summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/38285-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '38285-0.txt')
-rw-r--r--38285-0.txt5511
1 files changed, 5511 insertions, 0 deletions
diff --git a/38285-0.txt b/38285-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..a79e780
--- /dev/null
+++ b/38285-0.txt
@@ -0,0 +1,5511 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Willowy one, by Andreas Karkavitsas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Willowy one
+
+Author: Andreas Karkavitsas
+
+Release Date: December 12, 2011 [EBook #38285]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WILLOWY ONE ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The
+spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
+italics are included in _.
+
+Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά
+τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με
+πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _.
+
+
+
+Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
+
+
+
+Η ΛΥΓΕΡΗ
+
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+
+ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
+ 1896
+
+Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
+
+
+
+Η ΛΥΓΕΡΗ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+
+
+ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+
+1896
+
+
+
+
+Η ΛΥΓΕΡΗ
+
+
+
+Α'
+
+Η ΚΥΡΑ ΠΑΓΩΝΑ
+
+
+
+ — Φεύγα, ρουσούμπελη· σε κυνηγά η φωτιά, το στουρνάρι και ο
+πρυόβολος· — σύρε στ' άγρια όρη, στ' άγρια βουνά! . .
+
+Η Κυρά Παγώνα ορθή πλησίον ενός παραθύρου του χαμηλού σπιτιού της,
+σκυμμένη επάνω εις την μελανιασμένην χείρα μεσοκόπου ανδρός,
+εσούφρωνε, τα μαραμμένα χείλη της κ' εψιθύριζε με σιγαλήν, ως
+ανεμοφύσημα φωνήν:
+
+ — Φεύγα, ρουσούμπελη· σε κυνηγά η φωτιά, το στουρνάρι και ο
+πρυόβολος· — σύρε στ' άγρια όρη, στ' άγρια βουνά! . .
+
+Και συγχρόνως με τας ξηράς και ολοτρέμους χείρας της ετσακμάκιζε,
+τινάζουσα πλήθος σπινθήρων, προσπαθούσα δι' αυτών και των
+εξορκισμών της ν' αποδιώξη το πάθημα.
+
+Η Κυρά Παγώνα ήτο γνωστή καθ' όλον τον δήμον Μυρτουντίων και
+μακρύτερον ακόμη ως γόησσα διαφόρων ασθενειών. Ο γόης και η γόησσα
+είνε απαραίτητος ανάγκη εις τα χωρία όπως και ο πάρεδρος και το
+επάγγελμά των πολύ προσοδοφόρον. Διά τούτο δεν λείπουν από καθένα
+δύο και περισσότεροι τοιούτοι, αρσενικοί και θηλικοί· αλλ' η Κυρά
+Παγώνα ήτο ανωτέρα όλων διά την επιτυχίαν των γοήτρων και την
+ποικιλίαν των γνώσεών της. Αν η Γρηά Ζωγάκενα, λόγου χάριν, ήξευρε
+να δένη και να λύνη τ' αμποδέματα κ' έφερε, τρανόν σημάδι της
+ικανότητός της αυτής, ορμαθόν κλειδίων εις την μέσην και η θειά
+Κωσταντινιά να ιατρεύη διά βοτάνων τους γεράδες· αν ο Πέτρος
+Νυχάκης, ο επιλεγόμενος Ζούδιαρης, κατώρθωνε να εκβάλλη από τ'
+ανθρώπινα σώματα και να καρφώνη εις τους κορμούς των δένδρων τα
+εξωτικά και ο Μαστροθειοχάρης ο κτίστης, να κτίζη τους ίσκιους εις
+τους τοίχους των νέων σπιτιών· αν η Ασήμω η Μπραζερόνυφη, η
+Ρίχτισα ήξευρε να ρίχνη εις τ' άστρα και να μαντεύη δι' αυτών τα
+μέλλοντα και η Ρουχιτσοπούλα η Κεβή, να βλέπη, ως αλαφροΐσκιωτη
+και να συνομιλή με τα Στοιχειά η Κυρά Παγώνα, ως μυθική δύναμις
+εσυμμάζωνεν όλα ταύτα, και άλλα πολλά ακόμη εις τας γεροντικάς
+χείρας της. Καμμιά αρρώστια δεν ήτο μυστική εις αυτήν κανέν
+αερικόν πάθημα δεν διέφευγε την δικαιοδοσίαν της. Εκτός της
+ρουσούμπελης εγήτευε την σπλήνα, τις παραμαγούλες, τον στυλίτην,
+τον πονοκέφαλον, τον στρόφον, το λίθωμα των βυζών. Εξώρκιζε το
+μάτιασμα «είτε στον ύπνο είτε στον ξύπνο» επήρχετο, διώκουσα αυτό
+«σε μέρη ακατοίκητα, σε ριζιμιά λιθάρια»· το ανεμοπύρωμα,
+προστάζουσα τους λόγους της να το σηκώσουν «όπως ο ήλιος τα
+παιγνήδια της νυχτός»· τον πονόμματον, τον οποίον διά συμβουλής
+της ασημένιας Παναγιάς έρριπτεν εις τα βάθη της θαλάσσης, διά να
+καθαρίση και λάμψη το φως του πάσχοντος «όπως ο ήλιος καλοκαιρινής
+ημέρας». Την λιμόκαψαν, επίβουλην αρρώστιαν, η οποία ρέβει τον
+άνθρωπον και τον αφανίζει ολίγον κατ' ολίγον, όπως το σκουλίκι που
+φωληάζει εις τον κορμόν του δένδρου, δένουσα αυτήν δι' αλύτων
+δεσμών πέραν, εις τα δάση και καταρωμένη «να φύγη από τις
+εβδομηνταδύο φλέβες του αρρώστου και αρμούς του όλους και να πάρη
+τα βάθη της θάλασσας, και να μετρήση τον άμμο της θάλασσας και των
+δενδρών τα φύλλα και να γυρίση πίσω! . . Να φύγη από τις
+εβδομηνταδύο φλέβες του, να πάη στα όρη, στα βουνά, στα κράκουρα,
+πίσω του ήλιου, που σκύλος δε βαδίζει· να φάη από το κρέας του, να
+πιή από το αίμα του και να γυρίση στις εξηνταεννιά τ' αυγούστου!»
+
+Και δεν διέφερε μόνον εις τούτο από τους άλλους συντεχνίτας της η
+Κυρά Παγώνα, αλλά και εις τα μέσα τα οποία μετεχειρίζετο προς
+επιτυχίαν του σκοπού της. Οι άλλοι όλοι εγνώριζον ένα ή δύο μόνον
+εξορκισμούς, τους οποίους κατά παράδοσιν έμαθον από άλλους
+παλαιοτέρους και μετεχειρίζοντο ασυνειδήτως. Η γραία όμως διά κάθε
+πάθημα, είχεν ιδιαίτερον εξορκισμόν και εις διάφορον είδος λόγου,
+πεζόν η έμμετρον· εις ιάμβους είτε αναπέστους είτ' ερωταποκρίσεις,
+καλούσα συνεπικούρους, πότε «τον αφέντη το Χριστό» και «την
+Παναγιά τη Δέσποινα»· τον «άι Λευτέρη» και τον «άι Χαράλαμπο» και
+την «αγία Βαρβάρα»· πότε συγκροτούσα συμβούλια από «κορίτσα
+μονοσάνδαλα, που γελούν και χαρχατουρίζουν», και καλογήρους «που
+σέρνονται τ' αχαμνά τους στη γη»· και άλλοτ' επικαλουμένη την
+αντίληψιν των δαιμόνων και των αριθμών και των εβραϊκών ρητών,
+συναδελφώνουσα επί των πασχόντων μελών τον σταυρόν με την
+πεντάλφαν και λέξεις του «Πιστεύω» με βαρυτάτας βλασφημίας.
+
+Και όχι μόνον ανθρώπους ή κτήνη, ζώντα τέλος πράγματα, ήξευρε διά
+των εξορκισμών της τούτων να ιατρεύη η ογδοηκοντούτις γραία, αλλά
+και χωρία ολόκληρα να σώζη από φοβεράς επιδημίας. Προ ολίγου
+καιρού, όταν η Ευλογιά εθέριζεν όλα τα χωρία του Κάμπου, αυτή με
+τας γνώσεις της, κατώρθωσε να κρατήση αμόλυντα τα Λεχαινά. Έκραξε
+σαράντα μονοστέφανες νηές και τις έβαλεν εις την αυλήν του σπιτιού
+της να κλώσουν βαμπάκι. Τρία ημερόνυκτα έκλωθαν το βαμπάκι, κάτω
+από την άγρυπνον επιτήρησιν και τον ακράτητον χείμαρρον των
+εξορκισμών της. Έπειτα εζήτησε κερί κίτρινο, παρμένο από σαράντα
+αγνά μελισσοκούβελα, εκέρωσε με αυτό τις κλωστές και μίαν
+σκοτεινήν νύκτα μόνη της, έζωσεν απ' έξω την κωμόπολιν όλην κ'
+έδεσε τον κόμπον εις την εκκλησίαν του αγίου Δημητρίου, του
+πολιούχου. Η ζώνη εκείνη εμπόδισε την αρρώστια να εισέλθη εις την
+κωμόπολιν. Εις ένα μόνον σπιτάκι κατά την Σουλεϊμανόστρατα
+εξοχικόν, το οποίον δεν περιέλαβεν εις την προστατευτικήν της
+ζώνην η γραία είτε από αμέλειαν είτ' εξ επίτηδες διότι είχε πάθος
+με τους κατοίκους του, ευθύς την επομένην ερρίφθησαν λυσσασμέναι
+αι κακόγνωμοι αδελφαί και το εξεκλήρισαν όλον.
+
+Από τότε όμως επιστεύθη από τους χωρικούς πως ήτο αυτή η πανάκεια
+προσωποποιημένη. Εκέρδισε την εμπιστοσύνην και τον σεβασμόν όλων,
+ανδρών και γυναικών κ' έτρεχον καθ' ημέραν εις το σπιτάκι της
+υγιείς μετά πασχόντων, όπως εις την αγίαν Παρασκευήν οι κουτσοί-
+στραβοί του ρητού. Και δεν προσήρχοντο μόνον εντόπιοι, αλλά και
+ξένοι πολλοί από τα πέριξ χωρία, απελπισμένοι από τους εντοπίους
+των γόητας, διά να υποβληθούν εις την δοκιμασμένην ικανότητα της
+Κυράς Παγώνας. Από τούτους δε άλλοι επέστρεφον εις τα χωρία των,
+διά να εκτελέσουν τας παραγγελίας της· άλλοι όμως, όσοι εκρίνοντο
+έχοντες ανάγκην της αμέσου επιβλέψεώς της, έμενον εκεί,
+νοσηλευόμενοι και τροφοδοτούμενοι παρ' αυτής. Τούτο προ πάντων
+επέσυρε την άμετρον συμπάθειαν και τον σεβασμόν των πτωχών χωρικών
+και η ομολογουμένη αφιλοκέρδεια, μετά της οποίας προσέφερεν εις
+όλους τας υπηρεσίας της. Η αμοιβή της ήτο ελαχίστη, περιοριζομένη
+συνήθως εις μερικά χάλκινα νομίσματα, εις ολίγ' αυγά, εις
+απλοχεριές αραβοσίτου διά τις κότες της και εις διαφόρους καρπούς
+κατά τας εποχάς. Κ' εκ τούτων πάλιν τα περισσεύματα εμοίραζεν εις
+τους πτωχούς του χωρίου της, ελεούσα και δι' αυτού του τρόπου.
+Οικογένειαν δεν είχεν ήτο καταμόναχη, μη υπανδρευθείσα εξ
+ιδιοτροπίας και διαδεχθείσα εν τη επιστήμη την μητέρα της,
+διάσημον του καιρού της και αυτήν. Δύο τρεις μακρυνούς συγγενείς
+είχεν εις την Αχαΐαν, οπόθεν ήτο η ανέκαθεν καταγωγή της· αλλά δεν
+εφρόντιζε δι' αυτούς. Ελησμόνει όπως την ελησμόνησαν . . . Αι
+γυναίκες της γειτονιάς, ευγνωμονούσαι εις την αγαθότητα και τας
+γνώσεις της επεριποιούντο αυτήν διαδοχικώς· αι δε παρθένοι διά να
+λάβουν την ευχήν της περί καλής αποκαταστάσεως, πρόθυμοι
+προσέφερον τας υπηρεσίας των, επιμελούμεναι το σπιτάκι και τον
+ρουχισμόν της. Διά τούτο δεν είχε λόγον η Κυρά Παγώνα να φροντίζη
+περί της παρούσης ζωής κ' εφρόντιζε μόνον περί της μελλούσης.
+Κοπιάζουσα διά το καλόν των άλλων ήτο βεβαία ότι προηγόραζε μίαν
+γωνίαν εις τον Παράδεισον, όπου θ' ανάπαυε μετά θάνατον την
+αμαρτωλήν ψυχήν της. Και δεν ήτο βεβαίως αμαρτωλή η ψυχή της· κάθε
+άλλο. Ήθελεν όμως με αυτόν τον λόγον να δεικνύη φαρισαϊκήν
+ταπεινότητα η Κυρά Παγώνα.
+
+ — Κάνω καλό για την ψυχή μου· έλεγε συχνά εις τους πελάτας της·
+σαν πεθάνω να' ρχώστε να μ' ανάβετε κάνα κερί! . .
+
+Η Κυρά Παγώνα δεν είδεν ωρισμένην ώραν διά τους ασθενείς της.
+Οποίαν δήποτε ώραν της ημέρας είτε της νυκτός, έσπευδεν ακούραστος
+εις εξάσκησιν του αγαθοεργού επαγγέλματός της. Εύρισκεν ανάπαυσιν
+και τέρψιν εις την τοιαύτην εργασίαν· ευχαριστείτο να βλέπη γύρω
+της ασθενείς γογγίζοντας και ζητούντας την βοήθειάν της. Και τούτο
+όχι διότι ήτο χαιρέκακος η ψυχή της· αλλά διότι ηναγκάζετο να
+κάμνη περισσότερον καλόν και να κουράζη περισσότερον το σώμα της
+το φθαρτόν, το αηδές, το οποίον έδωκεν η φύσις εις τον άνθρωπον
+διά να δεσμεύη την ψυχήν του. Η γόησσα τακτικός φοιτητής της
+εκκλησίας, ελεύθερος ερμηνευτής των εκκλησιαστικών κανόνων,
+εφρόντιζε πάντοτε να εφαρμόζη τούτους επί του ατόμου της. Μπα· κι'
+ο αφέντης ο Χριστός έτσι αγωνιζότουν κ' εκοπίαζε για τον
+κόσμο! . . .
+
+Αίφνης παρατηρήσασα έξω, είδε νεαράν λυγερήν προσερχομένην με
+μικρόν παιδίον εις τας αγκάλας. Η πελατεία ηύξανε.
+
+ — Καλώς την Ανθή μου! εφώναξε προθύμως.
+
+ — Καλό νάχης, θειά μου· απήντησεν η λυγερή με χαμόγελον εις τα
+χείλη — το αιώνιον εκείνο χαμόγελο της χωρικής, που εκφράζει
+δειλίαν και αφέλειαν συγχρόνως.
+
+Και διά να μη ταράξη την γραίαν εις την εξάσκησιν του έργου της η
+Ανθή εκάθησεν έξω, επί του κατωφλίου της θύρας, λαβούσα επί των
+γονάτων το παιδίον και φροντίζουσα να καθησυχάση το κλάψιμόν του.
+
+Η Ανθή ήτο ο εντελέστατος και πιστότατος τύπος μιας λυγερής του
+χωρίου. Είχεν υψηλόν και ανδρικόν κάπως το ανάστημα· το στήθος
+εύρωστον και προπετές· την μέσην περισφιγμένην και λυγηράν. Η
+κεφαλή της ωραία, καλλιτεχνική, με ηνωμένα μαύρα φρύδια, κάτωθεν
+των οποίων μάτια κατάμαυρα, γεμάτα από λάμψιν και μυστήριον
+εκρύπτοντο οπίσω από μακράς βλεφαρίδας, ως εμφωλεύοντες μαγνήται·
+με την μύτην κατερχομένην εύγραμμον, εις πτερύγια ομαλώς
+καμπυλωτά, ανακινούμενα εις ανησυχίας στιγμήν με στόμα μικρόν,
+δακτυλιδένιον στόμα, μ' ένα χαμόγελο επάνω του πάντοτε, το οποίον
+ηύξανε την καλλονήν, όπως σταγών δρόσου αγνή, μαργαριταρένια
+αυξάνει την καλλονήν του ρόδου — εστηρίζετο επί ευτόνου και λείου
+τραχήλου, χυνομένου κανονικώς επί πλαστικωτάτου κορμού. Κ' έφερε
+με χάριν επάνω της η λυγερή το χωρικόν φόρεμα: φουστάνι από
+κλαδωτήν διάναν ολιγόπτυχον και σάκκον ομοιόχρωμον, αυστηρώς
+σφιγμένον εις το στήθος και τους καρπούς των χειρών· την κεφαλήν
+είχεν ασκεπή, με τα κατάμαυρα μαλλιά χωρισμένα επιμελώς εις την
+μέσην και οπίσω επί των νώτων πίπτοντα εις δύο πλεξίδας μακράς,
+ζευγαρωμένας εις τ' άκρα διά κυανής ταινίας. Απ' όλου αυτής του
+σώματος του καλογραμμένου, όπως εκάθητο, και της απλής ενδυμασίας
+της, πτυχουμένης εδώ κ' εκεί, επρόβαλε κάποια χάρις ελληνική, και
+με τας χείρας συνηνωμένας περί το παιδίον, με την ρεμβώδη έκφρασιν
+της αναμονής επί του προσώπου, εφαίνετο αρχαίας ελληνίδος άγαλμα,
+ζητούσης φιλοξενίαν εις κάποιαν άγνωστον εστίαν. Ο νους της εις
+οργασμόν ερεύνης διατελών, ηκολούθει την φοράν του βλέμματος, το
+οποίον διέτρεχε την χαλικώδη αυλήν· το πηγάδι με τα κρημνισμένα
+χείλη του δεξιά, την πυκνόφυλλον συκήν αριστερά, υψηλά την
+μουχλιασμένην σκεπήν γειτονικού σπιτιού, χρυσουμένην υπό του
+δύοντος ήλιου και ανεπαύετο απέναντι επί του κονιορτώδους δρόμου.
+Τα παιδία της γειτονιάς, διαφόρου ηλικίας και φύλου, ποικίλων
+μορφών κ' ενδυμασίας, έπαιζον εις τα _Θεμέλια του Μανώλη_ κ'
+ηλάλαζον εν χαρά, κροτούντα τας χείρας, λιχνίζοντα το χώμα· άλλα
+τρέχοντα εν τριποδισμώ επί καλαμίνων αλόγων ακούραστα, ως να μην
+εφέροντο επί των ιδικών των ποδών· άλλα παίζοντα τ' ασήκια και
+άλλα περιφερόμενα εν βομβούση και πολυταράχω συναγωγή.
+
+ — Ιδές τα παιδάκια που παίζουν· ω, τα παιδάκια! . . . έλεγεν η
+Ανθή από καιρού εις καιρόν, δεικνύουσ' αυτά εις το μικρόν διά ν'
+αποσπάση τον νουν του από το κλάψιμο· — το σιγαλόν εκείνο και
+αδιάκοπον κλάψιμο των μικρών, που καταθλίβει την ψυχήν του
+ακούοντος κ' επιφέρει εξασθενωτικήν νάρκην, όπως η ψιλή ψιλή και
+ακατάπαυστος βροχή.
+
+Αίφνης ανεπήδησεν η καρδία της εντός και το πρόσωπον έγεινε
+κατακόκκινον. Ο Γεώργιος Βρανάς, ο λεβέντης της λυγερής, διήρχετο
+τον δρόμον, πορευόμενος εις την αγοράν. Την είδεν εκεί καθημένην
+κ' έρριψεν επάνω της δύο-τρία λοξά βλέμματα, χαμηλώσας την κεφαλήν
+πλήρης ταραχής και αδημονίας, εντρεπόμενος και αυτός διά τούτο.
+Δεν ηδύνατο όμως να κρατήση την χαράν του ο νέος· ήθελε κάτι να
+είπη, αδιαφόρως δήθεν, αλλά πάντοτε προς αυτήν ν' αποτείνεται· να
+δείξη ότι την παρετήρησεν, ότι ήτο ευτυχής, ω πολύ ευτυχής δι'
+αυτό το συναπάντημα και θα ήτο ευτυχέστερος αν εχάνετο όλος ο
+κόσμος γύρω, όλη η πλάσις, όπως δυνηθή και την πλησιάση διά μίαν
+στιγμήν. Αίφνης εφάνη άλλος συνομήλικός του νέος, ερχόμενος
+αντιθέτως και με την ιλιγγώδη εκείνην φωνήν του βιάζοντος εαυτόν
+να λαλήση, δήθεν χαριτολογών, δήθεν ειρωνευόμενος, εφώναξε προς
+αυτόν:
+
+ — Ε, βλαμάκι! τι μου γλυκοπικρογίνεσαι; . . .
+
+Αλλ' ευθύς, ως ν' απεκαλύφθη ο σκοπός του, ως να επροδόθη διά της
+αναφωνήσεως εκείνης, εκοκκίνησεν, εσκοτίσθη, εχαμήλωσεν ακόμη
+περισσότερον την κεφαλήν κ' ετάχυνε το βήμα, στέλλων τους
+χαιρετισμούς εις την καλήν του δι' αλεπαλλήλου κροταλισμού του
+μαστιγίου του.
+
+Και ούτος όμως ο χαιρετισμός δεν ήτο δυσάρεστος εις την Ανθήν.
+Έκαστος κτύπος έθιγε την καρδίαν της ευαρέστως, μακαρίως, διότι
+ήτο εξομολόγησις των αισθημάτων του Γεωργίου· διηρμήνευε την ψυχήν
+του αυτήν, απαλήν, τρυφεράν ψυχήν νέου χωρικού, ηγλαϊσμένην υπό
+του έρωτός της. Κ' ενώ τόρα η Ανθή ανέμενεν εις τόσον άχαρι
+εργασίαν την γραίαν, εις επίσκεψιν ασθενούς παιδίου, ηδημόνει,
+σχεδόν ανεθεμάτιζε τον άγνωστον εκείνον ο οποίος εντός εκράτει
+αυτήν τόσην ώραν! Εύρισκεν ότι αν δεν ήτο αυτός, εκείνη θα είχε
+τελειώση τόρα τον επί του παιδίου εξορκισμόν της και η Ανθή θα ήτο
+ελευθέρα ν' ακολουθήση απ' οπίσω τον Γεώργιον επιστρέφουσα εις το
+σπίτι. Ένας ήτο ο δρόμος των, και ήτο έρημος αυτήν την στιγμήν, εν
+τη σκιά της εσπέρας. Ηδύνατο λοιπόν χωρίς να παρατηρηθή από κανένα
+να καμαρώση εν ανέσει το λυγερόν κορμί του νέου χωρικού. Αλλ' η
+τύχη που είνε ο κυριώτερος παράγων του έρωτος, δεν τα φέρει δεξιά
+εις αυτήν . . . Αχ, και να τον ήξευρε ποιος κακομοίρης ήτο
+μέσα! . .
+
+ — Πώς πάει το παιδί, θυγατέρα; Ηκούσθη αίφνης η φωνή της γοήσσης.
+
+ — Πώς να πάη, θειά μου, απήντησεν η λυγερή, αναστρέψασα την
+κεφαλήν· το έφερα κι' απόψε να ιδούμε τι θ' απογένη.
+
+Αλλ' αίφνης διεκόπη ιδούσα εξερχόμενον τον Νικολόν, τον υπηρέτην
+και μισοσύντροφον του πατρός της εν τω μπακαλεμπορίω. Ήτο
+κοντόχονδρος χωρικός, φορών άσχημα ευρωπαϊκά φορέματα εκ ριγωτού
+διπλαρίου, από εκείνα που υφαίνουν αι κόραι της Ζακύνθου, κ' έφερε
+την αριστεράν χείρα αναπαυμένην εντός κοκκίνου μανδηλίου,
+κρεμασμένου από του λαιμού του. Εξερχόμενος ο χωρικός εγύρισε και
+απέτεινεν αστείον δήθεν χαιρετισμόν εις την λυγερήν.
+
+ — Τ' έχουμε, κυράτσ' Ανθή· δεν φοβάσαι να μην κρυώση ο κώλος
+σου; . .
+
+ — Ω, σιορ Νικολέτο! . . .είπεν αύτη, μορφάζουσα εμπαικτικώς.
+
+Αλλ' εθύμωσεν, αληθινά εθύμωσεν η νέα μόλις είδεν ότι αυτός ήτο
+που εκράτει τόσην ώραν την Κυρά Παγώνα κ' έγεινεν αιτία να μην
+απολαύση περισσότερον την όψιν του αγαπημένου της. Πάντοτε ο
+Νικολός ήτο ο κακός δαίμων του έρωτός της. Φαίνεται ότι είχεν
+εννοήση κάτι και πάντοτ' επέβλεπε τα κινήματα της Ανθής· πάντοτε
+διά της παρουσίας του, είτ' εκ προμελέτης είτε τυχέως, παρενέβαινε
+μεταξύ των βλεμμάτων αυτής και του Γεωργίου. Μίαν μάλιστα φοράν,
+την πρώτην φοράν που ηθέλησε να ομιλήση από το παραπόρτι του κήπου
+εις τον Βρανάν, ν' αλλάξουν δύο λόγια διά να ελαφρώση η πονεμένη
+των καρδιά, μόλις ήνοιξε το στόμα της κ' αίφνης, εις την μέσην του
+ερήμου δρόμου εφάνη αυτός ο Χονδρονικολός, σαν να τον έφερεν ο
+διάβολος εμπρός των . . . Να χαθή ο συχαμένος, να χαθή! . . .
+
+ — Όλο για τον Νικολό κλώθεις . . . άμ' θάρθ' η ώρα! . . είπεν η
+Κυρά Παγώνα προς την Ανθήν, πονηρώς χαμογελώσα.
+
+Κ' επλησίασε το παιδίον, αποπειρωμένη ν' ανοίξη το στόμα του. Αλλ'
+είχε τόσο παράδοξον όψιν η γεροντική μορφή της, με τας βαθείας και
+πολυγράμμους ρυτίδας, τας ψαράς και κατσαράς τρίχας των κροτάφων,
+το μαύρον φακιόλι διά του οποίου συνεκράτει επί της κεφαλής το
+φέσι, τ' οξύ και ανεστραμμένον πηγούνι και με τα μεγάλα
+ματογυάλια, των οποίων τα άρθρα μόλις συνεκράτουν πολύχρωμα νήματα
+επί της πρισμένης της μύτης, ώστε το παιδίον ετρόμαξε κ' έκρυψεν
+εις τον κόλπον της Ανθής την κεφαλήν του.
+
+ — Ουμ! εψιθύρισεν η γραία μορφάζουσα· δίχως φίλεμμα τίποτα δεν
+κάνουμε.
+
+Η Κυρά Παγώνα εγνώριζεν εκ πολυχρονίου πείρας, διά τίνος μέσου
+πείθονται τα μικρά να δεικνύουν τα πάσχοντα μέλη των και να
+υποφέρουν κάποτε τον πόνον αγογγίστως. Εφρόντιζε ν' αποθηκεύη
+πάντοτε διάφορα γλυκίσματα και καρπούς, όσους η γεροντική της
+όρεξις και τα δόντια δεν ήσαν ικανά να καταλύσουν. Αφίσασα προς
+στιγμήν το παιδίον μετά της Ανθής, εισήλθεν εις το σπίτι και
+ήνοιξε μικρόν κιβώτιον από του οποίου οσμή μοσχοβολούσα ανέβη,
+κεντήσασα την μύτην της εις ελαφρόν πτάρνισμα. Εις το βάθος του
+κιβωτίου υπήρχον διάφοροι καρποί: μήλα με σιγαρόχαρτον επιμελώς
+τυλιγμένα· κυδώνια μαραμένα όχι ολιγώτερον της ιδικής της μορφής·
+καρύδια σκορπισμένα και αμύγδαλα και σωροί σταφίδος. Η γραία έλαβε
+χούφταν καρυδίων κ' επέστρεψε προς το παιδίον, κροταλίζουσα αυτά
+εις την παλάμην.
+
+ — Έλα, καλώς το· είπε με θωπευτικήν φωνήν.
+
+Το παιδίον έστρεψε την κεφαλήν εις τον κροταλισμόν και διά των
+καρυδίων και των λόγων της, επείσθη ν' ανοίξη το στόμα του.
+
+ — Πάει να στρίψη· εψιθύρισεν η γραία, βλέπουσα μετά προσοχής.
+
+Το στόμα του παιδίου έπασχε προ ημερών από άφθας, τα υπόλευκα
+εκείνα φακοειδή ογκίδια, τ' απαντώμενα συχνά κατά την παιδικήν
+ηλικίαν. Η Κυρά Παγώνα διέγνωσεν ασφαλώς το πάθημα και από δύο
+ημερών εξώρκιζεν αυτάς καθ' εσπέραν. Και ενώ πριν το μικρόν δεν
+ηδύνατο καθόλου να κινήση το στόμα του, ούτε να δεχθή τίποτε εντός
+αυτού, τόρα αφότου ανέλαβε την θεραπείαν η γραία, εβελτιώθη
+σημαντικώς η θέσις του. Δεν έμενεν ακόμη παρά η εσπέρα εκείνη διά
+να συμπληρωθή το τριήμερον, το οποίον απαιτείται διά ν' αποβή
+αποτελεσματικός ο εξορκισμός.
+
+Η Κυρά Παγώνα, πιστή εις τα σωτήρια μέσα της, ήλθε φέρουσα
+ποτήριον γεμάτον νερού εις την αριστεράν χείρα και εις την δεξιάν,
+εις σχήμα τρικηρίου, τρεις αναμμένες κληματόβεργες εφτάκομπες. Η
+γραία εφρόντιζε δι' όλα ταύτ' από πριν και τ' αποθήκευεν εις τα
+ερμάριά της. Το νερόν έπερνε πάντοτε αμίλητο την αυγήν, κρατούσα
+οπίσω τας χείρας μετά του αγγείου, όπως και τα διάφορα κούτσουρα,
+τα καιόμεν' αδιακόπως εις την γωνίαν της, εσύναζε κατά νύκτας
+σεληνοφωτίστους ή σκοτεινάς, ξηράς ή βροχεράς, αναλόγως των
+παθήσεων διά τας οποίας της εχρησίμευον. Τα ζώα τα συρόμενα επί
+της γης και τα πτηνά τα διασχίζοντα τους αιθέρας· τα κολυμβώντα
+εις τα νερά και τα διαβιούντα εις τους βάλτους ή τα κουφώματα των
+δένδρων και τας σχισμάδας των πετρών· πάντα τα ξύλα και τα φύλλα·
+τους χυμούς και τας ρίζας και τους καρπούς· τους ανέμους όλους·
+τον ήλιον και την σελήνην και τους αστέρας· τους μαύρους της
+νυκτός πέπλους και τας μεσημβρινάς ώρας του καλοκαιρίου· τας
+διαφόρους φάσεις της σελήνης και τον χάλυβα και το πυρ και το
+χρώμα των εικόνων και το λάδι των κανδηλών, όλα κατώρθωνε να τα
+καθυποτάσση η μάγισσα, ν' αλλάζη την φυσικήν των ιδιότητα, να
+εξάγη και από τα κακοποιά ακόμη, αγαθά αποτελέσματα διά την
+ανθρωπότητα.
+
+Η Κυρά Παγώνα επροχώρησε πλησίον του πηγαδιού, μακράν της νεάνιδος
+και του μικρού κ' εστάθη κάτω της σκοτεινής συκής ακίνητος, μόλις
+τα χείλη ανακινούσα εις ψιθυρισμόν του εξορκισμού και ατενίζουσα
+τον ουρανόν. Ο ήλιος μόλις προ μικρού είχε δύση και ο ουρανός
+έλαμπεν όλος, ελεύθερος συνέφου, καταγάλανος υπό της ανταυγείας.
+Μόλις πού και πού, εις το αργυρόν ημίφως, ανεφαίνοντο αστέρες
+τινές ευάριθμοι, με λευκόν υποτρέμον φως ακόμη, εκ της ατελούς του
+ήλιου αφανείας. Η μάγισσα ηρεύνησεν εδώ κ' εκεί τον ουρανόν,
+σοβαρά και συλλογισμένη, ως Χαλδαίος θέλων να εμβαθύνη εις τα
+μυστήρια της φύσεως. Αίφνης η όψις της ηγαλλίασε και το βλέμμα της
+προσηλώθη ατενές εις τον Πολικόν αστέρα, τον αστέρα τούτον των
+ναυτιλλομένων και των μαγισσών.
+
+ — Τ' άστρι της Κλαδευτήρας κι' ο γιος μου ο γιόκας μου, να
+πάρουνε την άφτρα, την αρχόντισσα· εψιθύρισε με χαμηλήν φωνήν.
+
+Κ' εβύθισε την μίαν κληματόβεργαν εντός του ποτηρίου. Ηκούσθη
+βραχύς συριγμός εκ της επαφής της φωτιάς και του νερού και η γραία
+έρριψε την κληματόβεργαν σβυσμένην άνω του ώμου της, προς τα
+οπίσω.
+
+ — Τ' άστρι της Κλαδευτήρας κι' ο γιος μου ο γιόκας μου, να
+πάρουνε την άφτρα, την αρχόντισσα! επανέλαβε πάλιν, στραφείσα εις
+αντίθετον διεύθυνσιν.
+
+Κ' έσβεσε την δευτέραν κληματόβεργαν. Αφού δ' έπραξε το αυτό και
+διά την τρίτην η Κυρά Παγώνα έφερε το νερόν κ' επότισε το παιδίον.
+
+ — Τις γείτσες σου! επευχήθη.
+
+Και χωρίς να προσέξη εις τας ευχαριστήσεις και τας θερμάς δεήσεις,
+όσας η νεάνις ευγνωμονούσ' απηύθυνεν εις τον Παντοδύναμον διά την
+ψυχήν της, η Κυρά Παγώνα έλαβεν από του παραθύρου μικράν μαύρην
+χύτραν κ' επλησίασε το παιδίον. Διότι εκτός των εξορκισμών της η
+γραία εις πολλάς παθήσεις εδέχετο συνεπικούρους και αλοιφάς και
+φάρμακα διάφορα της δημώδους φαρμακευτικής. Το μικρόν
+κατακαπνισμένον σπιτάκι της δεν ήτο μόνον θεραπευτήριον, αλλά και
+φαρμακείον και βοτανών αποθήκη. Εντός τριών χαμηλών ερμαρίων
+περιέκλειε πάντοτε δέσμας απεξηραμμένων φυτών τα οποία αυτή
+ανεκάλυψε· ρίζας βαρυόσμους, των οποίων την θεραπευτικήν δύναμιν
+αυτή μόνη εγνώριζεν· εργαλεία χειρουργικά, κατεσκωριασμένα εξ
+αιμάτων και πύου· έμπλαστρα διαφόρου μεγέθους, τολύπας βάμβακος
+και ξαντού. Μικρά υέλινα δοχεία εφύλασσον επιμελώς το βάλσαμον, τα
+μεταξώδη εκείνα λευκά πούπουλα, τ' αποσπώμενα από του στήθους των
+αγριοχήνων και ικανά να κρατήσουν το ορμητικώτερον ρεύμα του
+αίματος και να επουλώσουν πάσαν πληγήν, κατά τας ιδέας της
+δημώδους ιατρικής. Χύτραι μικραί μετά μεγάλων, κατά διαφόρους
+στιβάδας, έφερον διάφορα εκχυλίσματα και βάμματα και αλοιφάς
+ικανάς να κατατρώγουν τας σαπιμένας σάρκας, να ρευστοποιούν τα
+κόκκαλα, ν' αποσυνθέτουν τας τρίχας, να διαχωρίζουν τους υμένας,
+να ισοπεδώνουν και τας πλέον παλαιωμένας υπερσαρκώσεις. Η χύτρα
+την οποίαν εκράτει τόρα η Κυρά Παγώνα είχε ροδόμελην, τον
+υπόξανθον εκείνον και γλυκάζοντα πολτόν, τον οποίον μόνη
+κατεσκεύαζε ανακατεύουσα μοσχοκάρυδα και συκάμινα μετά φύλλων
+ρόδου και μέλιτος και όξους και αποβράζουσα εν χωματίνω αγγείω.
+Δι' αυτής η γραία, της στυπτικής και καυτηριώδους αλοιφής, επέχριε
+μετά τον κατάλληλον εξορκισμόν τους πάσχοντας λαιμούς και τας
+άφθας.
+
+Μόλις η Κυρά Παγώνα επεράτωσε την επίχρισιν του στόματος του
+παιδίου και η Ανθή εσηκώθη να φύγη.
+
+ — Όχι· κάτσε, καϋμένη, λιγάκι· είπεν η γραία με θωπευτικήν φωνήν·
+θα σου 'πω γι' αυτό που συλλογιέσαι.
+
+Και την ητένισε με βλέμμα παραδόξου εκφράσεως, μ' ένα χαμόγελο
+σατανικόν εις τα χείλη, το οποίον εκάρφωσεν επί του κατωφλίου την
+λυγερήν. Εντροπή κατέλαβεν αίφνης αυτήν και η καρδία της ήρχισε να
+βροντοκτυπά εν προσδοκία υψίστη. Δι' αυτό που συλλογίζεται θα της
+ομιλήση αληθινά! Ρίχνει λοιπόν εις τ' άστρα η Κυρά Παγώνα και
+μανθάνει τα κρυφά συναισθήματα των ανθρώπων! Πώς ήτο δυνατόν να
+γνωρίζη εκείνο που αυτή συλλογίζεται κατ' εκείνην την στιγμήν!
+εκείνο που έχει εις της καρδίας τα βάθη και δεν τολμά ουδ' αυτή η
+ιδία να φέρη εις τα χείλη της! Και τι τάχα θα της είπης τι μέλλει
+ν' ακούση από το στόμα εκείνο που δεν ανοίγει παρά μόνον διά να
+τινάξη ορμαθόν εξορκισμών. Τι μέλλει ν' ακούση περί του αγαπημένου
+της; Ήτο αληθινά περίεργος να μάθη. Εφοβείτο όμως μήπως ομιλήση
+πολύ ελευθέρως περί του Γεωργίου, περί του έρωτός της η γραία κ'
+εκυμαίνετο μεταξύ της ιδέας να μείνη και να μη μείνη, προτιμώσα το
+έν και το άλλο διαδοχικώς.
+
+ — Όχι, θα πάω, θεια μου· θα πάμε 'ς` το πανηγύρι αύριο κ' έχουμε
+δουλιές· είπε πηδήσασα αίφνης ορθία.
+
+ — Τα βαφτίσια θάχετε;
+
+ — Ναι.
+
+Αλλ' ενώ έλαβε την απόφασιν να φύγη εκοντοστέκετο μετανοούσα κ'
+ευχομένη όπως την κρατήση η γραία και της ομιλήση δι' εκείνο που
+της υπεσχέθη εις την αρχήν. Η Κυρά Παγώνα εμάντευσεν ευθύς την
+παλιμβουλίαν της λυγερής κ' εχαμογέλασε προσβλέπουσα αυτήν
+σταθερώς. Η Ανθή εθύμωσε διά τούτο κ' εκοκκίνησεν ακόμη
+περισσότερον, εννοήσασα ότι απεκαλύφθη η αδυναμία της. Μα πώς τα
+μαντεύει αυτά που έχει σφαλισμένα μέσα της, η μάγισσα! ε;
+
+ — Άκουσε, κόρη μου· το καλό που σου θέλω, ν' αφήσης αυτήν την
+πετριά· ο Νικολός είνε γαμβρός κι' όπου καλό μου θέλει!
+
+Έτσι απήντησεν η Κυρά Παγώνα εις την ενδόμυχον εκείνην ερώτησιν
+της λυγερής. Και το γραώδες ερευνητικόν βλέμμα της έφερεν άνω κάτω
+τον νουν της παρθένου. Πετριάν; ποίαν πετριάν έλεγεν η γραία;
+Μήπως επρότεινεν εις αυτήν ν' ανταλλάξη τον Γεώργιον με τον
+Νικολόν;
+
+ — Αφ' ς τα λόγια, θεια Παγώνα! εψιθύρισεν η λυγερή εν αδημονία.
+
+ — Γιατί, θυγατέρα; του σπιτιού σας άνθρωπος ο Νικολός!
+
+Η Ανθή έμεινε κατάπληκτος εις το επιχείρημα τούτο. Δεν το είχε
+σκεφθή ποτέ πριν ότι ο Νικολός, ένα εξευτελισμένον μπακαλόπαιδο,
+ηδύνατο να έχη δικαιώματα επ' αυτής, απλώς και μόνον διότι ήτο
+άνθρωπος του σπιτιού της. Αλλ' η Κυρά Παγώνα ήρχισε να υποστηρίζη
+ότι τούτο ήτο αρκετή υποχρέωσις. Και μετ' ολίγον ανέλαβε πρόσωπον
+προξενητρίας και ήρχισε να ομιλή με σοβαρότητα αξίαν του θέματος,
+περί του μέλλοντος γαμβρού, πλουτίζουσα αυτόν με παντός είδους
+αρετάς· ευρίσκουσα χάριν και κομψότητ' απαράμιλλον εις όλα: εις το
+κοντόν ανάστημα, την εξέχουσαν κοιλίαν, την κολοκυθένιαν μύτη, το
+εξανθηματικόν πρόσωπον του Νικολού.
+
+Αι προξενήτριαι έχουν την χάριν του λόγου και την πειστικότητα
+φυσικήν, ως να εγεννήθησαν επίτηδες δι' αυτό το έργον. Έχουν
+πάντοτε την καλωσύνην να ομολογούν ότι αυταί είνε οι μόνοι
+καλοθεληταί των ανθρώπων. Κοπιάζουν, όχι διά τίποτε άλλο παρ'
+απλώς διά να κάμουν ένα καλό που περνά από τα χέρια των, εις τους
+προξενευομένους. Βλέπουν τον γαμβρόν τόσον καλόν· γνωρίζουν την
+νύμφην τόσον αγαθήν κ' έχουν πεποίθησιν ότι αυτοί οι δύο θα κάμουν
+ένα αγγελικόν ανδρόγυνον. Διατί λοιπόν, Θεέ μου και Κύριέ μου, να
+μη φροντίσουν να το τελειώσουν! Θα κάμουν ένα καλό, μεγάλο καλόν
+εις τους νέους, εις τας οικογενείας των και θ' αναπαύσουν και
+αυταί την ψυχήν των. — Διότι πάντοτ' αι προξενήτριαι διά την ψυχήν
+των εργάζονται. Μία γωνία εξασφαλισμένη από πριν εις τον
+Παράδεισον είνε μικρόν πράγμα; Η ιδέα μόνη ότι θα ζη η ψυχή μεταξύ
+πτερωτών αγγέλων και θα πλανάται αμέριμνος και ήσυχος εις τερπνούς
+λειμώνας, μεταξύ αγνών εκ γάλακτος και μέλιτος ποταμών, αντί να
+διαιτάται μαζί με κερασφόρους δαίμονας και δυστυχείς αμαρτωλούς,
+δεν είνε αρκετή αμοιβή διά μίαν αμαρτωλήν προξενήτριαν; Χωρίς να
+υπολογήση κανείς και τα υλικά κέρδη εις τον επάνω κόσμον· τα δώρα
+που θα της προσφέρουν η νύμφη και οι συγγενείς και ο γαμβρός, άμ'
+αποπερατωθή το συνοικέσιον. Και τροχίζουν αι γραίαι την γλώσσαν
+των και κινούν τους πόδας και τρέμουν από του ενός εις το άλλο
+σπίτι· από του ενός ενδιαφερομένου εις τον άλλον ακούραστοι, μ'
+ένα μυστηριώδες ύφος, με την εχεμύθειαν επί του προσώπου
+ζωγραφισμένην και λέγουν και όλο λέγουν. Σφυρηλατούν τους λόγους
+των μετά μεγάλης δεξιότητος· προφέρουν τας φράσεις των μετά
+μειλιχίου τόνου και δίδουν εις αυτάς, εν αγνοία των ίσως, ύφος
+άντικρυς αντίθετον προς την χωρικήν αυτών και αγροίκον ιδιότητα.
+Αι περίοδοι της ομιλίας των άλλοτε είνε έντονοι· άλλοτε εις
+αδύνατον ψιθυρισμόν απολήγουσαι, κατά τας περιστάσεις πάντοτε και
+την εντύπωσιν την οποίαν είνε ανάγκη να προξενήσουν εις τους
+ακούοντας. Αι λέξεις εξάγονται συνεσφιγμέναι από τα χείλη των
+συνδεδεμέναι αρρήκτως η μία μετά της άλλης, ώστε το υποθετικόν «αν
+πάρη» ο προξενευόμενος να εκλαμβάνεται παρά των συγγενών της
+νύμφης ως «αμπάρι» — δηλαδή αποθηκών σίτου και κριθής κάτοχον τον
+γαμβρόν των. Κ' ενώ ομιλούν αίφνης προς την μητέρα με μυστικότητα,
+προσβλέπουν και την κόρην με βλέμμα συμπαθείας, προστασίας
+περισσής, ως να της λέγουν ότι δι' αυτήν κοπιάζουν και της έχουν
+ένα καλόν γαμβρόν, — καλόν σαν το χρυσάφι και ωραίον σαν το
+βασιλόπουλο! . . .
+
+Έτσι ωμίλει τόρα και η Κυρά Παγώνα εις την λυγερήν. Με ποιητικήν
+έξαρσιν η οποία εζωογόνει κάπως το μαραμμένον πρόσωπόν της· με
+μάτια σουβλερά κ' εκφραστικά· με κινήσεις των χειρών παραστατικάς
+και διά ζωηρού λόγου, γεμάτου από θελκτικάς εικόνας της ζωής,
+κατεπλούτιζε το είδωλόν της κ' επέμενε ν' αναστηλώση τούτο επί της
+καρδίας της παρθένου.
+
+Αλλ' γραία πολύ εβράδυνε να έλθη. Την θέσιν κατείχεν άλλο είδωλον,
+αγνόν και άσπιλον είδωλον, και όχι εκείνο το ευτελές και
+παλαιωμένον, το οποίον περισσότερον έκαμνον απαίσιον αι βαφαί και
+οι ψευδείς λίθοι, με τους οποίους το εστόλιζεν η προξενήτρια. Η
+Ανθή ήσυχος, έχουσα την ψυχήν πλημμυρισμένην από τον έρωτα του
+Γεωργίου, γνωρίζουσα την καρδίαν της απροσπέλαστον εις πάσαν
+επιβουλήν, είχεν όρεξιν κατ' αρχάς να γελάση, ακούουσα τους
+φουσκωμένους λόγους της Κυράς Παγώνας και από καιρού εις καιρόν
+έλεγε με εμπαικτικόν θαυμασμόν:
+
+ — Έτσι ε, θεια μου! . .
+
+Aφού όμως είδεν ότι εκείνη επέμενεν εις τον σκοπόν της, ήρχισε να
+καταστενοχωρήται. Τα στήθη της εξωγκούντο από αγανάκτησιν διά το
+άσχημον εκείνον άτομον, το οποίον η προξενήτρια κατεφόρτωνε με όλα
+τα χαρίσματα και μετέβαλλεν εις υπερφυσικήν τελειότητα. Αν δεν
+εγνώριζε καλά τον Νικολόν, μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών,
+θα τον παρεδέχετο ως αυτό το βασιλόπουλον του παραμυθιού, που
+εφανερώνετο εκάστην νύκτα, αστράπτον εις καλλονήν και
+χρυσοϋφάντους στολάς, εμπρός εις την έπληκτον βοσκοπούλαν. Τόσον
+τεχνικοί και πειστικοί ήσαν οι λόγοι της Κυράς Παγώνας! Αλλ' εις
+την Ανθήν δεν έκαμνον άλλο παρά να φανερώνουν την επιτηδειότητα,
+την οποίαν είχεν εις το ψεύδος η γόησσα. Κ' επειδή πριν, όπως και
+οι άλλοι χωρικοί, εθεώρει αυτήν είδος αγίας, άμωμον καθ' όλα και
+ανελλιπή, αψευδή τύπον χριστιανής, τόρα εξεπλήσσετο, διότι την
+εύρισκεν άλλην. Από αυτήν, καθό φίλην της αληθείας, σχεδόν
+απόστολον του θεού επί της γης, του θεού που τιμωρεί το ψεύδος,
+επερίμενεν η λυγερή ν' ακούση επαίνους μάλλον περί του Γεωργίου,
+αν υποτεθή ότι εγνώριζέ τι, και όχι περί του Νικολού. Ποιος
+ημπορεί να ειπή ότι το φεγγάρι λάμπει καλήτερα από τον ήλιον;
+Έλεγον όλοι ότι αυτή θέλει ν' ακούη τα σύκα-σύκα και την σκάφην-
+σκάφην· διατί τάχα δεν θέλει και να τα λέγη; . . .
+
+ — Άφ' ς τα, θεια Γιάννου . . .πάψε πια! . . είπε τέλος προς την
+γραίαν με μορφασμόν, ως να έλεγεν ότι την αηδίασε.
+
+ — Γιατί, θυγατέρα; δε σ' αρέσει ο άγγουρος;
+
+Και η γραία έλαβεν αίφνης απαισίαν έκφρασιν, εκείνην που λαμβάνουν
+πάντοτε τα μαραμμένα λαδικά, όταν προσβληθούν· — έκφρασιν οργής
+και χλεύης και χαιρεκακίας και απειλής συγχρόνως. Η ατυχής
+παρθένος ευθύς εσυμμαζεύθη, φοβηθείσα μήπως η αγανάκτησις την
+έκαμε να υπερβή τα όρια του σεβασμού, τον οποίον ώφειλε να τηρή
+προς την γραίαν μάγισσαν. Εγνώριζεν ότι η οργή τοιούτου πλάσματος
+δεν είνε ακίνδυνος διά τους ανθρώπους και κατ' εξοχήν διά τας
+γυναίκας. Καλήτερον να έχη κανείς να κάμη με τον διάβολον παρά με
+τοιαύτα όντα. Η Κυρά Παγώνα ηδύνατο αν ήθελε να εκδικηθή αυτήν, να
+καταστρέψη όλην της την τύχην να μαράνη όλην της την ζωήν. Τι θα
+έχανε τάχα; Ένα λόγον ήρκει να εκστομίση, από εκείνους που έχει
+εις την κατοχήν της και προ των οποίων αι ασθένειαι κρημνίζονται
+φοβισμέναι εις τα σκοτεινά λαγκάδια και τα σπήλαια, μακράν των
+ακτίνων του ηλίου· ένα κόμβον να δέση, είτ' ένα καβαλιστικόν
+ψηφίον να χαράξη εις το τρίστρατον κ' ετελείωναν όλα διά την
+Ανθήν. Από εύμορφην, όπως εσυνείθισαν να την θεωρούν όλοι εις την
+κωμόπολιν, θα την έβλεπον πλέον δυσειδή και φρθειριώσαν και κανείς
+δεν θα ήθελε την σχέσιν της. Ούτε οι γονείς της· ούτε αυτός ο
+Γεώργιος! . . . ο Γεώργιος Βρανάς του οποίου και την ζωήν ήτο
+ικανή να επιβουλευθή η γραία, αφού εγνώριζε την αγάπην των! Και
+εις την σκέψιν αυτήν ανετριχίασεν ολόκορμος η λυγερή κ' εσκέφθη να
+ζητήση τρόπον συμβιβασμού.
+
+ — Καλός και τίμιος είνε, εψιθύρισεν εντροπαλή κάπως· μα εγώ δεν
+είμαι σε καιρό ακόμη.
+
+ — Ποιος το λέει; είπεν η Κυρά Παγώνα γελώσα απαισίως· άμ' έννοια
+σου, καλότυχη, κι' ο κύρις σου τα τέλειωσε . . .
+
+Η Ανθή επήδησεν εις την τελευταίαν λέξιν, εξαφνισθείσα.
+
+Ητένισε την γραίαν με βλέμμα οργίλον και αρπάσασα εις την αγκάλην
+το παιδίον έφυγε δρομαία εκείθεν.
+
+Η Κυρά Παγώνα εξεκαρδίσθη γελώσα και κινούσα την κεφαλήν μ'
+έκφρασιν πίστεως ακραδάντου εις τα θελήματα και τας δυνάμεις της.
+Φθάνει να το θελήση αυτή και τότε βλέπουμε! . . Έπειτα στρέψασα
+και ιδούσα τ' ασπρόρρουχα, ακόμη απλωμένα εις μίαν γειτονικήν
+αυλήν, εφώναξε με φωνήν επιπλήττουσαν:
+
+ — Μωρή Μαρία, Μαρία! . . . Έβγα, μωρή, γλήγορα να μαζώξης τα
+ρούχα! Θ' αστερωθούν, κακομοίρα και θα γιομίσετε εξανθήματα! . . .
+
+
+
+
+Β'
+
+Ο ΔΙΒΡΙΩΤΗΣ
+
+
+
+ — Τι παιδί, τι έξυπνο παιδί! . . .
+
+Ήτο συχνή αναφώνησις θαυμασμού, η αναφώνησις αυτή του κυρ
+Παναγιώτη Στριμμένου διά τον Νικολόν Πικόπουλον, τον υπηρέτην του
+καταστήματός του. Και τόρ' ακόμη ενώ εκάθητο συμμαζεμένος όπισθεν
+του πάγκου του, παίζων εις την μίαν χείρα το μακρύ κομβολόγι του,
+σύμβολον του εν Πελοποννήσω αρχοντολογίου — και με την άλλην
+κρατών την κεφαλήν του, τας αυτάς στερεοτύπους ιδέας εγύριζεν εν
+τω εγκεφάλω του και τας αυτάς λέξεις εις τα χείλη του:
+
+ — Τι παιδί, τι έξυπνο παιδί! . . .
+
+Και αληθινά ήτο έξυπνον παιδί ο μεσόκοπος ούτος Διβριώτης. Ο γέρων
+εβεβαιούτο ατενίζων το ενώπιόν του ογκώδες κατάστιχον, το
+κατεσχισμένον και απόζον εξ όλων των ειδών του εμπορίου, αλλά
+πλήρες αριθμών και ονομάτων και το πλήθος των πέριξ του
+πραγματειών. Από της οροφής εκρέμοντο εις πυκνάς τάξεις μαντήλια
+διαφόρων χρωμάτων και ζεύγη τσαρουχίων· ζεύγη καλτσών· σελάχια·
+ζωνάρια μάλλινα διά τους φουστανελοφόρους· καπιστράναι και αλύσεις
+διά τους ίππους· φέσια και ψιαθωτά σκιάδια· ένα πιτούρι ανδρικόν
+εδώ με ανοικτά σκέλη· ένα κοντογούνι γυναικείον εκεί με απλωμένας
+αγκάλας, υπόλευκον εκ της πολυκαιρίας· κ' εναλλάξ πλέκτραι
+κρομμύων, δέσμαι ξυλοκανάτων και ξυλοπινακίων και απεξηραμμέναι
+ρίζαι εντός χαρτοδεμάτων. Ανά τας γωνίας παρετάσσοντο επιδεικτικώς
+επί υψηλών κιβωτίων σάκκοι ζάχαρης και καφέ, σησάμου και ορύζης,
+αμυγδάλων και φακής, φασολίων και ριζαρίου με τις σέσσουλες εντός.
