έστρεψεν επίσης την κεφαλήν προς αυτόν
+και τα μάτια της προσηλώθησαν φιλίως επ' αυτού, ως να τον
+ανεγνώριζε, πάραυτα δε εστράφησαν προς το πλήθος κάποιον
+αναζητούντες εν αυτώ.
+
+Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις το υποδειχθέν αυτώ βαγόνι. Η μήτηρ του, μία
+γηραιά γυνή ισχνή, με μάτια μαύρα, εμειδία ελαφρώς με τα λεπτά της
+χείλη.
+
+Ανηγέρθη από το κάθισμά της, παρέδωκε μικρόν δερμάτινον σάκκον εις
+την θαλαμηπόλον της, έτεινε την μικράν και άσαρκον χείρα της προς
+τον νέον, είτα δε, ανυψώσασα την κεφαλήν, τον ησπάσθη επί των
+παρειών.
+
+ ― Έλαβες το τηλεγράφημά μου; Είσαι καλά; . . . Δόξα σοι ο Θεός! .
+. .
+
+ ― Εκάματε καλό ταξείδι; είπεν ο νέος καθεσθείς παραπλεύρως αυτής.
+
+Η κυρία ενώπιον της οποίας ο Βρόνσκυ είχεν παραμερίσει εισήλθεν
+και αύθις εις το διαμέρισμα.
+
+ ― Λοιπόν! ευρήκατε τον αδελφόν σας; ηρώτησεν η κόμησσα Βρόνσκυ
+αποταθείσα προς την ωραίαν ταξειδιώτιδα.
+
+Ο Βρόνσκυ ενεθυμήθη τότε ότι ήτο η Άννα Καρένιν.
+
+ ― Ο αδελφός σας σάς περιμένει εδώ, είπεν εγερθείς. Με συγχωρείτε
+διότι δεν σας ανεγνώρισα, προσέθηκε χαιρετήσας . . . Έχομεν, άλλως
+τε, τόσον σπανίας συναντήσεις, ώστε ασφαλώς δεν θα μ' ενθυμείσθε.
+
+ ― Ω, όχι! είπεν εκείνη· εντούτοις, σας ανεγνώρισα, διότι νομίζω
+ότι, καθ' όλον το διάστημα του ταξειδίου, η μήτηρ σας και εγώ
+μόνον περί υμών ωμιλούσαμεν.
+
+Και επέτρεψε να φωτισθή από έν μειδίαμα η συγκρατουμένη
+ορμητικότης της.
+
+ ― Και ο αδελφός μου δεν έρχεται λοιπόν; εξηκολούθησεν.
+
+Ο Βρόνσκυ κατήλθεν επί του λιθοστρότου και εφώναξεν:
+
+ ― Ομπλόνσκυ, εδώ! . . .
+
+Αλλ' η Άννα Καρένιν δεν ανέμεινε, και, διακρίνασα τον πρίγκηπα,
+εξήλθε του οχήματρς με βήμα σταθερόν και ελαφρόν.
+
+Μόλις δε ο πρίγκηψ την επλησίασεν η νεαρά γυνή επέρασε τον
+αριστερόν της βραχίονα περί τον τράχηλόν του, τον προσείλκυσε
+ζωηρώς προς εαυτήν και τον εφίλησεν ηχηρώς. Η χάρις και η
+ορμητικότης της χειρονομίας εκείνης συνεκίνησαν τον Βρόνσκυ· δεν
+την άφινε πλέον από τα μάτια του και εμειδία χωρίς να γνωρίζη
+διατί.
+
+Αναλογισθείς όμως ότι η μήτηρ του τον ανέμενεν ανήλθε και πάλιν
+εις το τραίνον.
+
+Είνε ωραιωτάτη, δεν είν' έτσι; ηρώτησεν η κόμησσα. Ο σύζυγός της
+μου την ενεπιστεύθη και ευχαριστήθην πολύ από την συντροφιάν της.
+Ωμιλούσαμεν καθ' όλον το διάστημα . . . Λοιπόν! και συ; Λέγουν ότι
+οι έρωτές σου πηγαίνουν θαυμάσια, ε;
+
+ ― Δεν γνωρίζω, μαμά, τι θέλετε να υπαινιχθήτε, είπεν ο υιός
+ψυχρώς.
+
+ ― Η Άννα Καρένιν ανήλθεν αύθις εις το βαγόνι διά ν' αποχαιρετήση
+την κόμησσαν.
+
+ ― Λοιπόν! κόμησσα, ευρήκατε τον υιόν σας και εγώ τον αδελφόν μου,
+είπε φαιδρώς. Εξήντλησα, άλλως τε, ολόκληρον το απόθεμα των
+διηγήσεών μου και δεν μου μένει πλέον καμμία.
+
+ ― Θα ειμπορούσα να κάμω μαζί σας τον γύρον του κόσμου χωρίς να
+στενοχωρηθώ, είπεν η κόμησσα λαβούσα την χείρα της Άννας Καρένιν.
+Είσθε από τας χαριτωμένος εκείνας γυναίκας που γοητεύεται κανείς
+τόσον να βλέπη όσον και ν' ακούη.
+
+ ― Καλήν αντάμωσιν, κόμησσα, σας ευχαριστώ διά την καλήν σας
+συντροφιά, η ημέρα παρήλθε γρηγορώτατα.
+
+ ― Χαίρετε, αγαπητή φίλη . . . Επιτρέψατε μου να φιλήσω την
+χαριτωμένην μορφήν σας.
+
+Έκυψεν ελαφρώς και έτεινεν την παρειάν της εις τα χείλη της
+κομήσσης, είτα δε ηνωρθώθη και έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ.
+
+Έθλιψεν ούτος την μικράν χείρα και εμαγεύθη διότι η Άννα Καρένιν
+απεκρίθη διά μικράς και αφελούς αντιθλίψεως.
+
+ ― Είνε αληθινά χαριτωμένη, είπεν η κόμησσα.
+
+Ο Βρόνσκυ την παρηκολούθησε διά των οφθαλμών έως ού η γόησσα
+σιλουέττα της εξηφανίσθη. Την είδε, διά της θυρίδος, να πλησιάζη
+τον Ομπλόνσκυ, να περνά το χέρι της από τον βραχίονά του και ν'
+αρχίζη μαζί του συνομιλίαν, εν τη οποία, προφανώς, δεν εγένετο
+λόγος περί των νέων της γνωριμιών.
+
+Ο Βρόνσκυ διέκρινε κάποιο πείσμα.
+
+ ― Ειμπορούμε να εξέλθωμεν, μαμά, το πλήθος διελύθη.
+
+Εξελθόντες του βαγονίου, συνήντησαν πολλά πρόσωπα, τα οποία
+διήρχοντο τρέχοντα και με τας μορφάς τεταραγμένας.
+
+Και ο σταθμάρχης επίσης ευρίσκετο εις κίνησιν με την όψιν
+συνεσπασμένην.
+
+Πού; . . . Προς ποίον μέρος; . . . Κατεπλακώθη; . . , . ηρώτων οι
+διαβάται.
+
+Ο Ομπλόνσκυ, με την αδελφήν του στηριζομένην εις τον βραχίονά του,
+επέστρεψε και αυτός εις το τραίνον λίαν συγκεκινημένος.
+
+Αι δύο κυρίαι ανήλθον και πάλιν εις το βαγόνι, εν ώ οι δύο άνδρες
+ανεμιγνύοντο με το πλήθος διά να μάθουν τας λεπτομερείας του
+δυστυχήματος.
+
+Κάποιος οδοφύλαξ, είτε διότι ήτο μεθυσμένος, είτε υπερβολικά
+διπλωμένος εντός των ενδυμάτων του λόγω του παγετού, δεν είχεν
+ακούσει ερχόμενον το τραίνον.
+
+Ο Ομπλόνσκυ και ο Βρόνσκυ είδον το πτώμα παραμορφωμένον. Ο πρώτος
+συνεκινήθη καταφώρως εκ του θεάματος αυτού και εφαίνετο έτοιμος ν'
+αναλυθή εις δάκρυα. Αλλά προ της επιστροφής των, αι δύο κυρίαι
+είχον πληροφορηθή τα διατρέξαντα.
+
+ ― Α! είναι τρομερόν, αν εγνώριζες, Άννα, τι είδα! είπεν ο
+Ομπλόνσκυ.
+
+ ― Ο Βρόνσκυ εσιώπα· η ωραία του μορφή ήτο σοβαρά, αλλ' ήρεμος.
+
+ ― Αχ! κόμησσα, έξηκολούθησεν ο Ομπλόνσκυ, αν τον εβλέπατε! . . .
+Η γυναίκα του ήτο εκεί . . . Ερρίφθη επί του σώματός του . . .
+Λέγουν δε ότι ήτο ο μόνος προστάτης της οικογενείας . . .
+
+ ― Δεν θα ειμπορούσεν άρα γε να γείνη τίποτε δι' αυτήν; ηρώτησεν
+εν συγκινήσει η Άννα Καρένιν.
+
+Ο Βρόνσκυ την ητένισε και κατήλθεν αμέσως του βαγονίου.
+
+ ― Επιστρέφω αμέσως, μαμά, είπεν από του αντιθέτου μέρους της
+θυρίδος.
+
+Όταν δ' επανεφάνη, μετά πάροδον ολίγων στιγμών, ανεχώρησαν.
+
+Κατά την έξοδον εκ του σταθμού, ενώ ο Βρόνσκυ εβάδιζεν εμπρός μετά
+της μητρός του, της Άννας Καρένιν και του Ομπλόνσκυ ερχομένων
+όπισθεν, ο σταθμάρχης προσέδραμε.
+
+Παρεδώκατε εις τον υποδιευθυντήν, είπε, διακόσια ρούβλια·
+ευαρεστήσθε να μου ειπήτε διά ποίον ακριβώς τα προορίζετε;
+
+ ― Διά την χήραν, είπεν, ο Βρόνσκυ υψώσας τους ώμους, δεν την
+εννοώ αυτήν την ερώτησιν!
+
+ ― Εδώκατε χρήματα διά την χήραν; εφώνησεν ο Ομπλόνσκυ.
+
+ ― Αληθινά, τι λαμπρός νέος!, . . εξηκολούθησε πιέσας το βραχίονα
+της αδελφής του υπό τον αγκώνα του.
+
+Η Άννα Καρένιν επέβη αμάξης και ο Ομπλόνσκυ παρετήρησε μετ'
+εκπλήξεως ότι τα χείλη της νεαράς γυναικός έτρεμον και ότι μετά
+βίας συνεκράτει τα δάκρυά της.
+
+ ― Άννα τι έχεις; ηρώτησε μετά μίαν στιγμήν.
+
+ ― Το επεισόδιον αυτό είνε κακός οιωνός, είπεν εκείνη.
+
+ ― Τι παιδιαρισμός! υπέλαβεν ο Ομπλόνσκυ. Το ουσιώδες δι' εμέ
+είναι να σ' έχω πλησίον μου! . . . Αναθέτω εις σε όλας μου τας
+ελπίδας!
+
+ ― Γνωρίζεις προ πολλού τον Βρόνσκυ; ηρώτησεν εκείνη.
+
+ ― Ναι, προ πολλού . . . άλλως τε, ξεύρεις, ελπίζομεν ότι θα
+νυμφευθή την Κίττυ.
+
+ ― Α! αλήθεια! είπεν εκείνη διά φωνής βραδείας . . , Λοιπόν! . . .
+ας ομιλήσωμεν περί σου . . .
+
+Ετίναξε την κεφαλήν ως διά ν' αποδιώξη κάποιαν οχληράν σκέψιν, η
+οποία την εστενοχώρει.
+
+ ― Ναι, ας ομιλήσωμεν περί σου! Έλαβον την επιστολήν σου και ιδού
+εγώ . . .
+
+ ― Μάλιστα, όλαι μου αι ελπίδες εις σε στηρίζονται, επανέλαβεν ο
+Ομπλόνσκυ.
+
+ ― Εν τοιαύτη περιπτώσει, διηγήσου τα μου όλα.
+
+Και ο Ομπλόνσκυ εξωμολογήθη τας μυστικάς του θλίψεις.
+
+Όταν η άμαξα εσταμάτησεν ενώπιον του μεγάρου του πρίγκηπος,
+εβοήθησεν ούτος την αδελφήν του να κατέλθη της έθλιψε την χείρα
+και απεσύρθη διά να μεταβή εις το Υπουργείον.
+
+Όταν η Άννα εισήλθεν εις την οικίαν, η Δόλλυ εκάθητο εις το μικρόν
+σαλόνι και εδίδασκε γαλλικήν ανάγνωσιν εις το μικρόν της αγοράκι.
+
+Η Δόλλυ εστράφη εις τον θορυβώδη θρουν του ενδύματος και εις τον
+κρότον των ελαφρών της βημάτων καθ' ήν στιγμήν η Άννα διεσκέλιζε
+την θύραν, και η μαρασμώδης μορφή της εξέφρασεν ακουσίως όχι
+χαράν, αλλ' έκπληξιν.
+
+Ηγέρθη και ησπάσθη την ανδραδέλφην της.
+
+ ― Πώς, ήλθες τόσον γρήγορα; είπε.
+
+ ― Πόσον είμαι ευτυχής που σε βλέπω, Δόλλυ!
+
+ ― Και εγώ επίσης, είμαι πολύ ευχαριστημένη.
+
+Εμειδία ασθενώς και ηγωνίζετο ν' αναγνώση επί της μορφής της
+Άννας, αν η ανδραδέλφη της εγνώριζεν ήδη τα πάντα.
+
+ ― Αναμφιβόλως, τα γνωρίζει όλα, διελογίσθη, διακρίνασα έκφρασιν
+συμπαθείας και θλίψεως εις τα βλέμματά της.
+
+Αφού έκαμον μακράν επίσκεψιν εις τα παιδιά, αι δύο γυναίκες
+επέστρεψαν μόναι εις το σαλόνι διά να πάρουν ένα καφέ.
+
+Η Άννα υπέγειρε το κύπελλόν της, μεθ' ό το αφήκεν αμέσως και
+πάλιν.
+
+ ― Δόλλυ, εψιθύρισε, μου τα είπεν όλα . . .
+
+Η Δόλλυ την ητένισε ψυχρώς. Επερίμενε φράσεις συμπαθείας,
+αναλόγους προς την περίστασιν, αλλ' η Άννα δεν επρόφερε τοιαύτας.
+
+ ― Δόλλυ αγαπητή, είπεν αυτή, δεν προτίθεμαι να σου ομιλήσω υπέρ
+αυτού ούτε να σε παρηγορήσω. Αλλά, καλή μου αγάπη, σε λυπούμαι, σε
+λυπούμαι με όλη μου τη ψυχή!
+
+Και μέσα εις τα λάμποντα μάτια της, υπό τας πυκνάς βλεφαρίδας
+ανέβλυσαν αίφνης δάκρυα. Επλησίασε την νύμφην της και επήρε τα
+δάκτυλά της μέσα εις τα μικρά της αποφασιστικά χέρια.
+
+Η Δόλλυ δεν τα απέσυρε, αλλά η μορφή της παρέμεινεν ανεπιρέαστος.
+
+ ― Δεν υπάρχει παρηγορία δι' εμέ, είπε. Εχάθη το παν!
+
+Αλλά μόλις επρόφερε τας λέξεις ταύτας η έκφρασις της μορφής της
+κατέστη γλυκυτέρα.
+
+Η Άννα έφερε την ξηράν και άσαρκον χείρα της Δόλλυ εις τα χείλη
+της και την ησπάσθη.
+
+ ― Αλλά Δόλλυ, είπε, τι να γείνη, τι να γείνη; Πώς καλλίτερον να
+ενεργήση κανείς εις την φοβεράν αυτήν περίστασιν;
+
+ ― Εχάθη το παν, αύτη είνε η αλήθεια! είπεν η Δόλλυ . . .
+
+Η Δόλλυ εσιώπησε, και επηκολούθησε δυο στιγμών σιγή.
+
+ ― Τι να κάμω, Άννα; Σκέψου και βοήθησε με· εγώ, τα εσκέφθην όλα
+και δεν ευρίσκω διέξοδον.
+
+Η Άννα δεν ηδυνήθη να εφεύρη τίποτε, αλλ' η καρδιά της εδονείτο
+εις κάθε λέξιν, εις κάθε πόνον της νύμφης της.
+
+ ― Περίμενε . . . Σε βεβαιώ ότι όταν μου διηγήθη όσα συνέβησαν,
+δεν είχον ακόμη εννοήσει όλον το φρικώδες της καταστάσεως. Έβλεπα
+μόνον αυτόν και την αναστάτωσιν την επελθούσαν εις την οικογένειάν
+του· ησθάνθην οίκτον προς αυτόν, αλλά τώρα, αφού ωμίλησα μαζί σου,
+την γυναίκα του, βλέπω διαφορετικά τα πράγματα· διαβλέπω τα
+μαρτύριά σου και δεν δύναμαι να εκφράσω όλην την συμπάθειαν, την
+οποίαν αισθάνομαι προς σε, Δόλλυ αγαπημένη μου, συναισθάνομαι
+τελείως την θέσιν σου, αλλά θα επεθύμουν να μάθω ένα πράγμα . . .
+θα επεθύμουν να μάθω πόσος ακόμη έρως υπολείπεται προς αυτόν εντός
+της καρδίας σου; . . . Συ μόνη γνωρίζεις αν είναι αρκετός ώστε να
+δύνασαι να συγχωρήσης! . . . Αν είναι αρκετός, συγχώρησον! . , .
+
+ ― Όχι , . , είπεν η Δόλλυ.
+
+Η Άννα την διέκοψεν ασπασθείσα πάλιν την χείρα της.
+
+ ― Γνωρίζω τον κόσμον καλλίτερα από σε, είπε. Γνωρίζω πώς οι
+άνθρωποι ωσάν τον Στίβα εκτιμώσι τα ζητήματα ταύτα. Λέγεις ότι
+ωμίλει μετ' εκείνης περί σου; . . . Όχι, όχι, δεν το έκαμεν αυτό·
+οι τοιούτοι άνδρες διαπράττουν απιστίας, αλλ' η οικογενειακή εστία
+και η σύζυγος παραμένουν δι' αυτούς αντικείμενα ιερά. Προς τας
+τρίτας αυτάς γυναίκας μικράν αισθάνονται εκτίμησιν και τούτο
+ουδαμώς επιρεάζει τας προς την οικογένειαν σχέσεις των. Γνωρίζουν
+να χαράττουν γραμμήν διακρίσεως αδιαπέραστον μεταξύ της
+οικογενείας και της . . . Εγώ, δεν τας εννοώ αυτάς τας διακρίσεις,
+αλλά το γεγονός είναι αυτό . . .
+
+ ― Αλλά, την έκαμεν ιδικήν του . . .
+
+ ― Άφες με να ομιλήσω, αγαπητή Δόλλυ. Είδα τον Στίβα όταν ήτο
+ερωτευμένος μαζί σου. Ενθυμούμαι την εποχήν καθ' ήν ήρχετο να μ'
+ευρίσκη και έκλαιεν ομιλών περί σου, και γνωρίζω ότι καθ' όσον
+παρετείνετο η μετά σου ζωή του, κατά τοσούτον ανήρχεσο εις την
+εκτίμησίν του. Τον ειρωνευόμεθα δε διότι εις πάσαν ευκαιρίαν
+επανελάμβανεν: «Η Δόλλυ είναι εξαιρετική γυναίκα». Υπήρξες δι'
+αυτόν θεότης και παρέμεινες τοιαύτη, η δε παρεκτροπή του αυτή δεν
+έχει ρίζας εντός της ψυχής του . . .
+
+ ― Αλλά, αν το πράγμα επανελαμβάνετο;
+
+ ― Δεν δύναται να επαναληφθή κατά την γνώμην μου . . .
+
+ ― Μάλιστα . . . Αλλά συ, θα συνεχώρεις;
+
+ ― Ναι, θα συνεχώρουν . . . Δεν θα έμενα βέβαια η ιδία, αλλά θα
+συνεχώρουν . . . θα συνεχώρουν ως να μη είχε συμβή τίποτε,
+απολύτως τίποτε . . .
+
+ ― Βεβαίως, διέκοψε ζωηρώς η Δόλλυ, ως να επανελάμβανε κάτι το
+οποίον πολλάκις είχε σκεφθή, . . . διαφορετικά το τοιούτον δεν θα
+απετέλει πλέον συγγνώμην. Όταν κανείς συγχωρήση, πρέπει να το
+πράττη άνευ υστεροβουλίας. Έλα, θα σε οδηγήσω εις το δωμάτιόν σου,
+προσέθηκεν εγερθείσα.
+
+Εξελθούσα, δε, περιέβαλε την Άνναν εις τους βραχίονάς της.
+
+ ― Πόσον είμαι ευχαριστημένη, αγάπη μου, διότι ήλθες· αισθάνομαι
+εμαυτήν καλλίτερα, πολύ-πολύ καλλίτερα!
+
+***
+
+Καθ' όλην την ημέραν η Άννα Καρένιν δεν εδέχθη κανένα και εκράτησε
+συντροφιά της Δόλλυ και των τέκνων της. Απέστειλε μόνον σημείωσιν
+προς τον αδελφόν της διά να τον ειδοποιήση να έλθη να συμφάγουν
+εις το σπίτι.
+
+«Έλα, ο Θεός είναι εύσπλαγχνος!» του έγραψεν.
+
+Ο Ομπλόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του διά να φάγη, η δε
+συνομιλία υπήρξε γενική· ο Ομπλόνσκυ προέβλεπε το δυνατόν της εκ
+μέρους του εξηγήσεως και ανασυμφιλιώσεως.
+
+Μετά το φαγητόν, η Κίττυ προσήλθε να ίδη την αδελφήν της. Ολίγον
+εγνώριζε την Άνναν Καρένιν και διηρωτάτο κάπως περιδεής πώς άρα θα
+την εδέχετο η μεγάλη εκείνη κυρία της Πετρουπόλεως, την οποίαν
+όλος ο κόσμος ενεκωμίαζε! Παρετήρησε δε αμέσως ότι είχε κάμει
+καλήν εντύπωσιν. Η Άννα εθαύμαζε την καλλονήν και την νεότητά της
+και ήδη η Κίττυ ου μόνον υφίστατο την επήρειαν αυτής, αλλά και την
+ηγάπα σφόδρα, όπως συμβαίνει εις τας νεάνιδας της ηλικίας της εν
+σχέσει προς τας υπάνδρους νεαράς γυναίκας.
+
+Η Άννα, λόγω της ζωηρότητος και του φυσικωτάτου των κινήσεών της,
+λόγω της δροσερότητος και πλήρους μορφής της, θα ωμοίαζε μάλλον
+προς νεαράν εικοσαέτιδα κόρην παρά προς γυναίκα του κόσμου, μητέρα
+οκταετούς παιδίου, αν δεν υπήρχεν η σοβαρά, και ενίοτε περίλυπος
+έκφρασις των οφθαλμών της.
+
+Η Κίττυ συνεκινήθη και ειλκύσθη από την σκιάν εκείνην της
+μελαγχολίας. Μετά το φαγητόν, η Δόλλυ εισήλθεν εις τον θάλαμόν της
+. . . Η Άννα επλησίασε ζωηρώς τον αδελφόν της, όστις ήναπτεν ένα
+σιγάρο.
+
+ ― Στίβα, είπεν υποδείξασα εις αυτόν την θύραν διά πλαγίου
+νεύματος των οφθαλμών. Πήγαινε, και ο Θεός ας σε βοηθήση!
+
+Εννόησεν, απέρριψε το σιγάρο του και εξήλθε του δωματίου.
+
+Η Άννα επέστρεψεν εις το διβάνι, όπου εκάθησε περικυκλωθείσα από
+όλα τα παιδιά.
+
+ ― Και πότε θα δοθή αυτός ο χορός; ηρώτησεν η Άννα την Κίττυ.
+
+ ― Την επομένην εβδομάδα . . . Θα είναι ένας από τους χωρούς, εις
+τους οποίους διασκεδάζει κανείς πάντοτε πολύ.
+
+ ― Υπάρχουν λοιπόν τοιούτοι χοροί; ηρώτησεν η Άννα μετ' ελαφράς
+ειρωνείας.
+
+ ― Αλλόκοτον, αλλ' έτσι είνε, είπεν η Κίττυ, υπάρχουν χοροί εις
+τους οποίους διασκεδάζει κανείς διαρκώς και άλλοι όπου
+στενοχωρείται κανείς. Δεν το έχετε παρατηρήσει;
+
+ ― Όχι, αγαπητή μου, δι' εμέ δεν υπάρχουν πλέον χοροί
+διασκεδαστικοί.
+
+Η Κίττυ διέκρινεν εκκολαπτόμενον εντός των οφθαλμών της νεαράς
+γυναικός τον ειδικόν εκείνον κόσμον, όστις ήτο κλειστός δι' αυτήν.
+
+ ― Θα έλθετε εις τον χορόν! ηρώτησεν η Κίττυ.
+
+ ― Νομίζω ότι δεν θα δυνηθώ να το αποφύγω.
+
+ ― Θα ήμην ευχαριστημένη αν είρχεσθε! Θα ησθανόμην άκραν χαράν να
+σας ίδω εκεί!
+
+ ― Γνωρίζω γιατί επιθυμείτε να με ίδητε εις αυτόν τον χορόν!
+Περιμένετε απ' αυτόν πολλά και επιθυμείτε όπως πάντες συμμερισθώσι
+την χαράν σας.
+
+ ― Πώς το γνωρίζετε; είνε αλήθεια!
+
+ ― Κάτι γνωρίζω . . . μου αρέσει πολύ . . . , συνήντησα τον κύριον
+Βρόνσκυ εις τον σταθμόν.
+
+ ― Α; ήτο εκεί; ηρώτησεν η Κίττυ ερυθριάσασα· και τι σας είπεν ο
+Στίβα;
+
+ ― Μου απεκάλυψεν όλα τα μυστικά. Ηυχαριστήθην εκ τούτου τα
+μέγιστα. Συνεταξείδευσα μετά της μητρός του κ. Βρόνσκυ. Ωμίλει
+μόνον δι' αυτόν, καθ' όλον το διάστημα. Είνε ο αγαπημένος της.
+Γνωρίζω τας προτιμήσεις των μητέρων, αλλά . . .
+
+ ― Τι σας είπε περί αυτού;
+
+ ― Α! πολλά πράγματα . . . ασφαλώς, είνε ο ευνοούμενός της.
+
+Αλλ' είνε φανερόν ότι είνε αληθώς ευγενής καρδία . , . Ούτω, μοι
+διηγήθη ότι προυτίθετο να εκχωρήση ολόκληρον την περιουσίαν του
+εις τον αδελφόν του, και ότι ήδη, από της παιδικής του ηλικίας,
+είχε εκτελέσει πράξεις ασυνήθεις, είχε σώσει κάποτε μίαν γυναίκα
+πνιγομένην . . . Εν ενί λόγω, είνε ήρως!
+
+Εμειδίασε δε αναλογισθείσα τα διακόσια ρούβλια, τα οποία είχε
+δώσει εις την γυναίκα του υπό του τραίνου καταπλακωθέντος
+ανθρώπου. Δεν το ανέφερεν όμως αυτό. Χωρίς να γνωρίζη διατί, της
+ήτο οδυνηρά η ανάμνησις της πράξεως ταύτης, ησθάνετο ότι ενυπήρχεν
+εις αυτήν κάτι το οποίον την έθιγε και δι' ό εμέμφετο εαυτήν και
+το οποίον δεν έπρεπε να συμβή.
+
+ ― Ο Στίβα μένει επί πολύ πλησίον της Δόλλυ ευτυχώς! προσέθηκε διά
+ν' αλλάξη θέμα ομιλίας.
+
+Ηγέρθη δε, δυσηρεστημένη κάπως, όπως εφάνη εις την Κίττυ.
+
+ ― Όχι, εγώ πρώτος! Όχι, εγώ! εφώναζαν τα παιδιά επανερχόμενα εις
+συνάντησιν της θείας των Άννας.
+
+ ― Όλα μαζί! είπεν εκείνη.
+
+Έδραμε γελώσα εις συνάντησίν των, τα ενηγκαλίσθη και εκυλίσθη κατά
+γης μετά της φάλαγγος εκείνης των κατεργαρέων που εχοροπηδούσε και
+ανεκραύγαζεν εκ χαράς.
+
+Όταν παρετέθη το τσάι, η Δόλλυ επέστρεψεν εις την αίθουσαν μετά
+του συζύγου της.
+
+ ― Συνεφιλιώθησαν τελείως! εσκέφθη η Άννα.
+
+Ευτυχής δε διότη αυτή ήτο η αιτία, επλησίασε την Δόλλυ και την
+ησπάσθη.
+
+Καθ' όλην την εσπέραν η Δόλλυ, κατά την συνήθειά της ειρωνεύετο
+ελαφρώς τον σύζυγόν της, αλλ' εκείνος εδείκνυτο φιλοπαίγμων, αλλά
+μετρίως φαιδρός, διά να μη αφήση να υποτεθή, ότι, συγχωρηθείς,
+είχε χάσει την συναίσθησιν του σφάλματός του.
+
+Κατά την δεκάτην και ημίσειαν εσπερινήν η συνομιλία περί την
+οικογενειακήν τράπεζαν, πέριξ του &σαβομάρ&, διεκόπη υπό
+επεισοδίου συνήθους το καθ' εαυτό, το οποίον εν τούτοις έκαμεν εις
+όλους εντύπωσιν. Καθώς ωμίλουν περί κοινών φίλων εν Πετρουπόλει, η
+Άννα ηγέρθη εσπευμένως και είπεν:
+
+ ― Έχω τας εικόνας των εις το λεύκωμά μου. Ταυτοχρόνως δε θα σας
+δείξω και τον μικρόν μου Σέργιον, προσέθηκε με μειδίαμα μητρικής
+υπερηφανείας.
+
+Περί την δεκάτην ώραν, καθ' ήν στιγμήν ο υιός της συνήθιζε να
+έρχεται να την εναγκαλίζεται προτού μεταβή να κοιμηθή ησθάνετο
+εαυτήν τεθλιμένην, διότι ευρίσκετο τόσον μακράν από το παιδί της .
+. . Ησθάνετο την ανάγκην να ίδη την εικόνα του και να ομιλήση περί
+αυτού. Εδράξατο λοιπόν αυτού του προσχήματος και μετέβη να πάρη το
+λεύκωμα με το αποφασιστικόν και ελαφρόν της βάδισμα.
+
+Η κλίμαξ ήτις έφερεν εις το δωμάτιόν της κατέληγεν εις το διάζωμα
+της μεγάλης κλίμακος της εισόδου.
+
+Όταν εξήλθε του σαλονιού, κωδωνισμός ηκούσθη εις τον αντιθάλαμον.
+
+ ― Τι να είνε; ηρώτησεν η Δόλλυ.
+
+ ― Πολύ γρήγορα διά να έλθουν να με ζητήσουν, είπεν η Κίττυ, και
+πολύ αργά δι' επίσκεψιν.
+
+ ― Θα είνε ασφαλώς ταχυδρόμος με επίσημα έγγραφα, είπεν ο
+Ομπλόνσκυ.
+
+Αλλ' ήδη ο θαλαμηπόλος ανήρχετο διά ν' αναγγείλη, τον επισκέπτην,
+και η Άννα παρατηρήσασα υπεράνω του κιγκλιδώματος ανεγνώρισε τον
+Βρόνσκυ.
+
+Αλλόκοτον συναίσθημα ευχαριστήσεως και φόβου ηνάγκασεν εις παλμούς
+την καρδίαν της. Ο Βρόνσκυ ίστατο όρθιος υπό τον λαμπτήρα, φέρων
+μανδύαν και κάτι αναζητών εντός του θυλακίου του. Καθ’ ήν δε
+στιγμήν η Άννα Καρένιν έφθανεν εις το μέσον της κλίμακος, ύψωσε
+τους οφθαλμούς, την διέκρινε, και η έκφρασις της μορφής του
+εξεδήλωσε ταραχήν και διστακτικότητα.
+
+Εκείνη έκλινεν ελαφρώς την κεφαλήν και εξηκολούθησε τον δρόμον
+της, αλλ' ήκουσεν αμέσως την ηχηράν φωνήν του Ομπλόνσκυ καλούντος
+τον φίλον του να αναβή, και την εύηχον και ήρεμον απάντησιν του
+τελευταίου τούτου αρνουμένου.
+
+Όταν η Άννα επέστρεψε μετά του λευκώματος, ο Βρόνσκυ είχεν ήδη
+απέλθει και ο Ομπλόνσκυ διηγείτο ότι είχεν έλθει διά να τον
+ερωτήση περί τινος δείπνου, το οποίον παρέθετον την επιούσαν εις
+κάποιαν διερχομένην εκείθεν επίσημον προσωπικότητα.
+
+ ― Και, με όσα και αν του είπα, δεν ηθέλησε να αναβή. Είχε το ύφος
+πολύ παράδοξον απόψε.
+
+Η Κίττυ ηρυθρίασεν. Είχε πεποίθησιν ότι αυτή μόνη εγνώριζε διατί
+είχεν έλθει και διατί δεν ανήλθεν.
+
+«Επέρασεν από το σπίτι μας, δεν μ' ευρήκε και εσκέφθη ότι θα ήμην
+εδώ· δεν εισήλθε δε, διότι εσκέφθη ότι ήτο πάρα πολύ αργά, και,
+επίσης, διότι ήτο εδώ η Άννα».
+
+Πάντες ητένισαν αλλήλους χωρίς να προσφέρουν λέξιν και ήρχισαν να
+φυλλομετρούν το προσκομισθέν υπό της Άννας Καρένιν λεύκωμα.
+
+Αναμφιβόλως δεν υπήρχε τίποτε το αλλόκοτον ή το ανάρμοστον εις το
+ότι ένας φίλος έρχεται να ζητήση από τον Ομπλόνσκυ, κατά την
+δεκάτην εσπερινήν ώραν, πληροφορίας επί προσυμπεφωνημένου
+συμποσίου και αρνείται να εισέλθη εις το σαλόνι. Όλοι εν τούτοις
+εξέλαβον ως αλλόκοτον το επεισόδιον τούτο, και η Άννα, πλειότερον
+των άλλων, έκρινεν αυτό ως περίεργον και δυσοίωνον.
+
+* * *
+
+Όταν η Κίττυ, συνοδευομένη υπό της μητρός της, ανήλθε την λαμπρώς
+φωταγωγημένην κλίμακα, την διάκοσμον από φυτά, μεταξύ δύο στίχων
+πουδραρισμένων λακέδων, ο χορός μόλις είχεν αρχίσει.
+
+Η Κίττυ μόλις είχε κάμει ολίγα βήματα εντός της αιθούσης, και
+αμέσως εκλήθη διά το βαλς παρά του διαπρεπεστέρου των χορευτών,
+του περιφήμου διευθυντού του κοτιγιόν, του ωραίου Κορσούνσκυ,
+ανδρός νυμφευμένου.
+
+ ― Εκάματε καλά που ήλθατε ενωρίς, της είπεν ο Κορσούνσκυ, περών
+τον βραχίονά του περί τον κορμόν της χορευτρίας του, κακή συνήθεια
+το να έρχεται κανείς αργά.
+
+Εκείνη εστήριξε την αριστεράν χείρα επί του ώμου του καβαλιέρου
+της, και οι μικροί της πόδες με τα ροδόχροα σανδάλια διωλίσθησαν
+ελαφρώς και μετ' άκρας προς τον ρυθμόν της μουσικής ακριβείας, επί
+του λείου παρκέτου.
+
+ ― Αναπαύομαι βαλσάρων μαζί σας, τι ελαφρότης, τι ακρίβεια! είπεν
+εκείνος επαναλαμβάνων το φιλοφρόνημα, το οποίον απηύθυνε προς όλας
+τας χορευτρίας του.
+
+Η Κίττυ εμειδίασε και εξηκολούθησεν ερευνώσα την αίθουσαν υπέρ τον
+ώμον του συγχορευτού της. Δεν ήτο νεοφώτιστος εις τον χορόν, διά
+την οποίαν όλα τα πρόσωπα συγχέονται εις εντύπωσιν
+φαντασμαγορικήν· αλλ' ούτε ήτο από τας εκφύλους εκείνας που
+σύρονται κάθε βράδυ εις τους χορούς, και αι οποίαι είνε ήδη
+χορτασμέναι από όλας εκείνας τας γνωρίμους κεφαλάς· η Κίττυ
+απήλαυεν απλήστως, αλλ' ήτο συνάμα κυρία εαυτής ώστε να δύναται να
+παρατηρή.
+
+Εις την αριστεράν γωνίαν της αιθούσης, διέκρινε την αριστοκρατίαν
+της κοινωνίας συγκεντρωμένην κατά μέρος. Εκεί ευρίσκετο η ωραία
+Λυδία, η σύζυγος του Κορσούνσκυ, καθ' υπερβολήν έξωμος, εκεί και η
+οικοδέσποινα, και ο Κριβίν με την απαστράπτουσαν φαλάκραν του. Εις
+τον αυτόν επίσης όμιλον διέκρινε τον Στίβα και, αμέσως κατόπιν,
+την θελκτικήν σκιαγραφίαν και το ωραίον προφίλ της Άννας Καρένιν,
+. . . και &εκείνος& δε εκεί ευρίσκετο.
+
+Η Κίττυ δεν τον είχεν επανίδει από της εσπέρας κατά την οποίαν
+είχεν αποκρούσει την χείρα του Λεβίν. Τον ανεγνώρισαν δε αμέσως τα
+οξυδερκή της όμματα· και παρετήρησε μάλιστα ότι και εκείνος την
+εκύτταζε.
+
+ ― Ένα τουρ ακόμη; Δεν είσθε κουρασμένη, ηρώτησεν ο Κορσούνσκυ
+ελαφρώς ασθμαίνων.
+
+ ― Όχι, ευχαριστώ.
+
+ ― Πού πρέπει να σας οδηγήσω;
+
+ ― Η κυρία Καρένιν είνε εδώ, προς αυτήν οδηγήσατέ με.
+
+ ― Εις τας διαταγάς σας, δεσποινίς.
+
+Ο Κορσούνσκυ εξηκολούθησε το βαλς χαλαρώσας το βήμα, και,
+διευθυνθείς κατ' ευθείαν προς την αριστεράν γωνίαν της αιθούσης,
+έτεινε την χείρα προς την Κίττυ ίνα την οδηγήση πλησίον της Άννας
+Καρένιν.
+
+ ― Εισέρχεσθε εις τον χορόν χορεύουσα; είπεν αύτη προς την Κίττυ.
+
+ ― Η πριγκήπισσα Κίττυ είναι μία των πιστοτέρων μου συνεργατίδων,
+είπεν ο Κορσούνσκυ υποκλιθείς ενώπιον της Άννας Καρένιν, ην δεν
+είχεν ακόμη χαιρετήσει.
+
+Είτα δε, υποκλιθείς έτι βαθύτερον, της επρότεινεν ένα βαλς.
+
+ ― Γνωρίζεσθε; είπεν η οικοδέσποινα.
+
+ ― Και ποίος δεν μας γνωρίζει, την σύζυγόν μου και εμέ; ηρώτησεν ο
+Κορσούνσκυ, μας γνωρίζουν όπως τους άσπρους λύκους.
+
+ ― Θα με τιμήσετε με ένα βαλς, κυρία;
+
+ ― Οσάκις μου επιτρέπεται ν' αποφύγω τον χωρόν, τον αποφεύγω,
+είπεν η Άννα.
+
+ ― Σήμερον ο χορός είνε υποχρεωτικός, απήντησεν ο Κορσούνσκυ.
+
+Την στιγμήν εκείνην ο Βρόνσκυ επλησίασε τον όμιλον.
+
+ ― Αφού είναι υποχρεωτικός, ας κάμωμεν ένα τουρ, είπεν η Άννα.
+
+Δεν εφάνη αντιληφθείσα τον χαιρετισμόν του Βρόνσκυ, και εστήριξε
+ζωηρώς την χείρα επί του ώμου του Κορσούνσκυ.
+
+ ― Τι σημαίνει αυτό; διελογίσθη η Κίττυ παρατηρήσασα ότι η Άννα
+είχεν υποκριθή ότι δεν είδε τον Βρόκσκυ.
+
+Ο Βρόνσκυ επλησίασε την Κίττυ, της υπενθύμισεν ότι κρατεί την
+πρώτην καντρίλλια και εξέφρασε την λύπην του διότι δεν την είδεν
+επί τόσον καιρόν.
+
+Η Κίττυ τον ήκουεν, αποθαυμάζουσα συγχρόνως την χορεύουσαν Άνναν.
+Ανέμενε να της προτείνη ο Βρόνσκυ ένα τουρ εις το βαλς, και τον
+εκύτταζε μετ' εκπλήξεως. Εκείνος ηρυθρίασε και την προσεκάλεσεν
+αμέσως.
+
+Ο Βρόνσκυ έκαμε μετά της Κίττυ πολλά τουρ. Μεθ' ό η Κίττυ επανήλθε
+πλησίον της μητρός της, αλλά μόλις είχεν ανταλλάξει ολίγας λέξεις
+μετά της κομίσσης Νορδστόνε, και ο Βρόνσκυ προσήλθε να την ζητήση
+διά την πρώτην καντρίλλια.
+
+Ωμίλησαν περί ασημάντων πραγμάτων· άπαξ μόνον η συνομιλία
+συνεκίνησεν ζωηρώς την Κίττυ, . . . όταν ο Βρόνσκυ την ηρώτησεν αν
+ο Λεβίν ευρίσκετο εις τον χορόν και της εδήλωσεν ότι του είχεν
+αρέσει πολύ ο άνθρωπος αυτός . . . Μέχρι της τελευταίας
+καντρίλλιας, ο χορός υπήρξε διά την Κίττυ μαγευτικόν όνειρον
+χρωμάτων χαρμοσύνων, ήχων και κινήσεως. Δεν επαυε χορεύουσα παρά
+μόνον όταν ησθάνετο μεγάλην κόπωσιν και ανεζήτει ανάπαυλαν.
+Χορεύουσα όμως την τελευταίαν καντρίλλια μεθ' ενός των οχληρών
+εκείνων νεανίσκων, προς ον δεν ηδύνατο ν' αρνηθή μίαν στροφήν,
+έσχεν ως βιζ-α-βι την Άνναν και τον Βρόνσκυ. Και, εκ νέου, η νεαρά
+γυνή της παρουσιάσθη υπό αλλοίαν μορφήν· διέκρινε παρά τη Άννα τον
+ερεθισμόν του θριάμβου, τον οποίον εγνώριζεν εκ πείρας.
+Παρετήρησεν ότι η Άννα ήτο μεθυσμένη εκ του θαυμασμού τον οποίον
+εξήγειρεν. Η Κίττυ ήτο εμπειρογνώμων του τοιούτου συναισθήματος,
+εγνώριζε τα συμπτώματά του και τα διέκρινε παρά τη Άννα: την
+σπινθηροβόλον και φλογεράν λάμψιν των οφθαλμών, το μειδίαμα της
+χαράς και του υπερερεθισμού, τα χείλη που συμπτύσσονται ακουσίως,
+την χάριν, την σταθερότητα και την ελαφρότητα των κινήσεων.
+
+ ― Τι την εξάπτει τόσον; διελογίσθη, όλοι μαζί ή μόνον ένας;
+
+Και διευκολύνουσα συνάμα την συνομιλίαν με τον νεαρόν της
+συγχορευτήν, παρετήρει:
+
+ ― Όχι, δεν την εμέθυσεν ο θαυμασμός του πλήθους, αλλ' ο θαυμασμός
+ενός μόνου. Και ο άνθρωπος αυτός; . . . Είναι δυνατόν να είν'
+εκείνος;
+
+Κάθε φοράν που ο Βρόνσκυ συνωμίλει μετά της Άννας, τα μάτια της
+νεαράς γυναικός προσελάμβανον φαιδράν λάμψιν, και το μειδίαμα της
+ευτυχίας εκύρτωνε τα πορφύρινα χείλη της. Εφαίνετο ότι κατέβαλλεν
+αγώνα όπως συγκρατή τας εκδηλώσεις ταύτας της χαράς, αλλά
+διεκρίνοντο οπωσδήποτε επί της μορφής της.
+
+ ― Αλλ' εκείνος;
+
+Η Κίττυ τον ητένισε και κατελήφθη υπό τρόμου.
+
+Διέκρινε και επ' αυτού τας αυτάς ενδείξεις, ας έβλεπε τόσον καθαρά
+επί του κινητού καθρέπτου ον απετέλει η μορφή της Άννας. Τι είχεν
+απογείνει η πάντοτε γαλήνιος έκφρασίς του, η επιφυλακτική του
+στάσις και η ήρεμος αυτού απάθεια; Τώρα κάθε φοράν που απηυθύνετο
+προς την Άνναν, εχαμήλωνε την κεφαλήν, ως να ήτο έτοιμος να
+γονυπετήση ενώπιον αυτής, και, εις το βλέμμα του, ενεφαίνετο μόνη
+η υποταγή και ο φόβος, , . Ο χορός και οι παρεστώτες όλοι
+εκαλύφθησαν υπό ομίχλης εις τα μάτια της Κίττυ. Μόνον δε το
+αυστηρόν σύστημα της ανατροφής ης είχε τύχει, της έδιδε την
+δύναμιν να εξακολουθή χορεύουσα, ομιλούσα περί όλων και μειδιώσα
+ακόμη. Αλλ' όταν διηυθέτησαν τα καθίσματα χάριν της μαζούρκας και
+όταν μερικά ζεύγη χορευτών προσέτρεξαν από τα μικρά σαλόνια εις το
+μέγα, η Κίττυ έκαμε κίνημα απελπισίας και φρίκης.
+
+Είχεν αποκρούσει πέντε καβαλιέρους και δεν είχε χορευτάς διά την
+μαζούρκαν. Και δεν υπήρχε μάλιστα ελπίς να προσκληθή, καθ' όσον,
+κατόπιν του θριάμβου ον είχε καταγάγει, ουδείς ηδύνατο να
+υποπτεύση ότι δεν ήτο &αγγαζέ&. Δεν της έμενε παρά να δηλώση
+κόπωσιν και να παρακαλέση την μητέρα της να την οδηγήση εις το
+σπίτι, αλλά δεν είχε το προς τούτο θάρρος και ησθάνετο εαυτήν
+συντετριμμένην.
+
+Επέρασεν εις ένα μεμακρυσμένο σαλονάκι και αφέθη να καταπέση επί
+τινος φωτέγι.
+
+ ― Απατώμαι ίσως, δεν είδα καλά . . .
+
+Και, εκ νέου, επανείδεν όσα την είχον εκπλήξει.
+
+ ― Τι σημαίνει τούτο, Κίττυ; είπεν η κόμησσα Νορδστόνε πλησιάσασα
+αυτήν απαρατήρητος, δεν εννοώ τίποτε.
+
+Το κάτω χείλος της Κίττυ έτρεμεν . . . Ηγέρθη αποτόμως.
+
+ ― Κίττυ, δεν χορεύεις μαζούρκα;
+
+ ― Όχι, όχι, είπεν η Κίττυ διά φωνής πνιγμέγης εις τα δάκρυα.
+
+ ― Ενώπιόν μου την εκάλεσε να χορεύσουν μαζούρκα, είπεν η κόμησσα
+Νορδστόνε, γνωρίζουσα ότι η Κίττυ θα κατενόει ποίος ήτο &εκείνος&
+και &εκείνη&. Και του είπε: «Δεν την χορεύετε με την πριγκήπισσσαν
+Τσερμπάτσκυ;»
+
+ ― Α! μου είνε αδιάφορον, μου είνε αδιάφορον αυτό! απήντησεν η
+Κίττυ.
+
+Η κόμησσα Νορδστόνε μετέβη εις αναζήτησιν του Κορσούνσκυ, μετά του
+οποίου εχόρευσε την μαζούρκαν, και τον διέταξε ν' αναζητήση την
+Κίττυ και την καλέση να χορεύση. Αύτη ήνοιξε την μαζούρκαν, και,
+κατ' ευχήν της δεν ευρέθη εις την ανάγκην να υποστή συνομιλίαν,
+διότι, καθ' όλον το διάστημα ο Κορσούνσκυ έτρεχε δεξιά και
+αριστερά ίνα δίδη οδηγίας.
+
+Ο Βρόνσκυ και η Άννα είχον καθήσει σχεδόν απέναντί της.
+
+Η Κίττυ τους έβλεπε μακρόθεν και τους επανεύρισκεν εις της
+φιγούρες, και όσω μάλλον τους παρετήρει, κατά τοσούτον απέκτα την
+πεποίθησιν ότι η δυστυχία της ήτο πλήρης. Διέβλεπε ότι ησθάνοντο
+εαυτούς μόνους μέσα εις την πλήρη κόσμου εκείνην αίθουσαν.
+
+* * *
+
+Μετά τον χορόν, άμα τη αυγή η Άννα Καρένιν απέστειλε τηλεγράφημα
+προς τον σύζυγόν της αγγέλουσα εις αυτόν ότι ανεχώρει αυθημερόν.
+
+ ― Πρέπει να φύγω, πρέπει να φύγω! επανελάμβανε προς την νύμφην
+της διά τόνου τόσον αποφασιστικού, ώστε εφαίνετο ότι είχεν
+αναμνησθή ότι είχεν αφήσει εις την Πετρούπολη τόσας επειγούσας
+υποθέσεις, τας οποίας δεν θα ηδύνατο ν' απαριθμήση τελείως. Ναι,
+αληθώς, οφείλω να φύγω αμέσως σήμερον.
+
+ ― Ήλθες και εξετέλεσες αγαθήν πράξιν! είπεν η Δόλλυ διερευνώσα
+την μορφήν της.
+
+Η Άννα την ητένισε με τα μάτια υγρά από τα δάκρυα.
+
+ ― Μη το λέγεις αυτό, Δόλλυ. Δεν έκαμα τίποτε και τίποτε δεν
+ηδυνάμην να κάμω . . . Τι έκαμα και τι ηδυνάμην να κάμω; . . . Συ
+ευρήκες εντός της καρδιά σου αρκετόν έρωτα διά να συγχωρήσης.
+
+ ― Αν έλειπες συ, Άννα, ο Θεός γνωρίζει τι ηδύνατο να συμβή! Πόσον
+είναι ευτυχής, η Άννα!
+
+ ― Όχι. Γνωρίζεις διατί αναχωρώ σήμερον και όχι αύριον; Ανάγκη να
+σου κάμω μίαν εξομολόγησιν η οποία με πιέζει είπεν η Άννα
+παρατηρούσα την Δόλλυ κατάματα . . . Γνωρίζεις διατί η Κίττυ δεν
+προσήλθεν εις τον δείπνον; Με ζηλεύει. Έσφαλα . . . υπήρξε αφορμή
+ο χορός αυτός να μη αποτελέση δι' αυτήν χαράν, αλλά μαρτύριον . .
+. Αλλά πίστευσε ότι δεν είνε ιδικόν μου το σφάλμα . . . Ναι . . .
+ένα τίποτε . . .
+
+Ετόνισε διά συριστικής φωνής τας τελευταίας αυτάς λέξεις.
+
+Αλλά, προφέρουσα ταύτας, ησθάνθη ότι δεν απετέλουν την αλήθειαν·
+όχι μόνον αμφέβαλε περί εαυτής, αλλά και συνεταράσσετο
+αναμιμνησκομένη τον Βρόνσκυ και επέσπευδε την αναχώρησίν της επί
+μόνω τω σκοπώ να μη τον επανίδη . . .
+
+ ― Δεν δύνασαι να φανταστής τι γελοίαν τροπήν έλαβε το ζήτημα . .
+. Ήθελον να τον εξωθήσω εις γάμον, και, εξαίφνης, ανέδυσεν εξ
+αυτού . . . κάτι το όλως διαφορετικόν, . . Ίσως εν αγνοία μου,
+χωρίς να το θέλω . . .
+
+Η Άννα εκοκκίνισεν και διεκόπη.
+
+ ― Ω; οι άνδρες το αντιλαμβάνονται αμέσως, παρετήρησεν η Δόλλυ.
+
+ ― Θα εβυθιζόμην εις απόγνωσιν, αν αποκαλύπτετο σοβαρόν τι εκ
+μέρους του, ανεφώνησεν η Άννα . . . Είμαι άλλωστε βεβαία, ότι όλα
+αυτά θα διασκεδασθώσι γρήγορα, μόλις η Κίττυ και αυτός παύσουν να
+με βλέπουν.
+
+ ― Θα σε βεβαιώσω, άλλως τε, Άννα, ότι δεν επικροτώ εγώ αυτόν τον
+γάμον διά την Κίττυ. Και, αν ο Βρόνσκυ, διότι σε είδεν άπαξ μόνον,
+ηράσθη σου, προτιμότερον είναι να μη γείνη αυτός ο γάμος.
+
+ ― Αναχωρώ, αφού κατέστησα εχθράν μου την Κίττυ, την οποίαν αγαπώ
+με όλην μου την καρδιά! Αλλά, θα τα διευκρινίσης συ όλα αυτά,
+Δόλλυ, δεν είν' έτσι;
+
+Κατά την στιγμήν της αναχωρήσεως προσήλθεν ο Ομπλόνσκυ.
+
+Η ευαισθησία της Άννας μετεδόθη εις την Δόλλυ, και, όταν την
+ενηγκαλίσθη διά τελευταίαν φοράν, της εψιθύρισε.
+
+ ― Ποτέ δεν θα λησμονήσω ό,τι έκαμες δι' εμέ. Και συ, μη λησμόνει
+ποτέ ότι σε αγαπώ και θα σ' αγαπώ πάντοτε ως την καλλιτέραν μου
+φίλην.
+
+ ― Δεν εννοώ διά ποίον λόγον μ' ευχαριστείς! είπεν η Άννα
+ασπαζομένη αυτήν και καταστέλλουσα τα δάκρυά της.
+
+ ― Με εννόησες, με εννοείς, χαίρε, αγαπητή μου!
+
+«Τώρα, όλα ετελείωσαν, και χάρις τω Θεώ! . . .» εσκέφθη η Άννα
+καθημένη επί του εδωλίου ενός κλινοφόρου βαγονίου, παραπλεύρως της
+θαλαμηπόλου της.
+
+Ανεμνήσθη τότε πάνθ' όσα είχον συμβή εν Μόσχα, ανεπόλησε τον
+χορόν, τον Βρόνσκυ, την μορφήν αυτού την ερωτίλην και ταπεινήν,
+πανθ' όσα συνέβησαν μεταξύ των και δεν ευρήκε τίποτε το επίμεμπτον
+εν αυτοίς.
+
+Ηγέρθη διά να μετατρέψη τον ρουν των εντυπώσεών της, και αφήρεσε
+την μπελερίνα του θερμού της ταξειδιωτικού επανωφορίου. Επί
+στιγμήν αντελήφθη ότι άνθρωπός τις εισελθών εις το βαγόνι, ένας
+υψηλόσωμος και ισχνός μουζίκος, περιβεβλημένος μανδύαν από του
+οποίου έλειπον αρκετά κομβία, ήτο ο θερμαστής· τον είδε να εξετάζη
+το θερμόμετρον και παρετήρησεν ότι ο άνεμος και η χιών εισώρμησαν
+εξόπισθέν του εις το διαμέρισμα εκείνο· αλλά πάραυτα εσυγχύσθησαν
+και αύθις τα πάντα.
+
+Η φωνή ανθρώπου βυθισθέντος εντός των χιόνων κάτι της εφώναξεν εις
+το ους. Η Άννα αντελήφθη ότι είχον φθάσει είς τινα σταθμόν και ότι
+ο οδηγός εφώναζε το όνομα του σταθμού. Εζήτησεν από την
+θαλαμηπόλον της να της δώση το σάλι και την μπελερίνα, τα έρριψε
+δε επί των ώμων της και διηυθύνθη προς την θύραν.
+
+ ― Θα εξέλθη η κυρία; ηρώτησεν η υπηρέτρια.
+
+ ― Ναι, έχω ανάγκην να αναπνεύσω, κάμνει υπερβολική ζέστη εδώ.
+
+Ήνοιξε την θυρίδα. Η χιών και ο άνεμος την απώθησαν, και,
+παλαίοντες, κατ' αυτής, την ημπόδισαν ν' ανοίξη την θύραν. Τέλος
+όμως, κατώρθωσε ν' ανοίξη.
+
+Άνθρωπός τις φέρων στρατιωτικόν μανδύαν την επλησίασε και απέφραξε
+το ψυχορραγούν φως του λαμπτήρος.
+
+Αυτοστιγμί η Άννα ανεγνώρισε τον Βρόνσκυ.
+
+Εκείνος υπεκλίθη ενώπιόν της υψώσας την χείρα μέχρι του γείσου του
+πηλικίου του και τη προσέφερε τας υπηρεσίας του.
+
+Η Άννα δεν απεκρίθη, αλλά τον ητένισεν επί πολύ, καίτοι δε
+ευρίσκετο εν τη σκιά, διέκρινεν εν τούτοις, ή ενόμισεν ότι
+διέκρινε, την έκφρασιν της μορφής και των οφθαλμών του.
+
+Ήτο και πάλιν η ιδία εκείνη έκφρασις του αιδήμονος θαυμασμού, η
+οποία την προηγουμένην ημέραν τόσω βαθείαν της είχεν εμποιήσει
+εντύπωσιν.
+
+Κατά το διάστημα των δύο τελευταίων ημερών, και, μίαν στιγμήν
+προτήτερα, επανελάμβανε προς εαυτήν συνεχώς ότι ο Βρόνσκυ ήτο δι'
+αυτήν τίποτε περισσότερον από ένας εκ των νέων εκείνων, τους
+οποίους συναντώμεν καθ' εκάστην κατά εκατοντάδας, και ότι ουδέποτε
+θα κατεδέχετο να προσέξη εις αυτόν ιδιαιτέρως . . . Και όμως ιδού
+ότι τώρα που τον επανεύρισκεν απροόπτως, την κατελάμβαμε κάποιο
+συναίσθημα ευφροσύνου υπερηφανείας.
+
+ ― Ηγνόουν ότι ευρίσκεσθε εις το τραίνον τούτο! Διατί ανεχωρήσατε
+εκ Μόσχας; ηρώτησεν.
+
+Ο Βρόνσκυ προέφερε τα λόγια που ανέμενεν η ψυχή της νεαράς
+γυναικός και που εφοβείτο η λογική της.
+
+ ― Συγχωρήσατέ με αν η συμπεριφορά μου σας είναι δυσάρεστος,
+εξηκολούθησεν εκείνος.
+
+Ο Βρόνσκυ ωμίλει φιλοφρόνως και μετ' αιδήμονος σεβασμού αλλά μετά
+τόσης σταθερότητος και εμμονής, ώστε εκείνη εβράδυνε πολύ να εύρη
+λέξεις απαντήσεως.
+
+ ― Ό,τι λέγετε είναι κακόν, είπε τέλος η νεαρά γυνή. Και, αν είσθε
+αγαθός, λησμονήσατε αυτά τα λόγια, όπως θα τα λησμονήσω και εγώ.
+
+ ― Ουδέποτε θα λησμονήσω ούτε έν από τα λόγια σας, ούτε μίαν από
+τας κινήσεις σας, δεν δύναμαι να το πράξω!
+
+ ― Αρκεί, αρκεί! εφώναξεν εκείνη, μάτην προσπαθούσα να προσδώση
+έκφρασιν αυστηράν εις την μορφήν της, ην ο Βρόνσκυ απελάμβανε δι'
+απλήστων βλεμμάτων.
+
+Δραξαμένη δε της λαβής του βαγονίου, ώρμησεν επί των βαθμίδων και
+έφθασε ταχέως εις το επίστεγον αυτού. Χωρίς δε να ενθυμήται πλέον
+ούτε τους ιδίους της λόγους ούτε τους του Βρόνσκυ, κατενόησεν ότι
+η συνομιλία εκείνη, ήτις επί μίαν μόλις στιγμήν είχε διαρκέσει,
+τους είχε τρομακτικώς προσεγγίσει. Και ησθάνθη τρόμον συνάμα και
+ευτυχίαν.
+
+Έμεινεν επί τινας στιγμάς σιωπηλή, είτα δε εισήλθεν εις το
+διαμέρισμα και ανέλαβε την θέσιν της.
+
+Η κατάστασις της νευρικής υπερεντάσεως, ην τόσον ισχυρώς είχεν
+αισθανθή, ενετείνετο ήδη επί μάλλον και μάλλον, και εφοβείτο
+έκρηξιν. Καθ' όλην την νύκτα δεν ηδυνήθη να κλείση μάτι.
+
+Μόνον περί την πρωίαν η Άννα εναρκώθη επί του εδολίου της. Όταν δ'
+αφυπνίσθη ήτο πλέον ημέρα και το τραίνον επλησίαζεν εις την
+Πετρούπολιν. Αμέσως τότε ανελογίσθη το σπίτι της, τον σύζυγόν της,
+τον υιόν της και ανέκτησε τας συνήθεις της απασχολήσεις.
+
+Μόλις το τραίνον εσταμάτησε και κατήλθεν εις την αποβάθραν η πρώτη
+μορφή, ην αντίκρυσεν, ήτο η μορφή του συζύγου της.
+
+ ― Α! Θεέ μου! γιατί τα αυτιά του έγειναν τόσον μακρυά; διελογίσθη
+παρατηρούσα την ψυχράν και τυπικήν του μορφήν και ιδίως τους
+χόνδρους των ώτων του, οίτινες συνεκράτουν τον γύρον του
+στρογγυλού καπέλλου του.
+
+Μόλις διακρίνας την σύζυγόν του, ο Καρένιν έσπευσεν εις υπάντησίν
+της με τα χείλη διεσταλμένα υπό το σύνηθες αυτού αινιγματώδες
+μειδίαμα και παρατηρών αυτήν πυρωδώς με τα μεγάλα του και
+κουρασμένα μάτια.
+
+Κάποιο συναίσθημα δυσθυμίας έπληξε την καρδίαν της Άννας όταν
+αντίκρυσε το έμμονον και κεκμηκόν εκείνο βλέμμα, ως να είχεν
+ελπίσει ότι θα το εύρισκε διαφορετικόν. Κατεπλήσσετο δε κυρίως από
+το σηναίσθημα της δυσαρεσκείας προς εαυτήν, το οποίον ησθάνθη
+επανευρούσα τον σύζυγόν της. Το συναίσθημα τούτο δεν ήτο νέον, το
+εγνώριζεν, αλλά, προτήτερα, δεν της είχε κάμει εντύπωσιν. Την
+φοράν αυτήν όμως το διέκρινε καθαρά και υπέφερεν εξ αυτού.
+
+ ― Ναι, όπως αντιλαμβάνεσαι, πρόκειται περί συζύγου τρυφερού,
+προθύμου όπως αν είχομεν νυμφευθή προ ενός μόλις έτους, και όστις
+φλέγεται από τον πόθον να σ' επανίδη! είπεν ο Καρένιν με την
+βραδείαν και λεπτήν του φωνήν και με τόνον που μετεχειρίζετο
+πάντοτε, οσάκις ωμίλει προς αυτήν, τόνον ημιείρωνα.
+
+ ― Ο Σεριόγια είνε καλά; ηρώτησεν εκείνη.
+
+ ― Αυτή είναι η όλη ανταμοιβή μου διά τον διάπυρον έρωτά μου; Το
+παιδί μας είνε καλά, πολύ καλά!
+
+* * *
+
+Ο Βρόνσκυ ούτε επεζήτησε καν να κοιμηθή κατά την νύκτα εκείνην.
+
+Είχε μείνει καθήμενος επί του εδωλίου, του, κυτάζων δ' εμπρός του
+ασκόπως ή παρατηρών τους εισερχομένους και εξερχομένους.
+
+Αλλά δεν έβλεπε κανένα και τίποτε. Δεν εγνώριζε και ούτε διηρώτα
+καν εαυτόν τι θα προέκυπτεν εκ της περιπετείας του.
+
+Δεν εκοιμήθη καθ' όλην την νύκτα, διότι δεν έπαυσεν αναπολών
+απάσας τας στιγμάς καθ' ας την είχε ίδει, όλα τα λόγια τα οποία
+είχε προφέρει, και εικόνες δυνατού μέλλοντος εκυμαίνοντο εντός της
+φαντασίας του και επλήρουν εκστάσεως την καρδίαν του.
+
+Όταν κατήλθε του βαγονίου εις την Πετρούπολιν, εσταμάτησεν ενώπιον
+του διαμερίσματός του διά ν' αναμείνη την έξοδον της Άννας.
+
+Θα την ίδω μίαν ακόμη φοράν, διελογίσθη με ακούσιον μειδίαμα.
+
+Αλλά προτού δυνηθή να ίδη την Άνναν, παρετήρησε τον Καρένιν, τον
+οποίον ο σταθμάρχης συνώδευε μετά σεβασμού διά μέσου του πλήθους.
+
+ ― Α! ναι, ο σύζυγος!
+
+Διά πρώτην μόλις φοράν τώρα ο Βρόνσκυ κατενόησεν ότι εκείνη
+συνεδέετο προς άλλον. Εγνώριζε κάλλιστα ότι η Άννα ήτο νυμφευμένη,
+αλλά δεν επίστευεν εις την ύπαρξιν του συζύγου τούτου, και επείσθη
+περί τούτου μόνον όταν τον αντίκρυοε με την κεφαλήν, τους ώμους,
+τα κνήμας του με το μαύρο πανταλόνι, και, προπάντων, όταν είδε πως
+ο σύζυγος εκείνος, με την συναίσθησιν του ιδιοκτήτου, έλαβεν ηρέμα
+την χείρα της Άννας.
+
+Είδε πώς επλησίασαν αλλήλους οι δύο σύζυγοι, και, με την
+οξυδέρκειαν ερωτευμένου, αντελήφθη την έλαφράν δυσφορίαν μετά της
+οποίας η Άννα απεκρίθη προς τον Καρένιν.
+
+ ― Όχι, δεν τον αγαπά, δεν δύναται να τον αγαπά! εψιθύρισεν
+αποφασιστικώς ο Βρόνσκυ.
+
+Διευθυνθείς δε προς αυτήν, αντελήφθη μετά χαράς, ότι ησθάνετο την
+προσέγγισιν του· είχε στραφή προς αυτόν, και κητάξασα αυτόν
+εξηκολούθησε την μετά του συζύγου συνομιλίαν της.
+
+ ― Επεράσατε καλά την νύκτα; είπεν ο Βρόνσκυ υποκλιθείς ενώπιον
+της Άννας και του Καρένιν ταυτοχρόνως, αφήσας δ' εις τούτον την
+ελευθερίαν να κρίνη ή όχι κατά βούλησιν τον χαιρετισμόν του.
+
+ ― Σας ευχαριστώ . . . , κάλλιστα, είπεν η Άννα.
+
+Η μορφή της εφαίνετο κουρασμένη, αλλ' εις διάστημα μιας στιγμής,
+όταν τον ητένισεν, οι οφθαλμοί της εφωτίσθησαν, και η φευγαλέα
+εκείνη ζωηρότης κατέστησε τον Βρόνσκυ ευτυχή.
+
+Ητένισεν εκείνη τον σύζυγόν της ίνα αντιληφθή αν εγνώριζε τον
+Βρόνσκυ.
+
+Ο Καρένιν παρετήρει τον αξιωματικόν μετά δυσφορίας, διερωτών
+εαυτόν αφηρημένος ποίος άρα γε να ήτο.
+
+Το γαλήνιον και σταθερόν ύφος του Βρόνσκυ συνεκρούσθη προς την
+ψυχράν σταθερότητα του Καρένιν ως δρεπάνη επί λίθου.
+
+ ― Ο κόμης Βρόνσκυ, είπεν η Άννα.
+
+ ― Α! νομίζω ότι κάποτε συνηντήθημεν, είπεν ο Καρένιν αδιαφόρως
+τείνας αυτώ την χείρα.
+
+ ― Ανεχώρησες εκ Πετρουπόλεος μετά της μητρός και επιστρέφεις μετά
+του υιού, προσέθηκε τονίζων κάθε συλλαβήν.
+
+ ― Επανέρχεσθε αναμφιβόλως ληξάσης της αδείας σας; είπε προς τον
+Βρόνσκυ.
+
+Και χωρίς ν' αναμείνη απάντησιν, εξηκολούθησεν αποταθείς προς την
+σύζυγόν του με τόνον παιγνιώδη.
+
+ ― Λοιπόν! έρρευσαν πολλά δάκρυα εις την Μόσχαν κατά τους
+αποχαιρετισμούς;
+
+Υπεδείκνυεν εις τον Βρόνσκυ ότι επεθύμει να μείνη μόνος μετά της
+συζύγου του· έφερε μάλιστα την χείρα εις τον πίλον του αλλ' ο νέος
+είπε προς την Άνναν:
+
+ ― Θα λάβω την τιμήν να έλθω να λάβω ειδήσεις σας.
+
+Ο Καρένιν εστήριξεν επί του Βρόνσκυ κουρασμένον βλέμμα.
+
+ ― Θα λογισθώμεν πολύ ευτυχείς, είπε ψυχρώς, δεχόμεθα κατά
+Δευτέραν.
+
+Είτα δε, αποχαιρετήσας οριστικώς τον Βρόνσκυ, είπε προς την
+σύζυγόν του φιλοπαίγμων:
+
+Έτυχα της ευτυχίας να διαθέτω ημίσειαν ώραν διά να έλθω εις
+συνάντησίν σου, ηδυνήθην τοιουτοτρόπως να σου εκδηλώσω όλην μου
+την τρυφερότητα.
+
+ ― Τονίζεις υπερβολικά τας φιλοφρονήσεις σου διά να τας
+αντιλαμβάνωμαι, απήντησεν εκείνη με τον ίδιον τόνον, τείνουσα
+χωρίς να το θέλη το ους προς τον θόρυβον των βημάτων του Βρόνσκυ,
+όστις εβάδιζεν όπισθέν της.
+
+* * *
+
+Το πρώτον πρόσωπον το οποίον έσπευσεν εις υποδοχήν της Άννας,
+μόλις έφθασεν εις την οικίαν της, υπήρξεν ο υιός της: το παιδίον
+έδραμεν εις την κλίμακα, παρά τας νουθεσίας της διδασκαλίσσης του,
+φωνάζον με παράφορον χαρά: «Μαμά, μαμά!» Όταν δε την επλησίασεν,
+έμεινε κρεμασμένον από το λαιμό της.
+
+ ― Σας το είπα εγώ, πως η μαμά ήταν, είπε προς την διδασκάλισσαν,
+το είξευρα εγώ! . . .
+
+Όπως ο σύζυγός της, ομοίως και ο υιός της παρήγαγεν επί της Άννας
+εντύπωσιν, ήτις ωμοίαζε προς απογοήτευσιν. Τον εφαντάζετο
+ωραιότερον αφ' όσον ήτο. Και τώρα ήτο ηναγκασμένη να υποστρέψη εις
+την αληθή πραγματικότητα, διά να τον αγαπά όπως τον εύρισκεν.
+
+Ο Σεριόγια ήτο θελκτικός με τους ξανθούς του πλοκάμους, με τα
+γαλανά του μάτια και με τα μικρά του ελαφρά και παχουλά ποδαράκια,
+μέσα εις τας καλώς εφαρμοζούσας περικνημίδας του.
+
+Η Άννα ησθάνετο φυσικήν σχεδόν ηδονήν επί τη προσεγγίσει του και
+ταις θωπείαις του και κάποιαν πνευματικήν γαλήνην οσάκις συνήντα
+το άκακον βλέμμα του, το πλήρες εμπιστοσύνης και αγάπης, και
+οσάκις ήκουε τας αφελείς του ερωτήσεις.
+
+Του παρέδιδε δώρα τα οποία του είχον αποστείλει τα τέκνα της
+Δόλλυ, οπότε τη ανηγγέλθη η κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα, μία γυραιά
+φίλη των Καρένιν, αποτελούσα το κέντρον ενός των κοσμικών
+συνδέσμων.
+
+Ήτο γυνή υψηλού αναστήματος, πολύσαρκος, με κιτρινωπήν χροιάν
+καχεξίας και με ωραία μαύρα ρεμβώδη μάτια. Η Άννα την ηγάπα πολύ,
+την ημέραν όμως εκείνην διά πρώτην φοράν διέκρινε όλα της τα
+ελαττώματα.
+
+ ― Λοιπόν, αγαπητή μου έφερες τον κλάδον της ελαίας; ερώτησεν η
+κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα μόλις εισελθούσα εις το δωμάτιον.
+
+ ― Ναι, τώρα πλέον ετελείωσαν όλα, ουδέποτε άλλωςτε υπήρξε τόσον
+σοβαρόν το ζήτημα, όσον το υπεθέτομεν ημείς.
+
+Αλλά η κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα, ήτις ενδιαφέρετο διά παν ό,τι δεν
+την αφεώρα προσωπικώς, είχε την συνήθειαν να μη ακούη ποτέ όσα
+απηυθύνοντο ειδικώς προς αυτήν.
+
+ ― Μάλιστα, υπερβολική η δυστυχία και αι θλίψεις επί της γης και
+σήμερον είμαι εξηντλημένη.
+
+ ― Τι έχετε; ηρώτησεν η Άννα καταστείλασα έν μειδίαμα.
+
+ ― Αρχίζω ν' απαυδώ θραύουσα ματαίως λόγχας χάριν της αληθείας!
+
+Ευχαριστημένη δε από το ευτυχές εκείνο αποτέλεσμα η κόμησσα Λυδία
+απεσύρθη εν πάση σπουδή, διότι ώφειλε να παραστή, κατά το διάστημα
+του απογεύματος, εις πολλά κομητάτα.
+
+Ο Καρένιν επέστρεψεν εκ του Υπουργείου κατά τας τέσσαρας, και,
+όπως συνέβαινε συχνά, δεν έλαβε καιρόν να εισέλθη εις το
+διαμέρισμα της συζύγου του. Είχε να δεχθή διαφόρους απαιτητάς και
+να υπογράψη πολλά ενδιαφέροντα έγγραφα. Οι Καρένιν είχον πάντοτε
+συνδαιτημόνας τρία ή τέσσαρα πρόσωπα, και η Άννα κατήλθεν εις το
+σαλόνι διά να δεχθή μίαν γηραιάν εξαδέλφην του συζύγου της, τον
+πρόεδρον του ανακτοβουλίου μετά της συζύγου του και κάποιον νέον
+ιδιαιτέρως συστηθέντα εις τον Καρένιν.
+
+Εις τας πέντε ακριβώς, ο Καρένιν, εν επισήμω περιβολή με δύο
+παράσημα και λευκήν κραβάταν, εισήλθεν εις την αίθουσαν.
+
+Κάθε στιγμή της ζωής του ήτο ειδικώς διατεθειμένη και κανονισμένη
+εκ των προτέρων. «Άνευ σπουδής και άνευ αναπαύλας», τοιούτο το
+αξίωμά του.
+
+Εχαιρέτησεν όλους του τους κεκλημένους και εκάθησε αμέσως κατόπιν,
+μειδιών προς την σύζυγόν του.
+
+ ― Μάλιστα, είπεν, η μόνωσίς μου ετελείωσε. Δεν ειμπορείς να
+φαντασθής πόσον είνε ανιαρόν να τρώγη κανείς μόνος του!
+
+Κατά το διάστημα του φαγητού ηρώτησε την σύζυγόν του περί των
+λαβόντων χώραν εν Μόσχα, ομιλών με περιφρονητικόν μειδίαμα περί
+του Στίβα Ομπλόνσκυ, αλλ' η συνομιλία παρέμεινε γενική.
+
+Μετά το γεύμα ο Καρένιν επέρασεν ημίσειαν ώραν εις το σαλόνι, είτα
+δε, με το μειδίαμα εις τα χείλη, έθλιψε και πάλιν την χείρα της
+συζύγου του, απεχαιρέτησε τους ξένους του και μετέβη εις το
+Υπουργικόν συμβούλιον.
+
+Η Άννα εισήλθεν εις τον θάλαμον του υιού της και επέρασεν όλον το
+απόγευμα μαζί του, τον επλάγιασεν εις την κλίνην του μόνη της και
+τον ετύλιξεν εντός των σκεπασμάτων του.
+
+Ήτο ευτυχής διότι είχε μείνει εις το σπίτι και διότι επέρασε τας
+μεταμεσημβρινάς της ώρας υπό τοιαύτας συνθήκας.
+
+Ησθάνετο εαυτήν πραϋνθείσαν, την καρδίαν της ανεκουφισμένην και
+διέβλεπε καθαρά ότι παν, ό,τι είχε παραστή ενώπιόν της την
+προτεραίαν κατά το σιδηροδρομικόν της ταξείδιον, υπό μορφήν τόσον
+ελκυστικήν, ήτο εν τη πραγματικότητί του απλούν κοινόν επεισόδιον
+της κοσμικής ζωής και ότι δεν είχε λόγον να ερυθρά δι' αυτό ούτε
+ενώπιον του κόσμου ούτε ενώπιον της ιδίας της συνειδήσεως.
+
+Η Άννα εκάθησε προ της εστίας αναγινώσκουσα μυθιστόρημα και
+ανέμενε την επιστροφήν του συζύγου της. Κατά τας εννέα και μισή
+ήκουσε τον ήχον του κωδωνίσκου του Καρένιν, και, μετά μίαν
+στιγμήν, εισήλθεν ούτος εις τον θάλαμόν της.
+
+ ― Ήλθες επί τέλους! είπεν η Άννα τείνουσα προς αυτόν την χείρα,
+ην ο Καρένιν ησπάσθη καθεσθείς παραπλεύρως της συζύγου του.
+
+ ― Βλέπω τέλος ότι το ταξείδι σου επέτυχεν, είπε.
+
+ ― Τελείως! απήντησεν η Άννα.
+
+Διηγήθη δε όσα είχον συμβή καθ' οδόν, ωμίλησε περί της μητρός του
+Βρόνσκυ, περί του επεισοδίου του λαβόντος χώραν άμα τη αφίξει της,
+περί του οίκτου ον ησθάνθη κατ' αρχάς διά τον αδελφόν της, είτα δε
+και διά την Δόλλυ.
+
+ ― Δεν παραδέχομαι ότι πρέπει να συγχωρήται μία τοιαύτη διαγωγή,
+έστω και αν πρόκειται περί του αδελφού σου, είπεν αυστηρώς ο
+Καρένιν.
+
+Η Άννα εμειδίασε.
+
+Κατενόησεν ότι ο σύζυγος της ωμίλει τοιουτοτρόπως ίνα αποδείξη ότι
+οι δεσμοί της συγγενείας δεν θα επιρρέαζον διόλου τη ειλικρίνειαν
+της γνώμης του.
+
+Εγνώριζε το διακριτικόν τούτο του χαρακτήρος του συζύγου της, και
+το επεκρότει.
+
+ ― Λογίζομαι ευτυχής διότι παρήλθον όλα καλώς και επανήλθες.
+
+Ο Καρένιν συνωμίλησε κατόπιν μετά της συζύγου του επί πολιτικών
+ζητημάτων επί τινας στιγμάς, μεθ' ό της έθλιψε την χείρα, την
+εφίλησεν εκ νέου και απεσύρθη εις το σπουδαστήριόν του.
+
+ ― Οπωσδήποτε είνε εξαίρετος άνθρωπος, δίκαιος αγαθός και λίαν
+διακεκριμένος εντός του κύκλου του, διελογίσθη η Άννα καθ' εαυτήν,
+ως να τον υπερήσπιζε κατά κατηγόρου διακηρύσσοντος ότι αυτός ο
+άνθρωπος δεν ήτο δυνατόν ν' αγαπηθή.
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
+
+
+
+Περί τα τέλη του χειμώνος, συνεκροτήθη ιατρικόν συμβούλιον παρά τη
+πριγκηπίσση Τσερμπάτσκυ όπως αποφανθή ποία ήτο η νόσος υφ' ής
+επασχεν η Κίττυ και τι έπρεπε να γείνη, όπως της επανέλθουν αι
+διαρκώς εξαντλούμεναι δυνάμεις της.
+
+Ο ιατρός της οικογενείας της είχε διατάξει λάδι της μουρούνας,
+κατόπιν δε σίδηρον, επειδή όμως δεν παρουσιάζετο καμμία βελτίωσις,
+ο δε ιατρός απεφαίνετο ότι έπρεπε ν' αναχωρήση την άνοιξιν και να
+διαμείνη επί τινα χρόνον εις το εξωτερικόν, η πριγκήπισσα
+προσεκάλεσε κάποιαν ιατρικήν διασημότητα.
+
+Ο ακόμη νεαρός ούτος επιστήμων, ένας πολύ ωραίος ανήρ, εζήτησε να
+στηθοσκοπήση την πάσχουσαν.
+
+Αφού λοιπόν εξήτασε μετά προσοχής και εστηθοσκόπησε την νοσούσαν
+τρελλήν εξ εντροπής, ο ιατρός παρέμεινε συνομιλών με τον
+οικογειακόν ιατρόν.
+
+Ούτος ήρχισε να εκθέτη δειλώς την γνώμην του, κατά την οποίαν
+ευρίσκοντο εις εκδήλωσιν ενάρξεως προσβολής φυματιώσεως, αλλ' ότι
+. . . .
+
+ ― Γνωρίζετε, είπεν η ιατρική εξοχότης, ότι ουδέποτε δυνάμεθα να
+διαγνώσωμεν την αρχήν της νόσου· εφ' όσον δεν υπάρχουν σπήλαια,
+τίποτε το ασφαλές δεν υφίσταται, δυνάμεθα όμως να έχωμεν υπονοίας.
+Υπάρχουν ενδείξεις μόνον^ θρέψις ατελής, νευρική υπερέξαψις κ.τ.λ
+κ.τ.λ. Το ζήτημα λοιπόν τίθεται ως εξής: Επειδή υποπτεύομαι
+προσβολήν φυματιώσεως, τι δυνάμεθα να κάμωμεν προς διευκόλυνσιν
+της θρέψεως;
+
+ ― Αλλά, . . . ένα ταξείδι εις το εξωτερικόν! επρότεινεν ο ιατρός
+της οικογενείας.
+
+ ― Είμαι εχθρός των ταξειδίων. Και, εννοείτε, αν υπάρχη αρχή
+φυματιώσεως, το ταξείδιον εις την αλλοδαπήν κατ' ουδέν θα ωφελήση.
+Ανάγκη λοιπόν να διατάξωμεν κάτι, το οποίον θα διευκολύνη την
+θρέψιν χωρίς να ερεθίση τον οργανισμόν.
+
+Η ιατρική επισημότης εξέθηκε το σχέδιόν του εγκείμενον εις
+θεραπείαν διά της χρήσεως υδάτων του Σόντεν, των οποίων κύριον
+προτέρημα είνε ότι δεν δύνανται να βλάψουν.
+
+ ― Εντούτοις, παρετήρησεν ο ιατρός της οικογενείας, όστις ηκροάτο
+μετά σεβασμού τους λόγους του συναδέλφου του θα υπεδείκνυα την εκ
+ταξειδίου εις την αλλοδαπήν ωφέλειαν λόγω της μεταβολής των
+συνηθειών, της απομακρύνσεως από τα μέρη τα προκαλούντα αναμνήσεις
+. . . και τέλος της προς τούτο επιθυμίας της μητρός της πασχούσης
+. . .
+
+ ― Α! εν τοιαύτη περιπτώσει, ας αναχωρήσουν, ας αναχωρήσουν!
+Φοβούμαι μόνον μη της κάμουν κακόν αυτοί οι τσαρλατάνοι οι
+Γερμανοί . . . Αλλ' επί τέλους, ας αναχωρήσουν, ας αναχωρήσουν . .
+.
+
+Ο ιατρός εισήλθεν εις το σαλόνι και εξέθηκεν επιστημονικώς ενώπιον
+της πριγκηπίσσης, ως προς γυναίκα εξαιρετικώς πνευματώδη, την
+κατάστασιν της Κίττυ, και κατέληξε διά των υποδείξεων του τρόπου
+της χρήσεως των μεταλλικών υδάτων, τα οποία εντούτοις δεν ήσαν
+διόλου αναγκαία.
+
+Εις το ερώτημα:
+
+ ― Ένα ταξείδι εις το εξωτερικόν θα ήτο ωφέλιμον;
+
+Έμεινεν επί πολύ σκεπτόμενος, ωσανεί επρόκειτο να λύση
+δυσκολώτατον πρόβλημα· τέλος δε ευρήκε την λύσιν:
+
+«Αι πριγκήπισσαι δύνανται βέβαια ν' αναχωρήσουν, αλλ' υπό τον όρον
+να μη δώσωσι την παραμικράν πίστιν εις τους &αγύρτας& και ν'
+απευθύνωνται διαρκώς προς αυτόν».
+
+Μετά την αναχώρησιν της ιατρικής προσωπικότητος η χαρά εφάνη
+επανελθούσα εις την οικίαν.
+
+Η πριγκήπισσα ήτο φαιδροτάτη και η Κίττυ ελιποθύμει εκ της χαράς.
+Ευρίσκετο συχνάκις, σχεδόν διαρκώς, υποχρεωμένη να υποκρίνεται
+αισθήματα τα οποία δεν ησθάνετο.
+
+Ολίγον μετά την αναχώρησιν του δόκτορος έφθασεν η Δόλλυ.
+
+Εγνώριζεν ότι επρόκειτο να συγκροτηθή ιατρικόν συμβούλιον και
+ήρχετο να πληροφορηθή περί της τύχης της Κίττυ, ήτις θα
+απεφασίζετο από της ημέρας εκείνης.
+
+Όταν εισήλθεν εις τον κοιτώνα της αδελφής της, κοιτώνα φωτεινόν
+και ροδόχρουν, παρετήρησε την Κίττυ καθημένην επί μακράς χαμηλής
+καθέκλας πλησίον της θύρας, με τα μάτια προσηλωμένα επί μιας
+γωνίας του τάπητος.
+
+Η Κίττυ ητένισε την αδελφήν της και η ψυχρά και κάπως αυστηρά
+έκφρασις της μορφής της απέβη έμμονος.
+
+ ― Επεθύμουν να σου ομιλήσω.
+
+ ― Περί τίνος; ηρώτησεν η Κίττυ ζωηρώς, ανυψώσασα την κεφαλήν μετά
+τρόμου.
+
+ ― Περί τίνος θα σου ωμίλουν, αν δεν επρόκειτο περί της δυστυχίας
+σου;
+
+ ― Δεν είμαι δυστυχής!
+
+ ― Έλα δα, Κίττυ, νομίζεις ότι δεν γνωρίζω τι σου συμβαίνει; Τα
+ξεύρω όλα. Όλαις μας τα περάσαμεν αυτά . . . Δεν αξίζει να πάσχης
+εξ αιτίας του.
+
+ ― Ναι, διότι με επεριφρόνησεν, ήρχισε λέγουσα η Κίττυ με
+τρέμουσαν φωνήν . . . Μη το είπης αυτό, σε παρακαλώ, μη το 'πής.
+
+ ― Αλλά δεν το λέγω, ούτε και κανείς άλλος το λέγει. Εγώ φρονώ ότι
+σε ηγάπα και σε αγαπά, αλλά . . .
+
+ ― Αχ! αυτός ο οίκτος μου κάμνει, κακό, κραύγασαν η Κίττυ μετ'
+οργής.
+
+ ― Δεν έχω ανάγκην παρηγοριών . . .Είμαι εις υπερβολήν υπερήφανος
+ώστε να μη επιτρέπω εις εμαυτήν αγαπώ άνθρωπον που δεν μ' αγαπά.
+
+ ― Δεν λέγω το εναντίον . . .'Πέ μου μόνον ένα πράγμα, ο Λεβίν σου
+ωμίλησεν;
+
+Ο υπαινιγμός ούτος προς τον Λεβίν έκαμε την Κίττυ τελείως έξω
+φρενών.
+
+Ανεπήδησεν από του καθήσματός της και ωμίλησε χειρονομούσα
+μανιωδώς.
+
+ ― Προς τι ν' αναμιγνύωμεν τον Λεβίν εις όλα αυτά; . . . Δεν εννοώ
+τι ευχαρίστησιν δύνασαι να 'βρίσκης βασανίζουσά με . . . Είπα και
+επαναλαμβάνω ότι είμαι υπερήφανος και ότι δεν θα έκαμνα ποτέ εγώ,
+εκείνο που κάμνεις συ, να ξαναγυρίσης δηλαδή προς ένα άνδρα που σε
+προσέβαλε, που ηγάπησεν άλλην γυναίκα . . . Δεν εννοώ πώς ημπορεί
+κανείς να ενεργήση όπως ενήργησες συ, . . Συ, ημπορείς, εγώ όμως
+όχι!
+
+Ητένισε δ' άμα την άδελφήν της, και, αντιληφθείσα ότι η Δόλλυ
+έμενε σιωπηλή και με την κεφαλήν χαμαί νεύουσαν, η Κίττυ, αντί να
+εξέλθη του θαλάμου της, όπως προυτίθετο προ μικρού, εκάθισε
+πλησίον της θύρας κρύψασα την μορφήν εντός του μανδυλίου της.
+
+Η σιωπή διήρκεσεν επί δύο λεπτά.
+
+Η Δόλλυ διελογίζετο την κατάστασίν της. Η ταπείνωσις την οποίαν
+διαρκώς συνησθάνετο την έπληττε πολύ οδυνηρότερον οσάκις της την
+υπενθύμιζεν αυτή της η αδελφή. Δεν ηδύνατο να πιστεύση τόσην
+σκληρότητα εκ μέρους της Κίττυ και επεθύμει να μη την πιστεύη.
+
+Αλλ' αίφνης ήκουσε τον θρουν μιας εσθήτος, μετά βόμβου λυγμών
+παρατεταμένων, και δύο βραχίονες εξετάθησαν περί τον βραχίονά της.
+
+Η Κίττυ ευρίσκετο γονυπετής ενώπιόν της.
+
+ ― Αγαπητή, αγαπητή μου Δόλλυ, αν είξευρες πόσον είμαι δυστυχής.
+
+Και η πλημμυρούσα από τα δάκρυα μορφή της απεκρύβη εντός των
+ενδυμάτων της Δόλλυ.
+
+Αύτη εγνώριζεν ήδη παν ό,τι επεθύμει να μάθη: επείσθη ότι η
+δυστυχία, η αθεράπευτος δυστυχία της Κίττυ ενέκειτο εις το ότι
+είχεν αποκρούσει το Λεβίν, ενώ ο Βρόνσκυ την είχεν απατήσει, και
+ότι ήτο έτοιμη ν' αγαπήση τον Λεβίν και να μισήση τον Βρόνσκυ.
+
+ ― Δεν αισθάνομαι θλίψιν, είπεν η Κίττυ, αλλά δύνασαι να
+κατανοήσης ότι τα πάντα απέβησαν δι' εμέ επαίσχυντα, όπως οι
+πάντες μου φαίνονται αγροίκοι, και μάλιστα πρώτη εγώ. Δεν δύνασαι
+συ ν' αντιληφθής ποίαι χυδαίαι σκέψεις με κατέχουσιν ήδη.
+
+ ― Ποίας χυδαίας σκέψεις δύνασαι να έχης· ηρώτησεν η Δόλλυ
+μειδιάσασα.
+
+ ― Τας χυδαιοτέρας, τας αγροικοτέρας. . . . Δεν πρόκειται περί
+στενοχωρίας, ούτε περί τύψεως, είνε κάτι χειρότερο αυτό που
+αισθάνομαι, ωσανεί παν ό,τι υπήρχεν εν εμοί αγαθόν εξηφανίσθη
+αίφνης και μου έμειναν μόνον τα πονηρά και τα κακεντρεχή. Εν
+παραδείγματι ο μπαμπάς μου απευθύνει τον λόγον, και μου φαίνεται
+ότι τίποτε άλλο δεν σκέπτεται παρά να μου εύρη σύζυγον . . . Η
+μαμά με οδηγεί εις τον χορόν, και νομίζω ότι το κάμνει διά να με
+ξεφορτωθή το ταχύτερον. Γνωρίζω ότι δεν είνε αληθινά αυτά, αλλά
+δεν ειμπορώ ν' αποδιώξω αυτάς τας εντυπώσεις, είναι ισχυρότεραι,
+από την θέλησίν μου . . . Νομίζω ότι όλοι με εμένα έχουν να
+κάμουν, ότι με βολιδοσκοπούν. Άλλοτε η μεγαλυτέρα μου ευχαρίστησις
+ήτο να πηγαίνω εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις με φόρεμα χορού·
+εθαύμαζα εμαυτήν^ τόρα εντρέπομαι, νομίζω ότι ευρίσκομαι έξω του
+στοιχείου μου . . . Επί τέλους . .
+
+Η Κίττυ εταράχθη, ήθελε να είπη ότι αφ' ης η μεταβολή εκείνη είχεν
+απέλθει εν αυτή, ησθάνετο αποστροφήν προς τον Ομπλόνσκυ και ότι
+δεν ημπορούσε να τον βλέπη χωρίς να της έρχονται εις τον νουν
+δυσάρεστοι αναπαραστάσεις . . .
+
+ ― Βεβαίως, όλα τώρα μου φαίνονται χυδαία, μικροπρεπή . . . αιτία
+ίσως είναι η αρρώστια μου . . .
+
+* * *
+
+Εν τη πραγματικότητι ο μεγάλος κόσμος της Πετρουπόλεως αποτελεί έν
+σύνολον αδιαίρετον όπου πάντες γνωρίζονται μεταξύ των και
+ανταλλάσσουσιν επισκέψεις. Υπάρχουν εν τούτοις διάφοροι κατηγορίαι
+μέσα εις την υψηλήν αυτήν κοινωνίαν.
+
+Η Άννα Καρένιν είχε φίλους εις τρεις διαφόρους κατηγορίας.
+
+Η πρώτη ήτο η του συζύγου της, ο επίσημος κόσμος, όστις συνέκειτο
+από συναδέλφους και από υφισταμένους του Καρένιν, συνοδευομένους
+και χωριζομένους αυτεπαγγέλτως και κατά διαφόρους τρόπους λόγω των
+διαφόρων των κοινωνικών συνθηκών.
+
+Η Άννα μόλις ανεμιμνήσκετο του σχεδόν θρησκευτικού σεβασμού ον
+είχε δοκιμάσει κατά τας πρώτας ημέρας του γάμου της προς όλας τας
+προσωπικότητας ταύτας.
+
+Τώρα πλέον τας εγνώριζεν όλας, όπως γνωρίζει κανείς τους γείτονάς
+του εις μικράν επαρχιακήν πόλιν. Ήτο εν γνώσει των αδυναμιών και
+των συνηθειών ενός εκάστου, εγνώριζε ποίαι σχέσεις εβασίλευον
+μεταξύ των, ως και τας σχέσεις αυτών προς την κεντρικήν
+προσωπικότητα, και ο κόσμος αυτός των αρρένων κυβερνητικών
+συμφερόντων δεν κατώρθωνε να εγείρη το ενδιαφέρον της, παρά τας
+παραινέσεις της κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας, και τον απέφευγεν.
