summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/38800-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '38800-0.txt')
-rw-r--r--38800-0.txt11584
1 files changed, 11584 insertions, 0 deletions
diff --git a/38800-0.txt b/38800-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..74797f5
--- /dev/null
+++ b/38800-0.txt
@@ -0,0 +1,11584 @@
+The Project Gutenberg EBook of Malvina, by Marrie Cottin
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Malvina
+ Romantic Novel of the 18th century
+
+Author: Marrie Cottin
+
+Translator: K. P. Argyropoulos
+
+Release Date: February 10, 2012 [EBook #38800]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK MALVINA ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
+changed, except in vary obvious circumstances. Words in
+italics have been included in _, while bold words in &.
+Footnotes have been converted to endnotes.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου, εκτός σε πολύ εμφανείς περιπτώσεις. Λέξεις με πλάγιους
+χαρακτήρες περικλείονται σε _, ενώ λέεις με έντονους χαρακτήρες με &.
+Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
+
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ “ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ„ αριθ. 23
+
+
+
+
+Μ Α Λ Β I Ν Α
+
+
+
+
+
+ΡΩΜΑΝΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΟΣ
+
+ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ
+
+ΥΠΟ
+
+Κ. Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ
+ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
+
+ΑΘΗΝΑΙ
+
+1921
+
+
+
+
+ΔΥΟ ΛΟΓIΑ
+
+
+
+
+Η Marie Risteau, dame Cottin εγεννήθη στα 1770 εις την Tonneins
+(προφ. Τονίνς) πόλιν της Γαλλίας κειμένην εις την δεξιά όχθη του
+ποταμού Γκαρόνα.
+
+Δεκαεπτά ετών ενυμφεύθη στο Βορδώ ένα πλούσιον τραπεζίτην, αλλ'
+έμεινε χήρα μετά τρία έτη, μετέβη στο Παρίσι κεπεδόθη στην
+καλλιέργειαν των ωραίων γραμμάτων, όπως λέγουν οι Γάλλοι πολύ
+έμορφα την λογοτεχνία. Επεδόθη στο ρομάντσο. Έγραψε την Claire d'
+Albe, την Amelie Machfield, την Elisabeth, τους Exilés de la
+Sibérie, αλλά το ωραιότερόν της από όλα είναι η Malvine, την
+οποίαν παρέχομεν εις τους αναγνώστας μας εν ελευθέρα παραφράσει,
+δια να γνωρίσουν και την προ ενάμισυ αιώνος ρωμαντικήν φιλολογίαν.
+
+Απέθανε στο Παρίσι, στα 1807. Το ύφος της είναι εύχαρι και
+αισθηματικόν, αλλά την διακρίνει περιττή πολυλογία, από την οποίαν
+είναι εντελώς απηλλαγμένη η ημετέρα παράφρασις.
+
+ Ο ΕΚΔΟΤΗΣ
+
+
+
+
+ΜΑΛΒΙΝΑ
+
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
+
+ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ — ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ
+
+
+
+ — Χαίρε γη ιερά, που αναπαύεται εκείνη την οποίαν αγάπησα
+περισσότερον από κάθε άλλο τι εις τον κόσμον ! Χαίρετε, ω λείψανα
+περιπόθητα της φίλης μου, της αδελφής μου!
+
+Αυτά έλεγε η Μαλβίνα Σορκή καταβρέχουσα με δάκρυα θερμά τον τάφον
+της Κλαίρης.
+
+ — Σαποχαιρετώ και σένα, ω φιλτάτη ψυχή, που πάντα σε ποθώ. Η κακή
+μου τύχη, η σκληρά, με στερεί ακόμη και απ' αυτήν την πικράν
+παρηγορίαν, να κλαίω εις τον τάφον σου. Αναχωρώ, αγαπητή μου, και
+τότε άγριοι βάτοι και άκανθαι θα απλωθούν επάνω εις την πλάκα η
+οποία σε σκεπάζει και θα την κάμουν αγνώριστην και στης φίλης τα
+μάτια. Αναχωρώ . . . . και όσοι πριν εκολάκευαν την ωραίαν νεότητά
+σου θα λησμονήσουν ότι υπήρξες ποτέ και συ εδώ, εις την γην.
+Αναχωρώ, αλλά μέχρις ότου συναντηθώμεν και πάλιν εις τον άλλον
+κόσμον, ουδέ στιγμήν θα σβήση από την μνήμην μου η πικρή ώρα του
+χωρισμού μας. Πάντοτε, ω, πάντοτε με ρίγος θα ενθυμούμαι την
+τελευταίαν σου εκείνην ώραν που ηγωνίζεσο να με παρηγορήσης με το
+αγγελικόν σου μειδίαμα και διεύθυνες εις εμέ το μισοσβημένο βλέμμα
+σου . . .
+
+ — Ταμάξι είναι έτοιμο, κυρία, εφώναξε κάποιο κοριτσάκι και
+διέκοψε την Μαλβίναν από τους οδυρμούς και τους θρήνους της.
+Συγχρόνως δε και η ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία το παρακολουθούσε,
+βλέπουσα την Μαλβίναν γονατισμένην επάνω στο χιόνι με το στήθος
+κολλημένoν σχεδόν στην κρύα πέτρα του τάφου, εφώναξε:
+
+ — Αι, κυρία μου, θέλετε λοιπόν ναποθάνετε κοντά στη Μιλαίδη !
+Δόξα το Θεό, που σας φώτισε ναναχωρήσετε απ' εδώ, αλλέως ήταν
+αδύνατον νανθέξετε σε τόσο δριμύ ψύχος, ερχομένη μέρα και νύχτα
+σαυτόν εδώ τον τάφον.
+
+Αλλ' η Μαλβίνα εσηκώθη χωρίς ναποκριθή· μόλις ήκουσε.
+
+Υπάρχουν τω όντι πόνοι της ψυχής, που αποχωρίζουν τον άνθρωπον από
+τον κόσμον.
+
+Η Μαλβίνα Σορκή ήτο Γαλλίς. Εις ηλικίαν εικοσιενός ετών έχασε τον
+σύζυγόν της, τον οποίον άλλως τε ουδέποτε ηγάπησε. Όλως ανεξάρτητη
+λοιπόν άφησε την πατρίδα της και επήγεν εις την Αγγλίαν διά να
+συναντήση την πολυαγαπημένην της συμπατριώτιδα Κλαίρην, σύζυγον
+του Λόρδου Χέριντεν. Εκεί συνέζησαν τρία έτη, κατά τα οποία η
+μεταξύ των περιπαθής φιλία την μεν Κλαίρην επαρηγόρει διά την
+άσωτον ζωήν που έκαμνεν ό άνδρας της, την δε Μαλβίναν έκαμνε να
+λησμονήση να επιστρέψη εις την Γαλλίαν.
+
+Ότε φίλοι τινές της υπενθύμισαν, ότι έπρεπε να εκλέξη ή την φίλην,
+ή την εν Γαλλία ιδιοκτησίαν της, αύτη δεν εδίστασε να προτιμήση
+την Κλαίρην.
+
+Έκτοτε δε μη έχουσα άλλο εισόδημα, από τον τόκον των χρημάτων, τα
+οποία είχε φέρει μαζί της και είχε καταθέσει είς τινα τράπεζαν,
+άφησε τους καλλωπισμούς της, παρητήθη ακόμη και από τας αθώας
+τέρψεις της ηλικίας της και της έφθανε η ευχαρίστησις να ζη με την
+φίλην της Κλαίρην.
+
+Όταν όμως έχασε και αυτήν, ούτε καν το εσυλλογίσθη ότι ευρίσκεται
+εις ξένην χώραν, μόνη, χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς. Η συμφορά
+της ήτο τόσο μεγάλη, ώστε κανέν άλλο περιστατικόν δεν ημπορούσε να
+την μετριάση ή να την επαυξήσει.
+
+Όταν η Κλαίρη ευρίσκετο εις τας τελευταίας στιγμάς της, έπεισε τον
+σύζυγόν της να εμπιστευθή την μικράν θυγατέρα των, την πενταετή
+Φανήν, εις τας χείρας της Μαλβίνας, διά να φροντίση αυτή την
+ανατροφήν της. Ο δε πατέρας πρόθυμος συγκατένευσε, διά να
+απαλλαχθή από φροντίδα οχληράν, ένεκα της οποίας θα ηναγκάζετο να
+διακόπτη τας διασκεδάσεις και τα χαρτοπαίγνια και τας συναναστοφάς
+με τους φιλοθορύβους της ασωτίας του κοινωνούς.
+
+Επειδή δε προέβλεπε ότι με τον καιρόν η παρουσία της κόρης του θα
+έφερνε μέγα πρόσκομμα εις τοιαύτας συναθροίσεις, και ότι η Μαλβίνα
+θα ήτο αυστηρός κριτής της διαγωγής του, της έδωκε με τρόπον να
+καταλάβη, ότι θα έκαμνε πολύ καλά να ζητήση άλλην κατοικίαν.
+
+Η Μαλβίνα με χαράν μεγάλην ότι θα παρελάμβανε μαζί της την
+θυγατέρα της Κλαίρης έστερξε ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου
+μόνον αγανάκτησιν ησθάνετο βλέπουσα αντί πένθους ευθυμίας και
+γέλια ανθρώπων αντιπαθών, οι οποίοι επεριφρονούσαν και την ιδικήν
+της λύπην και της φίλης της την μνήμην.
+
+Εν τούτοις ευρέθη εις απορίαν, διότι να πιάση μόνη της ιδιαίτερο
+σπίτι ούτε η ηλικία της το επέτρεπε ούτε η χρηματική της
+κατάστασις.
+
+Επειδή δε εγνώριζε πολύ καλά τον χαρακτήρα του Λόρδου Χέριντεν,
+δεν ημπορούσε να στηριχθή και πολύ εις την βοήθειαν, την οποίαν
+έμελλε να της παρέχει αυτός χάριν της θυγατρός του. Εκτός δε
+τούτου μήπως η ιδία δεν ησθάνετο την κρυφίαν ευχαρίστησιν
+ναναθρέψη με ιδικά της έξοδα το τέκνον της φίλης της;
+
+Έγραψε λοιπόν προς μίαν εκ μητρός συγγενή της, η οποία κατοικούσεν
+εις μίαν από τας μεσημβρινάς επαρχίας της Σκωτίας, και εξιστορούσα
+την κατάστασίν της, την παρακαλούσε να της επιτρέψη να υπάγη εις
+το χωρίον της διά να γίνη σύνοικός της και ομοδίαιτος απέναντι
+ετησίου πληρωμής.
+
+Η κ. Μπιρτών (ούτως ωνομάζετο η συγγενής της) της απήντησεν
+αμέσως, ότι δέχεται και ότι ακόμη υπόσχεται να της φανή ωφέλιμη,
+αν και οι συγγενείς της εφέρθησαν προς αυτήν ψυχροί και
+επιλήσμονες· αλλ' όμως αυτή συγχωρούσα τα πάντα θεωρεί
+ευχαρίστησίν της να φαίνεται χρήσιμος εις τους ιδικούς της.
+
+Εις άλλην περίστασιν η Μαλβίνα ήθελεν ίσως εύρει αλαζονικήν κάπως
+την τοιαύτην απάντησιν, αλλ' ήδη η θέσις της ήτο οδυνηρά και δεν
+επέτρεπε μικρολόγους αργοπορίας.
+
+Έπρεπε λοιπόν ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου είχε περάσει
+τόσον γλυκείας ημέρας, έπρεπε να στερηθή της λυγράς ηδονής του να
+κλαίη εις το μνήμα εκείνο, μακράν του οποίου τίποτε πλέον δεν θα
+έβλεπε να της υπενθυμίζει την αγαπητήν ψυχήν.
+
+Μέλλουσα λοιπόν ναναχωρήση επήγε εις τον τάφον να επαναλάβη τον
+όρκον, τον οποίον έδωσε προς την Κλαίρην κατά τας τελευταίας
+στιγμάς της, ότε της υπεσχέθη ναφιερώση όλον της τον βίον εις την
+ανατροφήν της Φανής και να την έχη αντικείμενον στοργής και
+φροντίδος ξεχωριστής. Είχεν ορκισθή τότε να μείνη εφ' όρου ζωής
+απρόσιτη προς τον έρωτα, και τον τολμηρόν αυτόν όρκον της εδέχθη
+τότε με αγγαλίασιν η ψυχορραγούσα μητέρα.
+
+Η Μαλβίνα ενθυμουμένη ότι ο όρκος της αυτός είχε παρηγορήση τας
+τελευταίας στιγμάς της φίλης της τον επαναλαμβάνει και πάλιν με
+κατάνυξιν επί του τάφου εκείνης.
+
+Τότε λοιπόν ήτο που ήλθεν η υπηρέτρια της η Τομκίνα με το
+κοριτσάκι και την απέσπασε από τα θλιβερά εκείνα μέρη. Η Μαλβίνα
+την ηκολούθησε σιωπηλή· ήλθε εις την άμαξαν εισήλθεν εντός αυτής
+και εσφόγγισε τα δάκρυα της. Αι ενδόμυχοι ψυχικαί λύπαι είναι
+ανώτεραι από δάκρυα· είναι βωβαί.
+
+Ήσαν ήδη τα τέλη του Νοεμβρίου, τα δένδρα γυμνά από φύλλα και η γη
+στρωμένη από χιόνι παρίστανον εις τα μάτια του ταξιδιώτου άγριο
+και μονότονο θέαμα. Το μεγάλο κρύο αναγκάζει τον καθένα να μένη
+στο σπίτι του. Οι δρόμοι ήσαν έρημοι και τα χωριά ακατοίκητα. Τα
+πουλιά σιωπούσαν και οι ποταμοί παγωμένοι έμεναν ακίνητοι. Ο
+άνεμος εσφύριζε και κάποτε οι καμπάνες ηχούσαν λυπητερά και
+διέκοπταν την παγκόσμιον σιωπήν ως να έλεγαν:
+
+ — Η φύσις αναπαύεται . . . . δεν είναι νεκρά.
+
+Αι εικόνες αύται αι σκυθρωπαί και πένθιμοι ανταπεκρίνοντο προς τον
+πόνον τον ψυχικόν της Μαλβίνας και την συνεκίνουν.
+
+Βυθισμένη εις τους μελαγχολικούς λογισμούς της η νεαρά γυνή δεν
+προσήλωνε το βλέμμα της εις αντικείμενόν τι ωρισμένον. Όλα τα
+έβλεπεν επιπολαίως και όλα της παρείχαν αφορμήν θλιβερών σκέψεων.
+
+ — Αλίμονον έλεγε καθ' εαυτήν, τα δένδρα θα ξαναποκτήσουν τα φύλλα
+και τα άνθη των και πάλιν θα φορτωθούν από καρπούς, κρυφή φωτιά
+κυκλοφορεί μέσα τους, όλ' αυτά που τώρα φαίνονται νεκρά θα
+αναγεννηθούν για την αγάπη. Εγώ όμως πλέον ξένη προς αυτήν . . .
+Ξένη και για πάντα !
+
+Μόνον ο καιρός, μόνον αυτός ημπορεί να με σώση επιταχύνων την
+τελευταίαν μου ημέραν.
+
+Η Τομκίνα, ο Πέτρος — παλαιός της υπηρέτης Γάλλος — και η Φανή
+ήσαν οι μόνοι συνοδοιπόροι της. Από ευσπλαγχνίαν η καλή κυρία
+ανέβασε και τον Πέτρον εις την άμαξάν της προτιμώσα ναργήση μάλλον
+κατά μίαν ημέραν παρά να τον αφήση εκτεθειμένον εις το ψύχος.
+
+Και ο Πέτρος και η Τομίνα ελυπούντο διά της κυρίας των την
+θλιβεράν κατάστασιν, ωστόσο δεν ετολμούσαν να διακόψουν την σιωπήν
+της. Το δε μέγα σέβας το οποίον προς αυτήν ησθάνοντο τους εμπόδιζε
+να επιχειρήσουν να την παρηγορήσουν.
+
+Μόνον το κοριτσάκι ωμιλούσε και η φωνή του που άρχισεν ήδη να
+ομοιάζη προς την φωνήν της μητέρας του εσπάραττε την ψυχήν της
+Μαλβίνας, αλλά και την έκαμνε να ριγή από ευχαρίστησιν.
+
+Δέκα ημέρας εταξίδευσαν έτσι, και έφθασαν τέλος εις τον ωρισμένον
+τόπον εις την επαρχίαν Μπρήνταλμπεν, όπου χωρίζεται η βόρειος
+Σκωτία από την μεσημβρινήν. Ο πύργος της κ. Μπιρτών ολίγον απείχε
+από τα Κίλινεν, η δε γοτθική του αρχιτεκτονική και τα πέριξ
+χιονεσκεπή βουνά παρείχον θέαν περίεργον και αγρίαν.
+
+Η Μαλβίνα ησθάνετο τέρψιν βλέπουσα την αρχαίαν Καληδονίαν, την
+πατρίδα των Βάρδων, των περιφήμων ιερέων και αοιδών, την ένδοξον
+διά τον Οσσιανόν της. Ενθουσιασμένη από την ποίησιν του μεγάλου
+λυρικού, ενόμιζεν ότι έβλεπε μέσα εις την ομίχλην την μορφήν της
+αγαπητής Κλαίρης.
+
+Όταν ο άνεμος έσειε τους ξηρούς κλάδους των δένδρων, της εφαίνετο
+ότι διήρχετο η σκιά της φίλης της. Όταν ήκουε να θρηνή ο χείμαρρος
+μακρόθεν, εφαντάζετο ότι ήκουε τους θρήνους της αγαπημένης της. Η
+εξημμένη της φαντασία, αναπαρίστα τα φάσματα εκ των οποίων άλλοτε
+κατοικείτο η χώρα αύτη. Άλλως τε έφερε και το όνομα της κόρης του
+Οσσιανού Μαλβίνας, πράγμα το οποίον μάλλον εξήπτε την νοσούσαν
+φαντασίαν της και επροσωποποίει τας ματαίας ελπίδας της.
+
+Ήτο σχεδόν εννάτη ώρα της νυκτός όταν η Μαλβίνα μετά των συνοδών
+της έφθασε εις τον πύργον της κ. Μπιρτών. Ο αμαξάς επλησίαοε εις
+τα χανδάκια, αλλ' αι κινηταί γέφυραι ήσαν όλαι σηκωμέναι.
+
+Ο Πέτρος μη υποφέρων να βλέπη την κυρίαν του τέτοιαν ώραν μέσα στα
+βουνά κατέβη με σπουδήν διά να εύρη διάβασιν. Προχωρεί ψηλαφών και
+εγγίζει τον τοίχον. Από αυτόν οδηγούμενος φθάνει εις μεγάλην πύλην
+σιδηροσκέπαστον και αρχίζει να την κτυπά δυνατά. Ο κρότος αντηχεί
+εις τα πέριξ βουνά και ταράσσει προς στιγμήν της νυκτός την
+ησυχίαν, αλλά κανείς δεν απαντά και μετ' ολίγον επανέρχεται η
+πρώην παγερά σιγή.
+
+Ο Πέτρος δεν απελπίζεται συγκεντρώνει όλας του τας δυνάμεις και
+αναβαίνει πατών εις τους μοχλούς της πύλης. Βοηθούμενος από ξηρούς
+κλάδους κισσού σύρει το εκεί υπάρχον σχοινίον.
+
+Βαρύς ήχος σημάντρου αντήχησε τότε. Οι εντός του πύργου ήκουσαν
+και ετέθησαν εις κίνησιν. Ακούονται φωναί. Μετ' ολίγον τα φώτα
+διώκουν το πέριξ σκότος. Τα φύλλα της πύλης ανοίγονται και η άμαξα
+εισέρχεται εις την αυλήν του πύργου.
+
+Η κ. Μπιρτών περιμένουσα εις το προπύλαιον εξεπλάγη βλέπουσα την
+Μαλβίναν τοιαύτην ώραν. Ενόησεν ότι θα είχε ανάγκην αναπαύσεως
+ύστερα από τόσον και τέτοιον ταξίδι και της εδήλωσε την προθυμίαν
+της να την οδηγήση, κατ' ευθείαν εις το δι' αυτήν ετοιμασμένον
+διαμέρισμα του πύργου, χωρίς να εκτεθή τοιαύτην ώραν εις τας
+ενοχλήσεις των χαιρετισμών των ενοίκων του πύργου.
+
+Αυτό προ παντός επεθύμει και η Μαλβίνα. Ηκολούθησε λοιπόν αμέσως
+την εξαδέλφην της.
+
+Της προσεφέρθη ολίγη τροφή και η κ. Μπιρτών της εσύστησε
+ναναπαυθή, αν και είχε μεγάλην επιθυμίαν, ως έλεγε, ναπολαύση την
+συναναστροφήν της ωραίας εξαδέλφης της. Αλλ' ήτο μεγάλη ανάγκη
+ναφιερώση τας πρώτας ημέρας του ερχομού της εις την ανάπαυσιν.
+
+Προφέρουσα δε την λέξιν &ωραία& εντονώτερον, παρετήρει την
+Μαλβίναν με βλέμμα ανήσυχον. Εκείνη όμως κατεχομένη από τας
+σκέψεις της δεν επρόσεξε καν την ταραχήν της συγγενούς της.
+Σκεπτομένη μάλιστα, ότι κατά τας πρώτας εκείνας ημέρας κάθε
+συναναστροφή θα της ήτο ανυπόφορος, τίποτε άλλο δεν εστοχάσθη παρά
+πώς να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών για την ελευθερίαν που της
+εχάριζε. Αφού δε έβαλε την Φανήν σε ξεχωριστό κρεββατάκι, το
+οποίον ετοποθέτησε κοντά της, εκαλονύκτισε με πολλήν ευπροσηγορίαν
+την κ. Μπιρτών αποχωρούσαν και κατεκλίθη και αυτή. Ένεκα δε του
+κόπου του ταξιδιού, ή της αϋπνίας, η οποία επί δύο μήνας τώρα την
+εβασάνιζε, δεν άργησε ναποκοιμηθή βαθιά!
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
+
+ΕIΚΩΝ
+
+
+
+Καημένη Μαλβίνα! Τα παθήματά σου κατέπαυσαν προς ώραν. Η ανάπαυσις
+έχυσε βάλσαμον εις την βαθείαν πληγήν της ψυχής σου. Δι' ολίγας
+ώρας τουλάχιστον λησμονείς, ότι εγκατελείφθης μόνη εις τον κόσμον.
+
+Ας μάθωμεν τώρα, ποία τις είναι αυτή η θελκτική γυναίκα, της
+οποίας αι αρεταί, η αγχίνοια και το κάλλος απετέλουν έν ανθρώπινον
+όλον μοναδικόν, έν πλάσμα της φύσεως αμίμητον.
+
+Με ζωηρά χρώματα παριστάνει κανείς το κάλλος, με τερπνά τας
+χάριτας, με λαμπρά το πνεύμα. Αλλά το ξεχωριστό εκείνο θέλγητρον,
+που συμπεριλαμβάνει όλα και καθιστά και αυτά της τα ελαττώματα
+αγαπητά με ποία χρώματα να ζωγραφηθούν;
+
+Διά να περιγράψωμεν ακριβώς το ήθος της Μαλβίνας πρέπει να είπωμεν
+όχι τι ήτον αυτή, αλλά ποία αισθήματα ενέπενεεν εις τους περί
+αυτήν. Πρέπει να εκθέσωμεν όχι τα εγκώμια που της έπλεκαν οι
+γνώριμοί της αλλά την ειλικρινή χαράν, με την οποίαν εφέρετο το
+όνομά της εις τα στόματα των άλλων.
+
+Όποιος αξιώνετο να συναναστραφή την Μαλβίναν ελάμβανε δι' αυτήν
+αίσθημα ισχυρότερον από κάθε κοινόν και ανώτερον από πάσαν
+προσωνυμίαν, διότι η χάρη της ήτο αληθώς κάτι ακατανόμαστον. Και
+είχε μεν πολλήν ευφυίαν, αλλά είχε και κάτι καλύτερον χάριν του
+οποίου ελησμονείτο η ευφυία της.
+
+Πολλαί γυναίκες ευχαριστούνται, όταν ταις εγκωμιάζουν την ευφυίαν
+των, εν τούτοις η Μαλβίνα πολύ θα έχανε και αν μόνον παρατηρούσε
+κανείς την ιδικήν της.
+
+Δεν πρόκειται εδώ να δειχθή η Μαλβίνα καθαρά από ελαττώματα, αλλά
+τα ελαττώματα της γυναικός αυτής έχουν μορφήν θελγήτρων, και
+επειδή χωρίς αυτά θα ήτο άλλη παρά η Μαλβίνα, κανείς δεν
+επιθυμούσε να είναι καλυτέρα από ό,τι ήτο.
+
+Δεν παρατηρούσε κανείς εις την Μαλβίναν μιας λογής κομψότητα, ενός
+είδους προτέρημα. Εκτός της αγαθότητός της, η οποία θεωρείται και
+αυτή ως ένωσις πολλών αρετών, κανέν από τα ψυχικά της προτερήματα
+δεν εφαίνετο ότι ήτο ανώτερον από τα άλλα. Όλα τα είχε
+συγκερασμένα με ξεχωριστή αρμονία. Εκείνο το φιλόφρον ήθος, που
+εις τους πολιτισμένους είναι μίμησις, εις την Μαλβίναν ήτο κάτι
+φυσικόν. Η καλή της συμπεριφορά και οι ευγενικοί της τρόποι δεν
+προήρχοντο από βιασμένην επιείκειαν ούτε ήσαν απόρροια λογισμένης
+σκέψεως. Όσα ήρεσκαν εις τους άλλους ήρχοντο εις το πνεύμα της
+πριν ή συναισθανθεί το εις εαυτήν αρέσκον.
+
+Η Μαλβίνα όταν επεριποιείτο ξένον εφέρετο όπως θα εφέρετο ο
+περιποιούμενος φίλον. Όταν δε επεριποιείτο φίλους είχε κάτι το
+υπερτέρως εράσμιον. Έπρεπε να είναι κανείς περιπόθητος εις την
+Μαλβίναν, όπως η Μιλαίδη Χέριντεν για να γνωρίση στην εντέλεια τι
+είναι αφόσίωσις φιλίας, χάριν της οποίας ο άνθρωπος θυσιάζει την
+περιουσίαν του χωρίς υπολογισμόν και την ζωήν του χωρίς φειδώ.
+
+Η αγαθοποιός διάθεσις της Μαλβίνας θα ήτο τι ανεξάντλητον, και
+είναι αδύνατον να παρασταθή πόσον ευφραίνετο όταν συνεργούσε προς
+ευτυχίαν άλλου. Η μακρά συνήθεια να ευχαριστήται αγαθοποιούσα,
+ηύξανεν αδιαλείπτως την φιλανθρωπίαν της και την έκαμνε να θεωρή
+χαμένον παν ότι δεν έδωκε.
+
+Η Μαλβίνα είχε καρδίαν δεκτικήν σφοδροτάτου πάθους αγάπης,
+εντούτοις δεν έτυχε ναγαπήση άλλον τινά παρά την Κλαίρην. Ενετρύφα
+εις την προς αυτήν στοργήν της και δεν εσυλλογίζετο ότι υπάρχει εν
+τω κόσμω και άλλου είδους αγάπη. Μόνον μία σφορδά ανδρική αγάπη θα
+ηδύνατο να την αποσπάση από την πλάνην της· αλλ' ο σύζυγος με τον
+οποίον την ένωσαν, ανόμοιος προς αυτήν και κατά την ηλικίαν και
+κατά το ήθος, δεν ήτο ο κατάλληλος να της εμπνεύση το θείον εκείνο
+πάθος.
+
+Διά τούτο η Μαλβίνα άλλον καρπόν δεν έδρεψεν από τον ανάρμοστον
+γάμον της, παρά αναλλοίωτον πραότητα και την γλυκείαν συναίσθησιν,
+ότι εξεπλήρωσε τα καθήκοντά της με αυστηράν ακρίβειαν.
+
+Εντροπαλή και άτολμη εκοκκίνιζεν οσάκις την παρετήρουν. Και όπως
+με τα θέλγητρά της επεσκίαζε κάθε άλλην φημιζομένην εμορφιάν, έτσι
+και με την αρετήν της υπερέβαινε κάθε καλωσύνην. Όσοι την έβλεπαν
+εκυριεύοντο από θαυμασμόν, και μόνον η ιδία δεν ήξαιρε οποίων
+αισθημάτων πρόξενος ήτο η παρουσία της.
+
+Ενόσω εζούσεν ο άνδρας της κανείς δεν ετολμούσε να θέση την αρετήν
+της εις διάπειραν. Αλλά όταν έμεινε χήρα, δεν έλειψαν να την
+ζητήσουν εις γάμον. Ωστόσο η ψυχή της βαρεμένη από μακράν
+στενοχωρίαν ησθάνετο ανάγκην αναπαύσεως μάλλον ή ταραχής. Έσπευσε
+λοιπόν προς την Λαίδην Χέριντεν καταφρονούσα κάθε άλλην τέρψιν.
+
+Εκεί ηύρε την φίλην της δυστυχισμένην και ησθάνθη άρρητον προς
+αυτήν αγάπην. Όστις δεν ιδή τον αγαπημένον του να πάσχη δεν ξαίρει
+ακόμη μέχρι τίνος βαθμού ημπορεί ναγαπήση.
+
+Έτσι η Μαλβίνα έως είκοσι τεσσάρων ετών δεν ησθάνθη έρωτα και
+ενόμιζε πλέον την ψυχήν της ανεπίδεκτον του πάθους τούτου. Αλλά
+διότι δεν έπαθε κανείς μέχρι τινός, ποίος τον διαβεβαιώνει ότι θα
+μείνει μέχρι τέλους απαθής;
+
+Και αλίμονον! διατί εκείνη να το αγνοεί αυτό;
+
+Είχε μάλιστα λάβει και σταθεράν απόφασιν ναποκρούση τον έρωτα, αν
+τυχόν της επαρουσιάζετο. Δεν είχεν υποσχεθή τούτο μεθ' όρκου προς
+την μητέρα της Φανής; Δεν ώφειλε τάχα ναφιερώση το υπόλοιπον της
+ζωής της προς εκπλήρωσιν ιερού χρέους, προς ανατροφήν της θετής
+θυγατρός της;
+
+Με τοιαύτας διαθέσεις τίποτε άλλο δεν της εφαίνετο πλέον
+κατάλληλον από τον μονήρη βίον, τον οποίον επερνούσε. Ο στοχασμός
+ότι θα ζήσει εις το εξής μακράν από τον θόρυβον της κοινωνίας, διά
+να παραδοθή χωρίς περισπασμούς εις τας αναμνήσεις της και εις την
+ανατροφήν του κοριτσιού της αγαπητής φίλης της, ο στοχασμός αυτός
+συνεκερνούσε με κάποιαν γλυκύτητα τας πικρίας των θλίψεών της.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
+
+Η ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ.
+
+
+
+Η Μαλβίνα την άλλην ημέραν εξύπνησε πολύ αργά. Άμα ενεδύθη
+επλησίασεν εις έν παράθυρον. Εκεί της επροξένησε κατάπληξιν το
+μεγαλοπρεπές θέαμα το οποίον αντίκρυσαν ο οφθαλμοί της. Τα γαλανά
+και διαυγή νερά της λίμνης απλώνοντο μακράν και οι ατμοί της δεν
+άφιναν την όρασιν να διακρίνη τας όχθας. Επί της μιας τούτων
+υψώνοντο βουνά απ' εδώ κατάφυτα με σκιεράς ελάτας, των οποίων αι
+κορυφαί επεριφρονούσαν τον άνεμον, απ' εκεί διακοπτόμενα από
+βαθείας χαράδρας, από τας οποίας επήγαζαν πλατείς και ορμητικοί
+χείμαρροι αποτελούντες θαυμαστήν αντίθεσιν προς την ηρεμίαν της
+αντίπεραν όχθης. Επάνω δε εις αυτήν ήσαν επισωρευμένοι όγκοι
+γρανίτου παμμέγιστοι, ο ένας επί του άλλου σχηματίζοντες απόκρημνα
+βουνά κατάξηρα. Η εικών του χάους και της φθοράς του παντός.
+
+Ενώ η Μαλβίνα έβλεπε με προσοχήν αυτά τα πράγματα, άκουσε φωνήν
+δυνατήν, η οποία την ερωτούσε με ενδιαφέρον, πώς πέρασε. Εγύρισε
+και είδε την κ. Μπιρτών, φέρουσαν κομψόν νυκτερινόν φόρεμα και
+μειδιώσαν.
+
+ — Αι, ωραία μου εξαδέλφη, εδώ, βλέπετε, δεν υπάρχει η παντοτεινή
+γλύκα της ευφόρου Γαλλίας. Εκεί η φύσις είναι φαιδρά και πολύδωρη,
+εδώ όμως είναι κατηφής και αγρία, ως που νάρθη η άνοιξις και
+φαιδρύνη οπωσδήποτε τα άγρια βουνά μας, ιδού έχεις ωραίους
+πίνακας, ζωγράφων αρίστων έργα, τα οποία εφρόντισα να βάλω στο
+δωμάτιόν σου, διά να τέρπεσαι. Εγώ αλήθεια προτιμώ να βλέπω
+καλύτερα τον ωραίον μεσημβρινόν ουρανόν της Γαλλίας και Ιταλίας
+έστω και εις εικόνας, παρά την αγρίαν αυτήν Σκωτίαν εις την
+πραγματικότητα.
+
+Η Μαλβίνα ρίψασα βλέμμα πέριξ είδε πράγματι ωραίας τινάς εικόνας
+φιλοκάλως διατεθειμένας επάνω εις τους τοίχους τους
+ταπετσαρισμένους με πράσινο χαρτί.
+
+Με ευγνωμοσύνην έπιασε τα χέρι της κ. Μπιρτών και είπε:
+
+ — Σας ευχαριστώ, εξαδέλφη μου. Όποιος φροντίζει τόσο για μια
+μουσαφίρισσα, χωρίς άλλο φαίνεται ότι κάμνει ευτυχείς όλους τους
+περί αυτήν.
+
+ — Αυτός είναι τουλάχιστον ο καθαυτό σκοπός μου, απεκρίθη η κ.
+Μπιρτών, και ο σκοπός αυτός μέκαμε να κατοικήσω σαυτή την ερημιά.
+Η γη αυτή ανήκει εις τιμαριώτην άρχοντα κέχει μέγαν αριθμόν
+υποτελών, τους οποίους επιστατώ εγώ, τους ανακουφίζω, όσον ημπορώ,
+κεπειδή με θεωρούν ως κυρίαν της τύχης των, τους φέρομαι έτσι, που
+να με θεωρούν και πηγήν της ευτυχίας των.
+
+Τους λόγους αυτούς η κυρία Μπιρτών τους επρόφερε με κάποιαν
+έμφασιν.
+
+Η Μαλβίνα επευφήμισεν, αλλ' όχι εγκαρδίως, διά τούτο κατόπιν
+κατηγόρησε τον εαυτόν της ενδομύχως, διότι δεν συνησθάνθη, όσον
+έπρεπε, την αρετήν της εξαδέλφης της.
+
+Εν τούτοις ολιγώτερον επιεικής και μάλλον έμπειρος θα εσκέπτετο
+ότι αγαθότης επιδεικνυομένη και τρόπον τινά εκβιάζουσα τους περί
+αυτήν να την ιδούν και να την θαυμάσουν δεν παύει μεν ίσως να
+είναι αξία τιμής, παύει όμως να είναι αξιαγάπητη.
+
+ — Επειδή με συγχωρήσατε, αγαπητή μου, να περάσω ολίγες ημέρες
+χωρίς να κατέβω εις την συναναστροφήν σας, είπεν η Μαλβίνα, έτσι
+θα μείνω για πάντα εδώ μακράν της κοινωνίας, που την άφισα από
+καιρόν τώρα.
+
+ — Είσθε ολωσδιόλου ελευθέρα, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, εγώ εφρόντισα
+πάντοτε να παρέχω τόσην άνεσιν εις τους φίλους που έρχονται εδώ,
+ώστε να νομίζουν ότι ευρίσκονται στο σπίτι τους, και βέβαια δεν θα
+κάνω εξαίρεσιν εις την εξαδέλφην μου. Επιτρέψατέ μου μάλιστα να
+σας πω ότι ήδη εις την αίθουσάν μου έχω συναναστροφήν αταίριαστη
+με την διάθεσίν σας. Είναι κάτι νέοι εύθυμοι και θορυβώδεις. Όταν
+θα μείνωμεν μόνοι οι οικείοι, τότε θα με αξιώσετε βέβαια της
+συναναστροφής σας.
+
+Η Μαλβίνα υπέκλινε χαιρετίσασα.
+
+Ακολούθως εις διάστημα πολλών ημερών ολίγας φοράς μόνον είδε την
+οικοδέσποιναν, αλλά και ουδόλως παρεπονέθη διά τούτο.
+
+Η λύπη είχεν αυξήσει την ευλάβειάν της και η έξις αύτη η τόσον
+οικεία εις τας τρυφεράς ψυχάς την κατέστησεν εις άκρον φιλέρημον.
+
+Εν τούτοις η αθώα και αφελής Τομκίνα δεν ηυχαριστείτο να βλέπη την
+κυρίαν της κατάκλειστη. Ενόμιζε, και δικαίως, ότι η συναναστροφή
+θα ημπορούσε να διασκεδάση το πένθος της και της εφαίνετο πολύ
+άσχημα να την αφίνει η κ. Μπιρτών έτσι απομονωμένην να κλαίη, ενώ
+η αίθουσά της ήτο γεμάτη χαράν και ευθυμίαν. Μίαν ημέραν λοιπόν
+ενώ έφερνε πρόγευμα εις την κυρίαν της, ετόλμησε να την ερωτήση.
+
+ — Μήτε σήμερα δε θα κατέβητε, κυρία; αύριον φεύγουν πλέον οι
+ξένοι, τουλάχιστον επωφεληθήτε την τελευταίαν ημέραν και κατεβήτε.
+Θα διασκεδάσετε, και θα ξεσκάσετε λίγο.
+
+ — Καλή μου Τομκίνα, είπεν η Μαλβίνα, καμιά διάθεση για διασκέδαση
+δεν έχω, το ξαίρεις.
+
+ — Όχι δα . . . μη έτσι. Αν ηθέλατε τουλάχιστον να δοκιμάσετε . . .
+Και έπειτα ξαίρετε, όλοι έχουν τόσην επιθυμίαν να σας ιδούν.
+
+ — Αλλά κανείς εδώ δεν με γνωρίζει.
+
+ — Τι με τούτο; άκουσαν τόνομά σας κέχουν πολύν — και
+δικαιολογημένον — πόθον να σας γνωρίσουν και προσωπικώς. Καθένας
+τους μερωτά. «Διατί η κυρία σου δεν φαίνεται; Διατί κρύπτεται;
+Μήπως είναι άσχημη; Εγώ τους αποκρίθηκα ότι μέσα στα τρία τους
+βασίλεια (1) δεν θα εύρουν την ομοίαν σας, κέτσι ηύξησε
+περισσότερον η περιέργειά των.
+
+ — Και νομίζεις τώρα ότι πρέπει ναφίσω την ησυχία μου για να
+ευχαρίστησω την περιέργειάν των;
+
+ — Τομκίνα! Τομκίνα, διέκοψε τότε η Φανή, πες της μητέρας, ποιος
+ήταν εκείνος ο νόστιμος Λόρδος που ήθελε να την ιδή περισσότερο
+από κάθε άλλον, που με χάιδευσε και μου έδωσεν όλα αυτά τα γλυκά;
+
+ — Ναι ήταν ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, ο ανεψιός της κ. Μπιρτών. Είναι,
+κυρία μου, ωραίος σαν άγγελος . . . . τόσον γλυκύς, τόσον χαρίεις.
+Αλήθεια λέγουν ότι είναι ολίγον άσωτος. Εγώ αυτό δεν το ξαίρω και
+δεν ανακατεύομαι εις των υπηρετών τας φλυαρίας.
+
+ — Καλά κάμνεις, Τομκίνα, απόφευγε τοιαύτας συναναστροφάς να είσαι
+ήσυχη· αλλά η εξαδέλφη μου μού φαίνεται αξιόλογη γυναίκα.
+
+ — Αυτό, κυρία μου, δεν το διαδεβαιώνουν εδώ, διέκοψεν η Τομκίνα,
+και μου είπαν πράγματα . . . αλλά τι με μέλει να πω κακό εγώ; το
+κακό αμέσως ακούεται. Επιθυμώ μόνον να συγκατανεύση η κυρία μου
+εις ό,τι την παρακάλεσα. Όταν την βλέπω να λυπάται σπαράσσονται τα
+σπλάχνα μου.
+
+ — Καλέ Τομκίνα, απεκρίθη με ιλαρότητα, άφησε εις εμένα την
+φροντίδα της διασκεδάσεώς μου. Πίστεψε μόνον ότι καλύτερα
+ευχαριστούμαι όταν είμαι μόνη, παρά όταν είμαι με συναναστροφήν.
+
+Η Τομκίνα έσεισε την κεφαλήν, ως μη πειθομένη, αλλά και μη τολμώσα
+να αντείπη περισσότερον.
+
+Εξήλθε σιωπηλή.
+
+Την επιούσαν η κ. Μπιρτών εκάλεσε την εξαδέλφην της να καταβή εις
+το διαμέρισμά της, να πάρουν μαζί το πρόγευμα.
+
+Η Μαλβίνα δεν ευχαριστήθη από την πρόσκλησιν, αλλ' έκρινεν
+ανάρμοστον να της αρνηθή και κατέβη εις το δωμάτιον της κ.
+Μπιρτών.
+
+ — Τέλος πάντων, φίλη μου, της είπεν εκείνη, άμα την είδεν, οι
+ξένοι μου έφυγαν και ημπορώ πλέον ναπολαύσω την τερπνήν
+συναναστροφήν σου.
+
+ — Φοβούμαι, αγαπητή μου, ότι δεν είμαι καθόλου επιτηδεία να
+συντελέσω προς τέρψιν, και αλίμονον αν δεν έχετε συναναστροφήν
+εκτός της ιδικής μου.
+
+ Διατί, εξαδέλφη μου, με πικραίνετε με τους μετριόφρονας αυτούς
+λόγους σας; Απεναντίας είσθε ερασμιωτάτη. Έπειτα δα δεν είμαι και
+ολότελα μόνη εις τον πύργον. Εις το γεύμα θα γνωρισθήτε και με
+τους άλλους συνοίκους. Αλλά τας εν τω μεταξύ ώρας τας εφύλαξα διά
+να σας απολαύσω μόνη μου.
+
+Η Μαλβίνα εστεναχωρήθη διά το φιλοφρόνημα, αλλά δεν απήντησε.
+Μόνον ήρχισε να αισθάνεται πλήξιν προκαταβολικώς στοχαζομένη ότι
+έμελλε να υποφέρη πολλών ωρών συναναστροφήν. Έτσι ηύξανεν έτι
+μάλλον η αμηχανία της.
+
+Εκάθισε κατηφής κοντά εις την θερμάστραν εμπρός εις τραπέζι
+πολυτελές, επί του οποίου προσεφέρθη το πρόγευμα. Και δεν την
+εβίαζε μεν η κ. Μπιρτών να τρώγη, εφρόντιζεν όμως να της δείχνη τα
+νόστιμα και διαλεχτά φαγητά του προγεύματος, προσπαθούσα να της
+διεγείρη την όρεξιν.
+
+Η Μαλβίνα την ευχαριστούσεν, αλλά θα επροτιμούσε μεγαλυτέραν
+αμέλειαν και αφελή αδιαφορίαν, παρά τας προς τιμήν της τάχα
+περιποιήσεις, που δεν αφίνουν τον άνθρωπον ναναπνεύση ανέτως.
+
+Ματαίως η κ. Μπιρτών επροσπαθούσε να δείξη καλωσύνην ψυχής, η
+φύσις δεν την είχε προικίσει με το αγαθόν τούτο. Έλειπεν από τας
+φιλοφρονήσεις της η ελευθεροπρεπής ειλικρίνεια και από τους λόγους
+της η θέλγουσα απλότης.
+
+Μετά το πρόγευμα η κ. Μπιρτών επρότεινεν εις την Μαλβίναν να
+περιέλθουν τον πύργον. Την ωδήγησε λοιπόν πρώτον εις την
+οργανοθήκην, όπου της έδειξε άρπας, κιθάρας, πιάνα και άλλα είδη
+Ευρωπαϊκών οργάνων της μουσικής. Έπειτα επήγαν εις την
+βιβλιοθήκην, μεγάλην και κομψήν. Από εκεί εισήλθον εις ευρύχωρον
+πινακοθήκην, στολισμένην με αξιόλογα έργα γνωστών ζωγράφων.
+
+Υπόγειες θερμάστρες εθαίρμαναν όλα αυτά τα δωμάτια, και οι σωλήνες
+των συνήρχοντο περί τον θάλαμον της κ. Μπιρτών. Άνωθεν των σωλήνων
+είχε θερμοκήπιον, όπου καλλιεργούντο καθ' όλας τας ώρας του έτους,
+οι ευώδεις θάμνοι, όσοι εις τα μαλακώτερα κλίματα φύονται εν ώρα
+θέρους. Δια μικρού δε ανοίγματος εντέχνως κατασκευασμένου το
+ρόδον, η πορτοκαλέα, το ηλιοτρόπιον μετέδιδον το άρωμά των εις τον
+κοιτώνα της κ. Μπιρτών, του οποίου οι τοίχοι ευφυώς ζωγραφισμένοι
+παρίστων πράσινον δάσος κατασπαρμένον με σωρούς ανθέων, τα οποία
+τόσο επιμελώς εμιμήθη η τέχνη, ώστε ενόμιζε κανείς απατώμενος και
+υπό της πραγματικής ευωδίας ότι ευρίσκεται μέσα εις ευανθή
+λειμώνα. Καθρέπται με τα περιθώρια ψιλοδουλεμένα εις έντεχνα φύλλα
+ηύξανον την μαγικήν του θαλάμου φαιδρότητα. Εις δε το βάθος κλίνη
+μεγαλοπρεπής υποκρυπτομένη υπό λεπτεπιλέπτου παραπετάσματος
+συνεπλήρωνε της ηδυπαθείας το καταγώγιον.
+
+Η Μαλβίνα ήτο βεβαίως συνηθισμένη εις το σπίτι της και εις της
+Λαίδης Χέριντεν να βλέπη έργα πλούτου και τέχνης, αλλά τόσο
+επιτηδευμένην πολυτέλειαν ποτέ της δεν είχεν ιδή και θα της
+εφαίνετο παράδοξον ακόμη και αν την έβλεπεν εις Παρισίους και εις
+Λονδίνον, πολύ δε περισσότερον εις την Σκωτίαν. Πόσα τω όντι θα
+εδαπανήθησαν διά την εκεί μετακόμισιν όλων εκείνων των
+καλλωπισμών! Πόσαι χείρες εχρειάσθησαν διά την εξεργασίαν των!
+Πόσαι φροντίδες διά την διατήρησίν των!
+
+Η κ. Μπιρτών μαντεύουσα τας σκέψεις της τής είπε:
+
+ — Απορείτε, ως φαίνεται, διότι ευρίσκετε μερικάς αναπαύσεις εις
+τα εσωτερικά της επαρχίας αυτής και ίσως να με μέμφεσθε, ότι
+υπήκουσα περισσότερον του δέοντος εις τας ορέξεις μου. Εν τούτοις
+θα μου συγχωρήσετε, ελπίζω την αδυναμίαν μου αυτήν, όταν μάθετε
+ότι έχω ήδη συστήσει ευαγή ιδρύματα αγαθοποιίας διά τους
+δυστυχείς. Έχω, φιλτάτη, εις ένα διαμέρισμα του πύργου μου
+σχολείον διά τα παιδιά, νοσοκομείον διά τους ασθενείς,
+σιδηρουργείον εκ του οποίου μοιράζω εις τους πτωχούς εργάτας
+εργαλεία και σίδηρον ακόμη, διά να κερδίζουν τα προς ζωήν.
+
+ — Ω βέβαια, έτσι κανείς δεν ημπορεί να σας μεμφθή διά την
+πολυτέλειάν σας. Είναι πολύ αιτιολογημένον να ευχαριστήση κανείς
+ολίγον και τας ιδικάς του ορέξεις, αφού προηγουμένως εφρόντισε να
+ευεργετήση τους άλλους.
+
+Αλλά ας πάμε λοιπόν να επισκεφθώμεν τα φιλανθρωπικά σας ιδρύματα,
+διά να θαυμάσω εκεί την αρετήν σας, όπως εδώ την φιλοκαλίαν σας.
+
+ — Προθύμως ήθελα εκπληρώσει την δικαίαν άλλως τε επιθυμίαν σας,
+είπεν η κ, Μπιρτών, αλλ' επειδή έχω διωρισμένον να επισκέπτωμαι τα
+καταστήματα εκείνα μόνον δύο φοράς την εβδομάδα, δεν θέλω να
+παραβώ την τάξιν, μήπως γίνω κακόν παράδειγμα εις τους επιστάτας,
+και αρχίσουν και αυτοί να παραβαίνουν τα διαταγμένα, μιμούμενοι
+εμένα.
+
+ — Όπως αγαπάτε, απεκρίθη η Μαλβίνα, απορούσα διά την ολίγον
+βιασμένην αυτήν αιτιολογίαν, αλλά δεν ημπορώ τάχα να υπάγω μόνη;
+
+ — Όχι, φιλτάτη. δεν θέλω να στερηθώ την ευχαρίστησιν να σας
+οδηγήσω εγώ εκεί.
+
+Η Μαλβίνα δεν επέμεινε. Ωστόσο, αν και ούτε εις τους λόγους ούτε
+εις τους τρόπους της κ. Μπιρτών εύρισκε τίποτε το άξιον να την
+κατηγορήση, ησθάνετο όμως ότι είχεν εις το όλον της κάτι
+αντιπαθητικόν. Ο νους της Μαλβίνας ήταν ευδιάθετος προς
+επιείκειαν, αλλά η καρδία της είχεν οξύ το διαγνωστικόν και
+διησθάνετο τα κρύφια ελατήρια των ομιλούντων μαζί της. Προτού να
+σκεφθή εδέχετο αμέσως την ηθικήν εντύπωσιν των εκτός. Πολλάκις
+μάλιστα εμάλωνε τον εαυτόν της διά τα παράδοξα ταύτα συναισθήματά
+της, αλλά δεν ημπορούσε να τα κατασιγάση. Σκεπτομένη ακολούθως
+επροσπαθούσε να πείσει τον εαυτόν της ότι έχει άδικον, αλλ' η
+καρδία δεν υποχωρούσε εις του νου τα επιχειρήματα. Και αν κανείς
+ημπορούσε να απατήση την κρίσιν της, δύσκολον ήτο να εκφύγη τον
+προς διαίσθησιν αυτοματισμόν της.
+
+Η κ. Μπιρτών βλέπουσα την Μαλβίναν ετοίμην ναναχωρήση είπε:
+
+ — Επιθυμούσα, φιλτάτη, να σας κάμω να λησμονήσετε ότι δεν είσθε
+στο σπίτι σας. Πέστε μου ειλικρινώς, σας παρακαλώ, αν προτιμάτε να
+γευματίζετε εις την κάμαρή σας. Ίσως τούτο φανή ολίγον παράξενον
+εις τους άλλους, αλλά τι με μέλει; Εγώ εσάς θέλω να ευχαριστήσω.
+
+Κατά πρώτον η Μαλβίνα ήταν έτοιμη να δεχθή την πρότασιν,
+συλλογισθείσα όμως, ότι οπωσδήποτε ήτο υποχρεωμένη να περνά ολίγας
+ώρας την ημέραν με την εξαδέλφην της επροτίμησεν αι ώραι αύται να
+είναι ακριβώς αι του γεύματος, και είπε:
+
+ — Αν δεν σας είμαι άχαρις σύντροφος με την δυσθυμίαν μου αυτήν,
+αν όλοι σας ανέχεσθε να με βλέπετε έτσι κατηφή και σκυθρωπήν,
+ευχαρίστως θα κατεβαίνω εις το γεύμα.
+
+ — Αν θεληματικώς στέργετε να μας συντροφεύετε εις το γεύμα,
+φιλτάτη Μαλβίνα, πρέπει να είσθε βεβαία, ότι η συντροφιά σας θα με
+ευφραίνη. Διατί τάχα να μενοχλήση η λύπη σας· απεναντίας θέλω να
+μου κοινοποιήσετε τα παθήματά σας· και εγώ πολλά υπέφερα, γνωρίζω
+εκ πείρας τους πόνους εκείνους, των οποίων πηγή είναι η
+ευαισθησία, και δεν θα μείνω διόλου ασυμπαθής εις τους ιδικούς
+σας.
+
+Η Μαλβίνα επίστευσεν εις τους λόγους της κ. Μπιρτών και την
+συνεπάθησε, αλλ' ησθάνθη συγχρόνως, ότι δεν θα προθυμοποιηθή ποτέ
+η ιδία να δείξη προς αυτήν τα τραύματα της ιδικής της ψυχής.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
+
+ΝΕΑΙ ΓΝΩΡIΜIΑΙ.
+
+
+
+Αφότου η Μαλβίνα είχε χάσει την αγαπητήν Κλαίρην, πρώτην φοράν
+ευρέθη εις τόσο μακράν συνομιλίαν· την υπέφερε με αγωνίαν.
+Εκουράσθη. Διά τούτο με ευχαρίστησιν επέστρεφεν ήδη εις το
+διαμέρισμά της.
+
+Ενώ επερνούσε τον μεταξύ των θαλάμων διάδρομον, την εχαιρέτισε
+κάποιος κύριος, έως τριάντα ετών, ευγενής την μορφήν και
+εντροπαλός τα ήθος, χαριέστατος δε. Η Μαλβίνα ηρκέσθη να του
+ανταποδώση τον χαιρετισμόν με ελαφράν κλίσιν της κεφαλής και
+αντιπαρήλθε, χωρίς να διακόψη το περιπάτημά της.
+
+Αλλ' όμως δεν συνέβη το ίδιον και εις τον κ. Πρίορ. Αν και άχρι
+τούδε μόνος αυτός από όλους τους συνοίκους δεν είχε λάβει την
+περιέργειαν να γνωρίση την κ. Σορκή, δεν ημπόρεσε όμως να κρύψη
+την έκπληξίν του, όταν την είδε. Και πράγματι, πώς ημπορούσε να
+την αντικρύση κανείς με αδιαφορίαν! Ποιος θνητός θα ηδύνατο να
+αντιβλέψη τα δυνατά και θελκτικά εκείνα μάτια και να μείνη χωρίς
+ιμέρους απολαύσεως!
+
+Διά τούτο, μόλις επέρασεν η Μαλβίνα, ο κ. Πρίορ εγύρισε να την
+ξαναϊδή. Αφού δε εκείνη έγινεν άφαντη, αυτός έμεινεν αρκετήν ώραν
+ακίνητος και ενεός. Τέλος ήρχισε να περιπατή σιγά σκεπτόμενος, και
+προεξοφλών την χαράν, ότι έμελλε καθεκάστην ναπολαύη την
+συντροφίαν τοιαύτης χαριεστάτης κυρίας.
+
+Ήτο αυτός Σκώτος ευπατρίδης, αλλ' η οικογένειά του δεν ήτο
+εύπορος. Τον παρεκίνησαν λοιπόν να γίνη κληρικός. Πρόθυμος εκείνος
+υπήκουσε εις των γονέων του το θέλημα. Ήτο φιλόμουσος και
+φιλομαθής και ως εκκλησιαστικός ήλπιζεν ότι θα ημπορούσεν
+ευκολώτερα να καταγίνη με την φιλολογίαν προς την οποίαν μεγάλην
+είχε κλίσιν.
+
+Αλλ' αι τοιαύται σπουδαί δεν είναι βέβαια και πηγαί πλούτου διά
+τους μύστας των. Και επειδή καθώς εις όλα τα επαγγέλματα, ούτω και
+εις το στάδιον του κληρικού επιτυγχάνει τις, μόνον όταν είναι
+επιδέξιος και ραδιούργος, παρά επιστήμων και χρηστοήθης, ο καλός
+Πρίορ δεν κατώρθωσε να εύρη θέσιν κατάλληλον, διά να πορίζεται τα
+προς τον βίον.
+
+Ενώ λοιπόν ευρίσκετο εν αμηχανία εις Έδιμπουργκ, την πρωτεύουσαν
+της Σκωτίας, εγνωρίσθη μετά της κ. Μπιρτών, η οποία είχε μεταβή
+εκεί διά περιήγησιν.
+
+Η κ. Μπιρτών είχεν αρκετήν οξύνοιαν, ώστε να εκτιμήση το πνεύμα
+του κ. Πρίορ. Το εθεώρησεν ευτύχημα να έχη εις τον οίκον της
+άνθρωπον από σημαντικόν γένος και του προσέφερε την εφημερίαν της
+Εκκλησίας του Πύργου της, με μισθόν ετήσιον εκατόν Αγγλικών λιρών.
+
+Τόσον δε εδελέασε τον Πρίορ ο εύχαρις τρόπος της κ. Μπιρτών και
+τόσον ενθουσιάσθη από την ελπίδα ναφιερωθή εις τας μελέτας του
+μέσα εις τα άγρια τοπία του Μπρήντελβεν, ώστε προθύμως απεδέχθη
+την θέσιν.
+
+Κατ' αρχάς εγοητεύθη από την γραφικήν θέσιν της ερημικής κατοικίας
+του, αλλ' ότε εισεχώρησεν εις τα εσώτερα του πύργου, απόρησε πολύ
+περισσότερον, παρ' όσον κατόπιν η Μαλβίνα, η δε κομψή εκείνη και
+πολυτελής χλιδή τον ενέβαλαν εις πολλάς υποψίας. Αλλ' οποιαδήποτε
+και αν ήσαν τα περί της κ. Μπιρτών φρονήματά του, δεν έκρινε καλόν
+να εκμυστηρευθή ποτέ εις κανένα έως τώρα.
+
+Όταν η Μαλβίνα κατέβη εις το γεύμα, ηύρεν εκεί εκτός του κ. Πρίορ
+και δύο αγνώστους της γυναίκας, αι οποίαι της έρριχναν βλέμματα
+περίεργα.
+
+ — Ωραία μου εξαδέλφη, σας συνιστώ ευχαρίστως τους φίλους και
+συγκοινωνούς της ερημίας μου. Η νέα σύντροφος που αποκτούν θα τους
+γεμίση μεγάλην χαράν. Ιδού ο κ. Πρίορ, ιερεύς του πύργου μου, η
+ευγενής καταγωγή του είναι το μικρότερον από τα προτερήματά του.
+Εδώ ασχολείται εις έργον πολύ μικρόν ως προς την παιδείαν και τα
+φώτα του και γνωρίζω χάριν εις την προς αυτόν δυσμένειαν της
+τύχης, η οποία τον κρατεί πλησίον μου. Ιδού (εξηκολούθησε
+στρεφομένη προς πεντηκοντούτιδα κυρίαν) η κ. Μέλμορ, φίλη της
+μητρός μου, χήρα αξιωματικού.
+
+Καταναλώσασα όλην την περιουσίαν της εις ατυχή δίκην, ήλθε να γίνη
+συγκοινωνός του μοναστικού βίου μου μαζί με την θυγατέρα της, την
+οποίαν βλέπετε παρούσαν. Η κόρη αύτη μόλις δεκαεπταέτις έχει ήδη
+σπάνια προτερήματα και δύναται να σας βοηθήση εις την ανατροφήν
+της μικράς ορφανής σας.
+
+Η Μαλβίνα απεκρίθη χαριέντως, ότι ασμένως θα προσπαθήση να ωφεληθή
+από τα προτερήματα της καλής δεσποινίδος, αλλ' ως προς την
+ανατροφήν της μικράς, είπε, αύτη ανήκει καθ' ολοκληρίαν εις την
+μητέρα της.
+
+ — Αλλ' αν δεν απατώμαι, κυρία, είπε η κ. Μέλμορ, το ευγενές αυτό
+κοριτσάκι δεν είναι ιδικόν σας.
+
+ — Έχετε δίκαιον, κυρία, απεκρίθη η Μαλβίνα μόλις κρατούσα την
+συγκίνησίν της, αλλά η συμφορά την έκαμε περισσότερον προσφιλή εις
+εμέ, παρά αν ήτο φυσική μου θυγάτηρ.
+
+ — Εννοώ, είπεν η κ. Μέλμορ, θα είχατε φιλίαν στενήν με την μητέρα
+της, και μετά τον θάνατον εκείνης την υιοθετήσατε.
+
+ — Αφήσατε παρακαλώ, είπεν η κ. Μπιρτών ανεξέταστον την
+λεπτομέρειαν ταύτην, είναι πληγαί τας οποίας μόνος ο καιρός
+θεραπεύει.
+
+ — Είναι και άλλαι επρόσθεσεν η Μαλβίνα, επί των οποίων ο καιρός
+διέρχεται χωρίς να τας θεραπεύση.
+
+ — Ας μη απελπιζώμεθα, είπεν η κ. Μπιρτών. Ελπίζω να έχη κάποιαν
+αγαθήν επίδρασιν επί των συναισθημάτων σας ο ζήλος της ειλικρινούς
+μου φιλίας. Και την εφίλησεν εις το μέτωπον.
+
+Καθ' όλον το διάστημα τούτο ο κ. Πρίορ σιωπών εκοίταζεν αδιακόπως
+την Μαλβίναν. Το περίλυπον εκείνο και ωχρόν πρόσωπόν της του
+εφαίνετο το θελκικώτερον παρ' όσα ποτέ είδεν επί ζωής του.
+
+Κάθε λέξις την οποίαν επρόφερεν εκλόνιζε την καρδίαν του και
+απορούσε, πώς ήτον δυνατόν να τολμούν να ομιλούν και άλλες εμπρός
+της, τόσο ήταν εκείνη θελκτική και η φωνή της μαγεία.
+
+Πρώτη η κόρη της κ. Μέλμορ κατάλαβε τα συναισθήματα του κ. Πρίορ.
+
+ — Μαντεύω, είπε, ότι της κ. Σορκή η λύπη μετεδόθη και στον κ.
+Πρίορ και κοντεύει να κλάψη για συμφορές, που δεν τις έμαθε ακόμη.
+Φαντασθήτε να τις μάθη κιόλας.
+
+ — Και τι μένει να μάθω ακόμα; απεκρίθη με τόνο ο κ. Πρίορ, η φωνή
+του προσώπου, τα χαρακτηριστικά, δεν διερμηνεύουν αρκετά της ψυχής
+τη διάθεση; Αν οι δυστυχείς δεν είχαν άλλο από λόγους για να
+παραστήνουν τη διάθεση της ψύχης τους, σας βεβαιώνω πολύ μικρή
+εντύπωση θα έκαμναν οι λόγοι τους μονάχα στις καρδιές των άλλων.
+
+Η Μαλβίνα ύψωσε τα μάτια της προς τον κ. Πρίορ δείχνουσα με
+λεπτότητα ότι συμφωνεί μαζί του. Έως τότε δεν τον είχε παρατηρήσει
+ακόμη. Μόλις τώρα τον επρόσεξε και εσχημάτισε πολύ καλήν ιδέαν διά
+τον χαρακτήρά του. Ήτο σοβαρός και τραχύς κατ' επίφασιν, αλλ' η
+ευαισθησία του δεν ημπορούσε να διαφύγη την οξυδέρκειαν της
+Μαλβίνας.
+
+Η κόρη της κ. Μέλμορ πολλάκις κατά το γεύμα ερώτησε την Μαλβίναν
+διά τας τέρψεις του Λονδίνου.
+
+ — Λίγο τας εγνώρισα, της είπε· η Μιλαίδη Χέριντεν μόνον χάριν του
+συζύγου της εσύχναζεν εις τοιαύτα κέντρα. Μα εκείνος πολύ σπάνια
+της το ζητούσε, κεγώ ποτέ δεν έβγαινα χωρίς αυτήν.
+
+ — Θεέ μου, είπε η νέα, είναι δυνατό, να μεταχειρίζεται κανείς
+τόσο άσχημα την ελευθερία του, να στερήται τους χορούς, τας
+διασκεδάσεις, τα θέατρα, όταν μάλιστα είναι αυτεξούσιος και
+ημπορεί να ταπολαύη όλα αυτά. Ως για μένα σας ομολογώ πώς αυτές οι
+χαρές είναι οι μόνοι μου πόθοι και τις προτιμώ καλύτερα κιαπό την
+τροφή.
+
+ — Πίστεψέ με, κόρη μου, την διέκοψεν η κ. Μπιρτών, όλα αυτά
+κανείς τα βαρυέται πολύ γρήγορα. Εγώ τα απόλαυσα όλα στα νιάτα
+μου, μέθυσα με ό,τι οι θρίαμβοι της φιλαυτίας έχουν ευχάριστο και
+γλυκό, μα όταν ήρθα αργότερα στον εαυτό μου, κατάλαβα πόσο μάταιες
+είναι αυτές οι απολαύσεις κιάφησα τον κόσμο, προτού να μαφήση
+εκείνος. Επιμόνως εζήτησε να με ξανατραβήξη πάλι, μα εγώ
+εναντιώθηκα στα δελεάσματά του και προτίμησα τας μόνας αληθινάς
+ευχαριστήσεις της ψυχής, την ευεργεσίαν και την φιλίαν. Και τώρα
+πια που δεν είμαι ούτε νέα ούτε ωραία, μένω ευχαριστημένη που δεν
+αφιέρωσα όλη τη ζωή μου στις ματαιότητες του κόσμου.
+
+Η κ. Μέλμορ απαντώσα εις αυτά εξεθείασε της κ. Μπιρτών την
+φρόνησιν. Αλλά τα εγκώμια της ήταν τόσο υπερβολικά, ώστε η Μαλβίνα
+αηδίασε κέτσι δεν μπόρεσε να προσθέση και αυτή ένα λόγον
+επαινετικόν, όπως το απαιτούσε η ευγένεια. Είδε και στα χείλη του
+κ. Πρίορ ένα κρυμμένο χαμόγελο κιάρχισε ναμφιβάλη για την
+ειλικρίνεια των λόγων της εξαδέλφης της.
+
+Κατόπιν την κατάκλυσαν οι θλιβερές αναμνήσεις και πριν τελειώση τα
+γεύμα εζήτησε συγγνώμη και ανέβη εις τον θάλαμόν της.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
+
+Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
+
+
+
+Επειδή η Μαλβίνα δεν είχε μαζί της βιβλία, κατέβη ένα πρωί στης κ.
+Μπιρτών και εζήτησε την άδεια να πάρη μερικά από την βιβλιοθήκην
+της.
+
+ — Αγαπητή μου, είπεν η κ. Μπιρτών επειδή μου αρέσει να έχω
+καινούργια τα βιβλία μου, δεν συνηθίζω να δανείζω τα βιβλία μου
+στις κυρίες, γιατί τα μεταχειρίζονται με πολλήν αμέλεια, αλλά στη
+χάρη τη δική σας ποιος ημπορεί να μη λησμονήση τους κανονισμούς
+του; Σας αφίνω να διαλέξετε ό,τι θέλετε.
+
+Η Μαλβίνα την ευχαρίστησε κάπως κρύα, γιατί τέτοιας λογής χάρη ήτο
+χειρότερη και από άρνησιν. Απεφάσισε να κάμη ολίγην χρήσιν της
+χάριτος αυτής. Προτού νανέβη εις το δωμάτιόν της εμβήκεν εις την
+βιβλιοθήκην και εστάθη εμπρός εις το τμήμα των Γάλλων συγγραφέων.
+
+Αυτοί ήσαν της νεότητός της οι καλοί φίλοι, ανάμεσα εις αυτούς και
+την κ. Χέριντεν επέρασε τας καλυτέρας ώρας της ζωής της.
+
+Εδάκρυσε, όταν είδε τον Montaigne. Η φαντασία της την έφερε αμέσως
+στη χαριτωμένη πατρίδα της, στο σπίτι του πατέρα της, όπου πρώτην
+φοράν είχεν αναγνώσει το «περί φιλίας» αξιόλογόν του σύγγραμμα.
+
+Ήταν ακόμα τότε άγαμος καθώς και η Κλαίρη, η οποία ελάμβανε μέρος
+εις την ανάγνωσιν εκείνην. Εις κάθε φράσιν τα μάτια των υψώνοντο
+εις συνάντησιν ως να έλεγαν:
+
+ — Αυτά και μεις συναισθανόμεθα.
+
+Αλλά τα δειλά των χείλη δεν ετολμούσαν να τομολογήσουν, διότι
+κάποια κρυφή συστολή — η πιστή συντρόφισσα των πρώτων εντυπώσεων
+των νεαρών ψυχών — δεν άφινε τα καρδίας των να το εκφράσουν.
+
+Απορούσαν, διότι η φύσις τις εφαίνετο πιο ωραία, αφότου ήρχισαν να
+την θαυμάζουν μαζί. Τα άνθη ήταν πιο όμορφα, αφότου τα έκοπτον η
+μια για την άλλη.
+
+Ευρισκόμεναι εις ευδαιμονίαν για την αμοιβαίαν των φιλίαν
+παρεδίδοντο με ευφροσύνην εις το αίσθημα το οποίον τας ετραβούσε
+συναλλήλως. Ωστόσο δεν εγνώριζον καν την πηγήν της ευτυχίας των
+αυτής.
+
+Εις τας απαλάς και αδόλους εκείνας ψυχάς η καθαρά και άκακη φιλία
+είχε συνάμα τας στενοχωρίας και τα θέλγητρα νεογεννήτου έρωτος.
+
+Αυτές αι αναμνήσεις ήρθαν επανωτές εις τον νουν της Μαλβίνας και
+καθεμία των έφερνε δυνατούς παλμούς στην καρδία της.
+
+ — Ω πρώτη εποχή της ζωής! εφώναξε κλαίουσα, εποχή μαγική! πέρασες
+τόσο γρήγορα και άφισες πόθους αιωνίους! Πόσα ίχνη βαθιά χαραγμένα
+στη μνήμη μου άφησε το πέρασμά σου!
+
+Ενώ εμονολογούσεν έτσι η Μαλβίνα, έξαφνα άνοιξε η θύρα και
+παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ με μερικά βιβλία στα χέρια.
+
+Άμα είδε την Μαλβίναν, την εχαιρέτισε με σεβασμόν και τραβήχτηκε
+πίσω να φύγη. Αλλά εκείνη εσηκώθη και του έκαμε σημείον να σταθή.
+
+ — Μην ταράττεσθε, κύριε, του είπε με μαλακή φωνή, εγώ αναχωρώ.
+
+Αλλ' ο κ. Πρίορ, άμα την είδε έτσι να περνά με το κεφάλι σκυμμένο,
+εσύμπλεξε τα χέρια του και ανεφώνησε.
+
+ — Αλλά, Θεέ μου, πώς παιδεύεις τέτοια σου πλάσματα, και οι κακοί
+ευτυχούν και απολαύουν αγαθά περισσότερα από όσα επεθύμησαν!
+
+ — Η φωνή αυτή έκαμε βαθειά εντύπωση εις την ψυχή της Μαλβίνας·
+εγύρισε λοιπόν προς τον κ. Πρίορ με τα μάτια δακρυσμένα ακόμη και
+είπε:
+
+ — Ναι αλήθεια, πολύ σκληρά τιμωρήθηκα. Και εζούσα αθώα και δεν
+ήμουν άξια τόσης τιμωρίας.
+
+ — Μη παραπονείσθε κατά του Θεού, είπεν ο κ. Πρίορ. Έλθετε πλησίον
+του και θα σας δεχθή· παρακαλέσετέ τον και θα σας ακούση.
+Προσέρχεται εις τας ταπεινάς καρδίας και δεν αποστρέφει το
+πρόσωπόν του, όταν ακούη τη φωνή του θλιμμένου.
+
+ — Είσθε, κύριε, αγαθός και εύσπλαχνος, καθώς βλέπω, και στήριγμα
+των θλιβομένων, καθώς απαιτεί το σχήμα σας.
+
+ — Αι! απεκρίθη εκείνος, αν μπορούσα νάχω την ελπίδα πως θα είμαι
+ικανός να φέρω κάποια παρηγοριά στην ψυχή σας, από σήμερα θα θεωρώ
+τον εαυτό μου πολύ ευτυχή.
+
+ — Είμαι, κύριε, ένα ελάχιστο μέλος του ποιμνίου, που είναι
+εμπιστευμένον εις την επιστασίαν σας. Δέχομαι ευγνωμώνως την
+πνευματική σας βοήθεια. Ίσως με διδάξετε να υποφέρω τον θάνατον,
+που με άφισε μόνην εις τον κόσμον.
+
+ — Αυτή τη βοήθεια μην τη ζητάτε από μένα, αλλά από την υψηλήν
+ιδέαν, που παρηγόρησε όλους τους ανθρώπους όλων των αιώνων· από
+την ελπίδα, λέγω, της αθανασίας, η οποία είναι σαν άγκυρα της
+ψυχής μέσα σαυτό το πέλαγος, όπου κάθε λίγο προσβαλλόμεθα από τα
+άγρια κύματα των παθών.
+
+Ο θάνατος άλλο δεν είναι παρά η έξοδος της ψυχής από το γνήσιον
+σκήνωμα. Αποσπάσατε τα βλέμματά σας από την γην και υψώσατέ τα
+προς την αχειροποίητον εκείνην κατοικίαν, που υπάρχει προ αιώνων.
+Εκεί αναζητήσατε την φίλην σας και θα την εύρετε.
+
+ — Αισθάνομαι κάποια ανακούφιση από τους λόγους σας, είπε η
+Μαλβίνα. Ποτέ δεν αμφέβαλλα ότι ο Θεός δεν θα μας έκαμνε βέβαια
+δυστυχείς, αν ήθελε μας πλάσει θνητούς. Το πιστεύω περισσότερο
+τώρα που μου το λέτε σεις και σας γνωρίζω χάρη για τούτο.
+
+Η Μαλβίνα ήτο πολύ ευχαριστημένη, διότι ηύρε άνθρωπον με τον
+οποίον συνεννοείτο τόσο καλά. Πολλήν παρηγορίαν ελπίζουσα από την
+συναναστροφήν του κατέβη πρόθυμα εις το γεύμα.
+
+Όταν εμβήκεν εις την αίθουσαν, ηύρε την κ. Μέλμορ να καταγίνεται
+με το κέντημά της, και την θυγατέρα της να διαβάζη κάποιο
+φυλλάδιο.
+
+Άμα είδε αυτή την Μαλβίναν να εμβαίνη άφισε αποτόμως το βιβλίον.
+
+ — Θα ημπορέσης, Κίττη μου, της είπε η μητέρα της να διηγηθής εις
+την κυρίαν αυτό που σου παρήγγειλε ναναγνώσης η κ. Μπιρτών.
+
+ — Μάλιστα, απεκρίθη η νέα, και αν η κυρία Μπιρτών εφέρετο προς
+τους άλλους, όπως επιθυμεί να φέρωνται προς εκείνην οι άλλοι,
+αναμφιβόλως έπρεπε νακούσω από το στόμα της κανέναν έπαινον. Μα
+όταν θέλη κανείς μόνος ο ίδιος να επαινήται, βέβαια δεν του πάει
+να επαινέση και άλλον.
+
+ — Τι λες, παιδί μου! είπε η μητέρα, λησμονείς για ποιαν ομιλείς
+και εμπρός εις ποίαν ομιλείς;
+
+ — Αλήθεια, μαμά, δεν ξαίρω πώς μπορεί κανείς να βιάζη τον εαυτό
+του και να στεναχορείται! Ως για μένα τόσο πολύ βαρέθηκα την εδώ
+ζωή κιαυτά τα διαβάσματα, ώστε δεν μπορώ πια να το κρύβω.
+
+ — Και γιατί να το κρύβετε; είπε η Μαλβίνα, οι διασκεδάσεις και η
+ευθυμία είναι τα χαρακτηριστικά της ηλικίας σας, και δεν νομίζω
+ναπορή για τούτο η κ. Μπιρτών. Είναι αρκετά λογική.
+
+ — Να απορή, λέτε; Αν ήταν μόνον αυτό, λίγο θα μέμελε. Πώς μπορεί
+να μου συγχωρέση το ασυγχώρετο αμάρτημα, ότι δεν μένω
+ευχαριστημένη στο σπίτι της! Έπειτα, ξαίρω κεγώ . . . είναι όχι
+λίγο προδιατεθειμένη να θυμώνη εναντίον μου παραλόγως, γιατί
+έξαφνα ο σερ Έδμον Σέυμουρ έδειξε κατά το τελευταίο του ταξίδι
+κάποια κλίση προς εμένα.
+
+Βέβαια και δεν το νομίζω σπουδαίο πράμα του σερ Έδμον αυτήν την
+προτίμησιν, γιατί ξαίρω τι άστατος είναι. Ξαίρω πως σε χίλιες
+άλλες λέει τα ίδια που είπε και σε μένα. Μα κιαλλιώς να ήτανε (που
+μπορεί να είναι κιόλας), αναμφιβόλως η κ. Μπιρτών θα αναγκάσει τον
+ανεψιό της να πάρη γυναίκα της δικής της εκλογής. Ούτε πρέπει να
+ελπίζω, μητέρα, την προίκα που έταξε σεμένα, παρά μόνον αν στρέξω
+να υπανδρευθώ κατά τη δική της αρέσκεια και όχι κατά τη δική μου.
+
+Η κόρη βέβαια δεν είχε σκοπό να σταθή έως εδώ, αλλά η μητέρα
+πρόλαβε και έκοψε τη φόρα της.
+
+ — Σώπα, Κίττη, της είπε με τόνον εμφαντικόν μάλλον, παρά
+ωργισμένον. Μάθε να σέβεσαι τη γενναία γυναίκα που μας φιλοξενεί
+στο σπίτι της.
+
+ — Ω, Θεέ μου, τώρα σου ήρθε η ευσυνειδησία! είπε προπετώς η νέα·
+δεν σάκουσα τάχα χιλιάδες φορές να την κακολογής χειρότερα από
+μένα!
+
+ — Μπορεί, είπε στενοχωρημένη η κ. Μέλμορ, αλλά ξαίρω τουλάχιστον
+με ποιον ομιλώ.
+
+ — Ελπίζω, κυρίες μου, είπε σοβαρά η Μαλβίνα, ότι δεν με παίρνετε
+ικανήν να τα επαναλάβω όσα ακούω. Ίσως αυτά με κινούν εις απορίαν,
+αλλά τίποτε περισσότερο, και μένετε ήσυχες.
+
+ — Δεν αμφιβάλλω γιαυτό το πράμα, απεκρίθη η κ. Μέλμορ πραϋνομένη.
+
+Κυρία προικισμένη με τόσες αρετές δεν εκστομίζει βέβαια ότι δεν
+πρέπει.
+
+Αλλά επιπλήττω την κόρην μου, γιατί μιλεί με την ίδια
+ελευθεροστομία μπροστά σε όποιον τύχη. Εννοείται, κυρία, με πόση
+φρόνηση πρέπει κανείς να εκφράζεται για κείνους από τους οποίους
+κρέμονται όλες οι ελπίδες της υπάρξεώς του.
+
+ — Όχι, κυρία μου, εγώ δεν τα παίρνω έτσι τα πράγματα, απεκρίθη
+ολίγον ξηρά η Μαλβίνα, και μάλιστα φρονώ ότι ή δεν πρέπει να
+δεχόμαστε τίποτε από ανθρώπους που δεν μπορούμε να τους αγαπούμε,
+ή αλλιώς δεν έχουμε κανένα δίκαιο να παραπονιούμαστε εναντίον των.
+
+Πριν προφθάση ναποκριθή η κ. Μέλμορ, εμβήκε η κ. Μπιρτών.
+
+ — Καλημέρα, φίλτατές μου, τις λέγει, χαίρω από καρδίας, που σας
+βλέπω μαζί· λυπούμαι για τας στιγμάς που έχασα μακράν από τη
+συναναστροφή σας, αλλά τουλάχιστο με είχετε εις τον νουν σας; με
+ενθυμήθητε καθόλου;
+
+ — Και υπάρχει αμφιβολία; απεκρίθη η κ. Μέλμορ μαλακύνουσα την
+φωνήν της, δεν είσθε σεις εδώ η ψυχή όλων;
+
+Οι κολακευτικοί αυτοί λόγοι έγιναν δεκτοί με κομψόν μειδίαμα της
+κ. Μπιρτών, αλλά και με περιφρονητικό βλέμμα της Μαλβίνας.
+
+Εν τούτοις εισήλθε ο κ. Πρίορ φέρων υπό την μασχάλην σωρόν από
+χαρτιά.
+
+ — Τι καλά μας φέρνετε, κ. Πρίορ; ερώτησε η κ. Μπιρτών.
+
+ — Τα ποιήματα του Οσσιανού. Όσα δηλαδή εμπόρεσα να συνάξω.
+
+ — Ουφ! διέκοψεν η Κίττη. Τι υπομονή να κάθεται κανείς να γράφη
+τέτοιες ελεεινές ψαλμωδίες!
+
+ — Και πόση πάλιν η δική σας η τόλμη, να ονομάζετε έτσι τα πλήρη
+ύψους αυτά ποιήματα, με τα οποία ο Οσσιανός απεθανατίσθη! εφώναξεν
+ο κ. Πρίορ· εις τον τόπον αυτόν, όπου εγεννήθη ο αξιοθαύμαστος
+αυτός άνθρωπος, ανάμεσα σαυτά τα βουνά τα οποία και όταν θα τα
+καταστρέψη ο πανδαμάτωρ χρόνος θα μείνουν αιωνίως περίφημα δια την
+μεγαλοφυίαν εκείνου! Επάνω στο ιστορικό αυτό έδαφος της παλαιάς
+Καληδονίας τολμάς να αμφισβητήσης την δόξαν του Φιγκαλίδη; Δεν
+φοβάσαι;
+
+ — Μήπως ο δαίμονας των βουνών καβάλλα σε νεφελώδη ίππον με
+διατρυπήση με την ομιχλώδη του λόγχην; απεκρίθη με χαμόγελα η
+Κίττη. Όχι μα την αλήθεια εγώ δεν φοβούμαι και όταν ακόμα, κ.
+Πρίορ, νυχτώνη κι αρχίζουν οι άνεμοι να σφυρίζουν μέσ' στο δάσος
+και νανυψώνωνται της λίμνης αι αναθυμιάσεις και να ρυάζονται τα
+σκυλιά εδώ γύρο, πάλι δεν θα με τρομάξη η οργή του Οσσιανού σας.
+
+ — Κίττη, είπε η κ. Μπιρτών υπερηφάνως, για να κρίνη κανείς τέτοιο
+έργο πρέπει να είναι εις θέσιν να εννοήση το κάλλος του ή
+τουλάχιστον κάτι να έχη διαβάσει περί αυτού.
+
+Η Κίττη έσκυψε προς την Μαλβίνα και της εψιθύρισε:
+
+ — Τότε λοιπόν θα κάμνη καλά να μην ομιλεί ούτε η ιδία γι' αυτόν.
+
+Η κ. Μπιρτών δεν άκουσε βέβαια, αλλ' εταράχθη διά τον αλλόκοτον
+τρόπον της.
+
+Η κ. Μέλμορ εννοήσασα το πράγμα έσπευσε να την εξιλεώση
+καταδικάζουσα αυτή πρώτη την κόρη της.
+
+ — Σας είπα πολλές φορές, φιλτάτη μου κυρία Μπιρτών, ότι η πολλή
+σας συγκατάβασις προς την Κίττη θα της κάνη κακό, αλλά ποτέ δεν
+θελήσατε να με ακούσετε και — μεταξύ μας ο λόγος — αν το ανθηρόν
+σας πρόσωπον το επέτρεπε, καθείς ήθελε απατηθεί εκ των τρόπων σας,
+να σας εκλάβη ως μητέρα της, τόσην στοργήν τρέφετε προς αυτήν.
+
+Τούτο είναι το μόνον σας ελάττωμα, φιλτάτη μου, τούτο είναι το
+μόνο σας ελάττωμα και αφίσετέ με να σας το πω με ειλικρίνειαν, που
+είναι το φυσικό μου.
+
+ — Δεν εξουσιάζει κανείς την καρδιά του, αγαπητή μου, απεκρίθη η
+κ. Μπιρτών, υπάρχουν ψυχές, τις οποίες η πείρα δεν διορθώνει, αλλ'
+αιωνίως παρασύρονται από την μαλακήν των διάθεσιν.
+
+ — Η κ. Σορκή γνωρίζει άραγε το έργον του Οσσιανού; ηρώτησεν ο κ.
+Πρίορ προσφέρων εις την Μαλβίναν τα εις χείρας του χαρτιά.
+
+ — Το διάβασα στο Γαλλικό.
+
+ — Αυτό σημαίνει πως δεν γνωρίζετε τον Οσσιανόν. Ούτε εις την
+μετάφρασιν καν του Μάκφερσον γνωρίζεται ο Οσσιανός, ούτε και εις
+αυτήν πού έχω φιλοτεχνήσει εγώ. Αν δε βαρυέστε, κυρία, τας
+δυσκολίας, συγχωρήστε με να σας διδάξω την Ερσικήν γλώσσαν. Ελπίζω
+με την αναγέννησιν της φύσεως κατά την προσεχή άνοιξιν να
+εννοείται τους απογόνους του Μόρβεν, που τραγουδούν τα κατορθώματα
+των προγόνων των εις την καθαρά πρωτότυπη γλώσσα τους.
+
+Η Μαλβίνα εδέχθη με χαράν την πρότασιν του κ. Πριόρ. Τότε η κ.
+Μπιρτών είπε ότι ήτο πρόθυμη κεκείνη νακούση μαθήματα της Ερσικής,
+και ώρισε μάλιστα ναρχίσουν από αύριον εις την βιβλιοθήκην.
+
+Προς το εσπέρας η κ. Μπιρτών επήρε γράμμα και το εδιάβασε με
+προσοχήν και σοβαρότητα. Έρριπτε δε βλέμματα ανήσυχα στην Κίττη· η
+δε Μαλβίνα καθημένη κοντά της την ήκουσε να λέγη μόνη της «Τι
+έρχεται πάλιν; Τι τον τραβά λοιπόν εδώ »;
+
+Τελευταία εδίπλωσε το γράμμα λέγουσα.
+
+ — Ο Έδμον μου γράφει, ότι έρχεται σε λίγες μέρες.
+
+ — Αλήθεια! εκραύγασε με χαρά η Κίττη.
+
+ — Στοχάζομαι, της είπε με χαιρεκακίαν η κ. Μπιρτών, ότι έρχεται
+να με συμβουλευθή για διάφορα πράγματα αφορώντα εις το συνοικέσιόν
+του με την Λαίδη Σούμεριλ. Ελπίζω βέβαια, ότι υποτασσόμενος εις το
+θέλημά μου κατάλαβε τέλος πόσο αξιόλογος είναι αυτός ο γάμος και
+δεν στοχάζομαι πως θα έχη κανείς εδώ την αφροσύνη και τη
+ματαιοδοξία να επιχειρίση να τον μεταπείση.
+
+Η Κίττη εκοκκίνησε και η μητέρα της την εκοίταξε με βλέμμα
+ανήσυχο. Συγχρόνως δε η μεν κυρία Μπιρτών εφαίνετο ταραγμένη, ο δε
+κ. Πρίορ ήτο παραδομένος εις σκέψεις. Μόνη η Μαλβίνα έμενε
+αδιάφορη εις όλα τα περί αυτήν.
+
+Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα, ακριβής όπως ήτο, επήγεν εις την
+βιβλιοθήκην διά το μάθημα, όπως το είχεν ορίσει η κ. Μπιρτών.
+καθώς είπαμε.
+
+Ηύρεν εκεί τον κ. Πρίορ και περίμεναν και οι δύο την κ. Μπιρτών.
+
+Άρχισαν λοιπόν συνδιάλεξιν τόσον σπουδαίαν και ευάρεστον, ώστε
+ελησμόνησαν καν νανησυχήσουν ότι εκείνη δεν ήρχετο.
+
+Τελευταία η κ. Μπιρτών τους εμήνυσε παρακαλούσα ναναβληθή το
+μάθημα δι' ολίγας ημέρας, διότι εκείνην μεν την ημέραν δεν είχε
+καιρόν, η δε επαύριον ήτο προωρισμένη διά την επίσκεψιν των ευαγών
+καταστημάτων του Πύργου.
+
+Η Μαλβίνα απεκρίθη ότι θα περιμένει. Ενώ ετοιμάζετο να εξέλθη, ο
+κ. Πρίορ της είπε:
+
+ — Τόσο γρήγορα φεύγετε;
+
+ — Μου φαίνεται ότι έμεινα αρκετά.
+
+ — Ίσως έχετε δίκαιον, αλλ' εγώ δεν το αισθάνομαι. Οι στιγμές της
+παρουσίας σας μου είναι γλυκείαι ως ο ατμός της αυγής και περνούν
+σαν η δροσιά της.
+
+ — Σας βεβαιώνω, κύριε Πρίορ, η συναναστροφή σας μου είναι
+ευχάριστος και αν είναι αλήθεια ότι η εμπιστοσύνη ημπορεί να φέρη
+κάποιαν παρηγοριά, νομίζω ότι εις εσάς τον αξιοσέβαστον εδώ μέσα
+θα χρεωστώ τούτο το καλόν, ενόσω μένω εδώ.
+
+ — Επειδή γνωρίζω καλά τα πρόσωπα με τα οποία συζώμεν εδώ, δεν
+ημπορώ να περηφανευθώ γιαυτή την προτίμηση. Αν τώρα δι' αυτήν έχει
+κάποιο λόγο η συμφωνία των ιδεών μας, και όχι η σύγκρισις μεταξύ
+εμού και των άλλων, θα νομίζω την προτίμησιν αυτήν ως το καλύτερον
+δώρον του ουρανού.
+
+Η Μαλβίνα απόρησε, γιατί δεν ημπορούσε να συμβιβάση το μετριόφρον
+ήθος του κ. Πρίορ με την τόσην αυταρέσκειαν και υψηλοφροσύνην, που
+του επεδείκνυεν ήδη.
+
+Πριν όμως προφθάση να του αποτείνη τον λόγον ο κ. Πρίορ εμάντευσε
+από το πρόσωπόν της τα διανοήματά της και την επρόλαβε λέγων.
+
+ — Απορείτε, βλέπω, κυρία, διά την περιαυτολογίαν μου και είσθε
+έτοιμη να με κατακρίνετε ως αλαζόνα ίσως, δεν θαργήσετε όμως να
+εννοήσετε ότι δεν έχετε δίκαιον.
+
+Η Μαλβίνα εξεπλάγη ακόμη περισσότερον, διότι ο κ. Πρίορ κατέκρινε
+έτσι βέβαια την κ. Μπιρτών, ενώ έπρεπε να την θεωρή ευεργέτιδα και
+να την ευγνωμονή. Δεν ήξαιρε λοιπόν τι να συμπεράνη για τον
+χαρακτήρα του κεκινδύνευε να τον εκλάβη ως ανάξιον διά κάθε
+υπόληψίν της· εκείνος εννοήσας την ταραχήν της, της είπε:
+
+ — Για όνομα του Θεού, αναβάλετε την γνώμη σας και μην καταχράσθε
+την δύναμη της επιβολής που ελάβατε παραδόξως επάνω μου. Δεν
+πρέπει να με κρίνετε με αυστηρότητα. Δεν ξαίρω πώς, μυστικά τα
+οποία επίμονες εξετάσεις των φίλων μου δεν ημπόρεσαν ποτέ να
+κάμουν να εξέλθουν από τα χείλη μου, τώρα συμβαίνει
+νανακαλύπτωνται ενώπιόν σας χωρίς να το απαιτήσετε. Αυτό τώρα, αν
+είναι σφάλμα, σας βεβαιώνω δεν είναι δικό μου. Αλλά πεισθήτε ότι
+κανείς άλλος δεν θα με κατηγορήση για τέτοιο πράμα, διότι όποιος
+υπέστη άπαξ την επίδρασιν του βλέμματός σας δεν κινδυνεύει να πάθη
+το αυτό και από άλλον.
+
+ — Όσον αδύνατη και αν είναι η απολογία σας, κύριέ μου, απεκρίθη η
+Μαλβίνα, εγώ ίσως δεν έχω δίκαιον να την κατακρίνω. Δεν θα έχω
+βέβαια την δύναμιν να σας μεμφθώ διά την προς εμέ εμπιστοσύνην
+σας.
+
+Αλλά τι ωφελεί και αν μείνετε ανέλεγκτος από μένα. Είναι δυνατό να
+μη σας ελέγξη η συνείδησίς σας: Την φιλάνθρωπη κυρία Μπιρτών, που
+ευεργετεί όποιον την πλησιάζει, την κατηγορείται υπούλως. Εκείνην
+που άφισε τας διασκεδάσεις και τας κοσμικάς απολαύσεις και ήλθε
+εδώ, να σκορπίση τα αγαθά της προς περίθαλψιν των δυστυχών
+κατοίκων του αγρίου αυτού τόπου! Είναι αλήθεια πως εγώ δεν της
+φέρνομαι με το θάρρος που έπρεπε να μου δίνη η φιλία την οποίαν
+μου δείχνει αυτή, αλλά πιστεύσατέ με, αυτό το αποδίδω εις το
+διάστημα που μας αποχωρίζει και όχι εις την αιτία που υποθέτετε
+εσείς.
+
+ — Έξοχη νέα! είπε ο κ. Πρίορ, κένα δάκρυο έλαμψε στα μάτια του.
+Θα δεχόμουνα πώς είμαι γελασμένος, αν η κ. Μπιρτών δεν απέδιδε το
+περίλυπο ήθος σας στην επιθυμία σας να ελκύσετε, λέγει, την
+προσοχήν των άλλων. Εκ των ιδίων κρίνουσα και τα των άλλων
+συναισθήματα.
+
+ — Φθάνει, είπε η Μαλβίνα και σηκώθηκε. Δεν ξαίρω τα αίτια των
+προκαταλήψεών σας, αλλά νομίζω ότι γίνομαι συνένοχός των, αν σας
+ακροασθώ περισσότερον. Επιτρέψατέ μου να σας πω ότι ενόσω βλέπω
+τις καλωσύνες που κάμνει η κ. Μπιρτών προς τους τριγυρινούς της
+και προς τον κατήγορόν της, το θεωρώ παραλογισμόν μου να την
+κατακρίνω.
+
+ — Όχι δεν είμαι αχάριστος, απεκρίθη σοβαρά ο κ. Πρίορ, ούτε και
+αυστηρός κριτής. Άμα κάμετε καλύτερα τας παρατηρήσεις σας, ίσως με
+δικαιώσετε, και τότε θα μετανοήσετε για την πικρή την επίπληξη που
+μου κάματε σήμερα.
+
+Και εβγήκε περίλυπος.
+
+Η Μαλβίνα έμεινε συγχισμένη· όσον άδικο και αν είχε ο κ. Πρίορ,
+αλλά η λύπη του προσώπου του, εφαίνετο ειλικρινής. Πρώτη φορά η
+Μαλβίνα έτυχε να λυπήση άνθρωπον, και γιαυτό αισθάνθηκε βάρος στην
+καρδιά της. Επροσπάθησε κατόπιν με λόγια γεμάτα από γλύκα να κάμη
+τον κ. Πρίορ να λησμονήση την πρωινήν πικρίαν.
+
+Αλλ' εκείνος μόλις της απεκρίνετο εφαίνετο συλλογισμένος και
+έμφροντις και πολύ νωρίς ετραβήχθη εις τον κοιτώνα του.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
+
+ΤΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΚΑΘΙΔΡΥΜΑΤΑ.
+
+
+
+Την άλλη μέρα η Μαλβίνα επήγε μαζί με την εξαδέλφη της και τον κ.
+Πρίορ να επισκεφθή το νοσοκομείον, το σχολείον, και το
+σιδηρουργείον· πήρε μαζί της και την Φανήν, για να προετοιμάση την
+απλή ψυχή του παιδιού στο γλυκύ συναίσθημα της συμπαθείας.
+
+Τάξις και καθαριότης υπήρχεν αρκετή, αλλ' η Μαλβίνα παρετήρησε με
+απορίαν ότι η παρουσία της κ. Μπιρτών όχι μόνο δεν επροξενούσε
+χαράν, αλλά μάλιστα ενέπνεε φόβον. Όλοι την εχαιρετούσαν με
+σεβασμόν, αλλά δεν εφαίνοντο ευγνωμονούντες· τα πρόσωπα των
+δυστυχών είχαν μάλλον την φιλίαν του επικαλουμένου, παρά την
+φαιδρότητα του ευεργετουμένου.
