diff options
| -rw-r--r-- | .gitattributes | 3 | ||||
| -rw-r--r-- | 34118-0.txt | 6477 | ||||
| -rw-r--r-- | 34118-0.zip | bin | 0 -> 155665 bytes | |||
| -rw-r--r-- | LICENSE.txt | 11 | ||||
| -rw-r--r-- | README.md | 2 |
5 files changed, 6493 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes new file mode 100644 index 0000000..6833f05 --- /dev/null +++ b/.gitattributes @@ -0,0 +1,3 @@ +* text=auto +*.txt text +*.md text diff --git a/34118-0.txt b/34118-0.txt new file mode 100644 index 0000000..8cf766e --- /dev/null +++ b/34118-0.txt @@ -0,0 +1,6477 @@ +The Project Gutenberg EBook of Gerodimos Pamphletes, by Argyris Eftaliotis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Gerodimos Pamphletes + +Author: Argyris Eftaliotis + +Release Date: October 23, 2010 [EBook #34118] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GERODIMOS PAMPHLETES *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, otherwise the spelling of the book has not been +changed. Bold Words have been included in &. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του +βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. + + + + +ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ + + + + +Φ Υ Λ Λ Α Δ Ε Σ +ΤΟΥ +ΓΕΡΟΔΗΜΟΥ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ +44 — ΟΔΟΣ ΣΤΑΔΙΟΥ — 44 +1897 + + + +ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ + + + +ΦΥΛΛΑΔΕΣ +ΤΟΥ +ΓΕΡΟΔΗΜΟΥ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ +ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ +1897 + + + +ΣΤ' ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΤΑ ΡΩΜΙΟΠΟΥΛΑ + + Αργύρης Εφταλιώτης. + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ + + + +Ταξίδευα, τώρα και τρία χρόνια, στ' Άγιο Όρος, και για +διασκέδαση, και για να κοιτάξω κάτι χερόγραφα. Και σκαλίζοντας +μια μέρα στη Βιβλιοθήκη, πήρε το μάτι μου δεμάτι χαρτιά +τυλιγμένα σε κεντημένο μαντίλι, με σταυρό απ' έξω, κι από κάτω +μεγάλα γράμματα, «Φυλλάδες του Γεροδήμου». + + — Τι χαρτιά είν' αυτά; ρωτώ τον Καλόγερο που με συνόδευε. + + — Και γω δεν καλοξέρω, αποκρίνεται ο Καλόγερος. Πέρασε +πρόπερσι ένας γέρος από δω, και τ' αφήκε. Δεν ήθελε να πη μήτε +πούθε ήρθε, μήτε πού πήγαινε. Είταν αμίλητος κι ακόντευτος. +Ξήγησε μόνο στον Ηγούμενο πως αυτά είναι τα χερόγραφά του, κι +όποιος περαστικός επιθυμεί ας τα διαβάση, κι όποιος τα διαβάση +από την αρχή ως το τέλος και του αρέσουν, μπορεί και να τα πάρη +μαζί του. + + — Και δεν τα διάβασε κανένας ως τώρα; + + — Κανένας. Τάρριξε ο Ηγούμενος μια ματιά, και μας είπε πως +είναι γραμμένα σε βάρβαρη γλώσσα. Τα κοίταξε κ' ένας καθηγητής +που ταξίδευε στα μέρη μας τις προάλλες, και σούφρωσε τα φρύδια +του και τα χείλη του σαν το χορτάτο που βλέπει ξερό ψωμί. + + — Είμαι περίεργος να τα δω και γω, είπα του Καλόγερου. + +Και κάθισα, κι' άρχισα να διαβάζω. Και βλέποντας ο Καλόγερος +πως δε μ' έπιανε αναγούλα και μένα, μόνο διάβαζα κι όλο +διάβαζα, με καλονύχτισε (είτανε βράδυ), και μου είπε, σαν +αποτελειώσω, να κλειδώσω και να φέρω το κλειδί στο κελλί του. + +Πρέπει να κοντεύανε χαράματα σαν ξανάδεσα τα χαρτιά στο πανί. +Τα πήρα στην αμασκάλη μου, έσβυσα το καντήλι, βγήκα και +κλείδωσα την πόρτα. Τρέχω στο κελλί και ξυπνώ τον Καλόγερο και +του δίνω το κλειδί. + + — Τα διάβασα όλα, του είπα, κ' είναι δικά μου. Ορίστε αυτό το +τάλλαρο για την καλωσύνη σου. Πηγαίνω τώρα στον αγωγιάτη μου, +να ξεκινήσω με τη δροσιά. Έχε γεια, και προσκυνήματα στον +Ηγούμενο. + +Κ' έφυγα με τα χαρτιά του Γεροδήμου μαζί μου. Είτανε χτήμα μου, +και δεν μπορούσε κανένας να μου τα πάρη. Μα οι Καλόγεροι είναι +παράξενοι κάποτες, και δεν ήθελα ν' αρχίσω λογομαχητά μαζί +τους, ανίσως και τους περνούσε υποψία πως κάτι αξίζουν αυτά τα +χαρτιά. Καβαλίκεψα λοιπόν τάλογο, κ' έφυγα. + +Σαν ήρθα στην Αθήνα, και τα ξαναδιάβασα, και μοναχός μου, και +με τους φίλους μου, αποφάσισα να τα δώσω και στο Κοινό. Μηγαρή +δεν είχα και του Γεροδήμου την άδεια; Ορίστε τι έγραφε επάνω +στο ξώφυλλο: + +«Αυτό το χερόγραφο δεν είναι μήτε αληθινές ιστορίες, μήτε +παραμύθια. Είναι και τα δυο. Όποιος το πρωτοδιαβάση ως το +τέλος, είναι ο κληρονόμος μου. Ας το κάμη ό,τι θέλει. Όποιος το +μισοδιαβάση και πη πως δε βρίσκει μερικές αλήθειες μέσα σ' αυτό +το παραμυθολόγι, και πως μερικά παραμύθια δεν είναι κι από +αληθινές ιστορίες αληθινώτερα, ας έχη το ανάθεμα, αμήν». + + Α. Ε. + + + +ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΔΗΜΟΥ + + + +Πρι διαβάσης τις φυλλάδες μου, Χριστιανέ που με πήρες στα χέρια +σου, ίσως θέλεις να ξέρης ποιος είταν ο Γεροδήμος. Ας σου +δηγηθώ λοιπό με λίγα λόγια τα πρώτα μου χρόνια, πριν καταπιαστώ +τις άλλες φυλλάδες. Όσο για τα κατόπι τα χρόνια, μπορείς και να +τα μαντέψης ως ένα βαθμό. Το παιδί θα σου δείξη τον άντρα. Δε +γνώρισα, και πιστεύω μήτε του λόγου σου δε γνώρισες άνθρωπο που +του άλλαξε τα καύκαλα ο καιρός. + + + + +ΠΡΩΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ + + + + +ΤΑ ΠΡΩΤΑ MOΥ ΧΡΟΝΙΑ + + + +Α' +ΜΑΝΝΑΣ ΓΥΙΟΣ + + + +Γεννήθηκα στο σπίτι της Μάννας Μου, σε νησί της Τουρκίας. Είταν +αυγή, πρώτο λάλημα πετεινού. Το δικό μου είταν το δεύτερο +λάλημα την αυγή εκείνη. Άκουσα πως σα με φάσκιωσε και με +κρατούσε στα χέρια της η μαμμή, έβλεπα το λυχνάρι, και στήλωνα +τα μάτια μου κατά το φως. Αυτό δε μου φαίνεται και παράξενο. Το +παράξενο είναι που σα μεγαλώσουμε δεν έχουμε τόση γνώση. Χρόνια +και χρόνια μπορεί να μένη λαός στο σκοτάδι, και σπίθα να δη, +σφαλνά τα μάτια του. Κι αλλοί στον που τίναξε τη σπίθα στη +μέση! + +Ο πατέρας μου συχωρέθηκε πρι να γεννηθώ... Είμουμα λοιπόν της +μάννας μου γυιός, και μ' εκείνην αρχίζω αυτά τα πρώτα μου +χρόνια. + +Και τ' αρχίζω με λίγα λόγια. Σκοπός μου, καθώς είπα, είναι να +γνωριστώ με την αφεντειά σου, αγνώριστε πατριώτη και κληρονόμε +μου. Να ξέρης ποιος είναι που σου αφίνει αυτή την παράξενη +σερμαγιά. Α σου πω πως είμαι ο Γεροδήμος, τίποτις δε θα +καταλάβης. Α σου πω πως είμαι λιγνός, μαυριδερός, άσκημος, και +λίγο κουτσός, τότες ίσως με ξανατυλίξης και στο μαντίλι, και +Θεός πια το ξέρει πότε θα διαβαστούν αυτές οι φυλλάδες! Ίσως +όταν χίλια χρόνια και δω γυρεύουνε χερόγραφα ν' αποδείξουν πως +και προ χίλια χρόνια βρισκότανε Ρωμιοί που πασκίζανε να γράφουν +τη γλώσσα τους. + +Εκείνο που ίσως πρέπει να ξέρης είναι τι λογής γυναίκα είταν η +μάννα μου, και με τι λογής μάτια μ' έμαθε να βλέπω τον κόσμο. +Και τότες με καλό αρχίζουμε τη δουλειά μας. + +Πρώτη φορά που φύλαξα την εικόνα της μάννας στο νου μου μέσα, +είτανε σα μ' ένιβε μια Κεριακή πρωί και με συγύριζε να με πάη +στην Εκκλησιά. Πρέπει να είμουν ως τεσσάρω χρονώ. Πώς πέρασαν +αυτά τα τέσσερα χρόνια, από την ώρα που πρωτοάνοιξα τα μάτια +μου, ως την Κεριακή εκείνη που μ' ένιψε η μάννα μου στης αυλής +τη βρυσούλα, είναι άγραφη ιστορία. Στο νου μου δε γράφηκε. Τι +να τη λέγω; Δανεισμένα λόγια θα λέγω. Το πολύ να πω πως δεν +υπόφερε το σπίτι μας από μεγάλο κακό, δεν ήρθε κανένας σεισμός +να το πλακώση, κανένας δανειστής να βουλώση τις πόρτες του, δεν +ήρθε πια κι ο χάρος να το ρημάξη. Τι θέλαμε άλλο; Τώρα που +είτανε χήρα, τύλιξε η δύστυχη η μάννα μου το κεφάλι της με τη +μαύρη τη μαγουλίκα, δούλευε στον αργαλειό, κ' έτσι ζούσαμε. Η +αδερφή μου η Άννούλα, έξη χρόνια μεγαλήτερή μου, κοίταζε τις +μικροδουλειές του σπιτιού, μου έκανε και την παραμάννα. Βλέπεις +τώρα πως είχα κι αδερφή. Τη ζωγραφιά της θα τηνε δης κατόπι. Τη +φυλάγω σε ξεχωριστή γωνιά της καρδιάς μου, με καντηλάκι +αναμμένο μπροστά της, που δε σβύνει ποτές. + +Πήγαμε λοιπό στην εκκλησιά εκείνη την Κεριακή. Εκεί, μέσα στο +γυναικίτη, μπροστά στο καφάσι, καθώς που έκανε το σταυρό της, +εκεί ανασήκωσα το πρόσωπό μου και την καλοείδα πρώτη φορά τη +μάννα μου, με μάτια που αφίνουν εικόνες μέσα στο νου. Είτανε +μαύρα ντυμένη. Τα μάγουλά της κατάχλωμα. Από τη χαμηλωμένη +ματιά της έσταζε τέτοια λύπη, που κοίταζες τα χείλη να δης τι +τρέμει, και κει έβρισκες την πίκρα ζωγραφισμένη. Αυτά όλα τα +μάζευα τότες και τάκρυβα στην καρδιά μου, να τ' ανιστορώ και να +τα νοιώθω τώρα που μήτε κείνη πηγαίνει πια στην εκκλησιά, μήτε +γω έχω τη δύναμη που μαζεύει λουλούδια της νιότης για την +ερημιά που τη λένε γεράματα. Αν είσαι και συ εξηντάρης, +αγνώριστε πατριώτη, πες μου, αν μπορής, πως δε βγάζεις και συ +τέτοιες εικόνες από το θυμητικό σου, όταν καθίζης στον ίσκιο +των χρόνων σου αδυνατισμένος κι αποσταμένος, να ξεκουραστής και +να δυναμώσης. Πες μου α δε βρίσκης παρηγοριά στα γλυκά τους τα +χρώματα, μα ας είσαι και φονιάς, κι αβοκάτος, και — δάσκαλος! +Πες μου α δε φωνάζη τότες κρυφή φωνή μέσα σου «Μάννα μου», κι +ας έμαθες να κλίνης το «μήτηρ», με το δυικό του μαζί! + +Τι παράξενο όμως, τίποτις άλλο να μη θυμούμαι σ' εκείνη τη +λειτουργία! Μήτε τον παπά, μήτε τους ψαλτάδες, μήτε +πολυελαίους, μήτε μανάλια! Τίποτις άλλο, παρά τη μάννα μονάχα! +Τη μαυροφόρα τη μάννα, και σύννεφα ολοτρόγυρα! Ξεχάστηκαν όλα +τάλλα, για την καλή σου την τύχη . . . + +ΣΗΜ. Εδώ αφίνουμε μερικά, που δεν φαίνουνται χρειαζούμενα για +το σκοπό του βιβλίου. + +... ανάδες μπορούνε να φανταστούν τι σημάδια μας αφίνουν +τα λόγια και τα καμώματά τους, τι φυλαχτήρια καταθέτουνε στην +καρδιά μας, έπρεπε κι από βασίλισσες να γίνουνται πιο +περήφανες. Να ξέρουνε μόνο πως σαν αναπαύουνται στο μνήμα θα +σπαρταράη ζωντανή μια τους πράξη, ένα τους χάδεμα στο νου του +παιδιού τους, — τι άλλο θέλουν! Ποιος μεγάλος του κόσμου +τεχνίτης αφίνει τέτοια σημάδια αθάνατα! Ποιος ποιητής, ή +φιλόσοφος, ή και — &δάσκαλος&! + +Άλλα δυο χρόνια πρέπει να κολυμπούσα στα παιδιακήσια μου χρόνια +σαν ψάρι στα γαλανά του νερά, και κόσμο δεν έβλεπα παρά σαν +πηδούσα κάποτες απάνω στο κύμα και κοίταζα στον αέρα πότε +αχτίδες, πότε σκοτάδι. + +ΣΗΜ. Κ' εδώ αφίνουμε μερικές σελίδες. + + + +Β' +ΠΡΩΤΕΣ ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΙ ΠΟΝΟΙ + + + +Περνούσαν ως τόσο τα χρόνια. Τον ένοιωθα πια τώρα τον εαυτό +μου. Ήξερα πως είμαστε φτωχοί, πως έπρεπε να δουλεύη άνθρωπος +για να ζήση, πως γι' αυτό δούλευε η μάννα μου, και πως σα +μεγαλώσω θα δουλεύω κ' εγώ. Δηλαδή τόξερα, καθώς ήξερα πως κάθε +βράδυ βασιλεύει ο ήλιος και βουτάει στο πέλαγο. Το &γιατί& τους +δεν το απείκαζα· το &γιατί& γλυκοχαράζει κατόπι, κι αυτό όχι +πάντα. Στα παιδιακήσια τα χρόνια τα παίρνουμε καθώς φαίνουνται +όλα. Ζωγραφιές μαζεύουμε, και τίποτις άλλο. Μα αυτό δεν πάει να +πη και πως δε νοιώθουμε κόσμο. Παιδί δεν είνε που δε σκαρώνει +ένα μικρόκοσμο γύρω του, με τους φίλους του, με τους εχτρούς +του, άλλους να του ζητούνε δανεικά, άλλους να τονε ζουλεύουν, +άλλους να τον κατατρέχουν, κι άλλους να τονε διαφεντεύουν. +Παιδί δεν είνε που δεν έχει τις συλλογές του, τις πίκρες, τις +στενοχώριες. Ποίος δε θυμάται σπάσιμο παιχνιδιού, φταίξιμο που +δεν κρύβεται, ποιος δεν έννοιωσε κοφτερό μαχαιράκι στην καρδιά +του σαν έφευγε κανένας αγαπημένος από το σπίτι, ή κι από τη +γειτονιά; Εγώ τονε θυμούμαι ακόμη το φίλο μου το Ζανούλη σαν +ταξίδευε για την Ίμπρο με τον πατέρα του. Ράγιζε η καρδιά μου. +Είτανε βράδυ όταν με πλάκωσε η θλίψη αυτή. Η Αννούλα συγύριζε +το τραπέζι και τραγουδούσε το καινούριο το τραγούδι της Λενιώς +του Καλαφάτη. Κ' η μάννα, για να με κάμη να λησμονήσω τον πόνο +μου, άρχισε να μου δηγάται την ιστορία του τραγουδιού. Μου +παράστηνε κάτι Τούρκους που έρχουνται από την Ανατολή και +φέρνουνε χαλασμό. Πατούνε σπίτια και πύργους, σκοτώνουνε +χριστιανούς, κλέβουν τα παιδιά τους, και τα παίρνουνε στην +Ανατολή και τα τουρκέβουν. Σαν πέτρες έπεφταν αυτά τα λόγια στο +μικρό μου κεφάλι. Ξεχνώ την ιστορία της Λενιώς, κι αρχίζω και +ρωτώ χίλια άλλα πράματα. Γιατί τους αφίνουμε τους Τούρκους και +τα κάμνουν αυτά; Πώς δε λέμε του Δεσπότη να τους παιδέψη; Και +σαν τουρκέψουν, τι γίνουνται τα παιδιά; Κ' η μακαρίτισσα μου τα +ξηγούσε όλα με υπομονή, πως αυτοί είναι πιώτεροι από μας, πως +είνε αφεντάδες αυτοί, πως εμείς άλλο φίλο δεν έχουμε παρά το +Θεό, κι ο Θεός θα μας γλυτώση μια μέρα από τους Τούρκους, καθώς +μας γλύτωσε από το θανατικό πρόπερσι. + +Με θεράπεψε η προφητεία αυτή. Ο Θεός θα μας γλυτώση. Ένα +φύσημα, και θα τους πετάξη όλους στη θάλασσα. Εμείς θα +καθούμαστε στα μιντέρια, κι αυτοί θα πετούν και θα φεύγουν. + + — Ως τόσο τι την έκαμαν τη Λενιώ; ρωτώ άξαφνα. + +Εκείνη την ώρα, να και μπαίνει ο γερο-Βασίλης. Ο γέρο Βασίλης +είχε παρμένο αποκοπή το χτήμα μας στην αγαπημένη αυτή την εξοχή +που περνώ τώρα τα γερατειά μου, και που τη λένε Μεσοβούνι. +Ερχότανε συχνά το βράδυ, και δειπνούσε μαζί μας. Πρόσχαρος +γέρος, λίγα λόγια με ξένους, πολλά με δικούς. Μπορούσε να +πηδήξη σε πηγάδι για να γλυτώση σκυλί, μα είταν καλός και να +ξαντερώση κλέφτη, αν τον έπιανε σταμπέλι. Κατοικούσε στο χτήμα, +στο ίδιο μέσα το καλύβι που γράφουνται αυτές οι φυλλάδες, +χτισμένο σε χρόνους που δεν τους έφταξε μήτε κείνος. Και τώρα +που είτανε χειμώνας, ανέβαινε στο χωριό. Έτρωγε, κουβέντιαζε, +κ' ύστερα πλάγιαζε· και το πρωί, πρι να φέξη, είτανε φευγάτος +με το ζεμπίλι του. + +Έμπαινε λοιπόν ο Βασίλης εκείνη τη βραδιά, κι από το +συνηθισμένο του πιο γελαζούμενος. Είταν καλός ψαράς, και +θαρρέψαμε πως μας έφερνε μεγάλη αρμαθιά σαργούς. Μα το ζεμπίλι, +άλλο από μαύρες ελιές δεν είχε. + + — Τι τρέχει, γέρο, και μας έρχεσαι απόψε τόσο χαρούμενος; +ρωτάει η μάννα. + + — Τηνε βρήκα τη Λενιώ και την έφερα πίσω άρρωστη, χλωμή, +αδυνατισμένη, μα απείραχτη και τιμημένη σαν τη δροσιά πας στο +φύλλο. Ο Θεός της έστειλε την αρρώστια και τηνε γλύτωσε από τα +καταραμένα τους νύχια. Δέκα μέρες βασανιζότανε στου Καρά +Μεχμέτη την κούλα, που τηνε φύλαγαν κρυμμένη ώσπου να γιάνη, μα +πήγαινε από το κακό στο χερότερο. Έτρεμε μερονυχτίς σα να +είτανε μαγεμένη. Μα εγώ θαρρώ πως είχε την Παναγιά μέσα της και +τηνε βοηθούσε. Είπανε να την ξεκάνουνε, μα το είχαν προσταγή +από τον αφέντη τους να μην την αγγίξουν ώσπου νάρθη στο δικό +του χαρέμι. Φωνάζουνε λοιπόν τον άγιο τους τον Ντεντέ να τη +διαβάση και να τη γιατρέψη. Τη βλέπει ο Ντεντές και λέει πως +αυτή γιατρεμό δεν έχει, γιατί κρατάει Τίμιο Ξύλο απάνω της, που +θα τη φυλάη μισοζώντανη ώσπου να γυρίση σπίτι της. Αυτός δεν +τολμούσε να ταγγίξη το Τίμιο Ξύλο, κ' είπε και τους άλλους να +μην ταγγίξουνε, γιατί θα γίνουνε σκόνη εκεί που στέκουν. Την +παίρνουνε λοιπόν τη Λενιώ βράδυ βράδυ και τη βγάζουν όξω, και +την αφίνουν ίσια ίσια κοντά στ' αμπέλι μας, στην ακρογιαλιά. +Εγώ τότες ακούγω κλάματα, και πάω να δω τι τρέχει. Χώνουμαι +ανάμεσ' από τις καλαμιές, σκύβω, και τι να δω! Τη Λενιώ του +Καλαφάτη! Την ανέβασ' από τον τοίχο κρυφά κρυφά. Δεν ήξερ' +ακόμα τι έτρεχε, θάρρεψα πως τους ξέφυγε η μικρή. Την πήρα στο +καλύβι, και ρωτώντας την έμαθ' αυτά που σας είπα.. Μου τάλεγε +κλαίγοντας. Δεν το καλοπίστευα πως έβλεπα τη Λενιώ. Και σα +συλλογιούμουν από τι Κόλαση γλύτωσε, ανέβαινε μεγάλος κόμπος +εδώ στο λαιμό μου, και μ' έπνιγε. Ως τόσο σκοτείνιασε, κ' είταν +ώρα να τηνε φέρω και στο χωριό. Τράβηξα αγάλι' αγάλια, με τη +Λενιώ στον ώμο, δώδεκα χρονώ μαραμένο λουλούδι. Ακόμα έτρεμε, +μα όχι πολύ. Της είχα δώσει και μιαν αλισφακιά στο καλύβι. Να! +ακούτε; ανοίξτε το παράθυρο ν' ακούστε. + +Κι άνοιξε η μακαρίτισσα το παράθυρο, και τρέξαμε η Αννούλα και +γω κατόπι της, κι ο γέρο Βασίλης μαζί μας, και σκύψαμε, κι +ακούσαμε στο βαθύ το σκοτάδι φωνές, τσιριχτά, κλάματα, γέλοια, +κάθε λογής ταβατούρι κατά το σπίτι του Καλαφάτη. Κλείσαμε το +παράθυρο και καθήσαμε πάλι μέσα. Η μάννα μου είταν κατάχλωμη. Η +Αννούλα αναρρουφούσε. Ο γέρος με πήρε στα γόνατά του και μου +άρχισε άλλα λόγια. Κάτι πρέπει να κατάλαβε από τη θωριά μου ο +γέρος. Στρεφογύριζε ο νους μου, θαρρούσα πως κάποιο μεγάλο +μυστήριο ήρθε στον κόσμο· πως σηκώθηκαν οι πεθαμμένοι, και +πέθαναν οι ζωντανοί. Οι φωνές εκείνες από μακριά, μες στο +σκοτάδι της νύχτας, ύστερ' από τέτοια δήγηση, το κόψανε σα γάλα +το αίμα μου. Τίποτις άλλο δε θυμούμαι της βραδιάς εκείνης παρά +πως με σήκωσαν και με βάλανε στο κρεββάτι. + + + +Γ' +ΠΡΩΤΗ ΛΑΧΤΑΡΑ + + + +Είπαμε πως είτανε χειμώνας, και χειμώνας βαρύς. Ξύπνησα την +αυγή και τουρτούριζα. Έτσι θάτρεμε κ' η Λενιώ, είπα στο νου +μου. Σφύριζε ο βοριάς στα παράθυρα. Είταν ακόμα σκοτάδι, μα η +καντήλα μισόφεγγε μπροστά στα κονίσματα. Ακούγοντας θόρυβο +κάτω, σηκώθηκα και κατέβηκα. Το γέρο ζητούσα να μου την αποσώση +την τρομερή την ιστορία, μα είτανε φευγάτος ο γέρος. Άλλον +τρόπο δεν είχε παρά να καταφέρω τη μάννα να μου το δηγηθή το +κλέψιμο της Λενιώς. Και σαν έστρωσε η Αννούλα το τραπέζι, και +καθήσαμε, την παρακάλεσα τη μακαρίτισσα να μου τα ξηγήση. + + — Α μου το τάζης πως δε θα φοβηθής πάλι, σου τα λέω, μου +κάνει. Ήρθαν τις προάλλες μια βαρκιά ζεϊμπέκια από πέρα σ' ένα +τούρκικο γάμο. Χορεύανε μια βραδιά γύρω στο μασαλά. Πήγαν όλοι +να τους δουν, πήγε κι ο Καλαφάτης με την κόρη του. Το είδαν οι +ζεϊμπέκοι το κορίτσι, και βαλθήκανε να το κλέψουν και να το +πάρουνε στην Ανατολή. Τέλειωσε ο γάμος, έφυγαν τα ζεϊμπέκια, μα +έμειναν πίσω δυο τρεις τους· και μια μέρα, καθώς πήγαινε η +Λενιώ στο Σκολειό, την πιάνουνε σ' ένα παράμερο σοκάκι, την +παίρνουν και φεύγουνε. Δέκα μέρες δεν ακούστηκε η Λενιώ. Την +έκλαιγαν οι δικοί της, την τραγουδούσε ο κόσμος, Τάλλα τάκουσες +από το γέρο Βασίλη. Τρώγε τώρα τις τηγανήτες σου. + +Πού όμως τηγανήτες, που τους έβλεπα τους Τούρκους να βάζουν τη +Λενιώ στο σακκούλι τους και να φεύγουν! + +Ξημέρωσε ως τόσο, και τοιμάστηκε η μάννα μου να πάη να δη και +κείνη την Καλαφάταινα. Του κάκου την παρακάλεσα να με πάρη και +μένα. Μ' άφησε κλαμμένο κι απαρηγόρητο, που δεν μπορούσα, να τη +δω τη Λενιώ. + +ΣΗΜ. Εδώ δηγάται κι άλλα ο Γεροδήμος, που δε φαίνουνται και +πολύ σπουδαία, ώστε ταφίνουμε. + + — Θαρρώ πως πιώτερο θες να δης τη μικρή παρά το Σκολειό, μου +λέει η μακαρίτισσα, σαν είδε πως ήθελα και καλά ναρχίσω +Σκολειό. Περίμενα πρώτα να γυρίση ο χρόνος. Μα ας είναι κι απ' +αύριο. Να ο φύλακάς σου. + +Κ' ανοίγει σερτάρι, και βγάζει μαύρο τσόχινο φύλακα με χρυσά +γράμματα κολλημένα απάνω. Τον πήρα το φύλακα, και κοιμήθηκα +μαζί του εκείνη τη νύχτα. + + + +Δ' +ΣΚΟΛΕΙΟ + + + +Κι από τώρα αρχινάει το Βασανιστήριο που μια και για πάντα +στρεβλώνει κάθε ρωμιόπουλο, η κόλαση που στεγνώνει και ζαρώνει +το νου του ώσπου γίνεται μούμια, μούμια που βγαίνει κατόπι στον +κόσμο φασκιωμένη με τον πάπυρο του Δασκαλισμού, και στολισμένη +με τα κουδούνια κορακίστικης γλώσσας, που πρι να πατήση μέσα σε +Σκολειό δεν την ήξερε, που τέλεια ποτές δεν τη μαθαίνει, επειδή +κανένας δεν ξέρει πούθε αρχινάει και πού τελειώνει αυτή η +γλώσσα· αγκαλά κι' αν μπορούσε να τη μάθη, δε θα του χρησίμευε +και πολύ, αφού τίποτις δικό του δεν έχει να πη και να γράψη, δε +διδάχτηκε να συλλογιέται απατός του, μόνο πηγαίνει κατά τα +γραμμένα τα βιβλία. + +Κ' έτσι βγαίνει το παλικάρι στον κόσμο, κι από την πολλή την +«παιδεία» σκοντάβει στο παραμικρό πετραδάκι που βρεθή απάνω στο +δρόμο του. Δε νοιώθει καλά πού πατά, — τη γεωλογία την ξέρει +μοναχά από το λεξικό πως υπάρχει. Δεν πολυαξίζει το ψωμί που +τρώει, — τη γεωργία την έχει για πρόστυχη τέχνη. Μια σφυρίχτρα +δεν είνε άξιος να φυσήξη. Μια κουκουβάγια δεν ξέρει να +ζωγραφήση. Μια γροθιά δεν μπορεί να δώση. Ένα πράμα έμαθε +μοναχά, πως «Αρχή Σοφίας φόβος Κυρίου». Δηλαδή ξέρει πως εδώ +υπονοείται το «εστί». Αυτό ξέρει, κι αυτό όχι πάντα. + +Ας ταφήσουμε όμως αυτά τα λυπητερά για την ώρα, κι ας γυρίσουμε +πάλι στην ιστορία μας. + +Είτανε Δεκέβρης μήνας, τα κρούσταλλα κρεμιούνταν από τις στέγες +των σπιτιών σα χταπόδια, ο βοριάς ξύριζε και σπανούς, την +αναπνοή σου την έβλεπες μια πήχη μακριά μπροστά σου, οι +πουλητάδες φωνάζανε στους δρόμους κι' από το συνηθισμένο τους +πιο μεγαλόφωνα, ίσως να ζεσταθούν, κ' εγώ έβγαινα μαζί με την +Αννούλα και με το φύλακα στη μασκάλη να πάγω Σκολειό. Συμμαζεμό +δεν είχα από την πολλή τη χαρά. + +Γυρίσαμε μερικούς δρόμους, περάσαμε κοντά από τα Τούρκικα, +είδαμε το σοκάκι που κλέψανε τη Λενιώ, ανεβήκαμε τον ανήφορο, +μπήκαμε σε μια κόκκινη πόρτα, και βρεθήκαμε στην αυλή του +Σκολειού. + +ΣΗΜ. Εδώ δηγάται τα πρώτα του μαθήματα και παθήματα ο +Γεροδήμος, που τον κακομεταχειρίστηκε ο δάσκαλος, κ' έφυγε. Τα +ίδια περίπου και στο πέμτο το κεφάλαιο. Δεν είναι μεγάλη ανάγκη +να ξαναγραφούν αυτές οι σελίδες, και τις αφίνουμε. + + + +ΣΤ' +ΚΑΡΑ ΚΟΛ, ΧΑΖΙΡ ΟΛ! + + + +Ως τόσο δεν αργήσανε ναρθούν τα Χριστούγεννα. Τα φορέματα που +μου τοίμαζε τώρα και δυο βδομάδες η αδερφή μου είτανε βαλμένα +κοντά στο προσκέφαλό μου, να τα βρω την αυγή σα με ξυπνήσουνε +να με πάρουνε στην εκκλησιά. Σηκωθήκαμε τρεις ώρες πρι να +ξημερώση. Το «κόλι» ακόμα φώναζε από το κάστρο, και τάγρια +λόγια του αντιλαλούσανε στον αέρα: «Καρά Κολ, Χαζίρ ολ!» +Μούγκριζε το κόλι σα θεριό που ξυπνάει τη νύχτα για να τρομάζη +τον κόσμο· μουγκρητό κι από του λιονταριού τρομερώτερο. + +Μα όχι, δεν είναι το Κόλι θεριό. Είναι αναστημένος προφήτης που +βγαίνει από το μνημούρι του, κι ανεβαίνει στην Τάμπια, και +φωνάζει πως εδώ, εδώ είναι η Κόλαση η αληθινή, κι όχι στον κάτω +τον κόσμο. «Καρά Κολ, Χαζίρ ολ!» Μην τους χαρίζετε τίποτις +αυτούς τους σκλαβωμένους αμαρτωλούς, λέει η άγρια η φωνή του +Προφήτη. Τους πρέπουνε μεγάλα και φριχτά βάσανα. Στον άλλον τον +κόσμο τόση πίσσα δε βράζει. Εκεί βασανίζουνται οι ψυχές για +μικρά κρίματα. Εδώ είναι που πλερώνουνται οι μεγάλες οι +αμαρτίες. Στα χέρια σας, ω πιστοί, είναι δοσμένη η φοβερή η +αγγαρεία, να τους τυραννήτε τους κολασμένους. Μην κοιμάστε, κι +ας είναι και νύχτα. Όπου κρυφοστενάζουν οι κολασμένοι, εσείς, +«Χαζίρ ολ!» + +Αυτά κι' άλλα τέτοια μου είπε το Κόλι πολλές φορές. Τώρα άκουγα +μονάχα το μουγκρητό, κι ανατρίχιαζα. Η μάννα μου μ' έντυνε, κ' +εγώ άκουγα ταγριεμένο το Κόλι. + +Άξαφνα, — Νταγκ! Χτυπάει και το σήμαντρο! Ανάσανε η ψυχή μου! +Να που ζούσε και κάποιος άλλος στον κόσμο έξω από το Κόλι! Ο +γέρος ο Παπά Νικοδήμος, που μας προσκαλούσε να πάμε να +προσκυνήσουμε το Χριστό που γεννιέται. + +Πήραμε το φανάρι, και βγήκαμε. Στον ουρανό λαμπρή ξαστεριά· +κάτω στη γης, σκοτάδι βαθύ. Περνούσαμε τους στενούς δρόμους +αμίλητοι σα φαντάσματα. Έτρεμα από το κρύο, κι' από την κρυάδα +της νύχτας εκείνης. Ο χειμώνας συντρόφευε με το Κόλι, να με +τρομάξουν. Άκουγα το μουγκρητό και περπατούσα βιαστικά και με +ψεύτικο θάρρος. Και μόνο παρηγοριούμουν κ' ησύχαζα σαν έπεφταν +του φαναριού η αχτίδες σε κανέναν τοίχο, σε καμιά πόρτα που +γνώριζα. Μου φαινότανε σαν κάποιος φίλος που μούλεγε, — Κοντά +σου είμαι, και μην τρομάζης. + +Ακόμα λίγο, και φτάξαμε. Ανεβήκαμε το νάρθηκα, και μπήκαμε +μέσα. Είμαστε από τους πρώτους. + + + +Ζ' +ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ + + + +Ο Παπα Νικόδημος γύριζε ακόμα, δω και κει κ' έδινε προσταγές +του Καντηλανάφτη. Δεν ανεβήκαμε στο γυναικίτη. Σταθήκαμε στη +γωνία των γριών, σιγά σιγά μαζεύτηκε κι ο άλλος ο κόσμος. Ήρθε +κι ο δάσκαλος, κ' έπιασε το στασίδι του δεξιού του ψάλτη. Κι ο +δεξής ο ψάλτης, που έψαλλε μοναχός του τις Κεριακές, πήγε τώρα +από ταριστερά. Kι' άρχισε ο αξημέρωτος ο «όρθρος». Τα τροπάρια +περνούσαν από το δεξί παγκάρι στ' αριστερό, και σαν τέλειωναν, +τα ξανάρχιζαν πάλι, να μαζευτή όλος ο κόσμος. Καλά τάψαλναν, +και χαιρούσουνα να τακούς. Το τι όμως έλεγαν, αυτό δεν είτανε +κανενός δουλειά. + +Ένα πράμα νοιώθαμε τότες, κι αυτό είταν η μουσική, ο θησαυρός +μας αυτός ο καταφρονεμένος, ίσως επειδή δεν είναι φερμένος απ' +έξω, μήτε ξεχωσμένος από τη γη, μόνο ζη και βασιλεύει με χίλια +τραγούδια, μοιρολόγια και ψαλμωδίες. Αν είναι τα «ιδιόμελα» +κατεβασμένα από χρόνους παλιούς, δεν πάει να πη πως είναι και +πεθαμμένα. Κοίταξε όμως γνώση: Τη νεκρή τη γλώσσα, πολεμούμε να +τη ζωντανέψουμε, και τη ζωντανή τη μουσική, να την πνίξουμε μες +στη φράγκικη! Για να πολιτισθούμε, όλα μας πρέπει ναλλάξουν. Η +Μουσική μας πρέπει νάρθη από την Ευρώπη, κ' η γλώσσα μας από +την Αρχαιότητα. Σιγά σιγά θα μας φέρνουν και τις χαρές μας από +τον Παράδεισο, και τους πόνους μας από την Κόλαση, και σα δεν +έχουμε πια τίποτις δικό μας, θα ψάλλουμε στον πλάγιο του +τετάρτου, — το μόνον ήχο που ξέρουνε στην Ευρώπη, — «Ευοί Ευάν» +με τους αγγέλους, και «Ιώ, ιώ» με τους δαιμόνους. Και τότες θα +δοξαστούμε, και θα δη η «Εσπερία» τι μεγάλο έθνος γενήκαμε, και +θα μας δώση την Πόλη. + +Ως τόσο άρχισε να γλυκοχαράζη ο ουρανός, άρχισε να λάμπη κ' η +«Βασιλεία του Θεού» στον κόσμο, και στάθηκε και τηνε βλόγησε ο +πάτερ Νικόδημος στη μέση της Εκκλησιάς. Έφευγε ο «όρθρος» από +τον ουρανό, έφευγε κι από την Εκκλησιά. Στον ουρανό έβγαινε ο +ήλιος, στην Εκκλησιά ο Χριστός. Χαρά και φως έξω, παρηγοριά κ' +ελπίδα μέσα στις απλοϊκές, εκείνες τις καρδιές που είχαν ακόμα +σταλαματιά πίστη και βλέπανε στο νου τους τη φάτνη με το +Ουράνιο το Βρέφος στην αγκαλιά της Χαριτωμένης του μάννας. + +Και καθώς κοίταζα τη λειτουργία, κι άκουγα τους ψαλτάδες, και +τα παιδιά που τραβούσαν τον ίσιο (στραβά οι πιώτεροι), σκύβ' η +μάννα μου και μου λέει στ' αυτί. + + — Να η Λενιώ, που δεν μπόρεσες να τηνε δης στο Σκολειό. +Έρχουνται κατά το δικό μας το μέρος. Κοντά μας στέκουνται +σήμερα. + +Ξεχνώ αμέσως τις ψαλμωδίες, και γυρίζω να δω τη Λενιώ. + +Ένα κοριτσάκι κάτι αψηλότερο από μένα, ξανθούτσικο, +χαμηλόβλεπο, γελαζούμενο, νόστιμα ντυμένο, και μ' άσπρο +μαντιλάκι στο χέρι. Η μάννα της, μαγουλικωμένη και μαυροφόρα, +ακολουθούσε. Ήρθαν και στάθηκαν πλάγι μας. Α ζωντάνευε της +Παναγιάς η εικόνα, κ' έρχουνταν έτσι να σταθή κοντά μου, δε θα +με γλυκοτρόμαζε πιώτερο. Τι να είταν το μυστήριο που +κρυφοχύθηκε και μου την έκαμε βλαστάρι τρυφερό την καρδιά μου! +Αγάπη δεν μπορούσε να είναι· πρέπει να είταν ο ανθός της +αγάπης, μοσκοβότανο φυτρωμένο στο μίσος του άγριου του Τούρκου. +Είχα ηρωΐδα μπροστά μου, μια ψυχή που τη διάλεξε ο Θεός να την +αγιάση από δέκα χρονώ, και να τη