+
+Ο δεύτερος κύκλος εντός του οποίου εκινείτο η Άννα ήτο ο της
+κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας, και τη παρεμβάσει του οποίου ο Καρένιν
+είχε συμπληρώσει την καρριέρα του. Ούτος συνέκειτο από γυναίκας
+γηραιάς, ασχήμους και ευσεβείς, και από άνδρας ευφυείς, σοφούς και
+φιλοδόξους. Είς εκ των πνευματωδών αυτών ανδρών ωνόμαζε τον κύκλον
+αυτόν: «Συνείδησιν της Πετρουπολιτικής κοινωνίας».
+
+Ο Καρένιν εποιείτο περί πολλού τον κόσμον αυτόν και η Άννα, ήτις
+εγνώριζεν απαραμίλλως να ταυτίζηται προς τα πάντα, κατά την πρώτην
+περίοδον του γάμου της, ευρήκε το μέσον να εξοικονομήση εν αυτώ
+φίλους.
+
+Μετά την επιστροφήν της όμως εκ Μόσχας, ο κόσμος αυτός της κατέστη
+ανυπόφορος.
+
+Της εφαίνετο μάλιστα ότι και αυτή και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι
+εφορούσαν μάσκες, και μετέβαινεν όσον αραιότερον ηδύνατο εις της
+κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας.
+
+Η τρίτη κατηγορία των σχέσεων της Άννας ήτο ο αληθινός κόσμος, ο
+κόσμος των χορών, των γευμάτων, των μεγαλοπρεπών αμφιέσεων· ο
+κόσμος ο οποίος με το ένα χέρι εκρατείτο από την Αυλήν διά να μη
+διωλισθήση εις τον ημίκοσμον, ον ενόμιζεν ότι περιεφρόνει, αλλά
+του οποίου συνεμερίζετο όλα τα γούστα.
+
+Η Άννα είχεν εισαχθή εις τον κόσμον τούτον υπό της συζύγου του
+εξαδέλφου της, της πριγκηπίσσης Μπέτσυ Τβερσκάια, η οποία είχεν
+εκατόν είκοσι χιλιάδων ρουβλίων εισόδημα και οποία ευθύς άμα τη
+αφίξει της εξαδέλφης της εις Πετρούπολιν την επήρεν υπό την
+προστασίαν της, την περίβαλλε με μυρίας περιποιήσεις και την
+προσείλκυσεν εις τον ίδιόν της κόσμον χλευάζουσα την κόμησσαν
+Λυδίαν Ιβανόβναν.
+
+ ― Όταν θα γείνω γρηά και άσχημη, θα κάμω και εγώ όπως εκείνη, διά
+σας όμως που είσθε νέα και ωραία, δεν ήλθε ακόμη η στιγμή να
+εισέλθετε εις αυτό το άσυλον . . .
+
+Κατά τους πρώτους χρόνους η Άννα απέφυγε την πριγκήπισσαν Μπέτσυ,
+διότι η συχνή συναναστροφή του κοσμικού της κύκλου απήτει δαπάνας
+υπερβαινούσας τα υλικά της μέσα, αι δ' ατομικαί της κλίσεις την
+προσείλκυον μάλλον προς τον κύκλον της κομήσσης.
+
+Μετά την εν Μόσχα όμως διαμονήν της, εδοκίμασε το αντίθετον
+αίσθημα· παρημέλησε τας εναρέτους της φίλας και μετέστη εκουσίως
+εις τον μεγαλόκοσμον, όπου συνήντα τον Βρόνσκυ. Κάθε φοράν δε που
+τον έβλεπε, κάποια ειδική χαρά την συντάραττε.
+
+Συνηθέστερον τον συνήντα παρά τη κομήσση Μπέτσυ, το γένος
+Βρονσκάια και εξαδέλφη του νεαρού αξιωματικού.
+
+Ούτος δε μετέβαινε πανταχού όπου ηδύνατο να ίδη την Άνναν, και
+πανταχού της εξέφραζε τον έρωτά του. Εκείνη δεν του παρείχε
+καμμίαν διευκόλυνσιν, αλλά πάντοτε οσάκις τον συνήντα η ψυχή της
+επυρακτούτο από το αυτό αίσθημα της ψυχικής εξάψεως, υφ' ού είχε
+καταληφθή την ημέραν καθ' ήν τον αντίκρυσε διά πρώτην φοράν εντός
+του βαγονίου κατά την άφιξίν της εις Μόσχαν.
+
+Συνησθάνετο οσάκις τον αντίκρυζε την χαράν φωτίζουσαν τους
+οφθαλμούς της, και διαστέλλουσαν εις γλυκύ μειδίαμα τα χείλη της,
+και δεν ηδύνατο ν' αποσβέση την εκδήλωσιν της χαράς εκείνης.
+
+Εν αρχή είχε πιστεύσει ότι τούτο προήρχετο εκ της ανοχής ην
+επεδείκνυε προς αυτόν ακολουθούντα αυτήν πανταχού· αλλ' όταν
+κάποτε της συνέβη να μεταβή είς τινα εσπερίδα όπου ενόμιζεν ότι θα
+τον εύρισκε και όπου δεν τον ευρήκε, κατενόησεν εκ της απείρου
+θλίψεως, ήτις την κατέλαβεν, όχι μόνον η παρακολούθησίς τον εκείνη
+δεν της ήτο διόλου δυσάρεστος, αλλά και ότι αυτή απετέλει το
+μέγιστον της ζωής της ενδιαφέρον!
+
+Τα οχήματα διεδέχοντο άλληλα ενώπιον του ευρυτάτου μεγάρου της
+πριγκηπίσσης Μπέτσυ.
+
+Οι επισκέπται απεβιβάζοντο επί του ευρέος προστόου και ο χονδρός
+Ελβετός ήνοιγε σιωπηλώς τα πελώρια θυρόφυλλα της υελοφόρου
+σταυλοθύρας.
+
+Η οικοδέσποινα και οι προσκεκλημένοι της εισήλθον ταυτοχρόνως, διά
+θυρών αντικρυζουσών, εις το μέγα σαλόνι με τα σκιερά χρώματα, το
+καλυπτόμενον από παχείς τάπητας. Εις το μέσον, επί τινος τραπέζης,
+το χιονώδες τραπεζομάνδυλον, το αργυρούν σαμοβάρ και η διαφανής
+πορσελάνη των σκευών του τεΐου ηκτινοβόλουν υπό τας λάμψεις των
+λαμπάδων.
+
+Η πριγκήπισσα Μπέτσυ εκάθησε προ του σαμοβάρ και αφήρεσε τα γάντια
+της.
+
+Οι προσκεκλημένοι, μετακινούντες τα καθίσματά των τη βοηθεία
+σιωπηλών υπηρετών, διηρέθησαν εις δύο ομίλους, τον μεν περί την
+οικοδέσποιναν, τον δε εις το άλλο άκρον της αιθούσης παρά την
+σύζυγον ενός Πρεσβευτού.
+
+Εξηκολούθουν δε κάποιαν συνομιλίαν ην εύρισκον εξαιρετικώς
+ευχάριστον, διότι ωμίλουν περί των Καρένιν, περί αμφοτέρων των
+συζύγων.
+
+ ― Από του εις Μόσχαν ταξειδίου της η Άννα μετεβλήθη πολύ, έλεγε
+μία από τας φίλας της, έχει κάτι τι το αλλόκοτον.
+
+ ― Συναπεκόμισε μαζί της την σκιάν του Αλεξίου Βρόνσκυ, είπεν η
+σύζυγος του πρεσβευτού.
+
+ ― Ποίον γλωσσοτρώτε; ηρώτησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ.
+
+ ― Τον Καρένιν, απήντησεν η Πρέσβειρα καθεσθείσα παρά την τράπεζαν
+και μειδιώσα.
+
+ ― Λυπούμαι που δεν ήκουσα, εφώνησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ ρίψασα
+βλέμμα προς την θύραν της εισόδου.
+
+ ― Α! μας ήλθατε επί τέλους, είπε μετά μειδιάματος προς τον
+Βρόνσκυ, όστις εισήγετο ήδη.
+
+Ο νεαρός αξιωματικός όχι μόνον εγνώριζεν όλα τα εν τη αιθούση
+συγκεντρωμένα πρόσωπα, αλλά και τα έβλεπε καθ' εκάστην σχεδόν,
+εισήλθε, συνεπώς, μετά της αφελείας ανθρώπου επιστρέφοντος εις
+δωμάτιον από του οποίου εξήλθε προ μικρού μόλις.
+
+ ― Ερωτάτε πόθεν έρχομαι; απήντησεν εις σχετικήν ερώτησιν της
+πρεσβείρας. Εν τοιαύτη περιπτώσει πρέπει να δικαιολογηθώ. Έρχομαι
+από το «Θέατρον των Κωμωδιών»· το έχω επισκεφθή δι' εκατοστήν
+φοράν και πάντοτε με νέαν μου ευχαρίστησιν. Είνε απόλαυσις! . . .
+Γνωρίζω ότι τούτο είνε προσβλητικόν δι' εμέ, αλλά στην Όπερα
+αποκοιμούμαι, ενώ εις την Κωμωδίαν μένω έως ότου πέση η αυλαία και
+διασκεδάζω.
+
+Βήματα αντήχησαν όπισθεν της θύρας του σαλονιού και πριγκήπισσα
+Μπέτσυ γνωρίζουσα ότι ήτο η Άννα Καρένιν έριψε βλέμμα επί του
+Βρόνσκυ.
+
+Οι οφθαλμοί του νεαρού αξιωματικού δεν απεσπώντο από της θύρας, η
+δε μορφή του προσέλαβεν έκφρασιν καινοφανή και αλλόκοτον.
+
+Παρετήρει φαιδρώς, ατενώς, δειλώς, υπεγειρόμενος βραδέως από του
+καθίσματός του.
+
+Η Άννα εισήρχετο εις το σαλόνι.
+
+Όπως πάντοτε ευθυτενής και χωρίς ν' αφήση να παρεκτραπή η
+κατεύθυνσις του βλέμματός της, διέταξε, ― με το ταχύ, σταθερόν και
+ελαφρόν βάδισμά της, το οποίον την διέκρινεν από τας λοιπάς
+γυναίκας του κόσμου, ― τα ολίγα βήματα, τα οποία την εχώριζον από
+της οικοδεσποίνης, έθλιψε δε την χείρα ταύτη εμειδίασε και ητένισε
+με το αυτό μειδίαμα τον Βρόνσκυ.
+
+Ο αξιωματικός εχαιρέτησε, υποκλιθείς βαθύτατα και της προσέφερε
+κάθισμα.
+
+Εκείνη απεκρίθη δι' απλής κλίσεως της κεφαλής, εκοκκίνισε και
+εσκυθρώπασεν.
+
+Η συνομιλία, διακοπείσα διά της αφίξεως της Άννας, απεσβέσθη ως η
+φλοξ λυχνίας, την οποίαν κάποιος εφύσησεν.
+
+ ― Είνε αλήθεια ότι η νεαρά Βλασιέβα νυμφεύεται τον κύριον Ταπώφ;
+
+ ― Δεν εννοώ πώς σκέπτονται οι γονείς. Λέγουν ότι πρόκειται περί
+γάμου εξ έρωτος.
+
+ ― Γάμου εξ έρωτος; Τι ιδέας προκατακλυσμιαίας που έχει. Ποίος
+ομιλεί περί έρωτος εις την εποχήν μας; είπεν η πρέσβειρα.
+
+ ― Παλαιά βλακώδης μόδα, αλλ' υφίσταται ακόμη, είπεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Τόσον το χειρότερον δι' όσους την διατηρούν . . . Δεν γνωρίζω
+άλλους γάμους ευτυχείς πλην των συναπτομένων διά της λογικής.
+
+ ― Αλλά τότε, πόσον συχνά η ευτυχία των διά της λογικής γάμων
+τρίβεται ως κόνις, όταν επέλθη το αίσθημα, το οποίον απεκρούσθη!
+είπεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Αλλ' ονομάζομεν γάμον λογικής οσάκις εκατέρωθεν έχη χορτασθή ο
+έρως, διότι «ο έρως ομοιάζει με την σκαρλαντίνα· όλοι θα τον
+περάσωμεν!»
+
+Τότε, θα έπρεπε να εμβολιαζώμεθα κατά του έρωτος, όπως κατά της
+ευλογιάς.
+
+Χωρίς αστεϊσμούς, εγώ είμαι πεπεισμένη, ότι, διά να γνωρίση κανείς
+τον έρωτα, πρέπει κατ' αρχάς ν' απατηθή και κατόπιν να επανορθώση
+την πλάνην του, είπεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ.
+
+ ― Και μετά τον γάμον ακόμη; ηρώτησε χαριτολογούσα η πρέσβειρα.
+
+ ― Ουδέποτε είναι αργά διά την βελτίωσιν μιας καταστάσεως, είπεν ο
+διπλωμάτης.
+
+ ― Ακριβώς, είπεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ, πρέπει κανείς ν' απατηθή
+και να ικανοποιηθή . . . Τι σκέπτεσθε σεις, Άννα; προσέθηκεν
+απευθυνθείσα προς την νεαράν γυναίκα, ήτις παρηκολούθει την
+συνομιλίαν χωρίς να προσφέρη λέξιν, με έν σταθερόν αδιόρατον
+μειδίαμα επί των χειλέων.
+
+ ― Σκέπτομαι, είπεν η Άννα παίζουσα με το ένα της γάντι . . .
+σκέπτομαι . . . . αφού υπάρχουν τόσα κεφάλια, τόσαι αντιλήψεις,
+τόσες καρδιές, τόσα είδη ερώτων . . . .
+
+Ο Βρόνσκυ ανέμενε με λιποθυμούσαν καρδίαν τι επρόκειτο να είπη,
+και αφήκε στεναγμόν, ωσανεί είχε διαφύγει μέγαν κίνδυνον!
+
+Έξαφνα η Άννα του είπεν αποτόμως:
+
+ ― Έλαβον επιστολήν από την Μόσχαν. Μου γράφουν ότι η Κίττυ
+ασθενεί βαρέως.
+
+ ― Αλήθεια; είπεν ο Βρόνσκυ σκυθρωπάσας.
+
+Η Άννα του έρριψεν αυστηρόν βλέμμα.
+
+ ― Η είδησις αυτή δεν σας ενδιαφέρει;
+
+ ― Εξ εναντίας, μ' ενδιαφέρει πολύ. Τι άλλο σας λέγουν, αν δεν
+είνε αδιακρισία; . . .
+
+Η Άννα ηγέρθη και επλησίασε την πριγκήπισσαν Μπέτσυ.
+
+ ― Δώστε μου ένα τσάι, είπε τοποθετηθείσα όπισθεν του καθίσματός
+της.
+
+Ενώ δε η Μπέτσυ της παρέθετε το τσάι, ο Βρόνσκυ την επλησίασε.
+
+ ― Τι σας έγραψαν; επανέλαβε.
+
+ ― Σκέπτομαι συχνά, ότι οι άνδρες δεν εννοούν ό,τι δεν είνε αβρόν,
+είπεν εκείνη ως να ωμίλει προς εαυτήν και χωρίς ν' αποτείνεται
+προς αυτόν.
+
+Έκαμε δε ολίγα βήματα και επήγε να καθήση πρό τινος κονσόλας
+καταφόρτου από λευκώματα.
+
+ ― Μη δεν αντελήφθην καλώς την έννοιαν των λόγων σας; είπεν
+εκείνος προσφέρων αύτη κύπελλον τεΐου.
+
+Εκείνη έρριψε βλέμμα επί του παραπλεύρως της ευρισκομένου καναπέ
+και ο Βρόνσκυ εκαθέσθη επ' αυτού.
+
+ ― Ναι, προ πολλού ήδη προυτιθέμην να σας το είπω, ήρχισεν η Άννα
+χωρίς να τον κυττάζη: εφέρθητε κακώς, κακώς πολύ κακώς . . .
+
+ ― Μήπως δεν γνωρίζω ότι εφέρθην κακώς; Αλλά, τις πταίει διά
+τούτο;
+
+ ― Διατί μου το λέγετε αυτό; εψιθύρισεν η Άννα ατενίζουσα αυτόν
+αυστηρώς.
+
+ ― Γνωρίζετε άριστα διατί, απήντησεν εκείνος αδιστάκτως και
+αντιμετωπίσας γελαστά το βλέμμα της.
+
+Εταράχθη εκείνη και όχι αυτός.
+
+ ― Τούτο αποδεικνύει μόνον ότι δεν έχετε καρδίαν! είπεν η Άννα.
+
+Αλλά το βλέμμα της έλεγεν ότι εγνώριζεν ότι είχε καρδίαν ο
+Βρόνσκυ, και, δη, διά τούτο ακριβώς, τον εφοβείτο.
+
+ ― Το γεγονός, το οποίον υπαινίττεσθε, ήτο γοητεία και όχι έρως,
+είπεν ο νέος.
+
+ ― Μη λησμονείτε ότι σας έχω απαγορεύσει να προφέρετε αυτήν την
+λέξιν, την χυδαίαν αυτήν λέξιν, είπεν η Άννα ριγήσασα.
+
+Αλλ' εννόησεν αυτοστιγμεί ότι διά μόνης της φράσεως εκείνης «σας
+έχω απαγορεύσει» ανεγνώριζεν εαυτή δικαιώματα επ' εκείνου και τον
+ενεθάρρυνε να της ομιλή περί έρωτος.
+
+ ― Είνε καιρός τώρα αφ' ότου επεθύμουν να σας το είπω,
+εξηκολούθησε παρατηρούσα αυτόν κατάματα και αποφασιστικώς με την
+μορφήν πεφλογισμένην, ήλθον δε σήμερον επίτηδες, διότι εγνώριζα
+ότι θα σας έβλεπα. Ήλθα διά να σας είπω ότι το ζήτημα αυτό πρέπει
+να τελειώση. Ουδέποτε ηρυθρίασα ενώπιον ουδενός και σεις με
+υποχρεώνετε να αισθάνωμαι εμαυτήν ένοχον κατά τινα λόγον.
+
+ ― Τι επιθυμείτε παρ' εμού; είπεν εκείνος απλώς και με τόνον
+σοβαρώτατον.
+
+ ― Επιθυμώ να επιστρέψητε εις Μόσχαν διά να ζητήσητε συγγνώμην από
+την Κίττυ.
+
+ ― Δεν το επιθυμείτε αυτό; είπεν εκείνος.
+
+ ― Διέβλεπεν ότι η Άννα έλεγεν ό,τι εβίαζεν εαυτήν να λέγη και όχι
+ό,τι πράγματι επεθύμει να είπη.
+
+ ― Αν με αγαπάτε, όπως λέγετε, εψέλλισεν εκείνη, κάμετε ό,τι
+πρέπει διά να είμαι ήσυχος.
+
+Η μορφή του Βρόνσκυ εφωτίσθη.
+
+ ― Δεν βλέπετε ότι αποτελείτε δι' εμέ ολόκληρον την ζωήν μου; Αλλ'
+αγνοώ την ησυχίαν και δεν δύναμαι να σας την μεταβιβάσω. Την ζωήν
+μου ολόκληρον, τον έρωτα ναι . . . Δεν δύναμαι να φαντασθώ πώς
+είνε δυνατόν να υπάρχη το μεν άνευ του δε. Σεις και εγώ
+αποτελούμεν έν άτομον, μίαν ύπαρξιν. Δεν διαβλέπω εις το μέλλον το
+δυνατόν της ησυχίας ούτε διά σας, ούτε δι' εμέ. Διαβλέπω την
+απελπισίαν, την δυστυχίαν . . . την συμφοράν . . . Διαβλέπω όμως
+και την ευτυχίαν ομού, και ποίαν ευτυχίαν! Δεν είνε δυνατή η
+ευτυχία αύτη; προσέθηκε διά του άκρου των χειλέων, αλλά το ήκουσεν
+εκείνη.
+
+Ενέτεινε δ' απάσας τας δυνάμεις του πνεύματός της διά να του
+απαντήση όπως επεθύμει, αλλ' αντί τούτου, προσήλωσεν επ' αυτού το
+ακτινοβολούν εξ έρωτος βλέμμα της και δεν απεκρίθη τίποτε.
+
+«Ιδού η ευτυχία!» εσκέφθη εκείνος μετ' εκτάσεως. «Ενώ εγώ
+απελπιζόμην και εσκεπτόμην ότι δεν θα εξευρίσκετο ποτέ λύσις, ιδού
+ότι μ' επισκέπτεται η ευτυχία . . . Με αγαπά. Μου το βεβαιώνει».
+
+ ― Κάμετέ το λοιπόν προς χάριν μου, μη μου λέγετε ποτέ τοιαύτα
+λόγια και θα είμεθα καλοί φίλοι, είπεν εκείνη, ενώ το βλέμμα της
+επέτρεπε να νοηθώσιν όλως τ' αντίθετα.
+
+ ― Φίλοι ουδέποτε θα καταστώμεν το γνωρίζετε άριστα. Θα γίνωμεν
+όμως ή οι ευτυχέστεροι ή οι δυστυχέστεροι των ανθρώπων, τούτο δε
+εξαρτάται από σας.
+
+Ηθέλησε να του απαντήση, αλλ' εκείνος την διέκοψεν.
+
+ ― Έν μόνον σας ζητώ, σας ζητώ το δικαίωμα του ελπίζειν, του
+πάσχειν όπως τώρα, αλλ' αν και τούτο ακόμη δεν είνε δυνατόν,
+διατάξατέ με να εξαφανισθώ και θα εξαφανισθώ. Αν η παρουσία μου
+σας στενοχωρή δεν θα μ' επανίδητε πλέον.
+
+ ― Δεν ζητώ να σας αποφύγω.
+
+ ― Μη λοιπόν προσπαθήτε να μεταβάλλετε τίποτε. Αφήσατε τα πράγματα
+ν' ακολουθήσουν τον δρόμον των, είπεν ο νέος διά φωνής τρεμούσης .
+. . Ιδού ο σύζυγός σας.
+
+Πράγματι, ο Καρένιν εισήρχετο εις την αίθουσαν με την επιβλητικήν
+και αδεξίαν του στάσιν. Αφ' ού δ' έρριψε βλέμμα επί της συζύγου
+του και του Βρόνσκυ, επλησίασε την οικοδέσποιναν και έλαβε
+κύπελλον τεΐου, μεθ' ό ήρχισε να ομιλή με την βραδείαν και ηχηράν
+φωνήν του, υπό τον παιγνιώδη τόνον, όστις του ήτο συνήθης.
+
+ ― Ο Ραμπουγιέ σας είνε πλήρης! είπε παρατηρών τον κύκλον των
+κεκλημένων, αι Χάριτες και αι Μούσαι!
+
+Ο Βρόνσκυ και η Άννα εξηκολούθουν να μένωσι παράμερα πλησίον της
+μικράς τραπέζης.
+
+ ― Το πράγμα αρχίζει να γίνεται απρεπές, είπε μία κυρία.
+
+ ― Τι σας έλεγα; παρετήρησεν η φίλη της Άννας.
+
+Αλλ' ήδη όλαι αι κυρίαι, μη εξαιρουμένης και της πριγκηπίσσης
+Μιαγκάια και της Μπέτσυ, είχον αντιληφθή τον Βρόνσκυ και την Άνναν
+απομονωμένους ως να τους εστενοχώρει ο γενικός κύκλος.
+
+Μόνον ο Καρένιν δεν είχε στρέψει τα βλέμματα ουδ' εφ' άπαξ προς το
+μέρος αυτών και δεν είχε διακόψει την συζήτησιν, ήτις τον
+ενδιέφερεν.
+
+Αντιληφθείσα την εντύπωσιν ην παρήγεν ο μονόλογος αυτός εντός της
+αιθούσης της, η πριγκήπισσα Μπέτσυ έθηκεν αντικαταστάτιδα εις την
+θέσιν της διά ν' ακούση τον Καρένιν και επλησίασε την Άνναν.
+
+ ― Γοητεύομαι πάντοτε οσάκις ακούω τον σύζυγόν σας, λόγω της
+φωτεινότητος και της σαφηνείας των λόγων του, είπεν. Αι
+πολυπλοκώτεραι των ιδεών μου καθίστανται ευληπτόταται όταν τας
+αναπτύσσει αυτός.
+
+ ― Ω ναι! είπεν η Άννα μετά μειδιάματος ακτινοβολούντος εξ
+ευτυχίας και χωρίς να εννοή ούτε μίαν καν λέξιν αφ' όσα της έλεγεν
+η Μπέτσυ.
+
+Επλησίασε δε εις την μεγάλην τράπεζαν και έλαβε μέρος εις την
+γενικήν συνομιλίαν.
+
+Ο Καρένιν έμεινεν επί ημίσειαν ακόμη ώραν, μεθ' ό επλησίασε την
+σύζυγόν του και την εκάλεσε ν' απέλθωσιν ομού. Αλλά χωρίς να τον
+κυττάξη εκείνη, απεκρίθη ότι θα έμενε διά το δείπνον. Ο Καρένιν
+εχαιρέτησε και απεσύρθη.
+
+Μετά το σουπέ, ο ηνίοχος του Καρένιν μετά δυσκολίας συνεκράτει τον
+τεφρόχρουν ίππον, όστις, ριγών εκ του ψύχους, εποδοκτύπα ενώπιον
+του προστόου. Ο δε λακές, όρθιος, είχεν ανοίξη την θυρίδα καθ' όν
+χρόνον η Άννα, απήλλασσε γοργώς τας δαντέλλας της περιχειρίδος της
+καρφωθείσας εις τας πορποπερόνας της γούνας της, και, με
+χαμηλωμένην την κεφαλήν ηκροάτο μετ' εκτάσεως τους λόγους του
+συνοδεύοντος αυτήν Βρόνσκυ.
+
+ ― Αναμφιβόλως, δεν μου έχετε είπει τίποτε, και, άλλως τε, τίποτε
+δεν ζητώ, γνωρίζετε όμως ότι εκείνο του οποίου έχω ανάγκην, δεν
+είνε η φιλία σας, . . . μίαν μόνον ευτυχίαν παραδέχομαι υπάρχουσαν
+εν τη ζωή και αποτελείται αύτη από την λέξιν εκείνην, την οποίαν
+δεν αγαπάτε . . . Ναι, από τον έρωτα!
+
+ ― Τον έρωτα; . . . επανέλαβεν εκείνη βραδέως και διά φωνής
+ενδομύχου, και, εξαίφνης, έχουσα ήδη απαλλάξει τας δαντέλλας της,
+προσέθηκε:
+
+ ― Δεν την αγαπώ αυτήν την λέξιν, διότι σημαίνει πάρα πολλά δι'
+εμέ, πολύ περισσότερα αφ' όσα σεις δύνασθε να εννοήσητε.
+
+ ― Ω ρεβουάρ!
+
+Του έτεινε την χείρα, διήλθε με βήμα γοργόν ενώπιον του θυρωρού
+και εισεπήδησεν εντός της αμάξης.
+
+* * *
+
+Ο Καρένιν δεν διείδε τίποτε το απρεπές εις το ότι η σύζυγός του
+είχε παρακαθήσει εις την τράπεζαν ιδιαιτέρως μετά του Βρόνσκυ και
+εις το ότι ούτοι διεξήγαγαν ζωηράν συνομιλίαν, παρετήρησεν όμως
+ότι άλλα πρόσωπα εν τη αιθούσει είχον κρίνει την συμπεριφοράν
+εκείνην έκτροπον, και, διά τον λόγον αυτόν, την έκρινε και αυτός
+απρεπή. Απεφάσισε δε να ομιλήση περί τούτου προς την σύζυγόν του.
+
+Όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του ο Καρένιν μετέβη κατ' ευθείαν
+εις το γραφείον του, κατά την συνήθειάν του, εκάθησεν επί του
+ανακλιντήρος του, ήνοιξεν έν βιβλίον και ανέγνωσε μέχρι της πρώτης
+πρωινής ώρας, όπως έπραττε κατά πάσαν ημέραν, από καιρού εις
+καιρόν μόνον, έτριβε το ευρύ του μέτωπον και ανεκίνει την κεφαλήν
+ως διά να αποδιώξη κάτι.
+
+Κατά την συνήθη ώραν ανήλθεν εις τον θάλαμόν του, αλλά, αντί να
+ευρεθή απησχολημένος όπως πάντοτε με τας υποθέσεις του Κράτους,
+εσκέπτετο τώρα μόνον την σύζυγόν του.
+
+Ο Καρένιν, αντιθέτως προς την συνήθειάν του, δεν εξηπλώθη επί της
+κλίνης του, αλλ' ήρχισε να διασκελίζη το δωμάτιον, με τας χείρας
+ηνωμένας όπισθεν της ράχεώς του.
+
+Όταν ο Καρένιν απεφάσισεν ότι ώφειλε να ομιλήση προς την σύζυγόν
+του, η απόφασις αύτη του είχε φανή απλουστάτη και εύκολος την
+εκτέλεσιν· αλλ' αναλογιζόμενος τώρα το απροσδόκητον αυτό γεγονός,
+ευρήκε την εκτέλεσίν της πολύ δύσκολον.
+
+Ο Καρένιν δεν ήτο ζηλότυπος.
+
+Η ζηλοτυπία, κατά την αντίληψίν του, απετέλει ύβριν προς την
+σύζυγόν εις την οποίαν πρέπει να έχη κανείς εμπιστοσύνην.
+
+Δεν εσκέπτετο διά ποίον λόγον έπρεπε να έχη την πεποίθησιν ότι η
+νεαρά του γυνή θα τον ηγάπα πάντοτε, αλλά και δεν ησθάνετο καμμίαν
+δυσπιστίαν, και διά τον λόγον τούτον είχεν εμπιστοσύνην εις αυτήν
+και διελογίζετο ότι έπρεπε να έχη εμπιστοσύνην.
+
+Τώρα, καίτοι αι περί ζηλοτυπίας ιδέαι του παρέμενον αι αυταί,
+ησθάνετο εν τούτοις ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστάσεως εκφευγούσης
+της λογικής.
+
+Διά πρώτην φοράν, διηρώτα εαυτόν αν η σύζυγος του ήτο δυνατόν να
+αγαπά άλλον, και έμεινε περίτρομος προ του ερωτήματος τούτου.
+
+Δεν απεξεδύθη και εξηκολούθησε να βηματίζη κατά μήκος και πλάτος
+με το κανονικό του βάδισμα.
+
+ ― Ναι, εσκέπτετο, πρέπει να λάβω μίαν απόφασιν και πρέπει να της
+είπω την γνώμην μου και την απόφασίν μου.
+
+ ― Αλλά, να της είπω τι; Ποίαν απόφασιν; Τι έλαβε χώραν; Τίποτε!
+Συνομίλησε μαζί του επί πολύ κάπως; Πόσαι γυναίκες εις τας
+κοσμικάς συγκεντρώσεις δεν ομιλούν επί τόσον μετ' άλλων ανδρών,
+πλην των συζύγων των; Έπειτα . . . το να φανώ ζηλότυπος, αποτελεί
+ταπείνωσιν, και δι' εμέ και δι' αυτήν.
+
+Αλλά, πάραυτα, αι αντίθετοι ιδέαι εκυριάρχησαν αυτού.
+
+Έτριψε το μέτωπόν του και εκάθησεν εντός του καλλωπιστηρίου της
+συζύγου του.
+
+Όταν εκύτταξε την τράπεζαν της Άννας, επί της οποίας υπήρχε κάποια
+αρχή σημειώματος, οι διαλογισμοί του έλαβον άλλην τροπήν. Ήρχισε
+να σκέπτεται την γυναίκα του και ν' αναλογίζεται όσα εκείνη
+ησθάνετο και εσκέπτετο.
+
+Διά πρώτην φοράν τότε, αναπαρέστησεν εαυτώ εις ζωηράς γραμμάς την
+ατομικήν ζωήν της Άννας, τας ιδιαιτέρας της σκέψεις, τας επιθυμίας
+της και τας ιδέας, τας οποίας ηδύνατο και ώφειλε να έχη· η ατομική
+του ζωή του εφάνη τότε τόσον τρομακτική, ώστε έσπευσε να την
+αποδιώξη μακράν της αντιλήψεώς του.
+
+ ― Οφείλω να σκεφθώ, να λάβω μίαν απόφασιν, να επέμβω και να θέσω
+τέρμα εις όλα αυτά, είπεν υψηλοφώνως.
+
+ ― Το ζήτημα των αισθημάτων της, εκείνο που δύναται να συμβαίνη
+εντός της ψυχής της, είνε ζήτημα της ιδίας της συνειδήσεως και
+αφορά την θρησκείαν. Λοιπόν, το ζήτημα αυτό των ιδιαιτέρων της
+συναισθημάτων δεν αφορά εμέ. Καθήκον εμού ως αρχηγού της
+οικογενείας, επιφορτισμένου την διεύθυνσιν αυτής, το καθήκον μου
+ως προσώπου υπευθύνου εν μέρει είναι να της υποδείξω τον κίνδυνον,
+τον οποίον προβλέπω, να την προειδοποιήσω περί τούτου και να
+χρησιμοποιήσω μάλιστα την εξουσίαν μου· οφείλω να εξηγηθώ μαζί
+της.
+
+Και ο Καρένιν διέβλεπεν ήδη ευκρινώς τι ώφειλε να είπη προς την
+σύζυγόν του.
+
+Συνέθεσε λοιπόν εντός της κεφαλής του ευκρινέστατα και σαφέστατα,
+ως αληθή επίσημον έκθεσιν, την προσφώνησιν, ην θ' απηύθυνε προς
+την σύζυγόν του.
+
+ ― Οφείλω: 1ον να εξηγήσω την σημαντικότητα της κοινής γνώμης και
+των συνεπειών αυτής· 2ον θρησκευτική ερμηνεία του γάμου· 3ον αν
+υπάρξη λόγος, να υποδείξω την συμφοράν που δύναται να απειλήση τον
+υιόν μας, 4ον να της υποδείξω τας συνεπείας μιας τοιαύτης πράξεως,
+δι' αυτήν την ιδίαν.
+
+Κάποιον όχημα εσταμάτησεν ενώπιον της οικίας.
+
+Ο Καρένιν έμεινεν όρθιος εν τω μέσω της αιθούσης.
+
+Βήματα γυναικεία αντήχησαν επί της κλίμακος.
+
+Ήκουε προσεγγίζοντα τα βήματα της Άννας.
+
+Η Άννα εβάδιζε με την κεφαλήν κεκλιμένην και παίζουσα με τους
+κροσούς του επωμίου της.
+
+Η μορφή της ηκτινοβόλει ζωηράν λάμψιν, αλλά δεν ήτο ακτινοβολία
+φαιδρά, ανεμίμνησκε την τρομεράν έκρηξιν πυρκαϊάς εν τω μέσω
+ζοφεράς νυκτός.
+
+Διακρίνασα τον σύζυγόν της, ανύψωσε την κεφαλήν και εμειδίασεν, ως
+να εξήρχετο από κάποιον όνειρον.
+
+ ― Δεν εκοιμήθης ακόμη; Αυτό είνε εκπληκτικόν, είπεν αφαιρέσασα
+τον πέπλον της και βαδίσασα κατ' ευθείαν προς το καλλωπιστήριόν
+της χωρίς να σταματίση . . . Είνε καιρός να κοιμηθής, Αλέξιεφ
+Αλεξάνδροβιτς, προσέθηκεν από του θαλάμου της.
+
+ ― Άννα, έχω να σου ομιλήσω.
+
+ ― Εις εμέ; έκαμεν εκείνη έκπληκτος.
+
+Επλησίασε δε εις το κατώφλι της θύρας και τον εκύτταξε.
+
+ ― Τι έχεις να μου πης;
+
+Εκάθησεν.
+
+ ― Άριστα! ας ομιλήσωμεν, αν είνε ανάγκη. Αλλά θα ήτο φρονιμότερον
+να κοιμηθώμεν.
+
+ ― Άννα, πρέπει να σε πληροφορήσω, είπεν ο Καρένιν.
+
+ ― Να με πληροφορήσης; περί τίνος.
+
+Το βλέμμα της ήτο τόσον φυσικόν και τόσον εύχαρι, ώστε κάθε
+άνθρωπος όστις δεν την είχε γνωρίσει τόσον στενώς όσον ο Καρένιν,
+δεν θα ηδύνατο να διακρίνη ουδέν το προσποιητόν ούτε εις τον τόνον
+ούτε εις την σημασίαν των λόγων της.
+
+Ο Καρένιν όμως, όστις την εγνώριζεν, όστις είξευρεν ότι όταν θα
+κατεκλίνετο μετά πέντε λεπτά, θα του εζήτει τον λόγον, όστις
+είξευρεν ότι θα του ανεκοίνου αμέσως και την μάλλον ασήμαντον
+χαράν της ως και την ελαχίστην της θλίψιν, ο Καρένιν, βλέπων αυτήν
+υπό τοιαύτην έκφρασιν, κατενόησεν ότι κάτι συνέβαινε.
+
+Διείδεν ότι το βάθος της ψυχής της Άννης, το οποίον έως τότε ήτο
+πάντοτε ολάνοικτον εις αυτόν, ήτο τώρα κατάκλειστον.
+
+ ― Επιμένω να σε πληροφορήσω, είπεν εκείνος διά φωνής βραδίας, ότι
+διά της ελαφρότητος και της απρονοησίας σου, δύνασαι να δώσης εις
+τον κόσμον προσχήματα να ομιλή περί σου. Η υπερβολικά ζωηρά σου
+συνομιλία μετά του κόμητος Βρόνσκυ (προέφερε δε το όνομα τούτο
+επισήμως και ηρέμα) είλκυσε την προσοχήν του κόσμου.
+
+Ομίλει και παρετήρει τα γελαστά της μάτια, τα οποία τον ετρόμαζον
+τόρα λόγω του ακατανοήτου της εκφράσεώς των, και ησθάνετο το όλως
+ανωφελές των λόγων του.
+
+ ― Διαρκώς όμοιος είσαι! απήντησεν εκείνη ως να μη τον εννοούσε
+και παίρνουσα, από όσα της είχεν είπει, την τελευταίαν του μόνον
+φράσιν. Πότε είσαι δυσηρεστημένος διότι με βλέπεις στενοχωρημένην,
+πότε στενοχωρείσαι διότι διασκεδάζω. Απόψε δεν εστενοχωρήθην, αυτό
+σε παροργίζει;
+
+Ο Καρένιν εσιώπησε και έτριψε το μέτωπον και τα μάτια του.
+
+Κατενόησεν ότι αντί να προειδοποιήση την σύζυγόν του ότι διέτρεχε
+τον κίνδυνον να παρεξηγηθή από τον κόσμον, προσέθιγε την
+συνείδησίν της και ότι επάλαιεν ενώπιον φανταστικού τείχους.
+
+ ― Ιδού τι εμμένω να σου είπω, και σε παρακαλώ να με ακούσης.
+Γνωρίζεις, ότι δι' εμέ, η ζηλοτυπία είναι αίσθημα ταπεινωτικόν,
+και διά τούτο ουδέποτε θ' αφεθώ να κυριευθώ παρ' αυτής. Υπάρχουσιν
+όμως μερικαί υποχρεώσεις, τας οποίας δεν δυνάμεθα να περιφρονώμεν
+ατιμωρητεί. Δεν είμαι εγώ ο αντιληφθείς ότι κάτι παρέλειψες
+σήμερον, αλλά, συμφώνως προς την εντύπωσιν ην παρήγαγες επί της
+συγκεντρώσεως, άπαντες παρετήρησαν ότι δεν προσεφέρθης όπως θα ήτο
+αρμόζον.
+
+ ― Όχι, απ' αυτά δεν εννοώ τίποτε! είπεν η Άννα υψώσασα τους
+ώμους.
+
+«Ως προς αυτόν, του είναι αδιάφορον», εσκέφθη η Άννα, «αλλά το
+παρετήρησε και το επρόσεξεν ο κόσμος, και αυτό τον ανησυχεί».
+
+Ηγέρθη διά να επιστρέψη εις τον κοιτώνα της, αλλ' εκείνος
+προυχώρησεν ως να ήθελε να την σταματήση.
+
+Η Άννα δεν τον είχεν ακόμη αντιληφθή τόσον άσχημον και σκυθρωπόν.
+
+Εσταμάτησε, και ανατείνασα την κεφαλήν προς τα οπίσω πλαγίως,
+ήρχισε με νευρικάς κινήσεις ν' αποσπά τας καρφίδας από τα μαλλιά
+της.
+
+ ― Σε ακούω, είπεν επισήμως και με τόνον ειρωνικόν. Σε ακούω με
+πολύ ενδιαφέρον, διότι θα επεθύμουν να εννοήσω περί τίνος
+πρόκειται.
+
+Ωμίλει και εξεπλήσσετο διά την σταθερότητα του τόνου της φωνής της
+και διά την εκλογήν των λόγων της.
+
+ ― Δεν έχω διόλου το δικαίωμα ν' αναμιχθώ εις όλας τας
+λεπτομερείας των αισθημάτων σου. Θεωρώ τούτο ανωφελές, και μάλιστα
+επικίνδυνον . . . Ερευνώντες εντός της ψυχής μας, εξαναγκάζομεν
+κάποτε ν' αναδύωσιν εκείνα, τα οποία έπρεπε να μένουν αόρατα. Τα
+αισθήματά σου τα ατομικά αφορώσι την ιδίαν σου συνείδησιν· αλλά
+και ενώπιόν σου, και ενώπιον εμού αυτού, και ενώπιον του Θεού,
+είμαι υποχρεωμένος να σου υπενθυμίσω το καθήκον σου. Η ζωή μας
+είναι συνδεδεμένη, και όχι υπό των ανθρώπων, αλλ' υπό του Θεού.
+Μόνον έγκλημα δύναται να θραύση τα δεσμά αυτά, και τα τοιούτου
+είδους εγκλήματα προκαλούσι πάντοτε την τιμωρίαν.
+
+ ― Δεν εννοώ τίποτε! είπεν εκείνη. Ω! Θεέ μου, και προς μεγίστην
+μου δυστυχίαν, είμαι και τρελλή από τη νύστα , . .
+
+Ανεζήτησε δε μέσα στα μαλλιά της τας τελευταίας καρφίδας.
+
+ ― Έλεος Άννα, μη ομιλείς τοιουτοτρόπως, ίσως να απατώμαι, αλλά
+πίστευσέ με, παν ό,τι λέγω, το λέγω τόσον δι' εμέ όσον και διά σε.
+Είμαι σύζυγός σου και σε αγαπώ.
+
+Προς στιγμήν η μορφή της Άννας εσκυθρώπασε και η ειρωνεία του
+βλέμματός της απεσβέσθη· αλλ' οι λόγοι εκείνοι· «σε αγαπώ» την
+εξηρέθιζον.
+
+ ― Αγαπά; Είναι ικανός ν' αγαπά; Αν δεν ετύχαινε να ακούση ότι
+υφίσταται ο έρως, ούτε θα εχρησιμοποίει καν την λέξιν αυτήν. Δεν
+γνωρίζει μάλιστα ούτε τι έστι έρως.
+
+ ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, αληθινά, δεν σ' εννοώ, είπεν . . , ειπέ
+καθαρά ό,τι έχεις να πης . . .
+
+ ― Άφες με να τελειώσω . . . Σε αγαπώ, . . . αλλά δεν ομιλώ περί
+εμού, τα πρόσωπα τα οποία αφορά τούτο απ' ευθείας είναι ο υιός μας
+και συ η ιδία. Ίσως οι λόγοι μου σου φαίνονται παράκαιροι· ίσως
+και ν' απατώμαι . . . Εν τοιαύτη περιπτώσει, σε παρακαλώ να με
+συγχωρήσης· αλλ' αν αναγνωρίζης ότι αι παρατηρήσεις αύται
+παρουσιάζουν κάποιαν βασιμότητα, και αν σοι το υπαγορεύη η καρδιά
+σου, εξηγήσου, σε παρακαλώ.
+
+Χωρίς να εννοή, ο Καρένιν έλεγε κάθε άλλο πλην εκείνου το οποίον
+προυτίθετο να είπη.
+
+ ― Δεν έχω τίποτε να εξηγήσω, είπεν εκείνη ζωηρώς αίφνης,
+καταστείλασα μετά κόπου έν μειδίαμα. Άλλως τε, αλήθεια, είναι
+καιρός να κοιμηθώμεν.
+
+Ο Καρένιν ανέπεμψε στεναγμόν και εξήλθε του σαλονίου.
+
+Από της εσπέρας εκείνης ζωή όλως νέα ήρχισε διά τον Καρένιν και
+την σύζυγόν του.
+
+Η Άννα μετέβαινεν εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις, εσύχναζεν εις
+της πριγκηπίσσης Μπέτσυ και πανταχού συνήντα τον Βρόνσκυ.
+
+Ο Καρένιν το έβλεπεν, αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη.
+
+Εις όλας του τας αποπείρας όπως επιτύχη μίαν εξήγησιν, εκείνη
+αντέτασσε το αδιείσδυτον τείχος της γελαστής καταπλήξεως.
+
+Εξωτερικώς η ζωή των παρέμενεν η αυτή, αλλ' αι ιδιαίτεραι σχέσεις
+των είχον μεταβληθή ριζικώς.
+
+Πάντοτε οσάκις ανελογίζετο την κατάστασίν του ή την θέσιν του,
+εσκέπτετο ότι ώφειλε να δοκιμάση και νέαν απόπειραν.
+
+Διετήρει ακόμη την ελπίδα να επαναγάγη την σύζυγόν του εις λογικάς
+συναισθήσεις διά της τρυφερότητος και της πειστικότητος, αλλά
+μόλις ήρχιζε να ομιλή μετ' αυτής, κατενόει ότι το πνεύμα του κακού
+και του ψεύδους, το οποίον είχε λάβει κατοχήν της Άννης,
+διωχετεύετο και εις αυτόν τον ίδιον και τον ημπόδιζε να εκφράση
+εκείνο, το οποίον προυτίθετο να της είπη.
+
+Απηυθύνετο προς αυτήν με τον αόριστον της φωνής του τόνον, αλλά
+εις τον τόνον αυτόν του ήτο αδύνατον να διατυπώση τους λόγους ους
+ώφειλε να προφέρη.
+
+* * *
+
+Ο πόθος, όστις, επί ολόκληρον έτος, είχεν αποτελέσει τον μοναδικόν
+μαγνίτην της ζωής του Βρόνσκυ, αντικαταστήσας όλας τας παλαιάς
+ερωτικάς του κλίσεις, και όστις διά την Άνναν ήτο το όνειρον της
+ευτυχίας της αδυνάτου, της τρομακτικής και κατά τοσούτο μάλλον
+ελκυστικής. ― ο πόθος αυτός είχεν ικανοποιηθή.
+
+Ωχρός, με την κάτω σιαγόνα τρέμουσαν, ο Βρόνσκυ ίστατο ενώπιον της
+Άννας και την ικέτευε να πραϋνθή, χωρίς να γνωρίζη τι θα ηδύνατο
+να την πραΰνη.
+
+ ― Άννα, Άννα, έλεγε διά φωνής τρεμούσης, Άννα, έλεος!
+
+Αλλ' όσον ούτος ύψωνε την φωνήν, κατά τοσούτον εκείνη εταπείνου
+την κεφαλήν, την άλλοτε υπερήφανον και χαρωπήν και τώρα
+συντετριμμένην και αισθανομένην αίσχος· εκυρτούτο προς τα εμπρός,
+και ολισθαίνουσα εκ του διβανίου, επί του οποίου εκάθητο, εσύρετο
+προς το δάπεδον προ των ποδών αυτού, και θα κατέπιπτεν επί του
+τάπητος, αν δεν την συνεκράτει.
+
+ ― Θεέ μου! συγχώρησόν με! έλεγεν ολολύζουσα και θλίβουσα τας
+χείρας του Βρόνσκυ επί του στήθους της.
+
+Ησθάνετο εαυτήν τόσον εγκληματίαν και τόσον ένοχον, ώστε δεν της
+υπελείπετο παρά να ταπεινούται και να ζητή συγγνώμην, και επειδή
+πλέον δεν είχε κανένα άλλον πλην αυτού εις την ζωήν, παρ' αυτού
+ικέτευε συγγνώμην.
+
+Τον παρετήρει, ησθάνετο φύσει την εξουθένωσίν της και δεν ηδύνατο
+ν' αρθρώση λέξιν.
+
+Ο Βρόνσκυ της εκάλυψε την μορφήν και τους ώμους με φιλήματα.
+
+Εγονυπέτησε δε και ηθέλησε να ατενίση την μορφήν της Άννας· αλλ'
+εκείνη την απέκρυψε και δεν επρόφερε λέξιν.
+
+Τέλος ανηγέρθη επιπόνως και τον απώθησε.
+
+Η μορφή της ήτο πάντοτε ωραία, αλλά τόρα εξέφραζε μεγαλείτερον
+πόνον.
+
+ ― Τα πάντα ετελείωσαν! είπεν. Ενθυμού ότι του λοιπού συ μόνος μου
+μένεις εν τω κόσμω.
+
+ ― Δεν δύναμαι να λησμονήσω ποτέ εκείνο που αποτελεί την ζωήν μου.
+Χάριν μιας στιγμιαίας ευτυχίας . . .
+
+ ― Ποίας ευτυχίας! είπεν εκείνη μετ' αποτροπιασμού και φρίκης, και
+χωρίς να το θέλη η απογοήτευσις εκείνη μετηγγίσθη και εις αυτόν.
+Έλεος, έλεος, ούτε λόγον πλέον περί τούτου . . .
+
+Ανηγέρθη αποτόμως και απεμακρύνθη απ' αυτού.
+
+Η Άννα ησθάνετο ότι δεν ηδύνατο να εύρη λέξεις όπως εκφράση το
+αίσθημα του αίσχους της χαράς και της φρίκης, όπερ την επλήρου
+ολόκληρον αφού διήλθε το κατώφλιον της νέας της ζωής, και δεν
+ήθελε τίποτε να είπη διά να μη βεβηλώση το συναίσθημα τούτο διά
+λόγων ακαταλλήλων.
+
+ ― Ούτε λέξιν επί πλέον, επανέλαβεν η Άννα, και τον αφήκε με
+έκφρασιν παγεράς απογνώσεως, ήτις βαθύτατα τον εξέπληξε.
+
+* * *
+
+Κατά την ημέραν των ιπποδρομιών, εις το Κράσνοϊε ― Σέλο, ο Βρόνσκυ
+προσήλθε ταχύτερον του συνήθους εις το σύνταγμά του.
+
+Είχε καθήσει, φέρων ρεδιγκόταν ανοικτήν επί του λευκού του
+γιλέκου, στηριζόμενος επί της τραπέζης δι' αμφοτέρων των αγκώνων
+και εκύτταζε μηχανικώς γαλλικόν τι μυθιστόρημα ανοικτόν επί του
+πινακίου του.
+
+Παρετήρει το βιβλίον τούτο διά ν' αποφύγη να ομιλή προς τους
+εισερχομένους και εξερχομένους αξιωματικούς και διά να
+εγκαταλειφθή εις τας ιδίας του σκέψεις.
+
+Ανελογίζετο την υπόσχεσιν, ην τω είχε δώσει η Άννα, να του ορίση
+συνέντευξιν την ιδίαν εκείνην ημέραν, μετά τας ιπποδρομίας.
+
+Δεν την είχεν ιδεί προ τριών ημερών, και, επειδή ο Καρένιν
+επέστρεφεν ήδη έκ τινος ταξειδίου του εις το εξωτερικόν, δεν
+εγνώριζεν αν η Άννα θα ήτο ελευθέρα να προσέλθη· και διελογίζετο
+πώς θα εβεβαιώνετο περί τούτου.
+
+Διά τελευταίαν φοράν την είχεν ιδεί, παρά τη εξαδέλφη του, Μπέτσυ,
+κατά τινα εξοχικήν εκδρομήν, και μετέβαινεν όσον το δυνατόν
+σπανιώτερον εις την εξοχικήν οικίαν του Καρένιν.
+
+Επόθει συνεπώς να μεταβή εκεί αυθημερόν και διελογίζετο πώς θα
+ηδύνατο να ενεργήση προς επιτυχίαν τούτου.
+
+«Θα είπω ότι η Μπέτσυ με απέστειλεν όπως ερωτήσω εκ μέρους της αν
+η Άννα θα ήρχετο εις τους αγώνας . . . Ω! θα πάω, θα πάω· ασφαλώς
+θα πάω!» εσκέφθη αποφασιστικώς και ανύψωσε την κεφαλήν υπέρ το
+βιβλίον του.
+
+Ανελογίσθη την ευδαιμονίαν, ην θα εδοκίμαζεν επαναβλέπων αυτήν,
+και η μορφή του ηκτινοβόλησε.
+
+Μετά το γεύμα του, επέβη αμάξης και διέταξε να τον οδηγήσωσιν εις
+το Πέτερχωφ.
+
+Ηυφραίνετο σκεπτόμενος ότι θα εύρισκε την Άννα μόνην, διότι
+εγνώριζεν ότι ο Καρένιν είχε παραμείνει εν Πετρουπόλει. Ελπίζων δε
+ότι θα ήτο μόνη, ο Βρόνσκυ, ίνα ελκύση όσον το δυνατόν ολιγώτερον
+την εφ' εαυτού προσοχήν, όπως έπραττε πάντοτε, κατήλθε της αμάξης
+πολύ μακρύτερα της οικίας της και ετελείωσε τον δρόμον πεζή. Δεν
+εισήλθε δε διά του προστόου, αλλά διά του κήπου.
+
+Είχε λησμονήσει όλας τας απασχολούσας αυτόν σκέψεις. Μία μόνη ιδέα
+εκυριάρχει του νοός του, ότι επρόκειτο να την ίδη, όχι εντός της
+φαντασίας του, αλλά ζώσαν, ολόκληρον, τοιαύτην οποία ήτο εν τη
+πραγματική της υποστάσει.
+
+Ανήρχετο ήδη τας βαθμίδας του εξώστου πατών με ολόκληρον το πέλμα
+διά να μη κάμνουν κρότον τα βήματά του, οπόταν ανελογίσθη το
+μάλλον ανησυχητικόν σημείον των σχέσεών του· ανελογίσθη τον υιόν
+της Άννας, του οποίου το ερωτηματικόν βλέμμα τον ενέβαλλεν εις
+αμηχανίαν.
+
+Το αγοράκι εκείνο, πλειότερον παντός ετέρου, ευρίσκετο αδιαλείπτως
+επί του δρόμου του.
+
+Οσάκις το παιδίον ευρίσκετο μαζί των, ούτε ο Βρόνσκυ ούτε η Άννα
+εποιούντο τον παραμικρόν υπαινιγμόν προς παν, ό,τι το παιδίον δεν
+έπρεπε κατ' ουδένα λόγον να εννοήση ή να υποπτεύση. Θα εθεώρουν
+ανάξιον εαυτών και ταπεινωτικόν να ευρεθώσιν εις την ανάγκην να το
+εξαπατήσουν. Επί παρουσία του, συνεπώς, ωμίλουν ως απλοί φίλοι.
+
+Παρά την προφύλαξιν όμως ταύτην, ο Βρόνσκυ παρηκολούθει πολλάκις
+το βλέμμα, το οποίον προσήλωνεν επ' αυτού το μικρό αγοράκι, βλέμμα
+προσεκτικόν και τεταραγμένον· παρετήρει επίσης την παράδοξον
+αιδημοσύνην του και την ανισότητα της ευθυμίας την οποίαν
+εξεδήλωνε προς αυτόν· οτέ μεν θωπευτικόν, οτέ δε παγερόν, ωσανεί ο
+μορτάκος εκείνος εμάντευεν ότι μεταξύ του ανθρώπου εκείνου και της
+μητρός του υφίσταντο σχέσεις ενδιαφέρουσαι, των οποίων όμως δεν
+είχε την δύναμιν να κατανοήση την σημασίαν.
+
+Πράγματι, με την παιδικήν του φωτεινότητα της αντιλήψεως, διέβλεπε
+καθαρά ότι ο πατήρ του και η διδασκάλισσα Κιάτια, χωρίς να λέγουν
+κακόν τι διά τον Βρόνσκυ, τον ητένιζον μετά δυσαρεσκείας και
+φόβου, εν ώ η μητέρα του τον εχαρακτήριζεν ως τον καλλίτερόν της
+φίλον:
+
+ ― Τι να σημαίνη άρα γε τούτο; Ποίος λοιπόν είνε αυτός ο άνθρωπος;
+Διατί πρέπει να τον αγαπώ; Είνε σφάλμα δικό μου άρα γε που δεν
+καταλαβαίνω τι άνθρωπος είναι, ή μήπως είμαι χωρίς να το εννοώ,
+κακό παιδί;
+
+Την φοράν όμως αυτήν ο Σεριόγια δεν ήτο εις το σπίτι και η Άννα
+ήτο ολομόναχη, καθημένη εις τον εξώστην, όπου ανέμενε την
+επιστροφήν του υιού της εξελθόντος εις περίπατον.
+
+Είχε καθήσει όπισθεν των ανθέων, εις μίαν γωνίαν της ταράτσας, και
+δεν ήκουσε τον Βρόνσκυ πλησιάζοντα.
+
+Η μελαχροινή της κεφαλή ήτο κεκλιμένη, και εστήριζε το μέτωπόν της
+επί του ποτιστήρος, του τοποθετημένου επί του γείσου και τον
+περιέβαλε διά των ωραίων της δακτυλιοφόρων δακτύλων τα οποία ο
+Βρόνσκυ εγνώριζε τόσον καλώς.
+
+Το κάλλος ολοκλήρου του ατόμου της, της κεφαλής της, του τραχήλου
+της, των χειρών της, συνεκίνει εκάστοτε τον Βρόνσυ και τον
+εγοήτευεν ως να τ' αντίκρυζε διά πρώτην φοράν.
+
+Εσταμάτησε διά να την απολαύση μετά μαγεύοντος θαυμασμού.
+
+Μόλις όμως εδοκίμασε να κάμη έν βήμα όπως την πλησιάση, η Άννα
+εμάντευσε την παρουσίαν του, απώθησε τον ποτιστήρα και έστρεψε
+προς αυτόν το φλογισμένον πρόσωπόν της.
+
+ ― Τι έχετε; ηρώτησεν εκείνος πλησιάσας.
+
+ ― Δεν σ' επερίμενα.
+
+ ― Ω! τι κρύο χέρι, είπεν ο νέος.
+
+ ― Μ' ετρόμαξες! . . . Είμαι μόνη και περιμένω τον Σεριόγια. Όπου
+και αν είνε φθάνουν.
+
+Αν και εβίαζεν όμως εαυτήν να φανή ήρεμος, τα χείλη της έτρεμον.
+
+ ― Συγχωρήσατέ με αλλά δεν ηδυνάμην να περάσω ολόκληρον ημέραν
+χωρίς να σας ίδω.
+
+ ― Να σας συγχωρήσω! Αλλ' είμαι τόσον ευτυχής διά την επίσκεψίν
+σας!
+
+ ― Αλλ' είσθε ασθενής ή σας συνέβη καμμία σύγχυσις; εξηκολούθησεν
+εκείνος χωρίς ν' αφήση το χέρι της και κύπτων προς αυτήν . . . Τι
+σκέπτεσθε;
+
+ ― Πάντοτε τα ίδια, συνεπλήρωσεν εκείνη μειδιάσασα.
+
+Η Άννα έλεγε την αλήθειαν.
+
+Οιανδήποτε στιγμήν και αν ηρωτάτο, θα ηδύνατο ν' αποκριθή:
+
+«Πάντοτε τα ίδια!» Πάντοτε δηλαδή ανελογίζετο εκείνο που απετέλει
+ταυτοχρόνως την ευτυχίαν και την δυστυχίαν της.
+
+Καθ' ήν στιγμήν είχε φθάσει ο νέος, εκείνη διηρωτάτο διατί τάχα
+δι' άλλας γυναίκας, διά την κόμησσαν Μπέτσυ, της οποίας εγνώριζε
+τας σχέσεις μετά του Τούσκεβιτς, όλα ήσαν εύκολα, ενώ δι' αυτήν τα
+πάντα καθίσταντο μαρτύριον.
+
+Σήμερον δε η σκέψις αυτή, εξ αιτίας κάποιας ανακαλύψεως την οποίαν
+είχε κάμει, την επέθλιβε περισσότερον ή άλλοτε.
+
+Τον ηρώτησεν εν τούτοις περί των ιπποδρομιών.
+
+Διά να την διασκεδάση, της διηγήθη με τον μάλλον αφελή τρόπον τας
+λεπτομερείας των προετοιμασιών του.
+
+«Πρέπει να το είπω ή να σιωπήσω;» εσκέπτετο εκείνη ατενίζουσα
+αυτόν εντός των ωραίων του οφθαλμών, των γαληνίων και ηδυπαθών.
+
+«Είνε τόσον ευτυχής! Είνε τόσον απερροφημένος από τας ιπποδρομίας
+του, ώστε δεν θα εννοήση όλην την έκτασιν και την σημασίαν του
+γεγονότος τούτου . . .»
+
+Αλλά δεν μου είπατε τι σκέπτεσθε καθ' ήν στιγμήν εισήλθα; είπεν
+εκείνος διακόψας την διήγησίν του. Σας παρακαλώ, ειπέτε το μου.
+
+Εκείνη δεν απεκρίθη, έκλινε πλαγίως την κεφαλήν και τον ητένισεν
+εκ των κάτω ερωτηματικώς διά των μεγάλων της οφθαλμών, οι οποίοι
+έλαμπον υπό τας μακράς της βλεφαρίδας.
+
+Το χέρι της, το οποίον έπαιζε με ένα φύλλον δένδρου, έτρεμεν.
+
+Η μορφή του Βρόνσκυ εξέφραζε την ευπείθειαν εκείνην, την αφοσίωσιν
+εκείνην του σκλάβου, την οποίαν αείποτε ανεκάλυπτεν εν αυτώ και η
+οποία τόσον την εγοήτευε.
+
+ ― Διαβλέπω ότι επεσυνέβη κάτι το σημαντικόν, είπεν. Αλλά ειμπορώ
+να είμαι έστω και επί μίαν στιγμήν ήσυχος όταν γνωρίζω ότι έχετε
+κάποιαν θλίψιν, την οποίαν δεν συμμερίζομαι; Εμπιστευθήτε την μου,
+σας το ζητώ ως χάριν! . . . Σας ικετεύω!
+
+«Αλλ' αν δεν εννοήση όλην την σοβαρότητα του γεγονότος αυτού, δεν
+θα τον συγχωρήσω ποτέ! . . . Προτιμότερον να μη είπω τίποτε. Προς
+τι να τον εμβάλω εις δοκιμασίαν; . . .»
+
+Και ησθάνετο ότι και το χέρι της και το φύλλον το οποίον εκράτει
+έτρεμον περισσότερον.
+
+ ― Σας παρακαλώ, ειπέτε μου τα πάντα! επανέλαβεν εκείνος λαβών την
+χείρα της Άννας.
+
+ ― Να σας το είπω; . . .
+
+ ― Ναι, ναι, ναι . . .
+
+ ― Είμαι . . . έγκυος! είπεν η Άννα διά φωνής ταπεινής και
+βραδείας.
+
+Το φύλλον του δένδρου έτρεμε δυνατώτερα εις το χέρι της Άννας,
+αλλά δεν εταπείνωσε τους οφθαλμούς, προσηλωμένους πάντοτε επ'
+αυτού, ίνα διακρίνη ποίαν εντύπωσιν θα του ενεποίει η αποκάλυψις
+εκείνη.
+
+Ο Βρόνσκυ ωχρίασεν, ηθέλησε να ομιλήση, αλλ' εσιώπησε, και,
+εγκαταλιπών το χέρι της Άννας, εταπείνωσε την κεφαλήν.
+
+ . . . «Ναι, κατενόησεν όλην την σοβαρότητα του γεγονότος» εσκέφθη
+η Άννα, και του έθλιψε την χείρα μετ' ευγνωμοσύνης.
+
+Αλλ' ηπατάτο υποθέτουσα ότι είχε κατανοήσει την σημασίαν της
+ειδήσεως εκείνης υπό την έννοιαν, υπό την οποίαν την αντελαμβάνετο
+εκείνη ως γυναίκα.
+
+Επί τη πρώτη εντυπώσει είχεν αισθανθή μετά δεκαπλής δυνάμεως το
+αλλόκοτον εκείνο συναίσθημα του αποτροπιασμού, το οποίον τον
+κατελάμβανεν από τινος ήδη χρόνου, αλλά ταυτοχρόνως, κατενόησεν
+ότι η κρίσις την οποίαν ηύχετο, είχεν επέλθει, ότι δεν ήτο πλέον
+δυνατόν ν' αποκρύψωσι τον δεσμόν των από τον σύζυγον, και ότι
+επρόκειτο πλέον να θραύσωσι την ψευδή εκείνην κατάστασιν.
+
+ ― Μάλιστα, είπε διά τόνου αποφασιστικού πλησιάσας αυτήν, ουδέποτε
+ούτε σεις ούτε εγώ αυτός εξετιμήσαμεν τας σχέσεις μας ως απλήν
+απόλαυσιν, και τώρα γνωρίζομεν τι μας υπολείπεται να κάμωμεν . . .
+Πρέπει να τεθή τέρμα εις το ψεύδος αυτό εν τω οποίω ζώμεν.
+
+ ― Να τεθή τέρμα; . . . Πώς το εννοείτε, Αλέξιε; είπεν εκείνη
+χαμηλοφώνως.
+
+Είχε πραϋνθή η ταραχή της και η μορφή της ηκτινοβόλει υπό τρυφερόν
+μειδίαμα.
+
+ ― Πρέπει να εγκαταλείψης τον σύζυγόν σου και να ενώσωμεν τας
+υπάρξεις μας.
+
+ ― Είναι ηνωμέναι ήδη, είπε διά μόλις ακουομένης φωνής εκείνη.
+
+ ― Ναι, βεβαίως, αλλ' ανάγκη πλέον να ενωθώμεν τελείως.
+
+ ― Αλλά πώς, πώς, Αλέξιε; ειπέ το μου! ανεφώνησεν εκείνη με
+θλιβερόν μειδίαμα, το οποίον εδείκνυεν ότι κατενόει ότι η
+κατάστασις είχε καταστή αδιέξοδος.
+
+ ― Διακρίνεις, επανέλαβε, καμμίαν δυνατήν λύσιν εις την κατάστασιν
+ταύτην; Μήπως δεν είμαι σύζυγος του συζύγου μου;
+
+ ― Υπάρχουν διέξοδοι δι' όλας τας καταστάσεις. Πρέπει μόνον να έχη
+κανείς θάρρος. Τούτο θα είναι πάντοτε προτιμότερον από την
+σημερινήν σου θέσιν. Αντιλαμβάνομαι άριστα πόσον βασανίζεσαι υπό
+του κόσμου, υπό του υιού σου, υπό του συζύγου σου . . .
+
+ ― Α! όχι, όχι υπό του συζύγου μου, είπεν εκείνη μειδιάσασα. Αυτόν
+δεν τον σκέπτομαι. Αυτός δεν υφίσταται.
+
+ ― Δεν είσαι ειλικρινής . . . Σε γνωρίζω καλά . . . , μαρτυρείς
+επίσης και εξαιτίας εκείνου.
+
+ ― Αλλά δεν υποπτεύεται τίποτε, είπεν η Άννα.
+
+Φλοξ επορφύρωσε την μορφήν της, αι παρειαί της, το μέτωπόν της, ο
+τράχηλός της κατέστησαν ερυθρά και δάκρυα αίσχους ανέβλυσαν εκ των
+οφθαλμών της.
+
+ ― Όχι, ας μη ομιλώμεν περί αυτού.
+
+ ― Ολίγον μας ενδιαφέρει αν ο σύζυγός σου υποπτεύη ή δεν
+υποπτεύει, είπεν ο Βρόνσκυ διά φωνής σταθεράς και γαληνίου . . .
+Δεν δυνάμεθα . . . , δεν δύνασθε σεις μάλλον να μείνετε εδώ,
+κατόπιν κυρίως της αποκαλύψεως την οποίαν μου εκάματε.
+
+ ― Αλλά τι με συμβουλεύετε; επανέλαβεν εκείνη με το αυτό
+φαινομενικόν μειδίαμα.
+
+Η Άννα, ήτις εφοβείτο μη τον έβλεπε να παίρνη ελαφρά την είδησιν
+της εγκυμοσύνης της, ήτο τόρα λίαν δυσηρεστημένη διότι εξήγεν εκ
+τούτου συμπεράσματα τόσον ριζικά.
+
+ ― Πρέπει να είπης εις τον σύζυγόν σου, και να τον εγκαταλείψης.
+
+ ― Πολύ καλά· δέχθητε ότι ακολουθώ την συμβουλήν σας . . . Ξεύρετε
+τι θα επακολουθήση; Θα σας το είπω εκ των προτέρων.
+
+Κάποια λάμψις κακεντρεχείας απήστραψεν εις τα μάτια της, των
+οποίων η έκφρασις ήτο προτήτερα τόσον γλυκεία.
+
+ ― «Α! . . . αγαπάτε άλλον και προέβητε μετ' αυτού εις δεσμόν
+εγκληματικόν;» (η Άννα απεμιμείτο τον σύζυγόν της και, όπως
+εκείνος, ετόνιζεν ιδιαιτέρως την λέξιν «εγκληματικόν»). Σας
+προειδοποίησα ήδη περί των συνεπειών ενώπιον της θρησκείας, της
+κοινωνίας και της οικογενείας. Δεν με ηκούσατε. Τόρα δεν δύναμαι
+να παραδώσω το όνομά μου εις την ατίμωσιν, και τον υιόν μου, ―
+ήθελε να είπη, αλλά διεκόπη διά να μη αστεϊσθή με το όνομα του
+υιού της . . . ― Εν ενί λόγω, θα είπη με το ύφος του ως πολιτικού
+ανδρός, με όλην την σαφήνειαν και την ακριβολογίαν που τον
+διακρίνει, θα είπη ότι δεν δύναται, ότι δεν του επιτρέπεται να με
+αφήση ν' αναχωρήσω και ότι θα λάβη όλα τα μέτρα τα αναγκαία διά να
+σταματήση το σκάνδαλον. Και θα εκτελέση μετ' ηρεμίας και ακριβείας
+παν ό,τι μου προανήγγειλεν. Ιδού τι θα μας συνέβαινε . . . Δεν
+είνε άνθρωπος αυτός, είνε μηχανή, και μηχανή κακεντρεχής, όταν
+είναι ωργισμένος, προσέθηκεν αναπαριστώσα τον Καρένιν καθ' όλας
+τας λεπτομερείας της μορφής του, του τρόπου του λέγειν του και
+επιφορτίζουσα αυτόν με παν ό,τι της απήρεσκεν εν αυτώ, και μη
+συγχωρούσα αυτόν τίποτε εξαιτίας του τρομερού σφάλματος το οποίον
+αυτή είχε διαπράξει εις βάρος του . , .
+
+ ― Αλλά, Άννα, είπεν ο Βρόνσκυ με φωνήν θωπευτικήν, προσπαθών να
+την καταπραϋνη, όπως και αν έχη το πράγμα, πρέπει οπωσδήποτε να τω
+εξηγηθής, και, κατόπιν, να ενεργήσωμεν σύμφωνα προς τας αποφάσεις
+που θα λάβη.
+
+ ― Ώστε, πρέπει να φύγω μαζί σας;
+
+ ― Και διατί όχι; . . . Δεν είναι αδύνατον βέβαια;
+
+ ― Μάλιστα, να φύγω και να καταστώ ερωμένη σας, είπεν εκείνη μετ'
+οργής.
+
+ ― Άννα! εφώνησεν ο νέος με τόνον θωπευτικής επιπλήξεως.
+
+ ― Μάλιστα, επανέλαβεν εκείνη, να καταστώ ερωμένη σας και να
+συντρίψω τα πάντα.
+
+Και πάλιν επεθύμει να ομιλήση περί του υιού της, αλλά δεν ηδυνήθη
+να προφέρη το όνομα τούτο.
+
+Ο Βρόνσκυ δεν ηδύνατο να εννοήση πώς η Άννα, παρά τον θεμελιωδώς
+έντιμον χαρακτήρα της, πώς ηδύνατο να υποφέρη την κατάστασιν την
+ψευδή εις την οποίαν ευρίσκετο χωρίς να έχη τον πόθον να εξέλθη εξ
+αυτής· δεν ηδύνατο να μαντεύση ότι κυρία τούτου αφορμή ήτο η λέξις
+αύτη: «ο υιός μου», την οποίαν δεν κατώρθωνε να προφέρη.
+
+Όταν εσκέπτετο το παιδί της και τας σχέσεις τας υφισταμένας μεταξύ
+του υιού της και μιας μητρός, ήτις είχεν εγκαταλείψει τον πατέρα
+του παιδιού της, κατελαμβάνετο υπό τοιούτου τρόμου, ώστε δεν
+ηδύνατο πλέον να λογικεύεται.
+
+Τότε, ως γυναίκα, προσεπάθει να κατευνάζηται διά δικαιολογητικών
+ψευδών, και ηύχετο όπως τα πάντα παραμείνωσιν τοιαύτα, ώστε να
+δυνηθή να λησμονήση το τρομακτικόν τούτο πρόβλημα:
+
+Τι θ' α π ε γ ί ν ε τ ο - ο - υ ι ό ς - τ η ς;
+
+ ― Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, είπεν αίφνης προς τον Βρόνσκυ με την
+ειλικρινή και τρυφεράν φωνήν της, δραξαμένη των χειρών αυτού, μη
+μου ομιλήσης ποτέ πλέον περί τούτου.
+
+ ― Αλλά, Άννα!
+
+ ― Ποτέ! Κατανοώ άριστα όλην την φρικαλεότητα και όλην την
+ταπείνωσιν της θέσεώς μου, αλλά δεν είναι όσον σκέπτεσαι εύκολον
+να εξέλθω της θέσεως ταύτης. Άφες με ελευθέραν να ενεργήσω και
+υπάκουσόν με . . Μη μου ξαναμιλήσης περί τούτου. Μου το υπόσχεσαι;
+Υποσχέσου το μου, υποσχέσου το μου!
+
+ ― Υπόσχομαι παν ό,τι επιθυμείς, αλλά δεν μπορώ να είμαι ήσυχος,
+κατόπιν προπάντων εκείνου το οποίον μοι εξεμυστηρεύθης . . , Δεν
+ειμπορώ να είμαι ήσυχος, όταν βλέπω ότι υφίσταται μαρτύριον.
+
+ ― Ναι, ενίοτε πάσχω, αλλά τούτο θα παρέλθη αν δεν επανέλθης πλέον
+εις αυτό το ζήτημα. Πάσχω μόνον οσάκις μου κάμνης σχετικόν λόγον.
+
+ ― Δεν σε εννοώ, απήντησεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Α! γνωρίζω. . . . είπεν η Άννα διακόψασα αυτόν, πόσον στοιχίζει
+εις τον τίμιον χαρακτήρα σου το ψεύδεσθαι και σε λυπούμαι.
+Αναλογίζομαι πολλάκις την θυσίαν, την οποίαν μου έκαμες και ότι
+συνέτριψες την ζωήν σου προς χάριν μου.
+
+ ― Και εγώ επίσης αναλογίζομαι παν ό,τι εθυσίασες προς χάριν μου!
+Δεν δύναμαι δε να συγχωρήσω εις εμαυτόν το ότι εγώ υπήρξα αφορμή
+να καταστής δυστυχής . . . .
+
+ ― Εγώ δυστυχής; είπεν η Άννα πλησιάσασα αυτόν και παρατηρούσα
+αυτόν με μειδίαμα πλήρες έρωτος και εκτάσεως . . . Εγώ δυστυχής;
+Όχι, ιδού η ευτυχία μου . . .
+
+Ήκουσεν αίφνης την φωνήν του υιού της επιστρέφοντος εκ του
+περιπάτου. Έρριψε δε φευγαλέον βλέμμα επί του εξώστου και ηγέρθη
+δι' ενός άλματος.
+
+Το βλέμμα της Άννας εσπινθηροβόλει την φλόγα, ην ο Βρόνσκυ
+εγνώριζε κάλλιστα. Διά κινήσεως ταχείας ανύψωσε τα ωραία της
+χέρια, τα φορτωμένα από δακτύλια, έλαβε την κεφαλήν του Βρόνσκυ
+μεταξύ των παλαμών της, τον ητένισε με βλέμμα παρατεταμένον και
+πλησιάσασα το πρόσωπόν της εις τα ανοικτά και μειδιώντά του χείλη,
+εφίλησε φευγαλέως το στόμα του και τα δύο του μάτια, είτα δε τον
+απώθησε μακράν της.
+
+Ηθέλησε ν' απομακρυνθή αλλά την εσταμάτησε.
+
+ ― Πότε; είπε χαμηλοφώνως παρατηρών αυτήν παραφόρως.
+
+ ― Σήμερον, κατά την συνήθη μας ώραν, απήντησεν εκείνη ημιφώνως.
+
+Αφήκε δε στεναγμόν και με το ελαφρόν και γοργόν της βάδισμα
+προυχώρησεν εις υποδοχήν του Σεριόγια.
+
+ ― Ω ρεβουάρ! είπε προς τον Βρόνσκυ. Πλησιάζει η στιγμή της
+μεταβάσεώς σας εις τους αγώνας . . . Η Μπέτσυ υπεσχέθη ότι θα έλθη
+να με πάρη.
+
+* * *
+
+Όταν ο Βρόνσκυ συνεβουλεύθη εκ νέου το ωρολόγιόν του, παρετήρησεν
+ότι ήτο πέμπτη και ημίσεια και ότι είχε πολύ αργήσει.
+
+Παν ό,τι το οδυνηρόν υπήρχεν εις τας μετά της Άννης σχέσεις τον,
+παν ό,τι έμεινεν αόριστον μετά την συνομιλίαν των, εξηνεμίζετο
+ήδη, και εσκέπτετο μετά χαράς τας ιπποδρομίας, εις τας οποίας ήτο
+βέβαιος ότι θα έφθανεν εν καιρώ.
+
+Από στιγμής επίσης εις στιγμήν η αναμονή της ευτυχίας της
+συνεντεύξεως της νυκτός εξερρήγνυτο φαιδρώς εντός της φαντασίας
+του.
+
+Ο πόθος εν τούτοις των ιππικών αγώνων τον απερρόφα επί μάλλον και
+μάλλον καθ' όσον εισέδυεν εις την ατμόσφαιραν του αθλητισμού,
+προπορευόμενος των οχημάτων, τα οποία μετέβαινον επί τόπου εκ
+πάσης διευθύνσεως.
+
+Έφθασεν αποφεύγων ιδίως τους ανθρώπους του κόσμου, οίτινες
+περιεδιάβαζον συνομιλούντες άμα ενώπιον των περιπτέρων.
+
+Ο μεγαλείτερος αδελφός του Βρόνσκυ, συνταγματάρχης, βραχύς το
+ανάστημα αλλά με όσον και ο Αλέξιος ευρείς τους ώμους, ωραιότερος
+όμως κατά τα χαρακτηριστικά, με μύτη κόκκινη και κεφάλι μεθύσου
+γελαστής και ανυποκρίτου εκφράσεως, τον επλησίασε και του είπε:
+
+ ― Έλαβες το μπιλλιέττο μου; Δεν ειμπορεί κανείς να σε εύρη
+πουθενά.
+
+Ο Αλέξανδρος Βρόνσκυ, παρά την έκλυτον ζωήν του και παρά την
+κλίσιν του εις τον πότον, πράγματα γνωστά εις όλους, ήτο τέλειος
+ευπατρίδης. Ομιλών δε τόρα μετά του αδελφού του περί ζητημάτων
+λίαν δυσαρέστων, επειδή εγνώριζεν ότι τους εκύτταζαν, είχε την
+μορφήν γελαστήν και εφαίνετο ως να εφαιδρολόγει μάλλον.
+
+ ― Έλαβα το μπιλλιέτο σου, είπεν ο Αλέξιος, αλλά δεν εννοώ διατί
+κάθεσαι και σκοτίζεσαι διά τον ιδιαίτερόν μου βίον.
+
+ ― Διατί σκοτίζομαι; . . . Διότι, προ μιας στιγμής, μου
+παρετήρησαν ότι δεν ευρίσκεσο εδώ και ότι την Δευτέραν σε είδον
+εις Πέτερχωφ . . .
+
+ ― Υπάρχουν πράγματα, τα οποία δεν δύνανται να εκφρασθώσι παρά
+μόνον υπό των αμέσως ενδιαφερομένων, και το ζήτημα αυτό που σε
+απασχολεί, είναι έν απ' αυτά . . .
+
+ ― Εν τοιαύτη περιπτώσει, δίδει κανείς την παραίτησίν του, ή . . .
+
+ ― Σε παρακαλώ να μη αναμιγνύεσαι. Αυτό και μόνον έχω να σου είπω.
+
+Η μορφή του Αλεξίου ωχρίασεν.
+
+Αγαθός εκ φύσεως, δυσκόλως παρεφέρετο, αλλ' οσάκις εξωργίζετο,
+καθίστατο επικίνδυνος.
+
+Έδραμεν εις το κέντρον του ιπποδρομίου, όπου ωδήγουν ήδη τους
+ίππους διά τον δρόμον μετ' εμποδίων.
+
+Εκ του δεξιού προσεκομίζετο η επιδεξία και χαριτωμένη Φρουφρού,
+και, πλησίον αυτής οι σταυλίται αφήρουν το επίσαγμα του
+Γλαδιάτορος του μονομάχου! . . . τα ωραία και δυνατά εκείνα σώματα
+και οι λεπτοί και καλλιτεχνικοί των πόδες προσείλκυον ακουσίως
+εαυτού την προσοχήν του Βρόνσκυ.
+
+ ― Εφ' ίππους! κραύγασαν ο διευθύνων τους αγώνας αξιωματικός.
+
+Ο Βρόνσκυ, κατανοών ότι απετέλει το σημείον της ακτινοβολίας διά
+την ομήγυριν, κατελήφθη από την κατάστασιν εκείνην της νευρικής
+υπερεντάσεως, ήτις τω προσέδιδε πάντοτε κινήσεις βραδείας και
+θετικάς.
+
+ ― Μη βιάζεσθε, τω είπεν ο Καρδ, ― ο γυμναστής του.
+
+Ήτο, όπως πάντοτε γαλήνιος και σοβαρός, και εκράτει τον ίππον εξ
+αμφοτέρων των ηνίων.
+
+ ― Αν δύνασθε, προπορευθήτε των άλλων. Αλλά μη αποθαρρυνθήτε μέχρι
+της τελευταίας στιγμής, έστω και αν μείνετε όπισθεν.
+
+Προτού η Φρουφρού λάβη καιρόν ν' αδημονήση, ο Βρόνσκυ, δι' ενός
+ελαφρού και ρωμαλέου άλματος, έθεσε τον πόδα επί του αναβατήρος,
+και, ελαφρώς και ισορρόπως, εκαθέσθη επί του εφιππίου, του οποίου
+το δέρμα έτριξε.
+
+Με το συνηθισμένον του κίνημα, συνέπλεξε τα ηνία μεταξύ των
+δακτύλων του, μεθ' ό ο Καρδ εξώθησε τον ίππον και οπισθοχώρησεν.
+
+Υπήρχον εννέα «εμπόδια»: ο ποταμός, ένας ευρύς φράκτης προ του
+περιπτέρου, μία τάφρος ξηρά, μία τάφρος πλήρης ύδατος, είς
+τεχνητός λοφίσκος, μία ιρλανδική «μπανκέττα», ― έν από τα
+δυσκολώτερα εμπόδια, ― σχηματιζομένη δι' ενός προμαχώνος
+κατασκεπούς από θάμνους, και όπισθεν του οποίου ηνοίγετο τάφρος
+αόρατος εις τον ίππον, εις τρόπον ώστε το ζώον ώφειλεν ή να
+υπερπηδήση αμφότερα τα εμπόδια ή να φονευθή, ― κατόπιν ήρχοντο δύο
+ακόμη τάφροι μεθ' ύδατος και τρίτη ξηρά.
+
+Όλαι αι διόπτραι διηυθύνθησαν επί του παντοιοχρώμου ομίλου των
+ιππέων καθ' όσον παρετάσσοντο ούτοι εις γραμμήν.
+
+ ― Φεύγουν! φεύγουν! εφώναξαν πανταχόθεν, κατόπιν σιγής καθ' ήν
+παρηκολουθήθη πάσα κίνησις μετ' άκρας προσοχής.
+
+Πεζοπόροι, καθ' ομίλους και μεμονωμένοι προσέτρεχαν από θέσεως,
+εις θέσιν ίνα ίδωσι καλλίτερα.
+
+Κατά την έναρξιν του δρόμου η γραμμή των ιππέων επεμηκύνθη,
+συνεθλάσθη, είτα δε καθ' ομίλους εκ δύο ή τριών επλησίασεν εις τον
+ποταμόν.
+
+Διά τα μάτια των θεατών, εφαίνετο ότι όλοι είχον εξορμήσει
+ταυτοχρόνως, αλλ' αυτοί ούτοι οι ιππείς κατενόουν ότι προέβαινον
+επαλλήλως και ότι οι μεν προυχώρουν, οι δε υπελείποντο των άλλων
+κατά έν ή δύο δευτερόλεπτα, τούθ' όπερ δι' αυτούς ήτο
+σημαντικώτατον.
+
+Η Φρουφρού, ταραγμένη και εις υπερβολήν νευρική, είχεν αφήσει να
+της διαφύγη η στιγμή του συνθήματος και πολλοί ίπποι είχον
+εξορμήσει προ αυτής. Ο Βρόνσκυ εν τούτοις εκέρδισε τον απωλεσθέντα
+χρόνον προτού φθάση εις τον ποταμόν και προεπέρασεν εύκολα τους
+αντιπάλους του· δεν είχε πλέον ενώπιόν του παρά μόνον τον
+Γλαδιάτορα, ούτινος επέβαινεν ο Μακχότιν, και ολίγον μακρύτερα την
+θαυμασίαν Άρτεμιν, ης επέβαινεν ο Κουζοβέλωφ, πεθαμένος μάλλον
+παρά ζωντανός.
+
+Ανεπαισθήτως δε, ως να ήτο πτερωτή, η Φρουφρού ώρμησεν εις
+καταδίωξίν των, αλλά, καθ’ ήν στιγμήν ο Βρόνσκυ εκυμαίνετο
+εναέριος σχεδόν, παρετήρησε κάτωθέν του, υπό τα πέταλα σχεδόν του
+ίππου του, τον Κουζοβέλωφ, όστις, μετά της Αρτέμιδος, επάλαιεν
+απεγνωσμένως επί της αντίπεραν όχθης . . .
+
+Ο Βρόνσκυ κατείδε τότε, ότι ακριβώς εις την θέσιν όπου η Φρουφρού
+ώφειλε να θίξη το έδαφος, εκινδύνευε να συναντήση την κεφαλήν ή
+την κνήμην της Αρτέμιδος . . . Αλλ' η θαυμασία ίππος, όπως μια
+γαλή πίπτει κατά γης, κατέβαλε φοβερόν αγώνα κνημών και οσφύων
+κατά το επακολουθήσαν άλμα, και αποφυγούσα την Αρτέμιδα,
+εσφενδονίσθη πολύ πέραν αυτής.
+
+ . . . «Ω! μπράβο, ωραία μου!» διελογίσθη ο Βρόνσκυ.
+
+Ήτο ήδη απολύτως κύριος του ίππου του και τον συνεκράτει,
+προτιθέμενος να διαπεράση τον μέγαν φραγμόν κατά πόδας του
+Γλαδιάτορος, ίνα προσπαθήση να τον υπερβή αμέσως κατόπιν.
+
+Ο μέγας φραγμός υψούτο κατέναντι του αυτοκρατορικού περιπτέρου. Ο
+Αυτοκράτωρ ολόκληρος η Αυλή και το πλήθος των θεατών παρετήρουν
+τον Βρόνσκυ και τον Μακχότιν, όστις υπερέβαινε τον πρώτον κατά το
+μήκος ενός ίππου, αλλ' ο Βρόνσκυ δεν έβλεπε τίποτε άλλο πλην των
+ώτων και του τραχήλου της Φρουφρού, την γην, η οποία εφαίνετο ως
+κυλυομένη προς αυτόν και τας λευκάς κνήμας του Γλαδιάτορος, όστις
+παρέμεινε πάντοτε εις την ιδίαν απόστασιν . . .
+
+Κατά την στιγμήν ακριβώς κατά την οποίαν ο Βρόνσκυ εσκέφθη ότι
+έπρεπε να υπερβή τον Μακχότιν, η Φρουφρού κατενόησεν εξ εαυτής την
+σκέψιν του· χωρίς δε αυτός να την εξωθήση επέσπευσεν αισθητώς το
+βήμα και ήρχισε να πλησιάζη προς τον Μ ο ν ο μ ά χ ον (τον
+Γλαδιάτορα), είτα δε να προσπερνά.
+
+Ο Βρόνσκυ εκανόνιζε τον δρόμον, αυτό ήθελε και αυτό του είχε
+συμβουλεύσει ο Καρδ.
+
+Δεν αμφέβαλλε πλέον περί της νίκης του, ο δε ενθουσιασμός του, η
+χαρά του και η αγάπη του προς την Φρουφρού ηύξανον από στιγμής εις
+στιγμήν.
+
+Έμεινεν η τελευταία τάφρος, πλάτος δύο μέτρων και πλήρης ύδατος.
+
+Ο Βρόνσκυ δεν τον παρετήρει, και ποθών να φθάση μετ' αισθητής
+υπεροχής, είλκυσε τα ηνία κυκλικώς κατά την στιγμήν του άλματος,
+ανυψών και ταπεινών την κεφαλήν του ίππου.
+
+Κατενόει ότι η Φρουφρού κατηνάλισκε το τελευταίον απόθεμα της
+αντοχής της· ου μόνον ο τράχηλος και οι ωμοί της ήσαν κάθυγροι,
+αλλ' ο ιδρώς εξεχύνετο επί των ακρωμίδων αυτής, επί της κεφαλής,
+επί των οξυκορύφων της ώτων, η δε πνοή της είχε καταστή εσπευσμένη
+και οδυνηρά.
+
+Εγνώριζεν, εν τούτοις, ότι το απόθημα εκείνο των δυνάμεών της θα
+επήρκει όπως διατρέξη τα τετρακόσια μέτρα, τα οποία υπολείποντο
+προς υπέρβασιν.
+
+Η Φρουφρού υπερεπήδησε την μικράν τάφρον ομοία με πτηνόν, αλλά
+ταυτοχρόνως προς μέγαν του τρόμον, ο Βρόνσκυ ησθάνθη ότι, μη
+ακολουθήσας την κατεύθυνσιν του ζώου, είχεν αφεθή να επαναπέση επί
+του εφιππίου, ― κίνησις ασυγχώρητος.
+
+Ευθύς εκ τούτου η θέσις του μετεβλήθη και κατενόησεν ότι θα του
+συνέβαινε κάτι το τρομερόν.
+
+Προτού δε λάβη καιρόν ν' αντιληφθή ό,τι θα του συνέβαινεν, αι
+κνήμαι του Μονομάχου διήλθον ενώπιόν του και ο Μακχότιν, ορμήσας
+καλπάζων, τον επροσπέρασεν.
+
+Ο Βρόνσκυ προσέθιξε διά του ποδός το έδαφος και η Φρουφρού ήτο
+ετοίμη να υποκύψη.
+
+Απέσυρε τότε βιαίως τον πόδα του και η Φρουφρού κατέπεσεν επί της
+πλευράς, χρεμετίζουσα επωδύνως και καταβάλλουσα διά του λεπτού και
+καθίδρου αυχένος της ματαίους αγώνας ίνα ανεγερθή. Εσφάδαζε δε προ
+των ποδών του ως πτηνόν θανασίμως τρωθέν.
+
+Το αδέξιον κίνημα του Βρόνσκυ της είχε θραύσει τας οσφύς.
+
+Το ενόησε βραδύτερον· προς το παρόν έβλεπε μόνον ότι ο Ματχότιν
+προυχώρει γοργώς, ενώ αυτός εκλονίζετο κατάμονος επί του
+βορβορώδους εδάφους, ακίνητος και ενώπιον του η Φρουφρού
+εξηπλωμένη, ασθμαίνουσα, με την κεφαλήν εστραμμένην προς αυτόν,
+τον παρετήρει με το θαυμάσιον όμμα της.
+
+Χωρίς να αντιλαμβάνεται τι είχεν ακριβώς συμβή, ο Βρόνσκυ είλκυε
+τα ηνία· η Φρουφρού εσπαρτάρησε και πάλιν ωσάν ψάρι, αναγκάσασα
+εις τριγμούς το εφίππιον· ηλευθέρωσε δε τους εμπροσθίους πόδας,
+αλλά μη δυνηθείσα ν' ανεγείρη τα οπίσθια, εσφάδασεν εκ νέου και
+κατέπεσεν αύθις επί της πλευράς.
+
+Ο Βρόνσκυ, με την μορφήν συνεσπισμένην υπό της λύσσης, ωχρός με
+την κάτω σιαγόνα τρέμουσαν της κατέφερε πλήγμα διά του πέλματος
+επί της κοιλίας και την έσυρεν αύθις εκ του χαλινού.
+
+Αλλ' η Φρουρού δεν έκαμε την παραμικράν κίνησιν, εβύθισε το ρύγχος
+της εντός του χώματος και ητένισε τον κύριόν της με το βλέμμα της
+που ωμιλούσε.
+
+ ― Τι έκαμα, κραύγασαν ο Βρόνσκυ. Έχασα το αγώνισμα και ένεκα
+τίνος επονειδίστου, ασυγχωρήτου σφάλματος!
+
+Το πλήθος, ο ιατρός, ο βοηθός χειρουργός, οι αξιωματικοί του
+συντάγματός του έδραμον προς αυτόν.
+
+Ο Βρόνσκυ ήτο σώος και υγιής. Αλλ' η Φρουφρού είχε θραύσει τας
+οσφύς και απεφάσισαν ότι έπρεπε να θέσουν τέρμα εις τας οδύνας
+της, δίδοντες αυτή το απολυτρωτικόν κτύπημα.
+
+* * *
+
+Αι εξωτερικαί σχέσεις μεταξύ Καρένιν και της συζύγου του δεν είχον
+κατ' ουδέν μεταβληθή. Η μόνη διαφορά ενέκειτο εις το ότι ο Καρένιν
+ήτο πολύ περισσότερον από άλλοτε απερροφημένος τώρα υπό της
+εργασίας του.
+
+Από της συζητήσεως ην είχε κάμει μετά της Άννας μετά την εσπερίδα
+της κομήσσης Μπέτσυ, δεν είχε κάμει πλέον υπαινιγμόν περί των
+υπονοιών του, ούτε περί της ζηλοτυπίας του.
+
+Είχεν αναλάβει τον είρωνα τόνον της φωνής του, όστις του εφαίνετο
+μάλλον κατάλληλος εις τας νέας σχέσεις αίτινες είχον αποκαταστή
+μεταξύ της συζύγου του και αυτού.
+
+Ο πνευματώδης αυτός άνθρωπος, ο τόσον λεπτός εις παν ό,τι αφεώρα
+τας υποθέσεις του Κράτους, δεν αντελαμβάνετο όλων την τρέλλαν της
+συμπεριφοράς του προς την γυναίκα του.