+Μίαν πλευράν κατείχε το καπνοπωλείον, διά πολυχρώμων χαρτίνων
+κροσσών φιλοκάλως διεσκευασμένον· με μαρμάρινον επίστρωμα επί του
+πάγκου και την ζυγαριάν αποστράπτουσαν εκ της καθαριότητος, και
+τας πυραμίδας του καπνού, χρυσιζούσας και πεντοβολούσας
+προκλητικώς επί των ραφίων. Ετέραν πλευράν κατείχον τα
+οινοπνευματώδη ποτά, με μίαν στοίβαν χρωματιστών βαρελίων εις την
+άκραν· με τα ράφια πλήρη φιαλών μακρολαίμων, επιδεικνυουσών
+ποικιλίαν χρωμάτων κ' ένα μεγάλον καθρέπτην εις το μέσον διά να
+καθρεπτίζωνται οι προσερχόμενοι και δίδουν αρειμάνιον ήθος εις το
+αναμμένον υπό του ποτού πρόσωπόν των οι λεβέντες· μ' ένα πάγκον
+εμπρός πλήρη φιαλών στρογγύλων και ποτηρίων και νερών αφθόνων. Εις
+την τρίτην παρετάσσοντο επί των ραφίων τα λεπτά είδη του εμπορίου:
+πανία και κασμίρια· χάρτινοι κύλινδροι με χρυσές επιγραφάς και
+χρωματιστάς ταινίας· δοχεία κιννίνης και φιαλίδια ενέχοντα πολλάς
+φαρμακευτικάς ουσίας· ραβδίσκοι γιάμπελης και δέσμαι βουρτσών και
+η κάσσα πλησίον και τα κατάστιχα. Εις την προς τον δρόμον τέλος,
+ανοικτήν όλην, εξετίθεντο όλα τα χονδρά είδη της μπακαλικής. Και
+τι εδείκνυον ταύτα, παρά την ακμήν του καταστήματός του; Τι
+εμαρτύρουν παρά την εμπορικήν ικανότητα του Νικολού; Ο κυρ
+Παναγιώτης ηδύνατο ανερυθριάστως να τ' ομολογήση ότι η ακμή αυτή
+δεν ήτο ιδικόν του δημιούργημα· ότι δεν συνεισέφερεν ούτος άλλο τι
+παρά το χρήμα. Αλλά και το χρήμ' αυτό πώς επολλαπλασιάσθη κ'
+έγεινε τόσον, ώστε να επαρκή τόρα εις το ανοικτόν εμπόριόν του,
+παρά διά της αξίας του Πικοπούλου; Τι τάχα; είνε ανάγκη να τα λέγη
+κανείς! Ο Στριμμένος ήτο όπως όλοι οι εντόπιοι έμποροι: νωθρός,
+ολιγαρκής, ασκών το πνεύμα του μάλλον εις χονδράς ευφυολογίας, εις
+αστειότητας κενάς ή εφευρέσεις κακολόγους διά τους ομοίους του·
+παρά εις εμπορικά τερτίπια. Παρεδέχετο ότι δεν ήτο προωρισμένος
+διά τοιαύτα πράγματα! Δεν του ήρεσεν ο θόρυβος του εμπορίου·
+εκείνη η διψαλέα και ωσεί εξ ενέδρας διαρπαγή του χρήματος και η
+αδιάκοπος βήμα προς βήμα πάλη μεταξύ των συναδέλφων του. Τον ήθελε
+τον κυρ Παναγιώτην αυτός. Άλλην μίαν φοράν δεν τον εγέννα η μάννα
+του. Ηγάπα το κέρδος, δεν είνε ζήτημα· αλλά πολύ περισσότερον
+ηγάπα την ησυχίαν του. Άλλως τε το κέρδος ήρχετο τότε μόνον του.
+Ήρκει να κρεμάση κανείς μίαν ζυγαριάν, να ράψη ένα κατάστιχον και
+ν' ανοίξη ολίγον το χέρι του εις τους χωρικούς διά να κάμη την
+δουλειάν του. Οι χωρικοί τρέχουν εις τα δάνεια όπως οι πεταλούδες
+εις το φως!
+
+Αλλ' εις την ανάμνησιν αυτήν φρικίασις εκυρίευσε τον γέροντα και
+προσήλωσεν επιμονώτερον τα μάτια επί των πραγματειών, θέλων να
+λησμονήση τους παλαιούς εκείνους καιρούς. Όχι· ο κυρ Παναγιώτης
+δεν ήτο πλέον ο προ εικοσαετίας νωθρός και ολιγαρκής έμπορος. Παρά
+την ηλικίαν του, το σώμα κατείχετο υπό πυρετού ενεργείας τόρα, το
+δε πνεύμα του έτρεχεν ακούραστον κ' εν δαιμονιώδει φορά κατόπιν
+του κέρδους. Εβαρύνετο πλέον το στάσιμον και βραδύ εμπόριον
+απέστεργε μετ' αηδίας την εποχήν, ότε μόνος διηύθυνε το κατάστημά
+του. Τι να ενθυμηθή κανείς και να μην αηδιάση; Το μαγαζί του ήτο
+μικρόν τότε, μόλις το ήμισυ του σημερινού, με τοίχους γυμνούς και
+απόζοντας υγρασίας· με τας γωνίας ανεσκαμμένας υπό των ποντικών με
+την οροφήν πλήρη αραχνών· με δεμάτια τινά γλυκορρίζης και πλατείας
+ταινίας κρεμαμένας από γωνίας εις γωνίαν χιαστί διά ν' αναπαύονται
+οι μύγες και μη ταράττουν τους περί μακαριότητος συλλογισμούς του.
+Ένα ράφι μόνον έφερε κατασκονισμένα τινά φιαλίδια μετά πηλίνων
+πινακίων κ' ένας πάγκος δύο τρεις φιάλας μισοσπασμένας, εντός των
+οποίων εφυλάσσετο οινόπνευμα, το οποίον έχασε και χρώμα και οσμήν
+εκ της πολυκαιρίας. Τα συνήθη είδη του εμπορίου του ήσαν η ζάχαρη
+εις δεκάλεπτα χάρτινα χωνία, μετά περισσής φιλοκαλίας τυλιγμένα·
+το θειαφοκέρι, των εννιά αδερφών το αίμα, η θεριακή, η γιάμπελη, η
+θειάφη προς χρήσιν των βρεφών· η αλογόπετρα· είδη τινά της βαφικής
+και η κάμφουρα. Η δε πελατεία του συνέκειτο από τα μικρά παιδία,
+τα οποία τον ηπάτων πολλάκις διά κιβδήλων νομισμάτων κατατρώγοντα
+τα ξηρά σύκα του· και από τας μαίας και ιάτρισσας εις τας οποίας
+εχορήγει ευκολίας και πιστώσεις. Και όμως ήτο πολύ ευτυχής αν
+εκέρδαινε μία σβάντζικα την ημέραν!
+
+ — Ε, γυναίκα· βγάλαμε σήμερα το ψωμί μας· αύριο έχει ο θεός·
+έλεγεν επιστρέφων το εσπέρας εις το σπίτι του.
+
+Τόρα όμως ηπόρει και αυτός πώς συνέβαινε τούτο. Εγέλα διά την
+εμπορικήν του εκείνην ελαφρότητα· επείσμωνε μάλιστα πολλάκις διότι
+δεν εγνώρισε να ωφεληθή από την περίστασιν. Ήτο εποχή τότε! Ο
+συναγωνισμός εκοιμάτο και μαζί μ' αυτόν έρρεγχον μακαρίως και οι
+γεννάδαι έμποροι της κωμοπόλεως. Τόρα μόνον εξύπνησαν όταν
+επέδραμον οι ορεινοί, οι Διβριώται προ πάντων και κατέλαβον το
+κυριώτερον κέντρον της αγοράς κ' εννόησαν τας ανάγκας του τόπου κ'
+εσχημάτισαν περιουσίας! Αλλά τόρα είνε ακριβόν το χρήμα και
+κατήντησε σπανιώτερον το κέρδος! Οι εντόπιοι έμποροι ματαίως
+τρίβουν τα μάτια των, έκπληκτοι διά την πρόοδον των επιδρομέων και
+τεντόνονται ν' αποσείσουν την νάρκην και προσπαθούν να
+συναγωνισθούν· δεν είνε πλέον καιρός. Και ευτυχώς διά τον
+Στριμμένον ότι είχεν ένα ορεινόν, ένα Διβριώτην. Οι ρευματισμοί
+και τα γηρατειά ήλθον πάντοτ' εγκαίρως και τον ηνάγκασαν να
+προσλάβη εις την υπηρεσίαν του τον Νικολόν. Άλλως τε αυτός θα
+έμενεν ακόμη εις την πενιχράν κατάστασίν του, με τα βάζα της
+θεριακής και τους ραβδίσκους της γιάμπελης και ο έξυπνος Διβριώτης
+θα εδαπάνα την εμπορικήν του ικανότητα διά το συμφέρον άλλου
+τινος.
+
+ — Και πώς δεν τον έδιωξα! . . . εσυλλογίσθη αίφνης ανήσυχος ο κυρ
+Παναγιώτης.
+
+Και αληθινά ολίγον έλειψε να διώξη από το κατάστημά του τον
+Νικολόν. Εφ' όσον είχε τους ρευματισμούς, ανείχετο ο γέρων να
+τρώγη ο χωρικός το ψωμί του. Αφ' ού όμως έγεινε καλά, εσκέφθη ότι
+του ήτο όλος περιττός και δεν θα έκαμνε κακά να τον έστελλε να
+ζήτηση αλλού τύχην. Δεν το έκαμεν ευθύς, διότι μόλις ήλθεν ο
+χωρικός ηναγκάσθη να τον παπουτσώση. Απεφάσισε λοιπόν να τον
+κρατήση επί τινα καιρόν, μέχρις ου πληρωθούν διά της υπηρεσίας του
+τα παπούτσια. Αυτός όμως ο ολίγος καιρός ήρκεσεν εις τον Νικολόν
+ν' αποδείξη τα σπάνια εμπορικά προσόντα του. Μόλις εζώσθη την
+ποδιάν ο πονηρός Διβριώτης έγεινεν άλλος ευθύς. Μετά δύο ημέρας,
+αν εισήρχετο καθείς δεν θ' ανεγνώριζε πλέον την εμπορικήν εκείνην
+τρώγλης του κυρ Παναγιώτη Στριμμένου. Όλα τα παλαιά ζαχαροβάρελα·
+όλ' αι σαρδελοκαδούλαι· οι κατατρυπημένοι σάκκοι, όσοι εσήποντο
+άχρηστοι προ ετών εις το κατώγι του σπιτιού του, τόρα παρετάσσοντο
+κατά στοίβας υψηλάς εν τω καταστήματι, ώστε δεν εύρισκε κανείς
+θέσιν να σταθή.
+
+ — Τ' είνε τούτο πώκαμες, μωρέ; είπεν ο κυρ Παναγιώτης, μειδιών
+διά την ελαφρότητα του νέου· μου γιόμισες το μαγαζί με άδεια
+βαρέλια!
+
+ — Μην κυττάς τ' είνε — τι φαίνονται· απήντησεν ούτος.
+
+Και αληθινά διά της τέχνης του ο Διβριώτης απεκάλυπτε την άλλην
+ημέραν εις τους πελάτας του Στριμμένου ανοικτά τα στόματα των
+βαρελίων και γεμάτ' από ζάχαρην, άλμης γεμάτα και άλατος κ'
+ευωδιαζούσης σαρδέλας τα βαρέλια και τους σάκκους όλους μεστούς
+ορύζης και καφέ. Και όταν ο αφέντης του, υπομειδιών ακόμη
+δυσπίστως, είπεν ότι ήρκει κανείς πελάτης να κτυπήση με το πόδι τα
+βαρέλια διά να προδοθή το κενόν αυτών· ούτος υπέδειξεν ευθύς
+πάγκους και κιβώτια τα οποία είχεν έτοιμα να παρατάξη πέριξ, ως
+προτείχισμα εμποδίζον καθένα να πλησίαση προς αποκάλυψιν του
+μυστικού του.
+
+Και δεν περιωρίσθη εις αυτά μόνον ο Νικολός· αλλά κατώρθωσε μικρόν
+κατά μικρόν να καταστήση πραγματικήν την φαινομενικήν εκείνην
+σωρείαν των εμπορευμάτων. Είνε αληθές ότι ο κυρ Παναγιώτης κατ'
+αρχάς αντεστάθη πεισματωδώς εις το ελεύθερον εμπόριον, όπου εζήτει
+να τον παρασύρη ο Διβριώτης. Δεν ήθελεν αυτός τόρα, γέρων
+άνθρωπος, τόσας πολλάς συναλλαγάς. Αρκετή ήτο η σκοτούρα που
+είχεν. Αλλ' ο Νικολός ήτο διαβολεμένος νους. Παρίστανε το κέρδος
+τόσον φανερόν· σχεδόν έρριπτε το χρήμα θαμβωτικόν και απαστράπτον
+τόσον εις τα θυλάκια του γέροντος εμπόρου, ώστε τον κατήντησε
+ολίγον κατ' ολίγον αδύνατον εις πάσαν άρνησιν. Ο Νικολός ήτο η
+ψυχή και αυτός η χειρ μόνον εις το εμπόριον.
+
+ — Μπάρμπα, να φέρουμε και τούτο — βγάνει το ένα άλλο ένα . . .
+Μπάρμπα, φεύγει σήμερα ο Κράγκαρης. — γράψε να μας φέρη κ'
+εκείνο . . .
+
+Κ' έγραφεν, έγραφε τόρα ο κυρ Παναγιώτης εις τους εν Πάτραις
+εμπόρους «στείλατέ μου τούτο, στείλατέ μου εκείνο»· και καθ'
+ημέραν έβλεπον έκπληκτοι οι χωρικοί τους καρρολόγους ξεφορτώνοντας
+πλήθος εμπορευμάτων προ του καταστήματός του. Και το μικρόν
+ολιγόφυλλον εκείνο δευτέρι, όπου εσημείωνε πριν την θηριακήν της
+Κυρά Κανέλλας και το καμένδριο της Κυράς Γιαννούς και την βαφήν
+της θείας Λάμπραινας, μετεβλήθη τόρα εις βαρύ και ογκώδες
+κατάστιχον, όπου εγράφοντο ως χρεωφειλέται όλοι οι νοικοκυραίοι
+της κωμοπόλεως. Ω, ήτο διαβολεμένος άνθρωπος αυτός ο Νικολός του!
+Και δεν το έλεγε μόνον ο κυρ Παναγιώτης· τ' ωμολόγουν όλοι οι
+έμποροι, των οποίων έσυρεν ως ιξόβεργα ένα-ένα τους πελάτας και
+ανεκήρυσσον έκπληκτοι, εμπορικήν εξοχότητα τον Διβριώτην.
+
+ — Τσαχπιναριό του διαβόλου! έλεγον μεταξύ των.
+
+Ήρχισαν δε να διασπείρουν διαβολάς, ζητούντες με κάθε τρόπον ν'
+αποσπάσουν αυτόν από την υπηρεσίαν του γέροντος. Ο Νικολός ήτο δι'
+αυτούς ο βουκόλος του παραμυθιού, τον οποίον η Τύχη ηυνόησε τόσον
+ώστ' εκείνο που εγγίζει να μεταβάλλετ' αίφνης εις χρυσόν· και ο
+γέρων έμπορος ήτο ο έξυπνος χωρικός, που επήρε εις το σπίτι του
+τον βουκόλον κ' εθησαύριζεν εκ της αφελείας του. Αλλά τον βουκόλον
+εκείνον είχεν αδικήση η Γνώσις. Η πολύτιμος θεά, εκ πείσματος προς
+την αδελφήν της, είχεν αρνηθή εις αυτόν τα μεγάλα δώρα της, διά
+των οποίων θα καθίστατο ικανός να γνωρίση την τιμήν του χρυσού και
+να τον περιμαζεύση. Ενώ τον Νικόλαον Πικόπουλον ηυνόει τουναντίον
+και εις απίστευτον μάλιστα βαθμόν. Διατί λοιπόν να δαπανά την
+εύνοιαν αυτής προς όφελος άλλου και όχι του εαυτού του;
+
+Αλλ' ο γέρων έμπορος εγνώριζε πλέον το συμφέρον του· ανέπτυσσε
+καταπληκτικήν δεξιότητα εις τας εμπορικάς συναλλαγάς. Την πρώτην
+λοιπόν ωφελιμωτέραν συναλλαγήν την οποίαν έκαμεν ευθύς μόλις
+ενόησε τον σκοπόν των αντιπάλων του, ήτο να βάλη εις μερίδιον τον
+Νικολόν, δεχόμενος ως κεφάλαια τους γλίσχρους μισθούς και την
+μεγάλην ικανότητα του υπηρέτου του. Κ' ενώ υπομειδιών τόρα
+εγύριζεν αυτά εις τον νουν του, εύρισκεν ότι μία ακόμη συναλλαγή
+τοιαύτη του έμενε να κάμη και ο εμπορικός του οίκος εξησφάλιζε διά
+παντός την προκοπήν του. Βέβαια η εμπορική ευφυία του Νικολού και
+η τύχη της οικογενείας του έμενον πλέον αρρήκτως συνδεδεμέναι, αν
+έδιδεν εις αυτόν την Ανθήν την μοναχοκόρην του!
+
+Είνε αληθές ότι πριν γνωρίση τον Νικολόν, το μόνον μέλημα του
+Στριμμένου ήτο η ευτυχία της Ανθής του, μικράς τότε και
+χαριτωμένης κορασίδος. Αφ' ης όμως ημέρας ο Νικολός εισήλθεν εις
+τον εμπορικόν βίον του και παρέσυρεν αυτόν εις την ορμητικήν δίνην
+της συναλλαγής και του κέρδους, έγεινε τούτο δευτερεύον ζήτημα.
+Δεν ήτο όμως λόγος ότι δεν εσκέπτετο πάντοτε να δώση ένα καλόν
+γαμβρόν εις την κόρην του. Κ' εύρισκε τόρα ότι είχεν όλα τα
+προσόντα καλού γαμβρού ο Νικολός Πικόπουλος. Μαλακόν τρόπον ώστε
+να μη δυσαρεστή ποτέ την γυναίκα του και αρκετήν
+επιχειρηματικότητα πνεύματος διά ν' αυξήση καταπληκτικώς την
+περιουσίαν που θα εκληρονόμει. Κ' επειδή εις αυτόν και μόνον τον
+κύκλον εστρέφοντο όλαι αι ιδέαι του κυρ Παναγιώτη, έμεινεν ευθύς
+κατευχαριστημένος μόλις το εσκέφθη. Διότι δεν ήτο σήμερον η πρώτη
+φορά που το εσκέπτετο. Προ πολλού είχε ριζώσει η ιδέα αυτή εις τον
+εγκέφαλόν του και τόρα, κατ' αυτήν ίσως την στιγμήν, ήλπιζεν ότι
+όλα ετελείωναν! . . .
+
+Ο κυρ Παναγιώτης έτριψεν ευχαρίστως τας παλάμας, περιέπλεξε το
+κομβολόγι του εις τον καρπόν της δεξιάς χειρός κ' έλαβε πρέζαν
+ταμβάκου από μεταλλίνης ταμβακοθήκης. Αι, ναι, διάτανε! όλα θα
+τελειώσουν αυτήν την στιγμήν! Πάλιν καλά το έπλεξε το τερτίπι ο
+έμπορος! Κ' επταρνίσθη θορυβωδώς, θριαμβευτικώς, όπως όταν
+επετύγχανε καμμία εμπορική του επιχείρησις. Διότι αληθινά ήτο
+τερτίπι και αυτό. Δεν ηθέλησεν να είπη τίποτε εις τον Νικολόν περί
+του σχεδίου του· είχε πλήρη βεβαιότητα ότι οποίαν δήποτε ώραν και
+αν του το επρότεινε, θα έπιπτε να του φιλήση τα πόδια από
+ευγνωμοσύνην. Πρώτον διότι εις αυτόν ώφειλε την θέσιν του. Έπειτα
+διότι από μικρός και άσημος υπηρέτης έφθανε μέχρι του κυρίου του
+κ' έπερνε γυναίκα την θυγατέρα του. Αυτόν τον ίδιον Στριμμένον,
+από αφέντην θα τον καλή πατέρα εις το εξής. Ήσαν τάχα μικρά
+πράγματα αυτά;
+
+Το ζήτημα ήτο πώς να προταθή το συνοικέσιον εις την Ανθήν. Ο γέρων
+έμπορος δεν ήθελε να γίνη η πρότασις απ' ευθείας παρ' αυτού, ούτε
+παρά της γυναικός του. Μία τοιαύτη ομολογία δίδει θάρρος εις την
+κόρην· χαλαρώνει τον οφειλόμενον σεβασμόν και βραχύνει την
+απόστασιν, η οποία πρέπει πάντοτε να υπάρχη μεταξύ τέκνου και
+γονέων. Άμα είπη κανείς εις την κόρην του, ευθύς και αποτόμως ότι
+θέλει να της δώση άνδρα, θα λάβη κ' εκείνη το θάρρος να δείξη τον
+άνδρα τον όποιον θέλει. Αλλά τούτο είνε αντίθετον προς την
+οικογενειακήν υπεροχήν του χωρικού· συγχίζει την οικιακήν του
+αρμονίαν. Ο κυρ Παναγιώτης ήθελε να μάθη η κόρη του το
+συνοικέσιον, χωρίς όμως να δώση εις αυτήν να εννοήση ότι ο πατήρ
+της το εσκέφθη κ' εργάζεται δι' αυτό.
+
+Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα η γυναίκα του, τον απήλλαξεν αυτού του
+εφιάλτου. Είνε αληθές ότι η γραία δεν ήθελε τον Νικολόν διά
+γαμβρόν της· ένα ασχημάνθρωπον εκεί που θα κάμη να φιλήση και θ'
+απειλή να χάψη το καϋμένο το κοριτσάκι της! Αλλ' έτρεφεν άμετρον
+σεβασμόν και υπακοήν εις τον γέροντά της και ό τι απεφάσιζεν ούτος
+παρεδέχετο ανεξετάστως εκείνη. Εσκέφθη λοιπόν και ανέθεσε την
+εντολήν εις την Κυρά Παγώναν. Εις την κωμόπολιν εφημίζετο αυτή ως
+προξενήτρια όπως και ως γόησσα. Ήτο ικανή, έλεγον, να περάση την
+κουκουβάγια για πέρδικα κ' επετύγχαναν τα συνοικέσια όσα
+ανελάμβανεν όπως και τα γόητρά της. Συνεφωνήθη λοιπόν μεταξύ του
+ανδρογύνου ενώ ούτος θα έστελλε τον Νικολόν εις το σπίτι της
+γραίας, διά να εξορκίση την χείρα του, αυτή να στείλη την Ανθήν με
+το παιδίον της Φρόσως εκεί. Τάλλα έμενον πλέον εις την ικανότητα
+της γοήσσης.
+
+Και ο κυρ Παναγιώτης κατείχετο τόρα υπό μεγάλης ανυπομονησίας,
+μέχρις ου μάθη το αποτέλεσμα της επινοήσεώς του. Ω βέβαια· ότι
+επέτυχε δεν υπήρχεν αμφιβολία. Άλλως τε τι θα έκαμνε τόσην ώραν
+εκεί ο Νικολός;
+
+ — Έλα δος μου τυρί!
+
+ — Κουβαράκια έχετε;
+
+ — Βάλε μου λάδι! . .
+
+Αι φωναί των αγοραστών διέκοψαν αίφνης τας ευχαρίστους σκέψεις του
+και τον εκάλεσαν εις την πραγματικότητα. Κανείς όμως άνθρωπος δεν
+μετέπεσεν από τας σκέψεις εις την πραγματικότητα μετά τόσης
+αταραξίας, όσον τόρα ο γέρων έμπορος. Διότι η πραγματικότης εις
+την οποίαν ανεκλήθη δεν ήτο ταπεινωτέρα των σκέψεων του. Έτρεξε
+πρόθυμος εις τας φωνάς των αγοραστών. Αλλά πού να προφθάση τόσους!
+Ο ένας εζήτει καπνόν, άλλος πιπέρι, άλλος καφέ, κ' εσκοτίσθη ο κυρ
+Παναγιώτης και δεν ήξευρε τι να πρωτοκάμη:
+
+ — Αμέσως, παιδιά, αμέσως· έλεγε μετά νεανικής προθυμίας εις τους
+πελάτας του.
+
+Αλλ' έφθασεν αίφνης ο Νικολός και εις πέντε λεπτά όλους τους
+ηυχαρίστησε και το φανάρι ήναψε και ρακήν επότισε τους εργάτας·
+και όλα με το ένα του χέρι μόνον. Τόρα εγέμιζε λάδι την φιάλην την
+οποίαν έστειλεν η Κυρά Παγώνα, ως πρώτην αμοιβήν των υπηρεσιών
+της. Με το ένα χέρι και να δίδη λάδι! μα δεν λέγεται η σβελτοσύνη
+του Νικολού!
+
+Ο Στριμμένος έβλεπε κ' εθαύμαζε τον μέλλοντα γαμβρόν του.
+
+ — Τι κάθεσαι τόρα; δεν πας στο σπίτι· ενύχτωσε· του είπεν αίφνης
+εκείνος.
+
+Βέβαια, δεν ήτο καιρός πλέον να νυκτώνεται εις το μαγαζί ο γέρων.
+Θα επήγαινεν εις το σπίτι ν' αναπαυθή. Ν' αναπαυθή αλλά και να
+μάθη το αποβησόμενον. Κ' ενδυθείς το ταλαγάνι του, είδος κοντού
+επανωφορίου από ξανθόν κασμίρι, με κουκούλαν οπίσω και κόκκινα
+σειρήτια πέριξ, και λαβών το χονδρόν ραβδί του έφυγε.
+
+ — Καλή νύχτα, παιδί μου· είπε προς τον Νικολόν ηπίως και στρέφων
+επανειλημμένως το βλέμμα εντός του καταστήματος, ως να εφοβείτο μη
+επιδράμουν κλέπται.
+
+Ο Νικολός δεν απήντησε τίποτε εις τον χαιρετισμόν του γέροντος.
+Ηρκέσθη να κινήση την κεφαλήν, λοξώς ατενίζων αυτόν. Ήτο αληθινά
+παράξενος ολίγον ο Νικολός· απότομος κάπως. Αλλ' ο κυρ Παναγιώτης
+εύρισκε και εις το ελάττωμα τούτο επιφυλακτικότητα και σοβαρότητα
+αρμόζουσαν εις ένα τοιούτον έμπορον!
+
+ — Ήρθε το κορίτσι, γρηά; ηρώτησε μόλις έφθασεν εις το σπίτι την
+γυναίκα του.
+
+ — Ήρθε, ναι . . .
+
+ — Ε, τι απόκαμαν; πώς το είδες;
+
+ — Τι να ιδώ; θυμωμένη ήταν.
+
+Αληθινά ήτο θυμωμένη η Ανθή. Οι λόγοι της Κυράς Παγώνας και κατ'
+εξοχήν αι τελευταίαι λέξεις της, ότι ο κυρ Παναγιώτης απεφάσισεν
+οριστικώς τον γάμον, εκόλλησαν αξεκόλλητοι εις τον νουν της
+λυγερής και την εβύθισαν εις απελπισίαν. Εσκέπτετο ότι δεν έπρεπε
+πλέον να λάβη υπό αστείαν έποψιν τους λόγους της γραίας
+προξενητρίας· ότι εκείνοι οι έπαινοι προς τον Νικολόν, αι τόσαι
+προς αυτήν κολακείαι και περιποιήσεις· η τόση φροντίς διά το
+μέλλον της και το πονηρόν μειδίαμα με το οποίον τας συνώδευε, δεν
+ήτο δυνατόν να προέρχωνται από θέλησίν της μόνον. Η γραία ωμίλει
+τη συστάσει άλλου. Και τον άλλον αυτόν τον εμάντευε πολύ καλά τόρα
+η Ανθή.
+
+Ήρχισε ν' ανακαλή εις την μνήμην της διαφόρους περιστάσεις, κατά
+τας οποίας ήκουσε τοιούτους λόγους, ομοίους προς τους λόγους της
+γραίας και από της μητρός και απ' αυτού του πατρός της το στόμα.
+Ενεθυμείτο ότι τας νύκτας, ενώ εκάθηντο μετά της μητρός της,
+ράπτουσαι και αναμένουσαι τον κυρ Παναγιώτην, ήκουε τόσους
+επαινετικούς λόγους παρ' εκείνης διά τον Νικολόν. Ότι ο πατήρ της,
+οσάκις εκάλουν τον Διβριώτην εις δείπνον κ' έφευγεν ούτος έπειτα,
+την ητένιζεν επί λεπτόν υπομειδιών ο γεννήτωρ εις τα μάτια κ'
+αίφνης εκτύπα με την οστεώδη χείρα του την τράπεζαν, αναφωνών
+ενθουσιωδώς:
+
+ — Θα κάμη προκοπή αυτό το παιδί· έχει τύχη· θα πάη μπροστά!
+
+Και η γραία προσέθετε με την έρρινον φωνήν της:
+
+ — Χαρά 'ς τον που τον καμαρώνει! . .
+
+Αυτά όλα τα ήκουεν αδιαφόρως τότε η Ανθή, ως να ήκουεν επαίνους
+διά την κυνηγετικήν ευφυίαν του Μούργου, του σκύλου των. Ήξευρε
+τον Νικολόν, από πολλών ετών υπηρέτην του πατρός της· ρυπαρόν,
+άθλιον, απόζοντα πάντοτε πετρελαίου και σαρδέλας· φορτωμένον τα
+εμπορεύματα· ένα ζώον τέλος που έχει μόνον μορφήν ανθρώπου και
+είνε προωρισμένον διά τίποτε άλλο, παρά διά να δουλεύη την
+οικογένειάν της. Και αυτόν τον άνθρωπον τόρα, ήρχιζον να τον
+παριστάνουν ως έκτακτον ον και να θέλουν να τον πάρη άνδρα της.
+Αι, μα είνε να δαιμονίζεται κανείς! . .
+
+Με αυτάς τας σκέψεις έφθασεν η λυγερή εμπρός εις το σπίτι των
+γονέων της. Η κυρά Παναγιώταινα, ανυπομονούσα και αυτή επερίμενεν
+εις τον ξύλινον εξώστην την θυγατέρα της.
+
+ — Αι τι μαντάτα! εφώναξε μόλις την είδεν, ευθύμως δήθεν.
+
+Κακά και μαύρα· απήντησεν η λυγερή μετ' αγανακτήσεως· νάθε
+συντριφτώ εκεί που μ' έστειλες.
+
+ — Γιατί, θυγατέρα; εγώ για καλό σ' έστειλα.
+
+Αλλ' εκείνη, χωρίς ν' ακούση τους λόγους της μητρός της εισήλθεν
+εις το σπίτι ολολύζουσα. Και καθ' όλην την νύκτα δεν ηδυνήθη να
+κοιμηθή. Περιεστρέφετο επί του στρώματός της ανήσυχος, έχουσ'
+αδιακόπως δύο ινδάλματα προ των οφθαλμών της, τον Γεώργιον και τον
+Νικολόν, και δύο αισθήματα εις την καρδίαν, την αγάπην και το
+μίσος της. Ναι, ησθάνετο μίσος ακράτητον διά τον Νικολόν, που
+ήρχετο με φίλτρα μαγίσσης και γονέων επιμονήν να εγκαθιδρυθή εις
+την καρδίαν της, ν' αποδιώξη εκείθεν τον Γεώργιον, ο οποίος επί
+τόσα έτη εκυβέρνα κ' εδέσποζεν εκεί ανίκητος. Τον Γεώργιον, που
+κατέλαβε την αρμόζουσαν θέσιν επάνω της μόνος, κατάμονος, δίχως
+μεσιτρίας με την λεβεντιάν του, την καλλονήν του την παρθενικήν,
+την αγνότητά του την γόησσαν.
+
+Ω εκείνη η πρώτη ημέρα, Πέμπτη καλοθύμητη, εις τα τέλη του
+Ιουνίου, προ τριών ετών! Ύφαινε τότε εμπρός εις την θύραν του
+κατωγείου της η Ανθή και ο Γεώργιος με το κάρρον του έφερε πλίθες
+εις κτιζόμενον απέναντι σπιτάκι. Κ' ενώ εξεφόρτωνε το κάρρον του
+κ' ενώ ο ίδρωτας τον περιέβρεχε κ' εχύνοντο τα χώματα των πλίθων
+επάνω του, αυτός δι' έν μόνον εφρόντιζε, να την βλέπη και να γελά
+με τους κτίστας και να τραγουδή με την γλυκείαν φωνήν του:
+
+ Ποτέ μου δεν εφίλησα κορίτσι με παράδες·
+ Παρά με τα τραγούδια μου και με τους ταμπουράδες.
+
+Ήτο εγωιστική αυτή η ομολογία του Γεωργίου· είχε φαίνεται μεγάλην
+ιδέαν διά την ευμορφιάν και την φωνήν του και τούτο επείσμωνε την
+Ανθήν. Τι τάχα! υποθέτει πως δεν είνε και κορίτσια που δεν
+προσέχουν εις το τραγούδι του και μόνον την δουλειά των κυττάζουν;
+. . . Και χραπ, χραπ! έρριπτε την σαΐταν της και ανεκίνει το κτένι
+με πάθος, ώστε να τρίζη σύγξυλος ο εργαλειός.
+
+Αλλ' είχε μαγείαν η φωνή του μικρού καρρολόγου· τα βλέμματά του
+ήσαν μαγνήται μοναχοί και χωρίς ουδ' αυτή να ηξεύρη πώς, της ήλθεν
+η επιθυμία να του χαμογελάση, να του είπη κάτι τι . . . Και μίαν
+ημέραν του ετραγούδησεν ήσυχα, ήσυχα, ενώ η σαΐτα έγρυζεν υπό το
+σπασμωδικόν σφενδόνισμα και το κτένι έπιπτεν επί του πανίου με
+βίαν, παραφέρον πλήθος αποκοπέντων νημάτων:
+
+ Πέρασε-ξαναπέρασε κι' αν δε σ' ακούσω βήξε·
+ Και πάρε ζαχαρόκουκκα στα κεραμίδια ρίξε! . . .
+
+Αυτή το είπεν εις τ' αστεία, έτσι να γελάση και να πειράξη τον
+λεβέντην. Αλλ' εκείνος το επίστευσε κ' επέρασε κ' εξαναπέρασε.
+Μέχρις ου ηνάγκασε την λυγερήν να τρέχη νύκτα-μεσάνυκτα εις το
+παράθυρον διά ν' ακούη το τραγούδι του· να παραιτή την εργασίαν
+της, να παραβλέπη της μητρός την επίβλεψιν και να τρέχη την ημέραν
+διά να τον ίδη διαβαίνοντα εις την αγοράν. Και τόρα να, την
+κατήντησεν ώστε να θεωρή μεγίστην συμφοράν τον αποχωρισμόν του.
+Αχ, Παναγία μου· σώζε τους απειλουμένους εραστάς! . . .
+
+Θορυβώδεις κροταλισμοί απέσπασαν την Ανθήν από τας λυπηράς σκέψεις
+της. Εμισοξημέρωνε τόρα και η Φρόσω, η θεία της την έκραζε να
+ετοιμασθή διά την πανήγυριν.
+
+Η εορτή του αγίου Γεωργίου ήτο αποκλειστική διά τους
+βλαχοποιμένας. Εώρταζον δι' αυτής το τέλος της χειμερινής περιόδου
+και την αρχήν της εαρινής. Συνήρχοντο όλοι, από αμνημονεύτων
+χρόνων εντός μιας Μονής, τιμωμένης επ' ονόματι του αγίου Γεωργίου
+και καθ' όλην την ημέραν επανηγύριζον, θυσιάζοντες τον
+αϊγιωργίτην, εκλεκτόν αμνόν, τον οποίον επί τούτω έτρεφον. Τόρα
+όμως κατήντησε κοινή πανήγυρις και συρρέουν εκεί από όλα τα χωρία
+των δήμων της Βουπρασίας και της Μυρτουντίας και της Ήλιδος
+άνδρες, γυναίκες και παιδία, νέοι και γέροντες, δοξολογούντες τον
+μέγαν Στρατηλάτην, τον Περσέα της χριστιανικής εκκλησίας, και
+πανηγυρίζοντες μετά των βλαχοποιμένων.
+
+Όμως η Φρόσω δεν επρόκειτο να πανηγυρίση. Είχε τάμμα να ρίξη εις
+την χάριν του αγίου το μονάκριβο παιδί της. Διότι απέκτησε πέντε
+έως τόρα παιδία η αγαθή χωρική, αλλά και τα πέντε τα έθαψεν εις
+την αχόρταστον γην. Εις αυτό μάλιστα το τελευταίον συνέβη κάτι
+όλως εξαιρετικόν, που την ηνάγκαζεν να λάβη όλας τας δυνατάς
+προφυλάξεις. Δεν είδε το συμβάν αυτή η ιδία — ο Θεός την εφύλαξεν·
+— αλλ' η Κυρά Παγώνα, η μάγισσα που διαβάζει βουλωμένο γράμμα, το
+είδεν ολοφάνερα σαν με βλέπεις και σε βλέπω. Προπέρσυ δηλαδή κατά
+τον Μάιον, η Φρόσω και η κυρά Παναγιώταινα και άλλαι γειτόνισσαι,
+επήγαν εις του Μπάστα να πλύνουν. Είχαν μαζί των και την μάγισσαν
+να την διασκεδάσουν. Από τα χαράγματα που έφθασαν εις το λαγκάδι,
+δεν έπαυσαν το πλύσιμον και το τραγούδι έως το μεσημέρι. Τότε όμως
+η Κυρά Παγώνα τους είπε ν' αποσυρθούν εις τους ίσκιους των
+δένδρων, διότι ήτο ώρα κατά την οποίαν τα Στοιχειά πλανώνται εις
+την γην και δεν ήτο δύσκολον να τας εύρουν και να τας
+κακοποιήσουν. Αλλ' αι γυναίκες δεν ηθέλησαν ν' ακούσουν τους
+λόγους της μαγίσσης κ' εξηκολούθησαν την δουλειάν των. Η Κυρά
+Παγώνα απεσύρετο τότε κάτω από την σκιάν μιας πλατάνου κοντά εις
+την βρύσιν, όπου ήσαν τα χρειώδη των γυναικών και το παιδίον της
+Φρόσως, εις την φασκιάν, κοιμώμενον ησύχως. Αλλ' ενώ επλησίαζεν
+εκεί κυττάζει και τι να ιδή; Το διηγείτο έπειτα κ' έτρεμεν η
+γραία, σαν το φυλλοκάλαμον. Μία γυνή υψηλή, πολύ υψηλή ήτο εκεί,
+με μαλλιά κατάξανθα σαν από καθαρό χρυσάφι και μακρύτατα ώστε να
+σύρωνται κατά γης. Το λυγερόν σώμα της ενέδυεν επιχαρίτως μακρύ
+φουστάνι, λευκόν, λευκότατον και λεπτόν σαν από αέρα. Το πρόσωπόν
+της δεν ηδυνήθη να ίδη η Κυρά Παγώνα, διότι ήτο εκ των όπισθεν
+υπέθετεν όμως εκ του όλου παραστήματός της ότι είχεν ωραία
+χαρακτηριστικά. Και η γυνή εκείνη εκράτει το παιδίον της Φρόσως
+εις τας χείρας της και το εταλάντευε τραγουδούσα συγχρόνως εις
+ήπιον και μαλακόν τόνον, ως να ήθελε να τ' αποκοιμίση:
+
+ Ρήγανη αγριορήγανη,
+ σφαραγγιά μονόκλωνη,
+ σκόρδο μονοκόλινο,
+ κι' άλλο ένα βότανο,
+ να τα ήξευρ' η μαννούλα σου,
+ ποτέ παιδί δεν έχανε! . . .
+
+Η γραία εστάθη ακίνητος εις την θέσιν της, με ανοικτόν στόμα, ως
+να ήθελε και δι' αυτού ν' αντιληφθή τους ήχους του τραγουδιού,
+αχόρταστος. Δεν εφρόντιζεν ούτε διά το παιδίον ούτε διά τίποτε
+άλλο παρά διά το τραγούδι. Και τι τρεμούλιασμα ήτον εκείνο· τι
+λαχταριστόν τρεμούλιασμα! Όχι το μικρόν ηδύνατο ν' αποκοιμίση,
+αλλά και τα δένδρα και τα νερά. Η μάγισσα παρετήρει την γυναίκα
+και ηπόρει πώς ευρέθη εκεί έξαφνα και ποία να ήτο άρα γε; Από τας
+συντρόφους της δεν ήτο βέβαια· ξένη πάλιν να ήτο, προσκυνήτρια και
+αυτό δύσκολον εφαίνετο. Τόσον λαμπρόν φόρεμα και τόσον ωραία γυνή,
+δύσκολα ευρίσκονται εις εκείνα τα μέρη. Η γραία ετόλμησε να
+πλησιάση και να σύρη από το φόρεμα την γυναίκα. Αλλ' ευθύς ισχυρόν
+ράπισμα, καταφερθέν επί της παρειάς της υπ' αοράτου χειρός, την
+αφήκεν άφωνον επί ολόκληρον ώραν. Και όταν συνήλθε δεν είδε τίποτε
+εμπρός της παρά το παιδίον, που εκοιμάτο ησύχως επί των χόρτων.
+Έσπευσε τότε εις τας συντρόφους, διηγήθη το συμβάν, εξηγούσα εν
+πεποιθήσει, ότι η γυνή εκείνη δεν ήτο άλλο τι παρά νεράιδα,
+ελκυσθείσα εκεί υπό της αγάπης την οποίαν έχουν αυταί προς τα
+μικρά και συμβουλεύουσα την Φρόσω, να βάλη εις πράξιν ευθύς τας
+παραγγελίας όσας, υπό τύπον τραγουδίου, έλεγε το εξωτικόν.
+
+Η Φρόσω, αν ήσαν αληθινοί ή όχι οι λόγοι ούτοι της Κυράς Παγώνας
+δεν εφρόντισε να μάθη. Ήρκει εις αυτήν ότι το παιδίον της
+εκινδύνευε και πρόθυμη ηκολούθησε της πεπειραμένης γραίας τας
+συμβουλάς. Εκρέμασεν εις τον λαιμόν του το φυλαχτό που της έκαμεν
+η μάγισσα, ράψασα εντός μονοκόλινον σκόρδον και μονόκλωνην
+σφαραγγιάν και αγριορήγανην, όπως έλεγεν η νεράιδα και ακόμη, εξ
+ατομικής εμπνεύσεως προσθέσασα κόκκους μπαρούτης και ύψωμα κ'
+εγκαίνια ναού, κερί του Επιταφίου κ' επτά τρίχας αρκούδας και τρία
+κλωνία αρσενικού λιβάνου και κομμάτι από αστροπόβολον. Κ' έταξε να
+το βαπτίση εις τον Άγιον Γεώργιον του οποίου η μονή ευρίσκετο
+πλησίον.
+
+Από τότε επέρασεν αρκετός καιρός· αλλ' η χωρική ούτε το συμβάν
+εκείνο, ούτε το τάξιμόν της ηδύνατο να λησμονήση. Ο άγιος συχνά
+εφανερώνετο εις τον ύπνον της με το άσπρον του άλογον, κοντάρι του
+το μακρύτατον, την λάμπουσαν στολήν και την παρθενικήν του όψιν,
+μ' ένα στεφάνι φωτεινόν εις την κεφαλήν, απαράλλακτα όπως
+εικονίζεται παρά των αγιογράφων, υπενθυμίζων εις αυτήν την
+υπόσχεσίν της. Και όσον επλησίαζον αι ημέραι της μνήμης του, τόσον
+περισσότερον εσύχναζε κ' επιμόνως απήτει τ' οφειλόμενον.
+
+ — Σαν τον θυμούμαι, σηκώνεται το πετσί μου· τον είδα σαν με
+βλέπεις και σε βλέπω· διηγείτο περίφοβος εις τας γειτονίσσας της η
+χωρική.
+
+Αλλά τόσον καιρόν δεν κατώρθωνε να οικονομίση τα έξοδα που της
+εχρειάζοντο διά να εκπληρώση το τάξιμόν της. Οι πτωχοί, βλέπεις,
+ευκολώτερον τάζουν παρά δίδουν. Διά τούτο τόρα εβιάζετο μέχρις ου
+φθάσει εκεί κ' ήτο όλη εις νευρικήν εξέγερσιν. Ανεστάτωσεν από τας
+φωνάς της όλους εις το σπίτι του Στριμμένου κ' έτρεχεν εδώ κ'
+εκεί, αδημονούσα και συγχιζομένη διά την παραμικράν βραδύτητα.
+
+ — Τι σπουδή είνε αυτή, καλότυχη! έλεγεν η κυρά Παναγιώταινα εις
+την αδελφήν της, εκπληττομένη.
+
+ — Έχω μια σιδερένια κουλούρα στο λαιμό μου και θέλω να την βγάλω
+μίαν ώρ' αρχήτερα· απήντα η Φρόσω.
+
+Η λυγερή όμως δεν είχε φαίνεται την αυτήν της θείας της
+ανυπομονησίαν και ητοιμάζετο αργά, δίχως όρεξιν. Είνε αληθές ότι
+προ ημερών, ότε κατά πρώτον η Φρόσω ανήγγειλεν εις αυτήν, ότι θα
+την έπερνεν εις την πανήγυριν η παρθένος εχάρη πολύ. Επόθει την
+ημέραν αυτήν διακαώς· ηρίθμει τας παρερχομένας ημέρας μίαν προς
+μίαν ανυπομόνως.
+
+Και ήτο σπουδαίον τούτο διά την απλήν κορασίδα, συνειθισμένην εις
+την περιωρισμένην ζωήν του σπιτιού. Θα έβλεπε πράγμα το οποίον
+μόνον από τας διηγήσεις των γραϊδίων εγνώριζε και συνεκινείτο
+μέχρι δακρύων ακούουσα ενίοτε. Φαντασθήτε καλέ! Ν' ακολουθήση και
+αυτή την λιτανείαν της εικόνος, την οποίαν χείρες παρθενικαί
+εστόλισαν διά πλαισίου από ρόδα και δενδρολίβανον . . . . Δύο
+άνδρες, θα φέρουν αυτήν εμπρός και θ' ακολουθούν καλόγηροι και
+παπάδες ασκεπείς, με την κόμην κυματίζουσαν και λαός όλος φωνάζων
+το «Κύριε ελέησον» και σταυροκοπούμενος. Η λιτανεία θα σταματά από
+καιρού εις καιρόν. Τότε θα τρέχουν αι βλάχισσαι να ρίψουν κάτω τ'
+ασθενή παιδία των διά να περάση επάνω η εικών και να τα ιατρεύση·
+γέροντες βλάχοι ν' ασπασθούν γονυκλινείς τους κροσσούς της· και
+γραίαι δυσκόλως βαδίζουσαι επί των ράβδων των, να προσφέρουν
+θυμίαμα επί απλού τεμαχίου κεράμου. Και όταν η λιτανεία φθάση εις
+την άκραν του λόφου, κάτω μιας μεγάλης αγριαπιδιάς, οι ιερωμένοι
+θα ψάλουν την δοξολογίαν, ενώ τόσος κόσμος εκεί, άνευ διακρίσεως
+φύλου και ηλικίας, θα παραμένη ταπεινός, κλίνων την κεφαλήν υπό τα
+θριαμβευτικά τροπάρια . . . Ωχ άι Γιώργη μου, μεγάλε και
+θαυματουργέ! . . . Η λυγερή συνεκινείτο μέχρι δακρύων εις τας
+σκέψεις αυτάς. Ανεκίνει εις τον νουν της την χριστιανικήν
+παράδοσιν· εφαντάζετο, ουχί άνευ τρόμου, την μεγαλοπρεπή
+παράστασιν του αγίου, καθ' ην ώραν μόνος, με την προς τον θεόν
+πίστιν του, καταβάλλει το θηρίον το οποίον κρατεί την πηγήν κ'
+ελευθερώνει την βασιλοπούλα, ζητών παρά του πατρός της ως
+αμοιβήν,να κτίση μίαν εκκλησίαν εντός της οποίας να ζωγραφίση
+αυτόν, υπερήφανον καβαλλάρην, αρματωμένον με σπαθί και κοντάρι
+ολόχρυσον. Συνέπασχε μετά της βασιλοπούλας, συνέχαιρε μετά του
+πατρός και εν συνδυασμώ αλλοπροσάλλω, έβλεπε την ράχιν του αγίου
+Γεωργίου, την λιτανείαν των αγροτών, παρελαύνουσαν εν πολυχρώμω
+λάμψει κ' εύρισκε τον εαυτόν της εκεί, μέτοχον του θορύβου και του
+αλαλητού της. Τα χριστιανικά της αισθήματα ενετείνοντο· ησθάνετο
+ροπήν ευγνωμοσύνης μεγάλην προς τον άγιον, όχι τόσον διά το θαύμα
+του, όσον διότι εγίνετο πρόξενος τόσης χαράς και αγαλλιάσεως των
+χριστιανών! Των χριστιανών και αυτής της ιδίας, την οποίαν όταν
+επιστρέψη από την πανήγυριν, θα τριγυρίσουν αι φίλαι της περίεργοι
+ν' ακούσουν τας εντυπώσεις της. Και πόσαι, πόσαι, θα λυπηθούν και
+θα κλαύσουν διότι δεν ήσαν μαζί της!
+
+Έτσι εσκέπτετο επί τόσας ημέρας η Ανθή. Και μάλιστα εν τη νεανική
+της φαντασία εσχημάτιζε την πεποίθησιν, ότι άλλη ευτυχεστέρα ημέρα
+δεν θα ευρίσκετο καθ' όλην της την ζωήν. Αλλά τόρα, όταν έμαθε τας
+σκέψεις των γονέων της περί του Νικολού, κατέπεσεν όλη αυτής η
+προθυμία, διελύθη όλη της η περιέργεια. Θα επήγαινε, ναι, αλλ'
+απλώς διά να συνοδεύση την θείαν της και μη την αφήση μόνην.
+Ητοιμάσθη και κατέβη εις την αυλήν όπου ανέμενε το κάρρον,
+επεστρωμένον με μίαν απλάδαν και προσκέφαλα και τον τορβάν με τας
+λαμπάδας και την φιάλην του ελαίου διά την βάπτισιν.
+
+ — Μα που είνε ο Νικολός; ηρώτησεν αίφνης, αδημονούσα η Φρόσω· θα
+τον καρτεράμε τόρα κι' αυτόν;
+
+ — Θα παρακοιμήθηκε· είπε μειδιών ο κυρ Παναγιώτης· στείλτε κανένα
+να του μιλήση.
+
+Ορίστε πάλι· καλέσματα θέλει και αυτός! Αλλοίμονον εις εκείνον που
+δεν έχει τον άνθρωπόν του, να κάμνη την δουλειάν του όταν θέλη,
+εσκέφθη η Φρόσω. Και ήτο τούτο πλαγία διαμαρτύρησις κατά του
+Σπυροκόκια, του νωθρού εκείνου και βλακωδώς αδιαφόρου ανδρός της,
+ο οποίος άλλο από τον αγρόν του δεν εγνώριζε, δεν εφρόντιζε
+καθόλου διά τα οικιακά του παρά άφινε την γυναίκα του ν'
+αγωνίζεται μόνη και να τρέχη εδώ κ' εκεί, με ξένους σαν έρημη! . .
+Αλλά και τι να κάμη η αγαθή χωρική; Επειδή δεν εφρόντιζεν ο
+πατήρ, δεν ήτο λόγος ν' αφήση και αυτή το μικρόν της να χαθή.
+Εκάλεσεν ένα παιδί του δρόμου και με την υπόσχεσιν ότι θα το πάρη
+μαζί της, το έστειλε να είπη του Νικολού να ταχύνη.
+
+ — Ποιος Νικολός θαρθή, θεια; ηρώτησεν ανήσυχος η Ανθή.
+
+ — Ποιος Νικολός; ο δικός σας· απήντησε κατακόκκινη από
+στενοχωρίαν η Φρόσω.
+
+Η Ανθή ησθάνθη ευθύς ένα ισχυρόν νυγμόν εις την καρδίαν και
+ανετρίχιασε σύσσωμος. Η λυγερή έφριττεν εις μόνον τ' όνομα του
+Νικολού κ' εκείνοι ήθελαν να υπάγη μαζί του εις την πανήγυριν· να
+καθίση γόνα με γόνα επί του κάρρου· να έχη αυτόν εμπρός της ημέραν
+ολόκληρον και να είνε καταδικασμένη ν'ακούη την φωνήν του, την
+χονδράν και βάναυσον φωνήν του η οποία ομοιάζει με αλόγου
+χλημίντρισμα! Και αυτό βεβαίως θα ήτο σχεδιασμένον από τους γονείς
+της. Μετά την συνάντησίν τους εις το σπίτι της γοήσσης, ήρχετο το
+ταξείδι του κάρρου· μετά τας προτάσεις ήρχετο η φανέρωσις του
+συνοικεσίου. Έτσι πάντοτε γίνεται εις τα χωρία. Άμα συμφωνήσουν τα
+ενδιαφερόμενα μέρη, κάμνουν ένα τραπέζι από κοινού, πηγαίνουν εις
+καμμίαν πανήγυριν, εις διασκέδασίν τινα κατά την παραλίαν του
+Αγίου Αθανασίου, οπόθεν έρχονται όλοι μαζί εις το σπίτι της νύμφης
+την εσπέραν. Τούτο γίνεται διά να γνωρισθούν κάπως καλλίτερον οι
+μελλόνυμφοι και να κοινοποιηθή με τρόπον το συνοικέσιον. Αργότερα,
+ήτο βεβαία η Ανθή, ότι θα ήρχιζον τα γεύματα και τα δείπνα εις τον
+γαμβρόν· αι αποστολαί κανενός γλυκίσματος από μέρους της πενθεράς,
+είτε το ράψιμον ασπρορρούχων από μέρους της νύμφης, μέχρις ου γίνη
+ο επίσημος αραβών. Ω, πολύ κακά ήρχισεν αυτό το παιγνίδι· πολύ
+κακά! . . .