γλυτώση με παράξενο θάμα. Και +πώς να μην τη λατρεύω, που έβλεπα πως όλα είταν αλήθεια, όλα. +Και της Αννούλας το τραγούδι, και τα λόγια του Γέρο Βασίλη, και +της μάννας οι ιστορίες. Δεν είταν η Λενιώ από κείνες τις +αθώρητες τις Νεράιδες ή τις Βασιλοπούλες που μας μαγεύουνε στου +χειμώνα τα παραμύθια. Τάβλεπα ολοζώντανα τα γαλανά της τα +μάτια, το λαμπερό μέτωπό της, τα ξανθουλλά της μαλλιά. + +Δεν άργησε η απόλυση. Δεν το πίστευα πως μοίραζε τ' αντίδωρο ο +πάτερ Νικόδημος, και πως γύριζε ο κόσμος στα σπίτια του. Άλλη +είταν η γειτονιά της. Πήρα τότες το δρόμο μας με βαρειά και με +λυπημένη καρδιά. + + + +Η' +ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ + + + +Δε σας αφίνω, παλιά μου χρόνια! Θα σκαλίζω, θα ξετρυπώνω, και +θαραδιάζω... Ένα ένα θα τα ξετυλίγω τα ψυχικά φυλαχτήριά μου... +Να σε χαρώ, ανυπόμονε πατριώτη, μη μου ταφίνης έξω αυτά. Κάλλιο +να μπαίνης στο περιβόλι, να κοιτάζης το δέντρο, και να κόβης +από τα κλωνιά του το πωρικό, παρά να τρέχης να το χαρής κομμένο +στο πιάτο. Δε μ' έννοιωσες, τάχα; Τάχα δεν έφαγες ποτέ σταφύλια +στ' αμπέλι; Δεν είχες ποτέ σου αμπέλι, κούτσουρα αραδιασμένα το +χειμώνα, ύστερα ν' αρχίζη να πρασινίζη, να βγάζη τα χνουδωτά +σημάδια της νιότης, να πετάη βλαστάρια και να κλαδώνη, κατόπι +νανθίζη και να κρεμιένται τα χιονάτα λουλούδια του, έπειτα +μικρές αγορίδες, κι αυτές να μεγαλώνουν και να γίνουνται σιγά +σιγά κόκκινες, ώσπου να καταντούνε σταφύλια; Σα να μου λες, +θαρρώ, ναι. Έχε λοιπόν υπομονή, και κατέβαινε τώρα στ' αμπέλι +που πρασινίζει, ίσως δώση ο Θεός και μαζέψης καρπό κατόπι. + +Πώς να μην τη θυμηθώ την πρωτοχρονιά εκείνου του χρόνου, που +φυσούσε η νοτιά σα δαιμονισμένη, η θάλασσα φούσκωνε σα να ήθελε +να μας καταπιή, τα κεραμίδια πέφτανε σα χαλάζι, σφύριζαν τα +παράθυρα, και το σφύριγμά τους ανεβοκατέβαινε σαν τσιριχτό +γυναίκας που την έπιασαν πόνοι... Τη θυμούμαι, κι ως τόσο το +νοιώθω πως φοβάσαι να μη σου τα ιστορήσω τα τραγούδια που +τραγουδήσαμε, τα ρόδια που σπάσαμε, τις μερίδες που κόψαμε, τα +λιόφυλλα που ρίξαμε στη φωτιά να πηδήξουν και να μας πουν την +καλή μας τη μοίρα. Θα σου την κάμω λοιπόν τη χάρη, και δε θα τα +πω. Νάρθης όμως μαζί μου να πάμε κάτω κατά το δρόμο της σκάλας, +εκεί, κοντά στον γκρεμνό, που πήγα μαζί με το γέρο Βασίλη +εκείνο ταπομεσήμερο, να δω το κακό που γινότανε μέσα στη +φουρτουνιασμένη τη θάλασσα. Όλο το χωριό είταν εκεί μαζεμένο, +και κοίταζε. + +Τι να κοίταζε! Ταγριεμένα τα κύματα; Τα θολωμένα τα βουνά +αντίκρυ; Τις μπόρες που αρμενίζανε μακριά κ' έδεναν τη θάλασσα +με τον ουρανό; Τίποτις απ' αυτά δεν κοίταζαν. Τα μάτια τους +είτανε στηλωμένα σε δυο κατάρτια που στεκότανε μισογερμένα +απάνω στα κύματα, μ' ανοιγμένα πανιά. Η γολέττα, η άγκουρά της, +ταμπάρια της, όλα στο βάθος! Τα είχε καταπιωμένα η αχόρταγ' η +θάλασσα. Είταν κι ο Καπετάν Μουσταφάς εκεί κάτω. Κ' οι ναύτες +τους, κ' οι βλαστημιές τους, όλα πνιγμένα! Μόνο που είτανε ρηχά +τα νερά, κ' έμειναν τα κατάρτια απ' έξω, και τάδερνε ο άνεμος +και τους σάλευε το μνημούρι τους. Ως και νεκρούς δεν τους άφινε +η φουρτούνα! + +Σα μεγάλωσα, και το συλλογιούμουν εκείνο το περιστατικό, έλεγα, +ίσως κάτι ήθελε να μας πη ο Άη Βασίλης εκείνη τη μέρα. Πώς έτσι +θα φουρτουνιάση μια μέρα κ' η Ρωμιωσύνη, και θα τους καταπιή +όλους τους. Και περίμενα την προφητεία να βγη! + +Μα σα γέρασα, κ' είδα πως η Ρωμιωσύνη από τέτοιες φουρτούνες +δεν παίρνει, είπα, Κρίμα στον καημένο τον Καπετάν Μουσταφά! Δεν +ήτανε σημάδι του Άη Βασίλη, είταν η κακή του η τύχη και +πνίγηκε. Ένας Τούρκος παραπάνω, ένας παρακάτω, τι σημαίνει! +Κρίμα στον Καπετάν Μουσταφά! + + + +Θ' +ΠΡΟΚΟΠΗ + + + +Μπήκα, πια τώρα σταληθινά τα βάσανα. Παν τα παιχνίδια, παν τα +χρόνια που λάμπουνε στο πρόσωπό μας σαν το γλυκοχάραγμα της +αυγής, κι αρχίζει δουλειά φοβερή μέσα στον ήλιο που τονε λένε +ζωή· ήλιο που μας φέγγει να δούμε τι μεγάλο καλό είχαμε και το +χάσαμε. Όχι πως δεν ξανάρχεται η χαρά. Έρχεται σαν ξαναβρεθούμε +στο σπίτι μας ύστερ' από μακρινή ξενιτειά, σαν πρωτοφιλήσουμε +την καλή μας, σαν τη βλέπουμε και βυζάνει το πρώτο της, σα +χορεύουμε πρώτο εγγόνι στα γόνατα μας, έρχεται τότες η χαρά και +μας βαλσαμώνει. Μα είναι βαλσάμωμα, γιατρειά πόνου, κι όχι +παντοτεινή γιατρειά. Η καθαυτό η χαρά που καταπονάει τον πόνο +και τον πνίγει μες στην καρδιά, είναι η παιδιακήσια η χαρά, κι +αυτή δεν ξανάρχεται. + +Δεν μπορούσα πια τώρα να τον ξεφύγω το δάσκαλο. Και μήτε δεν +τόθελα. Για χάρη της Λενιώς μου, τον αγαπούσα το Δάσκαλο.... Κ +'έτσι άρχισα να προκόβω. + +Άρχισα να προκόβω καθώς προκόβει και πάει μπρος η βαρκούλα +ανάμεσα σε δυο ενάντια ρέματα. Τόνα της συντροφιάς των παιδιών, +τάλλο, της καμαρωμένης δασκαλικής μας. Τα παιδιά μού χωράτευαν +ή και μού βλαστημούσανε ρωμαίικα, ο δάσκαλος με καθοδήγευε +κορακίστικα. Έτσι και τα βιβλία του, σαν άρχισα και τα +μισόνοιωθα. Η μακαρίτισσα με καμάρωνε σαν τα διάβαζα το βράδυ +κοντά στο λυχνάρι. Κ' έλεγε, τι μεγάλη τύχη που την έχουν τα +παιδιά τώρα, που μαθαίνουνε &γράμματα&. Τάλεγε &γράμματα&, +γιατί δεν καταλάβαινε λέξη. Αν είτανε γλώσσα της, δε θα είτανε +γράμματα. Λες το μούστο &γλεύκος&, και γίνεται γράμματα. +Γράφεις πως το φαΐ είναι &κεκολημένον&, και μυρίζει &κνίσσαν&, +και γίνεται κι αυτό αμέσως γράμματα. Αλλάζεις λέξες και +πηγαίνεις εμπρός. Και με το βάσανο να βρης τη λέξη, ο Θεός να +σε βοηθήση να βρης και το τι θα πης. Α θελήσης να γράψης +τίποτις που το συλλογίστηκες απατός σου, κι όχι κάποιος αρχαίος +ή φράγκος, — ένα παραμυθάκι ας πούμε, — δε βρίσκεις λέξες για +το μισό, γράφεις λοιπόν τάλλο το μισό. Και κείνος πάλι που σε +διαβάζει, αν τύχη κ' είναι αρχάριος, δεν καλοχωνεύει τα μισά +που διαβάζει, κ' έτσι του μένει το τέταρτο. Ο άλλος ο κόσμος +κερδίζει από τα βιβλία του εκατό τα εκατό, εμείς εικοσιπέντε τα +εκατό. Τάλλα τα εικοσιπέντε είναι δοτικές κι αναδιπλασιασμοί, +και τα πενήντα μήτε γράφηκαν! Κ' έτσι βγαίνει το ρωμιόπουλο +στης ζωής την παλαίστρα αρματωμένο κορακίστικες λέξες και +φράσες. + +Τις αραδιάζει, και γίνεται η δουλειά του. Οι σολοικισμοί κ' οι +βαρβαρισμοί είναι ψύλλοι στ' άχυρα. Τώρα πρέπει να βγη το ψωμί +όπως όπως. Θα πης, και τι να σου κάμη λαός που φορτώνεται +πεθαμμένη γραμματική που χρειάζεται ζωή αλάκερη να τη μάθης! +Θάμα είναι κι αυτό που σου κάμνει. Θάμα που έχουμε πέντ' έξη +νομάτους στη χώρα και μας γράφουν την κορακίστικη δίχως να μας +φέρνουν ανέκατο... Τάχα λες πως όλοι θα γίνουμε μια μέρα σαν κι +αυτούς τους πέντ' έξι; Σπολλάτη! Ας σφαλήξουμε λοιπόν +ταργαστήρια μας, ας στουπώσουμε ταυτιά μας, ας δέσουμε τα χέρια +μας, κι ας μελετούμε την αρχαία ώσπου να φτειάξουμε μια καλή +κορακίστικη. Να πούμε όμως και του αλλονού του κόσμου να μην +πολυβιάζεται με τον πολιτισμό, να τον προφτάξουμε και μεις. Να +μας απαντέξουνε κ' οι Βούλγαροι, γιατί σπουδάζουμε την αρχαία +τη γραμματική· και κατόπι, μετριούμαστε και με δαύτους. + +Αυτό είτανε τόνα το ρέμα, το τεχνητό. Είχαμε όμως και τάλλο, το +φυσικό. Επειδή, ποιο αγόρι ή κορίτσι μπορεί να ξεφύγη τις +χίλιες μωρολογιές, νοστιμιές, αβανιές, φοβέρες ή και βρισιές +που κατρακυλούν ολόγυρά του σαν πέτρες μαζί με το χείμαρρο; Σε +ποιο Σκολειό δε σημαδεύεται το παιδί με τέτοια κατρακυλίσματα; +Ποιος δεν έμαθε να &καταριέται& στη γλώσσα του; Ποιος δε +βγάζει, το πάθος από μέσα του σα ζωντανό φείδι, τον πόνο του σα +ζεστό αίμα, και σαν αχνό τη λαχτάρα του; Ποιος «Ελληνομαθής» +δε θα φωνάξη ένα χωριάτικο ωχ, αν του πατήσης, ας είναι και το +νυχάκι του δασκαλήσιου του τού ποδός; + +Αν τα λόγια της αγάπης είναι της μάννας, τα πιώτερα τα λόγια +του πόνου και της ζωής είναι των πρώτων συντρόφων μας. Ή της +μάννας είναι ή των συντρόφων, κάθε χαρά ή λύπη, κάθε λαχτάρα ή +απελπισία, κάθε μίσος, κάθε τρόμος ή θυμός που κλονίζει το νου +μας, κάθε σταλαματιά που γυρίζει στις φλέβες μας είναι ζυμωμένα +με την καταφρονεμένη τη γλώσσα που ντρεπόμαστε να την πούμε +δική μας. Είναι χτήμα της καρδιάς μας η γλώσσα, δε θέλει να +ξέρη άλλη γλώσσα η καρδιά μας. Και νάθελε, μια κορακίστικη λέξη +δε θα μπορούσε να τσαμπουνίση απάνω στον πόνο της. Καρδιά και +γλώσσα μεγαλώνουνε σα δίδυμες αδερφάδες. Η μια διαφεντεύει την +άλληνα. Κάθε πόνος και το τραγούδι του, κάθε πάθημα και την +παροιμία του. Πού να τις ξεχωρίση μια πεθαμμένη γραμματική! +Άλλο τόσο παγώνουν οι παγωμένοι της οι κανόνες σε μια καρδιά +που ξέρει τι θέλει, που γυρεύει την τρυφερή τη λέξη να +παραστήση τον πόνο της, την κοφτερή να δείξη το πάθος της. Πού +ακούστηκε τέτοιο κακό! Πού ακούστηκε Αχιλλέας ή Αμλέτος να +πασαλείβη το πάθος του με τέτοιους σουβάδες; Σε ποιο βιβλίο +γράφηκε πως οι μεγάλοι οι τεχνίτες του κόσμου πήραν από +δασκάλους τη γλώσσα τους! Του κάκου, όλη η ιστορία σας +κατατρέχει, καλοί μου σοφοί. Όλος ο κόσμος θρούβαλα τις κάνει +τις θεωρίες σας. Εμείς μόνο τα ρωμιόπουλα σας αφήσαμε και μας +πήρετε στο λαιμό σας, και μας τραβήξετε από τη γελαστή μας +ακρογιαλιά σε βάθια μαύρα και σκοτεινά, και πάτε να μας πνίξετε +τώρα μαζί σας. + + + +Ι' + + + +ΣΗΜ. Εδώ δηγάται ο Γεροδήμος μερικές περιπέτειες του Σκολειού +του, και τις αντάμωσές του με τη Λενιώ. Δεν πολυχρειάζονται για +τον καθαυτό σκοπό του βιβλίου, ώστε το παραλείπουμε κι αυτό το +κεφάλαιο. + + + +ΙΑ' +ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ ΝΑ ΤΟ ΚΡΕΜΑΣΟΥΝ! + + + +Δεν ξέρω πόσα χρόνια, και πόσοι μήνες πέρασαν από τότες που με +πρωτοπήρε η μάννα μου στο Σκολειό. Πρέπει να είμουνα στα δώδεκα +τώρα. Πρέπει να κόντευε χρόνος που δεν ήρχουνταν πια μήτε η +Ελένη μήτε η Αννούλα. Δεν την έβλεπα πια τώρα κάθεμέρα την +Ελένη. Δεν την άκουγα την τρεμουλιαστή τη φωνή της καθώς τότες +που διάβαζε στην τάξη των κοριτσιών. Δεν την είχα πια αντίκρυ +μου να με περεχά με το φως της. Είταν κλεισμένη πια τώρα στο +σπίτι της, και δεν τη συχνόβλεπε μήτε η Αννούλα. + +Όχι· την έβλεπα μες στο νου μου, και την είχα πάντα μες στην +καρδιά μου. Τα γλυκά της τα μάτια φεγγοβολούσανε σιμά μου σα μ' +έτρωγαν τα βάσανα του Σκολειού, μεγαλήτερα βάσανα τώρα. Πήγαινα +να ποτίσω το περιβόλι το βράδυ, και σα Νεράιδα την έβλεπα κ' +έτρεχε ανάμεσα στα λουλούδια. Να παίξω πήγαινα με παιδιά, και +παραφύλαγε να με τραβήξη, να με πάρη μαζί της. Κοιμούμουν, και +στον ύπνο μου ήρχουνταν. Ξυπνούσα, και πάλι σιμά μου την +ένοιωθα. Της μιλούσα, χίλια της έλεγα λόγια γλυκά, λόγια που +μήτε τάκουσε, μήτε τα ονειρεύτηκε ίσως. + +Είταν τώρα διακοπές, καλοκαίρι. Κεριακή βράδυ, χαρά Θεού. Ο +ήλιος έγερνε και περεχούσε ταψηλοχτισμένο χωριό με χρυσοκόκκινη +αναλαμπή. Η θάλασσα κοιμότανε σα να τη μέθυσε το γλυκό +καλοκαίρι. Τα πουλιά κελαϊδούσανε στα περιβόλια, σα να μάλλωναν +ποιο να πρωτοπάρη το καλλίτερο το κλωνί για κρεββάτι του. Οι +λυγερές οι φωνές και τα γέλοια της γειτονιάς αντιλαλούσανε στον +αέρα σαν πανηγύρι, οι ναύτες τραγουδούσανε στο λιμάνι, όλος ο +κόσμος χαιρότανε. + +Είπα της μακαρίτισσας, ας πάρουμε την Αννούλα κι ας πάμε όξω +και μεις. Να δούμε τη θάλασσα· να ρίξουμε δυο πέτρες μες στο +γιαλό. Να κοιτάξουμε τα βουνά, να πάρουμε καθάρια αναπνοή. +Έβαλε λοιπόν το σάλι της και βγήκαμε. Στο δρόμο, ανταμώνουμε το +γέρο Βασίλη. Και καλά να γυρίσουμε πίσω· να μη βγούμε· σπίτι να +πάμε· κάτι κρυφομίλησε της μάννας μου, και γυρίσαμε. Κάτι +μισοάκουσα για μια καινούρια βαρκιά που μας ήρθε πάλι. + + — Άι, στην υγειά σου, μου κάνει ο γέρος πίνοντας τη μαστίχα +του, και νάχουμε την ευκή της Λενιώς. Δεν τα μάθετε; την τάξανε +την Ελένη τους. Είδε, λέει, η Καλαφάταινα εψές όνειρο, και πήγε +ο άγιος του Μοναστηριού και της είπε· «Εγώ που γλύτωσα το +κορίτσι σου, εγώ πρέπει και να το πάρω». + +Κι από την ώρα που ξύπνησε η Καλαφάταινα, μ' αυτό τόνειρο έχει +να κάνη. Και το πήραν απόφαση να τη στείλουνε γλήγορα, πρι να +ξανάρθη ο άγιος και της κάμη της Καλαφάταινας κανένα κακό». + +Μ' αποσβόλωσαν τα λόγια του γέρου. Άνοιξε η γης και με κατάπιε. +Έπεφτα σ' ατέλειωτο βάθος. Γύριζαν οι τοίχοι, γύριζε όλος ο +κόσμος. Πού να βασταχτή πια ο κόσμος δίχως εκείνη! Θα χαλάση ο +κόσμος, κόλαση θα γείνη το χωριό, θα ρημάξη το σπίτι μας, θα +μπη ο μαύρος ο πόνος μες στην καρδιά μου και θα την κάμη για +πάντα δική του! Φεύγει πια η παρηγοριά μου, φεύγει η δύναμη που +με διαφέντευε μέσα στον κόσμο, που με γέμιζε θάρρος κ' ελπίδα. +Ποιος αθώρητος άγγελος θάρχεται τώρα κοντά μου να με γλυτώνη +από αμέτρητους πειρασμούς! Κανένας, κανένας πια τώρα παρά η +μάννα μου, και κείνη δεν τα ξέρει πια όλα τα μυστικά βάσανά +μου. Την έκαμε ξένη τη μάννα μου το Σκολειό! + +Πού να το φανταστή ο γέρος πως άνοιξε μπροστά μου τέτοιον +γκρεμνό! Χωράτευε με την παιδιακήσια μου την αγάπη, και δεν +τόξερε πως με σπάραζε. Μήτ' άλλος κανένας δεν τόξερε. Όλοι για +παιχνίδι την έπαιρναν τη βαθειά και την τρυφερή εκείνη την +αγάπη! + +Έκαμαν το σταυρό τους σαν άκουσαν την είδηση, κ' η μάννα μου, +κ' η Αννούλα. Έκαμαν το σταυρό τους, και σύχασαν. Άμα είταν +άγιος στη μέση, λόγος δεν έπεφτε κανενός. + +...Σιγά σιγά ξανάρχισαν πάλι την ομιλία. Μιλούσαν κ' οι τρεις +τους σα ν' αρραβωνιάστηκε η Ελένη... Όλα τα καλά της +ιστορήθηκαν, όλες οι μορφιές της, ως και τα παλιά της τα πάθια. + +Δεν μπορούσα πια να βαστάξω. Σηκώθηκα και βγήκα στην αυλή. +Άνοιξα τη θύρα, πήρα τα μάτια μου, κ' έφυγα. Πού πήγαινα δεν +ήξερα. Μ' έβγαλε ο δρόμος στον Ανεμόμυλο. Ανέβηκα το βουναράκι. +Κάθισα στο πλάγι του μισογκρεμισμένου του μύλου, και κοίταζα +την ατέλειωτη θάλασσα. Άκουα τα κύματα που χτυπούσανε μέσα στις +σπηλιές αποκάτω, και θαρρούσα πως αναστέναζαν. Έβλεπα τους +βράχους τριγύρω και μου φαίνουνταν παράξενο πώς δε μιλούσαν, +πώς δε ράγιζαν, που έφευγε η Ελένη για πάντα. Περνούσαν οι +βάρκες να πάνε στο πυροφάνι, κι ο νους μου δεν το χωρούσε πώς +γίνεται ο έρημος ο ψαράς να συλλογιέται για ψάρεμα, τώρα που +φεύγ' η Ελένη! Πώς δεν έπεφτε κι ο ήλιος μια και καλή μες στη +θάλασσα, να πνιγή και ναφανιστή, μόνο βασίλευε σιγανά σιγανά, +σα να μην έφευγε η Ελένη! + +Άξαφν' ακούγω βαρύ κρότο, σα να πήδηξε κάποιος από ψηλά. +Γυρίζω, και βλέπω Τούρκο στρωμένο. Πρέπει να παραπάτησε +πηδώντας από μεγάλο βράχο. Λίγο παρακείθε βλέπω κι άλλον Τούρκο +που έτρεχε καταπάνω μου με στα μάτια του άγρια χαρά. Τρομερός +στοχασμός με περνάει σαν αστραπή. Βρέθηκ' αμέσως ολόρθιος, +πηδηχτός, πεταχτός, ζαρκάδι μοναχό. Κατέβαινα, το βουνό +κατρακυλιστά. Μια φορά δεν κοίταζα πίσωθέ μου. Είμουνα σε λίγες +στιγμές στο χωριό. Άλλη μια στιγμή, και χώθηκα στην αυλή μας. +Φωνή δεν είχα σαν μπήκα. Ανέβηκα ίσια απάνω, και πολεμούσα να +συνεφέρω. Τον έβλεπ' ακόμα το φίλο με τάγρια τα μάτια. + +Δεν ξέρω πόση ώρα κοίτουμουν έτσι· μήτε τι συλλογιούμουν. Ένα +πράμα θυμούμαι, που αποφάσισα να μην τους πω τίποτε κάτω. Θα +τρομάξουν, είπα, κ' ίσως με τάξουν και μένα Καλόγερο! Όχι, εγώ +θα ζήσω στον κόσμο, στον κόσμο θα μεγαλώσω, κι από τον κόσμο +απομέσα θα τους πλερώσω τους φίλους... Σκουλαρίκι να το +κρεμάσουν. + + + +IB' +ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ + + + +... Έκλεισα τα μάτια μου κι αποκοιμήθηκα. Και στον ύπνο μου +είδα παράξενο όνειρο. Βρέθηκα σ' εκκλησιά μέσα. Λαμπάδες, +ψαλμωδίες, κόσμος. Κι ως τόσο μια καταχνιά, που όσο κι αν +έφεγγε, δεν έβλεπα τίποτις μακριά. Σε ποιο μέρος της εκκλησιάς +βρισκόμουνα δεν ήξερα. Κόκκινο σύννεφο μου τα σκέπαζε όλα. +Πλανιούμουν από δω κι από κει σαν τυφλός. Άξαφνα έρχεται +άγγελος πλάγι μου! Ναι, άγγελος με φτερά. Με παίρνει από το +χέρι, και δίχως λέξη να πη, με φέρνει σ' ένα στασίδι. Είταν το +στασίδι του Ψάλτη. Ό,τι στάθηκα κει, με τον άγγελο πλάγι, με +ξύπνησε η φωνή της Αννούλας. + + — Εδώ μαθές είσαι τόσην ώρα και δε μιλάς; Τι έπαθες; Μια ώρα +σε γυρεύουμε τώρα. Ήρθε κ' η Καλαφάταινα με την κόρη της να σε +πη έχε γεια, και πουθενά δε σε βρίσκαμε. Να δα που σαγαπάει η +μικρή κιόλας, και σου άφησε το κεντημένο αυτό μαντίλι. Τα +μοίρασε όλα της τα προικιά. Και για σένα, λέει, έφερε το +καλλίτερό της μαντίλι, να τη θυμάσαι. + +Αυτό είναι το μαντίλι που βρήκες δεμένα αυτά τα χαρτιά, +κληρονόμε μου. Είναι μαυρισμένα τα ξόμπλια του, και κίτρινο το +πανί του... + +Είτανε πια νύχτα, και δεν μπορούσα να βρω αφορμή να πάγω, ας +είναι κι απ' έξω από το σπίτι της, να βρεθώ άλλη μια στιγμή πιο +κοντά της. Πάει πια, δε θα την ξαναϊδώ την Ελένη! + +Και μήτε την ξαναείδα... Δεν ξέρω πώς τα βάσταξε τα βάσανα του +μοναστηριού. Ξέρω μονάχα πως εκεί πια δεν είναι κλεισμένη, μόνο +τώρα πετάει αψηλά, και κατεβαίνει κάποτες και με παίρνει από το +χέρι σα χάνουμαι στου κόσμου την καταχνιά, και με φέρνει σε +στασίδι που δεν το αξίζω. + + + +ΙΓ' +ΟΞΩ! + + + +Ας σταθούμε δω πέρα λιγάκι. Ας απλώσουμε το χαλί μας, κι ας +κάμουμε το ναμάζι μας. Χαμογελάς, αψηλόθρονό μου θεριό, που +όνομα δε σου βρίσκω; Τι τάχα; Οι καλαμαράδες σου μονάχα θα σε +θεμιάζουνε, μην τύχη και τους δώσης τρεμούλα μ' ένα σου βήξιμο; +Εγώ τουρκεύω κιόλας για το χατίρι σου. Θέλεις και δώρα; να κ' +ένα δώρο· είναι σκούρο και στρογγυλό, έχει και μικρό +τσιμπιδάκι. Τρέμεις; Έννοια σου, δεν είναι τέτοια η μπόμπα μου, +μη φοβάσαι. Δυναμίτη δεν έχει μέσα της. Τεχνίτης δεν την έχει +φτειασμένη. Την έφτειαξα εγώ ο ταπεινότατος δούλος σου, απατός +μου. Πενήντα χρόνια τη δούλευα. Από κείνη την αξέχαστη τη +βραδιά είναι που βάλθηκα να σου το τοιμάσω αυτό το δώρο, κ' +έρχουμαι τώρα να σου το προσφέρω· δέξου το. Είναι ζυμωμένο με +της καρδιάς μου το αίμα. Αυτό το αίμα δεν πρόφταξε να χυθή στο +μεγάλο το ποτάμι που πλημμύρισε το Βασίλειό σου. Δεν το ήπιαν +οι πιστοί σου αυτό το αίμα κι απόμεινε κρυμμένο μέσα σε μια +καταφρονεμένη καρδιά, υστέρα, πέρασε σε άλληνα, ώσπου +καταστάλαζε στη δική μου, έγεινε άλλο τόσο, και πάλι άλλο τόσο, +και στο λαιμό μου ανέβαινε, μ' έπνιγε. Τι να το κάμω, είπα. +Χτήμα σου είναι. Στάλα στάλα τόρριχτα πάνω σ' αυτά τα χαρτιά. +Και τώρα τα καταθέτω μπροστά στο θρόνο σου! Μην ταγγίξης, θα +κάψης τα χέρια σου! Έχει φαρμάκι αυτό το αίμα, και σε καίγει +καθώς ταγγίξης. Μα φοβούμαι μήπως εκείνο σαγγίξη, και σε +λυπούμαι, γιατί πρέπει μέσα σου νάχης ρωμαίικο αίμα και συ. Τι +σου φταίγω ως τόσο! Δικό σου είναι το αίμα μου, και σου +τόστελα. Πες τώρα κανενός να τα πετάξη αυτά τα χαρτιά στη +θάλασσα. Ναι, έτσι, με τη μασιά να τα πιάσουνε. Τι; τους καίνε +πάλι; Μην απελπίζεσαι. Πρόσταξε φωτιά να τους βάλουν. Φωτιά σ' +όλο ταρχοντικό σου, και φεύγα, Μην κάθεσαι και τα βλέπης. Θα +περάση το κακό τους από τα μάτια σου στα σπλάχνα σου και θα τα +κάμη κομμάτια. Πήγαινε συ, κι άφησε το Βεζίρη να βάλη φωτιά. +Όξω, και χάθηκες! Αχ, σου τόλεγα! μην αργήσης. Άργησες, και +τώρα μου σφίγγεις τα χέρια σου. Τρέμουν τα γόνατά σου· +γουρλώνουν τα μάτια σου. Πάει, γλυτωμό πια δεν έχεις. Πήγαινε +και ξαπλώσου σε κανένα μιντέρι. Και σεις όλοι γύρω, σας έπιασε +και σας το κακό. Κοράκοι γενήτε, κι ανοίξτε τα φτερούγια σας. +Όξω! + +Δεν έχετε τώρα να πήτε, σας γλύτωσα. Έπιασαν τα μάγια. +Βασανιστήκατε λιγάκι, μα τι λευτεριά που την έχετε τώρα! Ο +ουρανός θα γεμίση κοράκους κι όρνια. Όξω! τρέχετε στα ψοφίμια! + +Τόσα χρόνια να διψούν αίμα, και να μην τόχουνε θάλασσα τα +καημένα να κολυμπούν! Πετάτε στις ρημιές και στα δάση! Εκεί θα +βρήτε φαΐ και ραχάτι. Αυτού που τρυγυρνάτε ραχάτι δεν έχει. Θα +τσουρουφλιστούν τα φτερά σας. Μακριά, στη ρημιά, στα ψοφίμια, +όξω, όξω! + + + +ΙΔ' +ΣΤΟ ΜΕΣΟΒΟΥΝΙ + + + +Είταν Αύγουστος τώρα. Είχαμε άλλον ένα μήνα διακοπές, κ' ήρθαμε +να τις περάσουμε σαυτό το καλύβι, που κάθουμαι τώρα ολομόναχος +και σου γράφω. + +Κάθε χρόνο την είχαμε την καλοπέραση τούτη.... Σηκωθήκαμε πρωί +πρωί, τοιμαστήκαμε, μανταλώσαμε τα παράθυρα, κλειδώσαμε τις +πόρτες, και τραβήξαμε κατά τον κάμπο, με το γαδουράκι του γέρου +φορτωμένο δισάκκια, ζεμπίλια, και στρωσίδια. + +Ήρθαμε και τα βρήκαμε όλα σε τάξη. Το καλύβι σκουπισμένο, ο +σιτοβολώνας απάνω χωρισμένος σε δυο καμαράκια, οι τοίχοι +ασβεστωμένοι, τ' αργαλειά κρεμασμένα τριγύρω, το τουφέκι, ο +πεζόβολας, τα παραγάδια, ταγκίστρια, όλα στον τόπο τους.... +καθετίς εδώ είτανε γλέντι, ως κ' η δουλειά μας.... Αυτό το +μικρό χωραφάκι με τις συκιές του, με τις κληματαριές του, και +μ' ένα περιβολάκι κοντά στη βρύση, είταν η σερμαγιά μας. Δε μας +έτρεφε το ξενοδούλι πια τώρα. Το κατώγι μας είτανε γεμάτο, τα +κουκούλια μας έβγαζαν το μετάξι τους, ως και βαμπάκι δε μας +έλειπε. Ως και σουσάμι, είχαμε για τις πήττες μας. + +Μα μένα με κρυφόδερνε μια στέρηση και μια λύπη που δεν έσωνε +μήτε μετάξι μήτε σουσάμι να μου τη διώξη. Σαν έμπαινα στο +καλύβι κι ανιστορούσα πως εκεί, κοντά στη γωνιά, κάθισε η +αγιασμένη μου η Ελένη τότες που τηνε γλύτωσε ο γέρο Βασίλης, +και πως δεν ξαναμπήκε σ' αυτό το καλύβι, δεν ήρθε να μου πη πως +την αγαπάει εκείνη την κώχη που της ξανάφερε τη ζωή, μ' +έπαιρναν τα δάκρια κάποτες, και κατέβαινα στο γιαλό να ξεσκάσω +κοντά στα κύματα. Κι αυτόν το δύσεχτο χρόνο, που έφυγε η Ελένη, +και πήρε τον αγύριστο δρόμο της αγιωσύνης, που δεν μπορούσα πια +να την ξαναϊδώ μήτε στο χωριό, είτανε δίστομο μαχαίρι η λύπη +μου και μου τρυπούσε ως πέρα τα σπλάχνα, κρυφά και δίχως να το +ξέρη κανένας. Ώρα πολλή δεν μπορούσα να μείνω κοντά στην κώχη +εκείνη, χωρίς το γέρο ή τη μάννα μαζί μου. Ως και τώρα ακόμα τη +βλέπω την πέτρα που κάθισε ο γέρος και πήρε στα γόνατά του το +τρομασμένο μου ταγγελούδι, και θαρρώ πως τάφο κοιτάζω. Τη βλέπω +καλά την πέτρα, και το θαμάζω που δεν είναι ραγισμένη, δεν +άλλαξε καθώς άλλαξαν όσοι κάθισαν εκεί απάνω, μήτε σηκώθηκε να +φύγη καθώς εκείνοι. Δεν την έκλεψε κανένα ζεϊμπέκι, δεν +καλογήρεψε, δεν αρρώστησε, δεν πέθανε, — και μήτε γράφει τώρα +την ιστορία της! + +Είναι τάγιο το βήμα του καλυβιού μου αυτή η πέτρα. Θα δης εκεί +κάποτε λουλούδια βαλμένα, ή και στοιβασμένα αυτά τα χαρτιά .... + +Ας πάρουμε τώρα μια από τις αξέχαστες εκείνες μέρες της εξοχής, +κι ας την ιστορήσουμε, αν έχης υπομονή. Θαρρώ πως πρέπει. Εδώ +είναι που σ' έχω και σου μιλώ.... Δυο λόγια μοναχά για το +Μεσοβούνι, μια μέρα της αθάνατης εκείνης της ζωής, κ' έχεις όλη +την ιστορία. + +Μεσοβούνι είναι το βουνό που μας χωρίζει από τον κάμπο του +χωριού, είναι κ' η εξοχή μας. Ένα μικρό, παράμερο, ξεχασμένο +κομμάτι του Παραδείσου, που βρέθηκε δω ανάμεσα στα βουνά. Η μια +πλευρά του ορθάνοιχτη, και βλέπει τη θάλασσα. Mια και μπης σ' +αυτή τη φωλιά, και σαν πουλί σπαρταράει η ψυχή σου. Άφησε πια +που σε μεθάει το θυμάρι κ' η λυγαριά. Άφησε που σε κουφαίνουν +τα κοπάδια τριγύρω με τα κουδούνια τους, που σε γλυκοκοιμίζουν +οι βρύσες με τακοίμητά τους νερά. Μα κείνο που σου δίνει +καινούρια ζωή, που σε κάνει κι ανεσαίνεις πιο εύκολα, είναι που +Τούρκος δεν έχει χωράφι τριγύρω... Έχει ρωμαίικη ψυχή μέσα του +το μικρό το Μεσοβούνι. Ζούσανε μάλιστα τα χρόνια εκείνα και δυο +τρεις Μεσοβουνιώτες που μύρισαν κι αυτοί μπαρούτι στα νιάτα +τους! Ο γέρο Βασίλης είταν ένας. Ο μακαρίτης ο Αγγελάκος, στο +πλάγι μας, άλλος ένας. Είταν κι ο γέρο Καπλάνης, που είταν κι +αυτός κατιτίς μια φορά. Όλοι τους Ξωμερίτες, απείραχτοι όμως +τώρα, και δεν τους κακόβλεπε κανένας αγάς. Παντρεύτηκαν και +στον τόπο, εξόν ο Βασίλης, που όρεξη για καινούριες αγάπες δεν +είχε. + +Αυτό είταν το Μεσοβούνι· ορίστε τώρα κι η ζωή μας εκείνα τα +χρόνια. + +Πρι να φέξη, ο γέρος με κατέβαζε στο γιαλό και τραβούσαμε τις +αποτονιές. Τα μουγκριά δεν απαντέχουν ώσπου να φέξη. Βγαίνουν +από τα θαλάμια τους την αυγή, τριγυρίζουν τον κάβο να βρούνε +φαΐ, χάφτουν το δόλωμα, πιάνουνται, κ' ύστερ' αρχίζουν και +στρεφογυρίζουνε σαν αδράχτια ώσπου ζαρώνει και κουβαριάζεται το +σκοινί, κι ανασηκώνεται ταγκρίστρι και ξεμπλέκεται από τα +σβάραχνά τους, και τότες ξετινάζονται και φεύγουν. Πρέπει λοιπό +να τραβηχτούν οι αποτονιές πρι να ξεμπλεχτή το μουγκρί, κι αυτό +κάμναμε. + +Ύστερα, σα ξημέρωνε, ρίχταμε τις αποτονιές της ημέρας. Ξέραμε +πού κατεβαίνανε τα λαβράκια, πού τριγύριζαν οι συναγρίδες, και +κει τις ρίχταμε. Ύστερ' ανεβαίναμε κατά το χτήμα, ότι άρχιζε να +χρυσώνη ο ήλιος της Ανατολής τα βουνά. Κι ώσπου να χρυσώση και +τα δικά μας τα βουνά, γυρίζαμε στο καλύβι με το καλάθι γεμάτο +σύκα.... Κατόπι άρχιζε η δουλειά.... Ύστερα έπαιρναν η γυναίκες +ταργόχειρά τους και κάμνανε συντροφιά του τζίτζικα κάτω από τη +μεγάλη τη συκαμηνιά. Ήρχουνταν κ' η Αγγελάκαινα με τη ρόκα της, +ήρχουνταν κ' η Καπλάναινα με το βρακί του αντρού της, και +κάμνανε με τις δικές μας χωριό. Εγώ τότες έπαιρνα ταποκαλαμίδι, +και σαν έρριχτα μια ματιά στις αποτονιές, τραβούσα κατά τον +κάβο, έμπαινα στο νερό ως τα γόνατα, και ψάρευα. Και σαν έπιανα +σωστή τηγανιά, γύριζα πίσω, ώρα που έπρεπε να τηγανιστούν. + +Ταπόγεμα ο ύπνος δεν μπορούσε να λείψη. Ύστερα πάλι λίγη +δουλειά, κι ώσπου να γυρίσης να δης βράδιαζε. Και σα βράδιαζε, +κατεβαίναμε στο γιαλό και καθίζαμε στα χαλίκια, και βλέπαμε τα +ψάρια που πηδούσαν κοπαδιαστά απάνω στ' ασημένια νερά. Εκεί +κατέβαιναν όλοι. Έβλεπες κόσμο εκεί. Εκεί τραγουδούσαν τα +κορίτσια, πετούσαν πέτρες ταγόρια στη θάλασσα, οι άντρες +μιλούσανε για τα μαξούλια τους, οι γυναίκες για καθετίς. Αν +έλειπε και καμιά τους, έμενε τόπος και για ψεγάδιασμα. + +.... Γλέντιζα και γω με τάλλα παιδιά. Παράβγαινα και γω μαζί +τους στην πέτρα, στο τρέξιμο. Τους πουλούσα και λίγη σοφία, +τους ξηγούσα τι λογής τόποι είναι πίσω από της Ανατολής τα +βουνά..... + +.... Τέτοια μια βραδιά είτανε σα μας πρωτοείπε ο γέρο Βασίλης +την ιστορία του. Κανένας δεν την καλοήξερε εξόν η μακαρίτισσα, +και κείνη ποτές δε μας τη δηγήθηκε. Δε θυμούμαι τι τον έκαμε το +γέρο να μας ξεμυστηρευτή τη βραδιά εκείνη. Ίσως τον ερέθισε ο +Καπλάνης, που όλο τις παλικαριές του μας έβγαζε στη μέση, όλο +Τούρκους μας σκότωνε. Γιατί θυμούμαι τον Αγγελάκο που γύρισε κ' +είπε της μάννας μου. «Δε μας έμεινε πάλι Τούρκος. Σαν πράσα +πάλι μας τους πελέκησε ο Καπλάνης!» + +Δεν την ξέχασα, την ιστορία του γέρο Βασίλη, και δεν πρέπει να +την αφήσω