+
+Δεν αντελαμβάνετο διότι εφοβείτο τρομερά να προχωρήση μέχρι του
+βάθους της καταστάσεως, και εκλείδωσε και εμανδάλωσε εντός της
+ψυχής του την θήκην εντός της οποίας εφύλαττε τα αισθήματά του
+προς την σύζυγον και τον υιόν του.
+
+Αυτός όστις υπήρξε πάντοτε πατέρας προσεκτικός και εις άκρον
+επιμελής, προσέλαβεν, ευθύς από της αρχής του χειμώνος, και διά
+τον υιόν του, τον αυτόν ειρωνικόν τόνον, ον εχρησιμοποίει προς την
+γυναίκα του.
+
+Ο Καρένιν απέστεργε να σκέπτεται περί της διαγωγής και των
+αισθημάτων της συζύγου του, και πράγματι, δεν εσκέπτετο.
+
+Η εξοχική έπαυλις των Καρένιν έκειτο εις το Πέτερχωφ, και κατά παν
+θέρος, η κόμησσα Λυδία ενεκαθίστατο εις την περίχωρον αυτής και
+ευρίσκετο εις διαρκείς σχέσεις μετά της Άννας.
+
+Κατά το έτος εκείνο, η κόμησσα Λυδία δεν μετέβη εις την εξοχικήν
+εν Πέτερχωφ διαμονήν της, δεν μετέβη ουδ' εφ' άπαξ εις επίσκεψιν
+της Άννας και ανεκοίνωσε καταλλήλως προς τον Καρένιν ότι η φιλία
+της Άννας προς την Μπέτσυ και τον Βρόνσκυ της εφαίνετο εντελώς
+απρεπής.
+
+Ο Καρένιν την εσταμάτησεν αυστηρώς διακηρύττων ότι η σύζυγός του
+ήτο ανωτέρα πάσης υπονοίας, και από της ημέρας εκείνης, απέφυγε
+την κόμησσαν Λυδίαν.
+
+Δεν ήθελε να βλέπη και δεν έβλεπε ποσώς, ότι εν τη κοινωνία, πολλά
+πρόσωπα απεμακρύνοντο της Άννας· δεν ήθελε να εννοή και δεν
+κατενόει ποσώς διατί η σύζυγός του είχε τόσον ζωηράν επιθυμίαν να
+μεταβή εις Τσάρσκοϊε-Σέλο, όπου κατώκει η Μπέτσυ, και δη ου μακράν
+του μέρους όπου κατεσκήνου το σύνταγμα του Βρόνσκυ.
+
+Δεν επέτρεπεν εις εαυτόν να σκέπτεται περί τούτου και ουδέποτε
+εσκέπτετο, αλλά ταυτοχρόνως, εις τα έγκατα της ψυχής του, χωρίς
+ποτέ να το βεβαιώση και προς εαυτόν, και χωρίς να έχη αποδείξεις ή
+και υπονοίας μόνον, είχε την ακλόνητον πεποίθησιν ότι ήτο σύζυγος
+απατηθείς και υπέφερεν εκ τούτου τρομερά.
+
+Ποσάκις, κατά το διάστημα των οκτώ ευδαιμόνων ετών της συζυγικής
+του ζωής, ο Καρένιν, βλέπων γυναίκας απίστους και συζύγους
+ηπατημένους, διελογίζετο:
+
+ ― Πώς ημπορούν να ζώσιν υπό τοιαύτας συνθήκας, πώς δεν επιζητούσι
+να εξέλθωσι της όλης ανωμάλου αυτής θέσεως;
+
+Αλλ' αφ' ης η συμφορά αύτη εβάρυνε και αυτόν τον ίδιον, ου μόνον
+δεν εσκέπτετο πώς θα ηδύνατο να εξέλθη της θέσεως εκείνης, αλλά
+ουδέ καν ήθελε να αναλογισθή το πράγμα, διότι η τοιαύτη σκέψις ήτο
+απαισία, αηδής και ακανόνιστος.
+
+Κατά την ημέραν των αγώνων, ο Καρένιν απεφάσισεν όπως, αμέσως μετά
+το πρόγευμά του, θα μετέβαινεν εις την εξοχήν όπως ίδη την σύζυγόν
+του και εκείθεν εις τας ιπποδρομίας, εις τας οποίας ώφειλε να
+παραστή αφού και η Αυλή θα ευρίσκετο εκεί.
+
+Θα μετέβαινε να ίδη την Άνναν διότι είχε κρίνει ότι η ευπρέπεια
+απήτει να της κάμνη μίαν επίσκεψιν καθ' εβδομάδα· εκτός δε τούτου,
+ώφειλε την ημέραν εκείνην, σύμφωνα προς την τάξιν, ην είχε
+καθιερώσει εις το σπίτι του, να μετρήση, εις την σύζυγόν του το
+χρήμα διά τας εβδομαδιαίας δαπάνας.
+
+Εκάλεσε δε και τον διευθυντήν του γραφείου του όπως τον συνοδεύση
+κατόπιν εις Πέτερχωφ, ίνα μεταβώσιν ομού εις τους αγώνας.
+
+Χωρίς να κατανοή σχεδόν διατί, ο Καρένιν ηρέσκετο να έχη μαζί του
+και ένα τρίτον οσάκις μετέβαινε να βλέπη την σύζυγόν του.
+
+Η Άννα ίστατο ορθία ενώπιον του καθρέπτου της και απετελείωνε τον
+καλλωπισμόν της οπόταν ήκουσε κρότον τροχών υπό τους οποίους
+έτριζον οι αμμοχάλυκες του προστόου.
+
+«Πολύ ενωρίς διά την Μπέτσυ!» διελογίσθη.
+
+Εκύτταξε δε από το παράθυρον και είδε την άμαξαν, ως και το μαύρο
+καπέλλο και τα αυτιά που τόσον καλά εγνώριζε, να προβάλλουν από
+την θυρίδα του λαντώ.
+
+«Σε τι ακατάλληλη στιγμή που φθάνει! . . Μήπως έρχεται άρα γε να
+περάση την νύχτα του εδώ;»
+
+Όλα αυτά της εφαίνοντο τόσον τρομακτικώς αηδή, ώστε, χωρίς ουδέ
+στιγμήν να σκεφθή, έδραμεν εις προϋπάντησιν του συζύγου της, με
+την μορφήν ακτινοβόλον και γελαστήν και αισθανομένη εντός της
+επικρατούν το οικείον της πλέον πνεύμα του δόλου και του ψεύδους .
+. . Και παρεδόθη εις αυτό εξ ολοκλήρου, και ήρχισε να ομιλή χωρίς
+να ξεύρη καλά καλά τι επρόκειτο να είπη.
+
+ ― Α! τι χαρά! έκαμε τείνασα την χείρα προς τον Καρένιν και
+υποδεχθείσα δι' ενός μειδιάματος τον διευθυντήν του γραφείου του
+Σλιούδιν. Θα διανυκτερεύσης εδώ, βέβαια; . . . Και τόρα πηγαίνομεν
+μαζί εις τους αγώνας . . . Έχω όμως υποσχεθή εις την Μπέτσυ, η
+οποία πρόκειται να έλθη να με πάρη, να πάω μαζί της.
+
+ ― Ω! δεν θα χωρίσω εγώ τους αχωρίστους, είπε με τον ειρωνικόν του
+τόνον . . . Ο ιατρός άλλως τε μου συνιστά να περιπατώ . . . Θα
+κάμω λοιπόν την πορείαν πεζή και υπολογίζω ότι θα ευρεθώ εγκαίρως
+επί τόπου.
+
+ ― Έχετε αρκετόν καιρόν, είπεν η Άννα . . . Θα πάρετε τσάι;
+
+Έκρουσε τον κώδωνα.
+
+ ― Φέρετε το τσάι και ειπέτε εις τον Σεριόγια ότι ο κύριος ήλθε .
+. . Λοιπόν! πώς είσαι; . . .
+
+Ο Σλιούδιν κατήλθεν εις τον εξώστην.
+
+Η Άννα εκάθισε πλησίον του συζύγου της.
+
+ ― Δεν είσαι ευδιάθετος, είπε.
+
+ ― Πράγματι, απήντησεν ο Καρένιν, εδέχθην σήμερον την επίσκεψιν
+του ιατρού, ο οποίος μ' εκράτησεν επί πολύ. Είμαι βέβαιος ότι θα
+μου τον έστειλε κάποιος από τους φίλους μου. Τόσον πολύτιμος τοις
+είνε η ζωή μου.
+
+ ― Και τι σου είπεν ο ιατρός;
+
+Τον εξήτασε δε περί της υγείας του και των ασχολιών του, του
+συνέστησε ν' αναπαυθή και τον εκάλεσε να μεταβή να περάση μαζί της
+ολίγον χρόνον εις την εξοχήν.
+
+Εξεδήλωσεν όλην της την τρυφερότητα και το ενδιαφέρον, και τω
+ωμίλει ζωηρώς και με κάποιαν παράδοξον λάμψιν εις τα μάτια . . .
+Αλλ' ο Καρένιν δεν απέδιδε πλέον την παραμικράν σημασίαν εις τον
+τόνον εκείνον.
+
+Ήκουε μόνον τας λέξεις και ταις απέδιδε την πραγματικήν των
+έννοιαν.
+
+Απεκρίθη δε όχι ολιγώτερον εκείνης φιλόφρων και τρυφερός αν και με
+κάπως ειρωνικόν τόνον.
+
+Την στιγμήν εκείνην εισήλθεν ο Σεριόγια συνοδευόμενος υπό της
+διδασκαλίσσης του.
+
+Αν ο Καρένιν είχε την πρόνοιαν να εξετάση τα περί αυτόν
+συμβαίνοντα, θα παρετήρει το πεφοβισμένον και δειλόν βλέμμα διά
+του οποίου το παιδίον ητένισεν αυτόν εν αρχή και κατόπιν την
+μητέρα του.
+
+Αλλά δεν ήθελε να βλέπη τίποτε, και τίποτε δεν έβλεπεν.
+
+ ― Α! τον ανθρωπάκο μου! . . . μεγαλώνει . . . Γίνεται άνδρας . .
+Καλημέρα σας, μικρέ κύριε!
+
+Έτεινε την χείρα προς το τελείως έντρομον παιδίον.
+
+Ο Σεριόγια, όστις υπήρξε πάντοτε δειλός και αιδήμων προ του πατρός
+του, αφ' ης ούτος τον ωνόμαζε νεαρόν κύριον, απέφυγε τον πατέρα
+του.
+
+Ητένισε την μητέρα του ως διά να της ζητήση προστασίαν.
+
+Μόνον πλησίον εκείνης ησθάνετο εαυτόν καλά.
+
+Ο Καρένιν ωμίλησε με την διδασκάλισσαν κρατούσαν το αγοράκι του
+από του ώμου.
+
+Ο Σεριόγια ησθάνθη εαυτόν τόσον δυστυχή, ώστε η Άννα κατενόησεν
+ότι το παιδίον θα ανελύετο εις δάκρυα.
+
+Ηγέρθη εν σπουδή, απέσυρε την χείρα του Καρένιν από του ώμου του,
+τον ενηγκαλίσθη, τον εφίλησε, τον ωδήγησεν εις την ταράτσαν και
+επέστρεψεν αμέσως.
+
+ ― Θα επανέλθης εδώ μετά τους αγώνας;
+
+Ναι, είπεν ο Καρένιν . . . Και ιδού η καλλονή του Πέτερχωφ, η
+κόμησσα Τβερσκάια, είπε διακρίνας το κομψόν όχημα της κομήσσης
+Μπέτσυ.
+
+Αύτη δεν κατήλθε της αμάξης, μόνον ο εν πλουσία στολή ακόλουθός
+της θαλαμηπόλος, με την πελερίναν του και τον μαύρον του
+επιδεικτικόν πίλον, επήδησε προ της εξωτερικής κλίμακος.
+
+ ― Έρχομαι! εφώνησεν η Άννα.
+
+Ενηγκαλίσθη τον υιόν της, επλησίασε κατόπιν τον σύζυγόν της και
+του έτεινε την χείρα.
+
+ ― Μέγα το ευγενές σου ενδιαφέρον που ήλθες.
+
+Ο Καρένιν ησπάσθη την χείρα της.
+
+ ― Λοιπόν! ω ρεβουάρ, εξηκολούθησεν η Άννα. θα επανέλθης να πάρης
+το τσάι εδώ; . . .
+
+Και εξήλθε σφοδρά και ακτινοβολούσα.
+
+Αλλά, μόλις έπαυσε να βλέπη τον σύζυγόν της, ησθάνθη ως κάποιον
+έγκαυμα εις την θέσιν όπου την είχον θίξει τα χείλη του.
+
+* * *
+
+Όταν ο Καρένιν έφθασεν εις το πεδίον των ιπποδρομιών, η Άννα
+ευρίσκετο εις το πλευρόν της πριγκηπίσσης Μπέτσυ, εις το
+περίπτερον όπου είχε συγκεντρωθή όλη η ανωτέρα κοινωνία της
+Πετρουπόλεως.
+
+Είχε διακρίνει μακρόθεν τον σύζυγόν της.
+
+Δύο άνδρες, ο σύζυγός της και ο εραστής της, ήσαν δι' αυτήν οι δύο
+πόλοι της ζωής της, και αντελαμβάνετο την παρουσίαν αυτών άνευ της
+βοηθείας εξωτερικών αισθήσεων.
+
+Ούτω, είχε διαισθανθή την προσέγγισιν του Καρένιν εξ αποστάσεως,
+και χωρίς να το θέλη . . . τον παρηκολούθει εν τω μέσω των
+κυμάνσεων του πλήθους το οποίον διέσχιζε.
+
+Τον είδε πλησιάζοντα εις το περίπτερον, ότε μεν απαντώντα με
+τυπικήν μεγαλοπρέπειαν εις τους χαιρετισμούς του σεβασμού, ους τω
+απηύθυναν, ότε% δε χαιρετώντα φιλικώς και αφελώς τους συναδέλφους
+του.
+
+Εγνώριζε τας συνηθείας και τας διατυπώσεις ταύτας και όλων της
+απήρεσαν:
+
+«Μόνην την ματαιότητα, τον πόθον της επιτυχίας, ιδών τι έχει μόνον
+εκτός της ψυχής του, εσκέφθη, ενώ αι υψηλαί του ιδέαι, ο έρως προς
+την μάθησιν, η αγάπη της θρησκείας, είναι δι' αυτόν απλούν μέσον
+επιτυχίας».
+
+Ο Καρένιν, αν και εκύτταξε προς το μέρος της συζύγου του, δεν την
+ανεγνώρισε μέσα εις τα κύματα της μουσελίνας, τας ταινίας, τα
+αλεξήλια και τα άνθη· αλλ' εις το βλέμμα του η Άννα κατενόησεν ότι
+την ανεζήτει.
+
+Ακριβώς δε διά τούτο προσεποιήθη ότι δεν τον διέκρινε.
+
+ ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς! εφώνησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ, καλούσα
+τον Καρένιν. Αναζητείτε αναμφιβόλως την σύζηγόν σας, δεν είναι
+έτσι; Ιδού την!
+
+Το σύνηθες κρύον μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του Καρένιν.
+
+ ― Υπάρχει τόση ακτινοβολία εδώ, ώστε θαμβώνεται κανείς!
+απήντησεν.
+
+Εισήλθεν εις το περίπτερον και εμειδίασε προς την σύζυγόν του,
+όπως ένας σύζυγος οφείλει να μειδιά οσάκις την συναντά, εχαιρέτησε
+την πριγκήπισσαν και τας λοιπάς γνωστάς του κυρίας, απευθύνων
+λόγους φιλοφροσύνης προς τας δεσποινίδας και ανταλλάσσων
+φιλοφρονήματα με τους άνδρας.
+
+Αι ιπποδρομίαι δεν ενδιέφερον τον Καρένιν και ήρχισε να
+περιεργάζεται τους θεατάς με τα κουρασμένα του μάτια. Το βλέμμα
+του τέλος εστηρίχθη επί της Άννας.
+
+Η μορφή της νεαράς γυναικός ήτο ωχρά και αυστηρά.
+
+Ήτο πρωτοφανές, ότι μέσα εις το πλήθος εκείνο έβλεπεν ένα και
+μόνον πλάσμα.
+
+Το χέρι της έσφιγγε μετά συσπασμού τη βεντάλια της και συνεκράτει
+την πνοήν της.
+
+Όταν, αφού ο Μακχότιν και ο Βρόνσκυ διεπέρασαν το μέγα διάφραγμα,
+ο αξιωματικός όστις ήρχετο κατόπιν αυτών εκυλίσθη κατακέφαλα επί
+του εδάφους σχεδόν ημιθανής, ψίθυρος δε φρίκης συνεκλόνισεν όλους
+τους θεατάς, ο Καρένιν παρετήρησεν ότι η Άννα δεν είχεν αντιληφθή
+το γεγονός και δεν κατενόει την αιτίαν της γενικής συγκινήσεως.
+
+Μετά την παρατήρησιν ταύτην, ήρχισε να παρακολουθή την σύζυγόν του
+διά πυκνοτέρων και προσεκτικωτέρων βλεμμάτων. Απερροφημένη εξ
+ολοκλήρου με την θέαν του Βρόνσκυ, η Άννα ησθάνθη οπωσδήποτε το
+βλέμμα εκείνο των ψυχρών οφθαλμών του συζύγου της, όστις την
+παρετήρει λοξώς.
+
+Όταν δε ο Βρόνσκυ κατέπεσεν, η Άννα ανέπεμψεν ηχηράν κραυγήν· αλλ'
+ουδείς εις τούτο διείδε τι το έκτροπον. Ευθύς όμως κατόπιν η μορφή
+της Άννας εξεδήλωσεν ανησυχίαν, ήτις καθίστατο εντελώς απρεπής.
+Είχε λησμονήσει όλα τα προσχήματα. Εσπαράσσετο ως πτηνόν συλληφθέν
+εις την παγίδα, ηγέρθη, ηθέλησε ν' αποχωρήση και επανελάμβανε προς
+Μπέτσυ.
+
+ ― Πάμε, πάμε! . . .
+
+Αλλ' η Μπέτσυ δεν την ήκουε.
+
+Κεκλιμένη προς τα έξω του κιγκλιδώματος, ωμίλει προς κάποιον
+στρατηγόν.
+
+Ο Καρένιν επλησίασε την σύζυγόν του και τη προσέφερε φιλοφρόνως
+τον βραχίονα.
+
+ ― Πηγαίνωμεν, αν το επιθυμείτε, είπεν.
+
+Αλλ' η Άννα ήτο όλη αυτιά διά ν' ακούση ό,τι έλεγεν ο στρατηγός
+και δεν αντελήφθη τον σύζυγόν της.
+
+ ― Λέγουν ότι φθηνά θα την γλυτώση αν σπάση μόνον το ένα του πόδι,
+έλεγεν ο στρατηγός. Είνε φρικώδες.
+
+Η Άννα δεν απεκρίθη τίποτε προς τον Καρένιν, ύψωσε δε τα λορνιόν
+της και εξήτασε το μέρος όπου είχε καταπέσει ο Βρόνσκυ· αλλ' ήτο
+τόσον μακράν και τόσον απεφράσσετο υπό κόσμου, ώστε δεν ηδυνήθη να
+διακρίνη τίποτε.
+
+Κατεβίβασε τότε τα λορνιόν και ηθέλησε ν' απέλθη.
+
+Αλλά την στιγμήν εκείνην, είς αξιωματικός έδραμε προς τον
+αυτοκράτορα και του ανεκοίνωσε τα λαβόντα χώραν.
+
+Η Άννα έκυψε διά να ακούση.
+
+ ― Στίβα, Στίβα! εφώναξεν αίφνης διακρίνασα τον αδελφόν της.
+
+Αλλ' ούτος δεν την ήκουσεν.
+
+Η Άννα ηθέλησε και πάλιν να αποσυρθή.
+
+ ― Σας προσφέρω άπαξ ακόμη τον βραχίονά μου αν επιθυμείτε ν'
+αποχωρήσετε, είπεν ο Καρένιν.
+
+Προσέθιξε δε την χείρα της συζύγου του.
+
+ ― Η Άννα απέστρεψεν απ' αυτού το πρόσωπον μετά δυσφορίας, και
+χωρίς να τον κυττάζη, του είπε:
+
+ ― Όχι, όχι, αφήσατέ με, . . . μένω.
+
+Παρετήρησε κάποιον αξιωματικόν ερχόμενον τρέχοντα εκ του μέρους
+όπου είχε καταπέση ο Βρόνσκυ, και τον οποίον η Μπέτσυ εκάλει
+κάμνουσα προς αυτόν νεύματα με το μανδύλι της.
+
+Ο αξιωματικός διηγήθη ότι ο ιππεύς δεν είχε πάθει τίποτε, αλλ' ο
+ίππος είχε θραύσει τας οσφύς του.
+
+Εις τας λέξεις αυτάς η Άννα εκάθησεν εκ νέου και έκρυψε το
+πρόσωπον υπό την βεντάλια της· ο Καρένιν διέκρινεν ότι έκλαιε και
+ότι δεν ηδύνατο να συγκρατήση ούτε τα δάκρυα, ούτε τους λυγμούς,
+οίτινες υπήγειρον τα στήθη της.
+
+Την επλησίασε τότε ο σύζυγός της ίνα την κρύψη από τα αδιάκριτα
+βλέμματα και της δώση καιρόν να συνέλθη.
+
+ ― Διά τρίτην φοράν, σας προσφέρω τον βραχίονά μου, επανέλαβε.
+
+Η Άννα τον εκύτταξε και δεν είξευρε τι ν' αποκριθή.
+
+Η πριγκήπισσα Μπέτσυ προσήλθεν εις βοήθειάν της.
+
+ ― Υπεσχέθην εις την Άνναν να την πάρω μαζύ μου εις το σπίτι, είπε
+προς τον Καρένιν.
+
+ ― Συγγνώμην, πριγκήπισσα, της είπε με φιλόφρον μειδίαμα, αλλά
+παρατηρών αυτήν κατάμματα, βλέπω ότι η Άννα υποφέρει και επιθυμώ
+να έλθη μαζί μου.
+
+Η Άννα ητένισε μετά τρόμου τον σύζυγόν της, ηγέρθη, ευπειθώς και
+έλαβε τον βραχίονά του.
+
+ ― Θα στείλω να λάβω ειδήσεις του και θα σου τας ανακοινώσω, είπε
+χαμηλοφώνως η Μπέτσυ εις το ους αυτής.
+
+Η Άννα δεν ανήκε πλέον εις εαυτήν και εβάδιζε στηριζομένη εις τον
+βραχίονα του συζύγου της ως να ωνειρεύετο.
+
+«. . . Εφονεύθη ή όχι; Είνε αλήθεια;
+
+Θα έλθη ή όχι; Θα τον ίδω σήμερον;»
+
+Έλαβε θέσιν χωρίς να προφέρη λέξιν, εις το όχημα του συζύγου της
+και έμεινε σιωπηλή.
+
+Παρ' όλα όσα συνέβησαν, ο Καρένιν δεν επέτρεψεν εαυτώ να σκεφθή
+την πραγματικήν αιτίαν της ταραχής ην ησθάνετο η σύζυγός του.
+Διέβλεπεν εν αυτοίς εξωτερικήν μόνον εκδήλωσιν: η Άννα είχε
+παραλείψει τα προσχήματα, είχεν υπερβή τα κεκανονισμένα και
+εθεώρει καθήκον του να της το υποδείξη.
+
+Τω ήτο δύσκολον εν τούτοις να μη είπη τίποτε επί πλέον. Έσπευσε
+λοιπόν να υποδείξη εις την σύζυγόν του κατά τι είχε σφάλλει.
+
+ ― Οφείλω να σας παρατηρήσω . . .
+
+«Ιδού ότι έρχεται η εξήγησις!» διελογίσθη η Άννα και εφοβήθη.
+
+ ― Οφείλω να σας υποδείξω ότι η συμπεριφορά σας σήμερον υπήρξεν
+απρεπής.
+
+ ― Τι ευρήκατε το απρεπές εις την συμπεριφοράν μου; ηρώτησεν η
+Άννα.
+
+ ― Την απελπισίαν, την οποίαν δεν ηδυνήθητε να αποκρύψητε, όταν
+είς εκ των ιππέων κατέπεσε.
+
+Ανέμενε την απάντησίν της, αλλ' η Άννα εσιώπησεν ατενίζουσα
+ενώπιόν του.
+
+ ― Σας παρεκάλεσα ήδη να φέρεσθε ενώπιον της κοινωνίας κατά τρόπον
+ώστε και αυταί αι κακαί γλώσσαι να μη ευρίσκωσι τίποτε προς
+κακολογίαν. Υπήρξεν εποχή καθ' ήν ωμίλουν περί σχέσεων οικιακών·
+δεν ομιλώ πλέον περί των τοιούτων σήμερον. Σήμερον ομιλώ περί
+εξωτερικών μόνον σχέσεων. Συμπεριεφέρθητε κατά τρόπον απρεπή και
+επιθυμώ να μη επαναληφθή τούτο.
+
+Η Άννα δεν ήκουεν ούτε τα μισά από τα λόγια ταύτα.
+
+Ησθάνετο φόβον και διηρωτάτο αν ήτο αληθές ότι ο Βρόνσκυ είχε
+μείνει σώος και υγιής. Περί εκείνου άρα γε ο αξιωματικός είχεν
+είπει ότι ο ιππεύς ήτο σώος είχε φονευθή ο ίππος;
+
+Όταν ο Καρένιν επεράτωσε τον παραινετικόν του, η Άννα προσεποιήθη
+ότι εμειδία με ήθος ειρωνικόν και δεν απεκρίθη διότι σχεδόν δεν
+είχεν ακούσει τίποτε.
+
+ ― Ίσως απατώμαι, είπεν εκείνος· εν τοιαύτη περιπτώσει, σας
+παρακαλώ να με συγχωρήσητε.
+
+Η Άννα ητένισε μετ' απελπισίας την παγεράν του μορφήν
+
+ ― Όχι, δεν απατάσθε, είπε βραδέως . . . Δεν απατάσθε. Ευρισκόμην
+εις απελπισίαν και δεν μου ήτο δυνατόν να μη ευρίσκωμαι. Σεις μου
+ομιλείτε, και εγώ συλλογίζομαι μόνον εκείνον . . . Τον αγαπώ,
+είμαι ερωμένη του, σας δεν δύναμαι να σας υποφέρω . . . Μου
+προξενείτε φόβον . . . Σας αποστρέφομαι . . Κάμετε με ότι
+επιθυμείτε . . .
+
+Ερρίφθη είς τινα γωνίαν της αμάξης και έκλαυσεν αποκρύπτουσα το
+πρόσωπόν της.
+
+Ο Καρένιν δεν μετεκινήθη. Αλλ' η μορφή του προσέλαβε αίφνης την
+επίσημον παγερότητα νεκρού και την διετήρησε μέχρι του πέρατος της
+πορείας.
+
+Όταν επλησίασαν εις την οικίαν, ο Καρένιν έστρεψε τη κεφαλήν προς
+την ιδίαν πάντοτε έκφρασιν.
+
+ ― Μάλιστα, αλλ' αξιώ να σεβασθήτε τα καθήκοντα μέχρι της ημέρας,
+― η φωνή του έτρεμεν ― καθ' ήν θα λάβω μέτρα προς άμυναν της τιμής
+μου και τα οποία θα σας ανακοινώσω.
+
+Κατήλθε πρώτος του κουπέ και την εβοήθησε να κατέλθη.
+
+Επί τη θέα δε των υπηρετών, της έθλιψε την χείρα, επέβη και αύθις
+της αμάξης και απήλθεν εις την πόλιν.
+
+Ολίγας κατόπιν στιγμάς, είς θαλαμηπόλος της πριγκηπίσσης Μπέτσυ
+έφερε προς την Άνναν το ακόλουθον σημείωμα:
+
+«Έστειλα και εζήτησα πληροφορίας εις του Αλεξίου· μου γράφει ότι
+είναι καλά, αλλ' ευρίσκεται εις απόγνωσιν».
+
+«Θα έλθη εις την συνέντευξιν!» διελογίσθη η Άννα . . . «τι καλά
+που έκαμα να τα ομολογήσω όλα! . . .»
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
+
+
+
+Όταν η Άννα και ο Καρένιν έφθασαν προ της θύρας της εξοχικής
+οικίας, εβοήθησεν ούτος την σύζυγόν του να κατέλθη της αμάξης, και
+καταβαλών νέον εφ' εαυτού αγώνα, την απεχαιρέτησε με την συνήθη
+του φιλόφρονα λεπτότητα και της είπεν ότι θα της ανεκοίνου την
+εποιούσαν την απόφασίν του.
+
+οι λόγοι της Άννας, οίτινες είχον επιβεβαιώση τας τολμηροτέρας των
+υπονοιών αυτού, ενέβαλον εις την καρδίαν οξύτατον άλγος. Αλλ' όταν
+επανευρέθη μόνος εντός της αμάξης, ο Καρένιν, προς ιδίαν του
+έκπληξιν και προς άκραν του ευχαρίστησιν, συνησθάνθη ότι είχε
+τελείως απελευθερωθή απασών των αμφιβολιών και των αλγηδόνων της
+ζηλοτυπίας, αίτινες τόσον τον είχον βασανίσει.
+
+ ― Μία γυνή διεφθαρμένη, άνευ τιμής, άνευ καρδίας, άνευ θρησκείας!
+Το κατενόησα πάντοτε, το έβλεπα πάντοτε, αν και εβίαζον εμαυτόν εξ
+οίκτου προς αυτήν, να δεικνύω ότι απατώμαι διά λογαριασμόν της!
+
+Ενόμισε πράγματι, ότι είχε πάντοτε κρίνει την Άνναν υπό τοιούτο
+φως.
+
+Ανεμνήσθη λεπτομερείας της προηγουμένης συμβιώσεώς των,
+λεπτομερείας αι οποίαι άλλοτε δεν του είχον φανή αξιόμεμπτοι, και
+αίτινες κατά την ώραν εκείνην, τω υπεδείκνυον φανερά, ότι πάντοτε
+υπήρξε γυνή διεφθαρμένη.
+
+«. . . Διέπραξα σφάλμα συνδέσας την ζωήν μου με την ιδικήν της·
+αλλ' εν τη πλάνη μου ταύτη ουδέν το κακόν υπάρχει, διά τούτο
+ακριβώς δεν πρέπει να είμαι δυστυχής . . .
+
+«. . . Δεν είμαι εγώ ο ένοχος» εξηκολούθησεν, «ένοχος είνε αυτή! .
+. . Αλλ' είνε μηδέν πλέον δι' εμέ, ουδ' υφίσταται καν πλέον δι'
+εμέ!»
+
+Η νέα τύχη της Άννας και του υιού της, ως προς τον οποίον τα
+αισθήματά του είχον επίσης μεταβληθή ως και προς εκείνην, έπαυσε
+τοιουτοτρόπως να τον απασχολή.
+
+Το μόνον όπερ απησχόλει το πνεύμα του κατά την στιγμήν αυτήν, ήτο
+ο τρόπος κατά τον οποίον θα ηδύνατο ν' αποσείση μετ' άκρας
+αξιοπρεπείας, και συνεπώς, μετ' άκρας δικαιοσύνης, τον βόρβορον,
+διά του οποίου τον είχε ρυπάνει κατά την πτώσιν της, διά να δυνηθή
+να συνεχίση την δραστηρίαν την έντιμον και την χρήσιμον ζωήν του.
+
+ ― Δεν δύναμαι να είμαι δυστυχής εγώ, διότι μία αξία περιφρονήσεως
+γυνή διέπραξεν έν σφάλμα! Οφείλω μόνον να προσπαθήσω να εύρω την
+καλλιτέραν διέξοδον όπως εξέλθω της τρομεράς θέσεως, εις την
+οποίαν με ενέβαλεν η γυνή αύτη. Και την διέξοδον αυτήν θα την εύρω
+. . . Δεν είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος . . .
+
+Και διά της φαντασίας του τότε διήλθεν ολόκληρος σειρά ιστορικών
+ονομάτων . . . Την παρηκολούθησε δε από του περιφήμου Μενελάου
+μέχρι της ατελευτήτου παρελάσεως συζύγων απατηθέντων εις τας
+ανωτάτας κοινωνικάς τάξεις της Ρωσσίας: . . .
+
+«. . . Δαρδάλωφ, Πολτάβσκυ, πρίγκηψ Καριμπάνωφ, κόμης Πασκούδιν,
+Ντραμ . . . Ναι, και ο Ντραμ επίσης, ένας άνθρωπος τόσον έντιμος,
+τόσον πνευματώδης . . . και ο Σιμιένωφ, και ο Τσαγγούιν, και ο
+Σεγγόνιν . . .»
+
+«. . . Είνε αληθές ότι κάποιος γελοίος ηλίθιος πίπτει εφ' όλων των
+ανθρώπων αυτών, αλλ' ουδέποτε διέκρινα εν τη ατυχία των άλλο τι
+από απλήν δυστυχίαν, και επάλαισα και εγώ κατά της δυστυχίας
+ταύτης», διελογίσθη ο Καρένιν, αν και ηπατήθη εις το ζήτημα τούτο.
+
+Ουδέποτε είχε παλαίσει κατά τοιούτου είδους ατυχημάτων, και εξ
+εναντίας, εξετίμα εαυτόν τόσον πλειότερον όσον έβαινεν αυξανόμενος
+ο αριθμός των γυναικών που απατώσι τους συζύγους των.
+
+«. . . Είνε ατύχημα, το οποίον ημπορεί να συμβή εις κάθε άνθρωπον,
+και το ατύχημα τούτο έπληξε και εμέ . . . Πρόκειται μόνον να
+υποστώ το πάθημα μου υπό τας αρίστας κατά το δυνατόν συνθήκας. .
+.»
+
+Ήρχισε να αναλύη εν πάση λεπτομερεία τας ενεργείας των ανδρών της
+γνωριμίας του, οίτινες είχον ευρεθή εις την ιδικήν του θέσιν.
+
+«. . . Ο Δαριάνωφ εκτυπήθη εν μονομαχία . . .»
+
+ ― Τι θα εκέρδιζα προκαλών αυτόν;
+
+Ο Καρένιν ανελογίσθη την νύκτα, ην θα διήρχετο προ της μονομαχίας,
+κατόπιν το περίστροφον διευθυνόμενον κατ' αυτού, ερρίγησε και
+κατενόησε ότι δεν έπρεπε να αποστείλη τον μάρτυρά του.
+
+«. . . Ας δεχθώμεν ότι μανθάνω σκοποβολήν . . . ιδού εγώ επί του
+πεδίου της τιμής, πιέζω την σκανδάλην», εσκέπτετο κλείων τους
+οφθαλμούς, «και . . . τον σκοτώνω . . .
+
+Έσεισε την κεφαλήν διά να αποδιώξη τας τρελλάς αυτάς ιδέας.
+
+«. . . Ποία έννοια ενυπάρχει εις την δολοφονίαν ενός ανθρώπου
+ανοσιουργούντος όπως καθορισθώσιν αι σχέσεις μου προς την
+εγκληματήσασαν γυναίκα μου και τον υιόν μου; . . . Και μετά τούτο
+θα ευρισκόμην πάλιν εις την ανάγκην να επιζητήσω μίαν λύσιν. Αλλά
+το περισσότερον προφανές, το πιθανώτερον, το έξω πάσης αμφιβολίας,
+είτε εγώ θα φονευθώ ή θα τραυματισθώ! . . . εγώ, ο αθώος, θύμα,
+νεκρός ή τραυματίας . . . Αυτό είνε πολύ περισσότερον ηλίθιον.
+
+Αποτρέψας τοιουτοτρόπως την πιθανότητα μιας μονομαχίας, ο Καρένιν
+ήρχισε να εξετάζη το ενδεχόμενον του διαζυγίου, ετέρας δηλαδή
+διεξόδου, την οποίαν είχον προτιμήσει μερικοί εκ των απατηθέντων
+συζύγων, καθ' όσον ενεθυμείτο.
+
+Η επιδίωξις του διαζυγίου δεν θα ήτο δυνατόν να έχη άλλο τι
+αποτέλεσμα πλην μιας σκανδαλώδους δίκης, ήτις θα απετέλει εύρημα
+διά τους εχθρούς του και δι' όλους εκείνους, οίτινες ουδέν άλλο
+επεζήτουν, παρά να υποβιβάσουν την υψηλήν θέσιν, ην κατείχεν ούτος
+εν τω κόσμω.
+
+Εκτός δε τούτου, κατά την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, ήτο
+προφανές ότι η σύζυγός του θραύσασα πλέον τους προς αυτόν δεσμούς
+της, θα συνεδέετο στενώς μετά του εραστού της.
+
+Αλλ' εν τη ψυχή του Καρένιν, παρά την περιφρονητικήν αδιαφορίαν,
+ην ενόμιζεν ότι ησθάνετο διά την Άνναν, διετηρείτο πάντοτε κάποιον
+αίσθημα· ο πόθος να την εμποδίση να νυμφευθή τον Βρόνσκυ, διότι
+δεν ήθελε να αποκομίση εκείνη κέρδος εκ του ιδίου της σφάλματος.
+
+Εκτός όμως του πλήρους διαζυγίου, θα ηδύνατο να ενεργήση όπως ο
+Καριμπάνωφ, ο Πασκούδιν και ο αγαθός εκείνος Ντραμ, να χωριστή
+δηλαδή της συζύγου του, ― διελογίσθη επίσης όταν κατεπραΰνθη η
+πρώτη του έξαψις.
+
+Αλλά και το μέτρον αυτό θα προυκάλει επίσης σκάνδαλον, και προ
+πάντων, όπως το διαζύγιον, θα έρριπτε την Άνναν εις τας αγκάλας
+του εραστού της.
+
+«. . . Όχι! αυτό είνε αδύνατον, αδύνατον!» είπεν υψηλοφώνως· «είνε
+αδύνατον να καταστώ εγώ δυστυχής, αυτή όμως και εκείνος δεν πρέπει
+να γίνωσιν ευτυχείς!»
+
+Η ζηλοτυπία η οποία τον είχε βασανίσει κατά την περίοδον της
+αβεβαιότητος, εξηφανίσθη, αλλ' είχεν αντικατασταθή υπό ετέρου
+συναισθήματος· υπό του πόθου όχι μόνον να μη θριαμβεύση η Άννα,
+αλλά και να υποστή την ποινήν, ην απήτει το παράπτωμά της.
+
+Και δεν απεδέχετο μεν κατά βάθος το τελευταίον τούτο συναίσθημα,
+αλλ' εις τα έγκατα της ψυχής του ηύχετο να τιμωρηθή εκείνη διότι
+είχε διαταράξει την γαλήνην του και την τιμήν του.
+
+Αφού εξήτασεν εκ νέου την διά μονομαχίας λύσιν, το διαζύγιον ή τον
+χωρισμόν, και τα απέκρουσεν εκ νέου ο Καρένιν κατέληξεν εις το
+συμπέρασμα ότι δι' αυτόν μία διέξοδος υπήρχε· να κρατήση την
+σύζυγόν του, να κρύψη από τα μάτια του κόσμου πάντα όσα είχον
+λάβει χώρα, να προσφύγη εις όλα τα αναγκαία μέσα όπως διασπάση τας
+σχέσεις της Άννας και του Βρόνσκυ και προπάντων. ― δεν το ωμολόγει
+τούτο, ― όπως την τιμωρήση.
+
+«. . . Θα τη διακηρύξω την απόφασίν μου, θα την κάμω να εννοήση,
+ότι αφ' ού εζύγισεν ωρίμως την οδυνηράν θέσιν ην εδημιούργησεν εις
+την οικογένειάν μας, η αρίστη διέξοδος δι' αμφότερα τα μέρη, είνε
+το «εξωτικόν» σ τ ά τ ο υ ― κ β ο. ― Θα της είπω ότι είμαι έτοιμος
+να υπογράψω την τοιαύτην διευθέτησιν υπό τον ρητόν όρον, ότι και
+αυτή θα υποταχθή εις την θέλησίν μου, δηλαδή ότι θα διαρρήξη πάντα
+δεσμόν προς τον εραστήν της. . .»
+
+Όταν δε η απόφασις αύτη ελήφθη οριστικώς υπό του Καρένιν, ευρήκεν
+ούτος και κάποιον ανώτερον λόγον προς υποστήριξίν της.
+
+«. . . Συμμορφούμενος προς την απόφασιν ταύτην, ακολουθώ
+πληρέστατα και τα παραγγέλματα της θρησκείας», διελογίσθη . . .
+«Αυτός είνε ο μόνος τρόπος, όστις μοι επιτρέπει να μη αποδιώξω
+βιαίως την ένοχον γυναίκα και να της παράσχω την διευκόλυνσιν της
+αποτίσεως του εγκλήματός της, όσον δε βαρύ και αν είνε το καθήκον
+όπερ επιβάλλω εις εμαυτόν, θα θυσιάσω οπωσδήποτε μέρος των
+δυνάμεών μου χάριν της αναμορφώσεως και της σωτηρίας της . . .»
+
+Καίτοι ο Καρένιν κατενόει, ότι ουδεμίαν ηδύνατο ν' ασκήση
+επίδρασιν ηθικήν επί της συζύγου του, ότι εξ όλων του των προς
+αναμόρφωσιν και ανάπλασίν της προσπαθειών του, θα εξεπορεύετο
+ψεύδος μόνον, . . . καίτοι κατά το διάστημα των τρομερών αυτών
+ωρών της ζωής του ουδ' επί στιγμήν είχε διαλογισθή να ζητήση
+συμβουλάς από την θρησκείαν, αφ' ης στιγμής η απόφασίς του
+εταυτίζετο προς τας απαιτήσεις της χριστιανικής ηθικής, ενόμισεν
+ουχ ήττον ότι η θρησκευτική αύτη κύρωσις τω παρείχε πλήρη
+ικανοποίησιν, και τον επαρηγόρει μάλιστα κατά τι . . .
+
+Ήτο ευτυχής διαλογιζόμενος ότι, κατά στιγμήν τόσον κρίσιμον,
+ουδείς θα ηδύνατο να είπη ότι δεν ενήργησε σύμφωνα προς τα
+παραγέλματα της θρησκείας, της οποίας την σημαίαν εκράτει τόσον
+υψηλά, εν τω μέσω της γενικής παγερότητος και αδιαφορίας.
+
+Εξακολουθών να εξετάζη τας νέας λεπτομερείας, ο Καρένιν διηρωτήθη
+διατί τάχα αι μετά της Άννας σχέσεις του δεν θα ηδύναντο να
+αποκατασταθώσιν οίαι και κατά το παρελθόν.
+
+Αναντιρρήτως, δεν θα του ήτο δυνατόν να τη αποδίδη την εκτίμησιν
+και την αγάπην, ην έτρεφε προς αυτήν πρότερον, αλλά δεν υπήρχε δι'
+αυτόν λόγος να συντρίψη την ιδίαν του ζωήν και να παράσχη, διότι
+εκείνη είχε δειχθή γυνή κακή και άπιστος.
+
+«. . . Ναι, ο χρόνος, που όλα τα διευθετίζει, θα παρέλθη και αι
+σχέσεις μας θα επαναγίνωσιν οποίαι υπήρξαν και πρότερον»,
+διελογίσθη ο Καρένιν, «θα επαναγίνωσι δηλαδή τοιαύται, ώστε η ζωή
+μου να μη ευρίσκεται πλέον εν διαταραχή. Αυτή οφείλει να είνε
+δυστυχής, αλλ' εγώ είμαι αθώος και διά τούτο εγώ δεν πρέπει να
+είμαι δυστυχής!»
+
+* * *
+
+Πλησιάζων προς την Πετρούπολιν, ο Καρένιν εσταμάτησεν οριστικώς
+εις το σχέδιον τούτο και συνέθεσεν εντός της κεφαλής του την
+επιστολήν, ην θα έγραφε προς την σύζυγόν του.
+
+Όταν απήλθεν εις τον αντιθάλαμον όπου ευρίσκετο ο θυρωρός, έρριψε
+βλέμμα επί των επιστολών και των επισήμων εγγράφων των ελθόντων εκ
+του υπουργείου και διέταξε να μεταφερθώσιν εις το γραφείον του.
+
+ ― Μη δεχθήτε κανένα, είπε προς τον θυρωρόν.
+
+Έκαμε δις τον γύρον του δωματίου, εσταμάτησε προ τον μεγάλου του
+γραφείου, επί του οποίου ο θαλαμηπόλος του είχεν ήδη ανάψει έξ
+λαμπάδας και εκάθησε τακτοποιήσας τα επί της τραπέζης του
+αντικείμενα.
+
+Εστήριξεν είτα αμφοτέρους τους αγκώνας του επί του γραφείου,
+εσκέφθη επί στιγμήν και ήρχισε να γράφη χωρίς ουδέ εφ' άπαξ να
+διακοπή.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+«. . . Κατά την τελευταίαν μας συνάντησιν, σας ανακοίνωσα την
+πρόθεσίν μου όπως σας καταστήσω γνωστήν την απόφασίν μου.
+
+«Ιδού η απόφασίς μου: οιαιδήποτε και αν υπήρξαν αι πράξεις σας,
+δεν θεωρώ εμαυτόν έχοντα το δικαίωμα να θραύσω τους δεσμούς, διά
+των οποίων δύναμις ανωτέρα μας έχει συνδέσει.
+
+«Η οικογένεια δεν δύναται να καταστραφή διά του πείσματος, διά της
+ασεβείας ή και διά του πταίσματος ακόμη ενός των συμβληθέντων, και
+η ζωή μας οφείλει να εξακολουθήση βαδίζουσα όπως και κατά το
+παρελθόν. Αναγκαίον δε τούτο και δι' εμέ, και διά σας και διά τον
+υιόν μας.
+
+«Είμαι βέβαιος ότι μεταμελείσθε τώρα διά το δώσαν αφορμήν εις την
+επιστολήν ταύτην και ότι θα με βοηθήσετε προς ολοκληρωτικήν
+απόσβεσιν των αιτίων της διαστάσεώς μας και προς λήθην του
+παρελθόντος. Εν εναντία περιπτώσει, δύνασθε μόνη σας να προΐδητε
+τι σας αναμένει, σας και τον υιόν σας.
+
+«Ελπίζω ότι θα δυνηθώ να σας αναπτύξω πάντα ταύτα εν
+λεπτομερείαις, όταν θα επανιδωθώμεν.
+
+«Επειδή η περίοδος της αγροτικής διαμονής εγγίζει εις το τέλος
+της, σας παρακαλώ να επανέλθητε εις Πετρούπολιν όσον το ταχύτερον,
+ουχί δε βραδύτερον της τρίτης.
+
+«Θα δώσω όλας τας αναγκαίας διαταγάς. Σας υποδεικνύω δε, ότι
+αποδίδω μεγάλην σημασίαν εις την ικανοποίησιν της τελευταίας μου
+ταύτης αξιώσεως.
+
+«Αλέξιος Καρένιν».
+
+«Υ. Γ. ― Εσωκλείω τα χρήματα, τα οποία πιθανόν να σας χρειασθούν
+διά τας δαπάνας σας».
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Ανέγνωσε και αύθις την επιστολήν και ευρέθη ευχαριστημένος εξ
+αυτής· δεν ευρήκεν εν αυτή ούτε μίαν καν λέξιν σκληράν, ούτε μίαν
+καν μορφήν, αλλά και ουδεμίαν καν συγκαταβατικότητα.
+
+Εδίπλωσε τον έγγραφον χάρτην, τον ελείανε δι' ογκώδους
+χαρτοκοπτήρος εξ ελεφαντόδοντος, ετοποθέτησε τα χαρτονομίσματα
+εντός του φακέλλου και εκωδώνισε καλών ένα υπηρέτην.
+
+ ― Θα παραδώσης την επιστολήν αυτήν εις τον ταχυδρόμον διά να την
+μεταβιβάση αύριον εις την Άνναν Καρένιν, εις την εξοχήν, είπεν
+εγερθείς.
+
+Ο Καρένιν διέταξε να του φέρουν το τσάι εις το γραφείον του.
+
+Ύπερθεν του καθίσματος του ήτο ανηρτημένη μία φωτογραφία της
+Άννας.
+
+Ο Καρένιν την περιειργάσθη.
+
+Τα μάτια της Άννας με το ανερμήνευτον βλέμμα τον ητένιζον με ήθος
+χλευαστιπόν και προπετές, όπως κατά το εσπέρας της μεταξύ των
+εκμυστηρεύσεως.
+
+Η θέα της περί την κεφαλήν της μαύρης δαντέλλας, της
+παρελισσομένης καλλιτεχνικώτατα, των βαθυχρώμων μαλλιών της και
+της ωραίας λευκής χειρός της γεμάτης δακτυλίους, επενήργησεν επ'
+αυτού ως πρόκλησις αυθάδης.
+
+Αφού επί στιγμήν ητένισε την φωτογραφίαν, ο Καρένιν, ερρίγησε, τα
+χείλη του εκλείσθησαν, και απέστρεψε την κεφαλήν, αφέθη δε να
+καταπέση επί του καθίσματός του και ήρχισε να φυλλομετρή κάποιο
+βιβλίον.
+
+* * *
+
+Αν και η Άννα είχε πάντοτε αντικρούσει τον Βρόνσκυ μετ' οργής και
+επιμονής, οσάκις τη υπεδείκνυεν ότι η θέσις της απέβαινεν
+αφόρητος, την εύρισκεν ουχ' ήττον και αυτός ψευδή ουχί έντιμον και
+επεθύμει να ηδύνατο να την μεταβάλη.
+
+Επιστρέφουσα εκ των ιπποδρομίων μετά του συζύγου της, του είχεν
+είπει τα πάντα, εν μια στιγμή νευρικής υπερδιεγέρσεως, και παρά το
+οδυνηρόν συναίσθημα το οποίον είχε συναισθανθή, ήτο ευχαριστημένη
+διότι είχε προβή εις την εκμυστήρευσιν εκείνην.
+
+Μείνασα μόνη, ανεγνώρισεν ότι ήτο ευτυχής, ότι την φοράν αυτήν τα
+πάντα πλέον θα διεφωτίζοντο, και ότι δεν θα υπήρχον πλέον ψεύδη
+μεταξύ των. Δεν αμφέβαλλε δε πλέον ότι η θέσις της θα
+διεκανονίζετο οριστικώς.
+
+Η νέα αύτη φάσις της ζωής της θα ήτο ευκρινής, χωρίς αβεβαιότητας
+και χωρίς υποκρισίας.
+
+Η βάσανος, την οποίαν της εστοίχισαν αι προς τον σύζυγον
+εκμυστηρεύσεις της, θα αντημείβετο διά του γενονότος, ότι του
+λοιπού, τα πάντα θα ήσαν σαφή και καθαρά.
+
+Το αυτό εσπέρας είδε τον Βρόνσκυ, αλλά δεν του ανεκοίνωσεν όσα
+είχον λάβει χώραν μεταξύ αυτής και του συζύγου της, αν και η
+εκμυστήρευσις αύτη θα ήτο απαραιτήτως αναγκαία όπως διαφωτισθή
+τελείως η θέσις της.
+
+Όταν εξύπνησε την επιούσαν πρώτη της σκέψις υπήρξαν οι λόγοι τους
+οποίους είχεν απευθύνει προς τον σύζυγόν της και οι οποίοι της
+εφάνησαν τώρα τόσον τρομεροί, ώστε δεν ηδύνατο να εννοήση πώς έσχε
+το θάρρος να προφέρη λέξεις τόσον χυδαίας.
+
+Αλλ' η εκμυστήρευσις είχε γείνει πλέον και ο Καρένιν είχεν ανέλθει
+χωρίς να της είπη τίποτε.
+
+«. . . Είδα τον Βρόνσκυ», διελογίσθη η Άννα, «και δεν του διηγήθην
+τίποτε. Όταν έφυγεν ηθέλησα να τον ανακαλέσω και να του τα είπω
+όλα, αλλ' εσκέφθην ότι δεν θα ειμπορούσα να του τα εξηγήσω διατί
+δεν τα ωμολόγησα ταχύτερον. Διατί ηθέλησα να τα είπω και όμως δεν
+το έκαμα;»
+
+Και εις απάντησιν του ερωτήματος τούτου το δρυμύ του αίσχους
+ερύθημα επορφύρωσε την μορφήν της. Εννόησε τι της έκλειε το στόμα,
+και εννόησεν ότι ησθάνετο αίσχος.
+
+Η θέσις της, η οποία την προτεραίαν της εφαίνετο τελείως
+διασαφηνισμένη, παρουσιάζετο ήδη αδιέξοδος. . .
+
+Κατελήφθη υπό τρόμου επί τω αναλογισμώ του σκανδάλου, το οποίον
+δεν είχε σκεφθή.
+
+Οσάκις δε εσκέπτετο την απόφασίν, την οποίαν θα ελάμβανεν ο
+σύζυγος της, αι μάλλον μαύραι ιδέαι την κατελάμβανον ολόκληρον.
+
+Εφαντάζετο ότι ο επιμελητής του Καρένιν θα προσήρχετο να την
+εκδιώξη της οικίας της και να διακηρύξη εις τον κόσμον το αίσχος
+της. Και διηρώτα εαυτήν πού θα μετέβαινεν όταν θα την εξεδίωκον,
+και απάντησιν δεν εύρισκε.
+
+Όταν πάλιν εσκέπτετο τον Βρόνσκυ, έλεγε καθ' εαυτήν ότι δεν την
+ηγάπα πλέον, ότι ήρχιζε να την βαρύνεται, ότι δεν ήτο δυνατόν να
+καταστή εξ ολοκλήρου ιδική του και να αφοσιωθή εις αυτόν, και διά
+τον λόγον τούτον, διησθάνετο κάποιαν εχθρότητα προς αυτόν.
+
+Ενόμιζεν ακόμη ότι τα λόγια, τα οποία είχεν απευθύνει προς τον
+σύζυγόν της, και τα οποία επανελάμβανεν ακαταπαύστως τώρα εν τη
+μνήμη της, ότι τα είχε απευθύνει εις όλον τον κόσμον και ότι όλος
+ο κόσμος τα είχεν ακούσει. Δεν ηδύνατο να αποφασίση να παρατηρή
+κατά πρόσωπον τους ανθρώπους που την περιεκύκλουν. Δεν ετόλμα να
+καλέση διά κωδωνισμού την θαλαμηπόλον της, ακόμη δε ολιγώτερον να
+κατέλθη του κοιτώνος της όπως ευρέθη αντιμέτωπος του υιού της και
+της διδασκαλίσσης του.
+
+Η καμαριέρα της, ήτις από πολλής ώρας εκαραδόκει την αφύπνησίν της
+εξόπισθεν της θύρας, εισήλθεν αυτοβούλως εις της κυρίας της.
+
+Η Άννα την ητένισε με ήθος ερωτηματικόν και εκοκκίνησεν εκ φόβου.
+
+Η θαλαμηπόλος εδικαιολογήθη διότι είχεν εισέλθει, προφασισθείσα
+ότι ενόμισεν ότι η κυρία έχει κρούσει τον κώδωνα.
+
+Προσεκόμιζε δε μίαν ρόμπαν και ένα μπιλιέτο.
+
+Η κόμησσα Μπέτσυ υπενθύμιζεν εις την Άνναν ότι το πρωί εκείνο θα
+είχε την Λίζαν Μερλάκωφ και την βαρώνην Στολτς μετά των θαυμαστών
+των, χάριν μιας παρτίδος «κρόκετ».
+
+ ― «Ελάτε τουλάχιστον διά να κάμετε μίαν μελέτην ηθών και
+συμπεριφοράς. Σας περιμένω», έγραφε ως κατακλείδα.
+
+Η Άννα ανέγνωσε το σημείωμα και εστέναξεν παρατεταμένως.
+
+ ― Δεν έχω ανάγκην από τίποτε, από τίποτε είπε προς την Ανούσκαν
+ήτις ετακτοποίει τα φιαλίδια και της βούρτσες επί της τραπέζης του
+καλλωπισμού. Πήγαινε θα ενδυθώ και θα κατέλθω. Άφες με, δεν μου
+χρειάζεται τίποτε.
+
+Η Ανούσκα εξήλθε του δωματίου, αλλ' η Άννα δεν ήρχισε την
+τουαλέττα της και έμεινεν εις την αυτήν στάσιν, με την κεφαλήν και
+τας χείρας χαμηλωμένας· από στιγμής εις στιγμήν ερρίγει σύσσωμος,
+ως να ήθελε κάτι να είπη, είτα δε επανέπιπτεν εις την αυτήν
+παθητικήν στάσιν.
+
+Αν και ουδέποτε αμφέβαλε περί της θρησκείας, υπό τας εμπνεύσεις
+της οποίας την είχεν αναθρέψει, η ιδέα του να επιζητήση παρηγορίαν
+εν τη πίστει της εφαίνετο τόσον αλλόκοτος, όσον και αν επρόκειτο
+να ζητήση την βοήθειαν αυτήν από τον Καρένιν . . .
+
+Εγνώριζεν εκ των προτέρων ότι η βοήθεια της θρησκείας θα ήτο
+δυνατή μόνον αν παρητείτο παντός ότι απετέλει δι' αυτήν την
+πραγματικήν έννοιαν της ζωής.
+
+Υπέφερε, και ήρχιζε μάλιστα να δοκιμάζη ποιόν τινα φόβον ενώπιον
+της νέας ταύτης πνευματικής καταστάσεως, την οποίαν δεν εγνώριζεν
+ακόμη.
+
+Ησθάνετο ότι τα πάντα εντός της ψυχής της ήρχιζον να
+διχοτομούνται, όπως διχοτομούνται τα αντικείμενα ενώπιον
+κουρασμένων οφθαλμών.
+
+Ενίοτε δεν εγνώριζε πλέον ούτε τι εφοβείτο ούτε τι ηύχετο και
+επόθει. Δεν εγνώριζεν αν εφοβείτο ή αν ηύχετο όσα συνέβησαν ή
+μόνον εκείνο που θα συνέβαινε, και δεν ηδύνατο να καθορίση σαφώς
+εκείνο το οποίον πράγματι θα επόθει.
+
+Κατήλθε της κλίνης της και ήρχισε να βηματίζη εντός του δωματίου.
+
+ ― Ο καφές είνε έτοιμος, η Δεσποινίς και ο Σεριόγια περιμένουν την
+Κυρίαν, είπεν η θαλαμηπόλος εισελθούσα και πάλιν.
+
+ ― Ο Σεριόγια; Τι κάμνει ο Σεριόγια; είπεν η Άννα μετά θέρμης,
+αναμνησθείσα διά πρώτην φοράν ότι είχεν υιόν.
+
+Η σκέψις του τέκνου της απέσπασεν αποτόμως την Άνναν από της
+αδιεξόδου θέσεως εν τη οποία ησθάνετο εαυτήν. Ανελογίσθη την
+αποστολήν της μητρός, ήτις ζη χάριν του υιού της και μόνον
+ειλικρινή εν μέρει αλλά λίαν μεγαλοποιημένην, ην είχεν επιβάλει
+εαυτή κατά τα τελευταία ταύτα έτη, και διείδε μετά χαράς ότι
+εύρισκεν εν αυτή ποιάν τινα δύναμιν ανεξάρτητον της θέσεως εις ήν
+ευρίσκετο εν σχέσει προς τον σύζυγόν της και τον Βρόνσκυ. Η
+δύναμις δε εκείνη ήτο ο υιός της.
+
+Οιαδήποτε και αν απέβαινεν η θέσις της, δεν θα ηδύνατο ποτέ να
+εγκαταλείψη τον υιόν της.
+
+Και αν ο σύζυγός της την απεδίωκεν ή την ανεκήρυττεν άτιμον, και
+αν ακόμη ο έρως του Βρόνσκυ την εγκατελίμπανε (αντεμετώπισε και
+αύθις το ενδεχόμενον τούτο μετά πικρίας και τύψεως), ουδέποτε θα
+παρητείτο, ουδέποτε θα απηρνείτο το τέκνον της . . .
+
+Ενεδύθη εν σπουδή, κατήλθε, και με βήμα σταθερόν εισήλθεν εις το
+σαλόνι όπου είχε παραταθή ο καφές και όπου την ανέμενεν ο Σεριόγια
+και η παιδαγωγός του.
+
+Ο Σεριόγια, ενδεδυμένος κατάλευκα, ίστατο παρά την τράπεζαν
+ενώπιον του καθρέπτου και έπαιζε με τάνθη που είχε φέρει από τον
+κήπον. Έμενε δε εκεί με την κεφαλήν και την ράχιν κυρτωμένην, με
+μίαν έκφρασιν συγκεντρωμένης προσοχής, ην εγνώριζεν εκείνη και η
+οποία τον προσομοίαζε με τον πατέρα του.
+
+Η Άννα εδράξατο του Σεριόγια από του ώμου, τον ητένισε και με ύφος
+τρυφερόν μάλλον παρά αυστηρόν, όπερ ετάραξεν άμα και ηυχαρίστησε
+το παιδίον, και κατόπιν το εφίλησε.
+
+«. . . Μήπως δεν ημπορώ να μη το αγαπώ;» διελογίσθη διερευνώσα το
+φαιδρόν βλέμμα του παιδίου. «. . . Μήπως πρόκειται να συνταχθή με
+τον πατέρα του διά να με τιμωρήσουν; Μήπως δεν θα αισθανθώσιν
+έλεος δι' εμέ; . . .»
+
+Τα δάκρυα κατέρρεον επί των παρειών της· διά να τα κρύψη ηνωρθώθη
+αποτόμως και έσπευσεν εις την ταράτσαν.
+
+ ― Μήπως δεν θα με συγχωρήσουν; μήπως δεν θα εννοήσουν ποτέ ότι
+δεν ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; διελογίσθη.
+
+Εισήλθε και πάλιν εις το δωμάτιόν της και εδήλωσεν εις την
+παιδαγωγόν και τους υπηρέτας ότι ανεχώρει το αυτό εσπέρας διά
+Μόσχαν, και ήρχιζε να συσκευάζη τας αποσκευάς της.
+
+* * *
+
+Εις όλα τα δωμάτια της επαύλεως επηγαινοήρχοντο θυρωροί, κηπουροί
+και υπηρέται μετακομίζοντες διάφορα αντικείμενα. Τα ερμάρια και αι
+σκευοθήκαι είχον ανοιχθή . . . επί του δαπέδου εσύροντο
+ξεδιπλωμέναι εφημερίδες· δύο κιβώτια, σάκκοι και δέματα και
+κύλινδροι είχον ήδη τοποθετηθή εντός του αντιθαλάμου. Η άμαξα των
+Καρένιν και δύο αγοραία αμάξια ανέμενον προ της εξωτερικής
+κλίμακος.
+
+Η Άννα, ήτις εν τω πυρετώ της αναχωρήσεως είχε λησμονήσει κάπως
+τας απασχολούσας αυτήν σκέψεις, επλήρου τον ταξειδιωτικόν της
+σάκκον, όταν η θαλαμηπόλος της επέστησε την προσοχήν αυτής επί
+τινος οχήματος, το οποίον επλησίαζεν.
+
+Εκύτταξεν εκ του παραθύρου και διέκρινε τον ταχυδρόμον του Καρένιν
+κρούοντα την θύραν της εισόδου.
+
+ ― Πήγαινε και ρώτησε τι είνε, είπεν.
+
+Εκάθησε δ' επί του ανακλιντήρος με τας χείρας επί των γονάτων και
+έτοιμη διά τα πάντα.
+
+Ο υπηρέτης προσεκόμισεν ογκώδες πακέτο· η επιγραφή προήρχετο εκ
+μέρους του Καρένιν.
+
+ ― Ο ταχυδρόμος έχει διαταγήν να περιμείνη απάντησιν, είπεν.
+
+ ― Καλώς, απήντησεν η Άννα.
+
+Μόλις δε ο υπηρέτης εξήλθεν, ήνοιξε το δέμα διά των τρεμόντων
+δακτύλων της. Η δέσμη των τραπεζογραμματίων, συγκρατουμένων διά
+μικράς ταινίας, ωλίσθησεν επί του παρκέτου. Ανέσυρε την επιστολήν
+και ήρχισε να την αναγινώσκη από το τέλος.
+
+«. . . Έκαμα όλας τας προετοιμασίας διά την επάνοδόν σας και
+αποδίδω μεγίστην σημασίαν εις την ικανοποίησιν της τελευταίας μου
+αξιώσεως . . .»
+
+Ανέγνω τα προηγούμενα, κατόπιν τα όπισθεν, ανέγνω το όλον, έπειτα
+και εκ δευτέρου ολόκληρον την επιστολήν εξ αρχής. Όταν δε
+ετελείωσεν, ησθάνθη ότι εκρύωνε και ότι την εβάρυνε δυστύχημα πολύ
+τρομερώτερον και των χειρίστων της προβλέψεων.
+
+Το πρωί μεταμελείτο διότι είχεν ομολογήσει τα πάντα εις τον
+σύζυγόν της· και τι δεν θα έδιδε διά να δυνηθή να πάρη πίσω τα
+λόγια της εκείνα! . . . Η επιστολή του Καρένιν απεδέχετο ότι τα
+λόγια εκείνα δεν είχον προφερθή και της παρείχεν υπό την έποψιν
+ταύτην πλήρη ικανοποίησιν. Η επιστολή ουχ ήττον εκείνη της
+κατέφερε κτύπημα πολύ οδυνηρότερον αφ' όσον θα ηδύνατο να αναμένη.
+
+«. . . Έχει δίκαιον, έχει δίκαιον», είπεν. «Έχει πάντοτε δίκαιον,
+είνε χριστιανός, είνε μεγαλόψυχος! . . . Ναι, κατ' επιφάνειαν,
+αλλ' εν τη πραγματικότητι είνε άνθρωπος ευτελής και ποταπός! Και
+αυτό το γνωρίζω μόνη εγώ . . . Όλος ο κόσμος τον ονομάζει άνθρωπον
+ευσεβή, ηθικόν, πνευματώδη, τίμιον, κανείς δεν βλέπει όσα είδον
+εγώ εν αυτώ. Δεν γνωρίζουν πως, επί οκτώ έτη, απέπνιξε την ζωήν
+μου, απέπνιξε παν ό,τι υπήρχεν εντός μου ζωντανόν, ότι ουδέ μίαν
+καν φοράν δεν του επήλθεν η ιδέα ότι είμαι γυναίκα ζωντανή έχουσα
+ανάγκην έρωτος . . . Δεν γνωρίζει κανείς ότι κατά πάσαν στιγμήν με
+προσέβαλε και έμενεν ευχαριστημένος εξ εαυτού . . . Μη δεν
+προσεπάθησα δι' όλων μου των δυνάμεων να εύρω μίαν δικαιολογίαν
+εις το είδος της ζωής, το οποίον μοι επέβαλλε; . . . Μη δεν
+προσεπάθησα να τον αγαπήσω, να αγαπήσω τον υιόν μου όταν πλέον δεν
+ηδυνάμην να αγαπώ τον σύζυγον; . . . Ο χρόνος επήλθε και κατενόησα
+ότι δεν δύναμαι πλέον να αυταπατώμαι, ότι είμαι πλάσμα ζωντανόν
+και ότι δεν είνε ιδικόν μου σφάλμα αν ο Θεός με διέπλασε τοιαύτην,
+ώστε να έχω απόλυτον ανάγκην έρωτος και ζωής» . . .
+
+«. . . Και τώρα; Θα προτιμούσα να σκοτώση και εμένα και αυτόν . .
+. Θα υπέφερα τα πάντα, θα συνεχώρουν τα πάντα . . . Αλλ' όχι . . .
+Πώς δεν εμάντευσα τι απόφασιν επρόκειτο να λάβη; Ώφειλα να γνωρίζω
+ότι θα ενήργει σύμφωνα προς τον ευτελή του χαρακτήρα . . . Θα
+νικήση αυτός και θα πέσω εγώ. Θα με εξευτελίση ακόμη περισσότερον
+. . .»
+
+«Δ ύ ν α σ θ ε - μ ό ν η - σ α ς - ν α - π ρ ο ΐ δ η τ ε - τ ι -
+σ α ς - α ν α μ έ ν ε ι, σ α ς - κ α ι - τ ο ν - υ ι ό ν - σ α ς»,
+επανέλαβε καθ' εαυτήν αναμιμνησκομένη της επιστολής του συζύγου
+της.
+
+«. . . Με απειλεί να μου αρπάση τον υιόν μου, και αναμφιβόλως,
+σύμφωνα με τους ηλιθίους των νόμους, δύναται να το κάμη . . . Αλλά
+μήπως δεν γνωρίζω διατί μου κάμνει την απειλήν ταύτην; . . . Δεν
+πιστεύει εις την αγάπην μου προς το παιδί μου ή περιφρονεί το
+αίσθημα αυτό, το οποίον πάντοτε εχλεύαζε· γνωρίζει όμως ότι δεν θα
+εγκαταλείψω τον υιόν μου, ότι δεν δύναμαι να τον εγκαταλείψω.
+Γνωρίζει ότι άνευ του υιού μου, δεν θα δυνηθώ να ζήσω ούτε και
+μετ' εκείνου που αγαπώ, και ότι, αν εγκαταλίμπανα τον υιόν μου, θα
+ήμην η ευτελεστέρα και η πιο τιποτένια των γυναικών! Το γνωρίζει.
+Γνωρίζει ακόμη ότι δεν δύναμαι να υποχωρήσω εις τον πόθον του. .
+.»
+
+«Η - ζ ω ή - μ α ς - π ρ έ π ε ι - ν α - ε ί ν α ι - κ α τ' -
+ε π ι φ ά ν ε ι α - ό π ω ς - κ α ι - π ρ ό τ ε ρ ο ν.»
+
+Η φράσις αύτη της επιστολής του Καρένιν της επανήλθε επίσης εις
+την μνήμην.
+
+«. . . Η ζωή αυτή υπήρξε πάντοτε δυσφόρητος, κατά δε τους
+τελευταίους χρόνους είχε καταστή απεχθής. Τι θα είνε τόρα; Το
+γνωρίζει, το εννοεί αυτός καλά! Γνωρίζει ότι δεν δύναμαι να
+μετανοήσω διά τον έρωτά μου, όστις αποτελεί αυτήν μου την ζωήν
+ολόκληρον. Γνωρίζει ότι απόρροια όλων αυτών θα είναι το ψεύδος,
+αλλά πρέπει να εξακολουθήση να με βασανίζη . . .
+
+«Τον γνωρίζω, γνωρίζω ότι ζη εντός του ψεύδους όπως το ψάρι εντός
+του ύδατος. Όχι, δεν θα του παράσχω αυτήν την απόλαυσιν . , . Θα
+σχίσω τον πέπλον αυτόν του ψεύδους εντός του οποίου υπόσχεται να
+με φυλακίση· ας συμβή ότι τύχη, όλα είναι προτιμότερα από το
+ψεύδος και την διπροσωπίαν . . .
+
+«. . . Αλλά, πώς να ενεργήσω; τι να πράξω; Θεέ μου Θεέ μου Υπήρξε
+ποτε γυναίκα όσον εγώ δυστυχής;»
+
+Επλησίασεν εις την τράπεζάν της διά να γράψη, αλλά δε ηδυνήθη·
+εσταύρωσε τας χείρας, αφήκε την κεφαλήν της να καταπέση και
+έκλαυσε μετά λυγμών, με το στήθος ανατινασόμενον όπως κλαίουν τα
+παιδιά . . .
+
+Έκλαιε διότι διέβλεπεν ότι η ελπίς να διευκρυνισθή η θέσις της
+είχε χαθή διά παντός.
+
+Εγνώριζεν ότι όλα θα παρέμενον όποια και εις το παρελθόν, και
+ακόμη χειρότερα.
+
+Ησθάνετο ότι η θέσις, ην κατείχεν εν τω κόσμω, και η οποία το πρωί
+της εφαίνετο ασήμαντος, της επίεζε δυνατά την καρδιά και ότι δεν
+θα είχε το θάρρος να την ανταλλάξη με την επαίσχυντον θέσιν μιας
+γυναικός που εγκαταλείπει τον σύζυγόν της και τον υιόν της διά να
+ζήση μετά του εραστού της. . .
+
+Ησθάνετο ότι, παρ' όλας τας αγωνιώδεις της προσπαθείας δεν θα
+καθίστατο ποτέ κυρία της καταστάσεώς της και ότι ουδέποτε θα
+εγνώριζε την ελευθερίαν εν τω έρωτι, αλλά θα παρέμενεν αείποτε η
+γυνή η ένοχος, ζώσα υπό την απειλήν ν' αποκαλυφθή, η γυνή η
+απατώσα τον σύζυγόν της μετ' ανδρός ανεξαρτήτου, του οποίου δεν
+δύναται να συμμερισθή την ζωήν . . . Εγνώριζεν ότι εκεί θα
+κατέληγον τα πράγματα, αλλά το πεπρωμένον της ήτο τόσον τρομερόν,
+ώστε δεν ηδύνατο να το αντιμετωπίση, και έκλαιεν αδιαπαύστως, όπως
+κλαίουν τα τιμωρημένα παιδιά.
+
+Τα βήματα του πλησιάζοντος υπηρέτου την ανεκάλεσαν εις την
+πραγματικότητα.
+
+Υπεκρίθη δε ότι έγραφε διά να κρύψη την μορφήν της.
+
+ ― Ο ταχυδρόμος του κυρίου περιμένει την απάντησιν.
+
+ ― Την απάντησιν; Ναι . . . να περιμένη, θα κωδωνίσω . . .
+
+ ― «. . .Τι ειμπορώ να του γράψω; Τι δύναμαι ν' αποφασίσω
+ολομόναχη; Τι γνωρίζω; Τι επιθυμώ; Τι αγαπώ; . . .»
+
+Ησθάνθη και πάλιν ότι τα πάντα εντός της ψυχής της ήρχιζον να
+διχάζονται. Και εφοβήθη εκ νέου από το αίσθημα αυτό και ήρπασε το
+πρώτον παρουσιασθέν πρόσχημα ίνα ενεργήση, διά ν' αποδιώξη τας
+πλημμυρούσας της σκέψεις.
+
+«. . . Πρέπει να ίδω τον Βρόνσκυ . . . Αυτός μόνος θα δυνηθή να
+μου είπη τι οφείλω να πράξω. . .»
+
+Επλησίασε δε αποφασιστικώς εις την τράπεζαν και έγραψε προς τον
+σύζυγόν της:
+
+«Έ λ α β ο ν - τ η ν - ε π ι σ τ ο λ ή ν - σ α ς. Α.»
+
+* * *
+
+Επλησίαζεν η έκτη ώρα, και, διά να φθάση επακριβώς εις την
+συνέντευξιν, την οποίαν του είχεν ορίσει η Άννα, χωρίς ν'
+αναγνωρισθή, ο Βρόνσκυ απέστειλεν οπίσω τους ίππους και επέβη της
+ταξειδιωτικής αμάξης του Γιασβίν.
+
+Εις τον ηνίοχον έδωκε την διαταγήν να προχωρήση ολοταχώς.
+
+«Ζη καλά κανείς, ναι, είναι ωραία η ευζωία!» διελογίσθη.
+
+Άλλοτε, είχε πολλάκις δοκιμάσει το ευχάριστον αυτό συναίσθημα της
+φυσικής ευεξίας, αλλ' ουδέποτε ακόμη δεν είχε τόσον αγαπήσει το
+ίδιόν του άτομον, όσον την στιγμήν αυτήν.
+
+ ― Γρηγορώτερα, γρηγορώτερα! εφώναξε προς τον ηνίοχον.
+
+Προέβαλε την κεφαλήν από της θυρίδος, εξήγαγε τρία ρούβλια και τα
+έθεσεν εις την χείρα του ηνιόχου . . . Ούτος εψηλάφησε το
+χαρτονόμισμα, είτα δε ηκούσθη ο συριγμός του μαστιγίου και η άμαξα
+ώρμησε πτερωτή επί του λιθοστρώτου.
+
+«. . . Εκτός αυτής της ευτυχίας, ουδενός άλλου έχω ανάγκην!»
+εσκέφθη ο Βρόνσκυ αναπολών εν τη φαντασία του την Άνναν όπως την
+είχεν ίδει κατά την τελευταίαν του συνέντευξιν.
+
+«. . . Και την αγαπώ κάθε μέρα περισσότερον . . . Αλλ' ιδού ο
+κήπος της αγροικίας Βρέδε».
+
+Ηκολούθησε την μεγάλην δενδροστοιχίαν όπου δεν διέκρινε κανένα,
+αλλά παρατηρήσας προς τα δεξιά του, αντίκρυσε την Άνναν.
+
+Η μορφή της εκάλυπτετο ορμητικώς διά πέπλου, αλλ' ο νέος περιέβαλε
+δι' ενός χαρμοσύνου βλέμματος το βάδισμά της, την κλίσιν των ώμων
+και την στάσιν της κεφαλής, ήτις εχαρακτήριζε την νεαράν γυναίκα.
+Και ανησθάνθη μετά μείζονος εντάσεως την χάριν του σώματός της,
+από των ελαστικών κινήσεων των κνημών αυτής μέχρι του ρυθμικού
+αναπαλμού των πνευμόνων της και κάποιος ηδυπαθής γαργαλισμός
+προσεθώπευσε τα χείλη του.
+
+Όταν επλησίασε την Άνναν, του έθλιψεν αύτη δυνατά την χείρα.
+
+ ― Δεν θα μου θυμώσης διότι σε έκαμα να έλθης, είχα ανάγκην να σε
+ίδω. . .
+
+Η σοβαρά και αυστηρά πτυχή των χειλέων της Άννας, ην ο Βρόνσκυ
+διέκρινεν όπισθεν της καλύπτρας της μετέβαλεν αποτόμως την
+ευδιαθεσίαν του.
+
+ ― Εγώ, να σου θυμώσω! . . . Αλλά πώς ήλθες; Και πού θα πάμε;
+
+ ― Ολίγον ενδιαφέρει, είπεν εκείνη στηρίζουσα την χείρα της επί
+του βραχίονος του νέου. Πάμε να σε συμβουλευθώ.
+
+Ο Βρόνσκυ ενόησεν ότι κάτι σοβαρόν είχεν επισυμβή.
+
+ ― Τι συνέβη; τι συνέβη! ηρώτησεν.
+
+Εκείνη έκαμεν ολίγα βήματα χωρίς να αποκριθή, συγκεντρούσα το
+θάρρος της· είτα δε, εσταμάτησε:
+
+ ― Δεν σου είπα χθες, ήρχισε ζωηρώς και με διακοπτομένην πνοήν . .
+. Δεν σου είπα χθες, ότι επιστρέφουσα από τας ιπποδρομίας μετά του
+Αλεξίου Αλεξάνδροβιτς, του τα είπα όλα . . . Του είπα ότι δεν
+δύναμαι πλέον να είμαι σύζυγός του, ότι . . . Τα είπα όλα!
+
+Την ήκουε κύπτων αθέλητα δι' ολοκλήρου του αναστήματός του, ως να
+ήθελε να μετριάση δι' αυτήν το αλγεινόν της θέσεώς της. Αλλά μόλις
+του αφηγήθη τα διατρέξαντα, ηνωρθώθη και η μορφή του προσέλαβεν
+έκφρασιν υπερήφανον και αυστηράν.
+
+ ― Ναι, ναι, προτιμώτερον αυτό, μυριάκις προτιμώτερον! Κατανοώ
+πόσον υπήρξε σκληρόν . . .
+
+Αλλ' η Άννα δεν ήκουε τους λόγους του· ανεγίνωσκε τας σκέψεις
+αυτού εν τη εκφράσει της μορφής του. Δεν ηδύνατο να εννοήση ότι η
+έκφρασις εκείνη αντινάκλα την πρώτην σκέψιν του Βρόνσκυ, την
+ανάγκην της μονομαχίας. Ουδέποτε είχεν αναλογισθή το τοιούτον
+ενδεχόμενον και ηρμήνευσεν όλως διαφορετικά την αυστηρότητα της
+εκφράσεώς του.
+
+Η Άννα ήλπιζεν ότι η συνέντευξις εκείνη θα μετεμόρφωνε την θέσιν
+των και θα την έσωζεν.
+
+«. . . Αν μου είπη, όταν θα του τα διηγηθώ όλα, σταθερώς, μετά
+πάθους και άνευ στιγμής δισταγμού: ― «Εγκατάλειψον τα πάντα και
+ακολούθει με!», θα εγκαταλείψω τον υιόν μου και θα τον ακολουθήσω.
+. .
+
+Αλλ' η εξομολόγησίς της δεν παρήγαγεν επί του Βρόνσκυ την
+εντύπωσιν, ην ανέμενεν· εφάνη ως να είχεν αισθανθή προσβολήν.
+
+ ― Δεν υπήρξε δύσκολον δι' εμέ, είπε με τόνον οργίλον . . . ήλθεν
+αφ' εαυτού.
+
+Ανέσυρε δε την επιστολήν, ην ο σύζυγός της τη είχε γράψει την
+πρωίαν, και την έτεινε προς τον Βρόνσκυ:
+
+ ― Ιδού, παρατήρησον . . .
+
+ ― Εννοώ, εννοώ! είπεν εκείνος διακόπτων αυτήν.
+
+Έλαβε δε την επιστολήν, αλλά δεν την ανέγνωσε και προσεπάθησε να
+καθησυχάση την Άνναν.
+
+ ― Έν και μόνον εζήτουν, έν και μόνον ηυχόμην, να σε ίδω
+απαλλασσομένην της θέσεως αυτής ίνα δυνηθώ να αφιερώσω εις την
+ευτυχίαν σου ολόκληρον την ζωήν μου.
+
+ ― Διατί μου το λέγεις αυτό; εφώνησεν η Άννα, μήπως δύναμαι να
+αμφιβάλλω; . . . Αν αμφέβαλα . . .
+
+Εις τον Βρόνσκυ εφάνη ότι οι οφθαλμοί της, υπό τον πέπλον, τον
+παρετήρουν με αλλόκοτον οργήν.
+
+ ― Είπον . . . επανέλαβεν η Άννα, ότι δεν θέλω να αμφιβάλλω περί
+σου· αλλά, διάβασε τι μου γράφει . . .
+
+Εσιώπησε και πάλιν.
+
+Ο Βρόνσκυ, αναγινώσκων την επιστολήν, όπως κατά την αναγγελίαν της
+ρήξεως της Άννας με τον σύζυγόν της, ακουσίως όμως, αφέθη να
+κυριαρχηθή υπό της σκέψεως των ιδίων του σχέσεων προς τον
+προσβληθέντα σύζυγον.
+
+Κρατών ανά χείρας την επιστολήν εκείνην, ανελογίζετο χωρίς να το
+θέλη την πρόκλησιν, ην θα εύρισκεν εις την οικίαν του, και,
+κατόπιν, την μονομαχίαν, οπότε θα επυροβόλει εις τον αέρα με το
+αυτό εκείνο άφροντι και αγέρωχον ύφος, όπερ είχε την στιγμήν
+εκείνην, προτείνων τα στήθη του εις τας σφαίρας προσβληθέντος
+συζύγου.
+
+Όταν δ' ετελείωσε την ανάγνωσιν, ύψωσε τους οφθαλμούς προς αυτήν
+και το βλέμμα του εστερείτο αποφασιστικότητος.
+
+Η Άννα κατεννόησεν αμέσως, ότι είχεν ήδη αναμετρήσει την θέσιν των
+και ότι δεν της απεκάλυπτεν ολόκληρον την σκέψιν του.
+
+Αντελήφθη ότι και η τελευταία ελπίς της διελύετο.
+
+Δεν ανέμενε δε τοιούτο τι παρ' αυτού.
+
+ ― Βλέπεις τι άνθρωπος είνε; είπε διά φωνής τρεμούσης . . . .
+Δύναται . . .
+
+ ― Συγγώμην, αλλ' αυτό μ' ευχαριστεί, διέκοψεν ο Βρόνσκυ . . .
+Φανού επιεικής, άφες με να τελειώσω, προσέθηκεν ικετεύων αυτήν διά
+του βλέμματος . . . Χαίρω, διότι τα πράγματα δεν ειμπορούν να
+μείνουν στάσιμα, όπως το φαντάζεται.
+
+ ― Διατί όχι; είπεν η Άννα συγκρατούσα τα δάκρυα της.
+
+Δεν απέδιδε πλέον καμμίαν σημασίαν εις τους Βρόνσκυ· συνησθάνετο
+ότι η τύχη της, κατά την γνώμην του, ήτο αναπότρεπτος· τα πράγματα
+δεν ηδύναντο να συνεχισθώσιν όπως πρότερον· αλλά της ωμίλει υπό
+όλως διάφορον πνεύμα.
+
+ ― Δεν δύναται να συνεχισθή η κατάστασις αυτή. Ελπίζω ― εταράχθη
+και ηρυθρίασεν, ― ελπίζω ότι θα μου επιτρέψης να διακανονίσω εγώ
+την ζωήν σου! . . . Αύριον . . .
+
+Δεν τον αφήκε να τελειώση.
+
+ ― Και ο υιός μου; εφώναξεν. Ανέγνωσες τι γράφει; . . . Οφείλω να
+εγκαταλείψω τον υιόν μου, αλλ' ούτε δύναμαι ούτε θέλω να χωρισθώ
+απ' αυτού.
+
+ ― Αλλά, παρακαλώ, τι είνε προτιμότερον: να εγκαταλείψης τον υιόν
+σου ή να συνεχίσης την ταπεινωτικήν αυτήν κατάστασιν;
+
+ ― Διά ποίον είνε ταπεινωτική;
+
+ ― Δι' όλους μας, αλλά κυρίως . . .
+
+ ― Λέγεις ταπεινωτική . . . Μη το λέγεις αυτό! Τα λόγια αυτά δεν
+έχουν καμμίαν έννοιαν δι' εμέ . . .
+
+Η φωνή της έτρεμε.
+
+Δεν ήθελε να του επιτρέψη να λέγη ό,τι δεν ήτο αληθές . . . έν
+μόνον της απέμενεν, ο έρως του, και ήθελε να την αγαπά.
+
+ ― Κατενόησον ότι αφ' ης ημέρας σε ηγάπησα, τα πάντα μετεβλήθησαν
+δι' εμέ. Έν μόνον μου μένει εν τω κόσμω: ο έρως σου· η απόλαυσίς
+του με ανυψώνει τόσον, με κάμνει να αισθάνωμαι εμαυτήν τόσον
+ισχυράν, ώστε τίποτε δεν δύναται να με ταπεινώση! Είμαι βεβαία
+περί της θέσεώς μου! Είμαι υπερήφανος δι' αυτήν, διότι . . .
+
+Δεν επεράτωσε την φράσιν της· δάκρυα αίσχους και απογνώσεως
+απέπνιξαν την φωνήν της. Ανεκόπη και κατελήφθη υπό λυγμών.
+
+ ― Αλλά κ' εκείνος ενόησεν ότι κάτι του έσφιγγε τον λάρυγγα, και,
+διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του, ησθάνθη ότι ήτο έτοιμος να
+κλαύση . . . Δεν θα ηδύνατο να εκφράση εκείνο που τον ετάραττε
+τόσον, ησθάνετο οίκτον προς αυτήν και κατενόει ότι δεν ηδύνατο να
+την απαλλάξη της θέσεως εις ην είχε περιστή. Εγνώριζε δε συνάμα
+ότι αυτός ο ίδιος ήτο η αιτία της συμφοράς της και ότι είχε κακώς
+ενεργήσει.
+
+ ― Δεν θα ηδυνάμεθα άρα γε να επιτύχωμεν το διαζύγιον;
+
+Εκείνη δεν απεκρίθη. Έσεισε μόνον την κεφαλήν.
+
+ ― Δεν θα ηδύνασο ν' απαγάγης τον υιόν σου, να εγκαταλείψης τον
+σύζυγον;
+
+ ― Ναι, αλλ' όλα ταύτα εξαρτώνται από αυτόν . . . Εγώ τόρα οφείλω
+να επιστρέψω πλησίον του, είπεν εκείνη διά φωνής ξηράς.
+
+Το προαίσθημά της ότι τα πάντα θα συνεχίζοντο όπως και πρότερον
+δεν την είχεν απατήσει.
+
+ ― Την Τρίτην θα μεταβώ εις Πετρούπολιν και θ' αποφασισθώσι τα
+πάντα, είπεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Ναι, απεκρίθη εκείνη. Αλλ' ας μη ομιλώμεν πλέον περί αυτού.
+
+Η άμαξα της Άννας, ην είχεν αφήσει διατάξασα τον ηνίοχον να
+επανέλθη να την παραλάβη, επέστρεφε την στιγμήν εκείνην.
+
+Η Άννα απεχαιρέτησε τον Βρόνσκυ και επέστρεψεν εις την οικίαν της.
+
+* * *
+
+Απησχολημένος εις εργασίαν μετά του αρχιγραμματέως του, ο Καρένιν
+ελησμόνει ότι ήτο η ημέρα καθ' ήν είχε διατάξει την Άνναν να
+επιστρέψη εις Πετρούπολιν. Εξεπλάγη δε και δυσηρεστήθη μάλλον όταν
+ο υπηρέτης προσήλθε να του αναγγείλη την άφιξιν της συζύγου του.
+
+Η Άννα είχεν αφιχθή κατά την πρώτην πρωινήν ώραν, είχε δε ζητήσει
+την άμαξαν τηλεγραφικώς και υπέθετεν ότι ο Καρένιν είχε λάβει
+γνώσιν της επανόδου της.
+
+Η Άννα διέταξε τον θαλαμηπόλον να αναγγείλη την άφιξίν της, είτα
+δε εισήλθεν εις το δωμάτιόν της και ήρχισε να λύη τας αποσκευάς
+της, πεπεισμένη ότι ο Καρένιν θα ήρχετο εις συνάντησίν της. Μία
+όμως παρήλθεν ώρα και εκείνος δεν παρουσιάσθη.
+
+Η Άννα εισήλθεν εις την αίθουσαν του φαγητού υπό την πρόφασιν να
+δώση διαταγάς· ωμίλησε δε μεγαλοφώνως επίτηδες, ελπίζουσα ότι θα
+ήρχετο εις συνάντησίν της, αλλά δεν εφάνη, αν και τον ήκουσε
+βαδίζοντα μέχρι της θύρας του γραφείου του όπως κατευοδώση τον
+γραμματέα του. Εγνώριζεν ότι, σύμφωνα προς την συνήθειάν του, θα
+μετέβαινεν εντός ολίγου εις το Υπουργείον του, και είχε την
+απόφασιν να τον ίδη πρότερον, ίνα κανονισθώσιν αι μεταξύ των
+σχέσεις.
+
+Έκαμε τότε επανειλημμένως τον γύρον της αιθούσης, είτα δε, διά
+βήματος αποφασιστικού, διηυθύνθη προς το γραφείον του Καρένιν.
+
+Όταν εισήλθεν, ο σύζυγός της έφερεν ήδη την στολήν του, έτοιμος να
+αναχωρήση, εκάθητο δε παρά τινα μακράν τράπεζαν, με την κεφαλήν
+στηριζομένην επί της χειρός και ατενίζων θλιβερώς ενώπιόν του.
+
+Εκείνη τον αντίκρυσε, προτού δυνηθή να την ίδη, και εννόησεν ότι
+εσκέπτετο περί αυτής.
+
+Όταν την αντελήφθη, ηθέλησε να εγερθή, αλλ' είτα μετήλλαξε γνώμην.
+Αίφνης η μορφή του εφλογίσθη, τούθ' όπερ ουδέποτε του συνέβαινεν,
+ηγέρθη δε αποτόμως, εβάδισεν εις συνάντησιν της συζύγου του,
+ατενίζων αυτήν ουχί εις τους οφθαλμούς, αλλ' υπεράνω αυτών, ωσεί
+διερευνών το μέτωπον αυτής και την κόμμωσιν. Όταν δ' ευρέθη
+πλησίον της, έλαβε την χείρα αυτής και την παρεκάλεσε να καθήση.
+
+ ― Λογίζομαι λίαν ευτυχής που σας βλέπω ενταύθα, είπεν.
+
+Εκάθησε παραπλεύρως αυτής και ηθέλησε να ομιλήση, αλλ' υπετραύλισε
+κάτι χωρίς τίποτε να συναρθρώση.
+
+Η Άννα, προετοιμασθείσα διά την συνέντευξιν ταύτην, είχε παρασυρθή
+εις την περιφρόνησιν και ενοχοποίησιν αυτού· δεν ευρήκεν εν
+τούτοις τίποτε να είπη, και της εγέννησε τον οίκτον μάλλον.
+
+Η σιγή παρετάθη επ' αρκετόν.
+
+ ― Ο Σεριόγια είνε καλά; είπε τέλος ο Καρένιν.
+
+Είτα δε, χωρίς να αναμείνη απάντησιν, προσέθηκε:
+
+ ― Δεν θα γευματίσω εις το σπίτι σήμερον, και πρέπει μάλιστα να
+απέλθω τώρα.
+
+ ― Εγώ επροτιθέμην να αναχωρήσω διά Μόσχαν, είπεν η Άννα.
+
+ ― Όχι, όχι, εκάματε άριστα να έλθητε εδώ.
+
+Εσιώπησε.
+
+Βλέπουσα ότι δεν είχε την δύναμιν να εξηγηθή η Άννα επρόλαβεν
+αυτόν:
+
+ ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, είπε χωρίς να ταπεινώση τους οφθαλμούς
+προ του ερευνώντος την κόμην της βλέμματός του. Είμαι γυναίκα
+ένοχος, κακή γυναίκα, αλλ' είμαι οποία ήμην, όπως σας το απεκάλυψα
+ήδη . . . Ήλθα δε να σας είπω ότι δεν δύναμαι να μεταβάλω απολύτως
+τίποτε.
+
+ ― Δεν σας ηρώτησα περί τούτου, είπεν εκείνος με τόνον άκρως
+αποφασιστικόν και προσβλέπων αυτήν μετά μίσους κατάματα.
+
+Υπό το κράτος της οργής, είχεν ανακτήσει την εφ' εαυτού θέλησιν.
+
+Όπως σας είπον ήδη, και όπως σας έγραψα, επανέλαβε διά φωνής
+λεπτής και οξείας, σας επαναλαμβάνω δε και τώρα, ούτε επιθυμώ καν
+να το μάθω. Το αγνοώ εντελώς. Όλαι αι γυναίκες δεν είνε όσον σεις
+αγαθαί, και δεν σπεύδουν να ανακοινώνουν εις τους συζύγους των
+ειδήσεις τόσον ε υ χ α ρ ί σ τ ο υ ς . . .
+
+Και ετόνισε την λέξιν «ευχαρίστους».
+
+ ― Θα το αγνοώ εφ' όσον δεν θα το γνωρίζη ο κόσμος, εφ' όσον το
+όνομά μου δεν θα υποστή ατίμωσιν. Διά τούτο σας προειδοποιώ ότι αι
+σχέσεις μας οφείλουν να είνε οποίαι πάντοτε υπήρξαν, και θα
+διαρκέση τούτο έως ου εκτεθείτε, οπότε θα ευρεθώ εις την ανάγκην
+να λάβω μέτρα προς υπεράσπισιν της τιμής μου.