+
+Επίσης η κ. Μπιρτών εφαίνετο αδιάφορος εις το μέσον των ασθενών,
+αν τους ερωτούσε κάτι, ήτο μάλλον να τους ενθυμίση ποία ήτο, παρά
+διότι εφρόντιζε δι' αυτούς και τις περισσότερες φορές δεν
+επερίμενε την απάντησίν των, ή την άκουε χωρίς να προσέχη καθόλου.
+
+Κανείς δεν ετόλμησε να γογγύση ή να διηγηθή τα όσα υποφέρει, διότι
+εκείνη δεν ήτο διατεθειμένη να λυπηθή.
+
+Και με τον τρόπον αυτόν περιήλθε γρήγορα γρήγορα όλους τους
+κοιτώνας των αρρώστων, αλλ' ενώ ετοιμάζετο ναναχωρήση εγύρισε και
+είδε την Μαλβίναν στεκομένην παρά την κλίνην μιας άρρωστης
+ελεεινής, η οποία ηγωνίζετο διά σχημάτων να εκφράση τους πόνους
+της.
+
+Η Μαλβίνα δεν εγνώριζε την γλώσσαν των ορεινών κατοίκων της
+Σκωτίας, αλλά το πρόσωπόν της είχε χαρακτήρα τόσον ευνοϊκόν, η
+φωνή της ήτο τόσον γλυκειά, το βλέμμα της τόσο συμπαθητικό, ώστε
+καθείς έπαιρνε θάρρος κοντά της και έβλεπε δια των οφθαλμών ό,τι
+αυτή έλεγε διά των χειλέων.
+
+Η κ. Μπιρτών εγύρισε με βία και βλέπουσα ότι η Μαλβίνα έδιδε
+χρήματα στην δυστυχή γυναίκα, εφώναξε με θυμόν.
+
+ — Εξαδέλφη, στον κάθε δυστυχή που φιλοξενούμεν εδώ, παρέχεται
+αρκετή δόσις για όλα τα χρειαζόμενα εις αυτούς, δεν υπάρχει ανάγκη
+από ξένα ελέη, έπειτα όταν δίδετε εις τον ένα, θα θέλουν και οι
+άλλοι.
+
+ — Η ταλαίπωρη αυτή γυναικούλα μου εφάνη ότι πάσχει περισσότερο
+από τας άλλας. Ηγωνίσθη να μου παραστήση τον πόνο της κεγώ θέλησα
+να την παρηγορήσω. Αν υπάρχουν και άλλοι τόσον άξιοι ελέους,
+εύκολα είναι να παρηγορηθούν κατά τον ίδιον τρόπον.
+
+ — Πρέπει να γνωρίζετε, εξαδέλφη, ότι όσους ξένους έμβασα εδώ,
+κανείς από αυτούς δεν ενόμισε σωστό νακολουθήση την προαίρεση του,
+μήτε να παραβή τους κανόνας που έχω βάλει, προτού να ζητήση τη
+συγκατάθεσή μου.
+
+ — Σας βεβαιώνω, ενόμισα την πράξη μου σύμφωνη με την προαίρεσίν
+σας και δεν υποψιαζόμην ότι θα υπήρχε ανάγκη αδείας για να δώσω
+μια μικρή βοήθεια.
+
+Η δυστυχισμένη η γυναικούλα εκατάλαβεν ότι η κ. Μπιρτών εμάλωνε
+την εξαδέλφην της διά το αργύριον, που της έδωσε, και θέλησε να το
+επιστρέψη.
+
+ — Όχι, είπε η Μαλβίνα, δεν πρέπει να το πάρω πίσω και ελπίζω ότι
+μέσα εις οίκον αφιερωμένον διά ευεργεσίαν δεν θα μου απαγορευθή να
+βοηθήσω άνθρωπον δυστυχή.
+
+Η κ. Μπιρτών ησθάνθη όλην την καυστικότητα των λόγων τούτων και
+χωρίς ναποκριθή τίποτε έβγαλε από το βαλάντιόν της και έδωκε στην
+άρρωστη το διπλόν απ' ό,τι της είχε δώσει η Μαλβίνα αλλ' αυτό ήτο
+από κενοδοξίαν, ενώ της Μαλβίνας ήτο από καλωσύνην και οι άρρωστοι
+τα εξετίμησαν καθ' εαυτούς όπως έπρεπε. Η γυναικούλα επροτιμούσε
+κ' ένα γλυκό βλέμμα της Μαλβίνας απέναντι όλων όσα της έδωσε η κ.
+Μπιρτών.
+
+Καθ' όλην την διάρκειαν της περαιτέρω επισκέψεως η Μαλβίνα
+ησθάνετο συμπάθειαν ανάλογον προς την εκ του προσώπου του ασθενούς
+προκαλουμένην.
+
+Όταν εμβήκαν εις το σχολείον, αφήσασα την κ. Μπιρτών να συνωμιλεί
+με τον σχολάρχην επήγεν εις τον κήπον, όπου ηύρε πολλά κοριτσάκια
+καθήμενα εις κύκλον, το δε μεγαλύρον εστέκετο όρθια στη μέση του
+κύκλου και τραγουδούσε.
+
+Η Μαλβίνα επλησίασε και πριν προφθάσουν νανησυχήσουν εκείνα, τους
+έκαμε νεύμα να εξακολουθήσουν το παιχνίδι των. Αν και εθορυβήθησαν
+κατ' αρχάς, αλλ' ο τρόπος της τα ενεθάρρυνε και πάλιν. Η μικρή
+τραγουδίστρα πήρε με αθώα τόλμη το χέρι της και της επρότεινε να
+καθίση. Η Μαλβίνα εδέχθη προθύμως. Πήρε το κοριτσάκι στα γόνατά
+της και το ερώτησε πώς αυτό έμαθε να ομιλή τόσο καλά τα Αγγλικά,
+ενώ τα άλλα ούτε τα καταλάβαιναν.
+
+ — Μου τα διδάσκει ο νουνός μου, κυρία όταν είν' εδώ. Όταν πάλε
+λείπει, πληρώνει διδάσκαλον και με γυμνάζει να τα ομιλώ.
+
+ — Ποιός είναι ο νουνός σου, παιδί μου;
+
+ — Ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, κυρία. Εκείνος μου έχει χαρίσει και τα
+καλά τα ρούχα που βάζω την Κυριακή. Κιόποτε έρθει μου φέρνει πάντα
+ένα δώρο.
+
+ — Και δε ζηλεύουν οι συμμαθήτριες σου όταν δίδη μονάχα σε σένα;
+
+ — A! Καμιάν δεν αφίνη παραπονεμένη. Το μαντήλι της Πεγγής, την
+μπλούζα της Μόλας, το ψαλίδι της Σουκής, όλα εκείνος τ' αγόρασε.
+
+ — Αφού έχεις τέτοιον καλό νουνό, φαντάζομαι πόσο θα τον αγαπάς;
+
+ — Ω πολύ, κυρία, πολύ! Και τότε μόνο ευχαριστούμαι, όταν είν' εδώ
+και τον βλέπω. Πάντοτε με παίρνει εκείνος στα γόνατά του, έτσι που
+μέχετε τώρα εσείς. Όλοι ευτυχούμε, όταν είν' εδώ εκείνος.
+
+ — Αλήθεια λέει το κοριτσάκι, είπε ο κ. Πρίορ στεκόμενος πίσω από
+την Μαλβίναν. Ο σερ Έδμον έχει μεν μεγάλας κακοηθείας, αλλά είναι
+πλουσιοπάροχος εις ελέη τω όντι. Αν έλειπαν αι δωρεαί του, τα
+πτωχά αυτά καθιδρύματα θα ήσαν εις μεγάλην πτωχίαν.
+
+Έξαφνα εφάνη η κ. Μπιρτών ερχομένη προς την εξαδέλφην της και
+εφώναξε:
+
+ — Μια ώρα σας περιμένω!
+
+Άμα την είδαν τα παιδιά επέταξαν ως σύννεφο πουλιών. Μόνο εκείνο
+που εκάθητο κοντά εις την Μαλβίναν καθόλου δεν εκινήθηκε· έμεινε
+εκεί ως εις άσυλον. Η κ. Μπιρτών απόρησε για το θάρρος του μικρού
+κοριτσιού και το τράβηξε κακότροπα από το χέρι.
+
+ — Πήγαινε! ο διδάσκαλός σας περιμένει.
+
+Το κοριτσάκι σηκώθηκε περίλυπο, πήρε το χέρι της Μαλβίνας κιαφού
+το φίλησε από καρδιάς, ανεχώρησε προς τα επίλοιπα. Η Φανή έτρεξε
+κατόπιν του να το γυρίση πίσω μα εκείνο εδίσταζε.
+
+Η κ. Μπιρτών μη δυναμένη να κρατήση τον θυμόν της είπε:
+
+ — Εξαδέλφη, κράξετε, σας παρακαλώ την Φανή. Κιάν θέλετε να
+μακούσετε, μην της δίδετε το παράδειγμα ναπασχολή τα παιδιά από τα
+μαθήματά τους.
+
+Αν ήταν ο λόγος για να υπερασπίση άλλον η Μαλβίνα ήξαιρε να
+περιστέλλη τον πειράζοντα με ετοιμολόγους απαντήσεις και καυστικάς
+πολλάκις. Αλλ' όταν επρόκειτο διά τον εαυτόν της, η πολλή της
+καλωσύνη την απέτρεπε από δριμείας απαντήσεις.
+
+Ωστόσο είπε:
+
+ — Μη φοβείσθε, εξαδέλφη, δεν δίνω εγώ τέτοιο παράδειγμα στη Φανή.
+Το εναντίον μάλιστα στοχάζομαι ότι, όταν εμβαίνω εδώ και
+ανακατώνομαι εις τας ακάκους διασκεδάσεις των παιδιών, θα της μάθω
+να τα κάμνη προθυμότερα πηγαίνουσα αυτή πρώτη από τα παιγνίδια στη
+σπουδή.
+
+Άφησαν τέλος το σχολείο και πήγαν στο σιδηρουργείο. Εδώ η κ.
+Μπιρτών ηύρε και πάλι νέαν αφορμή να μεμφθή την Μαλβίναν, διότι
+εξήταζε το κάθε τι με προσοχήν, και με διερμηνέα τον κ. Πρίορ
+έκαμνε προς τον κάθε σιδηρουργόν φιλάνθρωπα ερωτήματα, των οποίων
+την χάριν έτι περισσότερον ηύξανε η ομορφιά της και οι ευγενείς
+τρόποι της. Ρωτούσε τα ονόματά τους, την κατάστασή τους, πόσα
+παιδιά είχεν ο καθένας τους και πώς εκυβερνούσε το σπίτι του. Εκεί
+μέσα στην κάμινο την φλογερή, μέσα σε μαυρισμένους ανθρώπους
+ενδυμένους με κουρέλια αυτή εφαίνετο ως άγγελος που κατέβη από τον
+ουρανό. Τουλάχιστον εκείνοι ως τοιαύτην την εξέλαβαν και με
+μεγάλην συγκίνησιν εμαζεύοντο γύρο της και εθαύμαζαν ότι
+καταδέχεται να τους αποτείνει τέτοιες ερωτήσεις. Ο άνθρωπος των
+μερών εκείνων, επειδή έχει την συνείδησιν, ότι τον θεωρούν
+ημιάγριον αισθάνεται μεγάλην ευχαρίστησιν, όταν βλέπη ότι τον
+λογαριάζουν ως άνθρωπον. Η Μαλβίνα συνομιλούσα μαζί τους και
+δείχνουσα ότι θεωρεί τον εαυτόν της εκ του αυτού είδους με
+εκείνους, ύψωνε τας ψυχάς των και τους ηύφραινε πολύ περισσότερο
+από όλο το χρυσάφι της κ. Μπιρτών.
+
+ — Έτσι λοιπόν, έλεγε μέσα του ο κ. Πρίορ, η φιλαυτία σκορπίζει τα
+πλούτη απερίσκεπτα, αλλ' η αρετή μόνη γνωρίζει να τα χαρίζη. Η
+φιλαυτία κάμνει το καλό, όταν την έχει βοηθήσει η τύχη, η αρετή
+εντός της ευρίσκει όλα τα μέσα διά την αγαθοποιίαν. Εκείνη τίποτε
+άλλο δεν έχει να δώση προς ανακούφισιν των δυστυχών παρά χρυσάφι,
+αυτή τους παρηγορεί πολύ περισσότερο με τον καλό τρόπο της. Οι
+ευεργεσίες της φιλαυτίας κάμνουν την ευγνωμοσύνη βαρειά αλυσσίδα,
+αλλά οι καλωσύνες της αρετής, την κάμνουν γλυκύτατον δεσμόν
+αγάπης.
+
+Αυτά συλλογιζόμενος ο κ. Πρίορ έρρηχνε προς την Μαλβίναν βλέμματα
+θαυμασμού και σεβασμού. Και όταν εγύρισε το πρόσωπόν της αλλού,
+αυτός έγειρε και φίλησε το ρούχο της με δάκρυα στα μάτια.
+
+Αλλά η ζήλια δεν κοιμάται. Η κ. Μπιρτών, η οποία προ πολλού
+εβασανίζετο βλέπουσα πόσην δύναμην αποκτούσεν η Μαλβίνα επάνω εις
+τας καρδίας των περί αυτήν, παρετήρησε από μακράν το κίνημα του κ.
+Πρίορ και τούτο έτι περισσότερον την εθύμωσεν εναντίον της.
+
+ — Έλα, ωραία μου εξαδέλφη, της είπε με κάποιαν ειρωνείαν, καιρός
+είναι να φύγωμε πλέον. Οι στιγμές αυτών των εργατών είναι
+πολύτιμες κεμείς τους εκάμαμε να χάσουν αρκετές. Όταν ομιλούν για
+το έργο τους αναγκάζονται να το διακόπτουν και η ματαία για τον
+τρόπο της ζωής τους πολυπραγμοσύνη μας δεν τους παρέχει βέβαια τα
+χρειαζόμενα για τη ζωή αυτή.
+
+Και βγήκε έξω χωρίς να περιμένη απάντηση. Η Μαλβίνα έπεσε κατόπι
+της, αλλά δεν ημπόρεσε να τη φθάση, διότι προχωρούσε με μεγάλη
+γρηγοράδα.
+
+Εν τω μεταξύ την επλησίασεν ο κ. Πρίορ και της είπε σιγά:
+
+ — Άραγε με θεωρή ακόμη άδικον η κ. Σορκή; Δεν άρχισε τάχα να
+θεωρή ολίγον ορθήν την κρίσιν μου;
+
+Η Μαλβίνα τον ατένισε σιωπηλή και ο κ. Πρίορ αρκέσθη εις τούτο
+σεβόμενος την επιείκειαν και την ευσυνειδησίαν της θαυμασίας αυτής
+γυναικός.
+
+Κατά το γεύμα η κ. Μπιρτών δεν έπαυσε να περιγελά εκείνους που
+στολίζονται με το πρόσχημα της λύπης για να γίνουν περισπούδαστοι,
+και προσποιούμενοι φιλανθρωπίαν κατορθώνουν να τους θαυμάζη ο
+κόσμος.
+
+Τέτοιος ονειδισμός, τόσο αταίριαστος και άκαιρος ήτο διά την
+Μαλβίναν, ώστε η καλή γυναίκα δεν υποψιάστηκε ότι εις αυτήν
+απετείνετο. Αλλά ο κ. Πρίορ εκατάλαβε για ποιον ήταν το κτύπημα
+και δεν ημπόρεσε να κρατήση την αγανάκτησίν του.
+
+ — Υπάρχουν λύπες, κυρία μου, είπε, τόσον αληθινές, υπάρχει
+φιλανθρωπία τόσον θελκτική, ώστε είναι αδύνατο να διαφεύγουν την
+προσοχήν και του μάλλον απλοϊκού. Και αν παρατηρήση κανείς τους
+ανθρώπους από κοντά, θα αντιληφθή ότι αι φυσικαί της καρδιάς
+εκδηλώσεις ποτέ δεν θεωρούνται ψεύτικες από κανένα, παρά μόνον από
+εκείνους, που είναι επιτήδειοι να τας υποκρίνωνται.
+
+Η κ. Μπιρτών αποσβολώθηκε από τους λόγους αυτούς, πρώτην φοράν,
+άκουε τέτοια από το στόμα του κ. Πρίορ. Το πώς διετέθη είναι
+πράγμα που δεν εκφράζεται και μόνο η συνέχεια της διηγήσεώς μας,
+όπου θα εξελίχθη ο χαρακτήρ της, θα μας δώση να το εννοήσωμεν.
+
+Και η Μαλβίνα απόρησε για την απάντησιν του κ. Πρίορ και χωρίς να
+υποπτεύεται καθόλου την κρυφήν της αιτίαν του είπε σοβαρά.
+
+ — Η ώρα αυτή, κ. Πρίορ είναι όλως διόλου ακατάλληλη να
+υποστηρίζετε αυτήν τη γνώμη. Έν μόνον παράδειγμα αρκεί να την
+ανατρέψη πρόρριζα.
+
+Και υπέδειξεν ως τοιούτον με τρόπον την κ Μπιρτών. Και την έβλεπε
+με τόσο απαλόν και συμπαθητικόν βλέμμα, ώστε εφαίνετο ότι ήθελε να
+επανορθώση την αδικίαν του κ. Πρίορ.
+
+Ο κ. Πρίορ αν και ελυπήθη, διότι η Μαλβίνα τον είχε όχι εις την
+υπόληψιν που του έπρεπε, συνεκινήθη διά την αγνότητα του
+χαρακτήρος της και παρωρμήθη εις περισσοτέραν δι' αυτήν αγάπην.
+
+Αλλ' η κ. Μπιρτών ησθάνθη ότι δυσκολώτερον της ήταν να συγχωρήση
+την Μαλβίναν, παρά τον κ. Πρίορ. Αυτός την παρώργισεν, αλλ' εκείνη
+την εταπείνωσε.
+
+Μικρά σιωπή διαδέχθη τους τελευταίους λόγους της Μαλβίνας. Η σιωπή
+βάσταξε αρκετά και έγινε πολύ οχληρά. Καθένας εφαίνετο ότι
+εφοβείτο να ομιλήση. Μόνον η Κίττη ολίγον εκατάλαβε τα λεχθέντα
+και ολιγώτερον εφρόντιζε δι' αυτά. Αλλά η κ. Μέλμορ ηγωνίζετο να
+μαντεύση από τα μάτια της κ. Μπιρτών τι έπρεπε να πη διά να την
+καταπραϋνη. Είχε την συναίσθησιν ότι αυτή δεν ήτο η αιτία της
+δυσαρεσκείας της, αλλά την εφοβείτο και δεν ετολμούσε νανοίξη το
+στόμα της, μήπως στρέψη εναντίον της τον θυμόν της.
+
+Αντήχησε τότε ο κώδων του προαυλίου, η κ. Μπιρτών ενέτεινε το αυτί
+της με κάποιαν ανησυχίαν. Ηκούσθη εις την αυλήν κρότος ίππων και
+αμαξών.
+
+ — Είναι βέβαια ο σερ Έδμον Σέυμουρ, είπε η Κίττη κοκκινίζουσα και
+έτρεξεν εις το παράθυρον.
+
+ — Κιάν είναι ο Έδμον, Κίττη αρμόζει, σε σένα να τρέξης να τον
+προϋπαντήσης; της είπε με έκπληξιν η κ. Μπιρτών.
+
+ — Κάθισε στη θέση σου, Κίττη, επρόσθεσεν η μητέρα της χαίρουσα,
+διότι ηύρε τελοσπάντων τι να πη για να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών.
+
+Εν τω μεταξύ ήλθε ένας υπηρέτης και ανήγγειλε τον ερχομόν του κ.
+Έδμον Σέυμουρ. Το γεύμα ήδη είχε τελειώσει. Η Μαλβίνα εσηκώθη και
+εζήτησε την άδειαν να αναβή στο διαμέρισμά της. Η κ. Μπιρτών
+συγκατάνευσε με προθυμίαν και της έδειξεν ήθος χαριέστατον, μη
+συμβιβαζόμενον προς τα προ ολίγου συμβάντα.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
+
+ΔΙΑΣΑΦΗΣΙΣ.
+
+
+
+Το βράδυ της ίδιας ημέρας ενώ η Μαλβίνα ετοιμάζετο να καταβή,
+βλέπει εμπρός της την κ. Μπιρτών.
+
+ — Αγαπητή μου εξαδέλφη, της λέγει με προσποιητή γλύκα· από την
+βίαν με την οποίαν σήμερα εφύγατε από το τραπέζι μόλις εμάθατε τον
+ερχομόν του Έδμον, καταλαβαίνω πόσον στενοχωρείσθε από την
+παρουσίαν των ξένων. Μη νομίσετε ότι θα σας μεμφθώ για τούτο.
+Εξεναντίας το θεωρώ πολύ φυσικό και ταιριαχτό με την διάθεσή σας
+και συντελώ όσο μπορώ για την ησυχία σας. Είσθε ελευθέρα να μένετε
+εδώ όσον καιρό παρεπιδημεί ο ανεψιός μου. Παρήγγειλα λοιπόν να σας
+φέρνουν το γεύμα στο διαμέρισμά σας.
+
+ — Ευχαριστώ πολύ για την φροντίδα, κυρία μου, απεκρίθη η Μαλβίνα
+με απορίαν, προτιμώ όμως να έρχωμαι κάτω μαζί σας. Δεν θέλω να
+φέρω περισπασμόν.
+
+ — Όχι, όχι, ωραία μου εξαδέλφη, είπεν η κ. Μπιρτών, γνωρίζετε ότι
+είναι του χαρακτήρος μου να συγκαταβαίνω εις τας αρεσκείας των
+φίλων μου και έχω καλύτερα να στερηθώ την τερπνή συναναστροφή σας
+για λίγες μέρες που θα είναι εδώ ο Έδμον παρά να στενοχωρήσω την
+φιλέρημη ψυχή σας. Είμεθα σύμφωνοι. Αφίστε τις μάταιες
+αντιστάσεις, μη ζητείτε να παλαίσετε με την διάθεσίν σας. Η
+μοναξιά είναι η απόλαυσίς σας· λοιπόν σας παραχωρώ τα πάντα.
+
+Και εβγήκε με γρηγοράδα, χωρίς να περιμείνη την απάντηση της
+Μαλβίνας.
+
+Ο τρόπος της κ. Μπιρτών ήταν αληθινά παράξενος, αλλά επειδή αυτό
+το επιθυμούσε η Μαλβίνα, εδέχθη την πρότασιν χωρίς να
+πολυπραγμονήση διά την αιτίαν. Διευθέτησε λοιπόν τα πράγματά της
+έτσι που να ασχολήται στης Φανής την διαπαιδαγώγησιν και στην δική
+της την μελέτην. Στην αποτραβηγμένη αυτή ζωή ησθάνθη τας γλυκείας
+στιγμάς των όσων ποτέ εδοκίμασε αφότου ήλθε εις Σκωτίαν . . .
+
+Δυο μέρες επέρασαν έτσι πολύ γρήγορα. Την τρίτην ημέραν το βραδάκι
+άκουσε κτύπον στην θύρα της.
+
+Η Τομκίνα άνοιξε.
+
+Εφάνη ο κ. Πρίορ προχωρών ατόλμως.
+
+ — Με συγχωρεί ολίγον η κ. Σορκή να διακόψω την ησυχία της; . . .
+Είχε εκφράσει την επιθυμίαν να πάρη μαθήματα της Ερσικής. Είπα
+μέσα μου ότι ίσως τώρα που είναι αποτραβηγμένη θα θελήση να
+αρχίσουμε και ήλθα.
+
+ — Ευχαρίστως θα ήρχιζα, είπεν η Μαλβίνα, αν δεν εφοβούμην μήπως
+δυσαρεστηθή η κ. Μπιρτών, ότι δεν την επεριμείναμε.
+
+ — Η κ. Μπιρτών από ιδιοτροπία της στιγμής επίστευσε ότι θα
+σπουδάση τα Ερσικά. Εγώ όμως την ξαίρω πολύ καλά, σας βεβαιώνω ότι
+αν επιμείνετε να την περιμένετε, ποτέ δεν θα αρχίσετε.
+
+ — Κύριε Πρίορ. Έχετε πάντοτε την πεποίθησιν ότι γνωρίζετε την
+εξαδέλφην μου. Δεν συμφωνώ μαζί σας ως προς τούτο.
+
+ — Συμπαθάτε με, κυρία μου, είπεν ο κ. Πρίορ καθίσας πλησίον της.
+Είναι ανάγκη ναπολογηθώ διά την εναντίον μου ενδόμυχον κρίσιν σας.
+Η κ. Μπιρτών σας είναι ολότελα ξένη και δεν συστέλλομαι μήπως σας
+λυπήσω περιγράφων αυτήν τέτοια που είναι.
+
+ — Σταθήτε, κ. Πρίορ. Και αν δεν είναι κατάχρησις εμπιστοσύνης το
+ναποκαλύπτη κανείς ότι άτοπο βλέπει εις όσους συζούν μαζί του, δεν
+είναι τάχα έλλειψις ευσυνειδησίας, όταν ο λόγος είναι για άνθρωπο
+που κάθεται στο σπίτι του θεληματικώς;
+
+ — Εγώ κατοικώ θεληματικώς; εφώναξεν ο κ. Πρίορ. Αν δεν ήμουν εδώ
+φυλακισμένος καθαυτό, νομίζετε ότι από τη μέρα που γνώρισα το
+χαρακτήρα της κ. Μπιρτών, ήθελα μείνει και μια μόνο μέρα στο σπίτι
+της;
+
+ — Και τι μπορεί να σας κρατεί εδώ ακουσίως σας;
+
+ — Να σας το πω, κυρία μου. Καίομαι από τον πόθο να σας
+κοινολογήσω τους στοχασμούς μου· η φωνή σας, το πρόσωπό σας μου
+εμπνέει θάρρος και με φέρατε σε τόσο σφοδράν, τόσο κατεπείγουσαν
+ανάγκη να σας εμπιστευθώ, ώστε δεν μπορείτε πλέον να μη μου έχετε
+εμπιστοσύνην και να είσθε συνάμα ευσυνείδητη.
+
+Και τους λόγους τούτους επρόφερε με φωνή περιπαθή ώστε διήγειρε
+τρυφεράς αναμνήσεις εις την ψυχήν της Μαλβίνας. Της εφάνη πως
+άκουε την φωνήν της φιλίας και εδάκρυσε από συγκίνησιν.
+
+ — Κύριε Πρίορ, του είπε, έτσι μου μιλούσε και η Μιλαίδη Χέριντεν.
+
+ — Πώς! εγώ λοιπόν ημπόρεσα να ξαναφέρω την κ. Χέριντεν στη μνήμη
+σας; Α, πόσο θα ήμουν ευτυχής, αν αξιωνόμην ελαχίστην μερίδα από
+τα αισθήματα, όσα εκείνη σας ενέπνεε. Αν η παρουσία μου ημπορούσε
+να μετριάση τας θλίψεις σας, και τα μάτια σας που ατενίζουν πάντα
+προς τον ουρανό, αν ένευαν κάποτε και προς την γην να κλαίουν μαζί
+μου, πόσον χαρούμενη θα εκάμνατε την ζωήν μου! Ίσως δε και η δική
+σας η ψυχή θα εύρισκε σεμένα κάποια παρηγοριά. Θα είμαι ο αδελφός
+σας ο αντικαταστάτης της φίλης σας ίσως.
+
+ — Η θέσις της Κλαίρης θα είναι πάντοτε κενή μέσα στην καρδιά μου.
+Πιστεύσατέ με όμως, είσθε ο μόνος άνθρωπος με τον οποίον μαζί
+κλαίω ευχαρίστως εις την ανάμνησίν της. Δεν μπορώ δε να σας πω πού
+στηρίζεται αυτή μου η προτίμησις, διότι πολύ ολίγον σας γνωρίζω.
+
+ — Και αυτό το ολίγον σας φαίνεται μικρού λόγου άξιον, είπε με
+χαμόγελο ο κ. Πρίορ. Αλλ' ίσως με κρίνετε αλλέως, όταν
+επαναλαμβάνω τον λόγον τον οποίον η φουσκωμένη καρδιά μου με βίασε
+να διακόψω. Είναι τρία χρόνια τώρα που είμαι εδώ. Δεν χρειάστηκε
+παρά μια λέξη της κ. Μπιρτών για να με κάμη να την θεωρήσω πως
+είναι αλήθεια τέτοια που θέλει να φαίνεται, αγαθή, γενναιόφρων,
+ανωτέρα κατά τας αρετάς και την παιδείαν και το θεωρούσα ευτύχημά
+μου να γίνω συγκάτοικός της. Η άπρεπη όμως πολυτέλεια του σπιτιού
+της εψύχρανε ολίγον τον ζήλον μου, αλλά δεν εξάλειψε τον σεβασμόν
+μου. Συνέβη τότε να δυστυχήση ένας αδελφός μου και να φυλακισθή
+διά χρέη. Οι γονείς μου επώλησαν τα έπιπλα του σπιτιού των για να
+τον ελευθερώσουν από την φυλακή· επειδή όμως το βοήθημα αυτό δεν
+έφθασε, παρακάλεσα την κ. Μπιρτών, να μου προκαταβάλη τριών ετών
+μισθόν και αυτή συγκατένευσε. Γεμάτος χαρά εγώ για τη
+γενναιοφροσύνη της ανέλαβα έγγραφον υποχρέωσιν να μείνω τρία
+χρόνια στο σπίτι της. Ούτε είχε περάσει ποτέ από το νου μου πως θα
+λάβω αφορμή να μετανοήσω. Δεν άργησα όμως να καταλάβω ότι
+απατήθηκα. Μόλις ευρέθηκα δεμένος με το έγγραφο άλλαξε τρόπο προς
+εμένα. Έπαυσε πλέον η χαριτωμένη εκείνη γλύκα της που με
+καθιστούσε πρόθυμον να υποταχθώ, την διεδέχθη παράλογη τυραννία,
+και αναγκαζόμουν να υπακούω δουλεπρεπώς, εγώ, που δεν μπορώ να
+κλίνω σε κανένα ζυγό. Άμα λοιπόν αισθάνθηκα τον δικόν της, θέλησα
+ναπομακρυνθώ υποσχόμενος να της αποδώσω τα όσα μου προκατέβαλε,
+από τας οικονομίας των όσων θα εκέρδιζα με τους φιλολογικούς μου
+κόπους. Αλλ' η κ. Μπιρτών αντεστάθη και μου έδειξε το έγγραφο, που
+έγραψα καθ' υπαγόρευσίν της και υπέγραψα εις την ανάγκην. Αλλά από
+εκείνην την στιγμήν η αχλύς διελύθη και είδα, ποία ήταν
+πραγματικώς η κ. Μπιρτών. Αλλ' επειδή οπωσδήποτε εις αυτήν
+εχρεωστούσα του αδελφού μου την λύτρωσιν, σας ορκίζομαι ότι σε
+κανένα άλλον, εκτός από σας, δεν έχω δώσει ουδέ απλήν υποψίαν των
+φρονημάτων μου δι' αυτήν. Και προς αμοιβήν βέβαια της υπομονής μου
+ευδόκησε, τέλος ο Θεός να εύρω εσάς, που να ημπορώ άφοβα να
+κοινολογήσω τα απόκρυφα της καρδιάς μου.
+
+ — Τα περιστατικά σας με κινούν εις συμπάθειαν. Η εξαδέλφη μου
+αλήθεια σας έδωσε αφορμάς παραπόνων. Αλλά πώς να συμβιβάσω τον
+αγεννή της τρόπο με τας γενναίας ευεργεσίας, που σκορπά γύρο της;
+
+ — Μην απατάσθε, κυρία μου, τα καλά που κάμνει είναι πολύ
+μικρότερα παρ' ότι φαίνονται. Είδατε τα καθιδρύματα, αλλά αυτά
+στερούνται όλα τα χρειαζόμενα εκείνη δε το ξαίρει, αλλά αδιαφορεί.
+Θέλει μόνο να διαφημίζεται ως προστάτις των δυστυχών και λίγο της
+μέλει, αν οι δυστυχείς βοηθούνται.
+
+ — Αλλ' αν δεν οδηγήται από την φιλανθρωπίαν τι την εβίασε νάρθη
+να κατοικήση εδώ στα άγρια αυτά όρη:
+
+ — Η φιλαυτία της, μην αμφιβάλλετε. Έλπιζε ότι μέσα στα άκαρπα
+βουνά του Μπρήντελβεν ανεγείρουσχ τα ευαγή καταστήματα κοντά στο
+μαγικό της παλάτι έμελλε να καταστήση περίφημο τόνομά της.
+Καθιδρύματα γινόμενα δια λόγους κενοδοξίας θα μένουν βέβαια
+ελλιπή. Τα πάθος της τρυφής και της πολυτελείας εστόλισεν όλα αυτά
+τα γύρο οικήματα και διά τούτο εξωδεύθησαν αλύπητα όσα εχρειάζοντο
+για τον υπέρμετρον ευτρεπισμόν τους. Τα έργα της κενοδοξίας όσο
+περισσότερο καμώνονται να ομοιάσουν την αρετήν τόσο περισσότερον
+μας δείχνουν ότι η αρετή είναι αμίμητη.
+
+ — Αι παρατηρήσεις σας είναι αυστηραί.
+
+ — Είναι όμως ορθαί και ομολογήσατε ότι φανερώνουν το ανεξήγητον
+αίτιον της μικράς κλίσεως που έχετε προς την κ. Μπιρτών.
+
+ — Δεν αρνούμαι ότι η προς αυτήν κλίσις μου είναι ασθενής εν
+σχέσει προς την υπόληψιν, της οποίας φρονώ ότι είναι αξία η κ.
+Μπιρτών, είπε η Μαλβίνα. Αλλά ας αφίσωμεν κατά μέρος όλην την
+κενοδοξία, που καθώς λέτε την κυριεύει, δεν μπορείτε να αρνηθήτε
+ότι φαίνεται πολύ μετριόφρων. Θεωρεί τον εαυτόν της ολιγώτερον
+νέαν και ωραίαν παρ' ό,τι τω όντι είναι.
+
+ — Κυρία μου! Μία μεσόκοπη γυναίκα, όταν δεν έχη να ελπίση πλέον
+τα εγκώμια που προσφέρουν συνήθως στα ωραία νιάτα, προσπαθεί να
+εγκωμιάζεται προσποιουμένη πως βάζει τάχα τον εαυτόν της σε τάξη
+πολύ κατωτέρα από εκείνην που της ταιριάζει. Εκείνες οι εκφράσεις
+της άκρας ταπεινοφροσύνης δεν είναι παρά προκλήσεις αποβλέπουσαι
+να λάβουν απάντησιν αναιρετικήν, προς κορεσμόν της αυταρεσκείας
+της. Συνηθισμένη να κολακεύεται, προτιμά κάλλιον να κακολογά τον
+εαυτόν της, παρά να την λησμονούν οι άλλοι. Η κ. Μπιρτών έχει
+ματαφυτεύσει στην ερημιά όλα του κοινωνικού βίου τα ψεγάδια και
+αποτραβηγμένη ούσα είναι πάλιν ως εν μέσω του κόσμου. Μήπως δεν
+κατατρώγεται και εδώ από μίαν ψευτοφιλοτιμίαν χωρίς λόγον; Δεν
+λιώνει από μίσος προς την Κίττη, γιατί αρέσει αυτή στον κ. Έδμον;
+Δεν τρέμει μήπως αυτός απορρίψη τον γάμο της Λαίδης Σούμεριλ;
+
+Η Μαλβίνα όμως τον έκαμε να ομολογήση ότι και δίκαιον εάν είχεν
+απολύτως, σχετικώς όμως με τους κανόνας του επαγγέλματός του, το
+οποίον επιτάσσει την πραότητα και την συγγνώμην, αμαρτάνει
+βαρύτερα από τους άλλους, εάν δεν κρίνει την κ. Μπιρτών με
+επιείκειαν και συγκατάβασιν.
+
+Εν τούτοις αι τοιαύται αυστηραί κρίσεις της Μαλβίνας διά τον κ.
+Πρίορ είχον αντίθετο αποτέλεσμα, διότι παρώξυναν τόσο την ψυχήν
+του και ετράχυναν το ήθος του, ώστε κατήντησε πλέον αδύνατον να
+δείξει και την ελαχίστην επιείκειαν διά την κ. Μπιρτών.
+
+Ενώ ακόμη συνωμιλούσαν, εσήμανε η ώρα του δείπνου και τότε μόνον
+εννόησαν πόσες ώρες πέρασαν έτσι με την ομιλία.
+
+Ο κ. Πρίορ ποτέ δεν ησθάνθη στιγμές πιο ευχάριστες στη ζωή του.
+Εζήτησε την άδεια να έλθη και την άλλη μέρα για ναρχίση τα
+μαθήματα της Ερσικής.
+
+Η Μαλβίνα η οποία ησθάνετο πλησίον του κάποιαν ανακούφισιν η οποία
+σκιωδώς της ενθύμιζε την φίλην της Χέριντεν, του το επέτρεψε
+ευχαρίστως.
+
+Έτσι ο κ. Πρίορ τας ακολούθους ημέρας ήρχετο προς αυτήν και έμενε
+μαζί της πολλάς ώρας αι οποίαι επερνούσαν ως αστραπή. Να κοιτάζη
+την Μαλβίνα, να έχη ελπίδες για τη φιλία της, να της ομιλή πάντοτε
+διά την ιδικήν του φιλίαν προς αυτήν, αυτά ήσαν διά τον κ. Πρίορ
+ανώτερα από όλας τας ουρανίας αγαλιάσεις περί των οποίων έκαμνε
+λόγον εις τους πιστούς απ' Εκκλησίας.
+
+Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο τα επακόλουθα μιας τοιαύτης οικειότητος.
+Η ηλικία δεν συντελεί τόσον εις εμπειρίαν όσον ο χαρακτήρ. Γυναίκα
+με καρδιά τρυφερή και ζωηρή φαντασία μένει πολύν καιρό μέσ' στον
+κόσμο, χωρίς να τον γνωρίση. Τόσον ξένος είναι σαυτήν ο κόσμος.
+Ακολουθούσα λοιπόν την φυσικήν ροπήν να κρίνη εκ των ιδίων τα
+αλλότρια, παρασύρεται από πλάνης εις πλάνην και περνά τη μισή της
+τη ζωή μη γνωρίζουσα ότι πλανάται.
+
+Η άκακη και αφελής Μαλβίνα πολύ απείχε του να υποθέση, ότι ήτο
+ενδεχόμενον να παρεξηγηθούν αι επισκέψεις του κ. Πρίορ. Η ιδέα του
+έρωτος τόσο της ήταν ξένη, ώστε ποτέ δεν μπορούσε να υποπτευθή ότι
+θα ήτο δυνατόν να εμπνεύση στον φίλο της τέτοιο πάθος. Έπειτα ο κ.
+Πρίορ ήταν ιερεύς οπαδός του καθολικού δόγματος όπως εκείνη.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
+
+ΣΥΝΑΝΤΗΣIΣ
+
+
+
+Οκτώ ημέρας η Μαλβίνα δεν είδε καθόλου την κ. Μπιρτών. Εφοβήθηκε
+μήπως την δυσαρεστήση, εάν παρατείνη ακόμη την κατ' ιδίαν
+διατριβήν της. Απεφάσισε λοιπόν να την ιδή και πολλά πρωί κατέβη
+και παρουσιάσθη εις το πρόθυρον του διαμερίσματος της εξαδέλφης
+της.
+
+Αι υπηρέτριαι της είπον, ότι η δέσποινά των ενεδύετο και δεν
+ημπορούσε να την δεχθή πριν από μισή ώρα. Η Μαλβίνα λοιπόν
+ανεχώρησε παρακαλέσασα να την ειδοποιήσουν, όταν η κυρία των θα
+είναι έτοιμη.
+
+Επιστρέφουσα επέρασε από την οργανοθήκην. Εκεί κοντά εις μίαν
+άρπαν πήρε το βλέμμα της μια συλλογή από Γαλλικά τραγούδια και
+εστάθη να την παρατηρήση. Η μητρική γλώσσα, η φιλτάτη, με την
+οποίαν παρέστησε τα πρώτα συναισθήματα της καρδίας της, τόσο
+δυνατό θέλγητρον είχε δι' αυτήν ώστε δεν ημπόρεσε να κρατηθή από
+τον πειρασμόν του να περάση όλα εκείνα τα τραγούδια της πατρίδος
+της. Εκάθισε λοιπόν εμπρός εις την άρπαν και άρχισε να τα τραγουδή
+ένα ένα με την ακολουθίαν του οργάνου. Έξαφνα γλυκείς φθόγγοι από
+φλάουτο συνταίριαζαν με την φωνή της. Απόρησε. Διέκοψε το τραγούδι
+της και γύρισε να ιδή. Όπισθέν της εστέκετο ένας νέος άγνωστος. Η
+Μαλβίνα εκοκκίνησε και σηκώθηκε να φύγη. Ο νέος όμως την
+παρακάλεσε θερμώς να μη τον στερήση τόσο γρήγορα από την τερπνήν
+μελωδίαν της. Εσήκωσε τα μάτια η Μαλβίνα και μόλις συνήντησε τα
+βλέμματα του νεανίου, εχαμήλωσε τα δικά της. Εκοκκίνησε πολύ
+περισσότερον. Του νέου το πρόσωπο ήταν απ' εκείνα που τα λαμπρύνει
+τα φως αγχινοίας και τα στολίζει το θέλγητρον της ευαισθησίας.
+Πρόσωπον που δεν πρέπει δυο φορές κατ' επανάληψιν να το ατενίση η
+γυναίκα που θέλει την ησυχία της.
+
+Αλλά η απλή και αθώα Μαλβίνα δεν ήξαιρε τον κίνδυνον κεκείνο που
+έπρεπε να την κάμη να τραπή εις φυγήν εκείνο την έκαμε να μείνη.
+
+Αλλ' αν η θέα του σερ Έδμον Σέυμουρ επροξένησε έκπληξιν εις την
+Μαλβίναν, τι ησθάνθη άραγε εκείνος, άμα είδε την νεαράν γυναίκα!
+
+Την είχεν ακούσει από μακράν, ακροάζεται και η φωνή της αντηχεί
+μέσα στην καρδιά του, για να του αναγγείλη ότι έχει και αυτός
+καρδιά.
+
+Τότε λοιπόν εμβήκε μέσα εις την αίθουσαν των οργάνων, όπου την
+είδε και η γοητεία συνεπληρώθη.
+
+Ωραία ξανθή κόμη, της οποίας αι πλεξίδες με αφέλειαν έπεφταν επάνω
+εις τους ώμους της. Όψις που ωμοίαζε τα λευκά ρόδα, των οποίων το
+απαλόν ερύθημα αφίνει τον θεατήν ναμφιβάλλη ποιο είναι το αληθινό
+τους χρώμα. Λαιμός ολόασπρος, που εφάνταζε πιο ωραίος με την
+πένθιμη ενδυμασία. Μάτια μάβρα πλουμισμένα με μακρυές και απαλές
+βλεφαρίδες — που το ωραίο και διαρκές βλέμμα τους έμβαινε στην
+καρδιά.
+
+Μορφή αιδήμων και άτολμη, που ωστόσο σαν κεραυνός έπεσε στην
+αντίληψή του και τον εμάγευσε. Στη στιγμή ο κόσμος που ως τώρα
+ήξαιρε, του έγινε άφαντος κένας άλλος νέος κόσμος του παρουσιάσθη.
+Ο Έδμον ανερώτητα ορμά στο άγνωστο και φαντάζεται πως θα ζήσει
+ευχάριστα, αν αξιωθή να έχη μόνην σύντροφον, μόνην σύνοικον εις
+τον νέον αυτόν κόσμον, την Μαλβίναν.
+
+Όλα αυτά συγχρόνως και οξέως προσέβαλαν εις την αντίληψίν του και
+παρεστάθησαν συγχισμένα στο νου του. Στέκεται βουβός και δεν
+ημπορεί να τα ξεχωρίση, να τα ξεδιαλύση. Έπειτα ένα τέτοιο
+συναίσθημα είναι τόσο γλυκό, ώστε με κάποιον αυτοματισμόν η ψυχή
+αποβάλλει κάθε τι που ημπορεί να το χαλάση. Έτσι εκουσίως κάμνομεν
+ότι αγνοούμεν την ύπαρξίν του, μόνο και μόνο για να το αφίσωμεν να
+υπάρχη. Άμα λοιπόν γεννηθή μέσα μας, όλες αι δυνάμεις της ψυχής το
+αναγνωρίζουν ως κυρίαρχον ακαταμάχητον και προθυμοποιούνται να του
+παράσχουν κάθε υπηρεσίαν.
+
+Ενώ η Μαλβίνα επλησίασε στα κάθισμα και εσυλλογίζετο διστάζουσα,
+εμπήκεν η κ. Μπιρτών. Τρόμαξε άμα είδε εκεί τον κ. Έδμον. Είπε με
+ειρωνικό πείσμα.
+
+ — Έτρεχα να απαλλάξω την ωραίαν μου εξαδέλφην από την στενοχωρίαν
+να περιμένη, αλλά βλέπω ήδη με χαράν αυτή ηύρε τρόπον να
+διασκεδάση.
+
+Ενώ εγύριζα από τον θάλαμόν σας ηύρα εδώ αυτά τα τραγούδια, είναι
+γεννήματα της πατρίδος μου, με τράβηξε ο πόθος να τα τραγουδήσω,
+να θυμηθώ την Γαλλίαν. Ενώ καταγινόμουνα μαυτά, εμβήκε και ο
+κύριος κατά συγκυρίαν.
+
+ — Ναι αλήθεια, είπε η κ. Μπιρτών. τυχαίνουν συγκυρίες πολύ
+ευτυχισμένες.
+
+ — Αναμφιβόλως, φώναξε ο κ. Έδμον, και ποτέ δεν το πίστευα όσο
+σήμερα.
+
+ — Και δεν είσαι ίσως ο μόνος επρόσθεσε η κ. Μπιρτών
+σκυθρωπάζουσα.
+
+Η Μαλβίνα εκατάλαβε το λόγο της και λυπήθηκε για τις υποψίες της
+κ. Μπιρτών. Χαιρέτισε για να φύγη. Αλλά ο Έδμον την επλησίασε και
+της είπε:
+
+ — Μας φεύγετε, κυρία; Εφανήκατε λοιπόν μια στιγμή μόνο, για να
+αισθανθώμεν πόσο μας λυπεί η στέρησίς σας; Από πού σας έχει έρθει
+αυτή η μελαγχολική συνήθεια να ζήτε αποτραβηγμένη; Γιατί κρύβεστε
+από τους ανθρώπους: φοβάστε μήπως σας λατρεύσουν πολύ;
+
+Η κ. Μπιρτών εκοκκίνισε από το θυμό της. Εκοκκίνισε και η Μαλβίνα,
+αλλά από άλλο βέβαια αίσθημα πιο ευχάριστο, αλλά άγνωστο. Θα
+επιθυμούσε ίσως να ενδώση εις την επίμονη παράκληση του Έδμον.
+Αλλά εκατάλαβε ότι δεν έπρεπε να τα κάμη, διότι η κ. Μπιρτών
+έμεινε σιωπηλή και ήτο φανερό ότι δεν επιθυμούσε την παρουσία της.
+Ανεχώρησε λοιπόν.
+
+Ο κ. Πρίορ ήλθε νωρίς προς την Μαλβίνα μετά το γεύμα.
+
+ — Ξαίρετε, της είπε, ότι η πρωινή συνάντησίς σας επροκάλεσε
+θαυμασμόν μεγάλον; ο κ. Έδμον εις το γεύμα για τίποτε άλλο δε
+μίλησε, παρά όλο για σας.
+
+ — Αλήθεια; είπε η Μαλβίνα με ενδόμυχη ευχαρίστηση.
+
+ — Ναι βέβαια. Αλλά γιατί τάχα σας φαίνεται παράξενο; Όποιος μια
+στιγμή σας ατενίση αισθάνεται ότι, όπου είσθε σεις δεν ημπορεί ο
+νους να απασχοληθή με άλλο αντικείμενον.
+
+ — Αλλά, κ. Πρίορ, είπε δειλά η Μαλβίνα. Με ποίον τρόπον έγινα
+αντικείμενον της ομιλίας των. Τι έλεγαν για μένα;
+
+ — Χαίρω που βλέπω τέλος το μικρό αυτό σημάδι της περιεργείας στην
+χαριεστάτη μορφή σας. Αυτό παρέχει την ελπίδα ότι η πικρή λύπη που
+σκέπαζε τα πάντα με τον πέπλο της αδιαφορίας αρχίζει να διαλύεται:
+
+Τα λόγια αυτά έκαμαν την Μαλβίναν να κοκκινίση, κιάν την ερωτούσε
+κανείς, γιατί; δεν θα ημπορούσε να πη την αιτία.
+
+ — Ο κ. Έδμον έκαμε άπειρες ερωτήσεις για σας. Ήθελε να μάθη,
+γιατί ήρθατε εδώ και γιατί ζήτε αποτραβηγμένη από τους ανθρώπους.
+
+Η κ. Μπιρτών είπε ότι μεγάλες συμφορές έβλαψαν την υγείαν σας και
+αύξησαν την φυσικήν σας ατολμίαν, ώστε θεωρείτε, λέγει τον εαυτόν
+σας ως ακατάλληλον διά κοινωνικήν συντροφίαν και διά τούτο την
+φοβάστε και την αποφεύγετε.
+
+ — «Θαυμάζω, είπε τότε ο κ. Έδμον, πώς φοβάται εκείνο που αυτή το
+στολίζει; Σε ποια συνάθροιση η κ. Σορκή δεν θα ήτο το καλλώπισμα;
+Εγώ τουλάχιστο, είπε, στη ζωή μου δεν είδα γυναίκα να μπορή να
+συγκριθή μαζί της».
+
+Η Μαλβίνα έκαμε σχήμα μετριοφροσύνης. Ο δε κ. Πρίορ εκλαβών ως
+σημείον εκπλήξεως επρόσθεσε:
+
+ — Απορείτε ίσως, κυρία μου, για την παρρησία του κ. Έδμον σε
+γυναίκα τόσο φίλαυτη και περήφανη ως η κ. Μπιρτών; Αλλά ο νέος
+αυτός ο άστατος και φιλήδονος έχει μία σπανιωτάτη ειλικρίνεια,
+ώστε και προς την ίδια την κ. Μπιρτών δεν εδίστασε να πει τι
+αισθάνεται, αν και γνωρίζει το χαρακτήρα της, κι ακόμα απ' αυτήν
+ελπίζει το παν.
+
+ — Με τούτο, κύριε Πρίορ, επαινείται και τους δύο. Noμίζω εξίσου
+σπάνιον και το να ημπορή κανείς νακούη την αλήθεια, όσο και να
+τολμά να την λέγη.
+
+ — Αλλά επειδή μόνος ο κ. Έδμον έχει αυτό το προνόμιο . . .
+
+ — Εις τούτο ίσως πταίουν οι άλλοι, τον αντίσκοψε η Μαλβίνα.
+Πολλές φορές γίνεται κανείς άδικος θέλων να φανή φιλαλήθης.
+
+ — Σας βεβαιώνω, κυρία, ότι η κ. Μπιρτών από κανένα άλλον δεν
+ήθελε υποφέρει νακούση, τα όσα ανέχεται νακούη από του κ. Έδμον το
+στόμα. Και τον υποφέρει πάλιν από υστεροβουλίαν, διότι η έκβασις
+των φιλοδόξων σχεδίων της εξαρτάται ολότελα από αυτόν. Θα ξαίρετε
+ίσως ότι υπεσχέθη να τον κάμη κληρονόμον της με την συμφωνία να
+πάρη την Λαίδην Σούμεριλ. Και μη νομίσετε ότι το κάμνει διά την
+ευτυχίαν του Έδμον. Μπα! λίγο φροντίζει αυτή για τέτοια πράματα.
+Αλλά ο οίκος Σούμεριλ είναι από τους πιο αρχαίους της Σκωτίας και
+από τους περισσότερον ευνοουμένους στην Αυλή του Λονδίνου. Προσέτι
+δε ο Λόρδος Στάφφορδ, θείος της νέας υπεσχέθη να κάμη τον κ. Έδμον
+σύνεδρον της άνω Βουλής, αν γίνη το συνοικέσιον, και να προσθέση
+εις αυτά τα χωρία γην τιμαριωτικήν τόσην, ώστε να παρέχη εις την
+κ. Μπιρτών το δικαίωμα να ονομασθή Λαίδη. Αυτοί είναι οι σκοποί
+της, αλλά ο κ. Έδμον αντιστέκεται, διότι προτιμά το να είναι
+ανεξάρτητος περισσότερον από όλα τα πλούτη και τα αξιώματα, αν και
+είναι άνθρωπος με μετρίαν κατάστασιν. Και δεν αποποιείται μεν
+φανερά τον περί ου ο λόγος γάμον, αλλά τον αναβάλλει από ημέρα σε
+ημέρα. Η δε κ. Μπιρτών επειδή φοβείται μήπως αρνηθή αυτός και έτσι
+στερηθή η ιδία τον μέγαν τίτλον, τον οποίον από καιρόν διψά η
+φιλόδοξη ψυχή της, φέρνεται προς αυτόν τόσο μαλακά. Αυτό λοιπόν
+είναι που του δίδει δύναμιν όχι ολίγην επάνω της. Αλλά πρέπει να
+ομολογήσω ότι την δύναμιν αυτήν, όταν μείνη εδώ ο κ. Έδμον, την
+μεταχειρίζεται όχι διά δικό του, αλλά διά κοινόν όφελος, διότι την
+αναγκάζει να μοιράζη στους δυστυχείς όσα εκείνη προθύμως θα
+ασώτευε διά να τον προσελκύση.
+
+ — Όποιος μεταχειρίζεται έτσι την δύναμίν του, πρέπει να είναι
+ευγενούς και γενναίου χαρακτήρος άνθρωπος.
+
+ — Ο Έδμον έπαθε το δυστήχημα να ευρεθή κύριος του εαυτού του εις
+πολύ νεαράν ηλικίαν· δεν ημπόρεσε ο ίδιος, ούτε είχε τινά να του
+χαλινώση τας πρώτας ορμάς της νεότητος κέγιναν αυταί πηγαί
+αθεράπευτης διαφθοράς. Φυσικά όμως είναι ευγενής και μεγαλόφρων.
+Τον είδα πολλές φορές για να κάμη μίαν καλήν πράξιν να δείχνη
+ενθουσιασμόν. Επίσης κρατεί την υπόσχεσίν του ιεράν. Είναι
+ανδρείος μέχρι θρασύτητος, έχει προτιμοτέραν την τιμήν από την ζωή
+του. Είναι δε τόσο αφιλοχρήματος, ώστε εις την αδελφήν του, επειδή
+η προίκα της ήτο σχετικώς ολίγη ως προς το συνοικέσιον το οποίον
+έμελλε να συνάψη, δεν εδίστασε αυτός να ελαττώση την δική του
+περιουσία για να εξομαλύνη του συνοικεσίου τας δυσκολίας.
+
+ — Λοιπόν; . . . είπεν η Μαλβίνα κλίνουσα την κεφαλήν με
+ενδιαφέρον.
+
+ — Λοιπόν, κυρία μου, ενώ αι αρεταί του είναι τέτοιες και τόσο
+μεγάλες, μέσα στην καρδιά του έχει για τας γυναίκας πάθος
+παράφορον, ώστε ενώ κατά τα άλλα είναι τόσον τίμιος, αυτάς τας
+απατά ασυστόλως χωρίς έλεγχον συνειδήσεως. Και σύρεται μεν εις
+τούτο από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι άσκεπτα και απρομελέτητα, αλλά
+με σχέδιον καταχθόνιον. Αι μόναι ερωτικαί σχέσεις τας οποίας
+εγνώρισε είναι η απόλαυσις και ο κόρος. Ο αληθινός έρως είναι και
+θα είναι άγνωστος εις αυτόν.
+
+Η Μαλβίνα εβυθίσθη εις σκέψεις και εφαίνετο ότι δεν ήκουε πλέον. Ο
+κ. Πρίορ εσιώπησε και εβυθίσθη και αυτός.
+
+Αίφνης η Τομκίνα άνοιξε την θύραν και ηρώτησε.
+
+ — Εδώ είναι η Φανή;
+
+ — Και δεν ήτανε μαζί σου; είπε η Μαλβίνα ταραχθείσα.
+
+ — Όχι, κυρία, δεν την είδα από την ώρα του γεύματος, τη ζήτησα
+παντού και δεν την ηύρα.
+
+ — Ω Θεέ μου, εφώναξε η Μαλβίνα και τινάχτηκε έξω διέτρεξε όλο το
+σπίτι, αλλά ανωφελώς.
+
+Ο κ. Πρίορ έσπευσεν επίσης εις την αυλήν προς αναζήτησιν.
+
+Η Μαλβίνα επιστρέφουσα άπρακτη και απελπισμένη ήρχισε να φωνάζη
+μεγαλοφώνως.
+
+ — Φανή! Φανή!
+
+ — Έξαφνα ακούει την φωνήν του κοριτσιού να της ανταποκρίνεται.
+Επροχώρησε λοιπόν προς τα μέρος από το οποίον ήρχετο η φωνή,
+άνοιξε πολλάς θύρας και εμβήκεν εις δωμάτιον άγνωστον δι' αυτήν.
+Εκεί βλέπει τον Έδμον Σέυμουρ να κρατεί στα γόνατά του την μικρή.
+
+Η χαρά της, η συγκίνησίς της, η έκπληξίς της διά την αιφνηδίαν
+συνάντησιν την ετάραξαν τόσον, ώστε ελύθησαν αι δυνάμεις της και
+δεν ημπόρεσε να προχωρήση και έπεσεν εις τον καναπέ εκτείνουσα τα
+χέρια προς τα κοριτσάκι της. Εκείνο έτρεξε και ρήχτηκε στην
+αγκαλιά της. Η Μαλβίνα τόσφιγγε στα στήθια της και το φιλούσε
+περιπαθώς.
+
+ — Πόσο είμαι φταίχτης! . . . Είναι δυνατόν να με αξιώσετε
+συγγνώμην τινά;
+
+ — Η χαρά μου είναι τόση, ότι κρατώ στην αγκαλιά μου το παιδί που
+το θεωρούσα χαμένο, ώστε καμιά ιδέα να κατηγορήσω κανένα δεν περνά
+από το νου μου.
+
+ — Η αγάπη σας στα παιδί αυτό, επρόσθεσε, είναι ανωτέρα πλέον από
+μητρικήν στοργήν, είναι υπερφυσική, είναι υπεράνθρωπη.
+
+ — Και το νομίζετε αυτό δυνατόν:
+
+ — Ναι από σήμερα βλέπω εις εσάς πώς είναι δυνατόν να υπερτερήση
+κανείς την φύσιν.
+
+ — Αλίμονον, είπε η Μαλβίνα, αν κανείς θέλη να την υπερβή . . .
+Τιμωρείται.
+
+ — Και άλλοι πριν από σας το είπαν αυτό, αλλά κανείς δεν το είπε
+καθώς το λέτε σεις. Μόνος ο θαυμασμός που προκαλείτε ημπορεί να
+εξισωθή προς την ευφροσύνην, την οποίαν αισθάνεται κανείς, όταν
+σας βλέπη. Και σας βεβαιώνω κυρία μου το ερασμιώτερον πράγμα εις
+τον κόσμον δεν θα ήτο δυνατόν ούτε αμυδρώς να ενθυμίση την εικόνα
+την οποίαν βλέπω αυτήν την στιγμήν εμπρός μου και . .
+
+Η Μαλβίνα εσηκώθη διά να απέλθη.
+
+ — Σας δυσηρέστησα ίσως, κυρία, επρόσθεσεν εκείνος, και με
+τιμωρείτε, διότι ωμίλησα με πολλήν ειλικρίνειαν.
+
+ — Δεν είμαι συνηθισμένη από τον κόσμον και δεν καταλαβαίνω την
+γλώσσαν του. Δεν ξαίρω λοιπόν τινά σας αποκριθώ και ήθελα σας
+γνωρίσει και πολλήν χάριν, αν δεν μετήρχεσθε προς εμέ αυτήν την
+γλώσσαν.
+
+Ταύτα λέγουσα η Μαλβίνα απεμακρύνετο μετά της Φανής, ο δε Έδμον
+ακολουθών αυτήν με ήθος ταραγμένον έκραξε:
+
+ — Όχι δεν ομιλώ προς εσάς γλώσσα που συνηθίζω εις τον κόσμον.
+Όποια προσποιητή συνήθεια και νάχη κανείς, την χάνει άμα ιδή εσάς.
+
+Η φράσις αυτή ενθύμισεν εις την Μαλβίναν όσα όμοια της είπεν
+άλλοτε ο κ. Πρίορ και χαμογέλασε.
+
+Ο Έδμον το παρατήρησε και της είπε:
+
+ — Σέβομαι τη σιωπή σας, κυρία, και τολμώ να σας ερωτήσω την
+αιτίαν του χαμόγελού σας. Φοβούμαι όμως μήπως με παρέστησαν εις
+εσάς ως απεχθή.
+
+ — Μείνετε ήσυχος και αν μου είπε κανείς κακόν τι για σας, τα
+περισσότερα που μου είπε ήσαν καλά.
+
+Έτσι ομιλώντας έφθασε κοντά, στην θύραν.
+
+Ο Έδμον την ακολουθούσε ποθών να εγγίση το χέρι της αλλά δεν
+ετολμούσε.
+
+ — Και θα πιστέψατε βέβαια τα κακά περισσότερο, παρά τα καλά.
+
+ — Σας βεβαιώνω, όταν μου μιλούν για ένα ξένον, είμαι διατεθειμένη
+να πιστεύω περισσότερο τα καλά.
+
+ — Κεγώ σας είμαι ξένος . . .
+
+ — Έτσι νομίζω, είπε με χαμόγελο η Μαλβίνα και γύρισε το πόμολο
+της θύρας. Ενώ άνοιγε, έξαφνα από άλλη θύρα επρόβαλε πρόσωπο
+γυναικείο, αλλά μόλις έσκυψε και είδε, έκανε — Α! . . . με έκπληξη
+και τραβήχτηκε αμέσως κλείνοντας την θύρα.
+
+Η Μαλβίνα από την κραυγή της κατάλαβε πώς ήταν η κόρη της κ.
+Μέλμορ και συλλογίστηκε πόσο παράξενο θα εφαίνετο εις την
+δεσποινίδα Κίττη, ότι την ηύρεν εκεί, χωρίς η ίδια να παραξενευθή
+διά την είσοδον της Κίττης.
+
+Ο Έδμον εκαμώθη πως δεν κατάλαβε, ούτε πως άκουσε. Εχαιρέτησε και
+την άφισε να αναχωρήση.
+
+Κατέβηκε η Μαλβίνα στης κ. Μπιρτών και ηύρε τον κ. Πρίορ. Και με
+τόση απλότητα διηγήθηκε το τυχαίο περιστατικό της, ώστε μήτε καν η
+κ. Μπιρτών δεν υποψιάσθηκε τίποτε.
+
+Σε λίγο ήλθε και ο Έδμον κέτσι η Μαλβίνα ελησμόνησε να αναχωρήση.
+
+Η κ. Μπιρτών δεν έβλεπε μεν με καλό μάτι τον ανεψιόν της κοντά εις
+την ερασμίαν εκείνην γυναίκα, ωστόσο έκρινε άπρεπο να της
+υπενθυμίση ότι ώφειλε να εξέλθη.
+
+Από τη στιγμήν που είχεν ιδεί τι πλάσμα εξαίσιον ήταν η Μαλβίνα,
+μετενόησε που την εδέχθη στο σπίτι της και άλλο δεν εσυλλογίζετο
+παρά πώς να εμποδίση την συνάντησή της με τον Έδμον. Τον ήξαιρε
+ότι ήταν έκδοτος στις γυναίκες. Μα για τη Μαλβίνα εφοβείτο ακόμη
+περισσότερον, διότι η εμορφιά της ήταν ικανή κάτι σφοδρότερον να
+προκαλέση και επομένως να ματαιώση το συνοικέσιον με την Λαίδη
+Σούμεριλ.
+
+Ακόμα όμως προσπαθούσε και να μη προσβάλη το ανεξάρτητο ήθος του
+Έδμον δίνοντας φανερά αφορμήν να εννοήση ότι επίτηδες απεμάκρυνε
+την Μαλβίναν. Ήτο ακόμη βεβαία ότι μάλιστα θα έκαμνε τον πείσμονα
+νέον προθυμότερον να την γνωρίση, και ότι αν αντετάσσετο στην
+επιθυμία ενός ανθρώπου, που ποτέ δεν υπέκυψεν εις άλλην εκτός της
+ιδικής του, άλλο δεν θα κατώρθωνε, παρά να τον ερεθίση
+περισσότερο.
+
+Εκαμώνετο λοιπόν ότι προσπαθούσε να φέρνη την Μαλβίναν εις την
+συναναστροφήν των, αλλ' ότι οι προσπάθειές της ήσαν ανωφελείς,
+διότι η εξαδέλφη της ήτο αγρία και απέφευγε τους ανθρώπους, ώστε
+δεν υπεχώρει εις τας παρακλήσεις της.
+
+Όταν το πρωί λοιπόν τους είδε να συνομιλούν, επειδή εφοβήθη μήπως
+αναποδογυρίσουν τα σχέδιά της, καθόλου δεν ημπόρεσε να κρύψη τον
+θυμόν της. Έπειτα όμως εσκέφθη νηφαλιώτερα και εννόησε ότι δεν
+ημπορούσε αλιώς να απατήση τον Έδμον, παρά αν επροσποιείτο ήθος
+αδιάφορον, όταν θα τους εύρισκεν εκ νέου κατά περίστασιν
+συναντωμένους. Συνεμάζευσε λοιπόν την ταραχήν της. Εφέρθη προσηνώς
+προς την εξαδέλφην της και έδειξε προθυμίαν να φανή ερασμία εις
+όλους, πράγμα που όταν ήθελε το κατώρθωνε μια χαρά.
+
+Έμεινε λοιπόν ευχαριστημένη από τον εαυτόν της και η εκ τούτου
+φιλαυτία της την έκαμεν έτι μάλλον εύχαριν.
+
+Η συναναστροφή εκείνη ήτο κάτι ωραίον.
+
+Ο Έδμον ζωηρός και εύθυμος. Ο κ. Πρίορ ήρεμος και διδακτικός
+αντισκοπτόμενος υπό της Μαλβίνας η οποία με την θελκτικήν
+μελαγχολίαν της έχυνε εις το όλον της συναναστροφής κάτι το
+αγγελικόν.
+
+Η δε κ. Μέλμορ ως νευρόσπαστον με φωνόγραφον εντός του εψυθίριζε
+κατά διαλείμματα εις κάθε φράσιν της κ. Μπιρτών.
+
+ — Έξοχον! Θαυμάσιον!
+
+Και περιέβλεπε ηληθίως τους συγκαθημένους σαν να τους έλεγε,
+
+ — Τι λέτε και σεις;
+
+Η Κίττη δεν ήξαιρε να ομιλή. Εξεφράζετο όλο με φρασίδια. Και για
+να φαίνεται ότι κάτι κάμνει έσκωπτε τη Μαλβίνα και τον κ. Πρίορ.
+Στην αρχή ήλπισε ότι θα είχε βοηθόν τον Έδμον, αλλά ηπατήθη. Αυτός
+ο αριστοτέχνης του λόγου άλλωστε και κατά τας κατ' ιδίαν
+συναναστροφής και κατά τας κοινάς ομηγύρεις ευχαριστείτο από τους
+λόγους της Μαλβίνας.
+
+Η Κίττη λοιπόν επιτέλους ετραβήχθη εις μίαν άκραν και εσιώπησε.
+
+Η ευγενής Μαλβίνα το παρετήρησε και επεχείρησε να την βγάλη από
+την αμηχανίαν της αποτείνουσα προς αυτήν τον λόγον με γλυκύτητα.
+Αλλ' η Κίττη εφέρετο με καταφανή πικρίαν και απήντα μονοσυλλάβως.
+
+Τέλος αφού έμεινε αρκετήν ώραν σιωπηλή επροχώρησε κατηφής και
+εκάθησε εμπρός εις το πιάνο, όπου άρχισε να παίζη βαριατσιόνες. Η
+Μαλβίνα την επρόσεξε και την επαίνεσε. Αλλ' αυτή έκαμε ότι δεν την
+ακούει και προσεκάλεσε τον Έδμον να τραγουδήση μαζί της ένα
+Ιταλικό τραγούδι.
+
+ — Όχι, όχι, είπεν η κ. Μπιρτών, καλύτερα να τραγουδήσετε από
+Γαλλικές όπερες. Είμαστε Γάλλοι εμείς.
+
+Η Μαλβίνα περιειργάσθη τα μουσικά τετράδια και είπε:
+
+ — Α! μα εσείς έχετε τον περίφημο Λούλλι, την Αρμίδα, την Άλκηστη,
+τον Οιδίποδα. Φιλτάτη κ. Μπιρτών, η καρδιά σας, ωστόσο πάντα είναι
+γαλλική.
+
+Εμένα τουλάχιστο είπε με πείσμα η Κίττη διόλου δεν μαρέσει η
+Γαλλική γλώσσα, είναι κρύα, τίποτε δεν μπορείς να εκφράσης εις
+αυτήν με χάρη.
+
+ — Παρακαλέστε την κ. Σορκή να προφέρη μερικές λέξεις, είπε τότε ο
+Έδμον, και είμαι βέβαιος πως θαλλάξετε γνώμην.
+
+ — Ίσως όχι, του είπε χαμηλά η Κίττη με περισσότερο πείσμα, δεν
+ξυπάζομαι τόσο εύκολα εγώ, ούτε χάνω το νου μου για μια λέξη.
+
+ — Ναι αλήθεια κάτι άλλο παρά ο νους κινδυνεύει κοντά της, είπε ο
+Έδμον.
+
+ — Η καρδιά θέλετε να πήτε . . . ωστόσο μερικοί άλλοι δεν
+κινδυνεύουν και τόσο . . . λέγουν το ναι και κείνη που τους ακούει
+τους πιστεύει καθώς τόσες άλλες και απατάται και αυτή σαν εκείνες.
+
+ — Η Μαλβίνα εφαίνετο ότι δεν επρόσεχε, αλλά ούτε λέξη της
+διέφυγε. Η κ. Μπιρτών είχε πάει στον κοιτώνα της να φέρη τις νότες
+του Οιδίποδος και γύρισε, πριν προφθάση ο Έδμον να αποκριθή στα
+τελευταία λόγια της Κίττης, πράγμα που δυσαρέστησε και τον ίδιον
+και την Μαλβίναν περισσότερον.
+
+ — Έλα Κίττη, είπεν η κ. Μπιρτών, συνόδευσέ μας σαυτή την τριφωνία
+κέβαλε μπροστά της το τετράδιο απάνω στο πιάνο.
+
+Η Κίττη δεν μπορούσε να παίξη από μέσα πρίμα βίστα, αν και έπαιζε
+αριστοτεχνικώς τα προμελετημένα κομμάτια.
+
+Βλέπων ο Έδμων την αδυναμία της είπε:
+
+ — Είμαι βέβαιος ότι η κ. Σορκή θα επετύγχανε καλύτερα.
+
+ — Δεν θα είναι κατόρθωμα αυτό, είπε μετριοφρόνως η Μαλβίνα, εγώ
+έχω τραφή μαυτήν την μουσικήν.
+
+ — Γιαυτό είσθε τόσον ασθενική, απεκρίθη ειρωνικώς η Κίττη, η
+τροφή σας ήτο τόσον αθλία.
+
+Η Μαλβίνα όμως δεν την εσυνερίσθη και της απήντησε με πραότητα.
+
+ — Αν προτιμάτε την Ιταλική μουσική εύκολο είναι ναφίσωμεν αυτήν
+κατά μέρος.
+
+ — Όχι, όχι, εξαδέλφη, είπε ζωηρά η κ. Μπιρτών, καθίστε στον τόπο
+της Κίττης και η ουράνιος αυτή μουσική θα κάμη να λησμονήσωμεν
+προς ώραν ότι δεν είμεθα στην πατρίδα μας.
+
+Η κόρη της κ. Μέλμορ εσηκώθηκε θυμωμένη, εσκούντηξε το σκαμνί και
+πήγε και κάθισε μακρυά, ως να μην ήθελε νακούση την μουσικήν τους.
+
+Η Μαλβίνα έπαιξε θαυμάσια τα δυσκολώτερα τεμάχια. Έπαιξε με
+ευκινησίαν και χάριν αμίμητον.
+
+Ωστόσο η κ. Μπιρτών με όλην της την μουσοληψίαν εβαρέθηκε νακούη
+την Μαλβίναν, τα προτερήματα της εξαδέλφης της αναπτυσσόμενα
+μάλιστα ενώπιον του Έδμον την έθλιβαν και θέλουσα να απαλλαχθή
+προσεποιήθη ότι της ήλθε πονοκέφαλος και με αυτήν την πρόφασιν
+υπεχρέωσε τους επισκέπτας να τραβηχθή ο καθείς εις τα ίδια.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
+
+Η ΤΡΟΦΟΣ
+
+
+
+Η Μαλβίνα ησθάνετο ότι επέρασε καλά τη βραδιά εκείνη. Ήλπιζε
+μάλιστα ότι η κ. Μπιρτών θα την επροσκαλούσε να κατεβαίνη εις το
+γεύμα καθημέραν.
+
+Με ανήσυχη περιέργεια επερίμενε την άλλην ημέρα να ιδή αν θα την
+προσκαλέση, αλλά ματαίως. Το γεύμα της εστάλη ως συνήθως εις το
+οίκημά της.
+
+Το βράδυ επεθύμησε να κατεβή, αλλά δεν ετόλμησεν απρόσκλητη·
+
+Αλλά διατί τάχα τώρα επιθυμούσε την συναναστροφήν;
+
+Ησθάνετο αόριστον τινά φόβον μήπως μαντεύσουν οι άλλοι την αιτίαν.
+
+Έτσι η Μαλβίνα ήρχισε πάλιν την αποτραβηγμένην ζωήν της. Η δε κ.
+Μπιρτών την επεσκέπτετο συχνά διά να της αφαιρέση κάθε πρόφασιν
+του να κατεβή.
+
+Απέφευγε με κάθε τρόπον να την προσκαλέση, πράγμα που εκείνη δεν
+ετολμούσε να της το προτείνη.
+
+Αλλά εις τον Έδμον, ο οποίος την ενοχλούσε με συχνάς ερωτήσεις,
+γιατί δεν φέρνει την Μαλβίναν κάτω, έλεγεν υποκριτικώς, ότι όσες
+φορές ανεβαίνει, άλλο τίποτε δεν κάμνει, παρά να την παρακαλή να
+έλθη, αλλά εκείνη αρνείται.
+
+Ωστόσο μίαν Κυριακήν πρωί η Φανή εμβήκε στης μητέρας της και της
+λέγει.
+
+ — Μητέρα κάτω είναι η Άτζολετ, ήρθε να παίξωμε μαζί, σήμερα που
+δεν έχει μάθημα. Έλα να κατεβούμε στην αυλή να κάνουμε
+χιονόσφαιρες.
+
+ — Ποια είναι, παιδί μου, η Άτζολετ;
+
+ — Εκείνο το ωραίο το κοριτσάκι που τραγουδεί τόσο γλυκά και μιλεί
+Αγγλικά.
+
+ — Α η βαπτιστική του σερ Έδμον; είπε η Μαλβίνα και εβάφη το
+πρόσωπόν της με ελαφρόν ερύθημα.
+
+ — Ναι μητέρα, μα αυτό δεν την εμποδίζει να είναι αυτή καλή.
+
+ — Όχι βέβαια, παιδί μου, μα και ο ίδιος ο σερ Έδμον δεν μου
+φαίνεται καθόλου κακός.
+
+ — Ξαίρεις, μητέρα, η Τομκίνα λέει πολλά κακά γιαυτόν.
+
+ — Τι δηλαδή;
+
+ — Μα . . . να, δεν τα θυμούμαι . . . .
+
+ — Πολύ καλά κάμνεις, παιδί μου, να μη ενθυμείσαι τις κακολογίες.
+Πήγαινε τώρα να εύρης την Άτζολετ. Σε λίγο έρχομαι κεγώ.
+
+Άμα βγήκε έξω το κοριτσάκι, η Μαλβίνα είπε προς τη Τομκίνα:
+
+ — Γιατί λες στο παιδί τις φλυαρίες και τα παραμύθια που μήτε συ
+δεν τα ξαίρεις;
+
+ — Σας βεβαιώνω, κυρία, πώς δεν είναι παραμύθια. Και μήτε τα μισά
+απ' όσα ξαίρω δεν λέγω.
+
+ — Πιστεύω ότι δεν είναι η Φανή εκείνη που πρέπει να μανθάνει
+τέτοιες λεπτομέρειες.
+
+Α όχι, κυρία, προσέχω πολύ όταν έρχεται εδώ η Τάσσα τα λέμε πολύ
+σιγά . . . Αχ και να ξαίρατε, κυρία, πώς ζη εδώ ο σερ Έδμον! . . .
+
+ — Δεν έχω διόλου περιέργεια να το μάθω.
+
+Και όμως . . . είχε, αλλ' εντρέπετο να έλθη εις τέτοιους λόγους με
+την υπηρέτριαν της.
+
+Δεν εγνώριζεν ακριβώς οποίαι ήσαν αι παραφοραί του Έδμον, διά τις
+οποίες τον εκακολογούσαν, αλλά τις εσυμπέραινε και . . . δεν ήτο
+μάλιστα διατεθειμένη να τας συγχωρήση και μόλον ότι ήτο εκ φύσεως
+επιεικής. Αυταί όμως αι φήμαι ερέθιζον περισσότερο την περιέργειάν
+της, και το ενδιαφέρον της ακόμη.
+
+Συλλογιζομένη επροχώρησε προς την αυλήν. Η Άτζολετ έτρεξεν εις την
+αγκαλιά της με τρυφεράν απλότητα και η Φανή άρχισε να επαινή τις
+χάρες της μικρής φίλη της.
+
+Η Μαλβίνα θέλουσα να ζεσταθή άρχισε να παίζη με τα κοριτσάκια.
+Έξαφνα εφάνη από μακράν ερχόμενος ο Έδμον με γρήγορον βήμα.
+Εχαιρέτησε την Μαλβίναν, αλλά δεν εστάθη.
+
+Η Μαλβίνα προκατειλημμένη καθώς ήτο ήδη εναντίον του δεν
+επιθυμούσε την συνάντησίν του. Ωστόσο η ψυχρά εκείνη διάβασίς
+χωρίς σχεδόν να την προσέξη της εφάνη παράδοξος. Τον παρηκολούθησε
+λοιπόν κρυφίως με το βλέμμα της.
+
+Η Άτζολετ την επλησίασε με τρόπο και της είπε χαμηλά.
+
+ — Εγώ ξαίρω πού πάει ο νονός μου. Ελάτε μαζί μου και θα δήτε. Και
+προηγήθη τρέχουσα, ενώ η Φανή και η Μαλβίνα την ακολούθησαν.
+
+Όταν έφθασαν εις την θύραν κάποιου οικίσκου εις τα έσχατα της
+αυλής, η Άτζολετ εστάθη, έβαλε στα χείλη το δάκτυλό της και είπε:
+
+ — Σιγά, μη μας καταλάβη.
+
+Έσπρωξε ελαφρά την εξώθυρα, επροχώρησε στα άκρα των ποδών της
+κρατώντας την Μαλβίναν από το χέρι και της έδειξε μέσα από μίαν
+υαλίνην θύραν εις ένα καθαρόν δωμάτιον μιαν πτωχήν γραίαν που
+εκείτετο άρρωστη. Ο Έδμον εστέκετο κοντά της.
+
+ — Αυτή είναι η γριά Νόρτων, η τροφός του νουνού μου είπε χαμηλά η
+Άτζολετ. Σήμερα αρρώστησε βαριά. Φαίνεται, ειδοποίησαν στον πύργο
+και για τούτο ο νουνός μου έτρεξε. Α! είναι πολύ καλός ο νουνός
+μου, κυρία, η γριά Νόρτων τον αγαπά . . . δεν φαντάζεσθε!
+
+Η Μαλβίνα άμα είδε τον καταλαλούμενον να εκπληρώνη τέτοιο ευσεβές
+χρέος, συνεκινήθη και κατηγόρησε τον εαυτόν της, διότι εκινδύνευσε
+να σχηματίση κακήν υπόληψιν δι' αυτόν. Τώρα πλέον τον εσυγχωρούσε,
+διότι δεν εστάθηκε, όταν επερνούσε από κοντά της. Η βία του της
+εφάνη τώρα δικαιολογημένη και θα της εκακοφαίνετο βέβαια, αν εξ
+αιτίας της παρέβλεπε τον φιλάνθρωπον σκοπόν του.
+
+Η Μαλβίνα δεν ήτο από τας εγωιστικάς εκείνας γυναίκας, που θέλουν
+όλα να γίνωνται γι' αυτάς και μόνον. Το πάθος αυτό είναι η
+φιλαυτία, δεν είναι ο έρως. Ο έρως όταν εμφωλεύη εις τιμίαν ψυχήν,
+όσο σφορδός και αν είναι, είναι ωραίος και μία έκφανσις ψυχικής
+ωραιότητος είναι η φιλανθρωπία, διά την οποίαν δεν ζηλεύει.
+
+Και τι; Μήπως η Μαλβίνα είχεν έρωτα προς τον Έδμον; Όχι δεν
+θέλομεν να ειπούμε αυτό. Αλλ' ότι ο χαρακτήρ της ήτο τοιούτος,
+ώστε ως γυναίκα θα ήθελε μεν να προτιμάται αυτή από κάθε άλλο.
+αλλά η αρετή να είναι προτιμοτέρα και από αυτήν.
+
+Άλλως τε το να βλέπη ενώπιόν της μίαν τοιαύτην γενναίαν πράξιν από
+άνδρα, όστις ήτο ούτως ειπείν «σημείον αντιλεγόμενον» και να την
+θαυμάζει ανεπιφύλακτα, ήτο δόλωμα ασυγκρίτως πιο επικίνδυνον από
+τας μετά πάθους επαναλαμβανομένας συνήθως ερωτικάς εκφράσεις,
+εναντίον των οποίων ημπορούσε να την καθοπλίση η λογική σκέψεις
+ότι αυτή έχει ήδη υποσχεθή εις τον εαυτόν της και έχει αποφασίσει
+να μείνη ανέραστη.
+
+Ενώ η Μαλβίνα ήτο παραδομένη εις το θελκτικόν εκείνο θέαμα, η Φανή
+εκρύωσε και βαρέθηκε. Την ετράβηξε λοιπόν από το φόρεμά της για να
+επιστρέψουν, εκείνη, όμως αφηρημένη όπως ήτο, δεν αντελήφθη την
+επιθυμίαν της.
+
+Τότε το κοριτσάκι άρχισε να κλαυθμυρίζει. Ο Έδμον έστρεψε με
+απορίαν και προχώρησε προς την θύραν να ιδή ποιος είναι. Η Μαλβίνα
+ευρέθη εις θέσιν στενόχωρον, διότι θα εφωράτο ότι παρακολουθεί
+οπωσδήποτε τας πράξεις του και εσκέφθη να φύγη, αλλ' ήτο αργά
+πλέον. Προτιμότερον ήτο να δείξη αφέλειαν. Και εστάθη.
+
+Ότε λοιπόν ο Έδμον εξέφρασε την χαρούμενην έκπληξίν του, έρριψε
+κάτω το βλέμμα της και του είπε σεμνά.
+
+ — Η βαπτιστική σας, κύριε, μέφερεν εδώ να μου δείξη τον ανάδοχόν
+της εις την ακμήν της δόξης του.
+
+ — Εισέλθετε, παρακαλώ, κυρία. Το θέαμα προξενεί θλίψιν, αλλ' όχι
+τρόμον. Η ταλαίπωρος τροφός μου φοβείται τον θάνατον, ελάτε να την
+εγκαρδιώσετε. Επικαλείται το έλεος του Θεού και θα το ελπίση με
+περισσότερη πίστη, όταν θα ιδή κοντά της ένα άγγελον.
+
+Η Μαλβίνα επροχώρησε:
+
+ — Και είναι λοιπόν τόσο άσχημα; είπε, ίσως πρέπει να μηνύσωμεν
+τον κ. Πρίορ.
+
+Η γριά αντελήφθη και απήντησε ήρεμα.
+
+ — Όχι, κόρη μου. Του αγαπημένου αυτού παιδιού η στοργή με
+παρηγορεί περισσότερο από κάθε ψυχρά ρητορεία.
+
+ — Η Μαλβίνα συνεκινήθη πολύ από το όνομα που απεδόθη εις τον
+Έδμον εκ μέρος της γραίας και από το εγκώμιον εν γένει. Δάκρυα
+εγέμισαν τα μάτια της και έπιασε το χέρι της άρρωστης.
+
+ — Πάσχετε πολύ, μητέρα; τη ρώτησε με γλυκύτητα.
+
+Το θέλγητρο της φωνής της εβαλσάμωσε την ψυχήν της.
+
+ — Είσθε, νομίζω, της είπε, η κυρία, που επισκεφθήκατε λίγες μέρες
+μαζί με την αφέντισσα την κ. Μπιρτών τους φτωχούς και τους
+αρρώστους, δεν είναι έτσι; Όλοι μου μίλησαν για την καλωσύνη σας.
+Ευχαριστώ το Θεό που μαξίωσε να σας ιδώ πριν αποθάνω.
+
+ — Μην κουράζεσαι, μητέρα, της είπε ο κ. Έδμον. Πάρε λίγο απ' αυτό
+το γιατρικό. Ας έλθη και ο κ. Πρίορ, αν θέλης.
+
+ — Η Άτζολετ πήγε να τον φωνάξη, είπε η Φανή κρυμμένη πίσω από την
+μητέρα της, για να μην κοιτάξη την άρρωστη που την εφοβείτο.
+
+ — Πώς ο κ. Πρίορ δεν εκλήθη ήδη; ερώτησε η Μαλβίνα κάποιαν
+συγγενή της κ. Νόρτων.
+
+ — Συστελλόμεθα να τον ενοχλούμε, είναι τόσο απασχολημένος με τις
+σπουδές του . . . όλο γράφει . . .
+
+Ο ερχομός του κ. Πρίορ διέκοψε της γυναίκας τους λόγους. Αυτός
+περισσότερο επρόσεξε την Μαλβίναν παρά την ασθενή. Επλησίασε και
+της είπε:
+
+ — Ήρθατε λοιπόν να δήτε την φοβερή την κρίσιμη την ώρα . . την
+ώρα που η ψυχή ανήσυχη προσβλέπει προς τα όρια του αγνώστου, τα
+οποία μέλλει να υπερπηδήση;
+
+ — Κύριε Πρίορ, του είπε χαμηλά ο Έδμον, εύρετε, παρακαλώ, λόγους
+πλέον καταληπτούς εις αυτήν εδώ, και έδειξε την ασθενή, και
+ικανούς να στηρίξουν την καρδιά της.
+
+Η Μαλβίνα σηκώθηκε να παραχωρήση προς τον κ. Πρίορ την παρά την
+ασθενή θέσιν της και ακούμπησε επάνω στην κλίνην κοντά εις τον
+Έδμον.
+
+ — Βλέπω καλή μου γραία, είπε ο κ Πρίορ προς την ασθενή, ότι η
+καρδιά σου είναι αδύνατη, όπως το σώμα. Έχε θάρρος. Και αν ακόμη
+πρόκειται ναποθάνης δεν έχεις να πάθης κανένα κακόν. Απεναντίας θα
+γίνης μέρος της θείας ουσίας, έχε πίστην εις τον Θεόν. Αυτός είναι
+μαζί σου όπου και αν υπάγης για να σε προστατεύη.
+
+ — Ας γίνη το θέλημά του είπε η γριά. Είθε ο Σωτήρ να μεσιτεύση
+υπέρ εμού.
+
+ — Έχε τας ελπίδας σου στην ευσπλαγχνίαν του. Γνωρίζει από τι
+επλάσθημεν. Συγχωρεί, διότι αγαπά και θέλει να τον αγαπούν
+περισσότερον παρά όσο τον φοβούνται.
+
+ — Κανένα δεν έβλαψα ποτέ, είπε η γραία, επιθυμούσα μόνο να ζήσω
+για τα παιδιά μου, εσυμμεριζόμην μεκείνα τις ευεργεσίες του
+αγαπητού μου Σέυμουρ, μα σαν πεθάνω ποιος θα τα βοηθήση;
+
+ — Εγώ, καλή μου γραία, είπεν ο Έδμον.
+
+ — Γνωρίζω την καλή προαίρεση του Έδμον μου . . . αλλά σπανίως
+βρίσκεσαι εδώ.
+
+ — Τότε λοιπόν εγώ, είπεν η Μαλβίνα, εγώ που μένω εδώ πάντοτε, θα
+προσπαθώ να αναπληρώνω τον κύριον, όταν θα είναι απών.
+
+Ο Έδμον συνεκινήθη. Ησθάνθη κατάνυξιν ότι είχε τέτοιον συμμέτοχον
+των υποχρεώσεών του.
+
+ — Ναι, μητέρα, είπε, συνορκιζόμεθα ότι μαζί θα φροντίζωμε για των
+παιδιών σου την ευημερία.
+
+Η Μαλβίνα άπλωσε το χέρι, ως σημείον ότι εδέχετο τον όρκον, και ο
+Έδμον το πήρε μέσ' στα δικά του χέρια και το έβαλε επάνω στα
+γόνατα της άρρωστης.
+
+Η γραία από την συγκίνησιν, από την αδυναμίαν, από την εξάντλησιν,
+πλήρης ικανοποιήσεως διά τας ενδείξεις ταύτας της αγάπης, χωρίς
+φροντίδας πλέον και εύελπις, έκλεισε ησύχως τα μάτια,
+μουρμουρίζοντας κάτι που έμοιαζε σαν το «Νυν απολύεις», και δεν τα
+άνοιξε πλέον. Το πνεύμα της αμέριμνον επέταξεν εις την αιωνιότητα.
+
+Όταν εγύριζαν εις τον πύργον, όλοι ήσαν συλλογισμένοι και έφερον
+την εντύπωσιν των τελευταίων στιγμών της γραίας Νόρτων.
+
+Ο Έδμον ενδίδων εις τας μελαγχολικάς σκέψεις της στιγμής είπε:
+
+ — Ότι και αν λέγουν οι Εκκλησιαστικοί δεν με πείθουν. Πώς ημπορεί
+να συμβάλη εις την αρμονίαν του Συνόλου το ναποθνήσκη ο τίμιος εις
+ελεεινήν κατάστασιν, χωρίς να έχη χαρή την ζωήν ένεκα των
+ταλαιπωριών της ενδείας:
+
+ — Και ποιος σας είπε ότι η αποθανούσα δεν την εχάρηκε: απεκρίθη ο
+κ. Πρίορ. Η ευτυχία ανήκει περισσότερον εις τους εναρέτους, παρά
+εις τους ευνοουμένους της τύχης. Ίσως αυτή έζησε ευτυχεστέρα και
+. . . από εσάς ακόμη.
+
+ — Μπορεί αλήθεια, είπε ο Έδμον, καθώς κυβερνώνται τα πράγματα του
+κόσμου εδώ κάτου, η λαμπρή ζωή να μην είναι πιο ευτυχισμένη.
+
+Κατά το διάστημα του βίου μου, του μακαριστού δα, όπως ενομίζετο,
+αρίθμησα περισσότερες λυπημένες ώρες, παρά χαρούμενες. Έτσι έλαβα
+αφορμή να αμφιβάλλω για την αγαθότητα της Δυνάμεως που διέπει τον
+κόσμον, η οποία μας δίδει τόσον ολίγα καλά ανακατωμένα με τόσα
+πολλά κακά.
+
+Αυτά τα λόγια παρώργισαν τον κ. Πρίορ και του είπε με αγανάκτησιν.
+
+ — Ποιος είσαι συ, υιέ άνθρωπου, χθεσινό γέννημα του πηλού, και
+αμφισβητείς την αγαθότητα του Δημιουργού: Με ποιο δικαίωμα
+κατηγορείς του Σύμπαντος την αρμονίαν, συ ο οποίος απολαύεις αγαθά
+ανώτερα από τας αρετάς σου;
+
+ — Πιστέψατέ με, κ. Πρίορ, εγώ το νιώθω πόσο λίγο αξίζω και πολύ
+μικρή ιδέα έχω για τον εαυτό μου. Μα για τούτο δεν φταίω εγώ,
+φταίει εκείνος που με έπλασε τέτοιον. Αφού είναι παντοδύναμος, ας
+μέκαμνε τέλειον. Γιατί μου στέλνει γλυκούς πειρασμούς με την
+απόφαση να με κολάση, αν υποχωρήσω εις αυτούς; Τι φταίω εγώ που
+μεταχειρίζομαι ότι εκείνος μου έδωσε;
+
+ — Φταίετε, υπέλαβεν η Μαλβίνα, βλέπουσα αυτόν με πραότητα, διότι
+σας επροίκισε με γνώμονα την συνείδησιν, με την οποίαν αναμετράτε
+τον κίνδυνον των παθών και δύνασθε να τα νικήσετε, αλλ' ενώ
+αισθάνεσθε τον εαυτόν σας ικανόν προς τούτο, σεις επαφίνεσθε εις
+των παθών τον σάλον και νικάσθε υπ' αυτών εκουσίως.
+
+ — Ο Έδμον εκοκκίνησε και είπε προς τον κ. Πρίορ.
+
+ — Τακούτε, αιδεσιμώτατε; Ιδού τι πρέπει να λέτε και πώς πρέπει να
+τα λέτε, όταν από τον άμβωνα· θέλετε να εξυπνήσετε την συνείδησιν
+του αμαρτωλού, ή νανοίξετε τα μάτια των ασεβών. Αλλά πρέπει να
+έχης και το βλέμμα και τη φωνή και τα θέλγοντα εκείνα χειλάκια,
+που τα στολίζει η χάρη και τα φυλάττει η φρόνηση.
+
+Έτσι συνομιλούντες έφθασαν εις τον πύργο. Όπου ο κ. Πρίορ τους
+άφισε.
+
+Η Μαλβίνα επεχείρησε να διευθυνθή εις το διαμέρισμά της, αλλ' ο
+Έδμον της είπε:
+
+ — Πώς, κυρία μου, μας φεύγετε πάντα έτσι; Γιατί μένετε άκαμπτη
+εις της κ. Μπιρτών τας προτροπάς και τας παρακλήσεις;
+
+Η Μαλβίνα δεν ημπόρεσε να εξηγήση τους τελευταίους αυτούς λόγους.
+
+ — Ποίας παρακλήσεις εννοείτε;
+
+Η εξαδέλφη σας καταθλίβεται από την ισχυρογνωμοσύνην σας
+συγχωρήσατέ μου την λέξιν, είναι ιδική της, που αποποιείσθε την
+συναναστροφήν μας.
+
+ — Αστειεύεσθε βέβαια, κ. Έδμον.
+
+ — Ομιλώ πολύ σοβαρά μάλιστα. Ημέρα δεν περνά, που να μην την
+ερωτήσω, γιατί τάχα να μη σας βλέπουμε καθόλου; Κεκείνη κάθε μέρα
+μου λέγει ότι διαρκώς προσπαθεί να σας φέρη στην ομήγυρή μας, αλλά
+σεις ευρίσκετε πάντοτε αιτίας αρνήσεως.
+
+Η Μαλβίνα εταράχθη. Δεν εννοούσε τον λόγον της τοιαύτης
+συμπεριφοράς της εξαδέλφης της. Ωστόσο είπε προς τον κ. Έδμον.
+
+Αλλά και αν αντιστάθηκα αλήθεια στης κ. Μπιρτών την παράκλησιν
+διατί υποθέτετε ότι . . .
+
+ — Ότι ηθέλετε ενδώσει στις δικές μου; . . Βέβαια πριν έλθω εγώ
+διήγετε τόσον αποτραβηγμένη . . . Σας ενοχλεί ίσως η παρουσία μου.
+Επιθυμείτε ίσως να αναχωρήσω . .
+
+ — Παρεξηγείτε, κύριε Έδμον, τας έξεις μου, απεκρίθη με ταραχήν η
+Μαλβίνα. Κάποιες θλιβερές αναμνήσεις . . . .
+
+Αλλ' αν εγνώριζα ότι η απουσία μου λυπεί . . . την εξαδέλφην μου
+θα ημπορούσα ναλλάξω έξεις.
+
+Ο Έδμον την έπιασε από το χέρι.
+
+ — Ελάτε της είπε. Και την ωδήγησε εις τον θάλαμον της κ. Μπιρτών.