+
+Ενώ ανεκίνει ταύτα εις τον νουν της η λυγερή, εφάνη ερχόμενος
+μακρόθεν ο Νικολός Πικόπουλος. Είχε την αριστεράν χείρα οπίσω, επί
+της μέσης στηριγμένην. Και τούτο όχι διότι έπασχε· το ερυσίπελας
+είχεν εξαλειφθή πλέον, χάρις εις τους εξορκισμούς της Κυράς
+Παγώνας και τα εκ καπνοφύλλων και όξους επιθέματα. Αλλά μεταξύ των
+εμποροϋπαλλήλων τους οποίους ευτύχησε να γνωρίση κατά την βραχείαν
+μέχρι Πατρών εκδρομήν του, θεωρείται η στάσις εκείνη ως η μάλλον
+αρμόζουσα εις ένα έμπορον. Να βαδίζη κανείς αργά· να έχη την κόμην
+λαμποκοπούσαν ως κασσίτερος υπό ελαίου· το ημίψηλον ολίγον στραβά·
+την αλυσίδα του ωρολογίου χονδράν, κατάφορτον από πετράδια και
+δακτυλίδια, αδιάφορον γνήσια ή ψευδή και ζώνουσαν επιδεικτικώς το
+επιγάστριον· την μίαν χείρα στηριζομένην οπίσω, ως να εκουράσθη
+από το μέτρημα των χρηματοδεμάτων, ενώ η άλλη αδιαφόρως θα παίζη
+λεπτόν ραβδίον· ω, δίδει σοβαράν περί αυτού ιδέαν εις το χυδαίον
+πλήθος, τον παριστά ακόμη και εις τον δρόμον απησχολημένον υπό των
+εμπορικών κεφαλαίων του. Ας αφήσωμεν δα ότι ανεβάζει και την θέσιν
+του, ως υποψηφίου γαμβρού. Εγνώριζε πολύ καλά να ωφελήται απ' αυτά
+τα εμπορικά τερτίπια ο Νικολός Πικόπουλος, ο επιχειρηματίας
+Διβριώτης, ο αναχωρήσας με μισό τσαρούχι από την άγονον πατρίδα
+του και τόρα μελλόνυμφος της θυγατρός του αφέντη του. Ε, ναι,
+διάβολε! Ας μη λέγη τίποτε ο γέρων Στριμμένος. Ενόησεν αυτός προ
+πολλού μέχρι τίνος σημείου εσκόπει να φέρη τον συνεταιρισμόν του ο
+γέρων έμπορος. Δεν χρειάζεται δα και μεγάλη εξυπνάδα διά να
+μαντεύση κανείς τι θέλει να ειπή ο κυρ Παναγιώτης, όταν ακούων
+καμμίαν νέαν του επινόησιν, ενθουσιά και κτυπά προστατευτικώς τον
+ώμον του, λέγων:
+
+ — Ε, μωρέ παιδί μου· κάνε δουλειά σου και δεν χάνεις· εγώ εγέρασα
+πια! . .
+
+Ούτε κανένα γρίφον προτείνει εις αυτόν η αφεντικιά του, η κυρά
+Παναγιώταινα, όταν του επαναλέγη συχνά ότι εις τον γάμον του —
+γάμον αυτού και της Ανθής βέβαια — θα χορεύση με το ένα πόδι.
+Μόνον αυτό το αγριοκάτσουλο η Ανθή δεν ειξεύρει τι σκέπτεται
+ακόμη· αλλ' αυτό δεν ήτο και άξιον λόγου. Ποιος την ερωτά; Εκείνον
+τον οποίον θα της δώσουν οι γονείς άνδρα, εκείνον και θα δεχθή.
+Αυτό έμεινε τόρα να ερωτούν και τα κορίτσια! . . . Έπειτα δεν ήτο
+τάχα άξιος αυτής ο Νικολός; ήτο και καλλίτερός της. Πόσας άλλας
+προτάσεις του έφερον μέχρι τούδε και από τα χωρία και από τα
+καλλίτερα σπίτια της κωμοπόλεως! Να, ηδύνατο αν ήθελε να τα
+μέτρηση ένα, ένα . . . Και το μπακαλόπαιδο εις την σκέψιν αυτήν
+επρότεινεν επιδεικτικώτερον την κοιλίαν του κ' έπαιζε την ράβδον
+ταχύτερον εις το χέρι.
+
+Ατυχώς όμως δεν έκαμνε τας ιδίας σκέψεις και η λυγερή, η κόρη του
+αφέντη του. Αι περί του καλού ιδέαι της παρθένου δεν συνεβιβάζοντο
+καθόλου με τ' ολοστρόγγυλον σώμα, τον πληθωρικόν τράχηλον, τον
+οποίον δεν έφθανε να περιλάβη όλον το κολλαρισμένον περιλαίμιον,
+τας πλαδαράς παρειάς εκ των οποίων προέκυπτον απειλητικαί τρίχες
+μ' όλον το μέχρις αποδάρσεως ξύρισμα, τον ψαρόν μύστακα τον οποίον
+δεν εστάθη ικανή ούτε του σύκου η συνθετική ουσία να καθυποτάξη.
+Μόλις είδεν αυτόν πλησιάζοντα εγύρισε το πρόσωπον δυσαρέστως.
+
+ — Εγώ δεν έρχουμαι· είπε δυνατά εις την θείαν της.
+
+ — Τι, δεν έρχεσαι; ηρώτησε κατάπληκτος η Φρόσω.
+
+ — Ναι, δεν 'μπορώ . . .
+
+Και ανέβη ταχέως εις το σπίτι όπου εξερράγη εις λυγμούς και
+δάκρυα. Ματαίως ο πατήρ, η μήτηρ, η Φρόσω παρεκίνουν αυτήν να
+υπάγη εις την πανήγυριν και την ηρώτων την αιτίαν των θρήνων της.
+
+ — Πήγαινε, μωρή θυγατέρα, να ξανοίξη κι' ο νους σου· είπεν η κυρά
+Παναγιώταινα.
+
+ — Όποιος θέλει ας πάη· νά ο δρόμος! απήντησεν η λυγερή.
+
+Και σηκωθείσα με πείσμα, εμπήκεν εις το παρακείμενον δωμάτιον κ'
+εξεδύθη τα εορτάσιμα φορέματά της, φορέσασα τα καθημερινά.
+
+Αλλ' η άρνησις αυτή της παρθένου έφερε πάλιν εις δύσκολον θέσιν
+την Φρόσω. Ακούς εκεί, ενώ ητοιμάσθη κ' εστολίσθη καλά-καλά αίφνης
+ν' αλλάξη γνώμην! Δεν υπάρχει αμφιβολία· κάποιος διάβολος
+απεφάσισε να εμποδίση την χωρικήν από την εκπλήρωσιν του ιερού
+σκοπού της. Επίτηδες διά να την κολάση ήλθε και συνεμπήκε τόσον
+αποτόμως εις την ώραν που θα εξεκίνουν. Τα συνειθίζει αυτά ο
+αναθεματισμένος Σατανάς! Πόσας φοράς παρουσιάζεται εις τους
+παπάδες, κατά την ώραν που πηγαίνουν εις την εκκλησίαν διά να
+ιερουργήσουν και σηκώνει προσκόμματα, πότε τους σκύλους ερεθίζων
+εναντίον των, πότε εις ανεμοστρόβιλον μεταβαλλόμενος συναρπάζει το
+καλυμμαύχι των και τους απομακρύνει της εκκλησίας· πότε
+παρουσιάζει λάκκους ανυπάρκτους εμπρός εις τα μάτια των και είνε
+ηναγκασμένοι ν' απαγγέλλουν τροπάρια και προσευχάς οι άγιοι
+πατέρες καθ' όλον τον δρόμον διά ν' απαλλαγούν από τον πειρασμόν.
+Και η αγαθή χριστιανή εσταυροκοπείτο, κατακόκκινη από τον θυμόν
+και μόλις συνεκράτει τας βλασφημίας, τας οποίας ητοιμάζετο να
+ξεστομίση διά το παρουσιασθέν εμπόδιον. Τόρα τι να κάμη; με ποίον
+να υπάγη εις την πανήγυριν; Κ' επανελάμβανε τας πρεσβείας της εις
+την Ανθήν. Αλλ' η λυγερή έμενεν αμετάπειστος.
+
+ — Μωρή, πηγαίνετε μοναχοί σας· είπεν η κυρά Παναγιώταινα,
+παρακινούσα την αδελφήν της να υπάγη μόνη μετά του Νικολού.
+
+ — Τι θες, να μου κρεμάσουν κουδούνια; ή δεν τα ξέρουμε τα
+Λεχαινά! απήντησεν η Φρόσω θυμωδώς, φοβουμένη τα δύσφημα στόματα
+των χωρικών.
+
+Αίφνης αγαλλίασις κατέλαβε την ψυχήν και το πρόσωπόν της
+εχαροποιήθη ως να συνέλαβε καλήν ελπίδα. Βέβαια, καλά το ενθυμήθη.
+Αν υπάγη εις το σπίτι του Παντελή του φούρναρη, κάποια από τας
+θυγατέρας του θα την ακολουθήση. Μάλιστα η Βασιλική, η
+μεγαλειτέρα, τον σταυρόν της κάνει διά πανηγύρεις και σεργιάνια. Η
+Φρόσω ετάχυνε το βήμα και ανέβη τέσσαρα-τέσσαρα τα σκαλοπάτια του
+Παντελή. Ευθύς δ' έβαλεν εις ενέργειαν όλην την ευγλωττίαν της,
+φοβουμένη άρνησιν εκ μέρους της μητρός, διότι δεν έκαμεν από πριν
+την πρόσκλησίν της αλλ' ήρχετο τόσον αποτόμος. Μόλις αντίκρυσε την
+Παντελιού, ήρχισε τας παρακλήσεις μισοκλαίουσα σχεδόν, διότι ο
+διάβολος έβαλεν εμπόδια εις τον ιερόν σκοπόν της. Έλεγεν ότι αν
+της αφίση μίαν των θυγατέρων της να την συνοδεύση, θα έκαμνε πολύ,
+μα πολύ θεάρεστον έργον και θα έσυρε τας ευλογίας του αγίου εις το
+σπίτι της. Άμα δ' ενόησε κάπος κλονιζομένην την μητέρα εις τας
+αντιρρήσεις της, εστράφη προς τας παρθένους και διά ζοηρού λόγου,
+ήρχισε την περιγραφήν της πανηγύρεος θέλουσα να κεντήση άμετρον
+την περιέργειάν των. Ω, θα περάσουν ωραία εκεί! θα ιδούν τόσον
+κόσμον! Τους βλάχους, τις βλαχοπούλες με τ' αργυρά γιορντάνια και
+τα χαϊμαλιά· τα βλαχόπουλα με τα γαντζούδια και τους τοκάδες
+καταφορτομένα, που να λέγης πως τρέμει ο τόπος όταν περιπατούν.
+Και το εκκλησιδάκι, το συνήθως τόσον σοβαρόν, με τους μαύρους
+μουχλιασμένους τοίχους του και τον άξεστον ρυθμόν του και αυτό θ'
+αφίση την σοβαρότητα και θα φανή στολισμένον, με άνθη περί την
+θύραν και τα παράθυρα και στεφάνια και κηρίνους ζώνας. Και πέριξ
+αυτού αληθινή μυρμηκιά ανθρώπων· και φωναί του κρασοπούλου, που
+έχει στήση το πρόχειρον κρασοπουλειό του κάτω παχυσκίου
+αγριελαίας· του μικρεμπόρου που πλανάται εδώ κ' εκεί με το
+εμπόρευμά του· του ζαχαροπώλου που ακολουθεί παρά πόδας τα παιδία
+και φωνάζει ελκυστικά «κοκκοράκια γλυκά! . . μελένια
+παστέλια! . .» ενώ άλλος εκεί φωνάζει δυνατά «ασπρόμαυρο!
+άσπρο-μαύρο!» Και τι είνε αυτό το άσπρο-μαύρο; Ένας κύκλος με άσπρας
+και μαύρας ταινίας κ' ένας ρόμβος με τα ίδια χρώματα, ο οποίος
+γυρίζει σαν ροδάνι εις τ' αυλάκι και τέλος πίπτει εις μίαν πλευράν,
+άσπρην ή μαύρην και χάνεται ο παράς . . .
+
+Και τα παιδιά; Α τα παιδιά είνε αλλού. Συνάζονται τα πονηρά εκεί
+που υποθέτουν ευκολώτερον το κέρδος, εις την _Κρησάραν_ και
+ρίπτουν εκεί τας πεντάρας των. Αλλ' εκείναι έχουν, θαρρείς,
+συνεννόησιν με τον ξένον και πηδούν έξω, σαν ακρίδες και χάνουν τα
+καϋμένα τα μικρά. Και κάτι παλληκάρια, ωχ κάτι λεβέντες! που να
+τους πιη κανείς στο ποτήρι, οπίσω από το εκκλησιδάκι δοκιμάζουν
+την ευστοχίαν των όπλων των, βάνοντες σημάδι τον σταυρόν εκεί
+κανενός τάφου· — ακούς τον σταυρόν! . .
+
+Δεν ήτο ανάγκη να είπη περισσότερα η πονηρά χωρική. Όλαι αι
+θυγατέρες του Καινούριου, καταμαγευμέναι από τα λόγια της, ήσαν
+πρόθυμοι να την ακολουθήσουν. Ματαίως η μήτηρ προσεπάθει να τας
+εμποδίση, ισχυριζομένη με γέλοια και με χάχανα ότι ο Δημήτρης, ο
+πρωτότοκος υιός της, θα τας έδερνεν όλας, και αυτήν την ιδίαν άμα
+εμάνθανε τούτο.
+
+ — Α, μπα, καλότυχη! ο Δημήτρης δεν είνε τέτοιος, τον ξέρω· έχει
+αγαθή ψυχή· είπεν η Φρόσω διά να κολακεύση την μητέρα κ' επιτύχη
+τον σκοπόν της.
+
+Η γραία τω όντι εις τον έπαινον εκείνον του υιού της εσίγησε και
+δεν έφερεν αντίρρησιν. Εφρόντισε μόνον πώς να συγκρατήση την
+προθυμίαν των άλλων θυγατέρων της, δώσασα μόνον εις την Βασιλικήν
+την άδειαν ν' ακολουθήση την χωρικήν εις την πανήγυριν.
+
+
+
+Γ'
+
+ΟΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΤΑΙ
+
+
+
+Το σπίτι του Παντελή Καινούριου ήτο πλιθόκτιστον, μετρίου ύψους
+και δυσαναλόγου πλάτους, με αυλήν απεριποίητον κ' ένα αχυρώνα
+όπισθεν, με ξυλίνην ταράτσα προς τον δρόμον εις την οποίαν έφερε
+σκάλα χονδροειδής, έχουσα σκαλοπάτια κέδρινα, παλαιωμένα και
+ανώμαλα. Τα μυστρίσματα των τοίχων ήσαν αλλού κρημνισμένα και
+αλλού προισμένα υπό των βροχών, ως εμβαλώματα λευκά και γαιώδη
+εναλλάξ· αι γωνίαι καταφαγωμέναι· οι στύλοι της ταράτσας και τα
+διαζώματα και το πάτωμα σαρακοφαγωμένα, μισοσπασμένα κ' επικλινή.
+Κατ' αντίθεσιν όμως τα παράθυρα κ' αι θύραι ήσαν γαλαζοβαμμέναι,
+το εσωτερικόν επιμελημένον, το πάτωμα καθαρόν, παντού δε
+παρετάσσοντο εντός δοχείων πετρελαίου, μισοσπασμένων σταμνών,
+σκωριασμένων τυροβολίων και ξυλίνων χονδροειδών κιβωτίων, άνθη
+παντοδαπά πλούσια εις το χρώμα και την χάριν. Εδώ εδέσποζεν ο
+βασιλικός με όλας του τας τάξεις, από του αγαπημένου σγουρού μέχρι
+του πλατυφύλλου, του εκπλήττοντος περισσότερον διά του μεγαλείου
+παρά διά της ευωδίας του· εκεί τα γαρύφαλα εις στοίβας κοκκίνας ή
+χιονώδεις· αλλού η αρμπαρόριζα, ο δυόσμος και η μαντζουράνα εις
+σμαραγδούντα κ' ευωδιάζοντα στρώματα. Κάτω των παραθύρων εκρέμαντο
+εις αφθόνους και μακράς πλεξίδας χαλκοπρασίνους ο αμάραντος και
+παραπλεύρως το μεταξάκι, αντετίθετο καλλιτεχνικώτατα με την
+θριαμβευτικήν κατακόκκινην όψιν του· εις τας γωνίας της ταράτσας
+το κρούσταλλον, περιτριγυρίζον ναννοφυείς κλώνους με την λευκαυγή
+μάζαν του μόλις εφαίνετο, καθώς και το γεράνι το βρωμόχορτον,
+επεδείκνυε τα χνοώδη φύλλα του μεταξύ των πλοκάμων του κισσού, ο
+οποίος ανέβαινεν επί του τοίχου κάτωθεν, περιέβαλλε το περίστυλον
+κ' εσκάλωνεν ανδρειομένος επί της στέγης. Η γεροντική όψις του
+σπιτιού εφαιδρύνετο έτσι· εμετριάζετο η σοβαρά και θλιμμένη εκείνη
+έκφρασις, η απαντωμένη εις τα παλαιωμένα κτίρια κ' ενόμιζε κανείς
+ότι επίτηδες εγκατελείφθη απεριποίητον υπό καλλιτέχνου κατοίκου.
+Επειδή δε κατά τας ιδέας των χωρικών η φιλόκαλος ή μη διακόσμησις
+ενός σπιτιού, φανερώνει τα μέλη και τας διαθέσεις των κατοίκων,
+καθώς και ο κατά την ώραν του γεύματος θόρυβος την οικονομικήν των
+κατάστασιν, ο Παντελής Καινούριος εφανερώνετο εκ τούτου ότι είχε
+πολλάς θυγατέρας.
+
+Όχι και πολλάς, θεέ μου! Πέντε μόνον θυγατέρας είχεν ο παλαιός
+τροφοδότης της κωμοπόλεως εκτός της Βασιλικής, η οποία νεμομένη τα
+πρωτοτόκια, έλειπε τόρα εις την πανήγυριν μετά της Φρόσως. Αλλά κ'
+αι πέντε αυταί, κληρονομίσασαι τα κάλλιστα και μόνα σχεδόν
+προτερήματα του ανδρογύνου Καινούριου, την ακράτητον δηλαδή
+φλυαρίαν της μητρός και την ελαφρότητα και αφροντησίαν του πατρός,
+ήσαν ικαναί ν' αναστατώσουν το σπίτι και όλην την γειτονίαν. Και
+το ανεστάτωνον καθ' ημέραν με τους γέλωτας και τα τραγούδια των,
+τας συναναστροφάς και τους χορούς των μετά των άλλων ομηλίκων.
+
+Σήμερον όμως εγίνετο ο μεγαλήτερος και πανηγυρικώτερος θόρυβος εις
+το γεροντικόν σπίτι. Ήτο εορτή μεγάλη, πανηγυρική εορτή του
+τροπαιοφόρου Στρατηλάτου και εις τα χωρία αι τοιαύται ημέραι δεν
+παρέρχονται απαρατήρητοι. Οι χωρικοί, κύπτοντες καθημέραν εις τας
+βαρείας εργασίας των, θεωρούν τας επισήμους εορτάς ως οάσεις
+επιθυμητάς μεταξύ του καταθλιπτικού διαστήματος του έτους, κατά
+τας οποίας πρέπει να ενθυμηθούν επ' ολίγον την ανθρωπίνην των
+υπόστασιν και τον ζωώδη, αλλ' αληθή προορισμόν των! Ενώ λοιπόν οι
+άνδρες ρίπτονται εις την μέθην και την ευφροσύνην, αι γυναίκες και
+προ πάντων αι νεανίδες, συναντώμεναι καθ' ομίλους εις τα σπίτια,
+δίδονται εις τους χορούς και τα τραγούδια, υμνούσαι τον έρωτα και
+τον οικογενειακόν βίον. Αι θυγατέρες του Καινούριου, από την
+παραμονήν καλέσασαι τας φίλας και τας γειτονίσσας, συνεκρότουν
+τόρα πολυθόρυβον συναγωγήν εις την σάλαν.
+
+Κατείχεν αυτή ολόκληρον σχεδόν το επάνω πάτωμα του κτιρίου. Μόλις
+καλάμινον διάφραγμα ενός μέτρου, από του οποίου εξείχον όρθιοι
+κάλαμοι με τα λογχοειδή φύλλα και τους θυσάνους των ακόμη και
+καδρόνια απελέκητα, άφινον χώρον ελάχιστον διά το μαγειρείον και
+την αποθήκην. Εις την μίαν γωνίαν της σάλας πλατύ, επιβλητικόν
+έστεκε το κρεββάτι του γεροντικού ανδρογύνου, επεστρωμένον με
+σινδόνια μεταξωτά και προσκέφαλα κεντητά κ' επάνωθέν του επί του
+τοίχου, φρουρός άγγελος εκρέματο το εικονοστάσιον, από ξύλον
+χονδροειδώς σκαλισμένον, με διάφορα εικονίσματα κ' εμπρός άσβεστη
+ηωρείτο η κανδύλα. Παραπλεύρως έστεκεν ο κομός, λάμπρος από το
+έλαιον διά του οποίου προσφάτως είχεν αλειφθή, με το θυσανωτόν
+τραπεζομάνδυλον σκληρόν από την κόλλαν, με δύο ανθοδόχας
+γεμισμένας από χρωματιστάς ακάνθας και πτερά, με κουτιά
+καταφορτωμέν' από θαλάσσια όστρακα και με καθρέπτην μέτριον,
+τυλιγμένον διά κιτρίνου τουλίου ίνα μη καταστρέφουν οι μύγες το
+επιχρυσωμένον πλαίσιόν του. Αντίκρυ ανοίγετο ο καναπές με το
+πολύτοξον έρεισμά του, βαθύς, αναπαυτικός, προκλητικώτατος από τα
+πουπουλένια προσκέφαλα και τα δαντελωτά και πολύχρωμα καναπελίκια
+του. Κ' εδώ ή εκεί πέριξ, κατείχον τα κενά κασέλαι και φορτσέρια
+διάφορα, επεστρωμένα διά χρωματιστών απλαδίων ώστε να φαίνεται του
+ενοίκου ο πλούτος και συγχρόνως ν' αναπαύωνται οι προσερχόμενοι.
+
+Τόρα εις το κέντρον της σάλας πολλαί παρθένοι, εύμορφαι και
+άσχημαι αναμίξ, με απροσποίητον αφέλειαν και χάριν πιασμέναι,
+ηκολούθουν διά του βήματος και της φωνής τον ήχον του ντεφίου, το
+οποίον έπαιζεν ερρύθμως στρογγυλοπρόσωπος και ραδινή χωρική. Εις
+τας άκρας, επί των κιβωτίων, αι μεσόκοπαι κ' αι γραίαι συνώδευον
+εις το τραγούδι τας νέας και παρηκολούθουν μ' εξεταστικόν και
+πεπειραμένον βλέμμα κριτού τον χορόν, τα βεργολυγίσματα και τους
+ακκισμούς των, αναπολούσαι μετά τινος βαρυθυμίας, άλλην ιδικήν των
+εποχήν, τους χορούς και τους θριάμβους των. Μεταξύ τούτων
+παρεκάθηντο και μητέρες των χορευουσών, αι οποίαι προσείχον εις τα
+κινήματα των θυγατέρων των και διώρθονον τας παρατηρουμένας
+ελλείψεις, ενδιαφερόμεναι μεγάλως διά την τελείαν εκμάθησιν . . .
+Ούτε τα παιδία έλειπον, παρά εγέμιζον θορύβου και φωνών το σπίτι,
+άλλα κυλιόμενα επί του πατώματος, μεταξύ του κύκλου των χορευουσών
+και φλυαρούντα, άλλα κλαίοντα επί των γονάτων των μητέρων των. Και
+υψηλά επί της σκαιάς οροφής, μεταξύ των χονδρών πατερών και των
+ξύλων της, πρόσχαροι αι χεληδόνες ετσιτσίριζον μέσα εις τας φωλεάς
+των είτ' εκυνηγούντο περιπετώσαι μέχρι των κεφαλών των παρθένων
+και ρίπτουσ' αιφνήδιον μεταλλικόν ψέλλισμα. Και όμως όλου τούτου
+του θορύβου υπερείχεν η φωνή των λυγερών, εύηχος, αρμονική,
+μιγνυμένη προς τους δούπους του ντεφίου και τους αργυρούς ήχους
+των κροτάλων και τους μονοκρότους κτύπους των ποδών, εις έν όλον
+μεθυστικόν κελάδημα . . .
+
+ — Ε, νά που σας την ήφερα! . . .
+
+Η υψηλή Ζαχάρω εφάνη αίφνης εις την θύραν της σάλας, σύρουσα από
+της χειρός εν θριάμβω την Ανθήν. Η λυγερή ήθελε να σταθή, να
+χαιρετίση δεξιά και αριστερά, να φιλήση τας φίλας της και ν'
+αναπνεύση τέλος από τον δρόμον αλλ' η σύντροφός της δεν την άφινε
+καθόλου. Παρεκίνει, σχεδόν επέβαλλεν εις αυτήν να πιασθή εις τον
+χορόν και συγχρόνως έλεγεν εις τας άλλας κορασίδας.
+
+ — Δεν ξέρτε τι τράβηξα ως που να την καταφέρω! . . .
+
+ — Μπα, καλότυχη! . . . γιατί;
+
+ — Δεν ξέρω πώς είμ' έτσι· δεν είμαι καλά· απήντησεν η Ανθή μετά
+νωχελείας·
+
+Και αληθινά δεν ήτο καλά η λυγερή. Ησθάνετο αδυναμίαν, φρικώδη
+αδυναμίαν καθ' όλον το σώμα και άμα εκινείτο ολίγον εκουράζοντο οι
+πόδες της, ως να εσηκώθη μόλις από πολυήμερον ασθένειαν. Αλλά και
+την ψυχήν είχεν υπερμέτρως θλιμμένην η κόρη, ως εν ασφυκτική
+καταστάσει και την κεφαλήν βαρείαν και την όψιν αλλαγμένην. Μετά
+την ταραχήν της χθες, την οποίαν υπέφερεν από τους λόγους της
+Κυράς Παγώνας, ήλθον τα σημερινά και την κατέβαλον. Εκτός της
+πανηγύρεως και των θεαμάτων της, τα οποία θ' απελάμβανεν αν
+επήγαινεν εκεί, επερίμενε και κάτι καλλίτερον. Ο Γεώργιος την
+είχεν ειδοποιήσει ότι θα επήγαινεν εις την πανήγυριν μετά των
+φίλων του· ότι θα επηλάλει μάλιστα και την κουλούραν. Και η Ανθή
+ελογάριαζε να τον απολαύση εκεί, μέσα εις τον κόσμον και τον
+θόρυβον, όπου δεν προσέχει κανείς τι κάμνει ο άλλος, μακράν των
+βλεμμάτων της μητρός της· να στριμωχθή πλησίον του μέσα εις την
+κυματούσαν φοράν της λιτανείας, να του προσμειδιάση από πλησίον
+και ν' ακούση ένα του λόγον αγάπης, από εκείνους τους οποίους
+μόνος αυτός γνωρίζει να προφέρη με τόσην γλύκαν να τον καμαρώση
+τέλος επί του Μαύρου του, διαπρέποντα μεταξύ των λοιπών
+παλληκαρίων. Αλλ' ο Νικολός παρουσιασθείς αίφνης εμπρός, διέλυσε
+και αυτήν της την ελπίδα. Α! πάρα πολύ σκανδαλωδώς ήρχισε να
+συνεμπαίνη εις την ζωήν της αυτός ο άνθρωπος! . . .
+
+Και η λυγερή από ώρας εις ώραν εσχημάτιζε μεγαλειτέραν την
+αποστροφήν της κατά του Νικολού, και χωρίς να θέλη, με την υποψίαν
+εκείνην της χωρικής, μήπως αμαρτάνει εν αγνοία της, ανεθεμάτιζε
+την ώραν κατά την οποίαν ευρέθη εις τον δρόμον, ο οποίος τον
+έφερεν εις την κωμόπολιν. Εδοκίμασε ν' ασχοληθή εις διευθέτησιν
+του σπιτιού· αλλ' ούτε το σώμα ούτε το πνεύμα είχε πρόθυμον εις
+τούτο. Όλα της έπταιον γύρω, όλα την ετάρασσον, και τα έπιπλα και
+τα φορέματά της και τα παιδία μακρυνής συγγενούς της, ελθόντα εκεί
+διά φίλευμα, όπως είχον συνειθίση, και τα κλωσσοπούλια τα οποία
+διά χαριτωμένων πηδημάτων αναβαίνοντα την σκάλαν, απέσπων
+ακρατήτους άλλοτε τους γέλωτάς της. Τόρα έδειρε τα παιδία, έδιωξε
+με φωνάς και κατάρας τα κλωσσοπούλια, έσχισε το φόρεμά της σύρασα
+αυτό αποτόμως από τινος καρφιού όπου επιάσθη, κ' έρριπτεν εδώ κ'
+εκεί τα έπιπλα, ενώ τα ετακτοποίει. Η μήτηρ της η οποία την
+παρηκολούθει διά του βλέμματος κάτι μαντεύουσα, ηπόρει δι' αυτά
+όλα και της έλεγεν από καιρού εις καιρόν με μαλακόν τρόπον: _
+
+ — Τι έπαθες, θυγατέρα· με την κακή σου είσαι σήμερα;
+
+ — Με την κακή μου και με την ψυχρή μου! απήντα σκαιώς η Ανθή.
+
+Την μεσημβρίαν δεν εκάθισεν εις το γεύμα. Οι γέροντες γονείς, οι
+οποίοι ως μονάκριβην την επεριποιούντο περισσότερον κ' εταράσσοντο
+εις την παραμικράν κακοδιαθεσίαν της, την εκάλεσαν επανειλημμένως
+να φάγη. Υποθέτοντες ότι η δυσθυμία της εκείνη προήρχετο από
+μετάνοιαν, διότι δεν επήγεν εις την πανήγυριν, υπέσχοντο εις αυτήν
+να υπάγουν μίαν άλλην ημέραν όλοι, να καλέσουν και άλλας
+οικογενείας φιλικάς, να ψήσουν αρνιά και να διασκεδάσουν εκεί,
+κάτω από τας μεγάλας ελαίας της Μονής. Ο κυρ Παναγιώτης μάλιστα
+υπέσχετο να φέρη και τα ταβούλια από το Τραγανό και να χορεύση
+εμπρός, χάριν της Ανθής του. Αλλ' η λυγερή έμεινεν αμετάπειστος.
+Προσεποιήθη κόπωσιν, κεφαλόπονον και αυτή δεν ήξευρε τι
+προσεποιήθη κ' έμεινεν έξω εις το κατώφλιον της θύρας, ως χήρα
+κλαίουσα την Μοίραν της.
+
+Το απόγευμα ήλθεν η Ζαχάρω και ήθελε να την πάρη εις τον χορόν. Η
+Ανθή ηρνείτο επιμόνως· δεν ήξιζε τον κόπον να υπάγη. Ο χορός και η
+συναναστροφή θέλουν όρεξιν και αυτή δεν είχε καθόλου, μα καθόλου!
+ούτε ν' ανοίξη το στόμα της. Αλλά και η Ζαχάρω επέμενε
+παρακαλούσα. Την όρεξιν θα την κάμη εκεί, άμα ιδή τας άλλας να
+χορεύουν και ακούση το ντέφι να βροντή και να κελαδή ως έμψυχον
+εις τας χείρας της Χαραλάμπαινας. Πόσοι κάθηνται εις το τραπέζι
+δίχως όρεξιν και όμως άμα ιδούν τα φαγητά τρώγουν! . . . Έπειτα να
+ξεδώση· αν έχη τίποτε να το ρίψη έξω . . . Η λυγερή εν τούτοις
+ισχυρίζετο ότι άμα είνε βαμμένη η καρδιά του ανθρώπου, χίλια να
+κάμη του κακού πηγαίνουν. Μα πάλιν τι θα κάμη να κλεισθή εκεί;
+αντέτεινεν η Ζαχάρω. Από το σπίτι του Καινούριου θα έβλεπε
+τουλάχιστον τους πανηγυριστάς· αλλ' από το ιδικόν της τι θα
+έβλεπε; Η αγορά θα είνε έρημη σήμερον· ο κόσμος είν' έξω, εις τις
+γειτονιές . . .
+
+Ήτο αγαθή κόρη η Ζαχάρω κ' επέμενε να διασκεδάση την θλίψιν της
+φίλης της. Παρίστανεν ως όλως έκτακτον το θέαμα των πανηγυριστών,
+όταν επιστρέφουν εις την κωμόπολιν, άλλοι εξηντλημένοι, χαλαρώς
+κρατούντες τους χαλυνούς των αλόγων και κύπτοντες την κεφαλήν
+βαρείαν εκ του πότου και του δρόμου· άλλοι εξημμένοι και
+αρειμάνιοι, επιδεικνύοντες τον στολισμόν και την ευτυχίαν
+των . . .
+
+Η Ανθή κατεπείσθη τέλος και ηκολούθησε την νεάνιδα εις το σπίτι
+του Καινούριου. Και τόρα η Ζαχάρω, καταμαγευμένη διά την επιτυχίαν
+της αυτήν, έξαλλος εκ του θορύβου της συναναστροφής και πρόθυμη να
+χαροποιήση την φίλην της, ηνάγκαζεν αυτήν να σύρη πρώτη τον χορόν.
+Κ' αι άλλαι νεάνιδες παρεχώρουν προθύμως την θέσιν των εις την
+Ανθήν. Απέκαμαν πλέον! εχόρευσαν τέσσαρες και πέντε φορές κάθε
+μία . . .
+
+Η λυγερή εχόρευσε τω όντι με χάριν και αφέλειαν πολλήν. Έλειπεν
+όμως από αυτήν η ευθυμία, η όρεξις εκείνη η πτερόνουσα τους πόδας.
+Ούτε κινήσεις είχεν αρκετάς, ούτε το βεργολύγισμα εκείνο το βαρύ
+της εποχής, το οποίον παρομοιάζει την χορεύουσαν με παγώνι όταν
+σκύπτη να ποτισθή εις την πηγήν. Τούτο δεν διέφυγε το εξησκημένον
+μάτι των άλλων γυναικών και ήρχισαν μεταξύ των να φέρουν εν
+ψιθυρισμώ τας κρίσεις των. Τι έπαθε, καλέ πώς χορεύει έτσι η
+Ανθή! . . . Από όλας δε περισσότερον παρετήρησε τούτο η
+σπιτονοικοκυρά και το έδειξε χαιρεκάκως εις την μεσόκοπον γείτονά
+της, την αδελφήν του Γιωργίου Βρανά. Όχι, δεν ηδύνατο να συγχωρέση
+τοιαύτα λάθη εις τον χορόν η αγαθή Παντελιού. Αν εχόρευον έτσι αι
+θυγατέρες της, η Βασιλική της αν εχόρευεν έτσι, δεν θα την άφινε
+ποτέ πλέον να χορεύση. Και βλέπεις, αδελφή, ότι επάχυνεν ακόμη
+αυτή η κόρη· βλέπεις τι άσχημη έγεινε; πού πρώτα που ήτο μια
+πανώρηα λυγερή! . . Έπειτα τι κάμνει τάχα πως δεν την μέλει και
+χαμηλώνει τα μάτια, σαν την Παναγιά; Αυτά δεν χωνεύονται
+πλέον! . . . Και ζωηρευθείσα αίφνης, εψιθύρισεν εις το αυτί της
+συντρόφου της.
+
+ — Ξέρεις, αδελφούλα μου, που αν είν' αλήθεια τα λόγια του κόσμου,
+ο Γιωργάκης δεν κάνει καλά να πάρη αυτή την ψευτοπαναγιά! . . .
+
+Κ' ενδιαφέρετο η χονδρή και πληθωρική γυνή περί του μέλλοντος του
+Γεωργίου Βρανά και ανησύχει διά την τύχην του. Η μητρική καρδία
+της δεν ηδύνατο ν' ανεχθή τοιαύτην του νέου ατυχίαν. Δεν εχάθηκαν
+δα από τον κόσμον τα κορίτσια· είνε άλλα που τον παρακαλούν αρκεί
+να θέλη μόνον! . . . Και ήσαν οι λόγοι ούτοι πλαγία ομολογία των
+συμπαθειών τας οποίας έτρεφε προς τον Γιώργιον και των προσδοκιών
+της, ως καλού γαμβρού διά την θυγατέρα της, την Βασιλικήν. Την
+ηξεύρει δα όλον το χωριόν την Βασιλικήν, την πρωτότοκόν της, τι
+προκομμένη είνε και τι εύμορφη! Ας μη λέγη τίποτε η Παντελιού,
+διότι είνε μητέρα και να μην υποτεθή ότι θέλει να επαινέση την
+κόρην της . . .
+
+ — Μπα σε καλό σας! γάμο έχετε; Ηκούσθη αίφνης και ώρμησεν εις την
+σάλαν η Βασιλική.
+
+Φωναί εύθυμοι εδέχθησχν ευθύς την παρθένον, δεκαεπταετή
+ξανθόμαλλον και λευκήν παρθένον· ευχαί εγκάρδιοι και δεξιώσεις ως
+να έλειπεν από χρόνου μακρού.
+
+ — Καλώς την, καλώς ώρισες!
+
+ — Βοήθειά σου ο άγιος.
+
+ — Και του χρόνου με τον καλό σου! . . .
+
+Η Βασιλική ηυχαρίστει όλας διά τας ευχάς· ησπάζετο τας φίλας της,
+άπλωνε την χείρα εις άλλας κ' εσπόγγιζε το κάθιδρον πρόσωπόν της
+κ' εγέλα πετώσα όλη από χαράν. Ήτο φύσει εύχαρις και λάλος η
+νεάνις· ένας από τους ελαφρούς εκείνους παρθενικούς χαρακτήρας,
+τους οποίους δύναται τις ασφαλώς να παρομοιάση με τας σουσουράδας·
+πετούν, φλυαρούν, γελούν αδιακόπως και ο νους των διατελεί εις
+αδιάκοπον ζήτησιν της μεταβολής του βίου, το δε σώμα παρακολουθεί
+πρόθυμον. Η μελαγχολία δεν έχει θέσιν εις αυτούς· η λύπη δεν έχει
+διάρκειαν. Περί της Βασιλικής ελέγετο μεταξύ των γυναικών, που
+παρεστάθησαν εις την γέννησίν της, ότι μόλις έπεσεν εγέλα και
+ηκτινοβόλει από ευτυχίαν το πρόσωπόν της, ως να ήρχετο με λαμπράς
+εντυπώσεις από τον άλλον κόσμον κ' εχαίρετο διά την αλλαγήν του
+βίου.
+
+Και τόρα δι' αυτήν την βραχείαν αλλαγήν του βίου, τας νέας
+σκηνογραφίας, που εξετυλίχθησαν εμπρός τα μάτια της, της
+θορυβώδους πανηγύρεως, του εσμού αυτής και των θεαμάτων, ήτο τόσον
+χαρούμενη κ' έφρισσεν όλη ανήσυχος, υπό τας φιλοστόργους χείρας
+της μητρός της, η οποία την επεριποιείτο με συγκίνησιν.
+
+ — Μέσ' 'ς το μεσημέρι εκινήσατε να 'ρθήτε έλεγε κάπως
+ηγανακτισμένη η Παντελιού· δεν αφίνατε 'λίγο να δροσίση . . .
+
+ — Πού άφινε ο Νικολός· απ' την ώρα που τον πάτησε τ' άλογο
+εδαιμονίσθηκε!
+
+ — Τι, ποιο άλογο τον πάτησε;
+
+Όχι, καλότυχη, τον πάτησε τον επήρε εκεί με τον αέρα το άλογο του
+Γεωργίου Βρανά και τον έρριψε κάτω. Αλλ' αυτός εφοβήθη τόσον, ώστε
+όλο και άλογα έβλεπε γύρω του και ηνάγκασε τας γυναίκας να φύγουν
+γρήγορα, γρήγορα! . . .
+
+Ο χορός διεκόπη τόρα και όλαι αι νεανίδες εκύκλωσαν την Βασιλικήν,
+περίεργοι ν' ακούσουν τας εντυπώσεις της. Εις το πάθημα του
+Νικολού Πικοπούλου, ο οποίος διά το κωμικόν παράστημά του, συχνά
+επροκάλει τας ειρωνείας των κορασίδων, οι γέλωτες ήχησαν με
+θορυβώδη ασυμφωνίαν.
+
+Αλλ' η εγκαρδιώτερον των άλλων γελώσα ήτο η Ανθή. Έπασχε τόσα από
+αυτόν τον άνθρωπον, ώστε της εφαίνετο πολύ ευχάριστον το πάθημά
+του. Εξεδικείτο έτσι η αδυναμία της· εθριάμβευεν επί τη ιδέα ότι ο
+Γεώργιος ήτο ο εκδικητής αυτής και μετεμελείτο, διότι δεν επήγεν
+εις την πανήγυριν, ν' αντιληφθή με τα ίδια της μάτια την
+εξουθενωτικήν εκείνην πτώσιν του μισητού της. Η ψυχή της λυγερής
+ευρίσκετο εις απολαυστικήν έκστασιν, φανταζομένη διά της
+ζωηρότητος του μίσους, τον Νικολόν κυλιόμενον εις το χώμα κ'
+έπειτα σηκονόμενον περίτρομον, με τα φορέματα κατασκονισμένα και
+φεύγοντα ευθύς μακράν της πανηγύρεως, ενώ ο Γεώργιος ωρθούτο επί
+του αλόγου του, θριαμβευτής και υπερήφανος . . . Και ολίγον κατ'
+ολίγον δόσις φθόνου εγεννάτο μέσα της διά την Βασιλικήν· φθόνου
+τον οποίον ησθάνθη ευθύς μόλις έμαθεν ότι η νεάνις αντικατέστησεν
+αυτήν εις την πανήγυριν και τον οποίον εσίγασαν μετ' ολίγον αι
+σκέψεις του λυπηρού μέλλοντός της.
+
+Αλλ' ανέκαθεν η Ανθή δεν έτρεφε μεγάλην συμπάθειαν προς την
+Βασιλικήν. Το εύθυμον και γελαστόν ήθος της παρθένου, αι
+περιποιήσεις τας οποίας απέδιδε προς αυτήν, πάντοτε παρεξηγούντο
+υπό της λυγερής. Ενόμιζεν ότι όλα ήσαν εμπαιγμοί και φιλέκδικος
+διάθεσις μόνον. Η Βασιλική ήτο αδελφή του Δημητρίου, του
+στενωτέρου φίλου του Βρανά και τούτο την ανησύχει μεγάλως.
+Πρόληψίς τις εβασίλευεν εις το πνεύμα της, ότι εκείνη μίαν ημέραν
+θ' αντικαθίστα αυτήν εν τη καρδία και τη ζωή του αγαπητού της.
+Πολλάκις έκλαυσε δι' αυτήν την ιδέαν· πολλάκις απηλπίσθη και
+ωμολόγησεν εις τον Γεώργιον πλαγίως, ότι δεν ήθελεν να συχνάζη εις
+το σπίτι του φίλου του. Ο νέος εννόησε τους φόβους της και
+προσεπάθησε να τους διασκεδάση. Αλλ' η φιλία του Βρανά και του
+Δημητρίου υπήρχε πάντοτε, ακμαία και αδιάρρηκτος και υπήρχον εκ
+τούτου και οι φόβοι της λυγερής. Τόρα ενόμιζεν ότι η Βασιλική
+υπερέβαλεν αυτήν καθ' όλα· ότι της έκλεψε μίαν έκτακτον απόλαυσιν,
+και μετενόει διότι δεν ηκολούθησε την θείαν της, αλλά παρεχώρησε
+την θέσιν της εις εκείνην, να κόβη τόρα και να ράβ' η γλώσσα της!
+
+Ναι, να κόβη τόρα και να ράβ' η γλώσσα της Βασιλικής! Τούτο εκέντα
+πολύ την ζυλοτυπίαν της λυγερής. Να βλέπη τόσας εκεί μορφάς
+προσηλωμένας εις εκείνην περιέργως· ενωτιζομένας τους λόγους της
+λαιμάργως, εκπληττομένας διά τα περίεργα συμβάντα της πανηγύρεως
+και να ηξεύρη ότι εις την θέσιν της θα ήτο αυτή τόρα, θα εκίνει
+αυτή την προσοχήν και όχι η Βασιλική· τούτο εξηρέθιζε τον φθόνον
+της ακόμη περισσότερον.
+
+ — Αμ' την κουλούρα; ποιος επήρε την κουλούρα; ηρώτησαν αίφνης την
+Βασιλικήν αι γυναίκες.
+
+ — Ο Γιώργης ο Βρανάς.
+
+Και μετά φλυάρου λεπτομερίας, ευτυχισμένη διότι ήτο εις θέσιν να
+λέγη, όλον να λέγη και ν' ακούεται μετά προσοχής η ελαφρά νεάνις,
+ήρχισε να διηγήται τα του ιππικού αγώνος. Α! είνε το καλλίτερον
+της όλης πανηγύρεως αυτό! Φαντασθήτε· μόλις εδόθη το σημείον και
+όλη εκείνη η μυρμηκιά του θεωμένου πλήθους ν' ανυπομονή, να
+στενοχωρήται να παθαίνεται ως έν και μόνον σώμα. Ο κάμπος ηπλούτο
+επικλινής ολίγον ομαλός όμως, καταπράσινος, με ολίγα σφερδούκλια
+εδώ κ' εκεί· με μίαν αγριαπιδιάν εις την μέσην κ' ευρύς,
+απεριόριστος εις το βλέμμα των θεατών. Ένεκα της μεγάλης
+αποστάσεως δεν διέκρινέ τις κατ' αρχάς άλλο τίποτε παρά μελανά
+μόλις στίγματα, σκιάς άνω του εδάφους, φερομένας υπό του ανέμου.
+Μικρόν κατά μικρόν έπειτα διεκρίθησαν οι πόδες των αλόγων,
+κινούμενοι εμπρός-οπίσω μετά ταχύτητος, ως πτερωταί μύλου και
+τέλος διεγράφησαν και οι καβαλλάρηδες, ως λευκά συννεφάκια ανά την
+απέραντον έκτασιν. Ο νικητής όμως ήτο αδύνατον να διακριθή ακόμη.
+Η φορά των αλόγων εν τη καταπληκτική ορμή των, ήλλασε κατά λεπτόν
+και οι πρώτοι ήρχοντο έσχατοι και οι έσχατοι επροπορεύοντο, ώστε
+κατήντησεν αμφίβολον το τέλος. Το πλήθος ανυπόμονον έκαμνε τας
+κρίσεις του, έλεγε τας εικασίας του καθείς, ωσεί θέλων να ταχύνη
+το αποτέλεσμα.
+
+ — Να το ψαρί, την άρπαξε!
+
+ — Μπα, δεν βλέπεις το μπάλιο που το φέρνει κατά πόδι;
+
+ — Θα το περάση, ορέ, θα το περάση!
+
+ — Α! α! α! α! . . .
+
+Κ' εφώναζον οι στρατηλατούμενοι, κινούντες χείρας και πόδας, ως να
+μετείχον και αυτοί του αγώνος . . . Αίφνης νά· πίπτει ένας
+καβαλλάρης και φεύγει το άλογόν του μακράν, τριποδίζον. Δύο άλλοι,
+βλέποντες φανεράν την αποτυχίαν αποσύρονται του αγώνος· αλλά διά
+να μην ντροπιασθούν φεύγουν μακράν των θεατών. Και αρχίζουν ούτοι
+πάλιν φωνάζοντες:
+
+ — Του Ζόγγα επήρ' ο ένας, του Ζόγγα!
+
+ — Κι' ο άλλος του Μάζι . . .
+
+ — Πάει να κάμη συμπεθεριό! . . .
+
+Και γελούν, αιωνίως γελούν, σαρκάζοντες τους νικημένους . . . Τ'
+άλογα τρέχουν ακόμη εν δαιμονιώδει φορά, με την κεφαλήν τεντωμένην
+εμπρός, το σώμα όλον ευθύτατον ως ιπτάμενοι κόρακες. Και τα
+φορέματα των καβαλλάρηδων κυματίζουν, φουσκώνουν από τον άνεμον αι
+πλατείαι χειρίδες των υποκαμίσων και η φουστανέλλα πλαταγεί
+θορυβωδώς.
+
+Άλογα τέσσαρα έμενον τόρα διαφιλονικούντα το γέρας. Το λευκόν
+ήρχετο προς τα εμπρός, με τον καβαλλάρην κολλημένον ως κάνθαρον
+επάνω του. Αίφνης πλησίον του επέρασε το μαύρον, με το λευκόν
+αστέρι εις το μέτωπον κ' εβάδιζε τόρα κατ' ευθείαν εις το τέρμα.
+Αλλά μετ' ολίγον άλλο, με τρίχωμα βαθύ ασπρόμαυρον ήλθε
+παραπλεύρως, ζητούν την νίκην . . . Και οι θεαταί εξηκολούθουν τας
+συζητήσεις κ' έλεγαν τα συμπεράσματά των ανυπόμονοι.
+
+ — Ανδραβιδιώτης είνε το αστεράτο;
+
+ — Ναι, του Σκαμνάκη . .
+
+ — Και τάλλο, το σιδερικό;
+
+ — Γαστουνιώτης.
+
+ — Θα την φάη τη χυλόπηττα!
+
+Και ολίγον έλειψε να έλθουν εις ρήξιν εξ αιτίας του, μη
+παραδεχόμενοι να ντροπιασθή το άλογον του τόπου των. Αλλ' αίφνης ο
+ψαρής, ο προπορευόμενος εις την αρχήν του αγώνος, εστάθη εις την
+μέσην του δρόμου ακίνητος, παρά τας παροτρύνσεις του αυθέντη του,
+και κρατών υψωμένην την κεφαλήν, παρετήρει όλα τα σημεία, ως να
+ηρεύνα τον ορίζοντα· έπειτα εστράφη αποτόμως προς τα οπίσω,
+συναποφέρων άκοντα και τον κύριόν του.
+
+ — Άφς τον· πάει για βρούβες· είπαν.
+
+Έμεναν πλέον τρία εις το ιπποδρόμιον· τα δύο επήγαιναν εμπρός, και
+ολίγον όπισθεν, σχεδόν επί τα ίχνη των, εβάδιζε το τρίτον. Ήρχετο
+τούτο κανονικώς τρέχον, μη παραλλάσσον τον βηματισμόν του, ως να
+ήτο βέβαιον περί της νίκης του και άφινε τ' άλλα να κοπιάζουν
+αδίκως. Και ωσεί προλαμβάνον την σκέψιν των θεατών, δι' ενός
+πηδήματος, επέρασεν αίφνης μεταξύ των αντιπάλων του κ' επλησίασε
+σπεύδον τον κρατούντα επί κοντού την κουλούραν, της νίκης το
+έπαθλον.
+
+ — Μωρέ, γεια σου, πουλί μου! εφώναξαν οι θεαταί κατενθουσιασμένοι,
+φιλούντες το άλογον επί του τραχήλου. Ενώ, ο Γεώργιος Βρανάς ο
+καβαλλάρης και κύριος του ωχρός, συγκεκινημένος, ωρθούτο κ'
+επεδείκνυεν εις το πλήθος την κουλούραν, εν εξάλλω αποθεώσει . . .
+
+ — Παναγία μου, τι ώμορφος που ήταν εκεί! άγγελος γραμμένος·
+επεφώνησεν η κόρη με απροσποίητον θαυμασμόν.
+
+Αλλά και οι ακροαταί αυτής δεν ήσαν ολιγώτερον ενθουσιασμένοι. Η
+νίκη ενός αλόγου δεν θεωρείται μικρόν κατόρθωμα μεταξύ των
+χωρικών. Ο νικητής τιμά όχι μόνον τον εαυτόν του, αλλά και τον
+κύριόν του και το χωρίον ακόμη από το οποίον κατάγεται. Η νίκη
+του, διά των μυρίων στομάτων των παρατυχόντων πανηγυριστών,
+διαθρυλείται εις τα πέριξ χωρία ως μέγα γεγονός. Οι από Πατρών
+μέχρι Πύργου συναντώμενοι καρρολόγοι, μεταδίδουν το όνομα, το
+χρώμα κ' εν γένει τα χαρακτηριστικά του, αυξάνει δε την τιμήν του
+εις ενδεχομένην πώλησιν, ως έν από τα καλλίτερα προσόντα του. Οι
+χωρικοί εις τα χωρία των, διά την έλλειψιν καθημερινών νέων, επί
+εβδομάδας, επί μήνα όλον, συζητούν μετ' ενδιαφέροντος τα προσόντα,
+αυτού και τας αφορμάς διά τας οποίας οι άλλοι υστέρησαν, ως
+ιστοριογράφοι την ήτταν μεγάλων στρατηγών. Διά τούτο τόρα αι
+νεανίδες κ' αι άλλαι γυναίκες, ετράπησαν εις θορυβώδη διαδήλωσιν
+υπέρ του Γεωργίου και του αλόγου του.
+
+Μόνον η Ανθή δεν ωμίλει, δεν εθορύβει, δεν ενθουσιάζετο. Τι αν
+ησθάνετο μικράν χαράν εις τα στήθη της διά τον θρίαμβον του
+Γεωργίου; Η λύπη της ήτο μεγάλη τόρα, διότι δεν ήτο εκεί και αυτή
+να τον απολαύση εις την έξαλλον αποθέωσίν του και μεγαλητέρα η
+αγανάκτησίς της εναντίον του Νικολού, ο οποίος έγεινεν η αιτία
+τούτου κ' εναντίον της Βασιλικής που τον απήλαυσεν. Και τι τάχα
+καμαρώνεται αυτή, η «άσπρη μου σαν το χαρτί, κόκκινη σαν το βερζί,
+μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, ρίξε μου τα μαλλάκια σου ν' ανέβω
+απάνου», έ; Τι καμαρώνεται και χοροπηδά και ομιλεί τόσον ελευθέρως
+περί του Γεωργίου!. Ή μήπως της επόνεσε και αυτής το δόντι; — μωρέ
+μούτρα! . . . Η λυγερή ζηλότυπος εις την αγάπην της· περίφοβος διά
+το είδωλόν της, εσκέπτετο ότι καλλίτερον θα έκαμνεν αν δεν ήρχετο
+εκεί και ωργίζετο εναντίον της Ζαχάρως, η οποία την έφερε διά ν'
+ακούση αυτούς τους λόγους, να μαυρίση περισσότερον την καρδίαν
+της, και ήθελε να φύγη. Αλλ' οι έπαινοι περί του Γεωργίου και του
+αλόγου του εξηκολούθουν μεταξύ των γυναικών και η λυγερή ανέβαλλεν
+από ώρας εις ώραν, αρεσκομένη ν' ακούη καλολογίσματα διά τον καλόν
+της.
+
+ — Δεν 'ξέρω, έλεγε τόρα η γρηά Μήτραινα· ο μαύρος είνε φαλάγγι!
+
+ — Και τι ώμορφο νοητάκι! εγώ αν ήθελεν ο Γιώργης θα του έκανα ένα
+χαϊμαλί· επρόσθεσεν η Βασιλική ενθουσιωδώς.
+
+Η λυγερή δεν εκρατήθη πλέον. — Ξετσίπωτη! εψιθύρισε με πείσμα και
+διηυθύνθη προς την θύραν διά να εξέλθη. Αλλά δυνατός πυροβολισμός
+αντηχήσας έξω, ηνάγκασεν αυτήν να ορμήση μετά των άλλων γυναικών,
+με βοήν και πάταγον εις την σάλαν.
+
+ — Παγκυριώτες, κορίτσα, παγκυριώτες! . . .
+
+Ευθύς άδειασεν η σάλα. Αι γραίαι, αι μεσόκοποι, αι νεάνιδες
+συνωστίζοντο τόρα επί της ξυλίνης ταράτσας, προβάλλουσαι τας
+κεφαλάς και διαφιλονεικούσαι τας θέσεις εν ανταλλαγή φωνών και
+γελώτων, μεταξύ των οποίων ηκούοντο και κλαψίματα στενοχωρηθέντος
+είτε πατηθέντος παιδίου.
+
+ — Την κουλούρα! έχουν την κουλούρα! . . . εφώναζε μικρά κορασίς,
+κτυπώσα τας παλάμας εξ υπερμέτρου χαράς.