+
+ ― Αλλ' αι μεταξύ μας σχέσεις δεν δύνανται να ώσιν οποίαι ήσαν
+άλλοτε, είπεν η Άννα αιδημόνως και ατενίζουσα αυτόν μετά φρίκης.
+
+Όταν αντίκρυσε και πάλιν τας ηρέμους κινήσεις του, όταν ήκουσε την
+διαπεραστικήν και είρωνα φωνήν του, η αποστροφή ην ησθάνετο προς
+αυτόν της διέλυσε τον οίκτον ον είχε συναισθανθή· της υπελείπετο
+μόνος ο φόβος, αλλ' οπωσδήποτε, ηθέλησε να καθορίση τας μελλούσας
+σχέσεις των.
+
+ ― Δεν δύναμαι να είμαι σύζυγός σας, οπόταν . . .
+
+Παγερός χλευαστικός γέλως διέφυγεν εκείνον:
+
+ ― Πρέπει να πιστεύσω ότι το νέον είδος της ζωής το οποίον
+υιοθετήσατε επέδρασεν επί των ιδεών σας. Σέβομαι και περιφρονώ
+τόσον τούτο και εκείνο όσον, . . σέβομαι το παρελθόν σας και
+περιφρονώ το παρόν σας . . . τόσον απείχον από του να σκεφθώ ότι
+θα ηδύνασθε να δώσητε τοιαύτην ερμηνείαν εις τους λόγους μου. Δεν
+είχετε δισταγμούς όταν επρόκειτο να μοι αποκαλύψητε τα σφάλματά
+σας, διατί θα είχετε τοιούτους εν τη εκπληρώσει των καθηκόντων σας
+ως συζύγου; . . .
+
+ ― Τι αξιοίτε παρ' εμού;
+
+ ― Αξιώ να παραιτηθήτε του ανθρώπου εκείνου· αξιώ να παύσητε να
+τον βλέπετε. Νομίζω ότι δεν ζητώ πάρα πολλά!
+
+Διηυθύνθη προς την θύραν, αλλ' αντιληφθείς ότι είχεν εγερθή και η
+Άννα, υπεκλίθη ενώπιον της και την αφήκε να περάση πρώτη.
+
+Ημέραν τινά καθ' ήν η Δόλλυ επέστρεφεν από την μικράν λίμνην όπου
+είχε λούσει τα παιδιά της, ενώ τα τελευταία ταύτα είχον τα μαλλιά
+υγρά ακόμη και η ιδία είχε διπλώσει τα δικά της δι' ενός
+μανδυλίου, ο αμαξάς της τής είπε:
+
+ ― Νά μια μ π α ρ ί ν α που έρχεται, θαρρώ πώς είναι η μπαρίνα του
+Ποκροβσκόιε.
+
+Η Δόλλυ παρετήρησε μακράν και αντελήφθη μετά χαράς την γνωστήν
+σιλουέτταν του Λεβίν, όστις ήρχετο προς συνάντησίν της.
+
+Ηυχαριστείτο πάντοτε να τον βλέπη, αλλά την φοράν αυτήν ήτο
+κατενθουσιασμένη διά την παρουσίαν του, διότι ηδύνατο να την
+αντικρύση εν όλη της τη δόξη. Ουδείς ήτο ικανώτερος του Λεβίν να
+εκτιμήση την μητρικήν της μεγαλοπρέπειαν.
+
+Πράγματι, όταν την διέκρινεν, ανεκάλυψε μίαν εικόνα οικογενειακής
+ευτυχίας τοιαύτην, οποίαν την ωνειροπόλει δι' εαυτόν εις το
+μέλλον.
+
+ ― Φαίνεσθε ευτυχής εν μέσω των παιδιών σας, της είπε.
+
+ ― Α! πόσον είμαι ευχαριστημένη που σας βλέπω, απήντησεν εκείνη
+τείνασα αυτώ την χείρα.
+
+Υπέρ παν άλλο επεθύμει να ομιλήση περί της Κίττυ.
+
+ ― Η αδελφή μου μού γράφει, είπεν η Δόλλυ μετά στιγμιαίαν σιγήν,
+ότι αρέσκεται κυρίως εις την μόνωσιν και την ηρεμίαν.
+
+ ― Και πώς πηγαίνει η υγεία της; Είνε καλλίτερα; ηρώτησεν ο Λεβίν
+κατασυγκεκινημένος.
+
+ ― Χάρις τω Θεώ, πηγαίνει θαυμάσια, ανέρρωσεν εντελώς!. . . .
+
+Εγώ, άλλως τε, ουδέποτε επίστευσα ότι υπέφερεν από τους πνεύμονας.
+. .
+
+ ― Α! αυτό μ' ευχαριστεί υπερμέτρως! υπέλαβεν ο Λεβίν.
+
+Καθ' όσον επρόφερε τας λέξεις ταύτας και την παρετήρει, η Δόλλυ
+διέκρινεν επί της μορφής του έκφρασιν συγκινούσαν και θλιβεράν.
+
+ ― Ακούσατε, Λεβίν, είπε με το κάπως είρον χαρωπόν της μειδίαμα.
+Διατί είσθε θυμωμένος εναντίον της Κίττυ;
+
+ ― Εγώ;. . . Δεν έχω τίποτε εναντίον της.
+
+ ― Ναι . . . της έχετε θυμώσει! . , . Δεν ήλθατε να μας ιδήτε όταν
+διεμένατε εις Μόσχαν, και ούτε εκ της Κίττυ επήγατε.
+
+ ― Δάρια Αλεξανδρόβνα, απήντησεν εκείνος ερυθριάσας, σεις που
+είσθε τόσον καλή, ειμπορείτε να μου 'μιλήτε κατ' αυτόν τον τρόπον;
+. . . Πώς δεν με λυπείσθε, αφού γνωρίζετε;
+
+ ― Τι γνωρίζω;
+
+ ― Φυσικά, γνωρίζετε ότι εζήτησα την χείρα της Κίττυ και ότι. . .
+.
+
+Όλη η αγάπη ην ησθάνετο προ μιας στιγμής διά την Κίττυ, μήπως
+παρεχώρησε την θέσιν της εις την μνησικακίαν, την οποίαν
+εδημιούργει η πληγή εκείνη;
+
+ ― Τι σας κάμνει να υποθέτετε ότι είμαι εις θέσιν να γνωρίζω;
+
+ ― Όλος ο κόσμος το γνωρίζει! . . .
+
+ ― Λοιπόν! απατάσθε, εγώ δεν το εγνώριζα, αν και το είχον
+υποπτεύσει . . . .
+
+ ― Τόρα όμως το γνωρίζετε.
+
+ ― Εγώ εγνώριζα μόνον ότι κάτι είχε συμβή, το οποίον έκαμνε την
+Κίττυ να υποφέρη φοβερά. Και επειδή δεν μου το ενεπιστεύθη,
+επίστευσα ότι δεν θα είχε κάμει λόγον προς ουδένα . . .
+
+Τι συνέβη λοιπόν μεταξύ σας; Είπατέ μου το . . .
+
+ ― Σας το είπον ήδη.
+
+ ― Πότε εκάματε την πρότασίν σας;
+
+ ― Την τελευταίαν φοράν που σας επεσκέφθην.
+
+ ― Ε λοιπόν! οικτείρω τρομερά την Κίττυ. . . . Σεις, σεις επλήγητε
+εις την φιλαυτίαν σας . . ,
+
+ ― Λέτε; έκαμεν ο Λεβίν.
+
+Η Δόλλυ τον διέκοψε.
+
+ ― Αλλά εκείνην, την καϋμένη, την λυπούμαι . . . με όλη μου την
+καρδιά . . . Τώρα, εννοώ τα πάντα!
+
+ ― Ευαρεστήθητε να με συγχωρήσητε, Δάρια Αλεξανδρόβνα, είπεν ο
+Λεβίν εγερθείς, ω ρεβουάρ.
+
+ ― Όχι, μείνατε, αντείπεν εκείνη κρατούσα αυτόν από του βραχίονος
+. . . Μείνατε, καθήσατε . . .
+
+ ― Σας παρακαλώ, ας μη ομιλώμεν περί του ζητήματος αυτού.
+
+Επανεκάθησε και ησθάνθη ότι η ελπίς, η οποία του εφάνη ότι είχε
+πτερυγίσει διά παντός, ανεπτερούτο εντός της καρδίας του.
+
+Το αίσθημα, όπερ είχε νομίσει νεκρωθέν, ανεγεννάτο και ηνδρούτο
+επί μάλλον και μάλλον, καταλαμβάνον ολόκληρον τη καρδίαν του.
+
+ ― Ναι, τα εννοώ όλα τώρα, επανέλαβεν η Δόλλυ . . . Οι άνδρες δεν
+ημπορούν να τα εννοήσουν αυτά . . . Σεις που είσθε ελεύθεροι, σεις
+που κάμνετε την εκλογήν σας, γνωρίζετε πάντοτε ποίαν αγαπάτε. Αλλά
+μία νεαρά κόρη, εις την ηλικίαν της αναμονής, με την παρθενικήν
+της επιφυλακτικότητα, η νεαρά κόρη που σας βλέπει μακρόθεν, που
+πιστεύει τα πάντα επί λόγω τιμής, δυνατόν να κυριαρχήται από
+αίσθημα, το οποίον δεν ειμπορεί να διαγνώση, και να μη γνωρίζη τι
+να αποκριθή.
+
+ ― Ναι, αν δεν ομιλεί η καρδία.
+
+ ― Όχι, η καρδία ομιλεί. Αλλά σκεφθήτε· οι άνδρες έχουν βλέψεις
+επί μιας νέας· πηγαίνουν εις ένα σπίτι, το σπουδάζουν, αναμένουν
+έως ότου εύρωσι το πρόσωπον που δύνανται να αγαπήσουν και, όταν
+πεισθώσιν εντελώς ότι αγαπούν, προβαίνουν εις την αίτησίν των.
+
+ ― Ε λοιπόν! όχι, δεν πρόκειται εδώ περί εντελώς όμοιας
+περιπτώσεως.
+
+ ― Ναι, ναι, οι άνδρες προβαίνουν εις την αίτησίν των όταν ο έρως
+των ωριμάση, ή όταν ζυγίσωσι καλά την εκλογήν των. Κανείς όμως δεν
+ζητεί από μίαν νέαν την γνώμην της, και όμως επιθυμούν να κάμνη
+μόνη της την εκλογήν της· αλλ' αυτή δεν δύναται να το πράξη . . .
+
+«. . . Ναι, την εκλογήν μεταξύ εμού και του Βρόσκυ», εσκέφθη ο
+Λεβίν.
+
+Και, εντός της ψυχής του, το πτώμα, το οποίον ενόμισεν αναστηθέν
+ανέλαβεν αύθις την νεκρικήν του παγερότητα και συνεπίεσεν οδυνηρώς
+την καρδίαν του.
+
+ ― Τοιουτοτρόπως εκλέγεται ένα φόρεμα, ένα κομψοτέχνημα, αλλ' ουχί
+ο έρως, είπεν ο Λεβίν. . . Όταν δε η επιλογή γείνη, τόσον το
+καλλίτερον . . . δεν ξαναρχίζουν . . .
+
+ ― Ω! τι υπερηφάνεια! τι εγωισμός! υπέλαβεν η Δόλλυ, ως να τον
+περιεφρόνει διά το τόσον ποταπόν αυτό αίσθημα εν συγκρίσει προς
+εκείνο, όπερ μόναι αι γυναίκες εγνώριζον ― Όταν εκάματε την
+δήλωσίν σας προς την Κίττυ, ευρίσκετο ακριβώς εις την κατάστασιν
+εκείνην καθ' ήν μία νέα δεν δύναται ν' αποφασίση. Εδίσταζε . . .
+διηρώτα εαυτήν, σας ή τον Βρόσκυ; Εκείνον, τον έβλεπε καθ'
+εκάστην, εν ώ σας, είχε να σας ιδή προπολλού. Αναμφιβόλως, αν
+συνέπιπτε να είναι μεγαλειτέρα την ηλικίαν . . . Εγώ, εν
+παραδείγματι, εις την θέσιν της, δεν θα εδίσταζον. Μου απήρεσε
+πάντοτε απολύτως αυτός ο άνθρωπος.
+
+Ο Λεβίν ενεθυμήθη την απάντησιν της Κίττυ: ― «Όχι! αυτό δεν
+δύναται να γείνη!»
+
+ ― Εκτιμώ την προς με εμπιστοσύνην σας, είπε, αλλά νομίζω ότι
+απατάσθε. Πιθανόν να έχω άδικον ή δίκαιον την στιγμήν αυτήν, αλλ'
+η υπερηφάνεια την οποίαν τόσον περιφρονείτε εν εμοί μου απαγορεύει
+να σκέπτωμαι ακόμη την Κατερίνα Αλεξανδρόβνα . . . Αυτό μου είνε
+απολύτως αδύνατον!
+
+ ― Επιτρέψατέ μου να σας είπω κάτι τι ακόμη, πρόκειται περί της
+αδελφής μου, την οποίαν αγαπώ ως να ήτο παιδί μου . . . δεν
+βεβαιώνω ότι σας αγαπά, αλλ' ηθέλησα να είπω ότι η τότε άρνησίς
+της δεν απεδείκνυε τίποτε.
+
+Ο Λεβίν ανετινάχθη:
+
+ ― Δεν γνωρίζω, ανεφώνησεν. . . . Α! τι κακό που μου κάμνετε. . .
+Είνε ως να είχετε χάσει ένα παιδί και ήρχοντο να σας είπουν: «Α!
+τι ώμορφο που ήταν, τι έξυπνο, τι χαρά που σας έφερνε . . . και το
+παιδάκι επέθανεν, επέθανεν, επέθανεν!»
+
+ ― Τι αλλόκοτος που είσθε, είπεν η Δόλλυ μετ' επωδύνου μειδιάματος
+αντιληφθείσα την συγκίνησιν του Λεβίν. . . Ναι, εννοώ τόρα πολύ
+καλλίτερον όσα συνέβησαν . . . Ώστε δεν θα έλθητε να μας ιδήτε
+όταν η Κίττυ θα είνε μαζύ μας;
+
+ ― Όχι, δεν θα έλθω. . . Δεν θ' αποφεύγω την δεσποινίδα Κίττυ,
+αλλ' εφ' όσον θα δύναμαι, θα την απαλλάττω της δυσαρεσκείας να με
+βλέπη.
+
+ ― Είσθε αλλόκοτος! αντείπεν εκείνη παρατηρούσα αυτόν τρυφερώς . .
+. Έστω . . . Ας μείνουν τα πράγματα ως να μη είχομεν είπει τίποτε
+. . .
+
+Εν τούτοις, από της στιγμής εκείνης, ο Λεβίν ευρήκε τα πάντα
+δυσάρεστα εν τη οικία· ούτε η Δόλλυ, ούτε τα παιδιά της τω
+εφαίνοντο τόσον αξιαγάπητα όσον προτήτερα. Έμεινε διά να πάρη το
+τσάι, αλλ' η φαιδρότης του είχεν εξαφανισθή.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου, ο Λεβίν ευρέθη ηναγκασμένος να
+μεταβή εις τα κτήματα της αδελφής του διά να εξελέγξη την
+διαχείρισιν του επιμελητού.
+
+Ενώπιόν του, πλήθος γυναικών με πολυχρώμους περιβολάς εκινούντο
+λογοκοπούσαι φαιδρώς με τας ηχηράς των φωνάς, και επί του
+ανοικτοπρασίνου λειμώνος εστιβάζοντο αι ξανθαί σωρείαι του ξηρού
+χόρτου. Όπισθεν αυτών ήρχοντο οι χωρικοί με τα δίκρανά των, και αι
+στίβαι του χόρτου μετεβάλλοντο εις υψηλάς, ευρείας και μαλακάς
+θημωνίας.
+
+Εξαίφνης μία νεαρά γυνή, με την τραχείαν και αγροίκον φωνήν της,
+ετόνισεν ένα τραγούδι, και, όταν αυτή ετελείωσεν οι δύο πρώτοι
+όμιλοι, πενήντα άλλαι φωναί, αι μεν δροσεραί, αι δε τραχείαι,
+επανέλαβον εν χορώ το τραγούδι.
+
+Ο Λεβίν εζήλευσε την εκχειλίζουσαν εκείνην υγείαν και φαιδρότητα,
+και ηθέλησε να σημμερισθή την εκδήλωσιν εκείνην της χαράς της
+ζωής. Αλλά δεν ηδύνατο ν' αναμιχθή ενεργώς, και παρέμεινε
+κατακεκλιμένος, ακροώμενος και παρατηρών.
+
+Όταν δε οι χωρικοί και αι χωρικαί εξηφανίσθησαν από τας όψεις του,
+και ο βόμβος των φωνών των απεσβέσθη, ο Λεβίν κατελήφθη από
+ακατανίκητον συναίσθημα λύπης εξ αιτίας της μονώσεώς του.
+
+Ο Λεβίν, εις τον οποίον ουδείς πλέον προσείχεν, εξηκολούθει να
+μένη εξηπλωμένος επί της θημονιάς, να παρατηρή, να ακροάται, να
+ονειροπωλή.
+
+Οι χωρικοί που παρέμειναν εις τον λειμώνα δεν εκοιμήθησαν διόλου
+σχεδόν κατά το διάστημα της βραχείας εκείνης θερινής νυκτός.
+
+Εν αρχή ο Λεβίν ήκουσε φαιδράς συνομιλίας και γέλωτας κατά το
+διάστημα του δείπνου, έπειτα δε νέα τραγούδια και νέους γέλωτας. Η
+μακρά ημέρα της δουλειάς εις αυτούς τους ανθρώπους άφινε μόνον
+φαιδρότητα. Περί την χαραυγήν, όλα εσιώπησαν. Όταν ο Λεβίν
+αφυπνίσθη, ητένισε τους αστέρας και ενόησεν ότι η νυξ είχε
+παρέλθει.
+
+ ― Λοιπόν! τι θα κάμω; Πώς θα το κάμω; διελογίσθη προσπαθών να
+αναπαραστήση εις εαυτόν παν ό,τι είχεν αισθανθή και σκεφθή κατά
+την βραχείαν εκείνην νύκτα . . .
+
+«. . . Να νυμφευθώ; . . . Να εργασθώ; Ν' αναγνωρίσω την ανάγκην
+της εργασίας; Να καταστώ απλούς χωρικός; Να νυμφευθώ μίαν
+χωρικήν;» ηρώτα εαυτόν.
+
+Κατέλιπε δε τον λειμώνα και διηυθύνθη προς την μεγάλην οδόν διά
+μέσου του χωρίου.
+
+Έπνευσεν ελαφρά αύρα και ο αήρ κατέστη φαιόχρους και σκιερός: ήτο
+η αμφίρροπος στιγμή ήτις προηγείται της αυγής, της πλήρους νίκης
+του φωτός κατά του σκότους.
+
+Ο Λεβίν εβάδισε γοργώς ατενίζων το έδαφος. Εξαίφνης ήκουσε
+κροταλισμούς και ανύψωσε την κεφαλήν.
+
+ ― Ένα αμάξι! Τι να είνε;
+
+Εις απόστασιν τεσσαράκοντα βημάτων απ' αυτού ήρχετο εις συνάντησίν
+του έν όχημα συρόμενον υπό τεσσάρων ίππων.
+
+Εις μίαν γωνίαν εκοιμάτο γηραιά κυρία, αλλά, παρά την θυρίδα,
+εκάθητο μία νεαρά κόρη κρατούσα δι' αμφοτέρων της των χειρών τας
+ταινίας του λευκού της κεκρυφάλου, μόλις αφυπνισθείσα.
+
+Λαμποκοπούσα και σκεπτική, γεμάτη από ζωήν εκλεκτήν, πολύπλοκον
+και ξένην προς τον Λεβίν, η νεαρά κόρη παρετήρει ύπερθεν της
+κεφαλής της την ανατολήν του ηλίου.
+
+Καθ' ήν δ' ακριβώς στιγμήν η οπτασία εκείνη επρόκειτο να
+εξαφανισθή, ο Λεβίν αντίκρυσε τα άδολα μάτια της ταξειδιώτιδος.
+Την ανεγνώρισε και χαρά μεστή εκπλήξεως εφώτισε την μορφήν του.
+
+Ήτο εκείνη! Ήτο η Κίττυ.
+
+Ο Λεβίν αντελήφθη ότι ήρχετο εκ του σιδηροδρομικού σταθμού και
+μετέβαινεν εις της αδελφής της.
+
+Πάνθ' όσα είχον βασανίσει τον Λεβίν κατά το διάστημα της φωτεινής
+εκείνης νυκτός, και όλαι αι αποφάσεις τας οποίας είχε λάβει
+διεσκεδάσθησαν διά μιας. Και ανεμνήσθη μετ' αηδίας τα όνειρά του
+τού μετά χωρικής γάμου.
+
+Η λύσις του αινίγματος της ζωής, ήτις τόσον τον είχε βασανίσει από
+τινος χρόνου, ευρίσκετο εκεί, εντός της αμάξης εκείνης, ήτις
+απεμακρύνετο ταχέως και είχεν ήδη περάσει εις την αντίθετον
+πλευράν του αγρού.
+
+Η Κίττυ δεν παρετήρει πλέον από της θυρίδος. Δεν ηκούετο πλέον
+άλλο τι πλην του κρότου των ελατήρων και μόλις διεκρίνετο ο κρότος
+των κροτάλων.
+
+Αι υλακαί των κυνών ενεδείκνυον ότι η άμαξα διέσχιζε το χωρίον,
+και, πέριξ του Λεβίν, ανεπτύσσοντο μόνον αγροί κενοί. Ήτο μόνος,
+μεμονωμένος, ξένος προς όλον τον κόσμον, βαδίζων μονήρης επί της
+μεγάλης ερήμου λεωφόρου.
+
+ ― Όχι, διελογίσθη, η απλή και εργατική ζωή είνε πολύ ωραία, αλλά
+δεν δύναμαι να ταχθώ μετ' αυτής! . . . Αγαπώ την Κίττυ!
+
+* * *
+
+Η νυξ, την οποίαν ο Λεβίν διήλθεν εις τον λειμώνα προώριστο να έχη
+επίδρασιν οριστικήν επί της ζωής του: η αγροτική ζωή, την οποίαν
+διήγε του εφάνη βαρεία και έχασε πάσαν κλήσιν προς αυτήν.
+
+Εις την δυσφορίαν αυτήν προσετίθετο ήδη η άμεσος γειτνίασις της
+Κίττυ, ην ηύχετο να ίδη χωρίς να τολμά να ικανοποιή τον πόθον
+τούτον.
+
+Η Δόλλυ, από της τελευταίας του επισκέψεως, τον είχε καλέσει να
+επανέλθη, ίνα τω παράσχη την ευκαιρίαν ν' απευθύνη νέαν πρότασιν
+προς την αδελφήν της, ήτις, αναμφιβόλως, θα απεδέχετο την φοράν
+ταύτην.
+
+Αυτός ο Λεβίν, αντικρύσας την Κίττυ, είχε κατανοήσει ότι δεν είχε
+παύσει να την αγαπά, αλλά δεν ηδύνατο να μεταβή παρά τη κομήσση
+Ομπλόνσκυ γνωρίζων ότι ευρίσκετο εκεί. Το γεγονός ότι εκείνη είχεν
+απορρίψει την πρότασίν του, ήγειρε μεταξύ των φραγμόν
+ανυπέρβλητον.
+
+ ― Δεν δύναμαι να της ζητήσω να καταστή σύζυγος μου μόνον και
+μόνον διότι δεν δύναται να γείνη σύζυγος εκείνου τον οποίον
+επόθει, διελογίζετο καθ' εαυτόν.
+
+Και η σκέψις αύτη τον καθίστα εχθροπαθή και ψυχρόν προς την Κίττυ.
+
+ ― Δεν θα δυνηθώ να ομιλήσω μαζί της χωρίς ν' αφήσω να μου διαφύγη
+έκφρασις μομφής, ούτε να την ατενίσω χωρίς οργήν, και θα με
+αποστραφή περισσότερον.
+
+«. . . Έπειτα, πώς δύναμαι, τώρα μεθ' όσα μοι είπεν η Δόλλυ, να
+μεταβώ εις το σπίτι των; . . . Ειμπορώ να αποκρύψω ότι ενθυμούμαι
+όσα μοι είπε; Και, θα την πλησιάσω, με την συγγνώμην εις τα χείλη
+μετά μεγαλοψυχίας; . . . Διατί η Δόλλυ μου τα είπεν αυτά; . . . Θα
+ηδυνάμην μάλλον να συναντήσω την Κίττυ τυχαίως και όλα θα
+διεκανονίζοντο· τώρα όμως, δεν είνε πλέον δυνατόν τούτο.»
+
+Ολίγας ημέρας βραδύτερον, η Δόλλυ του έγγραψε διά να του ζητήση
+μίαν γυναικείαν σέλλαν διά την Κίττυ.
+
+«. . . Μοι είπον ότι έχετε μίαν σέλλαν», του έγραφε, «και ελπίζω
+ότι θα μας την φέρετε αυτοπροσώπως».
+
+Τούτο ήτο υπερβολικόν δι' αυτόν· δεν ηδύνατο να υποφέρη τας
+προλειάνσεις ταύτας. Πώς μία γυνή πνευματώδης ηδύνατο τοιουτρόπως
+να προσβάλη την αξιοπρέπειαν της αδελφής της;
+
+Έκαμε δέκα σχέδια σημειώσεων, τα εξέσχισε δε όλα και απέστειλε το
+εφίππιον άνευ εξηγήσεων. Δεν ήθελε να γράψη ότι δεν ηδύνατο να
+υπάγη διότι κάτι τον εμπόδιζεν ή διότι θ' ανεχώρει.
+
+Απέστειλε το εφίππιον, και, έχων την συναίσθησιν ότι είχε
+διαπράξει πράξιν πρόστυχον, ενεπιστεύθη την επιούσαν την
+διεύθυνσιν των κτημάτων του εις τον επιμελητήν του, και μετέβη είς
+τινα απόστασιν παρά τω φίλω του Σβιάσκη.
+
+Την φοράν αυτήν ήτο ευτυχής φεύγων μακράν της Κίττυ, μακράν της
+αγροτικής του ζωής, και προ πάντων διότι ηδύνατο να θηρεύση, τούθ'
+όπερ, μέσα εις όλας του τας ασχολίας, ήτο δι' αυτόν η αρίστη
+ανακούφισις . . .
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
+
+
+
+Η Άννα Καρένιν και ο σύζυγός της εξηκολούθουν να ζουν υπό την
+αυτήν στέγην συνηντώντο πολλάκις της ημέρας, αλλά παρέμενον εξ
+ολοκλήρου ξένοι προς αλλήλους.
+
+Ο Καρένιν είχεν επιβάλει εαυτώ τον κανόνα να βλέπη την σύζυγόν του
+καθ' εκάστην, ίνα προλαμβάνη τας κακολογίας των υπηρετών, αλλ'
+απεύφευγε να δειπνή κατ' οίκον.
+
+Ο Βρόνσκυ δεν επεσκέπτετο ποτέ την οικίαν Καρένιν. Η Άννα εν
+τούτοις τον έβλεπεν έξω της οικίας της, και ο σύζυγός της το
+εγνώριζε. Και διά τους τρεις η κατάστασις αύτη ήτο οδυνηρά και
+κανείς εκ των τριών δεν θα εδέχετο να την υποστή ουδ' επί μίαν καν
+ημέραν, αν ο καθείς των δεν εσκέπτετο ότι επρόκειτο περί
+καταστάσεως προσωρινής, περί οδυνηρού περισπασμού, όστις θα
+εξηφανίζετο τάχιστα.
+
+Ο Καρένιν ήλπιζεν ότι ο έρως της Άννας θ' απεσβέννυτο, διότι τα
+πάντα παρέρχονται, ότι όλος ο κόσμος θα ελησμόνει το παραπάτημα
+αυτό και ότι το όνομά του θα εξήρχετο άθικτον εκ της δοκιμασίας
+εκείνης.
+
+Η Άννα, η αιτία της καταστάσεως ταύτης, υπέφερεν εξ αυτής
+πλειότερον των άλλων, αλλά την υφίστατο, διότι ήτο βεβαία ότι θα
+διεκανονίζοντο. Δεν εγνώριζεν επακριβώς τι θα ήτο το μέλλον να
+διευκρινίση την κατάστασιν, αλλ' είχε την στερράν πεποίθησιν ότι η
+λύσις θα επήρχετο και αρκετά γρήγορα μάλιστα.
+
+Ο Βρόνσκυ, ακουσίως εαυτού υπήκων εις τας αντιλήψεις της Άννας,
+ανέμενεν επίσης κάτι, το οποίον έμελλε να επέλθη ανεξαρτήτως αυτού
+και να εξομαλύνη όλας τας δυσχερείας.
+
+Επιστρέφων εις την οικίαν του ο Βρόνσκυ, ευρήκεν έν σημείωμα της
+Άννας.
+
+Του έγραφεν:
+
+«Είμαι ασθενής και δυστυχής. Δεν ειμπορώ ν' αφήσω το δωμάτιόν μου
+δεν ειμπορώ να μένω χωρίς να σε βλέπω. Ελάτε απόψε. Κατά τας επτά
+ο Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς πηγαίνει εις το Συμβούλιον και θα μείνη
+εκεί μέχρι της δεκάτης.»
+
+Ο Βρόνσκυ ευρήκε παράδοξον εν αρχή το ότι η Άννα τον εκάλει εις
+την οικίαν της, παρά την απαγόρευσιν του συζύγου της να τον
+δέχεται· αλλά, κατόπιν σκέψεως, απεφάσισε να υπάγη οπωσδήποτε.
+
+Όταν επλησίασεν εις την οικίαν του Καρένιν, παρετήρησεν ότι ήτο
+ήδη εννάτη η ώρα.
+
+Μία υψηλή και στενή άμαξα, με δύο φαιούς ίππους, εστάθμευεν
+ενώπιον του πυλώνος.
+
+Ανεγνώρισε την άμαξαν της Άννας.
+
+ ― Πηγαίνει εις το σπίτι μου! εσκέφθη. Αυτό βεβαίως θα ήτο
+προτιμότερον. Δεν θέλω εν τούτοις να κρυφθώ αν και μου είνε πολύ
+δυσάρεστος η είσοδος εις αυτήν την οικίαν.
+
+Και με το απαθές ύφος άνθρωπου συνηθεισμένου παιδιόθεν να μη
+αισθάνεται αίσχος διά τίποτε, εξήλθε του ελκύθρου του και
+διηυθύνθη προς την θύραν.
+
+Η θύρα ηνοίχθη, και ο θυρωρός, με δέσμην εγγράφων υπό μάλης, έκαμε
+νεύμα εις τον αμαξάν να πλησιάση.
+
+Ο Βρόνσκυ αντελήφθη το εκπεπληγμένον βλέμμα, το οποίον του έρριψεν
+ο υπηρέτης.
+
+Επί του κατωφλίου προσέκρουσε σχεδόν επί του Καρένιν. Το μπεκ του
+αεριόφωτος εφώτιζε πλήρως την άχρουν και κουρασμένην μορφήν του
+συζύγου της Άννας, μεταξύ του μαύρου του πίλου και της λευκής του
+γραβάτας, ήτις επεδείκνυε την λευκότητά της υπό την ανοικτόχρουν
+γούναν του περιλαιμίου του παλτού του.
+
+Τα εταστικά και αλαμπή μάτια του Καρένιν, προσηλώθησαν επί του
+Βρόνσκυ. Ούτος εχαιρέτησε, και ο Καρένιν, ανακινήσας τα χείλη,
+έφερε την χείρα εις τον πίλον του και αντιπαρήλθεν.
+
+Ο Βρόνσκυ τον είδεν επιβαίνοντα της αμάξης του χωρίς να υποστραφή,
+αναλαμβάνοντα δε τα έγγραφά του και δίδοντα διαταγήν προς
+εκκίνησιν.
+
+Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις τον αντιθάλαμον. Αι οφρύς του ήσαν
+συνεσπασμέναι και οι οφθαλμοί του απήστραπτον ακτινοβολίαν
+κακεντρεχή και υπερήφανον.
+
+ ― Τι κατάστασις! διελογίσθη. Αν επάλαιεν, αν υπερησπίζετο την
+τιμήν του, θα ηδυνάμην να ενεργήσω, να εκδηλώσω τα αισθήματά μου,
+αλλ' η αδυναμία αύτη, αυτή η ποταπότης! . . . Με θέτει εις την
+θέσιν ενός απαταιώνος, τούθ' όπερ δεν θέλω να είμαι.
+
+Από της εξηγήσεως, ην έσχε μετά της Άννας εις τον κήπον Βρέδε, ο
+Βρόνσκυ έβλεπεν υπό όλως διάφορον πρήσμα την θέσιν του. Η Άννα
+αφωσιούτο εξ ολοκλήρου εις αυτόν και ανέμενε παρ' αυτού ν'
+αποφασίση περί της τύχης της, και, ο Βρόνσκυ; υποτασσόμενος
+ακουσίως εις την αδυναμίαν της Άννας, δεν εσκέπτετο πλέον ότι ο
+σύνδεσμος εκείνος ηδύνατο να έχη την λύσιν, ην προέβλεπε κατά την
+στιγμήν εκείνην. Τα φιλόδοξα σχέδιά του είχον και πάλιν τεθή κατά
+μέρος, και συναισθανόμενος ότι είχεν εξέλθει του κύκλου εκείνου
+της δράσεως, εν τω οποίω τα πάντα είνε καθωρισμένα, εγκατελείφθη
+εις το αίσθημά του, το οποίον διαρκώς ηνδρούτο και τον προσήλωνεν
+επί μάλλον και μάλλον εις την ερωμένην του.
+
+Εντός της ιματιοθήκης ήκουσε τα βήματα της Άννας απομακρυνομένης.
+Εννόησεν ότι είχεν έλθει να ίδη αν ήρχετο και ηκροάτο κρυφίως
+προτού εισέλθη εις το σαλόνι.
+
+ ― Όχι! ανεφώνησεν ιδούσα αυτόν, όχι, αν το πράγμα πρόκειται να
+εξακολουθήση έτσι, θα καταλήξη ταχέως, πολύ προ . . . .
+
+Και εις τας πρώτας λέξεις που επρόφερε, δάκρυα επλημμύρησαν τους
+οφθαλμούς της.
+
+ ― Τι έχεις φίλη μου;
+
+ ― Τι έχω; Αναμένω, πάσχω, μια ώρα, δύο ώρες. . . . Όχι! δεν θέλω,
+δεν θέλω να θυμώσω μαζί σου . . . Αναμφιβόλως, δεν ηδυνήθης να
+έλθης γρηγορώτερα. . . Όχι, δεν θα σου κάμω παρατηρήσεις.
+
+Έθεσεν αμφοτέρους τους βραχίονάς της επί των ώμων του και τον
+ητένισεν επί πολύ με βλέμμα βαθύ, εκστατικόν και ερευνητικόν
+συγχρόνως.
+
+Εμελέτα την μορφήν του ίνα διαγνώση παν ό,τι είχε συμβή αφ' ης τον
+είχεν ίδει την τελευταίαν φοράν.
+
+Όπως εις κάθε συνέντευξιν, παρέβαλλε προς αυτόν τον ίδιον την
+εικόνα ην διεμόρφωνεν εξ αυτού, ασυγκρίτως ανωτέραν της
+πραγματικότητος και . . . απραγματοποίητον.
+
+ ― Τον συνήντησες; ηρώτησεν η Άννα, όταν έλαβεν θέσιν παρά την
+τράπεζαν, υπό το φως της λυχνίας . . . Τόσον το χειρότερον διά σε,
+είνε η τιμωρία της βραδύτητός σου.
+
+ ― Ναι, αλλά πώς γίνεται αυτό; Έπρεπε να είνε εις το Συμβούλιον .
+. .
+
+ ― Εκεί ήτο και επέστρεψε, κατόπιν δε ανεχώρησε και πάλιν διά να
+μεταβή αγνοώ πού . . . Αδιάφορον, ας ομιλήσωμεν περί άλλων. Πού
+ήσο συ;
+
+Ο Βρόνσκυ ήθελε να της ομολογήση ότι, μη κοιμηθείς καθ' όλην την
+νύκτα, είχεν αφεθή να καταληφθή υπό του ύπνου, αλλά προ της
+συγκεκινημένης μορφής της Άννας ησθάνθη αίσχος, και εξήγησεν ότι
+ευρέθη εις την ανάγκην να συντάξη κάποιαν έκθεσιν.
+
+Η Άννα επήρε το κέντημά της από της τραπέζης και εδοκίμασε να
+βγάλη το βελονάκι.
+
+Εκράτει η Άννα ανά χείρας το κέντημα της αλλά δεν ειργάζετο·
+παρετήρει τον Βρόνσκυ με βλέμμα παράδοξον, γεμάτο φωτιά και θυμόν.
+
+ ― Το πρωί ήλθε να με ίδη η Λίζα, είπεν· αι κυρίαι αυταί δεν
+αισθάνονται ακόμη φόβον να με επισκέπτωνται παρά τας υποδείξεις
+της κομήσσης Λυδίας. Μου διηγήθη δε την αθηναϊκήν σας νύκτα. Τι
+προστυχιά!
+
+ ― Ήθελα να είπω ότι . . .
+
+Εκείνη τον διέκοψε.
+
+ ― Και εκείνη η Τερέζα, που εγνώρισες, ήτο εκεί;
+
+ ― Ήθελα να είπω . . .
+
+ ― Πόσον είσθε όλοι χυδαίοι, όλοι οι άνδρες . . . Δεν κατορθώνετε
+να σκεφθήτε ότι μία γυναίκα δεν ειμπορεί να τα λησμονήση αυτά τα
+πράγματα . . . Προπάντων μάλιστα γυναίκα που δεν δύναται να μάθη
+την ζωήν σου. Τι γνωρίζω εγώ; . . . Όσα μου είπες . . . και πώς
+δύναμαι να ξεύρω ότι μου είπες την αλήθεια;
+
+ ― Άννα, με προσβάλλεις . . . Δεν με πιστεύεις; Δεν σου είπον ότι
+δεν έχω καμμίαν σκέψιν την οποίαν να μη σου εμπιστεύωμαι;
+
+ ― Ναι, ναι, υπέλαβεν εκείνη, προσπαθούσα να καταπνίξη τα ζηλότυπα
+αισθήματά της. Αλλ' αν εγνώριζες, αν εγνώριζες πόσον πάσχω! Σε
+πιστεύω, σε πιστεύω! . . . Διηγήσου μου λοιπόν ό,τι ήθελες να μου
+πης.
+
+Αλλά δεν ηδυνήθη να ενθυμηθή ό,τι ηθέλησε να της είπη.
+
+Οι παροξυσμοί εκείνοι της ζηλοτυπίας, οίτινες κατά τους
+τελευταίους χρόνους, κατελάμβανον συχνάκις την Άνναν, ετρόμαζον
+τον Βρόνσκυ αν και γνωρίζοντα ότι αφορμή της ζηλοτυπίας αυτής ήτο
+ο προς αυτόν διάπυρος έρως της Άννας.
+
+Ποσάκις δεν είχε διαλογισθή ότι ο έρως εκείνος προώριστο να
+αποτελέση αυτήν ταύτην την ευδαιμονίαν. . . Τον αγαπά τόσον
+ισχυρώς όσον μία γυναίκα, εις την οποίαν ο έρως εδέσποσε παντός
+άλλου ενδιαφέροντος, δύναται να αγαπήση, και όμως απέχει πολύ
+περισσότερον της ευτυχίας τώρα, παρά την ημέραν καθ’ ήν την είχε
+συνοδεύσει από Μόσχας εις Πετρούπολιν.
+
+Τότε, επίστευεν εαυτόν δυστυχή, διότι η ευτυχία απέκειτο εις το
+μέλλον· τώρα ησθάνετο ότι η πραγματική μορφή της ευτυχίας
+ευρίσκετο εις το παρελθόν . . .
+
+Δεν ήτο τοιαύτη, οποίαν την είχεν αντικρύσει κατά τους πρώτους
+χρόνους της γνωριμίας των και ηθικώς και φυσικώς είχε μεταβληθή
+μειονεκτικώς δι' αυτήν.
+
+Την παρετήρει όπως παρατηρούμεν έν άνθος κοπέν και μαρανθέν και
+μετά δυσκολίας κατώρθωνε να εύρη τον λόγον διά τον οποίον το
+δρέπωμεν και το θανατώνομεν . . . Και όμως παρά τούτο συνησθάνετο
+ότι, όταν σφοδρότερον την ηγάπα, θα ηδύνατο, αν εκείνη το
+επεθύμει, να εκριζώση τον έρωτα αυτόν από της καρδίας του, και ενώ
+τώρα, όταν δεν ησθάνετο πλέον τον προς αυτήν έρωτα τόσον ισχυρόν,
+κατενόει ότι ο δεσμός των δεν ήτο πλέον δυνατόν να θραυσθή . . .
+
+Ο Βρόνσκυ έλαβε την χείρα της Άννας, την στηριζομένην επί της
+τραπέζης, και την εφίλησε . . .
+
+ ― Ναι, δεν ημπορώ να συνέλθω . . . Δεν γνωρίζεις μέχρι ποίου
+σημείου εμαρτύρησα περιμένουσά σε . . . Φρονώ ότι δεν είμαι
+ζηλότυπος . . . δεν είμαι ζηλότυπος. Πιστεύω εις σε οσάκις
+ευρίσκεσαι πλησίον μου, αλλ' όταν είσαι μακράν μου, μόνος, και
+διάγεις την ζωήν που εγώ δεν γνωρίζω . . .
+
+Απέστρεψε την μορφήν, απέσπασε δε τέλος το βελονάκι από το κέντημά
+της και παρευθύς βροχίδες λευκού μαλλίου λάμπουσαι υπό το φως της
+λυχνίας διεδέχθησαν γοργώς αλλήλας επί του δείκτου της αριστεράς
+της χειρός, και ο λεπτός της καρπός συνεστράφη νευρικώς και γοργά
+εντός της ολοκεντήτου ακροχειρίδος της.
+
+ ― Πολύ καλά! . . . Λοιπόν, πού συνήντησες τον σύζυγόν μου; . . .
+και η φωνή της ήτο ψευδόηχος.
+
+ ― Διεσταυρώθημεν εις το κατώφλι της θύρας. Δεν τον εννοώ, είπεν ο
+Βρόνσκυ· αν, μετά την εξήγησιν, ην έσχες μαζί του, ήρχετο εις
+ρήξιν μαζί μου! . . . αν με προεκάλει! . . . αλλ' η σημερινή του
+διαγωγή είνε ακατανόητος. Πώς κατορθώνει να υποφέρη αυτήν την
+κατάστασιν; . . . Πάσχει, είνε καταφανές αυτό.
+
+ ― Αυτός να πάσχη; είπεν η Άννα με περιφρονητικόν μειδίαμα· αυτός
+είνε τελείως ικανοποιημένος.
+
+ ― Αλλά διατί πάσχομεν όλοι, αφού τα πάντα θα ηδύναντο τόσον καλά
+να διακανονισθώσιν;
+
+ ― Όλοι γνωρίζουν να πάσχουν, εκτός αυτού· μήπως δεν τον γνωρίζω
+κατά βάθος; Μη δεν γνωρίζω, άλλως τε, το ψεύδος που τον κατέχει εξ
+ολοκλήρου, εις το οποίον είνε εμποτισμένος; . . Αν κάτι ησθάνετο,
+θα ηδύνατο να ζη όπως ζη μαζί μου; Δεν εννοεί τίποτε, δεν
+αισθάνεται τίποτε αυτός . . . Υπάρχει ανήρ, με ελαχίστην έστω
+φιλοτιμίαν, που να ημπορή να ζη υπό την αυτήν στέγην μετά της
+ενόχου συζύγου του; Θα ημπορούσε κανείς άλλος να μιλή μαζί της, να
+την προσφωνή εις ενικόν; . . , Δεν είνε άνθρωπος αυτός, δεν είνε
+πλάσμα ανθρώπινον . . .
+
+ ― Δεν είσαι δικαία, φίλη μου, είπεν ο Βρόνσκυ, προσπαθών να την
+πραΰνη. Αλλ' ας αφήσωμεν αυτόν, ας μη κάμνωμεν πλέον λόγον περί
+αυτού. Ειπέ μου, πώς επέρασες της ώρες σου. Τι σου συνέβη; Τι είνε
+αυτή η αρρώστια και τι είπεν ο ιατρός;
+
+ ― Αλλά, Βρόνσκυ . . .
+
+ ― Μαντεύω ότι δεν πρόκειται περί νόσου, αλλ' ότι πάσχεις λόγω της
+καταστάσεώς σου; Πότε το τέλος;
+
+ ― Γρήγορα, γρήγορα, απήντησεν εκείνη μετά γαληνίου θλίψεως. Είπες
+ότι η θέσις μας είνε θλιβερά, ότι πρέπει να εξέλθωμεν αυτή; . . .
+Αν εγνώριζες πόσον υποφέρω, και τι δεν θα έδιδα διά να μείνω
+ελευθέρα, διά να δύναμαι να σε αγαπώ ελευθέρως! Τότε δεν θα
+εβασανιζόμην και δεν θα σ' εβασάνιζα με την ζηλοτυπίαν μου . . .
+Θα φθάσωμεν γρήγορα εις το τέρμα, αλλ' όχι καθ' όν τρόπον
+εφαντάσθημεν . . .
+
+Επί τη σκέψει ταύτη, τοιούτον ησθάνθη άλγος δι' εαυτήν, ώστε
+δάκρυα επλημμύρησαν τους οφθαλμούς της και δεν ηδυνήθη να
+εξακολουθήση. Έθηκεν επί της χειρίδος του Βρόνσκυ την χείρα της,
+της οποίας οι δακτύλιοι και η λευκότης ηκτινοβόλουν υπό το φως της
+λυχνίας.
+
+ ― Όχι καθ' όν τρόπον εφαντάσθημεν. Δεν ήθελα να σου το είπω, αλλά
+με εξαναγκάζεις εις τούτο. Γρήγορα, γρήγορα όλα θα λυθώσι και
+ημείς όλοι θα ησυχάσωμεν, δεν θα υποφέρωμεν πλέον.
+
+«― Δεν σε εννοώ, είπεν ο Βρόνσκυ, αν και εννόησεν άριστα.
+
+ ― Με ηρώτησες, πότε; Εντός ολίγου . . . Αλλά δεν θα επιζήσω. Μη
+με διακόπτεις.
+
+Και προσέθηκε μετά σπουδής:
+
+ ― Ω! το γνωρίζω . . . το γνωρίζω μετά βεβαιότητος . . . Θα
+αποθάνω . . . και είμαι ευτυχής διότι θ' αποθάνω, θα σας απαλλάξω
+απ' εμού και θα ελευθερωθώ και εγώ . . ,
+
+Δάκρυα κατέρρευσαν εκ των οφθαλμών της.
+
+Ο Βρόνσκυ έκυψεν επί της χειρός της και την εκάλυψε με φιλήματα,
+προσπαθών να δαμάση την συγκίνησίν του, την οποίαν δεν ηδύνατο να
+αποκρύψη, καίτοι εγνώριζεν ότι οι φόβοι της δεν ήσαν βάσιμοι.
+
+ ― Αυτό θα είνε το καλλίτερον, είπεν εκείνη θλίβουσα ισχυρώς την
+χείρα του. Είνε η μόνη διέξοδος που μας υπολείπεται.
+
+Ο Βρόνσκυ συνήλθε και ανύψωσε την κεφαλήν.
+
+ ― Τι παιδιαρισμός! Τι παραλογισμούς που κατορθώνεις να λέγης!
+
+ ― Όχι, είνε η καθαρά αλήθεια.
+
+ ― Πώς; . . . Και πού λοιπόν έγκειται η αλήθεια;
+
+ ― Οφείλω ν' αποθάνω. Είδα όνειρον.
+
+ ― Όνειρον! επανέλαβεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Ναι, είδα όνειρον, είπεν η Άννα. Προ πολλού. Ωνειρεύθην ότι
+εισήλθα τρέχουσα εις τον θάλαμόν μου διά να πάρω κάτι τι και ότι
+παρετήρησα εις μίαν γωνίαν αντικείμενον αορίστου μορφής . . .
+
+Ωμίλει τρομαγμένη και με ολάνοικτα τα μάτια.
+
+ ― Πώς κατορθώνουν να πιστεύουν τα όνειρα; . . .
+
+Αλλ' εκείνη δεν του επέτρεψε να την διακόψη . . . Ό,τι επρόκειτο
+να του διηγηθή ήτο άκρως ενδιαφέρον.
+
+ ― Το άμορφον εκείνο αντικείμενον ανεστράφη και είδα ότι ήτο ένας
+μουζίκος με δασείαν την γενειάδα, μικρού αναστήματος και
+τρομακτικός την όψιν . . . Εδοκίμασα να φύγω, αλλ' εκείνος έκυψεν
+επί τινος σάκκου, τον οποίον έψαχνε με τα χέρια του . . .
+
+Και αναπαρέστησε τον μουζίκον και την χειρονομίαν του.
+
+Η μορφή της Άννας εξεδήλου τρόμον.
+
+ ― Ο μουζίκος, εξηκολούθησεν, έψαξε μέσα εις τον σάκκον του και
+ωμίλησεν ούτω: «Πρέπει να κτυπηθή, να συντριβή, να ζημιωθή . . .»
+Πλήρης τρόμου προσεπάθησα να εξυπνήσω και νόμισα πράγματι ότι
+εξυπνούσα, αλλά το όνειρον εξηκολούθησε. Και ο μουζίκος μου είπε:
+«Θα πεθάνης κατά τον τοκετόν . . .» Τότε τέλος εξύπνησα . . .
+
+ ― Τι ηλίθιον όνειρον! είπεν ο Βρόνσκυ· αλλά συνησθάνθη ότι ο
+τόνος της φωνής του δεν ήτο τόνος πεποιθήσεως.
+
+ ― Ας μη ομιλώμεν πλέον περί τούτου, είπεν η Άννα . . . Κωδώνισε,
+θα παραγγείλω να μας φέρουν τσάι . . . Άλλως τε το πράγμα δεν
+πρόκειται πλέον να παραταθή επί πολύ . . .
+
+Αλλ' αίφνης εσταμάτησε και η έκφρασις της μορφής της μετεβλήθη
+αυθωρεί. Ο τρόμος και η συγκίνησις υπεχώρησαν εις μίαν προσοχήν
+ήρεμον, σοβαράν και πλήρη ευφροσύνου εκστάσεως. Ο Βρόνσκυ δεν
+ηδυνήθη να εννοήση την σημασίαν της μεταμορφώσεως εκείνης.
+
+Είχεν αισθανθή εντός της κοιλίας της τας αναπάλσεις νεογενούς
+ζωής.
+
+* * *
+
+Αφού συνηντήθη επί του προστόου με τον Βρόνσκυ, ο Καρένιν μετέβη
+εις το Ιταλικόν Μελόδραμα, όπου και προυτίθετο να μεταβή.
+
+Παρέστη δε εις δύο πράξεις και συνήντησε τα πρόσωπα, τα οποία
+επεθύμει να ίδη.
+
+Επιστρέψας εις την οικίαν του, δεν κατεκλίθη όπως συνήθως αλλά
+περιεπάτει εντός του γραφείου του μέχρι της τρίτης πρωινής ώρας.
+
+Η μνησικακία του εναντίον της συζύγου, ήτις απέφευγε να τηρή τους
+τύπους ευπρεπείας και να σέβεται τον μόνον όρον, τον οποίον της
+είχεν επιβάλει, τον έδακνεν αδιακόπως. Δεν είχεν εκτελέσει τους
+τεθέντας όρους· απεφάσισε λοιπόν να την τιμωρήση· θα εκτελέση την
+απειλήν του, θα ζητήση διαζύγιον και θα της αφαιρέση τον υιόν της.
+
+Εγνώριζεν όλας τας δυσκολίας, τας οποίας συναντά τις εν Ρωσσία
+προς επιτυχίαν διαζυγίου, αλλ' είχε δηλώσει ότι θα επετύγχανε και
+ώφειλε ν' αποδείξη ότι η απειλή του δεν ήτο ματαία.
+
+Η κόμησσα Λυδία μάλιστα του είχεν υποβάλει ότι αυτή θα ήτο η
+καλλιτέρα διέξοδος διά την θέσιν εις ην ευρίσκετο.
+
+Ένα δυστύχημα, άλλως τε, δεν έρχεται ποτέ μόνον του· αι
+μεταρρυθμίσεις δε τας οποίας είχεν εκθειάσει τω είχον παράσχει
+τόσας δυσαρεσκείας ώστε ευρίσκετο διαρκώς εις υπερέντασιν οργής .
+. .
+
+Δεν εκοιμήθη καθ' όλην την νύκτα και η οργή του, εμμόνως
+επιτεινομένη, έφθασε, το πρωί, εις αληθή παροξυσμόν. Ενεδύθη τότε
+εν τάχει και, μόλις έμαθεν ότι η Άννα είχεν εγερθή, εισήλθεν εις
+τα δωμάτια της, ως να έφερε μαζί του δοχείον πλήρες οργής, ον
+εφοβείτο μη εκχύση καθ' οδόν και χάση ούτω την δραστικότητα, ης
+είχεν ανάγκην κατά την στιγμήν εκείνην.
+
+Η Άννα, ήτις ενόμιζεν ότι εγνώριζε τόσον καλά τον σύζυγόν της,
+κατεπλάγη μόλις τον αντίκρυσεν. Είχε το μέτωπον συνεσπασμένον, τα
+σκυθρωπά του μάτια επλανώντο εις το κενόν, αποφεύγοντα το βλέμμα
+της συζύγου τον, το στόμα του ήτο κλειστόν σταθερώς και εξέφραζε
+περιφρόνησιν. Εις την στάσιν του, εις τας κινήσεις του, εις την
+φωνήν του ενυπήρχε σταθερότης και αποφασιστικότης ομοίαν της
+οποίας δεν είχε ποτέ άλλοτε εκδηλώσει ενώπιόν της.
+
+Εισήλθεν εις τον θάλαμον της συζύγου του, και χωρίς να χαιρετήση
+την Άνναν, διηυθύνθη προς το γραφείον της, επήρε τα κλειδιά και
+ήνοιξε τους σύρτας.
+
+ ― Τι ζητείτε; του εφώναξεν εκείνη.
+
+ ― Ζητώ τας επιστολάς του εραστού σας.
+
+ ― Δεν τας έχω εδώ, απήντησεν εκείνη κλείουσα τον σύρτην. Ιδών το
+κίνημά της κατενόησεν ότι είχε καλώς μαντεύσει, εδράξατο αγροίκως
+της χειρός της Άννας και ήρπασεν αποτόμως, το χαρτοφυλάκιον εντός
+του οποίου η σύζυγός του, εν γνώσει του έκρυπτε τα πολυτιμότερα
+έγγραφα.
+
+Η Άννα ηθέλησε να του αποσπάση το χαρτοφυλάκιον, αλλά την απώθησε.
+
+ ― Καθήσατε, έχω να σας ομιλήσω είπε, και έθλιψεν ισχυρώς το
+χαρτοφυλάκιον υπό τον βραχίονά του.
+
+Η Άννα τον ητένισε μετά καταπλήξεως και φόβου.
+
+ ― Σας είπον ότι δεν σας επιτρέπω να δέχεσθε εδώ τον εραστήν σας.
+
+ ― Είχον ανάγκην να τον ίδω διά . . .
+
+Διεκόπη μη δυναμένη να εύρη πρόσχημα προς δικαιολογίαν της
+επισκέψεως εκείνης.
+
+ ― Δεν εισέρχομαι εις τας λεπτομερείας των λόγων διά τους οποίους
+μία γυναίκα έχει ανάγκην να ίδη τον εραστήν της . . .
+
+ ― Ήθελον . . . εσκεπτόμην . . .
+
+Η χυδαιότης της συμπεριφοράς του συζύγου της την εξώργισε και της
+απέδωκε την ευτολμίαν της:
+
+ ― Δεν αισθάνεσθε λοιπόν πόσον σας είνε εύκολον να με υβρίζετε;
+
+ ― Επιδεκτικοί ύβρεων είνε μόνον οι τίμιοι άνθρωποι· το λέγειν
+όμως προς ένα κλέπτην ότι είνε κλέπτης, αποτελεί απλήν
+επιβεβαίωσιν ενός γεγονότος.
+
+ ― Δεν σας εγνώριζα εις τοιούτον βαθμόν σκληρόν.
+
+ ― Ονομάζετε σκληρότατα το ότι ένας σύζυγος δίδει εις την γυναίκα
+του την ελευθερίαν και της αφίνει την χρήσιν μιας στέγης εντίμου
+υπό τον μόνον όρον να σεβασθή αύτη τα προσχήματα της ευπρεπείας.
+Το ευρίσκετε σεις σκληρόν αυτό;
+
+ ― Είνε χειρότερον από σκληρόν, είνε ποταπότης, αν θέλετε να τα
+μάθετε όλα!
+
+Επρόφερε τας λέξεις ταύτας εν εκρήξει οργής, ηγέρθη δε και ηθέλησε
+να εξέλθη του δωματίου.
+
+ ― Μείνατε! κραύγασαν εκείνος διά της διαπεραστικής του φωνής.
+
+Εδράξατο διά των μακρών του δακτύλων από του καρπού την σύζυγόν
+του τόσον βιαίως ώστε το βραχιόλι που επίεσεν αφήκεν ίχνη ερυθρά
+επί της σαρκός της, είτα δε την ηνάγκασε να καθήση εις την αυτήν
+θέσιν.
+
+ ― Ποταπότης; . . . Α! αν επιθυμείτε να προφερθή η λέξις αύτη,
+ποταπότης είνε το να εγκαταλείπη μία γυναίκα τον σύζυγον και τον
+υιόν της χάριν ενός εραστού και να τρώγη συνάμα τον άρτον του
+συζύγου!
+
+Η Άννα εταπείνωσε την κεφαλήν.
+
+Δεν είπε δε εκείνο που είχεν είπει την προτεραίαν προς τον εραστήν
+της, ότι ε κ ε ί ν ο ς ήτο σύζυγός της ο δ' έτερος «ως εκ
+περισσού»· ούτε το εσκέφθη καν. Συνησθάνετο όλην την ορθότητα των
+λόγων του Καρένιν και τω είπε χαμηλή τη φωνή:
+
+ ― Δεν δύνασθε να ορίσετε την θέσιν μου σκληρότερον αφ' όσον το
+πράττω μόνη μου· αλλά προς τι να μου το λέγετε;
+
+ ― Προς τι να σας το λέγω; Προς τι; εξηκολούθησεν εκείνος, οργίλως
+πάντοτε, ― διά να μάθητε ότι πρόκειται να λάβω μέτρα ίνα τεθή
+τέρμα εις την κατάστασιν αυτήν, διότι δεν εξετελέσατε την θέλησίν
+μου, εις ό,τι αφορά τα καθήκοντα της ευπρεπείας.
+
+ ― Εντός ολίγου, εντός ολίγου θα τελειώσουν όλα, είπεν εκείνη.
+
+Και εκ νέου δάκρυα επλήρωσαν τους οφθαλμούς της επί τω αναλογισμώ
+του προσεχούς θανάτου, τον οποίον τόσον διαπύρως επηύχετο.
+
+ ― Θα τελειώσουν όλα πολύ ταχύτερον αφ' όσον σεις και ο εραστής
+σας θα εποθείτε. Σεις επιζητείτε την ικανοποίησιν του κτηνώδους
+έρωτος . . .
+
+ ― Λέγω ότι δεν είνε μεγαλοψυχία το κτυπάν έν πλάσμα
+ανυπεράσπιστον.
+
+ ― Ναι, μόνον τον εαυτόν σας σκέπτεσθε σεις . . . Αι βάσανοι του
+ανθρώπου, όστις υπήρξε σύζυγός σας δεν σας ενδιαφέρουν ποσώς . . .
+Ελάχιστα σας ενδιαφέρει αν η ζωή του συνετρίβη, αν . . . αν . . .
+
+Ωμίλει τόσον ταχέως, ώστε ετραύλιζε. Διά πρώτην δε φοράν η Άννα
+συνησθάνθη τον πόνον του, και ελυπήθη τον Καρένιν.
+
+Αλλά, τι ηδύνατο να είπη και τι ηδύνατο να πράξη;
+
+Εταπείνωσε την κεφαλήν και εσιώπησε.
+
+Και ο Καρένιν ετήρησε προς στιγμήν σιγήν, μεθ' ό επανέλαβε,
+τονίζων αυθαιρέτως λέξεις άνευ σημαντικότητος:
+
+ ― Ήλθα διά να σας είπω, . . . . ήρχισε λέγων.
+
+Η Άννα τον ητένισε.
+
+ ― Δεν δύναμαι να μεταβάλω τίποτε, είπεν.
+
+ ― Ήλθα να σας είπω ότι αναχωρώ αύριον διά Μόσχαν και ότι δεν θα
+επανέλθω πλέον εις αυτό το σπίτι. . . . Την είδησιν της αποφάσεώς
+μου θα λάβετε διά μέσου του δικηγόρου εις τον οποίον θα αναθέσω
+την περί διαζυγίου δίκην. Τον υιόν μου θα εμπιστευθώ εις την
+αδελφήν μου.
+
+ ― Έχετε ανάγκην να μου πάρετε τον Σεριόγια διά να με συντρίψετε!
+είπεν εκείνη παρατηρούσα αυτόν με χαμηλωμένα τα μάτια . . .
+Αφήσατέ μου το παιδί μου, σεις δεν το αγαπάτε.
+
+ ― Ναι, απώλεσα την προς τον υιόν αγάπην, διότι μου υπενθυμίζει
+την αηδίαν που μ' εμπνέετε σεις. . . . Αλλά και πάλιν σας τον
+αφαιρώ. Χαίρετε!
+
+Ηθέλησε ν' απέλθη, αλλά τον εκράτησεν.
+
+ ― Αφήσατέ μου το παιδί μου, εψιθύρισεν εκ νέου είνε το μόνον που
+έχω να σας είπω: αφήσατε μου τον Σεριόγια έως ου . . . . Εντός
+ολίγου αποκτώ τέκνον . . . . αφήσατέ τον μου!
+
+Ο Καρένιν αποσπασθείς βιαίως των χειρών που τον συνεκράτουν,
+εξήλθε του δωματίου χωρίς να προσθέση λέξιν.
+
+* * *
+
+Η αίθουσα της υποδοχής του διασήμου δικηγόρου προς ον μετέβη ο
+Καρένιν ήτο πλήρης κόσμου όταν ούτος εισήλθεν. Είς γραμματεύς
+έλαβε την κάρταν του και διηυθύνθη προς την θύραν του γραφείου του
+δικηγόρου.
+
+ ― Ο κύριος θα σας δεχθή αμέσως, είπεν ο γραμματεύς αναλαβών την
+θέσιν του.
+
+Ήτο μικρόσωμος ανήρ, κοντόχοντρος, φαλακρός, με γενειάδα
+ερυθρόμαυρον, μακράς ανοικτόχρους βλεφαρίδας και προεξέχον
+μέτωπον. Ήτο ενδεδυμένος ως νεόνυμφος από της λευκής του γραβάτας
+μέχρι του άκρου των βερνικωμένων του υποδημάτων, χωρίς να
+λησμονηθή και η διπλή άλυσις του ωρολογίου του.
+
+Είχε κεφαλήν πνευματώδους μουζίκου, αλλά εξωτερικόν ακαλλαισθήτου
+σνοβισμού.
+
+ ― Εισέλθετε, κύριε, είπεν ο δικηγόρος προς τον Καρένιν.
+
+Τον αφήκε δε να περάση έμπροσθέν του χωρίς ν' αλλάξη έκφρασιν, και
+επανέκλεισε την θύραν.
+
+ ― Ευαρεστηθήτε να πάρετε αυτό το κάθισμα.
+
+Τω επέδειξε καθέδραν προ του γραφείου του κατασκεπούς από έγγραφα,
+εκάθησε δε και αυτός εις την συνήθη του θέσιν.
+
+ ― Προτού σας εκθέσω την υπόθεσίν μου, πρέπει να επιστήσω την
+προσοχήν σας επί της ανάγκης να την τηρήσητε μυστικήν, είπεν ο
+Καρένιν.
+
+Αδιόρατον μειδίαμα διέστειλε τα κοκκινωπά και κρεμάμενα μουστάκια
+του δικηγόρου.
+
+ ― Δεν θα ήμην δικηγόρος αν δεν ήμην ικανός να φυλάττω τα μυστικά
+των πελατών μου. Αλλ' αν επιθυμείτε εγγύησιν . . . .
+
+Ο Καρένιν τον ητένισε και διέκρινεν ότι τα φαιόχροα και έξυπνα
+μάτια του δικηγόρου εγέλων, ως να τα εγνώριζεν ήδη όλα.
+
+ ― Γνωρίζετε ποίος είμαι, είπεν.
+
+ ― Όπως όλοι οι Ρώσσοι, απήντησεν ο άνθρωπος του νόμου υποκλιθείς,
+σας γνωρίζω, όπως και τας υπηρεσίας που παρέχετε εις τον τόπον.
+
+Ο Καρένιν αφήκεν στεναγμόν και περισυνέλεξε το θάρρος του. Αλλά
+μόλις ήρχισε να ομιλή, εξηκολούθησε με την διαπεραστικήν του
+φωνήν, αδιστάκτως και χωρίς διακοπάς.
+
+Έχω το ατύχημα να είμαι σύζυγος απατηθείς και επιθυμώ να θραύσω
+νομίμως τους δεσμούς, που με συνδέουν προς την σύζυγό μου, δηλαδή
+να διαζευχθώ, αλλ' υπό τον όρον ο υιός μου να μη μείνη μετά της
+μητρός του.
+
+ ― Επιθυμείτε ν' αναλάβω εγώ την υπόθεσιν του διαζυγίου σας;
+
+ ― Μάλιστα, αλλ' οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι δεν επιθυμώ να
+καταχρασθώ της προσοχής σας. Ήλθον διά να λάβω προκαταβολικώς την
+συμβουλήν σας. Επιθυμώ το διαζύγιον, αλλ' είνε θεμελιώδες δι' εμέ
+να μάθω τους όρους υπό τους οποίους επιτυγχάνεται το διαζύγιον. Αν
+ούτοι δεν ανταποκρίνονται προς τας απαιτήσεις της αξιοπρεπείας, θα
+παραιτηθώ της νομίμου λύσεως.
+
+ ― Ω! αυτό είνε το ορθόν, απήντησεν ο δικηγόρος, είσθε πάντοτε
+κύριος της καταστάσεως.
+
+ ― Γνωρίζω εν γενικαίς γραμμαίς τους νόμους τους διέποντας τα περί
+διαζυγίου, είπεν ο Καρένιν, αλλ' επεθύμουν να μάθω τας διατυπώσεις
+τας χρησιμοποιουμένας εν τη εφαρμογή των.
+
+ ― Επιθυμήτε να σας εκθέσω τους τρόπους διά των οποίων δύνασθε να
+επιτύχητε ότι επιθυμήτε;
+
+Ο Καρένιν έκλινε την κεφαλήν εις σημείον κατανεύσεως.
+
+Ο δικηγόρος επανέλαβε, ρίπτων από καιρού εις καιρόν φευγαλέα
+βλέμματα επί της μορφής του Καρένιν:
+
+ ― Οι ημέτεροι νόμοι επιτρέπουσι το διαζύγιον, ως γνωρίζετε, εις
+τας ακολούθους περιπτώσεις . . . Ειπέτε να περιμένουν, εφώνησε
+προς τον γραμματέα του, όστις επρόβαλλε την κεφαλήν από της θύρας.
+
+ ― Λοιπόν, εις τας ακολούθως περιπτώσεις, επανέλαβε· φυσικά
+ελαττώματα των συζύγων, έπειτα απουσία του ετέρου των συζύγων
+αναχωρούντος διά μέρος άγνωστον· έπειτα· μοιχεία (και ετόνισε την
+λέξιν μετά προφανούς ευχαριστήσεως). Ιδού αι υποδιαιρέσεις (έκλειε
+κάθε φοράν ένα δάκτυλον καθ' όσον αι περιπτώσεις και αι
+υποδιαιρέσεις δεν δύνανται να ταξιθετηθώσιν ομού): Τα φυσικά
+ελαττώματα του ανδρός ή της γυναικός, η μοιχεία του ανδρός ή της
+γυναικός.
+
+Αφού έκλεισεν όλα του τα δάκτυλα, τα ήνοιξεν αύθις και
+εξηκολούθησεν:
+
+ ― Αυτή είνε η θεωρία. Αλλά σεις μου εκάμετε την τιμήν να έλθητε
+να με συμβουλευθήτε επί της πρακτικής εφαρμογής . . Στηριζόμενος
+επί των προηγουμένων, δύναμαι να σας είπω ότι όλα τα διαζύγια
+δύνανται να υπαχθώσιν εις τας ακολούθους περιπτώσεις· δεν έχετε
+ελαττώματα φυσικά, ασφαλώς όχι, και απουσίαν ενός των συζύγων
+απελθόντος εις άγνωστον διεύθυνσιν επίσης.
+
+Ο Καρένιν κατένευσε.
+
+ ― Λοιπόν, μας μένει η μοιχεία του ετέρου των συζύγων και η
+πεποίθησις περί της ενοχής του εγκληματήσαντος μέλους λόγω
+αμοιβαίας συγκαταθέσεως, και εν απουσία της συγκαταθέσεως ταύτης,
+διά της αποδείξεως του επ' αυτοφώρω . . . Οφείλω να σας υποδείξω
+ότι η τελευταία αύτη περίπτωσις είνε σπανία εν τη πρακτική.
+
+Και ρίψας εκ νέου φευγαλέον βλέμμα επί του πελάτου του, ο
+δικηγόρος εσιώπησε.
+
+Ο Καρένιν εξηκολούθει να σιωπά.
+
+ ― Το απλούστερον και το λογικώτερον είνε η μοιχεία δι' αμοιβαίας
+συγκαταθέσεως και ομολογίας επανέλαβεν ο δικηγόρος . . . Δεν θα
+επέτρεπον εμαυτώ την τοιαύτην έκφρασιν ενώπιον προσώπου ελάχιστα
+μορφωμένου, αλλ' ελπίζω ότι σεις με εννοείτε.
+
+Ο Καρένιν ευρίσκετο εις τοιαύτην νευρικήν ταραχήν, ώστε δεν
+κατενόησεν ευθύς αμέσως το όλον της λογικότητος ην ηδύνατο να
+ενέχη η κατ' αμοιβαίαν συγκατάθεσιν ομολογία της μοιχείας, και το
+βλέμμα του εξέφραζε την έκπληξίν του.
+
+Ο δικηγόρος ήλθεν εις βοήθειάν του.
+
+ ― Ο σύζυγος και η γυνή δεν δύνανται πλέον να ζώσιν ομού, ιδού το
+γεγονός, και αν αμφότεροι συμφωνούσιν εις τούτο, αι λεπτομέρειαι
+και αι διατυπώσεις αποβαίνουσιν αδιάφοροι και άνευ τινός
+σημαντικότητος, ταυτοχρόνως δε αυτό είνε το απλούστερον και το
+ασφαλέστερον μέσον.
+
+Ο Καρένιν ηνόησεν εξ ολοκλήρου την φοράν ταύτην· αλλ' αι
+θρησκευτικαί του αρχαί αντετίθεντο εις την εφαρμογήν του μέσου
+τούτου.
+
+ ― Εις την ιδικήν μου περίπτωσιν, το μέσον το οποίον προτείνετε
+δεν έχει εφαρμογήν. Έν μόνον μέσον υπάρχει: η ομολογία της
+μοιχείας εκ μέρους του εγκληματήσαντος μέλους, άνευ της
+συγκαταθέσεώς του, αποδεικνυομένη διά των επιστολών, τας οποίας
+κατέχω.
+
+ ― Βλέπετε, είπεν ο δικηγόρος, αυτής της φύσεως τα ζητήματα
+κρίνονται, ως γνωρίζετε, υπό της Ιεράς Συνόδου, και οι πατέρες
+αρχιερείς, εις τας τοιαύτας υποθέσεις, εξονυχίζουν και τας
+ελαχίστας λεπτομερείας, προσέθηκε μετά μειδιάματος όπερ
+απεδείκνυεν ότι συνεμερίζετο την γνώμην των αρχιερέων . . .
+Αναντιρρήτως, αι επιστολαί δύνανται να ώσι ισχυραί βάσεις
+κατηγορίας, αλλ' αι επιβαρύνσεις δέον ν' αποδειχθώσι διά της
+ευθείας οδού, δηλαδή τη βοηθεία μαρτύρων. Άλλως τε, αν με τιμάτε
+διά της εμπιστοσύνης σας, θ' αφήσετε εις εμέ την εκλογήν των μέσων
+εις τα οποία θα πρέπη να προσφύγωμεν· ο επιθυμών το τέλος δέχεται
+τα μέσα.
+
+ ― Αν έχη ούτω, είπεν ο Καρένιν γενόμενος αίφνης κάτωχρος, θα σας
+ανακοινώσω εγγράφως την απόφασίν μου.
+
+Ηγέρθη και εστηρίχθη επί της τραπέζης:
+
+ ― Δύναμαι λοιπόν να συμπεράνω εκ των λόγων σας, είπε μετά τινα
+διακοπήν, ότι το διαζύγιον είναι δυνατόν. Θα σας παρακαλέσω να μου
+ανακοινώσητε τους όρους σας.
+
+ ― Όλα είνε δυνατά, αν μου αφήσετε πλήρη ελευθερίαν ενεργείας,
+είπεν ο δικηγόρος χωρίς να απαντήση εις την δευτέραν ερώτησιν . .
+.
+
+ ― Και πότε θα έχω ειδήσεις σας; εξηκολούθησε συνοδεύων τον
+επισκέπτην του μέχρι της θύρας.
+
+ ― Εντός οκτώ ημερών, και θα λάβετε την καλλοσύνην να με
+πληροφορήσητε αν δέχεσθε να αναλάβητε την υπόθεσίν μου ως και υπό
+ποίους όρους.
+
+ ― Βεβαίως, βεβαίως.
+
+Ο δικηγόρος εχαιρέτησε μετά σεβασμού, αφήκε τον πελάτην του να
+απέλθη, και, μείνας μόνος, παρεδόθη εις την φαιδρότητά του.
+
+* * *
+
+Ο Καρένιν, ταξειδεύων διά διοικητικάς ανακρίσεις, διήλθεν εκ
+Μόσχας όπου εσταμάτησεν επί τρεις ημέρας. Την επιούσαν της αφίξεώς
+του, μετέβη εις επίσκεψιν του γενικού διοικητού. Καθ' οδόν ήκουσε
+να τον καλή μία φωνή ηχηρά και φαιδρά, δεν ηδυνήθη να αποφύγη να
+στραφή.
+
+Ο Ομπλόνσκυ τον εκάλει επιμόνως και τον υπεχρέωνε να σταματήση.
+Εστηρίζετο διά της ετέρας των χειρών εις την θυρίδα της αμάξης του
+εκ της οποίας επρόβαλλε μία γυναικεία κεφαλή με βελουδίνην
+εφεστρίδα και δύο κεφαλαί παιδιών. Η κυρία εμειδία χαριέντως ενώ ο
+Ομπλόνσκυ έκαμνε νεύμα διά της χειρός προς τον Καρένιν.
+
+Ήτο η Δόλλυ μετά των τέκνων της.
+
+Ο Καρένιν θα προυτίμα να μη έβλεπε κανένα εις Μόσχαν και προπάντων
+τον αδελφόν της συζύγου του.
+
+Ύψωσε τον πίλον του και ηθέλησε να συνεχίση τον δρόμον του, αλλ' ο
+Ομπλόνσκυ διέταξε τον ηνίοχον να σταματήση και έδραμεν εις
+συνάντησιν του Καρένιν.
+
+ ― Δεν εντρέπεσαι να μη μας ειδοποιήσης καθόλου περί της αφίξεώς
+σου!
+
+ ― Δεν έλαβα καιρόν, είμαι πολύ απησχολημένος, απήντησεν ο Καρένιν
+ξηρώς.
+
+ ― Πάμε στη γυναίκα μου, σε ζητεί.
+
+Ο Καρένιν εξεδίπλωσε το σκέπασμα των ποδών και κατήλθε της αμάξης
+ίνα βαδίση επί της χιόνος και πλησιάση την Δόλλυ.
+
+ ― Γιατί μας αποφεύγετε έτσι δα; είπεν αύτη μειδιώσα.
+
+ ― Ήμην πολύ απησχολημένος τελευταίως . . . Λογίζομαι υπερευτυχής
+που σας βλέπω, είπε διά τόνου, όστις εξέφραζε αντίθετον των λόγων
+του . . . πώς είσθε;
+
+ ― Και πώς έχει η αγαπητή μου Άννα; ηρώτησεν η Δόλλυ.
+
+Ο Καρένιν, αντί πάσης απαντήσεως, ανέπεμψεν υπόκωφον γρυλλισμόν
+και ηθέλησε ν' αποσυρθή, αλλ' ο Ομπλόνσκυ τον εσταμάτησε.
+
+ ― Σας παρακαλώ, κάμετέ μας την χάριν να έλθετε να δειπνήσωμεν
+αύριον, είπεν η Δόλλυ, σας περιμένομεν εις τας πέντε, ή και εις
+τας έξ, αν προτιμάτε. Και πώς είνε η αγαπητή Άννα είνε τόσος
+καιρός τόρα . . .
+
+ ― Καλά, απήντησεν ο Καρένιν.
+
+ ― Ώστε, θα έλθετε αύριον; του εφώναξεν η Δόλυ, εν ώ επέστρεφε
+προς την άμαξάν του.
+
+Αλλά δεν ήκουσε την απάντησιν του, αποπνιγείσαν μέσα εις τροχασμόν
+των οχημάτων.
+
+ ― Θα περάσω από το κατάλυμά σου αύριον, του εφώναξεν ο Ομπλόνσκυ.
+
+Ο Καρένιν εβυθίσθη εντός της αμάξης κατά τρόπον ώστε να μη βλέπη
+τίποτε και να μη είνε ορατός εις κανένα.
+
+ ― Τι ιδιόρρυθμος άνθρωπος! είπεν ο Ομπλόνσκυ προς την σύζυγόν
+του.
+
+Συνεβουλεύθη το ωρολόγιόν του, έκαμε διά της χειρός φιλικόν νεύμα
+εις την σύζυγόν και τα τέκνα του και προυχώρησε φαιδρός κατά μήκος
+του πεζοδρομίου.
+
+Και εξηφανίσθη, χαιρετών χαριέντως κατά την διάβασίν του τα γνωστά
+του πρόσωπα.
+
+Ήτο περασμένη η πέμπτη ώρα, και πολλοί συμπόται είχον ήδη φθάσει
+όταν ο Ομπλόνσκυ επανήλθεν εις την οικίαν του.
+
+Η Κίττυ και ο Καρένιν ευρίσκοντο εις το σαλόνι.
+
+Ο Ομπλόνσκυ εζήτησε συγγνώμην, προφασισθείς ότι τον είχε κρατήσει
+κάποιος πρίγκηψ, του οποίου ήτο πάντοτε καθ' ομοίαν σύμπτωσιν ο
+αποδιοπομπαίος τράγος. Εν μια στιγμή έκαμεν όλας τας συστάσεις.
+Κατόπιν συνεζήτησεν εναντίον του Καρένιν, του Κοσνυτσέφ και του
+Πέστζωφ περί εκρωσισμού της Πολωνίας. Εθώπευσε τον Τουρόβτζιν επί
+του ώμου, του είπε κάποιον αστεϊσμόν εις το αυτί και τον έθεσεν
+εις συνομιλίαν μετά της Δόλλυ και του γηραιού πρίγκηπος
+Τσερμπάτσκυ.
+
+Απηύθυνε κατόπιν τας προσρήσεις του εις την Κίττυ και παρουσίασε
+τον Τσερμπάτσκυ εις τον Καρένιν. Εν μια στιγμή είχε τόσον καλώς
+ζυμώση την κοινωνικήν εκείνην πάσταν ώστε το σαλόνι, ολοζώντανον
+πλέον, αντήχει πανταχού από τον βόμβον των συνομιλιών.
+
+Ο Λεβίν έφθασε τελευταίος.
+
+ ― Εβράδυνα;
+
+ ― Και μπορείς ποτέ σου να μη βραδύνης; είπεν ο Ομπλόνσκυ λαβών
+την χείρα του.
+
+ ― Έχεις πολύν κόσμον; Ποιοι και ποιοι είνε; ηρώτησεν ο Λεβίν
+ερυθριάσας χωρίς να το θέλη και τινάσων με το γάντι την χιόνα του
+καπέλου του.
+
+ ― Οικογενειακός κύκλος, η Κύττυ, είνε εδώ. Έλα θα σε παρουσιάσω
+εις τον Καρένιν.
+
+ ― Ο Ομπλόνσκυ τον επήρε από το χέρι και τον ωδήγησε προς τον
+Καρένιν.
+
+ ― Επιτρέψατέ μου να σας παρουσιάσω προς αλλήλους, είπε, και
+επρόφερε τα ονόματα.
+
+ ― Λογίζομαι λίαν ευτυχής που σας συναντώ και πάλιν, είπεν ο
+Καρένιν ψυχρώς, θλίψας την χείρα του Λεβίν.
+
+ ― Εγνωρίζεσθε λοιπόν; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ έκπληκτος.
+
+ ― Επεράσαμε μαζί τρεις ώρες εντός του σιδηροδρόμου.
+
+ ― Αλήθεια! είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . Λοιπόν! Κύριοι εις την
+τράπεζαν, προσέθηκε.
+
+Μετά το δείπνον ο Καρένιν επέρασεν εις το σαλόνι.
+
+ ― Πόσον είμαι ευτυχής, που ήλθατε! είπεν η Δόλλυ μειδιώσα, καθώς
+τον αντίκρυσεν αιφνιδίως εις το πρώτο σαλόνι. Έχω να σας ομιλήσω.
+Ας καθήσωμεν εδώ.
+
+Ο Καρένιν, με την αυτήν έκφρασιν αδιαφορίας, ην τω προσέδιδον αι
+ανυψωμέναι οφρείς του, εκάθησε παραπλεύρως της Δόλλυ.
+
+ ― Καίτοι λογίζομαι υπερευτυχής που σας βλέπω, είπεν, εν τούτοις
+θα σας εζήτουν την άδειαν να αποσυρθώ, διότι αύριον αναχωρώ.
+
+ ― Σας εζήτησα ειδήσεις περί της Άννας, τω είπεν εκείνη
+αποφασιστικώς και δεν μου απαντήσατε. Πώς είνε;
+
+ ― Νομίζω ότι είνε καλά, απήντησεν ο Καρένιν, χωρίς να ατενίση την
+συνομιλήτριάν του.
+
+ ― Συγχωρήσατέ με, δεν έχω κανέν δικαίωμα, αλλ' αγαπώ και σέβομαι
+την Άνναν ως αδελφήν· σας παρακαλώ, σας ικετεύω, είπατέ μου, τι
+έχετε εναντίον της; Τι της κατηγορείτε;
+
+Ο Καρένιν έκλεισε σχεδόν τους οφθαλμούς και εταπείνωσεν την
+κεφαλήν.
+
+ ― Φρονώ ότι ο σύζυγός σας θα έπρεπε να σας εξήγει διά ποίον λόγον
+θεωρώ αναγκαίον να τροποποιήσω τας σχέσεις μας.
+
+ ― Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω, δεν θέλω να το πιστεύσω! είπεν
+η Δόλλυ ενούσα τας χείρας με ενεργητικήν χειρονομίαν.
+
+Ηγέρθη δε αποτόμως και έθεσε την χείρα επί της χειρίδος του
+Καρένιν.
+
+ ― Θα μας διακόψουν εδώ, ελάτε μαζί μου.
+
+Η συγκίνησις της Δόλλυ επενήργησεν επί του Καρένιν.
+
+Ηγέρθη και την ηκολούθησεν ευπειθώς εις το μελετητήριον των
+παιδιών.
+
+ ― Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω! είπεν η Δόλλυ προσπαθούσα να
+αντικρύση το βλέμμα του Καρένιν, όστις την απέφευγε.
+
+ ― Δεν πρέπει να αρνήται κανείς να πιστεύση τα γεγονότα, απήντησεν
+ούτος τονίζων την λέξιν γ ε γ ο ν ό τ α.
+
+ ― Αλλά, τι έκαμε; Θέλω να το μάθω.
+
+ ― Ημέλησε τα καθήκοντά της και ηπάτησε τον σύζυγόν της, αυτό
+έκαμεν, είπεν ο Καρένιν.
+
+ ― Όχι, όχι, δεν είνε δυνατόν αυτό! Όχι, σας παρακαλώ . .
+Απατάσθε.
+
+Ο Καρένιν εμειδίασε παγερώς, μόλις διασταλέντων των χειλέων του,
+ίνα δείξη εις τε την Δόλλυ και εις εαυτόν μέχρι ποίου σημείου ήτο
+βέβαιος περί του γεγονότος εκείνου. Καίτοι όμως η θερμή εκείνη
+υπεράσπισις δεν τον εκλόνισεν, ανέξεεν εν τούτοις την πληγήν του·
+και ωμίλησε με μεγαλητέραν ζωηρότητα.
+
+ ― Είνε δύσκολον να απατηθή κανείς, όταν η σύζυγος το ομολογεί η
+ιδία εις τον σύζυγόν της, όταν του διακηρύττη ότι οκτώ ετών
+συμβίωσις, ότι ο υιός της, ότι όλα αυτά ήσαν πλάνη, και ότι
+επιθυμεί να επαναλάβη εξ υπαρχής την ζωήν, είπεν ο Καρένιν μετά
+δριμύτητος.
+
+ ― Άννα και ατιμία! . . . δεν ειμπορώ να τα συνδέσω αυτά τα δύο,
+δεν ειμπορώ . . . κατ' ουδένα λόγον!
+
+Τότε ο Καρένιν αντίκρυσε κατά πρόσωπον την συγκεκινημένην μορφήν
+της Δόλλυ.
+
+ ― Θα εθυσίαζα πολλά διά να δυνηθώ να διατηρήσω ακόμη κάποιαν
+αμφιβολίαν. Όταν αμφέβαλα υπέφερα, αλλ' ολιγώτερον από τώρα . . .
+Όταν αμφέβαλα, διετήρουν κάποιαν ελπίδα . . . Τώρα, δεν έχω πλέον
+ελπίδας και δυσπιστώ προς τα πάντα . . . Δυσπιστώ τόσον προς τα
+πάντα, ώστε μισώ τον υιόν μου, και ενίοτε, δεν πιστεύω ότι είνε
+υιός μου. Είμαι απείρως δυστυχής!
+
+Δεν είχεν ανάγκην να το δηλώση αυτό.
+
+Η Δόλλυ το είχεν εννοήσει μόλις τον ητένισε κατά πρόσωπον· τον
+ελυπήθη δε και η πίστις της επί την αθωότητα της φίλης της
+εξησθένισεν.
+
+ ― Α! είνε τρομερόν, τρομερόν! Αλλ' είνε αληθές ότι επιθυμείτε το
+διαζύγιον;
+
+ ― Είνε το μόνον που μου μένει να κάμω.
+
+ ― Το μόνον, το μόνον; είπεν εκείνη με τα δάκρυα εις τους
+οφθαλμούς . . . . .
+
+Και εσιώπησεν, αναλογισθείσα εαυτήν, αναμνησθείσα τας ιδίας της
+συζυγικάς συμφοράς· είτα δ' αίφνης ανύψωσεν αποφασιστικώς την
+κεφαλήν και ήνωσε τας χείρας ικετευτικώς:
+
+ ― Ακούσατέ με, είσθε χριστιανός· Συλλογισθήτε την! Τι θ' απογείνη
+αν την εγκαταλείψετε σεις;
+
+ ― Αφ' ης μοι απεκάλυψε μόνη της το αίσχος, αφήκα πάσαν άλλην
+σκέψιν κατά μέρος. Της παρέσχον τα μέσα να δυνηθή να εξιλεωθή!
+Έκαμα τα πάντα διά να την σώσω . . . . . Ε, λοιπόν! δεν εσεβάσθη
+ούτε τον μάλλον ασήμαντον των όρων μου . . . Τα καθήκοντα της
+ευπρεπείας! . . . Δυνάμεθα να σώσωμεν ένα πλάσμα το όποιον δεν
+θέλει ν' απωλεσθή, αλλ' όταν ολόκληρος η φύσις έχει τόσον
+εξηχρειωθή, τόσον εκφαυλωθή ώστε την απώλειαν να την θεωρή
+σωτηρίαν, τι δυνάμεθα να πράξωμεν;
+
+ ― Τα πάντα, πλην του διαζυγίου, απήντησεν η Δόλλυ.
+
+ ― Τα πάντα, ποία; . . .
+
+ ― Ω! όχι, είνε τρομερόν! . . . Δεν θα καταστή σύζυγος ουδενός, θα
+πάη χαμένη!
+
+ ― Αλλά, τι δύναμαι να κάμω εγώ; ηρώτησεν ο Καρένιν ανυψώσας τους
+ώμους και τας οφρείς.
+
+Η ανάμνησις της τελευταίας πράξεως της Άννας τον είχεν εξοργίσει
+εις τοιούτον βαθμόν, ώστε κατέστη ασυγκίνητος όπως εν αρχή της
+συνεντεύξεως.
+
+ ― Σας είμαι λίαν ευγνώμων διά την συμπάθειάν σας, είπεν, αλλ'
+οφείλω να αποσυρθώ.
+
+Ηγέρθη.
+
+ ― Όχι, περιμείνατε . . . Δεν πρέπει να συμπληρώσητε σεις την
+καταστροφήν της. Ακούσατε, θα σας διηγηθώ εκείνο που συνέβη εις
+εμέ. Ενυμφεύθην, κατόπιν ο σύζυγός μου με ηπάτησεν· εν τη οργή
+μου, εν τη ζηλοτυπία μου ηθέλησα ν' αφήσω, να εγκαταλείψω τα πάντα
+. . . Ήτο ενδόμυχος πόθος μου τούτο . . . Αλλά δεν ενήργησα
+τοιουτοτρόπως. Και, εις ποίον το οφείλω αυτό; Ναι, . . . με έσωσεν
+η Άννα. Και βλέπετε, τα παιδιά μεγαλώνουν, ο σύζυγός μου
+επιστρέφει εις την οικογένειάν του, συναισθάνεται τα σφάλματά του
+. . . Καθίσταται αγνότερος, καλλίτερος, . . . και ζω! Εσυγχώρησα
+εγώ, και σεις επίσης οφείλεται να συγχωρήσητε.
+
+Ο Καρένιν την ήκουεν αλλ' οι λόγοι της Δόλλυ δεν επέδρων πλέον επ'
+αυτού.
+
+Όλη η οργή υφ' ης κατείχετο την ημέραν κατά την οποίαν είχε λάβει
+την απόφασίν του, επλήρωσε και πάλιν την ψυχήν αυτού. Ηγέρθη και
+είπε διά της διαπεραστικής του φωνής:
+
+ ― Δεν δύναμαι να συγχωρήσω εγώ, ούτε το θέλω, και κρίνω ότι το
+τοιούτο θα απετέλει αδίκημα. Έκαμα τα πάντα διά την γυναίκα αυτήν!
+Δεν είμαι άνθρωπος κακός, ουδέποτε απεστράφην ουδένα, αλλ' αυτήν,
+την μισώ δι' όλης της δυνάμεως της ψυχής μου . . . Δεν δύναμαι να
+την συγχωρήσω, διότι την βδελύττομαι καθ' υπερβολήν δι' όλον το
+κακόν του οποίου μου έγεινε πρόξενος.
+
+Η φωνή του επνίγετο εις τα δάκρυα της οργής.
+
+ ― Αγαπάτε τους μισούντας υμάς! εψιθύρισε δειλώς η Δόλλυ.
+
+Ο Καρένιν εμειδίασε περιφρονητικώς. Εγνώριζε το παράγγελμα τούτο
+προ πολλού, αλλά δεν το εύρισκεν εφαρμόσιμον εις την ιδικήν του
+περίπτωσιν.
+
+ ― Αγαπάτε τους μισούντας υμάς, ναι, αλλά ν' αγαπάτε τους
+μισουμένους παρ' υμών, είνε αδύνατον. Συγχωρήσατέ με διότι σας
+ετάραξα . . . ο καθείς με τον σταυρόν του . . .
+
+Και γενόμενος αύθις κύριος εαυτού, ο Καρένιν απεχαιρέτησεν ησύχως
+αυτήν και απεσύρθη.
+
+* * *
+
+Ο Λεβίν, μετά το δείπνον, ηθέλησε να ακολουθήση την Κίττυ εις το
+σαλόνι, αλλ' εφοβήθη μη της ήτο δυσάρεστος, αν εγίνετο καταφανής
+εις την ομήγυριν η προς αυτήν αφοσίωσίς του. Έμεινε λοιπόν εις το
+καπνιστήριον και ανεμίχθη εις την γενικήν συζήτησιν. Αλλ' η Κίττυ
+δεν εβράδυνε να τον πλησιάση. Χωρίς να στραφή, ησθάνθη το βλέμμα
+και το μειδίαμα το οποίον του εξετόξευσε και δεν ηδυνήθη να
+κρατηθή. Υπεστράφη.
+
+Η Κίττυ ευρίσκετο επί του κατωφλίου μετά του αδελφού της και τον
+παρετήρει.
+
+ ― Εσκέφθην ότι θα εκάθησθε εις το πιάνο, είπεν ο Λεβίν. Ιδού τι
+στερούμαι εις την εξοχήν, την μουσικήν!
+
+ ― Όχι, ήλθομεν αποκλειστικώς διά να σας φωνάξωμεν και σας
+ευχαριστώ διότι προσήλθατε αφ' εαυτού, είπεν εκείνη παρέχουσα εις
+αυτόν έν μειδίαμα ως θα του εχάριζε δώρον . . .
+
+Η Κίττυ επλησίασεν εις μίαν τράπεζαν του παιγνιδίου, εκάθησε, και
+λαβούσα την κιμωλίαν, ήρχισε να χαράττη επί του τάπητος κύκλους ων
+έκαστος ήτο μεγαλείτερος του προηγουμένου.
+
+ ― Α! εγέμισα όλο το τραπέζι με ορνιθοσκαλίσματα, εφώνησεν η
+Κίττυ.
+
+Απέθηκε την κιμωλίαν και έκαμε κίνημα ως να προυτίθετο να εγερθή.
+
+«. . . Θεέ μου, πώς θα έμενα κατάμονος χωρίς αυτήν;» Έλαβε την
+κιμωλίαν.
+
+ ― Μείνατε, είνε καιρός τώρα που επιθυμώ να σας ζητήσω κάτι.
+
+Την ητένισε δε εις τα μάτια τα πλήρη αγαθότητος, αν και κάπως
+τρομαγμένα.
+
+ ― Πολύ ευχαρίστως.