αγνώριστη. + + + +IE' +ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΝΟ + + + + — Να σας τα πω λοιπόν, παιδιά μου, μια και καλή (άρχισε ο +γέρος)· στον τόπο μου οι δικοί μας σηκώθηκαν και δε σηκώθηκαν. +Έκαμαν τη δουλειά τους μισή. Αυτές οι μισές οι δουλειές είταν +που μας αφάνησαν τότες. + +Είμουνα δέκα μηνώ νοικοκύρης, κ' η Χριστίνα μου είχε στην +αγκαλιά της το πρώτο της, αχ, και το στερνό της! Μήτε χωράφι +είχαμε μήτ' αμπέλι. Σερμαγιά μας είταν η βαρκούλα μου και τα +δίχτυα μου. Πριν ακόμα να λευτερωθή η Χριστίνα πέρασαν κι από +το χωριό μας και μάζευαν οι δικοί μας ό,τι μπορούσαν. Έδινε ο +καθένας ό,τι είχε. Εμείς δεν είχαμε τίποτις άλλο να δώσουμε, +έδωσα λοιπόν τη βάρκα μου, κ' έμεινα με τα δίχτυα, και με την +ελπίδα πως ήρθε η ώρα μας και θα δούμε και μεις άσπρη μέρα. Τη +βλέπαμε τη βαρκούλα σαν έφευγε δεμένη πίσω από μια γολέττα, και +της φωνάζαμε «στο καλό». Έπιασαν τόπο οι γολέττες εκείνες, το +ξέρω. Μα τι κατάλαβες που βρεθήκαμε έρμοι και μοναχοί σαν +πλάκωσε το κακό από την Ανατολή! Τα ίδια της Χίος, μόνο κάτι +μικρότερα. + +Πήραμε όλοι μας τα βουνά. Είτανε νύχτα, και τρέχανε σα +λυσσασμένοι κατόπι μας. Μα μεις ξέραμε τα κατατόπια, κι αυτοί +δεν τάξεραν. Κ' έτσι γλύτωσαν πολλοί, αν και το χωριό μας +ρημάχτηκε. Μα εγώ τέτοια τύχη δεν είχα. Ό,τι περάσαμε από κάτι +σπαρτά σκύβοντας και πήραμε το βουνό, άρχισε να κλαίη το μωρό +στην αγκαλιά της Χριστίνας! Τι να κάμουμε τώρα! Βύζαξέ το, της +φωνάζω. Του κάκου, δε σώπαινε το μωρό! — Φράξε το στόμα του, +σφίξ' το στην αγκαλιά σου, για τόνομα του Θεού, και χαθήκαμε! +Πάλι του κάκου! Το παιδί όλο τσίριζε. + + — Άι, να σου πω, Χριστίνα, της κάνω τότες, άλλον τρόπο δεν +έχει. Ή αυτό θα πάη, ή όλοι μας. Κάμε το σταυρό σου, και πέτα +το στον γκρεμνό! Γλήγορα, γιατί πλάκωσαν! Να, γύρισε να τους +δης εκεί κάτω. Σφίξε τα δόντια σου, και στον γκρεμνό. Πέτα το, +σου λέω, πέτα το, στον γκρεμνό, στον γκρεμνό, γλήγορα κ' +έρχουνται, να τους! + +Αυτή, που ως τώρα μισογόγγυζε καθώς έτρεχε, άξαφνα βγάζει μια +φωνή που αντιλάλησε το βουνό. Δε βάσταξε πολύ η φωνή. Γυρίζω να +δω, κι άλλο δε βλέπω παρά τον γκρεμνό! Τι έκαμα τότες, δεν +ξέρω· πρέπει νάπεσα κάτω ξερός· Πρέπει νάμεινα εκεί πολλήν ώρα +στα σκοτεινά. Σαν ήρθα στο νου μου, τρομερή ησυχία σ' εκείνο το +μέρος! Το μεγάλο το κακό είταν τώρα κατά το χωριό. Από κει +έβγαιναν οι φλόγες, από κει ήρχουνταν τα μουγκρητά των θεριών. +Κάθισα να συλλογιστώ αν είταν αλήθεια, αν ονειρευούμουν, αν +είμουν τρελλός. Φώναζα τη Χριστίνα, την ξαναφώναζα. Του κάκου, +είταν αλήθεια! Γκρεμίστηκε η Χριστίνα με το μωρό. Να τος ο +γκρεμνός! Να το τό βάραθρο! Τι να κάμω τώρα! Ίσως ζη η +Χριστίνα, ίσως δεν έπαθε τίποτις, ίσως λογοθύμησε· ας κάμω πως +κατεβαίνω, να δω, να την εύρω, να ζήσω ή να πεθάνω μαζί της. + +Και κει που έκαμνα να κατέβω, — μπαμ! και σφυρίζει ένα βόλι στ' +αυτί μου. Αυτό το βόλι μ' έκαμε έξω φρενώ· γένηκα στ' αλήθεια +τρελλός. Είχα μαζί μου μια πιστόλα κ' ένα μαχαίρι. Αδειάζω την +πιστόλα με χίλιες κατάρες, και τρέχω με το μαχαίρι καταπάνω στο +κορμί που μισόβλεπα κατά το μέρος οπούθε ήρθε η τουφεκιά. Ώσπου +να πάγω κοντά του, αυτός ξαπλώθηκε. Ως τόσο οι τουφεκιές πρέπει +νάφεραν κι άλλους κοντά μου, γιατί άκουγα αντρίκιες κουβέντες +γύρω. Τι να κάμω δεν ήξερα. Είπα, ας κρυφτώ σε κανένα δέντρο +απάνω. Σκάλωσα λοιπό σε μιαν αχλαδιά, και κρύφτηκα. Πώς να φύγω +μονάχος μου, χωρίς τη Χριστίνα! Πρέπει να τη βρω, έλεγα, και θα +τη βρω. Κάπου θα κοίτεται λιγοθυμημένη. Μια να γλυκοφέξη, και +θα τη βρω. + +Τρομερή κι ατέλειωτη νύχτα! Κάθουμουν ανάμεσα στ' αχλαδόκλαδα, +και τους έβλεπα και περνούσαν: δυο δυο και τρεις, τρεις, πότε +τούρκοι, πότε δικοί μας. Όλες τις κατάρες κι όλες τις προσευκές +τις άκουσα κείνη τη νύχτα. Κατάντησα σα μεθυσμένος. Φάντασμα +θαρρούσα πως είμουνα. Δεν το πίστευα πως είμουν εγώ, πως έπαθα +τίποτις. + +Πήδηξα κάτω άμα γλυκόφεξε. Ψυχή πια τώρα τριγύρω. Μήτ' από το +χωριό δεν ήρχουνταν κανένα βοητό, καθώς τη νύχτα. Άρχιζαν και +κελαϊδούσαν τα πουλιά σα να μην έτρεξε τίποτις. Πήγα προς τον +γκρεμνό. Σαν το γίδι κατέβηκα. Κατεβαίνοντας κοιτάζω δυο +ασπριδερά πράματα κάτω κάτω. Μου ήρθε ζάλη, και θάπεφτα δίχως +άλλο, μόνο που πιάστηκα απ' έν' αγριόκλαδο. Σιγά σιγά φτάνω +κάτω, με χέρια ματωμένα, φορέματα ξεσκισμένα, καρδιά μαύρη και +σκοτεινή. Δεν το πίστευα πως είταν η Χριστίνα εκείνη, με το +μικρό της σφιγμένο ακόμα στην αγκαλιά της. Α δεν είταν από τα +ρούχα της, α δεν είταν από το σφιγμένο μικρό, πού να το +φανταστώ πως ο ματοκυλισμένος εκείνος κι ο χωματιασμένος ο +βώλος είταν — η γυναικούλα μου! + +Καιρό δεν είχα για κλάψες και για μυρολόγια. Πέτρα μ' έκαμε η +νύχτα που πέρασα. Ο Θεός με λυπήθηκε, και βρέθηκε ένας λάκκος +κοντά μου. Τονε μεγάλωσα μ' ό,τι κούτσουρα βρήκα. Και σαν +τάθαψα τακριβά μου και τα σκέπασα με χώμα και με πετράδια, και +κατρακύλισα απάνω απάνω κ' ένα μεγάλο λιθάρι, και χάραξα σταυρό +μ' ένα κεραμίδι, πήρα τα κλαμμένα μάτια, μου κ' έφυγα κατά τα +βουνά. Παρακαλούσα ν' ανταμώσω έναν τους μπροστά μου, να δώσω +και να πάρω μια μαχαιριά, και να γλυτώσω.» + +Εδώ τον πήραν το γέρο τα δάκρια. Δεν μπόρεσε να πάη εμπρός. Δεν +μπορούσαμε και μεις πια ν' ακούμε. Αμίλητοι όλοι μας, σα να +κοβότανε λείψανο μπρος μας. Όσο για μένα, ανεμοζάλη τον πήρε το +νου μου... Σα ψέματα μου φαίνουνταν πως ο γελαζούμενος ο γέρο +Βασίλης είτανε τέτοιος ήρωας... Τους έμαθα τους αληθινούς +ηρωισμούς του κατόπι, τις έμαθα τις παλικαριές του, σαν πήδηξε +κι αυτός σε καράβι κ' έσπερνε τρόμο με τους συντρόφους του... +Τι να σου τα λέγω αυτά! Άνοιξε την ιστορία, και θα τα δης. Ας +σου πω μονάχα πως ήρθε μετά χρόνια πολλά στον τόπο μας +καραβοτσακισμένος ο γέρο Βασίλης. Κι από τότες δεν ξαναγύρισε +στη πατρίδα του παρά μια φορά, που πήγε και ξέχωσε τα κόκκαλα +της γυναίκας και του παιδιού του, και τάβαλε στο κοιμητήριο, +και τους έκαμε μνημόσυνο, και γύρισε πάλι πίσω, γιατί δικό του +δεν μπόρεσε να ξανάβρη κανένανε. + +ΣΗΜ. Από τα τέσσερα τα κεφάλαια που ακλουθούνε θα πάρουμε +μονάχα μερικά αποσπάσματα. Τα μέρη που αφίνουμε, όσο κι αν +είναι ορεχτικά, δε φαίνουνται πολύ χρειαζούμενα. + + + +ΙΣΤ' +ΠΙΑΣΤΗΚΕ! + + + +Κ' εκεί που καθούμαστε όλοι μας χολοσκασμένοι, + + — Αι, φωνάζει ο Αγγελάκος. Τρέχα, γέρο Βασίλη, και πιάστηκε! + +Όλοι γυρίζουμε αμέσως κατά την αποτονιά, μερικά βήματα μακριά +μας. Το σημάδι στα χαλίκια είταν πεσμένο, το σκοινί τεντωμένο. +Και στην άλλη την άκρη, ως είκοσι οργυιές μες στο νερό, +ξετινάζουνταν κάθε λίγο μεγάλη ουρά και χτυπούσε τα κύματα. + +Ξεχνούμε τις πίκρες των σεφεριών, και σηκωνούμαστε στο +ποδάρι... Πρώτος ο γέρος έτρεξε και πήρε το σπάγο στα χέρια. Κι +αρχινάει και τραβάει κι αφίνει πάλι καλούμα, σαν τεχνίτης +θαλασσινός. Οι άλλοι κοίταζαν και δίνανε γνώμες και συβουλές, +πότε από δω να τραβάη, πότε από κει, να μην το φευγατίση το +ψάρι. Σιγά σιγά άρχισε και φαινότανε στο γιαλό μέσα. Άστραφτε +σαν τ' ασήμι, και χυνότανε σα σαΐτα από τη μια κι από την άλλη, +καθώς τραβούσε ο γέρος. Δεν άργησε να βγη έξω. Ήξερε καλά την +τέχνη του ο γέρος και το μισοψόφησε με την καλούμα. Κ' έτσι σαν +ήρθε στα ρηχά, δεν είχε πια δύναμη το δύστυχο να ξετιναχτή και +να ξεκόψη. Είτανε μια χαρά να τη βλέπης σπαρταριστή στα χαλίκια +απάνω τη συναγρίδα εκείνη. + +Έπρεπε να χάση τη ζωή του αυτό το ψάρι, να μας τη δώση εμάς. +Έλεγες και γυρίζαμε από γιουρούσι σαν ανεβαίναμε.....Εκεί, κάτω +από τη μεγάλη την καρυδιά, σιμά στη βρύση, εκεί πηγαίνω ακόμα +και καθίζω κάποτες και ρωτώ τις πέτρες και τα δέντρα αν το +θυμούνται το φαγοπότι εκείνο!.... Ποιος δεν τραγούδησε εκείνη +τη βραδινή!.... Πήγε να βασιλέψη η Πούλια, κι ακόμα γλέντιζαν +κοπέλλες, αγόρια, κι αντρόγυνα. Ως κι ο καημένος ο γέρο +Βασίλης, σα να μην είταν εκείνος που μας δηγούνταν τα πάθια του +στην ακρογιαλιά, ως και κείνος έβγαλε το μαντίλι και χόρεψε, με +λουλούδι στάσπρο του κατσαρό. Ως κ' η μακαρίτισσα η γριά μου, +που μήτε να χαμογελάη δεν πολυσυνήθιζε, σηκώθηκε στο χορό τη +βραδιά εκείνη. + +Γλυκοπετούσε η καρδιά μου από τη χαρά που τους έβλεπα όλους και +χαίρουνταν, και φύλαγα βαθιά τους κρυφούς μου τους πόνους, τον +πόνο της Λενιώς, και της ιστορίας του γέρου. . . Σα να τους +γλύκαινε τους πόνους εκείνους η καλοτυχιά που έβλεπα γύρω μου, +σα να τον αγαπούσα τώρα τον κόσμο με τα δεινά του, το πέλαγο +αυτό που σε δέρνουν τα κύματα, μα σε χαδεύει κάποτε κι ο αφρός +τους. + + + +ΙΖ' +ΛΑΧΤΑΡΕΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ + + + +Ανέβηκε ο ήλιος ως μια οργυιά, οι αχτίδες έπαιζαν ανάμεσα στα +φύλλα της μεγάλης κληματαριάς μπροστά στο καλύβι, κι όλοι μέσα +κοιμούνταν ακόμα. Σηκώθηκα και κατέβηκα στο γιαλό. Μα μήτε να +ψαρέψω δεν είχα όρεξη. Κάτι λαχταρούσα, κάτι φούσκωνε την +καρδιά μου. Ο κόσμος δε με χωρούσε. Φτερά ήθελα, να πετάξω στο +μοναστήρι, να παρακαλέσω τη Λενιώ να προσεύκεται και για μένα, +να μ' έχη και μένα στο νου της. Ύστερα πάλι, να την καταπείσω +ναφήση το μοναστήρι και νάρθη μαζί μου να πάμε μακριά, εκεί που +δε μας ξέρη κανένας, σε κάποιο ρημοννήσι, σε κάποια σπηλιά, και +κει, μακριά από Τούρκους, να ζούμε σα δυο περιστέρια. + +....Όλα όμορφα και γλυκά είτανε γύρω. Όμορφες είταν κ' οι +καλαμιές καθώς λυγίζανε με του μπάτη το φύσημα. Γλυκό είταν και +το κελάιδημα του κορυδαλού, πιο γλυκό ακόμα το κύμα που +μουρμούριζε πλάγι μου και φιλούσε την αμμουδιά. + +....Ήθελα να πέσω στα κρουσταλέννια τα νερά και να σβύσω τη +φλόγα μου .... + +....Μερικές μέρες κατόπι, αρχίζει κι ο τρυγητός. Δε χωράτευε +του τρυγητού η δουλειά. Κάθε τζίτζικας γίνουνταν τώρα μερμήγκι +και μάζευε, μάζευε για το χειμώνα. Απ' έξω στέκουνταν ο +χειμώνας και περίμενε νάμπη. Πλάκωναν τα πρωτοβρόχια, τάραζαν +τη θάλασσα τα μελτέμια, μια στιγμή να χάσουμε δεν είχαμε. Άμε +κ' έλα γλήγορα γλήγορα με το καλάθι στον ώμο, να μη χάσουμε τα +μαξούλια. Κ' έτσι, γλύτωσαν τα μαξούλια. + + + +ΙΗ' +ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ + + + +Είτανε βράδυ βράδυ σαν ξαναμπαίναμε στο χωριό ύστερ' από +ενάμιση μήνα εξοχή. Άγριο και κρύο φαίνουνταν το χωριό. Και το +σπίτι ακόμα πιο άγριο. Τα φύλλα της κυδωνιάς σκορπισμένα μες +στην αυλή, οι βασιλικοί και τα λούλουδα ξεσποριασμένα στις +γλάστρες, στις οροφές να ξεφωνίζουν οι κάργες, κι ο Ιμάμης να +ψάλλη «αξαμναμάζι» στο μιναρέ. + +Σαν άρχισε να γλυκοφέγγ' η φωτιά στη γωνιά, σαν άρχισε ν' +ανεβοκατεβαίν' η Αννούλα και ν' ανοίγη παράθυρα, να κουβεντιάζη +με τις γειτόνισσες, να τρέχη από δω κι από κει και να συγυρίζη, +άρχισε να χάνη και το σπίτι την αγριάδα του. + +Καθίσαμε στο δείπνο οι τρεις μας, δίχως το γέρο. Ο γέρος είχε +δουλειές ακόμα να κάμη στην εξοχή. Φάγαμε ήσυχα και δίχως λόγια +πολλά. Σα σηκωθήκαμε, πήγα στο παράθυρο να κοιτάξω, νακούσω +τίποτις που να με ζωντανέψη. Ησυχία, και μοναξιά! Μήτε +τρουξαλλίδες, μήτε βρύσες, μήτε αμπελοβάβρακα!... + +...Φέτος, που πατούσα τα δεκατρία, που άρχισε να χτυπάη η +καρδιά και να ταξιδεύη ο νους, ο άνεμος σα να βούιζε πιο +θυμωμένα ανάμεσ' από τα μισόγυμνα κλωνιά του περιβολιού, οι +σκύλοι γαύγιζαν πιο λυσσασμένα στους δρόμους, ο Ιμάμης έψαλλε +το «γιατσί» του πιο θλιβερά, το κόλι μούγκριζε με πιώτερο +πείσμα, τα γουρλωμένα μάτια του Ταξιάρχη με κοίταξαν πιο +αχόρταγα σαν πλάγιασα στη συνηθισμένη γωνιά μου να κοιμηθώ, κ' +έβλεπα τα κονίσματα αντίκρυ με τη μισοαναμμένη τους την +καντήλα. + +Γύριζε από τόνα πλευρό, ξαναγύριζε από τάλλο, και διώξε, αν +μπορής, τα χίλια φαντάσματα που τριγυρίζουν το νου σου σε +τέτοια νύχτα! Ένα μονάχο από τα φαντάσματα εκείνα, της Λενιώς +μου ο πόνος, έσωνε να μου τον κλέψη τον ύπνο. + +Ως το πρώτο λάλημα τυραννιούμουνα με τους μικρούς μου τους +πόνους. Και σαν ξύπνησα, στέκουνταν η μακαρίτισσα η μάννα +μπροστά μου, και μου έλεγε πως είταν ώρα για το &Σκολειό&. + + + +ΙΘ' +ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ! + + + +Δάσκαλέ μου, δε θαρχίσω την ιστορία της δασκαλικής σου δω πέρα! +Μήτε για τα συνηρημένα, μήτε για τα εις &μι& δεν έχουμε τόπο. +Κ' ίσως μήτε αξίζει τον κόπο. Είσαι αρρώστια, και τίποτις άλλο. +Λίγος φρέσκος αέρας, και χάθηκες. Έπειτα συ πια τώρα δε φταις. +Διδάσκεις αυτά που ζητούμε. Ας έχουμε χάρη στην πετριά μας, που +και καλά να φανούμε στον κόσμο παιδιά των αρχαίων, αληθινοί +κληρονόμοι τους. + +Κληρονόμοι, σε τι; Στην αρετή, στην παλικαριά; «Πολλού γε και +δει», δάσκαλέ μου! Κληρονόμοι στ' ανώμαλα ρήματα! + +Ποιος να σ' ακούση, κι αν τους το πης, πως για νάχη, το έθνος +δική του δύναμη και ζωή, πρέπει και δική του γλώσσα να μιλή και +να γράφη. Πως την έχει τη δική του τη γλώσσα, κ' είναι πιο +ελληνική από την καμαρωμένη την κορακίστικη! πως για να +σταλάξουμε ανθρωπισμό στη ρωμαίικη την καρδιά, πρέπει να +διδάσκουμε, να παρασταίνουμε, και να τραγουδούμε στη γλώσσα +της, κι όχι σε γλώσσα που δεν ακούστηκε ποτές αλάκερη σ' ένα +σπιτικό, παρά μέρος πρι να φανή ο Χριστός, μέρος σα φάνηκε ο +Μωάμεθ, και μέρος θα μιληθή σαν ξαναφανή ο Μεσσίας! + +Η γλώσσα γεννιέται και μεγαλώνει στα σπιτικά, σαν κ' εμάς που +τη μιλούμε. Έρχεται κατόπι η φιλολογία, τη σιάζει, τη γυαλίζει, +πετάει βαρβαρισμούς κ' ιδιώματα, φτιάνει καινούρια στολίδια, +και στρώνει εθνική γλώσσα που γίνεται όμορφη, είναι και +ζωντανή. Τους &τύπους& της όμως ποια φιλολογία να τους αλλάξη, +και γιατί; Οι Αθηναίοι σαν άκουγαν τους ρητόρους τους και +μιλούσανε με τη σπιτήσια γραμματική τους, δεν τους +παραξενεύουνταν. Εμείς τάχα γιατί τόση ακαταδεξιά! + +Ποιος κάθισε να συλλογιστή ταπέραντο το χασομέρι, ταπέραντο το +κρίμα, που αναγκάζεται το ρωμιόπουλο να ξεμάθη μια γραμματική +και να μάθη μιαν άλλη, άφησε που μήτε τη μια δεν μπορεί να +ξεμάθη, μήτε την άλλη δεν καλομαθαίνει; Ποιος άνοιξε +κορακίστικο βιβλίο, και να το κλείση μάνι μάνι, και να πάη +στους δασκάλους να πη. Φτάνει σας πια, το παραξηλώσετε· πήρετε +την πόρτα στον ώμο σας. Σας ορίσαμε δασκάλους, και μας βγαίνετε +ιστορικοί, ρητόροι, δαιμόνοι. Ως κ' εφημερίδες μας γράφετε! Πού +ακούστηκε τέτοιο πράμα! Ύστερ' από τους παλαιούς τους +Αιγυπτίους παπάδες, σε ποιο έθνος έγεινε μονοπώλι η γλώσσα κ' η +σοφία; Αμέτε στο καλό. Αφήστε τη φιλολογία στα χέρια των +παιδιών του λαού, να μάθη κι ο λαός κατιτίς. Διδάξτε το έθνος +ναγαπάη και να σέβεται την καταφρονεμένη του τη γλώσσα, να πάρη +λιγάκι απάνω του, και να μας το δείξη πως ζη. + +Ποιος πήγε, μα και ποιος έμεινε να τα πη αυτά στους δασκάλους! +που μας έχει όλους από τη μηχανή του βγαλμένους, άλλον κουτσό, +άλλον τυφλό, κι άλλον αλλοίθωρο! Σύγκριση δεν έχει ο Τούρκικος +ο ζυγός με τη δύναμη του δασκαλισμού μας! Όλοι μας μαζί του +πηγαίνουμε τώρα, γιατί όλοι μας φορούμε τα γυαλιά που μας +έβαλε. Και το νόστιμο, εκείνοι που γράφουνε σήμερα τα χερότερα +κορακίστικα είναι κ' οι πιο φανατικοί οπαδοί τους. Άμα κανένας +δεν ξέρη να καλοκλίνη το &κύων&, σκυλί γίνεται αν του προσβάλης +την κορακίστικη. Ρωμαίικο κι αυτό. Κι αυτό με το λόγο του. Από +την πολλή την εθνική μας την περηφάνεια, ταγαπούμε τα σκουλήκια +που κρυφοτρών τη ρίζα της ρωμιωσύνης. + +Χαρήτε το καλοί μου σοφοί, για τα σας έγεινε το έθνος! +Τυραννείτε το, και μη φοβάστε! Μια κατάρα δε θα σας ξεστομίση +το έθνος. + + + +Κ' +ΞΑΠΛΩΜΕΝΟΣ + + + +Έτυχε ποτέ σου να δης φάντασμα, από μέσα κιβούρι, κι απ' έξω +άσπρο, καθάριο σεντόνι; Να τρομάζης, και να πολεμάς να το +ξεφύγης, κι όλο να τακολουθάης το στοιχειό; Να τρέμουν τα +σκέλια σου, και να μην πέφτης χάμω, μόνο να πηγαίνης κατόπι του +ώσπου να σε φέρνη στο Κοιμητήριο, να σου δείχνη τα μνήματα ένα +ένα, να σε κάνη να διαβάζης τις πλάκες τους, να γονατίζης +εμπρός τους, ύστερα να σε προστάζη να ξαπλώνεσαι και να θαρρής +πως είσαι και συ θαμμένος μέσα στο Κοιμητήριο; Να το ξέρης πως +μπορείς να σηκωθής, να τρέξης και να φύγης έξω στο ζωντανό τον +κόσμο, και πάλι να μην μπορής, γιατί δεν το θέλει το φάντασμα; +Κ' έτσι να γίνεται η θέλησή του δική σου, και να μένης εκεί +ξαπλωμένος και μισαποθαμμένος, και να φαντάζεσαι πως σ' έχουνε +σκεπασμένο και με μνημείο μαρμάρινο, με γράμματα χρυσωμένα +απάνω του, μ' άλλα λόγια πως πέθανες, δοξάστηκες, αποθεώθηκες; + +Τέτοιο φάντασμα δεν είδες μαθές; Δεν ξαπλώθηκες ποτέ σου σε +τέτοιον τάφο; Καλότυχος άνθρωπος! Δεν είδες λοιπόν δάσκαλο, δεν +πήγες ποτέ σου στο «Ελληνικό»! Εγώ καθώς βλέπεις, έμεινα εκεί +ξαπλωμένος τέσσερα χρόνια. Τι λέγω τέσσερα! Άλλα δεκατέσσερα, +κι άλλα εικοσιτέσσερα χρόνια, ώσπου πέρασε κάποιος και μου +πάτησε το πόδι, και πήδηξα και με το συμπάθειο, βλαστήμησα, κι +από την ομιλία μου το κατάλαβα πως δεν είμουνα πεθαμμένος, μόνο +πως ονειρεύουμουν τόσα χρόνια! Κρίμα, κρίμα στα εξήντα μου +χρόνια! Πού να τα ξαναβρώ πια τώρα! + +Εννιά μήνες Ελληνικά, και ξαπλώθηκα. Χάθηκα μέσα στα όνειρα! +Τόβλεπα θεοφάνερα πως σε λιγάκι θα γράφω και γω σαν το δάσκαλο. +Μα και σαν τον Όμηρο, φίλε μου!.... + +.... Μ' άκουγε ο γέρο Βασίλης στην Ξέταση, σαν πέρασε κείνος ο +χρόνος, και δάκριζαν τα μάτια του από τη συγκίνηση. Κ' η γριά η +καημένη με κοίταζε και δε χόρταινε. Θα προκόψη αυτό το παιδί, +έλεγαν όλοι! + + + +ΚΑ' +ΧΑΛΑΣΜΟΣ ΚΟΣΜΟΥ + + + +Παράξενο το βράδυ εκείνης της Κεριακής που ξετάστηκα. Η θάλασσα +φαινότανε σα λιγοθυμημένη. Τα βουνά γύρω καθρεφτιζόντανε μέσα +της πέρα και πέρα με την αστροφεγγιά. Φύλλο δε σάλευε. Βγήκαμε +στον ηλιακό ν' ανεσάνουμε, οι τρεις μας, κι ο γέρος. Τώρα που +πήγαινε καλά το χτήμα και τονε βοηθούσε και παραγυιός, τονε +βλέπαμε συχνότερα σπίτι το γέρο. Καθίσαμε, και σα μιλήσαμε για +την Ξέταση, γύρισε ο λόγος και στις δουλειές, στα στερνά μας. +Είταν όλοι της γνώμης να μείνω Σκολειό, και να μάθω. Η Αννούλα +δεν είχε πια την ανάγκη μου. Η προίκα της είταν έτοιμη· και +χάρη στο γέρο, δεν έλειπε μήτ' ο γαμπρός. Ο γυιός του Καπλάνη +μελετούσε να γυρίση από την ξενιτειά σε κανένα χρόνο. Τα βόλεψε +όλα ο γέρος με την Καπλάναινα. Ο σκοπός του είτανε να στεριώση +τη νύφη στο χτήμα μαζί με το γαμπρό, και να κλείση τα μάτια του +αναπαμένος. Έλεγε λοιπόν, κ' η μακαρίτισσα συφωνούσε, να μάθω +εγώ καλά τα γράμματα, να βγω ύστερα πραματευτής, και σα γυρίσω, +ν' αγοράσω άλλα δυο χτήματα που είτανε φόβος να περάσουνε σε +τούρκικα χέρια. Κ' έτσι να ριζώσω και γω στο Μεσοβούνι, να +καμαρώνη κ' η γριά τα δυο της παιδιά νοικοκοιρεμένα. + +Όλη αυτή την ώρα η Αννούλα πότιζε γλάστρες, και τραγουδούσε. +Εκεί απάνω, ακούμε μεγάλο βοητό. Δεν μπορούσε να είναι βροντή, +γιατί σύννεφο δεν είχε στον ουρανό. Δεν προφτάξαμε να ρωτήξουμε +ένας τον άλλον τι είναι. Βλεπιούμαστε αμίλητοι και χλωμοί. Ό,τι +σάλεψε τα χείλη του ο γέρος να μας πη κάτι, κι άρχισε να +τραντάζη όλο το σπίτι, αρχίσανε να τρίζουν όλοι οι τοίχοι. + + — Σεισμός! κρυφοφώναξαν οι γυναίκες. + +Σαν τρελλοί σηκωθήκαμε και τρέξαμε κατά τη θύρα του ηλιακού. Ο +γέρο Βασίλης τότε φωνάζει και μας λέει να σταθούμε. Σταθήκαμε +μια στιγμή. Σταμάτησε ο σεισμός. Κάμαμε το σταυρό μας. + + — Τώρα τρέχατε, κ' ίσια στο περιβόλι, μας λέει ο γέρος +τρομασμένα και βιαστικά. + +Μπαίνουμε στο σπίτι, κατεβαίνουμε τη σκάλα, ερχούμαστε στην +πισόπορτα, και βγαίνουμ' έξω. Τι φωνές, τι τσιριχτά σ' όλη τη +γειτονιά! + + — Δόξα νάχη ο Θεός που δε βάσταξε πιώτερο! μουρμούριξε η +μακαρίτισσα. Και κει που τόλεγε, ξανάρχεται μεγαλήτερο βοητό +από τα βάθια της γης, κ' ύστερ ' από το βοητό μεγαλήτερο +τράντασμα. Ακούγαμε τους τοίχους που κατρακυλούσαν από παντού. +Τα χάσαμε, και δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε από κοντά από τον +τοίχο μας. Άξαφνα γκρεμιέται κι αυτός ο τοίχος, και +κατρακυλιούνται αμέτρητες πέτρες τριγύρω μας. Πέτρες, πέτρες, +κ' ένα σύννεφο σκόνη. + +Τίποτις άλλο δε θυμούμαι της τρομερής εκείνης βραδιάς, παρά που +ήρθαν κατόπι μ' αναμμένα δαδιά, και σήκωναν πέτρες, και +φώναζαν, κι αναστέναζαν, κ' έκλαιγαν. Μου φαινότανε σα να +είμουνα μισοθαμμένος. Δεν πονούσα πουθενά, μα θαρρούσα πως σε +δύο κομμάτια χωρίστηκα. Έτσι κι ο νους μου είτανε χωρισμένος. +Δεν καλόνοιωθα τι έτρεξε, μα έβλεπα, έβλεπα τις πέτρες που +σήκωναν, τα ξύλα που τραβούσανε σιγανά, τη σκόνη που μ' έπνιγε. +Έβλεπα και το γέρο το Βασίλη, ξεσκισμένο, λαβωμένο, +χωματιασμένο, να τους φωνάζη όλους με βραχνιασμένη φωνή, +«προσέξτ' από δω, παιδιά, τραβάτ' από κει». Ύστερα ένοιωσα πως +δεν είμουν πια θαμμένος, πως με σήκωναν. Κατόπι βρέθηκα +στρωμένος σε μέρος που με το φως ενός φαναριού με κοιτάζανε, με +ψάχνανε, μ' έδεναν, κ' ύστερα ύστερα βυθίστηκα, και πια δεν +έβλεπα τίποτις, δεν άκουγα τίποτις. + + + +KB' +ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΑΚΟΜΑ + + + +Πρέπει ακόμα δυο λόγια να πω, πρι να κλείσω την ιστορία μου. + +Άσπρισαν τα μαλλιά μου, κι ακόμα τρέμω σαν την ανιστορήσω την +καταστροφή εκείνη του σπιτιού, του χωριού, της μάννας μου και +της αδερφούλας, σα συλλογιούμαι πως την ώρα που με σήκωναν από +το χάλασμα και με βάζανε στην τέντα με το σπασμένο το πόδι, +κοίτουνταν κ' οι δυο τους άψυχες κάτω από τις μαύρες τις +πέτρες. + +Μια φορά μοναχά μου τα είπε ο γέρος. Πρέπει να είταν ως τρία +χρόνια πρι να ξενιτευτώ έρημος κι ορφανός, έξη μήνες πρι να +πάγη και κείνος να τις βρη τις δυο μου ψυχούλες. + +Δεν αξίζει να σου τα ξαναλέγω. Τι να τη χαλνώ την καρδιά σου; +Τι να τα γυρεύω τα δάκριά σου; Σώνουνε τα δικά μου· ζωής +αλάκερης δάκρια. Φτάνουνε, δεν το θέλει η μακαρίτισσα να +βασανίζουνται κ' οι άλλοι για κείνηνα, μήτε η Αννούλα μου δεν +το θέλει. Μήτε ο γέρος. Ο καημένος ο γέρος! Τέσσερα χρόνια με +γιάτρευε, με παρηγορούσε, με καθοδήγευε, και με μάθαινε να +δουλεύω, να δουλεύω και να ξεχνώ...... + +..... Και δούλευα, και δούλευα και ξεχνούσα. Σαράντα χρόνια +δούλευα και ξεχνούσα..... + +... Κλειστό βιβλίο τα σαράντα εκείνα χρόνια... + +......Ήρθα, τώρα κ' ένας χρόνος, από τα ξένα, στο ίδιο το +χωράφι, στο ίδιο ταμπέλι που ξέρεις. Τα βρήκα όλα ξερά, +ρημασμένα. Ένας μακρινός συγγενής μου το κρατούσε το χτήμα. +Κανένας δεν το πίστευε, σαν ξανάρθα, πως είμουν ο μικρός +εκείνος ο Δήμος εγώ. Έτυχε καλός ο Καντής, και τον πίστεψε το +χριστιανό που μαρτύρησε πως με γνωρίζει από το κουτσό μου το +πόδι, που τόσπασπα στο μεγάλο το σεισμό. + +Κ' έτσι το πήρα το χτήμα. Το ξαναφύτεψα τ' αμπέλι. Το διόρθωσα +το καλύβι. Όλα τα ίδια φαίνουνται σαν και τότες. Ως κ' η άγια +εκείνη η πέτρα στον τόπο της μένει. + +Και το χωριό; Και το σπίτι; Θα τα ξαναδούμε και κείνα, σαν +αρχίσουμε τα παραμύθια μας, τα ταξίδια μας. + + + +ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΦΥΛΛΑΔΑΣ + + + +ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΛΛΑΔΑ + + + +ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ + + + +Α' +ΣΤΗΝ "ΑΚΡΟΠΟΛΗ" ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ + + + +Κάθε βράδυ τώρα κι εμπρός, αγνώριστε πατριώτη και κληρονόμε, θα +την έχω την καλή σου τη συντροφιά. Θα ταξιδεύουμε κάθε βράδυ. +Ταξίδια της φαντασίας ήσυχα και κρυφά. Θα βλέπουμε και θακούμε. +Αχ, τι θα δούμε, και τι θακούσουμε! Μια ρωμιωσύνη αλάκερη! + +Δε θα είναι μακρινό το πρώτο ταξίδι μας. Απάνω στην «Ακρόπολη» +του σκλαβωμένου χωριού μας θανέβουμε. + +Είναι φεγγάρι, και Μάης μήνας. Η φύση κοιμάται με μαγευτικό +χαμόγελο στη χαριτωμένη της όψη. + +Μισής ώρας δρόμος από το καλύβι που κάθουμαι και σου γράφω. Να +πάμε με το νου μας γιαλό γιαλό. Δυο κάβους περνούμε, και τον +τρίτο τον κάβο τονε στεφανώνει η φτωχοπερήφανή μας Ακρόπολη. + +Ας σταθούμε μια στιγμή στο μισό το δρόμο. Εκεί, κοντά στο λάλο +το κύμα, που σιγανά κατρακυλάει και ξεσπάνει κι αφρίζει, και +μαργαριταρώνει την αμμουδιά. + +Πατρίδα μου, τι αθάνατο πράμα είναι αυτή η ομορφιά σου. Πρέπει +άνθρωπος να σε στερηθή, να καταλάβη την αιώνια σου χάρη! να +γεράση στα ξένα, και να ξανάρθη στην αγκαλιά σου, να ξανανιώση. +Πατρίδα, χρυσή αγαπητικιά μου! καμιά χώρα δεν έχει τα κάλλη +σου, την αγήρατη νιότη σου! Σε πλημμύρισε το αίμα, σε ρήμαξαν +αμέτρητες συφορές, και συ ως τόσο ακόμα χαμογελάς, καθώς όταν +ένας Πραξιτέλης σε κοίταζε, και χάραζε όλη σου τη ζωή και τη +χάρη απάνω στα ψυχρά σου τα μάρμαρα. Βασίλεια στήθηκαν και +γκρεμίστηκαν, πίστες άλλαξαν, αμέτρητα θεριά πέρασαν από τις +βασιλικές σου τις θύρες, με χαλάσματα σε σκέπασαν και με +κόκκαλα σέσπειραν, και συ ως τόσο τέτοιαν ώρα δέχεσαι την +Αφροδίτη στην αγκαλιά σου, και γλυκοπαίζεις μαζί της μέσα στην +ασημένια λάμψη του φεγγαριού σου. + +Τι παράξενος όμως Παράδεισος! Με τι αγγέλους, που θα τους +αρνιόταν η μαύρη η Κόλαση! + +Διάβαζα και ξαναδιάβαζα στη νιότη μου, πως τους μεγάλους σου +εκείνους ηρώους, τους λαμπρούς σου τεχνίτες η δύναμη της +ομορφιάς σου τους γέννησε. Τα διάβαζα, και σα Βαγγέλιο τα +πίστευα. Τώρα όμως που σε διαβάζω και σένα, τέτοια θάματα δε +βλέπω να φτειάνης. Αιώνες σε βυζάνει ένας Τούρκος, κι ως τόσο +το αίμα του μένει το ίδιο. Η ίδια η όψη του, η πίστη, ως κ' η +βλαστημιά του η ίδια. + +Αφού δεν άνοιξες τα σπλάχνα σου να τα καταπιής τάγρια τα +ψυχοπαίδια σου, πώς δεν τα ημέρεψες, πώς δεν τάκαμες ένα μαζί +σου; πώς δεν τανάθρεψες να σαγαπούν και να σε τιμούν, τη γλώσσα +σου να μιλούνε, να λατρεύουνε το Σταυρό σου, καμάρι να σέχουν, +και την καταγωγή τους να ντρέπουνται; Εσύ η Βασιλοπούλα, που +έναν Ηρώδη μια φορά μάγευες και δικό σου τον έκαμνες, πώς να +μην ταλλάξης με τη θαματουργή σου τη χάρη το σκυλολόγι που +θρέφεις; + +Ξέρω, ξέρω τι έπαθες, Πατρίδα τρελλή και ξεμυαλισμένη! Είναι +χρόνια και χρόνια που ξελαγιάστηκες! Σ' ατίμασαν αμέτρητα έθνη! +Έμεινε η ομορφιά σου, μα η καρδιά σου δεν είναι η πρώτη καρδιά· +και κάθεσαι τώρα και τα παχαίνεις αυτά τα θεριά. Το ξέρεις πως +θρέμματά σου δεν είναι, πως κόλλησαν απάνω σου καθώς ψώρα. Μα +δύναμη πια δεν έχεις τέτοιες ψώρες να ξετινάζης από τα στήθια +σου· και μήτε σε πειράζουν πια τώρα, αναίσθητη ρωμιωσύνη! + +Τίποτε, τίποτε πια δε νοιώθεις, μήτε την ομορφιά σου δεν τηνε +νοιώθεις! + +Άψυχο μάρμαρο έγεινες, άγαλμα κουτσουρεμένο, δίχως ψυχή! + +Πάμε παρέκει. Να τηνε η