+
+Τω όντι ο όμιλος του Βρανά και των φίλων του ήρχετο φέρων
+θριαμβευτικώς την κουλούραν. Μετά τον ιππικόν αγώνα οι νέοι επήγαν
+εις την στάνην του γέρω Γκόρα, όπου ο πλούσιος ούτος πατριάρχης,
+με τα κοπέλια και τους υιούς του, υπηρέτει εν αδόλω χαρά τους
+πολυαρίθμους ξένους του. Έφαγον με όρεξιν το σουβλιστόν αρνί, το
+πουγανιστόν κατσίκι και την γευστικήν τυρόπητταν του γέρω Γκόρα κ'
+ερρόφησαν αφθόνως το κρασί του. Μετά τας διαχύσεις της χαράς και
+της ευθυμίας των, αποχαιρετίσαντες τους βλαχοποιμένας εκίνησαν διά
+την κωμόπολιν. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν ήτο ολιγώτερον συγκεκινημένος
+του Κοροίβου, του αρχαίου Ολυμπιονίκου, εισερχομένου εις την
+γενέτειραν πόλιν. Το άλογόν του ήτο νικητής· άρα ήτο και αυτός
+νικητής. Και όχι μόνον αυτός αλλά και όλοι οι σύντροφοί του! Και
+ήρχοντο τόρα εξημμένον έχοντες τον νουν υπό του κρασιού οι νέοι,
+ορθόν το σώμα υπό του θριάμβου, ανά τέσσαρες, με τας χείρας
+ενωμένας επί των ώμων αλλήλων, εις ένα σώμα πολυσύνθετον εξ αλόγων
+και ανδρών. Εις το μέσον του πρώτου στοίχου διεκρίνετο, διά το
+πλούσιον της στολής και το υψηλόν ανάστημά του ο Βρανάς, κρατών
+εις την μύτην του μαχαιριού του ανθοστολισμένην την κουλούραν, της
+νίκης του άθλον, και το άλογόν του, μεγαλοπρεπώς βαδίζον,
+ανακινούν εδώ κ' εκεί στεφανηφόρον κεφαλήν, ως να ηνόει τον
+θρίαμβον τον οποίον κατήγαγε. Και τ' άλλα τ' άλογα μετ' ευρύθμου
+βαδίσματος, έφερον τους υπερηφάνους καβαλλάρους των, τραγουδούντας
+εναλλάξ, το τραγούδι του τροπαιοφόρου Στρατηλάτου, διά του οποίου
+ο ποιητής του λαού παρέστησε συγκινητικώτερον και θελκτικώτερον
+υμνογράφου το θαύμα:
+
+ Άγιε μ' άι Γιώργη στρατηγέ και γριβοκαβαλλάρη,
+ αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,
+ 'σαν άγιος 'μοιάζεις 'ς τη θωριά, 'σαν ήλιος 'ς τη λαμπρότη·
+ παρακαλώ σ' αφέντη μου και τίμιέ μου Στρατιώτη! . . .
+
+Οι πανηγυρισταί έτσι επλησίασαν εμπρός εις το σπίτι του
+Καινούριου. Απέναντι υπήρχεν ευρύς σπιτότοπος, κατεστραμμένος
+κήπος, μ' ερείπια εις το βάθος και αρκετάς πέριξ συκομωρέας. Επί
+μιας τούτων εκυμάτιζεν υψηλά κόκκινη σημαία κ' εκρέματο φιάλη
+γεμάτη κρασίου, κάτω δε εις την σκιάν των άλλων δένδρων,
+διεσπαρμένα ξύλινα καθίσματα εμαρτύρουν ότι εκεί ήτο πρόσκαιρον
+κρασοπωλείον. Τα πρόσκαιρα αυτά κρασοπωλεία είνε συνήθη εις τα
+χωρία κατά τας επισήμους ημέρας και χρησιμεύουν ως κέντρα ευθύμου
+συναθροίσεως, αφού τα καφενεία και τα καταστήματα της αγοράς
+μένουν κλειστά. Πτωχοί χωρικοί, από του Σεπτεμβρίου αποθηκεύοντες
+προς ιδίαν χρήσιν κρασί εις τα σπίτια των, πωλούν εξ αυτού ολίγον
+κατά τας τοιαύτας ημέρας, ποριζόμενοι δι' ελαχίστου εμπορεύματος
+αρκετά κέρδη. Τούτο λοιπόν έκαμεν εκεί ο Αριστείδης, μεσόκοπος
+χωρικός, έχων λευκόν σκουφάκι από μανδαπολάμι εις την κεφαλήν,
+σηκωμένας τας χειρίδας του υποκαμίσου μέχρι των ώμων, τας δε του
+μεϊντανίου καρφωμένας χιαστί όπισθεν διά καρφίδος, ποδιάν
+βρεγμένην επί της φουστανέλλας κ' ελευθέρους καλτσών τους πόδας. Ο
+τραυλός ούτος χωρικός εφαίνετο ότι εγεννήθη διά το επάγγελμα του
+κρασοπώλου· οι δε συμπατριώται του έλεγον ακόμη ότι κρασί επώλει
+και εις την κοιλιάν της μάνας του. Αδιακόπως έφερεν επί του
+προσώπου το χρώμα του κρασιού, επί δε των φορεμάτων, και όταν
+ακόμη ήτο αργός, την βαθείαν οσμήν του. Ήτο πολύλογος, ακούραστος
+εις την εξάσκησιν του επαγγέλματός του, μουσκευμένος μέσα κ' έξω,
+καθ' όλα τύπος Διονύσου των νεωτέρων χρόνων. Τόρα ησχολείτο εις
+την εξόφλησιν παλαιών λογαριασμών, τους οποίους είχε με τον
+Κουτσαναστάσην, αγαθόν κρασοπατέρα, σκεφθέντα αυτήν την στιγμήν
+κατά την μέθην του, να πληρώση τα χρέη. Αλλά του εφαίνοντο
+εξωγκωμένα, κ' εζήτει από τον Αριστείδην να κατεβάση τας
+απαιτήσεις του. Ο κρασοπώλης, ανυπομονών κ' εξωργισμένος
+επροσπάθει να τον πείση ότι ήσαν αλάθητα τα κατάστιχά του και του
+επανέλεγε με την τραυλήν φωνήν του:
+
+ — Τον καιρό που το πίνεις! . . . τον καιρό που το πίνεις! . . .
+τον καιρό που το πίνεις! . . .
+
+Μόλις όμως είδε τους πανηγυριστάς πλησιάζοντας, ο Αριστείδης
+παρήτησε τον Κουτσαναστάσην να λύνη, με τρόμον χειρών και
+ψιθυρισμόν αδιάκοπον, την χρηματοσακκούλαν του και αρπάσας την
+κρασοκανάταν και ποτήρια ήλθε προς αυτούς. Οι νέοι παρετήρησαν
+ευθύς, μόλις πλησιάσαντες, τ' ωραίον και πλούσιον σύμπλεγμα των
+γυναικών επί της ταράτσας και ο ενθουσιασμός των έγεινεν
+ακράτητος.
+
+ — Χρόνια πολλά, θεια! . . . χρόνια πολλά! . . . εφώναζον,
+χαιρετώντες με το ποτήρι τας γραίας.
+
+Αλλ' αν διά της φωνής απετείνοντο προς τας μαραμμένας εκείνας
+μορφάς, ο λογισμός αυτών και το βλέμμα επέτα κ' έθιγε διψαλέον τ'
+ανθηρά κάλλη, των οποίων τα πονηρά μάτια ελαμπίριζον μεταξύ του
+πρασίνου κισσού, ως αδάμαντες επί στρώματος σμαράγδου. Κ' έκφρονες
+πλέον, εκέντων τ' άλογά των εις διάφορα γυμνάσματα· διεσκέλιζον
+μαζί τα καθίσματα και τους πάγκους, έκοπτον διά μιας φεύγοντες
+τους κλάδους των δένδρων ή στρεφόμενοι περί την κοιλίαν των ζώων,
+ήρπαζον τα χαμαί ξυλάρια κ' επανέστρεφον επί της σέλας ακλόνητοι.
+Κ' αι τόσαι εκεί λυγεραί ησθάνοντο την καρδίαν πληγωμένην υπό της
+λεβεντιάς εκείνης· συνελάμβανον ιδέας παραδόξους, πόθους
+γλυκερούς, οι οποίοι κατά την εξέλιξίν των ήτο δυνατόν, ήτο
+εύκολον ναι, ν' απολήξουν εις την ευτυχίαν της ζωής των.
+
+Υπάρχει εις την ζωήν της νεάνιδος κάποια στιγμή, κατά την οποίαν
+αίφνης και απροσδοκήτως, από το παραμικρόν γεγονός αφυπνίζεται το
+λανθάνον ένστικτον κ' εξετάζουσα ευρίσκει ότι έχει και αυτή
+δικαιώματα επί της ανθρωπίνης ευτυχίας. Τότε το πατρικόν σπίτι
+φαίνεται εις αυτήν στενόν, φυλακή αυτόχρημα· αι σοβαραί όψεις των
+γερόντων ανυπόφοροι· η οικογενειακή εκείνη ζωή, από την οποίαν
+έφυγαν πλέον αι ονειροπολήσεις, αι πλάναι, αι αδιάκοποι περί
+μεταβολής ελπίδες, πολύ μονότονη. Την γαλήνην του πατρικού ασύλου,
+την οποίαν ο νεάνιας πάντοτ' επιζητεί, η νεάνις αποστέργει μετά
+βαρυθυμίας, όπως αποστέργει το πουλί τον κλωβόν του. Βιάζεται να
+φύγη το τρυφερόν πουλάκι, να καθίση επί άλλου κλαδίσκου, τον
+οποίον φαντάζεται χλοερώτερον, σκιερώτερον, ευτυχέστερον πάντοτε
+του πατρικού. Και ονειροπολεί αδιακόπως τον άγνωστον σταυραετόν,
+εκείνον που θ' ανοίξη μίαν ημέραν τας ισχυράς πτέρυγάς του και θα
+την συνεπάρη μακράν εις άλλον βίον, εις άλλην φωλεάν. Τούτο
+συνέβαινε τόρα και εις τας ψυχάς των παρθένων. Εύρισκον πολύ
+αρμοδιώτερα τα σπιτάκια των νέων εκείνων, διά να περάσουν την ζωήν
+των, πολύ ευτυχέστερον τον εαυτόν τους, αν τους επερίμεναν εμπρός
+εις την θύραν διά να τους δεχθούν μόλις πεζεύσαντας και να τεθούν
+αφρόντιδες υπό τας περιποιήσεις και τας διαταγάς των.
+
+Η Ανθή δεν εσκέπτετο τούτο ολιγώτερον των άλλων. Τουναντίον ήτο
+εκεί εμπρός της ο αγαπημένος και ήσαν ζωηρώτεροι οι πόθοι και τα
+όνειρά της. Αν αι άλλαι δεν ήξευρον τον λυτρωτήν σταυραετόν, αυτή
+τον εγνώριζε κ' εύρισκε μάλιστα ότι εβράδυνε να έλθη. Αχ, κινήσου
+καϋμένε σταυραητέ! άνοιξε τα φτερά σου κ' έλα πάρε την· φέρε την
+εις άλλους τόπους, όπου αφθονεί ο κισσός και ο μόσχος, και μη την
+αφίνης εις αυτόν τον μπούφον Νικολόν, ο οποίος θα την μαράνη με το
+πρώτον φίλημά του! . . Και η λυγερή με σπαρταρίζον μάτι ως να
+ητένιζε σημείον φωτεινόν, ητένιζε τον Γεώργιον Βρανάν, ανηρεύνα
+μετ' αυξούσης φροντίδος τα μεσσήνια — τας Μεσσηνιακάς εκείνας
+δερματίνας περικνημίδας, τας οποίας συνειθίζουν οι καβαλλικεύοντες
+φουστανελλοφόροι διά την προφύλαξιν των καλτσών — την φουστανέλλαν
+χυνομένην κατάλευκην επί της σέλας, τον λυγηρόν κ' ευρύν κορμόν,
+τον οποίον περιέβαλλον επιχαρίτως τα Μερεντίτικα μεϊντανογέλεκα
+και σχεδόν εψηλάφει ευφροσύνως την χαριτωμένην του νέου κεφαλήν,
+με το υπόξανθον μουστάκι και τα γαλανά μάτια. Εσύρετο δε υπό του
+πόθου κ' εθεώρει μεγίστην ευτυχίαν να της ήτο εύκολον να πλησιάση
+εκεί, ν' αρμόση μίαν φεύγουσαν λωρίδα του μεσσηνίου, να ταξιθετήση
+τας ανεστραμμένας πτυχάς της φουστανέλλας, να στρώση επιμελέστερον
+το κεντητόν μαντήλι του σελαχίου, να ρίψη επί του ώμου την
+σκορπισμένην φούνταν του φεσίου του. Όχι, δεν ήθελε να τον βλέπουν
+ξένα μάτια έτσι άτακτον τον καλόν της! Και εις την λέξιν αυτήν,
+την ανέκφραστον μαγείαν εξασκούσαν επί των παρθένων, φρικίασις
+εκυρίευε την σάρκα της Ανθής, ευτυχία επλημμύρει την καρδίαν της.
+Εφαντάζετο διά μίαν στιγμήν τον εαυτόν της. πλησίον εκείνου· ότι
+τον εψηλάφει γλυκύτατα· ότι ηκροάτο τους λόγους του, κ' εθεώρει
+μάγον μόνον όνειρον το τοιούτον. Αν κ' εγνώριζε τον προς αυτήν
+έρωτα του Βρανά, δισταγμός κάποιος εισέδυεν εις την ψυχήν της. Διά
+της αγάπης της εμεγάλυνε τον νεανίαν· εταπείνωνε δι' αυταπαρνήσεως
+τον εαυτόν της κ' εύρισκεν ότι τοιούτος λεβέντης όχι, δεν ηδύνατο
+να ζευγαρωθή με αυτήν, την σταχτοπούταν! . . . . Και η χαρά της
+λυγερής μετετρέπετο εις μελαγχολικήν χαράν, ευδαιμονίαν
+τεθλιμμένην η οποία ενάρκονε το σώμα παρέλυε το πνεύμα κ' έφερε
+σχεδόν δάκρυα εις τα μάτια της.
+
+Αίφνης η λυγερή εσκίρτησεν ως να ήλθεν εις την πραγματικότητα. Ο
+Βρανάς την έβλεπε κατάματα, μ' έκφρασιν μεγάλης ευτυχίας. Έπειτα
+έσυρεν από του σελαχίου αργυρόλαβον μαχαιράκι, έκοψεν ένα κομμάτι
+από την κουλούραν κ' έφερε το άλογόν του κάτω από την ταράτσαν.
+
+ — Χαιρέτα, Μαύρε!
+
+Το άλογον χαιρετά τω όντι, ανακινούν επάνω-κάτω την νοήμονα
+κεφαλήν του και ο νεάνιας όρθιος εις τις σκάλες της σέλας,
+προσφέρει το κομμάτι εις την λυγερήν. Εις αυτήν ναι, την Ανθήν και
+όχι άλλην· διότι τ' αποσύρει ευθύς, μόλις απλώνει την χείρα να το
+πάρη αυτή, η ξετσίπωτη Βασιλική. Αλλ' η Ανθή μένει ακίνητος. Όχι,
+Γιώργο μου όχι· δεν είνε καλόν αυτό που κάνεις· δεν είνε φρόνιμον
+ό,τι ζητείς να κάμη η αγάπη σου! Να μην ήτο κόσμος ναι, έπερνεν
+ευχαρίστως όχι την κουλούραν μόνον αλλά σε τον ίδιον, όλον εις την
+αγκαλιά της· αλλ' εκεί, ενώπιον τόσων βλεμμάτων, λαιμάργων
+βλεμμάτων, όχι! Τι θα ειπούν έπειτα οι γονείς; τι θα πλάση ο
+κόσμος; τι θα γείνη τ' όνομά της; Καλή είνε η αγάπη, αλλά και το
+τιμημένον όνομα πολύ καλήτερον! . . . Και η λυγερή παραλυμένη,
+ηύχετο να σχισθή η γη κάτω από τους πόδας της, διά να κρύψη αυτήν
+μετά της εντροπής της· να μεταβληθούν εις λίθους τα βλέμματα των
+τόσων εκεί θεατών, να την θάψουν ολοζώντανην και διά παντός.
+
+ — Πάρ' το! πάρ' το! εφώναζον οι νέοι από κάτω.
+
+ — Πάρ' το! έλεγον κ' αι γυναίκες.
+
+Αλλ' η Ανθή ένα μόνον ησθάνετο να της λέγη «παρ' το!» τον Βρανάν,
+ο οποίος εξηκολούθει να κρατή υψηλά το κομμάτι της κουλούρας, με
+τρέμουσαν εκ του κόπου χείρα και να την ατενίζη υπομειδιών, με
+μάτια κάπως παραπονούμενα, διότι ηρνείτο να πάρη εκείνο, μέρος του
+θριάμβου τον οποίον δι' αυτήν κατέβαλε. Κ' ελυπείτο να λυπήση
+αρνουμένη τον νεανίαν η λυγερή· κ' εσύρετο εις το βλέμμα του, ως
+εις μαγνήτην.
+
+Αλλά τα τόσα βλέμματα την επίεζον. Υπέθετεν ότι αι περίεργοι πέριξ
+μορφαί εσάρκαζον την πράξιν της· ότι τα μειδιώντα εκείνα χείλη
+εκινούντο, προητοιμάζοντο εις δυσφημίαν του ονόματός της. Κ'
+αίφνης εις την ιδέαν αυτήν ανδριευθείσα, διά σπασμωδικής δυνάμεως
+ετινάχθη προς τα οπίσω, παρεμέρισε το πλήθος των γυναικών και
+εισήλθε κλαίουσα εις την σάλαν.
+
+
+
+Δ'
+
+ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΗΓΑΔΙ
+
+
+
+Τόρα κείται παρημελημένον, με σκορπισμένα χείλη, κατεστραμμένα
+σκαλοπάτια, γεμάτον από ξύλα και πέτρες ως πηγή κατηραμένη. Αι
+βρύσεις, χύνουσαι κατά συνοικίας άφθονον και υγιεινόν νερόν,
+εστέρησαν αυτό και του τίτλου, τον οποίον ευγνωμόνως του απέδιδον
+οι κάτοικοι· ο δ' επαρχιακός δρόμος διελθών από πλησίον, εγύμνωσεν
+αυτό του μυστηρίου, εφυγάδευσε τον προστάτην Θεόν του και το
+εξέθεσεν εις τας κακοβούλους διαθέσεις των διαβατών. Τα παλληκάρια
+του τόπου δεν συγκινούνται πλέον εις την όψιν του κ' αι λυγεραί
+ουδ' ενθυμούνται καν την ύπαρξίν του. Ερωτήσατε όμως τους προ
+είκοσι, προ εικοσιπέντε ετών νέους, οποίας στιγμάς του βίου των
+οφείλουν εις αυτό· ίδετε τας μαραμένας όψεις των γραιών, πώς
+ζωηρεύονται όταν προφέρουν τ' όνομά του. Ο απογυμνωμένος εκείνος
+χώρος ανακαλεί εις αυτούς, εν λεπτομερεί παραστάσει εποχήν
+ολόκληρον, όπως η όψις τάφου επαναφέρει εις την μνήμην, με όλας
+τας συνηθείας της ζωής του, προσφιλή νεκρόν. Επανευρίσκουν
+μυστικάς χαράς εκεί κατασπαρείσας· εκφραστικά βλέμματα εκεί
+αφεθέντα· λόγους αγάπης, κρύφια εναγκαλίσματα, διακοπέντα αίφνης
+με τρόμον από το βήμα διαβάτου και μη επαναληφθέντα ποτέ πλέον·
+πόθους εκεί αναφανέντας κ' εκεί μείναντας ως φυτόν μαρανθέν εν τη
+γενέσει του. Όλος εκείνος ο βίος της νεότητος ο μυστικός, ο
+αφανής, ο κρύφιος, ο διαρρέων λάθρα διά της καρδίας και της ψυχής,
+πλανάται ακόμη δι' αυτούς εκεί, τους ψηλαφά γλυκύτατα, τους
+προσμειδιά κ' ευρίσκουν, οι απόμαχοι ούτοι της νεότητος, την
+δρόσον, την ευεργετικήν δύναμιν του απομάχου πλέον εκείνου
+ποτισώνος.
+
+Διότι το Καλό πηγάδι ήτο ο μόνος ποτισών της κωμοπόλεως τότε.
+Ακόμη από των χρόνων της τουρκοκρατίας το νερόν εσπάνιζεν εκεί.
+Και όχι διότι εστερείτο ο τόπος πηγαδίων. Αλλ' όλα ήσαν άτυχα,
+είχον γλυκύ είτε υφάλμυρον νερόν, όλως ακατάλληλον προς πόσιν.
+Πρώτος ο Χασάν Αλής κ' έπειτα ο Σιμάν αγάς, πλούσιοι και
+φιλοπόλιδες τούρκοι, ήνοιξαν δύο μεγάλα πηγάδια, μετά τον
+Τζαφέρην, τον γεφυρώσαντα τον Στρεμμένον, ευεργετήσαντες κατά πολύ
+τους κατοίκους. Αλλ' ο Σιμάν αγάς υπήρξεν ευτυχέστερος εις την
+εκλογήν του εδάφους. Αι Νεράιδες, αι έφοροι των πηγών, επλούτισαν
+το πηγάδι του με όλα τα δώρα των. Έκαμαν το νερόν του διαυγές,
+ψυχρόν, ευκολοχώνευτον και νόστιμον, ώστε όλοι οι κάτοικοι από
+αυτό να υδρεύωνται. Κ' επήγαιναν καθ' ημέραν, από τας πρώτας
+μεταμεσημβρινάς ώρας μέχρι βαθείας νυκτός, αι γυναίκες και
+παρθένοι να γεμίσουν τας στάμνας των, έφερον οι ενδιαφερόμενοι
+νέοι να ποτίσουν τ' άλογά των, ήρχετο και ο γέρων νεροκουβαλητής
+με το γαϊδουράκι, να γεμίση τα μικρά του βαρέλια. Έτσι συνηντάτο
+εκεί ποικιλία χαρακτήρων και παρήγετο ποικιλία γεγονότων. Η
+γυναικεία φλυαρία επετείνετο εις το ακρότατον σημείον· τα νέα της
+ημέρας συνεζητούντο και ανελύοντο μετ' ακριβολογίας περισσής· η
+κακολογία, η οποία εις τας μικράς κοινωνίας εμπλέκει, όπως η
+αράχνη τα ζωύφια εις ασφυκτικόν ιστόν, ονόματα τινά επίφθονα και
+οικογενείας, εύρισκεν εκεί ελεύθερον στάδιον ενεργείας. Αλλ'
+εύρισκεν ελεύθερον στάδιον ενεργείας εκεί και ο έρως, από
+παρθένους απλοϊκάς και αφελείς όπως η Ρεβέκκα, την οποίαν
+συνήντησεν ο ταμίας του Αβραάμ εις την πηγήν του Ναχώρ· η συζυγική
+πίστις από γυναίκας όπως η Πηνελόπη του δημοτικού τραγουδιού, η
+ποτίζουσα τον μαύρον του ξένου χωρίς να τον ατενίζη εις τα μάτια·
+η φιλία από νέους γεμάτους με ρωμαλέα και ανδροπρεπή αισθήματα.
+
+Και αυτήν την εσπέραν η ιδία εικών εφαίνετο εις το Καλό πηγάδι.
+Όλος ο πέριξ τόπος κατείχετο υπό συμμιγούς και αδιακόπου θορύβου.
+Όμιλοι γυναικών ήρχοντο και όμιλοι απήρχοντο, με τας στάμνας
+γεμάτας εις την κεφαλήν, ή τας χείρας ή επί των ώμων· χαιρετισμοί
+αντηλλάσσοντο κατά διαφόρους εκφράσεις· γέλωτες κ' επικλήσεις και
+φωναί ανεκατεύοντο και συνήχουν με τους κωφούς κτύπους των
+χωματίνων αγγείων και τους οξείς ήχους των μεταλλίνων σίκλων·
+βλέμματα πονηρά διεσταυρούντο και ανακραυγαί εκπλήξεως μετά
+μορφασμών και μειδιαμάτων υπόπτων εκυκλοφόρουν.
+
+Επί των υψηλών χειλέων του πηγαδιού και κάτω επί του πετρίνου
+αλωνίου, σμήνος ολόκληρον εχειρονόμει κ' εφλυάρει και υδρεύετο
+εναλλάξ. Πέντε-δέκα σίκλοι ανέβαινον διά μίαν στιγμήν από τα
+έγκατά του· δέκα-είκοσι χείρες τους ήρπαζον ευθύς και κατά
+διαφόρους διευθύνσεις τους εκένουν εντός των χασκόντων αγγείων. Εκ
+της σπουδής της υδρεύσεως κ' εκ της αμίλλης όπως μη υστερήση η μία
+της άλλης, παρήγετο σύγχυσις περισσοτέρα. Τα σχοινία των σίκλων
+περιεπλέκοντο· αι γεμάται στάμναι εκενούντο κρυφίως εις άλλας υπό
+τινος πονηράς βιαζομένης, είτ' εχύνοντο κατά γης υπό άλλης ευφυούς
+σκανδαλιάρας, είτ' εξηφανίζοντο καθόλου, είτ' εθραύοντο πολλάκις
+εξ αλληλοσυγκρούσεως. Τότε ήρχιζον οι διαπληκτισμοί, αι κατάραι,
+αι χονδροειδείς βλασφημίαι, αι διαμαρτυρήσεις, εις τας οποίας
+εγέλων κ' εφώναζον εμπαικτικώς αι κάτω αναμένουσαι την σειράν των
+γυναίκες.
+
+ — Να τι σου κάνει η Κεβή· — την βλέπεις!
+
+ — Και δεν ακούς γλώσσα που σώβγαλε!
+
+ — Σαν δεν παίρνεις να της σπάσης τη βίκα 'ς το κεφάλι! . .
+
+Είχον κουρασθή να περιμένουν τόσην ώραν με τας στάμνας προ των
+ποδών και τας χείρας σταυρωμένας και προσεπάθουν να διασκεδάσουν
+ολίγον, εξανάπτουσαι την έριν διά των λόγων. Παρέκει δύο γραίαι,
+αφού διά συναξαρίου ευχών έπεισαν μίαν παιδίσκην να γεμίση τους
+σίκλους των, προσεστραμμέναι πλησίον εβλέποντο και «ψι . . .
+ψι . . .» συνωμίλουν στόμα με στόμα, περί σπουδαίας δήθεν
+υποθέσεως. Πλησίον δ' εκεί δύσμορφος και αστείος νεανίας, έφερεν
+υπερήφανον άλογον να ποτίση κ' εζήτει ένα σίκλον. Αλλ' αι
+γυναίκες όλαι ηρνούντο να του δώσουν και ο νέος εστενοχωρείτο και
+παρεκάλει χαριτολογών:
+
+ — Μωρ' δόστε μου, να με ιδήτε καλό γαμπρό! . . .
+
+Αι γυναίκες εγέλων διά τούτο κ' αι παρθένοι εξεκαρδίζοντο. Μα τι
+νόστιμα που τα λέει ο Φωτάκης! . . . Αλλ' ο νέος εβιάζετο·
+εβαρύνθη μόνον να λέγη κ' αίφνης ήρπασεν ένα σίκλον, ανασυρθέντα
+εκείνην την στιγμήν από το πηγάδι και παρά τας φωνάς της αντλούσης
+κοντούλας γεροντοκόρης, έφερεν αυτόν εις το στόμα του ζώου του:
+
+ — Έτσι να δροσίσω κ' εγώ εσένα, κυρά μου! είπε με ιλαρότητα ο
+νέος.
+
+Γέλως θορυβώδης εξερράγη από τους λόγους αυτούς. Αλλ' η μία των
+συνομιλουσών γραιών εμόρφασε δυσαρέστως.
+
+ — Τι ξετσιποσιές, αδερφή! είπε.
+
+ — Αμ δεν άκουσες τα χθεσινά; μπα, που δεν ξέρει πια πώς να μας
+βαστάξη ο Θεός! . . επρόσθεσεν η άλλη.
+
+Και ήρχισαν τόρα τα δύο λαδικά να σχολιάζουν διά λόγων κλαυθμηρών,
+μετά ψευδευλαβείας περισσής, την χθες εμπρός εις το σπίτι του
+Καινούριου συμβάσαν σκηνήν. Η καθαρά αλήθεια είνε, ότι ούτε η μία
+ούτε η άλλη των γραιών ήτο εκεί. Ήκουσαν το γεγονός λεγόμενον εις
+τας μακρυνάς γειτονίας των καθεμία και τόρα, αφού συνηντήθησαν,
+έκριναν αναγκαίον ν' ασχοληθούν ολίγον και περί αυτού . . . Ακούς,
+καλέ να μένη αυτή καρφωμένη εις την ταράτσαν κ' εκείνος από κάτω
+να της δίδη την κουλούραν εμπρός σε τόσον κόσμον! πού ηκούσθη
+άλλοτε τέτοιο πράγμα . . . Ε, τι να ειπή! δεν το επερίμενε ποτέ
+αυτό από την Ανθήν η γρηά Κωνσταντινιά· την είξευρε τόσον
+φρόνιμη! . . Αλλ' η γρηά Βαγγελιώ εβεβαίωνεν, ότι δεν είνε πλέον
+καιρός να πιστεύη κανείς ούτε τα ίδια του τα μάτια. Από το σιγαλό
+ποτάμι να φοβάσαι. Α! εκείνη πάντα το έλεγε, πως χρήματα ειμπορεί
+ν' απόκτησεν ο Στριμμένος, μα φρόνιμο κορίτσι δεν απόκτησε! Μπα,
+Παναγία μου· δεν πάνε να κάμουν τουλάχιστον κρυφά ό,τι κάνουν,
+παρά φανερά εβγήκαν εις τους δρόμους σαν τα σκυλιά!
+
+Κ' εξήφθησαν μικρόν κατά μικρόν αι στρεβλαί ψυχαί των λαδικών κ'
+έγειναν οι λόγοι των ακουστοί πέριξ, ώστε να προσελκύσουν και
+άλλας γυναίκας. Κύκλος ευρύς εσχηματίσθη περίγυρά των από
+μεσοκόπους, από παρθένους και παιδίσκας ακόμη. Και όλαι ήσαν κατά
+πάντα σύμφωνοι με τας γραίας. Ούτε η ηλικία, ούτε το νεάζον
+πνεύμα, ουδ' αυτή η ψυχή η ακμάζουσα, ούτε τα ίδια των ακροατών
+συναισθήματα ήρχοντο να υπερασπίσουν τους δύο εραστάς. Τουναντίον
+καθεμία εκ του ομίλου εφρόντιζε πώς να επισωρεύση περισσοτέρας
+κατηγορίας εναντίον των, πώς να φανή πρόθυμος ότι αποδοκιμάζει
+μετά μίσους τοιαύτα διαβήματα. Εκοκκίνιζον τα πρόσωπα των
+μεσοκόπων, σκανδαλιζομένων υπό του πειρασμού· εφοβούντο αι καλαί
+μητέρες μήπως αι τοιαύται σκηναί προσβάλουν την ηθικήν των
+θυγατέρων των, του χωρίου ολοκλήρου, κ' εκόπτοντο τόρα και
+ανεθεμάτιζον σχεδόν την κυρά Παναγιώταινα, διότι δέχεται τας
+τοιαύτας παρεκτροπάς της θυγατρός της.
+
+ — Εγώ, αν μώκανε τέτοια το κορίτσι μου, το σφαζα εμπρός 'ς το
+κατώφλι της πόρτας μου· είπε τραγικώς χειρονομούσα εύσωμος γυνή.
+
+ — Κακομοίρα μάννα, θεός σχωρέσ' την! τώλεγε πάντα· «ο κόσμος,
+μωρέ παιδιά μου, εχάλασε· έτσι που πάμε θα μας έρθη κι' άλλη
+νεροποντή!» επρόσθεσεν η γρηά Βαγγελιώ με τόνον θρηνώδη,
+ενθυμουμένη τας περί νέου κατακλυσμού προφητείας της μητρός της.
+
+ — Αμ σώπα, καλότυχη! 'ς τον καιρό τον δικό μας, πού να γένουν
+τέτοια πράμματα! . . . αντέκρουσε μωρόσοφον γραΐδιον.
+
+ — Εγώ να, εγώ μωρές, με βλέπετ' εμένα; έκραξεν αράθυμη η γρηά
+Κωνσταντινιά. Ως την ημέρα που τον πήρα τον συχωρεμένον Κωσταντή,
+δεν τον είδα 'ς τα μάτια . . . Αμ' από μακρυά εκαταλάβαινα πως
+ερχόταν να με ιδή, φραστ! εγώ κ' έφευγα 'ς τους γειτόνους να
+κρυφθώ ως που να φύγη . . .
+
+ — Όχι, σαν τόρα κάνε, που μ' οποίον 'βρεθούν στέκουν και 'μιλούν
+'ς τους δρόμους! . . .
+
+Η συνομιλία των γυναικών ελάμβανε διαφόρους φάσεις κ' εζωηρεύετο.
+Αι νέαι απεκήρυσσον και ανεθεμάτιζον την εποχήν των, την ελευθέραν
+και προοδευτικήν κ' έλεγον ότι επόθουν τους περασμένους καιρούς·
+ενώ αι γραίαι εφιλοτιμούντο να παριστάνουν αυτούς τόσον αγνούς και
+αμώμους! Εν τούτοις επί του πηγαδιού διεξήγετο ακόμη θορυβώδης ο
+περί της υδρεύσεως αγών κ' εξηκολούθουν ακόμη να πηγαινοέρχονται
+αι χωρικαί από τα μονοπάτια.
+
+ — Για ιδέστε, ιδέστε πώς έρχεται, η σιγαλοπαπαδιά! είπεν αίφνης
+μία γυνή, δεικνύουσα προς την είσοδον του χλοερού δρομίσκου, του
+φέροντος από της κωμοπόλεως εις το πηγάδι.
+
+Αι γυναίκες διέκοψαν την συνομιλίαν των και ητένισαν όλαι με
+μειδίαμα χλευαστικόν την Ανθήν. Ήρχετο η λυγερή κρατούσα την
+στάμναν επί του αριστερού ώμου και άλλην διά της χειρός και
+ακολουθουμένη υπό μικράς ανυποδήτου παιδίσκης, φερούσης τον
+σίκλον. Δεν είχε τίποτε το προσποιητόν επάνω της, όπως ήθελον να
+φανερώσουν διά του επωνύμου σιγαλοπαπαδιάς αι κακολογούσαι
+γυναίκες. Επί του προσώπου, επί του βαδίσματος κ' εφ' όλου αυτής
+του ατόμου υπήρχε θλίψις τις, η ισχυρά εκείνη θλίψις και κόπωσις,
+η απαντωμένη μόνον εις τους γνωρίσαντας την αληθινήν δυστυχίαν. Τα
+μάτια της παρθένου διετήρουν βεβαίως την γλυκείαν αυτών και
+μαγικήν διαύγειαν· αλλ' υπόμαυροι στεφάναι διαγραφόμεναι κύκλω και
+τριανταφυλλένια ερυθρότης επί των ακροβλεφάρων, επρόδιδον ότι
+πολλά έχυσαν δάκρυα· σπασμώδης δε τις τρόμος του κάτω χείλους,
+υπόχρως πελιδνού και η νωθρότης του σώματος, εμαρτύρουν αρκετά την
+δοκιμασίαν της ψυχής της.
+
+Τω όντι η λυγερή υπέφερε πάρα πολύ. Εκτός του κλονισμού τον οποίον
+ησθάνθη από τα λόγια της Κυράς Παγώνας και των φανερών πλέον
+διαθέσεων των γονέων της περί συνοικεσίου, η χθεσινή εμπρός εις το
+σπίτι του Καινούριου διαδραματισθείσα σκηνή, πολύ την ελύπησε. Δύο
+κακά επήλθον διά του συμβάντος εκείνου εις την παρθένον. Πρώτον
+ότι κατεντροπιάσθη εμπρός τόσου πλήθους, φανερωθέντος πλέον του
+προς τον Γεώργιον έρωτός της· και δεύτερον δυσηρέστησεν αυτόν,
+αρνηθείσα να λάβη το προσφερόμενον κομμάτι της κουλούρας. Κ' ενώ
+αποσυρθείσα της ταράτσας ανελύετο εις δάκρυα και λυγμούς, δεν
+ηδύνατο κανείς να είπη ασφαλώς, αν έκλαιεν από τον θυμόν, διότι
+εδόθη τ' όνομά της έρμαιον της κακολογίας των χωρικών ή από
+έλεγχον εναντίον της, διότι δεν έλαβε του νέου το δώρον.
+
+Αλλ' εκ της συχνοτέρας προσηλώσεως του νου της λυγερής εις έν και
+μόνον σημείον της σκηνής εκείνης, εις την πικραμένην όψιν και τ'
+οργίλον ήθος, το οποίον έλαβεν αίφνης ο Βρανάς, μόλις είδε την
+εντελή άρνησίν της, έκαμνε καθένα να πιστεύση ότι περισσότερον
+εστενοχωρείτο διά το δεύτερον. Ναι, εκάκιζε τόρα τον εαυτόν της η
+Ανθή, διότι εδείχθη τόσον υπερήφανος και ασυγκίνητος εις τον έρωτά
+της. Τι ηθέλησε τάχα να κάμη με αυτό; Να φράξη τα κακά στόματα;
+Εις εκείνα αρκεί ότι είδον κάτι τι· δεν είχον ανάγκην να ιδούν
+περισσότερα. Αι κακαί γλώσσαι έχουν την καλοσύνην να συμπληρώνουν
+μόναι των τα κενά. Αν ευχαρίστει τουλάχιστον τον Γεώργιον· αν
+εδέχετο την προσφοράν του, θα είχε καν αυτόν· δεν θα τον ηνάγκαζε
+να φύγη ευθύς μακράν, μακρύτερον όσον το δυνατόν, καταπληγώνων με
+τα σπιρούνια το άλογόν του, μη θέλων ν' ακούση ουδέ τους
+συντρόφους του.
+
+ — Έπρεπε να το πάρω κ' ας χανόταν ο κόσμος· έλεγεν αποφασιστικώς.
+
+Αλλ' ευθύς ήρχετο δριμύς έλεγχος της αποφάσεώς της αυτής, το
+παρθενικόν κοκκινάδι επί του προσώπου και σχεδόν την απέπνιγε. Τι
+να κάμη; Να το δεχθή εκεί, εμπρός τοσούτου κόσμου· να προδώση μόνη
+το αίσχος της· να λησμονήση τους γονείς, τ' όνομά της! Όχι ποτέ!
+ας εχάνετο καλλίτερα η αγάπη . . .
+
+Αλλά και πάλιν δεν το εύρισκε καλόν τούτο. Πώς να χάση την αγάπην
+της, διά την οποίαν έπαθε τόσα πολλά; Πώς ν' αφήση να της φύγη
+δυσηρεστημένος ο Γεώργιος, διά τον οποίον καθ' ημέραν τόσας
+επιπλήξεις εδέχετο παρά των οικείων της; Πώς να τον υποφέρη ξένον
+και αδιάφορον, αφού συνείθισε να τον θεωρή αφωσιωμένον πλέον
+σύντροφον; Ω, όχι! θα κάμη τ' αδύνατα δυνατά να τον συναντήση· να
+του είπη την αιτίαν διά την οποίαν δεν έλαβε την προσφοράν του:
+«μη μου χολιάς, Γιωργάκη μου, γι' αυτό . . . δεν με θες να είμαι
+φρόνιμη;» και να του διηγηθή την νέαν, την μεγάλην συμφοράν η
+οποία τους ηπείλει. Έτσι η λυγερή σκεπτομένη έφθασεν εις το σπίτι
+της.
+
+ — Αμ έλα, περπέσα· συμμαζέψου πια! είπεν η κυρά Παναγιώταινα,
+μόλις είδε την θυγατέρα της με μαλακήν, δήθεν επιπλήττουσαν φωνήν.
+
+ — Δεν ήμουν πουθενά· 'ς τη Βασιλική ήμουν· είπε δειλώς η Ανθή,
+φοβουμένη μήπως έμαθε τίποτε η μήτηρ της.
+
+ — Εσύ γυρίζεις κ' η μοίρα σου δουλεύει, καλότυχη; Έλα, πιάσε μου
+γιατί θάχωμε το γαμπρό απόψε.
+
+ — Ποιο γαμπρό;
+
+ — Έλα δα, καλομοίρα· και τον ξέρεις και τον ξέρω σώπα! . .
+
+Η Ανθή ανετριχίασεν όλη. Δεν ήξευρε διατί, δεν ηδύνατο να φαντασθή
+πώς, αλλά πάντοτε οσάκις επρόκειτο περί σπουδαίου τινός γεγονότος
+της ζωής της, το πρώτον πράγμα που έβανεν ευθύς κατά νουν ήτο ο
+Νικολός Πικόπουλος. Από της ημέρας του αγίου Ιωάννου, ότε μετά το
+βγάλσιμο των ριζικαρίων εξήρχετο με γεμάτον αμιλήτου νερού το
+στόμα εις τους δρόμους, διά ν' ακούση τ' όνομα εκείνου τον οποίον
+έμελλε να κάμη σύζυγον, μέχρι της μεταμεσημβρινής ώρας του
+Τριημέρου, ότε υπό την επιρροήν της αλμυροκουλούρας ωνειρεύετο, ο
+Νικολός επρωτοστάτει κ' εν τω ύπνω κ' εν τη εγρηγόρσει της
+παρθένου. Ο Γεώργιος Βρανάς δεν εφανερώνετο έτσι ενώπιόν της, όχι.
+Έπρεπε ν' αγωνισθή η ίδια, να τον κράξη σχεδόν διά του νου και
+τότε να προσέλθη. Ενώ ο Νικολός ήρχετο ευθύς και αυτόκλητος. Η
+λυγερή ελυπείτο, κατεστενοχωρείτο διά τούτο και τον απέπεμπε
+πεισμόνως από την μνήμην της, τον παρείσακτον τούτον επισκέπτην,
+όπως αποδιώκει κανείς σκύλον από το σπίτι του. Αλλά και αυτός
+πεισμόνως επανήρχετο. Έτσι και τόρα εις τους πρώτους λόγους της
+μητρός της, ο Νικολός εφάνη, με όλην του την συχαμερήν παράστασιν
+εις τον νουν της λυγερής.
+
+ — Σαν το διάτανο φανερώνεται 'μπροστά μου! εσκέφθη. Και είχε την
+έκφρασιν αδίκως ταλανιζομένης υπάρξεως ενώ εσυλλογίζετο τούτο.
+Όχι, δεν τον ήθελε τον Νικολόν. Εκείνα τα μικρά και πονηρά μάτια
+του, τα προσηλούμενα άπληστα και αρπακτικά παντού όπου ητένιζον·
+εκείνη η βάναυσος συμπεριφορά του· η σπουδή του εις οποίον δήποτε
+μέρος και αν ήτο, και εις την εκκλησίαν ακόμη, να ομιλή περί
+χρημάτων και συμφέροντος, η απάθειά του η μαρμαρίνη εις ό, τι
+καλόν και ωραίον, δεν ήσαν ικανά προσόντα διά να κινήσουν εις
+συμπάθειαν την νεαράν ψυχήν της παρθένου.
+
+ — Γρήγορα, γρήγορα! το φαγί στο τραπέζι! ηκούσθη αίφνης κ' εφάνη
+εις την θύραν ο κυρ Παναγιώτης.
+
+Και οπίσω του ήρχετο ο βαρύς όγκος του Νικολού Πικοπούλου. Οι
+συνέταιροι εφαίνοντο εύθυμοι πολύ, ως να ετελείωσαν καμμίαν
+επικερδή υπόθεσιν. Τούτο εμάντευσε με το πρώτον βλέμμα η κυρά
+Παναγιώταινα και πλήρης χαράς ήλθε κ' εφίλησε τον Νικολόν. Ήτο
+τούτο ομολογία φανερά, απόδειξις του τρυφερού συνδέσμου, ο οποίος
+έσμιγε τόρα και τας τέσσαρας εκείνας υπάρξεις εις έν· ότι ο
+Νικολός Πικόπουλος, ο παμπόνηρος Διβριώτης, απετέλει πλέον
+αναπόσπαστον μέλος της οικογενείας του αφέντη του. Τα φιλήματα δεν
+δίδονται εύκολα εις τα χωρία. Καθένα έχει την σοβαράν έννοιάν του,
+την αληθινήν έννοιάν του, ως πιστή έκφρασις των αισθημάτων της
+καρδίας. Η Ανθή το εγνώριζεν· απελπισία την κατέλαβεν ευθύς και
+ήτο ετοίμη ν' αποσυρθή εις το μαγειρείον διά να κλαύση. Αλλά πριν
+προφθάση να κάμη βήμα, δύο χείρες την ενηγκαλίσθησαν και φίλημα
+ετέθη επί του παρθενικού μετώπου της.
+
+ — Νύφη που θα σου γένη, έ! . . .
+
+Ο γέρων έμπορος, κρατών εις τας χείρας την θυγατέρα του,
+επεδείκνυεν αυτήν εις τον Νικολόν μετά τινος υπερηφανίας κ'
+εγωισμού, όπως έκαμνεν όταν εδείκνυε το εμπόρευμά του εις κανέν'
+αγοραστήν. Ο παλαιός υπηρέτης έστεκε χάσκων, με τα μικρά μάτια του
+προσηλωμένα μετ' ορέξεως επί της παρθένου ως επί θηράματος. Δεν
+ήξευρε τι να κάμη, πώς να φερθή εις την περίστασιν αυτήν της νέας
+θέσεως του, ως γαμβρός ανεγνωρισμένος του αφέντη του. Εσκέπτετο αν
+δεν ήρμοζε να υπάγη και αυτός ν' αποθέση φίλημα επί της μελλούσης
+γυναικός του. Βέβαια έπρεπε· πώς την φιλεί τάχα ο αφέντης του;
+Αυτός ήτο ο γαμβρός και αυτή ήτο η γυναίκα του! . . . Και
+αποφασίσας εβάδισε προς την παρθένον με την φρικίασιν εκείνην της
+προσδοκίας του φιλήματος, με την ταραχήν των πρωτοπείρων εραστών.
+Αλλά το φίλημα έμεινεν εις τα χείλη του Νικολού. Η κόρη
+ελευθερωθείσα της πατρικής αγκάλης, έρριψεν αστραπηβόλον βλέμμα
+εις τον ατυχή νυμφίον κ' έφυγε μακράν.
+
+Την επομένην η κεντητή ανδρομίδα εκινείτο αμελώς επί του
+ανατολικού παραθύρου του σπιτιού του Στριμμένου. Και ηδύνατο να
+κάμη τον σκοπόν, διά τον οποίον εβάλθη παρά της Ανθής εκεί και
+κάθε άλλο, μία σινδόνη λόγου χάριν μ' ένα κόμβον εις την μέσην·
+ένα χρωματιστόν μαντήλι δεμένον επί του θριγκού· αλλ' οι διαβάται
+κ' αι γειτόνισσαι έμπαιναν εις πειρασμόν διά τούτο και θα
+εβασανίζοντο μέχρις ου ανακαλύψουν την αιτίαν. Ένας κόμβος τόσος
+δα εις το σεντόνι! α, κάτι τρέχει αφεύκτως . . . Διά την ανδρομίδα
+όμως εγνώριζον όλοι, ότι ήτο το αγαπητόν κατόρθωμα της παρθένου.
+Ότι επί εξάμηνον ειργάσθη επ' αυτής χωρίς να σηκώση κεφάλι, μετά
+φιλοπονίας και ζήλου, κ' εκέντησε διά πολυχρώμων νημάτων πουλιά
+και ψάρια επί κατακοκκίνου ουρανού, μετά λεπτοτέχνου αβρότητος,
+ώστε να είνε αυτή το καλλίτερον από τα προικιά της. Δεν θα είχον
+λοιπόν άλλο να την κατηγορήσουν παρά πώς είνε επιδεικτική.
+
+ — Κάθε τρεις και λίγο, μας την κρεμά τάχα να ιδούμε την προκοπή
+της! . . .
+
+Αλλ' απ' αυτά ας λέγουν όσα θέλουν. Την αλήθειαν να μη λέγουν
+ήθελεν η λυγερή. Να μην ηξεύρουν δηλαδή ότι η ανδρομίδα εκείνη,
+της οποίας το πολύχρωμον ζωηρόν μαλλί εσπινθηροβόλει μέχρις
+αποτυφλώσεως υπό τον ήλιον, επληροφόρει τον Γεώργιον Βρανάν διά
+την αγωνίαν της, την σπουδήν την οποίαν είχε διά να ίδη αυτόν και
+του ομιλήση.
+
+Αι λυγεραί των χωρίων δεν ήξευρον ακόμη την γλώσσαν των ανθέων. Αι
+συνενοήσεις των, σπάνιαι άλλως τε, διότι η αυστηρά ηθική εθεώρει
+ως καταισχύνην τον έρωτα, εγίνοντο εις τας κοινάς συναθροίσεις διά
+των βλεμμάτων, ικανών από κάθε άλλο μέσον, να εκφράσουν τα αγνά
+αισθήματα της ψυχής, από τα οποία εζωογονούντο. Εκτός αυτών όμως,
+αν υπήρχεν άμεσος ανάγκη συνεννοήσεως, αν απειλουμένη καταστροφή
+έρωτος πολυετούς ηνάγκαζε τας παρθένους να εξέλθουν της αυστηράς
+επιφυλακτικότητος, δεν έλειπον κ' αι μαντατοφόροι, αι γραίαι αι
+παμπόνηροι ή τα μικρά παιδία, τα οποία πολλάκις δι' αφελών
+ψελλισμάτων, μετέφερον τα φλογερά αισθήματά των εις τους λεβέντες.
+Αλλά και το βεργολύγισμα, ο ακκισμός, το μισόκλειστον μάτι εις τον
+δρόμον, ήσαν αρκετά μέσα συνενοήσεως διά τους ενδιαφερομένους.
+
+Η κεντητή ανδρομίδα της Ανθής, προ αρκετού καιρού εχρησίμευεν ως ο
+ευγλωττότερος μαντατοφόρος των αισθημάτων της εις τον Γεώργιον
+Βρανάν. Αι θλίψεις είτ' αι χαραί της λυγερής· οι φόβοι είτ' αι
+επείγουσαι αποφάσεις της, εκρύπτοντο αφανείς εις τας πτυχάς της κ'
+έφθανον μέχρι του νεανίου, ο οποίος την ημέραν δι' ενός βλέμματος,
+είτε την νύκτα δι' ενός διστίχου, αφελώς δήθεν εις τραγούδι
+ψαλλομένου, και κάποτε ναι, υπό τον ζόφον της νυκτός, υπό την
+βαρείαν της σκάλας σκιάν, εν αγγελική εκστάσει και αθώω
+ενθουσιασμώ τα εδιόρθωνεν όλα . . .
+
+Αλλ' αυτό, πώς να διορθωθή αυτό· πώς ν' αποσοβηθή ο κίνδυνος ο
+μέγας, ο οποίος ηπείλει τόρα τους δύο εραστάς; Η Ανθή όλην εκείνην
+την ημέραν ήτο εις αδιάκοπον ταραχήν. Οποιανδήποτ' εργασίαν και αν
+ήρχιζεν ήτο ανίκανη να την τελειώση. Δύο τρεις βελονιές εις το
+κέντημά της· δύο τρεις σαρωματιές εις το σπίτι και πάλιν έτρεχεν
+εις το παράθυρον κ' επεσκόπει μη που φανή ο αγαπημένος της. Και
+πάλιν η ανησυχία και πάλιν ο δισταγμός κατέτρωγε την ψυχήν της
+λυγερής. Θα περάση — δεν θα περάση! . . . Ναι, δεν θα περάση να
+την ίδη σήμερον ο Γεώργιος από πείσμα, διότι χθες δεν εδέχθη το
+δώρον του. Ω, τον είδεν αυτή πώς ωργίσθη! ενθυμείται ποίαν φοβεράν
+έκφρασιν έλαβεν η όψις του και ποίαν οδύνην το βλέμμα του ενώ
+έφευγε. Σπανίως τον είδε, κατά το πολυχρόνιον διάστημα του έρωτός
+των, ωργισμένον· αλλ' οσάκις τον είδεν, ενεθυμείτο μετά ρίγους ότι
+έχυσε πολλά, πάρα πολλά δάκρυα μετανοίας η ατυχής λυγερή. Όχι, δεν
+θα περάση! . . .
+
+Αλλ' επέρασε ναι. Κατά το απομεσήμερον ο Βρανάς επέρασε κάτω από
+το σπίτι αργά βηματίζων, κατηφής, με κεφαλήν σκυμμένην ως να
+εμέτρει το μήκος των παπουτσιών του. Η λυγερή περιχαρής ώρμησεν
+εις το παράθυρον, εκρεμάσθη σχεδόν όλη έξω κ' εφώναξεν
+αποτεινομένη δήθεν εις την απούσαν παιδίσκην:
+
+ — Μωρή Γκόλφω! . . . κάμε, μωρή, γλήγορα κ' έχουμε να πάμε 'ς το
+Πηγάδι! . . .
+
+Ο Βρανάς δεν εκινήθη, δεν εσήκωσε μάτια ν' ατενίση το αγγελικόν
+πρόσωπον, το οποίον μετά φόβου και αφοσιώσεως τον προσέβλεπε· δεν
+έκαμε κανέν κίνημα παραδοχής ή αρνήσεως εις τους λόγους της
+λυγερής αλλά παρήλθεν, εξακολουθών να μετρά το μήκος των
+παπουτσιών του πάντοτε . . . Ω, ήτο φοβερά ωργισμένος!
+
+Και τόρα, εις την τοιαύτην του Βρανά εικόνα, ωφείλετο κατά μέγα
+μέρος η κατήφεια και η ταραχή της λυγερής. Ηύχετο όταν φθάση εις
+το Καλό πηγάδι, να εύρη ολίγας γυναίκας, να μείνη τελευταία και
+μόνη εκεί, διά να μη ενοχληθή εις την μετά του Γεωργίου συνάντησίν
+της. Αφού όμως είδε τόσον πλήθος συμμαζευμένον ακόμη, κατελήφθη
+υπό αθυμίας. Όλα στραβά λοιπόν πηγαίνουν! . . . Επλησίασεν αργά
+εις το πηγάδι, απίθωσεν εις μίαν άκραν τας στάμνας και αδιάφορος
+εις τον θόρυβον και τας φωνάς των υδρευομένων, ανέμενε το βλέμμα
+πλανώσα ρεμβώδες εν τη σκιαυγεία της αμπελοφύτου πεδιάδος.
+
+Ποία μελαγχολία εις την φύσιν πέριξ! Υπέθετε κανείς ότι ήτο πιστή
+εικών των θλιβερών συναισθημάτων της παρθένου. Κάτω προς την
+θάλασσαν, ύπωχρος ουρανός με ανταυγείας κοκκινωπάς εδώ κ' εκεί ως
+τζανφές· επάνω προς τα βουνά της ανατολής, ουρανός βαθυγάλανος με
+ολίγους αστέρας και προς την δύσιν, μίγμα λευκοπρασίνου και
+αργυρού αιθέρος φωτεινού, στίλβοντος, μέσω του οποίου ελούετο
+μέγας, λαμποκοπών ο Αποσπερίτης. Η γαλήνη αύτη του αιθέρος
+εκούραζε την λυγερήν· αι σκιαί των πουλιών πετώντων εις τας φωλεάς
+των αντενακλώντο μαύραι, ως πένθιμοι στοχασμοί εις το βλέμμα της.