+
+ ― Ιδού το ερώτημά μου: έγραψε μερικά γράμματα: ο, μ, ε, α, δ, γε:
+η, φ, ε, ε: π, η, μ, π, τ, π;
+
+Τα γράμματα αυτά εσήμαινον: «Όταν μου είπατε, αυτό δεν γίνεται· η
+φράσις εκείνη εσήμαινε π ο τ έ, ή ― μ ό ν ο ν - π ρ ο ς - τ ο -
+π α ρ ό ν;» - Δεν υπήρχε καμμία πιθανότης ότι η Κίττυ θα κατενόει το
+πολύπλοκον αυτό αίνιγμα, αλλά την ητένισε με ύφος, όπερ εφαίνετο
+δηλούν ότι η ζωή του εξηρτάτο εκ της απαντήσεως της νεαράς κόρης.
+Τον ητένισε σοβαρά, εστήριξε το μέτωπον επί της χειρός της και
+ήρχισε ν' αναγινώσκη τα γράμματα. Από στιγμής δε εις στιγμήν, τον
+ητένιζεν αύθις ερωτώσα οιονεί διά του βλέμματος· είνε ακριβώς αυτό
+που σκέπτομαι;
+
+ ― Εννόησα, είπε τέλος ερυθριάσασα.
+
+ ― Ποία είνε αυτή η λέξις; ηρώτησεν εκείνος υποδείξας το Πρώτον Π.
+
+ ― Αυτό σημαίνει Π ο τ έ, απήντησεν εκείνη, αλλά δεν είνε αλήθεια.
+
+Ο Λεβίν απέσβεσε ταχέως όσα είχε γράψει, απέδωκε την κίμωλίαν εις
+την Κίττυ και ηγέρθη.
+
+Εκείνη έγραψε: τ, δ, η, ν, α, δ.
+
+Η Δόλλυ, παρατηρούσα τας δύο εκείνας κεφαλάς εγγύς αλλήλων,
+επαρηγορήθη διά την λύπην ην της είχε προξενήσει η συνδιάλεξίς της
+μετά του Καρένιν.
+
+Η Κίττυ, με την κιμωλίαν εις το χέρι παρετήρει τον Λεβίν με ένα
+δειλό και φοβισμένο μειδίαμα, ενώ κύπτων εκείνος επί της τραπέζης,
+προσήλωνε τα φλογερά του μάτια οτέ μεν επ' αυτής οτέ δε επί των
+γραμμάτων.
+
+Εξαίφνης, ηκτινοβόλησεν ολόκληρος, είχεν εννοήσει. Αι λέξεις αι
+χαραχθείσαι παρά της Κίττυ εσήμαινον: «Τότε δεν ηδυνάμην ν'
+απαντήσω διαφορετικά».
+
+Την ητένισε με ύφος ερωτηματικόν, δειλά-δειλά: ― Μόνον τότε;
+
+ ― Ναι, απεκρίθη το μειδίαμα της Κίττυ.
+
+ ― Και τώρα; ηρώτησεν εκείνος.
+
+ ― Αναγνώσατε, είπεν εκείνη, θα γράψω ποίος είνε ο ενδόμυχος πόθος
+μου τώρα: και εσημείωσε τα εξής γράμματα: ε, ν, λ, κ, ν, σ, τ, π.
+
+Τούτο εσήμαινε: «Ελπίζω να λησμονήσετε και να συγχωρήσητε το
+παρελθόν».
+
+Ήρπασεν εκείνος την κιμωλίαν με τα νευρικά και τρέμοντα δάκτυλά
+του, την έθραυσε και εσημείωσε τα αρχικά γράμματα, της ακολούθου
+φράσεως: «Δεν έχω τίποτε να λησμονήσω, ούτε να συγχωρήσω, δεν
+έπαυσα να σας αγαπώ!»
+
+Τον ητένισε χωρίς να παύση να μειδιά:
+
+ ― Εννόησα, εψιθύρισε.
+
+Εκείνος έγραψε νέαν εκτενεστάτην φράσιν. Η Κίττυ την ενόησε, και
+χωρίς μάλιστα να τον ερωτήση αν είχε καλώς αντιληφθή την σημασίαν
+της φράσεως, του απήντησεν αμέσως εγγράφως.
+
+Ο Λεβίν εβράδυνε πολύ να διεισδύση εις την έννοιαν της φράσεως
+αυτής και την συνεβουλεύθη πλειστάκις διά του βλέμματος. Η ευτυχία
+τον εζάλιζε. Δεν κατώρθωσε δε ν' ανακαλύψη τας πραγματικάς λέξεις,
+αντελήφθη όμως παν ό,τι τον ενδιέφερε να μάθη μέσα εις τα θαυμάσια
+μάτια της Κίττυ, τα οποία ηκτινοβόλουν από ευτυχίαν.
+
+Εσχεδίασε τρία γράμματα, αλλά προτού τα χαράξη εντελώς, εκείνη τα
+εδιάβασε, τα συνεπλήρωσε αντ' αυτού και έγραψε απάντησιν: «Ναι!»
+
+ ― Παίζετε τα «κρυφά γράμματα»; είπεν ο γηραιός πρίγκηψ
+Τσερμπάτσκυ πλησιάσας αυτούς, αλλ' αν θέλης να πας εις το θέατρον,
+πρέπει να πηγαίνωμεν, κόρη μου.
+
+Ο Λεβίν κατευώδωσε την Κίττυ μέχρι της θύρας.
+
+Είχον είπει παν ό,τι είχον να είπουν, η Κίττυ του είχεν ομολογήσει
+ότι τον ηγάπα και ότι θ' ανήγγελλεν εις τους γονείς της ότι θα
+μετέβαινε την επιούσαν να την ζητήση εις γάμον.
+
+Περί την μεσημβρίαν, ο Λεβίν κατηυθύνθη προς το μέγαρον των
+Τσερμπάτσκυ. Κατήλθε προ του προστόου του ξενοδοχείου και οι
+ηνίοχοι τον εκύκλωσαν αμέσως διαμφισβητούντες τις πρώτος να τον
+υπηρετήση.
+
+Ουδέποτε είχε ταξειδεύσει με έλκυθρα αναπαυτικώτερα, κομψότερα και
+των οποίων ο εξαίρετος ίππος, έλκων με όλας του τας δυνάμεις δεν
+κατώρθωνε να προχωρή ταχέως.
+
+Ο θυρωρός τέλος, τον εισήγαγε και τον ωδήγησεν εις την αίθουσαν.
+
+Όπισθεν της θύρας ήκουσε τον θρουν γυναικείας εσθήτος· κατόπιν δε
+ελαφρά βήματα προσέθιξαν το παρκέτο, και η ευτυχία του, η ζωή του,
+αυτός ούτος, ό,τι άριστον υπήρχεν εντός του, παν ό,τι επεζήτει,
+παν ό,τι επόθει, προσέτρεχον ήδη εις υποδοχήν του.
+
+Δεν έβλεπε τίποτε άλλο εκτός από τα μάτια εκείνα τα διαυγή και
+ειλικρινή, τα γεμάτα από την ιδίαν χαράν του έρωτος, όστις επλήρου
+και την ιδίαν του καρδίαν. Οι οφθαλμοί του ηκτινοβόλουν επί μάλλον
+και μάλλον, θαμβούντες αυτόν με την ερωτόφλογον λάμψιν των.
+
+Έδραμεν εκείνη, προς αυτόν, και εν ορμή ευδαίμονι και ευφροσύνω
+ερρίφθη επ' αυτού.
+
+Την επήρεν εις τας αγκάλας του και έθλιψε τα χείλη του επί του
+στόματός της, που επεζήτει το φίλημά του.
+
+Και εκείνη, όπως αυτός, δεν είχε κοιμηθή κατά την νύκτα, και
+ανέμεινε τον Λεβίν καθ' όλας τας προμεσημβρινάς ώρας . . . Ο πατήρ
+της και η μήτηρ της συγκατετίθεντο μετά χαράς και ηυφραίνοντο διά
+την ευτυχίαν της. Παρεμόνευε λοιπόν την άφιξίν του διά να του
+αναγγείλη αυτή πρώτη την καλήν είδησιν. Απήλαυεν εκ των προτέρων
+της χαράς εκείνης, αλλ' ήτο διστακτική και εντροπαλή, και δεν
+εγνώριζε κατά ποίον τρόπον θα του το έλεγεν. Εν τούτοις, όταν
+ήκουσε τα βήματά του και την φωνήν του τότε, χωρίς καν να σκεφθή
+τι έκαμνεν, έδραμε προς αυτόν.
+
+ ― Πάμε στη μαμά, είπε λαβούσα αυτόν από το χέρι.
+
+Εκείνος έμεινεν επί πολύ χωρίς να δύναται ν' αρθρώση λέξιν, όχι
+διότι εφοβήθη μη καταβιβάση το αίσθημά του από τα ύψη εις τα οποία
+επλανάτο, αλλά διότι συνησθάνετο, εκάστοτε οσάκις ήθελε να είπη
+τι, ότι αντί λέξεων, ανέβλυζον εξ αυτού δάκρυα ευτυχίας.
+
+Επήρε το χέρι της Κίττυ και το έφερεν εις τα χείλη του.
+
+ ― Είνε αλήθεια; είπε τέλος διά φωνής υποκώφου. Δεν δύναμαι να
+πιστεύσω ότι με αγαπάς, προσέθηκεν.
+
+Εκείνη εμειδίασε με τον ενικόν αυτόν «με αγαπάς» και με την
+αιδήμονα διστακτικότητα μεθ' ης την παρετήρει.
+
+ ― Ναι, απεκρίθη μετά τόνου . . . Είμαι τόσον ευτυχής!
+
+Χωρίς δε να τον αφήση από το χέρι, εισήλθε μαζί του το σαλόνι.
+
+ ― Ώστε, εκανονίσθησαν όλα; είπεν η πριγκήπισσα αντικρύσασα
+αυτούς. Τι ευτυχής που είμαι· αγάπα την πολύ . . . Είμαι ευτυχής!
+
+ ― Κάτι γρήγορα τα ετακτοποιήσατε τα πράγματα, είπεν ο γηραιός
+πρίγκηψ, όστις προσεπάθει να φαίνεται αδιάφορος. Αλλ' ο Λεβίν
+παρετήρησεν ότι τα μάτια του ήσαν δακρυσμένα, όταν του απηύθυνε
+τον λόγον.
+
+ ― Πάντοτε το είχον ευχηθή, είπεν ο πρίγκηψ λαβών την χείρα του
+Λεβίν και ελκύσας αυτόν πλησίον του . . . Το ηυχόμην ήδη, όταν
+αυτή η απερίσκεπτος . . .
+
+ ― Μπαμπά! εφώναξεν η Κίττυ φράττουσα το στόμα του διά της χειρός
+της.
+
+ ― Καλά, καλά, απήντησεν εκείνος, δεν θα ξαναπώ τίποτε . . . Είμαι
+πολύ, πολύ ευτυχής! . . . Αλλά τι ζώον που είμαι!
+
+Ενηγκαλίσθη την Κίττυ, και την εφίλησεν εις το πρόσωπον, εις την
+χείρα και πάλιν εις το πρόσωπον.
+
+Και όταν ο Λεβίν είδε πώς η Κίττυ ησπάζετο παρατεταμένως και
+τρυφερώς την σαρκώδη χείρα του γέροντος εκείνου, νέον αίσθημα
+αγάπης προς τον πρίγκηπα, όστις έως τότε ήτο ξένος δι' αυτόν,
+εγεννήθη αίφνης εν τη καρδία του.
+
+* * *
+
+Ο Καρένιν επέστρεψεν εις το μέγαρόν του αναλύων, ακουσίως εαυτού,
+εν τη μνήμη του, μίαν προς μίαν τας συνομιλίας ας είχε κάμει κατά
+το διάστημα του δείπνου και μετ' αυτό.
+
+Οι λόγοι της Δόλλυ περί συγγνώμης είχον δυσαρέστως επιδράσει επ'
+αυτού. Έπρεπε να εφαρμόση ή όχι τα χριστιανικά διδάγματα εις την
+περίπτωσίν του; Ζήτημα τούτο λίαν πολύπλοκον, το οποίον δεν έπρεπε
+να συζητήται μετ' ελαφρότητος· άλλως τε, το είχε λύσει προ πολλού
+αρνητικώς.
+
+Ο θυρωρός του παρέδωκε δύο τηλεγραφήματα. Το πρώτον τον
+επληροφόρει περί του διορισμού του Στρεμώφ εις την θέσιν ην
+εποφθαλμία ο Καρένιν. Τον παρώργισε δε ολιγώτερον το ότι η θέσις
+εκείνη του διέφευγε και ότι, προφανώς, τον παρεμέριζον, παρ' όσον
+ότι δεν είχον αντιληφθή ότι ο λεξιθήρας εκείνος, ο φλύαρος εκείνος
+Στρεμώφ ήτο ο πάντων ακαταλληλότερος διά να την καταλάβη.
+
+Έλαβε το δεύτερον τηλεγράφημα.
+
+«Αναμφιβόλως κάτι ανάλογον θα είνε», διελογίσθη.
+
+Το τηλεγράφημα ήτο της συζύγου του.
+
+«. . . Α π ο θ ν ή σ κ ω - π α ρ α κ α λ ώ, ι κ ε τ ε ύ ω - ν α -
+έ λ θ η ς! . . . Σ υ γ κ ε χ ω ρ η μ έ ν η, - θ α - α π ο θ ά ν ω
+- η σ υ χ ώ τ ε ρ ο ν».
+
+Εμειδίασε περιφρονητικώς και απέρριψε το τηλεγράφημα.
+
+Ήτο ψεύδος, ήτο δόλος· δεν ηδύνατο ν' αμφιβάλη.
+
+ ― Δεν υπάρχει ψεύδος προ του οποίου θα υπεχώρει. Πρόκειται να
+γεννήση. Ίσως περί τούτου να πρόκηται . . . Αλλά ποίος ο σκοπός
+της; . . . Να νομιμοποιήσω το παιδί, να εκθέσω εμαυτόν και να
+παρεμποδισθή το διαζύγιον. Αλλ' αυτή λέγει: Αποθνήσκω . . .»
+
+Ανέγνωσε και πάλιν το τηλεγράφημα, και αίφνης η αληθής έννοια του
+περιεχομένου του τον εξέπληξε.
+
+«. . . Και αν είνε αλήθεια;» διελογίσθη . . . «Αν αληθώς μέσα εις
+τας βασάνους της και ενώπιον της προσεγγίσεως του θανάτου
+μετενόησεν ειλικρινώς; Και εγώ, πεποιθώς ότι πρόκειται περί δόλου,
+θα ηρνούμην να μεταβώ να την ίδω; Τούτο θα ήτο όχι μόνον σκληρόν,
+αλλά και θα με καθίστα άξιον της γενικής αποδοκιμασίας . . .»
+
+Ο Καρένιν απεφάσισεν ούτω να μεταβή εις επίσκεψιν της συζύγου του.
+Αν επρόκειτο περί δόλου, δεν θα έλεγε τίποτε, αλλά θ' ανεχώρει και
+πάλιν αμέσως. Αν δε πράγματι ευρίσκετο εις την επιθανάτιον κλίνην
+της, θα την συνεχώρει, αν την εύρισκεν ακόμη εν τη ζωή. Αν έφθανε
+πολύ αργά, θα της απέδιδε τα τελευταία καθήκοντα.
+
+Λαβών την απόφασίν ταύτην, ουδέν πλέον σχετικόν εσκέφθη καθ' όλον
+τον διάστημα του ταξειδίου.
+
+Το πρωί της επιούσης ο Καρένιν διέσχισε την λεωφόρον Νηούσκυ,
+έρημον ακόμη, με το συναίσθημα της κοπώσεως, όπερ αφίνει μία νυξ
+διελθούσα εντός σιδηροδρόμου· ητένιζεν εμπρός του εν τη πρωινή
+ομίχλη χωρίς να σκέπτεται τι ίσως τον ανέμενε.
+
+Δεν ηδύνατο να σταματήση προ τοιούτου διαλογισμού, διότι μόλις το
+εσυλλογίζετο, ώφειλε ν' αποδιώκη την σκέψιν ότι ο θάνατος της
+Άννας θα διέλυε τελείως το δυσχερές της καταστάσεως.
+
+Αρτοποιεία ανοικτά, εμπορικά καταστήματα κλειστά, αμαξάδες της
+νυκτός, δ β ό ρν ι κ (οδοκαθαρισταί) σαρώνοντες τα πεζοδρόμια
+παρήλαυνον προ των οφθαλμών του. Παρετήρει τα πάντα προσπαθών να
+σχηματίση νοερώς, ενδιαθέτως την αντίληψιν του τι τον επερίμενε
+και ό,τι δεν ετόλμα να ομολογήση ότι επηύχετο.
+
+Έφθασεν εις την οικίαν του. Ο θυρωρός του ήνοιξε την θύραν προτού
+κρούση τον κώδωνα.
+
+ ― Πώς πηγαίνει η κυρία;
+
+ ― Η κυρία ευτυχώς εγέννησε χθες.
+
+Ο Καρένιν ωχρίασε και εσταμάτησε· τώρα κατενόει πόσον διάπυρος ήτο
+η επιθυμία του να την εύρη νεκράν.
+
+ ― Και . . . η υγεία της;
+
+Την στιγμήν εκείνην ο υπηρέτης του Καρένιν Κάρνεϊ, φέρων πρωινήν
+ενδυμασίαν, κατήλθεν εσπευμένως την κλίμακα.
+
+ ― Η κυρία είνε πολύ άσχημα, είπε . . . Χθες έγινε συμβούλιον από
+πολλούς ιατρούς, και ο ιδικός μας γιατρός δεν την εγκαταλείπει
+πλέον.
+
+Επί τη πληροφορία ταύτη ο Καρένιν ησθάνθη κάποιαν ανακούφισιν·
+υπήρχε λοιπόν κάποια ελπίς ότι ήτο πιθανόν να αποθάνη.
+
+ ― Πάρε τας αποσκευάς, είπε προς τον υπηρέτην, και εισήλθεν εις
+τον αντιθάλαμον.
+
+Ο Καρένιν πρώτον αντικείμενον αντίκρυσεν ένα μανδύαν αξιωματικού
+εις την ιματιοθήκην.
+
+ ― Ποιος είνε εδώ; ηρώτησεν,
+
+ ― Ο γιατρός, η μαμή και ο κόμης Βρόνσκυ.
+
+Ο Καρένιν εισήλθεν εις τα δωμάτιά του, δεν υπήρχε δε κανείς εις το
+σαλόνι, αλλ' εις τον κρότον των βημάτων του, η μαία, φέρουσα
+κεκρύφαλον με ιόχρους ταινίας, εξήλθε του κοιτώνος της Άννας.
+
+Επλησίασε τον Καρένιν, και, με οικειότητα ην μόνη η προσέγγισις
+του θανάτου ηδύνατο να δικαιολογήση, τον έλαβεν από της χειρός και
+τον ήλκυσε προς τον κοιτώνα.
+
+ ― Δόξα σοι ο Θεός που ήλθατε. Η ασθενής μας μόνον περί υμών
+ομιλεί, και γυρεύει μόνον σάς.
+
+ ― Φέρετε λοιπόν γρήγορα πάγον, διέτασσεν επιτακτικώς ο ιατρός.
+
+Ο Καρένιν εισήλθεν εις το καλλωπιστήριον της Άννας. Προ της
+τραπέζης της, επί τινος χαμηλού καθίσματος, στηριζόμενος πλαγίως
+επί του ερεισινώτου, εκάθητο ο Βρόνσκυ· είχε την μορφήν
+κεκρυμμένην εντός των χειρών των και έκλαιεν. Ακούσας δε την
+διαταγήν του ιατρού, ηγέρθη, κατεβίβασε τους βραχίονάς του και
+παρετήρησε τον Καρένιν.
+
+Εν αρχή, τοσούτον εταράχθη, ώστε εκαθέσθη και πάλιν και εβύθισε
+την κεφαλήν μεταξύ των ώμων του ως να ήθελε να εξαφανισθή υπό την
+γην· αλλά, κατέβαλεν υπέρτατον αγώνα, ηγέρθη και είπεν:
+
+ ― Αποθνήσκει. Οι ιατροί εδήλωσαν ότι δεν υπάρχει πλέον ελπίς.
+Είμαι εις την διάθεσίν σας, αλλ' επιτρέψατέ μου να μείνω εδώ. Θα
+συμμορφωθώ, άλλως τε, προς την θέλησίν σας, θα . . .
+
+Όταν είδε ρέοντα τα δάκρυα του Βρόνσκυ, ο Καρένιν συνησθάνθη την
+συγκίνησιν εκείνην, ην εδοκίμαζε πάντοτε επί τη θέα του άλγους των
+άλλων. Απέστρεψε το πρόσωπόν του, και, χωρίς ν' ακούση τον
+Βρόνσκυ, διέσχυσε το καλλωπιστήριον.
+
+Από του δωματίου της λεχούς έφθανεν η φωνή της Άννας, φαιδρά,
+ζωηρά, και με διατονίσεις καθαροτάτας.
+
+Ο Καρένιν επλησίασεν εις την κλίνην.
+
+Η ασθενής ήτο εξηπλωμένη, με την μορφήν εστραμμένην προς αυτόν. Αι
+παρειαί της ήσαν φλογισμέναι, τα μάτια της έλαμπον, αι μικραί
+λευκαί της χείρες προέβαλον από τας χειρίδας του νυκτικού της
+υποκαμίσου και προσέπαιζον με τα κράσπεδα του σκεπάσματος.
+
+Είχε το ύφος όχι μόνον πλήρους ευεξίας και φρεσκάδας, αλλά και
+τελείας ευθυμίας.
+
+Ωμίλει γοργά, η φωνή της ήτο ηχηρά και αι κινήσεις της ακριβείς
+και ενσυναίσθητοι.
+
+ ― Λέγω ότι ο Αλέξιος, ο Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς (τι αλλόκοτος και
+τρομερά σύμπτωσις να ονομάζωνται και οι δύο Αλέξιοι), ο Αλέξιος
+δεν θα μου το αρνηθή αυτό· εγώ, θα είχα λησμονήσει και θα τον είχα
+συγχωρήσει . . . Αλλά, διατί δεν έρχεται! Είνε καλός, ούτε αυτός ο
+ίδιος γνωρίζει πόσον καλός είνε! . . Αχ! Θεέ μου! Τι αγωνία!, . .
+Δώσατέ μου νερό . . . . Α! όχι βλάπτει για την μικρούλα . . .
+Λοιπόν, πάρετέ της μια παραμάνα . . . . Αυτό θα ήτο προτιμότερον .
+. . Θα έλθη, ίσως του κάμη κακό να την ίδη, πάρετέ την απ' εδώ.
+
+ ― Άννα Καρένιν. . . . έφθασεν, ιδού τον! είπεν η μαία προσπαθούσα
+να συγκεντρώση την προσοχήν της Άννας επί του συζύγου της.
+
+Αλλ' η Άννα εξηκολούθει να παραληρή.
+
+ ― Δώσατέ μου τη μικρούλα, δώσατέ μου την . . . Δεν έφθασεν ακόμη;
+Λέτε ότι δεν θα με συγχωρήση, διότι δεν τον γνωρίζετε σεις . . .
+Έπρεπε να γνωρίζετε τα μάτια του, ο Σεριόγια τα έχει απαράλλακτα,
+διά τούτο δεν ειμπορώ πλέον να τα βλέπω . . . Εδώκατε να φάγη του
+Σεριόγια; . . .
+
+Αίφνης υπέστη συσπασμόν και εσιώπησεν, είτα δ' έφερε την χείρα προ
+του προσώπου της μετά τρόμου, ως να επρόκειτο την κτυπήσουν.
+
+Διέκρινε τον σύζυγόν της.
+
+ ― Όχι, όχι, είπε, δεν τον φοβούμαι, . . . τον θάνατον φοβούμαι! .
+. . Έλα κοντά μου, Αλέξιε . . . Βιάζομαι, διότι. . . . δεν έχω
+καιρόν να χάνω . . . το παραλήρημα θα ξαναρχίση και δεν θα εννοώ
+τίποτε πλέον . . . Τόρα, τα εννοώ όλα, όλα τα βλέπω . . .
+
+Η συνεσπασμένη μορφή του Καρένιν εξεδήλωσεν άλγος^ έλαβε την χείρα
+της Άννας, αλλά δεν ηδυνήθη ν' αρθρώση λέξιν· επάλαιε κατά της
+συγκινήσεώς του και μόλις παρετήρει λάθρα την πάσχουσαν.
+
+Και, οσάκις την παρετήρει, έβλεπε τα μάτια της προσηλωμένα επάνω
+του με τρυφεράν αγάπην, με αληθή έκτασιν, την οποίαν δεν είχεν
+άλλοτε αντικρύση εις το βλέμμα της . . .
+
+ ― Περίμενε, δεν γνωρίζεις συ . . . περίμενε, περίμενε . . .
+
+Διεκόπη, ως να προσεπάθει να συγκεντρώση τας σκέψεις της.
+
+ ― Ναι, επανέλαβε. . . . Ναι, ναι, ναι, ιδού τι ήθελα να σας είπω.
+Μη εκπλήττεσαι, είμαι πάντοτε η ιδία . . . Αλλ' εντός μου υπάρχει
+και μία άλλη γυναίκα, αυτήν την φοβούμαι . . . Αυτή ηγάπησε τον
+άλλον και ηθέλησε να σε μισήσω, αλλά δεν κατώρθωσα να λησμονήσω
+οποία ήτο πρότερον . . . Αυτή δεν είμ' εγώ . . . τώρα είμαι η
+αληθινή Άννα, τώρα είμαι εγώ! . . . Αποθνήσκω, γνωρίζω ότι πρέπει
+ν' αποθάνω, ερώτησέ τον . . . . Αισθάνομαι βάρος εις τους
+βραχίονας, εις τους πόδας μου, εις τα δάκτυλά μου . . . κύτταξε
+πώς είνε πρησμένα τα δάκτυλά μου! Αλλ' όλα αυτά θα τελειώσουν
+γρήγορα . . . Ενός μόνον έχω ανάγκην, συγχώρησόν με συγχώρησόν με
+πραγματικώς . . . Είμαι βδελυρά . . . αλλ' η αγία εκείνη μάρτυς,
+περί της οποίας μου ωμίλησεν η γιαγιά, ήτο χειρότερη από εμέ . . .
+Θα πάω κ' εγώ 'ςτή Ρώμη . . . εκεί είνε η έρημος και δεν θα
+στενοχωρώ κανένα . . . Θα πάρω μόνον μαζί μου τον υιόν μου και το
+κοριτσάκι μου; . . . Όχι, δεν ειμπορείς να συγχωρήσης . . .
+γνωρίζω ότι ένα τέτοιο πράγμα κάνεις δεν δύναται να το συγχωρήση .
+. . Όχι, όχι, φύγε απ' εδώ συ, είσαι υπερβολικά καλός . . .
+
+Με το ένα από τα καίοντα χέρια της συνεκράτει τον Καρένιν, και με
+το άλλο τον απώθει . . .
+
+Ο Καρένιν δεν προσεπάθει πλέον να νικήση την συγκίνησίν του·
+ησθάνθη αίφνης, ότι, εξ εναντίας, εκείνο που εξελάμβανεν ως
+συμπάθειαν και ως οίκτον, ήτο μία κατάστασις ψυχής εν εκστάσει, η
+οποία τον επλημμύρει δι' ευτυχίας, ην δεν είχε γνωρίσει έως τότε .
+. .
+
+Ελησμόνει ότι ο χριστιανικός νόμος, ον επόθει ν' ακολουθήση καθ'
+όλην του την ζωήν, τον διέτασσε να συγχωρή τους εχθρούς του και να
+τους αγαπά, αλλά ποιόν τι χαρμόσυνον αίσθημα έρωτος και συγγνώμης
+επλήρωσε την ψυχήν του.
+
+Εγονυπέτησε πλησίον της κλίνης, εστήριξε το μέτωπον του επί του
+αγκώνος της Άννας, όστις τον εφλόγιζε, και έκλαυσε μετά λυγμών σαν
+παιδί.
+
+Εκείνη έλαβε δι' αμφοτέρων της των χειρών την κεφαλήν του Καρένιν,
+την είλκυσε προς εαυτήν και ύψωσε τα μάτια προς την οροφήν μεθ'
+υπερηφανείας και χαράς.
+
+ ― Ήλθεν, εγνώριζα εγώ ότι θα ήρχετο, τώρα χαίρετε, χαίρετε πάντες
+. . . Αλλά, νά που ξαναήλθαν . . . γιατί δεν φεύγουν . . . Γιατρέ,
+απαλλάξατέ με από όλα αυτά τα γουναρικά . . .
+
+Ο ιατρός επανέθεσε τας χείρας της ασθενούς επί των προσκεφαλαίων
+και την εσκέπασεν αύθις μέχρι του πώγωνος.
+
+Η Άννα εξηπλώθη πειθηνίως, χωρίς να παύση ατενίζουσα εμπρός της,
+με τα μάτια φλογισμένα:
+
+ ― Μη λησμόνει ότι ουδενός άλλου είχον ανάγκην πλην της συγγνώμης
+σου! . . . Αυτήν και μόνην επόθουν . . . Αλλά, διατί δεν έρχεται
+μέσα; . . .
+
+Ητένισε προς την θύραν του καλλωπιστηρίου όπου ευρίσκετο ο
+Βρόνσκυ.
+
+ ― Έλα, έλα μέσα! . . . Δος του το χέρι σου.
+
+Ο Βρόνσκυ επλησίασεν εις το άκρον της κλίνης και . . . έκρυψε
+πάλιν την μορφήν μεταξύ των χειρών του.
+
+ ― Ξεσκέπασε το πρόσωπόν σου, κύτταξέ τον κατά πρόσωπον, είνε . .
+. άγιος! είπεν εκείνη . . . Αλλά, ξεσκέπασε λοιπόν το πρόσωπόν
+σου, προσέθηκεν οργίλως . . . Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς ξεσκέπασέ του
+συ το πρόσωπον, θέλω να τον ίδω . . .
+
+Ο Καρένιν εδράξατο των χειρών του Βρόνσκυ και απεκάλυψε την μορφήν
+αυτού, παραμορφωμένην από τον πόνον και από το αίσχος . . .
+
+ ― Δος του το χέρι, συγχώρησέ τον . . .
+
+Ο Καρένιν έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ χωρίς να δυνηθή να
+συγκρατήση τα δάκρυα που επλημμύρουν τους οφθαλμούς του και
+κατέρρεον εις κρουνούς . . .
+
+ ― Ευχαριστώ, Ύψιστε, ευχαριστώ! Τώρα, είμαι έτοιμη . . . Είμαι
+έτοιμη! . . . Θέλω μόνον να τεντώσω λιγάκι τα πόδια μου . . .
+έτσι, έτσι δα, καλά . . . Αλλά, τι ακαλαίσθητα που έχουν ζωγραφηθή
+αυτά τα άνθη, δεν μοιάζουν με βιολέττες προσέθηκεν υποδεικνύουσα
+τας τοιχογραφίας. Θεέ μου, πότε θα τελειώσουν όλα . . . Δώσατέ μου
+μορφίνην . . . Θεέ μου, Θεέ μου!
+
+Και συνεσπάσθη βιαίως επί της κλίνης της.
+
+Ο ιατρός της Άννας και οι λοιποί ιατροί, κληθέντες εις συμβούλιον,
+απεφάνθησαν ότι επρόκειτο περί επιλοχίου πυρετού, νόσου δηλαδή από
+της οποίας μόνον μία επί τοις εκατό σώζονται . . .
+
+Η Άννα διήλθεν ολόκληρον την ημέραν εν παραληρισμώ και αναισθησία.
+Περί το μεσονύκτιον απώλεσεν εντελώς τας αισθήσεις και ο σφυγμός
+της σχεδόν έπαυσεν.
+
+Από στιγμής εις στιγμήν ανεμένετο ήδη το μοιραίον τέλος.
+
+Ο Βρόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του, αλλ' επανήλθε να λάβη
+ειδήσεις περί της επιθανάτου την πρωίαν της επιούσης. Ο Καρένιν
+τον συνήντησεν εις τον αντιθάλαμον και του είπε:
+
+ ― Μείνατε, πιθανόν να σας ζητήση . . .
+
+Και τον εισήγαγεν ο ίδιος εις το δωμάτιον της συζύγου του.
+
+Κατά τας πρωινάς ώρας η ταραχή επανελήφθη, το παραλήρημα
+επανήρχισε και κατέληξεν αύθις εις κατάστασιν κωματώδη.
+
+Την τρίτην ημέραν συνέβησαν τα ίδια, οι δε ιατροί απεφάνθησαν ότι
+επανεφαίνετο κάποια ελπίς.
+
+Την ημέραν εκείνην ο Καρένιν εισήλθεν εις το καλλωπιστήριον της
+Άννας όπου εκάθητο ήδη ο Βρόνσκυ, και αφού έκλεισε την θύραν,
+εκαθέσθη απέναντί του.
+
+Ο Βρόνσκυ κατενόησεν ότι την φοράν αυτήν η μεταξύ των εξήγησις ήτο
+αναπότρεπτος.
+
+ ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, είπε, δεν δύναμαι ούτε να ομιλήσω πλέον
+ούτε να εννοήσω τίποτε . . . Φεισθήτε μου! . . . Πάσχετε, αλλά,
+πιστεύσατέ το, πάσχω πολύ πλειότερον υμών . . .
+
+Ηθέλησε να εγερθή, αλλ' ο Καρένιν εδράξατο της χειρός αυτού και
+του είπε:
+
+ ― Σας παρακαλώ να με ακούσετε, είνε ανάγκη. Οφείλω να σας εξηγήσω
+τα αισθήματα, τα οποία με καθωδήγησαν και θα με καθοδηγήσωσιν
+ακόμη, ίνα δυνηθήτε να μη παρερμηνεύσητε την συμπεριφοράν μου.
+Γνωρίζετε ότι είχον αποφασίσει να ζητήσω διαζύγιον, και ότι
+μάλιστα είχον προβή εις τας πρώτας σχετικάς ενεργείας. Δεν θα σας
+αποκρύψω επίσης ότι πολύ εδίστασα, και σας ομολογώ ότι κατειχόμην
+υπό της επιθυμίας να εκδικηθώ και κατ' εκείνης και καθ' υμών . . .
+Όταν έλαβον το τηλεγράφημά της, ήλθον κατεχόμενος υπό των αυτών
+αισθημάτων, . . . θα προχωρήσω έτι πέραν, ηυχήθην τον θάνατόν της.
+Αλλά . . . .
+
+Έμεινε προς στιγμήν απερροφημένος από τας σκέψεις του, και
+διερωτώμενος αν έπρεπε ν' αποκαλύψη τα κατέχοντα αυτόν
+συναισθήματα.
+
+ ― Αλλά, . . .την είδον . . . και συνεχώρησα! Η ευτυχία που
+χαρίζει η συγγνώμη μοι απεκάλυψε το καθήκον μου . . . . Συνεχώρησα
+εξ ολοκλήρου. Θα προτείνω την αριστεράν μου παρειάν, θα χαρίσω τον
+χιτώνα μου εις τον αρπάσαντα το επανωφόριόν μου . . . Έν και μόνον
+ζητώ από τον Θεόν, . . . να μη μου αφαιρέση την ευτυχίαν της
+συγγνώμης! . . .
+
+Τα μάτια του ήσαν κατάμεστα δακρύων και ο Βρόνσκυ κατεπλάγη προ
+της φωταυγούς και γαληνίου λάμψεως του βλέμματός του.
+
+ ― Αυτή είνε η θέσις μου, επανέλαβεν ο Καρένιν, δύνασθε να με
+καλύψετε διά βορβόρου, δύνασθε να με καταστήσητε χλεύην του
+κόσμου, . . . δεν θα εγκαταλείψω την Άνναν και δεν θ' απευθύνω
+προς σας ούτε λέξιν μομφής· το καθήκον μου μού παρουσιάζεται
+ευκρινέστατα ήδη: οφείλω να μείνω μετά της συζύγου μου, και θα
+μείνω. . . . Αν επιθυμήση να σας ίδη, θα σας το ανακοινώσω . . . .
+αλλά, προς το παρόν, φρονώ ότι προτιμότερον είνε ν' αποσυρθήτε.
+
+Ηγέρθη δε εν ώ λυγμοί απέπνιγον την φωνήν του.
+
+Ηγέρθη και ο Βρόνσκυ και ητένισε τον Καρένιν με την κεφαλήν
+χαμηλωμένην και κύπτων ενώπιόν του.
+
+Δεν κατενόει τα αισθήματα, τα οποία εζωπύρουν τον Καρένιν, αλλά
+συνησθάνετο ότι ήσαν αισθήματα υπέρτερα και ότι μάλιστα, δι'
+αυτόν, ήσαν απρόσιτα και ασύμφωνα προς την ιδίαν του περί ζωής
+αντίληψιν.
+
+Ο Βρόνσκυ εξήλθεν εις το πρόστοον της οικίας Καρένιν και
+εσταμάτησε, μη κατανοών, εν τη υψίστη συγχύσει του, εις ποίον
+μέρος ευρίσκετο, ούτε και πού έπρεπε να μεταβή . . . . Ησθάνετο
+εαυτόν ταπεινωθέντα, εξευτελισθέντα, ένοχον και εστερημένον των
+μέσων όπως αποπλύνη την ταπείνωσιν, ην είχεν υποστή . . . .
+Ησθάνθη εαυτόν ριφθέντα έξω του δρόμου, διά του οποίου είχε
+βαδίσει έως τότε μετά τόσης υπερηφανείας και ανέσεως. Όλοι οι
+κανόνες και όλαι της ζωής του αι συνήθειαι, αίτινες τω εφαίνοντο
+ανεπίδεκτοι μεταβολής, καθίσταντο αιφνιδίως ψευδείς και
+ανεφάρμοστοι . . .
+
+Ο σύζυγος εκείνος ο απατηθείς, όστις έως τότε είχε παρουσιασθή προ
+αυτού υπό μορφήν οικτράν, ως αγροίκον εμπόδιον εις την ευτυχίαν
+του, είχεν ήδη ανυψωθή, παρ' αυτής της Άννας, εις ύψος, το οποίον
+επέβαλλε τον σεβασμόν· προσέτι δε, ο σύζυγος εκείνος, φθάσας άπαξ
+εις το ύψος εκείνο, δεν ήτο πλέον κακός, ούτε κίβδηλος, ούτε
+γελοίος· ήτο ωραίος, αφελής, μέγας!. . .
+
+Ο Βρόνσκυ κατενόει ήδη σαφέστατα, ότι οι ρόλοι είχον αποτόμως
+αντιστραφή . . . Αντελαμβάνετο πληρέστατα την υπεροχήν της
+συμπεριφοράς του Καρένιν και τον ίδιόν του εξευτελισμόν, την
+ευθύτητα εκείνου και την ιδίαν του παρανομίαν. Ησθάνθη ότι ο
+σύζυγος ήτο γενναιόφρων εν τη δυστυχία του, εν ώ αυτός ήτο ποταπός
+και ευτελής εν τω ψεύδει του.
+
+Αλλ' η συναίσθησις αύτη της ποταπότητός του ενώπιον ανθρώπου ον
+είχε περιφρονήσει αδίκως, απετέλει την ελαχίστην των βασάνων του .
+. . Ήτο πολύ περισσότερον δυστυχής, διότι αντελαμβάνετο ότι ο προς
+την Άνναν έρως του, όστις εφαίνετο ψυχραθής, τόρα ότε επρόκειτο να
+την χάση διά παντός, είχε καταστή παρά ποτε φλογερός . . . Κατά το
+διάστημα της ασθενείας της, την είχε γνωρίσει κατά βάθος πλέον και
+κατενόησεν ότι δεν την είχεν ακόμη αγαπήσει τόσον, όσον ησθάνετο
+ότι την ελάτρευε τόρα. Και ήδη, ότε την εγνώρισε τελείως, ότε την
+ηγάπα όπως ώφειλε να την αγαπά, είχε ταπεινωθή ενώπιόν της και την
+έχανε διά παντός. Και θα διετήρει απ' αυτόν ανάμνησιν ποταπότητος!
+
+Και το φρικωδέστερον όλων ήτο η ανάμνησις της αξιοθρηνήτου και
+γελοίας θέσεώς του, καθ' ήν στιγμήν ο Καρένιν του είχεν αποσύρει
+τας χείρας από της ηλλοιωμένης εκ του αίσχους μορφής του . . .
+
+Παρέμεινεν επί της προθυραίας κλίμακος ως αποπλανηθείς και δεν
+εγνώριζε πλέον τι να πράξη.
+
+ ― Επιθυμείτε να καλέσω αμάξι; ηρώτησεν ο θυρωρός.
+
+ ― Ναι, έν αμάξι.
+
+Επιστρέψας εις την οικίαν του, ο Βρόνσκυ χωρίς να χάση καιρόν να
+εκδυθή, εξηπλώθη επί τινος διβανίου. Ησθάνετο βάρος εις τον
+εγκέφαλον, αναμνήσεις και σκέψεις αλλόκοτοι διεδέχοντο αλλήλας προ
+των οφθαλμών αυτού με έκτακτον γοργότητα και διαύγειαν: έβλεπε το
+φάρμακον, το οποίον προσέφερεν εις την πάσχουσαν αφίνων να
+εκχειλίζη το κουτάλι, τας λευκάς χείρας της μαίας και την
+αλλόκοτον στάσιν του γονυπετούς προ της κλίνης Καρένιν.
+
+«. . . Δύνασθε να με καλύψετε με βόρβορον»· οι λόγοι ούτοι
+αντήχουν εις τα ώτα του, και έβλεπεν ενώπιόν του τον Καρένιν και
+την φλογισμένην μορφήν της Άννας, και τα φλογοβόλα της μάτια,
+παρατηρούσα μετ' έρωτος, όχι πλέον αυτόν, αλλά τον σύζυγόν της.
+Ανεμνήσθη δ' ακόμη και την ιδικήν του μορφήν, οποία παρουσιάσθη
+όταν ο Καρένιν του απέσυρε τας χείρας από του προσώπου.
+
+Και είδεν ακόμη ευκρινέστερον την μορφήν της Άννας, οποίαν την
+αντίκρυσε κατά το αλησμόνητον βράδυ, το προηγηθέν των ιπποδρομιών,
+
+«. . . Τετέλεσται το παν, και εκείνη ποθεί τώρα ν' απαλείψη την
+ανάμνησίν μου από της μνήμης της . . . Και εγώ δεν δύναμαι να ζήσω
+άνευ αυτής! . . . Πώς δυνάμεθα ν' ανασυμφιλιωθώμεν, πώς ν'
+ανασυμφιλιωθώμεν;» . . . Επρόφερε τας λέξεις ταύτας υψηλοφώνως και
+ήρχισε να τας επαναλαμβάνη ασυναισθήτως, ίνα εμποδίση τας νέας
+εικόνας, που παρουσιάζοντο εις τον εγκέφαλόν του, να τον
+βασανίζουν.
+
+Αλλά βραχεία τούτο υπήρξεν ανάπαυλα. Και ανεμνήσθη πάλιν τας
+γλυκυτέρας στιγμάς του έρωτός των και την ταπείνωσιν άμα της
+προτεραίας.
+
+«. . . Ξεσκέπασε το πρόσωπόν σου», του έλεγεν η φωνή της Άννας,
+και υπήκουεν αυτός και συνησθάνετο την επαίσχυντον εντύπωσιν εκ
+της ιδίας του φυσιογνωμίας.
+
+Παρέμεινε κατακεκλιμένος, προσπαθών ν' αποκοιμηθή, αλλά
+συνησθάνετο ότι δεν θα το κατώρθωνεν. Επανελάμβανεν ημιφώνως, εις
+την τύχην, μίαν σκέψιν ήτις διεμορφούτο εις το πνεύμα του,
+επιποθών να επιβάλη τοιουτοτρόπως σιγήν εις τον εγκέφαλόν του, . .
+Ηκροάτο εαυτού ομιλούντος προς εαυτόν, και ήκουσε λόγους, τους
+οποίους συνήρθρωνεν ως παράφρων.
+
+«. . . Δεν κατώρθωσες να εκτιμήσης, δεν κατώρθωσες να επωφεληθής .
+. . δεν κατώρθωσες να επωφεληθής, δεν κατώρθωσες να εκτιμήσης!»
+
+«. . . Μήπως πρόκειται να τρελλαθώ;» ηρώτησεν εαυτόν.
+
+«. . . Δυνατόν και τούτο! Μη δεν υπάρχει λόγος να τρελλαθώ; . . .
+Μήπως εις παρομοίας περιστάσεις δεν φυτεύουν μια σφαίρα εις το
+κεφάλι τους;»
+
+«Το παν τετέλεσται δι' εμέ», διελογίσθη. «Πρέπει λοιπόν να σκεφθώ
+τι μου υπολείπεται να κάμω . . .»
+
+Και η σκέψις του ανεπόλησεν αίφνης την ανάμνησιν της έξω του
+έρωτός του προς την Άνναν ζωής του.
+
+«. . . Η φιλοδοξία; Η Αυλή; Ο Κόσμος; Ο φίλος του Σερπουκχόβσκη;»
+
+Δεν ηδυνήθη να σταματήση εις καμμίαν εκ των παρατηρήσεων τούτων.
+Άλλοτε, τα πράγματα αυτά είχαν κάποιαν έννοιαν δι' αυτόν, αλλά
+τόρα ήσαν όλα κενά εννοίας.
+
+Ηγέρθη, αφήρεσε τον επενδύτην του, έλυσε την ζώνην του και ήρχισε
+να βηματίζη ανά τον θάλαμόν του.
+
+«. . . Εις τοιαύτας περιστάσεις γίνεται κανείς τρελλός!»
+επανέλαβε, «και εις περιστάσεις τοιαύτας φυτεύει κανείς μια σφαίρα
+εις τον κρόταφον . . . διά ν' αποφύγη το αίσχος!» προσέθηκε
+βραδέως.
+
+Επλησίασεν εις την θύραν και την έκλεισεν, είτα δε, βλέμμα ατενές,
+με τους οδόντας συνεσφιγμένους, προυχώρησε προς την τράπεζαν,
+επήρε το περίστροφόν του, το εξήτασεν, έστρεψε προς εαυτόν την
+κάνην του, και εβυθίσθη εις διαλογισμούς.
+
+Έμεινεν ούτω, επί δύο λεπτά, με την κεφαλήν χαμηλωμένην,
+συγκεντρών τας σκέψεις του μετά καταφόρου εντατικότητος και με το
+ρεβόλβερ διαρκώς εις το χέρι.
+
+«. . . Βεβαίως!» διελογίσθη, ωσανεί ανεκάλυπτε το συμπέρασμα
+μακράς σειράς συλλογισμών λογικών και διαυγών. Πράγματι όμως
+συνεστρέφετο εντός του αυτού κύκλου των ιδεών και των νοερών
+απασχολήσεων, αίτινες τον εβασάνιζον από μιας ήδη ώρας. Ήσαν αι
+αυταί αναμνήσεις της διά παντός απωλεσθείσης ευτυχίας, το αυτό
+συναίσθημα ότι το μέλλον δεν είχε πλέον καμμίαν ευτυχίαν δι'
+αυτόν, η αυτή συναίσθησις του εξευτελισμού του,
+
+«. . . Βεβαίως!» διελογίσθη, όταν η σκέψις του διεισέδυσεν, εντός
+του αναλλοιώτου εκείνου κύκλου των συλλογισμών και των αναμνήσεων,
+είτα δε, στηρίξας το ρεβόλβερ επί της αριστεράς πλευράς του
+στήθους του, έθλιψε δυνατά το όπλον εις την χείρα του και επίεσε
+την σκανδάλην.
+
+Δεν ήκουσε την εκπυρσοκρότησιν, αλλά κάποιος ισχυρός τιναγμός
+εντός του στήθους του, τον έκαμε να κλονισθή· εδοκίμασε να κρατηθή
+από του χείλους της τραπέζης, απέρριψε το ρεβόλβερ, εταλαντεύθη
+παρατηρών γύρω του με ύφος εκπλήξεως.
+
+Δεν ανεγνώριζε πλέον το δωμάτιόν του . . .
+
+Τα ταχέα και θορυβώδη βήματα του υπηρέτου του διασχίζοντος τον
+αίθουσαν, τον επανήγαγον εις τας αισθήσεις του· κατέβαλεν αγώνα
+πνεύματος και αντελήφθη ότι ευρίσκετο εξηπλούμενος κατά γης, και
+ότι είχεν αποπειραθή ν' αυτοκτονήση, διότι έβλεπεν αίμα επί της
+χειρός του.
+
+«. . . Απέτυχα!» είπεν, αναζητών διά της χειρός το περίστροφόν
+του.
+
+Το όπλον ήτο παραπλεύρως αυτού, αλλά το ανεζήτει πολύ μακράν . . .
+
+Μίαν μόλις ώραν βραδύτερον η νύμφη του Βρόνσκυ, η Βάσια, κατέφθασε
+μετά τριών ιατρών, οίτινες εξήπλωσαν τον τραυματίαν επί της κλίνης
+και επέδεσαν το τραύμα του.
+
+* * *
+
+Σπεύδων εις την επίκλησιν της συζύγου του, ο Καρένιν δεν είχεν
+προΐδει ότι η μετάνοια της Άννας ηδύνατο να είνε ειλικρινής, ότι
+θα την συνεχώρει και ότι θα επέζη . . . Ήτο σφάλμα, το οποίον δύο
+μήνας μετά την εκ Μόσχας επιστροφήν του, εβάρυνεν επαχθώς επ'
+αυτόν.
+
+Είχε διαπράξει το σφάλμα τούτο, ουχί μόνον διότι δεν είχε προΐδει
+την λύσιν ταύτην, αλλά και διότι μέχρι της ημέρας εκείνης δεν είχε
+γνωρίσει καλώς την ιδίαν του καρδίαν.
+
+Προ της επιθανατίου κλίνης της συζύγου του, κατά πρώτην φοράν εις
+την ζωήν του είχεν εγκαταλειφθή εις το αίσθημα της τρυφεράς
+συμπαθείας, ην εγέννα εν αυτώ η θέα των συμφορών των άλλων και το
+οποίον άλλοτε εξελάμβανεν ως αδυναμίαν διά την οποίαν έπρεπε να
+εντρέπεται.
+
+Ο οίκτος, ον ησθάνθη διά την Άνναν, η μεταμέλεια ην εδοκίμασεν
+αναμνησθείς ότι είχεν ευχηθή τον θάνατόν της, και ιδίως η εκ της
+συγνώμης χαρά, επράυναν όλας του τας βασάνους και τω εγέννησαν
+ποιόν τι συναίσθημα ενδομύχου γαλήνης, το οποίον του ήτο άγνωστον
+έως τότε.
+
+Κατενόησεν εξαίφνης ότι εκείνο που του ήτο πηγή πάσης βασάνου,
+είχε μετατραπή εις πηγήν πνευματικής ευφροσύνης δι' αυτόν, και ότι
+αι αμφιβολίαι αίτινες εφαίνοντο αδιάλυτοι όταν κατεδίκαζεν, όταν
+κατηγόρει και εμίσει, είχον καταστή απλαί και διαυγείς όταν
+εσυγχώρησε και ηγάπησε . . .
+
+Εσυγχώρησε την σύζυγόν του και την ελυπήθη εξ αιτίας των βασάνων
+της και της μετανοίας της.
+
+Εσυγχώρησε τον Βρόνσκυ και τον ελυπήθη όταν κυρίως έμαθε το
+απεγνωσμένον του διάβημα.
+
+Ελυπείτο ήδη τον υιόν του πλειότερον ή πρότερον και εμέμφετο
+εαυτού διότι τον είχε καθ' υπερβολήν παραμελήσει . . . Διά δε την
+νεογέννητον κόρην του, ησθάνετο κάποιο ιδιάζον αίσθημα, ου μόνον
+συμπαθείας και πόνου, αλλ' αληθούς στοργικής τρυφερότητος.
+
+Καθ' όσον όμως ο χρόνος παρήρχετο, παρετήρει ότι, όσον φυσική και
+αν του εφάνη η θέσις του, δεν θα του επετρέπετο να παραμείνη εν
+αυτή.
+
+Ησθάνετο ότι πάντες όσοι τον εγνώριζον, τον παρετήρουν μετά τινος
+εκπλήξεως αορίστου, ότι δεν τον ενόουν και ότι ανέμενον παρ' αυτού
+αποφασιστικήν ενέργειαν.
+
+Ησθάνετο κυρίως ότι αι μετά της Άννας σχέσεις του ήσαν φυσικαί και
+εστερούντο σταθερότητος.
+
+Φθίνοντος του Φεβρουαρίου, η νεογέννητος παιδίσκη ησθένησεν. Ο
+Καρένιν επέρασεν όλας τας πρωινάς ώρας πλησίον της μικράς, έδωκε
+δε κατόπιν διαταγήν να κληθή ο ιατρός και μετέβη εις το
+υπουργείον.
+
+Όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του, μετά τινας ώρας, εθώπευσε την
+κεφαλήν του υιού του και ηρώτησε την παιδαγωγόν τι είχεν είπει ο
+ιατρός δια την μπαίμπυ.
+
+ ― Ο ιατρός είπεν ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος· διέταξε
+μπάνια, κύριε.
+
+ ― Αλλά το παιδί υποφέρει; είπεν ο Καρένιν ακούσας φωνάς από του
+εγγύς δωματίου.
+
+Εσκέφθη επί στιγμήν, είτα δε εισήλθεν εις το συνεχόμενον δωμάτιον.
+
+Η μικρά ήτο κατακεκλιμένη, με το κεφάλι προς τα οπίσω, εις τας
+αγκάλας της τροφού, και ηρνείτο να πίη.
+
+ ― Δεν είνε καλλίτερα; ηρώτησεν ο Καρένιν.
+
+ ― Πολλή ταραχή έχει, απήντησεν ημιφώνως η τροφός.
+
+Επί μίαν στιγμήν ητένισε σιωπηλώς το βρέφος με έκφρασιν πόνου,
+αλλ' αίφνης κάποιο μειδίαμα διέστειλε το δέρμα του μετώπου του και
+εξήλθε του δωματίου ακροποδητί.
+
+Εις την αίθουσαν του φαγητού εκωδώνισε καλέσας τον υπηρέτην και
+διέταξεν αύθις να κληθή ο ιατρός.
+
+Ήθελε να μη αναμιχθή η Άννα εις την περίθαλψιν του θελκτικού
+εκείνου μικρού, και προυτίμα να μη εισέλθη και αυτός εις τον
+κοιτώνα της υπό την πνευματικήν κατάστασιν που ευρίσκετο, τόσω δε
+μάλλον καθ' όσον εφοβείτο να ευρεθή αντιμέτωπος της πριγκηπίσσης
+Μπέτσυ, της οποίας είχεν ίδει το όχημα προ της θύρας του.
+
+Αλλ' η Άννα θα εύρισκεν ίσως παράδοξον το πως δεν μετέβαινεν όπως
+συνήθως, να την χαιρετήση. Κατέβαλε τότε αγώνα επιβολής αφ' εαυτού
+και διηυθύνθη προς τον κοιτώνα της συζύγου του.
+
+Αλλ' εν ώ επλησίαζεν είς την θύραν, ήκουσε, χωρίς να το θέλη
+κάποιαν συνομιλίαν.
+
+ ― Θα εννοούσα την άρνησίν σας και την ιδικήν του αν δεν ανεχώρει
+. . . . Αλλ' ο σύζυγός σας πρέπει λοιπόν να υπερέχη όλων αυτών;
+έλεγεν η Μπέτσυ.
+
+ ― Δεν το θέλω δι' εμέ, όχι διά τον σύζυγόν μου. Μη μου ομιλείτε
+πλέον περί αυτού, απήντησεν η Άννα διά φωνής συγκεκινημένης.
+
+ ― Αναμφιβόλως, αλλ' εν τούτοις είνε αδύνατον να μη επιθυμήτε ν'
+αποχαιρετήσετε ένα άνθρωπον, που παρ' ολίγον να σκοτωθή διά σας; .
+. .
+
+ ― Δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον προτιμώ να μη τον επανίδω.
+
+Ο Καρένιν εσταμάτησε με το ύφος τρομαγμένον και ένοχον.
+
+Εσκέφθη ν' αποσυρθή απαρατήρητος, αλλά το τοιούτον θα ήτο ανάξιον
+αυτού. Έβηξε δυνατά και επλησίασεν εις την θύραν.
+
+Αι φωναί εσιώπησαν. Εισήλθεν.
+
+Η Άννα φέρουσα φαιόν κοιτωνίτην και τα μαύρα της μαλλιά κομμένα
+κοντά και καταπίπτοντα εις θυσάνους πυκνούς περί την στρογγύλην
+της κεφαλήν, εκάθητο επί τινος αναπαυτήρος.
+
+Μόλις παρετήρησε τον σύζυγόν της, η ζωηρότης της μορφής της
+εξέλιπεν, όπως πάντοτε· εχαμήλωσε την κεφαλήν και ητένισε την
+Μπέτσυ ανησύχως.
+
+Η πριγκήπισσα Τβερσκάια, με την κεφαλήν χαμαί νεύουσαν, υπεδέχθη
+τον Καρένιν διά σκωπτικού μειδιάματος.
+
+ ― Α! είπε με τόνον εκπλήξεως σχεδόν. Λογίζομαι λίαν ευτυχής που
+σας βλέπω. Δεν φαίνεσθε πουθενά. Δεν σας είδα από της εποχής που
+ησθένησεν η Άννα . . . . Αλλά γνωρίζω τα πάντα, είσθε θαυμάσιος
+σύζυγος!
+
+Επρόφερε τας λέξεις ταύτας με ύφος χαρακτηριστικόν και
+κολακευτικόν, ως να απένεμεν εις τον Καρένιν παράσημον
+μεγαλοψυχίας διά την προς την σύζυγόν συμπεριφοράν του.
+
+Ο Καρένιν εχαιρέτησε ψυχρώς, ησπάσθη την χείρα της συζύγου του και
+ηρώτησε περί της υγείας της.
+
+ ― Νομίζω ότι πηγαίνω καλλίτερα, απήντησεν η Άννα, αποφεύγουσα το
+βλέμμα του συζύγου της.
+
+ ― Έχετε χρώμα πυρετού, είπεν εκείνος, τονίσας την τελευταίαν του
+λέξιν.
+
+ ― Την έκαμα να ομιλήση επί πολύ! είπεν η Μπέτσυ . . . . Είνε
+εγωισμός εκ μέρους μου, και . . . . το σκάζω . . . .
+
+Ηγέρθη, αλλ' η Άννα, γενομένη κατακόκκινη, την εκράτησεν από το
+χέρι.
+
+ ― Όχι, μείνατε, σας παρακαλώ, έχω να σας ομιλήσω . . . .
+
+Και, αποτόμως, είπε προς τον σύζυγόν της:
+
+ ― Προς υμάς έχω να ομιλήσω, δεν θέλω και δεν δύναμαι να έχω
+μυστικά διά σας . . . Η Μπέτσυ ήλθε να μου είπη ότι ο κόμης
+Βρόνσκυ επεθύμει να έλθη να σας ίδη, ίνα μας αποχαιρετήση προ της
+αναχωρήσεώς του εις Τασκένδην.
+
+Ομιλούσα, δε ητένιζε τον σύζυγόν της και έσπευδε να διατυπώση παν
+ό,τι ήθελε να είπη, αν και πολύ της εστοίχιζε τούτο.
+
+ ― Εγώ απήντησα ότι δεν δύναμαι να τον δεχθώ.
+
+ ― Αγαπητή Άννα, είπατε ότι τούτο εξαρτάται από τον σύζυγόν σας,
+επεδιώρθωσεν η Μπέτσυ.
+
+ ― Αλλ' όχι, δεν επιθυμώ εγώ να τον δεχθώ, διότι το τοιούτο θα μ'
+έφερεν εις . . .
+
+Δεν συνεπλήρωσε την φράσιν της και ητένισε τον Καρένιν
+ερωτηματικώς, αλλ' εκείνος είχεν αποστρέψει την κεφαλήν.
+
+ ― Εν μια λέξει, δεν θέλω εγώ, επανέλαβεν.
+
+Ο Καρένιν την επλησίασε με την πρόθεσιν να λάβη την χείρα της.
+
+Η πρώτη κίνησις της Άννας υπήρξε να υπεκφύγη την θλίψιν της χειρός
+του Καρένιν, αλλά κατέβαλεν αγώνα εφ' εαυτή και έσφιγξε τα δάκτυλά
+του.
+
+ ― Σας ευχαριστώ διά την εμπιστοσύνην που μου εκδηλούτε, είπεν
+εκείνος, συγκεχυμένος και στενοχωρημένος διότι ησθάνετο, ότι
+εκείνο που θα ηδύνατο ευκόλως να λύση μόνος του, πρόσωπον προς
+πρόσωπον μεθ' εαυτού, ήτο πολύ βαρύ ν' αποφασισθή επί παρουσία της
+πριγκηπίσσης Τβερσκάια.
+
+Η Μπέτσυ ήτο δι' αυτόν η ενσάρκωσις της αγροίκου εκείνης δυνάμεως,
+ήτις ώφειλε να καθοδηγή την ζωήν του εις τα μάτια του κόσμου και
+τον ημπόδιζε να παραδοθή εις το ίδιόν του αίσθημα της αγάπης και
+της συγγνώμης. Εσιώπησε λοιπόν και ητένισε την πριγκήπισσαν.
+
+ ― Λοιπόν! χαίρε, ωραία μου, είπεν η Μπέτσυ εγερθείσα. Ησπάσθη δε
+την Άνναν και εξήλθεν.
+
+Ο Καρένιν την κατευώδωσε.
+
+ ― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, γνωρίζω την μεγάλην σας καρδίαν, τω είπε,
+σταματήσασα εις το μικρό σαλόνι και θλίψασα δυνατά την χείρα του.
+Εγώ είμαι ξένη, αλλά αγαπώ την Άνναν και σέβομαι υμάς, λαμβάνω δε
+την τόλμην να σας δώσω μίαν συμβουλήν . . . Δεχθήτε τον κόμητα
+Βρόνσκυ, είνε η προσωποποίησις της τιμής . . . άλλως τε αναχωρεί
+διά Τασκένδην.
+
+ ― Σας ευχαριστώ, πριγκήπισσα, διά την καλήν σας συμβουλήν και διά
+την συμπάθειάν σας, αλλά μόνη η Άννα θ' αποφασίση ποίον θέλει να
+δεχθή.
+
+Ο Καρένιν απεχαιρέτησε την Μπέτσυ εις το σαλόνι και επέστρεψε
+πλησίον της συζύγου του.
+
+Είχεν εξαπλωθή, αλλ' εις τον κρότον των βημάτων των ηγέρθη ζωηρώς
+εκάθησεν εις ην στάσιν και πρότερον και τον ητένισε μετά τρόμου.
+
+Εκείνος αντελήφθη ότι είχε κλαύσει.
+
+ ― Σου είμαι λίαν ευγνώμων διά την εμπιστοσύνην που μου
+εκδηλώνεις, είπεν ο Καρένιν . . . Σου είμαι δ' επίσης ευγνώμων και
+διά την απόφασίν ην έλαβες. Και εγώ φρονώ ότι, αφού ο Κόμης
+Βρόνσκυ αναχωρεί, είνε περιττόν να έλθη εις επίσκεψίν μας. Εν
+τούτοις . . .
+
+Η Άννα τον διέκοψε μετά τινος ερεθισμού, τον οποίον δεν ηδύνατο ν'
+αποκρύψη.
+
+ ― Είπον ήδη ότι δεν θα τον δεχθώ, προς τι να το επαναλάβω . . .
+
+«Είνε περιττόν να έλθη εδώ», διελογίσθη, «περιττόν να έλθη ν'
+αποχαιρετήση την γυναίκα που αγαπά, διά την οποίαν ηθέλησε ν'
+αυτοκτονήση, χάριν της οποίας κατέστρεψε το μέλλον του, την
+γυναίκα που δεν δύναται να ζήση άνευ αυτού. . . Ναι, είνε
+περιττόν.»
+
+ ― Ας μη ομιλώμεν πλέον περί του ζητήματος τούτου, προσέθηκεν
+ηρεμώτερον.
+
+ ― Σε αφήκα ελευθέραν ν' αποφασίσης συ η ιδία επί του θέματος
+τούτου και λογίζομαι λίαν ευτυχής βλέπων . . . Ο βραδύς του τρόπος
+του ομιλείν και λέγειν πράγματα, τα οποία εγνώριζεν εκ των
+προτέρων την ηρέθιζε, και συνεπλήρωσε την φράσιν του.
+
+ ― Ότι η επιθυμία του συμπίπτει με την ιδικήν σας;
+
+ ― Ναι, απήντησεν εκείνος επιβεβαιωτικώς. , . Η δε πριγκήπισσα
+Τβερσκάια ατόπως αναμιγνύεται εις ζητήματα οικογενειακά τόσον
+περίπλοκα. Και κυρίως αυτή, ήτις . . .
+
+ ― Δεν πιστεύω τίποτε αφ' όσα λέγονται περί αυτής, είπεν η Άννα
+ζωηρώς . . . Εγώ γνωρίζω ότι με αγαπά ειλικρινώς.
+
+Ο Καρένιν εστέναξε και εσιώπησε.
+
+ ― Παρήγγειλα να έλθη ο ιατρός, είπεν.
+
+ ― Είμαι καλά, δεν έχω ανάγκην ιατρού.
+
+ ― Διά την μικράν εννοώ, δεν παύει να φωνάζη . . .
+
+Η Άννα εκωδώνισε και διέταξε να της φέρουν το βρέφος.
+
+Ο Καρένιν εξήλθε του δωματίου.
+
+«. . . Όχι», διελογίσθη, «τα πράγματα δεν επιτρέπεται να
+εξακολουθήσουν κατ' αυτόν τον τρόπον».
+
+Ουδέποτε έως τότε είχε εννοήσει τόσον καταφανώς όσον κατά την
+ημέραν εκείνην, ότι θα του ήτο αδύνατον να διατηρήση την
+κατάστασιν εκείνην εις τα μάτια του κόσμου και να νικήση το μίσος
+της συζύγου του. Ουδέποτε έως τότε είχεν αντιληφθή εκδηλουμένην
+ευκρινέστερον την μυστηριώδη εκείνην κτηνώδη δύναμιν, η οποία,
+αντιθέτως προς τας ηθικάς του διαθέσεις, καθωδήγει την ζωήν αυτού,
+τον εξηνάγκαζε να ενεργή συμφώνως προς τους ιδίους νόμους και δεν
+του επέτρεπε να διατηρή μετά της Άννας τας σχέσεις, ας επεθύμει.
+
+Αλλά τι η σύζυγός του και ο κόσμος εζήτουν απ' αυτόν; Δεν ηδύνατο
+να το εννοήση.
+
+Αντιθέτως δε, κατενόει ότι κάποιον αίσθημα οργής, όπερ ετάραττε
+την ησυχίαν του και εξουδετέρωνεν όλην την αξίαν της γενναιόφρονος
+διαγωγής του, εκυριάρχει ήδη της ψυχής αυτού.
+
+* * *
+
+Καθ' ήν στιγμήν η Μπέτσυ εξήρχετο του σαλονίου, ο Ομπλόνσκυ την
+εσταμάτησεν εις την θύραν.
+
+ ― Α! πριγκήπισσα, σεις είσθε! Τι θελκτική συνάντησις! Επέρασα από
+το σπίτι σας.
+
+ ― Συνάντησις πολύ βραχεία, διότι φεύγω, είπεν η Μπέτσυ, μειδιώσα
+ενώ εφόρει τα γάντια της.
+
+ ― Μη βάζετε τα γάντια, πριγκήπισσα, προτού ασπασθώ το χεράκι σας.
+Ευλογώ την επάνοδον της παλαιάς μόδας μόνον δι' αυτό της το
+ευεργέτημα.
+
+Ησπάσθη τα δάκτυλα της πριγκηπίσσης, την συνόδευσε μέχρι του
+αντιθαλάμου, την απεχαιρέτησε και εισήλθεν εις το διαμέρισμα της
+αδελφής του.
+
+Την ευρήκε κλαίουσαν. Παρά την σπινθηροβολούσαν εκ φαιδρότητος
+ευδιαθεσίαν του, ο Ομπλόνσκυ προσέλαβεν αμέσως τον τόνον εκείνον
+της συμπαθείας, όστις ήρμοζεν εις την πνευματικήν κατάστασιν της
+Άννας. Την ηρώτησε περί της υγείας της και περί του τρόπου καθ' όν
+είχε διέλθει τας πρωινάς της ώρας.
+
+ ― Άσχημα, πολύ άσχημα, . . . το πρωί όπως τη νύχτα σήμερα όπως
+χθες και αύριον όπως σήμερον . . .
+
+ ― Νομίζω ότι αφίεσαι να βλέπης τα πράγματα υπερβολικά μαύρα.
+Ανάγκη να αλλάξης σκέψεις, ν' ατενίσης την ζωήν κατά μέτωπον . . .
+Είνε οδυνηρόν, αλλά . . .
+
+ ― Έχω ακούσει να λέγουν, ότι υπάρχουν γυναίκες, αίτινες αγαπώσι
+μερικούς άνδρας διά τα ελαττώματά των, αλλ' εγώ τον αποστρέφομαι
+διά την αρετήν του. Δεν ημπορώ να ζήσω μαζί του. Θέλησε να μ'
+εννοήσης, και να τον βλέπω απλώς μου κάμνει κακό και με εξοργίζει
+. . . Δεν ειμπορώ, δεν ειμπορώ να ζήσω μαζί του!. . . Τι να κάμω!
+. . . Ήμην δυστυχής και ενόμιζα ότι είνε αδύνατον να γείνω
+δυστυχεστέρα, αλλά μου ήτο αδύνατον να φαντασθώ τας αρρήτους
+βασάνους που υφίσταμαι τόρα. Εννόησέ το λοιπόν, εννόησέ το,
+γνωρίζω ότι είνε αγαθός, εξαίσιος άνθρωπος και τον απεχθάνομαι! .
+. . Τον αποστρέφομαι διά την μεγαλοψυχίαν του! Δεν μου μένει παρά
+. . .
+
+Ήθελε να είπη: «ν' αποθάνω»· αλλ' ο Ομπλόνσκυ δεν την αφήκε να
+συμπληρώση την φράσιν της.
+
+ ― Είσαι υπερβολική, αγαπητή μου, είσαι άρρωστη, παρωργισμένη· η
+κατάστασις δεν είναι τόσον τρομερά, είπε μειδιών.
+
+Ουδείς, εκτός του Ομπλόνσκυ, ενώπιον μιας τοιαύτης απελπισίας, θα
+επέτρεπεν εαυτώ να μειδιά. Από κάθε άλλον το μειδίαμα θα εθεωρείτο
+απρεπές, αλλ' εις το μειδίαμα του Ομπλόνσκυ ενυπήρχε τόση
+καλλωσύνη και τρυφερότης σχεδόν γυναικεία, ώστε αντί να πειράζη,
+το μειδίαμά του επράυνε και εγλύκαινε τον πόνον.
+
+Οι βραδείς και καθησυχαστικοί του λόγοι ενείχον την μαλλακτικήν
+ιδιότητα του αμυγδαλελαίου, και η Άννα συνησθάνθη το πραϋντικόν
+των αποτέλεσμα.
+
+ ― Όχι, αγαπητέ Στίβα, είπεν, είμαι χαμένη, χαμένη . . . Και, κάτι
+χειρότερα· δεν επέθανα ακόμη, δεν θέλω να είπω ότι ετελείωσε το
+παν, εξ εναντίας, αισθάνομαι ότι δεν έφθασα ακόμη εις το τέρμα.
+Ομοιάζω με σχοινί τεντωμένο που οφείλει να κοπή . . . Το τέλος δεν
+επήλθε ακόμη, και . . . όταν επέλθη, θα είνε τρομερόν!
+
+ ― Συγγνώμην, πρέπει το σχοινί να χαλαρωθή σιγά-σιγά . . . Καμμία
+κατάστασις δεν είνε αδιέξοδος.
+
+ ― Το εσκέφθην. Μία μόνη διέξοδος υπάρχει . . .
+
+Ο Ομπλόνσκυ κατενόησε πάλιν ότι η διέξοδος αύτη, εις τα όμματά
+της, ήτο ο θάνατος, και την διέκοψεν εκ νέου.
+
+ ― Δεν δύνασαι ν' αντιληφθής την θέσιν σου τόσον ευκρινώς, όσον
+την αντιλαμβάνομαι εγώ. Επίτρεψόν μου λοιπόν να σου είπω
+ειλικρινώς την γνώμην μου.
+
+Και εμειδίασεν αύθις καταπραϋντικώς.
+
+ ― Θα πάρω τα πράγματα από την αρχήν των: ενυμφεύθης ένα άνδρα
+κατά είκοσιν έτη μεγαλείτερόν σου. Ενυμφεύθης χωρίς έρωτα και εν
+τη αγνοία του έρωτος. Δέχομαι ότι τούτο ήτο σφάλμα . . .
+
+ ― Σφάλμα τρομερόν, είπεν η Άννα.
+
+ ― Αλλ' είνε γεγονός τετελεσμένον. Κατόπιν, σου συνέβη, θα το
+είπω, το δυστύχημα να μη αγαπάς τον σύζυγόν σου και ν' αγαπήσης
+άλλον. Είνε δυστύχημα, αλλ' είνε και αυτό γεγονός τετελεσμένον.
+Και ο σύζυγος σου ανεγνώρισε το γεγονός αυτό και σε συνεχώρησε.
+
+Μεθ' εκάστην φράσιν διεκόπτετο διά να της δώση καιρόν να ομιλήση,
+αλλ' εκείνη ετήρει σιγήν.
+
+ ― Έτσι είνε . . . Τόρα λοιπόν το ζήτημα τίθεται ως εξής:
+ειμπορείς να εξακολουθήσης συζώσα με τον άνδρα σου; . . Το
+επιθυμεί εκείνος!
+
+ ― Δεν γνωρίζω τίποτε, τίποτε! . . .
+
+ ― Αλλά, μου είπες προ ολίγου ότι δεν ειμπορείς να τον υποφέρης;
+
+ ― Όχι, δεν το είπα, παίρνω 'πίσω τα λόγια αυτά, δεν γνωρίζω
+τίποτε και δεν εννοώ τίποτε.
+
+ ― Εν τούτοις, επίτρεψόν μου. Βασανίζεσθε και οι δύο, και, πού
+τούτο ειμπορεί να καταλήξη; . . Το διαζύγιον, εξ εναντίας, λύει
+όλους τους δεσμούς.
+
+Έδωκε την συμβουλήν ταύτην, ήτις απετέλει την δεσπόζουσαν ιδέαν
+του, όχι άνευ δισταγμού, και την εκύτταξεν εμφαντικώς.
+
+Η Άννα τον ητένισε με τα σκεπτικά της μάτια, που ηκτινοβόλουν, και
+δεν είπε λέξιν.
+
+
+* * *
+
+Ο Ομπλόνσκυ εισήλθεν εις το δωμάτιον του Καρένιν με κάπως επίσημον
+ύφος. Ο γαμβρός του όρθιος, με τας χείρας ηνωμένας επί της ράχεως,
+εσκέπτετο ακριβώς επί των ζητημάτων, τα οποία ο Ομπλόνσκυ είχε
+συζητήσει μετά της Άννας.
+
+ ― Μήπως σ' ενοχλώ; ηρώτησε.
+
+ ― Όχι δεν μ' ενοχλείς, απήντησεν ο Καρένιν αδιαφόρως, έχεις
+τίποτε να μ' ερωτήσης;
+
+ ― Ναι . . . Θα επιθύμουν . . . . Έχω ανάγκην . . . . Ναι, πρέπει
+να σου ομιλήσω, είπεν ο Ομπλόνσκυ, κατάπληκτος διότι ησθάνθη
+εαυτόν διστακτικόν.
+
+Κατέβαλεν αγώνα και εδέσποσε της συγχύσεώς του.
+
+ ― Ελπίζω ότι έχεις πεποίθησιν περί της αγάπης που τρέφω προς την
+αδελφήν μου και περί της αφοσιώσεως και του σεβασμού μου προς σε,
+είπεν ερυθριάσας.
+
+Ο Καρένιν έμεινεν όρθιος ενώπιόν του και δεν απεκρίθη, αλλ' η
+μορφή του έσχε την έκφρασιν υπομονητικού μάρτυρος· ο Ομπλόνσκυ
+συνεκινήθη.
+
+ ― Επιθυμώ να σου ομιλήσω περί της αδελφής μου και περί της
+αμοιβαίας σας θέσεως, είπεν ο Ομπλόνσκυ εξακολουθών να παλαίη κατά
+της διστακτικότητός του.
+
+Ο Καρένιν τον ητένισε με μειδίαμα πλήρες θλίψεως, είτα δ'
+επλησίασεν εις την τράπεζαν, έλαβε μίαν επιστολήν, ην είχεν
+αρχίσει να γράφη και την έτεινε προς τον γυναίκαδελφόν του.
+
+ ― Δεν παύω σκεπτόμενος πάντοτε το αυτό· αφ' ού η παρουσία μου
+εξοργίζει την Άνναν, ιδού τι έγραψα, σκεπτόμενος ότι θα
+εξεφραζόμην καλλίτερα αφ' όσον θα ηδυνάμην να το πράξω προφορικώς.
+
+Ο Ομπλόνσκυ έλαβε το χειρόγραφον, εκύταξε μετ' εκπλήξεως τα στυγνά
+μάτια του Καρένιν που τον προσέβλεπον ατενώς και ανέγνω:
+
+«Παρατηρώ ότι η παρουσία μου σας είνε επαχθής. Όσον οδυνηρόν και
+αν μου είνε να το ομολογήσω οφείλω να πεισθώ περί τούτου. Ούτως
+έχει το πράγμα και δεν δύναται να έχη διαφορετικά. Δεν σας
+κατηγορώ, και, μάρτυς μου ο Θεός, ότι όταν σας είδα κατά το
+διάστημα της ασθενείας σας, έλαβα την απόφασιν να λησμονήσω παν
+ό,τι συνέβη και ν' αρχίσω νέαν ζωήν. Δεν μεταμελούμαι, δεν θα
+μεταμεληθώ ποτέ δι' ό,τι έπραξα· μόνον το καλόν σας επόθησα, την
+ανακούφισιν της ψυχής σας, αλλά βλέπω ότι δεν επέτυχον του σκοπού
+μου. Ειπέτε μου, σεις η ιδία, τι δύναται να σας δώση την αληθή
+ευτυχίαν και τι δύναται ν' αποδώση την γαλήνην εις την ψυχήν σας.
+Επαφίεμαι εξ ολοκλήρου εις την θέλησίν σας και εις την ευθυκρισίαν
+σας».
+
+Ο Ομπλόνσκυ απέδωκε την επιστολήν εις τον γαμβρόν του και
+εξηκολούθησε να τον παρατηρή με την αυτήν και πρότερον κατάπληξιν.
+
+Η σιγή εκείνη εφάνη εις αμφοτέρους τόσον επαχθής, ώστε ο Ομπλόνσκυ
+ησθάνθη ότι τα χείλη του έτρεμον.
+
+ ― Αυτό είχα να της είπω, ετόνισεν ο Καρένιν υποστραφείς.
+
+ ― Ναι, ναι . . . . απεκρίθη ο Ομπλόνσκυ.
+
+Δεν ηδύνατο να ομιλήση, τα δάκρυα του απέπνιγον τον λάρυγγα.
+
+ ― Ναι, ναι, σας εννοώ, είπε τέλος.
+
+ ― Επιθυμώ να μάθω τι αυτή επιθυμεί, επανέλαβεν ο Καρένιν.
+
+Φοβούμαι ότι η ιδία δεν αντιλαμβάνεται σαφώς την θέσιν της . . . .
+Δεν δύναται να είνε αυτή δικαστής. Είνε συντετριμμένη, αυτή είνε η
+λέξις, από την μεγαλοψυχίαν σου. Όταν αναγνώση την επιστολήν σου,
+δεν θα δυνηθή να εύρη τίποτε ν' απαντήση, θα κύψη μόνον την
+κεφαλήν ακόμη χαμηλότερα.
+
+ ― Αλλά, πώς λοιπόν δύναμαι να μάθω τας επιθυμίας της;
+
+ ― Ας μου επιτρέπης να σου δώσω την γνώμην μου, φρονώ ότι συ
+οφείλεις να εξεύρης τα μέσα δι' ων θα τεθή τέρμα εις αυτήν την
+κατάστασιν . . .
+
+ ― Ώστε, φρονείς ότι πρέπει να τεθή τέρμα; διέκοψεν ο Καρένιν.
+Αλλά, πώς να το κάμω; προσέθηκεν υψώσας τας χείρας του μέχρι των
+οφθαλμών του . . . Δεν βλέπω την δυνατήν διέξοδον . . .
+
+Ο Ομπλόνσκυ ηγέρθη και είπε ζωηρώς:
+
+ ― Δεν υπάρχει κατάστασις άνευ διεξόδου· πρό τινος χρόνου,
+επεθύμεις την ρήξιν! . . . Αν σήμερον φθάσης εις το συμπέρασμα ότι
+δεν δύνασθε να καταστήτε αμοιβαίως ευτυχείς. . . Φίλε μου, είνε,
+απόλυτος ανάγκη, εις ην κατάστασιν ευρίσκεσθε, να καθιερώσητε νέας
+αμοιβαίας σχέσεις, αι δε σχέσεις αύται δεν δύνανται να καθιερωθώσι
+παρά μόνον αν αποδοθή η ελευθερία εις αμφοτέρους σας.
+
+ ― Διά του διαζυγίου! ανεφώνησεν ο Καρένιν μετ' αποτροπιασμού.
+
+ ― Μάλιστα, διά του διαζυγίου, διά του διαζυγίου, επανέλαβεν ο
+Ομπλόνσκυ. Αυτή είνε η λογικωτέρα λύσις διά τους συζύγους, των
+οποίων αι σχέσεις καθίστανται τόσον τεταμέναι. Τι γίνεται όταν οι
+σύζυγοι αποκαλύψουν ότι η συμβίωσίς των δεν τοις είνε πλέον
+δυνατή; . . .
+
+Ο Καρένιν εστέναξεν οδυνηρώς και έκλεισε τους οφθαλμούς
+
+ ― Έν μόνον είνε συζητήσιμον: ο έτερος των συζύγων επιθυμεί να
+έλθη εκ νέου εις γάμον; Αν όχι, το πράγμα λύεται αφ' εαυτού.
+
+Την φοράν ταύτην ο Ομπλόνσκυ ηνόησεν εαυτόν απηλλαγμένον παντός
+αισθήματος στενοχωρίας ή δισταγμού.
+
+Η μορφή του Καρένιν συνεσπάσθη εκ συγκινήσεως, εψιθύρισε δε κατά
+μέρος λέξεις ανάρθρους και δεν απεκρίθη.
+
+Χιλιάκις είχεν αναλογισθή τα πράγματα εκείνα, τα οποία εφαίνοντο
+τόσον απλά εις τον Ομπλόνσκυ, και τα εύρισκεν απαράδεκτα. Δεν
+εδέχετο πλέον το διαζύγιον, διότι το αίσθημα της ιδίας του
+αξιοπρεπείας και ο προς την θρησκείαν σεβασμός δεν τω επέτρεπον ν'
+αναλάβη την κατηγορίαν μιας υποθετικής μοιχείας, ακόμη δε
+ολιγώτερον να δεχθή να μαρανθή η σύζυγός του, την οποίαν είχε
+συγχωρήσει και ην ηγάπα . . . Έπειτα, τι θ' απεγίνετο ο υιός του
+εν περιπτώσει διαζυγίου; Να τον αφήση μετά της μητρός του δεν ήτο
+δυνατόν. Η διεζευγμένη μήτηρ θ' απέκτα αθέμιτον οικογένειαν εν τη
+οποία η θέσις του νομίμου υιού θα ήτο ψευδής και η ανατροφή του
+ατελής. Να τον κρατήση; Το τοιούτο θα ήτο εκ μέρους του πράξις
+εκδικήσεως, την οποίαν δεν ήθελε να διαπράξη . . . Ο Καρένιν τέλος
+απέκρουε το διαζύγιον κυρίως διότι εγνώριζεν ότι τούτο θ' απετέλει
+την καταστροφήν της Άννας. Το ν' αποδώση εις την γυναίκα του την
+ελευθερίαν της, ήτο, κατά τας ιδέας του Καρένιν, ως να αφίετο ν'
+αποσπασθή απ' αυτού του ιδίου ο τελευταίος προς την ζωήν δεσμός,
+τα παιδιά του, τα οποία ηγάπα και ως να εστέρει ταυτοχρόνως την
+Άνναν του εσχάτου στηρίγματός της επί της οδού του αγαθού!
+
+Εγνώριζεν ότι άπαξ διαζευγνυμένη, θα ηκολούθει τον Βρόνσκυ και θα
+προσεχώρει εις σύνδεσμον αθέμιτον και εγκληματικόν, καθ' όσον,
+συμφώνως προς τους εκκλησιαστικούς κανόνας, μία γυνή δεν δύναται
+να νυμφευθή έτερον άνδρα εφ' όσον ο σύζυγος της ζη.
+
+«. . . Θα τον ακολουθήση», εσκέπτετο ο Καρένιν, «και, μετά έν ή
+δύο έτη θα την εγκατάλειψη, ή θα προσχωρήση εις νέον δεσμόν και το
+σφάλμα θα επαναπέση εις βάρος μου, διότι θα έχω συγκατατεθή εις
+διαζύγιον ανήθικον».
+
+Δεν εδέχετο λοιπόν ο Καρένιν ουδέν εξ όσων έλεγεν ο Ομπλόνσκυ,
+αλλά τον ηκροάτο, διότι ησθάνετο ότι διά του στόματος αυτού
+εξεφράζετο η ισχυρά εκείνη κτηνώδης δύναμις, ήτις, παρά την
+θέλησίν του, εδέσποζε της ζωής του και εις την οποίαν θα ήτο
+υπόχρεως να υποκύψη.
+
+ ― Το ζήτημα έγκειται τόρα εις τούτο: Υπό τίνας όρους θα εδέχεσο
+το διαζύγιον; Ε κ ε ί ν η δεν επιθυμεί τίποτε, δεν τολμά να ζητήση
+τίποτε, επαφίεται δ' εξ ολοκλήρου εις την γενναιοψυχίαν σου.
+
+«Ύψιστε, Ύψιστε, διατί;» εσκέφθη ο Καρένιν αναλογισθείς όλας τας
+λεπτομερείας του διαζυγίου όταν ο σύζυγος αποδέχεται εις βάρος του
+την ευθύνην. Και, εξ αισχύνης, εκάλυψε την μορφήν διά των χειρών
+του με το αυτό κίνημα, όπερ είχε κάμει ο Βρόνσκυ παρά την κλίνην
+της παραληρούσης Άννας.
+
+ ― Ναι, ναι, εκραύγασε διά της οξείας φωνής του, αναλαμβάνω εγώ το
+αίσχος, της δίδω μάλιστα και τον υιόν μου, αλλά δεν θα ήτο
+συμφερώτερον να τ' αποφύγωμεν όλα αυτά; . . . Άλλως τε κάμε όπως
+επιθυμείς.
+
+Ο Ομπλόνσκυ συνεκινήθη.
+
+ ― Πίστευσόν με, είπε, μετά στιγμήν σιωπής, θα εκτιμήση πληρέστατα
+το μεγαλείον της ψυχής σου!
+
+Τα δάκρυα ημπόδιζον τον Καρένιν να ομιλήση.
+
+ ― Είνε πεπρωμένον, και πρέπει να υποταχθώμεν εις αυτό, είπεν ο
+Ομπλόνσκυ. Αποδέχομαι την δυστυχίαν αυτήν ως γεγονός τετελεσμένον
+και βιάζω εμαυτόν να προσέλθω εις βοήθειαν αμφοτέρων σας.
+
+Όταν εξήλθε του δωματίου του γαμβρού του, ο Ομπλόνσκυ ήτο
+συγκεκινημένος, τούθ' όπερ όμως δεν τον ημπόδισε να συγχαρή εαυτόν
+διότι τόσον τελείως είχεν επιτύχει η αποστολή του. Ήτο βέβαιος ότι
+ο Καρένιν δεν θα ήλλασσε γνώμην.
+
+* * *
+
+Το τραύμα του Βρόνσκυ είχε θέσει εις κίνδυνον την ζωήν του, αν και
+η σφαίρα δεν είχε θίξει την καρδίαν. Επί πολλάς ημέρας παρέμεινε
+μεταξύ ζωής και θανάτου.
+
+Όταν διά πρώτην φοράν ηδυνήθη να ομιλήση, εις το δωμάτιόν του
+ευρίσκετο μόνη η νύμφη του Βάρια.
+
+ ― Βάρια, της είπε διά τόνου αυστηρού, ετραυματίσθην εξ
+απροσεξίας. Σε παρακαλώ, να μη κάμης υπαινιγμόν περί του γεγονότος
+τούτου, ειπέ εις όλους ότι πρόκειται περί τυχαίου επεισοδίου. Δεν
+παραληρώ πλέον, σου το ζητώ σοβαρώς: κανείς να μη είπη ότι ηθέλησα
+να συντομεύσω τας ημέρας μου!
+
+ ― Ουδείς το λέγει, απήντησεν εκείνη· ελπίζω μόνον ότι δεν θα
+ξανατραυματισθής εξ απροσεξίας.
+
+ ― Το ελπίζω, αν και προτιμότερον θα ήτο, . .
+
+Νευρικόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του. Παρά τους λόγους του δε,
+οίτινες κατετρόμαξαν την Βάρια, μόλις η φλεγμονή παρήλθε και
+ήρχισε ν' ανακτά τας δυνάμεις του, συνησθάνθη ότι είχεν απαλλαγή
+κατά τι από το άλγος του. Του εφάνη ότι απειλήσας την ιδίαν του
+ζωήν είχεν εκπλύνει το αίσχος και την ταπείνωσιν, ην είχεν
+αισθανθή. Τόρα ηδύνατο να σκέπτεται ηρέμως περί του Καρένιν.
+Ανεγνώριζε δε το μεγαλείον της ψυχής αυτού χωρίς να αισθάνεται
+πλέον εαυτόν τεταπεινωμένον, . . Κατόπιν επανέλαβε την παλαιάν του
+ζωήν· τω κατέστη ηθικώς δυνατόν ν' αφεθή να οδηγήται από τους
+παλαιούς κανόνας της συμπεριφοράς του, και ν' ατενίζη τους
+ανθρώπους κατά πρόσωπον, χωρίς να ερυθριά. Αλλ' είχε και την
+πικράν απόγνωσίν ότι είχε χάσει διά παντός την Άνναν. Δεν ηδύνατο
+ν' αποσπάση της καρδιάς του το αίσθημα τούτο, αν και δεν έπαυσε
+παλαίων κατ' αυτού . . .
+
+Είχε σταθερώς αποφασίσει, αφ' ότου το σφάλμα του είχεν εξαγορασθή
+ενώπιόν του συζύγου, να παραιτηθή της Άννας και να μη παρεντεθή
+ουδέποτε πλέον μεταξύ αυτής, της μετανοίας της και του συζύγου
+της, του ήτο όμως αδύνατον να παρηγορηθή διά την απώλειαν του
+έρωτός του. Δεν ηδύνατο ν' αποσβέση εκ της μνήμης του τας στιγμάς
+της ευτυχίας ην είχεν απολαύσει μαζί της. Τότε ελάχιστα είχεν
+εκτιμήσει ταύτα, τόρα όμως τον εβασάνιζον διά γοητείας επιμόνου.
+
+Ο στρατηγός Σερπουχόβσκη εσκέφθη να του προμηθεύση κάποιαν
+ανωτέραν θέσιν εις την Τασκένδην, και ο Βρόνσκυ, άνευ δισταγμού
+απεδέχθη την τοποθέτησιν. Αλλά, καθ' όσον επλησίαζεν η στιγμή της
+αναχωρήσεώς του, ησθάνετο πολύ βαρύτερον την θυσίαν ην έκαμνε δι'
+εκείνο, το οποίον έκρινεν ως καθήκον του.
+
+Όταν το τραύμα του εθεραπεύθη εντελώς ήρχισε να προετοιμάζεται
+προς αναχώρησιν.
+
+ ― Να την επανίδω άπαξ ακόμη, και κατόπιν να ενταφιασθώ και ν'
+αποθάνω, εσκέπτετο.
+
+Αποχαιρετών την πριγκήπισσαν Μπέτσυ, της ενεπιστεύθη τον ενδόμυχον
+αυτού πόθον. Αύτη δε του εχρησίμευσεν ως μεσάζουσα και του έφερε
+την αρνητικήν απάντησιν της Άννας.
+
+ ― Τόσον το καλλίτερον! εσκέφθη ο Βρόσκυ, ήτο μία αδυναμία εκ
+μέρους μου, και η συνέντευξις αυτή θα μου αφήρει τας τελευταίας
+μου δυνάμεις.
+
+Το πρωί της επιούσης, η Μπέτσυ μετέβη να τον ίδη και τον
+επληροφόρησεν ότι ο Ομπλόνσκυ την είχε διαβεβαιώσει θετικώς ότι ο
+Καρένιν συγκατετίθετο εις το διαζύγιον, και ότι, κατά συνέπειαν,
+ηδύνατο να ίδη την Άνναν.
+
+Χωρίς να σκεφθή ούτε να κατευοδώση καν την επισκέπτριάν του,
+λησμονήσας όλας του τας αποφάσεις, χωρίς ούτε και ν' αναλογισθή αν
+ο Καρένιν ευρίσκετο εις την οικίαν του, ο Βρόνσκυ διηυθύνθη κατ'
+ευθείαν εις της Άννας. Ανήλθε την κλίμακα εν σπουδή, χωρίς να
+προσέξη εις κανένα, και διά βήματος γοργού, ερρίφθη επ' αυτής και
+εκάλυψε διά φιλημάτων την μορφήν της, τας χείρας και τον τράχηλον.
+
+Η Άννα είχε προπαρασκευασθή διά την συνέντευξιν εκείνην· είχε
+σκεφθή τι θα του έλεγεν, αλλά δεν ευρήκε τόρα τα λόγια που είχε
+παρασκευάση. Ο έρως του Βρόνσκυ την ενίκησεν. Όταν δε ηθέλησε να
+τον πραϋνη και να πραϋνθή και αυτή, ήτο πλέον πολύ αργά. Το
+αίσθημα του Βρόνσκυ εκυριάρχει αυτής. Τα χείλη της έτρεμον και επί
+πολύ δεν ηδυνήθη ν' αρθώση λέξιν.
+
+ ― Ναι, με κατέκτησες, είμαι 'δική σου, του είπε.
+
+ ― Δεν ήτο δυνατόν να τελειώση διαφορετικά το πράγμα, είπεν ο
+Βρόνσκυ. Εφ' όσον ζώμεν, έτσι θα είνε, το εννοώ τόρα.
+
+ ― Είν' αλήθεια, είπεν εκείνη.