Ακρόπολη· όχι η Γενοβέζικη. Εκείνη +είναι από την άλλη τη μεριά, κατά την τούρκικη τη γειτονιά. +Τούτη είναι η δική μας η Ακρόπολη· χάλασμα ρημασμένο, μα +χάλασμα που σε βλέπει και σου μιλάει. Εκεί άλλος δε μιλάει παρά +το Κόλι τη νύχτα. Εδώ πέτρες, χώματα, βράχοι, όλα μιλούν. +Κοίταξε· μένουν ακόμα τοίχοι γεροί κι ακρέμνιστοι, κολλημένοι +στους βράχους. Σεισμοί, φουρτούνες, Φράγκοι, Τούρκοι! Όλοι το +χέρι τους έβαλαν! Κι ως τόσο μένουν ακόμα οι τοίχοι! τα χέρια +που τους έχτισαν είχανε μέσα τους την αθανασία. Ας ανεβούμε +ακόμα. Εδώ, εδώ είναι η Ακρόπολη της αρχαίας της χώρας. Η χώρα +έγεινε χωράφι, και το σπέρνουνε Τούρκοι. Μα η Ακρόπολη μένει +απάνω σε βράχο ριζωμένο στα βάθια της γης. Από δω κοιτάζανε +νύχτα και μέρα κατά το πέλαγο, μην τύχη και προβάλη εχτρός. Και +τι εχτρός! Με την ίδια τη γλώσσα, την ίδια θρησκεία, την ίδια +ομορφιά και παλικαριά, μόνο από άλλο νησί! Καλότυχο έθνος, που +είχε τέτοιους εχτρούς! + +Ας καθίσουμε σ' αυτό το λιθάρι. Κοίταξε γύρω· κοίταξε πώς τα +λούζει το φεγγάρι τα κοιμισμένα εκείνα βουνά. Είναι της Ασίας +βουνά. Λες και πασκίζει το φεγγάρι να τα ξυπνήση, να ταναστήση, +να τα χρυσώση, σύννεφα να τα κάμη, να τανεβάση στον ουρανό. Λες +και τάγριο το κορφοβούνι της Ίδας κοιτάζει με μάτια νυσταγμένα +μύριες Νύφες και Βοσκοπούλες που χορεύουνε κάτω, μέσα στους +λόγγους. Θαρρείς πως τις ακούς τις φλογέρες και παίζουν! +Θλιβερή απάτη της φαντασίας! Τους λόγγους εκείνους τους +σαβανώνει σκοτάδι αμίλητο και βαθύ. + +Στρέψε κατά την αντικρινή τη μεριά, κατά τα όρη που αραδιασμένα +λες και πλαγιάζουν απάνω στα ήμερα κύματα. Βουνά του νησιού, +γελαστά και χαριτωμένα. Λες κ' η φύση τα χαδεύει, κι αυτά +ραχατεύουν. Νυσταγμένα κι αυτά, ξέννοιαστα και βαριά. Μήτ' ένας +στεναγμός δεν ταράζει τον ύπνο τους! + +Χύνε το φως σου, φεγγάρι μου, μέσα στο μαγευτικό αυτό +κοιμητήριο! Ας κοιμούνται οι άλλοι. Σώνει που σε θωρούν και σε +καμαρώνουνε τρεις. Οι δυο μας, κ' ένας Θεός. Συνηθισμένο είσαι +από τέτοια άδοξη δόξα. Σαν πόσες χιλιάδες των χιλιάδων χρόνια +νάφεγγες έτσι στον κόσμο, άγνωστο, αθώρητο, αθάμαστο! + +Άφινε τις στεριές να κοιμούνται. Τη θάλασσα, τη θάλασσα κοίτα! +άφινέ το τό χωριό από πίσω· γλυκοκοιμούνται οι καλοί πατριώτες +του. Κι αν κανένας τους αγρυπνάει, από την πολλή τη συλλογή δεν +είναι. Να τρελλαθή από συλλογές σκοπό το χωριό μας δεν έχει. +Έχει το νου του αναπαμένο. Σαν που ταφήκα παιδί, το ξαναβρήκα +και γέρος. Τη θάλασσα, τη θάλασσα κοίτα! Η θάλασσα είναι +λεύτερη, αλυσίδα δεν τηνε δένει τη θάλασσα. + +Η θάλασσα χάφτει καράβι καθώς άνθρωπος χάφτει σπειρί άνιθο. +Αρμάδες αλάκερες καταπίνει. Να, εκεί, κατά ταριστερά, έκαμε μια +φορά η φωτιά συντροφιά με το κύμα, και μοιράστηκαν ένα καράβι +ανάμεσά τους. Ένας Παππανικολής την έφερε τη φωτιά. Από το +βλογημένο βυζί της Ψαριανής μάννας του τη βύζαξε, μέσα στην +καρδιά του την έκρυβε, και σαν ήρθαν οι εικοσιεφτά ενός Μάη, +την άναψε, και την κόλλησε σε Τούρκικο δίκροτο. Είτανε νύχτα, +κ' έφεγγε σα λαμπάδα το δίκροτο. Ως κι από δω το θωρούσαν οι +πατριώτες από τις τρύπες των μανταλωμένων σπιτιών τους. +Έτρεμαν, και τρέμουν ακόμα όσοι το θυμούνται και το δηγούνται. +Ψαριανοί δεν είναι· γιατί να μην τρέμουν! + +Απανωτά ξάναβαν και πετούσανε στον αέρα του Μαχμούτη τα +καμαρωμένα καράβια, ύστερ' από το βλογητό του Παππανικολή. +Εκεί, εκεί έκαμε τον αγιασμό του ο Παππανικολής. Και σαν έφαγε +η φωτιά το μερτικό της, κατάπιε ταπομεινάρια η αχόρταγ' η +θάλασσα. Τι όψη να την έχουνε σήμερα τα εβδομήντα τέσσαρα +εκείνα κανόνια! Αγνώριστα θάγειναν τα βουβά στόματά τους. Μια +φορά κελαϊδούσαν κι' αυτά. Τώρα κελαϊδεί ταθάνατο κύμ' από πάνω +τους. + +Άκου, άκου! Τι να μας λέη το κύμα εκεί κάτου, στην έρμη την +ακρογιαλιά; Τραγουδάει το τραγούδι της θάλασσας, της λεύτερης +θάλασσας. Γλυκοφιλάει τη γης με λαχτάρα που λες και ζητάει να +της πη τη χαρά του. Έπειτα πάλι θαρρείς πως την πονεί, τη +χαδεύει, ξεπλύνει τις ματωμένες πληγές της, κι ολοένα πολεμάει +να την αναστήση, να τη ζωντανέψη, και να την κάμη πάλι +χαρούμενη, καθώς είτανε μια φορά. + +Μεγάλη δουλειά καταπιάνεται το καημένο το κύμα! Του τραγουδιού +του τη γλώσσα δεν τη νοιώθουμε πια! Σε χαρτί απάνω δε γράφτηκε, +να τη μάθουμε. Είναι γραμμένη στον ουρανό. Κ' εμείς που +σκύβουμε, κι όλο σκύβουμε, πού νανασηκώσουμε κεφάλι και να +δούμε τον ουρανό! Τα παιδιά μας θα σκύβουν ακόμα πιώτερο, τα +εγγόνια μας άλλο τόσο, τα ξέγγονά μας θαγγίζουνε και τη γης με +τα κρεμαστά τους τα χέρια, ώσπου πόδια να καταντήσουν, αυτά τα +χέρια που μια φορά στεφάνια κρατούσανε και σε περήφανα κεφάλια +τα θέτανε! + +Σώνει, Σώνει! Είναι γλυκό το τραγούδι της θάλασσας, μα πικρός ο +πόνος που φέρνει. Πάμε παρακείθε λιγάκι. Εκεί, κατά το χάλασμα +του Μπραΐμη. Εκεί, στην άλλη την άκρη της Τάμπιας είναι του +Μπραΐμη το χάλασμα. + +Μα εσύ, σε φαντάζουμαι και κοιτάζεις ακόμ' αλλού, όχι κατά τη +θάλασσα πια, μόνο στα σπαρμέν' αυτά τα χωράφια που απλώνουνται +μπρος μας, με βώλους τρανούς σα βράχους στημένους εδώ και κει, +ως κοντά στακρογιάλι. Κοιτάζεις, σα να το θαμάζεσαι τι να είναι +αυτοί οι βώλοι. Να με συμπαθήσης, που πλάκωσε το νου μου ο +βαρύς ο καημός, και παρά λίγο να το λησμονήσω πως Ακρόπολη +δίχως πολιτεία δε γίνεται, και πως εκείνη είναι η έρμη η +πολιτεία της πιο έρμης Ακρόπολής μας. Είναι η αρχαία η χώρα που +βλέπεις, κι απομεινάρια της οι ασβεστοκόλλητες πέτρες. Τίποτις +άλλο παρ' αυτές δεν της έμεινε! Αν είτανε μέρα και κατεβαίναμε, +ίσως βρίσκαμε και μερικά λυχνάρια κομματιασμένα, που τι είδαν +από τη στιγμή που βγήκαν από του τεχνίτη το χέρι, με +πεισματάρικη σιωπή κρυφό το φυλάγουν! Το βλέπεις, το βλέπεις το +λυχνάρι, το ρωτάς με λαχτάρα, σε τι ομορφιές έχυσε φως, σε τι +αρετές, σε τι αλήθειες, σε τι μεγαλεία και δόξες, και στόμα δεν +ανοίγει να σου μιλήση το βουβό το κεραμιδοκόμματο! Όλα, όλα να +τα φανταστής εκεί πρέπει. Αγορές, στοές, γυμνάσια, χορούς, +θέατρα, πανηγύρια. Η θρησκεία της ομορφιάς, της χαράς και της +ηδονής θα μεθύση το νου σου, και θα ξαναγεννήση την ύπαρξή σου. +Θακούσης τότες τον Τέρπαντρο να δοκιμάζη την έβδομη χόρδα του, +τον Αρίονα να μαθαίνη από ταηδόνια του κάμπου το θείο το +μυστήριο που μάγεψε τα δελφίνια. Θενά δης μαρμαροτράχηλες +παρθένες να κατεβαίνουνε στο Ναό της Αγάπης, και να καταθέτουν +πολύτιμα στην Αφροδίτη ταξίματα, αγγελοκάμωτα παλικάρια +στεφανωμένα νακολουθούν την ιερή συνοδία με λαχτάρα και +περηφάνεια. Θενά δης άντρες συναγμένους σε στοές μαρμάρινες και +σε περιστήλια, και βυθισμένους στη μελέτη εκείνη που τηνε +λέγανε — «τη πόλει συμφέρον» — το συμφέρον εκείνο που +κολοβώθηκε κι αυτό σήμερα καθώς το λυχνάρι, κι άλλο τώρα δεν +σημαίνει παρά το ιδιαίτερό μας καλό, την αχόρταγη την όρεξη του +εγώ. Θενά δης καράβια και καράβια, άλλα να σκαρώνουνται σιμά +στο λιμένα, άλλα πάλι αραγμένα ή και στην αμμουδιά τραβηγμένα, +κι άλλα να σηκώνουνται γεμάτα σιδερόχερους κωπηλάτες, που +ξεκινούνε να διαφεντέψουν την καλότυχή τους πατρίδα. Θενά δης +ξένα πλοία να μπαίνουνε με πραμάτειες από Φοινίκη, από +Βυζάντιο, κι από Ρόδο· άλλα να βγαίνουνε φορτωμένα κρασί που +μήτ' ένας Αριστοτέλης δεν ταλησμόνησε στην αθανασία να το +διαλαλήση. Θενά δης της τέχνης έργα, που του κάκου σήμερα ένας +Φράγκος πολεμάει να τα ξαναπλάση. Θενά βρης την άγια την τέχνη +μέσα στη ζωή, μέσα στη ψυχή των μακαρισμένων κατοίκων αυτής της +χώρας. Θενά βρης αγάπη, αρετή, χαρά, πλούτο, δόξα, — ε τι δε θα +βρης! + +Κι ως τόσο τανοίγεις τα μάτια που η φαντασία τάχει μαγεμένα +τόση ώρα, κι άλλο δε βλέπεις παρά χωράφια, χωράφια και βώλους +ασβεστοκόλλητους! Μήτε πέτρα πάνω στην πέτρα δε σώζεται! Μήτ' +ένα φάντασμα θλιμμένο τη νύχτα δεν έρχεται να καθίση και να +θρηνήση το μεγάλο, τον τέλειο το χαλασμό! + +Αδύνατο να φανταστής, και να μη σε πάρη σαν άνεμος απέραντη +θλίψη! Να ξέρης το τι είτανε κάθε λιθάρι σ' αυτά τα χωράφια, +είναι μα το ναι βάσανο κι από του γκρεμισμένου αγγέλου +φριχτότερα. Καλότυχος ο ζευγάς, — κι ας είναι και Τούρκος, — +που ήσυχα και ξέννοιαστα οργώνει το ιερό αυτό χώμα, δίχως καν +να τ' ονειρευτή πώς γίνεται να υπάρξη κ' ιεροσυλία στον κόσμο! + +Του κάκου, γύρισε να δούμε και του Μπραΐμη το χάλασμα. Στην +άλλη την άκρη της Τάμπιας. Τέσσερεις τοίχοι, κουκουβάγιες +γεμάτοι. Είταν όμως μια φορά σπίτι, κι όσο για τον Μπραΐμη, +είταν κι αυτός Ρωμιός μια φορά! Πρέπει να τη μάθης την ιστορία +του. Να σου τη δηγηθώ στο δρόμο, τώρα που θα κατέβουμε, να +γυρίσουμε πίσω, στο μοναχικό το καλύβι. + + + +B' +Ο ΜΠΡΑΪΜΗΣ + + + +Οι πιώτεροι που αλλαξοπιστήσανε στους σκοτεινούς μας καιρούς, +τόκαμαν από φόβο να μη χάσουν το είναι τους, να μη ψηθούνε στη +σούβλα! Άφησε τα παιδιά. Εκείνα δεν έφταιγαν, αν άρχιζαν τη ζωή +τους φοβιτσιάρικα λαγουδάκια και την τελειόνανε Γενίτσαροι +φοβεροί, έφταιγαν οι γονιοί τους, που δεν ήξεραν από ποιαν άκρη +πιάνεται το σπαθί. Μην τακούς αυτά που μας τσαμπουνίζουν οι +δασκάλοι για τη μαύρη τη Μοίρα που βύθισε το Έθνος σε μύρια +βάσανα και μαρτύρια. Αυτά όμως τα λέμε άλλη φορά. Ας έρθουμε +στον Μπραΐμη. + +Είτανε Ρωμιός ο Μπραΐμης, μα με τη βία αυτός δεν τούρκεψε. Και +μήτε παιδομαζεμένος δεν είταν. Ηλία τον έλεγαν. Ο χαδεμένος ο +γυιος ενός Προεστού. Πλούσιος ο πατέρας του. Ως κ' οι τούρκοι +τονε φοβούνταν. Από κείνους τους Προεστούς που μιλούσαν +τούρκικα, έτρωγαν και γλέντιζαν τούρκικα, μα φυλάγανε μερικά +συστήματα καθάρια ρωμαίικα. + +Καλό μας έκαμαν αυτοί οι Προεστοί. Ήρχουνταν ώρες που +ανασηκώνανε λίγο το βάρος των αδερφιών τους, γλυτώνανε μερικούς +από φάλαγγα, από φυλακή, ή κι από χερότερα. Αγαπούσαν και να +λογομαχούνε με τους αγάδες, πότε με τόνα «προνόμιό» τους, πότε +με τάλλο. Κ' έτσι διαφεντεύοντας και λογομαχώντας, καταντούσανε +σωστοί πατριώτες στα γερατειά τους. + +Πήγε μια φορά ο Προεστός μας στον πύργο ενός Χασάν Αγά, πήρε +μαζί και ταγόρι του. Πρώτη φορά δεν είταν που τον έβλεπε ο Αγάς +τον Ηλία, μα φαίνεται πως ποτές δεν τονε καλομάτιασε καθώς αυτή +τη φορά, γιατί κι αρνί τους έσφαξε, και να τραγουδήση τον έβαλε +τον Ηλία. Και τους τραγούδησε ο Ηλίας. Πήγε να τρελλαθή ο Αγάς. +«Μόνο ρωμιώπουλο μπορεί να βγη τόσο πρόσχαρο και ξυπνό», γύρισε +κ' έλεγε του πατέρα του. + +Τους προβόδισε ο αγάς ως τη θύρα του πύργου σαν έφευγαν. + +Γυρίζοντας ο μικρός ναποχαιρετήση την αφεντειά του καθώς +ξεκινούσαν, κακή του μοίρα, κ' έπεσαν τα μάτια του στο καφάσι +του χαρεμιού. Δε σκέπαζε όλο το παράθυρο το καφάσι. Έμενε κατά +το πλάγι άνοιγμα μεγαλούτσικο, κι απ' αυτό τάνοιγμα πρόβαλε +πρόσωπο που έλαμψε σαν τον ήλιο, και πάλι χάθηκε σαν την +αστραπή. + +Είταν η Μελέκη, η πανώρια μοναχοκόρη του Χασάν Αγά. + +Από την ώρα εκείνη ησυχία δεν είχε ο Ηλίας. Στιγμή να καθίση +δεν μπορούσε στο σπίτι. Γύριζε από δω κι από κει, ως τον κάμπο +κατέβαινε, κατά τον αγάδικο τον πύργο. Τι γύρευε, δεν τόξερε +μήτ' αυτός. Τους τοίχους του πύργου να τρυπήση, στο χαρέμι να +κρυφογλιστρήση δίχως μήτε σκλάβος να τονε δη, στης Μελέκης τα +γόνατα να πέση και να ζητήση βοήθεια και σωτεριά, — είταν +όνειρα γλυκά κ' ησυχαστικά, μα όνειρα ανωφέλητα της αγάπης. + +Είχε ως τόσο κι ο Αγάς τον καημό του. Τον έτρωγε και κείνονα +κρυφή συλλογή. Πώς αϊτός να γείνη, να πετάξη και να φέρη ταγόρι +στον Όλυμπο! Θα καταντούσε το ρωμιόπουλο μεγάλος Αγάς μιαν +ημέρα. Για τον Αγά αυτά δύσκολα πράματα δεν είτανε. Μα ο +Προεστός είχε δόντια, κ' η δουλειά χρειάζουνταν &κολάι&. +Σοφίστηκε το λοιπόν ο Αγάς να ζητήση ταγόρι νάρχεται και να +τονε μαθαίνη ρωμαίικα. Ήθελε να τα μάθη τα ρωμαίικα, γιατί τους +αγαπούσε τους Ρωμιούς. Το καλό τους ήθελε, κ' έπρεπε να +καταλαβαίνη ο Αγάς τα παράπονά τους. + +Δέκα χρόνια γεροντώτερος κινούσε κατά το σπίτι του ο Προεστός +σαν τάκουσ' αυτά. Τα δηγήθηκε της γριάς του. Κλαίγοντας η γριά +τα ξανάειπε του γυιού της. Μα εκείνος μόλις τάκουσε, και δίχως +μήτε λέξη να ξεστομίση, σέρνει κατά τον πύργο και γυρεύει να δη +τον Αγά. + +Έλειπε ο Αγάς στο Μεζλίσι εκείνη την ώρα. Περίμενε λοιπό στην +αυλή ο Ηλίας. Και περιμένοντας στην αυλή, ψιλοτραγουδούσε κ' +έβλεπε κατά το μαγεμένο καφάσι. Δεν άργησε να ξαναπροβάλη ο +λαμπερός ο ήλιος από τη μεγαλούτσικη χαραμάδα. Ρίχτει μερικές +ματιές γύρω του ο Ηλίας. Ένας και μοναχός ζαπτιές στην αυλή, κι +αυτός ροχάλιζε στην πεζούλα. Ψυχή αλλού πουθενά. + +Δεν είχε ώρα να χάνη. Έπρεπε να της το πη πως τον έχασε το νου +του μαζί της, πως έτοιμος είναι και τη ζωή του να δώση. Να της +το μιλήση, Θεός φυλάξοι! Να της το γράψη, το πρόλαβε κι αυτό ο +Προφήτης, που δεν αφίνει Τουρκοπούλα μήτε χαρτί μήτε καλέμι να +πιάση. Άλλο από τραγούδι δεν έμενε. Τραγούδησε λοιπόν Τούρκικα +ο Ηλίας, με σιγανή και καθάρια φωνή. Να πώς τέλειωνε το +τραγούδι: + +«Σαν κατεβαίν' η Πούλια προς το βουνό, ας πετάξη το Ουρί της +Αυγούλας ανάμεσα στις Ιτιές, κι ας ράνη με τη δροσιά του τα +φτερά του αηδονιού που το λαχταρεί». + +Ιτιές εκεί άλλες δεν είχε παρά μερικές κοντά στο ποτάμι, λίγα +βήματ' από τον πύργο. + +Στάθηκε μια στιγμή ο Ηλίας σιωπηλός, να δη αν είτανε θάνατος ή +ζωή. Είτανε ζωή. + + — «Πέκι εή, κουζούμ, πέκι εή», μουρμούριζε το Ουρί από το +καφάσι. «Πρόσεχε μοναχά, γιατί έρχεται ο Εφέντης». + +Γυρίζει από την άλλη ο Ηλίας, και βλέπει τον Αγά και σίμωνε +σιγοπερπατώντας γιαλό γιαλό. Βγαίνει και τον ανταμώνει. +Καταχάρηκε ο Αγάς σαν τον είδε. + + — Και πού είναι τα κιουτάπια σου, του λέει. + + — Έφεντημ, του κάνει ο Ηλίας, με τα κιουτάπια ρωμαίικα ποτές +δε θα μάθης. Εγώ τα Τούρκικα τάμαθα μιλώντας με το Λατίφη το +γείτονά μας. Κι ο Λατίφης πάλι τάμαθε τα ρωμαίικα τραγουδώντας +μαζί μου. Με την αφεντειά σου να τραγουδώ, δεν ταιριάζει. +Μπορούμε όμως να συντυχαίνουμε ταπομεσήμερο σα γυρίζης +περπατώντας από το μεζλίσι. Έτσι θα τα μάθης μια μορφιά τα +ρωμαίικα. + + — Καλά, λέει ο Αγάς χαδεύοντας τα γένεια του. Κ' έτσι γίνεται. +Κ' ύστερα θάρχεσαι μέσα να πίνης ένα σερμπέτι. + + — Έφεντημ, θα μ' αβανιάζουν τότες πως τούρκεψα. Εμένα δεν με +μέλει κι αν τουρκέψω για το χατίρι σου. Μα η γριά μου — ως τον +τάφο καημό της θα τόχει». + + — Όχι, παιδί μου, του λέει ο Αγάς, εγώ ποτές μου δικό μας δε +θα σε κάνω δίχως να θέλης. Ένα πράμα όμως σου λέω: Ανίσως και +ταποφασίσης ποτέ σου, ψυχή να μη φοβηθής, σώνει να αναπνέη +ακόμα ο Χασάν Αγάς. + +Τον κοιτάζει ο Ηλίας με σοβαρή και συγκινημένη ματιά, και του +κάνει βαθύ τεμενά. + +Ο πονηρός ο Αγάς τόνοιωσε με τι λογής αγόρι είχε να κάνη. — +Αυτός είνε του πατέρα του γυιος, είπε. Εδώ χρειάζεται υπομονή +και καιρός. + + — Καλά, Ογλούμ, του λέει, απ' αύριο αρχινούμε. + +Και μπήκε ο Χασάν Αγάς στον πύργο, και πήρε την ακρογιαλιά ο +Ηλίας και πήγαινε, όχι στη μάννα που τον απάντεχε, μόνο στις +ιτιές, κοντά στο ποτάμι. Εκεί τριγύριζε, αναστέναζε, ανέβαινε, +κατέβαινε, κάθιζε, σηκώνουνταν, ώσπου βασίλεψ' ο ήλιος και +σκορπίστηκαν ταστέρια στον ουρανό. Και παραμόνευε την Πούλια, +και μετρούσε τις ατέλειωτες ώρες. Σα ψέμα του φαινότανε. Σαν +τρέλλα το θάρρειε να περιμένη τέτοιες ώρες Αγαδοπούλα να τον +ανταμώση σ' εκείνα τα βαθιά τα σκότη. + +Και κει που τα συλλογιούνταν αυτά, ακούγει σιγανή περπατηξιά +μέσα στα πεσμένα τα φύλλα. Ανατρίχιασε, τουρτούριξε από τη +λαχτάρα, από την κρυφή τη χαρά. Το «πέκι εή» λοιπόν της Μελέκης +παραμύθι δεν είταν. Όσο πήγαινε σίμωνε η περπατηξιά, ώσπου +φάνηκε κάτι σα γυναικήσιο κορμί μπροστά του, κάτι που το +σκέπαζε φερετζές. Κάνει να της μιλήση, και πιάνεται η μιλιά +του. Ξεχύνεται να την πάρη στην αγκαλιά του, μα η γυναίκα +απλώνει φοβισμένη το χέρι και του λέει να μη σμίξη κοντά της. +Έχει μήνυμα να του πη. Είναι η πιστή η σκλάβα της πανώριας +Μελέκης, και το μήνυμα είναι πως η πανώρια η Μελέκη δε λαχταρεί +μιας νυχτιάς, μόνο ζωής αλάκερης αγάπη· πως στα χέρια του είναι +η μοίρα της, κι άλλον τρόπο δεν έχει παρά να τουρκέψη και να +την κάμη δική του. + +Έφυγε η γυναίκα, κ' έμεινε ο Ηλίας αμίλητος. Έμεινε ως τη +χαραυγή. Σαν ταποφάσισε και πήγε στης ταλαίπωρης μάννας του, +γύριζε πίσω με τους παραγυιούς του ο γέρος που ολονυχτίς έτρεχε +ζητώντας τον. Βρήκε ο Ηλίας μια πρόφαση, μισή αλήθεια μισή +ψέμα, και πέρασε. + +Μα η μάννα δε σύχαζε. Ρωτούσε και πάλι ρωτούσε, πού είταν όλη +τη νύχτα. + + — Πήγα ν' ανταμώσω την ομορφώτερη του χωριού, και την +πλουσιώτερη. Περίμενα, περίμενα, και δεν ήρθε. Πηγαίνω τώρα να +βρω τον πατέρα της, και να του τη ζητήσω. Προξενητάδες ο γυιος +σου δε θέλει. Άφησέ τον, και παιδί δεν είναι. + +Η μάννα, που να είταν άλλη φορά, τα ρούχα της θάσκιζε, τώρα δεν +είπε τίποτις, μόνο έκαμε το σταυρό της, που δεν είχε τον τόπο +του ο μεγάλος ο φόβος της. Και πρι να προφτάξη να τονε ρωτήση +ποια είταν η μάγισσα που τον αποτρέλανε, χάθηκε ο Ηλίας από +μπροστά της. + +Ίσια στον πύργο πήγε. Ο Αγάς, ό,τι έκαμε το ναμάζι του, κ' +έπινε τον καφέ του. Μήτε τον καλοκοίταξε στην αρχή. Τέλος του +είπε να καθίση, και του πρόσταξε και καφέ. + + — Έφεντημ, αρχίζει αμέσως ταγόρι, παράξενο θα σου φάνηκε να με +βλέπης τέτοιαν ώρα. Μ' απ' αυτό να καταλάβης πως μεγάλη δουλειά +μ' έφερε ως εδώ. Η ζωή μου είναι εις τα χέρια σου. + + — Τι έπαθες, τζάνουμου, ρωτάει ο Αγάς. + + — Θυμάσαι το τι μου έταζες χτες; πως άμα ταποφασίσω, να σου το +πω. + +Σουφρώνει τα φρύδια του ο Αγάς. + + — Κι άμ' η μάννα σου; του λέει ποιος θα την πάρη στο λαιμό του +τη μάννα σου; Κι ο πατέρας σου; + + — Αφεντέσημ Έφεντημ, τίποτις δεν είναι αυτά. Ο πατέρας μου +είναι μισός μουσουλμάνος. Η γριά πάλι, θα φωνάξη, θα κλάψη, κ' +ύστερα θα μερώση. Τι θάκανε αν είτανε θάνατος; Εδώ έχει ή +Προφήτη, ή θάνατο. + +Κοντοστέκεται ο Αγάς, και τον καλοβλέπει στα μάτια. + + — Και ποιος θα σου πάρη τη ζωή α δεν αλλαξοπιστήσης; + + — Η αγάπη. Έμπαινα χτες στου πύργου σου την αυλή. Στο γωνιακό +του παράθυρο είταν έν' άσπρο γατάκι κ' έπαιζε με του γιασουμιού +τα κλωνιά. Γλυστράει έξαφνα το γατάκι και πέφτει μες στην αυλή. +Προβάλλει αμέσως ένα πρόσωπο, σκύβει, σέρνει μια φωνή, και +χάνεται πάλι μέσα στον πύργο. + +Πετάχτηκε τότες ο Χασάνης αγριεμένος κ' έτρεξε κατά το χαρέμι. + + — Αμάν, Έφεντημ, στάσου! Αν είναι να παιδευτή κανένας, εγώ +πρέπει να παιδευτώ, που είχα μάτια κ' είδα ένα πλάσμα που ήλιος +δεν τάγγιξ' ακόμα. Μπήξε το μέσα μου το χαντσάρι σου, να μη λες +πως ζη εκείνος που την είδε την κόρη σου. + +Στέκεται ο Αγάς κι αγριοβλέπει. + + — Δεν έχεις χαντσάρι μαζί σου; Να το δικό μου. Χώστο ίσια μες +στην καρδιά μου. Θυμήσου όμως το χτεσινό τάξιμό σου. Στοχάσου +το τι θα είμαι σα γείνω παιδί σου. Στοχάσου πως αγόρι δικό σου +δεν έχεις. Στοχάσου τι τρομερός πολεμιστής του Προφήτη γίνεται +το ρωμιόπουλο, και σε τι λογής χέρια θαφήσης τη δύναμή σου όταν +ο Αλλάχ σε κράξη κοντά του. + +Δεν άργησε να μαλακώση ο Χασάνης. Ξανακάθισε στο μιντέρι του. Ο +Ηλίας, σιωπηλός τώρα, έσκυψε και περίμενε ένα λόγο από τον Αγά. + + — Παιδί μου, του λέει ο Αγάς, συλλογίσου το πάλι. Συλλογίσου +τη μάννα σου, &την κατάρα της μάννας σου&. Τι καλό θα δης +ύστερ' από τέτοια κατάρα! Στάχτη θα σε κάμη, και σένα και μας. + + — Χίλιες κατάρες δεν πιάνουν μπρος στου Προφήτη τη χάρη. Ο +Προφήτης το θέλει, το προστάζει, δικός σου να γείνω. Εκείνος +είναι που το γκρέμησε το γατί. + +Σαυτό πια δεν είπε τίποτις ο Αγάς. Σηκώθηκε, τον αγκάλιασε, και +πρόσταξε να φέρουν τα νταβούλια. + +Ύστερ' από λίγη ώρα, ξεκούφαιναν το χωριό νταβούλια και +πιστολιές. Είταν το &σουννέτι του Μπραΐμη&. + +Το τι έγεινε στο έρμο το σπιτικό του Ηλία σαν έμαθαν οι γονιοί +του πως τούρκεψε το παιδί τους, και παίρνει του Χασάνη την +κόρη, είναι άλλη λυπητερή και μακρινή ιστορία. + +Μέρες και μέρες βάσταξαν οι γάμοι του Μπραΐμη και της Μελέκης. +Άλλες τόσες μέρες μπαινόβγαιναν οι γιατροί από το σπίτι του +μαύρου του Προεστού. Τέτοιο αστροπελέκι απάνω στάσπρο κεφάλι +του, δεν μπόρεσε ο καημένος να το βαστάξη. Η γριά έζησε +μερικούς μήνες ακόμα, για να δώση, ως φαίνεται, καλά την κατάρα +της. + +Τι τα θέλεις, πρέπει κάποτε να τις πιστεύης αυτές τις κατάρες. +Ειδεμή, γιατί πέθανε η Μελέκη στον τρίτο το μήνα της; Γιατί +τρελλάθηκε ο Αγάς, και τονε δέσανε χεροπόδαρα, και τον έδερναν +αλύπητα να τονε γιατρέψουν, κι αυτός θεραπειά πια δεν είδε; +Γιατί τα μισόχασε κι ο Μπραΐμης, και πούλησε πύργους, και +ξέκαμε χτήματα, και πήγε κ' έχτισε την πετροφωλιά εκείνη απάνω +στην Τάμπια, και ζούσε ολομόναχος, και μήτε Τούρκο να δη δεν +ήθελε μήτε Χριστιανό, ώσπου απέθανε χρόνια κατόπι, και χάρη +νάχη τη διαθήκη του, που έλεγε να φέρουνε με τη σερμαγιά του +νερό στο χωριό, και τώρα βλογούν τη ψυχή του Παπάδες κ' +Ιμάμηδες. + +Τι άλλο είταν που την έφερε όλη εκείνη τη συφορά! + + + +Γ' +ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΠΡΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ + + + +Έχουμε να περάσουμε βραδιές και βραδιές στο χωριό. Θα πάμε και +κει καθώς πήγαμε στην Ακρόπολη. Αγνώριστοι, αθώρητοι, με της +φαντασίας τα μαγικά τα φτερούγια. Εδώ, κοντά στου καλυβιού μου +το λυχνάρι εγώ, ύστερ' απ' αλάκερης μέρας σκάψιμο κ' ίδρο· και +μέσα στο νου μου εσύ, πατριώτη, που καταδέχτηκες ν' αφήσης +τόσες και τόσες εφημερίδες μυριόγλωσσες και μυριόλαλες, τόσα +και τόσα διαλαλημένα ρομάντσα, που σ' Ανατολή και Δύση σκορπάνε +ζαχαροσκέπαστες στάλες φαρμάκι, (ας είτανε τουλάχιστο θανάτου +φαρμάκι!), ταφίνεις όλ' αυτά του πολιτισμού τα ξακουστά +χαρτολούλουδα, κ' έρχεσαι να κοιτάξης λουλούδι στεγνό και +μισόψυχο του βουνού, νακούσης παράξενα λόγια γέρου περιβολάρη, +να κρυφοπετάξης μαζί του στα θλιβερά του ταξίδια. + +Έτσι θα το σεριανίσουμε, το χωριό. Καλλίτερα ο νους σου να σε +φέρνη εκεί, παρά το κορμί σου. Με το κορμί σου να πας, θα +σπάσουν τα καλομαθημένα σου πόδια. Πέτρες και πέτρες! Πέτρες +που στρωθήκανε μια φορά στα σοκάκια του, και πια δεν +ξεστρωθήκανε! Μόνο τις στρογγύληνε ο καιρός από πάνω, τις +ρίζωσε βαθιά αποκάτω, και τώρα χριστιανός κι αν θέλη να +περπατήξη δίχως &να σκύβη&, είναι αδύνατο! + +Μήτε γω δεν πηγαίνω πια στο χωριό. Σαν ήρθα γέρος από τα ξένα, +έμεινα στην πατρίδα της νιότης μου μερικούς μήνες. Μακάρι να +μην πήγαινα σταγαπημένο μου το χωριό, μακάρι νάρχουμουν ίσια +στο Μεσοβούνι! Θα μένανε στο νου μου γλυκές και καθάριες της +νιότης οι θύμησες, που τις φύλαγα χρόνια και χρόνια μέσα στο +νου μου στα ξένα, σαν ιερό φυλαχτήρι, σαν κλωνί δεντρολίβανο. +Πήγαινα να λιγοθυμήσω, και το μύριζα, κι ανασταίνουμουν. +Θαπέθνησκα δίχως εκείνο. + +Σαν πρωτογύρισα, είμουνα σαν τρελλός. Πετούσ' από τη χαρά μου. +Ο κόσμος δε με χωρούσε. + +Ίσια στο σπίτι μας τράβηξα. Βρήκα μεγάλο κοκκινοβαμμένο +αρχοντόσπιτο στον τόπο του! Δεν το βρήκα το περιβόλι μας. +Απέραντη αυλή αντίς περιβόλι, και μέσα της ζαπτιέδες! Κονάκι +τόκαμαν ταγαπημένο το σπίτι μας! + +Πώς έπεσε στα χέρια των έξ' απ' εδώ αφού ξενιτεύτηκα, μη ρωτάς. +Σώνει να ξέρης πως σα γύρισα πίσω, και τόνοιωσαν πως είταν +κληρονομιά μου, μούδωσαν ταμπελοχώραφό μας αυτό, να σωπάσω. +Πήρα το χτήμα, και σύχασα. + +Ξεκίνησα μια μέρα και πήγα στου χωριού το Ξωκκλήσι, που είταν +και κοιμητήριο, ίσως και βρω τα μνήματα που σκέπαζαν τους +σκοτωμένους μου και τους πεθαμμένους. Είμουνα μόνος στο +Κοιμητήριο. Μήτε πλάκα, μήτε σημάδι! Χόρτα κι αγριολούλουδα +πέρα πέρα! Μα ήξερα σε ποια γωνιά είταν οι τάφοι τους, και +στάθηκα κει. Στάθηκα, και παρακαλούσα κανένα φάντασμα να κατέβη +και να μου πη πως το ξέρουν πως γύρισα, πως είμουν κοντά τους, +πως ήθελα να είμαι ακόμα κοντήτερα, ακόμα βαθύτερα. Τι να ζω, +τι να περιμένω πια τώρα! Την ανεμοσκόρπισα τη ζωή μου! + +Και καθώς κοίταζα τους τάφους συλλογισμένος, θάρρεψα πως άκουσα +φωνή από τα σπλάχνα της γης, και μου έκραζε: «Παιδί μου, κρίμα, +κρίμα στα χρόνια σου! Δε θα γυρίσουν τα χρόνια σου πια! Τίποτε, +τίποτε δε μας έκαμες! Πάει πια τώρα! Κατέβα και συ κάτω στη +μαύρη τη γης. Έλα να σμίξης τα κόκκαλά σου με τα δικά μας!» + + — «Όχι, όχι», κράζει άξαφνα άλλη βαθύτερη φωνή παραπέρα, «όχι +ακόμα! ακόμα να μην κατέβης! Πήγαινε στο χωράφι, πάρε το +σκαλιστήρι, και σκάλιζε, σκάλιζε! Δεν είσουν εσύ γεννημένος για +ξενιτειές· μήτε για τουφέκι δεν είσουν. Το δικό σου το μπαρούτι +είναι μες στην καρδιά σου, και το βόλι στην άκρη της πέννας +σου. Πήγαινε, κι άφηνέ μας εμάς μοναχούς ακόμα λιγάκι. Τρέχα, +τρέχα στο καλύβι, και σκάλιζε με την πέννα σου. Ένας χρόνος της +πέννας αξίζει πενήντα φωτιά και μπαρούτι. Τρέχα, πρι να σε +κατεβάση ο χάρος και σένα!» + +Κ' έσυρα κ' ήρθα στο καλύβι με νέα ζωή και μ' αίμα καινούριο. +Σα νάνοιωθα πως γύρισε πίσω η νιότη μου. Σφίγγω τώρα τα δόντια +μου να μην πεθάνω πρι να κάμω του γέρου το θέλημα. + +Πάμε, πάμε μαζί στο χωριό· εκεί που γεννιέται και μεγαλώνει η +ρωμιωσύνη. Και κατόπι ξεκινούμε κατά τις μεγαλονόματες χώρες, +εκεί που η ρωμιωσύνη περνάει ταντρίκια της χρόνια, ή τα +σακάτικα γερατειά της. + + + +Δ' +ΣΤΟΥ ΜΠΕΗ + + + +Θα σε φέρω από σοκάκι ακόντευτο κ' έρημο, κι ας είναι μέρα +μεσημέρι· από την πλευρά του Κάστρου του Γενοβέζικου. Δέρνει ο +ήλιος τους τοίχους του, και πολεμάει να στεγνώση τις λάσπες +του. Μεγάλα όμως τα σπίτια του, αρχοντάδικα. Μεγάλες κ' οι +αυλές τους, κι αερικές. Ως και δέντρα έχουνε μέσα. Ας +κρυφοσκύψουμε, να κοιτάξουμε. Μια και μας δούνε, καπνός +γινόμαστε, και χανούμαστε· έλα, ρίξε κρύφια ματιά από την +κλειδότρυπα της θεόρατης αυτής θύρας· έχει και σιντριβάνι +καταμεσή στην αυλή. Αγάδικο σπίτι. Μπέης κατοικεί εδώ μέσα. +Πρέπει να λείπη τώρα στην Αγορά. Μετράει εκεί με το κομπολόγι +τις άγονες ώρες του. Όρεξη μου έρχεται νάμπω αθώρητος, και θα +κάμης καλά να με συνοδέψης. + +Δροσερή πρασινάδα. Λουλούδια και βότανα όσα θέλεις, παντού. Σε +λιγοθυμάει η βαρειά μυρουδιά τους, που λες κι ο αέρας να την +πάρη στα φτερά του και να πετάξη δε δύνεται. Άφωνα μας +χαιρετούν τα κόκκινα ψάρια στη γούρνα, με μύρια τρυφερά γογγυτά +τα περιστέρια στον ηλιακό. Ως τόσο, ψυχή πουθενά. Εξόν ο Αράπης +εκείνος, που δέκα ύπνους κοιμάται απάνω στην πλάκα, στο πρώτο +σκαλοπάτι γερμένος. Τι να τον κάνουμε τον Αράπη! Ως κι αγάπης +όνειρο να γενούμε, και μέσα στο σκοτεινό του κεφάλι +ναστράψουμε, πάλι αυτός θα κοιμάται! Ας περάσουμε καλλίτερα, κι +ας ανέβουμε την τετράπλατη σκάλα που μας φέρνει στο μπέηκο το +χαγιάτι. + +Παράξενο σπίτι! Ο ήλιος τόχει βασίλειό του, κι ο μπάτης φωλιά +του. Το χαίρουνται αναμεταξύ τους. Δε γίνεται όμως να μην το +χαίρεται κι άλλος αυτή την ώρα. Ας περάσουμε από το έρημο το +χαγιάτι· ας τη σκουντήξουμε αυτή την πόρτα την καμαροσκέπαστη, +την πλουμισμένη, την τορνευτή. Έλα, σκύψε μέσα, και να τις δης! +Δε σου τόλεγα; Κοιμούνται όλες τους ύπνο βαθύ. Τις μέθησε ο +μπάτης κι ο ήλιος· άφησαν ορθάνοιχτα τα παράθυρά τους, έβαλαν +τα πιο ψιλά και διάφανά τους σαλβάρια, κ' έπιασε καθεμιά τους +απ' ένα σελτέ. Τι ανάγκη την έχουνε! Ζουν κι ανθοβολούν +απαράλλαχτα σαν τα λουλούδια που σεριανίζαμε στην αυλή. + +Το τέφι στον τοίχο, χάμω στην κώχη η χρυσοπλούμιστη η +ταρμπούκα, ξέννοιαστη και βουβή. Σκόρπια στις ψάθες και στα +χαλιά πωρικά, μισοφαγωμένα κι αλάκερα. Ως μήτε τα σερμπέτι δε +σώθηκε. Σκαλώνει το γιασουμί από κρεββατές κι από κάγκελα, που +λες και πασκίζει να τους καλοδή τους γλυκοπλαγιασμένους αυτούς +κρίνους, και να μάθη αν είναι αλήθεια όλα τα καμάρια που +ψάλλουν τα τραγούδια για την ομορφιά τους. + +Μπορείς άφοβα να χωθής παραμέσα. Να ξυπνήσουν τέτοιαν ώρα οι +καλές μας, αδύνατο. Όλη νύχτα τον κόσμο χαλούσαν. + +Κοίταξε, κοίταξε τα μαύρα εκείνα ματόκλαδα! Κι από μάτια +γλυκύτερα σου μιλούν. Σου λεν πως καθετίς που μισοσκεπάζει +ομορφιά, είναι κι από την ομορφιά που σκεπάζει μαγευτικώτερο. +Κρυφογλίστρησε χαδευτικά τη ματιά σου, και σταμάτα την κατά τα +μισανοιγμένα τα χείλη. Το ίδιο το μάγιο, το ίδιο μυστήριο. +Θαρρείς πως την ακούς τη γλυκειά τους φωνή, πως τα βλέπεις τα +μαργαριταρένια τα δόντια. Κατέβα τώρα στάλλα τα κάλλη, που σαν +ολοφέγγαρο λάμπουν. Άλλο δε βλέπεις παρά λαιμό ολοστρόγγυλο, +μαλακόχνουδους ώμους, και στήθια χιονάτα. Ο νους σου χάνεται +στο σιγανοσάλευτο εκείνο το λακκουδάκι. Δες έπειτα τα +ψιλοκάμωτα χέρια, τα πόδια της τα χυτά, δες τάλικο το σαλβάρι +που κυματίζει απάνω της, — και σαν τα δης όλ' αυτά, ξανανέβασε +τη μυστική σου ματιά, και μ' αυτήν ξαναχάδεψε το γελαζούμενο +πρόσωπο, πάρε γύρω το τορνευτό το σαγόνι, κοίταξε ταυτάκι το +διάφανο με το διαμαντοκόλλητο σκουλαρίκι. + +Τι να πρωτοϊστορήσουμε, και τι να πρωτοπούμε! που όλα είναι +κάλλος και λάμψη και γλύκα! Πρόσεξ' ένα πράμα όμως: Όλες +φαίνουνται σα να χύθηκαν από το ίδιο καλούπι, όλες, σα να τις +τόρνεψε ένας μάστορης. Όμορφες, γλυκόχαρες, μα τίποτις άλλο! +Περιβόλια με τα ίδια τα δέντρα, τα ίδια βοτάνια, ρόδα και +γιασουμιά. Στον έξω τον κόσμο, στην ολοφάνερη ρωμιωσύνη, αν +είναι η μια περιβόλι, η άλλ' είναι κάμπος, λόγγος ή πύργος η +άλλη. Μέσα όμως σταφανέρωτο το χαρέμι όλες, όλες είναι +περιβολάκια συμμαζεμένα και γλυκοπότιστα. + +Μα βλέπω και μας μεθάει η μάγισσα η ομορφιά! Σα να το ξεχνούμε +τι λογής μαξούλι μας φέρνουν αυτά τα περιβολάκια! Το +λησμονήσαμε πως εδώ είναι που βγαίνει το βοτάνι που το τρώμε +και μας κάνει και σκύβουμε όλη μας τη ζωή, πως εδώ γεννιέται +και μεγαλώνει το φοβερό το θεριό που το λεν &Τουρκιά!