+
+ — Θεία μου, θεία μου! Ακούστε τι λέγει η κ. Σορκή. Φρονεί ότι
+αστειεύομαι και δεν θέλει να πιστέψη ότι λυπείσθε που στερείσθε
+την συναναστροφήν της. Συνενώσατε παρακαλώ τας δικάς σας με τας
+δικάς μου παρακλήσεις, ίσως και την καταφέρομεν να μας έρχεται.
+
+Η κ. Μπιρτών εκοκκίνησε από την ταραχήν της. Αλλά γρήγορα έγινε
+κυρία του εαυτού της και είπε με υποκρισίαν αριστοτεχνικήν.
+
+ — Η εξαδέλφη μου γνωρίζει πόσον η παρουσία της με ευφραίνει, αλλά
+εγώ επροτίμησα την ιδικήν της ανάπαυσιν από την ιδικήν μου τέρψιν.
+Δεν ηθέλησα να παραβιάσω την φιλήσυχή της διάθεση και ελπίζω ότι
+τούτο το θεωρεί ως ένα τεκμήριον της αγάπης μου. Τώρα που βλέπω
+πως άρχισε να βαρύνεται την αποτραβηγμένη ζωή χαίρω πολύ για την
+μεταβολήν της αυτήν.
+
+Ο Έδμον όμως ήθελε πλέον θετικήν την απάντησιν της θείας του και
+είπεν ανυπομόνως.
+
+ — Βλέπω, θεία μου, ολοφάνερα πως πρέπει το δίχως άλλο ναναχωρήσω.
+Ενόσω είμαι εδώ, κ. Σορκή δεν έρχεται στη συναναστροφή σας, ή
+έρχεται χωρίς όρεξη.
+
+ — Σωστά, είπε με τόνον η κ. Μπιρτών. Εδώ χάνεις, μου φαίνεται,
+τον καιρό σου, ενώ σπουδαίοι λόγοι σε καλούν εις το Έδιμπουργκ.
+Επίστρεψε εκεί. Τότε η ωραία εξαδέλφη μου μένει ελεύθερη . . .
+
+ — Του κ. Έδμον η παρουσία καμίαν ενόχλησιν δεν μου παρέχει, είπε
+σοβαρά η Μαλβίνα. Είτε εδώ είναι, είτε απουσιάζει, η διάθεσίς μου
+να μονάζω δεν λαμβάνει καμίαν τροπήν. Ούτε με εμποδίζει η παρουσία
+του να κάμνω το θέλημά σας, εξαδέλφη μου, αν πράγματι σας αρέσει η
+συντροφιά μου.
+
+Η κ. Μπιρτών εδαγκάθηκε. Καμίαν πρόφασιν δεν είχε να αρνηθή.
+
+Αφού λοιπόν ήτο αδύνατον πλέον να εμποδίση να βλέπωνται ο Έδμον με
+την Μαλβίναν, εστοχάσθη ότι θα ήταν προτιμότερον να γίνεται αυτό
+επί παρουσία της.
+
+Έτσι συνεφωνήθη να έρχεται η Μαλβίνα στη συναναστροφή, καθώς
+ήρχετο και προτού να έλθη ο κ. Έδμον.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
+
+ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ
+
+
+
+Η κ. Μπιρτών μόνον κατά την ώραν του γεύματος έμαθε ότι αιτία να
+συναντηθούν ο Έδμον και η Μαλβίνα ήτο ο θάνατος της γραίας Νόρτων.
+
+Δεν ήξαιρε καν ότι η γραία ήτο άρρωστη. Για τίποτε πράγματι δεν
+ενδιεφέρετο, για τούτο κανείς δεν ήρχετο να της διηγηθή τους
+πόνους του. Πολλοί από τους προστατευομένους της χωρικούς
+αρρωστούσαν και απέθνησκαν, χωρίς να λάβη αυτή καμίαν είδησιν.
+
+Η μικροφιλοδοξία της την έκαμνε να διατηρή τακτικήν αλληλογραφίαν
+με τον Λόρδον Στάφφορδ. Προσπαθούσε να τον κρατεί πιστόν εις τας
+μεταξύ των συμφωνίας, ως προς τα αντισηκώματα του συνοικεσίου, και
+εβίαζε τον ανεψιό της να υπάγη προς τέλεσίν του.
+
+Ο Έδμον εν τούτοις καθημέραν εύρισκε νέας προφάσεις αναβολής και
+έμενεν εις τον πύργον. Ποτέ άλλοτε δεν είχε μείνει τόσον καιρόν.
+
+Η κουφόνους Κίττη εμεγαλαυχούσε, πως ήτο δι' αυτήν η παράτασις της
+διαμονής του εκεί. Αλλά η κ. Μπιρτών καταλάβαινε την αληθινή αιτία
+και ευρίσκετο εις διαρκή αγωνίαν, πώς ναπομακρύνη τον ανεψιόν της,
+ή τουλάχιστον να διακόψη τας σχέσεις του με την Μαλβίναν. Ο Έδμον
+όμως δεν έπαιρνε βέβαια από βίαν, εχρειάζετο πειθώ, πράγμα δύσκολο
+για το χαρακτήρα της κ. Μπιρτών. Με την Μαλβίνα πάλιν δεν
+ημπορούσε να τα χαλάση, διότι ήτο πραοτάτη και υποχωρητική εις
+όλα. Άλλως τε αυτό θα ήτο και ολιγώτερον οικοδομητικόν διά τον
+σκοπόν της, διότι θα καθίστα την Μαλβίναν προσφιλεστέραν προς
+εκείνον. Και αν την απεμάκρυνε τι θα εκέρδιζε τάχα; Δεν ήτο
+αυτεξούσια η Μαλβίνα να υπάγη όπου ήθελε; Ημπορούσε να εμποδίση
+τον ανεψιόν της να την βλέπει αλλού παρά εις τον πύργον; Και
+τότε; θα ανεκάλυπτε ο Έδμον όλας τας πανουργίας της και . . .
+
+Εις τοιαύτην λοιπόν ευρισκομένη αμηχανίαν απεφάσισε να κοινολογήση
+εις την Μαλβίναν τα σχέδιά της διά τον γάμον του Έδμον. Δεν
+έλειψε δε να παραστήση τον ανεψιόν της ως νέον ανάγωγον και
+άσωτον, παραδιδόμενον εις έρωτας αθεμίτους και σκανδαλώδεις, και
+ότι απέφευγεν ακριβώς το μελετώμενον συνοικέσιον, διότι εθεωρούσε
+τον γάμον ως χαλινόν της ακολασίας του.
+
+Και υποκρινομένη εμπιστοσύνην της προσέθετε.
+
+ — Ιδέ, καλή μου Μαλβίνα, τα τι τραβώ από την πολλή μου αγάπη στο
+τρελόπαιδο αυτό. Για να τον ανυψώσω μαυτόν τον γάμο και για να τον
+αποσπάσω από τις αθλιότητες των αθεμίτων ερώτων, υποσχέθηκα να του
+δώσω όλη μου την περιουσία, να γυμνωθώ χάριν του από όλο μου το
+έχειν. Αυτός έκαμε πως συγκατένευσε στο θέλημά μου κεγώ έδωκα το
+λόγο μου, ώστε η Λαίδη Σούμεριλ απεποιήθηκε χάριν του άλλους
+λαμπρούς μνηστήρας του Έδιμπουργκ. Και τώρα μέλλει ίσως να μου
+προσάψη τη μεγαλύτερη εντροπή αρνούμενος αυτός το συνοικέσιον.
+Θέλω από σας, αγαπημένη μου εξαδέλφη, να συνεργήσετε να τον πείσω,
+ότι δεν κάμνει καλά και ότι είναι ανάγκη ναναχωρήση το γρηγορώτερο
+για το Έδιμπουργκ.
+
+ — Αλλά, φιλτάτη μου, τι δύναμη έχω εγώ στη θέληση, και στα
+φρονήματα του κ. Έδμον;
+
+ — Κάτι μπορείτε να κάμετε. Παρετήρησα πως δεν προσπαθεί ξεχωριστά
+ναποκτήση τη φιλία σας, όπως κάμνει για κάθε πρώτη γνωριμία του,
+γιατί εσείς δεν είσθε καμιά ξαπολυμένη σαν εκείνες που τον
+ομοιάζουν. Αλλ' οπωσδήποτε αν δεν σας εράται, όμως σας τιμά και
+ίσως σας ακούση, για ναποκτήση την υπόληψίν σας.
+
+ — Λυπούμαι πολύ, που δεν θα ημπορέσω να σας ευχαριστήσω. Αστεία
+βέβαια πολύ θα ήμουν να φαίνουμαι ότι επεμβαίνω εις υπόθεσιν
+ολότελα ξένην προς εμένα και μάλιστα συμβουλεύουσα άνθρωπον, που
+δεν μου ζήτησε καν την συμβουλή μου.
+
+ — Α! τότε μιλήστε γενικά. Πέστε λόγου χάριν ότι ένας τίμιος νέος
+που έδωκε ελπίδες γάμου σε μια γυναίκα είναι ασύγγνωστος, άμα τις
+αθετήση. Πέστε ακόμα ότι τα πλούτη και ταξιώματα είναι τα
+συντελούντα εις την ευδαιμονίαν και μακάριος όποιος . . . Αλλά
+ιδού έρχεται, ας μη φανούμε πως συνεννοούμαστε. Φροντίστε να
+υποστηρίζετε τα όσα εγώ θα λέγω. Εκτός αν . . . , επρόσθεσε με
+χαιρεκακίαν, αιτίες ιδιαίτερες σας εμποδίζουν να το κάμετε.
+
+Η τελευταία αυτή φαρμακερή φρασούλα συνετάραξε τη Μαλβίνα. Τι
+έπρεπε να κάμη για να μην ενισχύση την υποψία της κ. Μπιρτών; να
+του συστήση να συνάψη συνοικέσιον που μόνον τας φιλοδοξίες της κ.
+Μπιρτών εξεπλήρωνε, χωρίς να καταστήση τον ίδιον ευτυχισμένον;
+
+Εσιώπησε και επερίμενε να πη ότι θα έφερνεν η σειρά της ομιλίας
+ευπρεπές και λογικόν.
+
+Μόλις άνοιξε ομιλίαν με τον ανεψιόν της η κ. Μπιρτών, εμπήκε με
+ορμή η Κίττη με μιαν εφημερίδα στο χέρι φωνάζοντας.
+
+ — Τα μάθατε; ο Λόρδος Στάνωπ ετοιμάζει μια μεγαλοπρεπή εορτήν στο
+Έδιμπουργκ.
+
+ — Ο αδελφός της Λαίδης Σούμεριλ . . είπε με λαχτάρα η κ. Μπιρτών.
+
+ — Ναι, είπε με αδιαφορία ο κ. Έδμον.
+
+ — Τι χαρά να ήμουν κεγώ εκεί! είπε η Κίττη.
+
+ — Δεν υπάρχει αμφιβολία, Έδμον, ότι θα σπεύσης να ευρεθής εκεί,
+είπε η κ. Μπιρτών με σοβαρότητα.
+
+ — Με νομίζετε ικανόν να κάμω αυτήν την γκάφα! Ναφίσω την ωραίαν
+συναναστροφήν, να περιφρονήσω τέτοιον χειμώνα, που επικρατεί έξω
+αυτήν την ώρα, και να τρέξω σε μιαν κοινή εορτή από κείνες που η
+αργία τις κάμνει ίσως χρειαζούμενες, αλλά η συνήθεια τις καθιστά
+αηδείς!
+
+ — Πρέπει να πας όχι για την εορτή καθ' εαυτήν, αλλά για να λάβης
+μέρος στην ομήγυρη, που θα μαζευτή εκεί, τη λαμπρή και την
+εκλεκτή.
+
+ — Αν εγνωρίζατε, θεία, πόσο οχληρά είναι η μονοτονία των τοιούτων
+ομηγύρεων . . .
+
+ — Μα τις γυναίκες τουλάχιστο δεν θυμάσαι . . . που θα στολίζουν
+την εορτή;
+
+ — Οι γυναίκες, θεία, δεν φροντίζουν πλέον να στολίζουν τας εορτάς
+όπως άλλοτε . . . έχουν πέσει εις νωθρότητα . . , βαρύνονται πλέον
+κάθε τι που δεν τις είναι τερπνόν.
+
+ — Είμαι περίεργη να μάθω την αιτίαν της απροσδόκητης αυτής
+μεταβολής σου.
+
+Η Κίττη ύψωσε τα κεφάλι με αλαζονείαν, σαν να έλεγε: Εγώ είμαι.
+
+Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο ότι εις αυτήν απέβλεπε ο λόγος της κ.
+Μπιρτών.
+
+Αλλ' η κ Μπιρτών είπεν εις τον Έδμον.
+
+Αν είν' αληθεία λοιπόν ότι εβαρέθηκες τις γυναίκες του κόσμου και
+ευρίσκεις θέλγητρα εις την κατ' ιδίαν ζωήν, θα ζητήσης μίαν
+σύντροφον για να καλλωπίση την κατ' ιδίαν ζωήν σου. Πλησιάζει
+λοιπόν ο καιρός, που θα εκπληρώσης τον λόγον σου.
+
+ — Δηλαδή τον λόγον που με συμβουλεύετε να δώσω.
+
+ — Γνωρίζεις ότι οι συγγενείς της Λαίδης Σούμεριλ θεωρούν το
+συνοικέσιον ως συμφωνημένον. Αμφιβάλλεις ότι η νέα σε περιμένει
+περιπαθώς εις την εορτήν του αδελφού της;
+
+ — Ναι, μα οι λόγοι μου προς αυτήν ήσαν από εκείνους που τους
+προφέρομεν εις την αρχήν εις κάθε γυναίκα με τον πρώτον
+ενθουσιασμόν και τους λησμονούμεν, όταν αρχίζομεν να την
+βαρυνόμεθα, Του νομίσματος τούτου καθένας γνωρίζει την πραγματικήν
+αξίαν. Και όταν καμιά απατηθή, πταίει περισσότερον αυτή που τους
+επίστευσε, παρά εκείνος που τους επρόφερε.
+
+Την ιδίαν στιγμήν η Μαλβίνα εσήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατάματα
+τον Έδμον. Αυτός τότε εφάνη ότι εθορυβήθη και εξηκολούθησε να
+σείεται επάνω στην καρέγκλαν του.
+
+Του είπε πάλιν η κ. Μπιρτών:
+
+ — Ίσως δεν καταδικάσης δα τόσον την Λαίδην Σούμεριλ πως σε
+πίστεψε πολύ εύκολα, αν θυμηθής με πόση ζέση της μίλησες. Αφού
+είσαι τόσον έμπειρος ναπατάς τις γυναίκες, δεν πρέπει να τις ψέγης
+κατόπιν, όταν πέφτουν στα δίχτυα σου.
+
+Του βαροφάνηκε του νέου, νακούση τέτοιους ονειδισμούς εμπρός εις
+την Μαλβίναν.
+
+ — Αλήθεια, κυρία μου, ούτε ψεύτης, ούτε άπιστος είμαι.
+
+Μεταχειρίστηκα λεπτά τεχνάσματα προς τις γυναίκες, αλλά πάντοτε
+έμεινα υποδεέστερος από εκείνες στο ζήτημα αυτό. Αυτές έχοντας
+καύχημά των την δολιότητα, όταν ερωτοτροπούν, γιατί σεμάς τάχα να
+την θεωρούν ως κακούργημα;
+
+ — Μου φαίνεται, είπε η Μαλβίνα, ότι αν η υπουλότης είναι
+συγχωρημένη στις γυναίκες, αιτία είναι η θέσις που τις έχει βάλει
+η κοινωνία απέναντι των ανδρών. Αλλά οι άνδρες που δεν έχουν
+καμίαν εξάρτηση έπρεπε να είναι ειλικρινείς. Η δολιότης είναι
+ασυγχώρητη, όταν δεν υπαγορεύεται από την ανάγκην. Για τούτο,
+νομίζω, οι άνδρες όταν υποκρίνωνται, το κάμνουν όχι ναποφύγουν το
+κακό, όπως αιτιολογείσθε, αλλά για να κακοποιήσουν.
+
+ — Καλά λέει η κ. Σορκή, είπε η κ. Μπιρτών. Δεν συλλογίζεσαι ότι
+σπαράττεις την καρδίαν της δυστυχούς Λαίδης Σούμεριλ.
+
+ — Μην είσαι δα τόσο τραγική, θεία μου. Άφισέ τ' αυτά. Οι γυναίκες
+σήμερα δεν έχουν τόσον αδύνατη την ψυχή. Η φιλαυτία τας
+προφυλάττει σαν θώρακας, που κανένα άλλο συναίσθημα δεν τον
+διαπερά.
+
+ — Εσύ είσαι ο φίλαυτος, ο οποίος, αφού εδελέασες την δυστυχή νέαν
+να σου αφοσιωθή, τώρα κάθεσαι εδώ και την βασανίζεις αυξάνων τας
+υποψίας και τον πόθον της. Τι λες και συ εξαδέλφη μου; Με θεωρείς
+αυστηράν προς τον Έδμον;
+
+ — Η κρίσις σας είναι ορθή, αλλ' η υπόνοιά σας δεν στέκει διά τον
+κ. Σέυμουρ. Ελπίζω αν τα πράγματα είναι όπως τα λέτε, ο κ. Έδμον
+θα σπεύση να απαλλάξη από τα βάσανά της την γυναίκα που τον αγαπά.
+
+Η Κίττη έρριψε βλέμμα επιπλήξεως στην Μαλβίναν και εσηκώθη
+στενοχωρημένη. Ήρχισε να βηματίζει νευρικά. Ο Έδμον απήντησε:
+
+ — Η κρίσις της κ. Σορκή είναι κατεπείγουσα. Έπρεπε να υπάγω. Αλλά
+δεν προφθάνω πλέον στην εορτή.
+
+ — Πήγαινε, πήγαινε, υιέ μου, είπεν ανακουφιζομένη η κ. Μπιρτών,
+όχι για την εορτήν, αλλά για την καημένη τη Λαίδη Σούμεριλ. Τι θα
+φαντάζεται η δυστυχής, όταν δεν σε ιδή στου αδερφού της, και πόσον
+θα υποφέρη! Δεν είναι έτσι εξαδέλφη μου;
+
+ — Δεν ξαίρω, φιλτάτη μου, ως που έχει προχωρήσει της νέας αυτής η
+κλίσις, είπε η Μαλβίνα. Αν όμως ο κ. Σέυμουρ αισθάνεται ότι
+συνετέλεσε εις την κλίσιν αυτήν, το νομίζω τίμιον.
+
+ — Φιλτάτη, είπε έξαφνα η Κίττη. δεν ακούτε; η Φανή σας φωνάζει.
+Κάτι θα έχει πάθει βέβαια.
+
+ — Δεν άκουσα τίποτε, είπε η Μαλβίνα σηκωθείσα.
+
+ — Ναι, ναι, εγώ άκουσα, πάμε να δούμε τι συμβαίνει;
+
+Η Μαλβίνα ανήσυχη εξήλθε με την Κίττην. Αλλά μόλις εβγήκαν, η
+Κίττη εσταμάτησε.
+
+ — Δε μου λέτε, παρακαλώ, τι συμφέρον έχετε να αποπέμψετε τον κ.
+Έδμον; Για να κολακέψετε τάχα την κ. Μπιρτών; Μα αυτό καθόλου δεν
+σας περιποιεί τιμήν. Αντίκειται εις τον ελευθέριον χαρακτήρα σας,
+για τον οποίον ο κ. Πρίορ μας ξεκουφαίνει κάθε τόσο.
+
+ — Μα όσα είπα μου φαίνονται τόσο απλά, τόσα φυσικά. Απορώ πώς δεν
+είσθε σύμφωνη μαζί μου.
+
+ — Νόστιμο! Να είμαι σύμφωνη μαζί σας; εγώ! Αλλά ο κ. Έδμον μένει
+εδώ για μένα και μόνο. Μαγαπά και, για να πάρη εμένα παραίτησε τη
+Λαίδη Σούμεριλ, τακούτε; Σας λέγω το μυστικόν μας για να εννοήσετε
+πόσον αι διδαχαί σας ενοχλούν και τον κ. Έδμον κεμένα.
+
+ — Αλλά αν είναι έτσι είπε ψυχρά η Μαλβίνα τι σκοτίζεσθε για τα
+λόγια μου. Μια ξένη γυναίκα σαν εμένα μπορεί να ψυχράνη έναν έρωτα
+αληθινόν;
+
+ — Όχι βέβαια, κυρία. Αλλά ενδέχεται να ταράξουν το νου του οι
+μεγάλες φράσεις και οι αποφθεγματικοί τρόποι σας. Εκτός αν έχετε
+σκοπόν μαυτά να στρέψετε την κλίσιν του προς εσάς. Και χωρίς να
+περιμείνη απάντησιν επέστρεψεν αμέσως εις την αίθουσαν.
+
+Ήρχισαν λοιπόν οι πονηρές παρεξηγήσεις από αντίθετα μέρη. Η κ.
+Μπιρτών . . . η Κίττη . . . και αι δύο πολέμιαι κατ' αυτής εξ
+αντιθέτων απόψεων. Αλλά διατί τάχα; η καθαρότης της ψυχής της την
+έθετον υπεράνω των μικρολογιών αυτών. Δεν ήξαιρε ποια είχε
+δίκαιον, διότι δεν ημπορούσε να διακρίνη ποία έλεγε την αλήθειαν.
+Απεφάσισε να τηρήση, επιφυλακτικήν ουδετερότητα. Αυτή όμως η
+στάσις της δυσαρεστούσε και τας δύο και τας προδιέθετε εις έχθραν
+εναντίον της.
+
+Αφότου η Μαλβίνα άκουσε τα μυστικά της Κίττης, εφέρετο πια
+επιφυλακτικά προς τον κ. Σέυμουρ. Κατέβαινε εις την αίθουσαν, αφού
+προηγουμένως εμαζεύοντο όλοι οι άλλοι και όταν εκείνος της
+απέτεινε κολακευτικούς λόγους, τους άκουε με ψυχρότητα. Μόνον εις
+του κ. Πρίορ την σεμνήν συναναστροφήν εύρισκε ανακούφισιν η ψυχή
+της. Αυτός ήρχετο κάθε πρωί προς αυτήν διά να την διδάσκη την
+Ερσικήν γλώσσαν. Η μεταξύ τους φιλική διάλεξις παρετείνετο έως την
+ώραν του γεύματος.
+
+Μετά το πρόγευμα καθείς επήγαινεν εις το διαμέρισμά του κατά
+κοινήν συνήθειαν, αυτή εκράτει την συνήθειαν αυτήν ακριβέστερα από
+κάθε άλλον.
+
+Μίαν ημέραν κατά την ώραν του μαθήματος της Φανής επειδή αυτή δεν
+ήλθε στην ώρα της, κατέβη να την ζητήση. Την ηύρε, χωρίς να το
+περιμένη, να παίζη με τον κ. Έδμον μέσα στο εστιατόριο. Εφώναξε το
+κοριτσάκι να την ακολουθήση και επροχώρησε να εξέλθη.
+
+Ο Έδμον όμως έπεσε κατόπιν της:
+
+ — Αφού η τύχη, της λέγει, μου δίδει την ποθητήν ευκαιρία να σας
+συναντήσω μονάχη, μη μου κάμνετε να την χάσω, σας ικετεύω, και
+ακούστε μου να σας πω δυο λόγια.
+
+Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και έγειρε το κεφάλι της.
+
+Ο Έδμον έκλεισε τότε την θύραν, παρεκάλεσε την Μαλβίναν να καθίση,
+εκάθισε και ο ίδιος κοντά της και της είπε:
+
+ — Προχτές όταν η αξιόλογος κ. Μπιρτών με προέτρεπε με τόσην ζέσιν
+να επιστρέψω εις Έδιμπουργκ, είδα να δικαιολογήτε τον πόθον της.
+Ήθελα να μάθω (αν δεν είναι άτοπη η περιέργειά μου), έως ποίον
+βαθμόν επροχώρησε να σας πη τα πράγματα που τάχα με καλούν εκεί.
+
+ — Τίποτε άλλο δεν άκουσαν από ότι ελέχθη εκεί· ότι δηλαδή εις
+κάποια χαριτωμένη νέα που σας αγαπά εδώκατε υπόσχεσιν γάμου. Αλλά
+μόλα ταύτα την αφίνετε και προτιμάτε άλλας κατωτέρας της.
+
+ — Τόσο μόνο; είπε ο Έδμον ανήσυχος. Και τούτο λοιπόν ήταν αρκετό
+να στηρίξη την πρόληψη σας για μένα . .
+
+ — Ναι . . . δηλαδή . . . μια που με ρωτάτε . . . απόρησα, όταν
+άκουσα ότι εσείς ο ευεργέτης των δυστυχών το έχετε καύχημα να
+λησμονήτε κοντά στις γυναίκες την ευγενή ειλικρίνειαν και την
+ευσυνείδητη χρηστότητα, που χαρακτηρίζουν τον αληθινόν τίμιον
+άνδρα.
+
+ — Δεν σκοπεύω να υπερασπισθώ τον εαυτόν μου εναντίον των
+σφαλμάτων που μου προσάπτουν οι κατήγοροί μου προς εσάς. Θα σας
+παρακαλέσω όμως να μακούσετε να επανορθώσω μερικώς από τας
+διηγήσεις της αγαπητής μου θείας.
+
+Δεν έδωκα ποτέ καμίαν υπόσχεσιν εις την Λαίδη Σούμεριλ, κυρία, και
+ποτέ δεν την αγάπησα. Είναι ίσως πολύ ωραία αλλ' εις εμένα
+ουδέποτε υπήρξε συμπαθητική. Διατί; «Ποτέ δεν ημπορείς, λέγει
+κάποιος ποιητής μας να προσδιορίσης την αιτίαν του έρωτος. Δεν
+είναι εις το πρόσωπον της ερωμένης, είναι εις του ερώντος την
+καρδίαν». Νωθρά δε και κούφη, όπως είναι, σας βεβαιώνω δεν έχει να
+ενοχληθή η ησυχία της από την προτίμησιν, που κατεδέχθη να με
+αξιώση.
+
+ — Αν είναι έτσι, γιατί δεν εφανερώσατε την διάθεσίν σας αμέσως
+εις την θείαν σας, αλλά την αφίσατε να διαπραγματευθή διά
+λογαριασμόν σας. Ημπορεί δικαίως να σας μεμφθή τώρα.
+
+ — Είναι η αλήθεια πως αμέσως από την αρχή δεν αρνήθηκα ρητώς
+αυτόν τον γάμον, αλλά τότε δεν είχα καμίαν ιδέαν της από τον γάμον
+ευδαιμονίας. Ενόμιζα ότι, όπως κάμνουν, όλοι ημπορούσα, κεγώ να
+πάρω μίαν γυναίκα. Και με τοιαύτας περί γάμου αντιλήψεις το
+συνοικέσιο με τη Λαίδη Σούμεριλ, ήτο συμφορώτατον . .
+
+ — Και τώρα λοιπόν έχουν αλλάξει αι περί γάμου αντιλήψεις σας;
+
+ — Συμβεβηκός απροσδόκητον αλήθεια μέκαμε ναλλάξω αρχάς και να
+μεταβάλω ιδέας. Αι αντιλήψεις μου λοιπόν περί γάμου σήμερον είναι
+ολοτελώς διάφορες από τότε. Από αυτόν θεωρώ ότι εξαρτάται η ζωή
+μου, από την εκλογήν του προσώπου η ευτυχία μου, διά τούτο κατ'
+ανάγκην πρέπει να παραιτηθώ από την Λαίδην Σούμεριλ. Και το κάμνω
+με όλην μου την ευσυνειδησίαν, διότι σας βεβαιώνω και πάλιν, ποτέ
+δεν έδωκα τον λόγον μου ούτε εις εκείνην, ούτε εις τους συγγενείς
+της.
+
+ — Αλλά η θεία σας νομίζω . . . .
+
+ — Μα εγώ δεν της έδωσα ποτέ τοιαύτην πληρεξουσιότητα και δεν
+νομίζω, ότι θα ήτο δίκαιον να πληρώνω εγώ με θυσίαν της
+ευδαιμονίας της ζωής μου, τις γκάφες της θείας μου.
+
+ — Τότε αλλάζει το πράγμα, είπε η Μαλβίνα, (πιστεύουσα πάντοτε ότι
+περί άλλης τινός επρόκειτο, και μάλιστα υποθέτουσα διά την
+Κίττην). Και μάλιστα στοχάζομαι ότι η κυρία θεία σας δεν θα
+παρεμβάλη κανένα εμπόδιον εις αυτήν την νέαν εκλογήν σας, όταν
+πληροφορηθή ότι από αυτήν εξαρτάται η ευτυχία σας. Αρκεί να
+φανερώσετε προς αυτήν τα καθέκαστα. Σας ευχαριστώ διά την
+εμπιστοσύνην που μου δεικνύετε και σας εύχομαι καλήν επιτυχίαν.
+
+Από αυτό εκατάλαβε ο Έδμον ότι η Μαλβίνα δεν τον εκατάλαβε. Ωστόσο
+του εφάνη ότι η ψυχή της ησθάνετο κάτι ξεχωριστόν δι' αυτόν.
+
+Απεχωρίσθησαν χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
+
+ΜΕΡΙΚΑ ΜΙΚΡΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
+
+
+
+Δεν αμελούσε ποτέ ο Έδμον την ευκαιρίαν να λέγη κάτι περιπαθές ή
+και απλώς ευχάριστο στη Μαλβίνα, πάντοτε όμως λίγο σκεπαστά, ώστε
+εκείνη το έπαιρνε ότι ελέγετο πλαγίως διά μέσου αυτής προς την
+δεσποινίδα Κίττη. Υπό τον ήσκιο της τοιαύτης υποθέσεως το
+εθεωρούσε συγχωρημένον να τον ακούη, να τον εύρισκε καλόν, να
+ευχαριστήται από την συναναστροφήν του και να θέλγεται από τα
+εγκώμια της Άτζολετ δι' αυτόν . .
+
+Ένα βράδυ έγινε λόγος διά τα ήθη του νεωτέρου πολιτισμού και την
+διαφθοράν εν γένει.
+
+Εν τω μεταξύ η κ. Μπιρτών απεσύρθη για να διαβάση κάτι επιστολάς,
+που της έφεραν την στιγμήν εκείνην.
+
+Ο κ. Πρίορ εξηκολούθησε:
+
+ — Έτσι αι απολαύσεις των αισθήσεων ομοιάζουν χείμαρρον αφρώδη . . .
+
+ — Ω Θεέ μου, τον διέκοψε απότομα η Κίττη, έχεις σκοπό λοιπόν και
+με την κ. Μπιρτών απούσαν να κάμης διδαχήν, κύριε Πρίορ; Δεν
+αφίνεις να πούμε και τίποτε λιγώτερο σοβαρό;
+
+Και άρχισε να κάμνη διαφόρους ανοήτους ερωτήσεις προς τον Έδμον, ο
+οποίος της απαντούσε με ανάλογον επιπολαιότητα.
+
+Ο κ. Πρίορ ύψωσε τους ώμους και εβγήκε από τον θάλαμον. Η Μαλβίνα
+κάτι εδιάβαζε κοντά στη θερμάστρα. Η κ. Μέλμορ εσιωπούσε. Το
+καλύτερον που ημπορούσε να κάνη.
+
+Η Κίττη ερώτησε τον Έδμον;
+
+ — Ποιάν αγαπήσατε ως τώρα περισσότερον καιρόν, από όσας
+εγνωρίσατε;
+
+ — Τι να σας πω, απεκρίθη ο Έδμον, μου φαίνεται ότι ποτέ ακόμη δεν
+αγάπησα. Και άρχισε να φυλλομετρά ένα τόμον του Σαίκσπηρ, σαν κάτι
+να εζητούσε.
+
+Η Μαλβίνα αν και εκοίταζε μέσα στο βιβλίο της, δεν εδιάβαζε πλέον.
+
+ — Καμιά από τας ωραίας αριστοκράτιδας του Λονδίνου ή του
+Έδιμπουργκ, δεν σας εφάνη άξια αγάπης αληθινής;
+
+ — Τουλάχιστον καμία δεν μου ενέπνευσε αγάπην τέτοιαν που λέτε.
+
+Η Κίττη μόλις περιστέλλουσα την χαράν της τον ηρώτησε με
+αυταρέσκειαν:
+
+ — Και τι είδος γυναίκα ημπορούσε να σας αρέσει;
+
+Και περίμενε να της ψιθυρίση στο αυτί. «Τέτοια που είσαι συ». Μα
+εκείνος δεν το έκαμε. Μόνο άνοιξε τον τόμο που βαστούσε και
+εδιάβασε κάπου:
+
+«Πολλές κυρίες εμάτιασα με κοίταγμα τρυφερό και πολλές φορές τα
+γλυκομίλητα χείλη τους υπόταξαν τα παραπρόθυμα αυτιά μου. Διάφορες
+γυναίκες μάρεσαν για διάφορες αρετές, αλλά την ψυχή μου καμιά τους
+δε συνεπήρε τόσο βαθιά, ώστε να μην της βρω κάποιο λάθος, να
+πολεμάει από τις χάρες της την υψηλότερη, ώστε να την καταβιβάζη.
+Αλλά, εσύ! ω εσύ, τόσο τέλεια, ασύγκριτη τόσο, που επλάσθης με
+κάθε άλλου πλάσματος το άνθος». (2)
+
+Και προφέρων την τελευταίαν αυτήν φράσιν με τόνον έρριψεν απάνω
+στην Μαλβίναν ένα βλέμμα τόσο εκφραστικό, ώστε αυτή εταράχθη έως
+τα μύχια της καρδιάς της. Από τη στιγμή εκείνη εννόησε πλέον ότι
+εκείνος αυτήν αγαπούσε πράγματι και όχι την Κίττην, όπως υπέθετε
+. .
+
+Αυτό δα το εννόησε πλέον και ιδία η Κίττη και ήτο όλο θυμό και
+γρίνα. Εφέρετο δε ψυχρά πλέον προς την Μαλβίναν.
+
+Περί το τέλος της συναναστροφής η κ. Μπιρτών είπε προς τον κ.
+Έδμον.
+
+ — Σε λίγο θα είναι έτοιμον το νέο διαμέρισμά σου. Όταν λοιπόν
+επιστρέψης θα ημπορείς να κατοικήσεις εκεί.
+
+ — Όχι. Όχι. Εγώ δεν αφίνω αυτό που κατέχω ήδη είπε ο Έδμον
+εντόνως.
+
+ — Κάμε όπως θέλεις . . . . . είπεν η κ. Μπιρτών και εβγήκε έξω.
+
+ — Αυτό έχει καθιερωθεί ήδη επρόσθεσε χαμηλοφόνως ο Έδμον
+προσβλέπων με χαμόγελο την Μαλβίναν ενθυμίζων αυτήν την ημέραν που
+είχε έμβει εκεί.
+
+Ο νους της αφηρέθη και η προσοχή της περιεσπάσθη. Δεν εκινήθη
+λοιπόν προς αναχώρησιν.
+
+Η Κίττη της το υπενθύμισε με προπέτειαν.
+
+ — Πώς τόπαθε η κ. Σορκή να μένη τελευταία εις την αίθουσαν; Ο κ.
+Έδμον πρέπει να είναι πολύ υπερήφανος που καθήμενος κοντά της την
+εμαγνήτισε και δεν λέγει να κινηθή.
+
+ — Η Μαλβίνα εσηκώθη ολίγον ταραγμένη και απλώνοντας να πάρη τον
+επί της τραπέζης σάκκον του εργοχείρου της άγγιξε χωρίς να θέλη το
+χέρι του κ. Έδμον. Έτσι ηναγκάσθη να βιαστή ακόμη περισσότερον
+ναπομακρυνθή. Αλλά φεύγουσα είδε μέσα στον καθρέφτη, ότι ο Έδμον
+εφιλούσε επάνω στο χέρι του το μέρος που του άγγιξεν αυτή. Αυτό
+της έκαμεν να χτυπά η καρδιά της δυνατά και ησθάνθη τα μάγουλά της
+να φλογίζωνται.
+
+Μόλις ανεχώρησε ο Έδμον, η Κίττη ερώτησε.
+
+ — Γιατί τάχα δεν θέλει ο κύριος ναλλάξη το οίκημά του; Μήπως το
+θεωρεί κατάλληλον διά να δέχεται επισκέψεις; Και είδε ειρωνικώς
+την Μαλβίναν.
+
+Ο κ. Πρίορ ενόησε τον υπαινιγμόν της· ηγανάκτησε διά την αυθάδειάν
+της και της είπε αυστηρά.
+
+ — Ναι μις, Κίττη, έτσι φαίνεται. Εσείς δα το ξαίρετε αυτό.
+
+Η δεσποινίς Μέλμορ απασβολώθη. Εκοκκίνησε, εψέλλισε κάτι. Έπειτα
+επήρε την μητέρα της, η οποία εστέκετο ώσπερ τούβλον, και ανήλθον
+εις τον κοιτώνα τους.
+
+Η Μαλβίνα συλλογισμένη. Δεν επρόσεξε καν στον κ. Πρίορ, που της
+είπε «Καληνύχτα».
+
+Ερρίφθη εις την κλίνην της, αλλά πού ύπνος: Μύριοι στοχασμοί
+ανεδεύοντο εις την κεφαλήν της.
+
+Η κ. Μπιρτών ωμίλησε για επιστροφήν του Έδμον, επρόκειτο λοιπόν
+ναναχωρήση;
+
+Αλλά και η παράξενη εκείνη απόκρισις του κ. Πρίορ προς την Κίττη . .
+Μήπως τάχα η νέα επήγαινε κεύρισκε τον Έδμον; . . . Βέβαια·
+μήπως αυτή δεν ήταν που άνοιξε τη θύρα εκείνο το βράδυ που η
+Μαλβίνα ήταν εκεί για να ζητήση την κόρη της; . . . Μπα και ποιος
+την βεβαιώνει ότι δεν ήλθε και εκείνη έτσι κατά τύχην; όπως ήλθε
+και αυτή η ιδία . . . Αλλά πάλι πώς να τραβηχθή έτσι βιαίως, ως να
+εφοβείτο μήπως γνωρισθή. Έπειτα η απόκρισις αυτή του κ. Πρίορ! . . .
+Ναι μεν ήτο αυστηρός αυτός και μεγαλοποιούσε τα πράγματα, αλλά
+ποτέ δεν υπώπτευε πράγματα ανύπαρκτα. Ώστε ο Έδμον ετόλμησε να
+δελεάση την αθώαν κόρην τίποτε μη σεβόμενος, μήτε την θείαν του,
+μήτε την φιλοξενίαν, μήτε την ηθικήν!
+
+Αλλά μήπως δεν τον παριστάνουν τέτοιον όλοι, όσοι τον γνωρίζουν;
+Τίποτε δεν τον εμποδίζει από το να εκπληρώνη εις το άρτιον τας
+ορέξεις του. Ώστε όλα του λοιπόν είναι πλαστά! Το τρυφερόν εκείνο
+και άδολον βλέμμα! Η φωνή του που φαίνεται ότι πηγάζει από την
+καρδιά του και σε χτυπά μέσ' στην καρδιά. Όλα προσποίησις! Όλα
+επιτήδευσις! — Αι άμα λοιπόν τέτοιον είναι το ψέμα, ποια αλήθεια
+ημπορεί να το ισοσταθμίσει.
+
+Εν τούτοις την ίδια εκείνη στιγμή ο σερ Έδμον Σέυμουρ μέσα στην
+κάμαρή του μέσ' στην ησυχία της νυκτός έγραφε προς ένα φίλον του,
+τον κ. Βέυμαρδ, τακόλουθα:
+
+Αγαπητέ μου Κάρολε.
+
+Για να λυθή η απορία σου, γιατί βρίσκομαι εδώ, έλα όσο ημπορείς
+γρήγορα και όταν την ιδής και είναι ανάγκη ακόμη να απορής, τότε
+θαπορής μόνον, πώς είναι δυνατόν ναπομακρυνθή κανείς από αυτήν.
+
+Μαλβίνα! . . . ω όνομα χαρούμενον, που και μόνον ο θελκτικός του
+ήχος με συγκινεί και γεννά εις την καρδίαν μου το αληθινόν αίσθημα
+της ζωής.
+
+Μαλβίνα! . . . είναι ναός χαρίτων, τέμενος αρετών, ο βωμός του
+κάλλους. Είναι να εξίσταται κανείς βλέπων την εναρμόνιον
+τελειότητα της θαυμασίας αυτής γυναικός.
+
+Αλλά η Μαλβίνα μου είναι . . . είναι ανέραστη. Ο έρως! αυτός μόνον
+της λείπει. Ο έρως μόνον ημπορεί να εξωραΐση αυτό το υπερτέλειον
+της φύσεως δημιούργημα.
+
+Ξαίρεις, Κάρολε, ότι εγύρισα εδώ από περιέργεια να γνωρίσω την
+μυστηριώδη αυτήν γυναίκα, το σέμνωμα του φύλου της, που δεν είχαμε
+κατορθώσει να την ιδούμε στο πρωτυτερινό μας ταξίδι. Όσα είχα
+ακούσει γιαυτήν εθέρμαναν την φαντασία μου και απεφάσισα να μην
+αναχωρήσω από το κτήμα της κ. Μπιρτών προτού να βεβαιωθώ, αν είναι
+αξία της φήμης, που την τριγυρίζει.
+
+Επειδή όμως έπρεπε να περιμείνω διά να παρουσιασθή η ποθουμένη
+ευκαιρία, έτσι για να σκοτώνω τον καιρό, έκανα τα γλυκά μάτια στη
+δυστυχισμένη την Κίττη· κιαυτή η καημένη πίστεψε πως γιαυτήν
+ξαναγύρισα, πράμα που εγώ δε θέλησα να της το διαψεύσω, γιατί μου
+χρειάζεται. Είναι καθώς ξαίρεις νοστιμούτσικη κένα μήνα τώρα που
+παίζω μαζί της κατ' ανάγκην, ανακάλυψα ότι, θα της ήτο εύκολον να
+γίνη αρκετά θελκτική, αν δεν παρεδίδετο τόσον εύκολα.
+
+Όταν παύσω πλέον να την χρειάζομαι, θα της το πω προς αμοιβήν του
+προς εμέ έρωτός της και των ανεπιφυλάκτως εις εμέ παρεχομένων
+θελγήτρων της.
+
+Αλλά, φίλε μου, τι σημαίνουν όλα αυτά και άλλα ακόμη καλύτερα. Δεν
+ημπορούν να παραβληθούν ούτε με ένα βλέμμα της Μαλβίνας μου.
+
+Αυτή, φίλε μου, μέχει αλλάξει ολότελα. Έχει διεγείρει εις την
+ψυχήν μου συναισθήματα νέα. Έχει κάμει να ηχήσουν χορδές της
+καρδίας μου, που έως τώρα δεν ήξαιρα την ύπαρξίν τους. Όταν έμβω,
+όπου είναι αυτή, παθαίνω θρησκευτικόν θάμβος, οποίον αισθάνεται
+εκείνος που εμβαίνει εις ναόν. Όταν δε την ιδώ, αποθέτω έξω του
+ναού κάθε λογισμόν βέβηλον και ανάξιον της θεάς μου.
+
+Η θεία πνοή της αγιάζει τα περίγυρα και όταν είμαι υπό την
+επίδρασιν των βλεμμάττων της των ουρανίων, δεν φοβούμαι από
+δαιμονοπείραξιν.
+
+Κάρολε μου, το μαγικό της κάλλος διεγείρει την ψυχήν και όχι τας
+αισθήσεις. Η επιθυμία μου είναι ναπολαύσω όχι τα θέλγητρά της,
+αλλά την αγάπην της. Το γεμάτο από χάρες φυσικές πρόσωπον της
+γίνεται υπέροχο, γιατί αυγάζεται από το εσωτερικό φως της θείας
+της ψυχής, την κοιτάζω και λέγω:
+
+ «Θαύμασε τον μεγαλοπρεπή αυτόν ναόν· χέρια ουράνια τον έχουν
+ φτειάσει. Μια θεότης κατοικεί μέσα του, είναι η ψυχή της. Μα και
+ το κτήριο ανάξιο δεν είναι της θεότητος».
+
+Δεν μπορώ να σου πω ακόμα αν έλκυσα την καρδιά της. Αν το καταφέρω
+θα το νιώσω πολύ πριν μου τομολογήση. Μα και ίδια θα το αισθανθή
+πολύ πριν τομολογήση στον εαυτόν της. Ετούτο είναι ακριβώς που με
+κάμνει να την αγαπώ αληθινά, πράγμα που δεν κατάφερε ως τώρα καμιά
+άλλη γυναίκα. Θα πη πως με καμιά λοιπόν δεν μοιάζει, αλλιώς εμένα
+πώς μπορούσε να με μεταβάλη;
+
+Υποθέτω πώς η θελκτική μου θεία έβαλε με το νου της να μεμποδίση
+να την βλέπω, γιατί φοβάται μήπως ο σωρείτης των χαρίτων που
+λέγεται Μαλβίνα με κάμνει να λησμονήσω την προστατευομένην της
+θείας μου, την Λαίδην Σούμεριλ. Μα δεν ήταν και ανάγκη καν να
+συγκριθή η πτωχή εκείνη με την Μαλβίνα, για να εννοήσω πως δεν
+αξίζει τον κόπον ναλλάξω την ελευθερίαν μου με τοιούτον ζυγόν.
+Έπειτα η θεία μου γιαυτόν τον ζυγόν ζητεί και ρέστα, θέλει να την
+ευγνωμονώ, γιατί η νύμφη είναι πλουσιωτάτη κα συνδέεται με υψηλά
+υποκείμενα του Κράτους.
+
+Έπειτα μη λησμονείς, ότι θα με αναδείξη γενικόν κληρονόμον της, με
+την υπονοουμένη δα εκ των προτέρων, απαίτησιν, να έχη και την
+γενικήν εξουσίαν επάνω μου.
+
+Πράγμα που εγώ βέβαια δεν θα το δεχθώ, και αν η θεία μου είχε να
+μου χαρίση τους θησαυρούς του Σολομώντος μαζί με τους γυναινωνίτας
+του.
+
+Η Κίττη όμως με στενοχωρεί πολύ. Κάτι που της είχα υποσχεθή για να
+την καταταφέρω, το τρελοκόριτσο το πήρε τοις μετρητοίς. Και τώρα
+μου ζητεί όχι περισσότερο, όχι ολιγώτερο . . . . . γάμον, φίλε
+μου.
+
+Εγώ βέβαια έχω συνηθίσει νακούω τέτοιες απαιτήσεις. Μα είναι λίγο
+αδιάντροπη και φοβούμαι μην παραπονεθή δημοσία και δώση αφορμή
+στην κυρία Σορκή να σχηματίση κακήν ιδέα για μένα. Άμα μάθη, να
+ξαίρης η Μαλβίνα την αλήθεια, για να μην αδικηθή το κορίτσι, είναι
+ικανή, κιαν μαγαπά ακόμη, να τραβηχθή. Τόσο είναι ενάρετη. Ανάγκη
+λοιπόν ναπομακρύνω την Κίττη το γρηγορώτερο.
+
+Προσποιούμαι ενώπιον της θείας μου τον πολύ ερωτευμένον με την
+Κίττη. Αυτή για να με προφυλάξη διά την Λαίδην Σούμεριλ θα
+φροντίση το ταχύτερο να εύρη κάποιον για να παντρέψη την Κίττη.
+Αυτό δε, θα μου το πη. Εγώ τότε θα προσποιηθώ, ότι με μεγάλην μου
+λύπην, αλλά μη δυνάμενος να κάμω αλλιώς υπακούω. Και φεύγω μια
+μέρα πριν αναγγελθή το μέγα γεγονός εις την ηλιθίαν κυρίαν Μέλμορ.
+Η δεσποινίς θα τα φέρη πολύ στενά. Αλλά μην έχοντες κανένα να την
+προστατεύση, αφού εγώ θα λείπω, θα προτιμήση τον γαμβρόν που θα
+της προτείνουν, παρά να υποπέση εις την δυσμένειαν της φοβεράς κ.
+Μπιρτών. Κεπειδή μπορεί να πέση και κατόπι μου, πράγμα που αυτή
+δεν θα της βαρύνη το κεφάλι να το κάμη, αλλά εις εμέ θα είναι πολύ
+οχληρόν, θα υποβάλω εις την θείαν μου το ενδεχόμενον αυτό, για να
+την προφυλάττη με προσοχήν. Και ακόμα θα της πω ότι όλα αυτά
+πρέπει να τηρηθούν μυστικά, για να μην πάνε σταυτιά της Λαίδης
+Σούμεριλ και την ανησυχήσουν.
+
+Η θεία μου θα δελεασθή από τους λόγους μου και θα επιβληθή δι' όλα
+αυτά στην ψυχοκόρη της. Και επειδή η κομψή μου Κίττη δεν είναι δα
+και πολύ δυνατή ψυχή, θα φοβηθή την οργήν της κ. Μπιρτών, και μια
+που δεν θα βλέπη πλέον εμένα, θα πάρη τον καλόν της και θα καθίση
+στη γωνιά της.
+
+Τότε δα εγώ θα επανέλθω και η ωραία μου Μαλβίνα διά της αληθινής
+μου αγάπης, διά των επιμόνων μου περιποιήσεων, διά της ειλικρινούς
+μου συμπεριφοράς θα συγκατατεθή να μου παράσχη την αγάπην της. Το
+ευφρόσυνον αγαθόν που μέλλει να με υψώση επάνω από όλους τους
+μονάρχας της οικουμένης.
+
+Ω Κάρολε! Κάρολε.
+
+Όταν βλέπω της γυναίκας αυτής την πραότητα, την ειλικρίνειαν, του
+αγγελικού προσώπου της την ανθηρότητα, την ομορφιά την ακηλίδωτη,
+που εικονίζει την πρωτόπλαστη άνοιξη της δημιουργίας, θαρρώ πώς
+δεν είμαι άξιος τέτοιας ευτυχίας. Αλλά ορκίζομαι πώς κανένας άλλος
+από μένα δεν θα την αποκτήση.
+
+ Χαίρε
+ Έδμον Σέυμουρ
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
+
+ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
+
+
+
+Νά λοιπόν που ήταν αλήθεια. Πριν ο Έδμον γνωρίσει την Μαλβίνα
+θέλησε έτσι να παίξη λίγο με την Κίττη. Η απόπειρα επέτυχε
+γρηγορότερα απ' όσο και ο ίδιος θα επερίμενε. Η καημένη η νέα
+ήλπισε ότι νυμφευομένη τον Έδμον θα γλυτώση πια από την φρικτήν
+προστασίαν της κ. Μπιρτών, παρεδόθη αμέσως χωρίς ούτε την τυπικήν
+καν αντίστασιν. Αυτός φοβούμενος μήπως φωραθή εις τον θάλαμόν της
+την έπεισε να έρχεται εκείνη στον δικόν του, πως θα μιλούνε για το
+μετ' ολίγον συνοικέσιόν των. Αι συχναί αυταί επισκέψεις ένεκα της
+κουφότητος της Κίττης δεν έγιναν με τας αναγκαίας προφυλάξεις. Ο
+κ. Πρίορ τας υπώπτευσε. Κανένα όμως περιστατικόν δεν τας
+εβεβαίωσε. Διά τούτο έλεγε καθ' εαυτόν ότι δεν έκανε καλά που τας
+εφανέρωσε απερισκέπτως. Εφοβείτο μήπως η Μαλβίνα τον κατακρίνει.
+Το πρωί λοιπόν έσπευσε στο διαμέρισμά της.
+
+Η Μαλβίνα απόρησε που τον είδε. Ευχαριστήθη όμως και τον
+προσεκάλεσε να πάρουν μαζί το τσάι. Εκάθησε προθύμως και αμέσως
+της εφανέρωσε την αιτίαν του ερχομού του.
+
+Η Μαλβίνα εκεντήθη από περιέργειαν να διασαφίση μερικάς
+αμφιβολίας, αι οποίαι της ήσαν περισσότερον ενδιαφέρουσαι, παρ'
+όσον ενόμιζε. Άφησε κατά μέρος κάθε επιφύλαξιν και του έκαμε
+πλείστας ερωτήσεις.
+
+Ο Πρίορ το θεωρούσε βάρος στην ψυχή του να κρύψη από τη Μαλβίνα
+και τον ελάχιστο στοχασμόν του. Της εφανέρωσε λοιπόν τας υποψίας
+του.
+
+Εκείνη ενώ τον άκουε κοκκινίλα εχύθηκε εις όλο της το πρόσωπον.
+
+ — Και πώς λοιπόν ο αυστηρός ιεροκήρυξ, είπε, ανέχεται τοιαύτας
+παρεκτροπάς; Πώς δεν εφρόντισε να νουθετήση το πλανώμενο κορίτσι
+και να του δείξη τον κίνδυνον που διατρέχει; Πώς δεν επέπληξε τον
+άνδρα εκείνον, ο οποίος υπό την στέγην της φιλανθρωπίας προσπαθεί
+να διαφθείρη την προστατευομένην αθωότητα; Πώς δεν τον απείλησε
+ότι θα τα κοινολογήση εις την μητέρα της κόρης, ή και εις την
+οικοδέσποιναν;
+
+ — Μόνον τότε νουθετεί και ελέγχει ο φρόνιμος, όταν γνωρίζη ότι θα
+πηγάση κάτι καλό. Όταν γνωρίζη ότι οι λόγοι του θα μείνουν
+άκαρποι, αφίνει να ενεργή η θεία Πρόνοια. Κατά παραχώρησιν της
+Προνοίας οι κακοί έχουν τιμωρόν την ιδίαν κακίαν και κολαστήριον
+την ασωτείαν των. Ο Έδμον θα με εκορόιδευε και θα επέτεινε στο
+πείσμα μου την επιβουλήν του. Η κυρία Μέλμορ είναι ένα μεγάλο
+μωρό, που καν μια επιβολή δεν έχει στην κόρη της και άν ποτε την
+μαλώση καταντά στα τελευταία να της ζητήση συγγνώμην. Η κ. Μπιρτών
+πάλι, επειδή είναι φυσικά μια κρύα γυναίκα κέχει βαστάξει
+σωφροσύνην ως τώρα η ίδια, νομίζει ότι αυτό είναι εύκολον στην
+καθεμιά, και κάθε γυναίκα οπωσδήποτε χωλαίνουσαν ως προς αυτό, την
+θεωρεί όνειδος ανθρώπων. Άμα λοιπόν μάθη ότι η Κίττη έχει φερθή
+έτσι ελαφρά, είναι ικανή όχι μόνον να την διώξη αλλά και να
+φανερώση το αίσχος της εις όλο τον κόσμο. Η Κίττη είναι ένα κομψό
+νευρόσπαστο χωρίς καμιά αρχή και είναι ικανή να δραπετεύση έξαφνα
+με τον κ. Έδμον, άμα αποκαλυφθή. Και τότε; σε λίγο ο κ. Έδμον θα
+την αφίσει και αυτή θακολουθήσει τότε άλλον και επειδή ο άλλος
+αυτός κανείς δεν μας εγγυάται ότι θα είναι σταθερώτερος του
+πρώτου, υπάρχει κίνδυνος να ολισθήση εις τον αριθμόν τον γυναικών
+που πωλούν την σάρκα τους.
+
+ — Και γιατί τάχα ο κ. Έδμον δεν την παίρνει γυναίκα του; ερώτησε
+δειλά η Μαλβίνα.
+
+ — Διότι καθόλου δεν του ταιριάζει. Οι νεανικές του παρεκτροπές
+είναι αλογάριαστες, αλλά η ψυχή του είναι γεμάτη ευγένεια: Δεν
+μπορεί να συμφωνήση με τον χαρακτήρα της Κίττης που δεν έχει
+καμίαν αρετήν απολύτως, εκτός της εξωτερικής ομορφιάς και της
+ευστροφίας του πνεύματος, προσόντα αρνητικά που καθιστούν μίαν
+γυναίκα πανούργον και επικίνδυνον ερωτοπλάνον.
+
+ — Δεν πιστεύετε ότι ο κ. Έδμον την αγαπά;
+
+ — Όχι.
+
+ — Εγώ όμως νομίζω πως την αγαπά.
+
+ — Έτσι φαίνεται, αλλά μην το πιστεύετε. Η έξις των ηδονών έχει
+νεκρώσει μέσα του κάθε συναίσθημα Χρειάζεται τώρα μια εξαιρετική
+γυναίκα για να του ξυπνήση την καρδιά του . . . Και μονάχα μίαν
+γνωρίζω που έχει αυτά τα προσόντα, επρόσθεσε ατενίζων
+χαρακτηριστικά την Μαλβίναν. Αλλά ποτέ εκείνος δεν θα τολμήση να
+υψώση προς αυτήν το βλέμμα, αισθανόμενος ότι δεν θα ταπεινώση αυτή
+το δικό της επάνω του.
+
+Η Μαλβίνα εστενοχωρήθη διά τον απότομον αυτόν υπαινιγμόν·
+εκοκκίνησε και επειδή δεν ήθελε ναπαντήση, σηκώθηκε και πήγε στο
+παράθυρο.
+
+ — Κύριε Πρίορ, είπε, όσο δριμύ κιάν είναι το κρύο, όμως ο ήλιος
+είναι τόσο λαμπρός, που οι όχθες της λίμνης πρέπει νάχουνε μεγάλη
+χάρη. Έχω σφοδράν επιθυμίαν να κάνω ένα μικρόν περίπατον ως εκεί.
+Δεν πήγα ποτέ μου ίσια με τώρα.
+
+ — Όχι μονάχη. Πρέπει νάρθω κεγώ μαζί σας.
+
+ — Ναι, θα πω και της κ. Μπιρτών να μας συνοδεύση, αν θέλη.
+
+Πήγε στον κοιτώνα της και φόρεσε βαρύ επανωφόρι. Ένδυσε καλά και
+την Φανήν και κατέβη στην αίθουσαν.
+
+Εκεί είδε την Κίττη να παίζη όρθια άρπα. Ο κ. Σέυμουρ εκάθητο
+κοντά της και της ομιλούσε χαμηλά με πολλήν ζέσιν.
+
+Η κ. Μπιρτών κοντά στη θερμάστρα εδιάβαζε, ή μάλλον επροσποιείτο
+ότι διαβάζει, αλλά πράγματι παρακαλουθούσε με ενδιαφέρον μέσα στον
+καθρέφτη το ειδύλλιον που εγίνετο όπισθέν της.
+
+Ήδη απεφάσισε μέσα της την τύχην της Κίττης . . .
+
+Ο ερχομός της Μαλβίνας τους έκανε να συνταραχθούν όλοι. Ο κ. Έδμον
+σηκώθηκε αποτόμως και ήρθε κοντά της. Της εξέφρασε την απορίαν,
+αλλά και την χαράν του για την έξαφνην παρουσίαν της.
+
+Η Κίττη δυσαρεστήθηκε και χαιρέτησε ψυχρά κάπως.
+
+Η κ. Μπιρτών καταχάρηκε. Της εφάνη ότι εκδικείται την Κίττην
+βλέπουσα αυτήν εις αδημονίαν, διότι διεκόπη η τόσο θερμή συνομιλία
+της με τον κ. Έδμον. Υπεδέχθη διά τούτο την Μαλβίναν μεξαιρετικήν
+ευμένειαν.
+
+Η Μαλβίνα αφελώς και άνευ επιφυλάξεως τινος τους επρότεινε τον
+περίπατον έως στη λίμνη.
+
+Ή κ. Μπιρτών εδέχθη με προσποιητήν αρέσκειαν.
+
+Ο κ. Έδμον το εθεώρησε ως απροσδόκητον αγαθόν.
+
+Η Κίττη με στενοχώριαν ανθρώπου που δεν έχει τα μέσα ναποφύγη
+επερχόμενον κακόν, υπέκυψε στο πεπρωμένο.
+
+Οι βράχοι και τα δένδρα ενδυμένα με πάγους σαν λαμπρούς θώρακας,
+που αντιφέγγιζαν επάνω του οι ακτίνες του ηλίου, έπαιρναν τα πια
+ζωηρά χρώματα της Ίριδος. Το χιόνι σκέπαζε τις κορυφές των βουνών
+και σπινθηροβολούσε γύρο από του ήλιου την αντανάκλαση, ώστε
+θάμβωνε τα μάτια.
+
+ — Ας υμνήσωμε τον ήλιο μαζί με τον Οσσιανόν, είπεν ο κ. Πρίορ.
+
+Κιάρχισε ναπαγγέλη.
+
+«Σα θυρεός των αντρειωμένων εκείνων πατέρων μας, ω εσύ που
+ολογυρίζεις κυκλοτερής απάνου απ' τις κορφές μας, το θείο σου φως
+πούθε πηγάζει, ω Ήλιε! Προβαίνεις βασιλέας και τάστρα κρύβουν το
+φέγγος, κη σελήνη χλωμή, κρύα, βυθίζεται στη δύση. Μα εσύ τρέχεις!
+Ποιος άλλος νακολουθήση σε, είν' άξιος;
+
+«Οι δρύες των ορέων γεράζουν πέφτουν, μα και τα όρη ακόμα τα
+τρώγει ο χρόνος.
+
+«Ο Ωκεανός ξογκώνεται μα πέφτει, βυθίζεται στα σκότη το φεγγάρι.
+Μόνος εσύ! κιαδιάκοπα έχεις νιάτα και τη χαρά σου ως φως μας τη
+σκορπίζεις.
+
+«Μπόρες τον κόσμον δέρνουν και σκοτάδια, οι κεραυνοί κυλιούνται
+μέσ' στο χάος κη αστραπή πετάει με μιας και σβυέται.
+
+«Μα εσύ όλο νιος πεντάμορφος προβάλλεις, πέρκαλος μέσ' στα γνέφη,
+περιγελώντας τις μπόρες, τους ανέμους, τους χειμώνες»!
+
+Ωστόσο η Μαλβίνα ενεθυμείτο την σκηνήν του σπιτιού. Γιατί να
+συγχισθή λοιπόν τόσο ο κ. Σέυμουρ, όταν την είδε να εμβαίνη; Δεν
+της έμελλε βέβαια που αγαπούσε την Κίττη, μα γιατί να θέλη να το
+κρύβη απ' αυτήν; Τι σκοπεύει τάχα; Θα του φέρνεται πλέον με τόσην
+ψυχρότητα, ώστε να μην του αφίση ούτε υπόνοιαν πως κάτι μπορεί να
+ελπίση από αυτήν. Ακόμη ζητούσε προφάσεις να τον παραστήση ανάξιον
+λόγου στον εαυτόν της. Τον παρέβαλλε λοιπόν με τον κ. Πρίορ
+κεύρισκε τον δεύτερον πολύ προτιμότερον.
+
+Αν ήτο δυνατόν να μαντεύωνται τα διανοήματά μας από εκείνους που
+μας ενδιαφέρουν, ο κ. Πρίορ βεβαίως θα έμενε ευχαριστημένος από
+τας σκέψεις της. Αλλά . . . . και ο κ. Έδμον δεν θα καθυστέρει, αν
+εισχωρούσε στης ψυχής της τα βάθη. Ωστόσο εκείνοι εσυζητούσαν
+μεγαλόφωνα.
+
+ — Ομολογώ, έλεγε ο κ. Έδμον, πώς είναι άξιοι καταφρονήσεως, όσοι
+παρ' αξίαν έχουν ισχύν στην κοινωνία. Μα γιατί να δείχνωμε τα
+φρονήματα μας γιαυτούς, ενώ μπορούμε έχοντες την εύνοιάν των να τα
+μεταχειριστούμε για να βοηθήσουμε αναξιοπαθούντας ομοίους μας; Η
+αυστηρά παρρησία αυτούς μεν τους καγκελώνει γύρο με την κολακεία,
+από δε τους καλοθελητάς αφαιρεί κάθε μέσον να κάνουν το καλό.
+
+ — Όχι! η αρετή δεν πραγματεύεται. Όποιος το κάνει θα πει πως δεν
+την έχει γνωρίσει.
+
+ — Είναι κίνδυνος, αν πάμε έτσι να μη βρη κανένας το δρόμο του
+Παραδείσου.
+
+ — Αι γνώμαι του κ. Πρίορ είναι αυστηραί, αλλ' ομοιάζουν με τους
+επιστάτας της κοινής ευταξίας ουσσάρους, οι οποίοι χτυπούν δυνατά
+το μαστίγιον δεξιά κιαριστερά, με σκοπόν πάντοτε να κρατήσουν την
+τάξη.
+
+Είδαν εμπρός τους ένα άνθρωπον γέροντα, ένα αόμματον.
+
+ — Να ο Οσσιανός, εφώναξε ο ευφάνταστος κ. Πρίορ. Τέλειος
+Οσσιανός. Έτσι επλανάτο σαυτά τα μέρη. Και μετ' ολίγον επρόσθεσε
+ένθους . . .
+
+ — Αχ ας είχα την δύναμιν να τον ζωγραφήσω!
+
+ — Καλύτερα μου φαίνεται να τον βοηθήσουμε παρά να τον
+ζωγραφήσουμε, είπε ο Έδμον. Και χωρίς πολλάς διατυπώσεις έτρεξε
+προς τον δυστυχή ανάμεσα εις βράχους παγωμένους και ολισθηρούς,
+εις χαράδρας και ρύακας. Τέλος τον έφθασε· τον επήρε στον βραχίονά
+του, τον κατέβασε σιγά και προσεχτικά σαν υιός φιλόστοργος, τον
+έφερε δε εις τον απέναντι φαινόμενον δημόσιον δρόμον, και τον
+παρηκολούθησεν ακόμη ολίγον, έως ότου έγιναν άφαντοι και οι δύο.
+
+Οι άλλοι αφού τον επερίμειναν αρκετά, επί τέλους εβαρέθηκαν, διότι
+ο Έδμον αργούσε να φανή. Και ήρχισαν σιγά σιγά να προχωρούν προς
+τον πύργον, υποθέτοντες ότι και εκείνος από άλλην διεύθυνσιν έλαβε
+την προς τον πύργον άγουσαν.
+
+Η Μαλβίνα έλαβε πολύ ενδιαφέρον διά την γενναίαν προθυμίαν του
+Έδμον προς βοήθειαν των αδυνάτων. Κεσκέπτετο ότι οι εμπράκτως
+ασκούντες την αρετήν είναι οι ολιγώτερον περί αρετής κοπτόμενοι.
+
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
+
+ΑΝΗΣΥΧΙΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.
+
+
+
+Εις τον πύργον δεν ηύραν τον Έδμον. Άργησαν επίτηδες το γεύμα.
+Εκείνος δεν εφάνη. Όλοι απορούσαν διά την βραδύτητα. Η Μαλβίνα,
+δεν της έκαμνε καρδιά, ναναβή στο διαμέρισμα της. Ήταν ανήσυχη. Η
+ημέρα έκλεινε προς την δύσιν της. Ο Έδμον ακόμη να φανή! Ενύκτωσε.
+Η Μαλβίνα δεν εβάστηξε πλέον.
+
+ — Ίσως περιεπλανήθη κέχασε τον δρόμον. Ίσως την στιγμήν αυτήν δεν
+έχει πού να καταφύγη. Διατί τάχα να μη σταλούν άνθρωποι προς
+αναζήτησίν του;
+
+ — Πέφτει χιόνι πολύ. Δεν πιστεύω νάχει κανένας κουράγιο να βγη
+τέτοιαν ώρα· είπε ο κ. Πρίορ.
+
+ — Και πώς πάλι ναφίσουμε τον κ. Έδμον, εκτεθειμένον έτσι; Τις
+οίδε αν δεν κινδυνεύη να καταπλακωθή υπό της χιόνος; Ένας τόσο
+γενναίος άνθρωπος πρέπει να χαθή, για την καλή του προαίρεση;
+
+Ο κ. Πρίορ ελυπήθη περισσότερον την Μαλβίναν, που δεν ημπορούσε να
+κρύψη την υπερβολική της συγκίνησιν, παρά τον κ. Έδμον.
+
+ — Θέλετε λοιπόν να συνάξω τους υπηρέτας του πύργου και να τρέξω
+μαζί των προς αναζήτησίν του;
+
+ — Αι, κ. Πρίορ, απεκρίθη με πικρίαν η Μαλβίνα, ο σερ Έδμον, αν
+επρόκειτο να σας συνδράμη, δεν θα επερίμενε βέβαια την ιδικήν μου
+άδειαν.
+
+Ο κ. Πρίορ επληγώθη ολίγον από αυτήν την απάντησιν. Αλλ' εκινήθη
+προς δράσιν. Επενέβη η κ. Μπιρτών.
+
+ — Βλέπω, είπεν, ότι η εξαδέλφη μου ευρίσκεται εις παραζάλην και
+δεν μου φαίνεται παράδοξον ότι και οι δύο σας ζητείται να βάλετε
+εις κίνησιν τους υπηρέτας μου, χωρίς καν τυπικώς να ζητήσετε την
+συγκατάθεσίν μου, πράγμα βέβαια που δεν ενδιαφέρει ουσιαστικώς.
+Μενδιαφέρει όμως η ησυχία των ανθρώπων μου, τους οποίους
+απερίσκεπτα θέλετε να εκθέσετε εις κακοπαθείας, αι οποίαι καθόλου
+δεν θα ωφελήσουν τον ανεψιόν μου. Εκείνος γνωρίζει καλά τους
+τόπους αυτούς. Δεν θα έχη κάμει την αφροσύνην να εκτεθή εις
+προφανή κίνδυνον, θα περάση την νύκτα εις την καλύβην κανενός
+χωρικού.
+
+ — Και αν όχι; είπε με συγκίνησιν η Μαλβίνα.
+
+ — Φιλτάτη; προς τι πάλιν η τόση ορμή της ευαισθησίας σας; Αληθώς
+είμεθα πεπεισμένοι αρκούντως περί αυτής και νέα τεκμήρια εκ μέρους
+σας θα ήσαν οχληρά και εις εσάς και εις ημάς.
+
+ — Νομίζετε λοιπόν ότι το κάμνω προς επίδειξιν ευαισθησίας την
+στιγμήν που κινδυνεύει ένας άνθρωπος τόσον γενναιόφρων!
+
+Η κ. Μπιρτών σκεφθείσα ωριμότερον έκρινεν ότι δεν εσύμφερε να
+δείξη περισσοτέραν κακίαν και απήντησεν ησυχότερον.
+
+ — Ενδέχεται να έσφαλα στην κρίση μου. Αλλά νομίζω ότι και εγώ
+αρκετά αγαπώ τον ανεψιόν μου,
+
+Η Μαλβίνα βλέπουσα το ανωφελές της επιμονής της, εσιώπησε.
+
+Ήτο πολύ αργά, όταν διέλυσαν την συναναστροφήν. Η Μαλβίνα ανέβη
+στο δωμάτιον της κατεχομένη από μερίμνας αλγεινοτάτας. Έστειλε την
+Τομκίνα να ησυχάση και έμεινε μόνη κοντά στην θερμάστρα του
+κοιτώνος της. Η ανησυχία την κρατούσε άυπνην και η ταραχή την
+εμπόδιζε από κάθε ασχολίαν. Ετρόμαζε τον σφοδρόν αέρα, που τον
+άκουε να βογγά στη στέγη και να τρίζει στα παράθυρα. Εσηκώνετο
+ανήσυχη, έβλεπεν έξω, ότι έπεφτε χιόνι. Εφαντάζετο πόσο παχύ θα
+ήταν έξω το στρώμα της χιόνος και πόσο ο Έδμον θα εκινδύνευε να
+παραχωθή. Άκουε τις βοές των χειμάρρων και των γλαυκών τις κραυγές
+και της εφαίνοντο ως οδυνηραί προσκλήσεις ανθρώπου κινδυνεύοντος.
+Έκλαιε και παρακαλούσε τον Θεόν διά την ζωήν του κ. Έδμον. Και
+τόσον φυσική της εφαίνοτο η συγκίνησίς της αυτή, ώστε δεν εζήτησε
+να εξετάση της ξεχωριστής αυτής συγκινήσεώς της την αιτίαν.
+
+Είχεν ήδη εξημερώση. Η Μαλβίνα κουρασμένη από την συγκίνησιν και
+την αγρυπνίαν εξαπλώθη σέναν καναπέ. Η κόπωσις της έφερε ύπνον
+ταραγμένον με όνειρα αλλόκοτα.
+
+Μετ' ολίγον την εξύπνησεν ο κώδων της εισόδου, ο οποίος αντήχησε
+καθ' όλον τον πύργον. Εσηκώθη με λαχτάραν και έτρεξεν εις το
+παράθυρον, από το οποίον εφαίνετο η αυλή. Είδεν εκείθεν τον κ.
+Έδμον βουτημένον εις το χιόνι και οι υπηρέται τον ετριγύριζον και
+προσπαθούσαν να του δώσουν τας πρώτας βοηθείας. Η ψυχή της ησύχασε
+και άφισε μικράν κραυγήν χαράς. Έκλαυσε από ευγνωμοσύνην προς την
+θείαν Πρόνοιαν, ήτις τον έσωσε και της εξέφρασε τας ενδομύχους
+ευχαριστίας της.
+
+Ενώ εσυλλογίζετο να καταβή και η ίδια προς συνάντησίν του διά να
+μην εύρουν καιρόν αι κυρίαι Μέλμορ να φλυαρήσουν προς αυτόν διά
+την χθες βραδινήν ανησυχίαν της και τον κάμουν να υποψιασθή άλλο
+τι παρά την κοινήν προς κινδυνεύοντα συμπάθειαν, αίφνης ανοίγει η
+θύρα και εμφανίζεται ο κ. Έδμον κατάβρεκτα έχων τα φορέματα και
+ακατάστατον την περιβολήν. Το πρόσωπόν του ήτο ωχρό και
+κουρασμένο, αλλά φως από τα μάτια σου έλαμπε και χάρις επάνω του
+ήτο πολλή.
+
+ — Κυρία μου, της είπε, με συνεκίνησε πολύ το ενδιαφέρον που
+εδείξατε για μένα, όπως μου είπαν. Η ευγενής ψυχή σας λοιπόν δεν
+απαξιοί να φροντίζη και δι' εμένα! Η είδησις αυτή, της οποίας ούτε
+την ελπίδα δεν θα ετολμούσα να συλλάβω κατά διάνοιαν, μου έκαμε
+προσφιλείς τας κακοπαθείας μου. Ομολογήσατέ το λοιπόν και ενώπιόν
+μου, ότι με συλλογίζεσθε και απόντα.
+
+Έλαβε το χέρι της περιπαθώς και ατένισε τα μάτια του στα δικά της
+με τέτοια γλύκα, που την έκαμε να κοκκινίση.
+
+ — Ναι, είπε με αιδημοσύνην, ήμουν ανήσυχη αλήθεια. . . . και
+ποιος ημπορούσε να μην είναι . . . . η νύχτα ήταν τόσο φοβερή!
+
+Έξαφνα εμβήκε ορμητικώς μέσα η δεσποινίς Μέλμορ.
+
+ — Εύγε την προθυμίαν σας, σερ Έδμον! ανέκραξε, μόλις σας το
+είπαμε και τρέξατε να παύσετε τας ανυσηχίας της. Σας περιέγραψε
+λοιπόν τας μερίμνας της με τρόπον ευαίσθητον; Α τι βλέπω; το
+στρώμα της ανέγγιχτο, δεν εκοιμήθη καθόλου λοιπόν απόψε! Τωόντι
+αδύνατον να προβή περαιτέρω η συμπάθεια. Φαίνεται κιαπό την όψιν
+της, δεν είναι καθόλου χαρίεσσα σήμερα.
+
+ — Το εναντίο μάλιστα ποτέ δεν ήταν τόσον ωραία, όσον σήμερα, είπε
+θεωρών αυτήν με τρυφερότητα ο σερ Έδμον.
+
+Η Μαλβίνα εφαίνετο θορυβημένη και δεν ήξαιρε τι να απαντήση. Αλλά
+η Κίττη επρασίνισε από ζήλεια. Την προσοχήν του κ. Έδμον την είχεν
+απορροφημένην η ελπίδα ότι ημπορούσε ναγαπηθή από την Μαλβίναν. Η
+αμηχανία της, η κοκκινίλα της, ήσαν θεάματα τερπνά και θελκτικά
+δι' αυτόν.
+
+Απέναντί της ήτο ευσυνείδητος. Δεν ήθελε ηδονήν αποκτωμένην με
+θυσίαν εκ μέρους της φιλτάτης εκείνης ψυχής. Προσεπάθησε να μη
+φανή ότι εννόησε την ταραχήν της και κρύπτων την χαράν του έσπευσε
+να της ζητήση συγγνώμην ότι αρκετά κατεχράσθη την καλωσύνην της. —
+Ο ίδιος ήθελε να πιστεύη ότι μάλλον την αδυναμίαν της. — Και
+εξήλθεν ακολουθούμενος υπό της οχληράς δεσποινίδος Μέλμορ.
+
+Μίαν άλλην ημέραν, όταν ευρέθη μόνη η Μαλβίνα με τον κ. Έδμον,
+ετόλμησε να τον ερωτήση διά την περιπλάνησιν εκείνην.
+
+ — Αλήθεια επεράσατε στο δρόμο μέρος της νυκτός;
+
+ — Αϊ, ναι! είπε, το χιόνι και η ανεμοζάλη δεν μπορούσαν να
+μεμποδίσουν νάρθω κοντά στη φίλη μου το γρηγορώτερο. Τα λόγια αυτά
+δεν ωμοίαζον τας κοινάς φιλοφρονήσεις του κ. Έδμον προς τας
+ερωμένας του, έβγαιναν από την καρδιά του. Αλλ' η Μαλβίνα έχουσα
+υπ' όψει την Κίττη δεν το πιστεύει και αναστενάζει απ' τον καημό
+της ότι την θεωρεί και αυτήν μίαν από τας συνήθεις γυναίκας.
+Έπειτα σιγή επικρατεί.
+
+Ο στεναγμός αυτός δεν διέφυγε τον κ. Έδμον. Ζητεί να μαντεύση την
+σιωπήν της.
+
+ — Τι συλλογίζεσθε; της λέγει, ήθελα να εμβαθύνω στην καρδιά σας.
+
+ — Και τι άλλο θα βλέπατε εκεί από θλίψιν! Όσο βλέπω ψευδόμενον
+τον κόσμον τόσο περισσότερον αισθάνομαι την στέρησιν της φίλης
+μου.
+
+Ο κ. Έδμον εκατάλαβε ότι δι' αυτόν ήτο ο υπαινιγμός.
+
+ — Δεν πιστεύετε λοιπόν, ότι υπάρχει και άλλο συναίσθημα εκτός της
+φιλίας, γλυκύτερον και θελκτικώτερον, το οποίον τόσον υπερτερεί
+την φιλίαν, όσον η αληθινή ευδαιμονία υπερέχει από την απλήν
+ανάπαυσιν!
+
+ — Εγώ έχω ορκισθή να μη γνωρίσω αυτό το άλλο συναίσθημα.
+
+ — Αμαρτήσατε να δώσετε τέτοιον όρκο, και περισσότερο θα
+αμαρτήσετε, αν τον φυλάξετε. Άλλως τε τα συναισθήματα δεν
+εξαρτώνται από την θέλησίν μας.
+
+ — Φθάνει, είπε η Μαλβίνα, ο χαρακτήρ σας δεν σηκώνει σοβαρώτερα.
+
+ — Υποθέτετε λοιπόν, είπε μετά πικρίας ο κ. Έδμον, ότι δεν μπορώ
+τελοσπάντων να είμαι και σοβαρός από καμιά φορά; Σας βεβαιώνω,
+υπάρχουν μερικά περιστατικά, που συγκινούν εμένα περισσότερο από
+κάθε άλλον.
+
+ — Τότε χαρά στην δεσποινίδα Κίττη, είπε η Μαλβίνα με χαμόγελο.
+
+ — Η Κίττη! έκραξε έκπληκτος. Και τι σχέση έχει η Κίττη; Βλέπω,
+κυρία μου. ότι με έχουν διαβάλει . . . .
+
+ — Γιατί να σας διαβάλουν; Είναι τόσο χαριτωμένη, ποιός ημπορεί να
+σας κατηγορήση για μια τέτοιαν εκλογή.
+
+ — Δεν έχω σκοπό βέβαια ναρνηθώ τις χάρες και τα θέλγητρα της
+νέας, αλλά σας βεβαιώνω, κυρία μου, εάν . . .
+
+ — Και όμως, είσθε νομίζω ο μόνος εδώ, ο οποίος αρνείσθε το
+γεγονός.
+
+ — Είναι λυπηρόν, αν το πιστεύη η Κίττη, αλλά θα ελυπούμην πολύ
+περισσότερο, αν μάθαινα πώς το θεωρεί σωστό και η κ. Σορκή. Η ιδία
+έχετε παρατηρήσει τάχα την υποτιθεμένην αυτήν κλίσιν μου;
+
+ — «Ο κόσμος τόχει τούμπανο . . . . »
+
+ — Και ποιος τόχει αυτός ο κόσμος;
+
+ — Όλοι σας βλέπουν. Αλλά απορώ, γιατί τάχα αρνείσθε σαν νάναι
+έγκλημα μία κλίσις τόσο φυσική. Η μις Μέλμον έχει όλες τις χάρες
+και χαρακτήρα φαιδρό σαν το δικό σας.
+
+ — Αχ ναι αυτό είναι που με κατηγορούν όλοι· φαιδρός μέχρις
+ελαφρότητος. Έχω μέσ' στην ψυχή, πιστέψετέ με, κυρία κάθε τι που
+χρειάζεται διά να είμαι σοβαρός, όταν θελήσω.
+
+Ιδού η ψυχολογική αιτία, που ήταν επικίνδυνη στη Μαλβίνα, χωρίς
+αυτή να το καταλάβη: Όταν μία γυναίκα έχει τέτοια μιαν επίδραση
+εις ένα χαρακτήρα ελαφρόν και φιλοπαίγμονα, ώστε να κατορθώση να
+τον μεταβάλη και να τον καταστήση σοβαρόν και ευσταθή, η γυναίκα
+εκείνη δεν μπορεί να καυχηθή, ότι της είναι αδιάφορος ο άνδρας,
+που υπέστη την τοιαύτην επίδρασίν της.
+
+Το κατάντημα της συνδιαλέξεως εκείνης ήτο, ότι η Μαλβίνα ήρχισε να
+συλλαμβάνεται χωρίς να θέλη, χωρίς καν να το εννοήση εις του
+έρωτος τας μυστικάς πλεκτάνας. Ήτο σύννους το υπόλοιπον της
+εσπέρας. Ακόμη περισσότερον την άλλην ημέραν.
+
+Η ανάμνησις της μις Χέριντεν, που την επροφύλαττε, άρχισε να
+υποχωρή. Η φύσις εξασκεί τα δικαιώματά της τα απαράγραπτα. Το αίμα
+της φέρεται βιαιότερα προς την καρδίαν, έν και μόνον πρόσωπον
+κατέχει τώρα ολόκληρον την ύπαρξίν της. Ωστόσο δεν υποψιάζεται
+ακόμη το πάθος της. Όταν το εννοήση, δεν θα είναι πλέον καιρός να
+το εκριζώση. Ο έρως είναι μάγος, εξασκεί γοητείας και θέλγητρα
+ακαταμάχητα γλυκά για να κυριεύση την ψυχήν. Την αποκοιμίζει και
+την σύρει εις το δίκτυόν του· όταν εκείνη εξυπνήση, είναι πλέον
+από παντού περιτυλιγμένη και παραδίδεται χωρίς αντίστασιν.
+
+Ποιος ημπορούσε να προφυλάξη την νεαράν γυναίκα από τέτοιον
+κίνδυνον; Η πείρα; Αλλά δεν την είχεν αποκτήσει εισέτι. Η φιλία;
+αλλά δεν την είχε πλέον. Η μις Κλαίρη Χέριντεν είχεν αποθάνει ήδη,
+ο δε κ. Πρίορ ήτο άνδρας και φιλία μεταξύ ανδρός και γυναικός εις
+τοιαύτας περιστάσεις ουδέποτε ηυδοκίμησε.
+
+Από τους άνδρας ακόμη λείπει η λεπτή αίσθησις, που προνοεί όσα
+θέλομε να πούμε και μαντεύει όσα δεν τολμούμε να ομολογήσουμε, που
+νουθετεί και δεν εκθέτει.
+
+Έπειτα ο κ. Πρίορ δεν ημπορούσε να συμβιβάση εις την μονοκόμματην
+ψυχήν του, πώς ήτο δυνατόν ναγαπήση η Μαλβίνα τον κ. Έδμον, αφού
+δεν συνεννοούντο αι καρδίαι των.
+
+Και όμως πολλές φορές συμβαίνει, ώστε οι αντίθετοι χαρακτήρες να
+συνδεθούν τόσον σφιχτά, που μόνος ο θάνατος να διασπάση την αγάπην
+των.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
+
+ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΠΟΥ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ
+
+
+
+Πολύ σπάνια συνέβαινε να ευρεθή ο κ. Έδμον μόνος με την Μαλβίναν.
+Αυτή δεν ήταν πλέον αποτραβηγμένη όπως πρωτύτερα. Αλλ' ήταν
+απασχολημένη με της Φανής την αγωγήν.
+
+Όταν κατέβαινεν εις την αίθουσαν, ποτέ δεν έλειπαν από εκεί ούτε η
+κ. Μπιρτών, ούτε η Κίττη.
+
+Αν φυσικά η παρουσία ξένου προσώπου, έστω και αδιαφόρου, στενοχωρή
+τους ερωτευμένους, πολύ περισσότερον βέβαια θα τους στενοχωρούν οι
+ενδιαφερόμενοι εναντίον του έρωτός των.
+
+Η ανήσυχη φιλοτιμία της κ. Μπιρτών, η ζηλιάρικη περιέργεια της μις
+Κίττης κατεσκόπευαν κάθε κίνημα του κ. Έδμον και παρεξηγούσαν με
+χαιρεκακίαν κάθε αθώα εκδήλωση της καλής Μαλβίνας.
+
+Άν ποτε εκάθητο κοντά εις τον κ. Έδμον κατά τύχην, κακόβουλον
+βλέμμα της κ. Μπιρτών την έκαμνε να κοκκινίζη. Αν ο κ. Έδμον
+έδραττε την ευκαιρίαν να της πη κάτι, η μις Κίττη έχωνε ανάμεσά
+των την κεφαλήν της και υπέκλεπτε την απάντησιν.
+
+Ωστόσο η Μαλβίνα, χωρίς να το εννοή, όχι μόνον δεν απέφευγε πλέον
+τον κ. Έδμον, αλλά επεδίωκε μάλιστα να ευρίσκεται μόνη με αυτόν,
+πότε καταβαίνουσα ενωρύτερα, πότε αποχωρούσα αργότερα. Και ναι μεν
+τα ίδια του έλεγε και όταν ήσαν μόνοι, οποία και όταν
+παρευρίσκοντο και άλλοι, αλλά δεν του τα έλεγε βέβαια με τον ίδιον
+τρόπον.
+
+Όταν η γυναίκα είναι μονάχη με τον αγαπημένον της, αλλάζει
+έκφρασιν χωρίς να το υποψιάζεται καν. Μένα μονάχο βλέμμα της
+κάμνει να γίνη καταληπτός ο στοχασμός της, πράγμα που το αποφεύγει
+επιμελώς, όταν είναι και άλλοι παρόντες.
+
+Αλλά ο κ. Έδμον δεν ημπορούσε να υποφέρη τον μοχθηρόν έλεγχον της
+κ. Μπιρτών, ούτε την οχληράν τυραννίαν της μις Κίττης.
+
+Μη ων συνηθισμένος να νικά τον εαυτόν του, και ακόμη ολιγώτερον να
+κρύπτη την κλίσιν του προς την γυναίκα που του ήρεσκε, απεφάσισε
+ναπομακρύνη τον ευκολώτερον εχθρόν. Έπρεπε λοιπόν να λείψη η
+Κίττη, απέναντι της οποίας ήτο και κάπως υπεύθυνος.
+
+Ο προς την Κίττη προσποιητός έρως δεν εφόβισε την παμπόνηρη κ.
+Μπιρτών, εκείνη ήξαιρε ποίαν έπρεπε να φοβήται. Τότε αυτός
+μετεχειρίσθη άλλο τέχνασμα διά να φέρη τας δύο εις διάστασιν.
+Υπέβαλλεν εις την μεταιόφρονα δεσποινίδα ιδέας υψηλοφροσύνης και
+ανεξαρτησίας, τας οποίας αυτή προσεπάθει να επιδεικνύει κυνικώς
+προ της κ. Μπιρτών. Ελπίζουσα ότι θα γίνη κυρία Σέυμουρ και ότι
+δεν έχει πλέον την ανάγκην της προστάτιδός της, έπαυσε το λοιπόν
+να κολακεύη την φιλαυτίαν της, καταφρονούσε υπερήφανα την εξουσίαν
+της, και την επροκαλούσε τρόπον τινά.
+
+Η κ. Μπιρτών ησθάνθη την ανάγκην προς ησυχίαν της να ταπεινώση την
+Κίττην· όχι πως εφοβείτο μήπως την πάρη γυναίκα του ο ανεψιός της,
+αλλά δεν ημπορούσε να χωνέψη το προπετές ύφος της, που ανέπτυξε
+τελευταία από την ελπίδα πώς θα πάρη τον κ. Έδμον σύζυγόν της.
+
+Ηύρε λοιπόν ευθύς ένα άνδρα δυνάμει κάποιας προίκας που της έδιδε,
+και εφώναξεν, ιδιαιτέρως από την κόρην, την μητέρα της εμπρός εις
+τον κ. Έδμον μάλιστα. Της ωμίλησε παστρικά και ξάστερα, ή να πείση
+την Κίττη να δεχθή αμέσως τον προτεινόμενον γάμον, ή να φύγη
+αμέσως με την κόρην της και να μην τις ξαναϊδή πλέον.
+
+Ο κ. Έδμον, που δεν ήλπιζε να καρποφορήση τόσο γρήγορα το τέχνασμά
+του, εξεπλάγη και έκρυψε τα πρόσωπο με τα χέρια του υποκρινόμενος
+ότι λυπείται για να κρύψη τη χαρά του.
+
+Η κ. Μέλμορ, που άκουε τα λόγια της κόρης της και επίστευε ότι
+μετ' ολίγον θα εγίνετο η ευτυχής πενθερά του σερ Έδμον Σέυμορ,
+έμεινε ξερή και άλαλη. Απορούσε δε περισσότερον, διατί ο κ. Έδμον
+δεν διεμαρτύρετο. Το μικρό μυαλό της εστάθη ολότελα και εδέθη η
+γλώσσα της από φόβον μήπως εκδιωχθή εκ του πύργου.
+
+Η κ. Μπιρτών, η οποία ποτέ δεν την είδε απειθούσαν εις τα λεγόμενά
+της, βλέπουσα τον δισταγμόν της ήδη, επανέλαβεν εντονώτερον την
+προσταγήν της.
+
+ — Ενόμιζα . . . ενόμιζα, κυρία . . . . υπέθετα, κυρία . . . .
+εφανταζόμην ότι . . . . ότι ο κ. Έδμον. . . .
+
+ — Ότι η άμυαλη η κόρη σας συνέλαβε τοιαύτην ελπίδα, δυσκολεύομαι
+να το εννοήσω ακόμη και τώρα, που μου το λέτε. Αλλά βλέπω ότι και
+σεις είσθε μέτοχος της μωρίας και αισθάνομαι φρίκην.
+
+Τότε η κ. Μέλμορ εστράφη προς τον κ. Έδμον και εξέσπασεν εναντίον
+του.
+
+ — Διατί λοιπόν ελέγατε εις την κόρην μου ότι θα την πάρετε; Διατί
+την επαίρνατε εις τον κοιτώνα σας;
+
+Ο Έδμον εθορυβήθη βλέπων ότι η κ. Μέλμορ ήξαιρε τα διατρέξαντα. Η
+κ. Μπιρτών είχε πάρει φόρα.
+
+ — Ώστε έτσι; η κόρη σας περιύβριζε τα σπίτι μου παραδιδομένη εις
+παρανόμους έρωτας! . .
+
+ — Όχι! η κόρη μου είναι άμεμπτος. Σε κανέναν δεν παρεδόθη. Αλλά
+διατί ο κ. Έδμον την επροσκαλούσε στην κάμαρά του και της μιλούσε
+διά γαμηλίους προπαρασκευάς, χωρίς να έχη την άδειαν της θείας
+του; Η κ. Μπιρτών εξεμάνη.
+
+ — Ομολογείς ότι η κόρη σου είχε την αφροσύνην να συχνάζη εις του
+κ. Έδμον τον κοιτώνα και αμφιβάλλεις ακόμη πως είναι χαμένο
+πρόβατο, ατιμασμένη και ανάξια να μένη στο εξής σπίτι μου!
+
+ — Ω Θεέ μου! Με κάνετε να τρέμω, κυρία, αλλά αν κάθε γυναίκα που
+μένει μόνη με άντρα θεωρείται ατιμασμένη, τότε τι να πούμε για την
+κ. Σορκή;
+
+Ο κ. Έδμον εταράχθη σύσσωμος. Ταυτιά του εσφύριξαν και ησθάνθη την
+καρδιά του να χτυπά δυνατότερα. Δεν ωμίλησε όμως. Αλλά η κ.
+Μπιρτών;
+
+ — Για όνομα Θεού, εφώναξε, εξηγηθείτε περί τίνος πρόκειται; Αυτή
+η σεμνή, αυτή η σοβαρή! Η κ. Μέλμορ εθορυβήθη.
+
+ — Δεν λέγω βέβαια ότι γνωρίζω τίποτε. Αλλά ο κ. Πρίορ κάθε πρωί
+εμβαίνει στο σπίτι της και μένει εκεί δύο ώρες το λιγώτερο.
+Τάχουνε πολύ καλά μαζί και . . .
+
+ — Αφού έχουν εμένα εδώ πρότυπον, δεν περιστέλλουν λοιπόν την
+αναίδειαν! εφώναξε φρενιασμένη η κ. Μπιρτών. Δεν έμεινε πλέον
+αρετή εις τον κόσμον!
+
+Ο κ. Έδμον, που πολύ λίγο φρόντιζε για της θείας του την αρετή,
+ερώτησε την κ. Μέλμορ, με ποίαν πρόφασιν ο κ. Πρίορ συχνάζει ατής
+κ. Σορκή;
+
+ — Προφασίζεται, είπεν η κ. Μέλμορ ότι της παραδίδει μάθημα.
+
+ — Τι μάθημα! . . .
+
+ — Κύριος οίδε.
+
+ — Βρώμια λόγια! είπε. Αλλά η καρδιά του εσπαράχθη από ζήλεια.
+Ωστόσο δεν υπέφερε να την βρίζουν ενώπιόν του.
+
+Εν τούτοις η κ. Μπιρτών είπε με απορίαν.
+
+ — Και γιατί τάχα την υπερασπίζεσαι; Βέβαια ο κ. Πρίορ είναι άξιος
+πάσης υπολήψεως, ούτε αυτή ομοιάζει την Κίττη. Αλλ' οπωσδήποτε
+παρέβλεψαν τους τύπους της ευπρεπείας. Έπειτα εστράφη αμέσως προς
+την κ. Μέλμορ.
+
+ — Για την κόρη σου, της είπε, τότε μόνον θα παραβλέψω, όταν μου
+υπακούση αμέσως και χωρίς την ελαχίστην αντίρρησιν. Άλλως πικρά θα
+μετανοήση και ξαίρε το.
+
+Τρέμουσα η κ. Μέλμορ εβεβαίωσε την κ. Μπιρτών ότι η θυγατέρα της
+δεν θα φέρη καμίαν αντίρησιν, αλλά θα υπακούση προθύμως.
+
+Ο κ. Έδμον τότε διά να αποφύγη κάθε παράπονον της Κίττης, που ήτο
+φυσικόν ότι θα του έκαμνε, απεφάσισε ναναχωρήση αμέσως. Και το
+εδήλωσε της θείας του.
+
+Αυτή θέλουσα οπωσδήποτε να τον απομακρύνη, δεν εφρόντισε να
+εξακριβώση την αιτίαν. Απεφασίσθη να φύγη αμέσως την άλλη μέρα.
+
+Απεσύρθη εις τον κοιτώνα του. Ήτο ταραγμένος. Αι σχέσεις της
+Μαλβίνας με τον κ. Πρίορ τον έκαμναν νευρικόν. Ήθελε να μάθη, τι
+είδους σχέσεις ήσαν και ποίαν τέρψιν εύρισκεν η Μαλβίνα εις αυτάς.
