diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:09:57 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:09:57 -0700 |
| commit | d6cda325ccf4d06cf4831af286e01cffadd957b1 (patch) | |
| tree | 153949cdf69645d3d643a8dc04176d64465acf23 | |
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 38285-0.txt | 5511 | ||||
| -rw-r--r-- | 38285-0.zip | bin | 0 -> 147330 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 5527 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/38285-0.txt b/38285-0.txt new file mode 100644 index 0000000..a79e780 --- /dev/null +++ b/38285-0.txt @@ -0,0 +1,5511 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Willowy one, by Andreas Karkavitsas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Willowy one + +Author: Andreas Karkavitsas + +Release Date: December 12, 2011 [EBook #38285] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WILLOWY ONE *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + +The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The +spelling of the book has not been changed otherwise. Words in +italics are included in _. + +Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά +τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με +πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. + + + +Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ + + + +Η ΛΥΓΕΡΗ + + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + + ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ + Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ + 1896 + +Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ + + + +Η ΛΥΓΕΡΗ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ + + +ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ + +1896 + + + + +Η ΛΥΓΕΡΗ + + + +Α' + +Η ΚΥΡΑ ΠΑΓΩΝΑ + + + + — Φεύγα, ρουσούμπελη· σε κυνηγά η φωτιά, το στουρνάρι και ο +πρυόβολος· — σύρε στ' άγρια όρη, στ' άγρια βουνά! . . + +Η Κυρά Παγώνα ορθή πλησίον ενός παραθύρου του χαμηλού σπιτιού της, +σκυμμένη επάνω εις την μελανιασμένην χείρα μεσοκόπου ανδρός, +εσούφρωνε, τα μαραμμένα χείλη της κ' εψιθύριζε με σιγαλήν, ως +ανεμοφύσημα φωνήν: + + — Φεύγα, ρουσούμπελη· σε κυνηγά η φωτιά, το στουρνάρι και ο +πρυόβολος· — σύρε στ' άγρια όρη, στ' άγρια βουνά! . . + +Και συγχρόνως με τας ξηράς και ολοτρέμους χείρας της ετσακμάκιζε, +τινάζουσα πλήθος σπινθήρων, προσπαθούσα δι' αυτών και των +εξορκισμών της ν' αποδιώξη το πάθημα. + +Η Κυρά Παγώνα ήτο γνωστή καθ' όλον τον δήμον Μυρτουντίων και +μακρύτερον ακόμη ως γόησσα διαφόρων ασθενειών. Ο γόης και η γόησσα +είνε απαραίτητος ανάγκη εις τα χωρία όπως και ο πάρεδρος και το +επάγγελμά των πολύ προσοδοφόρον. Διά τούτο δεν λείπουν από καθένα +δύο και περισσότεροι τοιούτοι, αρσενικοί και θηλικοί· αλλ' η Κυρά +Παγώνα ήτο ανωτέρα όλων διά την επιτυχίαν των γοήτρων και την +ποικιλίαν των γνώσεών της. Αν η Γρηά Ζωγάκενα, λόγου χάριν, ήξευρε +να δένη και να λύνη τ' αμποδέματα κ' έφερε, τρανόν σημάδι της +ικανότητός της αυτής, ορμαθόν κλειδίων εις την μέσην και η θειά +Κωσταντινιά να ιατρεύη διά βοτάνων τους γεράδες· αν ο Πέτρος +Νυχάκης, ο επιλεγόμενος Ζούδιαρης, κατώρθωνε να εκβάλλη από τ' +ανθρώπινα σώματα και να καρφώνη εις τους κορμούς των δένδρων τα +εξωτικά και ο Μαστροθειοχάρης ο κτίστης, να κτίζη τους ίσκιους εις +τους τοίχους των νέων σπιτιών· αν η Ασήμω η Μπραζερόνυφη, η +Ρίχτισα ήξευρε να ρίχνη εις τ' άστρα και να μαντεύη δι' αυτών τα +μέλλοντα και η Ρουχιτσοπούλα η Κεβή, να βλέπη, ως αλαφροΐσκιωτη +και να συνομιλή με τα Στοιχειά η Κυρά Παγώνα, ως μυθική δύναμις +εσυμμάζωνεν όλα ταύτα, και άλλα πολλά ακόμη εις τας γεροντικάς +χείρας της. Καμμιά αρρώστια δεν ήτο μυστική εις αυτήν κανέν +αερικόν πάθημα δεν διέφευγε την δικαιοδοσίαν της. Εκτός της +ρουσούμπελης εγήτευε την σπλήνα, τις παραμαγούλες, τον στυλίτην, +τον πονοκέφαλον, τον στρόφον, το λίθωμα των βυζών. Εξώρκιζε το +μάτιασμα «είτε στον ύπνο είτε στον ξύπνο» επήρχετο, διώκουσα αυτό +«σε μέρη ακατοίκητα, σε ριζιμιά λιθάρια»· το ανεμοπύρωμα, +προστάζουσα τους λόγους της να το σηκώσουν «όπως ο ήλιος τα +παιγνήδια της νυχτός»· τον πονόμματον, τον οποίον διά συμβουλής +της ασημένιας Παναγιάς έρριπτεν εις τα βάθη της θαλάσσης, διά να +καθαρίση και λάμψη το φως του πάσχοντος «όπως ο ήλιος καλοκαιρινής +ημέρας». Την λιμόκαψαν, επίβουλην αρρώστιαν, η οποία ρέβει τον +άνθρωπον και τον αφανίζει ολίγον κατ' ολίγον, όπως το σκουλίκι που +φωληάζει εις τον κορμόν του δένδρου, δένουσα αυτήν δι' αλύτων +δεσμών πέραν, εις τα δάση και καταρωμένη «να φύγη από τις +εβδομηνταδύο φλέβες του αρρώστου και αρμούς του όλους και να πάρη +τα βάθη της θάλασσας, και να μετρήση τον άμμο της θάλασσας και των +δενδρών τα φύλλα και να γυρίση πίσω! . . Να φύγη από τις +εβδομηνταδύο φλέβες του, να πάη στα όρη, στα βουνά, στα κράκουρα, +πίσω του ήλιου, που σκύλος δε βαδίζει· να φάη από το κρέας του, να +πιή από το αίμα του και να γυρίση στις εξηνταεννιά τ' αυγούστου!» + +Και δεν διέφερε μόνον εις τούτο από τους άλλους συντεχνίτας της η +Κυρά Παγώνα, αλλά και εις τα μέσα τα οποία μετεχειρίζετο προς +επιτυχίαν του σκοπού της. Οι άλλοι όλοι εγνώριζον ένα ή δύο μόνον +εξορκισμούς, τους οποίους κατά παράδοσιν έμαθον από άλλους +παλαιοτέρους και μετεχειρίζοντο ασυνειδήτως. Η γραία όμως διά κάθε +πάθημα, είχεν ιδιαίτερον εξορκισμόν και εις διάφορον είδος λόγου, +πεζόν η έμμετρον· εις ιάμβους είτε αναπέστους είτ' ερωταποκρίσεις, +καλούσα συνεπικούρους, πότε «τον αφέντη το Χριστό» και «την +Παναγιά τη Δέσποινα»· τον «άι Λευτέρη» και τον «άι Χαράλαμπο» και +την «αγία Βαρβάρα»· πότε συγκροτούσα συμβούλια από «κορίτσα +μονοσάνδαλα, που γελούν και χαρχατουρίζουν», και καλογήρους «που +σέρνονται τ' αχαμνά τους στη γη»· και άλλοτ' επικαλουμένη την +αντίληψιν των δαιμόνων και των αριθμών και των εβραϊκών ρητών, +συναδελφώνουσα επί των πασχόντων μελών τον σταυρόν με την +πεντάλφαν και λέξεις του «Πιστεύω» με βαρυτάτας βλασφημίας. + +Και όχι μόνον ανθρώπους ή κτήνη, ζώντα τέλος πράγματα, ήξευρε διά +των εξορκισμών της τούτων να ιατρεύη η ογδοηκοντούτις γραία, αλλά +και χωρία ολόκληρα να σώζη από φοβεράς επιδημίας. Προ ολίγου +καιρού, όταν η Ευλογιά εθέριζεν όλα τα χωρία του Κάμπου, αυτή με +τας γνώσεις της, κατώρθωσε να κρατήση αμόλυντα τα Λεχαινά. Έκραξε +σαράντα μονοστέφανες νηές και τις έβαλεν εις την αυλήν του σπιτιού +της να κλώσουν βαμπάκι. Τρία ημερόνυκτα έκλωθαν το βαμπάκι, κάτω +από την άγρυπνον επιτήρησιν και τον ακράτητον χείμαρρον των +εξορκισμών της. Έπειτα εζήτησε κερί κίτρινο, παρμένο από σαράντα +αγνά μελισσοκούβελα, εκέρωσε με αυτό τις κλωστές και μίαν +σκοτεινήν νύκτα μόνη της, έζωσεν απ' έξω την κωμόπολιν όλην κ' +έδεσε τον κόμπον εις την εκκλησίαν του αγίου Δημητρίου, του +πολιούχου. Η ζώνη εκείνη εμπόδισε την αρρώστια να εισέλθη εις την +κωμόπολιν. Εις ένα μόνον σπιτάκι κατά την Σουλεϊμανόστρατα +εξοχικόν, το οποίον δεν περιέλαβεν εις την προστατευτικήν της +ζώνην η γραία είτε από αμέλειαν είτ' εξ επίτηδες διότι είχε πάθος +με τους κατοίκους του, ευθύς την επομένην ερρίφθησαν λυσσασμέναι +αι κακόγνωμοι αδελφαί και το εξεκλήρισαν όλον. + +Από τότε όμως επιστεύθη από τους χωρικούς πως ήτο αυτή η πανάκεια +προσωποποιημένη. Εκέρδισε την εμπιστοσύνην και τον σεβασμόν όλων, +ανδρών και γυναικών κ' έτρεχον καθ' ημέραν εις το σπιτάκι της +υγιείς μετά πασχόντων, όπως εις την αγίαν Παρασκευήν οι κουτσοί- +στραβοί του ρητού. Και δεν προσήρχοντο μόνον εντόπιοι, αλλά και +ξένοι πολλοί από τα πέριξ χωρία, απελπισμένοι από τους εντοπίους +των γόητας, διά να υποβληθούν εις την δοκιμασμένην ικανότητα της +Κυράς Παγώνας. Από τούτους δε άλλοι επέστρεφον εις τα χωρία των, +διά να εκτελέσουν τας παραγγελίας της· άλλοι όμως, όσοι εκρίνοντο +έχοντες ανάγκην της αμέσου επιβλέψεώς της, έμενον εκεί, +νοσηλευόμενοι και τροφοδοτούμενοι παρ' αυτής. Τούτο προ πάντων +επέσυρε την άμετρον συμπάθειαν και τον σεβασμόν των πτωχών χωρικών +και η ομολογουμένη αφιλοκέρδεια, μετά της οποίας προσέφερεν εις +όλους τας υπηρεσίας της. Η αμοιβή της ήτο ελαχίστη, περιοριζομένη +συνήθως εις μερικά χάλκινα νομίσματα, εις ολίγ' αυγά, εις +απλοχεριές αραβοσίτου διά τις κότες της και εις διαφόρους καρπούς +κατά τας εποχάς. Κ' εκ τούτων πάλιν τα περισσεύματα εμοίραζεν εις +τους πτωχούς του χωρίου της, ελεούσα και δι' αυτού του τρόπου. +Οικογένειαν δεν είχεν ήτο καταμόναχη, μη υπανδρευθείσα εξ +ιδιοτροπίας και διαδεχθείσα εν τη επιστήμη την μητέρα της, +διάσημον του καιρού της και αυτήν. Δύο τρεις μακρυνούς συγγενείς +είχεν εις την Αχαΐαν, οπόθεν ήτο η ανέκαθεν καταγωγή της· αλλά δεν +εφρόντιζε δι' αυτούς. Ελησμόνει όπως την ελησμόνησαν . . . Αι +γυναίκες της γειτονιάς, ευγνωμονούσαι εις την αγαθότητα και τας +γνώσεις της επεριποιούντο αυτήν διαδοχικώς· αι δε παρθένοι διά να +λάβουν την ευχήν της περί καλής αποκαταστάσεως, πρόθυμοι +προσέφερον τας υπηρεσίας των, επιμελούμεναι το σπιτάκι και τον +ρουχισμόν της. Διά τούτο δεν είχε λόγον η Κυρά Παγώνα να φροντίζη +περί της παρούσης ζωής κ' εφρόντιζε μόνον περί της μελλούσης. +Κοπιάζουσα διά το καλόν των άλλων ήτο βεβαία ότι προηγόραζε μίαν +γωνίαν εις τον Παράδεισον, όπου θ' ανάπαυε μετά θάνατον την +αμαρτωλήν ψυχήν της. Και δεν ήτο βεβαίως αμαρτωλή η ψυχή της· κάθε +άλλο. Ήθελεν όμως με αυτόν τον λόγον να δεικνύη φαρισαϊκήν +ταπεινότητα η Κυρά Παγώνα. + + — Κάνω καλό για την ψυχή μου· έλεγε συχνά εις τους πελάτας της· +σαν πεθάνω να' ρχώστε να μ' ανάβετε κάνα κερί! . . + +Η Κυρά Παγώνα δεν είδεν ωρισμένην ώραν διά τους ασθενείς της. +Οποίαν δήποτε ώραν της ημέρας είτε της νυκτός, έσπευδεν ακούραστος +εις εξάσκησιν του αγαθοεργού επαγγέλματός της. Εύρισκεν ανάπαυσιν +και τέρψιν εις την τοιαύτην εργασίαν· ευχαριστείτο να βλέπη γύρω +της ασθενείς γογγίζοντας και ζητούντας την βοήθειάν της. Και τούτο +όχι διότι ήτο χαιρέκακος η ψυχή της· αλλά διότι ηναγκάζετο να +κάμνη περισσότερον καλόν και να κουράζη περισσότερον το σώμα της +το φθαρτόν, το αηδές, το οποίον έδωκεν η φύσις εις τον άνθρωπον +διά να δεσμεύη την ψυχήν του. Η γόησσα τακτικός φοιτητής της +εκκλησίας, ελεύθερος ερμηνευτής των εκκλησιαστικών κανόνων, +εφρόντιζε πάντοτε να εφαρμόζη τούτους επί του ατόμου της. Μπα· κι' +ο αφέντης ο Χριστός έτσι αγωνιζότουν κ' εκοπίαζε για τον +κόσμο! . . . + +Αίφνης παρατηρήσασα έξω, είδε νεαράν λυγερήν προσερχομένην με +μικρόν παιδίον εις τας αγκάλας. Η πελατεία ηύξανε. + + — Καλώς την Ανθή μου! εφώναξε προθύμως. + + — Καλό νάχης, θειά μου· απήντησεν η λυγερή με χαμόγελον εις τα +χείλη — το αιώνιον εκείνο χαμόγελο της χωρικής, που εκφράζει +δειλίαν και αφέλειαν συγχρόνως. + +Και διά να μη ταράξη την γραίαν εις την εξάσκησιν του έργου της η +Ανθή εκάθησεν έξω, επί του κατωφλίου της θύρας, λαβούσα επί των +γονάτων το παιδίον και φροντίζουσα να καθησυχάση το κλάψιμόν του. + +Η Ανθή ήτο ο εντελέστατος και πιστότατος τύπος μιας λυγερής του +χωρίου. Είχεν υψηλόν και ανδρικόν κάπως το ανάστημα· το στήθος +εύρωστον και προπετές· την μέσην περισφιγμένην και λυγηράν. Η +κεφαλή της ωραία, καλλιτεχνική, με ηνωμένα μαύρα φρύδια, κάτωθεν +των οποίων μάτια κατάμαυρα, γεμάτα από λάμψιν και μυστήριον +εκρύπτοντο οπίσω από μακράς βλεφαρίδας, ως εμφωλεύοντες μαγνήται· +με την μύτην κατερχομένην εύγραμμον, εις πτερύγια ομαλώς +καμπυλωτά, ανακινούμενα εις ανησυχίας στιγμήν με στόμα μικρόν, +δακτυλιδένιον στόμα, μ' ένα χαμόγελο επάνω του πάντοτε, το οποίον +ηύξανε την καλλονήν, όπως σταγών δρόσου αγνή, μαργαριταρένια +αυξάνει την καλλονήν του ρόδου — εστηρίζετο επί ευτόνου και λείου +τραχήλου, χυνομένου κανονικώς επί πλαστικωτάτου κορμού. Κ' έφερε +με χάριν επάνω της η λυγερή το χωρικόν φόρεμα: φουστάνι από +κλαδωτήν διάναν ολιγόπτυχον και σάκκον ομοιόχρωμον, αυστηρώς +σφιγμένον εις το στήθος και τους καρπούς των χειρών· την κεφαλήν +είχεν ασκεπή, με τα κατάμαυρα μαλλιά χωρισμένα επιμελώς εις την +μέσην και οπίσω επί των νώτων πίπτοντα εις δύο πλεξίδας μακράς, +ζευγαρωμένας εις τ' άκρα διά κυανής ταινίας. Απ' όλου αυτής του +σώματος του καλογραμμένου, όπως εκάθητο, και της απλής ενδυμασίας +της, πτυχουμένης εδώ κ' εκεί, επρόβαλε κάποια χάρις ελληνική, και +με τας χείρας συνηνωμένας περί το παιδίον, με την ρεμβώδη έκφρασιν +της αναμονής επί του προσώπου, εφαίνετο αρχαίας ελληνίδος άγαλμα, +ζητούσης φιλοξενίαν εις κάποιαν άγνωστον εστίαν. Ο νους της εις +οργασμόν ερεύνης διατελών, ηκολούθει την φοράν του βλέμματος, το +οποίον διέτρεχε την χαλικώδη αυλήν· το πηγάδι με τα κρημνισμένα +χείλη του δεξιά, την πυκνόφυλλον συκήν αριστερά, υψηλά την +μουχλιασμένην σκεπήν γειτονικού σπιτιού, χρυσουμένην υπό του +δύοντος ήλιου και ανεπαύετο απέναντι επί του κονιορτώδους δρόμου. +Τα παιδία της γειτονιάς, διαφόρου ηλικίας και φύλου, ποικίλων +μορφών κ' ενδυμασίας, έπαιζον εις τα _Θεμέλια του Μανώλη_ κ' +ηλάλαζον εν χαρά, κροτούντα τας χείρας, λιχνίζοντα το χώμα· άλλα +τρέχοντα εν τριποδισμώ επί καλαμίνων αλόγων ακούραστα, ως να μην +εφέροντο επί των ιδικών των ποδών· άλλα παίζοντα τ' ασήκια και +άλλα περιφερόμενα εν βομβούση και πολυταράχω συναγωγή. + + — Ιδές τα παιδάκια που παίζουν· ω, τα παιδάκια! . . . έλεγεν η +Ανθή από καιρού εις καιρόν, δεικνύουσ' αυτά εις το μικρόν διά ν' +αποσπάση τον νουν του από το κλάψιμο· — το σιγαλόν εκείνο και +αδιάκοπον κλάψιμο των μικρών, που καταθλίβει την ψυχήν του +ακούοντος κ' επιφέρει εξασθενωτικήν νάρκην, όπως η ψιλή ψιλή και +ακατάπαυστος βροχή. + +Αίφνης ανεπήδησεν η καρδία της εντός και το πρόσωπον έγεινε +κατακόκκινον. Ο Γεώργιος Βρανάς, ο λεβέντης της λυγερής, διήρχετο +τον δρόμον, πορευόμενος εις την αγοράν. Την είδεν εκεί καθημένην +κ' έρριψεν επάνω της δύο-τρία λοξά βλέμματα, χαμηλώσας την κεφαλήν +πλήρης ταραχής και αδημονίας, εντρεπόμενος και αυτός διά τούτο. +Δεν ηδύνατο όμως να κρατήση την χαράν του ο νέος· ήθελε κάτι να +είπη, αδιαφόρως δήθεν, αλλά πάντοτε προς αυτήν ν' αποτείνεται· να +δείξη ότι την παρετήρησεν, ότι ήτο ευτυχής, ω πολύ ευτυχής δι' +αυτό το συναπάντημα και θα ήτο ευτυχέστερος αν εχάνετο όλος ο +κόσμος γύρω, όλη η πλάσις, όπως δυνηθή και την πλησιάση διά μίαν +στιγμήν. Αίφνης εφάνη άλλος συνομήλικός του νέος, ερχόμενος +αντιθέτως και με την ιλιγγώδη εκείνην φωνήν του βιάζοντος εαυτόν +να λαλήση, δήθεν χαριτολογών, δήθεν ειρωνευόμενος, εφώναξε προς +αυτόν: + + — Ε, βλαμάκι! τι μου γλυκοπικρογίνεσαι; . . . + +Αλλ' ευθύς, ως ν' απεκαλύφθη ο σκοπός του, ως να επροδόθη διά της +αναφωνήσεως εκείνης, εκοκκίνησεν, εσκοτίσθη, εχαμήλωσεν ακόμη +περισσότερον την κεφαλήν κ' ετάχυνε το βήμα, στέλλων τους +χαιρετισμούς εις την καλήν του δι' αλεπαλλήλου κροταλισμού του +μαστιγίου του. + +Και ούτος όμως ο χαιρετισμός δεν ήτο δυσάρεστος εις την Ανθήν. +Έκαστος κτύπος έθιγε την καρδίαν της ευαρέστως, μακαρίως, διότι +ήτο εξομολόγησις των αισθημάτων του Γεωργίου· διηρμήνευε την ψυχήν +του αυτήν, απαλήν, τρυφεράν ψυχήν νέου χωρικού, ηγλαϊσμένην υπό +του έρωτός της. Κ' ενώ τόρα η Ανθή ανέμενεν εις τόσον άχαρι +εργασίαν την γραίαν, εις επίσκεψιν ασθενούς παιδίου, ηδημόνει, +σχεδόν ανεθεμάτιζε τον άγνωστον εκείνον ο οποίος εντός εκράτει +αυτήν τόσην ώραν! Εύρισκεν ότι αν δεν ήτο αυτός, εκείνη θα είχε +τελειώση τόρα τον επί του παιδίου εξορκισμόν της και η Ανθή θα ήτο +ελευθέρα ν' ακολουθήση απ' οπίσω τον Γεώργιον επιστρέφουσα εις το +σπίτι. Ένας ήτο ο δρόμος των, και ήτο έρημος αυτήν την στιγμήν, εν +τη σκιά της εσπέρας. Ηδύνατο λοιπόν χωρίς να παρατηρηθή από κανένα +να καμαρώση εν ανέσει το λυγερόν κορμί του νέου χωρικού. Αλλ' η +τύχη που είνε ο κυριώτερος παράγων του έρωτος, δεν τα φέρει δεξιά +εις αυτήν . . . Αχ, και να τον ήξευρε ποιος κακομοίρης ήτο +μέσα! . . + + — Πώς πάει το παιδί, θυγατέρα; Ηκούσθη αίφνης η φωνή της γοήσσης. + + — Πώς να πάη, θειά μου, απήντησεν η λυγερή, αναστρέψασα την +κεφαλήν· το έφερα κι' απόψε να ιδούμε τι θ' απογένη. + +Αλλ' αίφνης διεκόπη ιδούσα εξερχόμενον τον Νικολόν, τον υπηρέτην +και μισοσύντροφον του πατρός της εν τω μπακαλεμπορίω. Ήτο +κοντόχονδρος χωρικός, φορών άσχημα ευρωπαϊκά φορέματα εκ ριγωτού +διπλαρίου, από εκείνα που υφαίνουν αι κόραι της Ζακύνθου, κ' έφερε +την αριστεράν χείρα αναπαυμένην εντός κοκκίνου μανδηλίου, +κρεμασμένου από του λαιμού του. Εξερχόμενος ο χωρικός εγύρισε και +απέτεινεν αστείον δήθεν χαιρετισμόν εις την λυγερήν. + + — Τ' έχουμε, κυράτσ' Ανθή· δεν φοβάσαι να μην κρυώση ο κώλος +σου; . . + + — Ω, σιορ Νικολέτο! . . .είπεν αύτη, μορφάζουσα εμπαικτικώς. + +Αλλ' εθύμωσεν, αληθινά εθύμωσεν η νέα μόλις είδεν ότι αυτός ήτο +που εκράτει τόσην ώραν την Κυρά Παγώνα κ' έγεινεν αιτία να μην +απολαύση περισσότερον την όψιν του αγαπημένου της. Πάντοτε ο +Νικολός ήτο ο κακός δαίμων του έρωτός της. Φαίνεται ότι είχεν +εννοήση κάτι και πάντοτ' επέβλεπε τα κινήματα της Ανθής· πάντοτε +διά της παρουσίας του, είτ' εκ προμελέτης είτε τυχέως, παρενέβαινε +μεταξύ των βλεμμάτων αυτής και του Γεωργίου. Μίαν μάλιστα φοράν, +την πρώτην φοράν που ηθέλησε να ομιλήση από το παραπόρτι του κήπου +εις τον Βρανάν, ν' αλλάξουν δύο λόγια διά να ελαφρώση η πονεμένη +των καρδιά, μόλις ήνοιξε το στόμα της κ' αίφνης, εις την μέσην του +ερήμου δρόμου εφάνη αυτός ο Χονδρονικολός, σαν να τον έφερεν ο +διάβολος εμπρός των . . . Να χαθή ο συχαμένος, να χαθή! . . . + + — Όλο για τον Νικολό κλώθεις . . . άμ' θάρθ' η ώρα! . . είπεν η +Κυρά Παγώνα προς την Ανθήν, πονηρώς χαμογελώσα. + +Κ' επλησίασε το παιδίον, αποπειρωμένη ν' ανοίξη το στόμα του. Αλλ' +είχε τόσο παράδοξον όψιν η γεροντική μορφή της, με τας βαθείας και +πολυγράμμους ρυτίδας, τας ψαράς και κατσαράς τρίχας των κροτάφων, +το μαύρον φακιόλι διά του οποίου συνεκράτει επί της κεφαλής το +φέσι, τ' οξύ και ανεστραμμένον πηγούνι και με τα μεγάλα +ματογυάλια, των οποίων τα άρθρα μόλις συνεκράτουν πολύχρωμα νήματα +επί της πρισμένης της μύτης, ώστε το παιδίον ετρόμαξε κ' έκρυψεν +εις τον κόλπον της Ανθής την κεφαλήν του. + + — Ουμ! εψιθύρισεν η γραία μορφάζουσα· δίχως φίλεμμα τίποτα δεν +κάνουμε. + +Η Κυρά Παγώνα εγνώριζεν εκ πολυχρονίου πείρας, διά τίνος μέσου +πείθονται τα μικρά να δεικνύουν τα πάσχοντα μέλη των και να +υποφέρουν κάποτε τον πόνον αγογγίστως. Εφρόντιζε ν' αποθηκεύη +πάντοτε διάφορα γλυκίσματα και καρπούς, όσους η γεροντική της +όρεξις και τα δόντια δεν ήσαν ικανά να καταλύσουν. Αφίσασα προς +στιγμήν το παιδίον μετά της Ανθής, εισήλθεν εις το σπίτι και +ήνοιξε μικρόν κιβώτιον από του οποίου οσμή μοσχοβολούσα ανέβη, +κεντήσασα την μύτην της εις ελαφρόν πτάρνισμα. Εις το βάθος του +κιβωτίου υπήρχον διάφοροι καρποί: μήλα με σιγαρόχαρτον επιμελώς +τυλιγμένα· κυδώνια μαραμένα όχι ολιγώτερον της ιδικής της μορφής· +καρύδια σκορπισμένα και αμύγδαλα και σωροί σταφίδος. Η γραία έλαβε +χούφταν καρυδίων κ' επέστρεψε προς το παιδίον, κροταλίζουσα αυτά +εις την παλάμην. + + — Έλα, καλώς το· είπε με θωπευτικήν φωνήν. + +Το παιδίον έστρεψε την κεφαλήν εις τον κροταλισμόν και διά των +καρυδίων και των λόγων της, επείσθη ν' ανοίξη το στόμα του. + + — Πάει να στρίψη· εψιθύρισεν η γραία, βλέπουσα μετά προσοχής. + +Το στόμα του παιδίου έπασχε προ ημερών από άφθας, τα υπόλευκα +εκείνα φακοειδή ογκίδια, τ' απαντώμενα συχνά κατά την παιδικήν +ηλικίαν. Η Κυρά Παγώνα διέγνωσεν ασφαλώς το πάθημα και από δύο +ημερών εξώρκιζεν αυτάς καθ' εσπέραν. Και ενώ πριν το μικρόν δεν +ηδύνατο καθόλου να κινήση το στόμα του, ούτε να δεχθή τίποτε εντός +αυτού, τόρα αφότου ανέλαβε την θεραπείαν η γραία, εβελτιώθη +σημαντικώς η θέσις του. Δεν έμενεν ακόμη παρά η εσπέρα εκείνη διά +να συμπληρωθή το τριήμερον, το οποίον απαιτείται διά ν' αποβή +αποτελεσματικός ο εξορκισμός. + +Η Κυρά Παγώνα, πιστή εις τα σωτήρια μέσα της, ήλθε φέρουσα +ποτήριον γεμάτον νερού εις την αριστεράν χείρα και εις την δεξιάν, +εις σχήμα τρικηρίου, τρεις αναμμένες κληματόβεργες εφτάκομπες. Η +γραία εφρόντιζε δι' όλα ταύτ' από πριν και τ' αποθήκευεν εις τα +ερμάριά της. Το νερόν έπερνε πάντοτε αμίλητο την αυγήν, κρατούσα +οπίσω τας χείρας μετά του αγγείου, όπως και τα διάφορα κούτσουρα, +τα καιόμεν' αδιακόπως εις την γωνίαν της, εσύναζε κατά νύκτας +σεληνοφωτίστους ή σκοτεινάς, ξηράς ή βροχεράς, αναλόγως των +παθήσεων διά τας οποίας της εχρησίμευον. Τα ζώα τα συρόμενα επί +της γης και τα πτηνά τα διασχίζοντα τους αιθέρας· τα κολυμβώντα +εις τα νερά και τα διαβιούντα εις τους βάλτους ή τα κουφώματα των +δένδρων και τας σχισμάδας των πετρών· πάντα τα ξύλα και τα φύλλα· +τους χυμούς και τας ρίζας και τους καρπούς· τους ανέμους όλους· +τον ήλιον και την σελήνην και τους αστέρας· τους μαύρους της +νυκτός πέπλους και τας μεσημβρινάς ώρας του καλοκαιρίου· τας +διαφόρους φάσεις της σελήνης και τον χάλυβα και το πυρ και το +χρώμα των εικόνων και το λάδι των κανδηλών, όλα κατώρθωνε να τα +καθυποτάσση η μάγισσα, ν' αλλάζη την φυσικήν των ιδιότητα, να +εξάγη και από τα κακοποιά ακόμη, αγαθά αποτελέσματα διά την +ανθρωπότητα. + +Η Κυρά Παγώνα επροχώρησε πλησίον του πηγαδιού, μακράν της νεάνιδος +και του μικρού κ' εστάθη κάτω της σκοτεινής συκής ακίνητος, μόλις +τα χείλη ανακινούσα εις ψιθυρισμόν του εξορκισμού και ατενίζουσα +τον ουρανόν. Ο ήλιος μόλις προ μικρού είχε δύση και ο ουρανός +έλαμπεν όλος, ελεύθερος συνέφου, καταγάλανος υπό της ανταυγείας. +Μόλις πού και πού, εις το αργυρόν ημίφως, ανεφαίνοντο αστέρες +τινές ευάριθμοι, με λευκόν υποτρέμον φως ακόμη, εκ της ατελούς του +ήλιου αφανείας. Η μάγισσα ηρεύνησεν εδώ κ' εκεί τον ουρανόν, +σοβαρά και συλλογισμένη, ως Χαλδαίος θέλων να εμβαθύνη εις τα +μυστήρια της φύσεως. Αίφνης η όψις της ηγαλλίασε και το βλέμμα της +προσηλώθη ατενές εις τον Πολικόν αστέρα, τον αστέρα τούτον των +ναυτιλλομένων και των μαγισσών. + + — Τ' άστρι της Κλαδευτήρας κι' ο γιος μου ο γιόκας μου, να +πάρουνε την άφτρα, την αρχόντισσα· εψιθύρισε με χαμηλήν φωνήν. + +Κ' εβύθισε την μίαν κληματόβεργαν εντός του ποτηρίου. Ηκούσθη +βραχύς συριγμός εκ της επαφής της φωτιάς και του νερού και η γραία +έρριψε την κληματόβεργαν σβυσμένην άνω του ώμου της, προς τα +οπίσω. + + — Τ' άστρι της Κλαδευτήρας κι' ο γιος μου ο γιόκας μου, να +πάρουνε την άφτρα, την αρχόντισσα! επανέλαβε πάλιν, στραφείσα εις +αντίθετον διεύθυνσιν. + +Κ' έσβεσε την δευτέραν κληματόβεργαν. Αφού δ' έπραξε το αυτό και +διά την τρίτην η Κυρά Παγώνα έφερε το νερόν κ' επότισε το παιδίον. + + — Τις γείτσες σου! επευχήθη. + +Και χωρίς να προσέξη εις τας ευχαριστήσεις και τας θερμάς δεήσεις, +όσας η νεάνις ευγνωμονούσ' απηύθυνεν εις τον Παντοδύναμον διά την +ψυχήν της, η Κυρά Παγώνα έλαβεν από του παραθύρου μικράν μαύρην +χύτραν κ' επλησίασε το παιδίον. Διότι εκτός των εξορκισμών της η +γραία εις πολλάς παθήσεις εδέχετο συνεπικούρους και αλοιφάς και +φάρμακα διάφορα της δημώδους φαρμακευτικής. Το μικρόν +κατακαπνισμένον σπιτάκι της δεν ήτο μόνον θεραπευτήριον, αλλά και +φαρμακείον και βοτανών αποθήκη. Εντός τριών χαμηλών ερμαρίων +περιέκλειε πάντοτε δέσμας απεξηραμμένων φυτών τα οποία αυτή +ανεκάλυψε· ρίζας βαρυόσμους, των οποίων την θεραπευτικήν δύναμιν +αυτή μόνη εγνώριζεν· εργαλεία χειρουργικά, κατεσκωριασμένα εξ +αιμάτων και πύου· έμπλαστρα διαφόρου μεγέθους, τολύπας βάμβακος +και ξαντού. Μικρά υέλινα δοχεία εφύλασσον επιμελώς το βάλσαμον, τα +μεταξώδη εκείνα λευκά πούπουλα, τ' αποσπώμενα από του στήθους των +αγριοχήνων και ικανά να κρατήσουν το ορμητικώτερον ρεύμα του +αίματος και να επουλώσουν πάσαν πληγήν, κατά τας ιδέας της +δημώδους ιατρικής. Χύτραι μικραί μετά μεγάλων, κατά διαφόρους +στιβάδας, έφερον διάφορα εκχυλίσματα και βάμματα και αλοιφάς +ικανάς να κατατρώγουν τας σαπιμένας σάρκας, να ρευστοποιούν τα +κόκκαλα, ν' αποσυνθέτουν τας τρίχας, να διαχωρίζουν τους υμένας, +να ισοπεδώνουν και τας πλέον παλαιωμένας υπερσαρκώσεις. Η χύτρα +την οποίαν εκράτει τόρα η Κυρά Παγώνα είχε ροδόμελην, τον +υπόξανθον εκείνον και γλυκάζοντα πολτόν, τον οποίον μόνη +κατεσκεύαζε ανακατεύουσα μοσχοκάρυδα και συκάμινα μετά φύλλων +ρόδου και μέλιτος και όξους και αποβράζουσα εν χωματίνω αγγείω. +Δι' αυτής η γραία, της στυπτικής και καυτηριώδους αλοιφής, επέχριε +μετά τον κατάλληλον εξορκισμόν τους πάσχοντας λαιμούς και τας +άφθας. + +Μόλις η Κυρά Παγώνα επεράτωσε την επίχρισιν του στόματος του +παιδίου και η Ανθή εσηκώθη να φύγη. + + — Όχι· κάτσε, καϋμένη, λιγάκι· είπεν η γραία με θωπευτικήν φωνήν· +θα σου 'πω γι' αυτό που συλλογιέσαι. + +Και την ητένισε με βλέμμα παραδόξου εκφράσεως, μ' ένα χαμόγελο +σατανικόν εις τα χείλη, το οποίον εκάρφωσεν επί του κατωφλίου την +λυγερήν. Εντροπή κατέλαβεν αίφνης αυτήν και η καρδία της ήρχισε να +βροντοκτυπά εν προσδοκία υψίστη. Δι' αυτό που συλλογίζεται θα της +ομιλήση αληθινά! Ρίχνει λοιπόν εις τ' άστρα η Κυρά Παγώνα και +μανθάνει τα κρυφά συναισθήματα των ανθρώπων! Πώς ήτο δυνατόν να +γνωρίζη εκείνο που αυτή συλλογίζεται κατ' εκείνην την στιγμήν! +εκείνο που έχει εις της καρδίας τα βάθη και δεν τολμά ουδ' αυτή η +ιδία να φέρη εις τα χείλη της! Και τι τάχα θα της είπης τι μέλλει +ν' ακούση από το στόμα εκείνο που δεν ανοίγει παρά μόνον διά να +τινάξη ορμαθόν εξορκισμών. Τι μέλλει ν' ακούση περί του αγαπημένου +της; Ήτο αληθινά περίεργος να μάθη. Εφοβείτο όμως μήπως ομιλήση +πολύ ελευθέρως περί του Γεωργίου, περί του έρωτός της η γραία κ' +εκυμαίνετο μεταξύ της ιδέας να μείνη και να μη μείνη, προτιμώσα το +έν και το άλλο διαδοχικώς. + + — Όχι, θα πάω, θεια μου· θα πάμε 'ς` το πανηγύρι αύριο κ' έχουμε +δουλιές· είπε πηδήσασα αίφνης ορθία. + + — Τα βαφτίσια θάχετε; + + — Ναι. + +Αλλ' ενώ έλαβε την απόφασιν να φύγη εκοντοστέκετο μετανοούσα κ' +ευχομένη όπως την κρατήση η γραία και της ομιλήση δι' εκείνο που +της υπεσχέθη εις την αρχήν. Η Κυρά Παγώνα εμάντευσεν ευθύς την +παλιμβουλίαν της λυγερής κ' εχαμογέλασε προσβλέπουσα αυτήν +σταθερώς. Η Ανθή εθύμωσε διά τούτο κ' εκοκκίνησεν ακόμη +περισσότερον, εννοήσασα ότι απεκαλύφθη η αδυναμία της. Μα πώς τα +μαντεύει αυτά που έχει σφαλισμένα μέσα της, η μάγισσα! ε; + + — Άκουσε, κόρη μου· το καλό που σου θέλω, ν' αφήσης αυτήν την +πετριά· ο Νικολός είνε γαμβρός κι' όπου καλό μου θέλει! + +Έτσι απήντησεν η Κυρά Παγώνα εις την ενδόμυχον εκείνην ερώτησιν +της λυγερής. Και το γραώδες ερευνητικόν βλέμμα της έφερεν άνω κάτω +τον νουν της παρθένου. Πετριάν; ποίαν πετριάν έλεγεν η γραία; +Μήπως επρότεινεν εις αυτήν ν' ανταλλάξη τον Γεώργιον με τον +Νικολόν; + + — Αφ' ς τα λόγια, θεια Παγώνα! εψιθύρισεν η λυγερή εν αδημονία. + + — Γιατί, θυγατέρα; του σπιτιού σας άνθρωπος ο Νικολός! + +Η Ανθή έμεινε κατάπληκτος εις το επιχείρημα τούτο. Δεν το είχε +σκεφθή ποτέ πριν ότι ο Νικολός, ένα εξευτελισμένον μπακαλόπαιδο, +ηδύνατο να έχη δικαιώματα επ' αυτής, απλώς και μόνον διότι ήτο +άνθρωπος του σπιτιού της. Αλλ' η Κυρά Παγώνα ήρχισε να υποστηρίζη +ότι τούτο ήτο αρκετή υποχρέωσις. Και μετ' ολίγον ανέλαβε πρόσωπον +προξενητρίας και ήρχισε να ομιλή με σοβαρότητα αξίαν του θέματος, +περί του μέλλοντος γαμβρού, πλουτίζουσα αυτόν με παντός είδους +αρετάς· ευρίσκουσα χάριν και κομψότητ' απαράμιλλον εις όλα: εις το +κοντόν ανάστημα, την εξέχουσαν κοιλίαν, την κολοκυθένιαν μύτη, το +εξανθηματικόν πρόσωπον του Νικολού. + +Αι προξενήτριαι έχουν την χάριν του λόγου και την πειστικότητα +φυσικήν, ως να εγεννήθησαν επίτηδες δι' αυτό το έργον. Έχουν +πάντοτε την καλωσύνην να ομολογούν ότι αυταί είνε οι μόνοι +καλοθεληταί των ανθρώπων. Κοπιάζουν, όχι διά τίποτε άλλο παρ' +απλώς διά να κάμουν ένα καλό που περνά από τα χέρια των, εις τους +προξενευομένους. Βλέπουν τον γαμβρόν τόσον καλόν· γνωρίζουν την +νύμφην τόσον αγαθήν κ' έχουν πεποίθησιν ότι αυτοί οι δύο θα κάμουν +ένα αγγελικόν ανδρόγυνον. Διατί λοιπόν, Θεέ μου και Κύριέ μου, να +μη φροντίσουν να το τελειώσουν! Θα κάμουν ένα καλό, μεγάλο καλόν +εις τους νέους, εις τας οικογενείας των και θ' αναπαύσουν και +αυταί την ψυχήν των. — Διότι πάντοτ' αι προξενήτριαι διά την ψυχήν +των εργάζονται. Μία γωνία εξασφαλισμένη από πριν εις τον +Παράδεισον είνε μικρόν πράγμα; Η ιδέα μόνη ότι θα ζη η ψυχή μεταξύ +πτερωτών αγγέλων και θα πλανάται αμέριμνος και ήσυχος εις τερπνούς +λειμώνας, μεταξύ αγνών εκ γάλακτος και μέλιτος ποταμών, αντί να +διαιτάται μαζί με κερασφόρους δαίμονας και δυστυχείς αμαρτωλούς, +δεν είνε αρκετή αμοιβή διά μίαν αμαρτωλήν προξενήτριαν; Χωρίς να +υπολογήση κανείς και τα υλικά κέρδη εις τον επάνω κόσμον· τα δώρα +που θα της προσφέρουν η νύμφη και οι συγγενείς και ο γαμβρός, άμ' +αποπερατωθή το συνοικέσιον. Και τροχίζουν αι γραίαι την γλώσσαν +των και κινούν τους πόδας και τρέμουν από του ενός εις το άλλο +σπίτι· από του ενός ενδιαφερομένου εις τον άλλον ακούραστοι, μ' +ένα μυστηριώδες ύφος, με την εχεμύθειαν επί του προσώπου +ζωγραφισμένην και λέγουν και όλο λέγουν. Σφυρηλατούν τους λόγους +των μετά μεγάλης δεξιότητος· προφέρουν τας φράσεις των μετά +μειλιχίου τόνου και δίδουν εις αυτάς, εν αγνοία των ίσως, ύφος +άντικρυς αντίθετον προς την χωρικήν αυτών και αγροίκον ιδιότητα. +Αι περίοδοι της ομιλίας των άλλοτε είνε έντονοι· άλλοτε εις +αδύνατον ψιθυρισμόν απολήγουσαι, κατά τας περιστάσεις πάντοτε και +την εντύπωσιν την οποίαν είνε ανάγκη να προξενήσουν εις τους +ακούοντας. Αι λέξεις εξάγονται συνεσφιγμέναι από τα χείλη των +συνδεδεμέναι αρρήκτως η μία μετά της άλλης, ώστε το υποθετικόν «αν +πάρη» ο προξενευόμενος να εκλαμβάνεται παρά των συγγενών της +νύμφης ως «αμπάρι» — δηλαδή αποθηκών σίτου και κριθής κάτοχον τον +γαμβρόν των. Κ' ενώ ομιλούν αίφνης προς την μητέρα με μυστικότητα, +προσβλέπουν και την κόρην με βλέμμα συμπαθείας, προστασίας +περισσής, ως να της λέγουν ότι δι' αυτήν κοπιάζουν και της έχουν +ένα καλόν γαμβρόν, — καλόν σαν το χρυσάφι και ωραίον σαν το +βασιλόπουλο! . . . + +Έτσι ωμίλει τόρα και η Κυρά Παγώνα εις την λυγερήν. Με ποιητικήν +έξαρσιν η οποία εζωογόνει κάπως το μαραμμένον πρόσωπόν της· με +μάτια σουβλερά κ' εκφραστικά· με κινήσεις των χειρών παραστατικάς +και διά ζωηρού λόγου, γεμάτου από θελκτικάς εικόνας της ζωής, +κατεπλούτιζε το είδωλόν της κ' επέμενε ν' αναστηλώση τούτο επί της +καρδίας της παρθένου. + +Αλλ' γραία πολύ εβράδυνε να έλθη. Την θέσιν κατείχεν άλλο είδωλον, +αγνόν και άσπιλον είδωλον, και όχι εκείνο το ευτελές και +παλαιωμένον, το οποίον περισσότερον έκαμνον απαίσιον αι βαφαί και +οι ψευδείς λίθοι, με τους οποίους το εστόλιζεν η προξενήτρια. Η +Ανθή ήσυχος, έχουσα την ψυχήν πλημμυρισμένην από τον έρωτα του +Γεωργίου, γνωρίζουσα την καρδίαν της απροσπέλαστον εις πάσαν +επιβουλήν, είχεν όρεξιν κατ' αρχάς να γελάση, ακούουσα τους +φουσκωμένους λόγους της Κυράς Παγώνας και από καιρού εις καιρόν +έλεγε με εμπαικτικόν θαυμασμόν: + + — Έτσι ε, θεια μου! . . + +Aφού όμως είδεν ότι εκείνη επέμενεν εις τον σκοπόν της, ήρχισε να +καταστενοχωρήται. Τα στήθη της εξωγκούντο από αγανάκτησιν διά το +άσχημον εκείνον άτομον, το οποίον η προξενήτρια κατεφόρτωνε με όλα +τα χαρίσματα και μετέβαλλεν εις υπερφυσικήν τελειότητα. Αν δεν +εγνώριζε καλά τον Νικολόν, μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών, +θα τον παρεδέχετο ως αυτό το βασιλόπουλον του παραμυθιού, που +εφανερώνετο εκάστην νύκτα, αστράπτον εις καλλονήν και +χρυσοϋφάντους στολάς, εμπρός εις την έπληκτον βοσκοπούλαν. Τόσον +τεχνικοί και πειστικοί ήσαν οι λόγοι της Κυράς Παγώνας! Αλλ' εις +την Ανθήν δεν έκαμνον άλλο παρά να φανερώνουν την επιτηδειότητα, +την οποίαν είχεν εις το ψεύδος η γόησσα. Κ' επειδή πριν, όπως και +οι άλλοι χωρικοί, εθεώρει αυτήν είδος αγίας, άμωμον καθ' όλα και +ανελλιπή, αψευδή τύπον χριστιανής, τόρα εξεπλήσσετο, διότι την +εύρισκεν άλλην. Από αυτήν, καθό φίλην της αληθείας, σχεδόν +απόστολον του θεού επί της γης, του θεού που τιμωρεί το ψεύδος, +επερίμενεν η λυγερή ν' ακούση επαίνους μάλλον περί του Γεωργίου, +αν υποτεθή ότι εγνώριζέ τι, και όχι περί του Νικολού. Ποιος +ημπορεί να ειπή ότι το φεγγάρι λάμπει καλήτερα από τον ήλιον; +Έλεγον όλοι ότι αυτή θέλει ν' ακούη τα σύκα-σύκα και την σκάφην- +σκάφην· διατί τάχα δεν θέλει και να τα λέγη; . . . + + — Άφ' ς τα, θεια Γιάννου . . .