& + +Όχι, δεν είναι γυναίκες αυτές. Πες τις Σειρήνες, Γοργόνες, ό,τι +θες. Πες τις αγγέλους που τους έχει μαζί του παρμένους ο +Βελζεβούλης κατεβαίνοντας από το ουράνιο παλάτι του κάτω στο +σκοτεινό Βασίλειο της Αμαρτίας. + +Κι άλλο έχω κρυφά να σου πω, μα να βγούμε πρώτα. Δος μου το +χέρι σου. Πρόσεχε τον Αράπη. Να μας πάλι στο δρόμο. Το κρυφό να +σου πω τώρα: + +Δε φταίν' οι Χανούμισσες. Φυσικό τους είναι να τα γεννούν τα +θεριά. Άλλες μαννάδες είναι που τους γεννούν εκείνους που +φταίνε. + +Σα να κουνάης το κεφάλι σου λέγοντας πως ταδικώ το +πολυπαθιασμένο το «Γένος». Με συμπάθειο· το ξέχασα πως ένα +σκοπό μάθαμε και μεις να τσαμπουνίζουμε στον κόσμο, — τα πάθια +και τα βάσανά μας. + +Το τραγουδούμε κι αυτό χωρίς να το καλονοιώθουμε. Οι πιώτεροί +μας, μήτε μας περνάει από το νου μας πως έχουμε πάθια. +Φυσικώτατο. Τη βρήκαμε την ψώρα στον τόπο που γεννηθήκαμε. Ίσως +μερικοί θα παραξενεύουνται που δεν την έχει κι όλος ο κόσμος. +Δάσος χωρίς θεριά και φείδια, πέτρες δίχως σκορπιούς, — πού +ακούστηκε! Και καταντάει να δοξάζουμε το Θεό που είναι απλή +σκλαβιά, και δεν έχουμε και χερότερα. + + + +Ε' +ΣΤΗΝ ΑΠΑΝΩ ΤΗΝ ΑΓΓΟΡΑ + + + +Μας έκλεψαν ώρα πολλή του Μπέη οι Χανούμισσες. Απομεσήμερο +έγεινε. Ώρα που μαζεύεται ο κόσμος στην Αγορά. Ώρα που πιάνει ο +καθένας τη θέση που κληρονόμησε από γονιό και παππού, και +καθίζει να δη τριγύρω του τα ίδια τα πρόσωπα, να στηλώση τα +μάτια του στους ίδιους τους τοίχους, τα ίδια λόγια να πη, τις +ίδιες ξυπνάδες νακούση· να πιη τον καφέ του από το ίδιο +φελτζάνι, και το ίδιο το μαρκούτσι να πάρη στο χέρι. Ώρα που ο +νους του ξυπνάει από ύπνο βαθύ, βλέπει τι βαρετό και τι μάταιο +πράμα είναι η ζωή, και ξανανυστάζει. + +Να περάσουμε πρώτα από την απάνω την Αγορά. Βλέποντας και +πηγαίνοντας θα βρεθούμε στην κάτω. Απάνω Αγορά, κάτω Αγορά: +Τουρκιά, Ρωμιωσύνη. + +Βλέπε τους άφοβα, κατάματα βλέπε τους. Δε θα μας βλέπουν αυτοί. +Εμείς ταξιδεύουμε με το νου, κι από νου δεν παίρνουν τα +χαδεμένα παιδιά του Προφήτη. + +Κοίταξε, πώς με τον καιρό γίνουνται, κι ως τόσο παρατηρούνται, +τα θάματα που μέσα σε παραμύθι της Χαλιμάς ένα τελώνιο όταν τα +κρυφοπλέκη, απίστευτα φαίνουνται, και λέμε πως αλήθεια να +είταν, σε παράξενο κόσμο θα ζούσαμε! Τι μεγαλήτερο θάμ' από +τούτο, μόνο που πήρ' αιώνες να σκαρωθή, κι όχι μια στιγμή. +Φαντασία δε θέλει πολλή ν' ανιστορήσουμε το τι σκηνές θα +βλέπαμε, τι λόγια ή και τραγούδια θακούγαμε, τι λογής ψούνια θα +κάμναμε σ' αυτό το χώμ' απάνω, προ είκοσι αιώνες ας πούμε! Κι +όμως η φαντασία τρέμει και σκιάζεται σα βάλη πλάγι τις δυο +σκηνές: Εκείνη και τούτη. Ταπέραντο φως, και ταπέραντο σκότος! +Την Ελλάδα, και την Ασία. + +Τη βλέπεις, την ακούς, τη μυρίζεις παντού την Ασία· ως και τα +μοσκοκάρυδα του μπακάλη, και του Εφέντη ο μόσκος, σου την +παρασταίνουν αλάκερη, την κατασταλάζουνε στης ψυχής σου τα +βάθια τη θεοσκότεινη, τη ψυχοφαρμακεύτρα, τη Στρίγλα της +ανθρωπότητας, τη γήινη Κόλαση, την καταχθόνια την Ασία, που αν +ένα καλό μας έκαμε, και μας έσωσε μια φορά το χλωμιασμένο της +φως, ήρθε κατόπι να σβύση μια και για πάντα το δικό μας τάγιο +το φως, και να μας σφίξη στη βαθειά και σκοτεινή αγκαλιά της, +ώσπου μήτε σημάδι να μη μας μένη άλλο παρά μια γλώσσα, μια +πίστη! + +Στη ψυχή μας μέσα καταστάλαξε ο Ασιατισμός, και γι' αυτό οι +πιώτεροί μας μήτε τι πράμα είναι δεν το νοιώθουμε. Δικός μας +έγεινε, αίμα μας είναι. Ας τους αφήσουμε όμως τους δύστυχους +πατριώτες· θα τους ανταμώσουμε παρακάτου. Ας δούμε τώρα τους +αφεντάδες· αυτούς που μας έφεραν ταθάνατα σκότη από την Ανατολή +εκείνη, που Δύση να την έλεγαν, πάλι αλήθεια δεν θα είτανε! + +Κοίταξέ τον με τι παμπόνηρη περηφάνεια κρύβει τη γύμνια του! +Λες, άλλη μια σκέψη, και λύθηκε το μεγάλο το πρόβλημα. + +Ας του μιλήσουμε από μακριά. + + — Μερ χαμπάρ, Εφέντημ! Το κέφι στον τόπο του; Βρέθηκαν τίποτις +δανεικά σήμερα; Άραγες από το πρωί αναπαύεσαι αυτού διπλοπόδι; +Αν από το πρωί, καλά την έχεις. Το κέφι πρέπει να είναι λαμπρά +σκαρωμένο. Νάρθουμε να καθίσουμε κοντά σου, δεν ταιριάζει. +Ορίστε ένα ταπεινότατο τεμενά. Για να μην ξεσυνηθίσω, τον κάμνω +κάθε πρωί του Μπέη που γυρίζει το ροδάνι του πηγαδιού μου. Έτσι +μου φαίνεται πως είναι και κείνος σοβαρός και μεγαλόπρεπος σαν +την Αφεντειά σου. Μόνο που δουλεύει εκείνος. Εσύ έχεις μοναχά +τις βασιλικές του τις χάρες. Αυτός έχει και την υπομονή, και +την ουρά, και ταυτιά. + +Με συμπάθειο, σαδίκησα· δεν είσαι συ από κείνους· μήτε λύκος +δεν είσαι, μα μήτε όρνιο, μήτε και διάβολος. Ταίρι δεν έχεις +εσύ. Εσύ, όταν ο Πλάστης κατέβασε στη γης τανθρώπινο γένος, +μαζί του δεν ήρθες. Αν κατοικούσες εδώ από τότες, ρουθούνι δε +θα μας έμενε! Αιώνες κ' αιώνες κατόπι μας ήρθες εσύ, Κύριος +οίδε από τι αμαρτίες μας! Κι απ' την ώρα εκείνη, τρέχει και +τρέχει το αίμα, κι ακόμα, πού να χορτάσης! + +Κιοπόγλου, ταυτί σου δε δρώνει! Τράβα το τσιμπούκι σου, κ' +έννοια σου! Τι έχεις να σκοτιστής; τι να φοβηθής; Τα πρόβατά +σου βόσκουνε μοναχά τους. Ως και το γάλα τους μοναχά τους το +φέρνουν. Και το μαλλί τους χαζίρικο τόχεις. Ανάμεσά τους +κουρεύουνται και σου το κουβαλούν. Γνωστικά πρόβατα, μα και συ, +θαρρώ, γνωστικώτερος. + +Ας ρίξουμε και παραμέσα στον καφενέ μια ματιά. Κοίταξέ τους· +κάθουνται σα χορτασμένοι κροκόδειλοι στον άμμο του ποταμού. +Τσιμουδιά λέξη, κι ανοιχτό στόμα. Λες και φωτιά να πάρη το +χτίριο, δε θα σαλέψουνε. Να μη γελαστή όμως κεφάλι και σκύψη +μπροστά τους! Χαπ, — και το χάφτουνε. Βυθίζουνται κατόπι μέσα +στα θολωμένα νερά τους, και το καταπίνουν. Τρέχα συ τότες +γύρευε δίκιο, θα χαμογελάσουν οι άλλοι, και θα σου πούνε να +περάσης κι από τη δική τους τη γειτονιά. Όσο για τον Αγά, αυτός +θα σου δώση να καταλάβης καταπού πέφτει το μαξιλαράκι του +μιντεριού του. Και συ τότες, εκεί που του συντυχαίνεις, +ανασηκώνεις το μαξιλάρι, και κρύβεις από κάτω ένα πουγγί. Κατά +το βάρος του μαγεμένου πουγγιού θα είναι και το δίκιο σου. Αν +είναι τόσο το βάρος που να μην μπορή μια Συνείδηση να το +σηκώση, φωνάζει το Ζαπτιέ ο Αγάς, του δίνει προσταγές που +τρομάζουν έναν ανήξερο, τρέχει ο Ζαπτιές, ξετρυπώνει τον +Κροκόδειλο, προφταίνει κι αρπάζει από το στόμα του κατιτίς, και +σου το δίνει, αφού κρατήση το μισό για πλερωμή του ηρωισμού +του. Το παίρνεις εσύ τότες ταπομεινάρι τού έχει σου και +πηγαίνεις, λέγοντας πως το βρήκες τέλος πάντων το δίκιο σου. + +Έχει, βλέπεις, κι ο Τούρκος δικαιοσύνη, μα δεν είναι καθώς η +βροχή του Θεού. Πέφτει χαλάζι στον εαυτό του, και ψυχαλίδες +στους άλλους. Δεν τους σώνει τάχα τους άλλους που τους αφίνει +και ζουν; + +Τέτοιοι είναι κ' οι νόμοι του, κ' οι τέχνες του, κ' οι +επιστήμες του. Έλα μαζί μου, να το πιστέψης. Το βλέπεις εκείνο +το μπαρμπεριό; Είναι ο καλός ο Χαφίσης εκεί μέσα. Ο Θεός να με +συχωρέση, ρωμαίικο αίμα πρέπει νάχη μέσα του ο Χαφίσης. Πρώτο, +που &δουλεύει& κι αυτός. Δουλεύει με το ξουράφι του. Δεύτερο, +που φαίνεται ήμερος κι άβλαβος. Όλοι του χωριού στου Χαφίση +ξουρίζονται. Τι του κόστιζε να σφάξη κανέναν με το ξουράφι του! +Κανέναν δεν έσφαξε, μήτε από τούρκικο λάθος. Να δης που είναι +και της επιστήμης παιδί ο Χαφίσης. Σε πιάνει δοντόπονος. +Τρέχεις στου Χαφίση και του το λες. Σε καθίζει σ' αυτό εκεί το +σκαμνί, φέρνει τη μια και μοναχή του δοντάγρα, του δείχνεις το +μέρος που σου πονεί, κι αρχινάει η δουλειά· δηλαδή την πιάνει +από την αρχή τη δουλειά. Τραβάει ένα τετράρριζο δόντι, και +δείχνοντάς το κάτασπρο με τις ματωμένες τις ρίζες, σε ρωτάει αν +αυτό είναι. Του είπες όχι; Ξερριζώνει και το πλαγινό, κατόπι +τάλλο, ώσπου να βρεθή το κούφιο το δόντι. Και πλερώνεις για ένα +δόντι. Βλέπεις λοιπόν πως είναι κι ο Χαφίσης Τούρκος στο βάθος. +Έφταιξε ένας χωριανός; Σκότωσε Τούρκο και κρύφτηκε ύστερα; +Αμέσως πελεκίδι πέντ' έξη, ίσως τύχη να είναι μ' αυτούς κι ο +φονιάς. + +Σα να μην το πιστεύης αυτό. Σα να μου λες πως πέρασαν των +σεφεριών οι τρομάρες. Πως χύθηκε του Πολιτισμού το ήμερο γάλα +και στις Τούρκικες φλέβες. Πως η λευτεριά της Χίος και των +Ψαρών μπορεί να ξανάρθη, οι σφαγές τους όμως ποτές. + +Φίλε μου και πατριώτη μου, όποιος κι αν είσαι, τη γνώμη σου +τηνε σέβουμαι, πάρε όμως παράδειγμα του Χαφίση το δόντι, πάρε +και το Χαφίση τον ίδιο και με προσοχή ψυχολόγησέ τον. Το φυσικό +του δεν άλλαξε. Οι ίδιες οι περίστασες τα ίδια βάσανα θα +γεννήσουν. + +Ας κάνουμε όμως τώρα τόπο, επειδή Άγιος περνάει. Ξέρεις πως οι +τρελλοί αγιάζουν κατά τον Τούρκο. Όλοι τους τον προσκυνούν τον +απείραχτο εκείνο τρελλό, και τονε λατρεύουνε. Μήτε τρύπιο βρακί +του λείπει, μήτ' αποφάγι. Κάθε μέρα περνάει από δω ο Ντελή +Μεχμέτης, κινάει κατά το Τζαμί, και μ' όλη τη δύναμή του +κρατάει το Μιναρέ, να μην πέση! Είναι η τρέλλα του αυτή, πως θα +πέση ο Μιναρές. + +Ρωμαίικο αίμα πρέπει νάχη κι αυτός. Αν είταν αληθινός, ή +τουλάχιστο γνωστικός Τούρκος, η τρέλλα του θάπερνε τούρκικο +δρόμο, θα πήγαινε αντίκρυ στο Μιναρέ, και θάλεγε, «Γραφτό σου +είναι, Μιναρέ μου, να πέσης, ας γείνη του Προφήτη το θέλημα.» +Μα ο Μεχμέτης ανησυχά, βασανίζεται, τα σίδερα τρώει, που θα +πέση ο Μιναρές. Και τρέχει, κι όλο τρέχει να τονε γλυτώση. Όλο +πάει να πέση, κι όλο τονε γλυτώνει. Ρωμιός πρέπει να είναι, του +κάκου! Δεν πολεμάει να γλυτώση τίποτις που βγαίνει από το χέρι +του, κι ας μη χρειάζεται και γλυτωμό· αλάκερο Μιναρέ πολεμάει +να γλυτώση! + +Απαράλλαχτοι και μεις, φίλε. Σε μιναρέδες ακκουμπούμε, να μην +γκρεμνιστούνε· με μια διαφορά, που μας κάνει και φαινούμαστε κι +από το Μεχμέτη τρελλότεροι. Οι δικοί μας οι μιναρέδες είναι +&γκρεμνισμένοι& χρόνια κ' αιώνες, κι ως τόσο τρέχουμε ακόμα στα +χαλασμένα θεμέλιά τους κι ακκουμπούμε, μην τύχη και πέσουν! Να +τo δούμε πώς έπεσαν, να μαζέψουμε τα σκόρπια λιθάρια και να +τους ξαναστήσουμε, από το νου μας δεν περνάει. + +Θα με ρωτήξης, τι πάνε να πουν όλ' αυτά· θα μου πης πως δεν τα +καλονοιώθεις, και να σου ξηγήσω το νόημα. Καιρός δεν είναι για +τέτοια εξήγηση. Μέσα στην Καταμεσινή την Ασία όποια ιστορία κι +αν αρχίσω, μοσκοκάρυδα θα μυρίζη. Ας καθίσουμε κάλλιο σ' αυτή +την πεζούλα, κι ας ακούσουμε το τι λέγει ο ασπρογένης εκείνος +με το παχύ το σαρίκι, που κάτι περίεργο δηγάται στους πλαγινούς +του. Αξίζει να τον ακούσουμε. Είναι ο Χουσεήν Αγάς, ο τρόμος +αυτών των μερών μια φορά. Πέρασε τη νιότη του στο αίμα και στη +φωτιά, τώρα πουλεί χαλβαδόπηττες και ζαχαρικά, επειδή στο αίμα +και στη σφαγή έχουνε για την ώρα κισάτια. Έλα, ν' ακούσουμε τι +τους λέει ο τρομερός Χουσεήνης. + + + +ς’ +Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΧΟΥΣΕΗΝΗ + + + +«Καλέ ψυχές μου, τζάνουμου! Ας τα πούμε τώρα που κανένας δεν +είναι κοντά μας να μας ακούση. Τι τονε θέλουμε μεις τον +Παράδεισο, μ' όλα του τα πιλάφια, μ' όλο το μέλι, μ' όλους τους +θησαυρούς του; Τι θα βρούμε κει που δεν ταπολαβαίνουμε και στη +γης; Και να σας πω, παιδιά μου, έχουμε κάτι πιο ακριβώτερο εδώ +κάτου. Στον Παράδεισο δε θα βρούμε Γκιαούριδες να δουλεύουνε +για τα μας. Σας λέγω πως τέτοια τύχη χρυσή έθνος άλλο στον +κόσμο δεν την αξιώθηκε. Διάβασα τα κιουτάπια, και το είδα κει +μέσα. Όπου ήρθε ξένη φυλή, κ' έβαλε από κάτω της άλλη, φυλή, θα +πη πως η φυλή που ήρθε είταν αξιώτερη, ξυπνότερη, δυνατώτερη. +Ειδεμή, πού να βασταχτή, να ριζώση, να πνίξη την ντόπια φυλή! +αργά γλήγορα ή καταπονιέται και χωνεύεται μαζί με τους +ντόπιους, ή μαζεύει τα καλαμπαλίκια της, και φεύγει. Εμείς όταν +ήρθαμε στο Βασίλειο της Ρωμιοσύνης, τι αξιότητα είχαμε! Μια και +μοναχή, που βάλαμε το αίμα τους μέσα στις φλέβες μας, και μας +έδωσε δύναμη και ζωή· εφτάψυχους μα τον προφήτη μας έκαμε. Κ' +έτσι ριζώσαμε, και με το αίμα τους τούς κρατούμε. Θα μου πήτε, +ξεθύμανε πια κι αυτό. Αν όμως ξεθύμανε μέσα μας, μέσα τους +ξεθύμανε άλλο τόσο. + +Αυτοί καταντήσανε, μάτια μου, να θαρρούν πως δεν μπορούν πια να +ζήσουνε δίχως εμάς, τέλειωσε! Έγεινε φυσικό τους να σκύβουν. +Όσοι πρόφταξαν και σήκωσαν κεφάλι πρι να τους σακατέψη ολότελα +η σκλαβιά, αυτοί καψογλύτωσαν. Καλό και γι' αυτούς, μα για μας +ακόμα καλλίτερο που στήσανε κατά τα Κάτω τα Μέρη το καινούριο +Βασίλειό τους. Γιατί τώρα όποιος Γκιαούρης βαρεθή τη σκλαβιά, +αντίς να κάθεται και να μας κρυφαγκυλώνη, παίρνει τη φαμελιά +του και τραβάει στην καμαρωμένη του την Ελλάδα. Κάνει το κέφι +του, μας αφίνει και μας στο ραχάτι μας. Μα δεν είναι δα και +πολλοί που μας φεύγουν. Πόσοι φύγανε από το χωριό μας; το πολύ +δύο τρεις· έγειναν αβοκάτοι, κ' έμειναν εκεί, ν' ακονίζουν τη +γλώσσα τους. Ένας τους, που έγεινε γιατρός και γύρισε πίσω, μου +τα είπε όλα· πως εκεί τα λόγια παίρνουν και δίνουν. Πως με τα +λόγια κάθε μέρα από το πρωί ως το βράδυ μας πολεμούνε, μας +σφάζουν, και μέσα στην Αγιά Σοφιά τα Νικητήριά τους ψάλλουν! +Βάη, βάη, Ντελή Ορούμ, βάη! Στον κόσμο ρεζίλι γένηκαν, που δυο +τρεις βράχους να κυβερνήσουνε δε γροικούν, και καράβια +σιδερένια, λέει, κάμανε, να μας καταχτήσουν ε! Βάη, βάη, Ντελή +Ορούμ, βάη! + +Μην τους ακούτε τους Μουλλάδες που προφητεύουν κάθε λίγο πως θα +γκρεμνιστή μια μέρα του Οσμάνη το Κράτος. Εγώ σας λέγω πώς να +γκρεμνιστή, θα πάρη μαζί του και τους Ρωμιούς. Μια μορφιά θα +μας χάψουν όλους μας οι Χαχόλοι που θα πέσουν απάνω μας όταν +σημάνη η κακή μας ώρα. Kι' ως τόσο οι Ρωμιοί, σαν κάθουνται και +κουβεντιάζουν το βράδυ κοντά στη μαστίχα τους, ονειρεύονται +Φράγκους και Ρούσσους που τοιμάζουνται να κατεβούν και να τους +ξαναδώσουν τη λευτεριά. Τέτοια όνειρα να μας βλέπης, Ρωμιέ μου, +για να βλέπουμε άσπρη μέρα και μεις. + +Και θα βλέπη τέτοια όνειρα ο Ρωμιός. Ανοίξτε τα κιουτάπια, να +το δήτε κι αυτό. Πριν ακόμα νάρθουμε μεις, τη περίμενε τη +Φράγκικη τη βοήθεια. Βλέπεις, με το να δουλεύη αυτός για τα +μας, πόλεμο να μάθη δεν έχει καιρό. Θα κατεβούνε λοιπόν οι +Φράγκοι, που πιστεύουν κι αυτοί Χριστό, και θα μας κόψουνε, ν' +ανθρωπέψη ο τόπος του. Γεια σας, ρωμιόπουλά μου! Μπρος στη +γνώση σας η σοφία του Κορανιού σκοτάδι γίνεται μοναχό!» + +Όμορφα τα είπες, χρυσόστομε Χουσεήνη! Πικρούτσικες αλήθειες, η +καθεμιά τυλιγμένη σε χαλβαδόπηττα. Τέτοιο χαλβά σ' έχω χάρι να +μας πουλής και μας. Τι τα λες τους δικούς σου; Αυτοί το πολύ θα +γελάσουνε. Εμάς, εμάς λέγε τα και ξανάλεγέ τα, και σου τάζω πως +θα βρεθή ρωμαίικη ψυχή μια μέρα να στολίση με μαρμάρινο σαρίκι +την κολόννα του μνημοριού σου. + +Πού να πιαστής ως τόσο εσύ, Χουσεήνη μου, με τέτοια ταξίματα! +Είσαι καλός πατριώτης εσύ, είσαι και διπλωμάτης. Τώρα που δεν +κόβει πια το μαχαίρι σου, που σκούριασε η πιστόλα σου, βρίσκεις +καιρό να συλλογιστής, κ' εκεί που χτυπάεις το χαλβά σου, ο νους +σου κατεβάζει αλήθειες που ο πιο ξακουσμένος Σοφτάς της +Ρωμιοσύνης δεν τις ονειρεύεται! Άφερημ, άφερημ! Τι θα είταν η +Ρωμιοσύνη ανίσως κ' είχαμε και μεις μερικούς χαλβατζήδες! Εμείς +μήτε χαλβατζήδες δεν έχουμε! + +Περνάει η ώρα ως τόσο. Ας ξεκινήσουμε παρακάτου. Μπορούσαμε να +περάσουμε ώρες κι ώρες ανάμεσά τους. Μπορούσαμε να πάμε κατά το +Τζαμί και να τους βλέπουμε να πλένουνται, να πλένουνται μπροστά +στις αραδιασμένες βρυσούλες, να τρίβουν τα ματωμένα τους χέρια, +να ξαναπλένουνται και να τα ξανατρίβουν, και πάλι να μη +βγαίνουν οι καταραμένοι λεκέδες! Μπορούσαμε και στην προσευχή +τους να πάμε, να δούμε τι λογής Θεός είναι που τους ακούει και +δεν τους πλακώνει με μύριους σεισμούς. Μα φίλε μου, δεν είναι +αυτή η δουλειά μας. Με την άδειά σου λοιπόν, την αφίνουμε την +Καταμεσινή την Ασία και περνούμε κατά τα δικά μας τα κατατόπια. +Καλή η διασκέδαση απάνω εδώ, μα κι ο καθάριος αέρας καλλίτερος. +Πάγω να σκάσω. Η βώχα με τάραξε. Αέρα, αέρα, κι ας είναι και +σκλαβωμένος. + + + +Ζ' +ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ + + + +Να μας συμπαθήσης, κερά Σκλαβιά, που συνήθειό μας είναι να σου +φορτώνουμε όλες τις αμαρτίες μας. Στόμα να είχες να μας +μιλήσης, θα μας παραπονιούσουνα. Θα μας έλεγες πως σκλάβα μας +έγεινες, πως πάει να σπάση η ράχη σου εξ αιτίας μας. Σκύβουμε +σαν περπατούμε; Η Σκλαβιά φταίει. Ψέματα λέμε; Η Σκλαβιά +φταίει. Βριζούμαστε ανάμεσά μας, κλέβουμε ο ένας τον άλλον, +τυραννούμε τις γυναίκες μας, τα παιδιά μας; Έρχεται πάλι η γριά +Σκλαβιά και μας παίρνει το βάρος. Ως και στη γλώσσα μας, η +Σκλαβιά φταίει που έχασε τόσα και τόσα αρσενικά και θηλυκά. Ο +Ζυγός κ' Η Αλυσίδα μένουνε, μένει κ' Η μαύρη μας η Μοίρα μαζί +με ΤΟ γέρο το Θάνατο. Μα ΤΑ κεφάλια μας, ΤΑ μυαλά μας, ΤΑ λόγια +μας, μήτε ξέρουν το τι θα πη να είσαι αρσενικός και τι θηλυκός. +Μήτε αρσενοθήλυκα δεν είναι· είναι ουδέτερα· μήτε σπέρνουνε +μήτε γεννούν. + +Εσύ μοναχή φταις για όλη αυτή την ταπείνωση! Μα ποιος σε κάλεσε +νάρθης και να ριζοβολήσης σ' αυτή μας τη χώρα, και με τέτοια +δώρα να μας φιλεύης, αυτό το μελετούν, το μαθαίνουν, και κατόπι +το παραδίδουνε στους νέους μονάχα μερικοί που σπουδάζουν την +Ιστορία. Όσοι δεν τους ακούν, ή δεν τους απεικάζουν, πηγαίνουν +και λένε στον κόσμο πως να μη μας συνορίζεται και πολύ, γιατί η +Σκλαβιά δε χωρατεύει, μπορεί και στα τέσσερα να σε κάμη να +περπατής. + +Άκου τα, Σκλαβιά μου, και κλαίγε τη μοίρα σου, που δεν +καθούσουνα στην αγαπημένη σου την Ασία, μόνο ορέχτηκες τον τόπο +μας τον αχάριστο! + +Έννοια σου, και τέτοιες προφάσεις και πονηριές δε θα βρης εδώ +μέσα. Εγώ δε θα το πω μήτε της Ευρώπης, μήτε της φιλενάδας σου +της πατρίδος μου, πως εσύ φταις που βρίσκεται τώρα στη βαθειά +αυτή την ταπείνωση! Θα σε λυπηθώ, και θα της πω την αλήθεια +&Ρωμαίικα&, ίσως και το χωρέση ο νους της, και το χαρής και συ +που βρέθηκ' ένας να σε διαφεντέψη της προκοπής, ύστερ' από +τόσων αιώνων συκοφαντία. + +Εσύ είσαι δέντρο που φυσικό του είναι στη σαπίλλα να φυτρώνη +και να θεριεύη. Άμα το μυρίστηκες πως μας έπιασε η σαπίλλα, +ήρθες και ριζοβόλησες μέσα μας. Στόνειρό σου δεν τοβλεπες +τέτοιο μεγάλο καλό, τόσον πλούτο, τόση θροφή. Ξαπλώθηκαν, +ξαπλώθηκαν τα βαθοΐσκια κλωνιά σου, ώσπου τη σκέπασαν όλη τη +Ρωμιοσύνη. Είναι αλήθεια πως έπεσ' έν' αξίνι από το δυτικό σου +πλευρό, και σου κομμάτιασ' ένα κλαδί. Άνοιξε το μέρος εκείνο· +κατέβηκε ήλιος, φύσηξ' αέρας, ανάσανε η γης, φύτρωσε δίπλα σου +μικρό κι ανεμοδαρμένο δεντρί. Ίσως μια μέρα αυτό το δεντρί σε +φάη, ίσως όμως και μείνη σιμά σου χλωμιάρικο, αρρωστημένο, +ανωφέλητο κούτσουρο. Έξω από κείνο το μέρος, έξω από τις ξερές +εκείνες τις πέτρες, όλη η Ρωμιοσύνη είναι δική σου. Βγάζουν και +παραβγάζουν τα φύλλα σου το μαγικό τους ταφιόνι, και μια χαρά +μας κοιμίζουνε μέσα στον παχύ σου τον ίσκιο. Μέσ' από τα +φυλλοκάρδια μας βυζάνουν οι ρίζες σου το φαρμάκι, και μέσα στην +καρδιά μας το ξαναχύνει η κρύφια σου η αναπνοή. Τι φταις εσύ, +κακορρίζικο δέντρο! Ποιος κατηγόρησε τα σκουλήκια που +μαζεύουνται στο ψοφίμι! Σκουλήκια της Ρωμιοσύνης, μη μας +ακούτε! Πνιγούμαστε, κι από τα μαλλιά μας πιαστήκαμε, να +σωθούμε. Έχουμε και φιλότιμο, και πρέπει δίχως άλλο να βρεθή ο +φταιξιάρης. Ειδεμή, πώς να καταπείσουμε τον κόσμο πως είναι +ελληνική η φυλή μας! Λυπήσου μας, Σκλαβιά, και μη μας +συνορίζεσαι μήτε συ. Να που σαφίνουμε και μεγαλώνεις, και +θεριεύεις απάνω μας! Άφινέ μας λοιπό να λέμε πως φταις, και +κάνε πως δεν ακούς. Ας σου πω κ' ένα άλλο: &Σου συφέρει& να σου +τα φορτώνουμε όλα μας. Όσο σου τα φορτώνουμε, άλλο τόσο +σαπίζουμε. Κ' η σαπίλλα μας είναι ζωή σου. + +Έτσι της μιλώ της Σκλαβιάς κάποτε μοναχός μου. Να με συχωρέσης +λοιπό, φίλε, που πήγα να ξεχάσω την καλή σου τη συντροφιά. Ο +ρωμαίικος αυτός αέρας τόφερε. Άρχισα να τονε μυρίζω πάλι. +Άρχισα να τα βλέπω πάλι τα ταπεινά γνωρίσματα της Σκλαβιάς, το +αιώνιο, το χαμηλόβλεπο σκύψιμο, τις μαριόλικες τις ματιές, τα +χέρια τα κρεμασμένα, μα όχι και πάντα ήσυχα, όχι πάντα +ακαμάτικα, γιατί κι από δουλειά ξέρουν, και της γλώσσας τη +δουλειά κάμνουν, όταν αυτή όρεξη ή και θάρρος δεν έχει λέξη να +ξεστομίση. Άρχισα να τις βλέπω πάλι τις κρύφιες χειρονομίες, τα +κρυφώτερα τα γνεψίματα, την ακοίμητη τη σβελτάδα, που κέντρο +της αν είταν ένα κοινό καλό, μύριες αυτοκρατορίες μπορούσε νάχη +αναποδογυρισμένες ως τώρα! Κέντρο της όμως είναι το συνηθισμένο +το &ρωμαίικο& το κέντρο, ταθάνατο το &εγώ&! + +Δουλεύει, κι όλο δουλεύει ο νους του Ρωμιού, όσο και να τονε +βαραίν' η σκλαβιά· όσο μάλιστα τονε βαραίνει, άλλο τόσο +δουλεύει. Στιγμή δεν ησυχάζει. Όλο σχεδιάζει, όλο σκαρώνει. +Έχει, παραδείγματος χάρη, γείτονά του ο πατριώτης κάποιο Χαφούς +Εφέντη. Το ζήτημα είναι, όχι γιατί ν' ασκημίζη τη γειτονιά του +ένας Χαφούσης, και να του κάνη και τον Αφέντη, μόνο πώς να τονε +χαντακώση στο χρέος αυτόν τον Αφέντη, και να μαζεύη κατόπι τους +τόκους. Και τόκους, — ένα αλάκερο χωράφι τα εκατό! Αμέτρητα +τέτοια χωράφια του έχει αρπαγμένα. Όλα με φουντωτές και +καρποφόρες ελιές τάχει στολισμένα. Δουλεύει, δουλεύει εκεί μέσα +με το κορμί του, με το νου του, με τη ψυχή του δουλεύει. Αν οι +αφεντάδες του όλοι είτανε Χαφούσηδες, ένας ένας τους θα +ξεκάμνανε χτήματα και χωράφια, και θα γυρίζανε στης Ανατολής τα +μαύρα τα βάθια. Όλοι τους όμως δεν είναι Χαφούσηδες· τους ίδαμε +στην απάνω την Αγορά. + +Ως τόσο ο πατριώτης μας όλο δουλεύει, όλο νοικοκυρεύεται. +Θησαυρίζει, καλοζή, χτίζει σπίτια και πύργους, προικίζει κόρες, +ως κ' επίτροπος γίνεται! Όπου πατήση, φυτρώνει μυρσίνη· τι λέγω +μυρσίνη! Κλήματα φυτρώνουνε φορτωμένα σταφύλι, μηλιές φυτρώνουν +και πορτοκαλλιές, ζωή κι ομορφιά φυτρώνει όπου πατεί. Κι ως +τόσω να καλοκοιτάξης, θενά βρης πως μέσα σ' όλες εκείνες τις +ελιές, τις μηλιές και τις πορτοκαλλιές, μέσα σ' όλα ταμπέλια +εκείνου του κάμπου, μήτε &μια ιδέα& δεν είναι φυτρωμένη! + +Καλά που δε μας ακούει εκείνος ο νοικοκύρης ο πατριώτης, που +από ταργαστήρι του κατεβαίνει νανταμώση τους συναδέλφους του, +και να μάθη τα νέα. Θα μας έπερνε για τρελλούς, που μέσα στο +ήσυχό του χωριό ζητούμε φυτρωμένες ιδέες! Αν είχε ποτές πατήση +το πόδι του σε τόπους λεύτερους, θάβρισκε &δάση& αλάκερα, ιδέες +γεμάτα. Εδώ ανδριάντα, εκεί τάφο, παρέκει Στρατώνα, παρακάτω +Βουλές, μουσεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, — ατέλειωτα δάση από +ιδέες, που ως τα ουράνια πηγαίνουνε τα κλωνιά τους, κι ως τα +σπλάχνα της γης οι ρίζες τους! + +Ας τον αφήσουμε, πρι μας ακούση και μας περιγελάση με κανένα +μαριόλικο γνέψιμο. Γιατρειά δεν έχει ο φίλος. Το πάθος του +είναι πολύχρονο και βαθύρριζο, το λένε φρονιμάδα στη γλώσσα +του, κ' αλλοί στον που είναι σκλάβος, κ' υποφέρει ο νους του +από τη ρωμαίικη τη φρονιμάδα! + +Ας τον αφήσουμε. Είναι φρόνιμος αυτός, και κάνει τις δουλειές +του με τάξη. Αυτός κοιτάζει το σπιτικό του, το έχει του. Κάθε +τι άλλο έξω από το έχει του, πλερώνει δασκάλους και του το +φροντίζουν. Μήγαρ αυτό δεν κάνει όλη η Ρωμιοσύνη, και +σκλαβωμένη και λεύτερη; Γιατί όχι κι ο πατριώτης; Ό,τι δεν +είναι πάρε και δόσε, είναι δασκαλήσιο πράμα· πράμα να πηγαίνης +και να τακούς μια φορά το χρόνο, όταν ο δάσκαλος τα λέγη με +λόγια που φόβο δεν έχει να τα καταλάβη κανένας Τούρκος, μα μήτε +και Ρωμιός. «Πατρίς, Μούσαι, Ελικών, καθειργασάτην». — Κ' έτσι +γίνεται η δουλειά της πατρίδας! + +Να μην το ξεχάσης αυτό που σου είπα· «στο ρωμαίικο ό,τι δεν +είναι πάρε και δόσε, είναι δασκαλήσιο πράμα». Πού είδες Ρωμιό +ν' αφιερώνη όχι ζωή, μόνο στάλα ζωής σε κοινό καλό! Μην +πετιέσαι απάνω σα να θυμώνης! Το ξέρω τι θα μου πης· πως «να +πάμε μια στην Αθήνα, και βλέπουμε». Με το καλό, θα πάμε και +στην Αθήνα· και θα τους δούμε αυτούς τους δύο τρεις που +συλλογιέσαι, και θα τους ρωτήξουμε αν ο κόσμος δεν τους ονομάζη +&ζεβζέκηδες!