+
+Δεν περνούσε βέβαια από τον νουν του να υποψιασθή την διαγωγήν
+της. Όχι. Αλλά και η ελαχίστη κλίσις της προς άλλον, έστω και η
+αθωοτέρα, τον εξαγρίωνε. Του εφαίνετο κλοπή προς αυτόν. Ακόμη και
+της Λαίδης Χέριντεν την μνήμην εζήλευε. Εν τούτοις ήτο ιπποτικός
+και υπερήφανος και δεν κατεδέχετο να διατυπώση παράπονα. Εσπάρασσε
+λοιπόν την ψυχήν του κατά μόνας χωρίς να εκφρασθή εις κανένα.
+Επερίμενε τα ιλαρά βλέμματα της καλής Μαλβίνας να του μεταδώσουν
+την ιλαρότητα εις την καρδίαν του.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
+
+Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ
+
+
+
+Το βράδυ εμαζεύθηκαν όλοι διά το τσάι.
+
+Η κ. Μπιρτών φύσει χαιρέκακος εχαίρετο διά την ταπείνωσιν την
+οποίαν έμελλε να επιβάλη στην Κίττη, αλλά εφοβείτο την Μαλβίναν,
+και εσκέπτετο πώς ναπαλλαγή και απ' αυτήν.
+
+Η κ. Μέλμορ εφοβείτο την οργήν της κ. Μπιρτών και τον εξαγριωμόν
+της θυγατρός της, όταν θα εμάνθανε τα καθέκαστα. Και έμενε σιωπηλή
+υποθέτουσα ότι σκέπτεται να εύρη διέξοδον.
+
+Ο κ. Έδμον δύσθυμος δι' όλα ακουμβούσε επάνω εις την θερμάστραν
+και κρατών εφημερίδα την έβλεπε χωρίς να την διαβάζη . .
+
+Ελυπείτο, διότι άφινε την Μαλβίναν εις τοιαύτην στιγμήν, αμφέβαλλε
+δε ακόμη διά την προς αυτόν αγάπην της.
+
+Η. Μαλβίνα εκάθητο εις την άλλην άκραν του τραπεζιού έδειχνε στη
+Φανή κάτι χαλκογραφίες και τις εξηγούσε με χαμηλή φωνή.
+
+Η Κίττη τις παρατηρούσε οκνηρά πάνου από τον ώμον της Μαλβίνας.
+
+Ο κ. Πρίορ εβημάτιζε μέσα στην αίθουσα.
+
+Όταν πήραν όλοι τα φλιντζάνια στο χέρι, η κ. Μπιρτών ηρώτησε τον
+κ. Έδμον.
+
+ — Τι ώρα φεύγεις αύριον;
+
+ — Αμέσως μετά το πρόγευμα, απήντησεν εκείνος.
+
+ — Και για πού, παρακαλώ; είπεν η Κίττη εξαφνισθείσα.
+
+ — Στο Έδιμπουργκ, για υποθέσεις που επείγουν.
+
+Η Μαλβίνα από την ταραχήν της έχυσε μερικάς σταγόνας τσάι στα
+χεράκια της Φανής, που της έκαψαν τα δάχτυλα.
+
+Ο κ. Έδμον το επρόσεξε.
+
+ — Και θα μείνετε πολύ; ρώτησε πάλι η Κίττη.
+
+ — Ναι πολύ. Θα γίνη ανάγκη ίσως να υπάγω και εις το Λονδίνον.
+
+Η Μαλβίνα χωρίς να θέλη άλλαξε όψιν. Ο Έδμον την επλησίασε για να
+της πάρη το φλιντζάνι· έπιασε το χέρι της και ήτανε ψυχρό. Κάθε
+αμφιβολία πλέον εξαλείφθηκε από το πνεύμα του. Η Μαλβίνα τον
+αγαπούσε. Εκάθησε κοντά της γεμάτος από ευγνωμοσύνην. Εκείνη
+στοχάζεται ότι θα χωρισθούν και μελαγχολά. Ούτε πλέον ερωτά τον
+εαυτόν της το διατί.
+
+Μόνον επήρε στην αγκαλιά της την Φανήν και την έσφιγξε
+ψιθυρίζουσα:
+
+ — Ω κόρη μου, κόρη μου!
+
+Ως να της εζητούσε συγγνώμην, διότι άλλος ήρχετο να λάβη την
+προνομιούχον θέσιν μέσα εις την καρδίαν της.
+
+Ο Έδμον ενόησε το κίνημα και ησθάνθη τον εαυτόν του υπερήφανον ως
+νικητήν.
+
+Το σιωπηλόν αυτό δράμα μια μόνο στιγμή εβάσταξε, αλλά ήτο η στιγμή
+εκείνη, που αποφασίζει των δρώντων προσώπων τας τύχας.
+
+Στιγμή ευτυχίας ή καταστροφής, στιγμή τέλος ζωής ή θανάτου.
+
+Την σιωπή την διέκοψε η Κίττη.
+
+ — Ως το Λονδίνο είπατε; Και ποια ανάγκη σας έκαμε να λάβετε μιαν
+τέτοια απόφαση τόσον απροσδόκητη;
+
+Η κ. Μπιρτών επενέβη.
+
+ — Μήπως σας χρεωστεί λόγον των πράξεών του ο ανεψιός μου,
+δεσποινίς;
+
+ — Φαίνεται να είναι πολύ επείγοντες οι λόγοι που μαναγκάζουν να
+ταξιδεύσω, αφίνων οπίσω μου τόσας ερασμίας αναμνήσεις, αι οποίαι
+βέβαια θα με κάμουν να σπεύσω να τας ξαναεύρω όσο το δυνατόν
+ταχύτερα.
+
+Η κ. Μπιρτών φοβουμένη μήπως η Κίττη ή η Μαλβίνα το πάρουν επάνω
+τους αυτό που είπε, τον διέκοψε.
+
+ — Μη μας συγκινείς περισσότερο με τους λόγους σου. Μας είναι
+αρκετή η συγκίνησις εκ της σκέψεως, ότι δεν θα σε έχωμεν μεταξύ
+μας τις οίδε πόσον; Ας κατευνάσωμεν την λύπην μας με ολίγην
+μουσικήν.
+
+ — Πολύ καλά, πολύ καλά, είπεν εκείνος, ελπίζων εν τω μεταξύ να
+εύρη καιρόν να είπη κατ ιδίαν δυο λέξεις στη Μαλβίνα.
+
+ — Μπας και νομίσατε πως έχω την όρεξη να σας τραγουδήσω; είπε με
+προπέτειαν η Κίττη.
+
+ — Και δεν βλέπω δα τη μεγάλη ανάγκη να μας τραγουδήσετε,
+δεσποινίς! είπε με τον ίδιον τόνον η κ. Μπιρτών.
+
+Η κ. Μέλμορ έγνεψε την κόρην της να μη τεντώνη το σκοινί
+περισσότερον.
+
+ — Φιλτάτη μου θεία, είπεν ο Έδμον, κάμετέ μου τη χάρη να μου
+φέρετε τα νέα γαλλικά τραγούδια, που ελάβατε χθες.
+
+Εκείνη εδίσταζε υποπτευομένη.
+
+ — Θέλω να τα κάμω δώρον εις την λαίδην Σούμεριλ, αν αξίζουν τον
+κόπον, επρόσθεσεν ο Έδμον.
+
+Αυτό έφθανε. Μετ' ολίγον τα τραγούδια ήσαν εκεί.
+
+ — Πάντοτε αυτά τα καταραμένα τα γαλλικά! είπε η Κίττη με θυμό.
+
+ — Δε βαριέσαι, Κίττη, της είπε με γλύκα ο Έδμον ιδιαιτέρως. Τι
+σκοτίζεσαι γι' αυτά και για τάλλα. Δεν μπορείς να με περιμένης εδώ
+έως που να τους πουλήσω όλους και να επιστρέψω κοντά σου;
+
+Η Κίττη ιλαρύνθη και εκάθησε ήσυχη, δηλώσασα ότι δεν είχε όρεξιν
+να το κουνίση απ' εκεί. Και η μητέρα της εδήλωσε ότι θα κάμη
+συντροφιά της κόρης της, διότι εβαρύνετο την μουσικήν.
+
+Ο Έδμον πλήρης χαράς ότι επέτυχε το στρατήγημά του, επρόσφερε τον
+βραχίονά του προς την Μαλβίναν.
+
+Εκείνη από την συγκίνησίν της δεν ετόλμησε ναντισταθή και αυτός
+την ωδήγησε θέλοντας και μη εις την αίθουσαν της μουσικής.
+
+Τότε η Φανή άρχισε να κλαίη. Η δε Μαλβίνα θα ηναγκάζετο να στερήση
+τον Έδμον από την ευκαιρίαν που ζητούσε, ότε ως από μηχανής θεός
+παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ.
+
+ — Α, κ. Πρίορ, καταπραΰνατε το κοριτσάκι αυτό που σας αγαπά ως
+πατέρα. Περιποιηθήτε το ως να είσθε πράγματι.
+
+Ο κ. Πρίορ εκολακεύθη από το φιλοφρόνημα αυτό, γενόμενον τόσον
+γενναιοφρόνως ενώπιον της Μαλβίνας και γνωρίζων ότι μαυτόν τον
+τρόπον γίνεται προσφιλής προς αυτήν, επήγε και πήρε την Φανή στην
+αγκαλιά του και την έφερε στον κοιτώνα της.
+
+Έτσι ο Έδμων κατώρθωσε τέλος να μείνη μόνος με την Μαλβίναν και
+την παρεκάλεσε να καθίση εμπρός στο πιάνο.
+
+Εκείνη υπήκουσε ως άψυχη μηχανή και αυτός άνοιξε την Όπερα
+«Armida» προς το τέλος και άρχισε να τραγουδή με περιπάθεια το
+
+ — «Φεύγω, Αρμίδα, έχε υγεία».
+
+Αυτό αύξησε την ταραχή της Μαλβίνας, γιατί ήταν τόσο ταιριαστό με
+την περίσταση και δε βάσταξε πια τα δάκρυά της.
+
+Ο Έδμον γεμάτος χαρά ανυπόκριτη κόλλησε τα χείλια του στα χέρι της
+και φώναξε με ζέση:
+
+ — Αν απ' αλήθεια η αναχώρησίς μου δεν σας είναι όλως διόλου
+αδιάφορο πράγμα, πρέπει να κρίνετε πόσο πικρό είναι σ' εμένα
+ναπομακρυνθώ από σας πριν να τολμήσω μηδέ τι μου εμπνέεται να σας
+εκφράσω, μηδέ τι αισθάνεσθε να σας ερωτήσω. Σ' εμένα που σας αφίνω
+να περιστοιχίζεσθε από τόσες κακές προλήψεις για τον χαρακτήρα μου
+. . — Και όμως ο χαρακτήρ μου αυτός είχε ανάγκην μόνον καρδίας
+αξίας των καθαρών φλογών, υπό των οποίων εφλέγετο η ιδική μου και
+δεν ηύρε ως τώρα τοιαύτην. — Σεμένα τέλος που σας αφίνω κοντά σε
+άνδρα ενάρετον και εράσμιον, άξιον δε να σας εκτιμήση και τον
+οποίον . . . μόνον δέχεσθε καθ' εκάστην στο σπίτι σας!
+
+ — Έκαμα λοιπόν άσχημα να τον δέχωμαι: ηρώτησε με ταραχήν η
+Μαλβίνα.
+
+ — Κακόν εσύ δεν έχεις κάμει ποτέ! εμένα όμως μαυτό μπορείς να με
+κάμης να λυπούμαι.
+
+ — Αχ κ εγώ δεν ήθελα να σας κάμω ποτέ να λυπηθήτε, είπε η Μαλβίνα
+παρασυρομένη.
+
+Ο Έδμον κατεγοητεύθη από τη φράση που της ξέφυγε, κιακόμα
+περισσότερο από τον τρόπο που την πρόφερε. Αλλά πριν προφθάση να
+της ανοίξη το θησαυρό της ψυχής του, εμπήκε μέσα στην αίθουσα ο κ.
+Πρίορ.
+
+Η Μαλβίνα πολύ λίγο συνηθισμένη να προσποιήται, ήθελε τα χάσει,
+αλλά ο δεινός εκείνος περί τα τοιαύτα Έδμον άλλαξε αιφνιδίως και
+φυσικώς την ομιλίαν, ούτως ώστε και η ιδία η Μαλβίνα ευρέθη
+ελαφρωμένη και υπό νέαν όλως ψυχολογικήν κατάστασιν, ώστε
+κατώρθωσε ευκόλως να μη προδοθή αμέσως και σκύψασα ησύχως
+εφυλλομετρούσε τα τετράδια της μουσικής προσποιουμένη ότι προσέχει
+εις αυτά.
+
+Όταν όμως ο κ. Πρίορ ήλθε κοντά της, παρετήρησε την ωχρότητα της
+και την ηρώτησε με ενδιαφέρον.
+
+ — Τι έχετε; μου φαίνεσθε χλωμή κάπως· μήπως πάσχετε;
+
+Η Μαλβίνα εκοκκίνησε από εντροπήν. Ενόμιζε ότι όλος ο κόσμος
+εμάντευσε τα αισθήματά της· πως εδιάβαζαν πλέον στο βλέμμα της
+ό,τι εκείνη ανεκάλυπτε συμβαίνον εις την καρδίαν της.
+
+Αλλά κατόπιν απήντησε ότι δεν έχει τίποτε και είναι όπως πάντοτε.
+Εν τω μεταξύ εισήλθε και η κ. Μπιρτών, η δε Μαλβίνα άρχισε το
+τραγούδι. Εν τούτοις τέτοια ήτο η ψυχολογική κατάστασις του
+καθενός, ώστε εις παν άλλο ή εις την μουσικήν είχαν την προσοχήν
+των και τραγουδούντες και ακούοντες.
+
+Η κ. Μπιρτών χωρίς όρεξη τράβηξε εν τω μεταξύ ένα τετράδιον και
+είπε χασμωμένη ότι αυτά είναι συνθέματα γυναικός.
+
+Ο κ. Πρίορ την παρεκάλεσε τότε να τους πη και κανένα από της
+ομοεθνούς ποιητρίας τα τραγούδια.
+
+Η Μαλβίνα ακουσίως προσέβλεψε προς τον Έδμον.
+
+Εκείνος μειδιάσας αυταρέσκως, έβαλε εμπρός της τα τετράδιον. Η
+Μαλβίνα άρχισε να ψάλη με προθυμίαν τώρα:
+
+ _Φεύγεις, καλέ μου; — Εγώ θρηνώ, ότι μόνη
+ μακρυά από σε η καρδιά μου θα ραγίση.
+ Του χωρισμού η στιγμή οϊμέ ζυγώνει,
+ Ποιος ξαίρει για πάντα αν δε μας χωρίση!
+ Μέσα μου τώρα ο πόθος γιγαντώνει
+ για να σου πω πόσο έχω αγαπήσει
+ και κλαίω. Ο χρόνος που όλα τα ησκιώνει
+ μονάχα τον καημό μου δεν θα σβύση.
+ Στάσου στερνή φορά να σ' αντικρύσω
+ και δέξου απ' την ψυχή μου μνήμης δώρα
+ τα τραγούδια του πόνου που με δέρνει.
+ Μην τα ξεχνάς. Κιόταν ξανάρθης πίσω,
+ Όσες πίκρες με φαρμακώνουν τώρα
+ διπλές χαρές η όψη σου θα μου φέρνη._
+
+Τόσο δυνατά οι στίχοι αυτοί εκλόνισαν την ψυχήν της, ώστε η φωνή
+της έτρεμε.
+
+ — Ας παύσωμεν, της είπεν η κ. Μπιρτών, δεν είσθε τόσον καλά
+σήμερα. Ποτέ δεν ετραγουδίσατε τόσο άσχημα.
+
+Ωστόσο ο Έδμον την είδε με μίαν ιλαρότητα, που την έκαμε να
+ησυχάση.
+
+Έπειτα επλησίασε και προσποιούμενος ότι μουρμουρίζει τα προ αυτής
+τραγούδια της είπε:
+
+ — Για μένα ο ήχος της φωνής σου είναι η χαρά του ουρανού. Ευτυχής
+ο θνητός τον οποίον θα προτιμήσης! Μαφίνης να φύγω χωρίς ελπίδα
+. . . ένα βλέμμα σου, μια λέξις σου μπορούν να με υψώσουν στους
+ουρανούς!
+
+Η Μαλβίνα χαμήλωσε τα μάτια και δεν είπε λέξη.
+
+Μα υπάρχουν περιστάσεις που η σιωπή λέγει περισσότερα από τα
+λόγια.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.
+
+ΤΑPAXΑΙ
+
+
+
+Αφού σηκώθηκαν όλοι να παν στην αίθουσαν, η Μαλβίνα μη ημπορούσα
+να ανθέξη εις τας συγκινήσεις, εζήτησε από την εξαδέλφη της την
+άδεια ν' αποσυρθή και την έλαβεν αμέσως.
+
+Ο Έδμον όμως διεμαρτυρήθη.
+
+ — Πώς, κυρία, της είπε, μας αφίνετε τόσο γρήγορα! Τουλάχιστο δεν
+θα σας ιδώ αύριο πριν φύγω. Αν δεν έχετε διάθεσιν να καταβήτε στο
+πρόγευμα, δεν θα με συγχωρήσετε τουλάχιστον να έλθω να σας
+αποχαιρετήσω στο σπίτι σας;
+
+Η Μαλβίνα ταραγμένη του είπε να μην κάμη τον κόπο, γιατί εκείνη
+εξάπαντος θα καταβή. Και ανέβηκε στον κοιτώνα της.
+
+Άρχισε να περιπατή με μεγάλα βήματα. Δεν το πιστεύει ακόμη, και
+φοβείται εν τούτοις να το σκεφθή.
+
+ — Παύει η ευτυχία μου, παύει η ειρήνη της ψυχής μου. Έχασα την
+ηρεμία του πνεύματος. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου μου . . .
+Έχει λοιπόν τόση δύναμη απάνω του αυτός ο άνθρωπος! Γιατί τάχα
+έχει συγκλονιστεί τόσο η ύπαρξίς μου; Μήπως είμαι ερωτευμένη μαζί
+του; . . . Μπα; μα εγώ δεν τον βλέπω με καμιά ευχαρίστηση. Το
+εναντίο μάλιστα θέλω να τον αποφύγω . . . Ναι ας φύγη λοιπόν να
+εύρω την ησυχία μου!
+
+ — Μαμά! εφώναξε χαϊδευτικά η Φανή από το κρεβατάκι της.
+
+Η Μαλβίνα έτρεξε αμέσως και ρίχτηκε απάνω στο κοριτσάκι με στοργή.
+
+ — Ναι, παιδί μου, η μαμά σου είμ' εγώ. Και κανείς δε θα με χωρίση
+από σένα, το έχω ορκισθή ήδη. Εκείνος . . φεύγει πια . . .
+
+Και προσπαθεί να μη τον θυμηθή πλέον. Κατακλίνεται και
+αποκοιμάται, διότι η ψυχική αγωνία είχε καταβάλει τον οργανισμόν
+της.
+
+Την άλλη μέρα η Μαλβίνα παραβαίνει τον λόγο της και δεν
+κατεβαίνει. Έτσι η δυστυχής ενόμισε ότι απαλλάσσεται από το
+συναίσθημα, που άρχισε να αναπτύσσεται μέσα στην ψυχή της.
+
+Είπε να ειδοποιήσουν κάτω ότι είναι αδιάθετη. Ο Έδμον επληγώθη
+καιρίως από την είδησιν. Και προσπαθούσε ναναβάλη όσο ηδύνατο πιο
+βραδύτερον την ώρα της αναχωρήσεως με την ελπίδα να την ιδή να
+προβάλη από κάπου. Αλλά εκείνη δεν εφάνη.
+
+Ο Έδμον κατάλαβε ότι πρόκειται περί γυναικείου πείσματος. Φεύγων
+λοιπόν, ούτε τους τυπικούς χαιρετισμούς του δεν της έστειλε, αν
+και αυτό το έκαμε με πολλήν συντριβήν της καρδίας του.
+
+Εκείνη δε . . ω εκείνη ήτο βεβαία ότι θα ήρχετο να την αποχαιρετήση
+και κάθε στιγμή που άκουε κάποιον θόρυβον έξωθεν, ελαχταρούσε και
+έστρεφε προς την θύραν του δωματίου της. Αλλά . . τίποτε.
+
+Μετ' ολίγον κρότος αμάξης ήχησε εις τα ώτα της . . Αλίμονον της
+εφάνη ως κρότος νεκροφόρου, που επήγαιναν να κηδεύσουν την
+ευτυχίαν της.
+
+ — Εγώ φταίω, είπε. Του ημπόδισα με κάθε τρόπον την άνοδον. Και
+ήρχισε να παραδίδεται εις απελπισίαν θυμοφθόρον.
+
+Αίφνης ακτίς ελπίδος την ανεθάρρυνε. Εσκέφθη ότι ο Έδμον μη
+δυνηθείς να την ιδή, της άφισε κάποια σημειωσούλα. Και την
+επερίμενε με πλήρη βεβαιότητα.
+
+Όταν εμβήκε λοιπόν η Τομκίνα την εκοίταξε με αγωνία. Περίμενε πως
+κάτι θα της δώση.
+
+Η αφελής Τομκίνα βλέπουσα την λαχτάρα της, την ηρώτησε τι
+επιθυμεί.
+
+Ενύχτωσε και κανένα σημείωμα κανείς δεν της έδωσε. Φοβερά αθυμία
+κατέλαβε την ψυχήν της. Προσπαθούσε να δικαιολογήση τον εαυτόν της
+και να κατηγορήση εκείνον. Ω αυτή είχε τόσας αντιξόους
+περιστάσεις, τόσα εμπόδια, την εδέσμευαν υποχρεώσεις· ω αν ήτο
+ελευθέρα σαν εκείνον, βεβαίως θα έσπευδε να τον συναντήση. Αυτός
+όμως χωρίς να έχη κανένα εμπόδιον, έφυγε χωρίς καν να της αφίση
+τους χαιρετισμούς του . . .
+
+Έμεινε όλην την ημέραν κατάκλειστη. Ούτε ο κ. Πρίορ δεν ετόλμησε
+να την ανησυχήση, πράγμα που του εκόστισε πολύ . . . Διατί άρα γε;
+
+Ηύχετο να περάση αμέσως η ημέρα εκείνη και να ξημερώση η επαύριον.
+Μόλις λοιπόν έφεξε εσηκώθη. Επερίμενε ολίγον ακόμη με αγωνίαν,
+ήλθε την ώραν που εκείνη εσυνήθιζε να κατεβαίνη. Αλλά εκείνη δεν
+εφάνη. Σιωπή βαθειά επικράτει γύρο. Ο κ. Πρίορ επέστρεψε δύσθυμος.
+Τέλος εσήμανε μεσημέρι. Ο κ. Πρίορ είδε την Τομκίναν και την
+ηρώτησε τι γίνεται η κυρία της.
+
+ — Αχ, Θεέ μου, από την αυγή την ακούω και περιπατεί στον κοιτώνα
+της. Κοιμάται τόσο λίγο . . αδύνατο να μην αρρωστήση. Δυο νύχτες
+κατά σειρά εμένα με στέλνει ναναπαυθώ, μα αυτή αγρυπνά.
+
+Ο κ. Πρίορ ετράβηξε ίσα στης Μαλβίνας. Καθόταν εκείνη σκυμμένη, το
+μέτωπο στο χέρι της και τον αγκώνα στο γόνατο στηριγμένον. Άμα
+είδε τον κ. Πρίορ, σηκώθηκε. Τα μάτια της ήσαν ξεκομμένα.
+
+ — Πάσχετε, κυρία! της είπε. Μου φαίνεσθε βαριά λυπημένη.
+
+ — Ναι τω όντι είμαι λίγο αδιάθετη και φοβούμαι μην παρεξηγηθώ.
+
+ — Και ποιος μπορεί να σας παρεξηγήση εδώ μέσα; . . το πολύ ο κ.
+Σέυμουρ.
+
+Αυτό δεν ήτο τ ο - π ο λ ύ, ήτο το παν διά την Μαλβίναν. Όμως μη
+θέλουσα να δώση υπονοίας, δεν είπε λέξιν.
+
+ — Χθες βασανίστηκα που δεν σας είδα, είπε ο κ. Πρίορ. Εσείς δεν
+λυπηθήκατε καθόλου που χάσαμε τας ώρας της συναναστροφής μας;
+
+ — Αχ. κ. Πρίορ, είπε η Μαλβίνα. Πρέπει να σας τα πω. Η
+συναναστροφή σας μου είναι πολύτιμη και είδατε πόσο με τέρπει . .
+Αλλά φοβούμαι μήπως μας παρεξηγήσουν εδώ μέσα. Ήδη ήρχισαν να
+φαίνωνται παράξενες οι συχνές συνεντεύξεις μας.
+
+ — Ω Θεέ μου! Και ποιος σας έβαλε αυτήν την ιδέαν;
+
+Η Μαλβίνα ταράχτηκε. Ή έπρεπε να πη ψέματα, ή να ονομάση τον
+Έδμον. Το πρώτο της ήτο αδύνατον, το δεύτερον της εφάνη φοβερόν.
+Αλλά μόλα ταύτα ηναγκάσθη να του πη όλην την αλήθειαν.
+
+Ο κ. Πρίορ ανεφώνησε με ταραχή . .
+
+ — Και με ποιο δικαίωμα ο κ Σέυμουρ κατασκοπεύει τα καμώματα σας;
+Και διατί εσείς θυσιάζετε την φιλίαν μου εις τας παρατηρήσεις ενός
+. . . ξένου;
+
+Ή Μαλβίνα ηγανάκτησεν εσωτερικώς και ηύρε την δύναμιν ναπαντήση.
+
+ — Ό,τι και αν φρονήτε, κ. Πρίορ, διά τον σερ Σέυμουρ, δεν πιστεύω
+να τον θεωρήτε και όλως ανίκανον να κάμη και μίαν καν ορθήν
+παρατήρησιν. Ούτε αμαρτάνει κανείς, νομίζω, όταν ακούη και
+παραδέχεται το ορθόν οποιοσδήποτε και αν του το υπέδειξε.
+
+ — Αλλά τέτοια μια συμβουλή προϋποθέτει οικειότητα. Και σεις ποτέ
+δεν μου είπατε ότι υπήρχε μεταξύ σας τέτοιο πράγμα.
+
+ — Μα και δεν πιστεύω να υπάρχη, είπε στενοχωρημένη η Μαλβίνα.
+
+Η στενοχώρια της αυτή δεν διέφυγε τον κ. Πρίορ. Του ήλθε ως
+επίλαμψις, η οποία τον εφώτισε διά τα συμβαίνοντα.
+
+ — Τι φρικτό φως! ανέκραξε. Α, κ. Μαλβίνα, Λοιπόν δεν το πιστεύετε
+. . . ώστε δεν είσθε βεβαία περί του εναντίου. Δυστυχισμένη μου
+φίλη; οι λύπες σας! οι αγρυπνίες σας! . . Δεν αποκρίνεσθε,
+Μαλβίνα! Κατώρθωσε λοιπόν να περιπλέξη και σας στα δίχτυα του ο
+πολυμήχανος εκείνος! . . . Τώρα κατανοώ την αλλόκοτη, την
+μυστηριώδη του διαγωγήν. Και σας ήθελε να ελκύση, μα και την Κίττη
+να μη χάση. Αφ' ότου άρχισε να σας κάμνη τα γλυκά μάτια, από τότε
+με περισσότερη ζέση προσκολλήθηκε στην Κίττη. Όταν ήσθε σεις
+παρούσα επεδείκνυε προς εσάς προτίμησιν, αλλ' όταν δεν ήσθε,
+παρεδίδετο εις εκείνην φλογισμένος από έρωτα.
+
+Η Μαλβίνα κιτρίνησε και μαργαριτάρια από ίδρωτα εκάλυψαν το μέτωπό
+της.
+
+ — Τι έχετε, κ. Μαλβίνα; ανήσυχος έκραξεν ο κ. Πρίορ και βάζωντάς
+την να καθίση. Έπειτα επρόσθεσε·
+
+Αν ο Έδμον δεν ήτο ανάξιος της καρδίας σας, αν θα ηδύνατο να σας
+κάμη πράγματι ευτυχισμένην, αν τέλος ήτο εις θέσιν να εκτιμήση
+τους θησαυρούς της ψυχής σας, εγώ ο ίδιος ήθελα τον φέρει στα
+πόδια σας, ακόμη και αν επρόκειτο για πάντα να λησμονήσετε . .
+εμένα.
+
+Και το είπε αυτό με τόση πίκρα! . .
+
+Ωστόσο κρότος ηκούσθη εις την θύραν. Ο κ. Πρίορ διεκόπη, και
+παρουσιάσθη ως κεφαλή Μεδούσης η κ. Μπιρτών. Η θέσις εις την
+οποίαν τους ηύρε παν άλλο ήτο παρά εποικοδομητική προς διάλυσιν
+των υποψιών της.
+
+Εστάθη σιωπώσα θεατρικώς, ως να μη εύρισκε λέξεις να παραστήση την
+κατάπληξίν της.
+
+ — Καλά δα μου τα έλεγαν, κεγώ δεν ήθελα να τα πιστεύσω! Τώρα
+πλέον αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήσαν λόγια του κόσμου.
+
+ — Και τι σας είπαν, κυρία; είπεν σοβαρά ο κ. Πρίορ. Τι υποψίαι
+αναβαίνουν στον εγκέφαλον σας;
+
+ — Υποψίαι, λέγει; Και η κατάσταση αυτή που σας βρίσκω μπορεί να
+μου αφίση αμφιβολία για το αντικείμενον που σας απασχολή;
+
+ — Κυρία! είπε με εντονοτέραν φωνήν ο κ. Πρίορ, προσέξατε. Μη
+πλανηθήτε από πάθος ουτιδανόν, που διαστρέφει του νου το κριτήριον
+και τυφλώνει την συνείδησιν, ουδ' επί στιγμήν μη τολμήσετε να
+υποψιασθήτε διά την αγγελικήν αυτήν ψυχήν.
+
+ — Πόθεν τόση τόλμη και τόση οίησις, κ. Πρίορ; και από πότε έχετε
+την άδειαν να με νουθετήτε; Και αντί ναπολογήσθε για τον εαυτό
+σας, αναλαμβάνετε εργολαβικώς την απολογίαν της κυρίας απ' εδώ;
+
+ — Εγώ για μένα δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα, παρά μόνον στον
+ετάζοντα τους νεφρούς και τας καρδίας των ανθρώπων, και στου
+οποίου την υπηρεσίαν είμαι ήδη αφιερωμένος.
+
+ — Εξέλθετε, κύριε! είπεν η κ. Μπιρτών παραλλαγμένη και τρέμουσα
+από θυμόν, αν δεν θέλετε να πιστεύσω, ότι έχετε περισσότερα
+δικαιώματα από μένα, να μένετε εντός αυτού του δωματίου.
+
+Ο κ. Πρίορ επεισμώθη και εδίσταζε να υπακούση.
+
+Τότε η Μαλβίνα με την γαλήνην του έχοντος καθαράν την συνείδησιν
+επροχώρησε και είπε σεμνά:
+
+ — Πηγαίνετε, κ. Πρίορ. Βλέπετε ότι η εξαδέλφη μου επιθυμεί να μας
+αφίσετε μονάχους. Μείνετε ήσυχος. Υπάρχουν επιπλήξεις που καθόλου
+δεν ταράζουν τον επιπληττόμενον.
+
+Ο τρόπος αυτός της Μαλβίνας, ο ανεπιφυλάκτως ειλικρινής και
+αταράχως τολμηρός, έπεισε κατά βάθος την κ. Μπιρτών περί της
+αθωότητός της, η δε επιδεικνυομένη εισέτι αμφιβολία της ήτο πλέον
+προσποιητή.
+
+Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν του κ. Πρίορ και χαίρων διά την
+νίκην, την οποίαν ειρηνικώς κατήγαγεν η φίλη του, εξήλθε από το
+δωμάτιον χωρίς να προφέρη λέξιν.
+
+Η Μαλβίνα τότε παρεκάλεσε με ηρεμίαν την εξαδέλφην της, να της
+δώση μερικάς εξηγήσεις διά την σκηνήν την οποίαν εδημιούργησε προ
+ολίγου ως ώφειλε.
+
+Η κ. Μπιρτών εντράπηκε λίγο και ωσεί αιτολογουμένη είπε·
+
+ — Σας βεβαιώνω, φιλτάτη, ότι δεν παραδέχθηκα τας υποψίας που
+θέλησαν να ρίξουν εις το πνεύμα μου εναντίον σας. Ποτέ δεν μπορώ
+να παραδεχθώ, ότι γυναίκα από την συγγένειά μου περνά ζωήν άταχτη.
+
+Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και με φωνήν ταραγμένην είπε:
+
+ — Δεν πιστεύω δα ο μόνος τίτλος της ευπρεπείας μου ότι πρέπει να
+είναι η προς εσάς συγγένειά μου. Σας επιβάλλεται εν τούτοις να μου
+πήτε αμέσως: ποιες είναι οι υποψίες σας, ώστε να ημπορέσω να τας
+διαλύσω. Και ακόμη έχετε υποχρέωσιν ηθικήν απέναντί μου να μου
+αποκαλύψετε εκείνον που σας έκαμε να τας συλλάβετε, διά να τον
+εξελέγξω.
+
+Ο μεγαλοπρεπής τόνος της Μαλβίνας είχε κάτι το ξεχωριστό, που η κ.
+Μπιρτών δεν μπόρεσε ναντισταθή. Ηναγκάσθη λοιπόν να ομολογήση της
+κ. Μέλμορ τας σπερμολογίας. Και ακόμη νικημένη ολοτελώς από το
+κράτος της αθωότητος της Μαλβίνας, την εβεβαίωσεν, ότι αυτή
+καθόλου δεν τα επίστευσε, αλλά της τα λέγει μόνον, διά να
+προφυλάσσεται από τας παρεξηγήσεις του κακού κόσμου.
+
+ — Δεν εγνώριζα ότι μένουσα κοντά σας, ευρίσκομαι εις το μέσον του
+κόσμου και μάλιστα του κακού. Ούτε ήλπιζα ότι στο σπίτι σας θα
+κριθώ από φαινόμενα εξωτερικά.
+
+ — Σε κανένα μέρος, αγαπητή μου, δεν υπάρχει ασφάλεια από την
+καταλαλιά. Φοβούμαι μάλιστα μήπως τα λόγια της κ. Μέλμορ έχουν
+διαθέσει τον Έδμον εναντίον σας, και ποιος ξαίρει αν δεν του έρθη
+όρεξις να σας περιπαίξη στας ομηγύρεις του Έδιμπουργκ.
+
+ — Τον νομίζετε ικανόν; είπε η Μαλβίνα κοκκινίζουσα.
+
+ — Αν εσείς δεν τον νομίζετε, τότε τον κρίνετε με περισσότερη
+επιείκεια, παρά με όσην εκείνος θα έκρινεν εσάς. Κιακόμη
+συγχωρέστε με να σας πω ότι είναι απλοϊκότης να ζητήτε ναθωώσετε
+άνθρωπον, ο οποίος ετόλμησε να κάμη το σπίτι μου καταγώγιον ανόμων
+ερώτων με κορίτσι, που εγώ το έχω υπό την προστασίαν μου.
+
+ — Ίσως και η κατά της Κίττης κατηγορία να μοιάζη με τη δική μου.
+Ποιος σας την κατηγόρησε;
+
+ — Η μητέρα της . . .
+
+ — Ω! πάλιν η ιδία . . . . και την κόρη της; Αλλ' αν ο κ. Σέυμουρ
+το ήξαιρε, θα την υπερασπίζετο βέβαια.
+
+ — Ωστόσο εγώ την κατηγόρησα εμπρός του, αλλ' εκείνος δεν το
+ηρνήθη.
+
+ — Τουλάχιστο δεν είπε να διορθώση το σφάλμα του! . . . να την
+νυμφευθή!
+
+ — Τι λέτε; Κεγώ πού είμαι; Πιστεύετε ότι θα επιτρέψω νανταμειφθή
+το τιποτένιο αυτό κορίτσι για τις ατασθαλίες του μ' έναν τέτοιον
+γάμον;
+
+ — Κρίμα τα κορίτσι!
+
+ — Πολύ συμπαθήτε τις αμαρτωλές.
+
+ — Το ίδιο έκαμνε και ο Σωτήρ.
+
+ — Αι τότε μάθετε λοιπόν, ότι δεν θα την αφίσω εις την καταισχύνην
+η οποία της αρμόζει, Μετ' ολίγας ημέρας παντρεύεται με άλλον.
+
+ — Κι ο σερ Έδμον το δέχεται;
+
+ — Το εύχεται από καρδιάς για να γλυτώση από κάθε εμπόδιον να
+επιταχύνη τον γάμον του με την λαίδη Σούμεριλ. Γιαυτό πάει δα και
+στο Έδιμπουργκ, όπου σκοπεύω να πάγω κεγώ για να παρευρεθώ στην
+τελετή του γάμου, που θα ανυψώση τον ανεψιόν μου σένα απ' τα πρώτα
+αξιώματα του βασιλείου και θα τον κάμη άξιον των αγαθών που του
+προετοιμάζω.
+
+Η Μαλβίνα ωχρίασε. Αυτό δεν διέφυγε την προσοχήν της κ. Μπιρτών.
+
+ — Σας ενοχλεί βλέπω η ομιλία αυτή, εξαδέλφη, είπε.
+
+ — Καθόλου.
+
+ — Ο κ. Πρίορ μετά τα γεγονότα δεν δύναται πλέον βέβαια να μένη
+στο σπίτι μου. Ούτε θα εναντιωθήτε, πιστεύω, διά την αναχώρησίν
+του.
+
+ — Εγώ, κυρία μου! είπε η Μαλβίνα με ειλικρινή κατάπληξιν, η οποία
+ηυχαρίστησε την κ. Μπιρτών τόσον, ώστε την εφίλησε εις ένδειξιν
+ειλικρινούς συνδιαλλαγής και απεσύρθη.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
+
+Η ΨΎΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΤΩΝ
+
+
+
+Η Μαλβίνα έπεσεν εις συλλογισμούς ζοφερούς. Αγαπούσε τον Έδμον αν
+και δεν το ομολογούσε στον εαυτόν της. Όστις αγαπά ζητεί πάντοτε
+να εξαγνίζη το αγαπώμενον ον. Ο δε Έδμον ήτο από τα πρόσωπα, που
+δεν μπορεί να παρέλθη ενώπιόν των αδιάφορη και η πλέον ενάρετη
+γυναίκα. Ολίγαι γυναίκες βέβαια υπήρξαν επί γης άξιαι να
+παραβληθούν προς την Μαλβίναν. Ωστόσο και αυτή γυναίκα ήταν.
+Εφοβείτο μήπως ο Έδμον δεν την έκρινε όσον ήτο άξια, μήπως την
+συνέχεε με τον όχλον των γυναικών. Υπεκρίθη ενώπιον της ψυχής
+ταραχήν και μετεχειρίσθη φωνήν τρυφεράν καρδίας ερώσης, ενώ αφ'
+ενός κατεγίνετο να δελεάση την Κίττη και αφ' ετέρου ετοιμάζετο να
+νυμφευθή μίαν τρίτην. Όταν μόνον τα λόγια είναι ψεύτικα, ημπορεί
+κανείς να τα εννοήση και περιφρονών τον ψευδόμενον, συγχωρεί αυτόν
+συγχρόνως. Αλλ' όταν τα μάτια, τα τελευταία εκείνα άσυλα της
+αληθείας κατορθώνουν να απατούν, θα πη πως η ψυχή είναι
+διεσταμμένη αθεράπευτα.
+
+Ωστόσο για τον κ. Έδμον η Μαλβίνα δεν επίστευε ότι την
+επεβουλεύθη, άκουε μέσα της μια φωνή που τον εδικαίωνε, και για
+τούτο . . . τον αγαπούσε ακόμα, κιας την άφισε, χωρίς ελπίδα,
+χωρίς μέλλον. Και τότε ύψωνε την ψυχήν της προς την μνήμην της
+φίλης της και ζητούσε απ' αυτήν την εξ ύψους βοήθειαν.
+
+Η Κίττη άκουσε της μητέρας της την πρότασιν με απάθειαν και
+ψυχραιμίαν. Από την εξαφνικήν αναχώρησίν του φίλου της είχε
+καταλάβει αμέσως, ότι από αυτόν δεν της έμενε πλέον καμιά ελπίδα.
+Όταν λοιπόν μέσα στον απελπισμόν της ευρέθη αμέσως ο
+αντικαταστάτης σύζυγος, ήρχισε να προεξοφλή διά της φαντασίας τας
+κοσμικάς απολαύσεις και η χαρά της δι' αυτάς δεν έδωκε τόπον εις
+λύπην διά του κ. Έδμον την στέρησιν. Εσκέφθη ακόμη ότι για να έχη
+περισσότερα μέσα, έπρεπε να έχη την εύνοιαν της κ. Μπιρτόν, και
+αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το επιτύχη αλλέως, παρά μόνον αν
+έκλινε εις όλας τας απαιτήσεις εκείνης.
+
+Εισήλθε λοιπόν εις το δωμάτιον της κ. Μπιρτών προσποιουμένη ψυχής
+συντριβήν με τα μάτια χαμηλωμένα και της λέγει ντροπαλά και
+κόσμια:
+
+ — Η μητέρα μου, κυρία, μου είπε την απόφασή σας για μένα. Είμαι
+πρόθυμη να υπακούσω αμέσως και πιστεύω να με αξιώσετε την
+συγγνώμην σας για την ασύνετη συμπεριφορά μου. Αλλά πιστέψατέ με,
+κ. Μπιρτών, ότι μόνον κουφότητα έδειξα εις την περίστασιν αυτήν
+και τίποτε περισσότερον. Ποτέ δεν ελησμόνησα το καθήκον μου, ώστε
+να γίνω ανάξια της ευνοίας σας, και να προδώσω την αρετήν, της
+οποίας υπόδειγμα περιφανές έχω καθ' εκάστην ενώπιόν μου εσάς.
+
+Η κ. Μπιρτών, η οποία είχεν ήδη καταπραϋνθή από την άμεσον υπακοήν
+της, τώρα εξιλεώθη ολότελα με την κολακείαν της.
+
+Εις ένα μήνα η Κίττη υπανδρεύθη τον κ. Φέμπικ.
+
+Η κ. Μπιρτών απεφάσισε να ταξιδεύση εις Έδιμπουργκ. Έτσι ευσχήμως
+απέπεμψε και τον κ. Πρίορ.
+
+Αν τα πράγματα ήσαν όπως προ έξ μηνών, ο κ. Πρίορ θα ησθάνετο
+ανακούφισιν φεύγων από τον πύργον. Αλλά τώρα άφινεν εκεί την
+Μαλβίνα, πράγμα που του εστοίχιζε πολύ. Όμως εκράτησε τη θέση του
+και τόσο μόνον έμεινε, όσο να μαζεύση τα πράγματά του. Εζήτησε δε
+την άδειαν από την Μαλβίναν ν' αναβή και να την αποχαιρετίση.
+
+Η Μαλβίνα τον εδέχθη χωρίς δισταγμόν. Τον επαρηγόρησε θλιβόμενον
+που την απεχωρίζετο. Εκείνος της εζήτησε την χάριν να του γράφη,
+αυτή του το υπεσχέθη ανεπιφύλαχτα, διά να κάμη ευτυχή ένα θνητόν,
+ο οποίος τόσον της εστάθη παρήγορος και τίποτε δεν της εζητούσε
+περισσότερον από αγνήν φιλίαν.
+
+Ο κ. Φέμπικ ήτο μικρέμπορος του Έδιμπουργκ, ως σαράντα ετών,
+μελαχρινός, κοντός και παχύς, σκυθρωπός μέσα στο δικό του σπίτι,
+και εύθυμος στα σπίτια των άλλων, πτωχός εις ιδέες, πλούσιος εις
+μνημονικό, αστείος χωρίς χάρη, κόλακας εις όλους και φίλος
+κανενός. Νυμφευόμενος την Κίττη, δεν εξέτασε τίποτε άλλο σχετικό
+με τη γυναίκα του, ούτε αν θα ζήση ευτυχής μαζί της. Κοίταξε μόνον
+ότι η κ. Μπιρτών ήταν φίλαυτη, πλούσια και άτεκνη. Επομένως με τον
+γάμον αυτόν θα οικειώνετο μαζί της και καθώς εύκολα εκείνη
+εκολακεύετο, ημπορούσε αυτός να έχη αναρίθμητες ωφέλειες. Διότι
+συνησθάνετο εαυτόν ότι ήτο ικανός να ωφεληθή από τον τοιούτον της
+κ. Μπιρτόν χαρακτήρα.
+
+Στα νιάτα της η κ. Μπιρτών είχε αυλήν ευφυών επαινετών, αλλά με
+της ηλικίας και της καλλονής την πάροδον ένας ένας επέταξαν, σαν
+τα χελιδόνια το φθινόπωρον, για άλλες ανθηρότερες καλλονές. Αυτή
+όμως είχε συνηθίσει νακούη επαίνους και προτιμούσε να μυρίζεται
+έστω και παχυλόν θυμίαμα τυχαίου ανδρός, παρά να στερήται ολότελα
+αυτήν την ευχαρίστησιν.
+
+Έτσι λοιπόν ο κ. Φέμπικ επιτηδευόμενος ότι θεωρεί την γυναίκα του
+νήπιο, την πενθερά του έπιπλο, τη Μαλβίνα αεροβατούσα και μόνην
+άξια υπολήψεως την κ. Μπιρτών, ηυτύχησε να γίνη επιστήθιος φίλος
+της.
+
+Αποπέμπουσα από τον πύργο τον κ. Πρίορ έτσι απότομα, το έκαμε όχι
+μόνον από ζήλεια, γιατί εκείνος επροτιμούσε επιφύλαχτα την
+Μαλβίναν, αλλά και από σατανικόν προϋπολογισμόν να κακοφημίση την
+Μαλβίναν, ώστε ο κ. Έδμον και αν ακόμη ίδιος δεν επίστευσεν εις
+τας κακοβούλους διαβάσεις, δεν θα ετόλμα όμως να δώση το όνομά του
+εις μίαν κακοφημισμένην γυναίκα.
+
+Διέδοσε λοιπόν με τρόπον ότι αιτία της τοιαύτης αιφνηδίας
+αποπομπής ήτον η ασύγγνωστος οικειότης με την Μαλβίναν, και ότι
+ήτο μυστήριον μέχρι τίνος σημείου σχέσεων προέβησαν.
+
+Τας τοιαύτας δε καταλαλιάς ενεπιστεύετο ως μυστηριώδεις
+ανακαλύψεις της προς δύο γύναια, την γνωστήν κ. Μέλμορ και την
+θαλαμηπόλον της Τάπαν, έτσι δε επανελαμβάνετο εμπιστευτικώς από
+αυτάς εις άλλας ομοίας των σκοτεινή κορκουσουριά κατά της
+υπολήψεως της αμέμπτου εκείνης νέας γυναικός.
+
+Διά να πάνε γρηγορώτερα και σταυτιά του κ. Σέυμουρ προαπέστειλε
+στο Έδιμπουργκ την Τάπα και την κ. Μέλμορ τάχα διά να ετοιμάσουν
+κατάλυμα, αφού τας καθωδήγησε πώς να τα εκθέσουν στον κ. Έδμον.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
+
+ΝΕΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ
+
+
+
+Κατά τας αρχάς Απριλίου η Μαλβίνα μετέβαινε λοιπόν ως ακόλουθος
+της κ. Μπιρτών εις πόλιν που δεν της ενδιέφερε, με ανθρώπους που
+δεν τους αγαπούσε, για να ξαναδή εκείνον που τον εφοβείτο. Και
+όμως γιαυτόν και μόνον πήγαινε.
+
+Κανείς δεν την εβίασε να κάμη το ταξίδι εκείνο. Εν τούτοις αυτή
+αιτιολογούσε τον εαυτόν της ότι πάγει να λάβη εμπειρικάς
+αποδείξεις, ότι εκείνος δεν της αξίζει. Διότι εκεί θα είχε όλα τα
+μέσα να δείξη τις ερωτοτροπίες του πρόθυμα σε κάθε γυναίκα, ενώ
+συγχρόνως θα ιδή με τα μάτια της τον γάμον του με τη λαίδη
+Σούμεριλ, κέτσι δεν θα έχη πια να φοβηθή τίποτε από αυτόν τον
+κύριον.
+
+Όταν η καρδιά ζητή πρόφαση για να γελάση τον εαυτό της, η φαντασία
+είνε πρόθυμη να της εύρη μίαν, που να είναι μάλιστα πολύ
+ομοιαλήθης.
+
+Έτσι η Μαλβίνα με καλήν συνείδησιν και με κρυφήν λαχτάραν
+απεφάσισε να ακολουθήση την εξαδέλφην της.
+
+Την τρίτην ημέραν της οδοιπορίας η κ. Μπιρτών προείπε εις τους
+συνταξιδιώτας της, ότι το βράδι μελετά να καταλύση στον πύργο της
+κ. Κλάρας, που ευρίσκετο επάνω στον δρόμον τους.
+
+ — Εγνώρισα, είπεν, άλλοτε την περί ης ο λόγος κυρίαν στο
+Έδιμπουργ. Ήταν νιόνυφη. Ο άντρας της αξιόλογος. Η εμφάνισίς της
+εις τας συναθροίσεις των σαλονιών έκαμνεν εντύπωση. Ωστόσο χήρεψε
+νωρίς και ήρθε να μείνη στην εξοχή με τον πατέρα της,
+αποτραβηγμένη από τον κόσμο. Εν τούτοις λέγουν πώς το κάνει για
+επίδειξη. Και θάχουν δίκιο, γιατί να κεγώ είμαι αποτραβηγμένη,
+επειδή όμως είμαι απλή και ανεπιτήδευτη, κανείς ποτε δεν εστοχάσθη
+να μου προσάψη τέτοια μομφή.
+
+Η Μαλβίνα έμεινε αδιάφορη σόλην αυτή την προκλητική κάπως ομιλία
+της κ. Μπιρτών.
+
+Το βράδυ έφθασαν στον πύργο. Η κ. Κλάρα τας υπεδέχθη με πολλήν
+προσήνειαν.
+
+Ήταν ακόμη νέα απλή στους τρόπους, ζωηρά και ανεπιτήδευτη στην
+ομιλία της. Εντροπαλή εις το εξωτερικόν της, αλλά και μεγαλόφρων,
+για τούτο δεν μπορούσε να κρύψη την αντιπάθεια της προς την
+επιδεικτικήν κ. Μπιρτών και την ψυχρότητά της προς την ελαφράν κ.
+Φέμπικ.
+
+Ησθάνθη απεναντίας κλίσιν προς την Μαλβίναν και την επεδείκνυε
+ανεπιφύλακτα. Αλλά και της Μαλβίνας η ψυχή ανταποδίδουσα τα ίσα,
+εφάνη λίαν ευδιάθετη να την αγαπήση.
+
+Την άλλη μέρα πρωί πρωί συναντηθήκανε στα σαλόνι. Εφάνησαν
+ευχαριστημένες εξίσου. Επήγαν εις τον κήπον. Περιπατούσαι κάτω από
+δένδρα νεοθαλή, συνωμιλούσαν με τόσην οικειότητα, σα να
+εγνωρίζουντο από καιρό.
+
+Η κ. Κλάρα τόσο πολύ εθέλχθη από την ομιλία της Μαλβίνας, ώστε
+εξέχασεν ότι είχε ξενιζομένους.
+
+Η Μαλβίνα ενθύμισεν εις την νέαν φίλην της, ότι η κ. Μπιρτών θα
+την επερίμενε και θα απορούσε ίσως διά την απουσίαν της.
+
+Επήγαν λοιπόν εις το σπίτι και ηύραν όλους συνηγμένους εις το
+σαλόνι.
+
+Η κ. Κλάρα εζήτησε συγγνώμην.
+
+Η κ. Μπιρτών της είπε πικρόχολα, ότι η κ. Σορκή έκρινε καλόν να
+την πάρη ιδιαιτέρως, για να την απολαύη μόνη της.
+
+ — Αλήθεια, είπε η κ. Κλάρα. Αλλά και πάλιν αυτή εφρόντισε να με
+ανακαλέση εις το προς εσάς καθήκον μου. Τόσον πολύ εθέλχθην από
+την συναναστροφήν της, ώστε προς στιγμήν ελησμόνησα τα χρέη της
+ξενίας, αλλά θα με συγχωρήσετε πιστεύω σεις, αι οποίαι καθ'
+εκάστην απολαύετε τας γοητείας των χαρίτων της.
+
+Ο θερμός αυτός έπαινος δυσηρέστησε την κ. Μπιρτών. Ο κύριος και η
+κυρία Φέμπικ προσέχοντες εκ προμελέτης να φαίνωνται ευάρεστοι
+πάντοτε εις την κ. Μπιρτών την εμιμήθησαν, ώστε η συναναστροφή
+έγινε ψυχρά.
+
+Η κ. Μπιρτών συνηθισμένη νακούη μόνον αυτήν να επαινούν,
+εστενοχωρήθη εις το περιβάλλον εκείνο και απεφάσισε ναναχωρήση την
+επαύριον.
+
+Η κ. Κλάρα ελυπήθη ειλικρινώς διά τούτο, μόνον διότι θα εστερείτο
+την συναναστροφήν της Μαλβίνας, και προσεπάθησε να πείση την κ.
+Μπιρτών ν' αναβάλη επί τινας έτι ημέρας την αναχώρησίν των. Αλλ'
+αυτή επέμενε προφασιζομένη ότι επεθύμει να επιταχύνη τον γάμον της
+λαίδης Σούμεριλ.
+
+ — Α, ο σερ Έδμον Σέυμουρ λοιπόν νυμφεύεται την λαίδη Σούμεριλ;
+ηρώτησε με ενδιαφέρον η κ. Κλάρα, ενώ ζωηρότατον ερύθημα διεχύθη
+εις τα μάγουλά της.
+
+ — Τον γνωρίζετε, κυρία; ηρώτησε έκπληκτη η κ. Μπιρτών.
+
+ — Ναι τους εγνώρισα και τους δυο στο Έδιμπουργκ. Και δεν επίστεψα
+τότε πως ημπορούν να συμφωνήσουν ως σύζυγοι. Κατόπιν . . . αι,
+άλλαξα γνώμην. Και να τώρα, η είδησις που ακούω φαίνεται σύμφωνη
+με την κατοπινήν γνώμην μου.
+
+ — Και γιατί να μη συμφωνήσουν; Και οι δύο είναι νέοι εράσμιοι,
+πλούσιοι και κατάγονται από τας πλέον ευγενείς οικογενείας της
+Σκωτίας, είπε με υπεροψίαν η κ. Μπιρτών.
+
+ — Α, βέβαια. Αυτά είναι στοιχεία υπεραρκετά, διά να αποβή ευτυχές
+έν συνοικέσιον, είπε με ειρωνείαν αδιόρατον η κ. Κλάρα.
+
+ — Εμένα μάλιστα μου φαίνονται ο ένας πλασμένος διά τον άλλον,
+επρόσθεσε με πείσμα η κ. Μπιρτών.
+
+ — Αφού ο κόσμος το ευρίσκει τόσον ευάρμοστον το συνοικέσιον
+τούτο, πώς ημπορεί να μην τα θεωρή οιοσδήποτε έτερος.
+
+Η κ. Μπιρτών ενόησε το δάγκαμα, όπου ο κόσμος υπενόει αυτήν και
+οιοσδήποτε έτερος υπενόει τον ανεψιόν της. (ο οποίος δεν έκρινε
+όπως αυτή το περί ού ο λόγος συνοικέσιον, καθώς γνωρίζομεν). Δεν
+εξηκολούθησε λοιπόν διά να μη δεχθή και άλλα όμοια.
+
+Εις την Μαλβίναν τα λόγια αυτά επροξένησαν κατάπληξιν. Ήθελε να
+ευρεθή ιδιαιτέρως με την κ. Κλάραν και να φέρη με τρόπον την
+συνομιλίαν εις αυτήν την υπόθεσιν· έπειτα πάλιν εσκέφθη: Και τι
+μενδιαφέρουν όλ αυτά; μήπως τάχα δεν τον ξαίρω τι είναι;
+
+Ωστόσο, αν και τα έλεγεν αυτά, δεν έλειψε να καιροφυλακτή, ίσως
+εύρη μονάχην την κ. Κλάραν. Αλλά η αδιάκριτη κ. Φέμπικ δεν τις
+άφισε από κοντά όλη τη μέρα.
+
+Την επιούσαν, μόλις εξημέρωσε, η Μαλβίνα ευρέθηκε στο παράθυρο. Σε
+λίγο κατέβηκε στην αίθουσα, αλλά κανένα δεν ηύρε, εκτός των
+υπηρετών που κατεγίνοντο να ευπρεπίσουν την αίθουσαν.
+
+Επήγε τότε εις τον κήπον και περιπατούσε με προφανή ανυπομονησίαν.
+
+Σε λίγο ήλθε και η κ. Κλάρα.
+
+ — Έμαθα, της είπε, ότι σήμερα σηκωθήκατε πολύ νωρίς. Η λαχτάρα δε
+με την οποίαν είδα τώρα ότι με προϋπαντήσατε καθώς και τα χθεσινά
+βλέμματά σας τα πλήρη προς εμένα πόθου, με κάνουν να υποθέτω ότι
+κάτι σπουδαίο έχετε να μου ανακοινώσετε, ή και να μερωτήσετε. Δεν
+είν' έτσι;
+
+Ψυχρό νερό χύθηκε στη ζέση της Μαλβίνας.
+
+Άμα ερωτούσε τώρα σχετικόν τι με όσα επιθυμούσε να μάθη, θα έδιδεν
+αμέσως υπονοίας, ότι ενδιεφέρετο ιδιαιτέρως διά τον κ. Σέυμουρ,
+πράγμα το οποίον άλλως τε επάθαινε και η ίδια κ. Κλάρα, ως ήτο
+εύκολον να εννοήση αυτή εκ των ήδη διαμειφθέντων χθες.
+
+Έκλεισε λοιπόν την περιέργεια μέσα στην ψυχή της και προσεπάθησε
+να φανή αδιάφορος, αιτιολόγησε δε την συμπεριφοράν της ως
+προερχομένην εκ της συμπαθείας, την οποίαν ησθάνετο ότι διήγειρεν
+εις την ψυχήν της η νέα φίλη της.
+
+Μετ' ολίγον όμως ήλθε κοντά τους η νεαρά κ. Φέμπικ και εξέφρασε
+την μεγάλην επιθυμίαν που είχε, να φθάσουν μίαν ώραν αρχύτερα στο
+Έδιμπουργ.
+
+ — Βέβαια, της είπε, ο γάμος του κ. Σέυμουρ θα αναστατώση κόσμον
+εκεί. Χοροί, θεάματα, εορταί, και σ' όλα αυτά βέβαια εσείς καθόλου
+δεν θα είστε από τα δευτερεύοντα στολίδια. Ποιος τη χάρη σας!
+
+ — Ναι ναι έτσι ελπίζω κεγώ, απεκρίθη με προπέτειαν, και τότε θα
+ευχαριστηθώ, όταν αμαυρώσω τας ωραίας του Έδιμπουργ και μάλιστα
+την απεχθή εκείνην λαίδην Σούμεριλ.
+
+ — Γιατί την εχθρεύεσθε; διότι κατώρθωσε να ελκύση τον σερ Έδμον
+Σέυμουρ;
+
+ — Όχι δα, τέτοια καύχηση δεν θα μπορή να κάνη μπροστά μου. Μάλλον
+τα πλούτη της έλκυσαν τον κ. Έδμον Σέυμουρ.
+
+ — Δεν το πιστεύω, είπε με ζέσιν, την οποίαν ματαίως προσεπάθει να
+κρύψη η Μαλβίνα. Τουλάχιστον ανάμεσα στις κακές συνήθειες που
+προσάπτουν στον κ. Σέυμουρ, ποτέ δεν άκουσα και την φιλοχρηματία.
+Το εναντίον είναι μεγαλόφρων και ελευθέριος όσο δεν γίνεται.
+
+ — Τον γνωρίζετε λοιπόν; ερώτησεν η κ. Κλάρα, χωρίς να μπορέση να
+κρύψη κάποιαν ταραχήν.
+
+ — Αμφιβάλλετε; είπε ειρωνικώς η κ. Φέμπικ. Αλλά καθώς εκείνος μου
+διεβεβαίωσε, δεν ίσχυσαν να τον ελκύσουν σπουδαία οι χάρες της
+κυρίας. Μόνο παίζοντας πάντοτε της έκαμνε τα γλυκά μάτια.
+
+Η κ. Κλάρα έκαμε πώς δεν επρόσεξε της Μαλβίνας την ταραχήν και
+είπε:
+
+ — Εγώ τουλάχιστον είμαι βεβαία ότι ποτέ δεν της μίλησε ελαφρά. Ο
+σερ Έδμον έχει το γνώθι σαυτόν και είναι των αδυνάτων να λάβη
+θάρρος κοντά στην κ. Σορκή. Καταλαβαίνει ότι, και όλων των
+γυναικών του κόσμου εραστής αν γίνη τις, όμως ποτέ δεν θα
+κατορθώση, να γίνη και της κ. Σορκή.
+
+Από κείνη τη στιγμή η Κλάρα έπεσε σε συλλογή. Έβλεπε με πόνο ψυχής
+την Μαλβίνα. Ήθελε να της πη: Αχ άνοιξε σεμένα την καρδιά σου,
+δυστυχισμένη μου!
+
+Μετά το πρόγευμα ταμάξια ωδηγήθησαν εις την αυλήν. Η κ. Μπιρτών
+έδωκε το σύνθημα της αναχωρήσεως. Όλοι άρχισαν να ετοιμάζωνται.
+
+Η κ. Κλάρα ηύρε μια στιγμή καιρό. Επλησίασε τη Μαλβίνα. την
+αγκάλιασε και της είπε:
+
+ — Πολύ πικραίνομαι, που δεν ηύρα καιρό να σας ομιλήσω. Αχ και να
+ήταν δυνατόν να μένατε εδώ μαζί μου. Θα επροφυλάττεσθε από
+κινδύνους, που δεν τους προβλέπετε ίσως.
+
+Η Μαλβίνα εννόησε ότι η νέα φίλη εμάντευσε το πάθος της.
+
+ — Ευχαριστώ, αγαπητή μου, είπε. Αλλά τώρα αίφνης να το αποφασίσω,
+θα φανή καταπληκτικόν . .
+
+ — Αν το φέρη τουλάχιστον η περίστασις ναναχωρήσετε πριν από την
+κ. Μπιρτών από το Έδιμπουργκ, μη με λησμονήσετε· ελάτε να την
+περιμένετε εδώ σεμένα.
+
+Η Μαλβίνα το υπεσχέθη ευχαριστούσα ευγνωμόνως. Η δε κ. Κλάρα
+επρόσθεσε:
+
+ — Μην αναφέρετε τίποτε καθόλου για μένα εις τον κ. Έδμον, σας το
+ικετεύω.
+
+Η Μαλβίνα υπεσχέθη και τούτο, αλλά της εφάνησαν πολύ παράξενα όλα
+αυτά. Ενώ δε εδίσταζε, αν πρέπει να ζητήση λεπτομερείας, η κ.
+Μπιρτών έσπευσε να τραβήξη από το χέρι την κ. Κλάραν, διά να της
+αφίση υγείαν, εις δε την Μαλβίναν είπεν ότι άργησαν εξ αιτίας της.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
+
+ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
+
+
+
+Εκείνο το βράδι αργά έφθασαν στο Έδιμπουργκ.
+
+Την άλλη μέρα τα πρωί η κ. Μπιρτών εβγήκε δι' υποθέσεις της.
+Επίσης εβγήκε και η Κίττη για να ψωνίση.
+
+Η Μαλβίνα λοιπόν έμεινε μόνη. Καμμίαν διάθεσιν δεν είχε να εξέλθη.
+
+Κατέβη εις το κοινόν εντευκτήριον να ζητήση μερικά βιβλία. Εκεί
+έξαφνα ήκουσε την φωνήν του κ. Έδμον που ρωτούσε την Τάπαν πότε
+ήρθαν οι κυρίες της και αν είχαν καιρόν να τας ιδή.
+
+ — Η κυρία μου και η κ. Φέμπικ είναι έξω. Μόνον η κ. Σορκή είν'
+εδώ, θέλετε να . . .
+
+ — Όχι, δεν είν' ανάγκη τώρα, έρχομαι άλλοτε.
+
+Η Μαλβίνα, αν και δεν ήθελε να συναντηθή με τον Έδμον, εν τούτοις
+κατεπικράνθη, όταν άκουσε ότι δεν θέλει να την ιδή, ενώ ήταν μόνη
+και τόσο κοντά του. Ντράπηκε, γιατί έλπισε σέναν άστατο και
+γέμισαν τα μάτια της δάκρυα.
+
+ — Αι, κ. Έδμον, είπε με υπερηφάνειαν, να που σεμένα δεν τα
+κατάφερες, γιατί εμένα δεν με δελέασες όπως την Κίττη ή και κάθε
+άλλη. Τώρα λοιπόν χαίρομαι, διότι θα θεραπευθώ.
+
+Μετ' ολίγον εισήλθεν η κ. Μπιρτών ακολουθουμένη από κομψόν τινά
+νέον, υπεροπτικόν κάπως, ο οποίος άμα είδε την Μαλβίναν, έμεινε
+εμβρόντητος. Την προσηγόρευσε μετά σεβασμού και είπε αποτείνων τον
+λόγον εις την κ. Μπιρτών.
+
+ — Η κυρία βέβαια θα είναι η ερασμία συγγενίς σας, η αδελφή μου θα
+χαρή πολύ να την γνωρίση.
+
+ — Θα είναι βέβαια και διά την αξαδέλφην μου ευτύχημα να γνωρίση
+την ερασμίαν αδελφήν σας, υπέλαβεν η κ. Μπιρτών και ητένισε την
+Μαλβίναν περιμένουσα να βεβαιώση τους λόγους της, αλλ' εκείνη
+έμεινεν αδιάφορη. Η κ. Μπιρτόν επρόσθεσε.
+
+ — Η ευγενεία του είναι ο μιλόρδος δουξ Στάνοπ, αδελφός της λαίδης
+Σούμερολ, και το θεωρώ τιμήν μου, ότι μεσολαβώ να σας γνωρίσω.
+
+Η Μαλβίνα έκλινε αξιοπρεπώς την κεφαλήν προς δείγμα ευχαριστήσεως.
+
+ — Ελπίζω ότι η κυρία θα κοσμήση την εορτήν, που ετοιμάζεται εις
+του θείου μου, είπεν ο λόρδος, κεπειδή προβλέπω ότι θα γεννηθή
+άμιλλα, ποιος να πρωτοχορέψη μαζί της, την αγκαζάρω από τώρα και
+την παρακαλώ να δεχθή το αγκαζέ μου, ώστε να γίνω επίφθονος εκείνη
+τη μέρα και να μην είναι άλλος σαν εμένα.
+
+ — Σας ζητώ συγγνώμη, μιλόρδε. Μελετώ να μην παρευρεθώ σε καμιά
+εορτή. Σας ευχαριστώ εν τούτοις για την ευγενή σας προτίμησιν.
+
+Έπειτα αμέσως απεχαιρέτισε και εβγήκε.
+
+ — Πόσο είναι παράξενη αυτή η γυναίκα! εφώναξε η κ. Μπιρτών.
+
+ — Παράξενη ίσως, είπε ο λόρδος, μα θαυμασίως χαριτωμένη. Δι'
+όνομα του Θεού πρέπει να την καταφέρετε χωρίς άλλο νάρθη στου
+θείου μου . . . Να μη σώσω, αν καμία άλλη γυναίκα ως τώρα μου έχει
+κάνει τέτοιαν εντύπωσι — κέχω δα γνωρίσει του κόσμου τις γυναίκες.
+
+ — Πολύ τιμάτε την εξαδέρφη μου. Είναι όμως καθώς βλέπετε
+αγριογυναίκα.
+
+ — Τόσο το καλύτερο, την διέκοψε ο λόρδος γελών, τίποτε δεν
+υπάρχει πιο θελκτικό από τα άγρια αυτά κάλλη, όταν κανείς φθάση να
+τα ημερέψη.
+
+ — Προσέχετε, μιλόρδε, η νέα αυτή δεν είναι από κείνες που
+ξαίρετε. Δεν είναι ευκόλως εξημερώσιμη.
+
+ — Όχι δα!
+
+ — Αυτά που σας λέω.
+
+ — Θα δούμε.
+
+Έπειτα είναι συγγενίς μου και δεν επιτρέπω καμμίαν όχι έντιμον
+απόπειραν.
+
+ — Έννοια σας . . . Εγώ είμαι λεύτερος το ξαίρετε. Ποιος μπορεί να
+μαντεύση το μέλλον; Ίσως είναι γραφτό να διπλοσυμπεθερέψωμε.
+
+ — Μακάρι, είπε με προφανή ευχαρίστησιν η κ. Μπιρτών.
+
+ — Ωστόσο σπεύσατε να την συναντήσετε. Πρέπει να έχη δώσει
+υπόσχεσιν, πριν φύγω από το σπίτι σας.
+
+Η κ Μπιρτών κολακευομένη από την ελπίδα ότι η γενεά της έμελλε να
+λαμπρυνθή περισσότερον, έτρεξε προς την Μαλβίνα.
+
+ — Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρνηθήτε την πρόσκληση. Πρέπει ναρθήτε
+στου λόρδου Στάφφορδ.
+
+Η Μαλβίνα αντεστάθη με όλα της τα δυνατά.
+
+ — Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρθώ.
+
+ — Έχετε λοιπόν οριστική απόφαση να μου χαλάσετε την καρδιά, ως
+φαίνεται. Και συμπλέκουσα τα χέρια εις σχήμα απελπισμού:
+Δυστύχημα! εφώναξε, να μην μπορεί κανείς να πείση μερικούς
+ανθρώπους, για κάτι πράγματα πολύ πολύ χρειαζούμενα . . .
+
+Η Μαλβίνα έμεινε σιωπηλή.
+
+Η κ. Μπιρτών κατέφυγεν εις τας παρακλήσεις. Η Μαλβίνα σκεφθείσα
+ωριμότερον, εστοχάσθη, ότι δεν έπρεπε να εντείνη περισσότερο το
+σχοινί.
+
+Μόνον επειδή η εορτή θα εγίνετο μετά οκτώ ημέρας, εζήτησε να τας
+περάση χωρίς να φανή εις καμίαν συνάθροισιν. Έτσι ήθελε ναποδείξη
+στον σερ Έδμον, ότι καθόλου δα δεν εζητούσε ευκαιρίαν να τον ιδή,
+μια που εκείνος της εφέρθη πρώτος τόσον εφεκτικώς.
+
+Ωστόσο η απομόνωσις εντός των πόλεων δεν ομοιάζει την απομόνωσιν
+της εξοχής. Οι ώρες δεν επερνούσαν γρήγορα. Οι συνηθισμένες της
+ασχολίες έχασαν τα πρώην θέλγητρά των και οι κρότοι, που εγίνοντο
+πέριξ, της έφερναν ακατάπαστον περισπασμόν. Συχνά άκουε του κ.
+Έδμον τα βήματα που έκαμναν την καρδιά της να σκιρτά και χωρίς να
+θέλη. Εν τούτοις απέφευγε με προσοχή μεγάλη να τον συναντήση, αν
+και θα έδιδε τη ζωή της να μάθη, γιατί εκείνος την αποφεύγει,
+κιακόμη να μάθη, αν ρώτησε τουλάχιστον περί αυτής.
+
+Η κ. Μπιρτών και η νεαρά Φέμπικ ποτέ δεν της έκαμαν τον ελάχιστον
+περί αυτού λόγον. Έτσι ενθυμείτο τη συντροφιά του κ. Πρίορ, που
+τόσα πάντοτε της έλεγε για τον Έδμον και τα κατ' αυτόν.
+
+Η εορτή επλησίαζε. Η Μαλβίνα είχε απόφαση σταθερή να μη συναντηθή
+με τον κ. Έδμον. Ωστόσο μια μέρα που ήτο στην αίθουσα κιαυτός,
+αίφνης την επροσκάλεσαν να υπάγη να διαλέξη καπέλλο για την εορτή,
+που τα είχε φέρει μια καπελλού επί τούτο κατά παραγγελίαν της κ.
+Μπιρτών.
+
+Ενώ έμβαινε ολίγον ταραγμένη, διότι θα τον συνήντα, προ της
+εισόδου, βλέπει μια γυναίκα του λαού να κλαυθμυρίζη.
+
+ — Τι τρέχει; την ερωτά με την συνηθισμένη της συμπάθειαν.
+
+Η γυναίκα βλέπουσα έξαφνα ευμένειαν από κει που δεν επερίμενε, την
+επλησίασε και της διηγήθη, ότι ήρθε να παρακαλέση την κ. Μπιρτών
+να μεσιτεύση στον λόρδον Στάνοπ, για να μην την διώξουν από το
+σπίτι που εκάθητο, κτήμα του λόρδου κοντά εις την αγοράν, που αυτή
+εκεί μπορούσε να εργάζεται και να κερδίζη τα της ζωής της. Ωστόσο
+την έδιωξαν όλοι σαν το σκυλί και η κ. Μπιρτών της είπε, πως έχει
+να βοηθήση δικούς της ανθρώπους.
+
+Η Μαλβίνα έχουσα υπ' όψιν τον κ. Έδμον, την ερώτησε.
+
+ — Όλοι εξίσου σε διώξανε;
+
+ — Όχι όλοι ενώ μέβγαζεν έξω ο υπηρέτης, ένας νέος λόρδος — νάχη
+του Θεού την ευχή — μούβαλε τούτα κρυφά στο χέρι μου, (κέδειξε
+χαρτονόμισμα δέκα λιρών) κιακόμα με ρώτησε πού κάθομαι.
+
+Η Μαλβίνα ησθάνθη αμέσως ανακούφισιν.
+
+ — Κεγώ θα μιλήσω του λόρδου Στάνοπ, είπε, μένε ήσυχη.
+
+Η Μουδ — έτσι την έλεγαν τη γραία — έσκυψε να φιλήση της Μαλβίνας
+το χέρι την ώρα ακριβώς που έβγαινε ο κ. Έδμον. Ξυπάσθηκε που την
+συνήντησε έτσι έξαφνα. Ωστόσο την εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής
+και προσπέρασε.
+
+Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη για τον τρόπο του. Η καρδιά της
+σπαράχτηκε· επίτηδες εβγήκε βέβαια, διότι ήταν να έμβη αυτή. Η
+αδιαφορία ήτο προσποιητή λοιπόν. Τι ήθελε τάχα να της δείξη;
+Κατηγορούσε τον εαυτό της, που έστω και μερικές στιγμές τον έκαμε
+να χαρή. Τώρα θα γελούσε βέβαια εκείνος, γιατί τον είχε πιστεύσει,
+και της φέρνεται τώρα έτσι, διά να της βγάλη κάθε ελπίδα, που
+μπορούσε να συλλάβη. Νά λοιπόν και αυτήν την τόσον ακατάδεχτην,
+όπου την κατέκτησε ο πλάνος εκείνος. Και ησθάνετο ψυχικούς πόνους
+νομίζουσα ότι επληγώθη η περηφάνεια της.
+
+ — Από τους συλλογισμούς αυτούς την έβγαλεν ο κ. Φέμπικ, ο οποίος
+έσκυψε έξω κωμικά τα κεφάλι και βλέπων την Μαλβίνα να της φιλή τα
+χέρια η Μουδ έστρεψε και είπε προς τας εντός της αιθούσης.
+
+ — Η κ. Σορκή, κυρίες μου, προτιμά την συναναστροφήν των, λ α δ ι
+κ ώ ν καταγίνεται με την κλαψόγρια εκείνη, κεσείς την περιμένετε
+να διαλέξη καπέλλο!
+
+Η Μαλβίνα εντοσούτω εμβήκε στην αίθουσα.
+
+ — Η εξαδέλφη μου, είπε ειρωνικώς η κ. Μπιρτών, βρίσκει τέρψη με
+την συναναστροφή τέτοιων υποκειμένων.
+
+ — Κυρία μου, είπε η Μαλβίνα, χωρίς να αφαιρώ βέβαια την τέρψη από
+την εκλεκτή σας ομήγυρη.
+
+Ο λόρδος Στάνοπ, που του έκαμε εντύπωση και η ωραία απάντηση και η
+αργυρόηχη φωνή της, επενέβη αμέσως.
+
+ — Πώς; η κ. Σορκή φροντίζει για τα αιτήματα της γραίας Μουδ; Αι
+μα τότε αυτή η γριά δεν μπορούσε νάχη καλύτερο συνήγορο. Και
+σκύπτων έξω της θύρας είπεν εις την γραίαν. Πήγαινε, κερά Μουδ· η
+δουλειά σου είναι τελειωμένη.
+
+Η κ. Φέμπικ ζήλευσε: Ουφ! αυτός ο ανιαρός διάλογος· δεν θα παύση
+λοιπόν! Και της φώναξε:
+
+ — Ελάτε να δήτε τα κομψά αυτά πραματάκια!
+
+Η Μαλβίνα επλησίασε, έπιασε στα χέρια της ένα καπελλίνο το
+παρετήρησε λίγο, έπειτα με την έμφυτη φιλοκαλία, που έχουν εις
+τέτοια πράγματα οι Γαλλίδες, μεταχειριζομένη μερικές καρφίτσες του
+έδωσε ένα τέτοιο σχήμα, τόσο αρμονικό, τόσο χαριτωμένο, ώστε η
+Κίττη το ζήλεψε πάλιν.
+
+ — Αναμφιβόλως, είπε αν φορέσετε αυτό το καπελλίνο, είναι το
+κομψότερο απ' όσα θα φανούν αύριο στην αμαξάδα που θα κάνουμε.
+
+ — Ποια αμαξάδα; ρώτησε αφελώς η Μαλβίνα.
+
+ — Σκοπεύομε να περιέλθωμε αμαξηδόν την προκυμαία, για να δη η κ.
+Φέμπικ τη θάλασσα, και ελπίζω να ταξιωθώ, κυρία μου, να έχω την
+ωραία συντροφιά σας στο δικό μου όχημα, είπε ο λόρδος.
+
+ — Ναι θάμαι κεγώ μαζί σας, επρόφθασε να προσθέση η Μπιρτών, για
+να προλάβη κάθε ενδεχομένην άρνησίν της.
+
+H Μαλβίνα εδέχθη. Ο λόρδος Στάνοπ ήταν στις χαρές του. Η Κίττη
+επλησίασε τη Μαλβίνα να χύση το φαρμάκι της.
+
+ — Ξαίρετε γιατί θα πάτε με τα λόρδο Στάνοπ; γιατί ο κ. Έδμον
+απήτησε να λάβω θέση στο δικό του όχημα, κοντά στη λαίδη Σούμεριλ
+. . φοβούμενος μήπως τη δώσουν σε σας.
+
+ — Πολύ φυσικά, είπε η Μαλβίνα κρατούσα την ψυχραιμίαν της. Για
+πολλούς λόγους η δική σας η συναναστροφή ξαίρουμε πως του είναι
+μάλλον ευάρεστη παρά η δική μου.
+
+Η κ. Φέμπικ δαγκάθηκε.
+
+ — Και ποιοι είν' αυτοί οι λόγοι, κυρία μου; εγώ δεν φροντίζω να
+του αρέσω, νά ποια φροντίζει, είπε παίρνοντας στα χέρια της το
+καπελλίνο, που είχε σιάξει η Μαλβίνα.
+
+Εκείνη εμειδίασε για την ανεπιδέξια φράση της κ. Φέμπικ.
+
+ — Μπα; αυτό ήταν όλο; είπε. Μα αν το προτιμάτε λοιπόν, καλή μου,
+πάρτε το, ή αν θέλετε, δόστε μου να σας φιάξω το δικό σας, όπως
+σας αρέσει.
+
+ — Αχ τι καλή που είστε! είπε τότε με ειλικρίνειαν παιδικήν η
+ελαφρά Κίττη. Με καθυποχρεώνετε.
+
+Η Μαλβίνα χαμογέλασε και πήρε να σιάξη το καπελλίνο.
+
+Ο λόρδος Στάνοπ παρατηρούσε τα επιδέξια κινήματα των χεριών της.
+
+ — Μόνον οι Γαλλίδες δίνουνε χάρη σε ό,τι πιάσουν, είπε.
+
+ — Και μόνον οι Άγγλοι εκπληρώνουν με ακρίβειαν ό,τι υπόσχονται,
+απεκρίθη με γλυκό χαμόγελο η Μαλβίνα.
+
+Ο λόρδος εκατάλαβε τον υπαινιγμόν. Γεμάτος από χαρά έβγαλε αμέσως
+το σημειωματάριόν του, έκοψε ένα φύλλο κέγραψε επάνω:
+
+«Ο Βίγγαμ να υπογράψη αμέσως συμβόλαια με την κερά - Μούδη διά το
+σπίτι μου, που κάθεται ήδη αυτή, και το οποίον της ξανανοικιάζω.
+
+ ΕΡΡΙΚΟΣ, δουξ του Στάνοπ»
+
+ — Σας αρέσει; είπε, προσφέρων το έγγραφον.
+
+ — Δεν πρόκειται για μένα, μιλόρδε, απεκρίθη κοκκινίζουσα.
+
+ — Εγώ μα την πίστη μου μόνο για σας τόγραψα.
+
+ — Μα κάνετε το καλό και αρνείστε ναπολαύσετε την ευχαρίστησή του;
+Με μια σας λέξη ανακαλείτε στη ζωή και στην ευτυχία μια οικογένεια
+και δεν χαίρεστε!
+
+ — Πιστέψατέ με, κυρία, ότι ποτέ δεν έχω καταγίνει με τέτοια
+πράματα εγώ, μα τώρα που μου τα συστήνετε εσείς με τόση χάρη, άμα
+εύρω καιρό, θα προσπαθήσω να . . . αλλά πέσαμε με τα λόγια και
+λησμόνησα πως με περιμένουν στο ιπποδρόμιο. Πώς; Δυο η ώρα και γω
+ακόμα εδώ! ω Θεέ μου τι έχει λοιπόν απάνω της αυτή η γυναίκα . . .
+Αναχωρώ . . . Να πάρη η ευχή . . Στο διάολο και τα ιπποδρόμια και
+οι ίπποι . . να χάνη κανείς τέτοια εξαίρετη συντροφιά. Αύριο,
+κυρία μου, αύριο. Χαίρετε.
+
+Έπιασε το χέρι της και το φίλησε με σεβασμό αληθινού ευγενούς.
+Κέφυγε με βία. Αμέσως η Μαλβίνα βγήκε να δη αν η κερά - Μουδ ήταν
+έξω ακόμη. Επειδή εκείνη είχε φύγει, έστειλε την Τομκίνα να της
+φέρη το χαρτί του λόρδου, που την αποκατάστηνε και πάλιν, όπως ήτο
+πριν, και καλύτερα.
+
+Όταν γύρισε η Τομκίνα της είπε ότι η κερά Μουδ και τα τέκνα της
+την παρακαλούν να καταδεχθή να τους επισκεφθή και στο σπίτι τους.
+
+Το βράδι λοιπόν, όταν οι άλλες επήγαν εις το θέατρον, η Μαλβίνα
+επήγε στης κεράς Μουδ.
+
+ — Ω καλώς την ευεργέτιδά μας, εφώναξε με απλότητα η γραία. Καλώς
+την, που μας καταδέχτηκε. Έτσι μας καταδέχτηκε προ ολίγου κεκείνος
+ο νέος, ο καλοκάγαθος, ο Θεός να τον πολυετή.
+
+ — Λέτε διά τον σερ Έδμον; ρώτησε η Μαλβίνα.
+
+ — Δεν ξαίρω τόνομά του . . Ήρθε να μας ρωτήση σε τι μπορούσε να
+μας φανή χρήσιμος, Έμεινε εκστατικός όταν του έδειξα τη σημείωση
+του λόρδου Στάνοπ και με ρώτησε πώς κατώρθωσα και την απέσπασα.
+Του είπα λοιπόν ότι χάρη στη μεσιτεία μιας κυρίας καθώς πρέπει,
+από αυτές που ήλθαν μαζί με την κ. Μπιρτών.
+
+ — Της κυρίας Σορκή βέβαια, μου είπε. Και προσέθεσε. Άμα θέλης
+καμίαν χάρη, να καταφεύγης πάντοτε εις αυτήν. Και με μεγαλύτερον
+ενθουσιασμόν εξηκολούθησε: Τέλος πάντων αυτή η γυναίκα έχει ό,τι
+καλόν ή γενναίον, ό,τι εράσμιον ή υπέροχον, μένα λόγο ό,τι
+ουράνιον υπάρχει στη γη. Και λέγοντας αυτά, είδα δάκρυα
+ναναβλύζουν στα μάτια του.
+
+Τότε του είπα ότι σας περιμένω από στιγμή σε στιγμή. Αμέσως λοιπόν
+έφυγε, χωρίς να μου δώση καιρόν να τον ευχαριστήσω.
+
+Η Μαλβίνα επροσπάθησε να φανή ψύχραιμη. Δεν ήξαιρε τι να σκεφθή
+για όλα αυτά τα παράξενα καμώματα. Ούτε έκαμε άλλην ερώτησιν περί
+αυτού προς την γριά - Μουδ.
+
+Την άλλη μέρα η Μαλβίνα από την κάμαρη της άκουσε κρότον αμαξών.
+Επλησίασε στα παράθυρο και είδε δυο λαντώ του Στάνοπ και του Έδμον
+να μπαίνουν μέσα στην αυλή. Σε λίγο την εκάλεσαν κάτω.
+
+Όταν κατέβηκε, είδε τον Έδμον να δίδη το μπράτσο του στην κ.
+Φέμπικ. η οποία της είπε:
+
+ — Εμείς πάμε να πάρουμε την λαίδη Σούμεριλ· εσάς σας περιμένει ο
+λόρδος Στάνοπ, ξετρελαμένος από έρωτα. Μην τον αφίνετε τον καημένο
+να περιμένη.
+
+Εν τω μεταξύ ο σερ Έδμον την εχαιρέτησε και της είπε περιπαθώς:
+
+ — Και πώς μπορεί να μη ξετρελαθή κανείς με την κυρία! Ο λόρδος
+Στάνοπ δεν μπορούσε βέβαια να κάνη εξαίρεση . . .
+
+Η Μαλβίνα χαιρέτησε και ανέβηκε στο λαντώ του λόρδου.
+
+Καθ' όλον τον γύρο που έκαμαν, ούτε τον Έδμον είδε πλέον, ούτε με
+την λαίδη Σούμεριλ εγνωρίσθηκε.
+
+Απεναντίας θέλουσα να λησμονήση προς στιγμήν τον Έδμον, χωρίς
+επιφυλάξεις έλαβε μέρος εις την συνδιάλεξιν και τόσον έθελξε τον
+λόρδον, ώστε εκείνος έσκυψε και είπε στην κ. Μπιρτών χαμηλά.
+
+ — Μέχει ξετρελάνει αλήθεια, κιάν πάη έτσι, θαποφασίσω να χάσω την
+ελευθεριά μου.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.
+
+Ο ΧΟΡΟΣ
+
+
+
+Η τόσον περιμενομένη ημέρα του χορού έφθασε τέλος.
+
+Η Μαλβίνα έβαλε όλα τα δυνατά της για να στολιστή όσο μπορούσε
+καλύτερα. Κατέβηκε στης κ. Μπιρτών.
+
+Η Τάπα της είπεν ότι μέσα είναι πολλοί. Ο Έδμων δεν ήταν μέσα.
+Μπήκε ατάραχη.
+
+Πολλοί άνδρες ήσαν γύρο από την κ. Μπιρτών, άλλοι τόσοι ήσαν κοντά
+στην κ. Φέμπικ. Μόλις μπήκε η Μαλβίνα όλους τους κατέλαβε θάμβος.
+Όλοι εγυρίσανε προς εκείνην.
+
+Φορούσε μεταξωτά· όχι με πολυτέλειαν, με φιλοκαλίαν· αυτό ήταν
+όλο. Εκεί έγκειται του στολισμού το μυστικό.
+
+Η κ. Μπιρτών σηκώθηκε για να ξεκινήσουν. Ο λόρδος Στάνοπ έδωκε τον
+βραχίονα στην Μαλβίναν και την έφερε στο αμάξι του.
+
+Στο δρόμο της ενθύμισε ότι είχε την υποχρέωση να χορεύση μαζί του.
+
+ — Δεν ξαίρω τους χορούς σας, επροφασίσθη η Μαλβίνα.
+
+Ο λόρδος δεν απήντησε αφίνοντας τα μέλλον στην εξέλιξη της τύχης.
+
+Εμβήκαν εις την αίθουσαν. Η κ. Μπιρτών πήγε να καθίση κοντά στη
+Λαίδη Σούμεριλ. Της εσύστησε την Μαλβίνα.
+
+Η λ. Σούμεριλ ήτο σχεδόν εικοσαέτις, ξανθή, λευκή, ωραία, μα η
+ομορφιά της ήταν άψυχη, Η Μαλβίνα της έκαμεν εντύπωσιν και την
+παρετήρησε με προσοχήν επιδεικτικήν, της έπιασε τα χέρι και την
+εκομπλιμεντάρισε. Κατόπιν όμως όλη τη βραδιά ούτε μια λέξη δεν της
+είπε.
+
+Η Μαλβίνα ευρισκομένη μεταξύ ανθρώπων αγνώστων όλως εστενοχωρείτο.
+Ο λόρδος Στάνοπ το καταλάβαινε και κατεγίνετο να της προσφέρη
+φιλοφρονήσεις μετ' ευπρεπείας πάντοτε. Εκείνη μόλις τας επρόσεχε.
+Απεφάσισε να της διηγήται αστεία ανέκδοτα για τον καθένα που
+περνούσε από εμπρός των. Η Μαλβίνα για να μη φαίνεται αγροίκος του
+χαμογελούσε πότε - πότε. Επιθυμούσε να τραβηχθή. Ήλθε στην αίθουσα
+ο κ. Έδμον. Αι διαθέσεις άλλαξαν. Πλησίασε ο Έδμον την λαίδην
+Σούμεριλ και της ωμίλησε κάτι χαμηλά, εκείνη εχάρηκε. Γύρισε ο
+Έδμον να χαιρετήση την κ. Μπιρτών είδε την Μαλβίνα, ήταν τόσον
+όμορφα ενδυμένη έλαμπε το πρόσωπό της, έκαιε το βλέμμα της, έφεγγε
+το παράστημά της. Δεν βάσταξε. Με την συνήθη περιπάθειαν την αφελή
+εκείνην της είπε να δεχθή να χορέψουν μαζί. Η Μαλβίνα απόρησε και
+του απεκρίθη ψυχρώς, ότι αν αποφάσιζε να χορέψη, δεν μπορούσε να
+δεχθή το αγκαζέ του, διότι άλλος πρωτύτερα την είχε αγκαζάρει.
+
+ — Και ποιος είν' αυτός ο ευτυχής θνητός: Η Μαλβίνα εδίσταζε να
+απαντήση.
+
+ — Ο λόρδος Στάνοπ, απεκρίθη η κ. Μπιρτών.
+
+ — Αλλά μετά τα σουπέ αρχίζουν οι γαλλικοί χοροί, οι οποίοι είνε
+άστατοι ως παν γαλλικόν και συγχωρούν ναλλάξετε καβαλλιέρο.
+Μπορούμε άραγε να ελπίσουμε, ότι θα μας παραχωρήσετε τα δευτερεία;
+
+Η Μαλβίνα τον ελυπήθη. Συγκατένευσε διά τον πρώτον γαλλικόν χορόν.
+Εκείνος απεμακρύνθη όλος χαρά.
+
+Όταν είχε φύγει από τον πύργο της κ. Μπιρτών, αμφέβαλλε διά τον
+έρωτά της, δεν αμφέβαλλε όμως καθόλου διά την αρετήν της.
+Επιθυμούσε να την ξαναδή. Οι άλλες γυναίκες του εφαίνοντο άψυχα
+πράγματα, δεν ωμιλούσε πλέον με χάριν και αγχίνοιαν ως άλλοτε. Οι
+φίλοι του απορούσαν για την μεταβολή του, την απέδιδαν εις την
+διαμονήν του εις τα άγρια όρη του Μπρήντελβεν. Τον ελυπούντο και
+τον εσπλαχνίζοντο, ενώ αυτός ήτο τόσον ευτυχής.
+
+Ο Έδμον αγαπούσε. Αγαπούσε αληθινά. Και δεν εύρισκε πλέον τίποτε
+άξιον διά την καρδιά του, που εκεί εβασίλευεν η Μαλβίνα. Όποιαν
+έβλεπε προσπαθούσε να ανακαλύψη εις αυτήν ομοιότητας προς την
+Μαλβίναν. Κάθε χάρη, κάθε καλλονή, του υπενθύμιζεν εκείνην. Όταν
+ήλθον εις Έδιμπουργκ η κ. Μέλμορ με την Τάπαν, έσπευσε να ζητήση
+πληροφορίας.
+
+Η κ. Μέλμορ του ωμίλησε διά την άτακτη διαγωγή της κ. Σορκή.
+
+ — Τι είπες; εκραύγασεν ο Έδμον, σαν να τον εδάγκασεν έχιδνα, η κ.
+Σοκρή . . .!
+
+ — Θεέ μου, απήντησεν με αφέλειαν προσποιητήν η κ. Μέλμορ, αλλ'
+αυτό δεν είναι τι απόκρυφον! Το σκάνδαλο εκείνο μάλιστα έγινεν
+αφορμή να εκδιωχθή ο κληρικός αμέσως . . . και αν η κ. Μπιρτών δεν
+εφρόντιζε για την υπόληψη της γενεάς της, και αυτή η κ. Σοκρή θα
+είχε εκδιωχθή εκ του πύργου.
+
+Ο Έδμον έφυγε θυμωμένος με την απόφαση να μην πιστέψη τίποτε απ'
+αυτά. Αλλά μετ' ολίγον συνήντησε την Τάπα, η οποία του τα
+εβεβαίωσε με τον πλέον ειλικρινέστερον τρόπον. Και προς πίστωσιν
+της αληθείας των λόγων της είπεν ότι ήδη μη δυνάμενοι να ιδούν ο
+ένας τον άλλον έχουν θερμήν αλληλογραφίαν μεταξύ των και ιδού η
+απόδειξις.
+
+Και του έδειξεν άρτι αφιχθείσαν επιστολήν του κ. Πρίορ
+απευθυνομένην προς την Μαλβίναν. Ο Έδμον ανεγνώρισε το γράψιμο του
+κληρικού και έγινεν έξω φρενών. Άφισε την ψυχήν του πλέον
+ελευθέραν εις κάθε υπόνοιαν και άρχισε, όχι μόνον να πιστεύη εις
+όσα του έλεγαν, αλλά να αδημονή γιατί δεν του έλεγαν και άλλα.
+
+Απεφάσισε να της φερθή με ψυχρότητα· να της αποδείξη ότι ποτέ δεν
+τον εκυρίευσε το προς εκείνην αίσθημα, ότι έπαιξε μαζί της όπως
+και με τόσας άλλας. Αυτά ενόσω δεν την έβλεπε, διά τούτο και
+απεφάσισε να μη χορέψη μαζί της. Εκαμώθη ότι ελησμόνησε, για να
+την ταπεινώση.
+
+Όταν άρχισε ο χορός επήρε τη Λαίδη Σούμεριλ. Η Μαλβίνα κατεπλάγη·
+τον είδε με απάθεια και ψυχρότητα και πήγε να χορέψη μένα νέο
+Γάλλο, που είχε γνωρίσει προ ολίγου.
+
+Η ομορφιά και οι χάρες της Μαλβίνας είλκυσαν προς το μέρος της
+όλους τους θεατάς. Σόλην την αίθουσα γιαυτήν ωμιλούσαν. Πολλοί για
+να την δούνε καλύτερα ανέβαιναν στις καρέγκλες. Ήσαν πρόθυμοι να
+την χειροκροτήσουν, αλλ' ευλαβούντο μη προσκρούσουν στη
+μετριοφροσύνη της.
+
+Τη Λαίδη κανένας δεν την επρόσεχε πλέον. Ο Έδμον έπασχε. Ηθέλησε
+να την ταπεινώση κεκείνη εθριάμβευε.
+
+Η Λαίδη του μιλούσε, μα εκείνος δεν την πρόσεχε και της απαντούσε
+με μονοσύλλαβα και αφηρημένος. Ηύχετο να παύση ο χορός.
+
+Σύνωρα ο Μαρκέσιος Μπέυμουθ, άνθρωπος εξακουστός, γνωστικός και
+ωραίος, επλησίασε και ρώτησε την Λαίδη.