+Αι αγριάμπελοι καταβαίνουσαι εις ξανθάς περιπλοκάδας από των
+ελαιών εις τας βάτους· αι βάτοι αυταί ανθισμέναι και
+μεγαλοπρεπείς, αι οποίαι περιέφρασσον ως κατάχλωρον φωλεάν το Καλό
+πηγάδι· τα επί του αύλακος νανοφυή χόρτα, τα κάρδαμα και οι
+ερυθροί κώνοι αγρίου αραβοσίτου πλέοντος εις τα θολά νερά· το
+χόρτον το σμαραγδούν κατά δισκάρια γύρω εις το αλώνι και τα
+βελούδινα φύλλα της κυκλαμιάς, μόλις προέχοντα εις τας σχισμάδας
+των πετρών ναι, όλα δεν έκαμνον άλλο παρά να κλαίουν την θλιβεράν
+τύχην του έρωτός της, αυτήν την Μοίραν της . . . Η καϋμένη η
+λυγερή, άδικα που θα χαθή! . . . Και εις την ιδέαν αυτήν της
+συμπαθείας των αψύχων κ' ευτελών πραγμάτων η Ανθή περισσότερον
+συνεκινείτο, ησθάνετο την καρδίαν της συντριβομένην, είχε διάθεσιν
+να κλαύση! . .
+
+ — Έλα· γιόμισε τόρα να πάμε και θα μας μαλώσ' η κυρά! . .
+
+Η Ανθή συνήλθεν. Ήτο μόνη με την παιδίσκην, η οποία την εβίαζε να
+πάρουν νερό και να φύγουν. Η λυγερή έσπευσεν, ανέβη εις τα χείλη
+του πηγαδιού και μετά ταχύτητος ανεβάζουσα και κατεβάζουσα τον
+σίκλον, εγέμισε τις στάμνες. Ήρχισε τόρα ν' αδημονή διότι ο
+Γιώργιος δεν εφαίνετο. Εσυλλογίζετο μετά τρόμου μήπως ο Βρανάς
+κρατήση την οργήν του και δεν έλθη να την συναντήση. Τόρα ότε
+είχον όλην την ανάγκην της σύμπνοιας και αγάπης των, διά να
+σκεφθούν και απομακρύνουν την συμφοράν, τόρα ευρέθη και αυτός να
+είνε χολιασμένος. Αχ, καλά την λέγουν την αγάπην
+ψυχοβγάλτραν! . . .
+
+Η λυγερή παρέβαλλε μετά θλίψεως την γαλήνην της ψυχής της, την
+οποίαν είχε πριν αγαπήση, με το καθημερινόν τόρα βάσανον. Τι καλά
+που ήτο τότε! αφελής, απονήρευτη και αγνή, δίχως φόβους, δίχως
+σκέψεις, χωρίς όνειρα την νύκτα, χωρίς φροντίδας την ημέραν! Η
+αγάπη της ηπλούτο κ' εμοιράζετο εις τους γονείς και τους συγγενείς
+της· εις τ' άνθη και τας φίλας της· εις τους χορούς και τα
+τραγούδια. Τόρα όλα τα ελησμόνησεν· απ' όλα αυτά εσήκωσε την
+αγάπην της και την έρριξεν όλην εις ένα και μόνον άνθρωπον. Τότε η
+αγάπη της ήτο ελαφρά κ' εύθυμος, ως δρόσος μαργαριτώδης, που
+κάθηται εις όλα τα φύλλα της τριανταφυλλιάς· ενώ τόρα εκάθητο
+βαρεία επί της καρδίας της ως μολύβι και την κατέθλιβε, και την
+ελυποψύχει . . . Και μήπως τουλάχιστον είχε την βεβαιότητα ότι θα
+εκέρδιζεν επί τέλους την αγάπην της. Όλα τα περί αυτήν από τινων
+ημερών, εφαίνοντο ότι συνεμάχησαν εναντίον του πόθου της. Και ο
+Βρανάς αυτός ακόμη συνεμάχει εναντίον της. Νά που δεν ήρχετο, παρά
+την άφινε μόνην ν' αντιμετωπίση τον κίνδυνον . . .
+
+Έτσι, μεμψιμοιρούσα και μισοκλαίουσα, έλαβε τας στάμνας κ'
+εγύριζεν εις το σπίτι απηλπισμένη. Αίφνης εις την καμπήν των βάτων
+διέκρινε μακρόθεν τον Βρανάν, ερχόμενον μετά του αλόγου του από
+την εξοχήν. Δόξα σοι ο θεός!
+
+ — Τράβα 'μπροστά κ' έφθασα· είπεν εις την παιδίσκην.
+
+Και στρέψασα γύρω ερευνητικόν βλέμμα, εκρύβη σπεύδουσα υπό την
+συκήν του Πλευρού. Η συκή αυτή εφυτεύθη προ αμνημονεύτων ετών.
+Είνε γιγαντιαία με κλάδους πίπτοντας κάτω μέχρι του εδάφους και
+σχηματίζοντας πυκνόν θόλον, κάτω του οποίου δύναται ασφαλώς να
+κρυβή δεκάς ανδρών. Αντιθέτως όμως προς τον όγκον αυτής κάμνει
+καρπούς μικροτάτους, σχεδόν ως λεπτοκάρυα, μετατρέποντας το
+βαθυπράσινον χρώμα των εις κεχριμπαρένιον και ζηλευτόν κατά τον
+Νοέμβριον και Δεκέμβριον. Αλλ' ούτε ο σπάνιος καρπός, ούτε η
+βαθεία σκιά της είνε ικανά να σηκώσουν τον δεισιδαίμονα φόβον των
+χωρικών. Διότι η συκή αυτή είνε στοιχειωμένη. Προ πολλών ετών, επί
+τουρκοκρατίας ακόμη, γραία τις έρριψεν εις την ρίζαν της μικρόν
+αβάπτιστον παιδίον, καρπόν αθεμίτου έρωτος. Το παιδίον απέθανε
+μετ' ολίγον εκεί, υπό του ψύχους και της πείνης· οι σκύλοι δε και
+οι χοίροι της γειτονιάς ενήργησαν καταλλήλως την ταφήν του. Έκτοτε
+όμως μέχρι σήμερον ακούονται εκεί κατά τας νύκτας και τας
+μεσημβρινάς ώρας των καλοκαιρίων, κλαψίματ' αδιάκοπα. Οι
+ελαφροΐσκιωτοι, οι οποίοι έχουν το προνόμιον να βλέπουν τα
+φαντάσματα, λέγουν ότι συναντώσι συχνάκις εκεί το Στοιχειό του
+παιδίου, μικρόν βρέφος εν σπαργάνοις, είτε μικρόν τουρκόπουλον
+γυμνόν, μ' ένα φεσάκι μόνον εις την κεφαλήν ή σπιθαμιαίον αράπην
+με φωσφορίζοντα μάτια και λευκούς οδόντας μεταξύ εβενόχρου μορφής.
+Διά τούτο οι χωρικοί αποφεύγουν την σκιάν και αφίνουν τους καρπούς
+της, ως φθοροποιούς.
+
+Και η Ανθή δεν θα επήγαινε ποτέ εκεί δι' όλον τον κόσμον. Η ανάγκη
+όμως διά να ίδη και ομιλήση εις τον Γεώργιον και ο φόβος μήπως
+φωραθή εις τούτο υπό τίνος, έσπρωξαν αυτήν υπό τους σκοτεινούς
+κλάδους, όπου ανέμενε τρέμουσα μέχρις ότου έλθη ο εραστής της.
+
+ — Να μη σ' είδε κανείς; ηρώτησεν ευθύς μόλις τον είδε κατάχλωμη.
+
+ — Όχι· ποιος θες να με ιδή;
+
+Ο Βρανάς απήντησε συνωφρυωμένος, μη θέλων να την ατενίση εις τα
+μάτια. Τω όντι έφερε βαρείαν την προσβολήν της προτεραίας ο νέος.
+Η ευγενής ψυχή του, όπως εις τον κοινωνικόν βίον, ήτο και εις τον
+έρωτα απροσποίητος, άκαμπτος, ευθύ βαίνουσα προς τον σκοπόν. Εις
+ελεύθερον ορίζοντα ζήσας και ανατραφείς, μη κυκλωθείς από
+μεμψιμοιρίας γραϊδίων και κουτοπονηρίας γερόντων, μόνος μετά της
+μητρός του, της οποίας ουδέποτ' ήκουε τας φλυαρίας, ήξευρεν
+ελεύθερα και τα αισθήματα. Η αλήθεια είνε ότι εγνώριζε τον έλεγχον
+εις τον οποίον υπόκεινται όλοι εις τας μικράς κοινωνίας, γυναίκες
+και άνδρες· αλλ' εθεώρει ότι διά κάθε άλλον ήτο ούτος παρά διά τον
+εαυτόν του. Το αλογάκι και το κάρρον του τα είχε· την μαννούλα του
+την είχεν· είχεν ένα σπιτάκι πατρικόν διά να μένη, στιβαρούς
+βραχίονας να δουλεύη και δεν είχε χρέος ουδέ πεντάραν. Τίμιος ήτο·
+ειλικρινής ήτο, ώστε να βασίζωνται όλοι εις τον λόγον του και όχι
+εις τας κακολογίας των άλλων. Είχεν ακόμη και την αγάπην του,
+αγνήν, αληθινήν αγάπην, περί της ειλικρινείας της οποίας δεν
+αμφέβαλλεν αυτός και δεν έδιδε το δικαίωμα ν' αμφιβάλλη και κανείς
+άλλος. Είχε την πεποίθησιν ότι μίαν ημέραν, με τον κατάλληλον
+καιρόν, ο κυρ Παναγιώτης Στριμμένος θα τον έκραζε να τον κάμη
+γαμβρόν του. Ναι· διατί τάχα; Ποίος θα ετόλμα να είπη ότι δεν ήτο
+κατάλληλος διά τούτο; Ποίος θα ήτο τόσον αναιδής ψεύστης; Τάχα πώς
+δεν ήτο πλούσιος; Μπα· η Ανθή τον ηγάπα τόσον και αυτός ηγάπα
+τόσον την Ανθήν! . . .
+
+Ο Βρανάς έτσι έμενεν αδιάφορος εις τον κόσμον, ήσυχος εις τον
+έρωτά του και τίποτε άλλο. Οι καρρολόγοι δεν ζητούν και πολλά
+πράγματα. Αρκετήν εργασίαν, ολίγον κρασί, κάμποσα τραγούδια και
+πολύν έρωτα. Θελκτικά στοιχεία του βίου απαρτίζοντα την ανάπαυσιν
+της ψυχής.
+
+Ο Βρανάς δεν ανεπαύετο μόνον οσάκις ήκουε κακολογίαν τινά περί της
+Ανθής. Τότε εξεγείρετο ωργισμένος και απεστόμωνεν όλους. Α! η Ανθή
+ήτο γυνή, αδύνατον πλάσμα και είχε καθήκον αυτός να προφυλάξη τ'
+όνομά της. Και το έκαμνε πάντοτε. Αν όμως καμμίαν φοράν παρέβλεπε
+τον έλεγχον του κόσμου· αν επεριφρόνει τα κακά στόματα, είχε την
+απαίτησιν η απόφασίς του να μην αντικρούεται υπό της παρθένου.
+Ενόμιζε τότε ότι εύρισκεν εις αυτήν έρωτα αγνόν και αφοσιωμένον,
+μη οπισθοδρομούντα προ των κοινωνικών εμποδίων. Πολλάκις εδοκίμασε
+τούτο και πολλάκις η λυγερή ηκολούθησεν αυτόν τυφλή, αμέριμνος διά
+τον κόσμον, τον οποίον εγνώριζεν έτοιμον να την λιθοβολήση,
+οδηγουμένη από την σκέψιν ότι δεν ηδύνατο να κάμη δίχως εκείνον. Ο
+νέος τότε βλέπων την άμετρον αυτής αγάπην, μετενόει διότι απήτει
+πολλάς θυσίας, κ' έκλαιε διά την τόσην αφοσίωσιν.
+
+ — Είνε αγγελούδι . . . αγγελουδάκι! . . . έλεγεν ενθουσιασμένος.
+
+Ήρκει όμως εις την ευκολοσάλευτον καρδίαν του Βρανά μία και μόνη
+άρνησις της παρθένου, να μεταβάλη όλας τας πεποιθήσεις του. «Δεν
+μ' αγαπά, όχι δεν μ' αγαπά! . . . Γιατί τάχα δεν κάνει αυτό που
+της είπα! . . .» Κ' ευθύς ο έρως του μετέπιπτεν εις μανίαν· η Ανθή
+ήτο προδότις και αυτός ήτο επί πολύν καιρόν το παίγνιον! . . .
+
+Εις τοιαύτην σύγχυσιν σκέψεων κ' αισθημάτων ευρίσκετο ο νέος από
+χθες, αφ' ης ώρας η νεάνις ηρνήθη να δεχθή το δώρον του. Κάποτε
+είχε διαλείψεις σωφροσύνης το πνεύμα του· και τότε μόνος του
+ωμολόγει ότι η απαίτησίς του εκείνη ήτο παράλογος και ότι η Ανθή,
+καλά έκαμε διά μίαν στιγμήν να παραβλέψη τον έρωτα χάριν του
+ονόματός της. Αλλ' αι διαλείψεις αυταί ήσαν βραχείαι. Ο πυρετός
+πάλιν επανήρχετο, τα νεύρα του εταράσσοντο κ' εσκέπτετο άρρητ'
+αθέμιτα περί έρωτος και αφοσιώσεως. Ναι, δι' αυτόν, τον Γιώργην
+Βρανάν, όλα έπρεπε να τα παραβλέψη η λυγερή! Είχε τάχα άλλον
+καλήτερον; . . . Και ωρκίζετο να μη την ίδη πλέον, να μη της
+ομιλήση.
+
+Επέμεινεν εις τον όρκον του ο Βρανάς μέχρι της μεσημβρίας της
+επομένης. Αίφνης όμως, θαυμάσας και αυτός διά την σταθερότητά του,
+μεταμελόμενος διά την τόσην σκληρότητα, η οποία εφαντάζετο ριγών,
+ότι ήτο ικανή και να θανατώση την Ανθήν, απεφάσισε να περάση από
+το σπίτι της. Ήκουσε τότε την πρόσκλησιν της παρθένου· εγνώρισε
+τον παλμώδη και παρακλητικόν τόνον της φωνής της και απεφάσισε να
+υπάγη προς συνάντησίν της. Αλλά να υπάγη σοβαρός, συνοφρυωμένος,
+ως δικαστής διά να ζητήση λόγον των πράξεών της. Κ' έμενε τόρα
+όρθιος, άκαμπτος, το σώμα στηρίζων επί του κορμού της συκής,
+ολίγον προσεστραμμένην κρατών την κεφαλήν αντιθέτως της λυγερής,
+και διά του βλέμματος ακολουθών τας κινήσεις ενός φυλλαρίου, το
+οποίον παρέφερεν ο άνεμος.
+
+Η Ανθή έμενε και αυτή σιωπηλή, με αμφίβολον έκφρασιν επί της
+μορφής και παρηκολούθει τας κινήσεις του φυλλαρίου, ματαίως
+προσπαθούσα να συνάντηση το βλέμμα του φίλου της.
+
+ — Γιατί με κάνεις έτσι; εψιθύρισεν αίφνης, γιατί με κάνεις έτσι;
+τι σώκαμα; . . .
+
+Κ' εξερράγη εις λυγμούς και δάκρυα. Ο Γεώργιος την ητένισε μικρόν·
+συνεκινήθη, εμαλάχθη . . . Α! τον αγαπά ναι, τον αγαπά ακόμη!
+Ημπορεί να πιστεύση ότι δεν τον αγαπά, η μαυρομμάτα του;
+
+ — Σώπα, καϋμένη κ' εσύ . . . μην κάνης έτσι!
+
+Την ενηγκαλίσθη και την εφίλησεν εις τα μάτια. Η λυγερή εγέλα
+μεταξύ των δακρύων και των παραπόνων της: Αστεία τάχα είνε αυτά;
+να φορτώνης την καρδιά κανενός χολή! Κ' εκείνος εγέλα, ευτυχής
+διότι εχαροποιήθη εκείνη, διότι εξαστέρωσε πάλιν ο λαμπρός
+ουρανός, ο οποίος έχυνε πριν όμβρους! Ου, κλαψιάρα! . . . Η λυγερή
+εν τη ευδαιμονία της, ελησμόνει πλέον την αιτίαν της συναντήσεώς
+των, τον απειλούντα αυτούς κίνδυνον. Ποίος συλλογίζεται τέτοιαν
+ώρα Νικολόν και γονείς! . . .
+
+Επί τέλους η λυγερή εξεστόμισε το φοβερόν μυστικόν. Εις τας αρχάς
+επεριφρόνει τους λόγους της Κυράς Παγώνας.
+
+Αλλά χθες οι γονείς της ώρισαν ορθά-κοφτά, ότι θα την έδιδαν του
+Νικολού. Μάλιστα κάπως ήρχισαν κ' έξω να το διαδίδουν . . .
+
+Εφ' όσον η λυγερή ωμίλει, ο Γεώργιος ήκουε και μικρόν κατά μικρόν
+εχαλάρωνε τους βραχίονας απ' επάνω της κ' αίφνης τους αφήκε να
+πέσουν αδρανείς. Όταν ήκουσε τ' όνομα του γαμβρού, μειδίαμα χλεύης
+εφάνη επί των χειλέων του. Επέμενεν όμως να την βλέπη κατάμματα,
+με ύπωχρα τα χείλη, με τον πόνον αυξάνοντα εις την καρδίαν,
+ξηροκαταπίνων από καιρού εις καιρόν ως να επνίγετο.
+
+ — Και συ τι λες; την ηρώτησεν αίφνης.
+
+Η λυγερή τον ητένισε καλά εις τα μάτια· έπειτα δ' έκλινε την
+κεφαλήν προς τα κάτω.
+
+ — Τι να ειπώ, εγώ; εψιθύρισε, διπλώνουσα τ' άκρα της ποδιάς της
+από αδημονίαν.
+
+ — Θα τον πάρης αυτόν που σου δίνουν;
+
+Η λυγερή έκρυψε το πρόσωπον εις την ποδιάν της και ήρχισε να κλαίη
+ησύχως. Ο Βρανάς ήρχισε ν' αφαρπάζεται υπό του συνήθους πυρετού
+του. Αι πεποιθήσεις του εκλονίζοντο. Η δυσπιστία ήρχισε πάλιν ν'
+αναφαίνεται και να τον δαγκώνη, απαλά είνε αληθές ακόμη, πονετικά
+όμως . . .
+
+ — Ε, θα τον πάρης; επανέλαβε με αυστηρόν τόνον πες, ναι ή όχι;
+
+ — Τι θες να κάμω; ηρώτησεν απελπισμένη εκείνη.
+
+ — Τι να κάμης; να μην αφήσης να σε δώσουν 'ς όποιον θέλουν! . . .
+δεν είσαι μαρτίνι — είσαι άνθρωπος.
+
+Η Ανθή επανέλαβε το κλάψιμόν της δυνατώτερον. Άνθρωπος ναι, ήτο
+άνθρωπος, αλλά παρθένος. Είχε γονείς και οι γονείς δίδουν εις
+όποιον θέλουν την θυγατέρα των. Δεν την ερωτούν ποίον θέλει και
+ποίον δεν θέλει. Είνε ικανοί να κρίνουν καλλίτερον εκείνης, ποίον
+είνε το αληθινόν καλόν της και μίαν ημέραν της παρουσιάζουν ένα
+άνδρα και της λέγουν: — Νά, αυτόν θα πάρης. Και η κόρη τον παίρνει
+χωρίς αντιλογίαν· πείθεται εις την προσταγήν των, ακολουθεί την
+νέαν της τύχην και όπου την φέρει, όπως το χαμένον βασιλόπουλον
+του μύθου ακολουθεί μοιραίως ένα δρόμον, οποίον δήποτε. Πώς θ'
+αντέλεγε λοιπόν τόρα η Ανθή;
+
+ — Τι 'μπορώ να 'πω 'ς τους γονέους μου; ωλόλυξεν.
+
+Ο νέος εστράφη αποτόμως και παρετήρησεν αυτήν κατάμματα. Ο πυρετός
+του ηύξανε· σπασμωδικοί τόνοι εφαίνοντο επί του προσώπου του· το
+αίμα έβραζε μέσα του ως υπό υψηλώτατον βαθμόν θερμαντικού. Ο
+δαίμων της δυσπιστίας ανέθορε πάνοπλος εις την καρδίαν του με το
+ειρωνικόν μειδίαμα, με το χλευαστικόν του βλέμμα· με την απαισίαν
+έκφρασιν του προσώπου εκείνην η οποία παραφέρει μέχρις αυτοθυσίας
+τον άνθρωπον· με το ποικιλόχρουν ιμάτιόν του, το θαμπόνον τα μάτια
+ώστε να μη βλέπη και αυτά τα χειροπιαστά ακόμη γεγονότα· με την εξ
+ερυθροκόκκων ζώνην, εις της οποίας τους θορυβώδεις ήχους χάνοντ'
+αι λέξεις ειλικρινούς εξομολογήσεως, εγκαρδίων όρκων, βασίμων
+πληροφοριών· με την θρούσαν λοφιάν της φοβέρας περικεφαλαίας του,
+την εξεγείρουσαν το μένος και την απόγνωσιν. Έβραζε κ' εφούσκωνε
+μέσα του η υποψία και διεκλαδίζετο ως ρευστόν καθ' όλον του το
+σώμα. Ορίστε! το έρριψεν εις τα δάκρυα, η ψευτοπαναγιά! . . . Και
+νομίζει ότι μ' αυτά θ' απατήση τον Βρανάν. Άμ' τα ξεύρει δα αυτά
+σου τα δάκρυα των γυναικών! Ποιος εξεύρει, τόρα, μέσα εις τους
+αναστεναγμούς της τι να συλλογίζεται η Ανθή; Ίσως τον γάμον της·
+τον Νικολόν ίσως! . . . Ω βέβαια, αυτόν πρώτ' απ' όλα! . . Κ'
+έπρεπε αυτός, αν είχε νουν, να το σκεφθή προτήτερα. Υπηρέτης του
+πατρός της, αδερφέ! Έζησαν μαζί· ανετράφησαν, έφαγαν ψωμί κι'
+αλάτι μαζί. Ημπορούν να μην έχουν κάποιαν συμπάθειαν μεταξύ των;
+Τ' άχυρα και η φωτιά μαζί ημπορούν να μην ανάψουν; Καλά του το
+έλεγε προ καιρού ο Δημήτρης ο φίλος του: — Αυτά τα συχνομπάσματα
+του Νικολού δε μ' αρέσουν, Γιωργάκη! Και αυτός απήντα: — Σώπα,
+καϋμένε· μην ήσαι κουτός! Ποίος τόρα ήτο κουτός, ε;
+
+Αίφνης παράδοξος ιδέα εγεννήθη εις το πνεύμα του.
+
+ — Ορέ, μ' αγαπάς; ηρώτησε την νέαν αποτόμως.
+
+Αύτη εχύθη και τον έκλεισεν εις τας αγκάλας της εν αφοσιώσει
+εξάλλω.
+
+ — Μώρ' τα ξέρω 'γώ αυτά, τα γυναικοκαμώματα. Μ' αγαπάς; — πες
+μου· επανέλαβεν εκείνος προσπαθών ν' απαλλαγή.
+
+ — Αν σ' αγαπώ το ξέρεις . . .
+
+ — Και δεν τον θες τον Νικολό;
+
+ — Όχι! . . . όχι! . . . .
+
+ — Το λοιπόν πάμε να φύγουμε. Σε κρατώ δύο-τρεις ημέρας 'ς το
+σπίτι κ' έπειτα: γεια σας κ' ήρθαμε! — Τι θα κάμουν τότε οι
+γερόντοι;
+
+Ο Βρανάς ωμίλει αποφασιστικώς. Έλεγε περί απαγωγής εις την
+νεάνιδα, ως να έλεγε περί του απλουστέρου πράγματος. Και τω όντι
+εις αυτόν εφαίνετο απλούστατον τούτο. Εις τα χωρία ο Πάρις και η
+Ελένη έχουν αρκετούς μιμητάς. Όχι σπανίως οι ατυχείς γονείς
+εξυπνούν και δεν ευρίσκουν την θυγατέρα των εις το σπίτι.
+Τρομάζουν, την αναζητούν παντού, ερευνούν τα πηγάδια μήπως έπεσε
+την νύκτα κ' επνίγη· ερωτούν τας συγγενικάς οικογενείας μήπως την
+είδον πουθενά, υποπτεύονται πολλά, μέχρις ου μάθουν ότι το μόνον
+που έπρεπε να υποπτευθούν εξ αρχής ήτο ότι η κόρη των εκλάπη, όπως
+μία κάλεσσα του ποιμνίου των, από τον δείνα λεβέντην του χωρίου.
+Είνε αληθές ότι γίνονται και βιαίαι κλοπαί· απαγωγαί εναντίον της
+θελήσεως των παρθένων και ακολουθούν τότε αντεκδικήσεις και
+διωγμοί και φόνοι μεταξύ των ενδιαφερομένων συγγενών. Συχνότερον
+όμως αι απαγωγαί είνε θεληματικαί. Τρυφερόν όσον και συγκινητικόν
+ειδύλλιον συνδέει τους αλληλοκλαπέντας και τότε μετά δύο-τρείς
+ημέρας ούτοι φανερόνονται μόνοι των εις το σπίτι των γονέων και
+ζητούν τας ευλογίας των. Οι συγγενείς φροντίζουν πώς να συμβιβασθή
+το γεγονός. Ο πατήρ, αφού υβρίση και ξυλοκοπήση πρώτον την κόρην
+του, σκέπτεται πρακτικώτερον έπειτα και την ερωτά αν δέχεται να
+λάβη άνδρα της τον απαγωγέα. Κ' εκείνη, μη τολμώσα ν' ατενίση τον
+γεννήτορα εκ της εντροπής, χαμηλώνει την κεφαλήν και με δάκρυα εις
+τα μάτια υποψιθυρίζει, δήθεν διστάζουσα: — «Ξέρω κ' εγώ . . .
+τόρα . . . καθώς μ' έκαμε . . .» Και τελειώνουν όλα μ' ένα «Ησαΐα
+χόρευε . . . » Έτσι εσκέπτετο τόρα ο Βρανάς ότι έπρεπε να
+τελειώσουν και τα ιδικά των βάσανα.
+
+ — Έλα, σε κλέφτω! είπεν δράττων την χείρα της Ανθής.
+
+Αλλ' η λυγερή την έσυρε βιαίως και ωπισθοδρόμησεν ολίγα βήματα,
+ατενίζουσα αυτόν κατάμματα μετά τινος πικρού έλεγχου. Έως εκεί
+λοιπόν επέμενε να την παρασύρη; Δεν ήξευρε ότι υπήρχον και άλλα
+ιερώτερα του έρωτος καθήκοντα εις αυτήν; Την επήρε τάχα διά
+καμμίαν του δρόμου, κ' ήθελε ν' ακολουθήση ένα άνδρα εις τους
+αγρούς, χωρίς να συλλογισθή τους γονείς της, τ' όνομά της! Εζήτει
+να προκαλέση επί της κεφαλής της τας φοβεράς κατάρας των
+λευκομάλλων γερόντων, των οποίων ήτο η μόνη χαρά και τους
+εμπαιγμούς των χωρικών. Δεν εσυλλογίζετο ότι αύριον πρωί-πρωί θα
+εγίνετο το παίγνιον της αγοράς και μετ' ολίγον τ' όνομά της θα
+εσύρετο ανά τα χωρία και τας πόλεις, εις πειρακτικούς και τραχείς
+στίχους, σατυρίζοντας την πράξιν της, όπως της διασήμου Ελένης:
+
+ Μας την 'πήραν την Ελένη,
+ τη ζαχαροζυμωμένη! . . .
+ Μας την πήρανε και πάη
+ στης Καρύταινας το πλάι.
+
+Ω, όχι! ανατριχιάζει και τόρα μόλις το συλλογισθή η Ανθή. Είνε η
+Στριμμενοπούλα με τ' όνομα αυτή και δεν εννοεί να ντροπιασθή η
+γενεά της, έστω και χάριν αυτού του Βρανά. Αν είνε με το θέλημα
+των γονέων της, μ' έντιμον γάμον, με τας ευχάς και τας ευλογίας
+των συγγενών της ναι, μακάρι . . . Επιμένουν οι γονείς της να τον
+πάρη τον Νικολόν; Δεν τον παίρνει — φαρμακίζεται, νά! Δεν αρκεί
+αυτή η θυσία εις εκείνον, εις τον έρωτά της; Αλλά την ατιμίαν, το
+όνειδος του κόσμου α, όχι, δεν τα υποφέρει!.
+
+ — Όχι . . . είπε· μη, Γιωργάκη μου! . .
+
+Και ανελύθη εις λυγμούς και δάκρυα.
+
+Ο Βρανάς εφρίαττεν· ουδέποτ' επερίμενε τόσην αντίστασιν. Το αίμα
+συνέρρευσεν όλον εις την καρδίαν του η οποία ηπείλει να διαρραγή,
+ως πρόχωμα ποταμού πλημμυρήσαντος αίφνης· περί την στεφάνην της
+κόμης λευκή, λευκοτάτη γραμμή εχαράχθη· καθ' όλον το πρόσωπόν του
+επεχύθη νεκρική πελιδνότης. Τα μάτια, κατακίτρινα ως να ήτο
+ικτερικός, έρριψαν αίφνης εναντίον της βλέμμα μίσους και
+βλασφημίας. Τα χείλη του κατάλευκα, ανεκινούντο σπασμωδικώς. Η
+δεξιά χειρ του συνεσφίγχθη εις πυγμήν και ανέβη απειλητική μέχρι
+του προσώπου της λυγερής. Διά μίαν στιγμήν ο Βρανάς εσκέφθη να
+καταστρέψη διά της πυγμής το είδωλον, το οποίον επίστευεν ότι επί
+τόσα έτι αδίκως επροσκύνει κ' εδοξολόγει. Αλλά προ του
+σπαρταρίζοντος εκείνου και κατατρομαγμένου πλάσματος, η χειρ του
+νέου κατέπεσεν αδρανής. Επειδή όμως έπρεπε κάπου να ξεσπάση ο
+τόσος του θυμός, έστρεψε κύκλω το βλέμμα και ιδών κατά γης τας
+στάμνας, έδωκεν εις αυτάς βαρύ λάκτισμα και τας κατεσύντριψεν.
+
+Η λυγερή συνήλθεν εξαφνισμένη από τον κρότον.
+
+ — Ω, κακό που μούκαμες! ωλόλυζε, συμπλέκουσα τας χείρας
+απελπιστικώς· τόρα τι θα ειπώ της μάννας μου;
+
+ — Να χαθής εσύ κ' εκείνη! . . .
+
+Και ανοίξας τους κλάδους της συκής έφυγεν.
+
+Η λυγερή ελησμονήθη εκεί, με τας χείρας συμπεπλεγμένας ακόμη, την
+κεφαλήν χαμηλωμένην, βλέπουσα περιλύπως πότε τα συντρίμματα των
+σταμνών και πότε το μέρος από το οποίον έφυγεν ο καλός της.
+
+Κρωγμός γλαυκός, αντιλαλήσας αίφνης άνω της συκής, έφερε την
+λυγερήν εις τον εαυτόν της. Ρίγος διέδραμε το σώμα της εις την
+φωνήν, την απαισίαν και την όψιν του τόπου, όπου ευρίσκετο κ'
+εχύθη προς τα έξω, μέσω της επελθούσης νυκτός.
+
+ — Έλα, περπάσα! εφώναξεν η κυρά Παναγιώταινα από την ταράτσαν,
+μόλις είδε την θυγατέρα της· αγκαλά που σ' αφίνουν οι
+κουβέντες . . .
+
+Η Ανθή παρετήρησε την εξημμένην όψιν της μητρός της και με την
+διορατικότητα εκείνην του ενόχου, ενόησεν ότι επίκειται θύελλα.
+Εσυμμαζεύθη λοιπόν και προσεπάθησε να υπεκφύγη αυτήν, διά να μη
+προδοθή ότι δεν είχε τας στάμνας. Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα φυσώσα
+όλη:
+
+ — Πού είν' οι στάμνες, μωρή; εφώναξε βραχνή από τον θυμόν.
+
+ — Μώσπασαν οι έρμες.
+
+Και ήρχισε να δικαιολογείται με φανεράν ταραχήν, υποψιθυρίζουσα
+ότι τα μανδρόσκυλα του Στραβολαίμη, είχον κόψη την αλυσίδα των και
+ώρμησαν επάνω της καθώς διέβαινε, την ανέτρεψαν κ' έσπασε τας
+στάμνας επί του καλδηριμίου. Η κυρά Παναγιώταινα, γυμνάς τας
+ωλένας επί των ισχίων στηρίζουσα, εν απειλητική στάσει, ηκροάτο
+την θυγατέρα της, κινούσα δυσπίστως άνω και κάτω την κεφαλήν.
+
+ — Να ερμάξη το κεφάλι σου! διέκοψεν αίφνης· τα σκυλιά τάχα ή ο
+Γιώργης του Βρανά;
+
+ — Δεν ξέρω κανένα Γιώργη . . .
+
+ — Δεν ξέρεις; να μωρή ο μάρτυρας!
+
+Η λυγερή έμεινεν αναπολόγητος. Εμπρός της ήτο η Γκόλφω, η παιδίσκη
+την οποίαν είχε μαζί της εις το Καλό πηγάδι και εις την οποίαν
+παρήγγειλε να βαδίση εμπρός, όταν είδε τον Γεώργιον. Η παιδίσκη
+όσον αργά και αν εβάδιζεν έφθασε τέλος εις το σπίτι κ' ερωτηθείσα
+παρά της κυρίας της, απονήρευτη είπε την καθαράν αλήθειαν. Και
+τόρα ήτο εκεί, αψευδής μάρτυς των κατηγοριών της κυράς
+Παναγιώτενας, εις τας οποίας η Ανθή μη έχουσα τι ν' αντιτάξη,
+εμπήκεν ωργισμένη και μισοκλαίουσα εις το μαγειρείον. Αλλ' η γραία
+σφόδρα ταραγμένη, εξηκολούθει διά χειρονομιών εκπληκτικών άλλοτε
+και άλλοτε απειλητικών, να εκτοξεύη ύβρεις και κατάρας όπισθεν του
+τοίχου, προς την θυγατέρα της:
+
+ — Πουτανίτσα, πομπιομένη, δημόσια! . . . . Γιαυτό μωρή σ' έκρυβα
+κι' από του ήλιου τα μάτι; γιαυτό σ' εφύλαγα σαν τη φαρφουρένια
+κούπα 'ς το αρμάρι; Με τι μούτρα, μωρή, θα βγούμε πια 'ς τον
+κόσμο, με τη φωτιά που άναψες 'ς το σπίτι μας, αχρόνιαγη! . . .
+Έγνοια σου και την κυριακή σε στεφανώνω! . .
+
+Εκείνην την ώρα εφάνη αναβαίνων την σκάλα ο κυρ Παναγιώτης
+Στριμμένος. Ο γέρων έμπορος εξηκολούθει την αυτήν ήσυχην ζωήν, με
+αμεριμνομέριμνον μάλιστα έκφρασιν τόρα επί της μορφής, εγωιστικώς
+αναπαυόμενος ως έμπορος και ως πατήρ. Ο γάμος του Νικολού και της
+Ανθής ήτο τετελεσμένον πλέον γεγονός δι' αυτόν. Επήγαινεν από την
+αυγήν εις το κατάστημα, διά να παρακολουθή με την ηδονήν εκείνην
+των απολαμβανόντων εκ της ευτυχίας των άλλων, την συρροήν των
+δεκαρών εις την κάσσαν του γαμβρού του· κ' επέστρεφε κατά την
+δύσιν του ηλίου εις το σπίτι γαλήνιος, κατηυχαριστημένος κ'
+έτοιμος να διαχύση την ευθυμίαν του εις λαμπρούς δυθυράμβους, περί
+της εμπορικής επιχειρηματικότητος του Διβριώτη.
+
+Σήμερον μάλιστα ήτο καταμαγευμένος ο γέρων. Προ πολλού καιρού ο
+καρρολόγος Στάμος, έλαβεν επί πιστώσει από το κατάστημα Στριμμένου
+και Πικοπούλου ένα πιτούρι, μισοτριμμένον εκ του σκώρου και της
+πολυκαιρίας, κτήμα άλλοτ' ενός χωρικού, ο οποίος ενεχειρίασεν αυτό
+εκεί και το αφήκε, μη έχων να πληρώση το χρέος. Αλλά και ο
+καρρολόγος τόρα δεν είχε να πληρώση το αντίτιμον, εις δεκαπέντε
+δραχμάς ανερχόμενον αρχικώς και περιωρίζετο να μεταφέρη εκ Πατρών
+τας πραγματείας του καταστήματος, διά να εξοφλήση έτσι το χρέος
+του. Μίαν όμως ημέραν ο Νικολός εκάλεσεν αυτόν διά να ξεκαθαρίσουν
+τους λογαριασμούς των και παρουσίασε στήλην όλην δοσοληψιών. Οι
+τόκοι είχον παχύνει αρκετά το κεφάλαιον και η εργασία του
+καρρολόγου εξηφανίζετο εν αυτώ, όπως το νερόν εις τον πίθον των
+Δαναΐδων. Ο καρρολόγος διεμαρτυρήθη, εφώναξε και ηρνήθη να
+πληρώση, με την συνήθη αφροντισίαν των χωρικών. Ο Νικολός ειργάσθη
+ησύχως, παρέταξε τας προσθαφαιρέσεις του ενώπιον του ειρηνοδίκου
+και σήμερον η δημοπρασία του κάρρου και του αλόγου του Στάμου,
+απέφερον αρκετόν κέρδος εις το κατάστημα. Ο γέρων ανεγνώριζεν ότι
+και τούτο το κατόρθωμα ωφείλετο εις το πανούργον πνεύμα του
+Νικολού, εις την αμίμητον δεξιότητα την οποίαν είχεν ο Διβριώτης
+ν' αντιστρέφη από το _Δούναι_ εις το _Λαβείν_ τους αριθμούς, χωρίς
+ν' ανακαλύπτεται. Και ήτο τόρα ανίκανος να συγκρατήση την χαράν
+και ητοιμάζετο από την σκάλαν να επαναλάβη, τρίβων τας χείρας, την
+συνήθη φράσιν του:
+
+ — Τι παιδί! . . . τι έξυπνο παιδί! . . .
+
+Κατεταράχθη όμως ακούσας τας φωνάς κ' εζήτει να μάθη την αιτίαν
+του ασυνήθους αυτού θορύβου. Αλλά πριν ακόμη διατυπώση την απορίαν
+του, η κυρά Παναγιώταινα έλαβεν αυτόν κ' έφερεν έτσι
+χειραγωγούμενον μέσα εις το σπίτι. Εκεί δε του διηγήθη διά
+χειρονομιών και ασθματικών περιόδων την πράξιν της Ανθής.
+
+Ο αγαθός γέρων εις τους λόγους της γυναικός του, ελησμόνησεν ευθύς
+τα τερτίπια του εμπορίου και την πονηράν ευφυίαν του Νικολού,
+αναλογισθείς μόνον ότι ήτο πατήρ· πατήρ προσβαλλόμενος εις τα
+καίρια υπό της θυγατρός του. Κ' ευθύς η λευκοπώγων μορφή του
+επορφυρώθη υπό του αίσχους και της οργής· εφρύμαξεν ως γέρων
+λύκος· τ' αλαμπή υπό του γήρατος μάτια του έρριψαν αστραπάς,
+ήρπασε την οζώδη μαγκούραν του και ώρμησε να κατασυντρίψη την
+λυγερήν. Τι τα θέλεις τέτοια παιδιά! Κάλλιο έρημος και άκληρος,
+παρά νάχης ένα παιδί κ' εκείνο ντροπιασμένο.
+
+Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα κατεσίγασεν ευθύς τας φωνάς του.
+
+ — Σώπα, γέροντα, σώπα, είπε, φρόνιμος ήσαι και φρόνιμα δεν
+κάνεις, θέλεις, μαθές, να μάθη κι' ο κόσμος τις πομπές μας; . . .
+
+ — Τι να κάνουμε τόρα, ε! τι να κάνουμε; ηρώτησεν εν απελπιστική
+εξάψει ο γέρων, βλέπων εδώ κ' εκεί ως να εζήτει διέξοδον.
+
+ — Την Κυριακή τη δίνουμε και τελειώνει . . . Λέμε 'ς το παιδί πως
+έρχεται Μάις.
+
+Ο κυρ Παναγιώτης ησύχασε κάπως. Τω όντι δεν ήτο άστοχος η σκέψις
+της γυναικός του. Η ερχομένη Κυριακή ήτο και η τελευταία ημέρα του
+Απριλίου. Μετ' αυτήν ήρχιζεν ο Μάιος, κατά το διάστημα του οποίου
+οι γάμοι αυστηρώς απαγορεύονται εις τα χωρία. Αν θ' ανέβαλλον την
+τέλεσιν αυτού, έπρεπε να περιμείνουν μέχρι του Ιουνίου. Αλλά τότε
+ήρχιζε το καλοκαίρι κ' αι εργασίαι, ώστε κατ' ανάγκην η αναβολή θα
+διεδέχετο την αναβολήν μέχρι του Οκτωβρίου. Ποίος όμως έμπαινεν
+εγγυητής εις τους ατυχείς γονείς, ότι καθ' όλον αυτό το διάστημα
+τα πράγματα θα έμενον έως εκεί; αν δεν θα εκοινολογούντο εις την
+κωμόπολιν οι έρωτες της Ανθής και του Γεωργίου ή αν ούτοι δεν θα
+επρόβαινον εις κανέν απερίσκεπτον κίνημα; Έπειτα ήτο ενδεχόμενον,
+η κακολογία να ήνοιγε τα τυφλόττοντα μέχρι τούδε μάτια του Νικολού
+εις τας αφροσύνας της Ανθής.
+
+Οι γέροντες καθ' όλην την νύκτα δεν ηδυνήθησαν να κοιμηθούν υπό
+τας σκέψεις αυτάς. Α! ο γέρων Στριμμένος εύρισκε τόρα πολύ
+επικίνδυνον, να έχη κανείς επάνω του ένα ελαφρόμυαλον κορίτσι,
+παρά τους συναγωνισμούς όλων μαζί των εμπόρων της κωμοπόλεως! . . .
+Τέλος εσυμφώνησε μετά της γυναικός του να προτείνουν εις τον
+Νικολόν την επίσπευσιν του γάμου. Τω όντι δε πρωί-πρωί έστειλαν
+και ήλθεν ούτος εις το σπίτι.
+
+ — Ε, ε, ξέρεις παιδί μου· ήρχισεν ο κυρ Παναγιώτης ξηροβήχων και
+μισοτρώγων τους λόγους του· ξέρεις τι λέει εδώ η γερόντισσά μου·
+πως έρχεται Μάις . . . ξέρω κ' εγώ . . . Και μπας και ντρέπεσαι να
+το ειπής . . .
+
+ — Ναι, παιδί μου· να τον κάνουμ' ετούτη την Κυριακή το γάμο!
+ετελείωσεν αποτόμως την πρότασιν η γραία.
+
+Ο Νικολός εταράχθη· δεν επερίμενε τόσον πλησίον του αυτήν την
+ευτυχίαν. Ο Διβριώτης με το μισό τσαρούχι, και του είχον υποσχεθή
+το συνοικέσιον, έβλεπεν εις απώτατον σημείον, ως μετέωρον εις την
+λάμψιν του οποίου δεν είχαν συνειθίση ακόμη τα μάτια του, την
+κόρην του αφέντη του. Είνε αληθές ότι οι άνθρωποι του είδους του,
+πιστεύουν πως διά του χρήματος τα πάντα δύνανται να καθυποτάξουν
+και να κατορθώσουν· και πραγματοποιούν τω όντι την πίστιν των
+αυτήν πολλάκις. Αλλ' ο Νικολός δεν έφθασεν ακόμη εις τον κολοφώνα
+αυτόν· έτεινε μόνον . . . Και οσάκις δεν παρεφέρετο υπό του
+εγωισμού, ανωμολόγει καθ' εαυτόν ότι δεν κατήντησεν ακόμη ο
+επίζηλος γαμβρός της κωμοπόλεως και ότι τα προταθέντα εις αυτόν
+μέχρι τούδε συνοικέσια, δεν ήσαν εκ των καλλιτέρων, αλλ' εκ των
+μάλλον ευτελών οικογενειών. Ητένιζε λοιπόν μόνον εις τον αφέντην
+του κ' εσκέπτετο δουλεύων μετ' αυταπαρνήσεως το σπίτι το οποίον
+πρώτον τον εφιλοξένησε, ν' αναμένη μέχρις ου ευδοκήσουν να του
+προσφέρουν την αμοιβήν. Και μόλις τόρα ήκουσεν αυτήν
+προσφερομένην, εδέχθη ευχαρίστως, ευγνωμόνως και ωμολόγει διά
+μισοκομμένων φράσεων, ότι όχι την Κυριακήν αλλά τόρ' αμέσως αν
+ήθελον, εδέχετο να γίνη ο γάμος.
+
+ — Ξέρω κ' εγώ . . . σαν έχετε την καλωσύνη . . .
+όπως θέλετε! . . .
+
+Η κυρά Παναγιώταινα εδόθη πλέον εις τας ετοιμασίας του γάμου. Είνε
+αληθές ότι η αγαθή γραία αφ' ης ημέρας εγέννησε την Ανθήν,
+εσκέπτετο να κάμη πομπώδη τον γάμον της. Τον ιδικόν της γάμον είχε
+κάμει κατά τα έτη της επαναστάσεως, νύκτα κ' εντός ορεινού
+ερημοκκλησίου, όπου έτυχε να ευρεθή η οικογένειά της μετ' άλλων
+φυγάδων. Επειδή δε εις το αφελές πνεύμα της, οι πομπώδεις γάμοι
+εξήσκουν επέραστον γόητρον κ' επειδή είνε σύνηθες εις τον
+άνθρωπον, να ικανοποιή την ιδικήν του ατυχίαν διά της ευτυχίας του
+τέκνου του, ανέμενε να παρηγορηθεί διά του γάμου της κόρης
+της . . . Α! θα τον κάμη που ναφίση εποχήν· να λέγουν σαν της
+Στριμμενοπούλας τον γάμον! . . . Διά τούτο τόρα ελυπείτο η γραία
+που ηναγκάζετο να τον επισπεύση, να τον κάμη νύκτα, δίχως
+προσκλήσεις, δίχως πομπήν, ως να υπάνδρευε καμμίαν χήραν. Αλλά τι
+να γείνη· ηδύνατο να κάμη αλλέως; Μάννα και θυγάτηρ είχον την
+αυτήν τύχην! . . . Κ' εδάκρυζαν τα μαραμμένα μάτια της ενώ
+ητοίμαζε τα στέφανα και τας λαμπάδας, ως να ητοίμαζε τα χρειώδη
+μιας κηδείας.
+
+Ο κυρ Παναγιώτης όμως δεν εζαλίζετο από τοιαύτας ιδέας. Χθες
+ανακύψας αίφνης από των εμπορικών του καταστίχων, έβλεπεν ότι
+είχεν επί των νώτων βαρύ φορτίον, το οποίον ήθελε να φορτώση επί
+των ώμων άλλου, όσον ήτο δυνατόν γρηγορώτερα. Δεν εφρόντιζεν αν θ'
+απηλάσσετο αυτού μετ' επιδείξεως ή μη· ήρκει ότι θ' απηλάσσετο. Κ'
+εγέλα μακαρίως διά τας αδυναμίας της γυναικός του κ' έλεγε δια να
+την παρηγορήση:
+
+ — Ε, σώπα, καϋμένη γρηά! να ζήσουν τα παιδιά μας και κάνουμε
+καθώς θέλεις των εγγονιών μας . . .
+
+ — Αν ζήσουμε· απήντα εκείνη μελαγχολικώς.
+
+Φευ! έβλεπε τόσον μακρυνήν αυτήν την προσδοκίαν! . . .
+
+Την Κυριακήν το εσπέρας ο γάμος της Ανθής και του Νικολού ετελέσθη
+εις το σπίτι του Στριμμένου. Αλλ' ήτο τελετή από εκείνας τας
+πενθίμους και οχληράς, όπου η χαρά διστάζει να φανή διά να μη
+κινήση την χλεύην· όπου αι ευχαί εκφράζονται δειλώς εκ φόβου μη
+συναντήσουν ψυχρότητα· όπου κάθε λόγος και κάθε βλέμμα
+παρεξηγείται. Ήτο τελετή από εκείνας αι οποίαι βραδέως, απροθύμως
+αρχίζουν, κ' εν σπουδή τελειώνουν· εις τας οποίας οι
+προσκαλεσμένοι κουράζονται και βλέπουν προς την θύραν, προς τον
+δρόμον, έτοιμοι να πεταχθούν έξω, ν' αποτινάξουν την ασφυξίαν.
+Τελετή τέλος η οποία γίνεται διά να κρύψη αθορύβως έν αίσχος, να
+το περικαλύψη διά της αίγλης της, να το εξαγνίση διά του κύρους
+της! . . . Αργά ανέβησαν την σκάλα οι συγγενείς· αργώτερον ακόμη,
+ασθμαίνων και μισογογγύζων ο γέρων εφημέριος μετά μικρού παιδίου,
+φέροντος υπό την μασχάλην το πετραχήλι και τον Απόστολον.
+Ψιθυρισμοί ηκούσθησαν· σάλος τις ελαφρός και μετ' ολίγον βαρύς
+πυροβολισμός, ριφθείς εξ ενός παραθύρου, ανήγγειλεν εις τους
+κατοίκους της κωμοπόλεως ότι ο Νικολός Πικόπουλος και η Ανθή
+Στριμμένου, είχον ενωθή αρρύκτως ενώπιον του βωμού.
+
+
+
+Ε'
+
+ΟΙ ΚΑΡΡΟΛΟΓΟΙ
+
+
+
+Η τάξις των καρρολόγων ήτο τότε πυκνή, πυκνοτάτη ως φάλαγξ
+πολεμική. Σχεδόν δεν ευρίσκετο άνθρωπος καθ' όλην την κωμόπολιν, ο
+οποίος μίαν φοράν τουλάχιστον εις την ζωήν του δεν μετήλθε το βαρύ
+τούτο επάγγελμα, δεν έζευξε κάρρον ή δεν ωδήγησεν άλογον. Εις τα
+μέρη αυτά, όπου η συγκοινωνία δεν είνε πολύ ανεπτυγμένη· όπου δεν
+συνέρχεται ατόμων σωρεία και συνεπώς δεν παράγεται ποικιλία
+αναγκών, οι άνθρωποι περιορίζονται ως επί το πολύ εις έν
+επάγγελμα, το οποίον ευρίσκουν πατροπαράδοτον. Εις αυτόν δε τον
+κανόνα εμμένουν όλοι πιστοί ως εις θρήσκευμα. Το πατροπαράδοτον
+είνε δι' αυτούς ιερά παρακαταθήκη, την οποίαν δεν επιτρέπεται να
+μετακινήσουν ή να μεταβάλουν καθόλου. Κ' επειδή εις κάθε αυλήν της
+κωμοπόλεως υπήρχε κ' ένα κάρρον· εις κάθε αχυρώνα έν άλογον και
+εις κάθε σπίτι κρεμασμένον από του τοίχου το μαστίγιον του πατρός,
+ο υιός μόλις ηλικιούμενος, ώφειλε ν' αναλάβη το μαστίγιον, να
+ζεύξη το κάρρον και να τρέξη εις ζήτησιν εργασίας. Πόσην δ'
+επιρροήν εξήσκει το επάγγελμα τούτο εις τον τόπον, δύναται κανείς
+να φαντασθή όταν ακούση, ότι και σήμερον όλα τα παιδιά,
+ανεξαιρέτως κοινωνικής τάξεως, ευρίσκουν μεγίστην ευτυχίαν όταν
+έχουν ένα καλόν μαστίγιον, το οποίον να κροταλίζουν απειλητικώς,
+οδηγούντα τους συνομήλικάς των ως άλογα δήθεν από του χαλινού και
+φωνάζουν, μετατρέποντα επί το ανδρικώτερον την φωνήν των:
+
+ — Βάρδα' μπρός! . . . ε, 'μπρός μη σε κόψ' η ρόδα! . . .
+
+Α! έχει τω όντι γόητρον το αναθεματισμένον αυτό επάγγελμα! Όσον
+βαρύ και κουραστικόν είνε, τόσον διασκεδαστικήν και αφρόντιδα
+κάμνει την ζωών. Ο καρρολόγος έχει την λεβεντιάν του, την ρώμην
+του σώματος και την έπαρσιν της ψυχής, τα οποία προσλαμβάνει εξ
+αυτής της βαρείας εργασίας του. Έπειτα έχει την ζωήν ελευθέραν δεν
+κλείεται εντός πνιγηρών τοίχων, ούτε κάθηται ως πεδικλωμένον
+άλογον επί ώρας ακίνητος, αλλά κινείται, κοπιάζει και αναπνέει
+ελεύθερον αέρα· ζη μέσω της φύσεως· δέχεται τας διαφόρους επηρείας
+της και τραγουδεί πάντοτε όπως το πουλί. Κ' ενώ κάμνει όλ' αυτά,
+συγχρόνως γεμίζει και το κεμέρι του, οικονομεί την οικογένειάν
+του, συνάζει την προίκα της αδελφής του και φροντίζει διά τας
+διασκεδάσεις του.
+
+Προ μικρού μόλις, ο καρρολόγος ήτο η μετοχευτική μηχανή, η
+μεταφέρουσα από Πατρών καθ' όλην την επαρχίαν, τας προμηθείας της
+εμπορικής μεγαλοπόλεως. Από του λινοσπόρου και της ορύζης μέχρι
+του κατηφέ και των χρυσών καρφίδων· από των σάκκων της άχνης μέχρι
+των χαρτοδεμάτων της πούδρας· από του ριζαρίου μέχρι του
+υδραργύρου, παρελάμβανεν όλ' ανάκατα εις χονδροειδή και
+αλληλένδετον όγκον εντός της βαρείας μηχανής του, της κυλιομένης
+επί δύο μεγάλων τροχών και συρομένης υπό ρωμαλέου αλόγου και
+απέθετεν αυτά ανά τας κωμοπόλεις και τα χωρία, μέχρι της καλύβης
+των αγροτών και της στάνης των ποιμένων. Απ' εκεί πάλιν, διά του
+ιδίου μέσου, μετέφερεν εις την μεγαλόπολιν τα προϊόντα του αγρού
+και της κτηνοτροφίας, παν το περιττόν εις τον χωρικόν και
+ποιμενικόν βίον. Έτσι ο καρρολόγος, εν αγνοία του εγίνετο ο
+εκπολιτιστής των μεσογείων μερών, το μέσον διά του οποίου έφθανεν
+εν πολυποικίλω και θαμβωτική παραστάσει, η πρόοδος και η ευμάρεια
+μέχρις αυτών.
+
+Και δεν έκαμνε μόνον τούτο. Ήτο συγχρόνως ο επιτήδειος σκαπανεύς,
+ο διανοίγων δρόμους μεταξύ των τελμάτων και των στενών και
+διευκολύνων την συγκοινωνίαν. Έπρεπε να προηγηθή αυτός με το
+κάρρον του, διά ν' ακολουθήση ο αμαξηλάτης με την εύθραυστον
+άμαξάν του. Κατέβαλεν όλην του την οξυδέρκειαν εις την εξακρίβωσιν
+στερεού εδάφους· έκαμνε τους βάλτους βατούς διά της συσσωρεύσεως
+κλημάτων ανεύρισκε τους καταλλήλους πόρους των ποταμών και
+ρευμάτων κ' επλάτυνε τα στενά, μεταχειριζόμενος ως αξίνην τους
+τροχούς της μηχανής του και ως οδηγόν την θυμοσοφίαν του αλόγου
+του. Διά τούτο, αν υπάρχουν δρόμοι εις την Ηλείαν σήμερον,
+οφείλονται όλοι εις τους καρρολόγους.