πάψε πια! . . είπε τέλος προς την +γραίαν με μορφασμόν, ως να έλεγεν ότι την αηδίασε. + + — Γιατί, θυγατέρα; δε σ' αρέσει ο άγγουρος; + +Και η γραία έλαβεν αίφνης απαισίαν έκφρασιν, εκείνην που λαμβάνουν +πάντοτε τα μαραμμένα λαδικά, όταν προσβληθούν· — έκφρασιν οργής +και χλεύης και χαιρεκακίας και απειλής συγχρόνως. Η ατυχής +παρθένος ευθύς εσυμμαζεύθη, φοβηθείσα μήπως η αγανάκτησις την +έκαμε να υπερβή τα όρια του σεβασμού, τον οποίον ώφειλε να τηρή +προς την γραίαν μάγισσαν. Εγνώριζεν ότι η οργή τοιούτου πλάσματος +δεν είνε ακίνδυνος διά τους ανθρώπους και κατ' εξοχήν διά τας +γυναίκας. Καλήτερον να έχη κανείς να κάμη με τον διάβολον παρά με +τοιαύτα όντα. Η Κυρά Παγώνα ηδύνατο αν ήθελε να εκδικηθή αυτήν, να +καταστρέψη όλην της την τύχην να μαράνη όλην της την ζωήν. Τι θα +έχανε τάχα; Ένα λόγον ήρκει να εκστομίση, από εκείνους που έχει +εις την κατοχήν της και προ των οποίων αι ασθένειαι κρημνίζονται +φοβισμέναι εις τα σκοτεινά λαγκάδια και τα σπήλαια, μακράν των +ακτίνων του ηλίου· ένα κόμβον να δέση, είτ' ένα καβαλιστικόν +ψηφίον να χαράξη εις το τρίστρατον κ' ετελείωναν όλα διά την +Ανθήν. Από εύμορφην, όπως εσυνείθισαν να την θεωρούν όλοι εις την +κωμόπολιν, θα την έβλεπον πλέον δυσειδή και φρθειριώσαν και κανείς +δεν θα ήθελε την σχέσιν της. Ούτε οι γονείς της· ούτε αυτός ο +Γεώργιος! . . . ο Γεώργιος Βρανάς του οποίου και την ζωήν ήτο +ικανή να επιβουλευθή η γραία, αφού εγνώριζε την αγάπην των! Και +εις την σκέψιν αυτήν ανετριχίασεν ολόκορμος η λυγερή κ' εσκέφθη να +ζητήση τρόπον συμβιβασμού. + + — Καλός και τίμιος είνε, εψιθύρισεν εντροπαλή κάπως· μα εγώ δεν +είμαι σε καιρό ακόμη. + + — Ποιος το λέει; είπεν η Κυρά Παγώνα γελώσα απαισίως· άμ' έννοια +σου, καλότυχη, κι' ο κύρις σου τα τέλειωσε . . . + +Η Ανθή επήδησεν εις την τελευταίαν λέξιν, εξαφνισθείσα. + +Ητένισε την γραίαν με βλέμμα οργίλον και αρπάσασα εις την αγκάλην +το παιδίον έφυγε δρομαία εκείθεν. + +Η Κυρά Παγώνα εξεκαρδίσθη γελώσα και κινούσα την κεφαλήν μ' +έκφρασιν πίστεως ακραδάντου εις τα θελήματα και τας δυνάμεις της. +Φθάνει να το θελήση αυτή και τότε βλέπουμε! . . Έπειτα στρέψασα +και ιδούσα τ' ασπρόρρουχα, ακόμη απλωμένα εις μίαν γειτονικήν +αυλήν, εφώναξε με φωνήν επιπλήττουσαν: + + — Μωρή Μαρία, Μαρία! . . . Έβγα, μωρή, γλήγορα να μαζώξης τα +ρούχα! Θ' αστερωθούν, κακομοίρα και θα γιομίσετε εξανθήματα! . . . + + + + +Β' + +Ο ΔΙΒΡΙΩΤΗΣ + + + + — Τι παιδί, τι έξυπνο παιδί! . . . + +Ήτο συχνή αναφώνησις θαυμασμού, η αναφώνησις αυτή του κυρ +Παναγιώτη Στριμμένου διά τον Νικολόν Πικόπουλον, τον υπηρέτην του +καταστήματός του. Και τόρ' ακόμη ενώ εκάθητο συμμαζεμένος όπισθεν +του πάγκου του, παίζων εις την μίαν χείρα το μακρύ κομβολόγι του, +σύμβολον του εν Πελοποννήσω αρχοντολογίου — και με την άλλην +κρατών την κεφαλήν του, τας αυτάς στερεοτύπους ιδέας εγύριζεν εν +τω εγκεφάλω του και τας αυτάς λέξεις εις τα χείλη του: + + — Τι παιδί, τι έξυπνο παιδί! . . . + +Και αληθινά ήτο έξυπνον παιδί ο μεσόκοπος ούτος Διβριώτης. Ο γέρων +εβεβαιούτο ατενίζων το ενώπιόν του ογκώδες κατάστιχον, το +κατεσχισμένον και απόζον εξ όλων των ειδών του εμπορίου, αλλά +πλήρες αριθμών και ονομάτων και το πλήθος των πέριξ του +πραγματειών. Από της οροφής εκρέμοντο εις πυκνάς τάξεις μαντήλια +διαφόρων χρωμάτων και ζεύγη τσαρουχίων· ζεύγη καλτσών· σελάχια· +ζωνάρια μάλλινα διά τους φουστανελοφόρους· καπιστράναι και αλύσεις +διά τους ίππους· φέσια και ψιαθωτά σκιάδια· ένα πιτούρι ανδρικόν +εδώ με ανοικτά σκέλη· ένα κοντογούνι γυναικείον εκεί με απλωμένας +αγκάλας, υπόλευκον εκ της πολυκαιρίας· κ' εναλλάξ πλέκτραι +κρομμύων, δέσμαι ξυλοκανάτων και ξυλοπινακίων και απεξηραμμέναι +ρίζαι εντός χαρτοδεμάτων. Ανά τας γωνίας παρετάσσοντο επιδεικτικώς +επί υψηλών κιβωτίων σάκκοι ζάχαρης και καφέ, σησάμου και ορύζης, +αμυγδάλων και φακής, φασολίων και ριζαρίου με τις σέσσουλες εντός. +Μίαν πλευράν κατείχε το καπνοπωλείον, διά πολυχρώμων χαρτίνων +κροσσών φιλοκάλως διεσκευασμένον· με μαρμάρινον επίστρωμα επί του +πάγκου και την ζυγαριάν αποστράπτουσαν εκ της καθαριότητος, και +τας πυραμίδας του καπνού, χρυσιζούσας και πεντοβολούσας +προκλητικώς επί των ραφίων. Ετέραν πλευράν κατείχον τα +οινοπνευματώδη ποτά, με μίαν στοίβαν χρωματιστών βαρελίων εις την +άκραν· με τα ράφια πλήρη φιαλών μακρολαίμων, επιδεικνυουσών +ποικιλίαν χρωμάτων κ' ένα μεγάλον καθρέπτην εις το μέσον διά να +καθρεπτίζωνται οι προσερχόμενοι και δίδουν αρειμάνιον ήθος εις το +αναμμένον υπό του ποτού πρόσωπόν των οι λεβέντες· μ' ένα πάγκον +εμπρός πλήρη φιαλών στρογγύλων και ποτηρίων και νερών αφθόνων. Εις +την τρίτην παρετάσσοντο επί των ραφίων τα λεπτά είδη του εμπορίου: +πανία και κασμίρια· χάρτινοι κύλινδροι με χρυσές επιγραφάς και +χρωματιστάς ταινίας· δοχεία κιννίνης και φιαλίδια ενέχοντα πολλάς +φαρμακευτικάς ουσίας· ραβδίσκοι γιάμπελης και δέσμαι βουρτσών και +η κάσσα πλησίον και τα κατάστιχα. Εις την προς τον δρόμον τέλος, +ανοικτήν όλην, εξετίθεντο όλα τα χονδρά είδη της μπακαλικής. Και +τι εδείκνυον ταύτα, παρά την ακμήν του καταστήματός του; Τι +εμαρτύρουν παρά την εμπορικήν ικανότητα του Νικολού; Ο κυρ +Παναγιώτης ηδύνατο ανερυθριάστως να τ' ομολογήση ότι η ακμή αυτή +δεν ήτο ιδικόν του δημιούργημα· ότι δεν συνεισέφερεν ούτος άλλο τι +παρά το χρήμα. Αλλά και το χρήμ' αυτό πώς επολλαπλασιάσθη κ' +έγεινε τόσον, ώστε να επαρκή τόρα εις το ανοικτόν εμπόριόν του, +παρά διά της αξίας του Πικοπούλου; Τι τάχα; είνε ανάγκη να τα λέγη +κανείς! Ο Στριμμένος ήτο όπως όλοι οι εντόπιοι έμποροι: νωθρός, +ολιγαρκής, ασκών το πνεύμα του μάλλον εις χονδράς ευφυολογίας, εις +αστειότητας κενάς ή εφευρέσεις κακολόγους διά τους ομοίους του· +παρά εις εμπορικά τερτίπια. Παρεδέχετο ότι δεν ήτο προωρισμένος +διά τοιαύτα πράγματα! Δεν του ήρεσεν ο θόρυβος του εμπορίου· +εκείνη η διψαλέα και ωσεί εξ ενέδρας διαρπαγή του χρήματος και η +αδιάκοπος βήμα προς βήμα πάλη μεταξύ των συναδέλφων του. Τον ήθελε +τον κυρ Παναγιώτην αυτός. Άλλην μίαν φοράν δεν τον εγέννα η μάννα +του. Ηγάπα το κέρδος, δεν είνε ζήτημα· αλλά πολύ περισσότερον +ηγάπα την ησυχίαν του. Άλλως τε το κέρδος ήρχετο τότε μόνον του. +Ήρκει να κρεμάση κανείς μίαν ζυγαριάν, να ράψη ένα κατάστιχον και +ν' ανοίξη ολίγον το χέρι του εις τους χωρικούς διά να κάμη την +δουλειάν του. Οι χωρικοί τρέχουν εις τα δάνεια όπως οι πεταλούδες +εις το φως! + +Αλλ' εις την ανάμνησιν αυτήν φρικίασις εκυρίευσε τον γέροντα και +προσήλωσεν επιμονώτερον τα μάτια επί των πραγματειών, θέλων να +λησμονήση τους παλαιούς εκείνους καιρούς. Όχι· ο κυρ Παναγιώτης +δεν ήτο πλέον ο προ εικοσαετίας νωθρός και ολιγαρκής έμπορος. Παρά +την ηλικίαν του, το σώμα κατείχετο υπό πυρετού ενεργείας τόρα, το +δε πνεύμα του έτρεχεν ακούραστον κ' εν δαιμονιώδει φορά κατόπιν +του κέρδους. Εβαρύνετο πλέον το στάσιμον και βραδύ εμπόριον +απέστεργε μετ' αηδίας την εποχήν, ότε μόνος διηύθυνε το κατάστημά +του. Τι να ενθυμηθή κανείς και να μην αηδιάση; Το μαγαζί του ήτο +μικρόν τότε, μόλις το ήμισυ του σημερινού, με τοίχους γυμνούς και +απόζοντας υγρασίας· με τας γωνίας ανεσκαμμένας υπό των ποντικών με +την οροφήν πλήρη αραχνών· με δεμάτια τινά γλυκορρίζης και πλατείας +ταινίας κρεμαμένας από γωνίας εις γωνίαν χιαστί διά ν' αναπαύονται +οι μύγες και μη ταράττουν τους περί μακαριότητος συλλογισμούς του. +Ένα ράφι μόνον έφερε κατασκονισμένα τινά φιαλίδια μετά πηλίνων +πινακίων κ' ένας πάγκος δύο τρεις φιάλας μισοσπασμένας, εντός των +οποίων εφυλάσσετο οινόπνευμα, το οποίον έχασε και χρώμα και οσμήν +εκ της πολυκαιρίας. Τα συνήθη είδη του εμπορίου του ήσαν η ζάχαρη +εις δεκάλεπτα χάρτινα χωνία, μετά περισσής φιλοκαλίας τυλιγμένα· +το θειαφοκέρι, των εννιά αδερφών το αίμα, η θεριακή, η γιάμπελη, η +θειάφη προς χρήσιν των βρεφών· η αλογόπετρα· είδη τινά της βαφικής +και η κάμφουρα. Η δε πελατεία του συνέκειτο από τα μικρά παιδία, +τα οποία τον ηπάτων πολλάκις διά κιβδήλων νομισμάτων κατατρώγοντα +τα ξηρά σύκα του· και από τας μαίας και ιάτρισσας εις τας οποίας +εχορήγει ευκολίας και πιστώσεις. Και όμως ήτο πολύ ευτυχής αν +εκέρδαινε μία σβάντζικα την ημέραν! + + — Ε, γυναίκα· βγάλαμε σήμερα το ψωμί μας· αύριο έχει ο θεός· +έλεγεν επιστρέφων το εσπέρας εις το σπίτι του. + +Τόρα όμως ηπόρει και αυτός πώς συνέβαινε τούτο. Εγέλα διά την +εμπορικήν του εκείνην ελαφρότητα· επείσμωνε μάλιστα πολλάκις διότι +δεν εγνώρισε να ωφεληθή από την περίστασιν. Ήτο εποχή τότε! Ο +συναγωνισμός εκοιμάτο και μαζί μ' αυτόν έρρεγχον μακαρίως και οι +γεννάδαι έμποροι της κωμοπόλεως. Τόρα μόνον εξύπνησαν όταν +επέδραμον οι ορεινοί, οι Διβριώται προ πάντων και κατέλαβον το +κυριώτερον κέντρον της αγοράς κ' εννόησαν τας ανάγκας του τόπου κ' +εσχημάτισαν περιουσίας! Αλλά τόρα είνε ακριβόν το χρήμα και +κατήντησε σπανιώτερον το κέρδος! Οι εντόπιοι έμποροι ματαίως +τρίβουν τα μάτια των, έκπληκτοι διά την πρόοδον των επιδρομέων και +τεντόνονται ν' αποσείσουν την νάρκην και προσπαθούν να +συναγωνισθούν· δεν είνε πλέον καιρός. Και ευτυχώς διά τον +Στριμμένον ότι είχεν ένα ορεινόν, ένα Διβριώτην. Οι ρευματισμοί +και τα γηρατειά ήλθον πάντοτ' εγκαίρως και τον ηνάγκασαν να +προσλάβη εις την υπηρεσίαν του τον Νικολόν. Άλλως τε αυτός θα +έμενεν ακόμη εις την πενιχράν κατάστασίν του, με τα βάζα της +θεριακής και τους ραβδίσκους της γιάμπελης και ο έξυπνος Διβριώτης +θα εδαπάνα την εμπορικήν του ικανότητα διά το συμφέρον άλλου +τινος. + + — Και πώς δεν τον έδιωξα! . . . εσυλλογίσθη αίφνης ανήσυχος ο κυρ +Παναγιώτης. + +Και αληθινά ολίγον έλειψε να διώξη από το κατάστημά του τον +Νικολόν. Εφ' όσον είχε τους ρευματισμούς, ανείχετο ο γέρων να +τρώγη ο χωρικός το ψωμί του. Αφ' ού όμως έγεινε καλά, εσκέφθη ότι +του ήτο όλος περιττός και δεν θα έκαμνε κακά να τον έστελλε να +ζήτηση αλλού τύχην. Δεν το έκαμεν ευθύς, διότι μόλις ήλθεν ο +χωρικός ηναγκάσθη να τον παπουτσώση. Απεφάσισε λοιπόν να τον +κρατήση επί τινα καιρόν, μέχρις ου πληρωθούν διά της υπηρεσίας του +τα παπούτσια. Αυτός όμως ο ολίγος καιρός ήρκεσεν εις τον Νικολόν +ν' αποδείξη τα σπάνια εμπορικά προσόντα του. Μόλις εζώσθη την +ποδιάν ο πονηρός Διβριώτης έγεινεν άλλος ευθύς. Μετά δύο ημέρας, +αν εισήρχετο καθείς δεν θ' ανεγνώριζε πλέον την εμπορικήν εκείνην +τρώγλης του κυρ Παναγιώτη Στριμμένου. Όλα τα παλαιά ζαχαροβάρελα· +όλ' αι σαρδελοκαδούλαι· οι κατατρυπημένοι σάκκοι, όσοι εσήποντο +άχρηστοι προ ετών εις το κατώγι του σπιτιού του, τόρα παρετάσσοντο +κατά στοίβας υψηλάς εν τω καταστήματι, ώστε δεν εύρισκε κανείς +θέσιν να σταθή. + + — Τ' είνε τούτο πώκαμες, μωρέ; είπεν ο κυρ Παναγιώτης, μειδιών +διά την ελαφρότητα του νέου· μου γιόμισες το μαγαζί με άδεια +βαρέλια! + + — Μην κυττάς τ' είνε — τι φαίνονται· απήντησεν ούτος. + +Και αληθινά διά της τέχνης του ο Διβριώτης απεκάλυπτε την άλλην +ημέραν εις τους πελάτας του Στριμμένου ανοικτά τα στόματα των +βαρελίων και γεμάτ' από ζάχαρην, άλμης γεμάτα και άλατος κ' +ευωδιαζούσης σαρδέλας τα βαρέλια και τους σάκκους όλους μεστούς +ορύζης και καφέ. Και όταν ο αφέντης του, υπομειδιών ακόμη +δυσπίστως, είπεν ότι ήρκει κανείς πελάτης να κτυπήση με το πόδι τα +βαρέλια διά να προδοθή το κενόν αυτών· ούτος υπέδειξεν ευθύς +πάγκους και κιβώτια τα οποία είχεν έτοιμα να παρατάξη πέριξ, ως +προτείχισμα εμποδίζον καθένα να πλησίαση προς αποκάλυψιν του +μυστικού του. + +Και δεν περιωρίσθη εις αυτά μόνον ο Νικολός· αλλά κατώρθωσε μικρόν +κατά μικρόν να καταστήση πραγματικήν την φαινομενικήν εκείνην +σωρείαν των εμπορευμάτων. Είνε αληθές ότι ο κυρ Παναγιώτης κατ' +αρχάς αντεστάθη πεισματωδώς εις το ελεύθερον εμπόριον, όπου εζήτει +να τον παρασύρη ο Διβριώτης. Δεν ήθελεν αυτός τόρα, γέρων +άνθρωπος, τόσας πολλάς συναλλαγάς. Αρκετή ήτο η σκοτούρα που +είχεν. Αλλ' ο Νικολός ήτο διαβολεμένος νους. Παρίστανε το κέρδος +τόσον φανερόν· σχεδόν έρριπτε το χρήμα θαμβωτικόν και απαστράπτον +τόσον εις τα θυλάκια του γέροντος εμπόρου, ώστε τον κατήντησε +ολίγον κατ' ολίγον αδύνατον εις πάσαν άρνησιν. Ο Νικολός ήτο η +ψυχή και αυτός η χειρ μόνον εις το εμπόριον. + + — Μπάρμπα, να φέρουμε και τούτο — βγάνει το ένα άλλο ένα . . . +Μπάρμπα, φεύγει σήμερα ο Κράγκαρης. — γράψε να μας φέρη κ' +εκείνο . . . + +Κ' έγραφεν, έγραφε τόρα ο κυρ Παναγιώτης εις τους εν Πάτραις +εμπόρους «στείλατέ μου τούτο, στείλατέ μου εκείνο»· και καθ' +ημέραν έβλεπον έκπληκτοι οι χωρικοί τους καρρολόγους ξεφορτώνοντας +πλήθος εμπορευμάτων προ του καταστήματός του. Και το μικρόν +ολιγόφυλλον εκείνο δευτέρι, όπου εσημείωνε πριν την θηριακήν της +Κυρά Κανέλλας και το καμένδριο της Κυράς Γιαννούς και την βαφήν +της θείας Λάμπραινας, μετεβλήθη τόρα εις βαρύ και ογκώδες +κατάστιχον, όπου εγράφοντο ως χρεωφειλέται όλοι οι νοικοκυραίοι +της κωμοπόλεως. Ω, ήτο διαβολεμένος άνθρωπος αυτός ο Νικολός του! +Και δεν το έλεγε μόνον ο κυρ Παναγιώτης· τ' ωμολόγουν όλοι οι +έμποροι, των οποίων έσυρεν ως ιξόβεργα ένα-ένα τους πελάτας και +ανεκήρυσσον έκπληκτοι, εμπορικήν εξοχότητα τον Διβριώτην. + + — Τσαχπιναριό του διαβόλου! έλεγον μεταξύ των. + +Ήρχισαν δε να διασπείρουν διαβολάς, ζητούντες με κάθε τρόπον ν' +αποσπάσουν αυτόν από την υπηρεσίαν του γέροντος. Ο Νικολός ήτο δι' +αυτούς ο βουκόλος του παραμυθιού, τον οποίον η Τύχη ηυνόησε τόσον +ώστ' εκείνο που εγγίζει να μεταβάλλετ' αίφνης εις χρυσόν· και ο +γέρων έμπορος ήτο ο έξυπνος χωρικός, που επήρε εις το σπίτι του +τον βουκόλον κ' εθησαύριζεν εκ της αφελείας του. Αλλά τον βουκόλον +εκείνον είχεν αδικήση η Γνώσις. Η πολύτιμος θεά, εκ πείσματος προς +την αδελφήν της, είχεν αρνηθή εις αυτόν τα μεγάλα δώρα της, διά +των οποίων θα καθίστατο ικανός να γνωρίση την τιμήν του χρυσού και +να τον περιμαζεύση. Ενώ τον Νικόλαον Πικόπουλον ηυνόει τουναντίον +και εις απίστευτον μάλιστα βαθμόν. Διατί λοιπόν να δαπανά την +εύνοιαν αυτής προς όφελος άλλου και όχι του εαυτού του; + +Αλλ' ο γέρων έμπορος εγνώριζε πλέον το συμφέρον του· ανέπτυσσε +καταπληκτικήν δεξιότητα εις τας εμπορικάς συναλλαγάς. Την πρώτην +λοιπόν ωφελιμωτέραν συναλλαγήν την οποίαν έκαμεν ευθύς μόλις +ενόησε τον σκοπόν των αντιπάλων του, ήτο να βάλη εις μερίδιον τον +Νικολόν, δεχόμενος ως κεφάλαια τους γλίσχρους μισθούς και την +μεγάλην ικανότητα του υπηρέτου του. Κ' ενώ υπομειδιών τόρα +εγύριζεν αυτά εις τον νουν του, εύρισκεν ότι μία ακόμη συναλλαγή +τοιαύτη του έμενε να κάμη και ο εμπορικός του οίκος εξησφάλιζε διά +παντός την προκοπήν του. Βέβαια η εμπορική ευφυία του Νικολού και +η τύχη της οικογενείας του έμενον πλέον αρρήκτως συνδεδεμέναι, αν +έδιδεν εις αυτόν την Ανθήν την μοναχοκόρην του! + +Είνε αληθές ότι πριν γνωρίση τον Νικολόν, το μόνον μέλημα του +Στριμμένου ήτο η ευτυχία της Ανθής του, μικράς τότε και +χαριτωμένης κορασίδος. Αφ' ης όμως ημέρας ο Νικολός εισήλθεν εις +τον εμπορικόν βίον του και παρέσυρεν αυτόν εις την ορμητικήν δίνην +της συναλλαγής και του κέρδους, έγεινε τούτο δευτερεύον ζήτημα. +Δεν ήτο όμως λόγος ότι δεν εσκέπτετο πάντοτε να δώση ένα καλόν +γαμβρόν εις την κόρην του. Κ' εύρισκε τόρα ότι είχεν όλα τα +προσόντα καλού γαμβρού ο Νικολός Πικόπουλος. Μαλακόν τρόπον ώστε +να μη δυσαρεστή ποτέ την γυναίκα του και αρκετήν +επιχειρηματικότητα πνεύματος διά ν' αυξήση καταπληκτικώς την +περιουσίαν που θα εκληρονόμει. Κ' επειδή εις αυτόν και μόνον τον +κύκλον εστρέφοντο όλαι αι ιδέαι του κυρ Παναγιώτη, έμεινεν ευθύς +κατευχαριστημένος μόλις το εσκέφθη. Διότι δεν ήτο σήμερον η πρώτη +φορά που το εσκέπτετο. Προ πολλού είχε ριζώσει η ιδέα αυτή εις τον +εγκέφαλόν του και τόρα, κατ' αυτήν ίσως την στιγμήν, ήλπιζεν ότι +όλα ετελείωναν! . . . + +Ο κυρ Παναγιώτης έτριψεν ευχαρίστως τας παλάμας, περιέπλεξε το +κομβολόγι του εις τον καρπόν της δεξιάς χειρός κ' έλαβε πρέζαν +ταμβάκου από μεταλλίνης ταμβακοθήκης. Αι, ναι, διάτανε! όλα θα +τελειώσουν αυτήν την στιγμήν! Πάλιν καλά το έπλεξε το τερτίπι ο +έμπορος! Κ' επταρνίσθη θορυβωδώς, θριαμβευτικώς, όπως όταν +επετύγχανε καμμία εμπορική του επιχείρησις. Διότι αληθινά ήτο +τερτίπι και αυτό. Δεν ηθέλησεν να είπη τίποτε εις τον Νικολόν περί +του σχεδίου του· είχε πλήρη βεβαιότητα ότι οποίαν δήποτε ώραν και +αν του το επρότεινε, θα έπιπτε να του φιλήση τα πόδια από +ευγνωμοσύνην. Πρώτον διότι εις αυτόν ώφειλε την θέσιν του. Έπειτα +διότι από μικρός και άσημος υπηρέτης έφθανε μέχρι του κυρίου του +κ' έπερνε γυναίκα την θυγατέρα του. Αυτόν τον ίδιον Στριμμένον, +από αφέντην θα τον καλή πατέρα εις το εξής. Ήσαν τάχα μικρά +πράγματα αυτά; + +Το ζήτημα ήτο πώς να προταθή το συνοικέσιον εις την Ανθήν. Ο γέρων +έμπορος δεν ήθελε να γίνη η πρότασις απ' ευθείας παρ' αυτού, ούτε +παρά της γυναικός του. Μία τοιαύτη ομολογία δίδει θάρρος εις την +κόρην· χαλαρώνει τον οφειλόμενον σεβασμόν και βραχύνει την +απόστασιν, η οποία πρέπει πάντοτε να υπάρχη μεταξύ τέκνου και +γονέων. Άμα είπη κανείς εις την κόρην του, ευθύς και αποτόμως ότι +θέλει να της δώση άνδρα, θα λάβη κ' εκείνη το θάρρος να δείξη τον +άνδρα τον όποιον θέλει. Αλλά τούτο είνε αντίθετον προς την +οικογενειακήν υπεροχήν του χωρικού· συγχίζει την οικιακήν του +αρμονίαν. Ο κυρ Παναγιώτης ήθελε να μάθη η κόρη του το +συνοικέσιον, χωρίς όμως να δώση εις αυτήν να εννοήση ότι ο πατήρ +της το εσκέφθη κ' εργάζεται δι' αυτό. + +Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα η γυναίκα του, τον απήλλαξεν αυτού του +εφιάλτου. Είνε αληθές ότι η γραία δεν ήθελε τον Νικολόν διά +γαμβρόν της· ένα ασχημάνθρωπον εκεί που θα κάμη να φιλήση και θ' +απειλή να χάψη το καϋμένο το κοριτσάκι της! Αλλ' έτρεφεν άμετρον +σεβασμόν και υπακοήν εις τον γέροντά της και ό τι απεφάσιζεν ούτος +παρεδέχετο ανεξετάστως εκείνη. Εσκέφθη λοιπόν και ανέθεσε την +εντολήν εις την Κυρά Παγώναν. Εις την κωμόπολιν εφημίζετο αυτή ως +προξενήτρια όπως και ως γόησσα. Ήτο ικανή, έλεγον, να περάση την +κουκουβάγια για πέρδικα κ' επετύγχαναν τα συνοικέσια όσα +ανελάμβανεν όπως και τα γόητρά της. Συνεφωνήθη λοιπόν μεταξύ του +ανδρογύνου ενώ ούτος θα έστελλε τον Νικολόν εις το σπίτι της +γραίας, διά να εξορκίση την χείρα του, αυτή να στείλη την Ανθήν με +το παιδίον της Φρόσως εκεί. Τάλλα έμενον πλέον εις την ικανότητα +της γοήσσης. + +Και ο κυρ Παναγιώτης κατείχετο τόρα υπό μεγάλης ανυπομονησίας, +μέχρις ου μάθη το αποτέλεσμα της επινοήσεώς του. Ω βέβαια· ότι +επέτυχε δεν υπήρχεν αμφιβολία. Άλλως τε τι θα έκαμνε τόσην ώραν +εκεί ο Νικολός; + + — Έλα δος μου τυρί! + + — Κουβαράκια έχετε; + + — Βάλε μου λάδι! . . + +Αι φωναί των αγοραστών διέκοψαν αίφνης τας ευχαρίστους σκέψεις του +και τον εκάλεσαν εις την πραγματικότητα. Κανείς όμως άνθρωπος δεν +μετέπεσεν από τας σκέψεις εις την πραγματικότητα μετά τόσης +αταραξίας, όσον τόρα ο γέρων έμπορος. Διότι η πραγματικότης εις +την οποίαν ανεκλήθη δεν ήτο ταπεινωτέρα των σκέψεων του. Έτρεξε +πρόθυμος εις τας φωνάς των αγοραστών. Αλλά πού να προφθάση τόσους! +Ο ένας εζήτει καπνόν, άλλος πιπέρι, άλλος καφέ, κ' εσκοτίσθη ο κυρ +Παναγιώτης και δεν ήξευρε τι να πρωτοκάμη: + + — Αμέσως, παιδιά, αμέσως· έλεγε μετά νεανικής προθυμίας εις τους +πελάτας του. + +Αλλ' έφθασεν αίφνης ο Νικολός και εις πέντε λεπτά όλους τους +ηυχαρίστησε και το φανάρι ήναψε και ρακήν επότισε τους εργάτας· +και όλα με το ένα του χέρι μόνον. Τόρα εγέμιζε λάδι την φιάλην την +οποίαν έστειλεν η Κυρά Παγώνα, ως πρώτην αμοιβήν των υπηρεσιών +της. Με το ένα χέρι και να δίδη λάδι! μα δεν λέγεται η σβελτοσύνη +του Νικολού! + +Ο Στριμμένος έβλεπε κ' εθαύμαζε τον μέλλοντα γαμβρόν του. + + — Τι κάθεσαι τόρα; δεν πας στο σπίτι· ενύχτωσε· του είπεν αίφνης +εκείνος. + +Βέβαια, δεν ήτο καιρός πλέον να νυκτώνεται εις το μαγαζί ο γέρων. +Θα επήγαινεν εις το σπίτι ν' αναπαυθή. Ν' αναπαυθή αλλά και να +μάθη το αποβησόμενον. Κ' ενδυθείς το ταλαγάνι του, είδος κοντού +επανωφορίου από ξανθόν κασμίρι, με κουκούλαν οπίσω και κόκκινα +σειρήτια πέριξ, και λαβών το χονδρόν ραβδί του έφυγε. + + — Καλή νύχτα, παιδί μου· είπε προς τον Νικολόν ηπίως και στρέφων +επανειλημμένως το βλέμμα εντός του καταστήματος, ως να εφοβείτο μη +επιδράμουν κλέπται. + +Ο Νικολός δεν απήντησε τίποτε εις τον χαιρετισμόν του γέροντος. +Ηρκέσθη να κινήση την κεφαλήν, λοξώς ατενίζων αυτόν. Ήτο αληθινά +παράξενος ολίγον ο Νικολός· απότομος κάπως. Αλλ' ο κυρ Παναγιώτης +εύρισκε και εις το ελάττωμα τούτο επιφυλακτικότητα και σοβαρότητα +αρμόζουσαν εις ένα τοιούτον έμπορον! + + — Ήρθε το κορίτσι, γρηά; ηρώτησε μόλις έφθασεν εις το σπίτι την +γυναίκα του. + + — Ήρθε, ναι . . . + + — Ε, τι απόκαμαν; πώς το είδες; + + — Τι να ιδώ; θυμωμένη ήταν. + +Αληθινά ήτο θυμωμένη η Ανθή. Οι λόγοι της Κυράς Παγώνας και κατ' +εξοχήν αι τελευταίαι λέξεις της, ότι ο κυρ Παναγιώτης απεφάσισεν +οριστικώς τον γάμον, εκόλλησαν αξεκόλλητοι εις τον νουν της +λυγερής και την εβύθισαν εις απελπισίαν. Εσκέπτετο ότι δεν έπρεπε +πλέον να λάβη υπό αστείαν έποψιν τους λόγους της γραίας +προξενητρίας· ότι εκείνοι οι έπαινοι προς τον Νικολόν, αι τόσαι +προς αυτήν κολακείαι και περιποιήσεις· η τόση φροντίς διά το +μέλλον της και το πονηρόν μειδίαμα με το οποίον τας συνώδευε, δεν +ήτο δυνατόν να προέρχωνται από θέλησίν της μόνον. Η γραία ωμίλει +τη συστάσει άλλου. Και τον άλλον αυτόν τον εμάντευε πολύ καλά τόρα +η Ανθή. + +Ήρχισε ν' ανακαλή εις την μνήμην της διαφόρους περιστάσεις, κατά +τας οποίας ήκουσε τοιούτους λόγους, ομοίους προς τους λόγους της +γραίας και από της μητρός και απ' αυτού του πατρός της το στόμα. +Ενεθυμείτο ότι τας νύκτας, ενώ εκάθηντο μετά της μητρός της, +ράπτουσαι και αναμένουσαι τον κυρ Παναγιώτην, ήκουε τόσους +επαινετικούς λόγους παρ' εκείνης διά τον Νικολόν. Ότι ο πατήρ της, +οσάκις εκάλουν τον Διβριώτην εις δείπνον κ' έφευγεν ούτος έπειτα, +την ητένιζεν επί λεπτόν υπομειδιών ο γεννήτωρ εις τα μάτια κ' +αίφνης εκτύπα με την οστεώδη χείρα του την τράπεζαν, αναφωνών +ενθουσιωδώς: + + — Θα κάμη προκοπή αυτό το παιδί· έχει τύχη· θα πάη μπροστά! + +Και η γραία προσέθετε με την έρρινον φωνήν της: + + — Χαρά 'ς τον που τον καμαρώνει! . . + +Αυτά όλα τα ήκουεν αδιαφόρως τότε η Ανθή, ως να ήκουεν επαίνους +διά την κυνηγετικήν ευφυίαν του Μούργου, του σκύλου των. Ήξευρε +τον Νικολόν, από πολλών ετών υπηρέτην του πατρός της· ρυπαρόν, +άθλιον, απόζοντα πάντοτε πετρελαίου και σαρδέλας· φορτωμένον τα +εμπορεύματα· ένα ζώον τέλος που έχει μόνον μορφήν ανθρώπου και +είνε προωρισμένον διά τίποτε άλλο, παρά διά να δουλεύη την +οικογένειάν της. Και αυτόν τον άνθρωπον τόρα, ήρχιζον να τον +παριστάνουν ως έκτακτον ον και να θέλουν να τον πάρη άνδρα της. +Αι, μα είνε να δαιμονίζεται κανείς! . . + +Με αυτάς τας σκέψεις έφθασεν η λυγερή εμπρός εις το σπίτι των +γονέων της. Η κυρά Παναγιώταινα, ανυπομονούσα και αυτή επερίμενεν +εις τον ξύλινον εξώστην την θυγατέρα της. + + — Αι τι μαντάτα! εφώναξε μόλις την είδεν, ευθύμως δήθεν. + +Κακά και μαύρα· απήντησεν η λυγερή μετ' αγανακτήσεως· νάθε +συντριφτώ εκεί που μ' έστειλες. + + — Γιατί, θυγατέρα; εγώ για καλό σ' έστειλα. + +Αλλ' εκείνη, χωρίς ν' ακούση τους λόγους της μητρός της εισήλθεν +εις το σπίτι ολολύζουσα. Και καθ' όλην την νύκτα δεν ηδυνήθη να +κοιμηθή. Περιεστρέφετο επί του στρώματός της ανήσυχος, έχουσ' +αδιακόπως δύο ινδάλματα προ των οφθαλμών της, τον Γεώργιον και τον +Νικολόν, και δύο αισθήματα εις την καρδίαν, την αγάπην και το +μίσος της. Ναι, ησθάνετο μίσος ακράτητον διά τον Νικολόν, που +ήρχετο με φίλτρα μαγίσσης και γονέων επιμονήν να εγκαθιδρυθή εις +την καρδίαν της, ν' αποδιώξη εκείθεν τον Γεώργιον, ο οποίος επί +τόσα έτη εκυβέρνα κ' εδέσποζεν εκεί ανίκητος. Τον Γεώργιον, που +κατέλαβε την αρμόζουσαν θέσιν επάνω της μόνος, κατάμονος, δίχως +μεσιτρίας με την λεβεντιάν του, την καλλονήν του την παρθενικήν, +την αγνότητά του την γόησσαν. + +Ω εκείνη η πρώτη ημέρα, Πέμπτη καλοθύμητη, εις τα τέλη του +Ιουνίου, προ τριών ετών! Ύφαινε τότε εμπρός εις την θύραν του +κατωγείου της η Ανθή και ο Γεώργιος με το κάρρον του έφερε πλίθες +εις κτιζόμενον απέναντι σπιτάκι. Κ' ενώ εξεφόρτωνε το κάρρον του +κ' ενώ ο ίδρωτας τον περιέβρεχε κ' εχύνοντο τα χώματα των πλίθων +επάνω του, αυτός δι' έν μόνον εφρόντιζε, να την βλέπη και να γελά +με τους κτίστας και να τραγουδή με την γλυκείαν φωνήν του: + + Ποτέ μου δεν εφίλησα κορίτσι με παράδες· + Παρά με τα τραγούδια μου και με τους ταμπουράδες. + +Ήτο εγωιστική αυτή η ομολογία του Γεωργίου· είχε φαίνεται μεγάλην +ιδέαν διά την ευμορφιάν και την φωνήν του και τούτο επείσμωνε την +Ανθήν. Τι τάχα! υποθέτει πως δεν είνε και κορίτσια που δεν +προσέχουν εις το τραγούδι του και μόνον την δουλειά των κυττάζουν; +. . . Και χραπ, χραπ! έρριπτε την σαΐταν της και ανεκίνει το κτένι +με πάθος, ώστε να τρίζη σύγξυλος ο εργαλειός. + +Αλλ' είχε μαγείαν η φωνή του μικρού καρρολόγου· τα βλέμματά του +ήσαν μαγνήται μοναχοί και χωρίς ουδ' αυτή να ηξεύρη πώς, της ήλθεν +η επιθυμία να του χαμογελάση, να του είπη κάτι τι . . . Και μίαν +ημέραν του ετραγούδησεν ήσυχα, ήσυχα, ενώ η σαΐτα έγρυζεν υπό το +σπασμωδικόν σφενδόνισμα και το κτένι έπιπτεν επί του πανίου με +βίαν, παραφέρον πλήθος αποκοπέντων νημάτων: + + Πέρασε-ξαναπέρασε κι' αν δε σ' ακούσω βήξε· + Και πάρε ζαχαρόκουκκα στα κεραμίδια ρίξε! . . . + +Αυτή το είπεν εις τ' αστεία, έτσι να γελάση και να πειράξη τον +λεβέντην. Αλλ' εκείνος το επίστευσε κ' επέρασε κ' εξαναπέρασε. +Μέχρις ου ηνάγκασε την λυγερήν να τρέχη νύκτα-μεσάνυκτα εις το +παράθυρον διά ν' ακούη το τραγούδι του· να παραιτή την εργασίαν +της, να παραβλέπη της μητρός την επίβλεψιν και να τρέχη την ημέραν +διά να τον ίδη διαβαίνοντα εις την αγοράν. Και τόρα να, την +κατήντησεν ώστε να θεωρή μεγίστην συμφοράν τον αποχωρισμόν του. +Αχ, Παναγία μου· σώζε τους απειλουμένους εραστάς! . . . + +Θορυβώδεις κροταλισμοί απέσπασαν την Ανθήν από τας λυπηράς σκέψεις +της. Εμισοξημέρωνε τόρα και η Φρόσω, η θεία της την έκραζε να +ετοιμασθή διά την πανήγυριν. + +Η εορτή του αγίου Γεωργίου ήτο αποκλειστική διά τους +βλαχοποιμένας. Εώρταζον δι' αυτής το τέλος της χειμερινής περιόδου +και την αρχήν της εαρινής. Συνήρχοντο όλοι, από αμνημονεύτων +χρόνων εντός μιας Μονής, τιμωμένης επ' ονόματι του αγίου Γεωργίου +και καθ' όλην την ημέραν επανηγύριζον, θυσιάζοντες τον +αϊγιωργίτην, εκλεκτόν αμνόν, τον οποίον επί τούτω έτρεφον. Τόρα +όμως κατήντησε κοινή πανήγυρις και συρρέουν εκεί από όλα τα χωρία +των δήμων της Βουπρασίας και της Μυρτουντίας και της Ήλιδος +άνδρες, γυναίκες και παιδία, νέοι και γέροντες, δοξολογούντες τον +μέγαν Στρατηλάτην, τον Περσέα της χριστιανικής εκκλησίας, και +πανηγυρίζοντες μετά των βλαχοποιμένων. + +Όμως η Φρόσω δεν επρόκειτο να πανηγυρίση. Είχε τάμμα να ρίξη εις +την χάριν του αγίου το μονάκριβο παιδί της. Διότι απέκτησε πέντε +έως τόρα παιδία η αγαθή χωρική, αλλά και τα πέντε τα έθαψεν εις +την αχόρταστον γην. Εις αυτό μάλιστα το τελευταίον συνέβη κάτι +όλως εξαιρετικόν, που την ηνάγκαζεν να λάβη όλας τας δυνατάς +προφυλάξεις. Δεν είδε το συμβάν αυτή η ιδία — ο Θεός την εφύλαξεν· +— αλλ' η Κυρά Παγώνα, η μάγισσα που διαβάζει βουλωμένο γράμμα, το +είδεν ολοφάνερα σαν με βλέπεις και σε βλέπω. Προπέρσυ δηλαδή κατά +τον Μάιον, η Φρόσω και η κυρά Παναγιώταινα και άλλαι γειτόνισσαι, +επήγαν εις του Μπάστα να πλύνουν. Είχαν μαζί των και την μάγισσαν +να την διασκεδάσουν. Από τα χαράγματα που έφθασαν εις το λαγκάδι, +δεν έπαυσαν το πλύσιμον και το τραγούδι έως το μεσημέρι. Τότε όμως +η Κυρά Παγώνα τους είπε ν' αποσυρθούν εις τους ίσκιους των +δένδρων, διότι ήτο ώρα κατά την οποίαν τα Στοιχειά πλανώνται εις +την γην και δεν ήτο δύσκολον να τας εύρουν και να τας +κακοποιήσουν. Αλλ' αι γυναίκες δεν ηθέλησαν ν' ακούσουν τους +λόγους της μαγίσσης κ' εξηκολούθησαν την δουλειάν των. Η Κυρά +Παγώνα απεσύρετο τότε κάτω από την σκιάν μιας πλατάνου κοντά εις +την βρύσιν, όπου ήσαν τα χρειώδη των γυναικών και το παιδίον της +Φρόσως, εις την φασκιάν, κοιμώμενον ησύχως. Αλλ' ενώ επλησίαζεν +εκεί κυττάζει και τι να ιδή; Το διηγείτο έπειτα κ' έτρεμεν η +γραία, σαν το φυλλοκάλαμον. Μία γυνή υψηλή, πολύ υψηλή ήτο εκεί, +με μαλλιά κατάξανθα σαν από καθαρό χρυσάφι και μακρύτατα ώστε να +σύρωνται κατά γης. Το λυγερόν σώμα της ενέδυεν επιχαρίτως μακρύ +φουστάνι, λευκόν, λευκότατον και λεπτόν σαν από αέρα. Το πρόσωπόν +της δεν ηδυνήθη να ίδη η Κυρά Παγώνα, διότι ήτο εκ των όπισθεν +υπέθετεν όμως εκ του όλου παραστήματός της ότι είχεν ωραία +χαρακτηριστικά. Και η γυνή εκείνη εκράτει το παιδίον της Φρόσως +εις τας χείρας της και το εταλάντευε τραγουδούσα συγχρόνως εις +ήπιον και μαλακόν τόνον, ως να ήθελε να τ' αποκοιμίση: + + Ρήγανη αγριορήγανη, + σφαραγγιά μονόκλωνη, + σκόρδο μονοκόλινο, + κι' άλλο ένα βότανο, + να τα ήξευρ' η μαννούλα σου, + ποτέ παιδί δεν έχανε! . . . + +Η γραία εστάθη ακίνητος εις την θέσιν της, με ανοικτόν στόμα, ως +να ήθελε και δι' αυτού ν' αντιληφθή τους ήχους του τραγουδιού, +αχόρταστος. Δεν εφρόντιζεν ούτε διά το παιδίον ούτε διά τίποτε +άλλο παρά διά το τραγούδι. Και τι τρεμούλιασμα ήτον εκείνο· τι +λαχταριστόν τρεμούλιασμα! Όχι το μικρόν ηδύνατο ν' αποκοιμίση, +αλλά και τα δένδρα και τα νερά. Η μάγισσα παρετήρει την γυναίκα +και ηπόρει πώς ευρέθη εκεί έξαφνα και ποία να ήτο άρα γε; Από τας +συντρόφους της δεν ήτο βέβαια· ξένη πάλιν να ήτο, προσκυνήτρια και +αυτό δύσκολον εφαίνετο. Τόσον λαμπρόν φόρεμα και τόσον ωραία γυνή, +δύσκολα ευρίσκονται εις εκείνα τα μέρη. Η γραία ετόλμησε να +πλησιάση και να σύρη από το φόρεμα την γυναίκα. Αλλ' ευθύς ισχυρόν +ράπισμα, καταφερθέν επί της παρειάς της υπ' αοράτου χειρός, την +αφήκεν άφωνον επί ολόκληρον ώραν. Και όταν συνήλθε δεν είδε τίποτε +εμπρός της παρά το παιδίον, που εκοιμάτο ησύχως επί των χόρτων. +Έσπευσε τότε εις τας συντρόφους, διηγήθη το συμβάν, εξηγούσα εν +πεποιθήσει, ότι η γυνή εκείνη δεν ήτο άλλο τι παρά νεράιδα, +ελκυσθείσα εκεί υπό της αγάπης την οποίαν έχουν αυταί προς τα +μικρά και συμβουλεύουσα την Φρόσω, να βάλη εις πράξιν ευθύς τας +παραγγελίας όσας, υπό τύπον τραγουδίου, έλεγε το εξωτικόν. + +Η Φρόσω, αν ήσαν αληθινοί ή όχι οι λόγοι ούτοι της Κυράς Παγώνας +δεν εφρόντισε να μάθη. Ήρκει εις αυτήν ότι το παιδίον της +εκινδύνευε και πρόθυμη ηκολούθησε της πεπειραμένης γραίας τας +συμβουλάς. Εκρέμασεν εις τον λαιμόν του το φυλαχτό που της έκαμεν +η μάγισσα, ράψασα εντός μονοκόλινον σκόρδον και μονόκλωνην +σφαραγγιάν και αγριορήγανην, όπως έλεγεν η νεράιδα και ακόμη, εξ +ατομικής εμπνεύσεως προσθέσασα κόκκους μπαρούτης και ύψωμα κ' +εγκαίνια ναού, κερί του Επιταφίου κ' επτά τρίχας αρκούδας και τρία +κλωνία αρσενικού λιβάνου και κομμάτι από αστροπόβολον. Κ' έταξε να +το βαπτίση εις τον Άγιον Γεώργιον του οποίου η μονή ευρίσκετο +πλησίον. + +Από τότε επέρασεν αρκετός καιρός· αλλ' η χωρική ούτε το συμβάν +εκείνο, ούτε το τάξιμόν της ηδύνατο να λησμονήση. Ο άγιος συχνά +εφανερώνετο εις τον ύπνον της με το άσπρον του άλογον, κοντάρι του +το μακρύτατον, την λάμπουσαν στολήν και την παρθενικήν του όψιν, +μ' ένα στεφάνι φωτεινόν εις την κεφαλήν, απαράλλακτα όπως +εικονίζεται παρά των αγιογράφων, υπενθυμίζων εις αυτήν την +υπόσχεσίν της. Και όσον επλησίαζον αι ημέραι της μνήμης του, τόσον +περισσότερον εσύχναζε κ' επιμόνως απήτει τ' οφειλόμενον. + + — Σαν τον θυμούμαι, σηκώνεται το πετσί μου· τον είδα σαν με +βλέπεις και σε βλέπω· διηγείτο περίφοβος εις τας γειτονίσσας της η +χωρική. + +Αλλά τόσον καιρόν δεν κατώρθωνε να οικονομίση τα έξοδα που της +εχρειάζοντο διά να εκπληρώση το τάξιμόν της. Οι πτωχοί, βλέπεις, +ευκολώτερον τάζουν παρά δίδουν. Διά τούτο τόρα εβιάζετο μέχρις ου +φθάσει εκεί κ' ήτο όλη εις νευρικήν εξέγερσιν. Ανεστάτωσεν από τας +φωνάς της όλους εις το σπίτι του Στριμμένου κ' έτρεχεν εδώ κ' +εκεί, αδημονούσα και συγχιζομένη διά την παραμικράν βραδύτητα. + + — Τι σπουδή είνε αυτή, καλότυχη! έλεγεν η κυρά Παναγιώταινα εις +την αδελφήν της, εκπληττομένη. + + — Έχω μια σιδερένια κουλούρα στο λαιμό μου και θέλω να την βγάλω +μίαν ώρ' αρχήτερα· απήντα η Φρόσω. + +Η λυγερή όμως δεν είχε φαίνεται την αυτήν της θείας της +ανυπομονησίαν και ητοιμάζετο αργά, δίχως όρεξιν. Είνε αληθές ότι +προ ημερών, ότε κατά πρώτον η Φρόσω ανήγγειλεν εις αυτήν, ότι θα +την έπερνεν εις την πανήγυριν η παρθένος εχάρη πολύ. Επόθει την +ημέραν αυτήν διακαώς· ηρίθμει τας παρερχομένας ημέρας μίαν προς +μίαν ανυπομόνως. + +Και ήτο σπουδαίον τούτο διά την απλήν κορασίδα, συνειθισμένην εις +την περιωρισμένην ζωήν του σπιτιού. Θα έβλεπε πράγμα το οποίον +μόνον από τας διηγήσεις των γραϊδίων εγνώριζε και συνεκινείτο +μέχρι δακρύων ακούουσα ενίοτε. Φαντασθήτε καλέ! Ν' ακολουθήση και +αυτή την λιτανείαν της εικόνος, την οποίαν χείρες παρθενικαί +εστόλισαν διά πλαισίου από ρόδα και δενδρολίβανον . . . . Δύο +άνδρες, θα φέρουν αυτήν εμπρός και θ' ακολουθούν καλόγηροι και +παπάδες ασκεπείς, με την κόμην κυματίζουσαν και λαός όλος φωνάζων +το «Κύριε ελέησον» και σταυροκοπούμενος. Η λιτανεία θα σταματά από +καιρού εις καιρόν. Τότε θα τρέχουν αι βλάχισσαι να ρίψουν κάτω τ' +ασθενή παιδία των διά να περάση επάνω η εικών και να τα ιατρεύση· +γέροντες βλάχοι ν' ασπασθούν γονυκλινείς τους κροσσούς της· και +γραίαι δυσκόλως βαδίζουσαι επί των ράβδων των, να προσφέρουν +θυμίαμα επί απλού τεμαχίου κεράμου. Και όταν η λιτανεία φθάση εις +την άκραν του λόφου, κάτω μιας μεγάλης αγριαπιδιάς, οι ιερωμένοι +θα ψάλουν την δοξολογίαν, ενώ τόσος κόσμος εκεί, άνευ διακρίσεως +φύλου και ηλικίας, θα παραμένη ταπεινός, κλίνων την κεφαλήν υπό τα +θριαμβευτικά τροπάρια . . . Ωχ άι Γιώργη μου, μεγάλε και +θαυματουργέ! . . . Η λυγερή συνεκινείτο μέχρι δακρύων εις τας +σκέψεις αυτάς. Ανεκίνει εις τον νουν της την χριστιανικήν +παράδοσιν· εφαντάζετο, ουχί άνευ τρόμου, την μεγαλοπρεπή +παράστασιν του αγίου, καθ' ην ώραν μόνος, με την προς τον θεόν +πίστιν του, καταβάλλει το θηρίον το οποίον κρατεί την πηγήν κ' +ελευθερώνει την βασιλοπούλα, ζητών παρά του πατρός της ως +αμοιβήν,να κτίση μίαν εκκλησίαν εντός της οποίας να ζωγραφίση +αυτόν, υπερήφανον καβαλλάρην, αρματωμένον με σπαθί και κοντάρι +ολόχρυσον. Συνέπασχε μετά της βασιλοπούλας, συνέχαιρε μετά του +πατρός και εν συνδυασμώ αλλοπροσάλλω, έβλεπε την ράχιν του αγίου +Γεωργίου, την λιτανείαν των αγροτών, παρελαύνουσαν εν πολυχρώμω +λάμψει κ' εύρισκε τον εαυτόν της εκεί, μέτοχον του θορύβου και του +αλαλητού της. Τα χριστιανικά της αισθήματα ενετείνοντο· ησθάνετο +ροπήν ευγνωμοσύνης μεγάλην προς τον άγιον, όχι τόσον διά το θαύμα +του, όσον διότι εγίνετο πρόξενος τόσης χαράς και αγαλλιάσεως των +χριστιανών! Των χριστιανών και αυτής της ιδίας, την οποίαν όταν +επιστρέψη από την πανήγυριν, θα τριγυρίσουν αι φίλαι της περίεργοι +ν' ακούσουν τας εντυπώσεις της. Και πόσαι, πόσαι, θα λυπηθούν και +θα κλαύσουν διότι δεν ήσαν μαζί της! + +Έτσι εσκέπτετο επί τόσας ημέρας η Ανθή. Και μάλιστα εν τη νεανική +της φαντασία εσχημάτιζε την πεποίθησιν, ότι άλλη ευτυχεστέρα ημέρα +δεν θα ευρίσκετο καθ' όλην της την ζωήν. Αλλά τόρα, όταν έμαθε τας +σκέψεις των γονέων της περί του Νικολού, κατέπεσεν όλη αυτής η +προθυμία, διελύθη όλη της η περιέργεια. Θα επήγαινε, ναι, αλλ' +απλώς διά να συνοδεύση την θείαν της και μη την αφήση μόνην. +Ητοιμάσθη και κατέβη εις την αυλήν όπου ανέμενε το κάρρον, +επεστρωμένον με μίαν απλάδαν και προσκέφαλα και τον τορβάν με τας +λαμπάδας και την φιάλην του ελαίου διά την βάπτισιν. + + — Μα που είνε ο Νικολός; ηρώτησεν αίφνης, αδημονούσα η Φρόσω· θα +τον καρτεράμε τόρα κι' αυτόν; + + — Θα παρακοιμήθηκε· είπε μειδιών ο κυρ Παναγιώτης· στείλτε κανένα +να του μιλήση. + +Ορίστε πάλι· καλέσματα θέλει και αυτός! Αλλοίμονον εις εκείνον που +δεν έχει τον άνθρωπόν του, να κάμνη την δουλειάν του όταν θέλη, +εσκέφθη η Φρόσω. Και ήτο τούτο πλαγία διαμαρτύρησις κατά του +Σπυροκόκια, του νωθρού εκείνου και βλακωδώς αδιαφόρου ανδρός της, +ο οποίος άλλο από τον αγρόν του δεν εγνώριζε, δεν εφρόντιζε +καθόλου διά τα οικιακά του παρά άφινε την γυναίκα του ν' +αγωνίζεται μόνη και να τρέχη εδώ κ' εκεί, με ξένους σαν έρημη! . . +Αλλά και τι να κάμη η αγαθή χωρική; Επειδή δεν εφρόντιζεν ο +πατήρ, δεν ήτο λόγος ν' αφήση και αυτή το μικρόν της να χαθή. +Εκάλεσεν ένα παιδί του δρόμου και με την υπόσχεσιν ότι θα το πάρη +μαζί της, το έστειλε να είπη του Νικολού να ταχύνη. + + — Ποιος Νικολός θαρθή, θεια; ηρώτησεν ανήσυχος η Ανθή. + + — Ποιος Νικολός; ο δικός σας· απήντησε κατακόκκινη από +στενοχωρίαν η Φρόσω. + +Η Ανθή ησθάνθη ευθύς ένα ισχυρόν νυγμόν εις την καρδίαν και +ανετρίχιασε σύσσωμος. Η λυγερή έφριττεν εις μόνον τ' όνομα του +Νικολού κ' εκείνοι ήθελαν να υπάγη μαζί του εις την πανήγυριν· να +καθίση γόνα με γόνα επί του κάρρου· να έχη αυτόν εμπρός της ημέραν +ολόκληρον και να είνε καταδικασμένη ν'ακούη την φωνήν του, την +χονδράν και βάναυσον φωνήν του η οποία ομοιάζει με αλόγου +χλημίντρισμα! Και αυτό βεβαίως θα ήτο σχεδιασμένον από τους γονείς +της. Μετά την συνάντησίν τους εις το σπίτι της γοήσσης, ήρχετο το +ταξείδι του κάρρου· μετά τας προτάσεις ήρχετο η φανέρωσις του +συνοικεσίου. Έτσι πάντοτε γίνεται εις τα χωρία. Άμα συμφωνήσουν τα +ενδιαφερόμενα μέρη, κάμνουν ένα τραπέζι από κοινού, πηγαίνουν εις +καμμίαν πανήγυριν, εις διασκέδασίν τινα κατά την παραλίαν του +Αγίου Αθανασίου, οπόθεν έρχονται όλοι μαζί εις το σπίτι της νύμφης +την εσπέραν. Τούτο γίνεται διά να γνωρισθούν κάπως καλλίτερον οι +μελλόνυμφοι και να κοινοποιηθή με τρόπον το συνοικέσιον. Αργότερα, +ήτο βεβαία η Ανθή, ότι θα ήρχιζον τα γεύματα και τα δείπνα εις τον +γαμβρόν· αι αποστολαί κανενός γλυκίσματος από μέρους της πενθεράς, +είτε το ράψιμον ασπρορρούχων από μέρους της νύμφης, μέχρις ου γίνη +ο επίσημος αραβών. Ω, πολύ κακά ήρχισεν αυτό το παιγνίδι· πολύ +κακά! . . . + +Ενώ ανεκίνει ταύτα εις τον νουν της η λυγερή, εφάνη ερχόμενος +μακρόθεν ο Νικολός Πικόπουλος. Είχε την αριστεράν χείρα οπίσω, επί +της μέσης