& + +Κάθε Ρωμιός τη δουλειά του την κοιτάζει απατός του, και τη +δουλειά του τόπου του βάζει πλερωμένους γραμματικούς και του +την κοιτάζουν. Έτσι ο Ρωμιός παχαίνει, κι ας λιγνεύη ο τόπος +του. Στην Αθήνα σαν πάμε, χίλιες φορές θα τακούσης: «Ο τόπος +πρόδεψε θαυμάσια, ας είναι καλά «αι ατομικαί επιχειρήσεις». +Εκείνο μόνο που μας χαλνάει, θα σου προσθέσουν, είναι «η +πολιτική διαφθορά». Δηλαδή: &Ο Ρωμιός κοιτάζει την τσέπη του, +και τίποτις άλλο.& Όλα τάλλα, νόμους, τέχνες, επιστήμες, +γράμματα, τα φροντίζουν οι δάσκαλοί του κ' οι γραμματικοί του. + +Πάμε να καθήσουμε εκεί στου πλατάνου τον ίσκιο, να +ξεκουραστούμε λιγάκι, να μη χάνουμε και τα λόγια μας, μόνο +νακούσουμε τι είνε που λέει ο γελαστός εκείνος ο Παπάς που +συντυχαίνει ενός Κοσμικού. Τον έχουν εδώ για τρελλό τον παπά +Χαραλάμπη. Τρελλό, γιατί αποκότησε να βγάλη στη μέση ιδέες κι +αυτός! Θαρρώ πως για τη μεγάλη του την ιδέα κουβεντιάζει τώρα, +κι αξίζει να τον ακούσουμε. Είχε το θάρρος ο παπά Χαραλάμπης να +κάμη δική του Κόλαση, και δικό του Παράδεισο! Πήγε να του κόψη +τα γένεια ο Δεσπότης σαν το πρωτάκουσε! Μα έτρεξαν οι χωριανοί +στου Δεσπότη και του είπαν πως τρελλός είναι, και να μην τονε +συνοριστή. Κ' έτσι γλύτωσε. Άκουγέ τον: + + + +Η' +ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ + + + + — Μα αν κάθουμουν, παιδί μου, μέσα στο κελλί μου μέρα και +νύκτα, θα μέπαιρνε και μένα στα νύχια της η Ακαμωσιά, καθώς +πήρε τον παπά Νικηφόρο της Πίσω της Ενοριάς. Τον πήρε τον +καημένο, και τον πέταξε, — στου διαβόλου τα χέρια τον πέταξε! +Να σου τα δηγηθώ, που δεν είσουνα τότες εδώ να τα μάθης. + +Θυμάσαι τι είταν πρι να βάλη τα ράσα. Λεφτουργός είτανε. +Ακουμπούσε το τρυπάνι στο ξύλο, το γύριζε μερικές φορές, κι +άξαφνα σταματούσε, κάθιζε, έσκυβε το κεφάλι του, κι +αποκοιμούνταν. Τις κεριακές πάλι και τις σκόλες, όλο ξεφάντωμα. +Έλεγε λοιπόν κάθε δευτέρα και κάθε αποσκόλη ο κάλφας του, +αγρύπνησε πάλι ο Μαστρο-Νικόλας, και κλαδοκόβεται από τη νύστα. +Την άλλη μέρα όμως μήτ' αυτή την πρόφαση δεν την είχε· θύμωνε ο +κάλφας του, και τον έδιωχνε. Μα θα μου πης, πώς ζούσε ο Μαστρο- +Νικόλας. Ζούσε με το γλέντι και με τις νοστιμιές. Πλέρωνε ο +κόσμος το κρασί του, νακούγη τα χωρατά του. + +Έγεινε ο Νικόλας ως τριάντα χρονών. Οι φίλοι του άρχισαν τότες +να τον βαριούνται, γιατί βγήκε άλλος νοστιμώτερος στη μέση. +Ξεθύμανε πια ο Μαστρο-Νικόλας. Μα ήξερε μερικά γράμματα, τον +άκουγε κ' η φωνή του. Είχε και γένεια καλά. Είταν κι όμορφος. +Είταν κι ανύπαντρος. Συλλογιέται λοιπό, συλλογιέται, κι ίσια +στου Δεσπότη. Και λέει του Δεσπότη πως θέλει να παπαδέψη. Τον +χειροτονάει ο Δεσπότης Παπά Νικηφόρο, και τονε στέλνει στην +Αγιά Παρασκευή της πίσω της Ενοριάς. + +Θα μου πης πως τα ξέρεις αυτά. Τα παρακάτω όμως, θαρρώ δεν τα +καλοξέρεις. + +Σα συνήθισε στην παπαδική, άρχισε και να στολίζεται ο Παπά +Νικηφόρος. Πλουμιστά φελόνια στην παραμικρή αφορμή. Ως και τα +γένεια του γυάλιζαν. Και σαν έβγαινε να δώση ταντίδωρο, άπλωνε +το μαλακό του χέρι κ' έδινε ξεχωριστό κομμάτι — θα μου πης σε +ποιόνα; στον επίτροπο; όχι· στην επιτρόπισσα! + +Σαν τέλειωνε η λειτουργιά, άρχιζε το ζιαφέτι στου κυρ Θωμά, του +επιτρόπου. Σκόλη δεν περνούσε, που να μην τον έχη καλεσμένο ο +κυρ Θωμάς. Στα γεράματα κι αυτός σηκώθηκε και μου γύρευε +παντρειές. Κι αντίς να διαλέξη καμιά μεσόκοπη σαν και λόγου +του, παίρνει ένα θεριωμένο αγριολούλουδο από τον Ψηλότοπο, +δίχως μάνα και δίχως αδερφή, ένα γέρο πατέρα μοναχά, που +αποκότησε και την έστειλε του γέρο Θωμά, να σκαρώση σπιτικό στο +χωριό μας. Βλέπεις, ο Θωμάς δε ζητούσε και προίκα^ μα είχε και +καλή καρδιά ο Θωμάς. Την αγαπούσε την Πιπίνα του σαν τρελλός. +Και του πουλιού το γάλα της έφερνε. + +Άρχισε η δουλειά από τα κεριακάτικα τα ζιαφέτια. Ο γέρο Θωμάς +αγαπούσε τις ψαλμωδίες. Προσκαλούσε λοιπόν τον Παπά Νικηφόρο, +κ' ύστερ' από το φαγεί τον έβαζε κ' έψαλλε. Και με το ψάλσιμο ο +γέρος νύσταζε, και πλάγιαζε στο μιντέρι. + +Είχαν τότες στου Κυρ Θωμά παρακόρη την κουφή τη Μαρία, που είχε +μάτια και γλώσσα, κ' έβλεπε, λέει, από την κλειδότρυπα, και μια +φορά, λέει, εκεί που κοίταζε τον αφεντικό να γλυκοκοιμάται, και +την κερά να γλυκοφιλιέται με τον παπά, της ήρθε, λέει, σα +λιγούρα, και λιγοθύμησε. + +Με τον καιρό η κερά Πιπίνα, της κατεβαίνει να θυμηθή πως ο +μακαρίτης ο πεθερός της είτανε θαμμένος στης Αγιά Παρασκευής το +μικρό κοιμητήριο, και πως χρέος της είτανε να πηγαίνη να τονε +θεμιάζη τα σαβατόβραδα. Πήγαινε λοιπόν και θέμιαζ' εκεί ύστερ' +από το Σπερνό, και σα σκοτείνιαζε, έβρισκε τρόπο κ' έμπαινε και +στο κελλί του Παπά Νικηφόρου. Άμα τα είδε αυτά η γειτονιά, πήγε +να χαλάση ο κόσμος. Μια Ψηλοτοπίτισσα νάρθη και ν' +αδιαντροπιάζη μες στο χωριό τους! Να φυλάγουν και τέτοιον παπά! +Και καλά να τους πιάσουν αμέσως, και να τους ρεζιλέψουν. Και +δίχως λέξη να πουν του γέρο Θωμά, βαλθήκανε στη δουλειά. Πήγανε +μερικοί με μαγκούρες και τριγύριζαν το κελλί ένα σαβατόβραδο. +Χτυπούν την πόρτα, — σιωπή. Σπάνουν την πόρτα και μπαίνουν. Η +πιτρόπισσα λιγοθυμισμένη, ο παπάς σαστισμένος. Μερικές ραβδιές, +και συνέφερε ο παπάς. Σαν τρελλός φώναζε ο δύστυχος. Ώσπου +άρχισε να καταριέται, και φοβήθηκαν τις κατάρες του, και τον +άφησαν κ' έφυγε, και μήτε ξαναφάνηκε μήτε ξανακούστηκε πια. +Ζητούν ύστερα να ξελιγοθυμήσουν την κερά Πιπίνα, μα πού να +ξελιγοθυμήση! «Να φωνάξουμε τον Επίτροπο», φωνάζει ένας, και +ξυπνάει αμέσως η πιτρόπισσα! Άρχισε να κάμνη την τρελλή. Τρελλή +ξετρελλή, την παίρνουν οι λεβέντηδες και την καθίζουνε στο +γαδουράκι μπρος οπίσω. Σέρνουν το γαδουράκι, και καθώς έμπαιναν +από την πόρτα της, ανέβαινε κι ο δόλιος ο γέρος από την Αγορά. +Θεός ξέρει πώς του φάνηκε εκείνη η παράταξη! Ακούμπησε στον +τοίχο, έπεσε κάτω, και πια δεν ξανασηκώθηκε. + +Τι απόγεινε η κερά Πιπίνα, το ξέρεις. Κατάντησε να μαζεύη +ελιές. Το συγγενολόγι του κυρ Θωμά μήτε να την ακούσουνε δεν +ήθελαν. + +Μέσα στα ρομάνια εκείνου του κάμπου την έπιασαν τη δύστηνη οι +πόνοι μια μέρα! Είταν οι πόνοι της άνομής της αγάπης. Καλά που +δεν πρόφταξε να γεννηθή το κακόμοιρο το παιδί. Το πήρε μαζί της +η μάννα, και πήγανε στον άλλον τον κόσμο. + +Θα με ρωτήξης τώρα, γιατί σου τα είπα όλ' αυτά; Σου τα λέω, κυρ +Λεφτέρη, για να μάθης από πού πηγαίνουνε στην Κόλαση· και ποια +είναι η Κόλαση. Αυτός είναι ο &ίσιος& ο δρόμος· η ακαμωσιά και +το πάθος. Και τέλος του, — η ντροπή, το ρεζιλίκι, η συφορά. + +Τώρα, εμείς οι παπάδες μιλούμε κάποτες και για τον Παράδεισο. +Είναι αλήθεια πως τις πιώτερες τις φορές ιστορούμε την αμαρτία +με τις ασκημιές της, την τιμωρία με τις τρομάρες της. Μικρό +πράμα δεν είναι, να στέκεσαι απάνω στον άμπωνα και να φοβερίζης +τον κόσμο. Καθώς σου είπα όμως, μιλούμε κάποτες και για τον +Παράδεισο. Μα φίλε μου, είναι Παράδεισος που πρέπει τα ποδήματά +σου να βγάλης και να μπης, και να είσαι και καλά καλά +βασανισμένος στον κάτω τον κόσμο. Ποια είταν η Κόλαση του Παπά +Νικηφόρου; Το ξύλο κι ο μαύρος ο δρόμος που πήρε. Ποια η Κόλαση +της κερά Πιπίνας; Η ντροπή, η φτώχεια κι ο τρομερός της ο +θάνατος. Γιατί λοιπό, Λεφτεράκη μου, να μη γυρέψουμε και +Παράδεισο σε τούτον τον κόσμο; Εγώ τονε βρήκα τον Παράδεισο εδώ +κάτου. Να τους το πω τους άλλους, Κόλαση θα μου τον κάμουν! Το +λέγω όμως εσένα που είδες κόσμο, πως εκεί στο περιβόλι μου +μέσα, τον ανακάλυψα. Από το πρωί ως το βράδυ σκαλίζω εκεί μέσα. + +Καιρό δε βρήκα ποτές να σταθώ και νακούσω τον Έξ' από δω, όταν +ήρχουνταν και μου έψαλλε χίλιους σκοπούς στα χρόνια της νιότης +μου. + +Λεφτέρη μου, αν είναι ένας ο Θεός, ένας είναι κι ο Παράδεισος, +— η &δουλειά&. Δούλεψε, και θάμπης μέσα, δίχως να το νοιώσης +πως ήμπες. Όπου σέβαλε ο Θεός να δουλεύης, δούλευε. Σου γυρεύει +κανένας ψωμί; δίνε του δουλειά κι αυτουνού. Αυτό θα πη ψυχικό. +Τάλλα τα ψυχικά είναι για τους σακάτηδες. Οι πιώτεροι στον +κόσμο είναι γεροί, και θέλουνε δουλειά, να μην τους σύρη η +ακαμωσιά στον κατήφορο, και τότες τρέχα γύρευέ τους, Λεφτέρη +μου». + + + +Θ' +ΛΙΓΕΣ ΜΑΤΙΕΣ + + + +Σηκώθηκε ο πάτερ Άγιος, που ναγιάση το στόμα του. Πάει, +φαίνεται, να χτυπήση το σήμαντρο του Σπερνού. Ας ξεκινήσουμε +παρακάτω, μ' έναν κρυφό στεναγμό που δεν έχουμε κι άλλους +τέτοιους τρελλούς παπάδες. + +Παρατήρησε ένα πράμα· που κανένας εδώ δεν κοιμάται. Όλoι +σαλεύουν εδώ. Από τη μια πετιέται κοπέλλι με τη μασιά. Από την +άλλη ξεκαρδίζεται γέρος με του πλαγινού του τις νοστιμιές. +ΠαρακείΘε παίζει τα δάχτυλά του στο τραπεζάκι ένας +συλλογισμένος. Μέσα στο διπλανό το μαγαζί ανεβοκατεβάζει άλλος +την πήχη σαν τυλιγάδι, και μετράει το χασέ. Αντίκρυ, στο +ψώμάδικο, μπαινοβγαίνει το φτυάρι με τα ψωμιά. Παρέκει +ζυγιάζει, ο μπακάλης τις παινεμένες σαρδέλες του. Πού το +χουζούρι και το ραχάτι της απάνω της Αγοράς! Εκεί ύπνος και +χώνεψη, εδώ δουλειά και γλέντι. Αχ, και τι γλέντι! Ρίξε μια +ματιά σ' εκείνην την ταβέρνα, να καταλάβης! + +Αν τύχαινε να σ' ανταμώσω στα ξένα τα παλιά τα χρόνια, και με +ρωτούσες τι λογής γλεντίζουνε στο τόπο μας, θα σου παράσταινα +τα ξεφαντώματα του χωριού με τόση λαχτάρα και δίψα, που +θάλεγες: — «Εκεί είναι η αληθινή η ζωή». Τέτοια είναι τα μαύρα +τα ξένα! Ως και τα ψεγάδια του τόπου σου σε κάμνουν και ταγαπάς +και τα ζωγραφίζεις με μύριες λαμπρές θωριές. Τώρα όμως που τα +βλέπουμε και τακούμε, τι χρώματα να τους δώσουμε! Τι να της +ψάλουμε της βρώμικης, της σκοτεινής, της μουχλιασμένης +ταβέρνας, που κρατάει φυλακισμένους και μασκαρεύει τους +αξιώτερους δουλευτάδες μας! Τι τραγούδι να του πούμε του +ταβερνάρη που παρακαλεί μες στην καρδιά του να μασσήσουνε τα +ποτήρια του! + +Άκουγέ τον, το βραχνιασμένο τον τραγουδιστή της ταβέρνας! Ο +αμανές του είναι αχαμνός και ξεκρεμασμένος σαν το βρακί του. +Άλλα δυο τρία ποτήρια, και θα ξεψυχήση κι ο αμανές. Θα +κωλοσυρθή τότες το παλικάρι στο σπίτι του, θα βρίση αντίς να +καλησπερίση, θα ξεράση αντίς να φάη, και θαποκοιμηθή αντίς να +συλλογιστή πως τέτοια χέρια που τάφτειαξε η φύσις για να +πιάνουν τουφέκι, κι αλυσίδες να σπάνουν, είναι κρίμα, μεγάλο +κρίμα να δουλεύουν ολημερίς για κομμάτι μαύρο ψωμί και για +μερικά ποτήρια φαρμάκι. + +Μη μου λες πως τα μεγαλώνω. Αχ, δεν τα μεγαλώνω όσο τους πρέπει +και τους ταιριάζει. Και δεν είναι οι μεροδουλευτάδες μονάχα, +είναι κ' οι πραματευτάδες, κ' οι αρχόντοι, κ' οι προεστοί. +Μόλις σφαλνούνε τα μαγαζιά, κι αρχινούν το πιοτό οι πατριώτες. + +Από τον Παράδεισο του παπά Χαραλάμπη, ίσια στου κυρ Διαμαντή +την ταβέρνα. Κ' έτσι περνάει και ξεχνιέται η ώρα, η μέρα, ο +χρόνος κ' η ζωή. Έτσι το καταφέρνουνε να μην πέφτουνε στο γιαλό +να πνιγούν από την ντροπή κι από την απελπισιά. Τα είπαμε +θαρρώ, κι άλλοτες. Δεν τα ξέρουν τα χάλια τους, δεν το +φαντάζουνται πως γίνεται να ζήσουν κι αλλιώς. Αν έρθης μάλιστα +παρακάτω, στο καφενεδάκι που μαζεύουνται τα μεγαλοσάνιδα, να μη +γελαστής και τους ξεστομίσης λέξη για τους τόσους άντρες που +ανεμοσκορπίζουν πολύτιμη δύναμη και παλικαριά σ' αμανέδες και +σε πιοτά. Να μην τύχη και τους δείξης τι πιδέξια μπορούσανε να +παίζουνε μπόμπες στα σβέλτα τους χέρια. Να μην τύχη, γιατί θα +σε δέσουν αμέσως. Πρώτο, που πέρασε από το νου σου πως μπορεί +να βρεθή παλικάρι ναψηφάη τη χαριτωμένη ζωή του! Δεύτερο, που +βάζεις και τους νοικοκυρέους στα αίματα, γυρεύοντάς τους και +ζωή και παράδες! — «Τι τρέλλες είναι αυτές, παιδί μου; Πήγαινε +κει που λαχταρούνε λεφτεριά, και καλοπλερώνουνε για να τη +χαρούν. Εμείς τέτοια αλισβερήσια δεν τα κατέχουμε. Και πρόσεχε +να μη σ' ακούσουν, καημένε, γιατί αφανιστήκαμε. Πήγαινε, +πήγαινε στην Κρήτη, στην Αρμενιά, στην Αραπιά πήγαινε, όπου +θες. Εμάς όμως άφησέ μας να μιλούμε για τα μαξούλια μας, για τα +Σκολειά και τις Εκκλησίες μας, άφησέ μας να την τελειώσουμε +αυτή την αναφορά που γράφουμε του Μουφτή, να μας κάμη τη χάρη +να μην τον γκρεμνήση του Μπάρμπα Θανάση τον τοίχο, που +σκοτεινιάζει τα παραθύρια του. Αρκετά βάσανα έχουμε με τα +καθημερινά μας μαλλώματα, μη γυρεύης να μας ανάψης και τέτοιες +φωτιές. Πήγαινε στο καλό, και μεις δεν αποτρελλαθήκαμε ακόμη». + +Αυτά θα σου πουν οι προεστοί, και χίλια τέτοια. Και θα +χαμογελάσουν ανάμεσά τους, και θα μισοκλείσουνε τόνα μάτι, και +θα ρουφήξουν το ναργκιλέ τους, κ' ύστερα θα πουν του δασκάλου +να γράψη την αναφορά για τον τοίχο του μπάρμπα Θανάση, κι ο +δάσκαλος θαρχίση να γράφη, και σα γράψη κι απογράψη, και βάλουν +οι προεστοί τις υπογραφές τους, θαρχίσουνε να γλυκοφιλούν το +ποτήρι ώσπου νάβγη ο Ιμάμης να φωνάξη «Γιατσί», και τότες +τραβούν ένας ένας κατά τα σπίτια τους. + +Τι να καθίσουμε να τους δούμε! Τι θα καταλάβης, και να την +ακούσης τη μονόχορδη την κουβέντα τους! Εκείνο που θέμε δε θα +το πουν ποτές στη ζωή τους. Θα χωρατέψουνε, θα ψεγαδιάσουν, +ίσως και θα μαλλώσουν. Κανένας τους όμως, μήτ' ο γέρος ο +άρχοντας, μήτ' ο επίτροπος δίπλα του, μήτ' ο γιατρός παραπέρα, +μήτ' ο πραματευτής παρακείθε, αχ, μήτε ο φωτισμένος ο δάσκαλος, +δε θα ξεστομίσουν τη λέξη την τρομερή που κρύβει μέσα της +καταστροφή και κατακλυσμό για την ώρα, ειρήνη κι ανθρωπισμό για +κατόπι. + +Ας την αφήσουμε και τη ρωμαίικη την Αγορά. Την είδαμε και τη +Ρωμιοσύνη. Αλλοιώτικη μη θαρρής πως θα τηνε βρούμε στις μεγάλες +τις χώρες. Το χωριό, φίλε μου, είναι η μάννα της χώρας. Το νερό +από δω αναβρύζει. Γίνεται ρεματάκι, βρίσκει κι άλλα ρεματάκια +στο δρόμο, φουσκώνει, μεγαλώνει, γίνεται ποταμός. + +Ως τόσο, αν και την είδαμε τη μάννα του ρωμαίικου νερού, της +μάννας όμως τη μάννα δεν την είδαμ' ακόμα. Και σε καλλίτερη ώρα +να τηνε δούμε δε θα μπορούσαμε. Αρχίζει και βασιλεύει ο ήλιος. +Απόλυσε ο Σπερνός. Γυρισμένες θα είναι στα σπίτια τους όλες οι +Ρωμιοπούλες. Αυτές είναι που τους γέννησαν τους πατριώτες που +βλέπαμε. Αυτές είναι που θα τους αποδεχτούν απόψε στις αγκαλιές +τους. Αυτές είναι που κρατούν τα κλειδιά του παινεμένου μας +αυτού θησαυρού, που πάει να σκουριάση μέσα σε σιδερόφραχτη +κάσσα κρυμμένος. Θησαυρός μας είναι πάντα, ό,τι κι αν πούμε. +Αίμα μας είναι οι πατριώτες, ας είναι και νερουλιασμένο αυτό το +αίμα. Ποιος ξέρει α δεν το ξαναζωντανέψουνε μια μέρα και το +δυναμώνουν εκείνες οι μαυρομάτες, οι γλυκοπρόσωπες, οι μάγισσες +οι χωριατοπούλες, που πάμε να τις χαιρετήσουμε τώρα. + + + +Ι' +ΡΩΜΙΟΠΟΥΛΕΣ + + + +Ελάτε, ρωμιοπούλες μου, ελάτε! Ελάτε να κάμουμε μαζί σας χωριό. +Τους αφήσαμε κάτω στην Αγορά τους λεγάμενους. Όλη αυτή η +ανοιχτόκαρδη γειτονιά δική σας είναι τώρα. Κάθε πόρτα +ορθάνοιχτη, κάθε κατώφλι πιασμένο. Από κοντά σας περνώ, και +μυρίζετε σα βασιλικός, σαν αξεδίπλωτο μαντιλάκι, ότι βγήκε από +μοσκομυρισμένο σεντούκι. Αν και γέρος, μα η δροσάτη αυτή ευωδιά +σας φέρνει στην καρδιά μου αλλόκοτη τρεμούλα, κρυφό +σπαρτάρισμα, κάτι που με κάνει και θαρρώ πως ξανάνιωσα, και +θέλω κοντά σας να μένω, να σας κρυφομιλώ, να σας λατρεύω, να +σας λέγω πως είστε σεις κι όχι άλλες, πως τέτοια μάτια και +τέτοια χείλη στον κόσμο δεν τα είδα, και πως κρίμα, μεγάλο +είτανε κρίμα να μ' αφήσετε να μισέψω στα ξένα μικρό αγόρι και +να σας στερηθώ, εγώ που μπορούσα να τρελλαθώ για την αγάπη σας, +μέρα και νύχτα να σας τραγουδώ και να μη χορταίνω. + +Ακόμα δεν ήρθα κοντά σας, Νεράιδές μου, και σας ακούγω και +συντυχαίνετε, και γελάτε, και τα σκορπάτε στον αέρα τραγουδιστά +τα γέλοια σας και τα λόγια σας βαλμένα σε σκοπό που οι +πολιτισμένοι της χώρας τονε λένε χωριάτικη προφορά! Κάθε τόνος +του τραγουδιού σας από τα φυλλοκάρδια σας βγαίνει. Τρομάζετε, +κι ο τρόμος σας ξεχύνεται με ψιλό τσιριχτό που του κάκου +αγωνίζουνται μεγάλες τεχνίτρες να τονε μιμηθούνε, και τα γέλοια +σας αντιλαλούν στον αέρα σαν κελαϊδήματα. Θυμώνετε, κ' η +ωργισμένη φωνή σας ανεβοκατεβαίνει σαν το φύσημα του ανέμου. +Λυπάστε, και το μυρολόγι σας πέτρες ραγίζει. Λέξη δε βγαίνει +από το χαριτωμένο σας στόμα που να μην ιστορή την καρδιά σας. +Τα λόγια σας είναι καθρέφτης που παρασταίνει τις χίλιες της +αλλαγές. Στη χώρα οι πολιτισμένες οι αδερφάδες σας δεν τον +έχουν αυτόν τον καθρέφτη. Εκείνες ξέρουνε λόγια που &κρύβουνε& +τις λαχτάρες, τους καημούς, τις χαρές. Η μουσική της καρδιάς +τους είναι τονισμένη απάνω σε ξένο σκοπό. Ως κ' η μιλιά τους +από τα ξένα είναι φερμένη. Ψεύτικο λουλούδι βαμμένο με +δανεισμένες θωριές, όχι σαν το βότανο που φυτρώνει στα +φυλλοκάρδια σας κι ανθίζει στα χείλη σας, που μοσκομυρίζει και +με γλυκομεθάει αυτή την ώρα. + +Δε λέγω πως δεν τάχετε και σεις ταγκαθάκια που βγαίνουνε γύρω +στα τριαντάφυλλα. Γυναίκες δε θα είσαστε δίχως αυτά. Μα η φύση +σας τόσο τέλεια, τόσο τρανά καθρεφτίζεται σε κάθε σας λόγο, σε +κάθε σας κάμωμα, που σας βλέπει άνθρωπος και λέει, «Αυτή είναι +η γυναίκα· μη διαβάζης βιβλία να τηνε νοιώσης. Μην προσμένης να +της φύγη λόγος ή στεναγμός, ν' απεικάσης το τι συλλογιέται· +λαχταρεί; αγαπάει; μισεί; ζουλεύει; κακιώνει; Σώνει κοντά της +να κάθεσαι, σώνει τα μάτια της να κοιτάζης, τη μιλιά της ν' +ακούς, και θα το μάθης. + +Εδώ είναι το χωριό, &η μάννα της χώρας&. Εδώ βλαστίζουν κι +ανθοβολούν όλα τανθρώπινα πάθη, έξω, στον αέρα, στον ήλιο, +ζωντανά και δροσάτα λουλούδια, όχι στραγγισμένα μυρωδικά, και +σε χρυσές μποτιλίτσες κρυμμένα. + +Μπορείς, φίλε μου, νακούσης και μερικές ανοιχτούτσικες +κουβέντες εδώ. Τίποτις δεν τόχει η μαριόλα εκείνη η μικρή με τη +χοντρή την πλεξούδα, το σιγανό το ποτάμι που κάθεται τώρα κι +ακούγει την κερά Φρόσω που συντυχαίνει για τον αρραβώνα του +Ζανή του περιβολάρη, τίποτις δεν τόχει ναρχίση να δηγάται στην +πρώτη συνομίληκη που ανταμώση, το τι έτυχε πέρσι σαν +παντρεύουνταν η μεγάλη της αδερφή, τότες που άκουσε ο Ζανής από +το στρώμα του μια πρωινή τα παιχνίδια και περνούσανε για το +νίψιμο του γαμπρού, κι από τη βιάση του να δη την παρέα έτρεξε +μισόγυμνος στο παράθυρο. Τέτοια μπορείς νακούσης εδώ πέρα +πολλά. Κάμε όμως πως τη σιμώνεις αυτήν την τρελλή που τα ξέρει +όλα, κάμε πως της ζητάς ένα κρυφό φιλί, κάμε πως την αγγίζεις, +ας είναι και με το μικρό σου το δαχτυλάκι, και σου γίνεται +άξαφνα πύργος που στέκει και διαφεντεύει την τιμή της, και σου +καρφώνει τέτοια ματιά, που καταριέσαι την ώρα που γεννήθηκες +απ' ένα κορίτσι πιο άναντρος. + +Και δε θα τηνε βρης μοναχά στο κορίτσι αυτή την ακαταπόνετη +δύναμη της τιμής. Αυτό το βλέπουμε και στις χώρες, δηλαδή στις +&ρωμαίικες& τις χώρες. Εκείνο που είναι ν' απορήσης, είναι που +βλέπεις τόσες και τόσες λυγερές μαυροφόρες και περνούν +ταγύριστα χρόνια της νιότης στην άχαρη μοναξιά της χηρείας, +δίχως άλλη ελπίδα παρά να μεγαλώση ταγόρι τους και να πιάση τον +τόπο του μακαρίτη! Τέτοιος &ηρωίσμός&, φίλε μου, μπορεί να μας +γεννήση κι άλλους ηρωισμούς. Γυναίκα που μπορεί να πνίξη στα +στήθια της τη μεγαλήτερη τη λαχτάρα, που κληρονόμησε από την +Εύα, μπορεί κι άλλες θυσίες να κάμη. Μπορεί να διδάξη του +παιδιού της και την αγάπη που δεν ξέρει ντροπή, την τιμή που δε +μαραίνεται, τον ηρωισμό που δοξάζει πατρίδες. Μπορεί να τονε +στέλνει μια μέρα με καμάρι και με περηφάνεια εκεί που ποτίζεται +η γης από αίμα, και φυτρώνουν έθνη. + +Ένα κακό, που άλλες δασκάλισσες από τις μαννάδες ο τόπος δεν +έχει! Βρήκανε μια στα παλιά τα χρόνια οι καλοί χωριανοί. Από +την Ελλάδα τη φέρανε. Μελπομένη τη λέγανε. Χίλιες μόδες έφερε +μαζί της, ξελάγιασε τα κορίτσια, χάλασε και την ομορφιά τους. +Αυτό υπομονή· μα το νόστιμο είναι που κι αυτή ξελαγιάστηκε. +Τους πρώτους πέντ' έξη μήνες έκαμε κάτι. + +Έμαθε τα μικρά να διαβάζουν, και να λεν πως υπάρχει εκεί κάτω +και μια ρωμιοσύνη δίχως αγάδες. Το πρωί όλ' αυτά. Ταπομεσήμερο +είχε κέντημα και ράψιμο. Οι μεγαλήτερες δίδασκαν τις +μικρότερες, κ' η δασκάλισσα πήγαινε στην κάμαρά της να +ξεκουραστή. Μη ρωτάς το τι και το πώς, σώνει να σου πω πώς +έπαθε κ' η δασκάλα το πάθημα του Πάτερ Νικηφόρου. Τραβήχτηκε +λοιπόν από τη δασκαλική κι άρχισε το νοικοκεριό· επειδή βρέθηκε +φρόνιμη του παλικαριού η μάννα και την πάντρεψε με το γυιο της. + +Κ' έτσι έκλεισε το Σκολειό των κοριτσιών τότες, ώσπου ήρθε +άλλη, πιο άσκημη. Κ' έμαθαν τα κορίτσια να γράφουν και να +διαβάζουνε. Μη θαρρής λοιπόν πως είναι αγράμματα τα κορίτσια +που παίζουν τώρα τριγύρω μας. Δεν προφταίνουνε να το διαβάζουν +και να το γράφουν πως είναι σκλαβοπούλες, πως ταδέρφια τους +είναι καταφρονεμένα, η ζωή τους ντροπιασμένη και ταπεινή. Σα να +χαμογελάς, θαρρώ. Σα να με ρωτάς σε τι βιβλίο και σε τι γλώσσα +τις διαβάζουν αυτές τις τρέλλες. Ποιος πήγε και τα ξεμυάλισε τα +κορίτσια. Οι δασκάλισσες τάχα; — Μη φοβάσαι· οι δασκάλισσες τα +μάθανε &να διαβάζουν&· το τι θα διαβάζουνε, δεν είναι δική τους +δουλειά. Είναι δουλειά της έρμης της τύχης. Κ' επειδή η τύχη +δεν τάφερ' ακόμα ως εδώ τα φράγκικα τα παραμύθια, οι +χωριατοπούλες μας, σα μάθουν τα γράμματα και νοικοκυρευτούν, τα +βάζουνε στο ράφι μαζί με τάλλα προικιά τους. + +Τι κακό ως τόσο γίνεται μέσα σε κείνο το περιβόλι! Ιστορικό +περιβόλι. Τη βλέπεις εκείνη τη Τζιτζιφιά; Στον καιρό μου οι +κοπέλλες κρέμαζαν εκεί κούνιες και κουνιούνταν, και +τραγουδούσαν τα πονεμένα τους λιανοτράγουδα. Η φωνή τους είταν +καθώς και τώρα· ψιλή ψιλή και χαμηλή, σα να μην τολμούσε νάβγη +έξω μ' όλη τη δύναμή της. Ίσως έχει κι αυτό το λόγο του. Γιατί +μαθές οι Τουρκοπούλες να τραγουδούνε μεγαλόφωνα σαν ταηδόνια, +κ' οι δικές μας χαμηλά χαμηλά και συμμαζεμένα σαν τις +τρουξαλλίδες; Θαρρώ πως το μάντεψες, και πως με πίκρα μου το +ξηγάς, πως της ρωμαίικης της ψυχής η χαρά προβάλλει στον κόσμο +με προφύλαξη και με πάτημα μετρημένο, μην τύχη και την αρπάξη, +και την πνίξη κανένας. Η χαρά πρέπει νάβγη, το κορίτσι πρέπει +να τραγουδήση, κι ας γείνη ό,τι γείνη. Βγαίνει λοιπόν σιγανά +και με προσοχή. + +Έτσι τραγουδούσαν και τότες, μα τραγουδούσαν τραγούδια της +προκοπής, όχι τα νερόβραστα που τους φέρνουν τώρα τα ξενιτεμένα +ταδέρφια τους. + +Έλα στο περιβόλι, να το δης πως δεν είναι πια εκείνα τα χρόνια. +Πρώτο, που καθεμιά γλυκόχαρη μαυρομάτα δεν είναι καθώς τότες +ντυμένη. Θα μου πης απλή και καθάρια πάντα, μα είναι κι αυτή +σαν την απλότητα της καθαρεύουσας. Μήτε ρωμαίικα, μήτε αρχαία, +μήτε και φράγκικα. Φουστάνι κομμένο για να φοριέται με κορσέ, +και κορσέ δε φορεί η χωριατοπούλα. Τραχηλιά ανοιχτή και +μπιμπιλωμένη, σωστής χωριανής τραχηλιά. Τακούνια αψηλά αψηλά, +σωστά Παρισιάνικα τακούνια. Αν τα δη αυτά κανένας ολότελα +ξένος, θα πη πως ή τρελλάθηκε το κορίτσι, ή ρούχα δεν είχε να +βάλη, κ' έβαλε ό,τι βρέθηκε. Εμείς τότες θα του πούμε πως μήτε +τόνα είνε μήτε τάλλο. Την κοπέλλα την πήρε το ρέμα της μόδας. Η +μόδα αλλού αλλάζει με τη μέρα, αλλού με το μήνα, κι αλλού με το +χρόνο. Κάποτες από την κορφή ως τα νύχια, και κάποτες χτυπάει +από δω κι από κει. Τι να σου κάμη το κορίτσι! Το παραζάλισαν οι +δασκάλισσες κ' οι αρραβωνιαστικοί. Το κορίτσι, φυσικό του είναι +να θέλη ναρέση. Ταξιδεύει ο γαμπρός ως την Πόλη, φέρνει μαζί +του όσα βιεννέζικα στολιδάκια μπορεί. Το κορίτσι τα βάζει, και +μασκαρεύεται για ναρέση. + +Ό,τι κι αν κοιτάξης μέσα στη Ρωμιοσύνη, μα σε χωριό είσαι, σε +χώρα, κορίτσι βλέπεις, αγόρι, ένα πράμα παρατηρείς. Πώς ό,τι +μας έμεινε δικό μας σιγά σιγά ταποσκυβαλίζουμε· εξόν αν είναι +τούρκικο, καθώς είναι να πούμε ταγαλίκι, η στενοκεφαλιά, και το +πείσμα. Άκου τώρα, να δης. Τη γλώσσα μας, την πετάξαμε. Τα +τραγούδια μας, τα πετάξαμε. Τους χορούς μας, τους αρνηθήκαμε. +Τα τουφέκια μας, αν μένουν ακόμα σ' αυτά τα μέρη, ο λόγος είναι +που δεν έλειψαν οι λαγοί. Μας μένει και κάποιο φιλότιμο, κι +αυτό δα είναι που μας χαντακώνει βαθύτερα. Ρωμαίικο φιλότιμο +πάει να πη, να κάνης ό,τι δεν σου ταιριάζει. Να μη φυλάγης +τίποτις καθάριο ρωμαίικο· τίποτις άλλο, παρά τα μαύρα εκείνα τα +μάτια, τα φεγγαρωτά τα πρόσωπα, και τα βεργολύγιστα τα κορμιά. +Πάμε, πάμε κοντά τους. + +Αν μας βλέπανε, θα πετούσαν και θα κρυβούντανε σαν τις +πέρδικες. Πού να το φανταστή η μικρούλα εκείνη που στέκεται +ανάμεσα στις πορτοκαλλιές, να πειράξη τις άλλες που τη +γυρεύουν, πού να το φανταστή πως κρυφοκοιτάζουμε το ροδακινί +της το χνούδι, που τόχει αναμμένο το τρέξιμο και το γέλοιο! +Κοίταξε, σερπετάδα! Χαρά στον που θα την κάμη βασίλισσά του! +Φωνάζουν οι άλλες, γελούν, και πηδούνε γύρω, να ξετρυπώσουν την +κρυμμένη τη Νεραϊδοπούλα. Σωπαίνει αυτή. Κοιτάζει από τα φύλλ' +ανάμεσα, και σκάνει στο γέλοιο. Την προδίνει το γέλοιο, τρέχουν +οι άλλες, και γεμίζει ο κόσμος τσιριχτά και φωνές. Γελάτε, +γελάτε, μικρούλες μου! Χαίρεστε τώρα, γιατί μπορεί μια μέρα να +το νοιώσετε πως θα μας γεννάτε σκλαβόπουλα. + +Αρχοντικού σπιτιού περιβόλι. Λείπει θα πης το σιντριβάνι, δε σε +λιγοθυμούν εδώ τα μοσκοβότανα του Εφέντη, μα βασιλεύει χάρη, +που τάλλο δεν την είχε το περιβόλι. Ίσως επειδή εκεί έπεφτε η +αντηλιά του μεσημεριού, κ' εδώ σκορπιέται η δροσιά της βραδιάς. +Ίσως επειδή εκεί μουρμούριζαν περιστέρια, κ' εδώ παίζουν οι +λωλές αυτές πέρδικες· εκεί πάτημα γάτας δεν άκουγες, και δω όλο +τρέξιμο και φωνές. Εκεί πνίγουνταν κάθε κώχη στο γιασουμί, εδώ +κάθε λουλούδι τον τόπο του, κάθε τόπος το βότανό του. Εκεί +ραχάτι, εδώ ζωή και τάξη. Την έχει ο Ρωμιός την τάξη στο +σπιτικό του, κι ας τηνε στερείται το έθνος του. Λες και τόκαμε +όρκο, κ' είπε