+
+Είνε αληθές ότι διά να κατορθωθή τούτο, εχρειάζοντο κόποι και
+υπομονή μεγάλη και δυνάμεις πολλαί. Τούτων όμως καθόλου δεν
+εστερούντο οι καρρολόγοι. Καθ' ομίλους εκτελούντες τα ταξείδιά
+των, ελάμβανεν έκαστος τας προφυλάξεις και τ' αναγκαία βοηθήματα,
+ώστε εις κάθε εμπόδιον όλοι έσπευδον και συνειργάζοντο προθύμως
+διά την κοινήν ευκολίαν. Διότι τα εμπόδια όλους τους καρρολόγους
+ενδιέφερον. Αν εκοπίαζον σήμερον εδώ οι μεν, εκοπίαζον αύριον
+παρέκει οι άλλοι, ώστε υπήρχε μεταξύ των, σιωπηλώς ωμολογημένος
+κάποιος συνασπισμός και αλληλεγγύη καθηκόντων.
+
+Εις την τάξιν αυτήν, την εργατικήν και ωφέλιμον ανήκε και ο
+Γεώργιος Βρανάς. Και ούτος διεδέχθη εις το στάδιον του καρρολόγου
+τον πατέρα του, ο οποίος προ δεκαετίας μετά του Σαμπίκη, έφερε το
+πρώτον κάρρον εις την κωμόπολιν κ' εχάραξε τον πρώτον αμαξιτόν
+δρόμον. Ο νεανίας κατείχε πάν ό,τι θεωρείται μεταξύ των καρρολόγων
+ως ιδανική τελειότης. Ήτο ρωμαλέος κ' εργατικός· είχεν ελαφρόν
+κάρρον κ' εύψυχον άλογον. Και το κάλλιστον, δεν υπερηφανεύετο
+καθόλου δι' αυτά του τα προσόντα. Κατά τα ταξείδιά του, εις την
+Μαυρόλασπην λόγου χάριν είτε εις του Μάνου, μέρη επικίνδυνα και
+φοβερά διά τους καρρολόγους, όσον ο Μαλέας και ο Καφηρεύς διά τους
+ναυτιλλομένους, επειδή το χώμα με την πρώτην βροχήν λαμβάνει
+φοβεράν απορροφητικήν δύναμιν, συνέβαινε συχνά να κολλούν τα κάρρα
+και τ' αδύνατ' αλογάκια των συντρόφων του. Ο Βρανάς δεν εκτύπα το
+ζώον του να φύγη και ν' αφήση τους άλλους να παιδεύωνται μέχρις ου
+ξεκολλήσουν· αλλ' έμενε κ' εξεύγνυε προθύμως το ιδικόν του εις τα
+κάρρα εκείνα κ' εχώνετο μέχρι της κοιλίας εις τους βάλτους, διά να
+σπρώξη τους τροχούς ή να μεταφέρη επί των ώμων το φορτίον.
+
+Αυτή του η κατασκευή συνοδευομένη και υπό ευψυχίας, διά της οποίας
+πολλάκις εγίνετο σεβαστός εις τους κατηγόρους του, έκαμνον τον
+νέον αγαπητόν πολύ και ζηλευτόν μεταξύ των καρρολόγων. Ώστε το
+ατύχημά του το ησθάνθησαν όλοι τόρα, ως να ενδιέφερεν αυτούς
+ατομικώς. Ηγανάκτησαν, διότι επεριφρονήθη ο σύντροφός των και
+ήρχισαν την λεπτομερή ανατομήν της οικογενείας Στριμμένου καθ'
+όλου και κατά μέρος. Κόκκος σίτου μεταξύ των οδόντων του μύλου δεν
+συνεκυλίσθη, δεν συνεθλίβη, ούτε συνετρίβη τόσον ποτέ, όσον η
+ατυχής αυτή οικογένεια μεταξύ των αγροίκων εκείνων γλωσσών. Κ'
+έχουν φοβεράν γλώσσαν οι καρρολόγοι· διαβολικόν νουν εις το να
+εφευρίσκουν κακολογίας! Παντού εις τα κρασοπωλεία, τα καφενεία,
+εις τα ταξείδιά των άφινον, εδώ κ' εκεί πυρίνους περιόδους
+καταγγελιών. Η μοχθηρία έφθασε μέχρι της κλίνης των δύο γερόντων.
+Η ασέλγεια εσύρθη επί του παρθενικού και αγνού άτομου της Ανθής.
+Σφραγίς αισχράς αχαριστίας ετέθη επί του ευήθους μετώπου του
+Νικολού. Εις τούτο δε συνειργάζετο προθύμως και η σατανική γλώσσα
+των γυναικών, περιβάλλουσα επινοήματα και συνδυασμούς εποχών μετ'
+εκτάκτου πειστικότητος, οποίαν δεν θα είχεν ούτε η Εύα, ενώ
+παρέσυρε τον Αδάμ εις το αμάρτημα.
+
+Έτσι το πλείστον μέρος της κωμοπόλεως εσηκώθη σύσσωμον εναντίον
+του γάμου της Ανθής και του Νικολού. Και δεν συνέβη τούτο απλώς
+και μόνον χάριν του Βρανά. Αν η Ανθή υπανδρεύετο άλλον, πάντοτε θα
+κατεδικάζετο ως αρνηθείσα τον έρωτά της, θα εκρίνετο ως
+ελαφρόμυαλος γυνή· αλλά δεν θα κατηγορείτο τόσον! Θα υπήρχον και
+πρακτικοί άνθρωποι να την δικαιώσουν. Αλλά τόρα δεν ηδύναντο να
+δικαιώσουν τον κυρ Παναγιώτην Στριμμένον, ένα των πλουσιοτέρων
+εμπόρων της κωμοπόλεως, ο οποίος εθυσίασε την θυγατέρα του εις τον
+Νικολόν.
+
+Εις τας μικράς κοινωνίας, δεν αρκεί ο πατήρ να εκτιμήση τα
+προσόντα ενός νέου διά να τον κάμη γαμβρόν του. Χρειάζεται να
+ιδούν κ' εκτιμήσουν τα προσόντα αυτά και οι άλλοι συντοπίται· να
+δώσουν σιωπηλώς κ' εκείνοι την συγκατάθεσίν των. Εδώ όμως οι
+χωρικοί δεν έδοσαν την συγκατάθεσίν των. Η εμπορική δεινότης του
+Διβριώτου, η οποία εμάγευε τόσον τον Στριμμένον, εξήγειρε τας
+σφοδροτέρας αντιπαθείας αυτών. Ο καρρολόγος Στάμος δεν ήτο το
+πρώτον, ούτε το τελευταίον θύμα, το οποίον κατεβόα εναντίον των
+αρπακτικών διαθέσεων του γαμβρού. Έτσι δε ο Νικολός παρέσυρε μαζί
+του εις το βάραθρον του αναθέματος και τον Στριμμένον και την
+γυναίκα του και την Ανθήν. Και ο Βρανάς υψούτο αντιμέτωπος αυτών,
+αναξιοπαθούσα θεότης, χαρακτήρ εξιδανικευμένος εις τα βλέμματα των
+συμπατριωτών του.
+
+Ο Βρανάς αφού έδωσε τοιούτον οικτρόν τέλος εις την συνάντησίν του
+μετά της Ανθής, υπό την συκήν του Πλευρού, έφυγε με την πεποίθησιν
+ότι η λυγερή ουδέποτε ησθάνθη έρωτα προς αυτόν. Μετά μικρόν όμως,
+όταν η έξαψίς του κατέπεσεν, ήρχισε να κρίνη λογικώτερον την
+διαγωγήν της. Βεβαία, η λυγερή δεν ήτο δυνατόν επί τόσα έτη να τον
+απατά. Έκαμε τόσας θυσίας, ήκουσε τόσας κατηγορίας προς χάριν του!
+Τόρα εύρισκεν αληθινά τα δάκρυά της· φυσικήν την απελπισίαν της.
+Διατί τάχα δεν επροσποιείτο έτσι και άλλοτε; Ενθυμείτο ότι
+πολλάκις την έβλεπε λυπημένην, δακρυσμένην και ωχράν από τας
+κακολογίας του κόσμου και όταν την ηρώτα διά την κατάστασίν της,
+εκείνη ήλλαζεν ευθύς όψιν, έκαμνε την γελαστήν, την χαρουμένην:
+
+ — Τίποτα, καϊμένε· το κεφάλι μου· με πονεί — το έρμο!
+
+Κ' έλεγε τούτο διά να μη μεταδώση την λύπην της και εις εκείνον.
+Τόσον τον αγάπα, ώστε ούτε δάκρυ δεν ήθελε να χύση προς χάριν
+της! . .
+
+Και ο νέος ήρχισε με ευσυνειδησίαν να εξετάζη και την ιδικήν του
+προς την παρθένον διαγωγήν. Πώς αλλοιώς εφέρθη πάντοτε παρά ως
+εγωιστής και απότομος και απαιτητικός. Νά, προ μικρού ακόμη, ήτο
+διαγωγή αγαπώντος αυτή του η διαγωγή κάτω από την συκήν; Το
+κακόμοιρο το κορίτσι έκλαιε την τύχην που το επερίμενε και είχε
+και αυτόν, απ' επάνω να το υβρίζη, αντί να το παρηγορή. Κ' επί
+τέλους έσπασε τας στάμνας, διά τας οποίας ο θεός ηξεύρει πόσα
+ήκουσεν από την μητέρα της!
+
+Ο Βρανάς τόρα ανελύθη εις δάκρυα, αληθινά δάκρυα ψυχής ευγενούς,
+αισθανομένης όλους τους πόνους και τας συγκινήσεις του έρωτος.
+Κατηγόρει τον εαυτόν του, ήλεγχε τον βίαιον χαρακτήρα του·
+εδάγκανε τας σάρκας του και ήθελεν αν ήτο δυνατόν, να επιβάλη εις
+τον εαυτόν του αυστηράν τιμωρίαν. Αλλ' ήτο αρκετή τιμωρία δι'
+εκείνον, η αγρυπνία της νυκτός εκείνης και η ανησυχία του.
+Επεθύμει μεγάλως να ηδύνατο, τόρ' αμέσως να πετάξη πλησίον της
+Ανθής, διά να την παρηγορήση και κατενόει ότι τούτο ήτο αδύνατον.
+Ανέμενε με αγωνίαν την ώραν της υδρεύσεως κ' ενωρίς την επαύριον
+επήγεν εις το Καλό πηγάδι κ' εκρύβη εις την πλησίον τάφρον μέχρις
+ου ίδη την λυγερήν. Αλλ' αν και την εκαρτέρησε μέχρι βαθείας
+νυκτός, η Ανθή δεν εφάνη. Ο νεανίας μη γνωρίζων τα συμβαίνοντα εις
+το σπίτι του Στριμμένου, υπέθετεν ότι η λυγερή δεν επήγεν εις το
+πηγάδι επίτηδες, διά να μη τον συναντήση και κατελήφθη υπό
+απελπισίας. Και εις την υποψίαν του αυτήν επροστέθη και άλλη
+αίφνης, ότι η Ανθή ήτο ασθενής, ότι ίσως εδάρη παρά των γονέων
+της· ίσως την είχον δεσμίαν εις κανέν σκοτεινόν δωμάτιον, διψώσαν
+και νηστεύουσαν διά να την εμποδίσουν να βλέπη αυτόν . . . Ο
+Βρανάς έγεινεν εκτός εαυτού. Ο ευερέθιστος χαρακτήρ του τον
+παρέφερεν εις τα έσχατα. Καθ' όλην την νύκτα περιήρχετο μόνος, ως
+φάντασμα το σπίτι του Στριμμένου· έρριψε χάλικας εις τα παράθυρα
+και την στέγην, ελπίζων ν' ακουσθή παρά της νεάνιδος και την πείση
+να εξέλθη, διά να την ίδη και μόνον να την ίδη! Αλλ' ουδείς
+εφαίνετο. Τα παράθυρα έμενον κατάκλειστα, σιωπηλά· ολόκληρον το
+σπίτι είχε την αδρανή όψιν νεκρού, μη συγκινουμένου εις τας φωνάς
+των θρηνούντων. Και εις στιγμήν υψίστης παραφοράς εσκέφθη ν'
+αναβή, να κτυπήση την θύραν διά να του ανοίξουν. Τι θα έκαμνε
+τότε, τι θα έλεγε, δεν ήξευρε και αυτός. Ώρμησεν όμως και ανέβη
+την σκάλα. Ο Μούργος όμως, ο σκύλος του Νικολού, κοιμώμενος εμπρός
+εις την θύραν ώρμησεν επάνου του ωρυόμενος. Διά μίαν στιγμήν ο
+Βρανάς επίστευσεν, ότι ο σκύλος ετέθη επίτηδες εκεί παρά του
+Διβριώτου, άγρυπνος φύλαξ της Ανθής, εμπόδιον μέγα του έρωτός του.
+Λύσσα τον κατέλαβεν εναντίον του εμπόρου, του άρπαγος και σύρας
+την πιστόλαν, επυροβόλησε κατά του σκύλου με μίσος. Κ' ενώ το
+ζώον, θανατηφόρως πληγωθέν ανετάρασσε την γειτονίαν με τας
+παραπονετικάς κραυγάς του, ο Βρανάς έφευγε μακράν, εις τα σκότη
+της νυκτός, δακρύων και κατησχυμένος.
+
+Ο Βρανάς έμαθεν από τους πρώτους τον γάμον της Ανθής και του
+Νικολού. Μέχρι της ώρας εκείνης ο νεανίας δεν ήθελε να παραδεχθή
+ότι θα εγίνετο ποτέ τούτο. Εσυνείθησεν επί τόσον καιρόν να θεωρή
+ιδικήν του την λυγερήν, κτήμα του αναφαίρετον, και με την
+ελαφρότητα εκείνην της νεότητος, της πιστευούσης και εις τους
+παραβολωτέρους πόθους, ήλπιζεν ότι αυτή δεν ηδύνατο να γίνη κτήμα
+άλλου. Τόρα όμως, όταν επείσθη περί τούτου λύπη τον κατέλαβε.
+Λύπη, όχι από εκείνας τας οποίας ησθάνετο άλλοτε, σφοδράς και
+μεγάλας, κινούσας εις εξέγερσιν το σώμα και την ψυχήν. Αλλ'
+αποκαρωτική λύπη, χαλαρώσασα αίφνης όλας τας λειτουργίας του νου
+και της σαρκός. Η γη, ο ουρανός, ο κόσμος όλος πέριξ· τα πουλάκια
+και τ' άνθη, τα χρώματα και το φως, δεν εκίνουν καθόλου το
+ενδιαφέρον του. Οι άνθρωποι δεν του εφαίνοντο ως όντα συνδεδεμένα
+μετ' αυτού εν κοινή ανάγκη. Άλλοτ' ενόμιζεν εαυτόν ως ιδιαίτερόν
+τι, αιθέριον, ελαφρόν, ζων υπό άλλας συνθήκας εις την κονίστραν
+του κόσμου· και άλλοτε ουδ' ενόμιζεν ουδ' εσκέπτετο τίποτε.
+
+Εκινείτο μόνον, έζη, ανεστρέφετο εις την κοινωνίαν και εις το
+σπίτι του, αλλ' όλως μηχανικώς, απροθύμως και αδιαφόρως.
+
+Αίφνης όμως ελπίς έλαμψεν εις την συνείδησίν του. Ιδέα ήλθεν εις
+το πνεύμα του, κολακεύσασα του λεβέντη το φιλότιμον και
+προσεκολλήθη εις αυτήν ο νέος, ασυνειδήτως ζητών να επανέλθη εν τη
+δράσει, όπως ο ετοιμοθάνατος ναυαγός αρπάζει το σωσίβιον, το
+οποίον του ρίπτει η τύχη. Ναι, η αγάπη του υπανδρεύθη· αλλά πώς
+υπανδρεύθη; Μετά πόσας, βέβαια, βασάνους και τυραννίας επείσθη να
+ονομάση άνδρα της τον Νικολόν; Εις ποία τεχνάσματα και εις πόσα
+σκληρά βάσανα κατέφυγον οι γονείς και συγγενείς της, διά να την
+φέρουν εις τον βωμόν! . . . Τα εφαντάζετο και ανετριχία και
+συνεκινείτο εις τα παθήματα, της μάρτυρος και ήθελε να τα μάθη με
+λεπτομέρειαν όλα. Και ο νέος κατέφυγεν εις τας γυναίκας όσαι
+επλησίαζον την Ανθήν.
+
+ — Κλαίει; δέρνεται; θα πνιγή, θα φαρμακωθή, θα βγάλη τα μάτια
+της, θα ξερριζώση τα μαλλιά της; ερώτησε με θλιβεράν περιέργειαν.
+
+ — Μπα, χαρουμένη και καλόκαρδη σαν όλες οι νυφάδες· του απήντησαν
+εκείναι αδιαφόρως.
+
+Και τω όντι εφαίνετο χαρουμένη κατά τας ημέρας εκείνας η Ανθή.
+Εδείκνυεν εις τον κόσμον το εύχαρι πρόσωπον νύμφης, ηναγκασμένης
+να δέχετ' ευχάς και συγχαρητήρια. Δεν εδείκνυε το καταπληγωμένον
+ον, το απατηθέν εις όλας του τας ελπίδας και τους πόθους.
+
+Η λυγερή αφ' ης ώρας επέστρεψεν εις το σπίτι από το Καλό πηγάδι,
+έμεινε κατάκλειστος, μόνη με τας μαύρας σκέψεις της. Απελπισία από
+παντού! Ο Βρανάς την απηρνήθη· οι γονείς την άφησαν. Ο ένας δεν
+την ήθελε πλέον κυρίαρχον επί της καρδίας του· οι άλλοι δεν την
+ήθελον σύντροφον της ζωής των και την έδιδον εις τον τυχόντα. Αλλ'
+η λυγερή έκλαιε περισσότερον διά την εγκατάλειψιν του εραστού,
+παρά διά την εγκατάλειψιν των γονέων. Από τριών ετών εσυνείθισε να
+θεωρή τον Βρανάν ως το μόνον αγαπητόν πρόσωπον, εις το οποίον
+είχεν αποθέση όλην την καρδίαν και τας ελπίδας της. Ηγάπα βεβαίως
+και τους γονείς της. Τους ηγάπα όμως με την ανάμιξιν εκείνην του
+σεβασμού, του φόβου, της υπακοής, τα οποία αισθάνετ' εκ συνηθείας
+καθήκοντος κάθε χωρική γυνή, η οποία δεν είνε εις θέσιν, ένεκεν
+ατελούς αναπτύξεως του νου, να σκεφθή τ' άγια μυστήρια, τα οποία
+συνδέουν τους γονείς προς το τέκνον. Ενώ η προς τον Γεώργιον αγάπη
+της, ήτο η ελευθέρα έκφρασις της καρδίας της· η ροπή όλων της των
+αισθήσεων. Και η τοιαύτη έκφρασις είνε περισσότερον χειροπιαστή
+εις την νεότητα, περισσότερον φανερά εις την ψυχήν της και
+προσκολλάται εις αυτήν ελπίζουσα, ως μόνην κατάλληλον να την φέρη
+εις τους λαμπρούς κόσμους της φαντασίας της. Κ' εύρισκε λοιπόν εις
+την φαντασίαν της η λυγερή τόρα, ότι οι γονείς της εδικαιούντο να
+της κάμουν το τοιούτον αδίκημα. Γονείς ήσαν, σκληροί και
+άσπλαγχνοι γονείς, μη πονούντες την θυγατέρα των! Αλλ' εις τον
+Βρανάν όχι, δεν επετρέπετο.
+
+ — Αχ, Γιωργάκη! ωλόλυζε συχνά.
+
+Και όταν ήλθεν η Κυριακή, ήλθεν η εσπέρα και ωδήγησαν αυτήν προ
+του βωμού και ο παπάς ύψωσε διά των ευχών του το Σινικόν τείχος
+μεταξύ εκείνης και του έρωτός της, έγυρε την κεφαλήν και παρεδέχθη
+τα πάντα. Αλλ' έγυρε την κεφαλήν, με την συντετριμμένην εκείνην
+έκφρασιν της παραδοχής των τετελεσμένων, την οποίαν είχεν ο
+Χριστός επί του σταυρού του.
+
+ — Θέλεις, Ανθή, τον Νικολό; ηρώτησεν ο παπάς κατά τύπους.
+
+ — Ναι! . . .
+
+Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί! . . .
+
+Ο Βρανάς όμως δεν εγνώριζεν αυτά τα παθήματα της Ανθής. Και αν τα
+εγνώριζεν, αν ευρίσκετο κανείς φίλος να του τα είπη, δεν θα τα
+επίστευε. Δεν είχε πλέον την ψυχραιμίαν ούτε την οξυδέρκειαν, να
+κρίνη τους λόγους των γυναικών και ν' ανεύρη την αλήθειαν. Το
+άτομόν του ήτο προδιατεθειμένον διά να δεχθή κ' ενστερνισθή πάσαν
+καταγγελίαν, όπως καλλιεργημένος αγρός τον σίτον του ζευγολάτου.
+
+ — Την άτιμη! έλεγε με λύσσαν, την άτιμη! . . .
+
+Και απηλπισμένος, πληγωμένος από τον έρωτά του κατέφυγε τόρα εις
+την φιλίαν. Κατενόει, ίσως εν αγνοία του ο νέος, ότι τα δύο αυτά
+αισθήματα είν' επίσης μεγάλα και ιερά και ότι διά του ενός
+κατορθώνει κανείς κάποτε να ιατρεύση το άλλο. Κ' έσμιγε τόρα με
+τον Δημήτρην, του έλεγε τα παράπονά του, τον καταπατηθέντα έρωτά
+του, κ' ετόξευεν ύβρεις και αναθέματα κατά της προδότιδος.
+
+Ο αδελφός της Βασιλικής ήτο συνομήλικος του Γεωργίου, κοντός
+ολίγον, αλλά με πλατείς ώμους, στιβαρός καθ' όλα και χειροδύναμος,
+με πυκνήν κατσαρήν κόμην προς τ' άνω εστραμμένην, κατά των
+νεωτερίζοντα συρμόν της εποχής. Είχεν αθώαν ψυχήν, τίμιον
+χαρακτήρα και ειλικρινή αισθήματα. Μόνον θυμώδης ήτο και ολίγον
+ελευθερόστομος, καθό γνήσιος υιός του Παντελή Καινούριου. Αλλά
+τούτο δεν ημπόδιζε να ήνε λαμπρός καρρολόγος και αφωσιωμένος
+φίλος. Ηγάπα τον Βρανάν ως αδελφόν· ήτο πάντοτε μαζί του εις τας
+πανυγήρεις και τας διασκεδάσεις· εις την εργασίαν και τον έρωτα.
+Έμενε πάντοτε μέχρι των τελευταίων ωρών της νυκτός κάτω του
+παραθύρου της Ανθής, συντροφεύων διά της λυγηράς φωνής του τα
+περιπαθή δίστιχα, όσα έστελλεν ο Βρανάς εις την αγάπην του· κ'
+εδέχετο έπειτα μέχρι της αυγής αγογγύστως τας σφοδράς
+εξομολογήσεις, όσας ούτος μη δυνάμενος να κάμη εις εκείνην, έλεγεν
+εις αυτόν. Έκαμνεν όμως τούτο περισσότερον χάριν του φίλου του,
+παρά διότι ησθάνετο ευχαρίστησιν εις τας διαπύρους εκείνας
+αποστροφάς. Η καρδία του Δημήτρη δεν ήτο τόσον απαλή. Ο νέος
+έκλινεν εις τον θετικισμόν· εσυμβιβάζετο περισσότερον με τας σκέψεις
+της εποχής του. Όταν ο Βρανάς του ωμίλει περί του έρωτός του, ο
+Δημήτρης τον ήκουε με υπομονήν και του έδιδε τας χρησίμους συμβουλάς·
+αλλά δίχως να συγκινήται και να παθαίνεται. Και τόρα δεν ήτο εις
+θέσιν να εννοήση καλώς τας ψυχικάς εκείνας βασάνους, εις τας οποίας
+ευρίσκετο ο φίλος του. Ένα μόνον κατενόει ότι έπασχε και ότι ήτο
+ανάγκη διά παντός μέσου να τον θεραπεύση. Εις τας τόσας
+απελπιστικάς αποστροφάς του φίλου του ο Δημήτρης έλεγε συχνά:
+
+ — Ρε, τι κλαις σαν γυναίκα· θες να πάμε να την κλέψουμε! . . .
+
+Ο Γεώργιος έπαυε τότε την αγανάκτησίν του· εστήλωνεν εις το κενόν
+τα μάτια, ως να εσύναζεν ιδέας, κ' αίφνης απήντα με το αφηρημένον
+ήθος ιδανιστού:
+
+ — Τόρα πια, τι να την κάμω! . . .
+
+Δεν θ' απέστεργε την απαγωγήν αν η Ανθή ήτο ακόμη παρθένος. Αλλ'
+υπανδρεμένη πλέον εγνώριζε, με όλην την ορμήν της αγάπης του, ότι
+δεν θα του έφερε την ποθητήν ευτυχίαν.
+
+Ο Βρανάς ανεκουφίζετο μεγάλως, ακούων τας κατηγορίας των
+συναδέλφων του, εναντίον της οικογενείας Στριμμένου. Πολλάς εκ
+τούτων εύρισκεν ανυπάρκτους, τινάς αδίκους, άλλας μωράς. Δεν είχεν
+όμως ποτέ την υπερηφάνειαν να ελέγξη τους συκοφάντας, να
+υπερασπισθή τους αδικουμένους. Όχι· άφινε τουναντίον να λέγουν
+ό,τι θέλουν. Ηύχετο μάλιστα ενδομύχως να γίνωνται πιστευτά και
+κάποτε συνέτεινε προς τούτο, περιβάλλων διά μειδιάματος ελαφρού ή
+καγχασμού παραδόξου τας καταγγελίας, οιονεί επισημοποιών κ'
+επικυρώνων αυτάς. Α! η δυσφημία του ονόματος της Ανθής ήτο
+απόλαυσις γλυκεία διά την ψυχήν του νεανίου. Την επεζήτει
+πανταχού, εις τα κρασοπωλεία και τα μαγειρεία, εις τας αυλείους
+συναθροίσεις των γυναικών και εις των γραϊδίων τους φλυάρους
+ομίλους . . .
+
+Διά τούτο εσύχναζε περισσότερον τόρα και εις το σπίτι του Παντελή
+Καινούριου. Ο Δημήτρης και πριν ακόμη, εκάλει συχνά τον φίλον του
+εις το πατρικόν σπίτι εις γεύμα ή δείπνον· αλλά σπανίως ο Γεώργιος
+υπεχώρει εις τας προσκλήσεις αυτάς του φίλου του. Αφ' ότου μάλιστα
+παρεπονέθη εις αυτόν η Ανθή κ' εννόησεν ότι εκείνη εζηλοτύπει και
+υπωπτεύετο την Βασιλικήν, έπαυσεν εντελώς να συχνάζη. Δεν ήθελεν
+αυτός να λυπήση την αγάπην του . . . Έπειτα, να ειπή κανείς την
+αλήθειαν, δεν είχε και άδικον η Ανθή. Η Βασιλική, μόλις φανή εις
+την θύραν, τον κυττάζει κατάμματα, μ' εκείνα τα παιγνιδιάρικα και
+καστανά μάτια της σαν να του λέγη: « Αγάπα με! αγάπα με! . . .»
+Αλλά δεν ηξεύρει λοιπόν ότι ο νέος αγαπά άλλην! Και τάχα σου κάνει
+και την εύμορφην — τ' άχυρα! . . .
+
+Τόρα όμως όπου τα εμπόδια έλειψαν, ο Βρανάς εσκέπτετο ότι δεν είχε
+λόγον να δυσαρεστή τον φίλον του. Έπειτα, αδελφέ, πού να πάγη να
+σκοτώση τον καιρόν του κανείς; Να καθήση εις το σπιτάκι του' ε,
+αυτή η αναθεματισμένη τον έκαμε να ευρίσκη ανυπόφορη την πτωχήν
+του μητέρα, άνοστην την οικογενειακήν εστίαν! Να πάγη εις της
+αδελφής του· — μικρομάννα η δόλια, το ένα παιδί κλαίει εδώ, τ'
+άλλο φωνάζει εκεί, ώστε τον αναγκάζουν να φύγη ευθύς μόλις φθάση.
+Η δουλειά είνε καλή, το κρασί καλήτερον και η συντροφιά του
+Καινούριου ακόμη καλητέρα. Βλέπει τριγύρω του πρόσωπα γελαστά,
+αφελή, τα οποία τον ατενίζουν ως αδελφόν. Ευρίσκει μητρικάς
+φροντίδας εκ μέρους της σπιτονοικοκυράς· πατρικήν αγάπην παρά του
+Παντελή, που νομίζει ότ' είνε μέσα εις την ιδικήν του
+οικογένειαν . . .
+
+Και ήτο αληθινά ο Βρανάς, εκεί μέσα εις την ιδικήν του
+οικογένειαν. Δεν το κατενόει ακόμη καθαρά· αλλ' η καρδία του
+υπεδείκνυεν ότι εκεί ήτο η πραγματική θέσις του και ότι πριν είχε
+παρεκτραπή του δρόμου, ως οδοιπόρος βαδίζων εις ξένον και άγνωστον
+τόπον. Μόλις εισήρχετο εις το σπίτι εκείνο ελησμόνει ευθύς το
+πάθημά του. Ωμίλει ελευθέρως, εγέλα, αστειεύετο και μόλις
+απόχρωσις κάποια μελαγχολίας εβάρυνεν ακόμη την ψυχήν του. Αλλά
+δεν ήτο πραγματική μελαγχολία τούτο· ήτο η εντύπωσις αυτής
+παρελθούσης. Ο αχθοφόρος και μετά την απόθεσιν του φορτίου, φέρει
+ακόμη επί των ώμων την ιδέαν του βάρους. Αλλά δεν είνε πλέον αυτό
+το βάρος. Αρκεί να τινάξη δύο-τρείς φοράς τους ώμους, ν'
+ανακλαδισθή ολίγον και η κούρασις ευθύς λησμονείται. Τοιαύτη ήτο
+και η επιμένουσα ακόμη κατάθλιψις του Βρανά. Αλλά και αυτήν την
+παρέβλεπε μέσω της οικογενιακής εκείνης απλότητος του σπιτιού του
+Καινούριου. Και όταν εμακρύνετο απ' εκεί, ήρχιζε δειλά δειλά να
+συλλογίζεται, μετά τινος γλυκείας φρικιάσεως, ότι η Βασιλική ήτο
+πολύ εύμορφη κόρη, και ότι τον έβλεπε συμπαθητικά με τα καστανά,
+τα παιγνιδιάρικα μάτια της . . .
+
+Η μεταβολή του Βρανά δεν εξέφυγε την προσοχήν της οικογενείας
+Καινούριου. Ούτε των γειτόνων όμως, ούτε των άλλων χωρικών την
+προσοχήν εξέφυγε, κατά τας ιδέας των οποίων δύο πράγματα δεν
+κρύπτονται εις τον κόσμον — ο βήχας και ο έρως. Ήρχισε να
+διαδίδεται εις την κωμόπολιν, — ψιθυριστά-ψιθυριστά πάντοτε,
+διότι εδώ υπήρχε κάποιος, ο οποίος ηδύνατο ευθύς να επιβάλη σιωπήν
+διά του γρόνθου του — ότι ήτο τελειωμένον γεγονός το συνοικέσιον
+του νέου και της Βασιλικής. Δεν ηκούσθη τίποτε ακόμη επισήμως είνε
+αληθές· αλλά . . . Και αυτό το «αλλά» έκλειεν όλας τας εικασίας
+και όλα τ' άλματα της διαβολεμένης φαντασίας των κατοίκων.
+
+Τούτο όμως κανένα από τους ενδιαφερομένους δεν εστενοχώρει. Ο
+Γεώργιος ήτο απερροφημένος όλως υπό της νέας τροπής των ιδεών κ'
+αισθημάτων του, ως ταξειδιώτης υπό τας θελκτικάς εναλλαγάς νέου
+ορίζοντος. Ο Δημήτρης εσκέπτετο με αγνότητα αισθημάτων, ότι
+ευχαρίστως θα εκάλει ένα τοιούτον φίλον με τ' όνομα του αδελφού.
+Αι δύο γυναίκες, μήτηρ και θυγάτηρ, κατ' ιδίαν εκάστη εφρόντιζον
+πώς να ρίπτουν λάδι εις την φωτιάν, ο δε Καινούριος κατά λέξιν
+εθριάμβευεν.
+
+Α, ο λαμπρός πατήρ! ανέμενε προ τόσου χρόνου αυτήν την στιγμήν! Ο
+ελαφρός, ο ευτράπελος χαρακτήρ του εσταμάτα κάποτε σκεπτικός
+ενώπιον του μέλλοντος της Βασιλικής του, ως χρεωφειλέτης ενώπιον
+βαρέος συναλλάγματος. Είχε βεβαίως και άλλα συναλλάγματα ο
+Παντελής, τας πέντε άλλας θυγατέρας του· αλλ' η Βασιλική ήτο το
+μόνον ληξιπρόθεσμον επί του παρόντος. Δεκαφτά χρονών κορίτσι,
+αδερφέ! . . Και ήτο σύμφωνος με την γυναίκα του, ότι ο Βρανάς ήτο
+καταλληλότατος γαμβρός και ήτο πρόθυμος ο Παντελής να κάμη δι'
+αυτόν και κάποιαν θυσίαν.
+
+Ο Παντελής Καινούριος δεν ήτο πλούσιος βέβαια, ήτο όμως
+ευκατάστατος. Πρώτος αυτός συνέλαβε την ιδέαν ν' ανοίξη μέγαν
+φούρνον εις την κωμόπολιν, να βγάλη ψωμί διά τους εργάτας και να
+ψήνη τους νταβάδες των κατοίκων· ενώ πριν κάθε οικογένεια είχε και
+χωριστόν φούρνον μικρόν διά τας ανάγκας της. Τούτο εθεώρει
+κατόρθωμα ηρωικόν ο χονδροκέφαλος χωρικός, εξανάπτον τον εγωισμόν
+του, ώστ' έλεγε πολλάκις εις τους συντοπίτας του:
+
+ — Μωρέ, ήσαστε ζωντόβολα κ' εγώ σας επολίτεψα! . . .
+
+Δι' αυτού όμως του εκπολιτιστικού μέσου ο Παντελής Καινούριος
+έκαμε παγίαν και καλήν περιουσίαν. Τόρα αφήσας εις το πόδι του τον
+δευτερότοκον υιόν του, τον δε Δημήτρην απασχολών με το κάρρον,
+περιήρχετο αυτός τα κρασοπωλεία, όπου ετρόχιζε μετ' άλλων
+συνομηλίκων την γλώσσαν και τον νουν εις διαφόρους αεροκάμωτες
+διηγήσεις. «Αλφα-μαγκό βήτα-ξερό, καρακαξέλια, ντουλαμάδες,
+χασοφεγγές . . . γιόμιστ' τα ποτήρια να τ' αδειάσω 'γώ!» Εις την
+κρασόβρεκτον όμως αυτήν του χαριτολογίαν δεν ελησμόνει ο
+Καινούριος να παρεμβάλλη επαίνους κ' εγκώμια διά τον Βρανάν:
+«Δουλευτής μια φορά! . . . αγαθή ψυχή!» Και αν συνέπιπτε να
+διέρχηται του κρασοπωλείου ούτος με άλλους καρρολόγους, ίδρωνε διά
+να τους φέρη μέσα και τους κεράση:
+
+ — Γιωργάκη, έλα . . . απόλιγο! . . .
+
+Αλλ' ό,τι εσκότιζε τας ελπίδας της πολύξερης αυτής αλπούς ήτο η
+σχέσις του Βρανά με την Ανθήν. Τόρα όμως, μετά την απότομον λύσιν
+του έρωτος εκείνου και της νέας τάσεως των διαθέσεων του Γεωργίου,
+ο ορίζων πάλιν εξαστέρωσεν ενώπιον των σκέψεων του φούρναρη κ' αι
+ελπίδες του ανέτειλαν παρά ποτε λαμπρότεραι. Δεν άφινε τόρα
+στιγμήν να περάση, χωρίς να κολακεύση τον εγωισμόν του νεαρού
+καρρολόγου, κατακρίνων τον Στριμμένον διά βαναύσων φράσεων ότι
+παρεγνώρισε τοιούτον γαμβρόν, τον οποίον τόσοι και τόσοι άλλοι
+πατέρες παρεκάλουν και διά των συνήθων του παροιμιών και μύθων,
+κεντών την περιφρόνησίν του εναντίον του Νικολού:
+
+ — Σώγαμπρος! ακούς τέτοιος λεβέντης σαν κ' εσέ να πάη να γένη
+σώγαμπρος! . . . Εγώ, τι να σου ειπώ· τρία βρώμικα πράμματα ξέρω
+στον κόσμο: το βρωμόπουλο, το βρωμόξυλο και τον βρωμάνθρωπο.
+Βρωμόπουλο είνε ο κούκος που ποτέ δεν πιάνει να φτιάση δική του
+φωληά παρά πηγαίνει σε ξένη και γεννάει· βρωμόξυλο είνε ο κισσός
+που δεν 'μπορεί μονάχος του να σταθή παρά θέλει μέρος ν' ακουμπήση
+και βρωμάνθρωπος εκείνος που πάει και γένεται σώγαμπρος. Αυτός θα
+ειπή πώς δεν είν' άξιος ν' ανοίξη δικό του σπίτι.
+
+Εις τους λόγους αυτούς ο Βρανάς ησθάνετο κεντριζομένην όλην του
+την παρθενικήν φιλοτιμίαν. Τι, μήπως τάχα θέλουν να ειπούν οι
+φίλοι του, οι συγγενείς του, ο κόσμος έξω, μήπως θέλουν να ειπούν
+ότι ο έρως του ήτο δόλιος· ότι δεν ηγάπα την κόρην του Στριμμένου
+αλλά τα πλούτη της! Ε, τότε καλήτερα που δεν έγεινεν ο γάμος
+αυτός. Και γρήγορα θ' αποδείξη εις όλους ο Βρανάς, ότι οι
+καρρολόγοι δεν υπανδρεύονται για τους παράδες. Θα ζητήση τόρ'
+αμέσως να εύρη μίαν καλήν κόρην και θα την πάρη έτσι, με το
+πουκάμισο!
+
+Ο Καινούριος τότε ενθουσιάζετο διά του νέου το φιλότιμον κ' εζήτει
+διά πατρικών συμβουλών να καταπαύση την έξαψίν του:
+
+ — Όχι δα, έλεγε· δε λέγω πως πρέπει να παντρεύεται κανείς δίχως
+τίποτα. Μα όχι πάλι να γυρεύη από τη γυναίκα να πλουτίση! . . .
+
+Εν τω μεταξύ ήλθεν ο Αύγουστος. Ο μην ούτος θεωρείται ο καθ' αυτό
+μην της εργασίας, ο τροφοδοτών τους άλλους ένδεκα μήνας του έτους.
+Τον Αύγουστον γίνεται, η εφαρμογή της αλληγορικής παραστάσεως του
+Ανταίου, απτομένου της πλουτοδότειρας μητρός και αντλούντος νέας
+εξ αυτής δυνάμεις. Οι χωρικοί τω όντι αντλούν νέας δυνάμεις, διά
+να συνεχίσουν και κατά την χειμερινήν περίοδον τον αγώνα του βίου,
+τον πολύμοχθον. Άλλος εδώ θημωνιάζει τον σίτον και την κριθήν του·
+άλλος εκεί συλλέγει τους καρπούς των δένδρων του· άλλος παρέκει
+απλώνει την σταφίδα του. Ο έμπορος δεν κύπτει πλέον εις τα
+κατάστιχά του, ούτε ο τοκιστής εις τας προσθαφαιρέσεις του. Όλοι
+μικροί και μεγάλοι, πάσης τάξεως και παντός φύλου, σπεύδουν εις
+την εξοχήν ν' απολαύσουν την αμοιβήν των κόπων των και να πάρουν
+ελπίδας.
+
+Και οι καρρολόγοι; Α! δι' αυτούς προ πάντων εσήμανεν η ώρα της
+ενεργείας. Εις τας τάξεις των επέρχεται κατά τον Αύγουστον η αυτή
+αταξία και σύγχυσις, η οποία παρατηρείται εις τα μυρμήγγια κατά τα
+πρωτοβρόχια. Όλα τα κάρρα και αυτά τα σεσαθρωμμένα και απερριμμένα
+ως άχρηστα πισσαλείφονται και τίθενται εις ενέργειαν. Όλα τ' άλογα
+και αυτά τα γεροντικά τ' αδύνατα, τα μισότυφλα, τα διερχόμενα εν
+άσθματι επωδύνω τας τελευταίας ημέρας της ζωής των, ζευγνύονται
+και φορτώνονται και κινούνται κατά διαφόρους διευθύνσεις. Όλοι οι
+καρρολόγοι και αυτοί ακόμη οι προ τριακονταετίας οδηγήσαντες
+κάρρον, επανέρχονται εις τας τάξεις των και άλλοι νέοι
+χειροτονούντ' εκ του προχείρου και πυκνώνουν την φάλαγγα. Και τότε
+ημπορεί κανείς ν' αναμετρήση την δύναμιν αυτών, να καταλάβη την
+παντοκρατορίαν των . . .
+
+ — Παιδιά, τα σακκιά σας και 'ς του Καζνέσι! . . .
+
+ — Παιδιά 'ς τη Μανωλάδα!
+
+ — Εσείς 'ς τα Λαστέικα!
+
+ — Εσείς 'ς του Μπουχιώτη! . . .
+
+Οι σταφιδέμποροι τα έχουν χαμένα. Τα τηλεγραφήματα έρχονται
+σωρηδόν: «Στείλατε σταφίδα! . . . Φορτώσατε! . . . Αγοράσατε! . . .»
+βραχέα κ' επιτακτικά ως στρατιωτικά παραγγέλματα. Και αυτοί
+σπεύδουν, ζυγίζουν, εκδίδουν σημειώσεις, κόπτουν τιμάς,
+καβαλλικεύουν και τρέχουν, τρέχοντες επιθεωρούν, επιθεωρούντες
+αγοράζουν και χαράσσουν διά μολυβδοκονδύλου εις τα φύλλα των
+σημειωματαρίων των γιγαντιαίας στίβας αριθμών. Και οι καρρολόγοι
+φωνάζουν, ιδρώνουν, φορτώνονται, κτυπούν τ' άλογά των κ'
+εκσφενδονίζονται από τα ορεινότερα χωρία της επαρχίας μέχρι των
+παραλίων αυτής. Μόνη τροφή των καθ' όλον τούτο το διάστημα είνε ο
+ξηρός άρτος και το θρυμματώδες τυρί ή αι ανάρτιτοι ελαίαι του
+ταγαρίου των. Μόνος των ύπνος ο διακεκομμένος και ανήσυχος, τον
+οποίον υποκλέπτουν επί των σακκίων, ενώ το κάρρον φέρεται διά
+πετρών και τριβόλων και μόνη των απόλαυσις όταν κόπτουν διά του
+μαχαιρίου γραμμάς επί του ξύλου του μαστιγίου των.
+
+Ο Βρανάς και ο Δημήτρης συμμετέσχον του εργώδους εκείνου πυρετού.
+Ηνωμένοι με πέντε άλλους συναδέλφους των, ειργάζοντο ακούραστοι
+ημέραν και νύκτα, σπανίως ερχόμενοι εις την κωμόπολιν. Ηδύνατό τις
+να πιστεύση εκ τούτου, ότι μέσα εις την ζάλην και τον θόρυβον της
+εργασίας ο Βρανάς ελησμόνει το νέον του πάθος· ότι εις την δίψαν
+του κέρδους απεκοίμιζε της καρδίας του τα αισθήματα, όπως ο
+Γαλαξειδιώτης εκείνος του ανεκδότου, ο οποίος εις την είδησιν ότι
+ο λησταντάρτης Παπα-Κώστας ήρχετο να πατήση την πόλιν, έφευγεν εν
+τρόμω, φωνάζων προς την μνηστήν του:
+
+ — Έχε' γεια, Χρυσούλα . . . δεν είν' καιρός γι' αγάπες! . . .
+
+Δεν ήτο όμως τούτο αληθές. Διά τον Βρανάν παντού και πάντοτε ήτο
+καιρός γι' αγάπες. Οσάκις επρόκειτο να φράξη τρύπαν τινα του
+σακκίου, ή τυχόν κατά την φόρτωσιν εσχίζετο που το φόρεμά του και
+ήτο ανάγκη να ραφθή, ενθυμείτο ευθύς την πρόθυμον εργατικότητα της
+Βασιλικής. Ε, πώς θα το έρραφτε χαρουμένη, με τα μασουρωτά δάκτυλά
+της η παρθένος! . . Συνέκρινε πολλάκις εις τους δρόμους τας
+απαντωμένας νεάνιδας προς αυτήν και την εύρισκε πάντοτε
+υπερέχουσαν. Κ' ενίοτε διά μέσου του σωρού των σακκίων και του
+πυκνού συμπλέγματος των ακτίνων των τροχών, ενόμιζεν ότι διέκρινε
+μίαν γελαστήν ξανθόμαλλον μορφήν η οποία τον έβλεπε πονηρά ως να
+του έλεγεν: « Αγάπα με! . . . αγάπα με!» Και δεν εθύμωνε διά τούτο
+καθόλου τόρα ο καρρολόγος!
+
+Είνε αληθές ότι πολλάκις εν τη εξελίξει αυτή των νέων του σκέψεων,
+επρόβαλεν αίφνης άλλη σκέψις, η του παλαιού έρωτός του, άλλη
+μορφή, η μορφή της Ανθής, κ' εβάρυνε την καρδίαν του όπως η σκιά
+δράκου σκοτίζει αίφνης την όψιν λίμνης, όπου έπαιζε πριν χρυσός
+ήλιος. Αλλ' ο νέος ήθελε να λησμονήση πλέον. Μετά ένα βαθύν
+στεναγμόν έλεγεν εις τον εαυτόν του αμερίμνως δήθεν:
+
+ — Μπα, κουταμάρες! . . .
+
+Και οσάκις οι καρρολόγοι ήρχοντο εις την κωμόπολιν, είτε διά να
+μεταβούν εις άλλα χωρία είτε και όπως αναπαύσουν επί μικρόν τ'
+άλογά των, ο Βρανάς πλέον δεν επήγαινεν εις το σπίτι του ν'
+αποζέψη . . . Τι να κάμη τάχα, αφού αύριον πρωί-πρωί πάλιν θα
+έφευγε με τον Δημήτρην. Ηκολούθει τον φίλον του εις το πατρικόν
+σπίτι. Του ήρεσε πολύ ν' ακούη την αγαθήν Παντελή, ανακράζουσαν με
+γελαστόν πρόσωπον μόλις έβλεπε τους νέους ερχομένους: «καλώς τα
+παιδιά μου . . . καλώς τα! . . έχω κ' ένα καλό φαγί! . .» Του
+ήρεσε να βλέπη τας θυγατέρας της να τρέχουν γελασταί και
+χαρούμεναι διά να τους βοηθήσουν εις την απόζευξιν των αλόγων και
+την Βασιλικήν να τρέχη πρόθυμη-πρόθυμη εις το άλογο του Βρανά και
+να ψιθυρίζη ενώ λύει τα ζεύγματα. — Τι σφίξιμο που έχεις της
+ίγγλας! . . . Καλά εσπάρναε το μάτι μου σήμερα όλη 'μέρα! . . .»
+Κ' επί τέλους ήθελε να βλέπη αυτόν τον φούρναρη να προβάλλη από το
+κατώγι κατακόκκινος, εύθυμος, με την κανάτα γεμάτην κρασί διά να
+κεράση τα παιδιά! . . .
+
+Α! η καρδία του καρρολόγου δεν ηδύνατο πλέον να είνε ήσυχος μακράν
+του σπιτιού του Καινούριου. Ωμοίαζε προς τα μικρά εκείνα
+θαυματουργά εικονίσματα, τα οποία ευρίσκουν οι χωρικοί μέσα εις τα
+σπήλαια και τα μεταφέρουν εις τας εκκλησίας· αλλ' αυτά δραπετεύουν
+ζητούντα πάλιν μετά πόθου το σπήλαιόν των. Και επί τέλους οι
+χωρικοί τι κάμνουν; Κτίζουν εκεί τον βωμόν των. Τούτο έπραξεν
+ολίγον κατ' ολίγον εν αγνοία του και ο Βρανάς· έκτισεν εις το
+σπίτι του Καινούριου τον βωμόν της καρδίας του . . . Και το
+ερευνητικόν βλέμμα των γειτόνων διέκρινεν εις το εξής μέσα εις την
+αυλήν του φούρναρη δύο κάρρα αντί ενός· δύο σκευάς αλόγων από του
+τοίχου κρεμασμένας και δύο άλογα φριμάζοντα εις τον στάβλον. Ε, μα
+αυτά πλέον δεν ήσαν μυστικά· ο Βρανάς εκρέμασε για καλά την κάππαν
+του εκεί! . . Μόνον ανυπομονούν οι αγαθοί, μέχρις ου ακούσουν
+επισήμως εξαγγελόμενον το συνοικέσιον του Γεωργίου και της
+Βασιλικής.
+
+Αλλά διά τούτο δεν ανυπομόνουν μόνον οι γείτονες. Ανυπομόνει και ο
+Παντελής και η αγαθή σύζυγός του. Έως πότε πλέον αυτή η
+κατάστασις! Το χαριτωμένον ανδρόγυνον εσκέπτετο πως είχε και άλλας
+θυγατέρας εκτός της Βασιλικής και δεν εύρισκε καθόλου αβλαβές αυτό
+το μπαίνω-βγαίνω του νέου εις το σπίτι του. Όχι πως ο νέος ήτο
+κακός και ηδύνατο να επιβουλευθή την φιλίαν. Α μπα· θεός
+φυλάξοι! . . Ο Παντελής είχε τόσην εμπιστοσύνην, ώστε ηδύνατο
+αφόβως να τον κλείση επί ημέραν όλην εις έν δωμάτιον μόνον με
+τας θυγατέρας του. Αλλά ο κόσμος είναι πονηρός και πρόθυμος εις
+την κακολογίαν . . . . . Το ανδρόγυνον εσκέπτετο ότι έπρεπε να
+δοθή ένα τέλος εις αυτήν την υπόθεσιν· ότι ο Βρανάς έπρεπε να
+δηλώση επί τέλους, αν έμπαινεν εις το σπίτι των απλώς και μόνον
+ως φίλος ή και ως μέλλων γαμβρός. Ο Παντελής απετάθη διά τούτο εις
+τον Δημήτρη.
+
+ — Για ρώτα τον τι σκοπό έχει, είπεν.
+
+Αλλ' ο νέος απέκρουσεν εντόνως την πατρικήν εντολήν. Ναι μεν
+εύρισκεν ορθόν τούτο και ηύχετο την ένωσιν του Γεωργίου μετά της
+αδελφής του· αλλά δεν ήθελε ν' αναμιχθή καθόλου αυτός. Και τούτο
+όχι διότι δεν εφρόντιζε διά το μέλλον της Βασιλικής. Τουναντίον
+πολύ εφρόντιζεν. Ήτο μετά τον πατέρα ο πρώτος εις την οικογένειαν
+κ' εγνώριζε τας βαρείας ευθύνας τας οποίας έφερεν επάνω του. Αλλ'
+ο τίμιος χαρακτήρ του δεν ηνείχετο να φανή ως προαγωγός. Δεν
+ήθελεν ούτε εις τον κόσμον, ούτε εις τον Γεώργιον, ούτε εις αυτόν
+τον ίδιον να δειχθή ότι διεπραγματεύετο την φιλίαν· ότι έφερε τον
+Βρανάν εις το σπίτι του διά να του φορτώση με τρόπον την αδελφήν
+του.
+
+ — Κάμετε ό,τι θέλτε, δεν ανακατώνομαι· είπεν εις τον πατέρα του·
+εγώ θα τον έχω πάντα φίλο!
+
+Τότε απεφάσισαν να κάμουν επισήμως την πρότασίν των εις την μητέρα
+του Βρανά. Η γρηά Αγαθή — όνομα και πράγμα αγαθή γυνή — εχάρη
+ακούσασα την πρότασιν, ως να επρόσφεραν ολόκληρον βασίλειον εις
+τον υιόν της. Ναι, δέχεται και παραδέχεται να κάμη νύμφην την
+Βασιλικήν. Όχι της έλεγαν δι' εκείνην την υπερήφανη, την Ανθή! . . .
+Δεν την ήθελεν αυτήν ως σύζυγον του υιού της. Και όχι πως ήτο
+κακή. Ήτο καλή και προκομμένη κόρη. Η κυρά Παναγιώταινα την έκαμεν
+εργατικήν και καλήν σπιτονοικοκυρά· χαρά εις το σπίτι που θα έμπη!
+Αλλά δεν έκανε διά το ιδικόν της σπίτι . . . . Η Αγαθή ήτο γυνή
+της παλαιάς εποχής και ηκολούθει τας ιδέας εκείνας. Εσκέπτετο ότι
+η οικογένειά της ήτο πολύ πτωχή, παραβαλλομένη προς την
+οικογένειαν του Στριμμένου και ότι η Ανθή αργά ή γρήγορα, θα
+εννοήση την διαφοράν του συζυγικού από του πατρικού σπιτιού. Και
+τότε όλ' αυτά θ' απέβαινον προς δυστυχίαν του υιού της. Ενώ διά
+την Βασιλικήν ήτο σύμφωνη. Ήτο τόσον καλή κόρη· έκαμνε τόσας
+ευκολίας εις την γραίαν. Άμα την έβλεπεν εις το Καλό πηγάδι,
+αγωνιζομένην με άσθμα να γεμίση την στάμνα της έσπευδεν ευθύς,
+άφινεν την ιδικήν της κατά μέρος και χοπ! . . . χοπ! . . μ'
+επιδεξιότητα και ταχύτητα μεγάλην ήντλει κ' εγέμιζε την στάμναν κ'
+έδιωχνε πρώτην εκείνην. Και όχι μόνον τούτο αλλά πολλάκις, όταν
+της ήτο εύκολον, μετέφερεν η ιδία μέχρι του σπιτιού της την
+στάμναν της γραίας. Και μήπως τόσας φοράς δεν έπλυνε αυτή την
+φουστανέλλαν του Γεωργίου· δεν εσιδέρωσεν επιτηδείως τα εορτινά
+υποκάμισά του· δεν εστρίφωσε τα μαντήλιά του, ζητούσα μάλιστα
+επιμόνως παρ' αυτής να της στέλλη όταν έχη εργασίαν, διά να την
+κάμνη εκείνη και να μη παιδεύεται τόρα, εις τα γηρατειά της.
+
+ — Δεν είσαι για ξέβγαλμα, θειακούλα μου . . . Να ζήσης να 'βρης
+πρώτα μια καλή νύφη του Γιωργάκη! . .