+
+Η Άννα ωχρία επί μάλλον και μάλλον, εν ώ κατεφίλει την κεφαλήν
+του.
+
+ ― Εν τούτοις, μεθ' όσα συνέβησαν, υπάρχει κάτι το απαίσιον εις
+ό,τι πράττομεν, προσέθηκεν.
+
+ ― Όλα θα παρέλθουν και θα είμεθα τόσον ευτυχείς!
+
+ ― Ναι, αλλ' αισθάνομαι εμαυτήν πολύ αδύνατον.
+
+Και τα χείλη της υπέστησαν νέον τρόμον.
+
+ ― Θα πάμε 'ςτήν Ιταλία και εκεί θ' ανακτήσης την υγείαν σου,
+είπεν ο Βρόνσκυ.
+
+Τον ητένισε κατάματα.
+
+ ― Είνε δυνατόν να ζήσωμεν ως σύζυγοι, μόνοι μας, απαρτίζοντες
+ημείς ολόκληρον την οικογένειάν μας;
+
+ ― Μ' εκπλήσσει μόνον το πώς δεν υπήρξε διαρκώς τοιαύτη η ζωή μας,
+είπεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Ο Στίβα λέγει ότι συγκατατίθεται εις όλα, αλλ' εγώ δεν δύναμαι
+να δεχθώ την μεγαλοψυχίαν του. Δεν επιθυμώ το διαζύγιον. Δεν μ'
+ενδιαφέρει τίποτε τόρα. Μόνον, δεν γνωρίζω τι απεφάσισεν ως προς
+τον Σεριόγια.
+
+Ο Βρόνσκυ δεν κατώρθωσε να εννοήση πώς ειμπορούσε την στιγμήν
+εκείνην να συλλογίζεται τον υιόν της και το διαζύγιον! Δεν ήσαν
+αδιάφορα πράγματα αυτά;
+
+ ― Μη ομιλείς περί αυτών, μη τα σκέπτεσαι καν, είπε, συστρέφων την
+χείρα της Άννας εντός της ιδικής του και προσπαθών να εφελκύση εις
+εαυτόν την προσοχήν της.
+
+Αλλ' εκείνη δεν τον παρετήρει πλέον:
+
+ ― Αχ! διατί να μη αποθάνω; Θα ήτο προτιμότερον αυτό, απεκρίθη.
+
+Δάκρυα σιγαλά κατέρρευσαν επί των παρειών της, αλλ' επίεζεν εαυτήν
+να μειδιά διά να μη λυπήση τον Βρόνσκυ.
+
+Προ μικρού, ο Βρόνσκυ είχε θεωρήσει επωνείδιστον, αδύνατον σχεδόν,
+ν' αποκρούση την τιμητικήν και επικίνδυνον άμα θέσιν, ήτις του
+είχε προσφερθή εν Τασκένδη, αλλά τόρα, χωρίς στιγμήν δισταγμού,
+απέκρουσε την τιμήν αυτήν. Είτα δε, διακρίνας κάποιαν
+αποδοκιμασίαν, εγκατέλειψεν εντελώς το στράτευμα.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Ένα μήνα βραδύτερον, ο Καρένιν ευρέθη μόνος μετά του υιού του εις
+τα δωμάτιά του.
+
+Η Άννα και ο Βρόνσκυ ανεχώρησαν δι' Ιταλίαν χωρίς να δεχθώσι το
+διαζύγιον, όπερ εκείνη απέκρουσεν αποφασιστικώς.
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ
+
+
+
+Ο Βρόνσκυ και η Άννα εταξείδευον ανά την Ευρώπην από τριών ήδη
+μηνών. Είχον διαμείνει εις Βενετίαν, εις Ρώμην, εις Νεάπολιν και
+είχον φθάσει προ ολίγου εις μικράν τινα ιταλικήν πόλιν, όπου
+εσκέπτοντο να μείνουν επί τινα καιρόν.
+
+Κατά την περίοδον ταύτην της ταχείας της αναρρώσεως και της προ
+μικρού ανακτηθείσης ελευθερίας της η Άννα ησθάνετο εαυτήν τελείως
+ευτυχή και πλήρη από την χαράν της ζωής. Η ανάμνησις της συμφοράς
+του συζύγου της δεν εδηλητηρίαζε διόλου την ευτυχίαν της· ήτο πολύ
+τρομερά η ανάμνησις αύτη και την απεμάκρυνεν αφ' εαυτής· αφ'
+ετέρου δε, η συμφορά του συζύγου της τής είχε προμηθεύσει ευτυχίαν
+υψίστην, ώστε να μη δύναται να μετανοήση δι' ό,τι είχε πράξει.
+
+Η ανάμνησις όλων όσα της είχον συμβή μετά την ασθένειάν της, της
+συμφιλιώσεως με τον σύζυγόν της, της ρήξεως αυτής, της ειδήσεως
+του απονενοημένου διαβήματος του Βρόνσκυ, της εμφανίσεώς του εις
+την οικίαν της, των προετοιμασιών του διαζυγίου, της αναχωρήσεως
+από της συζυγικής στέγης, των αποχαιρετισμών του υιού της, όλα
+αυτά της εφαίνοντο ως όνειρον παραληρήματος, από του οποίου είχεν
+αφυπνισθή εις το εξωτερικόν, μόνη μετά του Βρόνσκυ.
+
+Οσάκις τη επήρχετο η ανάμνησις αύτη του παρελθόντος, καθησυχάζετο
+αναλογιζομένη ένα ορθολογισμόν, τον οποίον είχε κάμει ευθύς από
+των πρώτων ημερών της ρήξεώς της.
+
+ ― Εδημιούργησα μοιραίως την δυστυχίαν του ανθρώπου αυτού, αλλά
+δεν επιθυμώ να επωφεληθώ της συμφοράς του ταύτης· πάσχω επίσης και
+θα πάσχω πάντοτε· χάνω ό,τι πολυτιμότερον είχα, την καλήν μου
+φήμην και τον υιόν μου. Ενήργησα κακώς, διά τούτο δεν ζητώ πλέον
+την ευτυχίαν, δεν θα δεχθώ το διαζύγιον και θα υποστώ το αίσχος
+της καταστάσεως ταύτης και τον πόνον του αποχωρισμού μου από τον
+υιόν μου.
+
+Αλλ' όσον και αν επηύχετο η Άννα το μαρτύριον, το αληθές είνε ότι
+δεν έπασχεν. Ουδεμίαν υφίστατο ταπείνωσιν. Χάρις εις το τακτ, όπερ
+κατείχον αμφότεροι εις μέγαν βαθμόν, κατώρθωνον, αποφεύγοντες τας
+Ρωσσίδας κυρίας, να μη ευρίσκωνται ποτέ εις το εξωτερικόν εις
+θέσιν δυσχερή. Πανταχού συνήντων ανθρώπους, οίτινες εφαίνοντο
+κατανοούντες την κατάστασίν των καλλίτερα και απ' αυτούς τους
+ιδίους.
+
+Και δεν υπέφερεν επίσης εν αρχή εκ του αποχωρισμού του υιού της,
+αν και πολύ τον ηγάπησεν. Η κορασίς, το π α ι δ ί - τ η ς, ήτο
+τόσον χαριτωμένη και είχε τόσον κατακτήσει την καρδίαν της Άννας
+αφ' ότου ήτο μόνη μετ' αυτής, ώστε η νεαρά γυνή σπανίως
+εσυλλογίζετο τον υιόν της.
+
+Ο πόθος της ζωής, ενισχυθείς υπό της επανακτήσεως της υγείας, ήτο
+τόσον ισχυρός και αι συνθήκαι της νέας της υπάρξεως τόσον
+ευχάριστοι και πρωτότυποι, ώστε η Άννα ησθάνετο εαυτήν απολύτως
+ευτυχή.
+
+Όσον καλλίτερον εγνώριζε τον Βρόνσκυ, τόσον πλειότερον τον ηγάπα.
+Τον ηγάπα διά τε το άτομόν του και διά τον προς αυτήν έρωτά του·
+ήτο πάντοτε ευτυχής αισθανομένη ότι ήτο ολόκληρος ιδικός της και η
+παρουσία του της ήτο πάντοτε ευχάριστος. Όλαι αι ιδιότητες του
+χαρακτήρος του, εις τον οποίον ενεβάθυνεν επί μάλλον και μάλλον,
+την εγοήτευον ανεκφράστως.
+
+Ο θαυμασμός, τον οποίον ησθάνετο προς αυτόν την ετρόμαζε πολλάκις·
+προσεπάθει ν' ανακαλύψη εν αυτώ έν τι ελλάτωμα και δεν το
+κατώρθωνε . . . Δεν ετόλμα δε να του υποδείξη ότι συνησθάνετο
+πόσον ήτο κατωτέρα του . . . . Αλλά δεν ηδύνατο να μη του εκδηλώνη
+ευγνωμοσύνην διά τον έρωτά του. Αυτός, όστις, κατά την κρίσιν της,
+είχε τόσα πλούσια προσόντα διά την υπηρεσίαν του Κράτους, και θα
+ηδύνατο να παίξη σημαίνοντα ρόλον, είχε θυσιάσει προς χάριν της
+την φιλοδοξίαν του και δεν εξεδήλωνέ ποτε την ελαχίστην απόχρωσιν
+μεταμελείας. Πλέον ή άλλοτε ποτε την ηγάπα τόρα και την εξετίμα
+συγχρόνως. Και ουδ' επί στιγμήν έπαυεν αγρυπνών όπως τίποτε να μη
+την κάμη να αισθανθή το ψευδές της καταστάσεώς της.
+
+Αυτός ο τόσον δυνατός και τόσον γενναίος, δεν είχε πλέον θέλησιν
+πλησίον της και μόνη του σκέψις ήτο να προλαμβάνη τας επιθυμίας
+της. Δεν ηδύνατο να κατανοήση επακριβώς την λεπτότητα εκείνην, αν
+και το υπερβολικόν του ενδιαφέρον, αν και η ατμόσφαιρα εκείνη των
+περιποιήσεων δι' ων την περιέβαλλε, της έφερον πολλάκις δυσφορίαν
+. . . . Ο Βρόνσκυ εν τούτοις, δεν ήτο απολύτως ευτυχής, αν και
+εκείνο, το οποίον είχεν από πολλού τόσον διαπύρως ποθήσει, είχε
+συντελεσθή.
+
+Αντελήφθη εντός ολίγου ότι μόλις ένα κόκκον άμμου είχεν απολαύσει
+από το όρος εκείνο της ευτυχίας, το οποίον ανέμενε. Κατενόησε την
+αιωνίαν πλάνην, ην διαπράττουν οι άνθρωποι, φανταζόμενοι ότι η
+ευτυχία κατακτάται διά της πραγματοποιήσεως των πόθων των.
+
+Κατά τας πρώτας ημέρας της ενώσεώς των, όταν παρητήθη της
+στρατιωτικής στολής, διησθάνθη όλην την γοητείαν της ελευθερίας εν
+γένει, διότι δεν την είχε γνωρίσει προτήτερα και την απόλαυσιν του
+ελευθέρου έρωτος· ήτο ευτυχής, αλλ' η ευτυχία αύτη δεν διήρκεσεν
+επί πολύ.
+
+Δεν εβράδυνε να αισθασθή, ότι εντός της ψυχής του εβλάστανεν ο
+πόθος κάτι να επιθυμήση δηλαδή η ανία! Ακουσίως του τότε επεδίδετο
+εις την ικανοποίησιν των μάλλον προσκαίρων ιδιοτροπιών του, τας
+οποίας εξελάμβανεν ως επιθυμίας και σκοπόν της ζωής.
+
+Ο Βρόνσκυ δεν ηδύνατο πλέον ν' αποβλέψη εις τας απολαύσεις της
+αγάμου ζωής, ήτις απερρόφα άλλοτε τον χρόνον του εν Ρωσσία, διότι
+άπαξ μόνον βραδύνας εις κάποιο δείπνον μετά παλαιών του φίλων,
+παρετήρησε ότι η Άννα είχεν αισθανθή εκ τούτου βαθείαν θλίψιν,
+δυσανάλογον προς την αιτίαν . . . Λόγω δε της αβεβαίας θέσεώς των,
+δεν ηδύνατο να διατηρή σχέσεις ούτε μετά της εκλεκτής εντοπίου
+κοινωνίας, ούτε μετά των παρεπιδήμων Ρώσσων.
+
+Ως προς δε τα περίεργα της χώρας, τα είχεν ήδη όλα ιδεί, και εν τη
+ιδιότητί του ως Ρώσσου και ανθρώπου πνευματώδους, δεν απέδιδεν εις
+αυτά την σημασίαν, ην τοις προσέδιδον οι Άγγλοι.
+
+Διά τούτο, όπως ζώον πεινασμένον ρίπτεται κατά παντός αντικειμένου
+που συναντά, ελπίζον ότι θα εύρη εν αυτώ βοσκήν, ο Βρόνσκυ
+ερρίπτετο εις την πολιτικήν, εις τα νέα βιβλία και εις τας εικόνας
+. . . . Νεαρός έτι είχεν εκδηλώσει κλίσιν προς την ζωγραφικήν.
+Είχε το ταλάν να εννοή την τέχνην και να μιμήται με γούστο και με
+ακρίβειαν· επίστευσεν εαυτόν προικισμένον με τα προσόντα αληθούς
+καλλιτέχνου, και, μετά τινα δισταγμόν περί του ποίον είδος
+ζωγραφικής θα εξέλεγε, θρησκευτικήν, ιστορικήν ή ρεαλιστικήν,
+επεδόθη εις το έργον.
+
+Αντελαμβάνετο όλα τα είδη και ηδύνατο να εμπνέεται από το καθέν,
+αλλά δεν ηδύνατο να κατανοήση ότι δύναταί τις να εμπνέεται απ'
+ευθείας από εκείνο που εγκλείει εντός του, χωρίς να γνωρίζη τους
+ζωγραφικούς κλάδους, και χωρίς να ασχολήται να μάθη αν εκείνο που
+θα συνθέση ανήκει εις τούτο ή εκείνο το είδος. Επειδή δε ηγνόει
+την ανάγκην αυτήν του εκφράζειν τας ιδίας του εμπνεύσεις, και
+ειργάζετο υπό την επήρειαν αντικειμένων ενσαρκωθέντων ήδη υπό της
+τέχνης, ειργάζετο ταχέως και ευχερώς και επετύγχανεν ακόπως να
+απομιμήται αδιάφορον ποίον είδος.
+
+Επροτίμησε την Γαλλικήν σχολήν, την τόσον χαριτωμένην και
+εντυπωτικήν. Έκαμε δε την εικόνα της Άννας με εντοπίαν περιβολήν,
+και η εικών εκείνη εφάνη και εις αυτόν και εις πάντας όσοι την
+είδον, εις υπερβολήν επιτυχής . . .
+
+Αλλ' η κλίσις του Βρόνσκυ προς την ζωγραφικήν δεν διήρκεσεν επί
+πολύ, και έσχεν αρκούσαν διορατικότητα, ώστε να μη περατώση την
+προσωπογραφίαν της Άννας.
+
+Εννόησε συγκεχυμένως ότι αι ελλείψεις του έργου του, αίτινες
+παρήρχοντο απαρατήρητοι εν αρχή, θα καθίσταντο κατάφωροι εφ' όσον
+θα προυχώρει εις την τελειοποίησίν του.
+
+Με την σταθερότητα του χαρακτήρος, ήτις του ήτο φυσική έπαυσε να
+ζωγραφίζη, χωρίς να δώση εξηγήσεις και χωρίς να ζητήση να
+δικαιολογηθή. Η Άννα εξεπλάγη από την απόφασιν εκείνην, και άπαξ
+στερηθέντες της ασχολίας εκείνης, η ζωή της εφάνη υπερβολικά
+μονότονος εις την Ιταλικήν εκείνην πόλιν, και απεφάσισαν να
+επιστρέψωσιν εις Ρωσσίαν.
+
+Θα διήρχοντο πρώτον από την Πετρούπολιν, όπου ο Βρόνσκυ θα
+επραγματοποίει τέλος την διανομήν των γαιών του μετά του αδελφού
+του, και η Άννα θα έβλεπε τον υιόν της, κατόπιν δε θα μετέβαινον
+να περάσουν το καλοκαίρι εις την μεγάλην πατρογονικήν ιδιοκτησίαν
+του Βρόνσκυ.
+
+* * *
+
+Ο Καρένιν ελησμόνησε την κόμησσαν Λυδίαν, αλλ' αυτή δεν τον
+ελησμόνησε. Καθ' ήν στιγμήν ευρίσκετο εις τον παροξυσμόν της
+μονήρους του απελπισίας, ήλθεν εις συνάντησίν και εισήλθεν εις το
+δωμάτιόν του χωρίς να αναγγελθή.
+
+Τον κατέλαβεν επί του ανακλιντήρος του, με την κεφαλήν μεταξύ των
+χειρών του και τους αγκώνας επί της τραπέζης.
+
+ ― Παρεβίασα το σύνθημα, είπεν.
+
+Εισήλθε δε με βήματα γοργά, δυσχερώς αναπνέουσα εκ συγκινήσεως και
+σπουδής.
+
+ ― Γνωρίζω τα πάντα! Αγαπητέ φίλε!
+
+Του έθλιψε την χείρα μεταξύ των δύο παλαμών της, και με τα ωραία
+της ρεμβώδη της μάτια, τον εκύταξε κατάματα.
+
+Ο Καρένιν ηγέρθη, απέσυρε την χείρα του με ύφος δυσφορίας και
+προσέφερε κάθισμα εις την επισκέπτριάν του.
+
+ ― Σας παρακαλώ, κόμησσα! Δεν δέχομαι κανένα, διότι υποφέρω.
+
+Τα χείλη του έτρεμον.
+
+ ― Φίλε μου, επανέλαβεν η κόμησσα Λυδία, διά φωνής πνιγμένης από
+την συγκίνησιν, δεν πρέπει να εγκαταλείπεσθε εις το άλγος σας. Η
+συμφορά σας είνε μεγάλη, αλλ' οφείλετε να εύρητε μίαν παρηγορίαν.
+
+ ― Είμαι κατεστραμμένος, δεν υφίσταμαι πλέον, είμαι άνθρωπος
+αφανισμένος. Η θέσις μου είνε τόσω μάλλον τρομερά καθ' όσον δεν
+ευρίσκω παρ' ουδενί, ουδέ και εις εμέ αυτόν, σημείον να στηριχθώ.
+
+ ― Θα το εύρητε, αναζητήσατέ το, όχι εις εμέ, αν και σας παρακαλώ
+να πιστεύετε εις την φιλίαν μου, είπεν η κόμησσα στενάξασα.
+Στήριγμά μας είνε η αγάπη, ην τρέφει προς ημάς, το φορτίον της
+είνε ελαφρόν, προσέθηκε με το βλέμμα εκείνο της εκστάσεως, όπερ
+εγνώριζε καλώς ο Καρένιν. Αυτός θα μας βοηθήση και θα μας
+υποστηρίξη.
+
+Τα λόγια αυτά εγλύκαναν τον πόνον του Καρένιν, αν και ήσαν μεστά
+εκ της ροπής εκείνης προς τον μυστικισμόν, τον οποίον ουδόλως
+επεδοκίμαζεν.
+
+ ― Αισθάνομαι εμαυτόν ανίσχυρον, συντετριμμένον. Δεν είχα τίποτε
+προΐδει και τώρα δεν εννοώ τίποτε.
+
+ ― Κατανοώ, φίλε μου, είπεν η κόμησσα Λυδία, κατανοώ τα πάντα. Θα
+εύρητε τον βοηθόν εν τη παρηγορία, όχι παρ' εμοί, αλλ' υψηλότερον
+. . . Ήλθον επίτηδες διά να σας βοηθήσω, αν δύναμαι . . . Αν
+τουλάχιστον σας απήλλατα όλων αυτών των ταπεινωτικών
+μικροφροντίδων του σπιτιού . . . Εννοώ ότι πρόκειται περί
+ζητημάτων εξαρτωμένων εκ της γυναικός και ότι χρειάζεται δι' αυτά
+γυναικεία παρέμβασις, . . Θα μου το επιτρέψητε.
+
+Ο Καρένιν της έθλιψε την χείρα άνευ τινός εκδηλώσεως ευγνωμοσύνης,
+αλλά και χωρίς να είπη τίποτε.
+
+ ― Θα μεριμνώμεν μαζί διά τον Σεριόγια. Δεν είμαι ισχυρά εις τα
+πρακτικά ζητήματα, αλλά θα γίνω και θα καταστώ αναπληρωτής σας . .
+. Μη μ' ευχαριστήτε, δε ενεργών εγώ . . . .
+
+ ― Δεν δύναμαι να μη σας ευχαριστήσω καθόλου.
+
+ ― Αλλά, φίλε μου, μη εγκαταλείπεσθε εις το αίσθημα περί του
+οποίου μοι ωμιλήσατε. Θα ησθάνεσθε άραγε αίσχος δι' εκείνο που
+αποτελεί την υψίστην χριστιανικήν αρετήν: «Ο ταπεινών εαυτόν
+υψωθήσεται», αλλά και πάλιν δεν είνε ανάγκη να μ' ευχαριστήτε. Ε κ
+ε ί ν ον πρέπει να ευχαριστήτε, Ε κ ε ί ν ο υ πρέπει να ζητείτε
+την βοήθειαν. Ε κ ε ί ν ο ς μόνος δύναται να παρέχη την γαλήνην,
+την παρηγορίαν, την σωτηρίαν και την αγάπην.
+
+Ο Καρένιν δεν ηγάπα το μυστικιστικόν νέον πνεύμα. Ήτο πιστός και
+ενδιεφέρετο διά την θρησκείαν από πολιτικής ιδίως απόψεως, αλλ' η
+δογματική, ήτις επέτρεπεν εαυτή σχολιασμούς και ήνοιγε την θύραν
+εις συζητήσεις και αναλύσεις, του απήρεσκε και ευρίσκετο εις
+αντίφασιν προς τας αρχάς της.
+
+ ― Σας είμαι λίαν, ευγνώμων διά τας πράξεις και διά τους λόγους
+σας, είπε προς την κόμησσαν, όταν εκείνη επεράτωσε την προσευχήν
+της. Η κόμησσα έθλιψεν άπαξ έτι αμφοτέρας τας χείρας του φίλου
+της· είτα δε, μετά βραχείαν σιγήν, εσπόγγισε τα μάτια της και
+είπε:
+
+ ― Και τόρα, επιλαμβάνομαι του έργου . . . . πηγαίνω πλησίον του
+Σεριόγια . . . . Δεν θα σας ανησυχήσω παρά μόνον εις επειγούσας
+περιστάσεις.
+
+Η παρέμβασις της κομήσσης Λυδίας υπήρξε λίαν αποτελεσματική·
+έφερεν εις τον Καρένιν στήριγμα ηθικόν διά των ενδείξεων της
+αγάπης και της εκτιμήσεως δι' ων τον περιέβαλε, και ταυτοχρόνως
+τον μετεμόρφωσεν, από πιστού αδιαφόρου και αδρανούς όπως ήτο, εις
+διάθερμον οπαδόν της καινοφανούς εκείνης ερμηνείας του
+Χριστιανισμού, ήτις διεδίδετο τότε εις την Πετρουπολιτικήν
+κοινωνίαν.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Από τινων ημερών, η κόμησσα Λυδία ευρίσκετο υπό το κράτος σφοδράς
+συγκινήσεως: είχε μάθει ότι η Άννα και ο Βρόνσκυ είχον επιστρέψει
+εις Πετρούπολιν. Έπρεπε λοιπόν να σωθή ο Καρένιν από πάσης
+συναντήσεως με την σύζυγόν του, έπρεπε μάλιστα και να προστατευθή
+από την οδυνηράν είδησιν ότι η τρομερά εκείνη γυνή ευρίσκετο εις
+την ιδίαν με αυτόν πόλιν και ήτο εκτιθεμένος, συνεπώς, κατά πάσαν
+στιγμήν, να την συναντήση.
+
+Η κόμησσα Λυδία εφρόντισε, τη παρεμβάσει φίλων να λάβη πληροφορίας
+περί των προθέσεων των β δ ε λ υ ρ ώ ν - ε κ ε ί ν ω ν - α ν θ ρ ώ π ω ν,
+και εφρόντιζεν άμα, κατά το διάστημα τούτο, να καθοδηγή
+πάσαν κίνησιν του φίλου της όπως αποτρέψη τυχαίαν συνάντησίν του
+μετ' αυτών.
+
+Μίαν πρωίαν της έφεραν σημείωμα του οποίου ανεγνώρισε μετά φρίκης
+τον γραφικόν χαρακτήρα . . . Επέρασε δε πολύ ώρα έως ου κατορθώση
+να καθήση διά να το αναγνώση· είχε καταληφθή από παροξυσμόν
+άσθματος, εκ του οποίου υπέφερε. Κατηυνάσθη δε τέλος και ανέγνω
+τας ακολούθους γραμμάς:
+
+ «&Κυρία,&
+
+«Τα χριστιανικά αισθήματα, τα οποία πληρούσι την καρδίαν σας μου
+παρέχουν την ασυγχώρητον τόλμην ν' αποταθώ προς υμάς. Είμαι
+δυστυχής διότι απεχωρίσθην του υιού μου. Σας ικετεύω να μου
+επιτρέψητε να τον επανίδω εφ' άπαξ προ της αναχωρήσεώς μου.
+Συγχωρήσατέ με αν επαναφέρω εις την μνήμην σας . . .
+
+«Απευθύνομαι προς υμάς και όχι προς τον Αλέξιον Αλεξάνδροβιτς,
+διότι δεν επιθυμώ η ανάμνησίς μου να επιφέρη άλγος εις τον
+μεγαλόψυχον αυτόν άνθρωπον. Γνωρίζω ποίαν φιλίαν τρέφετε προς
+αυτόν, θα μ' εννοήσετε σεις.
+
+«Θα μου στείλετε τον Σεριόγια ή θα μου υποδείξετε την ώραν, καθ'
+ήν δύναμαι να έλθω εις το σπίτι διά να τον ίδω, ή ίσως θα τον ίδω
+εκτός της οικίας; Δεν αναμένω άρνησιν, διότι γνωρίζω την αγαθότητα
+εκείνου, από τον οποίον εξαρτάται η άδεια. Δεν δύνασθε να
+φαντασθήτε την έντασιν του πόθου ον έχω να επανίδω τον υιόν μου,
+και δεν δύνασθε να φαντασθήτε επίσης την έκτασιν της ευγνωμοσύνης
+ην θα αισθανθώ προς υμάς!
+
+
+&Άννα».&
+
+Κάθε γραμμή της επιστολής ταύτης εξώργιζε την κόμησσαν Λυδίαν . .
+. Ήνοιξε δε αμέσως την χαρτοθήκην της και έγραψε προς τον Καρένιν,
+ον ήλπιζε να ίδη εις την Αυλήν, μετά μίαν ώραν.
+
+«Έχω ανάγκην να σας ομιλήσω περί υποθέσεως σοβαράς και οδυνηράς.
+Θα συνεννοηθώμεν διά το κατάλληλον μέρος. Το καταλληλότερον θα ήτο
+εις το σπίτι μου, όπου θα σας προσφέρω το τσάι σας. Είνε απολύτως
+αναγκαίον να σας ίδω».
+
+Και, ίνα τον προδιαθέση κατά τι, προσέθηκε:
+
+«Δωρείται Ε κ ε ί ν ο ς τον σταυρόν, αλλά δωρείται ομού και τας
+δυνάμεις».
+
+Η παρουσίασις εις την Αυλήν είχε περατωθή και οι προσκεκλημένοι,
+προτού χωρισθώσιν, ανεκοίνουν προς αλλήλους τας τελευταίας
+ειδήσεις της ημέρας και συνεζήτουν επί των προσφατωτέρων
+διακρίσεων και των μεταβολών εις τας ανωτέρας θέσεις.
+
+Εις μίαν γωνίαν ένας κατάλευκος γέρων συνωμίλει μετά τινος
+δεσποινίδος της τιμής, υψηλής, ωραίας, ήτις τον ηρώτα περί των
+νέων διορισμών.
+
+ ― Τι λέτε περί του Καρένιν; ηρώτησε κάποιος πρίγκηψ πλησιάσας τον
+όμιλον των συζητητών.
+
+ ― Λέγω ότι έλαβε το παράσημον του Αλεξάνδρου Νηούσκυ.
+
+ ― Εγώ ενόμιζα ότι το είχε προ πολλού.
+
+ ― Όχι . . . Κυτάξετέ τον εκεί, στη γωνία, συνομιλεί μεθ' ενός των
+ισχυροτέρων μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας· φέρει την
+αυλικήν του στολήν με την νέαν ταινίαν χιαστί . . . Είνε ευτυχής
+και ακτινοβόλος.
+
+ ― Όχι, έχει γηράσει, παρετήρησε νεαρός ευπατρίδης της Αυλής.
+
+ ― Τον εγήρασαν η ένοιες. Περνά τη ζωή του συντάσσων σχέδια. Θα
+ιδήτε ότι δεν θα αφήση τον συνομιλητήν του προτού εκθέση το
+τελευταίον του σχέδιον, παράγραφον προς παράγραφον.
+
+ ― Νομίζω ότι η κόμησσα Λυδία αντικαθιστά τώρα την γυναίκα του.
+
+ ― Α! δεν επιτρέπω να κακολογήται η κόμησσα Λυδία.
+
+ ― Είνε κακό να αγαπά τον Καρένιν;
+
+ ― Είνε αληθές ότι η Καρενίνα ευρίσκεται εδώ;
+
+ ― Όχι στην Αυλή, αλλά στην Πετρούπολιν βρίσκεται. Την συνήντησα
+χθες με τον Βρόνσκυ εις την Μορσκάια.
+
+ ― Είνε άνθρωπος που δεν έχει . . . αλλ' ο αυλικός ευπατρίδης δεν
+συνεπλήρωσε την σκέψιν του, εσιώπησε και παρεμέρισε διά να περάση
+κάποιος πρίγκηψ της αυτοκρατορικής Αυλής, τον οποίον εχαιρέτησεν
+υποκλινέστατα.
+
+Ο Καρένιν, καθ' ήν περίπου στιγμήν τον εγκατελίμπανεν η σύζυγός
+του, είχε πληγή υπό της μεγαλητέρας συμφοράς την οποίαν ειμπορεί
+να πάθη ένας δημόσιος υπάλληλος. Η προοδευτική του καρριέρα είχεν
+αποφραχθή αποτόμως.
+
+Όλος ο κόσμος το είχε διαγνώσει, μόνον αυτός δεν υπώπτευε τίποτε.
+Κατείχεν ακόμη θέσιν σημαντικωτάτην, εξηκολούθει να είνε μέλος
+διαφόρων κομητάτων και αποστολών, αλλ' θεωρείτο πλέον ως άνθρωπος
+που τα προσέφερεν όλα και από τον οποίον δεν περιμένει κανείς
+τίποτε πλέον. Κάθε τι που επρότεινεν εθεωρείτο ως πράγμα γνωστόν
+ήδη και του οποίου δεν υπήρχεν ανάγκη. Αυτός εξ εναντίας, τεθείς
+έξω της κυβερνητικής δράσεως, έβλεπε καλλίτερον παρά ποτε τα
+σφάλματα των συναδέλφων του, και εθεώρει καθήκον του να υποδεικνύη
+τα μέσα της διορθώσεώς των. Και, επί μάλλον και μάλλον ενηβρύνετο
+διά τα σχέδιά του.
+
+«Ο μήποτε νυμφευθείς φροντίζει διά τα έργα του Κυρίου και διά να
+αρέσκη εις τον Κύριον».
+
+Ο Καρένιν, όστις περί πολλού είχε τώρα, όπως εις κάθε τι
+συμμορφούται προς το Ευαγγέλιον, ανεπόλει ευχαρίστως την ρήσιν
+ταύτην. Ενόμιζεν ότι αφ' ότου τον εγκατέλειψεν η σύζυγός του,
+υπηρέτει καλλίτερα τον Κύριον διά των προτάσεών του. Η δε
+ανυπομονησία, ην εξεδήλου το μέλος του Συμβουλίου μεθ' ού
+συνωμίλει, δεν ετάραττε τον Καρένιν, και δεν έπαυσεν ομιλών παρά
+μόνον όταν ο συνομιλητής του επωφελήθη της διελεύσεως ενός μέλους
+της αυτοκρατορικής οικογενείας διά να το σκάση . . .
+
+Μείνας μόνος, ο Καρένιν έκυψε την κεφαλήν διά να συγκεντρώση τας
+ιδέας του, παρετήρησε δε έπειτα γύρω του και διηυθύνθη προς την
+θύραν όπου διέκρινε την κόμησσαν Λυδίαν.
+
+ ― Θερμά συγχαρητήρια, τω είπεν αύτη αποθαυμάζουσα το νέον
+παράσημον του Καρένιν.
+
+Κατέστειλε μειδίαμα ευφροσύνης, ύψωσε τους ώμους και έκλεισε τα
+μάτια, ως να ήθελε να υποδηλώση ότι η ταινία εκείνη δεν είχε την
+δύναμιν να του χαρίση την ευτυχίαν. Αλλ' η κόμησσα εγνώριζεν
+άριστα ότι απετέλει μίαν από τας χαράς του, αν και κατ' ουδένα
+λόγον θα το παρεδέχετο.
+
+ ― Σας περιμένω σήμερον εις το σπίτι μου, είπεν η κόμησσα Λυδία·
+έχω να σας ομιλήσω επί θέματος, το οποίον θα σας είνε οδυνηρόν . .
+. Τα πάντα θα εθυσίαζα διά να σας απαλλάξω από μερικάς αναμνήσεις,
+αλλά δυστυχώς, δεν ομιλούν όλοι ομοίως . . . Έλαβα επιστολήν εκ
+μέρους της . . . Ευρίσκεται εν Πετρουπόλει!
+
+Ο Καρένιν ερρίγησεν, αλλ' αμέσως η μορφή του ανέκτησε την αυστηράν
+απάθειαν, ήτις εξέφραζε την συναίσθησιν της αδυναμίας του προ της
+καταστροφής εκείνης.
+
+ ― Το επερίμενα, είπεν.
+
+Η κόμησσα Λυδία τον ητένισε μετά θαυμασμού, και δάκρυα σημπαθείας
+προ του μεγαλείου της ψυχής του Καρένιν ύγραναν τους οφθαλμούς
+της.
+
+* * *
+
+Όταν ο Καρένιν εισήλθεν εις το σαλονάκι της κομήσσης Λυδίας
+Ιβανόβνας, αύτη τον ανέμενε ροφώσα το τσάι της.
+
+Η Κόμησσα του παρέδωκε το σημείωμα της Άννας. Ο Καρένιν το
+ανέγνωσε και έμεινεν επί πολύ σιωπηλός.
+
+ ― Δεν φρονώ ότι έχω το δικαίωμα να της απαγορεύσω αυτήν την
+συνέντευξιν, είπε δυστακτικώς υψώσας τους οφθαλμούς προς την
+οροφήν.
+
+ ― Φίλε μου, σεις δεν βλέπετε κακόν πουθενά.
+
+ ― Εξ εναντίας, βλέπω ότι είνε πανταχού . . . αλλά θα ήτο δίκαιον;
+. . .
+
+Η μορφή του εξεδήλου αναποφασιστικότητα, ως ν' ανεζήτει έν τι
+μέσον, κάποιο στήριγμα, κάποιον οδηγόν εις ζήτημα το οποίον
+υπερέβαινε τας νοητικάς του δυνάμεις.
+
+ ― Όχι, διέκοψεν η κόμησσα . . . Όλα έχουν τα όριά τους. Εννοώ την
+ανηθικότητα, προσέθηκε ― ουχί απολύτως ειλικρινώς, διότι ουδέποτε
+είχε κατορθώσει να κατανοήση πλήρως τι το οδηγούν τας γυναίκας εις
+την ανηθικότητα. ― Αλλά δεν εννοώ την σκληρότητα . . . . και
+μάλιστα κατά τίνος; Καθ' υμών . . . πώς; Τολμά αυτή να έλθη να
+κατοικήση εις την πόλιν όπου διαμένετε σεις; Ασφαλώς, κάτι κανείς
+διδάσκετε διαρκώς, και την φοράν ταύτην διδάσκομαι να εννοώ το
+μεγαλείον σας και την ποταπότητα αυτής της γυναικός.
+
+Ο Καρένιν εφαίνετο ευχαριστημένος από τον ρόλον του.
+
+ ― Αλλά ποίος θα βάλη τον πρώτον λίθον . . . Εγώ εσυγχώρησα τα
+πάντα, διά τούτο δ' ακριβώς δεν ειμπορώ να την στερήσω εκείνου,
+που δι' αυτήν αποτελεί μίαν φυσικήν ανάγκην, της προς το παιδί της
+αγάπης.
+
+ ― Αλλά, πρόκειται αληθώς περί μητρικής στοργής φίλε μου; Είνε
+ειλικρινής; Σεις συνεχωρήσατε, συγχωρείτε σεις, αλλ' έχομεν το
+δικαίωμα να ρυπάνωμεν την ψυχήν αυτού του αγγέλου; Την θεωρεί
+νεκράν. Ικετεύει τον Θεόν να της συγχωρήση τας αμαρτίας της . . .
+και είνε προτιμότερον να μείνουν εκεί τα πράγματα. Τι θα σκεφθή
+τώρα;
+
+ ― Δεν το είχον σκεφθή αυτό, είπεν ο Καρένιν . . . Έχετε ίσως
+δίκαιον!
+
+Η κόμησσα έκρυψε την μορφήν εντός των χειρών της και εσιώπησεν.
+
+ ― Αν θέλετε την συμβουλήν μου, είπε τέλος αποκαλύπτουσα την
+μορφήν της, δεν σας συμβουλεύω να επιτρέψητε την συνάντησιν αυτήν.
+Νομίζετε ότι δεν διακρίνω ότι όλαι σας αι πληγαί αιμάσουν και
+πάλιν; Ας δεχθώμεν ότι, όπως πάντοτε, θυσιάζεσθε και πάλιν. Αλλά
+προς τι να βασανίσωμεν το παιδί; Αν υπολείπεται εις αυτήν την
+γυναίκα ελάχιστον λείψανον ανθρωπίνης συναισθήσεως, και αυτή η
+ιδία δεν πρέπει να εύχεται μίαν τοιαύτην συνάντησιν . . . Όχι, αφ'
+ού εσκέφθην ωρίμως, δεν σας το συμβουλεύω αυτό . . . Και, αν μου
+επιτρέπετε, θα της απαντήσω υπ' αυτό το πνεύμα.
+
+Ο Καρένιν συγκατετέθη, και η κόμησσα έγραψε την ακόλουθον
+επιστολήν.
+
+ &«Κυρία,&
+
+«Το ν' ανακληθήτε εις την μνήμην του υιού σας θα ήτο ως να
+υπεβάλοντο εις αυτόν ερωτήματα, εις τα οποία η απάντησις είνε
+αδύνατος χωρίς να εμπνευσθή εις την ψυχήν του παιδίου πνεύμα
+καταδίκης ενός όντος, το οποίον πρέπει να του είνε ιερόν. Διά
+τούτο σας παρακαλώ να δεχθήτε την άρνησιν του συζύγου σας υπό το
+χριστιανικόν πνεύμα, το οποίον την ενέπνευσεν. Ικετεύω τον
+Παντοδύναμον να σας ευσπλαχνισθή.
+
+ &Κόμησσα Λυδία».&
+
+Η επιστολή αύτη επέφερε το ανομολόγητον αποτέλεσμα, όπερ η κόμησσα
+Λυδία επεδίωκεν εν αγνοία της: επλήγωσε θανασίμως την Άνναν. . . .
+
+Ο Καρένιν αφ' ετέρου, επιστρέψας εις την οικίαν του, ευρέθη
+ανίκανος να επιδοθή εις τας συνήθεις του ασχολίας· δεν ηδύνατο ν'
+ανακτήση την γαλήνην εκείνην του πιστού και του σωθέντος ανθρώπου,
+την οποίαν κατείχε πρότερον . . . . Η ανάμνησις της ενόχου συζύγου
+του, προς την οποίαν είχε συμπεριφερθή ως άγιος όπως δικαίως τον
+είχε χαρακτηρίση η κόμησσα Λυδία, δεν θα ήτο ικανή να τον ταράξη·
+αλλά δεν ήτο ήσυχος· δεν ηδύνατο ν' αναγνώση δεν ηδύνατο ν'
+αποδιώξη την οδυνηράν ανάμνησιν των μετά της Άννας σχέσεων του και
+των διαπραχθέντων σφαλμάτων.
+
+Αλλ' οι συλλογισμοί ούτοι δεν διήρκεσαν επί πολύ. Επανεύρε δε την
+γαλήνην και το ψυχικόν εκείνο μεγαλείον, όπερ του επέτρεπε να
+λησμονή τα πράγματα που δεν ηρέσκετο να ενθυμήται.
+
+ ― Λοιπόν! είπεν ο Σεριόγια εις τον θυρωρόν παραδίδων αυτώ το
+επανωφοράκι του με την γούναν. Ήλθε σήμερα ο υπάλληλος με το
+δεμένο μάγουλο; Τον εδέχθη ο μπαμπάς;
+
+ ― Ο κύριος τον εδέχθη· μόλις έφυγεν ο αρχιγραμματεύς, τον
+ανήγγειλα, είπε γελαστά ο θυρωρός.
+
+ ― Και, έκαμε τίποτα γι' αυτόν ο μπαμπάς;
+
+Ο θυρωρός ένευσε καταφατικώς.
+
+Ο υπάλληλος με το δεμένο μάγουλο, όστις είχε πολλάκις ήδη
+προσέλθει να υποβάλη κάποιαν παράκλησιν εις τον Καρένιν, είχεν
+ελκύσει το ενδιαφέρον και του Σεριόγια και του θυρωρού. Το παιδάκι
+τον είχε συναντήσει κάποτε εις τον αντιθάλαμον, όταν ικέτευε τον
+θυρωρόν να τον αναγγείλη και έλεγεν ότι δεν του έμενε πλέον τίποτε
+άλλο παρά ν' αποθάνη της πείνης, αυτός και τα παιδιά του. . . Από
+της ημέρας εκείνης ο Σεριόγια τον επήρεν υπό την προστασίαν του
+και ενδιεφέρετο περί της τύχης του.
+
+ ― Λοιπόν! εφαίνετο ευχαριστημένος όταν εβγήκεν από το γραφείον
+του μπαμπά; ηρώτησεν.
+
+ ― Ω! επηδούσεν από τη χαρά του 'σαν τρελλός . . .
+
+Η επιούσα ήτο η επέτειος των γεννεθλίων του Σεριόγια, και
+ενδιεφέρθη να μάθη αν είχε σταλή τίποτε δι' αυτόν.
+
+ ― Ε, αφέντη, είπεν ο θυρωρός εμφαντικώς, υπάρχει κάποιο πακέτο εκ
+μέρους της κομήσσης.
+
+ ― Μεγάλο 'σάν αυτό, 'σάν εκείνο;
+
+ ― Λιγάκι μικρότερο, αλλά κάτι ώμορφον.
+
+ ― Κανένα βιβλίο;
+
+ ― Δεν 'ξεύρω, αλλά, αφέντη μου, πηγαίνετε, σας φωνάζει ο
+παιδαγωγός σας . . .
+
+Μετά το μάθημα του καθηγητού ήρχετο το μάθημα του πατρός του . . .
+Αναμένων αυτόν ο Σεριόγια εκάθησεν εις το τραπέζι, έπαιξε με το
+σουγιά του και έμεινε συλλογισμένος.
+
+Μία των ευνοουμένων ασχολιών του Σεριόγια ήτο ν' αναζητή την
+μητέρα του κατά τους περιπάτους του. Δεν επίστευε τον θάνατον
+γενικώς και προ πάντων δεν επίστευεν εις τον θάνατον της Άννας, αν
+και η κόμησα Λυδία του τον είχε αναγγείλει και ο πατήρ του είχεν
+επιβεβαιώσει την είδησιν ταύτην. Κατά τους περιπάτους του μάλιστα,
+εις κάθε χαριτωμένην γυναίκα, με μαύρα μαλλιά και καλοδεμένο σώμα,
+ενόμιζεν ότι ανεγνώριζε την μαμά του. Η ψυχή του επληρούτο
+τρυφερότητος, η πνοή του καθίστατο ασθματική και δάκρυα ανήρχοντο
+εις τους οφθαλμούς του . . . Την ανέμενε, πεποιθώς ότι θα τον
+επλησίαζε και θα αφήρει τον πέπλον της. . . Θα ξεσκεπάση τότε την
+μορφήν του, θα του μειδιάση, θα τον φιλήση, και εκείνος θ'
+αναπνεύση το άρωμά της, θα αισθανθή την γλυκείαν και μαλακήν
+επαφήν της χειρός της, και θα κλαύση εκ χαράς όπως τα βράδυα όταν
+εκυλίετο εις τα πόδια της και εκείνη τον εγαργάλιζεν, εν ώ αυτός
+εγέλα και εψευτοδάγκανε το λευκό της χέρι, το καταστόλιστο από
+δακτυλίδια.
+
+Μίαν ημέραν έμαθε τυχαίως, παρά τινος υπηρετρίας, ότι η μήτηρ του
+δεν είχεν αποθάνει. Ο πατήρ του και η κόμησσα του εξήγησαν ότι
+είχεν αποθάνει δι' αυτόν, διότι ήτο κακή μητέρα . . . Αλλ'
+επίστευσε πολύ ολιγώτερον εις την εξήγησιν ταύτην, διότι την
+ηγάπα, και την ανεζήτει και την ανέμενε πάντοτε.
+
+Το πρωί της ημέρας εκείνης, εις τον θερινόν κήπον, είχε
+παρατηρήσει κάποιαν κυρίαν φέρουσαν πέπλον χρώματος πασχαλιάς. Την
+είχε παρακολουθήσει διά των οφθαλμών καθ' όσον προυχώρει προς
+αυτόν, και, με την καρδιά λειποψυχούσαν εξ ελπίδος, διελογίζετο
+ότι τον επλησίαζεν. Αλλ' η κυρία αντί να τον πλησιάση εστράφη προς
+τα δεξιά και εξηφανίσθη.
+
+Ησθάνετο κατά την ημέραν εκείνην, βαθύτερον ή άλλοτε, ότι αληθές
+κύμα τρυφεράς στοργής προς την μητέρα του εξεχείλιζεν εκ της
+καρδίας του. Και εβυθίσθη εις τας ονειροπολήσεις του, με τα μάτια
+πνιγόμενα μέσα εις την δίνην της αοριστίας και χαράσσων συνάμα
+εγκοπάς επί της τραπέζης με το μαχαιράκι του.
+
+ ― Σεριόγια, ο κύριος πατέρας σας!
+
+Ο Σεριόγια ανεπήδησεν από το κάθισμά του, έδραμεν εις υπάντησιν
+του Καρένιν, του εφίλησε το χέρι και τον εκύτταξεν ατενώς,
+αναζητών επί της μορφής του ενδείξεις της χαράς, ην τω εγέννα η
+παρασημοφορία του.
+
+ ― Ήτο ευχάριστος ο περίπατός σου; ηρώτησεν ο Καρένιν καθήσας επί
+τινος φωτέιγ.
+
+Έσυρε προς εαυτόν την βίβλον και την ήνοιξε.
+
+Καίτοι ο Καρένιν πολλάκις είχε δηλώσει εις τον υιόν του ότι κάθε
+χριστιανός οφείλει να γνωρίζη από στήθους την ιεράν ιστορίαν,
+αυτός ο ίδιος ελάμβανε πολλάκις ανάγκην να ενισχύη την μνήμην του
+συμβουλευόμενος το κείμενον, και ο Σεριόγια δεν έλειψε να
+παρατηρήση τούτο.
+
+ ― Ω! ναι, μπαμπά, διεσκέδασα καλά, απήντησεν ο Σεριόγια.
+
+Το μάθημα συνίστατο εις την αποστήθισιν μερικών εδαφίων του
+Ευαγγελίου και εις επανάληψιν της αρχής της Βίβλου.
+
+Ήτο εννέα μόλις ετών, αλλ' είχεν ήδη συνείδησιν της ψυχής του και
+του ήτο αγαπητή· την εθεώρει ως το βλέφαρον το προφυλάττον την
+κόρην του οφθαλμού και δεν άφινε να εισδύσουν εις αυτήν παρά μόνοι
+οι εφωδιασμένοι με το κλειδί της αγάπης, οι δε διδάσκαλοι του
+παρεπονούντο δι' όσα δεν ήθελε να μάθη, ενώ η ψυχή του ήτο πλήρης
+εκ του πόθου να τα γνωρίση όλα. Επίσης εμάνθανε πολλά από τον
+Ελβετόν, από τη γιαγιά, από τη Ναδένκα, από τον παιδαγωγόν του,
+τους οποίους ηγάπα, ποτε όμως από τους διδασκάλους του. Η
+ανάπτυξις, ην ο πατήρ του και οι καθηγηταί του ανέμενον εκ της
+μορφώσεώς του εξεδηλούτο υπό μορφήν όλως διάφορον εκείνης την
+οποίαν επιζήτουν αυτοί.
+
+Όταν κατεκλίθη, αμέσως ο Σεριόγια ανελογίσθη την μητέρα του και
+συνέθεσε προσευχήν διά να ζητήση από τον Θεόν να την στείλη
+πλησίον του την επιούσαν, χάριν των γενεθλίων του.
+
+ ― Ξεύρετε, Βασίλη Λόνκιτς, είπε προς τον παιδαγωγόν του τι
+εζήτησα από τον Θεόν με την προσευχήν που έκαμα;
+
+ ― Να μαθαίνης καλλίτερα τα μαθήματά σου.
+
+ ― Όχι!
+
+ ― Να σου φέρουν καινούργια παιγνίδια.
+
+ ― Όχι! Δεν θα το βρήτε. Κάτι τι καλό, αλλά είνε μυστικό. Αν η
+προσευχή μου εισακουσθή, θα σας το πω. Δεν μαντεύετε;
+
+ ― Όχι, δεν μαντεύω, πε το μου αν θέλης . . . Αλλά πρέπει να
+κοιμηθής, θα σβύσω τη λαμπάδα.
+
+ ― Εγώ, και χωρίς φως βλέπω ακόμη καλλίτερα εκείνο που επιθυμώ να
+βλέπω, για τούτο επροσευχήθην . . . Α! παρ' ολίγον να σας φανερώσω
+το μυστικό μου!
+
+Και εγέλασε φαιδρώς.
+
+Όταν η λαμπάς εσβέσθη, ο Σεριόγια ήκουσε και ησθάνθη την παρουσίαν
+της μητρός του. Εστάθη ενώπιόν του και τον περιέβαλε με βλέμμα
+τρυφερότητος. Αλλά μετ' ολίγον οι ανεμόμυλοι, τα μαχαιράκια,
+εσυγχίσθησαν με την λατρευτήν εκείνην εικόνα, και απεκοιμήθη . . .
+
+* * *
+
+Ο Βρόνσκυ και η Άννα κατέλυσαν εις έν από τα πρώτα ξενοδοχεία της
+Πετρουπόλεως.
+
+Ο Βρόνσκυ κατέλαβε δωμάτιον ιδιαίτερον εις το ισόγεον, η δε Άννα
+εις το πρώτον πάτωμα, μετά του βρέφους, της τροφού και της
+καμαριέρας της, εγκατεστάθη εντός πολυτελούς διαμερίσματος εκ
+τεσσάρων δωματίων.
+
+Την ημέραν της αφίξεώς του ο Βρόνσκυ μετέβη εις του αδελφού του.
+Εκεί ευρήκε την νύμφην του και την μητέρα του, ήτις μόλις είχεν
+αφιχθή εκ Μόσχας. Αι δύο γυναίκες τον ηρώτησαν περί του ταξειδίου
+του, αλλά δεν ωμίλησαν περί των μετά της Άννας σχέσεών του.
+
+Την επιούσαν ο αδελφός του μετέβη εις συνάντησίν του, και όταν τον
+ηρώτησε περί της Άννας, ο Αλέξιος του είπεν, ότι την ένωσίν του
+μετά της κυρίας Καρένιν εθεώρει ως πραγματικόν γάμον. Προσέθηκε δε
+ότι ήλπιζε να επιτύχη το διαζύγιον, οπότε θα την ενυμφεύετο, αλλά
+και προτού η ένωσίς των προσδεχθή τον καθαγιασμόν αυτόν, εθεώρει
+την Άνναν ως σύζυγόν του νόμιμον και παρεκάλει τον αδελφόν του να
+κάμη και την μητέρα των να το εννοήση.
+
+ ― Αν ο κόσμος δεν μ' επικροτή, αυτό μου είνε απολύτως αδιάφορον,
+και αν οι συγγενείς μου επιθυμούν να διατηρήσουν αγαθάς σχέσεις
+μαζί μου οφείλουν να δεχθώσι την σύζυγόν μου.
+
+Ο πρεσβύτερος αδελφός του, όστις είχεν αείποτε σεβασθή τας
+αντιλήψεις ταύτας, δεν εγνώριζεν επακριβώς αν είχεν άδικον ή
+δίκαιον, εφ' όσον ο κόσμος δεν είχεν αποφανθή οριστικώς επί του
+ζητήματος. Προσωπικώς αυτός, δεν ησθάνετο έχθραν κατά της Άννας,
+και ανήλθε μετά του αδελφού του όπως την επισκεφθή.
+
+Παρά την κοσμικήν του πείραν, ο Βρόνσκυ υπέκειτο εις βαρείαν
+αυταπάτην αποστέργων να ίδη τι η θέσις του ενείχε το ασύνηθες.
+Έπρεπε να κατανοήση ότι ο κόσμος ήτο δι' αυτόν κλειστός, αλλ'
+εσκέπτετο ότι ούτως εγίνετο άλλοτε, ότι μετά της προόδου, ― ήτο,
+την στιγμήν αυτήν, οπαδός πάσης προόδου, ― αι ιδέαι της κοινωνίας
+είχον μεταρρυθμισθή.
+
+ ― Αναμφιβόλως εσκέπτετο, ο κόσμος της Αυλής δεν θα την δεχθή·
+αλλ' εν τω κύκλω των ιδιαιτέρων μου σχέσεων, πρέπει να γείνη
+δεκτή.
+
+Η πριγκήπισσα Μπέτσυ υπήρξεν η πρώτη κυρία του εκλεκτού κόσμου
+παρά τη οποία παρουσιάσθη ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Επί τέλους! του είπεν εν χαρά μόλις εισήλθεν εις το σαλόνι, και
+η Άννα; Πόσον ευχαριστούμαι που σας βλέπω επανελθόντας! Εις ποίο
+ξενοδοχείον κατελύσατε; Φαντάζομαι πόσον η Πετρούπολίς μας θα σας
+φαίνεται τιποτένια μετά το μαγευτικόν σας ταξείδι! Σας φαντάζομαι
+με την σελήνην του μέλιτος εν Ρώμη! . . . Και εις ποίον σημείον
+ευρίσκεται το διαζύγιον;
+
+Ενεργείς;
+
+Ο Βρόνσκυ αντελήφθη ότι ο ενθουσιασμός της πριγκηπίσσης κατέπεσε
+μόλις έμαθεν ότι το διαζύγιον δεν είχε δοθή.
+
+ ― Ξεύρω πως θα με κακολογήσουν, είπεν, αλλ' εγώ θα επισκεφθώ την
+Άνναν, ναι, θα την επισκεφθώ. Δεν θα μείνετε επί πολύ εις την
+Πετρούπολιν;
+
+Πράγματι δε, την ιδίαν ημέραν, επεσκέφθη την Άνναν, αλλ' η
+συμπεριφορά της ήτο όλως διαφορετική από άλλοτε . . . . Εφαίνετο
+ως ν' απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις το θάρρος που έλαβε δια να κάμη
+αυτήν την επίσκεψιν και ότι επεθύμει όπως η Άννα αναγνωρίση την
+πίστιν και την φιλίαν της. Κατόπιν δε της τοιαύτης συμπεριφοράς
+της Μπέτσυ, ο Βρόνσκυ κατενόησε ποία τον ανέμενε υποδοχή παρά τη
+λοιπή κοινωνία. Και έκαμε μίαν ακόμη απόπειραν παρά τη ιδία του
+οικογένεια. Κατενόησε δε τότε πληρέστατα ότι πάσα άλλη δοκιμή ήτο
+ανωφελής και ότι ώφειλε να περάση μερικάς ημέρας εν Πετρουπόλει,
+ως εις πόλιν ξένην και ν' αποφύγη πάσαν επαφήν προς τας παλαιάς
+του γνωριμίας, όπως μη θιγή η φιλοτιμία του.
+
+Αλλ' η εν Πετρουπόλει διαμονή του αυτή, υπήρξε πολύ μάλλον οδυνηρά
+εις τον Βρόνσκυ και διότι του απεκάλυψε παρά τη Άννα μίαν νέαν
+ψυχικήν κατάστασιν, άγνωστον μέχρι τότε εις αυτόν: οτέ μεν αύτη τω
+παρείχεν απείρους ενδείξεις τρυφερότητος, οτέ δε εδείκνυτο ψυχρά,
+ευερέθιστος και ακατανόητος. Έπασχε και κάτι του έκρυπτε, και δεν
+εφαίνετο μάλιστα αντιλαμβανομένη τας ταπεινώσεις, αι οποίαι
+εδηλητηρίαζον την ζωήν του Βρόνσκυ και αίτινες θα έπρεπε να
+θίγωσιν αυτήν πολύ περισσότερον λόγω της λεπτοτέρας της γυναικείας
+ευαισθησίας.
+
+Μία των κυρίων αιτιών, αίτινες ηνάγκασαν την Άνναν ν' αποφασίση να
+επανέλθη εις Ρωσσίαν ήτο η επιθυμία της να επανίδη τον υιόν της.
+Από της ημέρας καθ' ήν εγκατέλιπε την Ιταλίαν, ο πόθος αυτός την
+εβασάνιζε, και, καθ' όσον επλησίζεν εις την Πετρούπολιν κατά
+τοσούτον ησθάνετο μείζονα την χαράν της μελετωμένης εκείνης
+συναντήσεως, ης η σημαντικότης και το ενδιαφέρον επολλαπλασιάζετο
+συν τω χρόνω εις την αντίληψίν της.
+
+Ουδ' εσκέπτετο δε καν πώς θα κατώρθωνε να επανίδη τον υιόν της,
+διότι τούτο της εφαίνετο πράγμα όλως φυσικόν και απλούν, αφ' ής
+στιγμής θα ευρίσκετο εις την αυτήν πόλιν . . . . Αλλ' όταν έφθασεν
+εις Πετρούπολιν, τότε μόνον κατενόησε ποία ήτο η νέα της θέσις εν
+τη κοινωνία και η συνάντησις εκείνη θα ήτο πολύ δύσκολον να
+επιτευχθή.
+
+Μαθούσα τας σχέσεις αίτινες είχον αναπτυχθή μεταξύ Καρένιν και
+κομήσσης Λυδίας, η Άννα απεφάσισε να της γράψη υποδεικνύουσα ότι η
+άδεια να ιδή τον υιόν της εξηρτάτο εκ της μεγαλοψυχίας του πατρός
+τον. Εσκέπτετο δε ότι εκείνος, ίνα υποστηρίξη τον ρόλον του ως
+μεγαλοψύχου συζύγου, θα παρείχε την άδειαν ταύτην.
+
+Η απάντησις της κομήσσης την εξώργισε και την ετάραξε τρομερά·
+έκρινε δε τόσον ποταπήν την παγεράν εκείνην εχθροπάθειαν εν σχέσει
+προς την τρυφεράν της αγάπην προς τον υιόν της, ώστε εξανέστη κατά
+των άλλων και έπαυσε να θεωρή εαυτήν ένοχον.
+
+«. . . Η ψυχρότης αύτη είνε υποκρισία . . . επιζητούν απλώς να
+προσβάλουν εμέ και να θέσουν εις μαρτύριον το παιδί μου! Δεν θα το
+ανεχθώ αυτό . . . επ' ουδενί λόγω. Εκείνη είνε χειροτέρα από εμέ .
+. . Εγώ τουλάχιστον δεν ψεύδομαι . . .»
+
+Απεφάσισε δ' αμέσως, όπως την επιούσαν, επέτειον της γεννήσεως του
+υιού της, μεταβή να τον ίδη κατ' οίκον· θα εδωροδόκει, εν ανάγκη
+τους υπηρέτας, θα εχρησιμοποίει παντός είδους υπεκφυγάς και
+προσχήματα, θα εξουδετέρωνε το ψεύδος διά του οποίου είχον
+εξαπατήσει το ατυχές παιδίον και, πάση θυσία, θα έβλεπε τον υιόν
+της.
+
+Έτρεξε εις κάποιο αθυρματοπωλείον, ηγόρασε πλείστα όσα παιγνίδια
+και κατέστρωσε πλήρες σχέδιον ενεργείας· θα μετέβαινεν εις του
+Καρένιν ενωρίς, κατά τας οκτώ το πρωί, προτού εκείνος εξυπνήσει.
+Θα εμοίραζεν αμέσως πλείστα πουρπουάρ εις τον θυρωρόν και εις τον
+θαλαμηπόλον, και χωρίς ν' αφαιρέση τον πυκνόν της πέπλον, θα τοις
+έλεγεν ότι ήρχετο εκ μέρους του αναδόχου του Σεριόγια, όστις την
+επιφόρτισε να καταθέση ιδιοχείρως τα παιγνίδια εις το κρεββάτι του
+παιδιού.
+
+Δεν εγνώριζε τίνι τρόπω θα εξέφραζε προς τον υιόν της τα αισθήματά
+της. Όσον και αν εσκέφθη επί τούτο, δεν κατώρθωσε να εύρη τα
+κατάλληλα λόγια.
+
+Το πρωί της επιούσης κατά τας οκτώ, έφθασε προ του μεγάρου
+επιβαίνουσα αγοραίας αμάξης, κατήλθεν ηρέμα και έκρουσε την θύραν
+του πυλώνος.
+
+ ― Πήγαινε να ιδής ποιος κτυπά τόσον πρωί! είπεν ο θυρωρός εις
+κάποιον υπηρέτην νεωστί προσληφθέντα. Νομίζω πως είνε κυρία . . .
+
+Ο ελβετός δεν είχεν ακόμη ενδυθή. Επέρασεν εν σπουδή το επανωφόρι
+του και της γαλότσες του. Ο νέος υπηρέτης, ένας νεαρός τον οποίον
+η Άννα δεν εγνώριζεν, ήνοιξε την θύραν. Εκείνη εισήλθε ζωηρώς,
+εξήγαγε του μανσόν της χαρτονόμισμα τριών ρουβλίων και του το
+έθεσεν εις το χέρι.
+
+ ― Σεριόγια; . . . Σέργεϊ Αλεξέεβιτς, εψιθύρισε προχωρούσα
+επιμόνως.
+
+ ― Ο κύριος δεν εξύπνησεν ακόμη, είπεν ο θυρωρός παρατηρών
+προσεκτικώς την κυρίαν.
+
+Η Άννα δεν εφαντάζετο ότι το περιβάλλον . . . εκείνο, το όποιον
+δεν είχε κατ' ουδέν μεταβληθή, εντός της οικίας εις την οποίαν
+είχε ζήσει επί δεκαετίαν, θα της έκαμνε τόσον βαθείαν εντύπωσιν.
+
+Αναμνήσεις ευάρεστοι και θλιβεραί επλήρωσαν διαδοχικώς την ψυχήν
+της, και, προς στιγμήν, ελησμόνησε τον σκοπόν της επισκέψεώς της.
+
+Η Άννα ανήλθε την οικείαν της κλίμακα και εισήλθεν εις τον κοιτώνα
+του παιδιού. Δεξιόθεν της θύρας, ο Σεριόγια ανεκάθητο επί της
+κλίνης του:
+
+ ― Σεριόγια, είπεν η Άννα ηρέμα, πλησιάσασα αυτόν ακροποδητί.
+
+Καθ' όλον το διάστημα του χωρισμού των, με το κύμα της αγάπης ήτις
+την επλημμύρει από τινος, τον αναπαρίστα ενδιαθέτως ως το μικρό
+πάντοτε τετραετές μαγκάκι, που τόσον είχεν αγαπήσει.
+
+Το εύρισκε δε όλως διαφορετικόν αφ' ό,τι ήτο όταν το εγκατέλειψε,
+ήτο μακράν πλέον της ηλικίας εκείνης, της οποίας ηγάπα την
+ανάμνησιν. Είχε μεγαλώσει και λεπτυνθή.
+
+«Τι αδύνατο που είνε το προσωπάκι του, τι μακρυά που έγειναν τα
+χέρια του, τι κοντά που είνε τα μαλλάκια του! Α! πόσον μετεβλήθη
+αφ' ότου το εγκατέλειψα!»
+
+ ― Σεριόγια, αγαπημένο μου αγοράκι, είπεν η Άννα ασθμαίνουσα και
+λαβούσα εις τας αγκάλας της το λυγηρόν σώμα του παιδίου.
+
+ ― Μαμά, είπεν εκείνο, συσπειρούμενον εις την αγκαλιά της ίνα
+ολόκληρον το σώμα του διαθλίψη την μητέρα του.
+
+Μειδιών, με τα μάτια κλειστά ακόμη, απέσπασε τας χείρας του από
+του ερεισινώτου της κλίνης και τας έρριψε γύρω εις τον τράχηλον
+της Άννας, συνεσφίγχθη δ' έτι μάλλον επ' αυτής πληρούν αυτήν με
+την χλιαρότητα και την ευάρεστον εκείνην υπνηλήν οσμήν, την οποίαν
+μόνα τα παιδιά κατέχουν, και εθώπευσε διά της μορφής του τους
+ώμους και τον λαιμόν της Άννας.
+
+ ― Το είξευρα, είπεν, άνοιξαν τα μάτια, ότι θα ήρχεσο σήμερα, είνε
+τα γενέθλιά μου. Θα σηκωθώ.
+
+Αλλ' ενώ ωμίλει, απεκοιμάτο πάλιν . . . Η Άννα το παρετήρει
+απλήστως· έβλεπεν ότι είχε μεγαλώσει και μεταβληθή κατά την
+απουσίαν της. Έφερε την χείρα της επί της κεφαλής και επί του
+τραχήλου του, εφ' όλου του σώματός του και δεν ηδύνατο ν' αρθρώση
+λέξιν, διότι την απέπνιγον τα δάκρυα.
+
+ ― Γιατί κλαις, μαμά; ηρώτησεν ο μικρός, τελείως πλέον
+αφυπνισθείς. Μαμά, γιατί κλαις; εφώναξεν αύθις με φωνήν
+κλαυθμηρίζουσαν.
+
+ ― Εγώ; Δεν κλαίω πλέον! . . . Κλαίω από χαράν που σε επαναβλέπω,
+ετελείωσε νά, προσέθηκε καταπίνουσα τα δάκρυά της και αποστρέφουσα
+το πρόσωπον.
+
+ ― Μαμά, αγαπημένη μαμά, γλυκειά μου μαμά! εφώνησεν εκείνος
+ριφθείς και πάλιν εις τον λαιμόν της και σκεπάζων αυτήν με τα
+φιλήματά του.
+
+Αφήρεσε το καπέλλο της μητρός του.
+
+ ― Α! όχι, δεν θα το φορής αυτό, είπε.
+
+Και ώρμησε πάλιν προς αυτήν με νέας διαχύσεις.
+
+ ― Τι έλεγες για μένα καθ' όλον αυτό το διάστημα, είπεν εκείνη.
+Δεν επίστευσες πώς είχα πεθάνει;
+
+ ― Όχι, ποτέ μου δεν το πίστεψα.
+
+ ― Δεν το πίστεψες, αγάπη μου;
+
+ ― Είξευρα εγώ, είξευρα! απήντησεν ο μικρός επαναλαμβάνων την
+ευνοουμένην του φράσιν.
+
+Επήρε δε το χέρι της μητρός του που του εθώπευε τα μαλλιά και
+συνέθλιψε την παλάμην της επί των χειλέων του διά να την φιλήση.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Η Άννα τον έθλιψεν αύθις εις τας αγκάλας της.
+
+ ― Αγάπη μου, του είπε.
+
+Δεν ηδύνατο ν' αποφασίση να του είπη: Χαίρε· αλλ' η έκφρασις των
+οφθαλμών της του το έλεγε, και το παιδίον το εννόησεν.
+
+ ― Αγαπημένε μου, αγαπημένε μικρέ μου Σεριόγια, δεν θα με
+λησμονήσης; Θα . . .
+
+Δεν ηδυνήθη να είπη περισσότερα.
+
+Πόσα θα εύρισκε να του είπη βραδύτερον, αλλά την στιγμήν εκείνην
+τα λόγια δεν ήρχοντο εις τα χείλη της . . . Ο Σεριόγια εννόησε παν
+ότι ήθελε να του είπη, ενόησεν ότι ήτο δυστυχής και ότι τον ηγάπα.
+Συνεσφίγχθη επ' αυτής και της είπεν σιγαλά:
+
+ ― Μη φύγης ακόμη. Δεν έρχεται τόσον 'νωρίς!
+
+Η Άννα τον απεμάκρυνεν ολίγον ίνα ίδη αν κατενόει την σημασίαν των
+λόγων του, και, εις την περίφοβον έκφρασιν της μορφής του, ανέγνω
+ότι όχι μόνον ωμίλει περί του πατρός του αλλά και ότι εφαίνετο ως
+να την ηρώτα τι έπρεπε να σκέπτεται περί αυτού.
+
+ ― Σεριόγια, φίλε μου, του είπεν η Άννα, πρέπει να αγαπάς, είνε
+καλλίτερος από εμέ . . . Εγώ είμαι ένοχος απέναντί του. Όταν
+μεγαλώσης, έτσι θα κρίνης τα πράγματα.
+
+ ― Όχι, κανένας στον κόσμο δεν είνε καλλίτερος από σένα είπε το
+παιδίον με τα μάτια πλήρη δακρύων.
+
+Την έπιασε δε από τους ώμους, και, δι' όλων του των δυνάμεων, την
+έθλιψεν εφ' εαυτού με τα χέρια του τρέμοντα εκ του αγώνος ον
+κατέβαλε . . .
+
+ ― Γλυκειά μου αγάπη, είπεν η Άννα.
+
+Και έκλαυσεν ως εκείνο με δάκρυα παιδικά.
+
+Η θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν ο παιδαγωγός. Βήματα δ' ηκούσθησαν
+προς την ετέραν θύραν.
+
+Η Άννα απέσυρε τα χέρια του παιδίου, εκάλυψεν άπαξ ακόμη με
+φιλήματα την δακρύβρεκτον μορφήν του και εξήλθεν εν σπουδή.
+
+Ο Καρένιν ήρχετο εις συνάντησίν της· μόλις δε την αντίκρυσεν,
+εσταμάτησε και εταπείνωσε την κεφαλήν . . . Η Άννα είχεν είπει προ
+μικρού εις τον υιόν της ότι ήτο καλλίτερος απ' αυτήν· εντούτοις,
+όταν έρριψε επί του Καρένιν βλέμμα γοργόν, όπερ τον περιέβαλεν
+ολόκληρον, ησθάνθη συναίσθημα αηδίας και οργής, και τον εζήλευσε
+διότι ηδύνατο να μένη μετά του υιού της.
+
+Εχαμήλωσεν εν σπουδή τον πέπλον της, και, ταχύνασα το βήμα,
+έδραμεν έξω του δωματίου.
+
+* * *
+
+Καίτοι ο πόθος της Άννας όπως ίδη τον υιόν της υπήρξε τόσον
+σφοδρός και είχε παρασκευασθή προς τούτο από τόσου χρόνου, δεν
+είχε προΐδει ότι η συνάντησις, εκείνη θα την ετάραττεν εις
+τοιούτον βαθμόν. Όταν ευρέθη και πάλιν εις το ξενοδοχείον, επί
+μακρόν διηρωτάτο διατί ευρίσκετο εκεί.
+
+ ― Και, τετέλεσται το παν και είμαι πάλιν μόνη, διελογίσθη. Χωρίς
+ν' αφαιρέση τον πίλον της εκάθισεν επί τινος φωτέιγ ενώπιον της
+εστίας. Παρετήρησεν ατενώς το επί της κονσόλας μεταξύ των
+παραθύρων ορειχάλκινον εκρεμές και εβυθίσθη εις τους διαλογισμούς
+της.
+
+Η Άννα είχε συγκεντρώσει επί του πρώτου της τέκνου, αν και υπήρξεν
+υιός ανδρός τον οποίον δεν ηγάπα, όλην την σφοδρότητα έρωτος
+ανικανοποιήτου. Το κοριτσάκι της είχε γεννηθή όταν η Άννα
+ευρίσκετο υπό τας μάλλον οδυνηράς των συνθηκών, και δεν του
+επεδαψήλευσε ουδέ το εκατοστόν των περιποιήσεων, ων απήλαυσεν ο
+πρωτότοκός της.
+
+Εν τη παιδίσκη άλλως τε, τα πάντα ακόμη ευρίσκοντο εις την
+περίοδον των ελπίδων, ενώ ο Σεριόγια ήτο σχεδόν άνδρας ήδη, πλάσμα
+εν τω οποίω επάλαιον αι σκέψεις και τα αισθήματα. Ο υιός της την
+εννοούσε, την ηγάπα και την έκρινε, και όμως ήτο χωρισμένη απ'
+αυτόν διά παντός, και ου μόνον σωματικώς αλλά και πνευματικώς.
+Ουδέν διέβλεπε μέσον όπως ανακτήση τον υιόν της.
+
+Ήνοιξε το μενταγιόν, το οποίον περιείχε την προσωπογραφίαν του
+Σεριόγια όταν είχε την ηλικίαν της μικράς. Ηγέρθη είτα, έβαλε το
+καπέλλο της και επήρεν από την τράπεζαν το λεύκωμα το περιέχων
+φωτογραφίας του υιού της κατά διαφόρους εποχάς. Τας αφήρεσε δε από
+το λεύκωμα διά να τας παραβάλη. Έμεινε μία μόνη, η νεωτέρα και
+καλλιτέρα: ο Σεριόγια με λευκήν μπλούζαν, εκάθητο ιππαστί επί
+τινος έδρας, μειδιών και με τα μάτια ημίκλειστα. Η Άννα
+προσεπάθει, διά των ευκινήτων μικρών της χειρών, των οποίων τα
+λεπτά και λευκά δάκτυλα εκινούντο νευρικώς κατά την ημέραν
+εκείνην, να εξαγάγη την φωτογραφίαν, αλλά δεν το κατώρθωσε. Μη
+ευρούσα δε και χαρτοκοπτήρα επί της τραπέζης, απέσπασε την επί της
+εικόνος εφηρμοσμένην κάρταν, και ούτω κατώρθωσε να εξαγάγη την
+φωτογραφίαν του Σεριόγια. Η κάρτα ην απέσπασεν ήτο του Βρόνσκυ,
+γενομένη εν Ρώμη και αναπαρίστα αυτόν με μικρό μαλλακό καπέλλο και
+μακράν την κόμην.
+
+Καθ' όλας τας πρωινάς ώρας δεν τον είχε σκεφθή ουδ' εφ' άπαξ,
+παρατηρούσα δε τόρα την ανδρικήν του μορφήν, την ευγενή και τόσον
+αγαπητήν αυτή, κύμα απότομον τρυφεράς αγάπης εξεχείλισεν εκ της
+καρδίας της.
+
+«. . . Αλλά πού είνε; Πώς ημπορεί να με αφίνη μόνην καθ' όλην την
+ημέραν εν ώ πάσχω τόσον;» διελογίσθη, λησμονούσα ότι αυτή η ιδία
+του απέκρυπτε παν ό,τι εσχετίζετο προς τον υιόν της.
+
+Του παρήγγειλεν αμέσως παρακαλούσα αυτόν ν' ανέλθη πλησίον της· με
+την καρδίαν λειπόθυμον, ανελογίζετο τα τρυφερά λόγια που θα του
+έλεγε και τας παρηγόρους ερωτικάς εκφράσεις, ας θα εύρισκεν όπως
+της απαντήση.
+
+Ο υπάλληλος του ξενοδοχείου επέστρεψε και της ανήγγειλεν ότι ο
+κύριος είχε κάποιαν επίσκεψιν, αλλ' ότι θα ήρχετο μετ' ολίγον, αν
+η κυρία ηδύνατο να τον δεχθή μετά του πρίγκιπος Γιαχβίν.
+
+ ― Δεν θα έλθη μόνος, και όμως δεν με είδεν από χθες . . . Αυτό
+γίνεται ακριβώς διά να μη δυνηθώ να του είπω όσα έχω 'στήν καρδιά
+μου.
+
+Εξαίφνης μία ιδέα αλλόκοτος την συνετάραξε: «Δεν με αγαπά πλέον!»
+
+Ανεπόλησεν όλα τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και ενόμισεν ότι
+όλα επεκύρουν την φοβεράν αυτήν σκέψιν: δεν είχε δειπνήσει μαζί
+της την προτεραίαν, είχεν επιμείνει να εγκατασταθώσιν εις
+χωριστούς ορόφους, και τόρα απέφευγε να ευρεθή κατ' ιδίαν μαζί
+της.
+
+ ― Θα έκαμνε πολύ καλλίτερα να μου είπη την αλήθειαν! Πρέπει να
+την γνωρίζω . . . Όταν αποκτήσω την βεβαιότητα περί όλων αυτών,
+γνωρίζω τι μου υπολείπεται να κάμω . . . .
+
+* * *
+
+Όταν ο Βρόνσκυ επέστρεψεν, η Άννα δεν ευρίσκετο εις το
+ξενοδοχείον, και έμαθεν ότι κάποια κυρία είχεν έλθει και την επήρε
+μαζί της . . . Το γεγονός αυτό, ότι είχεν αναχωρήσει χωρίς να είπη
+πού επήγαινεν, ότι δεν είχεν ακόμη επανέλθει, ότι το πρωί είχεν
+επίσης εξέλθει άγνωστον διά που, έπειτα η εξημμένη της μορφής της
+έκφρασις, όλαι αυταί αι ενδείξεις εξέπληξαν τον Βρόνσκυ και
+απεφάσισε να την αναμείνη εις την αίθουσαν και να τύχη εξηγήσεων
+εκ μέρους της.
+
+Η Άννα δεν επανήλθε μόνη· συνωδεύετο υπό τινος γηραιάς αγάμου
+θείας, της πριγκηπίσσης Ομπλόνσκυ. Είχεν εξέλθει μαζί της. Εφάνη
+δε ότι δεν αντελήφθη το ανήσυχον και ερωτηματικόν ύφος του Βρόνσκυ
+και του διηγήθη φαιδρώς τας εκδρομάς της ανά τα εμπορικά
+καταστήματα . . . Εκείνος αντελήφθη ότι κάτι το ανώμαλον
+συνέβαινεν εις αυτήν: τα ακτινοβόλα της μάτια είχον ποιάν τινα
+επίμονον έκφρασιν όταν, κατά διαλείμματα, εστηρίζοντο επ' αυτού.
+Όλοι οι λόγοι και όλαι της αι κινήσεις είχον την χάριν και την
+νευρικήν εκείνην ζωηρότητα αίτινες τον εγοήτευον άλλοτε, αλλά τόρα
+τον ετάραττον και τον ετρόμαζον.
+
+Είχον τεθή τέσσαρα πινάκια επί της τραπέζης και οι συμπόται
+ητοιμάζοντο ήδη να μεταβώσιν εις την αίθουσαν του φαγητού, οπότε ο
+Τούσκεβιτς προσήλθεν εκ μέρους της πριγκηπίσσης να ζητήση
+συγγνώμην εκ μέρους της Άννας διότι δεν είχε κατορθώσει να την
+επισκεφθή προ της αναχωρήσεώς της. Η πριγκήπισσα ήτο αδιάθετος και
+παρεκάλει την Άνναν να περάση από το σπίτι της μεταξύ της έκτης
+και ημισείας και της εννάτης ώρας . . . . Ο Βρόνσκυ ητένισε την
+Άνναν διότι η ώρα αύτη ενεδείκνυεν ότι η Μπέτσυ είχε λάβει τα
+μέτρα της όπως η επισκέπτρια μη συναντήση κανένα.
+
+Η Άννα Καρένιν δεν έδωκε την παραμικράν προσοχήν εις τούτο.
+
+ ― Λυπούμαι πολύ να σκλαβωθώ σήμερον κατά τοιαύτην ώραν, είπε
+μειδιώσα.
+
+ ― Θα πάτε βεβαίως ν' ακούσετε την Πάττη! είπεν ο Τούσκεβιτς.
+
+ ― Την Πάττη; Καλή ιδέα! . . . Θα υπάγω αν ευρεθή θεωρείον.
+
+ ― Αναλαμβάνω να σας εύρω εγώ ένα, εφώνησεν ο Τούσκεβιτς.
+
+ ― Θα με υποχρεώνατε πολύ, είπεν η Άννα. Θα μας κάμετε την
+ευχαρίστησιν να συμφάγωμεν;
+
+Ο Βρόνσκυ ύψωσεν αδιοράτως τους ώμους.
+
+Δεν κατενόει τίποτε από την συμπεριφοράν της Άννας. Διατί είχε
+πάρει μαζί της την γηραιάν πριγκήπισσαν, διατί εκράτει εις το
+δείπνον τον Τούσκεβιτς, και, προ πάντων, διατί τον επεφόρτιζε να
+της εύρη θεωρείον; Ηδύνατο, υφ' άς συνθήκας ευρίσκετο, να μεταβή
+εις την Όπεραν, ενώ λόγω του εκτάκτου της παραστάσεως, ήτο βεβαία
+ότι θα συνήντα εκεί όλας τας γνωρίμους της!
+
+Την ητένισε σοβαρώς, αλλ' εκείνη του απεκρίθη διά βλέμματος
+προκλητικού, φαιδρού και απηλπισμένου συγχρόνως, του οποίου δεν
+ηδύνατο να εννοήση την σημασίαν.
+
+ ― Έχετε αληθώς την πρόθεσιν να πάτε εις το Μελόδραμα; την ηρώτησε
+μετά το δείπνον και όταν ευρέθησαν μόνοι.
+
+ ― Διατί μ' ερωτάτε με τόσην σοβαρότητα; Διατί δεν θα επήγαινα;
+
+Ησθάνθη εαυτήν προσβληθείσαν διότι δεν την παρετήρει και εφαίνετο
+μη εννοούσα την σημασίαν των λόγων του.
+
+ ― Πράγματι, τίποτε δεν μας εμποδίζει να πηγαίνωμεν εις το
+θέατρον, είπεν εκείνος συσπάσας τας οφρύς.
+
+ ― Αυτό σκέπτομαι κι' εγώ, απήντησεν η Άννα.
+
+Δεν ηθέλησε να φανή ότι είχεν αντιληφθή την ειρωνείαν της
+παρατηρήσεώς του και εξηκολούθησε να συστρέφη ησύχως το μυροβόλον
+της γάντι.
+
+ ― Άννα, σε παρακαλώ, τι έχεις; την ηρώτησεν εκείνος όπως την
+επαναφέρη εις εαυτήν, με τον αυτόν τόνον μετεχειρίζετο άλλοτε ο
+σύζυγός της.
+
+ ― Δεν εννοώ την ερώτησίν σας, απήντησεν εκείνη.
+
+ ― Γνωρίζετε ότι δεν ειμπορήτε να μεταβήτε εις την Όπερα.
+
+ ― Διατί όχι; Δεν θα πάω μόνη. Με συνοδεύει η πριγκήπισσα Βαρβάρα,
+επήγε να ενδυθή.
+
+Εκείνος ύψωσε τους ώμους με έκφρασιν εκπλήξεως και απελπισίας.
+
+ ― Μα, επί τέλους, αληθινά δεν εννοείτε;
+
+ ― Δεν θέλω να εννοήσω, απήντησεν η Άννα υψώσασα την φωνήν. Δεν
+θέλω. Νομίζετε ότι εγώ μετανοώ δι' όσα πράττω; Όχι, όχι! Αν ήτο
+ανάγκη να ξαναρχίσω, θα εξανάρχιζα. Ημάς τους δύο ένα μόνον
+ενδιαφέρει· αγαπώμεθα; Άλλο τίποτε δεν υπάρχει! Διατί δεν θα
+επήγαινα εις την Όπερα; Σε αγαπώ, όλα τα άλλα μου είνε εντελώς
+αδιάφορα, αν συ δεν μετεβλήθης. Διατί δεν με κυτάζεις κατά
+πρόσωπον;
+
+Τα μάτια της Άννας εξέπεμψαν φλόγα η οποία κατέπληξε τον Βρόνσκυ.
+Ύψωσε δε τους οφθαλμούς προς αυτήν και αντελήφθη την καλλονήν της
+και την λεπτήν ευγένειαν του καλλωπισμού της.
+
+ ― Το προς σας αίσθημά μου δεν δύναται να μεταβληθή, το γνωρίζετε
+κάλλιστα, αλλά σας παρακαλώ να μη μεταβήτε εις το Μελόδραμα, σας
+ικετεύω να μη το κάμετε.
+
+Επρόφερε τους λόγους τούτους με φωνήν ικετευτικήν και γλυκείαν,
+αλλά το βλέμμα του παρέμεινε παγερόν. . . Η Άννα δεν ήκουσε τα
+λόγια του, διέκρινε όμως την εχθρότητα του βλέμματος και απεκρίθη
+μετ' οργής:
+
+ ― Και εγώ, σας ικετεύω να μου πήτε τον λόγον διά τον οποίον δεν
+πρέπει να υπάγω.
+
+ ― Τον λόγον; Αλλά, διότι είνε πιθανόν να . . . εταράχθη.
+
+ ― Δεν εννοώ τίποτε απ' αυτά, είπεν η Άννα.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Διά πρώτην φοράν ο Βρόνσκυ ησθάνθη κατά της Άννας κάποιον αίσθημα
+πεισμονής και σχεδόν οργής, ήτις καθίστατο τόσω μάλλον σφοδρόν
+καθ' όσον δεν ηδύνατο να της εξηγήση τους λόγους της δυσαρεσκείας
+του.
+
+Αν ηδύνατο να της ομιλήση με ανοικτή καρδιά, θα της έλεγε τα εξής:
+«. . . Μεταβαίνουσα εις την Όπεραν με αυτήν την περιβολήν και μετά
+της πριγκηπίσσης Βαρβάρας, ήτις γνωστή εις όλην την Πετρούπολιν,
+δεν διασαλπίζετε μόνον την θέσιν σας ως γυναικός εκπεσούσης, αλλ'
+είνε και ως να προκαλήτε τον κόσμον και να εξαφανίζετε πάσαν
+ελπίδα ηθικής αποκαταστάσεως».
+
+Αλλ' επειδή δεν ηδύνατο να της ομιλήση ούτω, δυσηρεστείτο εκ
+μέρους της διότι δεν τον εννοούσε με μισά λόγια . . . Ησθάνετο ότι
+ο προς αυτήν σεβασμός του ηλαττούτο και ταυτοχρόνως ηύξανεν η επ'
+αυτού έλξις της καλλονής της.
+
+Επέστρεψεν εις το διαμέρισμά του και ήνοιξε μετά του Γιαχβίν
+συζήτησιν περί ίππων, αλλά δεν ελησμόνει την Άνναν, διαρκώς
+ηκροάτο λάθρα και συνεβουλεύετο το επί της εστίας εκκρεμές.
+
+ ― Η κυρία με επεφόρτισε να είπω εις τον κύριον, ότι πηγαίνει εις
+το θέατρον, ήλθε ν' αναγγείλη η θαλαμηπόλος.
+
+ ― Έστω! ας πάμε κ' ημείς, είπεν ο Γιαχβίν υπομειδιάσας υπό τον
+μύστακά του, τούθ' όπερ εσήμαινεν ότι κατενόει την δυσαρέσκειαν
+του Βρόνσκυ, αλλ' έπαιρνε το ζήτημα ελαφρώς.
+
+ ― Εγώ μένω, απήντησε σκυθρωπός ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Αλλ' εγώ υπεσχέθην να υπάγω εις την Όπερα, ω ρεβουάρ! . . . Έλα
+εις τα φωτέγι της ορχήστρας, ειμπορείς να πάρης το κάθισμα του
+Κρασίνσκυ.
+
+ ― Όχι, έχω κάτι να κάμω.
+
+«Δεν συνεννοείται κανείς πάντοτε με την γυναίκα του, και πολύ
+δυσκολώτερα με την γυναίκα ενός άλλου!» διελογίσθη ο Γιαχβίν
+εξερχόμενος του ξενοδοχείου.
+
+Μείνας μόνος ο Βρόνσκυ ήρχισε να διασκελίζη το δωμάτιον.
+
+ ― Είνε η τετάρτη παράστασις σήμερον δι' εισιτηρίων αμποννέ, . . .
+ο αδελφός μου μετά της συζύγου του και η μητέρα μου θα παρίστανται
+αφεύκτως. Όλη η Πετρούπολις θα είνε παρούσα! Εκείνη εισήλθεν ήδη,
+έβγαλε την γούνα της και επεδείχθη εις όλον τον κόσμον.
+Τούσκεβιτς, Γιαχβίν, πριγκήπισσα Βαρβάρα . . . Αλλ' επί τέλους τι
+κάμνω εδώ εγώ, από τι φοβούμαι; Μήπως θα την αφήσω υπό την
+προστασίαν του Τούσκεβιτς; . . . Αλλά διατί με θέτει εις την
+γελοίαν αυτήν θέσιν; διελογίσθη μετ' ενεργητικής χειρονομίας.
+
+Διέσεισε την τράπεζαν εφ' ής ευρίσκετο το ύδωρ του Σελτς και το
+κονιάκ και την ανέτρεψεν· έπειτα ηθέλησε να την συγκρατήση, αλλ'
+εξ οργής την ελάκτισε διά του ποδός και έκρουσε τον κώδωνα.
+
+ ― Ετοίμασε το φράκο μου, είπε προς τον εισελθόντα θαλαμηπόλον
+του.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις την Όπεραν την ογδόην και ημίσειαν . . .
+την στιγμήν εκείνην αντήχει η υπόκωφος συνωδία της ορχήστρας και
+μία φωνή γυναικός ήτις έψαλλεν ευδιακρίτως το τέλος μιας μουσικής
+διατονίσεως. Όταν ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις την αίθουσαν, ήρχιζον αι
+επευφημίαι. Επί της σκηνής η αοιδός, με τους ώμους γυμνούς και
+κατακόσμους από αδάμαντας, εμειδία και, κύπτουσα δεξιά και
+αριστερά τη βοηθεία του τενόρου, όστις την εκράτει από της χειρός,
+τας ανθοθέσμας που κατέπιπτον εις τους πόδας της . . . Το κοινόν
+συνεταράσσετο, εκραύγαζε και επευφήμει.
+
+Ο Βρόνσκυ προυχώρησεν εις το μέσον του παρτέρ και ηρεύνησε γύρω
+του διά του βλέμματος. Ήσαν, όπως πάντοτε, αι αυταί κυρίαι εις τα
+θεωρεία, μετ' αξιωματικών όπισθέν των, αι αυταί γυναίκες με τας
+πολυχρώμους αμφιέσεις παραπλεύρως εις στρατιωτικάς στολάς και
+ρεδιγκότας.
+
+Η πράξις είχε τελειώσει. Ο Βρόνσκυ προυχώρησε μέχρι της πρώτης
+σειράς των καθισμάτων και εσταμάτησε προ των προσκηνίων,
+παραπλεύρως του Σερπουχόβσκη. Ο στρατηγός, με κεκαμμένον το γόνυ
+εκτύπα το σανιδωτόν διά της πτέρνας του, και, διακρίνας τον
+Βρόνσκυ μακρόθεν, του εμειδίασε προσκαλών αυτόν να πλησιάση.
+
+Ο Βρόνσκυ δεν είχεν ίδει ακόμη την Άνναν και δεν ετόλμα να κυτάξη
+προς το μέρος της· αλλ' εκ της κατευθύνσεως των βλεμμάτων του
+κοινού, εμάντευσε πού εκείνη ευρίσκετο . . . Περιέφερε τα μάτια
+του εν ημικυκλίω γύρω του αδιοράτως· ανεζήτει τον Καρένιν. Ευτυχώς
+όμως δι' αυτόν, ο σύζυγός της Άννας δεν ευρίσκετο εις την
+αίθουσαν.
+
+ ― Δεν έχεις τίποτε πλέον το στρατιωτικόν, του είπεν ο στρατηγός
+θα σ' έπαιρνε κανείς διά διπλωμάτην ή καλλιτέχνην . . .
+
+ ― Ναι απήντησεν ο Βρόνσκυ μειδιάσας και περιφέρων αδιαφόρως δήθεν
+τας διόπτρας του. Αφ' ότου επέστρεψα εις Ρωσσίαν, φορώ πολιτικά.
+
+ ― Ομολογώ ότι σε ζηλεύω, προσέθηκεν ο φίλος του. Εγώ, οσάκις φορώ
+την στολήν μου, νοσταλγώ την ελευθερίαν μου.
+
+Ο Βρόνσκυ, ακούων συνάμα αυτόν, περιέφερε τας διόπτρας του ανά τα
+θεωρεία, και, εξαίφνης, διέκρινε την κεφαλήν της Άννας παραπλεύρως
+μιας γηραιάς κυρίας με τουρμπάνι και ενός φαλακρού γέροντος. Ήτο
+εις το πέμπτον θεωρείον, είκοσι βήματα μακράν του, υπέροχος εξόχως
+ωραία και μειδιώσα εντός του εκ δαντελλών πλαισίου της. Εκάθητο
+εις το πρόσθιον μέρος του θεωρείου, και, με την κεφαλήν κεκλιμένην
+ελαφρώς προς τα οπίσω συνωμίλει με τον Γιαχβίν.
+
+Η κλίσις της κεφαλής της επί των ευρέων και ωραίων της ώμων και η
+διαρκής λάμψις των οφθαλφών της και ολοκλήρου της μορφής της, του
+την επέδειξεν οποίαν ακριβώς του είχε παρουσιασθή κατά τον χορόν,
+εν Μόσχα. Τόρα όμως απεθαύμαζεν όλως διαφορετικά την καλλονήν της.
+Δεν υπήρχε πλέον μυστήριον εις το προς αυτήν αίσθημά του, και αν η
+καλλονή της τον προσείλκυε σφοδρότερον ή άλλοτε, τον προσέβαλλεν
+όμως συνάμα.
+
+Η Άννα δεν εκύταζε προς το μέρος αυτού, αλλά κατενόει ότι τον είχε
+ήδη διακρίνει.
+
+Όταν ο Βρόνσκυ έστρεψε διά δευτέραν φοράν, τα λορνιόν του προς το
+μέρος της Άννας, παρετήρησεν ότι η πριγκήπισσα Βαρβάρα είχε γείνει
+κατακόκκινη, εγέλα δε με τρόπον ελάχιστα φυσικόν και παρετήρει
+επιμόνως το γειτονικόν θεωρείον.