στηριγμένην. Και τούτο όχι διότι έπασχε· το ερυσίπελας +είχεν εξαλειφθή πλέον, χάρις εις τους εξορκισμούς της Κυράς +Παγώνας και τα εκ καπνοφύλλων και όξους επιθέματα. Αλλά μεταξύ των +εμποροϋπαλλήλων τους οποίους ευτύχησε να γνωρίση κατά την βραχείαν +μέχρι Πατρών εκδρομήν του, θεωρείται η στάσις εκείνη ως η μάλλον +αρμόζουσα εις ένα έμπορον. Να βαδίζη κανείς αργά· να έχη την κόμην +λαμποκοπούσαν ως κασσίτερος υπό ελαίου· το ημίψηλον ολίγον στραβά· +την αλυσίδα του ωρολογίου χονδράν, κατάφορτον από πετράδια και +δακτυλίδια, αδιάφορον γνήσια ή ψευδή και ζώνουσαν επιδεικτικώς το +επιγάστριον· την μίαν χείρα στηριζομένην οπίσω, ως να εκουράσθη +από το μέτρημα των χρηματοδεμάτων, ενώ η άλλη αδιαφόρως θα παίζη +λεπτόν ραβδίον· ω, δίδει σοβαράν περί αυτού ιδέαν εις το χυδαίον +πλήθος, τον παριστά ακόμη και εις τον δρόμον απησχολημένον υπό των +εμπορικών κεφαλαίων του. Ας αφήσωμεν δα ότι ανεβάζει και την θέσιν +του, ως υποψηφίου γαμβρού. Εγνώριζε πολύ καλά να ωφελήται απ' αυτά +τα εμπορικά τερτίπια ο Νικολός Πικόπουλος, ο επιχειρηματίας +Διβριώτης, ο αναχωρήσας με μισό τσαρούχι από την άγονον πατρίδα +του και τόρα μελλόνυμφος της θυγατρός του αφέντη του. Ε, ναι, +διάβολε! Ας μη λέγη τίποτε ο γέρων Στριμμένος. Ενόησεν αυτός προ +πολλού μέχρι τίνος σημείου εσκόπει να φέρη τον συνεταιρισμόν του ο +γέρων έμπορος. Δεν χρειάζεται δα και μεγάλη εξυπνάδα διά να +μαντεύση κανείς τι θέλει να ειπή ο κυρ Παναγιώτης, όταν ακούων +καμμίαν νέαν του επινόησιν, ενθουσιά και κτυπά προστατευτικώς τον +ώμον του, λέγων: + + — Ε, μωρέ παιδί μου· κάνε δουλειά σου και δεν χάνεις· εγώ εγέρασα +πια! . . + +Ούτε κανένα γρίφον προτείνει εις αυτόν η αφεντικιά του, η κυρά +Παναγιώταινα, όταν του επαναλέγη συχνά ότι εις τον γάμον του — +γάμον αυτού και της Ανθής βέβαια — θα χορεύση με το ένα πόδι. +Μόνον αυτό το αγριοκάτσουλο η Ανθή δεν ειξεύρει τι σκέπτεται +ακόμη· αλλ' αυτό δεν ήτο και άξιον λόγου. Ποιος την ερωτά; Εκείνον +τον οποίον θα της δώσουν οι γονείς άνδρα, εκείνον και θα δεχθή. +Αυτό έμεινε τόρα να ερωτούν και τα κορίτσια! . . . Έπειτα δεν ήτο +τάχα άξιος αυτής ο Νικολός; ήτο και καλλίτερός της. Πόσας άλλας +προτάσεις του έφερον μέχρι τούδε και από τα χωρία και από τα +καλλίτερα σπίτια της κωμοπόλεως! Να, ηδύνατο αν ήθελε να τα +μέτρηση ένα, ένα . . . Και το μπακαλόπαιδο εις την σκέψιν αυτήν +επρότεινεν επιδεικτικώτερον την κοιλίαν του κ' έπαιζε την ράβδον +ταχύτερον εις το χέρι. + +Ατυχώς όμως δεν έκαμνε τας ιδίας σκέψεις και η λυγερή, η κόρη του +αφέντη του. Αι περί του καλού ιδέαι της παρθένου δεν συνεβιβάζοντο +καθόλου με τ' ολοστρόγγυλον σώμα, τον πληθωρικόν τράχηλον, τον +οποίον δεν έφθανε να περιλάβη όλον το κολλαρισμένον περιλαίμιον, +τας πλαδαράς παρειάς εκ των οποίων προέκυπτον απειλητικαί τρίχες +μ' όλον το μέχρις αποδάρσεως ξύρισμα, τον ψαρόν μύστακα τον οποίον +δεν εστάθη ικανή ούτε του σύκου η συνθετική ουσία να καθυποτάξη. +Μόλις είδεν αυτόν πλησιάζοντα εγύρισε το πρόσωπον δυσαρέστως. + + — Εγώ δεν έρχουμαι· είπε δυνατά εις την θείαν της. + + — Τι, δεν έρχεσαι; ηρώτησε κατάπληκτος η Φρόσω. + + — Ναι, δεν 'μπορώ . . . + +Και ανέβη ταχέως εις το σπίτι όπου εξερράγη εις λυγμούς και +δάκρυα. Ματαίως ο πατήρ, η μήτηρ, η Φρόσω παρεκίνουν αυτήν να +υπάγη εις την πανήγυριν και την ηρώτων την αιτίαν των θρήνων της. + + — Πήγαινε, μωρή θυγατέρα, να ξανοίξη κι' ο νους σου· είπεν η κυρά +Παναγιώταινα. + + — Όποιος θέλει ας πάη· νά ο δρόμος! απήντησεν η λυγερή. + +Και σηκωθείσα με πείσμα, εμπήκεν εις το παρακείμενον δωμάτιον κ' +εξεδύθη τα εορτάσιμα φορέματά της, φορέσασα τα καθημερινά. + +Αλλ' η άρνησις αυτή της παρθένου έφερε πάλιν εις δύσκολον θέσιν +την Φρόσω. Ακούς εκεί, ενώ ητοιμάσθη κ' εστολίσθη καλά-καλά αίφνης +ν' αλλάξη γνώμην! Δεν υπάρχει αμφιβολία· κάποιος διάβολος +απεφάσισε να εμποδίση την χωρικήν από την εκπλήρωσιν του ιερού +σκοπού της. Επίτηδες διά να την κολάση ήλθε και συνεμπήκε τόσον +αποτόμως εις την ώραν που θα εξεκίνουν. Τα συνειθίζει αυτά ο +αναθεματισμένος Σατανάς! Πόσας φοράς παρουσιάζεται εις τους +παπάδες, κατά την ώραν που πηγαίνουν εις την εκκλησίαν διά να +ιερουργήσουν και σηκώνει προσκόμματα, πότε τους σκύλους ερεθίζων +εναντίον των, πότε εις ανεμοστρόβιλον μεταβαλλόμενος συναρπάζει το +καλυμμαύχι των και τους απομακρύνει της εκκλησίας· πότε +παρουσιάζει λάκκους ανυπάρκτους εμπρός εις τα μάτια των και είνε +ηναγκασμένοι ν' απαγγέλλουν τροπάρια και προσευχάς οι άγιοι +πατέρες καθ' όλον τον δρόμον διά ν' απαλλαγούν από τον πειρασμόν. +Και η αγαθή χριστιανή εσταυροκοπείτο, κατακόκκινη από τον θυμόν +και μόλις συνεκράτει τας βλασφημίας, τας οποίας ητοιμάζετο να +ξεστομίση διά το παρουσιασθέν εμπόδιον. Τόρα τι να κάμη; με ποίον +να υπάγη εις την πανήγυριν; Κ' επανελάμβανε τας πρεσβείας της εις +την Ανθήν. Αλλ' η λυγερή έμενεν αμετάπειστος. + + — Μωρή, πηγαίνετε μοναχοί σας· είπεν η κυρά Παναγιώταινα, +παρακινούσα την αδελφήν της να υπάγη μόνη μετά του Νικολού. + + — Τι θες, να μου κρεμάσουν κουδούνια; ή δεν τα ξέρουμε τα +Λεχαινά! απήντησεν η Φρόσω θυμωδώς, φοβουμένη τα δύσφημα στόματα +των χωρικών. + +Αίφνης αγαλλίασις κατέλαβε την ψυχήν και το πρόσωπόν της +εχαροποιήθη ως να συνέλαβε καλήν ελπίδα. Βέβαια, καλά το ενθυμήθη. +Αν υπάγη εις το σπίτι του Παντελή του φούρναρη, κάποια από τας +θυγατέρας του θα την ακολουθήση. Μάλιστα η Βασιλική, η +μεγαλειτέρα, τον σταυρόν της κάνει διά πανηγύρεις και σεργιάνια. Η +Φρόσω ετάχυνε το βήμα και ανέβη τέσσαρα-τέσσαρα τα σκαλοπάτια του +Παντελή. Ευθύς δ' έβαλεν εις ενέργειαν όλην την ευγλωττίαν της, +φοβουμένη άρνησιν εκ μέρους της μητρός, διότι δεν έκαμεν από πριν +την πρόσκλησίν της αλλ' ήρχετο τόσον αποτόμος. Μόλις αντίκρυσε την +Παντελιού, ήρχισε τας παρακλήσεις μισοκλαίουσα σχεδόν, διότι ο +διάβολος έβαλεν εμπόδια εις τον ιερόν σκοπόν της. Έλεγεν ότι αν +της αφίση μίαν των θυγατέρων της να την συνοδεύση, θα έκαμνε πολύ, +μα πολύ θεάρεστον έργον και θα έσυρε τας ευλογίας του αγίου εις το +σπίτι της. Άμα δ' ενόησε κάπος κλονιζομένην την μητέρα εις τας +αντιρρήσεις της, εστράφη προς τας παρθένους και διά ζοηρού λόγου, +ήρχισε την περιγραφήν της πανηγύρεος θέλουσα να κεντήση άμετρον +την περιέργειάν των. Ω, θα περάσουν ωραία εκεί! θα ιδούν τόσον +κόσμον! Τους βλάχους, τις βλαχοπούλες με τ' αργυρά γιορντάνια και +τα χαϊμαλιά· τα βλαχόπουλα με τα γαντζούδια και τους τοκάδες +καταφορτομένα, που να λέγης πως τρέμει ο τόπος όταν περιπατούν. +Και το εκκλησιδάκι, το συνήθως τόσον σοβαρόν, με τους μαύρους +μουχλιασμένους τοίχους του και τον άξεστον ρυθμόν του και αυτό θ' +αφίση την σοβαρότητα και θα φανή στολισμένον, με άνθη περί την +θύραν και τα παράθυρα και στεφάνια και κηρίνους ζώνας. Και πέριξ +αυτού αληθινή μυρμηκιά ανθρώπων· και φωναί του κρασοπούλου, που +έχει στήση το πρόχειρον κρασοπουλειό του κάτω παχυσκίου +αγριελαίας· του μικρεμπόρου που πλανάται εδώ κ' εκεί με το +εμπόρευμά του· του ζαχαροπώλου που ακολουθεί παρά πόδας τα παιδία +και φωνάζει ελκυστικά «κοκκοράκια γλυκά! . . μελένια +παστέλια! . .» ενώ άλλος εκεί φωνάζει δυνατά «ασπρόμαυρο! +άσπρο-μαύρο!» Και τι είνε αυτό το άσπρο-μαύρο; Ένας κύκλος με άσπρας +και μαύρας ταινίας κ' ένας ρόμβος με τα ίδια χρώματα, ο οποίος +γυρίζει σαν ροδάνι εις τ' αυλάκι και τέλος πίπτει εις μίαν πλευράν, +άσπρην ή μαύρην και χάνεται ο παράς . . . + +Και τα παιδιά; Α τα παιδιά είνε αλλού. Συνάζονται τα πονηρά εκεί +που υποθέτουν ευκολώτερον το κέρδος, εις την _Κρησάραν_ και +ρίπτουν εκεί τας πεντάρας των. Αλλ' εκείναι έχουν, θαρρείς, +συνεννόησιν με τον ξένον και πηδούν έξω, σαν ακρίδες και χάνουν τα +καϋμένα τα μικρά. Και κάτι παλληκάρια, ωχ κάτι λεβέντες! που να +τους πιη κανείς στο ποτήρι, οπίσω από το εκκλησιδάκι δοκιμάζουν +την ευστοχίαν των όπλων των, βάνοντες σημάδι τον σταυρόν εκεί +κανενός τάφου· — ακούς τον σταυρόν! . . + +Δεν ήτο ανάγκη να είπη περισσότερα η πονηρά χωρική. Όλαι αι +θυγατέρες του Καινούριου, καταμαγευμέναι από τα λόγια της, ήσαν +πρόθυμοι να την ακολουθήσουν. Ματαίως η μήτηρ προσεπάθει να τας +εμποδίση, ισχυριζομένη με γέλοια και με χάχανα ότι ο Δημήτρης, ο +πρωτότοκος υιός της, θα τας έδερνεν όλας, και αυτήν την ιδίαν άμα +εμάνθανε τούτο. + + — Α, μπα, καλότυχη! ο Δημήτρης δεν είνε τέτοιος, τον ξέρω· έχει +αγαθή ψυχή· είπεν η Φρόσω διά να κολακεύση την μητέρα κ' επιτύχη +τον σκοπόν της. + +Η γραία τω όντι εις τον έπαινον εκείνον του υιού της εσίγησε και +δεν έφερεν αντίρρησιν. Εφρόντισε μόνον πώς να συγκρατήση την +προθυμίαν των άλλων θυγατέρων της, δώσασα μόνον εις την Βασιλικήν +την άδειαν ν' ακολουθήση την χωρικήν εις την πανήγυριν. + + + +Γ' + +ΟΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΤΑΙ + + + +Το σπίτι του Παντελή Καινούριου ήτο πλιθόκτιστον, μετρίου ύψους +και δυσαναλόγου πλάτους, με αυλήν απεριποίητον κ' ένα αχυρώνα +όπισθεν, με ξυλίνην ταράτσα προς τον δρόμον εις την οποίαν έφερε +σκάλα χονδροειδής, έχουσα σκαλοπάτια κέδρινα, παλαιωμένα και +ανώμαλα. Τα μυστρίσματα των τοίχων ήσαν αλλού κρημνισμένα και +αλλού προισμένα υπό των βροχών, ως εμβαλώματα λευκά και γαιώδη +εναλλάξ· αι γωνίαι καταφαγωμέναι· οι στύλοι της ταράτσας και τα +διαζώματα και το πάτωμα σαρακοφαγωμένα, μισοσπασμένα κ' επικλινή. +Κατ' αντίθεσιν όμως τα παράθυρα κ' αι θύραι ήσαν γαλαζοβαμμέναι, +το εσωτερικόν επιμελημένον, το πάτωμα καθαρόν, παντού δε +παρετάσσοντο εντός δοχείων πετρελαίου, μισοσπασμένων σταμνών, +σκωριασμένων τυροβολίων και ξυλίνων χονδροειδών κιβωτίων, άνθη +παντοδαπά πλούσια εις το χρώμα και την χάριν. Εδώ εδέσποζεν ο +βασιλικός με όλας του τας τάξεις, από του αγαπημένου σγουρού μέχρι +του πλατυφύλλου, του εκπλήττοντος περισσότερον διά του μεγαλείου +παρά διά της ευωδίας του· εκεί τα γαρύφαλα εις στοίβας κοκκίνας ή +χιονώδεις· αλλού η αρμπαρόριζα, ο δυόσμος και η μαντζουράνα εις +σμαραγδούντα κ' ευωδιάζοντα στρώματα. Κάτω των παραθύρων εκρέμαντο +εις αφθόνους και μακράς πλεξίδας χαλκοπρασίνους ο αμάραντος και +παραπλεύρως το μεταξάκι, αντετίθετο καλλιτεχνικώτατα με την +θριαμβευτικήν κατακόκκινην όψιν του· εις τας γωνίας της ταράτσας +το κρούσταλλον, περιτριγυρίζον ναννοφυείς κλώνους με την λευκαυγή +μάζαν του μόλις εφαίνετο, καθώς και το γεράνι το βρωμόχορτον, +επεδείκνυε τα χνοώδη φύλλα του μεταξύ των πλοκάμων του κισσού, ο +οποίος ανέβαινεν επί του τοίχου κάτωθεν, περιέβαλλε το περίστυλον +κ' εσκάλωνεν ανδρειομένος επί της στέγης. Η γεροντική όψις του +σπιτιού εφαιδρύνετο έτσι· εμετριάζετο η σοβαρά και θλιμμένη εκείνη +έκφρασις, η απαντωμένη εις τα παλαιωμένα κτίρια κ' ενόμιζε κανείς +ότι επίτηδες εγκατελείφθη απεριποίητον υπό καλλιτέχνου κατοίκου. +Επειδή δε κατά τας ιδέας των χωρικών η φιλόκαλος ή μη διακόσμησις +ενός σπιτιού, φανερώνει τα μέλη και τας διαθέσεις των κατοίκων, +καθώς και ο κατά την ώραν του γεύματος θόρυβος την οικονομικήν των +κατάστασιν, ο Παντελής Καινούριος εφανερώνετο εκ τούτου ότι είχε +πολλάς θυγατέρας. + +Όχι και πολλάς, θεέ μου! Πέντε μόνον θυγατέρας είχεν ο παλαιός +τροφοδότης της κωμοπόλεως εκτός της Βασιλικής, η οποία νεμομένη τα +πρωτοτόκια, έλειπε τόρα εις την πανήγυριν μετά της Φρόσως. Αλλά κ' +αι πέντε αυταί, κληρονομίσασαι τα κάλλιστα και μόνα σχεδόν +προτερήματα του ανδρογύνου Καινούριου, την ακράτητον δηλαδή +φλυαρίαν της μητρός και την ελαφρότητα και αφροντησίαν του πατρός, +ήσαν ικαναί ν' αναστατώσουν το σπίτι και όλην την γειτονίαν. Και +το ανεστάτωνον καθ' ημέραν με τους γέλωτας και τα τραγούδια των, +τας συναναστροφάς και τους χορούς των μετά των άλλων ομηλίκων. + +Σήμερον όμως εγίνετο ο μεγαλήτερος και πανηγυρικώτερος θόρυβος εις +το γεροντικόν σπίτι. Ήτο εορτή μεγάλη, πανηγυρική εορτή του +τροπαιοφόρου Στρατηλάτου και εις τα χωρία αι τοιαύται ημέραι δεν +παρέρχονται απαρατήρητοι. Οι χωρικοί, κύπτοντες καθημέραν εις τας +βαρείας εργασίας των, θεωρούν τας επισήμους εορτάς ως οάσεις +επιθυμητάς μεταξύ του καταθλιπτικού διαστήματος του έτους, κατά +τας οποίας πρέπει να ενθυμηθούν επ' ολίγον την ανθρωπίνην των +υπόστασιν και τον ζωώδη, αλλ' αληθή προορισμόν των! Ενώ λοιπόν οι +άνδρες ρίπτονται εις την μέθην και την ευφροσύνην, αι γυναίκες και +προ πάντων αι νεανίδες, συναντώμεναι καθ' ομίλους εις τα σπίτια, +δίδονται εις τους χορούς και τα τραγούδια, υμνούσαι τον έρωτα και +τον οικογενειακόν βίον. Αι θυγατέρες του Καινούριου, από την +παραμονήν καλέσασαι τας φίλας και τας γειτονίσσας, συνεκρότουν +τόρα πολυθόρυβον συναγωγήν εις την σάλαν. + +Κατείχεν αυτή ολόκληρον σχεδόν το επάνω πάτωμα του κτιρίου. Μόλις +καλάμινον διάφραγμα ενός μέτρου, από του οποίου εξείχον όρθιοι +κάλαμοι με τα λογχοειδή φύλλα και τους θυσάνους των ακόμη και +καδρόνια απελέκητα, άφινον χώρον ελάχιστον διά το μαγειρείον και +την αποθήκην. Εις την μίαν γωνίαν της σάλας πλατύ, επιβλητικόν +έστεκε το κρεββάτι του γεροντικού ανδρογύνου, επεστρωμένον με +σινδόνια μεταξωτά και προσκέφαλα κεντητά κ' επάνωθέν του επί του +τοίχου, φρουρός άγγελος εκρέματο το εικονοστάσιον, από ξύλον +χονδροειδώς σκαλισμένον, με διάφορα εικονίσματα κ' εμπρός άσβεστη +ηωρείτο η κανδύλα. Παραπλεύρως έστεκεν ο κομός, λάμπρος από το +έλαιον διά του οποίου προσφάτως είχεν αλειφθή, με το θυσανωτόν +τραπεζομάνδυλον σκληρόν από την κόλλαν, με δύο ανθοδόχας +γεμισμένας από χρωματιστάς ακάνθας και πτερά, με κουτιά +καταφορτωμέν' από θαλάσσια όστρακα και με καθρέπτην μέτριον, +τυλιγμένον διά κιτρίνου τουλίου ίνα μη καταστρέφουν οι μύγες το +επιχρυσωμένον πλαίσιόν του. Αντίκρυ ανοίγετο ο καναπές με το +πολύτοξον έρεισμά του, βαθύς, αναπαυτικός, προκλητικώτατος από τα +πουπουλένια προσκέφαλα και τα δαντελωτά και πολύχρωμα καναπελίκια +του. Κ' εδώ ή εκεί πέριξ, κατείχον τα κενά κασέλαι και φορτσέρια +διάφορα, επεστρωμένα διά χρωματιστών απλαδίων ώστε να φαίνεται του +ενοίκου ο πλούτος και συγχρόνως ν' αναπαύωνται οι προσερχόμενοι. + +Τόρα εις το κέντρον της σάλας πολλαί παρθένοι, εύμορφαι και +άσχημαι αναμίξ, με απροσποίητον αφέλειαν και χάριν πιασμέναι, +ηκολούθουν διά του βήματος και της φωνής τον ήχον του ντεφίου, το +οποίον έπαιζεν ερρύθμως στρογγυλοπρόσωπος και ραδινή χωρική. Εις +τας άκρας, επί των κιβωτίων, αι μεσόκοπαι κ' αι γραίαι συνώδευον +εις το τραγούδι τας νέας και παρηκολούθουν μ' εξεταστικόν και +πεπειραμένον βλέμμα κριτού τον χορόν, τα βεργολυγίσματα και τους +ακκισμούς των, αναπολούσαι μετά τινος βαρυθυμίας, άλλην ιδικήν των +εποχήν, τους χορούς και τους θριάμβους των. Μεταξύ τούτων +παρεκάθηντο και μητέρες των χορευουσών, αι οποίαι προσείχον εις τα +κινήματα των θυγατέρων των και διώρθονον τας παρατηρουμένας +ελλείψεις, ενδιαφερόμεναι μεγάλως διά την τελείαν εκμάθησιν . . . +Ούτε τα παιδία έλειπον, παρά εγέμιζον θορύβου και φωνών το σπίτι, +άλλα κυλιόμενα επί του πατώματος, μεταξύ του κύκλου των χορευουσών +και φλυαρούντα, άλλα κλαίοντα επί των γονάτων των μητέρων των. Και +υψηλά επί της σκαιάς οροφής, μεταξύ των χονδρών πατερών και των +ξύλων της, πρόσχαροι αι χεληδόνες ετσιτσίριζον μέσα εις τας φωλεάς +των είτ' εκυνηγούντο περιπετώσαι μέχρι των κεφαλών των παρθένων +και ρίπτουσ' αιφνήδιον μεταλλικόν ψέλλισμα. Και όμως όλου τούτου +του θορύβου υπερείχεν η φωνή των λυγερών, εύηχος, αρμονική, +μιγνυμένη προς τους δούπους του ντεφίου και τους αργυρούς ήχους +των κροτάλων και τους μονοκρότους κτύπους των ποδών, εις έν όλον +μεθυστικόν κελάδημα . . . + + — Ε, νά που σας την ήφερα! . . . + +Η υψηλή Ζαχάρω εφάνη αίφνης εις την θύραν της σάλας, σύρουσα από +της χειρός εν θριάμβω την Ανθήν. Η λυγερή ήθελε να σταθή, να +χαιρετίση δεξιά και αριστερά, να φιλήση τας φίλας της και ν' +αναπνεύση τέλος από τον δρόμον αλλ' η σύντροφός της δεν την άφινε +καθόλου. Παρεκίνει, σχεδόν επέβαλλεν εις αυτήν να πιασθή εις τον +χορόν και συγχρόνως έλεγεν εις τας άλλας κορασίδας. + + — Δεν ξέρτε τι τράβηξα ως που να την καταφέρω! . . . + + — Μπα, καλότυχη! . . . γιατί; + + — Δεν ξέρω πώς είμ' έτσι· δεν είμαι καλά· απήντησεν η Ανθή μετά +νωχελείας· + +Και αληθινά δεν ήτο καλά η λυγερή. Ησθάνετο αδυναμίαν, φρικώδη +αδυναμίαν καθ' όλον το σώμα και άμα εκινείτο ολίγον εκουράζοντο οι +πόδες της, ως να εσηκώθη μόλις από πολυήμερον ασθένειαν. Αλλά και +την ψυχήν είχεν υπερμέτρως θλιμμένην η κόρη, ως εν ασφυκτική +καταστάσει και την κεφαλήν βαρείαν και την όψιν αλλαγμένην. Μετά +την ταραχήν της χθες, την οποίαν υπέφερεν από τους λόγους της +Κυράς Παγώνας, ήλθον τα σημερινά και την κατέβαλον. Εκτός της +πανηγύρεως και των θεαμάτων της, τα οποία θ' απελάμβανεν αν +επήγαινεν εκεί, επερίμενε και κάτι καλλίτερον. Ο Γεώργιος την +είχεν ειδοποιήσει ότι θα επήγαινεν εις την πανήγυριν μετά των +φίλων του· ότι θα επηλάλει μάλιστα και την κουλούραν. Και η Ανθή +ελογάριαζε να τον απολαύση εκεί, μέσα εις τον κόσμον και τον +θόρυβον, όπου δεν προσέχει κανείς τι κάμνει ο άλλος, μακράν των +βλεμμάτων της μητρός της· να στριμωχθή πλησίον του μέσα εις την +κυματούσαν φοράν της λιτανείας, να του προσμειδιάση από πλησίον +και ν' ακούση ένα του λόγον αγάπης, από εκείνους τους οποίους +μόνος αυτός γνωρίζει να προφέρη με τόσην γλύκαν να τον καμαρώση +τέλος επί του Μαύρου του, διαπρέποντα μεταξύ των λοιπών +παλληκαρίων. Αλλ' ο Νικολός παρουσιασθείς αίφνης εμπρός, διέλυσε +και αυτήν της την ελπίδα. Α! πάρα πολύ σκανδαλωδώς ήρχισε να +συνεμπαίνη εις την ζωήν της αυτός ο άνθρωπος! . . . + +Και η λυγερή από ώρας εις ώραν εσχημάτιζε μεγαλειτέραν την +αποστροφήν της κατά του Νικολού, και χωρίς να θέλη, με την υποψίαν +εκείνην της χωρικής, μήπως αμαρτάνει εν αγνοία της, ανεθεμάτιζε +την ώραν κατά την οποίαν ευρέθη εις τον δρόμον, ο οποίος τον +έφερεν εις την κωμόπολιν. Εδοκίμασε ν' ασχοληθή εις διευθέτησιν +του σπιτιού· αλλ' ούτε το σώμα ούτε το πνεύμα είχε πρόθυμον εις +τούτο. Όλα της έπταιον γύρω, όλα την ετάρασσον, και τα έπιπλα και +τα φορέματά της και τα παιδία μακρυνής συγγενούς της, ελθόντα εκεί +διά φίλευμα, όπως είχον συνειθίση, και τα κλωσσοπούλια τα οποία +διά χαριτωμένων πηδημάτων αναβαίνοντα την σκάλαν, απέσπων +ακρατήτους άλλοτε τους γέλωτάς της. Τόρα έδειρε τα παιδία, έδιωξε +με φωνάς και κατάρας τα κλωσσοπούλια, έσχισε το φόρεμά της σύρασα +αυτό αποτόμως από τινος καρφιού όπου επιάσθη, κ' έρριπτεν εδώ κ' +εκεί τα έπιπλα, ενώ τα ετακτοποίει. Η μήτηρ της η οποία την +παρηκολούθει διά του βλέμματος κάτι μαντεύουσα, ηπόρει δι' αυτά +όλα και της έλεγεν από καιρού εις καιρόν με μαλακόν τρόπον: _ + + — Τι έπαθες, θυγατέρα· με την κακή σου είσαι σήμερα; + + — Με την κακή μου και με την ψυχρή μου! απήντα σκαιώς η Ανθή. + +Την μεσημβρίαν δεν εκάθισεν εις το γεύμα. Οι γέροντες γονείς, οι +οποίοι ως μονάκριβην την επεριποιούντο περισσότερον κ' εταράσσοντο +εις την παραμικράν κακοδιαθεσίαν της, την εκάλεσαν επανειλημμένως +να φάγη. Υποθέτοντες ότι η δυσθυμία της εκείνη προήρχετο από +μετάνοιαν, διότι δεν επήγεν εις την πανήγυριν, υπέσχοντο εις αυτήν +να υπάγουν μίαν άλλην ημέραν όλοι, να καλέσουν και άλλας +οικογενείας φιλικάς, να ψήσουν αρνιά και να διασκεδάσουν εκεί, +κάτω από τας μεγάλας ελαίας της Μονής. Ο κυρ Παναγιώτης μάλιστα +υπέσχετο να φέρη και τα ταβούλια από το Τραγανό και να χορεύση +εμπρός, χάριν της Ανθής του. Αλλ' η λυγερή έμεινεν αμετάπειστος. +Προσεποιήθη κόπωσιν, κεφαλόπονον και αυτή δεν ήξευρε τι +προσεποιήθη κ' έμεινεν έξω εις το κατώφλιον της θύρας, ως χήρα +κλαίουσα την Μοίραν της. + +Το απόγευμα ήλθεν η Ζαχάρω και ήθελε να την πάρη εις τον χορόν. Η +Ανθή ηρνείτο επιμόνως· δεν ήξιζε τον κόπον να υπάγη. Ο χορός και η +συναναστροφή θέλουν όρεξιν και αυτή δεν είχε καθόλου, μα καθόλου! +ούτε ν' ανοίξη το στόμα της. Αλλά και η Ζαχάρω επέμενε +παρακαλούσα. Την όρεξιν θα την κάμη εκεί, άμα ιδή τας άλλας να +χορεύουν και ακούση το ντέφι να βροντή και να κελαδή ως έμψυχον +εις τας χείρας της Χαραλάμπαινας. Πόσοι κάθηνται εις το τραπέζι +δίχως όρεξιν και όμως άμα ιδούν τα φαγητά τρώγουν! . . . Έπειτα να +ξεδώση· αν έχη τίποτε να το ρίψη έξω . . . Η λυγερή εν τούτοις +ισχυρίζετο ότι άμα είνε βαμμένη η καρδιά του ανθρώπου, χίλια να +κάμη του κακού πηγαίνουν. Μα πάλιν τι θα κάμη να κλεισθή εκεί; +αντέτεινεν η Ζαχάρω. Από το σπίτι του Καινούριου θα έβλεπε +τουλάχιστον τους πανηγυριστάς· αλλ' από το ιδικόν της τι θα +έβλεπε; Η αγορά θα είνε έρημη σήμερον· ο κόσμος είν' έξω, εις τις +γειτονιές . . . + +Ήτο αγαθή κόρη η Ζαχάρω κ' επέμενε να διασκεδάση την θλίψιν της +φίλης της. Παρίστανεν ως όλως έκτακτον το θέαμα των πανηγυριστών, +όταν επιστρέφουν εις την κωμόπολιν, άλλοι εξηντλημένοι, χαλαρώς +κρατούντες τους χαλυνούς των αλόγων και κύπτοντες την κεφαλήν +βαρείαν εκ του πότου και του δρόμου· άλλοι εξημμένοι και +αρειμάνιοι, επιδεικνύοντες τον στολισμόν και την ευτυχίαν +των . . . + +Η Ανθή κατεπείσθη τέλος και ηκολούθησε την νεάνιδα εις το σπίτι +του Καινούριου. Και τόρα η Ζαχάρω, καταμαγευμένη διά την επιτυχίαν +της αυτήν, έξαλλος εκ του θορύβου της συναναστροφής και πρόθυμη να +χαροποιήση την φίλην της, ηνάγκαζεν αυτήν να σύρη πρώτη τον χορόν. +Κ' αι άλλαι νεάνιδες παρεχώρουν προθύμως την θέσιν των εις την +Ανθήν. Απέκαμαν πλέον! εχόρευσαν τέσσαρες και πέντε φορές κάθε +μία . . . + +Η λυγερή εχόρευσε τω όντι με χάριν και αφέλειαν πολλήν. Έλειπεν +όμως από αυτήν η ευθυμία, η όρεξις εκείνη η πτερόνουσα τους πόδας. +Ούτε κινήσεις είχεν αρκετάς, ούτε το βεργολύγισμα εκείνο το βαρύ +της εποχής, το οποίον παρομοιάζει την χορεύουσαν με παγώνι όταν +σκύπτη να ποτισθή εις την πηγήν. Τούτο δεν διέφυγε το εξησκημένον +μάτι των άλλων γυναικών και ήρχισαν μεταξύ των να φέρουν εν +ψιθυρισμώ τας κρίσεις των. Τι έπαθε, καλέ πώς χορεύει έτσι η +Ανθή! . . . Από όλας δε περισσότερον παρετήρησε τούτο η +σπιτονοικοκυρά και το έδειξε χαιρεκάκως εις την μεσόκοπον γείτονά +της, την αδελφήν του Γιωργίου Βρανά. Όχι, δεν ηδύνατο να συγχωρέση +τοιαύτα λάθη εις τον χορόν η αγαθή Παντελιού. Αν εχόρευον έτσι αι +θυγατέρες της, η Βασιλική της αν εχόρευεν έτσι, δεν θα την άφινε +ποτέ πλέον να χορεύση. Και βλέπεις, αδελφή, ότι επάχυνεν ακόμη +αυτή η κόρη· βλέπεις τι άσχημη έγεινε; πού πρώτα που ήτο μια +πανώρηα λυγερή! . . Έπειτα τι κάμνει τάχα πως δεν την μέλει και +χαμηλώνει τα μάτια, σαν την Παναγιά; Αυτά δεν χωνεύονται +πλέον! . . . Και ζωηρευθείσα αίφνης, εψιθύρισεν εις το αυτί της +συντρόφου της. + + — Ξέρεις, αδελφούλα μου, που αν είν' αλήθεια τα λόγια του κόσμου, +ο Γιωργάκης δεν κάνει καλά να πάρη αυτή την ψευτοπαναγιά! . . . + +Κ' ενδιαφέρετο η χονδρή και πληθωρική γυνή περί του μέλλοντος του +Γεωργίου Βρανά και ανησύχει διά την τύχην του. Η μητρική καρδία +της δεν ηδύνατο ν' ανεχθή τοιαύτην του νέου ατυχίαν. Δεν εχάθηκαν +δα από τον κόσμον τα κορίτσια· είνε άλλα που τον παρακαλούν αρκεί +να θέλη μόνον! . . . Και ήσαν οι λόγοι ούτοι πλαγία ομολογία των +συμπαθειών τας οποίας έτρεφε προς τον Γιώργιον και των προσδοκιών +της, ως καλού γαμβρού διά την θυγατέρα της, την Βασιλικήν. Την +ηξεύρει δα όλον το χωριόν την Βασιλικήν, την πρωτότοκόν της, τι +προκομμένη είνε και τι εύμορφη! Ας μη λέγη τίποτε η Παντελιού, +διότι είνε μητέρα και να μην υποτεθή ότι θέλει να επαινέση την +κόρην της . . . + + — Μπα σε καλό σας! γάμο έχετε; Ηκούσθη αίφνης και ώρμησεν εις την +σάλαν η Βασιλική. + +Φωναί εύθυμοι εδέχθησχν ευθύς την παρθένον, δεκαεπταετή +ξανθόμαλλον και λευκήν παρθένον· ευχαί εγκάρδιοι και δεξιώσεις ως +να έλειπεν από χρόνου μακρού. + + — Καλώς την, καλώς ώρισες! + + — Βοήθειά σου ο άγιος. + + — Και του χρόνου με τον καλό σου! . . . + +Η Βασιλική ηυχαρίστει όλας διά τας ευχάς· ησπάζετο τας φίλας της, +άπλωνε την χείρα εις άλλας κ' εσπόγγιζε το κάθιδρον πρόσωπόν της +κ' εγέλα πετώσα όλη από χαράν. Ήτο φύσει εύχαρις και λάλος η +νεάνις· ένας από τους ελαφρούς εκείνους παρθενικούς χαρακτήρας, +τους οποίους δύναται τις ασφαλώς να παρομοιάση με τας σουσουράδας· +πετούν, φλυαρούν, γελούν αδιακόπως και ο νους των διατελεί εις +αδιάκοπον ζήτησιν της μεταβολής του βίου, το δε σώμα παρακολουθεί +πρόθυμον. Η μελαγχολία δεν έχει θέσιν εις αυτούς· η λύπη δεν έχει +διάρκειαν. Περί της Βασιλικής ελέγετο μεταξύ των γυναικών, που +παρεστάθησαν εις την γέννησίν της, ότι μόλις έπεσεν εγέλα και +ηκτινοβόλει από ευτυχίαν το πρόσωπόν της, ως να ήρχετο με λαμπράς +εντυπώσεις από τον άλλον κόσμον κ' εχαίρετο διά την αλλαγήν του +βίου. + +Και τόρα δι' αυτήν την βραχείαν αλλαγήν του βίου, τας νέας +σκηνογραφίας, που εξετυλίχθησαν εμπρός τα μάτια της, της +θορυβώδους πανηγύρεως, του εσμού αυτής και των θεαμάτων, ήτο τόσον +χαρούμενη κ' έφρισσεν όλη ανήσυχος, υπό τας φιλοστόργους χείρας +της μητρός της, η οποία την επεριποιείτο με συγκίνησιν. + + — Μέσ' 'ς το μεσημέρι εκινήσατε να 'ρθήτε έλεγε κάπως +ηγανακτισμένη η Παντελιού· δεν αφίνατε 'λίγο να δροσίση . . . + + — Πού άφινε ο Νικολός· απ' την ώρα που τον πάτησε τ' άλογο +εδαιμονίσθηκε! + + — Τι, ποιο άλογο τον πάτησε; + +Όχι, καλότυχη, τον πάτησε τον επήρε εκεί με τον αέρα το άλογο του +Γεωργίου Βρανά και τον έρριψε κάτω. Αλλ' αυτός εφοβήθη τόσον, ώστε +όλο και άλογα έβλεπε γύρω του και ηνάγκασε τας γυναίκας να φύγουν +γρήγορα, γρήγορα! . . . + +Ο χορός διεκόπη τόρα και όλαι αι νεανίδες εκύκλωσαν την Βασιλικήν, +περίεργοι ν' ακούσουν τας εντυπώσεις της. Εις το πάθημα του +Νικολού Πικοπούλου, ο οποίος διά το κωμικόν παράστημά του, συχνά +επροκάλει τας ειρωνείας των κορασίδων, οι γέλωτες ήχησαν με +θορυβώδη ασυμφωνίαν. + +Αλλ' η εγκαρδιώτερον των άλλων γελώσα ήτο η Ανθή. Έπασχε τόσα από +αυτόν τον άνθρωπον, ώστε της εφαίνετο πολύ ευχάριστον το πάθημά +του. Εξεδικείτο έτσι η αδυναμία της· εθριάμβευεν επί τη ιδέα ότι ο +Γεώργιος ήτο ο εκδικητής αυτής και μετεμελείτο, διότι δεν επήγεν +εις την πανήγυριν, ν' αντιληφθή με τα ίδια της μάτια την +εξουθενωτικήν εκείνην πτώσιν του μισητού της. Η ψυχή της λυγερής +ευρίσκετο εις απολαυστικήν έκστασιν, φανταζομένη διά της +ζωηρότητος του μίσους, τον Νικολόν κυλιόμενον εις το χώμα κ' +έπειτα σηκονόμενον περίτρομον, με τα φορέματα κατασκονισμένα και +φεύγοντα ευθύς μακράν της πανηγύρεως, ενώ ο Γεώργιος ωρθούτο επί +του αλόγου του, θριαμβευτής και υπερήφανος . . . Και ολίγον κατ' +ολίγον δόσις φθόνου εγεννάτο μέσα της διά την Βασιλικήν· φθόνου +τον οποίον ησθάνθη ευθύς μόλις έμαθεν ότι η νεάνις αντικατέστησεν +αυτήν εις την πανήγυριν και τον οποίον εσίγασαν μετ' ολίγον αι +σκέψεις του λυπηρού μέλλοντός της. + +Αλλ' ανέκαθεν η Ανθή δεν έτρεφε μεγάλην συμπάθειαν προς την +Βασιλικήν. Το εύθυμον και γελαστόν ήθος της παρθένου, αι +περιποιήσεις τας οποίας απέδιδε προς αυτήν, πάντοτε παρεξηγούντο +υπό της λυγερής. Ενόμιζεν ότι όλα ήσαν εμπαιγμοί και φιλέκδικος +διάθεσις μόνον. Η Βασιλική ήτο αδελφή του Δημητρίου, του +στενωτέρου φίλου του Βρανά και τούτο την ανησύχει μεγάλως. +Πρόληψίς τις εβασίλευεν εις το πνεύμα της, ότι εκείνη μίαν ημέραν +θ' αντικαθίστα αυτήν εν τη καρδία και τη ζωή του αγαπητού της. +Πολλάκις έκλαυσε δι' αυτήν την ιδέαν· πολλάκις απηλπίσθη και +ωμολόγησεν εις τον Γεώργιον πλαγίως, ότι δεν ήθελεν να συχνάζη εις +το σπίτι του φίλου του. Ο νέος εννόησε τους φόβους της και +προσεπάθησε να τους διασκεδάση. Αλλ' η φιλία του Βρανά και του +Δημητρίου υπήρχε πάντοτε, ακμαία και αδιάρρηκτος και υπήρχον εκ +τούτου και οι φόβοι της λυγερής. Τόρα ενόμιζεν ότι η Βασιλική +υπερέβαλεν αυτήν καθ' όλα· ότι της έκλεψε μίαν έκτακτον απόλαυσιν, +και μετενόει διότι δεν ηκολούθησε την θείαν της, αλλά παρεχώρησε +την θέσιν της εις εκείνην, να κόβη τόρα και να ράβ' η γλώσσα της! + +Ναι, να κόβη τόρα και να ράβ' η γλώσσα της Βασιλικής! Τούτο εκέντα +πολύ την ζυλοτυπίαν της λυγερής. Να βλέπη τόσας εκεί μορφάς +προσηλωμένας εις εκείνην περιέργως· ενωτιζομένας τους λόγους της +λαιμάργως, εκπληττομένας διά τα περίεργα συμβάντα της πανηγύρεως +και να ηξεύρη ότι εις την θέσιν της θα ήτο αυτή τόρα, θα εκίνει +αυτή την προσοχήν και όχι η Βασιλική· τούτο εξηρέθιζε τον φθόνον +της ακόμη περισσότερον. + + — Αμ' την κουλούρα; ποιος επήρε την κουλούρα; ηρώτησαν αίφνης την +Βασιλικήν αι γυναίκες. + + — Ο Γιώργης ο Βρανάς. + +Και μετά φλυάρου λεπτομερίας, ευτυχισμένη διότι ήτο εις θέσιν να +λέγη, όλον να λέγη και ν' ακούεται μετά προσοχής η ελαφρά νεάνις, +ήρχισε να διηγήται τα του ιππικού αγώνος. Α! είνε το καλλίτερον +της όλης πανηγύρεως αυτό! Φαντασθήτε· μόλις εδόθη το σημείον και +όλη εκείνη η μυρμηκιά του θεωμένου πλήθους ν' ανυπομονή, να +στενοχωρήται να παθαίνεται ως έν και μόνον σώμα. Ο κάμπος ηπλούτο +επικλινής ολίγον ομαλός όμως, καταπράσινος, με ολίγα σφερδούκλια +εδώ κ' εκεί· με μίαν αγριαπιδιάν εις την μέσην κ' ευρύς, +απεριόριστος εις το βλέμμα των θεατών. Ένεκα της μεγάλης +αποστάσεως δεν διέκρινέ τις κατ' αρχάς άλλο τίποτε παρά μελανά +μόλις στίγματα, σκιάς άνω του εδάφους, φερομένας υπό του ανέμου. +Μικρόν κατά μικρόν έπειτα διεκρίθησαν οι πόδες των αλόγων, +κινούμενοι εμπρός-οπίσω μετά ταχύτητος, ως πτερωταί μύλου και +τέλος διεγράφησαν και οι καβαλλάρηδες, ως λευκά συννεφάκια ανά την +απέραντον έκτασιν. Ο νικητής όμως ήτο αδύνατον να διακριθή ακόμη. +Η φορά των αλόγων εν τη καταπληκτική ορμή των, ήλλασε κατά λεπτόν +και οι πρώτοι ήρχοντο έσχατοι και οι έσχατοι επροπορεύοντο, ώστε +κατήντησεν αμφίβολον το τέλος. Το πλήθος ανυπόμονον έκαμνε τας +κρίσεις του, έλεγε τας εικασίας του καθείς, ωσεί θέλων να ταχύνη +το αποτέλεσμα. + + — Να το ψαρί, την άρπαξε! + + — Μπα, δεν βλέπεις το μπάλιο που το φέρνει κατά πόδι; + + — Θα το περάση, ορέ, θα το περάση! + + — Α! α! α! α! . . . + +Κ' εφώναζον οι στρατηλατούμενοι, κινούντες χείρας και πόδας, ως να +μετείχον και αυτοί του αγώνος . . . Αίφνης νά· πίπτει ένας +καβαλλάρης και φεύγει το άλογόν του μακράν, τριποδίζον. Δύο άλλοι, +βλέποντες φανεράν την αποτυχίαν αποσύρονται του αγώνος· αλλά διά +να μην ντροπιασθούν φεύγουν μακράν των θεατών. Και αρχίζουν ούτοι +πάλιν φωνάζοντες: + + — Του Ζόγγα επήρ' ο ένας, του Ζόγγα! + + — Κι' ο άλλος του Μάζι . . . + + — Πάει να κάμη συμπεθεριό! . . . + +Και γελούν, αιωνίως γελούν, σαρκάζοντες τους νικημένους . . . Τ' +άλογα τρέχουν ακόμη εν δαιμονιώδει φορά, με την κεφαλήν τεντωμένην +εμπρός, το σώμα όλον ευθύτατον ως ιπτάμενοι κόρακες. Και τα +φορέματα των καβαλλάρηδων κυματίζουν, φουσκώνουν από τον άνεμον αι +πλατείαι χειρίδες των υποκαμίσων και η φουστανέλλα πλαταγεί +θορυβωδώς. + +Άλογα τέσσαρα έμενον τόρα διαφιλονικούντα το γέρας. Το λευκόν +ήρχετο προς τα εμπρός, με τον καβαλλάρην κολλημένον ως κάνθαρον +επάνω του. Αίφνης πλησίον του επέρασε το μαύρον, με το λευκόν +αστέρι εις το μέτωπον κ' εβάδιζε τόρα κατ' ευθείαν εις το τέρμα. +Αλλά μετ' ολίγον άλλο, με τρίχωμα βαθύ ασπρόμαυρον ήλθε +παραπλεύρως, ζητούν την νίκην . . . Και οι θεαταί εξηκολούθουν τας +συζητήσεις κ' έλεγαν τα συμπεράσματά των ανυπόμονοι. + + — Ανδραβιδιώτης είνε το αστεράτο; + + — Ναι, του Σκαμνάκη . . + + — Και τάλλο, το σιδερικό; + + — Γαστουνιώτης. + + — Θα την φάη τη χυλόπηττα! + +Και ολίγον έλειψε να έλθουν εις ρήξιν εξ αιτίας του, μη +παραδεχόμενοι να ντροπιασθή το άλογον του τόπου των. Αλλ' αίφνης ο +ψαρής, ο προπορευόμενος εις την αρχήν του αγώνος, εστάθη εις την +μέσην του δρόμου ακίνητος, παρά τας παροτρύνσεις του αυθέντη του, +και κρατών υψωμένην την κεφαλήν, παρετήρει όλα τα σημεία, ως να +ηρεύνα τον ορίζοντα· έπειτα εστράφη αποτόμως προς τα οπίσω, +συναποφέρων άκοντα και τον κύριόν του. + + — Άφς τον· πάει για βρούβες· είπαν. + +Έμεναν πλέον τρία εις το ιπποδρόμιον· τα δύο επήγαιναν εμπρός, και +ολίγον όπισθεν, σχεδόν επί τα ίχνη των, εβάδιζε το τρίτον. Ήρχετο +τούτο κανονικώς τρέχον, μη παραλλάσσον τον βηματισμόν του, ως να +ήτο βέβαιον περί της νίκης του και άφινε τ' άλλα να κοπιάζουν +αδίκως. Και ωσεί προλαμβάνον την σκέψιν των θεατών, δι' ενός +πηδήματος, επέρασεν αίφνης μεταξύ των αντιπάλων του κ' επλησίασε +σπεύδον τον κρατούντα επί κοντού την κουλούραν, της νίκης το +έπαθλον. + + — Μωρέ, γεια σου, πουλί μου! εφώναξαν οι θεαταί κατενθουσιασμένοι, +φιλούντες το άλογον επί του τραχήλου. Ενώ, ο Γεώργιος Βρανάς ο +καβαλλάρης και κύριος του ωχρός, συγκεκινημένος, ωρθούτο κ' +επεδείκνυεν εις το πλήθος την κουλούραν, εν εξάλλω αποθεώσει . . . + + — Παναγία μου, τι ώμορφος που ήταν εκεί! άγγελος γραμμένος· +επεφώνησεν η κόρη με απροσποίητον θαυμασμόν. + +Αλλά και οι ακροαταί αυτής δεν ήσαν ολιγώτερον ενθουσιασμένοι. Η +νίκη ενός αλόγου δεν θεωρείται μικρόν κατόρθωμα μεταξύ των +χωρικών. Ο νικητής τιμά όχι μόνον τον εαυτόν του, αλλά και τον +κύριόν του και το χωρίον ακόμη από το οποίον κατάγεται. Η νίκη +του, διά των μυρίων στομάτων των παρατυχόντων πανηγυριστών, +διαθρυλείται εις τα πέριξ χωρία ως μέγα γεγονός. Οι από Πατρών +μέχρι Πύργου συναντώμενοι καρρολόγοι, μεταδίδουν το όνομα, το +χρώμα κ' εν γένει τα χαρακτηριστικά του, αυξάνει δε την τιμήν του +εις ενδεχομένην πώλησιν, ως έν από τα καλλίτερα προσόντα του. Οι +χωρικοί εις τα χωρία των, διά την έλλειψιν καθημερινών νέων, επί +εβδομάδας, επί μήνα όλον, συζητούν μετ' ενδιαφέροντος τα προσόντα, +αυτού και τας αφορμάς διά τας οποίας οι άλλοι υστέρησαν, ως +ιστοριογράφοι την ήτταν μεγάλων στρατηγών. Διά τούτο τόρα αι +νεανίδες κ' αι άλλαι γυναίκες, ετράπησαν εις θορυβώδη διαδήλωσιν +υπέρ του Γεωργίου και του αλόγου του. + +Μόνον η Ανθή δεν ωμίλει, δεν εθορύβει, δεν ενθουσιάζετο. Τι αν +ησθάνετο μικράν χαράν εις τα στήθη της διά τον θρίαμβον του +Γεωργίου; Η λύπη της ήτο μεγάλη τόρα, διότι δεν ήτο εκεί και αυτή +να τον απολαύση εις την έξαλλον αποθέωσίν του και μεγαλητέρα η +αγανάκτησίς της εναντίον του Νικολού, ο οποίος έγεινεν η αιτία +τούτου κ' εναντίον της Βασιλικής που τον απήλαυσεν. Και τι τάχα +καμαρώνεται αυτή, η «άσπρη μου σαν το χαρτί, κόκκινη σαν το βερζί, +μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, ρίξε μου τα μαλλάκια σου ν' ανέβω +απάνου», έ; Τι καμαρώνεται και χοροπηδά και ομιλεί τόσον ελευθέρως +περί του Γεωργίου!. Ή μήπως της επόνεσε και αυτής το δόντι; — μωρέ +μούτρα! . . . Η λυγερή ζηλότυπος εις την αγάπην της· περίφοβος διά +το είδωλόν της, εσκέπτετο ότι καλλίτερον θα έκαμνεν αν δεν ήρχετο +εκεί και ωργίζετο εναντίον της Ζαχάρως, η οποία την έφερε διά ν' +ακούση αυτούς τους λόγους, να μαυρίση περισσότερον την καρδίαν +της, και ήθελε να φύγη. Αλλ' οι έπαινοι περί του Γεωργίου και του +αλόγου του εξηκολούθουν μεταξύ των γυναικών και η λυγερή ανέβαλλεν +από ώρας εις ώραν, αρεσκομένη ν' ακούη καλολογίσματα διά τον καλόν +της. + + — Δεν 'ξέρω, έλεγε τόρα η γρηά Μήτραινα· ο μαύρος είνε φαλάγγι! + + — Και τι ώμορφο νοητάκι! εγώ αν ήθελεν ο Γιώργης θα του έκανα ένα +χαϊμαλί· επρόσθεσεν η Βασιλική ενθουσιωδώς. + +Η λυγερή δεν εκρατήθη πλέον. — Ξετσίπωτη! εψιθύρισε με πείσμα και +διηυθύνθη προς την θύραν διά να εξέλθη. Αλλά δυνατός πυροβολισμός +αντηχήσας έξω, ηνάγκασεν αυτήν να ορμήση μετά των άλλων γυναικών, +με βοήν και πάταγον εις την σάλαν. + + — Παγκυριώτες, κορίτσα, παγκυριώτες! . . . + +Ευθύς άδειασεν η σάλα. Αι γραίαι, αι μεσόκοποι, αι νεάνιδες +συνωστίζοντο τόρα επί της ξυλίνης ταράτσας, προβάλλουσαι τας +κεφαλάς και διαφιλονεικούσαι τας θέσεις εν ανταλλαγή φωνών και +γελώτων, μεταξύ των οποίων ηκούοντο και κλαψίματα στενοχωρηθέντος +είτε πατηθέντος παιδίου. + + — Την κουλούρα! έχουν την κουλούρα! . . . εφώναζε μικρά κορασίς, +κτυπώσα τας παλάμας εξ υπερμέτρου χαράς. + +Τω όντι ο όμιλος του Βρανά και των φίλων του ήρχετο φέρων +θριαμβευτικώς την κουλούραν. Μετά τον ιππικόν αγώνα οι νέοι επήγαν +εις την στάνην του γέρω Γκόρα, όπου ο πλούσιος ούτος πατριάρχης, +με τα κοπέλια και τους υιούς του, υπηρέτει εν αδόλω χαρά τους +πολυαρίθμους ξένους του. Έφαγον με όρεξιν το σουβλιστόν αρνί, το +πουγανιστόν κατσίκι και την γευστικήν τυρόπητταν του γέρω Γκόρα κ' +ερρόφησαν αφθόνως το κρασί του. Μετά τας διαχύσεις της χαράς και +της ευθυμίας των, αποχαιρετίσαντες τους βλαχοποιμένας εκίνησαν διά +την κωμόπολιν. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν ήτο ολιγώτερον συγκεκινημένος +του Κοροίβου, του αρχαίου Ολυμπιονίκου, εισερχομένου εις την +γενέτειραν πόλιν. Το άλογόν του ήτο νικητής· άρα ήτο και αυτός +νικητής. Και όχι μόνον αυτός αλλά και όλοι οι σύντροφοί του! Και +ήρχοντο τόρα εξημμένον έχοντες τον νουν υπό του κρασιού οι νέοι, +ορθόν το σώμα υπό του θριάμβου, ανά τέσσαρες, με τας χείρας +ενωμένας επί των ώμων αλλήλων, εις ένα σώμα πολυσύνθετον εξ αλόγων +και ανδρών. Εις το μέσον του πρώτου στοίχου διεκρίνετο, διά το +πλούσιον της στολής και το υψηλόν ανάστημά του ο Βρανάς, κρατών +εις την μύτην του μαχαιριού του ανθοστολισμένην την κουλούραν, της +νίκης του άθλον, και το άλογόν του, μεγαλοπρεπώς βαδίζον, +ανακινούν εδώ κ' εκεί στεφανηφόρον κεφαλήν, ως να ηνόει τον +θρίαμβον τον οποίον κατήγαγε. Και τ' άλλα τ' άλογα μετ' ευρύθμου +βαδίσματος, έφερον τους υπερηφάνους καβαλλάρους των, τραγουδούντας +εναλλάξ, το τραγούδι του τροπαιοφόρου Στρατηλάτου, διά του οποίου +ο ποιητής του λαού παρέστησε συγκινητικώτερον και θελκτικώτερον +υμνογράφου το θαύμα: + + Άγιε μ' άι Γιώργη στρατηγέ και γριβοκαβαλλάρη, + αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι, + 'σαν άγιος 'μοιάζεις 'ς τη θωριά, 'σαν ήλιος 'ς τη λαμπρότη· + παρακαλώ σ' αφέντη μου και τίμιέ μου Στρατιώτη! . . . + +Οι πανηγυρισταί έτσι επλησίασαν εμπρός εις το σπίτι του +Καινούριου. Απέναντι υπήρχεν ευρύς σπιτότοπος, κατεστραμμένος +κήπος, μ' ερείπια εις το βάθος και αρκετάς πέριξ συκομωρέας. Επί +μιας τούτων εκυμάτιζεν υψηλά κόκκινη σημαία κ' εκρέματο φιάλη +γεμάτη κρασίου, κάτω δε εις την σκιάν των άλλων δένδρων, +διεσπαρμένα ξύλινα καθίσματα εμαρτύρουν ότι εκεί ήτο πρόσκαιρον +κρασοπωλείον. Τα πρόσκαιρα αυτά κρασοπωλεία είνε συνήθη εις τα +χωρία κατά τας επισήμους ημέρας και χρησιμεύουν ως κέντρα ευθύμου +συναθροίσεως, αφού τα καφενεία και τα καταστήματα της αγοράς +μένουν κλειστά. Πτωχοί χωρικοί, από του Σεπτεμβρίου αποθηκεύοντες +προς ιδίαν χρήσιν κρασί εις τα σπίτια των, πωλούν εξ αυτού ολίγον +κατά τας τοιαύτας ημέρας, ποριζόμενοι δι' ελαχίστου εμπορεύματος +αρκετά κέρδη. Τούτο λοιπόν έκαμεν εκεί ο Αριστείδης, μεσόκοπος +χωρικός, έχων λευκόν σκουφάκι από μανδαπολάμι εις την κεφαλήν, +σηκωμένας τας χειρίδας του υποκαμίσου μέχρι των ώμων, τας δε του +μεϊντανίου καρφωμένας χιαστί όπισθεν διά καρφίδος, ποδιάν +βρεγμένην επί της φουστανέλλας κ' ελευθέρους καλτσών τους πόδας. Ο +τραυλός ούτος χωρικός εφαίνετο ότι εγεννήθη διά το επάγγελμα του +κρασοπώλου· οι δε συμπατριώται του έλεγον ακόμη ότι κρασί επώλει +και εις την κοιλιάν της μάνας του. Αδιακόπως έφερεν επί του +προσώπου το χρώμα του κρασιού, επί δε των φορεμάτων, και όταν +ακόμη ήτο αργός, την βαθείαν οσμήν του. Ήτο πολύλογος, ακούραστος +εις την εξάσκησιν του επαγγέλματός του, μουσκευμένος μέσα κ' έξω, +καθ' όλα τύπος Διονύσου των νεωτέρων χρόνων. Τόρα ησχολείτο εις +την εξόφλησιν παλαιών λογαριασμών, τους οποίους είχε με τον +Κουτσαναστάσην, αγαθόν κρασοπατέρα, σκεφθέντα αυτήν την στιγμήν +κατά την μέθην του, να πληρώση τα χρέη. Αλλά του εφαίνοντο +εξωγκωμένα, κ' εζήτει από τον Αριστείδην να κατεβάση τας +απαιτήσεις του. Ο κρασοπώλης, ανυπομονών κ' εξωργισμένος +επροσπάθει να τον πείση ότι ήσαν αλάθητα τα κατάστιχά του και του +επανέλεγε με την τραυλήν φωνήν του: + + — Τον καιρό που το πίνεις! . . . τον καιρό που το πίνεις! . . . +τον καιρό που το πίνεις! . . . + +Μόλις όμως είδε τους πανηγυριστάς πλησιάζοντας, ο Αριστείδης +παρήτησε τον Κουτσαναστάσην να λύνη, με τρόμον χειρών και +ψιθυρισμόν αδιάκοπον, την χρηματοσακκούλαν του και αρπάσας την +κρασοκανάταν και ποτήρια ήλθε προς αυτούς. Οι νέοι παρετήρησαν +ευθύς, μόλις πλησιάσαντες, τ' ωραίον και πλούσιον σύμπλεγμα των +γυναικών επί της ταράτσας και ο ενθουσιασμός των έγεινεν +ακράτητος. + + — Χρόνια πολλά, θεια! . . . χρόνια πολλά! . . . εφώναζον, +χαιρετώντες με το ποτήρι τας γραίας. + +Αλλ' αν διά της φωνής απετείνοντο προς τας μαραμμένας εκείνας +μορφάς, ο λογισμός αυτών και το βλέμμα επέτα κ' έθιγε διψαλέον τ' +ανθηρά κάλλη, των οποίων τα πονηρά μάτια ελαμπίριζον μεταξύ του +πρασίνου κισσού, ως αδάμαντες επί στρώματος σμαράγδου. Κ' έκφρονες +πλέον, εκέντων τ' άλογά των εις διάφορα γυμνάσματα· διεσκέλιζον +μαζί τα καθίσματα και τους πάγκους, έκοπτον διά μιας φεύγοντες +τους κλάδους των δένδρων ή στρεφόμενοι περί την κοιλίαν των ζώων, +ήρπαζον τα χαμαί ξυλάρια κ' επανέστρεφον επί της σέλας ακλόνητοι. +Κ' αι τόσαι εκεί λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν πληγωμένην υπό της +λεβεντιάς εκείνης· συνελάμβανον ιδέας παραδόξους, πόθους +γλυκερούς, οι οποίοι κατά την εξέλιξίν των ήτο δυνατόν, ήτο +εύκολον ναι, ν' απολήξουν εις την ευτυχίαν της ζωής των. + +Υπάρχει εις την ζωήν της νεάνιδος κάποια στιγμή, κατά την οποίαν +αίφνης και απροσδοκήτως, από το παραμικρόν γεγονός αφυπνίζεται το +λανθάνον ένστικτον κ' εξετάζουσα ευρίσκει ότι έχει και αυτή +δικαιώματα επί της ανθρωπίνης ευτυχίας. Τότε το πατρικόν σπίτι +φαίνεται εις αυτήν στενόν, φυλακή αυτόχρημα· αι σοβαραί όψεις των +γερόντων ανυπόφοροι· η οικογενειακή εκείνη ζωή, από την οποίαν +έφυγαν πλέον αι ονειροπολήσεις, αι πλάναι, αι αδιάκοποι περί +μεταβολής ελπίδες, πολύ μονότονη. Την γαλήνην του πατρικού ασύλου, +την οποίαν ο νεάνιας πάντοτ' επιζητεί, η νεάνις αποστέργει μετά +βαρυθυμίας, όπως αποστέργει το πουλί τον κλωβόν του. Βιάζεται να +φύγη το τρυφερόν πουλάκι, να καθίση επί άλλου κλαδίσκου, τον +οποίον φαντάζεται χλοερώτερον, σκιερώτερον, ευτυχέστερον πάντοτε +του πατρικού. Και ονειροπολεί αδιακόπως τον άγνωστον σταυραετόν, +εκείνον που θ' ανοίξη μίαν ημέραν τας ισχυράς πτέρυγάς του και θα +την συνεπάρη μακράν εις άλλον βίον, εις άλλην φωλεάν. Τούτο +συνέβαινε τόρα και εις τας ψυχάς των παρθένων. Εύρισκον πολύ +αρμοδιώτερα τα σπιτάκια των νέων εκείνων, διά να περάσουν την ζωήν +των, πολύ ευτυχέστερον τον εαυτόν τους, αν τους επερίμεναν εμπρός +εις την θύραν διά να τους δεχθούν μόλις πεζεύσαντας και να τεθούν +αφρόντιδες υπό τας περιποιήσεις και τας διαταγάς των. + +Η Ανθή δεν εσκέπτετο τούτο ολιγώτερον των άλλων. Τουναντίον ήτο +εκεί εμπρός της ο αγαπημένος και ήσαν ζωηρώτεροι οι πόθοι και τα +όνειρά της. Αν αι άλλαι δεν ήξευρον τον λυτρωτήν σταυραετόν, αυτή +τον εγνώριζε κ' εύρισκε μάλιστα ότι εβράδυνε να έλθη. Αχ, κινήσου +καϋμένε σταυραητέ! άνοιξε τα φτερά σου κ' έλα πάρε την· φέρε την +εις άλλους τόπους, όπου αφθονεί ο κισσός και ο μόσχος, και μη την +αφίνης εις αυτόν τον μπούφον Νικολόν, ο οποίος θα την μαράνη με το +πρώτον φίλημά του! . . Και η λυγερή με σπαρταρίζον μάτι ως να +ητένιζε σημείον φωτεινόν, ητένιζε τον Γεώργιον Βρανάν, ανηρεύνα +μετ' αυξούσης φροντίδος τα μεσσήνια — τας Μεσσηνιακάς εκείνας +δερματίνας περικνημίδας, τας οποίας συνειθίζουν οι καβαλλικεύοντες +φουστανελλοφόροι διά την προφύλαξιν των καλτσών — την φουστανέλλαν +χυνομένην κατάλευκην επί της σέλας, τον λυγηρόν κ' ευρύν κορμόν, +τον οποίον περιέβαλλον επιχαρίτως τα Μερεντίτικα μεϊντανογέλεκα +και σχεδόν εψηλάφει ευφροσύνως την χαριτωμένην του νέου κεφαλήν, +με το υπόξανθον μουστάκι και τα γαλανά μάτια. Εσύρετο δε υπό του +πόθου κ' εθεώρει μεγίστην ευτυχίαν να της ήτο εύκολον να πλησιάση +εκεί, ν' αρμόση μίαν φεύγουσαν λωρίδα του μεσσηνίου, να ταξιθετήση +τας ανεστραμμένας πτυχάς της φουστανέλλας, να στρώση επιμελέστερον +το κεντητόν μαντήλι του σελαχίου, να ρίψη επί του ώμου την +σκορπισμένην φούνταν του φεσίου του. Όχι, δεν ήθελε να τον βλέπουν +ξένα μάτια έτσι άτακτον τον καλόν της! Και εις την λέξιν αυτήν, +την ανέκφραστον μαγείαν εξασκούσαν επί των παρθένων, φρικίασις +εκυρίευε την σάρκα της Ανθής, ευτυχία επλημμύρει την καρδίαν της. +Εφαντάζετο διά μίαν στιγμήν τον εαυτόν της. πλησίον εκείνου· ότι +τον εψηλάφει γλυκύτατα· ότι ηκροάτο τους λόγους του, κ' εθεώρει +μάγον μόνον όνειρον το τοιούτον. Αν κ' εγνώριζε τον προς αυτήν +έρωτα του Βρανά, δισταγμός κάποιος εισέδυεν εις την ψυχήν της. Διά +της αγάπης της εμεγάλυνε τον νεανίαν· εταπείνωνε δι' αυταπαρνήσεως +τον εαυτόν της κ' εύρισκεν ότι τοιούτος λεβέντης όχι, δεν ηδύνατο +να ζευγαρωθή με αυτήν, την σταχτοπούταν! . . . . Και η χαρά της +λυγερής μετετρέπετο εις μελαγχολικήν χαράν, ευδαιμονίαν +τεθλιμμένην η οποία ενάρκονε το σώμα παρέλυε το πνεύμα κ' έφερε +σχεδόν δάκρυα εις τα μάτια της. + +Αίφνης η λυγερή εσκίρτησεν ως να ήλθεν εις την πραγματικότητα. Ο +Βρανάς την έβλεπε κατάματα, μ' έκφρασιν μεγάλης ευτυχίας. Έπειτα +έσυρεν από του σελαχίου αργυρόλαβον μαχαιράκι, έκοψεν ένα κομμάτι +από την κουλούραν κ' έφερε το άλογόν του κάτω από την ταράτσαν. + + — Χαιρέτα, Μαύρε! + +Το άλογον χαιρετά τω όντι, ανακινούν επάνω-κάτω την νοήμονα +κεφαλήν του και ο νεάνιας όρθιος εις τις σκάλες της σέλας, +προσφέρει το κομμάτι εις την λυγερήν. Εις αυτήν ναι, την Ανθήν και +όχι άλλην· διότι τ' αποσύρει ευθύς, μόλις απλώνει την χείρα να το +πάρη αυτή, η ξετσίπωτη Βασιλική. Αλλ' η Ανθή μένει ακίνητος. Όχι, +Γιώργο μου όχι· δεν είνε καλόν αυτό που κάνεις· δεν είνε φρόνιμον +ό,τι ζητείς να κάμη η αγάπη σου! Να μην ήτο κόσμος ναι, έπερνεν +ευχαρίστως όχι την κουλούραν μόνον αλλά σε τον ίδιον, όλον εις την +αγκαλιά της· αλλ' εκεί, ενώπιον τόσων βλεμμάτων, λαιμάργων +βλεμμάτων, όχι! Τι θα ειπούν έπειτα οι γονείς; τι θα πλάση ο +κόσμος; τι θα γείνη τ' όνομά της; Καλή είνε η αγάπη, αλλά και το +τιμημένον όνομα πολύ καλήτερον! . . . Και η λυγερή παραλυμένη, +ηύχετο να σχισθή η γη κάτω από τους πόδας της, διά να κρύψη αυτήν +μετά της εντροπής της· να μεταβληθούν εις λίθους τα βλέμματα των +τόσων εκεί θεατών, να την θάψουν ολοζώντανην και διά παντός. + + — Πάρ' το! πάρ' το! εφώναζον οι νέοι από κάτω. + + — Πάρ' το! έλεγον κ' αι γυναίκες. + +Αλλ' η Ανθή ένα μόνον ησθάνετο να της λέγη «παρ' το!» τον Βρανάν, +ο οποίος εξηκολούθει να κρατή υψηλά το κομμάτι της κουλούρας, με +τρέμουσαν εκ του κόπου χείρα και να την ατενίζη υπομειδιών, με +μάτια κάπως παραπονούμενα, διότι ηρνείτο να πάρη εκείνο, μέρος του +θριάμβου τον οποίον δι' αυτήν κατέβαλε. Κ' ελυπείτο να λυπήση +αρνουμένη τον νεανίαν η λυγερή· κ' εσύρετο εις το βλέμμα του, ως +εις μαγνήτην. + +Αλλά τα τόσα βλέμματα την επίεζον. Υπέθετεν ότι αι περίεργοι πέριξ +μορφαί εσάρκαζον την πράξιν της· ότι τα μειδιώντα εκείνα χείλη +εκινούντο, προητοιμάζοντο εις δυσφημίαν του ονόματός της. Κ' +αίφνης εις την ιδέαν αυτήν ανδριευθείσα, διά σπασμωδικής δυνάμεως +ετινάχθη προς τα οπίσω, παρεμέρισε το πλήθος των γυναικών και +εισήλθε κλαίουσα εις την σάλαν. + + + +Δ' + +ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΗΓΑΔΙ + + + +Τόρα κείται παρημελημένον, με σκορπισμένα χείλη, κατεστραμμένα +σκαλοπάτια, γεμάτον από ξύλα και πέτρες ως πηγή κατηραμένη. Αι +βρύσεις, χύνουσαι κατά συνοικίας άφθονον και υγιεινόν νερόν, +εστέρησαν αυτό και του τίτλου, τον οποίον ευγνωμόνως του απέδιδον +οι κάτοικοι· ο δ' επαρχιακός δρόμος διελθών από πλησίον, εγύμνωσεν +αυτό του μυστηρίου, εφυγάδευσε τον προστάτην Θεόν του και το +εξέθεσεν εις τας κακοβούλους διαθέσεις των διαβατών. Τα παλληκάρια +του τόπου δεν συγκινούνται πλέον εις την όψιν του κ' αι λυγεραί +ουδ' ενθυμούνται καν την ύπαρξίν του. Ερωτήσατε όμως τους προ +είκοσι, προ εικοσιπέντε ετών νέους, οποίας στιγμάς του βίου των +οφείλουν εις αυτό· ίδετε τας μαραμένας όψεις των γραιών, πώς +ζωηρεύονται όταν προφέρουν τ' όνομά του. Ο απογυμνωμένος εκείνος +χώρος ανακαλεί εις αυτούς, εν λεπτομερεί παραστάσει εποχήν +ολόκληρον, όπως η όψις τάφου επαναφέρει εις την μνήμην, με όλας +τας συνηθείας της ζωής του, προσφιλή νεκρόν. Επανευρίσκουν +μυστικάς χαράς εκεί κατασπαρείσας· εκφραστικά βλέμματα εκεί +αφεθέντα· λόγους αγάπης, κρύφια εναγκαλίσματα, διακοπέντα αίφνης +με τρόμον από το βήμα διαβάτου και μη επαναληφθέντα ποτέ πλέον· +πόθους εκεί αναφανέντας κ' εκεί μείναντας ως φυτόν μαρανθέν εν τη +γενέσει του. Όλος εκείνος ο βίος της νεότητος ο μυστικός, ο +αφανής, ο κρύφιος, ο διαρρέων λάθρα διά της καρδίας και της ψυχής, +πλανάται ακόμη δι' αυτούς εκεί, τους ψηλαφά γλυκύτατα, τους +προσμειδιά κ' ευρίσκουν, οι απόμαχοι ούτοι της νεότητος, την +δρόσον, την ευεργετικήν δύναμιν του απομάχου πλέον εκείνου +ποτισώνος. + +Διότι το Καλό πηγάδι ήτο ο μόνος ποτισών της κωμοπόλεως τότε. +Ακόμη από των χρόνων της τουρκοκρατίας το νερόν εσπάνιζεν εκεί. +Και όχι διότι εστερείτο ο τόπος πηγαδίων. Αλλ' όλα ήσαν άτυχα, +είχον γλυκύ είτε υφάλμυρον νερόν, όλως ακατάλληλον προς πόσιν. +Πρώτος ο Χασάν Αλής κ' έπειτα ο Σιμάν αγάς, πλούσιοι και +φιλοπόλιδες τούρκοι, ήνοιξαν δύο μεγάλα πηγάδια, μετά τον +Τζαφέρην, τον γεφυρώσαντα τον Στρεμμένον, ευεργετήσαντες κατά πολύ +τους κατοίκους. Αλλ' ο Σιμάν αγάς υπήρξεν ευτυχέστερος εις την +εκλογήν του εδάφους. Αι Νεράιδες, αι έφοροι των πηγών, επλούτισαν +το πηγάδι του με όλα τα δώρα των. Έκαμαν το νερόν του διαυγές, +ψυχρόν, ευκολοχώνευτον και νόστιμον, ώστε όλοι οι κάτοικοι από +αυτό να υδρεύωνται. Κ' επήγαιναν καθ' ημέραν, από τας πρώτας +μεταμεσημβρινάς ώρας μέχρι βαθείας νυκτός, αι γυναίκες και +παρθένοι να γεμίσουν τας στάμνας των, έφερον οι ενδιαφερόμενοι +νέοι να ποτίσουν τ' άλογά των, ήρχετο και ο γέρων νεροκουβαλητής +με το γαϊδουράκι, να γεμίση τα μικρά του βαρέλια. Έτσι συνηντάτο +εκεί ποικιλία χαρακτήρων και παρήγετο ποικιλία γεγονότων. Η +γυναικεία φλυαρία επετείνετο εις το ακρότατον σημείον· τα νέα της +ημέρας συνεζητούντο και ανελύοντο μετ' ακριβολογίας περισσής· η +κακολογία, η οποία εις τας μικράς κοινωνίας εμπλέκει, όπως η +αράχνη τα ζωύφια εις ασφυκτικόν ιστόν, ονόματα τινά επίφθονα και +οικογενείας, εύρισκεν εκεί ελεύθερον στάδιον ενεργείας. Αλλ' +εύρισκεν ελεύθερον στάδιον ενεργείας εκεί και ο έρως, από +παρθένους απλοϊκάς και αφελείς όπως η Ρεβέκκα, την οποίαν +συνήντησεν ο ταμίας του Αβραάμ εις την πηγήν του Ναχώρ· η συζυγική +πίστις από γυναίκας όπως η Πηνελόπη του δημοτικού τραγουδιού, η +ποτίζουσα τον μαύρον του ξένου χωρίς να τον ατενίζη εις τα μάτια· +η φιλία από νέους γεμάτους με ρωμαλέα και ανδροπρεπή αισθήματα. + +Και αυτήν την εσπέραν η ιδία εικών εφαίνετο εις το Καλό πηγάδι. +Όλος ο πέριξ τόπος κατείχετο υπό συμμιγούς και αδιακόπου θορύβου. +Όμιλοι γυναικών ήρχοντο και όμιλοι απήρχοντο, με τας στάμνας +γεμάτας εις την κεφαλήν, ή τας χείρας ή επί των ώμων· χαιρετισμοί +αντηλλάσσοντο κατά διαφόρους εκφράσεις· γέλωτες κ' επικλήσεις και +φωναί ανεκατεύοντο και συνήχουν με τους κωφούς κτύπους των +χωματίνων αγγείων και τους οξείς ήχους των μεταλλίνων σίκλων· +βλέμματα πονηρά διεσταυρούντο και ανακραυγαί εκπλήξεως μετά +μορφασμών και μειδιαμάτων υπόπτων εκυκλοφόρουν. + +Επί των υψηλών χειλέων του πηγαδιού και κάτω επί του πετρίνου +αλωνίου, σμήνος ολόκληρον εχειρονόμει κ' εφλυάρει και υδρεύετο +εναλλάξ. Πέντε-δέκα σίκλοι ανέβαινον διά μίαν στιγμήν από τα +έγκατά του· δέκα-είκοσι χείρες τους ήρπαζον ευθύς και κατά +διαφόρους διευθύνσεις τους εκένουν εντός των χασκόντων αγγείων. Εκ +της σπουδής της υδρεύσεως κ' εκ της αμίλλης όπως μη υστερήση η μία +της άλλης, παρήγετο σύγχυσις περισσοτέρα. Τα σχοινία των σίκλων +περιεπλέκοντο· αι γεμάται στάμναι εκενούντο κρυφίως εις άλλας υπό +τινος πονηράς βιαζομένης, είτ' εχύνοντο κατά γης υπό άλλης ευφυούς +σκανδαλιάρας, είτ' εξηφανίζοντο καθόλου, είτ' εθραύοντο πολλάκις +εξ αλληλοσυγκρούσεως. Τότε ήρχιζον οι διαπληκτισμοί, αι κατάραι, +αι χονδροειδείς βλασφημίαι, αι διαμαρτυρήσεις, εις τας οποίας +εγέλων κ' εφώναζον εμπαικτικώς αι κάτω αναμένουσαι την σειράν των +γυναίκες. + + — Να τι σου κάνει η Κεβή· — την βλέπεις! + + — Και δεν ακούς γλώσσα που σώβγαλε! + + — Σαν δεν παίρνεις να της σπάσης τη βίκα 'ς το κεφάλι! . . + +Είχον κουρασθή να περιμένουν τόσην ώραν με τας στάμνας προ των +ποδών και τας χείρας σταυρωμένας και προσεπάθουν να διασκεδάσουν +ολίγον, εξανάπτουσαι την έριν διά των λόγων. Παρέκει δύο γραίαι, +αφού διά συναξαρίου ευχών έπεισαν μίαν παιδίσκην να γεμίση τους +σίκλους των, προσεστραμμέναι πλησίον εβλέποντο και «ψι . . . +ψι . . .» συνωμίλουν στόμα με στόμα, περί σπουδαίας δήθεν +υποθέσεως. Πλησίον δ' εκεί δύσμορφος και αστείος νεανίας, έφερεν +υπερήφανον άλογον να ποτίση κ' εζήτει ένα σίκλον. Αλλ' αι +γυναίκες όλαι ηρνούντο να του δώσουν και ο νέος εστενοχωρείτο και +παρεκάλει χαριτολογών: + + — Μωρ' δόστε μου, να με ιδήτε καλό γαμπρό! . . . + +Αι γυναίκες εγέλων διά τούτο κ' αι παρθένοι εξεκαρδίζοντο. Μα τι +νόστιμα που τα λέει ο Φωτάκης! . . . Αλλ' ο νέος εβιάζετο· +εβαρύνθη μόνον να λέγη κ' αίφνης ήρπασεν ένα σίκλον, ανασυρθέντα +εκείνην την στιγμήν από το πηγάδι και παρά τας φωνάς της αντλούσης +κοντούλας γεροντοκόρης, έφερεν αυτόν εις το στόμα του ζώου του: + + — Έτσι να δροσίσω κ' εγώ εσένα, κυρά μου! είπε με ιλαρότητα ο +νέος. + +Γέλως θορυβώδης εξερράγη από τους λόγους αυτούς. Αλλ' η μία των +συνομιλουσών γραιών εμόρφασε δυσαρέστως. + + — Τι ξετσιποσιές, αδερφή! είπε. + + — Αμ δεν άκουσες τα χθεσινά; μπα, που δεν ξέρει πια πώς να μας +βαστάξη ο Θεός! . . επρόσθεσεν η άλλη. + +Και ήρχισαν τόρα τα δύο λαδικά να σχολιάζουν διά λόγων κλαυθμηρών, +μετά ψευδευλαβείας περισσής, την χθες εμπρός εις το σπίτι του +Καινούριου συμβάσαν σκηνήν. Η καθαρά αλήθεια είνε, ότι ούτε η μία +ούτε η άλλη των γραιών ήτο εκεί. Ήκουσαν το γεγονός λεγόμενον εις +τας μακρυνάς γειτονίας των καθεμία και τόρα, αφού συνηντήθησαν, +έκριναν αναγκαίον ν' ασχοληθούν ολίγον και περί αυτού . . . Ακούς, +καλέ να μένη αυτή καρφωμένη εις την ταράτσαν κ' εκείνος από κάτω +να της δίδη την κουλούραν εμπρός σε τόσον κόσμον! πού ηκούσθη +άλλοτε τέτοιο πράγμα . . . Ε, τι να ειπή! δεν το επερίμενε ποτέ +αυτό από την Ανθήν η γρηά Κωνσταντινιά· την είξευρε τόσον +φρόνιμη! . . Αλλ' η γρηά Βαγγελιώ εβεβαίωνεν, ότι δεν είνε πλέον +καιρός να πιστεύη κανείς ούτε τα ίδια του τα μάτια. Από το σιγαλό +ποτάμι να φοβάσαι. Α! εκείνη πάντα το έλεγε, πως χρήματα ειμπορεί +ν' απόκτησεν ο Στριμμένος, μα φρόνιμο κορίτσι δεν απόκτησε! Μπα, +Παναγία μου· δεν πάνε να κάμουν τουλάχιστον κρυφά ό,τι κάνουν, +παρά φανερά εβγήκαν εις τους δρόμους σαν τα σκυλιά! + +Κ' εξήφθησαν μικρόν κατά μικρόν αι στρεβλαί ψυχαί των λαδικών κ' +έγειναν οι λόγοι των ακουστοί πέριξ, ώστε να προσελκύσουν και +άλλας γυναίκας. Κύκλος ευρύς εσχηματίσθη περίγυρά των από +μεσοκόπους, από παρθένους και παιδίσκας ακόμη. Και όλαι ήσαν κατά +πάντα σύμφωνοι με τας γραίας. Ούτε η ηλικία, ούτε το νεάζον +πνεύμα, ουδ' αυτή η ψυχή η ακμάζουσα, ούτε τα ίδια των ακροατών +συναισθήματα ήρχοντο να υπερασπίσουν τους δύο εραστάς. Τουναντίον +καθεμία εκ του ομίλου εφρόντιζε πώς να επισωρεύση περισσοτέρας +κατηγορίας εναντίον των, πώς να φανή πρόθυμος ότι αποδοκιμάζει +μετά μίσους τοιαύτα διαβήματα. Εκοκκίνιζον τα πρόσωπα των +μεσοκόπων, σκανδαλιζομένων υπό του πειρασμού· εφοβούντο αι καλαί +μητέρες μήπως αι τοιαύται σκηναί προσβάλουν την ηθικήν των +θυγατέρων των, του χωρίου ολοκλήρου, κ' εκόπτοντο τόρα και +ανεθεμάτιζον σχεδόν την κυρά Παναγιώταινα, διότι δέχεται τας +τοιαύτας παρεκτροπάς της θυγατρός της. + + — Εγώ, αν μώκανε τέτοια το κορίτσι μου, το σφαζα εμπρός 'ς το +κατώφλι της πόρτας μου· είπε τραγικώς χειρονομούσα εύσωμος γυνή. + + — Κακομοίρα μάννα, θεός σχωρέσ' την! τώλεγε πάντα· «ο κόσμος, +μωρέ παιδιά μου, εχάλασε· έτσι που πάμε θα μας έρθη κι' άλλη +νεροποντή!» επρόσθεσεν η γρηά Βαγγελιώ με τόνον θρηνώδη, +ενθυμουμένη τας περί νέου κατακλυσμού προφητείας της μητρός της. + + — Αμ σώπα, καλότυχη! 'ς τον καιρό τον δικό μας, πού να γένουν +τέτοια πράμματα! . . . αντέκρουσε μωρόσοφον γραΐδιον. + + — Εγώ να, εγώ μωρές, με βλέπετ' εμένα; έκραξεν αράθυμη η γρηά +Κωνσταντινιά. Ως την ημέρα που τον πήρα τον συχωρεμένον Κωσταντή, +δεν τον είδα 'ς τα μάτια . . . Αμ' από μακρυά εκαταλάβαινα πως +ερχόταν να με ιδή, φραστ! εγώ κ' έφευγα 'ς τους γειτόνους να +κρυφθώ ως που να φύγη . . . + + — Όχι, σαν τόρα κάνε, που μ' οποίον 'βρεθούν στέκουν και 'μιλούν +'ς τους δρόμους! . . . + +Η συνομιλία των γυναικών ελάμβανε διαφόρους φάσεις κ' εζωηρεύετο. +Αι νέαι απεκήρυσσον και ανεθεμάτιζον την εποχήν των, την ελευθέραν +και προοδευτικήν κ' έλεγον ότι επόθουν τους περασμένους καιρούς· +ενώ αι γραίαι εφιλοτιμούντο να παριστάνουν αυτούς τόσον αγνούς και +αμώμους! Εν τούτοις επί του πηγαδιού διεξήγετο ακόμη θορυβώδης ο +περί της υδρεύσεως αγών κ' εξηκολούθουν ακόμη να πηγαινοέρχονται +αι χωρικαί από τα μονοπάτια. + + — Για ιδέστε, ιδέστε πώς έρχεται, η σιγαλοπαπαδιά! είπεν αίφνης +μία γυνή, δεικνύουσα προς την είσοδον του χλοερού δρομίσκου, του +φέροντος από της κωμοπόλεως εις το πηγάδι. + +Αι γυναίκες διέκοψαν την συνομιλίαν των και ητένισαν όλαι με +μειδίαμα χλευαστικόν την Ανθήν. Ήρχετο η λυγερή κρατούσα την +στάμναν επί του αριστερού ώμου και άλλην διά της χειρός και +ακολουθουμένη υπό μικράς ανυποδήτου παιδίσκης, φερούσης τον +σίκλον. Δεν είχε τίποτε το προσποιητόν επάνω της, όπως ήθελον να +φανερώσουν διά του επωνύμου σιγαλοπαπαδιάς αι κακολογούσαι +γυναίκες. Επί του προσώπου, επί του βαδίσματος κ' εφ' όλου αυτής +του ατόμου υπήρχε θλίψις τις, η ισχυρά εκείνη θλίψις και κόπωσις, +η απαντωμένη μόνον εις τους γνωρίσαντας την αληθινήν δυστυχίαν. Τα +μάτια της παρθένου διετήρουν βεβαίως την γλυκείαν αυτών και +μαγικήν διαύγειαν· αλλ' υπόμαυροι στεφάναι διαγραφόμεναι κύκλω και +τριανταφυλλένια ερυθρότης επί των ακροβλεφάρων, επρόδιδον ότι +πολλά έχυσαν δάκρυα· σπασμώδης δε τις τρόμος του κάτω χείλους, +υπόχρως πελιδνού και η νωθρότης του σώματος, εμαρτύρουν αρκετά την +δοκιμασίαν της ψυχής της. + +Τω όντι η λυγερή υπέφερε πάρα πολύ. Εκτός του κλονισμού τον οποίον +ησθάνθη από τα λόγια της Κυράς Παγώνας και των φανερών πλέον +διαθέσεων των γονέων της περί συνοικεσίου, η χθεσινή εμπρός εις το +σπίτι του Καινούριου διαδραματισθείσα σκηνή, πολύ την ελύπησε. Δύο +κακά επήλθον διά του συμβάντος εκείνου εις την παρθένον. Πρώτον +ότι κατεντροπιάσθη εμπρός τόσου πλήθους, φανερωθέντος πλέον του +προς τον Γεώργιον έρωτός της· και δεύτερον δυσηρέστησεν αυτόν, +αρνηθείσα να λάβη το προσφερόμενον κομμάτι της κουλούρας. Κ' ενώ +αποσυρθείσα της ταράτσας ανελύετο εις δάκρυα και λυγμούς, δεν +ηδύνατο κανείς να είπη ασφαλώς, αν έκλαιεν από τον θυμόν, διότι +εδόθη τ' όνομά της έρμαιον της κακολογίας των χωρικών ή από +έλεγχον εναντίον της, διότι δεν έλαβε του νέου το δώρον. + +Αλλ' εκ της συχνοτέρας προσηλώσεως του νου της λυγερής εις έν και +μόνον σημείον της σκηνής εκείνης, εις την πικραμένην όψιν και τ' +οργίλον ήθος, το οποίον έλαβεν αίφνης ο Βρανάς, μόλις είδε την +εντελή άρνησίν της, έκαμνε καθένα να πιστεύση ότι περισσότερον +εστενοχωρείτο διά το δεύτερον. Ναι, εκάκιζε τόρα τον εαυτόν της η +Ανθή, διότι εδείχθη τόσον υπερήφανος και ασυγκίνητος εις τον έρωτά +της. Τι ηθέλησε τάχα να κάμη με αυτό; Να φράξη τα κακά στόματα; +Εις εκείνα αρκεί ότι είδον κάτι τι· δεν είχον ανάγκην να ιδούν +περισσότερα. Αι κακαί γλώσσαι έχουν την καλοσύνην να συμπληρώνουν +μόναι των τα κενά. Αν ευχαρίστει τουλάχιστον τον Γεώργιον· αν +εδέχετο την προσφοράν του, θα είχε καν αυτόν· δεν θα τον ηνάγκαζε +να φύγη ευθύς μακράν, μακρύτερον όσον το δυνατόν, καταπληγώνων με +τα σπιρούνια το άλογόν του, μη θέλων ν' ακούση ουδέ τους +συντρόφους του. + + — Έπρεπε να το πάρω κ' ας χανόταν ο κόσμος· έλεγεν αποφασιστικώς. + +Αλλ' ευθύς ήρχετο δριμύς έλεγχος της αποφάσεώς της αυτής, το +παρθενικόν κοκκινάδι επί του προσώπου και σχεδόν την απέπνιγε. Τι +να κάμη; Να το δεχθή εκεί, εμπρός τοσούτου κόσμου· να προδώση μόνη +το αίσχος της· να λησμονήση τους γονείς, τ' όνομά της! Όχι ποτέ! +ας εχάνετο καλλίτερα η αγάπη . . . + +Αλλά και πάλιν δεν το εύρισκε καλόν τούτο. Πώς να χάση την αγάπην +της, διά την οποίαν έπαθε τόσα πολλά; Πώς ν' αφήση να της φύγη +δυσηρεστημένος ο Γεώργιος, διά τον οποίον καθ' ημέραν τόσας +επιπλήξεις εδέχετο παρά των οικείων της; Πώς να τον υποφέρη ξένον +και αδιάφορον, αφού συνείθισε να τον θεωρή αφωσιωμένον πλέον +σύντροφον; Ω, όχι! θα κάμη τ' αδύνατα δυνατά να τον συναντήση· να +του είπη την αιτίαν διά την οποίαν δεν έλαβε την προσφοράν του: +«μη μου χολιάς, Γιωργάκη μου, γι' αυτό . . . δεν με θες να είμαι +φρόνιμη;» και να του διηγηθή την νέαν, την μεγάλην συμφοράν η +οποία τους ηπείλει. Έτσι η λυγερή σκεπτομένη έφθασεν εις το σπίτι +της. + + — Αμ έλα, περπέσα· συμμαζέψου πια! είπεν η κυρά Παναγιώταινα, +μόλις είδε την θυγατέρα της με μαλακήν, δήθεν επιπλήττουσαν φωνήν. + + — Δεν ήμουν πουθενά· 'ς τη Βασιλική ήμουν· είπε δειλώς η Ανθή, +φοβουμένη μήπως έμαθε τίποτε η μήτηρ της. + + — Εσύ γυρίζεις κ' η μοίρα σου δουλεύει, καλότυχη; Έλα, πιάσε μου +γιατί θάχωμε το γαμπρό απόψε. + + — Ποιο γαμπρό; + + — Έλα δα, καλομοίρα· και τον ξέρεις και τον ξέρω σώπα! . . + +Η Ανθή ανετριχίασεν όλη. Δεν ήξευρε διατί, δεν ηδύνατο να φαντασθή +πώς, αλλά πάντοτε οσάκις επρόκειτο περί σπουδαίου τινός γεγονότος +της ζωής της, το πρώτον πράγμα που έβανεν ευθύς κατά νουν ήτο ο +Νικολός Πικόπουλος. Από της ημέρας του αγίου Ιωάννου, ότε μετά το +βγάλσιμο των ριζικαρίων εξήρχετο με γεμάτον αμιλήτου νερού το +στόμα εις τους δρόμους, διά ν' ακούση τ' όνομα εκείνου τον οποίον +έμελλε να κάμη σύζυγον, μέχρι της μεταμεσημβρινής ώρας του +Τριημέρου, ότε υπό την επιρροήν της αλμυροκουλούρας ωνειρεύετο, ο +Νικολός επρωτοστάτει κ' εν τω ύπνω κ' εν τη εγρηγόρσει της +παρθένου. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν εφανερώνετο έτσι ενώπιόν της, όχι. +Έπρεπε ν' αγωνισθή η ίδια, να τον κράξη σχεδόν διά του νου και +τότε να προσέλθη. Ενώ ο Νικολός ήρχετο ευθύς και αυτόκλητος. Η +λυγερή ελυπείτο, κατεστενοχωρείτο διά τούτο και τον απέπεμπε +πεισμόνως από την μνήμην της, τον παρείσακτον τούτον επισκέπτην, +όπως αποδιώκει κανείς σκύλον από το σπίτι του. Αλλά και αυτός +πεισμόνως επανήρχετο. Έτσι και τόρα εις τους πρώτους λόγους της +μητρός της, ο Νικολός εφάνη, με όλην του την συχαμερήν παράστασιν +εις τον νουν της λυγερής. + + — Σαν το διάτανο φανερώνεται 'μπροστά μου! εσκέφθη. Και είχε την +έκφρασιν αδίκως ταλανιζομένης υπάρξεως ενώ εσυλλογίζετο τούτο. +Όχι, δεν τον ήθελε τον Νικολόν. Εκείνα τα μικρά και πονηρά μάτια +του, τα προσηλούμενα άπληστα και αρπακτικά παντού όπου ητένιζον· +εκείνη η βάναυσος συμπεριφορά του· η σπουδή του εις οποίον δήποτε +μέρος και αν ήτο, και εις την εκκλησίαν ακόμη, να ομιλή περί +χρημάτων και συμφέροντος, η απάθειά του η μαρμαρίνη εις ό, τι +καλόν και ωραίον, δεν ήσαν ικανά προσόντα διά να κινήσουν εις +συμπάθειαν την νεαράν ψυχήν της παρθένου. + + — Γρήγορα, γρήγορα! το φαγί στο τραπέζι! ηκούσθη αίφνης κ' εφάνη +εις την θύραν ο κυρ Παναγιώτης. + +Και οπίσω του ήρχετο ο βαρύς όγκος του Νικολού Πικοπούλου. Οι +συνέταιροι εφαίνοντο εύθυμοι πολύ, ως να ετελείωσαν καμμίαν +επικερδή υπόθεσιν. Τούτο εμάντευσε με το πρώτον βλέμμα η κυρά +Παναγιώταινα και πλήρης χαράς ήλθε κ' εφίλησε τον Νικολόν. Ήτο +τούτο ομολογία φανερά, απόδειξις του τρυφερού συνδέσμου, ο οποίος +έσμιγε τόρα και τας τέσσαρας εκείνας υπάρξεις εις έν· ότι ο +Νικολός Πικόπουλος, ο παμπόνηρος Διβριώτης, απετέλει πλέον +αναπόσπαστον μέλος της οικογενείας του αφέντη του. Τα φιλήματα δεν +δίδονται εύκολα εις τα χωρία. Καθένα έχει την σοβαράν έννοιάν του, +την αληθινήν έννοιάν του, ως πιστή έκφρασις των αισθημάτων της +καρδίας. Η Ανθή το εγνώριζεν· απελπισία την κατέλαβεν ευθύς και +ήτο ετοίμη ν' αποσυρθή εις το μαγειρείον διά να κλαύση. Αλλά πριν +προφθάση να κάμη βήμα, δύο χείρες την ενηγκαλίσθησαν και φίλημα +ετέθη επί του παρθενικού μετώπου της. + + — Νύφη που θα σου γένη, έ! . . . + +Ο γέρων έμπορος, κρατών εις τας χείρας την θυγατέρα του, +επεδείκνυεν αυτήν εις τον Νικολόν μετά τινος υπερηφανίας κ' +εγωισμού, όπως έκαμνεν όταν εδείκνυε το εμπόρευμά του εις κανέν' +αγοραστήν. Ο παλαιός υπηρέτης έστεκε χάσκων, με τα μικρά μάτια του +προσηλωμένα μετ' ορέξεως επί της παρθένου ως επί θηράματος. Δεν +ήξευρε τι να κάμη, πώς να φερθή εις την περίστασιν αυτήν της νέας +θέσεως του, ως γαμβρός ανεγνωρισμένος του αφέντη του. Εσκέπτετο αν +δεν ήρμοζε να υπάγη και αυτός ν' αποθέση φίλημα επί της μελλούσης +γυναικός του. Βέβαια έπρεπε· πώς την φιλεί τάχα ο αφέντης του; +Αυτός ήτο ο γαμβρός και αυτή ήτο η γυναίκα του! . . . Και +αποφασίσας εβάδισε προς την παρθένον με την φρικίασιν εκείνην της +προσδοκίας του φιλήματος, με την ταραχήν των πρωτοπείρων εραστών. +Αλλά το φίλημα έμεινεν εις τα χείλη του Νικολού. Η κόρη +ελευθερωθείσα της πατρικής αγκάλης, έρριψεν αστραπηβόλον βλέμμα +εις τον ατυχή νυμφίον κ' έφυγε μακράν. + +Την επομένην η κεντητή ανδρομίδα εκινείτο αμελώς επί του +ανατολικού παραθύρου του σπιτιού του Στριμμένου. Και ηδύνατο να +κάμη τον σκοπόν, διά τον οποίον εβάλθη παρά της Ανθής εκεί και +κάθε άλλο, μία σινδόνη λόγου χάριν μ' ένα κόμβον εις την μέσην· +ένα χρωματιστόν μαντήλι δεμένον επί του θριγκού· αλλ' οι διαβάται +κ' αι γειτόνισσαι έμπαιναν εις πειρασμόν διά τούτο και θα +εβασανίζοντο μέχρις ου ανακαλύψουν την αιτίαν. Ένας κόμβος τόσος +δα εις το σεντόνι! α, κάτι τρέχει αφεύκτως . . . Διά την ανδρομίδα +όμως εγνώριζον όλοι, ότι ήτο το αγαπητόν κατόρθωμα της παρθένου. +Ότι επί εξάμηνον ειργάσθη επ' αυτής χωρίς να σηκώση κεφάλι, μετά +φιλοπονίας και ζήλου, κ' εκέντησε διά πολυχρώμων νημάτων πουλιά +και ψάρια επί κατακοκκίνου ουρανού, μετά λεπτοτέχνου αβρότητος, +ώστε να είνε αυτή το καλλίτερον από τα προικιά της. Δεν θα είχον +λοιπόν άλλο να την κατηγορήσουν παρά πώς είνε επιδεικτική. + + — Κάθε τρεις και λίγο, μας την κρεμά τάχα να ιδούμε την προκοπή +της! . . . + +Αλλ' απ' αυτά ας λέγουν όσα θέλουν. Την αλήθειαν να μη λέγουν +ήθελεν η λυγερή. Να μην ηξεύρουν δηλαδή ότι η ανδρομίδα εκείνη, +της οποίας το πολύχρωμον ζωηρόν μαλλί εσπινθηροβόλει μέχρις +αποτυφλώσεως υπό τον ήλιον, επληροφόρει τον Γεώργιον Βρανάν διά +την αγωνίαν της, την σπουδήν την οποίαν είχε διά να ίδη αυτόν και +του ομιλήση. + +Αι λυγεραί των χωρίων δεν ήξευρον ακόμη την γλώσσαν των ανθέων. Αι +συνενοήσεις των, σπάνιαι άλλως τε, διότι η αυστηρά ηθική εθεώρει +ως καταισχύνην τον έρωτα, εγίνοντο εις τας κοινάς συναθροίσεις διά +των βλεμμάτων, ικανών από κάθε άλλο μέσον, να εκφράσουν τα αγνά +αισθήματα της ψυχής, από τα οποία εζωογονούντο. Εκτός αυτών όμως, +αν υπήρχεν άμεσος ανάγκη συνεννοήσεως, αν απειλουμένη καταστροφή +έρωτος πολυετούς ηνάγκαζε τας παρθένους να εξέλθουν της αυστηράς +επιφυλακτικότητος, δεν έλειπον κ' αι μαντατοφόροι, αι γραίαι αι +παμπόνηροι ή τα μικρά παιδία, τα οποία πολλάκις δι' αφελών +ψελλισμάτων, μετέφερον τα φλογερά αισθήματά των εις τους λεβέντες. +Αλλά και το βεργολύγισμα, ο ακκισμός, το μισόκλειστον μάτι εις τον +δρόμον, ήσαν αρκετά μέσα συνενοήσεως διά τους ενδιαφερομένους. + +Η κεντητή ανδρομίδα της Ανθής, προ αρκετού καιρού εχρησίμευεν ως ο +ευγλωττότερος μαντατοφόρος των αισθημάτων της εις τον Γεώργιον +Βρανάν. Αι θλίψεις είτ' αι χαραί της λυγερής· οι φόβοι είτ' αι +επείγουσαι αποφάσεις της, εκρύπτοντο αφανείς εις τας πτυχάς της κ' +έφθανον μέχρι του νεανίου, ο οποίος την ημέραν δι' ενός βλέμματος, +είτε την νύκτα δι' ενός διστίχου, αφελώς δήθεν εις τραγούδι +ψαλλομένου, και κάποτε ναι, υπό τον ζόφον της νυκτός, υπό την +βαρείαν της σκάλας σκιάν, εν αγγελική εκστάσει και αθώω +ενθουσιασμώ τα εδιόρθωνεν όλα . . . + +Αλλ' αυτό, πώς να διορθωθή αυτό· πώς ν' αποσοβηθή ο κίνδυνος ο +μέγας, ο οποίος ηπείλει τόρα τους δύο εραστάς; Η Ανθή όλην εκείνην +την ημέραν ήτο εις αδιάκοπον ταραχήν. Οποιανδήποτ' εργασίαν και αν +ήρχιζεν ήτο ανίκανη να την τελειώση. Δύο τρεις βελονιές εις το +κέντημά της· δύο τρεις σαρωματιές εις το σπίτι και πάλιν έτρεχεν +εις το παράθυρον κ' επεσκόπει μη που φανή ο αγαπημένος της. Και +πάλιν η ανησυχία και πάλιν ο δισταγμός κατέτρωγε την ψυχήν της +λυγερής. Θα περάση — δεν θα περάση! . . . Ναι, δεν θα περάση να +την ίδη σήμερον ο Γεώργιος από πείσμα, διότι χθες δεν εδέχθη το +δώρον του. Ω, τον είδεν αυτή πώς ωργίσθη! ενθυμείται ποίαν φοβεράν +έκφρασιν έλαβεν η όψις του και ποίαν οδύνην το βλέμμα του ενώ +έφευγε. Σπανίως τον είδε, κατά το πολυχρόνιον διάστημα του έρωτός +των, ωργισμένον· αλλ' οσάκις τον είδεν, ενεθυμείτο μετά ρίγους ότι +έχυσε πολλά, πάρα πολλά δάκρυα μετανοίας η ατυχής λυγερή. Όχι, δεν +θα περάση! . . . + +Αλλ' επέρασε ναι. Κατά το απομεσήμερον ο Βρανάς επέρασε κάτω από +το σπίτι αργά βηματίζων, κατηφής, με κεφαλήν σκυμμένην ως να +εμέτρει το μήκος των παπουτσιών του. Η λυγερή περιχαρής ώρμησεν +εις το παράθυρον, εκρεμάσθη σχεδόν όλη έξω κ' εφώναξεν +αποτεινομένη δήθεν εις την απούσαν παιδίσκην: + + — Μωρή Γκόλφω! . . . κάμε, μωρή, γλήγορα κ' έχουμε να πάμε 'ς το +Πηγάδι! . . . + +Ο Βρανάς δεν εκινήθη, δεν εσήκωσε μάτια ν' ατενίση το αγγελικόν +πρόσωπον, το οποίον μετά φόβου και αφοσιώσεως τον προσέβλεπε· δεν +έκαμε κανέν κίνημα παραδοχής ή αρνήσεως εις τους λόγους της +λυγερής αλλά παρήλθεν, εξακολουθών να μετρά το μήκος των +παπουτσιών του πάντοτε . . . Ω, ήτο φοβερά ωργισμένος! + +Και τόρα, εις την τοιαύτην του Βρανά εικόνα, ωφείλετο κατά μέγα +μέρος η κατήφεια και η ταραχή της λυγερής. Ηύχετο όταν φθάση εις +το Καλό πηγάδι, να εύρη ολίγας γυναίκας, να μείνη τελευταία και +μόνη εκεί, διά να μη ενοχληθή εις την μετά του Γεωργίου συνάντησίν +της. Αφού όμως είδε τόσον πλήθος συμμαζευμένον ακόμη, κατελήφθη +υπό αθυμίας. Όλα στραβά λοιπόν πηγαίνουν! . . . Επλησίασεν αργά +εις το πηγάδι, απίθωσεν εις μίαν άκραν τας στάμνας και αδιάφορος +εις τον θόρυβον και τας φωνάς των υδρευομένων, ανέμενε το βλέμμα +πλανώσα ρεμβώδες εν τη σκιαυγεία της αμπελοφύτου πεδιάδος. + +Ποία μελαγχολία εις την φύσιν πέριξ! Υπέθετε κανείς ότι ήτο πιστή +εικών των θλιβερών συναισθημάτων της παρθένου. Κάτω προς την +θάλασσαν, ύπωχρος ουρανός με ανταυγείας κοκκινωπάς εδώ κ' εκεί ως +τζανφές· επάνω προς τα βουνά της ανατολής, ουρανός βαθυγάλανος με +ολίγους αστέρας και προς την δύσιν, μίγμα λευκοπρασίνου και +αργυρού αιθέρος φωτεινού, στίλβοντος, μέσω του οποίου ελούετο +μέγας, λαμποκοπών ο