+
+Και το έλεγε με τόσο τρυφεράν, συμπαθή φωνήν τούτο, ώστε η αφελής
+Αγαθή έδιδε χιλίας ευχάς κ' έλεγε καθ' εαυτήν ότι καλλιτέραν
+νύμφην δεν ηδύνατο να εύρη από την νεάνιδα διά τον υιόν της. Τόρα
+εκ του ενθουσιασμού της εσταυροκοπήθη κ' έταξεν εις την Παναγίαν
+μίαν λαμπάδα μεγάλην, διά να δώση φώτισιν εις τον υιόν της και
+δεχθή το προτεινόμενον συνοικέσιον.
+
+Αλλά διά τον Βρανάν δεν εχρειάζετο η μεσιτεία της Παναγίας. Ο
+μαγνήτης ο εκτοξευόμενος από τα καστανά εκείνα, τα παιχνιδιάρικα
+μάτια της Βασιλικής, εμεσίτευσαν αρκούντως επί της καρδίας του
+καρρολόγου. Α! τι αξίζουν αυτά τα μάτια όταν είνε εύμορφα, όταν
+έχουν μακράς βλεφαρίδας, πιπτούσας εν απολαυστική εκλύσει ως διά
+να ονειροπολήσουν παραδεισίους σκηνάς· όταν περιβάλλωνται υπό
+λεπτού, μόλις διαφαινομένου, λευκομαύρου κύκλου, έτσι δήθεν αφελώς
+ριφθέντος εκεί υπό της φύσεως, σαν πινελιά απαρατήρητος του
+ζωγράφου η οποία μόνη συμπληρώνει την εντέλειαν της εικόνος· και
+όταν έχουν το μαύρον, κατάμαυρον χρώμα, το μυστηριώδες και βαθύ, ή
+το καστανόν εκείνο, το παιγνιώδες κ' εύθυμον με το μακαρίως
+ελκυστικόν σπιθοβόλημα! . . . Δεν θέλεις να ίδης τίποτε άλλο, δεν
+παρατηρείς ελλείψεις πλέον και αν τας παρατηρής δεν θέλεις να τας
+αναγνωρίσης. Μόνον εις εκείνα προσέχεις τα μάτια, τα οποία
+βρίσκονται ενώπιόν σου ως προστάται θεοί του λοιπού σώματος και σε
+βλέπουν προκλητικά, ως να σου λέγουν: — Τι κυττάζεις εκεί· εμένα
+ιδές! . . .
+
+Τούτο εφώναζον από τοσούτου καιρού τα καστανά μάτια της Βασιλικής
+εις τον Γεώργιον Βρανάν. Και παρέσυρον αυτόν μικρόν κατά μικρόν
+εις λήθην του πρώτου του έρωτος· εις λήθην της λυγερής και της
+καλλονής της. Και μετ' ολίγον ακόμη τον έπειθον ότι δεν υπήρχεν
+άλλη ερασμιωτέρα εκείνης και ότι όλα τα είχεν εις την εντέλειαν. Η
+Αφροδίτη έρριψε τον κεστόν της επί της παρθένου και η πριν
+αξιοκατηγόρητος έγεινεν η επιθυμητή σύζυγος του Διός! Και όταν η
+Αγαθή εύρεν ευκαιρίαν ν' αναγγείλη εις τον υιόν της την πρότασιν
+του συνοικεσίου, μετ' εξάλλου χαράς ήκουσε παρ' αυτού:
+
+ — Τόρα! . . . τελειωμένα πράμματα 'μολογάς!
+
+Εν τω μεταξύ ο πυρετός της εργασίας μεγάλως ηλαττώθη. Τα γεννήματα
+αποθηκεύθησαν καταλλήλως· η σταφίς επωλήθη εις καλάς τιμάς και
+παρεδόθη όλη εις τους αγοραστάς. Τα πρώτα ψύχη του χειμώνος
+ηνάγκασαν και τας τελευταίας οικογενείας των εξωμάχων ν' αφήσουν
+τας καλαμοπλέκτους καλύβας των και να έλθουν εις την κωμόπολιν. Οι
+έμποροι και τοκισταί ανέλαβον τα κατάστιχά των, εξωφλούντες τας
+παλαιάς και ανοίγοντες νέας περιόδους πιστώσεων. Οι επιχειρηματίαι
+νέοι, συλλέξαντες τους μισθούς των και βοηθηθέντες υπό των
+συγγενών ήνοιξαν το μικρόν παντοπωλείου των, ονειρευόμενοι τας
+προόδους των παλαιών οικοκυραίων. Οι καρρολόγοι έβαλαν εις
+ανάπαυσιν τ' άλογά των και ήρχισαν να μετατρέπουν εις χρήμα τας
+επί του μαστιγίου γραμμάς. Οι κρασοπώλαι δεν έστεκαν πλέον με τας
+χείρας σταυρωμένας εν νυσταλέα προσδοκία προ των πάγκων των, αλλ'
+από της αυγής μέχρι του μεσονυκτίου έσπευδον εδώ κ' εκεί, με
+στίβας ποτηριών εις τας χείρας, διά να προφθάσουν τους κρασοπότας.
+Εις τα κρασοπωλεία έβραζον οι θαμώνες θορυβωδέστεροι από το κρασί
+των βαρελίων. Τα καφενεία εβόγκων εκ του αλληλοδιαδόχου κτύπου των
+χαρτοπαικτούντων επί των τραπεζών και όπισθεν των ρυπαρών υέλων
+και των εκ κοκκίνου πανίου αυλαιών, διεκρίνετο πνιγηρά,
+καπνοβριθής η ατμοσφαίρα. Τα καταστήματα αντήχουν εκ του
+ζυγίσματος των εδωδίμων κ' εν γένει απ' όλα τα μέρη η αγορά
+εβόιζεν από συμμιγή θόρυβον και αλλαλητόν.
+
+Έχει πάντοτε τοιαύτας παρακρουστικάς διαθέσεις η αγορά της
+κωμοπόλεως, όταν πωλείται με καλάς τιμάς η σταφίς. Μετά την
+θανάσιμον σιωπήν, την οποίαν κρατεί κατά τους εργασίμους μήνας,
+μεταπίπτει αίφνης εις θορυβώδη πανηγυρισμόν ως ένας και μόνος
+άνθρωπος, εννοών να ερτάση την αμοιβήν των κόπων του. Τας κυριακάς
+δε κατά λέξιν εορτάζει και λαμπροφορεί. Λαμπροφορεί με τους
+λεβέντες, οι οποίοι φιλοτιμούνται να επιδείξουν τας νέας
+πολυκεντήτους ενδυμασίας των· κ' εορτάζει με τας διασταυρουμένας
+ανά τους δρόμους γαμηλίους πομπάς.
+
+Η νεότης δεν κατελήφθη ακόμη εκεί υπό του σκεπτικισμού και της
+αποθαρρύνσεως περί τ' αναγκαία του βίου. Ο αστήρ της ελπίδος
+φεγγοβολεί ακόμη ενώπιόν της δοξασμένος, ως η φωτεινή στήλη προ
+της πορείας των Ισραηλιτών. Το λαϊκόν απόφθεγμα: «ή μικρός-μικρός
+παντρέψου ή τρανός καλογερέψου», διατηρεί ακόμη εκεί την
+φιλοσοφικήν του υπόστασιν. Αλλά ποίος πηγαίνει τόρα να
+καλογηρευθή, να κρύψη το λυγηρόν του κορμί μέσα εις καλογηρικόν
+ράσον και με την αργυράν φωνήν του να ψάλλη αίνους εις άσαρκον
+παρθένον; Προτιμούν καλήτερα μικροί-μικροί να συνδεθούν με το
+συμπλήρωμά των· να ριφθούν αμέριμνοι εις το παρόν, αφίνοντες εις
+τους γέροντας την έρευναν της αύριον. Και η κωμόπολις έτσι από του
+Οκτωβρίου μέχρι του Μαΐου, δέχεται μετά διαχυτικής ευθυμίας τα νέα
+ζεύγη, τα οποία κτίζουν εις τους κόλπους της την φωλεάν των.
+
+Κ' εφέτος πολλοί γάμοι έγειναν εις την κωμόπολιν. Αλλ' ο
+λαμπρότερος έμελλε να γείνη την ερχομένην Κυριακήν. Το συνοικέσιον
+του Βρανά και της Βασιλικής εκηρύχθη προ πολλού. Τον Οκτώβριον
+ετελέσθησαν επισήμως οι αρραβώνες και τόρα ο γάμος θα συνέδεε το
+ταιριασμένον ανδρόγυνον.
+
+Ναι, ήτο καθόλου ταιριασμένον το ανδρόγυνον αυτό. Οι χωρικοί το
+επεκρότησαν· φίλοι κ' εχθροί συνεφώνουν ότι ο Βρανάς ήτο άξιος
+σύζυγος της Βασιλικής και η Βασιλική αξία και άμεμπτος γυνή του
+Βρανά. Κανείς δεν είχεν αντίρρησιν· όλοι ήσαν σύμφωνοι και
+πρόθυμοι να συνεορτάσουν μετά του αγαπητού νεανίου και της αγαθής
+παρθένου. Από της πρώτης ημέρας της εβδομάδος τα τύμπανα έπαιζον
+αδιακόπως εις το σπίτι του γαμβρού, ο δε σίτος, ο προωρισμένος διά
+το Κεσκέκι — το γλύκισμα το παρατιθέμενον εις τας τραπέζας των
+γάμων — μετεφέρθη διά ν' αλεσθή εις τον χειρόμυλον μετά
+μεγαλοπρεπούς συνοδείας. Και το σάββατον όταν έγεινε το επίσημον
+ξύρισμα εις την αυλήν του σπιτιού ενώ ο γαμβρός εκάθητο επί
+νεροβαρέλας, κ' ετραγουδούσαν κύκλω οι λυγερές και τα τύμπανα
+εκτυπούσαν χαρμοσύνως, από το πλήθος των ριφθέντων εις το λεγένι
+νομισμάτων, εφάνη η μεγάλη αγάπη που απήλαυεν εις την κωμόπολιν ο
+Βρανάς.
+
+ — Ρίχνετε . . . ρίχνετε . . . . να ζήση να σας το πληρώση ο
+Γιωργάκης μου! . . έλεγεν η Αγαθή, έξαλλος εκ της χαράς.
+
+ Αργυρό ξουράφι και μαλαματένιο,
+ Τράβα γάλι-γάλι σε γαμπρού κεφάλι,
+ Τρίχα μην αφήσης και τον ασκημίσης
+ και τον ασκημίσης στα πεθερικά του.
+
+Ετραγουδούσαν αι γυναίκες στολίζουσαι με όλα τα χαρίσματα τον
+γαμβρόν. Και όσον ήκουε αυτά, τόσον υπερηφανεύετο διά τον υιόν της
+η γραία.
+
+Α! έλα μωρέ Στριμμένε να ιδής! έβγα από τον τάφο σου κυράτσα
+Παναγιώταινα να μάθης ποίον γαμβρόν επεριφρόνησες! . . . Η μητρική
+καρδία εκόμπαζε κ' εξηγείρετο φιλέκδικος η προσβληθείσα φιλοτιμία
+της Αγαθής. Ηύχετο ακόμη μεγαλοπρεπέστερα να ήσαν τα δώρα· ακόμη
+επισημοτέρα να γείνη η πομπή, διά να κεντήση έτσι τον φθόνον και
+την μετάνοιαν της οικογενείας Στριμμένου.
+
+Και δεν κατείχετο μόνον η γραία από αυτήν την σκέψιν, αλλ' όλοι οι
+συγγενείς και φίλοι του Βρανά. Αι γυναίκες έλυσαν την γλώσσαν των
+εις υβριστικάς παραγγελίας προς την Ανθήν: — Ε την τέτοια, που
+αλλάζει τούς άνδρες σαν το φίδι τα πουκάμισά του! . .» Και εις
+εκπληκτικάς φράσεις περί πλουσίας προικός της νύμφης και της
+αγάπης, την οποίαν τρέφει ο Γεώργιος προς αυτήν: — Δεν κάνει ώρα
+χωρίς να την ιδή· θαρρείς και του έκαμε μάγια, αδερφούλα μου! . . .»
+Και εις τα θαυμαστικά επιφωνήματα διά τα πλούσια δώρα, τα οποία
+θα έκαμνεν η οικογένεια Παντελή εις τον γαμβρόν και τους συγγενείς
+του: — «Τα έφερεν όλα τόπια από την Πάτρα ο Δημήτρης! . . .»
+Χαιρέκακος διάθεσις ανεπτύχθη εις όλους και ηυφραίνοντο από τόρα
+διά την λύπην και την εντροπήν, την οποίαν εφαντάζοντο ότι θα
+έπερνεν εκ τούτου η λυγερή και η οικογένειά της . . .
+
+Και οι καρρολόγοι δεν έμενον οπίσω. Εσκέπτοντο ότι καταλληλότερος
+τρόπος διά να εκδικηθούν τους δύο συνεταίρους, ήτο να φροντίσουν
+όπως γίνη λαμπρότερος ο γάμος του συναδέλφου των. Έτσι εδείκνυον
+την αγάπην την οποίαν έτρεφον προς τον Βρανάν, κ' εκαυτηρίαζον τον
+εγωισμόν των εμπόρων. Εσυμμαζευθησαν όλοι περί αυτόν ως στρατιώται
+τολμηροί περί την απειλουμένην σημαίαν των. Κ' έστελλον
+επιδεικτικώς διά της αγοράς εις το σπίτι του γαμβρού παχυτάτους
+και βαρείς αμνούς, στολίζοντες τα κερατά των με κοκκίνας κορδέλας
+και αργυρά νομίσματα· συνεζήτουν περί του καταλλήλου κρασίου·
+εφρόντιζον διά το καλόν ψήσιμον των άρτων του γάμου, διά την
+επιτυχίαν του Κεσκεκίου και παρεκίνουν τας γυναίκας των, να βάλουν
+όλας των τας γνώσεις διά την λαμπρότητα της πομπής.
+
+Τέλος ήλθεν η Κυριακή. Από την αυγήν ο Βρανάς, παρακινούμενος από
+φίλους και συγγενείς, επήγε να φιλήση το χέρι και να πάρη την
+ευχήν της Κυράς Παγώνας και να την προσκαλέση εις τον γάμον. Τούτο
+δεν είχεν άλλον σκοπόν παρά να εξουδετερώση την τυχούσαν
+κακοβουλίαν της οικογενείας Στριμμένου. Διότι η γόησσα, όπως τόσα
+και τόσα κατείχε και την δύναμιν του αμποδέματος. Επειδή δε ήτο
+γνωστόν το ενδιαφέρον το οποίον έλαβε διά το συνοικέσιον της Ανθής
+και του Νικολού και συνεπώς εθεωρείτο σχεδόν ως μέλος του σπιτιού
+εκείνου, τι θα έχανε τάχα η Ανθή από φθόνον να ωθήση της μαγίσσης
+την χείρα εις το αμπόδεμα των δύο νυμφίων. Ήθελαν λοιπόν δι' αυτού
+του τρόπου να κολακεύσουν της γραίας το φιλότιμον κ' εν ταυτώ να
+της εμποδίσουν την ενέργειαν, αν είχε τοιούτον τι εις τον νουν
+της, κρατούντες αυτήν εις το σπίτι κατά την ώραν του στεφανώματος
+κ' επιβλέποντές την έπειτα αγρύπνως όταν θα τους πλησιάζη. Εκείνη
+όμως έδειξε μεγάλην προθυμίαν εις την πρόσκλησιν κ' έδωκε με όλην
+την καρδίαν την ευχήν της. Και μάλιστα όταν επήγεν εις το σπίτι,
+μόνη της εσυμβούλευσε την Αγαθήν, να δώση εις τον υιόν της να
+κρατή επάνω του το Τετραβάγγελον, διά ν' αποφύγη την κακοβουλίαν
+άλλης καμμιάς αμποδέστρας και μόνη της παρήγγειλεν εις την
+Καινούριου, να ζώση με την Ζώνην κανενός παπά την θυγατέρα της,
+πριν την βγάλη από το σπίτι. Βρίσκονται δα τόσοι και τόσοι εις τον
+κόσμον, που έχουν χαρά τους να κάνουν το κακό! . . .
+
+Τέλος κατά το απομεσήμερον, το συμπεθεριό εκίνησεν από το σπίτι
+του γαμβρού, με την μίαν ζυγιά των τυμπάνων κ' επήγε και παρέλαβε
+τον κουμπάρον από το σπίτι του και μαζί όλοι μετέβησαν έπειτα εις
+το σπίτι της νύμφης. Η Βασιλική ήτο στολισμένη με την συνήθη
+επιμέλειαν και ακριβολογίαν των νυμφοστόλων γυναικών, με τα
+τραγούδια τα επαινετικά, κατά τα οποία είνε αξιοζήλευτον και το
+κτένι ακόμα που κτενίζει τέτοιες χρυσότριχες και το γκόλφι που
+στολίζει τέτοιον λαιμόν κρυσταλλένιον και τα χρυσοκέντητα φορέματα
+όλα, που τα φορεί τέτοιο κυπαρισσένιο κορμί.
+
+Ενώ όμως ετελείτο η στέψις κ' εχόρευον εις την αυλήν οι συμπεθέροι
+κ' έβλεπεν έκπληκτος κ' ενθουσιασμένος ο κόσμος, σφοδρά συζήτησις
+εγίνετο εις το μαγειρείον. Η μήτηρ της νύμφης μετά των συγγενών
+της γυναικών, ηγωνίζοντο να πείσουν τον Δημήτρην και τους φίλους
+του Βρανά, να μην περάσουν από την αγοράν. Ήτο εκεί το σπίτι του
+Στριμμένου και κατ' ανάγκην από τα παράθυρα του θα επερνούσεν η
+νύμφη. Αλλά θα εκρατείτο η αγανάκτησις και ο φθόνος της Ανθής όταν
+έβλεπε τέτοιο συμπεθεριό; Δεν θα την εκέντα άραγε ο διάβολος να
+ρίψη μάγια, διά να καταστρέψη την ευτυχίαν των νυμφίων; Το
+εφοβείτο πολύ η γραία Παντελή. Και τρέμουσα παρεκάλει τους
+καρρολόγους ν' αποφύγουν την ολεθρίαν συνάντησιν.
+
+ — Για όνομα Θεού, παιδιά μου· φευγάτε από το Σατανά.
+
+Αλλ' οι καρρολόγοι επέμενον. Ίσα-ίσα δι' αυτό έπρεπε να περάσουν
+από εκεί. Να δείξουν πώς κάμνουν τις χαρές των αυτοί· να ιδή η
+Ανθή πώς είνε οι γαμβροί· να καταλάβουν οι έμποροι τι θα ειπή
+γάμος. Όχι όπως τους κάνουν εκείνοι, με κλεισμένα παράθυρα και
+σιγανά ως να εντρέπωνται! . . . Υπέσχοντο δε εις τας γυναίκας ότι
+θα έχουν τέσσαρα τα μάτια των εις τα παράθυρα της λυγερής.
+
+ — Μη φοβάσαι, μάννα, κ' εγώ είμαι 'δώ! είπεν ο Δημήτρης εν
+πεποιθήσει.
+
+Ο πυροβολισμός ανήγγελλε τόρα το τέλος της στέψεως. Οι χοροί
+διελύθησαν ευθύς και το λαμπρόν και υπερήφανον άλογον του
+Χατζηγιάννη, επί του οποίου εφιλοδόξουν να καβαλικεύσουν νύμφαι
+όλαι αι νεάνιδες της κωμοπόλεως κατά την εποχήν εκείνην, πλουσίως
+σελοχαλινωμένον εκομίσθη εμπρός εις την σκάλαν του σπιτιού:
+
+ Έχετε 'γεια πατέρα μου και συ γλυκειά μου μάννα·
+ έχετε 'γεια 'δερφάκιά μου και σεις δικοί μου φίλοι.
+ Εγώ πάω στο σπίτι μου και στο πεθερικό μου·
+ πάω να μάθω γράμματα να γράφω τα καλά μου.
+ Έχετε 'γεια γειτόνισσες και σεις γειτονοπούλες
+ κ' εγώ πηγαίνω σπίτι μου και στο πεθερικό μου.
+
+Αι νεάνιδες ετραγούδησαν το συγκινητικόν τραγούδι του
+αποχαιρετισμού της νύμφης· δάκρυα πύρινα και λυγμοί ανεμίχθησαν
+εις το θριαμβευτικόν παίξιμο των τυμπάνων και η γαμήλιος πομπή
+εξεκίνησεν.
+
+
+
+ΣΤ'
+
+ΑΦΟΜΟΙΩΣΙΣ
+
+
+
+ — Τι άνοστο φαγί! . . .
+
+ — Ναι . . . άνοστο!
+
+Σιωπηλόν εγίνετο το δείπνον της εσπέρας εκείνης εις το σπίτι του
+Στριμμένου. Το υψηλόν κανδηλιέρι με τους δύο λύχνους αναμμένους,
+εφώτιζε διά κοκκινωπού και παλμώδους φωτός το δωμάτιον, επιρρίπτον
+πένθιμόν τινα κατήφειαν ως να εφώτιζε δωμάτιον νεκρού. Ψυχροί και
+κατασκονισμένοι οι τοίχοι του κτιρίου, εφαίνοντο αλγεινώς
+μορφάζοντες κάτω από τα τριμμένα κ' εφθαρμένα μυστρίσματά των· τα
+στέφανα με το εικονοστάσιον και το πενιχρόν κανδήλι, είχον
+θλιμμένην έκφρασιν ως ν' απεσύρθησαν εκεί υψηλά διά να κλαύσουν
+την μοίραν των κυρίων των· η κοκκινωπή ψάθα η αντικαθιστώσα την
+οροφήν, με τους όγκους και τα κοιλώματά της, αδιακόπως
+τριζοβολούσα ένεκα του εισχορούντος από την στέγην ανέμου,
+εδείκνυε διαθέσεις πτώσεως, συναφής ει δυνατόν μετά του σαθρού
+πατώματος, διά να κρύψη την καταθλιπτικήν εκείνην εικόνα.
+
+Αλλά δεν παρουσιάζετο μόνον απόψε η τοιαύτη καταθλιπτική εικών.
+Από πολλού τόρα χρόνου έτσι εδείπνει το νεαρόν ανδρόγυνον
+Πικοπούλου. Ο Νικολός εκάθητο εις το έν άκρον της τραπέζης, η Ανθή
+εις το άλλο και κύπτων έκαστος προ του πινακίου του έτρωγε με
+σπουδήν, ωσεί βιαζόμενος να τελειώση οχληράν ενασχόλησιν. Κάποτε
+βραχείαι λέξεις, αι μάλλον πεζαί του λεξιλογίου ενός ανδρογύνου,
+αι απαραίτητοι διά την οικιακήν συνεννόησιν, ετάρασσον διά μίαν
+στιγμήν την πένθιμον εκείνην σιγήν, η οποία επέστρεφεν αμέσως
+περισσότερον αγρία και καταθλιπτική. Λόγος εύχαρις δεν ηκούετο
+ποτέ, ούτε εγκάρδιος δεξίωσις· αστεϊσμός ή χαριτολόγημα. Σπανίως
+γέλως τις μόνον αντήχει, αλλ' από τον νευρικόν τόνον του
+εφανερώνετο ότι και αυτός ήτο βεβιασμένος.
+
+Εφ' όσον οι γέροντες γονείς μετείχον της ζωής των δύο νεονύμφων,
+εγίνοντο και ούτοι υποφερτοί κάπως μεταξύ των. Κάτω από τας
+γεροντικάς αυτών όψεις, τας οποίας ο χρόνος, αι μέριμναι του βίου
+και η πείρα των εγκοσμίων περιέλουον με του σεβασμού και της
+αγάπης το ακτινοβόλημα. Κάτω από την ήρεμον ζωήν του ανδρογύνου
+εκείνου, εύρισκον ούτοι μαθήματα αληθούς οικογενειακού βίου κ'
+έκαμνον την ιδικήν των ενότητα. Η κυρά Παναγιώταινα δεν άργησε να
+γνωρίση το όλως ανόμοιον των νεαρών συζύγων και θέλουσα να
+εξαγνισθή ενώπιόν των, επροσπάθει διά μαλακών λόγων και συμβουλών
+να υποδεικνύη εις την θυγατέρα της, την ανεκτικότητα και τας άλλας
+χριστιανικάς αρετάς, αι οποίαι αποτελούν το ευαγγέλιον του
+συζυγικού βίου μιας χωρικής. Μόλις ο Νικολός εφαίνετο εις το
+σπίτι, ευθύς η γραία απεσύρετο ίν' αφήση μόνους τους δύο
+νεονύμφους και πολλάκις παρεκίνει την Ανθήν να σπεύση εις
+συνάντησιν του ανδρός της.
+
+ — Πήγαινε μη σε θέλη τίποτα, θυγατέρα.
+
+ — Τι να κάμω; . . τι θα με θέλη; έλεγεν η λυγερή βαρύθυμος.
+
+ — Πήγαινε και μην κάνης έτσι, κόρη μου, 'ς τον άνδρα σου . . . Μ'
+εκείνον θα ζήσης — δεν θα ζήσης μ' εμάς!.
+
+Ο γέρων έμπορος δεν είχεν αυτήν την διορατικότητα ούτε αυτήν την
+φροντίδα. Το μεγάλον εμπορικόν του τερτίπι επέτυχε· δεν είχε
+τίποτε άλλο να φροντίση πλέον. Ενδίδων όμως εις τας συχνάς
+παρακινήσεις της γρηάς του, ηναγκάζετο πολλάκις μεταξύ των
+εμπορικών κατηχήσεων, τας οποίας έκαμνεν εις τον γαμβρόν του, να
+παρεμβάλλη και μερικάς περί της κόρης του συστάσεις:
+
+ — Έτσι, γαμπρέ μου! . . . Το καϋμένο το κορίτσι είνε
+καλομαθημένο . . . δίνε του κάποτε και καμμιά σβερκιά! . . .
+
+Ο κυρ Παναγιώτης έτσι συνείθιζε να εκδηλώνη πάντοτε τας συζυγικάς
+του τρυφερότητας . . . Επειδή όμως εγνώριζεν ότι του Διβριώτου η
+ευαισθησία δι' άλλων μέσων παρά διά ξηρών συμβουλών εκεντάτο, εις
+στιγμήν εξάψεως των πατρικών του φίλτρων, εκάλεσε τον
+συμβολαιογράφον και μετεβίβασε «θεληματικώς και αβιάστως»
+ολόκληρον την περιουσίαν του εις τον Νικολόν. Και δεν ηπατήθη εις
+τούτο ο ευφυής έμπορος. Η χονδρά παλάμη του Διβριώτου έλαβεν από
+τότε μεγαλειτέραν γνωριμίαν με τον εύτορνον τράχηλον της Ανθής.
+
+Τόρα όμως οι γέροντες έπαυσαν να δίδουν τας συμβουλάς των. Η κυρά
+Παναγιώταινα επλήρωσε το κοινόν χρέος, προσβληθείσα σφοδρότερον
+υπό του καρδιακού νοσήματος· ο δε τερτιπιλής έμπορος, ένεκα του
+ψύχους και των γηρατείων, διήρχετο τας ημέρας του κατάκοιτος υπό
+των ρευματισμών. Κ' έτσι το νεαρόν ανδρόγυνον έμεινε μόνον,
+ελεύθερον εις τας διαθέσεις του.
+
+Ο Νικολός μέσα εις το εμπόριον ανατραφείς, έχασε μικρόν κατά
+μικρόν όλην την αισθηματικότητα της ψυχής του. Το εμπόριον είνε
+πάντοτε βλαβερόν διά τας νεαράς υπάρξεις. Μεταξύ των εμπορικών
+θεμάτων, του θορύβου της συναλλαγής, των καταπολεμουμένων
+κεφαλαίων, της συνηχήσεως του χρήματος και της λυσσώδους
+επιδιώξεως του κέρδους, η παιδική ψυχή αφίνει μικρόν κατά μικρόν
+τας αγαθάς διαθέσεις της, απεκδύεται τας υψηλάς της τάσεις και
+προσκολλάται εις μίαν μόνην ιδέαν, την ιδέαν του κέρδους. Αυτήν
+έχει πλέον ως σκοπόν του βίου της. Αυξάνει μαζί της, ανδρίζεται
+αλλά δεν την εγκαταλείπει. Ή μάλλον η ιδέα δεν εγκαταλείπει αυτήν·
+φωλεύει ακοίμητος, κ' ενώ καταφθείρει το σώμα συγκεντρούται ως
+φλοξ εις τα μάτια. Και ο μικρός εμπορίσκος προσκολλάται πλέον εις
+αυτήν αναπόσπαστος, ως ο Αριστομένης εις την ουράν της αλπούς η
+οποία θα τον έφερεν έξω του Καιάδα.
+
+Ο Νικολός εξήλθε τόρα από τον Καιάδα της πενίας διά του γάμου του
+με την Ανθήν. Αλλ' η διαβολευμένη αυτή αλπού του κέρδους είνε
+τόσον ελκυστική, ώστε δεν την παραιτεί κανείς μόλις εξέλθη του
+βαράθρου του. Εξακολουθεί να την κρατή σφιγκτά, και φέρεται
+κατόπιν της ολοταχώς, περιφρονών τους κόπους και τας κακουχίας,
+αδιαφορών διά την ανάπαυσιν του σώματος και την γαλήνην της ψυχής.
+Ένα μόνον πόθον έχει, να φθάση εις τον τόπον όπου το χρυσίον
+συλλέγεται με την παλάμην. Και αυτόν τον πόθον είχε τόρα ο
+Νικολός. Ο Διβριώτης τον γάμον του με την λυγερήν δεν έλαβεν ως
+σταθμόν, αλλ' ως αφετηρίαν του σκοπού του. Ήτο καθ' όλα σύμφωνος
+εις 'τούτο με τον πενθερόν του, ότι ο γάμος δεν ήτο παρά έν
+επικερδέστατον εμπορικόν τερτίπι, διά του οποίου θα ετελείωναν και
+τόσα άλλα! Εφ' όσον ο Στριμμένος ηδύνατο να συχνάζη εις το
+κατάστημα, ο Πικόπουλος δεν έμενεν αργός εις την εκπλήρωσιν των
+ευεργετικών συμβουλών του πενθερού επί του τραχήλου της γυναικός
+του. Αφ' ης όμως ημέρας ο γέρων κατήντησεν ανίκανος εις τούτο,
+έπαυσε και ο Διβριώτης αυτάς του τας συζυγικάς τρυφερότητας.
+Τακτικά με το γλυκοχάραγμα, άφινε την νεοπαγή κλίνην της λυγερής,
+σπεύδων ν' ανοίξη το κατάστημά του και να επιδοθή εις τας
+εμπορικάς του επιχειρήσεις. Μόνον εις την όψιν των εμπορευμάτων,
+εις την οσμήν των μπακαλικών ειδών, εύρισκε την ζωήν και την
+ανάπαυσιν. Εις το ψαύσιμον των γλοιωδών και μουχλιασμένων
+χαλκονομισμάτων, τα οποία εσύναζεν από τους πελάτας του,
+ανεκάλυπτε θελκτικάς, μέχρις ιδανικής τρυφερότητος απολαύσεις και
+εις την ονειροπόλησιν αμυθήτου πλούτου η καρδία του συνεκινείτο
+μακαρίως, μέχρις εκλύσεως. Και όταν ήρχετο η ώρα του γεύματος, δεν
+ήθελε καθόλου να υπάγη εις το σπίτι του ο Διβριώτης. Τι να κάμη
+τάχα; Καλήτερα εκεί προ του πάγκου του· θα δύναται ακόπως ενώ
+τρώγει να ρίπτη και από ένα βλέμμα εις τα κατάστιχά του, όπου
+αναγράφονται οι τόσοι οφειλέται και οι τόσοι συνδεδεμένοι αριθμοί.
+Του ανοίγουν πολύ την όρεξιν αυτά τα θεάματα! . . . . Έστελλε τον
+υπηρέτην κ' έφερεν εκεί την τροφήν του. Και μόλις αργά την νύκτα,
+κλείων το κατάστημα του ενεθυμείτο το σπίτι και την γυναίκα του.
+
+Αλλά κ' εκεί ακόμη δεν ελησμόνει τα εμπορικά του είδη. Εκείνη η
+αβρά επιμέλεια, η καλλιτεχνική διασκευή, η λεπτή καθαριότης του
+σπιτιού, η εκφράζουσα πιστώς την εργατικότητα και προκοπήν πάσης
+χωρικής σπιτονοικοκυράς και σαγηνεύουσα την ψυχήν του συζύγου,
+έμενεν άγονος διά τον Νικολόν. Τι τα ήθελεν ο μπακάλης αυτά; Δεν
+έφερον τον πλούτον· τουναντίον μάλιστα τον εδίωκον, τον
+εσπατάλουν. Ο Διβριώτης κατεστενοχωρείτο μέσα εκεί, ως η γρηούλα
+του μύθου η οποία ενώ εκατοίκει εις το παλάτι, συχνά ενεθυμείτο το
+καλύβι της κ' έκραζε με πόνον: — Σπίτι μου, σπιτάκι μου· —
+πορδοκαλυβάκι μου. Δυσηρεστείτο διότι δεν εύρισκεν εις το σπίτι
+του ούτε την άτακτον διακόσμησιν, ούτε την οσμήν του μαγαζίου του
+και μόνον παρηγορείτο όταν εδίδετο αφορμή να είπη εις την γυναίκα
+του, ότι τα μαύρα μάτια της ωμοίαζον καθόλου με τας ελαίας των
+Σαλώνων τας οποίας επώλει.
+
+ — Και ξέρεις, δεν έχει κανένας άλλος εληές· θα βγάλουμε το ένα-
+άλλο, επρόσθετεν εμπιστευτικώς.
+
+Επειδή όμως έβλεπεν ότι η γυναίκα του δεν εκολακεύετο και πολύ διά
+την παρομοίωσιν εκείνην, ούτε ήτο πρόθυμος να θαυμάση το εμπορικόν
+του πνεύμα, απεσύρετο δύσθυμος εις τον κοιτώνα του κ' ερροχάλιζε
+μέχρι της αυγής.
+
+Η Ανθή παρεδέχετο αυτήν την ζωήν μετά χριστιανικής πραότητος. Και
+τούτο όχι διότι ήθελε να κολακεύση τον Νικολόν. Ω! δεν εφρόντιζε
+καθόλου. Αλλ' ήξευρεν ότι δεν ήτο παρθένος πλέον και δεν είχε
+δικαίωμα να φέρεται όπως θέλει. Ήτο γυναίκα, ανήκεν εις άνδρα και
+διά πάσαν πράξιν, διά κάθε σκέψιν της, είχε να δώση λόγον εις
+αυτόν και εις τον Θεόν μίαν ημέραν. Έτσι μικρόν κατά μικρόν η
+λυγερή μετέπεσεν εις την πολύτροπον ζωήν της χωρικής.
+
+Είνε τω όντι πολύτροπος η ζωή της χωρικής. Διότι εκεί προ πάντων ο
+πατρικός εγωισμός δεσπόζει παντοδύναμος ακόμη, επί των αξέστων
+πλασμάτων και η υική υπακοή φέρει μέχρις αυτοθυσίας τας τρυφεράς
+παρθένους. Πολλάκις η καρδία μιας χωρικής φέρει τα ίχνη τόσων
+κλονισμών η ψυχή τα λείψανα τόσων ελπίδων· το πρόσωπον φαίνεται
+εκτραχυνθέν υπό τόσων φροντίδων, τας οποίας ουδέ να φαντασθή
+δύναται μία σουσουράδα των πόλεων. Διότι αυτή όπως έλαβε λείαν την
+κατασκευήν, μαλακήν την επιδερμίδα υπό την ευμάρειαν του βίου,
+έτσι δέχεται μαλακά και τα αισθήματα της καρδίας, ατόνους τας
+εντυπώσεις του νου. Αλλ' εκείνη η αγροδίαιτος, μέσα εις τον βαρύν
+κ' εκτραχυνθέντα όγκον της, έχει μεγάλας και ρωμαλέας τας
+εντυπώσεις και τας περιπετείας, όπως η ελάτη του βουνού δέχεται
+τους κεραυνούς και τας καταιγίδας, ενώ το χαμοκέρασον μόνον την
+δροσεράν πνοήν της κοιλάδος απολαμβάνει. Διά τούτο μόνον η
+παρθενική ζωή της, η διαρρέουσα εν αφροντισία και αγνότητι,
+δύναται να εκληφθή ως αληθινή ζωή. Άμα όμως υπανδρευθή, δεν είνε
+πλέον η πέρδικα η πλουμιστή, η από της αυγής μέχρι της εσπέρας
+επιμελουμένη προ του ήλιου το πτίλωμά της· αλλά κουρούνα κλαίουσα
+τον περασμένον βίον της. Αλοίμονον λοιπόν αν αναγκασθή να κλαύση
+και την παρθενίαν της. Αν υπό την θέλησιν τραχέων γονέων,
+αναγκασθή να συνδέση τον βίον της μεθ' ενός βερεμιάρη. Η γυνή
+έχασε πλέον όλον αυτής το μεγαλείον. Βλέπουσα τας νεανικάς της
+ελπίδας διαψευδομένας, το μέλλον της μαρανθέν, την καλλονήν της,
+διά την οποίαν υπερηφανεύετο, δοσμένην εις αδιάφορον εξουσιαστήν,
+όλον της τον βίον διερχόμενον άνευ στοργής, άνευ χαράς και
+απολαύσεως, μικρόν κατά μικρόν χάνει πάσαν ιδέαν ανθρωπισμού,
+αποσκληρύνεται και καταλήγει εις χονδροειδή αναισθησίαν.
+
+Εις τοιαύτην χονδροειδή αναισθησίαν κατήντησε τόρα η Ανθή. Το
+χρυσομάργαρον δοχείον συνετρίβη κ' εχύθη το πεντοβολούν
+ροδόσταγμα. Αι άφθονοι πηγαί της αισθητικότητος της λυγερής
+εξηράνθησαν όλαι κάτω από την ζωήν της υπάνδρου. Δεν έμεινε πλέον
+εις αυτήν παρά η ιδέα του καθήκοντος, ξηρά και κατά συνθήκην
+εννοουμένη, και αδρανής η φυσιογνωμία της γυναικός.
+
+ — Τι άνοστο φαγί! . . .
+
+Έπρεπε ν' απαντήση και απήντα· είχε καθήκον να παραδεχθή και
+παρεδέχετο τους λόγους του ανδρός της.
+
+Φαίνεται όμως ότι ο Νικολός Πικόπουλος δεν ήτο εις καλήν
+ψυχολογικήν κατάστασιν απόψε. Α, ναι! Πώς ήτο δυνατόν να είνε
+ήσυχος η εμπορική εξωχότης, αφού κατώρθωσαν άλλοι να την
+υποσκελίσουν! Προ πολλού εγνώρισε την επικειμένην έλλειψιν της
+σαρδέλλας εν τη αγορά κ' έγραψε ρητώς εις Πάτρας να του στείλουν
+όσον τάχιστα, δέκα βαρέλια. Ακόμη όμως τα επερίμενεν. Ενώ ο
+Θωμόπουλος, αυτό το χθεσινό μπακαλόπαιδο, διά να έχη συγγενείς
+εκεί, έγραψε και του ήλθαν και τας επώλει τόρα προς έξ κ' εξήμισυ
+λεπτά την μίαν. Ακούς εξήμισυ λεπτά η σαρδέλλα! . . . Αυτό είνε
+φανερή κλεψιά! . . .
+
+Και ο Πικόπουλος δεν ηδύνατο ν' ανεχθή αυτήν την ασυνειδησίαν.
+Είνε αληθές ότι αυτός άλλοτε εις έλλειψιν ελαίου, επώλησε το
+ιδικόν του προς εξήντα λεπτά τα εκατόν. Αλλ' αυτό διαφέρει. Ήτο
+λάδι και το λάδι καίεται εις το κανδήλι, προ των αγίων εικόνων . . .
+Όχι μίαν σαρδέλλαν εκεί τόσην δα, από την οποίαν θα πετάξη
+κανείς την μισήν εις ουράν και κεφάλι. Και όλα του έπταιον γύρω, η
+γάτα που έπαιζεν εις τους πόδας του· το κάθισμά του που
+εταλαντεύετο κάποτε· το κανδηλιέρι που δεν εφώτιζε καλά και αυτό
+το φαγητόν που ήτο τόσον άνοστον! . . .
+
+Αλλ' όταν διετύπωσε την τελευταίαν του κατηγορίαν κ' εύρε την
+γυναίκα του πρόθυμον να την παραδεχθή, εθύμωσεν ο Νικολός. Τι
+τάχα, όλο ναι θα λέγη αυτή; Τόρα δεν της αρέσει και το φαγί.
+
+ — Σαν δε σ' αρέσει, μην το τρως· είπεν αίφνης τραχέως.
+
+ — Δεν είπα εγώ πώς δε μ' αρέσει· εγώ το τρώγω· απήντησε δειλά η
+Ανθή.
+
+ — Το 'τρωγες και 'ς του πατέρα σου, βλέπεις.
+
+ — Αν δεν το 'τρωγα 'ς του πατέρα μου, το τρώγω 'ς του ανδρός μου.
+
+Εφρίμαξεν ο Νικολός. Τι αντιλογία, ο διάβολος! . . .
+
+Κατέφερε βαρύ λάκτισμα επί της γάτας· ετόξευσε φοβερόν βλέμμα εις
+την γυναίκα του και απλώσας την χείρα εσάρωσεν όλ' από της
+τραπέζης, πινάκια και κανδηλιέρι και μαχαιροπήρουνα και τα
+εποδοπάτει κατά γης ως μαινόμενος.
+
+Η Ανθή έντρομος κατέφυγεν εις το δωμάτιον του πατρός της. Ήτο
+σκότος εκεί και μόνον από τας ραγάδας των σαθρών παραθυροφύλλων
+εισώρμα ο άνεμος και η νυξ. Διότι ο Νικολός, μεταξύ των εμπορικών
+συλλογισμών του, ανεύρεν, αίφνης την ημέραν ακριβώς κατά την
+οποίαν έγεινε κύριος όλης της περιουσίας του πενθερού του, ότι το
+καιόμενον έλαιον κατά πάσαν νύκτα εις το δωμάτιον του γέροντος,
+εις χρόνου διάστημα θ' ανεβίβαζεν εις αρκετόν ποσόν τα έξοδα της
+οικογενείας. Αλλά τούτο ήτο όλως περιττόν. Ούτε θα έρραπτεν, ούτε
+θα εκέντα ο κυρ Παναγιώτης. Διάβολε, δεν χρειάζεται δα και φως διά
+να λέγη κανείς κάθε λεπτόν της ώρας τα «ωχ! ωχ!» και τα «αχ!
+αχ! . . .» του.
+
+Ο γέρων έμπορος κατ' αρχάς δεν εδέχθη με προθυμίαν τους
+νεωτερισμούς αυτούς του γαμβρού του. Δεν επεδοκίμαζε βεβαίως την
+σπατάλην αλλ' ως γνήσιον τέκνον της κωμοπόλεως, δεν ηννόει την
+κατάργησιν και των απλουστέρων όρων της καλοζωής. Διεμαρτυρήθη
+ενώπιον της θυγατρός του· εβλασφήμησεν, ύβρισε τον Νικολόν τον
+είπε τσιφούτην και αγνώμονα. Αλλά γρήγορα κατέπεσεν ο θυμός του. Η
+λυπηρά σκέψις ότι οι όροι δεν ήσαν πλέον οι αυτοί εν τη
+οικογενεία· ότι ο Νικολός εκράτει το σκήπτρον τόρα και αυτός ήτο
+μόνον υπήκοος, τον έκαμε να καταπίη την πικρίαν του και να δεχθή
+την νέαν του τύχην.
+
+Και δεν εδέχθη μόνον τούτο ο κυρ Παναγιώτης· αλλ' ηναγκάσθη μικρόν
+κατά μικρόν να παρίσταται συχνά βωβόν πρόσωπον εις τας θλιβεράς
+σκηνάς του νεαρού ανδρογύνου. Κατ' αρχάς και αυτό δεν ηθέλησε να
+το δεχθή κ' επροσπάθησε να κάμη παρατηρήσεις εις τον γαμβρόν του.
+Αλλ' ο Νικολός τον ητένισεν άγριος.
+
+ — Κάτσε, γέροντα 'ς το στρώμα σου, είπε· γυναίκα μου είνε· θα την
+κάμω όπως θέλω!
+
+Ο γέρων τόρα, ακοίμητος, εγνώρισεν από το ελαφρόν βάδισμα την
+Ανθήν και την εκάλεσε πλησίον του.
+
+ — Τι είνε, τι πάθατε πάλι; την ηρώτησεν ανήσυχος.
+
+ — Τίποτα, πατέρα· απήντησεν εκείνη, μετατρέπουσα επί το
+ευθυμότερον την φωνήν της· η γάτα έρριξε το τραπέζι. — Θέλεις
+τίποτα;
+
+ — Όχι, δεν θέλω . . . Ωχ, γεράματα! γεράματα! γεράματα! . . .
+
+Η Ανθή μέσα εις τους λυγμούς της δεν ηδύνατο να εξακριβώση αν από
+τους πόνους τους οποίους ησθάνετο εις τας αρθώσεις ή από τους
+πόνους της καρδίας ανεθεμάτιζε τα γεράματα ο κυρ Παναγιώτης
+Στριμμένος.
+
+Η γεροντική κάρωσις κατέλαβεν αυτόν αίφνης· ερροχάλισε μικρόν.
+Έπειτα ηρώτησε χωρίς ν' ανοίξη τα μάτια:
+
+ — Να σου πω· πού βαρούν τα ταβούλια;
+
+ — Εκεί που χαίρονται . . . 'ς του Βρανά! . . .
+
+Η φωνή της λυγερής ήλλαξε τόνον ευθύς· έτρεμε κ' εφαίνετο
+κατηγανακτησμένη, ως να έλεγεν: «εδώ θέλεις να βαρούν;» Ναι, εκεί
+που χαίρονται, εις του Βρανά έπαιζον τα τύμπανα. Και ήρχοντο οι
+ήχοι των διάτοροι και παλμώδεις, ως εύχαρι πτερύγισμα περιστεράς
+εις το δωμάτιον εκείνο της θλίψεως. Και ηνάγκαζον την λυγερήν ν'
+αναπαριστά ενώπιόν της την χαροποιάν εικόνα, η οποία εξετυλίσσετο
+εις το σπίτι εκείνο της χαράς και της ευθυμίας. Ολόκληρον αντηχεί
+από φωνάς και γέλωτας. Αι γυναίκες πηγαινοέρχονται περιποιούμεναι
+τους καλεσμένους. Φώτα εδώ, φώτα εκεί, παντού φώτα! Εις την μίαν
+σάλαν καθισμένοι γύρω επί παχέων προσκεφάλων οι άνδρες, οι φίλοι
+και συγγενείς του Βρανά, και αυτός εις την ανωτάτην θέσιν με τον
+κουμπάρον εις το πλάγι, τρώγουν και πίνουν εις υγείαν των
+νεονύμφων. Και εις την απέναντι σάλαν αι γυναίκες με την νύμφην
+κάμνουν το αυτό και διασταυρούνται αι ευχαί και αι προπόσεις:
+
+ Ο γάμος καλορροίζικος κ' η νύφη καλομοίρα·
+ να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα! . . .
+
+Πόσες φορές το ήκουσε ψαλλόμενον η Ανθή· και πόσες φορές
+επίστευσεν ότι μίαν ημέραν θα το ετραγουδούσαν δι' αυτήν και τον
+Γεώργιον! . . . Όμως τόρα δεν ετραγουδούσαν δι' αυτήν.
+Ετραγουδούσαν δι' άλλην νύμφην, τω όντι καλομοίραν νύμφην, αφού
+κατώρθωσεν επί τέλους να γίνη σύζυγος του ιδικού της
+σταυραετού! . . . Και τα δάκρυα της Ανθής έτρεχαν περισσότερον και
+αυλάκωναν δίκην καυτηρίου τας παρειάς της.
+
+Πριν, μέσα εις τα βάσανα και τας ατυχίας της, έχασε μικρόν κατά
+μικρόν τας γλυκύτητας του παλαιού έρωτός της. Μόνον ως φωτεινόν
+μετέωρον, λαμπρύναν αίφνης τον βίον της και σβεσθέν, ενεθυμείτο
+τον Γεώργιον. Ήκουσεν ότι ούτος εσύχναζεν εις το σπίτι του
+Καινούριου· μετ' ολίγον έμαθε τους αρραβώνας του με την Βασιλικήν·
+αλλ' ολίγον, πολύ ολίγον εκεντήθη η αισθητικότης της. Σήμερον όμως
+όταν επείσθη ότι το αγαπητότερόν της ον, εκείνος τον οποίον αυτή
+επί έτη ωνειροπόλησεν ως άνδρα της, εγίνετο άνδρας άλλης γυναικός,
+η καρδία της λυγερής ανένηψεν αίφνης. Τα κοιμώμενα υπό βαρύν,
+καταναγκαστικόν λήθαργον αισθήματά της εξηγέρθησαν όλα και την
+κατέθλιβον. Η Ανθή έτρεφε τόρα διά τον Βρανάν όλην την αγάπην των
+παλαιών ημερών της· όλον τον φθόνον της διά την Βασιλικήν.
+Ελησμόνησεν ότι ανήκεν εις άλλον, και ότι πάσα γυνή εδικαιούτο να
+διαφιλονεικήση τον Γεώργιον εκτός αυτής· και μόνης αυτής! Δεν
+εσκέπτετο τίποτε άλλο παρά ότι ο νεανίας προ πολλού ήτο ιδικός της
+και ότι η Βασιλική τον ήρπαζε διά της βίας από τας αγκάλας της.
+Και τόσον παρεφέρθη υπό του πάθους, τόσον ελησμόνησε τα καθήκοντά
+της, ώστ' έκλεισεν αίφνης τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού της και
+λύσασα τας πλεξίδας, εκάθησεν εις την μέσην της σάλας και ήρχισε
+να μοιρολογή:
+
+ Ευτού που πας, μαννούλα μου, καιρό να μην αργήσης!
+ Μην κάμης μάννα μ' ξάμηνο, μην κάμης μάννα μ' χρόνο.
+ Το ξάμηνο είνε πολύ ο χρόνος είν' μεγάλος! . .
+
+Δι' αποτόμου συνδυασμού συλλογισμών απετείνετο προς την μητέρα της
+η λυγερή· ανέφερε τον θάνατόν της ως μέγα δεινόν, την μόνωσίν της
+εν τω τάφω, την κατάλυσίν της, ενώ εσυλλογίζετο κ' έκλαιε μόνον
+τον απολεσθέντα έρωτά της.
+
+Αίφνης ήχησαν δούποι βαρείς και μετ' ολίγον διεκρίθη έντονον και
+χαρωπόν τυμπάνισμα, το σύνηθες εις τας γαμηλίους πομπάς. Η Ανθή
+συνήλθεν έστρεψε θολόν πέριξ το βλέμμα και διά μιας, ωσεί
+ενθυμηθείσα, επήδησεν ορθία κ' έτρεξεν εις το παράθυρον,
+διανοίξασα τα φύλλα. Εκ του αντιθέτου μέρους της αγοράς, μεταξύ
+των αμαυρών στεγών των καταστημάτων και της βαναύσου εικόνος της
+αποτελουμένης εκ ξυλίνων στύλων, εφθαρμένων σκιάδων, ρυπαρών
+τοίχων, αγροίκων προμετωπίδων και της ποικιλομόρφου σωρείας των
+αγοραίων ειδών, είδε διαχυνομένην την πομπήν μεγαλοπρεπή και
+πλουσίαν. Τα κόκκινα φέσια, αι λευκαί φουστανέλλαι, τα πολύχρωμα
+σειρίτια επί των κυανών και βυσσίνων βελούδων, συνεμίγνυντο με
+θαυμαστήν αρμονίαν προς τ' αργυρά σελάχια, τα μεταξωτά φορέματα,
+και τα εκφραστικά πρόσωπα των συμπεθέρων. Κ' έπαιζον εδώ κ' εκεί
+ίριδος χρώματα, γοητεύοντα την ψυχήν και θαμβούντα το βλέμμα ως
+εις τα νερά ρυακίου,τα οποία επιψαύει λαμπρός ήλιος. Μία ζυγιά
+γύφτων επροπορεύετο κτυπώσα το τύμπανον και φυσώσα τις καραμούζες
+εν σπασμωδική βία, προθυμουμένη να σκορπίση την χαράν. Ήρχετο
+έπειτα εν τω μέσω σμήνους παιδιών θορυβούντων είς έφηβος, φέρων
+επί μεγάλου δίσκου εις την κεφαλήν τα στέφανα, των οποίων αι
+γαλάζιαι και λευκαί κορδέλαι εκυμάτιζον υπό του ανέμου προς τ'
+άνω, ως αγναί ελπίδες των νεονύμφων τείνουσαι προς τον ουρανόν. Οι
+εγκέδες, αι προσκεκλημέναι διά την πομπήν γυναίκες, δροσεραί όλαι,
+νεαραί σύζυγοι φίλων του Βρανά, ηκολούθουν κατόπιν εις πυκνόν
+όμιλον με καινουργείς και πολυχρόμους στολάς, μετρημένα και με
+ντροπαλόν ήθος βαδίζουσαι, διά την ανάμιξίν των εκεί μέσα εις
+τόσους άνδρας, τόσα βλέμματα, τα οποία εκολλώντο εις τα κάλλη των
+διστακτικά ναι αλλά πάντοτε περίεργα και βουλιμιώντα.
+
+Αλλά δεν ενδιέφερον αυτά την λυγερήν. Το βλέμμα της εφέρετο
+συνεσταλμένον και αδιάφορον επί της σωρείας του πλήθους άλλα
+αναζητούν.
+
+Αίφνης όμως υπεγόγγισεν άκουσα η λυγερή κ' ελύγισεν εις τα εμπρός
+το σώμα της. Το αίμα έφυγεν από του προσώπου και συνεσωρεύθη εις
+την καρδίαν και τα μάτια. Εις την καρδίαν διά να έχη δυνάμεις να
+πάλλη φρικωδώς υπό τρομώδους θλίψεως· και εις τα μάτια διά να
+βλέπουν εναγωνίως την χρυσοστόλιστον νύμφην και τον ευτυχή
+γαμβρόν. Α! ήτο φρικτόν αυτό που έβλεπεν· ήτο ανυπόφορον! Μία
+φουρναροπούλα να κάμη τέτοιον γάμον!