+
+ — Για όνομα του Θεού ποια είναι η χαριτωμένη εκείνη νέα; λες και
+κατέβηκε από τον ουρανό για να μας δεσμεύση όλους με τις χάρες
+της! Πόσο ήθελα νάπεφτα στα πόδια της και να της πω, ότι εγώ είμαι
+ήδη δεσμώτης στα κάλλη της! Ο Έδμον δεν εβάστηξε:
+
+ — Η νέα αυτή, σερ Μπέυμουθ, πρώτη φορά φαίνεται σε χορό, και
+βέβαια θα εκθαμβωθή, άμα ιδή στα πόδια της τόσο λαμπρό λάφυρο· του
+λορδ - Μπέυμουθ την καρδιά.
+
+ — Την ξαίρετε λοιπόν, σερ Έδμον Σέυμουρ;
+
+ — Ναι. Την ξαίρω λίγο. Δύο μήνες το χειμώνα πέρασα μαζί της στην
+εξοχή.
+
+ — Ιδού μια είδησι που δεν έχω ακούσει χειρότερη στη ζωή μου, είπε
+ο μαρκέσιος και τράβηξε από κει:
+
+Πήγε και στάθηκε πλησίον της Μαλβίνας. Της μιλούσε επιδεικτικά,
+για να πεισμώση τον κ. Ε. Σέυμουρ. Εκείνη του απεκρίνετο διά
+κλίσεως της κεφαλής. Σε λίγο ο κ. Σέυμουρ υπέστη την πικρίαν να
+ιδή τη Μαλβίνα στο βραχίονα του μαρκεσίου. Εχόρευε μαζί του τώρα.
+Ο Έδμον τα επαράτησε όλα και ήλθε και στάθηκε κοντά τους. Την
+έβλεπε, την απόλαυε, την άκουε με προσοχή, προσπαθούσε να εξηγή
+κάθε της κίνημα. Την εζήλευε. Του ήρχετο να την πλησιάση, να της
+ζητήση για όλα συγγνώμη και να την παρακαλέση να του δώση
+συνέντευξιν, για να εξηγηθούν, για να της δώση εξηγήσεις, για να
+απολογηθή. Εφοβείτο μήπως δεν τον εισακούση, μήπως δεν του
+παραχωρήση την συνέντευξιν.
+
+Όταν ο χορός της ετελείωσε, πήγε κατόπι της. Εκείνη κάθισε. Αυτός
+στάθηκε όρθιος εμπρός της. Δεν της είπε τίποτε.
+
+Η Μαλβίνα δεν επρόσεχε πολύ στην εντύπωση που είχε κάνει η ομορφιά
+της εις την ομήγυριν, ούτε καν της έκαναν εντύπωση τα περί αυτής
+λεγόμενα. Με απάθεια άκουε τα τόσα εγκώμια που βούιζαν γύρο της.
+Ούτε και ήτο προσποιητή η αδιαφορία της. Ο Έδμον βλέπων το
+πρόσωπόν της υπερόχως ιλαρόν ουδόλως αμφέβαλλε διά την
+ειλικρίνειαν της τοιαύτης εκφάνσεώς της.
+
+Πρώτην φοράν έβλεπε γυναίκα ναντικρύζει με τόσην ψυχραιμίαν
+τοσαύτην λατρείαν. Η Μαλβίνα υπέφερε από την παρουσίαν του και
+κατέβαλε κόπο να φανή ατάραχη. Όλες εφθονούσαν την δόξαν της και
+αυτή εζήλευεν αυτάς διά την ησυχίαν των. Εσκέπτετο ότι πρέπει να
+φύγη από το Έδιμβουργκ. Πρέπει να πάγη στης κ. Κλάρας το
+ταχύτερον.
+
+H κ. Μπιρτόν της έκαμε σημείον να φύγουν. Ο λόρδος Μπέυμουθ της
+επρότεινε τον βραχίονά του. Τότε ο Έδμον χωρίς να το
+καλοσυλλογισθή αρπάζει τη Μαλβίνα από το μπράτσο.
+
+ — Έχω δικαιώματα προτεραιότητος, είπε, και ενόσω ζω τουλάχιστον,
+κανείς δεν θα μου τα διαμφισβητήσει.
+
+Η Μαλβίνα τον ηκολούθησε αυτομάτως απορούσα. Και ο ίδιος ησθάνθη
+πόσον παράβολος ήτο η πράξις του, και εθαύμαζε καθεαυτόν διά το
+τόλμημά του. Αμφότεροι ευρίσκοντο εις θέσιν δυσχερή απέναντι
+αλλήλων.
+
+Τέλος ο Έδμον μη ημπορών νανθέξη περισσότερον της έπιασε το χέρι
+το έσφιξε περιπαθώς και της είπε.
+
+ — Αχ γιατί να σας αποχωρισθώ τότε!
+
+ — Η Μαλβίνα δεν απεκρίθη τίποτε. Ο Έδμον επικράθηκε πολύ με τον
+τρόπο της και της είπε:
+
+ — Ο θρίαμβος σας απόψε ήτο πλήρης. Όπου εμφανίζεσθε θα
+θριαμβεύετε.
+
+ — Φεύγω από το Έδιμπουργκ, είπεν εκείνη.
+
+ — Πώς; η κ. Μπιρτών δεν θα περάση εδώ όλον τον καιρόν τούτον:
+
+ — Δεν γνωρίζω δι' αυτήν, εγώ όμως φεύγω το ταχύτερον.
+
+ — Για τα άγρια εκείνα βουνά του Μπρήντελβεν;
+
+ — Όχι τόσο μακρυά.
+
+ — Δεν τολμώ να πολυπραγμονήσω περισσότερον.
+
+ — Αυτό απαιτεί η ευγένεια, και έσπευσε διασχίζουσα το πλήθος να
+ενωθή με την κ. Μπιρτών.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'.
+
+ΔΙΑΚΟΠΕΙΣΑ ΕΞΗΓΗΣΙΣ
+
+
+
+ — Το πρωί την άλλη μέρα η Μαλβίνα στο πρόγευμα είπε στην κ.
+Μπιρτών, που ήταν μόνη, ότι αναχωρεί από το Έδιμπουργκ και
+πηγαίνει στης κ. Κλάρας.
+
+ — Και τι σας τραβά προς αυτήν την γυναίκα: είπεν η κ. Μπιρτών.
+
+ — Ό,τι με απομακρύνει από το Έδιμπουργκ.
+
+ — Ποία ελεεινή φαντασιοπληξία σας παραστήνει δυσάρεστα τα παρόντα
+και ευάρεστα μόνον τα μη παρόντα;
+
+Την ίδια στιγμή εμβήκεν ο σερ Έδμον.
+
+Ήρθαμε, θεία μου, με τον λόρδον Στάφφορδ να σας ζητήσωμεν
+πρόγευμα. Σας περιμένει στην κάμαρη σας.
+
+Αμέσως η Μαλβίνα σηκώθηκε να φύγη. Αλλά η κ. Μπιρτών την εμπόδισε
+λέγοντάς της.
+
+ — Μα τέλος πάντων δεν έχετε το ελεύθερο ναναχωρήσετε ακόμη. Ο
+λόρδος Στάνοπ ετοιμάζει λαμπράν εορτήν και πρέπει να παρευρεθήτε
+και σεις, καμμία πρόφασις δεν δικαιολογεί την άρνησή σας.
+
+ — Δεν έχω καμμίαν όρεξη και σας παρακαλώ, μη με βιάζετε.
+
+ — Έδμον, παιδί μου, δεν της μιλείς και συ! Ακούς να απορρίπτει
+τας περιποιήσεις του λόρδου, ενώ είναι στο χέρι της να τον κάνει
+δικό της, και καταλαβαίνεις πόση τιμή φέρνει στο σπίτι μου ένα
+τέτοιο πράμα. Μα η κυρία προτιμά να αφίση όλα και να φύγη. Και να
+πάγη πού αν ξαίρης; Σεκείνης της γελοίας, της κ. Κλάρας . . . .
+
+ — Της κ. Κλάρας; εφώναξε ο κ. Έδμον με λύπην ακράτητον, και την
+γνωρίζετε σεις την κ. Κλάραν;
+
+Λίγο τη γνωρίζω. Μα ο χαρακτήρας της ομοιάζει με τον ιδικόν μου.
+
+Λοιπόν, είπεν η κ. Μπιρτών δεν σας συγκινεί η άποψίς που σας
+ανέφερα;
+
+ — Αν έχη και δόσιν ακόμη βασιμότητος, αυτό ακριβώς με βιάζει να
+σπεύσω την αναχώρησίν μου.
+
+ — Πώς, η ιδέα να γίνης λαίδη Στάνοπ δεν σε συναρπάζει; για όνομα
+του Θεού!
+
+ — Δεν είμαι καθόλου φιλόδοξη. Κιάν ήμην ελευθέρα να παντρευθώ,
+δεν θα είταν ο τίτλος βέβαια που θα με είλκυε.
+
+ — Δεν αντέχω πλέον. Πάγω στο λόρδο Στάφφορδ· εσύ Έδμον, κάμε τι
+θα κάμεις να την μεταπείσης και θα σου το χρεωστώ χάρη.
+
+Και εξήλθε.
+
+Όταν έμειναν μόνοι, η Μαλβίνα είπε προς τον Έδμον.
+
+ — Δεν φρονείτε, νομίζω, ότι έχετε κανέν τοιούτο δικαίωμα. Άλλωστε
+εμείς οι δύο ποτέ δεν θα συνενοούμεθα.
+
+ — Αλήθεια; Ποτέ; Αλίμονο! Ωστόσο σε μια στιγμή της ζωής μου
+επίστευα ότι εφρονούσατε αλλέως.
+
+Η Μαλβίνα εκοκκίνησε. Εκείνος εκατάλαβε ότι ενόησε καλά και
+επρόσθεσε.
+
+ — Εγώ μια, τη λαίδη Σούμεριλ να την πάρω είν' αδύνατο. Ένωσις που
+δεν γίνεται με την καρδιά είναι η τρομερωτέρα από όλας τας
+αλύσεις. Πώς λοιπόν να βιάσω εσάς να πάρετε έναν που δεν θέλετε;
+Αλλά είναι και άλλα ποθεινότερα. . . .
+
+ — Πώς; τον διέκοψεν η Μαλβίνα, αποποιείσθε τον γάμον τούτον! και
+τότε η κ. Μπιρτών;
+
+ — Επιστεύσατε λοιπόν, ότι μπορούσα εγώ να κάνω αυτόν τον γάμον;
+
+ — Και γιατί τάχα να μην το πίστευα; απεκρίθη, ενώ ερύθημα ανέβη
+στο πρόσωπόν της. Τόσαι πιθανότητες το βεβαιώνουν.
+
+ — Αλλά η μία και μόνη που το αναιρεί είναι η ισχυροτέρα από όλας
+για μας τους δύο.
+
+Η Μαλβίνα συγχίστηκε και σηκώθηκε να φύγη.
+
+ — Σας παρακαλώ, μείνατε. Ακούσατέ με μία στιγμή μονάχα. Λυπηθήτε
+με, σας ικετεύω. Εξηγηθήτε μου, τι αφορμή έχει η φρικτή κατηγορία,
+που τολμούνε να σας μολύνουν:
+
+ — Θεέ μου! και τι ενδιαφέρονται για μένα; Τι ενδιαφέρον έχετε
+σεις ο ίδιος για μένα επί τέλους;
+
+ — Όλα, όλα μου μιλούνε για σας, τα πάντα παίρνουνε φωνή και για
+σας μου λαλούνε.
+
+Η Μαλβίνα έσκυψε κέκρυψε το κεφάλι της μέσα στα χέρια της.
+
+ — Μη μου κακιώνετε. Σας μιλεί η καρδιά μου αυτήν την ώραν.
+
+Εν τούτοις την ιδίαν στιγμήν ήλθε η κ. Φέμπικ κέδωσε στη Μαλβίνα
+μίαν επιστολή, που της ήρθε από κάπου.
+
+Ο κ. Έδμον μόλις είδε την επιγραφήν, εκατάλαβε ότι ήτο του κ.
+Πρίορ, τον οποίον η Μαλβίνα είχε την καλοσύνη να του επιτρέψη να
+της γράφη φιλικά, χωρίς να σκοτίζεται για την καταλαλιά του
+κόσμου.
+
+Ο Έδμον άναψε και κόρωσε από ζήλια. Πλησίασε λοιπόν την κ. Φέμπικ
+κιάρχισε να φλερτάρη μαζί της επιδεικτικά για εκδίκηση.
+
+Η Μαλβίνα έκαμνε ότι διαβάζει, αλλά όλη της η προσοχή ήτο
+εστραμμένη προς αυτόν. Τόση κουφότης της εφαίνετο ακατανόητη. Δεν
+μπορούσε να πιστεύση στα ίδια τα μάτια της.
+
+Ο κ. Έδμον νομίζων ότι η προσήλωσίς της ωφείλετο εις το
+περιεχόμενον της επιστολής του κληρικού, ερωτικής χωρίς άλλο,
+επέτεινε τας προς την κ. Φέμπικ περιποιήσεις του
+
+Την Μαλβίνα την κατέτρωγε το πάθος, αλλά ουδέν εξωτερικόν σημείον
+έδιδε. Διετέλει ωσεί ρεμβάζουσα·
+
+Ο κ. Έδμον δεν μπόρεσε πλέον να βαστάξη. Επήγε κοντά της και της
+εψιθύρισε.
+
+ — Η επιστολή αυτή τέλος πάντων σας εκυρίευσε ολόκληρη.
+
+ — Α Θεέ μου, αλήθεια! μου ενθυμίσατε ότι έχω να διαβάσω μίαν
+επιστολήν.
+
+Και τω όντι ο κ. Έδμον παρετήρησε ότι η επιστολή ήτο ακόμη
+σφαγισμένη.
+
+ — Ποίος είναι ο ευτυχισμένος θνητός, που αξιώνεται να διαβάζετε
+τα γράμματα του;
+
+ — Προς το παρόν η προσοχή μου περισπάται από το αλλοπρόσαλλον του
+χαρακτήρος σας.
+
+ — Πόσο σκληρά με τιμωρείτε για την παραφορά μου;
+
+ — Δεν έχω κανένα δικαίωμα ούτε να σας μεμφθώ καν, απεκρίθη εκείνη
+με υπερηφάνειαν.
+
+ — Ούτε της οργής σας λοιπόν δεν με κρίνετε άξιον. Και όμως, αν
+μαφίνατε να σας εξηγηθώ . . . .
+
+ — Σας απαλάττω διαπαντός από τον κόπον, διέκοψεν η Μαλβίνα. Μου
+φθάνουν όσα είδα. Παραιτούμαι από του να σας εννοήσω.
+
+Και εξήλθε μεγαλοπρεπώς.
+
+Ανέβη εις το δωμάτιόν της και μόλις ευρέθη μόνη ανελύθη εις δάκρυα
+πικρά.
+
+Και αν ακόμη υπετίθετο ότι δεν την απατούσε, αλλά της ωμιλούσε
+ειλικρινώς, πώς ημπορούσεν αυτή να δώση πίστιν εις άνθρωπον, όστις
+από στιγμής εις στιγμήν μετεβάλλετο διαφοροτρόπως;
+
+Τον εμέμφετο κατά βάθος διότι της αφαιρούσε κάθε μέσον να πιστεύη
+πλέον στα λόγια του. Εντρέπετο που έδειξε τόσην κλίσιν εις ένα
+ανάξιόν της. Ενόησεν ότι η παρουσία του την αύξανε περισσότερον,
+παρ' όσον αι αστασίαι του την εμετρίαζαν και θέλουσα να την σβύση
+έκρινε πρέπον να φύγη μακρυά. Απεφάσισε λοιπόν μετά δύο ημέρας να
+υπάγη στης κ. Κλάρας.
+
+Το βράδυ όταν ήλθε στον κοιτώνα της, ηύρε απάνω στη θερμάστρα μιαν
+επιστολήν, της οποίας ο γραφικός χαρακτήρ της ήτο άγνωστος.
+
+Η Τομκίνα της είπε ότι κάποιος ξένος την έφερε και παρήγγειλε να
+δοθή στα χέρια της.
+
+Ανήσυχη η Μαλβίνα την άνοιξε. Ήσαν τέσσερες σελίδες γραμμένες και
+κάτωθεν η υπογραφή: Έ δ μ ο ν - Σ έ υ μ ο υ ρ.
+
+Τα μάγουλά της άναψαν. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ώσπου
+ναποφασίση, αν έπρεπεν να την αναγνώση ή όχι, είχε ήδη διατρέξει
+την πρώτη σελίδα. Και ήτο πλέον εις το τέλος της επιστολής, πριν
+έτι αποφασίσει να την αρχίση.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'.
+
+ΕΠΙΣΤΟΛΗ
+
+
+
+Λατρευτή μου Μαλβίνα
+
+Μαφίσατε να καίωμαι από τις φλόγες του θυμού σας και να σπαράζωμαι
+από τη συνείδησή μου, ω τα βάσανά μου!
+
+Ως τώρα δεν ήξαιρα ότι υπάρχουν οδύνες και χαρές ανώτερες. Από
+σας, που με κάματε να αισθανθώ τις τέτοιες λύπες, ελπίζω και τις
+χαρές να με κάμετε ναπολαύσω.
+
+Αλλά τα σφάλματά μου κη δική σας αυστηρότης κάθε τόσο μου
+απομακρύνουν αυτήν την ελπίδα.
+
+Αν, για ναποκτήση κανείς την αγάπη σας, θα ήτο ανάγκη να είναι
+άξιός σας, ποίος από τους θνητούς μα την αλήθεια θα μπορούσε να
+ελπίση σε τέτοιο αγαθό!
+
+Ωστόσο εγώ . . . . εγώ σας αγαπώ και το αίσθημά μου αυτό νομίζω
+μεξαγνίζει και με κάμνει άξιόν σας. Οδηγήσατέ με, ελκύσατέ με στην
+τροχιά σας, ως ο ήλιος τους αδυνάτους κομήτας, κάμετέ με να γίνω
+οποίον με θέλετε. Είμαι πρόθυμος τα πάντα να αναλάβω, για να
+καταστώ άξιος της φιλτάτης μου ψυχής σας.
+
+Οι παραφορές μου είναι πολλές. Έρωτες ανόσιοι έχουν βεβηλώσει την
+ψυχήν μου. Η αγάπη σας, Μαλβίνα, θα την καθαρίση, η εικόνα σας θα
+την εξαγνίση.
+
+Δεχθήτε τη λατρεία της, και για να γίνη άξια της δικής σας,
+θαγωνισθή να την ομοιάση. Μία λέξη δική σας ημπορεί να την
+μεταβάλη, να αλλάξη εις αρετάς όλας της ψυχής μου τας ατασθαλίας.
+Διατάξατε, Μαλβίνα. Εις όλα είμαι πρόθυμος να υπακούσω, εκτός
+μόνον αν μου πήτε:
+
+ — Παύσε να μαγαπάς.
+
+Ω! Μαλβίνα, ο προς εσάς έρως μου ημπορεί να με φέρη πλησιέστερα
+προς την αρετήν: από εκείνους οι οποίοι είναι ψυχρά εκ φύσεως
+ενάρετοι.
+
+Συγχωρήσατε την τόλμην μου, διότι πριν αποκτήσω το ελάχιστον επάνω
+σας δικαίωμα ετόλμησα να σας ζηλοτυπήσω. Αλλά τα πάθη μας δεν
+εξαρτώνται από την θέλησή μας, η εικόνα του κ. Πρίορ, που
+προτιμάτε τη φιλία του, μου σπαράζει την καρδιά. Δυστύχημά μου να
+με θεωρήτε ανάξιον της προσοχής σας, αλλά να βλέπω να προτιμάτε
+άλλον, αυτό είναι ανώτερον των δυνάμεών μου να το υποφέρω, και με
+κάμνει παράφορον σχεδόν παράφρονα.
+
+Ναι, ηθέλατε μεταβάλει εις οίκτον την οργήν σας προς εμένα, αν
+μπορούσα να σας δώσω να εννοήσετε τι υπέφερα, όταν έμαθα ότι η κ.
+Μπιρτών έδιωξε τον κ. Πρίορ, γιατί τον αγαπούσατε εσείς. Εσείς! .
+. . . αγαπούσατε, λέει, εκείνον! . . τον κ. Πρίορ; . . . Ω Μαλβίνα
+έπρεπε δα να μη το πιστεύσω.
+
+Μία μέρα πριν φύγω από κοντά σας ετόλμησα να σας υπαινιχθώ το πόσο
+θα με βασάνιζε η προς εκείνον φιλία σας. Ω και τότε δα μου
+αποκριθήκατε με τον αμβρόσιον εκείνον τρόπον που μόνο εσείς τον
+έχετε από όλες του κόσμου τις γυναίκες.
+
+ — Δεν θέλω ποτέ να σας λυπήσω, μου είπατε τότε.
+
+Έπρεπε βέβαια εγώ επαναπαυόμενος σαυτή σας τη διαβεβαίωση ναποβάλω
+κάθε υποψία και να καταφρονήσω κάθε συκοφαντία εναντίον σας.
+
+Αλλά τα πάθη δεν εξαρτώνται από τη θέλησή μας. Μπορεί κανείς να
+μείνη απαθής όταν αγαπά σφοδρά ένα άγγελο σαν εσάς, και φοβείται
+μη από στιγμής εις στιγμήν του πετάξει;
+
+Η τύψις μου τώρα είναι η τέρψις μου, η συνείδησίς μου εξαγνίζεται
+και με κάμνει άξιον της εκτιμήσεώς σας. Το πιστεύω και
+παρηγορούμαι. Το παρελθόν δεν αποτελεί πλέον μέρος της υπάρξεώς
+μου. Η ζωή μου αρχίζει, αφότου εγνώρισα εσάς. Σεις εχύσατε μέσα
+μου νέον φως κιαλλάξατε όλα γύρο μου. Αφότου απέβλεψα προς εσάς
+την ισάγγελον ψυχήν, αισθάνομαι την ψυχήν μου να υψώνεται και να
+μεγαλύνεται. Ετόλμησα προς στιγμήν ο μωρός ναμφιβάλω για την
+αθωότητά σας! Αλλά μόλις σας ξαναείδα, μόλις αντίκρυσα το ιλαρόν
+βλέμμα κάθε υποψία μου διελύθη εις το θείο φως των ματιών σας.
+Ωστόσο όταν σας ενεχείρισαν το κατηραμένο εκείνο γράμμα εμπρός στα
+μάτια μου, η ζήλια σκότισε πάλι το πνεύμα μου και μου προξένησε
+φρίκη, άναψα και κόρωσα και δεν ήξαιρα τι έκαμνα, έτσι φέρθηκα
+τόσο ηλίθια εμπρός σας καταφυγών εις σιχαμερόν μέσον τάχα για να
+σας εκδικηθώ, ήτο από την απελπισία μου. από την κουφότητά μου,
+πες. Αλίμονον έπρεπε δα να είχα καταλάβει ότι η Μαλβίνα μου δεν
+είναι από τας συνήθεις γυναίκας.
+
+Αλλά και σεις έπρεπε να με ψυχολογήσετε. Έπρεπε να έχετε πλήρη την
+συναίσθησιν, ότι όταν είσθε εσείς παρών, δεν μπορεί κανείς να
+προτιμήση άλλην γυναίκα.
+
+Ότι και αν σκέπτεσθε για μένα, για ένα μόνον πράγμα δεν πρέπει,
+δεν θέλω να αμφιβάλλετε: ότι σας αγαπώ άπειρα.
+
+Ο προς εσάς έρως μου είναι η αρετή μου.
+
+Η αγάπη που σας έχω με παρηγορεί.
+
+Η ελπίδα πώς θα μαγαπήσετε και σεις έτσι, με κρατεί στη ζωή.
+
+ Χαίρετε. Δικός σας
+ Έδμον Σέυμουρ
+
+Άμα η Μαλβίνα ετελείωσε το γράμμα τούτο, παρεδόθη εις θελκτικάς
+ονειροπολήσεις. Ο Έδμον της εφαίνετο τώρα νέος άνθρωπος και
+εχαίρετο, διότι αυτή τον ανεγέννησε.
+
+Πρόθυμα συγχωρούσε τη ζήλια του, γιατί επιτέλους αυτή ήτο μία
+ένδειξις του προς αυτήν έρωτος της.
+
+Αλλά. . . .!
+
+Αλλά αι προς την θανούσαν φίλην της υποσχέσεις! αλλά ο όρκος ο
+δοθείς εις την επιθανάτιον κλίνην της Κλαίρης, ότι θα μείνη η
+μήτηρ της ορφανής! Οποία φρικτή καθηκόντων σύγκρουσις!
+
+Ω Έδμον, Έδμον! εις την ψυχήν μου μέσα θα έχω ως μύρον αξεθύμαντον
+την αγάπην μου τώρα, που κατέστης άξιός της. Αλλά τίποτε
+περισσότερον από αυτό δεν έχεις να χαρής, δυστυχισμένε μου φίλε.
+Και διά να μη μικροψυχήσω πρέπει να απέρχωμαι το γρηγορώτερο.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'.
+
+ΑΙΦΝΗΔΙΑ ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ
+
+
+
+Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα απέφυγε να συναντηθή με τον Έδμον,
+περιμένουσα εις το δωμάτιόν της έως ότου εξέλθη.
+
+Ενώ λοιπόν μετά την έξοδον εκείνου ετοιμάζετο να κατέβη, αίφνης
+εμπαίνει μέσα η κ. Μπιρτών αναμμένη από θυμό και της λέγει.
+
+ — Μετανοώ, κυρία μου, που μέσα στο σπίτι μου δέχτηκα μια συγγενή
+αγνώμονα σαν εσάς! Αφότου ήρθατε δεν επαύσατε να με βλάπτετε και
+να με λυπήτε καιρίως και σήμερα μου δίδετε το τελευταίο και το
+χειρότερο χτύπημα.
+
+ — Για όνομα του Θεού περί τίνος πρόκειται;
+
+ — Εσείς κάμνετε τον ανεψιόν μου ναρνηθή τον έντιμον γάμον, που με
+τόσους αγώνας του παρεσκεύασα! Εγώ όλας μου τας ελπίδας τας είχα
+εξαρτήση από την λαμπράν αυτήν συγγένειαν, έκαμα τα πάντα για να
+την επιτύχω και τώρα εσείς ανατρέπετε τα πάντα με τα τεχνάσματά
+σας, μεταχειρισμένη υπό το κάλυμα της απλότητος όλους τους δόλους
+της ερωτοτροπίας!
+
+ — Ω Θεέ μου, πώς με βρίζετε έτσι, πριν βεβαιωθήτε, αν είμαι δα
+αξία τοιούτων ύβρεων!
+
+ — Δεν με απατάτε πλέον με τον ήρεμον αυτόν τρόπον σας! Σας
+γνωρίζω ήδη. Δεν σας έφθασε, ότι παρεσύρατε τον κ. Πρίορ στην
+παγίδα της ερωτοτροπίας σας, έπρεπε και ο Έδμον, το παιδί μου, να
+δοκιμάση της διαγωγής σας ταποτελέσματα. Σας είδαν στο χορό να
+ζητήτε επιδεξίως να προτιμηθήτε υπ' αυτού από την λαίδη Σούμεριλ.
+Σας είδαν ακόμη χθες να προσπαθήτε να δελεάσετε τον κούφον ανεψιόν
+μου με ρεμβασμούς επιπλάστους, με προσποιητά διακοπτόμενες
+φράσεις, με βλέμματα κλοπιμαία. Έτσι κατωρθώσατε να εμβάσετε στην
+ψυχή του παιδιού μου την παρακοή! Ενώ όλα είταν συμφωνημένα, ενώ ο
+λόρδος Στάφφορδ έμελλε να μεσολαβήση να μου δοθή ο τίτλος που
+ονειρεύομαι, ενώ η λαίδη Σούμεριλ εναγωνίως επερίμενεν να της γίνη
+επισήμως η πρότασις, για να πη το ναι, έξαφνα ο Έδμον αρνείται.
+Δεν μπορεί ναγαπήσει, λέγει, την Σούμεριλ και για τούτο δεν μπορεί
+να δεχθή γάμον, που δεν τον θέλει η καρδιά του.
+
+ — Κυρία μου. . . .
+
+ — Τι κυρία μου και ξεκυρία μου! . . . Εσείς τα φταίγεται όλα. . . .
+Ακούς εκεί ο Έδμον που έχει παίξη του κόσμου τις γυναίκες, να
+μιλεί τώρα για έρωτα, λέει, και ναπορρίπτει την τύχη του και
+ταγαθά της δόξης του! Ναι, εσείς είσθε η αιτία όλων, εσείς μία
+φανταγμένη, που χθες ακόμη καταφρονούσατε με ήθος αγέρωχο τας
+φιλοφρονήσεις ενός δουκός του σερ Στάνοπ.
+
+ — Κυρία . . . .
+
+ — Θα είμαι αμείλικτη στην εκδίκησή μου. Απ' αυτή τη στιγμή άλλος
+θα είναι ο κληρονόμος της περιουσίας μου, που την είχα
+προωρισμένην γιαυτόν. Και σας παρακαλώ, ναναχωρήσετε αμέσως απ' το
+σπίτι μου, στο οποίο σκορπίσατε την αταξία, την παρακοή και τη
+θλίψη, απέναντι τόσων ευεργεσιών μου.
+
+ — Αυτό εσκόπευα να κάμω, κυρία μου, και καθόλου δεν άλλαξα
+σκοπόν, είπεν αγερώχως η Μαλβίνα. Όποιες και να είναι οι
+ευεργεσίες που μου λέτε, η πιο ευχάριστη για μένα είναι αυτή που
+μου επιδαψιλεύετε αυτή τη στιγμή, ναφίσω το σπίτι σας. Δεν έχω
+καμία ανάγκη ναπολογηθώ στις συκοφαντίες των φιλενάδων σας, για το
+συμφέρον όμως του κ. Έδμον πρέπει να ξαίρετε, ότι τα κατ' εμέ έχω
+σκοπό να μη τον ξαναδώ πλέον. Αν λοιπόν η προς εμέ κλίσις του, την
+οποίαν σεις υποθέτετε, τον καθιστή ένοχον στα μάτια σας, έτσι θα
+σας βοηθήσω να παύση η προς αυτόν οργή σας.
+
+Η προθυμία σας να τον υπερασπισθήτε, χωρίς ούτε καν ναρνηθήτε όσα
+σας κατηγορούν, μαρτυρεί πόσον σας είναι εκείνος περιπόθητος και
+πόσον ασφαλισμένην νομίζετε την επ' αυτού ισχύν σας. Αλλά μη σας
+μέλει και θα μάθη κιαυτός ποία είσθε, και τότε πλέον θα σας
+εκτιμήση καθώς σας πρέπει, είπε με λύσσα η κ. Μπιρτών και βγήκε
+από το δωμάτιο.
+
+ — Αλίμονο τι φοβερό μίσος που μου έχει! Τι της έκαμα λοιπόν;
+
+Εκείνη την ημέρα απέφυγε να καταβή στο γεύμα. Άμα άκουσε πώς η κ.
+Μπιρτών και οι άλλοι εβγήκαν έξω, κατέβηκε στον κήπο. Ήτο
+ευρύχωρος και ερημικός, επροχώρησε μέσα στα πυκνά δέντρα,
+εσυλλογίζετο πόσον έμελλε να την κατηγορήσει εκείνος, όταν θα
+εμάθαινε την αιφνηδίαν αναχώρησίν της· έβγαλε το γράμμα του και το
+ξαναδιάβασε.
+
+ — Αχ αυτό το γράμμα ήταν άξιον άλλης απαντήσεως. Τώρα πια . . .
+ότι και να φανταστής για μένα κιόπως κιαν με κρίνης, θάχεις
+δίκαιο. Ω! Έδμον, είπε θέτουσα στα μάτια το μαντήλι και ακκουμβώσα
+το μέτωπον εις κορμόν δένδρου, ας ημπορούσες να ιδείς μέσ' στην
+καρδιά μου! Ας μπορούσα να μη σαρνηθώ! Ελαφρός κρότος πίσω της την
+έκαμε να σκιρτήση. Γυρίζει και βλέπει πέρα κείθε τον Έδμον
+γονατισμένον με τα χέρια σαν σε στάση προσευχής. Επεχείρησε να
+φύγη, αλλά της έπεσε το γράμμα. Έσκυψε να το πάρη, ο αέρας το
+παρέσυρε και τόφερε κοντά στον Έδμον. Το πήρε λοιπόν εκείνος. Το
+γράμμα ήτο κατάβρεκτον από τα δάκρυά της.
+
+Ώστε η Μαλβίνα κλαίει διαβάζοντας το γράμμα του! Ώστε η Μαλβίνα
+τον αγαπά. Κανείς πλέον δεν ημπορεί να του το διαμφισβητήση, τας
+αποδείξεις τας κρατεί εις χείρας του.
+
+ — Αχ! χάθηκα . . . είπε έντρομη η Μαλβίνα. Δεν μπορώ πλέον να
+κρύψω την μικροψυχία μου. Τι ντροπή! Πού να κρυφτώ!
+
+ — Να κρυφτής; να μου φύγης ακόμη; Και το νομίζεις δυνατό; Αφού
+εγώ σε λατρεύω και συ αφού μαγαπάς, τι είναι εκείνο που θα σε
+χωρίσει πια από μένα; Κιόταν ακόμα δεν ήξαιρα πως μαγαπάς, ήμουν
+ικανός να πολεμήσω για σένα μόλο τον κόσμο. Και τώρα που απ' το
+γλυκό σου στόμα ακούω την ομολογία τη μεγάλη και την ατίμητη, μου
+είναι πλέον δυνατόν να σαφίσω; Όχι πια Μαλβίνα. Τώρα είσαι δική
+μου για πάντα. Αφοσιώνουμε ολάκερος στην τύχη σου, ακολουθώ τα
+βήματά σου. Και στην άκρη του κόσμου αν ήθελες πάει, θα μεύρισκες
+εκεί. Παντού και πάντα για σένα και με σένα. Η Μαλβίνα μαγαπά,
+όλος ο κόσμος είναι δικός μου.
+
+Έτσι έμενε πλησίον της αγκαλιζόμενος την μέσην της με τον βραχίονά
+του, χωρίς να τολμά άλλο τι.
+
+Η Μαλβίνα έκλαιε σιωπηλά. Απέλαυε τας ουρανίους γλυκύτητας των
+ερώτων με τας υπερόχους εκείνας ειλικρινείς διαβεβαιώσεις του
+φιλτάτου της, τον οποίον ησθάνετο τόσον πλησίον της χωρίς φόβον
+πλέον μήπως καμία διαβολή, ή καμία παρεξήγησις της τον αποσπάση.
+Εντρέπετο διότι εις μίαν στιγμήν αδυναμίας επρόδωσε το απόκρυφο
+της καρδιάς της. Μα και δεν ήθελε βέβαια να το πάρη οπίσω.
+
+Ο Έδμον μεθύων από πάθος, από έρωτα αληθινόν, οποίον δεν είχεν
+αισθανθή έως την στιγμήν εκείνην και κρατών στην αγκαλιά του την
+θελκτικήν γυναίκα, η οποία του ενέπνεε τον τοιούτον έρωτα
+πεπεισμένος πλέον ότι τον αγαπά και αυτή, ησθάνετο άφατον
+ευδαιμονίαν και εις την ακμήν της τοιαύτης ψυχικής του αγαλλιάσεως
+ένιωσε τα μάτια του δακρυσμένα. Έσφιξε το χέρι της Μαλβίνας επάνω
+στην καρδιά του.
+
+ — Η ζωή έχει πολλές ηδονές, αλλά μια μονάχη ευτυχία. Αυτή που
+τώρα απολαύω. Έλα τώρα καταδέξου να στερεώσεις αυτήν την ευτυχίαν
+μεταξύ μας. Ζητώ το χέρι σου.
+
+Η Μαλβίνα απόρησε για τον αιφνηδιασμόν αυτόν. Δεν ήξαιρε τι να
+πει.
+
+Έξαφνα κάποιος έβηξε κοντά τους. Τρόμαξε. Θέλησε ναποσπασθή από τα
+χέρια του Έδμον.
+
+ — Αφίστε με, είπε, μη με κρατείτε πια. Έμεινα όσον δεν έπρεπε
+ίσως. Τώρα η καταλαλιά θα φρυάξη . . . και θα καταστρέψη την
+ησυχία μου για όλη μου τη ζωή ίσως.
+
+ — Ο κόσμος αυτός εδώ είναι γελοίος, τι σε μέλει για την υπόληψή
+του. Εγώ σε αγαπώ. Εγώ θέλω να ζήσω για σένα μόνο. Αυτό και σου
+είναι αρκετό. Ορκίσου πως θα γίνης σύζυγός μου και καθόλου μη
+φοβάσαι. Κανείς δεν θα τολμήση να σε βλάψη. Αλλά μου φεύγης χωρίς
+να μου πης τίποτε, για όνομα του Θεού.
+
+ — Έδμον μη μαναγκάζης να μεμφθώ την μνήμην της φίλης μου, ως
+φραγμόν ο οποίος με χωρίζει από σένα.
+
+ — Αυτά δεν μπορεί να λέγωνται σοβαρά. Είναι ανάγκη να σε ιδώ, να
+σου ομιλήσω και συ αναχωρείς για το σπίτι της Κλάρας, που εγώ δεν
+μπορώ να περάσω το κατώφλιο του.
+
+ — Μα τι θέλεις λοιπόν; Με την κ. Μπιρτών ούτε μία ώρα πια δεν
+μπορώ να μείνω· πού αλλού να πάγω. Κανένα άλλον δεν ξαίρω εκτός
+από την κ. Κλάραν.
+
+ — Τότε κάμε όπως ξαίρεις. Αλλά πριν είναι ανάγκη να συναντηθώμεν
+κάπου, ναποθέσω στην ψυχήν σου όλους τους πόθους και τους φόβους
+που ταράζουν την ψυχήν μου.
+
+ — Και πού θέλεις να συναντηθώμεν;
+
+ — Παραδέξου να σταθής αύριο ολίγες ώρες στα Φάλκιρκ. εκεί θαρθώ
+να σεύρω. Μη μου ταρνηθής, αν θέλης τη ζωή μου. Η άρνησίς σου θα
+είναι ο θάνατός μου, ξαίρε το. Τόσο σου λέγω· ότι θέλεις κάμε.
+
+Και τάλεγε με τέτοια πεποίθηση, που δεν χωρούσαν αστεία. Η Μαλβίνα
+φοβήθηκε και μαλάκωσε. Άλλωστε ούτω πράττουσα υπεχώρει εις την
+ιδικήν της κλίσιν· υπεσχέθη να τον περιμένη την άλλη μέρα στο
+Φάλκιρκ.
+
+Έφυγε σαν αστραπή. Πέρασε κοντά από την κ. Μπιρτών και την κ.
+Φέμπικ, αι οποίαι ήρχοντο με τον λόρδον Μπέυμουθ, χωρίς να τας
+προσέξη καν.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.
+
+ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ
+
+
+
+Απόρησαν για την παράξενη εμφάνιση της Μαλβίνας. Ζητούσαν να
+μαντεύσουν την αιτίαν.
+
+Ο Έδμον εν τω μεταξύ είχε συναντήση εις τον κήπον τον κ. Φέμπικ.
+Φοβηθείς μήπως ακονίσει την γλώσσαν του προς καταλαλιάν της
+Μαλβίνας τον εκράτησε από τον βραχίονα και του είπε.
+
+ — Σoυ ορκίζομαι στην ψυχή της μάννας μου, αν ακουσθή και το
+ελάχιστον εναντίον της κυρίας Σορκή, θα είσαι συ ο υπεύθυνος και
+θάχεις να κάνεις μαζί μου.
+
+ — Μα . . . Μα . . .
+
+ — Είπα!
+
+Τρέμων ήλθε κοντά στη γυναίκα του και στην κ. Μπιρτών. Εκείνες τον
+ερωτούσαν, τι έπαθε; Αλλ' αυτός ούτε λέξιν επρόφερε.
+
+Ο κ. Έδμον ηθέλησε να εξέλθη, αλλά η θύρα της αυλής ήτο κλεισμένη
+. . Οι υπηρέται του έλεγαν να αναβή, διότι η θεία του επέστρεψε,
+αλλ' αυτός επεχείρησε νανοίξη και έκαμε θόρυβον.
+
+Η κ. Μπιρτών ελκυσθείσα από τον θόρυβον εβγήκε, εις τα κάγκελα της
+σκάλας ακκουμβώσα του είπε.
+
+ — Πώς γίνεται, ανεψιέ μου, να βρίσκεσαι εδώ αυτήν την ώρα; και
+γιατί πάλι φεύγεις χωρίς να θέλεις να με ιδείς.
+
+Ο Έδμον χωρίς να ομιλήση ανέβη επάνω και χαιρέτησε σοβαρά τα λόρδο
+Μπέυμουθ.
+
+Η κ. Φέμπικ ελαφρά ως πάντοτε και ζηλιάρα, επροθυμοποιήθη να δώση
+τας απαιτουμένας εξηγήσεις.
+
+Η Τζέννη μου είπε ότι είδε τον κ. Έδμον να ομιλή κρυφά με την κ.
+Σοκρή μέσα στον κήπο. Έτσι εξηγείται η ταραχή της κυρίας και ο
+θυμός του κ. Έδμον.
+
+ — Έτσι λοιπόν η κακοήθης εκείνη ατιμάζει το σπίτι μου. Πάω να τη
+διώξω αμέσως.
+
+ — Σταθήτε! είπε ο Έδμον και κράτησε τη θεία του σφιχτά από το
+μπράτσο. Κανείς μη τολμήση νανησυχήση την κυρίαν Σορκή.
+
+ — Άφισέ με, Έδμων να διώξω από τα σπίτι μου τη γυναίκα που σε
+κάμνει να παραφέρνεσαι έτσι.
+
+ — Ούτε σεις, ούτε κανείς άλλος είναι άξιος να παραβληθή μεκείνην
+ως προς τα ήθη και τον χαρακτήρα. Όσο αναπνέω εγώ κανείς δεν θα
+την εγγίση. Και θα αγρυπνώ διαρκώς, για να εξουδετερώνω τας
+διαβολάς και την καταδρομήν εναντίον της. Αυτά!
+
+ — Ανέχεσθε, Μιλόρδε, είπε η πονηρά Μπιρτών προς τον λόρδον
+Μπέυμουθ, να καταφρονούν εμπρός σας μία γυναίκα. Δεν σπεύδετε να
+μαπαλλάξετε απ' τα χέρια αυτού του τρελού;
+
+ — Μη κινηθήτε, μιλόρδε, φώναξε ο Έδμον, για να μη το μετανιώσετε.
+
+ — Ποτέ δεν ανέχθην απειλήν, είπε ο λόρδος Μπέυμουθ υπερηφάνως.
+Και ούτε είμαι διατεθειμένος νανεχθώ την ιδικήν σας.
+
+ — Είμαι έτοιμος να την υποστηρίξω απεκρίθη ψυχραίμως ο Έδμον
+τραβών το ξίφος του με την δεξιάν, ενώ διά της αριστεράς εκρατούσε
+σφιχτά το μπράτσο της κ Μπιρτών.
+
+Ο Μπέυμουθ ετράβηξεν επίσης το σπαθί του και ήρχισεν η μάχη. Εκ
+των άλλων καθείς έντρομος παρηκολούθει την φρικώδη πάλιν σιωπηλώς.
+
+Ο Έδμων εθεώρει τον Μπέυμουθ αντεραστήν και τον εμισούσε. Το
+αποτέλεσμα της μονομαχίας θα ήτο θανατηφόρον για τον ένα από τους
+δυο.
+
+Έξαφνα άνοιξε η θύρα και η Μαλβίνα λυσίκομος και με πρόσωπον ωχρό,
+ώρμησε εις την αίθουσα και ερρίφθη ανάμεσα εις τους δύο
+μονομαχούντας.
+
+ — Σταθήτε! τους κράζει. Δεν θέλω νακουσθή ότι αίμα ανθρώπου
+χύθηκε για χάρη δική μου. Πάψετε να χτυπιέστε! Κιάν θέλετε και
+καλά να χύσετε αίμα, σφάξετε εμένα.
+
+Ταύτα λέγουσα εκράτησε τον Έδμον παραδίδουσα ούτω το σώμα της εις
+την διάκρισιν των ξιφισμών του λόρδου, όστις θαυμάσας την τόλμην
+της και νικηθείς από το κάλλος της, του οποίου την δύναμιν ηύξανε
+η ταραχή και η αντημέλητος περιβολή της, κατέθεσε το ξίφος προ των
+ποδών της και είπε:
+
+ — Αι και ποιος μπορεί ναντισταθή στων θέλγητρων τη δύναμη! Και
+ποιος μπορεί να ιδεί τα δικά σας και να μη σας υπακούση!
+
+ — Τι ήθελες εδώ, ευλογημένη, να βεβηλώσης την καθαρότητά σου
+κοντά στους ανοσίους, που άλλο δεν σκέπτονται παρά πώς να μολύνουν
+την υπόληψη σου! της είπεν ο κύριος Έδμον.
+
+ — Η υπόληψή μου είναι μόνο στην εξουσία τη δική μου· κανείς δεν
+μπορεί να την εγγίσει, όταν εγώ την φυλάττω καθαράν.
+
+ — Μας εσκοτίσατε με την αλαζονεία σας! είπε η κυρία Μπιρτών.
+
+ — Αρκούν πλέον οι βρισιές, κυρία μου. Σας ήκουσα και μου είναι
+αδύνατον πλέον ουδ' επί στιγμήν να μείνω κοντά σας. Θα είμαι πιο
+ασφαλισμένη να περιπλανώμαι την νύκτα εις το ύπαιθρον, παρά να
+μένω στο σπίτι σας. Πέτρο, είπε στον υπηρέτη, τρέξε, παρακαλώ, να
+μουφέρης αμέσως έν αμάξι και πες στην Τομκίνα να κατεβάση τη Φανή.
+
+ — Μα τι σκοπό έχεις, δε μου λες! Πού θα πάς τέτοιαν ώρα;
+
+ — Ξαίρω κεγώ; Στο έλεος του Θεού. Εδώ να μείνω μου είναι πλέον
+αδύνατο. Αλλά πριν φύγω έχω ένα καθήκον. Σερ Έδμον! Μιλόρδε! δόστε
+χέρι προς αλλήλους και ορκισθήτε μου, πώς δε θανανεώσετε τη μάχη
+για όνομα του Θεού, αν δεν θέλετε νακούσετε πως τελείωσα.
+
+Το βλέμμα της, η φωνή της, ήσαν τόσον γοητευτικά, ώστε ήτο
+αδύνατον ναντισταθή κανείς εις τας προσκλήσεις της.
+
+Ενέδωκαν και οι δύο, έτειναν προς αλλήλους τας δεξιάς των και
+υπεσχέθησαν να κάμουν, όπως αύτη επιθυμεί.
+
+Εν τω μεταξύ ήρθε το αμάξι και η Τομκίνα ετοποθέτησε εντός του την
+μικράν Φανήν.
+
+Εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής και απήλθε αφίνουσα κατησχημένην
+την κ. Μπιρτών.
+
+Ο σερ Έδμον την ηκολούθησε έως το αμάξι. Έμαθε πού επήγαινε και
+την ερώτησε, αν θα τηρήση την υπόσχεσίν της, να τον περιμένει στο
+Φάλκιρκ.
+
+ — Ναι, είπε, εκεί μεταβαίνω τώρα και θα σε περιμένω.
+
+Αφού εκείνη ανεχώρησε, ο σερ Έδμον έκρινε σύμφορον διά την
+υπόληψιν της καλής του, να μείνη ολίγας ώρας εκεί, για να αποφύγη
+κάθε υπόνοιαν εκ μέρους των καλοθελητών της.
+
+Εκεί άκουσε με ταυτιά του όλας τας ύβρεις, όσας ήτο επόμενον να
+εμέση η ταπεινωθείσα αλαζονεία. Έτριζε τα δόντια του από
+αγανάκτησιν, αλλά η φρόνησίς του υπερίσχυσε και εκρατήθη ψυχρός
+και αδιάφορος.
+
+Έμεινε εκεί όσο έπρεπε να μείνη για να μη διεγείρη υποψίαν τινά.
+Και όταν εστοχάσθη ότι η ευπρέπεια του επέτρεπε ναναχωρήση, εξήλθε
+από το βδελυρόν κείνο περιβάλλον.
+
+Η Μαλβίνα ετράβηξε ίσια στα Φάλκιρκ. Έφθασεν εκεί μεσάνυχτα
+περασμένα. Κατέλυσε στο καλύτερο ξενοδοχείο, έβαλε τη Φανίτσα στο
+κρεββάτι, άνοιξε το παράθυρο που φαινότανε η εξοχή και παρεδόθη
+ήσυχη σε γλυκούς διαλογισμούς. Έτσι έφεξεν η ημέρα, που θα
+απεφασίζετο η τύχη της.
+
+Η ώρα ήτο ένδεκα περασμένες, η Φανή ακόμη εκοιμάτο, η Μαλβίνα
+περίμενε με ανυπομονησίαν, και μέσα στην ανησυχία της εζήλευε τον
+μακάριον ύπνον του κοριτσιού.
+
+Έξαφνα ιδού ενώπιόν της ο σερ Έδμον.
+
+ — Έφθασα ολίγον αργά. Αλλά έλαβα τας προφυλάξεις μου. Εβγήκα
+πεζός, ενοίκιασα ίππον από κάποιο χωριό παρά το Έδιμπουργκ και
+ξεκαβαλίκευσα εις άλλο χωριό παρά το Φάλκιρκ, οπόθεν πάλιν πεζός
+ήλθα έως εδώ. Με λύπη μου βλέπω ότι έχασα ώρες από την πολύτιμη
+ημέρα που μου χαρίζεις.
+
+Έχουμε πολλές ώρες ακόμα στη διάθεσή μας, είπε η Μαλβίνα,
+κινουμένη εις οίκτον, που τον έβλεπε έτσι σκονισμένον και
+ιδρωμένον για χάρη της.
+
+ — Άφισέ με λοιπόν ναπολαύσω ανεπιφύλαχτα την θέα σου και την
+συναναστροφή σου, τώρα που δεν φοβούμαστε να ταράξη κανείς τη
+γαλήνη της μοναξιάς μας. Το ότι η ψυχή σου συγκινείται υπέρ εμού
+αποτελεί το ζενίθ της ευτυχίας μου. Τα ότι αυτή θα με ασκήση εις
+τας αρετάς που της αρέσουν αποτελεί την χαράν μου! Ω Μαλβίνα . . .
+
+ — Μη σπεύδεις, σερ Έδμον, τα πράγματα δεν είναι και τόσον απλά,
+όσον τα εκλαμβάνει η θέρμη της ψυχής σου.
+
+ — Απλούστατα, όταν θελήσης εσύ, αφού εγώ το θέλω από καιρόν ήδη.
+
+ — Όχι, διότι και να παρακάμψωμεν την υποχρέωσιν, την οποίαν εγώ
+έχω αναλάβει προς την μακαρίτιδα Κλαίρη Χέριντεν, πράγμα που εγώ
+αδυνατώ να παραβλέψω, δεν θα στρέξω ποτέ να στερηθής την μεγάλην
+περιουσίαν της κ. Μπιρτών χάριν μου. Αφού μάλιστα η γενναία ψυχή
+σου όλην την ιδικήν σου περιουσίαν την επροίκισεν εις την αδελφήν
+σου.
+
+ — Άκουσε, Μαλβίνα. Σκέψου πρακτικώτερα. Εδώ πρόκειται περί της
+ευδαιμονίας ολοκλήρου της ζωής μας. Δεν χωρούν δυσιδαιμονίες, η
+υπερβολική ευσυνειδησία είναι σχολαστικισμός επιβλαβής εις την
+παρούσαν περίστασιν. Ας προσέξωμεν εις μόνην την πραγματικότητα
+και ας μη παρασυρώμεθα εις υπερβολάς. Αν εις το προίκισμα της
+αδελφής μου χρεωστώ μέρος της προς εμέ υπολήψεώς σου, η χαρά μου
+είναι πιο μεγάλη, παρ' όσον αισθάνομαι για την λαμπρότητα της
+πράξεως εκείνης, να καταστήσω ευτυχή την αδελφήν μου. Αλλά μην της
+δίδεις και τόσην σπουδαιότητα κατά τα άλλα. Εγώ λίγο τιμώ τα
+πλούτη. Και στην κ. Μπιρτών ποτέ δεν εστηρίχθηκα, γιατί για να τα
+αποκτήσω, πρέπει να γίνω κόλαξ χαμερπής των αδυναμιών και των
+ορέξεων της θείας μου μέχρι δουλείας, πράγμα που δεν θα τόκαμνα
+ποτέ και αν ακόμη δεν σεγνώριζα. Ώστε δεν πιστεύω νάχης την αξίωση
+να το κάνω τώρα που σεγνώρισα! Να πλουτίσω δηλαδή παραβλέπων την
+αλήθειαν και την τιμιότητα!
+
+Η Μαλβίνα κατεγοητεύθηκε. Ωστόσο του είπε:
+
+ — Ήθελα ακόμα να σου αναφέρω τας παραφοράς της νεότητός σου, τους
+αστάτους εκείνους έρωτάς σου, των οποίων η ενθύμησις προξενεί
+φρίκη σε κάθε γυναίκα που τολμά να σου εμπιστευθή την καρδιά της.
+
+ — Αλλά δεν κατάλαβες λοιπόν, ότι ποτέ έως τώρα δεν αγάπησα. Εσένα
+πρώτην και μόνην αγαπώ με τον αληθινόν, με τον θείον, με τον
+αιώνιον έρωτα. Τίποτε δεν υπάρχει στον κόσμο, που να δύναται να με
+χωρίση από σένα. Καθώς και σένα τίποτε δεν σαναγκάζει ναρνηθής την
+χείρα ανθρώπου που μόνο για σένα αναπνέει και τον οποίον το κάτω
+κάτω της γραφής συμπαθείς και συ εξίσου.
+
+ — Ω, σερ Έδμον!
+
+ — Άκουσε τώρα τον σκοπό μου και προεξόφλει με την παρούσαν χαράν
+σου την μέλλουσαν ευδαιμονίαν μας. Έχω στις όχτες του ποταμού
+Κλουδ κοντά στην Γκλάσκοου έπαυλη χαριεστάτη και εύφορη, κτήμα των
+προγόνων μου ευρύχωρο και γόνιμο, που θα μας παρέχει πρόσοδον
+αρκετή για να ζήσουμε καλά και άνετα. Έλα εκεί μαζί να
+κατοικήσουμε. Έλα εκεί να ενώσης την τύχη σου με τη δική μου. Γίνε
+φίλη μου ειλικρινής, γυναικούλα μου ποθητή, κυρά μου και αφέντρα
+μου. Εκεί μόνην μου επιθυμίαν θα έχω, πώς να φανώ προς εσένα
+ευάρεστος, μόνην μου φιλοτιμίαν πώς να γίνω ενάρετος σαν εσένα,
+μόνη μου χαρά να σαγαπώ. Ω Μαλβίνα! μην αρνηθής την ευτυχίαν μου
+. . . και τη δική σου.
+
+Η φωνή του ήτο περιπαθής και η φλόγα του πάθους έδινε δύναμη στους
+λόγους του ακαταμάχητη, και γοητεία ελκυστική στο βλέμμα του.
+
+Η Μαλβίνα τινάχτηκε στο κρεβατάκι της Φανής, την πήρε στην αγκαλιά
+της κιάρχισε να λέει:
+
+ — Έλα, κόρη μου, έλα να με γλυτώσης από τη γοητεία του πλάνου.
+Έλα να μου θυμίσης τους όρκους μου προς τη μητέρα σου, έλα να . . .
+
+ — Όχι Φανή, αντίσκοψε ο Έδμον, εγώ είμαι ο αδύνατος, εγώ είμαι ο
+δυστυχισμένος, εμένα έλα να βοηθήσης, έλα να πεις στη σκληρή, πως
+οι όρκοι που έδωσε στη μαμά σου ήτανε για να καταστήση και σένα
+ευτυχισμένη. Και πού αλλού μπορείς να είσαι και συ ευτυχισμένη
+περισσότερο, παρά κοντά μου, που θα ενωθούνε οι φροντίδες και των
+δυο μας για την ευδαιμονία τη δική σου:
+
+Πες της λοιπόν ότι το προς εσέ καθήκον της την υπαγορεύει να ενωθή
+μαζί μου. Πες της ότι εγώ θα σε κάνω παιδί μου και θα σαγαπώ πολύ,
+για ναμαγαπά κεκείνη εμένα. Και συ, λαίδη Χέριντεν, από εκεί που
+ευρίσκεσαι, αφού είσαι πνεύμα τώρα και βλέπεις την ειλικρίνειαν
+της καρδιάς μου, έμπνευσε την φίλην σου να ενδώση, διά να ασφαλίση
+διά παντός της κόρης σου την ευδαιμονίαν. Και η ψυχή σου η ουρανία
+ας καταδιώξη άνωθεν εκείνον, όστις ήθελε παραβή την υπόσχεσίν του.
+
+ — Μητέρα, είπε αφελώς η Φανή, είναι τόσο καλός ο κύριος! Γιατί
+είναι τόσο λυπημένος; Εσύ τον εμάλωσες; Αχ μαμάκα, σε παρακαλώ
+πολύ μην του χαλάς την καρδιά του. Αν σου γυρεύη τίποτε και
+μπορείς να του το δώσης, δος του το, μαμάκα, και πολύ θα
+μευχαριστήσης.
+
+Η Μαλβίνα συνεκλονίσθη καθ' ολοκληρίαν ψυχικώς από όλην αυτήν την
+σκηνήν και είπε:
+
+ — Αλλά λοιπόν το μυστήριον μας περιβάλλει! Επεκαλέσθης την
+Κλαίρην και αυτή συγκατανεύει και με διατάσσει με του αθώου αυτού
+παιδιού το στόμα να δεχθώ το χέρι σου! Έτσι είναι άραγε ή μήπως
+είμαι θύμα δυσιδαιμονίας, ή μήπως με απατά και με παραφέρει το
+πάθος μου! Α γόη! αφού και τα πνεύματα σε υπακούουν, ποιος μπορεί
+ναντισταθή στα μάγια σου;
+
+Και του έσφιξε με πάθος την δεξιάν του.
+
+ — Δική μου λοιπόν! εφώναξεν εκείνος. Για πάντα δική μου! και την
+αγκάλιασε. Εκείνη στήριξε τα κεφάλι της στον ώμο του, κέβλεπε το
+στήθος της να πάλλη απ' το ίδιο πάθος που έπαλλε κιαυτουνού η
+καρδιά του.
+
+ — Τας στιγμάς αυτάς αισθάνομαι την ευφροσύνην που στέλλει κάποτε
+ο Θεός στη γη μας, για να μας δώση κάποιαν ιδέαν της μακαριότητος,
+που μέλλει νανταμείψη στον ουρανό την αρετή.
+
+Ο Έδμον δεν ήθελε πια ναποχωριστή από τη Μαλβίνα, την παρακαλούσε
+να ορίση την ημέρα που θα νυμφευθούν.
+
+ — Όχι ακόμη, του είπε. Θέλω ένα μήνα να παραδοθής εις της
+ελευθέρας ζωής τας απολαύσεις και ηδονάς, κιάν αυτές δεν σαφίσουν
+κανένα πλέον πόθον προς αυτάς, αν η ιδέα της παντοτεινής των
+στερήσεως δεν θα σε τρομάζη, τότε θα μου πης· κεγώ, Έδμον, ακούς;
+θα σε πιστεύσω, ότι δεν καταχράσαι την εμπιστοσύνη μου και ότι όσο
+πιο εύκολα μπορείς να απατήσης, τόσο περισσότερο θα το αποφύγης.
+Τότε ναι! τότε πλέον θα σου παραδοθώ ανεπιφύλακτα. Θέλεις;
+
+ — Ναι θέλω. Έτσι πολύ ακριβά θα κερδίσω το πολυτιμότατο βραβείο
+του βίου μου. Και θα ταπολαύσω πιο ευχάριστα, γιατί θάχω τη
+συναίσθηση πώς είμαι πλέον άξιός σου. Αλλά ένα πράγμα με ανησυχεί.
+
+ — Τι πράγμα;
+
+ — Εσύ εις το διάστημα αυτό θα μένης, καθώς είπες, εις της κ.
+Κλάρας, η οποία με μισεί και θα σου εμπνεύση κατ' εμού το ίδιο
+μίσος.
+
+ — Και γιατί σε μισεί η κ. Κλάρα;
+
+ — Αλίμονο δεν μου είναι συγχωρημένο από την ίδια, να σου το πω,
+μόνο εκείνη έχει το δικαίωμα να σου το πει. Και θα σου το πει
+απόντος μου, χωρίς και εγώ να ημπορώ να σου φέρω τας δικαιολογίας μου
+απολογούμενος, αι οποίαι είμαι βέβαιος θα σε πείσουν να μη με
+μισήσης. Και ημπορούσα βέβαια τώρα αμέσως να σου πω τα καθέκαστα
+και να σε θωρακίσω κατά πάσης άλλης εκδόσεως επιβαρυντικής κατ'
+εμού, αλλά προτιμώ να είμαι τίμιος και μια που έδωσα το λόγο μου,
+θα σιωπήσω.
+
+ — Μένε ήσυχος, Έδμον, έχω εμπιστοσύνη πλέον σε σένα. Δεν θα
+θελήσω να μάθω τα καθέκαστα από την κ. Κλάραν. Θα τακούσω εν καιρώ
+το δέοντι από σένα τον ίδιον.
+
+ — Ω αξιολάτρευτη, Μαλβίνα! Και ποιος λοιπόν θα είναι τόσο
+τιποτένιος να καταχρασθή την πίστη σου που πηγάζει από της καρδιάς
+σου την άκρα καθαριότητα! Ούτε καν για ναποχτήσω εσένα θα
+καταδεχτώ ποτέ να μεταχιρισθώ δόλον, μένε ήσυχη, αγάπη μου. Μέχεις
+υψώση τώρα και δεν καταδέχομαι να ταπεινωθώ. Σου ορκίζομαι στο
+βωμό, που σου έχω στήσει μέσ' στην καρδιά μου, τίποτε δεν θα έχω
+κρυφό από σένα και ποτέ δεν θα συλλάβω λογισμό που να ντρέπωμαι
+γιαυτόνα. Λοιπόν σου λέγω και τούτο, Μαλβίνα μου, αφού σου είπα
+πως τίποτα δεν θα σου κρύβω. Γιατί τάχα να έχης αλληλογραφία με
+τον κ. Πρίορ;
+
+Η Μαλβίνα δεν επερίμενε τοιούτον αιφνηδιασμόν. Έβγαλε από την
+τσέπη της ένα γράμμα και βλέπουσα κατάματα τον Έδμον είπε:
+
+ — Ας ιδούμε τώρα, αν σέχω γνωρίσει καλά!
+
+Άνοιξε λοιπόν το γράμμα και διάβασε:
+
+«Η κατάστασή μου από μέρα σε μέρα γίνεται πιο φριχτή. Φτώχια βαριά
+ταλαιπωρεί τους γονείς μου και σπαράζει την καρδιά μου. Ότι και αν
+προσεπάθησα να πράξω, δεν ευωδώθη. Μόνοι οι ασεβείς ευημερούν και
+αυξάνουν τα πλούτη των. Εγώ δε μάτην εφύλαξα καθαράν την καρδίαν
+μου, μάτην ένιψα εν αθώοις τας χείρας μου, οδύνη και θλίψις
+κατέλαβόν με. Ιδού αι ημέραι μου ως η κερκίς του υφαντού
+διέρχονται και άνευ ελπίδων παρέρχονται. Αθλιότης και δυστυχία
+πολεμούν τη ζωή μου κεγώ αγρυπνώ σαν το στρουθίο το ερημικό. Και
+θα υπέκυπτα βέβαια κεγώ εις την τρικυμίαν της δυστυχίας, αν τα
+γράμματα της αγαπητής Μαλβίνας δεν ήρχοντο από καιρό σε καιρό να
+με κρατούν εις την ζωήν.»
+
+ — Έτσι λοιπόν, είπε ο Έδμον διακόπτων, ο άνθρωπος αυτός σε
+ονομάζει αγαπητή Μαλβίνα. Όσο καθαράν και αν έχει τον εαυτόν του η
+καρδιά του, θα συλλαμβάνει ίσως επιθυμίας, ίσως ακόμη ελπίδας . . .
+τας οποίας συ δεν παραλείπεις να του τας δυναμώνεις.
+
+ — Σερ Έδμον, η φιλανθρωπία δεν μου επιτρέπει να λυπήσω ένα
+δυστυχή από ένδειαν, αποβάλλουσα όπως λέγεις την φιλίαν που μου
+ζητεί. Μην αδικείς λοιπόν μήτε εμένα, μήτε τον εαυτόν σου,
+υποθέτων ότι μπορεί μέσ' στην καρδιά μου να σαντικαταστήση άλλος
+κανένας στον κόσμο.
+
+ — Μαλβίνα, έχεις δίκαιον εις όλα· όμως η λογική δεν χωρεί εκεί
+που λαλεί το αίσθημα. Όταν συλλογίζωμαι ότι μπορεί κι άλλος να
+σαγαπά, να εντρυφά νοερώς με τα θέλγητρά σου κεσύ το ξαίρεις και
+δεν τον αποβάλλεις. . . . αι, μα την αλήθεια δεν θα είμουν
+ειλικρινής προς εσέ, εάν δεν σου έλεγα ότι η φρικτή αυτή ιδέα με
+βασανίζει. Μου φαρμακώνει τη ζωή. Με θανατώνει.
+
+ — Ίσως δεν έχω κάμει καλά αλήθεια, να μην σκεφθώ αυτά. Αλλά αυτήν
+την στιγμήν, που τόσον πάσχει αυτός ο άνθρωπος, αν και εγώ τον
+αποθήσω, η θλίψις δεν θα τον ωθήση εις τα έσχατα;
+
+ — Από αύριον θα φροντίσω να του εύρω θέσιν στο Έδιμπουργκ . . και
+τότε πια Μαλβίνα, έχω την αξίωση . . .
+
+ — Σε καταλαβαίνω . . .θα κάμω ότι θέλεις. Ωστόσο διάβασε όλην την
+αλληλογραφίαν μας για να βγης από κάθε υποψίαν.
+
+ — Όχι, είπε ο Έδμον, δεν έχω καμίαν υποψίαν για σένα, αλλά δεν
+θέλω, άλλος άνδρας να σου αποτείνει τρυφεράς εκφράσεις, έστω και
+υπό τύπον φιλίας. Ελπίζω μόνον ότι θα με απαλλάξης από την ιδέαν
+που ούτε ο οίκτος, ούτε ο ορθός λόγος ισχύουν να με κάμουν να την
+υποφέρω.
+
+ — Έχε λοιπόν εμπιστοσύνη σεμένα και για τούτο.
+
+Έτσι διατεθειμένοι απεχωρίσθησαν και η μεν Μολβίνα διηυθύνθη προς
+την κατοικίαν της Κλάρας, ο δε Έδμον εις Έδιμπουργκ. Υποσχεθέντες
+να αλληλογραφούν και, αν κάμη ανάγκη, να ανταμωθούν ακόμη εν τω
+μεταξύ.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'.
+
+ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΤΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ
+
+
+
+Η αγαθή Κλάρα ευχαριστήθη πολύ, άμα είδε την Μαλβίναν.
+
+ — Χρεωστώ μεγάλη χάρη στη διάθεσή σας τη φιλήσυχη, που σας έκαμε
+να βαρεθήτε γρήγορα τον κόσμο και να επιστρέψετε κοντά μου της
+είπε. Ίσως μάλιστα δεν απατώμαι, αν υποθέσω ότι και κάποια προς
+εμέ γενωμένη εις την ψυχήν σας φιλία επέσπευσε τον ερχομό σας.
+
+ — Θα μου ήτον ευτύχημα να μπορούσα να σου εβεβαίωνα το τελευταίο,
+αλλά τότε δε θα σας έλεγα την αλήθεια.
+
+ — Τι συνέβη λοιπόν;
+
+ — Από την κ. Μπιρτών απεχωρίσθην διά παντός και είθε ποτέ να μη
+την συναντήσω πλέον εις την ζωήν μου.
+
+ — Τα χαλάσατε με την κ. Μπιρτών; Πώς έγινε τούτο;
+
+ — Μη με αναγκάζετε να σας ειπώ περισσότερα. Μου είναι αδύνατον,
+αν και πολύ επιθυμούσα να σας ανοίξω την καρδιά μου.
+
+ — Αρκεί είπεν η κ. Κλάρα, σας εννοώ πληρέστατα και σέβομαι την
+ανάγκην της σιωπής σας.
+
+Αι ημέραι επερνούσαν γρήγορα. Ο πατέρας της Κλάρας αναγκασμένος
+από υποθέσεις του ανεχώρησεν εις Λονδίνον. Η Κλάρα λοιπόν ήτο τώρα
+πιο ελεύθερη. Εν τούτοις δεν ενοχλούσε και πολύ την Μαλβίνα από
+διάκρισιν, την οποίαν καθόλου δεν είχεν εύρει αυτή, όταν διητάτο
+εις της κ. Μπιρτών.
+
+Η Μαλβίνα ετέρπετο παιδαγωγούσα την Φανήν, όταν δε δεν ήτο
+απησχολημένη με αυτήν, πότε διάβαζε και πότε παρεδίδετο εις
+γλυκείας ονειροπολήσεις εντός των ωραίων κήπων του πύργου.
+
+Δεν είχε βέβαια λησμονήσει τας ατασθαλίας του Έδμον, αλλά η αγάπη
+έκαμνε να τας θεωρεί ως ελαφράς νεανικάς παρεκτροπάς και μάλιστα
+έχαιρε δι' αυτάς, διαλογιζομένη ότι όσοι άπαξ εγνώρισαν την
+ματαιότητα του εκτάκτου βίου είναι πλέον ασφαλισμένοι, παρά όσοι
+εβάσταξαν εγκράτεια στα νιάτα τους.
+
+Αλίμονο. Έτσι πάντα η φαντασία μας ξεγελά υπέρ του όντος το οποίον
+αγαπώμεν, είδέ μη, «αλί που τόχει η κούτρα του . . . . »
+
+Από δεκαπέντε μέρες η Μαλβίνα παραδοθείσα εις τας τρυφερότητας του
+έρωτος ανεπιφύλακτα χωρίς πλέον να εντρέπεται διά τούτο, απολαύει
+χαράν και ευφροσύνην άγνωστην ως τώρα εις αυτήν. Είχε προ οφθαλμών
+την στιγμήν που θα εγίνετο ευτυχής διά της παντοτεινής ενώσεώς της
+μετά του προσφιλούς της ψυχής της. Έτσι το παρόν ομορφαίνει με τας
+εικόνας των αγαθών που μας υπόσχεται το μέλλον. Η προσδοκία της
+απολαύσεως είναι ανωτέρα από αυτήν ταύτην την απόλαυσιν πολλάκις.
+
+Κάθε βράδι χαίρεται περισσότερο, διότι επέρασε μία ακόμη ημέρα του
+χωρισμού. Κάθε πρωί αγάλλεται, διότι ο Θεός της χαρίζει μία μέρα
+ακόμη για ναγαπά τον Έδμον. Γυρίζει με τη φαντασία της στις πρώτες
+εκείνες στιγμές που ο Έδμον με τις φλογερές του φράσεις μετέδωκε
+την φλόγα του έρωτος στην άδολη καρδιά της.
+
+ — Μαγαπά λοιπόν αληθινά και τίμια, λέγει καθ' εαυτήν. Εμένα από
+όλας. Το λέγει μέσα στις νύχτες, το ξαναλέγει τα μεσημέρια. Και
+αισθάνεται κάτι που δεν ξαίρει τι είναι, μα τόσο τερπνό και γλυκό
+της φαίνεται, ώστε λέγει ότι αυτό είναι η ζωή. Δεν μπορεί να είναι
+άλλο. Άλλοτε πάλιν αρέσκεται να βλέπει εντός της.
+
+ — Ω τον αγαπώ! τον λατρεύω! φωνάζει μόνη της, και είναι ευτυχής,
+γιατί τον αγαπά χωρίς να συλλογίζεται ότι ανταγαπάται. Εάν
+απέθνησκε κατά τας ωραίας εκείνας στιγμάς, δεν θα είχε παράπονον
+ότι απέρχεται του κόσμου χωρίς να γευθή τας γηίνους ευδαιμονίας.
+Επλησίαζε το τέλος του μηνός και η Μαλβίνα υπελόγιζεν ήδη, ότι
+έφθανεν η ώρα, που εκείνος έμελλε, να της απαιτήση την εκπλήρωσιν
+της υποσχέσεώς της, και η τρυφερή αυτή ιδέα πολλάκις έβαψε το
+πρόσωπόν της με ζωηρόν ερύθημα.
+
+Μίαν από τας τελευταίας αυτάς ημέρας ενώ εγευμάτιζε με την κ.
+Κλάραν της έφεραν δύο γράμματα, τα ένα ήτο του Έδμον, τα άλλο από
+τον λόρδον Χέριντεν. Τα γράμματα του Χέριντεν ήσαν πάντοτε τυπικά
+και ολιγόστιχα· άφισε το γράμμα του λόρδου και με λαχτάρα άνοιξε
+του Έδμον. Διάβασε.
+
+«Από τη μέρα που επέστρεψα εδώ δεν άφισα τη θεία μου να αγνοή ότι
+συ είσαι η πηγή των φίλτρων μου. Χθες όμως, επειδή με απείλησε
+ότι, αν δεν πάρω τη λαίδη Σούμεριλ, δεν με καθιστά κληρονόμον της
+περιουσίας της, αναγκάστηκα κεγώ να της ομιλήσω ξεκάθαρα, ότι και
+οι δύο εμείς το θεωρούμε εντροπή να δεχθούμε κάτι από μέρος της.
+Τότε λοιπόν εκείνη αγρίεψε και μου είπε:
+
+ — Και τους δύο θα σας ιδώ να ψωμοζητάτε μπρος στη θύρα μου· μα
+χέρι δεν θαπλώσω να σας βοηθήσω. Πήγαινε, ανόητε, μου είπε,
+νακούσης και συ από το στόμα της διαβεβαιώσεις αγάπης τέτοιες που
+έδωσε άλλοτε στον κ. Πρίορ (ω το μισητό το όνομα!) Μα και σαν την
+πάρης μην τη θεωρείς δική σου. Και τότε ακόμα μπορώ να σας χωρίσω
+τον έναν από τον άλλον. Έτσι θα τιμωρήσω την αυθάδειά σου
+χωρίζοντάς σε από εκείνην και απορρίπτοντας σε μακρυά από μένα.
+
+Αχ φαρμάκι έχυσε μέσ' στην ψυχή μου επαναλαμβάνουσα την φιλίαν σας
+με τον κ. Πρίορ (ω αυτός ο Πρίορ!) και τη στιγμή που έξαφνα σας
+ηύρε και τους δύο σε ανώμαλη θέση και σε μεγάλη ταραχή, κιακόμη
+τους συγκινητικούς αποχαιρετισμούς σας, τους επαναλαμβανομένους
+πόθους σας και την απόρροιαν αυτών: την συχνήν αλληλογραφίαν σας.
+
+Χολήν έχυνε στην ψυχή μου και έχαιρε, που με φαρμάκωνε έτσι.
+
+Ω φιλτάτη Μαλβίνα, έλα λοιπόν με την παρουσία σου να εξαλείψης
+αυτάς τας ολεθρίας παραστάσεις από την ψυχή μου. Ιδού εξετέλεσα
+ότι με διέταξες και εν τούτοις εξακολουθώ να θεωρώ μηδέν όλα τα
+αγαθά του κόσμου εμπρός εις τον πόθον ναποκτήσω εσένα. Ο καιρός
+έφθασε. Αν με αγαπάς, αν θεωρής την ησυχίαν μου πολύτιμη, μην
+αργείς και η προσφορά της καρδιάς σου ας είναι η μόνη απάντησις
+εις τας καταχθονίους απειλάς της Μπιρτών.
+
+Ευρίσκουμαι τώρα στο Κίνρος, δώδεκα μόνον μίλια μακράν σου. Σε
+περιμένω εδώ. Δύο λέξεις θα μου φέρη ο επιδότης της παρούσης μου
+γραμμένες, από την αγάπη μου, που θα μου αναγγείλουν ότι αύριο
+είναι η μακαριωτέρα ημέρα της ζωής μου, η ημέρα της ενώσεώς μας
+. . .
+
+Ενώ η Μαλβίνα εδιάβαζε ακόμα, ήλθε ο ταχυδρόμος, που της έφερε το
+γράμα, και τη διέκοψε λέγων, ότι βιάζεται να φύγη, διότι ο κ.
+Έδμον ανυπόμονος τον περιμένει και του έταξε αμοιβάς, εάν
+επανέλθη, όσο το δυνατόν γρηγορώτερα.
+
+Η κ. Κλάρα εξεπλάγη από όσα ήκουσε, ητένισε με βλέμμα ερωτηματικόν
+την Μαλβίναν, αλλ' αυτή εταπείνωσε το ιδικόν της και εκκοκίνησε.
+
+Ταραγμένη από την απάντηση του Έδμον, από τη βία του
+γραμματοκομιστού, από την επέμβαση της κ. Κλάρας· πήρε ένα
+πρόχειρο κομμάτι χαρτί κέγραψε ότι έρχεται. Τόδοσε στον ταχυδρόμο
+που περίμενε. Εκείνος λαβών την σημείωσιν ανεχώρησε αμέσως.
+
+Ωστόσο η Κλάρα την έβλεπε διαρκώς με το ερωτηματικόν βλέμμα της.
+Και αυτή μη ξαίρωντας τι να της απαντήση εσιωπούσε.
+
+Έξαφνα έπεσαν τα βλέμματά της στο γράμμα του λόρδου Χέριντεν, που
+το είχε λησμονήσει επάνω στο τραπέζι. Έσπευσε λοιπόν να το ανοίξη
+ελπίζουσα έτσι να κρύψη την ψυχικήν ταραχήν της από την κ. Κλάραν.
+
+Μόλις διάβασε όμως μερικές γραμμές, ωχρότης αιφνηδία περιεκάληψε
+το πρόσωπόν της και ψυχρός ιδρός διεχύθη καθ' όλον το σώμα της.
+
+Ωστόσο επέμεινε και ετελείωσε την ανάγνωσιν της απαισίας
+επιστολής. Αλλά άμα την ετελείωσε, δεν εβάσταξε πλέον και
+υπείκουσα εις το βάρος της μεγάλης θλίψεως, την οποίαν της
+επροκάλεσε η ανάγνωσις εκείνη, έπεσεν ως αναίσθητη εις τας αγκάλας
+της φίλης της φωνάζουσα:
+
+ — Αχ τετέλεσται! Πάει πια! Έδμον! Χαθήκαμε για πάντα.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.
+
+ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
+
+
+
+Η αγαθή Κλάρα ανησυχούσα διά την κακήν κατάστασιν της φίλης της
+την συνέτρεξε με τα προχειρότερα μέσα, την μετεκόμισε στο δωμάτιόν
+της και την απέθεσε στην κλίνην της. Άμα δε κατώρθωσς να την
+ανακαλέση εις τας αισθήσεις της την έσφιξε στας αγκάλας της πολύ
+συγκινημένη.
+
+ — Ησύχασε, φίλη μου, της είπε, προσπάθησε ναναπαυθής ολίγον. Εγώ
+εξέρχομαι και σε αφίνω να ησυχάσης. Όταν αναλάβης φώναξέ με, έχω
+να σου ανοίξω την καρδιά μου. Μαλβίνα, εννόησα· είσαι πολύ
+δυστυχισμένη και αξία συμπαθείας.
+
+Η Κλάρα ήτο σφοδρά συγκινημένη και εβγήκε για να μην κλάψη εμπρός
+εις την Μαλβίναν και την βλάψη περισσότερον.
+
+Η Μαλβίνα άμα έμεινε μόνη, επήρε στα χέρια της με φρίκην το γράμμα
+του λόρδου Χέριντεν και άρχισε να το ξαναδιαβάση για να το προσέξη
+καλύτερα:
+
+Κυρία ·
+
+Μανθάνω ότι κατ' αυτάς υπανδρεύεσθε. Δεν θα εξετάσω βέβαια τι ήτο
+που σας ώθησε εις αυτήν την απόφασιν, ούτε και ζητώ τον λόγον της
+σιωπής, που εκρατήσατε προς εμέ γιαυτό το πράγμα. Ούτε πάλιν σας
+επιπλήττω διά τον σκανδαλώδη τρόπον, με τον οποίον εχωρίσθητε
+τόσον απερισκέπτως από την ευπόληπτον συγγενή σας, που τόσον
+ανεπιφύλακτα σας είχε δεχθή στα σπίτι της, και τώρα λυπείται
+ειλικρινώς διά τας παραφοράς σας.
+
+Αρκούμαι μόνον να θέσω υπό την όψιν σας τας εξής παρατηρήσεις μου.
+
+Βλέπω, εδώσατε εις τον εαυτόν σας το δικαίωμα να μη τηρήσετε την
+προς την μακαρίτισσα γυναίκα μου υπόσχεσίν σας. Πολύ καλά. Αυτός
+είναι δικός σας λογαριασμός. Αλλά και δικός μου λογαριασμός είναι,
+νομίζω, να μη κρατήσω πλέον την προς την παραβαινομένην υπόσχεσίν
+σας σχετιζομένην συγκατάθεσίν μου ως πατρός, να αναθρέψετε σεις
+την κόρην μου.
+
+Σας κάμνω γνωστόν λοιπόν, ότι καμίαν διάθεσιν δεν έχω, να επιτρέψω
+να ανατρέφεται η κόρη μου στο σπίτι του συζύγου σας, να είναι
+δηλαδή υπό την κηδεμονίαν ανθρώπου όλως αγνώστου εις εμένα.
+
+Η μακαρίτισσα το παιδί μας το εμπιστεύθη σεσάς μόνην.
+
+Μα από τη στιγμή που εσείς δεν ανήκετε στον εαυτό σας, ούτε το
+παιδί μας ανήκει σεσάς, κέτσι αναγκάζουμαι ναναλάβω επ' αυτού τα
+πατρικά μου δικαιώματα.
+
+Άμα λοιπόν, κυρία γίνη ο γάμος σας, αξιώ να παραδώσετε την κόρην
+μου στα χέρια της εγκρίτου συγγενούς σας κ. Μπιρτών, η οποία λίαν
+προφρόνως αναλαμβάνει να την έχει, έως ότου αι υποθέσεις μου μού
+επιτρέψουν να την παραλάβω πλησίον μου.
+
+Μη λάβετε τον κόπον ναπαντήσετε εις την παρούσαν μου διότι αυτήν
+την ώραν αναχωρώ εις Ιρλανδίαν και η εκεί διαμονή μου θα διαρκέση
+πιστεύω καθ' όλον το θέρος. Φροντίσατε μόνον να εκτελέσετε
+επακριβώς τα όσα σας γράφω.
+
+ Διατελώ, κυρία, μεθ' υπολήψεως εξαιρέτου.
+ Λονδίνον, 22 Μαΐου . . .
+ Αύγουστος Χέριντεν
+
+Ποτέ βέβαια δεν είχεν υποψιαστή η Μαλβίνα, ότι ο εις όλα τα κατ'
+αυτήν ψυχρός και αδιάφορος λόρδος, ο ουδέποτε πραγματικώς
+ενδιαφερθείς περί της θυγατρός του αυτής, ο οποίος σπανιώτατα και
+τυπικώτατα απαντούσε με ολίγας λέξεις εις όσα εκείνη έκρινε καλόν
+να του γράφη περί της Φανής, έμελλε αίφνης να ταραχθή τόσον,
+μανθάνων ότι αυτή υπανδρεύεται. Κεπειδή το θεωρούσε ως ολότελα
+προς αυτόν αδιάφορον πράγμα, δεν του το ανεκοίνωσε.
+
+Αλλά ο με τόσην θερμότητα γινόμενος εν τη επιστολή εκείνη λόγος
+περί της κ. Μπιρτών την διεφώτισε σαφέστατα, από πού προήρχετο το
+πικρόν βέλος.
+
+Η κ. Μπιρτών δηλαδή δεν έλειψε να του γράψη, όπως ήξαιρε, για να
+τον πάρη συνεργόν στα σχέδιά της.
+
+Επροσπάθησε να τον κινήση εις απέχθειαν κατά της νεαράς γυναικός,
+παριστώσα αυτήν ως γυναίκα ελαφράν και πείσμονα και εφρόντιζε τάχα
+ως φίλη να την προφυλάξη από ολίσθημα διά τούτο του έγραφε:
+
+«Σεις μόνος μπορείτε να εμποδίσετε ένα μεγάλο δυστύχημα. Η
+εξαδέλφη μου είναι πολύ αφωσιωμένη στο τέκνο σας, όθεν αν της
+γράψετε ότι θα της το πάρετε, αν επιμένη να παντρευτή, θα σώσετε
+την μεν φίλην της μακαρίτιδος συζύγου σας από τον όλεθρον, την δε
+πρώτην οικογένειαν της Σκωτίας από μεγίστην στενοχωρίαν.»
+
+Ακόμη δε με σατανικήν οπισθοβουλίαν επρόσθεσε:
+
+«Καθό πατέρας ενδιαφέρεσθε βέβαια για το μέλλον της κόρης σας. Αν
+λοιπόν η παραλυμένη εξαλδέλφη μου, που μονομαχούνε οι νέοι για την
+ομορφιά της, μετανοήση και ξανάρθη κοντά μου για να ζήση ήσυχα, θα
+της αφίσω μέρος από την μεγάλην περιουσίαν μου. Ώστε αν
+κατορθώσετε να μην παντρευθή, η περιουσία μου αυτή μαζί με τη δική
+της περιουσία θα μείνη κληρονομιά στη θυγατέρα σας».
+
+Ο λόρδος Χέριντεν, που είχε σπαταλήσει τη δική του περιουσία και
+πολλές φορές εσκέπτετο τι άραγε θα άφινεν εις την κόρην του,
+εδέχθη προθύμως την εμφανισθείσαν ελπίδα της τοιαύτης
+αποκαταστάσεως της κόρης του. Ώστε διά τούτο προ πάντων και όχι
+διά κανένα άλλον λόγον εδέχθη να υπογράψη την επιστολήν εκείνην,
+την οποίαν η κ. Μπιρτών του υπαγόρευσε, που τόσο κατασπάραξε την
+καρδιά της Μαλβίνας.
+
+ — Ω ψυχή αγία της φίλης μου, εφώναξεν η δυστυχής Μαλβίνα, μη
+φοβάσαι πώς θα παραδώσω εγώ το τέκνο σου στα χέρια της μικράς κ.
+Μπιρτών.
+
+Αν ο σκληρός πατέρας του θέλη να μου ταποσπάσει, γιατί θα είμαι η
+κυρία Σέυμουρ, ποτέ η δυστυχισμένη φίλη σου δεν θα αξιωθή αυτό το
+όνομα και μένε ήσυχη.
+
+Καημένε Έδμον, αιώνιος χωρισμός! δεν είτανε γραφτό να σε καταστήσω
+ευτυχή με την αγάπη μου.
+
+Η κ. Κλάρα άνοιξε εν τω μεταξύ την θύραν, έσκυψε το κεφάλι και
+ερώτησε.
+
+ — Τι κάνει η αγαπημένη μου Μαλβίνα;
+
+Εκείνη της έγνεψε. Η Κλάρα επλησίασε, έπιασε το χέρι της Μαλβίνας
+και της είπε.
+
+ — Ξαίρω ότι δεν πρέπει να εγγίζει κανείς τας λεπτάς χορδάς της
+καρδίας των φίλων. Σέβομαι τη λύπη σας και δεν ζητώ να εξακριβώσω
+τας αφορμάς της. Ίσως με τον καιρό αξιωθώ την εμπιστοσύνη σας και
+τότε μου ανοίγετε την καρδιά σας. Τώρα κοιτάξετε την ησυχία σας.
+
+ — Αύριο φεύγω, είπε η Μαλβίνα, εκείνος με περιμένει αύριο.
+
+ — Φεύγετε; σας περιμένουν; και πού θα πάτε; και πότε θα σας
+ξαναϊδώ εγώ, που δεν σας εχάρηκα ακόμα καθόλου!
+
+ — Αλίμονο, πάω στην άβυσσο. Δεν ξαίρω πού θα καταντήσω αν δεν θα
+με ξαναϊδήτε ή αν θα γυρίσω να πεθάνω κοντά σας. Άγνωστο. Πάει η
+χαρά μου. Εθραύσθη η ευτυχία μου! το μέλλον μου είναι σκοτεινό.
+
+ — Αύριο φεύγετε! Αι σας συνοδεύω κεγώ λοιπόν.
+
+ — Θέλετε λοιπόν να τον κάμω να πιστέψη, ότι σας πήρα μαζί μου για
+να καταφρονήσω τη θλίψη που θα του προξενήσω;
+
+ — Για ποιον ομιλείτε, για όνομα του Θεού;
+
+ — Για κείνον που έχει κυριευμένη την καρδία μου. Που και τη ζωή
+μου γιαυτόνα θυσιάζω. Αυτός που για μένα αρνήθηκε πλούτη και
+αξιώματα. Και που εγώ είμαι αναγκασμένη να του αρνηθώ την ευτυχία
+του. Να του δώσω το τελευταίο φίλημα . . . και να πεθάνω.
+
+ — Με κάνεις να φρίσσω, Μαλβίνα! Μήπως ο ευτυχής αυτός θνητός
+είναι ο σερ Έδμον Σέυμουρ;
+
+ — Και ποιος άλλος άνδρας, εκτός από αυτόν, είναι άξιος τόσης
+αγάπης από μέρος μου; Γιατί να κρύψω από σας το καύχημά μου;
+
+ — Δυστυχισμένη φίλη! Κατώρθωσε λοιπόν να πλανέση και σένα ο
+ολέθριος αυτός άνθρωπος, ω τρυφερή, ω ιλαρή Μαλβίνα! Στην
+καταστροφή σου λοιπόν σέρνεσαι, γλυκιά κοπέλλα! Απλή και άκακη.
+Μαλβίνα! Άκουσέ με να σου πω . . .
+
+ — Τίποτε δεν θέλω νακούσω, είπε η Μαλβίνα, είμαι ορκισμένη να μην
+ακούσω πια τίποτε από κανένα . . . Εκείνος δεν μπορεί να είναι
+ένοχος ποτέ! . . . για μένα τουλάχιστον. Όλος ο κόσμος να σηκωθή
+κατεπάνω του, μια του λέξη, ένα του βλέμμα τον αθωώνουν στην ψυχή
+τη δική μου . . .
+
+Η κ. Κλάρα ενόησε το πάθος της Μαλβίνας. . . . εσκέφθη ότι οι
+λόγοι δεν ωφελούν εις τοιαύτας περιστάσεις. Ενόμιζε την Μαλβίναν
+θύμα του. Εστοχάσθη λοιπόν να την σώση και παρά την θέλησίν της.
+Έπαυσε να της αντιστέκεται και να την αντισκόφτει από τον σκοπό
+της. Την παρακάλεσε μόνο να την δεχθή να συνταξιδεύσουν μέχρι ενός
+σημείου.
+
+ — Χρέος ιερόν με καλεί, της είπε, σένα σπίτι που είναι απάνω στο
+δρόμο σας, εκεί εγώ θα κατέβω, ενώ το αμάξι μου θα σας φέρη στο
+Κίνρος.
+
+Η Μαλβίνα εθεώρησε όλως ακίνδυνον εις τον σκοπόν της την τοιαύτην
+συνοδείαν της κ. Κλάρας και συγκατένευσε. Συνεφωνήθη να ξεκινήσουν
+το πρωί στας οκτώ.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ
+
+ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ
+
+
+
+Η κ. Κλάρα δεν μπορούσε να κοιμηθή. Η ευθεία της ψυχή ανησυχούσε,
+ότι έμελλε να δολιευθή, έστω και προς όφελος της Μαλβίνας. Έπειτα
+δεν ήτο βεβαία και ποίον αποτέλεσμα θα είχε το σχέδιόν της, Μόλις
+ξημέρωσε κατέβηκε στον κήπο να το καλοσυλλογιστή.
+
+Το ξανασκέφθηκε καλύτερα και ηύρε ότι η συνείδησή της ήτο
+ικανοποιημένη με την εκτέλεση του σχεδίου της, αφού επρόκειτο να
+σώση ψυχή. Και εστοχάζετο να επισπεύση την αναχώρησιν.
+
+Η ώρα ήτο κοντά οκτώ, αλλά η Μαλβίνα δεν εφαίνετο ακόμη. Η Κλάρα
+ανέβηκε στο δωμάτιόν της.
+
+Κάθουνταν εκείνη κοντά στο κρεβάτι της ακίνητη, έχουσα την κόμη
+της αχτένιστη. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, κείτανε σχεδόν
+αγνώριστη. Οι ψυχικοί σπαραγμοί επιδρούσαν επί του προσώπου ως το
+υποχθόνιον πυρ επί της επιφανείας της γης.
+
+Η Μαλβίνα την νύχτα εσυλλογίζετο τας αγωνίας τας θανατηφόρους,
+όσας έμελλε να διέλθη εις το εξής η ψυχή της.
+
+Η τύχη της προετοίμαζε άλλας φρικτοτέρας, τας οποίας η φαντασία
+της δεν ηδύνατο να συλλάβη.
+
+Η κ. Κλάρα επήρε από τα χέρι τη Μαλβίνα και την ωδήγησε στο αμάξι
+κέβαλε τη Φανή στα γόνατά της. Το παιδί εκοιμάτο.
+
+Η Κλάρα πότε ανησυχούσε από την ιδέαν, ότι εδολιεύετο την
+Μαλβίναν, και πότε πάλιν έχαιρε, ότι την σώζει· έμενε βυθισμένη σε
+συλλογισμούς. Η λυπημένη Μαλβίνα είχε αφαιρεθή με την μέλλουσαν
+οδύνην, την οποίαν έμελλε να προξενήση στον καλόν της, υποφέρουσα
+αυτή έτι μεγαλυτέραν· και ούτε καν είχε συνείδηση, πού την
+πηγαίνουν;
+
+Ως τόσο αφού πέρασε πολύ η ώρα, άρχισε να εννοή ότι ο δρόμος που
+διανύει η άμαξά των δεν ήτο εκείνος που πέρασε, όταν ήρχετο εις το
+χωρίον της Κλάρας. Όρη υψώνοντο γύρω και η άμαξα έμβαινε εις μίαν
+σκοτεινήν και ερήμην φάραγγα.
+
+ — Πού λοιπόν πηγαίνομεν; ερώτησεν την Κλάρα.
+
+ — Στο σπίτι που σου είπα, απεκρίθη εκείνη ολίγον ταραγμένη.
+Πέφτει λίγο παράμερα και παρεκάμψαμεν τον μεγάλον δρόμον. Έπρεπε
+να πάρωμεν αυτόν τον πλάγιον.
+
+ — Φοβούμαι μήπως αργοπορήσω και ο Έδμον θα με περιμένη.
+
+ — Αι ας υποφέρη και αυτός ολίγον.
+
+ — Δεν θέλω να προχωρήσω, θα καταβώ και θα πάγω πεζή. Δεν έχω
+ανάγκην ούτε οδηγού. Καμία δύναμη δεν μπορεί να με εμποδίση να τον
+συναντήσω.
+
+ — Μείνε ήσυχη, φίλη μου· από το σπίτι που θα πάμε ο δρόμος κόφτει
+και συντομεύεται τα διάστημα, ώςτε εις μίαν ώραν θα φθάσης εις το
+Κίνρος.
+
+Η Μαλβίνα πίστεψε και ησύχασε.
+
+Μετά έν τέταρτον της ώρας το αμάξι στάθηκε στην θύρα μικράς
+επαύλεως.
+
+ — Ως που να αναπαυθούν ολίγο τα άλογα, είπεν η Κλάρα ελάτε ολίγον
+μέσα.
+
+Και χωρίς να περιμένη απάντησιν την έπιασεν από το μπράτσο και
+επροχώρησαν προς την θύραν. Η Κλάρα κτύπησε το κουδούνι και ένα
+μικρό παιδί ως επτά χρονών ήλθεν και άνοιξε την θύρα και είπε:
+
+ — Καλά κάματε, κυρία, και ήλθατε· η καημένη η μητέρα μου κοντεύει
+να πεθάνη.