του Τούρκου: «Μου πήρες τον Τόπο μου; Χάρισμά +σου. Να σου δείξω εγώ όμως τώρα πώς μπορώ και δίχως πατρίδα να +ζήσω· πώς μπορώ να δουλεύω, να νοικοκερεύω, να παστρεύω, να +μαζεύω, να πλουτίζω, να στολίζω. Κάμε και συ, αν μπορής, ένα +τέτοιο περιβολάκι. Κάμε τέτοια κορίτσια να παίζουνε μέσα. Του +κάκου, δε θα μπορέσης. Τέτοιο γούστο εσύ δεν τόχεις. Ρωμαίικο +είναι αυτό το γούστο. Μου άρπαξες την πατρίδα μου; Κράταγέ την +τήν πατρίδα μου. Χάρισμά σου. Να σου κάμω εγώ τώρα ένα +περιβολάκι, ένα σπιτάκι, να δης τι θα πη Ρωμιός». + +Έτσι μου φαίνεται, σα να παίζουμε με περιβολάκια και με +σπιτάκια μέσα στον κόσμο. Σαν τους φυλακισμένους, που για να +σκοτώσουν τις μαύρες τους ώρες, ζωγραφίζουν εικόνες απάνω στους +τοίχους της φυλακής. + +Μ' ας μην το φαρμακώνουμε το γλυκό μας ταγέρι με λόγια πικρά. +Παίζετε, λυγερές μου, παίζετε. &Πρέπει& να παίζετε σεις. Αφήστε +τα κλάματα για τους δόλιους που θα γεννήσετε. + +Έλα μέσα στο σπίτι. Ας ρίξουμε μια ματιά στ' αρχοντικό του +μεγαλήτερου προεστού μας πριν έρθη από την Αγορά και πατήση τις +φωνές και κάμη τον κόσμο άνω κάτω. Δεν είναι, λέει, κακός, μόνο +που θυμώνει. Θυμώνει, λέει, με τη γυναίκα του, σαν αργή το +φαεί. Να θυμώση με τους προπατορικούς του εχθρούς, δεν +ταιριάζει. Να πιάση Τούρκο και το ζουμί του να βγάλη, βάρβαρο +πράμα! Ξεθυμαίνει λοιπόν με τα λόγια στην κακόμοιρη τη γριά +του. Τις γόβες του βλέπω εκεί στην κώχη, και τρόμος με πιάνει. + +Αγερικό σπίτι, κ' η πάστρα φέγγει πέρα και πέρα. Μαρμαρόστρωτη +αυλή στη μέση, το σαλόνι από τη μια, από την άλλη η τραπεζαρία, +και στο βάθος οι σκάλες. Παντού χάρη, καλοπάθια και βιος. +Παντού τάξη και πάστρα. Έλα να σου δείξω το μαγερειό, να το +καμαρώσης. Αρχίσανε ν' ανάβουν τα φώτα. Αστράφτει το μαγερειό +με τα καθάρια τα πιατικά, με τα γανωμένα χαλκώματα. Οι +κάτασπρες οι φουβούδες μήτε κουκκί στάχτη ή κάρβουνο δεν έχουνε +γύρω τους. Εδώ είναι τ' αργαστήρι που δουλεύεται το καλό το +φαεί, μην τύχη και πεθάνη ο Δημογέροντας από την πείνα, και +χάση τ' αντιστύλι του, ο Τόπος. Δεν τη βλέπω την κερά μας απόψε +στο μαγερειό. Δυο και μοναχές παραστέκουνται στις φουβούδες, η +γριά η παρακόρη, και το δεύτερό τους κορίτσι. Το μεγαλήτερο το +κορίτσι τους θα το βρούμε απάνω, στ' αγαπητά της παράθυρα. + +Η γριά η παρακόρη που βλέπεις, είναι τώρα χρόνια που ήρθε σ' +αυτό το σπίτι από αντικρυνό χωριουδάκι. Πρέπει να είδε κ' έπαθε +πολλά στον καιρό της. Κοίταξε μάτια μεγάλα και θαμπωμένα, +φρύδια πυκνά και μαύρα σα βδέλλες, στόμα συμμαζεμένο κι +αποφασιστικό, πρόσωπο χλωμό που δεν το πιάνει μήτε η αναλαμπή +της φωτιάς. Σα μάγισσα φαίνεται, με τη μαγουλίκα της και με την +κίτρινη την ποδιά. Καβουρντίζει τα κρεατοκόμματα με μια πίκρα +στην όψη της, που λες και μαγερεύει φαρμάκι. Κοίταζε τι διαφορά +η κοπέλλα που κόβει τα κυδώνια στο πλάγι της. Είναι η αγαπημένη +του προεστού, γιατί, λέει, του μοιάζει. Έχει τα σταχτερά του τα +μάτια και το στρογγυλό του σαγόνι. Μα ο άρχοντας, θαρρώ, δεν +μπορεί νάχη και τόση χάρη. Αυτός σαν ανασηκώνη τα μανίκια του +να του χύση η χαδεμένη του να πλυθή, δε θα φεγγοβολούνε δυο +τέτοια μπράτσα αποπάνω από την ασημένια λεκάνη. Έχει, λέει, η +μικρή και την καλοσύνη της μάννας της. Άγια καλοσύνη! Εσύ +μονάχα σώνεις να στολίσης κοπέλλας πρόσωπο! Αγαπά, λέει, πολύ +και τη θειά Γιαννούλα, την παρακόρη. Οι άλλες παίζουν και +τραγουδούν, κι αυτή τρέχει στο μαγερειό και βοηθά της +Γιαννούλας. Κ' η γριά την αφίνει, για να τ' ακούγη ύστερα ο +αφέντης και να το χαίρεται, που η χαδεμένη του τόκαμε πάλι το +κυδωνάτο. + +Την έστησαν τώρα την κατσαρόλα. Τώρα το φαεί βράζει. Καθίζει +στο μαξιλάρι της η γριά, παίρνει τ' αδράχτι της, κ' η μικρούλα +πάντα κοντά της. Κάτι έχει να της πη η γριά, και πρέπει να την +ακούσουμε. + + + +ΙΑ' +Η ΘΕΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ + + + +«Δεν είναι μια δεν είναι δυο που με σταυρώνεις να σου τα πω· +είσαι μικρούλα, και γιατί να σε κακοκκαρδίζω! Μα εσύ και καλά +να τ' ακούσης. Λοιπόν άκου τα, φτάνει να μην τα ξεστομίσης +κανενού καημένη, γιατί η κατάρα μου θα σε φάη. Οι γονιοί σου +μονάχα τα ξέρουνε. + +Είναι πολλές ώρες μακριά από δω το χωριό μας. Το καημένο το +χωριό μας! Δεν το ξαναείδ' από τότες! Το καλυβάκι μας δεν +είτανε μες το χωριό, είταν όξω, μέσα σε λόγγο δέντρα γεμάτο. +Παραπάνω είταν η βοσκή, και κει έβοσκε τα γίδια του ο θειος μου +ο Νικολής. Αμ' αυτός δα με προίκισε και με πάντρεψε. Εγώ +είμουνα χρόνια ορφανοκόριτσο. Με πήρε και μου έδωσε το Γιωργή +μου. Τα προικιά μου είταν το καλύβι, ένα χωραφάκι, και τα μισά +τα γίδια του μπάρμπα. Τον είχαμε και κείνονα μαζί μας. Μόνο που +δε μας χάρισε ο Θεός και παιδιά. Όλα τάλλα τα είχαμε. Κάτι +ήξερε ο Μεγαλοδύναμος, τη χάρη του νάχουμε! + +Ανέβηκε μια βραδιά ο γέρος στη μάντρα, — είταν άνοιξη σαν και +τώρα — να δη αν είχε την έννοια του κοπαδιού ο Γιωργής, που +ερχότανε δυνατή μπόρα. Εγώ, δεν είτανε δα και πρώτη φορά που +έμενα μοναχή μου. Μαγείρευα το φαεί, κ' έκλωθα, σαν καληώρα. +Ότι βγήκε ο γέρος, κι αρχινάει το κακό. Μια πας στην άλλη +αστραπές και βροντές. Έκανα το σταυρό μου και κάθουμουν έτσι +κοντά στη φωτιά. Δεν πέρασε όση ώρα το λέγω, κι αρχινάει κ' η +βροχή. Άρχισε δεν άρχισε η βροχή, και να σου χώνουνται μέσα στο +καλύβι δυο Τουρκαλάδες! Ακόμα τους βλέπω μπροστά μου, και +τρέλλα με πιάνει. Τάγριό τους το γέλοιο, σα μ' είδανε μοναχή +στο καλύβι, είταν κι από την όψη τους κι από τάρματά τους πιο +τρομερώτερο. Στην αρχή θάρρεψα δα πως ήρθαν ώσπου να περάσ' η +βροχή. Μα αυτοί είχαν άλλα στο νου τους. Εκείνη την ώρα το +συλλογιστήκανε, σχεδιασμένο το είχανε, Θεός το ξέρει. Πρώτο +πράμα που έκαμαν είτανε να μανταλώσουν την πόρτα. Εγώ σαν το +είδ' αυτό, έκαμα να σηκωθώ, και μου ήρθε σα λιγοθυμιά, κ' έπεσα +πίσω με τ' αδράχτι στο χέρι. Μήτε να φωνάξω δεν πρόφταξα. Μα +είμουνα γερή γυναίκα, και δεν πρέπει να βάσταξε πολύ η +λιγοθυμιά. Σαν άρχισα να συνεφέρνω, κατάλαβα πως γυρεύανε να με +σηκώσουν και να φύγουνε. Θα φοβήθηκαν, καθώς φαίνεται, να μην +πλακώση κανένας και τους χαλάση τη δουλειά, και συλλογιστήκανε +να με πάρουν και να τραβήξουν σε κανένα πιο μοναχικό μέρος. Δεν +έβρεχε και πολύ τώρα. Το πρώτο που μισοθυμούμαι είναι που με +σήκωνε ο ένας, κι ο άλλος ξανάνοιγε την πόρτα. Σαν άνοιξαν την +πόρτα και μέσερναν έτσι από το κατώφλι, ακούγω απ' έξω μια +πιστολιά. Αχ, εκείνο το «Γιαννούλα μ', Γιαννούλα μ'», που άκουσα +ύστερ' από κείνη την πιστολιά! Ποτές δεν θα την ξεχάσω την +πικρή και κλαμμένη φωνή του Γιωργάκη μου. Ο καημένος πρέπει +νάτρεξε κ' ήρθε στο καλύβι δίχως ν' ανταμώση το γέρο, και +γύριζε μοναχός του. Δεν μπόρεσε λόγο να ξαναπή. + +Εγώ πια τώρα ξύπνησα και κατάλαβα τι μαύρη συφορά μου κατέβηκε, +έτσι άξαφνα σαν τ' αστροπελέκι. Κι όχι να πης πως άρχισα το +μυρολόγι ή τις φωνές. Έτσι, αγρίεψε η καρδιά μου, σα να είμουν +άντρας. Θέριεψα και πήγα. Άναψε τέτοια φωτιά μέσα μου που μου +ήρθε να ξετιναχτώ και να χυθώ καταπάνω τους να τους πνίξω. Και +το κατάφερα να ξετιναχτώ. Έπεσα ίσια πάνω στο μακαρίτη, στον +ακριβό μου το λεβέντη. Μου φάνηκε σα να σάλευε ακόμα λιγάκι. +Ξεχνώ μια στιγμή τα θεριά που είχα μπροστά μου, και μαλακών' η +καρδιά μου, και σκύβω να πασπατέψω το πρόσωπό του, να το +φιλήσω, να του μιλήσω, να τονε ρωτήξω πού τονε λαβώσανε, χίλια +πράματα ζητούσα να κάμω σε μια στιγμή. Δεν πρόφταξα μήτ' ένα να +κάμω! Μ' αρπάζει ο ένας τους από τη μέση, ο άλλος από το χέρι, +με βλαστήμιες και φοβέρες, και με σέρνουν κατά την οξώπορτα. +Συλλογίστηκα να πατήσω τις φωνές, ίσως έρθη κανένας και με +γλυτώση, μα φοβήθηκα μην τύχη κ' είταν κοντά και τρέξη ο γέρος +και τον σκοτώσουν και κείνον. Άλλος κανένας στη γειτονιά δεν +κατοικούσε τέτοια 'ποχή. Ύστερα φοβήθηκα να μη δέσουν και το +στόμα μου. Είδα λοιπόν πως εδώ χρειάζεται πονηριά. + + — Πού θα με πάτε τώρα, τους λέω, με τέτοιο κατακλυσμό; Μείνετε +μέσα ώσπου να καλοσυνέψη, κ' ύστερα ό,τι θέλετε κάμετε. Ο +άντρας μου κοίτεται λαβωμένος, ποιόνα φοβάστε; + +Τι τα θες, παιδί μου, με ξαναφέρανε μέσα. Και σαν τους λύκους +πέσανε στο φαεί που μαγείρευα. Τους αφίνω και τρων οι έρημοι, +και με δαδί στο χέρι πηγαίνω κατά την πόρτα να ρίξω μια ματιά +του Γιωργάκη μου. Είταν ασάλευτος, και τα στήθια του ματωμένα. +Είταν πεθαμμένος ο ακριβός μου! Και καθώς που στέκουμουν και +τον έβλεπα, ξερή σαν την πέτρα, έρχουνται πάλι και με τραβούνε +μέσα οι σκύλοι. Φοβηθήκανε μην τους ξεφύγω. + +Εμένα τώρα με βασανίζανε δυο στοχασμοί. Ο ένας να γλυτώσω το +γέρο, ο άλλος, &να σκοτώσω& τους φονιάδες του Γιώργη μου. + +Αυτοί οι Τούρκοι είταν ξένοι. Δε μας ήξεραν. Πρέπει να +ταξίδευαν κατά το χωριό, κ' έχασαν το δρόμο τους, και σαν τους +έπιασε η βροχή μπήκανε στο καλύβι. Τέτοιους δαιμόνους δεν τους +είχε ο τόπος μας. Οι δικοί μας, το πολύ μας έκλεβαν κανένα +γίδι. + +Μανταλώνω την πόρτα, και γυρίζω και τους βλέπω με μια ματιά σα +να τους λέω, δεν έχετε τώρα να φοβηθήτε. Αυτοί παίρνουν τότες +καρδιά κι αρχίζουνε στα γερά το ξεφάντωμα. Τους έφερα και +κρασί. Η πλόσκα μας δεν είταν άδεια ποτές. Πρι να το φέρω όμως, +πρόλαβα κ' έχυσα μέσα και λίγο σπίρτο. Το κρασί έπρεπε να +δουλέψη γλήγορα, πρι νάρθη ο γέρος, κι άλλο τρόπο δεν είχε. Τακ +τακ έκανε η καρδιά μου να μην έρθη και χτυπήση πρι να +μεθύσουνε. Δεν αργίσανε να τα χάσουν. Ο ένας έσκυψε το κεφάλι +του μπρος, ο άλλος τόρριξε πίσω και κοίταζε το ταβάνι +μουρμουρίζοντας μισά λόγια. Ανοίγω την πόρτα. Ακούγω +περπατηξιές. Καιρό δεν είχα να χάνω. Παίρνω το ξινάρι, δίνω μια +του ενού στο σβέρκο, μια τ' αλλουνού στο λαιμό. Σαλέψανε +λιγάκι, γαργαρίξανε, μούγκριξαν, και γύρανε κάτω. Ο ένας +πίστομα κι ο άλλος ανάσκελα. Καθόλου δεν τρόμαξα. Την έκαμα τη +δουλειά σα να είμουνα χασάπης. Πέτρα είταν η καρδιά μου. +Στέκουμουν και τους έβλεπα μ' ένα ραχάτι σα να μ' έκαμαν από +χήρα βασίλισσα. Απάνω σε κείνη τη στιγμή, να κι ο θειος μου ο +Νικολής στο κατώφλι, με βρεμένο σακκούλι στον ώμο του. Στάθηκε +ξερός, σα νάβλεπε όνειρο. Σα γύρισα και τον είδα, έγεινα πάλι +από άντρας γυναίκα, και με πήραν τα δάκρυα. Πήγε να τρελλαθή ο +δόλιος, σαν του τα είπα. + + — Τι κάθεσαι τώρα, μου λέει. Να φύγουμε, ειδεμή χαθήκαμε. + + — Πού να φύγουμε; του κάνω. Πού ν' αφήσουμε το Γιωργάκη μου! + +Βγήκαμε και τονε φέραμε μέσα. Αχ, και πώς να το ξεχάσω το πικρό +του χαμόγελο! Πρέπει νάμειν' έτσι το πρόσωπό του από τη στιγμή +που έπεσα πάνω του και τον πασπάτευα να δω α ζούσε ακόμα. + +Πού να την ιστορήσω την ανιστόρητη εκείνη τη νύχτα, παιδί μου! +Αποφασίσαμε να μείνουμε, και να μη φύγουμε. Βγαίνουμ' έξω και +κατεβαίνουμε στην πιο μακρινή τη γωνιά του μικρού χωραφιού μας, +κοντά σε μια μεγάλη συκαμινιά. Σκοτάδι, πίσσα. Τύχη μας που δεν +είχε μήτε φεγγάρι. Ώρες κι ώρες έσκαβε ο γέρος, και ξεφτυάριζα +εγώ χώμα. Κ' ένας φόβος! Φύλλο, έπεφτε και τρομάζαμε. Σαν +έγεινε ο λάκκος βαθύς ως τη μέση μου, γυρίσαμε στο καλύβι. Τους +σηκώσαμε κατά πως είτανε, με τάρματά τους, μ' όλα τους. Άλλη +μισή ώρα, και τα δυο εκείνα σκοτωμένα θεριά είτανε χωμένα, και +το νιόσκαφτο χώμα σκεπασμένο με κληματόβεργες και στοιβιές. + +Και τώρα δεν είχαμε στο καλύβι παρά το λείψανο του Γιωργάκη +μου. Του πλύναμε τα στήθια, ρίξαμε στη φωτιά τα ματωμένα του +ρούχα, τονε σαβανώσαμε, όλα τα κάμαμε. + +Γλυκοχάραζε σαν αρχίσαμε να ξεπλύνουμε, ο γέρος τις ματωμένες +τις πλάκες έξω, και γω τα ματωμένα τα σανίδια μες το καλύβι. +Και σαν έβγαιν' ήλιος απάνω στα κατάβρεχτα τα βουνά, και +γελούσε πάλι ο κόσμος, εμείς καθίζαμε πρώτη φορά ύστερ' από +τόσες κατάμαυρες ώρες, αγρυπνισμένοι, αποσταμένοι, τρομασμένοι, +και με καρδιές ραγισμένες. + +Τι να σου τα λέω τάλλα, παιδί μου! Όπου να είναι, έρχεται κι ο +αφεντικός. Κανένας δεν τα πήρε χαμπάρι τα που γένηκαν. +Αστροπελέκι έπεσε, και τονε σκότωσε το Γιωργή μου. Τονε θάψαμε +τ' απομεσήμερο. Σα γύρισα σπίτι, δεν μπορούσα πια να μείνω μέσα +τη νύχτα. Όλα τα φαντάσματα τάβλεπα γύρω μου. Ήθελα να πάρω τα +μάτια μου και να φύγω. Με φοβήθηκε τότες ο γέρος, έρριξε στον +ώμο του το δισσάκι, και με πήρε μαζί του. Όλη τη νύχτα +περπατούσαμε. Μέφερε ίσια δω. Τον ήξερε τον αφεντικό. Ο γέρος +γύρισε πίσω. Αυτός δεν πολυφοβούνταν τα φαντάσματα, κ έμεινε +στο καλύβι ως πρόπερσι, που συχωρέθηκε. Εγώ μήτε ξαναπήγα, μήτε +ξαναπηγαίνω πια τώρα. Εδώ θα πεθάνω, κοντά, σας! Μην κλαις, +παιδί μου, και μην τρομάζης. Εγώ η καταραμένη φταίγω που το +τρόμαξα το πουλάκι μου». + + + +IB' +Η ΝΟΙΚΟΚΕΡΑ + + + +Πέρασε η ώρα με το τρομερό παραμύθι της χαροκαμένης μας της +Γιαννούλας. Βγαίνει και το κακόμοιρο το κορίτσι, χλωμό, +δακρισμένο, ολότρεμο. Η καρδούλα του θα στραγγίζη αίμα από τον +πόνο. Τι την πόνεσες έτσι, καημένη Γιανούλα! Ή τάχα πρέπει να +τ' ακούν κ' οι ανήξερές μας οι ρωμιοπούλες, τι παράδεισο τον +είχανε οι γριές τους! Μα κι όσοι πάλι τάκουσαν, τι ωφελήθηκαν! +Το πολύ χαίρουνταν που δεν έχουν και σήμερα τέτοιες συφορές, +που δεν μπαίνουν πια Τούρκοι να σκορπίσουν αφανισμό στις φωλιές +τους. + +........ Άκου την τώρα τη μικρούλα, ψιλοτραγουδάει στρώνοντας το +τραπέζι, να διώξη το φόβο της. Πρέπει να βλέπη κάποιον +αρματωμένο μπροστά της να την κυνηγάη την καημένη. Άμποτε να +της σταθή σε καλό της αυτός ο φόβος! + +Ας κρυφοτρέξουμε τώρα ως απάνω, να καμαρώσουμε και τη μάννα +της. Ανεσαίνει άνθρωπος εδώ πέρα. Ορθάνοιχτα τα παράθυρα. +Μπαινοβγαίνει ο δροσάτος ο μπάτης, και τους φέρνει την υγειά, +τη ζωή και τη δύναμη. Χρειαζούμενος είναι κι αυτός για τα +βλαστάρια που θα μας δώσης μια μέρα, λυγερή μου κοπέλλα! Είναι +η μεγαλήτερη η κόρη τούτη, που ακκουμπάει εκεί στο παράθυρο, +και λογιάζει τη θάλασσα. Το ξέρει εκείνη γιατί τη γλυκοκοιτάζει +τη θάλασσα. Αυτή της φέρνει τα γράμματα, θα της φέρη και τον +καλό της μια μέρα. Τι δεν έδινες νάχης τους στοχασμούς της αυτή +την ώρα! Άγιο μυστήριο η αγάπη! Ας τη λατρέψουμε από μακριά, κι +ας την αφήσουμε να καίη εκεί ήσυχα, σαν αυτό το καντήλι, σιμά +στα κονίσματα. + +Μια ματιά στην άλλη την κάμαρα, και φεύγουμε. Βλέπω &δυο& κερές +εδώ μέσα. Η μια μεγαλόσωμη, όχι πολύ περασμένη, αγκαλά το φως +έρχεται πίσωθέ της και την κάνει και φαίνεται κάτι νεώτερη. +Αυτή είναι η αρχόντισσα, η κερά του σπιτιού. Κρίμας που δεν +είναι μέρα να καλοδής ταγαθώτατο πρόσωπό της. Η άλλη, που +κάθεται δίπλα της και της κρυφομιλεί, αυτή με τα μαύρα, είναι +γειτόνισσα, και πρέπει νάρθε να της δηγηθεί τα μύρια της +βάσανα. Αύτη την ώρα, που συχάζουν τα σπίτια, που δε φάνηκε +ακόμη ο νοικοκύρης, τη διαλέγουν οι χαροκαμένες, οι ζωντοχήρες +κ' οι φτωχές να πάνε να πούνε δυο λόγια στις σπλαχνικές τους +γειτόνισσες. Ποιος ξέρει πόσην ώραν την κρατάει την αρχόντισσα +και της τα λέει αυτά τα δυο λόγια! Κι αυτή την ακούγει με +υπομονή, και τη συμπαθεί μ' έναν πόνο, που λες κ' είναι +αυταδέρφη της. Αν ανεβαίναμε πιο νωρίς, θ' ακούγαμε θλιβερές +ιστορίες και δω. Θ' ακούγαμε πώς η μαυροφόρα, έχει πέντε +χρόνια, να δη τον άντρα της. Πως ξενοδουλεύει να ζήση τρία +παιδιά. Πως πλάκωσε κ' η αρρώστια, και πως πάει να πεθάνη το +μικρότερό της. Κοίταξέ την καλά, τώρα που σηκώθηκε και +τοιμάζεται, κι όλο τοιμάζεται να φύγη, κι όλο κρυφομιλεί. +Κοίταξε μάτια γλυκά και δακριοβρεμένα, κοίταξε φρύδια πλατιά +και κατάμαυρα, χείλη νόστιμα και ψιλά. Απ' όλο το πρόσωπό της +στάζει η γλύκα της ομορφιάς, κ' η πίκρα του πόνου, της +φτώχειας, της άδικης όμως φτώχειας, της φτώχειας που παίρνει το +θύμα της από το μιντέρι και το τινάζει στην έρημη τη ψάθα. Και +καθώς ξεκινάει, απλώνει το χέρι της η αρχόντισσα και της βάζει +κάτι στο χέρι. Άλλο μυστήριο τούτο. Όχι της αγάπης που μας +φέρνει στον κόσμο, μόνο της άλλης, που μας ανεβάζει στον +ουρανό. Που μας κάνει και χύνουμε κόμπο δάκριο, κι απλώνουμε +χέρι σ' ένα μισοπνιμένο. + +Σωστή χριστιανή η αρχόντισσα. Ο άντρας της, το δεξί της χέρι +ποτές δε θα το μάθη τι έδωσε της γειτόνισσας με τάλλο το χέρι +της. + +Τέτοιες βιολέττες λουλουδίζουν εδώ πέρα πολλές. Θαρρώ δεν +πολυπροκόβουνε στις χώρες αυτά τα βουνήσια τα λούλουδα. Εκεί +βλέπεις άλλα. Εκεί είναι πολιτισμός. Εκεί μόλις και νοιώση ο +καλός ο νοικοκύρης πως σιμώνει το τέλος του, δίνει το μισό το +είναι του σ' ένα σπιτάλιο και τελειώνει. + +Έτσι τελειώνει κ' η κοκώνα του να πάει στο θέατρο, την ώρα που +κάθεται η νοικοκερά μας κι ακούγει γειτόνισσες. Η κοκώνα της +χώρας τα θέλει τα δάκριά της να τα χύση στο θέατρο. Δεν της +μένουνε για ζωντοχήρες και για χαροκαμένες. Στη χώρα έχει +ανοιχτά μαγαζιά, και πηγαίνει όποιος θέλει και βρίσκει το +Ψυχικό. Στο χωριό τέτοια μαγαζιά δεν έχει. Πηγαίνει η φτωχή +στης αρχόντισσας, της δίνει τον πόνο της, και παίρνει ένα +κομμάτι ψωμί. Στη χώρα πάλι, αν είναι λιγάκι απόνετες οι +αρχόντισσες, είναι λιγάκι ξέννοιαστες κ' οι γειτόνισσες. Η +φτώχεια τους βρίσκει πόρεψη. Α ζούσε στη χώρα η μαυροφόρα μας, +γλήγορα θάβρισκε καρδιές να την πονέσουνε. Μα αυτά είναι του +πολιτισμού πράματα. Εδώ πάντα βρίσκουμε την αρχόντισσα +σπλαχνική, τη γειτόνισσα τίμια και συμμαζεμένη. + +... Φωνές ακούγω κάτω. Ήρθε ο άρχοντας. Τρέχα, ζωντοχήρα μου, +από την πισόπορτα. Ας φύγουμε και μεις από το παράθυρο. + + + +ΙΓ' +ΦΤΑΝΕΙ ΜΑΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟ + + + +Α δεν είτανε Σαβάτο βράδυ και ξημέρωμα Κεριακή, θα σ' έπαιρνα +να πάμε και σε κανένα φτωχικό νυχτέρι, να κρυφοκαθίσουμε σε +μιαν κώχη, και να καμαρώσουμε όλη τη γειτονιά. Άλλη με τη ρόκα +της, άλλη με το μάγκανο, κι άλλη με το βελόνι· γριές, +μεσόκοπες, παντρεμένες, κοπέλλες· να δουλεύουνε με τα χέρια +τους, με τις γλώσσες τους, με τ' αυτιά τους. Να βλέπης, ν' +ακούς, και να μη χορταίνης· φτάνει να νοστιμεύεσαι παραμύθια, +τραγούδια και νοιώσματα. + +Καλά όμως που έτυχε Σαβατόβραδο, και θα λείψουμε από τον +πειρασμό. Γιατί δεν είναι σαν το χαρέμι εκεί, να βλέπης +κοιμισμένα κορμιά. Όλες γλυκοφέγγουν εκεί ζωντανές, λυγερές, +και σπαρταριστές. Μια να τις έβλεπες, και θα μου έλεγες αμέσως: +«Εγώ θα μείνω εδώ· δεν τ' αφίνω πια το χωριό». + +Όχι, φτάνει μας. Αλλού είναι η δουλειά μας τώρα. Την πηγή την +είδαμε. Τα ήπιαμε τα κρουσταλλένια της τα νερά. Ήρθαμε στην +πηγή για να πιούμε, όχι να γείνουμε πλάτανοι και να ριζώσουμε +δίπλα της. Τώρα πρέπει να κατεβούμε το ρέμα, να μπούμε στον +ποταμό, να πάμε στο πέλαγο. Πρέπει να δούμε τη μεγάλη τη +Ρωμιοσύνη. Την είδαμε, θα πης, χίλιες φορές με τα μάτια μας. Μα +αυτό δε σημαίνει. Ο σκοπός είναι με &κλειστά μάτια& να τηνε +δούμε, με το νου μας να τηνε δούμε τη Ρωμιοσύνη. Τα μάτια +πλανεύουνε. Δε μας λεν την αλήθεια πάντα. Κι αν τηνε λεν +κάποτες, ο νους παραζαλίζεται, και τι να πρωτοπιστέψη δεν +ξέρει. Το καθαυτό το ταξίδι γίνεται με κλεισμένα μάτια, τη +νύχτα, μέσα σε τέτοια ρημιά. + + + +ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΗΣ ΦΥΛΛΑΛΑΣ + + + + +ΤΡΙΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ + + + + + +ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ + + + +Α' +ΣΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ + + + +Τώρα και μπρος η δουλειά μας πρέπει να γίνη σοβαρά και +συλλογισμένα, γιατί σοβαρός είναι κι ο σκοπός του μυστικού +αυτού ταξιδιού. Ίσως, από την πολλή τη λαχτάρα να δουλέψουμε +τίμια και προσεχτικά, σκοντάψουμε και μείνουμε με τη λαχτάρα +μας μοναχή. Ίσως, αντίς να ξυπνήσουμε μερικούς, τους κοιμίσουμε +ακόμα πιο βαθύτερα. Ίσως, αντίς να μας πονέσουν, που είμαστε +και μεις αίμα τους, θυμώσουν και μας ρίξουνε στη φωτιά. Αυτά +όλα μπορεί να γίνουνε· μα δεν πρέπει και να μας παίρνουν το +θάρρος. + +Φίλε μου, συφωνάς πως πρέπει ο καθένας μας να κάμει ό,τι μπορεί +για τον τόπο του; Α συφωνάς, κόπιασε. Ας μη χάνουμε τον καιρό +μας, ας αφίνουμε τους δασκάλους· κι ας μας γράφουν προοίμια. + +Ίσια στην Πόλη θα πάμε. Σαν το Φρίξο και σαν την Έλλη θα +πετάξουμε, και θα βρεθούμε πας στο γιοφύρι. Ας μη σταθούμε στο +δρόμο, αποκάτω μας ας μη δούμε. Θα ζαλιστούμε, και θα πέσουμε +μες στη θάλασσα. Ας περάσουμε πεταχτά τις χίλιες ακρογιαλιές +που έχουν κατιτίς να ψιθυρίξουν η καθεμιά τους. Ποια να +πρωτακούσουμε, και σε ποια να καθίσουμε να θυμηθούμε τις παλιές +τις δόξες, τα παλιά τα πάθια! Το ίδιο σα να ζητάμε να +μετρήσουμε τα χαλίκια της. Δύσκολη, δύσκολη δουλειά! Τρέμω που +τα συλλογιούμαι μονάχα. Ακόμα δε γεννήθηκε το πουλί που θα μας +την τραγουδήση την ιστορία μας. Πολλοί μας την τσαμπούνισαν, +άλλοι την ψάλανε σα χερουβικό! Μα κανένας ακόμα δε μας την +κελάιδησε σαν ταηδόνι. + +Ήρθαμε κι από τον τηλέγραφο γληγορώτερα. Τίποτις δεν τον +ξεπερνάει στη γληγοράδα το νου, σώνει μονάχα να θέλη να τρέξη ο +νους. Λεν πως και το φως πολύ γλήγορα τρέχει. Αυτό δεν το +πολυπιστεύω. Δυο χιλιάδες χρόνια έκαμε να τρέξη από την Ανατολή +στη Δύση, και Θεός το ξέρει πόσα θα περάσουν ώσπου να +ξαναγυρίση το φως στην Ανατολή! + +Πες μου αν το είδες ποτέ σου τέτοιο κακό! Εκεί που γλεντίζαμε +βράδυ βράδυ με τις χωριατοπούλες, να βρεθούμε μέρα μεσημέρι +πάνω σ' αυτό το δαιμονογέφυρο, που λες και πηγαινοφέρνει +κολασμένους από τον απάνω κόσμο στον κάτω, μόνο που εδώ είναι +κάτω κόσμος κι από τις δυο τις μεριές! Τι φωνές και τι θόρυβος! +Όλες οι γλώσσες που μίλησε μάννα σε παιδί από της τέσσερεις +άκρες της Ανατολής βουίζουνε γύρω μας. + +Ας προσέχουμε όμως. Τίποτις δεν τόχουνε να μας τσαλαπατήσουν οι +Ατλάντοι εκείνοι που περπατούν τέσσερεις τέσσερεις, με τις +μανέλλες στους ώμους, και με θεόρατη μπάλλα κρεμασμένη στη μέση +σαν καλαθάκι. Είναι ένας κ' ένας Αρμένηδες αυτοί που κοιτάζεις. +Αν έχης καπέλλο, βγάλ' το. Α φοράς φέσι, σκύψε και φίλησε τα +βρώμικα πόδια τους. Πάρ' ένα κουρέλλι από τα παλιόρρουχά τους, +και κράτα το φυλαχτό, γιατί είναι από φυλή που άρχισε να +φουσκώνη η καρδιά της. Να ξεσκάση γυρεύει· τα κόκκαλά του +τοιμάζεται να σπείρη στα έρμα του τα βουνά, τα κόκκαλα, που +αυτά μονάχα βγάζουν και θρέφουν τάγιο το δέντρο. + +&ΣΗΜ. Αυτές οι φυλλάδες πρέπει να γράφηκαν κατά τα 1889/90. Έξη +χρόνια κατόπι σπάρθηκαν τα κόκκαλα που λέει ο Γεροδήμος. Αλλά +θα φυτρώση άραγες απάνω τους τάγιο το δέντρο; + + + +Β' +ΕΘΝΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ + + + +Γύρισε το πρόσωπό σου κατά τους τέσσερεις μιναρέδες που +στέκουνται τριγύρω σε κείνον το θεόρατο τον τρούλλο, να σου πω +ένα παραμυθάκι. + +Είτανε μια φορά ένας φρόνιμος βασιλιάς. Ίσως το φάντασμά του +τριγυρίζει ακόμα εκεί απάνω, μαζί με χίλιους άλλους +πορφυροστόλιστους βουρκολάκους· κι αυτός ο φρόνιμος ο βασιλιάς +είχε τόση γνώση, που δεν ήξερε πώς να δοξάση το Θεό για την +πολλή τη γνώση που του έδωσε, και σαν έχτισε δε θυμούμαι πόσες +κατοστές εκκλησιές, καταπιάστηκε κι αυτή την ξακουσμένη την +εκκλησιά της Αγιά-Σοφιάς. + +Είναι, φίλε μου, να τη βλέπης αυτή την εκκλησιά και να ραγίζ' η +καρδιά σου, γιατί στον κόσμο δε στάθηκε απ' αυτή πιο +τρομερώτερη ειρωνεία. Οι κλασικοί μας οι προγόνοι είχαν +αμέτρητα «τεμένη» της Αφροδίτης, του Βάκχου, της Αθηνάς, γιατί +τ' αγαπούσανε και τα τρία· και τη γυναίκα, και το κρασί, και τη +γνώση. Οι Βυζαντινοί μας οι προγόνοι, που απ' όλα πιώτερο +αγαπήσανε την ανοησία, μήτε μισή κολόννα δεν της έστησαν, μόνο +πηγαίνουν και στήνουν αυτό το θεόρατο το μνημείο της «Θείας +Σοφίας!», κ' η «Θεία Σοφία» τους παίδεψε αλύπητα για τη μεγάλη +αυτή τους την ταρτουφιά! Μήτε στιγμή δεν κατέβηκε να τους βάλη +γνώση· μόνο πήγε στον Κίσσαβο, στη Μάνη, και σ' άλλα βουνά, κ' +έστησε κει τη φωλιά της σαν ουράνιος αϊτός, και φύλαγε την ώρα +να κατέβη στους κάμπους και να βλογήση τη Ρωμιοσύνη. + +Σαν περάσανε χρόνια και χρόνια, και γκρεμίστηκε ο μαρμαρένιος ο +θρόνος που κάθιζε και καμαρώνουνταν η «Ανοησία», σαν πλάκωσε το +μεγάλο το κακό που μαζεύονταν απ' έξω σαν πλημμύρα που τίποτις +δεν τη σταματούσε, έτρεξαν τότες όσοι πιστοί στην Αγιά Σοφιά να +γλυτώσουν! Το θαρρούσαν ακόμα πως είταν η «Σοφία» κρυμμένη κάτω +από κείνους τους θόλους! Ποιος να μη δακρύση, να συλλογιστή +μονάχα &την πίστη& του βασανισμένου εκείνου λαού! Ποιος να μην +απορέση που δεν έκαμε αληθινά ο Παντοδύναμος θάμα να γλυτώση +τις χιλιάδες των χιλιάδων που δεν έφταιγαν οι κακότυχοι, γιατί +τους πλάνευαν αρχοντάδες και δασκάλοι κι αυτούς, από χίλια +χρόνια και δώθι! Σαν τ' αρνιά στο μαντρί τους βρήκε ο λύκος. +Δράμα, που να λιώνης στο μυρολόγι! + +Τι είναι που μας κάνει και τη βλέπουμε την Αγιά Σοφιά κι +ονειρευούμαστε μεγάλες ιδέες, ακόμα δεν το χώρεσ' ο νους μου. +Στόμα να είχε να μας μιλήση ο τρούλλος εκείνος, που όλα τα +είδε, τι θα μας έλεγε! Τι κατάρες δε θα ξεφώνιζε στα φαντάσματα +που γυρίζουν εκεί απάνω! Τι παρακάλια στους ζωντανούς εδώ κάτω, +να τον γκρεμίσουνε, να μην τ' αφήσουν ανωφέλητο το μολύβι του, +ίσως κ' έτσι συχωρεθούν τα μεγάλα τα κρίματα που τις έφεραν τις +μεγάλες τις συφορές. + + — Μολύβι! τι λόγο ξεστόμισες, θα μου πης. + +... Όχι, δε θα μου το πης εσύ αυτό! Το ξέρεις εσύ το κρύφιο το +βοτάνι που δυναμώνει νου και καρδιά, και μπόδια μπρος του δε +βλέπει. Είδος λησμοβότανο είναι κι αυτό, γιατί σε κάνει και +λησμονάς — το &εγώ& σου. + +Το &εγώ& στέκεται μέσα στην καρδιά του Ρωμιού πιο αψηλά από +τους θεόρατους αυτούς μιναρέδες. Τις βλέπεις εκείνες τις +αμέτρητες τις στέγες κατά το Φανάρι, το Σκούταρι, όπου κι α +ρίξης ματιά; Καθεμιά τους σκεπάζει κι απόνα &εγώ&. Αυτό το +&εγώ& τίποτις άλλο δε συλλογιέται μέρα και νύχτα παρά την πέτσα +του. Πώς να την καλοθρέφη, και πώς να τη φυλάγη από κάθε κακό. +Βήχει ο Χαμίτης; ανατριχιάζει η πέτσα. Μιλά κανένας για τις +μεγάλες τις θυσίες που χρειάζουνται τα μεγάλα τα καλά; Η πέτσα +τρέμει. Μίλησέ του για τα γλυκά τα ψαράκια που βγάζει το Στενό, +δος του δυο τρία καλά σαράφικα μαντάτα, πες του πως η δείνα +Πρεσβεία θ' ανακατευτή στο τάδε το ζήτημα, — και ραχατεύει η +πέτσα. Έχει, βλέπεις, και τα πολιτικά της η πέτσα. Είναι κι +αυτά βυζαντινή μας κληρονομιά. Αιώνες πρι να φανή ο δεύτερος ο +Μωχαμέτης, γύριζαν οι μακαρίτηδες τα μάτια τους κατά τη Δύση, +και τη ζητούσανε σαν ψωμί τη βοήθεια. Όλο