Αποσπερίτης. Η γαλήνη αύτη του αιθέρος +εκούραζε την λυγερήν· αι σκιαί των πουλιών πετώντων εις τας φωλεάς +των αντενακλώντο μαύραι, ως πένθιμοι στοχασμοί εις το βλέμμα της. +Αι αγριάμπελοι καταβαίνουσαι εις ξανθάς περιπλοκάδας από των +ελαιών εις τας βάτους· αι βάτοι αυταί ανθισμέναι και +μεγαλοπρεπείς, αι οποίαι περιέφρασσον ως κατάχλωρον φωλεάν το Καλό +πηγάδι· τα επί του αύλακος νανοφυή χόρτα, τα κάρδαμα και οι +ερυθροί κώνοι αγρίου αραβοσίτου πλέοντος εις τα θολά νερά· το +χόρτον το σμαραγδούν κατά δισκάρια γύρω εις το αλώνι και τα +βελούδινα φύλλα της κυκλαμιάς, μόλις προέχοντα εις τας σχισμάδας +των πετρών ναι, όλα δεν έκαμνον άλλο παρά να κλαίουν την θλιβεράν +τύχην του έρωτός της, αυτήν την Μοίραν της . . . Η καϋμένη η +λυγερή, άδικα που θα χαθή! . . . Και εις την ιδέαν αυτήν της +συμπαθείας των αψύχων κ' ευτελών πραγμάτων η Ανθή περισσότερον +συνεκινείτο, ησθάνετο την καρδίαν της συντριβομένην, είχε διάθεσιν +να κλαύση! . . + + — Έλα· γιόμισε τόρα να πάμε και θα μας μαλώσ' η κυρά! . . + +Η Ανθή συνήλθεν. Ήτο μόνη με την παιδίσκην, η οποία την εβίαζε να +πάρουν νερό και να φύγουν. Η λυγερή έσπευσεν, ανέβη εις τα χείλη +του πηγαδιού και μετά ταχύτητος ανεβάζουσα και κατεβάζουσα τον +σίκλον, εγέμισε τις στάμνες. Ήρχισε τόρα ν' αδημονή διότι ο +Γιώργιος δεν εφαίνετο. Εσυλλογίζετο μετά τρόμου μήπως ο Βρανάς +κρατήση την οργήν του και δεν έλθη να την συναντήση. Τόρα ότε +είχον όλην την ανάγκην της σύμπνοιας και αγάπης των, διά να +σκεφθούν και απομακρύνουν την συμφοράν, τόρα ευρέθη και αυτός να +είνε χολιασμένος. Αχ, καλά την λέγουν την αγάπην +ψυχοβγάλτραν! . . . + +Η λυγερή παρέβαλλε μετά θλίψεως την γαλήνην της ψυχής της, την +οποίαν είχε πριν αγαπήση, με το καθημερινόν τόρα βάσανον. Τι καλά +που ήτο τότε! αφελής, απονήρευτη και αγνή, δίχως φόβους, δίχως +σκέψεις, χωρίς όνειρα την νύκτα, χωρίς φροντίδας την ημέραν! Η +αγάπη της ηπλούτο κ' εμοιράζετο εις τους γονείς και τους συγγενείς +της· εις τ' άνθη και τας φίλας της· εις τους χορούς και τα +τραγούδια. Τόρα όλα τα ελησμόνησεν· απ' όλα αυτά εσήκωσε την +αγάπην της και την έρριξεν όλην εις ένα και μόνον άνθρωπον. Τότε η +αγάπη της ήτο ελαφρά κ' εύθυμος, ως δρόσος μαργαριτώδης, που +κάθηται εις όλα τα φύλλα της τριανταφυλλιάς· ενώ τόρα εκάθητο +βαρεία επί της καρδίας της ως μολύβι και την κατέθλιβε, και την +ελυποψύχει . . . Και μήπως τουλάχιστον είχε την βεβαιότητα ότι θα +εκέρδιζεν επί τέλους την αγάπην της. Όλα τα περί αυτήν από τινων +ημερών, εφαίνοντο ότι συνεμάχησαν εναντίον του πόθου της. Και ο +Βρανάς αυτός ακόμη συνεμάχει εναντίον της. Νά που δεν ήρχετο, παρά +την άφινε μόνην ν' αντιμετωπίση τον κίνδυνον . . . + +Έτσι, μεμψιμοιρούσα και μισοκλαίουσα, έλαβε τας στάμνας κ' +εγύριζεν εις το σπίτι απηλπισμένη. Αίφνης εις την καμπήν των βάτων +διέκρινε μακρόθεν τον Βρανάν, ερχόμενον μετά του αλόγου του από +την εξοχήν. Δόξα σοι ο θεός! + + — Τράβα 'μπροστά κ' έφθασα· είπεν εις την παιδίσκην. + +Και στρέψασα γύρω ερευνητικόν βλέμμα, εκρύβη σπεύδουσα υπό την +συκήν του Πλευρού. Η συκή αυτή εφυτεύθη προ αμνημονεύτων ετών. +Είνε γιγαντιαία με κλάδους πίπτοντας κάτω μέχρι του εδάφους και +σχηματίζοντας πυκνόν θόλον, κάτω του οποίου δύναται ασφαλώς να +κρυβή δεκάς ανδρών. Αντιθέτως όμως προς τον όγκον αυτής κάμνει +καρπούς μικροτάτους, σχεδόν ως λεπτοκάρυα, μετατρέποντας το +βαθυπράσινον χρώμα των εις κεχριμπαρένιον και ζηλευτόν κατά τον +Νοέμβριον και Δεκέμβριον. Αλλ' ούτε ο σπάνιος καρπός, ούτε η +βαθεία σκιά της είνε ικανά να σηκώσουν τον δεισιδαίμονα φόβον των +χωρικών. Διότι η συκή αυτή είνε στοιχειωμένη. Προ πολλών ετών, επί +τουρκοκρατίας ακόμη, γραία τις έρριψεν εις την ρίζαν της μικρόν +αβάπτιστον παιδίον, καρπόν αθεμίτου έρωτος. Το παιδίον απέθανε +μετ' ολίγον εκεί, υπό του ψύχους και της πείνης· οι σκύλοι δε και +οι χοίροι της γειτονιάς ενήργησαν καταλλήλως την ταφήν του. Έκτοτε +όμως μέχρι σήμερον ακούονται εκεί κατά τας νύκτας και τας +μεσημβρινάς ώρας των καλοκαιρίων, κλαψίματ' αδιάκοπα. Οι +ελαφροΐσκιωτοι, οι οποίοι έχουν το προνόμιον να βλέπουν τα +φαντάσματα, λέγουν ότι συναντώσι συχνάκις εκεί το Στοιχειό του +παιδίου, μικρόν βρέφος εν σπαργάνοις, είτε μικρόν τουρκόπουλον +γυμνόν, μ' ένα φεσάκι μόνον εις την κεφαλήν ή σπιθαμιαίον αράπην +με φωσφορίζοντα μάτια και λευκούς οδόντας μεταξύ εβενόχρου μορφής. +Διά τούτο οι χωρικοί αποφεύγουν την σκιάν και αφίνουν τους καρπούς +της, ως φθοροποιούς. + +Και η Ανθή δεν θα επήγαινε ποτέ εκεί δι' όλον τον κόσμον. Η ανάγκη +όμως διά να ίδη και ομιλήση εις τον Γεώργιον και ο φόβος μήπως +φωραθή εις τούτο υπό τίνος, έσπρωξαν αυτήν υπό τους σκοτεινούς +κλάδους, όπου ανέμενε τρέμουσα μέχρις ότου έλθη ο εραστής της. + + — Να μη σ' είδε κανείς; ηρώτησεν ευθύς μόλις τον είδε κατάχλωμη. + + — Όχι· ποιος θες να με ιδή; + +Ο Βρανάς απήντησε συνωφρυωμένος, μη θέλων να την ατενίση εις τα +μάτια. Τω όντι έφερε βαρείαν την προσβολήν της προτεραίας ο νέος. +Η ευγενής ψυχή του, όπως εις τον κοινωνικόν βίον, ήτο και εις τον +έρωτα απροσποίητος, άκαμπτος, ευθύ βαίνουσα προς τον σκοπόν. Εις +ελεύθερον ορίζοντα ζήσας και ανατραφείς, μη κυκλωθείς από +μεμψιμοιρίας γραϊδίων και κουτοπονηρίας γερόντων, μόνος μετά της +μητρός του, της οποίας ουδέποτ' ήκουε τας φλυαρίας, ήξευρεν +ελεύθερα και τα αισθήματα. Η αλήθεια είνε ότι εγνώριζε τον έλεγχον +εις τον οποίον υπόκεινται όλοι εις τας μικράς κοινωνίας, γυναίκες +και άνδρες· αλλ' εθεώρει ότι διά κάθε άλλον ήτο ούτος παρά διά τον +εαυτόν του. Το αλογάκι και το κάρρον του τα είχε· την μαννούλα του +την είχεν· είχεν ένα σπιτάκι πατρικόν διά να μένη, στιβαρούς +βραχίονας να δουλεύη και δεν είχε χρέος ουδέ πεντάραν. Τίμιος ήτο· +ειλικρινής ήτο, ώστε να βασίζωνται όλοι εις τον λόγον του και όχι +εις τας κακολογίας των άλλων. Είχεν ακόμη και την αγάπην του, +αγνήν, αληθινήν αγάπην, περί της ειλικρινείας της οποίας δεν +αμφέβαλλεν αυτός και δεν έδιδε το δικαίωμα ν' αμφιβάλλη και κανείς +άλλος. Είχε την πεποίθησιν ότι μίαν ημέραν, με τον κατάλληλον +καιρόν, ο κυρ Παναγιώτης Στριμμένος θα τον έκραζε να τον κάμη +γαμβρόν του. Ναι· διατί τάχα; Ποίος θα ετόλμα να είπη ότι δεν ήτο +κατάλληλος διά τούτο; Ποίος θα ήτο τόσον αναιδής ψεύστης; Τάχα πώς +δεν ήτο πλούσιος; Μπα· η Ανθή τον ηγάπα τόσον και αυτός ηγάπα +τόσον την Ανθήν! . . . + +Ο Βρανάς έτσι έμενεν αδιάφορος εις τον κόσμον, ήσυχος εις τον +έρωτά του και τίποτε άλλο. Οι καρρολόγοι δεν ζητούν και πολλά +πράγματα. Αρκετήν εργασίαν, ολίγον κρασί, κάμποσα τραγούδια και +πολύν έρωτα. Θελκτικά στοιχεία του βίου απαρτίζοντα την ανάπαυσιν +της ψυχής. + +Ο Βρανάς δεν ανεπαύετο μόνον οσάκις ήκουε κακολογίαν τινά περί της +Ανθής. Τότε εξεγείρετο ωργισμένος και απεστόμωνεν όλους. Α! η Ανθή +ήτο γυνή, αδύνατον πλάσμα και είχε καθήκον αυτός να προφυλάξη τ' +όνομά της. Και το έκαμνε πάντοτε. Αν όμως καμμίαν φοράν παρέβλεπε +τον έλεγχον του κόσμου· αν επεριφρόνει τα κακά στόματα, είχε την +απαίτησιν η απόφασίς του να μην αντικρούεται υπό της παρθένου. +Ενόμιζε τότε ότι εύρισκεν εις αυτήν έρωτα αγνόν και αφοσιωμένον, +μη οπισθοδρομούντα προ των κοινωνικών εμποδίων. Πολλάκις εδοκίμασε +τούτο και πολλάκις η λυγερή ηκολούθησεν αυτόν τυφλή, αμέριμνος διά +τον κόσμον, τον οποίον εγνώριζεν έτοιμον να την λιθοβολήση, +οδηγουμένη από την σκέψιν ότι δεν ηδύνατο να κάμη δίχως εκείνον. Ο +νέος τότε βλέπων την άμετρον αυτής αγάπην, μετενόει διότι απήτει +πολλάς θυσίας, κ' έκλαιε διά την τόσην αφοσίωσιν. + + — Είνε αγγελούδι . . . αγγελουδάκι! . . . έλεγεν ενθουσιασμένος. + +Ήρκει όμως εις την ευκολοσάλευτον καρδίαν του Βρανά μία και μόνη +άρνησις της παρθένου, να μεταβάλη όλας τας πεποιθήσεις του. «Δεν +μ' αγαπά, όχι δεν μ' αγαπά! . . . Γιατί τάχα δεν κάνει αυτό που +της είπα! . . .» Κ' ευθύς ο έρως του μετέπιπτεν εις μανίαν· η Ανθή +ήτο προδότις και αυτός ήτο επί πολύν καιρόν το παίγνιον! . . . + +Εις τοιαύτην σύγχυσιν σκέψεων κ' αισθημάτων ευρίσκετο ο νέος από +χθες, αφ' ης ώρας η νεάνις ηρνήθη να δεχθή το δώρον του. Κάποτε +είχε διαλείψεις σωφροσύνης το πνεύμα του· και τότε μόνος του +ωμολόγει ότι η απαίτησίς του εκείνη ήτο παράλογος και ότι η Ανθή, +καλά έκαμε διά μίαν στιγμήν να παραβλέψη τον έρωτα χάριν του +ονόματός της. Αλλ' αι διαλείψεις αυταί ήσαν βραχείαι. Ο πυρετός +πάλιν επανήρχετο, τα νεύρα του εταράσσοντο κ' εσκέπτετο άρρητ' +αθέμιτα περί έρωτος και αφοσιώσεως. Ναι, δι' αυτόν, τον Γιώργην +Βρανάν, όλα έπρεπε να τα παραβλέψη η λυγερή! Είχε τάχα άλλον +καλήτερον; . . . Και ωρκίζετο να μη την ίδη πλέον, να μη της +ομιλήση. + +Επέμεινεν εις τον όρκον του ο Βρανάς μέχρι της μεσημβρίας της +επομένης. Αίφνης όμως, θαυμάσας και αυτός διά την σταθερότητά του, +μεταμελόμενος διά την τόσην σκληρότητα, η οποία εφαντάζετο ριγών, +ότι ήτο ικανή και να θανατώση την Ανθήν, απεφάσισε να περάση από +το σπίτι της. Ήκουσε τότε την πρόσκλησιν της παρθένου· εγνώρισε +τον παλμώδη και παρακλητικόν τόνον της φωνής της και απεφάσισε να +υπάγη προς συνάντησίν της. Αλλά να υπάγη σοβαρός, συνοφρυωμένος, +ως δικαστής διά να ζητήση λόγον των πράξεών της. Κ' έμενε τόρα +όρθιος, άκαμπτος, το σώμα στηρίζων επί του κορμού της συκής, +ολίγον προσεστραμμένην κρατών την κεφαλήν αντιθέτως της λυγερής, +και διά του βλέμματος ακολουθών τας κινήσεις ενός φυλλαρίου, το +οποίον παρέφερεν ο άνεμος. + +Η Ανθή έμενε και αυτή σιωπηλή, με αμφίβολον έκφρασιν επί της +μορφής και παρηκολούθει τας κινήσεις του φυλλαρίου, ματαίως +προσπαθούσα να συνάντηση το βλέμμα του φίλου της. + + — Γιατί με κάνεις έτσι; εψιθύρισεν αίφνης, γιατί με κάνεις έτσι; +τι σώκαμα; . . . + +Κ' εξερράγη εις λυγμούς και δάκρυα. Ο Γεώργιος την ητένισε μικρόν· +συνεκινήθη, εμαλάχθη . . . Α! τον αγαπά ναι, τον αγαπά ακόμη! +Ημπορεί να πιστεύση ότι δεν τον αγαπά, η μαυρομμάτα του; + + — Σώπα, καϋμένη κ' εσύ . . . μην κάνης έτσι! + +Την ενηγκαλίσθη και την εφίλησεν εις τα μάτια. Η λυγερή εγέλα +μεταξύ των δακρύων και των παραπόνων της: Αστεία τάχα είνε αυτά; +να φορτώνης την καρδιά κανενός χολή! Κ' εκείνος εγέλα, ευτυχής +διότι εχαροποιήθη εκείνη, διότι εξαστέρωσε πάλιν ο λαμπρός +ουρανός, ο οποίος έχυνε πριν όμβρους! Ου, κλαψιάρα! . . . Η λυγερή +εν τη ευδαιμονία της, ελησμόνει πλέον την αιτίαν της συναντήσεώς +των, τον απειλούντα αυτούς κίνδυνον. Ποίος συλλογίζεται τέτοιαν +ώρα Νικολόν και γονείς! . . . + +Επί τέλους η λυγερή εξεστόμισε το φοβερόν μυστικόν. Εις τας αρχάς +επεριφρόνει τους λόγους της Κυράς Παγώνας. + +Αλλά χθες οι γονείς της ώρισαν ορθά-κοφτά, ότι θα την έδιδαν του +Νικολού. Μάλιστα κάπως ήρχισαν κ' έξω να το διαδίδουν . . . + +Εφ' όσον η λυγερή ωμίλει, ο Γεώργιος ήκουε και μικρόν κατά μικρόν +εχαλάρωνε τους βραχίονας απ' επάνω της κ' αίφνης τους αφήκε να +πέσουν αδρανείς. Όταν ήκουσε τ' όνομα του γαμβρού, μειδίαμα χλεύης +εφάνη επί των χειλέων του. Επέμενεν όμως να την βλέπη κατάμματα, +με ύπωχρα τα χείλη, με τον πόνον αυξάνοντα εις την καρδίαν, +ξηροκαταπίνων από καιρού εις καιρόν ως να επνίγετο. + + — Και συ τι λες; την ηρώτησεν αίφνης. + +Η λυγερή τον ητένισε καλά εις τα μάτια· έπειτα δ' έκλινε την +κεφαλήν προς τα κάτω. + + — Τι να ειπώ, εγώ; εψιθύρισε, διπλώνουσα τ' άκρα της ποδιάς της +από αδημονίαν. + + — Θα τον πάρης αυτόν που σου δίνουν; + +Η λυγερή έκρυψε το πρόσωπον εις την ποδιάν της και ήρχισε να κλαίη +ησύχως. Ο Βρανάς ήρχισε ν' αφαρπάζεται υπό του συνήθους πυρετού +του. Αι πεποιθήσεις του εκλονίζοντο. Η δυσπιστία ήρχισε πάλιν ν' +αναφαίνεται και να τον δαγκώνη, απαλά είνε αληθές ακόμη, πονετικά +όμως . . . + + — Ε, θα τον πάρης; επανέλαβε με αυστηρόν τόνον πες, ναι ή όχι; + + — Τι θες να κάμω; ηρώτησεν απελπισμένη εκείνη. + + — Τι να κάμης; να μην αφήσης να σε δώσουν 'ς όποιον θέλουν! . . . +δεν είσαι μαρτίνι — είσαι άνθρωπος. + +Η Ανθή επανέλαβε το κλάψιμόν της δυνατώτερον. Άνθρωπος ναι, ήτο +άνθρωπος, αλλά παρθένος. Είχε γονείς και οι γονείς δίδουν εις +όποιον θέλουν την θυγατέρα των. Δεν την ερωτούν ποίον θέλει και +ποίον δεν θέλει. Είνε ικανοί να κρίνουν καλλίτερον εκείνης, ποίον +είνε το αληθινόν καλόν της και μίαν ημέραν της παρουσιάζουν ένα +άνδρα και της λέγουν: — Νά, αυτόν θα πάρης. Και η κόρη τον παίρνει +χωρίς αντιλογίαν· πείθεται εις την προσταγήν των, ακολουθεί την +νέαν της τύχην και όπου την φέρει, όπως το χαμένον βασιλόπουλον +του μύθου ακολουθεί μοιραίως ένα δρόμον, οποίον δήποτε. Πώς θ' +αντέλεγε λοιπόν τόρα η Ανθή; + + — Τι 'μπορώ να 'πω 'ς τους γονέους μου; ωλόλυξεν. + +Ο νέος εστράφη αποτόμως και παρετήρησεν αυτήν κατάμματα. Ο πυρετός +του ηύξανε· σπασμωδικοί τόνοι εφαίνοντο επί του προσώπου του· το +αίμα έβραζε μέσα του ως υπό υψηλώτατον βαθμόν θερμαντικού. Ο +δαίμων της δυσπιστίας ανέθορε πάνοπλος εις την καρδίαν του με το +ειρωνικόν μειδίαμα, με το χλευαστικόν του βλέμμα· με την απαισίαν +έκφρασιν του προσώπου εκείνην η οποία παραφέρει μέχρις αυτοθυσίας +τον άνθρωπον· με το ποικιλόχρουν ιμάτιόν του, το θαμπόνον τα μάτια +ώστε να μη βλέπη και αυτά τα χειροπιαστά ακόμη γεγονότα· με την εξ +ερυθροκόκκων ζώνην, εις της οποίας τους θορυβώδεις ήχους χάνοντ' +αι λέξεις ειλικρινούς εξομολογήσεως, εγκαρδίων όρκων, βασίμων +πληροφοριών· με την θρούσαν λοφιάν της φοβέρας περικεφαλαίας του, +την εξεγείρουσαν το μένος και την απόγνωσιν. Έβραζε κ' εφούσκωνε +μέσα του η υποψία και διεκλαδίζετο ως ρευστόν καθ' όλον του το +σώμα. Ορίστε! το έρριψεν εις τα δάκρυα, η ψευτοπαναγιά! . . . Και +νομίζει ότι μ' αυτά θ' απατήση τον Βρανάν. Άμ' τα ξεύρει δα αυτά +σου τα δάκρυα των γυναικών! Ποιος εξεύρει, τόρα, μέσα εις τους +αναστεναγμούς της τι να συλλογίζεται η Ανθή; Ίσως τον γάμον της· +τον Νικολόν ίσως! . . . Ω βέβαια, αυτόν πρώτ' απ' όλα! . . Κ' +έπρεπε αυτός, αν είχε νουν, να το σκεφθή προτήτερα. Υπηρέτης του +πατρός της, αδερφέ! Έζησαν μαζί· ανετράφησαν, έφαγαν ψωμί κι' +αλάτι μαζί. Ημπορούν να μην έχουν κάποιαν συμπάθειαν μεταξύ των; +Τ' άχυρα και η φωτιά μαζί ημπορούν να μην ανάψουν; Καλά του το +έλεγε προ καιρού ο Δημήτρης ο φίλος του: — Αυτά τα συχνομπάσματα +του Νικολού δε μ' αρέσουν, Γιωργάκη! Και αυτός απήντα: — Σώπα, +καϋμένε· μην ήσαι κουτός! Ποίος τόρα ήτο κουτός, ε; + +Αίφνης παράδοξος ιδέα εγεννήθη εις το πνεύμα του. + + — Ορέ, μ' αγαπάς; ηρώτησε την νέαν αποτόμως. + +Αύτη εχύθη και τον έκλεισεν εις τας αγκάλας της εν αφοσιώσει +εξάλλω. + + — Μώρ' τα ξέρω 'γώ αυτά, τα γυναικοκαμώματα. Μ' αγαπάς; — πες +μου· επανέλαβεν εκείνος προσπαθών ν' απαλλαγή. + + — Αν σ' αγαπώ το ξέρεις . . . + + — Και δεν τον θες τον Νικολό; + + — Όχι! . . . όχι! . . . . + + — Το λοιπόν πάμε να φύγουμε. Σε κρατώ δύο-τρεις ημέρας 'ς το +σπίτι κ' έπειτα: γεια σας κ' ήρθαμε! — Τι θα κάμουν τότε οι +γερόντοι; + +Ο Βρανάς ωμίλει αποφασιστικώς. Έλεγε περί απαγωγής εις την +νεάνιδα, ως να έλεγε περί του απλουστέρου πράγματος. Και τω όντι +εις αυτόν εφαίνετο απλούστατον τούτο. Εις τα χωρία ο Πάρις και η +Ελένη έχουν αρκετούς μιμητάς. Όχι σπανίως οι ατυχείς γονείς +εξυπνούν και δεν ευρίσκουν την θυγατέρα των εις το σπίτι. +Τρομάζουν, την αναζητούν παντού, ερευνούν τα πηγάδια μήπως έπεσε +την νύκτα κ' επνίγη· ερωτούν τας συγγενικάς οικογενείας μήπως την +είδον πουθενά, υποπτεύονται πολλά, μέχρις ου μάθουν ότι το μόνον +που έπρεπε να υποπτευθούν εξ αρχής ήτο ότι η κόρη των εκλάπη, όπως +μία κάλεσσα του ποιμνίου των, από τον δείνα λεβέντην του χωρίου. +Είνε αληθές ότι γίνονται και βιαίαι κλοπαί· απαγωγαί εναντίον της +θελήσεως των παρθένων και ακολουθούν τότε αντεκδικήσεις και +διωγμοί και φόνοι μεταξύ των ενδιαφερομένων συγγενών. Συχνότερον +όμως αι απαγωγαί είνε θεληματικαί. Τρυφερόν όσον και συγκινητικόν +ειδύλλιον συνδέει τους αλληλοκλαπέντας και τότε μετά δύο-τρείς +ημέρας ούτοι φανερόνονται μόνοι των εις το σπίτι των γονέων και +ζητούν τας ευλογίας των. Οι συγγενείς φροντίζουν πώς να συμβιβασθή +το γεγονός. Ο πατήρ, αφού υβρίση και ξυλοκοπήση πρώτον την κόρην +του, σκέπτεται πρακτικώτερον έπειτα και την ερωτά αν δέχεται να +λάβη άνδρα της τον απαγωγέα. Κ' εκείνη, μη τολμώσα ν' ατενίση τον +γεννήτορα εκ της εντροπής, χαμηλώνει την κεφαλήν και με δάκρυα εις +τα μάτια υποψιθυρίζει, δήθεν διστάζουσα: — «Ξέρω κ' εγώ . . . +τόρα . . . καθώς μ' έκαμε . . .» Και τελειώνουν όλα μ' ένα «Ησαΐα +χόρευε . . . » Έτσι εσκέπτετο τόρα ο Βρανάς ότι έπρεπε να +τελειώσουν και τα ιδικά των βάσανα. + + — Έλα, σε κλέφτω! είπεν δράττων την χείρα της Ανθής. + +Αλλ' η λυγερή την έσυρε βιαίως και ωπισθοδρόμησεν ολίγα βήματα, +ατενίζουσα αυτόν κατάμματα μετά τινος πικρού έλεγχου. Έως εκεί +λοιπόν επέμενε να την παρασύρη; Δεν ήξευρε ότι υπήρχον και άλλα +ιερώτερα του έρωτος καθήκοντα εις αυτήν; Την επήρε τάχα διά +καμμίαν του δρόμου, κ' ήθελε ν' ακολουθήση ένα άνδρα εις τους +αγρούς, χωρίς να συλλογισθή τους γονείς της, τ' όνομά της! Εζήτει +να προκαλέση επί της κεφαλής της τας φοβεράς κατάρας των +λευκομάλλων γερόντων, των οποίων ήτο η μόνη χαρά και τους +εμπαιγμούς των χωρικών. Δεν εσυλλογίζετο ότι αύριον πρωί-πρωί θα +εγίνετο το παίγνιον της αγοράς και μετ' ολίγον τ' όνομά της θα +εσύρετο ανά τα χωρία και τας πόλεις, εις πειρακτικούς και τραχείς +στίχους, σατυρίζοντας την πράξιν της, όπως της διασήμου Ελένης: + + Μας την 'πήραν την Ελένη, + τη ζαχαροζυμωμένη! . . . + Μας την πήρανε και πάη + στης Καρύταινας το πλάι. + +Ω, όχι! ανατριχιάζει και τόρα μόλις το συλλογισθή η Ανθή. Είνε η +Στριμμενοπούλα με τ' όνομα αυτή και δεν εννοεί να ντροπιασθή η +γενεά της, έστω και χάριν αυτού του Βρανά. Αν είνε με το θέλημα +των γονέων της, μ' έντιμον γάμον, με τας ευχάς και τας ευλογίας +των συγγενών της ναι, μακάρι . . . Επιμένουν οι γονείς της να τον +πάρη τον Νικολόν; Δεν τον παίρνει — φαρμακίζεται, νά! Δεν αρκεί +αυτή η θυσία εις εκείνον, εις τον έρωτά της; Αλλά την ατιμίαν, το +όνειδος του κόσμου α, όχι, δεν τα υποφέρει!. + + — Όχι . . . είπε· μη, Γιωργάκη μου! . . + +Και ανελύθη εις λυγμούς και δάκρυα. + +Ο Βρανάς εφρίαττεν· ουδέποτ' επερίμενε τόσην αντίστασιν. Το αίμα +συνέρρευσεν όλον εις την καρδίαν του η οποία ηπείλει να διαρραγή, +ως πρόχωμα ποταμού πλημμυρήσαντος αίφνης· περί την στεφάνην της +κόμης λευκή, λευκοτάτη γραμμή εχαράχθη· καθ' όλον το πρόσωπόν του +επεχύθη νεκρική πελιδνότης. Τα μάτια, κατακίτρινα ως να ήτο +ικτερικός, έρριψαν αίφνης εναντίον της βλέμμα μίσους και +βλασφημίας. Τα χείλη του κατάλευκα, ανεκινούντο σπασμωδικώς. Η +δεξιά χειρ του συνεσφίγχθη εις πυγμήν και ανέβη απειλητική μέχρι +του προσώπου της λυγερής. Διά μίαν στιγμήν ο Βρανάς εσκέφθη να +καταστρέψη διά της πυγμής το είδωλον, το οποίον επίστευεν ότι επί +τόσα έτι αδίκως επροσκύνει κ' εδοξολόγει. Αλλά προ του +σπαρταρίζοντος εκείνου και κατατρομαγμένου πλάσματος, η χειρ του +νέου κατέπεσεν αδρανής. Επειδή όμως έπρεπε κάπου να ξεσπάση ο +τόσος του θυμός, έστρεψε κύκλω το βλέμμα και ιδών κατά γης τας +στάμνας, έδωκεν εις αυτάς βαρύ λάκτισμα και τας κατεσύντριψεν. + +Η λυγερή συνήλθεν εξαφνισμένη από τον κρότον. + + — Ω, κακό που μούκαμες! ωλόλυζε, συμπλέκουσα τας χείρας +απελπιστικώς· τόρα τι θα ειπώ της μάννας μου; + + — Να χαθής εσύ κ' εκείνη! . . . + +Και ανοίξας τους κλάδους της συκής έφυγεν. + +Η λυγερή ελησμονήθη εκεί, με τας χείρας συμπεπλεγμένας ακόμη, την +κεφαλήν χαμηλωμένην, βλέπουσα περιλύπως πότε τα συντρίμματα των +σταμνών και πότε το μέρος από το οποίον έφυγεν ο καλός της. + +Κρωγμός γλαυκός, αντιλαλήσας αίφνης άνω της συκής, έφερε την +λυγερήν εις τον εαυτόν της. Ρίγος διέδραμε το σώμα της εις την +φωνήν, την απαισίαν και την όψιν του τόπου, όπου ευρίσκετο κ' +εχύθη προς τα έξω, μέσω της επελθούσης νυκτός. + + — Έλα, περπάσα! εφώναξεν η κυρά Παναγιώταινα από την ταράτσαν, +μόλις είδε την θυγατέρα της· αγκαλά που σ' αφίνουν οι +κουβέντες . . . + +Η Ανθή παρετήρησε την εξημμένην όψιν της μητρός της και με την +διορατικότητα εκείνην του ενόχου, ενόησεν ότι επίκειται θύελλα. +Εσυμμαζεύθη λοιπόν και προσεπάθησε να υπεκφύγη αυτήν, διά να μη +προδοθή ότι δεν είχε τας στάμνας. Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα φυσώσα +όλη: + + — Πού είν' οι στάμνες, μωρή; εφώναξε βραχνή από τον θυμόν. + + — Μώσπασαν οι έρμες. + +Και ήρχισε να δικαιολογείται με φανεράν ταραχήν, υποψιθυρίζουσα +ότι τα μανδρόσκυλα του Στραβολαίμη, είχον κόψη την αλυσίδα των και +ώρμησαν επάνω της καθώς διέβαινε, την ανέτρεψαν κ' έσπασε τας +στάμνας επί του καλδηριμίου. Η κυρά Παναγιώταινα, γυμνάς τας +ωλένας επί των ισχίων στηρίζουσα, εν απειλητική στάσει, ηκροάτο +την θυγατέρα της, κινούσα δυσπίστως άνω και κάτω την κεφαλήν. + + — Να ερμάξη το κεφάλι σου! διέκοψεν αίφνης· τα σκυλιά τάχα ή ο +Γιώργης του Βρανά; + + — Δεν ξέρω κανένα Γιώργη . . . + + — Δεν ξέρεις; να μωρή ο μάρτυρας! + +Η λυγερή έμεινεν αναπολόγητος. Εμπρός της ήτο η Γκόλφω, η παιδίσκη +την οποίαν είχε μαζί της εις το Καλό πηγάδι και εις την οποίαν +παρήγγειλε να βαδίση εμπρός, όταν είδε τον Γεώργιον. Η παιδίσκη +όσον αργά και αν εβάδιζεν έφθασε τέλος εις το σπίτι κ' ερωτηθείσα +παρά της κυρίας της, απονήρευτη είπε την καθαράν αλήθειαν. Και +τόρα ήτο εκεί, αψευδής μάρτυς των κατηγοριών της κυράς +Παναγιώτενας, εις τας οποίας η Ανθή μη έχουσα τι ν' αντιτάξη, +εμπήκεν ωργισμένη και μισοκλαίουσα εις το μαγειρείον. Αλλ' η γραία +σφόδρα ταραγμένη, εξηκολούθει διά χειρονομιών εκπληκτικών άλλοτε +και άλλοτε απειλητικών, να εκτοξεύη ύβρεις και κατάρας όπισθεν του +τοίχου, προς την θυγατέρα της: + + — Πουτανίτσα, πομπιομένη, δημόσια! . . . . Γιαυτό μωρή σ' έκρυβα +κι' από του ήλιου τα μάτι; γιαυτό σ' εφύλαγα σαν τη φαρφουρένια +κούπα 'ς το αρμάρι; Με τι μούτρα, μωρή, θα βγούμε πια 'ς τον +κόσμο, με τη φωτιά που άναψες 'ς το σπίτι μας, αχρόνιαγη! . . . +Έγνοια σου και την κυριακή σε στεφανώνω! . . + +Εκείνην την ώρα εφάνη αναβαίνων την σκάλα ο κυρ Παναγιώτης +Στριμμένος. Ο γέρων έμπορος εξηκολούθει την αυτήν ήσυχην ζωήν, με +αμεριμνομέριμνον μάλιστα έκφρασιν τόρα επί της μορφής, εγωιστικώς +αναπαυόμενος ως έμπορος και ως πατήρ. Ο γάμος του Νικολού και της +Ανθής ήτο τετελεσμένον πλέον γεγονός δι' αυτόν. Επήγαινεν από την +αυγήν εις το κατάστημα, διά να παρακολουθή με την ηδονήν εκείνην +των απολαμβανόντων εκ της ευτυχίας των άλλων, την συρροήν των +δεκαρών εις την κάσσαν του γαμβρού του· κ' επέστρεφε κατά την +δύσιν του ηλίου εις το σπίτι γαλήνιος, κατηυχαριστημένος κ' +έτοιμος να διαχύση την ευθυμίαν του εις λαμπρούς δυθυράμβους, περί +της εμπορικής επιχειρηματικότητος του Διβριώτη. + +Σήμερον μάλιστα ήτο καταμαγευμένος ο γέρων. Προ πολλού καιρού ο +καρρολόγος Στάμος, έλαβεν επί πιστώσει από το κατάστημα Στριμμένου +και Πικοπούλου ένα πιτούρι, μισοτριμμένον εκ του σκώρου και της +πολυκαιρίας, κτήμα άλλοτ' ενός χωρικού, ο οποίος ενεχειρίασεν αυτό +εκεί και το αφήκε, μη έχων να πληρώση το χρέος. Αλλά και ο +καρρολόγος τόρα δεν είχε να πληρώση το αντίτιμον, εις δεκαπέντε +δραχμάς ανερχόμενον αρχικώς και περιωρίζετο να μεταφέρη εκ Πατρών +τας πραγματείας του καταστήματος, διά να εξοφλήση έτσι το χρέος +του. Μίαν όμως ημέραν ο Νικολός εκάλεσεν αυτόν διά να ξεκαθαρίσουν +τους λογαριασμούς των και παρουσίασε στήλην όλην δοσοληψιών. Οι +τόκοι είχον παχύνει αρκετά το κεφάλαιον και η εργασία του +καρρολόγου εξηφανίζετο εν αυτώ, όπως το νερόν εις τον πίθον των +Δαναΐδων. Ο καρρολόγος διεμαρτυρήθη, εφώναξε και ηρνήθη να +πληρώση, με την συνήθη αφροντισίαν των χωρικών. Ο Νικολός ειργάσθη +ησύχως, παρέταξε τας προσθαφαιρέσεις του ενώπιον του ειρηνοδίκου +και σήμερον η δημοπρασία του κάρρου και του αλόγου του Στάμου, +απέφερον αρκετόν κέρδος εις το κατάστημα. Ο γέρων ανεγνώριζεν ότι +και τούτο το κατόρθωμα ωφείλετο εις το πανούργον πνεύμα του +Νικολού, εις την αμίμητον δεξιότητα την οποίαν είχεν ο Διβριώτης +ν' αντιστρέφη από το _Δούναι_ εις το _Λαβείν_ τους αριθμούς, χωρίς +ν' ανακαλύπτεται. Και ήτο τόρα ανίκανος να συγκρατήση την χαράν +και ητοιμάζετο από την σκάλαν να επαναλάβη, τρίβων τας χείρας, την +συνήθη φράσιν του: + + — Τι παιδί! . . . τι έξυπνο παιδί! . . . + +Κατεταράχθη όμως ακούσας τας φωνάς κ' εζήτει να μάθη την αιτίαν +του ασυνήθους αυτού θορύβου. Αλλά πριν ακόμη διατυπώση την απορίαν +του, η κυρά Παναγιώταινα έλαβεν αυτόν κ' έφερεν έτσι +χειραγωγούμενον μέσα εις το σπίτι. Εκεί δε του διηγήθη διά +χειρονομιών και ασθματικών περιόδων την πράξιν της Ανθής. + +Ο αγαθός γέρων εις τους λόγους της γυναικός του, ελησμόνησεν ευθύς +τα τερτίπια του εμπορίου και την πονηράν ευφυίαν του Νικολού, +αναλογισθείς μόνον ότι ήτο πατήρ· πατήρ προσβαλλόμενος εις τα +καίρια υπό της θυγατρός του. Κ' ευθύς η λευκοπώγων μορφή του +επορφυρώθη υπό του αίσχους και της οργής· εφρύμαξεν ως γέρων +λύκος· τ' αλαμπή υπό του γήρατος μάτια του έρριψαν αστραπάς, +ήρπασε την οζώδη μαγκούραν του και ώρμησε να κατασυντρίψη την +λυγερήν. Τι τα θέλεις τέτοια παιδιά! Κάλλιο έρημος και άκληρος, +παρά νάχης ένα παιδί κ' εκείνο ντροπιασμένο. + +Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα κατεσίγασεν ευθύς τας φωνάς του. + + — Σώπα, γέροντα, σώπα, είπε, φρόνιμος ήσαι και φρόνιμα δεν +κάνεις, θέλεις, μαθές, να μάθη κι' ο κόσμος τις πομπές μας; . . . + + — Τι να κάνουμε τόρα, ε! τι να κάνουμε; ηρώτησεν εν απελπιστική +εξάψει ο γέρων, βλέπων εδώ κ' εκεί ως να εζήτει διέξοδον. + + — Την Κυριακή τη δίνουμε και τελειώνει . . . Λέμε 'ς το παιδί πως +έρχεται Μάις. + +Ο κυρ Παναγιώτης ησύχασε κάπως. Τω όντι δεν ήτο άστοχος η σκέψις +της γυναικός του. Η ερχομένη Κυριακή ήτο και η τελευταία ημέρα του +Απριλίου. Μετ' αυτήν ήρχιζεν ο Μάιος, κατά το διάστημα του οποίου +οι γάμοι αυστηρώς απαγορεύονται εις τα χωρία. Αν θ' ανέβαλλον την +τέλεσιν αυτού, έπρεπε να περιμείνουν μέχρι του Ιουνίου. Αλλά τότε +ήρχιζε το καλοκαίρι κ' αι εργασίαι, ώστε κατ' ανάγκην η αναβολή θα +διεδέχετο την αναβολήν μέχρι του Οκτωβρίου. Ποίος όμως έμπαινεν +εγγυητής εις τους ατυχείς γονείς, ότι καθ' όλον αυτό το διάστημα +τα πράγματα θα έμενον έως εκεί; αν δεν θα εκοινολογούντο εις την +κωμόπολιν οι έρωτες της Ανθής και του Γεωργίου ή αν ούτοι δεν θα +επρόβαινον εις κανέν απερίσκεπτον κίνημα; Έπειτα ήτο ενδεχόμενον, +η κακολογία να ήνοιγε τα τυφλόττοντα μέχρι τούδε μάτια του Νικολού +εις τας αφροσύνας της Ανθής. + +Οι γέροντες καθ' όλην την νύκτα δεν ηδυνήθησαν να κοιμηθούν υπό +τας σκέψεις αυτάς. Α! ο γέρων Στριμμένος εύρισκε τόρα πολύ +επικίνδυνον, να έχη κανείς επάνω του ένα ελαφρόμυαλον κορίτσι, +παρά τους συναγωνισμούς όλων μαζί των εμπόρων της κωμοπόλεως! . . . +Τέλος εσυμφώνησε μετά της γυναικός του να προτείνουν εις τον +Νικολόν την επίσπευσιν του γάμου. Τω όντι δε πρωί-πρωί έστειλαν +και ήλθεν ούτος εις το σπίτι. + + — Ε, ε, ξέρεις παιδί μου· ήρχισεν ο κυρ Παναγιώτης ξηροβήχων και +μισοτρώγων τους λόγους του· ξέρεις τι λέει εδώ η γερόντισσά μου· +πως έρχεται Μάις . . . ξέρω κ' εγώ . . . Και μπας και ντρέπεσαι να +το ειπής . . . + + — Ναι, παιδί μου· να τον κάνουμ' ετούτη την Κυριακή το γάμο! +ετελείωσεν αποτόμως την πρότασιν η γραία. + +Ο Νικολός εταράχθη· δεν επερίμενε τόσον πλησίον του αυτήν την +ευτυχίαν. Ο Διβριώτης με το μισό τσαρούχι, και του είχον υποσχεθή +το συνοικέσιον, έβλεπεν εις απώτατον σημείον, ως μετέωρον εις την +λάμψιν του οποίου δεν είχαν συνειθίση ακόμη τα μάτια του, την +κόρην του αφέντη του. Είνε αληθές ότι οι άνθρωποι του είδους του, +πιστεύουν πως διά του χρήματος τα πάντα δύνανται να καθυποτάξουν +και να κατορθώσουν· και πραγματοποιούν τω όντι την πίστιν των +αυτήν πολλάκις. Αλλ' ο Νικολός δεν έφθασεν ακόμη εις τον κολοφώνα +αυτόν· έτεινε μόνον . . . Και οσάκις δεν παρεφέρετο υπό του +εγωισμού, ανωμολόγει καθ' εαυτόν ότι δεν κατήντησεν ακόμη ο +επίζηλος γαμβρός της κωμοπόλεως και ότι τα προταθέντα εις αυτόν +μέχρι τούδε συνοικέσια, δεν ήσαν εκ των καλλιτέρων, αλλ' εκ των +μάλλον ευτελών οικογενειών. Ητένιζε λοιπόν μόνον εις τον αφέντην +του κ' εσκέπτετο δουλεύων μετ' αυταπαρνήσεως το σπίτι το οποίον +πρώτον τον εφιλοξένησε, ν' αναμένη μέχρις ου ευδοκήσουν να του +προσφέρουν την αμοιβήν. Και μόλις τόρα ήκουσεν αυτήν +προσφερομένην, εδέχθη ευχαρίστως, ευγνωμόνως και ωμολόγει διά +μισοκομμένων φράσεων, ότι όχι την Κυριακήν αλλά τόρ' αμέσως αν +ήθελον, εδέχετο να γίνη ο γάμος. + + — Ξέρω κ' εγώ . . . σαν έχετε την καλωσύνη . . . +όπως θέλετε! . . . + +Η κυρά Παναγιώταινα εδόθη πλέον εις τας ετοιμασίας του γάμου. Είνε +αληθές ότι η αγαθή γραία αφ' ης ημέρας εγέννησε την Ανθήν, +εσκέπτετο να κάμη πομπώδη τον γάμον της. Τον ιδικόν της γάμον είχε +κάμει κατά τα έτη της επαναστάσεως, νύκτα κ' εντός ορεινού +ερημοκκλησίου, όπου έτυχε να ευρεθή η οικογένειά της μετ' άλλων +φυγάδων. Επειδή δε εις το αφελές πνεύμα της, οι πομπώδεις γάμοι +εξήσκουν επέραστον γόητρον κ' επειδή είνε σύνηθες εις τον +άνθρωπον, να ικανοποιή την ιδικήν του ατυχίαν διά της ευτυχίας του +τέκνου του, ανέμενε να παρηγορηθεί διά του γάμου της κόρης +της . . . Α! θα τον κάμη που ναφίση εποχήν· να λέγουν σαν της +Στριμμενοπούλας τον γάμον! . . . Διά τούτο τόρα ελυπείτο η γραία +που ηναγκάζετο να τον επισπεύση, να τον κάμη νύκτα, δίχως +προσκλήσεις, δίχως πομπήν, ως να υπάνδρευε καμμίαν χήραν. Αλλά τι +να γείνη· ηδύνατο να κάμη αλλέως; Μάννα και θυγάτηρ είχον την +αυτήν τύχην! . . . Κ' εδάκρυζαν τα μαραμμένα μάτια της ενώ +ητοίμαζε τα στέφανα και τας λαμπάδας, ως να ητοίμαζε τα χρειώδη +μιας κηδείας. + +Ο κυρ Παναγιώτης όμως δεν εζαλίζετο από τοιαύτας ιδέας. Χθες +ανακύψας αίφνης από των εμπορικών του καταστίχων, έβλεπεν ότι +είχεν επί των νώτων βαρύ φορτίον, το οποίον ήθελε να φορτώση επί +των ώμων άλλου, όσον ήτο δυνατόν γρηγορώτερα. Δεν εφρόντιζεν αν θ' +απηλάσσετο αυτού μετ' επιδείξεως ή μη· ήρκει ότι θ' απηλάσσετο. Κ' +εγέλα μακαρίως διά τας αδυναμίας της γυναικός του κ' έλεγε δια να +την παρηγορήση: + + — Ε, σώπα, καϋμένη γρηά! να ζήσουν τα παιδιά μας και κάνουμε +καθώς θέλεις των εγγονιών μας . . . + + — Αν ζήσουμε· απήντα εκείνη μελαγχολικώς. + +Φευ! έβλεπε τόσον μακρυνήν αυτήν την προσδοκίαν! . . . + +Την Κυριακήν το εσπέρας ο γάμος της Ανθής και του Νικολού ετελέσθη +εις το σπίτι του Στριμμένου. Αλλ' ήτο τελετή από εκείνας τας +πενθίμους και οχληράς, όπου η χαρά διστάζει να φανή διά να μη +κινήση την χλεύην· όπου αι ευχαί εκφράζονται δειλώς εκ φόβου μη +συναντήσουν ψυχρότητα· όπου κάθε λόγος και κάθε βλέμμα +παρεξηγείται. Ήτο τελετή από εκείνας αι οποίαι βραδέως, απροθύμως +αρχίζουν, κ' εν σπουδή τελειώνουν· εις τας οποίας οι +προσκαλεσμένοι κουράζονται και βλέπουν προς την θύραν, προς τον +δρόμον, έτοιμοι να πεταχθούν έξω, ν' αποτινάξουν την ασφυξίαν. +Τελετή τέλος η οποία γίνεται διά να κρύψη αθορύβως έν αίσχος, να +το περικαλύψη διά της αίγλης της, να το εξαγνίση διά του κύρους +της! . . . Αργά ανέβησαν την σκάλα οι συγγενείς· αργώτερον ακόμη, +ασθμαίνων και μισογογγύζων ο γέρων εφημέριος μετά μικρού παιδίου, +φέροντος υπό την μασχάλην το πετραχήλι και τον Απόστολον. +Ψιθυρισμοί ηκούσθησαν· σάλος τις ελαφρός και μετ' ολίγον βαρύς +πυροβολισμός, ριφθείς εξ ενός παραθύρου, ανήγγειλεν εις τους +κατοίκους της κωμοπόλεως ότι ο Νικολός Πικόπουλος και η Ανθή +Στριμμένου, είχον ενωθή αρρύκτως ενώπιον του βωμού. + + + +Ε' + +ΟΙ ΚΑΡΡΟΛΟΓΟΙ + + + +Η τάξις των καρρολόγων ήτο τότε πυκνή, πυκνοτάτη ως φάλαγξ +πολεμική. Σχεδόν δεν ευρίσκετο άνθρωπος καθ' όλην την κωμόπολιν, ο +οποίος μίαν φοράν τουλάχιστον εις την ζωήν του δεν μετήλθε το βαρύ +τούτο επάγγελμα, δεν έζευξε κάρρον ή δεν ωδήγησεν άλογον. Εις τα +μέρη αυτά, όπου η συγκοινωνία δεν είνε πολύ ανεπτυγμένη· όπου δεν +συνέρχεται ατόμων σωρεία και συνεπώς δεν παράγεται ποικιλία +αναγκών, οι άνθρωποι περιορίζονται ως επί το πολύ εις έν +επάγγελμα, το οποίον ευρίσκουν πατροπαράδοτον. Εις αυτόν δε τον +κανόνα εμμένουν όλοι πιστοί ως εις θρήσκευμα. Το πατροπαράδοτον +είνε δι' αυτούς ιερά παρακαταθήκη, την οποίαν δεν επιτρέπεται να +μετακινήσουν ή να μεταβάλουν καθόλου. Κ' επειδή εις κάθε αυλήν της +κωμοπόλεως υπήρχε κ' ένα κάρρον· εις κάθε αχυρώνα έν άλογον και +εις κάθε σπίτι κρεμασμένον από του τοίχου το μαστίγιον του πατρός, +ο υιός μόλις ηλικιούμενος, ώφειλε ν' αναλάβη το μαστίγιον, να +ζεύξη το κάρρον και να τρέξη εις ζήτησιν εργασίας. Πόσην δ' +επιρροήν εξήσκει το επάγγελμα τούτο εις τον τόπον, δύναται κανείς +να φαντασθή όταν ακούση, ότι και σήμερον όλα τα παιδιά, +ανεξαιρέτως κοινωνικής τάξεως, ευρίσκουν μεγίστην ευτυχίαν όταν +έχουν ένα καλόν μαστίγιον, το οποίον να κροταλίζουν απειλητικώς, +οδηγούντα τους συνομήλικάς των ως άλογα δήθεν από του χαλινού και +φωνάζουν, μετατρέποντα επί το ανδρικώτερον την φωνήν των: + + — Βάρδα' μπρός! . . . ε, 'μπρός μη σε κόψ' η ρόδα! . . . + +Α! έχει τω όντι γόητρον το αναθεματισμένον αυτό επάγγελμα! Όσον +βαρύ και κουραστικόν είνε, τόσον διασκεδαστικήν και αφρόντιδα +κάμνει την ζωών. Ο καρρολόγος έχει την λεβεντιάν του, την ρώμην +του σώματος και την έπαρσιν της ψυχής, τα οποία προσλαμβάνει εξ +αυτής της βαρείας εργασίας του. Έπειτα έχει την ζωήν ελευθέραν δεν +κλείεται εντός πνιγηρών τοίχων, ούτε κάθηται ως πεδικλωμένον +άλογον επί ώρας ακίνητος, αλλά κινείται, κοπιάζει και αναπνέει +ελεύθερον αέρα· ζη μέσω της φύσεως· δέχεται τας διαφόρους επηρείας +της και τραγουδεί πάντοτε όπως το πουλί. Κ' ενώ κάμνει όλ' αυτά, +συγχρόνως γεμίζει και το κεμέρι του, οικονομεί την οικογένειάν +του, συνάζει την προίκα της αδελφής του και φροντίζει διά τας +διασκεδάσεις του. + +Προ μικρού μόλις, ο καρρολόγος ήτο η μετοχευτική μηχανή, η +μεταφέρουσα από Πατρών καθ' όλην την επαρχίαν, τας προμηθείας της +εμπορικής μεγαλοπόλεως. Από του λινοσπόρου και της ορύζης μέχρι +του κατηφέ και των χρυσών καρφίδων· από των σάκκων της άχνης μέχρι +των χαρτοδεμάτων της πούδρας· από του ριζαρίου μέχρι του +υδραργύρου, παρελάμβανεν όλ' ανάκατα εις χονδροειδή και +αλληλένδετον όγκον εντός της βαρείας μηχανής του, της κυλιομένης +επί δύο μεγάλων τροχών και συρομένης υπό ρωμαλέου αλόγου και +απέθετεν αυτά ανά τας κωμοπόλεις και τα χωρία, μέχρι της καλύβης +των αγροτών και της στάνης των ποιμένων. Απ' εκεί πάλιν, διά του +ιδίου μέσου, μετέφερεν εις την μεγαλόπολιν τα προϊόντα του αγρού +και της κτηνοτροφίας, παν το περιττόν εις τον χωρικόν και +ποιμενικόν βίον. Έτσι ο καρρολόγος, εν αγνοία του εγίνετο ο +εκπολιτιστής των μεσογείων μερών, το μέσον διά του οποίου έφθανεν +εν πολυποικίλω και θαμβωτική παραστάσει, η πρόοδος και η ευμάρεια +μέχρις αυτών. + +Και δεν έκαμνε μόνον τούτο. Ήτο συγχρόνως ο επιτήδειος σκαπανεύς, +ο διανοίγων δρόμους μεταξύ των τελμάτων και των στενών και +διευκολύνων την συγκοινωνίαν. Έπρεπε να προηγηθή αυτός με το +κάρρον του, διά ν' ακολουθήση ο αμαξηλάτης με την εύθραυστον +άμαξάν του. Κατέβαλεν όλην του την οξυδέρκειαν εις την εξακρίβωσιν +στερεού εδάφους· έκαμνε τους βάλτους βατούς διά της συσσωρεύσεως +κλημάτων ανεύρισκε τους καταλλήλους πόρους των ποταμών και +ρευμάτων κ' επλάτυνε τα στενά, μεταχειριζόμενος ως αξίνην τους +τροχούς της μηχανής του και ως