+
+ — Α! Θεέ μου, εφώναξεν η Κλάρα και έτρεξε χωρίς να κλείση την
+θύραν. Βλέπεις, φίλη μου, εδώ μέσα κατοικεί μία δυστυχισμένη, η
+οποία τώρα ίσως πνέει τα λοίσθια. Αυτή είναι η αγαπημένη μου
+αδελφή. Και ξαίρεις ποιος είναι ο φονεύς της; Είναι ο σερ Έδμον
+Σέυμουρ, ο πατέρας αυτού του παιδιού.
+
+ — Έλεος! έλεος! γιατί να μην πεθάνω πριν το μάθω; είπε η Μαλβίνα,
+και έπεσε ακίνητη επάνω στον καναπέ.
+
+Άνοιξε η θύρα και εμβήκεν ο ιερεύς, ο οποίος προσεκλήθη διά την
+άρωστη από το Κίνρος.
+
+ — Εκείνη τω όντι είναι; να το πιστεύσω; η Μαλβίνα είναι αυτή που
+βλέπω! πώς ευρέθη εδώ;
+
+Ήτο ο κ. Πρίορ, η Μαλβίνα δεν τον παρετήρησε και εξηκολούθησε.
+
+ — Ω Έδμον! Έδμον! . . .
+
+ — Τι όνομα προφέρετε; είπεν ο κ. Πρίορ.
+
+ — Α σεις εδώ, κ Πρίορ;
+
+ — Ναι είμαι εδώ, να σας υπερασπισθώ, εναντίον εκείνου, ο οποίος
+σας επλάνεψε.
+
+ — Ότι και αν έγινε, ο Έδμον είναι ο αγαπητός μου και τίποτε δεν
+ισχύει να τον αποσπάση από την καρδιά μου. Όσο περισσότερο ένοχον
+τον βλέπω, τόσο περισσότερον μου γίνεται περιπόθητος.
+
+ — Ο κ. Πρίορ έμεινε κατάπληκτος από τους περιπαθείς λόγους της
+Μαλβίνας. Η κ Κλάρα του είπε:
+
+ — Με μεγάλην μου χαράν βλέπω ότι γνωρίζετε καλά την κυρίαν. Εγώ
+πηγαίνω εις το άλλο δωμάτιον να σφογγίσω τα δάκρυα της
+δυστυχισμένης αδελφής μου, όμοια των οποίων εύχομαι να μη χύση
+ποτέ η αγαπητή μου Μαλβίνα. Διά τούτο σας παρακαλώ, μείνετε κοντά
+της και γενήτε δι' αυτήν παρήγορος άγγελος. Προσπαθήσετε να φέρετε
+την γαλήνην εις την ψυχήν της, και σώσατέ την, αν είναι δυνατόν,
+από την άβυσσον εις την οποίαν κινδυνεύει να πέση
+
+Ο κ. Πρίορ άφησε την Κλάρα να έβγη και είπεν προς την Μαλβίναν.
+
+ — Σε τέτοια κατάστασιν περίμενα να σας ιδώ; . . .Έκδοτον εις
+άτακτον έρωτα, χωρίς να κοκκινήσετε διά τον άνθρωπον που αγαπάτε
+. . . Και δεν έχετε μήτε ένα συμπαθιτικόν βλέμμα διά τον φίλον, που
+σας παρηγορούσε άλλοτε στας δυσκόλους περιστάσεις του βίου σας!. . .
+Αλίμονον ποτέ δεν έλπιζα να σας εύρω τόσον ψυχράν . . . και
+είμαι τόσον δυστυχής! . .
+
+ — Τι θέλετε από μένα; του είπεν η Μαλβίνα με σκυθρωπήν αταραξίαν.
+
+ — Σας είμαι λοιπόν εις το εξής αδιάφορος; Δίκαιε Θεέ!
+
+ — Συγχωρήσατέ με, κ. Πρίορ, αλλά δεν έχω πλέον κυριότητα επί της
+θελήσεώς μου . . . Τι να κάμω; επρόσθεσε πιέζουσα με τα δύο χέρια
+την καρδιά της, εδώ μέσα ούτε θάρρος υπάρχει πλέον . . . αλλ' ούτε
+θέσις δι' άλλην οιανδήποτε αγάπην.
+
+Ο κ. Πρίορ έλαβε το χέρι της ανάμεσα στα δικά του και είπεν
+δακρύων.
+
+ — Μη μου σπαράζετε την καρδία με τα λόγια σας . . .
+
+Και πριν τελειώση, ανοίγεται με βίαν η θύρα και πίπτει ως βόμβα
+ενώπιόν των . . . . ο σερ Έδμον.
+
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.
+
+ΣΑΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
+
+
+
+ — Ω ουρανέ! τι βλέπω; εφώναξε ο κ. Έδμον έξαλλος. Οι άλλοι
+έμειναν βουβοί. Έβγαλε κατόπιν ένα πιστόλι το έδωσεν εις τα χέρια
+του κ. Πρίορ και του είπε βιαίως.
+
+ — Ελάτε μαζί μου . . . πρέπει να τελειώνη αυτή η κωμωδία.
+
+Η Μαλβίνα ανετινάχθη περιέβαλε τον λαιμόν του με τους βραχίονάς
+της και είπε:
+
+ — Τι τολμάς να υποπτεύεσαι; εκ των ιδίων λοιπόν κρίνεις τα
+αλλότρια, Έδμον;
+
+Εν τω μεταξύ εισήλθε η κ. Κλάρα και βλέπουσα τον Έδμον.
+
+ — Ω! σεις εδώ; Η τιμωρός πρόνοια βέβαια σας έφερε διά να
+παρασταθήτε μάρτυρας των τελευταίων στιγμών του δυστυχούς θύματός
+σας, της αγαπητής μου Λουίζας!
+
+ — Εδώ είναι η Λουίζα; είπεν ο Έδμον έκπληκτος . . . . Και ήλθε
+λοιπόν εδώ η Μαλβίνα, χωρίς να σεβασθή την υπόσχεσιν που μου
+έδωσε! Αλίμονο κεγώ την περιμένω να μου δώση την ευτυχίαν. Αυτή δε
+την παρέχει εις άλλον . . . ω Θεέ δίκαιε!
+
+ — Μη με κατακρίνεις πριν μάθης πώς έγιναν τα πράγματα! φώναξε η
+Μαλβίνα. Αχ μη με βασανίζεις· εγώ εσένα, μονάχα εσένα αγαπώ.
+Κανέναν άλλον, κανένα!
+
+ — Μαλβίνα! . . .
+
+ — Μη με παρατηρείς έτσι . . μου παγώνεις το αίμα. Ρώτησέ τους
+όλους αυτούς εδώ να σου πουν, αν έχω εγώ καμίαν, έστω και την
+ελαχίστην ενοχήν· πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα!
+
+ — Μαλβίνα . . .
+
+ — Άδικε άνθρωπε . . . και μυριαγαπημένε.
+
+ — Ακατανίκητη γυναίκα. Δεν θέλω πλέον καμίαν εξήγησιν. Πιστεύω
+πως δεν πταίεις. Πιστεύω πως σέφεραν εδώ χωρίς να σε ρωτήσουν και
+πως συνήντησες τον κ. Πρίορ χωρίς να το θέλης, κατά σύμπτωσιν.
+Αλλά αντάμειψε λοιπόν την εμπιστοσύνην μου και γίνε αμέσως ιδική
+μου. Έλα απ' εδώ να πάμε κατ' ευθείαν εις την Εκκλησία.
+
+ — Για όνομα του Θεού! είπε η Μαλβίνα και τραβήχτηκε.
+
+ — Με φεύγεις λοιπόν! Άλλον αγαπάς λοιπόν!
+
+ — Άκουσέ με, να χαρής τη νιότη σου. Ο λόρδος Χέριντεν με
+φοβερίζει πως θα . . .
+
+ — Κανένα δεν πρέπει νακούσης. Κανένα δεν πρέπει να φοβηθής, αν
+μαγαπάς αλήθεια. Άμα σε στερηθώ, θα χάσω τα μυαλά μου. Δεν είμαι
+πια κύριος του εαυτού μου. Με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο πρέπει
+να γίνης δική μου. Θα καταφύγω εις βίαια μέτρα. Θα σε αρπάξω. Θα
+σε απαγάγω. Μόνος εγώ θα σε έχω μακράν των φθονερών ανθρώπων,
+μακράν της μοχθηράς κοινωνίας. Συγχώρησέ με! το πάθος μου με
+ανάπτει. Είσαι ιδική μου.
+
+Και ταύτα λέγων έπιασε το χέρι της και την ετράβηξε να την πάρη
+στην αγκαλιά του.
+
+Ο κ. Πρίορ, που τον έτρωγε η ζήλεια, ηύρε πρόφασιν να επέμβη. Ήλθε
+και στάθηκε εμπρός εις τον κ. Έδμον και είπε:
+
+ — Με τι δικαίωμα φέρεσθε έτσι προς αυτήν την γυναίκα;
+
+ — Εσείς με τι δικαίωμα επεμβαίνετε; είπε ο κ. Έδμον φρυάττων.
+
+ — Με το δικαίωμα του ανθρωπισμού εκβιαζομένου· ο δυνατότερος έχει
+καθήκον να υπερασπίζει τον αδυνατότερον. Αυτή η γυναίκα δεν είναι
+δική σας. Δεν θέλει δε και να σας ακολουθήση . . .
+
+ — Αλήθεια, Μαλβίνα, αρνείσαι να με ακολουθήσης; Δεν είσαι λοιπόν
+δική μου; δεν μου το υπεσχέθης; Δεν είπες ότι θα γίνης
+αναπόσπαστος σύντροφος της ζωής μου; Ομολόγησέ το λοιπόν εδώ
+εμπρός σαυτούς τους ανθρώπους!
+
+ — Δεν μπορώ πλέον, είπε η Μαλβίνα με μεγάλη αδυναμία.
+
+ — Τι είπες; δεν μπορείς πλέον; Και δεν με λυπάσαι λοιπόν; και δεν
+λυπάσαι τον εαυτόν σου; Μη με ρίπτεις σε απελπισία, γιατί δεν
+ξαίρω τι μπορεί να γίνη.
+
+ — Ιδού! διάβασε να ιδείς, είπε η Μαλβίνα και του έδωκε την
+επιστολή του λόρδου Χέριντεν.
+
+ — Τέτοια παλιόχαρτα είναι ικανά να σε χωρίσουν απ' την αγάπη μου
+είπε και έσχισε τα γράμμα σε μικρά κομματάκια. Τίποτε δεν ακούω,
+τίποτε δεν βλέπω, τίποτε δεν πιστεύω. Όλα σου είναι ψέματα και
+επίβουλα. Εχτές που είχες πάρει μαζί και το δικό μου γράμμα δεν
+σεμπόδισε αυτό εδώ να μου στείλης την συγκατάθεσίν σου . . .
+Σήμερα βλέπεις αυτόν τον άνθρωπον . . . παραπείθεσαι και μου
+αντιτάσεις άρνησιν με προφάσεις εν αμαρτίαις. Αυτό μονάχο τάχα δεν
+μου έφθανε να εννoήσω τα πάντα; Τι ήθελα περισσότερον! Ωστόσο εγώ
+παραβλέπω, αλλά συ εξακολουθείς ναρνήσαι. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου
+θα είναι τρομερή. Θα μετανοήσης ίσως, αλλά θα είναι πολύ αργά.
+Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου μόνον με αίμα θα χορτάση.
+
+Έπιασε τον κ. Πρίορ από του χεριού τον καρπόν και τραβώντας τον
+βιαίως.
+
+ — Ελάτε, του είπε, να σας δώσω τώρα και σας ένα μάθημα για τις
+πανουργίες σας. . . ή, αν είσθε πιο τυχερός, να μαπαλλάξετε από
+μια ζωή, που η επιορκία αυτής της γυναίκας μου την έκανε
+βδελυκτήν. Οι δύο άνδρες εβγήκαν.
+
+Η Μαλβίνα ετινάχθηκε να τους εμποδίσει, έπεσε κατόπι τους
+κραυγάζουσα, ήτο ωχρά ως αποθαμένη, λυσίκομος έτρεχε καταβάλλουσα
+υπερανθρώπους προσπαθείας να τους προφθάση και θα το κατώρθωνε, αν
+αυτοί εξερχόμενοι δεν είχαν κλείσει την πύλην της αυλής. Ώρμησε να
+την ανοίξη, αλλά της εστάθη αδύνατον, διότι έκλειε με ελατήριον,
+του οποίου ο μηχανισμός της ήτο άγνωστος.
+
+Η Μαλβίνα ήρχισε τότε να κραυγάζη. Πρώτη εις τας φωνάς της έτρεξεν
+η κ. Κλάρα. Κατόπιν η Φανή, η οποία έπαιζε με το παιδί της
+Λουίζας, ακούσασα την μητέρα της έσπευσε με αγωνίαν προς αυτήν. Η
+κ. Κλάρα εν τω μεταξύ άνοιξε την πύλην. Η Φανή βλέπουσα την
+Μαλβίνα εξερχομένην την έπιασε από το φόρεμά της και ζητεί να την
+ακολουθήση.
+
+ — Για όνομα του Θεού πάρτε από δω αυτό το παιδί, φώναξε η
+Μαλβίνα. Το πήρε στην αγκαλιά της το φίλησε και τόδωσε στα χέρια
+της κ. Κλάρας.
+
+Έξαφνα ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί όχι από πολύ μακρυά. Η Μαλβίνα
+εφρικίασε.
+
+ — Ω θεέ μου! . . .Τετέλεσται!. . . είπε με φωνήν σβηνομένην και
+έπεσε κάτω αναίσθητη.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'
+
+ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΣ
+
+
+
+Η Κλάρα κατατρομαγμένη εμπιστεύθηκε τη Μαλβίνα στην υπηρέτρια και
+έτρεξε να ιδή τι συμβαίνει.
+
+Μετ' ολίγον είδεν, ότι δύο άνθρωποι εκρατούσαν στα χέρια τους ένα
+αναίσθητον, νεκρόν . . . ίσως, και τον επήγαιναν. Σε λίγο εφάνη
+ερχόμενος ο κ. Πρίορ. Τον ηρώτησε με φρίκην:
+
+ — Άνθρωπε του Θεού; τι έκαμες; Σκότωσες τον Σερ Έδμον;
+
+ — Οχ δεν τον σκότωσα είναι λαφριά πληγωμένος. Μα τι ωφελεί; εγώ
+θα φέρω στη συνείδησή μου πάντα το βάρος της ανθρωποκτονίας. Ω τι
+κακά ήταν αυτά που έκαμα! στο εξής θα πλανώμαι τρέμων και στενάζων
+επί της γης.
+
+ — Και πού τον πάνε τώρα τον κ. Έδμον;
+
+ — Στο αμάξι του, που έμενε ένα τέταρτο της λεύγας μακρυά από δω.
+Εκεί ζήτησε να τον φέρουν αμέσως.
+
+ — Δεν υπάρχει φόβος να μην τον βλάψη η κίνησις:
+
+ — Όχι η σφαίρα μόλις άγγιξε τον ώμον του. Το αίμα στάθηκε αμέσως.
+
+ — Ποιος είναι τώρα κοντά του;
+
+ — Ο υπηρέτης του.
+
+ — Όχι όχι, δεν πρέπει να ταξιδεύση σαυτήν την κατάσταση. Τρέχω να
+τον παρακαλέσω να μείνη στην έπαυλη, ως που να αναλάβη.
+
+ — Μάταια· δε θα σας ακούση. Τον παρεκαλέσαμε κεμείς, μα θύμωσε
+και δεν τόλμησε κανένας ναντισταθή πια στην επιθυμία του. Θέλει να
+φύγη.
+
+ — Και πού θα διευθυνθή τώρα;
+
+ — Στο Έδιμπουργκ.
+
+ — Τόσο μακρυά;
+
+ — Πιο μακρυά ήθελε να πάη, αν ήτο δυνατόν, για να είναι όσο
+γίνεται μακράν της Μαλβίνας. Έλεγε μάλιστα ότι θα υπάγη στης κ.
+Μπιρτών για να περικυκλώνετε πάντα από τους εχθρούς της Μαλβίνας
+και νακούη όλο το κακό της.
+
+ — Μωρίες! Ας ακολουθήση λοιπόν τη μοίρα του. Εμείς θα
+περιποιηθώμεν τα θύματά του. Εσείς, Πρίορ, δεν πρέπει να φανήτε
+τώρα στην κ. Μαλβίνα, μετά τα γεγονότα η παρουσία σας θα της
+προξενήση φρίκην.
+
+ — Το ξαίρω, είπε ο κ. Πρίορ στενάζων, η Μαλβίνα με μισεί. Έπρεπε
+ναποθάνω πριν με μισήση.
+
+ — Κύριε Πρίορ, του είπε σοβαρώς η κ. Κλάρα, από απλήν φιλίαν δεν
+ημπορούσατε βέβαια να προκαλέσετε αυτήν την φρικώδη περιπέτειαν, η
+οποία σας στερεί τώρα δικαίως την εκτίμησιν της Μαλβίνας.
+
+ — Μη μου ενθυμίζετε τας ανοησίας μου. Ο καημός των θα με στείλη
+ταχέως εις τον τάφον . . . εις χώραν και σκιάν θανάτου . . .
+
+ — Δεν έχετε δικαίωμα ναποθάνετε, ενόσω μπορείτε να ωφελήτε τους
+πάσχοντας. Πηγαίνετε κοντά στη Λουίζα. Ας μη μάθη ποτέ ότι ο σερ
+Έδμον ήτο τόσο κοντά της. Μη μακρυνθήτε από κοντά της,
+προσπαθήσατε να την ανακαλέσετε στη ζωή και ενισχύσατέ την να
+υποφέρη αγογγύστως την συμφοράν της. Εγώ πάω στην κ. Μαλβίνα.
+
+Την ηύρε ωχράν και λιπόθυμον, όπως την είχεν αφίσει. Η Φανή
+γονατισμένη κοντά της έκλαιε.
+
+ — Μητέρα μου, καλή μου μητέρα, γιατί είσαι κρύα τώρα; μήπως έχεις
+σκοπό να μου φύγης και συ, όπως και η άλλη; Τότε σε παρακαλώ μη
+φύγης μονάχη σου, πάρε κεμένα μαζί σου να ιδώ εκείνην.
+
+Η κ. Κλάρα συνεκινήθη πολύ και θέλησε ναπομακρύνη το δυστυχισμένο
+το κοριτσάκι, αλλ' αυτό περιετυλίχθη στα παραπετάσματα της κλίνης
+και φώναξε:
+
+ — Όχι, όχι, δεν φεύγω από τη μαμά μου μακρυά. Φοβούμαι μήπως φύγη
+κιαυτή χωρίς να με πάρη μαζί της. Έτσι με πήραν κιαπό την άλλη
+κύστερα την έχασα και πια δεν την ξαναείδα . . . Μου έφυγε για
+πάντα. Αφίστε με σας παρακαλώ. Νά κάθουμαι εδώ παράμερα . . . δεν
+κλαίω πια . . . δεν κάνω βοή.
+
+Ταφίσανε ήσυχο.
+
+Σε λίγο η Μαλβίνα επανήλθε εις τας αισθήσεις της. Σηκώθηκε, είδε
+γύρο της και άρχισε να ρωτά με αγωνία.
+
+ — Εκείνος! . . . πού είναι εκείνος;
+
+ — Μένετε ήσυχη, φιλτάτη μου. σας βεβαιώνω ότι δεν διατρέχει
+κανένα κίνδυνον. Πιστέψατέ με, σας ορκίζομαι στη ζωή σας, στη ζωή
+της αδελφής μου.
+
+ — Μα τότε γιατί δεν έρχεται;
+
+ — Δεν είναι πια εδώ. Πάει στο Έδιμπουργκ.
+
+ — Για ναποφύγη να με συναντήση, συμφορά μου!
+
+ — Αχ μην ανησυχήτε, αναπαυθήτε, κοιτάξετε την υγεία σας, με τον
+καιρό όλα θα σιάξουν.
+
+ — Εγώ να ησυχάσω, ενώ εκείνος με νομίζει ένοχον; Όχι, αδύνατον θα
+τρέξω κατόπιν του.
+
+ — Δεν θα μπορέσετε να τον προφθάσετε. Θα τον συναντήσετε μόνο στο
+Έδιμπουργκ. Και ξαίρετε που θα τον εύρητε; στης κ. Μπιρτών.
+
+ — Γιατί στης κ. Μπιρτών; Αυτός δεν κατοικεί πλέον εκεί.
+
+ — Εκεί είπε να τον φέρουν.
+
+ — Να τον φέρουν; Είναι λοιπόν πληγωμένος;
+
+ — Ναι. Αλλά πολύ ελαφρά.
+
+ — Ας είναι, θέλω να πάω. Σόποια κατάσταση κιάν είναι, οπουδήποτε
+κιάν κατοική τίποτε δεν μπορεί να μ' εμποδίση να τον ιδώ.
+
+ — Καλά, να πάτε, είπε η Κλάρα που έβλεπε ότι κάθε αντίστασις θα
+ήτο ματαία, αλλά βλέπετε νύχτωσε. Οι δρόμοι είναι ορεινοί και
+αδιάβατοι στο σκότος, κιάν πάθη τίποτα το αμάξι πού θα πάτε;
+Περιμένετε λοιπόν αύριο. Οι ίπποι μου θα σας πάνε στα Κίνρος, από
+κει παίρνετε άλλους και σας πάνε στο Έδιμπουργκ. Είχα μεγάλη
+διάθεση να σας συνοδεύσω κεγώ, μα η δυστυχισμένη άρρωστή μου εδώ
+έχει ανάγκη από όλη μου την προσοχή. Θα φυλάξω όμως την κόρη σου,
+για να μη σε βαραίνη στο ταξίδι.
+
+Άμα το άκουσε η Φανή, εβγήκε έξαφνα από τα παραπετάσματα, όπου
+ήταν κρυμμένη, κιάρχισε να φιλή τα χέρια της Μαλβίνας.
+
+ — Μητέρα μου, μη μαφίσης εδώ. Και πρωτύτερα ήθελαν να με
+απομακρύνουν από σένα, μα εγώ δεν έφυγα, έμεινα κέτσι δε σάφισα να
+πεθάνης. Μαμά μου, έχεμε πάντα κοντά σου, και κανένα κακό δεν θα
+πάθης.
+
+Η Μαλβίνα, το αγκάλιασε και το φίλησε· κενώ το παρατηρούσεν, είδε
+στα μάτια του τα μάτια της μακαρίτισσας της μητέρας του.
+
+ — Αχ! φίλη μου, αγαπημένη μου φίλη, είπε και άρχισε να κλαίη . .
+. πάρε με κοντά σου . . . ναι, πάρε με κοντά σου, τη βαρέθηκα πια
+τη ζωή τη βασανισμένη.
+
+Ωστόσο η Κλάρα εσιωπούσε, την ανακούφιζαν τα δάκρυα της φίλης της.
+Δεν της ομιλούσε, παρακολουθούσε το ξέσπασμα της λύπης της.
+
+Τα κλάματα τω όντι εξελάφρωσαν την ψυχήν της Μαλβίνας. Ήλθε στον
+εαυτόν της. Έπεσε στην αγκαλιά της κ. Κλάρας και της είπε.
+
+ — Τι μεγάλο κακό που σας έχω κάνει! . . .
+
+ — Όχι δα! εγώ σας έχω κάνει το μεγάλο το κακό. Ήθελα να σας
+γλυτώσω. Αλίμονο! κανείς δεν μπορεί να αποφύγη το γραφτό του.
+Πηγαίνετε στα καλό του Θεού. Ήλπιζα πως θα σας θεραπεύσω.
+
+ — Μα είδετε, πώς δεν υπάρχει θεραπεία.
+
+Το υπόλοιπο της νυκτός επέρασε ήσυχα.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.
+
+ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΕΙΣ ΕΔΙΜΠΟΥΡΓΚ
+
+
+
+Άμα ξημέρωσε, η Μαλβίνα ζήτησε το αμάξι, διά να πάγη στο Κίνρος. Η
+Κλάρα της είπε:
+
+ — Άμα κάνη ανάγκη να μείνετε πολύ στο Έδιμπουργκ. θα πάρω τη Φανή
+νάρθω να σας εύρω.
+
+Η Μαλβίνα έσφιξε το χέρι της και της είπε:
+
+ — Μένετε ήσυχη. Δεν λησμονώ ότι έχετε αδελφήν, την οποίαν
+ηδίκησεν ο άνθρωπος, εις τον οποίον πηγαίνω.
+
+ — Φιλτάτη Μαλβίνα, η Λουίζα μας ως προς την κοινωνίαν είναι
+πεθαμμένη. Κανείς δεν ξαίρη ότι ζη. Αυτοί που την υπηρετούν δεν
+ξαίρουν ποία είναι.
+
+ — Και γιατί έτσι;
+
+ — Η αδελφή μου είναι πανδρεμένη, αν ο σύζυγός της ήξαιρε ότι ζη,
+θα την εξεδικείτο ανιλεώς.
+
+ — Ω! την δυστυχή, πόσον τη λυπούμαι!
+
+ — Το βέβαιον είναι, είπεν η Κλάρα, ότι ο σερ Έδμον δεν είναι
+πλέον ο ίδιος. Εσάς σας αγαπά αληθινά τέλος πάντων, το είδα με τα
+μάτια μου και δεν αμφιβάλλω διά την ειλικρίνειαν του. Δεν είναι το
+αίσθημά του περιφρονήσεως άξιον, Μαλβίνα μου, κιάν δεν φοβήσαι
+μήπως καταστής δυστυχής . . . .
+
+ — Τι με μέλει; Αρκεί να μαγαπά εκείνος.
+
+ — Καημένη Μαλβίνα, τι πάθος σε έχει κυριευμένην! είπε καθ' εαυτήν
+η Κλάρα.
+
+ — Δεν μου λέτε, και του παιδιού η ύπαρξις είναι επίσης άγνωστη;
+
+ — Ναι υφίσταται κι' αυτό την τύχη της μητέρας του. Πριν γίνη
+κιαυτό θύμα της λύσσας του συζύγου της μητέρας του κατώρθωσα να το
+γλυτώσω μαζί μεκείνην μένα τέχνασμα, του οποίου η λεπτομερής
+διήγησις είναι μακρά. Αφίνω τον σερ Έδμον να σας την κάνη ο ίδιος.
+Η διήγησις αυτή θα του προκαλέση τους ελέγχους της συνειδήσεώς του
+και θα τον κάμη να εντραπή, θα του εμπνεύση μίσος πλέον προς πάσαν
+κακοήθειαν και θα τον καταστήση αντάξιον του έρωτός σας. Μαλβίνα,
+η αγάπη του προς εσάς έσβησε την προς αυτόν αποστροφήν μου. Μέκαμε
+σχεδόν να τον συμπαθώ.
+
+Η Μαλβίνα εθέλχθη από τα λόγια της φίλης της, την αγκάλιασε και
+την εφίλησε τον ασπασμόν του αποχαιρετισμού.
+
+Ανέβη κατόπιν στο αμάξι και διηυθύνθη ευθύς προς το Κίνρος. Άμα
+έφθασεν εκεί, εμίσθωσε αμάξι και ίππους και την άλλη μέρα το βράδυ
+κατέλυσε στο Φάλκιρκ, μέσα στο ξενοδοχείον που είχε συναντηθή προ
+ενός μηνός με τον Έδμον. Όταν εμβήκεν εις το ξενοδοχείον τόσην
+αδυναμία είχε, ώστε έτρεμαν τα γόνατά της και δεν ημπορούσε να
+αναβή τις σκάλες. Η υπηρέτρια ηναγκάσθη να την βοηθήση. Αφού
+ανέβησαν, της είπε:
+
+ — Η μιλαίδη φαίνεται να πάσχη. Τι κρίμα οι ωραιότεροι και
+ευγενέστεροι άνθρωποι να είναι πάντοτε λυπημένοι ή άρρωστοι!
+
+ — Βλέπετε πολλούς πάσχοντας εδώ;
+
+ — Ένας νέος λόρδος επέρασε χθες . . . . ήταν τόσον ωραίος και
+τόσο λυπημένος! Από τα σπλάχνα του έβγαιναν κάτι στεναγμοί, που
+μου εσπάραξαν την καρδιά.
+
+ — Μήπως ήτο πληγωμένος;
+
+ — Ω Θεέ μου! ναι, αλλά πώς το ξαίρετε;
+
+ — Πώς ήτο η κατάστασίς του;
+
+ — Ο χειρουργός είπε πώς δεν έχει φόβο για θάνατο, εκτός αν ο
+πυρετός αυξήση πολύ. Τότε . . . .
+
+ — Τι τότε; την διέκοψεν η Μαλβίνα φρίττουσα.
+
+ — Α μιλαίδη ο δόκτωρ Σάμπικ είναι πολύ σοφός άνθρωπος. Ωστόσο το
+λέγει καθαρά, ότι όλη του η επιστήμη δεν χρησιμεύει να σώση αυτόν
+τον νέον, αν η παραφροσύνη του εξακολουθήση.
+
+ — Ήτο λοιπόν εις κατάστασιν παραφροσύνης;
+
+ — Ναι, μιλαίδη, έλεγε πράγματα τα οποία κανείς δεν εκαταλάμβανεν.
+Ωμιλούσε μόνος του και ήτο θυμωμένος για τη γυναίκα που θέλησε,
+καθώς έλεγε αυτός, να τον θανατώση. Την ωνόμαζε αχάριστη, επίορκη,
+άπιστη και ακόμη της απέδιδε πολλά άλλα απρεπή ονόματα. Έπειτα
+έλεγε ότι την αγαπά, ότι την λατρεύει. Την παρακαλούσε να έλθη και
+την εβεβαίωνε ότι έμελε ναποθάνη ευχαριστημένος, αν την έβλεπε μια
+φορά ακόμη.
+
+ — Θέλω ναναχωρήσω αμέσως, εφώναξεν η Μαλβίνα.
+
+ — Ω Θεέ μου, αυτήν την ώρα! είπε η υπηρέτρια με απορία· ενόμιζα
+ότι η μιλαίδη ήθελε να περάση εδώ τη νύχτα τουλάχιστο.
+
+ — Όχι. Θέλω να πάγω αμέσως στο Έδιμπουργκ.
+
+ — Αλλά, μιλαίδη, θα φθάσετε εκεί μεσάνυχτα περασμένα και όλα τα
+ξενοδοχεία θα είναι κλειστά.
+
+ — Δεν πειράζει, αρκεί ότι θα είμαι πλησιέστερα προς εκείνον.
+
+ — Γνωρίζει λοιπόν εκείνον τον νέον η μιλαίδη;
+
+ — Τι σε μέλει; Φρόντισε να μου ετοιμασθή αμέσως ένα αμάξι.
+
+ — Αλλά η μιλαίδη δεν θέλει τουλάχιστον να αναπαυθή ολίγον! Ιδού
+το δωμάτιον, το οποίον ετοιμάσαμεν διά την μιλαίδην. Είναι το
+ίδιον που έμεινε και εκείνος ο νέος.
+
+Η Μαλβίνα ελαχτάρησε.
+
+ — Ας δούμε λοιπόν είπε, και εμβήκε μέσα. Ήτο το ίδιον δωμάτιον,
+όπου πριν ένα μήνα είχαν περάση οι δύο τας πλέον ευχαρίστους ώρας
+της ζωής των. Η ενθύμησις εκείνη τόσο πολύ την συνεκίνησε, ώστε
+ησθάνθη λιποθυμίαν, δια τούτο επλάγιασε, ώστε εδέησε να πάρη
+μερικάς σταγόνας αιθέρος για να αναλάβη τας δυνάμεις της. Εν
+τούτοις επέμενε να φύγη κέστειλε την υπηρέτρια να φροντίση για το
+αμάξι.
+
+Μόλις έμεινε μόνη, άρχισε να ερευνά παντού, μήπως εύρη κανένα
+χαρτάκι, ή μήπως ο Έδμον εχάραξε τίποτε απάνω στον τοίχο. Δεν ηύρε
+όμως τίποτε και υπέθεσε, ότι ο Έδμον ήταν πολύ βαριά, για τούτο
+δεν ημπόρεσε να δώσει κανένα σημείον της διαβάσεώς του από κείνο
+το μέρος. Η νύχτα της έφερνε τερατώδεις προαισθήσεις. Παντού
+έβλεπε φαντάσματα. Προησθάνετο συμφοράν. Ενόμιζεν ότι ήκουε παντού
+τας οιμωγάς του θανάτου. Μη δυναμένη να υποφέρη την κατάστασιν
+αυτήν εξήλθε από το δωμάτιον, ψυχρός ιδρώς την περιέρρεε. Κατέβη
+να ιδή, αν η άμαξα είχε ετοιμαστή. Αλλά άλλη απογοήτευσις την
+περιέμενε.
+
+ — Ο επιστάτης του ξενοδοχείου ήτο μεθυσμένος, η γυναίκα του
+εστρίγγλιζε, οι υπηρέται ελογομαχούσαν περιφερόμενοι. Κανείς δεν
+την άκουε και κανείς δεν της απαντούσε.
+
+Ώστε ηναγκάσθη να επιστρέψη εις το δωμάτιόν της.
+
+Το πρωί μόλις έφεξε, ανεχώρησε αμέσως και έφθασε στας ένδεκα στο
+Έδιμπουργκ.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ
+
+Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ
+
+
+
+Η Μαλβίνα στο Έδιμπουργκ έμεινε στο σπίτι της γριάς Μούδης, που
+δεν απείχε πολύ από το μέγαρο της κ. Μπιρτών
+
+Η χαρά της Μουδ ήτον απερίγραπτη, όταν είδε τη Μαλβίνα. Εκείνη
+όμως την παρεκάλεσε να διατηρήση όσο μπορούσε μυστικόν τον ερχομόν
+της.
+
+ — Ναι, κυρία, χρέος μου να σας υπακούσω. Κανείς δεν θα μάθη
+τίποτε για τον ερχομό σας. Αλλά σας παρακαλώ να μου πήτε εμένα . . .
+
+ — Την αιτία που ευρίσκουμαι εδώ; Θα την μάθης, κυρά Μουδ. Θα λάβω
+μάλιστα και ανάγκην να με βοηθήσης.
+
+ — Μεγάλη η ευτυχία μου, να μπορέσω, να σας φανώ χρήσιμη.
+
+ — Κάθησε κοντά μου, κυρά Μουδ, θα έμαθες βέβαια, πως εχωρίσθηκα
+από την εξαδέλφην μου.
+
+ — Ναι, κυρία, τα έμαθα όλα από τους υπηρέτας της, από την Άννα
+προ πάντων. Είναι συγγενής του ανδρός μου· όλες οι υπηρέτριες σας
+ελάτρευαν εκεί μέσα. Όσα μου είπε, όλα ήσαν προς αθώωσίν σας.
+Ελυπείτο πολύ η Άννα για την απουσία σας.
+
+ — Σευχαριστώ, καλή μου γραία Μουδ. Θα ξαίρεις λοιπόν ότι ο σερ
+Έδμον Σέυμουρ είναι ο αγαπημένος μου.
+
+Η γριά Μουδ κατένευσε. Η Μαλβίνα εξηκολούθησε:
+
+ — Και οι δύο βέβαια είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι και
+ημπορούμε να τελέσωμεν τους γάμους μας, αλλά κάτι είναι που μας
+εμποδίζει, έπειτα. . . . εκείνος είναι. . . . πληγωμένος. . . Και
+ίσως δεν είναι καλά . . .
+
+Οι λυγμοί την εμπόδισαν να εξακολουθήση την ομιλίαν της.
+
+ — Λοιπόν, κυρία μου, διατάξετε· είμαι πρόθυμη για όλα, είπε η
+Μουδ.
+
+ — Μένει στις κ. Μπιρτών;
+
+ — Εκεί μένει· μάλιστα. Ήρθε χθες το πρωί. Η κ. Μπιρτών έγινε έξω
+φρενών, άμα τον είδε σε τέτοια κατάσταση, τέλος έπεσε αναίσθητη
+και πολλήν ώρα απησχόλησε τον ιατρόν, που ήρθε με τον ανεψιόν της.
+
+ — Ξαίρεις τι είπε ο ιατρός για την πληγή του; Είναι επικίνδυνη;
+
+ — Όχι, κυρία μου, η πληγή του είναι ολότελα ακίνδυνη· αλλά έπαθε
+πυρετόν από τον μεγάλον πνευματικόν κλονισμόν, τον οποίον υπέστη,
+όπως είπεν ο ιατρός.
+
+ — Ω Θεέ μου, εγώ λοιπόν είμαι η ένοχος! εγώ τον στέλνω στον τάφο!
+Για όνομα του Θεού, καλή μου γραία, τρέξε να μάθης. Και θέλω να
+μαθαίνης κάθε μέρα. κάθε ώρα . . . Τι γίνεται; Τι επιθυμεί; Προ
+πάντων μάθε, αν ζητεί εμένα. Είμαι πρόθυμη να παραβλέψω τα πάντα
+και να πέσω στα πόδια της κ. Μπιρτών.
+
+ — «Άφισέ με να τον ιδώ για τελευταία φορά!» . . . θα της πω.
+
+ — Μη κάνετε έτσι, καλή μου κυρία, είπε η κ. Μουδ· τρέχω αμέσως να
+μάθω. Η Άννα θα μου πει όλα τα πάντα και πριν περάσει μία ώρα θα
+γνωρίζετε παν ότι συνέβηκε και ότι ελέχθηκε στης κ. Μπιρτών.
+
+ — Τίποτε άλλο δεν θέλω να μάθω, παρά τι γίνεται εκείνος! για
+τίποτε άλλο δεν με μέλει.
+
+ — Κυρία, εμπιστευθήτε σε μένα και μη αμφιβάλλετε, ότι θα πάνε
+καλά τα πράγματα.
+
+ — Καλά λοιπόν, κάμε όπως ξαίρεις, αλλά κάμε γρήγορα.
+
+Η γραία Μουδ έφυγε κατευχαριστημένη, διότι της εδίδετο η ευκαιρία
+να υπηρετήση την ευεργέτιδά της, υπερήφανη σαν πρέσβυς
+επιτετραμένος σπουδαίας διαπραγματεύσεις.
+
+Η Μαλβίνα επερίμενε ανήσυχη. Επεριπατούσε δώθε κείθε νευρική.
+
+ — Να μην έρθη γρήγορα η Μουδ . . . αν έρθη γρήγορα κακό σημείο!
+. . . Η Μουδ λοιπόν αργούσε.
+
+ — Αχ γιατί αργεί έτσι λοιπόν; . . φοβερό πράγμα . . ο Έδμον δεν
+είναι καλά! . . Έτρεχε στο παράθυρο και έβλεπε μακράν.
+
+Ανέπνεε με δυσκολίαν. Τα συναισθήματα της άλλαζαν στο λεπτό.
+
+Της εφαίνετο ότι ο καιρός έπαυσε να προχωρή. Αγωνιώσα επερίμενε.
+Τέλος εφάνη η Μουδ. Της έγνεψε με το χέρι να τρέξη γρήγορα. Επήγε
+και την υπεδέχθη στο σκαλοκέφαλο:
+
+ — Λοιπόν πώς είναι; την ηρώτησε με βία, μόλις φάνηκε εκείνη.
+
+ — Πάμε μέσα καλύτερα, κυρία μου, ίσως εδώ μας ακούσει κανένας.
+
+ — Μια λέξη . . . μια μόνη λέξη! Πώς είναι; . . για όνομα του
+Θεού!
+
+ — Αλλά, κυρία μου, μην κάνετε έτσι . . . Τι παθαίνετε; . . .
+εσείς τρέμετε ολόκληρη· μήπως έχετε σκοπό ναρρωστήσετε και σεις;
+
+ — Πώς είναι εκείνος! . . . εκείνος! . . . λέγε, αποκρίσου, σε
+ικετεύω μη μου κρύψης τίποτε . . . πώς είναι;
+
+ — Κυρία, η Άννα λέγει, ότι σήμερα ο γιατρός, αφού αρκετή ώρα είδε
+το σφιγμό του και παρετήρησε τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι του
+και δεν είπε τίποτε άλλο.
+
+ — Δεν είπε τίποτε! . . . Κούνησε το κεφάλι του! Μουδ, αλλά δεν
+είναι καλά λοιπόν ο Έδμον, λέγε Μουδ . . . δεν τον ερώτησε λοιπόν
+κανείς!
+
+ — Δεν ξαίρω . . . . η Άννα δεν ακολούθησε το γιατρό μέσα στην
+αίθουσα.
+
+ — Ω θεέ μου, αλλά τι έμαθες λοιπόν;
+
+ — Να σας τα πω, κυρία μου. Η Άννα λοιπόν μένει πάντα μέσα στον
+κοιτώνα του κ. Έδμον. Δεν είναι μεν αυτή η νοσοκόμος του, αλλά . . .
+
+ — Αλλά; . . .
+
+ — Αυτή βοηθεί την νοσοκόμον, πηγαινοέρχεται κοντά του, του δίνει
+ότι χρειάζεται και λυπάται πολύ που τον βλέπει σε τέτοια
+κατάσταση. Είναι τόσο καλός . . . η καημένη η Άννα πόσο θα χαρή,
+άμα μάθη πώς θα γίνετε σύζυγός του! Θέλει λέει, να σας παρακαλέση
+να την πάρετε στην υπηρεσία σας! Πίστευα μάλιστα, ότι δεν θα
+αρνηθήτε. Δεν είναι έτσι;
+
+ — Για όνομα του Θεού, κυρά Μουδ, μα έχω εγώ καιρό νακούω τώρα
+ιστορίες για το τι θέλει η Άννα! Μουδ, δε μου μιλείς για τον
+Έδμον!
+
+ — Ακριβώς, κυρία, για κείνον θέλω να σας μιλήσω. Η Άννα λοιπόν
+. . .
+
+ — Πάλι η Άννα . . .
+
+ — Σήμερα το πρωί τον άκουσε να παραμιλεί μέσα στον πυρετό του.
+
+ — Τι έλεγε λοιπόν;
+
+ — Έλεγε, λέει. . . . αλλά η Άννα φρονεί, ότι ήταν φαντασίες του
+πυρετού, γιατί ποτέ δεν πιστεύει, λέει η Άννα, ότι η κυρία Μαλβίνα
+έβαλε τον κ. Πρίορ, καθώς έλεγε ο κ. Έδμον, να τον σκοτώσει, λέει.
+Και τόσο απίστευτο, λέει η Άννα, είναι τούτο, καθόσο σε άλλες ώρες
+ο κ. Έδμον καλεί την κ. Μαλβίνα αγαπημένην του, την εξορκίζει να
+μην απορρίψη την ικεσία του, λέγει ότι η εκκλησία είναι έτοιμη
+. . . . μα έξαφνα τραβά και σχίζει το δέσιμο της πληγής του και λέγει,
+ότι θέλει να πεθάνει, γιατί μόνο θάνατος του θα σας ευχαριστήση,
+λέει.
+
+ — Θεέ μου. Θεέ μου!
+
+ — Ωστόσο εχθές το βράδι ησύχασε ολίγον και τότε ήρθε η κ. Μπιρτών
+να τον επισκεφθή. Η Άννα κρυμμένη κάπου πίσω από το παραπέτασμα
+άκουσε όλη τους τη συνομιλία . . Η κ. Μπιρτών κάθισε κοντά του
+ψυχρή. Αφού τον ρώτησε πώς είναι; εξακολούθησε.
+
+ — «Ελπίζω ότι τώρα πλέον θα συμφωνήσης μαζί μου και συ. Είδες
+τώρα πια με τα ίδια σου τα μάτια, τι ραδιούργον και πλάνον πνεύμα
+είναι η κ. Σορκή. Θα προσπαθήσης να την λησμονήσης ολότελα και θα
+συγκατανεύσης να εκπληρώσης τας υποσχέσεις, που έδωκα για σένα
+στον λόρδο Στάφφορδ. Και έτσι πια σε συγχωρώ», είπε με ευμένεια η
+κ. Μπιρτών.
+
+ — Δεν θέλω να με συγχωρήσετε ποτέ, είπε ο Έδμον με ταραχή. Ποτέ
+εγώ δεν θα πάρω άλλη γυναίκα και να το ξαίρετε.
+
+ — Πώς; είπεν η κ. Μπιρτών με κατάπληξιν, αρνείσαι κάθε άλλη
+γυναίκα για μίαν τέτοια μιαρή πανούργα, για μίαν παλιό . . .
+
+ — Κυρία! διέκοψεν ο Έδμον. Αν ηπάτησε, ηπάτησε εμένα, το ξαίρω
+. . . έπρεπε βέβαια να την μισώ για τούτο. Αυτός είναι ο χαρακτήρ
+μου, αλλά αυτή έχει μεταβάλει και τον χαρακτήρα μου. Ακούστε
+λοιπόν: Για να την εκδικηθώ στην πρώτη ορμή του θυμού μου, είπα να
+με φέρουν εδώ σ' εσάς. Αλλά . . . αι τι τα θέλετε: δεν υποφέρω
+νακούσω, να πη άλλος κακό γιαυτήν. Σεμένα έφταιξε, τους άλλους τι
+τους μέλει; ίσως εγώ να έχω το δικαίωμα να την κατηγορήσω, αλλά
+δεν επιτρέπω μπροστά μου σε κανένα άλλον, να προσβάλη την υπόληψή
+της.
+
+Η Μαλβίνα τότε με πολλή συγκίνηση εφώναξε:
+
+ — Αγαπημένε μου Έδμον! εγώ να σε πικράνω έτσι| . . . τι καταδρομή
+της μοίρας μου ήταν αυτή! Πιστεύεις λοιπόν ότι εγώ επιθύμησα το
+θάνατό σου, ω θεέ μου! Πώς θα μπορέσω νανταμείψω της καρδιάς σου
+την γενναιότητα! Πώς θα καταισχύνω τους αμφισβητούντας τας αρετάς
+σου! Και τι απεκρίθη η κ. Μπιρτών, Μούδη:
+
+ — Είπε ότι αυτά τα αποδίδει εις τον πυρετόν του, και ότι ελπίζει
+να τον εύρη αργότερα πλέον ήσυχον, και τότε θα σκεφθή λογικώτερα,
+για τούτο δεν μπορεί ακόμη να σχηματίση αυτή καμίαν ιδέαν. Τον
+εχαιρέτησε λοιπόν και του είπε να μη συγχύζεται, για να θεραπευθή
+γρήγορα, και τότε θα τα ξαναπούνε.
+
+Η Άννα ηκολούθησε σιγά σιγά έξω την κ. Μπιρτών και είδε την κ.
+Φέμπικ να τρέχη να την συναντήση, ενώ ανέβαινε τη σκάλα.
+
+ — Λοιπόν; την ερώτησε η κ. Φέμπικ τι λέει ο Έδμον;
+
+ — Ο παράλογος ενθουσιασμός του έχει περισσέψει, Κίττη μου.
+
+ — Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίς να τον αποσπάσωμεν.
+
+ — Σχεδόν· εγώ όμως θα τους χωρίσω.
+
+ — Αλλά πώς θα τον κάμης να πάρη την λ. Σούμεριλ, αν αυτός
+εξακολουθή ναγαπά την κ. Σορκή;
+
+ — Έχω τα σχέδιά μου και μη φοβάσαι . . .
+
+Εδώ οι δύο κυρίες απομακρύνθηκαν, κέτσι η Άννα δεν κατώρθωσε
+νακούση παρακάτω την συνομιλίαν τους. Η Άννα όμως με εβεβαίωσε,
+ότι η κ. Φέμπικ σας ζηλεύει πολύ για την αγάπη του κ. Έδμον.
+
+ — Αρκεί, γραία Μουδ, δεν θέλω να μάθω τίποτε άλλο· εκτός της
+υγείας του Έδμον τίποτε άλλο δεν μενδιαφέρει. Άφισέ με τώρα μόνην.
+Μην ομιλήσης για μένα σε κανένα, πως ευρίσκομαι εδώ. Μην ξεχνάς
+μόνο να με ειδοποιήσης, άμα μάθης τίποτε νέο για τον Έδμον.
+
+Το υπόλοιπο της ημέρας το πέρασε ανήσυχη και χωρίς ειδήσεις
+νεωτέρας από τον ασθενή. Την νύκτα τρομερά όνειρα την κατετάραξαν.
+Όταν ο οργανισμός είναι επηρεασμένος από μεγάλες συγκινήσεις και
+όταν το πνεύμα του κοιμωμένου αδρανεί ναρκωμένον υπό του ύπνου, το
+γενικόν αισθητικόν είναι εν αταξία και υποφέρει η ψυχή, καίτοι το
+σώμα αναπαύεται.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.
+
+ΝΕΟΙ ΦΟΒΟΙ
+
+
+
+Κουρασμένη η Μαλβίνα κιαπό τον ύπνο της το βασανισμένο, εσηκώθη. Η
+γριά Μουδ της έφερε το τσάι.
+
+ — Πώς είναι ο Έδμον σήμερα; είναι καλύτερα; έμαθες τίποτε;
+
+ — Αχ κυρία μου . . .
+
+ — Λέγε, Μούδη.
+
+ — Τι να σας πω; Δεν τολμώ.
+
+ — Δεν είναι λοιπόν καλά ο Έδμον;
+
+ — Ο πυρετός λαμβάνει επίφοβον χαρακτήρα. Ο ιατρός φρονεί, ότι
+είναι δυνατόν να γυρίση εις λοιμικήν αρρώστια. Η κ. Μπιρτών είναι
+πολύ ταραγμένη φοβάται μήπως μολυνθή το σπίτι της.
+
+ — Λοιμική αρρώστια, λέει; Και ποιος είναι κοντά του; ποιος τον
+περιποιείται; ποιος ελαφρώνει τους πόνους του;
+
+ — Έχει καλήν νοσοκόμον. Εγώ την ξαίρω.
+
+ — Την ξαίρεις Μούδη: Δεν μπορείς να με συστήσεις κεμένα, να με
+κάνεις να την γνωρίσω, να της ομιλήσω;
+
+ — Ξαίρω κεγώ; Αύτη ούτε στιγμή δεν αφίνει τον άρρωστο, πού να την
+δήτε; Μόνο λένε, να πάρουν και μίαν άλλη νοσοκόμα για να την
+βοηθή, και τότε. . .
+
+ — Τι είπες: θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα είπες;
+
+ — Έτσι μου φαίνεται.
+
+ — Τότε λοιπόν πληροφορήσου καλά, κέλα σεμένα, να σου εύρω μία
+νοσοκόμα. Τακούς;
+
+ — Tι λέτε, κυρία μου, και πού θα τη βρήτε σεις από δω μέσα;
+
+ — Την έχω έτοιμη εγώ. Μάθε συ αν θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα, για
+το συμφέρο σου και για την ησυχία μου· μην αμελήσης αυτό που σου
+λέω.
+
+Η Μουδ της το υπεσχέθη, χωρίς να εννοή τίποτε. Εξέλαβε ως ελαφράν
+σύγχυσιν του νου την τοιαύτην διάθεσιν της Μαλβίνας.
+
+Εκείνη εκάθησε στηρίζουσα το κεφάλι στα χέρια της. Δεν ημπορούσε
+να υποφέρη πλέον το βάρος της οδύνης.
+
+ — Ω θεέ μου, εσκέφθη, είναι λοιπόν γραφτό να πάθω και το
+δυστύχημα τούτο; να χάσω τας δυνάμεις μου τη στιγμή που μου
+χρειάζονται!
+
+ — Η κυρία πρέπει να πιή κάτι, που να την δυναμώση.
+
+ — Φέρε μου τίποτε, αν έχης, είπε χωρίς διάθεση η Μαλβίνα.
+
+Έτρεξε και της έφερε ζωμόν κρέατος. Η Μαλβίνα ήπιε λίγο. Εσηκώθη
+και επήγε προς το παράθυρο, Το άνοιξε και βλέπωντας έξω είπε:
+
+ — Εκεί λοιπόν είναι; και πάσχει! εκεί όπου εγώ είχα ορκιστεί να
+μη γυρίσω ποτέ! . . Και στρεφομένη προς την Μουδ:
+
+ — Πιστεύεις, της λέγει, πως απεφάσισαν να την πάρουν;
+
+ — Ποιαν να πάρουν, κυρία μου;
+
+ — Τη νοσοκόμα· δεν μου μιλούσες πρωτύτερα για μια νοσοκόμα ακόμη
+που θέλουν διά τον Έδμον;
+
+ — Α ναι, συγχωρήστε με, κυρία μου. Έφυγε ολότελα από το νου μου.
+
+ — Και σε τι έχεις λοιπόν το νου σου:
+
+ — Να, η Άννα μου έλεγε, ότι εδώ όλοι αυτοί οι καλοί - καλοί
+ζητούν να απατούν ο ένας τον άλλον. Όποια φαντάζεται, πως είναι
+πιο έξυπνη από τις άλλες, εκείνη απατάται και περισσότερο. Η κ.
+Φέμπικ λόγου χάρη μια που δεν κατόρθωσε να πάρη τον κ. Έδμον. . . .
+
+ — Φτάνει, Μούδη, δεν θέλω να μου μιλείς γιαυτούς τους ανθρώπους
+πλέον . . . Πήγαινε να μου φέρεις ένα καλαμάρι και χαρτί. Θέλω να
+γράψω.
+
+ — Να γράψετε, κυρία; . . . Αλλά είσθε τόσο αδύνατη . . . . το
+γράψιμο θα σας κουράση.
+
+ — Μουδ, εξηκολούθησε η Μαλβίνα, φέρε μου ακόμα ένα καπέλλο σου
+κένα φόρεμά σου.
+
+ — Για σας, κυρία;
+
+ — Ναι θέλω να τα δοκιμάσω αυτήν την ώρα.
+
+ — Θα αστειεύεται βέβαια η κυρία.
+
+Η Μαλβίνα την παρετήρησε ατενώς. Ύστερα χαμογέλασε οικτρά, έσφιξε
+τα χέρια της και της είπε.
+
+ — Κυρία Μουδ, υπάρχουν περιστάσεις, που μπορείς κανείς ευκολώτερα
+να πεθάνη παρά να αστειευθή. Τρέξε και μην αργείς πλέον, να μου
+φέρης ότι σου ζητώ.
+
+Η γραία παραζαλίστηκε από τον τρόπο αυτόν της Μαλβίνας και
+ηπάκουσε χωρίς να πει πλέον τίποτε. Μετ' ολίγον επέστρεψε φέρουσα
+τα φορέματα και τα εις γραφήν χρήσιμα.
+
+Η Μαλβίνα της έγνεψε να ταφίση και να απέλθη.
+
+Όλην την ημέρα εδοκίμασε κάτι να γράψη. Δεν κατάφερε τίποτε.
+Παράτησε το γράψιμο απελπισμένη.
+
+Πήρε το φόρεμά της Μούδης και το κοίταζε ώρες αφηρημένη. Τέλος το
+φόρεσε πικρά χαμογελώντας. Έβαλε και το καπέλλο και πήγε μπρος
+στον καθρέφτη.
+
+ — Βέβαια, είπε μέσα της, ο Έδμον καθόλου δεν θα γνωρίση τη
+Μαλβίνα του. Κέτσι θα μπορώ να τον βλέπω και να τον ανακουφίζω,
+θαποφεύγω τα βλέμματά του, θα κατασιγάζω τη συγκίνησή μου,
+κεκείνος δεν θα ξαίρη ποιο χέρι τον περιποιείται. Ναι, δεν πρέπει
+να τα μάθη, γιατί η χαρά του μπορεί να τον σκοτώση, για το Θεό . . .
+Αλλά στην κατάσταση που βρίσκεται . . .
+
+Η Μουδ έκρουσε τη θύρα.
+
+ — Εμπρός! . . .Τι τρέχει, Μούδη;
+
+Η Μουδ, άμα την είδε έτσι μετημφιεσμένην, άφισε κραυγήν εκπλήξεως.
+
+ — Έρχομαι . . . . έρχομαι . . . . έλεγε και την παρατηρούσε . . .
+Αλλά αλήθεια δυσκολεύομαι να γνωρίσω την κυρία.
+
+ — Λέγε, γριά Μούδη, έρχεσαι . . . τι έρχεσαι;
+
+ — Έρχομαι να σας πω, ότι εγώ στεκόμουνα στην εξώθυρα είδα την
+Άννα, την ερώτησα πού τρέχει . . . Αλλά, θεέ μου, πόσο έχει
+αλλάξει η κυρία! . . τι παράξενο!
+
+ — Την ερώτησες λοιπόν πού τρέχει . . . υπέλαβε ανυπόμονα η
+Μαλβίνα.
+
+ — Ναι και μου είπε, ότι την έστειλαν να εύρη καμιά νοσοκόμα για
+την νύχτα, διότι ο πυρετός εγύρισε κακοήθης. Απόψε είναι η τρίτη
+νύχτα, μια από τας πλέον επικινδύνους, είναι ανάγκη να μείνη
+άνθρωπος κοντά του ολονυχτίς, για να δίδει κάθε λίγο κάποιο ποτό.
+Η άλλη νοσοκόμος είναι κουρασμένη . . .
+
+ — Μουδ! νά λοιπόν εγώ είμαι έτοιμη να λάβω τη θέση της φώναξε η
+Μαλβίνα καταστέλλουσα την οδύνην της.
+
+ — Μα, κυρία μου, συλλογίζεστε τι κάμνετε; Η αρρώστια του κ. Έδμον
+είναι μολυσματική, είναι θανατηφόρα, η ίδια η εξ επαγγέλματος
+νοσοκόμος αποφεύγει να μείνη κοντά του.
+
+ — Περιττό να χάνης τα λόγια σου γραία Μουδ, πήγαινε γρήγορα και
+πες της Άννας, ότι έχεις μία νοσοκόμα πολύ κατάλληλη και ετοιμάσου
+να με παρουσιάσης απόψε ως νοσοκόμον υπό εγγύησίν σου. Κατάλαβες;
+εμπρός!
+
+Η Μουδ κάτι θέλησε να ψελλίση, αλλά εκείνη δεν της έδωκε καιρόν
+την έσπρωξε έξω του δωματίου φωνάζοντας:
+
+ — Τρέξε λοιπόν! Στοχάσου ότι μια στιγμή αν αργήσεις, μπορείς να
+καταστής υπεύθυνη για το θάνατό του και για το δικό μου ακόμα.
+Τρέχα! άνοιξέ μου το δρόμο να δεχθώ τουλάχιστο την τελευταία πνοή
+του.
+
+Η Μουδ δεν αντέτεινε πλέον και έτρεξε . . .
+
+Όταν τέλος το βράδυ το ωρολόγι εσήμαινε τις οχτώ, και οι δύο τους
+βρεθήκανε εμπρός στη θύρα της κ. Μπιρτών.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.
+
+ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ
+
+
+
+Ο υπηρέτης που τους άνοιξε την πόρτα, τας ωδήγησε αμέσως εις το
+διαμέρισμα του αρρώστου.
+
+Η Μαλβίνα αναβαίνοντας στηρίχτηκε στον βραχίονα της Μουδ, για να
+κρατηθή.
+
+Άμα εμβήκε και είδε το μαραμένο σώμα και την ωχρή κιαδυνατισμένη
+μορφή του αγαπημένου της, τόσος τρόμος την έπιασε, ώστε λίγο
+έλειψε να λιγοθυμήση.
+
+Η άλλη νοσοκόμος τας επλησίασε και αποτεινομένη προς την Μουδ
+είπε:
+
+ — Αυτός πια πάει . . . Δεν πιστεύω να βαστάξη ως αύριο. (Και
+αποτεινομένη προς την Μαλβίνα επρόσθεσε). Εσείς άλλο δεν έχετε να
+κάμετε, παρά να του δίδετε κάθε τέταρτο της ώρας να πίνη μια
+κουταλιά απ' αυτό. Ελάτε να σας δείξω, πώς να κάνετε.
+
+Η Μαλβίνα επλησίασε με πικρή αταραξία· το αίμα της ήτο παγωμένο
+μέσα στις φλέβες της και της εφαίνετο ήδη ότι θα εκπνεύση μαζί με
+τον ασθενή.
+
+ — Κιάν τα συμπτώματα γίνουν χειρότερα και ευρεθήτε εις αμηχανίαν,
+καλέσατέ με, θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο. Έχω τρεις νύχτες να
+κλείσω το μάτι μου.
+
+Η Μαλβίνα κατένευσε, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Θέλησε να πάρη το
+κουτάλι και να πλησιάση τον άρρωστο. Η νοσοκόμος εγύρισε και την
+είδε με περιέργεια και είπε:
+
+ — Μήπως είναι βουβή; ω θεέ μου, πώς τρέμει; ως να μη είδε ποτέ
+άνθρωπον αποθνήσκοντα.
+
+Η Μαλβίνα θυμήθηκε τότε την μακαρίτισσα την Κλαίρη της.
+
+ — Κανείς, είπε ελαφρώς στενάζουσα, δεν είδε τον θάνατον, όσον
+εγώ.
+
+ — Γιατί λοιπόν είστε τόσο σκυθρωπή: Πρέπει να έχετε συνηθήσει,
+γιατί αλίμονο, αν θλίβεσθε έτσι για τον κάθε θάνατο που θα
+βλέπετε. Ελάτε τώρα ανοίξτε το παραπέτασμα, ανασηκώστε το κεφάλι
+του αρρώστου κεγώ πάω να σας φέρω το γιατρικό.
+
+Η Μαλβίνα έκαμε ότι της είπε η νοσοκόμος και είδε τον Έδμον. Τα
+μάτια του ήταν κλεισμένα· ακίνητος, ωχρός και παραλογιμένος·
+κανένα άλλο σημείον ζωής δεν έδιδε, παρά την αναπνοή του την
+δύσκολη και κοντή κοντή. Η γεναιότης της νέας γυναικός ηυξήθη
+τώρα. Διεπέρασε τον βραχίονά της κάτου απ το κεφάλι του και τόβαλε
+πάνω στο στήθος της. Πήρε το κουτάλι το γιατρικό από τη νοσοκόμα
+και το επότισε με προσοχή τον άρρωστο.
+
+ — Εύγε! της είπε η νοσοκόμος, δεν είσθε και τόσο πρωτόπειρη Εγώ
+λοιπόν σας αφίνω. Καληνύχτα. . . . Πώς, κυρία Μουδ, εδώ είσαι
+ακόμη; Να φύγης γρήγορα. Δεν ξαίρεις, ότι αυτός εδώ ο αέρας είναι
+μολυσμένος;
+
+Τότε η νοσοκόμος και η κυρία Μουδ ανεχώρησαν.
+
+Η Μαλβίνα μόνη με τον άρρωστο! . . . Κι ο άρρωστος αυτός είναι ο
+Έδμον, ο πολυαγαπημένος της· μα σε πια κατάσταση, θεέ μου! . . .
+νεκρός άθαφτος.
+
+Πλησιάζει την κλίνη, ανοίγει λίγο το παραπέτασμα, αγγίζει το χέρι
+του, ήταν κατάψυχρο. Βάζει τα χέρι της στο μέτωπό του, ήταν
+ιδρωμένο και κρύο. Τα χείλη του είναι ξερά και άχροα, τάχει
+μισοκλεισμένα. Η πνοή του μόλις βγαίνει. Νομίζει ότι τον ακούει να
+ομιλεί. Συγκρατεί την αναπνοήν της να ακούση . . . Ακούει:
+
+ — Μαλβίνα . . . Μαλβίνα μου! . . .
+
+Δεν ημπορεί πλέον να κρατήση τους λυγμούς της. Φοβείται μη τον
+ταράξη και τυλίγεται μέσα στα παραπετάσματα. Δάκρυα δεν έχει πια
+να χύση, η καρδιά της χτυπά μαζί με τους χτύπους του ωρολογίου.
+Γονατισμένη μπρος στην κλίνη του Έδμον ακουμβά το κεφάλι της επάνω
+στα μπράτσο του και βαστά το χέρι του μέσ' στα δικά της και μέσα
+στην παγκόσμια σιωπή επικαλείται τον Θεόν της ευσπλαγχνίας για να
+τον σώση.
+
+Τέλος εξημέρωσε. Ο Έδμον όμως ευρίσκεται στην ιδία κατάσταση, που
+τον ηύρε χθες η Μαλβίνα.
+
+Η θύρα εκρούσθη σιγά. Εμβήκεν η Άννα και μετ' αυτήν ο ιατρός
+Πότβελ.
+
+ — Α! είπε σιάζων τα μαλλιά του, δεν είναι η γνωστή μας γραία
+νοσοκόμος αυτή. Το χέρι σου, κορίτσι μου. Νά αλήθεια άσπρο και
+μαλακό χεράκι, επιτήδειο να περιποιείται τους αρρώστους, χωρίς να
+τους πληγώνει.
+
+ — Δεν πλησιάζετε να δήτε τον άρρωστο, γιατρέ μου! είπε η Μαλβίνα
+μισοντροπιασμένη.
+
+ — Ναι βέβαια, θα τον ιδούμε κιαυτόν. Ωστόσο, καλό μου κορίτσι,
+πότε τάρχισες το επάγγελμα αυτό; Εγώ τουλάχιστον ποτέ ως τώρα δεν
+σέχω ιδεί, και όμως δόξα το θεό γνωρίζω όλες τις νοσοκόμες του
+Έδιμπουργκ.
+
+ — Αλλά, γιατρέ μου, είπε η Μαλβίνα απελπισμένη, ο άρρωστός σας
+βρίσκετε στα έσχατα, για όνομα του Θεού! και άρχισε να του εκθέτει
+λεπτομερώς τα γεγονότα του ασθενούς από το εσπέρας ως εκείνη τη
+στιγμή. Ο ιατρός ενθουσιάσθη και φώναξε:
+
+ — Αλήθεια, αν όλοι οι άρρωστοι μου είχαν τέτοιες νοσοκόμες,
+σπάνια θα εσημειώνοντο θάνατοι εις τα δελτία μου. Ας δούμε πώς
+είναι λοιπόν ο άρρωστός σου, κόρη μου.
+
+Έλαβε τον βραχίονα του ασθενούς και θέσας τους δακτύλους του εις
+τον σφιγμόν εφάνη προσέχων και σκεπτόμενος. Η δε Μαλβίνα τον
+ητένιζε ζητούσα να μαντεύση τον λογισμόν του και εκράτει την
+αναπνοήν της.
+
+ — Υπάρχει ελπίς, είπε τέλος ο ιατρός.
+
+ — Αλήθεια, γιατρέ μου: υπάρχει;
+
+Ο ιατρός επρόσθεσε με αδιαφορίαν επαγγελματικήν.
+
+ — Αι ναι, αλλά όχι και να σας εγγυηθώ πάλιν. Τίποτε σίγουρο δεν
+μπορούμε να πούμε, αν δεν περάση και η ενάτη ημέρα.
+
+Κατόπιν παρετήρησε πάλιν τον σφιγμόν του κ. Έδμον και είπε.
+
+ — Η αίσθησης είναι κοντά, θα ξανάρθη. Τώρα θα σου σημειώσω τι
+πρέπει να κάμης, για να εκτελεσθή με ακρίβειαν ότι θα διορίσω.
+Αφού δε ετελείωσε, επρόσθεσε σηκωνόμενος:
+
+ — Ιδού, καλό μου κορίτσι, διάβασε με προσοχή και κάμε ότι
+σημειώνω εδώ. Εγώ προς το βράδι θα ξανάρθω πάλι. Αντίο.
+
+Άμα έμεινε μόνη η Μαλβίνα, εκάθισε κοντά στην κλίνη και
+επαραμόνευε να αντιληφθή το πρώτο κίνημα του αρρώστου.
+
+Ύστερα από μία ώρα ολάκερη άνοιξε τα μάτια και φέρνοντας το χέρι
+στο μέτωπό του:
+
+ — Αχ θεέ μου, είπε, πόσο υπόφερα! τα στήθος μου καίει ακόμα. Καλή
+κυρά, δόσε μου κάτι να πραΰνω τη ζέστη μου.
+
+Η Μαλβίνα του έφερε αμέσως κάτι δροσιστικό, αλλά επειδή ήταν πολύ
+αδύνατος, αναγκάστηκε εκείνη να τον ανασηκώση στα μπράτσα της, για
+να του το δώση να το πιή, ακουμπώντας τα κεφάλι του απάνω στο
+στήθος της.
+
+ — Μείνε όπως είσαι, καλή μου κυρά, έτσι είμαι καλά, αυτή η αλλαγή
+θέσεως με ξελαφρώνει.
+
+Η Μαλβίνα με χαρά ενδόμυχη έμεινε όπως είταν και λέξη δεν
+επρόφερε, έσφιγγε τα δόντια της μην τύχει και κλάψει . . και
+προδοθή. Στοχασμοί ολέθριοι κατεσπάραζαν την ψυχήν της και με
+πολλήν αγωνία κατέπνιγε τους λυγμούς της.
+
+Ο Έδμον ανακουφιζόμενος από το ζωικόν ρευστόν της Μαλβίνας
+ησθάνετο εαυτόν συγκινούμενον και δεν ήξαιρε πού να το αποδώση.
+
+Το μεσημέρι εμβήκε η γραία νοσοκόμος και η Μαλβίνα της παρέδωκε
+τον ασθενή και υπεχώρησε εις την άκραν της κλίνης.
+
+ — Δεν πάτε να κοιμηθήτε; της είπε η νοσοκόμος.
+
+ — Όχι δεν έχω ύπνον απεκρίθη εκείνη πολύ χαμηλά. Άλλωστε ημπορώ
+να αναπαυθώ σαυτόν εδώ τον καναπέ.
+
+Μετά πολλήν ώρα η γραία νοσοκόμος κουράστηκε και άφισε το κεφάλι
+του Έδμον επάνω στο προσκέφαλο.
+
+ — Είσαι συ καλή μου κυρά; ρώτησε μόλις ακουόμενος ο ασθενής.
+
+ — Εγώ, κύριε, απεκρίθη η γραία, θέλετε τίποτε;
+
+ — Ήσο συ πάντοτε κοντά μου;
+
+ — Όχι κάποια άλλη νεωτέρα με αντικατέστησε την νύχτα, γιατί είχα
+κουραστεί πάρα πολύ.
+
+ — Μα η φωνή της. . . η φωνή της μου φάνηκε . . . Πού είναι αυτή
+τώρα;
+
+ — Μου φαίνεται πως κοιμάται, κύριε, θέλετε να την ξυπνήσω;
+
+ — Αφού κοιμάται, άφισέ την, ας ησυχάση.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'
+
+Η ΕΝΑΤΗ ΗΜΕΡΑ
+
+
+
+ — Έτσι πέρασαν μερικές ημέρες. Η Μαλβίνα αγρυπνούσε την νύκτα και
+εκρύβετο μόλις εξημέρωνε· τοιουτοτρόπως κανείς δεν την εγνώρισε, ο
+ίδιος ο Έδμον είχε λησμονήσει την πρώτην εντύπωσιν, που του είχε
+προξενήση η φωνή της.
+
+Τέλος έφθασεν η ενάτη ημέρα· η κρίσιμη. Ήτο μεσημέρι· η Μαλβίνα
+είχε το κεφάλι της κρυμμένο μέσα στα χέρια της. Εφαίνετο ότι
+κοιμάται. Αλλά επρόσεχε πολύ και εις το ελάχιστον κίνημά του και
+έβλεπε με φρίκην, ότι η αναπνοή του εγίνετο πυκνοτέρα και
+εναγώνιος. Η οδύνη της ήτο δριμεία τόσο μάλλον, καθ' όσον ήτο
+ηναγκασμένη να την καταπίνη.
+
+Εν τούτοις ο πυρετός επανήλθε σφοδρός εις τον ασθενή και τον
+εδυνάμωσε. Εγνώρισε τον ιατρόν, όταν ήλθε, και του είπε.
+
+ — Γιατρέ. Είμαι πολύ άσχημα. Αν πράγματι ο θάνατός μου είναι
+κοντά, μη μου το κρύψετε, σας παρακαλώ.
+
+ — Έχετε θάρρος, φίλε μου. Θα σας σώσω. Είσθε νέος και η κράσις
+σας είναι ισχυρά.
+
+ — Σας παρακαλώ, μη με απατήσετε. Είναι ανάγκη να φανήτε
+ειλικρινής περισσότερον, παρ' όσον στοχάζεσθε.
+
+ — Αν έχετε να διαθέσετε τίποτε, μπορείτε και να το κάμετε, δεν
+βλέπω εις αυτό τίποτε κακόν.
+
+ — Σας ευχαριστώ, γιατρέ μου. Δεν είμαι καθόλου δειλός,
+υποτάσσομαι εις το πεπρωμένον. Έχω πολλές αμαρτίες βέβαια, αλλά η
+Μαλβίνα παρακαλεί για μένα τον θεό και ίσως ο θεός χάριν αυτής με
+συγχωρήση.
+
+Έπειτα ύψωσε τα χέρια του τα αδύνατα προς τα άνω και είπε:
+
+ — Μαλβίνα, Μαλβίνα! Είναι λοιπόν γραφτό ναποθάνω μακράν σου
+στερημένος την παρηγορία που θα μου έδινε η παρουσία σου! Οι
+τελευταίοι μου στοχασμοί πετούν προς εσένα. Έλα καλή μου γραία να
+σου υπαγορεύσω να γράψεις εσύ. Πάρε χαρτί και μελάνι.
+
+Η γραία νοσοκόμος εθορυβήθη, διότι δεν ήξαιρε να γράφη και το
+ανεκοίνωσεν εις την Μαλβίναν.
+
+ — Δεν πειράζει, της είπεν η Μαλβίνα, γράφω εγώ αντί σου, χωρίς να
+μας καταλάβη. Αλλά, γιατρέ μου, δεν θα τον βλάψη αυτός ο κόπος;
+
+ — Μα η Μαλβίνα αυτή, κόρη μου, τον απασχολεί τόσο πολύ, ώστε
+μάλλον θανακουφισθή, πιστεύω, ανοίγοντας την καρδιά του . . .
+
+ — Είσαι έτοιμη, καλή μου γραία; εφώναξεν ο Έδμον.
+
+ — Μάλιστα, κύριε, απεκρίθη η νοσοκόμος. Και τότε η Μαλβίνα
+επλησίασε και κρυπτομένη πίσω από τα παραπετάσματα της κλίνης
+άρχισε να γράφη καθ' υπαγόρευσιν του Έδμον:
+
+«Αγαπητή μου Μαλβίνα,
+
+Είμαι ετοιμοθάνατος και αιτία του θανάτου μου είναι ο προς εσένα
+έρως μου. Αλλά δεν πταίεις εσύ βέβαια· εγώ ο ίδιος με την ορμή του
+πάθους μου άναψα μέσα στο στήθος μου τη φλόγα που με φέρνει τώρα
+στον τάφο. Ωστόσο ακούω ακόμη τας αλγεινάς κραυγάς που άφισες,
+όταν σε αποχωρίσθηκα. Έτσι είμαι βέβαιος, Μαλβίνα, πως δεν έπαυσες
+να μαγαπάς και θα χύσης δάκρυα πικρά επάνω στο νεκρό μου. Αχ πόσο
+ήθελα να μην αποθάνω! για να απολαύσω εσένα, ποθώ τον κόσμον,
+γιατί αφίνω πίσω μου εσένα, θέλω να ζήσω για να σε εξιλεώσω, που
+αμφέβαλλα για την αγάπη σου, και στη μανία του θυμού μου ήρθα
+ναποθάνω ανάμεσα στους μιαρούς εχθρούς σου. Ω Μαλβίνα, συγχώρησέ
+μου το ολέθριο αυτό σφάλμα. Πόσο τιμωρήθηκα γιαυτό! Αχ τουλάχιστον
+θα σε είχα κοντά μου τας τελευταίας μου στιγμάς, θα σέβλεπα, θα
+σάκουα. Συ θα εδέχουσουν την τελευταία πνοή μου, συ θα έκλειες τα
+μάτια μου. Οποία παρηγορία! . . »
+
+ — Μα ποιος κλαίει λοιπόν; ρώτησε διακόπτων την υπαγόρευσιν. Μου
+φαίνεται ότι είναι εκείνη η ιδία . . ω Μαλβίνα αν η ψυχή σου
+φτερουγίζη γύρο μου, αν ήλθε να ιδή, πώς θα πετάξη η δική μου,
+αγκάλιασέ με κιας πετάξουνε μαζί οι ψυχές μας.
+
+Η Μαλβίνα δεν βαστούσε πλέον και ητοιμάζετο να πέση στην αγκαλιά
+του. Αλλά ο Έδμον κατελήφθη υπό μανίας και εφώναξεν αποτόμως:
+
+ — Όχι, όχι! άπιστη γυναίκα, φύγε μακρυά! εσύ ώπλισες το χέρι του
+μιαρού του παπά και τον διέταξες να εμπήξη το μαχαίρι στο στήθος
+μου, που για σένα μόνο ανέπνεε. Αν ήθελες ναποθάνω, ας μου το
+διέτασσες, και ευθύς θα μέβλεπες νεκρόν εις τα πόδια σου, γιατί να
+μεταχειρισθής την βδελυράν βοήθειαν εκείνου; . . . άπιστη!
+
+ — Αχ Θεέ μου Θεέ μου, εμουρμούρισον η Μαλβίνα με οδύνην
+ανέκφραστη, πότε λοιπόν θα τελειώσουν τα βάσανά μου; Δεν αντέχω
+πλέον.
+
+ — Εδώ κρύβεται παράξενο μυστήριο, είπε ο γιατρός στην γραία
+νοσοκόμα.
+
+ — Στοιχηματίζω, λέει εκείνη, πώς κιαυτή θα είναι μία από κείνες
+που απάτησε ο σερ Έδμον.
+
+ — Δεν πιστεύω, αυτή είναι φρόνιμη νέα. Υπάρχουν όμως γυναίκες
+νευρικές που κλαίουν, άμα ιδούν τους άλλους να πάσχουν.
+
+ — Δε σκοτίζομαι αλήθεια! Αυτή η γυναίκα εμένα με βοηθεί και με
+ανακουφίζει, και της χρεωστώ ευγνωμοσύνην.
+
+Τα μεσάνυχτα ο κ. Έδμον έπαυσε να ομιλή και ο ιατρός Πότβελ
+εξετάσας τον σφιγμόν του είπεν εις την Μαλβίναν:
+
+ — Η κρίσις πλησιάζει. Αν μετά έξ ώρας δεν πάθει τίποτε, σας
+εγγυώμαι πλέον για τη ζωή του. Προσέξετε, μην αποκοιμηθήτε και
+φυλάγετέ τον με μεγάλη προσοχή. Εγώ απόψε δεν φεύγω από δω. Αν η
+αίσθησις επανέλθη με ελαφρόν ιδρώτα, ο ασθενής εγύρισε στα καλά.
+Φώναξέ με τότε. Καλή νύχτα.
+
+Όταν η Μαλβίνα έμεινε μόνη, άρχισε να περιφέρεται μέσα στο
+δωμάτιον και να συλλογίζεται, ότι σε λίγο θα αποφασισθή η τύχη
+της. Της εφαίνετο ότι τον βλέπει μέσα εις λάκκον βαθύν,
+σκεπασμένον με το λευκόν σενδόνι, και φρίσσει. Επιθυμεί ναποθάνη
+και η ιδία.
+
+ — Θεέ μου, λέγει, δεν τολμώ πλέον να σε παρακαλέσω για τη ζωή του
+. . σου παραδίδω και τη δική μου.
+
+Πλησιάζει το κρεββάτι του αρρώστου, ανοίγει τα παραπετάσματα, της
+φαίνεται σα νεκρός.
+
+ — Έδμον, Έδμον! δε μακούς, καλέ μου! Εγώ είμαι που σε φωνάζω, εγώ
+η Μαλβίνα σου.
+
+Εκείνος ανοίγει σιγά τα μάτια. Την βλέπει, την αναγνωρίζει, δεν
+είναι δυνατόν να απατάται, είναι η ιδία, η Μαλβίνα.
+
+ — Πού είμαι; πού βρίσκομαι; συ εδώ Μαλβίνα!
+
+ — Ω Έδμον! ζης λοιπόν; ανεστήθης λοιπόν; Δόξα να έχη ο Κύριος!
+
+ — Μαλβίνα, δεν πάσχω πλέον, αφού σε βλέπω κοντά μου, αλλά πώς
+ευρέθηκες εδώ; τι θαύμα είναι τούτο: Μήπως είμεθα . . .πλέον. . .
+εις την αιωνιότητα;
+
+Και έκλεισαν πάλιν τα μάτια του. Αλλά ανέπνεεν ελεύθερα και η υγρά
+θερμότης των χεριών του έδοσαν θάρρος εις την Μαλβίναν. Τα
+μαραμένα χείλη του ζωηρεύουν, γλυκός ύπνος διαδέχεται την αγωνίαν.
+
+Η Μαλβίνα γονατίζει και προσεύχεται με δάκρυα χαράς προς τον
+Σωτήρα του αγαπητού της.
+
+Σιωπή άκρα επικρατεί γύρο της, αλλ' αυτή τώρα πλέον δεν
+αγριεύεται, απεναντίας χαίρει, διότι το παν σέβεται τον ύπνον
+εκείνου, της φαίνεται ότι η φύσις όλη ησυχάζει, διά να εξυπνήση
+μαζί με τον εραστήν της.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'
+
+ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΥΠΗΝ Η ΧΑΡΑ
+
+
+
+Η αυγή εφώτιζε τον ορίζοντα και ο Έδμον ακόμη εκοιμάτο βαθέως, ενώ
+η Μαλβίνα εισέτι γονυπετής παρά την κλίνην τον ητένιζε και
+προσηύχετο υπέρ αυτού.
+
+Ηκούσθη το βήμα του ιατρού Πότβελ· του ανοίγει την θύραν ελαφρώς·
+βαδίζει ακροποδητί. Ο ιατρός ερωτά ανήσυχος:
+
+ — Πώς είμεθα;
+
+ — Γιατρέ μου, κοιμάται πολύ ήσυχα.
+
+ — Αλήθεια κοιμάται; Είσαι βεβαία;
+
+ — Ναι, γιατρέ μου.
+
+ — Τότε εσώθη.
+
+Η Μαλβίνα τον οδηγεί παρά την κλίνην ελαφρώς περιπατούσα. Ο
+γιατρός τον βλέπει με προσοχή.
+
+ — Είναι εκτός κινδύνου. Εσώθη.
+
+Άμα η Μαλβίνα άκουσε τα λόγια του ιατρού, έξαλλη από την χαράν της
+ετινάχθηκε έξω.
+
+Ο ιατρός απόρησε για τον τρόπο της και εφώναξε την γραίαν
+νοσοκόμον να έλθη κοντά στον ασθενή.
+
+Έπειτα εβγήκεν έξω και αυτός και ήλθεν εις συνάντησιν της
+Μαλβίνας. Εκείνη άμα τον είδε, εφώναξε:
+
+ — Γιατρέ μου, εσείς τον εσώσατε! είσθε αληθινός άγγελος της
+σωτηρίας. Και έπιασε τα χέρια του και τα έσφιξε με την καρδιά της.
+
+ — Αληθινά είσθε μία παράξενη κυρία.
+
+ — Νομίζετε ότι άμα εξυπνήση, θαναγνωρίση όσους τον
+περιστοιχίζουν;
+
+ — Αναμφιβόλως, ο πυρετός έπεσε, δεν θα έχει πλέον παραλήρημα, εις
+το εξής το μόνον κακόν θα του είναι η αδυναμία.
+
+ — Δεν έχει φόβον από ψυχικήν ταραχήν;
+
+ — Έχει και παραέχει, ο οργανισμός του, εξησθενημένος όπως είναι,
+δεν αντέχει εις σφοδράς συγκινήσεις. Αλλά γιατί ερωτάτε όλα αυτά
+τα πράγματα;
+
+ — Αχ, γιατρέ μου, η μικροψυχία μου δεν μάφισε να κρυφθώ
+περιπλέον. Αλλά συγχωρήσατέ με, γιατί πολλά υπέφερα.
+
+ — Ο σερ Έδμον λοιπόν σας είναι πολύ ενδιαφέρον πρόσωπον;
+
+ — Δεν απατάσθε, γιατρέ μου. Αλλά σας παρακαλώ κρατήσατέ το
+μυστικό, γιατί με καταστρέφετε.
+
+ — Αλλά ας επιστρέψωμε κοντά του. Εσείς μην του φανερώνεσθε αμέσως
+και βλέπουμε.
+
+ — Θεέ μου! νομίζω ότι ακούω θόρυβον εκεί μέσα. Μήπως εξύπνησε;
+Εμβάτε μόνος σας, γιατρέ μου.
+
+Στάθηκε μπρος στην θύραν και ακροάζετο κρατούσα την αναπνοήν της.
+
+ — Αχ Θεέ μου, είπεν εκείνος βλέπων τον ιατρόν να εμβαίνη, τι μου
+συνέβη άραγε; Νομίζω ότι είδα, ότι ήγγισα την Μαλβίναν, ότι άκουσα
+την φωνήν της.
+
+ — Μην την ενθυμείσθε, σας το απαγορεύω, αφού σας έσωσα, δεν θέλω
+να πάθετε υποτροπήν.
+
+ — Αχ εκείνη με έσωσε. Η φωνή της με ανεκάλεσε από τον τάφον, με
+εξύπνησε από τον θάνατον. Αλλά πού είναι τώρα, Θεέ μου, πού είναι;
+
+ — Κύριε του είπε η γραία νοσοκόμα η φαντασία σας αυτή ημπορεί να
+σας ξαναφέρη τον πυρετόν. Ησυχάσατε, παρακαλώ.
+
+ — Έχει δίκαιο η γριά, επρόσθεσεν ο ιατρός. Να τι εκάματε· ο
+σφυγμός σας ήρχισε να ατακτή, και αν εξακολουθήσετε, άφευκτα θα
+σας επανέλθη ο πυρετός.
+
+Ο Έδμον εσιώπησε και σιγά σιγά η φαντασία του ησύχασε. Η εικών της
+Μαλβίνας κατ' ολίγον διελύθη ως φωτεινόν νέφος, και απεκοιμήθη, ή
+μάλλον εβυθίσθη εις νάρκην.
+
+Η Μαλβίνα εμβήκε με τρόπον εις τον κοιτώνα αποφεύγουσα να σταθή
+προ των ομμάτων του.
+
+Ωστόσο η βελτίωσις της υγείας του αρρώστου έγινε γνωστή σ' όλο το
+σπίτι. Η κυρία Φέμπικ εχάρη ειλικρινώς. Η κ. Μπιρτών έδειξε
+πανηγυρικώς ψευδή ευαισθησίαν.
+
+ — Προς το βραδάκι, όταν ο Έδμον εκοιμάτο, εκρούσθη αίφνης η θύρα.
+
+ — Ποιος είναι; ρωτά η Μαλβίνα σιγανά.
+
+ — Μπορώ να δω τον κ. Έδμον;
+
+Η Μαλβίνα ανεγνώρισε την φωνήν της κ. Μπιρτών.
+
+ — Όχι, όχι, απεκρίθη. Κοιμάται τώρα, και ο γιατρός . . .
+
+ — Μα εβγάτε, ευλογημένη, και ομιλήσατε της κυρίας! είπε εντόνως η
+γραία νοσοκόμα.
+
+ — Αμέσως απήντησε η Μαλβίνα θορυβημένη υπερβολικά. Εν τούτοις δεν
+ετολμούσε νανοίξη.
+
+Η γραία επετάχθηκε αγανακτημένη.
+
+ — Άνοιξε λοιπόν, παράξενο πλάσμα!
+
+Η Μαλβίνα υπεχώρησε προς το σκοτεινότερο μέρος του δωματίου.
+
+Η γραία ήνοιξε και εβγήκε να ομιλήση της κυρίας.
+
+Η Μαλβίνα ετέντωσε το αυτί της.
+
+Η γραία έδιδε εξηγήσεις, ότι δεν έφταιγε αύτη διά την αργοπορίαν,
+αλλά μία άλλη νοσοκόμα, ένα παράξενο πλάσμα, που εκτελεί μεν
+απαραγκλίτως το καθήκον της, αλλά συγκινείται ευκόλως και πάσχει
+από νευρικήν ζάλην και κλαίει συχνά.
+
+Και ο γιατρός ακόμα απόρησε για την υπερβολική ευαισθησία της,
+επρόσθεσε η κ. Μπιρτών, και ήμουν περίεργη να την ιδώ.
+
+Ο σερ Έδμον κοιμάται και ο γιατρός μας απαγορεύει νανάψωμε φως,
+για να μη του ταράξωμε τον ύπνο.
+
+ — Τότε έρχομαι αύριο. Καληνύχτα.
+
+Η Μαλβίνα άρχισε να συλλογέται ότι η κ. Μπιρτών βεβαίως θα την
+ανεγνώριζε και έπρεπε με κάθε τρόπο ναποφύγη το σκάνδαλον. Ο Έδμον
+ήτο πλέον εκτός κινδύνου, έπρεπε λοιπόν να τον αφίση.
+
+Επέρασε κοντά του όλην εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος του ήτανε
+γαλήνιος.
+
+Όταν εχάραξε η αυγή, η Μαλβίνα άνοιξε λίγο τις κουρτίνες του
+κρεββατιού. Το ένα χέρι του εκρέμετο έξω από το κρεββάτι. Εκόλησε
+ελαφρά τα χείλη της σαυτό και μουρμούρησε.
+
+ — Έχε υγεία, καλέ μου. Η μοίρα τόσο μόνο ήθελε. Δεν ξαίρω, αν θα
+σε ξαναϊδώ πλέον. Ίσως όταν περάσουν τα νιάτα και ασπρίσουν τα
+μαλλιά μας, θα μπορέσω τότε να σφίξω το χέρι σου και να σου πω με
+ηρεμία ψυχής.
+
+ — Θυμάσαι, Έδμον, τη νύχτα εκείνη της αγωνίας! εγώ ήμουν που σε
+ανεκάλεσα από τον τάφο, ο οποίος ηπείλει να καταπίη και τους δυο
+μας, άνοιξες τα μάτια σου τα κουρασμένα και με είδες τότε ανάμεσα
+στο μελιχρό το φως του λύχνου. Αλλά τα μάτια σου βαρυμένα έκλεισαν
+πάλι και τότε νόμισες ίσως ότι η φαντασία σου σε απατούσε. Αλλά
+όχι, Έδμον, ήμουν εγώ η ιδία που ήρθα να σε σώσω, ή . . . .
+ναποθάνω μαζί σου. Και . . . σε έσωσα. Χαίρε λοιπόν. Η ανάγκη με
+κάμνει να σε αποχωρισθώ. Η μοχθηρία αγρυπνεί γύρο μας και δεν μας
+αφίνει ναπολαύσωμεν αλλήλους ανεπιφύλαχτα. Για την ησυχία τη δική
+σου εγώ πρέπει να φύγω.
+
+Έπιασε ξανά το χέρι του για να το φιλήση. Ο Έδμον τότε άνοιξε τα
+μάτια του.
+
+ — Ποιος είναι; ρώτησε αδύνατα.
+
+Η Μαλβίνα ταράχτηκε.
+
+ — Αχ η σκιά σου, Μαλβίνα μου, πάντοτε με κυνηγά. Σε βλέπω και
+ακούω τη γλυκυτάτη φωνή σου. Μακάρια οπτασία!
+
+Έκλεισε πάλι τα μάτια του και απεκοιμήθη.
+
+Η Μαλβίνα κατεπνίγη, ήθελε να ριχθή στην αγκαλιά του, να του πει
+πόσο τον αγαπούσε, να του φανερώση ότι δεν είταν οπτασία.
+
+ — Αλλά ο χαρακτήρας της ο φρόνιμος, ο επιφυλακτικός την εκράτησε
+και πάλιν. Του έστελε ασπασμόν με το χέρι της και βγήκε από τον
+κοιτώνα.
+
+ — Κατέβηκε ήσυχα ήσυχα, ηύρε ανοιχτή τη θύρα της εισόδου, εξήλθε
+και ετράβηξε ίσια στης κυρά-Μούδης.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.
+
+Η ΜΑΓΙΣΣΑ
+
+
+
+ — Δόξα νάχη ο Κύριος! φώναξε η καλή γραία, μόλις την είδε, τέλος
+πάντων εγυρίσατε με τα καλά σας· ούτε στιγμή δεν ησύχαζα ενόσω
+βρισκόσασταν εις της κ. Μπιρτών. . . .
+
+Αλλά, θεέ μου! πώς αλλάξατε έτσι;
+
+ — Είμαι πολύ καλά, καλή μου γραία. Ο σερ Έδμον εγλύτωσε· τώρα
+άφισέ με ναναπαυθώ ολίγον. Αιτιολόγησε τον εξαφανισμόν της
+νοσοκόμας σου, όπως θέλεις. Πήγαινε και πες τους, ότι παρεφρόνησα
+τέλος πάντων.
+
+Ένδεκα αλγειναί νύκτες αγρυπνίας αδιακόπου και συνεχούς αγωνίας
+είχαν εξαντλήσει την Μαλβίναν, και τώρα που έπαυσε η υπερέντασις
+του νευρικού συστήματος εξέσπασε η εξάντλησις εις υπερβολικήν
+αδυναμίαν.
+
+Επλάγιασε και εβυθίσθη εις βαθύν ύπνον.
+
+Η εξαφνική εξαφάνισις της Μαλβίνας από το δωμάτιον του αρρώστου
+ανεστάτωσε την υπηρεσίαν. Η γραία νοσοκόμος βλέπουσα ότι έχασε την
+ησυχίαν της έγινε άνω κάτω. Ερωτά την μίαν, εξετάζει την άλλην,
+κανείς δεν την είδε, κανείς δεν ξαίρει πού ευρίσκεται.
+
+Η φαντασιώδης Άννα βεβαιώνει ότι αυτή ήταν μάγισσα, ότι την είδε
+τη νύχτα από την κλειδαρότρυπα να κάμνη διάφορα καββαλιστικά
+σημεία, να χαράσσει κύκλους, να εξαφανίζεται και πάλι να
+ξαναφαίνεται.
+
+Οι φαντασίες ανάβουν. Βέβαια και ήταν μάγισσα, αφού με τας
+γοητείας της εθεράπευσε τον σερ Έδμον, που ο κύριος Πότβελ είχε
+διακηρύξει ότι η αρρώστια του ήταν αθεράπευτη. Εν τω μεταξύ έφθασε
+η κυρά Μουδ και βλέπουσα ότι η εξήγησις, την οποίαν αυτή θα
+εφεύρισκε, εδόθη ήδη τόσον εύκολα, εδέχθη αυτήν προθύμως
+υπερθεματίζουσα μάλιστα δι' άλλων σχετικών διηγήσεων περί μαγισσών
+και γοήτων.
+
+Ώστε ο θρύλος έγινε βεβαιότης. Διότι όλη η υπηρεσία επίστευε τώρα
+ότι είδε και ήκουσε τα παράδοξα εκείνα.
+
+Το πράγμα έγινε γνωστόν και εις τον κύκλον των κυριών. Η κ. Μέλμορ
+δεισιδαίμων, όσο και η τελευταία υπηρέτρια, τα παίρνει και τα
+δίνει με την κόρην της. Εν τούτοις η κ. Μπιρτών δεν δίδει πίστιν
+εις τας τοιαύτας φλυαρίας. Συλλαμβάνει όμως υπονοίας και δίδει
+διαταγάς αυστηράς, αν έλθη η νοσοκόμος εκείνη ξανά στο οπίτι της,
+να της την φέρουν αμέσως.
+
+Ο κ. Φέμπικ άρχισε να την κολακεύη, ότι είναι γυνή ανωτέρα και
+καθόλου δεν ομοιάζει με τας άλλας γυναίκας.
+
+Μία είναι στον κόσμον η κ. Μπιρτών, έλεγε.
+
+Η Μαλβίνα τα έμαθε αυτά από την κυρά Μουδ. Ησύχασε ότι τα πράγματα
+έμειναν άνευ περαιτέρω ερεύνης διά τα κατ' αυτήν.
+
+Ο Έδμον ανελάμβανε από ημέρας εις ημέραν.
+
+Η Μαλβίνα αρχίζει να ελπίζει και να ρίχνει βλέμμα πλήρες χαράς εις
+το μέλλον.
+
+Έτσι το ρυάκι όταν το πλήξουν σφοδραί καταιγίδες πλημμυρίζει και
+θολώνει, αλλ' αφού παρέλθη η επίδρασις αυτών, ρέει πάλιν ήσυχον
+και διαυγές και αρχίζει να καθρεφτίζη τα άνθη που φυτρώνουν εις
+τας όχθας του και αντιφεγγίζει τον ουρανόν επί του κινητού
+κατόπτρου της επιφανείας του.
+
+Όταν ο σερ Έδμον ήτο πλέον εις κατάστασιν να σκέπτεται, ερώτησε,
+αν η κ. Σορκή έστειλε να μάθη γιαυτόν όταν ήτο άρρωστος. Αλλά
+κανείς δεν ήτο εις θέσιν να του ειπή τίποτε. Ο Έδμον λοιπόν
+επικράθηκε για την αδιαφορία της.