+
+Η Άννα είχεν επανακλείσει την βετάλια της και εκτύπα ελαφρώς το
+κόκκινο βελούδο του θεωρείου, αποφασισμένη, ως εφαίνετο, να μη
+βλέπη τα συμβαίνοντα παραπλεύρως της. Ο Γιαχβίν είχε την έκφρασιν
+που ελάμβανεν οσάκις έχανε πολλά εις τα χαρτιά. Ήτο σκυθρωπός,
+ηρεθισμένος και τα βλέμματά του διηυθύνοντο προς το γειτονικόν
+θεωρείον. Το θεωρείον τούτο κατείχετο από τους Καρτάσωφ, ους
+εγνώριζον ο Βρόνσκυ και η Άννα. Η κυρία Καρτασόβα, μία μικρόσωμος
+ισχνή, με την ράχιν εστραμμένην προς το μέρος της Άννας ήτο ορθία
+και εφορούσε το επώμιόν της, το οποίον της παρέδιδεν ο σύζυγός
+της. Ήτο ωχρά, θυμωμένη και ωμίλει μετά σφοδρότητος.
+
+Ο σύζυγός της, ένας χονδρός φαλακρός κύριος, έστρεφεν επιμόνως τα
+βλέμματα προς το μέρος της Άννας και προσεπάθει να καταπραΰνη την
+γυναίκα του. Όταν δε αύτη εξήλθε του θεωρείου, ο Καρτάσωφ έμεινε
+προς στιγμήν όπισθεν, αναζητών διά των οφθαλμών του την Άνναν, με
+την πρόθεσιν προφανώς να την χαιρετήση. Αλλ' η Άννα Καρένιν
+απέφευγεν επιμόνως να τον προσέξη και εξηκολούθει ομιλούσα μετά
+του Γιαχβίν . . . Ο Καρτάσωφ απήλθε χωρίς να την χαιρετήση και το
+θεωρείον έμεινε κενόν.
+
+Ο Βρόνσκυ δεν εννόησε τι είχε συμβή, αλλ' εμάντευσεν ότι θα ήτο
+κάτι το προσβλητικόν διά την Άνναν. Το ανέγνωσεν επί της μορφής
+της νεαράς γυναικός και είδεν ότι αύτη συνεκέντρωνε τας τελευταίας
+της δυνάμεις όπως συγκρατήση την απάθειάν της, ην, άλλως τε,
+υπεδύετο θαυμάσια. Πάντες απεθαύμαζον την γαλήνην και την καλλονήν
+της γυναικός ταύτης και δεν υπώπτευον ότι ησθάνετο τας βασάνους
+αληθινής μάρτυρος. Ο Βρόνσκυ, βασανιζόμενος από την αβεβαιότητα
+εις ην ευρίσκετο, διηυθύνθη προς το θεωρείον του αδελφού του επί
+τη ελπίδι να μάθη απ' αυτόν την αιτίαν της συγκινήσεως εκείνης . .
+. Εις την πάροδον συνήντησε την νύμφην του, η οποία εφαίνετο
+φοβερά τεταραγμένη. Εδράξατο δε του βραχίονός του και του είπε:
+
+ ― Κρίνω ότι ήτο προστυχιά και ότι η κυρία Καρτασόβα δεν είχε το
+δικαίωμα να φερθή τοιουτοτρόπως. Η κυρία Καρένιν. . .
+
+ ― Μα, τι συνέβη;
+
+ ― Πώς! Δεν γνωρίζεις;
+
+ ― Θα το μάθω, φυσικά, τελευταίος.
+
+ ― Και υπάρχει πλάσμα πλέον ανυπόφορον απ' αυτήν την Καρτεσόβα;
+
+ ― Αλλά, τι έκαμε;
+
+ ― Όπως μου τα είπεν ο σύζυγός μου . . . Ύβρισε την κυρίαν
+Καρένιν. Ο Καρτάσωφ είχεν απευθύνει τον λόγον προς την
+πριγκήπισσαν Καρένιν και η γυναίκα του τού έκαμε σκηνάς . . .
+Επρόφερε λόγια που πληγώνουν, κατόπιν δε έφυγε βιαστικά.
+
+Εις το θεωρείον της αδελφής του, ο Βρόνσκυ ευρήκε την μητέρα του
+με τους ψαρούς της πλοκάμους.
+
+ ― Κ' εγώ σε περιμένω, του είπεν αύτη ειρωνικώς, δεν φαίνεσαι
+πουθενά πλέον.
+
+Διέκρινε ότι δεν ηδύνατο να συγκαλύψη την χαράν της.
+
+ ― Καλημέρα, μαμά, ήλθα να σας υποβάλω τα σέβη μου, είπεν ο
+Βρόνσκυ ψυχρώς.
+
+ ― Και διατί δεν πηγαίνεις να ερωτοτροπήσης με την Άννα Καρένιν;
+Είνε κατακτήτρια! Ελησμονήθη και η Πάττη εμπρός της. . ,
+
+ ― Μαμά, σας παρεκάλεσα να μη κάμνετε υπαινιγμούς, είπεν εκείνος
+σκυθρωπάσας.
+
+ ― Επαναλαμβάνω όσα λέγει όλος ο κόσμος.
+
+Ο Βρόνσκυ δεν απεκρίθη, έμεινε δ' ακόμη επί τινας στιγμάς, μεθ' ό
+απεσύρθη. Επί του κατωφλίου της θύρας διεσταυρώθη με τον αδελφόν
+του.
+
+ ― Πώς, είσαι συ Αλέξιε; Τι ανανδρία, αυτός είνε βλαξ!
+
+Ο Βρόνσκυ δεν τον ήκουε, κατήλθε με βήματα ταχέα, συναισθανόμενος
+ότι κάτι έπρεπε να κάμη, αλλ' αγνοών τι. Ήτο ωργισμένος κατά της
+Άννας, διότι του εδημιούργει τοιαύτας δυσχερείας, αλλά και την
+ελυπείτο διά το πάθημά της.
+
+Κατά την δευτέραν πράξιν αντελήφθη ότι το θεωρείον της Άννας ήτο
+κενόν . . . Ηγέρθη τότε προκαλέσας ηχηρά «σουτ» της αιθούσης και
+εξήλθε του θεάτρου ίνα επιστρέψη εις το ξενοδοχείον του.
+
+Η Άννα είχεν ήδη επανέλθει. Την ευρήκε με την εσπερινήν της
+περιβολήν, καθημένην εις το πρώτον κάθισμα που είχε συναντήσει εις
+τον δρόμον της, και με τα μάτια απλανή.
+
+ ― Άννα! είπεν.
+
+Εκείνη ηγέρθη.
+
+ ― 'Δικό σου το σφάλμα, εφώναξεν με δάκρυα οργής και απελπισίας
+εις την φωνήν της.
+
+ ― Σε παρεκάλεσα, σε ικέτευα να μη υπάγης, εγνώριζα ότι θα είχες
+φασαρίες.
+
+ ― Φασαρίες; επανέλαβεν εκείνη, είνε φοβερόν αυτό . . . Ποτέ στη
+ζωή μου δεν θα ξεχάσω αυτή τη βραδειά . . . Είπεν ότι είνε αίσχος
+να ευρίσκεται παραπλεύρως μου! . . .
+
+ ― Λόγια ηλιθίας! είπεν ο Βρόνσκυ. Αλλά προς τι να εκτιθέμεθα εις
+τοιαύτας εκδηλώσεις, προς τι να τας προκαλώμεν; . . .
+
+ ― Αηδιάζω την απάθειάν σου . . . Δεν έπρεπε να μ' εξωθής εις τα
+πάντα . . . Αν με ηγάπας! . . .
+
+ ― Άννα, διατί υποπτεύεις τον έρωτά μου;
+
+ ― Ναι, αν με ηγάπας όπως σ' αγαπώ, αν έπασχες όπως εγώ,
+προσέθηκεν ατενίζουσα αυτόν με έκφρασιν τρόμου.
+
+Την ελυπείτο· αλλά, συγχρόνως, ήτο δυσαρεστημένος. Την εβεβαίωσεν,
+εν τούτοις, περί του έρωτός του, δεν κατενόει ότι αυτό ήτο το
+μοναδικόν μέσον προς κατευνασμόν της· εκ του βάθους όμως της
+καρδίας του της απηύθυνε μομφάς.
+
+Τα ερωτικά εκείνα λόγια, τα οποία επρόφερε χωρίς καρδιά, θεωρεί
+αυτά τόσον ανούσια ώστε να εντρέπεται να τα λέγη, η Άννα τα ερρόφα
+απλήστως και, ολίγον κατ' ολίγον κατεπραΰνθη.
+
+Την επιούσαν, τελείως συμφιλιωμένοι, ανεχώρησαν διά τα κτήματα του
+Βρόνσκυ.
+
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟΝ
+
+
+
+Η Δόλλυ είχεν έλθει να περάση μερικάς ημέρας παρά τω Λεβίν, συζύγω
+ήδη της Κίττυ· έθηκε δε εις εφαρμογήν το σχέδιόν της να επισκεφθή
+την Άνναν. Το τοιούτο την ελύπει, διότι θα επείραζε την αδελφήν
+της και θα απήρεσκεν εις τον Λεβίν· κατενόει τους λόγους, ους
+είχεν ο γαμβρός της να μη συνάψη σχέσεις μετά του Βρόνσκυ, αλλ'
+εθεώρει καθήκον της, αφ' ετέρου, να μεταβή εις της Άννας και να
+της αποδείξη ότι τα προς αυτήν αισθήματα της δεν είχον μεταβληθή.
+
+Την ωρισμένην διά την αναχώρησιν ημέραν, ο Λεβίν έθεσεν εις την
+διάθεσίν της όχημα τέθριππον μετά πέμπτου ίππου προς αλλαγήν, αλλά
+με ζώα εκτάκτως ρωμαλαία, τα οποία θα μετέφερον την Δόλλυ εις τον
+προς ον όρον εντός μιας ημέρας.
+
+Εις το σπίτι της, διαρκώς απασχολημένη με τους μπεμπέδες της, η
+Δόλλυ ουδέποτε ελάμβανε καιρόν να σκεφθή· συνεπώς κατά το διάστημα
+του πολυώρου αυτού και μονήρους ταξειδίου, όλοι της οι εκκρεμείς
+διαλογισμοί επήραν ελεύθερον δρόμον και ανεπόλησεν ολόκληρον την
+ζωήν της και την ηρεύνησε πανταχόθεν. Ανελογίσθη δ' εν πρώτοις τα
+παιδιά της, τα οποία η πριγκήπισσα και η Κίττυ της είχον υποσχεθή
+να επιβλέπουν, χωρίς εκ τούτου να παύση ανησυχούσα.
+
+Εσυλλογίσθη κατόπιν την Άνναν . . . «Είμαι καλλιτέρα της; Εγώ, έχω
+ένα σύζυγον, τον οποίον αγαπώ . . . όχι όπως θα επεθύμουν, αλλά
+τον αγαπώ, ενώ η Άννα ουδέποτε ηγάπησε το σύζυγόν της. Πού
+έγκειται το σφάλμα της; Αγαπά την ζωήν; Ο Θεός ενεστάλαξεν εις την
+ψυχήν όλων μας την αγάπην αυτήν. Θα ήμην άρα γε και εγώ ικανή να
+ενεργήσω όπως αυτή; Και σήμερον ακόμη δεν γνωρίζω αν έπραξα καλώς
+ν' ακολουθήσω την συμβουλήν της, όταν ήλθε να μ' εύρη εις την
+Μόσχαν! . . Θα έπρεπεν ίσως να εγκαταλείψω τον σύζυγόν μου και ν'
+αρχίσω νέαν ζωήν . . . Θα ηδυνάμην ίσως ν' αγαπήσω και ν' αγαπηθώ
+. . Το παρόν μου είνε καλλίτερον; . . . Δεν εκτιμώ πλέον τον
+σύζυγόν μου, τον υποφέρω μόνον. Τότε θα ήτο δυνατόν ν' αρέσω,
+διετήρουν ακόμη την καλλονήν μου . . . .
+
+«. . .Η Άννα έκαμε καλά, και, βέβαια, δεν θα την μεμφθώ εγώ διά
+τούτο. Είνε ευτυχής, απαρτίζει την ευτυχίαν δι' εκείνον, τον
+οποίον αγαπά και δεν εξηντλήθη όπως εγώ, εξ εναντίας, αυτή θα είνε
+δροσερά, πνευματώδης, με το κεφάλι της ελεύθερον . .»
+
+Μειδίαμα πονηρόν συνέστειλε τα χείλη της, διότι αναμιμνησκομένη το
+μυθιστόρημα της Άννας η Δόλλυ διεμόρφωσε το ίδιόν της μυθιστόρημα
+με τον φανταστικόν άνδρα, τον ένα ― κάποιον, όστις ήτο ερωτευμένος
+μαζί της. Απαράλλακτα όπως η Άννα, θα ωμολόγει το σφάλμα της εις
+τον σύζυγόν της και ανελογίζετο την ταραχήν του Στίβα και την
+έκπληξίν του, ― τούτο δε την έκαμνε να μειδιά. . . . Λικνιζομένη
+λοιπόν από τους ρεμβασμούς τούτους, επλησίασεν εις τας ιδιοκτησίας
+του κόμητος Βρόνσκυ. Έξαφνα δε διέκρινε μίαν αμαζόνα και τρεις
+ιππείς ακολουθούντας ένα άρμα με καθίσματα. Ήτο ο Βρόνσκυ με το
+τζόκκεϋ, κατόπιν δε ο Βεσλόβσκη και η Άννα, και, εντός του
+άρματος, η πριγκήπισσα Βαρβάρα και ο Σβιάσκη.
+
+Η Άννα ίππευεν αγγλικόν κέλητα με ουράν βραχείαν και χαίτην
+ψαλλιδισμένην. Η ωραία της κεφαλή, τα μαύρα της μαλλιά,
+διεκφεύγοντα κάτωθεν του πίλου της, οι ευτραφείς της ώμοι, το
+λεπτόν της σώμα, σφυγμένον εντός της μαύρης, αμαζώνος, το σύνολόν
+της, σοβαρόν και χαριτωμένον άμα, έκαμεν εντύπωσιν εις την Δόλλυ.
+
+Εκ πρώτης όψεως, η θέα της Άννας εφίππου της εφάνη απρεπής: το να
+ιππεύη μία κυρία, εις την αντίληψιν της Δόλλυ, απήτει δόσιν
+φιλαρεσκείας όλως αναρμόστου εις την θέσιν της Άννας. Αλλ' όταν
+την είδεν εκ του σύνεγγυς, δεν ευρήκε τίποτε το μεμπτόν εν αυτή.
+
+Παρά την επιβλητικότητά των, ολόκληρος η Άννα, αι στάσεις της, αι
+κινήσεις της, η περιβολή της, όλα απέπνεον την αφέλειαν, την
+απλότητα, την γαλήνην και την αξιοπρέπειαν, και τίποτε δεν θα ήτο
+φυσικώτερον του συνδυασμού τούτου.
+
+Καθ' ήν στιγμήν η Άννα μακρόθεν ανεγνώρισε την Δόλλυ,
+συνεσπειρωμένην εις μίαν γωνίαν της παλαιάς της αμάξης, η μορφή
+της εφωτίσθη από χαρμόσυνον μειδίαμα.
+
+Ανέπεμψε κραυγήν, υπεγέρθη επί του εφιππίου της και εξώθησε τον
+ίππον της εις καλπασμόν. Όταν δε κατέφθασε την άμαξαν, επήδησε
+κατά γης, άνευ βοηθού, και έδραμεν εις συνάντησιν της Δόλλυ.
+
+ ― Το ήλπιζα και δεν ετολμούσα να το ελπίσω. . . . Τι χαρά! Δεν
+ημπορείς να φαντασθής την χαράν μου! είπεν, οτέ μεν προσθίγουσα
+την μορφήν της προς τον της Δόλλυ διά να την φιλή, οτέ δε
+μακρυνομένη κατά τι διά να την προσβλέπη μειδιώσα.
+
+ ― Τι χαρά, Αλέξιε! προσέθηκε παρατηρούσα τον Βρόνσκυ όστις είχεν
+αφιππεύσει και επλησίαζε προς τας δύο γυναίκας αφαιρών άμα τον
+υψηλόν του φαιόχρουν πίλον.
+
+ ― Δεν ειμπορείτε να φαντασθήτε πόσον ευτυχείς λογιζόμεθα διά την
+επίσκεψίν σας, είπε μετά τόνου.
+
+Η Δόλλυ εξεπλάγη κυρίως από την μεταμόρφωσιν, ην παρετήρει εις την
+Άνναν, την οποίαν τόσον τρυφερώς ηγάπα . . . Μία άλλη γυνή,
+ολιγώτερον παρατηρητική, ήτις να μη είχε γνωρίσει πρότερον την
+Άνναν Καρένιν και η οποία κυρίως να μη είχε κάμει τας σκέψεις, θα
+εβασάνισαν την Δόλλυ καθ' όλον το διάστημα του ταξειδίου της, δεν
+θα διέβλεπε τίποτε το έκτακτον παρά τη Άννα, αλλά την φοράν αυτήν
+η Δόλλυ ανεγνώρισεν επί της ωραίας μορφής της φίλης την πρόσκαιρον
+εκείνην καλλονήν, ην αι γυναίκες αποκτώσι μόνον οσάκις αγαπώνται .
+. . Το σύνολόν της ήτο πλήρες γοητείας· και εφαίνετο ότι είχε
+συναίσθησιν τούτο και ότι ήτο ευτυχής δι' αυτό.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Η Άννα, αφ' ετέρου, παρετήρει την ισχνήν, εξηντλημένην και
+ερριτιδωμένην μορφήν της Δόλλυ, και ήτο ετοίμη να της φανερώση τας
+εντυπώσεις της, αλλ' αναλογισθείσα ότι αυτή η ιδία είχεν
+ευμορφύνει και ότι το βλέμμα της φίλης της τής το έλεγε, αφήκεν
+στεναγμόν και ωμίλησε περί εαυτής.
+
+ ― Με κυττάζεις, είπε, και συλλογίζεσαι αν ημπορώ να είμαι ευτυχής
+υπό τας συνθήκας που ζω; Λοιπόν! Εντρέπομαι να το ομολογήσω, αλλ'
+είμαι εις υπέρτατον βαθμόν ευτυχής . . . Μου συνέβη κάτι το
+φανταστικόν, όνειρον, κατά το διάστημα του οποίου οι άνθρωποι
+φοβούνται, έπειτα δε, εξαίφνης, αφυπνίζονται και αντιλαμβάνονται
+ότι όλοι των οι φόβοι διεσκεδάσθησαν . . . Εγώ εξύπνησα, υπέφερα
+φοβερά, αλλά τόρα, αφ' ότου ιδίως ευρισκόμεθα εδώ, αισθάνομαι
+εμαυτήν τόσον ευτυχή! . .
+
+Και η Άννα ητένισε την Δόλλυ με δειλόν μειδίαμα.
+
+ ― Πόσον είμαι ευχαριστημένη, είπεν η Δόλλυ. Συμμερίζομαι βαθύτατα
+την ευτυχίαν σου . . . Διατί δεν μου τα έγραψες;
+
+ ― Διατί; . . . Διότι . . . δεν ετόλμησα . . . λησμονείς την θέσιν
+μου . . .
+
+ ― Δεν ετόλμησες να γράψης 'ς εμένα; Αν ήξευρες τι σκέπτομαι!
+
+ ― Ειπέ μου τι σκέπτεσαι περί της θέσεως μου, ομίλει 'ξάστερα . .
+.
+
+ ― Δεν σκέπτομαι τίποτε, σε ηγάπησα πάντοτε, και, όταν κανείς
+αγαπά κάποιον, τον αγαπά όπως είνε και όχι όπως θα ηύχετο να είνε.
+
+Η Άννα απέστρεψε την κεφαλήν και συνέπτυξε τας οφρείς διά να
+σκεφθή.
+
+ ― Αν έχης κάμει αμαρτίες, της είπε τέλος, θα σου συγχωρηθούν όλαι
+λόγω της επισκέψεώς σου και των λόγων σου αυτών . . .
+
+Η Δόλλυ αντελήφθη ότι δάκρυα ανήρχοντο εις τα μάτια της Άννας και
+της έθλιψε σιωπηλώς την χείρα.
+
+ ― Αλλά δεν μου είπες τι είνε όλαι αύται αι οικοδομαί;
+εξηκολούθησεν.
+
+ ― Είνε αι κατοικίαι των υπαλλήλων, το ιπποτροφείον, οι σταύλοι. .
+. και, νά, μπαίνομεν εις το πάρκο. Όλα ήσαν εγκαταλελειμμένα, αλλ'
+ο Αλέξιος έβαλε το κάθε τι εις την θέσιν του. Αγαπά πολύ αυτό το
+κτήμα, και, εκείνο που δεν επερίμενα εκ μέρους του, έχει επιδοθή
+μετά πάθους εις την γεωργίαν . . . Βλέπεις εκείνο το μεγάλο
+οικοδόμημα; Είνε νέον νοσοκομείον. Υπολογίζω ότι θα στοιχίση πλέον
+των εκατό χιλιάδων ρουβλίων. Ξεύρεις ποιος του έδωσε την ιδέαν; οι
+χωρικοί του εζήτησαν να τοις εκχωρήση τα λειβάδια εις τιμήν πάρα
+πολύ χαμηλήν και ηρνήθη. Τον κατηγόρησαν επί φιλαργυρία και διά ν'
+αποδείξη ότι ηπατώντο, ωκοδόμησεν αυτό το νοσοκομείον.
+
+Η άμαξα εισήλθεν εις την λιθόστρωτον αυλήν. Η Άννα ωδήγησε την
+Δόλλυ εις το με πρωτοφανή διά την Δόλλυ πολυτέλειαν επιπλωμένον
+δωμάτιόν της, το οποίον της υπενθύμιζε τα πλουσιώτερα δωμάτια των
+ξενοδοχείων, τα οποία είχεν ίδει, εις το εξωτερικόν.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Η Δόλλυ ήτο κάπως ταραγμένη και στενοχωρημένη που είχεν ευρεθή εις
+το περιβάλλον εκείνο, το εντελώς νέον δι' αυτήν . . . Από περιωπής
+εδικαίωνε και επεκρότει μάλιστα την πράξιν της Άννας. Όπως
+συμβαίνει συχνά εις γυναίκας αναμαρτήτου ηθικής, κουρασμένη από
+την μονοτονίαν της εναρέτου ζωής, η Δόλλυ μακρόθεν, ου μόνον
+συνεχώρει τον ένοχον έρωτα, αλλά μάλιστα και τον ηύχετο
+ενδιαθέτως. Πλην όμως τούτου, ηγάπα ειλικρινώς την Άνναν. Αλλά,
+επικροτούσα συνάμα την πράξιν της, η Δόλλυ ησθάνετο κάποιαν
+δυσφορίαν βλέπουσα τον άνδρα, χάριν του οποίου είχε συντρίψει την
+ζωήν της.
+
+Ο Βρόνσκυ ουδέποτε είχεν ελκύσει την συμπάθειαν της Δόλλυ. Τον
+εύρισκε ματαιόδοξον, και τίποτε δεν έβλεπεν εν αυτώ διά το οποίον
+να δικαιολογήται η υπεροψία του, αν τούτο δεν ήτο ο πλούτος του,
+και, χωρίς να το θέλη, τώρα τον εύρισκεν ακόμη ελαττωματικώτερον,
+και δεν ησθάνετο ευχαρίστησιν ευρισκομένη μαζί του . . . Την
+επιούσαν συμπεριπατούσα μετ' αυτού, κατενόησεν εκ της εκφράσεως
+του Βρόνσκυ, ό,τι είχε κάτι να της ζητήση.
+
+Δεν είχεν απατηθή. Μόλις εισήλθον εις τον κήπον, εκύταξε προς το
+μέρος όπου κατηυθύνετο η Άννα, και, πεισθείς ότι δεν ηδύνατο ούτε
+να τους ίδη ούτε να τους αντιληφθή, είπεν:
+
+ ― Εμαντεύσατε ότι έχω να σας ομιλήσω.
+
+Και την ητένισε με οφθαλμούς μειδιώντας.
+
+ ― Δεν απατώμαι βεβαίως, είσθε αληθώς φίλη της Άννας;. . . Και
+ασκείται μάλιστα επ' αυτής μεγάλην επιρροήν, σας αγαπά δε τόσον! .
+. . Βοηθήσατέ με.
+
+Η Δόλλυ ητένισε δειλώς και δι' ύφους ερωτηματικού την πλήρη
+ενεργητικότητος μορφήν του, φωτισμένην από τον ήλιον ή πνιγμένην
+εντός της σκιάς των φιλυρών. Ανέμενε την συνέχειαν του προλόγου
+εκείνου αλλ' ο Βρόνσκυ, ανασκαλίζων τους χάλικας του κήπου διά της
+ράβδου του, εβάδιζε παραπλεύρως αυτής σιωπηλός.
+
+ ― Αφού ήλθετε εις το σπίτι μας, είπε τέλος, σεις μόνη μεταξύ των
+παλαιών φίλων της Άννας, κατανοώ ότι απεφασίσατε τούτο, όχι διότι
+ευρίσκετε την θέσιν μας κανονικήν, αλλά διότι, καίτοι κατανοείτε
+τας δυσχερείας που περικλείει, εξακολουθείτε ν' αγαπάτε την Άνναν
+και επιθυμείτε να έλθετε εις βοήθειάν της . . . Σας εννόησα καλώς;
+προσέθηκε παρατηρών αυτήν.
+
+ ― Ω! τελείως, απήντησεν η Δόλλυ . . . Αλλά . . .
+
+Την διέκοψεν εκείνος, και, λησμονών ότι έφερε την συνομιλήτριάν
+του εις θέσιν εκτάκτως δυσχερή, έκαμε μίαν διακοπήν και την
+υπεχρέωσε να κάμη κ' εκείνη το αυτό.
+
+ ― Επιτρέψατε . . . Ουδείς πλειότερον εμού αντιλαμβάνεται τας
+δυσχερείας της θέσεως της Άννας. Και οφείλεται να το κατανοήτε, αν
+μου κάμνετε την τιμήν να με θεωρήτε άνθρωπον με καρδιά! Είμ' εγώ η
+αιτία της καταστάσεως ταύτης, και διά τον λόγον τούτον υποφέρω . .
+.
+
+Η ειλικρίνεια και η σταθερότης μετά των οποίων επρόφερε τας λέξεις
+ταύτας προυκάλεσαν τον θαυμασμόν της Δόλλυ.
+
+ ― Σας εννοώ, είπεν αύτη, και επειδή θεωρείτε εαυτόν αφορμήν της
+καταστάσεως ταύτης, μεγαλοποιείτε τας παρατυπίας της. Η θέσις της
+παρά τη κοινωνία είνε δύσκολος, συμφωνώ . . .
+
+ ― Είνε κόλασις! είπεν εκείνος γοργά και διά φωνής υποκώφου. . .
+Δεν δύναται κανείς να φαντασθή ηθικάς βασάνους τρομερωτέρας από
+όσας η Άννα υπέστη εν Πετρουπόλει εν διαστήματι δύο εβδομάδων . .
+.
+
+ ― Αλλ' εδώ, ούτε σεις ούτε η Άννα έχετε ανάγκην του κόσμου . . .
+
+ ― Του κόσμου; απήντησεν εκείνος μετά περιφρονήσεως, προς τίνα
+λόγον!
+
+ ― Λοιπόν! αφού αδιαφορείτε προς τον κόσμον δύνασθε φρονώ να
+ζήσετε ευτυχείς. Βλέπω ότι η Άννα είνε ευτυχής, τελείως ευτυχής!
+Ευρήκεν ήδη ευκαιρίαν να μου το ομολογήση.
+
+Χωρίς εν τούτοις να το θέλη, η Δόλλυ αμφέβαλλε περί της αληθούς
+ευτυχίας της Άννας, αλλ' ο Βρόνσκυ ήτο απολύτως περί τούτου
+πεπεισμένος.
+
+ ― Ναι, ναι, είπε, γνωρίζω, ότι, μεθ' όσα και αν υποφέρη, είνε
+ευτυχής! . . . Απολαμβάνει το παρόν . . . . Αλλ' εγώ . . .
+Φοβούμαι το μέλλον . . . Θα προτιμάτε να περιπατώμεν ίσως;
+προσέθηκεν.
+
+ ― Όχι, μου είνε αδιάφορον.
+
+ ― Εν τοιαύτη περιπτώσει, ας καθήσωμεν εις αυτό το εδώλιον.
+
+Η Δόλλυ εκαθέσθη εις την γωνίαν της δενδροστοιχίας και εκείνος
+εστάθη όρθιος ενώπιόν της.
+
+ ― Βλέπω ότι είνε ευτυχής! επανέλαβεν, αλλά τούτο δύναται να
+διαρκέση; Το ζήτημα δεν είνε να μάθη κανείς αν επράξαμεν καλώς ή
+κακώς . . . ο κύβος ερρίφθη ήδη . . . Συνδεόμεθα διά των ιερωτάτων
+δι' ημάς ερωτικών δεσμών. Έχομεν ένα παιδί και πιθανόν ν'
+αποκτήσωμεν και άλλο . . . αλλ' ο νόμος και πάσαι αι συνθήκαι της
+ζωής μας είνε τοιαύται, ώστε η Άννα με όλας της τας βασάνους και
+τας δοκιμασίας, δεν διακρίνει και δεν δύναται να διακρίνη τας
+απείρους περιπλοκάς που προέρχονται εντεύθεν. Και, την εννοώ. Αλλά
+εγώ δεν δύναμαι να μη τας προβλέπω. Η κόρη μου, δεν είνε κόρη μου,
+είνε κόρη του Καρένιν. Και δεν δύναμαι ν' αποδεχθώ αυτό το ψεύδος.
+
+Επρόφερε τας λέξεις ταύτας με ενεργητικήν χειρονομίαν αρνήσεως και
+ητένισε σκυθρωπώς την Δόλλυ, οιονεί προκαλών την γνώμην της.
+
+Εκείνη όμως δεν απεκρίθη τίποτε· εξηκολούθησε μόνον να τον κυτάζη.
+
+Ο Βρόνσκυ επανέλαβεν:
+
+ ― Αύριον θ' αποκτήσω υιόν, υιόν μου! Αλλ' ο νόμος αξιοί ν’ ανήκει
+εις τον Καρένιν· δεν θα είνε συνεπώς, ούτε του ονόματός μου ούτε
+της περιουσίας μου κληρονόμος. Και, δυνατόν βέβαια ν' απολαύωμεν
+οικογενειακής ευτυχίας, δυνάμεθα να έχωμεν πολλά τέκνα, ουδέποτε
+όμως θα υπάρξη δεσμός μεταξύ αυτών και ημών, θα ανήκουν εις τον
+Καρένιν! Κατανοείτε το φρικώδες της καταστάσεως ταύτης; Εδοκίμασα
+να κάμω λόγον περί τούτου εις την Άνναν, αλλά τούτο την εξοργίζει
+. . . Δεν εννοεί, και δεν ημπορώ να της τα είπω όλα . . . Εν
+τούτοις, από την Άνναν εξαρτάται ο διακανονισμός όλων . . . Και αν
+ακόμη δυνηθώ να επιτύχω παρά του Αυτοκράτορος την άδειαν να
+υιοθετήσω τα παιδιά μου, ανάγκη να προηγηθή διάζευξις. Το παν
+εξαρτάται από την Άνναν. Ο σύζυγός της συγκατετέθη όταν παρενέβη ο
+Ομπλόνσκυ. Δεν θα ηρνείτο δε και σήμερον να παραχωρήση το
+διαζύγιον, το γνωρίζω. Αρκεί προς τούτο να του γράψη η Άννα. Έχει
+δηλώσει ότι, αν αυτή του το ζητήση δεν θα φέρη αντιρρήσεις . . .
+Αναμφιβόλως, είνε μία, τούτο από τας φαρισαϊκάς εκείνας
+σκληρότητας, διά τας οποίας είνε ικανοί άνθρωποι μόνον χωρίς
+καρδιά. Γνωρίζει εκείνος πόσον πάσχει οσάκις αναλογίζεται το
+παρελθόν, και ζητεί να του γράψη. Εγώ, εννοώ τας βασάνους της
+Άννας. Αλλά πρόκειται περί της ευτυχίας και της ζωής και της Άννας
+και των τέκνων της. Δεν ομιλώ περί εμού, αν και εγώ υποφέρω,
+υποφέρω φρικτά!
+
+Επρόφερε τας λέξεις ταύτας ως κάποιον να ηπείλει ότι θα εξεδικείτο
+διά τας βασάνους, ας υφίστατο.
+
+ ― Βοηθήσατέ με να πείσωμεν την Άνναν ότι οφείλει να του γράψη διά
+να ζητήση το διαζύγιον.
+
+ ― Ναι, βεβαίως, είπεν η Δόλλυ σκεπτική, αναλογισθείσα την
+τελευταίαν της μετά του Καρένιν συνάντησιν.
+
+«Ναι, βεβαίως», επανέλαβεν μετά σταθερότητος, αναμνησθείσα την
+Άνναν.
+
+ ― Χρησιμοποιήσατε όλην την επιρροήν, ην ασκείτε επ' αυτής ίνα
+επιτύχετε να γράψη. Εγώ δεν θέλω, ή μάλλον δεν δύναμαι να συζητήσω
+αυτό το θέμα μαζί της.
+
+ ― Καλά, θα της μιλήσω . . . και προς ιδικήν μου ικανοποίησιν και
+προς ιδικήν της.
+
+Ηγέρθησαν και διηυθύνθησαν προς την οικίαν.
+
+* * *
+
+Η Δόλλυ ητοιμάζετο να κατακλιθή, όταν η Άννα φέρουσα τον
+νυκτερινόν της κοιτωνίτην, εισήλθεν εις το δωμάτιόν της.
+
+ ― Πώς είνε η Κίττυ; είπεν η Άννα αφήσασα βαθύν στεναγμόν και
+παρατηρούσα την φίλην με ύφος συντετριμμένον . . . Πες μου την
+αλήθειαν . . . Δεν μου κρατή θυμόν;
+
+ ― Να σου κρατή θυμόν, όχι είπεν η Δόλλυ μειδιάσασα.
+
+ ― Αλλά με αποστρέφεται βέβαια με περιφρονεί;
+
+ ― Ω, όχι! Γνωρίζεις όμως ότι αυτά είνε πράγματα που δεν
+συγχωρούνται.
+
+Η Άννα υπεστράφη και εκύταξεν από του παραθύρου.
+
+ ― Ναι, το γνωρίζω, το γνωρίζω! είπεν . . . Αλλά δεν είμαι ένοχος.
+Και, ποίος είνε ένοχος; Και εις τι έγκειται η ενοχή; Ηδύνατο να
+γείνη διαφορετικά; Ποίαν έχεις γνώμην επί τούτου; Ειπέ μου, Δόλλυ,
+ήτο δυνατόν να μη καταστής συ σύζυγός του Στίβα;
+
+ ― Αληθινά, δε γνωρίζω τίποτε . . . Αλλά, εξηγήσου μου, Άννα.
+
+ ― Είνε ευτυχής; Λέγουν ότι ο σύζυγός της είνε εξαίρετος άνθρωπος.
+
+ ― Είνε ολίγον αυτό, εγώ δεν εγνώρισα καλλίτερόν του.
+
+ ― Α! πόσον μ' ευχαριστεί τούτο . . . Αληθινά, είμαι λίαν
+ευχαριστημένη.
+
+ ― Η Δόλλυ εμειδίασεν.
+
+ ― Ας ομιλήσωμεν περί σου, Άννα. Έχω πολλάς ερωτήσεις να σου
+υποβάλω. Συνωμίλησα μετά του . . . .
+
+ ― Του Αλεξίου; είπεν η Άννα. Γνωρίζω ότι είχετε μίαν συνέντευξιν.
+Αλλ' επιθυμώ να μου πης ειλικρινώς τι σκέπτεται περί εμού και περί
+της ζωής μου.
+
+ ― Πώς, έτσι, μια κι' όξω; Μά την αλήθεια, δεν ξεύρω τι να 'πώ . .
+.
+
+ ― Περί τίνος σου ωμίλησε;
+
+ ― Περί ζητήματος, το οποίον απησχόλει και εμέ και μου είνε
+εύκολον να υποκαταστήσω τον δικηγόρον του . . . Δεν υπάρχει μέσον
+κανέν . . . Δεν θα ήτο άρα γε δυνατόν . . .
+
+Η Δόλλυ εσυγχίσθη, είτα δ' επανέλαβε:
+
+ ― Δεν θα ηδυνάμεθα άρα γε να τροποποιήσωμεν, να βελτιώσωμεν την
+κατάστασιν; . . . Γνωρίζεις συ πώς συνειθίζω να βλέπω τα πράγματα
+εγώ . . . Αλλ' επί τέλους, θα έπρεπεν, αν ήτο δυνατόν, να
+νυμφευθής . . .
+
+ ― Δηλαδή να διαζευχθώ; είπεν η Άννα . . . . Ε, λοιπόν! Τι σου
+είπεν ο Αλέξιος;
+
+ ― Μου είπεν ότι πάσχει διά σε και δι' εαυτόν. Θα είπης ίσως ότι
+αυτό είνε εγωισμός; Αλλ' είνε εγωισμός ευγενής και τελείως
+λελογικευμένος. Επιθυμεί εν πρώτοις να νομιμοποιήση την κόρην του
+και να καταστή σύζυγός σου . . . να έχη δηλαδή δικαιώματα επί σου.
+Επιθυμεί εκείνο που είνε τελείως φυσικόν, τα τέκνα σας δηλαδή να
+έχουν ένα όνομα.
+
+ ― Ποία τέκνα είπεν η Άννα, χωρίς ν' ατενίση την Δόλλυ.
+
+ ― Η Αννίτσα, και τα παιδιά που είνε πιθανόν να γενηθούν . . .
+
+ ― Πώς ειμπορώ να επιθυμώ εγώ την απόκτησιν παιδιών; Δεν ομιλώ
+περί των φυσικών αλγηδόνων, αυτάς δεν τας φοβούμαι . . . Σκέπτεσαι
+τι θα γίνουν τα παιδιά μου; . . Δυστυχώς που θα φέρουν ξένον
+όνομα. Ως εξ αυτής των της γεννήσεως θα ευρεθώσιν εις την
+υποχρέωσιν να αισχύνωνται διά τον πατέρα των, διά την μητέρα των,
+διά την ύπαρξίν των . . .
+
+ ― Διά τούτο ακριβώς, εφώνησεν η Δόλλυ, χρειάζεται το διαζύγιον.
+
+ ― Μου συμβουλεύετε σεις το διαζύγιον, αλλ' ε κ ε ί ν ο ς δεν θα
+μου το δώση. Ευρίσκεται τώρα υπό την επίδρασιν της κομήσσης Λυδίας
+Ιβανόβνας.
+
+Η Δόλλυ εκάθητο επί τινος εδωλίου και ηκροάτο με ύψος οδυνηράς
+συμπαθείας, στρέφουσα την κεφαλήν ίνα παρακολουθή τας κινήσεις της
+Άννας.
+
+ ― Θα έπρεπε να δοκιμάσης, είπε διά φωνής βραδείας.
+
+ ― Να δοκιμάσω! Τι σημαίνει αυτό το να δοκιμάσω.
+
+Η Άννα έθεσε το ερώτημα τούτο ως σκέψιν οιονεί την οποίαν είχεν
+ήδη εξετάσει από πάσης απόψεως.
+
+ ― Να δοκιμάσω σημαίνει, είπεν ότι εγώ που τον αποστρέφομαι, αλλά
+που αναγνωρίζω συνάμα εμαυτήν ένοχον, που τον ευρίσκω μεγαλόψυχον,
+ότι οφείλω να ταπεινωθώ γράφουσα προς αυτόν . . . Επί τέλους, ας
+υποθέσωμεν ότι το επιχειρώ και αυτό ότι κάμνω και αυτήν την θυσίαν
+. . . Δυνατόν να λάβω μίαν άρνησιν προσβλητικήν, ή την
+συγκατάθεσίν του . . .
+
+ ― Αν συγκατετίθετο . . .
+
+ ― Αν συγκατετίθετο; . . . Και ο υιός μου; . . . Δεν θα μου τον
+αποδώσουν! Θα μεγαλώση εις το σπίτι του πατέρα του, τον οποίον
+εγκατέλειψα, και θα με περιφρονήση. Εννόησον λοιπόν· αγαπώ δύο
+πλάσματα διά της ιδίας εντάσεως, αλλά πλειότερον εμαυτός, τον
+Σεριόγια και τον Αλέξιον. Αυτά μόνον τα δύο όντα αγαπώ είπεν η
+Άννα, και το ένα διώκει το άλλο. Δεν δύναμαι να τα ενώσω, και όμως
+αυτό είνε το μόνον που θα ηδύνατο να με κάμη να ζήσω· αν δεν
+ημπορώ να τα έχω και τα δύο μαζί, τότε δεν μ' ενδιαφέρει τίποτε .
+. . Η λύσις θα επέλθη αφ' εαυτής . . . Διά τούτο δεν αγαπώ και δεν
+δύναμαι να ομιλώ περί τοιαύτης λύσεως. Διά τούτο ούτε να με
+δικαιώνης, ούτε να με καταδικάζης . . . Εν τη αγνότητι της ψυχής
+σου, δεν δύνασαι να εννοήσης παν ό,τι υποφέρω.
+
+Επλησίασε την Δόλλυ, εκάθησε παραπλεύρως αυτής και έλαβε την χείρα
+της παρατηρώσα αυτήν εις τα μάτια με έκφρασιν ενόχου συντριβής.
+
+ ― Τι σκέπτεσαι περί εμού; Πώς με κρίνεις; Μη με περιφρονείς! Δεν
+είμαι αξία περιφρονήσεως. Είμαι αληθινά δυστυχής. Αν μία υπάρχη
+επί γης δυστυχής γυναίκα, είμαι εγώ αυτή:
+
+Υπεστράφη και έκλαυσεν . . .
+
+Όταν η Δόλλυ ευρέθη μόνη, έκαμε την προσευχήν της και κατεκλίθη.
+Εφ' όσον ωμίλει μετά της Άννας, την ώκτειρε και την συνεπόνει,
+αλλά τώρα πλέον δεν ηδύνατο να συγκεντρώση τας σκέψεις της επί της
+φίλης της. Η ανάμνησις της οικίας της και των παιδιών της
+κατελάμβανε την φαντασίαν της μετά γοητείας όλως καινοφανούς δι'
+αυτήν και μετ' ακτινοβολίας ασυνήθους.
+
+Ο ιδικός της κόσμος της παρουσιάζετο τόσον πολύτιμος και τόσον
+πλήρης θελγήτρων, ώστε δεν ήθελε να μείνη μεμακρυσμένη απ' αυτού
+ούτε μίαν ημέραν επί πλέον, και απεφάσισε να αναχωρήση την
+επιούσαν.
+
+Η Άννα είχε αφ' ετέρου επιστρέψει εις το διαμέρισμά της, επήρε δ'
+αμέσως ένα ποτηράκι και έχυσεν εντός αυτού μερικάς σταγόνας ποτού,
+ου κυρία βάσις ήτο η μορφίνη· το ερρόφησεν, έμεινεν επί τινας
+στιγμάς ακίνητος, είτα δε εισήλθεν εις τον θαλαμόν της
+κατηυνασμένη κάπως.
+
+Ο Βρόνσκυ την ητένισε προσεκτικώς. Ανεζήτει επί των
+χαρακτηριστικών της ίχνη της συνομιλίας, ην είχε κάμει μετά της
+Δόλλυ. Αλλ' εις την επιφυλακτικήν και σχεδόν απόκρυφον έκφρασιν
+της μορφής της δεν ευρήκε τίποτε άλλο πλην της καλλονής της, εις
+την οποίαν ήτο ήδη συνειθισμένος, αλλ' ήτις πάντοτε τον εγοήτευε.
+Δεν ήθελε δε να την ερωτήση με την ελπίδα ότι θα τω διηγείτο
+αυτοβούλως τα κατά την συνέντευξίν της. Αλλά η Άννα μόνας τας
+λέξεις ταύτας επρόφερε:
+
+― Πόσον είμαι ευχαριστημένη που σου ήρεσεν η Δόλλυ.
+
+ ― Την γνωρίζω προ πολλού. Είνε πολύ καλή, ως μου φαίνεται, αλλ'
+εκτάκτως επιφυλακτική. Εν τούτοις, ηυχαριστήθην πολύ που την
+επανείδα.
+
+Έλαβε την χείρα της Άννας και την ητένισεν ερωτηματικώς εις τα
+μάτια . . , Η Άννα διερμήνευσεν όλως διαφορετικά το βλέμμα εκείνο
+και εμειδίασεν . . .
+
+Όταν η Δόλλυ έφθασε την επιούσαν παρά τω Λεβίν, διηγήθη με πολλήν
+ζωηρότητα το ταξείδι της και την καλήν υποδοχήν ης είχε τύχει·
+εξήρε δε την πολυτέλειαν και την καλαισθησίαν των Βρόνσκυ και δεν
+επέτρεψεν εις κανένα να προσφέρη λέξιν εναντίον των.
+
+ ― Πρέπει να γνωρίση κανείς την Άνναν και τον Βρόνσκυ, κ' εγώ
+έμαθα να τους γνωρίζω, αυτήν την φοράν, διά να εννοήσω πόσον είνε
+εντυπωτικοί.
+
+Η Δόλλυ ωμίλει ειλικρινώς. Είχε δ' εξ ολοκλήρου λησμονήσει το
+αόριστον συναίσθημα της στενοχωρίας και της δυσφορίας, όπερ είχεν
+αισθανθή.
+
+* * *
+
+Ο Βρόνσκυ και η Άννα επέρασαν ολόκληρον το θέρος και μέρος του
+φθινοπώρου εις την εξοχήν, υπό τας αυτάς συνθήκας, χωρίς να κάμουν
+το παραμικρόν διάβημα προς επιτυχίαν διαζυγίου.
+
+Εφαίνετο εν τούτοις, ότι η ζωή των ήτο τοιαύτη, που δεν ηδύνατο
+κανείς να την ευχηθή καλλιτέραν. Δεν τους έλειπε τίποτε, είχον
+υγείαν, ένα παιδάκι, και αμφότεροι ασχολίας.
+
+Η Άννα, οσάκις δεν είχεν επισκέψεις, ησχολείτο περί του εαυτού της
+και ανεγίνωσκε πολύ, μυθιστορήματα, βιβλία σοβαρά, και
+νεωτεριστικά . . . Και τ' ανεγίνωσκε με την προσοχήν εκείνην που
+δίδομεν εις την ανάγνωσιν εν τη μονώσει.
+
+Εκτός δε τούτου, εσπούδαζεν εις βιβλία και εις ειδικά περιοδικά,
+παν ό,τι απησχόλει τον Βρόνσκυ· συνέβαινε δε πολλάκις εις αυτόν
+προς αυτήν ν' απευθύνεται προς διαλεύκανσιν ζητημάτων αγρονομικών,
+αρχιτεκτονικών και ζητημάτων ακόμη αθλητισμού και ιπποκομίας.
+Απεθαύμαζε δε τας γνώσεις της και την μνήμην της, αν και κατ'
+αρχάς έθετεν εν αμφιβόλω όσα του έλεγε και επεζήτει την
+επιβεβαίωσιν των λεγομένων της· αλλ' εκείνη εύρισκε την ακρίβειάν
+των εις τα βιβλία και του επεδείκνυε τας σχετικάς περικοπάς.
+
+Κατά Οκτώβριον, διεξήχθησαν εκλογαί του γενικού συμβουλίου της
+επαρχίας όπου κατώκει, και ο Βρόνσκυ ηθέλησε να παραστή εις αυτάς.
+Ήτο η μάλλον δυσάρεστος και οχληρά περίοδος της εν εξοχή διαμονής.
+Ο Βρόνσκυ ανήγγειλεν εις την Άνναν την αναχώρησίν του με τόνον
+ψυχρόν και αυστηρόν, τον οποίον ουδέποτε είχε μεταχειρισθή ομιλών
+προς αυτήν. Την ητένισε δε προσεκτικώς, εκπλαγείς διά την απάθειάν
+της. Εκείνη του εμειδίασεν. . .
+
+ ― Ελπίζω ότι δεν θα στενοχωρηθής υπερβολικά; της είπε.
+
+ ― Το ελπίζω! απήντησεν η Άννα. Έλαβα χθες ολόκληρον κιβώτιον
+βιβλίων . . . Όχι, δεν θα στενοχωρηθώ.
+
+Όταν ευρέθη μόνη, ανελογίσθη το βλέμμα εκείνο, όπερ εξέφρασε το
+δικαίωμα του εραστού της επί της ελευθερίας, και εξ αυτού εξήγαγεν
+έν μόνον συμπέρασμα: την συναίσθησιν του εξευτελισμού της.
+
+«. . . Έχει το δικαίωμα να φύγη οπόταν του αρέσει και να υπάγη
+όπου επιθυμεί. Έχει μάλιστα το δικαίωμα και να μ' εγκαταλείψη
+ακόμη . . . Έχει όλα τα δικαιώματα αυτός. Εγώ δεν έχω κανένα. Το
+γνωρίζει, αλλά δεν πρέπει να με κάμνη να το αισθάνωμαι . . .
+Άλλοτε δεν εφέρετο τοιουτοτρόπως.»
+
+Και, αν και ήτο πεπεισμένη ότι η απομάκρυνσις ήρχιζε, κατ' ουδέν
+ηδύνατο να μεταβάλη τας μετ' αυτού σχέσεις της. . . Δεν ηδύνατο να
+τον συγκρατήση παρά όπως και πρότερον, διά του έρωτος και των
+θελγήτρων της.
+
+Υπό τας συνθήκας ταύτας το κοριτσάκι της κατέπιπτε τότε ασθενές.
+Το επεριποιήθη, αλλά χωρίς να ευρίσκη εις τούτο καμμίαν ψυχικήν
+ευφροσύνην, τοσούτο δε μάλλον καθ' όσον η αδιαθεσία του μικρού δεν
+παρουσίαζε καμμίαν σοβαρότητα. Δεν ηδύνατο δε να συνειθίση ν'
+αγαπά την Αννίτσα παρά την προς τούτο επιθυμίαν της και δεν
+κατώρθωνεν ουχ' ήττον να υποκρίνεται ότι την ηγάπα.
+
+Όταν ευρέθη μόνη κατά το βράδυ της έκτης εκείνης ημέρας, κατελήφθη
+από σφοδράν ανησυχίαν διά τον Βρόνσκυ· απεφάσισε δε να μεταβή
+αυτοπροσώπως εις την πόλιν, αλλά κατόπιν μετέβαλε γνώμην και του
+απέστειλεν επιστολήν.
+
+Την επιούσαν ανέμενε κατά πάσαν στιγμήν την άφιξιν της αμάξης.
+Πολλάκις ενόμισεν ότι διέκρινε τον κρότον των τροχών, αλλ' ήτο
+αυταπάτη. Τέλος αντήχησεν η φωνή του ηνιόχου και κάποιος υπόκωφος
+κρότος υπό το εξωτερικόν υπόστεγον. Ήκουσε την φωνήν του,
+ελησμόνησε τα πάντα και εξώρμησε φαιδρά εις υπάντησίν του.
+
+ ― Πώς πηγαίνει η μικρούλα; ηρώτησεν εκείνος ηπίως παρατηρών
+αυτήν, καθώς κατήρχετο τρέχουσα την κλίμακα.
+
+ ― Καλλίτερα.
+
+ ― Και συ;
+
+Εδράξατο του βραχίονός του δι' αμφοτέρων της των χειρών και τον
+είλκυσε προς εαυτήν, χωρίς να αποσπάση τα μάτια της απ' αυτού.
+
+ ― Είμαι πολύ ευχαριστημένος! είπεν εκείνος ρίψας επ' αυτής βλέμμα
+ψυχρόν.
+
+Της ήρεσκε τούτο· αλλά τόρα το βλέμμα του εξέφραζε σκληρότητα την
+οποίαν εφοβείτο.
+
+ ― Είμαι πολύ ευχαριστημένος διότι η μικρούλα ανέρρωσε, και συ,
+είσαι καλά; είπε σπογγίζων την γενειάδα προτού ασπασθή την χείρα
+της Άννας.
+
+«. . . . Μου είνε αδιάφορον», διελογίσθη η Άννα. «αφού τον έχω
+πλησίον μου, ώστε να μη δύναται, να τολμά, να μη μ' αγαπά πλέον».
+
+Η βραδειά την επέρασε φαιδρώς. Της ωμίλησε περί των εκλογών και η
+Άννα διά των ερωτήσεών της, τον έκαμε να διηγηθή, ό,τι κυρίως τον
+ηυχαρίστει, δηλαδή περί των ιδίων του επιτυχιών . . . . Εις
+αντιστάθμισμα δε του παρέσχε και αύτη πληροφορίας λίαν ευχαρίστους
+περί των ζητημάτων που τον ενδιέφερον ως προς το σπίτι του.
+
+Βραδύτερον όμως, η Άννα, ήτις ησθάνετο ότι ανέκτα το επ' αυτού
+κράτος της, ηθέλησε ν' αποδιώξη την οδυνηράν εντύπωσιν του
+βλέμματος, το οποίον της είχε ρίψει ένεκα της επιστολής της.
+
+ ― Ομολόγησον ότι δυσηρεστήθης λαβών την επιστολήν μου και ότι δεν
+μ' επίστευσες; έτσι δεν είνε;
+
+Μόλις είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας και αντελήφθη ότι, παρ' όλην
+την αγάπην ην έτρεφε προς αυτήν την στιγμήν εκείνην, δεν της το
+είχεν ακόμη συγχωρήσει.
+
+ ― Μάλιστα, είπεν ούτος, η επιστολή ήτο παράδοξος: η Αννίτσα ήτο
+άρρωστη και συ ήθελες ν' αναχωρήσης!
+
+ ― Ήτο η απόλυτος αλήθεια.
+
+ ― Δεν αμφιβάλλω.
+
+ ― Ναι, αμφιβάλεις . . . Είσαι δυσαρεστημένος . . . το βλέπω . .
+
+ ― Κάθε άλλο . . . Το μόνον που δεν μου αρέσκει είνε ότι δεν
+θέλεις να δεχθής ότι υπάρχουν και καθήκοντα . . . και υποχρεώσεις,
+τας οποίας δεν δυνάμεθα να παραβλέπωμεν. Ούτω, πρέπει να φύγω διά
+Μόσχαν εξ αιτίας του σπιτιού . . .
+
+ ― Αφού είν' έτσι, απήντησεν εκείνη υποκώφως, αφού είν' έτσι,
+αποδεικνύει, τούτο ότι η ζωή αυτή σου είνε βάρος. Θα επανέλθης να
+περάσης μαζί μου μια 'μέρα και θα ξαναφύγης, όπως το κάμνουν . . .
+
+ ― Άννα είσαι σκληρά . . . Είμαι έτοιμος να σου χαρίσω όλην μου
+την ζωήν . . ,
+
+Αλλ' εκείνη δεν τον ήκουεν.
+
+ ― Αν υπάγης εις την Μόσχαν, θα σε συνοδεύσω. . . Δεν θα μείνω εδώ
+. . Ή θα χωρισθώμεν, ή θα ζήσωμεν μαζί . . .
+
+ ― Αλλά γνωρίζεις ότι αυτό είνε η μοναδική μου επιθυμία.
+
+Προς τούτο όμως . . .
+
+ ― Χρειάζεται το διαζύγιον; Θα του γράψω . . . Βλέπω ότι δεν
+δύναμαι να ζήσω διαφορετικά, αλλ' εις την Μόσχαν θα έλθω μαζί σου.
+. .
+
+ ― Θα έλεγε κανείς ότι νομίζεις πως με απειλείς.! Αλλ' ο
+μεγαλείτερός μου πόθος είνε να μη σε αποχωρισθώ, απήντησεν εκείνος
+μειδιών.
+
+Τονίζων όμως συνάμα τα τρυφερά αυτά λόγια, είχε το βλέμμα παγερόν
+και εχθρικόν ανθρώπου τον οποίον καταδιώκουν και τον καθιστώσι
+σκληρόν.
+
+Είδεν η Άννα το βλέμμα εκείνο και εμάντευσε την σημασίαν του.
+
+«. . . Αφού είν' έτσι, μας απειλεί η δυστυχία», έλεγε το βλέμμα
+εκείνο· ήτο στιγμιαία η εντύπωσις, αλλά δεν την ελησμόνησε ποτέ.
+
+Η Άννα έγραψε προς τον Καρένιν ίνα του ζητήση το διαζύγιον, και,
+φθίνοντος του Νοεμβρίου, απήλθε μετά του Βρόνσκυ εις Μόσχαν.
+Ανέμενον καθ' εκάστην μίαν απάντησιν επί του ζητήματος τούτου,
+και, την φοράν ταύτην, εγκατεστάθησαν ως πραγματικοί σύζυγοι.
+
+
+
+
+ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟΝ
+
+
+
+Ο Λεβίν και η Κίττυ είχον ήδη εγκατασταθή εις Μόσχαν προ τριών
+μηνών. Το τέρμα, κατά το οποίον η Κίττυ έπρεπε να γεννήση, είχε
+παρέλθει προ πολλού, και ανέμενε την απελευθέρωσίν της από ημέρας
+εις ημέραν.
+
+Ο Λεβίν δεν ήτο πλέον εν τη πόλει τοιούτος οίον η Κίττυ επεθύμει
+να τον βλέπη και οποίος ήτο εις την εξοχήν.
+
+Ηγάπα τον ήρεμον τόνον του, τον φιλόφρονα και ευπροσήγορον ον
+μεταχειρίζετο εις τα κτήματά του. Εις την πόλιν, εφαίνετο διαρκώς
+ανήσυχος, ως να εφοβείτο ότι ήθελον να τον προσβάλλουν και προ
+πάντων να μη εκτιμώσι την σύζυγόν του. Ενίοτε εκείνη τον εμέμφετο
+ότι δεν εγνώριζε να συμπεριφέρεται εις την πόλιν, αλλά πάραυτα
+ανεγνώριζεν ότι δεν ηδύνατο να διοργανώση εκεί την ζωήν κατά την
+ιδίαν της αρέσκειαν.
+
+Πράγματι, εις τι θα ησχολείτο εν Μόσχα; Ούτε χαρτιά έπαιζεν, ούτε
+εσύχναζεν εις τα κέντρα . . . Ν' αναστρέφεται μετά φαιδρών
+συντρόφων όπως ο Ομπλόνσκυ; Η Κίττυ εγνώριζεν ήδη ότι το τοιούτον
+εσήμαινε πίνειν και έπειτα μεταβαίνειν κάπου . . . Δεν ηδύνατο δε
+ν' αναλογίζεται άνευ φρίκης τα μέρη, εις τα οποία, κατά τας
+τοιαύτας ευκαιρίας, ετελείωναν της βραδειές των οι άνδρες.
+
+Ο Λεβίν θα ηδύνατο να συχνάζη εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις. Αλλ'
+η Κίττυ εγνώριζεν, ότι, προς τούτο, έπρεπε να ευρίσκη ευχαρίστησιν
+εις το &φλερτ& μετά νεαρών γυναικών, και δεν ηδύνατο να του το
+εύχεται αυτό.
+
+Εν τούτοις, ο Λεβίν ηθέλησε κάποτε να δειπνήση εις την λέσχην της
+οποίας ήτο μέλος κατά την νεότητά του, και όπου δεν είχε μεταβή
+αφ' ης είχεν αποφοιτήσει του Πανεπιστημίου . . . Διηυθύνθη προς
+την ήδη πλήρη κόσμου αίθουσαν του φαγητού, και δεν παρετήρησεν
+ούτε μίαν μορφήν σκυθρωπήν ή σκεπτικήν. Εφαίνετο ότι πάντες είχον
+αφήσει εις τον αντιθάλαμον όλας των τας φροντίδας και τας
+στενοχωρίας και παρεσκευάζοντο ν' απολαύσωσιν ησύχως τας υλικάς
+της ζωής ηδονάς.
+
+ ― Απ' εδώ Λεβίν, είπε μία εγκάρδιος φωνή.
+
+Ήτο ο Τουροψίν, είχεν ένα νεαρόν αξιωματικόν παραπλεύρως του και
+πλησίον του, δύο καθίσματα ήσαν γυρισμένα.
+
+Ο Λεβίν επλησίασεν αυτόν μετά χαράς· είχε πάντοτε ιδιαιτέρως
+αγαπήση τον φαιδρόν εκείνον σύντροφον, ου η καρδία ήτο τόσον
+αγαθή.
+
+ ― Τα δύο αυτά καθίσματα είνε διά σας και τον Ομπλόνσκυ.
+
+Αυτός πάντοτε αργεί . . . . Αλλά, νά 'τος!
+
+Ο σύγγαμβρος του Λεβίν προυχώρησε γοργώς.
+
+ ― Καλημέρα, είπε προς τον Λεβίν.
+
+Αφού παρετέθη η ψαρόσουπα έφεραν σαμπάνια εις τον αξιωματικόν και
+ούτος διέταξε να γεμισθούν τέσσαρα ποτήρια. Ο Λεβίν δεν απέκρουσε
+την προσφοράν, και, διέταξεν εκ μέρους του μίαν ακόμη φιάλην.
+Έφαγε δε και έπιεν ευχαρίστως και έλαβε μέρος εις την συνομιλίαν
+μετά πολλής μεγαλειτέρας ευχαριστήσεως. Ο αξιωματικός και ο
+Ομπλόνσκυ διηγούντο τα σκάνδαλα της Πετρουπόλεως, τα οποία καίτοι
+ηλίθια και απρεπή, ήσαν τόσον κωμικά, ώστε ο Λεβίν εγέλα
+θορυβωδώς.
+
+Κατόπιν ωμίλησε περί ίππων, ιπποδρομιών και ιδίως περί του ίππου
+του Βρόνσκυ, όστις είχε κερδίσει το πρώτον βραβείον . . Ο Λεβίν
+δεν αντελήφθη ότι το δείπνον επλησίαζεν εις το τέρμα του.
+
+ ― Να 'τος είπεν ο Ομπλόνσκυ εξαπλούμενος αποτόμως επί του
+ερεισινώτου του καθίσματός του, και έτεινε την χείρα προς τον
+Βρόνσκυ, όστις διηυθύνετο προς αυτούς.
+
+Η μορφή του Βρόνσκυ ηκτινοβόλει και αυτή την ευθυμίαν ήτις
+επεκράτει εν τη λέσχη. Εστήριξε δε γελαστός τον αγκώνα επί του
+ώμου του Ομπλόνσκυ ομιλών προς αυτόν χαμηλοφώνως.
+
+Ο Λεβίν ήκουσε την φράσιν ταύτην μόνον:
+
+«. . . Όχι, δεν στενοχωρείται, αλλ' η αβεβαιότης της θέσεώς της .
+. . .»
+
+Ηθέλησε δε ν' απομακρυνθή, αλλ' ο Ομπλόνσκυ τον συνεκράτησε:
+
+ ― Λεβίν, Λεβίν, μείνε του είπε, και του έθλιψε δυνατά τον αγκώνα
+ως να μη εννόει κατ' ουδένα λόγον να τον αφήση να φύγη.
+
+ ― Είνε ο πειό ασφαλής μου φίλος, ίσως ο καλλίτερος! είπε προς τον
+Βρόνσκυ. . . . Και συ επίσης μου είσαι λίαν αγαπητός . . . .
+Επιθυμώ και γνωρίζω ότι οφείλετε να είσθαι φίλοι διότι είσθε
+αμφότεροι θαυμάσιοι άνθρωποι.
+
+ ― Μετά τούτο, δεν μας μένει παρά να εναγκαλισθώμεν είπεν ο
+Βρόνσκυ με αφελές μειδίαμα, τείνας την χείρα προς τον Λεβίν.
+
+Ούτος έλαβε την χείρα του κόμητος και την έθλιψεν ισχυρώς:
+
+ ― Λογίζομαι λίαν ευτυχής, είπε.
+
+ ― Και εγώ επίσης, απήντησεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Παρά την μεγάλην των όμως επιθυμίαν όπως συνομιλήσουν, ο Λεβίν
+και ο Βρόνσκυ δεν ευρήκαν πλέον τίποτε να ειπούν.
+
+ ― Ξεύρεις ότι δεν γνωρίζει την Άνναν, είπεν ο Ομπλόνσκυ . . . Και
+επιθυμώ να τον οδηγήσω παρ' αυτή . . . εμπρός, Λεβίν, έλα.
+
+ ― Θα λογισθή λίαν ευτυχής εκ της γνωριμίας σας, είπεν ο Βρόνσκυ .
+. . .
+
+ ― Θέλεις να έλθης να ιδής την Άνναν; Είνε εις το σπίτι της . . .
+. Είνε καιρός τόρα που της υπεσχέθην να σε παρουσιάσω.
+
+ ― Αν θέλεις, θα έλθω μαζύ σου είπεν ο Λεβίν.
+
+ ― Εμπρός, είνε μεγάλη μου ευχαρίστησις.
+
+ ― Πήγαινε να 'δής αν είν' έτοιμον το αμάξι μου, διέταξεν ο
+Ομπλόνσκυ τον υπηρέτην.
+
+ ― Το αμάξι του πρίγκηπος Ομπλόνσκυ, κραύγασαν ο ελβετός με θυμώδη
+φωνήν.
+
+Η άμαξα επλησίασε και οι δύο φίλοι επεβιβάσθησαν.
+
+Ο Λεβίν δεν έμεινεν επί πολύ υπό την εντύπωσιν της αναπαύσεως, της
+ηδονής και της χαριτολόγου συνδιαλέξεως. Μόλις το κουπέ ευρέθη επί
+της οδού και ήκουσε τας αγροίκους κραυγάς των αμαξηλατών, των
+οποίων τα οχήματα συνεπλέκοντο, μόλις διέκρινεν υπό το αμφίβολον
+φως τας επιγραφάς των διαφόρων κ α μ π α ρ έ, η αγαθή εντύπωσις
+διεσκεδάσθη· και ήρχισε να σκέπτεται επί των πράξεών του και
+διηρωτάτο αν έπραττε καλώς μεταβαίνων εις της Άννας.
+
+«. . . Τι θα έλεγεν η Κίττυ;»
+
+Αλλ' ο Ομπλόνσκυ δεν του επέτρεψε να παραδοθή εις τους
+διαλογισμούς του, και, ως να εμάντευσε τους δισταγμούς του,
+έσπευσε να τους διαλύση.
+
+ ― Λογίζομαι λίαν ευτυχής σκεπτόμενος ότι θα κάμης την γνωριμίαν
+της . . . Η Δόλλυ το επιθυμεί από πολλού. . . . Όλοι οι 'δικοί μας
+είνε μαζί της . . . Αν και είνε αδελφή μου, δεν φοβούμαι να είπω
+ότι πρόκειται περί εξαιρετικής γυναικός! . . . Θα το αναγνωρίσης
+μόνος σου . . . Η θέσις της είνε λίαν κρίσιμος, τόρα κυρίως . . .
+
+ ― Διατί τόρα κυρίως;
+
+ ― Συνωμίλησα μετά του συζύγου της, περί του διαζυγίου . . . Δεν
+ζητεί τίποτε καλλίτερον, αλλά, ανεφύησαν δυσχέρειαι εξ αιτίας του
+υιού της. Και η υπόθεσις αύτη, ήτις έπρεπε να ετελείωνεν αμέσως,
+μένει εκκρεμής από τριών ήδη μηνών. Μόλις το διαζύγιον κυρωθή, θα
+νυμφευθή τον Βρόνσκυ. Πόσον η απηρχαιωμένη αυτή καθαγίασις, εις
+την οποίαν ουδείς πιστεύει και ήτις παρεμποδίζει την ευτυχίαν
+τόσων ανθρώπων, πόσον είνε βλακώδης! . . . Αλλ' επί τέλους, η
+θέσις των θα εκκαθαρισθή καθισταμένη όπως η ιδική μου και η ιδική
+σου.
+
+ ― Τι εμποδίζει το διαζύγιον;
+
+Α! είνε μακρά και ανιαρά ιστορία! Πρόσεξον καλά. Φαντάζεσαι σαφώς
+οποία πρέπει να είνε η θέσις της Άννας από τριών ήδη μηνών καθ'
+ους αναμένει το διαζύγιον: Ευρίσκεται εν Μόσχα, όπου όλοι την
+γνωρίζουν, και όμως δεν πηγαίνει πουθενά και δεν βλέπει άλλην
+φίλην πλην της Δόλλυ, διότι δεν επιθυμεί να την επισκέπτονται κατά
+συγκατάβασιν. Και εκείνη ακόμη η γρηά χήνα η πριγκήπισσα Βαρβάρα
+ανεχώρησε, διότι ευρίσκει ενοχοποιητικόν το να κατοική μετ' αυτών
+υπό τας συνθήκας ταύτας. . . Μία άλλη γυναίκα εις την θέσιν της
+δεν θα εύρισκεν εν εαυτή παρηγορίας και θάρρος. Ε; λοιπόν! Θα ίδης
+πόσον αξιοπρεπώς έχει διοργανώσει την ζωήν της. . .
+
+ ― Αριστερά, 'ςτό στενό, αντικρύ της εκκλησίας, εφώναζεν ο
+Ομπλόνσκυ προβαλών την κεφαλήν από της θυρίδος.
+
+Η άμαξα εισήλθεν εις το προαύλιον και ο Ομπλόνσκυ εκινδύνευσε
+δυνατά εις την αυλόθυραν, προ της οποίας εστάθμευον έλκυθρά τινα.
+Χωρίς δε να είπη τίποτε εις τον υπηρέτην, όστις του ήνοιξε την
+θύραν, εισήλθεν εις το πρόστοον ακολουθούμενος υπό του Λεβίν, ότις
+εξηκολούθει να διαλογίζεται αν καλώς ή κακώς έπραξε να τον
+ακολουθήση . , . Ανήλθεν εν τούτοις την κλίμακα όπισθεν του
+Ομπλόνσκυ.
+
+Η Άννα έσπευσεν εις υπάντησίν του. Προυχώρει δε χωρίς ν' αποκρύπτη
+την χαράν ην ησθάνετο βλέπουσα αυτόν.
+
+Ο Λεβίν ανεγνώρισεν εις όλην την στάσιν και το παράστημα της Άννας
+τους ανυποκρίτους και φυσικούς τρόπους της γυναικός του μεγάλου
+κόσμου, τον οποίον εγνώριζε και ηγάπα· εκείνη του έτεινε την
+μικράν της πρόθυμον χείρα.
+
+ ― Λογίζομαι, τη αληθεία, λίαν ευτυχής, λίαν ευτυχής που σας
+βλέπω! είπεν.
+
+Τα απλά αυτά λόγια εις το στόμα της Άννας περιεβλήθησαν διά τον
+Λεβίν όλως ιδιάζουσαν σημασίαν.
+
+ ― Σας γνωρίζω από πολλού και σας εκτιμώ, προσέθηκεν εν πρώτοις
+διότι είσθε φίλος του Στίβα, έπειτα δε λόγω της συζύγου σας. . .
+Την εγνώρισα ελάχιστα, αλλά μ' αφήκε την εντύπωσιν ενός θαυμαστού
+άνθους, αληθινού λουλουδιού! Ως μανθάνω, πρόκειται κατ' αυτάς να
+γείνη μήτηρ;
+
+Η Άννα ωμίλει βραδέως, ελεύθερα και διευθύνουσα αμοιβαδόν τα
+βλέμματά της από του Λεβίν εις τον αδελφόν της.
+
+Ο Λεβίν ησθάνθη ότι είχε κάμει καλήν εντύπωσιν, και αμέσως
+ανεπτύχθησαν μεταξύ των σχέσεις ευχάριστοι, εύκολοι, ως να
+εγνωρίζοντο από παιδικής ηλικίας.
+
+Η συνομιλία, κατά το τσάι, επανελήφθη ως και πρότερον ενδιαφέρουσα
+και ανυπόκριτος· ου μόνον δεν ησθάνετο καθόλον την ανάγκην της
+εκζητήσεως θέματος προς συζήτησιν, αλλ' ευχαρίστως έσπευσαν ίνα
+ακούσουν τι έλεγον οι άλλοι. Η προσοχή και αι παρατηρήσεις της
+Άννας επί των συζητήσεων έκαμον εις τον Λεβίν την εντύπωσιν ότι
+έδιδον ιδιαιτέραν σημασίαν εις τας συνομιλίας. Ήκουεν ή ελάμβανεν
+τον λόγον, αλλά διαρκώς προσείχεν εις αυτήν, εις ότι συνέβαινεν
+εντός της ψυχής της, προσπαθών να μαντεύση τα ενδόμυχα αισθήματά
+της.
+
+Και αυτός, όστις άλλοτε την έκρινεν αυστηρώς την εδικαίωνε τόρα,
+την ελυπείτο και εφοβείτο ότι ο Βρόνσκυ δεν την είχε εννοήσει εξ
+ολοκλήρου . . . Όταν ο Ομπλόνσκυ ηγέρθη προς αναχώρησιν, εφάνη εις
+τον Λεβίν ότι μόλις είχον φθάσει. Ηγέρθη μετά λύπης.
+
+ ― Ω ρεβουάρ, του είπεν εκείνη βυθίσασα εις τους οφθαλμούς του το
+γοητευτικόν της βλέμμα.
+
+Αφήκε δε την χείρα της εντός της χειρός του Λεβίν.
+
+ ― Ειπέτε εις την σύζυγόν σας ότι την αγαπώ όπως άλλοτε,
+προσέθηκεν. Ειπέτε της επίσης, ότι, αν δεν δύναται να με συγχωρήση
+διά την σημερινήν μου θέσιν, της εύχομαι να μη με συγχωρήση ποτέ.
+Διά να με συγχωρήση πρέπει να υποφέρη όπως υποφέρω, και ο Θεός ας
+την σώση από του τοιούτου!
+
+ ― Θα της το είπω, θα της το είπω, χωρίς άλλο! είπεν ο Λεβίν
+ερυθριάσας.
+
+«. . . Τι γυναίκα εξαιρετική, γόησσα και αξία οίκτου!» εσκέφθη ο
+Λεβίν όταν εξήλθε μετά του Ομπλόνσκυ εις τον παγερόν αέρα.
+
+ ― Λοιπόν! τι σου έλεγα, είπεν ο αδελφός της Άννας βλέπων ότι ο
+Λεβίν είχε κατακτηθή.
+
+ ― Όχι μόνον είνε πνευματώδης, είπεν ο Λεβίν, αλλ' είνε και όλη
+καρδιά! Την λυπούμαι εξ όλης μου της ψυχής!
+
+ ― Τόρα ελπίζω ότι όλα θα εξομαλυνθώσιν, είπεν ο Ομπλόνσκυ . . .
+Άλλοτε να μη κρίνης τους ανθρώπους χωρίς να τους γνωρίζης. Χαίρε .
+. . δεν θα πάρουμε τον ίδιο δρόμο.
+
+Ο Λεβίν επέστρεψεν εις την οικίαν του, υποδουλωμένος υπό της Άννας
+και επί μάλλον και μάλλον διεισδύων εις την κατάστασίν της.
+
+Ευρήκε την Κίττυ λυπημένην και στενοχωρημένην· είχε καλέσει τας
+δύο αδελφάς της να συμφάγουν, το δείπνον είχε διέλθει εν
+φαιδρότητι, αλλά κατόπιν ανέμειναν την επιστροφήν του Λεβίν, και
+επειδή ούτος δεν επέστρεφεν, αι δύο κυρίαι είχον αποχωρήσει.
+
+ ― Και συ, πού επέρασες τη βραδειά σου; τον ηρώτησε παρατηρούσα
+αυτόν εις τα μάτια, των οποίων αντελήφθη την ασυνήθη λάμψιν.
+
+Αλλά, διά να της εξηγηθή ειλικρινώς, απέκρυψε την ανησυχίαν της
+και τον ήκουσεν ομιλούντα μειδιώσα επιδοκιμαστικώς.
+
+ ― Είμαι λίαν ευχαριστημένος που παρουσιάσθη η ευκαιρία να
+συναντήσω τον Βρόνσκυ· είμεθα τόρα εις αρίστας σχέσεις . . .
+
+Εις το εξής, θα προσπαθήσω να μη τον συναντώ, αλλ' αι σχέσεις μας
+θα μείνουν φυσικώταται.
+
+ ― Και κατόπιν, πού επήγες;
+
+ ― Ο Στίβα με παρεκάλεσε να τον συνοδεύσω εις της αδελφής του
+Άννας.
+
+Εκοκκίνησε, δεν έπραξε καλώς να μεταβή εις της Άννας, δεν
+αμφέβαλλε ποσώς περί τούτου!
+
+Όταν επρόφερε το όνομα της Άννας, τα μάτια της Κίττυ ετεντώθησαν,
+αλλά κατέβαλεν αγώνα εφ' εαυτής, κατέπνιξε την συγκίνησίν της και
+είπεν αφελώς:
+
+ ― Α!
+
+ ― Δεν θα μου θυμώσης διότι επήγα; . . . Ο Στίβα με παρεκάλει να
+το κάμω, όπως και η Δόλλυ.
+
+ ― Ω! όχι, είπεν η Κίττυ, αλλά διείδεν εις τους οφθαλμούς της ότι
+δεν ήτο ειλικρινής η δήλωσίς της και ότι κάποια θύελλα
+ενεκυμονείτο.
+
+ ― Είνε θελκτικωτάτη, και λίαν, ομολύπητος . . . Είνε εξαίρετος
+γυνή.
+
+Διηγήθη δε τα κατά την βραδειά του και την παραγγελίαν της Άννας
+προς αυτήν.
+
+ ― Αναντιρρήτως είνε πολύ αξιολύπητος, επεβεβαίωσεν η Κίττυ, και
+έστρεψε τον λόγον επί άλλου θέματος.
+
+Ο Λεβίν καθησυχάσθη από τον ήρεμον εκείνον τόνον και επέρασεν εις
+τον θάλαμόν του ίνα εκδυθή.
+
+Όταν επέστρεψεν, ευρήκε την σύζυγόν του επί του αυτού φωτέγι, και
+μόλις την επλησίασεν, η Κίττυ τον ητένισε και ήρχισε να κλαίη.
+
+ ― Τι έχεις; τι έχεις; την ηρώτησε καίτοι τελείως εγνώριζε τι το
+βασανίζον αυτήν.
+
+ ― Είσαι ερωτευμένος με την αθλίαν αυτήν γυναίκα . . . Σ' εμάγευσε
+. . . Το παρετήρησα εις τα μάτια σου . . . Ναι, ναι! Και ποίαν
+συνέπειαν θα έχουν όλα αυτά; . . . Επήγες εις την λέσχην· έπιες,
+έπιες . . . κατόπιν έπαιξες και έπειτα μετέβης εις αυτής της
+γυναικός . . . Θα φύγωμεν απ' εδώ. . . Εγώ φεύγω αύριον.
+
+Επί πολύ ο Λεβίν δεν κατώρθωσε να την καταπραϋνη. Το επέτυχε δε
+τέλος όταν μόνον της ωμολόγησεν ότι ο προς την Άνναν οίκτος του
+και η σαμπάνια είχον συγχύσει εν αυτώ την αντίληψιν του αγαθού και
+του πονηρού· ότι πράγματι είχεν αφεθή να επιρρεασθή από την Άνναν
+και, ότι του λοιπού, θα την απέφευγε. Της ωμολόγησε προσέτι μετά
+πάσης ειλικρινείας ότι η ζωή εκείνη της Μόσχας, όπου δεν έκαμνε
+τίποτε άλλο παρά να πίνη, να τρώγη και να φλυαρή, τον είχε τελείως
+παραστρατήσει.
+
+* * *
+
+Όταν η Άννα κατευώδωσε τους επισκέπτας της, ήρχισε να βηματίζη ανά
+τον κοιτώνα της. Κατά τους τελευταίους εκείνους χρόνους είχε
+καθιερώση την τακτικήν να εξάπτη όλους τους νεαρούς άνδρας ους
+έβλεπε το αίσθημα του έρωτος· μετεχειρίσθη δε την αυτήν τακτικήν
+και ως προς τον Λεβίν, καίτοι δε είχε κατανοήσει ότι είχεν
+επιτύχει του σκοπού της εφ' όσον ήτο τούτο κατορθωτόν επ' ανδρός
+νυμφευμένου και εντίμου, και εν διαστήματι μιας μόνης εσπέρας,
+μόλις ούτος ανεχώρησεν έπαυσε να τον συλλογίζεται.
+
+Εν τούτοις της ήρεσκε πολύ. Παρά την χαρακτηριστικήν διαφοράν
+μεταξύ των δύο εκείνων ανδρικών τύπων, η Άννα ως γυναίκα,
+διέβλεπεν εις αμφοτέρους κάτι το ελκυστικόν που είχον από κοινού
+και εν συνδυασμώ και διά το οποίον η Κίττυ είχεν αγαπήσει τον
+Βρόνσκυ και ηγάπα τον Λεβίν.
+
+Μία μόνη σκέψις την εβασάνιζεν υφ' όλας της τας μορφάς:
+
+ ― Αφού έχω τοιαύτην δύναμιν επιδράσεως επί άλλων, επί του συζύγου
+τούτου, του αγαπώντος και αφωσιωμένου εις τα καθήκοντά του, διατί
+εκείνος μένει ψυχρός ως προς με; . . . Όχι, όχι ψυχρός, με αγαπά,
+το γνωρίζω . . . αλλά νέος μας χωρίζει φραγμός . . . Διατί περνά
+ολόκληρη τη βραδειά του έξω από το σπίτι του; Μου ανεκοίνωσε διά
+του Στίβα, ότι δεν ειμπορεί ν' αφήση τον Γιαχβίν και ότι πρέπει να
+τον επιβλέπη εις το παιγνίδι. . . Ο Γιαχβίν είνε παιδί; Δέχομαι
+την εξήγησιν ταύτην, δεν ψεύδεται ποτέ . . . Αλλά, κάτωθεν αυτής
+της αληθείας, υπάρχει κάτι άλλο. Λογίζεται ευτυχής διότι έχει την
+ευκαιρίαν ταύτην όπως μου αποδεικνύη ότι έχει και άλλα καθήκοντα!
+Το γνωρίζω, και κρίνω ότι έχει δίκαιον. Αλλά προς τίνα σκοπόν
+θέλει να μου το αποδεικνύη; Θέλει να μου αποδείξη ότι ο προς εμέ
+έρως του δεν πρέπει να στενοχωρή την ελευθερίαν του. Αλλ' εγώ δεν
+έχω ανάγκην τοιαύτης αποδείξεως, έρωτος έχω ανάγκην εγώ. Ώφειλε να
+εννοή τι υποφέρω διαμένουσα εν Μόσχα . . . . Εγώ δεν ζω πλέον,
+αναμένω την λύσιν, η οποία διαρκώς μου διεκφεύγει. Ο Στίβα μου
+λέγει ότι δεν δύναται να μεταβή παρά τω Καρένιν, και εγώ δεν
+ημπορώ να του ξαναγράψω . . . . Δεν ειμπορώ να κάμω τίποτε, ν'
+αρχίσω τίποτε, να μεταβάλω τίποτε . . . Επιβάλλομαι εις εμαυτήν,
+αναμένω, δημιουργώ ψυχαγωγικούς αντιπερισπασμούς, διαβάζω, αλλ'
+όλα ταύτα είνε φαντασιώδη . . . και αυτή ακόμη η μορφίνη. . . Ο
+Βρόνσκυ έπρεπε να με λυπήται . . .
+
+Ησθάνετο δε ότι η συμπάθεια ην έτρεφε προς εαυτήν της απέσπα τα
+δάκρυα . . .
+
+Ήκουσε ζωηρόν κωδωνισμόν και ανεγνώρισε τον Βρόνσκυ. Εσπόγγισε
+γρήγορα τα δάκρυά της, εκάθησε παρά την λυχνίαν, ήνοιξεν έν
+βιβλίον και υπεκρίθη ηρεμίαν πνεύματος.
+
+Έπρεπε να τον αφήση να εννοήση ότι ήτο δυσηρεστημένη εκ του ότι
+δεν είχεν επιστρέψει όπως της είχεν υποσχεθή, αλλά συνάμα να μη
+του δείξη την λύπην της, ούτε το ότι συνεπόνει εαυτήν.
+
+Ο Βρόνσκυ επλησίασε φαιδρός και ζωηρός.
+
+ ― Δεν εστενοχωρήθης, δεν είν' έτσι; . . . Α! τι πάθος αυτό το
+παιγνίδι!
+
+ ― Όχι, δεν εστενοχωρήθην· είνε πολύς καιρός τόρα που έχασα την
+ικανότητα να στενοχωρούμαι . . . Μ' επεσκέφθη ο Στίβα μαζί με τον
+Λεβίν.
+
+ ― Ναι, μου είπαν ότι θα σ' επεσκέπτοντο. Λοιπόν! Σου ήρεσεν ο
+Λεβίν;
+
+Εκάθησε παραπλεύρως της.
+
+ ― Πολύ . . . Μόλις εξήλθεν . . . και ο Γιαχβίν;
+
+ ― Εκέρδισε δεκαεπτά χιλιάδες ρούβλια . . . τον υπεχρέωσα να
+αποσυρθή μαζί μου, και ηγέρθη πράγματι προς τούτο, αλλά κατόπιν
+επέστρεψεν εις την τράπεζαν του παιγνιδιού και τόρα χάνει . . .
+
+ ― Γιατί λοιπόν έμεινες συ; είπεν εκείνη υψώσασα την φωνήν. Είπες
+εις τον Στίβα ότι έμεινες διά να σώσης τον Γιαχβιν και συ τον
+εγκατέλειψες!
+
+Η έκφρασις της μορφής της κατέστη ωχρά και εχθρική . . Η μορφή του
+Βρόνσκυ αντηνάκλασεν αμέσως την αυτήν αποφασιστικότητα να παλαίση
+απαθώς.
+
+ ― Εν πρώτοις ουδένα επεφόρτισα να σου μεταβιβάση τούτο ή εκείνο,
+άλλως τε δεν λέγω ποτέ ό,τι δεν είνε αληθές . . . Είχα διάθεσιν να
+μείνω και έμεινα.
+
+Εσιώπησε προς στιγμήν, είτα δ' έκυψε προς αυτήν και της έτεινε την
+χείρα, ελπίζων ότι θα έθετεν εν αυτή την ιδικήν της.
+
+ ― Άννα, Άννα, είπε, διατί;
+
+Η επίκλησις αύτη προς την τρυφερότητα ήρεσεν εις την νεαράν
+γυναίκα, αλλά παράδοξος παρόρμησις προς το κακόν την ημπόδισε να
+συμμερισθή το κούνημα εκείνο, ωσανεί οι όροι της ειρήνης δεν της
+επέτρεπον να υποταχθή.
+
+ ― Κάμνεις ότι σου αρέσκει. Αλλά προς τι να μου το λέγης. Σου
+αμφισβητεί κανείς τα δικαιώματά σου; Επιμένεις τέλος, να έχης και
+καλόν δίκαιον! . . .
+
+Εξήπτετο δ' επί μάλλον και μάλλον καθ' όσον ωμίλει.
+
+Ο Βρόνσκυ απέσυρε την χείρα του, και η μορφή του προσέλαβεν
+έκφρασιν πολύ περισσότερον επιβλητικήν.
+
+ ― Διά σε, είνε τόσο ισχυρογνωμοσύνη! Μάλιστα, ισχυρογνωμοσύνη . .
+. Διά σε το ζήτημα έγκειται εις το να λέγης συ την τελευταίαν
+λέξιν. Αλλ' αν είξευρες περί τίνος πρόκειται δι' εμέ . . .
+
+Δυσκόλως δε συνεκράτησε τα δάκρυά της.
+
+ ― Αν εγνώριζες τι αισθάνομαι όταν σε βλέπω να φέρεσαι εχθρικώς,
+ναι εχθρικώς προς εμέ. . . Αν εγνώριζες πόσον, κατά τας στιγμάς
+αυτάς, πόσον πλησίον μας είναι η συμφορά, πόσον φοβούμαι εμαυτήν .
+. . .
+
+Προ της απελπισίας εκείνης, ο Βρόνσκυ ετρόμαξεν . . . Έκλινε προς
+αυτήν, έλαβε την χείρα της και την ησπάσθη.
+
+ ― Ας ίδωμεν . . . προς τι να χάνωμεν τον καιρόν μας; Μήπως
+επιζητώ εγώ ψυχαγωγίας έξω; Μήπως δεν αποφεύγω τας μετά γυναικών
+σχέσεις;
+
+ ― Αυτό δα μας έλειπεν ακόμη!
+
+ ― Ειπέ μου, τι πρέπει να κάμνω διά να είσαι ήσυχος; Είμαι έτοιμος
+εις όλα χάριν της ευτυχίας σου. Δεν βλέπεις ότι τα πάντα θα έκαμνα
+ίνα σε αποσπάσω της θλίψεως που σε βασανίζει την στιγμήν αυτήν;. .
+.
+
+ ― Δεν είναι τίποτε, δεν είναι τίποτε, είπεν εκείνη. Αληθινά δεν
+εννοώ και εγώ εμαυτήν, ίσως διότι μένω μόνη . . . Τα νεύρα . . .
+Ας παύση αυτή η ομιλία! . . . Διηγήσου μου πώς διεξήχθησαν αι
+ιπποδρομίαι; Δεν μου είπες τίποτε δι' αυτάς.
+
+Προσεπάθει να κρύψη τον θρίαμβόν της, διότι η νίκη ήτο και πάλιν
+εξ ολοκλήρου ιδική της.
+
+Ο Βρόνσκυ εζήτησε να φάγη και ήρχισεν αφηγούμενος όλας τας
+λεπτομερείας των ιπποδρομιών, διέκρινε όμως εκείνη εντός του
+βλέμματός του, το οποίον καθίστατο επί μάλλον και μάλλον παγερόν,
+ότι δεν θα της συνεχώρει την νίκην της και ότι η πεισμονή κατά της
+οποίας μάτην επάλαιε τον κατελάμβανεν αύθις εξ ολοκλήρου.
+
+Η στάσις του και η συμπεριφορά του είχε καταστή ψυχροτέρα, ως να
+μετενόει ήδη διότι υπεχώρησε, και η Άννα αναμιμνησκομένη διά τίνων
+λόγων είχεν επιτύχει την νίκην, κατενόησεν ότι το όπλον αυτό ήτο
+επικίνδυνον και ότι δεν ηδύνατο να το μεταχειρισθή δις.
+
+Συνησθάνετο ότι παραπλεύρως του συνδέοντος αυτούς έρωτος, ανέσυρεν
+ήδη το πονηρόν πνεύμα της έριδος και ότι δεν ηδύνατο να το
+αποδιώξη από της καρδίας του Βρόνσκυ και ακόμη ολιγώτερον από της
+ιδικής της.
+
+* * *
+
+Αι εργασίαι του Ομπλόνσκυ επήγαιναν πολύ άσχημα και τα εισοδήματά
+του δεν επήρκουν προς κάλυψιν των περιωρισμένων του δαπανών.
+Απεφάσισε λοιπόν να επιζητήση εις την Διεύθυνσιν των Σιδηροδρόμων
+καμμίαν αργομισθίαν που να του εξασφαλίζη καμμιά δεκαριά χιλιάδες
+ρούβλια κατ' έτος και να του επιτρέπη συγχρόνως να διατηρήση το
+αξίωμά του. Εις τούτο αποβλέπων ο Ομπλόνσκυ, απήλθεν εις
+Πετρούπολιν ίνα ίδη τον Καρένιν, όστις θα ηδύνατο να του φανή
+χρήσιμος εις την περίστασιν αυτήν. Εσκόπει δε ταυτοχρόνως να
+δοκιμάση να του αποσπάση την συγκατάθεσίν του εις το διαζύγιον.
+
+Καθήμενος εις το γραφείον του Καρένιν ο Ομπλόνσκυ ηκροάσθη
+υπομονητικώς την έκθεσιν των σχεδίων αυτού επί της κακής
+καταστάσεως των ρωσσικών οικονομικών, αναμένων να τελειώση, διά να
+ομιλήση περί των ιδίων του υποθέσεων και των της αδελφής του . . .
+Μόλις δε παρουσιάσθη η ευκαιρία, τον παρεκάλεσε να ομιλήση εις
+τους ισχύοντας, ότι ευχαρίστως θα εδέχετο μίαν θέσιν, κενήν τότε,
+εις τον ανώτερον έλεγχον των σιδηροδρόμων.
+
+ ― Αναμφιβόλως, ειμπορώ να ομιλήσω διά σε, αλλά διατί την
+επιθυμείς αυτήν την θέσιν;
+
+ ― Διότι έχει γερήν αμοιβήν . . . Εννέα χιλιάδες ρούβλια . . . τα
+οικονομικά μου, κάτι γνωρίζεις, δεν είνε ανθηρά. Θα μου παρείχες
+μεγάλην εκδούλευσιν, αν ευηρεστείσο να ομιλήσης δι' εμέ . . .
+Εκτός όμως τούτου, έχω να σου ομιλήσω και δι' άλλο ζήτημα . . .
+μαντεύεις περί τίνος πρόκειται . . . πρόκειται περί της Άννας! . .
+.
+
+Μόλις ο Ομπλόνσκυ επρόφερε το όνομα τούτο, η μορφή του Καρένιν
+ηλλοιώθη . . . αντί ερεθισμού, εξεδήλωσε δυσφορίαν και σκληρότητα.
+
+ ― Μά, επί τέλους, τι θέλετε από εμέ; ηρώτησε.
+
+ ― Μίαν λύσιν, μίαν οιανδήποτε λύσιν! Απευθύνομαι προς σε (ο
+Ομπλόνσκυ ήθελε να προσθέση: «Ουχί ως προς ατιμασθέντα σύζυγον»,
+αλλά μετεμελήθη), ουχί ως προς πολιτικόν άνδρα, αλλ' απλώς ως προς
+άνθρωπον της καρδιάς, ως προς χριστιανόν . . . Πρέπει να την
+λυπηθής . . .»
+
+ ― Πού θέλεις να καταλήξης; ηρώτησεν ηρέμα ο Καρένιν.
+
+ ― Ναι, αυτό είνε, πρέπει να την λυπηθής . . . Αν την έβλεπες εις
+την κατάστασιν που την είδον εγώ, ― επέρασα ολόκληρον τον χειμώνα
+πλησίον της, ― θα την ηυσπλαγχνίζεσο . . . Η θέσις της είνε
+τρομερά, απολύτως τρομερά, αυτή είνε η λέξις.
+
+ ― Νομίζω εν τούτοις, ότι η Άννα Αρκαδιέβνα απέκτησε παν ό,τι
+επόθει, είπεν ο Καρένιν διά φωνής ημιδιαπεραστικής.
+
+ ― Α! αγαπητέ μου, σας παρακαλώ, ας αφήσωμεν τας αντεγκλήσεις!
+Εκείνο που 'πέρασεν επέρασε . . . και γνωρίζεις καλώς τι επιθυμεί
+. . . Ζητεί το διαζύγιον.