οδηγόν την θυμοσοφίαν του αλόγου +του. Διά τούτο, αν υπάρχουν δρόμοι εις την Ηλείαν σήμερον, +οφείλονται όλοι εις τους καρρολόγους. + +Είνε αληθές ότι διά να κατορθωθή τούτο, εχρειάζοντο κόποι και +υπομονή μεγάλη και δυνάμεις πολλαί. Τούτων όμως καθόλου δεν +εστερούντο οι καρρολόγοι. Καθ' ομίλους εκτελούντες τα ταξείδιά +των, ελάμβανεν έκαστος τας προφυλάξεις και τ' αναγκαία βοηθήματα, +ώστε εις κάθε εμπόδιον όλοι έσπευδον και συνειργάζοντο προθύμως +διά την κοινήν ευκολίαν. Διότι τα εμπόδια όλους τους καρρολόγους +ενδιέφερον. Αν εκοπίαζον σήμερον εδώ οι μεν, εκοπίαζον αύριον +παρέκει οι άλλοι, ώστε υπήρχε μεταξύ των, σιωπηλώς ωμολογημένος +κάποιος συνασπισμός και αλληλεγγύη καθηκόντων. + +Εις την τάξιν αυτήν, την εργατικήν και ωφέλιμον ανήκε και ο +Γεώργιος Βρανάς. Και ούτος διεδέχθη εις το στάδιον του καρρολόγου +τον πατέρα του, ο οποίος προ δεκαετίας μετά του Σαμπίκη, έφερε το +πρώτον κάρρον εις την κωμόπολιν κ' εχάραξε τον πρώτον αμαξιτόν +δρόμον. Ο νεανίας κατείχε πάν ό,τι θεωρείται μεταξύ των καρρολόγων +ως ιδανική τελειότης. Ήτο ρωμαλέος κ' εργατικός· είχεν ελαφρόν +κάρρον κ' εύψυχον άλογον. Και το κάλλιστον, δεν υπερηφανεύετο +καθόλου δι' αυτά του τα προσόντα. Κατά τα ταξείδιά του, εις την +Μαυρόλασπην λόγου χάριν είτε εις του Μάνου, μέρη επικίνδυνα και +φοβερά διά τους καρρολόγους, όσον ο Μαλέας και ο Καφηρεύς διά τους +ναυτιλλομένους, επειδή το χώμα με την πρώτην βροχήν λαμβάνει +φοβεράν απορροφητικήν δύναμιν, συνέβαινε συχνά να κολλούν τα κάρρα +και τ' αδύνατ' αλογάκια των συντρόφων του. Ο Βρανάς δεν εκτύπα το +ζώον του να φύγη και ν' αφήση τους άλλους να παιδεύωνται μέχρις ου +ξεκολλήσουν· αλλ' έμενε κ' εξεύγνυε προθύμως το ιδικόν του εις τα +κάρρα εκείνα κ' εχώνετο μέχρι της κοιλίας εις τους βάλτους, διά να +σπρώξη τους τροχούς ή να μεταφέρη επί των ώμων το φορτίον. + +Αυτή του η κατασκευή συνοδευομένη και υπό ευψυχίας, διά της οποίας +πολλάκις εγίνετο σεβαστός εις τους κατηγόρους του, έκαμνον τον +νέον αγαπητόν πολύ και ζηλευτόν μεταξύ των καρρολόγων. Ώστε το +ατύχημά του το ησθάνθησαν όλοι τόρα, ως να ενδιέφερεν αυτούς +ατομικώς. Ηγανάκτησαν, διότι επεριφρονήθη ο σύντροφός των και +ήρχισαν την λεπτομερή ανατομήν της οικογενείας Στριμμένου καθ' +όλου και κατά μέρος. Κόκκος σίτου μεταξύ των οδόντων του μύλου δεν +συνεκυλίσθη, δεν συνεθλίβη, ούτε συνετρίβη τόσον ποτέ, όσον η +ατυχής αυτή οικογένεια μεταξύ των αγροίκων εκείνων γλωσσών. Κ' +έχουν φοβεράν γλώσσαν οι καρρολόγοι· διαβολικόν νουν εις το να +εφευρίσκουν κακολογίας! Παντού εις τα κρασοπωλεία, τα καφενεία, +εις τα ταξείδιά των άφινον, εδώ κ' εκεί πυρίνους περιόδους +καταγγελιών. Η μοχθηρία έφθασε μέχρι της κλίνης των δύο γερόντων. +Η ασέλγεια εσύρθη επί του παρθενικού και αγνού άτομου της Ανθής. +Σφραγίς αισχράς αχαριστίας ετέθη επί του ευήθους μετώπου του +Νικολού. Εις τούτο δε συνειργάζετο προθύμως και η σατανική γλώσσα +των γυναικών, περιβάλλουσα επινοήματα και συνδυασμούς εποχών μετ' +εκτάκτου πειστικότητος, οποίαν δεν θα είχεν ούτε η Εύα, ενώ +παρέσυρε τον Αδάμ εις το αμάρτημα. + +Έτσι το πλείστον μέρος της κωμοπόλεως εσηκώθη σύσσωμον εναντίον +του γάμου της Ανθής και του Νικολού. Και δεν συνέβη τούτο απλώς +και μόνον χάριν του Βρανά. Αν η Ανθή υπανδρεύετο άλλον, πάντοτε θα +κατεδικάζετο ως αρνηθείσα τον έρωτά της, θα εκρίνετο ως +ελαφρόμυαλος γυνή· αλλά δεν θα κατηγορείτο τόσον! Θα υπήρχον και +πρακτικοί άνθρωποι να την δικαιώσουν. Αλλά τόρα δεν ηδύναντο να +δικαιώσουν τον κυρ Παναγιώτην Στριμμένον, ένα των πλουσιοτέρων +εμπόρων της κωμοπόλεως, ο οποίος εθυσίασε την θυγατέρα του εις τον +Νικολόν. + +Εις τας μικράς κοινωνίας, δεν αρκεί ο πατήρ να εκτιμήση τα +προσόντα ενός νέου διά να τον κάμη γαμβρόν του. Χρειάζεται να +ιδούν κ' εκτιμήσουν τα προσόντα αυτά και οι άλλοι συντοπίται· να +δώσουν σιωπηλώς κ' εκείνοι την συγκατάθεσίν των. Εδώ όμως οι +χωρικοί δεν έδοσαν την συγκατάθεσίν των. Η εμπορική δεινότης του +Διβριώτου, η οποία εμάγευε τόσον τον Στριμμένον, εξήγειρε τας +σφοδροτέρας αντιπαθείας αυτών. Ο καρρολόγος Στάμος δεν ήτο το +πρώτον, ούτε το τελευταίον θύμα, το οποίον κατεβόα εναντίον των +αρπακτικών διαθέσεων του γαμβρού. Έτσι δε ο Νικολός παρέσυρε μαζί +του εις το βάραθρον του αναθέματος και τον Στριμμένον και την +γυναίκα του και την Ανθήν. Και ο Βρανάς υψούτο αντιμέτωπος αυτών, +αναξιοπαθούσα θεότης, χαρακτήρ εξιδανικευμένος εις τα βλέμματα των +συμπατριωτών του. + +Ο Βρανάς αφού έδωσε τοιούτον οικτρόν τέλος εις την συνάντησίν του +μετά της Ανθής, υπό την συκήν του Πλευρού, έφυγε με την πεποίθησιν +ότι η λυγερή ουδέποτε ησθάνθη έρωτα προς αυτόν. Μετά μικρόν όμως, +όταν η έξαψίς του κατέπεσεν, ήρχισε να κρίνη λογικώτερον την +διαγωγήν της. Βεβαία, η λυγερή δεν ήτο δυνατόν επί τόσα έτη να τον +απατά. Έκαμε τόσας θυσίας, ήκουσε τόσας κατηγορίας προς χάριν του! +Τόρα εύρισκεν αληθινά τα δάκρυά της· φυσικήν την απελπισίαν της. +Διατί τάχα δεν επροσποιείτο έτσι και άλλοτε; Ενθυμείτο ότι +πολλάκις την έβλεπε λυπημένην, δακρυσμένην και ωχράν από τας +κακολογίας του κόσμου και όταν την ηρώτα διά την κατάστασίν της, +εκείνη ήλλαζεν ευθύς όψιν, έκαμνε την γελαστήν, την χαρουμένην: + + — Τίποτα, καϊμένε· το κεφάλι μου· με πονεί — το έρμο! + +Κ' έλεγε τούτο διά να μη μεταδώση την λύπην της και εις εκείνον. +Τόσον τον αγάπα, ώστε ούτε δάκρυ δεν ήθελε να χύση προς χάριν +της! . . + +Και ο νέος ήρχισε με ευσυνειδησίαν να εξετάζη και την ιδικήν του +προς την παρθένον διαγωγήν. Πώς αλλοιώς εφέρθη πάντοτε παρά ως +εγωιστής και απότομος και απαιτητικός. Νά, προ μικρού ακόμη, ήτο +διαγωγή αγαπώντος αυτή του η διαγωγή κάτω από την συκήν; Το +κακόμοιρο το κορίτσι έκλαιε την τύχην που το επερίμενε και είχε +και αυτόν, απ' επάνω να το υβρίζη, αντί να το παρηγορή. Κ' επί +τέλους έσπασε τας στάμνας, διά τας οποίας ο θεός ηξεύρει πόσα +ήκουσεν από την μητέρα της! + +Ο Βρανάς τόρα ανελύθη εις δάκρυα, αληθινά δάκρυα ψυχής ευγενούς, +αισθανομένης όλους τους πόνους και τας συγκινήσεις του έρωτος. +Κατηγόρει τον εαυτόν του, ήλεγχε τον βίαιον χαρακτήρα του· +εδάγκανε τας σάρκας του και ήθελεν αν ήτο δυνατόν, να επιβάλη εις +τον εαυτόν του αυστηράν τιμωρίαν. Αλλ' ήτο αρκετή τιμωρία δι' +εκείνον, η αγρυπνία της νυκτός εκείνης και η ανησυχία του. +Επεθύμει μεγάλως να ηδύνατο, τόρ' αμέσως να πετάξη πλησίον της +Ανθής, διά να την παρηγορήση και κατενόει ότι τούτο ήτο αδύνατον. +Ανέμενε με αγωνίαν την ώραν της υδρεύσεως κ' ενωρίς την επαύριον +επήγεν εις το Καλό πηγάδι κ' εκρύβη εις την πλησίον τάφρον μέχρις +ου ίδη την λυγερήν. Αλλ' αν και την εκαρτέρησε μέχρι βαθείας +νυκτός, η Ανθή δεν εφάνη. Ο νεανίας μη γνωρίζων τα συμβαίνοντα εις +το σπίτι του Στριμμένου, υπέθετεν ότι η λυγερή δεν επήγεν εις το +πηγάδι επίτηδες, διά να μη τον συναντήση και κατελήφθη υπό +απελπισίας. Και εις την υποψίαν του αυτήν επροστέθη και άλλη +αίφνης, ότι η Ανθή ήτο ασθενής, ότι ίσως εδάρη παρά των γονέων +της· ίσως την είχον δεσμίαν εις κανέν σκοτεινόν δωμάτιον, διψώσαν +και νηστεύουσαν διά να την εμποδίσουν να βλέπη αυτόν . . . Ο +Βρανάς έγεινεν εκτός εαυτού. Ο ευερέθιστος χαρακτήρ του τον +παρέφερεν εις τα έσχατα. Καθ' όλην την νύκτα περιήρχετο μόνος, ως +φάντασμα το σπίτι του Στριμμένου· έρριψε χάλικας εις τα παράθυρα +και την στέγην, ελπίζων ν' ακουσθή παρά της νεάνιδος και την πείση +να εξέλθη, διά να την ίδη και μόνον να την ίδη! Αλλ' ουδείς +εφαίνετο. Τα παράθυρα έμενον κατάκλειστα, σιωπηλά· ολόκληρον το +σπίτι είχε την αδρανή όψιν νεκρού, μη συγκινουμένου εις τας φωνάς +των θρηνούντων. Και εις στιγμήν υψίστης παραφοράς εσκέφθη ν' +αναβή, να κτυπήση την θύραν διά να του ανοίξουν. Τι θα έκαμνε +τότε, τι θα έλεγε, δεν ήξευρε και αυτός. Ώρμησεν όμως και ανέβη +την σκάλα. Ο Μούργος όμως, ο σκύλος του Νικολού, κοιμώμενος εμπρός +εις την θύραν ώρμησεν επάνου του ωρυόμενος. Διά μίαν στιγμήν ο +Βρανάς επίστευσεν, ότι ο σκύλος ετέθη επίτηδες εκεί παρά του +Διβριώτου, άγρυπνος φύλαξ της Ανθής, εμπόδιον μέγα του έρωτός του. +Λύσσα τον κατέλαβεν εναντίον του εμπόρου, του άρπαγος και σύρας +την πιστόλαν, επυροβόλησε κατά του σκύλου με μίσος. Κ' ενώ το +ζώον, θανατηφόρως πληγωθέν ανετάρασσε την γειτονίαν με τας +παραπονετικάς κραυγάς του, ο Βρανάς έφευγε μακράν, εις τα σκότη +της νυκτός, δακρύων και κατησχυμένος. + +Ο Βρανάς έμαθεν από τους πρώτους τον γάμον της Ανθής και του +Νικολού. Μέχρι της ώρας εκείνης ο νεανίας δεν ήθελε να παραδεχθή +ότι θα εγίνετο ποτέ τούτο. Εσυνείθησεν επί τόσον καιρόν να θεωρή +ιδικήν του την λυγερήν, κτήμα του αναφαίρετον, και με την +ελαφρότητα εκείνην της νεότητος, της πιστευούσης και εις τους +παραβολωτέρους πόθους, ήλπιζεν ότι αυτή δεν ηδύνατο να γίνη κτήμα +άλλου. Τόρα όμως, όταν επείσθη περί τούτου λύπη τον κατέλαβε. +Λύπη, όχι από εκείνας τας οποίας ησθάνετο άλλοτε, σφοδράς και +μεγάλας, κινούσας εις εξέγερσιν το σώμα και την ψυχήν. Αλλ' +αποκαρωτική λύπη, χαλαρώσασα αίφνης όλας τας λειτουργίας του νου +και της σαρκός. Η γη, ο ουρανός, ο κόσμος όλος πέριξ· τα πουλάκια +και τ' άνθη, τα χρώματα και το φως, δεν εκίνουν καθόλου το +ενδιαφέρον του. Οι άνθρωποι δεν του εφαίνοντο ως όντα συνδεδεμένα +μετ' αυτού εν κοινή ανάγκη. Άλλοτ' ενόμιζεν εαυτόν ως ιδιαίτερόν +τι, αιθέριον, ελαφρόν, ζων υπό άλλας συνθήκας εις την κονίστραν +του κόσμου· και άλλοτε ουδ' ενόμιζεν ουδ' εσκέπτετο τίποτε. + +Εκινείτο μόνον, έζη, ανεστρέφετο εις την κοινωνίαν και εις το +σπίτι του, αλλ' όλως μηχανικώς, απροθύμως και αδιαφόρως. + +Αίφνης όμως ελπίς έλαμψεν εις την συνείδησίν του. Ιδέα ήλθεν εις +το πνεύμα του, κολακεύσασα του λεβέντη το φιλότιμον και +προσεκολλήθη εις αυτήν ο νέος, ασυνειδήτως ζητών να επανέλθη εν τη +δράσει, όπως ο ετοιμοθάνατος ναυαγός αρπάζει το σωσίβιον, το +οποίον του ρίπτει η τύχη. Ναι, η αγάπη του υπανδρεύθη· αλλά πώς +υπανδρεύθη; Μετά πόσας, βέβαια, βασάνους και τυραννίας επείσθη να +ονομάση άνδρα της τον Νικολόν; Εις ποία τεχνάσματα και εις πόσα +σκληρά βάσανα κατέφυγον οι γονείς και συγγενείς της, διά να την +φέρουν εις τον βωμόν! . . . Τα εφαντάζετο και ανετριχία και +συνεκινείτο εις τα παθήματα, της μάρτυρος και ήθελε να τα μάθη με +λεπτομέρειαν όλα. Και ο νέος κατέφυγεν εις τας γυναίκας όσαι +επλησίαζον την Ανθήν. + + — Κλαίει; δέρνεται; θα πνιγή, θα φαρμακωθή, θα βγάλη τα μάτια +της, θα ξερριζώση τα μαλλιά της; ερώτησε με θλιβεράν περιέργειαν. + + — Μπα, χαρουμένη και καλόκαρδη σαν όλες οι νυφάδες· του απήντησαν +εκείναι αδιαφόρως. + +Και τω όντι εφαίνετο χαρουμένη κατά τας ημέρας εκείνας η Ανθή. +Εδείκνυεν εις τον κόσμον το εύχαρι πρόσωπον νύμφης, ηναγκασμένης +να δέχετ' ευχάς και συγχαρητήρια. Δεν εδείκνυε το καταπληγωμένον +ον, το απατηθέν εις όλας του τας ελπίδας και τους πόθους. + +Η λυγερή αφ' ης ώρας επέστρεψεν εις το σπίτι από το Καλό πηγάδι, +έμεινε κατάκλειστος, μόνη με τας μαύρας σκέψεις της. Απελπισία από +παντού! Ο Βρανάς την απηρνήθη· οι γονείς την άφησαν. Ο ένας δεν +την ήθελε πλέον κυρίαρχον επί της καρδίας του· οι άλλοι δεν την +ήθελον σύντροφον της ζωής των και την έδιδον εις τον τυχόντα. Αλλ' +η λυγερή έκλαιε περισσότερον διά την εγκατάλειψιν του εραστού, +παρά διά την εγκατάλειψιν των γονέων. Από τριών ετών εσυνείθισε να +θεωρή τον Βρανάν ως το μόνον αγαπητόν πρόσωπον, εις το οποίον +είχεν αποθέση όλην την καρδίαν και τας ελπίδας της. Ηγάπα βεβαίως +και τους γονείς της. Τους ηγάπα όμως με την ανάμιξιν εκείνην του +σεβασμού, του φόβου, της υπακοής, τα οποία αισθάνετ' εκ συνηθείας +καθήκοντος κάθε χωρική γυνή, η οποία δεν είνε εις θέσιν, ένεκεν +ατελούς αναπτύξεως του νου, να σκεφθή τ' άγια μυστήρια, τα οποία +συνδέουν τους γονείς προς το τέκνον. Ενώ η προς τον Γεώργιον αγάπη +της, ήτο η ελευθέρα έκφρασις της καρδίας της· η ροπή όλων της των +αισθήσεων. Και η τοιαύτη έκφρασις είνε περισσότερον χειροπιαστή +εις την νεότητα, περισσότερον φανερά εις την ψυχήν της και +προσκολλάται εις αυτήν ελπίζουσα, ως μόνην κατάλληλον να την φέρη +εις τους λαμπρούς κόσμους της φαντασίας της. Κ' εύρισκε λοιπόν εις +την φαντασίαν της η λυγερή τόρα, ότι οι γονείς της εδικαιούντο να +της κάμουν το τοιούτον αδίκημα. Γονείς ήσαν, σκληροί και +άσπλαγχνοι γονείς, μη πονούντες την θυγατέρα των! Αλλ' εις τον +Βρανάν όχι, δεν επετρέπετο. + + — Αχ, Γιωργάκη! ωλόλυζε συχνά. + +Και όταν ήλθεν η Κυριακή, ήλθεν η εσπέρα και ωδήγησαν αυτήν προ +του βωμού και ο παπάς ύψωσε διά των ευχών του το Σινικόν τείχος +μεταξύ εκείνης και του έρωτός της, έγυρε την κεφαλήν και παρεδέχθη +τα πάντα. Αλλ' έγυρε την κεφαλήν, με την συντετριμμένην εκείνην +έκφρασιν της παραδοχής των τετελεσμένων, την οποίαν είχεν ο +Χριστός επί του σταυρού του. + + — Θέλεις, Ανθή, τον Νικολό; ηρώτησεν ο παπάς κατά τύπους. + + — Ναι! . . . + +Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί! . . . + +Ο Βρανάς όμως δεν εγνώριζεν αυτά τα παθήματα της Ανθής. Και αν τα +εγνώριζεν, αν ευρίσκετο κανείς φίλος να του τα είπη, δεν θα τα +επίστευε. Δεν είχε πλέον την ψυχραιμίαν ούτε την οξυδέρκειαν, να +κρίνη τους λόγους των γυναικών και ν' ανεύρη την αλήθειαν. Το +άτομόν του ήτο προδιατεθειμένον διά να δεχθή κ' ενστερνισθή πάσαν +καταγγελίαν, όπως καλλιεργημένος αγρός τον σίτον του ζευγολάτου. + + — Την άτιμη! έλεγε με λύσσαν, την άτιμη! . . . + +Και απηλπισμένος, πληγωμένος από τον έρωτά του κατέφυγε τόρα εις +την φιλίαν. Κατενόει, ίσως εν αγνοία του ο νέος, ότι τα δύο αυτά +αισθήματα είν' επίσης μεγάλα και ιερά και ότι διά του ενός +κατορθώνει κανείς κάποτε να ιατρεύση το άλλο. Κ' έσμιγε τόρα με +τον Δημήτρην, του έλεγε τα παράπονά του, τον καταπατηθέντα έρωτά +του, κ' ετόξευεν ύβρεις και αναθέματα κατά της προδότιδος. + +Ο αδελφός της Βασιλικής ήτο συνομήλικος του Γεωργίου, κοντός +ολίγον, αλλά με πλατείς ώμους, στιβαρός καθ' όλα και χειροδύναμος, +με πυκνήν κατσαρήν κόμην προς τ' άνω εστραμμένην, κατά των +νεωτερίζοντα συρμόν της εποχής. Είχεν αθώαν ψυχήν, τίμιον +χαρακτήρα και ειλικρινή αισθήματα. Μόνον θυμώδης ήτο και ολίγον +ελευθερόστομος, καθό γνήσιος υιός του Παντελή Καινούριου. Αλλά +τούτο δεν ημπόδιζε να ήνε λαμπρός καρρολόγος και αφωσιωμένος +φίλος. Ηγάπα τον Βρανάν ως αδελφόν· ήτο πάντοτε μαζί του εις τας +πανυγήρεις και τας διασκεδάσεις· εις την εργασίαν και τον έρωτα. +Έμενε πάντοτε μέχρι των τελευταίων ωρών της νυκτός κάτω του +παραθύρου της Ανθής, συντροφεύων διά της λυγηράς φωνής του τα +περιπαθή δίστιχα, όσα έστελλεν ο Βρανάς εις την αγάπην του· κ' +εδέχετο έπειτα μέχρι της αυγής αγογγύστως τας σφοδράς +εξομολογήσεις, όσας ούτος μη δυνάμενος να κάμη εις εκείνην, έλεγεν +εις αυτόν. Έκαμνεν όμως τούτο περισσότερον χάριν του φίλου του, +παρά διότι ησθάνετο ευχαρίστησιν εις τας διαπύρους εκείνας +αποστροφάς. Η καρδία του Δημήτρη δεν ήτο τόσον απαλή. Ο νέος +έκλινεν εις τον θετικισμόν· εσυμβιβάζετο περισσότερον με τας σκέψεις +της εποχής του. Όταν ο Βρανάς του ωμίλει περί του έρωτός του, ο +Δημήτρης τον ήκουε με υπομονήν και του έδιδε τας χρησίμους συμβουλάς· +αλλά δίχως να συγκινήται και να παθαίνεται. Και τόρα δεν ήτο εις +θέσιν να εννοήση καλώς τας ψυχικάς εκείνας βασάνους, εις τας οποίας +ευρίσκετο ο φίλος του. Ένα μόνον κατενόει ότι έπασχε και ότι ήτο +ανάγκη διά παντός μέσου να τον θεραπεύση. Εις τας τόσας +απελπιστικάς αποστροφάς του φίλου του ο Δημήτρης έλεγε συχνά: + + — Ρε, τι κλαις σαν γυναίκα· θες να πάμε να την κλέψουμε! . . . + +Ο Γεώργιος έπαυε τότε την αγανάκτησίν του· εστήλωνεν εις το κενόν +τα μάτια, ως να εσύναζεν ιδέας, κ' αίφνης απήντα με το αφηρημένον +ήθος ιδανιστού: + + — Τόρα πια, τι να την κάμω! . . . + +Δεν θ' απέστεργε την απαγωγήν αν η Ανθή ήτο ακόμη παρθένος. Αλλ' +υπανδρεμένη πλέον εγνώριζε, με όλην την ορμήν της αγάπης του, ότι +δεν θα του έφερε την ποθητήν ευτυχίαν. + +Ο Βρανάς ανεκουφίζετο μεγάλως, ακούων τας κατηγορίας των +συναδέλφων του, εναντίον της οικογενείας Στριμμένου. Πολλάς εκ +τούτων εύρισκεν ανυπάρκτους, τινάς αδίκους, άλλας μωράς. Δεν είχεν +όμως ποτέ την υπερηφάνειαν να ελέγξη τους συκοφάντας, να +υπερασπισθή τους αδικουμένους. Όχι· άφινε τουναντίον να λέγουν +ό,τι θέλουν. Ηύχετο μάλιστα ενδομύχως να γίνωνται πιστευτά και +κάποτε συνέτεινε προς τούτο, περιβάλλων διά μειδιάματος ελαφρού ή +καγχασμού παραδόξου τας καταγγελίας, οιονεί επισημοποιών κ' +επικυρώνων αυτάς. Α! η δυσφημία του ονόματος της Ανθής ήτο +απόλαυσις γλυκεία διά την ψυχήν του νεανίου. Την επεζήτει +πανταχού, εις τα κρασοπωλεία και τα μαγειρεία, εις τας αυλείους +συναθροίσεις των γυναικών και εις των γραϊδίων τους φλυάρους +ομίλους . . . + +Διά τούτο εσύχναζε περισσότερον τόρα και εις το σπίτι του Παντελή +Καινούριου. Ο Δημήτρης και πριν ακόμη, εκάλει συχνά τον φίλον του +εις το πατρικόν σπίτι εις γεύμα ή δείπνον· αλλά σπανίως ο Γεώργιος +υπεχώρει εις τας προσκλήσεις αυτάς του φίλου του. Αφ' ότου μάλιστα +παρεπονέθη εις αυτόν η Ανθή κ' εννόησεν ότι εκείνη εζηλοτύπει και +υπωπτεύετο την Βασιλικήν, έπαυσεν εντελώς να συχνάζη. Δεν ήθελεν +αυτός να λυπήση την αγάπην του . . . Έπειτα, να ειπή κανείς την +αλήθειαν, δεν είχε και άδικον η Ανθή. Η Βασιλική, μόλις φανή εις +την θύραν, τον κυττάζει κατάμματα, μ' εκείνα τα παιγνιδιάρικα και +καστανά μάτια της σαν να του λέγη: « Αγάπα με! αγάπα με! . . .» +Αλλά δεν ηξεύρει λοιπόν ότι ο νέος αγαπά άλλην! Και τάχα σου κάνει +και την εύμορφην — τ' άχυρα! . . . + +Τόρα όμως όπου τα εμπόδια έλειψαν, ο Βρανάς εσκέπτετο ότι δεν είχε +λόγον να δυσαρεστή τον φίλον του. Έπειτα, αδελφέ, πού να πάγη να +σκοτώση τον καιρόν του κανείς; Να καθήση εις το σπιτάκι του' ε, +αυτή η αναθεματισμένη τον έκαμε να ευρίσκη ανυπόφορη την πτωχήν +του μητέρα, άνοστην την οικογενειακήν εστίαν! Να πάγη εις της +αδελφής του· — μικρομάννα η δόλια, το ένα παιδί κλαίει εδώ, τ' +άλλο φωνάζει εκεί, ώστε τον αναγκάζουν να φύγη ευθύς μόλις φθάση. +Η δουλειά είνε καλή, το κρασί καλήτερον και η συντροφιά του +Καινούριου ακόμη καλητέρα. Βλέπει τριγύρω του πρόσωπα γελαστά, +αφελή, τα οποία τον ατενίζουν ως αδελφόν. Ευρίσκει μητρικάς +φροντίδας εκ μέρους της σπιτονοικοκυράς· πατρικήν αγάπην παρά του +Παντελή, που νομίζει ότ' είνε μέσα εις την ιδικήν του +οικογένειαν . . . + +Και ήτο αληθινά ο Βρανάς, εκεί μέσα εις την ιδικήν του +οικογένειαν. Δεν το κατενόει ακόμη καθαρά· αλλ' η καρδία του +υπεδείκνυεν ότι εκεί ήτο η πραγματική θέσις του και ότι πριν είχε +παρεκτραπή του δρόμου, ως οδοιπόρος βαδίζων εις ξένον και άγνωστον +τόπον. Μόλις εισήρχετο εις το σπίτι εκείνο ελησμόνει ευθύς το +πάθημά του. Ωμίλει ελευθέρως, εγέλα, αστειεύετο και μόλις +απόχρωσις κάποια μελαγχολίας εβάρυνεν ακόμη την ψυχήν του. Αλλά +δεν ήτο πραγματική μελαγχολία τούτο· ήτο η εντύπωσις αυτής +παρελθούσης. Ο αχθοφόρος και μετά την απόθεσιν του φορτίου, φέρει +ακόμη επί των ώμων την ιδέαν του βάρους. Αλλά δεν είνε πλέον αυτό +το βάρος. Αρκεί να τινάξη δύο-τρείς φοράς τους ώμους, ν' +ανακλαδισθή ολίγον και η κούρασις ευθύς λησμονείται. Τοιαύτη ήτο +και η επιμένουσα ακόμη κατάθλιψις του Βρανά. Αλλά και αυτήν την +παρέβλεπε μέσω της οικογενιακής εκείνης απλότητος του σπιτιού του +Καινούριου. Και όταν εμακρύνετο απ' εκεί, ήρχιζε δειλά δειλά να +συλλογίζεται, μετά τινος γλυκείας φρικιάσεως, ότι η Βασιλική ήτο +πολύ εύμορφη κόρη, και ότι τον έβλεπε συμπαθητικά με τα καστανά, +τα παιγνιδιάρικα μάτια της . . . + +Η μεταβολή του Βρανά δεν εξέφυγε την προσοχήν της οικογενείας +Καινούριου. Ούτε των γειτόνων όμως, ούτε των άλλων χωρικών την +προσοχήν εξέφυγε, κατά τας ιδέας των οποίων δύο πράγματα δεν +κρύπτονται εις τον κόσμον — ο βήχας και ο έρως. Ήρχισε να +διαδίδεται εις την κωμόπολιν, — ψιθυριστά-ψιθυριστά πάντοτε, +διότι εδώ υπήρχε κάποιος, ο οποίος ηδύνατο ευθύς να επιβάλη σιωπήν +διά του γρόνθου του — ότι ήτο τελειωμένον γεγονός το συνοικέσιον +του νέου και της Βασιλικής. Δεν ηκούσθη τίποτε ακόμη επισήμως είνε +αληθές· αλλά . . . Και αυτό το «αλλά» έκλειεν όλας τας εικασίας +και όλα τ' άλματα της διαβολεμένης φαντασίας των κατοίκων. + +Τούτο όμως κανένα από τους ενδιαφερομένους δεν εστενοχώρει. Ο +Γεώργιος ήτο απερροφημένος όλως υπό της νέας τροπής των ιδεών κ' +αισθημάτων του, ως ταξειδιώτης υπό τας θελκτικάς εναλλαγάς νέου +ορίζοντος. Ο Δημήτρης εσκέπτετο με αγνότητα αισθημάτων, ότι +ευχαρίστως θα εκάλει ένα τοιούτον φίλον με τ' όνομα του αδελφού. +Αι δύο γυναίκες, μήτηρ και θυγάτηρ, κατ' ιδίαν εκάστη εφρόντιζον +πώς να ρίπτουν λάδι εις την φωτιάν, ο δε Καινούριος κατά λέξιν +εθριάμβευεν. + +Α, ο λαμπρός πατήρ! ανέμενε προ τόσου χρόνου αυτήν την στιγμήν! Ο +ελαφρός, ο ευτράπελος χαρακτήρ του εσταμάτα κάποτε σκεπτικός +ενώπιον του μέλλοντος της Βασιλικής του, ως χρεωφειλέτης ενώπιον +βαρέος συναλλάγματος. Είχε βεβαίως και άλλα συναλλάγματα ο +Παντελής, τας πέντε άλλας θυγατέρας του· αλλ' η Βασιλική ήτο το +μόνον ληξιπρόθεσμον επί του παρόντος. Δεκαφτά χρονών κορίτσι, +αδερφέ! . . Και ήτο σύμφωνος με την γυναίκα του, ότι ο Βρανάς ήτο +καταλληλότατος γαμβρός και ήτο πρόθυμος ο Παντελής να κάμη δι' +αυτόν και κάποιαν θυσίαν. + +Ο Παντελής Καινούριος δεν ήτο πλούσιος βέβαια, ήτο όμως +ευκατάστατος. Πρώτος αυτός συνέλαβε την ιδέαν ν' ανοίξη μέγαν +φούρνον εις την κωμόπολιν, να βγάλη ψωμί διά τους εργάτας και να +ψήνη τους νταβάδες των κατοίκων· ενώ πριν κάθε οικογένεια είχε και +χωριστόν φούρνον μικρόν διά τας ανάγκας της. Τούτο εθεώρει +κατόρθωμα ηρωικόν ο χονδροκέφαλος χωρικός, εξανάπτον τον εγωισμόν +του, ώστ' έλεγε πολλάκις εις τους συντοπίτας του: + + — Μωρέ, ήσαστε ζωντόβολα κ' εγώ σας επολίτεψα! . . . + +Δι' αυτού όμως του εκπολιτιστικού μέσου ο Παντελής Καινούριος +έκαμε παγίαν και καλήν περιουσίαν. Τόρα αφήσας εις το πόδι του τον +δευτερότοκον υιόν του, τον δε Δημήτρην απασχολών με το κάρρον, +περιήρχετο αυτός τα κρασοπωλεία, όπου ετρόχιζε μετ' άλλων +συνομηλίκων την γλώσσαν και τον νουν εις διαφόρους αεροκάμωτες +διηγήσεις. «Αλφα-μαγκό βήτα-ξερό, καρακαξέλια, ντουλαμάδες, +χασοφεγγές . . . γιόμιστ' τα ποτήρια να τ' αδειάσω 'γώ!» Εις την +κρασόβρεκτον όμως αυτήν του χαριτολογίαν δεν ελησμόνει ο +Καινούριος να παρεμβάλλη επαίνους κ' εγκώμια διά τον Βρανάν: +«Δουλευτής μια φορά! . . . αγαθή ψυχή!» Και αν συνέπιπτε να +διέρχηται του κρασοπωλείου ούτος με άλλους καρρολόγους, ίδρωνε διά +να τους φέρη μέσα και τους κεράση: + + — Γιωργάκη, έλα . . . απόλιγο! . . . + +Αλλ' ό,τι εσκότιζε τας ελπίδας της πολύξερης αυτής αλπούς ήτο η +σχέσις του Βρανά με την Ανθήν. Τόρα όμως, μετά την απότομον λύσιν +του έρωτος εκείνου και της νέας τάσεως των διαθέσεων του Γεωργίου, +ο ορίζων πάλιν εξαστέρωσεν ενώπιον των σκέψεων του φούρναρη κ' αι +ελπίδες του ανέτειλαν παρά ποτε λαμπρότεραι. Δεν άφινε τόρα +στιγμήν να περάση, χωρίς να κολακεύση τον εγωισμόν του νεαρού +καρρολόγου, κατακρίνων τον Στριμμένον διά βαναύσων φράσεων ότι +παρεγνώρισε τοιούτον γαμβρόν, τον οποίον τόσοι και τόσοι άλλοι +πατέρες παρεκάλουν και διά των συνήθων του παροιμιών και μύθων, +κεντών την περιφρόνησίν του εναντίον του Νικολού: + + — Σώγαμπρος! ακούς τέτοιος λεβέντης σαν κ' εσέ να πάη να γένη +σώγαμπρος! . . . Εγώ, τι να σου ειπώ· τρία βρώμικα πράμματα ξέρω +στον κόσμο: το βρωμόπουλο, το βρωμόξυλο και τον βρωμάνθρωπο. +Βρωμόπουλο είνε ο κούκος που ποτέ δεν πιάνει να φτιάση δική του +φωληά παρά πηγαίνει σε ξένη και γεννάει· βρωμόξυλο είνε ο κισσός +που δεν 'μπορεί μονάχος του να σταθή παρά θέλει μέρος ν' ακουμπήση +και βρωμάνθρωπος εκείνος που πάει και γένεται σώγαμπρος. Αυτός θα +ειπή πώς δεν είν' άξιος ν' ανοίξη δικό του σπίτι. + +Εις τους λόγους αυτούς ο Βρανάς ησθάνετο κεντριζομένην όλην του +την παρθενικήν φιλοτιμίαν. Τι, μήπως τάχα θέλουν να ειπούν οι +φίλοι του, οι συγγενείς του, ο κόσμος έξω, μήπως θέλουν να ειπούν +ότι ο έρως του ήτο δόλιος· ότι δεν ηγάπα την κόρην του Στριμμένου +αλλά τα πλούτη της! Ε, τότε καλήτερα που δεν έγεινεν ο γάμος +αυτός. Και γρήγορα θ' αποδείξη εις όλους ο Βρανάς, ότι οι +καρρολόγοι δεν υπανδρεύονται για τους παράδες. Θα ζητήση τόρ' +αμέσως να εύρη μίαν καλήν κόρην και θα την πάρη έτσι, με το +πουκάμισο! + +Ο Καινούριος τότε ενθουσιάζετο διά του νέου το φιλότιμον κ' εζήτει +διά πατρικών συμβουλών να καταπαύση την έξαψίν του: + + — Όχι δα, έλεγε· δε λέγω πως πρέπει να παντρεύεται κανείς δίχως +τίποτα. Μα όχι πάλι να γυρεύη από τη γυναίκα να πλουτίση! . . . + +Εν τω μεταξύ ήλθεν ο Αύγουστος. Ο μην ούτος θεωρείται ο καθ' αυτό +μην της εργασίας, ο τροφοδοτών τους άλλους ένδεκα μήνας του έτους. +Τον Αύγουστον γίνεται, η εφαρμογή της αλληγορικής παραστάσεως του +Ανταίου, απτομένου της πλουτοδότειρας μητρός και αντλούντος νέας +εξ αυτής δυνάμεις. Οι χωρικοί τω όντι αντλούν νέας δυνάμεις, διά +να συνεχίσουν και κατά την χειμερινήν περίοδον τον αγώνα του βίου, +τον πολύμοχθον. Άλλος εδώ θημωνιάζει τον σίτον και την κριθήν του· +άλλος εκεί συλλέγει τους καρπούς των δένδρων του· άλλος παρέκει +απλώνει την σταφίδα του. Ο έμπορος δεν κύπτει πλέον εις τα +κατάστιχά του, ούτε ο τοκιστής εις τας προσθαφαιρέσεις του. Όλοι +μικροί και μεγάλοι, πάσης τάξεως και παντός φύλου, σπεύδουν εις +την εξοχήν ν' απολαύσουν την αμοιβήν των κόπων των και να πάρουν +ελπίδας. + +Και οι καρρολόγοι; Α! δι' αυτούς προ πάντων εσήμανεν η ώρα της +ενεργείας. Εις τας τάξεις των επέρχεται κατά τον Αύγουστον η αυτή +αταξία και σύγχυσις, η οποία παρατηρείται εις τα μυρμήγγια κατά τα +πρωτοβρόχια. Όλα τα κάρρα και αυτά τα σεσαθρωμμένα και απερριμμένα +ως άχρηστα πισσαλείφονται και τίθενται εις ενέργειαν. Όλα τ' άλογα +και αυτά τα γεροντικά τ' αδύνατα, τα μισότυφλα, τα διερχόμενα εν +άσθματι επωδύνω τας τελευταίας ημέρας της ζωής των, ζευγνύονται +και φορτώνονται και κινούνται κατά διαφόρους διευθύνσεις. Όλοι οι +καρρολόγοι και αυτοί ακόμη οι προ τριακονταετίας οδηγήσαντες +κάρρον, επανέρχονται εις τας τάξεις των και άλλοι νέοι +χειροτονούντ' εκ του προχείρου και πυκνώνουν την φάλαγγα. Και τότε +ημπορεί κανείς ν' αναμετρήση την δύναμιν αυτών, να καταλάβη την +παντοκρατορίαν των . . . + + — Παιδιά, τα σακκιά σας και 'ς του Καζνέσι! . . . + + — Παιδιά 'ς τη Μανωλάδα! + + — Εσείς 'ς τα Λαστέικα! + + — Εσείς 'ς του Μπουχιώτη! . . . + +Οι σταφιδέμποροι τα έχουν χαμένα. Τα τηλεγραφήματα έρχονται +σωρηδόν: «Στείλατε σταφίδα! . . . Φορτώσατε! . . . Αγοράσατε! . . .» +βραχέα κ' επιτακτικά ως στρατιωτικά παραγγέλματα. Και αυτοί +σπεύδουν, ζυγίζουν, εκδίδουν σημειώσεις, κόπτουν τιμάς, +καβαλλικεύουν και τρέχουν, τρέχοντες επιθεωρούν, επιθεωρούντες +αγοράζουν και χαράσσουν διά μολυβδοκονδύλου εις τα φύλλα των +σημειωματαρίων των γιγαντιαίας στίβας αριθμών. Και οι καρρολόγοι +φωνάζουν, ιδρώνουν, φορτώνονται, κτυπούν τ' άλογά των κ' +εκσφενδονίζονται από τα ορεινότερα χωρία της επαρχίας μέχρι των +παραλίων αυτής. Μόνη τροφή των καθ' όλον τούτο το διάστημα είνε ο +ξηρός άρτος και το θρυμματώδες τυρί ή αι ανάρτιτοι ελαίαι του +ταγαρίου των. Μόνος των ύπνος ο διακεκομμένος και ανήσυχος, τον +οποίον υποκλέπτουν επί των σακκίων, ενώ το κάρρον φέρεται διά +πετρών και τριβόλων και μόνη των απόλαυσις όταν κόπτουν διά του +μαχαιρίου γραμμάς επί του ξύλου του μαστιγίου των. + +Ο Βρανάς και ο Δημήτρης συμμετέσχον του εργώδους εκείνου πυρετού. +Ηνωμένοι με πέντε άλλους συναδέλφους των, ειργάζοντο ακούραστοι +ημέραν και νύκτα, σπανίως ερχόμενοι εις την κωμόπολιν. Ηδύνατό τις +να πιστεύση εκ τούτου, ότι μέσα εις την ζάλην και τον θόρυβον της +εργασίας ο Βρανάς ελησμόνει το νέον του πάθος· ότι εις την δίψαν +του κέρδους απεκοίμιζε της καρδίας του τα αισθήματα, όπως ο +Γαλαξειδιώτης εκείνος του ανεκδότου, ο οποίος εις την είδησιν ότι +ο λησταντάρτης Παπα-Κώστας ήρχετο να πατήση την πόλιν, έφευγεν εν +τρόμω, φωνάζων προς την μνηστήν του: + + — Έχε' γεια, Χρυσούλα . . . δεν είν' καιρός γι' αγάπες! . . . + +Δεν ήτο όμως τούτο αληθές. Διά τον Βρανάν παντού και πάντοτε ήτο +καιρός γι' αγάπες. Οσάκις επρόκειτο να φράξη τρύπαν τινα του +σακκίου, ή τυχόν κατά την φόρτωσιν εσχίζετο που το φόρεμά του και +ήτο ανάγκη να ραφθή, ενθυμείτο ευθύς την πρόθυμον εργατικότητα της +Βασιλικής. Ε, πώς θα το έρραφτε χαρουμένη, με τα μασουρωτά δάκτυλά +της η παρθένος! . . Συνέκρινε πολλάκις εις τους δρόμους τας +απαντωμένας νεάνιδας προς αυτήν και την εύρισκε πάντοτε +υπερέχουσαν. Κ' ενίοτε διά μέσου του σωρού των σακκίων και του +πυκνού συμπλέγματος των ακτίνων των τροχών, ενόμιζεν ότι διέκρινε +μίαν γελαστήν ξανθόμαλλον μορφήν η οποία τον έβλεπε πονηρά ως να +του έλεγεν: « Αγάπα με! . . . αγάπα με!» Και δεν εθύμωνε διά τούτο +καθόλου τόρα ο καρρολόγος! + +Είνε αληθές ότι πολλάκις εν τη εξελίξει αυτή των νέων του σκέψεων, +επρόβαλεν αίφνης άλλη σκέψις, η του παλαιού έρωτός του, άλλη +μορφή, η μορφή της Ανθής, κ' εβάρυνε την καρδίαν του όπως η σκιά +δράκου σκοτίζει αίφνης την όψιν λίμνης, όπου έπαιζε πριν χρυσός +ήλιος. Αλλ' ο νέος ήθελε να λησμονήση πλέον. Μετά ένα βαθύν +στεναγμόν έλεγεν εις τον εαυτόν του αμερίμνως δήθεν: + + — Μπα, κουταμάρες! . . . + +Και οσάκις οι καρρολόγοι ήρχοντο εις την κωμόπολιν, είτε διά να +μεταβούν εις άλλα χωρία είτε και όπως αναπαύσουν επί μικρόν τ' +άλογά των, ο Βρανάς πλέον δεν επήγαινεν εις το σπίτι του ν' +αποζέψη . . . Τι να κάμη τάχα, αφού αύριον πρωί-πρωί πάλιν θα +έφευγε με τον Δημήτρην. Ηκολούθει τον φίλον του εις το πατρικόν +σπίτι. Του ήρεσε πολύ ν' ακούη την αγαθήν Παντελή, ανακράζουσαν με +γελαστόν πρόσωπον μόλις έβλεπε τους νέους ερχομένους: «καλώς τα +παιδιά μου . . . καλώς τα! . . έχω κ' ένα καλό φαγί! . .» Του +ήρεσε να βλέπη τας θυγατέρας της να τρέχουν γελασταί και +χαρούμεναι διά να τους βοηθήσουν εις την απόζευξιν των αλόγων και +την Βασιλικήν να τρέχη πρόθυμη-πρόθυμη εις το άλογο του Βρανά και +να ψιθυρίζη ενώ λύει τα ζεύγματα. — Τι σφίξιμο που έχεις της +ίγγλας! . . . Καλά εσπάρναε το μάτι μου σήμερα όλη 'μέρα! . . .» +Κ' επί τέλους ήθελε να βλέπη αυτόν τον φούρναρη να προβάλλη από το +κατώγι κατακόκκινος, εύθυμος, με την κανάτα γεμάτην κρασί διά να +κεράση τα παιδιά! . . . + +Α! η καρδία του καρρολόγου δεν ηδύνατο πλέον να είνε ήσυχος μακράν +του σπιτιού του Καινούριου. Ωμοίαζε προς τα μικρά εκείνα +θαυματουργά εικονίσματα, τα οποία ευρίσκουν οι χωρικοί μέσα εις τα +σπήλαια και τα μεταφέρουν εις τας εκκλησίας· αλλ' αυτά δραπετεύουν +ζητούντα πάλιν μετά πόθου το σπήλαιόν των. Και επί τέλους οι +χωρικοί τι κάμνουν; Κτίζουν εκεί τον βωμόν των. Τούτο έπραξεν +ολίγον κατ' ολίγον εν αγνοία του και ο Βρανάς· έκτισεν εις το +σπίτι του Καινούριου τον βωμόν της καρδίας του . . . Και το +ερευνητικόν βλέμμα των γειτόνων διέκρινεν εις το εξής μέσα εις την +αυλήν του φούρναρη δύο κάρρα αντί ενός· δύο σκευάς αλόγων από του +τοίχου κρεμασμένας και δύο άλογα φριμάζοντα εις τον στάβλον. Ε, μα +αυτά πλέον δεν ήσαν μυστικά· ο Βρανάς εκρέμασε για καλά την κάππαν +του εκεί! . . Μόνον ανυπομονούν οι αγαθοί, μέχρις ου ακούσουν +επισήμως εξαγγελόμενον το συνοικέσιον του Γεωργίου και της +Βασιλικής. + +Αλλά διά τούτο δεν ανυπομόνουν μόνον οι γείτονες. Ανυπομόνει και ο +Παντελής και η αγαθή σύζυγός του. Έως πότε πλέον αυτή η +κατάστασις! Το χαριτωμένον ανδρόγυνον εσκέπτετο πως είχε και άλλας +θυγατέρας εκτός της Βασιλικής και δεν εύρισκε καθόλου αβλαβές αυτό +το μπαίνω-βγαίνω του νέου εις το σπίτι του. Όχι πως ο νέος ήτο +κακός και ηδύνατο να επιβουλευθή την φιλίαν. Α μπα· θεός +φυλάξοι! . . Ο Παντελής είχε τόσην εμπιστοσύνην, ώστε ηδύνατο +αφόβως να τον κλείση επί ημέραν όλην εις έν δωμάτιον μόνον με +τας θυγατέρας του. Αλλά ο κόσμος είναι πονηρός και πρόθυμος εις +την κακολογίαν . . . . . Το ανδρόγυνον εσκέπτετο ότι έπρεπε να +δοθή ένα τέλος εις αυτήν την υπόθεσιν· ότι ο Βρανάς έπρεπε να +δηλώση επί τέλους, αν έμπαινεν εις το σπίτι των απλώς και μόνον +ως φίλος ή και ως μέλλων γαμβρός. Ο Παντελής απετάθη διά τούτο εις +τον Δημήτρη. + + — Για ρώτα τον τι σκοπό έχει, είπεν. + +Αλλ' ο νέος απέκρουσεν εντόνως την πατρικήν εντολήν. Ναι μεν +εύρισκεν ορθόν τούτο και ηύχετο την ένωσιν του Γεωργίου μετά της +αδελφής του· αλλά δεν ήθελε ν' αναμιχθή καθόλου αυτός. Και τούτο +όχι διότι δεν εφρόντιζε διά το μέλλον της Βασιλικής. Τουναντίον +πολύ εφρόντιζεν. Ήτο μετά τον πατέρα ο πρώτος εις την οικογένειαν +κ' εγνώριζε τας βαρείας ευθύνας τας οποίας έφερεν επάνω του. Αλλ' +ο τίμιος χαρακτήρ του δεν ηνείχετο να φανή ως προαγωγός. Δεν +ήθελεν ούτε εις τον κόσμον, ούτε εις τον Γεώργιον, ούτε εις αυτόν +τον ίδιον να δειχθή ότι διεπραγματεύετο την φιλίαν· ότι έφερε τον +Βρανάν εις το σπίτι του διά να του φορτώση με τρόπον την αδελφήν +του. + + — Κάμετε ό,τι θέλτε, δεν ανακατώνομαι· είπεν εις τον πατέρα του· +εγώ θα τον έχω πάντα φίλο! + +Τότε απεφάσισαν να κάμουν επισήμως την πρότασίν των εις την μητέρα +του Βρανά. Η γρηά Αγαθή — όνομα και πράγμα αγαθή γυνή — εχάρη +ακούσασα την πρότασιν, ως να επρόσφεραν ολόκληρον βασίλειον εις +τον υιόν της. Ναι, δέχεται και παραδέχεται να κάμη νύμφην την +Βασιλικήν. Όχι της έλεγαν δι' εκείνην την υπερήφανη, την Ανθή! . . . +Δεν την ήθελεν αυτήν ως σύζυγον του υιού της. Και όχι πως ήτο +κακή. Ήτο καλή και προκομμένη κόρη. Η κυρά Παναγιώταινα την έκαμεν +εργατικήν και καλήν σπιτονοικοκυρά· χαρά εις το σπίτι που θα έμπη! +Αλλά δεν έκανε διά το ιδικόν της σπίτι . . . . Η Αγαθή ήτο γυνή +της παλαιάς εποχής και ηκολούθει τας ιδέας εκείνας. Εσκέπτετο ότι +η οικογένειά της ήτο πολύ πτωχή, παραβαλλομένη προς την +οικογένειαν του Στριμμένου και ότι η Ανθή αργά ή γρήγορα, θα +εννοήση την διαφοράν του συζυγικού από του πατρικού σπιτιού. Και +τότε όλ' αυτά θ' απέβαινον προς δυστυχίαν του υιού της. Ενώ διά +την Βασιλικήν ήτο σύμφωνη. Ήτο τόσον καλή κόρη· έκαμνε τόσας +ευκολίας εις την γραίαν. Άμα την έβλεπεν εις το Καλό πηγάδι, +αγωνιζομένην με άσθμα να γεμίση την στάμνα της έσπευδεν ευθύς, +άφινεν την ιδικήν της κατά μέρος και χοπ! . . . χοπ! . . μ' +επιδεξιότητα και ταχύτητα μεγάλην ήντλει κ' εγέμιζε την στάμναν κ' +έδιωχνε πρώτην εκείνην. Και όχι μόνον τούτο αλλά πολλάκις, όταν +της ήτο εύκολον, μετέφερεν η ιδία μέχρι του σπιτιού της την +στάμναν της γραίας. Και μήπως τόσας φοράς δεν έπλυνε αυτή την +φουστανέλλαν του Γεωργίου· δεν εσιδέρωσεν επιτηδείως τα εορτινά +υποκάμισά του· δεν εστρίφωσε τα μαντήλιά του, ζητούσα μάλιστα +επιμόνως παρ' αυτής να της στέλλη όταν έχη εργασίαν, διά να την +κάμνη εκείνη και να μη παιδεύεται τόρα, εις τα γηρατειά της. + + — Δεν είσαι για ξέβγαλμα, θειακούλα μου . . . Να ζήσης να 'βρης +πρώτα μια καλή νύφη του Γιωργάκη! . . + +Και το έλεγε με τόσο τρυφεράν, συμπαθή φωνήν τούτο, ώστε η αφελής +Αγαθή έδιδε χιλίας ευχάς κ' έλεγε καθ' εαυτήν ότι καλλιτέραν +νύμφην δεν ηδύνατο να εύρη από την νεάνιδα διά τον υιόν της. Τόρα +εκ του ενθουσιασμού της εσταυροκοπήθη κ' έταξεν εις την Παναγίαν +μίαν λαμπάδα μεγάλην, διά να δώση φώτισιν εις τον υιόν της και +δεχθή το προτεινόμενον συνοικέσιον. + +Αλλά διά τον Βρανάν δεν εχρειάζετο η μεσιτεία της Παναγίας. Ο +μαγνήτης ο εκτοξευόμενος από τα