+
+ — Εγώ πεθαίνω κεκείνη, η ευσπλαγχνιζομένη πάσαν ψυχήν ζώσαν,
+μένει αδιάφορη στους πόνους τους δικούς μου! Άραγε πήρε
+τουλάχιστον το γράμμα μου εκείνο; Και ποιος τάχα ανέλαβε να της το
+αποστείλη;
+
+Έκραξε την γραίαν νοσοκόμον και την ερώτησε:
+
+ — Δε μου λες καλή μου γραία, όταν ήμουν ασθενής, σου υπαγόρευσα
+και έγραφες ένα γράμμα. Δεν μου λες, τι το έκαμες;
+
+Η γραία ηναγκάσθη να του ομιλήση περί της άλλης νοσοκόμου, η οποία
+έγραφε το γράμμα εκείνο και η οποία βέβαια ήτο μάγισσα διότι την
+είδαν να . . .
+
+Ο σερ Έδμον την διέκοψε με αδημονίαν και την ερώτησε πού
+ευρίσκεται τώρα η νοσοκόμος εκείνη;
+
+Η γραία αγνοούσα να απαντήσει άρχισε πάλιν να φλυαρή περί μάγων
+και των καταγωγίων αυτών.
+
+ — Μα ποιος σας τη σύστησε τέλος πάντων αυτήν την νοσοκόμον, γραία
+μου;
+
+ — Η κυρά-Μουδ.
+
+ — Τρέξε, σε παρακαλώ, να πης αμέσως της κυρά-Μούδης ότι την
+ζητεί ο κ. Έδμον.
+
+Η κυρά Μουδ ήλθε κληθείσα. Και νομίζουσα ότι είναι η εκ των
+απορρήτων της κ. Σορκή δεν έκρινε ούτε καν να την ειδοποιήση, και
+είπε εις τον σερ Έδμον με το δικό της κεφάλι, ότι έχασε τα ίχνη
+της γυναίκας εκείνης.
+
+Τότε ο σερ Έδμον απεφάσισε να μάθη μόνος του τι γίνεται η Μαλβίνα
+και ποία ήταν τα αίτια της σιωπής της.
+
+Ένα πρωί λοιπόν κατέβη εις της κ. Μπιρτών. Της εζήτησε τυπικώς
+συγγνώμην διά τας ενοχλήσεις που της έδωσε με την ασθένειά του,
+και της ανήγγειλε, ότι μελετά να περάση μερικές ημέρες σένα
+αγροκήπιον φίλου του κοντά στο Έδιμπουργκ, διότι έχει ανάγκη
+καθαρού αέρος.
+
+Η δύσπιστος κ. Μπιρτών υποψιαζομένη πάντοτε προσεπάθησε να τον
+αποτρέψη, αλλά ματαίως.
+
+Την επιούσαν ετράβηξε κατ' ευθείαν εις Άβερνεθ, χωρίον πλησίον του
+πύργου της κ. Κλάρας.
+
+Εκεί επληροφορήθη παρά του διευθυντού του ταχυδρομείου, ότι η κ.
+Σορκή ευρίσκετο εις τον πύργον.
+
+Άνευ πολλών δισταγμών έσπευσεν εκεί συλλογιζόμενος, ότι εκείνη
+ησύχαζεν εκεί αμέριμνη, ενώ αυτός . . .
+
+Όταν έφθασεν εκεί, κατέδη από τον ίππον και δέσας αυτόν έξω του
+περιβόλου επροχώρησε και έσκυψεν εις τον κήπον· από τα κάγγελα
+είδεν· όχι· τα μάτια του δεν τον απατούν, είναι η Φανή, το
+κοριτσάκι το θετό της Μαλβίνας, το γνωρίζει από τη φωνή του. Εδώ
+λοιπόν βέβαια θα είναι και η μητέρα του. Κάθεται επάνω σε μίαν
+πέτρα και περιμένει την τύχη.
+
+Έξαφνα ακούει μια φωνή που απευθύνεται στο κοριτσάκι και
+συνταράζεται ολάκερος. Η φωνή είναι του κ. Πρίορ.
+
+ — Εδώ τον έχουν λοιπόν! ψιθυρίζει με αγανάκτησιν.
+
+Διευθύνεται προς τον κήπον και βλέπει μίαν γυναίκα λευκοφόρον
+ανάμεσα από τα δένδρα, η οποία ήρχετο προς τα εδώ. Του εφάνη ότι
+ανεγνώρισε την Μαλβίναν.
+
+Η μικρή Φανή μόλις την είδε, έσπευσε προς αυτήν, εκείνη δε έσκυψε
+και την επήρε στην αγκαλιά της και στηριχθείσα στον βραχίονα του
+κληρικού επέστρεφε σιγά σιγά εις τον πύργον.
+
+Ρίγος θανατηφόρον διαχύνεται στες φλέβες του. Φεύγει προς το χωριό
+Άβερνεθ, σκοτισμένος, χαμένος.
+
+Στο δρόμο λιγοθυμά και τον φέρνουν εις ένα ξενοδοχείον του χωρίου,
+τον περιποιούνται και συνέρχεται.
+
+Όταν τον άφισαν, μόνον, αντί να ησυχάση εσηκώθη και ήλθεν εις το
+ανοικτόν παράθυρον.
+
+Εν τω μεταξύ σφοδρά καταιγίς ήρχισε έξω να εκσπά. Βαρεία η θύελλα
+πλήττει τα σπίτια του χωριού. Αυτός εν τούτοις έμενεν εις το
+παράθυρον.
+
+Αίφνης ακούει έξω την φωνήν του κ. Πρίορ. Είχεν έλθει να παραλάβει
+το ταχυδρομείον των κυριών και κατελήφθη υπό της κατεγίδος. Ο
+ξενοδόχος τον αναβιβάζει εις υψηλόν τι δωμάτιον άνωθεν του
+δωματίου, του Έδμον, ενώ αυτός εσκέπτετο ότι ίσως ο μισητός αυτός
+άνθρωπος κρατεί εις χείρας του την επιστολήν εκείνην που της
+έστειλε, όταν ήτο άρρωστος.
+
+Μετ' ολίγον κρότος δαιμονιώδης ακούεται. Κεραυνός έπεσε επί του
+ξενοδοχείου και το άναψε. Η στέγη φλέγετε ήδη.
+
+Ο κ. Πρίορ ευρίσκεται εις κίνδυνον· καίεται η κάμαρη του· ο καπνός
+τον πνίγει.
+
+ — Ένας άνθρωπος κινδυνεύει! ακούονται από έξω φωναί.
+
+Ο Έδμον πετάχτηκε έξω ως από ένστικτον κινούμενος.
+
+ — Ποιος κινδυνεύει και πού είναι;
+
+ — Εκεί επάνω στο υπερώον! είναι ο ιερεύς κ. Πρίορ. . . .
+
+ — Ο κ. Πρίορ! έστω — λέγει και σπεύδει εις το υπερώον.
+
+Διατί έσπευσε; Από φιλανθρωπίαν διά να σώση τον κ. Πρίορ· ή από
+εγωισμόν, για να μη χαθή η επιστολή του, αλλά να δοθή ασφαλώς στα
+χέρια εκείνης; Αυτό ούτε ο ίδιος δεν θα ημπορούσε να το εξηγήση
+στον εαυτόν του.
+
+Μόλις ανέβη την κλίμακα, η φλόγα μετεδόθη εις αυτήν, αλλά ουδέ
+ίχνος μικροψυχίας δεν αισθάνεται μέσα του. Σπεύδει στο δωμάτιον
+του κληρικού μέσα στον πυκνόν καπνόν που τον πνίγει, αρπάζει τον
+κ. Πρίορ στον ώμον του και τρέχει προς το παράθυρο.
+
+Τίποτε δεν είναι ωραιότερο από το συναίσθημα ότι σώζεις ψυχήν εκ
+θανάτου.
+
+Από κάτω φωνάζουν. Του απλώνουν στρώματα να πέση. Γύρο του τα
+πάντα, σείονται, τα πάντα καταρρέουν εις φλογώδη χείμαρον. Επί
+τέλους αποφασίζει· ρήχνει τον αναίσθητον κληρικόν εντός του
+στρώματος, το οποίον εκρατούσαν κάτωθεν. Ετοιμάζουν άλλο διά
+τον ίδιον· πηδά και αυτός και αμέσως τρέχει προς τον κ. Πρίορ. Τον
+είδε να συνέρχεται και σπεύδει τότε να φύγη, διά να μη μάθη
+εκείνος, ότι αυτός είναι ο σωτήρας του.
+
+Το βράδι της άλλης ημέρας ο σερ Έδμον ήτο εις της κ. Μπιρτών. Όταν
+εισήλθε εις την αίθουσαν, ήταν εκεί μαζεμένη μεγάλη ομήγυρις, όλα
+τα περιβόητα κάλλη του Έδιμπουργκ· ωραιοτέρα από όλας ήτο η λαίδη
+Σούμεριλ, σύμμετρη και μεγαλοπρεπής. Η κ. Φέμπικ απουσίαζεν εις
+Ιρλανδίαν ακολουθούσα τον σύζυγόν της, μεταβάντα εκεί δι'
+υποθέσεις του.
+
+Όλοι υπεδέχθησαν τον κ. Σέυμουρ με μεγάλην διάχυσιν. Αυτός
+ενθυμήθη τα παλαιά του συνήθια και άρχισε να ρήχνει ηδυπαθή
+βλέμματα προς όλας τας γυναίκας. Ωρκίζετο μέσα του να εκδικηθή την
+Μαλβίνα καθιστών θύμα του πάσαν γυναίκα, την οποίαν θα συναντούσε
+εμπρός του.
+
+Έτσι λοιπόν εις κάθε μίαν από τας εκεί ευρισκομένας προσπαθούσε να
+εμπνέει την ελπίδα, ότι αυτήν και μόνην προτιμά. Εις τα τοιαύτα
+ήτο αριστοτέχνης ο κ. Σέυμουρ.
+
+Η λαίδη Σούμεριλ ήτο όλο κρυφή χαρά, ότι τον έφερε πάλιν στα πόδια
+της, αν και υπέδειχνε προσποιητήν σοβαρότητα. Αλλά ο σερ Έδμον
+ούτε πρόσεξε σαυτό της το τέχνασμα, αν και εκείνη έδιδε πολλήν
+σημασίαν εις αυτό.
+
+Έτσι κάθε μία ενόμιζε, ότι τον είχε κατακτήσει πλέον τελειωτικά,
+ενώ πράγματι ποτέ δεν ήτο τόσο αδιάφορος προς εκάστην, όπως αυτήν
+την φοράν.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.
+
+ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ Ο ΚΑΘΕΙΣ ΧΩΡΙΣΤΑ
+
+
+
+Η Μαλβίνα διέμενεν εις το Έδιμπουργκ στο σπίτι της Μούδης. Έμαθε
+λοιπόν όλα τα κινήματα του κ. Έδμον, ότι απεδήμησε επ' ολίγον από
+το Έδιμπουργκ, ότι επανήλθε γρήγορα και ότι διάγει βίον ελαφρόν
+και άσωτον κατά τας παλαιάς του συνηθείας.
+
+Έμαθεν ακόμα ότι η κ. Μπιρτών ετοιμάζει τους γάμους του με την
+λαίδη Σούμεριλ. Αυτό το τελευταίον ήτο δεινόν κτύπημα διά την και
+άλλως αιμάσσουσαν καρδίαν της. Εν τούτοις δεν μέμφεται κανένα.
+Αυτή ήτο ήδη αποφασισμένη να τηρήση την αρχικήν της απόφασιν και
+τους όρκους προς την μακαρίτισσαν φίλην της. Ιδού τώρα και ο
+Έδμον, που ενίκησε το προς αυτήν πάθος του, διατί τάχα ανωφελώς να
+επιχειρήση ναναρριπίση τον έρωτά του, πράγμα το οποίον θα τον
+καταστήση δυστυχή. Άλλωστε, καθώς εννόησε, ο σερ Έδμον ήτο γεμάτος
+από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι και επιδεκτικός διαρκούς αφοσιώσεως,
+διά τούτο δεν ημπορούσε να του εμπιστευθή το μέλλον της, την
+ευτυχίαν της. Απεφάσισε λοιπόν να αποσυρθή από τον κόσμον εις
+ερημικήν τινα γωνίαν, και ναφιερώση την ζωήν της εις την
+ανατροφήν της Φανής. Αρνουμένη δε τον σερ Έδμον είχε αμετάκλητον
+απόφασιν να μην ιδή ξανά τον κ. Πρίορ, μόνον και μόνον για να
+δείξη εις τον Έδμον, ότι μόνον χάριν του ευρίσκετο εις
+επικοινωνίαν και με τους άλλους ανθρώπους, και ότι ήδη
+αποσπασθείσα από αυτόν ουδένα είχε λόγον να επικοινωνή με
+οιονδήποτε άλλον. Έγραψεν αμέσως προς την Κλάραν:
+
+«Φεύγω αύριο από το Έδιμπουργκ. Θα περάσω από σας να λάβω την κόρη
+μου, που τόσον καιρό την άφισα μακράν μου, χωρίς να το θέλω. Θα
+σας ανοίξω την καρδιά μου, για να γνωρίσετε τον πόνον μου. Θα σας
+πω και την αμετάτρεπτη απόφαση που έχω λάβει για τη ζωή μου στο
+εξής, για να με βοηθήσετε και σεις προς τούτο.
+
+Αλλά σας παρακαλώ, σας εξορκίζω στη φιλία που μου δείξατε ως τώρα,
+να είσθε μόνη ολότελα μόνη, όταν θάρθω στο σπίτι σας.»
+
+Ωστόσο σαυτό το μεταξύ το σπίτι της κ. Μπιρτών ήτο όλο
+διασκεδάσεις και χαροκόπια. Όλο βοή και θόρυβο. Ύστερα από ένα
+μεγάλο γεύμα και περίλαμπρο, που ήταν προσκαλεσμένο όλο τα άιλαϊφ
+του Έδιμπουργκ κατέβησαν εις τον κήπον, ο οποίος ήτο φωταγωγημένος
+μεγαλοπρεπώς. Η ομήγυρις διεσκορπίσθη ανά τους δενδρώνας. Εις ένα
+απόκεντρον ο Έδμον επεριπατούσε με τη λαίδη Σούμεριλ. Έξαφνα
+θυμήθηκε ότι στο μέρος εκείνο κατά πρώτον η Μαλβίνα του
+εξωμολογήθη τον προς αυτόν έρωτά της. Αφήκε λοιπόν έξαφνα την
+συνοδόν του και εστηρίχθη κατηφής εις ένα δένδρον.
+
+Αυτό έθιξε την υπερηφάνειαν της Λαίδης. Διηυθύνθη προς τον γνωστόν
+μας ιατρόν τον κ. Πότβελ, ο οποίος περιπατούσε λίγο πιο πέρα και
+του είπε με κάποια χολή.
+
+ — Δεν πάτε, γιατρέ μου, να δήτε τον άρρωστό σας. Πώς του
+επιτρέπετε να γυρίζει έτσι ελεύθερα:
+
+Ο κ. Πότβελ έσπευσεν αμέσως προς τον σερ Έδμον.
+
+ — Μα την αλήθεια, του είπε, είναι μεγάλη σου αφέλεια να είσαι
+άρρωστος, ενώ εδώ όλος ο θηλυκός κόσμος είναι ξετρελαμένος μαζί
+σου.
+
+ — Μήτε άρρωστος είμαι πια, μήτε είναι κανένας ξετρελαμένος μαζί
+μου.
+
+ — Όχι δα! Η λαίδη λόγου χάρη που ήταν προ ολίγου μαζί σου! Πώς
+την άφισες κέφυγε έτσι παραπονεμένη;
+
+ — Κάποιαν άλλη θυμήθηκα έξαφνα.
+
+ — Στοιχηματίζω, ότι θυμήθηκες την χαρίεσσαν εκείνην νοσοκόμον
+σου.
+
+ — Να ζης, γιατρέ μου, δε μου δίνεις μερικές πληροφορίες για κείνη
+τη γυναίκα; είπε με προφανή συγκίνησιν ο Έδμον.
+
+ — Η κ. Μπιρτών μου το απαγορεύει.
+
+ — Με τι δικαίωμα η κυρία θεία μου ανακατώνεται στις υποθέσεις
+μου;
+
+ — Λοιπόν φίλε μου υποθέτω, ότι η νέα εκείνη θα ήτο κανέν από τα
+θύματα σου. Αλλά ήτο ωραία, πολύ ωραία και καθ' υπερβολήν
+συμπαθητική.
+
+ — Και δεν έμαθες το όνομά της;
+
+ — Όχι, αφού δεν μου το είπε. Με παρεκάλεσε να μην επιμένω να μάθω
+ποία είναι και να μην ειπώ τίποτε σε κανένα γιαυτήν. Έκλαιε διότι
+έπασχες και έτρεμε μήπως αποθάνης, γιαυτό καθ' όλον το διάστημα
+της ασθενείας σου δεν άφισε κανένα ναγρυπνήση κοντά σου.
+
+ — Περίεργα τωόντι πράγματα, είπεν ο Έδμον ταραγμένος. Και δεν
+ξαίρετε τι απέγινε;
+
+ — Όχι μα το Θεό. Μόλις επείσθη ότι είσαι εκτός κινδύνου, ανελήφθη
+χωρίς να ειδοποιήση κανένα και χωρίς να ζητήση τον μισθόν της.
+
+ — Πρέπει ωστόσο να διασαφίσω αυτά το μυστήριον, είπε ο Έδμον και
+έμεινε αφηρημένος και μονολογών. Μήπως ήτο εκείνη; . . . αλλά πώς;
+δεν την είδα τάχα με τα μάτια μου λευκοφορούσαν και αμέριμνον στον
+κήπο της Κλάρας μαζί μεκείνο τον Παπά;
+
+ — Όταν μάλιστα υπαγόρευες το γράμμα σου προς μίαν άλλην, που την
+ωνόμασες Μαλβίνα, αυτή το έγραφε και έκλαιε απαρηγόρητα διά την
+προς εκείνην αγάπην σου
+
+ — Δεν ήτο λοιπόν εκείνη, όχι, τι ανόητος που ήμουν να το
+υποψιασθώ. Αλλά πρέπει να διαλευκανθή τέλος πάντων τα μυστήριον,
+αν και μου είναι λίαν αδιάφορον, αφού δεν ήτο εκείνη . . .
+
+Εμβήκε στην αίθουσα του χορού, αι γυναίκες τον περικύκλωσαν. Η κ.
+Μπιρτών ωστόσο τον επλησίασε και του υπενθύμισεν ότι η λαίδη
+Σούμεριλ ελπίζει να τον έχει καβαλλιέρον της για το χορό.
+
+ — Προσφέρετέ της τα σεβάσματά μου, χαριεστάτη θεία, είπε ο Έδμον
+και πέστε της ότι είμαι στας διαταγάς της. Εν τούτοις εγύρισε και
+εβγήκε από την αίθουσαν.
+
+Πριν περάσουν πέντε λεπτά της ώρας ήτο στο σπίτι της κυρά-
+Μούδης.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ΄.
+
+ΟΛΙΓΗ Η ΧΑΡΑ
+
+
+
+Μία υπηρέτρια τάνοιξε.
+
+ — Θέλω να δω αμέσως την κυρά-Μούδη.
+
+ — Πάω να την ειδοποιήσω, μιλόρδε. Θέλετε να μπήτε στο σαλόνι;
+
+ — Θα βρω εκεί την κυρά-Μούδη;
+
+ — Όχι, μιλόρδε, είναι επάνω.
+
+ — Τότες πάω και τη βρίσκω μόνος μου, είπε ανυπόμονος ο κ. Έδμον
+και τραβά ίσια απάνω.
+
+Ανοίγει την θύραν. Σκότος βαθύ· μόνο από τα φως του φαναριού της
+σκάλας διακρίνει μίαν γυναίκα, η οποία βλέπει έξω από το
+παράθυρον.
+
+ — Εδώ είναι η κυρά-Μούδη; ρώτησε ο Έδμον.
+
+ — Α! φώναξε η γυναίκα, εκείνος εδώ!
+
+Από τη φωνή της και από τους λόγους της ο Έδμον ανεγνώρισε την
+Μαλβίνα, την αρπάζει και την σφίγγει εις το στήθος του περιπαθώς
+επαναλαμβάνων μυριάκις.
+
+ — Μαλβίνα μου, καλή μου Μαλβίνα! πολυαγαπημένη μου, γλυκιά μου,
+χρυσή μου, χαριτωμένη μου Μαλβίνα!
+
+Εκείνη του ανταποδίδει τας περιπτύξεις. Μέσα στην ευτυχία τους
+αυτήν δίδουν συντόμους αμοιβαίας εξηγήσεις διά τα διατρέξαντα.
+Λύπες, υποψίες, μνησικακίες, όλα ελησμονήθησαν. Δεν ομιλούν, και
+συνεννοούνται άριστα. Τους φθάνει η βεβαιότης της αμοιβαίας
+αγάπης. Τα δάκρυά των αναμιγνύονται. Ο έρως τους περισκεπάζει, η
+τρυφή της ολβιότητος τους μεθά, όλος ο κόσμος διά τον καθ' ένα
+τους είναι ο έτερος, τι τους μέλει διά τους άλλους;
+
+Η χαρά δεν έχει ανάγκην λόγων διά να εκφρασθή, δεν ευρίσκει
+μάλιστα λέξεις διά τούτο. Η ευτυχία που εγγίζει τους ουρανούς
+σιωπά. Δεν εχόρταινε ο σερ Έδμον να θεωρή την αγαπημένην γυναίκα,
+που ετόλμησε να έμβη στο σπίτι που την εδίωξαν, και να περιφρονήση
+τον θάνατον, διά να τον επαναφέρη εις την ζωήν.
+
+Αφού κατεπραΰνθη η πρώτη εκδήλωσις της χαράς των, ήρχισαν να
+ανακουφίζουν τας καρδίας των ευχαρίστως ανακαλούντες εις την
+μνήμην τας στιγμάς, που ο Έδμον λίγο έλειψε νανακαλύψη την ωραίαν
+και τόσον επιφυλακτικήν νοσοκόμον. Τίποτε δε είχαν να μεφθούν ο
+ένας τον άλλον. Όλα εφαίνοντο καλά και εις τους δύο. Ήσαν
+ευτυχείς, ευτυχείς! Αυτό τους ήτο αρκετόν. Τίποτε άλλο δεν
+εζητούσαν.
+
+Εν τούτοις απεχωρίσθησαν με σκοπόν να ξανασυναντηθώσι και πάλιν.
+Χωρίς να το ανακοινώσουν προς αλλήλους συνησθάνοντο ότι δεν
+ημπορούσαν να ζήσουν πλέον εις το εξής αποχωρισμένοι. Άπειρα
+εμπόδια αντετάσσοντο εις την ένωσίν των, αλλά ησθάνοντο την
+δύναμιν να τα αποκρούσουν. Τίποτε άλλο δεν εθεωρούσαν πλέον
+αδύνατον, παρά το να ζουν αποχωρισμένοι.
+
+Όταν ο σερ Έδμον επέστρεψε εις την οικίαν της θείας του, η
+ομήγυρις ήτο ανάστατος δι' αυτόν.
+
+Η κ. Μπιρτών ήτο έξω φρενών. Η λαίδη Σούμεριλ κατείχετο υπό
+υπερηφάνου οργής, και εσιώπα. Αι άλλαι γυναίκες του παρεπονούντο
+με ακκισμούς, αυτός δεν έδιδε πεντάρα διά τίποτε από όσα
+συνέβαιναν γύρο του. Όλα αυτά του εφαίνοντο ως ξένα. Τίποτε δεν
+είχε στο νου του, παρά πότε να ξημερώσει η άλλη μέρα που θα
+ξαναέβλεπε τη Μαλβίνα.
+
+Εσύχναζε πλησίον της κάθε μέρα. Το θέλγητρον των συννεντεύξεών των
+ήτο υπέροχον ένεκα των παρελθόντων δεινών. Τίποτε δεν
+συλλογίζονται παρά πώς να εντρυφήση ο καθένας τους εις την
+συναναστροφήν του άλλου. Θεωρούν ως άκρον αγαθόν να βλέπουν
+αλλήλους, να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να το λέγουν
+ανεπιφύλακτα. Έτσι περνούν τον καιρόν των ευχάριστα και δεν
+καταλαβαίνουν πώς περνά. Ευρισκόμενοι εις πλήρη ολβιότητα δεν
+συλλογίζονται τουλάχιστον, πώς να την καταστήσουν μόνιμον.
+
+Ωστόσο η Μαλβίνα μέσα στην ευτυχίαν της εσκέπτετο και την υπόθεσιν
+της Λουίζας, και πολλές φορές η αλγεινή εκείνη ενθύμησις
+εφαρμάκωνε την απόλαυσιν της μετά του Έδμον συναναστροφής.
+
+Επί τέλους δεν εβάσταξε και μίαν από αυτάς τας ημέρας του έκαμε
+λόγον δι' εκείνην την υπόθεσιν.
+
+Ο Έδμον εκοκκίνισε. Κάμποση ώρα έμεινε σιωπηλός. Έπειτα έλαβε και
+τα δύο χέρια της και τα έβαλε επάνω στο στήθος του.
+
+ — Όλα τα λέγω σε σένα, είπε, και τίποτε δεν σου κρύβω. Μη βλέπεις
+τι ήμουν άλλοτε! Λάβε υπόψιν τι είμαι τώρα, που εσύ με εξάγνισες
+και με ανεβάπτισες. Μη λησμονείς, ότι υπό την επίδρασιν της
+επιρροής σου επάνω μου δεν είμαι πλέον ο ασυνείδητος εκείνος
+αστός, που ήμουν πριν σε γνωρίσω. Και έσο επιεικής δι' όσα
+σφάλματα μέλλεις νακούσης, και από τα οποία συ με απήλλαξες τόσον
+θαυματουργά.
+
+ — Αγνοείς λοιπόν, τι αδυναμία έχει σεσένα η ψυχή μου, Έδμον, και
+μου κάμεις τέτοιους προλόγους! Μπορώ να λυπηθώ βέβαια για τα
+περασμένα, μα όχι και να παύσω για τούτο να σαγαπώ άπειρα.
+
+ — Η υπόληψίς σου, Μαλβίνα, μου είναι η μόνη που ψηφώ στον κόσμο.
+Και τώρα σεβόμενος την αλήθεια για να γίνω πιο άξιος της υπολήψεώς
+σου, ίσως ριψοκινδυνεύω να την χάσω όλως διόλου.
+
+ — Μη ζητείς να δελεάσης με λόγια τον δικαστήν σου· Άφισε στην
+αγάπην μου τη φροντίδα να σε υπερασπισθή. Αυτή έχει την δύναμη
+υπέρ πάσαν άλλην ευγλωττίαν να δικαιολογήση τα πταίσματά σου και
+να συγχωρήση τας πλάνας σου. Ποιός άλλος είναι αξιώτερος να
+επινοήση επιχειρήματα προς αθώωσίν σου;
+
+Τότε ο Έδμον βέβαιος εκ των προτέρων περί της ισχύος, την οποίαν
+ασκούσε επί του πνεύματος της εξομολόγου του, εκάθισε στα πόδια
+της και ατενίζων αυτήν κατάματα, για να παρατηρή και τας
+λεπτοτέρας εκφάνσεις της εντυπώσεως, την οποίαν θα της επροξενούσε
+η διήγησίς του, ήρχισε να εξομολογήται ούτω:
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.
+
+ΤΑ ΚΑΤΑ TΗN ΛΟΥΙΖΑΝ
+
+
+
+ — Προ επτά ετών και πλέον η κ. Μπιρτών έλαβε ανάγκην να ταξιδεύση
+στο Λονδίνον. Ήμουν τότε δεκαεννέα ετών και δεν ήθελε να μαφίση
+μόνον. Εγώ συγκατένευσα, διότι μου ήρεσκε η αλλαγή. Αλλά ένας από
+τους φίλους μου με έπεισε να μείνω στο Έδιμπουργκ, για να
+διασκεδάσω στο γάμο του, που θα εγίνετο την Κυριακή.
+
+Η νύμφη ήτο ομήλική μου, στην λαμπράν ακμήν της ωραιότητος. Αυτή
+ήτο η φίλη σου η Κλάρα.
+
+ — Α! η Κλάρα! . . . έκαμεν ακουσίως η Μαλβίνα.
+
+ — Ναι, ευθύς διενοήθην να ελκύσω την συμπάθειάν της . . . Μη με
+κατηγορείς διά τούτο. Οι γυναίκες του κόσμου είναι μόδα να έχουν
+ένα το ολιγώτερον εραστήν, μου εφάνη λοιπόν, ότι θα ήτο αδιάφορον
+ως προς τον φίλον μου, αν ήμουν εγώ ή ένας οιοσδήποτε άλλος ο
+εραστής της συζύγου του. Αυτή αντεστάθη με όλην την δύναμιν της
+ψυχής της, και τούτο με έκαμε να αγωνίζομαι με κάποιο πείσμα, διά
+να την κατακτήσω, διότι αλλέως καθόλου δεν την αγαπούσα.
+
+Εν τούτοις εν τω μεταξύ άλλο πρόσωπο προτιμότερο για μένα
+παρενετέθη μεταξύ εμού και της Κλάρας. Είχε έλθει εκεί η αδελφή
+της, η δεσπινίς Λουίζα, κόρη αθώα έως δεκαέξ ετών, Τα μεγάλα και
+γαλανά μάτια της έδειχναν διάθεσιν προς ηδυπάθειαν, της οποίας δεν
+είχε συνείδησιν. Με λίγες λέξεις απέκτησα αμέσως τον έρωτά της.
+Αλλά η κ. Κλάρα έχουσα πικράν πείραν των ερωτικών μου επιθέσεων
+και φοβουμένη ήδη διά την αδελφήν της, της απηγόρευσε κάθε σχέσιν
+μαζί μου.
+
+Τότε εγώ επείσμωσα και το έκαμα δουλειά μου, να την αποκτήσω, και
+παρά τας επιβλέψεις και προφυλάξεις της κ. Κλάρας η Λουίζα μου
+παρεδόθη.
+
+Μετά τας πρώτας διαχύσεις μου επήλθε ο κόρος, διότι ουδέποτε
+ησθάνθην αληθινόν έρωτα και διά την Λουίζαν, όπως και διά την
+Κλάραν. Τότε άρχισα να την επισκέπτωμαι όσον ημπορούσα πιο σπάνια.
+Αυτή άρχισε να μου παραπονείται, κεγώ άρχισα να την βαρύνωμαι, —
+πράγματα δα συνηθέστατα εις τους τοιούτους έρωτας — Και τέλος
+έπαυσα πλέον να την βλέπω.
+
+Τότε απελπίσθη και ωμολόγησε στην αδελφήν της το πταίσμα της και
+την ατυχή συνέπειαν του πταίσματός της, του οποίου ησθάνετο ήδη τα
+συμπτώματα.
+
+Άμα η Κλάρα έμαθε τα καθέκαστα, μου έγραψε με μεγάλην αγανάκτησιν,
+την οποίαν της ενέπνεε η προς την αδελφήν της στοργή και η
+καθυβρισθείσα τιμή της οικογενείας της. Μου προσδιόριζε δε το
+μόνον υπολειπόμενον μέσον προς επανόρθωσιν του γενομένου κακού.
+Δεν μπορούσα βέβαια να συζευχθώ σπουδαία με το μωρόν εκείνο και'
+επιπόλαιον κοριτσάκι, αλλά για να το σώσω, εσκέφθηκα να το
+νυμφεύσω με κάποιον άλλον.
+
+Το γράμμα εκείνο το είχα λάβει στο κτήμα του λόρδου Δέρβυ. Ήταν
+αυτός συγγενής μου, γεροντοπαλλήκαρο, πλουσιώτατος. Εγώ ήμουν ο
+μόνος κληρονόμος του.
+
+Αυτόν λοιπόν διενοήθην να δώσω στη Λουίζα. Άρχισα να του την
+εκθειάζω, παριστών αυτήν τέτοιαν, που θα εφαίνετο αρεστή εις
+εκείνον, όπως τον ήξαιρα. Του εζωγράφισα την ευδαιμονίαν που
+έμελλε να διαχυθή εις τον βίον του από αυτόν τον γάμον, ώστε τον
+εγοήτευσα, διότι έβλεπε την αφιλοκέρδειάν μου και την φιλίαν μου,
+αφού με τον γάμον εκείνον εγώ θα εστερούμην την εις εμέ ήδη
+κληρωθείσαν μεγάλην περιουσίαν του. Η φαινομενική αυτή
+γεναιοφροσύνη μου ίσχυσε να τον πείσει, ότι πράγματι θα ήτο εύρημα
+η νύμφη εκείνη.
+
+Με εβίασε λοιπόν να πάμε στο Έδιμπουργκ, για να γνωρίση την
+δεσποινίδα Τράνσβλεϋ. Εγώ έσπευσα να εκπληρώσω τον πόθον του και
+ήρθαμε στο Έδιμπουργκ. Επήγα στης κ. Κλάρας. Η Λουίζα έλειπε στο
+κτήμα του πατέρα της.
+
+Όταν έμαθε τον σκοπόν της μεταβάσεώς μου, έφριξε η τιμία γυναίκα,
+και αφού με ήλεγξε πολλαχώς και πολυτρόπως, ηρνήθη ολότελα να
+συγκατανεύση να ιδή την αδελφήν της, να νυμφευθή ένα άλλον αθώον,
+ενώ έφερεν εις την γαστέρα της τα τεκμήρια της επιβουλής της
+ιδικής μου.
+
+Αυτά μου φάνηκαν παραμύθια και αεροφιλοσοφίες — κατά τας τότε
+ιδέας μου — και άφισα την κ. Κλάρα να τις χαίρεται. Επέστρεψα στον
+λόρδον Δέβυ και τον έπεισα ναναχωρήσωμεν ευθύς διά το κτήμα του κ.
+Τράνσβλεϋ. Όταν εφθάσαμε η Λουίζα ήτο στον κοιτώνα της. Ωμίλησα
+ιδιαιτέρως τον πατέρα της περί του σκοπού της επισκέψεώς μας.
+Αυτός έμεινε κατάπληκτος αναλογιζόμενος τα πλούτη και το λαμπρόν
+γένος του λόρδου Δέρβυ, με τον οποίον του εφαίνετο ως μυθώδες να
+συγγενεύση.
+
+Όταν μετά τινας ώρας κατέβη η Λουίζα, θορυβηθείσα από την
+παρουσίαν μου δεν ετολμούσε να υψώση τα μάτια της προς εμέ και
+έμενε σχεδόν άφωνη. Ταύτα ο λόρδος Δέρβυ εθεώρησε ως συστολήν από
+σωφροσύνην. Το δε ένοχον ερύθημά της το εθεώρησε ως εξ αιδημοσύνης
+αθώας προερχόμενον, και η προς εμέ ψυχρότης της του εφάνη ως εξ
+άκρας ηθικότητος, όθεν κατεγοητεύθη, και αν δεν εκρατείτο από την
+ανάγκην της ευπρεπείας, θα εζήτει γάμον την ιδίαν ημέραν.
+
+Για να πεισθή η Λουίζα να συγκατανεύση, δεν ήτο βέβαια εύκολον,
+και μόνον εγώ θα ημπορούσα να της επιβληθώ και να την πείσω. Έβαλα
+επιδέξια στα χέρι της ένα μπιλετάκι, που της έγραφα, ότι για καλό
+και των δύο μας ήταν ανάγκη να την ιδώ εκείνο το βράδι. Όταν δε
+έλαβε γνώσιν του περιεχομένου, μου ένευσε καταφατικά.
+
+Τα μεσάνυχτα πήγα και την ηύρα στην κάμαρή της. Την εφίλησα με
+περιπάθεια, και με λίγα λόγια της εξήγησα, ότι μου ήταν αδύνατον
+να την νυμφευθώ διά λόγους κοινωνικούς, που η θεία μου θα
+επροκαλούσε σκάνδαλον, ακόμη δε και θα με απεκλήρωνε, ώστε
+προτιμότερον και γιαυτήν και για μένα ήτο να πάρη τον υπέρπλουτον
+λόρδον Δέρβυ, άλλως τε εγώ τότε θα ευρίσκω καιρόν να την βλέπω
+συχνότερα. Αυτό το τελευταίον την παρηγόρησεν ολίγον, έπαυσε να
+κλαίει και εγώ με τας παρακλήσεις μου και με την επανάληψιν της
+υποσχέσεως αυτής επήρα την συγκατάθεσίν της.
+
+Όταν ο πατέρας της την άλλη μέρα την επροσκάλεσε και της
+ανακοίνωσε την πρότασιν του λόρδου Δέρβυ, την ηύρε αρκετά
+πρόθυμον. Αλλά ο γέρων ήθελε να συνεννοηθή και με την μεγαλυτέραν
+του κόρην και μου είπε ότι πρέπει να περιμείνωμεν και τον ερχομόν
+της κ. Κλάρας.
+
+Εγώ όμως φοβούμενος την αρετήν της Κλάρας μήπως ανατρέψη το άχρι
+τούδε κατορθωθέν, εβίασα κρυφά τον λόρδον να γρηγορεύση την
+εκτέλεσιν του γάμου, πράγμα που αυτός περισσότερον επιθυμούσε.
+
+Και για να τον ευκολύνω περισσότερον, ωμίλησα ιδιαιτέρως προς τον
+κ. Τράνσβλεϋ, ότι δεν πρέπει ναφίσωμεν τον λόρδον Δέρβυ
+περισσότερον ελεύθερον να σκεφθή, διότι πιθανόν αύριο να μη
+θελήση, ότι διακαώς ποθεί σήμερα, διότι είναι γνωστόν ότι εξ
+ιδιοτροπίας έμενεν άγαμος άχρι της ώρας. Και ακόμη για να του
+δείξω ότι μόνον από ενδιαφέρον προς αυτόν και την οικογένειάν του
+κάμνω ό,τι κάμνω, του υπενθύμισα, ότι εγώ ήμουν ο μόνος κληρονόμος
+της περιουσίας του μιλόρδου, πράγμα το οποίον στερούμαι πλέον με
+τον γάμον εκείνον, λίαν εκουσίως εν τούτοις και οικειοθελώς.
+
+Ο κ Τράνσβλεϋ κατεπείσθη και ενέδωσε. Εκλήθη λοιπόν ο
+συμβολαιογράφος και την εσπέραν εκείνην υπεγράφη το συμβόλαιον του
+γάμου. Το δε πρωί ευλογήθη ο γάμος του Δέρβυ και της Λουίζας εις
+το παρεκκλήσιον του πύργου.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'.
+
+ΣΥΝΕΧΕΙΑ
+
+
+
+Το βράδι βράδι έφθασε και η κ. Κλάρα. Φαντάζεσαι την έκπληξιν και
+την λύπην της. Μου έρριψε φοβερόν βλέμμα. Κατάλαβα πόσο έπασχε
+ψυχικώς. Ωστόσο ευρεθείσα προ τετελεσμένου γεγονότος εκρατήθη και
+έδειξε όλην την ημέραν αρκετήν αταραξίαν.
+
+Το βράδι ανέβηκε στον κοιτώνα της με τη Λουίζα. Αφού ωμίλησαν μαζί
+πολλήν ώραν, μου εμήνυσε να πάγω κεγώ. Ηύρα τη Λουίζα χλωμή και
+μαραμένη. Τα μάτια της ήσαν νεκρωμένα. Ωμοίαζε με άνθρωπον που
+έχει χάσει και την τελευταίαν του ελπίδα.
+
+Η κ. Κλάρα με άρπαξε από το χέρι, με κάθισε μπρος στην Λουίζα και
+μου είπε:
+
+ — Νά το θύμα σας! Κοιτάξατέ το, πώς αγωνιά μεταξύ καθήκοντος και
+έρωτος. Εσείς είσθε ο αίτιος των δεινών της, και όμως μένετε
+αναίσθητος. Η κόρη αυτή ήτο αθώα και σεις την απατήσατε. Ήτο απλή
+και φιλαλήθης, και τώρα την εδιδάξατε να απατά τον άνδρα της όσο
+ζη και είναι. Και δεν σας φθάνει αυτό, αλλά καταχρώμενος την προς
+εσάς αδυναμίαν της θέλετε να φαρμακεύσετε και το υπόλοιπον της
+ζωής της με αθεμίτους σχέσεις. Και όμως την παρασύρετε προς την
+αμαρτίαν, χωρίς τουλάχιστον να την αγαπάτε, καθώς μου το
+ωμολογήσατε. Εγώ την εφώτισα προ ολίγου και είδε το βάθος του
+κρημνού, εις τον οποίον την ωθείτε. Είναι αποφασισμένη να μη πέση·
+αλλά σεις έχετε τόσην δύναμιν και τόσην ασυνειδησίαν, ώστε
+δύνασθε, άμα θελήσετε, να την παρασύρετε προς την άβυσσον και να
+την καταστρέψετε. Σερ Έδμον Σέυμουρ, σας καθικετεύω, σας το ζητώ
+ως χάριν, λυπηθήτε την αδελφήν μου. Μη την ταπεινώσετε
+περισσότερον. Κάμνω έκκλησιν εις την γενναιοφροσύνην σας.
+
+Αυτά λέγουσα η κ. Κλάρα σχεδόν εγονάτισε στα πόδια μου. Την
+εσήκωσα ολίγον στενοχωρημένος από τας ηθικολογίας της. Και λέγω
+προς την Λουίζαν.
+
+ — Θελκτική μου φίλη, σας είπα, νομίζω, τους λόγους, που μου είναι
+αδύνατον να σας νυμφευθώ. Νυμφευομένη τον λόρδον Δέρβυ θα
+απολαύσετε όλα του κόσμου τα αγαθά. Ιδού αναχωρώ αύριο. Έχει η κ.
+Κλάρα να απαιτήση τίποτ' άλλο;
+
+ — Ναι, απεκρίθη εκείνη. Θέλω ναποφύγετε να συναντηθήτε ποτέ με
+την Λουίζαν. Ούτε με λόγον σας ή με βλέμμα να δώσετε να ενοήση τις
+τας τέως ολεθρίας σχέσεις σας.
+
+ — Καμιά από τις γυναίκες που με αγάπησαν δεν έλαβε ποτέ αιτία να
+παραπονεθεί για αθυροστομία μου ή ελαφρότητά μου. Αποκρίθηκα εγώ
+με φιλαυτίαν.
+
+ — Αδερφή μου! φώναξε κλαίουσα η τρυφερά Λουίζα, ο κ. Έδμον είναι
+άγγελος. Χάριν της ευτυχίας μου παρητήθη από τα εκατομμύρια του
+λόρδου Δέρβυ.
+
+ — Ναι, η ψυχή του σερ Έδμον είναι κατά τινας περιστάσεις
+υπέροχος. Αυτές οι αρετές του είναι που δελεάζουν και καταστρέφουν
+τας δυστυχισμένας γυναίκας . . . Είμεθα σύμφωνοι λοιπόν, σερ
+Έδμον· δεν είν' έτσι;
+
+ — Σύμφωνοι, είπα, και τας απεχαιρέτισα.
+
+Το πρωί απεχαιρέτισα επίσης και τους κυρίους Τράνσβλεϋ και Δέρβυ
+και ανεχώρησα εις Λονδίνον. Εκεί εν μέσω λαμπροτάτων ομηγύρεων
+ευνοούμενος από τας ερασμιωτέρας γυναίκας ελησμόνησα σχεδόν την
+Λουίζαν. Αλλά φαίνεται, ότι κάποιος ολέθριος δαίμων την κατεδίωκε.
+
+Τέλος του φθινοπώρου η θεία μου με πήρε μαζί της στα λουτρά του
+Βαθ. Την εποχήν αυτήν συναθροίζονται εκεί οι περιφανέστεροι
+κάτοικοι της Μεγ. Βρετανίας. Εκεί κατά κακή σύμπτωση ήταν και ο
+λόρδος Δέρβυ με την νεαράν σύζυγόν του. Θυμήθηκα την υπόσχεση που
+είχα δώσει στην κ. Κλάρα — και είχα όλη τη διάθεση να την τηρήσω —
+και στενοχωρέθηκα. Απεφάσισα να μην ιδώ τη Λουίζα, αν μπορέσω,
+χωρίς να παραβώ τους όρους της ευπρεπείας.
+
+Εν τούτοις είπαμε, κακός δαίμων την εκυνηγούσε.
+
+Η κ. Μπιρτών χωρίς να ξαίρη τίποτε από τα προηγούμενα, μου
+επρότεινε μια μέρα να πάμε να επισκεφθούμε το συγγενή μας λόρδον
+Δέρβυ. Εγώ εθορυβήθηκα, αλλά δε είχα ευλογοφανή αιτία να αποφύγω
+την επίσκεψιν. Δε ήθελα δε να υποτεθή ότι έχω τίποτε με τον
+λόρδον, για να μην το εκλάβουν, ότι του βαστώ κάκια που με το γάμο
+του μου εστέρησε τα εκατομμύριά του. Μία τοιαύτη υποψία μου έγγιζε
+φοβερά την φιλοτιμία μου. Για τούτο ηναγκάσθην να ακολουθήσω την
+θείαν μου.
+
+Η Λουίζα, όταν με είδε, τα έχασε. Η σύγχυσις που την κατέλαβε, το
+ερύθημα που διεχύ0η στο πρόσωπόν της, η ευστροφία και η χάρη της
+με κατεγοήτευσαν. Η εγκυμοσύνη της ακόμη έρριπτε εις όλον το σώμα
+της κάποιο θελκτήριον προκλητικώτατον, που δεν μπόρεσα ναντισταθώ
+στον πειρασμόν του.
+
+Την απαντούσα πάντοτε στους χορούς και στας συναναστροφάς, που την
+επευφημούσαν όλοι και την εθαύμαζαν. Την έβλεπα συχνά στα κατάλυμά
+της. Πολλές φορές δε και μόνην. Δεν επιχειρώ να σου εκθέσω
+ανωφελώς τα περιστατικά που συνέργησαν να μας ενώσουν και πάλιν. Η
+Λουίζα είχε γίνει πια μαλακή ναι πιο καλόβολη, λησμόνησε τα
+συζυγικά της καθήκοντα και μου παρέδωκε κάθε δικαίωμα, που μου
+είχε στερήσει ο γάμος της.
+
+Σε κάθε άλλον ήταν ψυχρά και σώφρων, ενώ κατείχε το αριστείον της
+καλλονής και όλες την εζήλευαν εις το Βαθ, των δε ανδρών έτρεχαν
+τα σάλια τους. Όχι λοιπόν από έρωτα, αλλά από ματαιότητα, για να
+φανώ σόλους αυτούς τους ηλιθίους ότι εγώ είμαι ο νικητής κάθε
+σωφροσύνης των γυναικών, μηδ' αυτής της ακαταμάχητης Λουίζας
+εξαιρουμένης, ελησμόνησα την υπόσχεσιν μου και παρέβην τον λόγον
+μου.
+
+Αι σχέσεις μας διήρκεσαν πολύ. Η ανυποψία του λόρδου Δέρβυ έκαμνε
+τας συνετεύξεις μας ελευθέρας, και τίποτε δεν μας εμπόδιζε.
+Άρχισα δα να βαρύνωμαι τας συνεντεύξεις αυτάς, που άλλοι θα έδιδαν
+τα πάντα και διά ημίσειαν μόνην. Τέλος ένας κακώς διωγμένος από
+την Λουίζαν αντεραστής μου, μαντεύσας τα καθέκαστα έσπευσε να
+φωτίση τον σύζυγον. Και επειδή η άκρα άχρι τούδε εμπιστοσύνη του
+μας είχε κάμει απροσέκτους, εύκολα μας έπιασε στα πράσα . . .
+Όποιος γνωρίζει την ιδιοτροπίαν και την ευθύτητα του λόρδου Δέρβυ
+φαντάζεται τον θυμόν και την λύσσαν που τον κατέλαβε.
+
+Ήθελε να εκδικηθή δημοσία. Η οργή του δεν εστράφη κατ' εμού, αλλά
+κατά της γυναικός του.
+
+Εγώ ηθέλησα να την υπερασπισθώ και να στρέψω όλον τον θυμόν του
+εναντίον μου λέγων ότι η Λουίζα ήθελε μείνει μέχρι τούδε αθώα, αν
+διά να την νικήσω δεν μετηρχόμην βίαν σχεδόν. Αλλ' αυτός εφρύαξε
+και είπε:
+
+ — Εσύ είχες μαζί της σχέσεις πολύ πριν γίνει σύζυγός μου. Το
+παιδί της είναι δικό σου. Τώρα ανοίγουν τα μάτια μου και
+καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Τώρα εξηγώ, γιατί με βίασες να την πάρω
+θυσιάζων τα κληρονομικά σου δικαιώματα επί της περιουσίας μου.
+
+Έπειτα δε κρύπτων την οργήν του με επήρε ιδιαιτέρως και μου είπε:
+
+ — Όλα σου τα συγχωρώ και σε κάμνω εκ νέου κληρονόμον μου, αν
+ομολογήσης επί δικαστηρίου τας αθεμίτους μετά της Λουίζας σχέσεις
+σας.
+
+ — Αν μου επρότεινεν άλλος κανείς τέτοια πράγματα, του λέγω, ήθελα
+του αποκριθή με το σπαθί μου.
+
+ — Δεν σου τα ξαναλέω, είπε σκυθρωπός γενόμενος. Μεσένα τελείωσα.
+Για την μιαράν συνένοχόν σου μένε ήσυχος. Αφού δεν μπορώ να την
+καταδιώξω δημοσία, μια που δεν έχω μάρτυρας, σε λίγο δεν θάχεις
+πλέον τίποτε να φοβηθής γιαυτήν.
+
+Τι σκοπεύεις να κάμης, για όνομα του Θεού!
+
+ — Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα. Πολύ λιγώτερο σε σένα.
+
+Απεχωρίσθημεν. Την άλλη μέρα ανεχώρησε κρυφά με τη γυναίκα του
+σένα μακρυνό κτήμα του στη Νόρθυμπρυ.
+
+Η λύπη για τα γεγονότα με είχε ταράξει πολύ. Η θεία μου νόμιζε ότι
+η λύπη μου προήρχετο διότι εστερήθηκα την συναναστροφήν της λαίδης
+Δέρβυ. Για να με διασκεδάση λοιπόν, μου επρότεινε να επιστρέψωμε
+στα Λονδίνο. Εκεί ανανέωσα τας παλαιάς μου σχέσεις, και συνέδεσα
+άλλας νέας, δεν ηθέλησα δε νακολουθήσω την κ. Μπιρτών
+επιστρέφουσαν εις Έδιμπουργκ. Αισθάνθηκα μάλιστα κρυφή χαρά για
+την αναχώρηση της. Παραδόθηκα σαν τρελός εις όλας τας ακαθέκτους
+ορμάς της νεότητος.
+
+Προσεκλήθην εις μεγαλοπρεπή εορτήν της δουκίσσης του
+Πέτερσμπουργκ. Αυτή δε η περίφημη και ωραιοτάτη γυναίκα δεν άργησε
+να μου ανάψη νέα αισθήματα. Τόσο ήμουν επιπόλαιος· οσάκις έβλεπα
+νέα κάλλη ησθανόμην και νέας επιθυμίας. Το εσπέρας στα δείπνο
+καθήμενος κοντά της τής ωμιλούσα σιγά κεκείνη μου έκαμνε την
+ερωτευμένην. Η φιλαυτία της κολακευομένη έμελλε να την κάμη να μου
+παραδοθή. Έξαφνα κάποιος πλησίον μου ωμίλησε διά την λαίδη Δέρβυ.
+Άκουσα να λέγει ότι απέθανε υπό φρικαλέας περιστάσεις . . Αι
+λεπτομέρειαι τας οποίας διηγείτο περί του λυπηρού τούτου συμβάντος
+δεν άφισαν στα πνεύμα μου καμίαν αμφιβολίαν. Εμελαγχόλησα. Έγινα
+αναίσθητος εις τας φιλοφρονήσεις της ζωηράς και αβρόφρονος
+Δουκίσσης του Πετερσβούργου.
+
+Ελυπούμουν από τύψιν του συνειδότος, διότι το τρυφερό εκείνο
+άνθος, η δυστυχής Λουίζα, εμαράνθη τόσον προώρως· και η ιδέα, ότι
+εις τον μαρασμόν τούτον ήμουν εγώ ο αρχικός και τελικός αίτιος, με
+έκαμνε ανήσυχον. Ήθελα να μάθω. Το Λονδίνον δεν είχε πλέον κανένα
+θέλγητρο για μένα. Απεφάσισα ναναχωρήσω επιστρέφων εις Σκωτίαν,
+επέρασα από την Νόρθυμπρυ, κοντά από το κτήμα του λόρδου Δέρβυ.
+Άφισα το αμάξι εις Δύρχαμ και τράβηξα μόνος και πεζός προς τον
+πύργον του λόρδου. Ο δρόμος ήταν δύσβατος. Επερπατούσα ελικοειδώς
+διά μέσου θάμνων ακάρπου μυρίκης. Ομίχλη πυκνή ηύξανε τας
+δυσκολίας του δρόμου και τον έχασα. Επεριπλανήθηκα. Μόλις προς το
+βράδυ αραιώθηκε η ομίχλη.
+
+Τότε διέκρινα από μακράν μίαν γυναίκα, η οποία ανέβαινεν επιπόνως
+προς μοναχικήν καλύβαν, που μόλις κανείς την ξάνοιγε από κει που
+ευρισκόμουνα. Μου φάνηκε πώς ήταν η κ. Κλάρα. Έτρεξα κατόπι της
+και την έφθασα. Ήταν εκείνη τωόντι. Έφριξε όταν με είδε.
+
+ — Σεις εδώ! ανέκραξε κατάχλωμη.
+
+ — Κυρία, της λέγω. Επήγαινα να κλαύσω στον τάφο της Λουίζας.
+Επεριπλανήθηκα και έχασα τον δρόμο. Ευτύχημα που σας ευρίσκω.
+Πέστε μου έναν καλό λόγο, μίαν παρηγορία . . .Τι σημαίνει η καλύβη
+εκείνη, προς την οποίαν μου φαίνεται ότι διευθύνεσθε;
+
+ — Τι ερωτάτε; Θέλετε λοιπόν να την παραδώσετε εκ νέου στην
+εξουσία του ολεθρίου εκείνου τυράννου, που της εδώσατε για
+σύζυγον!
+
+ — Για όνομα του Θεού, τι είν' αυτά που λέτε, κυρία Κλάρα;
+
+ — Τότε λοιπόν πώς ευρίσκεσθε εδώ;
+
+Ηναγκάσθην να της εξηγήσω τον λόγον και να την καθησυχάσω. Ο
+λόρδος Δέρβυ με είχε συκοφαντήσει, ότι για να επανακτήσω τα
+κληρονομικά μου δικαιώματα επί της περιουσίας του ωμολόγησα δήθεν
+τους προηγουμένους μου αθεμίτους έρωτας με την Λουίζαν.
+
+Έφριξα διά την κακοήθειαν του λόρδου και εχρειάσθη πολύ πειθώ εκ
+μέρους μου διά να απαλείψω την συκοφαντίαν ταύτην. Αλλά το μίσος
+της Κλάρας προς εμέ δεν έγινε διά τούτο ολιγώτερον. Ωστόσο την
+παρεκάλεσα να μου διηγηθή, με τι τρόπον έσωσε την Λουίζαν,
+υποσχόμενος ποτέ να μη θελήσω να την ιδώ.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'.
+
+ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+Η κ. Κλάρα άρχισε ως εξής:
+
+ — Άμα ο λόρδος Δέρβυ έφερε εδώ την δυστυχισμένην αδελφήν μου, την
+έκλεισε εις πύργον μοναχικόν και της είπε ότι επί ζωής της δεν
+έχει πια να βγη από εκεί μέσα, ότι δεν θα ιδεί ποτέ το τέκνον, το
+οποίον θα γεννήση, και ότι δεν θα λάβη ποτέ καμίαν είδησιν από
+τους συγγενείς της.
+
+Η Λουίζα απελπίσθη. Τρόπος δεν υπήρχε να γλυτώση από την φυλακήν
+της. Να συνενοηθή μαζί μου δι' επιστολής της ήτο αδύνατον. Εν
+τούτοις εγώ εξακολουθούσα να της γράφω εις Βαθ, αλλά καμίαν δεν
+ελάμβανα απάντησιν. Μετά πολλάς ερεύνας και επιμόνους ζητήσεις
+κατώρθωσα να μάθω, ότι ήτο εις Νόρθυμπρυ και έσπευσα εκεί.
+
+Όταν με είδε ο λόρδος, επάγωσε. Με υπεδέχθη πολύ άσχημα. Εγώ δεν
+επρόσεξα εις τας ύβρεις του, ήθελα μόνο να ιδώ τη Λουίζα. Δεν
+έδωσα σημασία στας απειλάς του. Επέμεινα ισχυρώς, και τέλος
+θέλοντας και μη μου επέτρεψε να εισαχθώ κοντά εις την Λουίζαν
+λέγων μου:
+
+ — Συγκατανεύω να σε αφίσω να πας κοντά της, για να μην την αφίσης
+να πεθάνη. Θέλω να ζη και να βασανίζεται, διότι το αμάρτημά της
+ήτο μέγα και ανάλογη πρέπει να είναι η τιμωρία. Μείνε κοντά της
+έως ότου γεννήσει. Εγώ θαπομακρυνθώ από εδώ έως τότε.
+
+Όταν εμβήκα μέσα στον πύργο, η θύρα του εκλείσθη οπίσω μου βαρεία.
+Κατάλαβα ότι συνεφυλακίσθην μετά της αδελφής μου. Τότε ερρίχτηκα
+στην αγκαλιά της και ενώσαμε μαζί τα δάκρυά μας, αλλά αυτά κανέν
+πρακτικόν αποτέλεσμα δεν έχουν. Άρχισα να σκέπτωμαι, ποία μέσα
+πρέπει να μεταχειρισθώ, για να την σώσω. Να καταφύγω στον πατέρα
+μου θα ήτο ανωφελές, αν εμάνθανε την ολεθρίαν αφροσύνην της
+αδελφής μου, θα ήτο αυστηρότερος προς αυτήν και από τον σύζυγόν
+της· εγνώριζα τας αρχάς του. Με τους έξω ανθρώπους δεν μας
+επετρέπετο καμία συγκοινωνία. Τέλος πάντων η τύχη μας εβοήθησε
+καλύτερα από κάθε άλλο. Μετ' ολίγας ημέρας η αδελφή μου ησθάνθη
+τας ωδίνας του τοκετού. Οι φύλακες αν και μας εφύλατταν ως
+κέρβεροι μακράν από τον άλλον κόσμον, δεν ημπόρεσαν να μου
+αρνηθούν την χάρη, να μας φέρουν τέλος πάντων ένα γιατρό.
+
+Ο γιατρός ήταν άνθρωπος πονόψυχος, συνεκινήθη από την συμφοράν που
+μας ηύρε, και επείσθη να μας υπηρετήση. Εν πρώτοις εκοινολόγησε,
+ότι η λαίδη Δέρβυ διέτρεχε μεγάλον κίνδυνον. Οι φύλακες εφοβήθησαν
+μήπως, αν αποθάνη, τους τιμωρήση ο κύριός των, και εχαλάρωσαν
+ολίγον τον περιορισμόν μας. Έλαβα την άδεια να πηγαινοέρχομαι στο
+χωριό, κέτσι προετοίμασα ότι εχρειάζετο, για να εκτελέσω το
+σχέδιον, που είχαμε συμφωνήσει με τον ιατρόν.
+
+Επρομηθεύθην μίαν χωρικήν ως νοσοκόμον, και κατώρθωσα να την πείσω
+να γίνη συνεργός μου. Η καλύβα που βλέπεις εκεί κάτω είναι δική
+της.
+
+Η Λουίζα γέννησε καλά ένα αγοράκι χαριτωμένο, και γρήγορα
+ανέρρωσε. Όταν πλέον ήταν εις κατάσταση να περιπατή, ο φίλος μας
+ιατρός εκοινολόγησε, ότι η κυρία ήταν πολύ άρρωστη και ότι
+θαπέθνησκεν ίσως. Διά τούτο ήτο ανάγκη να μείνη την νύκτα πλησίον
+της. Έμεινε λοιπόν· με την βοήθειαν δε και της νοσοκόμου
+εκαταφέραμε εκείνην την νύκτα να την αποφυλακίσωμεν μαζί με το
+βρέφος επιβιβάσαντές την εις όχημα, που μας έφερε ο ιατρός και το
+είχε τοποθετήσει έξω από τα τείχη του περιβόλου.
+
+Έτσι εκείνη την εστείλαμε στην καλύβα και μένει ακόμη εκεί. Εμείς
+με τα ενδύματά της εσχηματίσαμε το ομοίωμά της, είδος κούκλας, και
+το ετοποθετήσαμε στην κλίνη της, διεδώκαμεν δε ότι απέθανε. Ο
+ιατρός έκαμε το πιστοποιητικόν του θανάτου και εγώ είπα ότι θέλω
+να τη βάλω μόνη μου στο φέρετρο.
+
+Ετύλιξα το ομοίωμα σένα σάβανο και το βάλαμε στο νεκροκρέββατο,
+χωρίς να καταλάβη κανείς τον δόλον, που δεν μπορούσαν βέβαια ποτέ
+να τον υποψιασθούν. Έπειτα εκάμαμε την κηδείαν με όλην την
+ευπρέπειαν και παράταξιν.
+
+Αφού δε ετελείωσεν η κηδεία, έφυγα από τον πύργον και έσπευσα να
+εύρω την αγαπητήν μου αδελφήν στην καλύβα, που απέχει περί τα έξ
+μίλια από την φυλακήν της. Τρεις εβδομάδες τώρα την έχω εκεί,
+διότι πάσχει και δεν μπορώ να την μετακομίσω. Ελπίζω να γίνη καλά
+και να την φέρω εις ένα καταφύγιον απόκρυφον, μακράν από τα
+βάσκανα βλέμματα του κόσμου, μαζί με το παιδί της, που είναι και
+παιδί σας.
+
+Η διήγησις αυτή με συνεκίνησε πολύ και είπα στην κ. Κλάρα, ότι
+εννοώ ναναλάβω την συντήρησίν των εγώ δι' εξόδων μου, εμβάζων προς
+αυτήν κάθε χρόνο κρυφίως το απαιτούμενον ποσόν, αλλά αυτή δεν το
+εδέχθη. Τότε της επρότεινα να καταθέτω χρήματα εις μίαν τράπεζαν
+χάριν του παιδιού. Αυτό έγινε δεκτόν και απεχωρίσθημεν με
+αμοιβαίαν υπόσχεσιν κανείς άλλος να μη μάθη τίποτε περί της
+Λουίζας.
+
+Εγώ γύρισα στο Έδιμπουργκ. Μετ' ολίγους μήνας η δυστυχής Κλάρα
+έχασε τον σύζυγόν της, αυτή δε έμεινε πτωχή και το κτήμα χρεωμένο.
+Ο πατέρας της όμως την εβοήθησε και εξηγόρασε το κτήμα από τους
+δανειστάς, διότι το αγαπά πολύ και αυτού απεφάσισε να περάση το
+υπόλοιπον του βίου της.
+
+Όσες φορές της έστειλα γράμμα για να μάθω περί της Λουίζας,
+απάντησιν δεν έλαβα καμίαν, ούτε τον λόρδον Δέρβυ είδα από τότε.
+Είχε αποτραβηχθή σένα απόμακρον κτήμα του.
+
+Πέντε χρόνια πέρασαν από τότε και όλα ήρχισαν να λησμονούνται.
+Αλλά η τελευταία σχέσις η δική σου με την κ. Κλάραν ανέξεσε τας
+παλαιάς πληγάς
+
+Τα άλλα τα γνωρίζεις, Μαλβίνα. Τώρα κρίνε και πράξε.
+
+Μαλβίνα! συ με γλύτωσες από το θάνατο. Αλλά θα λυπούμαι που δεν
+μάφισες να πεθάνω, αν τώρα που άκουσες αυτήν την ιστορία, κρίνης
+ότι δεν είμαι άξιος διά την αγάπη τη δική σου.
+
+ — Έδμον, ότι και να έκαμες, δεν μπορώ να μη σαγαπώ. Εσύ είσαι η
+μοίρα μου. Μόνος ο θάνατος μπορεί να σβήση την αγάπη μου σε σένα,
+οποιαδήποτε και αν είναι τα φταιξίματα τα δικά σου, ή τα καθήκοντα
+τα δικά μου.
+
+Τότε την έσφιξε στο στήθος του γεμάτος από κατάνυξη, εκείνη δε εις
+την απόλαυσιν της τοιαύτης διαχύσεως εσυγχώρησε όλα του τα
+παρελθόντα και ελησμόνησε όλους της τους φόβους.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.
+
+ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ
+
+
+
+Η Μαλβίνα επήρε το γράμμα από την κ. Κλάρα. Το γράμμα αυτό την
+έφερε στην πραγματικότητα. Θυμήθηκε ότι εκτός του κ. Έδμον είχε
+και άλλο πλάσμα στον κόσμο, το οποίον ώφειλε να αγαπά, και ήτο
+πλέον καιρός να το θυμηθή.
+
+Η κ. Μπιρτών άρχισε νανησυχή για τον ανιψιόν της, που τον έχανε
+κατά συνεχή διαλείμματα κέβαλε την κ. Φέμπικ να τον ρωτήση, πού
+χάνεται; Εκείνος της είπε πώς περνούσε τις μέρες του στης κυρά-
+Μούδης. Τότε διέταξε την Τάπα να πάη εκεί και να μάθη με τρόπο:
+ποιος και ποιος ευρίσκεται στης κυρά-Μούδης.
+
+Αυτή η έρευνα εφόβισε την Μαλβίναν. Καιρός ήτο πλέον να αναχωρήση.
+
+Άμα ήλθεν ο κ. Έδμον, του τα είπε όλα.
+
+ — Αγαπημένη μου, πώς βαστά η καρδιά σου να μαφίσης; δεν είμαστε
+και οι δύο ελεύθεροι; ποιος μας εμποδίζει να ενωθούμε;
+
+ — Φίλτατέ μου, μου είναι αδύνατον ναντισταθώ πλέον σε ότι εσύ
+θέλεις. Αλλά ο ερωτάς σου μέκαμε να λησμονήσω τους όρκους μου,
+προσφεύγω στη γενναιοφροσύνη σου. Μην καταχρασθής την δύναμιν που
+έχεις επάνω μου, αλλά στήριξέ με στο καθήκον μου.
+
+ — Λοιπόν μάθε ότι ο λόρδος Χέριντεν έδωσε εις την κ. Μπιρτών
+έγγραφον, δυνάμει του οποίου έχει το δικαίωμα να σου αφαιρέση την
+Φανήν μόλις νυμφευθείς.
+
+ — Α! καλύτερα θα ήτο να με σκότωνες, παρά να μου φέρεις τέτοια
+είδηση.
+
+ — Τίποτε απ' αυτά. Και ο γάμος μας θα γίνη και τη Φανή θα έχεις
+κοντά σου. Θα σε βοηθώ μάλιστα και στην ανατροφήν της, αν το
+επιτρέπης.
+
+ — Με μαγεύεις! Και πώς θα το καταφέρουμε αυτό;
+
+ — Άκουσε λοιπόν. Αύριο την αυγή, μόλις γλυκοχαράξη, πας εσύ στο
+παραθαλάσσιο εξωκκλήσι των βασιλέων της Σκωτίας, κτήμα καθολικών
+ιερέων. Εκεί θα σε περιμένω. Τελούμεν τους γάμους μας μυστικώς.
+Αφού δε εξέλθωμεν του ναού, σε φέρνω σένα κτήμα, που ένας φίλος
+μου συγκατανεύει να μου το πουλήση κρυφά. Εγώ τότε αναχωρώ διά το
+Λονδίνον, γνωρίζομαι με τον λόρδον Χέριντεν, τον κάμνω να με
+εκτιμήση, και αυτός ευσπαχνιζόμενος τον έρωτά μας ενδίδει στας
+παρακλήσεις μου και μας αφίνει την κόρη του. Παίρνω απ' το χέρι
+του έγγραφον, το βάζω στον κόρφο μου και σου το φέρνω πετώντας σαν
+τα πουλί. Η Φανή τότε μένει δική σου, και συ πάντα δική μου.
+Σύμφωνοι;
+
+Η Μαλβίνα γεμάτη χάρη, χαμηλοβλεπούσα, με κόκκινα τα μάγουλα από
+αιδώ:
+
+ — Έδμον, του λέγει, μόνον όταν επιστρέψης θριαμβευτής από το
+Λονδίνον συγκατανεύω να με στεφανωθείς.
+
+ — Όχι! δεν φεύγω πια από κοντά σου, πριν γίνης δική μου και κατά
+νόμον. Σου ορκίζομαι δεν τα κουνώ από δω, ο κόσμος να χαλάση.
+
+ — Μην παραφέρεσαι, Έδμον. Μην ελπίζεις, πως θα υποχωρήσω από
+φόβον εγώ, που δεν υποχωρώ ουδέ από αγάπη.
+
+ — Μη μου ομιλείς για αγάπη! Ποτέ δεν με αγάπησες, Μαλβίνα.
+
+ — Τολμάς και λες πως δεν σαγάπησα! Πως δεν σαγαπώ! είπε εκείνη με
+μεγάλο άλγος ψυχής. Ως τόσο βασιλεύεις ως τύραννος μέσ' στην ψυχή
+μου.
+
+ — Με λόγια μάλιστα, αλλ' όταν ζητήσω έμπρακτον απόδειξιν των
+λόγων σου, μου φέρνεις τον κατακλυσμόν.
+
+Η Μαλβίνα τον επλησίασε και τον εχάιδευσε.
+
+ — Αν εγνώριζες πόση λύπη μου προξενούν τα λόγια σου! Ακούς εκεί
+ναμφιβάλλης για την αγάπη μου . . .
+
+Ο Έδμον την έσφιξε στην αγκαλιά του με περιπάθεια πρωτοφανή.
+
+ — Άγγελε μου, Μαλβίνα μου, γιατί μαφίνεις και βασανίζομαι; . . .
+Τα μάγουλά του άναψαν, τα μάτια του μισοκλεισμένα μαχμούρικα. Την
+έσφιγγε και άσθμαινε.
+
+Η Μαλβίνα φοβήθηκε και κατέβαλλε κόπους ναποσπασθή από τα χέρια
+του. Εκείνος την κρατούσε γερά.
+
+ — Για όνομα του Θεού τι σκοπεύεις να κάμης; θέλεις να στερήσεις
+μόνος σου την αρετήν της συζύγου σου . . .
+
+ — Είσαι δική μου . . . κανείς δεν θα σαποσπάση . . .
+
+ — Και πώς θα δεχθής αύριο το χέρι μου, όταν μαζί μαυτό δε θα
+μπορώ να σου προσφέρω και την αρετήν μου;
+
+ — Αρετή σου μου είναι η αγάπη σου η ανεπιφύλαχτη. Η απόλαυσις
+είναι της αγάπης η επισφράγισις.
+
+Η Μαλβίνα ερριγούσε από ηδονή στην αγκαλιά του. Ωστόσο κατέβαλε
+υπεράνθρωπον προσπάθειαν να συγκρατηθή.
+
+ — Άφισέ με! εφώναξεν έκφρων.
+
+Κατάπληκτος εκείνος χαλαρώνει τους βραχίονας του και πετιέται η
+Μαλβίνα από την αγκαλιά του. Εκείνος τρέχει και γονατίζει στα
+πόδια της.
+
+ — Πήγαινε, του λέγει, και εκτέλεσε ό,τι μου υπεσχέθης.
+
+Ο Έδμον σηκώνεται.
+
+ — Πηγαίνω, Μαλβίνα. Δεν θα με ξαναϊδείς πλέον.
+
+Και γίνεται άφαντος, πριν εκείνη προφθάση να συνέλθη.
+
+Άμα έφθασε στο σπίτι του ο Έδμον, έπεσε στο κρεββάτι του με
+πυρετόν. Όταν το έμαθεν η Μαλβίνα έχυσε πύρινα δάκρυα. Φοβήθηκε να
+μην πάθη πάλιν τα ίδια εξ αιτίας της. Μετενόησε διότι του εφέρθη
+τόσον σκληρά και εκάθισε και του έγραψε.
+
+ — Αγαπητέ μου Έδμον.
+
+Ζήσε για τη Μαλβίνα σου. Εγώ δεν θέλω τη ζωή χωρίς εσένα, ώρισέ
+μου την ώρα και τον τόπο που θα στεφανωθούμε και είμαι πρόθυμη να
+πετάξω για να εκπληρώσω τη θέλησή σου.
+ Μαλβίνα.
+
+Η επιστολή αυτή εθαυματούργησε.
+
+Την άλλη μέρα ο Έδμων εσηκώθηκε καλά και έτρεξε προς την Μαλβίναν
+χαρά γεμάτος.
+
+Η Μαλβίνα απαυδήσασα πλέον από την διαρκή εσωτερικήν πάλην των
+συναισθημάτων της απεφάσισε να ενδώση εις τας δικαίας αξιώσεις του
+Έδμον και ότι ήθελε ας εγίνετο, ο έρως ανελάμβανε τα κυριαρχικά
+του δικαιώτατα.
+
+ — Ότι και αν μέλλει να προκύψη, είπε, τετέλεσται πλέον, δεν
+αναιρώ την υπόσχεσίν μου.
+
+ — Παρήγγειλα στον φίλον μου Κάρολον Βέυμαρ να εύρη ένα καθολικόν
+ιερέα, ο οποίος να ευλογήση τον γάμον μας. Αυτός και η κ. Μούδη θα
+μας χρησιμεύσουν ως μάρτυρες. Κανείς άλλος δεν θα μάθη τίποτε. Το
+αγροκήπιον που θα καταφύγωμεν είναι κτήμα του Καρόλου και μου το
+επώλησεν επ' ονόματί σου. Εν πάση εναντία περιπτώσει θα ζήσης εκεί
+ήσυχα με την θυγατέρα σου, μακράν από τον κόσμον, το οποίον άριστα
+συμβιβάζεται με τον χαρακτήρα σου.
+
+Αν λοιπόν κατορθώσω να πείσω τον λόρδον Χέριντεν, κοινολογώ ευθύς
+τον γάμον μας και θριαμβευτικώς σε φέρνω στο κτήμα μου κοντά στο
+Γκλάσκωου.
+
+Αν πάλιν ο λόρδος δεν πεισθή, τότε δεν λέμε τίποτε εις κανένα διά
+την ένωσίν μας και συ μεν διαμένεις στο κτήμα που είπαμε, εγώ δε
+όταν έρχωμαι, λαμβάνω τα μέτρα μου και ανεβαίνω από κρυφό
+παραπόρτι του περιβόλου, χωρίς να μας παίρνει κανένας είδησιν.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.
+
+ΓΑΜΟΣ
+
+
+
+Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα ενεδύθη με απλό φόρεμα, εφόρεσεν ψάθινο
+καπέλλο με άσπρο τούλι πυκνό, ανέβη εις την άμαξαν μαζί με την
+κυρά-Μούδη και τράβηξε για το προσδιωρισμένο εξωκκλήσι.
+
+Ο Έδμον την επερίμενε εκεί. Έτρεξε να την βοηθήση να κατέβη. Το
+χέρι της έτρεμε στη φούχτα του Έδμον.
+
+ — Θάρρος, αγάπη μου. της λέγει με τρυφερότητα. Είναι αυτή η ώρα η
+ευλογημένη, που θέτει τέρμα εις όλα μας τα δεινά. Έλα, το
+θυσιαστήριο είναι έτοιμον να δεχθή τους όρκους μας. Εμένα
+επροτίμησες υπέρ πάντα άλλον. Εγώ θα σε προστατεύω εις το εξής και
+μη φοβείσαι.
+
+Και την ωδήγησε μέσα στην Εκκλησία. Προχωρούσε σιγά στηριζομένη
+στο μπράτσο του. Προσήλθε ο φίλος του κ. Βέυμαρ και την εχαιρέτισε
+υποκλινώς.
+
+ — Όλα έτοιμα, είπε. Ο ιερεύς σας περιμένει.
+
+Η Μαλβίνα δεν επρόφερε λέξιν.
+
+ — Γιατί είναι τρομαγμένη η ψυχή σου; της είπεν ο Έδμον Φοβείσαι
+λοιπόν μήπως με ιδής ευτυχισμένον;
+
+ — Όχι δα! είπεν εκείνη με ιλαρόν μειδίαμα. Η ταραχή μου είναι
+πολύ ευλογοφανής και δεν πρέπει να σε εκπλήττει.
+
+Όταν επλησίασαν εις το θυσιαστήριον, ο ιερεύς εστέκετο
+εστολισμένος με τα ιερά άμφια κρατών ανά χείρας το ιερόν
+ευχολόγιον.
+
+ — Α! έκαμεν ο Έδμον, άμα τον είδε. Σεις εδώ, κύριε Πρίορ!
+
+Ρίγος θανατηφόρον διεχύθη στην καρδιά του ιερέως, άμα ανεγνώρισε
+τους ενώπιον του ισταμένους, και το βιβλίον έπεσε από τα χέρια
+του.
+
+Η Μαλβίνα μέσα στην κατάπληξιν, όπου εδοκίμαζε διά το απρόοπτον
+της συναντήσεως, εσκέφθη ότι της παρουσιάζετο ευκαιρία εξαισία
+ναποκαταστήση περιφανώς την άλλοτε διασαλευθείσαν εμπιστοσύνην του
+Έδμον, ως προς τα αισθήματά της προς τον κ. Πρίορ. Ενίκησε την
+ταραχήν της και επροχώρησε προς τον ιερέα.
+
+ — Αιδεσιμώτατε, του λέγει, αναμφιβόλως η αγαθότης της Προνοίας
+σας έστειλεν εδώ, για να μου δώσετε με τα χέρια σας την ευτυχίαν
+μου.
+
+ — Και πιστεύετε, κυρία, ότι εγώ θα . . .
+
+ — Ναι είμαι βεβαία, ότι σεις θα ευλογήσετε τον γάμον αυτόν, διότι
+ο Θεός το ηθέλησε. Εγώ ποτέ δεν έπαυσα να σας υπολήπτωμαι.
+Φαίνεται δε ότι και ο Θεός θέλει τον εξαγνισμόν σας.
+
+ — Αλλά, κυρία . .,
+
+ — Δεν έχει αλλά. Ιδού ενώπιόν σας ο άνθρωπος, του οποίου εχύσατε
+το αίμα. Διά της ιεροπραξίας ταύτης τον ικανοποιείτε και
+εξιλεώνετε τον Ύψιστον διά το αμάρτημά σας.
+
+ — «Πάτερ, ει δυνατόν, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο,» είπε
+μετά κατανύξεως ο κ. Πρίορ ατενίζων προς τον ουρανόν.
+
+Και μετά τινά σκέψιν, καθ' ήν επεκράτησε απόλυτος σιγή, ρίψας το
+βλέμμα εις την γην είπε με αναστεναγμόν.
+
+ — «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ»! . . .
+
+Έπειτα, ως να έλαβε υπεράνθρωπον απόφασιν, εστράφη προς τους
+μελλονύμφους.
+
+ — Έδμον Σέυμουρ. Μαλβίνα Σορκή, είπε, συνάψατε τας χείρας σας.
+Πλησιάσατε.
+
+Εγονάτισαν εμπρός στην Αγία Τράπεζα και ο κ. Πρίορ ήρχισε την
+Ιεροτελεστείαν. Τέλος με φωνήν γεμάτην από ιεράν συγκίνησιν τους
+απέτεινε τον λόγον.
+
+ — Ορκίζεσαι, είπε προς τον Έδμον, ναγαπάς και να προστατεύεις
+αυτήν την γυναίκα παντού και πάντοτε; Εκείνος κατένευσε.
+
+Όταν όμως έμελλε να ομιλήση προς την Μαλβίναν ο ιερεύς, δεν
+ημπόρεσε να συγκρατήση την ταραχήν του και η φωνή του έτρεμε.
+Είπε:
+
+ — Ορκίζεσαι ναγαπάς τον άνδρα τούτον εν όλη τη ζωή σου;
+
+Όταν η Μαλβίνα απήντησε; «το ορκίζομαι», ρομφαία διεπέρασε την
+καρδίαν του ιερέως. Ωστόσο έσφιξε την ψυχή του και κατέστειλε την
+ταραχήν του. Και επρόσθεσε μετά συγκινήσεως.
+
+ — Ευτυχήσατε! . . — Δάκρυα εγέμισαν τα μάτια του και κατέβρεξαν
+τας παρειάς του — . Ευτυχήσατε ενωμένοι. Ο Θεός του ελέους να σας
+διατηρή ευτυχείς και να αυξάνη την αγάπην σας. Ιδού νυν είσθε
+ενωμένοι εις αιώνα τον άπαντα. Απέρχεσθε εν ειρήνη. Αμήν. Και
+κατέβη από το θυσιαστήριον.
+
+ — Λαμπρέ άνθρωπε! είπεν ο Έδμον, και έσφιξε το χέρι του με
+ειλικρίνειαν. Συγχώρησέ με. Σου δίδω την φιλίαν μου και την φιλίαν
+της γυναικός μου διά το ευτύχημα που μας αξίωσες.
+
+ — Κύριε Πρίορ, είπε και η Μαλβίνα, πόσες φορές μου είπατε, πως
+ηθέλατε να με ιδήτε ευτυχή. Ιδού λοιπόν, ότι με τα χέρια σας μου
+εδώσατε την ευτυχίαν μου. Σας ευχαριστώ, περισπούδαστε και
+αξιότιμε φίλε.
+
+ — Είθε η φαιδρότης να λάμπη πάντοτε επί του προσώπου σου, όπως η
+αρετή ζη εντός της καρδίας σου, της είπε και έφυγε χωρίς να
+περιμείνη περισσότερον.
+
+ — Γυναικούλα μου, αγάπη μου! είπεν ο Έδμον, τον οποίον κατέκλυζεν
+η συγκίνησις από την συναίσθησιν του όλβου του, και έσκυψε και την
+εφίλησε στο μέτωπο.
+
+Η Μαλβίνα εγέμισεν από δώρα και ευχαριστίες την κυρά Μούδη και την
+προέπεμψε με την παραγγελία να κρατήση μυστικά τα όσα είδε και
+άκουσε.
+
+Κατόπιν ο Έδμον και η Μαλβίνα ανέβησαν εις την άμαξαν, εις την
+οποίαν τους επερίμενεν ο κ. Κάρολος Βέυμαρ και τράβηξαν στο
+αγροκήπιον.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ.
+
+ΣΥΖΥΓΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ
+
+
+
+Το νέο σπίτι της Μαλβίνας ήταν κομψό και κόμοδο, ανάμεσα σένα
+μεγάλο δάσος, που σχεδόν το έκρυβε. Περικυκλωμένο από
+συρματοπλέγματα και γύρο από ευρύχωρα χαντάκια
+
+Ο κ. Κάρολος Βέυμαρ αφού αποκατάστησε τους νεονύμφους στην
+καινούργια τους κατοικία και γευμάτισε μαζί τους, υπεσχέθη να
+προστατεύη την λαίδην Σέυμουρ κατά την απουσίαν του συζύγου της.
+Τους ευχήθηκε καλήν αντάμωσιν και ανεχώρησε.
+
+Ο σερ Έδμον έπεσε με τον έρωτα και ελησμονήθη. Ξέχασε και το
+ταξίδι του, και τη θέση του.
+
+Η κ. Μπιρτών τον εζητούσε παντού. Ο φίλος του κ. Βέυμαρ του τα
+ειδοποίησε, Η κυρά-Μούδη του έδειξε επιστολήν της κ. Κλάρας προς
+αυτήν, που την ερωτούσε τι γίνεται η Μαλβίνα, και της έλεγε ότι
+θάρθη στο Έδιμπουργκ να πληροφορηθή η ιδία.
+
+Τότε οι δύο νέοι σύζυγοι κατάλαβαν, ότι έφθασεν η ώρα του
+αποχωρισμού των.
+
+ — Αύριο λοιπόν! είπε με αλγεινή φωνή η Μαλβίνα.
+
+ — Αύριο ναι είπε και ο Έδμον. Αλλά πολύ γρήγορα θα επιστρέψω
+πλησίον σου και δεν θα απομακρυνθώ ποτέ πλέον από την αγαπημένη
+μου γυναικούλα, από τη θεά της καρδιάς μου.
+
+Η Μαλβίνα ρίχτηκε στην αγκαλιά του.
+
+Ο ήλιος βασίλευε κείνη την ώρα πίσω από την στίλβουσαν θάλασσα. Αι
+πρώται σκιαί απλώνονταν επάνω στην γην. Η πηγή του δάσους
+εμουρμούριζε ποτίζουσα την παχείαν χλόην, και κάπου κάπου ηκούετο
+η αηδών γλυκά μηνυρίζουσα, σαν να τραγουδούσε τον έρωτά των.
+
+Η ώρα αυτή του λυκόφωτος έκαμε την Μαλβίναν να μελαγχολήση. Κάποιο
+προαίσθημα κακό την ετάρασσε, εσκέπτετο την αποδημίαν του συζύγου
+της και δεν έβλεπε την επιστροφήν του. Ωστόσο παρεδόθησαν εις τας
+αγκάλας αλλήλων.
+
+Το πρωί το αμάξι ήτο έτοιμο. Εχωρίσθηκαν με δάκρυα και με λυγμούς.
+Σε λίγο έβλεπε το όχημα να φεύγη παίρνοντας μαζί του την καρδιά
+της, ο κρότος του απομακρυνομένου αμαξιού της εφαίνετο ως ο
+τελευταίος αποχαιρετισμός του συζύγου της, βλέπει το χέρι του να
+βγαίνη από το παράθυρο, για να την αποχαιρετήση, και την παίρνουν
+τα δάκρυα.
+
+Όταν ήρθε στον εαυτόν της, θυμήθηκε την Φανήν της, θυμήθηκε την κ.
+Κλάρα. Δυο μήνες είχε να τις ιδή. Τώρα που δεν είχε τον έρωτα,
+μόνον η στοργή μπορούσε να την παρηγορήση. Έτσι αποφασίζει να
+ταξιδεύση.
+
+Όταν ήλθε στο κτήμα της κ. Κλάρας κέσφιξε τη Φανή στην αγκαλιά
+της, ησθάνθη μεγάλην ανακούφισιν. Μόνον αι δύο αυταί υπάρξεις
+ανεπλήρωναν οπωσδήποτε του Έδμον την απουσία, που της ήτο
+ανυπόφορη.
+
+Ωστόσο η κ. Μπιρτών ανησυχούσα για την απουσία του ανεψιού της
+μετεκάλεσε την κυρά Μούδη και με πονηρία αρχίζει να δείχνει ότι
+συμπαθεί πολύ την Μαλβίναν, ότι θα ηύχετο να την κάμη νύμφην της
+εις τον Έδμον, αρκεί ο Έδμον να κατώρθωνε να την αγαπήση και αρκεί
+εκείνη να τον ήθελε σύζυγόν της. Ακόμη επρόσθεσεν ότι εκείνος που
+θα κατάφερνε ένα τέτοιο πράμα θα ήταν ένα είδος οικογενειακού των
+ευεργέτου, διότι έτσι ο Έδμον θα εγλύτωνε πλέον από την παραλυμένη
+ζωή, και αυτή θα τον εκαμάρωνε.
+
+Έτσι η δυστυχισμένη η απλοϊκή γυναίκα πιάστηκε στην παγίδα και
+επίστευσεν, ότι αυτή θα έχη την τιμήν να επισπάση την ευγνωμοσύνην
+της κυρίας. Έτσι λοιπόν έμαθεν η κ. Μπιρτών τους γάμους των και
+τον τόπον και την ημέραν που ετελέσθησαν. Κατόρθωσε δε να κρύψη
+από την αφελή γραίαν την οργήν και την αγανάκτησίν της. Μόνον της
+είπε να μη τους φανερώση, ότι αυτή γνωρίζει τι περί του γάμου των,
+για να τους προξενήση η ιδία μίαν έκπληξιν.
+
+Όταν όμως έμεινε μόνη αγρίεψε. Περιπατούσε άνω κάτω συλλογισμένη
+και εσκέπτετο τρομεράν εκδίκησιν κατά της δυστυχούς Μαλβίνας.
+Απεφάσισε λοιπόν νανακοινώση τούτο προς τον λόρδον Στάφφορδ, διά
+να τον έχει συνεργόν εις τα κακούργα της σχέδια.
+
+Τότε παρουσιάσθη ενώπιόν της ο Έδμον και της είπεν, ότι ταξιδεύει
+για το Λονδίνον.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'.
+
+ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
+
+
+
+Είχαν σκεφθή με τη Μαλβίνα ότι ήταν φρόνιμο να περάση μια από της
+θειάς του, για να σκορπίση έτσι κάθε της υποψία. Και θα τα
+κατάφερνε βέβαια, αν η απλοϊκή κυρά Μούδη δεν επρόφθανε να της
+γνωστοποιήση όλα τα πάντα.
+
+Η κ. Μπιρτών κατώρθωσε να κρυφθή ολότελα ενώπιόν του, του απηύθυνε
+ερωτήσεις για την τελευταία απουσία του όχι με πολύ ενδιαφέρον.
+Υπεκρίθη ότι πιστεύει εις τας δικαιολογίας του τας βεβιασμένας.
+Για το ταξίδι του δεν τον ερώτησε λεπτομερείας. Υποψιάζετο ότι
+αυτό γίνεται για τη Μαλβίνα. Ο χωρισμός αυτός του Έδμον από
+εκείνην της εφάνη πολύ πρόσφορος, για να εκτελέση τους σκοπούς
+της.
+
+ — Σευχαριστώ, του είπε, που δεν αναχώρησες προτού να με ιδής. Θα
+σε παρακαλέσω λοιπόν να λάβης την καλωσύνην να περάσης από το
+κτήμα της λαίδης Ντόρσετ, που ευρίσκεται επάνω στον δρόμον σου.
+Εκεί είναι η κ. Φέμπικ από δεκαπέντε μέρες. Σε παρακαλώ να της
+εγχειρίσης ένα γράμμα μου, που θα σου δώσω, πολύ επείγον.
+
+ — Ευχαρίστως, θεία μου. Χαρά μου που το ταξίδι μου αυτό αποβαίνει
+κάπως χρήσιμο και σε σας.
+
+Έσπευσε η κ. Μπιρτών στο γραφείο της κέγραψε τα εξής προς την κ.
+Φέμπικ.
+
+Αγαπητή μου Κίττη.
+
+« . . Αυτήν την ώραν έμαθα τον γάμον τους. Ξαίρεις δα ότι ποτέ δεν
+θα ανεχθώ τον εμπαιγμόν αυτόν. Και αν το προαίσθημά μου δεν με
+απατά, πιστεύω να κόψω σε λίγο τον δεσμόν αυτόν τον ανάρμοστον,
+που με αδικεί, πολυτρόπως. Βοήθησέ με και συ. Κράτησε κοντά σου
+τον Έδμον όσο μπορείς περισσότερο.
+
+Θυμήσου λίγο μαζί του τα νιάτα σου για χάρη μου.
+
+Ενώ εκείνος θα ξεχνιέται κοντά σου, εγώ μαζί με τον λόρδον
+Στάφφορδ θα τον καταγγείλω δι αναφοράς στην Κυβέρνηση, ότι είναι
+οπαδός των Γαλλικών ιδεών και ένθερμος ζηλωτής της Δημοκρατίας,
+και ότι η οικογένειά του ευλαβουμένη μήπως ατιμασθή εξ αιτίας του,
+εκλιπαρεί την απομάκρυνσή του στας Ινδίας. Μόλις καταφέρω να
+επιβιβασθή του πλοίου, του προτείνω να τον απαλλάξω της εξορίας,
+αν συγκατατεθή να υπογραφή διαζύγιον του γάμου του. Γνωστοποιώ αφ'
+ετέρου στην κ. Σορκή τα διάταγμα, να μου παραδώση αμέσως τη Φανή
+Χέριντεν, εκτός αν στρέξη την ακύρωση του γάμου της με τον Έδμον.
+Και αν μεν υποταχθούν στας επιθυμίας μου, διαλύεται ο καταραμένος
+αυτός γάμος, που μου κατέστρεψε όλα τα σχέδια. Αν πάλιν αρνηθούν,
+θα είναι δυστυχισμένοι για πάντα, εκείνος εξόριστος μακράν της,
+και αυτή στερουμένη την κόρην που λατρεύει και τον σύζυγον που
+αγαπά τρελά. Έτσι συντελείται η εκδίκησίς μου.
+
+Μεταχειρίσου λοιπόν όλα σου τα θέλγητρα και τας γοητείας, για να
+κρατήσης πλησίον σου τον Έδμον, ως που να φθάση η αναφορά μου στον
+προς ον όρον.
+
+Σε χαιρετώ και σου εύχομαι καλή διασκέδαση.
+ Άννα Μπιρτών.»
+
+Αυτό το γράμμα το έδωκεν εις τον ανύποπτον Έδμον προσποιουμένη
+αγαθότητα και ειλικρίνειαν· Η τιμιότης του για τέτοια πράγματα
+ήταν παραμιώδης, ώστε κανένα φόβον μην ανοίξη την επιστολήν δεν
+είχεν η θεία του.
+
+Πριν βραδυάση ευρίσκετο στο κτήμα της λαίδης Ντρόσε. Βιάζεται όμως
+να εξακολουθήση το ταξίδι του και χωρίς να κατέβη από την άμαξα,
+δίδει το γράμμα στον υπηρέτην του Γουλιέλμον, να το δώση στην κ.
+Φέμπικ. Πάγωσε η Καίτη, άμα έμαθε το γάμο της Μαλβίνας με τον
+Έδμον. Φώναξε λοιπόν κοντά της τον Γουλιέλμον και τον εκατήχησε,
+ότι αυτό ήταν η καταστροφή του Έδμον, και τον έπεισε να χρησιμεύση
+και αυτός βοηθός του έργου της επανορθώσεως το οποίον έχει
+αναλάβει αυτή μαζί με την κ. Μπιρτών. Του έδωκε δε και μερικές
+χρυσές λίρες, οι οποίες ελάλησαν ευγλωττότερα από τα επιχειρήματά
+της στην καρδιά του υπηρέτου, και του έταξε ότι έχει να κερδήση
+πολλά, αν τας υπηρετήση πιστά. Έτσι λοιπόν έμειναν σύμφωνοι να
+προδίδη εις αυτήν όλας τας πράξεις του κυρίου του, και ακόμη όλα
+τα γράμματα, που στέλνει και που λαμβάνει ο σερ Έδμον, να περνούν
+από τα χέρια της κ. Φέμπικ, για το καλό του κυρίου του εννοείται.
+
+Τότε η κ. Φέμπικ μαζί με την λαίδη Ντρόσετ ήλθον προς τον Έδμον
+και τον εμάλωσαν, γιατί δεν κατέβη να τους χαιρετίση τουλάχιστον.
+Επειδή δε δυσανασχετούσε, η κ. Φέμπικ του είπε, ότι επείγεται να
+στείλη επιστολήν εις Λονδίνον εν σχέσει προς όσα της γράφει η θεία
+του και τον παρακαλεί να περιμένη στην αίθουσα έως ότου την
+γράψει.
+
+Ο Έδμον μη δυνάμενος να πράξη άλλως κατέβη με λύπη από την άμαξαν
+και ανήλθε εις την αίθουσαν. Εκεί όμως παρ' ελπίδα συνήντησε
+συναναστροφήν από νέους ευθυμούντας και από γυναίκας πολύ κομψάς
+και πολύ καθώς πρέπει.
+
+Εν τω μεταξύ ο Γουλιέλμος νομίζων δήθεν ότι ο κύριός του θα
+νυκτερεύση εκεί ανεχώρησε με την άμαξαν εις το πλησιέστερον
+χωρίον, διά να αναπαύση τα άλογα· ώστε όταν η κ. Φέμπικ έφερε το
+γράμμα, ο κ. Έδμον δεν είχε πλέον με τι να ξεκινήση. Αυτή του
+εξέφρασε την μεγάλην της λύπην που έγινε αιτία να βραδύνη το
+ταξίδι του, αλλά η λαίδη Ντρόσετ και η συντροφιά της έμειναν
+ενθουσιασμένοι διά τούτο και ηνάγκασαν τον Έδμον θέλοντα και μη,
+να μείνη εκεί έως αύριο. Εκεί είδε ότι η Κίττη έπαιζε σπουδαίον
+κοσμικόν ρόλον. Δεν ήτο πλέον η αφελής εκείνη κόρη της κ. Μέλμορ,
+που είχε γνωρίσει άλλοτε. Ήτο φιλάρεσκη και ευφυής. Όλην δε την
+ώραν αυτόν έβλεπε, αυτόν παρακολουθούσε, αυτόν ετόξευε με τα μάτια
+της, τα οποία εταπεινώνοντο εντροπαλά, άμα κατώρθωναν να τον
+προσελκύσουν.