+
+Να την συνοδεύουν τόσοι και να την θαυμάζουν! να την ραίνουν όλοι
+με ρύζι και μ' ευχάς, με κουφέτα και βλέμματα, ως καμμίαν
+βασίλισσαν! Να της κρατούν το άλογον από του χαλινού οι καρρολόγοι
+κατενθουσιασμένοι, περιχαρείς, ποδοπατούντες την λάσπην του δρόμου
+αδιαφόρως, ως να την περιφρονούν αυτήν και την καθαριότητα χάριν
+της νύμφης, από της οποίας την πολυάσχολον φροντίδα δεν εύρον
+καιρόν ούτε να στολισθούν. Και αυτή η Βασιλική, την οποίαν χθες
+ακόμη δεν ήθελεν εκείνη ούτε για δούλαν της, να κάθητ' επάνω, με
+το λαμπρόν κυανομέταξον φουστάνι της, το χρυσοστόλιστον κοντογούνι
+με τας πλατείας και βαρυτίμους χειρίδας του, το αραχνοΰφαντον
+περιστήθιον με τας χρυσάς περιστεράς, ανταλλασούσας φιλήματα εν
+συμβολική παραστάσει· το μέγα γκόλφι λαμποκοπούν εκεί, επί
+γαλακτώδους τραχήλου ως αυγερινός ανατέλλων από λευκού συννέφου·
+το καινουργές φέσι με τον περίχρυσον θύσανόν του, περιθεόμενον υπό
+αφθόνων πλεξίδων καστανής κόμης! . . . Τι είνε αυτή; Η κόρη του
+Καινούριου είνε ή καμμιά Νεράιδα των παραμυθιών από εκείνες που
+έχουν τα παγώνια και τις πάπιες να φροντίζουν διά τα δροσερά των
+κάλλη· κ' έχουν τις Λάμιες ράπτριες των φορεμάτων κ' έχουν τους
+Δράκους ακοιμήτους προστάτας της ευμορφιάς και της τύχης των! Και
+τι τάχα καμώνεται πως δεν την μέλει, κ' έχει τόσην σεμνότητα επί
+του προσώπου κ' έχει τα βλέφαρα χαμηλωμένα, σαν να εντρέπεται και
+κινεί εδώ κ' εκεί την κεφαλήν εις προσκυνησμόν του πλήθους, το
+οποίον της εύχεται να ζήση και να γεράση; Μη θαρρεί πως γίνονται
+αυτά όλα προς χάριν της, για την ωμορφιάν της· μάτια μου! . . . Ας
+ήτο αυτή νύμφη η Ανθή κ' έβλεπες πόσον λαμπροτέρα θα ήτο η πομπή·
+πόσον περισσοτέρους θα είχε θαυμαστάς! . . .
+
+Αλλ' εις την σκέψιν αυτήν βαρύς νυγμός διεπέρασε την καρδίαν της
+λυγερής. Απετυπώθη ευθύς εις τον νουν της η πένθιμος εσπέρα του
+ιδικού της γάμου· η καταθλιπτική βαρύτης της ιδικής της χαράς! . . .
+Και η Ανθή απέσπασε βιαίως το βλέμμα από της Βασιλικής διά να
+εξαλείψη και την εικόνα, την αφόρητον από τον νουν της. Κ' αίφνης
+αντίκρυσε τον Γεώργιον μεταξύ των φίλων του βαδίζοντα, έκλαμπρον
+υπό την χρυσοστόλιστον εδυμασίαν και την αθηράν μορφήν του.
+
+Πρώτην φοράν τον έβλεπε με τόσην πολυτέλειαν στολισμένον. Όλας τας
+εισπράξεις του καλοκαιριού εκείνου τας εδαπάνησεν εις την
+γαμβριάτικην εδυμασίαν του ο νεαρός καρρολόγος. Τα μεϊτανογέλεκά
+του όλα από κυανούν βελούδον, κεντημένον με πυκνά κεντήματα διά
+λευκού μεταξωτού μπερσιμίου με τα μεγάλα κουμπιά και της
+κουμποθηλιές εις το στήθος, επάνω από το κολλαρισμένον και
+πιετόφορτον υποκάμισον, εκάθηντο στρωτά επί του κορμού κ' εχώριζον
+ως πλουμιστά όστρακα. Εις την μέσην το ζωνάρι πλατύ, μεταξωτόν με
+γραμμάς κυανάς και λευκάς εναλλάξ, φύλακας των χρωμάτων της
+εθνικής σημαίας, της οποίας το ιδανικόν δεν είχε σβεσθή ακόμη,
+έρριπτεν εμπρός αριστερά επί της φουστανέλλας τους πλουσίους
+θυσσάνους του. Απ' εκεί κατέβαινεν η φουστανέλλα μέχρι γόνατος
+πολύλοξη, κώθρος σωστός, κολλαρισμένη και σιδερωμένη επίτηδες εις
+Πάτρας, από τον διάσημον ελληνορράπτην της Επάνω Χώρας. Και κάτω,
+ενώ μεταξύ άφιναν να φαίνεται ολίγον το εκ δυμίττου εσώβρακον,
+άρχιζαν οι κάλτσες μωραΐτικες, με το αυτί επάνω προς το γόνα και
+κάτω προς τον άκρον πόδα καλύπτουσαι όλον το λουστρινένιον
+παπούτσι, πολυκέντητες διά του λευκού μεταξωτού σηριτίου περίγυρα
+και με τις ολόχρυσες καλτσοδέτες άνω της γαστροκνημίας.
+
+Εμπρός το σελάχι λουστρινένιον όλον, κεντημένο με πούλιες και
+τιρτίρια και χρυσογάιτανα, έδειχνεν εις μίαν του πτυχήν την
+αργυράν λαβήν μικρού μαχαιρίου και από μέσα μεταξωτόν μανδύλι
+κεραμόχρουν, μετριοφρόνως εσκέπαζε δίκανον πιστόλι του οποίου ο
+αστραπτερός χάλυψ επροδίδετο κάτω μιας πτυχής. Κ' επάνω το φέσι
+κατακαίνουργον, τσακισμένον αριστερά έρριπτε την φούνταν του
+μαύρην, γυαλιστήν σαν το πτερόν του κόρακος επί του ώμου και της
+καλοξυρισμένης παρειάς. Η λυγερή επερίμενε να έλθη ο Βρανάς
+υπερήφανος, αντικρύζων τα παράθυρά της, αυτήν την ιδίαν
+περιφρονητικώς, διά να δείξη την αγανάκτησίν του. Τον έβλεπεν όμως
+γαλήνιον, συνομιλούντα μετά των φίλων του, εύθυμον, αδιαφορούντα
+αν διέβαινε κάτω της παλαιάς ερωμένης του και προσηλούντα μετά
+γλυκύτητος το βλέμμα επί της νύμφης, ως άνθρωπος λησμονήσας πλέον
+το παρελθόν και τείνων προς το μέλλον, από το οποίον περιμένει
+ευτυχίαν και αφοσίωσιν. Η λυγερή εξουδενώθη. Τον ήθελεν ωργισμένον
+τον Βρανάν αλλά δεν τον υπέφερεν αδιάφορον. Μία ελαφρότης κατέλαβε
+το σώμα της· μαλακή θερμότης επέψαυσε την καρδίαν της, ως να
+ολιγόστευον αι δυνάμεις, ως να την παρήτει η ζωή. Τα μάτια της
+έκαιον κ' εσπαρτάριζον έτοιμα να χύσουν πύρινα δάκρυα. Αλλ' η
+λυγερή επέμενε καθηλωμένη εκεί, να βλέπη την πομπήν, η οποία
+έλαμπε κ' εθορύβει υπό τους πόδας της, προς πείσμα αυτής και
+μόνης. Και είδεν αίφνης τον Δημήτρην Καινούριον ο οποίος έκλειε
+την πομπήν με την άλλην ζυγιάν των τυμπάνων, να προσηλώση επί των
+παραθύρων της σαρκαστικόν το βλέμμα. Και ήκουσεν ευθύς το
+τυμπάνισμα ν' αλλάξη τόνον.
+
+ Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα θαν τα κάνω φορεσιά,
+ Να περνώ απ' τη γειτονιά σου να σου καίγω την καρδιά.
+
+Δεν ήτο γοργόν κ' εύχαρι πλέον. Ήτο τραχύ και σαρκαστικόν· ενείχε
+φιλέκδικον διάθεσιν και ανακραυγήν θριάμβου· κατάραν και γέλωτα·
+φοβερόν μίσος και ζήτησιν απολαυστικής γαλήνης. Όλα εκείνα τα
+οργίλα αισθήματα, όσα γεννώνται και συγκρούονται εις τα στήθη
+περιφρονηθέντος εραστού, ζητούντος διά της χαράς να λυπήση, διά
+της αβρότητας να καυτηριάση την ερωμένην, διετυπούντο εναργώς μέσα
+εκεί. Η λυγερή το ενόησε, το αντελήφθη όλον, παρετήρησε τα
+βλέμματα του πλήθους, τα οποία εκολλήθησαν μετά καταθλιπτικής
+περιεργείας εις τα παράθυρά της· τα τόσα πρόσωπα, τα οποία
+εξέφραζον την χλεύην και την χαιρεκάκιαν. Μαργαρίται ιδρώτος
+ανέβλυσαν επί του ωχρού μετώπου της και παράφορος ήρπασε διά των
+οδόντων τον βραχίονά της, δακγώνουσα μέχρις αίματος τας σάρκας διά
+να μην εκφράση το λυσαλέον άλγος της ψυχής της. Ω, όχι· δεν ήτο
+ανάγκη να στολισθή με της τριανταφυλλιάς τα φύλλα ο Βρανάς διά να
+κάψη την καρδίαν της ατυχούς γυναικός. Αρκετά την εμάρανεν έτσι!
+
+Η Ανθή ήκουεν ακόμη τόρα, μεταξύ των λυγμών της τους ήχους των
+τυμπάνων και διετήρει ζωηράν ενώπιόν της την γαμήλιον εκείνην
+πομπήν. Κ' αίφνης η ψυχή της προδιατεθειμένη εις την αυταπάτην,
+ενόμισεν ότι αυτή κατείχε την θέσιν της Βασιλικής επί του αλόγου
+και ωδηγείτο νύμφη εις το σπίτι του Βρανά. Έκλαιε ναι· αλλ'
+έκλαιεν από την χαράν, την μεγάλην ότι κατωρθώθη τέλος, εκείνο το
+οποίον επί τόσα έτη ωνειρεύετο η ψυχή της. Εφαντάζετο την γραίαν
+Αγαθήν ότι έστεκεν εκεί εμπρός εις την θύραν του σπιτιού της, διά
+να την δεχθή μετά χαράς νύμφην της· ότι της έδιδε καρπόν ροδιάς να
+τον θραύση εις τον τοίχον και να σκορπίση εκεί την ευτυχίαν όπως
+θα εσκορπίζοντο οι κόκκοι· ότι την ηνάγκαζε να περάση από το
+μαυρορμάνικον μαχαίρι που ήτο καρφωμένον ανάποδα εις το υπέρθυρον,
+διά να καθαρισθή από την βασκανίαν του πλήθους· να πατήση το
+σίδηρον που είχεν εις το κατώφλι διά να εισέλθη ισχυρά και
+άκαμπτος από τας επιβουλάς της τύχης εις την νέαν της
+οικογένειαν . . . Έβλεπε τον εαυτόν της όρθιον παραπλεύρως του
+Βρανά, με τα στέφανα ακόμη επί κεφαλής, να δέχεται τας ευχάς των
+φίλων· επανεύρισκε τον εαυτόν της εις τους φωτοβολούντας θαλάμους,
+μεταξύ ανδρών και γυναικών ευθύμων και ήκουεν επαναλαμβανόμενον το
+δίστιχον:
+
+ Ο γάμος καλορροίζικος κ' η νύφη καλομοίρα·
+ να κάμουν σερνικά παιδιά σαν της μηλιάς τα μήλα.
+
+Και δεν ήτο πλέον ψεύμα· δεν ήτο ονειροπόλημα! Η ευχή ετραγουδείτο
+δι' αυτήν — αυτήν και τον Βρανάν . . . Κ' αίφνης οι δακρύβρεκτοι
+οφθαλμοί της εθαμβώθησαν υπό τινος ερχομένου φωτός. Βεβαία, ήτο
+ώρα! Η γραία πενθερά κρατούσα λύχνον, ήρχετο πονηρώς γελώσα να την
+οδηγήση εις τον νυμφικόν θάλαμον . . . Έρχεται, έφθασε, καλή
+γρηούλα!
+
+ — Πού ήσαι, μωρή; έλα μέσα να κοιμηθής! . .
+
+Ποία τρομερά εξέγερσις! . . Ο Νικολός, ο χονδρός και βάναυσος
+Νικολός, κρατών λύχνον, απαίσιος υπό τον κεφαλόδεσμον και την
+νυκτικήν ενδυμασίαν του, ήτο εις την θύραν κ' εκάλει διά της
+τραχείας φωνής του εις ύπνον την λυγερήν. Και πώς ωμοίαζεν η φωνή
+του με το χλιμίντρισμα αλόγου θηλυμανούς! . . Δεν είχε τον
+τρυφερόν τόνον και την γλυκύτητα εκείνην, η οποία μεταφέρει τας
+γυναικείας ψυχάς εις ονειροπόλησιν του αγνώστου συζυγικού κόσμου,
+του περικαλύπτοντος το πραγματικώτερον των επιγείων με τον πέπλον
+σαπφειρίζοντος ιδανικού. Η Ανθή ήκουεν αυτόν από της εποχής της
+παρθενίας της ακόμη, με μίαν βάναυσον διέγερσιν όλου της του
+νευρικού συστήματος . . .
+
+Έτσι διέρρεεν ο βίος του Νικολού και της Ανθής· άχαρις, ατερπής
+και απρόθυμος, ως ρεύμα λαγκαδίου, δυσκολευόμενον από σαπησμένα
+βρύα και φθισιώντα λάχανα. Το σπίτι των δεν είχε την ευέλπιδα όψιν
+φωλεάς πτηνών, εν τω μέσω πρασίνου κισσού και ξανθού αιγοκλήματος
+τελούντων τους έρωτας και τας αγάπας των. Αλλά την βαρείαν κ'
+ερημικήν όψιν τρώγλης, ένθα αγριωπός πετρίτης κρατεί αναγκαστικώς
+εις τας ορέξεις του αθώαν και άχολον περιστεράν. Και ο τοιούτος
+συζυγικός βίος δεν επέδρασε μόνον επί των αισθημάτων, αλλά κ' επί
+του όλου ατόμου της Ανθής. Δεν εστείρευσε μόνον η καρδία, αλλά και
+ο νους επαχύνθη και το σώμα εξετραχύνθη. Ο νους έχασε την
+γοργότητα, την υψιπετή τάσιν του, παθών όλως αντίθετον εξέλιξιν
+της πεταλούδας. Νωθρός και βαρύς ανεκινείτο μόλις εις τον
+περιωρισμένον κύκλον του καθημέραν βίου, όπως ο σκώληξ του πηλού ο
+οποίος μόνον διά την τροφήν του φροντίζει. Το δε σώμα απέβαλε την
+ζωηράν και αγαλματώδη αυτού πλαστικότητα. Αι παρειαί έγειναν
+πλαδαραί· τα χείλη παχέα και πλήρη ραγάδων έχασαν την αγνήν των
+φρικίασιν· αι σάρκες ωγκώθησαν κ' εχάθη η λυγηρά οσφύς· το κατά τι
+ανδρικόν παράστημα το οποίον έδιδε χάριν εις την παρθενίαν της κ'
+έδιδεν ιδέαν της δρυάδος νύμφης των δασών, τόρα την μετέβαλεν εις
+ωργισμένην δράκαιναν φοβερού παραμυθίου. Μόνον τα μάτια της, τα
+μεγάλα εκείνα και κατάμαυρα, διετήρουν ακόμη την μαγικήν και
+μυστηριώδη έλξιν των — δίχως όμως της πριν παρθενικής αγνότητος.
+
+Την τοιαύτην εξέλιξιν του σώματος και της διανοίας της Ανθής,
+έβλεπε προ πάντων ευχαρίστως η Φρόσω. Η αγαθή χωρική, μεταξύ της
+ακμαζούσης αναπτύξεως του τέκνου της, επί του οποίου επίστευεν
+ακραδάντως ότι ο άγιος Γεώργιος έρριψε την προστασίαν του και του
+νωθρού και απράγμονος βίου του ανδρός της είχε μίαν φροντίδα, την
+φροντίδα της Ανθής. Ήτο θεία και αναγκαίως ώφειλε να λάβη την
+θέσιν της αποχωρησάσης μητρός εις τα δεινοπαθήματα της ανεψιάς
+της. Ήκουε τας θλίψεις της κ' έδιδε τας συμβουλάς της, φέρουσα
+πάντοτε ως παράδειγμα τον εαυτόν της . . . Ναι τον εαυτόν της! . .
+Θαρρείς ότι τον υπανδρεύθη θεληματικώς τον Σπυροκόκια, ένα
+βρωμερόν ντεμπελχανάν; Καθόλου· έφαγε ξύλον, έχυσε δάκρυα, της
+έσυρε τα χίλια-δυο ο κόσμος διά να μη τον υπανδρευθή. Τον
+υπανδρεύθη όμως, υπέκυψεν εις την μοίραν της και τόρα να — είνε
+ένα χαριτωμένον ανδρόγυνον που μακάρι και άλλοι! . . .
+
+Έτσι η Φρόσω συχνά κατώρθωνε να συγκρατή τας μεμψιμοιρίας και τα
+δάκρυα της ανεψιάς της. Αλλά δεν είχε μόνον αυτήν την φροντίδα. Η
+κηδεμονία μιας υπάνδρου δεν είνε αναπαυτικόν πράγμα εις τα χωρία.
+Ήτο ανάγκη να κλείση και τ' απύλωτα στόματα του κόσμου· να
+διαψεύση την χαράν των, θριαμβευόντων εκ του ασυμφώνου βίου του
+Νικολού και της Ανθής· κ' εν γένει να καλύψη διά ρόδων τας
+συριζούσας από παντού εχίδνας. Τούτο όμως δεν είνε εύκολον και η
+Φρόσω ματαίως εξήντλει την θορυβώδη ευγλωττίαν της και συνήπτε
+μάχας κρατεράς διά της γλώσσης της εις το Καλό πηγάδι και τ' άλλα
+κέντρα των γυναικείων συναθροίσεων. Αι αντίπαλοι πάντοτε
+απεδείκνυον αβάσιμα τα επιχειρήματά της.
+
+Τόρα όμως είχε βάσιμα επιχειρήματα η χωρική. Η πάχυνσις του
+σώματος και η νωθρότης του 'ς της Ανθής ήτο λαμπρά επικουρία. Διά
+την στείρωσιν της καρδίας δεν εφρόντιζε καθόλου. Εκ της πείρας του
+βίου εγνώριζεν η χωρική, ότι τούτο είνε απαραίτητος ανάγκη διά τον
+γαλήνιον βίον μιας υπάνδρου. Η πάχυνσις του σώματος μόνον δεικνύει
+εις τους ξένους την ήρεμον ζωήν την οποίαν απολαμβάνει η γυναίκα
+παρά του ανδρός της· και ο νωθρός νους περιορίζει αυτήν εις την
+εύκτακτον επίδειξιν του σπιτιού της. Και αντεπεξήρχετο λοιπόν
+κρατερώς εις τας δυσφημίας των γυναικών.
+
+ — Μωρ' εκείνη δεν περνάει καλά; κι' όπου καλό μου θέλει· μακάρι
+κι' άλλαις να είχαν τέτοια τύχη! . . . δεν βλέπουν πώς επάχυνε σαν
+θρεφτάρι! . . . Άφσε δα που είνε και 'ς το μήνα της! . . .
+
+Ανέφερε δε τούτο πομπωδώς κ' εσύσταινε την προσοχήν των αντιπάλων
+επί της εγκυμονούσης κοιλίας της Ανθής . . . Βεβαία, μία γυνή η
+οποία μετ' ολίγον θα γείνη μήτηρ δεν ημπορεί να τρώγεται με τον
+άνδρα της! . . .
+
+Αλλ' αν ο συλλογισμός ούτος δεν ήτο ικανός να πείση τας χωρικάς
+περί της ειρηνικής συμβιώσεως του ανδρογύνου Πικοπούλου· ήτο όμως
+σημείον ότι η Φύσις, η παντοδύναμος, ειργάζετο να κατορθώση αυτήν
+εις το μέλλον.
+
+Ανέτελλε τόρα η παραμονή του νέου έτους. Από του γάμου της η Ανθή
+ηρίθμει τον όγδοον μήνα και πολλαί συμπτώσεις έπειθον την
+πολύπειρον Φρόσω, ότι η ανεψιά της έμελλε τάχιστα να γείνη μήτηρ.
+Διά τούτο δεν παρέλειπε καμμίαν ευκαιρίαν διά να προεισαγάγη,
+ούτως ειπείν αυτήν, διά λόγων κ' επιχειρημάτων εις τον μέλλοντα
+βίον της· να της υποδεικνύη τα νέα της καθήκοντα. Η Ανθή ήκουε
+τους λόγους της θείας της μετά τινος γλυκείας χαράς· αλλά και
+περισσού τρόμου. Ποίον άρα γε θα ήτο το άγνωστον το οποίον μετ'
+ολίγον θ' απεκαλύπτετο ενώπιόν της; Θα ήτο μέγας ο αγών και θα ήτο
+ευτυχές το αποτέλεσμά του; θ' απελάμβανε θλίψεις ή χαράς εξ
+αυτού; . . . Μόνον αι ιδέαι αυταί κατείχον τόρα τον νουν της κ'
+εβασάνιζε δι' ερωτήσεων την Φρόσω.
+
+ — Α! μπα· δεν είνε τίποτε, καλότυχη· σαν να ειπής ένα λόγο·
+έλεγεν η χωρική.
+
+Αλλ' αυτόν τον λόγον πώς να τον είπη; αυτό ήθελε να μάθη η Ανθή. Η
+Φρόσω ήτο στρατιώτης, βαπτισθείς μυριάκις εις το πυρ της μάχης και
+συνηθισμένος τόσον που ν' αποτολμά παιγνίδι με τας σφαίρας. Ενώ η
+Ανθή ήτο νεοσύλλεκτος εν σπουδή, μεταξύ βαναύσων ύβρεων γυμνασθείς
+διά τον πόλεμον, τρέμων τους ανωτέρους του περισσότερον των
+σφαιρών και εις τον πρώτον πυροβολισμόν ανατινασσόμενος εις φυγήν.
+Διά τούτο μόλις ησθάνθη τας πρώτας ωδίνας, έντρομος και άπελπις
+εστράφη προς τον άνδρα, τον οποίον εγνώριζεν αδιάφορον επίσης. Διά
+πρώτην φοράν σήμερον κατενόει ότι εκείνος ο Νικολός ήτο ο
+καλήτερος φίλος, από τον οποίον ηδύνατο ν' αναμείνη την μεγίστην
+συνδρομήν. Εκάλεσεν ευθύς την Γκόλφω, την μικράν παιδίσκην, την
+οποίαν εκληρονόμησε παρά της μητρός της σχεδόν όπως και την
+κοφίναν του πλυσταρίου, και την έστειλεν εν σπουδή προς τον
+Νικολόν να του είπη την κατάστασίν της.
+
+ — Τι με θέλει; . . . ας κάμη όπως κάμη . . . έχω δουλειά! . . .
+
+Ο Νικολός έμεινεν απαθής εις την είδησιν της κορασίδος. Α! είχε
+δουλειάν η εμπορική εξοχότης της κωμοπόλεως! Ήσαν εκεί τόσοι
+αγορασταί· έμεναν ανεκτέλεστοι τόσαι παραγγελίαι! Ιδού μία του
+Στρατσίνου του εμπορίσκου Τραγανού, αποτελουμένη από εκατοντάδα
+δραμίων πεπέρεως, οκάδας ζάχαρη και ορύζης, μέτρων τινών σησάμου
+κ' ενός δέματος στρατσοχάρτου. Πώς να την αφήση ανεκτέλεστον ενώ ο
+πελάτης εβιάζετο να φθάση ενωρίς εις το χωρίον του και να
+μεταπωλήση τας προμηθείας του εις τους χωρικούς, οι οποίοι τα
+εχρειάζοντο διά τας εορτάς; Ζημιώνεται ο άνθρωπος εκ τούτου·
+ζημιώνεται και ο Νικολός, διότι πλέον δεν αγοράζει ο εμπορίσκος
+από το μαγαζί του. Κοιλοπονά η γυναίκα του· ας κάμη όπως κάμη! . . .
+
+Η Ανθή όταν άκουσε την απάντησιν του ανδρός της έφθασεν εις
+φοβεράν αγανάκτησιν.
+
+ — Να 'ς τα μάτια του! . . . εφώναξεν αγριωπή.
+
+Και βάναυσοι βλασφημίαι εκύλισαν από το στόμα της ακράτητοι, ως
+από καμμίαν τελματώδη πηγήν βρωμερά νάματα . . . Ω, ήτο πλέον
+γυναίκα η λυγερή!
+
+Αίφνης θόρυβος και φωναί ηκούσθησαν εις την σκάλαν. Η Ανθή ως να
+προεμάντευε κακόν τι έσπευσεν ευθύς γογγίζουσα έξω. Αλλ' εις το
+αλγεινόν θέαμα, το οποίον παρουσιάσθη ενώπιόν της, εξηπλώθη επί
+του πατώματος, ρήξασα φοβεράν κραυγήν.
+
+ — Τον άνδρα μου! . . .
+
+Ναι τον άνδρα της, τον Νικολόν Πικόπουλον μετέφερον επί εδράνου,
+ημιθανή κ' αιμόφυρτον εις το σπίτι του. Ενώ ησχολείτο να
+συμπληρώση τας παραγγελίας του εμπορίσκου κ' επί του πάγκου του
+όρθιος επροσπάθει να κατεβάση βαρύ δέμα στρατσοχάρτου από υψηλού
+ραφιού, παρεπάτησε κ' έπεσε κατά γης. Αλλά κατά την πτώσιν του
+βαρέως σώματός του έσπασεν η κνήμη του δεξιού ποδός· και το δέμα
+πεσόν κατεπλήγωσε την κεφαλήν του. Τόρα ανέβασαν αυτόν εις το
+σπίτι, τον εξήπλωσαν γογγίζοντα επί της κλίνης και ο ιατρός
+επροσπάθει να του παράσχη τας πρώτας βοηθείας. Ο Νικολός συνελθών
+και κατανοήσας την κατάστασίν του ήρχισε ν' απελπίζεται.
+
+ — Ωχ, ο μαύρος! . . θα πεθάνω, θα πεθάνω! . .
+
+Έστρεψε το βλέμμα· αλλ' επειδή δεν είδε πλησίον την γυναίκα του
+κατελήφθη υπό παραπόνου και ήρχισε να κλαίη. Τόρα κατενόει και
+αυτός, ότι μόνη η Ανθή ήτο εις θέσιν να του δώση το θάρρος και την
+ελπίδα της ζωής. Ούτε ο ιατρός, ούτε τ' άλλα πέριξ του φιλικά
+πρόσωπα ήσαν ικανά ν' απαλύνουν τους πόνους του, να διώξουν τας
+μαύρας σκέψεις του, ν' ανδρίσουν την ψυχήν του εις τας περιπετείας
+παρά μόνη η γυναίκα του με μίαν επίθλιψιν της χειρός, μ' ένα της
+χαμόγελο, μ' ένα βλέμμα. Κ' αίφνης συλλογισθείς την στιγμήν όπου
+απέπεμψεν αποτόμως την παιδίσκην από το κατάστημά του και ήκουσεν
+αδιαφόρως της γυναικός του τας ωδίνας, επίστευσεν ότι προς
+τιμωρίαν η Ανθή δεν ήρχετο τόρα πλησίον του· ότι χαιρεκακούσα διά
+το πάθημά του τον άφινε μόνον κ' έρημον, προς εκδίκησιν.
+
+ — Ανθή, γυναικούλα μου, πού ήσαι; . . . Μη μ' αφίνης έρμο τον
+κακομοίρη! . . . ωλόλυζε.
+
+Κ' επίστευεν αληθινά ότι ήτο έρημος, απερριμμένος εις μίαν τάφρον
+ως σκύλος αγωνιών, κ' εμεταμελείτο οικτρώς διά την πράξιν του και
+δεν ήθελε κανένα να γνωρίση από τους τόσους εν τω δωματίω· αλλά
+μόνον έκλαιε την εγκατάλειψιν της γυναικός του . . .
+
+Αίφνης φωναί θορυβώδεις ηκούσθησαν εκ του παρακειμένου δωματίου.
+Αλεπάλληλα και θυμώδη «ουά» εμαρτύρουν ότι η οικογένεια Πικοπούλου
+ηύξησε κατά έν άτομον, μικρόν και αδύνατον πλάσμα, το οποίον όμως
+από τόρα είχε τόσας απαιτήσεις! Του πατρός η περιαλγής μορφή
+εξιλαρύνθη ευθύς· μειδίαμ' ανεφάνη επί των ωχρών χειλέων του και
+λησμονών τους πόνους, ανέκραξε με συντετριμμένην αλλά περιπαθή
+φωνήν:
+
+ — Ανθή . . . παιδί μου! . . .
+
+Η Ανθή είχε γεννήση παιδίον εις τον Νικολόν. Η λιποθυμία εκείνη
+επί τη θέα του συζύγου της εις τοιαύτην κατάστασιν, μετέφερεν
+αυτήν ακόπως και αβλαβώς εις την θέσιν της μητρός.
+
+Όταν συνήλθε παρετήρησεν ότι εκείτο επί της κλίνης της, εντός
+θερμού δωματίου· ότι τρεις γυναίκες την επεριποιούντο και ότι
+είχεν εις το πλευρόν της μικρόν κλαυθμυρίζον βρέφος. Διά της
+φυσικής εκείνης ροπής, της ενυπαρχούσης εις την γυναίκα,
+κατενόησεν ότι το μικρόν εκείνο απείκασμα του ανθρωπίνου όντος, το
+ανοιγοκλείον εις το φως τα μάτια διστακτικόν και περίεργον και διά
+λεπτών φωνών ταράττον το δωμάτιον ήτο σαρξ εκ της σαρκός της, ότι
+ήτο παιδί της κ' εχύθη να το περιπτυχθή, ως να το εγνώριζεν από
+μακρού χρόνου.
+
+ — Παιδί μου, γκόλφι μου! . .
+
+ — Ας το, μωρή! . . θα το σκάσης· έλεγεν εις αυτήν η Φρόσω
+θριαμβεύουσα . . . Ε, δε σου 'λεγα πως είν' ένας λόγος! . .
+
+Ναι, ένας λόγος· αλλά πότε και πώς τον είπεν αυτόν τον λόγον! Τόρα
+μόλις ήρχιζε να σκέπτεται πώς και πότε το εγέννησεν αυτό το παιδί
+η Ανθή. Κ' αίφνης εσυλλογίσθη το πάθημά της, την φοβεράν πτώσιν
+της, κ' ηθέλησε να σηκωθή από την κλίνην να σπεύση έξω,
+επαναλαμβάνουσα την τρομεράν κραυγήν.
+
+ — Τον άνδρα μου! . . . πού είνε ο άνδρας μου! . . .
+
+Έτρεμεν όλη ως το φυλλοκάλαμον· ελησμόνει το παιδί της, την χαράν
+της. Μόνον τον άνδρα και την συμφοράν της ενεθυμείτο. Επί του
+ωχρού προσώπου της εζωγραφήθη τόρα έκφρασις πόνου, ως να είχε την
+προς τον Νικολόν αγάπην της ερριζωμένην από την πρώτην ημέραν του
+γάμου, και πριν ακόμη εις την ψυχήν της, και τόρα ανέδιδε τους
+υψιπετείς κ' ευρώστους κλώνους της. Δεν ήτο όμως η αγάπη· ήτο το
+μύχιον εκείνο αίσθημα του καθήκοντος, το οποίον ενυπάρχει από
+παιδικής ηλικίας εις την γυναίκα του αγρού και αναπτύσσεται από
+της ώρας του γάμου, καταλήγον εις τυφλήν προς τον άνδρα αφοσίωσιν.
+Η Ανθή δεν έβλεπε πάσχοντα τον Νικολόν, αλλά τον άνδρα· δεν
+ετρόμαζε διά το άτομον, αλλά διά την ιδέαν. Επειδή δε εις την
+ψυχήν της συνείθισεν από καιρού πλέον να βλέπη αυτά συνδεδεμέν'
+αναποσπάστως· να μανθάνη ότι η ευπειθής υπακοή προς το έν ήτο και
+υπακοή προς το άλλο, δεν εχώριζε πλέον τας αγάπας και τους φόβους
+της. Ματαίως τόρα η Φρόσω εξώρκιζεν αυτήν να μη κινηθή από την
+κλίνην της, διότι θα βλαφθή· να μη τρομάζη έτσι διότι θα
+φαρμακεύση το γάλα της κ' έλεγεν ότι ο σύζυγός της είχε μόνον
+στραγγαλίση τον πόδα κ' εκοίτετο ακίνητος εις το πλησίον δωμάτιον.
+
+ — Όχι, θέλω να τον ιδώ! . . . επέμενεν η Ανθή.
+
+Μόλις και μετά βίας κατεπείσθη να μη εξέλθη του δωματίου, όταν
+ήκουσε την φωνήν του Νικολού, παρακαλούσαν αυτήν να μείνη ήσυχη
+διά το πάθημά του. Και πόσον ήτο τρυφερά και περιπαθής εν τη
+παρακλήσει της η φωνή εκείνη του Διβριώτου! Αληθινά εκίνει την
+Ανθήν εις δάκρυα. Ο καϋμένος κι' αυτός να βγάλη το πόδι του! . .
+
+Από της ημέρας εκείνης ήρχισε νέος βίος εις το σπίτι εκείνο. Ο
+Νικολός, περιορισθείς υπό του ιατρού εις εντελή ακινησίαν διά την
+πρόσφυσιν του κοκκάλου, παρεπονείτο διότι δεν ηδύνατο να είνε
+πλησίον της γυναικός και του τέκνου του. Δεν παρήρχετο ώρα χωρίς
+να ερωτήση τους εισερχομένους εις τον θάλαμον της λεχούς, περί της
+καταστάσεως αυτής και του παιδίου, θέλων να μάθη και τας ελαχίστας
+λεπτομερείας της ζωής των· αν κοιμάται ήσυχος η Ανθή, αν κατεβλήθη
+πολύ ή αν ήτο εύρωστον το παιδί κ' έτρωγε το γάλα του. Οσάκις δε
+ήκουεν αυτό κλαίον, ανεστάτωνε διά φωνών το σπίτι ολόκληρον, καλών
+τας γυναίκας να σπεύσουν και να το καθησυχάσουν.
+
+ — Μα τι κάνεις έτσι, χριστιανέ, έλεγεν επιπλήττουσα αυτόν η
+Φρόσω· σώπα και κοιμάται η Ανθή που παράδειρε απόψε! . . .
+
+ — Καλά . . . σωπαίνω! . . . έλεγεν ο Νικολός ησύχως και περιδεώς·
+μα εκείνο το παιδί κάτι θα 'παθε . . .
+
+ — Δεν έπαθε τίποτα . . . παιδί είνε, θα κλάψη· μόν' σώπα!
+
+ — Σωπαίνω . . .
+
+Κ' εσιώπα, πολλάκις καλυπτόμενος όλος διά του εφαπλώματος, κλείων
+τα μάτια διά να κοιμηθή, θέλων να βουβαθή διά να μην ανησχήση την
+γυναίκα του. Η καϋμένη η Ανθή τι υποφέρει! . . . Κ' εκείνο το
+μικρό, τι κλαψιάρικο που είνε! . .
+
+Κάποτε, μεταξύ των τοιούτων σκέψεών του, ανέκυπτεν αίφνης άλλη τις
+σκέψις, οδυνηρά αυτή, η σκέψις περί του καταστήματός του, των
+εμπορικών του επιχειρήσεων, αι οποίαι όλαι εσταμάτησαν από την
+ημέραν του παθήματός του. Ο κυρ Παναγιώτης μόνον, δύο τρεις
+ημέρας, και τότε με ανυποφόρους πόνους, κατώρθωσε να υπάγη εις το
+μαγαζί· αλλά πάλιν επανέπεσεν επί των στρωμνών, μετρών προς τους
+κτύπους του κομβολογίου του τα «ωχ-ωχ!» και τα «αχ-αχ!» του. Είνε
+αληθές ότι το κατάστημα δεν έκλεισεν εντελώς. Ο μικρός υπηρέτης,
+Διβριώτης και αυτός, έξυπνος και με εμπορικόν πνεύμα ανώτερον της
+ηλικίας του, εξηκολούθει να πωλή τα είδη και να συνάζη χρήμα. Ο
+Σπυροκόκκιας δε, ο στενώτερος συγγενής, ενεθρονίζετο σοβαρός και
+αμίλητος καθ' εκάστην εσπέραν και τας Κυριακάς, όταν αυξάνη η
+πελατεία, προ του πάγκου, βοηθών τον μικρόν κ' επιβλέπων τας
+δοσοληψίας. Αλλ' ο ξένος πάντα ξένος είνε· αναπεύει αλλά δεν
+θεραπεύει. Έπρεπεν ο Νικολός να ήτο εκεί· να εποπτεύη με το
+εμπορικόν του βλέμμα την συναλλαγήν· να καταλάβη εκ πρώτης όψεως
+τα ελλείποντα είδη, ν' ανακαλύψη και διαλύση ευθύς μ' ένα λόγον
+τους εμπορικούς συνεταιρισμούς των αντιπάλων του . . . Κ'
+εξανάπτων αίφνης υπό εμπορικού οίστρου, ελησμόνει το πάθημά του
+και ανεκινείτο να σηκωθή, διά να σπεύση προς τ' απειλούμενα
+συμφέροντά του. Αλλά πόνος δριμύς της κνήμης ηνάγκαζεν αυτόν να
+μένη εις την θέσιν του οδυνηρώς γογγίζων.
+
+ — Αχ, ανάθεμά σε! ανάθεμά σε! ανάθεμά σε! . . .
+
+Αν όμως η κυρά Κανέλλα, η διάσημος μαμή της κωμοπόλεως, είτε η
+Φρόσω ανεφαίνετο αίφνης εις την θύραν του δωματίου, κομίζουσα το
+βρέφος, η πατρική καρδία του Νικολάου ευθύς εφαιδρύνετο· το
+πρόσωπόν του εξιλαρύνετο και άπλωνε τας χείρας κ' ελάμβανε το εν
+σπαργάνοις εκείνο μικρόν και το εχόρευε και το κατεφίλει. Και αν
+το μικρόν ανεκραύγαζεν έκπληκτον κ' εμειδία, ελησμόνει ο Διβριώτης
+ότι ήτο έμπορος κ' ενεθυμείτο μόνον με γλυκυτάτην απόλαυσιν ότι
+ήτο πατήρ — πατήρ ευτυχισμένος . . .
+
+Αλλά δεν συνέβαινε τούτο μόνον εις τον Νικολόν. Και η Ανθή εις την
+όψιν του μικρού αυτού όντος, του μειδιώντος και πεταλουδίζοντος,
+ελησμόνει ότι ήτο ατυχής ύπανδρος κ' ενεθυμείτο μόνον ότι ήτο
+ευτυχής μήτηρ. Παραδόξως επί του μικρού εκείνου και απαγούς ακόμη
+ατόμου, εύρισκον οι δύο σύζυγοι ως εις καθρέπτην τον εαυτόν τους,
+την ανθρωπίνην και πραγματικήν των υπόστασιν. Η Ανθή μάλιστα, εκ
+της λεπτής γυναικείας φύσεώς της, ανεύρισκε κάτι άλλο, το οποίον
+ουδέ καν εφαντάζετο η παχύδερμος ατομικότης του εμπόρου· ανεύρισκε
+τον άνδρα. Ναι· τόρα τον ανεγνώριζε και τον παρεδέχετο ως άνδρα
+της τον Νικολόν. Δεν εσκέπτετο πλέον αν ήτο αυτός ο κατάλληλος να
+καθέξη την θέσιν αυτήν εν τω βίω της. Δεν ήθελεν ο νους της ν'
+απασχοληθή εις τα παρελθόντα. Εσκέπτετο μόνον ότι αυτός την
+κατείχε τόρα, ότι ήτο πατήρ του τέκνου της, η δύναμις και η ψυχή
+της νέας της οικογενείας.
+
+Η Ανθή δεν ηδυνήθη να κρατηθή πλέον επί της κλίνης. Η ανησυχία, η
+αβεβαιότης περί της καταστάσεως του Νικολού την κατέθλιβον.
+Αδιακόπως έστρεφε το βλέμμα προς τον τοίχον, τον χωρίζοντα αυτήν
+απ' εκείνου, ως να ήθελε να περάση δι' αυτού και να ίδη την
+αληθινήν θέσιν του. Διά της φαντασίας έβλεπε το δωμάτιον εκείνο,
+την κλίνην, τον Νικολόν με τυλιγμένον πόδα, οικτρώς γογγίζοντα. Η
+ανυπομονησία της εκορυφώθη μικρόν κατά μικρόν και την τρίτην
+ημέραν, εναντίον των συμβουλών της μαμής, εσηκώθη κ' επήγε προς
+τον άνδρα της.
+
+ — Τι κάνεις; — καλά είσαι;
+
+Ήτο η πρώτη φορά από του γάμου των, κατά την οποίαν ωμίλει με
+τόσην γλυκύτητα και φροντίδα εις τον Νικολόν· και η φωνή της
+έτρεμεν υπό δειλίας κ' εντροπής, ως να ωμίλει προς ξένον.
+
+ — Δεν έχω τίποτα . . . θα περάση . . . Και συ πώς είσαι;
+
+Και του Νικολού η φωνή είχε τον αυτόν τόνον· ήτο παλμώδης κ'
+έτρεμεν εις τα χείλη του, ως πρωτοπείρου νεανίσκου ερωτική
+εξομολόγησις.
+
+Η Ανθή ήτο ισχυράς κράσεως και ταχέως ανέλαβεν εκ του τοκετού.
+Ήρχισε την παντοκρατορίαν της εις το σπίτι, μετά φιλεργίας και
+υπομονής και αυταπαρνήσεως. Από της αυγής μέχρι της εσπέρας δεν
+ανεπαύετο καθόλου· απησχολείτο ολονέν εις το πολυμέριμνον καθήκον
+της σπιτονοικοκυράς. Αλλά δεν εστενοχωρείτο εκ τούτου ούτ'
+εκουράζετο· τουναντίον έμενεν ευχαριστημένη κ' εύθυμος. Ήτο
+υπερήφανος διότι τρεις ψυχαί είχον ανάγκην των φροντίδων της κ'
+έσπευδεν εναλλάξ να γλυκάνη διά των περιποιήσεών της τα γηρατεία
+του πατρός, να παύση τα κλάυματα του παιδίου, να διώξη διά της
+ευθυμίας και της αβρότητος την απελπισίαν και στενοχωρίαν του
+ανδρός της.
+
+ — Μην κουνιέσαι και θα γειάνη! . . .
+
+Εγνώριζε πλέον ότι δεν ήτο εξάρθρημα, αλλά κάταγμα το πάθημά του
+κ' εφρόντιζε κατά τας συμβουλάς του ιατρού, να τον κρατή εις
+υπομονητικήν ανοχήν επί της κλίνης. Επειδή δεν ήτο δυνατόν να
+μετακινηθή ο τραυματίας κ' εστενοχωρείτο να μένη μόνος τας ημέρας,
+ότε η Ανθή ειργάζετο, είτε τας νύκτας η γυνή εσκέφθη να εύρη μέσον
+προς αγαλλίασιν του ανδρός της. Αφού δεν ηδύνατο ο Νικολός να
+υπάγη προς αυτήν, επήγεν αυτή προς εκείνον. Μετέφερε την κλίνην
+της εις το δωμάτιον του πάσχοντος, απέναντι την μίαν της άλλης.
+Επήγαινε συχνά κ' εχαροποίει διά της παρουσίας της το δωμάτιον του
+πατρός· αλλ' επήγαινε συχνότερον κ' έχυνε το ακτινοβόλημά της εις
+το δωμάτιον του ανδρός και του τέκνου.
+
+ — Έτσι δεν χάνει κανείς· εσυλλογίσθη.
+
+Κ' εκ του συλλογισμού της αυτού δεν ελησμόνει ούτε τον εαυτόν της.
+Αι πηγαί της αισθητικότητος της Ανθής πάλιν ήνοιξαν. Είνε αληθές
+ότι τόρα δεν ήσαν όπως κατά την παρθενίαν της διαυγείς και ήρεμοι.
+Ήσαν όμως και αυταί πηγαί ζωής, πηγαί ανθρωπισμού και αναπλάσεως,
+σύμφωνοι προς τον νέον της βίον.
+
+Επλησίαζε τόρα να παρέλθη τεσσαρακονθήμερον από της πτώσεως του
+Νικολού και του τοκετού της Ανθής. Ο ιατρός έδιδεν ελπίδας εις τον
+Διβριώτην περί της ταχείας αναστάσεως· η κυρά Κανέλλα έλεγεν εις
+την Ανθήν να ετοιμασθή διά να _σαραντίση._ Και η νεαρά γυνή
+ητοιμάζετο προθύμως. Εντός του θαλάμου του πάσχοντος, πλησίον του
+παραθύρου καθημένη, έκοπτε κ' έρραπτε νέον φόρεμα διά τον εαυτόν
+της και κυανόχρυσον μποξάν διά το τέκνον της. Σήμερον έρραπτε
+μικρόν εκ μουσελίνης σκουφάκι και η συγκίνησις, η χαρά, ο θρίαμβος
+εζωγραφίζοντο λαμπροί επί του προσώπου της. Οι τρομώδεις παλμοί
+της καρδίας της ανεφαίνοντο εις τους φρίσσοντας δακτύλους της,
+τους κρατούντας την βελόνην. Η Ανθή έρραπτε το πρώτον σκουφάκι του
+τέκνου της· δεν είνε μικρόν πράγμα! Μεθαύριον θα το έπερνεν εις
+την αγκαλιάν και θα επήγαινεν εις την εκκλησίαν! . . . Κ'
+εκάρφωνεν η μήτηρ χρυσούν θύσανον είς το κέντρον, χρυσά σειρίτια
+κύκλω και πούλιες αστραπηβόλους εδώ κ' εκεί, πλησίον των πρασίνων
+ανθέων της μουσελίνης. Βεβαία το χρυσούν πλησίον του πρασίνου
+ταιριάζει πολύ καλά . . . . Η Ανθή έσκυπτε κάποτε έξω του
+παραθύρου, βλέπουσα τους διαβάτας και τους πηγαινερχομένους εις το
+απέναντι κρασοπωλείον, αλλ' έστρεφε συχνότερον εντός του θαλάμου,
+κινούσα διά του ποδός το λίκνον του τέκνου της κ' επιδεικνύουσα
+μετά μειδιάματος το σκουφάκι εις τον άνδρα της.
+
+ — Σ' αρέσει;
+
+ — Ναι, ωραίο· έλεγεν ο Νικολός από της κλίνης του. Ξέρεις, να
+πέση σπειρί μέλι 'ς τη μούργα τέτοια δείξι κάνει· επρόσθετε μετά
+μικρόν ο Διβριώτης, επιμένων εις του μπακαλικούς του συνδυασμούς.
+
+Αλλά δεν εξηγείρετο πλέον διά την ταπεινήν αυτήν παρομοίασιν η
+αγανάκτησις της Ανθής.
+
+Αίφνης από του κρασοπωλείου ηκούσθη σιγαλόν τραγούδι,
+συνοδευόμενον από λεπτούς μεταλλικούς ήχους ταμπουρά. Η νεαρά γυνή
+έσκυψεν από το παράθυρον διά να ίδη. Κάτω το Σταυροπάζαρον ηπλούτο
+πέρα και πέρα έρημον. Ήτο καθημερινή και ο κόσμος όλος έλειπεν εις
+τας εργασίας του. Τα μαγαζιά ήσαν ορθανοικτα, με τα εμπορικά είδη
+έξω προς επίδειξιν κ' εμπρός των νυσταλέοι εχασμώντο εκ της
+απραξίας οι υπηρέται. Τα καφενεία κ' εκείνα εφαίνοντο έρημα, εκτός
+ενός όπου δύο τρεις εγρονθοκόπουν ένα τραπέζι, παίζοντες σκαμπίλι.
+Κάπου εφαίνετο κανείς διαβάτης μετά σπουδής ερχόμενος ν' αγοράση
+τρόφιμα διά τους εργάτας του. Εμπρός εις την θύραν του
+κρασοπωλείου όμιλος καρρολόγων, άλλων καθημένων εις τους πάγκους
+και άλλων ορθίων, εκράτει τα ποτήρια κ' έπινε. Μεταξύ αυτών ο
+Γεώργιος Βρανάς, στηριζόμενος επί ενός στύλου ράθυμος, έκρουε τον
+ταμπουράν κ' ετραγούδει ευθύμως:
+
+ Η καρδιά μου σαν σφαλίση δεν ανοίγει με κλειδιά,
+ Παρ' ανοίγει με κρασάκι, με κορίτσα και βιολιά!
+
+Ο Βρανάς επανηγύριζεν ακόμη τους έρωτάς του, την ευτυχίαν του. Ήτο
+ροδινός όπως πάντοτε κ' εύθυμος ως να του προσεμειδία ο πλούτος
+από παντού πέριξ, ως να μην ηυλάκωσε ποτέ το μέτωπόν του
+συλλογισμός λύπης. Και η φωνή του η λυγηρά, και αυτοί οι στίχοι
+του τραγουδίου ήσαν πιστοί διερμηνείς της ελαφράς κ' ευθύμου
+κατασκευής όλων των καρρολόγων.
+
+Αλλ' η Ανθή απεσύρθη αμέσως κ' έκλεισε το παράθυρον. Δεν της
+ήρεσεν εκείνη η ζωή! Παραλυμένη· όλο τραγούδια και ταμπουράδες και
+κρασί! . . Τι γούστο βρίσκουν αυτοί οι άνθρωποι σε τέτοια ζωή! . . .
+Δεν πηγαίνουν να δουλέψουν, να βγάλουν καμμιά πεντάρα να
+οικονομήσουν το σπίτι τους, παρά τρέχουν από κρασοπουλειό σε
+κρασοπουλειό! . .
+
+ — Ταμπουρά βαρείς — τι καλό θα ιδής! . .
+
+Η γυνή διέκοψε την σκέψην της ακούσασα τον Νικολόν, εν κουραστική
+χλεύη τονίζοντα το ρητόν και οικτείροντα δι' αυτού τους
+ευθυμούντας. Οι σύζυγοι συνηντήθησαν εις τας σκέψεις των, όπως δύο
+σώματα αντιθέτως ερχόμενα αλλά προωρισμένα υπό της φύσεως να
+συναντηθούν κάπου εις έν σημείον. Η γυναίκα έστρεψε και ητένισε
+τον άνδρα κατάμματα. Κ' αίφνης θορυβώδης και σπασμωδικός καγχασμός
+εξέφρασε την χαράν της.
+
+ — Δος μου το παιδί, μωρή· είπεν ο Νικολός εις την γυναίκα του.
+
+Εκείνη έλαβε το μικρόν από του λίκνου και το έδωκεν εις τον
+Νικολόν.
+
+ — Σαν φάμε την προίκα, τότες λογαριαζόμαστε! . . εξηκολούθησε
+μετ' ολίγον, ενώ εχόρευε το μικρόν.
+
+Η Ανθή ανεκίνει την κεφαλήν προθύμως παραδεχομένη τους
+συλλογισμούς του ανδρός της. Κ' αίφνης ησθάνθη έλξιν ακράτητον
+προς αυτόν και τους λόγους του. Απεμακρύνθη του παραθύρου κ'
+εκάθισεν επί της κλίνης του. Εβαρέθηκε πλέον ν' ακούη αυτούς τους
+μεθύσους· εκείνοι οι ήχοι του ταμπουρά έμπαινον εις τα νεύρα της
+και τα καταξέσχιζαν· εκείνα τα τραγούδια, την ετάρασσον! . . .
+Καλήτερα εκεί, κοντά εις τον άνδρα και το παιδί της. Της
+προσμειδιά ο ένας· της κάμνει λαμπρούς οικονομικούς συλλογισμούς ο
+άλλος.
+
+ — Και αργότερα, που λες, έρχονται 'ς τον κυρ Νικολό σου και
+βάνουν αμανάτι το κοντογούνι του γάμου! . . . επρόσθεσεν ο
+Διβριώτης υπερηφάνως.
+
+Η Ανθή ητένισε μεγάλως τον άνδρα της. Η δίψα του χρυσίου και ο
+πόθος της εξουθενώσεως των άλλων, έπαιζον εναλλάξ εις τα μάτια και
+των δύο. Η σκέψις ότι ο Βρανάς μίαν ημέραν, πτωχός και πεινασμένος
+θα προσέφευγεν εις τον άνδρα της· ότι η Βασιλική θα ενεχυρίαζεν
+εις αυτόν το πλούσιον κοντογούνι της, εκείνο το οποίον μετά τόσης
+υπερηφανείας έφερεν όταν ήτο νύμφη, εχαροποίουν την νεαράν
+γυναίκα. Ενόμιζεν ότι το έβλεπε τόρα το ανδρόγυνον εκείνο, το
+οποίον εκ περιτροπής διήγειρε την αγάπην και τον φθόνον της,
+ημίγυμνον και απλόνον επαίτιδα χείρα προς αυτήν, την
+αρχόντισσαν! . . . Κ' αίφνης η υπερηφάνειά της κατήντησεν εις
+χονδρόν εγωισμόν και κόμπον, διότι ήτο γυναίκα του Νικολού, ενός
+πλουσίου εμπόρου της κωμοπόλεως, εις του οποίου το σπίτι
+κατέφευγον οι πτωχοί και οι πεινασμένοι! . . . Και το βλέμμα της
+γυναικός προσεκολλήθη διψαλέον και περιέλουσε με θαυμασμόν και
+αφοσίωσιν και στοργήν τον Διβριώτην. Κ' αίφνης υπό ακρατήτου ορμής
+και πόθου καταληφθείσα, έκλεισεν εις τας αγκάλας της το παιδίον και
+τον πατέρα κ' εκόλλησε μακρόν και διάπυρον φίλημα επί της παρειάς
+του Διβριώτου . . .
+
+ — Πουλάκι μου! εψιθύρισε με φρίσσοντα χείλη.
+
+Η αφομοίωσις επήλθε πλήρης. Ό,τι δεν κατώρθωσαν αι θερμαί
+συμβουλαί της κυράς Παναγιώταινας κ' αι αδιάκοποι προσπάθειαι της
+Φρόσως, κατώρθωσε μόνη της η φύσις. Η Φύσις, η παντοδύναμος θεά, η
+όποια μικρόν κατά μικρόν παρήλλαξε το σώμα και προδιέθεσε την
+ψυχήν της Ανθής εις πλήρη συνεννόησιν μετά της ψυχής του
+Διβριώτου. Έτσι και εις τα φυτά των τροπικών, τα οποία
+μεταφυτεύουν εις τα ψύχη του Βορρά, χαρίζει νέας δυνάμεις,
+στερεοποιεί τας ρίζας των, ανδρίζει τους χυμούς και μικρόν κατά
+μικρόν μεταβάλλει και αυτό το είδος των, διά να δυνηθούν και
+ζήσουν εις την νέαν πατρίδα των. Και όπως ο περιηγητής κάτω από το
+ροδόδενδρον της Λαπωνίας μόλις αναγνωρίζει το ροδόδενδρον των
+Άλπεων· έτσι και τόρα, κάτω από την σημερινήν γυναίκα μόλις
+αναγνωρίζει ο παρατηρητής την άλλοτε λυγερήν.
+
+Η Ανθή δεν είνε πλέον όχι, η ονειροπόλος ερωμένη του Γεωργίου
+Βρανά· είνε η θετική σύζυγος, _η γυναίκα_ του Νικολού Πικοπούλου.
+
+ 1890.
+
+***
+
+
+
+Διά το _«οι στρατηλατούμενοι»_ αντί _«οιστρηλατούμενοι»_ που είνε
+εις την σελ. 67, όπως και τ' άλλα εις άλλες σελίδες _λάθη_,
+παρακαλούμεν τους αναγνώστας να μην είνε αυστηροί.
+
+
+
+
+Τιμάται δρ. 2.50
+
+
+Εν Αθήναις εκ του Τυπογραφείου της Εστίας 1896-1333.
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of The Willowy one, by Andreas Karkavitsas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WILLOWY ONE ***
+
+***** This file should be named 38285-0.txt or 38285-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/8/2/8/38285/
+
+Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH F3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.