καστανά εκείνα, τα παιχνιδιάρικα +μάτια της Βασιλικής, εμεσίτευσαν αρκούντως επί της καρδίας του +καρρολόγου. Α! τι αξίζουν αυτά τα μάτια όταν είνε εύμορφα, όταν +έχουν μακράς βλεφαρίδας, πιπτούσας εν απολαυστική εκλύσει ως διά +να ονειροπολήσουν παραδεισίους σκηνάς· όταν περιβάλλωνται υπό +λεπτού, μόλις διαφαινομένου, λευκομαύρου κύκλου, έτσι δήθεν αφελώς +ριφθέντος εκεί υπό της φύσεως, σαν πινελιά απαρατήρητος του +ζωγράφου η οποία μόνη συμπληρώνει την εντέλειαν της εικόνος· και +όταν έχουν το μαύρον, κατάμαυρον χρώμα, το μυστηριώδες και βαθύ, ή +το καστανόν εκείνο, το παιγνιώδες κ' εύθυμον με το μακαρίως +ελκυστικόν σπιθοβόλημα! . . . Δεν θέλεις να ίδης τίποτε άλλο, δεν +παρατηρείς ελλείψεις πλέον και αν τας παρατηρής δεν θέλεις να τας +αναγνωρίσης. Μόνον εις εκείνα προσέχεις τα μάτια, τα οποία +βρίσκονται ενώπιόν σου ως προστάται θεοί του λοιπού σώματος και σε +βλέπουν προκλητικά, ως να σου λέγουν: — Τι κυττάζεις εκεί· εμένα +ιδές! . . . + +Τούτο εφώναζον από τοσούτου καιρού τα καστανά μάτια της Βασιλικής +εις τον Γεώργιον Βρανάν. Και παρέσυρον αυτόν μικρόν κατά μικρόν +εις λήθην του πρώτου του έρωτος· εις λήθην της λυγερής και της +καλλονής της. Και μετ' ολίγον ακόμη τον έπειθον ότι δεν υπήρχεν +άλλη ερασμιωτέρα εκείνης και ότι όλα τα είχεν εις την εντέλειαν. Η +Αφροδίτη έρριψε τον κεστόν της επί της παρθένου και η πριν +αξιοκατηγόρητος έγεινεν η επιθυμητή σύζυγος του Διός! Και όταν η +Αγαθή εύρεν ευκαιρίαν ν' αναγγείλη εις τον υιόν της την πρότασιν +του συνοικεσίου, μετ' εξάλλου χαράς ήκουσε παρ' αυτού: + + — Τόρα! . . . τελειωμένα πράμματα 'μολογάς! + +Εν τω μεταξύ ο πυρετός της εργασίας μεγάλως ηλαττώθη. Τα γεννήματα +αποθηκεύθησαν καταλλήλως· η σταφίς επωλήθη εις καλάς τιμάς και +παρεδόθη όλη εις τους αγοραστάς. Τα πρώτα ψύχη του χειμώνος +ηνάγκασαν και τας τελευταίας οικογενείας των εξωμάχων ν' αφήσουν +τας καλαμοπλέκτους καλύβας των και να έλθουν εις την κωμόπολιν. Οι +έμποροι και τοκισταί ανέλαβον τα κατάστιχά των, εξωφλούντες τας +παλαιάς και ανοίγοντες νέας περιόδους πιστώσεων. Οι επιχειρηματίαι +νέοι, συλλέξαντες τους μισθούς των και βοηθηθέντες υπό των +συγγενών ήνοιξαν το μικρόν παντοπωλείου των, ονειρευόμενοι τας +προόδους των παλαιών οικοκυραίων. Οι καρρολόγοι έβαλαν εις +ανάπαυσιν τ' άλογά των και ήρχισαν να μετατρέπουν εις χρήμα τας +επί του μαστιγίου γραμμάς. Οι κρασοπώλαι δεν έστεκαν πλέον με τας +χείρας σταυρωμένας εν νυσταλέα προσδοκία προ των πάγκων των, αλλ' +από της αυγής μέχρι του μεσονυκτίου έσπευδον εδώ κ' εκεί, με +στίβας ποτηριών εις τας χείρας, διά να προφθάσουν τους κρασοπότας. +Εις τα κρασοπωλεία έβραζον οι θαμώνες θορυβωδέστεροι από το κρασί +των βαρελίων. Τα καφενεία εβόγκων εκ του αλληλοδιαδόχου κτύπου των +χαρτοπαικτούντων επί των τραπεζών και όπισθεν των ρυπαρών υέλων +και των εκ κοκκίνου πανίου αυλαιών, διεκρίνετο πνιγηρά, +καπνοβριθής η ατμοσφαίρα. Τα καταστήματα αντήχουν εκ του +ζυγίσματος των εδωδίμων κ' εν γένει απ' όλα τα μέρη η αγορά +εβόιζεν από συμμιγή θόρυβον και αλλαλητόν. + +Έχει πάντοτε τοιαύτας παρακρουστικάς διαθέσεις η αγορά της +κωμοπόλεως, όταν πωλείται με καλάς τιμάς η σταφίς. Μετά την +θανάσιμον σιωπήν, την οποίαν κρατεί κατά τους εργασίμους μήνας, +μεταπίπτει αίφνης εις θορυβώδη πανηγυρισμόν ως ένας και μόνος +άνθρωπος, εννοών να ερτάση την αμοιβήν των κόπων του. Τας κυριακάς +δε κατά λέξιν εορτάζει και λαμπροφορεί. Λαμπροφορεί με τους +λεβέντες, οι οποίοι φιλοτιμούνται να επιδείξουν τας νέας +πολυκεντήτους ενδυμασίας των· κ' εορτάζει με τας διασταυρουμένας +ανά τους δρόμους γαμηλίους πομπάς. + +Η νεότης δεν κατελήφθη ακόμη εκεί υπό του σκεπτικισμού και της +αποθαρρύνσεως περί τ' αναγκαία του βίου. Ο αστήρ της ελπίδος +φεγγοβολεί ακόμη ενώπιόν της δοξασμένος, ως η φωτεινή στήλη προ +της πορείας των Ισραηλιτών. Το λαϊκόν απόφθεγμα: «ή μικρός-μικρός +παντρέψου ή τρανός καλογερέψου», διατηρεί ακόμη εκεί την +φιλοσοφικήν του υπόστασιν. Αλλά ποίος πηγαίνει τόρα να +καλογηρευθή, να κρύψη το λυγηρόν του κορμί μέσα εις καλογηρικόν +ράσον και με την αργυράν φωνήν του να ψάλλη αίνους εις άσαρκον +παρθένον; Προτιμούν καλήτερα μικροί-μικροί να συνδεθούν με το +συμπλήρωμά των· να ριφθούν αμέριμνοι εις το παρόν, αφίνοντες εις +τους γέροντας την έρευναν της αύριον. Και η κωμόπολις έτσι από του +Οκτωβρίου μέχρι του Μαΐου, δέχεται μετά διαχυτικής ευθυμίας τα νέα +ζεύγη, τα οποία κτίζουν εις τους κόλπους της την φωλεάν των. + +Κ' εφέτος πολλοί γάμοι έγειναν εις την κωμόπολιν. Αλλ' ο +λαμπρότερος έμελλε να γείνη την ερχομένην Κυριακήν. Το συνοικέσιον +του Βρανά και της Βασιλικής εκηρύχθη προ πολλού. Τον Οκτώβριον +ετελέσθησαν επισήμως οι αρραβώνες και τόρα ο γάμος θα συνέδεε το +ταιριασμένον ανδρόγυνον. + +Ναι, ήτο καθόλου ταιριασμένον το ανδρόγυνον αυτό. Οι χωρικοί το +επεκρότησαν· φίλοι κ' εχθροί συνεφώνουν ότι ο Βρανάς ήτο άξιος +σύζυγος της Βασιλικής και η Βασιλική αξία και άμεμπτος γυνή του +Βρανά. Κανείς δεν είχεν αντίρρησιν· όλοι ήσαν σύμφωνοι και +πρόθυμοι να συνεορτάσουν μετά του αγαπητού νεανίου και της αγαθής +παρθένου. Από της πρώτης ημέρας της εβδομάδος τα τύμπανα έπαιζον +αδιακόπως εις το σπίτι του γαμβρού, ο δε σίτος, ο προωρισμένος διά +το Κεσκέκι — το γλύκισμα το παρατιθέμενον εις τας τραπέζας των +γάμων — μετεφέρθη διά ν' αλεσθή εις τον χειρόμυλον μετά +μεγαλοπρεπούς συνοδείας. Και το σάββατον όταν έγεινε το επίσημον +ξύρισμα εις την αυλήν του σπιτιού ενώ ο γαμβρός εκάθητο επί +νεροβαρέλας, κ' ετραγουδούσαν κύκλω οι λυγερές και τα τύμπανα +εκτυπούσαν χαρμοσύνως, από το πλήθος των ριφθέντων εις το λεγένι +νομισμάτων, εφάνη η μεγάλη αγάπη που απήλαυεν εις την κωμόπολιν ο +Βρανάς. + + — Ρίχνετε . . . ρίχνετε . . . . να ζήση να σας το πληρώση ο +Γιωργάκης μου! . . έλεγεν η Αγαθή, έξαλλος εκ της χαράς. + + Αργυρό ξουράφι και μαλαματένιο, + Τράβα γάλι-γάλι σε γαμπρού κεφάλι, + Τρίχα μην αφήσης και τον ασκημίσης + και τον ασκημίσης στα πεθερικά του. + +Ετραγουδούσαν αι γυναίκες στολίζουσαι με όλα τα χαρίσματα τον +γαμβρόν. Και όσον ήκουε αυτά, τόσον υπερηφανεύετο διά τον υιόν της +η γραία. + +Α! έλα μωρέ Στριμμένε να ιδής! έβγα από τον τάφο σου κυράτσα +Παναγιώταινα να μάθης ποίον γαμβρόν επεριφρόνησες! . . . Η μητρική +καρδία εκόμπαζε κ' εξηγείρετο φιλέκδικος η προσβληθείσα φιλοτιμία +της Αγαθής. Ηύχετο ακόμη μεγαλοπρεπέστερα να ήσαν τα δώρα· ακόμη +επισημοτέρα να γείνη η πομπή, διά να κεντήση έτσι τον φθόνον και +την μετάνοιαν της οικογενείας Στριμμένου. + +Και δεν κατείχετο μόνον η γραία από αυτήν την σκέψιν, αλλ' όλοι οι +συγγενείς και φίλοι του Βρανά. Αι γυναίκες έλυσαν την γλώσσαν των +εις υβριστικάς παραγγελίας προς την Ανθήν: — Ε την τέτοια, που +αλλάζει τούς άνδρες σαν το φίδι τα πουκάμισά του! . .» Και εις +εκπληκτικάς φράσεις περί πλουσίας προικός της νύμφης και της +αγάπης, την οποίαν τρέφει ο Γεώργιος προς αυτήν: — Δεν κάνει ώρα +χωρίς να την ιδή· θαρρείς και του έκαμε μάγια, αδερφούλα μου! . . .» +Και εις τα θαυμαστικά επιφωνήματα διά τα πλούσια δώρα, τα οποία +θα έκαμνεν η οικογένεια Παντελή εις τον γαμβρόν και τους συγγενείς +του: — «Τα έφερεν όλα τόπια από την Πάτρα ο Δημήτρης! . . .» +Χαιρέκακος διάθεσις ανεπτύχθη εις όλους και ηυφραίνοντο από τόρα +διά την λύπην και την εντροπήν, την οποίαν εφαντάζοντο ότι θα +έπερνεν εκ τούτου η λυγερή και η οικογένειά της . . . + +Και οι καρρολόγοι δεν έμενον οπίσω. Εσκέπτοντο ότι καταλληλότερος +τρόπος διά να εκδικηθούν τους δύο συνεταίρους, ήτο να φροντίσουν +όπως γίνη λαμπρότερος ο γάμος του συναδέλφου των. Έτσι εδείκνυον +την αγάπην την οποίαν έτρεφον προς τον Βρανάν, κ' εκαυτηρίαζον τον +εγωισμόν των εμπόρων. Εσυμμαζευθησαν όλοι περί αυτόν ως στρατιώται +τολμηροί περί την απειλουμένην σημαίαν των. Κ' έστελλον +επιδεικτικώς διά της αγοράς εις το σπίτι του γαμβρού παχυτάτους +και βαρείς αμνούς, στολίζοντες τα κερατά των με κοκκίνας κορδέλας +και αργυρά νομίσματα· συνεζήτουν περί του καταλλήλου κρασίου· +εφρόντιζον διά το καλόν ψήσιμον των άρτων του γάμου, διά την +επιτυχίαν του Κεσκεκίου και παρεκίνουν τας γυναίκας των, να βάλουν +όλας των τας γνώσεις διά την λαμπρότητα της πομπής. + +Τέλος ήλθεν η Κυριακή. Από την αυγήν ο Βρανάς, παρακινούμενος από +φίλους και συγγενείς, επήγε να φιλήση το χέρι και να πάρη την +ευχήν της Κυράς Παγώνας και να την προσκαλέση εις τον γάμον. Τούτο +δεν είχεν άλλον σκοπόν παρά να εξουδετερώση την τυχούσαν +κακοβουλίαν της οικογενείας Στριμμένου. Διότι η γόησσα, όπως τόσα +και τόσα κατείχε και την δύναμιν του αμποδέματος. Επειδή δε ήτο +γνωστόν το ενδιαφέρον το οποίον έλαβε διά το συνοικέσιον της Ανθής +και του Νικολού και συνεπώς εθεωρείτο σχεδόν ως μέλος του σπιτιού +εκείνου, τι θα έχανε τάχα η Ανθή από φθόνον να ωθήση της μαγίσσης +την χείρα εις το αμπόδεμα των δύο νυμφίων. Ήθελαν λοιπόν δι' αυτού +του τρόπου να κολακεύσουν της γραίας το φιλότιμον κ' εν ταυτώ να +της εμποδίσουν την ενέργειαν, αν είχε τοιούτον τι εις τον νουν +της, κρατούντες αυτήν εις το σπίτι κατά την ώραν του στεφανώματος +κ' επιβλέποντές την έπειτα αγρύπνως όταν θα τους πλησιάζη. Εκείνη +όμως έδειξε μεγάλην προθυμίαν εις την πρόσκλησιν κ' έδωκε με όλην +την καρδίαν την ευχήν της. Και μάλιστα όταν επήγεν εις το σπίτι, +μόνη της εσυμβούλευσε την Αγαθήν, να δώση εις τον υιόν της να +κρατή επάνω του το Τετραβάγγελον, διά ν' αποφύγη την κακοβουλίαν +άλλης καμμιάς αμποδέστρας και μόνη της παρήγγειλεν εις την +Καινούριου, να ζώση με την Ζώνην κανενός παπά την θυγατέρα της, +πριν την βγάλη από το σπίτι. Βρίσκονται δα τόσοι και τόσοι εις τον +κόσμον, που έχουν χαρά τους να κάνουν το κακό! . . . + +Τέλος κατά το απομεσήμερον, το συμπεθεριό εκίνησεν από το σπίτι +του γαμβρού, με την μίαν ζυγιά των τυμπάνων κ' επήγε και παρέλαβε +τον κουμπάρον από το σπίτι του και μαζί όλοι μετέβησαν έπειτα εις +το σπίτι της νύμφης. Η Βασιλική ήτο στολισμένη με την συνήθη +επιμέλειαν και ακριβολογίαν των νυμφοστόλων γυναικών, με τα +τραγούδια τα επαινετικά, κατά τα οποία είνε αξιοζήλευτον και το +κτένι ακόμα που κτενίζει τέτοιες χρυσότριχες και το γκόλφι που +στολίζει τέτοιον λαιμόν κρυσταλλένιον και τα χρυσοκέντητα φορέματα +όλα, που τα φορεί τέτοιο κυπαρισσένιο κορμί. + +Ενώ όμως ετελείτο η στέψις κ' εχόρευον εις την αυλήν οι συμπεθέροι +κ' έβλεπεν έκπληκτος κ' ενθουσιασμένος ο κόσμος, σφοδρά συζήτησις +εγίνετο εις το μαγειρείον. Η μήτηρ της νύμφης μετά των συγγενών +της γυναικών, ηγωνίζοντο να πείσουν τον Δημήτρην και τους φίλους +του Βρανά, να μην περάσουν από την αγοράν. Ήτο εκεί το σπίτι του +Στριμμένου και κατ' ανάγκην από τα παράθυρα του θα επερνούσεν η +νύμφη. Αλλά θα εκρατείτο η αγανάκτησις και ο φθόνος της Ανθής όταν +έβλεπε τέτοιο συμπεθεριό; Δεν θα την εκέντα άραγε ο διάβολος να +ρίψη μάγια, διά να καταστρέψη την ευτυχίαν των νυμφίων; Το +εφοβείτο πολύ η γραία Παντελή. Και τρέμουσα παρεκάλει τους +καρρολόγους ν' αποφύγουν την ολεθρίαν συνάντησιν. + + — Για όνομα Θεού, παιδιά μου· φευγάτε από το Σατανά. + +Αλλ' οι καρρολόγοι επέμενον. Ίσα-ίσα δι' αυτό έπρεπε να περάσουν +από εκεί. Να δείξουν πώς κάμνουν τις χαρές των αυτοί· να ιδή η +Ανθή πώς είνε οι γαμβροί· να καταλάβουν οι έμποροι τι θα ειπή +γάμος. Όχι όπως τους κάνουν εκείνοι, με κλεισμένα παράθυρα και +σιγανά ως να εντρέπωνται! . . . Υπέσχοντο δε εις τας γυναίκας ότι +θα έχουν τέσσαρα τα μάτια των εις τα παράθυρα της λυγερής. + + — Μη φοβάσαι, μάννα, κ' εγώ είμαι 'δώ! είπεν ο Δημήτρης εν +πεποιθήσει. + +Ο πυροβολισμός ανήγγελλε τόρα το τέλος της στέψεως. Οι χοροί +διελύθησαν ευθύς και το λαμπρόν και υπερήφανον άλογον του +Χατζηγιάννη, επί του οποίου εφιλοδόξουν να καβαλικεύσουν νύμφαι +όλαι αι νεάνιδες της κωμοπόλεως κατά την εποχήν εκείνην, πλουσίως +σελοχαλινωμένον εκομίσθη εμπρός εις την σκάλαν του σπιτιού: + + Έχετε 'γεια πατέρα μου και συ γλυκειά μου μάννα· + έχετε 'γεια 'δερφάκιά μου και σεις δικοί μου φίλοι. + Εγώ πάω στο σπίτι μου και στο πεθερικό μου· + πάω να μάθω γράμματα να γράφω τα καλά μου. + Έχετε 'γεια γειτόνισσες και σεις γειτονοπούλες + κ' εγώ πηγαίνω σπίτι μου και στο πεθερικό μου. + +Αι νεάνιδες ετραγούδησαν το συγκινητικόν τραγούδι του +αποχαιρετισμού της νύμφης· δάκρυα πύρινα και λυγμοί ανεμίχθησαν +εις το θριαμβευτικόν παίξιμο των τυμπάνων και η γαμήλιος πομπή +εξεκίνησεν. + + + +ΣΤ' + +ΑΦΟΜΟΙΩΣΙΣ + + + + — Τι άνοστο φαγί! . . . + + — Ναι . . . άνοστο! + +Σιωπηλόν εγίνετο το δείπνον της εσπέρας εκείνης εις το σπίτι του +Στριμμένου. Το υψηλόν κανδηλιέρι με τους δύο λύχνους αναμμένους, +εφώτιζε διά κοκκινωπού και παλμώδους φωτός το δωμάτιον, επιρρίπτον +πένθιμόν τινα κατήφειαν ως να εφώτιζε δωμάτιον νεκρού. Ψυχροί και +κατασκονισμένοι οι τοίχοι του κτιρίου, εφαίνοντο αλγεινώς +μορφάζοντες κάτω από τα τριμμένα κ' εφθαρμένα μυστρίσματά των· τα +στέφανα με το εικονοστάσιον και το πενιχρόν κανδήλι, είχον +θλιμμένην έκφρασιν ως ν' απεσύρθησαν εκεί υψηλά διά να κλαύσουν +την μοίραν των κυρίων των· η κοκκινωπή ψάθα η αντικαθιστώσα την +οροφήν, με τους όγκους και τα κοιλώματά της, αδιακόπως +τριζοβολούσα ένεκα του εισχορούντος από την στέγην ανέμου, +εδείκνυε διαθέσεις πτώσεως, συναφής ει δυνατόν μετά του σαθρού +πατώματος, διά να κρύψη την καταθλιπτικήν εκείνην εικόνα. + +Αλλά δεν παρουσιάζετο μόνον απόψε η τοιαύτη καταθλιπτική εικών. +Από πολλού τόρα χρόνου έτσι εδείπνει το νεαρόν ανδρόγυνον +Πικοπούλου. Ο Νικολός εκάθητο εις το έν άκρον της τραπέζης, η Ανθή +εις το άλλο και κύπτων έκαστος προ του πινακίου του έτρωγε με +σπουδήν, ωσεί βιαζόμενος να τελειώση οχληράν ενασχόλησιν. Κάποτε +βραχείαι λέξεις, αι μάλλον πεζαί του λεξιλογίου ενός ανδρογύνου, +αι απαραίτητοι διά την οικιακήν συνεννόησιν, ετάρασσον διά μίαν +στιγμήν την πένθιμον εκείνην σιγήν, η οποία επέστρεφεν αμέσως +περισσότερον αγρία και καταθλιπτική. Λόγος εύχαρις δεν ηκούετο +ποτέ, ούτε εγκάρδιος δεξίωσις· αστεϊσμός ή χαριτολόγημα. Σπανίως +γέλως τις μόνον αντήχει, αλλ' από τον νευρικόν τόνον του +εφανερώνετο ότι και αυτός ήτο βεβιασμένος. + +Εφ' όσον οι γέροντες γονείς μετείχον της ζωής των δύο νεονύμφων, +εγίνοντο και ούτοι υποφερτοί κάπως μεταξύ των. Κάτω από τας +γεροντικάς αυτών όψεις, τας οποίας ο χρόνος, αι μέριμναι του βίου +και η πείρα των εγκοσμίων περιέλουον με του σεβασμού και της +αγάπης το ακτινοβόλημα. Κάτω από την ήρεμον ζωήν του ανδρογύνου +εκείνου, εύρισκον ούτοι μαθήματα αληθούς οικογενειακού βίου κ' +έκαμνον την ιδικήν των ενότητα. Η κυρά Παναγιώταινα δεν άργησε να +γνωρίση το όλως ανόμοιον των νεαρών συζύγων και θέλουσα να +εξαγνισθή ενώπιόν των, επροσπάθει διά μαλακών λόγων και συμβουλών +να υποδεικνύη εις την θυγατέρα της, την ανεκτικότητα και τας άλλας +χριστιανικάς αρετάς, αι οποίαι αποτελούν το ευαγγέλιον του +συζυγικού βίου μιας χωρικής. Μόλις ο Νικολός εφαίνετο εις το +σπίτι, ευθύς η γραία απεσύρετο ίν' αφήση μόνους τους δύο +νεονύμφους και πολλάκις παρεκίνει την Ανθήν να σπεύση εις +συνάντησιν του ανδρός της. + + — Πήγαινε μη σε θέλη τίποτα, θυγατέρα. + + — Τι να κάμω; . . τι θα με θέλη; έλεγεν η λυγερή βαρύθυμος. + + — Πήγαινε και μην κάνης έτσι, κόρη μου, 'ς τον άνδρα σου . . . Μ' +εκείνον θα ζήσης — δεν θα ζήσης μ' εμάς!. + +Ο γέρων έμπορος δεν είχεν αυτήν την διορατικότητα ούτε αυτήν την +φροντίδα. Το μεγάλον εμπορικόν του τερτίπι επέτυχε· δεν είχε +τίποτε άλλο να φροντίση πλέον. Ενδίδων όμως εις τας συχνάς +παρακινήσεις της γρηάς του, ηναγκάζετο πολλάκις μεταξύ των +εμπορικών κατηχήσεων, τας οποίας έκαμνεν εις τον γαμβρόν του, να +παρεμβάλλη και μερικάς περί της κόρης του συστάσεις: + + — Έτσι, γαμπρέ μου! . . . Το καϋμένο το κορίτσι είνε +καλομαθημένο . . . δίνε του κάποτε και καμμιά σβερκιά! . . . + +Ο κυρ Παναγιώτης έτσι συνείθιζε να εκδηλώνη πάντοτε τας συζυγικάς +του τρυφερότητας . . . Επειδή όμως εγνώριζεν ότι του Διβριώτου η +ευαισθησία δι' άλλων μέσων παρά διά ξηρών συμβουλών εκεντάτο, εις +στιγμήν εξάψεως των πατρικών του φίλτρων, εκάλεσε τον +συμβολαιογράφον και μετεβίβασε «θεληματικώς και αβιάστως» +ολόκληρον την περιουσίαν του εις τον Νικολόν. Και δεν ηπατήθη εις +τούτο ο ευφυής έμπορος. Η χονδρά παλάμη του Διβριώτου έλαβεν από +τότε μεγαλειτέραν γνωριμίαν με τον εύτορνον τράχηλον της Ανθής. + +Τόρα όμως οι γέροντες έπαυσαν να δίδουν τας συμβουλάς των. Η κυρά +Παναγιώταινα επλήρωσε το κοινόν χρέος, προσβληθείσα σφοδρότερον +υπό του καρδιακού νοσήματος· ο δε τερτιπιλής έμπορος, ένεκα του +ψύχους και των γηρατείων, διήρχετο τας ημέρας του κατάκοιτος υπό +των ρευματισμών. Κ' έτσι το νεαρόν ανδρόγυνον έμεινε μόνον, +ελεύθερον εις τας διαθέσεις του. + +Ο Νικολός μέσα εις το εμπόριον ανατραφείς, έχασε μικρόν κατά +μικρόν όλην την αισθηματικότητα της ψυχής του. Το εμπόριον είνε +πάντοτε βλαβερόν διά τας νεαράς υπάρξεις. Μεταξύ των εμπορικών +θεμάτων, του θορύβου της συναλλαγής, των καταπολεμουμένων +κεφαλαίων, της συνηχήσεως του χρήματος και της λυσσώδους +επιδιώξεως του κέρδους, η παιδική ψυχή αφίνει μικρόν κατά μικρόν +τας αγαθάς διαθέσεις της, απεκδύεται τας υψηλάς της τάσεις και +προσκολλάται εις μίαν μόνην ιδέαν, την ιδέαν του κέρδους. Αυτήν +έχει πλέον ως σκοπόν του βίου της. Αυξάνει μαζί της, ανδρίζεται +αλλά δεν την εγκαταλείπει. Ή μάλλον η ιδέα δεν εγκαταλείπει αυτήν· +φωλεύει ακοίμητος, κ' ενώ καταφθείρει το σώμα συγκεντρούται ως +φλοξ εις τα μάτια. Και ο μικρός εμπορίσκος προσκολλάται πλέον εις +αυτήν αναπόσπαστος, ως ο Αριστομένης εις την ουράν της αλπούς η +οποία θα τον έφερεν έξω του Καιάδα. + +Ο Νικολός εξήλθε τόρα από τον Καιάδα της πενίας διά του γάμου του +με την Ανθήν. Αλλ' η διαβολευμένη αυτή αλπού του κέρδους είνε +τόσον ελκυστική, ώστε δεν την παραιτεί κανείς μόλις εξέλθη του +βαράθρου του. Εξακολουθεί να την κρατή σφιγκτά, και φέρεται +κατόπιν της ολοταχώς, περιφρονών τους κόπους και τας κακουχίας, +αδιαφορών διά την ανάπαυσιν του σώματος και την γαλήνην της ψυχής. +Ένα μόνον πόθον έχει, να φθάση εις τον τόπον όπου το χρυσίον +συλλέγεται με την παλάμην. Και αυτόν τον πόθον είχε τόρα ο +Νικολός. Ο Διβριώτης τον γάμον του με την λυγερήν δεν έλαβεν ως +σταθμόν, αλλ' ως αφετηρίαν του σκοπού του. Ήτο καθ' όλα σύμφωνος +εις 'τούτο με τον πενθερόν του, ότι ο γάμος δεν ήτο παρά έν +επικερδέστατον εμπορικόν τερτίπι, διά του οποίου θα ετελείωναν και +τόσα άλλα! Εφ' όσον ο Στριμμένος ηδύνατο να συχνάζη εις το +κατάστημα, ο Πικόπουλος δεν έμενεν αργός εις την εκπλήρωσιν των +ευεργετικών συμβουλών του πενθερού επί του τραχήλου της γυναικός +του. Αφ' ης όμως ημέρας ο γέρων κατήντησεν ανίκανος εις τούτο, +έπαυσε και ο Διβριώτης αυτάς του τας συζυγικάς τρυφερότητας. +Τακτικά με το γλυκοχάραγμα, άφινε την νεοπαγή κλίνην της λυγερής, +σπεύδων ν' ανοίξη το κατάστημά του και να επιδοθή εις τας +εμπορικάς του επιχειρήσεις. Μόνον εις την όψιν των εμπορευμάτων, +εις την οσμήν των μπακαλικών ειδών, εύρισκε την ζωήν και την +ανάπαυσιν. Εις το ψαύσιμον των γλοιωδών και μουχλιασμένων +χαλκονομισμάτων, τα οποία εσύναζεν από τους πελάτας του, +ανεκάλυπτε θελκτικάς, μέχρις ιδανικής τρυφερότητος απολαύσεις και +εις την ονειροπόλησιν αμυθήτου πλούτου η καρδία του συνεκινείτο +μακαρίως, μέχρις εκλύσεως. Και όταν ήρχετο η ώρα του γεύματος, δεν +ήθελε καθόλου να υπάγη εις το σπίτι του ο Διβριώτης. Τι να κάμη +τάχα; Καλήτερα εκεί προ του πάγκου του· θα δύναται ακόπως ενώ +τρώγει να ρίπτη και από ένα βλέμμα εις τα κατάστιχά του, όπου +αναγράφονται οι τόσοι οφειλέται και οι τόσοι συνδεδεμένοι αριθμοί. +Του ανοίγουν πολύ την όρεξιν αυτά τα θεάματα! . . . . Έστελλε τον +υπηρέτην κ' έφερεν εκεί την τροφήν του. Και μόλις αργά την νύκτα, +κλείων το κατάστημα του ενεθυμείτο το σπίτι και την γυναίκα του. + +Αλλά κ' εκεί ακόμη δεν ελησμόνει τα εμπορικά του είδη. Εκείνη η +αβρά επιμέλεια, η καλλιτεχνική διασκευή, η λεπτή καθαριότης του +σπιτιού, η εκφράζουσα πιστώς την εργατικότητα και προκοπήν πάσης +χωρικής σπιτονοικοκυράς και σαγηνεύουσα την ψυχήν του συζύγου, +έμενεν άγονος διά τον Νικολόν. Τι τα ήθελεν ο μπακάλης αυτά; Δεν +έφερον τον πλούτον· τουναντίον μάλιστα τον εδίωκον, τον +εσπατάλουν. Ο Διβριώτης κατεστενοχωρείτο μέσα εκεί, ως η γρηούλα +του μύθου η οποία ενώ εκατοίκει εις το παλάτι, συχνά ενεθυμείτο το +καλύβι της κ' έκραζε με πόνον: — Σπίτι μου, σπιτάκι μου· — +πορδοκαλυβάκι μου. Δυσηρεστείτο διότι δεν εύρισκεν εις το σπίτι +του ούτε την άτακτον διακόσμησιν, ούτε την οσμήν του μαγαζίου του +και μόνον παρηγορείτο όταν εδίδετο αφορμή να είπη εις την γυναίκα +του, ότι τα μαύρα μάτια της ωμοίαζον καθόλου με τας ελαίας των +Σαλώνων τας οποίας επώλει. + + — Και ξέρεις, δεν έχει κανένας άλλος εληές· θα βγάλουμε το ένα- +άλλο, επρόσθετεν εμπιστευτικώς. + +Επειδή όμως έβλεπεν ότι η γυναίκα του δεν εκολακεύετο και πολύ διά +την παρομοίωσιν εκείνην, ούτε ήτο πρόθυμος να θαυμάση το εμπορικόν +του πνεύμα, απεσύρετο δύσθυμος εις τον κοιτώνα του κ' ερροχάλιζε +μέχρι της αυγής. + +Η Ανθή παρεδέχετο αυτήν την ζωήν μετά χριστιανικής πραότητος. Και +τούτο όχι διότι ήθελε να κολακεύση τον Νικολόν. Ω! δεν εφρόντιζε +καθόλου. Αλλ' ήξευρεν ότι δεν ήτο παρθένος πλέον και δεν είχε +δικαίωμα να φέρεται όπως θέλει. Ήτο γυναίκα, ανήκεν εις άνδρα και +διά πάσαν πράξιν, διά κάθε σκέψιν της, είχε να δώση λόγον εις +αυτόν και εις τον Θεόν μίαν ημέραν. Έτσι μικρόν κατά μικρόν η +λυγερή μετέπεσεν εις την πολύτροπον ζωήν της χωρικής. + +Είνε τω όντι πολύτροπος η ζωή της χωρικής. Διότι εκεί προ πάντων ο +πατρικός εγωισμός δεσπόζει παντοδύναμος ακόμη, επί των αξέστων +πλασμάτων και η υική υπακοή φέρει μέχρις αυτοθυσίας τας τρυφεράς +παρθένους. Πολλάκις η καρδία μιας χωρικής φέρει τα ίχνη τόσων +κλονισμών η ψυχή τα λείψανα τόσων ελπίδων· το πρόσωπον φαίνεται +εκτραχυνθέν υπό τόσων φροντίδων, τας οποίας ουδέ να φαντασθή +δύναται μία σουσουράδα των πόλεων. Διότι αυτή όπως έλαβε λείαν την +κατασκευήν, μαλακήν την επιδερμίδα υπό την ευμάρειαν του βίου, +έτσι δέχεται μαλακά και τα αισθήματα της καρδίας, ατόνους τας +εντυπώσεις του νου. Αλλ' εκείνη η αγροδίαιτος, μέσα εις τον βαρύν +κ' εκτραχυνθέντα όγκον της, έχει μεγάλας και ρωμαλέας τας +εντυπώσεις και τας περιπετείας, όπως η ελάτη του βουνού δέχεται +τους κεραυνούς και τας καταιγίδας, ενώ το χαμοκέρασον μόνον την +δροσεράν πνοήν της κοιλάδος απολαμβάνει. Διά τούτο μόνον η +παρθενική ζωή της, η διαρρέουσα εν αφροντισία και αγνότητι, +δύναται να εκληφθή ως αληθινή ζωή. Άμα όμως υπανδρευθή, δεν είνε +πλέον η πέρδικα η πλουμιστή, η από της αυγής μέχρι της εσπέρας +επιμελουμένη προ του ήλιου το πτίλωμά της· αλλά κουρούνα κλαίουσα +τον περασμένον βίον της. Αλοίμονον λοιπόν αν αναγκασθή να κλαύση +και την παρθενίαν της. Αν υπό την θέλησιν τραχέων γονέων, +αναγκασθή να συνδέση τον βίον της μεθ' ενός βερεμιάρη. Η γυνή +έχασε πλέον όλον αυτής το μεγαλείον. Βλέπουσα τας νεανικάς της +ελπίδας διαψευδομένας, το μέλλον της μαρανθέν, την καλλονήν της, +διά την οποίαν υπερηφανεύετο, δοσμένην εις αδιάφορον εξουσιαστήν, +όλον της τον βίον διερχόμενον άνευ στοργής, άνευ χαράς και +απολαύσεως, μικρόν κατά μικρόν χάνει πάσαν ιδέαν ανθρωπισμού, +αποσκληρύνεται και καταλήγει εις χονδροειδή αναισθησίαν. + +Εις τοιαύτην χονδροειδή αναισθησίαν κατήντησε τόρα η Ανθή. Το +χρυσομάργαρον δοχείον συνετρίβη κ' εχύθη το πεντοβολούν +ροδόσταγμα. Αι άφθονοι πηγαί της αισθητικότητος της λυγερής +εξηράνθησαν όλαι κάτω από την ζωήν της υπάνδρου. Δεν έμεινε πλέον +εις αυτήν παρά η ιδέα του καθήκοντος, ξηρά και κατά συνθήκην +εννοουμένη, και αδρανής η φυσιογνωμία της γυναικός. + + — Τι άνοστο φαγί! . . . + +Έπρεπε ν' απαντήση και απήντα· είχε καθήκον να παραδεχθή και +παρεδέχετο τους λόγους του ανδρός της. + +Φαίνεται όμως ότι ο Νικολός Πικόπουλος δεν ήτο εις καλήν +ψυχολογικήν κατάστασιν απόψε. Α, ναι! Πώς ήτο δυνατόν να είνε +ήσυχος η εμπορική εξωχότης, αφού κατώρθωσαν άλλοι να την +υποσκελίσουν! Προ πολλού εγνώρισε την επικειμένην έλλειψιν της +σαρδέλλας εν τη αγορά κ' έγραψε ρητώς εις Πάτρας να του στείλουν +όσον τάχιστα, δέκα βαρέλια. Ακόμη όμως τα επερίμενεν. Ενώ ο +Θωμόπουλος, αυτό το χθεσινό μπακαλόπαιδο, διά να έχη συγγενείς +εκεί, έγραψε και του ήλθαν και τας επώλει τόρα προς έξ κ' εξήμισυ +λεπτά την μίαν. Ακούς εξήμισυ λεπτά η σαρδέλλα! . . . Αυτό είνε +φανερή κλεψιά! . . . + +Και ο Πικόπουλος δεν ηδύνατο ν' ανεχθή αυτήν την ασυνειδησίαν. +Είνε αληθές ότι αυτός άλλοτε εις έλλειψιν ελαίου, επώλησε το +ιδικόν του προς εξήντα λεπτά τα εκατόν. Αλλ' αυτό διαφέρει. Ήτο +λάδι και το λάδι καίεται εις το κανδήλι, προ των αγίων εικόνων . . . +Όχι μίαν σαρδέλλαν εκεί τόσην δα, από την οποίαν θα πετάξη +κανείς την μισήν εις ουράν και κεφάλι. Και όλα του έπταιον γύρω, η +γάτα που έπαιζεν εις τους πόδας του· το κάθισμά του που +εταλαντεύετο κάποτε· το κανδηλιέρι που δεν εφώτιζε καλά και αυτό +το φαγητόν που ήτο τόσον άνοστον! . . . + +Αλλ' όταν διετύπωσε την τελευταίαν του κατηγορίαν κ' εύρε την +γυναίκα του πρόθυμον να την παραδεχθή, εθύμωσεν ο Νικολός. Τι +τάχα, όλο ναι θα λέγη αυτή; Τόρα δεν της αρέσει και το φαγί. + + — Σαν δε σ' αρέσει, μην το τρως· είπεν αίφνης τραχέως. + + — Δεν είπα εγώ πώς δε μ' αρέσει· εγώ το τρώγω· απήντησε δειλά η +Ανθή. + + — Το 'τρωγες και 'ς του πατέρα σου, βλέπεις. + + — Αν δεν το 'τρωγα 'ς του πατέρα μου, το τρώγω 'ς του ανδρός μου. + +Εφρίμαξεν ο Νικολός. Τι αντιλογία, ο διάβολος! . . . + +Κατέφερε βαρύ λάκτισμα επί της γάτας· ετόξευσε φοβερόν βλέμμα εις +την γυναίκα του και απλώσας την χείρα εσάρωσεν όλ' από της +τραπέζης, πινάκια και κανδηλιέρι και μαχαιροπήρουνα και τα +εποδοπάτει κατά γης ως μαινόμενος. + +Η Ανθή έντρομος κατέφυγεν εις το δωμάτιον του πατρός της. Ήτο +σκότος εκεί και μόνον από τας ραγάδας των σαθρών παραθυροφύλλων +εισώρμα ο άνεμος και η νυξ. Διότι ο Νικολός, μεταξύ των εμπορικών +συλλογισμών του, ανεύρεν, αίφνης την ημέραν ακριβώς κατά την +οποίαν έγεινε κύριος όλης της περιουσίας του πενθερού του, ότι το +καιόμενον έλαιον κατά πάσαν νύκτα εις το δωμάτιον του γέροντος, +εις χρόνου διάστημα θ' ανεβίβαζεν εις αρκετόν ποσόν τα έξοδα της +οικογενείας. Αλλά τούτο ήτο όλως περιττόν. Ούτε θα έρραπτεν, ούτε +θα εκέντα ο κυρ Παναγιώτης. Διάβολε, δεν χρειάζεται δα και φως διά +να λέγη κανείς κάθε λεπτόν της ώρας τα «ωχ! ωχ!» και τα «αχ! +αχ! . . .» του. + +Ο γέρων έμπορος κατ' αρχάς δεν εδέχθη με προθυμίαν τους +νεωτερισμούς αυτούς του γαμβρού του. Δεν επεδοκίμαζε βεβαίως την +σπατάλην αλλ' ως γνήσιον τέκνον της κωμοπόλεως, δεν ηννόει την +κατάργησιν και των απλουστέρων όρων της καλοζωής. Διεμαρτυρήθη +ενώπιον της θυγατρός του· εβλασφήμησεν, ύβρισε τον Νικολόν τον +είπε τσιφούτην και αγνώμονα. Αλλά γρήγορα κατέπεσεν ο θυμός του. Η +λυπηρά σκέψις ότι οι όροι δεν ήσαν πλέον οι αυτοί εν τη +οικογενεία· ότι ο Νικολός εκράτει το σκήπτρον τόρα και αυτός ήτο +μόνον υπήκοος, τον έκαμε να καταπίη την πικρίαν του και να δεχθή +την νέαν του τύχην. + +Και δεν εδέχθη μόνον τούτο ο κυρ Παναγιώτης· αλλ' ηναγκάσθη μικρόν +κατά μικρόν να παρίσταται συχνά βωβόν πρόσωπον εις τας θλιβεράς +σκηνάς του νεαρού ανδρογύνου. Κατ' αρχάς και αυτό δεν ηθέλησε να +το δεχθή κ' επροσπάθησε να κάμη παρατηρήσεις εις τον γαμβρόν του. +Αλλ' ο Νικολός τον ητένισεν άγριος. + + — Κάτσε, γέροντα 'ς το στρώμα σου, είπε· γυναίκα μου είνε· θα την +κάμω όπως θέλω! + +Ο γέρων τόρα, ακοίμητος, εγνώρισεν από το ελαφρόν βάδισμα την +Ανθήν και την εκάλεσε πλησίον του. + + — Τι είνε, τι πάθατε πάλι; την ηρώτησεν ανήσυχος. + + — Τίποτα, πατέρα· απήντησεν εκείνη, μετατρέπουσα επί το +ευθυμότερον την φωνήν της· η γάτα έρριξε το τραπέζι. — Θέλεις +τίποτα; + + — Όχι, δεν θέλω . . . Ωχ, γεράματα! γεράματα! γεράματα! . . . + +Η Ανθή μέσα εις τους λυγμούς της δεν ηδύνατο να εξακριβώση αν από +τους πόνους τους οποίους ησθάνετο εις τας αρθώσεις ή από τους +πόνους της καρδίας ανεθεμάτιζε τα γεράματα ο κυρ Παναγιώτης +Στριμμένος. + +Η γεροντική κάρωσις κατέλαβεν αυτόν αίφνης· ερροχάλισε μικρόν. +Έπειτα ηρώτησε χωρίς ν' ανοίξη τα μάτια: + + — Να σου πω· πού βαρούν τα ταβούλια; + + — Εκεί που χαίρονται . . . 'ς του Βρανά! . . . + +Η φωνή της λυγερής ήλλαξε τόνον ευθύς· έτρεμε κ' εφαίνετο +κατηγανακτησμένη, ως να έλεγεν: «εδώ θέλεις να βαρούν;» Ναι, εκεί +που χαίρονται, εις του Βρανά έπαιζον τα τύμπανα. Και ήρχοντο οι +ήχοι των διάτοροι και παλμώδεις, ως εύχαρι πτερύγισμα περιστεράς +εις το δωμάτιον εκείνο της θλίψεως. Και ηνάγκαζον την λυγερήν ν' +αναπαριστά ενώπιόν της την χαροποιάν εικόνα, η οποία εξετυλίσσετο +εις το σπίτι εκείνο της χαράς και της ευθυμίας. Ολόκληρον αντηχεί +από φωνάς και γέλωτας. Αι γυναίκες πηγαινοέρχονται περιποιούμεναι +τους καλεσμένους. Φώτα εδώ, φώτα εκεί, παντού φώτα! Εις την μίαν +σάλαν καθισμένοι γύρω επί παχέων προσκεφάλων οι άνδρες, οι φίλοι +και συγγενείς του Βρανά, και αυτός εις την ανωτάτην θέσιν με τον +κουμπάρον εις το πλάγι, τρώγουν και πίνουν εις υγείαν των +νεονύμφων. Και εις την απέναντι σάλαν αι γυναίκες με την νύμφην +κάμνουν το αυτό και διασταυρούνται αι ευχαί και αι προπόσεις: + + Ο γάμος καλορροίζικος κ' η νύφη καλομοίρα· + να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα! . . . + +Πόσες φορές το ήκουσε ψαλλόμενον η Ανθή· και πόσες φορές +επίστευσεν ότι μίαν ημέραν θα το ετραγουδούσαν δι' αυτήν και τον +Γεώργιον! . . . Όμως τόρα δεν ετραγουδούσαν δι' αυτήν. +Ετραγουδούσαν δι' άλλην νύμφην, τω όντι καλομοίραν νύμφην, αφού +κατώρθωσεν επί τέλους να γίνη σύζυγος του ιδικού της +σταυραετού! . . . Και τα δάκρυα της Ανθής έτρεχαν περισσότερον και +αυλάκωναν δίκην καυτηρίου τας παρειάς της. + +Πριν, μέσα εις τα βάσανα και τας ατυχίας της, έχασε μικρόν κατά +μικρόν τας γλυκύτητας του παλαιού έρωτός της. Μόνον ως φωτεινόν +μετέωρον, λαμπρύναν αίφνης τον βίον της και σβεσθέν, ενεθυμείτο +τον Γεώργιον. Ήκουσεν ότι ούτος εσύχναζεν εις το σπίτι του +Καινούριου· μετ' ολίγον έμαθε τους αρραβώνας του με την Βασιλικήν· +αλλ' ολίγον, πολύ ολίγον εκεντήθη η αισθητικότης της. Σήμερον όμως +όταν επείσθη ότι το αγαπητότερόν της ον, εκείνος τον οποίον αυτή +επί έτη ωνειροπόλησεν ως άνδρα της, εγίνετο άνδρας άλλης γυναικός, +η καρδία της λυγερής ανένηψεν αίφνης. Τα κοιμώμενα υπό βαρύν, +καταναγκαστικόν λήθαργον αισθήματά της εξηγέρθησαν όλα και την +κατέθλιβον. Η Ανθή έτρεφε τόρα διά τον Βρανάν όλην την αγάπην των +παλαιών ημερών της· όλον τον φθόνον της διά την Βασιλικήν. +Ελησμόνησεν ότι ανήκεν εις άλλον, και ότι πάσα γυνή εδικαιούτο να +διαφιλονεικήση τον Γεώργιον εκτός αυτής· και μόνης αυτής! Δεν +εσκέπτετο τίποτε άλλο παρά ότι ο νεανίας προ πολλού ήτο ιδικός της +και ότι η Βασιλική τον ήρπαζε διά της βίας από τας αγκάλας της. +Και τόσον παρεφέρθη υπό του πάθους, τόσον ελησμόνησε τα καθήκοντά +της, ώστ' έκλεισεν αίφνης τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού της και +λύσασα τας πλεξίδας, εκάθησεν εις την μέσην της σάλας και ήρχισε +να μοιρολογή: + + Ευτού που πας, μαννούλα μου, καιρό να μην αργήσης! + Μην κάμης μάννα μ' ξάμηνο, μην κάμης μάννα μ' χρόνο. + Το ξάμηνο είνε πολύ ο χρόνος είν' μεγάλος! . . + +Δι' αποτόμου συνδυασμού συλλογισμών απετείνετο προς την μητέρα της +η λυγερή· ανέφερε τον θάνατόν της ως μέγα δεινόν, την μόνωσίν της +εν τω τάφω, την κατάλυσίν της, ενώ εσυλλογίζετο κ' έκλαιε μόνον +τον απολεσθέντα έρωτά της. + +Αίφνης ήχησαν δούποι βαρείς και μετ' ολίγον διεκρίθη έντονον και +χαρωπόν τυμπάνισμα, το σύνηθες εις τας γαμηλίους πομπάς. Η Ανθή +συνήλθεν έστρεψε θολόν πέριξ το βλέμμα και διά μιας, ωσεί +ενθυμηθείσα, επήδησεν ορθία κ' έτρεξεν εις το παράθυρον, +διανοίξασα τα φύλλα. Εκ του αντιθέτου μέρους της αγοράς, μεταξύ +των αμαυρών στεγών των καταστημάτων και της βαναύσου εικόνος της +αποτελουμένης εκ ξυλίνων στύλων, εφθαρμένων σκιάδων, ρυπαρών +τοίχων, αγροίκων προμετωπίδων και της ποικιλομόρφου σωρείας των +αγοραίων ειδών, είδε διαχυνομένην την πομπήν μεγαλοπρεπή και +πλουσίαν. Τα κόκκινα φέσια, αι λευκαί φουστανέλλαι, τα πολύχρωμα +σειρίτια επί των κυανών και βυσσίνων βελούδων, συνεμίγνυντο με +θαυμαστήν αρμονίαν προς τ' αργυρά σελάχια, τα μεταξωτά φορέματα, +και τα εκφραστικά πρόσωπα των συμπεθέρων. Κ' έπαιζον εδώ κ' εκεί +ίριδος χρώματα, γοητεύοντα την ψυχήν και θαμβούντα το βλέμμα ως +εις τα νερά ρυακίου,τα οποία επιψαύει λαμπρός ήλιος. Μία ζυγιά +γύφτων επροπορεύετο κτυπώσα το τύμπανον και φυσώσα τις καραμούζες +εν σπασμωδική βία, προθυμουμένη να σκορπίση την χαράν. Ήρχετο +έπειτα εν τω μέσω σμήνους παιδιών θορυβούντων είς έφηβος, φέρων +επί μεγάλου δίσκου εις την κεφαλήν τα στέφανα, των οποίων αι +γαλάζιαι και λευκαί κορδέλαι εκυμάτιζον υπό του ανέμου προς τ' +άνω, ως αγναί ελπίδες των νεονύμφων τείνουσαι προς τον ουρανόν. Οι +εγκέδες, αι προσκεκλημέναι διά την πομπήν γυναίκες, δροσεραί όλαι, +νεαραί σύζυγοι φίλων του Βρανά, ηκολούθουν κατόπιν εις πυκνόν +όμιλον με καινουργείς και πολυχρόμους στολάς, μετρημένα και με +ντροπαλόν ήθος βαδίζουσαι, διά την ανάμιξίν των εκεί μέσα εις +τόσους άνδρας, τόσα βλέμματα, τα οποία εκολλώντο εις τα κάλλη των +διστακτικά ναι αλλά πάντοτε περίεργα και βουλιμιώντα. + +Αλλά δεν ενδιέφερον αυτά την λυγερήν. Το βλέμμα της εφέρετο +συνεσταλμένον και αδιάφορον επί της σωρείας του πλήθους άλλα +αναζητούν. + +Αίφνης όμως υπεγόγγισεν άκουσα η λυγερή κ' ελύγισεν εις τα εμπρός +το σώμα της. Το αίμα έφυγεν από του προσώπου και συνεσωρεύθη εις +την καρδίαν και τα μάτια. Εις την καρδίαν διά να έχη δυνάμεις να +πάλλη φρικωδώς υπό τρομώδους θλίψεως· και εις τα μάτια διά να +βλέπουν εναγωνίως την χρυσοστόλιστον νύμφην και τον ευτυχή +γαμβρόν. Α! ήτο φρικτόν αυτό που έβλεπεν· ήτο ανυπόφορον! Μία +φουρναροπούλα να κάμη τέτοιον γάμον! + +Να την συνοδεύουν τόσοι και να την θαυμάζουν! να την ραίνουν όλοι +με ρύζι και μ' ευχάς, με κουφέτα και βλέμματα, ως καμμίαν +βασίλισσαν! Να της κρατούν το άλογον από του χαλινού οι καρρολόγοι +κατενθουσιασμένοι, περιχαρείς, ποδοπατούντες την λάσπην του δρόμου +αδιαφόρως, ως να την περιφρονούν αυτήν και την καθαριότητα χάριν +της νύμφης, από της οποίας την πολυάσχολον φροντίδα δεν εύρον +καιρόν ούτε να στολισθούν. Και αυτή η Βασιλική, την οποίαν χθες +ακόμη δεν ήθελεν εκείνη ούτε για δούλαν της, να κάθητ' επάνω, με +το λαμπρόν κυανομέταξον φουστάνι της, το χρυσοστόλιστον κοντογούνι +με τας πλατείας και βαρυτίμους χειρίδας του, το αραχνοΰφαντον +περιστήθιον με τας χρυσάς περιστεράς, ανταλλασούσας φιλήματα εν +συμβολική παραστάσει· το μέγα γκόλφι λαμποκοπούν εκεί, επί +γαλακτώδους τραχήλου ως αυγερινός ανατέλλων από λευκού συννέφου· +το καινουργές φέσι με τον περίχρυσον θύσανόν του, περιθεόμενον υπό +αφθόνων πλεξίδων καστανής κόμης! . . . Τι είνε αυτή; Η κόρη του +Καινούριου είνε ή καμμιά Νεράιδα των παραμυθιών από εκείνες που +έχουν τα παγώνια και τις πάπιες να φροντίζουν διά τα δροσερά των +κάλλη· κ' έχουν τις Λάμιες ράπτριες των φορεμάτων κ' έχουν τους +Δράκους ακοιμήτους προστάτας της ευμορφιάς και της τύχης