+
+ ― Αλλ' ενόμιζα ότι η Άννα Αρκαδιέβνα απέκρουε το διαζύγιον, διότι
+της εζήτουν να παραιτηθή από του υιού της . . . Εφρόνουν δε ότι το
+ζήτημα αυτό είχε περατωθή . . .
+
+ ― Παρακαλώ, χωρίς θυμούς! είπεν ο Ομπλόνσκυ. Αν συ επιτρέπεις θ'
+ανακεφαλαιώσω τα γεγονότα: όταν εχωρίσθη της επέδειξες
+μεγαλοφροσύνην, δεν θα ηδύνατο κανείς άλλος να φερθή ως συ
+μεγαλοψύχως: της έδιδες τότε τα πάντα, της παρείχες την ελευθερίαν
+και αυτό το διαζύγιον. Εξετίμησε δε πληρέστατα την στάσιν σου . .
+. Ναι, ναι . . . Τόσον την εξετίμησεν, ώστε, υπό τας πρώτας
+εντυπώσεις, αισθανομένη εαυτήν ένοχον απέναντί σου, περί ουδενός
+εσκέφθη . . . Απέκρουσε τα πάντα . . .
+
+Αλλά της ζωής η πραγματικότης της απέδειξεν επί μακρόν, ότι η
+κατάστασίς της ήτο αφόρητος.
+
+ ― Η ζωή της Άννας Αρκαδιέβνας δεν έχει κανέν ενδιαφέρον δι' εμέ,
+είπεν ο Καρένιν διακόπτων αυτόν και ανυψώντας οφρείς.
+
+ ― Επίτρεψόν μου να μη το πιστεύω, προσέθηκε ηρέμα ο Ομπλόνσκυ . .
+. Η κατάστασίς της είνε αφόρητος δι' αυτήν και χωρίς κανέν όφελος
+δι' οιονδήποτε άλλον . . . Θα μου είπης ότι της αξίζει; . . Το
+γνωρίζει κάλλιον παντός άλλου και δεν σου ζητεί αυτή ό,τι σου
+προτείνω . . . Αυτή ομολογεί ότι δεν δύναται και δεν τολμά να σου
+ζητήση τίποτε. Αλλ' εγώ, ημείς, όλοι της οι συγγενείς, όλοι ημείς
+που την αγαπώμεν, σε παρακαλούμεν, σε ικετεύομεν. Διατί να
+μαρτυρή; Ποίον ωφελούν αι βάσανοί της;
+
+ ― Συγγνώμην, συγγνώμην, είπεν ο Καρένιν, νομίζω ότι με βάλετε εις
+θέσιν κατηγορουμένου:
+
+ ― Αλλ' όχι, ουδαμώς! . . κάθε άλλο! . . Σου λέγω μόνον ότι η
+θέσις της Άννας είνε αφόρητος, και ότι συ, δύνασαι να την
+βελτιώσης συ, χωρίς να σου στοιχίση απολύτως τίποτε . . . Θα τα
+κανονίσω εγώ όλα χωρίς ν' ανησυχήσης . . . Άλλως τε μου το έχεις
+υποσχεθή . . .
+
+ ― Είχον δώσει την υπόσχεσιν ταύτην εν καιρώ, αλλ' ενόμισα έκτοτε
+ότι το ζήτημα του υιού είχεν ανατρέψει την υπόθεσιν αυτήν . . .
+Πλην δε τούτου, ήλπιζα ότι η Άννα Αρκαδιέβνα θα είχεν αρκετήν
+γενναιοφροσύνην . . .
+
+Ο Καρένιν επρόφερε τας λέξεις ταύτας μετά μόχθου και με τα χείλη
+φρίσσοντα.
+
+ ― Αφίνει τα πάντα εις την μεγαλοφροσύνην σου . . . Σε παρακαλεί,
+σε ικετεύει να την εξαγάγης από της φοβεράς θέσεως εις ην
+ευρίσκεται . . . . Δεν σου ζητεί τον υιόν της . . . Ας ίδωμεν . .
+. είσαι αγαθός . . . . ελθέ εις την ιδικήν της θέσιν . . . . Το
+διαζύγιον δι' αυτήν αποτελεί ζήτημα ζωής ή θανάτου. . . . Αν δεν
+της το είχες υποσχεθή, θα εξωκειούτο με την κατάστασίν της και θα
+έμενεν εις την εξοχήν. Αλλά της το υπεσχέθης, και, αφού σου
+έγραψε, μετέβη να εγκατασταθή εις Μόσχαν. Λοιπόν! εκεί, κάθε φοράν
+που συναντά κανένα, είνε ως να δέχεται μια μαχαιριά κατάκαρδα . .
+. Από εξαμήνου ήδη αναμένει να μάθη την απόφασίν σου . . . . Είνε
+ως να κρατήται ένας εις θάνατον κατάδικος επί έξ μήνας, με το
+σχοινί 'στό λαιμό, με την υπόσχεσιν ίσως θανάτου, ίσως χάριτος . .
+. . Λυπήσου την . . . . Αναλαμβάνω εγώ να τα κανονίσω όλα . . . .
+οι δισταγμοί σας . . . .
+
+ ― Δεν πρόκειται περί τούτου! είπεν ο Καρένιν μετά δυσφορίας . . .
+. Αλλ' ίσως υπεσχέθην ό,τι δεν είχον το δικαίωμα να υποσχεθώ . . .
+.
+
+ ― Ώστε αρνείσαι τόρα ό,τι υπεσχέθης;
+
+ ― Ουδέποτε αρνούμαι το δυνατόν να γείνη, αλλά μου χρειάζεται
+χρόνος να σκεφθώ.
+
+Ο Ομπλόνσκυ ανεσκίρτησεν επί του καθίσματός του.
+
+ ― Όχι, όχι, δεν δύναμαι να το πιστεύσω . . . . Είνε τόσον
+δυστυχής! . . . Δεν ειμπορείς να της αρνηθής . . .
+
+ ― Το επαναλάμβανω, εντός των ορίων του δυνατού . . . .
+Διατείνεσθε ότι είσθε πνεύμα ελεύθερον, αλλ' εγώ είμαι
+φιλόθρησκος, και δεν δύναμαι να παραβώ τους χριστιανικούς νόμους.
+
+ ― Αλλ' η χριστιανική κοινωνία, όπως η ιδική μας, δέχεται το
+διαζύγιον, είπεν ο Ομπλόνσκυ. Η εκκλησία μας δέχεται το διαζύγιον
+. . .
+
+ ― Ναι, αλλ' όχι υπ' αυτό το πνεύμα.
+
+Ο Ομπλόνσκυ έμεινε προς στιγμήν σιωπηλός, μεθ' ό επανέλαβε.
+
+ ― Δεν σε αναγνωρίζω πλέον! Δεν συνεχώρησες τα πάντα; . . . Δεν
+ήσο, συγκινηθείς εκ του χριστιανικού ακριβούς αισθήματος, δεν ήσο
+έτοιμος να θυσιάσης τα πάντα; Και πόσον σ' εθαυμάσαμεν! Συ ο ίδιος
+το είπες, όταν σου πάρουν το 'πουκάμισο, δίδεις και το φόρεμά σου;
+. . . Και τόρα . . . .
+
+Ο Καρένιν ηγέρθη κάτωχρος, με την σιαγώνα τρέμουσαν και είπε διά
+φωνής διαπεραστικής:
+
+ ― Αρκεί, αρκεί, σας παρακαλώ . . . ας παύση αύτη η συζήτησις . .
+. .
+
+ ― Συγχώρησόν με λοιπόν αν σ' ελύπησα, είπεν ο Ομπλόνσκυ με
+συγκεχυμένον μειδίαμα και τείνων την χείρα προς τον γαμβρόν του.
+Εγώ εξετέλεσα απλώς την αποστολήν, δι' ης είχον επιφορτισθή.
+
+Ο Καρένιν έλαβε την χείρα του, εσκέφθη και είπε:
+
+ ― Πρέπει να ζυγίσω καλώς την υπόθεσιν αυτήν και να ζητήσω
+σχετικάς οδηγίας . . . Μεθαύριον θα σας δώσω οριστικήν απάντησιν.
+
+Ο Ομπλόνσκυ ητοιμάζετο ν' αποσυρθή, οπότε ο Κόρνεϊ ανήγγειλεν:
+
+ ― Ο Σεριόγια Αλεξέεβιτς!
+
+ ― Α! ο Σεριόγια! είπεν . . .
+
+Ενεθυμήθη τότε ότι η Άννα τον είχε παρακαλέσει να ίδη τον υιόν
+της.
+
+«. . . Θα τον ίδης και θα προσπαθήσης να μάθης ποίον έχει κοντά
+του και τι κάμνει; . . . Αχ! Στίβα, αν ήτο δυνατόν!»
+
+Ο Ομπλόνσκυ ανεπόλησε την συγκινούσαν έκφρασιν με την οποίαν η
+Άννα είχε προφέρει τας λέξεις ταύτας, και κατενόει ότι δεν υπήρχε
+δι' αυτήν τρόπος αποδοχής του διαζυγίου υπό τον όρον να χάση όλα
+τα επί του υιού της δικαιώματα. Επανείδε λοιπόν μετ' ευχαριστήσεως
+τον ανεψιόν του.
+
+Ο Καρένιν υπενθύμισεν εις τον γυναίκαδελφόν του ότι ουδέποτε
+ωμίλουν εις τον Σεριόγια περί της μητρός του και τον παρεκάλεσε να
+μη κάμη ουδένα σχετικόν υπαινιγμόν.
+
+ ― Το παιδί ησθένησε σοβαρώς κατόπιν μιας συναντήσεως μετά της
+μητρός του, την οποίαν δεν είχομεν προΐδει, είπεν ο Καρένιν . . .
+Προς στιγμήν εφοβήθημεν διά την ζωήν του . . . . Αλλ' αι
+επιστημονικαί περιποιήσεις, και τα θαλάσσια λουτρά το επανέφερον
+εις τας αισθήσεις του, και τόρα, κατά συμβουλήν του ιατρού, το
+ενέγραψα εις το σχολείον . . . Η επίδρασις των συμμαθητών υπήρξεν
+αρίστη δι' αυτόν . . . Είνε καλά και προοδεύει εις τα γράμματα.
+
+Ο Σεριόγια, όστις είχε καταστή ωραίος μαθητής, εισήλθε φαιδρώς.
+Εχαιρέτησε τον θειόν του ως ξένον, αλλά, μόλις τον ανεγνώρισεν,
+εκοκκίνησε, και, ως να προσεβλήθη εκ της παρουσίας του, του
+έστρεψε τα νώτα . . . Επλησίασε δε τον πατέρα του και του επέδειξε
+τα γραπτά του.
+
+ ― Καλά, πολύ καλά! είπεν ο Καρένιν, ειμπορείς να πηγαίνης.
+
+ ― Αδυνάτισε και εμεγάλωσε, παρετήρησεν ο Ομπλόνσκυ. Δεν είνε
+πλέον παιδί, είνε εκείνο που αγαπώ . . . Μ' ενθυμείσαι εμέ.
+
+Ο Σεριόγια έρριψε βλέμμα επί του πατρός του.
+
+ ― Σας ενθυμούμαι, θείε μου, απεκρίθη χαμηλώσας τους οφθαλμούς.
+
+Ο Ομπλόνσκυ τον είλκυσε προς εαυτόν και τον επήρεν από το χέρι.
+
+ ― Λοιπόν! πώς είσαι; είπε θέλων να ομιλήση μετά του νεανίσκου και
+μη γνωρίζων τι να του είπη.
+
+Το παιδίον εκοκκίνισε χωρίς ν' αποκριθή και απέσυρεν ηρέμα το χέρι
+του. Μόλις δε ο Ομπλόνσκυ το αφήκεν ελεύθερον, ητένισεν
+ερωτηματικώς τον πατέρα του, είτα δε, ωσάν πουλί ανακτήσαν την
+ελευθερίαν του, ώρμησεν έξω του δωματίου.
+
+Έν έτος είχε παρέλθει αφ' ότου ο Σεριόγια είχεν ίδει την μητέρα
+του διά τελευταίαν φοράν. Έκτοτε δεν είχε πλέον ακούσει να γείνη
+λόγος περί αυτής. Τα όνειρα και αι αναμνήσεις, αίτινες μετά την
+συνάντησίν των, τον είχον κάμει ν' ασθενήση δεν τον ηνόχλουν πλέον
+και ταπεδίωκεν οσάκις συνεσωρεύοντο εντός της κεφαλής του,
+ευρίσκων αυτά καλά διά μικρά κοριτσάκια, αλλ' όχι δι' ένα μαθητήν.
+
+Εγνώριζεν ότι ο πατήρ του και η μήτηρ του είχον έλθει εις ρήξιν
+και έζων χωριστά. Και ήρχιζε να εξοικειούται προς την σκέψιν ότι
+ώφειλε να ζήση μετά του πατρός του.
+
+Όταν αντίκρυσε τον θείον του, όστις ωμοίαζε προς την μητέρα του, ο
+Σεριόγια ησθάνθη οδυνηράν συγκίνησιν, διότι τούτο του υπενθύμιζεν
+αναμνήσεις διά τας οποίας ησχύνετο. Εμάντευσε κατόπιν εκ της
+εκφράσεως του πατρός του και του θείου του, ότι θα είχον ομιλήσει
+περί της μητρός του. Όταν δε ο Ομπλόνσκυ εξήλθεν όπισθέν του και
+τον εκάλεσεν εις την κλίμακα, ο Σεριόγια μη ευρισκόμενος πλέον
+παρουσία του πατρός του, του ωμίλησε προθύμως.
+
+ ― Εφεύρομεν εις την τάξιν μας ένα σιδηρόδρομον, διηγήθη. Ιδού πώς
+γίνεται: δύο παιδιά κάθηνται εις το θρανίο, αυτοί είνε οι
+ταξειδιώται, ένα άλλο στέκει όρθιον επί του θρανίου και έπειτα,
+όλα τα άλλα παιδιά, το τραβούν. . . Δεν είνε εύκολον πράγμα να
+είνε κανείς οδηγός.
+
+ ― Είνε το παιδί που στέκει όρθιον; ηρώτησεν ο Ομπλόνσκυ μειδιών.
+
+ ― Ναι, βέβαια! . . . Χρειάζεται πολύ θάρρος και μεγάλη
+επιδεξιότης, ιδίως όταν το τραίνο σταματά αποτόμως ή όταν κανείς
+αναποδογυρίζεται . . .
+
+Ο Ομπλόνσκυ παρετήρει μετά λύπης τα ζωηρά εκείνα ωραία μάτια, ―
+μάτια της Άννας, ― τα οποία δεν ήσαν πλέον μάτια τελείας παιδικής
+αθωότητος, καίτοι δεν είχεν υποσχεθή εις τον γαμβρόν του να μη
+αναφέρη τι περί της αδελφής του, δεν ηδυνήθη να κρατηθή.
+
+ ― Και, τη θυμάσαι τη μαμά σου; ηρώτησεν.
+
+ ― Όχι! . . . Δεν τη θυμούμαι! . . .
+
+Ο Σεριόγια επρόφερε τας λέξεις ταύτας εν σπουδή, εγένετο
+καταπόρφυρος και εχαμήλωσε τα μάτια. Ο θειος του δεν ηδυνήθη να
+του αποσπάση ούτε λέξιν επί πλέον.
+
+Μετά ημίσειαν ώραν, ο παιδαγωγός του τον ευρήκεν εις την ιδίαν
+θέσιν, και επί πολύ, δεν ηδυνήθη να αντιληφθή αν το παιδί ήτο
+εξοργισμένον ή αν έκλαιεν.
+
+ ― Α! είμαι βέβαιος ότι θα έπεσες και θα εκτύπησες; εφώνησεν ο
+παιδαγωγός. Πρέπει να ειδοποιήσω τον διευθυντήν,
+
+ ― Αν εκτυπούσα, κανείς δεν θα το εμάθαινεν, ειμπορείτε να είσθε
+βέβαιος περί τούτου.
+
+ ― Τι έχεις λοιπόν;
+
+ ― Α! αφήσατέ με.
+
+Είτα δε, στρέψας τα νώτα προς τον παιδαγωγόν του και ομιλών, ως ν'
+απηυθύνετο προς ολόκληρον τον κόσμον, ο Σεριόγια ανεφώνησε:
+
+ ― Τι τον ενδιαφέρει αυτόν αν θυμούμαι ή δεν θυμούμαι; Γιατί να
+θυμούμαι; Α! . . . ας μ' αφήσουν ήσυχον!
+
+* * *
+
+Όπως δύο σύζυγοι δυνηθώσι να λάβουν μίαν σημαντικήν απόφασιν προς
+το συμφέρον της οικογενείας απαιτήται να υπάρχη μεταξύ των ή
+πλήρης ομόνοια ή κεκηρυγμένη εχθρότης. Οσάκις αι μεταξύ ανδρός και
+γυναικός σχέσεις παραμένουν ακαθόριστοι, ουδενός δύνανται να
+επιληφθώσι και ουδέν ν' αποφασίσουν.
+
+Μέγας αριθμός οικογενειών, επί μακρά έτη, φυτοζωώσιν διάγουσαι
+βίον καταστάντα αφόρητον εις αμφοτέρους τους συζύγους, μόνον και
+μόνον διότι δεν υπάρχει μεταξύ των ούτε πλήρης ενότης ούτε
+δυσαρμονία απόλυτος.
+
+Η ζωή εν Μόσχα, με την θερμότητα, με τον θερινόν κονιορτόν,
+απήρεσκε απολύτως είς τε τον Βρόνσκυ και εις την Άνναν^ δεν
+εγκατέλειπον εντούτοις την πόλιν και δεν επέστρεφον εις την
+εξοχήν, όπως από πολλού είχεν αποφασίσει, διότι αρμονία πλήρης δεν
+εβασίλευε πλέον μεταξύ των. Η δε δυσαρέσκεια, ήτις τους εχώριζεν
+ουδεμίαν είχεν εξωτερικήν αιτίαν, αλλά πάσα απόπειρα εξηγήσεως,
+αντί να διαλύση την καθίστα βαρυτέραν.
+
+Ήτο κάποια οργή ενδόμυχος, βαθεία προκαλουμένη παρά τη Άννα από
+την πεποίθησιν ότι ο Βρόνσκυ την ηγάπα ολιγώτερον, και παρά τούτω
+από το γεγονός ότι είχε περιέλθει εξ αιτίας της εις θέσιν
+δύσκολον, την οποίαν έτι μάλλον περιέπλεκεν αύτη.
+
+Ουδέτερος εκ των δύο ωμολόγει την αφορμήν της δυσαρεσκείας του,
+αλλ' έκαστος επέρριπτε το σφάλμα εις τον έτερον, και επωφελείτο
+παντός προσχήματος όπως τον αποδείξη ένοχον.
+
+Δι' αυτήν, ο Βρόνσκυ ολόκληρος με όλας του τας συνηθείας, τας
+σκέψεις, τας επιθυμίας του, με όλην την φυσικήν και πνευματικήν
+του ζωήν, υφίστατο αποκλειστικώς διά την γυναίκα του, και κατά την
+γνώμην της, ολόκληρος η αγάπη του έπρεπε να συγκεντρούται
+μοναδικώς εις αυτήν. Ο προς αυτήν έρως του είχε μειωθή, είχε
+συνεπώς χαρίσει μέρος της τρυφερότητός του εις άλλους ή εις ετέραν
+γυναίκα, και εζηλοτύπει. Εστήριζε δε τας υποψίας της όχι εις το
+ότι εγνώριζε την γυναίκα η οποία της αφήρπαζε τον έρωτά της, αλλ'
+εκ του ότι συνησθάνετο ότι ο έρως αυτός είχεν ελαττωθή. Της
+ζηλοτυπίας της μη εχούσης βάσιν απτήν, την επεζήτει, και επί τη
+μάλλον ασημάντω ενδείξει την μετετόπιζεν από τούτο εις εκείνο. Οτέ
+μεν υπώπτευε τον Βρόνσκυ ότι επανήρχετο εις σχέσεις προς τας
+αγροίκους εκείνας γυναίκας μεθ' ών τον είχον φέρει εις επαφήν αι
+παλαιαί του νεανικαί γνωριμίαι· οτέ δε εφαντάζετο ότι επεζήτει
+οριστικήν ρήξιν μαζί της διά να νυμφευθή. Αυτός ο ίδιος δεν της
+είχε διηγηθή απροσέκτως ότι η μητέρα του τόσον ολίγον τον εννόει,
+ώστε τον είχε καθικετεύσει να νυμφευθή την πριγκήπισσαν Σορόκιν;
+
+Ταυτοχρόνως δε, επειδή ήτο ζηλότυπος, η Άννα κατηγόρει τον Βρόνσκυ
+δι' όλα τα άτοπα της ιδίας της θέσεως εν τη κοινωνία. Η οδυνηρά
+αναμονή εν τη οποία είχε παρέλθει η εν Μόσχα ζωή της, μεταξύ γης
+και ουρανού, η βραδύτης και η αναποφασιστικότης του Καρένιν, η
+μόνωσις εις την οποίαν [ευρίσκετο], όλα αυτά ήσαν σφάλματα του
+Βρόνσκυ. Αν την ηγάπα, θα αντελαμβάνετο παν ό,τι οδυνηρόν ενείχεν
+η κατάστασίς της και θα την εξήγεν εξ αυτής. Τον κατηγόρει επίσης
+και διότι την εκράτει εν Μόσχα, διότι δεν ηδύνατο να ζήση σε μια
+τρύπα, εις την εξοχήν, όπως επόθει εκείνη. Αυτός είχεν ανάγκην
+κοινωνικής ζωής και την ενέβαλε τοιουτοτρόπως εις αληθή αδιέξοδον,
+της οποίας ηρνείτο να κατανοήση ολόκληρον την φρικαλεότητα.
+
+Αυτός ακόμη ήτο η αιτία του διά παντός χωρισμού αυτής από του υιού
+της.
+
+Αι σπάνιαι στιγμαί της τρυφερότητος, αίτινες παρουσιάζοντο κατά
+μακρά διαστήματα, δεν επήρκουν όπως την καθησυχάσουν. Διέβλεπε
+τώρα εις τας εκδηλώσεις του έρωτός του ποιάν τινα σταθερότητα και
+ηρεμίαν που δεν υπήρχον άλλοτε και αι οποίαι την εξώργιζον.
+
+Κατά τας δέκα ο Βρόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του. Η Άννα
+έδραμεν εις υπάντησίν του και τω είπε με έκφρασιν αγάπης και
+μεταμελείας:
+
+ ― Διεσκέδασες καλά;
+
+ ― Όπως συνήθως, απήντησεν εκείνος . . . Τι βλέπω; προσέθηκεν
+επιδείξας τας ετοίμους αποσκευάς. Λοιπόν; . . . Τι σημαίνουν αυτά;
+. . . Οριστικώς; . . .
+
+ ― Μάλιστα, πρέπει να φύγω, είπεν η Άννα. Εξήλθα και επέστρεψα με
+τρελλήν επιθυμίαν να επανέλθωμεν εις την εξοχήν. Τίποτε πλέον δεν
+σε κρατεί εδώ, δεν είν' έτσι;
+
+ ― Και εγώ να φύγωμεν θέλω όσον το δυνατόν ταχύτερον . . Περίμενέ
+με μίαν στιγμήν, επιστρέφω αμέσως . . . Ας παρατεθή το τσάι.
+
+Επέρασεν εις τον κοιτώνα του. Όταν δ' επανήλθε, τω διηγήθη εκείνη
+πώς είχε περάσει την ημέραν της και του ενεπιστεύθη τα του
+μέλλοντος σχέδιά της.
+
+ ― Ξεύρεις, είπεν, έσχον μίαν έμπνευσιν. Διατί να μένωμεν εδώ
+αναμένοντες το διαζύγιον; Δεν είνε το αυτό αν ευρισκώμεθα εις την
+εξοχήν; Δεν ειμπορώ πλέον να περιμένω. Δεν δύναμαι πλέον να ελπίζω
+. . . δεν υποφέρω πλέον ν' ακούω την λέξιν διαζύγιον. Απεφάσισα
+όπως μη έχη του λοιπού ουδεμίαν τούτο επιρροήν επί της ζωής μου.
+Είσαι και της γνώμης μου;
+
+ ― Ω! βέβαια απήντησεν εκείνος.
+
+Και ητένισεν ανησύχως την συγκεκινημένην μορφήν της Άννας.
+
+Επηκολούθησε στιγμή σιγής.
+
+ ― Τι έκαμες εκεί κάτω; Ποίους είδες; ηρώτησεν η Άννα . . .
+
+Ο Βρόνσκυ κατωνόμασε διάφορα πρόσωπα.
+
+ ― Το δείπνον ήτο ευχάριστον . . . Λοιπόν, πότε υπολογίζεις να
+φύγωμεν;
+
+Η Άννα έσεισε την κεφαλήν ως διά ν' αποδιώξη κάποιαν δυσάρεστον
+σκέψιν.
+
+ ― Όσον το ταχύτερον. Αύριον δεν θα είμεθα έτοιμοι . . .
+Μεθαύριον.
+
+ ― Καλώς . . . . Εν τούτοις, όχι . . , . Μεθαύριον είνε Κυριακή
+και πρέπει να 'πάω 'στής μαμάς.
+
+Εταράχθη, διότι, μόλις επρόφερε το όνομα της μητρός του, αντελήφθη
+καχίποπτον το βλέμμα της Άννας! . . Η δε ταραχή αύτη συνέτεινεν
+όπως κυρώση τους φόβους αυτής.
+
+ ― Θα ειμπορούσες να 'πας αύριον 'στής μητέρας σου, είπεν.
+
+ ― Αύριον, τα χρήματα και τα έγγραφα που περιμένομεν δεν είν'
+έτοιμα, παρετήρησεν εκείνος.
+
+ ― Αν έχη ούτω, τότε δεν αναχωρούμεν καθόλου. . .
+
+ ― Αλλά διατί καθόλου;
+
+ ― Ή θα φύγω την Δευτέραν ή δεν θα φύγω ποτέ.
+
+ ― Αυτό είναι ακατανόητον! υπέλαβεν εκείνος έκπληκτος.
+
+ ― Ακατανόητον διά σε, διότι όσα με αφορώσι δεν σ' ενδιαφέρουν.
+Δεν θέλεις να εννοήσης ποίαν ζωήν διάγω. Εδώ, έν μόνον υπήρχε που
+μ' ενδιέφερεν, η Αννίτσα! Είπες ότι αυτό ήτο υποκρισία . . . . .
+Δεν είπες χθες ότι δεν αγαπώ την κόρην μου;
+
+Προς στιγμήν, συνήλθεν εις εαυτήν και κατενόησε μετά τρόμου ότι
+ειργάζετο κατά των ιδίων της προθέσεων· αλλά, καίτοι τελείως
+συναισθανομένη ότι κατειργάζετο την ιδίαν της καταστροφήν, δεν
+ηδύνατο πλέον να κυριαρχήση εαυτής ούτε ν' αποφύγη να του αποδείξη
+πόσον ήτο άδικος ως προς αυτήν . . . Δεν ηδύνατο να υποταχθή!
+
+ ― Ουδέποτε επρόφερα τα λόγια που μου αποδίδεις, εγώ είπα μόνον
+ότι δεν συμμερίζομαι τους αποτόμους σου ενθουσιασμούς.
+
+ ― Διατί δεν λέγεις την αλήθειαν, συ ο τόσον αρεσκόμενος και
+υπεριφανεύεσαι διά την ειλικρίνειάν σου;
+
+ ― Δεν υπερηφανεύθην ποτέ και ποτέ δεν εψεύσθην . . . Λυπούμαι
+διότι δεν σέβεσαι . . .
+
+Συνεκρατείτο και κατέστελλε την πλημμυρούσαν αυτόν οργήν.
+
+ ― Ο σεβασμός εφευρέθη διά τα καλύπτωνται δι' αυτού αι θέσεις τας
+οποίας κενώνει ο έρως . . . Και αν δεν μ' αγαπάς πλέον, θα ήτο
+εντιμότερον να μου το είπης.
+
+ ― Όχι, μά την αλήθεια, αυτό καταντά ανυπόφορον! εφώναξεν ο
+Βρόνσκυ.
+
+Ηγέρθη δε από του καθίσματός του, εστάθη όρθιος ενώπιόν της και
+εξεφράσθη βραδέως, με το ύφος ανθρώπου πολλά έχοντος να είπη, αλλά
+συγκρατουμένου:
+
+ ― Διατί θέτεις υπό δοκιμασίαν την υπομονήν μου; . . . Έχει και
+αυτή τα όριά της . . . .
+
+ ― Τι θέλετε να 'πήτε με αυτά τα λόγια; εφώναξεν η Άννα.
+
+Παρετήρει δε περιδεής την έκφρασιν του μίσους, ήτις ηκτινοβολείτο
+από της μορφής του Βρόνσκυ και ιδίως από τους σκληρούς και
+οργίλους οφθαλμούς του.
+
+ ― Θέλω να είπω . . . . αλλά δεν συνεπλήρωσε την φράσιν του, και,
+μετά μίαν στιγμήν επανέλαβεν:
+
+ ― Οφείλω να σας ερωτήσω τι επιθυμείται παρ' εμού;
+
+ ― Τι ειμπορώ να επιθυμώ; Δεν δύναμαι να μη εύχομαι όπως μη μ'
+εγκαταλείψετε, όπως προτίθεσθε. Αλλά δεν είν' αυτό που εύχομαι,
+αυτό είνε δευτερεύον . . . Θέλω τον έρωτά σας, και δεν τον έχω,
+τετέλεσται λοιπόν το παν.
+
+Διηυθύνθη προς την θύραν.
+
+ ― Περίμενε! Περίμενε! είπεν εκείνος, χωρίς να παύση συσπών
+δυσοιώνως τας οφρείς, αλλά κρατήσας αυτήν από του βραχίονος . . .
+Περί τίνος πρόκειται; Εγώ είπα, ότι πρέπει ν' αναβάλωμεν την
+αναχώρησίν μας επί τριήμερον, και μου απήντησες ότι ψεύδομαι και
+δεν είμαι έντιμος άνθρωπος.
+
+ ― Μάλιστα, και επαναλαμβάνω, ότι άνθρωπος που μου ρίπτει κατά
+πρόσωπον παν ό,τι εθυσίασε προς χάριν μου . . . υπενθύμιζε λόγους
+διαφυγόντες του Βρόνσκυ κατά τινα παλαιοτέραν ίριδα.
+
+Λοιπόν! λέγω ότι ένας τοιούτος άνθρωπος δεν είναι απλώς βάναυσος,
+αλλά κάτι χειρότερον, είνε άνθρωπος χωρίς καρδιά!
+
+ ― Ω! πάει πολύ! . . . η υπομονή έχει όρια! κραύγασαν εκείνος.
+
+Και αφήκεν αποτόμως τον βραχίονά της.
+
+«. . . Με απεχθάνεται, είναι φανερόν!» διελογίσθη η Άννα.
+
+Χωρίς δε να προφέρη λέξιν, χωρίς να υποστραφή εξήλθε του δωματίου
+με βήμα ασταθές.
+
+«. . . Αγαπά άλλην! ακόμη φανερώτερον τούτο», εσκέφθη . . .
+«Απαιτώ έρωτα εκεί που δεν υπάρχει πλέον έρως, όλα λοιπόν
+ετελείωσαν! . . . Ναι, πρέπει να δοθή πέρας! Αλλά πώς;»
+
+Εκάθησεν επί τινος φωτέγι, ενώπιον ενός καθρέπτου. Κύμα
+διαλογισμών επλημμύρησε τον εγκέφαλόν της: πού θα υπάγη τόρα; Παρά
+τη θεία της που την ανέθρεψε; . . . Παρά τη Δόλλυ; . . . Εις το
+εξωτερικόν; Και τι θα κάμνη εκεί, μόνη, εντός του δωματίου της; .
+. . Πρόκειται περί ρήξεως οριστικής, ή η συμφιλίωσις είνε ακόμη
+δυνατή; Και τι θα είπη ο κόσμος εις την Πετρούπολιν και τι θα
+σκεφθή ο Καρένιν διά το σκάνδαλον αυτό;
+
+Ανελογίσθη και πάλιν τον Καρένιν, την μετά τον τοκετόν ασθένειάν
+της και την τότε καταλαβούσαν αυτήν επιθυμίαν ν' αποθάνη.
+
+«. . . Γιατί να μην 'πεθάνω;» Ανεμνήσθη τα λόγια αυτά και όλα τα
+τότε πλημμυρήσαντα αυτήν συναισθήματα . . . «Γιατί να μην
+'πεθάνω!» Και, αποτόμως, κατενόησε τι ενέκλειεν εις τα βάθη της
+ψυχής της.
+
+Ναι, αυτή μόνη η σκέψις ηδύνατο να καταλήξη εις μίαν διέξοδον.
+
+«. . . Ναι, ν' αποθάνω! Ο θάνατος εξιλεώνει τα πάντα: Το αίσχος
+του Καρένιν και του Σεριόγια και το ίδιόν μου αίσχος . . . Όταν θα
+είμαι νεκρά, θα μεταμεληθή, θα με λυπηθή, θα με αγαπήση, θα
+υποφέρη δι' εμέ».
+
+Βήματα, τα προσεγγίζοντα βήματά του την απέσπασαν των διαλογισμών
+της.
+
+Ο Βρόνσκυ την επλησίασεν, έλαβε την χείρα της και της είπεν:
+
+ ― Άννα, θα φύγωμεν μεθαύριον, αν θέλης, συγκατατίθεμαι εις όλα.
+
+Εκείνη δεν απεκρίθη.
+
+ ― Λοιπόν; ηρώτησεν εκείνος.
+
+ ― Γνωρίζεις την απάντησίν μου.
+
+Δεν ηδυνήθη δε να συγκρατηθή επί πλέον και εξερράγη εις λυγμούς.
+
+ ― Άφες με, εγκατάλειψόν με, έλεγεν εν μέσω των δακρύων της . . .
+Θα φύγω αύριον, θα κάμω κάτι παραπάνω . . . διότι τι είμαι εγώ;
+Μια χαμένη γυναίκα . . . μια πέτρα προσκολληθείσα εις τον λαιμόν
+σου . . . Δεν θέλω να σε βασανίζω, δεν το θέλω, θα σε απαλλάξω απ'
+εμού, δεν με αγαπάς, αγαπάς άλλην . . .
+
+Ο Βρόνσκυ την ικέτευε να πραϋνθή, και την εβεβαίωσεν ότι δεν είχε
+κανένα λόγον να είνε ζηλότυπος· ότι ουδέποτε είχε παύσει, ότι
+ουδέποτε θα έπαυε να την αγαπά και ότι την ηγάπα πλειότερον ή
+άλλοτε . . . Κατεφίλει τας χείρας της και της επανελάμβανεν:
+
+ ― Άννα, Άννα, διατί όλα αυτά τα μαρτύρια;
+
+Ήτο πλήρης τρυφερότητος και η Άννα αντελήφθη την παρεμβολήν
+δακρύων εις την φωνήν του και ησθάνθη την δρόσον αυτών επί της
+χειρός της. Στιγμιαίως δε η ζηλοτυπία της εξηνεμίσθη και κατελήφθη
+αύτη η ιδία υπό απείρου τρυφερότητος, τον ενηγκαλίζετο τώρα, και
+εκάλυπτε με φιλήματα την κεφαλήν του, τον τράχηλόν του, τας χείρας
+του!
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Η Άννα ηνόησεν ότι η συμφιλίωσις ήτο πλήρης και, ευθύς από της
+πρωίας, ήρχισε τας προετοιμασίας της διά την αναχώρησιν.
+
+Της ήτο ήδη απολύτως αδιάφορον αν θ' ανεχώρει ταχύτερον ή
+βραδύτερον. Ίστατο εντός του θαλάμου της, ενώπιον ανοικτού
+κιβωτίου εκλέγουσα τα διάφορα είδη των αποσκευών οπόταν ο Βρόνσκυ
+εισήλθε προ της συνήθους του ώρας.
+
+ ― Πηγαίνω 'στής μαμάς και θα είμαι έτοιμος αύριον για το ταξείδι
+μας είπεν.
+
+Ο υπαινιγμός ούτος περί της επισκέψεώς του παρά τι μητρί του την
+επήραξε παρά τας αγαθάς της προδιαθέσεις.
+
+ ― Όχι, εγώ δεν θα είμαι έτοιμη, παρετήρησε.
+
+Ταυτοχρόνως δε δεν ηδυνήθη να μη διαλογισθή κατ' ιδίαν: «. . .
+Κατώρθωσε λοιπόν να τα τακτοποίηση όλα διά να κάμνη όπως ήθελα».
+
+ ― Κάμε όπως θέλεις, του είπεν. Αύριον λοιπόν, είνε βέβαιον;
+προσέθηκε φαιδρώς.
+
+Αλλ' αίφνης η μορφή της εσκυθρώπασεν.
+
+Ο υπηρέτης του Βρόνσκυ είχεν εισέλθει διά να ζητήσει από τον
+κύριόν του μίαν υπογραφήν παραλαβής τηλεγραφήματός τινος εκ
+Πετρουπόλεως, όπερ του είχεν επιδοθή . . . Δεν υπήρχε τίποτε το
+ιδιάζον εις το τηλεγράφημα εκείνο. Εντούτοις, ως να ήθελε κάτι ν'
+αποκρύψη, ο Βρόνσκυ απεκρίθη ότι το διπλότυπον των αποδείξεων ήτο
+εις το δωμάτιόν του, είτα δε, ως διά να στρέψη αλλαχού την
+προσοχήν, της είπεν εν σπουδή:
+
+ ― Θα περατώσω χωρίς άλλο όλας μου τας υποθέσεις αύριον.
+
+ ― Από ποίον είνε το τηλεγράφημα; ηρώτησεν εκείνη χωρίς να τον
+ακούση.
+
+ ― Από τον Στίβα απήντησεν ο Βρόνσκυ μετά δυσφορίας.
+
+ ― Διατί δεν μου το έδειξες; Ειμπορεί να υπάρχουν μυστικά μεταξύ
+Στίβα και εμού;
+
+Ο Βρόνσκυ ανεκάλεσε τον υπηρέτην και του είπε να φέρη το
+τηλεγράφημα.
+
+ ― Γνωρίζεις ότι ο Στίβα έχει την μονομανίαν του τηλεγραφείν . . .
+Προς τι να τηλεγραφήση αφού τίποτε ακόμη δεν απεφασίσθη;
+
+ ― Εν σχέσει προς το διαζύγιον;
+
+ ― Ναι, αλλά μου γράφει: «Τίποτε ακόμη δεν επέτυχα». Μου υπόσχεται
+δε να δώση ταχέως οριστικήν απάντησιν . . . Αλλά, διάβασε μόνη σου
+καλλίτερα.
+
+Η Άννα έλαβε το τηλεγράφημα εις τας τρεμούσας της χείρας και
+ανέγνω τας λέξεις, τας οποίας είχε προφέρει ο Βρόνσκυ.
+
+Εν τούτοις ο Στίβα προσέθετε και τα εξής: «Πολύ ολίγον ελπίζω,
+αλλά θα κάμω δυνατά και αδύνατα».
+
+ ― Σου είπα χθες ότι μου ήτο εντελώς αδιάφορον αν θα επιτευχθή ή
+όχι το διαζύγιον. Δεν υπήρχε λοιπόν κανείς λόγος να μου αποκρύψης
+το τηλεγράφημα.
+
+«. . . Ομοίως ειμπορεί να μου κρύπτη, και μου κρύπτει την
+αλληλογραφίαν του με τας γυναίκας», διελογίσθη.
+
+Ο Βρόνσκυ, διά να στρέψη αλλαχού την συνομιλίαν, ήρχισε να ομιλή
+περί του Γιαχβίν, όστις είχε καταγάγει υπέροχον επιτυχίαν εις το
+χαρτοπαίγνιον.
+
+ ― Όχι, είπεν, εκείνη, εξωργισμένη, διότι στρέφων τον λόγον ήθελε
+να της δείξη ότι ηννόησε την δυσαρέσκειάν της . . . Διατί
+σκέπτεται ότι αυτή η είδησις ειμπορεί να με ταράξη τόσον, ώστε να
+είνε προτιμότερον να μη την μάθω; . . . Σου είπον ότι δεν θέλω
+πλέον να σκέπτωμαι περί διαζυγίου και ότι επιθυμώ να μη
+ενδιαφέρεσαι ούτε συ περί τούτου.
+
+Εξ εναντίας, εμέ μ' ενδιαφέρει το διαζύγιον, διότι μου αρέσει να
+καθαρίζωνται τα ζητήματα, απήντησεν εκείνος.
+
+ ― Διατί ενδιαφέρεσαι τόσον διά το διαζύγιον; ηρώτησεν η Άννα.
+
+ ― Το γνωρίζεις κάλλιον εμού . . . χάριν σου και των τέκνων που θα
+αποκτήσωμεν.
+
+ ― Δεν θα αποκτήσωμεν πλέον τέκνα.
+
+ ― Πολύ λυπηρόν αυτό . . .
+
+ ― Έχεις ανάγκην του διαζυγίου εξ αιτίας των παιδιών, επέμεινεν
+εκείνη, εντελώς λησμονήσασα ότι της είχεν είπει: «χ ά ρ ι ν - σ ο υ
+και των τέκνων».
+
+Το ζήτημα αυτό των παιδιών τους εκράτει από πολλού εις διάστασιν
+και παρώργιζε την Άνναν. Διελογίζετο ότι δεν εξετίμα πλέον την
+καλλονήν της.
+
+ ― Α! εγώ είπα χάριν σου, προ παντός χάριν σου, είπεν ο Βρόνσκυ
+συσπών επωδύνως το μέτωπον. Διότι είμαι βέβαιος ότι μέγα μέρος της
+νευρικότητός σου προέρχεται εκ της αβεβαιότητος την οποίαν
+παρουσιάζει η κατάστασις.
+
+«. . . Ναι, ναι, έπαυσε μάλιστα και να προσποιήται και διαβλέπω το
+παγερόν μίσος, το οποίον τρέφει προς εμέ», διελογίσθη η Άννα . . .
+Δεν ήκουε πλέον τους λόγους του, αλλ' ανεκάλυπτε μετά φρίκης εις
+τα μάτια του Βρόνσκυ ότι είχεν ενώπιόν της ένα δικαστήν ψυχρόν και
+σκληρόν.
+
+Απατάσαι, του είπε, και δεν καταλαμβάνω μάλιστα πώς το γεγονός ότι
+ευρίσκομαι απολύτως εις την διάθεσίν σου δύναται να είνε αφορμή
+της νευρικότητός μου;
+
+ ― Λυπούμαι διότι δεν δύνασαι να εννοήσης, ότι δεν είμαι τόσον
+ελεύθερος, όσον φαντάζεσαι . . .
+
+ ― Επί του ζητήματος τούτου, δύνασαι να είσαι απολύτως ήσυχος,
+επανέλαβεν εκείνη. Το τι σκέπτεται η μητέρα σου και ο τρόπος με
+τον οποίον ενεργεί διά να σε νυμφεύση μου είνε απολύτως αδιάφορα
+πράγματα . . .
+
+Η χειρ της Άννας έτρεμεν όταν απέθηκε το φλιτζάνι της.
+
+ ― Αλλά δεν πρόκειται περί τούτου; είπεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Ναι, περί τούτου ακριβώς πρόκειται . . . Και, πίστευσόν με, μία
+γυναίκα που δεν έχει καρδιά, είτε γραία είνε είτε νέα, είτε μητέρα
+σου, είτε ξένη, δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου, και δεν θέλω να την
+ξέρω . . .
+
+ ― Άννα, σε παρακαλώ να μη ομιλείς ασεβώς περί της μητρός μου.
+
+ ― Μία γυναίκα της οποίας η καρδία δεν εμάντευσεν εις τι έγκειται
+η ευτυχία και η τιμή του υιού της, η γυναίκα αύτη δεν έχει καρδιά.
+
+ ― Επαναλαμβάνω την απάντησίν μου, την οποίαν εγώ σέβομαι,
+απήντησεν ο Βρόνσκυ.
+
+Ύψωσε δε την φωνήν και ητένισεν αυστηρώς την Άνναν.
+
+Εκείνη δεν απεκρίθη, προσήλωσε τα μάτια επί της μορφής του Βρόνσκυ
+και επί των χειρών αυτού και ανεπόλησεν καθ' όλας τας λεπτομερείας
+την συμφιλίωσίν των της προτεραίας και τας πλήρεις έρωτος θωπείας
+του.
+
+ ― Είνε αι θωπείαι, ας έχει δώσει εις άλλας γυναίκας και θα
+εξακολουθήση να δίδη, που επιθυμεί να δίδη εις άλλας, εσκέφθη. Δεν
+αγαπάς την μητέρα σου, προσέθηκεν, . . . , όλα αυτά είνε λόγια,
+λόγια, λόγια!
+
+Και τον ητένισεν επωδύνως.
+
+ ― Αν' είν' έτσι, πρέπει . . . .
+
+ ― Πρέπει να ληφθή μία απόφασις; Ε, λοιπόν! την έλαβον ήδη, είπεν
+η Άννα.
+
+Ηθέλησε δε να εξέλθη της αιθούσης, αλλά την αυτήν στιγμήν εισήλθεν
+ο Γιαχβίν . . . . του έτεινε την χείρα και παρέμεινε.
+
+ ― Πρέπει να φύγω την τετάρτην . . . . Και σεις, πότε φεύγετε;
+
+Παρετήρει δε τον Βρόνσκυ με ημίκλειστα μάτια, μαντεύσας, ότι οι
+ξένοι του είχον έλθει εις έριδα.
+
+ ― Υποθέτω ότι θα φύγωμεν αύριον, απήντησεν ο Βρόνσκυ.
+
+ ― Προ πολλού έχετε την τοιαύτην πρόθεσιν.
+
+ ― Τόρα, απεφασίσθη πλέον υπέλαβεν η Άννα.
+
+Και έρριψεν επί του Βρόνσκυ βλέμμα, το οποίον έλεγε καθαρά, ότι
+δεν έπρεπε πλέον να ελπίζη εις συμφιλίωσιν.
+
+Ο Βοϊτώφ, όστις είχε συνεννοηθή μετά του Βρόνσκυ διά την αγοράν
+ενός ίππου, εισήλθε και η Άννα εγκατέλιπε την αίθουσαν. Ο δε
+Βρόνσκυ, προ τού αναχωρήση, εισήλθεν εις τον θάλαμον της, όπου
+εκείνη ηθέλησεν εν αρχή να προσποιηθή ότι ήτο απησχολημένη, αλλ'
+ησχύνθη διά τοιαύτην υπεκφυγήν και ητένισε τον Βρόνσκυ κατά
+πρόσωπον με ύφος ψυχρόν.
+
+ ― Τι επιθυμείτε; τον ηρώτησεν.
+
+ ― Επώλησα τον επιβήτορα και ήλθα να πάρω το πιστοποιητικόν του,
+απήντησε με τόνον εις τον οποίον εξυπηκούετο «Δεν έχω καιρόν
+εξηγήσεων, αι οποίαι, άλλως τε, εις ουδέν θα συνετέλουν.
+
+«. . . Δεν είμαι ένοχος προς αυτήν . . . αν θέλη να κάμη κακό εις
+τον εαυτόν της, τόσον το χειρότερον δι' αυτήν».
+
+Ενώ εξήρχετο, εν τούτοις, ενόμισεν ότι κάτι του έλεγε, και η
+καρδιά του κατελήφθη από συμπάθειαν.
+
+ ― Μου 'μίλησες, Άννα;
+
+ ― Όχι απήντησεν εκείνη με τον αυτόν παγερόν και θετικόν τόνον.
+
+ ― Α! «αν είν' έτσι τόσον το χειρότερον δι' αυτήν»· διελογίσθη και
+πάλιν.
+
+Διέκρινεν εντός του καθρέπτου την μορφήν της Άννας, ωχράν και με
+τα χείλη τρέμοντα. Ηθέλησε δε να σταματήση και να της απευθύνη
+μερικά τρυφερά λόγια, αλλ' οι πόδες του τον παρέσυρον ακουσίως
+του, προτού εύρη τα καλά λόγια που ανεζήτει.
+
+Επέρασαν ολόκληρον την ημέραν έξω της οικίας, και, όταν επέστρεψεν
+αργά το βράδυ η θαλαμηπόλος της Άννας του είπεν ότι η κυρία είχε
+κεφαλαλγίαν, και ότι παρεκάλει τον κύριον κόμητα να [μη] εισέλθη
+εις τα δωμάτιά της.
+
+* * *
+
+Ήτο η πρώτη φορά καθ' ήν η έρις των διήρκει ολόκληρον ημέραν. Ήτο
+δε κάτι πλέον της έριδος· ολόκληρος η συμπεριφορά του Βρόνσκυ
+απεδείκνυε αναμφισβητήτως ότι η Άννα του είχε καταστή αδιάφορος.
+
+Η Άννα έθετεν εις το στόμα του, τα πειό σκληρά λόγια τα οποία θα
+ηδύνατο να προφέρη ο χυδαιότερος των ανθρώπων, και δεν του τα
+συνεχώρει, ως να τα είχε πράγματι διατυπώσει . . .
+
+Την προτεραίαν ακόμη, δεν της είχεν ορκισθή ότι θα την ηγάπα
+πάντοτε; . . . «Δεν απελπίζομαι πολλάκις για το τίποτε;»
+διελογίζετο μίαν στιγμήν βραδύτερον.
+
+Ούτω και όταν το βράδυ διέταξε την θαλαμηπόλον της να είπη ότι
+είχε κεφαλαλγίαν, ιδιαιτέρως είχε σκεφθή: «. . . Αν, παρά την
+απαγόρευσιν της θαλαμηπόλου, εισέλθη εδώ, τούτο θα είνε απόδειξις
+ότι με αγαπά ακόμη· αν δεν έλθη, όλα λοιπόν ετελείωσαν και γνωρίζω
+τι υπολείπεται να κάμω».
+
+Ήκουσε τον τροχασμόν της αμάξης, ήτις επανέφερε τον Βρόνσκυ, τον
+κωδωνισμόν του, τα βήματά του και τους λόγους που αντήλλαξε με την
+θαλαμηπόλον.
+
+«. . . Επίστευσεν ως σοβαράν την πληροφορίαν», διελογίσθη η Άννα,
+«και δεν ανησύχησε να μάθη πώς είμαι· εισήλθεν εις τα δωμάτιά του,
+τετέλεσται λοιπόν . . .» Και η Άννα κατενόησε τότε σαφώς ότι μόνον
+ο θάνατός της ηδύνατο ν' αναζωπυρήση τον έρωτα του Βρόνσκυ, να τον
+τιμωρήση και να της εξασφαλίση την νίκην εν τη πάλη, την οποίαν το
+πονηρόν πνεύμα το εισχωρήσαν εις την καρδίαν της, διεξήγεν
+εναντίον της.
+
+Της ήτο αδιάφορον αν θα έφευγεν ή θα έμενεν, αν θα επετύγχανεν ή
+όχι το διαζύγιον, . . Τίποτε από όλα αυτά δεν ήτο αναγκαίον . . .
+. Ενός και μόνου είχεν αύτη ανάγκην: να τον τιμωρήση!
+
+Εν ώ δ' εμέτρει τας σταγόνας του οπίους της, εσκέφθη ότι θα της
+ήρκει να καταπίη ολόκληρον το φιαλίδιον διά ν' αποθάνη και ο
+θάνατος της εφάνη πράγμα τόσον απλούν και εύκολον, ώστε ανελογίσθη
+και πάλιν μετ' ηδυπαθείας την στιγμήν καθ' ήν ο Βρόνσκυ θα
+μετενόει βασανιζόμενος υπό του συνειδότος, και θα ελάτρευε την
+μνήμην αυτής όταν πλέον θα ήτο πολύ αργά: Είχεν εξαπλωθή επί τινος
+κλίνης της, με τα μάτια ανοικτά, παρατηρούσα υπό της φίλης μιας
+ψυχορραγούσης λαμπάδας το πλαίσιον της οροφής και την σκιάν ην
+έρριπτεν υπεράνω του παραβάν, και ανελογίζετο ζωντανά το τι θα
+ησθάνετο ο Βρόνσκυ· όταν αύτη δεν θα υπήρχε πλέον και θα υφίστατο
+μόνη η ανάμνησίς της.
+
+ ― Πώς κατώρθωσα να της είπω τα σκληρά αυτά λόγια! θα εσκέπτετο.
+Πώς κατώρθωσα να εξέλθω του δωματίου χωρίς μίαν λέξιν παρηγορίας;
+. . . Και τόρα, είνε νεκρά, μας αφήκε διά παντός, είν' εκεί . . .
+
+Εξαίφνης η σκιά του παραβάν εταλαντεύθη και εκάλυψεν ολόκληρον το
+πλαίσιον και την οροφήν, άλλαι δε σκιαί προήλθον ενώπιόν της,
+διεστάλησαν ταλαντευόμεναι και τέλος συνανεμίχθησαν και
+εβασίλευσεν απόλυτον το σκότος.
+
+«. . . Ο θάνατος είνε!» εσκέφθη η Άννα· και κατελήφθη υπό τοιούτου
+τρόμου, ώστε, επί πολύ, δεν ηδύνατο να εννοήση πού ευρίσκετο· μετά
+μεγάλου δε κόπου κατώρθωσε να εύρη τα πυρεία, τα οποία ανεζήτει
+διά των τρεμουσών της χειρών, διά ν' ανάψη άλλην λαμπάδα.
+
+ ― Όχι, προτιμώ να τα υποφέρω όλα, παρά ν' αποθάνω . . . Τον αγαπώ
+και μ' αγαπά επίσης, αι παρεξηγήσεις μας θα διαλυθώσι, διελογίσθη
+αισθανθείσα ότι επί των παρειών της έρρεον δάκρυα προκληθέντα εκ
+της χαράς ότι ησθάνετο εαυτήν ζώσαν.
+
+Και, ως εν ομίχλη, ανεπόλησε την προηγηθείσαν ημέραν:
+
+«. . . Εμαλλώσαμε . . . δεν είνε η πρώτη φορά», εσκέφθη. «Αύριον
+φεύγουμε, πρέπει να τον ίδω και να ετοιμασθώ διά το ταξείδι».
+
+Η Άννα διηυθύνθη προς τον θάλαμον του Βρόνσκυ. Όταν διήλθε την
+αίθουσαν, ήκουσε τον κρότον αμάξης ήτις εσταμάτα προ του πυλώνος.
+Εκύτταξεν από το παράθυρον και διέκρινε κάποιον υπηρέτην να κτυπά
+τον κώδωνα, καθ' όν χρόνον μία νεαρά κόρη προέβαλλε την κεφαλήν
+από της αμάξης και έδιδε διαταγάς . . . Ολίγαι παρήλθον στιγμαί
+και η Άννα ήκουσε τα βήματα του Βρόνσκυ εις το δωμάτιόν του.
+Κατήλθε δε ούτος ταχέως την κλίμακα.
+
+Η Άννα επανήλθεν εις το παράθυρον και είδε τον Βρόνσκυ να πλησιάζη
+την άμαξαν ασκεπής. Η νεαρά κόρη του παρέδωκε μικρόν δέμα, ο
+Βρόνσκυ της είπε μερικάς λέξεις μειδιών, και μόλις η άμαξα
+απήλθεν, ανήλθε τρέχων εις το διαμέρισμά του.
+
+Η αχλύς, ήτις περιέβαλλε την ψυχήν της Άννας, διελύθη αποτόμως. Τα
+χθεσινά της αισθήματα επλημμύρησαν σφοδρότερον την καρδίαν της.
+Δεν κατενόει πλέον πώς κατώρθωσε να ταπεινωθή μέχρι του σημείου
+ώστε να μείνη εις την οικίαν και μίαν έστω επί πλέον ημέραν . . .
+Εισήλθε δε εις το δωμάτιον του κόμητος ίνα του δηλώση την απόφασίν
+της.
+
+Η κυρία Σορόκιν και η κόρη της μου έφεραν τα έγγραφα και τα
+χρήματα εκ μέρους της μαμάς, είπεν εκείνος. Δεν είχα κατορθώσει να
+τα παραλάβω χθες. Και συ; πώς πηγαίνει η κεφαλαλγία σου; Λίγο
+καλλίτερα, δεν είν' έτσι;
+
+Ομίλει ηρέμα και σταθερώς, ώστε να μη φανή ότι είχεν αντιληφθή το
+σοβαρόν και επίσημον ύφος της Άννας, ήτις παρέμενεν εις το μέσον
+του δωματίου και τον εκύτταζεν ατενώς χωρίς να λέγη τίποτε.
+
+Έρριψε βλέμμα επ' αυτής και εξηκολούθησε ν' αναγινώσκη την
+επιστολήν, ην εκράτει ανά χείρας.
+
+Η Άννα του έστρεφε τα νώτα και εξήλθε βραδέως του δωματίου.
+
+Υπήρχεν ακόμη καιρός να την ανακαλέση, αλλ' είχεν ήδη φθάσει εις
+το κατώφλιον και εκείνος δεν είχεν αρθρώσει λέξιν . . . Ηκούετο
+μόνος ο θρους του χάρτου της επιστολής, του οποίου συνέστρεφε τας
+σελίδας. Αλλ' όταν εκείνη έφθασεν εις την ουδόν της θύρας, είπεν:
+
+ ― Αλήθεια, φεύγομεν αύριον, δεν είν' έτσι;
+
+ ― Φεύγετε χωρίς εμέ, είπεν εκείνη υποστραφείσα.
+
+ ― Τι λες Άννα, δεν είνε δυνατόν αυτό . . .
+
+ ― Φεύγετε μόνος, χωρίς εμέ! επανέλαβεν εκείνη.
+
+ ― Αλλ' αυτό καταντά ανυπόφορον!
+
+ ― Θα . . . θα μετανοήσητε! . . .
+
+Και η Άννα εξήλθε του δωματίου.
+
+Καταπλαγείς εκ τον τόνου της απογνώσεως μεθ' ού προεφέρθησαν οι
+λόγοι ούτοι, εφρικίασε και ηθέλησε να δράμη κατόπιν της, αλλ' είτα
+μετέγνω, εκάθησεν αύθις, συνέσφιγξε βιαίως τας σιαγόνας και
+εσκυθρώπασε πάλιν.
+
+Η απειλή εκείνη της εχθροπαθείας τον προσέβαλλε.
+
+«. . . Έκαμα παν ό,τι ηδυνάμην δεν μου μένει, παρά να παύσω πλέον
+δίδων προσοχήν».
+
+Ενεδύθη διά να εξέλθη όπως μεταβή παρά τη μητρί του, εις την
+οποίαν έπρεπε να φέρη προς υπογραφήν μερικά έγγραφα.
+
+Η Άννα τον ήκουε βηματίζοντα εντός του δωματίου του και εντός της
+αιθούσης του φαγητού . . . Προ του σαλονιού εσταμάτησεν, αλλά δεν
+εισήλθεν εις το διαμέρισμά της. Έδωκε μόνον διαταγάς εις τους
+υπηρέτας. Κατόπιν η Άννα ήκουσε την άμαξαν πλησιάζουσαν εις το
+πρόστοον· η θύρα ηνοίχθη και ο Βρόνσκυ εξήλθε.
+
+«. . . Έφυγεν, εχάθησαν όλα!» διελογίσθη η Άννα πλησιάσασα εις το
+παράθυρον, και, ως απάντησις οιονεί εις την επιφώνησιν ταύτην, αι
+εντυπώσεις ας είχε διαισθανθή εν τω σκότει, όταν η λαμπάς της
+εσβέσθη, και ο τρομερός εφιάλτης όστις την είχε βασανίσει
+εσυγχύσθησαν αύθις και η καρδία της επληρώθη τρόμου.
+
+«. . . Όχι! δεν είνε δυνατόν!» ανεφώνησεν.
+
+Εισήλθε δε εις το δωμάτιόν της και εκωδώνισε σφοδρώς.
+
+ ― Ερωτήσατε πού είνε ο κόμης, είπεν.
+
+Ο υπηρέτης απεκρίθη, ότι ο κύριος κόμης είχε μεταβή εις τους
+σταύλους και είχε διατάξει ν' αναγγείλουν εις την κυρίαν, ότι η
+άμαξα θα επέστρεφε μετ' ολίγον, όπως η κυρία δυνηθή να κάμη τον
+περίπατόν της.
+
+ ― Καλά. Περιμείνατε μίαν στιγμήν. Έχω να γράψω κάτι, το οποίον θα
+στείλετε διά του Μιχαήλ το ταχύτερον.
+
+Εκάθησε προ της τραπέζης της και έγραψεν:
+
+«. . . Είχα άδικον. Επάνελθε, θα εξηγηθώμεν. Παρακαλώ, έλα γρήγορα
+. . . Φοβούμαι!»
+
+Εσφράγισε την επιστολήν και την παρέδωκεν εις τον υπηρέτην. Μεθ' ό
+ηγέρθη και εξήλθε του δωματίου.
+
+«. . .Είνε δυνατόν να τελειώσουν όλα;» διελογίσθη. «Ω! όχι, θα
+επανέλθη, και, οιαιδήποτε και αν είνε αι εξηγήσεις, που θα μου
+δώση, θα τας αποδεχθώ. Τι ζωηρός που ήτο συνομιλών με την νεαράν
+εκείνην κόρην! . . . Θα πιστεύσω ό,τι και αν μου 'πή διότι, αν δεν
+το πιστεύσω, έν μόνον μου μένει να κάμω, και . . . δεν θέλω να το
+κάμω!»
+
+Συνεβουλεύθη το ωρολόγιόν της. Δώδεκα λεπτά είχον παρέλθει αφ' ής
+είχεν αποστείλει την επιστολήν της.
+
+«. . . Αλλά, πώς το έκαμε να φύγη βλέπων με εις αυτήν την
+κατάστασιν; Πώς ειμπορεί να ζη ήσυχος χωρίς να ειρηνεύση μαζί
+μου;» εσκέφθη.
+
+Επλησίασεν εις το παράθυρον και έρριψε βλέμμα εις την οδόν.
+Πιθανόν να επέστρεφεν ήδη ο Βρόνσκυ . . . Αλλ' ίσως είχε κακώς
+υπολογίσει· και προσεπάθησε ν' αναπολήση τας περιστάσεις υπό τας
+οποίας την είχεν αφήσει, και εμέτρησε κάθε παρερχομένην στιγμήν.
+
+Ενώ δε επλησίαζεν εις το εκκρεμές ίνα βεβαιωθή διά την ακρίβειαν
+του ωρολογίου της, μία άμαξα εσταμάτησε προ της θύρας.
+
+Ήτο η ανοικτή άμαξα του Βρόνσκυ. Αλλ' η Άννα δεν ήκουσε κανένα ν'
+αναβαίνη. Κατήλθε τότε εν πάρη σπουδή ίνα ερωτήση τον υπηρέτην του
+σταύλου διά την επιστολήν.
+
+ ― Δεν ευρήκε τον κύριον κόμητα εις τους σταύλους απήντησεν ούτος.
+
+Η Άννα έμεινεν επί στιγμήν περιπεπλεγμένη, είτα δ' εσκέφθη: «Ώστε,
+δεν ανέγνωσε το μπιλλιέτο μου».
+
+ ― Πήγαινε να δώσης γρήγορα την επιστολήν εις το σπίτι της
+κομήσσης Βρόνσκυ· εκεί θα εύρης τον κόμητα, και έλα γρήγορα με την
+απάντησιν.
+
+«. . . Και εγώ, τι θα κάμω κατά το διάστημα τούτο;» διελογίσθη . .
+. «Ναι, θα υπάγω εις της Δόλλυ, καλή σκέψις αυτή! . . Αν μείνω
+μόνη θα τρελλαθώ! . . Έπειτα ειμπορώ να στείλω και τηλεγράφημα. .
+. .»
+
+Και απέστειλεν αμέσως το ακόλουθον τηλεγράφημα:
+
+«Έχω να σας ομιλήσω επανέλθετε ταχέως».
+
+Ενδυθείσα δε, διέταξε να την οδηγήσουν παρά τη πριγκηπίσση
+Ομπλόνσκυ.
+
+Εντός της αμάξης, ήτις την ελίκνιζεν ηρέμα και την παρέσυρε μαλακά
+εν ησύχω τροχασμώ, η Άννα διείδε την θέσιν της υπό πρήσμα όλως
+διάφορον εκείνου υπό το οποίον την αντίκρυζεν εις το δωμάτιόν της,
+και η σκέψις του θανάτου δεν της εφαίνετο πλέον τόσον τρομογόνος
+αλλ' ούτε και αναπότρεπτος. Μετενόει μάλιστα διά την ταπείνωσιν,
+εις ην είχε καθυποβάλει εαυτήν.
+
+«. . . . Πώς εκλιπαρώ την συγνώμην του; . . υπετάγην, ανεγνώρισα
+ότι ευρίσκομαι εν τω αδίκω . . . . Διατί; Δεν δύναμαι άρα γε να
+ζήσω και χωρίς αυτόν;»
+
+Μελετώσα δ' άμα το τι θα έλεγεν εις την Δόλλυ, ανήλθε την κλίμακα.
+
+ ― Μήπως έχει επισκέψεις η κυρία; ηρώτησε τον εμφανισθέντα
+υπηρέτην.
+
+ ― Η κυρία Λεβίν είν' εδώ, απήντησεν εκείνος.
+
+«. . . . Η Κίττυ! . . . η Κίττυ εκείνη, την οποίαν ο Βρόνσκυ
+ηγάπησεν, η ιδία εκείνη Κίττυ, την οποίαν ενθυμείται ακόμη μετ'
+αγάπης! . . . Και λυπείται διότι δεν την ενυμφεύθη . . . .
+Λυπείται διότι συνεδέθη μετ' εμού, και με αναμιμνήσκεται μετά
+μίσους».
+
+Καθ' ήν στιγμήν εισήλθεν η Άννα, αι δύο αδελφαί συνεσκέπτοντο περί
+του καλλιτέρου συστήματος το οποίον έπρεπεν ν' ακολουθήσουν διά
+τον πρό τινων εβδομάδων γεννηθέντα μπαίμπυ της Κίττυ. Η
+πριγκήπισσα προσήλθε μόνη εις υποδοχήν της επισκεπτρίας της, ήτις
+κατά την στιγμήν εκείνην, διετάρασε την συνομιλίαν των.
+
+ ― Μπα! πώς, . . . δεν επήγες ακόμη εις την εξοχήν; Εγώ εσκεπτόμην
+να έλθω να σε ίδω· έλαβα σήμερον επιστολήν από τον Στίβα.
+
+ ― Και ημείς ελάβομεν τηλεγράφημά του, είπεν η Άννα προσπαθούσα να
+ίδη την Κίττυ εις το γειτονικόν δωμάτιον.
+
+ ― Ο Στίβα γράφει, ότι δεν δύναται να εννοήση τι επιθυμεί ο
+Καρένιν, αλλ' ότι δεν θα φύγη από την Πετρούπολιν προτού επιτύχη
+οριστικήν απάντησιν.
+
+ ― Δύναμαι ν' αναγνώσω την επιστολήν; . . . Αλλ' έχεις καμμίαν
+επίσκεψιν; . . .
+
+ ― Ναι, την Κίττυ, απήντησεν η Δόλλυ συγκεχυμένη, είνε με τα
+παιδιά, . . . υπέφερε πολύ.
+
+ ― Ναι, το ήκουσα . . . ειμπορώ ν' αναγνώσω την επιστολήν του
+Στίβα;
+
+ ― Να σου την φέρω . . . Δεν αρνείται, εξ εναντίας ο Στίβα έχει
+ελπίδας είπεν η Δόλλυ υποστραφείσα επί του κατωφλίου της θύρας.
+
+ ― Εγώ, ούτε περιμένω τίποτε, ούτε επιθυμώ τίποτε, είπεν η Άννα.
+
+ ― «. . . Μήπως η Κίττυ θεωρεί προσβλητικήν την συνάντησίν μου;»
+διελογίσθη όταν ευρέθη μόνη . . . «Έχει ίσως δίκαιον! . . . Αλλά
+δεν είνε πρέπον εις αυτήν, εις αυτήν, την οποίαν ηγάπησε, να μου
+το υποδείξη . . . Γνωρίζω ότι καμμία έντιμη γυναίκα δεν ειμπορεί
+να με δεχθή υπό τας συνθήκας που ζω. Γνωρίζω ότι τα εθυσίασα όλα
+εις αυτόν . . . Και ιδού η ανταπόδοσις . . . Ω! πόσον τον
+αποστρέφομαι . . . Και, τι ήλθα να κάμω εδώ; Πάσχω ακόμη
+περισσότερον! . . . Και, τι θα είπω, τόρα εις την Δόλλυ; Να
+παράσχω εις την Κίττυ την ευχαρίστησιν να ομολογήσω ότι είμαι
+δυστυχής;. . . Να υποστώ την προστασίαν της; . . . Όχι, η Δόλλυ
+δεν θα μ' εννοήση, δεν θα τους είπω τίποτε. Θα επεθύμουν μόνον να
+ίδω την Κίττυ και να της αποδείξω ότι περιφρονώ τα πάντα και τους
+πάντας, ότι όλα τόρα μου είνε εντελώς αδιάφορα . . .»
+
+ ― Η Δόλλυ επανήλθε φέρουσα την επιστολήν. Η Άννα έλαβε γνώσιν
+αυτής και της την επέστρεψε.
+
+ ― Τα εγνώριζα όλα αυτά, προσέθηκεν, άλλως τε δεν έχουν ενδιαφέρον
+δι' εμέ.
+
+ ― Αλλά, διατί; Εξ εναντίας, εγώ είμαι πλήρης ελπίδων, είπεν η
+Δόλλυ παρατηρούσα την Άνναν μετά περιεργείας . . . Δεν την είχεν
+ίδει ποτέ έως τότε εις κατάστασιν τοιαύτης υπερεξάψεως.
+
+ ― Πότε αναχωρείς; την ηρώτησεν.
+
+Η Άννα ητένισε το κενόν χωρίς ν' αποκριθή. Αλλ' αίφνης εκοκκίνισε,
+και, παρατηρήσασα προς την θύραν του δωματίου των παιδιών, είπε:
+
+ ― Μήπως η Κίττυ με αποφεύγει;
+
+ ― Τι ιδέα είν' αυτή! Βυζαίνει το μπαίμπυ της αυτή την στιγμή . .
+. Είναι πολύ ευχαριστημένη . . . Τόρα θα έλθη . . . απήντησεν
+αδεξίως η Δόλλυ, η οποία δεν εγνώριζε να ψεύδεται . . . Νά την!
+
+Πράγματι, η Κίττυ δεν είχε καμμίαν επιθυμίαν να συναντηθή με την
+Άνναν, αλλ' η Δόλλυ της είχε παραστήσει, ότι ήτο αναγκαίον τούτο.
+Επεβλήθη λοιπόν εις εαυτήν και προυχώρησε προς την Άνναν με
+τεταμένην την χείρα.
+
+― Λογίζομαι υπερευτυχής που σας βλέπω, είπε διά φωνής τρεμούσης.
+
+Ήτο τεταραγμένη από την πάλην, ήτις διεξήγετο εντός της, μεταξύ
+της απεχθείας της προς την κακήν εκείνην γυναίκα και της
+επιθυμίας, ην είχε να της επιδείξη ανεξικακίαν . . . Αλλά μόλις
+αντίκρυσε την ωραίαν και συμπαθητικήν μορφήν της Άννας, πάσα
+εχθρότης διεσκεδάσθη.
+
+ ― Δεν θα εξεπλησσόμην αν επροτιμάτε να μη συναντηθήτε διόλου μαζί
+μου, είπεν η Άννα. Έχω εξοικιωθή με όλα. Ήσθε ασθενής; Ναι,
+διακρίνω ότι υπεφέρατε αρκετά. . . .
+
+Η Κίττυ αντελήφθη ότι η Άννα την παρετήρει με ύφος δυσμενές.
+Διηρμήνευσε δε την στάσιν αυτήν ως εκ της κατωτέρας θέσεως, εις ην
+ευρίσκετο ήδη η νεαρά γυνή, ήτις, άλλοτε, την προστάτευεν . . .
+Ομίλησαν περί της ασθενείας της Κίττυ, περί του βρέφους, περί του
+Στίβα, αλλ' η Άννα έμεινε προς όλα αδιάφορος.
+
+ ― Ήλθα διά να σε αποχαιρετήσω, είπεν εγερθείσα.
+
+ ― Πότε αναχωρείτε;
+
+Και πάλιν η Άννα δεν απεκρίθη εις την ερώτησιν ταύτην, αλλ'
+απηυθύνθη μειδιώσα προς την Κίττυ:
+
+ ― Ναι λογίζομαι αληθώς ευτυχής που σας είδα . . . Ήκουσα εγκώμια
+διά σας από όλους, συμπεριλαμβανομένου και του συζύγου σας . . .
+Μ' επεσκέφθη και μου ήρεσε πολύ, προσέθηκε με κακεντρεχή πρόθεσιν
+. . . Πού ευρίσκεται τόρα;
+
+ ― Επέστρεψεν εις τας γαίας του, απήντησεν η Κίττυ μειδιώσα.
+
+ ― Μεταβιβάσατέ του τας προσρήσεις μου, μη το λησμονήσετε . . .
+
+ ― Δεν θα το λησμονήσω, απεκρίθη αφελώς η Κίττυ, ατενίζουσα δε την
+Άνναν κατάματα με έκφρασιν συμπαθείας.
+
+ ― Χαίρε, Δόλλυ.
+
+Την ενηγκαλίσθη, έθλιψε την χείρα της Κίττυ και εξήλθεν εν σπουδή
+της αιθούσης.
+
+ ― Πάντοτε η ιδία, πάντοτε ομοίως ελκυστική, είπεν η Κίττυ, είνε
+εκτάκτως ωραία . . . Και, κάτι υπάρχει εντός της, που σε κάμνει να
+την συμπονής.
+
+ ― Σήμερον, έχει έκφρασιν απολύτως ιδιότυπον, είπεν η Δόλλυ . . .
+Όταν την κατευόδωσα εις τον αντιθάλαμον, μου εφάνη ότι ήτο έτοιμη
+να κλαύση . . .
+
+Η Άννα επέβη της αμάξης υπό πνευματικήν κατάστασιν οδυνηροτέραν
+εκείνης, υφ' ην ευρέθη αναχωρούσα εκ της οικίας της και επανήλθεν
+εις τον οίκον της.
+
+«. . . Διατί με παρετήρουν ως κάτι που εμποιεί φρίκην, ως κάτι
+αλλόκοτον, που δεν δύναται κανείς να εννοήση; . . . Έκαμα καλά που
+δεν είπα τίποτε εις την Δόλλυ . . . Πόσον θα ηυχαριστείτο από την
+δυστυχίαν μου! . . . Θα το έκρυπτε βέβαια αλλά θα ηυχαριστείτο
+πολύ μανθάνουσα ότι ετιμωρήθην διά τας απολαύσεις, τας οποίας μου
+εζήλευεν. Η δε Κίττυ θα έμενε πολύ περισσότερον ευχαριστημένη . .
+. Διακρίνω διά μέσου της ψυχής της. Γνωρίζω ότι τον ενεθουσίασε
+τον σύζυγόν της, και . . . ζηλεύει . . . Με απεχθάνεται . . . Εις
+τα μάτια της είμαι γυναίκα ανήθικος, . . . αλλ' αν ήμην, θα
+ηδυνάμην να κατακτήσω τον έρωτα του συζύγου της . . . . Ήρκει να
+το ήθελα . . . Ναι, το ηθέλησα . . . Η Κίττυ μη δυνηθείσα ν'
+αποκτήση τον Βρόνσκυ, ενυμφεύθη τον Λεβίν . . . Με ζηλεύει και με
+μισεί . . . οι άνθρωποι όλοι μισούνται . . . απεχθάνομαι την Κίττυ
+και η Κίττυ με απεχθάνεται . . . Προς τι όλοι αυτοί οι ναοί, αυταί
+αι κωδωνοκρουσίαι, όλα είνε ψεύδη; Χρησιμοποιούνται προς
+συγκάλυψιν του μίσους που βασιλεύει μεταξύ των ανθρώπων . . .»
+
+Αι σκέψεις αύται την απερρόφησαν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε δεν
+ανελογίζετο πλέον την ιδίαν της θέσιν και κατεπλάγη όταν ευρέθη
+ενώπιον της οικίας της. Όταν είδε τον θυρωρόν τρέχοντα προς αυτήν,
+τότε μόνον ενεθυμήθη ότι είχεν αποστείλει επιστολήν και
+τηλεγράφημα προς τον Βρόνσκυ.
+
+ ― Έχετε απάντησιν;
+
+Ο θυρωρός της παρέδωκεν έν τηλεγράφημα. Η Άννα το ανέγνω.
+
+«Δεν δύναμαι να επιστρέψω προ της δεκάτης
+
+ &Βρόνσκυ&
+
+ ― Και ο υπηρέτης που μετεβίβασε το μπιλλιέτο μου, δεν επέστρεψεν;
+
+Όχι ακόμη, κυρία!
+
+«. . . Αφού είνε έτσι, γνωρίζω τι μου μένει να κάμω», εσκέφθη η
+Άννα.
+
+Ησθάνθη μοχθούσαν εντός της ψυχής της οργήν αόριστον και
+ογκουμένην την ανάγκην της εκδικήσεως.
+
+Έδραμεν εις τα δωμάτιά της.
+
+«. . . . Θα υπάγω να τον εύρω . . . προτού τον εγκαταλείψω διά
+παντός, και θα του είπω όλην την αλήθειαν . . . Δεν απεστράφην
+ποτέ κανένα, όσον αποστρέφομαι αυτόν!»
+
+Η Άννα δεν είχεν αντιληφθή ότι το τηλεγράφημα του Βρόνσκυ ήτο
+απάντησις εις το παρ' αυτής αποσταλέν τηλεγράφημα και ότι δεν
+είχεν ακόμη λάβει την επιστολήν της. Τον εφαντάζετο δε καθήμενον
+πλησίον της μητρός του και της δεσποινίδος Σορόκιν, συνομιλούντα
+ησύχως και διασκεδάζοντα ιδιαιτέρως με τας βασάνους της.
+
+«. . . Ναι, πρέπει να φύγω αμέσως! . . . Ναι, θα υπάγω εις τον
+σταθμόν του σιδηροδρόμου, και, αν δεν τον εύρω, θα μεταβώ εις το
+μητρικό του σπίτι και θα του αφαιρέσω το προσωπείον! . .
+
+Συνεβουλεύθη τον πίνακα των δρομολογίων και είδεν ότι υπήρχε
+τραίνον εις τας οκτώ και δύο λεπτά της εσπέρας.
+
+«. . . Θα φθάσω εγκαίρως».
+
+Διέταξε να ζεύξουν άλλους ίππους και ετοποθέτησε διάφορα
+αντικείμενα εντός του μαρσίππου της, διότι εγνώριζεν ότι δεν θα
+επανήρχετο πλέον εις την οικίαν εκείνην . . . Μεταξύ των διαφόρων
+σχεδίων, τα οποία εβασάνιζον τον εγκέφαλόν της, εσκέπτετο ότι,
+αναλόγως του ό,τι θα συνέβαινεν εις τον σταθμόν ή εις την οικίαν
+της κομήσσης Βρόνσκυ, θ' ανεχώρει διά τον πρώτον κεντρικόν σταθμόν
+και θα έμενεν εκεί.
+
+Μόλις η άμαξα εκυλίσθη και πάλιν μεγαλοπρεπώς επί του λιθοστρώτου,
+εντυπώσεις συγκεχυμέναι επλημμύρησαν τον εγκέφαλόν της νεαράς
+γυναικός, όπως και πρότερον. Διά πρώτην δε φοράν η Άννα
+αντιμετώπισε τας μετά του Βρόνσκυ σχέσεις της με βλέμμα τόσον
+διαυγές και διαπεραστικόν.
+
+«. . . Τι εζήτησεν εν εμοί; Πολύ ολιγώτερον τον έρωτα παρά την
+ικανοποίησιν της ματαιότητός του».
+
+Ενεθυμήθη τότε τους λόγους, ους εψέλλιζεν εις το ους της ο Βρόνσκυ
+κατά τους πρώτους χρόνους του συνδέσμου των και την έκφρασιν του
+λαγωνικού, ην προσελάμβανεν η μορφή του.
+
+«. . . Ναι, εξέφραζε τον θρίαμβον της ικανοποιηθείσης ματαιότητος.
+Με ηγάπα, αναμφιβόλως, αλλ' η υπεροψία της επιτυχίας προείχεν. Η
+κατάκτησίς του απετέλει δόξαν δι' αυτόν. Τόρα, όλα αυτά ανάγονται
+εις το παρελθόν και δεν έχει πλέον διά τι να υπερηφανεύεται.
+Επέτυχε παρ' εμού παν ό,τι ηδυνάμην να του προσφέρω και τόρα δεν
+έχει πλέον ανάγκην εμού. Κατέστην φορτίον δι' αυτόν και προσπαθεί
+απλώς και μόνον να ευρίσκεται εν τυπική τάξει απέναντι μου. Αφήκε
+χθες να του διαφύγη η ενδόμυχος σκέψις του . . . Εύχεται να
+επιτύχω το διαζύγιον, διά να δυνηθή να με νυμφευθή· έτσι θα
+ετηρούντο τα προσχήματα . . . . Με αγαπά, αλλά πώς; Ο χυμός του
+έρωτος εξητμίσθη, δεν ευρίσκει πλέον εν εμοί την αυτήν ηδονήν . .
+. Αν τον εγκαταλείψω, θα είνε ευτυχής κατά βάθος . . .»
+
+Δεν επρόκειτο πλέον περί απλής υποθέσεως τόρα· υπό το ακτινοβόλον
+εκείνο φως, όπερ καθίστα τόσον καθαρά, εις τα όμματά της, τας
+σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ των, και απεκάλυπτε σαφώς την έννοιαν
+της ζωής, η υπόθεσις αύτη καθίστατο γεγονός τετελεσμένον.
+
+«. . . Ο έρως μου αποβαίνει επί μάλλον και μάλλον περιπαθής και
+εγωιστικός, ενώ ο ιδικός του ψυχραίνεται, αποσβέννυται,
+αποσβέννυται . . . και ιδού διατί χωριζόμεθα. Δι' εμέ, μόνον
+εκείνος υπάρχει και αξιώ να είνε ολόκληρος ιδικός μου. Αλλ'
+εκείνος απομακρύνεται διαρκώς απ' εμού . . . Ας δεχθώμεν ότι
+κέκτημαι παν ότι απαιτείται διά να ήμαι ευτυχής· ότι επιτυγχάνω το
+διαζύγιον, μου αποδίδει ο Καρένιν τον Σεριόγια και νυμφεύομαι τον
+Βρόνσκυ . . . Μήπως η Κίττυ θα παύση να με κυττάζη καθ' όν τρόπον
+το έκαμε σήμερον; . . . Όχι! Μήπως ο Σεριόγια θα παύση
+αναλογιζόμενος ότι υπάρχουν δύο σύζυγοι; Και ποίον νέον αίσθημα θα
+δημιουργήσω μεταξύ Βρόνσκυ και εμού; Είναι δυνατόν να μη
+εξακολουθήσωμεν βασανίζοντες αλλήλους;»
+
+Την φοράν αυτήν απήντησεν άνευ του παραμικρού δισταγμού:
+
+«. . . Όχι! Αποτελώ την δυστυχίαν του, εκείνος την ιδικήν μου, και
+είνε αδύνατον να τον μεταβάλω, ούτε και να μεταβάλω εμαυτήν . . .»
+
+Η άμαξα εσταμάτησε προ του μικρού σταθμού και είς ακόλουθος του
+ηνιόχου επλησίασε.
+
+ ― Πρέπει να βγάλω εισιτήριον δι' Ομπιραλόφκαν; ηρώτησεν.
+
+Η Άννα κατέβαλε μέγαν αγώνα όπως εννοήση την ερώτησιν αυτήν. Είχεν
+εξ ολοκλήρου λησμονήσει πού μετέβαινε και τι προυτίθετο να κάμη.
+
+ ― Μάλιστα, είπε τέλος τείνουσα προς τον λακέ την τσάντα της.
+
+Εισέδυσεν είτα εν μέσω του πλήθους διά να φθάση εις την αίθουσαν
+της αναμονής, εκάθησεν επί του σχήματος αστέρος καναπέ και
+παρετήρει μετ' αηδίας τους πηγαινοερχομένους· όλος ο κόσμος την
+στιγμήν εκείνην της ήτο ανυπόφορος. Ανελογίζετο την στιγμήν καθ'
+ήν θα έφθανεν εις τον σταθμόν και θα απέστελλε νέον σημείωμα εις
+τον Βρόνσκυ, όστις, ασφαλώς κατά την ώραν εκείνην, θα έλεγε τα
+παράπονά του εις την μητέρα του . . . Ανελογίσθη επίσης την
+στιγμήν καθ' ήν θα εισήρχετο εις την οικίαν των και τους λόγους
+που θα του έλεγε και εσκέφθη ότι η ζωή θα ηδύνατο να είνε ακόμη
+ευτυχής και ότι τον ηγάπα και τον εμίσει μετά πόνου εμμόνου!
+
+* * *
+
+Ο κώδων αντήχησε και οι ταξειδιώται επέβησαν του τραίνου . . . Η
+Άννα ανήλθε το υψηλόν υπόβαθρον και εκάθησε μόνη. Εγκατελείφθη δ'
+εκ νέου εις τους διαλογισμούς της.
+
+«. . . Ναι, πού είχα σταματήσει; . . . Α! Δεν ηδυνάμην να εύρω
+κατάστασιν εν τη οποία η ζωή να μη είνε βάσανος. Επλάσθημεν πάντες
+διά να πάσχωμεν, το γνωρίζομεν και εφευρίσκομεν φάρμακα διά ν'
+αυταπατώμεθα. Όταν δε αντικρίσωμεν την αλήθειαν, τι μας
+υπολείπεται να κάμωμεν; . . Ναι, το βασανίζον με είνε η αλήθεια
+και το λογικόν μου εδόθη διά ν' απαλλαγώ αυτής. Πρέπει λοιπόν να
+ενεργήσω. . . Πράγματι, διατί να μη σβέσω το φως, αφού παν ό,τι
+βλέπω με τρομάζει; Αλλά, πώς; . . .»
+
+Το τραίνον εισήρχετο εις τον σταθμόν . . . Η Άννα κατήλθε μετά των
+λοιπών επιβατών.
+
+Εσταμάτησεν επί του λιθοστρώτου προσπαθούσα ν' αναμνησθή διατί
+ευρίσκετο εκεί και τι επρόκειτο να κάμη . . . Παν ό,τι της
+εφαίνετο εύκολον μίαν στιγμήν προτήτερα, την ώραν αυτήν, εν μέσω
+του θορυβώδους εκείνου πλήθους των ανθρώπων εκείνων ους απηχθάνετο
+και οίτινες την ετάραττον διά της περιεργείας των, της εφάνη
+εξαίφνης απραγματοποίητον.
+
+Εσταμάτησε τέλος κάποιον υπάλληλον και τον ηρώτησε μήπως υπήρχεν
+εις τον σταθμόν κανένας κομιστής σημειώματος εκ μέρους του κόμητος
+Βρόνσκυ.
+
+ ― Του κόμητος Βρόνσκυ; . . . Αλλά, πολλά πρόσωπα ήλθον από την
+οικίαν του εις τον σταθμόν διά να υποδεχθώσι την πριγκήπισσαν
+Σορόκιν και την κόρην της.
+
+Την στιγμήν εκείνην ο ηνίοχος Μιχαήλ, ον είχεν αποστείλει το πρωί,
+γεμάτος χαράν και ευχαρίστησιν διότι είχεν απαλλαγή της αποστολής
+του, την επλησίασε και της παρέδωκε την επιστολήν.
+
+Η Άννα την απεσφράγισε και η καρδία της συνεσφίχθη προτού λάβη
+γνώσιν του περιεχομένου της . . . Ο Βρόνσκυ, διά γραφής
+ακαλαισθήτου, απήντα:
+
+«Λυπούμαι πολύ διότι το σημείωμά σου δεν μ' ευρήκεν εγκαίρως. Θα
+επιστρέψω εις τας δέκα».
+
+«. . . Δεν επερίμενα τίποτε τίποτε· επί πλέον!» διελογίσθη η Άννα
+με δυσσοίωνον μειδίαμα.
+
+ ― Πολύ καλά, δύνασαι να επιστρέψης εις το σπίτι, είπε προς τον
+ηνίοχον.
+
+Μόλις ηδύνατο να ομιλή· αι αναπάλσεις της καρδίας της τής
+διέκοπτον την αναπνοήν.
+
+«. . . Όχι δεν θα σου επιτρέψω να με βασανίζης», διελογίσθη
+διευθυνομένη προς την αποβάθραν εκ του μέρους της γραμμής . . . .
+. . «Θεέ μου! Θεέ μου! πού να κρυφθώ, πού να εξαφανισθώ; . .» Και
+προχώρει επί μάλλον και μάλλον. Εσταμάτησε δε μόνον όταν έφθασεν
+εις μίαν εσχατιάν του λιθοστρώτου.
+
+Τραίνον τι κατάφορτον από εμπορεύματα εισήρχετο εις τον σταθμόν .
+. . Η Άννα ενόμισεν ότι ευρίσκετο εντός τραίνου εν κινήσει.
+Εξαίφνης ανεμνήσθη τον καταπλακωθέντα μουζίκον την ημέραν καθ' ήν
+είχεν ίδει τον Βρόνσκυ διά πρώτην φοράν, και κατενόησε τι της
+υπελείπετο να πράξη . . . Κατήλθε με βήμα ελαφρόν και ταχύ τας
+βαθμίδας, αι οποίαι έφερον προς την γραμμήν και εσταμάτησε
+εγγίτατα της αμαξοστοιχίας, η οποία παρήλαυνεν ενώπιον της . . .
+Παρετήρει τα κάτωθεν των αμαξών, τα περικόχλια, τας αλύσεις και
+τους μεγάλους εκ χυτοσιδήρου τροχούς του πρώτου βαγονίου, το
+οποίον διωλίσθαινεν ενώπιόν της, προσπαθούσα να υπολογίση διά του
+βλέμματος το μεταξύ των τροχών του πρώτου και του δευτέρου
+διάκενου και να καθορίση την στιγμήν καθ' ήν το κενόν τούτο θα
+ευρίσκετο ακριβώς απέναντί της.
+
+«. . .Εκεί κάτω», διελογίσθη η Άννα, παρατηρούσα την μεμιγμένην
+μετ' ελαίου άμμον ήτις εκάλυπτε τας τραβέρσας, «εκεί κάτω δεξιά
+εις το μέσον, εις το χώρισμα των τροχών, . . . και θα τον τιμωρήσω
+και θ' απελευθερωθώ όλων και εμαυτής . . .»
+
+Έκαμε το σημείον του σταυρού.
+
+Το οικείον της αυτό κίνημα ανεκάλεσεν εις την ψυχήν της παντός
+είδους αναμνήσεις της νεότητός της και της παιδικής της ηλικίας,
+και η ζωή, διά μίαν στιγμήν, παρουσιάσθη ενώπιόν της με όλην την
+ακτινοβολίαν των απολαύσεων του παρελθόντος . . .
+
+Παρετήρει τους τροχούς της πλησιαζούσης αμάξης, και, καθ' ήν
+ακριβώς στιγμήν το κενόν διάστημα, το οποίον επωφθαλμία,
+παρουσιάσθη εμπρός της, η Άννα ώρμησεν υπό το βαγόνι με τας χείρας
+προτεταμένας, και, με κίνημα εύστροφον, ως να ήθελε ν' ανεγερθή,
+κατέπεσεν εις τα γόνατα.
+
+Την ιδίαν στιγμήν, η πράξις την οποίαν εξετέλει την επλήρωσε εκ
+φρίκης.
+
+ ― Πού είμαι; Τι έκαμα; . . . Διατί; . . .
+
+Ηθέλησε ν' ανεγερθή, ν' αποσυρθή εκείθεν, αλλά κάτι το πελώριον,
+κάτι το αμείλικτον, έπληξε την κεφαλήν αυτής και την παρέσυρεν από
+των ώμων . . . Συνησθάνθη ότι δεν υπήρχεν πλέον τρόπος ν'
+αντιπαλαίση και ανεφώνησε:
+
+ ― «Κύριε, συγχώρησόν με!»
+
+Και το φως, υπό το οποίον η Άννα είχεν αναγνώσει την βίβλον την
+γεμάτην από βασάνους, από ψεύδη, από θλίψιν και δυστυχίαν,
+ανέλαμψε δι' εκλάμψεως μεγαλητέρας ή άλλοτε, εφώτισε δι' αυτήν παν
+ό,τι πρότερον ευρίσκετο εντός του σκότους, είτα δε
+εσπινθηροβόλησεν, ωχρίασε και απεσβέσθη διά παντός.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+ΧΡΗΣΤΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
+
+
+ΑΘΗΝΑΙ Σοφοκλέους 10
+
+ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ
+
+Λ. ΤΟΛΣΤΟΗ ― Άννα Καρένιν Δρ. 6.―
+ » Η Ανάστασις » 4.50
+ » Το Τέλος της εποχής μας » 2.―
+ » Η Σύγχρονος Δουλεία » 2.50
+ » Αι νέαι Ιδέαι » 3.―
+Α. DΕΒΑΥ ― Υγιεινή και Φυσιολογία του
+ γάμου » 4.―
+ » Υγιεινή των Ηδονών και
+ Τέρψεων » 3.―
+ΜΑΧ. ΝΟRDAU. ― Ο Εκφυλισμός » 4.―
+GASTON RICHARD ― Ο Σοσιαλισμός και
+ αι κοινωνικαί επιστήμαι » 5.―
+ΓΚΑΙΤΕ Ο Βέρθερος » 3.50
+Φ. ΕΓΚΕΛΣ Ουτοπιστικός και επιστημονικός
+ Σοσιαλισμός » 3.―
+ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΟΠΑΣΑΝ Το Αόρατο Στοιχειό » 6.―
+Θ. ΔΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΥ ― Η Σπιτονοικοκυρά » 2.50
+ΡΩΣΣΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ― Των διασημοτέρων
+ της Ρωσσίας συγγραφέων » 4.―
+Γ. ΟΝΕ. ― Ο Αρχισιδηρουργός » 4.50
+ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ ― Τα τέκνα του πλοιάρχου Γραν » 12.―
+ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΡΙΣΜΟΥΡΓ.― Η Κατηραμένη
+ Κόρη » 10.―
+ΟΚΤΑΒΙΟΥ ΓΕΦΙΕ. ― Το Μυθιστόρημα
+ ενός Απόρου Νέου » 3.―
+ΤΑΚΗ ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΥ ― Το Μυστικό που » 6.―
+ σκοτώνει (περιπαθέστατον Αθηναϊκόν
+ Μυθιστόρημα θαυμασίας εμπνεύσεως
+
+
+Τιμάται Δραχ. 6.
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Anna Karenina, by Leon Tolstoy
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANNA KARENINA ***
+
+***** This file should be named 38915-0.txt or 38915-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/8/9/1/38915/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.