+
+Χαμογελούσε με πανουργία, έδειχνε επιτηδευμένη αμηχανία, επίπλαστη
+απροσεξία, άφινε πότε πότε ανώμαλη την αμφίεσή της, για να
+φαίνωνται τάχα από απροσεξία, όσα δεν επιτρέπεται υπό της
+ευπρεπείας να δειχτούν ανεπιφύλαχτα.
+
+Εν τούτοις αυτός ωπλισμένος από τον έρωτα προς την Μαλβίναν
+νομίζει εαυτόν άτρωτον και δεν προφυλάσσεται.
+
+Δεν σκέπτεται ο δείλαιος, ότι ημπορεί κανείς να αγαπά και να μένη
+στον έρωτά του σταθερός, αλλά κάποτε να κάμνη σαρκικάς απιστίας.
+Διότι ο συζιγικός έρως, όσο μέγας και αν είναι, δεν εγείρει
+προμαχώνας και κατά του δελεασμού των αισθήσεων.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'.
+
+ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ
+
+
+
+Η πείρα του κόσμου είχεν αναπτύξει τις χάρες της κ. Φέμπικ. Ακόμη
+είχεν αποκτήση ευστοχίαν και οξύνοιαν, του πώς πρέπει να
+χρωματίζει τας επιθέσεις της, για να επιτυχαίνουν.
+
+Ήταν βεβαία, ότι ο Έδμον ήθελε να φυλάξει τον όρκον πίστεως, που
+έδωκε στη γυναίκα του· κρίνει λοιπόν ότι λίαν επαισθητοί ερεθισμοί
+τον συνεφέρνουν, να συλλογίζεται τον όρκον του και να
+προφυλάσσεται· ούτε και πάλιν να περιμένη από εκείνον πρώτον την
+επίθεσιν, πράγμα που τώρα δεν θα το έκαμνεν ο Έδμον. Ανάγκη λοιπόν
+να τον δελεάζη με τέχνην χωρίς να φαίνεται ότι τον προκαλεί. Να
+είναι τόσον ερασμία, ώστε να του κινεί εις αίσθησιν της
+ερασμιότητός της, και να του απασχολεί το αισθαντικόν κατά τρόπον
+αδιάσπαστον, ώστε εκείνος εκτός εαυτού και μόλις αναπνέων να
+υποταχθή εξ ολοκλήρου χωρίς καθόλου σχεδόν να ευρίσκη καιρόν να
+ενθυμηθή: τι λησμονεί, μηδέ να σκεφθή: τι παθαίνει.
+
+Δεν αμελεί λοιπόν καμίαν ευκαιρίαν, να ευρεθή κοντά του, χωρίς να
+φαίνεται ότι την επιζητεί. Προσέχει να μην του μιλήση εκείνη
+πρώτη, και τον υποχρεώνει έντεχνα αυτός να της αποτείνη τον λόγον,
+και προσέχει να του αποκρίνεται με προκλητικήν συστολήν, που
+παρατείνει ευχαρίστως και την πιο αδιάφορη συνομιλία. Όταν του
+ομιλεί δεν λάμπει το πνεύμα της, αλλ' όταν την ίδια ώρα
+αποτείνεται προς άλλον, τότε το αφίνει να σπινθηροβολεί και τα
+χείλη της καθωραΐζονται διά της χάριτος επιτηδευμένων συστολών.
+Είναι λοιπόν δυνατόν η κόρη της κ. Μέλμορ να φιλοτιμήται ναρέσκει
+εις άλλους και όχι εις τον Έδμον! αυτό αρχίζει να τον δαιμονίζει.
+Όλα γύρο του είναι χαρούμενα, η Κίττη μετέχει της γενικής
+ευθυμίας.
+
+Αρχίζει ο χορός και εκείνη θριαμβεύει, όλες της οι χάρες
+αναπτύσσονται τότε. Χορεύει ελαφρά, και ηδυπαθώς. Δεν κινεί την
+ψυχήν εις θαυμασμόν, αλλά προκαλεί τας αισθήσεις εις επιθυμίαν.
+Αδύνατον νανθέξη κανείς στα θέλγητρά της.
+
+Το κεφάλι του Έδμον θερμαίνεται. Η κ. Φέμπικ το κατάλαβε και τον
+πλησιάζει.
+
+ — Τώρα θαρχίση το βαλς, του λέγει, και ξαίρετε πόσο ταγαπώ κιαπ'
+όλους αυτούς που είναι εδώ η Κίττη μόνο μεκείνον που δεν της είναι
+ξένος θα το χορεύση μευχαρίστηση.
+
+Τα όνομα Κίττη του ξύπνισε όλες τις παλιές του αναμνήσεις. Του
+εφάνη τόσον χαριτωμένη, είδε ότι του ήτο πάντοτε η καλόβολη Κίττη
+του, η κόρη της κ. Μέλμορ.
+
+Αλλά συγχρόνως εκοίταξεν ότι όλοι εις αυτόν επρόσεχαν και τον
+εζήλευαν, διότι εκείνη τον επροτιμούσε. Έτσι εκολακεύθη η
+φιλοτιμία του, ότι εθριάμβευσε η λεβεντιά του.
+
+Αρχίζει λοιπόν μαζί της το βαλς, τον ηδυπαθή χορόν, ο οποίος
+εφευρέθη, διά να κεντά την όρεξιν και να μαλθακίζει την αρετήν,
+κάμνωντας να γλυστρίσουν και οι πιο αθώες ψυχές.
+
+Σε λίγο κάθισαν όλοι στο σουπέ. Όλοι είναι εύθυμοι και χαρούμενοι.
+Το αβρό χέρι της κ. Φέμπικ χύνει κρασί αφρισμένο στα ποτήρια των
+ανδρών αρχίζοντας από όποιον δήποτε, αλλά τελειώνοντας πάντοτε
+στον Έδμον. Το κεφάλι του ανάβει, όλα γύρο του πολεμούνε την αρετή
+του και την ευτυχία της Μαλβίνας. Το δείπνον τελειώνει· όλοι είναι
+μεθυσμένοι.
+
+Η κ. Φέμπικ του προτείνει τότε να μείνη μαζί τους κάμποσες μέρες.
+Τότε μόνο θυμήθηκε, πως δεν ήταν εκεί η θέση του, και ορκίζεται
+ότι φεύγει το πρωί το δίχως άλλο.
+
+Η Κίττη καμώνεται ότι δεν προσέχει. Κερνά και πάλι σαμπάνια
+αρχίζοντας από τον Έδμον και τελειώνοντας πάλι στον ίδιον. Εκείνος
+πίνει. Εκείνη τότε σηκώνεται και δίδει τo σύνθημα για τα
+οικογενειακά παιγνίδια, που συνηθίζονται στην εξοχή, και που καμιά
+φορά αποβαίνουν πολύ επικίνδυνα.
+
+Έδεσε τα μάτια με μαντήλι μεταξωτό και γυρίζει μέσα στην αίθουσα
+να πιάση κανένα στα τυφλά και να τον αναγνωρίση. Πέφτει επάνω στον
+Έδμον, τον ψηλαφά και φωνάζει.
+
+ — Ο λόρδος Χάταμον.
+
+ — Όλοι καγχάζουν, ο ονομασθείς ήτο ένας γέρος.
+
+Η ποινή της αποτυχίας είναι, να δεχθή ένα φίλημα. Αλλά αυτή
+φωνάζει ότι δεν δέχεται. Εκείνος ζητεί να λάβη διά της βίας το
+δίκαιόν του. Αυτή αντιστέκεται αλλά με τέτοιον μαλθακό τρόπο, ώστε
+το αρπαζόμενον να γίνη πολυτιμότερον. Εις την πάλην αυτήν ο
+αντίπαλος αποκρούεται, για να γίνη επιθετικώτερος και κάθε κίνημα
+είναι χάρις. Εκείνη κατορθώνει υπό το πρόσχημα της αρνήσεως, να
+δώση περισσότερον από το ζητούμενον. Αποστρέφοντας το μάγουλό της
+τον κάμνει να συναντήση τα χείλη της και επιθέτει εκεί το
+ποθούμενον φίλημα. Τότε κάμνει τον θυμωμένο και του δίδει ένα
+χαριτωμένο μπατσάκι με γέλια και φεύγει. Εκείνος τρέχει κατόπι
+της, όλοι κάμνουν τα ίδια με τις κυρίες και το σπίτι αντηχεί από
+τα γέλια. Εκείνος πέφτει κατόπιν από την Κίττη έξω από την
+αίθουσαν . . . Μετ' ολίγον η ομήγυρις διαλύεται . . . Όλοι
+ησυχάζουν στα δωμάτιά τους.
+
+Όταν το πρωί ο Γουλιέλμος επέστρεψε με την άμαξα και ζήτησε τον
+κύριόν του, δεν τον ηύρε μέσα στον κοιτώνα του.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'.
+
+ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ
+
+
+
+Ο ήλιος είχε προ πολλού ανατείλει. Ο Έδμον ατημέλητος και με βία
+περπαντώντας φωνάζει τον Γουλιέλμον.
+
+ — Πού είναι τα αμάξι σου λοιπόν;
+
+Εκείνος χαμογελώντας πονηρά:
+
+ — Είμαι εδώ από την αυγήν, αλλά επειδή ο κύριος δεν ήταν στο
+κρεββάτι του, υπέθεσα ότι θα άλλαξε γνώμην και ξέζεψα τα άλογα . . .
+Αλλά αν θέλη ο κύριος . . .
+
+ — Ναι ετοίμασε αμέσως το αμάξι, και στο εξής μην κάνεις του
+κεφαλιού σου, χωρίς να σε διατάξω. Ως που να ετοιμαστή λοιπόν το
+αμάξι ο Έδμον επήγε να γράψη γράμμα στη Μαλβίνα. Αλλά τι να της
+πη; πώς να της γράψη;
+
+Αισθάνεται πόσον είναι δυστυχισμένος εκείνος που αφαιρεί από τον
+εαυτόν του την δύναμιν να λέγη αλήθεια! Ούτε τολμά να της
+ομολογήση τα γενόμενα για να μην της σπαράξη την καρδιά. Η αλγεινή
+ιδέα ότι υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να της το ομολογήση,
+καταπικραίνει την ψυχήν του.
+
+Η πέννα του προχωρεί χωρίς όρεξη, κέτσι τα γράμματα που ήταν
+προωρισμένα να παρηγορούν τον αποχωρισμό, του γίνονται
+βασανιστήριον! Ο έρως εκδικείται. Ο Έδμον βλέπει ότι γράφων
+ευρίσκεται εν αμηχανία. Η απορία της εκφράσεως φαίνεται και εις
+αυτάς ακόμη της αγάπης του τας διαβεβαιώσεις· και όμως ουδέποτε
+άλλοτε διαβεβαιώσεις αγάπης υπήρξαν ειλικρινέστερες από αυτές.
+
+Αλλά η συναίσθησις του σφάλματος του αφαιρεί την φλόγα από την
+έκφραση, και επιβάλλει κάποιαν επιφυλακτικότητα εις την διάχυσιν
+των αισθημάτων. Αφού δε το αισθάνεται ο ίδιος, πολύ περισσότερον
+θα το αισθανθή εκείνη, όταν το διαβάση. Όθεν αποφασίζει να μη
+γράψη πολλά. Αλλά και τούτο πάλιν είναι ύποπτον. Αυτήν βέβαια την
+επιφύλαξιν δεν θα την είχε, αν της έγραφε την προηγουμένην ημέραν.
+Μια στιγμή λοιπόν αθέμιτης ηδονής του εξάλειψε το θάρρος και την
+παντοτεινήν ευδαιμονίαν. Τότε ησθάνθη μίσος άσπονδον εναντίον της
+κ. Φέμπικ.
+
+Έγραψε της Μαλβίνας, πώς πέρασε από της λαίδης Ντόρσετ το κτήμα
+κέμεινε λίγο.
+
+Της έλεγε, πως ένας μόνο στοχασμός απασχολεί το πνεύμα του: το πώς
+νανταμωθούνε γρηγορώτερα.
+
+Ενώ ο Έδμον έγραφε, ο Γουλιέλμος ειδοποίησε την κ. Φέμπικ, πώς ο
+κύριος φεύγει για το Λονδίνον.
+
+Τρέχει ευθύς εκείνη και πέφτει στην αγκαλιά του. Ο έρως και τα
+δάκρυα την κάνουν υπέρκαλη. Τα μάτια της είναι χαύνα, τα χείλη της
+ηδυπαθή. τα στήθη της προκλητικώτατα. Αλλά ο Έδμον δεν προσέχει.
+
+ — Χρέος απαραίτητον με καλεί στο Λονδίνον. Άφισέ με.
+
+ — Και η Κίττη δεν αξίζει τίποτε πια για σένα, Έδμον!
+
+ — Έμεινα ήδη αρκετά!
+
+ — Καλά, τότε θα πάμε μαζί στο Λονδίνον, έχω κεγώ δουλειά εκεί, με
+στέλνει η κ. Μπιρτών.
+
+ — Όχι μαζί μου Κίττη για όνομα του Θεού.
+
+ — Όχι μαζί σου; και πώς θα μαποφύγης; πώς θα μεμποδίσης να
+σακολουθήσω; Πάγω να ετοιμασθώ αμέσως. Και έτρεξε ελαφρά ως δορκάς
+αφού τον εφίλησε περιπαθώς στα χείλη.
+
+Ο Έδμον τότε τρέχει και δίδει την επιστολήν της Μαλβίνας στον
+Γουλιέλμον, να της την στείλη και κατόπιν να έλθη με την άμαξαν
+στο Λονδίνον, αυτός δε καβαλλικεύει ένα ίππον και γίνεται άφαντος
+αφίνοντας για την Κίττη μία σιμειωσούλα.
+
+Η Κίττη φρένιασε από το κακό της. Ωστόσο συλλαμβάνει σατανικόν
+σχέδιον να εκδικηθή μεκείνη την σημείωση του Έδμον, που της
+έγραφε:
+
+«Φεύγω, Κίττη, και δεν θέλω πλέον να σε ιδώ, σε φοβούμαι. Κίττη!
+με δελεάζεις και με κάμνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . τον άγγελόν
+μου ακόμη!
+
+Σε μισώ, Κίττη. Αλλά περισσότερο βδελύσσομαι τον εαυτόν μου . . .
+ω τις αμαρτωλές ώρες που πέρασα κοντά σου!. . . .
+
+Η κ. Φέμπικ ερεθίζεται περισσότερο όσο διαβάζει τη σημείωση αυτή.
+Ζητεί και την επιστολή του Έδμον προς την Μαλβίναν και την
+διαβάζει και συλλογίζεται. Τέλος φωνάζει τον συνεργόν της.
+
+ — Άκουε Γουλιέλμε, αύριο εγώ φεύγω για τα Λονδίνο με το αμάξι
+σου. Τρέχα λοιπόν και δώσε το γράμμα του κυρίου στην κ. Σορκή. Πες
+της πώς ο κ. Σέυμουρ περιμένει την απάντησι στης λαίδης Ντόρσετ.
+Πες της ότι είχε κατ' αρχάς σκοπό να φύγη για το Λονδίνον, αλλά η
+κ. Φέμπικ τον παρεκάλεσε να μείνη για να την πάρη μαζί του,
+κεκείνος συγκατένευσε. Πρόσεχε να τα λες έτσι με συστολή και κοφτά
+κοφτά, που να φαίνεται ότι δεν τα λέγεις ελευθέρως, αλλά σου
+ξεφεύγουν από την αθυροστομίαν σου. Άφισε εν τω μεταξύ να σου πέση
+από την τσέπη σου εξ απροσεξίας τάχα αυτή η σημείωση του κυρίου
+σου προς εμένα.
+
+Και σχίζει το τέλος και ταφίνει ίσα με τη λέξη «τα πάντα . . »
+Κατόπι τα ζαρώνει στα δάκτυλά της και του τα δίδει, για να υποτεθή
+ότι το έγραψε και τόδωσε του Γουλιέλμου να του το δώση, όμως
+ύστερα ενέδωκε στας παρακλήσεις της, αλλά ξέχασε να το ζητήση
+πίσω.
+
+ — Όταν έρθης, του επρόσθεσε, στο Λονδίνον, σεμένα να φέρης την
+απάντησιν της κ. Σορκή· κιάν συμφέρη να τη δώσης στον κύριόν σου,
+σου την επιστρέφω. Πάρε τώρα δέκα λίρες και πιέ στην υγεία μου.
+Κάμε ότι σου λέγω ακριβώς, και θα ανταμειφθής γενναία.
+
+Ο Γουλιέλμος έφυγε αμέσως. Την άλλη μέρα και η κ. Φέμπικ
+αναχωρούσε για το Λονδίνον. Έτσι και τον σκοπόν της εκτελούσε και
+προς την κ. Μπιρτών εφαίνετο ευάρεστη, ως υπηρετούσα προθήμως τα
+καταχθόνιά της σχέδια, και της έγραψε:
+
+«Γνωρίζω ότι σας ευαρεστώ ακολουθούσα τον ανεψιόν σας εις
+Λονδίνον. Αι προς τους υπουργούς αιτήσεις σας είναι πιθανόν
+νακουσθούν ευνοϊκώτερα, όταν συνεργή προς τούτο και μία γυναίκα,
+που η φύση την έπλασε να αρέσκη. Η ελπίς πως θα σας γίνω χρήσιμη
+με κάμνει να παραβλέψω και τας παρεξηγήσεις που ενδέχεται να
+προκύψουν οπωσδήποτε από την τοιαύτην διαγωγήν μου.
+
+Ησθάνετο η τετραπέρατη γυναίκα, ότι για να εκδικηθή τη Μαλβίνα
+ήταν ικανή να διαπράξη τα πάντα.
+
+Έφθασε στο Λονδίνον τρεις ημέρας μετά τον Έδμον και πήγε στο ίδιο
+ξενοδοχείο. Εκείνος έλειπε· της είπαν ότι θα γυρίση αργά το βράδι.
+Χάρηκε πολύ· έπιασε ένα δωμάτιο κοντά στο δικό του και παρήγειλε,
+άμα επιστρέψη να της τον στείλουν.
+
+Ο Έδμον μόλις είχε φθάσει, έσπευσε να ζητήση τον λόρδον Χέριντεν,
+αλλά δεν τον ηύρε· είχε φύγει την προτεραίαν και κανείς δεν ήξαιρε
+πού επήγε. Δεν τολμούσε να γράψη στη Μαλβίνα, γιατί θα τον έψεγε
+μέσα της, ότι απέτυχε του ταξιδιού του τον σκοπόν ένεκα της
+βραδύτητός του παρά τη λαίδη Ντόρσετ.
+
+Κάθε μέρα επήγαινε και κάθε μέρα δεν τον εύρισκε. Έλεγε καθ'
+εαυτόν επιστρέφων εκείνο το βράδι στο ξενοδοχείον να καθίση και να
+της τα γράψη όλα. Να της ανοίξη την καρδιά του κεκείνη ας μην τον
+συγχωρήση, αν ήθελε.
+
+Μόλις ανέβηκε στο δωμάτιόν του, του είπαν ότι μία κυρία που ήλθε
+εκείνην την ημέραν ζητεί να τον ιδή. Αυτός προκατειλημμένος από
+την εικόνα της Μαλβίνας υποθέτει ότι εκείνη είναι και τρέχει στο
+δωμάτιο που του έδειξαν. Εμβήκε με λαχτάρα. Το δωμάτιον μόλις
+φωτίζεται. Μία γυναίκα ξαπλωμένη στην κλίνη. Ορμά και την σφίγγει
+στην αγκαλιά του. Αλλά . . . δεν ήτο η Μαλβίνα.
+
+Μόλις αναγνωρίσας την κ. Φέμπικ:
+
+ — Α δαίμονα! φωνάζει και τραβιέται, σαν να τον εδάγκασε έχινδα.
+
+Εκείνη δεν θυμώνει. Κλαίει.
+
+ — Έχει λοιπόν καμιά άλλη περισσότερα δικαιώματα επί του έρωτός
+σου από εμένα; Αχάριστε!. . . . Κεγώ περιφρόνησα την κοινή γνώμη,
+την οργή του ανδρός μου, τη λύσσα της θείας σου, άμα το μάθη, και
+ήρθα μόνο και μόνο, γιατί σαγαπώ . . .
+
+ — Αλλού να τα λες αυτά, Κίττη. Ξαίρω τι σε φέρνει εδώ. . . Μόνον
+η αγάπη δεν σε φέρνει. Ξέχασέ με. Κίττη. Μίσησέ με, όπως εγώ σε
+μισώ.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ MB'.
+
+
+
+ΟΛΕΘΡΙΑ ΕΙΔΗΣΙΣ
+
+Η Μαλβίνα μαζί με την κ. Κλάρα και τη Φανή επέστρεψε πάλιν εις το
+άσυλόν της.
+
+Είναι νύχτα. Η Κλάρα διαβάζει ένα βιβλίον εις επήκοον. Αίφνης
+παρουσιάζεται ο Γουλιέλμος. Η Κλάρα πετάχτηκε όρθια.
+
+ — Έρχεται μαζί και ο κύριος σου;
+
+ — Όχι, κυρία, εγώ τον άφισα στης λαίδης Ντόρσετ· και χαμογελά
+σατανικώς.
+
+ — Πώς! Δεν πήγε λοιπόν στο Λονδίνον;
+
+ — Ναι εκεί είχε σκοπόν να πάη, αλλά . . .
+
+ — Τι αλλά; . . . Μήπως ησθένησε στο δρόμο;
+
+ — Όχι δόξα το Θεό. Αλλά νά, πώς να σας το πω . . .
+
+ — Λέγε λοιπόν!
+
+ — Στης λαίδης, που λέτε, ηύρε διασκέδαση, καλή συναναστροφή,
+ωραίες γυναίκες.
+
+ — Η Μαλβίνα, ωχρίασε, αλλά δεν κατεδέχθη να εκτεθή προς τον
+υπηρέτην.
+
+ — Έχεις κανένα γράμμα του για μένα:
+
+ — Ναι βέβαια, έχω.
+
+Και της ενεχείρισε την επιστολήν.
+
+ — Αν υπάρχη ανάγκη απαντήσεως, να μου την δώσετε απόψε, διότι ο
+κύριος περιμένει.
+
+ — Πώς: Περιμένει στης λαίδης Ντρόσετ:
+
+ — Ναι, και μου είπε να κάνω γρήγορα, διότι βιάζεται ναναχωρήσει
+. . . αλλά δεν πιστεύω να τον αφίση η κ. Φέμπικ . . . θα τον
+κρατήση, για να ταξιδέψουνε μαζί στο Λονδίνον.
+
+Στο πρόσωπο της Μαλβίνας εζωγραφήθη φρικτή αλλοίωσις.
+
+Για όνομα Θεού! είπεν η Κλάρα, εσείς πάσχετε, έχετε ανάγκην
+βοηθείας.
+
+ — Μόνον εδώ θα την εύρω, είπε η Μαλβίνα με τρέμουσαν φωνήν,
+δείχνοντας την επιστολήν του Έδμον. Άφισέ με να την διαβάσω.
+
+Την διάβασε ανεκουφίσθη ολίγον. Της έλεγε ότι έμενε ακουσίως του
+και οι λόγοι που παρουσίαζε της εφάνησαν αρκετά πειστικοί. Όταν
+σηκώθηκε είδε κάτου ένα κομμάτι χαρτί. Το πήρε ήτο το γράψιμον
+εκείνου. Το ανέγνωσε και πάγωσε.
+
+ — Διάβασε! είπε στην Κλάρα.
+
+Εκείνη το διάβασε και έφριξε. Εκάλεσε τον Γουλιέλμον.
+
+ — Τι είν' αυτό; ρώτησε η Κλάρα.
+
+ — Α! έπεσε από μένα. Ο κύριος ήταν για να φύγη και μου έδωσε
+αυτήν την σημείωσιν να την δώσω της κ. Φέμπικ, αλλά εν τω μεταξύ
+έτρεξεν εκείνη προς αυτόν και τον έπεισε να μη φύγη, κέτσι έμεινεν
+άχρηστο αυτό το γραμματάκι, εγώ το ελησμόνησα στην τσέπη μου.
+
+ — Και έκρινες καλόν να το φέρης και να το ρίψης εδώ, αι;
+
+ — Κυρία. . . .
+
+ — Καλά, πήγαινε, του είπεν η Κλάρα με περιφρόνησιν άκραν. Εκείνος
+εξήλθε θορυβημένος.
+
+Η Μαλβίνα εν τω μεταξύ θέτουσα το χέρι στην καρδιά της
+επροσπαθούσε να κρατήση τους παλμούς της.
+
+ — Το χτύπημα έγινε, είπε. Η Μοίρα με πλήρωσε όπως μου έπρεπε . . .
+Παν οι όρκοι του . . . πάει η αγάπη του.....πάω κεγώ! . . .
+«Κίττη! . . .με κάνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . » ναι. . . . τα
+πάντα. . . κιάρχισε να κλαίη απαρηγόρητα.
+
+Από την θύραν έσκυψεν η Τομκίνα.
+
+ — Ο Γουλιέλμος ερωτά, αν η απάντησις της κυρίας είναι έτοιμη.
+
+ — Αμέσως αμέσως, απήντησε η Μαλβίνα σφογγίζουσα τα δάκρυά της, ας
+περιμένη λίγο ακόμα.
+
+Πήρε χαρτί και πέννα κέγραψε τα εξής:
+
+Έδμον!
+
+Ελησμόνησες τους όρκους σου . . . με ηπάτησες. Χάνεται ο κόσμος από
+μένα, αφού δεν χρεωστώ πλέον να σε αγαπώ. Όταν εσύ ζης δι' άλλην,
+η Μαλβίνα δεν ημπορεί να υπάρχη εις την ζωήν. Η καρδιά της, από
+την οποίαν θα επιχειρήση να σε αποσπάση, θα θραυσθή εις μύρια
+τεμάχια.
+
+Έδμον! Τι σέκαμα και μέφερες στη φρικτήν αυτήν άβυσσο; Ο έρως που
+με ενέπνευσες μου εθόλωσε τον νουν και μέκαμε να λησμονήσω το
+χρέος μου και την υπόσχεσίν μου προς την νεκράν φίλην μου. Συ δε
+μόνος, που μόνο για σένα εζούσα πλέον, είχες καταστή η μόνη πηγή
+των αισθημάτων μου, και η ευδαιμονία σου το μόνον μου χρέος.
+
+Και όμως με απάτησες. . . .
+
+Ω Έδμον, Έδμον! . . .τουλάχιστον να μη σε εύρη αδιάφορο η αγγελία
+του θανάτου μου . . . . και μην πεις και τότε
+
+ «Κίττη με κάμνεις να ξεχάσω τα πάντα»
+
+ Έχε υγείαν, Έδμον . . .
+ Έχε υγείαν . . . »
+ Μαλβίνα.
+
+Η πέννα έπεσε από τα χέρια της.
+
+ — Όση ζωή είχα την έρριψα μέσ' σαυτό το γράμμα. Διπλώστε το και
+στείλτε το. Εγώ δεν μπορώ πια να βαστάξω. Μου φαίνεται πώς θα
+ξεψυχήσω.
+
+Έκλεισε τα μάτια της. Ήταν πελιδνή σαν νεκρή. Η Κλάρα ετρόμαξε,
+και επεχείρησε να την ανακαλέση εις την ζωήν.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ '.
+
+ΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ
+
+
+
+Ο Γουλιέλμος πήρε το γράμμα και έσπευσεν εις το Λονδίνον. Πέρασε
+από της λαίδης Ντόρσετ και έμαθε την αναχώρησιν της κ. Φέμπικ με
+το αμάξι του· εξακολουθεί τον δρόμον του. Όταν έφθασε εις το
+Λονδίνον επήγε εις το Ξενοδοχείον που έμενεν ο Έδμον και ευρίσκει
+εκεί την Κίττη. Του πήρε το γράμμα. Το άνοιξε και το διάβασε.
+
+ — Φύγε γρήγορα, του είπε. Κάμε ότι έρχεσαι αύριο πολλά πρωί· ο
+κύριος σου θα είναι εδώ. Πες του πώς για πιο ασφάλεια το πήγες εσύ
+το γράμμα στην κ. Σορκή. Είχε, πες πολλούς ξένους και δεν είχε
+καιρό να γράψη. Πες ότι ήταν και ο ιερεύς Πρίορ μεταξύ των ξένων
+της. Η κ. Μπιρτών και εγώ σε προστατεύομεν. Λάβε εικοσιπέντε
+χρυσάς λίρας και σπεύσε, μήπως φανή, όπου κιάν είναι, ο κ. Έδμον,
+γιατί τότε χαθήκαμε και συ κεμείς.
+
+Ανέβηκε στο δωμάτιό της και διάβασε εμπεριστατωμένως το γράμμα της
+Μαλβίνας. Απεφάσισε δε και της έγραψεν η ιδία λέγοντας της, ότι ο
+Έδμον έχει βαρεθεί και αηδιάσει τα παθητικά όλο παράπονά της και
+χωρίς να διαβάση το γράμμα της το έδωκε εις αυτήν και ετελείωνε ως
+εξής. «Φίλη μου, η καρδιά του Έδμον δεν παίρνει από δάκρυα. Όμως
+εγώ, άμα τον βαρεθώ, θα σε διδάξω πώς πρέπει να του φερθής, για
+ναποχτήσης και συ την αγάπη του».
+
+Έτσι κάμνοντας η κ. Φέμπικ δεν εφαντάζετο τι μεγάλο κακό έκαμνε
+στην ευαίσθητη εκείνη γυναίκα.
+
+Ωστόσο ο Γουλιέλμος το πρωί της επιούσης παρουσιάσθη εις τον Έδμον
+και του ωμίλησε καθώς εδιδάχθη. Αλλά αυτός τίποτε δεν ένιωθε απ'
+αυτά.
+
+Ποιους ξένους τάχα ημπορούσε να δέχεται η Μαλβίνα, και μάλιστα πώς
+μπορούσαν να την εμποδίσουν να γράψη στον σύζυγόν της. Ο κ. Πρίορ!
+. . . Α εδώ κάτι τρέχει.
+
+ — Μου φαίνεσαι ένας αχρείος, ένας καρκούργος· του λέγει με θυμό,
+και δεν ξαίρω ποιος θα σε γλυτώσει από τα χέρια μου αν . . .
+
+Ο Γουλιέλμος άρχισε να τα χάνει και μέσα στην σαστισμάρα του
+ορκίζεται φρικτούς όρκους ότι λέγει αλήθεια και ρίχνει το πνεύμα
+του κυρίου του εις δισταγμούς και αμηχανίαν. Έτσι υπεκφεύγει προς
+στιγμήν και γίνεται άφαντος.
+
+Την άλλη μέρα ο Έδμον ματαίως εζήτησε παντού τον υπηρέτην του.
+Τότε αρχίζει να βεβαιώνεται, ότι ο αχρείος εκείνος τον ηπάτησε.
+Φοβάται για τη Μαλβίνα. Μύριες προαισθήσεις ολέθριες τον
+βασανίζουν. Κάθεται και της γράφει μίαν επιστολήν, εκθέτει την
+έκπληξιν και την ανησυχίαν του. Την φέρνει ο ίδιος στο
+ταχυδρομείον, φοβούμενος ότι τον περικυκλώνουν άπιστα χέρια. Η
+εικόνα των βασάνων, που θα είναι εκτεθειμένη η αγαπητή του
+Μαλβίνα, κάμνουν περισσότερον οδυνηράν την τύψιν για τας αδικίας
+του προς εκείνην.
+
+Ακαταπαύστως πηγαινοέρχεται στου λόρδου Χέριντεν, αλλά δεν τον
+ευρίσκει. Από την Μαλβίναν δεν μανθάνει τίποτε. Θέλει να επιστρέψη
+προς αυτήν, να την ιδή ζωντανήν, να φέρη την γαλήνην εις την ψυχήν
+της. Αλλά πώς να αναχωρήση από το Λονδίνον, χωρίς να της φέρη την
+άδειαν, να έχη την Φανήν κοντά της παντοτεινά;
+
+Εν τω μεταξύ αι ραδιουργίαι της κ. Μπιρτών διεξαγόμεναι διά της κ.
+Φέμπικ καταχθονίως επιτυγχάνουν, και το διάταγμα της εξορίας του
+Έδμον εις τας Ινδίας εκδίδεται, ως ρουσφέτι μάλλον, παρά ως κάτι
+νόμιμον. Το όνομα του λόρδου Στάφφορδ συνήργησε τα μέγιστα προς
+τούτο.
+
+Ενώ δε εις τα σκοτεινά υφαίνετο ο όλεθρός του, έμαθε ότι ο λόρδος
+Χέριντεν είναι στο σπίτι του. Τρέχει λοιπόν, ειδοποιεί ποίος
+είναι, και παρουσιάζεται εις αυτόν.
+
+Κάποιος κύριος αγαθού και ευσχήμου ήθους τυχών εκεί στου λόρδου,
+άμα άκουσε τα όνομα του Έδμον Σέυμουρ, τον παρατηρεί με συμπαθή
+περιέργεια και τον ερωτά με τρόπον, αν είναι ανεψιός της κ.
+Μπιρτών και αν γνωρίζη τον λόρδον Στάφφορδ. Ο Έδμον απεκρίθη ναι,
+και ο άνθρωπος εκείνος εσκυθρώπασε και εξήλθε κάμνων σχήμα οίκτου.
+
+Ο Έδμον τίποτε δεν αντελήφθη. Ήθελε να προτείνη προς τον Χέριντεν
+την επιθυμίαν του και δεν ήξαιρε πώς ναρχίση.
+
+ — Βεβαίως είναι η κ. Μπιρτών, που μου δίδει την τιμήν να σας
+γνωρίσω. Αλλά περίεργον πώς δεν μου γράφει τίποτε στο γράμμα της
+που ηύρα εδώ, με το οποίον με πληροφορεί, ότι κατά την μεταξύ μας
+συμφωνία έλαβε από τα χέρια της κυρίας Σορκή την κόρη μου, διότι
+εκείνη υπανδρεύθη.
+
+ — Τι λέτε μιλόρδε; Έμαθε λοιπόν η κ. Μπιρτών τον γάμον μου και
+ήρπασεν η σκληρά την κόρην σας από τα χέρια της Μαλβίνας;
+
+ — Τον γάμον σας; σεις ο σύζυγος της κ. Σορκή;
+
+ — Εγώ, μάλιστα.
+
+ — Ωστόσο η κυρία Μπιρτών μου γράφει, ότι ο σύζυγος της κ. Σορκή
+είναι ένας ασήμαντος, ακόμη ένας άθλιος, ο οποίος είναι ντροπή της
+οικογενείας του.....
+
+ — Ώστε η κ. Μπιρτών εστοχάσθη ότι εν τω μεταξύ θα εύρισκε καιρόν
+να συμπληρώση τα κακά της βουλεύματα εναντίον της αθωοτάτης
+εκείνης γυναίκας; Μιλόρδε, ήρθα επίτηδες στο Λονδίνον, να σας
+παρακαλέσω να ευδοκήσετε ναφίσετε την κόρην σας εις τας χείρας,
+της εναρετωτέρας από όλας τας γυναίκας. Ω! μιλόρδε, σας ηπάτησαν·
+ίσως εκπνέει την στιγμήν αυτήν μη δυναμένη να υποφέρη τον
+αποχωρισμόν του τέκνου σας!
+
+ — Τω όντι, σερ Έδμον, η κ. Σέυμουρ είναι αξία πάσης εμπιστοσύνης,
+αφού εξέλεξε σύζυγον εσάς, αλλά ως πατήρ έχω χρέος να φροντίσω για
+την ευτυχίαν του τέκνου μου. . . . Εγώ είμαι κατεστραμμένος και η
+κ. Μπιρτών θαναπληρώση προς την Φανήν την στέρησιν της πατρικής
+της περιουσίας.
+
+ — Η κ. Μπιρτών ευκάλως αποποιείται αύριον, ό,τι υπόσχεται
+σήμερον. Εγώ όμως, ο οποίος είμαι κληρονόμος της κ. Μπιρτών, έχω
+δε και ιδικήν μου περιουσίαν, σου υπόσχομαι ενόρκως, ότι είμαι
+διατεθειμένος να πράξω περισσότερα υπέρ της Φανής, παρ' ό,τι ήθελε
+πράξει εκείνη. Εγώ και η Μαλβίνα υιοθετούμεν την Φανήν Χέριντεν.
+Τρέχω να φέρω ένα συμβολαιογράφον· εσείς θα υπογράψετε διαταγήν,
+δυνάμει της οποίας θα μας αποδοθή η Φανή Χέριντεν από την κ.
+Μπιρτών, εγώ δε θα υπογράψω την πράξιν της υιοθεσίας, και αν
+κάμωμε παιδιά, η κόρη σας θα είναι ισότιμος συγκληρονόμος, αν δε
+μείνωμε άτεκνοι, θα είναι η μόνη μας κληρονόμος.
+
+Εξέρχεται λοιπόν πάραυτα και μετ' ολίγον επιστρέφει με ένα
+συμβολαιογράφον, εις τον οποίον καθ' οδόν εξέθεσε όλα της
+υποθέσεως τα καθέκαστα.
+
+ — Λάβετε την καλωσύνην να συντάξετε τα έγγραφα, είπεν ο λόρδος
+Χέριντεν προς τούτον, ενώ ημείς με τον σερ Έδμον θα είμεθα εις το
+παρακείμενον δωμάτιον, όπου κάποιος κύριος ζητεί να ομιλήσει προς
+εσάς κύριε Σέυμουρ.
+
+ — Προς εμέ, είπατε; ερώτησε ο Έδμον με απορία, και έσπευσε να
+ιδή, ποιός τον θέλει, και βλέπει τον καλόν εκείνον κύριον, που του
+ωμίλησε προ ολίγου. Τον εχαιρέτησε και τον ερωτά εις τι δύναται να
+λάβη την τιμήν να του φανή χρήσιμος.
+
+ — Όχι δυστυχώς εσείς προς εμένα, αλλά εγώ προς εσάς θα λάβω το
+ευτύχημα να σας φανώ χρήσιμος, είπε με αγαθότητα ο καλός κύριος,
+και ελπίζω να το επιτύχω. Κάποιοι δικοί σας θέλουν να σας
+αδικήσουν, και από το λίγο που σας εγνώρισα, εννόησα ότι σας
+συκοφαντούν, και έλαβα μεγάλη συμπάθεια για σας, διότι ολότελα
+αγνοείτε, ως φαίνεται, το κακό που σας ετοιμάζουν.
+
+ — Δεν έχω είδησιν τω όντι.
+
+ — Οι εχθροί σας είναι ισχυροί. Έχουν πείσει την Κυβέρνησιν να σας
+εξορίση στας Ινδίας, διότι, λέγει, στο Έδιμμπουργκ σχηματίζετε
+πολιτικόν κόμμα υπέρ των επαναστατικών αρχών της Γαλλίας. Αύριον
+μέλλει να εκδοθή το διάταγμα της εξορίας σας.
+
+ — Φρίκη! Θέλουν λοιπόν να σκοτώσουν μια δυστυχισμένη και ενάρετη
+γυναίκα, για να με ρίψουν εμένα κατόπιν εις απόγνωσιν! Και ποιοι
+είναι αυτοί, μπορώ να μάθω;
+
+ — Η αναφορά ήταν υπογραμμένη από την κ. Μπιρτών και τον λόρδον
+Στάφφορδ και από μερικούς άλλους τα πρώτα φέροντας.
+
+ — Και πώς εσείς επείσθητε περί της αθωότητός μου;
+
+ — Δεν ημπορούσα βέβαια να σας καταδικάσω πριν σας ακούσω! Και
+ιδού τώρα που σας εγνώρισα και έμαθα τα καθ' υμάς από τον λόρδον
+Χέριντεν, είμαι βέβαιος ότι συκοφαντείσθε, και σας παρακαλώ να
+έλθητε μαζί μου, για να σας απαλλάξω από την συμφοράν που σας
+περιμένει.
+
+Και πράγματι ο κύριος εκείνος ήτο ο Δουξ Ε . . . εκ των πολύ
+σημαινόντων εις την πολιτικήν, άνθρωπος δίκαιος και ευσυνείδητος,
+ο οποίος έβαλε όλα του τα δυνατά, να σώση τον Έδμον. Τον
+παρουσίασεν αυθημερόν εις τον βασιλέα και εις τους υπουργούς.
+Κατώρθωσε να διασαφηνισθή η υπόθεσις και έτσι το διάταγμα δεν
+εξεδόθη και ο Έδμον απηλλάγη της εξορίας. Συναισθανόμενος δε
+οποίον κίνδυνον διέφυγε εξέφρασε την βαθείαν ευγνωμοσύνην του προς
+τον αγαθόν προστάτην του, ειπών προς αυτόν, ότι η σύζυγός του θα
+είναι η παντοτεινή ευχέτης προς τον ύψιστον υπέρ της υγείας και
+ευτυχίας του σωτήρος των, διότι εκείνην προ πάντων έσωσε. Και
+τοιουτοτρόπως τον απεχαιρέτισε.
+
+Αφού υπέγραψε μετά του λόρδου Χέριντεν τα δύο έγγραφα και
+αντήλλαξαν αυτά αμοιβαίως, τον απεχαιρέτισε και ήρθε στο κατάλυμά
+του, για να ετοιμασθή και φύγη το ταχύτερο για τη Σκωτία. Άμα ως
+εμβήκε, του έδωκαν ένα γράμμα της κ. Κλάρας με τις ολίγες αυτές
+γραμμές,
+
+«Δεν μπορώ να εξηγήσω, διατί προσποιείσθε απορία, ότι δεν ελάβατε
+επιστολάς παρά της κ. Μαλβίνας, διότι πώς μπορείτε να ξεχάσετε το
+σημείωμα που δώσατε επιβούλως στην κ. Φέμπικ, και το οποίον έκαμε
+την καημένη τη Μαλβίνα να μη σας πιστεύση πλέον, και αν διαρραγήτε
+ορκιζόμενος και αρνούμενος. Ωστόσο ακόμα δεν μπορώ να πιστεύσω ότι
+εσείς συνεργήσατε στην αρπαγή της Φανής, ούτε στη βδελυρά επιστολή
+που της έστειλε η κ. Φέμπικ. Αν λοιπόν σώζεται ακόμα μέσ' στην
+ψυχή σας μόριον αισθήματος ανθρωπίνου, πρέπει να φρίξετε βλέπων,
+ότι είσθε περικυκλωμένος από τους φονιάδες της γυναίκας σας. Κιάν
+θέλετε να την δήτε για τελευταία φορά, μηδέ στιγμήν μη χάνετε».
+
+Το γράμμα αυτό τον κατετάραξε. Ήταν κάτι περισσότερο από τρομερό
+το κακό που του έκαμαν, ήταν καταχθόνια συνέργεια όλων των
+δαιμόνων της κολάσεως. Εισέρχεται στο δωμάτιον της κ. Φέμπικ για
+να τη ρωτήση με ποιο δικαίωμα ετόλμησε να του κάνη τόσο μεγάλο
+κακό. Εκείνη εκοιμάτο ωραία όσον ουδέποτε αλλά ο Έδμον την βλέπει
+ως Ερυννύα.
+
+Απάνω στο κομό της βλέπει ένα γράμμα ανοιχτό. Αναγνωρίζει τον
+γραφικόν χαρακτήρα της Μαλβίνας, το παίρνει και το διαβάζει.
+Φρίκη! Η καρδιά του χτυπά σαν το σφυρί στο αμόνι, όταν διαβάζει
+τας σπαραξικαρδίους εκείνας εκφράσεις της δυστυχισμένης της
+Μαλβίνας του. Οι λυγμοί τον πνίγουν. Εξυπνά η κ. Φέμπικ και
+φρίττει βλέπουσα αυτόν να κρατεί στα χέρια του το κλεμμένο από
+αυτήν γράμμα της γυναίκας του.
+
+Εκείνος τη βλέπει με φρικτήν περιφρόνησιν.
+
+ — Πόρνη! της λέγει, την φτύνει και φεύγει.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ΄.
+
+ΤΡΕΛΗ.
+
+
+
+Ο Έδμον σπεύδει. Η άμαξά του τρέχει ημέρα και νύκτα. Ύπνο δεν
+δίδει στους καταπονημένους οφθαλμούς του. Η αδικημένη τόσο Μαλβίνα
+ψυχομαχώντας παρουσιάζεται πάντα στην αναμμένη φαντασία του.
+
+Αν τον έβλεπε κανείς, θα τον έπαιρνε για παράφρονα. Η απόγνωσις
+είναι χαραγμένη στη φυσιογνωμία του όλη· έτσι πάντα ο αμαρτωλός
+βασανίζεται από τας σκέψεις της ιδίας ψυχής του.
+
+Άμα έφθασε στην νέαν κατοικίαν της συζύγου του, κατεβαίνει από την
+άμαξαν και ανοίγει το παραπόρτι με το κλειδί που κρατούσε επάνω
+του και εμβαίνει μέσα στον κήπο. Η σελήνη λάμπει πλησιφαής,
+αισθάνεται ψύχος δριμύ. Τα κυπαρίσσια ρίχνουν τις σκιές των τις
+μελαγχολικές. Τα έλατα ψιθυρίζουν πένθιμα. Κάπου ακούστηκε η φωνή
+της γλαυκός εβόησε στην παγκόσμια σιωπή της νυκτός, και τα πέριξ
+επανέλαβον τον απαίσιον αντίλαλον. Ο Έδμον ερρίγησε, τα γόνατά του
+τρέμουν.
+
+Αίφνης προσκόπτει εις ένα τάφον. Φρίκη! απέθανε κανείς εδώ;
+Φωνάζει με λαχτάρα:
+
+ — Μαλβίνα! . . . . Μαλβίνα!
+
+Φωνή ιλαρά και ασθενής μέσα από τα δένδρα αποκρίνεται.
+
+ — Ποιος φωνάζει τη Μαλβίνα;
+
+Σηκώνει το κεφάλι του να ιδή. Ακούει θρουν εσθήτος μεταξύ των
+φύλλων. Βλέπει γυναίκα σκεπασμένην με μαύρη σκέπη.
+
+ — Ποιος είσαι; του λέγει με φωνή αδύνατη. Τι θέλεις και ταράττεις
+την ησυχία των νεκρών;
+
+ — Μαλβίνα! εφώναξεν έξαλλος εκείνος.
+
+ — Η Μαλβίνα . . . Δεν υπάρχει πλέον η Μαλβίνα . . . αφότου έπαυσε
+να την αγαπά εκείνος . . .
+
+Την αρπάζει στην αγκαλιά του τη σφίγγει και την φιλεί με
+περιπάθειαν.
+
+ — Γυναικούλα μου! δεν με αναγνωρίζεις λοιπόν! Ξέχασες τον Έδμον,
+που τόσο σαγαπά!
+
+Εκείνη τον απωθεί.
+
+ — Τη νύχτα της απελπισίας τον εκάλεσα πολλάκις, αλλά δεν ήλθε,
+αγαπά μίαν άλλη . . . . όχι εμένα.
+
+ — Όχι! Εσένα, εσένα μονάχα αγαπώ, Μαλβίνα μου. Εγώ είμαι ο Έδμον
+και ήρθα, για να μη σε αποχωρισθώ πλέον.
+
+Εκάθισε επάνω σε μια πέτρα και με πικρόν μειδίαμα απήντησε.
+
+ — Μπα! Θέλετε να μου τα κρύψετε. Εγώ τα ξαίρω όλα. Ο Έδμον δεν
+έρχεται πια εδώ . . . . Τον έκλεψεν εκείνη η ξένη. . . . Δεν τη
+θυμάται πια τη Μαλβίνα . . . . ίσως μάλιστα και την μισεί . . .
+
+Της έπιασεν ανάλαφρα τα κεφάλι, εκόλλησε τα χείλη του στο χλωμό
+της πρόσωπο και της είπε δακρύων.
+
+ — Ο Έδμον να σε μισήση! . . . Μάρτυς μου ο Θεός, ποτέ του δεν
+σαγάπησε όπως τώρα.
+
+ — Μη μου το λέτε αυτό, γιατί έτσι δεν μαφίνετε ναποθάνω.
+
+ — Θεέ μου! με τιμωρείς για τα μεγάλα κακά που έχω κάνει στον
+κόσμο! . . . Ω Μαλβίνα! Μαλβίνα· αδικημένη κοπέλλα. Έτσι λοιπόν
+καταπονείται και πάσχει η αρετή σου για να τιμωρηθή η κακία μου!
+. . . Για όνομα Θεού, μη με βλέπεις έτσι! . . . με σκοτώνει τα άγριο
+βλέμμα σου.
+
+Πέφτει στα πόδια της και της τα φιλεί. Εκείνη μένει αναίσθητη στας
+περιποιήσεις του, αδιάφορη στα αναφυλλητά του.
+
+Σηκώνεται και πηγαίνει στον τάφο, που κατεσκεύασε η ιδία, και
+γονατίζει.
+
+ — Κλαίρη μου, φίλη μου, θέλω νάρθω πλησίον σου μέρες τώρα, και συ
+εξακολουθείς να μαφίνης ακόμη εδώ στον άχαρο αυτόν κόσμο για να
+βασανίζομαι. Με σιχάθηκες λοιπόν, διότι παρέβην τους όρκους μου
+προς σε, και δεν θέλεις να με ξαίρης, για τούτο δεν με παίρνεις
+πλησίον σου! . . . Πόσον καιρόν, ακόμη θα με τιμωρήσης, ω αγία
+ψυχή . . . Είχα ορκισθή να μην αφίσω ουδέ στιγμήν την κόρη σου από
+κοντά μου, και ιδού τώρα άφισα και μου την έκλεψαν . . . Δικαίως
+λοιπόν με τιμωρείς . . . Αλλά οίκτιρέ με και πάρε με . . . Αύριο,
+αύριο χωρίς άλλο.
+
+Σηκώθηκε και κρέμασε τη μαύρη σκέπη της σε κλαδί κυπαρίσσου. Η
+ξανθή κόμη της εσκορπίσθη γύρω στον τράχηλόν της, την εμάζευσε και
+την έρριξε πίσω στους ώμους της. Επροχώρησε κατόπιν προς την
+οικίαν. Η σελήνη φέγγει το πρόσωπόν της, το χλωμόν και αλλοιωμένον
+από την λύπην. Επροχώρησε και ο Έδμον κατόπιν της.
+
+ — Η Μαλβίνα μου, Θεέ μου, είναι αυτή! . . . .
+
+Εκείνη εισέρχεται εις την αίθουσαν, όπου την επερίμενε η φίλη της
+η κ. Κλάρα.
+
+ — Ιδού ήρθα πάλι. Δεν με παίρνει η Κλαίρη, η ψυχή μου δεν είναι
+καθαρά. Μ' αφίνει να την εξαγνίσω. . . Δεν εγνώριζα, ότι είναι
+τόσο δύσκολο να αποθάνω.
+
+Η κ. Κλάρα ανεστέναξε, την έλαβε από το μπράτσο να την οδηγήση
+στον κοιτώνα της. Στην θύραν είδε τον κ. Έδμον και εξαφνίσθη.
+
+ — Σεις εδώ! . . . Σας είδε λοιπόν; της μιλήσατε καθόλου;
+
+ — Ναι! λέγει ο Έδμον μόλις ακουόμενος.
+
+ — Και έμεινεν αναίσθητος;
+
+Εκείνος αντί πάσης απαντήσεως ήρχισε τους λυγμούς και τα δάκρυα. Η
+κ. Κλάρα άπελπις ερρίφθη εις ένα κάθισμα.
+
+ — Λοιπόν τετέλεσται! . . . Κάθε ελπίδα μου εκόπη. Αλίμονο! φτωχή
+μου φίλη. Ο Έδμον έξαλλος ολοφύρεται:
+
+ — Ω! πώς απέπτη νους τοσούτο ευγενής!
+
+Η Μαλβίνα τον πλησιάζει και τον ατενίζει με περιέργεια.
+
+ — Πώς κλαίει ο ευτυχής αυτός θνητός! . . . Αχ μόνον εγώ δεν μπορώ
+πλέον να κλάψω . . . ω! εγώ έχω χύσει πλέον όλα τα δάκρυά μου.
+Τώρα περιμένω να με καλέση εκεί επάνω η φίλη μου η Κλαίρη
+Χέριντεν. Εκεί θα αναπαυθώ πλέον από τους πόνους μου. Εκεί θα
+γλυτώσω από τα βάσανα . . . . Αλλά πώς να τολμήσω να παρουσιασθώ,
+αφού έχασα το τέκνον της; Αν τολμήσω να πάγω κοντά της, θα
+αποστρέψη το πρόσωπόν της με φρίκη . . . «Τι έκαμες το τέκνον μου;
+τι έκαμες την Φανήν μου επίορκη! . . .» ω! Έδμον, Έδμον!
+
+Και έπεσε εξηντλημένη εις ένα καναπέ. Τα μάτια της έκλεισαν και τα
+μέλη της εχαλαρώθησαν. Ο Έδμον έβγαλε από το θυλάκιον ένα χαρτί.
+
+ — Ιδού έγγραφον του λόρδου Χέριντεν, είπε στην Κλάρα, δυνάμει του
+οποίου δύναμαι να της αποδώσω ευθύς την κόρην της.
+
+ — Μη χάνετε λοιπόν καιρόν σερ Έδμον, είπεν η Κλάρα, τρέξατε να
+φέρετε την Φανήν.
+
+ — Τρέχω ευθύς μόλις ξημερώσει είπεν εκείνος. Τολμώ να ελπίσω
+πολλά από την παρουσίαν του κοριτσιού. Αυτό είναι που ταράζει το
+πνεύμα της, η ιδέα πώς το έχασε την τρελάνει. Αυτή που συγχωρούσε
+ολωνών τα σφάλματα με την αγαθότητα της καρδίας της, αφότου
+εστοχάσθη ότι είναι ένοχος η ιδία, το εθεώρησε φοβερόν και έχασε
+τον νουν της. Η ολοκάθαρη ψυχή της δεν ημπόρεσε να ανθέξη στας
+τύψεις του συνειδότος.
+
+Τη Μαλβίνα την εσήκωσαν σιγά σιγά και την έφεραν εις τον κοιτώνα
+της, χωρίς να το καταλάβη. Εκείτετο δε άφωνη και αναίσθητη και
+τίποτε δεν διέκρινε. Είχε πέσει εις είδος νάρκης.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'.
+
+Η κ. ΜΠΙΡΤΩΝ
+
+
+
+Ημέρας τινάς πριν ή έλθη ο σερ Έδμον, μία άμαξα εστάθμευσε προ της
+κατοικίας της Μαλβίνας. Μία γυναίκα κατέβη και εισήλθε εις το
+αγροκήπιον ακολουθουμένη από ένα άνδρα.
+
+Η γυναίκα αυτή ήτο η κ. Μπιρτών, ο δε ακόλουθός της ήτο ο
+Ειρηνοδίκης της περιφερείας, ο οποίος είπε:
+
+ — Ζητώ να παρουσιασθή ενώπιόν μου η λαίδη Μαλβίνα Σέυμουρ.
+
+Μετ' ολίγον παρουσιάζεται η κ. Κλάρα με την Μαλβίναν.
+
+ — Δεν υπάρχει ενταύθα καμία κυρία με τέτοιο όνομα, είπε.
+
+ — Δεν ωφελούν αι προσποιήσεις, λέγει τότε η κ. Μπιρτών. Ιδού
+αντίγραφον της πράξεως του γάμου, από τον κώδικα της εκκλησίας,
+όπου ούτος ετελέσθη.
+
+Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη. Η δε άφιλη και δολία κ. Μπιρτών της
+επρόσθεσε:
+
+ — Εκείνο το οποίον ίσως η κ. αγνοεί είναι, ότι ο σερ Έδμον
+Σέυμουρ, είτε διότι ηγάπησεν άλλην ωραιοτέραν, είτε και διότι
+εννόησε το μέγεθος της αφροσύνης του, επιθυμεί να διαλύση τον
+γάμον, διότι τον θεωρεί εις το εξής ως δυστύχημά του. Ιδού, κυρία,
+το διαζύγιον, τα οποίον ανεδέχθην να σας φέρω εκ μέρους του. Αν
+υπογράψετε, ακυρώνεται ο γάμος σας και η Φανή Χέριντεν μένει κοντά
+σας, αν αρνηθείτε όμως, το θέλημα του πατρός της είναι να την
+παραδώσετε εις εμέ αυτοστιγμεί. Ιδού και το έγγραφον. Ο κ.
+ειρηνοδίκης από δω ήλθε να ενεργήση την εκτέλεσίν του.
+
+Η Μαλβίνα της απήντησε με θάρρος και ατάραχη.
+
+ — Κυρία, επειδή εις αυτό το έγγραφον δεν βλέπω την υπογραφήν του
+σερ Έδμον Σέυμουρ, δεν μπορώ να βάλω την υπογραφήν μου.
+
+ — Τότε λοιπόν θα σας πάρωμεν το παιδί.
+
+ — Κατά του αδικήματός σας τούτου θα ζητήσω την προστασίαν των
+νόμων. Και μη φρονείτε ότι θα υπερισχύετε πάντοτε, τότε ο κόσμος
+θα γνωρίση ποία είσθε και θα φρίξη . .
+
+Η κ. Μπιρτών ταραγμένη στρέφεται προς τον ειρηνοδίκην.
+
+ — Βλέπετε, ότι η κυρία δεν συγκατανεύει εις τίποτε. Εκτελέσατε,
+παρακαλώ, τας διατάξεις του νόμου, του οποίου είσθε λειτουργός.
+
+ — Προσέξατε, κύριε, κακήν υπόθεσιν αναδέχεσθε· εγώ είμαι ξένη
+προς αυτήν, ωστόσο σας λέγω θα μεταμεληθήτε κατόπιν.
+
+ — Μην ανακατώνεσθε, κυρία Κλάρα. Κύριε ειρηνοδίκη, σας καλώ να
+εκτελέσετε τον νόμον, είπε με ταραχήν η κ. Μπιρτών, το εις χείρας
+μου έγγραφον είναι περιβεβλημένον με όλους τους τύπους της
+νομιμότητος και εκδέχομαι από σας την άμεσον εκτέλεσίν του.
+
+Τότε ο ειρηνοδίκης διέταξε τους υπηρέτας να του φέρουν την Φανήν
+Χέριντεν και κανείς δεν ετόλμησε ναρνηθή, διότι εν Σκωτία σέβονται
+και φοβούνται τους λειτουργούς του νόμου.
+
+Ωστόσο η Μαλβίνα βλέπουσα ότι θα έχανε το κορίτσι, έκαμε και την
+τελευταίαν απόπειραν συμβιβασμού.
+
+ — Αφίσατέ μου προσωρινά το κοριτσάκι υπό εγγύησιν χρηματικήν
+καταβλητέαν αμέσως εις τον κ. ειρηνοδίκην, έως ότου ο κ. Έδμον
+Σέυμουρ υπογράψη το χωρισοχάρτι. Σας ορκίζομαι ότι τότε θα
+υπογράψω και εγώ την διάλυσιν του γάμου, ειδεμή χάνω τα χρήματα
+της εγγυήσεως και πάλιν δυνάμει του εγγράφου του λόρδου Χέριντεν
+μου παίρνετε και την κόρην του.
+
+Εις τον ειρηνοδίκην εφάνη το πράγμα λογικόν. Αλλά η κ. Μπιρτών, η
+κακίστη πασών των γυναικών, απήντησε:
+
+ — Κυρία, απαιτώ άνευ αναβολής ή την υπογραφήν σας, ή το κορίτσι.
+Τρίτον τι δεν εισχωρεί.
+
+Ήλθεν εκεί η υπηρέτρια της κ. Μπιρτών, η Τάπα και είπε ότι η
+διαταγή του κ. ειρηνοδίκου εξετελέσθη και το κοριτσάκι είναι εντός
+της αμάξης. Η Μαλβίνα ετινάχθη έξω.
+
+ — Μου αρπάζουν λοιπόν το παιδί μου!
+
+ — Μητέρα, μητέρα! έλα λοιπόν! Τι; μόνη μου θα μαφίσης;
+
+ — Όχι, δεν θα σαφίσω! και ρίχτηκε μπρος στους τροχούς της αμάξης.
+
+ — Παραμερίσατε την κυρίαν. Βλέπετε ότι είναι τρελή.
+
+ — Και τι ελπίζετε από αυτήν σας την απανθρωπίαν, κυρία;
+
+ — Σηκώσετε από δω την δυστυχισμένην αυτήν παράφρονα, είπε πάλιν η
+κ. Μπιρτών τρέμουσα από θυμόν.
+
+Τότε η Μαλβίνα βλέποντας, ότι ήσαν έτοιμοι οι βάρβαροι εκείνοι να
+την απομακρύνουν διά της βίας, τρέχει και πέφτει στα πόδια της κ.
+Μπιρτών.
+
+ — Σας εξορκίζω εις τον Θεόν, εις την φιλανθρωπίαν, εις την
+ησυχίαν της ψυχής σας, μη μου αρπάζετε το παιδί αυτό μέσα από την
+αγκαλιά μου. Θαποθάνωμε και οι δύο μας. . . . Και το αίμα μας θα
+βοά εναντίον σας. Λυπηθήτε μας!
+
+ — Από σας εξαρτάται να το κρατήσετε κοντά σας! , . . Υπογράψατε.
+
+ — Έχιδνα! εφώναξε τότε έξω φρενών η Μαλβίνα, φύγετε από δω! Με το
+πλαστό αυτό έγγραφο ελπίσατε να απατήσετε και μένα και τον άντρα
+μου, και να μας χωρίσετε. Ο Έδμον έρχεται σε λίγο, έννοια σας!
+Αύριο ίσως θα είναι εδώ και τότε τα λέμε. . . . Πηγαίνετε τώρα!
+Και έπεσε ολωσδιόλου άτονη.
+
+Η δυσειδής ψυχή της Μπιρτών την ώραν εκείνην εζωγραφίζετο ολόκληρη
+εις το πρόσωπόν της· έσπευσε ναπομακρυνθή αποκομίζουσα το
+κοριτσάκι.
+
+Η Μαλβίνα ως το βράδι ήτο αλλόφρων. Δεν ημπορούσαν να την
+καθησυχάσουν. Το βράδι της φρικτής εκείνης ημέρας της έφεραν την
+γνωστήν μας εκείνην απαισίαν επιστολήν της κ. Φέμπικ.
+
+Αυτή ήτο τρομερώτατον πλήγμα δια το πνεύμα της. Ενόμισεν, ότι μέσα
+εις αυτήν έβλεπε την βεβαίωσιν των λόγων της κ. Μπιρτών. Υπέθεσεν
+ότι ο σύζυγός της ήτο σύμφωνος με τους εχθρούς της, και ότι αυτή
+ίσως ματαίως εθυσιάσθη και εθυσίασε και το τέκνον της Κλαίρης,
+χάριν ανθρώπου χωρίς πίστιν και στερημένου από κάθε τιμιότητα.
+
+Όλην την νύκτα επεριπατούσε σκυθρωπή και συλλογισμένη. Δεν έκλαιε
+πλέον. Πότε πότε παραμιλούσε. Το πρωί βγήκε έξω αλλόφρων χωρίς
+κανένα να ομιλήση. Κατέβηκε στον κήπον, εφώναξε την Κλάραν και
+απήτησε να κατασκευασθή εκεί ένας τάφος. Εκείνη κατ' αρχάς
+αντεστάθη, αλλά άμα είδε ότι η ασθενής ερεθίζετο και υπέφερε
+περισσότερον, ηναγκάσθη να υποχωρήση· εκάλεσε λοιπόν εργάτας και
+οικοδόμησαν εκείνον τον τάφον που ξαίρουμε.
+
+Κάθε βράδι άμα φθάση η ώρα που της έφεραν τα γράμμα εκείνο το
+ολέθριον κατεβαίνει στον κήπο. Θέλει δε να είναι μόνη και
+επικαλείται την ψυχήν της Κλαίρης Χέριντεν να την μετακαλέση κοντά
+της! Όταν φθάσουν τα μεσάνυχτα κάμνει ένα γύρο στον κήπον και
+επιστρέφει στην κλίνην της αδιάφορη σχεδόν για όσα συμβαίνουν γύρο
+της και πέφτει σε λήθαργον. Η κ. Κλάρα εκάλεσε όλους τους εκεί
+πλησίον κατοικούντας ιατρούς τον ένα μετά τον άλλον, κανείς όμως
+δεν κατώρθωσε να την θεραπεύση ως την ώρα, ελπίζουσα ότι ίσως με
+την παρουσίαν του σερ Έδμον συντελεσθή κανένα θαύμα του έγραψε·
+καθώς είδαμε, εκείνος έσπευσεν αμέσως. Αλλά όλα μάταια.
+
+Την ιστορίαν αυτήν η κ. Κλάρα, ως που να ξημερώσει, την έκαμε
+γνωστήν εις τον σερ Έδμον.
+
+Έφριξεν εκείνος και ωρκίσθη εκδίκησιν.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'
+
+ΑΚΤΙΝΑ ΕΛΠΙΔΟΣ
+
+
+
+Μόλις λοιπόν έφεξεν η ημέρα ανέβηκε στο αμάξι του και τράβηξε για
+το Έδιμπουργκ. Δεν είχε χτυπήσει ακόμα μεσημέρι, κεκείνος ευρέθηκε
+στης κ. Μπιρτών.
+
+Είχε συμπόσιον αυτή την ημέραν εκείνην και γύρο στο τραπέζι της
+λαμπράν ομήγυριν. Διηγείτο λοιπόν εις τους καλεσμένους τα αίσχιστα
+για την δυστυχή τη Μαλβίνα, και επροκαλούσε τον αποτροπιασμόν των
+εναντίον της.
+
+Ο Έδμον εμβήκε χωρίς να ειδοποιήση και ευρέθη αίφνης ενώπιον της
+εκλεκτής εκείνης συναθροίσεως, ωχρός, τρέμων από θυμόν, με την
+κόμην ανώμαλην και με το βλέμμα άγριον. Η κ. Μπιρτών, που δεν τον
+επερίμενε καθόλου — τον είχε, βλέπετε, για τας Ινδίας — ωχρίασε
+και δεν μπόρεσε να κρατήση κραυγήν εκπλήξεως.
+
+Η Φανή μόλις τον είδε ερρίχθηκε στον τράχηλόν του.
+
+ — Φίλε μου κ. Έδμον, γιατί δε μου φέρατε λοιπόν τη μαμά μου;
+
+Ο Έδμον πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά του και το φίλησε.
+
+ — Απόψε θα πάμε μαζί στη μαμά, του είπε.
+
+ — Δεν πιστεύω τόσο εύκολα. Απήντησε η κ. Μπιρτών με ειρωνείαν.
+
+ — Ευκολώτερα, παρά όσο το αρπάξατε εσείς από τα χέρια της συζύγου
+μου.
+
+Όσοι από την ομήγυριν άκουσαν τον Έδμον να ομιλή έτσι προς την κ.
+Μπιρτών και να λέγη σύζυγόν του την Μαλβίναν, αντιθέτως προς τα
+ψέματα που τους είχε αραδιάσει πριν η κ. Μπερτών, εκατάλαβαν τι
+τρέχει και αλληλοκοιτάχτηκαν με χαμόγελο, περιμένοντες την έκβασιν
+της υποθέσεως εις βάρος της κυρίας.
+
+Αυτή ευρέθη εις αμηχανίαν και εντρεπομένη λέγει προς τον ανεψιόν
+της.
+
+ — Αυτά τα πράγματα, οικογενειακά και όλως ιδιαίτερα, έχομεν
+καιρόν να τα συζητήσουμε αργότερα ιδιαιτέρως μεταξύ μας.
+
+ — Όχι, όχι! τίποτε ιδιαίτερο, τίποτε ιδιαίτερο δεν έχω μαζί σας.
+Απ' εναντίας μάλιστα πρέπει όλοι οι ευγενείς εδώ κύριοι να μάθουν
+το κίβδηλον του χαρακτήρος σας και τη μαυρίλα που βασιλεύει στην
+δολίαν ψυχήν σας. Λυπούμαι μάλιστα που δεν είναι εδώ παρών όλος ο
+καλός κόσμος του Έδιμπουργκ, για να ακούσουν τον καημό μου, να
+ενωτισθούν τας καταχθονίους πράξεις σας και να σας εκτιμήσουν όπως
+σας αρμόζει.
+
+ — Τι είν' αυτά Έδμον! παιδί μου! είπεν η κ. Μπιρτών με πρόσωπον
+πανιασμένο ως το σουδάριον.
+
+ — Λοιπόν, κύριοι, η καλή μου θεία εδολιεύθη τον λόρδον Χέριντεν
+και του απέσπασε διαταγήν ίνα αποσπάση την μικράν αυτήν από την
+σύζυγόν μου, ειπών εις αυτόν ότι εκείνη ενυμφεύθη έναν αλύτην.
+Έπειτα παρουσίασε ψευδές χωρισοχάρτι προς την σύζυγόν μου, δήθεν
+εκ μέρους μου προερχόμενον απαιτούσα, ή να το υπογράψη εκείνη, ή
+να της στερήση το παιδί αυτό, που ήταν η ζωή της, στερούσα συνάμα
+η μεγαλόψυχη θεία μου και το παιδί αυτό από την στοργήν εκείνης.
+Από τον ηθικόν αυτόν κλονισμόν, κύριοι, η δυστυχής σύζυγός μου
+έχασε το λογικόν της και κείται ήδη θύμα εξαίσιον της ανηκούστου
+μοχθηρίας της κ. Μπιρτών και των συνεργών της.
+
+ — Έδμον, παρεφρόνησες!
+
+ — Δεν ετελείωσα ακόμη. Λοιπόν, κύριοι, η κάλλιστη θεία μου με
+διέβαλεν ακόμη εις την Αγγλικήν κυβέρνησιν, ως επικίνδυνον, και
+μόλις ως εκ θαύματος εσώθην από τας σκευωρίας της, άλλως αυτήν την
+στιγμήν θα εταξίδευα άναυλα προς τας Ινδίας, δι' όπου με είχαν
+προωρισμένην η θεία μου και οι συνεργοί της! Αυτά κύριοι.
+
+Η εκδίκησις του Έδμον ήτο πλήρης. Η κ. Μπιρτών θα προτιμούσε να
+άνοιγε η γη και να την κατάπινε, παρά να ταπεινωθή έτσι. Καθείς εκ
+των τιμίων εκείνων ανθρώπων απεμακρύνετο, έκπληκτος για την
+κίβδηλον υπόληψιν, που είχε κατορθώσει να χαίρη η καταχθόνιος
+εκείνη γυναίκα.
+
+Ο Έδμον πήρε το παιδί χωρίς να τολμήση να του αντισταθή κανείς και
+σπεύδει να πάρη μαζί του και τον γνωστόν μας ιατρόν κ. Πότβελ.
+Στον δρόμον του διηγείται τα κατά την Μαλβίναν. Η άμαξα εν τούτοις
+τρέχει και φθάνουν στο αγροκήπιον στας δέκα το βράδι. Η κ. Κλάρα
+βγαίνει να τους προϋπαντήσει.
+
+ — Η Μαλβίνα! τι γίνεται; πού είναι;
+
+ — Είναι στον κήπο τώρα. Η κατάστασί της . . .
+
+ — Αι λοιπόν η κατάστασή της; Η Κλάρα έσεισε περίλυπα το κεφάλι.
+
+ — Πάντοτε η ιδία.
+
+ — Πάω να την εύρω.
+
+Προχώρησε μέσα στον κήπο. Εκείνη επιστρέφει. Φορεί λευκά. Τα
+μαλλιά της ξέπλεγα και σκόρπια. Περιπατεί σιγά κιαφηρημένα.
+Έξαφνα εστάθη, ξυσπάσθηκε από τον κρότον των βημάτων του συζύγου
+της και επεχείρησε να φύγη.
+
+ — Μη φοβάσαι, της λέγει.
+
+ — Δεν φοβούμαι. Εδώ όλα είναι ήσυχα. Άλλοτε ήσαν ωραία όλα, εκεί
+έκοφτα ρόδα προωρισμένα δι' εκείνον, εδώ άκουα τα πουλιά να
+κελαδούν για την αγάπη μας, παντού ο αέρας ήταν ευχάριστος, διότι
+με χάιδευε, αφού άγγιζε εκείνον. Τώρα εκείνος . . .
+
+ — Αλλά εκείνος είναι εδώ, της λέγει σφίγγων αυτήν επάνω εις το
+στήθος του . . . Δεν βλέπεις τα ρόδα που ανθούν για σένα; δεν
+ακούς τα πουλιά που κελαϊδούν για σένα; δεν αισθάνεσαι γλυκόν τον
+αέρα να πνέη για σένα;
+
+ — Τι ωραία λόγια: Έτσι μου μιλούσε εκείνος όταν μαγαπούσε, τώρα
+μου τον πήραν . . . τώρα νου δεν έχω. Κάποια ξένη μου τον πήρε —
+αχ πονώ! . . . εδώ, εδώ, εδώ, και έδειχνε διαδοχικώς την καρδιά,
+το στήθος, το μέτωπο. Αύριο πια πεθαίνω την ώρα που θα μου φέρουν
+το κακορρίζικο γράμμα της κλέφτρας του καλού μου . . . αχ εκείνη η
+ξένη! . . τώρα πάει ο νους μου . . .
+
+Και έπεσεν αναίσθητη στην αγκαλιά του.
+
+ — Μαλβίνα! Μαλβίνα! εφώναξεν αλλόφρων σφίγγων επί του στήθους του
+το άψυχον εκείνο σώμα.
+
+Κανείς δεν του αποκρίνεται. Μόνο λαλούν από μακρυά τα νυχτοπούλια.
+
+Μόνος μέσα στη φύση νύχτα με την αγάπη του αναίσθητη στην αγκαλιά
+του. Και η συνείδησή του τού φωνάζει πως αυτός είναι ο αίτιος του
+κακού.
+
+ — Όχι δεν θα μου φύγης μόνη . . . αν πας στον τάφο ακολουθώ κεγώ
+κατόπιν σου αμέσως . . .
+
+Εν τούτοις η κ. Κλάρα ανησύχη και διά τον Έδμον ακόμη, του οποίου
+έβλεπεν ήδη την συντριβήν. Πήρε το γιατρό και κατέβηκαν μαζί στον
+κήπο.
+
+ — Γιατρέ μου τη γυναίκα μου! τη Μαλβίνα μου, σώστε μου την.
+
+ — Σπεύσατε να την μεταφέρετε στην κλίνη της, εδώ κάνει κρύο.
+
+Αμέσως ο Έδμον σηκώνεται με το πολύτιμον φορτίον του, και το
+μεταφέρει επάνω, εις την κλίνην. Τότε ο ιατρός άρχισε να την
+εξετάζη με πολλήν και ενδελεχή προσοχήν. Νεκρική σιγή επικρατεί
+καθ' όλην την διάρκειαν της ιατρικής επισκοπήσεως. Ο Έδμον και η
+κ. Κλάρα κρατούν ως και την αναπνοήν τους, κρέμουνται από τα
+χείλια του γιατρού.
+
+Όταν ετελείωσε, ο Έδμον ετόλμησε να ερωτήση.
+
+ — Γιατρέ μου έχετε ελπίδα να την σώσετε;
+
+ — Την ζωήν της ίσως . . . . το λογικόν της όμως . . .
+
+ — Ω! γιατρέ μου, μόνον την ζωήν της!
+
+ — Ας περιμένομεν. Ποιός ξαίρει: . . .Διατάξετε τώρα ένα ψυχρό
+λουτρό. Πάντοτε είναι ωφέλιμο. Αύριο δοκιμάζουμε και την μουσική.
+Τα απαλά αυτά μέσα έχουν επίδρασιν εις τας ψυχικάς ασθενείας.
+
+ — Ω αγία ελπίδα! μη μας εγκαταλίπης ποτέ! είπε η κ. Κλάρα.
+
+ — Θα την σώσωμεν ναι! ο ιατρός το ελπίζει. Εμπρός κάμετε ότι
+διατάσσει ο ιατρός, σας βοηθώ κεγώ, πρέπει να σώσωμεν την Μαλβίνα
+μας, την κυρά μας· όλοι θα βάλουμε τα δυνατά μας να την
+θεραπεύσωμεν! Ω! Μαλβίνα. Άγγελε των αρετών, εσύ!
+
+Και καθένας από τους οικείους έκλαιε ακούων τον Έδμον και βλέπων
+την πανάγαθην εκείνην ψυχήν εις τοιαύτην κατάστασιν. Η γριά
+Τομκίνα η τροφός της, που την έθρεψε με το γάλα της, ο Γέρο -
+Πέτρος, που την ακολούθησε από τόσο μακρυά, η καλή Κλάρα που είχεν
+εκτιμήση τας υπερόχους αρετάς της και την αγαπούσεν περισσότερον
+παρ' όσον την εθαύμαζε. Ακόμη και ο ιατρός Πότβελ, που την
+εγνώρισεν ως νοσοκόμον· ω την ενάρετη τη Μαλβίνα.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'.
+
+ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
+
+
+
+Την άλλη μέρα το βράδι, την ώρα που η Μαλβίνα ετοιμάζετο να καταβή
+στον κήπο, ο ιατρός εζήτησε να εφαρμόση την διά της μουσικής
+επέμβασιν. Κάθεται λοιπόν η κ. Κλάρα στο πιάνο κιαρχίζει μια
+μελωδία του Σοπέν.
+
+Η ασθενής εσκίρτησε. Εγύρισε το κεφάλι, στάθηκε και φαίνεται ότι
+ακροάζεται με προσοχήν. Η κ. Κλάρα έπαυσε να παίζη. Στρέφει τότε
+εκείνη, ρίχνει κάτω το κεφάλι και βαδίζει μελαγχολικά.
+
+ — Πρέπει να τραγουδήσετε κάτι πολύ γνωστό της, είπε ο γιατρός.
+
+Τότε η Κλάρα εκρύβη πίσω από μια κουρτίνα, έλαβε στα χέρια της την
+άρπα. Μόλις άρχισε να κρούη, η Μαλβίνα ξαναστάθηκε και αφού έκανε
+μερικές βαριατσιόνες, αρχινά ένα τραγούδι, που άρεσκε άλλοτε της
+Μαλβίνας και συχνά στη λύπη της το τραγουδούσε, συνθεμένο και
+μελουργημένο από την ιδίαν ίσως.
+
+Ενόσω η κ. Κλάρα τραγουδούσε, η Μαλβίνα πρόσεχε στη μελωδία,
+έβλεπε δώθε κείθε, σαν να ζητούσε την φωνήν από πού ήρχετο.
+
+ — Εγώ; Όχι, εγώ δεν ήμουν.
+
+Όλοι επερίμεναν με αγωνία της ασθενείας την κρίσιν. Η Μαλβίνα μετ'
+ολίγο άρχισε να τραγουδεί το ίδιο, ενώ η κ. Κλάρα την παρακολουθεί
+με την άρπα.
+
+Τι τραγούδημα ήταν εκείνο; οι άγγελοι δεν μέλπουν γλυκύτερα εμπρός
+στον θρόνον του Παντάνακτος.
+
+Όλοι την ακούν με ιεράν σιωπήν και με συγκίνησιν. Ο απαλός τόνος
+της ωραίας φωνής της καταπραΰνει τας ψυχάς των παρόντων. Η Φανή
+βγαίνει έξαφνα από την κάμαρή της.
+
+ — Μητέρα! μητέρα.
+
+ — Α! έκαμεν η Μαλβίνα και την άρπαξε στην αγκαλιά της. Εσύ εδώ; . .
+Δεν σε σκότωσε λοιπόν εκείνη; Αχ! . . αχ! . . . Πόσο με
+ανακουφίζει η παρουσία σου! . . Η φίλη μου η Κλαίρη δεν θα
+μερωτήση πλέον τι έκαμα το τέκνον της.
+
+ — Αχ μαμάκα μου! Εκείνη η κακή η γυναίκα μου έλεγε πώς δε με
+θέλεις πλέον, και μέδωκες σεκείνην.
+
+Την εφίλησε πολλές φορές και την άφισε χάμω σιγά σιγά.
+
+Εξακολούθησε τον δρόμον της προς τον κήπον, που είχε διακόψει με
+την μουσικήν. Ο γιατρός επενέβη τότε.
+
+ — Πού πάτε; την ερωτά.
+
+ — Πάω ναποθάνω. Τώρα πλέον που ευρέθη η Φανή, η Κλαίρη θα με πάρη
+κοντά της.
+
+ — Πρέπει να μείνετε εδώ, για να προφυλάττετε το τέκνον της.
+
+ — Αχ εγώ δεν είμαι πλέον ικανή να το προφυλάξω . . .Μόνον ο Έδμον
+θα ημπορούσε. . . . αλλά που είναι ο Έδμον; . . . πάει, έφυγε . . .
+έφυγε πια ο Έδμον.
+
+ — Ο Έδμον επέστρεψε . . . ο Έδμον είναι εδώ, σας περιμένει κάτω
+εις τον κήπον.
+
+ — Με περιμένει; . . . εμένα: . . . ο Έδμον; . . . πού; . . .
+
+ — Κάτω στον κήπο.
+
+ — Μη με γελάτε! . . . μου κάνετε πολύ κακό, αν με γελάτε.
+
+ — Όχι, δεν σας γελώ. Πηγαίνετε κάτω να τον ιδήτε.
+
+ — Αχ ελάτε πάμε μαζί . . . Όταν πάω μόνη μου δεν τον ευρίσκω.
+
+Ο Έδμον εν τω μεταξύ κατέβηκε στον κήπο. Η Κλάρα και η Φανή τον
+ακολούθησαν.
+
+ — Ναι, ναι. Πάμε μαζί της, λέγει ο κ. Πότβελ. Την εστήριξε στο
+μπράτσο του και σιγά σιγά κατέβησαν εις τον κήπον.
+
+ — Σεις είσθε καλός άνθρωπος, σας θυμούμαι. Κιάλλη μια φορά ήθελε
+να μαφίση και να φύγη, αλλά εσείς ήρθατε και τον εμποδίσατε.
+
+ — Τώρα ομιλεί η ψυχή της· διενοήθη ο ιατρός, εννοεί την ασθένειάν
+της.
+
+Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ήχος γλυκύτατος από φλάουτο να
+διασχίζει της νυκτός την σιωπήν. Τα μάγουλά της ερόδισαν και η
+καρδιά της άρχισε να πάλλη δυνατά. Έτρεμε ολάκερη.
+
+ — Εκείνος είναι! είπε με λαχτάρα στα γιατρό. Έτσι τον άκουσα να
+παίζη και τότε κι απ' αυτό τον εγνώρισα. Αχ! Έδμον, η μουσική σου
+μου κάμνει πολύ καλό. Παίζε, παίζε, ως που να βγη σαν πνοή η ψυχή
+μου.
+
+ — Πήγαινε λοιπόν να τον εύρης.
+
+ — Φοβούμαι . . . μήπως δεν τον εύρω. . . μήπως δεν είναι εκείνος
+και τότε . . . ω!
+
+ — Μη φοβάσαι. Εκείνος είναι.
+
+Εν τω μεταξύ ο Έδμον επροχώρησε προς αυτήν και η σελήνη της έδειξε
+τη σιλουέττα του.
+
+ — Α, ναι! εκείνος είναι, εκείνος! . . . Και έπεσε στην αγκαλιά
+του.
+
+ — Μη μαφίσης πια, αγάπη μου! . . . Μη χωρισθής δεύτερο από τη
+Μαλβίνα σου! . . .
+
+Και λιποθύμησε . . .
+
+ — Η κρίσις! είπε ταραγμένος ο κ. Πότβελ.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'.
+
+ΑΝΕΠΑΥΘΗ Η ΑΘΩΟΤΗΣ
+
+
+
+ — Μαλβίνα! εφώναξεν έντρομος ο Έδμον, Μαλβίνα μου! πώς! σε χάνω
+λοιπόν μόλις σε απήλαυσα!
+
+ — Ησυχάσετε, του λέγει ο ιατρός με ταραχήν που ζητούσε να κρύψη,
+η φύσις έχει ανάγκην αναπαύσεως ύστερα από τόσους κλονισμούς.
+
+Η κατάστασις της ασθενούς ήτο η αυτή καθ' όλην την νύκτα και την
+άλλην ημέραν.
+
+ — Πώς είμεθα ιατρέ, ηρώτησεν ο Έδμον, μόλις εισήλθε ο κ. Πότβελ.
+
+ — Μην ομιλείτε τόσο δυνατά, είπεν ο ιατρός αντί πάσης απαντήσεως,
+ο ελάχιστος θόρυβος βλάπτει, πηγαίνετε πίσω από τα παραπετάσματα
+διά να μη σας δη, όταν εξυπνήση. Είναι επικίνδυνον. Ο Έδμον
+υπήκουσε.
+
+Μετ' ολίγον θέρμη διεχύθη εις το πρόσωπον της Μαλβίνας. Εσείσθη
+ολίγον μέσα στην κλίνη σης προφέρουσα λέξεις τινάς.
+
+ — Τελείωσε! εμουρμούρισεν ο γιατρός, η θέρμη! . .
+
+ — Τελείωσε! επανέλαβε ο Έδμον μεγαλοφώνως εν απελπισία!
+
+Η Μαλβίνα άνοιξε τα μάτια της.
+
+ — Τι ήκουσα! ήταν ο Έδμον; Πού είναι λοιπόν;
+
+Εκείνος ερρίφθη γονατισμένος κοντά στην κλίνη της, επήρεν το ωχρόν
+χέρι της συζύγου του και το έβρεχε με δάκρυα χωρίς να λέγη τίποτε.
+
+Η Μαλβίνα άμα τον είδε, κατέβαλε προσπάθειαν υστάτην και εκάθησε
+εις την κλίνην της: Αγκάλιασε το κεφάλι του συζύγου της.
+
+ — Με αγαπάς λοιπόν ακόμη! Ο Θεός δεν ηθέλησε ναποθάνω
+απελπισμένη.
+
+ — Ποτέ δεν έπαυσα να σε λατρεύω! Δεν μπορώ να υποφέρω την φρικτήν
+αυτήν κατηγορίαν.
+
+ — Ο σύζυγός σου είναι συκοφαντημένος, είπε η Κλάρα.
+
+ — Ενόησα τα πάντα, φίλε μου! . . , ω Έδμον! βάλε το χέρι σου στην
+καρδιά μου και ζωογόνησέ με . . . για να ημπορώ να σαγαπήσω ακόμη
+. . . . αισθάνομαι ότι η ζωή με αφίνει . .
+
+Έπεσεν εκ νέου υπτία στο προσκεφάλι της.
+
+ — Φέρτε μου τη Φανή! είπε η Μαλβίνα.
+
+Η Κλάρα επήγε και έφερε το κοριτσάκι κοιμισμένο και το έβαλε κοντά
+της, στο στρώμα της.
+
+ — Κοιμάσαι, Φανή; σε λίγο θα κοιμηθώ κεγώ . . . . κέσκυψε και το
+φίλησε. — Έδμον, στη φροντίδα σου την αφιερώνω. Κλάρα, φρόντισε
+την ανατροφήν της, αφού σε μένα δεν το επέτρεψε η Πρόνοια.
+
+ — Ορκίζομαι, εφώναξεν άπελπις ο Έδμον . . . αλλά, ω άγγελε, πού
+μαφίνεις εμένα;
+
+Άπλωσε το χέρι της, έπιασε το χέρι του Έδμον.
+
+ — Πάγω να σου ετοιμάσω τόπο . . . αγάπη . . μου . . είπε
+χαμογελώντας του γλυκά. Έκλεισε τα μάτια, άφισε βαθύν στεναγμόν,
+άνοιξε τα στόμα της καναδυό φορές και . . . εξέπνευσε.
+
+Μόνον όποιος έχασε τον αγαπημένον, μόνον εκείνος γνωρίζει ποία τις
+είναι η επακολουθούσα οδύνη.
+
+Δεν περιγράφεται· τα ανθρώπινα μέσα δεν επαρκούν.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Η Κλάρα ζη με την Φανήν εις το κτήμα της. Ο Έδμον συντηρεί το
+κοριτσάκι, αλλά δεν μπορεί να το βλέπει. Δεν θέλει να του περισπά
+την προσοχήν άλλο από την ανάμνησιν εκείνης.
+
+Ο Έδμον έγινε ως σκιά, η οξύτης του εσβέσθη εις τα δάκρυα, ο
+έλεγχος του συνειδότος εξήλειψε την κουφότητά του, ο κόσμος του
+περιορίσθη εντός του τάφου, που εκάλυπτεν εκείνην.
+
+Θα ήτο βεβαίως προτιμότερον να μη αναφέρναμεν πλέον διά την αθλίαν
+κ. Μπιρτών και την αθλιεστέραν κ. Φέμπικ. Αλλά διά τον περίεργον
+αναγνώστην εκθέτομεν εν συντόμω το τέλος των. Η κ. Μπιρτών μετά
+την καταισχύνην την οποίαν υπέστη ενώπιον τόσου εκλεκτού κόσμου
+από τον ανεψιόν της ετραβήχτηκε στο δωμάτιόν της και έπεσε
+κλινήρης.
+
+Εκείνην την ίδια βραδιά της ήλθε συγκοπή της καρδίας κεραυνοβόλος
+και το πρωί την εκήδευσαν.
+
+Η δε κ. Φέμπικ;
+
+Αυτήν ένεκα του αδικαιολογήτου ταξιδίου της εις Λονδίνον όπισθεν
+του σερ Έδμον Σέυμουρ και του εξ αυτού γεννηθέντος κοσμικού
+σκανδάλου, μετά το πάθημα της Μαλβίνας, ο σύζυγός της κακήν κακώς
+την εξεδίωξε.
+
+Επειδή δε αυτή αφ' ενός μεν ήτο συνηθισμένη να ζη βίον ανειμένον
+και πολυδάπανον, αφ' ετέρου δε δεν υπήρχε πλέον η κ. Μπιρτών να
+την συγκρατεί και να την συντηρεί, κατήντησε να ζητεί ελεημοσύνην
+και τέλος απέθανεν αθλίως εις έν νοσοκομείον του Λονδίνου.
+
+Τέλος ο κ. Πρίορ είχε αποσυρθή εις έν καθολικόν μοναστήριον εν
+Γαλλία.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ
+ΓΕΩΡ. I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
+ — ΣΤΑΔΙΟΥ 42 —
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ,,
+
+
+
+No Άδ. Δεμ.
+1 Χάμσουν Κ. Η βασίλισσα του Σαβά κι' άλλα διηγ. 3. — 4 50
+2 Γκέιγερσταμ Γ. Το αγόρι της κυρά-Λένης κι' άλ. διηγ. 3. — 4.50
+3 Κίλλαντ Αλ. Η μάχη του Βαρτελώ κι' άλλα διηγ. 2.50 4. —
+4 Αχ. Γ. Ο Κατατρεγμένος και άλλα διηγήματα 2.50 4. —
+5 Ίψεν Ερρ. Έντα Γκάμπλερ, δράμα 3.50 5 —
+6 Φλωμπέρ Γ. Μια απλή καρδιά και άλλα διηγήματα 3. — 4.50
+7 Γκωτιέ Θ. Το Κακό Μάτι 3. — 4.50
+8 Γκαίτε. Ερμάννος και Δωροθέα, μετάφρ. Κ. Θεοτόκη 2.50 4. —
+9 Μπγιέρσον Μ. Η Κόρη του Βουνού 3. — 4.50
+10 Χάινε Ρ. Λυρικόν Ιντερμέδιο, μετάφρ. Λ. Κουκούλα 3.00 4.50
+11 Θεοτόκη Κ. Κατάδικος 3. — 4.50
+12 Αντρέγιεφ Α. Το Σκοτάδι και άλλα διηγήματα 3. — 4.50
+13 Ροΐδη Εμ. Η Πάπισσα Ιωάννα 5. — 6.50
+14 Φος Φ. Δύο Ρωμαϊκά Διηγήματα 2.50 4. —
+15 Ουέλς. Στη Χώρα των Τυφλών κι' άλλα διηγήματα 2.50 4. —
+16 Βουτυρά Δ. Παππάς Ειδωλολάτρης και άλλα διήγημ. 3.50 5. —
+17 Όφφμαν Ε. Το Βιολί της Κρεμώνας και άλλα διηγ. 2.50 4. —
+18 Σολωμού Δ. Ποιήματα 3.50 4.50
+19 Τολστόι Α. Σονάτα Κρόυτζερ 3. — 4.50
+20 Θεοτόκη Κ. Ο Καραβέλας 2.50 4. —
+21 Σιέγκεβιτς Ερ. Οι Αντίζηλοι 2.50 4. —
+22 Γκέιγερσταμ Γ. Η Ντόρα 3. — 4.50
+23 Κοττέν Μ. Μαλβίνα 5. — 6.50
+24 Σαιν - Πιερ Β. Παύλος και Βιργινία 2.50 4.
+25 Φλαμμαριόν Κ. Η Στέλλα 3.50 5. —
+26 Αϊχένδορφ I. Από τη ζωή ενός Ακαμάτη 2.50 4. —
+27 Γκόρκυ Μ. Ο Περαστικός και άλλα διηγήματα 2.50 4. —
+28 Λουίς Π. Η Αφροδίτη, αρχαία ήθη 5. — 7. —
+29 Μπενουά Π. Η Ατλαντίς 5. — 6.50
+30 Γκάρσιν Σ. Το κόκκινο λουλούδι και άλλα διηγ. 2.50 4. —
+31 Χαλιμά τόμ Α'. Η ωραία Σαχραζάτ 5. — 7. —
+32 » τόμ Β'. Η ευνοουμένη του Χαλίφη 5. — 7. —
+33 » τόμ Γ'. Σεβάχ Θαλασσινός 5. — 7. —
+34 » τόμ Δ'. Η Σουλτάνα της Αγάπης 5. — 7. —
+35 » τόμ Ε'. Η Πανούργα Δαλιδά 5. — 7. —
+36 Χάουφ Γ. Η ζητιάνα της Γέφυρας 3.50 5. —
+37 Λάστκο Α. Άνθρωποι εν πολέμω 3. — 4.50
+38 Ουέλς. Η μηχανή του Χρόνου 2.50 4. —
+39 Μεριμέ Πρ. Κάρμεν 2.50 4. —
+40 Μαντές Κ. Η τέχνη της Αγάπης 2.50 4. —
+41 Δοστογέβσκυ Θ. Ο Αιώνιος Σύζυγος 5. — 6.50
+42 Ονέ Τ. Ο ιατρός Ραμώ 5. — 7. —
+43 Φρανς Αν. Ο λιγνός Γάτος — Ιοκάστη 5. — 6.50
+44 Ντ' Ανούντσιο Γ. Λήδα χωρίς κύκνο και άλλα διηγ. 3. — 4.50
+45 Κέλλερμαν Β. Τρελλός; 5 — 6.50
+46 Ντελέντα Γ. Ο Τοκογλύφος και άλλα διηγήματα 3. — 4.50
+47 Φρανς Αν. Ο κόκκινος Κρίνος 5. — 7. —
+48 Νασρ - εν - Ντιν Χότζας 3. — 4.50
+49 Ίψεν Ερρ. Η Αγριόπαπια, δράμα 3.50 5. —
+50 Ζολά Αιμ. Θηρεσία Ρακέν 5. — 6.50
+51 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Α' «Φαντίνα» 6. — 7.50
+52 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Β' «Τιτίκα» 6. — 7.50
+53 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Γ' Μάριος 6. — 7.50
+54 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Δ Ειδύλλιον και Εποιία 6. — 7.50
+55 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Ε' Γιάννης Αγιάννης 6. — 7.50
+56 Κιέζε Φραντζέσκα. Ντα ρίμιν 6. — 7.50
+57 Τραυλαντώνη Κρουσταλένια 6. — 7.50
+58 Λανδρύ Απομνημονεύματα 3. — 4.50
+59 Μπάι Γκάνιος 3.50 5. —
+60 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Α 5. — 6.50
+61 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Β 5. — 6.50
+62 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Γ 5. — 6.50
+63 Μπαρρές Μ. Ο κήπος της Βερενίκης 3. — 4.50
+
+* * *
+
+1) Αγγλία, Σκωτία, Ιρλανδία.
+
+2) Σαίξπηρ «Τρικυμία». Απ' τη μετάφραση του Πολυλά.
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Malvina, by Marrie Cottin
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK MALVINA ***
+
+***** This file should be named 38800-0.txt or 38800-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/8/8/0/38800/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.