diff options
Diffstat (limited to '38800-0.txt')
| -rw-r--r-- | 38800-0.txt | 11584 |
1 files changed, 11584 insertions, 0 deletions
diff --git a/38800-0.txt b/38800-0.txt new file mode 100644 index 0000000..74797f5 --- /dev/null +++ b/38800-0.txt @@ -0,0 +1,11584 @@ +The Project Gutenberg EBook of Malvina, by Marrie Cottin + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Malvina + Romantic Novel of the 18th century + +Author: Marrie Cottin + +Translator: K. P. Argyropoulos + +Release Date: February 10, 2012 [EBook #38800] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK MALVINA *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, otherwise the spelling of the book has not been +changed, except in vary obvious circumstances. Words in +italics have been included in _, while bold words in &. +Footnotes have been converted to endnotes. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου, εκτός σε πολύ εμφανείς περιπτώσεις. Λέξεις με πλάγιους +χαρακτήρες περικλείονται σε _, ενώ λέεις με έντονους χαρακτήρες με &. +Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. + + + + +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ “ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ„ αριθ. 23 + + + + +Μ Α Λ Β I Ν Α + + + + + +ΡΩΜΑΝΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΟΣ + +ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ + +ΥΠΟ + +Κ. Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ + + + +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ +ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ + +ΑΘΗΝΑΙ + +1921 + + + + +ΔΥΟ ΛΟΓIΑ + + + + +Η Marie Risteau, dame Cottin εγεννήθη στα 1770 εις την Tonneins +(προφ. Τονίνς) πόλιν της Γαλλίας κειμένην εις την δεξιά όχθη του +ποταμού Γκαρόνα. + +Δεκαεπτά ετών ενυμφεύθη στο Βορδώ ένα πλούσιον τραπεζίτην, αλλ' +έμεινε χήρα μετά τρία έτη, μετέβη στο Παρίσι κεπεδόθη στην +καλλιέργειαν των ωραίων γραμμάτων, όπως λέγουν οι Γάλλοι πολύ +έμορφα την λογοτεχνία. Επεδόθη στο ρομάντσο. Έγραψε την Claire d' +Albe, την Amelie Machfield, την Elisabeth, τους Exilés de la +Sibérie, αλλά το ωραιότερόν της από όλα είναι η Malvine, την +οποίαν παρέχομεν εις τους αναγνώστας μας εν ελευθέρα παραφράσει, +δια να γνωρίσουν και την προ ενάμισυ αιώνος ρωμαντικήν φιλολογίαν. + +Απέθανε στο Παρίσι, στα 1807. Το ύφος της είναι εύχαρι και +αισθηματικόν, αλλά την διακρίνει περιττή πολυλογία, από την οποίαν +είναι εντελώς απηλλαγμένη η ημετέρα παράφρασις. + + Ο ΕΚΔΟΤΗΣ + + + + +ΜΑΛΒΙΝΑ + + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. + +ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ — ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ + + + + — Χαίρε γη ιερά, που αναπαύεται εκείνη την οποίαν αγάπησα +περισσότερον από κάθε άλλο τι εις τον κόσμον ! Χαίρετε, ω λείψανα +περιπόθητα της φίλης μου, της αδελφής μου! + +Αυτά έλεγε η Μαλβίνα Σορκή καταβρέχουσα με δάκρυα θερμά τον τάφον +της Κλαίρης. + + — Σαποχαιρετώ και σένα, ω φιλτάτη ψυχή, που πάντα σε ποθώ. Η κακή +μου τύχη, η σκληρά, με στερεί ακόμη και απ' αυτήν την πικράν +παρηγορίαν, να κλαίω εις τον τάφον σου. Αναχωρώ, αγαπητή μου, και +τότε άγριοι βάτοι και άκανθαι θα απλωθούν επάνω εις την πλάκα η +οποία σε σκεπάζει και θα την κάμουν αγνώριστην και στης φίλης τα +μάτια. Αναχωρώ . . . . και όσοι πριν εκολάκευαν την ωραίαν νεότητά +σου θα λησμονήσουν ότι υπήρξες ποτέ και συ εδώ, εις την γην. +Αναχωρώ, αλλά μέχρις ότου συναντηθώμεν και πάλιν εις τον άλλον +κόσμον, ουδέ στιγμήν θα σβήση από την μνήμην μου η πικρή ώρα του +χωρισμού μας. Πάντοτε, ω, πάντοτε με ρίγος θα ενθυμούμαι την +τελευταίαν σου εκείνην ώραν που ηγωνίζεσο να με παρηγορήσης με το +αγγελικόν σου μειδίαμα και διεύθυνες εις εμέ το μισοσβημένο βλέμμα +σου . . . + + — Ταμάξι είναι έτοιμο, κυρία, εφώναξε κάποιο κοριτσάκι και +διέκοψε την Μαλβίναν από τους οδυρμούς και τους θρήνους της. +Συγχρόνως δε και η ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία το παρακολουθούσε, +βλέπουσα την Μαλβίναν γονατισμένην επάνω στο χιόνι με το στήθος +κολλημένoν σχεδόν στην κρύα πέτρα του τάφου, εφώναξε: + + — Αι, κυρία μου, θέλετε λοιπόν ναποθάνετε κοντά στη Μιλαίδη ! +Δόξα το Θεό, που σας φώτισε ναναχωρήσετε απ' εδώ, αλλέως ήταν +αδύνατον νανθέξετε σε τόσο δριμύ ψύχος, ερχομένη μέρα και νύχτα +σαυτόν εδώ τον τάφον. + +Αλλ' η Μαλβίνα εσηκώθη χωρίς ναποκριθή· μόλις ήκουσε. + +Υπάρχουν τω όντι πόνοι της ψυχής, που αποχωρίζουν τον άνθρωπον από +τον κόσμον. + +Η Μαλβίνα Σορκή ήτο Γαλλίς. Εις ηλικίαν εικοσιενός ετών έχασε τον +σύζυγόν της, τον οποίον άλλως τε ουδέποτε ηγάπησε. Όλως ανεξάρτητη +λοιπόν άφησε την πατρίδα της και επήγεν εις την Αγγλίαν διά να +συναντήση την πολυαγαπημένην της συμπατριώτιδα Κλαίρην, σύζυγον +του Λόρδου Χέριντεν. Εκεί συνέζησαν τρία έτη, κατά τα οποία η +μεταξύ των περιπαθής φιλία την μεν Κλαίρην επαρηγόρει διά την +άσωτον ζωήν που έκαμνεν ό άνδρας της, την δε Μαλβίναν έκαμνε να +λησμονήση να επιστρέψη εις την Γαλλίαν. + +Ότε φίλοι τινές της υπενθύμισαν, ότι έπρεπε να εκλέξη ή την φίλην, +ή την εν Γαλλία ιδιοκτησίαν της, αύτη δεν εδίστασε να προτιμήση +την Κλαίρην. + +Έκτοτε δε μη έχουσα άλλο εισόδημα, από τον τόκον των χρημάτων, τα +οποία είχε φέρει μαζί της και είχε καταθέσει είς τινα τράπεζαν, +άφησε τους καλλωπισμούς της, παρητήθη ακόμη και από τας αθώας +τέρψεις της ηλικίας της και της έφθανε η ευχαρίστησις να ζη με την +φίλην της Κλαίρην. + +Όταν όμως έχασε και αυτήν, ούτε καν το εσυλλογίσθη ότι ευρίσκεται +εις ξένην χώραν, μόνη, χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς. Η συμφορά +της ήτο τόσο μεγάλη, ώστε κανέν άλλο περιστατικόν δεν ημπορούσε να +την μετριάση ή να την επαυξήσει. + +Όταν η Κλαίρη ευρίσκετο εις τας τελευταίας στιγμάς της, έπεισε τον +σύζυγόν της να εμπιστευθή την μικράν θυγατέρα των, την πενταετή +Φανήν, εις τας χείρας της Μαλβίνας, διά να φροντίση αυτή την +ανατροφήν της. Ο δε πατέρας πρόθυμος συγκατένευσε, διά να +απαλλαχθή από φροντίδα οχληράν, ένεκα της οποίας θα ηναγκάζετο να +διακόπτη τας διασκεδάσεις και τα χαρτοπαίγνια και τας συναναστοφάς +με τους φιλοθορύβους της ασωτίας του κοινωνούς. + +Επειδή δε προέβλεπε ότι με τον καιρόν η παρουσία της κόρης του θα +έφερνε μέγα πρόσκομμα εις τοιαύτας συναθροίσεις, και ότι η Μαλβίνα +θα ήτο αυστηρός κριτής της διαγωγής του, της έδωκε με τρόπον να +καταλάβη, ότι θα έκαμνε πολύ καλά να ζητήση άλλην κατοικίαν. + +Η Μαλβίνα με χαράν μεγάλην ότι θα παρελάμβανε μαζί της την +θυγατέρα της Κλαίρης έστερξε ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου +μόνον αγανάκτησιν ησθάνετο βλέπουσα αντί πένθους ευθυμίας και +γέλια ανθρώπων αντιπαθών, οι οποίοι επεριφρονούσαν και την ιδικήν +της λύπην και της φίλης της την μνήμην. + +Εν τούτοις ευρέθη εις απορίαν, διότι να πιάση μόνη της ιδιαίτερο +σπίτι ούτε η ηλικία της το επέτρεπε ούτε η χρηματική της +κατάστασις. + +Επειδή δε εγνώριζε πολύ καλά τον χαρακτήρα του Λόρδου Χέριντεν, +δεν ημπορούσε να στηριχθή και πολύ εις την βοήθειαν, την οποίαν +έμελλε να της παρέχει αυτός χάριν της θυγατρός του. Εκτός δε +τούτου μήπως η ιδία δεν ησθάνετο την κρυφίαν ευχαρίστησιν +ναναθρέψη με ιδικά της έξοδα το τέκνον της φίλης της; + +Έγραψε λοιπόν προς μίαν εκ μητρός συγγενή της, η οποία κατοικούσεν +εις μίαν από τας μεσημβρινάς επαρχίας της Σκωτίας, και εξιστορούσα +την κατάστασίν της, την παρακαλούσε να της επιτρέψη να υπάγη εις +το χωρίον της διά να γίνη σύνοικός της και ομοδίαιτος απέναντι +ετησίου πληρωμής. + +Η κ. Μπιρτών (ούτως ωνομάζετο η συγγενής της) της απήντησεν +αμέσως, ότι δέχεται και ότι ακόμη υπόσχεται να της φανή ωφέλιμη, +αν και οι συγγενείς της εφέρθησαν προς αυτήν ψυχροί και +επιλήσμονες· αλλ' όμως αυτή συγχωρούσα τα πάντα θεωρεί +ευχαρίστησίν της να φαίνεται χρήσιμος εις τους ιδικούς της. + +Εις άλλην περίστασιν η Μαλβίνα ήθελεν ίσως εύρει αλαζονικήν κάπως +την τοιαύτην απάντησιν, αλλ' ήδη η θέσις της ήτο οδυνηρά και δεν +επέτρεπε μικρολόγους αργοπορίας. + +Έπρεπε λοιπόν ναναχωρήση από το σπίτι εκείνο, όπου είχε περάσει +τόσον γλυκείας ημέρας, έπρεπε να στερηθή της λυγράς ηδονής του να +κλαίη εις το μνήμα εκείνο, μακράν του οποίου τίποτε πλέον δεν θα +έβλεπε να της υπενθυμίζει την αγαπητήν ψυχήν. + +Μέλλουσα λοιπόν ναναχωρήση επήγε εις τον τάφον να επαναλάβη τον +όρκον, τον οποίον έδωσε προς την Κλαίρην κατά τας τελευταίας +στιγμάς της, ότε της υπεσχέθη ναφιερώση όλον της τον βίον εις την +ανατροφήν της Φανής και να την έχη αντικείμενον στοργής και +φροντίδος ξεχωριστής. Είχεν ορκισθή τότε να μείνη εφ' όρου ζωής +απρόσιτη προς τον έρωτα, και τον τολμηρόν αυτόν όρκον της εδέχθη +τότε με αγγαλίασιν η ψυχορραγούσα μητέρα. + +Η Μαλβίνα ενθυμουμένη ότι ο όρκος της αυτός είχε παρηγορήση τας +τελευταίας στιγμάς της φίλης της τον επαναλαμβάνει και πάλιν με +κατάνυξιν επί του τάφου εκείνης. + +Τότε λοιπόν ήτο που ήλθεν η υπηρέτρια της η Τομκίνα με το +κοριτσάκι και την απέσπασε από τα θλιβερά εκείνα μέρη. Η Μαλβίνα +την ηκολούθησε σιωπηλή· ήλθε εις την άμαξαν εισήλθεν εντός αυτής +και εσφόγγισε τα δάκρυα της. Αι ενδόμυχοι ψυχικαί λύπαι είναι +ανώτεραι από δάκρυα· είναι βωβαί. + +Ήσαν ήδη τα τέλη του Νοεμβρίου, τα δένδρα γυμνά από φύλλα και η γη +στρωμένη από χιόνι παρίστανον εις τα μάτια του ταξιδιώτου άγριο +και μονότονο θέαμα. Το μεγάλο κρύο αναγκάζει τον καθένα να μένη +στο σπίτι του. Οι δρόμοι ήσαν έρημοι και τα χωριά ακατοίκητα. Τα +πουλιά σιωπούσαν και οι ποταμοί παγωμένοι έμεναν ακίνητοι. Ο +άνεμος εσφύριζε και κάποτε οι καμπάνες ηχούσαν λυπητερά και +διέκοπταν την παγκόσμιον σιωπήν ως να έλεγαν: + + — Η φύσις αναπαύεται . . . . δεν είναι νεκρά. + +Αι εικόνες αύται αι σκυθρωπαί και πένθιμοι ανταπεκρίνοντο προς τον +πόνον τον ψυχικόν της Μαλβίνας και την συνεκίνουν. + +Βυθισμένη εις τους μελαγχολικούς λογισμούς της η νεαρά γυνή δεν +προσήλωνε το βλέμμα της εις αντικείμενόν τι ωρισμένον. Όλα τα +έβλεπεν επιπολαίως και όλα της παρείχαν αφορμήν θλιβερών σκέψεων. + + — Αλίμονον έλεγε καθ' εαυτήν, τα δένδρα θα ξαναποκτήσουν τα φύλλα +και τα άνθη των και πάλιν θα φορτωθούν από καρπούς, κρυφή φωτιά +κυκλοφορεί μέσα τους, όλ' αυτά που τώρα φαίνονται νεκρά θα +αναγεννηθούν για την αγάπη. Εγώ όμως πλέον ξένη προς αυτήν . . . +Ξένη και για πάντα ! + +Μόνον ο καιρός, μόνον αυτός ημπορεί να με σώση επιταχύνων την +τελευταίαν μου ημέραν. + +Η Τομκίνα, ο Πέτρος — παλαιός της υπηρέτης Γάλλος — και η Φανή +ήσαν οι μόνοι συνοδοιπόροι της. Από ευσπλαγχνίαν η καλή κυρία +ανέβασε και τον Πέτρον εις την άμαξάν της προτιμώσα ναργήση μάλλον +κατά μίαν ημέραν παρά να τον αφήση εκτεθειμένον εις το ψύχος. + +Και ο Πέτρος και η Τομίνα ελυπούντο διά της κυρίας των την +θλιβεράν κατάστασιν, ωστόσο δεν ετολμούσαν να διακόψουν την σιωπήν +της. Το δε μέγα σέβας το οποίον προς αυτήν ησθάνοντο τους εμπόδιζε +να επιχειρήσουν να την παρηγορήσουν. + +Μόνον το κοριτσάκι ωμιλούσε και η φωνή του που άρχισεν ήδη να +ομοιάζη προς την φωνήν της μητέρας του εσπάραττε την ψυχήν της +Μαλβίνας, αλλά και την έκαμνε να ριγή από ευχαρίστησιν. + +Δέκα ημέρας εταξίδευσαν έτσι, και έφθασαν τέλος εις τον ωρισμένον +τόπον εις την επαρχίαν Μπρήνταλμπεν, όπου χωρίζεται η βόρειος +Σκωτία από την μεσημβρινήν. Ο πύργος της κ. Μπιρτών ολίγον απείχε +από τα Κίλινεν, η δε γοτθική του αρχιτεκτονική και τα πέριξ +χιονεσκεπή βουνά παρείχον θέαν περίεργον και αγρίαν. + +Η Μαλβίνα ησθάνετο τέρψιν βλέπουσα την αρχαίαν Καληδονίαν, την +πατρίδα των Βάρδων, των περιφήμων ιερέων και αοιδών, την ένδοξον +διά τον Οσσιανόν της. Ενθουσιασμένη από την ποίησιν του μεγάλου +λυρικού, ενόμιζεν ότι έβλεπε μέσα εις την ομίχλην την μορφήν της +αγαπητής Κλαίρης. + +Όταν ο άνεμος έσειε τους ξηρούς κλάδους των δένδρων, της εφαίνετο +ότι διήρχετο η σκιά της φίλης της. Όταν ήκουε να θρηνή ο χείμαρρος +μακρόθεν, εφαντάζετο ότι ήκουε τους θρήνους της αγαπημένης της. Η +εξημμένη της φαντασία, αναπαρίστα τα φάσματα εκ των οποίων άλλοτε +κατοικείτο η χώρα αύτη. Άλλως τε έφερε και το όνομα της κόρης του +Οσσιανού Μαλβίνας, πράγμα το οποίον μάλλον εξήπτε την νοσούσαν +φαντασίαν της και επροσωποποίει τας ματαίας ελπίδας της. + +Ήτο σχεδόν εννάτη ώρα της νυκτός όταν η Μαλβίνα μετά των συνοδών +της έφθασε εις τον πύργον της κ. Μπιρτών. Ο αμαξάς επλησίαοε εις +τα χανδάκια, αλλ' αι κινηταί γέφυραι ήσαν όλαι σηκωμέναι. + +Ο Πέτρος μη υποφέρων να βλέπη την κυρίαν του τέτοιαν ώραν μέσα στα +βουνά κατέβη με σπουδήν διά να εύρη διάβασιν. Προχωρεί ψηλαφών και +εγγίζει τον τοίχον. Από αυτόν οδηγούμενος φθάνει εις μεγάλην πύλην +σιδηροσκέπαστον και αρχίζει να την κτυπά δυνατά. Ο κρότος αντηχεί +εις τα πέριξ βουνά και ταράσσει προς στιγμήν της νυκτός την +ησυχίαν, αλλά κανείς δεν απαντά και μετ' ολίγον επανέρχεται η +πρώην παγερά σιγή. + +Ο Πέτρος δεν απελπίζεται συγκεντρώνει όλας του τας δυνάμεις και +αναβαίνει πατών εις τους μοχλούς της πύλης. Βοηθούμενος από ξηρούς +κλάδους κισσού σύρει το εκεί υπάρχον σχοινίον. + +Βαρύς ήχος σημάντρου αντήχησε τότε. Οι εντός του πύργου ήκουσαν +και ετέθησαν εις κίνησιν. Ακούονται φωναί. Μετ' ολίγον τα φώτα +διώκουν το πέριξ σκότος. Τα φύλλα της πύλης ανοίγονται και η άμαξα +εισέρχεται εις την αυλήν του πύργου. + +Η κ. Μπιρτών περιμένουσα εις το προπύλαιον εξεπλάγη βλέπουσα την +Μαλβίναν τοιαύτην ώραν. Ενόησεν ότι θα είχε ανάγκην αναπαύσεως +ύστερα από τόσον και τέτοιον ταξίδι και της εδήλωσε την προθυμίαν +της να την οδηγήση, κατ' ευθείαν εις το δι' αυτήν ετοιμασμένον +διαμέρισμα του πύργου, χωρίς να εκτεθή τοιαύτην ώραν εις τας +ενοχλήσεις των χαιρετισμών των ενοίκων του πύργου. + +Αυτό προ παντός επεθύμει και η Μαλβίνα. Ηκολούθησε λοιπόν αμέσως +την εξαδέλφην της. + +Της προσεφέρθη ολίγη τροφή και η κ. Μπιρτών της εσύστησε +ναναπαυθή, αν και είχε μεγάλην επιθυμίαν, ως έλεγε, ναπολαύση την +συναναστροφήν της ωραίας εξαδέλφης της. Αλλ' ήτο μεγάλη ανάγκη +ναφιερώση τας πρώτας ημέρας του ερχομού της εις την ανάπαυσιν. + +Προφέρουσα δε την λέξιν &ωραία& εντονώτερον, παρετήρει την +Μαλβίναν με βλέμμα ανήσυχον. Εκείνη όμως κατεχομένη από τας +σκέψεις της δεν επρόσεξε καν την ταραχήν της συγγενούς της. +Σκεπτομένη μάλιστα, ότι κατά τας πρώτας εκείνας ημέρας κάθε +συναναστροφή θα της ήτο ανυπόφορος, τίποτε άλλο δεν εστοχάσθη παρά +πώς να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών για την ελευθερίαν που της +εχάριζε. Αφού δε έβαλε την Φανήν σε ξεχωριστό κρεββατάκι, το +οποίον ετοποθέτησε κοντά της, εκαλονύκτισε με πολλήν ευπροσηγορίαν +την κ. Μπιρτών αποχωρούσαν και κατεκλίθη και αυτή. Ένεκα δε του +κόπου του ταξιδιού, ή της αϋπνίας, η οποία επί δύο μήνας τώρα την +εβασάνιζε, δεν άργησε ναποκοιμηθή βαθιά! + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'. + +ΕIΚΩΝ + + + +Καημένη Μαλβίνα! Τα παθήματά σου κατέπαυσαν προς ώραν. Η ανάπαυσις +έχυσε βάλσαμον εις την βαθείαν πληγήν της ψυχής σου. Δι' ολίγας +ώρας τουλάχιστον λησμονείς, ότι εγκατελείφθης μόνη εις τον κόσμον. + +Ας μάθωμεν τώρα, ποία τις είναι αυτή η θελκτική γυναίκα, της +οποίας αι αρεταί, η αγχίνοια και το κάλλος απετέλουν έν ανθρώπινον +όλον μοναδικόν, έν πλάσμα της φύσεως αμίμητον. + +Με ζωηρά χρώματα παριστάνει κανείς το κάλλος, με τερπνά τας +χάριτας, με λαμπρά το πνεύμα. Αλλά το ξεχωριστό εκείνο θέλγητρον, +που συμπεριλαμβάνει όλα και καθιστά και αυτά της τα ελαττώματα +αγαπητά με ποία χρώματα να ζωγραφηθούν; + +Διά να περιγράψωμεν ακριβώς το ήθος της Μαλβίνας πρέπει να είπωμεν +όχι τι ήτον αυτή, αλλά ποία αισθήματα ενέπενεεν εις τους περί +αυτήν. Πρέπει να εκθέσωμεν όχι τα εγκώμια που της έπλεκαν οι +γνώριμοί της αλλά την ειλικρινή χαράν, με την οποίαν εφέρετο το +όνομά της εις τα στόματα των άλλων. + +Όποιος αξιώνετο να συναναστραφή την Μαλβίναν ελάμβανε δι' αυτήν +αίσθημα ισχυρότερον από κάθε κοινόν και ανώτερον από πάσαν +προσωνυμίαν, διότι η χάρη της ήτο αληθώς κάτι ακατανόμαστον. Και +είχε μεν πολλήν ευφυίαν, αλλά είχε και κάτι καλύτερον χάριν του +οποίου ελησμονείτο η ευφυία της. + +Πολλαί γυναίκες ευχαριστούνται, όταν ταις εγκωμιάζουν την ευφυίαν +των, εν τούτοις η Μαλβίνα πολύ θα έχανε και αν μόνον παρατηρούσε +κανείς την ιδικήν της. + +Δεν πρόκειται εδώ να δειχθή η Μαλβίνα καθαρά από ελαττώματα, αλλά +τα ελαττώματα της γυναικός αυτής έχουν μορφήν θελγήτρων, και +επειδή χωρίς αυτά θα ήτο άλλη παρά η Μαλβίνα, κανείς δεν +επιθυμούσε να είναι καλυτέρα από ό,τι ήτο. + +Δεν παρατηρούσε κανείς εις την Μαλβίναν μιας λογής κομψότητα, ενός +είδους προτέρημα. Εκτός της αγαθότητός της, η οποία θεωρείται και +αυτή ως ένωσις πολλών αρετών, κανέν από τα ψυχικά της προτερήματα +δεν εφαίνετο ότι ήτο ανώτερον από τα άλλα. Όλα τα είχε +συγκερασμένα με ξεχωριστή αρμονία. Εκείνο το φιλόφρον ήθος, που +εις τους πολιτισμένους είναι μίμησις, εις την Μαλβίναν ήτο κάτι +φυσικόν. Η καλή της συμπεριφορά και οι ευγενικοί της τρόποι δεν +προήρχοντο από βιασμένην επιείκειαν ούτε ήσαν απόρροια λογισμένης +σκέψεως. Όσα ήρεσκαν εις τους άλλους ήρχοντο εις το πνεύμα της +πριν ή συναισθανθεί το εις εαυτήν αρέσκον. + +Η Μαλβίνα όταν επεριποιείτο ξένον εφέρετο όπως θα εφέρετο ο +περιποιούμενος φίλον. Όταν δε επεριποιείτο φίλους είχε κάτι το +υπερτέρως εράσμιον. Έπρεπε να είναι κανείς περιπόθητος εις την +Μαλβίναν, όπως η Μιλαίδη Χέριντεν για να γνωρίση στην εντέλεια τι +είναι αφόσίωσις φιλίας, χάριν της οποίας ο άνθρωπος θυσιάζει την +περιουσίαν του χωρίς υπολογισμόν και την ζωήν του χωρίς φειδώ. + +Η αγαθοποιός διάθεσις της Μαλβίνας θα ήτο τι ανεξάντλητον, και +είναι αδύνατον να παρασταθή πόσον ευφραίνετο όταν συνεργούσε προς +ευτυχίαν άλλου. Η μακρά συνήθεια να ευχαριστήται αγαθοποιούσα, +ηύξανεν αδιαλείπτως την φιλανθρωπίαν της και την έκαμνε να θεωρή +χαμένον παν ότι δεν έδωκε. + +Η Μαλβίνα είχε καρδίαν δεκτικήν σφοδροτάτου πάθους αγάπης, +εντούτοις δεν έτυχε ναγαπήση άλλον τινά παρά την Κλαίρην. Ενετρύφα +εις την προς αυτήν στοργήν της και δεν εσυλλογίζετο ότι υπάρχει εν +τω κόσμω και άλλου είδους αγάπη. Μόνον μία σφορδά ανδρική αγάπη θα +ηδύνατο να την αποσπάση από την πλάνην της· αλλ' ο σύζυγος με τον +οποίον την ένωσαν, ανόμοιος προς αυτήν και κατά την ηλικίαν και +κατά το ήθος, δεν ήτο ο κατάλληλος να της εμπνεύση το θείον εκείνο +πάθος. + +Διά τούτο η Μαλβίνα άλλον καρπόν δεν έδρεψεν από τον ανάρμοστον +γάμον της, παρά αναλλοίωτον πραότητα και την γλυκείαν συναίσθησιν, +ότι εξεπλήρωσε τα καθήκοντά της με αυστηράν ακρίβειαν. + +Εντροπαλή και άτολμη εκοκκίνιζεν οσάκις την παρετήρουν. Και όπως +με τα θέλγητρά της επεσκίαζε κάθε άλλην φημιζομένην εμορφιάν, έτσι +και με την αρετήν της υπερέβαινε κάθε καλωσύνην. Όσοι την έβλεπαν +εκυριεύοντο από θαυμασμόν, και μόνον η ιδία δεν ήξαιρε οποίων +αισθημάτων πρόξενος ήτο η παρουσία της. + +Ενόσω εζούσεν ο άνδρας της κανείς δεν ετολμούσε να θέση την αρετήν +της εις διάπειραν. Αλλά όταν έμεινε χήρα, δεν έλειψαν να την +ζητήσουν εις γάμον. Ωστόσο η ψυχή της βαρεμένη από μακράν +στενοχωρίαν ησθάνετο ανάγκην αναπαύσεως μάλλον ή ταραχής. Έσπευσε +λοιπόν προς την Λαίδην Χέριντεν καταφρονούσα κάθε άλλην τέρψιν. + +Εκεί ηύρε την φίλην της δυστυχισμένην και ησθάνθη άρρητον προς +αυτήν αγάπην. Όστις δεν ιδή τον αγαπημένον του να πάσχη δεν ξαίρει +ακόμη μέχρι τίνος βαθμού ημπορεί ναγαπήση. + +Έτσι η Μαλβίνα έως είκοσι τεσσάρων ετών δεν ησθάνθη έρωτα και +ενόμιζε πλέον την ψυχήν της ανεπίδεκτον του πάθους τούτου. Αλλά +διότι δεν έπαθε κανείς μέχρι τινός, ποίος τον διαβεβαιώνει ότι θα +μείνει μέχρι τέλους απαθής; + +Και αλίμονον! διατί εκείνη να το αγνοεί αυτό; + +Είχε μάλιστα λάβει και σταθεράν απόφασιν ναποκρούση τον έρωτα, αν +τυχόν της επαρουσιάζετο. Δεν είχεν υποσχεθή τούτο μεθ' όρκου προς +την μητέρα της Φανής; Δεν ώφειλε τάχα ναφιερώση το υπόλοιπον της +ζωής της προς εκπλήρωσιν ιερού χρέους, προς ανατροφήν της θετής +θυγατρός της; + +Με τοιαύτας διαθέσεις τίποτε άλλο δεν της εφαίνετο πλέον +κατάλληλον από τον μονήρη βίον, τον οποίον επερνούσε. Ο στοχασμός +ότι θα ζήσει εις το εξής μακράν από τον θόρυβον της κοινωνίας, διά +να παραδοθή χωρίς περισπασμούς εις τας αναμνήσεις της και εις την +ανατροφήν του κοριτσιού της αγαπητής φίλης της, ο στοχασμός αυτός +συνεκερνούσε με κάποιαν γλυκύτητα τας πικρίας των θλίψεών της. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'. + +Η ΠΛΗΣΙΕΣΤΕΡΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ. + + + +Η Μαλβίνα την άλλην ημέραν εξύπνησε πολύ αργά. Άμα ενεδύθη +επλησίασεν εις έν παράθυρον. Εκεί της επροξένησε κατάπληξιν το +μεγαλοπρεπές θέαμα το οποίον αντίκρυσαν ο οφθαλμοί της. Τα γαλανά +και διαυγή νερά της λίμνης απλώνοντο μακράν και οι ατμοί της δεν +άφιναν την όρασιν να διακρίνη τας όχθας. Επί της μιας τούτων +υψώνοντο βουνά απ' εδώ κατάφυτα με σκιεράς ελάτας, των οποίων αι +κορυφαί επεριφρονούσαν τον άνεμον, απ' εκεί διακοπτόμενα από +βαθείας χαράδρας, από τας οποίας επήγαζαν πλατείς και ορμητικοί +χείμαρροι αποτελούντες θαυμαστήν αντίθεσιν προς την ηρεμίαν της +αντίπεραν όχθης. Επάνω δε εις αυτήν ήσαν επισωρευμένοι όγκοι +γρανίτου παμμέγιστοι, ο ένας επί του άλλου σχηματίζοντες απόκρημνα +βουνά κατάξηρα. Η εικών του χάους και της φθοράς του παντός. + +Ενώ η Μαλβίνα έβλεπε με προσοχήν αυτά τα πράγματα, άκουσε φωνήν +δυνατήν, η οποία την ερωτούσε με ενδιαφέρον, πώς πέρασε. Εγύρισε +και είδε την κ. Μπιρτών, φέρουσαν κομψόν νυκτερινόν φόρεμα και +μειδιώσαν. + + — Αι, ωραία μου εξαδέλφη, εδώ, βλέπετε, δεν υπάρχει η παντοτεινή +γλύκα της ευφόρου Γαλλίας. Εκεί η φύσις είναι φαιδρά και πολύδωρη, +εδώ όμως είναι κατηφής και αγρία, ως που νάρθη η άνοιξις και +φαιδρύνη οπωσδήποτε τα άγρια βουνά μας, ιδού έχεις ωραίους +πίνακας, ζωγράφων αρίστων έργα, τα οποία εφρόντισα να βάλω στο +δωμάτιόν σου, διά να τέρπεσαι. Εγώ αλήθεια προτιμώ να βλέπω +καλύτερα τον ωραίον μεσημβρινόν ουρανόν της Γαλλίας και Ιταλίας +έστω και εις εικόνας, παρά την αγρίαν αυτήν Σκωτίαν εις την +πραγματικότητα. + +Η Μαλβίνα ρίψασα βλέμμα πέριξ είδε πράγματι ωραίας τινάς εικόνας +φιλοκάλως διατεθειμένας επάνω εις τους τοίχους τους +ταπετσαρισμένους με πράσινο χαρτί. + +Με ευγνωμοσύνην έπιασε τα χέρι της κ. Μπιρτών και είπε: + + — Σας ευχαριστώ, εξαδέλφη μου. Όποιος φροντίζει τόσο για μια +μουσαφίρισσα, χωρίς άλλο φαίνεται ότι κάμνει ευτυχείς όλους τους +περί αυτήν. + + — Αυτός είναι τουλάχιστον ο καθαυτό σκοπός μου, απεκρίθη η κ. +Μπιρτών, και ο σκοπός αυτός μέκαμε να κατοικήσω σαυτή την ερημιά. +Η γη αυτή ανήκει εις τιμαριώτην άρχοντα κέχει μέγαν αριθμόν +υποτελών, τους οποίους επιστατώ εγώ, τους ανακουφίζω, όσον ημπορώ, +κεπειδή με θεωρούν ως κυρίαν της τύχης των, τους φέρομαι έτσι, που +να με θεωρούν και πηγήν της ευτυχίας των. + +Τους λόγους αυτούς η κυρία Μπιρτών τους επρόφερε με κάποιαν +έμφασιν. + +Η Μαλβίνα επευφήμισεν, αλλ' όχι εγκαρδίως, διά τούτο κατόπιν +κατηγόρησε τον εαυτόν της ενδομύχως, διότι δεν συνησθάνθη, όσον +έπρεπε, την αρετήν της εξαδέλφης της. + +Εν τούτοις ολιγώτερον επιεικής και μάλλον έμπειρος θα εσκέπτετο +ότι αγαθότης επιδεικνυομένη και τρόπον τινά εκβιάζουσα τους περί +αυτήν να την ιδούν και να την θαυμάσουν δεν παύει μεν ίσως να +είναι αξία τιμής, παύει όμως να είναι αξιαγάπητη. + + — Επειδή με συγχωρήσατε, αγαπητή μου, να περάσω ολίγες ημέρες +χωρίς να κατέβω εις την συναναστροφήν σας, είπεν η Μαλβίνα, έτσι +θα μείνω για πάντα εδώ μακράν της κοινωνίας, που την άφισα από +καιρόν τώρα. + + — Είσθε ολωσδιόλου ελευθέρα, απεκρίθη η κ. Μπιρτών, εγώ εφρόντισα +πάντοτε να παρέχω τόσην άνεσιν εις τους φίλους που έρχονται εδώ, +ώστε να νομίζουν ότι ευρίσκονται στο σπίτι τους, και βέβαια δεν θα +κάνω εξαίρεσιν εις την εξαδέλφην μου. Επιτρέψατέ μου μάλιστα να +σας πω ότι ήδη εις την αίθουσάν μου έχω συναναστροφήν αταίριαστη +με την διάθεσίν σας. Είναι κάτι νέοι εύθυμοι και θορυβώδεις. Όταν +θα μείνωμεν μόνοι οι οικείοι, τότε θα με αξιώσετε βέβαια της +συναναστροφής σας. + +Η Μαλβίνα υπέκλινε χαιρετίσασα. + +Ακολούθως εις διάστημα πολλών ημερών ολίγας φοράς μόνον είδε την +οικοδέσποιναν, αλλά και ουδόλως παρεπονέθη διά τούτο. + +Η λύπη είχεν αυξήσει την ευλάβειάν της και η έξις αύτη η τόσον +οικεία εις τας τρυφεράς ψυχάς την κατέστησεν εις άκρον φιλέρημον. + +Εν τούτοις η αθώα και αφελής Τομκίνα δεν ηυχαριστείτο να βλέπη την +κυρίαν της κατάκλειστη. Ενόμιζε, και δικαίως, ότι η συναναστροφή +θα ημπορούσε να διασκεδάση το πένθος της και της εφαίνετο πολύ +άσχημα να την αφίνει η κ. Μπιρτών έτσι απομονωμένην να κλαίη, ενώ +η αίθουσά της ήτο γεμάτη χαράν και ευθυμίαν. Μίαν ημέραν λοιπόν +ενώ έφερνε πρόγευμα εις την κυρίαν της, ετόλμησε να την ερωτήση. + + — Μήτε σήμερα δε θα κατέβητε, κυρία; αύριον φεύγουν πλέον οι +ξένοι, τουλάχιστον επωφεληθήτε την τελευταίαν ημέραν και κατεβήτε. +Θα διασκεδάσετε, και θα ξεσκάσετε λίγο. + + — Καλή μου Τομκίνα, είπεν η Μαλβίνα, καμιά διάθεση για διασκέδαση +δεν έχω, το ξαίρεις. + + — Όχι δα . . . μη έτσι. Αν ηθέλατε τουλάχιστον να δοκιμάσετε . . . +Και έπειτα ξαίρετε, όλοι έχουν τόσην επιθυμίαν να σας ιδούν. + + — Αλλά κανείς εδώ δεν με γνωρίζει. + + — Τι με τούτο; άκουσαν τόνομά σας κέχουν πολύν — και +δικαιολογημένον — πόθον να σας γνωρίσουν και προσωπικώς. Καθένας +τους μερωτά. «Διατί η κυρία σου δεν φαίνεται; Διατί κρύπτεται; +Μήπως είναι άσχημη; Εγώ τους αποκρίθηκα ότι μέσα στα τρία τους +βασίλεια (1) δεν θα εύρουν την ομοίαν σας, κέτσι ηύξησε +περισσότερον η περιέργειά των. + + — Και νομίζεις τώρα ότι πρέπει ναφίσω την ησυχία μου για να +ευχαρίστησω την περιέργειάν των; + + — Τομκίνα! Τομκίνα, διέκοψε τότε η Φανή, πες της μητέρας, ποιος +ήταν εκείνος ο νόστιμος Λόρδος που ήθελε να την ιδή περισσότερο +από κάθε άλλον, που με χάιδευσε και μου έδωσεν όλα αυτά τα γλυκά; + + — Ναι ήταν ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, ο ανεψιός της κ. Μπιρτών. Είναι, +κυρία μου, ωραίος σαν άγγελος . . . . τόσον γλυκύς, τόσον χαρίεις. +Αλήθεια λέγουν ότι είναι ολίγον άσωτος. Εγώ αυτό δεν το ξαίρω και +δεν ανακατεύομαι εις των υπηρετών τας φλυαρίας. + + — Καλά κάμνεις, Τομκίνα, απόφευγε τοιαύτας συναναστροφάς να είσαι +ήσυχη· αλλά η εξαδέλφη μου μού φαίνεται αξιόλογη γυναίκα. + + — Αυτό, κυρία μου, δεν το διαδεβαιώνουν εδώ, διέκοψεν η Τομκίνα, +και μου είπαν πράγματα . . . αλλά τι με μέλει να πω κακό εγώ; το +κακό αμέσως ακούεται. Επιθυμώ μόνον να συγκατανεύση η κυρία μου +εις ό,τι την παρακάλεσα. Όταν την βλέπω να λυπάται σπαράσσονται τα +σπλάχνα μου. + + — Καλέ Τομκίνα, απεκρίθη με ιλαρότητα, άφησε εις εμένα την +φροντίδα της διασκεδάσεώς μου. Πίστεψε μόνον ότι καλύτερα +ευχαριστούμαι όταν είμαι μόνη, παρά όταν είμαι με συναναστροφήν. + +Η Τομκίνα έσεισε την κεφαλήν, ως μη πειθομένη, αλλά και μη τολμώσα +να αντείπη περισσότερον. + +Εξήλθε σιωπηλή. + +Την επιούσαν η κ. Μπιρτών εκάλεσε την εξαδέλφην της να καταβή εις +το διαμέρισμά της, να πάρουν μαζί το πρόγευμα. + +Η Μαλβίνα δεν ευχαριστήθη από την πρόσκλησιν, αλλ' έκρινεν +ανάρμοστον να της αρνηθή και κατέβη εις το δωμάτιον της κ. +Μπιρτών. + + — Τέλος πάντων, φίλη μου, της είπεν εκείνη, άμα την είδεν, οι +ξένοι μου έφυγαν και ημπορώ πλέον ναπολαύσω την τερπνήν +συναναστροφήν σου. + + — Φοβούμαι, αγαπητή μου, ότι δεν είμαι καθόλου επιτηδεία να +συντελέσω προς τέρψιν, και αλίμονον αν δεν έχετε συναναστροφήν +εκτός της ιδικής μου. + + Διατί, εξαδέλφη μου, με πικραίνετε με τους μετριόφρονας αυτούς +λόγους σας; Απεναντίας είσθε ερασμιωτάτη. Έπειτα δα δεν είμαι και +ολότελα μόνη εις τον πύργον. Εις το γεύμα θα γνωρισθήτε και με +τους άλλους συνοίκους. Αλλά τας εν τω μεταξύ ώρας τας εφύλαξα διά +να σας απολαύσω μόνη μου. + +Η Μαλβίνα εστεναχωρήθη διά το φιλοφρόνημα, αλλά δεν απήντησε. +Μόνον ήρχισε να αισθάνεται πλήξιν προκαταβολικώς στοχαζομένη ότι +έμελλε να υποφέρη πολλών ωρών συναναστροφήν. Έτσι ηύξανεν έτι +μάλλον η αμηχανία της. + +Εκάθισε κατηφής κοντά εις την θερμάστραν εμπρός εις τραπέζι +πολυτελές, επί του οποίου προσεφέρθη το πρόγευμα. Και δεν την +εβίαζε μεν η κ. Μπιρτών να τρώγη, εφρόντιζεν όμως να της δείχνη τα +νόστιμα και διαλεχτά φαγητά του προγεύματος, προσπαθούσα να της +διεγείρη την όρεξιν. + +Η Μαλβίνα την ευχαριστούσεν, αλλά θα επροτιμούσε μεγαλυτέραν +αμέλειαν και αφελή αδιαφορίαν, παρά τας προς τιμήν της τάχα +περιποιήσεις, που δεν αφίνουν τον άνθρωπον ναναπνεύση ανέτως. + +Ματαίως η κ. Μπιρτών επροσπαθούσε να δείξη καλωσύνην ψυχής, η +φύσις δεν την είχε προικίσει με το αγαθόν τούτο. Έλειπεν από τας +φιλοφρονήσεις της η ελευθεροπρεπής ειλικρίνεια και από τους λόγους +της η θέλγουσα απλότης. + +Μετά το πρόγευμα η κ. Μπιρτών επρότεινεν εις την Μαλβίναν να +περιέλθουν τον πύργον. Την ωδήγησε λοιπόν πρώτον εις την +οργανοθήκην, όπου της έδειξε άρπας, κιθάρας, πιάνα και άλλα είδη +Ευρωπαϊκών οργάνων της μουσικής. Έπειτα επήγαν εις την +βιβλιοθήκην, μεγάλην και κομψήν. Από εκεί εισήλθον εις ευρύχωρον +πινακοθήκην, στολισμένην με αξιόλογα έργα γνωστών ζωγράφων. + +Υπόγειες θερμάστρες εθαίρμαναν όλα αυτά τα δωμάτια, και οι σωλήνες +των συνήρχοντο περί τον θάλαμον της κ. Μπιρτών. Άνωθεν των σωλήνων +είχε θερμοκήπιον, όπου καλλιεργούντο καθ' όλας τας ώρας του έτους, +οι ευώδεις θάμνοι, όσοι εις τα μαλακώτερα κλίματα φύονται εν ώρα +θέρους. Δια μικρού δε ανοίγματος εντέχνως κατασκευασμένου το +ρόδον, η πορτοκαλέα, το ηλιοτρόπιον μετέδιδον το άρωμά των εις τον +κοιτώνα της κ. Μπιρτών, του οποίου οι τοίχοι ευφυώς ζωγραφισμένοι +παρίστων πράσινον δάσος κατασπαρμένον με σωρούς ανθέων, τα οποία +τόσο επιμελώς εμιμήθη η τέχνη, ώστε ενόμιζε κανείς απατώμενος και +υπό της πραγματικής ευωδίας ότι ευρίσκεται μέσα εις ευανθή +λειμώνα. Καθρέπται με τα περιθώρια ψιλοδουλεμένα εις έντεχνα φύλλα +ηύξανον την μαγικήν του θαλάμου φαιδρότητα. Εις δε το βάθος κλίνη +μεγαλοπρεπής υποκρυπτομένη υπό λεπτεπιλέπτου παραπετάσματος +συνεπλήρωνε της ηδυπαθείας το καταγώγιον. + +Η Μαλβίνα ήτο βεβαίως συνηθισμένη εις το σπίτι της και εις της +Λαίδης Χέριντεν να βλέπη έργα πλούτου και τέχνης, αλλά τόσο +επιτηδευμένην πολυτέλειαν ποτέ της δεν είχεν ιδή και θα της +εφαίνετο παράδοξον ακόμη και αν την έβλεπεν εις Παρισίους και εις +Λονδίνον, πολύ δε περισσότερον εις την Σκωτίαν. Πόσα τω όντι θα +εδαπανήθησαν διά την εκεί μετακόμισιν όλων εκείνων των +καλλωπισμών! Πόσαι χείρες εχρειάσθησαν διά την εξεργασίαν των! +Πόσαι φροντίδες διά την διατήρησίν των! + +Η κ. Μπιρτών μαντεύουσα τας σκέψεις της τής είπε: + + — Απορείτε, ως φαίνεται, διότι ευρίσκετε μερικάς αναπαύσεις εις +τα εσωτερικά της επαρχίας αυτής και ίσως να με μέμφεσθε, ότι +υπήκουσα περισσότερον του δέοντος εις τας ορέξεις μου. Εν τούτοις +θα μου συγχωρήσετε, ελπίζω την αδυναμίαν μου αυτήν, όταν μάθετε +ότι έχω ήδη συστήσει ευαγή ιδρύματα αγαθοποιίας διά τους +δυστυχείς. Έχω, φιλτάτη, εις ένα διαμέρισμα του πύργου μου +σχολείον διά τα παιδιά, νοσοκομείον διά τους ασθενείς, +σιδηρουργείον εκ του οποίου μοιράζω εις τους πτωχούς εργάτας +εργαλεία και σίδηρον ακόμη, διά να κερδίζουν τα προς ζωήν. + + — Ω βέβαια, έτσι κανείς δεν ημπορεί να σας μεμφθή διά την +πολυτέλειάν σας. Είναι πολύ αιτιολογημένον να ευχαριστήση κανείς +ολίγον και τας ιδικάς του ορέξεις, αφού προηγουμένως εφρόντισε να +ευεργετήση τους άλλους. + +Αλλά ας πάμε λοιπόν να επισκεφθώμεν τα φιλανθρωπικά σας ιδρύματα, +διά να θαυμάσω εκεί την αρετήν σας, όπως εδώ την φιλοκαλίαν σας. + + — Προθύμως ήθελα εκπληρώσει την δικαίαν άλλως τε επιθυμίαν σας, +είπεν η κ, Μπιρτών, αλλ' επειδή έχω διωρισμένον να επισκέπτωμαι τα +καταστήματα εκείνα μόνον δύο φοράς την εβδομάδα, δεν θέλω να +παραβώ την τάξιν, μήπως γίνω κακόν παράδειγμα εις τους επιστάτας, +και αρχίσουν και αυτοί να παραβαίνουν τα διαταγμένα, μιμούμενοι +εμένα. + + — Όπως αγαπάτε, απεκρίθη η Μαλβίνα, απορούσα διά την ολίγον +βιασμένην αυτήν αιτιολογίαν, αλλά δεν ημπορώ τάχα να υπάγω μόνη; + + — Όχι, φιλτάτη. δεν θέλω να στερηθώ την ευχαρίστησιν να σας +οδηγήσω εγώ εκεί. + +Η Μαλβίνα δεν επέμεινε. Ωστόσο, αν και ούτε εις τους λόγους ούτε +εις τους τρόπους της κ. Μπιρτών εύρισκε τίποτε το άξιον να την +κατηγορήση, ησθάνετο όμως ότι είχεν εις το όλον της κάτι +αντιπαθητικόν. Ο νους της Μαλβίνας ήταν ευδιάθετος προς +επιείκειαν, αλλά η καρδία της είχεν οξύ το διαγνωστικόν και +διησθάνετο τα κρύφια ελατήρια των ομιλούντων μαζί της. Προτού να +σκεφθή εδέχετο αμέσως την ηθικήν εντύπωσιν των εκτός. Πολλάκις +μάλιστα εμάλωνε τον εαυτόν της διά τα παράδοξα ταύτα συναισθήματά +της, αλλά δεν ημπορούσε να τα κατασιγάση. Σκεπτομένη ακολούθως +επροσπαθούσε να πείσει τον εαυτόν της ότι έχει άδικον, αλλ' η +καρδία δεν υποχωρούσε εις του νου τα επιχειρήματα. Και αν κανείς +ημπορούσε να απατήση την κρίσιν της, δύσκολον ήτο να εκφύγη τον +προς διαίσθησιν αυτοματισμόν της. + +Η κ. Μπιρτών βλέπουσα την Μαλβίναν ετοίμην ναναχωρήση είπε: + + — Επιθυμούσα, φιλτάτη, να σας κάμω να λησμονήσετε ότι δεν είσθε +στο σπίτι σας. Πέστε μου ειλικρινώς, σας παρακαλώ, αν προτιμάτε να +γευματίζετε εις την κάμαρή σας. Ίσως τούτο φανή ολίγον παράξενον +εις τους άλλους, αλλά τι με μέλει; Εγώ εσάς θέλω να ευχαριστήσω. + +Κατά πρώτον η Μαλβίνα ήταν έτοιμη να δεχθή την πρότασιν, +συλλογισθείσα όμως, ότι οπωσδήποτε ήτο υποχρεωμένη να περνά ολίγας +ώρας την ημέραν με την εξαδέλφην της επροτίμησεν αι ώραι αύται να +είναι ακριβώς αι του γεύματος, και είπε: + + — Αν δεν σας είμαι άχαρις σύντροφος με την δυσθυμίαν μου αυτήν, +αν όλοι σας ανέχεσθε να με βλέπετε έτσι κατηφή και σκυθρωπήν, +ευχαρίστως θα κατεβαίνω εις το γεύμα. + + — Αν θεληματικώς στέργετε να μας συντροφεύετε εις το γεύμα, +φιλτάτη Μαλβίνα, πρέπει να είσθε βεβαία, ότι η συντροφιά σας θα με +ευφραίνη. Διατί τάχα να μενοχλήση η λύπη σας· απεναντίας θέλω να +μου κοινοποιήσετε τα παθήματά σας· και εγώ πολλά υπέφερα, γνωρίζω +εκ πείρας τους πόνους εκείνους, των οποίων πηγή είναι η +ευαισθησία, και δεν θα μείνω διόλου ασυμπαθής εις τους ιδικούς +σας. + +Η Μαλβίνα επίστευσεν εις τους λόγους της κ. Μπιρτών και την +συνεπάθησε, αλλ' ησθάνθη συγχρόνως, ότι δεν θα προθυμοποιηθή ποτέ +η ιδία να δείξη προς αυτήν τα τραύματα της ιδικής της ψυχής. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'. + +ΝΕΑΙ ΓΝΩΡIΜIΑΙ. + + + +Αφότου η Μαλβίνα είχε χάσει την αγαπητήν Κλαίρην, πρώτην φοράν +ευρέθη εις τόσο μακράν συνομιλίαν· την υπέφερε με αγωνίαν. +Εκουράσθη. Διά τούτο με ευχαρίστησιν επέστρεφεν ήδη εις το +διαμέρισμά της. + +Ενώ επερνούσε τον μεταξύ των θαλάμων διάδρομον, την εχαιρέτισε +κάποιος κύριος, έως τριάντα ετών, ευγενής την μορφήν και +εντροπαλός τα ήθος, χαριέστατος δε. Η Μαλβίνα ηρκέσθη να του +ανταποδώση τον χαιρετισμόν με ελαφράν κλίσιν της κεφαλής και +αντιπαρήλθε, χωρίς να διακόψη το περιπάτημά της. + +Αλλ' όμως δεν συνέβη το ίδιον και εις τον κ. Πρίορ. Αν και άχρι +τούδε μόνος αυτός από όλους τους συνοίκους δεν είχε λάβει την +περιέργειαν να γνωρίση την κ. Σορκή, δεν ημπόρεσε όμως να κρύψη +την έκπληξίν του, όταν την είδε. Και πράγματι, πώς ημπορούσε να +την αντικρύση κανείς με αδιαφορίαν! Ποιος θνητός θα ηδύνατο να +αντιβλέψη τα δυνατά και θελκτικά εκείνα μάτια και να μείνη χωρίς +ιμέρους απολαύσεως! + +Διά τούτο, μόλις επέρασεν η Μαλβίνα, ο κ. Πρίορ εγύρισε να την +ξαναϊδή. Αφού δε εκείνη έγινεν άφαντη, αυτός έμεινεν αρκετήν ώραν +ακίνητος και ενεός. Τέλος ήρχισε να περιπατή σιγά σκεπτόμενος, και +προεξοφλών την χαράν, ότι έμελλε καθεκάστην ναπολαύη την +συντροφίαν τοιαύτης χαριεστάτης κυρίας. + +Ήτο αυτός Σκώτος ευπατρίδης, αλλ' η οικογένειά του δεν ήτο +εύπορος. Τον παρεκίνησαν λοιπόν να γίνη κληρικός. Πρόθυμος εκείνος +υπήκουσε εις των γονέων του το θέλημα. Ήτο φιλόμουσος και +φιλομαθής και ως εκκλησιαστικός ήλπιζεν ότι θα ημπορούσεν +ευκολώτερα να καταγίνη με την φιλολογίαν προς την οποίαν μεγάλην +είχε κλίσιν. + +Αλλ' αι τοιαύται σπουδαί δεν είναι βέβαια και πηγαί πλούτου διά +τους μύστας των. Και επειδή καθώς εις όλα τα επαγγέλματα, ούτω και +εις το στάδιον του κληρικού επιτυγχάνει τις, μόνον όταν είναι +επιδέξιος και ραδιούργος, παρά επιστήμων και χρηστοήθης, ο καλός +Πρίορ δεν κατώρθωσε να εύρη θέσιν κατάλληλον, διά να πορίζεται τα +προς τον βίον. + +Ενώ λοιπόν ευρίσκετο εν αμηχανία εις Έδιμπουργκ, την πρωτεύουσαν +της Σκωτίας, εγνωρίσθη μετά της κ. Μπιρτών, η οποία είχε μεταβή +εκεί διά περιήγησιν. + +Η κ. Μπιρτών είχεν αρκετήν οξύνοιαν, ώστε να εκτιμήση το πνεύμα +του κ. Πρίορ. Το εθεώρησεν ευτύχημα να έχη εις τον οίκον της +άνθρωπον από σημαντικόν γένος και του προσέφερε την εφημερίαν της +Εκκλησίας του Πύργου της, με μισθόν ετήσιον εκατόν Αγγλικών λιρών. + +Τόσον δε εδελέασε τον Πρίορ ο εύχαρις τρόπος της κ. Μπιρτών και +τόσον ενθουσιάσθη από την ελπίδα ναφιερωθή εις τας μελέτας του +μέσα εις τα άγρια τοπία του Μπρήντελβεν, ώστε προθύμως απεδέχθη +την θέσιν. + +Κατ' αρχάς εγοητεύθη από την γραφικήν θέσιν της ερημικής κατοικίας +του, αλλ' ότε εισεχώρησεν εις τα εσώτερα του πύργου, απόρησε πολύ +περισσότερον, παρ' όσον κατόπιν η Μαλβίνα, η δε κομψή εκείνη και +πολυτελής χλιδή τον ενέβαλαν εις πολλάς υποψίας. Αλλ' οποιαδήποτε +και αν ήσαν τα περί της κ. Μπιρτών φρονήματά του, δεν έκρινε καλόν +να εκμυστηρευθή ποτέ εις κανένα έως τώρα. + +Όταν η Μαλβίνα κατέβη εις το γεύμα, ηύρεν εκεί εκτός του κ. Πρίορ +και δύο αγνώστους της γυναίκας, αι οποίαι της έρριχναν βλέμματα +περίεργα. + + — Ωραία μου εξαδέλφη, σας συνιστώ ευχαρίστως τους φίλους και +συγκοινωνούς της ερημίας μου. Η νέα σύντροφος που αποκτούν θα τους +γεμίση μεγάλην χαράν. Ιδού ο κ. Πρίορ, ιερεύς του πύργου μου, η +ευγενής καταγωγή του είναι το μικρότερον από τα προτερήματά του. +Εδώ ασχολείται εις έργον πολύ μικρόν ως προς την παιδείαν και τα +φώτα του και γνωρίζω χάριν εις την προς αυτόν δυσμένειαν της +τύχης, η οποία τον κρατεί πλησίον μου. Ιδού (εξηκολούθησε +στρεφομένη προς πεντηκοντούτιδα κυρίαν) η κ. Μέλμορ, φίλη της +μητρός μου, χήρα αξιωματικού. + +Καταναλώσασα όλην την περιουσίαν της εις ατυχή δίκην, ήλθε να γίνη +συγκοινωνός του μοναστικού βίου μου μαζί με την θυγατέρα της, την +οποίαν βλέπετε παρούσαν. Η κόρη αύτη μόλις δεκαεπταέτις έχει ήδη +σπάνια προτερήματα και δύναται να σας βοηθήση εις την ανατροφήν +της μικράς ορφανής σας. + +Η Μαλβίνα απεκρίθη χαριέντως, ότι ασμένως θα προσπαθήση να ωφεληθή +από τα προτερήματα της καλής δεσποινίδος, αλλ' ως προς την +ανατροφήν της μικράς, είπε, αύτη ανήκει καθ' ολοκληρίαν εις την +μητέρα της. + + — Αλλ' αν δεν απατώμαι, κυρία, είπε η κ. Μέλμορ, το ευγενές αυτό +κοριτσάκι δεν είναι ιδικόν σας. + + — Έχετε δίκαιον, κυρία, απεκρίθη η Μαλβίνα μόλις κρατούσα την +συγκίνησίν της, αλλά η συμφορά την έκαμε περισσότερον προσφιλή εις +εμέ, παρά αν ήτο φυσική μου θυγάτηρ. + + — Εννοώ, είπεν η κ. Μέλμορ, θα είχατε φιλίαν στενήν με την μητέρα +της, και μετά τον θάνατον εκείνης την υιοθετήσατε. + + — Αφήσατε παρακαλώ, είπεν η κ. Μπιρτών ανεξέταστον την +λεπτομέρειαν ταύτην, είναι πληγαί τας οποίας μόνος ο καιρός +θεραπεύει. + + — Είναι και άλλαι επρόσθεσεν η Μαλβίνα, επί των οποίων ο καιρός +διέρχεται χωρίς να τας θεραπεύση. + + — Ας μη απελπιζώμεθα, είπεν η κ. Μπιρτών. Ελπίζω να έχη κάποιαν +αγαθήν επίδρασιν επί των συναισθημάτων σας ο ζήλος της ειλικρινούς +μου φιλίας. Και την εφίλησεν εις το μέτωπον. + +Καθ' όλον το διάστημα τούτο ο κ. Πρίορ σιωπών εκοίταζεν αδιακόπως +την Μαλβίναν. Το περίλυπον εκείνο και ωχρόν πρόσωπόν της του +εφαίνετο το θελκικώτερον παρ' όσα ποτέ είδεν επί ζωής του. + +Κάθε λέξις την οποίαν επρόφερεν εκλόνιζε την καρδίαν του και +απορούσε, πώς ήτον δυνατόν να τολμούν να ομιλούν και άλλες εμπρός +της, τόσο ήταν εκείνη θελκτική και η φωνή της μαγεία. + +Πρώτη η κόρη της κ. Μέλμορ κατάλαβε τα συναισθήματα του κ. Πρίορ. + + — Μαντεύω, είπε, ότι της κ. Σορκή η λύπη μετεδόθη και στον κ. +Πρίορ και κοντεύει να κλάψη για συμφορές, που δεν τις έμαθε ακόμη. +Φαντασθήτε να τις μάθη κιόλας. + + — Και τι μένει να μάθω ακόμα; απεκρίθη με τόνο ο κ. Πρίορ, η φωνή +του προσώπου, τα χαρακτηριστικά, δεν διερμηνεύουν αρκετά της ψυχής +τη διάθεση; Αν οι δυστυχείς δεν είχαν άλλο από λόγους για να +παραστήνουν τη διάθεση της ψύχης τους, σας βεβαιώνω πολύ μικρή +εντύπωση θα έκαμναν οι λόγοι τους μονάχα στις καρδιές των άλλων. + +Η Μαλβίνα ύψωσε τα μάτια της προς τον κ. Πρίορ δείχνουσα με +λεπτότητα ότι συμφωνεί μαζί του. Έως τότε δεν τον είχε παρατηρήσει +ακόμη. Μόλις τώρα τον επρόσεξε και εσχημάτισε πολύ καλήν ιδέαν διά +τον χαρακτήρά του. Ήτο σοβαρός και τραχύς κατ' επίφασιν, αλλ' η +ευαισθησία του δεν ημπορούσε να διαφύγη την οξυδέρκειαν της +Μαλβίνας. + +Η κόρη της κ. Μέλμορ πολλάκις κατά το γεύμα ερώτησε την Μαλβίναν +διά τας τέρψεις του Λονδίνου. + + — Λίγο τας εγνώρισα, της είπε· η Μιλαίδη Χέριντεν μόνον χάριν του +συζύγου της εσύχναζεν εις τοιαύτα κέντρα. Μα εκείνος πολύ σπάνια +της το ζητούσε, κεγώ ποτέ δεν έβγαινα χωρίς αυτήν. + + — Θεέ μου, είπε η νέα, είναι δυνατό, να μεταχειρίζεται κανείς +τόσο άσχημα την ελευθερία του, να στερήται τους χορούς, τας +διασκεδάσεις, τα θέατρα, όταν μάλιστα είναι αυτεξούσιος και +ημπορεί να ταπολαύη όλα αυτά. Ως για μένα σας ομολογώ πώς αυτές οι +χαρές είναι οι μόνοι μου πόθοι και τις προτιμώ καλύτερα κιαπό την +τροφή. + + — Πίστεψέ με, κόρη μου, την διέκοψεν η κ. Μπιρτών, όλα αυτά +κανείς τα βαρυέται πολύ γρήγορα. Εγώ τα απόλαυσα όλα στα νιάτα +μου, μέθυσα με ό,τι οι θρίαμβοι της φιλαυτίας έχουν ευχάριστο και +γλυκό, μα όταν ήρθα αργότερα στον εαυτό μου, κατάλαβα πόσο μάταιες +είναι αυτές οι απολαύσεις κιάφησα τον κόσμο, προτού να μαφήση +εκείνος. Επιμόνως εζήτησε να με ξανατραβήξη πάλι, μα εγώ +εναντιώθηκα στα δελεάσματά του και προτίμησα τας μόνας αληθινάς +ευχαριστήσεις της ψυχής, την ευεργεσίαν και την φιλίαν. Και τώρα +πια που δεν είμαι ούτε νέα ούτε ωραία, μένω ευχαριστημένη που δεν +αφιέρωσα όλη τη ζωή μου στις ματαιότητες του κόσμου. + +Η κ. Μέλμορ απαντώσα εις αυτά εξεθείασε της κ. Μπιρτών την +φρόνησιν. Αλλά τα εγκώμια της ήταν τόσο υπερβολικά, ώστε η Μαλβίνα +αηδίασε κέτσι δεν μπόρεσε να προσθέση και αυτή ένα λόγον +επαινετικόν, όπως το απαιτούσε η ευγένεια. Είδε και στα χείλη του +κ. Πρίορ ένα κρυμμένο χαμόγελο κιάρχισε ναμφιβάλη για την +ειλικρίνεια των λόγων της εξαδέλφης της. + +Κατόπιν την κατάκλυσαν οι θλιβερές αναμνήσεις και πριν τελειώση τα +γεύμα εζήτησε συγγνώμη και ανέβη εις τον θάλαμόν της. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'. + +Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ + + + +Επειδή η Μαλβίνα δεν είχε μαζί της βιβλία, κατέβη ένα πρωί στης κ. +Μπιρτών και εζήτησε την άδεια να πάρη μερικά από την βιβλιοθήκην +της. + + — Αγαπητή μου, είπεν η κ. Μπιρτών επειδή μου αρέσει να έχω +καινούργια τα βιβλία μου, δεν συνηθίζω να δανείζω τα βιβλία μου +στις κυρίες, γιατί τα μεταχειρίζονται με πολλήν αμέλεια, αλλά στη +χάρη τη δική σας ποιος ημπορεί να μη λησμονήση τους κανονισμούς +του; Σας αφίνω να διαλέξετε ό,τι θέλετε. + +Η Μαλβίνα την ευχαρίστησε κάπως κρύα, γιατί τέτοιας λογής χάρη ήτο +χειρότερη και από άρνησιν. Απεφάσισε να κάμη ολίγην χρήσιν της +χάριτος αυτής. Προτού νανέβη εις το δωμάτιόν της εμβήκεν εις την +βιβλιοθήκην και εστάθη εμπρός εις το τμήμα των Γάλλων συγγραφέων. + +Αυτοί ήσαν της νεότητός της οι καλοί φίλοι, ανάμεσα εις αυτούς και +την κ. Χέριντεν επέρασε τας καλυτέρας ώρας της ζωής της. + +Εδάκρυσε, όταν είδε τον Montaigne. Η φαντασία της την έφερε αμέσως +στη χαριτωμένη πατρίδα της, στο σπίτι του πατέρα της, όπου πρώτην +φοράν είχεν αναγνώσει το «περί φιλίας» αξιόλογόν του σύγγραμμα. + +Ήταν ακόμα τότε άγαμος καθώς και η Κλαίρη, η οποία ελάμβανε μέρος +εις την ανάγνωσιν εκείνην. Εις κάθε φράσιν τα μάτια των υψώνοντο +εις συνάντησιν ως να έλεγαν: + + — Αυτά και μεις συναισθανόμεθα. + +Αλλά τα δειλά των χείλη δεν ετολμούσαν να τομολογήσουν, διότι +κάποια κρυφή συστολή — η πιστή συντρόφισσα των πρώτων εντυπώσεων +των νεαρών ψυχών — δεν άφινε τα καρδίας των να το εκφράσουν. + +Απορούσαν, διότι η φύσις τις εφαίνετο πιο ωραία, αφότου ήρχισαν να +την θαυμάζουν μαζί. Τα άνθη ήταν πιο όμορφα, αφότου τα έκοπτον η +μια για την άλλη. + +Ευρισκόμεναι εις ευδαιμονίαν για την αμοιβαίαν των φιλίαν +παρεδίδοντο με ευφροσύνην εις το αίσθημα το οποίον τας ετραβούσε +συναλλήλως. Ωστόσο δεν εγνώριζον καν την πηγήν της ευτυχίας των +αυτής. + +Εις τας απαλάς και αδόλους εκείνας ψυχάς η καθαρά και άκακη φιλία +είχε συνάμα τας στενοχωρίας και τα θέλγητρα νεογεννήτου έρωτος. + +Αυτές αι αναμνήσεις ήρθαν επανωτές εις τον νουν της Μαλβίνας και +καθεμία των έφερνε δυνατούς παλμούς στην καρδία της. + + — Ω πρώτη εποχή της ζωής! εφώναξε κλαίουσα, εποχή μαγική! πέρασες +τόσο γρήγορα και άφισες πόθους αιωνίους! Πόσα ίχνη βαθιά χαραγμένα +στη μνήμη μου άφησε το πέρασμά σου! + +Ενώ εμονολογούσεν έτσι η Μαλβίνα, έξαφνα άνοιξε η θύρα και +παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ με μερικά βιβλία στα χέρια. + +Άμα είδε την Μαλβίναν, την εχαιρέτισε με σεβασμόν και τραβήχτηκε +πίσω να φύγη. Αλλά εκείνη εσηκώθη και του έκαμε σημείον να σταθή. + + — Μην ταράττεσθε, κύριε, του είπε με μαλακή φωνή, εγώ αναχωρώ. + +Αλλ' ο κ. Πρίορ, άμα την είδε έτσι να περνά με το κεφάλι σκυμμένο, +εσύμπλεξε τα χέρια του και ανεφώνησε. + + — Αλλά, Θεέ μου, πώς παιδεύεις τέτοια σου πλάσματα, και οι κακοί +ευτυχούν και απολαύουν αγαθά περισσότερα από όσα επεθύμησαν! + + — Η φωνή αυτή έκαμε βαθειά εντύπωση εις την ψυχή της Μαλβίνας· +εγύρισε λοιπόν προς τον κ. Πρίορ με τα μάτια δακρυσμένα ακόμη και +είπε: + + — Ναι αλήθεια, πολύ σκληρά τιμωρήθηκα. Και εζούσα αθώα και δεν +ήμουν άξια τόσης τιμωρίας. + + — Μη παραπονείσθε κατά του Θεού, είπεν ο κ. Πρίορ. Έλθετε πλησίον +του και θα σας δεχθή· παρακαλέσετέ τον και θα σας ακούση. +Προσέρχεται εις τας ταπεινάς καρδίας και δεν αποστρέφει το +πρόσωπόν του, όταν ακούη τη φωνή του θλιμμένου. + + — Είσθε, κύριε, αγαθός και εύσπλαχνος, καθώς βλέπω, και στήριγμα +των θλιβομένων, καθώς απαιτεί το σχήμα σας. + + — Αι! απεκρίθη εκείνος, αν μπορούσα νάχω την ελπίδα πως θα είμαι +ικανός να φέρω κάποια παρηγοριά στην ψυχή σας, από σήμερα θα θεωρώ +τον εαυτό μου πολύ ευτυχή. + + — Είμαι, κύριε, ένα ελάχιστο μέλος του ποιμνίου, που είναι +εμπιστευμένον εις την επιστασίαν σας. Δέχομαι ευγνωμώνως την +πνευματική σας βοήθεια. Ίσως με διδάξετε να υποφέρω τον θάνατον, +που με άφισε μόνην εις τον κόσμον. + + — Αυτή τη βοήθεια μην τη ζητάτε από μένα, αλλά από την υψηλήν +ιδέαν, που παρηγόρησε όλους τους ανθρώπους όλων των αιώνων· από +την ελπίδα, λέγω, της αθανασίας, η οποία είναι σαν άγκυρα της +ψυχής μέσα σαυτό το πέλαγος, όπου κάθε λίγο προσβαλλόμεθα από τα +άγρια κύματα των παθών. + +Ο θάνατος άλλο δεν είναι παρά η έξοδος της ψυχής από το γνήσιον +σκήνωμα. Αποσπάσατε τα βλέμματά σας από την γην και υψώσατέ τα +προς την αχειροποίητον εκείνην κατοικίαν, που υπάρχει προ αιώνων. +Εκεί αναζητήσατε την φίλην σας και θα την εύρετε. + + — Αισθάνομαι κάποια ανακούφιση από τους λόγους σας, είπε η +Μαλβίνα. Ποτέ δεν αμφέβαλλα ότι ο Θεός δεν θα μας έκαμνε βέβαια +δυστυχείς, αν ήθελε μας πλάσει θνητούς. Το πιστεύω περισσότερο +τώρα που μου το λέτε σεις και σας γνωρίζω χάρη για τούτο. + +Η Μαλβίνα ήτο πολύ ευχαριστημένη, διότι ηύρε άνθρωπον με τον +οποίον συνεννοείτο τόσο καλά. Πολλήν παρηγορίαν ελπίζουσα από την +συναναστροφήν του κατέβη πρόθυμα εις το γεύμα. + +Όταν εμβήκεν εις την αίθουσαν, ηύρε την κ. Μέλμορ να καταγίνεται +με το κέντημά της, και την θυγατέρα της να διαβάζη κάποιο +φυλλάδιο. + +Άμα είδε αυτή την Μαλβίναν να εμβαίνη άφισε αποτόμως το βιβλίον. + + — Θα ημπορέσης, Κίττη μου, της είπε η μητέρα της να διηγηθής εις +την κυρίαν αυτό που σου παρήγγειλε ναναγνώσης η κ. Μπιρτών. + + — Μάλιστα, απεκρίθη η νέα, και αν η κυρία Μπιρτών εφέρετο προς +τους άλλους, όπως επιθυμεί να φέρωνται προς εκείνην οι άλλοι, +αναμφιβόλως έπρεπε νακούσω από το στόμα της κανέναν έπαινον. Μα +όταν θέλη κανείς μόνος ο ίδιος να επαινήται, βέβαια δεν του πάει +να επαινέση και άλλον. + + — Τι λες, παιδί μου! είπε η μητέρα, λησμονείς για ποιαν ομιλείς +και εμπρός εις ποίαν ομιλείς; + + — Αλήθεια, μαμά, δεν ξαίρω πώς μπορεί κανείς να βιάζη τον εαυτό +του και να στεναχορείται! Ως για μένα τόσο πολύ βαρέθηκα την εδώ +ζωή κιαυτά τα διαβάσματα, ώστε δεν μπορώ πια να το κρύβω. + + — Και γιατί να το κρύβετε; είπε η Μαλβίνα, οι διασκεδάσεις και η +ευθυμία είναι τα χαρακτηριστικά της ηλικίας σας, και δεν νομίζω +ναπορή για τούτο η κ. Μπιρτών. Είναι αρκετά λογική. + + — Να απορή, λέτε; Αν ήταν μόνον αυτό, λίγο θα μέμελε. Πώς μπορεί +να μου συγχωρέση το ασυγχώρετο αμάρτημα, ότι δεν μένω +ευχαριστημένη στο σπίτι της! Έπειτα, ξαίρω κεγώ . . . είναι όχι +λίγο προδιατεθειμένη να θυμώνη εναντίον μου παραλόγως, γιατί +έξαφνα ο σερ Έδμον Σέυμουρ έδειξε κατά το τελευταίο του ταξίδι +κάποια κλίση προς εμένα. + +Βέβαια και δεν το νομίζω σπουδαίο πράμα του σερ Έδμον αυτήν την +προτίμησιν, γιατί ξαίρω τι άστατος είναι. Ξαίρω πως σε χίλιες +άλλες λέει τα ίδια που είπε και σε μένα. Μα κιαλλιώς να ήτανε (που +μπορεί να είναι κιόλας), αναμφιβόλως η κ. Μπιρτών θα αναγκάσει τον +ανεψιό της να πάρη γυναίκα της δικής της εκλογής. Ούτε πρέπει να +ελπίζω, μητέρα, την προίκα που έταξε σεμένα, παρά μόνον αν στρέξω +να υπανδρευθώ κατά τη δική της αρέσκεια και όχι κατά τη δική μου. + +Η κόρη βέβαια δεν είχε σκοπό να σταθή έως εδώ, αλλά η μητέρα +πρόλαβε και έκοψε τη φόρα της. + + — Σώπα, Κίττη, της είπε με τόνον εμφαντικόν μάλλον, παρά +ωργισμένον. Μάθε να σέβεσαι τη γενναία γυναίκα που μας φιλοξενεί +στο σπίτι της. + + — Ω, Θεέ μου, τώρα σου ήρθε η ευσυνειδησία! είπε προπετώς η νέα· +δεν σάκουσα τάχα χιλιάδες φορές να την κακολογής χειρότερα από +μένα! + + — Μπορεί, είπε στενοχωρημένη η κ. Μέλμορ, αλλά ξαίρω τουλάχιστον +με ποιον ομιλώ. + + — Ελπίζω, κυρίες μου, είπε σοβαρά η Μαλβίνα, ότι δεν με παίρνετε +ικανήν να τα επαναλάβω όσα ακούω. Ίσως αυτά με κινούν εις απορίαν, +αλλά τίποτε περισσότερο, και μένετε ήσυχες. + + — Δεν αμφιβάλλω γιαυτό το πράμα, απεκρίθη η κ. Μέλμορ πραϋνομένη. + +Κυρία προικισμένη με τόσες αρετές δεν εκστομίζει βέβαια ότι δεν +πρέπει. + +Αλλά επιπλήττω την κόρην μου, γιατί μιλεί με την ίδια +ελευθεροστομία μπροστά σε όποιον τύχη. Εννοείται, κυρία, με πόση +φρόνηση πρέπει κανείς να εκφράζεται για κείνους από τους οποίους +κρέμονται όλες οι ελπίδες της υπάρξεώς του. + + — Όχι, κυρία μου, εγώ δεν τα παίρνω έτσι τα πράγματα, απεκρίθη +ολίγον ξηρά η Μαλβίνα, και μάλιστα φρονώ ότι ή δεν πρέπει να +δεχόμαστε τίποτε από ανθρώπους που δεν μπορούμε να τους αγαπούμε, +ή αλλιώς δεν έχουμε κανένα δίκαιο να παραπονιούμαστε εναντίον των. + +Πριν προφθάση ναποκριθή η κ. Μέλμορ, εμβήκε η κ. Μπιρτών. + + — Καλημέρα, φίλτατές μου, τις λέγει, χαίρω από καρδίας, που σας +βλέπω μαζί· λυπούμαι για τας στιγμάς που έχασα μακράν από τη +συναναστροφή σας, αλλά τουλάχιστο με είχετε εις τον νουν σας; με +ενθυμήθητε καθόλου; + + — Και υπάρχει αμφιβολία; απεκρίθη η κ. Μέλμορ μαλακύνουσα την +φωνήν της, δεν είσθε σεις εδώ η ψυχή όλων; + +Οι κολακευτικοί αυτοί λόγοι έγιναν δεκτοί με κομψόν μειδίαμα της +κ. Μπιρτών, αλλά και με περιφρονητικό βλέμμα της Μαλβίνας. + +Εν τούτοις εισήλθε ο κ. Πρίορ φέρων υπό την μασχάλην σωρόν από +χαρτιά. + + — Τι καλά μας φέρνετε, κ. Πρίορ; ερώτησε η κ. Μπιρτών. + + — Τα ποιήματα του Οσσιανού. Όσα δηλαδή εμπόρεσα να συνάξω. + + — Ουφ! διέκοψεν η Κίττη. Τι υπομονή να κάθεται κανείς να γράφη +τέτοιες ελεεινές ψαλμωδίες! + + — Και πόση πάλιν η δική σας η τόλμη, να ονομάζετε έτσι τα πλήρη +ύψους αυτά ποιήματα, με τα οποία ο Οσσιανός απεθανατίσθη! εφώναξεν +ο κ. Πρίορ· εις τον τόπον αυτόν, όπου εγεννήθη ο αξιοθαύμαστος +αυτός άνθρωπος, ανάμεσα σαυτά τα βουνά τα οποία και όταν θα τα +καταστρέψη ο πανδαμάτωρ χρόνος θα μείνουν αιωνίως περίφημα δια την +μεγαλοφυίαν εκείνου! Επάνω στο ιστορικό αυτό έδαφος της παλαιάς +Καληδονίας τολμάς να αμφισβητήσης την δόξαν του Φιγκαλίδη; Δεν +φοβάσαι; + + — Μήπως ο δαίμονας των βουνών καβάλλα σε νεφελώδη ίππον με +διατρυπήση με την ομιχλώδη του λόγχην; απεκρίθη με χαμόγελα η +Κίττη. Όχι μα την αλήθεια εγώ δεν φοβούμαι και όταν ακόμα, κ. +Πρίορ, νυχτώνη κι αρχίζουν οι άνεμοι να σφυρίζουν μέσ' στο δάσος +και νανυψώνωνται της λίμνης αι αναθυμιάσεις και να ρυάζονται τα +σκυλιά εδώ γύρο, πάλι δεν θα με τρομάξη η οργή του Οσσιανού σας. + + — Κίττη, είπε η κ. Μπιρτών υπερηφάνως, για να κρίνη κανείς τέτοιο +έργο πρέπει να είναι εις θέσιν να εννοήση το κάλλος του ή +τουλάχιστον κάτι να έχη διαβάσει περί αυτού. + +Η Κίττη έσκυψε προς την Μαλβίνα και της εψιθύρισε: + + — Τότε λοιπόν θα κάμνη καλά να μην ομιλεί ούτε η ιδία γι' αυτόν. + +Η κ. Μπιρτών δεν άκουσε βέβαια, αλλ' εταράχθη διά τον αλλόκοτον +τρόπον της. + +Η κ. Μέλμορ εννοήσασα το πράγμα έσπευσε να την εξιλεώση +καταδικάζουσα αυτή πρώτη την κόρη της. + + — Σας είπα πολλές φορές, φιλτάτη μου κυρία Μπιρτών, ότι η πολλή +σας συγκατάβασις προς την Κίττη θα της κάνη κακό, αλλά ποτέ δεν +θελήσατε να με ακούσετε και — μεταξύ μας ο λόγος — αν το ανθηρόν +σας πρόσωπον το επέτρεπε, καθείς ήθελε απατηθεί εκ των τρόπων σας, +να σας εκλάβη ως μητέρα της, τόσην στοργήν τρέφετε προς αυτήν. + +Τούτο είναι το μόνον σας ελάττωμα, φιλτάτη μου, τούτο είναι το +μόνο σας ελάττωμα και αφίσετέ με να σας το πω με ειλικρίνειαν, που +είναι το φυσικό μου. + + — Δεν εξουσιάζει κανείς την καρδιά του, αγαπητή μου, απεκρίθη η +κ. Μπιρτών, υπάρχουν ψυχές, τις οποίες η πείρα δεν διορθώνει, αλλ' +αιωνίως παρασύρονται από την μαλακήν των διάθεσιν. + + — Η κ. Σορκή γνωρίζει άραγε το έργον του Οσσιανού; ηρώτησεν ο κ. +Πρίορ προσφέρων εις την Μαλβίναν τα εις χείρας του χαρτιά. + + — Το διάβασα στο Γαλλικό. + + — Αυτό σημαίνει πως δεν γνωρίζετε τον Οσσιανόν. Ούτε εις την +μετάφρασιν καν του Μάκφερσον γνωρίζεται ο Οσσιανός, ούτε και εις +αυτήν πού έχω φιλοτεχνήσει εγώ. Αν δε βαρυέστε, κυρία, τας +δυσκολίας, συγχωρήστε με να σας διδάξω την Ερσικήν γλώσσαν. Ελπίζω +με την αναγέννησιν της φύσεως κατά την προσεχή άνοιξιν να +εννοείται τους απογόνους του Μόρβεν, που τραγουδούν τα κατορθώματα +των προγόνων των εις την καθαρά πρωτότυπη γλώσσα τους. + +Η Μαλβίνα εδέχθη με χαράν την πρότασιν του κ. Πριόρ. Τότε η κ. +Μπιρτών είπε ότι ήτο πρόθυμη κεκείνη νακούση μαθήματα της Ερσικής, +και ώρισε μάλιστα ναρχίσουν από αύριον εις την βιβλιοθήκην. + +Προς το εσπέρας η κ. Μπιρτών επήρε γράμμα και το εδιάβασε με +προσοχήν και σοβαρότητα. Έρριπτε δε βλέμματα ανήσυχα στην Κίττη· η +δε Μαλβίνα καθημένη κοντά της την ήκουσε να λέγη μόνη της «Τι +έρχεται πάλιν; Τι τον τραβά λοιπόν εδώ »; + +Τελευταία εδίπλωσε το γράμμα λέγουσα. + + — Ο Έδμον μου γράφει, ότι έρχεται σε λίγες μέρες. + + — Αλήθεια! εκραύγασε με χαρά η Κίττη. + + — Στοχάζομαι, της είπε με χαιρεκακίαν η κ. Μπιρτών, ότι έρχεται +να με συμβουλευθή για διάφορα πράγματα αφορώντα εις το συνοικέσιόν +του με την Λαίδη Σούμεριλ. Ελπίζω βέβαια, ότι υποτασσόμενος εις το +θέλημά μου κατάλαβε τέλος πόσο αξιόλογος είναι αυτός ο γάμος και +δεν στοχάζομαι πως θα έχη κανείς εδώ την αφροσύνη και τη +ματαιοδοξία να επιχειρίση να τον μεταπείση. + +Η Κίττη εκοκκίνησε και η μητέρα της την εκοίταξε με βλέμμα +ανήσυχο. Συγχρόνως δε η μεν κυρία Μπιρτών εφαίνετο ταραγμένη, ο δε +κ. Πρίορ ήτο παραδομένος εις σκέψεις. Μόνη η Μαλβίνα έμενε +αδιάφορη εις όλα τα περί αυτήν. + +Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα, ακριβής όπως ήτο, επήγεν εις την +βιβλιοθήκην διά το μάθημα, όπως το είχεν ορίσει η κ. Μπιρτών. +καθώς είπαμε. + +Ηύρεν εκεί τον κ. Πρίορ και περίμεναν και οι δύο την κ. Μπιρτών. + +Άρχισαν λοιπόν συνδιάλεξιν τόσον σπουδαίαν και ευάρεστον, ώστε +ελησμόνησαν καν νανησυχήσουν ότι εκείνη δεν ήρχετο. + +Τελευταία η κ. Μπιρτών τους εμήνυσε παρακαλούσα ναναβληθή το +μάθημα δι' ολίγας ημέρας, διότι εκείνην μεν την ημέραν δεν είχε +καιρόν, η δε επαύριον ήτο προωρισμένη διά την επίσκεψιν των ευαγών +καταστημάτων του Πύργου. + +Η Μαλβίνα απεκρίθη ότι θα περιμένει. Ενώ ετοιμάζετο να εξέλθη, ο +κ. Πρίορ της είπε: + + — Τόσο γρήγορα φεύγετε; + + — Μου φαίνεται ότι έμεινα αρκετά. + + — Ίσως έχετε δίκαιον, αλλ' εγώ δεν το αισθάνομαι. Οι στιγμές της +παρουσίας σας μου είναι γλυκείαι ως ο ατμός της αυγής και περνούν +σαν η δροσιά της. + + — Σας βεβαιώνω, κύριε Πρίορ, η συναναστροφή σας μου είναι +ευχάριστος και αν είναι αλήθεια ότι η εμπιστοσύνη ημπορεί να φέρη +κάποιαν παρηγοριά, νομίζω ότι εις εσάς τον αξιοσέβαστον εδώ μέσα +θα χρεωστώ τούτο το καλόν, ενόσω μένω εδώ. + + — Επειδή γνωρίζω καλά τα πρόσωπα με τα οποία συζώμεν εδώ, δεν +ημπορώ να περηφανευθώ γιαυτή την προτίμηση. Αν τώρα δι' αυτήν έχει +κάποιο λόγο η συμφωνία των ιδεών μας, και όχι η σύγκρισις μεταξύ +εμού και των άλλων, θα νομίζω την προτίμησιν αυτήν ως το καλύτερον +δώρον του ουρανού. + +Η Μαλβίνα απόρησε, γιατί δεν ημπορούσε να συμβιβάση το μετριόφρον +ήθος του κ. Πρίορ με την τόσην αυταρέσκειαν και υψηλοφροσύνην, που +του επεδείκνυεν ήδη. + +Πριν όμως προφθάση να του αποτείνη τον λόγον ο κ. Πρίορ εμάντευσε +από το πρόσωπόν της τα διανοήματά της και την επρόλαβε λέγων. + + — Απορείτε, βλέπω, κυρία, διά την περιαυτολογίαν μου και είσθε +έτοιμη να με κατακρίνετε ως αλαζόνα ίσως, δεν θαργήσετε όμως να +εννοήσετε ότι δεν έχετε δίκαιον. + +Η Μαλβίνα εξεπλάγη ακόμη περισσότερον, διότι ο κ. Πρίορ κατέκρινε +έτσι βέβαια την κ. Μπιρτών, ενώ έπρεπε να την θεωρή ευεργέτιδα και +να την ευγνωμονή. Δεν ήξαιρε λοιπόν τι να συμπεράνη για τον +χαρακτήρα του κεκινδύνευε να τον εκλάβη ως ανάξιον διά κάθε +υπόληψίν της· εκείνος εννοήσας την ταραχήν της, της είπε: + + — Για όνομα του Θεού, αναβάλετε την γνώμη σας και μην καταχράσθε +την δύναμη της επιβολής που ελάβατε παραδόξως επάνω μου. Δεν +πρέπει να με κρίνετε με αυστηρότητα. Δεν ξαίρω πώς, μυστικά τα +οποία επίμονες εξετάσεις των φίλων μου δεν ημπόρεσαν ποτέ να +κάμουν να εξέλθουν από τα χείλη μου, τώρα συμβαίνει +νανακαλύπτωνται ενώπιόν σας χωρίς να το απαιτήσετε. Αυτό τώρα, αν +είναι σφάλμα, σας βεβαιώνω δεν είναι δικό μου. Αλλά πεισθήτε ότι +κανείς άλλος δεν θα με κατηγορήση για τέτοιο πράμα, διότι όποιος +υπέστη άπαξ την επίδρασιν του βλέμματός σας δεν κινδυνεύει να πάθη +το αυτό και από άλλον. + + — Όσον αδύνατη και αν είναι η απολογία σας, κύριέ μου, απεκρίθη η +Μαλβίνα, εγώ ίσως δεν έχω δίκαιον να την κατακρίνω. Δεν θα έχω +βέβαια την δύναμιν να σας μεμφθώ διά την προς εμέ εμπιστοσύνην +σας. + +Αλλά τι ωφελεί και αν μείνετε ανέλεγκτος από μένα. Είναι δυνατό να +μη σας ελέγξη η συνείδησίς σας: Την φιλάνθρωπη κυρία Μπιρτών, που +ευεργετεί όποιον την πλησιάζει, την κατηγορείται υπούλως. Εκείνην +που άφισε τας διασκεδάσεις και τας κοσμικάς απολαύσεις και ήλθε +εδώ, να σκορπίση τα αγαθά της προς περίθαλψιν των δυστυχών +κατοίκων του αγρίου αυτού τόπου! Είναι αλήθεια πως εγώ δεν της +φέρνομαι με το θάρρος που έπρεπε να μου δίνη η φιλία την οποίαν +μου δείχνει αυτή, αλλά πιστεύσατέ με, αυτό το αποδίδω εις το +διάστημα που μας αποχωρίζει και όχι εις την αιτία που υποθέτετε +εσείς. + + — Έξοχη νέα! είπε ο κ. Πρίορ, κένα δάκρυο έλαμψε στα μάτια του. +Θα δεχόμουνα πώς είμαι γελασμένος, αν η κ. Μπιρτών δεν απέδιδε το +περίλυπο ήθος σας στην επιθυμία σας να ελκύσετε, λέγει, την +προσοχήν των άλλων. Εκ των ιδίων κρίνουσα και τα των άλλων +συναισθήματα. + + — Φθάνει, είπε η Μαλβίνα και σηκώθηκε. Δεν ξαίρω τα αίτια των +προκαταλήψεών σας, αλλά νομίζω ότι γίνομαι συνένοχός των, αν σας +ακροασθώ περισσότερον. Επιτρέψατέ μου να σας πω ότι ενόσω βλέπω +τις καλωσύνες που κάμνει η κ. Μπιρτών προς τους τριγυρινούς της +και προς τον κατήγορόν της, το θεωρώ παραλογισμόν μου να την +κατακρίνω. + + — Όχι δεν είμαι αχάριστος, απεκρίθη σοβαρά ο κ. Πρίορ, ούτε και +αυστηρός κριτής. Άμα κάμετε καλύτερα τας παρατηρήσεις σας, ίσως με +δικαιώσετε, και τότε θα μετανοήσετε για την πικρή την επίπληξη που +μου κάματε σήμερα. + +Και εβγήκε περίλυπος. + +Η Μαλβίνα έμεινε συγχισμένη· όσον άδικο και αν είχε ο κ. Πρίορ, +αλλά η λύπη του προσώπου του, εφαίνετο ειλικρινής. Πρώτη φορά η +Μαλβίνα έτυχε να λυπήση άνθρωπον, και γιαυτό αισθάνθηκε βάρος στην +καρδιά της. Επροσπάθησε κατόπιν με λόγια γεμάτα από γλύκα να κάμη +τον κ. Πρίορ να λησμονήση την πρωινήν πικρίαν. + +Αλλ' εκείνος μόλις της απεκρίνετο εφαίνετο συλλογισμένος και +έμφροντις και πολύ νωρίς ετραβήχθη εις τον κοιτώνα του. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'. + +ΤΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΚΑΘΙΔΡΥΜΑΤΑ. + + + +Την άλλη μέρα η Μαλβίνα επήγε μαζί με την εξαδέλφη της και τον κ. +Πρίορ να επισκεφθή το νοσοκομείον, το σχολείον, και το +σιδηρουργείον· πήρε μαζί της και την Φανήν, για να προετοιμάση την +απλή ψυχή του παιδιού στο γλυκύ συναίσθημα της συμπαθείας. + +Τάξις και καθαριότης υπήρχεν αρκετή, αλλ' η Μαλβίνα παρετήρησε με +απορίαν ότι η παρουσία της κ. Μπιρτών όχι μόνο δεν επροξενούσε +χαράν, αλλά μάλιστα ενέπνεε φόβον. Όλοι την εχαιρετούσαν με +σεβασμόν, αλλά δεν εφαίνοντο ευγνωμονούντες· τα πρόσωπα των +δυστυχών είχαν μάλλον την φιλίαν του επικαλουμένου, παρά την +φαιδρότητα του ευεργετουμένου. + +Επίσης η κ. Μπιρτών εφαίνετο αδιάφορος εις το μέσον των ασθενών, +αν τους ερωτούσε κάτι, ήτο μάλλον να τους ενθυμίση ποία ήτο, παρά +διότι εφρόντιζε δι' αυτούς και τις περισσότερες φορές δεν +επερίμενε την απάντησίν των, ή την άκουε χωρίς να προσέχη καθόλου. + +Κανείς δεν ετόλμησε να γογγύση ή να διηγηθή τα όσα υποφέρει, διότι +εκείνη δεν ήτο διατεθειμένη να λυπηθή. + +Και με τον τρόπον αυτόν περιήλθε γρήγορα γρήγορα όλους τους +κοιτώνας των αρρώστων, αλλ' ενώ ετοιμάζετο ναναχωρήση εγύρισε και +είδε την Μαλβίναν στεκομένην παρά την κλίνην μιας άρρωστης +ελεεινής, η οποία ηγωνίζετο διά σχημάτων να εκφράση τους πόνους +της. + +Η Μαλβίνα δεν εγνώριζε την γλώσσαν των ορεινών κατοίκων της +Σκωτίας, αλλά το πρόσωπόν της είχε χαρακτήρα τόσον ευνοϊκόν, η +φωνή της ήτο τόσον γλυκειά, το βλέμμα της τόσο συμπαθητικό, ώστε +καθείς έπαιρνε θάρρος κοντά της και έβλεπε δια των οφθαλμών ό,τι +αυτή έλεγε διά των χειλέων. + +Η κ. Μπιρτών εγύρισε με βία και βλέπουσα ότι η Μαλβίνα έδιδε +χρήματα στην δυστυχή γυναίκα, εφώναξε με θυμόν. + + — Εξαδέλφη, στον κάθε δυστυχή που φιλοξενούμεν εδώ, παρέχεται +αρκετή δόσις για όλα τα χρειαζόμενα εις αυτούς, δεν υπάρχει ανάγκη +από ξένα ελέη, έπειτα όταν δίδετε εις τον ένα, θα θέλουν και οι +άλλοι. + + — Η ταλαίπωρη αυτή γυναικούλα μου εφάνη ότι πάσχει περισσότερο +από τας άλλας. Ηγωνίσθη να μου παραστήση τον πόνο της κεγώ θέλησα +να την παρηγορήσω. Αν υπάρχουν και άλλοι τόσον άξιοι ελέους, +εύκολα είναι να παρηγορηθούν κατά τον ίδιον τρόπον. + + — Πρέπει να γνωρίζετε, εξαδέλφη, ότι όσους ξένους έμβασα εδώ, +κανείς από αυτούς δεν ενόμισε σωστό νακολουθήση την προαίρεση του, +μήτε να παραβή τους κανόνας που έχω βάλει, προτού να ζητήση τη +συγκατάθεσή μου. + + — Σας βεβαιώνω, ενόμισα την πράξη μου σύμφωνη με την προαίρεσίν +σας και δεν υποψιαζόμην ότι θα υπήρχε ανάγκη αδείας για να δώσω +μια μικρή βοήθεια. + +Η δυστυχισμένη η γυναικούλα εκατάλαβεν ότι η κ. Μπιρτών εμάλωνε +την εξαδέλφην της διά το αργύριον, που της έδωσε, και θέλησε να το +επιστρέψη. + + — Όχι, είπε η Μαλβίνα, δεν πρέπει να το πάρω πίσω και ελπίζω ότι +μέσα εις οίκον αφιερωμένον διά ευεργεσίαν δεν θα μου απαγορευθή να +βοηθήσω άνθρωπον δυστυχή. + +Η κ. Μπιρτών ησθάνθη όλην την καυστικότητα των λόγων τούτων και +χωρίς ναποκριθή τίποτε έβγαλε από το βαλάντιόν της και έδωκε στην +άρρωστη το διπλόν απ' ό,τι της είχε δώσει η Μαλβίνα αλλ' αυτό ήτο +από κενοδοξίαν, ενώ της Μαλβίνας ήτο από καλωσύνην και οι άρρωστοι +τα εξετίμησαν καθ' εαυτούς όπως έπρεπε. Η γυναικούλα επροτιμούσε +κ' ένα γλυκό βλέμμα της Μαλβίνας απέναντι όλων όσα της έδωσε η κ. +Μπιρτών. + +Καθ' όλην την διάρκειαν της περαιτέρω επισκέψεως η Μαλβίνα +ησθάνετο συμπάθειαν ανάλογον προς την εκ του προσώπου του ασθενούς +προκαλουμένην. + +Όταν εμβήκαν εις το σχολείον, αφήσασα την κ. Μπιρτών να συνωμιλεί +με τον σχολάρχην επήγεν εις τον κήπον, όπου ηύρε πολλά κοριτσάκια +καθήμενα εις κύκλον, το δε μεγαλύρον εστέκετο όρθια στη μέση του +κύκλου και τραγουδούσε. + +Η Μαλβίνα επλησίασε και πριν προφθάσουν νανησυχήσουν εκείνα, τους +έκαμε νεύμα να εξακολουθήσουν το παιχνίδι των. Αν και εθορυβήθησαν +κατ' αρχάς, αλλ' ο τρόπος της τα ενεθάρρυνε και πάλιν. Η μικρή +τραγουδίστρα πήρε με αθώα τόλμη το χέρι της και της επρότεινε να +καθίση. Η Μαλβίνα εδέχθη προθύμως. Πήρε το κοριτσάκι στα γόνατά +της και το ερώτησε πώς αυτό έμαθε να ομιλή τόσο καλά τα Αγγλικά, +ενώ τα άλλα ούτε τα καταλάβαιναν. + + — Μου τα διδάσκει ο νουνός μου, κυρία όταν είν' εδώ. Όταν πάλε +λείπει, πληρώνει διδάσκαλον και με γυμνάζει να τα ομιλώ. + + — Ποιός είναι ο νουνός σου, παιδί μου; + + — Ο Σερ Έδμον Σέυμουρ, κυρία. Εκείνος μου έχει χαρίσει και τα +καλά τα ρούχα που βάζω την Κυριακή. Κιόποτε έρθει μου φέρνει πάντα +ένα δώρο. + + — Και δε ζηλεύουν οι συμμαθήτριες σου όταν δίδη μονάχα σε σένα; + + — A! Καμιάν δεν αφίνη παραπονεμένη. Το μαντήλι της Πεγγής, την +μπλούζα της Μόλας, το ψαλίδι της Σουκής, όλα εκείνος τ' αγόρασε. + + — Αφού έχεις τέτοιον καλό νουνό, φαντάζομαι πόσο θα τον αγαπάς; + + — Ω πολύ, κυρία, πολύ! Και τότε μόνο ευχαριστούμαι, όταν είν' εδώ +και τον βλέπω. Πάντοτε με παίρνει εκείνος στα γόνατά του, έτσι που +μέχετε τώρα εσείς. Όλοι ευτυχούμε, όταν είν' εδώ εκείνος. + + — Αλήθεια λέει το κοριτσάκι, είπε ο κ. Πρίορ στεκόμενος πίσω από +την Μαλβίναν. Ο σερ Έδμον έχει μεν μεγάλας κακοηθείας, αλλά είναι +πλουσιοπάροχος εις ελέη τω όντι. Αν έλειπαν αι δωρεαί του, τα +πτωχά αυτά καθιδρύματα θα ήσαν εις μεγάλην πτωχίαν. + +Έξαφνα εφάνη η κ. Μπιρτών ερχομένη προς την εξαδέλφην της και +εφώναξε: + + — Μια ώρα σας περιμένω! + +Άμα την είδαν τα παιδιά επέταξαν ως σύννεφο πουλιών. Μόνο εκείνο +που εκάθητο κοντά εις την Μαλβίναν καθόλου δεν εκινήθηκε· έμεινε +εκεί ως εις άσυλον. Η κ. Μπιρτών απόρησε για το θάρρος του μικρού +κοριτσιού και το τράβηξε κακότροπα από το χέρι. + + — Πήγαινε! ο διδάσκαλός σας περιμένει. + +Το κοριτσάκι σηκώθηκε περίλυπο, πήρε το χέρι της Μαλβίνας κιαφού +το φίλησε από καρδιάς, ανεχώρησε προς τα επίλοιπα. Η Φανή έτρεξε +κατόπιν του να το γυρίση πίσω μα εκείνο εδίσταζε. + +Η κ. Μπιρτών μη δυναμένη να κρατήση τον θυμόν της είπε: + + — Εξαδέλφη, κράξετε, σας παρακαλώ την Φανή. Κιάν θέλετε να +μακούσετε, μην της δίδετε το παράδειγμα ναπασχολή τα παιδιά από τα +μαθήματά τους. + +Αν ήταν ο λόγος για να υπερασπίση άλλον η Μαλβίνα ήξαιρε να +περιστέλλη τον πειράζοντα με ετοιμολόγους απαντήσεις και καυστικάς +πολλάκις. Αλλ' όταν επρόκειτο διά τον εαυτόν της, η πολλή της +καλωσύνη την απέτρεπε από δριμείας απαντήσεις. + +Ωστόσο είπε: + + — Μη φοβείσθε, εξαδέλφη, δεν δίνω εγώ τέτοιο παράδειγμα στη Φανή. +Το εναντίον μάλιστα στοχάζομαι ότι, όταν εμβαίνω εδώ και +ανακατώνομαι εις τας ακάκους διασκεδάσεις των παιδιών, θα της μάθω +να τα κάμνη προθυμότερα πηγαίνουσα αυτή πρώτη από τα παιγνίδια στη +σπουδή. + +Άφησαν τέλος το σχολείο και πήγαν στο σιδηρουργείο. Εδώ η κ. +Μπιρτών ηύρε και πάλι νέαν αφορμή να μεμφθή την Μαλβίναν, διότι +εξήταζε το κάθε τι με προσοχήν, και με διερμηνέα τον κ. Πρίορ +έκαμνε προς τον κάθε σιδηρουργόν φιλάνθρωπα ερωτήματα, των οποίων +την χάριν έτι περισσότερον ηύξανε η ομορφιά της και οι ευγενείς +τρόποι της. Ρωτούσε τα ονόματά τους, την κατάστασή τους, πόσα +παιδιά είχεν ο καθένας τους και πώς εκυβερνούσε το σπίτι του. Εκεί +μέσα στην κάμινο την φλογερή, μέσα σε μαυρισμένους ανθρώπους +ενδυμένους με κουρέλια αυτή εφαίνετο ως άγγελος που κατέβη από τον +ουρανό. Τουλάχιστον εκείνοι ως τοιαύτην την εξέλαβαν και με +μεγάλην συγκίνησιν εμαζεύοντο γύρο της και εθαύμαζαν ότι +καταδέχεται να τους αποτείνει τέτοιες ερωτήσεις. Ο άνθρωπος των +μερών εκείνων, επειδή έχει την συνείδησιν, ότι τον θεωρούν +ημιάγριον αισθάνεται μεγάλην ευχαρίστησιν, όταν βλέπη ότι τον +λογαριάζουν ως άνθρωπον. Η Μαλβίνα συνομιλούσα μαζί τους και +δείχνουσα ότι θεωρεί τον εαυτόν της εκ του αυτού είδους με +εκείνους, ύψωνε τας ψυχάς των και τους ηύφραινε πολύ περισσότερο +από όλο το χρυσάφι της κ. Μπιρτών. + + — Έτσι λοιπόν, έλεγε μέσα του ο κ. Πρίορ, η φιλαυτία σκορπίζει τα +πλούτη απερίσκεπτα, αλλ' η αρετή μόνη γνωρίζει να τα χαρίζη. Η +φιλαυτία κάμνει το καλό, όταν την έχει βοηθήσει η τύχη, η αρετή +εντός της ευρίσκει όλα τα μέσα διά την αγαθοποιίαν. Εκείνη τίποτε +άλλο δεν έχει να δώση προς ανακούφισιν των δυστυχών παρά χρυσάφι, +αυτή τους παρηγορεί πολύ περισσότερο με τον καλό τρόπο της. Οι +ευεργεσίες της φιλαυτίας κάμνουν την ευγνωμοσύνη βαρειά αλυσσίδα, +αλλά οι καλωσύνες της αρετής, την κάμνουν γλυκύτατον δεσμόν +αγάπης. + +Αυτά συλλογιζόμενος ο κ. Πρίορ έρρηχνε προς την Μαλβίναν βλέμματα +θαυμασμού και σεβασμού. Και όταν εγύρισε το πρόσωπόν της αλλού, +αυτός έγειρε και φίλησε το ρούχο της με δάκρυα στα μάτια. + +Αλλά η ζήλια δεν κοιμάται. Η κ. Μπιρτών, η οποία προ πολλού +εβασανίζετο βλέπουσα πόσην δύναμην αποκτούσεν η Μαλβίνα επάνω εις +τας καρδίας των περί αυτήν, παρετήρησε από μακράν το κίνημα του κ. +Πρίορ και τούτο έτι περισσότερον την εθύμωσεν εναντίον της. + + — Έλα, ωραία μου εξαδέλφη, της είπε με κάποιαν ειρωνείαν, καιρός +είναι να φύγωμε πλέον. Οι στιγμές αυτών των εργατών είναι +πολύτιμες κεμείς τους εκάμαμε να χάσουν αρκετές. Όταν ομιλούν για +το έργο τους αναγκάζονται να το διακόπτουν και η ματαία για τον +τρόπο της ζωής τους πολυπραγμοσύνη μας δεν τους παρέχει βέβαια τα +χρειαζόμενα για τη ζωή αυτή. + +Και βγήκε έξω χωρίς να περιμένη απάντηση. Η Μαλβίνα έπεσε κατόπι +της, αλλά δεν ημπόρεσε να τη φθάση, διότι προχωρούσε με μεγάλη +γρηγοράδα. + +Εν τω μεταξύ την επλησίασεν ο κ. Πρίορ και της είπε σιγά: + + — Άραγε με θεωρή ακόμη άδικον η κ. Σορκή; Δεν άρχισε τάχα να +θεωρή ολίγον ορθήν την κρίσιν μου; + +Η Μαλβίνα τον ατένισε σιωπηλή και ο κ. Πρίορ αρκέσθη εις τούτο +σεβόμενος την επιείκειαν και την ευσυνειδησίαν της θαυμασίας αυτής +γυναικός. + +Κατά το γεύμα η κ. Μπιρτών δεν έπαυσε να περιγελά εκείνους που +στολίζονται με το πρόσχημα της λύπης για να γίνουν περισπούδαστοι, +και προσποιούμενοι φιλανθρωπίαν κατορθώνουν να τους θαυμάζη ο +κόσμος. + +Τέτοιος ονειδισμός, τόσο αταίριαστος και άκαιρος ήτο διά την +Μαλβίναν, ώστε η καλή γυναίκα δεν υποψιάστηκε ότι εις αυτήν +απετείνετο. Αλλά ο κ. Πρίορ εκατάλαβε για ποιον ήταν το κτύπημα +και δεν ημπόρεσε να κρατήση την αγανάκτησίν του. + + — Υπάρχουν λύπες, κυρία μου, είπε, τόσον αληθινές, υπάρχει +φιλανθρωπία τόσον θελκτική, ώστε είναι αδύνατο να διαφεύγουν την +προσοχήν και του μάλλον απλοϊκού. Και αν παρατηρήση κανείς τους +ανθρώπους από κοντά, θα αντιληφθή ότι αι φυσικαί της καρδιάς +εκδηλώσεις ποτέ δεν θεωρούνται ψεύτικες από κανένα, παρά μόνον από +εκείνους, που είναι επιτήδειοι να τας υποκρίνωνται. + +Η κ. Μπιρτών αποσβολώθηκε από τους λόγους αυτούς, πρώτην φοράν, +άκουε τέτοια από το στόμα του κ. Πρίορ. Το πώς διετέθη είναι +πράγμα που δεν εκφράζεται και μόνο η συνέχεια της διηγήσεώς μας, +όπου θα εξελίχθη ο χαρακτήρ της, θα μας δώση να το εννοήσωμεν. + +Και η Μαλβίνα απόρησε για την απάντησιν του κ. Πρίορ και χωρίς να +υποπτεύεται καθόλου την κρυφήν της αιτίαν του είπε σοβαρά. + + — Η ώρα αυτή, κ. Πρίορ είναι όλως διόλου ακατάλληλη να +υποστηρίζετε αυτήν τη γνώμη. Έν μόνον παράδειγμα αρκεί να την +ανατρέψη πρόρριζα. + +Και υπέδειξεν ως τοιούτον με τρόπον την κ Μπιρτών. Και την έβλεπε +με τόσο απαλόν και συμπαθητικόν βλέμμα, ώστε εφαίνετο ότι ήθελε να +επανορθώση την αδικίαν του κ. Πρίορ. + +Ο κ. Πρίορ αν και ελυπήθη, διότι η Μαλβίνα τον είχε όχι εις την +υπόληψιν που του έπρεπε, συνεκινήθη διά την αγνότητα του +χαρακτήρος της και παρωρμήθη εις περισσοτέραν δι' αυτήν αγάπην. + +Αλλ' η κ. Μπιρτών ησθάνθη ότι δυσκολώτερον της ήταν να συγχωρήση +την Μαλβίναν, παρά τον κ. Πρίορ. Αυτός την παρώργισεν, αλλ' εκείνη +την εταπείνωσε. + +Μικρά σιωπή διαδέχθη τους τελευταίους λόγους της Μαλβίνας. Η σιωπή +βάσταξε αρκετά και έγινε πολύ οχληρά. Καθένας εφαίνετο ότι +εφοβείτο να ομιλήση. Μόνον η Κίττη ολίγον εκατάλαβε τα λεχθέντα +και ολιγώτερον εφρόντιζε δι' αυτά. Αλλά η κ. Μέλμορ ηγωνίζετο να +μαντεύση από τα μάτια της κ. Μπιρτών τι έπρεπε να πη διά να την +καταπραϋνη. Είχε την συναίσθησιν ότι αυτή δεν ήτο η αιτία της +δυσαρεσκείας της, αλλά την εφοβείτο και δεν ετολμούσε νανοίξη το +στόμα της, μήπως στρέψη εναντίον της τον θυμόν της. + +Αντήχησε τότε ο κώδων του προαυλίου, η κ. Μπιρτών ενέτεινε το αυτί +της με κάποιαν ανησυχίαν. Ηκούσθη εις την αυλήν κρότος ίππων και +αμαξών. + + — Είναι βέβαια ο σερ Έδμον Σέυμουρ, είπε η Κίττη κοκκινίζουσα και +έτρεξεν εις το παράθυρον. + + — Κιάν είναι ο Έδμον, Κίττη αρμόζει, σε σένα να τρέξης να τον +προϋπαντήσης; της είπε με έκπληξιν η κ. Μπιρτών. + + — Κάθισε στη θέση σου, Κίττη, επρόσθεσεν η μητέρα της χαίρουσα, +διότι ηύρε τελοσπάντων τι να πη για να ευχαριστήση την κ. Μπιρτών. + +Εν τω μεταξύ ήλθε ένας υπηρέτης και ανήγγειλε τον ερχομόν του κ. +Έδμον Σέυμουρ. Το γεύμα ήδη είχε τελειώσει. Η Μαλβίνα εσηκώθη και +εζήτησε την άδειαν να αναβή στο διαμέρισμά της. Η κ. Μπιρτών +συγκατάνευσε με προθυμίαν και της έδειξεν ήθος χαριέστατον, μη +συμβιβαζόμενον προς τα προ ολίγου συμβάντα. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'. + +ΔΙΑΣΑΦΗΣΙΣ. + + + +Το βράδυ της ίδιας ημέρας ενώ η Μαλβίνα ετοιμάζετο να καταβή, +βλέπει εμπρός της την κ. Μπιρτών. + + — Αγαπητή μου εξαδέλφη, της λέγει με προσποιητή γλύκα· από την +βίαν με την οποίαν σήμερα εφύγατε από το τραπέζι μόλις εμάθατε τον +ερχομόν του Έδμον, καταλαβαίνω πόσον στενοχωρείσθε από την +παρουσίαν των ξένων. Μη νομίσετε ότι θα σας μεμφθώ για τούτο. +Εξεναντίας το θεωρώ πολύ φυσικό και ταιριαχτό με την διάθεσή σας +και συντελώ όσο μπορώ για την ησυχία σας. Είσθε ελευθέρα να μένετε +εδώ όσον καιρό παρεπιδημεί ο ανεψιός μου. Παρήγγειλα λοιπόν να σας +φέρνουν το γεύμα στο διαμέρισμά σας. + + — Ευχαριστώ πολύ για την φροντίδα, κυρία μου, απεκρίθη η Μαλβίνα +με απορίαν, προτιμώ όμως να έρχωμαι κάτω μαζί σας. Δεν θέλω να +φέρω περισπασμόν. + + — Όχι, όχι, ωραία μου εξαδέλφη, είπεν η κ. Μπιρτών, γνωρίζετε ότι +είναι του χαρακτήρος μου να συγκαταβαίνω εις τας αρεσκείας των +φίλων μου και έχω καλύτερα να στερηθώ την τερπνή συναναστροφή σας +για λίγες μέρες που θα είναι εδώ ο Έδμον παρά να στενοχωρήσω την +φιλέρημη ψυχή σας. Είμεθα σύμφωνοι. Αφίστε τις μάταιες +αντιστάσεις, μη ζητείτε να παλαίσετε με την διάθεσίν σας. Η +μοναξιά είναι η απόλαυσίς σας· λοιπόν σας παραχωρώ τα πάντα. + +Και εβγήκε με γρηγοράδα, χωρίς να περιμείνη την απάντηση της +Μαλβίνας. + +Ο τρόπος της κ. Μπιρτών ήταν αληθινά παράξενος, αλλά επειδή αυτό +το επιθυμούσε η Μαλβίνα, εδέχθη την πρότασιν χωρίς να +πολυπραγμονήση διά την αιτίαν. Διευθέτησε λοιπόν τα πράγματά της +έτσι που να ασχολήται στης Φανής την διαπαιδαγώγησιν και στην δική +της την μελέτην. Στην αποτραβηγμένη αυτή ζωή ησθάνθη τας γλυκείας +στιγμάς των όσων ποτέ εδοκίμασε αφότου ήλθε εις Σκωτίαν . . . + +Δυο μέρες επέρασαν έτσι πολύ γρήγορα. Την τρίτην ημέραν το βραδάκι +άκουσε κτύπον στην θύρα της. + +Η Τομκίνα άνοιξε. + +Εφάνη ο κ. Πρίορ προχωρών ατόλμως. + + — Με συγχωρεί ολίγον η κ. Σορκή να διακόψω την ησυχία της; . . . +Είχε εκφράσει την επιθυμίαν να πάρη μαθήματα της Ερσικής. Είπα +μέσα μου ότι ίσως τώρα που είναι αποτραβηγμένη θα θελήση να +αρχίσουμε και ήλθα. + + — Ευχαρίστως θα ήρχιζα, είπεν η Μαλβίνα, αν δεν εφοβούμην μήπως +δυσαρεστηθή η κ. Μπιρτών, ότι δεν την επεριμείναμε. + + — Η κ. Μπιρτών από ιδιοτροπία της στιγμής επίστευσε ότι θα +σπουδάση τα Ερσικά. Εγώ όμως την ξαίρω πολύ καλά, σας βεβαιώνω ότι +αν επιμείνετε να την περιμένετε, ποτέ δεν θα αρχίσετε. + + — Κύριε Πρίορ. Έχετε πάντοτε την πεποίθησιν ότι γνωρίζετε την +εξαδέλφην μου. Δεν συμφωνώ μαζί σας ως προς τούτο. + + — Συμπαθάτε με, κυρία μου, είπεν ο κ. Πρίορ καθίσας πλησίον της. +Είναι ανάγκη ναπολογηθώ διά την εναντίον μου ενδόμυχον κρίσιν σας. +Η κ. Μπιρτών σας είναι ολότελα ξένη και δεν συστέλλομαι μήπως σας +λυπήσω περιγράφων αυτήν τέτοια που είναι. + + — Σταθήτε, κ. Πρίορ. Και αν δεν είναι κατάχρησις εμπιστοσύνης το +ναποκαλύπτη κανείς ότι άτοπο βλέπει εις όσους συζούν μαζί του, δεν +είναι τάχα έλλειψις ευσυνειδησίας, όταν ο λόγος είναι για άνθρωπο +που κάθεται στο σπίτι του θεληματικώς; + + — Εγώ κατοικώ θεληματικώς; εφώναξεν ο κ. Πρίορ. Αν δεν ήμουν εδώ +φυλακισμένος καθαυτό, νομίζετε ότι από τη μέρα που γνώρισα το +χαρακτήρα της κ. Μπιρτών, ήθελα μείνει και μια μόνο μέρα στο σπίτι +της; + + — Και τι μπορεί να σας κρατεί εδώ ακουσίως σας; + + — Να σας το πω, κυρία μου. Καίομαι από τον πόθο να σας +κοινολογήσω τους στοχασμούς μου· η φωνή σας, το πρόσωπό σας μου +εμπνέει θάρρος και με φέρατε σε τόσο σφοδράν, τόσο κατεπείγουσαν +ανάγκη να σας εμπιστευθώ, ώστε δεν μπορείτε πλέον να μη μου έχετε +εμπιστοσύνην και να είσθε συνάμα ευσυνείδητη. + +Και τους λόγους τούτους επρόφερε με φωνή περιπαθή ώστε διήγειρε +τρυφεράς αναμνήσεις εις την ψυχήν της Μαλβίνας. Της εφάνη πως +άκουε την φωνήν της φιλίας και εδάκρυσε από συγκίνησιν. + + — Κύριε Πρίορ, του είπε, έτσι μου μιλούσε και η Μιλαίδη Χέριντεν. + + — Πώς! εγώ λοιπόν ημπόρεσα να ξαναφέρω την κ. Χέριντεν στη μνήμη +σας; Α, πόσο θα ήμουν ευτυχής, αν αξιωνόμην ελαχίστην μερίδα από +τα αισθήματα, όσα εκείνη σας ενέπνεε. Αν η παρουσία μου ημπορούσε +να μετριάση τας θλίψεις σας, και τα μάτια σας που ατενίζουν πάντα +προς τον ουρανό, αν ένευαν κάποτε και προς την γην να κλαίουν μαζί +μου, πόσον χαρούμενη θα εκάμνατε την ζωήν μου! Ίσως δε και η δική +σας η ψυχή θα εύρισκε σεμένα κάποια παρηγοριά. Θα είμαι ο αδελφός +σας ο αντικαταστάτης της φίλης σας ίσως. + + — Η θέσις της Κλαίρης θα είναι πάντοτε κενή μέσα στην καρδιά μου. +Πιστεύσατέ με όμως, είσθε ο μόνος άνθρωπος με τον οποίον μαζί +κλαίω ευχαρίστως εις την ανάμνησίν της. Δεν μπορώ δε να σας πω πού +στηρίζεται αυτή μου η προτίμησις, διότι πολύ ολίγον σας γνωρίζω. + + — Και αυτό το ολίγον σας φαίνεται μικρού λόγου άξιον, είπε με +χαμόγελο ο κ. Πρίορ. Αλλ' ίσως με κρίνετε αλλέως, όταν +επαναλαμβάνω τον λόγον τον οποίον η φουσκωμένη καρδιά μου με βίασε +να διακόψω. Είναι τρία χρόνια τώρα που είμαι εδώ. Δεν χρειάστηκε +παρά μια λέξη της κ. Μπιρτών για να με κάμη να την θεωρήσω πως +είναι αλήθεια τέτοια που θέλει να φαίνεται, αγαθή, γενναιόφρων, +ανωτέρα κατά τας αρετάς και την παιδείαν και το θεωρούσα ευτύχημά +μου να γίνω συγκάτοικός της. Η άπρεπη όμως πολυτέλεια του σπιτιού +της εψύχρανε ολίγον τον ζήλον μου, αλλά δεν εξάλειψε τον σεβασμόν +μου. Συνέβη τότε να δυστυχήση ένας αδελφός μου και να φυλακισθή +διά χρέη. Οι γονείς μου επώλησαν τα έπιπλα του σπιτιού των για να +τον ελευθερώσουν από την φυλακή· επειδή όμως το βοήθημα αυτό δεν +έφθασε, παρακάλεσα την κ. Μπιρτών, να μου προκαταβάλη τριών ετών +μισθόν και αυτή συγκατένευσε. Γεμάτος χαρά εγώ για τη +γενναιοφροσύνη της ανέλαβα έγγραφον υποχρέωσιν να μείνω τρία +χρόνια στο σπίτι της. Ούτε είχε περάσει ποτέ από το νου μου πως θα +λάβω αφορμή να μετανοήσω. Δεν άργησα όμως να καταλάβω ότι +απατήθηκα. Μόλις ευρέθηκα δεμένος με το έγγραφο άλλαξε τρόπο προς +εμένα. Έπαυσε πλέον η χαριτωμένη εκείνη γλύκα της που με +καθιστούσε πρόθυμον να υποταχθώ, την διεδέχθη παράλογη τυραννία, +και αναγκαζόμουν να υπακούω δουλεπρεπώς, εγώ, που δεν μπορώ να +κλίνω σε κανένα ζυγό. Άμα λοιπόν αισθάνθηκα τον δικόν της, θέλησα +ναπομακρυνθώ υποσχόμενος να της αποδώσω τα όσα μου προκατέβαλε, +από τας οικονομίας των όσων θα εκέρδιζα με τους φιλολογικούς μου +κόπους. Αλλ' η κ. Μπιρτών αντεστάθη και μου έδειξε το έγγραφο, που +έγραψα καθ' υπαγόρευσίν της και υπέγραψα εις την ανάγκην. Αλλά από +εκείνην την στιγμήν η αχλύς διελύθη και είδα, ποία ήταν +πραγματικώς η κ. Μπιρτών. Αλλ' επειδή οπωσδήποτε εις αυτήν +εχρεωστούσα του αδελφού μου την λύτρωσιν, σας ορκίζομαι ότι σε +κανένα άλλον, εκτός από σας, δεν έχω δώσει ουδέ απλήν υποψίαν των +φρονημάτων μου δι' αυτήν. Και προς αμοιβήν βέβαια της υπομονής μου +ευδόκησε, τέλος ο Θεός να εύρω εσάς, που να ημπορώ άφοβα να +κοινολογήσω τα απόκρυφα της καρδιάς μου. + + — Τα περιστατικά σας με κινούν εις συμπάθειαν. Η εξαδέλφη μου +αλήθεια σας έδωσε αφορμάς παραπόνων. Αλλά πώς να συμβιβάσω τον +αγεννή της τρόπο με τας γενναίας ευεργεσίας, που σκορπά γύρο της; + + — Μην απατάσθε, κυρία μου, τα καλά που κάμνει είναι πολύ +μικρότερα παρ' ότι φαίνονται. Είδατε τα καθιδρύματα, αλλά αυτά +στερούνται όλα τα χρειαζόμενα εκείνη δε το ξαίρει, αλλά αδιαφορεί. +Θέλει μόνο να διαφημίζεται ως προστάτις των δυστυχών και λίγο της +μέλει, αν οι δυστυχείς βοηθούνται. + + — Αλλ' αν δεν οδηγήται από την φιλανθρωπίαν τι την εβίασε νάρθη +να κατοικήση εδώ στα άγρια αυτά όρη: + + — Η φιλαυτία της, μην αμφιβάλλετε. Έλπιζε ότι μέσα στα άκαρπα +βουνά του Μπρήντελβεν ανεγείρουσχ τα ευαγή καταστήματα κοντά στο +μαγικό της παλάτι έμελλε να καταστήση περίφημο τόνομά της. +Καθιδρύματα γινόμενα δια λόγους κενοδοξίας θα μένουν βέβαια +ελλιπή. Τα πάθος της τρυφής και της πολυτελείας εστόλισεν όλα αυτά +τα γύρο οικήματα και διά τούτο εξωδεύθησαν αλύπητα όσα εχρειάζοντο +για τον υπέρμετρον ευτρεπισμόν τους. Τα έργα της κενοδοξίας όσο +περισσότερο καμώνονται να ομοιάσουν την αρετήν τόσο περισσότερον +μας δείχνουν ότι η αρετή είναι αμίμητη. + + — Αι παρατηρήσεις σας είναι αυστηραί. + + — Είναι όμως ορθαί και ομολογήσατε ότι φανερώνουν το ανεξήγητον +αίτιον της μικράς κλίσεως που έχετε προς την κ. Μπιρτών. + + — Δεν αρνούμαι ότι η προς αυτήν κλίσις μου είναι ασθενής εν +σχέσει προς την υπόληψιν, της οποίας φρονώ ότι είναι αξία η κ. +Μπιρτών, είπε η Μαλβίνα. Αλλά ας αφίσωμεν κατά μέρος όλην την +κενοδοξία, που καθώς λέτε την κυριεύει, δεν μπορείτε να αρνηθήτε +ότι φαίνεται πολύ μετριόφρων. Θεωρεί τον εαυτόν της ολιγώτερον +νέαν και ωραίαν παρ' ό,τι τω όντι είναι. + + — Κυρία μου! Μία μεσόκοπη γυναίκα, όταν δεν έχη να ελπίση πλέον +τα εγκώμια που προσφέρουν συνήθως στα ωραία νιάτα, προσπαθεί να +εγκωμιάζεται προσποιουμένη πως βάζει τάχα τον εαυτόν της σε τάξη +πολύ κατωτέρα από εκείνην που της ταιριάζει. Εκείνες οι εκφράσεις +της άκρας ταπεινοφροσύνης δεν είναι παρά προκλήσεις αποβλέπουσαι +να λάβουν απάντησιν αναιρετικήν, προς κορεσμόν της αυταρεσκείας +της. Συνηθισμένη να κολακεύεται, προτιμά κάλλιον να κακολογά τον +εαυτόν της, παρά να την λησμονούν οι άλλοι. Η κ. Μπιρτών έχει +ματαφυτεύσει στην ερημιά όλα του κοινωνικού βίου τα ψεγάδια και +αποτραβηγμένη ούσα είναι πάλιν ως εν μέσω του κόσμου. Μήπως δεν +κατατρώγεται και εδώ από μίαν ψευτοφιλοτιμίαν χωρίς λόγον; Δεν +λιώνει από μίσος προς την Κίττη, γιατί αρέσει αυτή στον κ. Έδμον; +Δεν τρέμει μήπως αυτός απορρίψη τον γάμο της Λαίδης Σούμεριλ; + +Η Μαλβίνα όμως τον έκαμε να ομολογήση ότι και δίκαιον εάν είχεν +απολύτως, σχετικώς όμως με τους κανόνας του επαγγέλματός του, το +οποίον επιτάσσει την πραότητα και την συγγνώμην, αμαρτάνει +βαρύτερα από τους άλλους, εάν δεν κρίνει την κ. Μπιρτών με +επιείκειαν και συγκατάβασιν. + +Εν τούτοις αι τοιαύται αυστηραί κρίσεις της Μαλβίνας διά τον κ. +Πρίορ είχον αντίθετο αποτέλεσμα, διότι παρώξυναν τόσο την ψυχήν +του και ετράχυναν το ήθος του, ώστε κατήντησε πλέον αδύνατον να +δείξει και την ελαχίστην επιείκειαν διά την κ. Μπιρτών. + +Ενώ ακόμη συνωμιλούσαν, εσήμανε η ώρα του δείπνου και τότε μόνον +εννόησαν πόσες ώρες πέρασαν έτσι με την ομιλία. + +Ο κ. Πρίορ ποτέ δεν ησθάνθη στιγμές πιο ευχάριστες στη ζωή του. +Εζήτησε την άδεια να έλθη και την άλλη μέρα για ναρχίση τα +μαθήματα της Ερσικής. + +Η Μαλβίνα η οποία ησθάνετο πλησίον του κάποιαν ανακούφισιν η οποία +σκιωδώς της ενθύμιζε την φίλην της Χέριντεν, του το επέτρεψε +ευχαρίστως. + +Έτσι ο κ. Πρίορ τας ακολούθους ημέρας ήρχετο προς αυτήν και έμενε +μαζί της πολλάς ώρας αι οποίαι επερνούσαν ως αστραπή. Να κοιτάζη +την Μαλβίνα, να έχη ελπίδες για τη φιλία της, να της ομιλή πάντοτε +διά την ιδικήν του φιλίαν προς αυτήν, αυτά ήσαν διά τον κ. Πρίορ +ανώτερα από όλας τας ουρανίας αγαλιάσεις περί των οποίων έκαμνε +λόγον εις τους πιστούς απ' Εκκλησίας. + +Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο τα επακόλουθα μιας τοιαύτης οικειότητος. +Η ηλικία δεν συντελεί τόσον εις εμπειρίαν όσον ο χαρακτήρ. Γυναίκα +με καρδιά τρυφερή και ζωηρή φαντασία μένει πολύν καιρό μέσ' στον +κόσμο, χωρίς να τον γνωρίση. Τόσον ξένος είναι σαυτήν ο κόσμος. +Ακολουθούσα λοιπόν την φυσικήν ροπήν να κρίνη εκ των ιδίων τα +αλλότρια, παρασύρεται από πλάνης εις πλάνην και περνά τη μισή της +τη ζωή μη γνωρίζουσα ότι πλανάται. + +Η άκακη και αφελής Μαλβίνα πολύ απείχε του να υποθέση, ότι ήτο +ενδεχόμενον να παρεξηγηθούν αι επισκέψεις του κ. Πρίορ. Η ιδέα του +έρωτος τόσο της ήταν ξένη, ώστε ποτέ δεν μπορούσε να υποπτευθή ότι +θα ήτο δυνατόν να εμπνεύση στον φίλο της τέτοιο πάθος. Έπειτα ο κ. +Πρίορ ήταν ιερεύς οπαδός του καθολικού δόγματος όπως εκείνη. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'. + +ΣΥΝΑΝΤΗΣIΣ + + + +Οκτώ ημέρας η Μαλβίνα δεν είδε καθόλου την κ. Μπιρτών. Εφοβήθηκε +μήπως την δυσαρεστήση, εάν παρατείνη ακόμη την κατ' ιδίαν +διατριβήν της. Απεφάσισε λοιπόν να την ιδή και πολλά πρωί κατέβη +και παρουσιάσθη εις το πρόθυρον του διαμερίσματος της εξαδέλφης +της. + +Αι υπηρέτριαι της είπον, ότι η δέσποινά των ενεδύετο και δεν +ημπορούσε να την δεχθή πριν από μισή ώρα. Η Μαλβίνα λοιπόν +ανεχώρησε παρακαλέσασα να την ειδοποιήσουν, όταν η κυρία των θα +είναι έτοιμη. + +Επιστρέφουσα επέρασε από την οργανοθήκην. Εκεί κοντά εις μίαν +άρπαν πήρε το βλέμμα της μια συλλογή από Γαλλικά τραγούδια και +εστάθη να την παρατηρήση. Η μητρική γλώσσα, η φιλτάτη, με την +οποίαν παρέστησε τα πρώτα συναισθήματα της καρδίας της, τόσο +δυνατό θέλγητρον είχε δι' αυτήν ώστε δεν ημπόρεσε να κρατηθή από +τον πειρασμόν του να περάση όλα εκείνα τα τραγούδια της πατρίδος +της. Εκάθισε λοιπόν εμπρός εις την άρπαν και άρχισε να τα τραγουδή +ένα ένα με την ακολουθίαν του οργάνου. Έξαφνα γλυκείς φθόγγοι από +φλάουτο συνταίριαζαν με την φωνή της. Απόρησε. Διέκοψε το τραγούδι +της και γύρισε να ιδή. Όπισθέν της εστέκετο ένας νέος άγνωστος. Η +Μαλβίνα εκοκκίνησε και σηκώθηκε να φύγη. Ο νέος όμως την +παρακάλεσε θερμώς να μη τον στερήση τόσο γρήγορα από την τερπνήν +μελωδίαν της. Εσήκωσε τα μάτια η Μαλβίνα και μόλις συνήντησε τα +βλέμματα του νεανίου, εχαμήλωσε τα δικά της. Εκοκκίνησε πολύ +περισσότερον. Του νέου το πρόσωπο ήταν απ' εκείνα που τα λαμπρύνει +τα φως αγχινοίας και τα στολίζει το θέλγητρον της ευαισθησίας. +Πρόσωπον που δεν πρέπει δυο φορές κατ' επανάληψιν να το ατενίση η +γυναίκα που θέλει την ησυχία της. + +Αλλά η απλή και αθώα Μαλβίνα δεν ήξαιρε τον κίνδυνον κεκείνο που +έπρεπε να την κάμη να τραπή εις φυγήν εκείνο την έκαμε να μείνη. + +Αλλ' αν η θέα του σερ Έδμον Σέυμουρ επροξένησε έκπληξιν εις την +Μαλβίναν, τι ησθάνθη άραγε εκείνος, άμα είδε την νεαράν γυναίκα! + +Την είχεν ακούσει από μακράν, ακροάζεται και η φωνή της αντηχεί +μέσα στην καρδιά του, για να του αναγγείλη ότι έχει και αυτός +καρδιά. + +Τότε λοιπόν εμβήκε μέσα εις την αίθουσαν των οργάνων, όπου την +είδε και η γοητεία συνεπληρώθη. + +Ωραία ξανθή κόμη, της οποίας αι πλεξίδες με αφέλειαν έπεφταν επάνω +εις τους ώμους της. Όψις που ωμοίαζε τα λευκά ρόδα, των οποίων το +απαλόν ερύθημα αφίνει τον θεατήν ναμφιβάλλη ποιο είναι το αληθινό +τους χρώμα. Λαιμός ολόασπρος, που εφάνταζε πιο ωραίος με την +πένθιμη ενδυμασία. Μάτια μάβρα πλουμισμένα με μακρυές και απαλές +βλεφαρίδες — που το ωραίο και διαρκές βλέμμα τους έμβαινε στην +καρδιά. + +Μορφή αιδήμων και άτολμη, που ωστόσο σαν κεραυνός έπεσε στην +αντίληψή του και τον εμάγευσε. Στη στιγμή ο κόσμος που ως τώρα +ήξαιρε, του έγινε άφαντος κένας άλλος νέος κόσμος του παρουσιάσθη. +Ο Έδμον ανερώτητα ορμά στο άγνωστο και φαντάζεται πως θα ζήσει +ευχάριστα, αν αξιωθή να έχη μόνην σύντροφον, μόνην σύνοικον εις +τον νέον αυτόν κόσμον, την Μαλβίναν. + +Όλα αυτά συγχρόνως και οξέως προσέβαλαν εις την αντίληψίν του και +παρεστάθησαν συγχισμένα στο νου του. Στέκεται βουβός και δεν +ημπορεί να τα ξεχωρίση, να τα ξεδιαλύση. Έπειτα ένα τέτοιο +συναίσθημα είναι τόσο γλυκό, ώστε με κάποιον αυτοματισμόν η ψυχή +αποβάλλει κάθε τι που ημπορεί να το χαλάση. Έτσι εκουσίως κάμνομεν +ότι αγνοούμεν την ύπαρξίν του, μόνο και μόνο για να το αφίσωμεν να +υπάρχη. Άμα λοιπόν γεννηθή μέσα μας, όλες αι δυνάμεις της ψυχής το +αναγνωρίζουν ως κυρίαρχον ακαταμάχητον και προθυμοποιούνται να του +παράσχουν κάθε υπηρεσίαν. + +Ενώ η Μαλβίνα επλησίασε στα κάθισμα και εσυλλογίζετο διστάζουσα, +εμπήκεν η κ. Μπιρτών. Τρόμαξε άμα είδε εκεί τον κ. Έδμον. Είπε με +ειρωνικό πείσμα. + + — Έτρεχα να απαλλάξω την ωραίαν μου εξαδέλφην από την στενοχωρίαν +να περιμένη, αλλά βλέπω ήδη με χαράν αυτή ηύρε τρόπον να +διασκεδάση. + +Ενώ εγύριζα από τον θάλαμόν σας ηύρα εδώ αυτά τα τραγούδια, είναι +γεννήματα της πατρίδος μου, με τράβηξε ο πόθος να τα τραγουδήσω, +να θυμηθώ την Γαλλίαν. Ενώ καταγινόμουνα μαυτά, εμβήκε και ο +κύριος κατά συγκυρίαν. + + — Ναι αλήθεια, είπε η κ. Μπιρτών. τυχαίνουν συγκυρίες πολύ +ευτυχισμένες. + + — Αναμφιβόλως, φώναξε ο κ. Έδμον, και ποτέ δεν το πίστευα όσο +σήμερα. + + — Και δεν είσαι ίσως ο μόνος επρόσθεσε η κ. Μπιρτών +σκυθρωπάζουσα. + +Η Μαλβίνα εκατάλαβε το λόγο της και λυπήθηκε για τις υποψίες της +κ. Μπιρτών. Χαιρέτισε για να φύγη. Αλλά ο Έδμον την επλησίασε και +της είπε: + + — Μας φεύγετε, κυρία; Εφανήκατε λοιπόν μια στιγμή μόνο, για να +αισθανθώμεν πόσο μας λυπεί η στέρησίς σας; Από πού σας έχει έρθει +αυτή η μελαγχολική συνήθεια να ζήτε αποτραβηγμένη; Γιατί κρύβεστε +από τους ανθρώπους: φοβάστε μήπως σας λατρεύσουν πολύ; + +Η κ. Μπιρτών εκοκκίνισε από το θυμό της. Εκοκκίνισε και η Μαλβίνα, +αλλά από άλλο βέβαια αίσθημα πιο ευχάριστο, αλλά άγνωστο. Θα +επιθυμούσε ίσως να ενδώση εις την επίμονη παράκληση του Έδμον. +Αλλά εκατάλαβε ότι δεν έπρεπε να τα κάμη, διότι η κ. Μπιρτών +έμεινε σιωπηλή και ήτο φανερό ότι δεν επιθυμούσε την παρουσία της. +Ανεχώρησε λοιπόν. + +Ο κ. Πρίορ ήλθε νωρίς προς την Μαλβίνα μετά το γεύμα. + + — Ξαίρετε, της είπε, ότι η πρωινή συνάντησίς σας επροκάλεσε +θαυμασμόν μεγάλον; ο κ. Έδμον εις το γεύμα για τίποτε άλλο δε +μίλησε, παρά όλο για σας. + + — Αλήθεια; είπε η Μαλβίνα με ενδόμυχη ευχαρίστηση. + + — Ναι βέβαια. Αλλά γιατί τάχα σας φαίνεται παράξενο; Όποιος μια +στιγμή σας ατενίση αισθάνεται ότι, όπου είσθε σεις δεν ημπορεί ο +νους να απασχοληθή με άλλο αντικείμενον. + + — Αλλά, κ. Πρίορ, είπε δειλά η Μαλβίνα. Με ποίον τρόπον έγινα +αντικείμενον της ομιλίας των. Τι έλεγαν για μένα; + + — Χαίρω που βλέπω τέλος το μικρό αυτό σημάδι της περιεργείας στην +χαριεστάτη μορφή σας. Αυτό παρέχει την ελπίδα ότι η πικρή λύπη που +σκέπαζε τα πάντα με τον πέπλο της αδιαφορίας αρχίζει να διαλύεται: + +Τα λόγια αυτά έκαμαν την Μαλβίναν να κοκκινίση, κιάν την ερωτούσε +κανείς, γιατί; δεν θα ημπορούσε να πη την αιτία. + + — Ο κ. Έδμον έκαμε άπειρες ερωτήσεις για σας. Ήθελε να μάθη, +γιατί ήρθατε εδώ και γιατί ζήτε αποτραβηγμένη από τους ανθρώπους. + +Η κ. Μπιρτών είπε ότι μεγάλες συμφορές έβλαψαν την υγείαν σας και +αύξησαν την φυσικήν σας ατολμίαν, ώστε θεωρείτε, λέγει τον εαυτόν +σας ως ακατάλληλον διά κοινωνικήν συντροφίαν και διά τούτο την +φοβάστε και την αποφεύγετε. + + — «Θαυμάζω, είπε τότε ο κ. Έδμον, πώς φοβάται εκείνο που αυτή το +στολίζει; Σε ποια συνάθροιση η κ. Σορκή δεν θα ήτο το καλλώπισμα; +Εγώ τουλάχιστο, είπε, στη ζωή μου δεν είδα γυναίκα να μπορή να +συγκριθή μαζί της». + +Η Μαλβίνα έκαμε σχήμα μετριοφροσύνης. Ο δε κ. Πρίορ εκλαβών ως +σημείον εκπλήξεως επρόσθεσε: + + — Απορείτε ίσως, κυρία μου, για την παρρησία του κ. Έδμον σε +γυναίκα τόσο φίλαυτη και περήφανη ως η κ. Μπιρτών; Αλλά ο νέος +αυτός ο άστατος και φιλήδονος έχει μία σπανιωτάτη ειλικρίνεια, +ώστε και προς την ίδια την κ. Μπιρτών δεν εδίστασε να πει τι +αισθάνεται, αν και γνωρίζει το χαρακτήρα της, κι ακόμα απ' αυτήν +ελπίζει το παν. + + — Με τούτο, κύριε Πρίορ, επαινείται και τους δύο. Noμίζω εξίσου +σπάνιον και το να ημπορή κανείς νακούη την αλήθεια, όσο και να +τολμά να την λέγη. + + — Αλλά επειδή μόνος ο κ. Έδμον έχει αυτό το προνόμιο . . . + + — Εις τούτο ίσως πταίουν οι άλλοι, τον αντίσκοψε η Μαλβίνα. +Πολλές φορές γίνεται κανείς άδικος θέλων να φανή φιλαλήθης. + + — Σας βεβαιώνω, κυρία, ότι η κ. Μπιρτών από κανένα άλλον δεν +ήθελε υποφέρει νακούση, τα όσα ανέχεται νακούη από του κ. Έδμον το +στόμα. Και τον υποφέρει πάλιν από υστεροβουλίαν, διότι η έκβασις +των φιλοδόξων σχεδίων της εξαρτάται ολότελα από αυτόν. Θα ξαίρετε +ίσως ότι υπεσχέθη να τον κάμη κληρονόμον της με την συμφωνία να +πάρη την Λαίδην Σούμεριλ. Και μη νομίσετε ότι το κάμνει διά την +ευτυχίαν του Έδμον. Μπα! λίγο φροντίζει αυτή για τέτοια πράματα. +Αλλά ο οίκος Σούμεριλ είναι από τους πιο αρχαίους της Σκωτίας και +από τους περισσότερον ευνοουμένους στην Αυλή του Λονδίνου. Προσέτι +δε ο Λόρδος Στάφφορδ, θείος της νέας υπεσχέθη να κάμη τον κ. Έδμον +σύνεδρον της άνω Βουλής, αν γίνη το συνοικέσιον, και να προσθέση +εις αυτά τα χωρία γην τιμαριωτικήν τόσην, ώστε να παρέχη εις την +κ. Μπιρτών το δικαίωμα να ονομασθή Λαίδη. Αυτοί είναι οι σκοποί +της, αλλά ο κ. Έδμον αντιστέκεται, διότι προτιμά το να είναι +ανεξάρτητος περισσότερον από όλα τα πλούτη και τα αξιώματα, αν και +είναι άνθρωπος με μετρίαν κατάστασιν. Και δεν αποποιείται μεν +φανερά τον περί ου ο λόγος γάμον, αλλά τον αναβάλλει από ημέρα σε +ημέρα. Η δε κ. Μπιρτών επειδή φοβείται μήπως αρνηθή αυτός και έτσι +στερηθή η ιδία τον μέγαν τίτλον, τον οποίον από καιρόν διψά η +φιλόδοξη ψυχή της, φέρνεται προς αυτόν τόσο μαλακά. Αυτό λοιπόν +είναι που του δίδει δύναμιν όχι ολίγην επάνω της. Αλλά πρέπει να +ομολογήσω ότι την δύναμιν αυτήν, όταν μείνη εδώ ο κ. Έδμον, την +μεταχειρίζεται όχι διά δικό του, αλλά διά κοινόν όφελος, διότι την +αναγκάζει να μοιράζη στους δυστυχείς όσα εκείνη προθύμως θα +ασώτευε διά να τον προσελκύση. + + — Όποιος μεταχειρίζεται έτσι την δύναμίν του, πρέπει να είναι +ευγενούς και γενναίου χαρακτήρος άνθρωπος. + + — Ο Έδμον έπαθε το δυστήχημα να ευρεθή κύριος του εαυτού του εις +πολύ νεαράν ηλικίαν· δεν ημπόρεσε ο ίδιος, ούτε είχε τινά να του +χαλινώση τας πρώτας ορμάς της νεότητος κέγιναν αυταί πηγαί +αθεράπευτης διαφθοράς. Φυσικά όμως είναι ευγενής και μεγαλόφρων. +Τον είδα πολλές φορές για να κάμη μίαν καλήν πράξιν να δείχνη +ενθουσιασμόν. Επίσης κρατεί την υπόσχεσίν του ιεράν. Είναι +ανδρείος μέχρι θρασύτητος, έχει προτιμοτέραν την τιμήν από την ζωή +του. Είναι δε τόσο αφιλοχρήματος, ώστε εις την αδελφήν του, επειδή +η προίκα της ήτο σχετικώς ολίγη ως προς το συνοικέσιον το οποίον +έμελλε να συνάψη, δεν εδίστασε αυτός να ελαττώση την δική του +περιουσία για να εξομαλύνη του συνοικεσίου τας δυσκολίας. + + — Λοιπόν; . . . είπεν η Μαλβίνα κλίνουσα την κεφαλήν με +ενδιαφέρον. + + — Λοιπόν, κυρία μου, ενώ αι αρεταί του είναι τέτοιες και τόσο +μεγάλες, μέσα στην καρδιά του έχει για τας γυναίκας πάθος +παράφορον, ώστε ενώ κατά τα άλλα είναι τόσον τίμιος, αυτάς τας +απατά ασυστόλως χωρίς έλεγχον συνειδήσεως. Και σύρεται μεν εις +τούτο από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι άσκεπτα και απρομελέτητα, αλλά +με σχέδιον καταχθόνιον. Αι μόναι ερωτικαί σχέσεις τας οποίας +εγνώρισε είναι η απόλαυσις και ο κόρος. Ο αληθινός έρως είναι και +θα είναι άγνωστος εις αυτόν. + +Η Μαλβίνα εβυθίσθη εις σκέψεις και εφαίνετο ότι δεν ήκουε πλέον. Ο +κ. Πρίορ εσιώπησε και εβυθίσθη και αυτός. + +Αίφνης η Τομκίνα άνοιξε την θύραν και ηρώτησε. + + — Εδώ είναι η Φανή; + + — Και δεν ήτανε μαζί σου; είπε η Μαλβίνα ταραχθείσα. + + — Όχι, κυρία, δεν την είδα από την ώρα του γεύματος, τη ζήτησα +παντού και δεν την ηύρα. + + — Ω Θεέ μου, εφώναξε η Μαλβίνα και τινάχτηκε έξω διέτρεξε όλο το +σπίτι, αλλά ανωφελώς. + +Ο κ. Πρίορ έσπευσεν επίσης εις την αυλήν προς αναζήτησιν. + +Η Μαλβίνα επιστρέφουσα άπρακτη και απελπισμένη ήρχισε να φωνάζη +μεγαλοφώνως. + + — Φανή! Φανή! + + — Έξαφνα ακούει την φωνήν του κοριτσιού να της ανταποκρίνεται. +Επροχώρησε λοιπόν προς τα μέρος από το οποίον ήρχετο η φωνή, +άνοιξε πολλάς θύρας και εμβήκεν εις δωμάτιον άγνωστον δι' αυτήν. +Εκεί βλέπει τον Έδμον Σέυμουρ να κρατεί στα γόνατά του την μικρή. + +Η χαρά της, η συγκίνησίς της, η έκπληξίς της διά την αιφνηδίαν +συνάντησιν την ετάραξαν τόσον, ώστε ελύθησαν αι δυνάμεις της και +δεν ημπόρεσε να προχωρήση και έπεσεν εις τον καναπέ εκτείνουσα τα +χέρια προς τα κοριτσάκι της. Εκείνο έτρεξε και ρήχτηκε στην +αγκαλιά της. Η Μαλβίνα τόσφιγγε στα στήθια της και το φιλούσε +περιπαθώς. + + — Πόσο είμαι φταίχτης! . . . Είναι δυνατόν να με αξιώσετε +συγγνώμην τινά; + + — Η χαρά μου είναι τόση, ότι κρατώ στην αγκαλιά μου το παιδί που +το θεωρούσα χαμένο, ώστε καμιά ιδέα να κατηγορήσω κανένα δεν περνά +από το νου μου. + + — Η αγάπη σας στα παιδί αυτό, επρόσθεσε, είναι ανωτέρα πλέον από +μητρικήν στοργήν, είναι υπερφυσική, είναι υπεράνθρωπη. + + — Και το νομίζετε αυτό δυνατόν: + + — Ναι από σήμερα βλέπω εις εσάς πώς είναι δυνατόν να υπερτερήση +κανείς την φύσιν. + + — Αλίμονον, είπε η Μαλβίνα, αν κανείς θέλη να την υπερβή . . . +Τιμωρείται. + + — Και άλλοι πριν από σας το είπαν αυτό, αλλά κανείς δεν το είπε +καθώς το λέτε σεις. Μόνος ο θαυμασμός που προκαλείτε ημπορεί να +εξισωθή προς την ευφροσύνην, την οποίαν αισθάνεται κανείς, όταν +σας βλέπη. Και σας βεβαιώνω κυρία μου το ερασμιώτερον πράγμα εις +τον κόσμον δεν θα ήτο δυνατόν ούτε αμυδρώς να ενθυμίση την εικόνα +την οποίαν βλέπω αυτήν την στιγμήν εμπρός μου και . . + +Η Μαλβίνα εσηκώθη διά να απέλθη. + + — Σας δυσηρέστησα ίσως, κυρία, επρόσθεσεν εκείνος, και με +τιμωρείτε, διότι ωμίλησα με πολλήν ειλικρίνειαν. + + — Δεν είμαι συνηθισμένη από τον κόσμον και δεν καταλαβαίνω την +γλώσσαν του. Δεν ξαίρω λοιπόν τινά σας αποκριθώ και ήθελα σας +γνωρίσει και πολλήν χάριν, αν δεν μετήρχεσθε προς εμέ αυτήν την +γλώσσαν. + +Ταύτα λέγουσα η Μαλβίνα απεμακρύνετο μετά της Φανής, ο δε Έδμον +ακολουθών αυτήν με ήθος ταραγμένον έκραξε: + + — Όχι δεν ομιλώ προς εσάς γλώσσα που συνηθίζω εις τον κόσμον. +Όποια προσποιητή συνήθεια και νάχη κανείς, την χάνει άμα ιδή εσάς. + +Η φράσις αυτή ενθύμισεν εις την Μαλβίναν όσα όμοια της είπεν +άλλοτε ο κ. Πρίορ και χαμογέλασε. + +Ο Έδμον το παρατήρησε και της είπε: + + — Σέβομαι τη σιωπή σας, κυρία, και τολμώ να σας ερωτήσω την +αιτίαν του χαμόγελού σας. Φοβούμαι όμως μήπως με παρέστησαν εις +εσάς ως απεχθή. + + — Μείνετε ήσυχος και αν μου είπε κανείς κακόν τι για σας, τα +περισσότερα που μου είπε ήσαν καλά. + +Έτσι ομιλώντας έφθασε κοντά, στην θύραν. + +Ο Έδμον την ακολουθούσε ποθών να εγγίση το χέρι της αλλά δεν +ετολμούσε. + + — Και θα πιστέψατε βέβαια τα κακά περισσότερο, παρά τα καλά. + + — Σας βεβαιώνω, όταν μου μιλούν για ένα ξένον, είμαι διατεθειμένη +να πιστεύω περισσότερο τα καλά. + + — Κεγώ σας είμαι ξένος . . . + + — Έτσι νομίζω, είπε με χαμόγελο η Μαλβίνα και γύρισε το πόμολο +της θύρας. Ενώ άνοιγε, έξαφνα από άλλη θύρα επρόβαλε πρόσωπο +γυναικείο, αλλά μόλις έσκυψε και είδε, έκανε — Α! . . . με έκπληξη +και τραβήχτηκε αμέσως κλείνοντας την θύρα. + +Η Μαλβίνα από την κραυγή της κατάλαβε πώς ήταν η κόρη της κ. +Μέλμορ και συλλογίστηκε πόσο παράξενο θα εφαίνετο εις την +δεσποινίδα Κίττη, ότι την ηύρεν εκεί, χωρίς η ίδια να παραξενευθή +διά την είσοδον της Κίττης. + +Ο Έδμον εκαμώθη πως δεν κατάλαβε, ούτε πως άκουσε. Εχαιρέτησε και +την άφισε να αναχωρήση. + +Κατέβηκε η Μαλβίνα στης κ. Μπιρτών και ηύρε τον κ. Πρίορ. Και με +τόση απλότητα διηγήθηκε το τυχαίο περιστατικό της, ώστε μήτε καν η +κ. Μπιρτών δεν υποψιάσθηκε τίποτε. + +Σε λίγο ήλθε και ο Έδμον κέτσι η Μαλβίνα ελησμόνησε να αναχωρήση. + +Η κ. Μπιρτών δεν έβλεπε μεν με καλό μάτι τον ανεψιόν της κοντά εις +την ερασμίαν εκείνην γυναίκα, ωστόσο έκρινε άπρεπο να της +υπενθυμίση ότι ώφειλε να εξέλθη. + +Από τη στιγμήν που είχεν ιδεί τι πλάσμα εξαίσιον ήταν η Μαλβίνα, +μετενόησε που την εδέχθη στο σπίτι της και άλλο δεν εσυλλογίζετο +παρά πώς να εμποδίση την συνάντησή της με τον Έδμον. Τον ήξαιρε +ότι ήταν έκδοτος στις γυναίκες. Μα για τη Μαλβίνα εφοβείτο ακόμη +περισσότερον, διότι η εμορφιά της ήταν ικανή κάτι σφοδρότερον να +προκαλέση και επομένως να ματαιώση το συνοικέσιον με την Λαίδη +Σούμεριλ. + +Ακόμα όμως προσπαθούσε και να μη προσβάλη το ανεξάρτητο ήθος του +Έδμον δίνοντας φανερά αφορμήν να εννοήση ότι επίτηδες απεμάκρυνε +την Μαλβίναν. Ήτο ακόμη βεβαία ότι μάλιστα θα έκαμνε τον πείσμονα +νέον προθυμότερον να την γνωρίση, και ότι αν αντετάσσετο στην +επιθυμία ενός ανθρώπου, που ποτέ δεν υπέκυψεν εις άλλην εκτός της +ιδικής του, άλλο δεν θα κατώρθωνε, παρά να τον ερεθίση +περισσότερο. + +Εκαμώνετο λοιπόν ότι προσπαθούσε να φέρνη την Μαλβίναν εις την +συναναστροφήν των, αλλ' ότι οι προσπάθειές της ήσαν ανωφελείς, +διότι η εξαδέλφη της ήτο αγρία και απέφευγε τους ανθρώπους, ώστε +δεν υπεχώρει εις τας παρακλήσεις της. + +Όταν το πρωί λοιπόν τους είδε να συνομιλούν, επειδή εφοβήθη μήπως +αναποδογυρίσουν τα σχέδιά της, καθόλου δεν ημπόρεσε να κρύψη τον +θυμόν της. Έπειτα όμως εσκέφθη νηφαλιώτερα και εννόησε ότι δεν +ημπορούσε αλιώς να απατήση τον Έδμον, παρά αν επροσποιείτο ήθος +αδιάφορον, όταν θα τους εύρισκεν εκ νέου κατά περίστασιν +συναντωμένους. Συνεμάζευσε λοιπόν την ταραχήν της. Εφέρθη προσηνώς +προς την εξαδέλφην της και έδειξε προθυμίαν να φανή ερασμία εις +όλους, πράγμα που όταν ήθελε το κατώρθωνε μια χαρά. + +Έμεινε λοιπόν ευχαριστημένη από τον εαυτόν της και η εκ τούτου +φιλαυτία της την έκαμεν έτι μάλλον εύχαριν. + +Η συναναστροφή εκείνη ήτο κάτι ωραίον. + +Ο Έδμον ζωηρός και εύθυμος. Ο κ. Πρίορ ήρεμος και διδακτικός +αντισκοπτόμενος υπό της Μαλβίνας η οποία με την θελκτικήν +μελαγχολίαν της έχυνε εις το όλον της συναναστροφής κάτι το +αγγελικόν. + +Η δε κ. Μέλμορ ως νευρόσπαστον με φωνόγραφον εντός του εψυθίριζε +κατά διαλείμματα εις κάθε φράσιν της κ. Μπιρτών. + + — Έξοχον! Θαυμάσιον! + +Και περιέβλεπε ηληθίως τους συγκαθημένους σαν να τους έλεγε, + + — Τι λέτε και σεις; + +Η Κίττη δεν ήξαιρε να ομιλή. Εξεφράζετο όλο με φρασίδια. Και για +να φαίνεται ότι κάτι κάμνει έσκωπτε τη Μαλβίνα και τον κ. Πρίορ. +Στην αρχή ήλπισε ότι θα είχε βοηθόν τον Έδμον, αλλά ηπατήθη. Αυτός +ο αριστοτέχνης του λόγου άλλωστε και κατά τας κατ' ιδίαν +συναναστροφής και κατά τας κοινάς ομηγύρεις ευχαριστείτο από τους +λόγους της Μαλβίνας. + +Η Κίττη λοιπόν επιτέλους ετραβήχθη εις μίαν άκραν και εσιώπησε. + +Η ευγενής Μαλβίνα το παρετήρησε και επεχείρησε να την βγάλη από +την αμηχανίαν της αποτείνουσα προς αυτήν τον λόγον με γλυκύτητα. +Αλλ' η Κίττη εφέρετο με καταφανή πικρίαν και απήντα μονοσυλλάβως. + +Τέλος αφού έμεινε αρκετήν ώραν σιωπηλή επροχώρησε κατηφής και +εκάθησε εμπρός εις το πιάνο, όπου άρχισε να παίζη βαριατσιόνες. Η +Μαλβίνα την επρόσεξε και την επαίνεσε. Αλλ' αυτή έκαμε ότι δεν την +ακούει και προσεκάλεσε τον Έδμον να τραγουδήση μαζί της ένα +Ιταλικό τραγούδι. + + — Όχι, όχι, είπεν η κ. Μπιρτών, καλύτερα να τραγουδήσετε από +Γαλλικές όπερες. Είμαστε Γάλλοι εμείς. + +Η Μαλβίνα περιειργάσθη τα μουσικά τετράδια και είπε: + + — Α! μα εσείς έχετε τον περίφημο Λούλλι, την Αρμίδα, την Άλκηστη, +τον Οιδίποδα. Φιλτάτη κ. Μπιρτών, η καρδιά σας, ωστόσο πάντα είναι +γαλλική. + +Εμένα τουλάχιστο είπε με πείσμα η Κίττη διόλου δεν μαρέσει η +Γαλλική γλώσσα, είναι κρύα, τίποτε δεν μπορείς να εκφράσης εις +αυτήν με χάρη. + + — Παρακαλέστε την κ. Σορκή να προφέρη μερικές λέξεις, είπε τότε ο +Έδμον, και είμαι βέβαιος πως θαλλάξετε γνώμην. + + — Ίσως όχι, του είπε χαμηλά η Κίττη με περισσότερο πείσμα, δεν +ξυπάζομαι τόσο εύκολα εγώ, ούτε χάνω το νου μου για μια λέξη. + + — Ναι αλήθεια κάτι άλλο παρά ο νους κινδυνεύει κοντά της, είπε ο +Έδμον. + + — Η καρδιά θέλετε να πήτε . . . ωστόσο μερικοί άλλοι δεν +κινδυνεύουν και τόσο . . . λέγουν το ναι και κείνη που τους ακούει +τους πιστεύει καθώς τόσες άλλες και απατάται και αυτή σαν εκείνες. + + — Η Μαλβίνα εφαίνετο ότι δεν επρόσεχε, αλλά ούτε λέξη της +διέφυγε. Η κ. Μπιρτών είχε πάει στον κοιτώνα της να φέρη τις νότες +του Οιδίποδος και γύρισε, πριν προφθάση ο Έδμον να αποκριθή στα +τελευταία λόγια της Κίττης, πράγμα που δυσαρέστησε και τον ίδιον +και την Μαλβίναν περισσότερον. + + — Έλα Κίττη, είπεν η κ. Μπιρτών, συνόδευσέ μας σαυτή την τριφωνία +κέβαλε μπροστά της το τετράδιο απάνω στο πιάνο. + +Η Κίττη δεν μπορούσε να παίξη από μέσα πρίμα βίστα, αν και έπαιζε +αριστοτεχνικώς τα προμελετημένα κομμάτια. + +Βλέπων ο Έδμων την αδυναμία της είπε: + + — Είμαι βέβαιος ότι η κ. Σορκή θα επετύγχανε καλύτερα. + + — Δεν θα είναι κατόρθωμα αυτό, είπε μετριοφρόνως η Μαλβίνα, εγώ +έχω τραφή μαυτήν την μουσικήν. + + — Γιαυτό είσθε τόσον ασθενική, απεκρίθη ειρωνικώς η Κίττη, η +τροφή σας ήτο τόσον αθλία. + +Η Μαλβίνα όμως δεν την εσυνερίσθη και της απήντησε με πραότητα. + + — Αν προτιμάτε την Ιταλική μουσική εύκολο είναι ναφίσωμεν αυτήν +κατά μέρος. + + — Όχι, όχι, εξαδέλφη, είπε ζωηρά η κ. Μπιρτών, καθίστε στον τόπο +της Κίττης και η ουράνιος αυτή μουσική θα κάμη να λησμονήσωμεν +προς ώραν ότι δεν είμεθα στην πατρίδα μας. + +Η κόρη της κ. Μέλμορ εσηκώθηκε θυμωμένη, εσκούντηξε το σκαμνί και +πήγε και κάθισε μακρυά, ως να μην ήθελε νακούση την μουσικήν τους. + +Η Μαλβίνα έπαιξε θαυμάσια τα δυσκολώτερα τεμάχια. Έπαιξε με +ευκινησίαν και χάριν αμίμητον. + +Ωστόσο η κ. Μπιρτών με όλην της την μουσοληψίαν εβαρέθηκε νακούη +την Μαλβίναν, τα προτερήματα της εξαδέλφης της αναπτυσσόμενα +μάλιστα ενώπιον του Έδμον την έθλιβαν και θέλουσα να απαλλαχθή +προσεποιήθη ότι της ήλθε πονοκέφαλος και με αυτήν την πρόφασιν +υπεχρέωσε τους επισκέπτας να τραβηχθή ο καθείς εις τα ίδια. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'. + +Η ΤΡΟΦΟΣ + + + +Η Μαλβίνα ησθάνετο ότι επέρασε καλά τη βραδιά εκείνη. Ήλπιζε +μάλιστα ότι η κ. Μπιρτών θα την επροσκαλούσε να κατεβαίνη εις το +γεύμα καθημέραν. + +Με ανήσυχη περιέργεια επερίμενε την άλλην ημέρα να ιδή αν θα την +προσκαλέση, αλλά ματαίως. Το γεύμα της εστάλη ως συνήθως εις το +οίκημά της. + +Το βράδυ επεθύμησε να κατεβή, αλλά δεν ετόλμησεν απρόσκλητη· + +Αλλά διατί τάχα τώρα επιθυμούσε την συναναστροφήν; + +Ησθάνετο αόριστον τινά φόβον μήπως μαντεύσουν οι άλλοι την αιτίαν. + +Έτσι η Μαλβίνα ήρχισε πάλιν την αποτραβηγμένην ζωήν της. Η δε κ. +Μπιρτών την επεσκέπτετο συχνά διά να της αφαιρέση κάθε πρόφασιν +του να κατεβή. + +Απέφευγε με κάθε τρόπον να την προσκαλέση, πράγμα που εκείνη δεν +ετολμούσε να της το προτείνη. + +Αλλά εις τον Έδμον, ο οποίος την ενοχλούσε με συχνάς ερωτήσεις, +γιατί δεν φέρνει την Μαλβίναν κάτω, έλεγεν υποκριτικώς, ότι όσες +φορές ανεβαίνει, άλλο τίποτε δεν κάμνει, παρά να την παρακαλή να +έλθη, αλλά εκείνη αρνείται. + +Ωστόσο μίαν Κυριακήν πρωί η Φανή εμβήκε στης μητέρας της και της +λέγει. + + — Μητέρα κάτω είναι η Άτζολετ, ήρθε να παίξωμε μαζί, σήμερα που +δεν έχει μάθημα. Έλα να κατεβούμε στην αυλή να κάνουμε +χιονόσφαιρες. + + — Ποια είναι, παιδί μου, η Άτζολετ; + + — Εκείνο το ωραίο το κοριτσάκι που τραγουδεί τόσο γλυκά και μιλεί +Αγγλικά. + + — Α η βαπτιστική του σερ Έδμον; είπε η Μαλβίνα και εβάφη το +πρόσωπόν της με ελαφρόν ερύθημα. + + — Ναι μητέρα, μα αυτό δεν την εμποδίζει να είναι αυτή καλή. + + — Όχι βέβαια, παιδί μου, μα και ο ίδιος ο σερ Έδμον δεν μου +φαίνεται καθόλου κακός. + + — Ξαίρεις, μητέρα, η Τομκίνα λέει πολλά κακά γιαυτόν. + + — Τι δηλαδή; + + — Μα . . . να, δεν τα θυμούμαι . . . . + + — Πολύ καλά κάμνεις, παιδί μου, να μη ενθυμείσαι τις κακολογίες. +Πήγαινε τώρα να εύρης την Άτζολετ. Σε λίγο έρχομαι κεγώ. + +Άμα βγήκε έξω το κοριτσάκι, η Μαλβίνα είπε προς τη Τομκίνα: + + — Γιατί λες στο παιδί τις φλυαρίες και τα παραμύθια που μήτε συ +δεν τα ξαίρεις; + + — Σας βεβαιώνω, κυρία, πώς δεν είναι παραμύθια. Και μήτε τα μισά +απ' όσα ξαίρω δεν λέγω. + + — Πιστεύω ότι δεν είναι η Φανή εκείνη που πρέπει να μανθάνει +τέτοιες λεπτομέρειες. + +Α όχι, κυρία, προσέχω πολύ όταν έρχεται εδώ η Τάσσα τα λέμε πολύ +σιγά . . . Αχ και να ξαίρατε, κυρία, πώς ζη εδώ ο σερ Έδμον! . . . + + — Δεν έχω διόλου περιέργεια να το μάθω. + +Και όμως . . . είχε, αλλ' εντρέπετο να έλθη εις τέτοιους λόγους με +την υπηρέτριαν της. + +Δεν εγνώριζεν ακριβώς οποίαι ήσαν αι παραφοραί του Έδμον, διά τις +οποίες τον εκακολογούσαν, αλλά τις εσυμπέραινε και . . . δεν ήτο +μάλιστα διατεθειμένη να τας συγχωρήση και μόλον ότι ήτο εκ φύσεως +επιεικής. Αυταί όμως αι φήμαι ερέθιζον περισσότερο την περιέργειάν +της, και το ενδιαφέρον της ακόμη. + +Συλλογιζομένη επροχώρησε προς την αυλήν. Η Άτζολετ έτρεξεν εις την +αγκαλιά της με τρυφεράν απλότητα και η Φανή άρχισε να επαινή τις +χάρες της μικρής φίλη της. + +Η Μαλβίνα θέλουσα να ζεσταθή άρχισε να παίζη με τα κοριτσάκια. +Έξαφνα εφάνη από μακράν ερχόμενος ο Έδμον με γρήγορον βήμα. +Εχαιρέτησε την Μαλβίναν, αλλά δεν εστάθη. + +Η Μαλβίνα προκατειλημμένη καθώς ήτο ήδη εναντίον του δεν +επιθυμούσε την συνάντησίν του. Ωστόσο η ψυχρά εκείνη διάβασίς +χωρίς σχεδόν να την προσέξη της εφάνη παράδοξος. Τον παρηκολούθησε +λοιπόν κρυφίως με το βλέμμα της. + +Η Άτζολετ την επλησίασε με τρόπο και της είπε χαμηλά. + + — Εγώ ξαίρω πού πάει ο νονός μου. Ελάτε μαζί μου και θα δήτε. Και +προηγήθη τρέχουσα, ενώ η Φανή και η Μαλβίνα την ακολούθησαν. + +Όταν έφθασαν εις την θύραν κάποιου οικίσκου εις τα έσχατα της +αυλής, η Άτζολετ εστάθη, έβαλε στα χείλη το δάκτυλό της και είπε: + + — Σιγά, μη μας καταλάβη. + +Έσπρωξε ελαφρά την εξώθυρα, επροχώρησε στα άκρα των ποδών της +κρατώντας την Μαλβίναν από το χέρι και της έδειξε μέσα από μίαν +υαλίνην θύραν εις ένα καθαρόν δωμάτιον μιαν πτωχήν γραίαν που +εκείτετο άρρωστη. Ο Έδμον εστέκετο κοντά της. + + — Αυτή είναι η γριά Νόρτων, η τροφός του νουνού μου είπε χαμηλά η +Άτζολετ. Σήμερα αρρώστησε βαριά. Φαίνεται, ειδοποίησαν στον πύργο +και για τούτο ο νουνός μου έτρεξε. Α! είναι πολύ καλός ο νουνός +μου, κυρία, η γριά Νόρτων τον αγαπά . . . δεν φαντάζεσθε! + +Η Μαλβίνα άμα είδε τον καταλαλούμενον να εκπληρώνη τέτοιο ευσεβές +χρέος, συνεκινήθη και κατηγόρησε τον εαυτόν της, διότι εκινδύνευσε +να σχηματίση κακήν υπόληψιν δι' αυτόν. Τώρα πλέον τον εσυγχωρούσε, +διότι δεν εστάθηκε, όταν επερνούσε από κοντά της. Η βία του της +εφάνη τώρα δικαιολογημένη και θα της εκακοφαίνετο βέβαια, αν εξ +αιτίας της παρέβλεπε τον φιλάνθρωπον σκοπόν του. + +Η Μαλβίνα δεν ήτο από τας εγωιστικάς εκείνας γυναίκας, που θέλουν +όλα να γίνωνται γι' αυτάς και μόνον. Το πάθος αυτό είναι η +φιλαυτία, δεν είναι ο έρως. Ο έρως όταν εμφωλεύη εις τιμίαν ψυχήν, +όσο σφορδός και αν είναι, είναι ωραίος και μία έκφανσις ψυχικής +ωραιότητος είναι η φιλανθρωπία, διά την οποίαν δεν ζηλεύει. + +Και τι; Μήπως η Μαλβίνα είχεν έρωτα προς τον Έδμον; Όχι δεν +θέλομεν να ειπούμε αυτό. Αλλ' ότι ο χαρακτήρ της ήτο τοιούτος, +ώστε ως γυναίκα θα ήθελε μεν να προτιμάται αυτή από κάθε άλλο. +αλλά η αρετή να είναι προτιμοτέρα και από αυτήν. + +Άλλως τε το να βλέπη ενώπιόν της μίαν τοιαύτην γενναίαν πράξιν από +άνδρα, όστις ήτο ούτως ειπείν «σημείον αντιλεγόμενον» και να την +θαυμάζει ανεπιφύλακτα, ήτο δόλωμα ασυγκρίτως πιο επικίνδυνον από +τας μετά πάθους επαναλαμβανομένας συνήθως ερωτικάς εκφράσεις, +εναντίον των οποίων ημπορούσε να την καθοπλίση η λογική σκέψεις +ότι αυτή έχει ήδη υποσχεθή εις τον εαυτόν της και έχει αποφασίσει +να μείνη ανέραστη. + +Ενώ η Μαλβίνα ήτο παραδομένη εις το θελκτικόν εκείνο θέαμα, η Φανή +εκρύωσε και βαρέθηκε. Την ετράβηξε λοιπόν από το φόρεμά της για να +επιστρέψουν, εκείνη, όμως αφηρημένη όπως ήτο, δεν αντελήφθη την +επιθυμίαν της. + +Τότε το κοριτσάκι άρχισε να κλαυθμυρίζει. Ο Έδμον έστρεψε με +απορίαν και προχώρησε προς την θύραν να ιδή ποιος είναι. Η Μαλβίνα +ευρέθη εις θέσιν στενόχωρον, διότι θα εφωράτο ότι παρακολουθεί +οπωσδήποτε τας πράξεις του και εσκέφθη να φύγη, αλλ' ήτο αργά +πλέον. Προτιμότερον ήτο να δείξη αφέλειαν. Και εστάθη. + +Ότε λοιπόν ο Έδμον εξέφρασε την χαρούμενην έκπληξίν του, έρριψε +κάτω το βλέμμα της και του είπε σεμνά. + + — Η βαπτιστική σας, κύριε, μέφερεν εδώ να μου δείξη τον ανάδοχόν +της εις την ακμήν της δόξης του. + + — Εισέλθετε, παρακαλώ, κυρία. Το θέαμα προξενεί θλίψιν, αλλ' όχι +τρόμον. Η ταλαίπωρος τροφός μου φοβείται τον θάνατον, ελάτε να την +εγκαρδιώσετε. Επικαλείται το έλεος του Θεού και θα το ελπίση με +περισσότερη πίστη, όταν θα ιδή κοντά της ένα άγγελον. + +Η Μαλβίνα επροχώρησε: + + — Και είναι λοιπόν τόσο άσχημα; είπε, ίσως πρέπει να μηνύσωμεν +τον κ. Πρίορ. + +Η γριά αντελήφθη και απήντησε ήρεμα. + + — Όχι, κόρη μου. Του αγαπημένου αυτού παιδιού η στοργή με +παρηγορεί περισσότερο από κάθε ψυχρά ρητορεία. + + — Η Μαλβίνα συνεκινήθη πολύ από το όνομα που απεδόθη εις τον +Έδμον εκ μέρος της γραίας και από το εγκώμιον εν γένει. Δάκρυα +εγέμισαν τα μάτια της και έπιασε το χέρι της άρρωστης. + + — Πάσχετε πολύ, μητέρα; τη ρώτησε με γλυκύτητα. + +Το θέλγητρο της φωνής της εβαλσάμωσε την ψυχήν της. + + — Είσθε, νομίζω, της είπε, η κυρία, που επισκεφθήκατε λίγες μέρες +μαζί με την αφέντισσα την κ. Μπιρτών τους φτωχούς και τους +αρρώστους, δεν είναι έτσι; Όλοι μου μίλησαν για την καλωσύνη σας. +Ευχαριστώ το Θεό που μαξίωσε να σας ιδώ πριν αποθάνω. + + — Μην κουράζεσαι, μητέρα, της είπε ο κ. Έδμον. Πάρε λίγο απ' αυτό +το γιατρικό. Ας έλθη και ο κ. Πρίορ, αν θέλης. + + — Η Άτζολετ πήγε να τον φωνάξη, είπε η Φανή κρυμμένη πίσω από την +μητέρα της, για να μην κοιτάξη την άρρωστη που την εφοβείτο. + + — Πώς ο κ. Πρίορ δεν εκλήθη ήδη; ερώτησε η Μαλβίνα κάποιαν +συγγενή της κ. Νόρτων. + + — Συστελλόμεθα να τον ενοχλούμε, είναι τόσο απασχολημένος με τις +σπουδές του . . . όλο γράφει . . . + +Ο ερχομός του κ. Πρίορ διέκοψε της γυναίκας τους λόγους. Αυτός +περισσότερο επρόσεξε την Μαλβίναν παρά την ασθενή. Επλησίασε και +της είπε: + + — Ήρθατε λοιπόν να δήτε την φοβερή την κρίσιμη την ώρα . . την +ώρα που η ψυχή ανήσυχη προσβλέπει προς τα όρια του αγνώστου, τα +οποία μέλλει να υπερπηδήση; + + — Κύριε Πρίορ, του είπε χαμηλά ο Έδμον, εύρετε, παρακαλώ, λόγους +πλέον καταληπτούς εις αυτήν εδώ, και έδειξε την ασθενή, και +ικανούς να στηρίξουν την καρδιά της. + +Η Μαλβίνα σηκώθηκε να παραχωρήση προς τον κ. Πρίορ την παρά την +ασθενή θέσιν της και ακούμπησε επάνω στην κλίνην κοντά εις τον +Έδμον. + + — Βλέπω καλή μου γραία, είπε ο κ Πρίορ προς την ασθενή, ότι η +καρδιά σου είναι αδύνατη, όπως το σώμα. Έχε θάρρος. Και αν ακόμη +πρόκειται ναποθάνης δεν έχεις να πάθης κανένα κακόν. Απεναντίας θα +γίνης μέρος της θείας ουσίας, έχε πίστην εις τον Θεόν. Αυτός είναι +μαζί σου όπου και αν υπάγης για να σε προστατεύη. + + — Ας γίνη το θέλημά του είπε η γριά. Είθε ο Σωτήρ να μεσιτεύση +υπέρ εμού. + + — Έχε τας ελπίδας σου στην ευσπλαγχνίαν του. Γνωρίζει από τι +επλάσθημεν. Συγχωρεί, διότι αγαπά και θέλει να τον αγαπούν +περισσότερον παρά όσο τον φοβούνται. + + — Κανένα δεν έβλαψα ποτέ, είπε η γραία, επιθυμούσα μόνο να ζήσω +για τα παιδιά μου, εσυμμεριζόμην μεκείνα τις ευεργεσίες του +αγαπητού μου Σέυμουρ, μα σαν πεθάνω ποιος θα τα βοηθήση; + + — Εγώ, καλή μου γραία, είπεν ο Έδμον. + + — Γνωρίζω την καλή προαίρεση του Έδμον μου . . . αλλά σπανίως +βρίσκεσαι εδώ. + + — Τότε λοιπόν εγώ, είπεν η Μαλβίνα, εγώ που μένω εδώ πάντοτε, θα +προσπαθώ να αναπληρώνω τον κύριον, όταν θα είναι απών. + +Ο Έδμον συνεκινήθη. Ησθάνθη κατάνυξιν ότι είχε τέτοιον συμμέτοχον +των υποχρεώσεών του. + + — Ναι, μητέρα, είπε, συνορκιζόμεθα ότι μαζί θα φροντίζωμε για των +παιδιών σου την ευημερία. + +Η Μαλβίνα άπλωσε το χέρι, ως σημείον ότι εδέχετο τον όρκον, και ο +Έδμον το πήρε μέσ' στα δικά του χέρια και το έβαλε επάνω στα +γόνατα της άρρωστης. + +Η γραία από την συγκίνησιν, από την αδυναμίαν, από την εξάντλησιν, +πλήρης ικανοποιήσεως διά τας ενδείξεις ταύτας της αγάπης, χωρίς +φροντίδας πλέον και εύελπις, έκλεισε ησύχως τα μάτια, +μουρμουρίζοντας κάτι που έμοιαζε σαν το «Νυν απολύεις», και δεν τα +άνοιξε πλέον. Το πνεύμα της αμέριμνον επέταξεν εις την αιωνιότητα. + +Όταν εγύριζαν εις τον πύργον, όλοι ήσαν συλλογισμένοι και έφερον +την εντύπωσιν των τελευταίων στιγμών της γραίας Νόρτων. + +Ο Έδμον ενδίδων εις τας μελαγχολικάς σκέψεις της στιγμής είπε: + + — Ότι και αν λέγουν οι Εκκλησιαστικοί δεν με πείθουν. Πώς ημπορεί +να συμβάλη εις την αρμονίαν του Συνόλου το ναποθνήσκη ο τίμιος εις +ελεεινήν κατάστασιν, χωρίς να έχη χαρή την ζωήν ένεκα των +ταλαιπωριών της ενδείας: + + — Και ποιος σας είπε ότι η αποθανούσα δεν την εχάρηκε: απεκρίθη ο +κ. Πρίορ. Η ευτυχία ανήκει περισσότερον εις τους εναρέτους, παρά +εις τους ευνοουμένους της τύχης. Ίσως αυτή έζησε ευτυχεστέρα και +. . . από εσάς ακόμη. + + — Μπορεί αλήθεια, είπε ο Έδμον, καθώς κυβερνώνται τα πράγματα του +κόσμου εδώ κάτου, η λαμπρή ζωή να μην είναι πιο ευτυχισμένη. + +Κατά το διάστημα του βίου μου, του μακαριστού δα, όπως ενομίζετο, +αρίθμησα περισσότερες λυπημένες ώρες, παρά χαρούμενες. Έτσι έλαβα +αφορμή να αμφιβάλλω για την αγαθότητα της Δυνάμεως που διέπει τον +κόσμον, η οποία μας δίδει τόσον ολίγα καλά ανακατωμένα με τόσα +πολλά κακά. + +Αυτά τα λόγια παρώργισαν τον κ. Πρίορ και του είπε με αγανάκτησιν. + + — Ποιος είσαι συ, υιέ άνθρωπου, χθεσινό γέννημα του πηλού, και +αμφισβητείς την αγαθότητα του Δημιουργού: Με ποιο δικαίωμα +κατηγορείς του Σύμπαντος την αρμονίαν, συ ο οποίος απολαύεις αγαθά +ανώτερα από τας αρετάς σου; + + — Πιστέψατέ με, κ. Πρίορ, εγώ το νιώθω πόσο λίγο αξίζω και πολύ +μικρή ιδέα έχω για τον εαυτό μου. Μα για τούτο δεν φταίω εγώ, +φταίει εκείνος που με έπλασε τέτοιον. Αφού είναι παντοδύναμος, ας +μέκαμνε τέλειον. Γιατί μου στέλνει γλυκούς πειρασμούς με την +απόφαση να με κολάση, αν υποχωρήσω εις αυτούς; Τι φταίω εγώ που +μεταχειρίζομαι ότι εκείνος μου έδωσε; + + — Φταίετε, υπέλαβεν η Μαλβίνα, βλέπουσα αυτόν με πραότητα, διότι +σας επροίκισε με γνώμονα την συνείδησιν, με την οποίαν αναμετράτε +τον κίνδυνον των παθών και δύνασθε να τα νικήσετε, αλλ' ενώ +αισθάνεσθε τον εαυτόν σας ικανόν προς τούτο, σεις επαφίνεσθε εις +των παθών τον σάλον και νικάσθε υπ' αυτών εκουσίως. + + — Ο Έδμον εκοκκίνησε και είπε προς τον κ. Πρίορ. + + — Τακούτε, αιδεσιμώτατε; Ιδού τι πρέπει να λέτε και πώς πρέπει να +τα λέτε, όταν από τον άμβωνα· θέλετε να εξυπνήσετε την συνείδησιν +του αμαρτωλού, ή νανοίξετε τα μάτια των ασεβών. Αλλά πρέπει να +έχης και το βλέμμα και τη φωνή και τα θέλγοντα εκείνα χειλάκια, +που τα στολίζει η χάρη και τα φυλάττει η φρόνηση. + +Έτσι συνομιλούντες έφθασαν εις τον πύργο. Όπου ο κ. Πρίορ τους +άφισε. + +Η Μαλβίνα επεχείρησε να διευθυνθή εις το διαμέρισμά της, αλλ' ο +Έδμον της είπε: + + — Πώς, κυρία μου, μας φεύγετε πάντα έτσι; Γιατί μένετε άκαμπτη +εις της κ. Μπιρτών τας προτροπάς και τας παρακλήσεις; + +Η Μαλβίνα δεν ημπόρεσε να εξηγήση τους τελευταίους αυτούς λόγους. + + — Ποίας παρακλήσεις εννοείτε; + +Η εξαδέλφη σας καταθλίβεται από την ισχυρογνωμοσύνην σας +συγχωρήσατέ μου την λέξιν, είναι ιδική της, που αποποιείσθε την +συναναστροφήν μας. + + — Αστειεύεσθε βέβαια, κ. Έδμον. + + — Ομιλώ πολύ σοβαρά μάλιστα. Ημέρα δεν περνά, που να μην την +ερωτήσω, γιατί τάχα να μη σας βλέπουμε καθόλου; Κεκείνη κάθε μέρα +μου λέγει ότι διαρκώς προσπαθεί να σας φέρη στην ομήγυρή μας, αλλά +σεις ευρίσκετε πάντοτε αιτίας αρνήσεως. + +Η Μαλβίνα εταράχθη. Δεν εννοούσε τον λόγον της τοιαύτης +συμπεριφοράς της εξαδέλφης της. Ωστόσο είπε προς τον κ. Έδμον. + +Αλλά και αν αντιστάθηκα αλήθεια στης κ. Μπιρτών την παράκλησιν +διατί υποθέτετε ότι . . . + + — Ότι ηθέλετε ενδώσει στις δικές μου; . . Βέβαια πριν έλθω εγώ +διήγετε τόσον αποτραβηγμένη . . . Σας ενοχλεί ίσως η παρουσία μου. +Επιθυμείτε ίσως να αναχωρήσω . . + + — Παρεξηγείτε, κύριε Έδμον, τας έξεις μου, απεκρίθη με ταραχήν η +Μαλβίνα. Κάποιες θλιβερές αναμνήσεις . . . . + +Αλλ' αν εγνώριζα ότι η απουσία μου λυπεί . . . την εξαδέλφην μου +θα ημπορούσα ναλλάξω έξεις. + +Ο Έδμον την έπιασε από το χέρι. + + — Ελάτε της είπε. Και την ωδήγησε εις τον θάλαμον της κ. Μπιρτών. + + — Θεία μου, θεία μου! Ακούστε τι λέγει η κ. Σορκή. Φρονεί ότι +αστειεύομαι και δεν θέλει να πιστέψη ότι λυπείσθε που στερείσθε +την συναναστροφήν της. Συνενώσατε παρακαλώ τας δικάς σας με τας +δικάς μου παρακλήσεις, ίσως και την καταφέρομεν να μας έρχεται. + +Η κ. Μπιρτών εκοκκίνησε από την ταραχήν της. Αλλά γρήγορα έγινε +κυρία του εαυτού της και είπε με υποκρισίαν αριστοτεχνικήν. + + — Η εξαδέλφη μου γνωρίζει πόσον η παρουσία της με ευφραίνει, αλλά +εγώ επροτίμησα την ιδικήν της ανάπαυσιν από την ιδικήν μου τέρψιν. +Δεν ηθέλησα να παραβιάσω την φιλήσυχή της διάθεση και ελπίζω ότι +τούτο το θεωρεί ως ένα τεκμήριον της αγάπης μου. Τώρα που βλέπω +πως άρχισε να βαρύνεται την αποτραβηγμένη ζωή χαίρω πολύ για την +μεταβολήν της αυτήν. + +Ο Έδμον όμως ήθελε πλέον θετικήν την απάντησιν της θείας του και +είπεν ανυπομόνως. + + — Βλέπω, θεία μου, ολοφάνερα πως πρέπει το δίχως άλλο ναναχωρήσω. +Ενόσω είμαι εδώ, κ. Σορκή δεν έρχεται στη συναναστροφή σας, ή +έρχεται χωρίς όρεξη. + + — Σωστά, είπε με τόνον η κ. Μπιρτών. Εδώ χάνεις, μου φαίνεται, +τον καιρό σου, ενώ σπουδαίοι λόγοι σε καλούν εις το Έδιμπουργκ. +Επίστρεψε εκεί. Τότε η ωραία εξαδέλφη μου μένει ελεύθερη . . . + + — Του κ. Έδμον η παρουσία καμίαν ενόχλησιν δεν μου παρέχει, είπε +σοβαρά η Μαλβίνα. Είτε εδώ είναι, είτε απουσιάζει, η διάθεσίς μου +να μονάζω δεν λαμβάνει καμίαν τροπήν. Ούτε με εμποδίζει η παρουσία +του να κάμνω το θέλημά σας, εξαδέλφη μου, αν πράγματι σας αρέσει η +συντροφιά μου. + +Η κ. Μπιρτών εδαγκάθηκε. Καμίαν πρόφασιν δεν είχε να αρνηθή. + +Αφού λοιπόν ήτο αδύνατον πλέον να εμποδίση να βλέπωνται ο Έδμον με +την Μαλβίναν, εστοχάσθη ότι θα ήταν προτιμότερον να γίνεται αυτό +επί παρουσία της. + +Έτσι συνεφωνήθη να έρχεται η Μαλβίνα στη συναναστροφή, καθώς +ήρχετο και προτού να έλθη ο κ. Έδμον. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'. + +ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ + + + +Η κ. Μπιρτών μόνον κατά την ώραν του γεύματος έμαθε ότι αιτία να +συναντηθούν ο Έδμον και η Μαλβίνα ήτο ο θάνατος της γραίας Νόρτων. + +Δεν ήξαιρε καν ότι η γραία ήτο άρρωστη. Για τίποτε πράγματι δεν +ενδιεφέρετο, για τούτο κανείς δεν ήρχετο να της διηγηθή τους +πόνους του. Πολλοί από τους προστατευομένους της χωρικούς +αρρωστούσαν και απέθνησκαν, χωρίς να λάβη αυτή καμίαν είδησιν. + +Η μικροφιλοδοξία της την έκαμνε να διατηρή τακτικήν αλληλογραφίαν +με τον Λόρδον Στάφφορδ. Προσπαθούσε να τον κρατεί πιστόν εις τας +μεταξύ των συμφωνίας, ως προς τα αντισηκώματα του συνοικεσίου, και +εβίαζε τον ανεψιό της να υπάγη προς τέλεσίν του. + +Ο Έδμον εν τούτοις καθημέραν εύρισκε νέας προφάσεις αναβολής και +έμενεν εις τον πύργον. Ποτέ άλλοτε δεν είχε μείνει τόσον καιρόν. + +Η κουφόνους Κίττη εμεγαλαυχούσε, πως ήτο δι' αυτήν η παράτασις της +διαμονής του εκεί. Αλλά η κ. Μπιρτών καταλάβαινε την αληθινή αιτία +και ευρίσκετο εις διαρκή αγωνίαν, πώς ναπομακρύνη τον ανεψιόν της, +ή τουλάχιστον να διακόψη τας σχέσεις του με την Μαλβίναν. Ο Έδμον +όμως δεν έπαιρνε βέβαια από βίαν, εχρειάζετο πειθώ, πράγμα δύσκολο +για το χαρακτήρα της κ. Μπιρτών. Με την Μαλβίνα πάλιν δεν +ημπορούσε να τα χαλάση, διότι ήτο πραοτάτη και υποχωρητική εις +όλα. Άλλως τε αυτό θα ήτο και ολιγώτερον οικοδομητικόν διά τον +σκοπόν της, διότι θα καθίστα την Μαλβίναν προσφιλεστέραν προς +εκείνον. Και αν την απεμάκρυνε τι θα εκέρδιζε τάχα; Δεν ήτο +αυτεξούσια η Μαλβίνα να υπάγη όπου ήθελε; Ημπορούσε να εμποδίση +τον ανεψιόν της να την βλέπει αλλού παρά εις τον πύργον; Και +τότε; θα ανεκάλυπτε ο Έδμον όλας τας πανουργίας της και . . . + +Εις τοιαύτην λοιπόν ευρισκομένη αμηχανίαν απεφάσισε να κοινολογήση +εις την Μαλβίναν τα σχέδιά της διά τον γάμον του Έδμον. Δεν +έλειψε δε να παραστήση τον ανεψιόν της ως νέον ανάγωγον και +άσωτον, παραδιδόμενον εις έρωτας αθεμίτους και σκανδαλώδεις, και +ότι απέφευγεν ακριβώς το μελετώμενον συνοικέσιον, διότι εθεωρούσε +τον γάμον ως χαλινόν της ακολασίας του. + +Και υποκρινομένη εμπιστοσύνην της προσέθετε. + + — Ιδέ, καλή μου Μαλβίνα, τα τι τραβώ από την πολλή μου αγάπη στο +τρελόπαιδο αυτό. Για να τον ανυψώσω μαυτόν τον γάμο και για να τον +αποσπάσω από τις αθλιότητες των αθεμίτων ερώτων, υποσχέθηκα να του +δώσω όλη μου την περιουσία, να γυμνωθώ χάριν του από όλο μου το +έχειν. Αυτός έκαμε πως συγκατένευσε στο θέλημά μου κεγώ έδωκα το +λόγο μου, ώστε η Λαίδη Σούμεριλ απεποιήθηκε χάριν του άλλους +λαμπρούς μνηστήρας του Έδιμπουργκ. Και τώρα μέλλει ίσως να μου +προσάψη τη μεγαλύτερη εντροπή αρνούμενος αυτός το συνοικέσιον. +Θέλω από σας, αγαπημένη μου εξαδέλφη, να συνεργήσετε να τον πείσω, +ότι δεν κάμνει καλά και ότι είναι ανάγκη ναναχωρήση το γρηγορώτερο +για το Έδιμπουργκ. + + — Αλλά, φιλτάτη μου, τι δύναμη έχω εγώ στη θέληση, και στα +φρονήματα του κ. Έδμον; + + — Κάτι μπορείτε να κάμετε. Παρετήρησα πως δεν προσπαθεί ξεχωριστά +ναποκτήση τη φιλία σας, όπως κάμνει για κάθε πρώτη γνωριμία του, +γιατί εσείς δεν είσθε καμιά ξαπολυμένη σαν εκείνες που τον +ομοιάζουν. Αλλ' οπωσδήποτε αν δεν σας εράται, όμως σας τιμά και +ίσως σας ακούση, για ναποκτήση την υπόληψίν σας. + + — Λυπούμαι πολύ, που δεν θα ημπορέσω να σας ευχαριστήσω. Αστεία +βέβαια πολύ θα ήμουν να φαίνουμαι ότι επεμβαίνω εις υπόθεσιν +ολότελα ξένην προς εμένα και μάλιστα συμβουλεύουσα άνθρωπον, που +δεν μου ζήτησε καν την συμβουλή μου. + + — Α! τότε μιλήστε γενικά. Πέστε λόγου χάριν ότι ένας τίμιος νέος +που έδωκε ελπίδες γάμου σε μια γυναίκα είναι ασύγγνωστος, άμα τις +αθετήση. Πέστε ακόμα ότι τα πλούτη και ταξιώματα είναι τα +συντελούντα εις την ευδαιμονίαν και μακάριος όποιος . . . Αλλά +ιδού έρχεται, ας μη φανούμε πως συνεννοούμαστε. Φροντίστε να +υποστηρίζετε τα όσα εγώ θα λέγω. Εκτός αν . . . , επρόσθεσε με +χαιρεκακίαν, αιτίες ιδιαίτερες σας εμποδίζουν να το κάμετε. + +Η τελευταία αυτή φαρμακερή φρασούλα συνετάραξε τη Μαλβίνα. Τι +έπρεπε να κάμη για να μην ενισχύση την υποψία της κ. Μπιρτών; να +του συστήση να συνάψη συνοικέσιον που μόνον τας φιλοδοξίες της κ. +Μπιρτών εξεπλήρωνε, χωρίς να καταστήση τον ίδιον ευτυχισμένον; + +Εσιώπησε και επερίμενε να πη ότι θα έφερνεν η σειρά της ομιλίας +ευπρεπές και λογικόν. + +Μόλις άνοιξε ομιλίαν με τον ανεψιόν της η κ. Μπιρτών, εμπήκε με +ορμή η Κίττη με μιαν εφημερίδα στο χέρι φωνάζοντας. + + — Τα μάθατε; ο Λόρδος Στάνωπ ετοιμάζει μια μεγαλοπρεπή εορτήν στο +Έδιμπουργκ. + + — Ο αδελφός της Λαίδης Σούμεριλ . . είπε με λαχτάρα η κ. Μπιρτών. + + — Ναι, είπε με αδιαφορία ο κ. Έδμον. + + — Τι χαρά να ήμουν κεγώ εκεί! είπε η Κίττη. + + — Δεν υπάρχει αμφιβολία, Έδμον, ότι θα σπεύσης να ευρεθής εκεί, +είπε η κ. Μπιρτών με σοβαρότητα. + + — Με νομίζετε ικανόν να κάμω αυτήν την γκάφα! Ναφίσω την ωραίαν +συναναστροφήν, να περιφρονήσω τέτοιον χειμώνα, που επικρατεί έξω +αυτήν την ώρα, και να τρέξω σε μιαν κοινή εορτή από κείνες που η +αργία τις κάμνει ίσως χρειαζούμενες, αλλά η συνήθεια τις καθιστά +αηδείς! + + — Πρέπει να πας όχι για την εορτή καθ' εαυτήν, αλλά για να λάβης +μέρος στην ομήγυρη, που θα μαζευτή εκεί, τη λαμπρή και την +εκλεκτή. + + — Αν εγνωρίζατε, θεία, πόσο οχληρά είναι η μονοτονία των τοιούτων +ομηγύρεων . . . + + — Μα τις γυναίκες τουλάχιστο δεν θυμάσαι . . . που θα στολίζουν +την εορτή; + + — Οι γυναίκες, θεία, δεν φροντίζουν πλέον να στολίζουν τας εορτάς +όπως άλλοτε . . . έχουν πέσει εις νωθρότητα . . , βαρύνονται πλέον +κάθε τι που δεν τις είναι τερπνόν. + + — Είμαι περίεργη να μάθω την αιτίαν της απροσδόκητης αυτής +μεταβολής σου. + +Η Κίττη ύψωσε τα κεφάλι με αλαζονείαν, σαν να έλεγε: Εγώ είμαι. + +Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο ότι εις αυτήν απέβλεπε ο λόγος της κ. +Μπιρτών. + +Αλλ' η κ Μπιρτών είπεν εις τον Έδμον. + +Αν είν' αληθεία λοιπόν ότι εβαρέθηκες τις γυναίκες του κόσμου και +ευρίσκεις θέλγητρα εις την κατ' ιδίαν ζωήν, θα ζητήσης μίαν +σύντροφον για να καλλωπίση την κατ' ιδίαν ζωήν σου. Πλησιάζει +λοιπόν ο καιρός, που θα εκπληρώσης τον λόγον σου. + + — Δηλαδή τον λόγον που με συμβουλεύετε να δώσω. + + — Γνωρίζεις ότι οι συγγενείς της Λαίδης Σούμεριλ θεωρούν το +συνοικέσιον ως συμφωνημένον. Αμφιβάλλεις ότι η νέα σε περιμένει +περιπαθώς εις την εορτήν του αδελφού της; + + — Ναι, μα οι λόγοι μου προς αυτήν ήσαν από εκείνους που τους +προφέρομεν εις την αρχήν εις κάθε γυναίκα με τον πρώτον +ενθουσιασμόν και τους λησμονούμεν, όταν αρχίζομεν να την +βαρυνόμεθα, Του νομίσματος τούτου καθένας γνωρίζει την πραγματικήν +αξίαν. Και όταν καμιά απατηθή, πταίει περισσότερον αυτή που τους +επίστευσε, παρά εκείνος που τους επρόφερε. + +Την ιδίαν στιγμήν η Μαλβίνα εσήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατάματα +τον Έδμον. Αυτός τότε εφάνη ότι εθορυβήθη και εξηκολούθησε να +σείεται επάνω στην καρέγκλαν του. + +Του είπε πάλιν η κ. Μπιρτών: + + — Ίσως δεν καταδικάσης δα τόσον την Λαίδην Σούμεριλ πως σε +πίστεψε πολύ εύκολα, αν θυμηθής με πόση ζέση της μίλησες. Αφού +είσαι τόσον έμπειρος ναπατάς τις γυναίκες, δεν πρέπει να τις ψέγης +κατόπιν, όταν πέφτουν στα δίχτυα σου. + +Του βαροφάνηκε του νέου, νακούση τέτοιους ονειδισμούς εμπρός εις +την Μαλβίναν. + + — Αλήθεια, κυρία μου, ούτε ψεύτης, ούτε άπιστος είμαι. + +Μεταχειρίστηκα λεπτά τεχνάσματα προς τις γυναίκες, αλλά πάντοτε +έμεινα υποδεέστερος από εκείνες στο ζήτημα αυτό. Αυτές έχοντας +καύχημά των την δολιότητα, όταν ερωτοτροπούν, γιατί σεμάς τάχα να +την θεωρούν ως κακούργημα; + + — Μου φαίνεται, είπε η Μαλβίνα, ότι αν η υπουλότης είναι +συγχωρημένη στις γυναίκες, αιτία είναι η θέσις που τις έχει βάλει +η κοινωνία απέναντι των ανδρών. Αλλά οι άνδρες που δεν έχουν +καμίαν εξάρτηση έπρεπε να είναι ειλικρινείς. Η δολιότης είναι +ασυγχώρητη, όταν δεν υπαγορεύεται από την ανάγκην. Για τούτο, +νομίζω, οι άνδρες όταν υποκρίνωνται, το κάμνουν όχι ναποφύγουν το +κακό, όπως αιτιολογείσθε, αλλά για να κακοποιήσουν. + + — Καλά λέει η κ. Σορκή, είπε η κ. Μπιρτών. Δεν συλλογίζεσαι ότι +σπαράττεις την καρδίαν της δυστυχούς Λαίδης Σούμεριλ. + + — Μην είσαι δα τόσο τραγική, θεία μου. Άφισέ τ' αυτά. Οι γυναίκες +σήμερα δεν έχουν τόσον αδύνατη την ψυχή. Η φιλαυτία τας +προφυλάττει σαν θώρακας, που κανένα άλλο συναίσθημα δεν τον +διαπερά. + + — Εσύ είσαι ο φίλαυτος, ο οποίος, αφού εδελέασες την δυστυχή νέαν +να σου αφοσιωθή, τώρα κάθεσαι εδώ και την βασανίζεις αυξάνων τας +υποψίας και τον πόθον της. Τι λες και συ εξαδέλφη μου; Με θεωρείς +αυστηράν προς τον Έδμον; + + — Η κρίσις σας είναι ορθή, αλλ' η υπόνοιά σας δεν στέκει διά τον +κ. Σέυμουρ. Ελπίζω αν τα πράγματα είναι όπως τα λέτε, ο κ. Έδμον +θα σπεύση να απαλλάξη από τα βάσανά της την γυναίκα που τον αγαπά. + +Η Κίττη έρριψε βλέμμα επιπλήξεως στην Μαλβίναν και εσηκώθη +στενοχωρημένη. Ήρχισε να βηματίζει νευρικά. Ο Έδμον απήντησε: + + — Η κρίσις της κ. Σορκή είναι κατεπείγουσα. Έπρεπε να υπάγω. Αλλά +δεν προφθάνω πλέον στην εορτή. + + — Πήγαινε, πήγαινε, υιέ μου, είπεν ανακουφιζομένη η κ. Μπιρτών, +όχι για την εορτήν, αλλά για την καημένη τη Λαίδη Σούμεριλ. Τι θα +φαντάζεται η δυστυχής, όταν δεν σε ιδή στου αδερφού της, και πόσον +θα υποφέρη! Δεν είναι έτσι εξαδέλφη μου; + + — Δεν ξαίρω, φιλτάτη μου, ως που έχει προχωρήσει της νέας αυτής η +κλίσις, είπε η Μαλβίνα. Αν όμως ο κ. Σέυμουρ αισθάνεται ότι +συνετέλεσε εις την κλίσιν αυτήν, το νομίζω τίμιον. + + — Φιλτάτη, είπε έξαφνα η Κίττη. δεν ακούτε; η Φανή σας φωνάζει. +Κάτι θα έχει πάθει βέβαια. + + — Δεν άκουσα τίποτε, είπε η Μαλβίνα σηκωθείσα. + + — Ναι, ναι, εγώ άκουσα, πάμε να δούμε τι συμβαίνει; + +Η Μαλβίνα ανήσυχη εξήλθε με την Κίττην. Αλλά μόλις εβγήκαν, η +Κίττη εσταμάτησε. + + — Δε μου λέτε, παρακαλώ, τι συμφέρον έχετε να αποπέμψετε τον κ. +Έδμον; Για να κολακέψετε τάχα την κ. Μπιρτών; Μα αυτό καθόλου δεν +σας περιποιεί τιμήν. Αντίκειται εις τον ελευθέριον χαρακτήρα σας, +για τον οποίον ο κ. Πρίορ μας ξεκουφαίνει κάθε τόσο. + + — Μα όσα είπα μου φαίνονται τόσο απλά, τόσα φυσικά. Απορώ πώς δεν +είσθε σύμφωνη μαζί μου. + + — Νόστιμο! Να είμαι σύμφωνη μαζί σας; εγώ! Αλλά ο κ. Έδμον μένει +εδώ για μένα και μόνο. Μαγαπά και, για να πάρη εμένα παραίτησε τη +Λαίδη Σούμεριλ, τακούτε; Σας λέγω το μυστικόν μας για να εννοήσετε +πόσον αι διδαχαί σας ενοχλούν και τον κ. Έδμον κεμένα. + + — Αλλά αν είναι έτσι είπε ψυχρά η Μαλβίνα τι σκοτίζεσθε για τα +λόγια μου. Μια ξένη γυναίκα σαν εμένα μπορεί να ψυχράνη έναν έρωτα +αληθινόν; + + — Όχι βέβαια, κυρία. Αλλά ενδέχεται να ταράξουν το νου του οι +μεγάλες φράσεις και οι αποφθεγματικοί τρόποι σας. Εκτός αν έχετε +σκοπόν μαυτά να στρέψετε την κλίσιν του προς εσάς. Και χωρίς να +περιμείνη απάντησιν επέστρεψεν αμέσως εις την αίθουσαν. + +Ήρχισαν λοιπόν οι πονηρές παρεξηγήσεις από αντίθετα μέρη. Η κ. +Μπιρτών . . . η Κίττη . . . και αι δύο πολέμιαι κατ' αυτής εξ +αντιθέτων απόψεων. Αλλά διατί τάχα; η καθαρότης της ψυχής της την +έθετον υπεράνω των μικρολογιών αυτών. Δεν ήξαιρε ποια είχε +δίκαιον, διότι δεν ημπορούσε να διακρίνη ποία έλεγε την αλήθειαν. +Απεφάσισε να τηρήση, επιφυλακτικήν ουδετερότητα. Αυτή όμως η +στάσις της δυσαρεστούσε και τας δύο και τας προδιέθετε εις έχθραν +εναντίον της. + +Αφότου η Μαλβίνα άκουσε τα μυστικά της Κίττης, εφέρετο πια +επιφυλακτικά προς τον κ. Σέυμουρ. Κατέβαινε εις την αίθουσαν, αφού +προηγουμένως εμαζεύοντο όλοι οι άλλοι και όταν εκείνος της +απέτεινε κολακευτικούς λόγους, τους άκουε με ψυχρότητα. Μόνον εις +του κ. Πρίορ την σεμνήν συναναστροφήν εύρισκε ανακούφισιν η ψυχή +της. Αυτός ήρχετο κάθε πρωί προς αυτήν διά να την διδάσκη την +Ερσικήν γλώσσαν. Η μεταξύ τους φιλική διάλεξις παρετείνετο έως την +ώραν του γεύματος. + +Μετά το πρόγευμα καθείς επήγαινεν εις το διαμέρισμά του κατά +κοινήν συνήθειαν, αυτή εκράτει την συνήθειαν αυτήν ακριβέστερα από +κάθε άλλον. + +Μίαν ημέραν κατά την ώραν του μαθήματος της Φανής επειδή αυτή δεν +ήλθε στην ώρα της, κατέβη να την ζητήση. Την ηύρε, χωρίς να το +περιμένη, να παίζη με τον κ. Έδμον μέσα στο εστιατόριο. Εφώναξε το +κοριτσάκι να την ακολουθήση και επροχώρησε να εξέλθη. + +Ο Έδμον όμως έπεσε κατόπιν της: + + — Αφού η τύχη, της λέγει, μου δίδει την ποθητήν ευκαιρία να σας +συναντήσω μονάχη, μη μου κάμνετε να την χάσω, σας ικετεύω, και +ακούστε μου να σας πω δυο λόγια. + +Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και έγειρε το κεφάλι της. + +Ο Έδμον έκλεισε τότε την θύραν, παρεκάλεσε την Μαλβίναν να καθίση, +εκάθισε και ο ίδιος κοντά της και της είπε: + + — Προχτές όταν η αξιόλογος κ. Μπιρτών με προέτρεπε με τόσην ζέσιν +να επιστρέψω εις Έδιμπουργκ, είδα να δικαιολογήτε τον πόθον της. +Ήθελα να μάθω (αν δεν είναι άτοπη η περιέργειά μου), έως ποίον +βαθμόν επροχώρησε να σας πη τα πράγματα που τάχα με καλούν εκεί. + + — Τίποτε άλλο δεν άκουσαν από ότι ελέχθη εκεί· ότι δηλαδή εις +κάποια χαριτωμένη νέα που σας αγαπά εδώκατε υπόσχεσιν γάμου. Αλλά +μόλα ταύτα την αφίνετε και προτιμάτε άλλας κατωτέρας της. + + — Τόσο μόνο; είπε ο Έδμον ανήσυχος. Και τούτο λοιπόν ήταν αρκετό +να στηρίξη την πρόληψη σας για μένα . . + + — Ναι . . . δηλαδή . . . μια που με ρωτάτε . . . απόρησα, όταν +άκουσα ότι εσείς ο ευεργέτης των δυστυχών το έχετε καύχημα να +λησμονήτε κοντά στις γυναίκες την ευγενή ειλικρίνειαν και την +ευσυνείδητη χρηστότητα, που χαρακτηρίζουν τον αληθινόν τίμιον +άνδρα. + + — Δεν σκοπεύω να υπερασπισθώ τον εαυτόν μου εναντίον των +σφαλμάτων που μου προσάπτουν οι κατήγοροί μου προς εσάς. Θα σας +παρακαλέσω όμως να μακούσετε να επανορθώσω μερικώς από τας +διηγήσεις της αγαπητής μου θείας. + +Δεν έδωκα ποτέ καμίαν υπόσχεσιν εις την Λαίδη Σούμεριλ, κυρία, και +ποτέ δεν την αγάπησα. Είναι ίσως πολύ ωραία αλλ' εις εμένα +ουδέποτε υπήρξε συμπαθητική. Διατί; «Ποτέ δεν ημπορείς, λέγει +κάποιος ποιητής μας να προσδιορίσης την αιτίαν του έρωτος. Δεν +είναι εις το πρόσωπον της ερωμένης, είναι εις του ερώντος την +καρδίαν». Νωθρά δε και κούφη, όπως είναι, σας βεβαιώνω δεν έχει να +ενοχληθή η ησυχία της από την προτίμησιν, που κατεδέχθη να με +αξιώση. + + — Αν είναι έτσι, γιατί δεν εφανερώσατε την διάθεσίν σας αμέσως +εις την θείαν σας, αλλά την αφίσατε να διαπραγματευθή διά +λογαριασμόν σας. Ημπορεί δικαίως να σας μεμφθή τώρα. + + — Είναι η αλήθεια πως αμέσως από την αρχή δεν αρνήθηκα ρητώς +αυτόν τον γάμον, αλλά τότε δεν είχα καμίαν ιδέαν της από τον γάμον +ευδαιμονίας. Ενόμιζα ότι, όπως κάμνουν, όλοι ημπορούσα, κεγώ να +πάρω μίαν γυναίκα. Και με τοιαύτας περί γάμου αντιλήψεις το +συνοικέσιο με τη Λαίδη Σούμεριλ, ήτο συμφορώτατον . . + + — Και τώρα λοιπόν έχουν αλλάξει αι περί γάμου αντιλήψεις σας; + + — Συμβεβηκός απροσδόκητον αλήθεια μέκαμε ναλλάξω αρχάς και να +μεταβάλω ιδέας. Αι αντιλήψεις μου λοιπόν περί γάμου σήμερον είναι +ολοτελώς διάφορες από τότε. Από αυτόν θεωρώ ότι εξαρτάται η ζωή +μου, από την εκλογήν του προσώπου η ευτυχία μου, διά τούτο κατ' +ανάγκην πρέπει να παραιτηθώ από την Λαίδην Σούμεριλ. Και το κάμνω +με όλην μου την ευσυνειδησίαν, διότι σας βεβαιώνω και πάλιν, ποτέ +δεν έδωκα τον λόγον μου ούτε εις εκείνην, ούτε εις τους συγγενείς +της. + + — Αλλά η θεία σας νομίζω . . . . + + — Μα εγώ δεν της έδωσα ποτέ τοιαύτην πληρεξουσιότητα και δεν +νομίζω, ότι θα ήτο δίκαιον να πληρώνω εγώ με θυσίαν της +ευδαιμονίας της ζωής μου, τις γκάφες της θείας μου. + + — Τότε αλλάζει το πράγμα, είπε η Μαλβίνα, (πιστεύουσα πάντοτε ότι +περί άλλης τινός επρόκειτο, και μάλιστα υποθέτουσα διά την +Κίττην). Και μάλιστα στοχάζομαι ότι η κυρία θεία σας δεν θα +παρεμβάλη κανένα εμπόδιον εις αυτήν την νέαν εκλογήν σας, όταν +πληροφορηθή ότι από αυτήν εξαρτάται η ευτυχία σας. Αρκεί να +φανερώσετε προς αυτήν τα καθέκαστα. Σας ευχαριστώ διά την +εμπιστοσύνην που μου δεικνύετε και σας εύχομαι καλήν επιτυχίαν. + +Από αυτό εκατάλαβε ο Έδμον ότι η Μαλβίνα δεν τον εκατάλαβε. Ωστόσο +του εφάνη ότι η ψυχή της ησθάνετο κάτι ξεχωριστόν δι' αυτόν. + +Απεχωρίσθησαν χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'. + +ΜΕΡΙΚΑ ΜΙΚΡΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ + + + +Δεν αμελούσε ποτέ ο Έδμον την ευκαιρίαν να λέγη κάτι περιπαθές ή +και απλώς ευχάριστο στη Μαλβίνα, πάντοτε όμως λίγο σκεπαστά, ώστε +εκείνη το έπαιρνε ότι ελέγετο πλαγίως διά μέσου αυτής προς την +δεσποινίδα Κίττη. Υπό τον ήσκιο της τοιαύτης υποθέσεως το +εθεωρούσε συγχωρημένον να τον ακούη, να τον εύρισκε καλόν, να +ευχαριστήται από την συναναστροφήν του και να θέλγεται από τα +εγκώμια της Άτζολετ δι' αυτόν . . + +Ένα βράδυ έγινε λόγος διά τα ήθη του νεωτέρου πολιτισμού και την +διαφθοράν εν γένει. + +Εν τω μεταξύ η κ. Μπιρτών απεσύρθη για να διαβάση κάτι επιστολάς, +που της έφεραν την στιγμήν εκείνην. + +Ο κ. Πρίορ εξηκολούθησε: + + — Έτσι αι απολαύσεις των αισθήσεων ομοιάζουν χείμαρρον αφρώδη . . . + + — Ω Θεέ μου, τον διέκοψε απότομα η Κίττη, έχεις σκοπό λοιπόν και +με την κ. Μπιρτών απούσαν να κάμης διδαχήν, κύριε Πρίορ; Δεν +αφίνεις να πούμε και τίποτε λιγώτερο σοβαρό; + +Και άρχισε να κάμνη διαφόρους ανοήτους ερωτήσεις προς τον Έδμον, ο +οποίος της απαντούσε με ανάλογον επιπολαιότητα. + +Ο κ. Πρίορ ύψωσε τους ώμους και εβγήκε από τον θάλαμον. Η Μαλβίνα +κάτι εδιάβαζε κοντά στη θερμάστρα. Η κ. Μέλμορ εσιωπούσε. Το +καλύτερον που ημπορούσε να κάνη. + +Η Κίττη ερώτησε τον Έδμον; + + — Ποιάν αγαπήσατε ως τώρα περισσότερον καιρόν, από όσας +εγνωρίσατε; + + — Τι να σας πω, απεκρίθη ο Έδμον, μου φαίνεται ότι ποτέ ακόμη δεν +αγάπησα. Και άρχισε να φυλλομετρά ένα τόμον του Σαίκσπηρ, σαν κάτι +να εζητούσε. + +Η Μαλβίνα αν και εκοίταζε μέσα στο βιβλίο της, δεν εδιάβαζε πλέον. + + — Καμιά από τας ωραίας αριστοκράτιδας του Λονδίνου ή του +Έδιμπουργκ, δεν σας εφάνη άξια αγάπης αληθινής; + + — Τουλάχιστον καμία δεν μου ενέπνευσε αγάπην τέτοιαν που λέτε. + +Η Κίττη μόλις περιστέλλουσα την χαράν της τον ηρώτησε με +αυταρέσκειαν: + + — Και τι είδος γυναίκα ημπορούσε να σας αρέσει; + +Και περίμενε να της ψιθυρίση στο αυτί. «Τέτοια που είσαι συ». Μα +εκείνος δεν το έκαμε. Μόνο άνοιξε τον τόμο που βαστούσε και +εδιάβασε κάπου: + +«Πολλές κυρίες εμάτιασα με κοίταγμα τρυφερό και πολλές φορές τα +γλυκομίλητα χείλη τους υπόταξαν τα παραπρόθυμα αυτιά μου. Διάφορες +γυναίκες μάρεσαν για διάφορες αρετές, αλλά την ψυχή μου καμιά τους +δε συνεπήρε τόσο βαθιά, ώστε να μην της βρω κάποιο λάθος, να +πολεμάει από τις χάρες της την υψηλότερη, ώστε να την καταβιβάζη. +Αλλά, εσύ! ω εσύ, τόσο τέλεια, ασύγκριτη τόσο, που επλάσθης με +κάθε άλλου πλάσματος το άνθος». (2) + +Και προφέρων την τελευταίαν αυτήν φράσιν με τόνον έρριψεν απάνω +στην Μαλβίναν ένα βλέμμα τόσο εκφραστικό, ώστε αυτή εταράχθη έως +τα μύχια της καρδιάς της. Από τη στιγμή εκείνη εννόησε πλέον ότι +εκείνος αυτήν αγαπούσε πράγματι και όχι την Κίττην, όπως υπέθετε +. . + +Αυτό δα το εννόησε πλέον και ιδία η Κίττη και ήτο όλο θυμό και +γρίνα. Εφέρετο δε ψυχρά πλέον προς την Μαλβίναν. + +Περί το τέλος της συναναστροφής η κ. Μπιρτών είπε προς τον κ. +Έδμον. + + — Σε λίγο θα είναι έτοιμον το νέο διαμέρισμά σου. Όταν λοιπόν +επιστρέψης θα ημπορείς να κατοικήσεις εκεί. + + — Όχι. Όχι. Εγώ δεν αφίνω αυτό που κατέχω ήδη είπε ο Έδμον +εντόνως. + + — Κάμε όπως θέλεις . . . . . είπεν η κ. Μπιρτών και εβγήκε έξω. + + — Αυτό έχει καθιερωθεί ήδη επρόσθεσε χαμηλοφόνως ο Έδμον +προσβλέπων με χαμόγελο την Μαλβίναν ενθυμίζων αυτήν την ημέραν που +είχε έμβει εκεί. + +Ο νους της αφηρέθη και η προσοχή της περιεσπάσθη. Δεν εκινήθη +λοιπόν προς αναχώρησιν. + +Η Κίττη της το υπενθύμισε με προπέτειαν. + + — Πώς τόπαθε η κ. Σορκή να μένη τελευταία εις την αίθουσαν; Ο κ. +Έδμον πρέπει να είναι πολύ υπερήφανος που καθήμενος κοντά της την +εμαγνήτισε και δεν λέγει να κινηθή. + + — Η Μαλβίνα εσηκώθη ολίγον ταραγμένη και απλώνοντας να πάρη τον +επί της τραπέζης σάκκον του εργοχείρου της άγγιξε χωρίς να θέλη το +χέρι του κ. Έδμον. Έτσι ηναγκάσθη να βιαστή ακόμη περισσότερον +ναπομακρυνθή. Αλλά φεύγουσα είδε μέσα στον καθρέφτη, ότι ο Έδμον +εφιλούσε επάνω στο χέρι του το μέρος που του άγγιξεν αυτή. Αυτό +της έκαμεν να χτυπά η καρδιά της δυνατά και ησθάνθη τα μάγουλά της +να φλογίζωνται. + +Μόλις ανεχώρησε ο Έδμον, η Κίττη ερώτησε. + + — Γιατί τάχα δεν θέλει ο κύριος ναλλάξη το οίκημά του; Μήπως το +θεωρεί κατάλληλον διά να δέχεται επισκέψεις; Και είδε ειρωνικώς +την Μαλβίναν. + +Ο κ. Πρίορ ενόησε τον υπαινιγμόν της· ηγανάκτησε διά την αυθάδειάν +της και της είπε αυστηρά. + + — Ναι μις, Κίττη, έτσι φαίνεται. Εσείς δα το ξαίρετε αυτό. + +Η δεσποινίς Μέλμορ απασβολώθη. Εκοκκίνησε, εψέλλισε κάτι. Έπειτα +επήρε την μητέρα της, η οποία εστέκετο ώσπερ τούβλον, και ανήλθον +εις τον κοιτώνα τους. + +Η Μαλβίνα συλλογισμένη. Δεν επρόσεξε καν στον κ. Πρίορ, που της +είπε «Καληνύχτα». + +Ερρίφθη εις την κλίνην της, αλλά πού ύπνος: Μύριοι στοχασμοί +ανεδεύοντο εις την κεφαλήν της. + +Η κ. Μπιρτών ωμίλησε για επιστροφήν του Έδμον, επρόκειτο λοιπόν +ναναχωρήση; + +Αλλά και η παράξενη εκείνη απόκρισις του κ. Πρίορ προς την Κίττη . . +Μήπως τάχα η νέα επήγαινε κεύρισκε τον Έδμον; . . . Βέβαια· +μήπως αυτή δεν ήταν που άνοιξε τη θύρα εκείνο το βράδυ που η +Μαλβίνα ήταν εκεί για να ζητήση την κόρη της; . . . Μπα και ποιος +την βεβαιώνει ότι δεν ήλθε και εκείνη έτσι κατά τύχην; όπως ήλθε +και αυτή η ιδία . . . Αλλά πάλι πώς να τραβηχθή έτσι βιαίως, ως να +εφοβείτο μήπως γνωρισθή. Έπειτα η απόκρισις αυτή του κ. Πρίορ! . . . +Ναι μεν ήτο αυστηρός αυτός και μεγαλοποιούσε τα πράγματα, αλλά +ποτέ δεν υπώπτευε πράγματα ανύπαρκτα. Ώστε ο Έδμον ετόλμησε να +δελεάση την αθώαν κόρην τίποτε μη σεβόμενος, μήτε την θείαν του, +μήτε την φιλοξενίαν, μήτε την ηθικήν! + +Αλλά μήπως δεν τον παριστάνουν τέτοιον όλοι, όσοι τον γνωρίζουν; +Τίποτε δεν τον εμποδίζει από το να εκπληρώνη εις το άρτιον τας +ορέξεις του. Ώστε όλα του λοιπόν είναι πλαστά! Το τρυφερόν εκείνο +και άδολον βλέμμα! Η φωνή του που φαίνεται ότι πηγάζει από την +καρδιά του και σε χτυπά μέσ' στην καρδιά. Όλα προσποίησις! Όλα +επιτήδευσις! — Αι άμα λοιπόν τέτοιον είναι το ψέμα, ποια αλήθεια +ημπορεί να το ισοσταθμίσει. + +Εν τούτοις την ίδια εκείνη στιγμή ο σερ Έδμον Σέυμουρ μέσα στην +κάμαρή του μέσ' στην ησυχία της νυκτός έγραφε προς ένα φίλον του, +τον κ. Βέυμαρδ, τακόλουθα: + +Αγαπητέ μου Κάρολε. + +Για να λυθή η απορία σου, γιατί βρίσκομαι εδώ, έλα όσο ημπορείς +γρήγορα και όταν την ιδής και είναι ανάγκη ακόμη να απορής, τότε +θαπορής μόνον, πώς είναι δυνατόν ναπομακρυνθή κανείς από αυτήν. + +Μαλβίνα! . . . ω όνομα χαρούμενον, που και μόνον ο θελκτικός του +ήχος με συγκινεί και γεννά εις την καρδίαν μου το αληθινόν αίσθημα +της ζωής. + +Μαλβίνα! . . . είναι ναός χαρίτων, τέμενος αρετών, ο βωμός του +κάλλους. Είναι να εξίσταται κανείς βλέπων την εναρμόνιον +τελειότητα της θαυμασίας αυτής γυναικός. + +Αλλά η Μαλβίνα μου είναι . . . είναι ανέραστη. Ο έρως! αυτός μόνον +της λείπει. Ο έρως μόνον ημπορεί να εξωραΐση αυτό το υπερτέλειον +της φύσεως δημιούργημα. + +Ξαίρεις, Κάρολε, ότι εγύρισα εδώ από περιέργεια να γνωρίσω την +μυστηριώδη αυτήν γυναίκα, το σέμνωμα του φύλου της, που δεν είχαμε +κατορθώσει να την ιδούμε στο πρωτυτερινό μας ταξίδι. Όσα είχα +ακούσει γιαυτήν εθέρμαναν την φαντασία μου και απεφάσισα να μην +αναχωρήσω από το κτήμα της κ. Μπιρτών προτού να βεβαιωθώ, αν είναι +αξία της φήμης, που την τριγυρίζει. + +Επειδή όμως έπρεπε να περιμείνω διά να παρουσιασθή η ποθουμένη +ευκαιρία, έτσι για να σκοτώνω τον καιρό, έκανα τα γλυκά μάτια στη +δυστυχισμένη την Κίττη· κιαυτή η καημένη πίστεψε πως γιαυτήν +ξαναγύρισα, πράμα που εγώ δε θέλησα να της το διαψεύσω, γιατί μου +χρειάζεται. Είναι καθώς ξαίρεις νοστιμούτσικη κένα μήνα τώρα που +παίζω μαζί της κατ' ανάγκην, ανακάλυψα ότι, θα της ήτο εύκολον να +γίνη αρκετά θελκτική, αν δεν παρεδίδετο τόσον εύκολα. + +Όταν παύσω πλέον να την χρειάζομαι, θα της το πω προς αμοιβήν του +προς εμέ έρωτός της και των ανεπιφυλάκτως εις εμέ παρεχομένων +θελγήτρων της. + +Αλλά, φίλε μου, τι σημαίνουν όλα αυτά και άλλα ακόμη καλύτερα. Δεν +ημπορούν να παραβληθούν ούτε με ένα βλέμμα της Μαλβίνας μου. + +Αυτή, φίλε μου, μέχει αλλάξει ολότελα. Έχει διεγείρει εις την +ψυχήν μου συναισθήματα νέα. Έχει κάμει να ηχήσουν χορδές της +καρδίας μου, που έως τώρα δεν ήξαιρα την ύπαρξίν τους. Όταν έμβω, +όπου είναι αυτή, παθαίνω θρησκευτικόν θάμβος, οποίον αισθάνεται +εκείνος που εμβαίνει εις ναόν. Όταν δε την ιδώ, αποθέτω έξω του +ναού κάθε λογισμόν βέβηλον και ανάξιον της θεάς μου. + +Η θεία πνοή της αγιάζει τα περίγυρα και όταν είμαι υπό την +επίδρασιν των βλεμμάττων της των ουρανίων, δεν φοβούμαι από +δαιμονοπείραξιν. + +Κάρολε μου, το μαγικό της κάλλος διεγείρει την ψυχήν και όχι τας +αισθήσεις. Η επιθυμία μου είναι ναπολαύσω όχι τα θέλγητρά της, +αλλά την αγάπην της. Το γεμάτο από χάρες φυσικές πρόσωπον της +γίνεται υπέροχο, γιατί αυγάζεται από το εσωτερικό φως της θείας +της ψυχής, την κοιτάζω και λέγω: + + «Θαύμασε τον μεγαλοπρεπή αυτόν ναόν· χέρια ουράνια τον έχουν + φτειάσει. Μια θεότης κατοικεί μέσα του, είναι η ψυχή της. Μα και + το κτήριο ανάξιο δεν είναι της θεότητος». + +Δεν μπορώ να σου πω ακόμα αν έλκυσα την καρδιά της. Αν το καταφέρω +θα το νιώσω πολύ πριν μου τομολογήση. Μα και ίδια θα το αισθανθή +πολύ πριν τομολογήση στον εαυτόν της. Ετούτο είναι ακριβώς που με +κάμνει να την αγαπώ αληθινά, πράγμα που δεν κατάφερε ως τώρα καμιά +άλλη γυναίκα. Θα πη πως με καμιά λοιπόν δεν μοιάζει, αλλιώς εμένα +πώς μπορούσε να με μεταβάλη; + +Υποθέτω πώς η θελκτική μου θεία έβαλε με το νου της να μεμποδίση +να την βλέπω, γιατί φοβάται μήπως ο σωρείτης των χαρίτων που +λέγεται Μαλβίνα με κάμνει να λησμονήσω την προστατευομένην της +θείας μου, την Λαίδην Σούμεριλ. Μα δεν ήταν και ανάγκη καν να +συγκριθή η πτωχή εκείνη με την Μαλβίνα, για να εννοήσω πως δεν +αξίζει τον κόπον ναλλάξω την ελευθερίαν μου με τοιούτον ζυγόν. +Έπειτα η θεία μου γιαυτόν τον ζυγόν ζητεί και ρέστα, θέλει να την +ευγνωμονώ, γιατί η νύμφη είναι πλουσιωτάτη κα συνδέεται με υψηλά +υποκείμενα του Κράτους. + +Έπειτα μη λησμονείς, ότι θα με αναδείξη γενικόν κληρονόμον της, με +την υπονοουμένη δα εκ των προτέρων, απαίτησιν, να έχη και την +γενικήν εξουσίαν επάνω μου. + +Πράγμα που εγώ βέβαια δεν θα το δεχθώ, και αν η θεία μου είχε να +μου χαρίση τους θησαυρούς του Σολομώντος μαζί με τους γυναινωνίτας +του. + +Η Κίττη όμως με στενοχωρεί πολύ. Κάτι που της είχα υποσχεθή για να +την καταταφέρω, το τρελοκόριτσο το πήρε τοις μετρητοίς. Και τώρα +μου ζητεί όχι περισσότερο, όχι ολιγώτερο . . . . . γάμον, φίλε +μου. + +Εγώ βέβαια έχω συνηθίσει νακούω τέτοιες απαιτήσεις. Μα είναι λίγο +αδιάντροπη και φοβούμαι μην παραπονεθή δημοσία και δώση αφορμή +στην κυρία Σορκή να σχηματίση κακήν ιδέα για μένα. Άμα μάθη, να +ξαίρης η Μαλβίνα την αλήθεια, για να μην αδικηθή το κορίτσι, είναι +ικανή, κιαν μαγαπά ακόμη, να τραβηχθή. Τόσο είναι ενάρετη. Ανάγκη +λοιπόν ναπομακρύνω την Κίττη το γρηγορώτερο. + +Προσποιούμαι ενώπιον της θείας μου τον πολύ ερωτευμένον με την +Κίττη. Αυτή για να με προφυλάξη διά την Λαίδην Σούμεριλ θα +φροντίση το ταχύτερο να εύρη κάποιον για να παντρέψη την Κίττη. +Αυτό δε, θα μου το πη. Εγώ τότε θα προσποιηθώ, ότι με μεγάλην μου +λύπην, αλλά μη δυνάμενος να κάμω αλλιώς υπακούω. Και φεύγω μια +μέρα πριν αναγγελθή το μέγα γεγονός εις την ηλιθίαν κυρίαν Μέλμορ. +Η δεσποινίς θα τα φέρη πολύ στενά. Αλλά μην έχοντες κανένα να την +προστατεύση, αφού εγώ θα λείπω, θα προτιμήση τον γαμβρόν που θα +της προτείνουν, παρά να υποπέση εις την δυσμένειαν της φοβεράς κ. +Μπιρτών. Κεπειδή μπορεί να πέση και κατόπι μου, πράγμα που αυτή +δεν θα της βαρύνη το κεφάλι να το κάμη, αλλά εις εμέ θα είναι πολύ +οχληρόν, θα υποβάλω εις την θείαν μου το ενδεχόμενον αυτό, για να +την προφυλάττη με προσοχήν. Και ακόμα θα της πω ότι όλα αυτά +πρέπει να τηρηθούν μυστικά, για να μην πάνε σταυτιά της Λαίδης +Σούμεριλ και την ανησυχήσουν. + +Η θεία μου θα δελεασθή από τους λόγους μου και θα επιβληθή δι' όλα +αυτά στην ψυχοκόρη της. Και επειδή η κομψή μου Κίττη δεν είναι δα +και πολύ δυνατή ψυχή, θα φοβηθή την οργήν της κ. Μπιρτών, και μια +που δεν θα βλέπη πλέον εμένα, θα πάρη τον καλόν της και θα καθίση +στη γωνιά της. + +Τότε δα εγώ θα επανέλθω και η ωραία μου Μαλβίνα διά της αληθινής +μου αγάπης, διά των επιμόνων μου περιποιήσεων, διά της ειλικρινούς +μου συμπεριφοράς θα συγκατατεθή να μου παράσχη την αγάπην της. Το +ευφρόσυνον αγαθόν που μέλλει να με υψώση επάνω από όλους τους +μονάρχας της οικουμένης. + +Ω Κάρολε! Κάρολε. + +Όταν βλέπω της γυναίκας αυτής την πραότητα, την ειλικρίνειαν, του +αγγελικού προσώπου της την ανθηρότητα, την ομορφιά την ακηλίδωτη, +που εικονίζει την πρωτόπλαστη άνοιξη της δημιουργίας, θαρρώ πώς +δεν είμαι άξιος τέτοιας ευτυχίας. Αλλά ορκίζομαι πώς κανένας άλλος +από μένα δεν θα την αποκτήση. + + Χαίρε + Έδμον Σέυμουρ + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'. + +ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ + + + +Νά λοιπόν που ήταν αλήθεια. Πριν ο Έδμον γνωρίσει την Μαλβίνα +θέλησε έτσι να παίξη λίγο με την Κίττη. Η απόπειρα επέτυχε +γρηγορότερα απ' όσο και ο ίδιος θα επερίμενε. Η καημένη η νέα +ήλπισε ότι νυμφευομένη τον Έδμον θα γλυτώση πια από την φρικτήν +προστασίαν της κ. Μπιρτών, παρεδόθη αμέσως χωρίς ούτε την τυπικήν +καν αντίστασιν. Αυτός φοβούμενος μήπως φωραθή εις τον θάλαμόν της +την έπεισε να έρχεται εκείνη στον δικόν του, πως θα μιλούνε για το +μετ' ολίγον συνοικέσιόν των. Αι συχναί αυταί επισκέψεις ένεκα της +κουφότητος της Κίττης δεν έγιναν με τας αναγκαίας προφυλάξεις. Ο +κ. Πρίορ τας υπώπτευσε. Κανένα όμως περιστατικόν δεν τας +εβεβαίωσε. Διά τούτο έλεγε καθ' εαυτόν ότι δεν έκανε καλά που τας +εφανέρωσε απερισκέπτως. Εφοβείτο μήπως η Μαλβίνα τον κατακρίνει. +Το πρωί λοιπόν έσπευσε στο διαμέρισμά της. + +Η Μαλβίνα απόρησε που τον είδε. Ευχαριστήθη όμως και τον +προσεκάλεσε να πάρουν μαζί το τσάι. Εκάθησε προθύμως και αμέσως +της εφανέρωσε την αιτίαν του ερχομού του. + +Η Μαλβίνα εκεντήθη από περιέργειαν να διασαφίση μερικάς +αμφιβολίας, αι οποίαι της ήσαν περισσότερον ενδιαφέρουσαι, παρ' +όσον ενόμιζε. Άφησε κατά μέρος κάθε επιφύλαξιν και του έκαμε +πλείστας ερωτήσεις. + +Ο Πρίορ το θεωρούσε βάρος στην ψυχή του να κρύψη από τη Μαλβίνα +και τον ελάχιστο στοχασμόν του. Της εφανέρωσε λοιπόν τας υποψίας +του. + +Εκείνη ενώ τον άκουε κοκκινίλα εχύθηκε εις όλο της το πρόσωπον. + + — Και πώς λοιπόν ο αυστηρός ιεροκήρυξ, είπε, ανέχεται τοιαύτας +παρεκτροπάς; Πώς δεν εφρόντισε να νουθετήση το πλανώμενο κορίτσι +και να του δείξη τον κίνδυνον που διατρέχει; Πώς δεν επέπληξε τον +άνδρα εκείνον, ο οποίος υπό την στέγην της φιλανθρωπίας προσπαθεί +να διαφθείρη την προστατευομένην αθωότητα; Πώς δεν τον απείλησε +ότι θα τα κοινολογήση εις την μητέρα της κόρης, ή και εις την +οικοδέσποιναν; + + — Μόνον τότε νουθετεί και ελέγχει ο φρόνιμος, όταν γνωρίζη ότι θα +πηγάση κάτι καλό. Όταν γνωρίζη ότι οι λόγοι του θα μείνουν +άκαρποι, αφίνει να ενεργή η θεία Πρόνοια. Κατά παραχώρησιν της +Προνοίας οι κακοί έχουν τιμωρόν την ιδίαν κακίαν και κολαστήριον +την ασωτείαν των. Ο Έδμον θα με εκορόιδευε και θα επέτεινε στο +πείσμα μου την επιβουλήν του. Η κυρία Μέλμορ είναι ένα μεγάλο +μωρό, που καν μια επιβολή δεν έχει στην κόρη της και άν ποτε την +μαλώση καταντά στα τελευταία να της ζητήση συγγνώμην. Η κ. Μπιρτών +πάλι, επειδή είναι φυσικά μια κρύα γυναίκα κέχει βαστάξει +σωφροσύνην ως τώρα η ίδια, νομίζει ότι αυτό είναι εύκολον στην +καθεμιά, και κάθε γυναίκα οπωσδήποτε χωλαίνουσαν ως προς αυτό, την +θεωρεί όνειδος ανθρώπων. Άμα λοιπόν μάθη ότι η Κίττη έχει φερθή +έτσι ελαφρά, είναι ικανή όχι μόνον να την διώξη αλλά και να +φανερώση το αίσχος της εις όλο τον κόσμο. Η Κίττη είναι ένα κομψό +νευρόσπαστο χωρίς καμιά αρχή και είναι ικανή να δραπετεύση έξαφνα +με τον κ. Έδμον, άμα αποκαλυφθή. Και τότε; σε λίγο ο κ. Έδμον θα +την αφίσει και αυτή θακολουθήσει τότε άλλον και επειδή ο άλλος +αυτός κανείς δεν μας εγγυάται ότι θα είναι σταθερώτερος του +πρώτου, υπάρχει κίνδυνος να ολισθήση εις τον αριθμόν τον γυναικών +που πωλούν την σάρκα τους. + + — Και γιατί τάχα ο κ. Έδμον δεν την παίρνει γυναίκα του; ερώτησε +δειλά η Μαλβίνα. + + — Διότι καθόλου δεν του ταιριάζει. Οι νεανικές του παρεκτροπές +είναι αλογάριαστες, αλλά η ψυχή του είναι γεμάτη ευγένεια: Δεν +μπορεί να συμφωνήση με τον χαρακτήρα της Κίττης που δεν έχει +καμίαν αρετήν απολύτως, εκτός της εξωτερικής ομορφιάς και της +ευστροφίας του πνεύματος, προσόντα αρνητικά που καθιστούν μίαν +γυναίκα πανούργον και επικίνδυνον ερωτοπλάνον. + + — Δεν πιστεύετε ότι ο κ. Έδμον την αγαπά; + + — Όχι. + + — Εγώ όμως νομίζω πως την αγαπά. + + — Έτσι φαίνεται, αλλά μην το πιστεύετε. Η έξις των ηδονών έχει +νεκρώσει μέσα του κάθε συναίσθημα Χρειάζεται τώρα μια εξαιρετική +γυναίκα για να του ξυπνήση την καρδιά του . . . Και μονάχα μίαν +γνωρίζω που έχει αυτά τα προσόντα, επρόσθεσε ατενίζων +χαρακτηριστικά την Μαλβίναν. Αλλά ποτέ εκείνος δεν θα τολμήση να +υψώση προς αυτήν το βλέμμα, αισθανόμενος ότι δεν θα ταπεινώση αυτή +το δικό της επάνω του. + +Η Μαλβίνα εστενοχωρήθη διά τον απότομον αυτόν υπαινιγμόν· +εκοκκίνησε και επειδή δεν ήθελε ναπαντήση, σηκώθηκε και πήγε στο +παράθυρο. + + — Κύριε Πρίορ, είπε, όσο δριμύ κιάν είναι το κρύο, όμως ο ήλιος +είναι τόσο λαμπρός, που οι όχθες της λίμνης πρέπει νάχουνε μεγάλη +χάρη. Έχω σφοδράν επιθυμίαν να κάνω ένα μικρόν περίπατον ως εκεί. +Δεν πήγα ποτέ μου ίσια με τώρα. + + — Όχι μονάχη. Πρέπει νάρθω κεγώ μαζί σας. + + — Ναι, θα πω και της κ. Μπιρτών να μας συνοδεύση, αν θέλη. + +Πήγε στον κοιτώνα της και φόρεσε βαρύ επανωφόρι. Ένδυσε καλά και +την Φανήν και κατέβη στην αίθουσαν. + +Εκεί είδε την Κίττη να παίζη όρθια άρπα. Ο κ. Σέυμουρ εκάθητο +κοντά της και της ομιλούσε χαμηλά με πολλήν ζέσιν. + +Η κ. Μπιρτών κοντά στη θερμάστρα εδιάβαζε, ή μάλλον επροσποιείτο +ότι διαβάζει, αλλά πράγματι παρακαλουθούσε με ενδιαφέρον μέσα στον +καθρέφτη το ειδύλλιον που εγίνετο όπισθέν της. + +Ήδη απεφάσισε μέσα της την τύχην της Κίττης . . . + +Ο ερχομός της Μαλβίνας τους έκανε να συνταραχθούν όλοι. Ο κ. Έδμον +σηκώθηκε αποτόμως και ήρθε κοντά της. Της εξέφρασε την απορίαν, +αλλά και την χαράν του για την έξαφνην παρουσίαν της. + +Η Κίττη δυσαρεστήθηκε και χαιρέτησε ψυχρά κάπως. + +Η κ. Μπιρτών καταχάρηκε. Της εφάνη ότι εκδικείται την Κίττην +βλέπουσα αυτήν εις αδημονίαν, διότι διεκόπη η τόσο θερμή συνομιλία +της με τον κ. Έδμον. Υπεδέχθη διά τούτο την Μαλβίναν μεξαιρετικήν +ευμένειαν. + +Η Μαλβίνα αφελώς και άνευ επιφυλάξεως τινος τους επρότεινε τον +περίπατον έως στη λίμνη. + +Ή κ. Μπιρτών εδέχθη με προσποιητήν αρέσκειαν. + +Ο κ. Έδμον το εθεώρησε ως απροσδόκητον αγαθόν. + +Η Κίττη με στενοχώριαν ανθρώπου που δεν έχει τα μέσα ναποφύγη +επερχόμενον κακόν, υπέκυψε στο πεπρωμένο. + +Οι βράχοι και τα δένδρα ενδυμένα με πάγους σαν λαμπρούς θώρακας, +που αντιφέγγιζαν επάνω του οι ακτίνες του ηλίου, έπαιρναν τα πια +ζωηρά χρώματα της Ίριδος. Το χιόνι σκέπαζε τις κορυφές των βουνών +και σπινθηροβολούσε γύρο από του ήλιου την αντανάκλαση, ώστε +θάμβωνε τα μάτια. + + — Ας υμνήσωμε τον ήλιο μαζί με τον Οσσιανόν, είπεν ο κ. Πρίορ. + +Κιάρχισε ναπαγγέλη. + +«Σα θυρεός των αντρειωμένων εκείνων πατέρων μας, ω εσύ που +ολογυρίζεις κυκλοτερής απάνου απ' τις κορφές μας, το θείο σου φως +πούθε πηγάζει, ω Ήλιε! Προβαίνεις βασιλέας και τάστρα κρύβουν το +φέγγος, κη σελήνη χλωμή, κρύα, βυθίζεται στη δύση. Μα εσύ τρέχεις! +Ποιος άλλος νακολουθήση σε, είν' άξιος; + +«Οι δρύες των ορέων γεράζουν πέφτουν, μα και τα όρη ακόμα τα +τρώγει ο χρόνος. + +«Ο Ωκεανός ξογκώνεται μα πέφτει, βυθίζεται στα σκότη το φεγγάρι. +Μόνος εσύ! κιαδιάκοπα έχεις νιάτα και τη χαρά σου ως φως μας τη +σκορπίζεις. + +«Μπόρες τον κόσμον δέρνουν και σκοτάδια, οι κεραυνοί κυλιούνται +μέσ' στο χάος κη αστραπή πετάει με μιας και σβυέται. + +«Μα εσύ όλο νιος πεντάμορφος προβάλλεις, πέρκαλος μέσ' στα γνέφη, +περιγελώντας τις μπόρες, τους ανέμους, τους χειμώνες»! + +Ωστόσο η Μαλβίνα ενεθυμείτο την σκηνήν του σπιτιού. Γιατί να +συγχισθή λοιπόν τόσο ο κ. Σέυμουρ, όταν την είδε να εμβαίνη; Δεν +της έμελλε βέβαια που αγαπούσε την Κίττη, μα γιατί να θέλη να το +κρύβη απ' αυτήν; Τι σκοπεύει τάχα; Θα του φέρνεται πλέον με τόσην +ψυχρότητα, ώστε να μην του αφίση ούτε υπόνοιαν πως κάτι μπορεί να +ελπίση από αυτήν. Ακόμη ζητούσε προφάσεις να τον παραστήση ανάξιον +λόγου στον εαυτόν της. Τον παρέβαλλε λοιπόν με τον κ. Πρίορ +κεύρισκε τον δεύτερον πολύ προτιμότερον. + +Αν ήτο δυνατόν να μαντεύωνται τα διανοήματά μας από εκείνους που +μας ενδιαφέρουν, ο κ. Πρίορ βεβαίως θα έμενε ευχαριστημένος από +τας σκέψεις της. Αλλά . . . . και ο κ. Έδμον δεν θα καθυστέρει, αν +εισχωρούσε στης ψυχής της τα βάθη. Ωστόσο εκείνοι εσυζητούσαν +μεγαλόφωνα. + + — Ομολογώ, έλεγε ο κ. Έδμον, πώς είναι άξιοι καταφρονήσεως, όσοι +παρ' αξίαν έχουν ισχύν στην κοινωνία. Μα γιατί να δείχνωμε τα +φρονήματα μας γιαυτούς, ενώ μπορούμε έχοντες την εύνοιάν των να τα +μεταχειριστούμε για να βοηθήσουμε αναξιοπαθούντας ομοίους μας; Η +αυστηρά παρρησία αυτούς μεν τους καγκελώνει γύρο με την κολακεία, +από δε τους καλοθελητάς αφαιρεί κάθε μέσον να κάνουν το καλό. + + — Όχι! η αρετή δεν πραγματεύεται. Όποιος το κάνει θα πει πως δεν +την έχει γνωρίσει. + + — Είναι κίνδυνος, αν πάμε έτσι να μη βρη κανένας το δρόμο του +Παραδείσου. + + — Αι γνώμαι του κ. Πρίορ είναι αυστηραί, αλλ' ομοιάζουν με τους +επιστάτας της κοινής ευταξίας ουσσάρους, οι οποίοι χτυπούν δυνατά +το μαστίγιον δεξιά κιαριστερά, με σκοπόν πάντοτε να κρατήσουν την +τάξη. + +Είδαν εμπρός τους ένα άνθρωπον γέροντα, ένα αόμματον. + + — Να ο Οσσιανός, εφώναξε ο ευφάνταστος κ. Πρίορ. Τέλειος +Οσσιανός. Έτσι επλανάτο σαυτά τα μέρη. Και μετ' ολίγον επρόσθεσε +ένθους . . . + + — Αχ ας είχα την δύναμιν να τον ζωγραφήσω! + + — Καλύτερα μου φαίνεται να τον βοηθήσουμε παρά να τον +ζωγραφήσουμε, είπε ο Έδμον. Και χωρίς πολλάς διατυπώσεις έτρεξε +προς τον δυστυχή ανάμεσα εις βράχους παγωμένους και ολισθηρούς, +εις χαράδρας και ρύακας. Τέλος τον έφθασε· τον επήρε στον βραχίονά +του, τον κατέβασε σιγά και προσεχτικά σαν υιός φιλόστοργος, τον +έφερε δε εις τον απέναντι φαινόμενον δημόσιον δρόμον, και τον +παρηκολούθησεν ακόμη ολίγον, έως ότου έγιναν άφαντοι και οι δύο. + +Οι άλλοι αφού τον επερίμειναν αρκετά, επί τέλους εβαρέθηκαν, διότι +ο Έδμον αργούσε να φανή. Και ήρχισαν σιγά σιγά να προχωρούν προς +τον πύργον, υποθέτοντες ότι και εκείνος από άλλην διεύθυνσιν έλαβε +την προς τον πύργον άγουσαν. + +Η Μαλβίνα έλαβε πολύ ενδιαφέρον διά την γενναίαν προθυμίαν του +Έδμον προς βοήθειαν των αδυνάτων. Κεσκέπτετο ότι οι εμπράκτως +ασκούντες την αρετήν είναι οι ολιγώτερον περί αρετής κοπτόμενοι. + + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'. + +ΑΝΗΣΥΧΙΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. + + + +Εις τον πύργον δεν ηύραν τον Έδμον. Άργησαν επίτηδες το γεύμα. +Εκείνος δεν εφάνη. Όλοι απορούσαν διά την βραδύτητα. Η Μαλβίνα, +δεν της έκαμνε καρδιά, ναναβή στο διαμέρισμα της. Ήταν ανήσυχη. Η +ημέρα έκλεινε προς την δύσιν της. Ο Έδμον ακόμη να φανή! Ενύκτωσε. +Η Μαλβίνα δεν εβάστηξε πλέον. + + — Ίσως περιεπλανήθη κέχασε τον δρόμον. Ίσως την στιγμήν αυτήν δεν +έχει πού να καταφύγη. Διατί τάχα να μη σταλούν άνθρωποι προς +αναζήτησίν του; + + — Πέφτει χιόνι πολύ. Δεν πιστεύω νάχει κανένας κουράγιο να βγη +τέτοιαν ώρα· είπε ο κ. Πρίορ. + + — Και πώς πάλι ναφίσουμε τον κ. Έδμον, εκτεθειμένον έτσι; Τις +οίδε αν δεν κινδυνεύη να καταπλακωθή υπό της χιόνος; Ένας τόσο +γενναίος άνθρωπος πρέπει να χαθή, για την καλή του προαίρεση; + +Ο κ. Πρίορ ελυπήθη περισσότερον την Μαλβίναν, που δεν ημπορούσε να +κρύψη την υπερβολική της συγκίνησιν, παρά τον κ. Έδμον. + + — Θέλετε λοιπόν να συνάξω τους υπηρέτας του πύργου και να τρέξω +μαζί των προς αναζήτησίν του; + + — Αι, κ. Πρίορ, απεκρίθη με πικρίαν η Μαλβίνα, ο σερ Έδμον, αν +επρόκειτο να σας συνδράμη, δεν θα επερίμενε βέβαια την ιδικήν μου +άδειαν. + +Ο κ. Πρίορ επληγώθη ολίγον από αυτήν την απάντησιν. Αλλ' εκινήθη +προς δράσιν. Επενέβη η κ. Μπιρτών. + + — Βλέπω, είπεν, ότι η εξαδέλφη μου ευρίσκεται εις παραζάλην και +δεν μου φαίνεται παράδοξον ότι και οι δύο σας ζητείται να βάλετε +εις κίνησιν τους υπηρέτας μου, χωρίς καν τυπικώς να ζητήσετε την +συγκατάθεσίν μου, πράγμα βέβαια που δεν ενδιαφέρει ουσιαστικώς. +Μενδιαφέρει όμως η ησυχία των ανθρώπων μου, τους οποίους +απερίσκεπτα θέλετε να εκθέσετε εις κακοπαθείας, αι οποίαι καθόλου +δεν θα ωφελήσουν τον ανεψιόν μου. Εκείνος γνωρίζει καλά τους +τόπους αυτούς. Δεν θα έχη κάμει την αφροσύνην να εκτεθή εις +προφανή κίνδυνον, θα περάση την νύκτα εις την καλύβην κανενός +χωρικού. + + — Και αν όχι; είπε με συγκίνησιν η Μαλβίνα. + + — Φιλτάτη; προς τι πάλιν η τόση ορμή της ευαισθησίας σας; Αληθώς +είμεθα πεπεισμένοι αρκούντως περί αυτής και νέα τεκμήρια εκ μέρους +σας θα ήσαν οχληρά και εις εσάς και εις ημάς. + + — Νομίζετε λοιπόν ότι το κάμνω προς επίδειξιν ευαισθησίας την +στιγμήν που κινδυνεύει ένας άνθρωπος τόσον γενναιόφρων! + +Η κ. Μπιρτών σκεφθείσα ωριμότερον έκρινεν ότι δεν εσύμφερε να +δείξη περισσοτέραν κακίαν και απήντησεν ησυχότερον. + + — Ενδέχεται να έσφαλα στην κρίση μου. Αλλά νομίζω ότι και εγώ +αρκετά αγαπώ τον ανεψιόν μου, + +Η Μαλβίνα βλέπουσα το ανωφελές της επιμονής της, εσιώπησε. + +Ήτο πολύ αργά, όταν διέλυσαν την συναναστροφήν. Η Μαλβίνα ανέβη +στο δωμάτιον της κατεχομένη από μερίμνας αλγεινοτάτας. Έστειλε την +Τομκίνα να ησυχάση και έμεινε μόνη κοντά στην θερμάστρα του +κοιτώνος της. Η ανησυχία την κρατούσε άυπνην και η ταραχή την +εμπόδιζε από κάθε ασχολίαν. Ετρόμαζε τον σφοδρόν αέρα, που τον +άκουε να βογγά στη στέγη και να τρίζει στα παράθυρα. Εσηκώνετο +ανήσυχη, έβλεπεν έξω, ότι έπεφτε χιόνι. Εφαντάζετο πόσο παχύ θα +ήταν έξω το στρώμα της χιόνος και πόσο ο Έδμον θα εκινδύνευε να +παραχωθή. Άκουε τις βοές των χειμάρρων και των γλαυκών τις κραυγές +και της εφαίνοντο ως οδυνηραί προσκλήσεις ανθρώπου κινδυνεύοντος. +Έκλαιε και παρακαλούσε τον Θεόν διά την ζωήν του κ. Έδμον. Και +τόσον φυσική της εφαίνοτο η συγκίνησίς της αυτή, ώστε δεν εζήτησε +να εξετάση της ξεχωριστής αυτής συγκινήσεώς της την αιτίαν. + +Είχεν ήδη εξημερώση. Η Μαλβίνα κουρασμένη από την συγκίνησιν και +την αγρυπνίαν εξαπλώθη σέναν καναπέ. Η κόπωσις της έφερε ύπνον +ταραγμένον με όνειρα αλλόκοτα. + +Μετ' ολίγον την εξύπνησεν ο κώδων της εισόδου, ο οποίος αντήχησε +καθ' όλον τον πύργον. Εσηκώθη με λαχτάραν και έτρεξεν εις το +παράθυρον, από το οποίον εφαίνετο η αυλή. Είδεν εκείθεν τον κ. +Έδμον βουτημένον εις το χιόνι και οι υπηρέται τον ετριγύριζον και +προσπαθούσαν να του δώσουν τας πρώτας βοηθείας. Η ψυχή της ησύχασε +και άφισε μικράν κραυγήν χαράς. Έκλαυσε από ευγνωμοσύνην προς την +θείαν Πρόνοιαν, ήτις τον έσωσε και της εξέφρασε τας ενδομύχους +ευχαριστίας της. + +Ενώ εσυλλογίζετο να καταβή και η ίδια προς συνάντησίν του διά να +μην εύρουν καιρόν αι κυρίαι Μέλμορ να φλυαρήσουν προς αυτόν διά +την χθες βραδινήν ανησυχίαν της και τον κάμουν να υποψιασθή άλλο +τι παρά την κοινήν προς κινδυνεύοντα συμπάθειαν, αίφνης ανοίγει η +θύρα και εμφανίζεται ο κ. Έδμον κατάβρεκτα έχων τα φορέματα και +ακατάστατον την περιβολήν. Το πρόσωπόν του ήτο ωχρό και +κουρασμένο, αλλά φως από τα μάτια σου έλαμπε και χάρις επάνω του +ήτο πολλή. + + — Κυρία μου, της είπε, με συνεκίνησε πολύ το ενδιαφέρον που +εδείξατε για μένα, όπως μου είπαν. Η ευγενής ψυχή σας λοιπόν δεν +απαξιοί να φροντίζη και δι' εμένα! Η είδησις αυτή, της οποίας ούτε +την ελπίδα δεν θα ετολμούσα να συλλάβω κατά διάνοιαν, μου έκαμε +προσφιλείς τας κακοπαθείας μου. Ομολογήσατέ το λοιπόν και ενώπιόν +μου, ότι με συλλογίζεσθε και απόντα. + +Έλαβε το χέρι της περιπαθώς και ατένισε τα μάτια του στα δικά της +με τέτοια γλύκα, που την έκαμε να κοκκινίση. + + — Ναι, είπε με αιδημοσύνην, ήμουν ανήσυχη αλήθεια. . . . και +ποιος ημπορούσε να μην είναι . . . . η νύχτα ήταν τόσο φοβερή! + +Έξαφνα εμβήκε ορμητικώς μέσα η δεσποινίς Μέλμορ. + + — Εύγε την προθυμίαν σας, σερ Έδμον! ανέκραξε, μόλις σας το +είπαμε και τρέξατε να παύσετε τας ανυσηχίας της. Σας περιέγραψε +λοιπόν τας μερίμνας της με τρόπον ευαίσθητον; Α τι βλέπω; το +στρώμα της ανέγγιχτο, δεν εκοιμήθη καθόλου λοιπόν απόψε! Τωόντι +αδύνατον να προβή περαιτέρω η συμπάθεια. Φαίνεται κιαπό την όψιν +της, δεν είναι καθόλου χαρίεσσα σήμερα. + + — Το εναντίο μάλιστα ποτέ δεν ήταν τόσον ωραία, όσον σήμερα, είπε +θεωρών αυτήν με τρυφερότητα ο σερ Έδμον. + +Η Μαλβίνα εφαίνετο θορυβημένη και δεν ήξαιρε τι να απαντήση. Αλλά +η Κίττη επρασίνισε από ζήλεια. Την προσοχήν του κ. Έδμον την είχεν +απορροφημένην η ελπίδα ότι ημπορούσε ναγαπηθή από την Μαλβίναν. Η +αμηχανία της, η κοκκινίλα της, ήσαν θεάματα τερπνά και θελκτικά +δι' αυτόν. + +Απέναντί της ήτο ευσυνείδητος. Δεν ήθελε ηδονήν αποκτωμένην με +θυσίαν εκ μέρους της φιλτάτης εκείνης ψυχής. Προσεπάθησε να μη +φανή ότι εννόησε την ταραχήν της και κρύπτων την χαράν του έσπευσε +να της ζητήση συγγνώμην ότι αρκετά κατεχράσθη την καλωσύνην της. — +Ο ίδιος ήθελε να πιστεύη ότι μάλλον την αδυναμίαν της. — Και +εξήλθεν ακολουθούμενος υπό της οχληράς δεσποινίδος Μέλμορ. + +Μίαν άλλην ημέραν, όταν ευρέθη μόνη η Μαλβίνα με τον κ. Έδμον, +ετόλμησε να τον ερωτήση διά την περιπλάνησιν εκείνην. + + — Αλήθεια επεράσατε στο δρόμο μέρος της νυκτός; + + — Αϊ, ναι! είπε, το χιόνι και η ανεμοζάλη δεν μπορούσαν να +μεμποδίσουν νάρθω κοντά στη φίλη μου το γρηγορώτερο. Τα λόγια αυτά +δεν ωμοίαζον τας κοινάς φιλοφρονήσεις του κ. Έδμον προς τας +ερωμένας του, έβγαιναν από την καρδιά του. Αλλ' η Μαλβίνα έχουσα +υπ' όψει την Κίττη δεν το πιστεύει και αναστενάζει απ' τον καημό +της ότι την θεωρεί και αυτήν μίαν από τας συνήθεις γυναίκας. +Έπειτα σιγή επικρατεί. + +Ο στεναγμός αυτός δεν διέφυγε τον κ. Έδμον. Ζητεί να μαντεύση την +σιωπήν της. + + — Τι συλλογίζεσθε; της λέγει, ήθελα να εμβαθύνω στην καρδιά σας. + + — Και τι άλλο θα βλέπατε εκεί από θλίψιν! Όσο βλέπω ψευδόμενον +τον κόσμον τόσο περισσότερον αισθάνομαι την στέρησιν της φίλης +μου. + +Ο κ. Έδμον εκατάλαβε ότι δι' αυτόν ήτο ο υπαινιγμός. + + — Δεν πιστεύετε λοιπόν, ότι υπάρχει και άλλο συναίσθημα εκτός της +φιλίας, γλυκύτερον και θελκτικώτερον, το οποίον τόσον υπερτερεί +την φιλίαν, όσον η αληθινή ευδαιμονία υπερέχει από την απλήν +ανάπαυσιν! + + — Εγώ έχω ορκισθή να μη γνωρίσω αυτό το άλλο συναίσθημα. + + — Αμαρτήσατε να δώσετε τέτοιον όρκο, και περισσότερο θα +αμαρτήσετε, αν τον φυλάξετε. Άλλως τε τα συναισθήματα δεν +εξαρτώνται από την θέλησίν μας. + + — Φθάνει, είπε η Μαλβίνα, ο χαρακτήρ σας δεν σηκώνει σοβαρώτερα. + + — Υποθέτετε λοιπόν, είπε μετά πικρίας ο κ. Έδμον, ότι δεν μπορώ +τελοσπάντων να είμαι και σοβαρός από καμιά φορά; Σας βεβαιώνω, +υπάρχουν μερικά περιστατικά, που συγκινούν εμένα περισσότερο από +κάθε άλλον. + + — Τότε χαρά στην δεσποινίδα Κίττη, είπε η Μαλβίνα με χαμόγελο. + + — Η Κίττη! έκραξε έκπληκτος. Και τι σχέση έχει η Κίττη; Βλέπω, +κυρία μου. ότι με έχουν διαβάλει . . . . + + — Γιατί να σας διαβάλουν; Είναι τόσο χαριτωμένη, ποιός ημπορεί να +σας κατηγορήση για μια τέτοιαν εκλογή. + + — Δεν έχω σκοπό βέβαια ναρνηθώ τις χάρες και τα θέλγητρα της +νέας, αλλά σας βεβαιώνω, κυρία μου, εάν . . . + + — Και όμως, είσθε νομίζω ο μόνος εδώ, ο οποίος αρνείσθε το +γεγονός. + + — Είναι λυπηρόν, αν το πιστεύη η Κίττη, αλλά θα ελυπούμην πολύ +περισσότερο, αν μάθαινα πώς το θεωρεί σωστό και η κ. Σορκή. Η ιδία +έχετε παρατηρήσει τάχα την υποτιθεμένην αυτήν κλίσιν μου; + + — «Ο κόσμος τόχει τούμπανο . . . . » + + — Και ποιος τόχει αυτός ο κόσμος; + + — Όλοι σας βλέπουν. Αλλά απορώ, γιατί τάχα αρνείσθε σαν νάναι +έγκλημα μία κλίσις τόσο φυσική. Η μις Μέλμον έχει όλες τις χάρες +και χαρακτήρα φαιδρό σαν το δικό σας. + + — Αχ ναι αυτό είναι που με κατηγορούν όλοι· φαιδρός μέχρις +ελαφρότητος. Έχω μέσ' στην ψυχή, πιστέψετέ με, κυρία κάθε τι που +χρειάζεται διά να είμαι σοβαρός, όταν θελήσω. + +Ιδού η ψυχολογική αιτία, που ήταν επικίνδυνη στη Μαλβίνα, χωρίς +αυτή να το καταλάβη: Όταν μία γυναίκα έχει τέτοια μιαν επίδραση +εις ένα χαρακτήρα ελαφρόν και φιλοπαίγμονα, ώστε να κατορθώση να +τον μεταβάλη και να τον καταστήση σοβαρόν και ευσταθή, η γυναίκα +εκείνη δεν μπορεί να καυχηθή, ότι της είναι αδιάφορος ο άνδρας, +που υπέστη την τοιαύτην επίδρασίν της. + +Το κατάντημα της συνδιαλέξεως εκείνης ήτο, ότι η Μαλβίνα ήρχισε να +συλλαμβάνεται χωρίς να θέλη, χωρίς καν να το εννοήση εις του +έρωτος τας μυστικάς πλεκτάνας. Ήτο σύννους το υπόλοιπον της +εσπέρας. Ακόμη περισσότερον την άλλην ημέραν. + +Η ανάμνησις της μις Χέριντεν, που την επροφύλαττε, άρχισε να +υποχωρή. Η φύσις εξασκεί τα δικαιώματά της τα απαράγραπτα. Το αίμα +της φέρεται βιαιότερα προς την καρδίαν, έν και μόνον πρόσωπον +κατέχει τώρα ολόκληρον την ύπαρξίν της. Ωστόσο δεν υποψιάζεται +ακόμη το πάθος της. Όταν το εννοήση, δεν θα είναι πλέον καιρός να +το εκριζώση. Ο έρως είναι μάγος, εξασκεί γοητείας και θέλγητρα +ακαταμάχητα γλυκά για να κυριεύση την ψυχήν. Την αποκοιμίζει και +την σύρει εις το δίκτυόν του· όταν εκείνη εξυπνήση, είναι πλέον +από παντού περιτυλιγμένη και παραδίδεται χωρίς αντίστασιν. + +Ποιος ημπορούσε να προφυλάξη την νεαράν γυναίκα από τέτοιον +κίνδυνον; Η πείρα; Αλλά δεν την είχεν αποκτήσει εισέτι. Η φιλία; +αλλά δεν την είχε πλέον. Η μις Κλαίρη Χέριντεν είχεν αποθάνει ήδη, +ο δε κ. Πρίορ ήτο άνδρας και φιλία μεταξύ ανδρός και γυναικός εις +τοιαύτας περιστάσεις ουδέποτε ηυδοκίμησε. + +Από τους άνδρας ακόμη λείπει η λεπτή αίσθησις, που προνοεί όσα +θέλομε να πούμε και μαντεύει όσα δεν τολμούμε να ομολογήσουμε, που +νουθετεί και δεν εκθέτει. + +Έπειτα ο κ. Πρίορ δεν ημπορούσε να συμβιβάση εις την μονοκόμματην +ψυχήν του, πώς ήτο δυνατόν ναγαπήση η Μαλβίνα τον κ. Έδμον, αφού +δεν συνεννοούντο αι καρδίαι των. + +Και όμως πολλές φορές συμβαίνει, ώστε οι αντίθετοι χαρακτήρες να +συνδεθούν τόσον σφιχτά, που μόνος ο θάνατος να διασπάση την αγάπην +των. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'. + +ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΠΟΥ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ + + + +Πολύ σπάνια συνέβαινε να ευρεθή ο κ. Έδμον μόνος με την Μαλβίναν. +Αυτή δεν ήταν πλέον αποτραβηγμένη όπως πρωτύτερα. Αλλ' ήταν +απασχολημένη με της Φανής την αγωγήν. + +Όταν κατέβαινεν εις την αίθουσαν, ποτέ δεν έλειπαν από εκεί ούτε η +κ. Μπιρτών, ούτε η Κίττη. + +Αν φυσικά η παρουσία ξένου προσώπου, έστω και αδιαφόρου, στενοχωρή +τους ερωτευμένους, πολύ περισσότερον βέβαια θα τους στενοχωρούν οι +ενδιαφερόμενοι εναντίον του έρωτός των. + +Η ανήσυχη φιλοτιμία της κ. Μπιρτών, η ζηλιάρικη περιέργεια της μις +Κίττης κατεσκόπευαν κάθε κίνημα του κ. Έδμον και παρεξηγούσαν με +χαιρεκακίαν κάθε αθώα εκδήλωση της καλής Μαλβίνας. + +Άν ποτε εκάθητο κοντά εις τον κ. Έδμον κατά τύχην, κακόβουλον +βλέμμα της κ. Μπιρτών την έκαμνε να κοκκινίζη. Αν ο κ. Έδμον +έδραττε την ευκαιρίαν να της πη κάτι, η μις Κίττη έχωνε ανάμεσά +των την κεφαλήν της και υπέκλεπτε την απάντησιν. + +Ωστόσο η Μαλβίνα, χωρίς να το εννοή, όχι μόνον δεν απέφευγε πλέον +τον κ. Έδμον, αλλά επεδίωκε μάλιστα να ευρίσκεται μόνη με αυτόν, +πότε καταβαίνουσα ενωρύτερα, πότε αποχωρούσα αργότερα. Και ναι μεν +τα ίδια του έλεγε και όταν ήσαν μόνοι, οποία και όταν +παρευρίσκοντο και άλλοι, αλλά δεν του τα έλεγε βέβαια με τον ίδιον +τρόπον. + +Όταν η γυναίκα είναι μονάχη με τον αγαπημένον της, αλλάζει +έκφρασιν χωρίς να το υποψιάζεται καν. Μένα μονάχο βλέμμα της +κάμνει να γίνη καταληπτός ο στοχασμός της, πράγμα που το αποφεύγει +επιμελώς, όταν είναι και άλλοι παρόντες. + +Αλλά ο κ. Έδμον δεν ημπορούσε να υποφέρη τον μοχθηρόν έλεγχον της +κ. Μπιρτών, ούτε την οχληράν τυραννίαν της μις Κίττης. + +Μη ων συνηθισμένος να νικά τον εαυτόν του, και ακόμη ολιγώτερον να +κρύπτη την κλίσιν του προς την γυναίκα που του ήρεσκε, απεφάσισε +ναπομακρύνη τον ευκολώτερον εχθρόν. Έπρεπε λοιπόν να λείψη η +Κίττη, απέναντι της οποίας ήτο και κάπως υπεύθυνος. + +Ο προς την Κίττη προσποιητός έρως δεν εφόβισε την παμπόνηρη κ. +Μπιρτών, εκείνη ήξαιρε ποίαν έπρεπε να φοβήται. Τότε αυτός +μετεχειρίσθη άλλο τέχνασμα διά να φέρη τας δύο εις διάστασιν. +Υπέβαλλεν εις την μεταιόφρονα δεσποινίδα ιδέας υψηλοφροσύνης και +ανεξαρτησίας, τας οποίας αυτή προσεπάθει να επιδεικνύει κυνικώς +προ της κ. Μπιρτών. Ελπίζουσα ότι θα γίνη κυρία Σέυμουρ και ότι +δεν έχει πλέον την ανάγκην της προστάτιδός της, έπαυσε το λοιπόν +να κολακεύη την φιλαυτίαν της, καταφρονούσε υπερήφανα την εξουσίαν +της, και την επροκαλούσε τρόπον τινά. + +Η κ. Μπιρτών ησθάνθη την ανάγκην προς ησυχίαν της να ταπεινώση την +Κίττην· όχι πως εφοβείτο μήπως την πάρη γυναίκα του ο ανεψιός της, +αλλά δεν ημπορούσε να χωνέψη το προπετές ύφος της, που ανέπτυξε +τελευταία από την ελπίδα πώς θα πάρη τον κ. Έδμον σύζυγόν της. + +Ηύρε λοιπόν ευθύς ένα άνδρα δυνάμει κάποιας προίκας που της έδιδε, +και εφώναξεν, ιδιαιτέρως από την κόρην, την μητέρα της εμπρός εις +τον κ. Έδμον μάλιστα. Της ωμίλησε παστρικά και ξάστερα, ή να πείση +την Κίττη να δεχθή αμέσως τον προτεινόμενον γάμον, ή να φύγη +αμέσως με την κόρην της και να μην τις ξαναϊδή πλέον. + +Ο κ. Έδμον, που δεν ήλπιζε να καρποφορήση τόσο γρήγορα το τέχνασμά +του, εξεπλάγη και έκρυψε τα πρόσωπο με τα χέρια του υποκρινόμενος +ότι λυπείται για να κρύψη τη χαρά του. + +Η κ. Μέλμορ, που άκουε τα λόγια της κόρης της και επίστευε ότι +μετ' ολίγον θα εγίνετο η ευτυχής πενθερά του σερ Έδμον Σέυμορ, +έμεινε ξερή και άλαλη. Απορούσε δε περισσότερον, διατί ο κ. Έδμον +δεν διεμαρτύρετο. Το μικρό μυαλό της εστάθη ολότελα και εδέθη η +γλώσσα της από φόβον μήπως εκδιωχθή εκ του πύργου. + +Η κ. Μπιρτών, η οποία ποτέ δεν την είδε απειθούσαν εις τα λεγόμενά +της, βλέπουσα τον δισταγμόν της ήδη, επανέλαβεν εντονώτερον την +προσταγήν της. + + — Ενόμιζα . . . ενόμιζα, κυρία . . . . υπέθετα, κυρία . . . . +εφανταζόμην ότι . . . . ότι ο κ. Έδμον. . . . + + — Ότι η άμυαλη η κόρη σας συνέλαβε τοιαύτην ελπίδα, δυσκολεύομαι +να το εννοήσω ακόμη και τώρα, που μου το λέτε. Αλλά βλέπω ότι και +σεις είσθε μέτοχος της μωρίας και αισθάνομαι φρίκην. + +Τότε η κ. Μέλμορ εστράφη προς τον κ. Έδμον και εξέσπασεν εναντίον +του. + + — Διατί λοιπόν ελέγατε εις την κόρην μου ότι θα την πάρετε; Διατί +την επαίρνατε εις τον κοιτώνα σας; + +Ο Έδμον εθορυβήθη βλέπων ότι η κ. Μέλμορ ήξαιρε τα διατρέξαντα. Η +κ. Μπιρτών είχε πάρει φόρα. + + — Ώστε έτσι; η κόρη σας περιύβριζε τα σπίτι μου παραδιδομένη εις +παρανόμους έρωτας! . . + + — Όχι! η κόρη μου είναι άμεμπτος. Σε κανέναν δεν παρεδόθη. Αλλά +διατί ο κ. Έδμον την επροσκαλούσε στην κάμαρά του και της μιλούσε +διά γαμηλίους προπαρασκευάς, χωρίς να έχη την άδειαν της θείας +του; Η κ. Μπιρτών εξεμάνη. + + — Ομολογείς ότι η κόρη σου είχε την αφροσύνην να συχνάζη εις του +κ. Έδμον τον κοιτώνα και αμφιβάλλεις ακόμη πως είναι χαμένο +πρόβατο, ατιμασμένη και ανάξια να μένη στο εξής σπίτι μου! + + — Ω Θεέ μου! Με κάνετε να τρέμω, κυρία, αλλά αν κάθε γυναίκα που +μένει μόνη με άντρα θεωρείται ατιμασμένη, τότε τι να πούμε για την +κ. Σορκή; + +Ο κ. Έδμον εταράχθη σύσσωμος. Ταυτιά του εσφύριξαν και ησθάνθη την +καρδιά του να χτυπά δυνατότερα. Δεν ωμίλησε όμως. Αλλά η κ. +Μπιρτών; + + — Για όνομα Θεού, εφώναξε, εξηγηθείτε περί τίνος πρόκειται; Αυτή +η σεμνή, αυτή η σοβαρή! Η κ. Μέλμορ εθορυβήθη. + + — Δεν λέγω βέβαια ότι γνωρίζω τίποτε. Αλλά ο κ. Πρίορ κάθε πρωί +εμβαίνει στο σπίτι της και μένει εκεί δύο ώρες το λιγώτερο. +Τάχουνε πολύ καλά μαζί και . . . + + — Αφού έχουν εμένα εδώ πρότυπον, δεν περιστέλλουν λοιπόν την +αναίδειαν! εφώναξε φρενιασμένη η κ. Μπιρτών. Δεν έμεινε πλέον +αρετή εις τον κόσμον! + +Ο κ. Έδμον, που πολύ λίγο φρόντιζε για της θείας του την αρετή, +ερώτησε την κ. Μέλμορ, με ποίαν πρόφασιν ο κ. Πρίορ συχνάζει ατής +κ. Σορκή; + + — Προφασίζεται, είπεν η κ. Μέλμορ ότι της παραδίδει μάθημα. + + — Τι μάθημα! . . . + + — Κύριος οίδε. + + — Βρώμια λόγια! είπε. Αλλά η καρδιά του εσπαράχθη από ζήλεια. +Ωστόσο δεν υπέφερε να την βρίζουν ενώπιόν του. + +Εν τούτοις η κ. Μπιρτών είπε με απορίαν. + + — Και γιατί τάχα την υπερασπίζεσαι; Βέβαια ο κ. Πρίορ είναι άξιος +πάσης υπολήψεως, ούτε αυτή ομοιάζει την Κίττη. Αλλ' οπωσδήποτε +παρέβλεψαν τους τύπους της ευπρεπείας. Έπειτα εστράφη αμέσως προς +την κ. Μέλμορ. + + — Για την κόρη σου, της είπε, τότε μόνον θα παραβλέψω, όταν μου +υπακούση αμέσως και χωρίς την ελαχίστην αντίρρησιν. Άλλως πικρά θα +μετανοήση και ξαίρε το. + +Τρέμουσα η κ. Μέλμορ εβεβαίωσε την κ. Μπιρτών ότι η θυγατέρα της +δεν θα φέρη καμίαν αντίρησιν, αλλά θα υπακούση προθύμως. + +Ο κ. Έδμον τότε διά να αποφύγη κάθε παράπονον της Κίττης, που ήτο +φυσικόν ότι θα του έκαμνε, απεφάσισε ναναχωρήση αμέσως. Και το +εδήλωσε της θείας του. + +Αυτή θέλουσα οπωσδήποτε να τον απομακρύνη, δεν εφρόντισε να +εξακριβώση την αιτίαν. Απεφασίσθη να φύγη αμέσως την άλλη μέρα. + +Απεσύρθη εις τον κοιτώνα του. Ήτο ταραγμένος. Αι σχέσεις της +Μαλβίνας με τον κ. Πρίορ τον έκαμναν νευρικόν. Ήθελε να μάθη, τι +είδους σχέσεις ήσαν και ποίαν τέρψιν εύρισκεν η Μαλβίνα εις αυτάς. + +Δεν περνούσε βέβαια από τον νουν του να υποψιασθή την διαγωγήν +της. Όχι. Αλλά και η ελαχίστη κλίσις της προς άλλον, έστω και η +αθωοτέρα, τον εξαγρίωνε. Του εφαίνετο κλοπή προς αυτόν. Ακόμη και +της Λαίδης Χέριντεν την μνήμην εζήλευε. Εν τούτοις ήτο ιπποτικός +και υπερήφανος και δεν κατεδέχετο να διατυπώση παράπονα. Εσπάρασσε +λοιπόν την ψυχήν του κατά μόνας χωρίς να εκφρασθή εις κανένα. +Επερίμενε τα ιλαρά βλέμματα της καλής Μαλβίνας να του μεταδώσουν +την ιλαρότητα εις την καρδίαν του. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'. + +Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ + + + +Το βράδυ εμαζεύθηκαν όλοι διά το τσάι. + +Η κ. Μπιρτών φύσει χαιρέκακος εχαίρετο διά την ταπείνωσιν την +οποίαν έμελλε να επιβάλη στην Κίττη, αλλά εφοβείτο την Μαλβίναν, +και εσκέπτετο πώς ναπαλλαγή και απ' αυτήν. + +Η κ. Μέλμορ εφοβείτο την οργήν της κ. Μπιρτών και τον εξαγριωμόν +της θυγατρός της, όταν θα εμάνθανε τα καθέκαστα. Και έμενε σιωπηλή +υποθέτουσα ότι σκέπτεται να εύρη διέξοδον. + +Ο κ. Έδμον δύσθυμος δι' όλα ακουμβούσε επάνω εις την θερμάστραν +και κρατών εφημερίδα την έβλεπε χωρίς να την διαβάζη . . + +Ελυπείτο, διότι άφινε την Μαλβίναν εις τοιαύτην στιγμήν, αμφέβαλλε +δε ακόμη διά την προς αυτόν αγάπην της. + +Η. Μαλβίνα εκάθητο εις την άλλην άκραν του τραπεζιού έδειχνε στη +Φανή κάτι χαλκογραφίες και τις εξηγούσε με χαμηλή φωνή. + +Η Κίττη τις παρατηρούσε οκνηρά πάνου από τον ώμον της Μαλβίνας. + +Ο κ. Πρίορ εβημάτιζε μέσα στην αίθουσα. + +Όταν πήραν όλοι τα φλιντζάνια στο χέρι, η κ. Μπιρτών ηρώτησε τον +κ. Έδμον. + + — Τι ώρα φεύγεις αύριον; + + — Αμέσως μετά το πρόγευμα, απήντησεν εκείνος. + + — Και για πού, παρακαλώ; είπεν η Κίττη εξαφνισθείσα. + + — Στο Έδιμπουργκ, για υποθέσεις που επείγουν. + +Η Μαλβίνα από την ταραχήν της έχυσε μερικάς σταγόνας τσάι στα +χεράκια της Φανής, που της έκαψαν τα δάχτυλα. + +Ο κ. Έδμον το επρόσεξε. + + — Και θα μείνετε πολύ; ρώτησε πάλι η Κίττη. + + — Ναι πολύ. Θα γίνη ανάγκη ίσως να υπάγω και εις το Λονδίνον. + +Η Μαλβίνα χωρίς να θέλη άλλαξε όψιν. Ο Έδμον την επλησίασε για να +της πάρη το φλιντζάνι· έπιασε το χέρι της και ήτανε ψυχρό. Κάθε +αμφιβολία πλέον εξαλείφθηκε από το πνεύμα του. Η Μαλβίνα τον +αγαπούσε. Εκάθησε κοντά της γεμάτος από ευγνωμοσύνην. Εκείνη +στοχάζεται ότι θα χωρισθούν και μελαγχολά. Ούτε πλέον ερωτά τον +εαυτόν της το διατί. + +Μόνον επήρε στην αγκαλιά της την Φανήν και την έσφιγξε +ψιθυρίζουσα: + + — Ω κόρη μου, κόρη μου! + +Ως να της εζητούσε συγγνώμην, διότι άλλος ήρχετο να λάβη την +προνομιούχον θέσιν μέσα εις την καρδίαν της. + +Ο Έδμον ενόησε το κίνημα και ησθάνθη τον εαυτόν του υπερήφανον ως +νικητήν. + +Το σιωπηλόν αυτό δράμα μια μόνο στιγμή εβάσταξε, αλλά ήτο η στιγμή +εκείνη, που αποφασίζει των δρώντων προσώπων τας τύχας. + +Στιγμή ευτυχίας ή καταστροφής, στιγμή τέλος ζωής ή θανάτου. + +Την σιωπή την διέκοψε η Κίττη. + + — Ως το Λονδίνο είπατε; Και ποια ανάγκη σας έκαμε να λάβετε μιαν +τέτοια απόφαση τόσον απροσδόκητη; + +Η κ. Μπιρτών επενέβη. + + — Μήπως σας χρεωστεί λόγον των πράξεών του ο ανεψιός μου, +δεσποινίς; + + — Φαίνεται να είναι πολύ επείγοντες οι λόγοι που μαναγκάζουν να +ταξιδεύσω, αφίνων οπίσω μου τόσας ερασμίας αναμνήσεις, αι οποίαι +βέβαια θα με κάμουν να σπεύσω να τας ξαναεύρω όσο το δυνατόν +ταχύτερα. + +Η κ. Μπιρτών φοβουμένη μήπως η Κίττη ή η Μαλβίνα το πάρουν επάνω +τους αυτό που είπε, τον διέκοψε. + + — Μη μας συγκινείς περισσότερο με τους λόγους σου. Μας είναι +αρκετή η συγκίνησις εκ της σκέψεως, ότι δεν θα σε έχωμεν μεταξύ +μας τις οίδε πόσον; Ας κατευνάσωμεν την λύπην μας με ολίγην +μουσικήν. + + — Πολύ καλά, πολύ καλά, είπεν εκείνος, ελπίζων εν τω μεταξύ να +εύρη καιρόν να είπη κατ ιδίαν δυο λέξεις στη Μαλβίνα. + + — Μπας και νομίσατε πως έχω την όρεξη να σας τραγουδήσω; είπε με +προπέτειαν η Κίττη. + + — Και δεν βλέπω δα τη μεγάλη ανάγκη να μας τραγουδήσετε, +δεσποινίς! είπε με τον ίδιον τόνον η κ. Μπιρτών. + +Η κ. Μέλμορ έγνεψε την κόρην της να μη τεντώνη το σκοινί +περισσότερον. + + — Φιλτάτη μου θεία, είπεν ο Έδμον, κάμετέ μου τη χάρη να μου +φέρετε τα νέα γαλλικά τραγούδια, που ελάβατε χθες. + +Εκείνη εδίσταζε υποπτευομένη. + + — Θέλω να τα κάμω δώρον εις την λαίδην Σούμεριλ, αν αξίζουν τον +κόπον, επρόσθεσεν ο Έδμον. + +Αυτό έφθανε. Μετ' ολίγον τα τραγούδια ήσαν εκεί. + + — Πάντοτε αυτά τα καταραμένα τα γαλλικά! είπε η Κίττη με θυμό. + + — Δε βαριέσαι, Κίττη, της είπε με γλύκα ο Έδμον ιδιαιτέρως. Τι +σκοτίζεσαι γι' αυτά και για τάλλα. Δεν μπορείς να με περιμένης εδώ +έως που να τους πουλήσω όλους και να επιστρέψω κοντά σου; + +Η Κίττη ιλαρύνθη και εκάθησε ήσυχη, δηλώσασα ότι δεν είχε όρεξιν +να το κουνίση απ' εκεί. Και η μητέρα της εδήλωσε ότι θα κάμη +συντροφιά της κόρης της, διότι εβαρύνετο την μουσικήν. + +Ο Έδμον πλήρης χαράς ότι επέτυχε το στρατήγημά του, επρόσφερε τον +βραχίονά του προς την Μαλβίναν. + +Εκείνη από την συγκίνησίν της δεν ετόλμησε ναντισταθή και αυτός +την ωδήγησε θέλοντας και μη εις την αίθουσαν της μουσικής. + +Τότε η Φανή άρχισε να κλαίη. Η δε Μαλβίνα θα ηναγκάζετο να στερήση +τον Έδμον από την ευκαιρίαν που ζητούσε, ότε ως από μηχανής θεός +παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ. + + — Α, κ. Πρίορ, καταπραΰνατε το κοριτσάκι αυτό που σας αγαπά ως +πατέρα. Περιποιηθήτε το ως να είσθε πράγματι. + +Ο κ. Πρίορ εκολακεύθη από το φιλοφρόνημα αυτό, γενόμενον τόσον +γενναιοφρόνως ενώπιον της Μαλβίνας και γνωρίζων ότι μαυτόν τον +τρόπον γίνεται προσφιλής προς αυτήν, επήγε και πήρε την Φανή στην +αγκαλιά του και την έφερε στον κοιτώνα της. + +Έτσι ο Έδμων κατώρθωσε τέλος να μείνη μόνος με την Μαλβίναν και +την παρεκάλεσε να καθίση εμπρός στο πιάνο. + +Εκείνη υπήκουσε ως άψυχη μηχανή και αυτός άνοιξε την Όπερα +«Armida» προς το τέλος και άρχισε να τραγουδή με περιπάθεια το + + — «Φεύγω, Αρμίδα, έχε υγεία». + +Αυτό αύξησε την ταραχή της Μαλβίνας, γιατί ήταν τόσο ταιριαστό με +την περίσταση και δε βάσταξε πια τα δάκρυά της. + +Ο Έδμον γεμάτος χαρά ανυπόκριτη κόλλησε τα χείλια του στα χέρι της +και φώναξε με ζέση: + + — Αν απ' αλήθεια η αναχώρησίς μου δεν σας είναι όλως διόλου +αδιάφορο πράγμα, πρέπει να κρίνετε πόσο πικρό είναι σ' εμένα +ναπομακρυνθώ από σας πριν να τολμήσω μηδέ τι μου εμπνέεται να σας +εκφράσω, μηδέ τι αισθάνεσθε να σας ερωτήσω. Σ' εμένα που σας αφίνω +να περιστοιχίζεσθε από τόσες κακές προλήψεις για τον χαρακτήρα μου +. . — Και όμως ο χαρακτήρ μου αυτός είχε ανάγκην μόνον καρδίας +αξίας των καθαρών φλογών, υπό των οποίων εφλέγετο η ιδική μου και +δεν ηύρε ως τώρα τοιαύτην. — Σεμένα τέλος που σας αφίνω κοντά σε +άνδρα ενάρετον και εράσμιον, άξιον δε να σας εκτιμήση και τον +οποίον . . . μόνον δέχεσθε καθ' εκάστην στο σπίτι σας! + + — Έκαμα λοιπόν άσχημα να τον δέχωμαι: ηρώτησε με ταραχήν η +Μαλβίνα. + + — Κακόν εσύ δεν έχεις κάμει ποτέ! εμένα όμως μαυτό μπορείς να με +κάμης να λυπούμαι. + + — Αχ κ εγώ δεν ήθελα να σας κάμω ποτέ να λυπηθήτε, είπε η Μαλβίνα +παρασυρομένη. + +Ο Έδμον κατεγοητεύθη από τη φράση που της ξέφυγε, κιακόμα +περισσότερο από τον τρόπο που την πρόφερε. Αλλά πριν προφθάση να +της ανοίξη το θησαυρό της ψυχής του, εμπήκε μέσα στην αίθουσα ο κ. +Πρίορ. + +Η Μαλβίνα πολύ λίγο συνηθισμένη να προσποιήται, ήθελε τα χάσει, +αλλά ο δεινός εκείνος περί τα τοιαύτα Έδμον άλλαξε αιφνιδίως και +φυσικώς την ομιλίαν, ούτως ώστε και η ιδία η Μαλβίνα ευρέθη +ελαφρωμένη και υπό νέαν όλως ψυχολογικήν κατάστασιν, ώστε +κατώρθωσε ευκόλως να μη προδοθή αμέσως και σκύψασα ησύχως +εφυλλομετρούσε τα τετράδια της μουσικής προσποιουμένη ότι προσέχει +εις αυτά. + +Όταν όμως ο κ. Πρίορ ήλθε κοντά της, παρετήρησε την ωχρότητα της +και την ηρώτησε με ενδιαφέρον. + + — Τι έχετε; μου φαίνεσθε χλωμή κάπως· μήπως πάσχετε; + +Η Μαλβίνα εκοκκίνησε από εντροπήν. Ενόμιζε ότι όλος ο κόσμος +εμάντευσε τα αισθήματά της· πως εδιάβαζαν πλέον στο βλέμμα της +ό,τι εκείνη ανεκάλυπτε συμβαίνον εις την καρδίαν της. + +Αλλά κατόπιν απήντησε ότι δεν έχει τίποτε και είναι όπως πάντοτε. +Εν τω μεταξύ εισήλθε και η κ. Μπιρτών, η δε Μαλβίνα άρχισε το +τραγούδι. Εν τούτοις τέτοια ήτο η ψυχολογική κατάστασις του +καθενός, ώστε εις παν άλλο ή εις την μουσικήν είχαν την προσοχήν +των και τραγουδούντες και ακούοντες. + +Η κ. Μπιρτών χωρίς όρεξη τράβηξε εν τω μεταξύ ένα τετράδιον και +είπε χασμωμένη ότι αυτά είναι συνθέματα γυναικός. + +Ο κ. Πρίορ την παρεκάλεσε τότε να τους πη και κανένα από της +ομοεθνούς ποιητρίας τα τραγούδια. + +Η Μαλβίνα ακουσίως προσέβλεψε προς τον Έδμον. + +Εκείνος μειδιάσας αυταρέσκως, έβαλε εμπρός της τα τετράδιον. Η +Μαλβίνα άρχισε να ψάλη με προθυμίαν τώρα: + + _Φεύγεις, καλέ μου; — Εγώ θρηνώ, ότι μόνη + μακρυά από σε η καρδιά μου θα ραγίση. + Του χωρισμού η στιγμή οϊμέ ζυγώνει, + Ποιος ξαίρει για πάντα αν δε μας χωρίση! + Μέσα μου τώρα ο πόθος γιγαντώνει + για να σου πω πόσο έχω αγαπήσει + και κλαίω. Ο χρόνος που όλα τα ησκιώνει + μονάχα τον καημό μου δεν θα σβύση. + Στάσου στερνή φορά να σ' αντικρύσω + και δέξου απ' την ψυχή μου μνήμης δώρα + τα τραγούδια του πόνου που με δέρνει. + Μην τα ξεχνάς. Κιόταν ξανάρθης πίσω, + Όσες πίκρες με φαρμακώνουν τώρα + διπλές χαρές η όψη σου θα μου φέρνη._ + +Τόσο δυνατά οι στίχοι αυτοί εκλόνισαν την ψυχήν της, ώστε η φωνή +της έτρεμε. + + — Ας παύσωμεν, της είπεν η κ. Μπιρτών, δεν είσθε τόσον καλά +σήμερα. Ποτέ δεν ετραγουδίσατε τόσο άσχημα. + +Ωστόσο ο Έδμον την είδε με μίαν ιλαρότητα, που την έκαμε να +ησυχάση. + +Έπειτα επλησίασε και προσποιούμενος ότι μουρμουρίζει τα προ αυτής +τραγούδια της είπε: + + — Για μένα ο ήχος της φωνής σου είναι η χαρά του ουρανού. Ευτυχής +ο θνητός τον οποίον θα προτιμήσης! Μαφίνης να φύγω χωρίς ελπίδα +. . . ένα βλέμμα σου, μια λέξις σου μπορούν να με υψώσουν στους +ουρανούς! + +Η Μαλβίνα χαμήλωσε τα μάτια και δεν είπε λέξη. + +Μα υπάρχουν περιστάσεις που η σιωπή λέγει περισσότερα από τα +λόγια. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'. + +ΤΑPAXΑΙ + + + +Αφού σηκώθηκαν όλοι να παν στην αίθουσαν, η Μαλβίνα μη ημπορούσα +να ανθέξη εις τας συγκινήσεις, εζήτησε από την εξαδέλφη της την +άδεια ν' αποσυρθή και την έλαβεν αμέσως. + +Ο Έδμον όμως διεμαρτυρήθη. + + — Πώς, κυρία, της είπε, μας αφίνετε τόσο γρήγορα! Τουλάχιστο δεν +θα σας ιδώ αύριο πριν φύγω. Αν δεν έχετε διάθεσιν να καταβήτε στο +πρόγευμα, δεν θα με συγχωρήσετε τουλάχιστον να έλθω να σας +αποχαιρετήσω στο σπίτι σας; + +Η Μαλβίνα ταραγμένη του είπε να μην κάμη τον κόπο, γιατί εκείνη +εξάπαντος θα καταβή. Και ανέβηκε στον κοιτώνα της. + +Άρχισε να περιπατή με μεγάλα βήματα. Δεν το πιστεύει ακόμη, και +φοβείται εν τούτοις να το σκεφθή. + + — Παύει η ευτυχία μου, παύει η ειρήνη της ψυχής μου. Έχασα την +ηρεμία του πνεύματος. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου μου . . . +Έχει λοιπόν τόση δύναμη απάνω του αυτός ο άνθρωπος! Γιατί τάχα +έχει συγκλονιστεί τόσο η ύπαρξίς μου; Μήπως είμαι ερωτευμένη μαζί +του; . . . Μπα; μα εγώ δεν τον βλέπω με καμιά ευχαρίστηση. Το +εναντίο μάλιστα θέλω να τον αποφύγω . . . Ναι ας φύγη λοιπόν να +εύρω την ησυχία μου! + + — Μαμά! εφώναξε χαϊδευτικά η Φανή από το κρεβατάκι της. + +Η Μαλβίνα έτρεξε αμέσως και ρίχτηκε απάνω στο κοριτσάκι με στοργή. + + — Ναι, παιδί μου, η μαμά σου είμ' εγώ. Και κανείς δε θα με χωρίση +από σένα, το έχω ορκισθή ήδη. Εκείνος . . φεύγει πια . . . + +Και προσπαθεί να μη τον θυμηθή πλέον. Κατακλίνεται και +αποκοιμάται, διότι η ψυχική αγωνία είχε καταβάλει τον οργανισμόν +της. + +Την άλλη μέρα η Μαλβίνα παραβαίνει τον λόγο της και δεν +κατεβαίνει. Έτσι η δυστυχής ενόμισε ότι απαλλάσσεται από το +συναίσθημα, που άρχισε να αναπτύσσεται μέσα στην ψυχή της. + +Είπε να ειδοποιήσουν κάτω ότι είναι αδιάθετη. Ο Έδμον επληγώθη +καιρίως από την είδησιν. Και προσπαθούσε ναναβάλη όσο ηδύνατο πιο +βραδύτερον την ώρα της αναχωρήσεως με την ελπίδα να την ιδή να +προβάλη από κάπου. Αλλά εκείνη δεν εφάνη. + +Ο Έδμον κατάλαβε ότι πρόκειται περί γυναικείου πείσματος. Φεύγων +λοιπόν, ούτε τους τυπικούς χαιρετισμούς του δεν της έστειλε, αν +και αυτό το έκαμε με πολλήν συντριβήν της καρδίας του. + +Εκείνη δε . . ω εκείνη ήτο βεβαία ότι θα ήρχετο να την αποχαιρετήση +και κάθε στιγμή που άκουε κάποιον θόρυβον έξωθεν, ελαχταρούσε και +έστρεφε προς την θύραν του δωματίου της. Αλλά . . τίποτε. + +Μετ' ολίγον κρότος αμάξης ήχησε εις τα ώτα της . . Αλίμονον της +εφάνη ως κρότος νεκροφόρου, που επήγαιναν να κηδεύσουν την +ευτυχίαν της. + + — Εγώ φταίω, είπε. Του ημπόδισα με κάθε τρόπον την άνοδον. Και +ήρχισε να παραδίδεται εις απελπισίαν θυμοφθόρον. + +Αίφνης ακτίς ελπίδος την ανεθάρρυνε. Εσκέφθη ότι ο Έδμον μη +δυνηθείς να την ιδή, της άφισε κάποια σημειωσούλα. Και την +επερίμενε με πλήρη βεβαιότητα. + +Όταν εμβήκε λοιπόν η Τομκίνα την εκοίταξε με αγωνία. Περίμενε πως +κάτι θα της δώση. + +Η αφελής Τομκίνα βλέπουσα την λαχτάρα της, την ηρώτησε τι +επιθυμεί. + +Ενύχτωσε και κανένα σημείωμα κανείς δεν της έδωσε. Φοβερά αθυμία +κατέλαβε την ψυχήν της. Προσπαθούσε να δικαιολογήση τον εαυτόν της +και να κατηγορήση εκείνον. Ω αυτή είχε τόσας αντιξόους +περιστάσεις, τόσα εμπόδια, την εδέσμευαν υποχρεώσεις· ω αν ήτο +ελευθέρα σαν εκείνον, βεβαίως θα έσπευδε να τον συναντήση. Αυτός +όμως χωρίς να έχη κανένα εμπόδιον, έφυγε χωρίς καν να της αφίση +τους χαιρετισμούς του . . . + +Έμεινε όλην την ημέραν κατάκλειστη. Ούτε ο κ. Πρίορ δεν ετόλμησε +να την ανησυχήση, πράγμα που του εκόστισε πολύ . . . Διατί άρα γε; + +Ηύχετο να περάση αμέσως η ημέρα εκείνη και να ξημερώση η επαύριον. +Μόλις λοιπόν έφεξε εσηκώθη. Επερίμενε ολίγον ακόμη με αγωνίαν, +ήλθε την ώραν που εκείνη εσυνήθιζε να κατεβαίνη. Αλλά εκείνη δεν +εφάνη. Σιωπή βαθειά επικράτει γύρο. Ο κ. Πρίορ επέστρεψε δύσθυμος. +Τέλος εσήμανε μεσημέρι. Ο κ. Πρίορ είδε την Τομκίναν και την +ηρώτησε τι γίνεται η κυρία της. + + — Αχ, Θεέ μου, από την αυγή την ακούω και περιπατεί στον κοιτώνα +της. Κοιμάται τόσο λίγο . . αδύνατο να μην αρρωστήση. Δυο νύχτες +κατά σειρά εμένα με στέλνει ναναπαυθώ, μα αυτή αγρυπνά. + +Ο κ. Πρίορ ετράβηξε ίσα στης Μαλβίνας. Καθόταν εκείνη σκυμμένη, το +μέτωπο στο χέρι της και τον αγκώνα στο γόνατο στηριγμένον. Άμα +είδε τον κ. Πρίορ, σηκώθηκε. Τα μάτια της ήσαν ξεκομμένα. + + — Πάσχετε, κυρία! της είπε. Μου φαίνεσθε βαριά λυπημένη. + + — Ναι τω όντι είμαι λίγο αδιάθετη και φοβούμαι μην παρεξηγηθώ. + + — Και ποιος μπορεί να σας παρεξηγήση εδώ μέσα; . . το πολύ ο κ. +Σέυμουρ. + +Αυτό δεν ήτο τ ο - π ο λ ύ, ήτο το παν διά την Μαλβίναν. Όμως μη +θέλουσα να δώση υπονοίας, δεν είπε λέξιν. + + — Χθες βασανίστηκα που δεν σας είδα, είπε ο κ. Πρίορ. Εσείς δεν +λυπηθήκατε καθόλου που χάσαμε τας ώρας της συναναστροφής μας; + + — Αχ. κ. Πρίορ, είπε η Μαλβίνα. Πρέπει να σας τα πω. Η +συναναστροφή σας μου είναι πολύτιμη και είδατε πόσο με τέρπει . . +Αλλά φοβούμαι μήπως μας παρεξηγήσουν εδώ μέσα. Ήδη ήρχισαν να +φαίνωνται παράξενες οι συχνές συνεντεύξεις μας. + + — Ω Θεέ μου! Και ποιος σας έβαλε αυτήν την ιδέαν; + +Η Μαλβίνα ταράχτηκε. Ή έπρεπε να πη ψέματα, ή να ονομάση τον +Έδμον. Το πρώτο της ήτο αδύνατον, το δεύτερον της εφάνη φοβερόν. +Αλλά μόλα ταύτα ηναγκάσθη να του πη όλην την αλήθειαν. + +Ο κ. Πρίορ ανεφώνησε με ταραχή . . + + — Και με ποιο δικαίωμα ο κ Σέυμουρ κατασκοπεύει τα καμώματα σας; +Και διατί εσείς θυσιάζετε την φιλίαν μου εις τας παρατηρήσεις ενός +. . . ξένου; + +Ή Μαλβίνα ηγανάκτησεν εσωτερικώς και ηύρε την δύναμιν ναπαντήση. + + — Ό,τι και αν φρονήτε, κ. Πρίορ, διά τον σερ Σέυμουρ, δεν πιστεύω +να τον θεωρήτε και όλως ανίκανον να κάμη και μίαν καν ορθήν +παρατήρησιν. Ούτε αμαρτάνει κανείς, νομίζω, όταν ακούη και +παραδέχεται το ορθόν οποιοσδήποτε και αν του το υπέδειξε. + + — Αλλά τέτοια μια συμβουλή προϋποθέτει οικειότητα. Και σεις ποτέ +δεν μου είπατε ότι υπήρχε μεταξύ σας τέτοιο πράγμα. + + — Μα και δεν πιστεύω να υπάρχη, είπε στενοχωρημένη η Μαλβίνα. + +Η στενοχώρια της αυτή δεν διέφυγε τον κ. Πρίορ. Του ήλθε ως +επίλαμψις, η οποία τον εφώτισε διά τα συμβαίνοντα. + + — Τι φρικτό φως! ανέκραξε. Α, κ. Μαλβίνα, Λοιπόν δεν το πιστεύετε +. . . ώστε δεν είσθε βεβαία περί του εναντίου. Δυστυχισμένη μου +φίλη; οι λύπες σας! οι αγρυπνίες σας! . . Δεν αποκρίνεσθε, +Μαλβίνα! Κατώρθωσε λοιπόν να περιπλέξη και σας στα δίχτυα του ο +πολυμήχανος εκείνος! . . . Τώρα κατανοώ την αλλόκοτη, την +μυστηριώδη του διαγωγήν. Και σας ήθελε να ελκύση, μα και την Κίττη +να μη χάση. Αφ' ότου άρχισε να σας κάμνη τα γλυκά μάτια, από τότε +με περισσότερη ζέση προσκολλήθηκε στην Κίττη. Όταν ήσθε σεις +παρούσα επεδείκνυε προς εσάς προτίμησιν, αλλ' όταν δεν ήσθε, +παρεδίδετο εις εκείνην φλογισμένος από έρωτα. + +Η Μαλβίνα κιτρίνησε και μαργαριτάρια από ίδρωτα εκάλυψαν το μέτωπό +της. + + — Τι έχετε, κ. Μαλβίνα; ανήσυχος έκραξεν ο κ. Πρίορ και βάζωντάς +την να καθίση. Έπειτα επρόσθεσε· + +Αν ο Έδμον δεν ήτο ανάξιος της καρδίας σας, αν θα ηδύνατο να σας +κάμη πράγματι ευτυχισμένην, αν τέλος ήτο εις θέσιν να εκτιμήση +τους θησαυρούς της ψυχής σας, εγώ ο ίδιος ήθελα τον φέρει στα +πόδια σας, ακόμη και αν επρόκειτο για πάντα να λησμονήσετε . . +εμένα. + +Και το είπε αυτό με τόση πίκρα! . . + +Ωστόσο κρότος ηκούσθη εις την θύραν. Ο κ. Πρίορ διεκόπη, και +παρουσιάσθη ως κεφαλή Μεδούσης η κ. Μπιρτών. Η θέσις εις την +οποίαν τους ηύρε παν άλλο ήτο παρά εποικοδομητική προς διάλυσιν +των υποψιών της. + +Εστάθη σιωπώσα θεατρικώς, ως να μη εύρισκε λέξεις να παραστήση την +κατάπληξίν της. + + — Καλά δα μου τα έλεγαν, κεγώ δεν ήθελα να τα πιστεύσω! Τώρα +πλέον αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήσαν λόγια του κόσμου. + + — Και τι σας είπαν, κυρία; είπεν σοβαρά ο κ. Πρίορ. Τι υποψίαι +αναβαίνουν στον εγκέφαλον σας; + + — Υποψίαι, λέγει; Και η κατάσταση αυτή που σας βρίσκω μπορεί να +μου αφίση αμφιβολία για το αντικείμενον που σας απασχολή; + + — Κυρία! είπε με εντονοτέραν φωνήν ο κ. Πρίορ, προσέξατε. Μη +πλανηθήτε από πάθος ουτιδανόν, που διαστρέφει του νου το κριτήριον +και τυφλώνει την συνείδησιν, ουδ' επί στιγμήν μη τολμήσετε να +υποψιασθήτε διά την αγγελικήν αυτήν ψυχήν. + + — Πόθεν τόση τόλμη και τόση οίησις, κ. Πρίορ; και από πότε έχετε +την άδειαν να με νουθετήτε; Και αντί ναπολογήσθε για τον εαυτό +σας, αναλαμβάνετε εργολαβικώς την απολογίαν της κυρίας απ' εδώ; + + — Εγώ για μένα δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα, παρά μόνον στον +ετάζοντα τους νεφρούς και τας καρδίας των ανθρώπων, και στου +οποίου την υπηρεσίαν είμαι ήδη αφιερωμένος. + + — Εξέλθετε, κύριε! είπεν η κ. Μπιρτών παραλλαγμένη και τρέμουσα +από θυμόν, αν δεν θέλετε να πιστεύσω, ότι έχετε περισσότερα +δικαιώματα από μένα, να μένετε εντός αυτού του δωματίου. + +Ο κ. Πρίορ επεισμώθη και εδίσταζε να υπακούση. + +Τότε η Μαλβίνα με την γαλήνην του έχοντος καθαράν την συνείδησιν +επροχώρησε και είπε σεμνά: + + — Πηγαίνετε, κ. Πρίορ. Βλέπετε ότι η εξαδέλφη μου επιθυμεί να μας +αφίσετε μονάχους. Μείνετε ήσυχος. Υπάρχουν επιπλήξεις που καθόλου +δεν ταράζουν τον επιπληττόμενον. + +Ο τρόπος αυτός της Μαλβίνας, ο ανεπιφυλάκτως ειλικρινής και +αταράχως τολμηρός, έπεισε κατά βάθος την κ. Μπιρτών περί της +αθωότητός της, η δε επιδεικνυομένη εισέτι αμφιβολία της ήτο πλέον +προσποιητή. + +Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν του κ. Πρίορ και χαίρων διά την +νίκην, την οποίαν ειρηνικώς κατήγαγεν η φίλη του, εξήλθε από το +δωμάτιον χωρίς να προφέρη λέξιν. + +Η Μαλβίνα τότε παρεκάλεσε με ηρεμίαν την εξαδέλφην της, να της +δώση μερικάς εξηγήσεις διά την σκηνήν την οποίαν εδημιούργησε προ +ολίγου ως ώφειλε. + +Η κ. Μπιρτών εντράπηκε λίγο και ωσεί αιτολογουμένη είπε· + + — Σας βεβαιώνω, φιλτάτη, ότι δεν παραδέχθηκα τας υποψίας που +θέλησαν να ρίξουν εις το πνεύμα μου εναντίον σας. Ποτέ δεν μπορώ +να παραδεχθώ, ότι γυναίκα από την συγγένειά μου περνά ζωήν άταχτη. + +Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και με φωνήν ταραγμένην είπε: + + — Δεν πιστεύω δα ο μόνος τίτλος της ευπρεπείας μου ότι πρέπει να +είναι η προς εσάς συγγένειά μου. Σας επιβάλλεται εν τούτοις να μου +πήτε αμέσως: ποιες είναι οι υποψίες σας, ώστε να ημπορέσω να τας +διαλύσω. Και ακόμη έχετε υποχρέωσιν ηθικήν απέναντί μου να μου +αποκαλύψετε εκείνον που σας έκαμε να τας συλλάβετε, διά να τον +εξελέγξω. + +Ο μεγαλοπρεπής τόνος της Μαλβίνας είχε κάτι το ξεχωριστό, που η κ. +Μπιρτών δεν μπόρεσε ναντισταθή. Ηναγκάσθη λοιπόν να ομολογήση της +κ. Μέλμορ τας σπερμολογίας. Και ακόμη νικημένη ολοτελώς από το +κράτος της αθωότητος της Μαλβίνας, την εβεβαίωσεν, ότι αυτή +καθόλου δεν τα επίστευσε, αλλά της τα λέγει μόνον, διά να +προφυλάσσεται από τας παρεξηγήσεις του κακού κόσμου. + + — Δεν εγνώριζα ότι μένουσα κοντά σας, ευρίσκομαι εις το μέσον του +κόσμου και μάλιστα του κακού. Ούτε ήλπιζα ότι στο σπίτι σας θα +κριθώ από φαινόμενα εξωτερικά. + + — Σε κανένα μέρος, αγαπητή μου, δεν υπάρχει ασφάλεια από την +καταλαλιά. Φοβούμαι μάλιστα μήπως τα λόγια της κ. Μέλμορ έχουν +διαθέσει τον Έδμον εναντίον σας, και ποιος ξαίρει αν δεν του έρθη +όρεξις να σας περιπαίξη στας ομηγύρεις του Έδιμπουργκ. + + — Τον νομίζετε ικανόν; είπε η Μαλβίνα κοκκινίζουσα. + + — Αν εσείς δεν τον νομίζετε, τότε τον κρίνετε με περισσότερη +επιείκεια, παρά με όσην εκείνος θα έκρινεν εσάς. Κιακόμη +συγχωρέστε με να σας πω ότι είναι απλοϊκότης να ζητήτε ναθωώσετε +άνθρωπον, ο οποίος ετόλμησε να κάμη το σπίτι μου καταγώγιον ανόμων +ερώτων με κορίτσι, που εγώ το έχω υπό την προστασίαν μου. + + — Ίσως και η κατά της Κίττης κατηγορία να μοιάζη με τη δική μου. +Ποιος σας την κατηγόρησε; + + — Η μητέρα της . . . + + — Ω! πάλιν η ιδία . . . . και την κόρη της; Αλλ' αν ο κ. Σέυμουρ +το ήξαιρε, θα την υπερασπίζετο βέβαια. + + — Ωστόσο εγώ την κατηγόρησα εμπρός του, αλλ' εκείνος δεν το +ηρνήθη. + + — Τουλάχιστο δεν είπε να διορθώση το σφάλμα του! . . . να την +νυμφευθή! + + — Τι λέτε; Κεγώ πού είμαι; Πιστεύετε ότι θα επιτρέψω νανταμειφθή +το τιποτένιο αυτό κορίτσι για τις ατασθαλίες του μ' έναν τέτοιον +γάμον; + + — Κρίμα τα κορίτσι! + + — Πολύ συμπαθήτε τις αμαρτωλές. + + — Το ίδιο έκαμνε και ο Σωτήρ. + + — Αι τότε μάθετε λοιπόν, ότι δεν θα την αφίσω εις την καταισχύνην +η οποία της αρμόζει, Μετ' ολίγας ημέρας παντρεύεται με άλλον. + + — Κι ο σερ Έδμον το δέχεται; + + — Το εύχεται από καρδιάς για να γλυτώση από κάθε εμπόδιον να +επιταχύνη τον γάμον του με την λαίδη Σούμεριλ. Γιαυτό πάει δα και +στο Έδιμπουργκ, όπου σκοπεύω να πάγω κεγώ για να παρευρεθώ στην +τελετή του γάμου, που θα ανυψώση τον ανεψιόν μου σένα απ' τα πρώτα +αξιώματα του βασιλείου και θα τον κάμη άξιον των αγαθών που του +προετοιμάζω. + +Η Μαλβίνα ωχρίασε. Αυτό δεν διέφυγε την προσοχήν της κ. Μπιρτών. + + — Σας ενοχλεί βλέπω η ομιλία αυτή, εξαδέλφη, είπε. + + — Καθόλου. + + — Ο κ. Πρίορ μετά τα γεγονότα δεν δύναται πλέον βέβαια να μένη +στο σπίτι μου. Ούτε θα εναντιωθήτε, πιστεύω, διά την αναχώρησίν +του. + + — Εγώ, κυρία μου! είπε η Μαλβίνα με ειλικρινή κατάπληξιν, η οποία +ηυχαρίστησε την κ. Μπιρτών τόσον, ώστε την εφίλησε εις ένδειξιν +ειλικρινούς συνδιαλλαγής και απεσύρθη. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'. + +Η ΨΎΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΤΩΝ + + + +Η Μαλβίνα έπεσεν εις συλλογισμούς ζοφερούς. Αγαπούσε τον Έδμον αν +και δεν το ομολογούσε στον εαυτόν της. Όστις αγαπά ζητεί πάντοτε +να εξαγνίζη το αγαπώμενον ον. Ο δε Έδμον ήτο από τα πρόσωπα, που +δεν μπορεί να παρέλθη ενώπιόν των αδιάφορη και η πλέον ενάρετη +γυναίκα. Ολίγαι γυναίκες βέβαια υπήρξαν επί γης άξιαι να +παραβληθούν προς την Μαλβίναν. Ωστόσο και αυτή γυναίκα ήταν. +Εφοβείτο μήπως ο Έδμον δεν την έκρινε όσον ήτο άξια, μήπως την +συνέχεε με τον όχλον των γυναικών. Υπεκρίθη ενώπιον της ψυχής +ταραχήν και μετεχειρίσθη φωνήν τρυφεράν καρδίας ερώσης, ενώ αφ' +ενός κατεγίνετο να δελεάση την Κίττη και αφ' ετέρου ετοιμάζετο να +νυμφευθή μίαν τρίτην. Όταν μόνον τα λόγια είναι ψεύτικα, ημπορεί +κανείς να τα εννοήση και περιφρονών τον ψευδόμενον, συγχωρεί αυτόν +συγχρόνως. Αλλ' όταν τα μάτια, τα τελευταία εκείνα άσυλα της +αληθείας κατορθώνουν να απατούν, θα πη πως η ψυχή είναι +διεσταμμένη αθεράπευτα. + +Ωστόσο για τον κ. Έδμον η Μαλβίνα δεν επίστευε ότι την +επεβουλεύθη, άκουε μέσα της μια φωνή που τον εδικαίωνε, και για +τούτο . . . τον αγαπούσε ακόμα, κιας την άφισε, χωρίς ελπίδα, +χωρίς μέλλον. Και τότε ύψωνε την ψυχήν της προς την μνήμην της +φίλης της και ζητούσε απ' αυτήν την εξ ύψους βοήθειαν. + +Η Κίττη άκουσε της μητέρας της την πρότασιν με απάθειαν και +ψυχραιμίαν. Από την εξαφνικήν αναχώρησίν του φίλου της είχε +καταλάβει αμέσως, ότι από αυτόν δεν της έμενε πλέον καμιά ελπίδα. +Όταν λοιπόν μέσα στον απελπισμόν της ευρέθη αμέσως ο +αντικαταστάτης σύζυγος, ήρχισε να προεξοφλή διά της φαντασίας τας +κοσμικάς απολαύσεις και η χαρά της δι' αυτάς δεν έδωκε τόπον εις +λύπην διά του κ. Έδμον την στέρησιν. Εσκέφθη ακόμη ότι για να έχη +περισσότερα μέσα, έπρεπε να έχη την εύνοιαν της κ. Μπιρτόν, και +αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το επιτύχη αλλέως, παρά μόνον αν +έκλινε εις όλας τας απαιτήσεις εκείνης. + +Εισήλθε λοιπόν εις το δωμάτιον της κ. Μπιρτών προσποιουμένη ψυχής +συντριβήν με τα μάτια χαμηλωμένα και της λέγει ντροπαλά και +κόσμια: + + — Η μητέρα μου, κυρία, μου είπε την απόφασή σας για μένα. Είμαι +πρόθυμη να υπακούσω αμέσως και πιστεύω να με αξιώσετε την +συγγνώμην σας για την ασύνετη συμπεριφορά μου. Αλλά πιστέψατέ με, +κ. Μπιρτών, ότι μόνον κουφότητα έδειξα εις την περίστασιν αυτήν +και τίποτε περισσότερον. Ποτέ δεν ελησμόνησα το καθήκον μου, ώστε +να γίνω ανάξια της ευνοίας σας, και να προδώσω την αρετήν, της +οποίας υπόδειγμα περιφανές έχω καθ' εκάστην ενώπιόν μου εσάς. + +Η κ. Μπιρτών, η οποία είχεν ήδη καταπραϋνθή από την άμεσον υπακοήν +της, τώρα εξιλεώθη ολότελα με την κολακείαν της. + +Εις ένα μήνα η Κίττη υπανδρεύθη τον κ. Φέμπικ. + +Η κ. Μπιρτών απεφάσισε να ταξιδεύση εις Έδιμπουργκ. Έτσι ευσχήμως +απέπεμψε και τον κ. Πρίορ. + +Αν τα πράγματα ήσαν όπως προ έξ μηνών, ο κ. Πρίορ θα ησθάνετο +ανακούφισιν φεύγων από τον πύργον. Αλλά τώρα άφινεν εκεί την +Μαλβίνα, πράγμα που του εστοίχιζε πολύ. Όμως εκράτησε τη θέση του +και τόσο μόνον έμεινε, όσο να μαζεύση τα πράγματά του. Εζήτησε δε +την άδειαν από την Μαλβίναν ν' αναβή και να την αποχαιρετίση. + +Η Μαλβίνα τον εδέχθη χωρίς δισταγμόν. Τον επαρηγόρησε θλιβόμενον +που την απεχωρίζετο. Εκείνος της εζήτησε την χάριν να του γράφη, +αυτή του το υπεσχέθη ανεπιφύλαχτα, διά να κάμη ευτυχή ένα θνητόν, +ο οποίος τόσον της εστάθη παρήγορος και τίποτε δεν της εζητούσε +περισσότερον από αγνήν φιλίαν. + +Ο κ. Φέμπικ ήτο μικρέμπορος του Έδιμπουργκ, ως σαράντα ετών, +μελαχρινός, κοντός και παχύς, σκυθρωπός μέσα στο δικό του σπίτι, +και εύθυμος στα σπίτια των άλλων, πτωχός εις ιδέες, πλούσιος εις +μνημονικό, αστείος χωρίς χάρη, κόλακας εις όλους και φίλος +κανενός. Νυμφευόμενος την Κίττη, δεν εξέτασε τίποτε άλλο σχετικό +με τη γυναίκα του, ούτε αν θα ζήση ευτυχής μαζί της. Κοίταξε μόνον +ότι η κ. Μπιρτών ήταν φίλαυτη, πλούσια και άτεκνη. Επομένως με τον +γάμον αυτόν θα οικειώνετο μαζί της και καθώς εύκολα εκείνη +εκολακεύετο, ημπορούσε αυτός να έχη αναρίθμητες ωφέλειες. Διότι +συνησθάνετο εαυτόν ότι ήτο ικανός να ωφεληθή από τον τοιούτον της +κ. Μπιρτόν χαρακτήρα. + +Στα νιάτα της η κ. Μπιρτών είχε αυλήν ευφυών επαινετών, αλλά με +της ηλικίας και της καλλονής την πάροδον ένας ένας επέταξαν, σαν +τα χελιδόνια το φθινόπωρον, για άλλες ανθηρότερες καλλονές. Αυτή +όμως είχε συνηθίσει νακούη επαίνους και προτιμούσε να μυρίζεται +έστω και παχυλόν θυμίαμα τυχαίου ανδρός, παρά να στερήται ολότελα +αυτήν την ευχαρίστησιν. + +Έτσι λοιπόν ο κ. Φέμπικ επιτηδευόμενος ότι θεωρεί την γυναίκα του +νήπιο, την πενθερά του έπιπλο, τη Μαλβίνα αεροβατούσα και μόνην +άξια υπολήψεως την κ. Μπιρτών, ηυτύχησε να γίνη επιστήθιος φίλος +της. + +Αποπέμπουσα από τον πύργο τον κ. Πρίορ έτσι απότομα, το έκαμε όχι +μόνον από ζήλεια, γιατί εκείνος επροτιμούσε επιφύλαχτα την +Μαλβίναν, αλλά και από σατανικόν προϋπολογισμόν να κακοφημίση την +Μαλβίναν, ώστε ο κ. Έδμον και αν ακόμη ίδιος δεν επίστευσεν εις +τας κακοβούλους διαβάσεις, δεν θα ετόλμα όμως να δώση το όνομά του +εις μίαν κακοφημισμένην γυναίκα. + +Διέδοσε λοιπόν με τρόπον ότι αιτία της τοιαύτης αιφνηδίας +αποπομπής ήτον η ασύγγνωστος οικειότης με την Μαλβίναν, και ότι +ήτο μυστήριον μέχρι τίνος σημείου σχέσεων προέβησαν. + +Τας τοιαύτας δε καταλαλιάς ενεπιστεύετο ως μυστηριώδεις +ανακαλύψεις της προς δύο γύναια, την γνωστήν κ. Μέλμορ και την +θαλαμηπόλον της Τάπαν, έτσι δε επανελαμβάνετο εμπιστευτικώς από +αυτάς εις άλλας ομοίας των σκοτεινή κορκουσουριά κατά της +υπολήψεως της αμέμπτου εκείνης νέας γυναικός. + +Διά να πάνε γρηγορώτερα και σταυτιά του κ. Σέυμουρ προαπέστειλε +στο Έδιμπουργκ την Τάπα και την κ. Μέλμορ τάχα διά να ετοιμάσουν +κατάλυμα, αφού τας καθωδήγησε πώς να τα εκθέσουν στον κ. Έδμον. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'. + +ΝΕΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ + + + +Κατά τας αρχάς Απριλίου η Μαλβίνα μετέβαινε λοιπόν ως ακόλουθος +της κ. Μπιρτών εις πόλιν που δεν της ενδιέφερε, με ανθρώπους που +δεν τους αγαπούσε, για να ξαναδή εκείνον που τον εφοβείτο. Και +όμως γιαυτόν και μόνον πήγαινε. + +Κανείς δεν την εβίασε να κάμη το ταξίδι εκείνο. Εν τούτοις αυτή +αιτιολογούσε τον εαυτόν της ότι πάγει να λάβη εμπειρικάς +αποδείξεις, ότι εκείνος δεν της αξίζει. Διότι εκεί θα είχε όλα τα +μέσα να δείξη τις ερωτοτροπίες του πρόθυμα σε κάθε γυναίκα, ενώ +συγχρόνως θα ιδή με τα μάτια της τον γάμον του με τη λαίδη +Σούμεριλ, κέτσι δεν θα έχη πια να φοβηθή τίποτε από αυτόν τον +κύριον. + +Όταν η καρδιά ζητή πρόφαση για να γελάση τον εαυτό της, η φαντασία +είνε πρόθυμη να της εύρη μίαν, που να είναι μάλιστα πολύ +ομοιαλήθης. + +Έτσι η Μαλβίνα με καλήν συνείδησιν και με κρυφήν λαχτάραν +απεφάσισε να ακολουθήση την εξαδέλφην της. + +Την τρίτην ημέραν της οδοιπορίας η κ. Μπιρτών προείπε εις τους +συνταξιδιώτας της, ότι το βράδι μελετά να καταλύση στον πύργο της +κ. Κλάρας, που ευρίσκετο επάνω στον δρόμον τους. + + — Εγνώρισα, είπεν, άλλοτε την περί ης ο λόγος κυρίαν στο +Έδιμπουργ. Ήταν νιόνυφη. Ο άντρας της αξιόλογος. Η εμφάνισίς της +εις τας συναθροίσεις των σαλονιών έκαμνεν εντύπωση. Ωστόσο χήρεψε +νωρίς και ήρθε να μείνη στην εξοχή με τον πατέρα της, +αποτραβηγμένη από τον κόσμο. Εν τούτοις λέγουν πώς το κάνει για +επίδειξη. Και θάχουν δίκιο, γιατί να κεγώ είμαι αποτραβηγμένη, +επειδή όμως είμαι απλή και ανεπιτήδευτη, κανείς ποτε δεν εστοχάσθη +να μου προσάψη τέτοια μομφή. + +Η Μαλβίνα έμεινε αδιάφορη σόλην αυτή την προκλητική κάπως ομιλία +της κ. Μπιρτών. + +Το βράδυ έφθασαν στον πύργο. Η κ. Κλάρα τας υπεδέχθη με πολλήν +προσήνειαν. + +Ήταν ακόμη νέα απλή στους τρόπους, ζωηρά και ανεπιτήδευτη στην +ομιλία της. Εντροπαλή εις το εξωτερικόν της, αλλά και μεγαλόφρων, +για τούτο δεν μπορούσε να κρύψη την αντιπάθεια της προς την +επιδεικτικήν κ. Μπιρτών και την ψυχρότητά της προς την ελαφράν κ. +Φέμπικ. + +Ησθάνθη απεναντίας κλίσιν προς την Μαλβίναν και την επεδείκνυε +ανεπιφύλακτα. Αλλά και της Μαλβίνας η ψυχή ανταποδίδουσα τα ίσα, +εφάνη λίαν ευδιάθετη να την αγαπήση. + +Την άλλη μέρα πρωί πρωί συναντηθήκανε στα σαλόνι. Εφάνησαν +ευχαριστημένες εξίσου. Επήγαν εις τον κήπον. Περιπατούσαι κάτω από +δένδρα νεοθαλή, συνωμιλούσαν με τόσην οικειότητα, σα να +εγνωρίζουντο από καιρό. + +Η κ. Κλάρα τόσο πολύ εθέλχθη από την ομιλία της Μαλβίνας, ώστε +εξέχασεν ότι είχε ξενιζομένους. + +Η Μαλβίνα ενθύμισεν εις την νέαν φίλην της, ότι η κ. Μπιρτών θα +την επερίμενε και θα απορούσε ίσως διά την απουσίαν της. + +Επήγαν λοιπόν εις το σπίτι και ηύραν όλους συνηγμένους εις το +σαλόνι. + +Η κ. Κλάρα εζήτησε συγγνώμην. + +Η κ. Μπιρτών της είπε πικρόχολα, ότι η κ. Σορκή έκρινε καλόν να +την πάρη ιδιαιτέρως, για να την απολαύη μόνη της. + + — Αλήθεια, είπε η κ. Κλάρα. Αλλά και πάλιν αυτή εφρόντισε να με +ανακαλέση εις το προς εσάς καθήκον μου. Τόσον πολύ εθέλχθην από +την συναναστροφήν της, ώστε προς στιγμήν ελησμόνησα τα χρέη της +ξενίας, αλλά θα με συγχωρήσετε πιστεύω σεις, αι οποίαι καθ' +εκάστην απολαύετε τας γοητείας των χαρίτων της. + +Ο θερμός αυτός έπαινος δυσηρέστησε την κ. Μπιρτών. Ο κύριος και η +κυρία Φέμπικ προσέχοντες εκ προμελέτης να φαίνωνται ευάρεστοι +πάντοτε εις την κ. Μπιρτών την εμιμήθησαν, ώστε η συναναστροφή +έγινε ψυχρά. + +Η κ. Μπιρτών συνηθισμένη νακούη μόνον αυτήν να επαινούν, +εστενοχωρήθη εις το περιβάλλον εκείνο και απεφάσισε ναναχωρήση την +επαύριον. + +Η κ. Κλάρα ελυπήθη ειλικρινώς διά τούτο, μόνον διότι θα εστερείτο +την συναναστροφήν της Μαλβίνας, και προσεπάθησε να πείση την κ. +Μπιρτών ν' αναβάλη επί τινας έτι ημέρας την αναχώρησίν των. Αλλ' +αυτή επέμενε προφασιζομένη ότι επεθύμει να επιταχύνη τον γάμον της +λαίδης Σούμεριλ. + + — Α, ο σερ Έδμον Σέυμουρ λοιπόν νυμφεύεται την λαίδη Σούμεριλ; +ηρώτησε με ενδιαφέρον η κ. Κλάρα, ενώ ζωηρότατον ερύθημα διεχύθη +εις τα μάγουλά της. + + — Τον γνωρίζετε, κυρία; ηρώτησε έκπληκτη η κ. Μπιρτών. + + — Ναι τους εγνώρισα και τους δυο στο Έδιμπουργκ. Και δεν επίστεψα +τότε πως ημπορούν να συμφωνήσουν ως σύζυγοι. Κατόπιν . . . αι, +άλλαξα γνώμην. Και να τώρα, η είδησις που ακούω φαίνεται σύμφωνη +με την κατοπινήν γνώμην μου. + + — Και γιατί να μη συμφωνήσουν; Και οι δύο είναι νέοι εράσμιοι, +πλούσιοι και κατάγονται από τας πλέον ευγενείς οικογενείας της +Σκωτίας, είπε με υπεροψίαν η κ. Μπιρτών. + + — Α, βέβαια. Αυτά είναι στοιχεία υπεραρκετά, διά να αποβή ευτυχές +έν συνοικέσιον, είπε με ειρωνείαν αδιόρατον η κ. Κλάρα. + + — Εμένα μάλιστα μου φαίνονται ο ένας πλασμένος διά τον άλλον, +επρόσθεσε με πείσμα η κ. Μπιρτών. + + — Αφού ο κόσμος το ευρίσκει τόσον ευάρμοστον το συνοικέσιον +τούτο, πώς ημπορεί να μην τα θεωρή οιοσδήποτε έτερος. + +Η κ. Μπιρτών ενόησε το δάγκαμα, όπου ο κόσμος υπενόει αυτήν και +οιοσδήποτε έτερος υπενόει τον ανεψιόν της. (ο οποίος δεν έκρινε +όπως αυτή το περί ού ο λόγος συνοικέσιον, καθώς γνωρίζομεν). Δεν +εξηκολούθησε λοιπόν διά να μη δεχθή και άλλα όμοια. + +Εις την Μαλβίναν τα λόγια αυτά επροξένησαν κατάπληξιν. Ήθελε να +ευρεθή ιδιαιτέρως με την κ. Κλάραν και να φέρη με τρόπον την +συνομιλίαν εις αυτήν την υπόθεσιν· έπειτα πάλιν εσκέφθη: Και τι +μενδιαφέρουν όλ αυτά; μήπως τάχα δεν τον ξαίρω τι είναι; + +Ωστόσο, αν και τα έλεγεν αυτά, δεν έλειψε να καιροφυλακτή, ίσως +εύρη μονάχην την κ. Κλάραν. Αλλά η αδιάκριτη κ. Φέμπικ δεν τις +άφισε από κοντά όλη τη μέρα. + +Την επιούσαν, μόλις εξημέρωσε, η Μαλβίνα ευρέθηκε στο παράθυρο. Σε +λίγο κατέβηκε στην αίθουσα, αλλά κανένα δεν ηύρε, εκτός των +υπηρετών που κατεγίνοντο να ευπρεπίσουν την αίθουσαν. + +Επήγε τότε εις τον κήπον και περιπατούσε με προφανή ανυπομονησίαν. + +Σε λίγο ήλθε και η κ. Κλάρα. + + — Έμαθα, της είπε, ότι σήμερα σηκωθήκατε πολύ νωρίς. Η λαχτάρα δε +με την οποίαν είδα τώρα ότι με προϋπαντήσατε καθώς και τα χθεσινά +βλέμματά σας τα πλήρη προς εμένα πόθου, με κάνουν να υποθέτω ότι +κάτι σπουδαίο έχετε να μου ανακοινώσετε, ή και να μερωτήσετε. Δεν +είν' έτσι; + +Ψυχρό νερό χύθηκε στη ζέση της Μαλβίνας. + +Άμα ερωτούσε τώρα σχετικόν τι με όσα επιθυμούσε να μάθη, θα έδιδεν +αμέσως υπονοίας, ότι ενδιεφέρετο ιδιαιτέρως διά τον κ. Σέυμουρ, +πράγμα το οποίον άλλως τε επάθαινε και η ίδια κ. Κλάρα, ως ήτο +εύκολον να εννοήση αυτή εκ των ήδη διαμειφθέντων χθες. + +Έκλεισε λοιπόν την περιέργεια μέσα στην ψυχή της και προσεπάθησε +να φανή αδιάφορος, αιτιολόγησε δε την συμπεριφοράν της ως +προερχομένην εκ της συμπαθείας, την οποίαν ησθάνετο ότι διήγειρεν +εις την ψυχήν της η νέα φίλη της. + +Μετ' ολίγον όμως ήλθε κοντά τους η νεαρά κ. Φέμπικ και εξέφρασε +την μεγάλην επιθυμίαν που είχε, να φθάσουν μίαν ώραν αρχύτερα στο +Έδιμπουργ. + + — Βέβαια, της είπε, ο γάμος του κ. Σέυμουρ θα αναστατώση κόσμον +εκεί. Χοροί, θεάματα, εορταί, και σ' όλα αυτά βέβαια εσείς καθόλου +δεν θα είστε από τα δευτερεύοντα στολίδια. Ποιος τη χάρη σας! + + — Ναι ναι έτσι ελπίζω κεγώ, απεκρίθη με προπέτειαν, και τότε θα +ευχαριστηθώ, όταν αμαυρώσω τας ωραίας του Έδιμπουργ και μάλιστα +την απεχθή εκείνην λαίδην Σούμεριλ. + + — Γιατί την εχθρεύεσθε; διότι κατώρθωσε να ελκύση τον σερ Έδμον +Σέυμουρ; + + — Όχι δα, τέτοια καύχηση δεν θα μπορή να κάνη μπροστά μου. Μάλλον +τα πλούτη της έλκυσαν τον κ. Έδμον Σέυμουρ. + + — Δεν το πιστεύω, είπε με ζέσιν, την οποίαν ματαίως προσεπάθει να +κρύψη η Μαλβίνα. Τουλάχιστον ανάμεσα στις κακές συνήθειες που +προσάπτουν στον κ. Σέυμουρ, ποτέ δεν άκουσα και την φιλοχρηματία. +Το εναντίον είναι μεγαλόφρων και ελευθέριος όσο δεν γίνεται. + + — Τον γνωρίζετε λοιπόν; ερώτησεν η κ. Κλάρα, χωρίς να μπορέση να +κρύψη κάποιαν ταραχήν. + + — Αμφιβάλλετε; είπε ειρωνικώς η κ. Φέμπικ. Αλλά καθώς εκείνος μου +διεβεβαίωσε, δεν ίσχυσαν να τον ελκύσουν σπουδαία οι χάρες της +κυρίας. Μόνο παίζοντας πάντοτε της έκαμνε τα γλυκά μάτια. + +Η κ. Κλάρα έκαμε πώς δεν επρόσεξε της Μαλβίνας την ταραχήν και +είπε: + + — Εγώ τουλάχιστον είμαι βεβαία ότι ποτέ δεν της μίλησε ελαφρά. Ο +σερ Έδμον έχει το γνώθι σαυτόν και είναι των αδυνάτων να λάβη +θάρρος κοντά στην κ. Σορκή. Καταλαβαίνει ότι, και όλων των +γυναικών του κόσμου εραστής αν γίνη τις, όμως ποτέ δεν θα +κατορθώση, να γίνη και της κ. Σορκή. + +Από κείνη τη στιγμή η Κλάρα έπεσε σε συλλογή. Έβλεπε με πόνο ψυχής +την Μαλβίνα. Ήθελε να της πη: Αχ άνοιξε σεμένα την καρδιά σου, +δυστυχισμένη μου! + +Μετά το πρόγευμα ταμάξια ωδηγήθησαν εις την αυλήν. Η κ. Μπιρτών +έδωκε το σύνθημα της αναχωρήσεως. Όλοι άρχισαν να ετοιμάζωνται. + +Η κ. Κλάρα ηύρε μια στιγμή καιρό. Επλησίασε τη Μαλβίνα. την +αγκάλιασε και της είπε: + + — Πολύ πικραίνομαι, που δεν ηύρα καιρό να σας ομιλήσω. Αχ και να +ήταν δυνατόν να μένατε εδώ μαζί μου. Θα επροφυλάττεσθε από +κινδύνους, που δεν τους προβλέπετε ίσως. + +Η Μαλβίνα εννόησε ότι η νέα φίλη εμάντευσε το πάθος της. + + — Ευχαριστώ, αγαπητή μου, είπε. Αλλά τώρα αίφνης να το αποφασίσω, +θα φανή καταπληκτικόν . . + + — Αν το φέρη τουλάχιστον η περίστασις ναναχωρήσετε πριν από την +κ. Μπιρτών από το Έδιμπουργκ, μη με λησμονήσετε· ελάτε να την +περιμένετε εδώ σεμένα. + +Η Μαλβίνα το υπεσχέθη ευχαριστούσα ευγνωμόνως. Η δε κ. Κλάρα +επρόσθεσε: + + — Μην αναφέρετε τίποτε καθόλου για μένα εις τον κ. Έδμον, σας το +ικετεύω. + +Η Μαλβίνα υπεσχέθη και τούτο, αλλά της εφάνησαν πολύ παράξενα όλα +αυτά. Ενώ δε εδίσταζε, αν πρέπει να ζητήση λεπτομερείας, η κ. +Μπιρτών έσπευσε να τραβήξη από το χέρι την κ. Κλάραν, διά να της +αφίση υγείαν, εις δε την Μαλβίναν είπεν ότι άργησαν εξ αιτίας της. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'. + +ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ + + + +Εκείνο το βράδι αργά έφθασαν στο Έδιμπουργκ. + +Την άλλη μέρα τα πρωί η κ. Μπιρτών εβγήκε δι' υποθέσεις της. +Επίσης εβγήκε και η Κίττη για να ψωνίση. + +Η Μαλβίνα λοιπόν έμεινε μόνη. Καμμίαν διάθεσιν δεν είχε να εξέλθη. + +Κατέβη εις το κοινόν εντευκτήριον να ζητήση μερικά βιβλία. Εκεί +έξαφνα ήκουσε την φωνήν του κ. Έδμον που ρωτούσε την Τάπαν πότε +ήρθαν οι κυρίες της και αν είχαν καιρόν να τας ιδή. + + — Η κυρία μου και η κ. Φέμπικ είναι έξω. Μόνον η κ. Σορκή είν' +εδώ, θέλετε να . . . + + — Όχι, δεν είν' ανάγκη τώρα, έρχομαι άλλοτε. + +Η Μαλβίνα, αν και δεν ήθελε να συναντηθή με τον Έδμον, εν τούτοις +κατεπικράνθη, όταν άκουσε ότι δεν θέλει να την ιδή, ενώ ήταν μόνη +και τόσο κοντά του. Ντράπηκε, γιατί έλπισε σέναν άστατο και +γέμισαν τα μάτια της δάκρυα. + + — Αι, κ. Έδμον, είπε με υπερηφάνειαν, να που σεμένα δεν τα +κατάφερες, γιατί εμένα δεν με δελέασες όπως την Κίττη ή και κάθε +άλλη. Τώρα λοιπόν χαίρομαι, διότι θα θεραπευθώ. + +Μετ' ολίγον εισήλθεν η κ. Μπιρτών ακολουθουμένη από κομψόν τινά +νέον, υπεροπτικόν κάπως, ο οποίος άμα είδε την Μαλβίναν, έμεινε +εμβρόντητος. Την προσηγόρευσε μετά σεβασμού και είπε αποτείνων τον +λόγον εις την κ. Μπιρτών. + + — Η κυρία βέβαια θα είναι η ερασμία συγγενίς σας, η αδελφή μου θα +χαρή πολύ να την γνωρίση. + + — Θα είναι βέβαια και διά την αξαδέλφην μου ευτύχημα να γνωρίση +την ερασμίαν αδελφήν σας, υπέλαβεν η κ. Μπιρτών και ητένισε την +Μαλβίναν περιμένουσα να βεβαιώση τους λόγους της, αλλ' εκείνη +έμεινεν αδιάφορη. Η κ. Μπιρτόν επρόσθεσε. + + — Η ευγενεία του είναι ο μιλόρδος δουξ Στάνοπ, αδελφός της λαίδης +Σούμερολ, και το θεωρώ τιμήν μου, ότι μεσολαβώ να σας γνωρίσω. + +Η Μαλβίνα έκλινε αξιοπρεπώς την κεφαλήν προς δείγμα ευχαριστήσεως. + + — Ελπίζω ότι η κυρία θα κοσμήση την εορτήν, που ετοιμάζεται εις +του θείου μου, είπεν ο λόρδος, κεπειδή προβλέπω ότι θα γεννηθή +άμιλλα, ποιος να πρωτοχορέψη μαζί της, την αγκαζάρω από τώρα και +την παρακαλώ να δεχθή το αγκαζέ μου, ώστε να γίνω επίφθονος εκείνη +τη μέρα και να μην είναι άλλος σαν εμένα. + + — Σας ζητώ συγγνώμη, μιλόρδε. Μελετώ να μην παρευρεθώ σε καμιά +εορτή. Σας ευχαριστώ εν τούτοις για την ευγενή σας προτίμησιν. + +Έπειτα αμέσως απεχαιρέτισε και εβγήκε. + + — Πόσο είναι παράξενη αυτή η γυναίκα! εφώναξε η κ. Μπιρτών. + + — Παράξενη ίσως, είπε ο λόρδος, μα θαυμασίως χαριτωμένη. Δι' +όνομα του Θεού πρέπει να την καταφέρετε χωρίς άλλο νάρθη στου +θείου μου . . . Να μη σώσω, αν καμία άλλη γυναίκα ως τώρα μου έχει +κάνει τέτοιαν εντύπωσι — κέχω δα γνωρίσει του κόσμου τις γυναίκες. + + — Πολύ τιμάτε την εξαδέρφη μου. Είναι όμως καθώς βλέπετε +αγριογυναίκα. + + — Τόσο το καλύτερο, την διέκοψε ο λόρδος γελών, τίποτε δεν +υπάρχει πιο θελκτικό από τα άγρια αυτά κάλλη, όταν κανείς φθάση να +τα ημερέψη. + + — Προσέχετε, μιλόρδε, η νέα αυτή δεν είναι από κείνες που +ξαίρετε. Δεν είναι ευκόλως εξημερώσιμη. + + — Όχι δα! + + — Αυτά που σας λέω. + + — Θα δούμε. + +Έπειτα είναι συγγενίς μου και δεν επιτρέπω καμμίαν όχι έντιμον +απόπειραν. + + — Έννοια σας . . . Εγώ είμαι λεύτερος το ξαίρετε. Ποιος μπορεί να +μαντεύση το μέλλον; Ίσως είναι γραφτό να διπλοσυμπεθερέψωμε. + + — Μακάρι, είπε με προφανή ευχαρίστησιν η κ. Μπιρτών. + + — Ωστόσο σπεύσατε να την συναντήσετε. Πρέπει να έχη δώσει +υπόσχεσιν, πριν φύγω από το σπίτι σας. + +Η κ Μπιρτών κολακευομένη από την ελπίδα ότι η γενεά της έμελλε να +λαμπρυνθή περισσότερον, έτρεξε προς την Μαλβίνα. + + — Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρνηθήτε την πρόσκληση. Πρέπει ναρθήτε +στου λόρδου Στάφφορδ. + +Η Μαλβίνα αντεστάθη με όλα της τα δυνατά. + + — Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρθώ. + + — Έχετε λοιπόν οριστική απόφαση να μου χαλάσετε την καρδιά, ως +φαίνεται. Και συμπλέκουσα τα χέρια εις σχήμα απελπισμού: +Δυστύχημα! εφώναξε, να μην μπορεί κανείς να πείση μερικούς +ανθρώπους, για κάτι πράγματα πολύ πολύ χρειαζούμενα . . . + +Η Μαλβίνα έμεινε σιωπηλή. + +Η κ. Μπιρτών κατέφυγεν εις τας παρακλήσεις. Η Μαλβίνα σκεφθείσα +ωριμότερον, εστοχάσθη, ότι δεν έπρεπε να εντείνη περισσότερο το +σχοινί. + +Μόνον επειδή η εορτή θα εγίνετο μετά οκτώ ημέρας, εζήτησε να τας +περάση χωρίς να φανή εις καμίαν συνάθροισιν. Έτσι ήθελε ναποδείξη +στον σερ Έδμον, ότι καθόλου δα δεν εζητούσε ευκαιρίαν να τον ιδή, +μια που εκείνος της εφέρθη πρώτος τόσον εφεκτικώς. + +Ωστόσο η απομόνωσις εντός των πόλεων δεν ομοιάζει την απομόνωσιν +της εξοχής. Οι ώρες δεν επερνούσαν γρήγορα. Οι συνηθισμένες της +ασχολίες έχασαν τα πρώην θέλγητρά των και οι κρότοι, που εγίνοντο +πέριξ, της έφερναν ακατάπαστον περισπασμόν. Συχνά άκουε του κ. +Έδμον τα βήματα που έκαμναν την καρδιά της να σκιρτά και χωρίς να +θέλη. Εν τούτοις απέφευγε με προσοχή μεγάλη να τον συναντήση, αν +και θα έδιδε τη ζωή της να μάθη, γιατί εκείνος την αποφεύγει, +κιακόμη να μάθη, αν ρώτησε τουλάχιστον περί αυτής. + +Η κ. Μπιρτών και η νεαρά Φέμπικ ποτέ δεν της έκαμαν τον ελάχιστον +περί αυτού λόγον. Έτσι ενθυμείτο τη συντροφιά του κ. Πρίορ, που +τόσα πάντοτε της έλεγε για τον Έδμον και τα κατ' αυτόν. + +Η εορτή επλησίαζε. Η Μαλβίνα είχε απόφαση σταθερή να μη συναντηθή +με τον κ. Έδμον. Ωστόσο μια μέρα που ήτο στην αίθουσα κιαυτός, +αίφνης την επροσκάλεσαν να υπάγη να διαλέξη καπέλλο για την εορτή, +που τα είχε φέρει μια καπελλού επί τούτο κατά παραγγελίαν της κ. +Μπιρτών. + +Ενώ έμβαινε ολίγον ταραγμένη, διότι θα τον συνήντα, προ της +εισόδου, βλέπει μια γυναίκα του λαού να κλαυθμυρίζη. + + — Τι τρέχει; την ερωτά με την συνηθισμένη της συμπάθειαν. + +Η γυναίκα βλέπουσα έξαφνα ευμένειαν από κει που δεν επερίμενε, την +επλησίασε και της διηγήθη, ότι ήρθε να παρακαλέση την κ. Μπιρτών +να μεσιτεύση στον λόρδον Στάνοπ, για να μην την διώξουν από το +σπίτι που εκάθητο, κτήμα του λόρδου κοντά εις την αγοράν, που αυτή +εκεί μπορούσε να εργάζεται και να κερδίζη τα της ζωής της. Ωστόσο +την έδιωξαν όλοι σαν το σκυλί και η κ. Μπιρτών της είπε, πως έχει +να βοηθήση δικούς της ανθρώπους. + +Η Μαλβίνα έχουσα υπ' όψιν τον κ. Έδμον, την ερώτησε. + + — Όλοι εξίσου σε διώξανε; + + — Όχι όλοι ενώ μέβγαζεν έξω ο υπηρέτης, ένας νέος λόρδος — νάχη +του Θεού την ευχή — μούβαλε τούτα κρυφά στο χέρι μου, (κέδειξε +χαρτονόμισμα δέκα λιρών) κιακόμα με ρώτησε πού κάθομαι. + +Η Μαλβίνα ησθάνθη αμέσως ανακούφισιν. + + — Κεγώ θα μιλήσω του λόρδου Στάνοπ, είπε, μένε ήσυχη. + +Η Μουδ — έτσι την έλεγαν τη γραία — έσκυψε να φιλήση της Μαλβίνας +το χέρι την ώρα ακριβώς που έβγαινε ο κ. Έδμον. Ξυπάσθηκε που την +συνήντησε έτσι έξαφνα. Ωστόσο την εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής +και προσπέρασε. + +Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη για τον τρόπο του. Η καρδιά της +σπαράχτηκε· επίτηδες εβγήκε βέβαια, διότι ήταν να έμβη αυτή. Η +αδιαφορία ήτο προσποιητή λοιπόν. Τι ήθελε τάχα να της δείξη; +Κατηγορούσε τον εαυτό της, που έστω και μερικές στιγμές τον έκαμε +να χαρή. Τώρα θα γελούσε βέβαια εκείνος, γιατί τον είχε πιστεύσει, +και της φέρνεται τώρα έτσι, διά να της βγάλη κάθε ελπίδα, που +μπορούσε να συλλάβη. Νά λοιπόν και αυτήν την τόσον ακατάδεχτην, +όπου την κατέκτησε ο πλάνος εκείνος. Και ησθάνετο ψυχικούς πόνους +νομίζουσα ότι επληγώθη η περηφάνεια της. + + — Από τους συλλογισμούς αυτούς την έβγαλεν ο κ. Φέμπικ, ο οποίος +έσκυψε έξω κωμικά τα κεφάλι και βλέπων την Μαλβίνα να της φιλή τα +χέρια η Μουδ έστρεψε και είπε προς τας εντός της αιθούσης. + + — Η κ. Σορκή, κυρίες μου, προτιμά την συναναστροφήν των, λ α δ ι +κ ώ ν καταγίνεται με την κλαψόγρια εκείνη, κεσείς την περιμένετε +να διαλέξη καπέλλο! + +Η Μαλβίνα εντοσούτω εμβήκε στην αίθουσα. + + — Η εξαδέλφη μου, είπε ειρωνικώς η κ. Μπιρτών, βρίσκει τέρψη με +την συναναστροφή τέτοιων υποκειμένων. + + — Κυρία μου, είπε η Μαλβίνα, χωρίς να αφαιρώ βέβαια την τέρψη από +την εκλεκτή σας ομήγυρη. + +Ο λόρδος Στάνοπ, που του έκαμε εντύπωση και η ωραία απάντηση και η +αργυρόηχη φωνή της, επενέβη αμέσως. + + — Πώς; η κ. Σορκή φροντίζει για τα αιτήματα της γραίας Μουδ; Αι +μα τότε αυτή η γριά δεν μπορούσε νάχη καλύτερο συνήγορο. Και +σκύπτων έξω της θύρας είπεν εις την γραίαν. Πήγαινε, κερά Μουδ· η +δουλειά σου είναι τελειωμένη. + +Η κ. Φέμπικ ζήλευσε: Ουφ! αυτός ο ανιαρός διάλογος· δεν θα παύση +λοιπόν! Και της φώναξε: + + — Ελάτε να δήτε τα κομψά αυτά πραματάκια! + +Η Μαλβίνα επλησίασε, έπιασε στα χέρια της ένα καπελλίνο το +παρετήρησε λίγο, έπειτα με την έμφυτη φιλοκαλία, που έχουν εις +τέτοια πράγματα οι Γαλλίδες, μεταχειριζομένη μερικές καρφίτσες του +έδωσε ένα τέτοιο σχήμα, τόσο αρμονικό, τόσο χαριτωμένο, ώστε η +Κίττη το ζήλεψε πάλιν. + + — Αναμφιβόλως, είπε αν φορέσετε αυτό το καπελλίνο, είναι το +κομψότερο απ' όσα θα φανούν αύριο στην αμαξάδα που θα κάνουμε. + + — Ποια αμαξάδα; ρώτησε αφελώς η Μαλβίνα. + + — Σκοπεύομε να περιέλθωμε αμαξηδόν την προκυμαία, για να δη η κ. +Φέμπικ τη θάλασσα, και ελπίζω να ταξιωθώ, κυρία μου, να έχω την +ωραία συντροφιά σας στο δικό μου όχημα, είπε ο λόρδος. + + — Ναι θάμαι κεγώ μαζί σας, επρόφθασε να προσθέση η Μπιρτών, για +να προλάβη κάθε ενδεχομένην άρνησίν της. + +H Μαλβίνα εδέχθη. Ο λόρδος Στάνοπ ήταν στις χαρές του. Η Κίττη +επλησίασε τη Μαλβίνα να χύση το φαρμάκι της. + + — Ξαίρετε γιατί θα πάτε με τα λόρδο Στάνοπ; γιατί ο κ. Έδμον +απήτησε να λάβω θέση στο δικό του όχημα, κοντά στη λαίδη Σούμεριλ +. . φοβούμενος μήπως τη δώσουν σε σας. + + — Πολύ φυσικά, είπε η Μαλβίνα κρατούσα την ψυχραιμίαν της. Για +πολλούς λόγους η δική σας η συναναστροφή ξαίρουμε πως του είναι +μάλλον ευάρεστη παρά η δική μου. + +Η κ. Φέμπικ δαγκάθηκε. + + — Και ποιοι είν' αυτοί οι λόγοι, κυρία μου; εγώ δεν φροντίζω να +του αρέσω, νά ποια φροντίζει, είπε παίρνοντας στα χέρια της το +καπελλίνο, που είχε σιάξει η Μαλβίνα. + +Εκείνη εμειδίασε για την ανεπιδέξια φράση της κ. Φέμπικ. + + — Μπα; αυτό ήταν όλο; είπε. Μα αν το προτιμάτε λοιπόν, καλή μου, +πάρτε το, ή αν θέλετε, δόστε μου να σας φιάξω το δικό σας, όπως +σας αρέσει. + + — Αχ τι καλή που είστε! είπε τότε με ειλικρίνειαν παιδικήν η +ελαφρά Κίττη. Με καθυποχρεώνετε. + +Η Μαλβίνα χαμογέλασε και πήρε να σιάξη το καπελλίνο. + +Ο λόρδος Στάνοπ παρατηρούσε τα επιδέξια κινήματα των χεριών της. + + — Μόνον οι Γαλλίδες δίνουνε χάρη σε ό,τι πιάσουν, είπε. + + — Και μόνον οι Άγγλοι εκπληρώνουν με ακρίβειαν ό,τι υπόσχονται, +απεκρίθη με γλυκό χαμόγελο η Μαλβίνα. + +Ο λόρδος εκατάλαβε τον υπαινιγμόν. Γεμάτος από χαρά έβγαλε αμέσως +το σημειωματάριόν του, έκοψε ένα φύλλο κέγραψε επάνω: + +«Ο Βίγγαμ να υπογράψη αμέσως συμβόλαια με την κερά - Μούδη διά το +σπίτι μου, που κάθεται ήδη αυτή, και το οποίον της ξανανοικιάζω. + + ΕΡΡΙΚΟΣ, δουξ του Στάνοπ» + + — Σας αρέσει; είπε, προσφέρων το έγγραφον. + + — Δεν πρόκειται για μένα, μιλόρδε, απεκρίθη κοκκινίζουσα. + + — Εγώ μα την πίστη μου μόνο για σας τόγραψα. + + — Μα κάνετε το καλό και αρνείστε ναπολαύσετε την ευχαρίστησή του; +Με μια σας λέξη ανακαλείτε στη ζωή και στην ευτυχία μια οικογένεια +και δεν χαίρεστε! + + — Πιστέψατέ με, κυρία, ότι ποτέ δεν έχω καταγίνει με τέτοια +πράματα εγώ, μα τώρα που μου τα συστήνετε εσείς με τόση χάρη, άμα +εύρω καιρό, θα προσπαθήσω να . . . αλλά πέσαμε με τα λόγια και +λησμόνησα πως με περιμένουν στο ιπποδρόμιο. Πώς; Δυο η ώρα και γω +ακόμα εδώ! ω Θεέ μου τι έχει λοιπόν απάνω της αυτή η γυναίκα . . . +Αναχωρώ . . . Να πάρη η ευχή . . Στο διάολο και τα ιπποδρόμια και +οι ίπποι . . να χάνη κανείς τέτοια εξαίρετη συντροφιά. Αύριο, +κυρία μου, αύριο. Χαίρετε. + +Έπιασε το χέρι της και το φίλησε με σεβασμό αληθινού ευγενούς. +Κέφυγε με βία. Αμέσως η Μαλβίνα βγήκε να δη αν η κερά - Μουδ ήταν +έξω ακόμη. Επειδή εκείνη είχε φύγει, έστειλε την Τομκίνα να της +φέρη το χαρτί του λόρδου, που την αποκατάστηνε και πάλιν, όπως ήτο +πριν, και καλύτερα. + +Όταν γύρισε η Τομκίνα της είπε ότι η κερά Μουδ και τα τέκνα της +την παρακαλούν να καταδεχθή να τους επισκεφθή και στο σπίτι τους. + +Το βράδι λοιπόν, όταν οι άλλες επήγαν εις το θέατρον, η Μαλβίνα +επήγε στης κεράς Μουδ. + + — Ω καλώς την ευεργέτιδά μας, εφώναξε με απλότητα η γραία. Καλώς +την, που μας καταδέχτηκε. Έτσι μας καταδέχτηκε προ ολίγου κεκείνος +ο νέος, ο καλοκάγαθος, ο Θεός να τον πολυετή. + + — Λέτε διά τον σερ Έδμον; ρώτησε η Μαλβίνα. + + — Δεν ξαίρω τόνομά του . . Ήρθε να μας ρωτήση σε τι μπορούσε να +μας φανή χρήσιμος, Έμεινε εκστατικός όταν του έδειξα τη σημείωση +του λόρδου Στάνοπ και με ρώτησε πώς κατώρθωσα και την απέσπασα. +Του είπα λοιπόν ότι χάρη στη μεσιτεία μιας κυρίας καθώς πρέπει, +από αυτές που ήλθαν μαζί με την κ. Μπιρτών. + + — Της κυρίας Σορκή βέβαια, μου είπε. Και προσέθεσε. Άμα θέλης +καμίαν χάρη, να καταφεύγης πάντοτε εις αυτήν. Και με μεγαλύτερον +ενθουσιασμόν εξηκολούθησε: Τέλος πάντων αυτή η γυναίκα έχει ό,τι +καλόν ή γενναίον, ό,τι εράσμιον ή υπέροχον, μένα λόγο ό,τι +ουράνιον υπάρχει στη γη. Και λέγοντας αυτά, είδα δάκρυα +ναναβλύζουν στα μάτια του. + +Τότε του είπα ότι σας περιμένω από στιγμή σε στιγμή. Αμέσως λοιπόν +έφυγε, χωρίς να μου δώση καιρόν να τον ευχαριστήσω. + +Η Μαλβίνα επροσπάθησε να φανή ψύχραιμη. Δεν ήξαιρε τι να σκεφθή +για όλα αυτά τα παράξενα καμώματα. Ούτε έκαμε άλλην ερώτησιν περί +αυτού προς την γριά - Μουδ. + +Την άλλη μέρα η Μαλβίνα από την κάμαρη της άκουσε κρότον αμαξών. +Επλησίασε στα παράθυρο και είδε δυο λαντώ του Στάνοπ και του Έδμον +να μπαίνουν μέσα στην αυλή. Σε λίγο την εκάλεσαν κάτω. + +Όταν κατέβηκε, είδε τον Έδμον να δίδη το μπράτσο του στην κ. +Φέμπικ. η οποία της είπε: + + — Εμείς πάμε να πάρουμε την λαίδη Σούμεριλ· εσάς σας περιμένει ο +λόρδος Στάνοπ, ξετρελαμένος από έρωτα. Μην τον αφίνετε τον καημένο +να περιμένη. + +Εν τω μεταξύ ο σερ Έδμον την εχαιρέτησε και της είπε περιπαθώς: + + — Και πώς μπορεί να μη ξετρελαθή κανείς με την κυρία! Ο λόρδος +Στάνοπ δεν μπορούσε βέβαια να κάνη εξαίρεση . . . + +Η Μαλβίνα χαιρέτησε και ανέβηκε στο λαντώ του λόρδου. + +Καθ' όλον τον γύρο που έκαμαν, ούτε τον Έδμον είδε πλέον, ούτε με +την λαίδη Σούμεριλ εγνωρίσθηκε. + +Απεναντίας θέλουσα να λησμονήση προς στιγμήν τον Έδμον, χωρίς +επιφυλάξεις έλαβε μέρος εις την συνδιάλεξιν και τόσον έθελξε τον +λόρδον, ώστε εκείνος έσκυψε και είπε στην κ. Μπιρτών χαμηλά. + + — Μέχει ξετρελάνει αλήθεια, κιάν πάη έτσι, θαποφασίσω να χάσω την +ελευθεριά μου. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'. + +Ο ΧΟΡΟΣ + + + +Η τόσον περιμενομένη ημέρα του χορού έφθασε τέλος. + +Η Μαλβίνα έβαλε όλα τα δυνατά της για να στολιστή όσο μπορούσε +καλύτερα. Κατέβηκε στης κ. Μπιρτών. + +Η Τάπα της είπεν ότι μέσα είναι πολλοί. Ο Έδμων δεν ήταν μέσα. +Μπήκε ατάραχη. + +Πολλοί άνδρες ήσαν γύρο από την κ. Μπιρτών, άλλοι τόσοι ήσαν κοντά +στην κ. Φέμπικ. Μόλις μπήκε η Μαλβίνα όλους τους κατέλαβε θάμβος. +Όλοι εγυρίσανε προς εκείνην. + +Φορούσε μεταξωτά· όχι με πολυτέλειαν, με φιλοκαλίαν· αυτό ήταν +όλο. Εκεί έγκειται του στολισμού το μυστικό. + +Η κ. Μπιρτών σηκώθηκε για να ξεκινήσουν. Ο λόρδος Στάνοπ έδωκε τον +βραχίονα στην Μαλβίναν και την έφερε στο αμάξι του. + +Στο δρόμο της ενθύμισε ότι είχε την υποχρέωση να χορεύση μαζί του. + + — Δεν ξαίρω τους χορούς σας, επροφασίσθη η Μαλβίνα. + +Ο λόρδος δεν απήντησε αφίνοντας τα μέλλον στην εξέλιξη της τύχης. + +Εμβήκαν εις την αίθουσαν. Η κ. Μπιρτών πήγε να καθίση κοντά στη +Λαίδη Σούμεριλ. Της εσύστησε την Μαλβίνα. + +Η λ. Σούμεριλ ήτο σχεδόν εικοσαέτις, ξανθή, λευκή, ωραία, μα η +ομορφιά της ήταν άψυχη, Η Μαλβίνα της έκαμεν εντύπωσιν και την +παρετήρησε με προσοχήν επιδεικτικήν, της έπιασε τα χέρι και την +εκομπλιμεντάρισε. Κατόπιν όμως όλη τη βραδιά ούτε μια λέξη δεν της +είπε. + +Η Μαλβίνα ευρισκομένη μεταξύ ανθρώπων αγνώστων όλως εστενοχωρείτο. +Ο λόρδος Στάνοπ το καταλάβαινε και κατεγίνετο να της προσφέρη +φιλοφρονήσεις μετ' ευπρεπείας πάντοτε. Εκείνη μόλις τας επρόσεχε. +Απεφάσισε να της διηγήται αστεία ανέκδοτα για τον καθένα που +περνούσε από εμπρός των. Η Μαλβίνα για να μη φαίνεται αγροίκος του +χαμογελούσε πότε - πότε. Επιθυμούσε να τραβηχθή. Ήλθε στην αίθουσα +ο κ. Έδμον. Αι διαθέσεις άλλαξαν. Πλησίασε ο Έδμον την λαίδην +Σούμεριλ και της ωμίλησε κάτι χαμηλά, εκείνη εχάρηκε. Γύρισε ο +Έδμον να χαιρετήση την κ. Μπιρτών είδε την Μαλβίνα, ήταν τόσον +όμορφα ενδυμένη έλαμπε το πρόσωπό της, έκαιε το βλέμμα της, έφεγγε +το παράστημά της. Δεν βάσταξε. Με την συνήθη περιπάθειαν την αφελή +εκείνην της είπε να δεχθή να χορέψουν μαζί. Η Μαλβίνα απόρησε και +του απεκρίθη ψυχρώς, ότι αν αποφάσιζε να χορέψη, δεν μπορούσε να +δεχθή το αγκαζέ του, διότι άλλος πρωτύτερα την είχε αγκαζάρει. + + — Και ποιος είν' αυτός ο ευτυχής θνητός: Η Μαλβίνα εδίσταζε να +απαντήση. + + — Ο λόρδος Στάνοπ, απεκρίθη η κ. Μπιρτών. + + — Αλλά μετά τα σουπέ αρχίζουν οι γαλλικοί χοροί, οι οποίοι είνε +άστατοι ως παν γαλλικόν και συγχωρούν ναλλάξετε καβαλλιέρο. +Μπορούμε άραγε να ελπίσουμε, ότι θα μας παραχωρήσετε τα δευτερεία; + +Η Μαλβίνα τον ελυπήθη. Συγκατένευσε διά τον πρώτον γαλλικόν χορόν. +Εκείνος απεμακρύνθη όλος χαρά. + +Όταν είχε φύγει από τον πύργο της κ. Μπιρτών, αμφέβαλλε διά τον +έρωτά της, δεν αμφέβαλλε όμως καθόλου διά την αρετήν της. +Επιθυμούσε να την ξαναδή. Οι άλλες γυναίκες του εφαίνοντο άψυχα +πράγματα, δεν ωμιλούσε πλέον με χάριν και αγχίνοιαν ως άλλοτε. Οι +φίλοι του απορούσαν για την μεταβολή του, την απέδιδαν εις την +διαμονήν του εις τα άγρια όρη του Μπρήντελβεν. Τον ελυπούντο και +τον εσπλαχνίζοντο, ενώ αυτός ήτο τόσον ευτυχής. + +Ο Έδμον αγαπούσε. Αγαπούσε αληθινά. Και δεν εύρισκε πλέον τίποτε +άξιον διά την καρδιά του, που εκεί εβασίλευεν η Μαλβίνα. Όποιαν +έβλεπε προσπαθούσε να ανακαλύψη εις αυτήν ομοιότητας προς την +Μαλβίναν. Κάθε χάρη, κάθε καλλονή, του υπενθύμιζεν εκείνην. Όταν +ήλθον εις Έδιμπουργκ η κ. Μέλμορ με την Τάπαν, έσπευσε να ζητήση +πληροφορίας. + +Η κ. Μέλμορ του ωμίλησε διά την άτακτη διαγωγή της κ. Σορκή. + + — Τι είπες; εκραύγασεν ο Έδμον, σαν να τον εδάγκασεν έχιδνα, η κ. +Σοκρή . . .! + + — Θεέ μου, απήντησεν με αφέλειαν προσποιητήν η κ. Μέλμορ, αλλ' +αυτό δεν είναι τι απόκρυφον! Το σκάνδαλο εκείνο μάλιστα έγινεν +αφορμή να εκδιωχθή ο κληρικός αμέσως . . . και αν η κ. Μπιρτών δεν +εφρόντιζε για την υπόληψη της γενεάς της, και αυτή η κ. Σοκρή θα +είχε εκδιωχθή εκ του πύργου. + +Ο Έδμον έφυγε θυμωμένος με την απόφαση να μην πιστέψη τίποτε απ' +αυτά. Αλλά μετ' ολίγον συνήντησε την Τάπα, η οποία του τα +εβεβαίωσε με τον πλέον ειλικρινέστερον τρόπον. Και προς πίστωσιν +της αληθείας των λόγων της είπεν ότι ήδη μη δυνάμενοι να ιδούν ο +ένας τον άλλον έχουν θερμήν αλληλογραφίαν μεταξύ των και ιδού η +απόδειξις. + +Και του έδειξεν άρτι αφιχθείσαν επιστολήν του κ. Πρίορ +απευθυνομένην προς την Μαλβίναν. Ο Έδμον ανεγνώρισε το γράψιμο του +κληρικού και έγινεν έξω φρενών. Άφισε την ψυχήν του πλέον +ελευθέραν εις κάθε υπόνοιαν και άρχισε, όχι μόνον να πιστεύη εις +όσα του έλεγαν, αλλά να αδημονή γιατί δεν του έλεγαν και άλλα. + +Απεφάσισε να της φερθή με ψυχρότητα· να της αποδείξη ότι ποτέ δεν +τον εκυρίευσε το προς εκείνην αίσθημα, ότι έπαιξε μαζί της όπως +και με τόσας άλλας. Αυτά ενόσω δεν την έβλεπε, διά τούτο και +απεφάσισε να μη χορέψη μαζί της. Εκαμώθη ότι ελησμόνησε, για να +την ταπεινώση. + +Όταν άρχισε ο χορός επήρε τη Λαίδη Σούμεριλ. Η Μαλβίνα κατεπλάγη· +τον είδε με απάθεια και ψυχρότητα και πήγε να χορέψη μένα νέο +Γάλλο, που είχε γνωρίσει προ ολίγου. + +Η ομορφιά και οι χάρες της Μαλβίνας είλκυσαν προς το μέρος της +όλους τους θεατάς. Σόλην την αίθουσα γιαυτήν ωμιλούσαν. Πολλοί για +να την δούνε καλύτερα ανέβαιναν στις καρέγκλες. Ήσαν πρόθυμοι να +την χειροκροτήσουν, αλλ' ευλαβούντο μη προσκρούσουν στη +μετριοφροσύνη της. + +Τη Λαίδη κανένας δεν την επρόσεχε πλέον. Ο Έδμον έπασχε. Ηθέλησε +να την ταπεινώση κεκείνη εθριάμβευε. + +Η Λαίδη του μιλούσε, μα εκείνος δεν την πρόσεχε και της απαντούσε +με μονοσύλλαβα και αφηρημένος. Ηύχετο να παύση ο χορός. + +Σύνωρα ο Μαρκέσιος Μπέυμουθ, άνθρωπος εξακουστός, γνωστικός και +ωραίος, επλησίασε και ρώτησε την Λαίδη. + + — Για όνομα του Θεού ποια είναι η χαριτωμένη εκείνη νέα; λες και +κατέβηκε από τον ουρανό για να μας δεσμεύση όλους με τις χάρες +της! Πόσο ήθελα νάπεφτα στα πόδια της και να της πω, ότι εγώ είμαι +ήδη δεσμώτης στα κάλλη της! Ο Έδμον δεν εβάστηξε: + + — Η νέα αυτή, σερ Μπέυμουθ, πρώτη φορά φαίνεται σε χορό, και +βέβαια θα εκθαμβωθή, άμα ιδή στα πόδια της τόσο λαμπρό λάφυρο· του +λορδ - Μπέυμουθ την καρδιά. + + — Την ξαίρετε λοιπόν, σερ Έδμον Σέυμουρ; + + — Ναι. Την ξαίρω λίγο. Δύο μήνες το χειμώνα πέρασα μαζί της στην +εξοχή. + + — Ιδού μια είδησι που δεν έχω ακούσει χειρότερη στη ζωή μου, είπε +ο μαρκέσιος και τράβηξε από κει: + +Πήγε και στάθηκε πλησίον της Μαλβίνας. Της μιλούσε επιδεικτικά, +για να πεισμώση τον κ. Ε. Σέυμουρ. Εκείνη του απεκρίνετο διά +κλίσεως της κεφαλής. Σε λίγο ο κ. Σέυμουρ υπέστη την πικρίαν να +ιδή τη Μαλβίνα στο βραχίονα του μαρκεσίου. Εχόρευε μαζί του τώρα. +Ο Έδμον τα επαράτησε όλα και ήλθε και στάθηκε κοντά τους. Την +έβλεπε, την απόλαυε, την άκουε με προσοχή, προσπαθούσε να εξηγή +κάθε της κίνημα. Την εζήλευε. Του ήρχετο να την πλησιάση, να της +ζητήση για όλα συγγνώμη και να την παρακαλέση να του δώση +συνέντευξιν, για να εξηγηθούν, για να της δώση εξηγήσεις, για να +απολογηθή. Εφοβείτο μήπως δεν τον εισακούση, μήπως δεν του +παραχωρήση την συνέντευξιν. + +Όταν ο χορός της ετελείωσε, πήγε κατόπι της. Εκείνη κάθισε. Αυτός +στάθηκε όρθιος εμπρός της. Δεν της είπε τίποτε. + +Η Μαλβίνα δεν επρόσεχε πολύ στην εντύπωση που είχε κάνει η ομορφιά +της εις την ομήγυριν, ούτε καν της έκαναν εντύπωση τα περί αυτής +λεγόμενα. Με απάθεια άκουε τα τόσα εγκώμια που βούιζαν γύρο της. +Ούτε και ήτο προσποιητή η αδιαφορία της. Ο Έδμον βλέπων το +πρόσωπόν της υπερόχως ιλαρόν ουδόλως αμφέβαλλε διά την +ειλικρίνειαν της τοιαύτης εκφάνσεώς της. + +Πρώτην φοράν έβλεπε γυναίκα ναντικρύζει με τόσην ψυχραιμίαν +τοσαύτην λατρείαν. Η Μαλβίνα υπέφερε από την παρουσίαν του και +κατέβαλε κόπο να φανή ατάραχη. Όλες εφθονούσαν την δόξαν της και +αυτή εζήλευεν αυτάς διά την ησυχίαν των. Εσκέπτετο ότι πρέπει να +φύγη από το Έδιμβουργκ. Πρέπει να πάγη στης κ. Κλάρας το +ταχύτερον. + +H κ. Μπιρτόν της έκαμε σημείον να φύγουν. Ο λόρδος Μπέυμουθ της +επρότεινε τον βραχίονά του. Τότε ο Έδμον χωρίς να το +καλοσυλλογισθή αρπάζει τη Μαλβίνα από το μπράτσο. + + — Έχω δικαιώματα προτεραιότητος, είπε, και ενόσω ζω τουλάχιστον, +κανείς δεν θα μου τα διαμφισβητήσει. + +Η Μαλβίνα τον ηκολούθησε αυτομάτως απορούσα. Και ο ίδιος ησθάνθη +πόσον παράβολος ήτο η πράξις του, και εθαύμαζε καθεαυτόν διά το +τόλμημά του. Αμφότεροι ευρίσκοντο εις θέσιν δυσχερή απέναντι +αλλήλων. + +Τέλος ο Έδμον μη ημπορών νανθέξη περισσότερον της έπιασε το χέρι +το έσφιξε περιπαθώς και της είπε. + + — Αχ γιατί να σας αποχωρισθώ τότε! + + — Η Μαλβίνα δεν απεκρίθη τίποτε. Ο Έδμον επικράθηκε πολύ με τον +τρόπο της και της είπε: + + — Ο θρίαμβος σας απόψε ήτο πλήρης. Όπου εμφανίζεσθε θα +θριαμβεύετε. + + — Φεύγω από το Έδιμπουργκ, είπεν εκείνη. + + — Πώς; η κ. Μπιρτών δεν θα περάση εδώ όλον τον καιρόν τούτον: + + — Δεν γνωρίζω δι' αυτήν, εγώ όμως φεύγω το ταχύτερον. + + — Για τα άγρια εκείνα βουνά του Μπρήντελβεν; + + — Όχι τόσο μακρυά. + + — Δεν τολμώ να πολυπραγμονήσω περισσότερον. + + — Αυτό απαιτεί η ευγένεια, και έσπευσε διασχίζουσα το πλήθος να +ενωθή με την κ. Μπιρτών. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'. + +ΔΙΑΚΟΠΕΙΣΑ ΕΞΗΓΗΣΙΣ + + + + — Το πρωί την άλλη μέρα η Μαλβίνα στο πρόγευμα είπε στην κ. +Μπιρτών, που ήταν μόνη, ότι αναχωρεί από το Έδιμπουργκ και +πηγαίνει στης κ. Κλάρας. + + — Και τι σας τραβά προς αυτήν την γυναίκα: είπεν η κ. Μπιρτών. + + — Ό,τι με απομακρύνει από το Έδιμπουργκ. + + — Ποία ελεεινή φαντασιοπληξία σας παραστήνει δυσάρεστα τα παρόντα +και ευάρεστα μόνον τα μη παρόντα; + +Την ίδια στιγμή εμβήκεν ο σερ Έδμον. + +Ήρθαμε, θεία μου, με τον λόρδον Στάφφορδ να σας ζητήσωμεν +πρόγευμα. Σας περιμένει στην κάμαρη σας. + +Αμέσως η Μαλβίνα σηκώθηκε να φύγη. Αλλά η κ. Μπιρτών την εμπόδισε +λέγοντάς της. + + — Μα τέλος πάντων δεν έχετε το ελεύθερο ναναχωρήσετε ακόμη. Ο +λόρδος Στάνοπ ετοιμάζει λαμπράν εορτήν και πρέπει να παρευρεθήτε +και σεις, καμμία πρόφασις δεν δικαιολογεί την άρνησή σας. + + — Δεν έχω καμμίαν όρεξη και σας παρακαλώ, μη με βιάζετε. + + — Έδμον, παιδί μου, δεν της μιλείς και συ! Ακούς να απορρίπτει +τας περιποιήσεις του λόρδου, ενώ είναι στο χέρι της να τον κάνει +δικό της, και καταλαβαίνεις πόση τιμή φέρνει στο σπίτι μου ένα +τέτοιο πράμα. Μα η κυρία προτιμά να αφίση όλα και να φύγη. Και να +πάγη πού αν ξαίρης; Σεκείνης της γελοίας, της κ. Κλάρας . . . . + + — Της κ. Κλάρας; εφώναξε ο κ. Έδμον με λύπην ακράτητον, και την +γνωρίζετε σεις την κ. Κλάραν; + +Λίγο τη γνωρίζω. Μα ο χαρακτήρας της ομοιάζει με τον ιδικόν μου. + +Λοιπόν, είπεν η κ. Μπιρτών δεν σας συγκινεί η άποψίς που σας +ανέφερα; + + — Αν έχη και δόσιν ακόμη βασιμότητος, αυτό ακριβώς με βιάζει να +σπεύσω την αναχώρησίν μου. + + — Πώς, η ιδέα να γίνης λαίδη Στάνοπ δεν σε συναρπάζει; για όνομα +του Θεού! + + — Δεν είμαι καθόλου φιλόδοξη. Κιάν ήμην ελευθέρα να παντρευθώ, +δεν θα είταν ο τίτλος βέβαια που θα με είλκυε. + + — Δεν αντέχω πλέον. Πάγω στο λόρδο Στάφφορδ· εσύ Έδμον, κάμε τι +θα κάμεις να την μεταπείσης και θα σου το χρεωστώ χάρη. + +Και εξήλθε. + +Όταν έμειναν μόνοι, η Μαλβίνα είπε προς τον Έδμον. + + — Δεν φρονείτε, νομίζω, ότι έχετε κανέν τοιούτο δικαίωμα. Άλλωστε +εμείς οι δύο ποτέ δεν θα συνενοούμεθα. + + — Αλήθεια; Ποτέ; Αλίμονο! Ωστόσο σε μια στιγμή της ζωής μου +επίστευα ότι εφρονούσατε αλλέως. + +Η Μαλβίνα εκοκκίνησε. Εκείνος εκατάλαβε ότι ενόησε καλά και +επρόσθεσε. + + — Εγώ μια, τη λαίδη Σούμεριλ να την πάρω είν' αδύνατο. Ένωσις που +δεν γίνεται με την καρδιά είναι η τρομερωτέρα από όλας τας +αλύσεις. Πώς λοιπόν να βιάσω εσάς να πάρετε έναν που δεν θέλετε; +Αλλά είναι και άλλα ποθεινότερα. . . . + + — Πώς; τον διέκοψεν η Μαλβίνα, αποποιείσθε τον γάμον τούτον! και +τότε η κ. Μπιρτών; + + — Επιστεύσατε λοιπόν, ότι μπορούσα εγώ να κάνω αυτόν τον γάμον; + + — Και γιατί τάχα να μην το πίστευα; απεκρίθη, ενώ ερύθημα ανέβη +στο πρόσωπόν της. Τόσαι πιθανότητες το βεβαιώνουν. + + — Αλλά η μία και μόνη που το αναιρεί είναι η ισχυροτέρα από όλας +για μας τους δύο. + +Η Μαλβίνα συγχίστηκε και σηκώθηκε να φύγη. + + — Σας παρακαλώ, μείνατε. Ακούσατέ με μία στιγμή μονάχα. Λυπηθήτε +με, σας ικετεύω. Εξηγηθήτε μου, τι αφορμή έχει η φρικτή κατηγορία, +που τολμούνε να σας μολύνουν: + + — Θεέ μου! και τι ενδιαφέρονται για μένα; Τι ενδιαφέρον έχετε +σεις ο ίδιος για μένα επί τέλους; + + — Όλα, όλα μου μιλούνε για σας, τα πάντα παίρνουνε φωνή και για +σας μου λαλούνε. + +Η Μαλβίνα έσκυψε κέκρυψε το κεφάλι της μέσα στα χέρια της. + + — Μη μου κακιώνετε. Σας μιλεί η καρδιά μου αυτήν την ώραν. + +Εν τούτοις την ιδίαν στιγμήν ήλθε η κ. Φέμπικ κέδωσε στη Μαλβίνα +μίαν επιστολή, που της ήρθε από κάπου. + +Ο κ. Έδμον μόλις είδε την επιγραφήν, εκατάλαβε ότι ήτο του κ. +Πρίορ, τον οποίον η Μαλβίνα είχε την καλοσύνη να του επιτρέψη να +της γράφη φιλικά, χωρίς να σκοτίζεται για την καταλαλιά του +κόσμου. + +Ο Έδμον άναψε και κόρωσε από ζήλια. Πλησίασε λοιπόν την κ. Φέμπικ +κιάρχισε να φλερτάρη μαζί της επιδεικτικά για εκδίκηση. + +Η Μαλβίνα έκαμνε ότι διαβάζει, αλλά όλη της η προσοχή ήτο +εστραμμένη προς αυτόν. Τόση κουφότης της εφαίνετο ακατανόητη. Δεν +μπορούσε να πιστεύση στα ίδια τα μάτια της. + +Ο κ. Έδμον νομίζων ότι η προσήλωσίς της ωφείλετο εις το +περιεχόμενον της επιστολής του κληρικού, ερωτικής χωρίς άλλο, +επέτεινε τας προς την κ. Φέμπικ περιποιήσεις του + +Την Μαλβίνα την κατέτρωγε το πάθος, αλλά ουδέν εξωτερικόν σημείον +έδιδε. Διετέλει ωσεί ρεμβάζουσα· + +Ο κ. Έδμον δεν μπόρεσε πλέον να βαστάξη. Επήγε κοντά της και της +εψιθύρισε. + + — Η επιστολή αυτή τέλος πάντων σας εκυρίευσε ολόκληρη. + + — Α Θεέ μου, αλήθεια! μου ενθυμίσατε ότι έχω να διαβάσω μίαν +επιστολήν. + +Και τω όντι ο κ. Έδμον παρετήρησε ότι η επιστολή ήτο ακόμη +σφαγισμένη. + + — Ποίος είναι ο ευτυχισμένος θνητός, που αξιώνεται να διαβάζετε +τα γράμματα του; + + — Προς το παρόν η προσοχή μου περισπάται από το αλλοπρόσαλλον του +χαρακτήρος σας. + + — Πόσο σκληρά με τιμωρείτε για την παραφορά μου; + + — Δεν έχω κανένα δικαίωμα ούτε να σας μεμφθώ καν, απεκρίθη εκείνη +με υπερηφάνειαν. + + — Ούτε της οργής σας λοιπόν δεν με κρίνετε άξιον. Και όμως, αν +μαφίνατε να σας εξηγηθώ . . . . + + — Σας απαλάττω διαπαντός από τον κόπον, διέκοψεν η Μαλβίνα. Μου +φθάνουν όσα είδα. Παραιτούμαι από του να σας εννοήσω. + +Και εξήλθε μεγαλοπρεπώς. + +Ανέβη εις το δωμάτιόν της και μόλις ευρέθη μόνη ανελύθη εις δάκρυα +πικρά. + +Και αν ακόμη υπετίθετο ότι δεν την απατούσε, αλλά της ωμιλούσε +ειλικρινώς, πώς ημπορούσεν αυτή να δώση πίστιν εις άνθρωπον, όστις +από στιγμής εις στιγμήν μετεβάλλετο διαφοροτρόπως; + +Τον εμέμφετο κατά βάθος διότι της αφαιρούσε κάθε μέσον να πιστεύη +πλέον στα λόγια του. Εντρέπετο που έδειξε τόσην κλίσιν εις ένα +ανάξιόν της. Ενόησεν ότι η παρουσία του την αύξανε περισσότερον, +παρ' όσον αι αστασίαι του την εμετρίαζαν και θέλουσα να την σβύση +έκρινε πρέπον να φύγη μακρυά. Απεφάσισε λοιπόν μετά δύο ημέρας να +υπάγη στης κ. Κλάρας. + +Το βράδυ όταν ήλθε στον κοιτώνα της, ηύρε απάνω στη θερμάστρα μιαν +επιστολήν, της οποίας ο γραφικός χαρακτήρ της ήτο άγνωστος. + +Η Τομκίνα της είπε ότι κάποιος ξένος την έφερε και παρήγγειλε να +δοθή στα χέρια της. + +Ανήσυχη η Μαλβίνα την άνοιξε. Ήσαν τέσσερες σελίδες γραμμένες και +κάτωθεν η υπογραφή: Έ δ μ ο ν - Σ έ υ μ ο υ ρ. + +Τα μάγουλά της άναψαν. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ώσπου +ναποφασίση, αν έπρεπεν να την αναγνώση ή όχι, είχε ήδη διατρέξει +την πρώτη σελίδα. Και ήτο πλέον εις το τέλος της επιστολής, πριν +έτι αποφασίσει να την αρχίση. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'. + +ΕΠΙΣΤΟΛΗ + + + +Λατρευτή μου Μαλβίνα + +Μαφίσατε να καίωμαι από τις φλόγες του θυμού σας και να σπαράζωμαι +από τη συνείδησή μου, ω τα βάσανά μου! + +Ως τώρα δεν ήξαιρα ότι υπάρχουν οδύνες και χαρές ανώτερες. Από +σας, που με κάματε να αισθανθώ τις τέτοιες λύπες, ελπίζω και τις +χαρές να με κάμετε ναπολαύσω. + +Αλλά τα σφάλματά μου κη δική σας αυστηρότης κάθε τόσο μου +απομακρύνουν αυτήν την ελπίδα. + +Αν, για ναποκτήση κανείς την αγάπη σας, θα ήτο ανάγκη να είναι +άξιός σας, ποίος από τους θνητούς μα την αλήθεια θα μπορούσε να +ελπίση σε τέτοιο αγαθό! + +Ωστόσο εγώ . . . . εγώ σας αγαπώ και το αίσθημά μου αυτό νομίζω +μεξαγνίζει και με κάμνει άξιόν σας. Οδηγήσατέ με, ελκύσατέ με στην +τροχιά σας, ως ο ήλιος τους αδυνάτους κομήτας, κάμετέ με να γίνω +οποίον με θέλετε. Είμαι πρόθυμος τα πάντα να αναλάβω, για να +καταστώ άξιος της φιλτάτης μου ψυχής σας. + +Οι παραφορές μου είναι πολλές. Έρωτες ανόσιοι έχουν βεβηλώσει την +ψυχήν μου. Η αγάπη σας, Μαλβίνα, θα την καθαρίση, η εικόνα σας θα +την εξαγνίση. + +Δεχθήτε τη λατρεία της, και για να γίνη άξια της δικής σας, +θαγωνισθή να την ομοιάση. Μία λέξη δική σας ημπορεί να την +μεταβάλη, να αλλάξη εις αρετάς όλας της ψυχής μου τας ατασθαλίας. +Διατάξατε, Μαλβίνα. Εις όλα είμαι πρόθυμος να υπακούσω, εκτός +μόνον αν μου πήτε: + + — Παύσε να μαγαπάς. + +Ω! Μαλβίνα, ο προς εσάς έρως μου ημπορεί να με φέρη πλησιέστερα +προς την αρετήν: από εκείνους οι οποίοι είναι ψυχρά εκ φύσεως +ενάρετοι. + +Συγχωρήσατε την τόλμην μου, διότι πριν αποκτήσω το ελάχιστον επάνω +σας δικαίωμα ετόλμησα να σας ζηλοτυπήσω. Αλλά τα πάθη μας δεν +εξαρτώνται από την θέλησή μας, η εικόνα του κ. Πρίορ, που +προτιμάτε τη φιλία του, μου σπαράζει την καρδιά. Δυστύχημά μου να +με θεωρήτε ανάξιον της προσοχής σας, αλλά να βλέπω να προτιμάτε +άλλον, αυτό είναι ανώτερον των δυνάμεών μου να το υποφέρω, και με +κάμνει παράφορον σχεδόν παράφρονα. + +Ναι, ηθέλατε μεταβάλει εις οίκτον την οργήν σας προς εμένα, αν +μπορούσα να σας δώσω να εννοήσετε τι υπέφερα, όταν έμαθα ότι η κ. +Μπιρτών έδιωξε τον κ. Πρίορ, γιατί τον αγαπούσατε εσείς. Εσείς! . +. . . αγαπούσατε, λέει, εκείνον! . . τον κ. Πρίορ; . . . Ω Μαλβίνα +έπρεπε δα να μη το πιστεύσω. + +Μία μέρα πριν φύγω από κοντά σας ετόλμησα να σας υπαινιχθώ το πόσο +θα με βασάνιζε η προς εκείνον φιλία σας. Ω και τότε δα μου +αποκριθήκατε με τον αμβρόσιον εκείνον τρόπον που μόνο εσείς τον +έχετε από όλες του κόσμου τις γυναίκες. + + — Δεν θέλω ποτέ να σας λυπήσω, μου είπατε τότε. + +Έπρεπε βέβαια εγώ επαναπαυόμενος σαυτή σας τη διαβεβαίωση ναποβάλω +κάθε υποψία και να καταφρονήσω κάθε συκοφαντία εναντίον σας. + +Αλλά τα πάθη δεν εξαρτώνται από τη θέλησή μας. Μπορεί κανείς να +μείνη απαθής όταν αγαπά σφοδρά ένα άγγελο σαν εσάς, και φοβείται +μη από στιγμής εις στιγμήν του πετάξει; + +Η τύψις μου τώρα είναι η τέρψις μου, η συνείδησίς μου εξαγνίζεται +και με κάμνει άξιον της εκτιμήσεώς σας. Το πιστεύω και +παρηγορούμαι. Το παρελθόν δεν αποτελεί πλέον μέρος της υπάρξεώς +μου. Η ζωή μου αρχίζει, αφότου εγνώρισα εσάς. Σεις εχύσατε μέσα +μου νέον φως κιαλλάξατε όλα γύρο μου. Αφότου απέβλεψα προς εσάς +την ισάγγελον ψυχήν, αισθάνομαι την ψυχήν μου να υψώνεται και να +μεγαλύνεται. Ετόλμησα προς στιγμήν ο μωρός ναμφιβάλω για την +αθωότητά σας! Αλλά μόλις σας ξαναείδα, μόλις αντίκρυσα το ιλαρόν +βλέμμα κάθε υποψία μου διελύθη εις το θείο φως των ματιών σας. +Ωστόσο όταν σας ενεχείρισαν το κατηραμένο εκείνο γράμμα εμπρός στα +μάτια μου, η ζήλια σκότισε πάλι το πνεύμα μου και μου προξένησε +φρίκη, άναψα και κόρωσα και δεν ήξαιρα τι έκαμνα, έτσι φέρθηκα +τόσο ηλίθια εμπρός σας καταφυγών εις σιχαμερόν μέσον τάχα για να +σας εκδικηθώ, ήτο από την απελπισία μου. από την κουφότητά μου, +πες. Αλίμονον έπρεπε δα να είχα καταλάβει ότι η Μαλβίνα μου δεν +είναι από τας συνήθεις γυναίκας. + +Αλλά και σεις έπρεπε να με ψυχολογήσετε. Έπρεπε να έχετε πλήρη την +συναίσθησιν, ότι όταν είσθε εσείς παρών, δεν μπορεί κανείς να +προτιμήση άλλην γυναίκα. + +Ότι και αν σκέπτεσθε για μένα, για ένα μόνον πράγμα δεν πρέπει, +δεν θέλω να αμφιβάλλετε: ότι σας αγαπώ άπειρα. + +Ο προς εσάς έρως μου είναι η αρετή μου. + +Η αγάπη που σας έχω με παρηγορεί. + +Η ελπίδα πώς θα μαγαπήσετε και σεις έτσι, με κρατεί στη ζωή. + + Χαίρετε. Δικός σας + Έδμον Σέυμουρ + +Άμα η Μαλβίνα ετελείωσε το γράμμα τούτο, παρεδόθη εις θελκτικάς +ονειροπολήσεις. Ο Έδμον της εφαίνετο τώρα νέος άνθρωπος και +εχαίρετο, διότι αυτή τον ανεγέννησε. + +Πρόθυμα συγχωρούσε τη ζήλια του, γιατί επιτέλους αυτή ήτο μία +ένδειξις του προς αυτήν έρωτος της. + +Αλλά. . . .! + +Αλλά αι προς την θανούσαν φίλην της υποσχέσεις! αλλά ο όρκος ο +δοθείς εις την επιθανάτιον κλίνην της Κλαίρης, ότι θα μείνη η +μήτηρ της ορφανής! Οποία φρικτή καθηκόντων σύγκρουσις! + +Ω Έδμον, Έδμον! εις την ψυχήν μου μέσα θα έχω ως μύρον αξεθύμαντον +την αγάπην μου τώρα, που κατέστης άξιός της. Αλλά τίποτε +περισσότερον από αυτό δεν έχεις να χαρής, δυστυχισμένε μου φίλε. +Και διά να μη μικροψυχήσω πρέπει να απέρχωμαι το γρηγορώτερο. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'. + +ΑΙΦΝΗΔΙΑ ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ + + + +Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα απέφυγε να συναντηθή με τον Έδμον, +περιμένουσα εις το δωμάτιόν της έως ότου εξέλθη. + +Ενώ λοιπόν μετά την έξοδον εκείνου ετοιμάζετο να κατέβη, αίφνης +εμπαίνει μέσα η κ. Μπιρτών αναμμένη από θυμό και της λέγει. + + — Μετανοώ, κυρία μου, που μέσα στο σπίτι μου δέχτηκα μια συγγενή +αγνώμονα σαν εσάς! Αφότου ήρθατε δεν επαύσατε να με βλάπτετε και +να με λυπήτε καιρίως και σήμερα μου δίδετε το τελευταίο και το +χειρότερο χτύπημα. + + — Για όνομα του Θεού περί τίνος πρόκειται; + + — Εσείς κάμνετε τον ανεψιόν μου ναρνηθή τον έντιμον γάμον, που με +τόσους αγώνας του παρεσκεύασα! Εγώ όλας μου τας ελπίδας τας είχα +εξαρτήση από την λαμπράν αυτήν συγγένειαν, έκαμα τα πάντα για να +την επιτύχω και τώρα εσείς ανατρέπετε τα πάντα με τα τεχνάσματά +σας, μεταχειρισμένη υπό το κάλυμα της απλότητος όλους τους δόλους +της ερωτοτροπίας! + + — Ω Θεέ μου, πώς με βρίζετε έτσι, πριν βεβαιωθήτε, αν είμαι δα +αξία τοιούτων ύβρεων! + + — Δεν με απατάτε πλέον με τον ήρεμον αυτόν τρόπον σας! Σας +γνωρίζω ήδη. Δεν σας έφθασε, ότι παρεσύρατε τον κ. Πρίορ στην +παγίδα της ερωτοτροπίας σας, έπρεπε και ο Έδμον, το παιδί μου, να +δοκιμάση της διαγωγής σας ταποτελέσματα. Σας είδαν στο χορό να +ζητήτε επιδεξίως να προτιμηθήτε υπ' αυτού από την λαίδη Σούμεριλ. +Σας είδαν ακόμη χθες να προσπαθήτε να δελεάσετε τον κούφον ανεψιόν +μου με ρεμβασμούς επιπλάστους, με προσποιητά διακοπτόμενες +φράσεις, με βλέμματα κλοπιμαία. Έτσι κατωρθώσατε να εμβάσετε στην +ψυχή του παιδιού μου την παρακοή! Ενώ όλα είταν συμφωνημένα, ενώ ο +λόρδος Στάφφορδ έμελλε να μεσολαβήση να μου δοθή ο τίτλος που +ονειρεύομαι, ενώ η λαίδη Σούμεριλ εναγωνίως επερίμενεν να της γίνη +επισήμως η πρότασις, για να πη το ναι, έξαφνα ο Έδμον αρνείται. +Δεν μπορεί ναγαπήσει, λέγει, την Σούμεριλ και για τούτο δεν μπορεί +να δεχθή γάμον, που δεν τον θέλει η καρδιά του. + + — Κυρία μου. . . . + + — Τι κυρία μου και ξεκυρία μου! . . . Εσείς τα φταίγεται όλα. . . . +Ακούς εκεί ο Έδμον που έχει παίξη του κόσμου τις γυναίκες, να +μιλεί τώρα για έρωτα, λέει, και ναπορρίπτει την τύχη του και +ταγαθά της δόξης του! Ναι, εσείς είσθε η αιτία όλων, εσείς μία +φανταγμένη, που χθες ακόμη καταφρονούσατε με ήθος αγέρωχο τας +φιλοφρονήσεις ενός δουκός του σερ Στάνοπ. + + — Κυρία . . . . + + — Θα είμαι αμείλικτη στην εκδίκησή μου. Απ' αυτή τη στιγμή άλλος +θα είναι ο κληρονόμος της περιουσίας μου, που την είχα +προωρισμένην γιαυτόν. Και σας παρακαλώ, ναναχωρήσετε αμέσως απ' το +σπίτι μου, στο οποίο σκορπίσατε την αταξία, την παρακοή και τη +θλίψη, απέναντι τόσων ευεργεσιών μου. + + — Αυτό εσκόπευα να κάμω, κυρία μου, και καθόλου δεν άλλαξα +σκοπόν, είπεν αγερώχως η Μαλβίνα. Όποιες και να είναι οι +ευεργεσίες που μου λέτε, η πιο ευχάριστη για μένα είναι αυτή που +μου επιδαψιλεύετε αυτή τη στιγμή, ναφίσω το σπίτι σας. Δεν έχω +καμία ανάγκη ναπολογηθώ στις συκοφαντίες των φιλενάδων σας, για το +συμφέρον όμως του κ. Έδμον πρέπει να ξαίρετε, ότι τα κατ' εμέ έχω +σκοπό να μη τον ξαναδώ πλέον. Αν λοιπόν η προς εμέ κλίσις του, την +οποίαν σεις υποθέτετε, τον καθιστή ένοχον στα μάτια σας, έτσι θα +σας βοηθήσω να παύση η προς αυτόν οργή σας. + +Η προθυμία σας να τον υπερασπισθήτε, χωρίς ούτε καν ναρνηθήτε όσα +σας κατηγορούν, μαρτυρεί πόσον σας είναι εκείνος περιπόθητος και +πόσον ασφαλισμένην νομίζετε την επ' αυτού ισχύν σας. Αλλά μη σας +μέλει και θα μάθη κιαυτός ποία είσθε, και τότε πλέον θα σας +εκτιμήση καθώς σας πρέπει, είπε με λύσσα η κ. Μπιρτών και βγήκε +από το δωμάτιο. + + — Αλίμονο τι φοβερό μίσος που μου έχει! Τι της έκαμα λοιπόν; + +Εκείνη την ημέρα απέφυγε να καταβή στο γεύμα. Άμα άκουσε πώς η κ. +Μπιρτών και οι άλλοι εβγήκαν έξω, κατέβηκε στον κήπο. Ήτο +ευρύχωρος και ερημικός, επροχώρησε μέσα στα πυκνά δέντρα, +εσυλλογίζετο πόσον έμελλε να την κατηγορήσει εκείνος, όταν θα +εμάθαινε την αιφνηδίαν αναχώρησίν της· έβγαλε το γράμμα του και το +ξαναδιάβασε. + + — Αχ αυτό το γράμμα ήταν άξιον άλλης απαντήσεως. Τώρα πια . . . +ότι και να φανταστής για μένα κιόπως κιαν με κρίνης, θάχεις +δίκαιο. Ω! Έδμον, είπε θέτουσα στα μάτια το μαντήλι και ακκουμβώσα +το μέτωπον εις κορμόν δένδρου, ας ημπορούσες να ιδείς μέσ' στην +καρδιά μου! Ας μπορούσα να μη σαρνηθώ! Ελαφρός κρότος πίσω της την +έκαμε να σκιρτήση. Γυρίζει και βλέπει πέρα κείθε τον Έδμον +γονατισμένον με τα χέρια σαν σε στάση προσευχής. Επεχείρησε να +φύγη, αλλά της έπεσε το γράμμα. Έσκυψε να το πάρη, ο αέρας το +παρέσυρε και τόφερε κοντά στον Έδμον. Το πήρε λοιπόν εκείνος. Το +γράμμα ήτο κατάβρεκτον από τα δάκρυά της. + +Ώστε η Μαλβίνα κλαίει διαβάζοντας το γράμμα του! Ώστε η Μαλβίνα +τον αγαπά. Κανείς πλέον δεν ημπορεί να του το διαμφισβητήση, τας +αποδείξεις τας κρατεί εις χείρας του. + + — Αχ! χάθηκα . . . είπε έντρομη η Μαλβίνα. Δεν μπορώ πλέον να +κρύψω την μικροψυχία μου. Τι ντροπή! Πού να κρυφτώ! + + — Να κρυφτής; να μου φύγης ακόμη; Και το νομίζεις δυνατό; Αφού +εγώ σε λατρεύω και συ αφού μαγαπάς, τι είναι εκείνο που θα σε +χωρίσει πια από μένα; Κιόταν ακόμα δεν ήξαιρα πως μαγαπάς, ήμουν +ικανός να πολεμήσω για σένα μόλο τον κόσμο. Και τώρα που απ' το +γλυκό σου στόμα ακούω την ομολογία τη μεγάλη και την ατίμητη, μου +είναι πλέον δυνατόν να σαφίσω; Όχι πια Μαλβίνα. Τώρα είσαι δική +μου για πάντα. Αφοσιώνουμε ολάκερος στην τύχη σου, ακολουθώ τα +βήματά σου. Και στην άκρη του κόσμου αν ήθελες πάει, θα μεύρισκες +εκεί. Παντού και πάντα για σένα και με σένα. Η Μαλβίνα μαγαπά, +όλος ο κόσμος είναι δικός μου. + +Έτσι έμενε πλησίον της αγκαλιζόμενος την μέσην της με τον βραχίονά +του, χωρίς να τολμά άλλο τι. + +Η Μαλβίνα έκλαιε σιωπηλά. Απέλαυε τας ουρανίους γλυκύτητας των +ερώτων με τας υπερόχους εκείνας ειλικρινείς διαβεβαιώσεις του +φιλτάτου της, τον οποίον ησθάνετο τόσον πλησίον της χωρίς φόβον +πλέον μήπως καμία διαβολή, ή καμία παρεξήγησις της τον αποσπάση. +Εντρέπετο διότι εις μίαν στιγμήν αδυναμίας επρόδωσε το απόκρυφο +της καρδιάς της. Μα και δεν ήθελε βέβαια να το πάρη οπίσω. + +Ο Έδμον μεθύων από πάθος, από έρωτα αληθινόν, οποίον δεν είχεν +αισθανθή έως την στιγμήν εκείνην και κρατών στην αγκαλιά του την +θελκτικήν γυναίκα, η οποία του ενέπνεε τον τοιούτον έρωτα +πεπεισμένος πλέον ότι τον αγαπά και αυτή, ησθάνετο άφατον +ευδαιμονίαν και εις την ακμήν της τοιαύτης ψυχικής του αγαλλιάσεως +ένιωσε τα μάτια του δακρυσμένα. Έσφιξε το χέρι της Μαλβίνας επάνω +στην καρδιά του. + + — Η ζωή έχει πολλές ηδονές, αλλά μια μονάχη ευτυχία. Αυτή που +τώρα απολαύω. Έλα τώρα καταδέξου να στερεώσεις αυτήν την ευτυχίαν +μεταξύ μας. Ζητώ το χέρι σου. + +Η Μαλβίνα απόρησε για τον αιφνηδιασμόν αυτόν. Δεν ήξαιρε τι να +πει. + +Έξαφνα κάποιος έβηξε κοντά τους. Τρόμαξε. Θέλησε ναποσπασθή από τα +χέρια του Έδμον. + + — Αφίστε με, είπε, μη με κρατείτε πια. Έμεινα όσον δεν έπρεπε +ίσως. Τώρα η καταλαλιά θα φρυάξη . . . και θα καταστρέψη την +ησυχία μου για όλη μου τη ζωή ίσως. + + — Ο κόσμος αυτός εδώ είναι γελοίος, τι σε μέλει για την υπόληψή +του. Εγώ σε αγαπώ. Εγώ θέλω να ζήσω για σένα μόνο. Αυτό και σου +είναι αρκετό. Ορκίσου πως θα γίνης σύζυγός μου και καθόλου μη +φοβάσαι. Κανείς δεν θα τολμήση να σε βλάψη. Αλλά μου φεύγης χωρίς +να μου πης τίποτε, για όνομα του Θεού. + + — Έδμον μη μαναγκάζης να μεμφθώ την μνήμην της φίλης μου, ως +φραγμόν ο οποίος με χωρίζει από σένα. + + — Αυτά δεν μπορεί να λέγωνται σοβαρά. Είναι ανάγκη να σε ιδώ, να +σου ομιλήσω και συ αναχωρείς για το σπίτι της Κλάρας, που εγώ δεν +μπορώ να περάσω το κατώφλιο του. + + — Μα τι θέλεις λοιπόν; Με την κ. Μπιρτών ούτε μία ώρα πια δεν +μπορώ να μείνω· πού αλλού να πάγω. Κανένα άλλον δεν ξαίρω εκτός +από την κ. Κλάραν. + + — Τότε κάμε όπως ξαίρεις. Αλλά πριν είναι ανάγκη να συναντηθώμεν +κάπου, ναποθέσω στην ψυχήν σου όλους τους πόθους και τους φόβους +που ταράζουν την ψυχήν μου. + + — Και πού θέλεις να συναντηθώμεν; + + — Παραδέξου να σταθής αύριο ολίγες ώρες στα Φάλκιρκ. εκεί θαρθώ +να σεύρω. Μη μου ταρνηθής, αν θέλης τη ζωή μου. Η άρνησίς σου θα +είναι ο θάνατός μου, ξαίρε το. Τόσο σου λέγω· ότι θέλεις κάμε. + +Και τάλεγε με τέτοια πεποίθηση, που δεν χωρούσαν αστεία. Η Μαλβίνα +φοβήθηκε και μαλάκωσε. Άλλωστε ούτω πράττουσα υπεχώρει εις την +ιδικήν της κλίσιν· υπεσχέθη να τον περιμένη την άλλη μέρα στο +Φάλκιρκ. + +Έφυγε σαν αστραπή. Πέρασε κοντά από την κ. Μπιρτών και την κ. +Φέμπικ, αι οποίαι ήρχοντο με τον λόρδον Μπέυμουθ, χωρίς να τας +προσέξη καν. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'. + +ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ + + + +Απόρησαν για την παράξενη εμφάνιση της Μαλβίνας. Ζητούσαν να +μαντεύσουν την αιτίαν. + +Ο Έδμον εν τω μεταξύ είχε συναντήση εις τον κήπον τον κ. Φέμπικ. +Φοβηθείς μήπως ακονίσει την γλώσσαν του προς καταλαλιάν της +Μαλβίνας τον εκράτησε από τον βραχίονα και του είπε. + + — Σoυ ορκίζομαι στην ψυχή της μάννας μου, αν ακουσθή και το +ελάχιστον εναντίον της κυρίας Σορκή, θα είσαι συ ο υπεύθυνος και +θάχεις να κάνεις μαζί μου. + + — Μα . . . Μα . . . + + — Είπα! + +Τρέμων ήλθε κοντά στη γυναίκα του και στην κ. Μπιρτών. Εκείνες τον +ερωτούσαν, τι έπαθε; Αλλ' αυτός ούτε λέξιν επρόφερε. + +Ο κ. Έδμον ηθέλησε να εξέλθη, αλλά η θύρα της αυλής ήτο κλεισμένη +. . Οι υπηρέται του έλεγαν να αναβή, διότι η θεία του επέστρεψε, +αλλ' αυτός επεχείρησε νανοίξη και έκαμε θόρυβον. + +Η κ. Μπιρτών ελκυσθείσα από τον θόρυβον εβγήκε, εις τα κάγκελα της +σκάλας ακκουμβώσα του είπε. + + — Πώς γίνεται, ανεψιέ μου, να βρίσκεσαι εδώ αυτήν την ώρα; και +γιατί πάλι φεύγεις χωρίς να θέλεις να με ιδείς. + +Ο Έδμον χωρίς να ομιλήση ανέβη επάνω και χαιρέτησε σοβαρά τα λόρδο +Μπέυμουθ. + +Η κ. Φέμπικ ελαφρά ως πάντοτε και ζηλιάρα, επροθυμοποιήθη να δώση +τας απαιτουμένας εξηγήσεις. + +Η Τζέννη μου είπε ότι είδε τον κ. Έδμον να ομιλή κρυφά με την κ. +Σοκρή μέσα στον κήπο. Έτσι εξηγείται η ταραχή της κυρίας και ο +θυμός του κ. Έδμον. + + — Έτσι λοιπόν η κακοήθης εκείνη ατιμάζει το σπίτι μου. Πάω να τη +διώξω αμέσως. + + — Σταθήτε! είπε ο Έδμον και κράτησε τη θεία του σφιχτά από το +μπράτσο. Κανείς μη τολμήση νανησυχήση την κυρίαν Σορκή. + + — Άφισέ με, Έδμων να διώξω από τα σπίτι μου τη γυναίκα που σε +κάμνει να παραφέρνεσαι έτσι. + + — Ούτε σεις, ούτε κανείς άλλος είναι άξιος να παραβληθή μεκείνην +ως προς τα ήθη και τον χαρακτήρα. Όσο αναπνέω εγώ κανείς δεν θα +την εγγίση. Και θα αγρυπνώ διαρκώς, για να εξουδετερώνω τας +διαβολάς και την καταδρομήν εναντίον της. Αυτά! + + — Ανέχεσθε, Μιλόρδε, είπε η πονηρά Μπιρτών προς τον λόρδον +Μπέυμουθ, να καταφρονούν εμπρός σας μία γυναίκα. Δεν σπεύδετε να +μαπαλλάξετε απ' τα χέρια αυτού του τρελού; + + — Μη κινηθήτε, μιλόρδε, φώναξε ο Έδμον, για να μη το μετανιώσετε. + + — Ποτέ δεν ανέχθην απειλήν, είπε ο λόρδος Μπέυμουθ υπερηφάνως. +Και ούτε είμαι διατεθειμένος νανεχθώ την ιδικήν σας. + + — Είμαι έτοιμος να την υποστηρίξω απεκρίθη ψυχραίμως ο Έδμον +τραβών το ξίφος του με την δεξιάν, ενώ διά της αριστεράς εκρατούσε +σφιχτά το μπράτσο της κ Μπιρτών. + +Ο Μπέυμουθ ετράβηξεν επίσης το σπαθί του και ήρχισεν η μάχη. Εκ +των άλλων καθείς έντρομος παρηκολούθει την φρικώδη πάλιν σιωπηλώς. + +Ο Έδμων εθεώρει τον Μπέυμουθ αντεραστήν και τον εμισούσε. Το +αποτέλεσμα της μονομαχίας θα ήτο θανατηφόρον για τον ένα από τους +δυο. + +Έξαφνα άνοιξε η θύρα και η Μαλβίνα λυσίκομος και με πρόσωπον ωχρό, +ώρμησε εις την αίθουσα και ερρίφθη ανάμεσα εις τους δύο +μονομαχούντας. + + — Σταθήτε! τους κράζει. Δεν θέλω νακουσθή ότι αίμα ανθρώπου +χύθηκε για χάρη δική μου. Πάψετε να χτυπιέστε! Κιάν θέλετε και +καλά να χύσετε αίμα, σφάξετε εμένα. + +Ταύτα λέγουσα εκράτησε τον Έδμον παραδίδουσα ούτω το σώμα της εις +την διάκρισιν των ξιφισμών του λόρδου, όστις θαυμάσας την τόλμην +της και νικηθείς από το κάλλος της, του οποίου την δύναμιν ηύξανε +η ταραχή και η αντημέλητος περιβολή της, κατέθεσε το ξίφος προ των +ποδών της και είπε: + + — Αι και ποιος μπορεί ναντισταθή στων θέλγητρων τη δύναμη! Και +ποιος μπορεί να ιδεί τα δικά σας και να μη σας υπακούση! + + — Τι ήθελες εδώ, ευλογημένη, να βεβηλώσης την καθαρότητά σου +κοντά στους ανοσίους, που άλλο δεν σκέπτονται παρά πώς να μολύνουν +την υπόληψη σου! της είπεν ο κύριος Έδμον. + + — Η υπόληψή μου είναι μόνο στην εξουσία τη δική μου· κανείς δεν +μπορεί να την εγγίσει, όταν εγώ την φυλάττω καθαράν. + + — Μας εσκοτίσατε με την αλαζονεία σας! είπε η κυρία Μπιρτών. + + — Αρκούν πλέον οι βρισιές, κυρία μου. Σας ήκουσα και μου είναι +αδύνατον πλέον ουδ' επί στιγμήν να μείνω κοντά σας. Θα είμαι πιο +ασφαλισμένη να περιπλανώμαι την νύκτα εις το ύπαιθρον, παρά να +μένω στο σπίτι σας. Πέτρο, είπε στον υπηρέτη, τρέξε, παρακαλώ, να +μουφέρης αμέσως έν αμάξι και πες στην Τομκίνα να κατεβάση τη Φανή. + + — Μα τι σκοπό έχεις, δε μου λες! Πού θα πάς τέτοιαν ώρα; + + — Ξαίρω κεγώ; Στο έλεος του Θεού. Εδώ να μείνω μου είναι πλέον +αδύνατο. Αλλά πριν φύγω έχω ένα καθήκον. Σερ Έδμον! Μιλόρδε! δόστε +χέρι προς αλλήλους και ορκισθήτε μου, πώς δε θανανεώσετε τη μάχη +για όνομα του Θεού, αν δεν θέλετε νακούσετε πως τελείωσα. + +Το βλέμμα της, η φωνή της, ήσαν τόσον γοητευτικά, ώστε ήτο +αδύνατον ναντισταθή κανείς εις τας προσκλήσεις της. + +Ενέδωκαν και οι δύο, έτειναν προς αλλήλους τας δεξιάς των και +υπεσχέθησαν να κάμουν, όπως αύτη επιθυμεί. + +Εν τω μεταξύ ήρθε το αμάξι και η Τομκίνα ετοποθέτησε εντός του την +μικράν Φανήν. + +Εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής και απήλθε αφίνουσα κατησχημένην +την κ. Μπιρτών. + +Ο σερ Έδμον την ηκολούθησε έως το αμάξι. Έμαθε πού επήγαινε και +την ερώτησε, αν θα τηρήση την υπόσχεσίν της, να τον περιμένει στο +Φάλκιρκ. + + — Ναι, είπε, εκεί μεταβαίνω τώρα και θα σε περιμένω. + +Αφού εκείνη ανεχώρησε, ο σερ Έδμον έκρινε σύμφορον διά την +υπόληψιν της καλής του, να μείνη ολίγας ώρας εκεί, για να αποφύγη +κάθε υπόνοιαν εκ μέρους των καλοθελητών της. + +Εκεί άκουσε με ταυτιά του όλας τας ύβρεις, όσας ήτο επόμενον να +εμέση η ταπεινωθείσα αλαζονεία. Έτριζε τα δόντια του από +αγανάκτησιν, αλλά η φρόνησίς του υπερίσχυσε και εκρατήθη ψυχρός +και αδιάφορος. + +Έμεινε εκεί όσο έπρεπε να μείνη για να μη διεγείρη υποψίαν τινά. +Και όταν εστοχάσθη ότι η ευπρέπεια του επέτρεπε ναναχωρήση, εξήλθε +από το βδελυρόν κείνο περιβάλλον. + +Η Μαλβίνα ετράβηξε ίσια στα Φάλκιρκ. Έφθασεν εκεί μεσάνυχτα +περασμένα. Κατέλυσε στο καλύτερο ξενοδοχείο, έβαλε τη Φανίτσα στο +κρεββάτι, άνοιξε το παράθυρο που φαινότανε η εξοχή και παρεδόθη +ήσυχη σε γλυκούς διαλογισμούς. Έτσι έφεξεν η ημέρα, που θα +απεφασίζετο η τύχη της. + +Η ώρα ήτο ένδεκα περασμένες, η Φανή ακόμη εκοιμάτο, η Μαλβίνα +περίμενε με ανυπομονησίαν, και μέσα στην ανησυχία της εζήλευε τον +μακάριον ύπνον του κοριτσιού. + +Έξαφνα ιδού ενώπιόν της ο σερ Έδμον. + + — Έφθασα ολίγον αργά. Αλλά έλαβα τας προφυλάξεις μου. Εβγήκα +πεζός, ενοίκιασα ίππον από κάποιο χωριό παρά το Έδιμπουργκ και +ξεκαβαλίκευσα εις άλλο χωριό παρά το Φάλκιρκ, οπόθεν πάλιν πεζός +ήλθα έως εδώ. Με λύπη μου βλέπω ότι έχασα ώρες από την πολύτιμη +ημέρα που μου χαρίζεις. + +Έχουμε πολλές ώρες ακόμα στη διάθεσή μας, είπε η Μαλβίνα, +κινουμένη εις οίκτον, που τον έβλεπε έτσι σκονισμένον και +ιδρωμένον για χάρη της. + + — Άφισέ με λοιπόν ναπολαύσω ανεπιφύλαχτα την θέα σου και την +συναναστροφή σου, τώρα που δεν φοβούμαστε να ταράξη κανείς τη +γαλήνη της μοναξιάς μας. Το ότι η ψυχή σου συγκινείται υπέρ εμού +αποτελεί το ζενίθ της ευτυχίας μου. Τα ότι αυτή θα με ασκήση εις +τας αρετάς που της αρέσουν αποτελεί την χαράν μου! Ω Μαλβίνα . . . + + — Μη σπεύδεις, σερ Έδμον, τα πράγματα δεν είναι και τόσον απλά, +όσον τα εκλαμβάνει η θέρμη της ψυχής σου. + + — Απλούστατα, όταν θελήσης εσύ, αφού εγώ το θέλω από καιρόν ήδη. + + — Όχι, διότι και να παρακάμψωμεν την υποχρέωσιν, την οποίαν εγώ +έχω αναλάβει προς την μακαρίτιδα Κλαίρη Χέριντεν, πράγμα που εγώ +αδυνατώ να παραβλέψω, δεν θα στρέξω ποτέ να στερηθής την μεγάλην +περιουσίαν της κ. Μπιρτών χάριν μου. Αφού μάλιστα η γενναία ψυχή +σου όλην την ιδικήν σου περιουσίαν την επροίκισεν εις την αδελφήν +σου. + + — Άκουσε, Μαλβίνα. Σκέψου πρακτικώτερα. Εδώ πρόκειται περί της +ευδαιμονίας ολοκλήρου της ζωής μας. Δεν χωρούν δυσιδαιμονίες, η +υπερβολική ευσυνειδησία είναι σχολαστικισμός επιβλαβής εις την +παρούσαν περίστασιν. Ας προσέξωμεν εις μόνην την πραγματικότητα +και ας μη παρασυρώμεθα εις υπερβολάς. Αν εις το προίκισμα της +αδελφής μου χρεωστώ μέρος της προς εμέ υπολήψεώς σου, η χαρά μου +είναι πιο μεγάλη, παρ' όσον αισθάνομαι για την λαμπρότητα της +πράξεως εκείνης, να καταστήσω ευτυχή την αδελφήν μου. Αλλά μην της +δίδεις και τόσην σπουδαιότητα κατά τα άλλα. Εγώ λίγο τιμώ τα +πλούτη. Και στην κ. Μπιρτών ποτέ δεν εστηρίχθηκα, γιατί για να τα +αποκτήσω, πρέπει να γίνω κόλαξ χαμερπής των αδυναμιών και των +ορέξεων της θείας μου μέχρι δουλείας, πράγμα που δεν θα τόκαμνα +ποτέ και αν ακόμη δεν σεγνώριζα. Ώστε δεν πιστεύω νάχης την αξίωση +να το κάνω τώρα που σεγνώρισα! Να πλουτίσω δηλαδή παραβλέπων την +αλήθειαν και την τιμιότητα! + +Η Μαλβίνα κατεγοητεύθηκε. Ωστόσο του είπε: + + — Ήθελα ακόμα να σου αναφέρω τας παραφοράς της νεότητός σου, τους +αστάτους εκείνους έρωτάς σου, των οποίων η ενθύμησις προξενεί +φρίκη σε κάθε γυναίκα που τολμά να σου εμπιστευθή την καρδιά της. + + — Αλλά δεν κατάλαβες λοιπόν, ότι ποτέ έως τώρα δεν αγάπησα. Εσένα +πρώτην και μόνην αγαπώ με τον αληθινόν, με τον θείον, με τον +αιώνιον έρωτα. Τίποτε δεν υπάρχει στον κόσμο, που να δύναται να με +χωρίση από σένα. Καθώς και σένα τίποτε δεν σαναγκάζει ναρνηθής την +χείρα ανθρώπου που μόνο για σένα αναπνέει και τον οποίον το κάτω +κάτω της γραφής συμπαθείς και συ εξίσου. + + — Ω, σερ Έδμον! + + — Άκουσε τώρα τον σκοπό μου και προεξόφλει με την παρούσαν χαράν +σου την μέλλουσαν ευδαιμονίαν μας. Έχω στις όχτες του ποταμού +Κλουδ κοντά στην Γκλάσκοου έπαυλη χαριεστάτη και εύφορη, κτήμα των +προγόνων μου ευρύχωρο και γόνιμο, που θα μας παρέχει πρόσοδον +αρκετή για να ζήσουμε καλά και άνετα. Έλα εκεί μαζί να +κατοικήσουμε. Έλα εκεί να ενώσης την τύχη σου με τη δική μου. Γίνε +φίλη μου ειλικρινής, γυναικούλα μου ποθητή, κυρά μου και αφέντρα +μου. Εκεί μόνην μου επιθυμίαν θα έχω, πώς να φανώ προς εσένα +ευάρεστος, μόνην μου φιλοτιμίαν πώς να γίνω ενάρετος σαν εσένα, +μόνη μου χαρά να σαγαπώ. Ω Μαλβίνα! μην αρνηθής την ευτυχίαν μου +. . . και τη δική σου. + +Η φωνή του ήτο περιπαθής και η φλόγα του πάθους έδινε δύναμη στους +λόγους του ακαταμάχητη, και γοητεία ελκυστική στο βλέμμα του. + +Η Μαλβίνα τινάχτηκε στο κρεβατάκι της Φανής, την πήρε στην αγκαλιά +της κιάρχισε να λέει: + + — Έλα, κόρη μου, έλα να με γλυτώσης από τη γοητεία του πλάνου. +Έλα να μου θυμίσης τους όρκους μου προς τη μητέρα σου, έλα να . . . + + — Όχι Φανή, αντίσκοψε ο Έδμον, εγώ είμαι ο αδύνατος, εγώ είμαι ο +δυστυχισμένος, εμένα έλα να βοηθήσης, έλα να πεις στη σκληρή, πως +οι όρκοι που έδωσε στη μαμά σου ήτανε για να καταστήση και σένα +ευτυχισμένη. Και πού αλλού μπορείς να είσαι και συ ευτυχισμένη +περισσότερο, παρά κοντά μου, που θα ενωθούνε οι φροντίδες και των +δυο μας για την ευδαιμονία τη δική σου: + +Πες της λοιπόν ότι το προς εσέ καθήκον της την υπαγορεύει να ενωθή +μαζί μου. Πες της ότι εγώ θα σε κάνω παιδί μου και θα σαγαπώ πολύ, +για ναμαγαπά κεκείνη εμένα. Και συ, λαίδη Χέριντεν, από εκεί που +ευρίσκεσαι, αφού είσαι πνεύμα τώρα και βλέπεις την ειλικρίνειαν +της καρδιάς μου, έμπνευσε την φίλην σου να ενδώση, διά να ασφαλίση +διά παντός της κόρης σου την ευδαιμονίαν. Και η ψυχή σου η ουρανία +ας καταδιώξη άνωθεν εκείνον, όστις ήθελε παραβή την υπόσχεσίν του. + + — Μητέρα, είπε αφελώς η Φανή, είναι τόσο καλός ο κύριος! Γιατί +είναι τόσο λυπημένος; Εσύ τον εμάλωσες; Αχ μαμάκα, σε παρακαλώ +πολύ μην του χαλάς την καρδιά του. Αν σου γυρεύη τίποτε και +μπορείς να του το δώσης, δος του το, μαμάκα, και πολύ θα +μευχαριστήσης. + +Η Μαλβίνα συνεκλονίσθη καθ' ολοκληρίαν ψυχικώς από όλην αυτήν την +σκηνήν και είπε: + + — Αλλά λοιπόν το μυστήριον μας περιβάλλει! Επεκαλέσθης την +Κλαίρην και αυτή συγκατανεύει και με διατάσσει με του αθώου αυτού +παιδιού το στόμα να δεχθώ το χέρι σου! Έτσι είναι άραγε ή μήπως +είμαι θύμα δυσιδαιμονίας, ή μήπως με απατά και με παραφέρει το +πάθος μου! Α γόη! αφού και τα πνεύματα σε υπακούουν, ποιος μπορεί +ναντισταθή στα μάγια σου; + +Και του έσφιξε με πάθος την δεξιάν του. + + — Δική μου λοιπόν! εφώναξεν εκείνος. Για πάντα δική μου! και την +αγκάλιασε. Εκείνη στήριξε τα κεφάλι της στον ώμο του, κέβλεπε το +στήθος της να πάλλη απ' το ίδιο πάθος που έπαλλε κιαυτουνού η +καρδιά του. + + — Τας στιγμάς αυτάς αισθάνομαι την ευφροσύνην που στέλλει κάποτε +ο Θεός στη γη μας, για να μας δώση κάποιαν ιδέαν της μακαριότητος, +που μέλλει νανταμείψη στον ουρανό την αρετή. + +Ο Έδμον δεν ήθελε πια ναποχωριστή από τη Μαλβίνα, την παρακαλούσε +να ορίση την ημέρα που θα νυμφευθούν. + + — Όχι ακόμη, του είπε. Θέλω ένα μήνα να παραδοθής εις της +ελευθέρας ζωής τας απολαύσεις και ηδονάς, κιάν αυτές δεν σαφίσουν +κανένα πλέον πόθον προς αυτάς, αν η ιδέα της παντοτεινής των +στερήσεως δεν θα σε τρομάζη, τότε θα μου πης· κεγώ, Έδμον, ακούς; +θα σε πιστεύσω, ότι δεν καταχράσαι την εμπιστοσύνη μου και ότι όσο +πιο εύκολα μπορείς να απατήσης, τόσο περισσότερο θα το αποφύγης. +Τότε ναι! τότε πλέον θα σου παραδοθώ ανεπιφύλακτα. Θέλεις; + + — Ναι θέλω. Έτσι πολύ ακριβά θα κερδίσω το πολυτιμότατο βραβείο +του βίου μου. Και θα ταπολαύσω πιο ευχάριστα, γιατί θάχω τη +συναίσθηση πώς είμαι πλέον άξιός σου. Αλλά ένα πράγμα με ανησυχεί. + + — Τι πράγμα; + + — Εσύ εις το διάστημα αυτό θα μένης, καθώς είπες, εις της κ. +Κλάρας, η οποία με μισεί και θα σου εμπνεύση κατ' εμού το ίδιο +μίσος. + + — Και γιατί σε μισεί η κ. Κλάρα; + + — Αλίμονο δεν μου είναι συγχωρημένο από την ίδια, να σου το πω, +μόνο εκείνη έχει το δικαίωμα να σου το πει. Και θα σου το πει +απόντος μου, χωρίς και εγώ να ημπορώ να σου φέρω τας δικαιολογίας μου +απολογούμενος, αι οποίαι είμαι βέβαιος θα σε πείσουν να μη με +μισήσης. Και ημπορούσα βέβαια τώρα αμέσως να σου πω τα καθέκαστα +και να σε θωρακίσω κατά πάσης άλλης εκδόσεως επιβαρυντικής κατ' +εμού, αλλά προτιμώ να είμαι τίμιος και μια που έδωσα το λόγο μου, +θα σιωπήσω. + + — Μένε ήσυχος, Έδμον, έχω εμπιστοσύνη πλέον σε σένα. Δεν θα +θελήσω να μάθω τα καθέκαστα από την κ. Κλάραν. Θα τακούσω εν καιρώ +το δέοντι από σένα τον ίδιον. + + — Ω αξιολάτρευτη, Μαλβίνα! Και ποιος λοιπόν θα είναι τόσο +τιποτένιος να καταχρασθή την πίστη σου που πηγάζει από της καρδιάς +σου την άκρα καθαριότητα! Ούτε καν για ναποχτήσω εσένα θα +καταδεχτώ ποτέ να μεταχιρισθώ δόλον, μένε ήσυχη, αγάπη μου. Μέχεις +υψώση τώρα και δεν καταδέχομαι να ταπεινωθώ. Σου ορκίζομαι στο +βωμό, που σου έχω στήσει μέσ' στην καρδιά μου, τίποτε δεν θα έχω +κρυφό από σένα και ποτέ δεν θα συλλάβω λογισμό που να ντρέπωμαι +γιαυτόνα. Λοιπόν σου λέγω και τούτο, Μαλβίνα μου, αφού σου είπα +πως τίποτα δεν θα σου κρύβω. Γιατί τάχα να έχης αλληλογραφία με +τον κ. Πρίορ; + +Η Μαλβίνα δεν επερίμενε τοιούτον αιφνηδιασμόν. Έβγαλε από την +τσέπη της ένα γράμμα και βλέπουσα κατάματα τον Έδμον είπε: + + — Ας ιδούμε τώρα, αν σέχω γνωρίσει καλά! + +Άνοιξε λοιπόν το γράμμα και διάβασε: + +«Η κατάστασή μου από μέρα σε μέρα γίνεται πιο φριχτή. Φτώχια βαριά +ταλαιπωρεί τους γονείς μου και σπαράζει την καρδιά μου. Ότι και αν +προσεπάθησα να πράξω, δεν ευωδώθη. Μόνοι οι ασεβείς ευημερούν και +αυξάνουν τα πλούτη των. Εγώ δε μάτην εφύλαξα καθαράν την καρδίαν +μου, μάτην ένιψα εν αθώοις τας χείρας μου, οδύνη και θλίψις +κατέλαβόν με. Ιδού αι ημέραι μου ως η κερκίς του υφαντού +διέρχονται και άνευ ελπίδων παρέρχονται. Αθλιότης και δυστυχία +πολεμούν τη ζωή μου κεγώ αγρυπνώ σαν το στρουθίο το ερημικό. Και +θα υπέκυπτα βέβαια κεγώ εις την τρικυμίαν της δυστυχίας, αν τα +γράμματα της αγαπητής Μαλβίνας δεν ήρχοντο από καιρό σε καιρό να +με κρατούν εις την ζωήν.» + + — Έτσι λοιπόν, είπε ο Έδμον διακόπτων, ο άνθρωπος αυτός σε +ονομάζει αγαπητή Μαλβίνα. Όσο καθαράν και αν έχει τον εαυτόν του η +καρδιά του, θα συλλαμβάνει ίσως επιθυμίας, ίσως ακόμη ελπίδας . . . +τας οποίας συ δεν παραλείπεις να του τας δυναμώνεις. + + — Σερ Έδμον, η φιλανθρωπία δεν μου επιτρέπει να λυπήσω ένα +δυστυχή από ένδειαν, αποβάλλουσα όπως λέγεις την φιλίαν που μου +ζητεί. Μην αδικείς λοιπόν μήτε εμένα, μήτε τον εαυτόν σου, +υποθέτων ότι μπορεί μέσ' στην καρδιά μου να σαντικαταστήση άλλος +κανένας στον κόσμο. + + — Μαλβίνα, έχεις δίκαιον εις όλα· όμως η λογική δεν χωρεί εκεί +που λαλεί το αίσθημα. Όταν συλλογίζωμαι ότι μπορεί κι άλλος να +σαγαπά, να εντρυφά νοερώς με τα θέλγητρά σου κεσύ το ξαίρεις και +δεν τον αποβάλλεις. . . . αι, μα την αλήθεια δεν θα είμουν +ειλικρινής προς εσέ, εάν δεν σου έλεγα ότι η φρικτή αυτή ιδέα με +βασανίζει. Μου φαρμακώνει τη ζωή. Με θανατώνει. + + — Ίσως δεν έχω κάμει καλά αλήθεια, να μην σκεφθώ αυτά. Αλλά αυτήν +την στιγμήν, που τόσον πάσχει αυτός ο άνθρωπος, αν και εγώ τον +αποθήσω, η θλίψις δεν θα τον ωθήση εις τα έσχατα; + + — Από αύριον θα φροντίσω να του εύρω θέσιν στο Έδιμπουργκ . . και +τότε πια Μαλβίνα, έχω την αξίωση . . . + + — Σε καταλαβαίνω . . .θα κάμω ότι θέλεις. Ωστόσο διάβασε όλην την +αλληλογραφίαν μας για να βγης από κάθε υποψίαν. + + — Όχι, είπε ο Έδμον, δεν έχω καμίαν υποψίαν για σένα, αλλά δεν +θέλω, άλλος άνδρας να σου αποτείνει τρυφεράς εκφράσεις, έστω και +υπό τύπον φιλίας. Ελπίζω μόνον ότι θα με απαλλάξης από την ιδέαν +που ούτε ο οίκτος, ούτε ο ορθός λόγος ισχύουν να με κάμουν να την +υποφέρω. + + — Έχε λοιπόν εμπιστοσύνη σεμένα και για τούτο. + +Έτσι διατεθειμένοι απεχωρίσθησαν και η μεν Μολβίνα διηυθύνθη προς +την κατοικίαν της Κλάρας, ο δε Έδμον εις Έδιμπουργκ. Υποσχεθέντες +να αλληλογραφούν και, αν κάμη ανάγκη, να ανταμωθούν ακόμη εν τω +μεταξύ. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'. + +ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΤΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ + + + +Η αγαθή Κλάρα ευχαριστήθη πολύ, άμα είδε την Μαλβίναν. + + — Χρεωστώ μεγάλη χάρη στη διάθεσή σας τη φιλήσυχη, που σας έκαμε +να βαρεθήτε γρήγορα τον κόσμο και να επιστρέψετε κοντά μου της +είπε. Ίσως μάλιστα δεν απατώμαι, αν υποθέσω ότι και κάποια προς +εμέ γενωμένη εις την ψυχήν σας φιλία επέσπευσε τον ερχομό σας. + + — Θα μου ήτον ευτύχημα να μπορούσα να σου εβεβαίωνα το τελευταίο, +αλλά τότε δε θα σας έλεγα την αλήθεια. + + — Τι συνέβη λοιπόν; + + — Από την κ. Μπιρτών απεχωρίσθην διά παντός και είθε ποτέ να μη +την συναντήσω πλέον εις την ζωήν μου. + + — Τα χαλάσατε με την κ. Μπιρτών; Πώς έγινε τούτο; + + — Μη με αναγκάζετε να σας ειπώ περισσότερα. Μου είναι αδύνατον, +αν και πολύ επιθυμούσα να σας ανοίξω την καρδιά μου. + + — Αρκεί είπεν η κ. Κλάρα, σας εννοώ πληρέστατα και σέβομαι την +ανάγκην της σιωπής σας. + +Αι ημέραι επερνούσαν γρήγορα. Ο πατέρας της Κλάρας αναγκασμένος +από υποθέσεις του ανεχώρησεν εις Λονδίνον. Η Κλάρα λοιπόν ήτο τώρα +πιο ελεύθερη. Εν τούτοις δεν ενοχλούσε και πολύ την Μαλβίνα από +διάκρισιν, την οποίαν καθόλου δεν είχεν εύρει αυτή, όταν διητάτο +εις της κ. Μπιρτών. + +Η Μαλβίνα ετέρπετο παιδαγωγούσα την Φανήν, όταν δε δεν ήτο +απησχολημένη με αυτήν, πότε διάβαζε και πότε παρεδίδετο εις +γλυκείας ονειροπολήσεις εντός των ωραίων κήπων του πύργου. + +Δεν είχε βέβαια λησμονήσει τας ατασθαλίας του Έδμον, αλλά η αγάπη +έκαμνε να τας θεωρεί ως ελαφράς νεανικάς παρεκτροπάς και μάλιστα +έχαιρε δι' αυτάς, διαλογιζομένη ότι όσοι άπαξ εγνώρισαν την +ματαιότητα του εκτάκτου βίου είναι πλέον ασφαλισμένοι, παρά όσοι +εβάσταξαν εγκράτεια στα νιάτα τους. + +Αλίμονο. Έτσι πάντα η φαντασία μας ξεγελά υπέρ του όντος το οποίον +αγαπώμεν, είδέ μη, «αλί που τόχει η κούτρα του . . . . » + +Από δεκαπέντε μέρες η Μαλβίνα παραδοθείσα εις τας τρυφερότητας του +έρωτος ανεπιφύλακτα χωρίς πλέον να εντρέπεται διά τούτο, απολαύει +χαράν και ευφροσύνην άγνωστην ως τώρα εις αυτήν. Είχε προ οφθαλμών +την στιγμήν που θα εγίνετο ευτυχής διά της παντοτεινής ενώσεώς της +μετά του προσφιλούς της ψυχής της. Έτσι το παρόν ομορφαίνει με τας +εικόνας των αγαθών που μας υπόσχεται το μέλλον. Η προσδοκία της +απολαύσεως είναι ανωτέρα από αυτήν ταύτην την απόλαυσιν πολλάκις. + +Κάθε βράδι χαίρεται περισσότερο, διότι επέρασε μία ακόμη ημέρα του +χωρισμού. Κάθε πρωί αγάλλεται, διότι ο Θεός της χαρίζει μία μέρα +ακόμη για ναγαπά τον Έδμον. Γυρίζει με τη φαντασία της στις πρώτες +εκείνες στιγμές που ο Έδμον με τις φλογερές του φράσεις μετέδωκε +την φλόγα του έρωτος στην άδολη καρδιά της. + + — Μαγαπά λοιπόν αληθινά και τίμια, λέγει καθ' εαυτήν. Εμένα από +όλας. Το λέγει μέσα στις νύχτες, το ξαναλέγει τα μεσημέρια. Και +αισθάνεται κάτι που δεν ξαίρει τι είναι, μα τόσο τερπνό και γλυκό +της φαίνεται, ώστε λέγει ότι αυτό είναι η ζωή. Δεν μπορεί να είναι +άλλο. Άλλοτε πάλιν αρέσκεται να βλέπει εντός της. + + — Ω τον αγαπώ! τον λατρεύω! φωνάζει μόνη της, και είναι ευτυχής, +γιατί τον αγαπά χωρίς να συλλογίζεται ότι ανταγαπάται. Εάν +απέθνησκε κατά τας ωραίας εκείνας στιγμάς, δεν θα είχε παράπονον +ότι απέρχεται του κόσμου χωρίς να γευθή τας γηίνους ευδαιμονίας. +Επλησίαζε το τέλος του μηνός και η Μαλβίνα υπελόγιζεν ήδη, ότι +έφθανεν η ώρα, που εκείνος έμελλε, να της απαιτήση την εκπλήρωσιν +της υποσχέσεώς της, και η τρυφερή αυτή ιδέα πολλάκις έβαψε το +πρόσωπόν της με ζωηρόν ερύθημα. + +Μίαν από τας τελευταίας αυτάς ημέρας ενώ εγευμάτιζε με την κ. +Κλάραν της έφεραν δύο γράμματα, τα ένα ήτο του Έδμον, τα άλλο από +τον λόρδον Χέριντεν. Τα γράμματα του Χέριντεν ήσαν πάντοτε τυπικά +και ολιγόστιχα· άφισε το γράμμα του λόρδου και με λαχτάρα άνοιξε +του Έδμον. Διάβασε. + +«Από τη μέρα που επέστρεψα εδώ δεν άφισα τη θεία μου να αγνοή ότι +συ είσαι η πηγή των φίλτρων μου. Χθες όμως, επειδή με απείλησε +ότι, αν δεν πάρω τη λαίδη Σούμεριλ, δεν με καθιστά κληρονόμον της +περιουσίας της, αναγκάστηκα κεγώ να της ομιλήσω ξεκάθαρα, ότι και +οι δύο εμείς το θεωρούμε εντροπή να δεχθούμε κάτι από μέρος της. +Τότε λοιπόν εκείνη αγρίεψε και μου είπε: + + — Και τους δύο θα σας ιδώ να ψωμοζητάτε μπρος στη θύρα μου· μα +χέρι δεν θαπλώσω να σας βοηθήσω. Πήγαινε, ανόητε, μου είπε, +νακούσης και συ από το στόμα της διαβεβαιώσεις αγάπης τέτοιες που +έδωσε άλλοτε στον κ. Πρίορ (ω το μισητό το όνομα!) Μα και σαν την +πάρης μην τη θεωρείς δική σου. Και τότε ακόμα μπορώ να σας χωρίσω +τον έναν από τον άλλον. Έτσι θα τιμωρήσω την αυθάδειά σου +χωρίζοντάς σε από εκείνην και απορρίπτοντας σε μακρυά από μένα. + +Αχ φαρμάκι έχυσε μέσ' στην ψυχή μου επαναλαμβάνουσα την φιλίαν σας +με τον κ. Πρίορ (ω αυτός ο Πρίορ!) και τη στιγμή που έξαφνα σας +ηύρε και τους δύο σε ανώμαλη θέση και σε μεγάλη ταραχή, κιακόμη +τους συγκινητικούς αποχαιρετισμούς σας, τους επαναλαμβανομένους +πόθους σας και την απόρροιαν αυτών: την συχνήν αλληλογραφίαν σας. + +Χολήν έχυνε στην ψυχή μου και έχαιρε, που με φαρμάκωνε έτσι. + +Ω φιλτάτη Μαλβίνα, έλα λοιπόν με την παρουσία σου να εξαλείψης +αυτάς τας ολεθρίας παραστάσεις από την ψυχή μου. Ιδού εξετέλεσα +ότι με διέταξες και εν τούτοις εξακολουθώ να θεωρώ μηδέν όλα τα +αγαθά του κόσμου εμπρός εις τον πόθον ναποκτήσω εσένα. Ο καιρός +έφθασε. Αν με αγαπάς, αν θεωρής την ησυχίαν μου πολύτιμη, μην +αργείς και η προσφορά της καρδιάς σου ας είναι η μόνη απάντησις +εις τας καταχθονίους απειλάς της Μπιρτών. + +Ευρίσκουμαι τώρα στο Κίνρος, δώδεκα μόνον μίλια μακράν σου. Σε +περιμένω εδώ. Δύο λέξεις θα μου φέρη ο επιδότης της παρούσης μου +γραμμένες, από την αγάπη μου, που θα μου αναγγείλουν ότι αύριο +είναι η μακαριωτέρα ημέρα της ζωής μου, η ημέρα της ενώσεώς μας +. . . + +Ενώ η Μαλβίνα εδιάβαζε ακόμα, ήλθε ο ταχυδρόμος, που της έφερε το +γράμα, και τη διέκοψε λέγων, ότι βιάζεται να φύγη, διότι ο κ. +Έδμον ανυπόμονος τον περιμένει και του έταξε αμοιβάς, εάν +επανέλθη, όσο το δυνατόν γρηγορώτερα. + +Η κ. Κλάρα εξεπλάγη από όσα ήκουσε, ητένισε με βλέμμα ερωτηματικόν +την Μαλβίναν, αλλ' αυτή εταπείνωσε το ιδικόν της και εκκοκίνησε. + +Ταραγμένη από την απάντηση του Έδμον, από τη βία του +γραμματοκομιστού, από την επέμβαση της κ. Κλάρας· πήρε ένα +πρόχειρο κομμάτι χαρτί κέγραψε ότι έρχεται. Τόδοσε στον ταχυδρόμο +που περίμενε. Εκείνος λαβών την σημείωσιν ανεχώρησε αμέσως. + +Ωστόσο η Κλάρα την έβλεπε διαρκώς με το ερωτηματικόν βλέμμα της. +Και αυτή μη ξαίρωντας τι να της απαντήση εσιωπούσε. + +Έξαφνα έπεσαν τα βλέμματά της στο γράμμα του λόρδου Χέριντεν, που +το είχε λησμονήσει επάνω στο τραπέζι. Έσπευσε λοιπόν να το ανοίξη +ελπίζουσα έτσι να κρύψη την ψυχικήν ταραχήν της από την κ. Κλάραν. + +Μόλις διάβασε όμως μερικές γραμμές, ωχρότης αιφνηδία περιεκάληψε +το πρόσωπόν της και ψυχρός ιδρός διεχύθη καθ' όλον το σώμα της. + +Ωστόσο επέμεινε και ετελείωσε την ανάγνωσιν της απαισίας +επιστολής. Αλλά άμα την ετελείωσε, δεν εβάσταξε πλέον και +υπείκουσα εις το βάρος της μεγάλης θλίψεως, την οποίαν της +επροκάλεσε η ανάγνωσις εκείνη, έπεσεν ως αναίσθητη εις τας αγκάλας +της φίλης της φωνάζουσα: + + — Αχ τετέλεσται! Πάει πια! Έδμον! Χαθήκαμε για πάντα. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'. + +ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ + + + +Η αγαθή Κλάρα ανησυχούσα διά την κακήν κατάστασιν της φίλης της +την συνέτρεξε με τα προχειρότερα μέσα, την μετεκόμισε στο δωμάτιόν +της και την απέθεσε στην κλίνην της. Άμα δε κατώρθωσς να την +ανακαλέση εις τας αισθήσεις της την έσφιξε στας αγκάλας της πολύ +συγκινημένη. + + — Ησύχασε, φίλη μου, της είπε, προσπάθησε ναναπαυθής ολίγον. Εγώ +εξέρχομαι και σε αφίνω να ησυχάσης. Όταν αναλάβης φώναξέ με, έχω +να σου ανοίξω την καρδιά μου. Μαλβίνα, εννόησα· είσαι πολύ +δυστυχισμένη και αξία συμπαθείας. + +Η Κλάρα ήτο σφοδρά συγκινημένη και εβγήκε για να μην κλάψη εμπρός +εις την Μαλβίναν και την βλάψη περισσότερον. + +Η Μαλβίνα άμα έμεινε μόνη, επήρε στα χέρια της με φρίκην το γράμμα +του λόρδου Χέριντεν και άρχισε να το ξαναδιαβάση για να το προσέξη +καλύτερα: + +Κυρία · + +Μανθάνω ότι κατ' αυτάς υπανδρεύεσθε. Δεν θα εξετάσω βέβαια τι ήτο +που σας ώθησε εις αυτήν την απόφασιν, ούτε και ζητώ τον λόγον της +σιωπής, που εκρατήσατε προς εμέ γιαυτό το πράγμα. Ούτε πάλιν σας +επιπλήττω διά τον σκανδαλώδη τρόπον, με τον οποίον εχωρίσθητε +τόσον απερισκέπτως από την ευπόληπτον συγγενή σας, που τόσον +ανεπιφύλακτα σας είχε δεχθή στα σπίτι της, και τώρα λυπείται +ειλικρινώς διά τας παραφοράς σας. + +Αρκούμαι μόνον να θέσω υπό την όψιν σας τας εξής παρατηρήσεις μου. + +Βλέπω, εδώσατε εις τον εαυτόν σας το δικαίωμα να μη τηρήσετε την +προς την μακαρίτισσα γυναίκα μου υπόσχεσίν σας. Πολύ καλά. Αυτός +είναι δικός σας λογαριασμός. Αλλά και δικός μου λογαριασμός είναι, +νομίζω, να μη κρατήσω πλέον την προς την παραβαινομένην υπόσχεσίν +σας σχετιζομένην συγκατάθεσίν μου ως πατρός, να αναθρέψετε σεις +την κόρην μου. + +Σας κάμνω γνωστόν λοιπόν, ότι καμίαν διάθεσιν δεν έχω, να επιτρέψω +να ανατρέφεται η κόρη μου στο σπίτι του συζύγου σας, να είναι +δηλαδή υπό την κηδεμονίαν ανθρώπου όλως αγνώστου εις εμένα. + +Η μακαρίτισσα το παιδί μας το εμπιστεύθη σεσάς μόνην. + +Μα από τη στιγμή που εσείς δεν ανήκετε στον εαυτό σας, ούτε το +παιδί μας ανήκει σεσάς, κέτσι αναγκάζουμαι ναναλάβω επ' αυτού τα +πατρικά μου δικαιώματα. + +Άμα λοιπόν, κυρία γίνη ο γάμος σας, αξιώ να παραδώσετε την κόρην +μου στα χέρια της εγκρίτου συγγενούς σας κ. Μπιρτών, η οποία λίαν +προφρόνως αναλαμβάνει να την έχει, έως ότου αι υποθέσεις μου μού +επιτρέψουν να την παραλάβω πλησίον μου. + +Μη λάβετε τον κόπον ναπαντήσετε εις την παρούσαν μου διότι αυτήν +την ώραν αναχωρώ εις Ιρλανδίαν και η εκεί διαμονή μου θα διαρκέση +πιστεύω καθ' όλον το θέρος. Φροντίσατε μόνον να εκτελέσετε +επακριβώς τα όσα σας γράφω. + + Διατελώ, κυρία, μεθ' υπολήψεως εξαιρέτου. + Λονδίνον, 22 Μαΐου . . . + Αύγουστος Χέριντεν + +Ποτέ βέβαια δεν είχεν υποψιαστή η Μαλβίνα, ότι ο εις όλα τα κατ' +αυτήν ψυχρός και αδιάφορος λόρδος, ο ουδέποτε πραγματικώς +ενδιαφερθείς περί της θυγατρός του αυτής, ο οποίος σπανιώτατα και +τυπικώτατα απαντούσε με ολίγας λέξεις εις όσα εκείνη έκρινε καλόν +να του γράφη περί της Φανής, έμελλε αίφνης να ταραχθή τόσον, +μανθάνων ότι αυτή υπανδρεύεται. Κεπειδή το θεωρούσε ως ολότελα +προς αυτόν αδιάφορον πράγμα, δεν του το ανεκοίνωσε. + +Αλλά ο με τόσην θερμότητα γινόμενος εν τη επιστολή εκείνη λόγος +περί της κ. Μπιρτών την διεφώτισε σαφέστατα, από πού προήρχετο το +πικρόν βέλος. + +Η κ. Μπιρτών δηλαδή δεν έλειψε να του γράψη, όπως ήξαιρε, για να +τον πάρη συνεργόν στα σχέδιά της. + +Επροσπάθησε να τον κινήση εις απέχθειαν κατά της νεαράς γυναικός, +παριστώσα αυτήν ως γυναίκα ελαφράν και πείσμονα και εφρόντιζε τάχα +ως φίλη να την προφυλάξη από ολίσθημα διά τούτο του έγραφε: + +«Σεις μόνος μπορείτε να εμποδίσετε ένα μεγάλο δυστύχημα. Η +εξαδέλφη μου είναι πολύ αφωσιωμένη στο τέκνο σας, όθεν αν της +γράψετε ότι θα της το πάρετε, αν επιμένη να παντρευτή, θα σώσετε +την μεν φίλην της μακαρίτιδος συζύγου σας από τον όλεθρον, την δε +πρώτην οικογένειαν της Σκωτίας από μεγίστην στενοχωρίαν.» + +Ακόμη δε με σατανικήν οπισθοβουλίαν επρόσθεσε: + +«Καθό πατέρας ενδιαφέρεσθε βέβαια για το μέλλον της κόρης σας. Αν +λοιπόν η παραλυμένη εξαλδέλφη μου, που μονομαχούνε οι νέοι για την +ομορφιά της, μετανοήση και ξανάρθη κοντά μου για να ζήση ήσυχα, θα +της αφίσω μέρος από την μεγάλην περιουσίαν μου. Ώστε αν +κατορθώσετε να μην παντρευθή, η περιουσία μου αυτή μαζί με τη δική +της περιουσία θα μείνη κληρονομιά στη θυγατέρα σας». + +Ο λόρδος Χέριντεν, που είχε σπαταλήσει τη δική του περιουσία και +πολλές φορές εσκέπτετο τι άραγε θα άφινεν εις την κόρην του, +εδέχθη προθύμως την εμφανισθείσαν ελπίδα της τοιαύτης +αποκαταστάσεως της κόρης του. Ώστε διά τούτο προ πάντων και όχι +διά κανένα άλλον λόγον εδέχθη να υπογράψη την επιστολήν εκείνην, +την οποίαν η κ. Μπιρτών του υπαγόρευσε, που τόσο κατασπάραξε την +καρδιά της Μαλβίνας. + + — Ω ψυχή αγία της φίλης μου, εφώναξεν η δυστυχής Μαλβίνα, μη +φοβάσαι πώς θα παραδώσω εγώ το τέκνο σου στα χέρια της μικράς κ. +Μπιρτών. + +Αν ο σκληρός πατέρας του θέλη να μου ταποσπάσει, γιατί θα είμαι η +κυρία Σέυμουρ, ποτέ η δυστυχισμένη φίλη σου δεν θα αξιωθή αυτό το +όνομα και μένε ήσυχη. + +Καημένε Έδμον, αιώνιος χωρισμός! δεν είτανε γραφτό να σε καταστήσω +ευτυχή με την αγάπη μου. + +Η κ. Κλάρα άνοιξε εν τω μεταξύ την θύραν, έσκυψε το κεφάλι και +ερώτησε. + + — Τι κάνει η αγαπημένη μου Μαλβίνα; + +Εκείνη της έγνεψε. Η Κλάρα επλησίασε, έπιασε το χέρι της Μαλβίνας +και της είπε. + + — Ξαίρω ότι δεν πρέπει να εγγίζει κανείς τας λεπτάς χορδάς της +καρδίας των φίλων. Σέβομαι τη λύπη σας και δεν ζητώ να εξακριβώσω +τας αφορμάς της. Ίσως με τον καιρό αξιωθώ την εμπιστοσύνη σας και +τότε μου ανοίγετε την καρδιά σας. Τώρα κοιτάξετε την ησυχία σας. + + — Αύριο φεύγω, είπε η Μαλβίνα, εκείνος με περιμένει αύριο. + + — Φεύγετε; σας περιμένουν; και πού θα πάτε; και πότε θα σας +ξαναϊδώ εγώ, που δεν σας εχάρηκα ακόμα καθόλου! + + — Αλίμονο, πάω στην άβυσσο. Δεν ξαίρω πού θα καταντήσω αν δεν θα +με ξαναϊδήτε ή αν θα γυρίσω να πεθάνω κοντά σας. Άγνωστο. Πάει η +χαρά μου. Εθραύσθη η ευτυχία μου! το μέλλον μου είναι σκοτεινό. + + — Αύριο φεύγετε! Αι σας συνοδεύω κεγώ λοιπόν. + + — Θέλετε λοιπόν να τον κάμω να πιστέψη, ότι σας πήρα μαζί μου για +να καταφρονήσω τη θλίψη που θα του προξενήσω; + + — Για ποιον ομιλείτε, για όνομα του Θεού; + + — Για κείνον που έχει κυριευμένη την καρδία μου. Που και τη ζωή +μου γιαυτόνα θυσιάζω. Αυτός που για μένα αρνήθηκε πλούτη και +αξιώματα. Και που εγώ είμαι αναγκασμένη να του αρνηθώ την ευτυχία +του. Να του δώσω το τελευταίο φίλημα . . . και να πεθάνω. + + — Με κάνεις να φρίσσω, Μαλβίνα! Μήπως ο ευτυχής αυτός θνητός +είναι ο σερ Έδμον Σέυμουρ; + + — Και ποιος άλλος άνδρας, εκτός από αυτόν, είναι άξιος τόσης +αγάπης από μέρος μου; Γιατί να κρύψω από σας το καύχημά μου; + + — Δυστυχισμένη φίλη! Κατώρθωσε λοιπόν να πλανέση και σένα ο +ολέθριος αυτός άνθρωπος, ω τρυφερή, ω ιλαρή Μαλβίνα! Στην +καταστροφή σου λοιπόν σέρνεσαι, γλυκιά κοπέλλα! Απλή και άκακη. +Μαλβίνα! Άκουσέ με να σου πω . . . + + — Τίποτε δεν θέλω νακούσω, είπε η Μαλβίνα, είμαι ορκισμένη να μην +ακούσω πια τίποτε από κανένα . . . Εκείνος δεν μπορεί να είναι +ένοχος ποτέ! . . . για μένα τουλάχιστον. Όλος ο κόσμος να σηκωθή +κατεπάνω του, μια του λέξη, ένα του βλέμμα τον αθωώνουν στην ψυχή +τη δική μου . . . + +Η κ. Κλάρα ενόησε το πάθος της Μαλβίνας. . . . εσκέφθη ότι οι +λόγοι δεν ωφελούν εις τοιαύτας περιστάσεις. Ενόμιζε την Μαλβίναν +θύμα του. Εστοχάσθη λοιπόν να την σώση και παρά την θέλησίν της. +Έπαυσε να της αντιστέκεται και να την αντισκόφτει από τον σκοπό +της. Την παρακάλεσε μόνο να την δεχθή να συνταξιδεύσουν μέχρι ενός +σημείου. + + — Χρέος ιερόν με καλεί, της είπε, σένα σπίτι που είναι απάνω στο +δρόμο σας, εκεί εγώ θα κατέβω, ενώ το αμάξι μου θα σας φέρη στο +Κίνρος. + +Η Μαλβίνα εθεώρησε όλως ακίνδυνον εις τον σκοπόν της την τοιαύτην +συνοδείαν της κ. Κλάρας και συγκατένευσε. Συνεφωνήθη να ξεκινήσουν +το πρωί στας οκτώ. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ + +ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ + + + +Η κ. Κλάρα δεν μπορούσε να κοιμηθή. Η ευθεία της ψυχή ανησυχούσε, +ότι έμελλε να δολιευθή, έστω και προς όφελος της Μαλβίνας. Έπειτα +δεν ήτο βεβαία και ποίον αποτέλεσμα θα είχε το σχέδιόν της, Μόλις +ξημέρωσε κατέβηκε στον κήπο να το καλοσυλλογιστή. + +Το ξανασκέφθηκε καλύτερα και ηύρε ότι η συνείδησή της ήτο +ικανοποιημένη με την εκτέλεση του σχεδίου της, αφού επρόκειτο να +σώση ψυχή. Και εστοχάζετο να επισπεύση την αναχώρησιν. + +Η ώρα ήτο κοντά οκτώ, αλλά η Μαλβίνα δεν εφαίνετο ακόμη. Η Κλάρα +ανέβηκε στο δωμάτιόν της. + +Κάθουνταν εκείνη κοντά στο κρεβάτι της ακίνητη, έχουσα την κόμη +της αχτένιστη. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, κείτανε σχεδόν +αγνώριστη. Οι ψυχικοί σπαραγμοί επιδρούσαν επί του προσώπου ως το +υποχθόνιον πυρ επί της επιφανείας της γης. + +Η Μαλβίνα την νύχτα εσυλλογίζετο τας αγωνίας τας θανατηφόρους, +όσας έμελλε να διέλθη εις το εξής η ψυχή της. + +Η τύχη της προετοίμαζε άλλας φρικτοτέρας, τας οποίας η φαντασία +της δεν ηδύνατο να συλλάβη. + +Η κ. Κλάρα επήρε από τα χέρι τη Μαλβίνα και την ωδήγησε στο αμάξι +κέβαλε τη Φανή στα γόνατά της. Το παιδί εκοιμάτο. + +Η Κλάρα πότε ανησυχούσε από την ιδέαν, ότι εδολιεύετο την +Μαλβίναν, και πότε πάλιν έχαιρε, ότι την σώζει· έμενε βυθισμένη σε +συλλογισμούς. Η λυπημένη Μαλβίνα είχε αφαιρεθή με την μέλλουσαν +οδύνην, την οποίαν έμελλε να προξενήση στον καλόν της, υποφέρουσα +αυτή έτι μεγαλυτέραν· και ούτε καν είχε συνείδηση, πού την +πηγαίνουν; + +Ως τόσο αφού πέρασε πολύ η ώρα, άρχισε να εννοή ότι ο δρόμος που +διανύει η άμαξά των δεν ήτο εκείνος που πέρασε, όταν ήρχετο εις το +χωρίον της Κλάρας. Όρη υψώνοντο γύρω και η άμαξα έμβαινε εις μίαν +σκοτεινήν και ερήμην φάραγγα. + + — Πού λοιπόν πηγαίνομεν; ερώτησεν την Κλάρα. + + — Στο σπίτι που σου είπα, απεκρίθη εκείνη ολίγον ταραγμένη. +Πέφτει λίγο παράμερα και παρεκάμψαμεν τον μεγάλον δρόμον. Έπρεπε +να πάρωμεν αυτόν τον πλάγιον. + + — Φοβούμαι μήπως αργοπορήσω και ο Έδμον θα με περιμένη. + + — Αι ας υποφέρη και αυτός ολίγον. + + — Δεν θέλω να προχωρήσω, θα καταβώ και θα πάγω πεζή. Δεν έχω +ανάγκην ούτε οδηγού. Καμία δύναμη δεν μπορεί να με εμποδίση να τον +συναντήσω. + + — Μείνε ήσυχη, φίλη μου· από το σπίτι που θα πάμε ο δρόμος κόφτει +και συντομεύεται τα διάστημα, ώςτε εις μίαν ώραν θα φθάσης εις το +Κίνρος. + +Η Μαλβίνα πίστεψε και ησύχασε. + +Μετά έν τέταρτον της ώρας το αμάξι στάθηκε στην θύρα μικράς +επαύλεως. + + — Ως που να αναπαυθούν ολίγο τα άλογα, είπεν η Κλάρα ελάτε ολίγον +μέσα. + +Και χωρίς να περιμένη απάντησιν την έπιασεν από το μπράτσο και +επροχώρησαν προς την θύραν. Η Κλάρα κτύπησε το κουδούνι και ένα +μικρό παιδί ως επτά χρονών ήλθεν και άνοιξε την θύρα και είπε: + + — Καλά κάματε, κυρία, και ήλθατε· η καημένη η μητέρα μου κοντεύει +να πεθάνη. + + — Α! Θεέ μου, εφώναξεν η Κλάρα και έτρεξε χωρίς να κλείση την +θύραν. Βλέπεις, φίλη μου, εδώ μέσα κατοικεί μία δυστυχισμένη, η +οποία τώρα ίσως πνέει τα λοίσθια. Αυτή είναι η αγαπημένη μου +αδελφή. Και ξαίρεις ποιος είναι ο φονεύς της; Είναι ο σερ Έδμον +Σέυμουρ, ο πατέρας αυτού του παιδιού. + + — Έλεος! έλεος! γιατί να μην πεθάνω πριν το μάθω; είπε η Μαλβίνα, +και έπεσε ακίνητη επάνω στον καναπέ. + +Άνοιξε η θύρα και εμβήκεν ο ιερεύς, ο οποίος προσεκλήθη διά την +άρωστη από το Κίνρος. + + — Εκείνη τω όντι είναι; να το πιστεύσω; η Μαλβίνα είναι αυτή που +βλέπω! πώς ευρέθη εδώ; + +Ήτο ο κ. Πρίορ, η Μαλβίνα δεν τον παρετήρησε και εξηκολούθησε. + + — Ω Έδμον! Έδμον! . . . + + — Τι όνομα προφέρετε; είπεν ο κ. Πρίορ. + + — Α σεις εδώ, κ Πρίορ; + + — Ναι είμαι εδώ, να σας υπερασπισθώ, εναντίον εκείνου, ο οποίος +σας επλάνεψε. + + — Ότι και αν έγινε, ο Έδμον είναι ο αγαπητός μου και τίποτε δεν +ισχύει να τον αποσπάση από την καρδιά μου. Όσο περισσότερο ένοχον +τον βλέπω, τόσο περισσότερον μου γίνεται περιπόθητος. + + — Ο κ. Πρίορ έμεινε κατάπληκτος από τους περιπαθείς λόγους της +Μαλβίνας. Η κ Κλάρα του είπε: + + — Με μεγάλην μου χαράν βλέπω ότι γνωρίζετε καλά την κυρίαν. Εγώ +πηγαίνω εις το άλλο δωμάτιον να σφογγίσω τα δάκρυα της +δυστυχισμένης αδελφής μου, όμοια των οποίων εύχομαι να μη χύση +ποτέ η αγαπητή μου Μαλβίνα. Διά τούτο σας παρακαλώ, μείνετε κοντά +της και γενήτε δι' αυτήν παρήγορος άγγελος. Προσπαθήσετε να φέρετε +την γαλήνην εις την ψυχήν της, και σώσατέ την, αν είναι δυνατόν, +από την άβυσσον εις την οποίαν κινδυνεύει να πέση + +Ο κ. Πρίορ άφησε την Κλάρα να έβγη και είπεν προς την Μαλβίναν. + + — Σε τέτοια κατάστασιν περίμενα να σας ιδώ; . . .Έκδοτον εις +άτακτον έρωτα, χωρίς να κοκκινήσετε διά τον άνθρωπον που αγαπάτε +. . . Και δεν έχετε μήτε ένα συμπαθιτικόν βλέμμα διά τον φίλον, που +σας παρηγορούσε άλλοτε στας δυσκόλους περιστάσεις του βίου σας!. . . +Αλίμονον ποτέ δεν έλπιζα να σας εύρω τόσον ψυχράν . . . και +είμαι τόσον δυστυχής! . . + + — Τι θέλετε από μένα; του είπεν η Μαλβίνα με σκυθρωπήν αταραξίαν. + + — Σας είμαι λοιπόν εις το εξής αδιάφορος; Δίκαιε Θεέ! + + — Συγχωρήσατέ με, κ. Πρίορ, αλλά δεν έχω πλέον κυριότητα επί της +θελήσεώς μου . . . Τι να κάμω; επρόσθεσε πιέζουσα με τα δύο χέρια +την καρδιά της, εδώ μέσα ούτε θάρρος υπάρχει πλέον . . . αλλ' ούτε +θέσις δι' άλλην οιανδήποτε αγάπην. + +Ο κ. Πρίορ έλαβε το χέρι της ανάμεσα στα δικά του και είπεν +δακρύων. + + — Μη μου σπαράζετε την καρδία με τα λόγια σας . . . + +Και πριν τελειώση, ανοίγεται με βίαν η θύρα και πίπτει ως βόμβα +ενώπιόν των . . . . ο σερ Έδμον. + + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'. + +ΣΑΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ + + + + — Ω ουρανέ! τι βλέπω; εφώναξε ο κ. Έδμον έξαλλος. Οι άλλοι +έμειναν βουβοί. Έβγαλε κατόπιν ένα πιστόλι το έδωσεν εις τα χέρια +του κ. Πρίορ και του είπε βιαίως. + + — Ελάτε μαζί μου . . . πρέπει να τελειώνη αυτή η κωμωδία. + +Η Μαλβίνα ανετινάχθη περιέβαλε τον λαιμόν του με τους βραχίονάς +της και είπε: + + — Τι τολμάς να υποπτεύεσαι; εκ των ιδίων λοιπόν κρίνεις τα +αλλότρια, Έδμον; + +Εν τω μεταξύ εισήλθε η κ. Κλάρα και βλέπουσα τον Έδμον. + + — Ω! σεις εδώ; Η τιμωρός πρόνοια βέβαια σας έφερε διά να +παρασταθήτε μάρτυρας των τελευταίων στιγμών του δυστυχούς θύματός +σας, της αγαπητής μου Λουίζας! + + — Εδώ είναι η Λουίζα; είπεν ο Έδμον έκπληκτος . . . . Και ήλθε +λοιπόν εδώ η Μαλβίνα, χωρίς να σεβασθή την υπόσχεσιν που μου +έδωσε! Αλίμονο κεγώ την περιμένω να μου δώση την ευτυχίαν. Αυτή δε +την παρέχει εις άλλον . . . ω Θεέ δίκαιε! + + — Μη με κατακρίνεις πριν μάθης πώς έγιναν τα πράγματα! φώναξε η +Μαλβίνα. Αχ μη με βασανίζεις· εγώ εσένα, μονάχα εσένα αγαπώ. +Κανέναν άλλον, κανένα! + + — Μαλβίνα! . . . + + — Μη με παρατηρείς έτσι . . μου παγώνεις το αίμα. Ρώτησέ τους +όλους αυτούς εδώ να σου πουν, αν έχω εγώ καμίαν, έστω και την +ελαχίστην ενοχήν· πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα! + + — Μαλβίνα . . . + + — Άδικε άνθρωπε . . . και μυριαγαπημένε. + + — Ακατανίκητη γυναίκα. Δεν θέλω πλέον καμίαν εξήγησιν. Πιστεύω +πως δεν πταίεις. Πιστεύω πως σέφεραν εδώ χωρίς να σε ρωτήσουν και +πως συνήντησες τον κ. Πρίορ χωρίς να το θέλης, κατά σύμπτωσιν. +Αλλά αντάμειψε λοιπόν την εμπιστοσύνην μου και γίνε αμέσως ιδική +μου. Έλα απ' εδώ να πάμε κατ' ευθείαν εις την Εκκλησία. + + — Για όνομα του Θεού! είπε η Μαλβίνα και τραβήχτηκε. + + — Με φεύγεις λοιπόν! Άλλον αγαπάς λοιπόν! + + — Άκουσέ με, να χαρής τη νιότη σου. Ο λόρδος Χέριντεν με +φοβερίζει πως θα . . . + + — Κανένα δεν πρέπει νακούσης. Κανένα δεν πρέπει να φοβηθής, αν +μαγαπάς αλήθεια. Άμα σε στερηθώ, θα χάσω τα μυαλά μου. Δεν είμαι +πια κύριος του εαυτού μου. Με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο πρέπει +να γίνης δική μου. Θα καταφύγω εις βίαια μέτρα. Θα σε αρπάξω. Θα +σε απαγάγω. Μόνος εγώ θα σε έχω μακράν των φθονερών ανθρώπων, +μακράν της μοχθηράς κοινωνίας. Συγχώρησέ με! το πάθος μου με +ανάπτει. Είσαι ιδική μου. + +Και ταύτα λέγων έπιασε το χέρι της και την ετράβηξε να την πάρη +στην αγκαλιά του. + +Ο κ. Πρίορ, που τον έτρωγε η ζήλεια, ηύρε πρόφασιν να επέμβη. Ήλθε +και στάθηκε εμπρός εις τον κ. Έδμον και είπε: + + — Με τι δικαίωμα φέρεσθε έτσι προς αυτήν την γυναίκα; + + — Εσείς με τι δικαίωμα επεμβαίνετε; είπε ο κ. Έδμον φρυάττων. + + — Με το δικαίωμα του ανθρωπισμού εκβιαζομένου· ο δυνατότερος έχει +καθήκον να υπερασπίζει τον αδυνατότερον. Αυτή η γυναίκα δεν είναι +δική σας. Δεν θέλει δε και να σας ακολουθήση . . . + + — Αλήθεια, Μαλβίνα, αρνείσαι να με ακολουθήσης; Δεν είσαι λοιπόν +δική μου; δεν μου το υπεσχέθης; Δεν είπες ότι θα γίνης +αναπόσπαστος σύντροφος της ζωής μου; Ομολόγησέ το λοιπόν εδώ +εμπρός σαυτούς τους ανθρώπους! + + — Δεν μπορώ πλέον, είπε η Μαλβίνα με μεγάλη αδυναμία. + + — Τι είπες; δεν μπορείς πλέον; Και δεν με λυπάσαι λοιπόν; και δεν +λυπάσαι τον εαυτόν σου; Μη με ρίπτεις σε απελπισία, γιατί δεν +ξαίρω τι μπορεί να γίνη. + + — Ιδού! διάβασε να ιδείς, είπε η Μαλβίνα και του έδωκε την +επιστολή του λόρδου Χέριντεν. + + — Τέτοια παλιόχαρτα είναι ικανά να σε χωρίσουν απ' την αγάπη μου +είπε και έσχισε τα γράμμα σε μικρά κομματάκια. Τίποτε δεν ακούω, +τίποτε δεν βλέπω, τίποτε δεν πιστεύω. Όλα σου είναι ψέματα και +επίβουλα. Εχτές που είχες πάρει μαζί και το δικό μου γράμμα δεν +σεμπόδισε αυτό εδώ να μου στείλης την συγκατάθεσίν σου . . . +Σήμερα βλέπεις αυτόν τον άνθρωπον . . . παραπείθεσαι και μου +αντιτάσεις άρνησιν με προφάσεις εν αμαρτίαις. Αυτό μονάχο τάχα δεν +μου έφθανε να εννoήσω τα πάντα; Τι ήθελα περισσότερον! Ωστόσο εγώ +παραβλέπω, αλλά συ εξακολουθείς ναρνήσαι. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου +θα είναι τρομερή. Θα μετανοήσης ίσως, αλλά θα είναι πολύ αργά. +Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου μόνον με αίμα θα χορτάση. + +Έπιασε τον κ. Πρίορ από του χεριού τον καρπόν και τραβώντας τον +βιαίως. + + — Ελάτε, του είπε, να σας δώσω τώρα και σας ένα μάθημα για τις +πανουργίες σας. . . ή, αν είσθε πιο τυχερός, να μαπαλλάξετε από +μια ζωή, που η επιορκία αυτής της γυναίκας μου την έκανε +βδελυκτήν. Οι δύο άνδρες εβγήκαν. + +Η Μαλβίνα ετινάχθηκε να τους εμποδίσει, έπεσε κατόπι τους +κραυγάζουσα, ήτο ωχρά ως αποθαμένη, λυσίκομος έτρεχε καταβάλλουσα +υπερανθρώπους προσπαθείας να τους προφθάση και θα το κατώρθωνε, αν +αυτοί εξερχόμενοι δεν είχαν κλείσει την πύλην της αυλής. Ώρμησε να +την ανοίξη, αλλά της εστάθη αδύνατον, διότι έκλειε με ελατήριον, +του οποίου ο μηχανισμός της ήτο άγνωστος. + +Η Μαλβίνα ήρχισε τότε να κραυγάζη. Πρώτη εις τας φωνάς της έτρεξεν +η κ. Κλάρα. Κατόπιν η Φανή, η οποία έπαιζε με το παιδί της +Λουίζας, ακούσασα την μητέρα της έσπευσε με αγωνίαν προς αυτήν. Η +κ. Κλάρα εν τω μεταξύ άνοιξε την πύλην. Η Φανή βλέπουσα την +Μαλβίνα εξερχομένην την έπιασε από το φόρεμά της και ζητεί να την +ακολουθήση. + + — Για όνομα του Θεού πάρτε από δω αυτό το παιδί, φώναξε η +Μαλβίνα. Το πήρε στην αγκαλιά της το φίλησε και τόδωσε στα χέρια +της κ. Κλάρας. + +Έξαφνα ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί όχι από πολύ μακρυά. Η Μαλβίνα +εφρικίασε. + + — Ω θεέ μου! . . .Τετέλεσται!. . . είπε με φωνήν σβηνομένην και +έπεσε κάτω αναίσθητη. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ' + +ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΣ + + + +Η Κλάρα κατατρομαγμένη εμπιστεύθηκε τη Μαλβίνα στην υπηρέτρια και +έτρεξε να ιδή τι συμβαίνει. + +Μετ' ολίγον είδεν, ότι δύο άνθρωποι εκρατούσαν στα χέρια τους ένα +αναίσθητον, νεκρόν . . . ίσως, και τον επήγαιναν. Σε λίγο εφάνη +ερχόμενος ο κ. Πρίορ. Τον ηρώτησε με φρίκην: + + — Άνθρωπε του Θεού; τι έκαμες; Σκότωσες τον Σερ Έδμον; + + — Οχ δεν τον σκότωσα είναι λαφριά πληγωμένος. Μα τι ωφελεί; εγώ +θα φέρω στη συνείδησή μου πάντα το βάρος της ανθρωποκτονίας. Ω τι +κακά ήταν αυτά που έκαμα! στο εξής θα πλανώμαι τρέμων και στενάζων +επί της γης. + + — Και πού τον πάνε τώρα τον κ. Έδμον; + + — Στο αμάξι του, που έμενε ένα τέταρτο της λεύγας μακρυά από δω. +Εκεί ζήτησε να τον φέρουν αμέσως. + + — Δεν υπάρχει φόβος να μην τον βλάψη η κίνησις: + + — Όχι η σφαίρα μόλις άγγιξε τον ώμον του. Το αίμα στάθηκε αμέσως. + + — Ποιος είναι τώρα κοντά του; + + — Ο υπηρέτης του. + + — Όχι όχι, δεν πρέπει να ταξιδεύση σαυτήν την κατάσταση. Τρέχω να +τον παρακαλέσω να μείνη στην έπαυλη, ως που να αναλάβη. + + — Μάταια· δε θα σας ακούση. Τον παρεκαλέσαμε κεμείς, μα θύμωσε +και δεν τόλμησε κανένας ναντισταθή πια στην επιθυμία του. Θέλει να +φύγη. + + — Και πού θα διευθυνθή τώρα; + + — Στο Έδιμπουργκ. + + — Τόσο μακρυά; + + — Πιο μακρυά ήθελε να πάη, αν ήτο δυνατόν, για να είναι όσο +γίνεται μακράν της Μαλβίνας. Έλεγε μάλιστα ότι θα υπάγη στης κ. +Μπιρτών για να περικυκλώνετε πάντα από τους εχθρούς της Μαλβίνας +και νακούη όλο το κακό της. + + — Μωρίες! Ας ακολουθήση λοιπόν τη μοίρα του. Εμείς θα +περιποιηθώμεν τα θύματά του. Εσείς, Πρίορ, δεν πρέπει να φανήτε +τώρα στην κ. Μαλβίνα, μετά τα γεγονότα η παρουσία σας θα της +προξενήση φρίκην. + + — Το ξαίρω, είπε ο κ. Πρίορ στενάζων, η Μαλβίνα με μισεί. Έπρεπε +ναποθάνω πριν με μισήση. + + — Κύριε Πρίορ, του είπε σοβαρώς η κ. Κλάρα, από απλήν φιλίαν δεν +ημπορούσατε βέβαια να προκαλέσετε αυτήν την φρικώδη περιπέτειαν, η +οποία σας στερεί τώρα δικαίως την εκτίμησιν της Μαλβίνας. + + — Μη μου ενθυμίζετε τας ανοησίας μου. Ο καημός των θα με στείλη +ταχέως εις τον τάφον . . . εις χώραν και σκιάν θανάτου . . . + + — Δεν έχετε δικαίωμα ναποθάνετε, ενόσω μπορείτε να ωφελήτε τους +πάσχοντας. Πηγαίνετε κοντά στη Λουίζα. Ας μη μάθη ποτέ ότι ο σερ +Έδμον ήτο τόσο κοντά της. Μη μακρυνθήτε από κοντά της, +προσπαθήσατε να την ανακαλέσετε στη ζωή και ενισχύσατέ την να +υποφέρη αγογγύστως την συμφοράν της. Εγώ πάω στην κ. Μαλβίνα. + +Την ηύρε ωχράν και λιπόθυμον, όπως την είχεν αφίσει. Η Φανή +γονατισμένη κοντά της έκλαιε. + + — Μητέρα μου, καλή μου μητέρα, γιατί είσαι κρύα τώρα; μήπως έχεις +σκοπό να μου φύγης και συ, όπως και η άλλη; Τότε σε παρακαλώ μη +φύγης μονάχη σου, πάρε κεμένα μαζί σου να ιδώ εκείνην. + +Η κ. Κλάρα συνεκινήθη πολύ και θέλησε ναπομακρύνη το δυστυχισμένο +το κοριτσάκι, αλλ' αυτό περιετυλίχθη στα παραπετάσματα της κλίνης +και φώναξε: + + — Όχι, όχι, δεν φεύγω από τη μαμά μου μακρυά. Φοβούμαι μήπως φύγη +κιαυτή χωρίς να με πάρη μαζί της. Έτσι με πήραν κιαπό την άλλη +κύστερα την έχασα και πια δεν την ξαναείδα . . . Μου έφυγε για +πάντα. Αφίστε με σας παρακαλώ. Νά κάθουμαι εδώ παράμερα . . . δεν +κλαίω πια . . . δεν κάνω βοή. + +Ταφίσανε ήσυχο. + +Σε λίγο η Μαλβίνα επανήλθε εις τας αισθήσεις της. Σηκώθηκε, είδε +γύρο της και άρχισε να ρωτά με αγωνία. + + — Εκείνος! . . . πού είναι εκείνος; + + — Μένετε ήσυχη, φιλτάτη μου. σας βεβαιώνω ότι δεν διατρέχει +κανένα κίνδυνον. Πιστέψατέ με, σας ορκίζομαι στη ζωή σας, στη ζωή +της αδελφής μου. + + — Μα τότε γιατί δεν έρχεται; + + — Δεν είναι πια εδώ. Πάει στο Έδιμπουργκ. + + — Για ναποφύγη να με συναντήση, συμφορά μου! + + — Αχ μην ανησυχήτε, αναπαυθήτε, κοιτάξετε την υγεία σας, με τον +καιρό όλα θα σιάξουν. + + — Εγώ να ησυχάσω, ενώ εκείνος με νομίζει ένοχον; Όχι, αδύνατον θα +τρέξω κατόπιν του. + + — Δεν θα μπορέσετε να τον προφθάσετε. Θα τον συναντήσετε μόνο στο +Έδιμπουργκ. Και ξαίρετε που θα τον εύρητε; στης κ. Μπιρτών. + + — Γιατί στης κ. Μπιρτών; Αυτός δεν κατοικεί πλέον εκεί. + + — Εκεί είπε να τον φέρουν. + + — Να τον φέρουν; Είναι λοιπόν πληγωμένος; + + — Ναι. Αλλά πολύ ελαφρά. + + — Ας είναι, θέλω να πάω. Σόποια κατάσταση κιάν είναι, οπουδήποτε +κιάν κατοική τίποτε δεν μπορεί να μ' εμποδίση να τον ιδώ. + + — Καλά, να πάτε, είπε η Κλάρα που έβλεπε ότι κάθε αντίστασις θα +ήτο ματαία, αλλά βλέπετε νύχτωσε. Οι δρόμοι είναι ορεινοί και +αδιάβατοι στο σκότος, κιάν πάθη τίποτα το αμάξι πού θα πάτε; +Περιμένετε λοιπόν αύριο. Οι ίπποι μου θα σας πάνε στα Κίνρος, από +κει παίρνετε άλλους και σας πάνε στο Έδιμπουργκ. Είχα μεγάλη +διάθεση να σας συνοδεύσω κεγώ, μα η δυστυχισμένη άρρωστή μου εδώ +έχει ανάγκη από όλη μου την προσοχή. Θα φυλάξω όμως την κόρη σου, +για να μη σε βαραίνη στο ταξίδι. + +Άμα το άκουσε η Φανή, εβγήκε έξαφνα από τα παραπετάσματα, όπου +ήταν κρυμμένη, κιάρχισε να φιλή τα χέρια της Μαλβίνας. + + — Μητέρα μου, μη μαφίσης εδώ. Και πρωτύτερα ήθελαν να με +απομακρύνουν από σένα, μα εγώ δεν έφυγα, έμεινα κέτσι δε σάφισα να +πεθάνης. Μαμά μου, έχεμε πάντα κοντά σου, και κανένα κακό δεν θα +πάθης. + +Η Μαλβίνα, το αγκάλιασε και το φίλησε· κενώ το παρατηρούσεν, είδε +στα μάτια του τα μάτια της μακαρίτισσας της μητέρας του. + + — Αχ! φίλη μου, αγαπημένη μου φίλη, είπε και άρχισε να κλαίη . . +. πάρε με κοντά σου . . . ναι, πάρε με κοντά σου, τη βαρέθηκα πια +τη ζωή τη βασανισμένη. + +Ωστόσο η Κλάρα εσιωπούσε, την ανακούφιζαν τα δάκρυα της φίλης της. +Δεν της ομιλούσε, παρακολουθούσε το ξέσπασμα της λύπης της. + +Τα κλάματα τω όντι εξελάφρωσαν την ψυχήν της Μαλβίνας. Ήλθε στον +εαυτόν της. Έπεσε στην αγκαλιά της κ. Κλάρας και της είπε. + + — Τι μεγάλο κακό που σας έχω κάνει! . . . + + — Όχι δα! εγώ σας έχω κάνει το μεγάλο το κακό. Ήθελα να σας +γλυτώσω. Αλίμονο! κανείς δεν μπορεί να αποφύγη το γραφτό του. +Πηγαίνετε στα καλό του Θεού. Ήλπιζα πως θα σας θεραπεύσω. + + — Μα είδετε, πώς δεν υπάρχει θεραπεία. + +Το υπόλοιπο της νυκτός επέρασε ήσυχα. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'. + +ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΕΙΣ ΕΔΙΜΠΟΥΡΓΚ + + + +Άμα ξημέρωσε, η Μαλβίνα ζήτησε το αμάξι, διά να πάγη στο Κίνρος. Η +Κλάρα της είπε: + + — Άμα κάνη ανάγκη να μείνετε πολύ στο Έδιμπουργκ. θα πάρω τη Φανή +νάρθω να σας εύρω. + +Η Μαλβίνα έσφιξε το χέρι της και της είπε: + + — Μένετε ήσυχη. Δεν λησμονώ ότι έχετε αδελφήν, την οποίαν +ηδίκησεν ο άνθρωπος, εις τον οποίον πηγαίνω. + + — Φιλτάτη Μαλβίνα, η Λουίζα μας ως προς την κοινωνίαν είναι +πεθαμμένη. Κανείς δεν ξαίρη ότι ζη. Αυτοί που την υπηρετούν δεν +ξαίρουν ποία είναι. + + — Και γιατί έτσι; + + — Η αδελφή μου είναι πανδρεμένη, αν ο σύζυγός της ήξαιρε ότι ζη, +θα την εξεδικείτο ανιλεώς. + + — Ω! την δυστυχή, πόσον τη λυπούμαι! + + — Το βέβαιον είναι, είπεν η Κλάρα, ότι ο σερ Έδμον δεν είναι +πλέον ο ίδιος. Εσάς σας αγαπά αληθινά τέλος πάντων, το είδα με τα +μάτια μου και δεν αμφιβάλλω διά την ειλικρίνειαν του. Δεν είναι το +αίσθημά του περιφρονήσεως άξιον, Μαλβίνα μου, κιάν δεν φοβήσαι +μήπως καταστής δυστυχής . . . . + + — Τι με μέλει; Αρκεί να μαγαπά εκείνος. + + — Καημένη Μαλβίνα, τι πάθος σε έχει κυριευμένην! είπε καθ' εαυτήν +η Κλάρα. + + — Δεν μου λέτε, και του παιδιού η ύπαρξις είναι επίσης άγνωστη; + + — Ναι υφίσταται κι' αυτό την τύχη της μητέρας του. Πριν γίνη +κιαυτό θύμα της λύσσας του συζύγου της μητέρας του κατώρθωσα να το +γλυτώσω μαζί μεκείνην μένα τέχνασμα, του οποίου η λεπτομερής +διήγησις είναι μακρά. Αφίνω τον σερ Έδμον να σας την κάνη ο ίδιος. +Η διήγησις αυτή θα του προκαλέση τους ελέγχους της συνειδήσεώς του +και θα τον κάμη να εντραπή, θα του εμπνεύση μίσος πλέον προς πάσαν +κακοήθειαν και θα τον καταστήση αντάξιον του έρωτός σας. Μαλβίνα, +η αγάπη του προς εσάς έσβησε την προς αυτόν αποστροφήν μου. Μέκαμε +σχεδόν να τον συμπαθώ. + +Η Μαλβίνα εθέλχθη από τα λόγια της φίλης της, την αγκάλιασε και +την εφίλησε τον ασπασμόν του αποχαιρετισμού. + +Ανέβη κατόπιν στο αμάξι και διηυθύνθη ευθύς προς το Κίνρος. Άμα +έφθασεν εκεί, εμίσθωσε αμάξι και ίππους και την άλλη μέρα το βράδυ +κατέλυσε στο Φάλκιρκ, μέσα στο ξενοδοχείον που είχε συναντηθή προ +ενός μηνός με τον Έδμον. Όταν εμβήκεν εις το ξενοδοχείον τόσην +αδυναμία είχε, ώστε έτρεμαν τα γόνατά της και δεν ημπορούσε να +αναβή τις σκάλες. Η υπηρέτρια ηναγκάσθη να την βοηθήση. Αφού +ανέβησαν, της είπε: + + — Η μιλαίδη φαίνεται να πάσχη. Τι κρίμα οι ωραιότεροι και +ευγενέστεροι άνθρωποι να είναι πάντοτε λυπημένοι ή άρρωστοι! + + — Βλέπετε πολλούς πάσχοντας εδώ; + + — Ένας νέος λόρδος επέρασε χθες . . . . ήταν τόσον ωραίος και +τόσο λυπημένος! Από τα σπλάχνα του έβγαιναν κάτι στεναγμοί, που +μου εσπάραξαν την καρδιά. + + — Μήπως ήτο πληγωμένος; + + — Ω Θεέ μου! ναι, αλλά πώς το ξαίρετε; + + — Πώς ήτο η κατάστασίς του; + + — Ο χειρουργός είπε πώς δεν έχει φόβο για θάνατο, εκτός αν ο +πυρετός αυξήση πολύ. Τότε . . . . + + — Τι τότε; την διέκοψεν η Μαλβίνα φρίττουσα. + + — Α μιλαίδη ο δόκτωρ Σάμπικ είναι πολύ σοφός άνθρωπος. Ωστόσο το +λέγει καθαρά, ότι όλη του η επιστήμη δεν χρησιμεύει να σώση αυτόν +τον νέον, αν η παραφροσύνη του εξακολουθήση. + + — Ήτο λοιπόν εις κατάστασιν παραφροσύνης; + + — Ναι, μιλαίδη, έλεγε πράγματα τα οποία κανείς δεν εκαταλάμβανεν. +Ωμιλούσε μόνος του και ήτο θυμωμένος για τη γυναίκα που θέλησε, +καθώς έλεγε αυτός, να τον θανατώση. Την ωνόμαζε αχάριστη, επίορκη, +άπιστη και ακόμη της απέδιδε πολλά άλλα απρεπή ονόματα. Έπειτα +έλεγε ότι την αγαπά, ότι την λατρεύει. Την παρακαλούσε να έλθη και +την εβεβαίωνε ότι έμελε ναποθάνη ευχαριστημένος, αν την έβλεπε μια +φορά ακόμη. + + — Θέλω ναναχωρήσω αμέσως, εφώναξεν η Μαλβίνα. + + — Ω Θεέ μου, αυτήν την ώρα! είπε η υπηρέτρια με απορία· ενόμιζα +ότι η μιλαίδη ήθελε να περάση εδώ τη νύχτα τουλάχιστο. + + — Όχι. Θέλω να πάγω αμέσως στο Έδιμπουργκ. + + — Αλλά, μιλαίδη, θα φθάσετε εκεί μεσάνυχτα περασμένα και όλα τα +ξενοδοχεία θα είναι κλειστά. + + — Δεν πειράζει, αρκεί ότι θα είμαι πλησιέστερα προς εκείνον. + + — Γνωρίζει λοιπόν εκείνον τον νέον η μιλαίδη; + + — Τι σε μέλει; Φρόντισε να μου ετοιμασθή αμέσως ένα αμάξι. + + — Αλλά η μιλαίδη δεν θέλει τουλάχιστον να αναπαυθή ολίγον! Ιδού +το δωμάτιον, το οποίον ετοιμάσαμεν διά την μιλαίδην. Είναι το +ίδιον που έμεινε και εκείνος ο νέος. + +Η Μαλβίνα ελαχτάρησε. + + — Ας δούμε λοιπόν είπε, και εμβήκε μέσα. Ήτο το ίδιον δωμάτιον, +όπου πριν ένα μήνα είχαν περάση οι δύο τας πλέον ευχαρίστους ώρας +της ζωής των. Η ενθύμησις εκείνη τόσο πολύ την συνεκίνησε, ώστε +ησθάνθη λιποθυμίαν, δια τούτο επλάγιασε, ώστε εδέησε να πάρη +μερικάς σταγόνας αιθέρος για να αναλάβη τας δυνάμεις της. Εν +τούτοις επέμενε να φύγη κέστειλε την υπηρέτρια να φροντίση για το +αμάξι. + +Μόλις έμεινε μόνη, άρχισε να ερευνά παντού, μήπως εύρη κανένα +χαρτάκι, ή μήπως ο Έδμον εχάραξε τίποτε απάνω στον τοίχο. Δεν ηύρε +όμως τίποτε και υπέθεσε, ότι ο Έδμον ήταν πολύ βαριά, για τούτο +δεν ημπόρεσε να δώσει κανένα σημείον της διαβάσεώς του από κείνο +το μέρος. Η νύχτα της έφερνε τερατώδεις προαισθήσεις. Παντού +έβλεπε φαντάσματα. Προησθάνετο συμφοράν. Ενόμιζεν ότι ήκουε παντού +τας οιμωγάς του θανάτου. Μη δυναμένη να υποφέρη την κατάστασιν +αυτήν εξήλθε από το δωμάτιον, ψυχρός ιδρώς την περιέρρεε. Κατέβη +να ιδή, αν η άμαξα είχε ετοιμαστή. Αλλά άλλη απογοήτευσις την +περιέμενε. + + — Ο επιστάτης του ξενοδοχείου ήτο μεθυσμένος, η γυναίκα του +εστρίγγλιζε, οι υπηρέται ελογομαχούσαν περιφερόμενοι. Κανείς δεν +την άκουε και κανείς δεν της απαντούσε. + +Ώστε ηναγκάσθη να επιστρέψη εις το δωμάτιόν της. + +Το πρωί μόλις έφεξε, ανεχώρησε αμέσως και έφθασε στας ένδεκα στο +Έδιμπουργκ. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ + +Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ + + + +Η Μαλβίνα στο Έδιμπουργκ έμεινε στο σπίτι της γριάς Μούδης, που +δεν απείχε πολύ από το μέγαρο της κ. Μπιρτών + +Η χαρά της Μουδ ήτον απερίγραπτη, όταν είδε τη Μαλβίνα. Εκείνη +όμως την παρεκάλεσε να διατηρήση όσο μπορούσε μυστικόν τον ερχομόν +της. + + — Ναι, κυρία, χρέος μου να σας υπακούσω. Κανείς δεν θα μάθη +τίποτε για τον ερχομό σας. Αλλά σας παρακαλώ να μου πήτε εμένα . . . + + — Την αιτία που ευρίσκουμαι εδώ; Θα την μάθης, κυρά Μουδ. Θα λάβω +μάλιστα και ανάγκην να με βοηθήσης. + + — Μεγάλη η ευτυχία μου, να μπορέσω, να σας φανώ χρήσιμη. + + — Κάθησε κοντά μου, κυρά Μουδ, θα έμαθες βέβαια, πως εχωρίσθηκα +από την εξαδέλφην μου. + + — Ναι, κυρία, τα έμαθα όλα από τους υπηρέτας της, από την Άννα +προ πάντων. Είναι συγγενής του ανδρός μου· όλες οι υπηρέτριες σας +ελάτρευαν εκεί μέσα. Όσα μου είπε, όλα ήσαν προς αθώωσίν σας. +Ελυπείτο πολύ η Άννα για την απουσία σας. + + — Σευχαριστώ, καλή μου γραία Μουδ. Θα ξαίρεις λοιπόν ότι ο σερ +Έδμον Σέυμουρ είναι ο αγαπημένος μου. + +Η γριά Μουδ κατένευσε. Η Μαλβίνα εξηκολούθησε: + + — Και οι δύο βέβαια είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι και +ημπορούμε να τελέσωμεν τους γάμους μας, αλλά κάτι είναι που μας +εμποδίζει, έπειτα. . . . εκείνος είναι. . . . πληγωμένος. . . Και +ίσως δεν είναι καλά . . . + +Οι λυγμοί την εμπόδισαν να εξακολουθήση την ομιλίαν της. + + — Λοιπόν, κυρία μου, διατάξετε· είμαι πρόθυμη για όλα, είπε η +Μουδ. + + — Μένει στις κ. Μπιρτών; + + — Εκεί μένει· μάλιστα. Ήρθε χθες το πρωί. Η κ. Μπιρτών έγινε έξω +φρενών, άμα τον είδε σε τέτοια κατάσταση, τέλος έπεσε αναίσθητη +και πολλήν ώρα απησχόλησε τον ιατρόν, που ήρθε με τον ανεψιόν της. + + — Ξαίρεις τι είπε ο ιατρός για την πληγή του; Είναι επικίνδυνη; + + — Όχι, κυρία μου, η πληγή του είναι ολότελα ακίνδυνη· αλλά έπαθε +πυρετόν από τον μεγάλον πνευματικόν κλονισμόν, τον οποίον υπέστη, +όπως είπεν ο ιατρός. + + — Ω Θεέ μου, εγώ λοιπόν είμαι η ένοχος! εγώ τον στέλνω στον τάφο! +Για όνομα του Θεού, καλή μου γραία, τρέξε να μάθης. Και θέλω να +μαθαίνης κάθε μέρα. κάθε ώρα . . . Τι γίνεται; Τι επιθυμεί; Προ +πάντων μάθε, αν ζητεί εμένα. Είμαι πρόθυμη να παραβλέψω τα πάντα +και να πέσω στα πόδια της κ. Μπιρτών. + + — «Άφισέ με να τον ιδώ για τελευταία φορά!» . . . θα της πω. + + — Μη κάνετε έτσι, καλή μου κυρία, είπε η κ. Μουδ· τρέχω αμέσως να +μάθω. Η Άννα θα μου πει όλα τα πάντα και πριν περάσει μία ώρα θα +γνωρίζετε παν ότι συνέβηκε και ότι ελέχθηκε στης κ. Μπιρτών. + + — Τίποτε άλλο δεν θέλω να μάθω, παρά τι γίνεται εκείνος! για +τίποτε άλλο δεν με μέλει. + + — Κυρία, εμπιστευθήτε σε μένα και μη αμφιβάλλετε, ότι θα πάνε +καλά τα πράγματα. + + — Καλά λοιπόν, κάμε όπως ξαίρεις, αλλά κάμε γρήγορα. + +Η γραία Μουδ έφυγε κατευχαριστημένη, διότι της εδίδετο η ευκαιρία +να υπηρετήση την ευεργέτιδά της, υπερήφανη σαν πρέσβυς +επιτετραμένος σπουδαίας διαπραγματεύσεις. + +Η Μαλβίνα επερίμενε ανήσυχη. Επεριπατούσε δώθε κείθε νευρική. + + — Να μην έρθη γρήγορα η Μουδ . . . αν έρθη γρήγορα κακό σημείο! +. . . Η Μουδ λοιπόν αργούσε. + + — Αχ γιατί αργεί έτσι λοιπόν; . . φοβερό πράγμα . . ο Έδμον δεν +είναι καλά! . . Έτρεχε στο παράθυρο και έβλεπε μακράν. + +Ανέπνεε με δυσκολίαν. Τα συναισθήματα της άλλαζαν στο λεπτό. + +Της εφαίνετο ότι ο καιρός έπαυσε να προχωρή. Αγωνιώσα επερίμενε. +Τέλος εφάνη η Μουδ. Της έγνεψε με το χέρι να τρέξη γρήγορα. Επήγε +και την υπεδέχθη στο σκαλοκέφαλο: + + — Λοιπόν πώς είναι; την ηρώτησε με βία, μόλις φάνηκε εκείνη. + + — Πάμε μέσα καλύτερα, κυρία μου, ίσως εδώ μας ακούσει κανένας. + + — Μια λέξη . . . μια μόνη λέξη! Πώς είναι; . . για όνομα του +Θεού! + + — Αλλά, κυρία μου, μην κάνετε έτσι . . . Τι παθαίνετε; . . . +εσείς τρέμετε ολόκληρη· μήπως έχετε σκοπό ναρρωστήσετε και σεις; + + — Πώς είναι εκείνος! . . . εκείνος! . . . λέγε, αποκρίσου, σε +ικετεύω μη μου κρύψης τίποτε . . . πώς είναι; + + — Κυρία, η Άννα λέγει, ότι σήμερα ο γιατρός, αφού αρκετή ώρα είδε +το σφιγμό του και παρετήρησε τα μάτια του, κούνησε το κεφάλι του +και δεν είπε τίποτε άλλο. + + — Δεν είπε τίποτε! . . . Κούνησε το κεφάλι του! Μουδ, αλλά δεν +είναι καλά λοιπόν ο Έδμον, λέγε Μουδ . . . δεν τον ερώτησε λοιπόν +κανείς! + + — Δεν ξαίρω . . . . η Άννα δεν ακολούθησε το γιατρό μέσα στην +αίθουσα. + + — Ω θεέ μου, αλλά τι έμαθες λοιπόν; + + — Να σας τα πω, κυρία μου. Η Άννα λοιπόν μένει πάντα μέσα στον +κοιτώνα του κ. Έδμον. Δεν είναι μεν αυτή η νοσοκόμος του, αλλά . . . + + — Αλλά; . . . + + — Αυτή βοηθεί την νοσοκόμον, πηγαινοέρχεται κοντά του, του δίνει +ότι χρειάζεται και λυπάται πολύ που τον βλέπει σε τέτοια +κατάσταση. Είναι τόσο καλός . . . η καημένη η Άννα πόσο θα χαρή, +άμα μάθη πώς θα γίνετε σύζυγός του! Θέλει λέει, να σας παρακαλέση +να την πάρετε στην υπηρεσία σας! Πίστευα μάλιστα, ότι δεν θα +αρνηθήτε. Δεν είναι έτσι; + + — Για όνομα του Θεού, κυρά Μουδ, μα έχω εγώ καιρό νακούω τώρα +ιστορίες για το τι θέλει η Άννα! Μουδ, δε μου μιλείς για τον +Έδμον! + + — Ακριβώς, κυρία, για κείνον θέλω να σας μιλήσω. Η Άννα λοιπόν +. . . + + — Πάλι η Άννα . . . + + — Σήμερα το πρωί τον άκουσε να παραμιλεί μέσα στον πυρετό του. + + — Τι έλεγε λοιπόν; + + — Έλεγε, λέει. . . . αλλά η Άννα φρονεί, ότι ήταν φαντασίες του +πυρετού, γιατί ποτέ δεν πιστεύει, λέει η Άννα, ότι η κυρία Μαλβίνα +έβαλε τον κ. Πρίορ, καθώς έλεγε ο κ. Έδμον, να τον σκοτώσει, λέει. +Και τόσο απίστευτο, λέει η Άννα, είναι τούτο, καθόσο σε άλλες ώρες +ο κ. Έδμον καλεί την κ. Μαλβίνα αγαπημένην του, την εξορκίζει να +μην απορρίψη την ικεσία του, λέγει ότι η εκκλησία είναι έτοιμη +. . . . μα έξαφνα τραβά και σχίζει το δέσιμο της πληγής του και λέγει, +ότι θέλει να πεθάνει, γιατί μόνο θάνατος του θα σας ευχαριστήση, +λέει. + + — Θεέ μου. Θεέ μου! + + — Ωστόσο εχθές το βράδι ησύχασε ολίγον και τότε ήρθε η κ. Μπιρτών +να τον επισκεφθή. Η Άννα κρυμμένη κάπου πίσω από το παραπέτασμα +άκουσε όλη τους τη συνομιλία . . Η κ. Μπιρτών κάθισε κοντά του +ψυχρή. Αφού τον ρώτησε πώς είναι; εξακολούθησε. + + — «Ελπίζω ότι τώρα πλέον θα συμφωνήσης μαζί μου και συ. Είδες +τώρα πια με τα ίδια σου τα μάτια, τι ραδιούργον και πλάνον πνεύμα +είναι η κ. Σορκή. Θα προσπαθήσης να την λησμονήσης ολότελα και θα +συγκατανεύσης να εκπληρώσης τας υποσχέσεις, που έδωκα για σένα +στον λόρδο Στάφφορδ. Και έτσι πια σε συγχωρώ», είπε με ευμένεια η +κ. Μπιρτών. + + — Δεν θέλω να με συγχωρήσετε ποτέ, είπε ο Έδμον με ταραχή. Ποτέ +εγώ δεν θα πάρω άλλη γυναίκα και να το ξαίρετε. + + — Πώς; είπεν η κ. Μπιρτών με κατάπληξιν, αρνείσαι κάθε άλλη +γυναίκα για μίαν τέτοια μιαρή πανούργα, για μίαν παλιό . . . + + — Κυρία! διέκοψεν ο Έδμον. Αν ηπάτησε, ηπάτησε εμένα, το ξαίρω +. . . έπρεπε βέβαια να την μισώ για τούτο. Αυτός είναι ο χαρακτήρ +μου, αλλά αυτή έχει μεταβάλει και τον χαρακτήρα μου. Ακούστε +λοιπόν: Για να την εκδικηθώ στην πρώτη ορμή του θυμού μου, είπα να +με φέρουν εδώ σ' εσάς. Αλλά . . . αι τι τα θέλετε: δεν υποφέρω +νακούσω, να πη άλλος κακό γιαυτήν. Σεμένα έφταιξε, τους άλλους τι +τους μέλει; ίσως εγώ να έχω το δικαίωμα να την κατηγορήσω, αλλά +δεν επιτρέπω μπροστά μου σε κανένα άλλον, να προσβάλη την υπόληψή +της. + +Η Μαλβίνα τότε με πολλή συγκίνηση εφώναξε: + + — Αγαπημένε μου Έδμον! εγώ να σε πικράνω έτσι| . . . τι καταδρομή +της μοίρας μου ήταν αυτή! Πιστεύεις λοιπόν ότι εγώ επιθύμησα το +θάνατό σου, ω θεέ μου! Πώς θα μπορέσω νανταμείψω της καρδιάς σου +την γενναιότητα! Πώς θα καταισχύνω τους αμφισβητούντας τας αρετάς +σου! Και τι απεκρίθη η κ. Μπιρτών, Μούδη: + + — Είπε ότι αυτά τα αποδίδει εις τον πυρετόν του, και ότι ελπίζει +να τον εύρη αργότερα πλέον ήσυχον, και τότε θα σκεφθή λογικώτερα, +για τούτο δεν μπορεί ακόμη να σχηματίση αυτή καμίαν ιδέαν. Τον +εχαιρέτησε λοιπόν και του είπε να μη συγχύζεται, για να θεραπευθή +γρήγορα, και τότε θα τα ξαναπούνε. + +Η Άννα ηκολούθησε σιγά σιγά έξω την κ. Μπιρτών και είδε την κ. +Φέμπικ να τρέχη να την συναντήση, ενώ ανέβαινε τη σκάλα. + + — Λοιπόν; την ερώτησε η κ. Φέμπικ τι λέει ο Έδμον; + + — Ο παράλογος ενθουσιασμός του έχει περισσέψει, Κίττη μου. + + — Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίς να τον αποσπάσωμεν. + + — Σχεδόν· εγώ όμως θα τους χωρίσω. + + — Αλλά πώς θα τον κάμης να πάρη την λ. Σούμεριλ, αν αυτός +εξακολουθή ναγαπά την κ. Σορκή; + + — Έχω τα σχέδιά μου και μη φοβάσαι . . . + +Εδώ οι δύο κυρίες απομακρύνθηκαν, κέτσι η Άννα δεν κατώρθωσε +νακούση παρακάτω την συνομιλίαν τους. Η Άννα όμως με εβεβαίωσε, +ότι η κ. Φέμπικ σας ζηλεύει πολύ για την αγάπη του κ. Έδμον. + + — Αρκεί, γραία Μουδ, δεν θέλω να μάθω τίποτε άλλο· εκτός της +υγείας του Έδμον τίποτε άλλο δεν μενδιαφέρει. Άφισέ με τώρα μόνην. +Μην ομιλήσης για μένα σε κανένα, πως ευρίσκομαι εδώ. Μην ξεχνάς +μόνο να με ειδοποιήσης, άμα μάθης τίποτε νέο για τον Έδμον. + +Το υπόλοιπο της ημέρας το πέρασε ανήσυχη και χωρίς ειδήσεις +νεωτέρας από τον ασθενή. Την νύκτα τρομερά όνειρα την κατετάραξαν. +Όταν ο οργανισμός είναι επηρεασμένος από μεγάλες συγκινήσεις και +όταν το πνεύμα του κοιμωμένου αδρανεί ναρκωμένον υπό του ύπνου, το +γενικόν αισθητικόν είναι εν αταξία και υποφέρει η ψυχή, καίτοι το +σώμα αναπαύεται. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'. + +ΝΕΟΙ ΦΟΒΟΙ + + + +Κουρασμένη η Μαλβίνα κιαπό τον ύπνο της το βασανισμένο, εσηκώθη. Η +γριά Μουδ της έφερε το τσάι. + + — Πώς είναι ο Έδμον σήμερα; είναι καλύτερα; έμαθες τίποτε; + + — Αχ κυρία μου . . . + + — Λέγε, Μούδη. + + — Τι να σας πω; Δεν τολμώ. + + — Δεν είναι λοιπόν καλά ο Έδμον; + + — Ο πυρετός λαμβάνει επίφοβον χαρακτήρα. Ο ιατρός φρονεί, ότι +είναι δυνατόν να γυρίση εις λοιμικήν αρρώστια. Η κ. Μπιρτών είναι +πολύ ταραγμένη φοβάται μήπως μολυνθή το σπίτι της. + + — Λοιμική αρρώστια, λέει; Και ποιος είναι κοντά του; ποιος τον +περιποιείται; ποιος ελαφρώνει τους πόνους του; + + — Έχει καλήν νοσοκόμον. Εγώ την ξαίρω. + + — Την ξαίρεις Μούδη: Δεν μπορείς να με συστήσεις κεμένα, να με +κάνεις να την γνωρίσω, να της ομιλήσω; + + — Ξαίρω κεγώ; Αύτη ούτε στιγμή δεν αφίνει τον άρρωστο, πού να την +δήτε; Μόνο λένε, να πάρουν και μίαν άλλη νοσοκόμα για να την +βοηθή, και τότε. . . + + — Τι είπες: θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα είπες; + + — Έτσι μου φαίνεται. + + — Τότε λοιπόν πληροφορήσου καλά, κέλα σεμένα, να σου εύρω μία +νοσοκόμα. Τακούς; + + — Tι λέτε, κυρία μου, και πού θα τη βρήτε σεις από δω μέσα; + + — Την έχω έτοιμη εγώ. Μάθε συ αν θα πάρουν κιάλλη νοσοκόμα, για +το συμφέρο σου και για την ησυχία μου· μην αμελήσης αυτό που σου +λέω. + +Η Μουδ της το υπεσχέθη, χωρίς να εννοή τίποτε. Εξέλαβε ως ελαφράν +σύγχυσιν του νου την τοιαύτην διάθεσιν της Μαλβίνας. + +Εκείνη εκάθησε στηρίζουσα το κεφάλι στα χέρια της. Δεν ημπορούσε +να υποφέρη πλέον το βάρος της οδύνης. + + — Ω θεέ μου, εσκέφθη, είναι λοιπόν γραφτό να πάθω και το +δυστύχημα τούτο; να χάσω τας δυνάμεις μου τη στιγμή που μου +χρειάζονται! + + — Η κυρία πρέπει να πιή κάτι, που να την δυναμώση. + + — Φέρε μου τίποτε, αν έχης, είπε χωρίς διάθεση η Μαλβίνα. + +Έτρεξε και της έφερε ζωμόν κρέατος. Η Μαλβίνα ήπιε λίγο. Εσηκώθη +και επήγε προς το παράθυρο, Το άνοιξε και βλέπωντας έξω είπε: + + — Εκεί λοιπόν είναι; και πάσχει! εκεί όπου εγώ είχα ορκιστεί να +μη γυρίσω ποτέ! . . Και στρεφομένη προς την Μουδ: + + — Πιστεύεις, της λέγει, πως απεφάσισαν να την πάρουν; + + — Ποιαν να πάρουν, κυρία μου; + + — Τη νοσοκόμα· δεν μου μιλούσες πρωτύτερα για μια νοσοκόμα ακόμη +που θέλουν διά τον Έδμον; + + — Α ναι, συγχωρήστε με, κυρία μου. Έφυγε ολότελα από το νου μου. + + — Και σε τι έχεις λοιπόν το νου σου: + + — Να, η Άννα μου έλεγε, ότι εδώ όλοι αυτοί οι καλοί - καλοί +ζητούν να απατούν ο ένας τον άλλον. Όποια φαντάζεται, πως είναι +πιο έξυπνη από τις άλλες, εκείνη απατάται και περισσότερο. Η κ. +Φέμπικ λόγου χάρη μια που δεν κατόρθωσε να πάρη τον κ. Έδμον. . . . + + — Φτάνει, Μούδη, δεν θέλω να μου μιλείς γιαυτούς τους ανθρώπους +πλέον . . . Πήγαινε να μου φέρεις ένα καλαμάρι και χαρτί. Θέλω να +γράψω. + + — Να γράψετε, κυρία; . . . Αλλά είσθε τόσο αδύνατη . . . . το +γράψιμο θα σας κουράση. + + — Μουδ, εξηκολούθησε η Μαλβίνα, φέρε μου ακόμα ένα καπέλλο σου +κένα φόρεμά σου. + + — Για σας, κυρία; + + — Ναι θέλω να τα δοκιμάσω αυτήν την ώρα. + + — Θα αστειεύεται βέβαια η κυρία. + +Η Μαλβίνα την παρετήρησε ατενώς. Ύστερα χαμογέλασε οικτρά, έσφιξε +τα χέρια της και της είπε. + + — Κυρία Μουδ, υπάρχουν περιστάσεις, που μπορείς κανείς ευκολώτερα +να πεθάνη παρά να αστειευθή. Τρέξε και μην αργείς πλέον, να μου +φέρης ότι σου ζητώ. + +Η γραία παραζαλίστηκε από τον τρόπο αυτόν της Μαλβίνας και +ηπάκουσε χωρίς να πει πλέον τίποτε. Μετ' ολίγον επέστρεψε φέρουσα +τα φορέματα και τα εις γραφήν χρήσιμα. + +Η Μαλβίνα της έγνεψε να ταφίση και να απέλθη. + +Όλην την ημέρα εδοκίμασε κάτι να γράψη. Δεν κατάφερε τίποτε. +Παράτησε το γράψιμο απελπισμένη. + +Πήρε το φόρεμά της Μούδης και το κοίταζε ώρες αφηρημένη. Τέλος το +φόρεσε πικρά χαμογελώντας. Έβαλε και το καπέλλο και πήγε μπρος +στον καθρέφτη. + + — Βέβαια, είπε μέσα της, ο Έδμον καθόλου δεν θα γνωρίση τη +Μαλβίνα του. Κέτσι θα μπορώ να τον βλέπω και να τον ανακουφίζω, +θαποφεύγω τα βλέμματά του, θα κατασιγάζω τη συγκίνησή μου, +κεκείνος δεν θα ξαίρη ποιο χέρι τον περιποιείται. Ναι, δεν πρέπει +να τα μάθη, γιατί η χαρά του μπορεί να τον σκοτώση, για το Θεό . . . +Αλλά στην κατάσταση που βρίσκεται . . . + +Η Μουδ έκρουσε τη θύρα. + + — Εμπρός! . . .Τι τρέχει, Μούδη; + +Η Μουδ, άμα την είδε έτσι μετημφιεσμένην, άφισε κραυγήν εκπλήξεως. + + — Έρχομαι . . . . έρχομαι . . . . έλεγε και την παρατηρούσε . . . +Αλλά αλήθεια δυσκολεύομαι να γνωρίσω την κυρία. + + — Λέγε, γριά Μούδη, έρχεσαι . . . τι έρχεσαι; + + — Έρχομαι να σας πω, ότι εγώ στεκόμουνα στην εξώθυρα είδα την +Άννα, την ερώτησα πού τρέχει . . . Αλλά, θεέ μου, πόσο έχει +αλλάξει η κυρία! . . τι παράξενο! + + — Την ερώτησες λοιπόν πού τρέχει . . . υπέλαβε ανυπόμονα η +Μαλβίνα. + + — Ναι και μου είπε, ότι την έστειλαν να εύρη καμιά νοσοκόμα για +την νύχτα, διότι ο πυρετός εγύρισε κακοήθης. Απόψε είναι η τρίτη +νύχτα, μια από τας πλέον επικινδύνους, είναι ανάγκη να μείνη +άνθρωπος κοντά του ολονυχτίς, για να δίδει κάθε λίγο κάποιο ποτό. +Η άλλη νοσοκόμος είναι κουρασμένη . . . + + — Μουδ! νά λοιπόν εγώ είμαι έτοιμη να λάβω τη θέση της φώναξε η +Μαλβίνα καταστέλλουσα την οδύνην της. + + — Μα, κυρία μου, συλλογίζεστε τι κάμνετε; Η αρρώστια του κ. Έδμον +είναι μολυσματική, είναι θανατηφόρα, η ίδια η εξ επαγγέλματος +νοσοκόμος αποφεύγει να μείνη κοντά του. + + — Περιττό να χάνης τα λόγια σου γραία Μουδ, πήγαινε γρήγορα και +πες της Άννας, ότι έχεις μία νοσοκόμα πολύ κατάλληλη και ετοιμάσου +να με παρουσιάσης απόψε ως νοσοκόμον υπό εγγύησίν σου. Κατάλαβες; +εμπρός! + +Η Μουδ κάτι θέλησε να ψελλίση, αλλά εκείνη δεν της έδωκε καιρόν +την έσπρωξε έξω του δωματίου φωνάζοντας: + + — Τρέξε λοιπόν! Στοχάσου ότι μια στιγμή αν αργήσεις, μπορείς να +καταστής υπεύθυνη για το θάνατό του και για το δικό μου ακόμα. +Τρέχα! άνοιξέ μου το δρόμο να δεχθώ τουλάχιστο την τελευταία πνοή +του. + +Η Μουδ δεν αντέτεινε πλέον και έτρεξε . . . + +Όταν τέλος το βράδυ το ωρολόγι εσήμαινε τις οχτώ, και οι δύο τους +βρεθήκανε εμπρός στη θύρα της κ. Μπιρτών. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'. + +ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ + + + +Ο υπηρέτης που τους άνοιξε την πόρτα, τας ωδήγησε αμέσως εις το +διαμέρισμα του αρρώστου. + +Η Μαλβίνα αναβαίνοντας στηρίχτηκε στον βραχίονα της Μουδ, για να +κρατηθή. + +Άμα εμβήκε και είδε το μαραμένο σώμα και την ωχρή κιαδυνατισμένη +μορφή του αγαπημένου της, τόσος τρόμος την έπιασε, ώστε λίγο +έλειψε να λιγοθυμήση. + +Η άλλη νοσοκόμος τας επλησίασε και αποτεινομένη προς την Μουδ +είπε: + + — Αυτός πια πάει . . . Δεν πιστεύω να βαστάξη ως αύριο. (Και +αποτεινομένη προς την Μαλβίνα επρόσθεσε). Εσείς άλλο δεν έχετε να +κάμετε, παρά να του δίδετε κάθε τέταρτο της ώρας να πίνη μια +κουταλιά απ' αυτό. Ελάτε να σας δείξω, πώς να κάνετε. + +Η Μαλβίνα επλησίασε με πικρή αταραξία· το αίμα της ήτο παγωμένο +μέσα στις φλέβες της και της εφαίνετο ήδη ότι θα εκπνεύση μαζί με +τον ασθενή. + + — Κιάν τα συμπτώματα γίνουν χειρότερα και ευρεθήτε εις αμηχανίαν, +καλέσατέ με, θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο. Έχω τρεις νύχτες να +κλείσω το μάτι μου. + +Η Μαλβίνα κατένευσε, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Θέλησε να πάρη το +κουτάλι και να πλησιάση τον άρρωστο. Η νοσοκόμος εγύρισε και την +είδε με περιέργεια και είπε: + + — Μήπως είναι βουβή; ω θεέ μου, πώς τρέμει; ως να μη είδε ποτέ +άνθρωπον αποθνήσκοντα. + +Η Μαλβίνα θυμήθηκε τότε την μακαρίτισσα την Κλαίρη της. + + — Κανείς, είπε ελαφρώς στενάζουσα, δεν είδε τον θάνατον, όσον +εγώ. + + — Γιατί λοιπόν είστε τόσο σκυθρωπή: Πρέπει να έχετε συνηθήσει, +γιατί αλίμονο, αν θλίβεσθε έτσι για τον κάθε θάνατο που θα +βλέπετε. Ελάτε τώρα ανοίξτε το παραπέτασμα, ανασηκώστε το κεφάλι +του αρρώστου κεγώ πάω να σας φέρω το γιατρικό. + +Η Μαλβίνα έκαμε ότι της είπε η νοσοκόμος και είδε τον Έδμον. Τα +μάτια του ήταν κλεισμένα· ακίνητος, ωχρός και παραλογιμένος· +κανένα άλλο σημείον ζωής δεν έδιδε, παρά την αναπνοή του την +δύσκολη και κοντή κοντή. Η γεναιότης της νέας γυναικός ηυξήθη +τώρα. Διεπέρασε τον βραχίονά της κάτου απ το κεφάλι του και τόβαλε +πάνω στο στήθος της. Πήρε το κουτάλι το γιατρικό από τη νοσοκόμα +και το επότισε με προσοχή τον άρρωστο. + + — Εύγε! της είπε η νοσοκόμος, δεν είσθε και τόσο πρωτόπειρη Εγώ +λοιπόν σας αφίνω. Καληνύχτα. . . . Πώς, κυρία Μουδ, εδώ είσαι +ακόμη; Να φύγης γρήγορα. Δεν ξαίρεις, ότι αυτός εδώ ο αέρας είναι +μολυσμένος; + +Τότε η νοσοκόμος και η κυρία Μουδ ανεχώρησαν. + +Η Μαλβίνα μόνη με τον άρρωστο! . . . Κι ο άρρωστος αυτός είναι ο +Έδμον, ο πολυαγαπημένος της· μα σε πια κατάσταση, θεέ μου! . . . +νεκρός άθαφτος. + +Πλησιάζει την κλίνη, ανοίγει λίγο το παραπέτασμα, αγγίζει το χέρι +του, ήταν κατάψυχρο. Βάζει τα χέρι της στο μέτωπό του, ήταν +ιδρωμένο και κρύο. Τα χείλη του είναι ξερά και άχροα, τάχει +μισοκλεισμένα. Η πνοή του μόλις βγαίνει. Νομίζει ότι τον ακούει να +ομιλεί. Συγκρατεί την αναπνοήν της να ακούση . . . Ακούει: + + — Μαλβίνα . . . Μαλβίνα μου! . . . + +Δεν ημπορεί πλέον να κρατήση τους λυγμούς της. Φοβείται μη τον +ταράξη και τυλίγεται μέσα στα παραπετάσματα. Δάκρυα δεν έχει πια +να χύση, η καρδιά της χτυπά μαζί με τους χτύπους του ωρολογίου. +Γονατισμένη μπρος στην κλίνη του Έδμον ακουμβά το κεφάλι της επάνω +στα μπράτσο του και βαστά το χέρι του μέσ' στα δικά της και μέσα +στην παγκόσμια σιωπή επικαλείται τον Θεόν της ευσπλαγχνίας για να +τον σώση. + +Τέλος εξημέρωσε. Ο Έδμον όμως ευρίσκεται στην ιδία κατάσταση, που +τον ηύρε χθες η Μαλβίνα. + +Η θύρα εκρούσθη σιγά. Εμβήκεν η Άννα και μετ' αυτήν ο ιατρός +Πότβελ. + + — Α! είπε σιάζων τα μαλλιά του, δεν είναι η γνωστή μας γραία +νοσοκόμος αυτή. Το χέρι σου, κορίτσι μου. Νά αλήθεια άσπρο και +μαλακό χεράκι, επιτήδειο να περιποιείται τους αρρώστους, χωρίς να +τους πληγώνει. + + — Δεν πλησιάζετε να δήτε τον άρρωστο, γιατρέ μου! είπε η Μαλβίνα +μισοντροπιασμένη. + + — Ναι βέβαια, θα τον ιδούμε κιαυτόν. Ωστόσο, καλό μου κορίτσι, +πότε τάρχισες το επάγγελμα αυτό; Εγώ τουλάχιστον ποτέ ως τώρα δεν +σέχω ιδεί, και όμως δόξα το θεό γνωρίζω όλες τις νοσοκόμες του +Έδιμπουργκ. + + — Αλλά, γιατρέ μου, είπε η Μαλβίνα απελπισμένη, ο άρρωστός σας +βρίσκετε στα έσχατα, για όνομα του Θεού! και άρχισε να του εκθέτει +λεπτομερώς τα γεγονότα του ασθενούς από το εσπέρας ως εκείνη τη +στιγμή. Ο ιατρός ενθουσιάσθη και φώναξε: + + — Αλήθεια, αν όλοι οι άρρωστοι μου είχαν τέτοιες νοσοκόμες, +σπάνια θα εσημειώνοντο θάνατοι εις τα δελτία μου. Ας δούμε πώς +είναι λοιπόν ο άρρωστός σου, κόρη μου. + +Έλαβε τον βραχίονα του ασθενούς και θέσας τους δακτύλους του εις +τον σφιγμόν εφάνη προσέχων και σκεπτόμενος. Η δε Μαλβίνα τον +ητένιζε ζητούσα να μαντεύση τον λογισμόν του και εκράτει την +αναπνοήν της. + + — Υπάρχει ελπίς, είπε τέλος ο ιατρός. + + — Αλήθεια, γιατρέ μου: υπάρχει; + +Ο ιατρός επρόσθεσε με αδιαφορίαν επαγγελματικήν. + + — Αι ναι, αλλά όχι και να σας εγγυηθώ πάλιν. Τίποτε σίγουρο δεν +μπορούμε να πούμε, αν δεν περάση και η ενάτη ημέρα. + +Κατόπιν παρετήρησε πάλιν τον σφιγμόν του κ. Έδμον και είπε. + + — Η αίσθησης είναι κοντά, θα ξανάρθη. Τώρα θα σου σημειώσω τι +πρέπει να κάμης, για να εκτελεσθή με ακρίβειαν ότι θα διορίσω. +Αφού δε ετελείωσε, επρόσθεσε σηκωνόμενος: + + — Ιδού, καλό μου κορίτσι, διάβασε με προσοχή και κάμε ότι +σημειώνω εδώ. Εγώ προς το βράδι θα ξανάρθω πάλι. Αντίο. + +Άμα έμεινε μόνη η Μαλβίνα, εκάθισε κοντά στην κλίνη και +επαραμόνευε να αντιληφθή το πρώτο κίνημα του αρρώστου. + +Ύστερα από μία ώρα ολάκερη άνοιξε τα μάτια και φέρνοντας το χέρι +στο μέτωπό του: + + — Αχ θεέ μου, είπε, πόσο υπόφερα! τα στήθος μου καίει ακόμα. Καλή +κυρά, δόσε μου κάτι να πραΰνω τη ζέστη μου. + +Η Μαλβίνα του έφερε αμέσως κάτι δροσιστικό, αλλά επειδή ήταν πολύ +αδύνατος, αναγκάστηκε εκείνη να τον ανασηκώση στα μπράτσα της, για +να του το δώση να το πιή, ακουμπώντας τα κεφάλι του απάνω στο +στήθος της. + + — Μείνε όπως είσαι, καλή μου κυρά, έτσι είμαι καλά, αυτή η αλλαγή +θέσεως με ξελαφρώνει. + +Η Μαλβίνα με χαρά ενδόμυχη έμεινε όπως είταν και λέξη δεν +επρόφερε, έσφιγγε τα δόντια της μην τύχει και κλάψει . . και +προδοθή. Στοχασμοί ολέθριοι κατεσπάραζαν την ψυχήν της και με +πολλήν αγωνία κατέπνιγε τους λυγμούς της. + +Ο Έδμον ανακουφιζόμενος από το ζωικόν ρευστόν της Μαλβίνας +ησθάνετο εαυτόν συγκινούμενον και δεν ήξαιρε πού να το αποδώση. + +Το μεσημέρι εμβήκε η γραία νοσοκόμος και η Μαλβίνα της παρέδωκε +τον ασθενή και υπεχώρησε εις την άκραν της κλίνης. + + — Δεν πάτε να κοιμηθήτε; της είπε η νοσοκόμος. + + — Όχι δεν έχω ύπνον απεκρίθη εκείνη πολύ χαμηλά. Άλλωστε ημπορώ +να αναπαυθώ σαυτόν εδώ τον καναπέ. + +Μετά πολλήν ώρα η γραία νοσοκόμος κουράστηκε και άφισε το κεφάλι +του Έδμον επάνω στο προσκέφαλο. + + — Είσαι συ καλή μου κυρά; ρώτησε μόλις ακουόμενος ο ασθενής. + + — Εγώ, κύριε, απεκρίθη η γραία, θέλετε τίποτε; + + — Ήσο συ πάντοτε κοντά μου; + + — Όχι κάποια άλλη νεωτέρα με αντικατέστησε την νύχτα, γιατί είχα +κουραστεί πάρα πολύ. + + — Μα η φωνή της. . . η φωνή της μου φάνηκε . . . Πού είναι αυτή +τώρα; + + — Μου φαίνεται πως κοιμάται, κύριε, θέλετε να την ξυπνήσω; + + — Αφού κοιμάται, άφισέ την, ας ησυχάση. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ' + +Η ΕΝΑΤΗ ΗΜΕΡΑ + + + + — Έτσι πέρασαν μερικές ημέρες. Η Μαλβίνα αγρυπνούσε την νύκτα και +εκρύβετο μόλις εξημέρωνε· τοιουτοτρόπως κανείς δεν την εγνώρισε, ο +ίδιος ο Έδμον είχε λησμονήσει την πρώτην εντύπωσιν, που του είχε +προξενήση η φωνή της. + +Τέλος έφθασεν η ενάτη ημέρα· η κρίσιμη. Ήτο μεσημέρι· η Μαλβίνα +είχε το κεφάλι της κρυμμένο μέσα στα χέρια της. Εφαίνετο ότι +κοιμάται. Αλλά επρόσεχε πολύ και εις το ελάχιστον κίνημά του και +έβλεπε με φρίκην, ότι η αναπνοή του εγίνετο πυκνοτέρα και +εναγώνιος. Η οδύνη της ήτο δριμεία τόσο μάλλον, καθ' όσον ήτο +ηναγκασμένη να την καταπίνη. + +Εν τούτοις ο πυρετός επανήλθε σφοδρός εις τον ασθενή και τον +εδυνάμωσε. Εγνώρισε τον ιατρόν, όταν ήλθε, και του είπε. + + — Γιατρέ. Είμαι πολύ άσχημα. Αν πράγματι ο θάνατός μου είναι +κοντά, μη μου το κρύψετε, σας παρακαλώ. + + — Έχετε θάρρος, φίλε μου. Θα σας σώσω. Είσθε νέος και η κράσις +σας είναι ισχυρά. + + — Σας παρακαλώ, μη με απατήσετε. Είναι ανάγκη να φανήτε +ειλικρινής περισσότερον, παρ' όσον στοχάζεσθε. + + — Αν έχετε να διαθέσετε τίποτε, μπορείτε και να το κάμετε, δεν +βλέπω εις αυτό τίποτε κακόν. + + — Σας ευχαριστώ, γιατρέ μου. Δεν είμαι καθόλου δειλός, +υποτάσσομαι εις το πεπρωμένον. Έχω πολλές αμαρτίες βέβαια, αλλά η +Μαλβίνα παρακαλεί για μένα τον θεό και ίσως ο θεός χάριν αυτής με +συγχωρήση. + +Έπειτα ύψωσε τα χέρια του τα αδύνατα προς τα άνω και είπε: + + — Μαλβίνα, Μαλβίνα! Είναι λοιπόν γραφτό ναποθάνω μακράν σου +στερημένος την παρηγορία που θα μου έδινε η παρουσία σου! Οι +τελευταίοι μου στοχασμοί πετούν προς εσένα. Έλα καλή μου γραία να +σου υπαγορεύσω να γράψεις εσύ. Πάρε χαρτί και μελάνι. + +Η γραία νοσοκόμος εθορυβήθη, διότι δεν ήξαιρε να γράφη και το +ανεκοίνωσεν εις την Μαλβίναν. + + — Δεν πειράζει, της είπεν η Μαλβίνα, γράφω εγώ αντί σου, χωρίς να +μας καταλάβη. Αλλά, γιατρέ μου, δεν θα τον βλάψη αυτός ο κόπος; + + — Μα η Μαλβίνα αυτή, κόρη μου, τον απασχολεί τόσο πολύ, ώστε +μάλλον θανακουφισθή, πιστεύω, ανοίγοντας την καρδιά του . . . + + — Είσαι έτοιμη, καλή μου γραία; εφώναξεν ο Έδμον. + + — Μάλιστα, κύριε, απεκρίθη η νοσοκόμος. Και τότε η Μαλβίνα +επλησίασε και κρυπτομένη πίσω από τα παραπετάσματα της κλίνης +άρχισε να γράφη καθ' υπαγόρευσιν του Έδμον: + +«Αγαπητή μου Μαλβίνα, + +Είμαι ετοιμοθάνατος και αιτία του θανάτου μου είναι ο προς εσένα +έρως μου. Αλλά δεν πταίεις εσύ βέβαια· εγώ ο ίδιος με την ορμή του +πάθους μου άναψα μέσα στο στήθος μου τη φλόγα που με φέρνει τώρα +στον τάφο. Ωστόσο ακούω ακόμη τας αλγεινάς κραυγάς που άφισες, +όταν σε αποχωρίσθηκα. Έτσι είμαι βέβαιος, Μαλβίνα, πως δεν έπαυσες +να μαγαπάς και θα χύσης δάκρυα πικρά επάνω στο νεκρό μου. Αχ πόσο +ήθελα να μην αποθάνω! για να απολαύσω εσένα, ποθώ τον κόσμον, +γιατί αφίνω πίσω μου εσένα, θέλω να ζήσω για να σε εξιλεώσω, που +αμφέβαλλα για την αγάπη σου, και στη μανία του θυμού μου ήρθα +ναποθάνω ανάμεσα στους μιαρούς εχθρούς σου. Ω Μαλβίνα, συγχώρησέ +μου το ολέθριο αυτό σφάλμα. Πόσο τιμωρήθηκα γιαυτό! Αχ τουλάχιστον +θα σε είχα κοντά μου τας τελευταίας μου στιγμάς, θα σέβλεπα, θα +σάκουα. Συ θα εδέχουσουν την τελευταία πνοή μου, συ θα έκλειες τα +μάτια μου. Οποία παρηγορία! . . » + + — Μα ποιος κλαίει λοιπόν; ρώτησε διακόπτων την υπαγόρευσιν. Μου +φαίνεται ότι είναι εκείνη η ιδία . . ω Μαλβίνα αν η ψυχή σου +φτερουγίζη γύρο μου, αν ήλθε να ιδή, πώς θα πετάξη η δική μου, +αγκάλιασέ με κιας πετάξουνε μαζί οι ψυχές μας. + +Η Μαλβίνα δεν βαστούσε πλέον και ητοιμάζετο να πέση στην αγκαλιά +του. Αλλά ο Έδμον κατελήφθη υπό μανίας και εφώναξεν αποτόμως: + + — Όχι, όχι! άπιστη γυναίκα, φύγε μακρυά! εσύ ώπλισες το χέρι του +μιαρού του παπά και τον διέταξες να εμπήξη το μαχαίρι στο στήθος +μου, που για σένα μόνο ανέπνεε. Αν ήθελες ναποθάνω, ας μου το +διέτασσες, και ευθύς θα μέβλεπες νεκρόν εις τα πόδια σου, γιατί να +μεταχειρισθής την βδελυράν βοήθειαν εκείνου; . . . άπιστη! + + — Αχ Θεέ μου Θεέ μου, εμουρμούρισον η Μαλβίνα με οδύνην +ανέκφραστη, πότε λοιπόν θα τελειώσουν τα βάσανά μου; Δεν αντέχω +πλέον. + + — Εδώ κρύβεται παράξενο μυστήριο, είπε ο γιατρός στην γραία +νοσοκόμα. + + — Στοιχηματίζω, λέει εκείνη, πώς κιαυτή θα είναι μία από κείνες +που απάτησε ο σερ Έδμον. + + — Δεν πιστεύω, αυτή είναι φρόνιμη νέα. Υπάρχουν όμως γυναίκες +νευρικές που κλαίουν, άμα ιδούν τους άλλους να πάσχουν. + + — Δε σκοτίζομαι αλήθεια! Αυτή η γυναίκα εμένα με βοηθεί και με +ανακουφίζει, και της χρεωστώ ευγνωμοσύνην. + +Τα μεσάνυχτα ο κ. Έδμον έπαυσε να ομιλή και ο ιατρός Πότβελ +εξετάσας τον σφιγμόν του είπεν εις την Μαλβίναν: + + — Η κρίσις πλησιάζει. Αν μετά έξ ώρας δεν πάθει τίποτε, σας +εγγυώμαι πλέον για τη ζωή του. Προσέξετε, μην αποκοιμηθήτε και +φυλάγετέ τον με μεγάλη προσοχή. Εγώ απόψε δεν φεύγω από δω. Αν η +αίσθησις επανέλθη με ελαφρόν ιδρώτα, ο ασθενής εγύρισε στα καλά. +Φώναξέ με τότε. Καλή νύχτα. + +Όταν η Μαλβίνα έμεινε μόνη, άρχισε να περιφέρεται μέσα στο +δωμάτιον και να συλλογίζεται, ότι σε λίγο θα αποφασισθή η τύχη +της. Της εφαίνετο ότι τον βλέπει μέσα εις λάκκον βαθύν, +σκεπασμένον με το λευκόν σενδόνι, και φρίσσει. Επιθυμεί ναποθάνη +και η ιδία. + + — Θεέ μου, λέγει, δεν τολμώ πλέον να σε παρακαλέσω για τη ζωή του +. . σου παραδίδω και τη δική μου. + +Πλησιάζει το κρεββάτι του αρρώστου, ανοίγει τα παραπετάσματα, της +φαίνεται σα νεκρός. + + — Έδμον, Έδμον! δε μακούς, καλέ μου! Εγώ είμαι που σε φωνάζω, εγώ +η Μαλβίνα σου. + +Εκείνος ανοίγει σιγά τα μάτια. Την βλέπει, την αναγνωρίζει, δεν +είναι δυνατόν να απατάται, είναι η ιδία, η Μαλβίνα. + + — Πού είμαι; πού βρίσκομαι; συ εδώ Μαλβίνα! + + — Ω Έδμον! ζης λοιπόν; ανεστήθης λοιπόν; Δόξα να έχη ο Κύριος! + + — Μαλβίνα, δεν πάσχω πλέον, αφού σε βλέπω κοντά μου, αλλά πώς +ευρέθηκες εδώ; τι θαύμα είναι τούτο: Μήπως είμεθα . . .πλέον. . . +εις την αιωνιότητα; + +Και έκλεισαν πάλιν τα μάτια του. Αλλά ανέπνεεν ελεύθερα και η υγρά +θερμότης των χεριών του έδοσαν θάρρος εις την Μαλβίναν. Τα +μαραμένα χείλη του ζωηρεύουν, γλυκός ύπνος διαδέχεται την αγωνίαν. + +Η Μαλβίνα γονατίζει και προσεύχεται με δάκρυα χαράς προς τον +Σωτήρα του αγαπητού της. + +Σιωπή άκρα επικρατεί γύρο της, αλλ' αυτή τώρα πλέον δεν +αγριεύεται, απεναντίας χαίρει, διότι το παν σέβεται τον ύπνον +εκείνου, της φαίνεται ότι η φύσις όλη ησυχάζει, διά να εξυπνήση +μαζί με τον εραστήν της. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ' + +ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΥΠΗΝ Η ΧΑΡΑ + + + +Η αυγή εφώτιζε τον ορίζοντα και ο Έδμον ακόμη εκοιμάτο βαθέως, ενώ +η Μαλβίνα εισέτι γονυπετής παρά την κλίνην τον ητένιζε και +προσηύχετο υπέρ αυτού. + +Ηκούσθη το βήμα του ιατρού Πότβελ· του ανοίγει την θύραν ελαφρώς· +βαδίζει ακροποδητί. Ο ιατρός ερωτά ανήσυχος: + + — Πώς είμεθα; + + — Γιατρέ μου, κοιμάται πολύ ήσυχα. + + — Αλήθεια κοιμάται; Είσαι βεβαία; + + — Ναι, γιατρέ μου. + + — Τότε εσώθη. + +Η Μαλβίνα τον οδηγεί παρά την κλίνην ελαφρώς περιπατούσα. Ο +γιατρός τον βλέπει με προσοχή. + + — Είναι εκτός κινδύνου. Εσώθη. + +Άμα η Μαλβίνα άκουσε τα λόγια του ιατρού, έξαλλη από την χαράν της +ετινάχθηκε έξω. + +Ο ιατρός απόρησε για τον τρόπο της και εφώναξε την γραίαν +νοσοκόμον να έλθη κοντά στον ασθενή. + +Έπειτα εβγήκεν έξω και αυτός και ήλθεν εις συνάντησιν της +Μαλβίνας. Εκείνη άμα τον είδε, εφώναξε: + + — Γιατρέ μου, εσείς τον εσώσατε! είσθε αληθινός άγγελος της +σωτηρίας. Και έπιασε τα χέρια του και τα έσφιξε με την καρδιά της. + + — Αληθινά είσθε μία παράξενη κυρία. + + — Νομίζετε ότι άμα εξυπνήση, θαναγνωρίση όσους τον +περιστοιχίζουν; + + — Αναμφιβόλως, ο πυρετός έπεσε, δεν θα έχει πλέον παραλήρημα, εις +το εξής το μόνον κακόν θα του είναι η αδυναμία. + + — Δεν έχει φόβον από ψυχικήν ταραχήν; + + — Έχει και παραέχει, ο οργανισμός του, εξησθενημένος όπως είναι, +δεν αντέχει εις σφοδράς συγκινήσεις. Αλλά γιατί ερωτάτε όλα αυτά +τα πράγματα; + + — Αχ, γιατρέ μου, η μικροψυχία μου δεν μάφισε να κρυφθώ +περιπλέον. Αλλά συγχωρήσατέ με, γιατί πολλά υπέφερα. + + — Ο σερ Έδμον λοιπόν σας είναι πολύ ενδιαφέρον πρόσωπον; + + — Δεν απατάσθε, γιατρέ μου. Αλλά σας παρακαλώ κρατήσατέ το +μυστικό, γιατί με καταστρέφετε. + + — Αλλά ας επιστρέψωμε κοντά του. Εσείς μην του φανερώνεσθε αμέσως +και βλέπουμε. + + — Θεέ μου! νομίζω ότι ακούω θόρυβον εκεί μέσα. Μήπως εξύπνησε; +Εμβάτε μόνος σας, γιατρέ μου. + +Στάθηκε μπρος στην θύραν και ακροάζετο κρατούσα την αναπνοήν της. + + — Αχ Θεέ μου, είπεν εκείνος βλέπων τον ιατρόν να εμβαίνη, τι μου +συνέβη άραγε; Νομίζω ότι είδα, ότι ήγγισα την Μαλβίναν, ότι άκουσα +την φωνήν της. + + — Μην την ενθυμείσθε, σας το απαγορεύω, αφού σας έσωσα, δεν θέλω +να πάθετε υποτροπήν. + + — Αχ εκείνη με έσωσε. Η φωνή της με ανεκάλεσε από τον τάφον, με +εξύπνησε από τον θάνατον. Αλλά πού είναι τώρα, Θεέ μου, πού είναι; + + — Κύριε του είπε η γραία νοσοκόμα η φαντασία σας αυτή ημπορεί να +σας ξαναφέρη τον πυρετόν. Ησυχάσατε, παρακαλώ. + + — Έχει δίκαιο η γριά, επρόσθεσεν ο ιατρός. Να τι εκάματε· ο +σφυγμός σας ήρχισε να ατακτή, και αν εξακολουθήσετε, άφευκτα θα +σας επανέλθη ο πυρετός. + +Ο Έδμον εσιώπησε και σιγά σιγά η φαντασία του ησύχασε. Η εικών της +Μαλβίνας κατ' ολίγον διελύθη ως φωτεινόν νέφος, και απεκοιμήθη, ή +μάλλον εβυθίσθη εις νάρκην. + +Η Μαλβίνα εμβήκε με τρόπον εις τον κοιτώνα αποφεύγουσα να σταθή +προ των ομμάτων του. + +Ωστόσο η βελτίωσις της υγείας του αρρώστου έγινε γνωστή σ' όλο το +σπίτι. Η κυρία Φέμπικ εχάρη ειλικρινώς. Η κ. Μπιρτών έδειξε +πανηγυρικώς ψευδή ευαισθησίαν. + + — Προς το βραδάκι, όταν ο Έδμον εκοιμάτο, εκρούσθη αίφνης η θύρα. + + — Ποιος είναι; ρωτά η Μαλβίνα σιγανά. + + — Μπορώ να δω τον κ. Έδμον; + +Η Μαλβίνα ανεγνώρισε την φωνήν της κ. Μπιρτών. + + — Όχι, όχι, απεκρίθη. Κοιμάται τώρα, και ο γιατρός . . . + + — Μα εβγάτε, ευλογημένη, και ομιλήσατε της κυρίας! είπε εντόνως η +γραία νοσοκόμα. + + — Αμέσως απήντησε η Μαλβίνα θορυβημένη υπερβολικά. Εν τούτοις δεν +ετολμούσε νανοίξη. + +Η γραία επετάχθηκε αγανακτημένη. + + — Άνοιξε λοιπόν, παράξενο πλάσμα! + +Η Μαλβίνα υπεχώρησε προς το σκοτεινότερο μέρος του δωματίου. + +Η γραία ήνοιξε και εβγήκε να ομιλήση της κυρίας. + +Η Μαλβίνα ετέντωσε το αυτί της. + +Η γραία έδιδε εξηγήσεις, ότι δεν έφταιγε αύτη διά την αργοπορίαν, +αλλά μία άλλη νοσοκόμα, ένα παράξενο πλάσμα, που εκτελεί μεν +απαραγκλίτως το καθήκον της, αλλά συγκινείται ευκόλως και πάσχει +από νευρικήν ζάλην και κλαίει συχνά. + +Και ο γιατρός ακόμα απόρησε για την υπερβολική ευαισθησία της, +επρόσθεσε η κ. Μπιρτών, και ήμουν περίεργη να την ιδώ. + +Ο σερ Έδμον κοιμάται και ο γιατρός μας απαγορεύει νανάψωμε φως, +για να μη του ταράξωμε τον ύπνο. + + — Τότε έρχομαι αύριο. Καληνύχτα. + +Η Μαλβίνα άρχισε να συλλογέται ότι η κ. Μπιρτών βεβαίως θα την +ανεγνώριζε και έπρεπε με κάθε τρόπο ναποφύγη το σκάνδαλον. Ο Έδμον +ήτο πλέον εκτός κινδύνου, έπρεπε λοιπόν να τον αφίση. + +Επέρασε κοντά του όλην εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος του ήτανε +γαλήνιος. + +Όταν εχάραξε η αυγή, η Μαλβίνα άνοιξε λίγο τις κουρτίνες του +κρεββατιού. Το ένα χέρι του εκρέμετο έξω από το κρεββάτι. Εκόλησε +ελαφρά τα χείλη της σαυτό και μουρμούρησε. + + — Έχε υγεία, καλέ μου. Η μοίρα τόσο μόνο ήθελε. Δεν ξαίρω, αν θα +σε ξαναϊδώ πλέον. Ίσως όταν περάσουν τα νιάτα και ασπρίσουν τα +μαλλιά μας, θα μπορέσω τότε να σφίξω το χέρι σου και να σου πω με +ηρεμία ψυχής. + + — Θυμάσαι, Έδμον, τη νύχτα εκείνη της αγωνίας! εγώ ήμουν που σε +ανεκάλεσα από τον τάφο, ο οποίος ηπείλει να καταπίη και τους δυο +μας, άνοιξες τα μάτια σου τα κουρασμένα και με είδες τότε ανάμεσα +στο μελιχρό το φως του λύχνου. Αλλά τα μάτια σου βαρυμένα έκλεισαν +πάλι και τότε νόμισες ίσως ότι η φαντασία σου σε απατούσε. Αλλά +όχι, Έδμον, ήμουν εγώ η ιδία που ήρθα να σε σώσω, ή . . . . +ναποθάνω μαζί σου. Και . . . σε έσωσα. Χαίρε λοιπόν. Η ανάγκη με +κάμνει να σε αποχωρισθώ. Η μοχθηρία αγρυπνεί γύρο μας και δεν μας +αφίνει ναπολαύσωμεν αλλήλους ανεπιφύλαχτα. Για την ησυχία τη δική +σου εγώ πρέπει να φύγω. + +Έπιασε ξανά το χέρι του για να το φιλήση. Ο Έδμον τότε άνοιξε τα +μάτια του. + + — Ποιος είναι; ρώτησε αδύνατα. + +Η Μαλβίνα ταράχτηκε. + + — Αχ η σκιά σου, Μαλβίνα μου, πάντοτε με κυνηγά. Σε βλέπω και +ακούω τη γλυκυτάτη φωνή σου. Μακάρια οπτασία! + +Έκλεισε πάλι τα μάτια του και απεκοιμήθη. + +Η Μαλβίνα κατεπνίγη, ήθελε να ριχθή στην αγκαλιά του, να του πει +πόσο τον αγαπούσε, να του φανερώση ότι δεν είταν οπτασία. + + — Αλλά ο χαρακτήρας της ο φρόνιμος, ο επιφυλακτικός την εκράτησε +και πάλιν. Του έστελε ασπασμόν με το χέρι της και βγήκε από τον +κοιτώνα. + + — Κατέβηκε ήσυχα ήσυχα, ηύρε ανοιχτή τη θύρα της εισόδου, εξήλθε +και ετράβηξε ίσια στης κυρά-Μούδης. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'. + +Η ΜΑΓΙΣΣΑ + + + + — Δόξα νάχη ο Κύριος! φώναξε η καλή γραία, μόλις την είδε, τέλος +πάντων εγυρίσατε με τα καλά σας· ούτε στιγμή δεν ησύχαζα ενόσω +βρισκόσασταν εις της κ. Μπιρτών. . . . + +Αλλά, θεέ μου! πώς αλλάξατε έτσι; + + — Είμαι πολύ καλά, καλή μου γραία. Ο σερ Έδμον εγλύτωσε· τώρα +άφισέ με ναναπαυθώ ολίγον. Αιτιολόγησε τον εξαφανισμόν της +νοσοκόμας σου, όπως θέλεις. Πήγαινε και πες τους, ότι παρεφρόνησα +τέλος πάντων. + +Ένδεκα αλγειναί νύκτες αγρυπνίας αδιακόπου και συνεχούς αγωνίας +είχαν εξαντλήσει την Μαλβίναν, και τώρα που έπαυσε η υπερέντασις +του νευρικού συστήματος εξέσπασε η εξάντλησις εις υπερβολικήν +αδυναμίαν. + +Επλάγιασε και εβυθίσθη εις βαθύν ύπνον. + +Η εξαφνική εξαφάνισις της Μαλβίνας από το δωμάτιον του αρρώστου +ανεστάτωσε την υπηρεσίαν. Η γραία νοσοκόμος βλέπουσα ότι έχασε την +ησυχίαν της έγινε άνω κάτω. Ερωτά την μίαν, εξετάζει την άλλην, +κανείς δεν την είδε, κανείς δεν ξαίρει πού ευρίσκεται. + +Η φαντασιώδης Άννα βεβαιώνει ότι αυτή ήταν μάγισσα, ότι την είδε +τη νύχτα από την κλειδαρότρυπα να κάμνη διάφορα καββαλιστικά +σημεία, να χαράσσει κύκλους, να εξαφανίζεται και πάλι να +ξαναφαίνεται. + +Οι φαντασίες ανάβουν. Βέβαια και ήταν μάγισσα, αφού με τας +γοητείας της εθεράπευσε τον σερ Έδμον, που ο κύριος Πότβελ είχε +διακηρύξει ότι η αρρώστια του ήταν αθεράπευτη. Εν τω μεταξύ έφθασε +η κυρά Μουδ και βλέπουσα ότι η εξήγησις, την οποίαν αυτή θα +εφεύρισκε, εδόθη ήδη τόσον εύκολα, εδέχθη αυτήν προθύμως +υπερθεματίζουσα μάλιστα δι' άλλων σχετικών διηγήσεων περί μαγισσών +και γοήτων. + +Ώστε ο θρύλος έγινε βεβαιότης. Διότι όλη η υπηρεσία επίστευε τώρα +ότι είδε και ήκουσε τα παράδοξα εκείνα. + +Το πράγμα έγινε γνωστόν και εις τον κύκλον των κυριών. Η κ. Μέλμορ +δεισιδαίμων, όσο και η τελευταία υπηρέτρια, τα παίρνει και τα +δίνει με την κόρην της. Εν τούτοις η κ. Μπιρτών δεν δίδει πίστιν +εις τας τοιαύτας φλυαρίας. Συλλαμβάνει όμως υπονοίας και δίδει +διαταγάς αυστηράς, αν έλθη η νοσοκόμος εκείνη ξανά στο οπίτι της, +να της την φέρουν αμέσως. + +Ο κ. Φέμπικ άρχισε να την κολακεύη, ότι είναι γυνή ανωτέρα και +καθόλου δεν ομοιάζει με τας άλλας γυναίκας. + +Μία είναι στον κόσμον η κ. Μπιρτών, έλεγε. + +Η Μαλβίνα τα έμαθε αυτά από την κυρά Μουδ. Ησύχασε ότι τα πράγματα +έμειναν άνευ περαιτέρω ερεύνης διά τα κατ' αυτήν. + +Ο Έδμον ανελάμβανε από ημέρας εις ημέραν. + +Η Μαλβίνα αρχίζει να ελπίζει και να ρίχνει βλέμμα πλήρες χαράς εις +το μέλλον. + +Έτσι το ρυάκι όταν το πλήξουν σφοδραί καταιγίδες πλημμυρίζει και +θολώνει, αλλ' αφού παρέλθη η επίδρασις αυτών, ρέει πάλιν ήσυχον +και διαυγές και αρχίζει να καθρεφτίζη τα άνθη που φυτρώνουν εις +τας όχθας του και αντιφεγγίζει τον ουρανόν επί του κινητού +κατόπτρου της επιφανείας του. + +Όταν ο σερ Έδμον ήτο πλέον εις κατάστασιν να σκέπτεται, ερώτησε, +αν η κ. Σορκή έστειλε να μάθη γιαυτόν όταν ήτο άρρωστος. Αλλά +κανείς δεν ήτο εις θέσιν να του ειπή τίποτε. Ο Έδμον λοιπόν +επικράθηκε για την αδιαφορία της. + + — Εγώ πεθαίνω κεκείνη, η ευσπλαγχνιζομένη πάσαν ψυχήν ζώσαν, +μένει αδιάφορη στους πόνους τους δικούς μου! Άραγε πήρε +τουλάχιστον το γράμμα μου εκείνο; Και ποιος τάχα ανέλαβε να της το +αποστείλη; + +Έκραξε την γραίαν νοσοκόμον και την ερώτησε: + + — Δε μου λες καλή μου γραία, όταν ήμουν ασθενής, σου υπαγόρευσα +και έγραφες ένα γράμμα. Δεν μου λες, τι το έκαμες; + +Η γραία ηναγκάσθη να του ομιλήση περί της άλλης νοσοκόμου, η οποία +έγραφε το γράμμα εκείνο και η οποία βέβαια ήτο μάγισσα διότι την +είδαν να . . . + +Ο σερ Έδμον την διέκοψε με αδημονίαν και την ερώτησε πού +ευρίσκεται τώρα η νοσοκόμος εκείνη; + +Η γραία αγνοούσα να απαντήσει άρχισε πάλιν να φλυαρή περί μάγων +και των καταγωγίων αυτών. + + — Μα ποιος σας τη σύστησε τέλος πάντων αυτήν την νοσοκόμον, γραία +μου; + + — Η κυρά-Μουδ. + + — Τρέξε, σε παρακαλώ, να πης αμέσως της κυρά-Μούδης ότι την +ζητεί ο κ. Έδμον. + +Η κυρά Μουδ ήλθε κληθείσα. Και νομίζουσα ότι είναι η εκ των +απορρήτων της κ. Σορκή δεν έκρινε ούτε καν να την ειδοποιήση, και +είπε εις τον σερ Έδμον με το δικό της κεφάλι, ότι έχασε τα ίχνη +της γυναίκας εκείνης. + +Τότε ο σερ Έδμον απεφάσισε να μάθη μόνος του τι γίνεται η Μαλβίνα +και ποία ήταν τα αίτια της σιωπής της. + +Ένα πρωί λοιπόν κατέβη εις της κ. Μπιρτών. Της εζήτησε τυπικώς +συγγνώμην διά τας ενοχλήσεις που της έδωσε με την ασθένειά του, +και της ανήγγειλε, ότι μελετά να περάση μερικές ημέρες σένα +αγροκήπιον φίλου του κοντά στο Έδιμπουργκ, διότι έχει ανάγκη +καθαρού αέρος. + +Η δύσπιστος κ. Μπιρτών υποψιαζομένη πάντοτε προσεπάθησε να τον +αποτρέψη, αλλά ματαίως. + +Την επιούσαν ετράβηξε κατ' ευθείαν εις Άβερνεθ, χωρίον πλησίον του +πύργου της κ. Κλάρας. + +Εκεί επληροφορήθη παρά του διευθυντού του ταχυδρομείου, ότι η κ. +Σορκή ευρίσκετο εις τον πύργον. + +Άνευ πολλών δισταγμών έσπευσεν εκεί συλλογιζόμενος, ότι εκείνη +ησύχαζεν εκεί αμέριμνη, ενώ αυτός . . . + +Όταν έφθασεν εκεί, κατέδη από τον ίππον και δέσας αυτόν έξω του +περιβόλου επροχώρησε και έσκυψεν εις τον κήπον· από τα κάγγελα +είδεν· όχι· τα μάτια του δεν τον απατούν, είναι η Φανή, το +κοριτσάκι το θετό της Μαλβίνας, το γνωρίζει από τη φωνή του. Εδώ +λοιπόν βέβαια θα είναι και η μητέρα του. Κάθεται επάνω σε μίαν +πέτρα και περιμένει την τύχη. + +Έξαφνα ακούει μια φωνή που απευθύνεται στο κοριτσάκι και +συνταράζεται ολάκερος. Η φωνή είναι του κ. Πρίορ. + + — Εδώ τον έχουν λοιπόν! ψιθυρίζει με αγανάκτησιν. + +Διευθύνεται προς τον κήπον και βλέπει μίαν γυναίκα λευκοφόρον +ανάμεσα από τα δένδρα, η οποία ήρχετο προς τα εδώ. Του εφάνη ότι +ανεγνώρισε την Μαλβίναν. + +Η μικρή Φανή μόλις την είδε, έσπευσε προς αυτήν, εκείνη δε έσκυψε +και την επήρε στην αγκαλιά της και στηριχθείσα στον βραχίονα του +κληρικού επέστρεφε σιγά σιγά εις τον πύργον. + +Ρίγος θανατηφόρον διαχύνεται στες φλέβες του. Φεύγει προς το χωριό +Άβερνεθ, σκοτισμένος, χαμένος. + +Στο δρόμο λιγοθυμά και τον φέρνουν εις ένα ξενοδοχείον του χωρίου, +τον περιποιούνται και συνέρχεται. + +Όταν τον άφισαν, μόνον, αντί να ησυχάση εσηκώθη και ήλθεν εις το +ανοικτόν παράθυρον. + +Εν τω μεταξύ σφοδρά καταιγίς ήρχισε έξω να εκσπά. Βαρεία η θύελλα +πλήττει τα σπίτια του χωριού. Αυτός εν τούτοις έμενεν εις το +παράθυρον. + +Αίφνης ακούει έξω την φωνήν του κ. Πρίορ. Είχεν έλθει να παραλάβει +το ταχυδρομείον των κυριών και κατελήφθη υπό της κατεγίδος. Ο +ξενοδόχος τον αναβιβάζει εις υψηλόν τι δωμάτιον άνωθεν του +δωματίου, του Έδμον, ενώ αυτός εσκέπτετο ότι ίσως ο μισητός αυτός +άνθρωπος κρατεί εις χείρας του την επιστολήν εκείνην που της +έστειλε, όταν ήτο άρρωστος. + +Μετ' ολίγον κρότος δαιμονιώδης ακούεται. Κεραυνός έπεσε επί του +ξενοδοχείου και το άναψε. Η στέγη φλέγετε ήδη. + +Ο κ. Πρίορ ευρίσκεται εις κίνδυνον· καίεται η κάμαρη του· ο καπνός +τον πνίγει. + + — Ένας άνθρωπος κινδυνεύει! ακούονται από έξω φωναί. + +Ο Έδμον πετάχτηκε έξω ως από ένστικτον κινούμενος. + + — Ποιος κινδυνεύει και πού είναι; + + — Εκεί επάνω στο υπερώον! είναι ο ιερεύς κ. Πρίορ. . . . + + — Ο κ. Πρίορ! έστω — λέγει και σπεύδει εις το υπερώον. + +Διατί έσπευσε; Από φιλανθρωπίαν διά να σώση τον κ. Πρίορ· ή από +εγωισμόν, για να μη χαθή η επιστολή του, αλλά να δοθή ασφαλώς στα +χέρια εκείνης; Αυτό ούτε ο ίδιος δεν θα ημπορούσε να το εξηγήση +στον εαυτόν του. + +Μόλις ανέβη την κλίμακα, η φλόγα μετεδόθη εις αυτήν, αλλά ουδέ +ίχνος μικροψυχίας δεν αισθάνεται μέσα του. Σπεύδει στο δωμάτιον +του κληρικού μέσα στον πυκνόν καπνόν που τον πνίγει, αρπάζει τον +κ. Πρίορ στον ώμον του και τρέχει προς το παράθυρο. + +Τίποτε δεν είναι ωραιότερο από το συναίσθημα ότι σώζεις ψυχήν εκ +θανάτου. + +Από κάτω φωνάζουν. Του απλώνουν στρώματα να πέση. Γύρο του τα +πάντα, σείονται, τα πάντα καταρρέουν εις φλογώδη χείμαρον. Επί +τέλους αποφασίζει· ρήχνει τον αναίσθητον κληρικόν εντός του +στρώματος, το οποίον εκρατούσαν κάτωθεν. Ετοιμάζουν άλλο διά +τον ίδιον· πηδά και αυτός και αμέσως τρέχει προς τον κ. Πρίορ. Τον +είδε να συνέρχεται και σπεύδει τότε να φύγη, διά να μη μάθη +εκείνος, ότι αυτός είναι ο σωτήρας του. + +Το βράδι της άλλης ημέρας ο σερ Έδμον ήτο εις της κ. Μπιρτών. Όταν +εισήλθε εις την αίθουσαν, ήταν εκεί μαζεμένη μεγάλη ομήγυρις, όλα +τα περιβόητα κάλλη του Έδιμπουργκ· ωραιοτέρα από όλας ήτο η λαίδη +Σούμεριλ, σύμμετρη και μεγαλοπρεπής. Η κ. Φέμπικ απουσίαζεν εις +Ιρλανδίαν ακολουθούσα τον σύζυγόν της, μεταβάντα εκεί δι' +υποθέσεις του. + +Όλοι υπεδέχθησαν τον κ. Σέυμουρ με μεγάλην διάχυσιν. Αυτός +ενθυμήθη τα παλαιά του συνήθια και άρχισε να ρήχνει ηδυπαθή +βλέμματα προς όλας τας γυναίκας. Ωρκίζετο μέσα του να εκδικηθή την +Μαλβίνα καθιστών θύμα του πάσαν γυναίκα, την οποίαν θα συναντούσε +εμπρός του. + +Έτσι λοιπόν εις κάθε μίαν από τας εκεί ευρισκομένας προσπαθούσε να +εμπνέει την ελπίδα, ότι αυτήν και μόνην προτιμά. Εις τα τοιαύτα +ήτο αριστοτέχνης ο κ. Σέυμουρ. + +Η λαίδη Σούμεριλ ήτο όλο κρυφή χαρά, ότι τον έφερε πάλιν στα πόδια +της, αν και υπέδειχνε προσποιητήν σοβαρότητα. Αλλά ο σερ Έδμον +ούτε πρόσεξε σαυτό της το τέχνασμα, αν και εκείνη έδιδε πολλήν +σημασίαν εις αυτό. + +Έτσι κάθε μία ενόμιζε, ότι τον είχε κατακτήσει πλέον τελειωτικά, +ενώ πράγματι ποτέ δεν ήτο τόσο αδιάφορος προς εκάστην, όπως αυτήν +την φοράν. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'. + +ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ Ο ΚΑΘΕΙΣ ΧΩΡΙΣΤΑ + + + +Η Μαλβίνα διέμενεν εις το Έδιμπουργκ στο σπίτι της Μούδης. Έμαθε +λοιπόν όλα τα κινήματα του κ. Έδμον, ότι απεδήμησε επ' ολίγον από +το Έδιμπουργκ, ότι επανήλθε γρήγορα και ότι διάγει βίον ελαφρόν +και άσωτον κατά τας παλαιάς του συνηθείας. + +Έμαθεν ακόμα ότι η κ. Μπιρτών ετοιμάζει τους γάμους του με την +λαίδη Σούμεριλ. Αυτό το τελευταίον ήτο δεινόν κτύπημα διά την και +άλλως αιμάσσουσαν καρδίαν της. Εν τούτοις δεν μέμφεται κανένα. +Αυτή ήτο ήδη αποφασισμένη να τηρήση την αρχικήν της απόφασιν και +τους όρκους προς την μακαρίτισσαν φίλην της. Ιδού τώρα και ο +Έδμον, που ενίκησε το προς αυτήν πάθος του, διατί τάχα ανωφελώς να +επιχειρήση ναναρριπίση τον έρωτά του, πράγμα το οποίον θα τον +καταστήση δυστυχή. Άλλωστε, καθώς εννόησε, ο σερ Έδμον ήτο γεμάτος +από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι και επιδεκτικός διαρκούς αφοσιώσεως, +διά τούτο δεν ημπορούσε να του εμπιστευθή το μέλλον της, την +ευτυχίαν της. Απεφάσισε λοιπόν να αποσυρθή από τον κόσμον εις +ερημικήν τινα γωνίαν, και ναφιερώση την ζωήν της εις την +ανατροφήν της Φανής. Αρνουμένη δε τον σερ Έδμον είχε αμετάκλητον +απόφασιν να μην ιδή ξανά τον κ. Πρίορ, μόνον και μόνον για να +δείξη εις τον Έδμον, ότι μόνον χάριν του ευρίσκετο εις +επικοινωνίαν και με τους άλλους ανθρώπους, και ότι ήδη +αποσπασθείσα από αυτόν ουδένα είχε λόγον να επικοινωνή με +οιονδήποτε άλλον. Έγραψεν αμέσως προς την Κλάραν: + +«Φεύγω αύριο από το Έδιμπουργκ. Θα περάσω από σας να λάβω την κόρη +μου, που τόσον καιρό την άφισα μακράν μου, χωρίς να το θέλω. Θα +σας ανοίξω την καρδιά μου, για να γνωρίσετε τον πόνον μου. Θα σας +πω και την αμετάτρεπτη απόφαση που έχω λάβει για τη ζωή μου στο +εξής, για να με βοηθήσετε και σεις προς τούτο. + +Αλλά σας παρακαλώ, σας εξορκίζω στη φιλία που μου δείξατε ως τώρα, +να είσθε μόνη ολότελα μόνη, όταν θάρθω στο σπίτι σας.» + +Ωστόσο σαυτό το μεταξύ το σπίτι της κ. Μπιρτών ήτο όλο +διασκεδάσεις και χαροκόπια. Όλο βοή και θόρυβο. Ύστερα από ένα +μεγάλο γεύμα και περίλαμπρο, που ήταν προσκαλεσμένο όλο τα άιλαϊφ +του Έδιμπουργκ κατέβησαν εις τον κήπον, ο οποίος ήτο φωταγωγημένος +μεγαλοπρεπώς. Η ομήγυρις διεσκορπίσθη ανά τους δενδρώνας. Εις ένα +απόκεντρον ο Έδμον επεριπατούσε με τη λαίδη Σούμεριλ. Έξαφνα +θυμήθηκε ότι στο μέρος εκείνο κατά πρώτον η Μαλβίνα του +εξωμολογήθη τον προς αυτόν έρωτά της. Αφήκε λοιπόν έξαφνα την +συνοδόν του και εστηρίχθη κατηφής εις ένα δένδρον. + +Αυτό έθιξε την υπερηφάνειαν της Λαίδης. Διηυθύνθη προς τον γνωστόν +μας ιατρόν τον κ. Πότβελ, ο οποίος περιπατούσε λίγο πιο πέρα και +του είπε με κάποια χολή. + + — Δεν πάτε, γιατρέ μου, να δήτε τον άρρωστό σας. Πώς του +επιτρέπετε να γυρίζει έτσι ελεύθερα: + +Ο κ. Πότβελ έσπευσεν αμέσως προς τον σερ Έδμον. + + — Μα την αλήθεια, του είπε, είναι μεγάλη σου αφέλεια να είσαι +άρρωστος, ενώ εδώ όλος ο θηλυκός κόσμος είναι ξετρελαμένος μαζί +σου. + + — Μήτε άρρωστος είμαι πια, μήτε είναι κανένας ξετρελαμένος μαζί +μου. + + — Όχι δα! Η λαίδη λόγου χάρη που ήταν προ ολίγου μαζί σου! Πώς +την άφισες κέφυγε έτσι παραπονεμένη; + + — Κάποιαν άλλη θυμήθηκα έξαφνα. + + — Στοιχηματίζω, ότι θυμήθηκες την χαρίεσσαν εκείνην νοσοκόμον +σου. + + — Να ζης, γιατρέ μου, δε μου δίνεις μερικές πληροφορίες για κείνη +τη γυναίκα; είπε με προφανή συγκίνησιν ο Έδμον. + + — Η κ. Μπιρτών μου το απαγορεύει. + + — Με τι δικαίωμα η κυρία θεία μου ανακατώνεται στις υποθέσεις +μου; + + — Λοιπόν φίλε μου υποθέτω, ότι η νέα εκείνη θα ήτο κανέν από τα +θύματα σου. Αλλά ήτο ωραία, πολύ ωραία και καθ' υπερβολήν +συμπαθητική. + + — Και δεν έμαθες το όνομά της; + + — Όχι, αφού δεν μου το είπε. Με παρεκάλεσε να μην επιμένω να μάθω +ποία είναι και να μην ειπώ τίποτε σε κανένα γιαυτήν. Έκλαιε διότι +έπασχες και έτρεμε μήπως αποθάνης, γιαυτό καθ' όλον το διάστημα +της ασθενείας σου δεν άφισε κανένα ναγρυπνήση κοντά σου. + + — Περίεργα τωόντι πράγματα, είπεν ο Έδμον ταραγμένος. Και δεν +ξαίρετε τι απέγινε; + + — Όχι μα το Θεό. Μόλις επείσθη ότι είσαι εκτός κινδύνου, ανελήφθη +χωρίς να ειδοποιήση κανένα και χωρίς να ζητήση τον μισθόν της. + + — Πρέπει ωστόσο να διασαφίσω αυτά το μυστήριον, είπε ο Έδμον και +έμεινε αφηρημένος και μονολογών. Μήπως ήτο εκείνη; . . . αλλά πώς; +δεν την είδα τάχα με τα μάτια μου λευκοφορούσαν και αμέριμνον στον +κήπο της Κλάρας μαζί μεκείνο τον Παπά; + + — Όταν μάλιστα υπαγόρευες το γράμμα σου προς μίαν άλλην, που την +ωνόμασες Μαλβίνα, αυτή το έγραφε και έκλαιε απαρηγόρητα διά την +προς εκείνην αγάπην σου + + — Δεν ήτο λοιπόν εκείνη, όχι, τι ανόητος που ήμουν να το +υποψιασθώ. Αλλά πρέπει να διαλευκανθή τέλος πάντων τα μυστήριον, +αν και μου είναι λίαν αδιάφορον, αφού δεν ήτο εκείνη . . . + +Εμβήκε στην αίθουσα του χορού, αι γυναίκες τον περικύκλωσαν. Η κ. +Μπιρτών ωστόσο τον επλησίασε και του υπενθύμισεν ότι η λαίδη +Σούμεριλ ελπίζει να τον έχει καβαλλιέρον της για το χορό. + + — Προσφέρετέ της τα σεβάσματά μου, χαριεστάτη θεία, είπε ο Έδμον +και πέστε της ότι είμαι στας διαταγάς της. Εν τούτοις εγύρισε και +εβγήκε από την αίθουσαν. + +Πριν περάσουν πέντε λεπτά της ώρας ήτο στο σπίτι της κυρά- +Μούδης. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ΄. + +ΟΛΙΓΗ Η ΧΑΡΑ + + + +Μία υπηρέτρια τάνοιξε. + + — Θέλω να δω αμέσως την κυρά-Μούδη. + + — Πάω να την ειδοποιήσω, μιλόρδε. Θέλετε να μπήτε στο σαλόνι; + + — Θα βρω εκεί την κυρά-Μούδη; + + — Όχι, μιλόρδε, είναι επάνω. + + — Τότες πάω και τη βρίσκω μόνος μου, είπε ανυπόμονος ο κ. Έδμον +και τραβά ίσια απάνω. + +Ανοίγει την θύραν. Σκότος βαθύ· μόνο από τα φως του φαναριού της +σκάλας διακρίνει μίαν γυναίκα, η οποία βλέπει έξω από το +παράθυρον. + + — Εδώ είναι η κυρά-Μούδη; ρώτησε ο Έδμον. + + — Α! φώναξε η γυναίκα, εκείνος εδώ! + +Από τη φωνή της και από τους λόγους της ο Έδμον ανεγνώρισε την +Μαλβίνα, την αρπάζει και την σφίγγει εις το στήθος του περιπαθώς +επαναλαμβάνων μυριάκις. + + — Μαλβίνα μου, καλή μου Μαλβίνα! πολυαγαπημένη μου, γλυκιά μου, +χρυσή μου, χαριτωμένη μου Μαλβίνα! + +Εκείνη του ανταποδίδει τας περιπτύξεις. Μέσα στην ευτυχία τους +αυτήν δίδουν συντόμους αμοιβαίας εξηγήσεις διά τα διατρέξαντα. +Λύπες, υποψίες, μνησικακίες, όλα ελησμονήθησαν. Δεν ομιλούν, και +συνεννοούνται άριστα. Τους φθάνει η βεβαιότης της αμοιβαίας +αγάπης. Τα δάκρυά των αναμιγνύονται. Ο έρως τους περισκεπάζει, η +τρυφή της ολβιότητος τους μεθά, όλος ο κόσμος διά τον καθ' ένα +τους είναι ο έτερος, τι τους μέλει διά τους άλλους; + +Η χαρά δεν έχει ανάγκην λόγων διά να εκφρασθή, δεν ευρίσκει +μάλιστα λέξεις διά τούτο. Η ευτυχία που εγγίζει τους ουρανούς +σιωπά. Δεν εχόρταινε ο σερ Έδμον να θεωρή την αγαπημένην γυναίκα, +που ετόλμησε να έμβη στο σπίτι που την εδίωξαν, και να περιφρονήση +τον θάνατον, διά να τον επαναφέρη εις την ζωήν. + +Αφού κατεπραΰνθη η πρώτη εκδήλωσις της χαράς των, ήρχισαν να +ανακουφίζουν τας καρδίας των ευχαρίστως ανακαλούντες εις την +μνήμην τας στιγμάς, που ο Έδμον λίγο έλειψε νανακαλύψη την ωραίαν +και τόσον επιφυλακτικήν νοσοκόμον. Τίποτε δε είχαν να μεφθούν ο +ένας τον άλλον. Όλα εφαίνοντο καλά και εις τους δύο. Ήσαν +ευτυχείς, ευτυχείς! Αυτό τους ήτο αρκετόν. Τίποτε άλλο δεν +εζητούσαν. + +Εν τούτοις απεχωρίσθησαν με σκοπόν να ξανασυναντηθώσι και πάλιν. +Χωρίς να το ανακοινώσουν προς αλλήλους συνησθάνοντο ότι δεν +ημπορούσαν να ζήσουν πλέον εις το εξής αποχωρισμένοι. Άπειρα +εμπόδια αντετάσσοντο εις την ένωσίν των, αλλά ησθάνοντο την +δύναμιν να τα αποκρούσουν. Τίποτε άλλο δεν εθεωρούσαν πλέον +αδύνατον, παρά το να ζουν αποχωρισμένοι. + +Όταν ο σερ Έδμον επέστρεψε εις την οικίαν της θείας του, η +ομήγυρις ήτο ανάστατος δι' αυτόν. + +Η κ. Μπιρτών ήτο έξω φρενών. Η λαίδη Σούμεριλ κατείχετο υπό +υπερηφάνου οργής, και εσιώπα. Αι άλλαι γυναίκες του παρεπονούντο +με ακκισμούς, αυτός δεν έδιδε πεντάρα διά τίποτε από όσα +συνέβαιναν γύρο του. Όλα αυτά του εφαίνοντο ως ξένα. Τίποτε δεν +είχε στο νου του, παρά πότε να ξημερώσει η άλλη μέρα που θα +ξαναέβλεπε τη Μαλβίνα. + +Εσύχναζε πλησίον της κάθε μέρα. Το θέλγητρον των συννεντεύξεών των +ήτο υπέροχον ένεκα των παρελθόντων δεινών. Τίποτε δεν +συλλογίζονται παρά πώς να εντρυφήση ο καθένας τους εις την +συναναστροφήν του άλλου. Θεωρούν ως άκρον αγαθόν να βλέπουν +αλλήλους, να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να το λέγουν +ανεπιφύλακτα. Έτσι περνούν τον καιρόν των ευχάριστα και δεν +καταλαβαίνουν πώς περνά. Ευρισκόμενοι εις πλήρη ολβιότητα δεν +συλλογίζονται τουλάχιστον, πώς να την καταστήσουν μόνιμον. + +Ωστόσο η Μαλβίνα μέσα στην ευτυχίαν της εσκέπτετο και την υπόθεσιν +της Λουίζας, και πολλές φορές η αλγεινή εκείνη ενθύμησις +εφαρμάκωνε την απόλαυσιν της μετά του Έδμον συναναστροφής. + +Επί τέλους δεν εβάσταξε και μίαν από αυτάς τας ημέρας του έκαμε +λόγον δι' εκείνην την υπόθεσιν. + +Ο Έδμον εκοκκίνισε. Κάμποση ώρα έμεινε σιωπηλός. Έπειτα έλαβε και +τα δύο χέρια της και τα έβαλε επάνω στο στήθος του. + + — Όλα τα λέγω σε σένα, είπε, και τίποτε δεν σου κρύβω. Μη βλέπεις +τι ήμουν άλλοτε! Λάβε υπόψιν τι είμαι τώρα, που εσύ με εξάγνισες +και με ανεβάπτισες. Μη λησμονείς, ότι υπό την επίδρασιν της +επιρροής σου επάνω μου δεν είμαι πλέον ο ασυνείδητος εκείνος +αστός, που ήμουν πριν σε γνωρίσω. Και έσο επιεικής δι' όσα +σφάλματα μέλλεις νακούσης, και από τα οποία συ με απήλλαξες τόσον +θαυματουργά. + + — Αγνοείς λοιπόν, τι αδυναμία έχει σεσένα η ψυχή μου, Έδμον, και +μου κάμεις τέτοιους προλόγους! Μπορώ να λυπηθώ βέβαια για τα +περασμένα, μα όχι και να παύσω για τούτο να σαγαπώ άπειρα. + + — Η υπόληψίς σου, Μαλβίνα, μου είναι η μόνη που ψηφώ στον κόσμο. +Και τώρα σεβόμενος την αλήθεια για να γίνω πιο άξιος της υπολήψεώς +σου, ίσως ριψοκινδυνεύω να την χάσω όλως διόλου. + + — Μη ζητείς να δελεάσης με λόγια τον δικαστήν σου· Άφισε στην +αγάπην μου τη φροντίδα να σε υπερασπισθή. Αυτή έχει την δύναμη +υπέρ πάσαν άλλην ευγλωττίαν να δικαιολογήση τα πταίσματά σου και +να συγχωρήση τας πλάνας σου. Ποιός άλλος είναι αξιώτερος να +επινοήση επιχειρήματα προς αθώωσίν σου; + +Τότε ο Έδμον βέβαιος εκ των προτέρων περί της ισχύος, την οποίαν +ασκούσε επί του πνεύματος της εξομολόγου του, εκάθισε στα πόδια +της και ατενίζων αυτήν κατάματα, για να παρατηρή και τας +λεπτοτέρας εκφάνσεις της εντυπώσεως, την οποίαν θα της επροξενούσε +η διήγησίς του, ήρχισε να εξομολογήται ούτω: + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'. + +ΤΑ ΚΑΤΑ TΗN ΛΟΥΙΖΑΝ + + + + — Προ επτά ετών και πλέον η κ. Μπιρτών έλαβε ανάγκην να ταξιδεύση +στο Λονδίνον. Ήμουν τότε δεκαεννέα ετών και δεν ήθελε να μαφίση +μόνον. Εγώ συγκατένευσα, διότι μου ήρεσκε η αλλαγή. Αλλά ένας από +τους φίλους μου με έπεισε να μείνω στο Έδιμπουργκ, για να +διασκεδάσω στο γάμο του, που θα εγίνετο την Κυριακή. + +Η νύμφη ήτο ομήλική μου, στην λαμπράν ακμήν της ωραιότητος. Αυτή +ήτο η φίλη σου η Κλάρα. + + — Α! η Κλάρα! . . . έκαμεν ακουσίως η Μαλβίνα. + + — Ναι, ευθύς διενοήθην να ελκύσω την συμπάθειάν της . . . Μη με +κατηγορείς διά τούτο. Οι γυναίκες του κόσμου είναι μόδα να έχουν +ένα το ολιγώτερον εραστήν, μου εφάνη λοιπόν, ότι θα ήτο αδιάφορον +ως προς τον φίλον μου, αν ήμουν εγώ ή ένας οιοσδήποτε άλλος ο +εραστής της συζύγου του. Αυτή αντεστάθη με όλην την δύναμιν της +ψυχής της, και τούτο με έκαμε να αγωνίζομαι με κάποιο πείσμα, διά +να την κατακτήσω, διότι αλλέως καθόλου δεν την αγαπούσα. + +Εν τούτοις εν τω μεταξύ άλλο πρόσωπο προτιμότερο για μένα +παρενετέθη μεταξύ εμού και της Κλάρας. Είχε έλθει εκεί η αδελφή +της, η δεσπινίς Λουίζα, κόρη αθώα έως δεκαέξ ετών, Τα μεγάλα και +γαλανά μάτια της έδειχναν διάθεσιν προς ηδυπάθειαν, της οποίας δεν +είχε συνείδησιν. Με λίγες λέξεις απέκτησα αμέσως τον έρωτά της. +Αλλά η κ. Κλάρα έχουσα πικράν πείραν των ερωτικών μου επιθέσεων +και φοβουμένη ήδη διά την αδελφήν της, της απηγόρευσε κάθε σχέσιν +μαζί μου. + +Τότε εγώ επείσμωσα και το έκαμα δουλειά μου, να την αποκτήσω, και +παρά τας επιβλέψεις και προφυλάξεις της κ. Κλάρας η Λουίζα μου +παρεδόθη. + +Μετά τας πρώτας διαχύσεις μου επήλθε ο κόρος, διότι ουδέποτε +ησθάνθην αληθινόν έρωτα και διά την Λουίζαν, όπως και διά την +Κλάραν. Τότε άρχισα να την επισκέπτωμαι όσον ημπορούσα πιο σπάνια. +Αυτή άρχισε να μου παραπονείται, κεγώ άρχισα να την βαρύνωμαι, — +πράγματα δα συνηθέστατα εις τους τοιούτους έρωτας — Και τέλος +έπαυσα πλέον να την βλέπω. + +Τότε απελπίσθη και ωμολόγησε στην αδελφήν της το πταίσμα της και +την ατυχή συνέπειαν του πταίσματός της, του οποίου ησθάνετο ήδη τα +συμπτώματα. + +Άμα η Κλάρα έμαθε τα καθέκαστα, μου έγραψε με μεγάλην αγανάκτησιν, +την οποίαν της ενέπνεε η προς την αδελφήν της στοργή και η +καθυβρισθείσα τιμή της οικογενείας της. Μου προσδιόριζε δε το +μόνον υπολειπόμενον μέσον προς επανόρθωσιν του γενομένου κακού. +Δεν μπορούσα βέβαια να συζευχθώ σπουδαία με το μωρόν εκείνο και' +επιπόλαιον κοριτσάκι, αλλά για να το σώσω, εσκέφθηκα να το +νυμφεύσω με κάποιον άλλον. + +Το γράμμα εκείνο το είχα λάβει στο κτήμα του λόρδου Δέρβυ. Ήταν +αυτός συγγενής μου, γεροντοπαλλήκαρο, πλουσιώτατος. Εγώ ήμουν ο +μόνος κληρονόμος του. + +Αυτόν λοιπόν διενοήθην να δώσω στη Λουίζα. Άρχισα να του την +εκθειάζω, παριστών αυτήν τέτοιαν, που θα εφαίνετο αρεστή εις +εκείνον, όπως τον ήξαιρα. Του εζωγράφισα την ευδαιμονίαν που +έμελλε να διαχυθή εις τον βίον του από αυτόν τον γάμον, ώστε τον +εγοήτευσα, διότι έβλεπε την αφιλοκέρδειάν μου και την φιλίαν μου, +αφού με τον γάμον εκείνον εγώ θα εστερούμην την εις εμέ ήδη +κληρωθείσαν μεγάλην περιουσίαν του. Η φαινομενική αυτή +γεναιοφροσύνη μου ίσχυσε να τον πείσει, ότι πράγματι θα ήτο εύρημα +η νύμφη εκείνη. + +Με εβίασε λοιπόν να πάμε στο Έδιμπουργκ, για να γνωρίση την +δεσποινίδα Τράνσβλεϋ. Εγώ έσπευσα να εκπληρώσω τον πόθον του και +ήρθαμε στο Έδιμπουργκ. Επήγα στης κ. Κλάρας. Η Λουίζα έλειπε στο +κτήμα του πατέρα της. + +Όταν έμαθε τον σκοπόν της μεταβάσεώς μου, έφριξε η τιμία γυναίκα, +και αφού με ήλεγξε πολλαχώς και πολυτρόπως, ηρνήθη ολότελα να +συγκατανεύση να ιδή την αδελφήν της, να νυμφευθή ένα άλλον αθώον, +ενώ έφερεν εις την γαστέρα της τα τεκμήρια της επιβουλής της +ιδικής μου. + +Αυτά μου φάνηκαν παραμύθια και αεροφιλοσοφίες — κατά τας τότε +ιδέας μου — και άφισα την κ. Κλάρα να τις χαίρεται. Επέστρεψα στον +λόρδον Δέβυ και τον έπεισα ναναχωρήσωμεν ευθύς διά το κτήμα του κ. +Τράνσβλεϋ. Όταν εφθάσαμε η Λουίζα ήτο στον κοιτώνα της. Ωμίλησα +ιδιαιτέρως τον πατέρα της περί του σκοπού της επισκέψεώς μας. +Αυτός έμεινε κατάπληκτος αναλογιζόμενος τα πλούτη και το λαμπρόν +γένος του λόρδου Δέρβυ, με τον οποίον του εφαίνετο ως μυθώδες να +συγγενεύση. + +Όταν μετά τινας ώρας κατέβη η Λουίζα, θορυβηθείσα από την +παρουσίαν μου δεν ετολμούσε να υψώση τα μάτια της προς εμέ και +έμενε σχεδόν άφωνη. Ταύτα ο λόρδος Δέρβυ εθεώρησε ως συστολήν από +σωφροσύνην. Το δε ένοχον ερύθημά της το εθεώρησε ως εξ αιδημοσύνης +αθώας προερχόμενον, και η προς εμέ ψυχρότης της του εφάνη ως εξ +άκρας ηθικότητος, όθεν κατεγοητεύθη, και αν δεν εκρατείτο από την +ανάγκην της ευπρεπείας, θα εζήτει γάμον την ιδίαν ημέραν. + +Για να πεισθή η Λουίζα να συγκατανεύση, δεν ήτο βέβαια εύκολον, +και μόνον εγώ θα ημπορούσα να της επιβληθώ και να την πείσω. Έβαλα +επιδέξια στα χέρι της ένα μπιλετάκι, που της έγραφα, ότι για καλό +και των δύο μας ήταν ανάγκη να την ιδώ εκείνο το βράδι. Όταν δε +έλαβε γνώσιν του περιεχομένου, μου ένευσε καταφατικά. + +Τα μεσάνυχτα πήγα και την ηύρα στην κάμαρή της. Την εφίλησα με +περιπάθεια, και με λίγα λόγια της εξήγησα, ότι μου ήταν αδύνατον +να την νυμφευθώ διά λόγους κοινωνικούς, που η θεία μου θα +επροκαλούσε σκάνδαλον, ακόμη δε και θα με απεκλήρωνε, ώστε +προτιμότερον και γιαυτήν και για μένα ήτο να πάρη τον υπέρπλουτον +λόρδον Δέρβυ, άλλως τε εγώ τότε θα ευρίσκω καιρόν να την βλέπω +συχνότερα. Αυτό το τελευταίον την παρηγόρησεν ολίγον, έπαυσε να +κλαίει και εγώ με τας παρακλήσεις μου και με την επανάληψιν της +υποσχέσεως αυτής επήρα την συγκατάθεσίν της. + +Όταν ο πατέρας της την άλλη μέρα την επροσκάλεσε και της +ανακοίνωσε την πρότασιν του λόρδου Δέρβυ, την ηύρε αρκετά +πρόθυμον. Αλλά ο γέρων ήθελε να συνεννοηθή και με την μεγαλυτέραν +του κόρην και μου είπε ότι πρέπει να περιμείνωμεν και τον ερχομόν +της κ. Κλάρας. + +Εγώ όμως φοβούμενος την αρετήν της Κλάρας μήπως ανατρέψη το άχρι +τούδε κατορθωθέν, εβίασα κρυφά τον λόρδον να γρηγορεύση την +εκτέλεσιν του γάμου, πράγμα που αυτός περισσότερον επιθυμούσε. + +Και για να τον ευκολύνω περισσότερον, ωμίλησα ιδιαιτέρως προς τον +κ. Τράνσβλεϋ, ότι δεν πρέπει ναφίσωμεν τον λόρδον Δέρβυ +περισσότερον ελεύθερον να σκεφθή, διότι πιθανόν αύριο να μη +θελήση, ότι διακαώς ποθεί σήμερα, διότι είναι γνωστόν ότι εξ +ιδιοτροπίας έμενεν άγαμος άχρι της ώρας. Και ακόμη για να του +δείξω ότι μόνον από ενδιαφέρον προς αυτόν και την οικογένειάν του +κάμνω ό,τι κάμνω, του υπενθύμισα, ότι εγώ ήμουν ο μόνος κληρονόμος +της περιουσίας του μιλόρδου, πράγμα το οποίον στερούμαι πλέον με +τον γάμον εκείνον, λίαν εκουσίως εν τούτοις και οικειοθελώς. + +Ο κ Τράνσβλεϋ κατεπείσθη και ενέδωσε. Εκλήθη λοιπόν ο +συμβολαιογράφος και την εσπέραν εκείνην υπεγράφη το συμβόλαιον του +γάμου. Το δε πρωί ευλογήθη ο γάμος του Δέρβυ και της Λουίζας εις +το παρεκκλήσιον του πύργου. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'. + +ΣΥΝΕΧΕΙΑ + + + +Το βράδι βράδι έφθασε και η κ. Κλάρα. Φαντάζεσαι την έκπληξιν και +την λύπην της. Μου έρριψε φοβερόν βλέμμα. Κατάλαβα πόσο έπασχε +ψυχικώς. Ωστόσο ευρεθείσα προ τετελεσμένου γεγονότος εκρατήθη και +έδειξε όλην την ημέραν αρκετήν αταραξίαν. + +Το βράδι ανέβηκε στον κοιτώνα της με τη Λουίζα. Αφού ωμίλησαν μαζί +πολλήν ώραν, μου εμήνυσε να πάγω κεγώ. Ηύρα τη Λουίζα χλωμή και +μαραμένη. Τα μάτια της ήσαν νεκρωμένα. Ωμοίαζε με άνθρωπον που +έχει χάσει και την τελευταίαν του ελπίδα. + +Η κ. Κλάρα με άρπαξε από το χέρι, με κάθισε μπρος στην Λουίζα και +μου είπε: + + — Νά το θύμα σας! Κοιτάξατέ το, πώς αγωνιά μεταξύ καθήκοντος και +έρωτος. Εσείς είσθε ο αίτιος των δεινών της, και όμως μένετε +αναίσθητος. Η κόρη αυτή ήτο αθώα και σεις την απατήσατε. Ήτο απλή +και φιλαλήθης, και τώρα την εδιδάξατε να απατά τον άνδρα της όσο +ζη και είναι. Και δεν σας φθάνει αυτό, αλλά καταχρώμενος την προς +εσάς αδυναμίαν της θέλετε να φαρμακεύσετε και το υπόλοιπον της +ζωής της με αθεμίτους σχέσεις. Και όμως την παρασύρετε προς την +αμαρτίαν, χωρίς τουλάχιστον να την αγαπάτε, καθώς μου το +ωμολογήσατε. Εγώ την εφώτισα προ ολίγου και είδε το βάθος του +κρημνού, εις τον οποίον την ωθείτε. Είναι αποφασισμένη να μη πέση· +αλλά σεις έχετε τόσην δύναμιν και τόσην ασυνειδησίαν, ώστε +δύνασθε, άμα θελήσετε, να την παρασύρετε προς την άβυσσον και να +την καταστρέψετε. Σερ Έδμον Σέυμουρ, σας καθικετεύω, σας το ζητώ +ως χάριν, λυπηθήτε την αδελφήν μου. Μη την ταπεινώσετε +περισσότερον. Κάμνω έκκλησιν εις την γενναιοφροσύνην σας. + +Αυτά λέγουσα η κ. Κλάρα σχεδόν εγονάτισε στα πόδια μου. Την +εσήκωσα ολίγον στενοχωρημένος από τας ηθικολογίας της. Και λέγω +προς την Λουίζαν. + + — Θελκτική μου φίλη, σας είπα, νομίζω, τους λόγους, που μου είναι +αδύνατον να σας νυμφευθώ. Νυμφευομένη τον λόρδον Δέρβυ θα +απολαύσετε όλα του κόσμου τα αγαθά. Ιδού αναχωρώ αύριο. Έχει η κ. +Κλάρα να απαιτήση τίποτ' άλλο; + + — Ναι, απεκρίθη εκείνη. Θέλω ναποφύγετε να συναντηθήτε ποτέ με +την Λουίζαν. Ούτε με λόγον σας ή με βλέμμα να δώσετε να ενοήση τις +τας τέως ολεθρίας σχέσεις σας. + + — Καμιά από τις γυναίκες που με αγάπησαν δεν έλαβε ποτέ αιτία να +παραπονεθεί για αθυροστομία μου ή ελαφρότητά μου. Αποκρίθηκα εγώ +με φιλαυτίαν. + + — Αδερφή μου! φώναξε κλαίουσα η τρυφερά Λουίζα, ο κ. Έδμον είναι +άγγελος. Χάριν της ευτυχίας μου παρητήθη από τα εκατομμύρια του +λόρδου Δέρβυ. + + — Ναι, η ψυχή του σερ Έδμον είναι κατά τινας περιστάσεις +υπέροχος. Αυτές οι αρετές του είναι που δελεάζουν και καταστρέφουν +τας δυστυχισμένας γυναίκας . . . Είμεθα σύμφωνοι λοιπόν, σερ +Έδμον· δεν είν' έτσι; + + — Σύμφωνοι, είπα, και τας απεχαιρέτισα. + +Το πρωί απεχαιρέτισα επίσης και τους κυρίους Τράνσβλεϋ και Δέρβυ +και ανεχώρησα εις Λονδίνον. Εκεί εν μέσω λαμπροτάτων ομηγύρεων +ευνοούμενος από τας ερασμιωτέρας γυναίκας ελησμόνησα σχεδόν την +Λουίζαν. Αλλά φαίνεται, ότι κάποιος ολέθριος δαίμων την κατεδίωκε. + +Τέλος του φθινοπώρου η θεία μου με πήρε μαζί της στα λουτρά του +Βαθ. Την εποχήν αυτήν συναθροίζονται εκεί οι περιφανέστεροι +κάτοικοι της Μεγ. Βρετανίας. Εκεί κατά κακή σύμπτωση ήταν και ο +λόρδος Δέρβυ με την νεαράν σύζυγόν του. Θυμήθηκα την υπόσχεση που +είχα δώσει στην κ. Κλάρα — και είχα όλη τη διάθεση να την τηρήσω — +και στενοχωρέθηκα. Απεφάσισα να μην ιδώ τη Λουίζα, αν μπορέσω, +χωρίς να παραβώ τους όρους της ευπρεπείας. + +Εν τούτοις είπαμε, κακός δαίμων την εκυνηγούσε. + +Η κ. Μπιρτών χωρίς να ξαίρη τίποτε από τα προηγούμενα, μου +επρότεινε μια μέρα να πάμε να επισκεφθούμε το συγγενή μας λόρδον +Δέρβυ. Εγώ εθορυβήθηκα, αλλά δε είχα ευλογοφανή αιτία να αποφύγω +την επίσκεψιν. Δε ήθελα δε να υποτεθή ότι έχω τίποτε με τον +λόρδον, για να μην το εκλάβουν, ότι του βαστώ κάκια που με το γάμο +του μου εστέρησε τα εκατομμύριά του. Μία τοιαύτη υποψία μου έγγιζε +φοβερά την φιλοτιμία μου. Για τούτο ηναγκάσθην να ακολουθήσω την +θείαν μου. + +Η Λουίζα, όταν με είδε, τα έχασε. Η σύγχυσις που την κατέλαβε, το +ερύθημα που διεχύ0η στο πρόσωπόν της, η ευστροφία και η χάρη της +με κατεγοήτευσαν. Η εγκυμοσύνη της ακόμη έρριπτε εις όλον το σώμα +της κάποιο θελκτήριον προκλητικώτατον, που δεν μπόρεσα ναντισταθώ +στον πειρασμόν του. + +Την απαντούσα πάντοτε στους χορούς και στας συναναστροφάς, που την +επευφημούσαν όλοι και την εθαύμαζαν. Την έβλεπα συχνά στα κατάλυμά +της. Πολλές φορές δε και μόνην. Δεν επιχειρώ να σου εκθέσω +ανωφελώς τα περιστατικά που συνέργησαν να μας ενώσουν και πάλιν. Η +Λουίζα είχε γίνει πια μαλακή ναι πιο καλόβολη, λησμόνησε τα +συζυγικά της καθήκοντα και μου παρέδωκε κάθε δικαίωμα, που μου +είχε στερήσει ο γάμος της. + +Σε κάθε άλλον ήταν ψυχρά και σώφρων, ενώ κατείχε το αριστείον της +καλλονής και όλες την εζήλευαν εις το Βαθ, των δε ανδρών έτρεχαν +τα σάλια τους. Όχι λοιπόν από έρωτα, αλλά από ματαιότητα, για να +φανώ σόλους αυτούς τους ηλιθίους ότι εγώ είμαι ο νικητής κάθε +σωφροσύνης των γυναικών, μηδ' αυτής της ακαταμάχητης Λουίζας +εξαιρουμένης, ελησμόνησα την υπόσχεσιν μου και παρέβην τον λόγον +μου. + +Αι σχέσεις μας διήρκεσαν πολύ. Η ανυποψία του λόρδου Δέρβυ έκαμνε +τας συνετεύξεις μας ελευθέρας, και τίποτε δεν μας εμπόδιζε. +Άρχισα δα να βαρύνωμαι τας συνεντεύξεις αυτάς, που άλλοι θα έδιδαν +τα πάντα και διά ημίσειαν μόνην. Τέλος ένας κακώς διωγμένος από +την Λουίζαν αντεραστής μου, μαντεύσας τα καθέκαστα έσπευσε να +φωτίση τον σύζυγον. Και επειδή η άκρα άχρι τούδε εμπιστοσύνη του +μας είχε κάμει απροσέκτους, εύκολα μας έπιασε στα πράσα . . . +Όποιος γνωρίζει την ιδιοτροπίαν και την ευθύτητα του λόρδου Δέρβυ +φαντάζεται τον θυμόν και την λύσσαν που τον κατέλαβε. + +Ήθελε να εκδικηθή δημοσία. Η οργή του δεν εστράφη κατ' εμού, αλλά +κατά της γυναικός του. + +Εγώ ηθέλησα να την υπερασπισθώ και να στρέψω όλον τον θυμόν του +εναντίον μου λέγων ότι η Λουίζα ήθελε μείνει μέχρι τούδε αθώα, αν +διά να την νικήσω δεν μετηρχόμην βίαν σχεδόν. Αλλ' αυτός εφρύαξε +και είπε: + + — Εσύ είχες μαζί της σχέσεις πολύ πριν γίνει σύζυγός μου. Το +παιδί της είναι δικό σου. Τώρα ανοίγουν τα μάτια μου και +καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Τώρα εξηγώ, γιατί με βίασες να την πάρω +θυσιάζων τα κληρονομικά σου δικαιώματα επί της περιουσίας μου. + +Έπειτα δε κρύπτων την οργήν του με επήρε ιδιαιτέρως και μου είπε: + + — Όλα σου τα συγχωρώ και σε κάμνω εκ νέου κληρονόμον μου, αν +ομολογήσης επί δικαστηρίου τας αθεμίτους μετά της Λουίζας σχέσεις +σας. + + — Αν μου επρότεινεν άλλος κανείς τέτοια πράγματα, του λέγω, ήθελα +του αποκριθή με το σπαθί μου. + + — Δεν σου τα ξαναλέω, είπε σκυθρωπός γενόμενος. Μεσένα τελείωσα. +Για την μιαράν συνένοχόν σου μένε ήσυχος. Αφού δεν μπορώ να την +καταδιώξω δημοσία, μια που δεν έχω μάρτυρας, σε λίγο δεν θάχεις +πλέον τίποτε να φοβηθής γιαυτήν. + +Τι σκοπεύεις να κάμης, για όνομα του Θεού! + + — Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα. Πολύ λιγώτερο σε σένα. + +Απεχωρίσθημεν. Την άλλη μέρα ανεχώρησε κρυφά με τη γυναίκα του +σένα μακρυνό κτήμα του στη Νόρθυμπρυ. + +Η λύπη για τα γεγονότα με είχε ταράξει πολύ. Η θεία μου νόμιζε ότι +η λύπη μου προήρχετο διότι εστερήθηκα την συναναστροφήν της λαίδης +Δέρβυ. Για να με διασκεδάση λοιπόν, μου επρότεινε να επιστρέψωμε +στα Λονδίνο. Εκεί ανανέωσα τας παλαιάς μου σχέσεις, και συνέδεσα +άλλας νέας, δεν ηθέλησα δε νακολουθήσω την κ. Μπιρτών +επιστρέφουσαν εις Έδιμπουργκ. Αισθάνθηκα μάλιστα κρυφή χαρά για +την αναχώρηση της. Παραδόθηκα σαν τρελός εις όλας τας ακαθέκτους +ορμάς της νεότητος. + +Προσεκλήθην εις μεγαλοπρεπή εορτήν της δουκίσσης του +Πέτερσμπουργκ. Αυτή δε η περίφημη και ωραιοτάτη γυναίκα δεν άργησε +να μου ανάψη νέα αισθήματα. Τόσο ήμουν επιπόλαιος· οσάκις έβλεπα +νέα κάλλη ησθανόμην και νέας επιθυμίας. Το εσπέρας στα δείπνο +καθήμενος κοντά της τής ωμιλούσα σιγά κεκείνη μου έκαμνε την +ερωτευμένην. Η φιλαυτία της κολακευομένη έμελλε να την κάμη να μου +παραδοθή. Έξαφνα κάποιος πλησίον μου ωμίλησε διά την λαίδη Δέρβυ. +Άκουσα να λέγει ότι απέθανε υπό φρικαλέας περιστάσεις . . Αι +λεπτομέρειαι τας οποίας διηγείτο περί του λυπηρού τούτου συμβάντος +δεν άφισαν στα πνεύμα μου καμίαν αμφιβολίαν. Εμελαγχόλησα. Έγινα +αναίσθητος εις τας φιλοφρονήσεις της ζωηράς και αβρόφρονος +Δουκίσσης του Πετερσβούργου. + +Ελυπούμουν από τύψιν του συνειδότος, διότι το τρυφερό εκείνο +άνθος, η δυστυχής Λουίζα, εμαράνθη τόσον προώρως· και η ιδέα, ότι +εις τον μαρασμόν τούτον ήμουν εγώ ο αρχικός και τελικός αίτιος, με +έκαμνε ανήσυχον. Ήθελα να μάθω. Το Λονδίνον δεν είχε πλέον κανένα +θέλγητρο για μένα. Απεφάσισα ναναχωρήσω επιστρέφων εις Σκωτίαν, +επέρασα από την Νόρθυμπρυ, κοντά από το κτήμα του λόρδου Δέρβυ. +Άφισα το αμάξι εις Δύρχαμ και τράβηξα μόνος και πεζός προς τον +πύργον του λόρδου. Ο δρόμος ήταν δύσβατος. Επερπατούσα ελικοειδώς +διά μέσου θάμνων ακάρπου μυρίκης. Ομίχλη πυκνή ηύξανε τας +δυσκολίας του δρόμου και τον έχασα. Επεριπλανήθηκα. Μόλις προς το +βράδυ αραιώθηκε η ομίχλη. + +Τότε διέκρινα από μακράν μίαν γυναίκα, η οποία ανέβαινεν επιπόνως +προς μοναχικήν καλύβαν, που μόλις κανείς την ξάνοιγε από κει που +ευρισκόμουνα. Μου φάνηκε πώς ήταν η κ. Κλάρα. Έτρεξα κατόπι της +και την έφθασα. Ήταν εκείνη τωόντι. Έφριξε όταν με είδε. + + — Σεις εδώ! ανέκραξε κατάχλωμη. + + — Κυρία, της λέγω. Επήγαινα να κλαύσω στον τάφο της Λουίζας. +Επεριπλανήθηκα και έχασα τον δρόμο. Ευτύχημα που σας ευρίσκω. +Πέστε μου έναν καλό λόγο, μίαν παρηγορία . . .Τι σημαίνει η καλύβη +εκείνη, προς την οποίαν μου φαίνεται ότι διευθύνεσθε; + + — Τι ερωτάτε; Θέλετε λοιπόν να την παραδώσετε εκ νέου στην +εξουσία του ολεθρίου εκείνου τυράννου, που της εδώσατε για +σύζυγον! + + — Για όνομα του Θεού, τι είν' αυτά που λέτε, κυρία Κλάρα; + + — Τότε λοιπόν πώς ευρίσκεσθε εδώ; + +Ηναγκάσθην να της εξηγήσω τον λόγον και να την καθησυχάσω. Ο +λόρδος Δέρβυ με είχε συκοφαντήσει, ότι για να επανακτήσω τα +κληρονομικά μου δικαιώματα επί της περιουσίας του ωμολόγησα δήθεν +τους προηγουμένους μου αθεμίτους έρωτας με την Λουίζαν. + +Έφριξα διά την κακοήθειαν του λόρδου και εχρειάσθη πολύ πειθώ εκ +μέρους μου διά να απαλείψω την συκοφαντίαν ταύτην. Αλλά το μίσος +της Κλάρας προς εμέ δεν έγινε διά τούτο ολιγώτερον. Ωστόσο την +παρεκάλεσα να μου διηγηθή, με τι τρόπον έσωσε την Λουίζαν, +υποσχόμενος ποτέ να μη θελήσω να την ιδώ. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'. + +ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ + + + +Η κ. Κλάρα άρχισε ως εξής: + + — Άμα ο λόρδος Δέρβυ έφερε εδώ την δυστυχισμένην αδελφήν μου, την +έκλεισε εις πύργον μοναχικόν και της είπε ότι επί ζωής της δεν +έχει πια να βγη από εκεί μέσα, ότι δεν θα ιδεί ποτέ το τέκνον, το +οποίον θα γεννήση, και ότι δεν θα λάβη ποτέ καμίαν είδησιν από +τους συγγενείς της. + +Η Λουίζα απελπίσθη. Τρόπος δεν υπήρχε να γλυτώση από την φυλακήν +της. Να συνενοηθή μαζί μου δι' επιστολής της ήτο αδύνατον. Εν +τούτοις εγώ εξακολουθούσα να της γράφω εις Βαθ, αλλά καμίαν δεν +ελάμβανα απάντησιν. Μετά πολλάς ερεύνας και επιμόνους ζητήσεις +κατώρθωσα να μάθω, ότι ήτο εις Νόρθυμπρυ και έσπευσα εκεί. + +Όταν με είδε ο λόρδος, επάγωσε. Με υπεδέχθη πολύ άσχημα. Εγώ δεν +επρόσεξα εις τας ύβρεις του, ήθελα μόνο να ιδώ τη Λουίζα. Δεν +έδωσα σημασία στας απειλάς του. Επέμεινα ισχυρώς, και τέλος +θέλοντας και μη μου επέτρεψε να εισαχθώ κοντά εις την Λουίζαν +λέγων μου: + + — Συγκατανεύω να σε αφίσω να πας κοντά της, για να μην την αφίσης +να πεθάνη. Θέλω να ζη και να βασανίζεται, διότι το αμάρτημά της +ήτο μέγα και ανάλογη πρέπει να είναι η τιμωρία. Μείνε κοντά της +έως ότου γεννήσει. Εγώ θαπομακρυνθώ από εδώ έως τότε. + +Όταν εμβήκα μέσα στον πύργο, η θύρα του εκλείσθη οπίσω μου βαρεία. +Κατάλαβα ότι συνεφυλακίσθην μετά της αδελφής μου. Τότε ερρίχτηκα +στην αγκαλιά της και ενώσαμε μαζί τα δάκρυά μας, αλλά αυτά κανέν +πρακτικόν αποτέλεσμα δεν έχουν. Άρχισα να σκέπτωμαι, ποία μέσα +πρέπει να μεταχειρισθώ, για να την σώσω. Να καταφύγω στον πατέρα +μου θα ήτο ανωφελές, αν εμάνθανε την ολεθρίαν αφροσύνην της +αδελφής μου, θα ήτο αυστηρότερος προς αυτήν και από τον σύζυγόν +της· εγνώριζα τας αρχάς του. Με τους έξω ανθρώπους δεν μας +επετρέπετο καμία συγκοινωνία. Τέλος πάντων η τύχη μας εβοήθησε +καλύτερα από κάθε άλλο. Μετ' ολίγας ημέρας η αδελφή μου ησθάνθη +τας ωδίνας του τοκετού. Οι φύλακες αν και μας εφύλατταν ως +κέρβεροι μακράν από τον άλλον κόσμον, δεν ημπόρεσαν να μου +αρνηθούν την χάρη, να μας φέρουν τέλος πάντων ένα γιατρό. + +Ο γιατρός ήταν άνθρωπος πονόψυχος, συνεκινήθη από την συμφοράν που +μας ηύρε, και επείσθη να μας υπηρετήση. Εν πρώτοις εκοινολόγησε, +ότι η λαίδη Δέρβυ διέτρεχε μεγάλον κίνδυνον. Οι φύλακες εφοβήθησαν +μήπως, αν αποθάνη, τους τιμωρήση ο κύριός των, και εχαλάρωσαν +ολίγον τον περιορισμόν μας. Έλαβα την άδεια να πηγαινοέρχομαι στο +χωριό, κέτσι προετοίμασα ότι εχρειάζετο, για να εκτελέσω το +σχέδιον, που είχαμε συμφωνήσει με τον ιατρόν. + +Επρομηθεύθην μίαν χωρικήν ως νοσοκόμον, και κατώρθωσα να την πείσω +να γίνη συνεργός μου. Η καλύβα που βλέπεις εκεί κάτω είναι δική +της. + +Η Λουίζα γέννησε καλά ένα αγοράκι χαριτωμένο, και γρήγορα +ανέρρωσε. Όταν πλέον ήταν εις κατάσταση να περιπατή, ο φίλος μας +ιατρός εκοινολόγησε, ότι η κυρία ήταν πολύ άρρωστη και ότι +θαπέθνησκεν ίσως. Διά τούτο ήτο ανάγκη να μείνη την νύκτα πλησίον +της. Έμεινε λοιπόν· με την βοήθειαν δε και της νοσοκόμου +εκαταφέραμε εκείνην την νύκτα να την αποφυλακίσωμεν μαζί με το +βρέφος επιβιβάσαντές την εις όχημα, που μας έφερε ο ιατρός και το +είχε τοποθετήσει έξω από τα τείχη του περιβόλου. + +Έτσι εκείνη την εστείλαμε στην καλύβα και μένει ακόμη εκεί. Εμείς +με τα ενδύματά της εσχηματίσαμε το ομοίωμά της, είδος κούκλας, και +το ετοποθετήσαμε στην κλίνη της, διεδώκαμεν δε ότι απέθανε. Ο +ιατρός έκαμε το πιστοποιητικόν του θανάτου και εγώ είπα ότι θέλω +να τη βάλω μόνη μου στο φέρετρο. + +Ετύλιξα το ομοίωμα σένα σάβανο και το βάλαμε στο νεκροκρέββατο, +χωρίς να καταλάβη κανείς τον δόλον, που δεν μπορούσαν βέβαια ποτέ +να τον υποψιασθούν. Έπειτα εκάμαμε την κηδείαν με όλην την +ευπρέπειαν και παράταξιν. + +Αφού δε ετελείωσεν η κηδεία, έφυγα από τον πύργον και έσπευσα να +εύρω την αγαπητήν μου αδελφήν στην καλύβα, που απέχει περί τα έξ +μίλια από την φυλακήν της. Τρεις εβδομάδες τώρα την έχω εκεί, +διότι πάσχει και δεν μπορώ να την μετακομίσω. Ελπίζω να γίνη καλά +και να την φέρω εις ένα καταφύγιον απόκρυφον, μακράν από τα +βάσκανα βλέμματα του κόσμου, μαζί με το παιδί της, που είναι και +παιδί σας. + +Η διήγησις αυτή με συνεκίνησε πολύ και είπα στην κ. Κλάρα, ότι +εννοώ ναναλάβω την συντήρησίν των εγώ δι' εξόδων μου, εμβάζων προς +αυτήν κάθε χρόνο κρυφίως το απαιτούμενον ποσόν, αλλά αυτή δεν το +εδέχθη. Τότε της επρότεινα να καταθέτω χρήματα εις μίαν τράπεζαν +χάριν του παιδιού. Αυτό έγινε δεκτόν και απεχωρίσθημεν με +αμοιβαίαν υπόσχεσιν κανείς άλλος να μη μάθη τίποτε περί της +Λουίζας. + +Εγώ γύρισα στο Έδιμπουργκ. Μετ' ολίγους μήνας η δυστυχής Κλάρα +έχασε τον σύζυγόν της, αυτή δε έμεινε πτωχή και το κτήμα χρεωμένο. +Ο πατέρας της όμως την εβοήθησε και εξηγόρασε το κτήμα από τους +δανειστάς, διότι το αγαπά πολύ και αυτού απεφάσισε να περάση το +υπόλοιπον του βίου της. + +Όσες φορές της έστειλα γράμμα για να μάθω περί της Λουίζας, +απάντησιν δεν έλαβα καμίαν, ούτε τον λόρδον Δέρβυ είδα από τότε. +Είχε αποτραβηχθή σένα απόμακρον κτήμα του. + +Πέντε χρόνια πέρασαν από τότε και όλα ήρχισαν να λησμονούνται. +Αλλά η τελευταία σχέσις η δική σου με την κ. Κλάραν ανέξεσε τας +παλαιάς πληγάς + +Τα άλλα τα γνωρίζεις, Μαλβίνα. Τώρα κρίνε και πράξε. + +Μαλβίνα! συ με γλύτωσες από το θάνατο. Αλλά θα λυπούμαι που δεν +μάφισες να πεθάνω, αν τώρα που άκουσες αυτήν την ιστορία, κρίνης +ότι δεν είμαι άξιος διά την αγάπη τη δική σου. + + — Έδμον, ότι και να έκαμες, δεν μπορώ να μη σαγαπώ. Εσύ είσαι η +μοίρα μου. Μόνος ο θάνατος μπορεί να σβήση την αγάπη μου σε σένα, +οποιαδήποτε και αν είναι τα φταιξίματα τα δικά σου, ή τα καθήκοντα +τα δικά μου. + +Τότε την έσφιξε στο στήθος του γεμάτος από κατάνυξη, εκείνη δε εις +την απόλαυσιν της τοιαύτης διαχύσεως εσυγχώρησε όλα του τα +παρελθόντα και ελησμόνησε όλους της τους φόβους. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'. + +ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ + + + +Η Μαλβίνα επήρε το γράμμα από την κ. Κλάρα. Το γράμμα αυτό την +έφερε στην πραγματικότητα. Θυμήθηκε ότι εκτός του κ. Έδμον είχε +και άλλο πλάσμα στον κόσμο, το οποίον ώφειλε να αγαπά, και ήτο +πλέον καιρός να το θυμηθή. + +Η κ. Μπιρτών άρχισε νανησυχή για τον ανιψιόν της, που τον έχανε +κατά συνεχή διαλείμματα κέβαλε την κ. Φέμπικ να τον ρωτήση, πού +χάνεται; Εκείνος της είπε πώς περνούσε τις μέρες του στης κυρά- +Μούδης. Τότε διέταξε την Τάπα να πάη εκεί και να μάθη με τρόπο: +ποιος και ποιος ευρίσκεται στης κυρά-Μούδης. + +Αυτή η έρευνα εφόβισε την Μαλβίναν. Καιρός ήτο πλέον να αναχωρήση. + +Άμα ήλθεν ο κ. Έδμον, του τα είπε όλα. + + — Αγαπημένη μου, πώς βαστά η καρδιά σου να μαφίσης; δεν είμαστε +και οι δύο ελεύθεροι; ποιος μας εμποδίζει να ενωθούμε; + + — Φίλτατέ μου, μου είναι αδύνατον ναντισταθώ πλέον σε ότι εσύ +θέλεις. Αλλά ο ερωτάς σου μέκαμε να λησμονήσω τους όρκους μου, +προσφεύγω στη γενναιοφροσύνη σου. Μην καταχρασθής την δύναμιν που +έχεις επάνω μου, αλλά στήριξέ με στο καθήκον μου. + + — Λοιπόν μάθε ότι ο λόρδος Χέριντεν έδωσε εις την κ. Μπιρτών +έγγραφον, δυνάμει του οποίου έχει το δικαίωμα να σου αφαιρέση την +Φανήν μόλις νυμφευθείς. + + — Α! καλύτερα θα ήτο να με σκότωνες, παρά να μου φέρεις τέτοια +είδηση. + + — Τίποτε απ' αυτά. Και ο γάμος μας θα γίνη και τη Φανή θα έχεις +κοντά σου. Θα σε βοηθώ μάλιστα και στην ανατροφήν της, αν το +επιτρέπης. + + — Με μαγεύεις! Και πώς θα το καταφέρουμε αυτό; + + — Άκουσε λοιπόν. Αύριο την αυγή, μόλις γλυκοχαράξη, πας εσύ στο +παραθαλάσσιο εξωκκλήσι των βασιλέων της Σκωτίας, κτήμα καθολικών +ιερέων. Εκεί θα σε περιμένω. Τελούμεν τους γάμους μας μυστικώς. +Αφού δε εξέλθωμεν του ναού, σε φέρνω σένα κτήμα, που ένας φίλος +μου συγκατανεύει να μου το πουλήση κρυφά. Εγώ τότε αναχωρώ διά το +Λονδίνον, γνωρίζομαι με τον λόρδον Χέριντεν, τον κάμνω να με +εκτιμήση, και αυτός ευσπαχνιζόμενος τον έρωτά μας ενδίδει στας +παρακλήσεις μου και μας αφίνει την κόρη του. Παίρνω απ' το χέρι +του έγγραφον, το βάζω στον κόρφο μου και σου το φέρνω πετώντας σαν +τα πουλί. Η Φανή τότε μένει δική σου, και συ πάντα δική μου. +Σύμφωνοι; + +Η Μαλβίνα γεμάτη χάρη, χαμηλοβλεπούσα, με κόκκινα τα μάγουλα από +αιδώ: + + — Έδμον, του λέγει, μόνον όταν επιστρέψης θριαμβευτής από το +Λονδίνον συγκατανεύω να με στεφανωθείς. + + — Όχι! δεν φεύγω πια από κοντά σου, πριν γίνης δική μου και κατά +νόμον. Σου ορκίζομαι δεν τα κουνώ από δω, ο κόσμος να χαλάση. + + — Μην παραφέρεσαι, Έδμον. Μην ελπίζεις, πως θα υποχωρήσω από +φόβον εγώ, που δεν υποχωρώ ουδέ από αγάπη. + + — Μη μου ομιλείς για αγάπη! Ποτέ δεν με αγάπησες, Μαλβίνα. + + — Τολμάς και λες πως δεν σαγάπησα! Πως δεν σαγαπώ! είπε εκείνη με +μεγάλο άλγος ψυχής. Ως τόσο βασιλεύεις ως τύραννος μέσ' στην ψυχή +μου. + + — Με λόγια μάλιστα, αλλ' όταν ζητήσω έμπρακτον απόδειξιν των +λόγων σου, μου φέρνεις τον κατακλυσμόν. + +Η Μαλβίνα τον επλησίασε και τον εχάιδευσε. + + — Αν εγνώριζες πόση λύπη μου προξενούν τα λόγια σου! Ακούς εκεί +ναμφιβάλλης για την αγάπη μου . . . + +Ο Έδμον την έσφιξε στην αγκαλιά του με περιπάθεια πρωτοφανή. + + — Άγγελε μου, Μαλβίνα μου, γιατί μαφίνεις και βασανίζομαι; . . . +Τα μάγουλά του άναψαν, τα μάτια του μισοκλεισμένα μαχμούρικα. Την +έσφιγγε και άσθμαινε. + +Η Μαλβίνα φοβήθηκε και κατέβαλλε κόπους ναποσπασθή από τα χέρια +του. Εκείνος την κρατούσε γερά. + + — Για όνομα του Θεού τι σκοπεύεις να κάμης; θέλεις να στερήσεις +μόνος σου την αρετήν της συζύγου σου . . . + + — Είσαι δική μου . . . κανείς δεν θα σαποσπάση . . . + + — Και πώς θα δεχθής αύριο το χέρι μου, όταν μαζί μαυτό δε θα +μπορώ να σου προσφέρω και την αρετήν μου; + + — Αρετή σου μου είναι η αγάπη σου η ανεπιφύλαχτη. Η απόλαυσις +είναι της αγάπης η επισφράγισις. + +Η Μαλβίνα ερριγούσε από ηδονή στην αγκαλιά του. Ωστόσο κατέβαλε +υπεράνθρωπον προσπάθειαν να συγκρατηθή. + + — Άφισέ με! εφώναξεν έκφρων. + +Κατάπληκτος εκείνος χαλαρώνει τους βραχίονας του και πετιέται η +Μαλβίνα από την αγκαλιά του. Εκείνος τρέχει και γονατίζει στα +πόδια της. + + — Πήγαινε, του λέγει, και εκτέλεσε ό,τι μου υπεσχέθης. + +Ο Έδμον σηκώνεται. + + — Πηγαίνω, Μαλβίνα. Δεν θα με ξαναϊδείς πλέον. + +Και γίνεται άφαντος, πριν εκείνη προφθάση να συνέλθη. + +Άμα έφθασε στο σπίτι του ο Έδμον, έπεσε στο κρεββάτι του με +πυρετόν. Όταν το έμαθεν η Μαλβίνα έχυσε πύρινα δάκρυα. Φοβήθηκε να +μην πάθη πάλιν τα ίδια εξ αιτίας της. Μετενόησε διότι του εφέρθη +τόσον σκληρά και εκάθισε και του έγραψε. + + — Αγαπητέ μου Έδμον. + +Ζήσε για τη Μαλβίνα σου. Εγώ δεν θέλω τη ζωή χωρίς εσένα, ώρισέ +μου την ώρα και τον τόπο που θα στεφανωθούμε και είμαι πρόθυμη να +πετάξω για να εκπληρώσω τη θέλησή σου. + Μαλβίνα. + +Η επιστολή αυτή εθαυματούργησε. + +Την άλλη μέρα ο Έδμων εσηκώθηκε καλά και έτρεξε προς την Μαλβίναν +χαρά γεμάτος. + +Η Μαλβίνα απαυδήσασα πλέον από την διαρκή εσωτερικήν πάλην των +συναισθημάτων της απεφάσισε να ενδώση εις τας δικαίας αξιώσεις του +Έδμον και ότι ήθελε ας εγίνετο, ο έρως ανελάμβανε τα κυριαρχικά +του δικαιώτατα. + + — Ότι και αν μέλλει να προκύψη, είπε, τετέλεσται πλέον, δεν +αναιρώ την υπόσχεσίν μου. + + — Παρήγγειλα στον φίλον μου Κάρολον Βέυμαρ να εύρη ένα καθολικόν +ιερέα, ο οποίος να ευλογήση τον γάμον μας. Αυτός και η κ. Μούδη θα +μας χρησιμεύσουν ως μάρτυρες. Κανείς άλλος δεν θα μάθη τίποτε. Το +αγροκήπιον που θα καταφύγωμεν είναι κτήμα του Καρόλου και μου το +επώλησεν επ' ονόματί σου. Εν πάση εναντία περιπτώσει θα ζήσης εκεί +ήσυχα με την θυγατέρα σου, μακράν από τον κόσμον, το οποίον άριστα +συμβιβάζεται με τον χαρακτήρα σου. + +Αν λοιπόν κατορθώσω να πείσω τον λόρδον Χέριντεν, κοινολογώ ευθύς +τον γάμον μας και θριαμβευτικώς σε φέρνω στο κτήμα μου κοντά στο +Γκλάσκωου. + +Αν πάλιν ο λόρδος δεν πεισθή, τότε δεν λέμε τίποτε εις κανένα διά +την ένωσίν μας και συ μεν διαμένεις στο κτήμα που είπαμε, εγώ δε +όταν έρχωμαι, λαμβάνω τα μέτρα μου και ανεβαίνω από κρυφό +παραπόρτι του περιβόλου, χωρίς να μας παίρνει κανένας είδησιν. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'. + +ΓΑΜΟΣ + + + +Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα ενεδύθη με απλό φόρεμα, εφόρεσεν ψάθινο +καπέλλο με άσπρο τούλι πυκνό, ανέβη εις την άμαξαν μαζί με την +κυρά-Μούδη και τράβηξε για το προσδιωρισμένο εξωκκλήσι. + +Ο Έδμον την επερίμενε εκεί. Έτρεξε να την βοηθήση να κατέβη. Το +χέρι της έτρεμε στη φούχτα του Έδμον. + + — Θάρρος, αγάπη μου. της λέγει με τρυφερότητα. Είναι αυτή η ώρα η +ευλογημένη, που θέτει τέρμα εις όλα μας τα δεινά. Έλα, το +θυσιαστήριο είναι έτοιμον να δεχθή τους όρκους μας. Εμένα +επροτίμησες υπέρ πάντα άλλον. Εγώ θα σε προστατεύω εις το εξής και +μη φοβείσαι. + +Και την ωδήγησε μέσα στην Εκκλησία. Προχωρούσε σιγά στηριζομένη +στο μπράτσο του. Προσήλθε ο φίλος του κ. Βέυμαρ και την εχαιρέτισε +υποκλινώς. + + — Όλα έτοιμα, είπε. Ο ιερεύς σας περιμένει. + +Η Μαλβίνα δεν επρόφερε λέξιν. + + — Γιατί είναι τρομαγμένη η ψυχή σου; της είπεν ο Έδμον Φοβείσαι +λοιπόν μήπως με ιδής ευτυχισμένον; + + — Όχι δα! είπεν εκείνη με ιλαρόν μειδίαμα. Η ταραχή μου είναι +πολύ ευλογοφανής και δεν πρέπει να σε εκπλήττει. + +Όταν επλησίασαν εις το θυσιαστήριον, ο ιερεύς εστέκετο +εστολισμένος με τα ιερά άμφια κρατών ανά χείρας το ιερόν +ευχολόγιον. + + — Α! έκαμεν ο Έδμον, άμα τον είδε. Σεις εδώ, κύριε Πρίορ! + +Ρίγος θανατηφόρον διεχύθη στην καρδιά του ιερέως, άμα ανεγνώρισε +τους ενώπιον του ισταμένους, και το βιβλίον έπεσε από τα χέρια +του. + +Η Μαλβίνα μέσα στην κατάπληξιν, όπου εδοκίμαζε διά το απρόοπτον +της συναντήσεως, εσκέφθη ότι της παρουσιάζετο ευκαιρία εξαισία +ναποκαταστήση περιφανώς την άλλοτε διασαλευθείσαν εμπιστοσύνην του +Έδμον, ως προς τα αισθήματά της προς τον κ. Πρίορ. Ενίκησε την +ταραχήν της και επροχώρησε προς τον ιερέα. + + — Αιδεσιμώτατε, του λέγει, αναμφιβόλως η αγαθότης της Προνοίας +σας έστειλεν εδώ, για να μου δώσετε με τα χέρια σας την ευτυχίαν +μου. + + — Και πιστεύετε, κυρία, ότι εγώ θα . . . + + — Ναι είμαι βεβαία, ότι σεις θα ευλογήσετε τον γάμον αυτόν, διότι +ο Θεός το ηθέλησε. Εγώ ποτέ δεν έπαυσα να σας υπολήπτωμαι. +Φαίνεται δε ότι και ο Θεός θέλει τον εξαγνισμόν σας. + + — Αλλά, κυρία . ., + + — Δεν έχει αλλά. Ιδού ενώπιόν σας ο άνθρωπος, του οποίου εχύσατε +το αίμα. Διά της ιεροπραξίας ταύτης τον ικανοποιείτε και +εξιλεώνετε τον Ύψιστον διά το αμάρτημά σας. + + — «Πάτερ, ει δυνατόν, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο,» είπε +μετά κατανύξεως ο κ. Πρίορ ατενίζων προς τον ουρανόν. + +Και μετά τινά σκέψιν, καθ' ήν επεκράτησε απόλυτος σιγή, ρίψας το +βλέμμα εις την γην είπε με αναστεναγμόν. + + — «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ»! . . . + +Έπειτα, ως να έλαβε υπεράνθρωπον απόφασιν, εστράφη προς τους +μελλονύμφους. + + — Έδμον Σέυμουρ. Μαλβίνα Σορκή, είπε, συνάψατε τας χείρας σας. +Πλησιάσατε. + +Εγονάτισαν εμπρός στην Αγία Τράπεζα και ο κ. Πρίορ ήρχισε την +Ιεροτελεστείαν. Τέλος με φωνήν γεμάτην από ιεράν συγκίνησιν τους +απέτεινε τον λόγον. + + — Ορκίζεσαι, είπε προς τον Έδμον, ναγαπάς και να προστατεύεις +αυτήν την γυναίκα παντού και πάντοτε; Εκείνος κατένευσε. + +Όταν όμως έμελλε να ομιλήση προς την Μαλβίναν ο ιερεύς, δεν +ημπόρεσε να συγκρατήση την ταραχήν του και η φωνή του έτρεμε. +Είπε: + + — Ορκίζεσαι ναγαπάς τον άνδρα τούτον εν όλη τη ζωή σου; + +Όταν η Μαλβίνα απήντησε; «το ορκίζομαι», ρομφαία διεπέρασε την +καρδίαν του ιερέως. Ωστόσο έσφιξε την ψυχή του και κατέστειλε την +ταραχήν του. Και επρόσθεσε μετά συγκινήσεως. + + — Ευτυχήσατε! . . — Δάκρυα εγέμισαν τα μάτια του και κατέβρεξαν +τας παρειάς του — . Ευτυχήσατε ενωμένοι. Ο Θεός του ελέους να σας +διατηρή ευτυχείς και να αυξάνη την αγάπην σας. Ιδού νυν είσθε +ενωμένοι εις αιώνα τον άπαντα. Απέρχεσθε εν ειρήνη. Αμήν. Και +κατέβη από το θυσιαστήριον. + + — Λαμπρέ άνθρωπε! είπεν ο Έδμον, και έσφιξε το χέρι του με +ειλικρίνειαν. Συγχώρησέ με. Σου δίδω την φιλίαν μου και την φιλίαν +της γυναικός μου διά το ευτύχημα που μας αξίωσες. + + — Κύριε Πρίορ, είπε και η Μαλβίνα, πόσες φορές μου είπατε, πως +ηθέλατε να με ιδήτε ευτυχή. Ιδού λοιπόν, ότι με τα χέρια σας μου +εδώσατε την ευτυχίαν μου. Σας ευχαριστώ, περισπούδαστε και +αξιότιμε φίλε. + + — Είθε η φαιδρότης να λάμπη πάντοτε επί του προσώπου σου, όπως η +αρετή ζη εντός της καρδίας σου, της είπε και έφυγε χωρίς να +περιμείνη περισσότερον. + + — Γυναικούλα μου, αγάπη μου! είπεν ο Έδμον, τον οποίον κατέκλυζεν +η συγκίνησις από την συναίσθησιν του όλβου του, και έσκυψε και την +εφίλησε στο μέτωπο. + +Η Μαλβίνα εγέμισεν από δώρα και ευχαριστίες την κυρά Μούδη και την +προέπεμψε με την παραγγελία να κρατήση μυστικά τα όσα είδε και +άκουσε. + +Κατόπιν ο Έδμον και η Μαλβίνα ανέβησαν εις την άμαξαν, εις την +οποίαν τους επερίμενεν ο κ. Κάρολος Βέυμαρ και τράβηξαν στο +αγροκήπιον. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ. + +ΣΥΖΥΓΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ + + + +Το νέο σπίτι της Μαλβίνας ήταν κομψό και κόμοδο, ανάμεσα σένα +μεγάλο δάσος, που σχεδόν το έκρυβε. Περικυκλωμένο από +συρματοπλέγματα και γύρο από ευρύχωρα χαντάκια + +Ο κ. Κάρολος Βέυμαρ αφού αποκατάστησε τους νεονύμφους στην +καινούργια τους κατοικία και γευμάτισε μαζί τους, υπεσχέθη να +προστατεύη την λαίδην Σέυμουρ κατά την απουσίαν του συζύγου της. +Τους ευχήθηκε καλήν αντάμωσιν και ανεχώρησε. + +Ο σερ Έδμον έπεσε με τον έρωτα και ελησμονήθη. Ξέχασε και το +ταξίδι του, και τη θέση του. + +Η κ. Μπιρτών τον εζητούσε παντού. Ο φίλος του κ. Βέυμαρ του τα +ειδοποίησε, Η κυρά-Μούδη του έδειξε επιστολήν της κ. Κλάρας προς +αυτήν, που την ερωτούσε τι γίνεται η Μαλβίνα, και της έλεγε ότι +θάρθη στο Έδιμπουργκ να πληροφορηθή η ιδία. + +Τότε οι δύο νέοι σύζυγοι κατάλαβαν, ότι έφθασεν η ώρα του +αποχωρισμού των. + + — Αύριο λοιπόν! είπε με αλγεινή φωνή η Μαλβίνα. + + — Αύριο ναι είπε και ο Έδμον. Αλλά πολύ γρήγορα θα επιστρέψω +πλησίον σου και δεν θα απομακρυνθώ ποτέ πλέον από την αγαπημένη +μου γυναικούλα, από τη θεά της καρδιάς μου. + +Η Μαλβίνα ρίχτηκε στην αγκαλιά του. + +Ο ήλιος βασίλευε κείνη την ώρα πίσω από την στίλβουσαν θάλασσα. Αι +πρώται σκιαί απλώνονταν επάνω στην γην. Η πηγή του δάσους +εμουρμούριζε ποτίζουσα την παχείαν χλόην, και κάπου κάπου ηκούετο +η αηδών γλυκά μηνυρίζουσα, σαν να τραγουδούσε τον έρωτά των. + +Η ώρα αυτή του λυκόφωτος έκαμε την Μαλβίναν να μελαγχολήση. Κάποιο +προαίσθημα κακό την ετάρασσε, εσκέπτετο την αποδημίαν του συζύγου +της και δεν έβλεπε την επιστροφήν του. Ωστόσο παρεδόθησαν εις τας +αγκάλας αλλήλων. + +Το πρωί το αμάξι ήτο έτοιμο. Εχωρίσθηκαν με δάκρυα και με λυγμούς. +Σε λίγο έβλεπε το όχημα να φεύγη παίρνοντας μαζί του την καρδιά +της, ο κρότος του απομακρυνομένου αμαξιού της εφαίνετο ως ο +τελευταίος αποχαιρετισμός του συζύγου της, βλέπει το χέρι του να +βγαίνη από το παράθυρο, για να την αποχαιρετήση, και την παίρνουν +τα δάκρυα. + +Όταν ήρθε στον εαυτόν της, θυμήθηκε την Φανήν της, θυμήθηκε την κ. +Κλάρα. Δυο μήνες είχε να τις ιδή. Τώρα που δεν είχε τον έρωτα, +μόνον η στοργή μπορούσε να την παρηγορήση. Έτσι αποφασίζει να +ταξιδεύση. + +Όταν ήλθε στο κτήμα της κ. Κλάρας κέσφιξε τη Φανή στην αγκαλιά +της, ησθάνθη μεγάλην ανακούφισιν. Μόνον αι δύο αυταί υπάρξεις +ανεπλήρωναν οπωσδήποτε του Έδμον την απουσία, που της ήτο +ανυπόφορη. + +Ωστόσο η κ. Μπιρτών ανησυχούσα για την απουσία του ανεψιού της +μετεκάλεσε την κυρά Μούδη και με πονηρία αρχίζει να δείχνει ότι +συμπαθεί πολύ την Μαλβίναν, ότι θα ηύχετο να την κάμη νύμφην της +εις τον Έδμον, αρκεί ο Έδμον να κατώρθωνε να την αγαπήση και αρκεί +εκείνη να τον ήθελε σύζυγόν της. Ακόμη επρόσθεσεν ότι εκείνος που +θα κατάφερνε ένα τέτοιο πράμα θα ήταν ένα είδος οικογενειακού των +ευεργέτου, διότι έτσι ο Έδμον θα εγλύτωνε πλέον από την παραλυμένη +ζωή, και αυτή θα τον εκαμάρωνε. + +Έτσι η δυστυχισμένη η απλοϊκή γυναίκα πιάστηκε στην παγίδα και +επίστευσεν, ότι αυτή θα έχη την τιμήν να επισπάση την ευγνωμοσύνην +της κυρίας. Έτσι λοιπόν έμαθεν η κ. Μπιρτών τους γάμους των και +τον τόπον και την ημέραν που ετελέσθησαν. Κατόρθωσε δε να κρύψη +από την αφελή γραίαν την οργήν και την αγανάκτησίν της. Μόνον της +είπε να μη τους φανερώση, ότι αυτή γνωρίζει τι περί του γάμου των, +για να τους προξενήση η ιδία μίαν έκπληξιν. + +Όταν όμως έμεινε μόνη αγρίεψε. Περιπατούσε άνω κάτω συλλογισμένη +και εσκέπτετο τρομεράν εκδίκησιν κατά της δυστυχούς Μαλβίνας. +Απεφάσισε λοιπόν νανακοινώση τούτο προς τον λόρδον Στάφφορδ, διά +να τον έχει συνεργόν εις τα κακούργα της σχέδια. + +Τότε παρουσιάσθη ενώπιόν της ο Έδμον και της είπεν, ότι ταξιδεύει +για το Λονδίνον. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'. + +ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ + + + +Είχαν σκεφθή με τη Μαλβίνα ότι ήταν φρόνιμο να περάση μια από της +θειάς του, για να σκορπίση έτσι κάθε της υποψία. Και θα τα +κατάφερνε βέβαια, αν η απλοϊκή κυρά Μούδη δεν επρόφθανε να της +γνωστοποιήση όλα τα πάντα. + +Η κ. Μπιρτών κατώρθωσε να κρυφθή ολότελα ενώπιόν του, του απηύθυνε +ερωτήσεις για την τελευταία απουσία του όχι με πολύ ενδιαφέρον. +Υπεκρίθη ότι πιστεύει εις τας δικαιολογίας του τας βεβιασμένας. +Για το ταξίδι του δεν τον ερώτησε λεπτομερείας. Υποψιάζετο ότι +αυτό γίνεται για τη Μαλβίνα. Ο χωρισμός αυτός του Έδμον από +εκείνην της εφάνη πολύ πρόσφορος, για να εκτελέση τους σκοπούς +της. + + — Σευχαριστώ, του είπε, που δεν αναχώρησες προτού να με ιδής. Θα +σε παρακαλέσω λοιπόν να λάβης την καλωσύνην να περάσης από το +κτήμα της λαίδης Ντόρσετ, που ευρίσκεται επάνω στον δρόμον σου. +Εκεί είναι η κ. Φέμπικ από δεκαπέντε μέρες. Σε παρακαλώ να της +εγχειρίσης ένα γράμμα μου, που θα σου δώσω, πολύ επείγον. + + — Ευχαρίστως, θεία μου. Χαρά μου που το ταξίδι μου αυτό αποβαίνει +κάπως χρήσιμο και σε σας. + +Έσπευσε η κ. Μπιρτών στο γραφείο της κέγραψε τα εξής προς την κ. +Φέμπικ. + +Αγαπητή μου Κίττη. + +« . . Αυτήν την ώραν έμαθα τον γάμον τους. Ξαίρεις δα ότι ποτέ δεν +θα ανεχθώ τον εμπαιγμόν αυτόν. Και αν το προαίσθημά μου δεν με +απατά, πιστεύω να κόψω σε λίγο τον δεσμόν αυτόν τον ανάρμοστον, +που με αδικεί, πολυτρόπως. Βοήθησέ με και συ. Κράτησε κοντά σου +τον Έδμον όσο μπορείς περισσότερο. + +Θυμήσου λίγο μαζί του τα νιάτα σου για χάρη μου. + +Ενώ εκείνος θα ξεχνιέται κοντά σου, εγώ μαζί με τον λόρδον +Στάφφορδ θα τον καταγγείλω δι αναφοράς στην Κυβέρνηση, ότι είναι +οπαδός των Γαλλικών ιδεών και ένθερμος ζηλωτής της Δημοκρατίας, +και ότι η οικογένειά του ευλαβουμένη μήπως ατιμασθή εξ αιτίας του, +εκλιπαρεί την απομάκρυνσή του στας Ινδίας. Μόλις καταφέρω να +επιβιβασθή του πλοίου, του προτείνω να τον απαλλάξω της εξορίας, +αν συγκατατεθή να υπογραφή διαζύγιον του γάμου του. Γνωστοποιώ αφ' +ετέρου στην κ. Σορκή τα διάταγμα, να μου παραδώση αμέσως τη Φανή +Χέριντεν, εκτός αν στρέξη την ακύρωση του γάμου της με τον Έδμον. +Και αν μεν υποταχθούν στας επιθυμίας μου, διαλύεται ο καταραμένος +αυτός γάμος, που μου κατέστρεψε όλα τα σχέδια. Αν πάλιν αρνηθούν, +θα είναι δυστυχισμένοι για πάντα, εκείνος εξόριστος μακράν της, +και αυτή στερουμένη την κόρην που λατρεύει και τον σύζυγον που +αγαπά τρελά. Έτσι συντελείται η εκδίκησίς μου. + +Μεταχειρίσου λοιπόν όλα σου τα θέλγητρα και τας γοητείας, για να +κρατήσης πλησίον σου τον Έδμον, ως που να φθάση η αναφορά μου στον +προς ον όρον. + +Σε χαιρετώ και σου εύχομαι καλή διασκέδαση. + Άννα Μπιρτών.» + +Αυτό το γράμμα το έδωκεν εις τον ανύποπτον Έδμον προσποιουμένη +αγαθότητα και ειλικρίνειαν· Η τιμιότης του για τέτοια πράγματα +ήταν παραμιώδης, ώστε κανένα φόβον μην ανοίξη την επιστολήν δεν +είχεν η θεία του. + +Πριν βραδυάση ευρίσκετο στο κτήμα της λαίδης Ντρόσε. Βιάζεται όμως +να εξακολουθήση το ταξίδι του και χωρίς να κατέβη από την άμαξα, +δίδει το γράμμα στον υπηρέτην του Γουλιέλμον, να το δώση στην κ. +Φέμπικ. Πάγωσε η Καίτη, άμα έμαθε το γάμο της Μαλβίνας με τον +Έδμον. Φώναξε λοιπόν κοντά της τον Γουλιέλμον και τον εκατήχησε, +ότι αυτό ήταν η καταστροφή του Έδμον, και τον έπεισε να χρησιμεύση +και αυτός βοηθός του έργου της επανορθώσεως το οποίον έχει +αναλάβει αυτή μαζί με την κ. Μπιρτών. Του έδωκε δε και μερικές +χρυσές λίρες, οι οποίες ελάλησαν ευγλωττότερα από τα επιχειρήματά +της στην καρδιά του υπηρέτου, και του έταξε ότι έχει να κερδήση +πολλά, αν τας υπηρετήση πιστά. Έτσι λοιπόν έμειναν σύμφωνοι να +προδίδη εις αυτήν όλας τας πράξεις του κυρίου του, και ακόμη όλα +τα γράμματα, που στέλνει και που λαμβάνει ο σερ Έδμον, να περνούν +από τα χέρια της κ. Φέμπικ, για το καλό του κυρίου του εννοείται. + +Τότε η κ. Φέμπικ μαζί με την λαίδη Ντρόσετ ήλθον προς τον Έδμον +και τον εμάλωσαν, γιατί δεν κατέβη να τους χαιρετίση τουλάχιστον. +Επειδή δε δυσανασχετούσε, η κ. Φέμπικ του είπε, ότι επείγεται να +στείλη επιστολήν εις Λονδίνον εν σχέσει προς όσα της γράφει η θεία +του και τον παρακαλεί να περιμένη στην αίθουσα έως ότου την +γράψει. + +Ο Έδμον μη δυνάμενος να πράξη άλλως κατέβη με λύπη από την άμαξαν +και ανήλθε εις την αίθουσαν. Εκεί όμως παρ' ελπίδα συνήντησε +συναναστροφήν από νέους ευθυμούντας και από γυναίκας πολύ κομψάς +και πολύ καθώς πρέπει. + +Εν τω μεταξύ ο Γουλιέλμος νομίζων δήθεν ότι ο κύριός του θα +νυκτερεύση εκεί ανεχώρησε με την άμαξαν εις το πλησιέστερον +χωρίον, διά να αναπαύση τα άλογα· ώστε όταν η κ. Φέμπικ έφερε το +γράμμα, ο κ. Έδμον δεν είχε πλέον με τι να ξεκινήση. Αυτή του +εξέφρασε την μεγάλην της λύπην που έγινε αιτία να βραδύνη το +ταξίδι του, αλλά η λαίδη Ντρόσετ και η συντροφιά της έμειναν +ενθουσιασμένοι διά τούτο και ηνάγκασαν τον Έδμον θέλοντα και μη, +να μείνη εκεί έως αύριο. Εκεί είδε ότι η Κίττη έπαιζε σπουδαίον +κοσμικόν ρόλον. Δεν ήτο πλέον η αφελής εκείνη κόρη της κ. Μέλμορ, +που είχε γνωρίσει άλλοτε. Ήτο φιλάρεσκη και ευφυής. Όλην δε την +ώραν αυτόν έβλεπε, αυτόν παρακολουθούσε, αυτόν ετόξευε με τα μάτια +της, τα οποία εταπεινώνοντο εντροπαλά, άμα κατώρθωναν να τον +προσελκύσουν. + +Χαμογελούσε με πανουργία, έδειχνε επιτηδευμένη αμηχανία, επίπλαστη +απροσεξία, άφινε πότε πότε ανώμαλη την αμφίεσή της, για να +φαίνωνται τάχα από απροσεξία, όσα δεν επιτρέπεται υπό της +ευπρεπείας να δειχτούν ανεπιφύλαχτα. + +Εν τούτοις αυτός ωπλισμένος από τον έρωτα προς την Μαλβίναν +νομίζει εαυτόν άτρωτον και δεν προφυλάσσεται. + +Δεν σκέπτεται ο δείλαιος, ότι ημπορεί κανείς να αγαπά και να μένη +στον έρωτά του σταθερός, αλλά κάποτε να κάμνη σαρκικάς απιστίας. +Διότι ο συζιγικός έρως, όσο μέγας και αν είναι, δεν εγείρει +προμαχώνας και κατά του δελεασμού των αισθήσεων. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'. + +ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ + + + +Η πείρα του κόσμου είχεν αναπτύξει τις χάρες της κ. Φέμπικ. Ακόμη +είχεν αποκτήση ευστοχίαν και οξύνοιαν, του πώς πρέπει να +χρωματίζει τας επιθέσεις της, για να επιτυχαίνουν. + +Ήταν βεβαία, ότι ο Έδμον ήθελε να φυλάξει τον όρκον πίστεως, που +έδωκε στη γυναίκα του· κρίνει λοιπόν ότι λίαν επαισθητοί ερεθισμοί +τον συνεφέρνουν, να συλλογίζεται τον όρκον του και να +προφυλάσσεται· ούτε και πάλιν να περιμένη από εκείνον πρώτον την +επίθεσιν, πράγμα που τώρα δεν θα το έκαμνεν ο Έδμον. Ανάγκη λοιπόν +να τον δελεάζη με τέχνην χωρίς να φαίνεται ότι τον προκαλεί. Να +είναι τόσον ερασμία, ώστε να του κινεί εις αίσθησιν της +ερασμιότητός της, και να του απασχολεί το αισθαντικόν κατά τρόπον +αδιάσπαστον, ώστε εκείνος εκτός εαυτού και μόλις αναπνέων να +υποταχθή εξ ολοκλήρου χωρίς καθόλου σχεδόν να ευρίσκη καιρόν να +ενθυμηθή: τι λησμονεί, μηδέ να σκεφθή: τι παθαίνει. + +Δεν αμελεί λοιπόν καμίαν ευκαιρίαν, να ευρεθή κοντά του, χωρίς να +φαίνεται ότι την επιζητεί. Προσέχει να μην του μιλήση εκείνη +πρώτη, και τον υποχρεώνει έντεχνα αυτός να της αποτείνη τον λόγον, +και προσέχει να του αποκρίνεται με προκλητικήν συστολήν, που +παρατείνει ευχαρίστως και την πιο αδιάφορη συνομιλία. Όταν του +ομιλεί δεν λάμπει το πνεύμα της, αλλ' όταν την ίδια ώρα +αποτείνεται προς άλλον, τότε το αφίνει να σπινθηροβολεί και τα +χείλη της καθωραΐζονται διά της χάριτος επιτηδευμένων συστολών. +Είναι λοιπόν δυνατόν η κόρη της κ. Μέλμορ να φιλοτιμήται ναρέσκει +εις άλλους και όχι εις τον Έδμον! αυτό αρχίζει να τον δαιμονίζει. +Όλα γύρο του είναι χαρούμενα, η Κίττη μετέχει της γενικής +ευθυμίας. + +Αρχίζει ο χορός και εκείνη θριαμβεύει, όλες της οι χάρες +αναπτύσσονται τότε. Χορεύει ελαφρά, και ηδυπαθώς. Δεν κινεί την +ψυχήν εις θαυμασμόν, αλλά προκαλεί τας αισθήσεις εις επιθυμίαν. +Αδύνατον νανθέξη κανείς στα θέλγητρά της. + +Το κεφάλι του Έδμον θερμαίνεται. Η κ. Φέμπικ το κατάλαβε και τον +πλησιάζει. + + — Τώρα θαρχίση το βαλς, του λέγει, και ξαίρετε πόσο ταγαπώ κιαπ' +όλους αυτούς που είναι εδώ η Κίττη μόνο μεκείνον που δεν της είναι +ξένος θα το χορεύση μευχαρίστηση. + +Τα όνομα Κίττη του ξύπνισε όλες τις παλιές του αναμνήσεις. Του +εφάνη τόσον χαριτωμένη, είδε ότι του ήτο πάντοτε η καλόβολη Κίττη +του, η κόρη της κ. Μέλμορ. + +Αλλά συγχρόνως εκοίταξεν ότι όλοι εις αυτόν επρόσεχαν και τον +εζήλευαν, διότι εκείνη τον επροτιμούσε. Έτσι εκολακεύθη η +φιλοτιμία του, ότι εθριάμβευσε η λεβεντιά του. + +Αρχίζει λοιπόν μαζί της το βαλς, τον ηδυπαθή χορόν, ο οποίος +εφευρέθη, διά να κεντά την όρεξιν και να μαλθακίζει την αρετήν, +κάμνωντας να γλυστρίσουν και οι πιο αθώες ψυχές. + +Σε λίγο κάθισαν όλοι στο σουπέ. Όλοι είναι εύθυμοι και χαρούμενοι. +Το αβρό χέρι της κ. Φέμπικ χύνει κρασί αφρισμένο στα ποτήρια των +ανδρών αρχίζοντας από όποιον δήποτε, αλλά τελειώνοντας πάντοτε +στον Έδμον. Το κεφάλι του ανάβει, όλα γύρο του πολεμούνε την αρετή +του και την ευτυχία της Μαλβίνας. Το δείπνον τελειώνει· όλοι είναι +μεθυσμένοι. + +Η κ. Φέμπικ του προτείνει τότε να μείνη μαζί τους κάμποσες μέρες. +Τότε μόνο θυμήθηκε, πως δεν ήταν εκεί η θέση του, και ορκίζεται +ότι φεύγει το πρωί το δίχως άλλο. + +Η Κίττη καμώνεται ότι δεν προσέχει. Κερνά και πάλι σαμπάνια +αρχίζοντας από τον Έδμον και τελειώνοντας πάλι στον ίδιον. Εκείνος +πίνει. Εκείνη τότε σηκώνεται και δίδει τo σύνθημα για τα +οικογενειακά παιγνίδια, που συνηθίζονται στην εξοχή, και που καμιά +φορά αποβαίνουν πολύ επικίνδυνα. + +Έδεσε τα μάτια με μαντήλι μεταξωτό και γυρίζει μέσα στην αίθουσα +να πιάση κανένα στα τυφλά και να τον αναγνωρίση. Πέφτει επάνω στον +Έδμον, τον ψηλαφά και φωνάζει. + + — Ο λόρδος Χάταμον. + + — Όλοι καγχάζουν, ο ονομασθείς ήτο ένας γέρος. + +Η ποινή της αποτυχίας είναι, να δεχθή ένα φίλημα. Αλλά αυτή +φωνάζει ότι δεν δέχεται. Εκείνος ζητεί να λάβη διά της βίας το +δίκαιόν του. Αυτή αντιστέκεται αλλά με τέτοιον μαλθακό τρόπο, ώστε +το αρπαζόμενον να γίνη πολυτιμότερον. Εις την πάλην αυτήν ο +αντίπαλος αποκρούεται, για να γίνη επιθετικώτερος και κάθε κίνημα +είναι χάρις. Εκείνη κατορθώνει υπό το πρόσχημα της αρνήσεως, να +δώση περισσότερον από το ζητούμενον. Αποστρέφοντας το μάγουλό της +τον κάμνει να συναντήση τα χείλη της και επιθέτει εκεί το +ποθούμενον φίλημα. Τότε κάμνει τον θυμωμένο και του δίδει ένα +χαριτωμένο μπατσάκι με γέλια και φεύγει. Εκείνος τρέχει κατόπι +της, όλοι κάμνουν τα ίδια με τις κυρίες και το σπίτι αντηχεί από +τα γέλια. Εκείνος πέφτει κατόπιν από την Κίττη έξω από την +αίθουσαν . . . Μετ' ολίγον η ομήγυρις διαλύεται . . . Όλοι +ησυχάζουν στα δωμάτιά τους. + +Όταν το πρωί ο Γουλιέλμος επέστρεψε με την άμαξα και ζήτησε τον +κύριόν του, δεν τον ηύρε μέσα στον κοιτώνα του. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'. + +ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ + + + +Ο ήλιος είχε προ πολλού ανατείλει. Ο Έδμον ατημέλητος και με βία +περπαντώντας φωνάζει τον Γουλιέλμον. + + — Πού είναι τα αμάξι σου λοιπόν; + +Εκείνος χαμογελώντας πονηρά: + + — Είμαι εδώ από την αυγήν, αλλά επειδή ο κύριος δεν ήταν στο +κρεββάτι του, υπέθεσα ότι θα άλλαξε γνώμην και ξέζεψα τα άλογα . . . +Αλλά αν θέλη ο κύριος . . . + + — Ναι ετοίμασε αμέσως το αμάξι, και στο εξής μην κάνεις του +κεφαλιού σου, χωρίς να σε διατάξω. Ως που να ετοιμαστή λοιπόν το +αμάξι ο Έδμον επήγε να γράψη γράμμα στη Μαλβίνα. Αλλά τι να της +πη; πώς να της γράψη; + +Αισθάνεται πόσον είναι δυστυχισμένος εκείνος που αφαιρεί από τον +εαυτόν του την δύναμιν να λέγη αλήθεια! Ούτε τολμά να της +ομολογήση τα γενόμενα για να μην της σπαράξη την καρδιά. Η αλγεινή +ιδέα ότι υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να της το ομολογήση, +καταπικραίνει την ψυχήν του. + +Η πέννα του προχωρεί χωρίς όρεξη, κέτσι τα γράμματα που ήταν +προωρισμένα να παρηγορούν τον αποχωρισμό, του γίνονται +βασανιστήριον! Ο έρως εκδικείται. Ο Έδμον βλέπει ότι γράφων +ευρίσκεται εν αμηχανία. Η απορία της εκφράσεως φαίνεται και εις +αυτάς ακόμη της αγάπης του τας διαβεβαιώσεις· και όμως ουδέποτε +άλλοτε διαβεβαιώσεις αγάπης υπήρξαν ειλικρινέστερες από αυτές. + +Αλλά η συναίσθησις του σφάλματος του αφαιρεί την φλόγα από την +έκφραση, και επιβάλλει κάποιαν επιφυλακτικότητα εις την διάχυσιν +των αισθημάτων. Αφού δε το αισθάνεται ο ίδιος, πολύ περισσότερον +θα το αισθανθή εκείνη, όταν το διαβάση. Όθεν αποφασίζει να μη +γράψη πολλά. Αλλά και τούτο πάλιν είναι ύποπτον. Αυτήν βέβαια την +επιφύλαξιν δεν θα την είχε, αν της έγραφε την προηγουμένην ημέραν. +Μια στιγμή λοιπόν αθέμιτης ηδονής του εξάλειψε το θάρρος και την +παντοτεινήν ευδαιμονίαν. Τότε ησθάνθη μίσος άσπονδον εναντίον της +κ. Φέμπικ. + +Έγραψε της Μαλβίνας, πώς πέρασε από της λαίδης Ντόρσετ το κτήμα +κέμεινε λίγο. + +Της έλεγε, πως ένας μόνο στοχασμός απασχολεί το πνεύμα του: το πώς +νανταμωθούνε γρηγορώτερα. + +Ενώ ο Έδμον έγραφε, ο Γουλιέλμος ειδοποίησε την κ. Φέμπικ, πώς ο +κύριος φεύγει για το Λονδίνον. + +Τρέχει ευθύς εκείνη και πέφτει στην αγκαλιά του. Ο έρως και τα +δάκρυα την κάνουν υπέρκαλη. Τα μάτια της είναι χαύνα, τα χείλη της +ηδυπαθή. τα στήθη της προκλητικώτατα. Αλλά ο Έδμον δεν προσέχει. + + — Χρέος απαραίτητον με καλεί στο Λονδίνον. Άφισέ με. + + — Και η Κίττη δεν αξίζει τίποτε πια για σένα, Έδμον! + + — Έμεινα ήδη αρκετά! + + — Καλά, τότε θα πάμε μαζί στο Λονδίνον, έχω κεγώ δουλειά εκεί, με +στέλνει η κ. Μπιρτών. + + — Όχι μαζί μου Κίττη για όνομα του Θεού. + + — Όχι μαζί σου; και πώς θα μαποφύγης; πώς θα μεμποδίσης να +σακολουθήσω; Πάγω να ετοιμασθώ αμέσως. Και έτρεξε ελαφρά ως δορκάς +αφού τον εφίλησε περιπαθώς στα χείλη. + +Ο Έδμον τότε τρέχει και δίδει την επιστολήν της Μαλβίνας στον +Γουλιέλμον, να της την στείλη και κατόπιν να έλθη με την άμαξαν +στο Λονδίνον, αυτός δε καβαλλικεύει ένα ίππον και γίνεται άφαντος +αφίνοντας για την Κίττη μία σιμειωσούλα. + +Η Κίττη φρένιασε από το κακό της. Ωστόσο συλλαμβάνει σατανικόν +σχέδιον να εκδικηθή μεκείνη την σημείωση του Έδμον, που της +έγραφε: + +«Φεύγω, Κίττη, και δεν θέλω πλέον να σε ιδώ, σε φοβούμαι. Κίττη! +με δελεάζεις και με κάμνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . τον άγγελόν +μου ακόμη! + +Σε μισώ, Κίττη. Αλλά περισσότερο βδελύσσομαι τον εαυτόν μου . . . +ω τις αμαρτωλές ώρες που πέρασα κοντά σου!. . . . + +Η κ. Φέμπικ ερεθίζεται περισσότερο όσο διαβάζει τη σημείωση αυτή. +Ζητεί και την επιστολή του Έδμον προς την Μαλβίναν και την +διαβάζει και συλλογίζεται. Τέλος φωνάζει τον συνεργόν της. + + — Άκουε Γουλιέλμε, αύριο εγώ φεύγω για τα Λονδίνο με το αμάξι +σου. Τρέχα λοιπόν και δώσε το γράμμα του κυρίου στην κ. Σορκή. Πες +της πώς ο κ. Σέυμουρ περιμένει την απάντησι στης λαίδης Ντόρσετ. +Πες της ότι είχε κατ' αρχάς σκοπό να φύγη για το Λονδίνον, αλλά η +κ. Φέμπικ τον παρεκάλεσε να μείνη για να την πάρη μαζί του, +κεκείνος συγκατένευσε. Πρόσεχε να τα λες έτσι με συστολή και κοφτά +κοφτά, που να φαίνεται ότι δεν τα λέγεις ελευθέρως, αλλά σου +ξεφεύγουν από την αθυροστομίαν σου. Άφισε εν τω μεταξύ να σου πέση +από την τσέπη σου εξ απροσεξίας τάχα αυτή η σημείωση του κυρίου +σου προς εμένα. + +Και σχίζει το τέλος και ταφίνει ίσα με τη λέξη «τα πάντα . . » +Κατόπι τα ζαρώνει στα δάκτυλά της και του τα δίδει, για να υποτεθή +ότι το έγραψε και τόδωσε του Γουλιέλμου να του το δώση, όμως +ύστερα ενέδωκε στας παρακλήσεις της, αλλά ξέχασε να το ζητήση +πίσω. + + — Όταν έρθης, του επρόσθεσε, στο Λονδίνον, σεμένα να φέρης την +απάντησιν της κ. Σορκή· κιάν συμφέρη να τη δώσης στον κύριόν σου, +σου την επιστρέφω. Πάρε τώρα δέκα λίρες και πιέ στην υγεία μου. +Κάμε ότι σου λέγω ακριβώς, και θα ανταμειφθής γενναία. + +Ο Γουλιέλμος έφυγε αμέσως. Την άλλη μέρα και η κ. Φέμπικ +αναχωρούσε για το Λονδίνον. Έτσι και τον σκοπόν της εκτελούσε και +προς την κ. Μπιρτών εφαίνετο ευάρεστη, ως υπηρετούσα προθήμως τα +καταχθόνιά της σχέδια, και της έγραψε: + +«Γνωρίζω ότι σας ευαρεστώ ακολουθούσα τον ανεψιόν σας εις +Λονδίνον. Αι προς τους υπουργούς αιτήσεις σας είναι πιθανόν +νακουσθούν ευνοϊκώτερα, όταν συνεργή προς τούτο και μία γυναίκα, +που η φύση την έπλασε να αρέσκη. Η ελπίς πως θα σας γίνω χρήσιμη +με κάμνει να παραβλέψω και τας παρεξηγήσεις που ενδέχεται να +προκύψουν οπωσδήποτε από την τοιαύτην διαγωγήν μου. + +Ησθάνετο η τετραπέρατη γυναίκα, ότι για να εκδικηθή τη Μαλβίνα +ήταν ικανή να διαπράξη τα πάντα. + +Έφθασε στο Λονδίνον τρεις ημέρας μετά τον Έδμον και πήγε στο ίδιο +ξενοδοχείο. Εκείνος έλειπε· της είπαν ότι θα γυρίση αργά το βράδι. +Χάρηκε πολύ· έπιασε ένα δωμάτιο κοντά στο δικό του και παρήγειλε, +άμα επιστρέψη να της τον στείλουν. + +Ο Έδμον μόλις είχε φθάσει, έσπευσε να ζητήση τον λόρδον Χέριντεν, +αλλά δεν τον ηύρε· είχε φύγει την προτεραίαν και κανείς δεν ήξαιρε +πού επήγε. Δεν τολμούσε να γράψη στη Μαλβίνα, γιατί θα τον έψεγε +μέσα της, ότι απέτυχε του ταξιδιού του τον σκοπόν ένεκα της +βραδύτητός του παρά τη λαίδη Ντόρσετ. + +Κάθε μέρα επήγαινε και κάθε μέρα δεν τον εύρισκε. Έλεγε καθ' +εαυτόν επιστρέφων εκείνο το βράδι στο ξενοδοχείον να καθίση και να +της τα γράψη όλα. Να της ανοίξη την καρδιά του κεκείνη ας μην τον +συγχωρήση, αν ήθελε. + +Μόλις ανέβηκε στο δωμάτιόν του, του είπαν ότι μία κυρία που ήλθε +εκείνην την ημέραν ζητεί να τον ιδή. Αυτός προκατειλημμένος από +την εικόνα της Μαλβίνας υποθέτει ότι εκείνη είναι και τρέχει στο +δωμάτιο που του έδειξαν. Εμβήκε με λαχτάρα. Το δωμάτιον μόλις +φωτίζεται. Μία γυναίκα ξαπλωμένη στην κλίνη. Ορμά και την σφίγγει +στην αγκαλιά του. Αλλά . . . δεν ήτο η Μαλβίνα. + +Μόλις αναγνωρίσας την κ. Φέμπικ: + + — Α δαίμονα! φωνάζει και τραβιέται, σαν να τον εδάγκασε έχινδα. + +Εκείνη δεν θυμώνει. Κλαίει. + + — Έχει λοιπόν καμιά άλλη περισσότερα δικαιώματα επί του έρωτός +σου από εμένα; Αχάριστε!. . . . Κεγώ περιφρόνησα την κοινή γνώμη, +την οργή του ανδρός μου, τη λύσσα της θείας σου, άμα το μάθη, και +ήρθα μόνο και μόνο, γιατί σαγαπώ . . . + + — Αλλού να τα λες αυτά, Κίττη. Ξαίρω τι σε φέρνει εδώ. . . Μόνον +η αγάπη δεν σε φέρνει. Ξέχασέ με. Κίττη. Μίσησέ με, όπως εγώ σε +μισώ. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ MB'. + + + +ΟΛΕΘΡΙΑ ΕΙΔΗΣΙΣ + +Η Μαλβίνα μαζί με την κ. Κλάρα και τη Φανή επέστρεψε πάλιν εις το +άσυλόν της. + +Είναι νύχτα. Η Κλάρα διαβάζει ένα βιβλίον εις επήκοον. Αίφνης +παρουσιάζεται ο Γουλιέλμος. Η Κλάρα πετάχτηκε όρθια. + + — Έρχεται μαζί και ο κύριος σου; + + — Όχι, κυρία, εγώ τον άφισα στης λαίδης Ντόρσετ· και χαμογελά +σατανικώς. + + — Πώς! Δεν πήγε λοιπόν στο Λονδίνον; + + — Ναι εκεί είχε σκοπόν να πάη, αλλά . . . + + — Τι αλλά; . . . Μήπως ησθένησε στο δρόμο; + + — Όχι δόξα το Θεό. Αλλά νά, πώς να σας το πω . . . + + — Λέγε λοιπόν! + + — Στης λαίδης, που λέτε, ηύρε διασκέδαση, καλή συναναστροφή, +ωραίες γυναίκες. + + — Η Μαλβίνα, ωχρίασε, αλλά δεν κατεδέχθη να εκτεθή προς τον +υπηρέτην. + + — Έχεις κανένα γράμμα του για μένα: + + — Ναι βέβαια, έχω. + +Και της ενεχείρισε την επιστολήν. + + — Αν υπάρχη ανάγκη απαντήσεως, να μου την δώσετε απόψε, διότι ο +κύριος περιμένει. + + — Πώς: Περιμένει στης λαίδης Ντρόσετ: + + — Ναι, και μου είπε να κάνω γρήγορα, διότι βιάζεται ναναχωρήσει +. . . αλλά δεν πιστεύω να τον αφίση η κ. Φέμπικ . . . θα τον +κρατήση, για να ταξιδέψουνε μαζί στο Λονδίνον. + +Στο πρόσωπο της Μαλβίνας εζωγραφήθη φρικτή αλλοίωσις. + +Για όνομα Θεού! είπεν η Κλάρα, εσείς πάσχετε, έχετε ανάγκην +βοηθείας. + + — Μόνον εδώ θα την εύρω, είπε η Μαλβίνα με τρέμουσαν φωνήν, +δείχνοντας την επιστολήν του Έδμον. Άφισέ με να την διαβάσω. + +Την διάβασε ανεκουφίσθη ολίγον. Της έλεγε ότι έμενε ακουσίως του +και οι λόγοι που παρουσίαζε της εφάνησαν αρκετά πειστικοί. Όταν +σηκώθηκε είδε κάτου ένα κομμάτι χαρτί. Το πήρε ήτο το γράψιμον +εκείνου. Το ανέγνωσε και πάγωσε. + + — Διάβασε! είπε στην Κλάρα. + +Εκείνη το διάβασε και έφριξε. Εκάλεσε τον Γουλιέλμον. + + — Τι είν' αυτό; ρώτησε η Κλάρα. + + — Α! έπεσε από μένα. Ο κύριος ήταν για να φύγη και μου έδωσε +αυτήν την σημείωσιν να την δώσω της κ. Φέμπικ, αλλά εν τω μεταξύ +έτρεξεν εκείνη προς αυτόν και τον έπεισε να μη φύγη, κέτσι έμεινεν +άχρηστο αυτό το γραμματάκι, εγώ το ελησμόνησα στην τσέπη μου. + + — Και έκρινες καλόν να το φέρης και να το ρίψης εδώ, αι; + + — Κυρία. . . . + + — Καλά, πήγαινε, του είπεν η Κλάρα με περιφρόνησιν άκραν. Εκείνος +εξήλθε θορυβημένος. + +Η Μαλβίνα εν τω μεταξύ θέτουσα το χέρι στην καρδιά της +επροσπαθούσε να κρατήση τους παλμούς της. + + — Το χτύπημα έγινε, είπε. Η Μοίρα με πλήρωσε όπως μου έπρεπε . . . +Παν οι όρκοι του . . . πάει η αγάπη του.....πάω κεγώ! . . . +«Κίττη! . . .με κάνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . » ναι. . . . τα +πάντα. . . κιάρχισε να κλαίη απαρηγόρητα. + +Από την θύραν έσκυψεν η Τομκίνα. + + — Ο Γουλιέλμος ερωτά, αν η απάντησις της κυρίας είναι έτοιμη. + + — Αμέσως αμέσως, απήντησε η Μαλβίνα σφογγίζουσα τα δάκρυά της, ας +περιμένη λίγο ακόμα. + +Πήρε χαρτί και πέννα κέγραψε τα εξής: + +Έδμον! + +Ελησμόνησες τους όρκους σου . . . με ηπάτησες. Χάνεται ο κόσμος από +μένα, αφού δεν χρεωστώ πλέον να σε αγαπώ. Όταν εσύ ζης δι' άλλην, +η Μαλβίνα δεν ημπορεί να υπάρχη εις την ζωήν. Η καρδιά της, από +την οποίαν θα επιχειρήση να σε αποσπάση, θα θραυσθή εις μύρια +τεμάχια. + +Έδμον! Τι σέκαμα και μέφερες στη φρικτήν αυτήν άβυσσο; Ο έρως που +με ενέπνευσες μου εθόλωσε τον νουν και μέκαμε να λησμονήσω το +χρέος μου και την υπόσχεσίν μου προς την νεκράν φίλην μου. Συ δε +μόνος, που μόνο για σένα εζούσα πλέον, είχες καταστή η μόνη πηγή +των αισθημάτων μου, και η ευδαιμονία σου το μόνον μου χρέος. + +Και όμως με απάτησες. . . . + +Ω Έδμον, Έδμον! . . .τουλάχιστον να μη σε εύρη αδιάφορο η αγγελία +του θανάτου μου . . . . και μην πεις και τότε + + «Κίττη με κάμνεις να ξεχάσω τα πάντα» + + Έχε υγείαν, Έδμον . . . + Έχε υγείαν . . . » + Μαλβίνα. + +Η πέννα έπεσε από τα χέρια της. + + — Όση ζωή είχα την έρριψα μέσ' σαυτό το γράμμα. Διπλώστε το και +στείλτε το. Εγώ δεν μπορώ πια να βαστάξω. Μου φαίνεται πώς θα +ξεψυχήσω. + +Έκλεισε τα μάτια της. Ήταν πελιδνή σαν νεκρή. Η Κλάρα ετρόμαξε, +και επεχείρησε να την ανακαλέση εις την ζωήν. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ '. + +ΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ + + + +Ο Γουλιέλμος πήρε το γράμμα και έσπευσεν εις το Λονδίνον. Πέρασε +από της λαίδης Ντόρσετ και έμαθε την αναχώρησιν της κ. Φέμπικ με +το αμάξι του· εξακολουθεί τον δρόμον του. Όταν έφθασε εις το +Λονδίνον επήγε εις το Ξενοδοχείον που έμενεν ο Έδμον και ευρίσκει +εκεί την Κίττη. Του πήρε το γράμμα. Το άνοιξε και το διάβασε. + + — Φύγε γρήγορα, του είπε. Κάμε ότι έρχεσαι αύριο πολλά πρωί· ο +κύριος σου θα είναι εδώ. Πες του πώς για πιο ασφάλεια το πήγες εσύ +το γράμμα στην κ. Σορκή. Είχε, πες πολλούς ξένους και δεν είχε +καιρό να γράψη. Πες ότι ήταν και ο ιερεύς Πρίορ μεταξύ των ξένων +της. Η κ. Μπιρτών και εγώ σε προστατεύομεν. Λάβε εικοσιπέντε +χρυσάς λίρας και σπεύσε, μήπως φανή, όπου κιάν είναι, ο κ. Έδμον, +γιατί τότε χαθήκαμε και συ κεμείς. + +Ανέβηκε στο δωμάτιό της και διάβασε εμπεριστατωμένως το γράμμα της +Μαλβίνας. Απεφάσισε δε και της έγραψεν η ιδία λέγοντας της, ότι ο +Έδμον έχει βαρεθεί και αηδιάσει τα παθητικά όλο παράπονά της και +χωρίς να διαβάση το γράμμα της το έδωκε εις αυτήν και ετελείωνε ως +εξής. «Φίλη μου, η καρδιά του Έδμον δεν παίρνει από δάκρυα. Όμως +εγώ, άμα τον βαρεθώ, θα σε διδάξω πώς πρέπει να του φερθής, για +ναποχτήσης και συ την αγάπη του». + +Έτσι κάμνοντας η κ. Φέμπικ δεν εφαντάζετο τι μεγάλο κακό έκαμνε +στην ευαίσθητη εκείνη γυναίκα. + +Ωστόσο ο Γουλιέλμος το πρωί της επιούσης παρουσιάσθη εις τον Έδμον +και του ωμίλησε καθώς εδιδάχθη. Αλλά αυτός τίποτε δεν ένιωθε απ' +αυτά. + +Ποιους ξένους τάχα ημπορούσε να δέχεται η Μαλβίνα, και μάλιστα πώς +μπορούσαν να την εμποδίσουν να γράψη στον σύζυγόν της. Ο κ. Πρίορ! +. . . Α εδώ κάτι τρέχει. + + — Μου φαίνεσαι ένας αχρείος, ένας καρκούργος· του λέγει με θυμό, +και δεν ξαίρω ποιος θα σε γλυτώσει από τα χέρια μου αν . . . + +Ο Γουλιέλμος άρχισε να τα χάνει και μέσα στην σαστισμάρα του +ορκίζεται φρικτούς όρκους ότι λέγει αλήθεια και ρίχνει το πνεύμα +του κυρίου του εις δισταγμούς και αμηχανίαν. Έτσι υπεκφεύγει προς +στιγμήν και γίνεται άφαντος. + +Την άλλη μέρα ο Έδμον ματαίως εζήτησε παντού τον υπηρέτην του. +Τότε αρχίζει να βεβαιώνεται, ότι ο αχρείος εκείνος τον ηπάτησε. +Φοβάται για τη Μαλβίνα. Μύριες προαισθήσεις ολέθριες τον +βασανίζουν. Κάθεται και της γράφει μίαν επιστολήν, εκθέτει την +έκπληξιν και την ανησυχίαν του. Την φέρνει ο ίδιος στο +ταχυδρομείον, φοβούμενος ότι τον περικυκλώνουν άπιστα χέρια. Η +εικόνα των βασάνων, που θα είναι εκτεθειμένη η αγαπητή του +Μαλβίνα, κάμνουν περισσότερον οδυνηράν την τύψιν για τας αδικίας +του προς εκείνην. + +Ακαταπαύστως πηγαινοέρχεται στου λόρδου Χέριντεν, αλλά δεν τον +ευρίσκει. Από την Μαλβίναν δεν μανθάνει τίποτε. Θέλει να επιστρέψη +προς αυτήν, να την ιδή ζωντανήν, να φέρη την γαλήνην εις την ψυχήν +της. Αλλά πώς να αναχωρήση από το Λονδίνον, χωρίς να της φέρη την +άδειαν, να έχη την Φανήν κοντά της παντοτεινά; + +Εν τω μεταξύ αι ραδιουργίαι της κ. Μπιρτών διεξαγόμεναι διά της κ. +Φέμπικ καταχθονίως επιτυγχάνουν, και το διάταγμα της εξορίας του +Έδμον εις τας Ινδίας εκδίδεται, ως ρουσφέτι μάλλον, παρά ως κάτι +νόμιμον. Το όνομα του λόρδου Στάφφορδ συνήργησε τα μέγιστα προς +τούτο. + +Ενώ δε εις τα σκοτεινά υφαίνετο ο όλεθρός του, έμαθε ότι ο λόρδος +Χέριντεν είναι στο σπίτι του. Τρέχει λοιπόν, ειδοποιεί ποίος +είναι, και παρουσιάζεται εις αυτόν. + +Κάποιος κύριος αγαθού και ευσχήμου ήθους τυχών εκεί στου λόρδου, +άμα άκουσε τα όνομα του Έδμον Σέυμουρ, τον παρατηρεί με συμπαθή +περιέργεια και τον ερωτά με τρόπον, αν είναι ανεψιός της κ. +Μπιρτών και αν γνωρίζη τον λόρδον Στάφφορδ. Ο Έδμον απεκρίθη ναι, +και ο άνθρωπος εκείνος εσκυθρώπασε και εξήλθε κάμνων σχήμα οίκτου. + +Ο Έδμον τίποτε δεν αντελήφθη. Ήθελε να προτείνη προς τον Χέριντεν +την επιθυμίαν του και δεν ήξαιρε πώς ναρχίση. + + — Βεβαίως είναι η κ. Μπιρτών, που μου δίδει την τιμήν να σας +γνωρίσω. Αλλά περίεργον πώς δεν μου γράφει τίποτε στο γράμμα της +που ηύρα εδώ, με το οποίον με πληροφορεί, ότι κατά την μεταξύ μας +συμφωνία έλαβε από τα χέρια της κυρίας Σορκή την κόρη μου, διότι +εκείνη υπανδρεύθη. + + — Τι λέτε μιλόρδε; Έμαθε λοιπόν η κ. Μπιρτών τον γάμον μου και +ήρπασεν η σκληρά την κόρην σας από τα χέρια της Μαλβίνας; + + — Τον γάμον σας; σεις ο σύζυγος της κ. Σορκή; + + — Εγώ, μάλιστα. + + — Ωστόσο η κυρία Μπιρτών μου γράφει, ότι ο σύζυγος της κ. Σορκή +είναι ένας ασήμαντος, ακόμη ένας άθλιος, ο οποίος είναι ντροπή της +οικογενείας του..... + + — Ώστε η κ. Μπιρτών εστοχάσθη ότι εν τω μεταξύ θα εύρισκε καιρόν +να συμπληρώση τα κακά της βουλεύματα εναντίον της αθωοτάτης +εκείνης γυναίκας; Μιλόρδε, ήρθα επίτηδες στο Λονδίνον, να σας +παρακαλέσω να ευδοκήσετε ναφίσετε την κόρην σας εις τας χείρας, +της εναρετωτέρας από όλας τας γυναίκας. Ω! μιλόρδε, σας ηπάτησαν· +ίσως εκπνέει την στιγμήν αυτήν μη δυναμένη να υποφέρη τον +αποχωρισμόν του τέκνου σας! + + — Τω όντι, σερ Έδμον, η κ. Σέυμουρ είναι αξία πάσης εμπιστοσύνης, +αφού εξέλεξε σύζυγον εσάς, αλλά ως πατήρ έχω χρέος να φροντίσω για +την ευτυχίαν του τέκνου μου. . . . Εγώ είμαι κατεστραμμένος και η +κ. Μπιρτών θαναπληρώση προς την Φανήν την στέρησιν της πατρικής +της περιουσίας. + + — Η κ. Μπιρτών ευκάλως αποποιείται αύριον, ό,τι υπόσχεται +σήμερον. Εγώ όμως, ο οποίος είμαι κληρονόμος της κ. Μπιρτών, έχω +δε και ιδικήν μου περιουσίαν, σου υπόσχομαι ενόρκως, ότι είμαι +διατεθειμένος να πράξω περισσότερα υπέρ της Φανής, παρ' ό,τι ήθελε +πράξει εκείνη. Εγώ και η Μαλβίνα υιοθετούμεν την Φανήν Χέριντεν. +Τρέχω να φέρω ένα συμβολαιογράφον· εσείς θα υπογράψετε διαταγήν, +δυνάμει της οποίας θα μας αποδοθή η Φανή Χέριντεν από την κ. +Μπιρτών, εγώ δε θα υπογράψω την πράξιν της υιοθεσίας, και αν +κάμωμε παιδιά, η κόρη σας θα είναι ισότιμος συγκληρονόμος, αν δε +μείνωμε άτεκνοι, θα είναι η μόνη μας κληρονόμος. + +Εξέρχεται λοιπόν πάραυτα και μετ' ολίγον επιστρέφει με ένα +συμβολαιογράφον, εις τον οποίον καθ' οδόν εξέθεσε όλα της +υποθέσεως τα καθέκαστα. + + — Λάβετε την καλωσύνην να συντάξετε τα έγγραφα, είπεν ο λόρδος +Χέριντεν προς τούτον, ενώ ημείς με τον σερ Έδμον θα είμεθα εις το +παρακείμενον δωμάτιον, όπου κάποιος κύριος ζητεί να ομιλήσει προς +εσάς κύριε Σέυμουρ. + + — Προς εμέ, είπατε; ερώτησε ο Έδμον με απορία, και έσπευσε να +ιδή, ποιός τον θέλει, και βλέπει τον καλόν εκείνον κύριον, που του +ωμίλησε προ ολίγου. Τον εχαιρέτησε και τον ερωτά εις τι δύναται να +λάβη την τιμήν να του φανή χρήσιμος. + + — Όχι δυστυχώς εσείς προς εμένα, αλλά εγώ προς εσάς θα λάβω το +ευτύχημα να σας φανώ χρήσιμος, είπε με αγαθότητα ο καλός κύριος, +και ελπίζω να το επιτύχω. Κάποιοι δικοί σας θέλουν να σας +αδικήσουν, και από το λίγο που σας εγνώρισα, εννόησα ότι σας +συκοφαντούν, και έλαβα μεγάλη συμπάθεια για σας, διότι ολότελα +αγνοείτε, ως φαίνεται, το κακό που σας ετοιμάζουν. + + — Δεν έχω είδησιν τω όντι. + + — Οι εχθροί σας είναι ισχυροί. Έχουν πείσει την Κυβέρνησιν να σας +εξορίση στας Ινδίας, διότι, λέγει, στο Έδιμμπουργκ σχηματίζετε +πολιτικόν κόμμα υπέρ των επαναστατικών αρχών της Γαλλίας. Αύριον +μέλλει να εκδοθή το διάταγμα της εξορίας σας. + + — Φρίκη! Θέλουν λοιπόν να σκοτώσουν μια δυστυχισμένη και ενάρετη +γυναίκα, για να με ρίψουν εμένα κατόπιν εις απόγνωσιν! Και ποιοι +είναι αυτοί, μπορώ να μάθω; + + — Η αναφορά ήταν υπογραμμένη από την κ. Μπιρτών και τον λόρδον +Στάφφορδ και από μερικούς άλλους τα πρώτα φέροντας. + + — Και πώς εσείς επείσθητε περί της αθωότητός μου; + + — Δεν ημπορούσα βέβαια να σας καταδικάσω πριν σας ακούσω! Και +ιδού τώρα που σας εγνώρισα και έμαθα τα καθ' υμάς από τον λόρδον +Χέριντεν, είμαι βέβαιος ότι συκοφαντείσθε, και σας παρακαλώ να +έλθητε μαζί μου, για να σας απαλλάξω από την συμφοράν που σας +περιμένει. + +Και πράγματι ο κύριος εκείνος ήτο ο Δουξ Ε . . . εκ των πολύ +σημαινόντων εις την πολιτικήν, άνθρωπος δίκαιος και ευσυνείδητος, +ο οποίος έβαλε όλα του τα δυνατά, να σώση τον Έδμον. Τον +παρουσίασεν αυθημερόν εις τον βασιλέα και εις τους υπουργούς. +Κατώρθωσε να διασαφηνισθή η υπόθεσις και έτσι το διάταγμα δεν +εξεδόθη και ο Έδμον απηλλάγη της εξορίας. Συναισθανόμενος δε +οποίον κίνδυνον διέφυγε εξέφρασε την βαθείαν ευγνωμοσύνην του προς +τον αγαθόν προστάτην του, ειπών προς αυτόν, ότι η σύζυγός του θα +είναι η παντοτεινή ευχέτης προς τον ύψιστον υπέρ της υγείας και +ευτυχίας του σωτήρος των, διότι εκείνην προ πάντων έσωσε. Και +τοιουτοτρόπως τον απεχαιρέτισε. + +Αφού υπέγραψε μετά του λόρδου Χέριντεν τα δύο έγγραφα και +αντήλλαξαν αυτά αμοιβαίως, τον απεχαιρέτισε και ήρθε στο κατάλυμά +του, για να ετοιμασθή και φύγη το ταχύτερο για τη Σκωτία. Άμα ως +εμβήκε, του έδωκαν ένα γράμμα της κ. Κλάρας με τις ολίγες αυτές +γραμμές, + +«Δεν μπορώ να εξηγήσω, διατί προσποιείσθε απορία, ότι δεν ελάβατε +επιστολάς παρά της κ. Μαλβίνας, διότι πώς μπορείτε να ξεχάσετε το +σημείωμα που δώσατε επιβούλως στην κ. Φέμπικ, και το οποίον έκαμε +την καημένη τη Μαλβίνα να μη σας πιστεύση πλέον, και αν διαρραγήτε +ορκιζόμενος και αρνούμενος. Ωστόσο ακόμα δεν μπορώ να πιστεύσω ότι +εσείς συνεργήσατε στην αρπαγή της Φανής, ούτε στη βδελυρά επιστολή +που της έστειλε η κ. Φέμπικ. Αν λοιπόν σώζεται ακόμα μέσ' στην +ψυχή σας μόριον αισθήματος ανθρωπίνου, πρέπει να φρίξετε βλέπων, +ότι είσθε περικυκλωμένος από τους φονιάδες της γυναίκας σας. Κιάν +θέλετε να την δήτε για τελευταία φορά, μηδέ στιγμήν μη χάνετε». + +Το γράμμα αυτό τον κατετάραξε. Ήταν κάτι περισσότερο από τρομερό +το κακό που του έκαμαν, ήταν καταχθόνια συνέργεια όλων των +δαιμόνων της κολάσεως. Εισέρχεται στο δωμάτιον της κ. Φέμπικ για +να τη ρωτήση με ποιο δικαίωμα ετόλμησε να του κάνη τόσο μεγάλο +κακό. Εκείνη εκοιμάτο ωραία όσον ουδέποτε αλλά ο Έδμον την βλέπει +ως Ερυννύα. + +Απάνω στο κομό της βλέπει ένα γράμμα ανοιχτό. Αναγνωρίζει τον +γραφικόν χαρακτήρα της Μαλβίνας, το παίρνει και το διαβάζει. +Φρίκη! Η καρδιά του χτυπά σαν το σφυρί στο αμόνι, όταν διαβάζει +τας σπαραξικαρδίους εκείνας εκφράσεις της δυστυχισμένης της +Μαλβίνας του. Οι λυγμοί τον πνίγουν. Εξυπνά η κ. Φέμπικ και +φρίττει βλέπουσα αυτόν να κρατεί στα χέρια του το κλεμμένο από +αυτήν γράμμα της γυναίκας του. + +Εκείνος τη βλέπει με φρικτήν περιφρόνησιν. + + — Πόρνη! της λέγει, την φτύνει και φεύγει. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ΄. + +ΤΡΕΛΗ. + + + +Ο Έδμον σπεύδει. Η άμαξά του τρέχει ημέρα και νύκτα. Ύπνο δεν +δίδει στους καταπονημένους οφθαλμούς του. Η αδικημένη τόσο Μαλβίνα +ψυχομαχώντας παρουσιάζεται πάντα στην αναμμένη φαντασία του. + +Αν τον έβλεπε κανείς, θα τον έπαιρνε για παράφρονα. Η απόγνωσις +είναι χαραγμένη στη φυσιογνωμία του όλη· έτσι πάντα ο αμαρτωλός +βασανίζεται από τας σκέψεις της ιδίας ψυχής του. + +Άμα έφθασε στην νέαν κατοικίαν της συζύγου του, κατεβαίνει από την +άμαξαν και ανοίγει το παραπόρτι με το κλειδί που κρατούσε επάνω +του και εμβαίνει μέσα στον κήπο. Η σελήνη λάμπει πλησιφαής, +αισθάνεται ψύχος δριμύ. Τα κυπαρίσσια ρίχνουν τις σκιές των τις +μελαγχολικές. Τα έλατα ψιθυρίζουν πένθιμα. Κάπου ακούστηκε η φωνή +της γλαυκός εβόησε στην παγκόσμια σιωπή της νυκτός, και τα πέριξ +επανέλαβον τον απαίσιον αντίλαλον. Ο Έδμον ερρίγησε, τα γόνατά του +τρέμουν. + +Αίφνης προσκόπτει εις ένα τάφον. Φρίκη! απέθανε κανείς εδώ; +Φωνάζει με λαχτάρα: + + — Μαλβίνα! . . . . Μαλβίνα! + +Φωνή ιλαρά και ασθενής μέσα από τα δένδρα αποκρίνεται. + + — Ποιος φωνάζει τη Μαλβίνα; + +Σηκώνει το κεφάλι του να ιδή. Ακούει θρουν εσθήτος μεταξύ των +φύλλων. Βλέπει γυναίκα σκεπασμένην με μαύρη σκέπη. + + — Ποιος είσαι; του λέγει με φωνή αδύνατη. Τι θέλεις και ταράττεις +την ησυχία των νεκρών; + + — Μαλβίνα! εφώναξεν έξαλλος εκείνος. + + — Η Μαλβίνα . . . Δεν υπάρχει πλέον η Μαλβίνα . . . αφότου έπαυσε +να την αγαπά εκείνος . . . + +Την αρπάζει στην αγκαλιά του τη σφίγγει και την φιλεί με +περιπάθειαν. + + — Γυναικούλα μου! δεν με αναγνωρίζεις λοιπόν! Ξέχασες τον Έδμον, +που τόσο σαγαπά! + +Εκείνη τον απωθεί. + + — Τη νύχτα της απελπισίας τον εκάλεσα πολλάκις, αλλά δεν ήλθε, +αγαπά μίαν άλλη . . . . όχι εμένα. + + — Όχι! Εσένα, εσένα μονάχα αγαπώ, Μαλβίνα μου. Εγώ είμαι ο Έδμον +και ήρθα, για να μη σε αποχωρισθώ πλέον. + +Εκάθισε επάνω σε μια πέτρα και με πικρόν μειδίαμα απήντησε. + + — Μπα! Θέλετε να μου τα κρύψετε. Εγώ τα ξαίρω όλα. Ο Έδμον δεν +έρχεται πια εδώ . . . . Τον έκλεψεν εκείνη η ξένη. . . . Δεν τη +θυμάται πια τη Μαλβίνα . . . . ίσως μάλιστα και την μισεί . . . + +Της έπιασεν ανάλαφρα τα κεφάλι, εκόλλησε τα χείλη του στο χλωμό +της πρόσωπο και της είπε δακρύων. + + — Ο Έδμον να σε μισήση! . . . Μάρτυς μου ο Θεός, ποτέ του δεν +σαγάπησε όπως τώρα. + + — Μη μου το λέτε αυτό, γιατί έτσι δεν μαφίνετε ναποθάνω. + + — Θεέ μου! με τιμωρείς για τα μεγάλα κακά που έχω κάνει στον +κόσμο! . . . Ω Μαλβίνα! Μαλβίνα· αδικημένη κοπέλλα. Έτσι λοιπόν +καταπονείται και πάσχει η αρετή σου για να τιμωρηθή η κακία μου! +. . . Για όνομα Θεού, μη με βλέπεις έτσι! . . . με σκοτώνει τα άγριο +βλέμμα σου. + +Πέφτει στα πόδια της και της τα φιλεί. Εκείνη μένει αναίσθητη στας +περιποιήσεις του, αδιάφορη στα αναφυλλητά του. + +Σηκώνεται και πηγαίνει στον τάφο, που κατεσκεύασε η ιδία, και +γονατίζει. + + — Κλαίρη μου, φίλη μου, θέλω νάρθω πλησίον σου μέρες τώρα, και συ +εξακολουθείς να μαφίνης ακόμη εδώ στον άχαρο αυτόν κόσμο για να +βασανίζομαι. Με σιχάθηκες λοιπόν, διότι παρέβην τους όρκους μου +προς σε, και δεν θέλεις να με ξαίρης, για τούτο δεν με παίρνεις +πλησίον σου! . . . Πόσον καιρόν, ακόμη θα με τιμωρήσης, ω αγία +ψυχή . . . Είχα ορκισθή να μην αφίσω ουδέ στιγμήν την κόρη σου από +κοντά μου, και ιδού τώρα άφισα και μου την έκλεψαν . . . Δικαίως +λοιπόν με τιμωρείς . . . Αλλά οίκτιρέ με και πάρε με . . . Αύριο, +αύριο χωρίς άλλο. + +Σηκώθηκε και κρέμασε τη μαύρη σκέπη της σε κλαδί κυπαρίσσου. Η +ξανθή κόμη της εσκορπίσθη γύρω στον τράχηλόν της, την εμάζευσε και +την έρριξε πίσω στους ώμους της. Επροχώρησε κατόπιν προς την +οικίαν. Η σελήνη φέγγει το πρόσωπόν της, το χλωμόν και αλλοιωμένον +από την λύπην. Επροχώρησε και ο Έδμον κατόπιν της. + + — Η Μαλβίνα μου, Θεέ μου, είναι αυτή! . . . . + +Εκείνη εισέρχεται εις την αίθουσαν, όπου την επερίμενε η φίλη της +η κ. Κλάρα. + + — Ιδού ήρθα πάλι. Δεν με παίρνει η Κλαίρη, η ψυχή μου δεν είναι +καθαρά. Μ' αφίνει να την εξαγνίσω. . . Δεν εγνώριζα, ότι είναι +τόσο δύσκολο να αποθάνω. + +Η κ. Κλάρα ανεστέναξε, την έλαβε από το μπράτσο να την οδηγήση +στον κοιτώνα της. Στην θύραν είδε τον κ. Έδμον και εξαφνίσθη. + + — Σεις εδώ! . . . Σας είδε λοιπόν; της μιλήσατε καθόλου; + + — Ναι! λέγει ο Έδμον μόλις ακουόμενος. + + — Και έμεινεν αναίσθητος; + +Εκείνος αντί πάσης απαντήσεως ήρχισε τους λυγμούς και τα δάκρυα. Η +κ. Κλάρα άπελπις ερρίφθη εις ένα κάθισμα. + + — Λοιπόν τετέλεσται! . . . Κάθε ελπίδα μου εκόπη. Αλίμονο! φτωχή +μου φίλη. Ο Έδμον έξαλλος ολοφύρεται: + + — Ω! πώς απέπτη νους τοσούτο ευγενής! + +Η Μαλβίνα τον πλησιάζει και τον ατενίζει με περιέργεια. + + — Πώς κλαίει ο ευτυχής αυτός θνητός! . . . Αχ μόνον εγώ δεν μπορώ +πλέον να κλάψω . . . ω! εγώ έχω χύσει πλέον όλα τα δάκρυά μου. +Τώρα περιμένω να με καλέση εκεί επάνω η φίλη μου η Κλαίρη +Χέριντεν. Εκεί θα αναπαυθώ πλέον από τους πόνους μου. Εκεί θα +γλυτώσω από τα βάσανα . . . . Αλλά πώς να τολμήσω να παρουσιασθώ, +αφού έχασα το τέκνον της; Αν τολμήσω να πάγω κοντά της, θα +αποστρέψη το πρόσωπόν της με φρίκη . . . «Τι έκαμες το τέκνον μου; +τι έκαμες την Φανήν μου επίορκη! . . .» ω! Έδμον, Έδμον! + +Και έπεσε εξηντλημένη εις ένα καναπέ. Τα μάτια της έκλεισαν και τα +μέλη της εχαλαρώθησαν. Ο Έδμον έβγαλε από το θυλάκιον ένα χαρτί. + + — Ιδού έγγραφον του λόρδου Χέριντεν, είπε στην Κλάρα, δυνάμει του +οποίου δύναμαι να της αποδώσω ευθύς την κόρην της. + + — Μη χάνετε λοιπόν καιρόν σερ Έδμον, είπεν η Κλάρα, τρέξατε να +φέρετε την Φανήν. + + — Τρέχω ευθύς μόλις ξημερώσει είπεν εκείνος. Τολμώ να ελπίσω +πολλά από την παρουσίαν του κοριτσιού. Αυτό είναι που ταράζει το +πνεύμα της, η ιδέα πώς το έχασε την τρελάνει. Αυτή που συγχωρούσε +ολωνών τα σφάλματα με την αγαθότητα της καρδίας της, αφότου +εστοχάσθη ότι είναι ένοχος η ιδία, το εθεώρησε φοβερόν και έχασε +τον νουν της. Η ολοκάθαρη ψυχή της δεν ημπόρεσε να ανθέξη στας +τύψεις του συνειδότος. + +Τη Μαλβίνα την εσήκωσαν σιγά σιγά και την έφεραν εις τον κοιτώνα +της, χωρίς να το καταλάβη. Εκείτετο δε άφωνη και αναίσθητη και +τίποτε δεν διέκρινε. Είχε πέσει εις είδος νάρκης. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'. + +Η κ. ΜΠΙΡΤΩΝ + + + +Ημέρας τινάς πριν ή έλθη ο σερ Έδμον, μία άμαξα εστάθμευσε προ της +κατοικίας της Μαλβίνας. Μία γυναίκα κατέβη και εισήλθε εις το +αγροκήπιον ακολουθουμένη από ένα άνδρα. + +Η γυναίκα αυτή ήτο η κ. Μπιρτών, ο δε ακόλουθός της ήτο ο +Ειρηνοδίκης της περιφερείας, ο οποίος είπε: + + — Ζητώ να παρουσιασθή ενώπιόν μου η λαίδη Μαλβίνα Σέυμουρ. + +Μετ' ολίγον παρουσιάζεται η κ. Κλάρα με την Μαλβίναν. + + — Δεν υπάρχει ενταύθα καμία κυρία με τέτοιο όνομα, είπε. + + — Δεν ωφελούν αι προσποιήσεις, λέγει τότε η κ. Μπιρτών. Ιδού +αντίγραφον της πράξεως του γάμου, από τον κώδικα της εκκλησίας, +όπου ούτος ετελέσθη. + +Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη. Η δε άφιλη και δολία κ. Μπιρτών της +επρόσθεσε: + + — Εκείνο το οποίον ίσως η κ. αγνοεί είναι, ότι ο σερ Έδμον +Σέυμουρ, είτε διότι ηγάπησεν άλλην ωραιοτέραν, είτε και διότι +εννόησε το μέγεθος της αφροσύνης του, επιθυμεί να διαλύση τον +γάμον, διότι τον θεωρεί εις το εξής ως δυστύχημά του. Ιδού, κυρία, +το διαζύγιον, τα οποίον ανεδέχθην να σας φέρω εκ μέρους του. Αν +υπογράψετε, ακυρώνεται ο γάμος σας και η Φανή Χέριντεν μένει κοντά +σας, αν αρνηθείτε όμως, το θέλημα του πατρός της είναι να την +παραδώσετε εις εμέ αυτοστιγμεί. Ιδού και το έγγραφον. Ο κ. +ειρηνοδίκης από δω ήλθε να ενεργήση την εκτέλεσίν του. + +Η Μαλβίνα της απήντησε με θάρρος και ατάραχη. + + — Κυρία, επειδή εις αυτό το έγγραφον δεν βλέπω την υπογραφήν του +σερ Έδμον Σέυμουρ, δεν μπορώ να βάλω την υπογραφήν μου. + + — Τότε λοιπόν θα σας πάρωμεν το παιδί. + + — Κατά του αδικήματός σας τούτου θα ζητήσω την προστασίαν των +νόμων. Και μη φρονείτε ότι θα υπερισχύετε πάντοτε, τότε ο κόσμος +θα γνωρίση ποία είσθε και θα φρίξη . . + +Η κ. Μπιρτών ταραγμένη στρέφεται προς τον ειρηνοδίκην. + + — Βλέπετε, ότι η κυρία δεν συγκατανεύει εις τίποτε. Εκτελέσατε, +παρακαλώ, τας διατάξεις του νόμου, του οποίου είσθε λειτουργός. + + — Προσέξατε, κύριε, κακήν υπόθεσιν αναδέχεσθε· εγώ είμαι ξένη +προς αυτήν, ωστόσο σας λέγω θα μεταμεληθήτε κατόπιν. + + — Μην ανακατώνεσθε, κυρία Κλάρα. Κύριε ειρηνοδίκη, σας καλώ να +εκτελέσετε τον νόμον, είπε με ταραχήν η κ. Μπιρτών, το εις χείρας +μου έγγραφον είναι περιβεβλημένον με όλους τους τύπους της +νομιμότητος και εκδέχομαι από σας την άμεσον εκτέλεσίν του. + +Τότε ο ειρηνοδίκης διέταξε τους υπηρέτας να του φέρουν την Φανήν +Χέριντεν και κανείς δεν ετόλμησε ναρνηθή, διότι εν Σκωτία σέβονται +και φοβούνται τους λειτουργούς του νόμου. + +Ωστόσο η Μαλβίνα βλέπουσα ότι θα έχανε το κορίτσι, έκαμε και την +τελευταίαν απόπειραν συμβιβασμού. + + — Αφίσατέ μου προσωρινά το κοριτσάκι υπό εγγύησιν χρηματικήν +καταβλητέαν αμέσως εις τον κ. ειρηνοδίκην, έως ότου ο κ. Έδμον +Σέυμουρ υπογράψη το χωρισοχάρτι. Σας ορκίζομαι ότι τότε θα +υπογράψω και εγώ την διάλυσιν του γάμου, ειδεμή χάνω τα χρήματα +της εγγυήσεως και πάλιν δυνάμει του εγγράφου του λόρδου Χέριντεν +μου παίρνετε και την κόρην του. + +Εις τον ειρηνοδίκην εφάνη το πράγμα λογικόν. Αλλά η κ. Μπιρτών, η +κακίστη πασών των γυναικών, απήντησε: + + — Κυρία, απαιτώ άνευ αναβολής ή την υπογραφήν σας, ή το κορίτσι. +Τρίτον τι δεν εισχωρεί. + +Ήλθεν εκεί η υπηρέτρια της κ. Μπιρτών, η Τάπα και είπε ότι η +διαταγή του κ. ειρηνοδίκου εξετελέσθη και το κοριτσάκι είναι εντός +της αμάξης. Η Μαλβίνα ετινάχθη έξω. + + — Μου αρπάζουν λοιπόν το παιδί μου! + + — Μητέρα, μητέρα! έλα λοιπόν! Τι; μόνη μου θα μαφίσης; + + — Όχι, δεν θα σαφίσω! και ρίχτηκε μπρος στους τροχούς της αμάξης. + + — Παραμερίσατε την κυρίαν. Βλέπετε ότι είναι τρελή. + + — Και τι ελπίζετε από αυτήν σας την απανθρωπίαν, κυρία; + + — Σηκώσετε από δω την δυστυχισμένην αυτήν παράφρονα, είπε πάλιν η +κ. Μπιρτών τρέμουσα από θυμόν. + +Τότε η Μαλβίνα βλέποντας, ότι ήσαν έτοιμοι οι βάρβαροι εκείνοι να +την απομακρύνουν διά της βίας, τρέχει και πέφτει στα πόδια της κ. +Μπιρτών. + + — Σας εξορκίζω εις τον Θεόν, εις την φιλανθρωπίαν, εις την +ησυχίαν της ψυχής σας, μη μου αρπάζετε το παιδί αυτό μέσα από την +αγκαλιά μου. Θαποθάνωμε και οι δύο μας. . . . Και το αίμα μας θα +βοά εναντίον σας. Λυπηθήτε μας! + + — Από σας εξαρτάται να το κρατήσετε κοντά σας! , . . Υπογράψατε. + + — Έχιδνα! εφώναξε τότε έξω φρενών η Μαλβίνα, φύγετε από δω! Με το +πλαστό αυτό έγγραφο ελπίσατε να απατήσετε και μένα και τον άντρα +μου, και να μας χωρίσετε. Ο Έδμον έρχεται σε λίγο, έννοια σας! +Αύριο ίσως θα είναι εδώ και τότε τα λέμε. . . . Πηγαίνετε τώρα! +Και έπεσε ολωσδιόλου άτονη. + +Η δυσειδής ψυχή της Μπιρτών την ώραν εκείνην εζωγραφίζετο ολόκληρη +εις το πρόσωπόν της· έσπευσε ναπομακρυνθή αποκομίζουσα το +κοριτσάκι. + +Η Μαλβίνα ως το βράδι ήτο αλλόφρων. Δεν ημπορούσαν να την +καθησυχάσουν. Το βράδι της φρικτής εκείνης ημέρας της έφεραν την +γνωστήν μας εκείνην απαισίαν επιστολήν της κ. Φέμπικ. + +Αυτή ήτο τρομερώτατον πλήγμα δια το πνεύμα της. Ενόμισεν, ότι μέσα +εις αυτήν έβλεπε την βεβαίωσιν των λόγων της κ. Μπιρτών. Υπέθεσεν +ότι ο σύζυγός της ήτο σύμφωνος με τους εχθρούς της, και ότι αυτή +ίσως ματαίως εθυσιάσθη και εθυσίασε και το τέκνον της Κλαίρης, +χάριν ανθρώπου χωρίς πίστιν και στερημένου από κάθε τιμιότητα. + +Όλην την νύκτα επεριπατούσε σκυθρωπή και συλλογισμένη. Δεν έκλαιε +πλέον. Πότε πότε παραμιλούσε. Το πρωί βγήκε έξω αλλόφρων χωρίς +κανένα να ομιλήση. Κατέβηκε στον κήπον, εφώναξε την Κλάραν και +απήτησε να κατασκευασθή εκεί ένας τάφος. Εκείνη κατ' αρχάς +αντεστάθη, αλλά άμα είδε ότι η ασθενής ερεθίζετο και υπέφερε +περισσότερον, ηναγκάσθη να υποχωρήση· εκάλεσε λοιπόν εργάτας και +οικοδόμησαν εκείνον τον τάφον που ξαίρουμε. + +Κάθε βράδι άμα φθάση η ώρα που της έφεραν τα γράμμα εκείνο το +ολέθριον κατεβαίνει στον κήπο. Θέλει δε να είναι μόνη και +επικαλείται την ψυχήν της Κλαίρης Χέριντεν να την μετακαλέση κοντά +της! Όταν φθάσουν τα μεσάνυχτα κάμνει ένα γύρο στον κήπον και +επιστρέφει στην κλίνην της αδιάφορη σχεδόν για όσα συμβαίνουν γύρο +της και πέφτει σε λήθαργον. Η κ. Κλάρα εκάλεσε όλους τους εκεί +πλησίον κατοικούντας ιατρούς τον ένα μετά τον άλλον, κανείς όμως +δεν κατώρθωσε να την θεραπεύση ως την ώρα, ελπίζουσα ότι ίσως με +την παρουσίαν του σερ Έδμον συντελεσθή κανένα θαύμα του έγραψε· +καθώς είδαμε, εκείνος έσπευσεν αμέσως. Αλλά όλα μάταια. + +Την ιστορίαν αυτήν η κ. Κλάρα, ως που να ξημερώσει, την έκαμε +γνωστήν εις τον σερ Έδμον. + +Έφριξεν εκείνος και ωρκίσθη εκδίκησιν. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ' + +ΑΚΤΙΝΑ ΕΛΠΙΔΟΣ + + + +Μόλις λοιπόν έφεξεν η ημέρα ανέβηκε στο αμάξι του και τράβηξε για +το Έδιμπουργκ. Δεν είχε χτυπήσει ακόμα μεσημέρι, κεκείνος ευρέθηκε +στης κ. Μπιρτών. + +Είχε συμπόσιον αυτή την ημέραν εκείνην και γύρο στο τραπέζι της +λαμπράν ομήγυριν. Διηγείτο λοιπόν εις τους καλεσμένους τα αίσχιστα +για την δυστυχή τη Μαλβίνα, και επροκαλούσε τον αποτροπιασμόν των +εναντίον της. + +Ο Έδμον εμβήκε χωρίς να ειδοποιήση και ευρέθη αίφνης ενώπιον της +εκλεκτής εκείνης συναθροίσεως, ωχρός, τρέμων από θυμόν, με την +κόμην ανώμαλην και με το βλέμμα άγριον. Η κ. Μπιρτών, που δεν τον +επερίμενε καθόλου — τον είχε, βλέπετε, για τας Ινδίας — ωχρίασε +και δεν μπόρεσε να κρατήση κραυγήν εκπλήξεως. + +Η Φανή μόλις τον είδε ερρίχθηκε στον τράχηλόν του. + + — Φίλε μου κ. Έδμον, γιατί δε μου φέρατε λοιπόν τη μαμά μου; + +Ο Έδμον πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά του και το φίλησε. + + — Απόψε θα πάμε μαζί στη μαμά, του είπε. + + — Δεν πιστεύω τόσο εύκολα. Απήντησε η κ. Μπιρτών με ειρωνείαν. + + — Ευκολώτερα, παρά όσο το αρπάξατε εσείς από τα χέρια της συζύγου +μου. + +Όσοι από την ομήγυριν άκουσαν τον Έδμον να ομιλή έτσι προς την κ. +Μπιρτών και να λέγη σύζυγόν του την Μαλβίναν, αντιθέτως προς τα +ψέματα που τους είχε αραδιάσει πριν η κ. Μπερτών, εκατάλαβαν τι +τρέχει και αλληλοκοιτάχτηκαν με χαμόγελο, περιμένοντες την έκβασιν +της υποθέσεως εις βάρος της κυρίας. + +Αυτή ευρέθη εις αμηχανίαν και εντρεπομένη λέγει προς τον ανεψιόν +της. + + — Αυτά τα πράγματα, οικογενειακά και όλως ιδιαίτερα, έχομεν +καιρόν να τα συζητήσουμε αργότερα ιδιαιτέρως μεταξύ μας. + + — Όχι, όχι! τίποτε ιδιαίτερο, τίποτε ιδιαίτερο δεν έχω μαζί σας. +Απ' εναντίας μάλιστα πρέπει όλοι οι ευγενείς εδώ κύριοι να μάθουν +το κίβδηλον του χαρακτήρος σας και τη μαυρίλα που βασιλεύει στην +δολίαν ψυχήν σας. Λυπούμαι μάλιστα που δεν είναι εδώ παρών όλος ο +καλός κόσμος του Έδιμπουργκ, για να ακούσουν τον καημό μου, να +ενωτισθούν τας καταχθονίους πράξεις σας και να σας εκτιμήσουν όπως +σας αρμόζει. + + — Τι είν' αυτά Έδμον! παιδί μου! είπεν η κ. Μπιρτών με πρόσωπον +πανιασμένο ως το σουδάριον. + + — Λοιπόν, κύριοι, η καλή μου θεία εδολιεύθη τον λόρδον Χέριντεν +και του απέσπασε διαταγήν ίνα αποσπάση την μικράν αυτήν από την +σύζυγόν μου, ειπών εις αυτόν ότι εκείνη ενυμφεύθη έναν αλύτην. +Έπειτα παρουσίασε ψευδές χωρισοχάρτι προς την σύζυγόν μου, δήθεν +εκ μέρους μου προερχόμενον απαιτούσα, ή να το υπογράψη εκείνη, ή +να της στερήση το παιδί αυτό, που ήταν η ζωή της, στερούσα συνάμα +η μεγαλόψυχη θεία μου και το παιδί αυτό από την στοργήν εκείνης. +Από τον ηθικόν αυτόν κλονισμόν, κύριοι, η δυστυχής σύζυγός μου +έχασε το λογικόν της και κείται ήδη θύμα εξαίσιον της ανηκούστου +μοχθηρίας της κ. Μπιρτών και των συνεργών της. + + — Έδμον, παρεφρόνησες! + + — Δεν ετελείωσα ακόμη. Λοιπόν, κύριοι, η κάλλιστη θεία μου με +διέβαλεν ακόμη εις την Αγγλικήν κυβέρνησιν, ως επικίνδυνον, και +μόλις ως εκ θαύματος εσώθην από τας σκευωρίας της, άλλως αυτήν την +στιγμήν θα εταξίδευα άναυλα προς τας Ινδίας, δι' όπου με είχαν +προωρισμένην η θεία μου και οι συνεργοί της! Αυτά κύριοι. + +Η εκδίκησις του Έδμον ήτο πλήρης. Η κ. Μπιρτών θα προτιμούσε να +άνοιγε η γη και να την κατάπινε, παρά να ταπεινωθή έτσι. Καθείς εκ +των τιμίων εκείνων ανθρώπων απεμακρύνετο, έκπληκτος για την +κίβδηλον υπόληψιν, που είχε κατορθώσει να χαίρη η καταχθόνιος +εκείνη γυναίκα. + +Ο Έδμον πήρε το παιδί χωρίς να τολμήση να του αντισταθή κανείς και +σπεύδει να πάρη μαζί του και τον γνωστόν μας ιατρόν κ. Πότβελ. +Στον δρόμον του διηγείται τα κατά την Μαλβίναν. Η άμαξα εν τούτοις +τρέχει και φθάνουν στο αγροκήπιον στας δέκα το βράδι. Η κ. Κλάρα +βγαίνει να τους προϋπαντήσει. + + — Η Μαλβίνα! τι γίνεται; πού είναι; + + — Είναι στον κήπο τώρα. Η κατάστασί της . . . + + — Αι λοιπόν η κατάστασή της; Η Κλάρα έσεισε περίλυπα το κεφάλι. + + — Πάντοτε η ιδία. + + — Πάω να την εύρω. + +Προχώρησε μέσα στον κήπο. Εκείνη επιστρέφει. Φορεί λευκά. Τα +μαλλιά της ξέπλεγα και σκόρπια. Περιπατεί σιγά κιαφηρημένα. +Έξαφνα εστάθη, ξυσπάσθηκε από τον κρότον των βημάτων του συζύγου +της και επεχείρησε να φύγη. + + — Μη φοβάσαι, της λέγει. + + — Δεν φοβούμαι. Εδώ όλα είναι ήσυχα. Άλλοτε ήσαν ωραία όλα, εκεί +έκοφτα ρόδα προωρισμένα δι' εκείνον, εδώ άκουα τα πουλιά να +κελαδούν για την αγάπη μας, παντού ο αέρας ήταν ευχάριστος, διότι +με χάιδευε, αφού άγγιζε εκείνον. Τώρα εκείνος . . . + + — Αλλά εκείνος είναι εδώ, της λέγει σφίγγων αυτήν επάνω εις το +στήθος του . . . Δεν βλέπεις τα ρόδα που ανθούν για σένα; δεν +ακούς τα πουλιά που κελαϊδούν για σένα; δεν αισθάνεσαι γλυκόν τον +αέρα να πνέη για σένα; + + — Τι ωραία λόγια: Έτσι μου μιλούσε εκείνος όταν μαγαπούσε, τώρα +μου τον πήραν . . . τώρα νου δεν έχω. Κάποια ξένη μου τον πήρε — +αχ πονώ! . . . εδώ, εδώ, εδώ, και έδειχνε διαδοχικώς την καρδιά, +το στήθος, το μέτωπο. Αύριο πια πεθαίνω την ώρα που θα μου φέρουν +το κακορρίζικο γράμμα της κλέφτρας του καλού μου . . . αχ εκείνη η +ξένη! . . τώρα πάει ο νους μου . . . + +Και έπεσεν αναίσθητη στην αγκαλιά του. + + — Μαλβίνα! Μαλβίνα! εφώναξεν αλλόφρων σφίγγων επί του στήθους του +το άψυχον εκείνο σώμα. + +Κανείς δεν του αποκρίνεται. Μόνο λαλούν από μακρυά τα νυχτοπούλια. + +Μόνος μέσα στη φύση νύχτα με την αγάπη του αναίσθητη στην αγκαλιά +του. Και η συνείδησή του τού φωνάζει πως αυτός είναι ο αίτιος του +κακού. + + — Όχι δεν θα μου φύγης μόνη . . . αν πας στον τάφο ακολουθώ κεγώ +κατόπιν σου αμέσως . . . + +Εν τούτοις η κ. Κλάρα ανησύχη και διά τον Έδμον ακόμη, του οποίου +έβλεπεν ήδη την συντριβήν. Πήρε το γιατρό και κατέβηκαν μαζί στον +κήπο. + + — Γιατρέ μου τη γυναίκα μου! τη Μαλβίνα μου, σώστε μου την. + + — Σπεύσατε να την μεταφέρετε στην κλίνη της, εδώ κάνει κρύο. + +Αμέσως ο Έδμον σηκώνεται με το πολύτιμον φορτίον του, και το +μεταφέρει επάνω, εις την κλίνην. Τότε ο ιατρός άρχισε να την +εξετάζη με πολλήν και ενδελεχή προσοχήν. Νεκρική σιγή επικρατεί +καθ' όλην την διάρκειαν της ιατρικής επισκοπήσεως. Ο Έδμον και η +κ. Κλάρα κρατούν ως και την αναπνοήν τους, κρέμουνται από τα +χείλια του γιατρού. + +Όταν ετελείωσε, ο Έδμον ετόλμησε να ερωτήση. + + — Γιατρέ μου έχετε ελπίδα να την σώσετε; + + — Την ζωήν της ίσως . . . . το λογικόν της όμως . . . + + — Ω! γιατρέ μου, μόνον την ζωήν της! + + — Ας περιμένομεν. Ποιός ξαίρει: . . .Διατάξετε τώρα ένα ψυχρό +λουτρό. Πάντοτε είναι ωφέλιμο. Αύριο δοκιμάζουμε και την μουσική. +Τα απαλά αυτά μέσα έχουν επίδρασιν εις τας ψυχικάς ασθενείας. + + — Ω αγία ελπίδα! μη μας εγκαταλίπης ποτέ! είπε η κ. Κλάρα. + + — Θα την σώσωμεν ναι! ο ιατρός το ελπίζει. Εμπρός κάμετε ότι +διατάσσει ο ιατρός, σας βοηθώ κεγώ, πρέπει να σώσωμεν την Μαλβίνα +μας, την κυρά μας· όλοι θα βάλουμε τα δυνατά μας να την +θεραπεύσωμεν! Ω! Μαλβίνα. Άγγελε των αρετών, εσύ! + +Και καθένας από τους οικείους έκλαιε ακούων τον Έδμον και βλέπων +την πανάγαθην εκείνην ψυχήν εις τοιαύτην κατάστασιν. Η γριά +Τομκίνα η τροφός της, που την έθρεψε με το γάλα της, ο Γέρο - +Πέτρος, που την ακολούθησε από τόσο μακρυά, η καλή Κλάρα που είχεν +εκτιμήση τας υπερόχους αρετάς της και την αγαπούσεν περισσότερον +παρ' όσον την εθαύμαζε. Ακόμη και ο ιατρός Πότβελ, που την +εγνώρισεν ως νοσοκόμον· ω την ενάρετη τη Μαλβίνα. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'. + +ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ + + + +Την άλλη μέρα το βράδι, την ώρα που η Μαλβίνα ετοιμάζετο να καταβή +στον κήπο, ο ιατρός εζήτησε να εφαρμόση την διά της μουσικής +επέμβασιν. Κάθεται λοιπόν η κ. Κλάρα στο πιάνο κιαρχίζει μια +μελωδία του Σοπέν. + +Η ασθενής εσκίρτησε. Εγύρισε το κεφάλι, στάθηκε και φαίνεται ότι +ακροάζεται με προσοχήν. Η κ. Κλάρα έπαυσε να παίζη. Στρέφει τότε +εκείνη, ρίχνει κάτω το κεφάλι και βαδίζει μελαγχολικά. + + — Πρέπει να τραγουδήσετε κάτι πολύ γνωστό της, είπε ο γιατρός. + +Τότε η Κλάρα εκρύβη πίσω από μια κουρτίνα, έλαβε στα χέρια της την +άρπα. Μόλις άρχισε να κρούη, η Μαλβίνα ξαναστάθηκε και αφού έκανε +μερικές βαριατσιόνες, αρχινά ένα τραγούδι, που άρεσκε άλλοτε της +Μαλβίνας και συχνά στη λύπη της το τραγουδούσε, συνθεμένο και +μελουργημένο από την ιδίαν ίσως. + +Ενόσω η κ. Κλάρα τραγουδούσε, η Μαλβίνα πρόσεχε στη μελωδία, +έβλεπε δώθε κείθε, σαν να ζητούσε την φωνήν από πού ήρχετο. + + — Εγώ; Όχι, εγώ δεν ήμουν. + +Όλοι επερίμεναν με αγωνία της ασθενείας την κρίσιν. Η Μαλβίνα μετ' +ολίγο άρχισε να τραγουδεί το ίδιο, ενώ η κ. Κλάρα την παρακολουθεί +με την άρπα. + +Τι τραγούδημα ήταν εκείνο; οι άγγελοι δεν μέλπουν γλυκύτερα εμπρός +στον θρόνον του Παντάνακτος. + +Όλοι την ακούν με ιεράν σιωπήν και με συγκίνησιν. Ο απαλός τόνος +της ωραίας φωνής της καταπραΰνει τας ψυχάς των παρόντων. Η Φανή +βγαίνει έξαφνα από την κάμαρή της. + + — Μητέρα! μητέρα. + + — Α! έκαμεν η Μαλβίνα και την άρπαξε στην αγκαλιά της. Εσύ εδώ; . . +Δεν σε σκότωσε λοιπόν εκείνη; Αχ! . . αχ! . . . Πόσο με +ανακουφίζει η παρουσία σου! . . Η φίλη μου η Κλαίρη δεν θα +μερωτήση πλέον τι έκαμα το τέκνον της. + + — Αχ μαμάκα μου! Εκείνη η κακή η γυναίκα μου έλεγε πώς δε με +θέλεις πλέον, και μέδωκες σεκείνην. + +Την εφίλησε πολλές φορές και την άφισε χάμω σιγά σιγά. + +Εξακολούθησε τον δρόμον της προς τον κήπον, που είχε διακόψει με +την μουσικήν. Ο γιατρός επενέβη τότε. + + — Πού πάτε; την ερωτά. + + — Πάω ναποθάνω. Τώρα πλέον που ευρέθη η Φανή, η Κλαίρη θα με πάρη +κοντά της. + + — Πρέπει να μείνετε εδώ, για να προφυλάττετε το τέκνον της. + + — Αχ εγώ δεν είμαι πλέον ικανή να το προφυλάξω . . .Μόνον ο Έδμον +θα ημπορούσε. . . . αλλά που είναι ο Έδμον; . . . πάει, έφυγε . . . +έφυγε πια ο Έδμον. + + — Ο Έδμον επέστρεψε . . . ο Έδμον είναι εδώ, σας περιμένει κάτω +εις τον κήπον. + + — Με περιμένει; . . . εμένα: . . . ο Έδμον; . . . πού; . . . + + — Κάτω στον κήπο. + + — Μη με γελάτε! . . . μου κάνετε πολύ κακό, αν με γελάτε. + + — Όχι, δεν σας γελώ. Πηγαίνετε κάτω να τον ιδήτε. + + — Αχ ελάτε πάμε μαζί . . . Όταν πάω μόνη μου δεν τον ευρίσκω. + +Ο Έδμον εν τω μεταξύ κατέβηκε στον κήπο. Η Κλάρα και η Φανή τον +ακολούθησαν. + + — Ναι, ναι. Πάμε μαζί της, λέγει ο κ. Πότβελ. Την εστήριξε στο +μπράτσο του και σιγά σιγά κατέβησαν εις τον κήπον. + + — Σεις είσθε καλός άνθρωπος, σας θυμούμαι. Κιάλλη μια φορά ήθελε +να μαφίση και να φύγη, αλλά εσείς ήρθατε και τον εμποδίσατε. + + — Τώρα ομιλεί η ψυχή της· διενοήθη ο ιατρός, εννοεί την ασθένειάν +της. + +Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ήχος γλυκύτατος από φλάουτο να +διασχίζει της νυκτός την σιωπήν. Τα μάγουλά της ερόδισαν και η +καρδιά της άρχισε να πάλλη δυνατά. Έτρεμε ολάκερη. + + — Εκείνος είναι! είπε με λαχτάρα στα γιατρό. Έτσι τον άκουσα να +παίζη και τότε κι απ' αυτό τον εγνώρισα. Αχ! Έδμον, η μουσική σου +μου κάμνει πολύ καλό. Παίζε, παίζε, ως που να βγη σαν πνοή η ψυχή +μου. + + — Πήγαινε λοιπόν να τον εύρης. + + — Φοβούμαι . . . μήπως δεν τον εύρω. . . μήπως δεν είναι εκείνος +και τότε . . . ω! + + — Μη φοβάσαι. Εκείνος είναι. + +Εν τω μεταξύ ο Έδμον επροχώρησε προς αυτήν και η σελήνη της έδειξε +τη σιλουέττα του. + + — Α, ναι! εκείνος είναι, εκείνος! . . . Και έπεσε στην αγκαλιά +του. + + — Μη μαφίσης πια, αγάπη μου! . . . Μη χωρισθής δεύτερο από τη +Μαλβίνα σου! . . . + +Και λιποθύμησε . . . + + — Η κρίσις! είπε ταραγμένος ο κ. Πότβελ. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'. + +ΑΝΕΠΑΥΘΗ Η ΑΘΩΟΤΗΣ + + + + — Μαλβίνα! εφώναξεν έντρομος ο Έδμον, Μαλβίνα μου! πώς! σε χάνω +λοιπόν μόλις σε απήλαυσα! + + — Ησυχάσετε, του λέγει ο ιατρός με ταραχήν που ζητούσε να κρύψη, +η φύσις έχει ανάγκην αναπαύσεως ύστερα από τόσους κλονισμούς. + +Η κατάστασις της ασθενούς ήτο η αυτή καθ' όλην την νύκτα και την +άλλην ημέραν. + + — Πώς είμεθα ιατρέ, ηρώτησεν ο Έδμον, μόλις εισήλθε ο κ. Πότβελ. + + — Μην ομιλείτε τόσο δυνατά, είπεν ο ιατρός αντί πάσης απαντήσεως, +ο ελάχιστος θόρυβος βλάπτει, πηγαίνετε πίσω από τα παραπετάσματα +διά να μη σας δη, όταν εξυπνήση. Είναι επικίνδυνον. Ο Έδμον +υπήκουσε. + +Μετ' ολίγον θέρμη διεχύθη εις το πρόσωπον της Μαλβίνας. Εσείσθη +ολίγον μέσα στην κλίνη σης προφέρουσα λέξεις τινάς. + + — Τελείωσε! εμουρμούρισεν ο γιατρός, η θέρμη! . . + + — Τελείωσε! επανέλαβε ο Έδμον μεγαλοφώνως εν απελπισία! + +Η Μαλβίνα άνοιξε τα μάτια της. + + — Τι ήκουσα! ήταν ο Έδμον; Πού είναι λοιπόν; + +Εκείνος ερρίφθη γονατισμένος κοντά στην κλίνη της, επήρεν το ωχρόν +χέρι της συζύγου του και το έβρεχε με δάκρυα χωρίς να λέγη τίποτε. + +Η Μαλβίνα άμα τον είδε, κατέβαλε προσπάθειαν υστάτην και εκάθησε +εις την κλίνην της: Αγκάλιασε το κεφάλι του συζύγου της. + + — Με αγαπάς λοιπόν ακόμη! Ο Θεός δεν ηθέλησε ναποθάνω +απελπισμένη. + + — Ποτέ δεν έπαυσα να σε λατρεύω! Δεν μπορώ να υποφέρω την φρικτήν +αυτήν κατηγορίαν. + + — Ο σύζυγός σου είναι συκοφαντημένος, είπε η Κλάρα. + + — Ενόησα τα πάντα, φίλε μου! . . , ω Έδμον! βάλε το χέρι σου στην +καρδιά μου και ζωογόνησέ με . . . για να ημπορώ να σαγαπήσω ακόμη +. . . . αισθάνομαι ότι η ζωή με αφίνει . . + +Έπεσεν εκ νέου υπτία στο προσκεφάλι της. + + — Φέρτε μου τη Φανή! είπε η Μαλβίνα. + +Η Κλάρα επήγε και έφερε το κοριτσάκι κοιμισμένο και το έβαλε κοντά +της, στο στρώμα της. + + — Κοιμάσαι, Φανή; σε λίγο θα κοιμηθώ κεγώ . . . . κέσκυψε και το +φίλησε. — Έδμον, στη φροντίδα σου την αφιερώνω. Κλάρα, φρόντισε +την ανατροφήν της, αφού σε μένα δεν το επέτρεψε η Πρόνοια. + + — Ορκίζομαι, εφώναξεν άπελπις ο Έδμον . . . αλλά, ω άγγελε, πού +μαφίνεις εμένα; + +Άπλωσε το χέρι της, έπιασε το χέρι του Έδμον. + + — Πάγω να σου ετοιμάσω τόπο . . . αγάπη . . μου . . είπε +χαμογελώντας του γλυκά. Έκλεισε τα μάτια, άφισε βαθύν στεναγμόν, +άνοιξε τα στόμα της καναδυό φορές και . . . εξέπνευσε. + +Μόνον όποιος έχασε τον αγαπημένον, μόνον εκείνος γνωρίζει ποία τις +είναι η επακολουθούσα οδύνη. + +Δεν περιγράφεται· τα ανθρώπινα μέσα δεν επαρκούν. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Η Κλάρα ζη με την Φανήν εις το κτήμα της. Ο Έδμον συντηρεί το +κοριτσάκι, αλλά δεν μπορεί να το βλέπει. Δεν θέλει να του περισπά +την προσοχήν άλλο από την ανάμνησιν εκείνης. + +Ο Έδμον έγινε ως σκιά, η οξύτης του εσβέσθη εις τα δάκρυα, ο +έλεγχος του συνειδότος εξήλειψε την κουφότητά του, ο κόσμος του +περιορίσθη εντός του τάφου, που εκάλυπτεν εκείνην. + +Θα ήτο βεβαίως προτιμότερον να μη αναφέρναμεν πλέον διά την αθλίαν +κ. Μπιρτών και την αθλιεστέραν κ. Φέμπικ. Αλλά διά τον περίεργον +αναγνώστην εκθέτομεν εν συντόμω το τέλος των. Η κ. Μπιρτών μετά +την καταισχύνην την οποίαν υπέστη ενώπιον τόσου εκλεκτού κόσμου +από τον ανεψιόν της ετραβήχτηκε στο δωμάτιόν της και έπεσε +κλινήρης. + +Εκείνην την ίδια βραδιά της ήλθε συγκοπή της καρδίας κεραυνοβόλος +και το πρωί την εκήδευσαν. + +Η δε κ. Φέμπικ; + +Αυτήν ένεκα του αδικαιολογήτου ταξιδίου της εις Λονδίνον όπισθεν +του σερ Έδμον Σέυμουρ και του εξ αυτού γεννηθέντος κοσμικού +σκανδάλου, μετά το πάθημα της Μαλβίνας, ο σύζυγός της κακήν κακώς +την εξεδίωξε. + +Επειδή δε αυτή αφ' ενός μεν ήτο συνηθισμένη να ζη βίον ανειμένον +και πολυδάπανον, αφ' ετέρου δε δεν υπήρχε πλέον η κ. Μπιρτών να +την συγκρατεί και να την συντηρεί, κατήντησε να ζητεί ελεημοσύνην +και τέλος απέθανεν αθλίως εις έν νοσοκομείον του Λονδίνου. + +Τέλος ο κ. Πρίορ είχε αποσυρθή εις έν καθολικόν μοναστήριον εν +Γαλλία. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ +ΓΕΩΡ. I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ + — ΣΤΑΔΙΟΥ 42 — +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ,, + + + +No Άδ. Δεμ. +1 Χάμσουν Κ. Η βασίλισσα του Σαβά κι' άλλα διηγ. 3. — 4 50 +2 Γκέιγερσταμ Γ. Το αγόρι της κυρά-Λένης κι' άλ. διηγ. 3. — 4.50 +3 Κίλλαντ Αλ. Η μάχη του Βαρτελώ κι' άλλα διηγ. 2.50 4. — +4 Αχ. Γ. Ο Κατατρεγμένος και άλλα διηγήματα 2.50 4. — +5 Ίψεν Ερρ. Έντα Γκάμπλερ, δράμα 3.50 5 — +6 Φλωμπέρ Γ. Μια απλή καρδιά και άλλα διηγήματα 3. — 4.50 +7 Γκωτιέ Θ. Το Κακό Μάτι 3. — 4.50 +8 Γκαίτε. Ερμάννος και Δωροθέα, μετάφρ. Κ. Θεοτόκη 2.50 4. — +9 Μπγιέρσον Μ. Η Κόρη του Βουνού 3. — 4.50 +10 Χάινε Ρ. Λυρικόν Ιντερμέδιο, μετάφρ. Λ. Κουκούλα 3.00 4.50 +11 Θεοτόκη Κ. Κατάδικος 3. — 4.50 +12 Αντρέγιεφ Α. Το Σκοτάδι και άλλα διηγήματα 3. — 4.50 +13 Ροΐδη Εμ. Η Πάπισσα Ιωάννα 5. — 6.50 +14 Φος Φ. Δύο Ρωμαϊκά Διηγήματα 2.50 4. — +15 Ουέλς. Στη Χώρα των Τυφλών κι' άλλα διηγήματα 2.50 4. — +16 Βουτυρά Δ. Παππάς Ειδωλολάτρης και άλλα διήγημ. 3.50 5. — +17 Όφφμαν Ε. Το Βιολί της Κρεμώνας και άλλα διηγ. 2.50 4. — +18 Σολωμού Δ. Ποιήματα 3.50 4.50 +19 Τολστόι Α. Σονάτα Κρόυτζερ 3. — 4.50 +20 Θεοτόκη Κ. Ο Καραβέλας 2.50 4. — +21 Σιέγκεβιτς Ερ. Οι Αντίζηλοι 2.50 4. — +22 Γκέιγερσταμ Γ. Η Ντόρα 3. — 4.50 +23 Κοττέν Μ. Μαλβίνα 5. — 6.50 +24 Σαιν - Πιερ Β. Παύλος και Βιργινία 2.50 4. +25 Φλαμμαριόν Κ. Η Στέλλα 3.50 5. — +26 Αϊχένδορφ I. Από τη ζωή ενός Ακαμάτη 2.50 4. — +27 Γκόρκυ Μ. Ο Περαστικός και άλλα διηγήματα 2.50 4. — +28 Λουίς Π. Η Αφροδίτη, αρχαία ήθη 5. — 7. — +29 Μπενουά Π. Η Ατλαντίς 5. — 6.50 +30 Γκάρσιν Σ. Το κόκκινο λουλούδι και άλλα διηγ. 2.50 4. — +31 Χαλιμά τόμ Α'. Η ωραία Σαχραζάτ 5. — 7. — +32 » τόμ Β'. Η ευνοουμένη του Χαλίφη 5. — 7. — +33 » τόμ Γ'. Σεβάχ Θαλασσινός 5. — 7. — +34 » τόμ Δ'. Η Σουλτάνα της Αγάπης 5. — 7. — +35 » τόμ Ε'. Η Πανούργα Δαλιδά 5. — 7. — +36 Χάουφ Γ. Η ζητιάνα της Γέφυρας 3.50 5. — +37 Λάστκο Α. Άνθρωποι εν πολέμω 3. — 4.50 +38 Ουέλς. Η μηχανή του Χρόνου 2.50 4. — +39 Μεριμέ Πρ. Κάρμεν 2.50 4. — +40 Μαντές Κ. Η τέχνη της Αγάπης 2.50 4. — +41 Δοστογέβσκυ Θ. Ο Αιώνιος Σύζυγος 5. — 6.50 +42 Ονέ Τ. Ο ιατρός Ραμώ 5. — 7. — +43 Φρανς Αν. Ο λιγνός Γάτος — Ιοκάστη 5. — 6.50 +44 Ντ' Ανούντσιο Γ. Λήδα χωρίς κύκνο και άλλα διηγ. 3. — 4.50 +45 Κέλλερμαν Β. Τρελλός; 5 — 6.50 +46 Ντελέντα Γ. Ο Τοκογλύφος και άλλα διηγήματα 3. — 4.50 +47 Φρανς Αν. Ο κόκκινος Κρίνος 5. — 7. — +48 Νασρ - εν - Ντιν Χότζας 3. — 4.50 +49 Ίψεν Ερρ. Η Αγριόπαπια, δράμα 3.50 5. — +50 Ζολά Αιμ. Θηρεσία Ρακέν 5. — 6.50 +51 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Α' «Φαντίνα» 6. — 7.50 +52 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Β' «Τιτίκα» 6. — 7.50 +53 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Γ' Μάριος 6. — 7.50 +54 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Δ Ειδύλλιον και Εποιία 6. — 7.50 +55 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Ε' Γιάννης Αγιάννης 6. — 7.50 +56 Κιέζε Φραντζέσκα. Ντα ρίμιν 6. — 7.50 +57 Τραυλαντώνη Κρουσταλένια 6. — 7.50 +58 Λανδρύ Απομνημονεύματα 3. — 4.50 +59 Μπάι Γκάνιος 3.50 5. — +60 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Α 5. — 6.50 +61 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Β 5. — 6.50 +62 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Γ 5. — 6.50 +63 Μπαρρές Μ. Ο κήπος της Βερενίκης 3. — 4.50 + +* * * + +1) Αγγλία, Σκωτία, Ιρλανδία. + +2) Σαίξπηρ «Τρικυμία». Απ' τη μετάφραση του Πολυλά. + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Malvina, by Marrie Cottin + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK MALVINA *** + +***** This file should be named 38800-0.txt or 38800-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/8/8/0/38800/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