των! Και +τι τάχα καμώνεται πως δεν την μέλει, κ' έχει τόσην σεμνότητα επί +του προσώπου κ' έχει τα βλέφαρα χαμηλωμένα, σαν να εντρέπεται και +κινεί εδώ κ' εκεί την κεφαλήν εις προσκυνησμόν του πλήθους, το +οποίον της εύχεται να ζήση και να γεράση; Μη θαρρεί πως γίνονται +αυτά όλα προς χάριν της, για την ωμορφιάν της· μάτια μου! . . . Ας +ήτο αυτή νύμφη η Ανθή κ' έβλεπες πόσον λαμπροτέρα θα ήτο η πομπή· +πόσον περισσοτέρους θα είχε θαυμαστάς! . . . + +Αλλ' εις την σκέψιν αυτήν βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν της +λυγερής. Απετυπώθη ευθύς εις τον νουν της η πένθιμος εσπέρα του +ιδικού της γάμου· η καταθλιπτική βαρύτης της ιδικής της χαράς! . . . +Και η Ανθή απέσπασε βιαίως το βλέμμα από της Βασιλικής διά να +εξαλείψη και την εικόνα, την αφόρητον από τον νουν της. Κ' αίφνης +αντίκρυσε τον Γεώργιον μεταξύ των φίλων του βαδίζοντα, έκλαμπρον +υπό την χρυσοστόλιστον εδυμασίαν και την αθηράν μορφήν του. + +Πρώτην φοράν τον έβλεπε με τόσην πολυτέλειαν στολισμένον. Όλας τας +εισπράξεις του καλοκαιριού εκείνου τας εδαπάνησεν εις την +γαμβριάτικην εδυμασίαν του ο νεαρός καρρολόγος. Τα μεϊτανογέλεκά +του όλα από κυανούν βελούδον, κεντημένον με πυκνά κεντήματα διά +λευκού μεταξωτού μπερσιμίου με τα μεγάλα κουμπιά και της +κουμποθηλιές εις το στήθος, επάνω από το κολλαρισμένον και +πιετόφορτον υποκάμισον, εκάθηντο στρωτά επί του κορμού κ' εχώριζον +ως πλουμιστά όστρακα. Εις την μέσην το ζωνάρι πλατύ, μεταξωτόν με +γραμμάς κυανάς και λευκάς εναλλάξ, φύλακας των χρωμάτων της +εθνικής σημαίας, της οποίας το ιδανικόν δεν είχε σβεσθή ακόμη, +έρριπτεν εμπρός αριστερά επί της φουστανέλλας τους πλουσίους +θυσσάνους του. Απ' εκεί κατέβαινεν η φουστανέλλα μέχρι γόνατος +πολύλοξη, κώθρος σωστός, κολλαρισμένη και σιδερωμένη επίτηδες εις +Πάτρας, από τον διάσημον ελληνορράπτην της Επάνω Χώρας. Και κάτω, +ενώ μεταξύ άφιναν να φαίνεται ολίγον το εκ δυμίττου εσώβρακον, +άρχιζαν οι κάλτσες μωραΐτικες, με το αυτί επάνω προς το γόνα και +κάτω προς τον άκρον πόδα καλύπτουσαι όλον το λουστρινένιον +παπούτσι, πολυκέντητες διά του λευκού μεταξωτού σηριτίου περίγυρα +και με τις ολόχρυσες καλτσοδέτες άνω της γαστροκνημίας. + +Εμπρός το σελάχι λουστρινένιον όλον, κεντημένο με πούλιες και +τιρτίρια και χρυσογάιτανα, έδειχνεν εις μίαν του πτυχήν την +αργυράν λαβήν μικρού μαχαιρίου και από μέσα μεταξωτόν μανδύλι +κεραμόχρουν, μετριοφρόνως εσκέπαζε δίκανον πιστόλι του οποίου ο +αστραπτερός χάλυψ επροδίδετο κάτω μιας πτυχής. Κ' επάνω το φέσι +κατακαίνουργον, τσακισμένον αριστερά έρριπτε την φούνταν του +μαύρην, γυαλιστήν σαν το πτερόν του κόρακος επί του ώμου και της +καλοξυρισμένης παρειάς. Η λυγερή επερίμενε να έλθη ο Βρανάς +υπερήφανος, αντικρύζων τα παράθυρά της, αυτήν την ιδίαν +περιφρονητικώς, διά να δείξη την αγανάκτησίν του. Τον έβλεπεν όμως +γαλήνιον, συνομιλούντα μετά των φίλων του, εύθυμον, αδιαφορούντα +αν διέβαινε κάτω της παλαιάς ερωμένης του και προσηλούντα μετά +γλυκύτητος το βλέμμα επί της νύμφης, ως άνθρωπος λησμονήσας πλέον +το παρελθόν και τείνων προς το μέλλον, από το οποίον περιμένει +ευτυχίαν και αφοσίωσιν. Η λυγερή εξουδενώθη. Τον ήθελεν ωργισμένον +τον Βρανάν αλλά δεν τον υπέφερεν αδιάφορον. Μία ελαφρότης κατέλαβε +το σώμα της· μαλακή θερμότης επέψαυσε την καρδίαν της, ως να +ολιγόστευον αι δυνάμεις, ως να την παρήτει η ζωή. Τα μάτια της +έκαιον κ' εσπαρτάριζον έτοιμα να χύσουν πύρινα δάκρυα. Αλλ' η +λυγερή επέμενε καθηλωμένη εκεί, να βλέπη την πομπήν, η οποία +έλαμπε κ' εθορύβει υπό τους πόδας της, προς πείσμα αυτής και +μόνης. Και είδεν αίφνης τον Δημήτρην Καινούριον ο οποίος έκλειε +την πομπήν με την άλλην ζυγιάν των τυμπάνων, να προσηλώση επί των +παραθύρων της σαρκαστικόν το βλέμμα. Και ήκουσεν ευθύς το +τυμπάνισμα ν' αλλάξη τόνον. + + Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα θαν τα κάνω φορεσιά, + Να περνώ απ' τη γειτονιά σου να σου καίγω την καρδιά. + +Δεν ήτο γοργόν κ' εύχαρι πλέον. Ήτο τραχύ και σαρκαστικόν· ενείχε +φιλέκδικον διάθεσιν και ανακραυγήν θριάμβου· κατάραν και γέλωτα· +φοβερόν μίσος και ζήτησιν απολαυστικής γαλήνης. Όλα εκείνα τα +οργίλα αισθήματα, όσα γεννώνται και συγκρούονται εις τα στήθη +περιφρονηθέντος εραστού, ζητούντος διά της χαράς να λυπήση, διά +της αβρότητας να καυτηριάση την ερωμένην, διετυπούντο εναργώς μέσα +εκεί. Η λυγερή το ενόησε, το αντελήφθη όλον, παρετήρησε τα +βλέμματα του πλήθους, τα οποία εκολλήθησαν μετά καταθλιπτικής +περιεργείας εις τα παράθυρά της· τα τόσα πρόσωπα, τα οποία +εξέφραζον την χλεύην και την χαιρεκάκιαν. Μαργαρίται ιδρώτος +ανέβλυσαν επί του ωχρού μετώπου της και παράφορος ήρπασε διά των +οδόντων τον βραχίονά της, δακγώνουσα μέχρις αίματος τας σάρκας διά +να μην εκφράση το λυσαλέον άλγος της ψυχής της. Ω, όχι· δεν ήτο +ανάγκη να στολισθή με της τριανταφυλλιάς τα φύλλα ο Βρανάς διά να +κάψη την καρδίαν της ατυχούς γυναικός. Αρκετά την εμάρανεν έτσι! + +Η Ανθή ήκουεν ακόμη τόρα, μεταξύ των λυγμών της τους ήχους των +τυμπάνων και διετήρει ζωηράν ενώπιόν της την γαμήλιον εκείνην +πομπήν. Κ' αίφνης η ψυχή της προδιατεθειμένη εις την αυταπάτην, +ενόμισεν ότι αυτή κατείχε την θέσιν της Βασιλικής επί του αλόγου +και ωδηγείτο νύμφη εις το σπίτι του Βρανά. Έκλαιε ναι· αλλ' +έκλαιεν από την χαράν, την μεγάλην ότι κατωρθώθη τέλος, εκείνο το +οποίον επί τόσα έτη ωνειρεύετο η ψυχή της. Εφαντάζετο την γραίαν +Αγαθήν ότι έστεκεν εκεί εμπρός εις την θύραν του σπιτιού της, διά +να την δεχθή μετά χαράς νύμφην της· ότι της έδιδε καρπόν ροδιάς να +τον θραύση εις τον τοίχον και να σκορπίση εκεί την ευτυχίαν όπως +θα εσκορπίζοντο οι κόκκοι· ότι την ηνάγκαζε να περάση από το +μαυρορμάνικον μαχαίρι που ήτο καρφωμένον ανάποδα εις το υπέρθυρον, +διά να καθαρισθή από την βασκανίαν του πλήθους· να πατήση το +σίδηρον που είχεν εις το κατώφλι διά να εισέλθη ισχυρά και +άκαμπτος από τας επιβουλάς της τύχης εις την νέαν της +οικογένειαν . . . Έβλεπε τον εαυτόν της όρθιον παραπλεύρως του +Βρανά, με τα στέφανα ακόμη επί κεφαλής, να δέχεται τας ευχάς των +φίλων· επανεύρισκε τον εαυτόν της εις τους φωτοβολούντας θαλάμους, +μεταξύ ανδρών και γυναικών ευθύμων και ήκουεν επαναλαμβανόμενον το +δίστιχον: + + Ο γάμος καλορροίζικος κ' η νύφη καλομοίρα· + να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα. + +Και δεν ήτο πλέον ψεύμα· δεν ήτο ονειροπόλημα! Η ευχή ετραγουδείτο +δι' αυτήν — αυτήν και τον Βρανάν . . . Κ' αίφνης οι δακρύβρεκτοι +οφθαλμοί της εθαμβώθησαν υπό τινος ερχομένου φωτός. Βεβαία, ήτο +ώρα! Η γραία πενθερά κρατούσα λύχνον, ήρχετο πονηρώς γελώσα να την +οδηγήση εις τον νυμφικόν θάλαμον . . . Έρχεται, έφθασε, καλή +γρηούλα! + + — Πού ήσαι, μωρή; έλα μέσα να κοιμηθής! . . + +Ποία τρομερά εξέγερσις! . . Ο Νικολός, ο χονδρός και βάναυσος +Νικολός, κρατών λύχνον, απαίσιος υπό τον κεφαλόδεσμον και την +νυκτικήν ενδυμασίαν του, ήτο εις την θύραν κ' εκάλει διά της +τραχείας φωνής του εις ύπνον την λυγερήν. Και πώς ωμοίαζεν η φωνή +του με το χλιμίντρισμα αλόγου θηλυμανούς! . . Δεν είχε τον +τρυφερόν τόνον και την γλυκύτητα εκείνην, η οποία μεταφέρει τας +γυναικείας ψυχάς εις ονειροπόλησιν του αγνώστου συζυγικού κόσμου, +του περικαλύπτοντος το πραγματικώτερον των επιγείων με τον πέπλον +σαπφειρίζοντος ιδανικού. Η Ανθή ήκουεν αυτόν από της εποχής της +παρθενίας της ακόμη, με μίαν βάναυσον διέγερσιν όλου της του +νευρικού συστήματος . . . + +Έτσι διέρρεεν ο βίος του Νικολού και της Ανθής· άχαρις, ατερπής +και απρόθυμος, ως ρεύμα λαγκαδίου, δυσκολευόμενον από σαπησμένα +βρύα και φθισιώντα λάχανα. Το σπίτι των δεν είχε την ευέλπιδα όψιν +φωλεάς πτηνών, εν τω μέσω πρασίνου κισσού και ξανθού αιγοκλήματος +τελούντων τους έρωτας και τας αγάπας των. Αλλά την βαρείαν κ' +ερημικήν όψιν τρώγλης, ένθα αγριωπός πετρίτης κρατεί αναγκαστικώς +εις τας ορέξεις του αθώαν και άχολον περιστεράν. Και ο τοιούτος +συζυγικός βίος δεν επέδρασε μόνον επί των αισθημάτων, αλλά κ' επί +του όλου ατόμου της Ανθής. Δεν εστείρευσε μόνον η καρδία, αλλά και +ο νους επαχύνθη και το σώμα εξετραχύνθη. Ο νους έχασε την +γοργότητα, την υψιπετή τάσιν του, παθών όλως αντίθετον εξέλιξιν +της πεταλούδας. Νωθρός και βαρύς ανεκινείτο μόλις εις τον +περιωρισμένον κύκλον του καθημέραν βίου, όπως ο σκώληξ του πηλού ο +οποίος μόνον διά την τροφήν του φροντίζει. Το δε σώμα απέβαλε την +ζωηράν και αγαλματώδη αυτού πλαστικότητα. Αι παρειαί έγειναν +πλαδαραί· τα χείλη παχέα και πλήρη ραγάδων έχασαν την αγνήν των +φρικίασιν· αι σάρκες ωγκώθησαν κ' εχάθη η λυγηρά οσφύς· το κατά τι +ανδρικόν παράστημα το οποίον έδιδε χάριν εις την παρθενίαν της κ' +έδιδεν ιδέαν της δρυάδος νύμφης των δασών, τόρα την μετέβαλεν εις +ωργισμένην δράκαιναν φοβερού παραμυθίου. Μόνον τα μάτια της, τα +μεγάλα εκείνα και κατάμαυρα, διετήρουν ακόμη την μαγικήν και +μυστηριώδη έλξιν των — δίχως όμως της πριν παρθενικής αγνότητος. + +Την τοιαύτην εξέλιξιν του σώματος και της διανοίας της Ανθής, +έβλεπε προ πάντων ευχαρίστως η Φρόσω. Η αγαθή χωρική, μεταξύ της +ακμαζούσης αναπτύξεως του τέκνου της, επί του οποίου επίστευεν +ακραδάντως ότι ο άγιος Γεώργιος έρριψε την προστασίαν του και του +νωθρού και απράγμονος βίου του ανδρός της είχε μίαν φροντίδα, την +φροντίδα της Ανθής. Ήτο θεία και αναγκαίως ώφειλε να λάβη την +θέσιν της αποχωρησάσης μητρός εις τα δεινοπαθήματα της ανεψιάς +της. Ήκουε τας θλίψεις της κ' έδιδε τας συμβουλάς της, φέρουσα +πάντοτε ως παράδειγμα τον εαυτόν της . . . Ναι τον εαυτόν της! . . +Θαρρείς ότι τον υπανδρεύθη θεληματικώς τον Σπυροκόκια, ένα +βρωμερόν ντεμπελχανάν; Καθόλου· έφαγε ξύλον, έχυσε δάκρυα, της +έσυρε τα χίλια-δυο ο κόσμος διά να μη τον υπανδρευθή. Τον +υπανδρεύθη όμως, υπέκυψεν εις την μοίραν της και τόρα να — είνε +ένα χαριτωμένον ανδρόγυνον που μακάρι και άλλοι! . . . + +Έτσι η Φρόσω συχνά κατώρθωνε να συγκρατή τας μεμψιμοιρίας και τα +δάκρυα της ανεψιάς της. Αλλά δεν είχε μόνον αυτήν την φροντίδα. Η +κηδεμονία μιας υπάνδρου δεν είνε αναπαυτικόν πράγμα εις τα χωρία. +Ήτο ανάγκη να κλείση και τ' απύλωτα στόματα του κόσμου· να +διαψεύση την χαράν των, θριαμβευόντων εκ του ασυμφώνου βίου του +Νικολού και της Ανθής· κ' εν γένει να καλύψη διά ρόδων τας +συριζούσας από παντού εχίδνας. Τούτο όμως δεν είνε εύκολον και η +Φρόσω ματαίως εξήντλει την θορυβώδη ευγλωττίαν της και συνήπτε +μάχας κρατεράς διά της γλώσσης της εις το Καλό πηγάδι και τ' άλλα +κέντρα των γυναικείων συναθροίσεων. Αι αντίπαλοι πάντοτε +απεδείκνυον αβάσιμα τα επιχειρήματά της. + +Τόρα όμως είχε βάσιμα επιχειρήματα η χωρική. Η πάχυνσις του +σώματος και η νωθρότης του 'ς της Ανθής ήτο λαμπρά επικουρία. Διά +την στείρωσιν της καρδίας δεν εφρόντιζε καθόλου. Εκ της πείρας του +βίου εγνώριζεν η χωρική, ότι τούτο είνε απαραίτητος ανάγκη διά τον +γαλήνιον βίον μιας υπάνδρου. Η πάχυνσις του σώματος μόνον δεικνύει +εις τους ξένους την ήρεμον ζωήν την οποίαν απολαμβάνει η γυναίκα +παρά του ανδρός της· και ο νωθρός νους περιορίζει αυτήν εις την +εύκτακτον επίδειξιν του σπιτιού της. Και αντεπεξήρχετο λοιπόν +κρατερώς εις τας δυσφημίας των γυναικών. + + — Μωρ' εκείνη δεν περνάει καλά; κι' όπου καλό μου θέλει· μακάρι +κι' άλλαις να είχαν τέτοια τύχη! . . . δεν βλέπουν πώς επάχυνε σαν +θρεφτάρι! . . . Άφσε δα που είνε και 'ς το μήνα της! . . . + +Ανέφερε δε τούτο πομπωδώς κ' εσύσταινε την προσοχήν των αντιπάλων +επί της εγκυμονούσης κοιλίας της Ανθής . . . Βεβαία, μία γυνή η +οποία μετ' ολίγον θα γείνη μήτηρ δεν ημπορεί να τρώγεται με τον +άνδρα της! . . . + +Αλλ' αν ο συλλογισμός ούτος δεν ήτο ικανός να πείση τας χωρικάς +περί της ειρηνικής συμβιώσεως του ανδρογύνου Πικοπούλου· ήτο όμως +σημείον ότι η Φύσις, η παντοδύναμος, ειργάζετο να κατορθώση αυτήν +εις το μέλλον. + +Ανέτελλε τόρα η παραμονή του νέου έτους. Από του γάμου της η Ανθή +ηρίθμει τον όγδοον μήνα και πολλαί συμπτώσεις έπειθον την +πολύπειρον Φρόσω, ότι η ανεψιά της έμελλε τάχιστα να γείνη μήτηρ. +Διά τούτο δεν παρέλειπε καμμίαν ευκαιρίαν διά να προεισαγάγη, +ούτως ειπείν αυτήν, διά λόγων κ' επιχειρημάτων εις τον μέλλοντα +βίον της· να της υποδεικνύη τα νέα της καθήκοντα. Η Ανθή ήκουε +τους λόγους της θείας της μετά τινος γλυκείας χαράς· αλλά και +περισσού τρόμου. Ποίον άρα γε θα ήτο το άγνωστον το οποίον μετ' +ολίγον θ' απεκαλύπτετο ενώπιόν της; Θα ήτο μέγας ο αγών και θα ήτο +ευτυχές το αποτέλεσμά του; θ' απελάμβανε θλίψεις ή χαράς εξ +αυτού; . . . Μόνον αι ιδέαι αυταί κατείχον τόρα τον νουν της κ' +εβασάνιζε δι' ερωτήσεων την Φρόσω. + + — Α! μπα· δεν είνε τίποτε, καλότυχη· σαν να ειπής ένα λόγο· +έλεγεν η χωρική. + +Αλλ' αυτόν τον λόγον πώς να τον είπη; αυτό ήθελε να μάθη η Ανθή. Η +Φρόσω ήτο στρατιώτης, βαπτισθείς μυριάκις εις το πυρ της μάχης και +συνηθισμένος τόσον που ν' αποτολμά παιγνίδι με τας σφαίρας. Ενώ η +Ανθή ήτο νεοσύλλεκτος εν σπουδή, μεταξύ βαναύσων ύβρεων γυμνασθείς +διά τον πόλεμον, τρέμων τους ανωτέρους του περισσότερον των +σφαιρών και εις τον πρώτον πυροβολισμόν ανατινασσόμενος εις φυγήν. +Διά τούτο μόλις ησθάνθη τας πρώτας ωδίνας, έντρομος και άπελπις +εστράφη προς τον άνδρα, τον οποίον εγνώριζεν αδιάφορον επίσης. Διά +πρώτην φοράν σήμερον κατενόει ότι εκείνος ο Νικολός ήτο ο +καλήτερος φίλος, από τον οποίον ηδύνατο ν' αναμείνη την μεγίστην +συνδρομήν. Εκάλεσεν ευθύς την Γκόλφω, την μικράν παιδίσκην, την +οποίαν εκληρονόμησε παρά της μητρός της σχεδόν όπως και την +κοφίναν του πλυσταρίου, και την έστειλεν εν σπουδή προς τον +Νικολόν να του είπη την κατάστασίν της. + + — Τι με θέλει; . . . ας κάμη όπως κάμη . . . έχω δουλειά! . . . + +Ο Νικολός έμεινεν απαθής εις την είδησιν της κορασίδος. Α! είχε +δουλειάν η εμπορική εξοχότης της κωμοπόλεως! Ήσαν εκεί τόσοι +αγορασταί· έμεναν ανεκτέλεστοι τόσαι παραγγελίαι! Ιδού μία του +Στρατσίνου του εμπορίσκου Τραγανού, αποτελουμένη από εκατοντάδα +δραμίων πεπέρεως, οκάδας ζάχαρη και ορύζης, μέτρων τινών σησάμου +κ' ενός δέματος στρατσοχάρτου. Πώς να την αφήση ανεκτέλεστον ενώ ο +πελάτης εβιάζετο να φθάση ενωρίς εις το χωρίον του και να +μεταπωλήση τας προμηθείας του εις τους χωρικούς, οι οποίοι τα +εχρειάζοντο διά τας εορτάς; Ζημιώνεται ο άνθρωπος εκ τούτου· +ζημιώνεται και ο Νικολός, διότι πλέον δεν αγοράζει ο εμπορίσκος +από το μαγαζί του. Κοιλοπονά η γυναίκα του· ας κάμη όπως κάμη! . . . + +Η Ανθή όταν άκουσε την απάντησιν του ανδρός της έφθασεν εις +φοβεράν αγανάκτησιν. + + — Να 'ς τα μάτια του! . . . εφώναξεν αγριωπή. + +Και βάναυσοι βλασφημίαι εκύλισαν από το στόμα της ακράτητοι, ως +από καμμίαν τελματώδη πηγήν βρωμερά νάματα . . . Ω, ήτο πλέον +γυναίκα η λυγερή! + +Αίφνης θόρυβος και φωναί ηκούσθησαν εις την σκάλαν. Η Ανθή ως να +προεμάντευε κακόν τι έσπευσεν ευθύς γογγίζουσα έξω. Αλλ' εις το +αλγεινόν θέαμα, το οποίον παρουσιάσθη ενώπιόν της, εξηπλώθη επί +του πατώματος, ρήξασα φοβεράν κραυγήν. + + — Τον άνδρα μου! . . . + +Ναι τον άνδρα της, τον Νικολόν Πικόπουλον μετέφερον επί εδράνου, +ημιθανή κ' αιμόφυρτον εις το σπίτι του. Ενώ ησχολείτο να +συμπληρώση τας παραγγελίας του εμπορίσκου κ' επί του πάγκου του +όρθιος επροσπάθει να κατεβάση βαρύ δέμα στρατσοχάρτου από υψηλού +ραφιού, παρεπάτησε κ' έπεσε κατά γης. Αλλά κατά την πτώσιν του +βαρέως σώματός του έσπασεν η κνήμη του δεξιού ποδός· και το δέμα +πεσόν κατεπλήγωσε την κεφαλήν του. Τόρα ανέβασαν αυτόν εις το +σπίτι, τον εξήπλωσαν γογγίζοντα επί της κλίνης και ο ιατρός +επροσπάθει να του παράσχη τας πρώτας βοηθείας. Ο Νικολός συνελθών +και κατανοήσας την κατάστασίν του ήρχισε ν' απελπίζεται. + + — Ωχ, ο μαύρος! . . θα πεθάνω, θα πεθάνω! . . + +Έστρεψε το βλέμμα· αλλ' επειδή δεν είδε πλησίον την γυναίκα του +κατελήφθη υπό παραπόνου και ήρχισε να κλαίη. Τόρα κατενόει και +αυτός, ότι μόνη η Ανθή ήτο εις θέσιν να του δώση το θάρρος και την +ελπίδα της ζωής. Ούτε ο ιατρός, ούτε τ' άλλα πέριξ του φιλικά +πρόσωπα ήσαν ικανά ν' απαλύνουν τους πόνους του, να διώξουν τας +μαύρας σκέψεις του, ν' ανδρίσουν την ψυχήν του εις τας περιπετείας +παρά μόνη η γυναίκα του με μίαν επίθλιψιν της χειρός, μ' ένα της +χαμόγελο, μ' ένα βλέμμα. Κ' αίφνης συλλογισθείς την στιγμήν όπου +απέπεμψεν αποτόμως την παιδίσκην από το κατάστημά του και ήκουσεν +αδιαφόρως της γυναικός του τας ωδίνας, επίστευσεν ότι προς +τιμωρίαν η Ανθή δεν ήρχετο τόρα πλησίον του· ότι χαιρεκακούσα διά +το πάθημά του τον άφινε μόνον κ' έρημον, προς εκδίκησιν. + + — Ανθή, γυναικούλα μου, πού ήσαι; . . . Μη μ' αφίνης έρμο τον +κακομοίρη! . . . ωλόλυζε. + +Κ' επίστευεν αληθινά ότι ήτο έρημος, απερριμμένος εις μίαν τάφρον +ως σκύλος αγωνιών, κ' εμεταμελείτο οικτρώς διά την πράξιν του και +δεν ήθελε κανένα να γνωρίση από τους τόσους εν τω δωματίω· αλλά +μόνον έκλαιε την εγκατάλειψιν της γυναικός του . . . + +Αίφνης φωναί θορυβώδεις ηκούσθησαν εκ του παρακειμένου δωματίου. +Αλεπάλληλα και θυμώδη «ουά» εμαρτύρουν ότι η οικογένεια Πικοπούλου +ηύξησε κατά έν άτομον, μικρόν και αδύνατον πλάσμα, το οποίον όμως +από τόρα είχε τόσας απαιτήσεις! Του πατρός η περιαλγής μορφή +εξιλαρύνθη ευθύς· μειδίαμ' ανεφάνη επί των ωχρών χειλέων του και +λησμονών τους πόνους, ανέκραξε με συντετριμμένην αλλά περιπαθή +φωνήν: + + — Ανθή . . . παιδί μου! . . . + +Η Ανθή είχε γεννήση παιδίον εις τον Νικολόν. Η λιποθυμία εκείνη +επί τη θέα του συζύγου της εις τοιαύτην κατάστασιν, μετέφερεν +αυτήν ακόπως και αβλαβώς εις την θέσιν της μητρός. + +Όταν συνήλθε παρετήρησεν ότι εκείτο επί της κλίνης της, εντός +θερμού δωματίου· ότι τρεις γυναίκες την επεριποιούντο και ότι +είχεν εις το πλευρόν της μικρόν κλαυθμυρίζον βρέφος. Διά της +φυσικής εκείνης ροπής, της ενυπαρχούσης εις την γυναίκα, +κατενόησεν ότι το μικρόν εκείνο απείκασμα του ανθρωπίνου όντος, το +ανοιγοκλείον εις το φως τα μάτια διστακτικόν και περίεργον και διά +λεπτών φωνών ταράττον το δωμάτιον ήτο σαρξ εκ της σαρκός της, ότι +ήτο παιδί της κ' εχύθη να το περιπτυχθή, ως να το εγνώριζεν από +μακρού χρόνου. + + — Παιδί μου, γκόλφι μου! . . + + — Ας το, μωρή! . . θα το σκάσης· έλεγεν εις αυτήν η Φρόσω +θριαμβεύουσα . . . Ε, δε σου 'λεγα πως είν' ένας λόγος! . . + +Ναι, ένας λόγος· αλλά πότε και πώς τον είπεν αυτόν τον λόγον! Τόρα +μόλις ήρχιζε να σκέπτεται πώς και πότε το εγέννησεν αυτό το παιδί +η Ανθή. Κ' αίφνης εσυλλογίσθη το πάθημά της, την φοβεράν πτώσιν +της, κ' ηθέλησε να σηκωθή από την κλίνην να σπεύση έξω, +επαναλαμβάνουσα την τρομεράν κραυγήν. + + — Τον άνδρα μου! . . . πού είνε ο άνδρας μου! . . . + +Έτρεμεν όλη ως το φυλλοκάλαμον· ελησμόνει το παιδί της, την χαράν +της. Μόνον τον άνδρα και την συμφοράν της ενεθυμείτο. Επί του +ωχρού προσώπου της εζωγραφήθη τόρα έκφρασις πόνου, ως να είχε την +προς τον Νικολόν αγάπην της ερριζωμένην από την πρώτην ημέραν του +γάμου, και πριν ακόμη εις την ψυχήν της, και τόρα ανέδιδε τους +υψιπετείς κ' ευρώστους κλώνους της. Δεν ήτο όμως η αγάπη· ήτο το +μύχιον εκείνο αίσθημα του καθήκοντος, το οποίον ενυπάρχει από +παιδικής ηλικίας εις την γυναίκα του αγρού και αναπτύσσεται από +της ώρας του γάμου, καταλήγον εις τυφλήν προς τον άνδρα αφοσίωσιν. +Η Ανθή δεν έβλεπε πάσχοντα τον Νικολόν, αλλά τον άνδρα· δεν +ετρόμαζε διά το άτομον, αλλά διά την ιδέαν. Επειδή δε εις την +ψυχήν της συνείθισεν από καιρού πλέον να βλέπη αυτά συνδεδεμέν' +αναποσπάστως· να μανθάνη ότι η ευπειθής υπακοή προς το έν ήτο και +υπακοή προς το άλλο, δεν εχώριζε πλέον τας αγάπας και τους φόβους +της. Ματαίως τόρα η Φρόσω εξώρκιζεν αυτήν να μη κινηθή από την +κλίνην της, διότι θα βλαφθή· να μη τρομάζη έτσι διότι θα +φαρμακεύση το γάλα της κ' έλεγεν ότι ο σύζυγός της είχε μόνον +στραγγαλίση τον πόδα κ' εκοίτετο ακίνητος εις το πλησίον δωμάτιον. + + — Όχι, θέλω να τον ιδώ! . . . επέμενεν η Ανθή. + +Μόλις και μετά βίας κατεπείσθη να μη εξέλθη του δωματίου, όταν +ήκουσε την φωνήν του Νικολού, παρακαλούσαν αυτήν να μείνη ήσυχη +διά το πάθημά του. Και πόσον ήτο τρυφερά και περιπαθής εν τη +παρακλήσει της η φωνή εκείνη του Διβριώτου! Αληθινά εκίνει την +Ανθήν εις δάκρυα. Ο καϋμένος κι' αυτός να βγάλη το πόδι του! . . + +Από της ημέρας εκείνης ήρχισε νέος βίος εις το σπίτι εκείνο. Ο +Νικολός, περιορισθείς υπό του ιατρού εις εντελή ακινησίαν διά την +πρόσφυσιν του κοκκάλου, παρεπονείτο διότι δεν ηδύνατο να είνε +πλησίον της γυναικός και του τέκνου του. Δεν παρήρχετο ώρα χωρίς +να ερωτήση τους εισερχομένους εις τον θάλαμον της λεχούς, περί της +καταστάσεως αυτής και του παιδίου, θέλων να μάθη και τας ελαχίστας +λεπτομερείας της ζωής των· αν κοιμάται ήσυχος η Ανθή, αν κατεβλήθη +πολύ ή αν ήτο εύρωστον το παιδί κ' έτρωγε το γάλα του. Οσάκις δε +ήκουεν αυτό κλαίον, ανεστάτωνε διά φωνών το σπίτι ολόκληρον, καλών +τας γυναίκας να σπεύσουν και να το καθησυχάσουν. + + — Μα τι κάνεις έτσι, χριστιανέ, έλεγεν επιπλήττουσα αυτόν η +Φρόσω· σώπα και κοιμάται η Ανθή που παράδειρε απόψε! . . . + + — Καλά . . . σωπαίνω! . . . έλεγεν ο Νικολός ησύχως και περιδεώς· +μα εκείνο το παιδί κάτι θα 'παθε . . . + + — Δεν έπαθε τίποτα . . . παιδί είνε, θα κλάψη· μόν' σώπα! + + — Σωπαίνω . . . + +Κ' εσιώπα, πολλάκις καλυπτόμενος όλος διά του εφαπλώματος, κλείων +τα μάτια διά να κοιμηθή, θέλων να βουβαθή διά να μην ανησχήση την +γυναίκα του. Η καϋμένη η Ανθή τι υποφέρει! . . . Κ' εκείνο το +μικρό, τι κλαψιάρικο που είνε! . . + +Κάποτε, μεταξύ των τοιούτων σκέψεών του, ανέκυπτεν αίφνης άλλη τις +σκέψις, οδυνηρά αυτή, η σκέψις περί του καταστήματός του, των +εμπορικών του επιχειρήσεων, αι οποίαι όλαι εσταμάτησαν από την +ημέραν του παθήματός του. Ο κυρ Παναγιώτης μόνον, δύο τρεις +ημέρας, και τότε με ανυποφόρους πόνους, κατώρθωσε να υπάγη εις το +μαγαζί· αλλά πάλιν επανέπεσεν επί των στρωμνών, μετρών προς τους +κτύπους του κομβολογίου του τα «ωχ-ωχ!» και τα «αχ-αχ!» του. Είνε +αληθές ότι το κατάστημα δεν έκλεισεν εντελώς. Ο μικρός υπηρέτης, +Διβριώτης και αυτός, έξυπνος και με εμπορικόν πνεύμα ανώτερον της +ηλικίας του, εξηκολούθει να πωλή τα είδη και να συνάζη χρήμα. Ο +Σπυροκόκκιας δε, ο στενώτερος συγγενής, ενεθρονίζετο σοβαρός και +αμίλητος καθ' εκάστην εσπέραν και τας Κυριακάς, όταν αυξάνη η +πελατεία, προ του πάγκου, βοηθών τον μικρόν κ' επιβλέπων τας +δοσοληψίας. Αλλ' ο ξένος πάντα ξένος είνε· αναπεύει αλλά δεν +θεραπεύει. Έπρεπεν ο Νικολός να ήτο εκεί· να εποπτεύη με το +εμπορικόν του βλέμμα την συναλλαγήν· να καταλάβη εκ πρώτης όψεως +τα ελλείποντα είδη, ν' ανακαλύψη και διαλύση ευθύς μ' ένα λόγον +τους εμπορικούς συνεταιρισμούς των αντιπάλων του . . . Κ' +εξανάπτων αίφνης υπό εμπορικού οίστρου, ελησμόνει το πάθημά του +και ανεκινείτο να σηκωθή, διά να σπεύση προς τ' απειλούμενα +συμφέροντά του. Αλλά πόνος δριμύς της κνήμης ηνάγκαζεν αυτόν να +μένη εις την θέσιν του οδυνηρώς γογγίζων. + + — Αχ, ανάθεμά σε! ανάθεμά σε! ανάθεμά σε! . . . + +Αν όμως η κυρά Κανέλλα, η διάσημος μαμή της κωμοπόλεως, είτε η +Φρόσω ανεφαίνετο αίφνης εις την θύραν του δωματίου, κομίζουσα το +βρέφος, η πατρική καρδία του Νικολάου ευθύς εφαιδρύνετο· το +πρόσωπόν του εξιλαρύνετο και άπλωνε τας χείρας κ' ελάμβανε το εν +σπαργάνοις εκείνο μικρόν και το εχόρευε και το κατεφίλει. Και αν +το μικρόν ανεκραύγαζεν έκπληκτον κ' εμειδία, ελησμόνει ο Διβριώτης +ότι ήτο έμπορος κ' ενεθυμείτο μόνον με γλυκυτάτην απόλαυσιν ότι +ήτο πατήρ — πατήρ ευτυχισμένος . . . + +Αλλά δεν συνέβαινε τούτο μόνον εις τον Νικολόν. Και η Ανθή εις την +όψιν του μικρού αυτού όντος, του μειδιώντος και πεταλουδίζοντος, +ελησμόνει ότι ήτο ατυχής ύπανδρος κ' ενεθυμείτο μόνον ότι ήτο +ευτυχής μήτηρ. Παραδόξως επί του μικρού εκείνου και απαγούς ακόμη +ατόμου, εύρισκον οι δύο σύζυγοι ως εις καθρέπτην τον εαυτόν τους, +την ανθρωπίνην και πραγματικήν των υπόστασιν. Η Ανθή μάλιστα, εκ +της λεπτής γυναικείας φύσεώς της, ανεύρισκε κάτι άλλο, το οποίον +ουδέ καν εφαντάζετο η παχύδερμος ατομικότης του εμπόρου· ανεύρισκε +τον άνδρα. Ναι· τόρα τον ανεγνώριζε και τον παρεδέχετο ως άνδρα +της τον Νικολόν. Δεν εσκέπτετο πλέον αν ήτο αυτός ο κατάλληλος να +καθέξη την θέσιν αυτήν εν τω βίω της. Δεν ήθελεν ο νους της ν' +απασχοληθή εις τα παρελθόντα. Εσκέπτετο μόνον ότι αυτός την +κατείχε τόρα, ότι ήτο πατήρ του τέκνου της, η δύναμις και η ψυχή +της νέας της οικογενείας. + +Η Ανθή δεν ηδυνήθη να κρατηθή πλέον επί της κλίνης. Η ανησυχία, η +αβεβαιότης περί της καταστάσεως του Νικολού την κατέθλιβον. +Αδιακόπως έστρεφε το βλέμμα προς τον τοίχον, τον χωρίζοντα αυτήν +απ' εκείνου, ως να ήθελε να περάση δι' αυτού και να ίδη την +αληθινήν θέσιν του. Διά της φαντασίας έβλεπε το δωμάτιον εκείνο, +την κλίνην, τον Νικολόν με τυλιγμένον πόδα, οικτρώς γογγίζοντα. Η +ανυπομονησία της εκορυφώθη μικρόν κατά μικρόν και την τρίτην +ημέραν, εναντίον των συμβουλών της μαμής, εσηκώθη κ' επήγε προς +τον άνδρα της. + + — Τι κάνεις; — καλά είσαι; + +Ήτο η πρώτη φορά από του γάμου των, κατά την οποίαν ωμίλει με +τόσην γλυκύτητα και φροντίδα εις τον Νικολόν· και η φωνή της +έτρεμεν υπό δειλίας κ' εντροπής, ως να ωμίλει προς ξένον. + + — Δεν έχω τίποτα . . . θα περάση . . . Και συ πώς είσαι; + +Και του Νικολού η φωνή είχε τον αυτόν τόνον· ήτο παλμώδης κ' +έτρεμεν εις τα χείλη του, ως πρωτοπείρου νεανίσκου ερωτική +εξομολόγησις. + +Η Ανθή ήτο ισχυράς κράσεως και ταχέως ανέλαβεν εκ του τοκετού. +Ήρχισε την παντοκρατορίαν της εις το σπίτι, μετά φιλεργίας και +υπομονής και αυταπαρνήσεως. Από της αυγής μέχρι της εσπέρας δεν +ανεπαύετο καθόλου· απησχολείτο ολονέν εις το πολυμέριμνον καθήκον +της σπιτονοικοκυράς. Αλλά δεν εστενοχωρείτο εκ τούτου ούτ' +εκουράζετο· τουναντίον έμενεν ευχαριστημένη κ' εύθυμος. Ήτο +υπερήφανος διότι τρεις ψυχαί είχον ανάγκην των φροντίδων της κ' +έσπευδεν εναλλάξ να γλυκάνη διά των περιποιήσεών της τα γηρατεία +του πατρός, να παύση τα κλάυματα του παιδίου, να διώξη διά της +ευθυμίας και της αβρότητος την απελπισίαν και στενοχωρίαν του +ανδρός της. + + — Μην κουνιέσαι και θα γειάνη! . . . + +Εγνώριζε πλέον ότι δεν ήτο εξάρθρημα, αλλά κάταγμα το πάθημά του +κ' εφρόντιζε κατά τας συμβουλάς του ιατρού, να τον κρατή εις +υπομονητικήν ανοχήν επί της κλίνης. Επειδή δεν ήτο δυνατόν να +μετακινηθή ο τραυματίας κ' εστενοχωρείτο να μένη μόνος τας ημέρας, +ότε η Ανθή ειργάζετο, είτε τας νύκτας η γυνή εσκέφθη να εύρη μέσον +προς αγαλλίασιν του ανδρός της. Αφού δεν ηδύνατο ο Νικολός να +υπάγη προς αυτήν, επήγεν αυτή προς εκείνον. Μετέφερε την κλίνην +της εις το δωμάτιον του πάσχοντος, απέναντι την μίαν της άλλης. +Επήγαινε συχνά κ' εχαροποίει διά της παρουσίας της το δωμάτιον του +πατρός· αλλ' επήγαινε συχνότερον κ' έχυνε το ακτινοβόλημά της εις +το δωμάτιον του ανδρός και του τέκνου. + + — Έτσι δεν χάνει κανείς· εσυλλογίσθη. + +Κ' εκ του συλλογισμού της αυτού δεν ελησμόνει ούτε τον εαυτόν της. +Αι πηγαί της αισθητικότητος της Ανθής πάλιν ήνοιξαν. Είνε αληθές +ότι τόρα δεν ήσαν όπως κατά την παρθενίαν της διαυγείς και ήρεμοι. +Ήσαν όμως και αυταί πηγαί ζωής, πηγαί ανθρωπισμού και αναπλάσεως, +σύμφωνοι προς τον νέον της βίον. + +Επλησίαζε τόρα να παρέλθη τεσσαρακονθήμερον από της πτώσεως του +Νικολού και του τοκετού της Ανθής. Ο ιατρός έδιδεν ελπίδας εις τον +Διβριώτην περί της ταχείας αναστάσεως· η κυρά Κανέλλα έλεγεν εις +την Ανθήν να ετοιμασθή διά να _σαραντίση._ Και η νεαρά γυνή +ητοιμάζετο προθύμως. Εντός του θαλάμου του πάσχοντος, πλησίον του +παραθύρου καθημένη, έκοπτε κ' έρραπτε νέον φόρεμα διά τον εαυτόν +της και κυανόχρυσον μποξάν διά το τέκνον της. Σήμερον έρραπτε +μικρόν εκ μουσελίνης σκουφάκι και η συγκίνησις, η χαρά, ο θρίαμβος +εζωγραφίζοντο λαμπροί επί του προσώπου της. Οι τρομώδεις παλμοί +της καρδίας της ανεφαίνοντο εις τους φρίσσοντας δακτύλους της, +τους κρατούντας την βελόνην. Η Ανθή έρραπτε το πρώτον σκουφάκι του +τέκνου της· δεν είνε μικρόν πράγμα! Μεθαύριον θα το έπερνεν εις +την αγκαλιάν και θα επήγαινεν εις την εκκλησίαν! . . . Κ' +εκάρφωνεν η μήτηρ χρυσούν θύσανον είς το κέντρον, χρυσά σειρίτια +κύκλω και πούλιες αστραπηβόλους εδώ κ' εκεί, πλησίον των πρασίνων +ανθέων της μουσελίνης. Βεβαία το χρυσούν πλησίον του πρασίνου +ταιριάζει πολύ καλά . . . . Η Ανθή έσκυπτε κάποτε έξω του +παραθύρου, βλέπουσα τους διαβάτας και τους πηγαινερχομένους εις το +απέναντι κρασοπωλείον, αλλ' έστρεφε συχνότερον εντός του θαλάμου, +κινούσα διά του ποδός το λίκνον του τέκνου της κ' επιδεικνύουσα +μετά μειδιάματος το σκουφάκι εις τον άνδρα της. + + — Σ' αρέσει; + + — Ναι, ωραίο· έλεγεν ο Νικολός από της κλίνης του. Ξέρεις, να +πέση σπειρί μέλι 'ς τη μούργα τέτοια δείξι κάνει· επρόσθετε μετά +μικρόν ο Διβριώτης, επιμένων εις του μπακαλικούς του συνδυασμούς. + +Αλλά δεν εξηγείρετο πλέον διά την ταπεινήν αυτήν παρομοίασιν η +αγανάκτησις της Ανθής. + +Αίφνης από του κρασοπωλείου ηκούσθη σιγαλόν τραγούδι, +συνοδευόμενον από λεπτούς μεταλλικούς ήχους ταμπουρά. Η νεαρά γυνή +έσκυψεν από το παράθυρον διά να ίδη. Κάτω το Σταυροπάζαρον ηπλούτο +πέρα και πέρα έρημον. Ήτο καθημερινή και ο κόσμος όλος έλειπεν εις +τας εργασίας του. Τα μαγαζιά ήσαν ορθανοικτα, με τα εμπορικά είδη +έξω προς επίδειξιν κ' εμπρός των νυσταλέοι εχασμώντο εκ της +απραξίας οι υπηρέται. Τα καφενεία κ' εκείνα εφαίνοντο έρημα, εκτός +ενός όπου δύο τρεις εγρονθοκόπουν ένα τραπέζι, παίζοντες σκαμπίλι. +Κάπου εφαίνετο κανείς διαβάτης μετά σπουδής ερχόμενος ν' αγοράση +τρόφιμα διά τους εργάτας του. Εμπρός εις την θύραν του +κρασοπωλείου όμιλος καρρολόγων, άλλων καθημένων εις τους πάγκους +και άλλων ορθίων, εκράτει τα ποτήρια κ' έπινε. Μεταξύ αυτών ο +Γεώργιος Βρανάς, στηριζόμενος επί ενός στύλου ράθυμος, έκρουε τον +ταμπουράν κ' ετραγούδει ευθύμως: + + Η καρδιά μου σαν σφαλίση δεν ανοίγει με κλειδιά, + Παρ' ανοίγει με κρασάκι, με κορίτσα και βιολιά! + +Ο Βρανάς επανηγύριζεν ακόμη τους έρωτάς του, την ευτυχίαν του. Ήτο +ροδινός όπως πάντοτε κ' εύθυμος ως να του προσεμειδία ο πλούτος +από παντού πέριξ, ως να μην ηυλάκωσε ποτέ το μέτωπόν του +συλλογισμός λύπης. Και η φωνή του η λυγηρά, και αυτοί οι στίχοι +του τραγουδίου ήσαν πιστοί διερμηνείς της ελαφράς κ' ευθύμου +κατασκευής όλων των καρρολόγων. + +Αλλ' η Ανθή απεσύρθη αμέσως κ' έκλεισε το παράθυρον. Δεν της +ήρεσεν εκείνη η ζωή! Παραλυμένη· όλο τραγούδια και ταμπουράδες και +κρασί! . . Τι γούστο βρίσκουν αυτοί οι άνθρωποι σε τέτοια ζωή! . . . +Δεν πηγαίνουν να δουλέψουν, να βγάλουν καμμιά πεντάρα να +οικονομήσουν το σπίτι τους, παρά τρέχουν από κρασοπουλειό σε +κρασοπουλειό! . . + + — Ταμπουρά βαρείς — τι καλό θα ιδής! . . + +Η γυνή διέκοψε την σκέψην της ακούσασα τον Νικολόν, εν κουραστική +χλεύη τονίζοντα το ρητόν και οικτείροντα δι' αυτού τους +ευθυμούντας. Οι σύζυγοι συνηντήθησαν εις τας σκέψεις των, όπως δύο +σώματα αντιθέτως ερχόμενα αλλά προωρισμένα υπό της φύσεως να +συναντηθούν κάπου εις έν σημείον. Η γυναίκα έστρεψε και ητένισε +τον άνδρα κατάμματα. Κ' αίφνης θορυβώδης και σπασμωδικός καγχασμός +εξέφρασε την χαράν της. + + — Δος μου το παιδί, μωρή· είπεν ο Νικολός εις την γυναίκα του. + +Εκείνη έλαβε το μικρόν από του λίκνου και το έδωκεν εις τον +Νικολόν. + + — Σαν φάμε την προίκα, τότες λογαριαζόμαστε! . . εξηκολούθησε +μετ' ολίγον, ενώ εχόρευε το μικρόν. + +Η Ανθή ανεκίνει την κεφαλήν προθύμως παραδεχομένη τους +συλλογισμούς του ανδρός της. Κ' αίφνης ησθάνθη έλξιν ακράτητον +προς αυτόν και τους λόγους του. Απεμακρύνθη του παραθύρου κ' +εκάθισεν επί της κλίνης του. Εβαρέθηκε πλέον ν' ακούη αυτούς τους +μεθύσους· εκείνοι οι ήχοι του ταμπουρά έμπαινον εις τα νεύρα της +και τα καταξέσχιζαν· εκείνα τα τραγούδια, την ετάρασσον! . . . +Καλήτερα εκεί, κοντά εις τον άνδρα και το παιδί της. Της +προσμειδιά ο ένας· της κάμνει λαμπρούς οικονομικούς συλλογισμούς ο +άλλος. + + — Και αργότερα, που λες, έρχονται 'ς τον κυρ Νικολό σου και +βάνουν αμανάτι το κοντογούνι του γάμου! . . . επρόσθεσεν ο +Διβριώτης υπερηφάνως. + +Η Ανθή ητένισε μεγάλως τον άνδρα της. Η δίψα του χρυσίου και ο +πόθος της εξουθενώσεως των άλλων, έπαιζον εναλλάξ εις τα μάτια και +των δύο. Η σκέψις ότι ο Βρανάς μίαν ημέραν, πτωχός και πεινασμένος +θα προσέφευγεν εις τον άνδρα της· ότι η Βασιλική θα ενεχυρίαζεν +εις αυτόν το πλούσιον κοντογούνι της, εκείνο το οποίον μετά τόσης +υπερηφανείας έφερεν όταν ήτο νύμφη, εχαροποίουν την νεαράν +γυναίκα. Ενόμιζεν ότι το έβλεπε τόρα το ανδρόγυνον εκείνο, το +οποίον εκ περιτροπής διήγειρε την αγάπην και τον φθόνον της, +ημίγυμνον και απλόνον επαίτιδα χείρα προς αυτήν, την +αρχόντισσαν! . . . Κ' αίφνης η υπερηφάνειά της κατήντησεν εις +χονδρόν εγωισμόν και κόμπον, διότι ήτο γυναίκα του Νικολού, ενός +πλουσίου εμπόρου της κωμοπόλεως, εις του οποίου το σπίτι +κατέφευγον οι πτωχοί και οι πεινασμένοι! . . . Και το βλέμμα της +γυναικός προσεκολλήθη διψαλέον και περιέλουσε με θαυμασμόν και +αφοσίωσιν και στοργήν τον Διβριώτην. Κ' αίφνης υπό ακρατήτου ορμής +και πόθου καταληφθείσα, έκλεισεν εις τας αγκάλας της το παιδίον και +τον πατέρα κ' εκόλλησε μακρόν και διάπυρον φίλημα επί της παρειάς +του Διβριώτου . . . + + — Πουλάκι μου! εψιθύρισε με φρίσσοντα χείλη. + +Η αφομοίωσις επήλθε πλήρης. Ό,τι δεν κατώρθωσαν αι θερμαί +συμβουλαί της κυράς Παναγιώταινας κ' αι αδιάκοποι προσπάθειαι της +Φρόσως, κατώρθωσε μόνη της η φύσις. Η Φύσις, η παντοδύναμος θεά, η +όποια μικρόν κατά μικρόν παρήλλαξε το σώμα και προδιέθεσε την +ψυχήν της Ανθής εις πλήρη συνεννόησιν μετά της ψυχής του +Διβριώτου. Έτσι και εις τα φυτά των τροπικών, τα οποία +μεταφυτεύουν εις τα ψύχη του Βορρά, χαρίζει νέας δυνάμεις, +στερεοποιεί τας ρίζας των, ανδρίζει τους χυμούς και μικρόν κατά +μικρόν μεταβάλλει και αυτό το είδος των, διά να δυνηθούν και +ζήσουν εις την νέαν πατρίδα των. Και όπως ο περιηγητής κάτω από το +ροδόδενδρον της Λαπωνίας μόλις αναγνωρίζει το ροδόδενδρον των +Άλπεων· έτσι και τόρα, κάτω από την σημερινήν γυναίκα μόλις +αναγνωρίζει ο παρατηρητής την άλλοτε λυγερήν. + +Η Ανθή δεν είνε πλέον όχι, η ονειροπόλος ερωμένη του Γεωργίου +Βρανά· είνε η θετική σύζυγος, _η γυναίκα_ του Νικολού Πικοπούλου. + + 1890. + +*** + + + +Διά το _«οι στρατηλατούμενοι»_ αντί _«οιστρηλατούμενοι»_ που είνε +εις την σελ. 67, όπως και τ' άλλα εις άλλες σελίδες _λάθη_, +παρακαλούμεν τους αναγνώστας να μην είνε αυστηροί. + + + + +Τιμάται δρ. 2.50 + + +Εν Αθήναις εκ του Τυπογραφείου της Εστίας 1896-1333. + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of The Willowy one, by Andreas Karkavitsas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WILLOWY ONE *** + +***** This file should be named 38285-0.txt or 38285-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/8/2/8/38285/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/38285-0.zip b/38285-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..8e845d5 --- /dev/null +++ b/38285-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..8b83fa6 --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #38285 (https://www.gutenberg.org/ebooks/38285) |