ήρχουνταν η βοήθεια, +κι' όλο δεν έφτανε. Κάποτες την έχαναν την υπομονή τους, και +φωνάζανε, «μα πού είναι αυτή η βοήθεια;» Η Δύση πάλι, δεν έλεγε +όχι, τους έλεγε όμως, «δώσετέ μου &πίστη& και σας δίνω +&πατρίδα&». Πολύ σωστά. Εμείς γυρεύαμε &ψυχικό&· αυτοί έλεγαν, +όχι, να το κάμουμε &αλίσι βερίσι&. + +Θα μου πης πώς κατόπι, σαν πήγε να μας πνίξ' η πλημμύρα, +βρεθήκανε Φράγκοι που έδωσαν όχι βοήθεια, μόνο τη ζωή τους για +το έθνος που πρωτόφερε στη γης τον ανθρωπισμό. Αυτοί τον είχανε +στ' αλήθεια τον ανθρωπισμό. Είτανε μεγαλήτεροι, όχι από μας, +που μήτε σπολλάτη δεν είπαμε ποτές τους Εβραίους, τους +Φοινίκους, και τους Ινδούς, που μας έδωσαν τα πρώτα τους φώτα, +μόνο κι από τους πατριώτες τους, που γύρευαν αλίσι βερίσι. +Αυτούς τους έστειλε ο Θεός να μας δείξουν τι θα πη &ληαμονιά +του εγώ&. Όσοι από μας κατέβηκαν από τα βουνά με τσαρούχια και +με κάππες, το γνώριζαν αυτό το μυστήριο. Μα οι πέτσες που +φορούσαν τις γούνες, ένα πράμα μυρίστηκαν, πως έρχεται κάποτες +και ξένη βοήθεια. + +Αν με καλορωτήσης, θα σου πω πως αυτός ο &Φιλελληvισμός&, χωρίς +να το θέλη, μας έκαμε μεγάλο κακό· μας έκαμε να προσμένουμε απ' +αλλουνούς τη δουλειά μας. Πες του τού πατριώτη που περνάει από +μπρος σου, να μην κατέβη στο «τσαρσί» αύριο, μόνο να σ' αφήση +εσένα να του πουλήσης τα τσίτια του, και θ' ανατριχιάση η πέτσα +του. Τις δουλειές του τόπου του όμως πρέπει να τις βολέψη ο +ξένος. Πώς γίνεται να κινδυνέψη, όχι πια τη ζωή του, μόνο και +το &έχει& του για τον τόπο του! Και τι κατάλαβε να καλοπερνάη +λέει, ο τόπος, κι αυτός να στερείται! Τι καινούριες θεωρίες +είναι πάλι αυτές! Βοήθεια, βοήθεια, φίλε μου. Ευρώπη, +διπλωματία, πρεσβείες. Το κάτω κάτω δε γυρεύουν πια και την +πίστη μας. Γυρεύουν ίσως κατιτίς πιο χεροπιαστό, μα υπομονή· +αγοράζεις από τώρα ένα σπιτότοπο, και παρηγοριέσαι με τα κέρδη +που θα μαζέψης όταν έρθουν και θρονιαστούν εδώ πέρα. + +Και τούτη λοιπόν η εθνική μας ιδέα καταντάει ύστερα ύστερα στο +&Εγώ&. Εκεί καταντούν όλα μας. Εκεί είναι το φαρμάκι που μας +θανατώνει κάθε ελπίδα, γιατί μας θανάτωσε και την αρετή, — δεν +λέγω τη χριστιανική την αρετή που μας ανεβάζει στον Παράδεισο, +μόνο κείνη που μας κατεβάζει στα βάθια της φτώχειας, της +πείνας, της κακοπέρασης, της σφαγής και της φωτιάς, ώσπου να +μαζευτή η στάχτη που χρειάζεται για να φυτρώση ξανανιωμένος, +περήφανος, και λαμπροστόλιστος Φοίνικας. + + + +Γ' +Η ΚΑΛΗ ΜΑΣ Η MAΝNΑ + + + +Ας βγούμε παρέξω, κατά τη θάλασσα, ας σταθούμε πάνω σ' αυτό +ταραγμένο το βαποράκι που μαζεύει ταξιδιώτες για τα νησιά. +Άφινε τους ταξιδιώτες κι ας μαζεύουνται. Ύστερα τους +σεριανίζουμε αν προφτάξουμε. Κοίταξε τώρα ολόγυρά σου. Κοίταξε, +κι αν μπορής μην απορέσης, πώς γίνεται νάχη τέτοια Κόλαση τόση +μορφιά! Ξέρεις σαν τι μου φαίνεται η δοξασμένη αυτή +«Επτάλοφος;» Σαν είδος εφτάψυχη αμαρτωλή που έγεινε ρεζίλι στις +αγκάλες των παιδιών της και των ψυχοπαιδιών της, που γέρασε στη +κακορριζικιά, και πάλι στο μέτωπό της λάμπει μια χάρη, η +αναπνοή της — αυτό τ' αγέρι που μας χαδεύει — έχει μια γλύκα +και δροσιά, που στέκεσαι και ρωτάς: γίνεται μαθές αυτή η +παραλυμένη νάχη τέτοια κάλλη παρθενικά; Τι να τρέχη εδώ! + +Φίλε μου, πολύ απλό πράμα· Η Πόλη, καθώς και πολλές άλλες +χώρες, έχει μια μάννα που την αγαπάει και τη νοιάζεται· και τη +στολίζει μέρα και νύχτα, πρωί, μεσημέρι και βράδυ· τέτοιες +αχάριστες κόρες έχει πολλές εδώ στην Ανατολή αυτή η μεγαλόκαρδη +η μάννα — η αθάνατη η &Φύση&. Πού να την αγγίξη αυτή Τούρκος! +Πέτρες και σκορπιούς γεμίζει το δρόμο της για να την τρομάξη, +κι αυτή περνάει και στρώνει λουλούδια σε κάθε της πάτημα. +Πηγάδια της άνοιξε να πέση μέσα και να πνιγή, μα κι αν πέση, +βγαίνει πάλι από τα νερά σαν την Αφροδίτη, και γεμίζει χάρη τον +κόσμο. Όλο τη στολίζει, τη χαδεύει, την ξανανιώνει την κακιά +της την κόρη· ως και τα κυπαρίσσια της, που πρέπει να είναι +φαρμακωμένες οι ρίζες τους, ως και κείνα τα δροσίζει, τα +θρέφει, τα μεγαλώνει. + +Γλιστράει η φύση από τα τούρκικα χέρια σα Νεράιδα, κι όλο +βαλσαμώνει, ανεσταίνει, ζωντανεύει. Ως κ' εμάς τα καταφρονεμένα +δε μας ξεχνάει. Κοίτα τους επιβάτες, τι σπίθες βγάζουν τα μάτια +τους! Τέτοια μάννα δεν τα ξεχνάει εύκολα τα παιδιά της. Το +φυλάγει το αίμα τους. Θα μας εύρης όλους κ' εδώ Ρωμιούς. +Γλώσσα, γούστα, ξυπνάδα, ρωμαίικα όλα. Όπου μπορούσε να βάλη τ' +άγιο της χέρι, μας βάσταξε και μας γλύτωσε. Εκεί όμως που βρήκε +χαζίρικο θρόνο ο Τούρκος και μπήκε και καλοκάθισε και μας έκαμε +κατοικία του, μέσα στα μυστικά τα βάθια της καρδιάς που +θησαυρίζει ο άνθρωπος την εθνική την περηφάνεια και τη +«λησμονιά του εγώ,» μέσα σε κείνα τα βάθια μήτε φύση μήτε πίστη +δεν μπόρεσε να μπη και να διώξη τη βυζαντινή την αδιαφορία και +την ταπείνωση· κ' έτσι πηγαίνουν οι Πολίτες το μαύρο τους το +δρόμο, από χρόνο σε χρόνο, από αιώνα σ' αιώνα. Χαλνάει ο κόσμος +τριγύρω τους, η όψη της γης αλλάζει, — και κείνοι μένουν +ακλόνιστοι· μήτε τρίχα τους δεν αλλάζει. + + + +Δ' +ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ + + + +Έπρεπε, φίλε μου, να πιάσουμε από την αρχή τη δουλειά. Όχι από +τον Πατριάρχη· στην Αγιωσύνη του πηγαίνουμε και κατόπι. + +Αρχή της δουλειάς μας έπρεπε να είναι τα &Γράμματα&. Αυτά είναι +που κρατούν τις λαμπάδες και δείχτουνε στο Γένος το μεγάλο του +δρόμο. Αυτά έπρεπε πρώτα να πάμε να προσκυνήσουμε, κ' ύστερα να +σεριανίσουμε και την Πόλη. Θα μου πης πως τα Σκολειά τα +βαρέθηκες. Μα δεν είχα τάλφα βήτα στο νου μου. Γράμματα τώρα +πάει να πη Εθνικό Μεγαλείο, Ελληνισμός. Δεν είναι ανάγκη να +γυρεύουμε δασκάλους που διδάσκουν την άλφα βήτα, πρέπει να +βρούμε τους μεγάλους τους δασκάλους «του Γένους», που κρατούν +την τύχη της Ρωμιοσύνης με τα παρέμφατα, και πασκίζουν να +διώξουν τα χάλια της με τις δοτικές. + +Αφίνουμε λοιπόν το βαποράκι να πάη στην Πρίγκηπο, και +πηγαίνουμε στο μέρος που μαζεύονται αυτοί που σου λέγω. + +Μια σάλα, μια έδρα στο βάθος, και στη μέση αράδες άδεια +καθίσματα. Για την κακή μας την τύχη δε μαζευτήκανε σήμερα. +Κρίμας που δε θ' ακούσουμε κατιτίς από κανέναν που ξέρει τι +λέει, κ' έχουνε μερικούς τέτοιους εδώ. Κι ακόμα μεγαλήτερο +κρίμα που δε θ' ακούσουμε την καθάρια τη Βυζαντινή κορακίστικη, +με τις πιο καινούριες αντίκες που βγήκαν από τα σπλάχνα της +αρχαιότητας. Στην Αθήνα δεν την ακούς την κορακίστικη τόσο +καθάρια. Εκεί ξεχνούν κάποτες οι Καθηγητάδες και σου πετούν και +καμιά ρωμαίικη λέξη. Εδώ τέτοιες αταξίες δεν έχει. Κάθε λέξη +ζυγιασμένη, κάθε φράση αραδιασμένη με τάξη, που λες και σε +Μουσείο τις βλέπεις. + +Έτυχε να παραβρεθώ σε τέτοια Πολίτικη Συνεδρίαση μια φορά. Τα +καθίσματα είταν πέρα πέρα γεμάτα· είτανε «Χημεία» το μάθημα. +Καλά την ήξερε τη Χημεία ο Καθηγητής, και τους άρεσε πολύ των +Πολίτιδων η Χημεία. Μιάμιση ώρα κάθουνταν εδώ και τον άκουγαν. + +Βλέπεις; από την ουρά έπιασε τη δουλειά κι ο Πολίτης. Αρχίζει +την εθνική προκοπή από κει που την τελειώνουν οι άλλοι. Εμείς, +που τη μύτη μας δε ξέρουμε να διαφεντέψουμε α μας φοβερίξη με +το γρόθο του ξένος, που δεν μπορούμε μήτε να παινευτούμε πως +μας θάφτουνε μέσα σε χώμα δικό μας, καθίζουμε σ' αυτά τα θρανιά +με ραχάτι κι ακούμε της Χημείας τα θάματα. Καλά που δεν είναι +κοντά μας κανένας τους. Θα μας έβγαζε λόγο για τον ιερό το +σκοπό της «Παιδείας». Θα μας έλεγε πως αυτή η έδρα που +βλέπουμε, κ' οι άλλες που δεν πήγαμε να τις δούμε, είναι «Βωμοί +Μουσών», είναι «άγκυραι εθνικής σωτηρίας», είναι «η δύναμις...» +Με το συμπάθειο, καθηγητή μου, όμορφα πράματα λες, εμείς όμως +συλλογιούμαστε κ' έν' άλλο, πως κάποια απελέκητα ξύλα από την +Ύδρα κι από το Σούλι διδάξανε μια φορά το έθνος Χημεία πιο +χρήσιμη απ' αυτήνα που άκουσα δω μέσα. Κι όσο για τη δύναμη που +μας ψάλλεις, ήθελα να ξέρω πόση τέτοια δύναμη είχανε μαζεμένη +μέσα στις κάππες τους εκείνοι που κατέβηκαν από τα βουνά και +μας έφτειαξαν κατιτίς. Και για ν' αφήσουμε τους μεγάλους +εκείνους πατριώτες στην ησυχία τους, κάμε μας τη χάρη και πες +μας με το μελίρρυτο στόμα σου, τι καλό μας έκαμαν ως την ώρα οι +μετοχές και τα παρέμφατα, που τα σπείρετε σαν πατάτες στη +Ρούμελη, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο; Ως πότε πια θα +νανουρίζουμε τακαμάτικο αυτό το έθνος μ' ανωφέλητα λόγια, με +παλιές ιστορίες; Πότε θα του βάλουμε σπίρτο στο ρουθούνι να το +ξυπνήσουμε; Ξύπνησέ το έτσι το έθνος, κι αυτό μονάχο του θα τις +θυμηθή τις περασμένες τις δόξες. Μονάχα τους θάρθουν τα +γράμματα κ' οι Χημείες. Ας μάθη πρώτα το έθνος από δουλειά. Ας +είναι για την ώρα φιλολογία του τα κλέφτικα τα τραγούδια, και +Χημεία του — τη Χημεία του ας ανεβαίνη στο βουνό κι ας τη +μαθαίνη. Κ' η λογιότη σου, που ξέρεις και μιλάς τόσο όμορφα, +βάλε τσαρούχια και γύριζε από χωριό σε χωριό, και δίδασκε την +αληθινή τη Χημεία που ανάβει στήθια, και ξυπνάει τους λαούς. + + + +Ε' +Η ΞΑΝΘΟΜΑΛΛΟΥ ΚΙ Ο ΜΑΥΡΙΔΕΡΟΣ + + + +Περπατούμε βαρύκαρδοι και συλλογισμένοι μέσα στο μεγάλο το +δρόμο που πηγαινόρχουνται χιλιάδες και χιλιάδες. Ο δρόμος είναι +γεμάτος, κι ως τόσο θαρρείς πως βρίσκεσαι σ' ερημιά. + +Κοίταξέ την αυτή την ξανθομαλλού με το φανταχτερό το καπέλλο. +Σταματά τ' αμαξάκι της κοντά στην καρότσα του μαυριδερού +αυτουνού τσελεμπή, που τη βλέπει και πάει να τα χάση. Κοντά +κοντά τα δυο ταμάξια, κι αυτός ακκουμπάει στη θυρίδα και +γλυκομιλά, και γλυκομιλά· μόνο που δε σκύβει να τη φιλήση. +Γαλλικά θαρρώ της μιλάει. Ποιος ξέρει τι δουλειές σκαρώνουνε +μεταξύ τους, τι καρυδιάς καρύδια είναι κ' οι δυο τους! + +Έλα μια στιγμή να τους καλοδούμε. Τους γνωρίζω και τους δυο +τώρα. Χίλιες φορές τους είδα. Εγώ γέρασα, κι αυτοί λουλουδίζουν +ακόμη. Ποτές αυτοί δε γερνούν. Το ίδιο σαν τα βοτάνια· κόβεις +ένα βλαστάρι, το χώνεις στη γης, ξαναβλασταίνει, κ' έτσι ζη +πάντα. + +Την ξανθομαλλού σου τη φιλενάδα, τσελεμπή μου εσύ με το φέσι, +σου τη χαρίζω. Δέκα πατρίδες έχει αλλαγμένες, κ' είν' έτοιμη +τώρα να πάρη και τη δική σου πατρίδα, αν έχης τέτοιο πράμα και +συ. Μπορεί και να τουρκέψη για σένα. Η αγάπη της είναι ποτάμι +που δε στερεύει, παρά σα στερέψη η τσέπη σου. Το χαμογέλοιο της +είναι λουλούδι που χρειάζεται μαλαματένια βροχή για ν' ανθίση. +Σα να μου κάνης το διπλωμάτη, μα θαρρώ πως βρήκες το δάσκαλό +σου. Πες μου όμως, τώρα που έφυγε η κοπέλλα σου, και τη βλέπεις +από μακριά κι ακόμα χαμογελάς, πες μου για το χατίρι του φίλου +μου από δω που ήρθε μαζί μου να δη την Πόλη, — πως τα περνάς; +Το πιστεύεις τάχατες ακόμα πως σώνει να φυλάγης τόνομα της +Φαναριώτικης φαμελιάς σου, και δεν πειράζει να του κολνάς και +μια μπέηκη ουρίτσα από πίσω; Πες μου, τι λογής καταφέρνεις εσύ +να κρατάς δυο ενάντια πράματα μέσα στην αλαφρή σου καρδούλα; +Πες μας, να χαρής τα μαύρα σου μάτια, πότε είσαι Ρωμιός, και +πότε Τούρκος; Σα σε στέλνουνε στην Ευρώπη, και κορδώνεσαι μέσα +σε ξένα παλάτια, κ' οι ξένοι σε καλοκοιτάζουνε να δουν τι λογής +όψη την έχουν οι Τούρκοι, σαν τι φείδι να σε τρώη από μέσα; Ή +να το χαίρεσαι τάχα; Να με συμπαθήσης, που θάρρεψα πως μπορεί +να το μισοντρέπεσαι. Εσείς τόχετε καμάρι, κι όχι ταπείνωση. Την +ταπείνωση την έχουν εκείνοι που το νοιώθουν πως είναι +σκλαβόπουλα. Εσείς αυτό το ψεγάδι τόχετε στολίδι στο μέτωπό +σας. + +Καημένο μου ανθρωπάκι, τρέχα στην κούκλα σου, τη ξανθομαλλού +την τραγουδίστρα. Πήγαινε να της μιλήσης φραντσέζικα. Σήμερα +την έχεις, κι αύριο δεν την έχεις. Τρέχα κατόπι της. Θα την +εύρης εκεί που σου είπε. Στο πρώτο το πάτωμα. Περνάει και κείνη +για κατιτίς. Θα ταιριάξτε. Κ' η αφεντειά της κ' η εξοχότη σου +έχετε χαμένο τον μπούσουλά σας. Εκείνη έχασε μια γυναικήσια +τιμή, εσύ μια αντρίκια. Εκείνη δίνει την αγάπη της σ' έναν +ξένον, εσύ τη ψυχή σου σ' ένα Χαμίτη. «Τέντζερε γιουβαρλαντή, +καπαανά μπουλμούς». Τρέχα, τρέχα στην αγκαλιά της! + + + +ΣΤ' +ΕΝΑ ΣΑΛΕΠΙ + + + +Τι να πρωτοδούμε και τι να πρωτοθαμάξουμε! Πρέπει να σαστίσαμε +κει πάνω στο μεγάλο το δρόμο, και πήραμε αυτό το σοκάκι χωρίς +να το νοιώσουμε. Αστέγνωτη λάσπη, και σκύλοι αμέτρητοι! Λάσπη, +μα όχι και δίχως μαργαριτάρια. Θάβρης ένα σόγι μέσα σ' αυτά τα +σοκάκια, που και να μην το πης μαργαριταρένιο, είναι θησαυρός +που μ' όλους τους δικούς μας τους τσελεμπήδες δεν τον αλλάζεις. +Ως τόσο θησαυρός μονάχα για λόγου του. Σου το λέγω αυτό, να μην +τύχη και φωνάξης και πης, «ορίστε που βρίσκεται παρηγοριά και +στην Πόλη.» Το θησαυρό τον κρατάει ο Στόικος βαθιά στην καρδιά +του. Δεν τονε μαγερεύει σαν το σαλέπι του να τον πουληση κάθε +πρωί στους Πολίτες. + +Ο Στόικος, φίλε μου, το καταφρόνιο του κόσμου, ο χοντροκέφαλος +ο Στόικος, που αναθράφηκε με γουρουνάκια στον τόπο του, που +θράφηκε με τη λέρα στην Πόλη, που δεν το λογαριάζεις για +τίποτις το μισοξουρισμένο κεφάλι του, που συνήθισες από μικρός +να τον περιφρονάς, αυτό το στρείδι μέσα στη λάσπη, είναι +στρείδι που φυλάγει στα σπλάχνα του το μαργαριτάρι της τύχης, +της τύχης που τονε συγγένεψε με το μεγαλαδύναμο το Ξανθό Γένος, +που το καμαρώνουμε για δικό μας, μα ο Στόικος τόξερε πως το +είχε μαζί του, και πως γραμμένο είτανε να κατέβη μια μέρα και +να το στεφανώση με δάφνες, για να το χωρέση και μας ο νους μας +πως αυτός είναι ο διαλεχτός ο λαός του, κι όχι εμείς, τα έρημα +τα ψυχοπαίδια της τύχης. Εμάς δεν μας έρχεται να το καταλάβουμε +πως δεν έχουμε τέτοιες κληρονομιές, εμάς μας θάμπωσε η ξυπνάδα, +και δεν το καλοβλέπουμε πως άλλον τρόπο δεν έχει παρά μονάχοι +μας να συγυρίσουμε το νοικοκεριό μας. Εμάς ακόμα μας νανούριζ' +η ελπίδα πως θα μας έρθη βοήθεια από Βοριά κι από Δύση, για +χατίρι του μεγάλου σογιού μας. Ο Στόικος προγόνους δεν είχε. +Στην αρχή, ίσως με σκοπό να μας κοροϊδέψη, μας έκλεψε κάμποσους +προγόνους, έβαλε και τον Αλέξαντρο μέσα. Μα ύστερα, σαν +κατέβηκε ο άλλος ο ζωντανός ο Αλέξαντρος, και με μια γερή +σκουντιά τονε ξύπνησε, έβαλε ο Στόικος στο ράφι τα παραμύθια, +κι άρχισε τη δουλειά του. Ξυπνήσαμε και μεις τότες, και +στείλαμε μερικούς δασκάλους στη Ρούμελη, να μας σπείρουν τ' +ανώμαλα ρήματα και να φυτρώση «Ελληνισμός». Ο Στόικος όμως όλο +δούλευε. Δούλευε με την καρδιά του, με τα χέρια του, με τη +θέλησή του, με την υπακοή του. Με το κεφάλι, καθόλου. Του +κεφαλιού τη δουλειά την έκαναν οι αρχοντάδες της Σόφιας. +Εκείνοι πρόσταζαν, ο λαός δούλευε. Ως και το Σύνταγμά του +τέτοιο είταν. Αρχοντάδικο και Χαχόλικο. Κ' έτσι η χώρα του +έγεινε χώρα μεγάλη, κι αυτός ήρωας. Και σαν καθένας που +προκόβει, δεν άργισε κι ο Στόικος να κάμη φίλους· και τέτοιους +φίλους, που έχει κάποτες και κουράγιο ναψηφάη το Πρωτόξανθο +Γένος και να χορεύη κατά το δικό του σκοπό. + +Όλες αυτές τις χαρές και τις χάρες τις φυλάγει ο Στόικος κρυφά +κρυφά μέσα του. Δεν είναι από κείνους που διαλαλούνε στα +κεραμίδια παλικαριές και ξυπνάδες. Ο Στόικος είναι Βούλγαρος, +όχι Ρωμιός. Βαρύς σαν το χώμα, μα και γόνιμος σαν το χώμα. +Χοντροκέφαλος, όσο θέλεις. Η χοντροκεφαλιά του όμως, μια και +χαμογέλασε η τύχη στην πόρτα του, στάθηκε σωτηρία και δόξα του. +Δεν είχε τόπο να πάρη αγέρα ο νους του, δεν ανέβηκε σαν +μπαλλόνι στα σύννεφα, μόνο στάθηκε στον τόπο που τονε βάλανε να +δουλέψη, και δούλεψε, δούλεψε ώσπου έγεινε Κράτος δυνατό και +μεγάλο. Έσπασε τα μούτρα των Σέρβων, κι ακόμα δουλεύει και +μεγαλώνει, να σπάση και τα δικά μας, όσα μας μένουν. + +Ας του πούμε να μας φέρη ένα σαλέπι, να κατέβη η πίκρα. Άλλη +γιατρειά δεν έχει αυτός ο πόνος. + + + +Ζ' +ΕΝ' ΑΝΕΛΠΙΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ + + + +Κατεβήκαμε στου Φαναριού τα νερά και δεν το νοιώθαμε. Αν το +είχαμε σκοπό να σεριανίζουμε και να κοιτάζουμε καθετίς, να +μπαινοβγαίνουμε από παράθυρα και να σκαλίζουμε σπιτικά και +νοικοκεριά καθώς κάναμε στο χωριό, τι δε θα βλέπαμε! Χαρτί δε +θα μας απόμενε να τα στρώσουμε. Μα ο σκοπός μας τώρα δεν είναι +αυτός. Αυτά γίνουνται στα χωριά, εκεί που θρέφεται η ρίζα του +τόπου. Εκεί παίρνεις το σκαλιστήρι, σκαλίζεις, και βρίσκεις τι +λογής χώμα είναι αυτό που θρέφει το έθνος. Εδώ είναι άλλη η +δουλειά μας. Εδώ να δούμε σαν τι καρπό μας βγάζει αυτό το +δέντρο. Πόση θροφή έχει μέσα του, και πόση σαπίλλα. Ως την ώρα +θαρρώ δεν την αξιωθήκαμε τη θροφή. Ο Θεός να μας φέρη και στα +κλωνιά που καρποφορούν, και να μας γλυτώση από την πείνα. + +Άφησε τους μπεγιαντέδες και τα καΐκια και τις άλλες τις +Πολίτικες ομορφιές, πήδα σβέλτα στη σκάλα, κ' έλα κατά τους +δρόμους που τους έχει πλημμυρισμένους η Εβραΐλα, σα να της +αρέση το μαλακό κι απόλεμό τους αγέρι. Πού είδες κοιμισμένα +νερά, και δε σ' έφαγαν οι μυίγες και τα κουνούπια! + +Έχει ως τόσο και πεταλούδες. Κοίταξέ τις· όχι στον αέρα· εκεί, +εκεί, στα παράθυρα. Σε μαγεύουνε με τα μάτια τους. Η ίδια η +ομορφιά και δω καθώς κι αντίκρυ, και στο χωριό. Μα εδώ σα νάχη +κατιτίς πιο μαλακό, πιο ξανοιχτό η ρωμαίικη η ομορφιά. Το νερό, +φίλε μου, το νερό της Πόλης τόχει. Θαρρώ πως και μια +Μπουμπουλίνα να την κλείσης εδώ, θαρχίση να σου μισοσφαλνάη τα +ματάκια της, να μισοδαγκάνη τα παχουλούτσικα χείλη της, και να +σου πετάη ραβασάκια. + +Και τώρα που τις ξαναβλέπω τις μαριόλες τις Πολίτισσες, έρχεται +στο νου μου μια νόστιμη ιστορία. Σα να τη γουστάρης φοβούμαι. +Μα είναι λιγάκι ντροπής ν' αρχίσουμε το πολίτικο το σεριάνι μας +με μια διδαχή, και να καταντούμε σε παραμύθια. Θα σου το πω +γλήγορα γλήγορα και με μια συφωνία: Να μη μου γυρέψης άλλο +παραμύθι στην Πόλη. Ζήτα μου κλάψες όσες θέλεις· παραμύθια όχι. + +Πάμε να καθίσουμε απ' έξω από τη «Λέσχη». Μη βλέπης μέσα τους +χαριτωμένους τους μπιλλιαρδόρους, μήτε τους παρακείθε που +διαβάζουν εφημερίδες αντίς να παίρνουν αφιόνι, μήτε τους +παραμέσα που κουβεντιάζουν, ίσως για τα πολιτικά των πολιτικά, +για σαρίκια και καλιμάφκια. Κοίταξε κατά τ' αργυρωμένα τα +κύματα, κι άκουγε. + +Πρέπει να είμουν ως δεκαφτά χρονών. Κατοικούσα κάπου εδώ, σ' έν +απ' αυτά τ' αψηλά τα σπίτια. Αψηλά όχι τόσο από την πολλή την +αρχοντιά τους, όσο από τη φτώχεια τους. Χτίζουνε μια κάμαρα, +απάνω της χτίζουνε άλλη κάμαρα, έπειτα άλλη κι απάνω απάνω +είναι ο ηλιακός. Εκεί καθίζεις το βράδυ, και βλέπεις τον ουρανό +με τάστρα, τη θάλασσα με τα καράβια, και την Πόλη με τους +μιναρέδες. Εκεί πήγαινα και κάθιζα συχνά σάνε νύχτωνε και +πλάγιαζαν όλοι του σπιτιού, ο νοικοκύρης από το μεθύσι, η +γυναίκα του από τη χολόσκαση, και το μικρό μικρό τους από τη +σκανταλιά. + +Ο νοικοκύρης δούλευε ολημερίς στο «τσαρσί.» Πουλούσε κι αγόραζε +κάμπιο. Το βράδυ καταστάλαζε σε κάποια ταβέρνα εδώ κοντά, και +σε καμιάν ώρα έμπαινε σπίτι καλά κουρντισμένος. Φαντάζεσαι το +τι γίνουνταν. Κανένα φαγεί δεν του άρεζε. Σα να μισοθύμωνε και +μαζί μου, που του έδειχτα το ενάντιο με την όρεξή μου. + +Είταν και πατριώτης ο Σιορ Θοδωράκης. Μια φορά, — του +Βαγγελισμού, — μου ήρθε να σηκώσω το ποτήρι στο τραπέζι +μουρμουρίζοντας ένα στίχο της αθάνατής μας ωδής. Πήγε να χαλάση +ο κόσμος! Να μη μας άκουσε κανένας απ' έξω! «Ο καημένος ο +Μετζίτης, ο Θεός να τον πολυχρονάη, καλός είναι, κι όλους μας +αγαπάει· παιδιά του είμαστε. Γιατί να τον κακοκαρδίζουμε έτσι;» +Τάκουσα αυτά με τ' αυτιά μου, από το Σιορ Θοδωράκη. Άνω κάτω +έγιναν όλοι τους. Σηκωθήκανε μισοφαγωμένοι, και πήγανε στα +κρεββάτια τους. + +Ανέβηκα στον ηλιακό, και κάθισα μοναχός μου. Έλαμπε το φεγγάρι, +και θωρώντας την ομορφιά εκείνη ολόγυρά μου, συλλογιούμουν αν +είταν αλήθεια αυτό που έτρεξε κάτω στο τραπέζι, α γίνεται να ζη +στον κόσμο Ρωμιός που να λέη τέτοια λόγια με την καρδιά του. +Είμουνα σαστισμένος. Στο χωριό, που σκύβουν κι όλο σκύβουν οι +χωριανοί, να μην αποκοτάη ο πιο σκυμμένος να ξεστομίση ευκή του +Μετζίτη, και στην «Επτάλοφο» Πόλη, μέσα στα φυλλοκάρδια του +Βυζαντίου, δυο πηδήματα μακριά από τη «Μεγάλη του Γένους +Σχολή,» να βρίσκεται νοικοκύρης με γυναίκα και με παιδιά να +θυμώνη που έθεσα μικρό λουλούδι στον τάφο της λευτεριάς του! +Αυτό δε γίνεται. Αυτός πρέπει να γεννήθηκε σε χαρέμι. Δεν έχει +αυτός δικαίωμα να βγάζη ψωμί από χριστιανούς. Να τονε +μηνύσουμε, να τονε μάθη ο κόσμος, να πεθάνη της πείνας, να ζη +χωρισμένος από τους ομόφυλούς του, ν' αφοριστή, να +βουρκολακιάση! + +Τέτοια του έψαλλα του Θοδωράκη απάνω στον ηλιακό. Αθώο παιδί, +δεκαφτά χρονώ! Όχι όμως κι ολότελα τυφλωμένος. Κατιτίς μούλεγε +πως δεν είταν ο Θοδωράκης μονάχος. Πως εδώ τέτοια τραγουδάκια +δεν έχει. Εδώ πνίγεται άνθρωπος· σκάνει και πάει. Να φύγω, να +φύγω, δεν είναι για μένα η Πόλη! + +Και κει που τα μισομουρμούριζα όλ' αυτά, κοιτάζοντας τον +ασημένιο γιαλό, ακούγω περπατηξιές από πίσω μου. Είταν η +Μαριγώ, η μοναχοκόρη του Θοδωράκη. Με συμπάθειο, που δε σου +τηνε σύστησα, τότες που τρώγαμε κάτω. Πρέπει να είταν και κείνη +ως δεκαφτά. Λιγάκι κοντουλή, μα δροσερή, μαυριδερή, και +χαμηλοβλεπούσα. Συγύριζε την κάμαρά μου σαν έλειπα την ημέρα, +και την έβρισκα σαν καθρέφτη το βράδυ. Της δάνειζα κάποτες και +βιβλία. Μα μου διάβαζε, θαρρώ, μερικά και δίχως να τα δανείζω. + +Η Μαριγώ είταν η πρώτη που σηκώθηκε από το τραπέζι σαν έπεσαν +απάνω μου και Θοδωράκης και Θοδωράκαινα. Θάρρεψα λοιπόν πως +είταν κ' η πρώτη που θύμωσε, και τώρα που την έβλεπα σιμά μου +σα να φοβήθηκα πως θα με μαλλώση κι αυτή. Κάτι πρέπει νάκουσε +σα μιλούσα μόνος μου, είπα. Έκαμνα τον ανήξερο ως τόσο. + +Ήρθε κοντά μου, κι ακκούμπησε στο κάγκελλο. + + — Όλοι κοιμούνται, μου λέει σιγά σιγά. Εγώ δε νύσταζα, και δεν +πλάγιασα. Ανέβηκα να δω τι κάνεις. Ελπίζω να μη σε κακοκάρδισε +ο πατέρας. Τον ξέρεις, και μην τονε συνοριστής. Να σου πω γιατί +ήρθα. Θέλω μια χάρη. Θέλω να μου το γράψης αυτό το τραγούδι που +άρχισες κάτω. Μου αρέσουν αυτά τα τραγούδια. Θέλω να με μάθης +και το σκοπό, να το τραγουδώ, κι ας είναι και μοναχή μου. + +Την έκοψαν την αναπνοή μου αυτά τα λόγια. Τι μπόσικος, είπα, +και δεν τόξερα πως είχα τέτοιο ηρωικό κορίτσι μέσα στο σπίτι! +Της άρχισα λοιπόν το τραγούδι. Πρέπει να της τραγουδούσα ως +μισήν ώρα. + + — Κι άλλο, κι' άλλο, μου κάνει σαν τέλειωσα· κανένα πιο +ταιριαστό σε τέτοια βραδιά. + +Και με κοιτάζει με φλογισμένες ματιές. + +Είμουν ακόμα πιο μπόσικος απ' ό,τι θάρρεψα! Ολότελα σάστισα +τώρα. Την έβλεπα, και δεν ήξερα τι να της πω. + + — Πιστεύεις τις Ατσιγγάνες; με ρωτάει πρι να της μιλήσω. Ήρθε +μια στην πόρτα μας σήμερα, και την έβαλα να μου πη τη μοίρα +μου. Και τι μου είπε, θαρρείς; Αγαπώ, λέει, έν' αγόρι· είναι, +λέει, ως δεκαφτά χρονών αγοράκι· και ταγαπώ λέει τόσο, που πάω +να τρελλαθώ. + +Δεν είχα πια τώρα να χάνω καιρό. Άναβε μεγάλη φωτιά, κ' έπρεπε +ή να μας κάψη και τους δυο, ή να τη σβύσω. + +Ίσως μου πεις πως είμουν ακόμα πιο μπόσικος απ' ό,τι θάρρεψα +και τη δεύτερη τη φορά. Μα ο νους μου ταξίδευε μακριά, πολύ +μακριά από την καρδιά της πατριώτισσας Μαριγώς. Την +καληνύχτισα, κ' έφυγα. + + + +Η' +ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ Κ' ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝ + + + +Τέτοια σπίτια θα βρης εδώ πέρα πολλά. Μην το θαρρής όμως πως +είναι όλα τους μιναρέδες σαν του Θοδωράκη το σπίτι. Έχει και +δυο τρία Ρωμιόσπιτα. Εκεί παραμέσα στέκουνταν ένα τα χρόνια +κείνα, ανάμεσα σε κάτι χαλάσματα, κοντά στους Τούρκικους τους +μαχαλάδες. Ο νοικοκύρης του έρχουνταν από την καρδιά της +Ανατολής. Τούρκικα μιλούσε ο Αναστάσης, μα τέτοια Τούρκικα καλά +θα είτανε να τα μιλούσε όλο το «Γένος». Μεγάλο μάθημα τους +δίδασκε τους πολίτες ο Αναστάσης, μα ποιος τον άκουγε! Έδειχτε +πως και τη βάρβαρη γλώσσα την κάνεις ρωμαίικη, σώνει να είναι +«ρωμαίικα» εκείνα που λες. + +Είτανε θησαυρός χωσμένος μέσα στη Πόλη ο Αναστάσης. Πονούσε σαν +τη μάννα για το παιδί της, όταν έβλεπε πληγή στην πατρίδα του. +Τούρκο έβλεπε και φουρκίζουνταν, αυτός που γεννήθηκε στα βάθια +της τουρκομίλητης Ρωμιοσύνης. Α δεν είτανε φαμελίτης στην Πόλη, +δίχως άλλο θα τον είχε τότες, η Κρήτη, που την πλημμύριζε η +φωτιά και το αίμα. Θα πης, γιατί δεν πήγε, κι ας είταν και +φαμελίτης; Ίσια ίσια γιατί δεν πήγες μήτε του λόγου σου μήτε +γω, κι ας μην είχαμε και παιδιά. Ο Ρωμιός πρέπει να είναι του +σκοινιού και του παλουκιού, νάχη σκοτωμένο τουλάχιστο ένα γονιό +του, για ν' αποφασίση να πάη στον πόλεμο. Ο πόλεμος για τα μας +δεν είναι παιχνίδι και γλέντι, καθώς είταν ως προχτές σε μερικά +μας βουνά, καθώς είναι και σήμερα σε τόπους πολιτισμένους, — ο +πόλεμος για τα μας είναι φοβερό πράμα, μπαμπούλος, δαίμονας, +που άλλο δεν κάνει παρά να θερίζη ζωές. + +Κοίταξε τώρα κι από την άλλη τη μεριά, κατά τη θάλασσα. Αυτού +που στέκετ' έν' αρχοντάδικο σπίτι. Αυτού είταν τότες ένας +Βολιώτης. Ο Βόλος είταν ακόμα Τουρκιά. Μα ο Χαραλαμπίδης, μ' +ένα χαρτάκι και μερικές βούλλες απάνω, το κατάφερε από ραγιάς +να βαφτιστή «Έλλην!» Πήγαν καλά κ' οι δουλειές του, — κ' ήρθε +και ρίζωσε μέσα στην Πόλη. Έστησε αυτό το Κάστρο που βλέπεις, +κ' έφερε μέσα τη λευτεριά μ' όλα της τα καλά. Μήτε του πουλιού +το γάλα δεν του έλειπε του Χαραλαμπίδη. Ως και τη μαγείρισσά +του από τη λεύτερη Άντρο την είχε φερμένη. + +Πήγαινε κάθε βράδυ στη «Λέσχη» και διάβαζε τις εφημερίδες ώσπου +να ψηθή το φαεί. Κ' έτσι μάζευε μέσα του εθνισμό. + +Τέτοιους «Έλληνας» θα ξέρης πολλούς. Άλλους από φιλότιμο, κι +άλλους από συφέρο. Έβαλαν κι αυτοί τη λιονταρήσια τους την +προβειά. Η προβειά τους έχει, θα πης μερικές τρύπες, — παλιάς +ψώρας σημάδια. Μα ό,τι κι αν πης, λιονταρήσια προβειά είναι. +Στην ανάγκη, την πετούν κι' από πάνω τους. + +Μελετημένα και λογαριασμένα πράματα. Όχι τρέλλες. + + + +Θ' +ΣΤ' ΑΗ ΓΡΗΓΟΡΗ + + + +Ώρα μας είναι να σηκωθούμε και να πάμε να προσκυνήσουμε το +μεγάλο τον άγιο της Ρωμιοσύνης, τον Άη Γρηγόρη. Μεγάλοι άγιοι +κι ο Γερμανός, κι ο Διάκος, κι' ο Παπαφλέσας. Μα ο Άης Γρηγόρης +είτανε στ' αλήθεια Παναγιώτατος. Μήτε σπαθί μήτε τουφέκι δεν +πήρε στο χέρι του. Μα έπιασε μπόμπα με το φιτίλι της αναμμένο. +Ξέσπασε η μπόμπα παράκαιρα, κι ανέβηκε ο άγιος ο πατέρας στον +ουρανό, δίχως να στείλη και τους Έξ' από δω στην πατρίδα τους. + +Τα ξέρεις όλα. Δε χρειαζότανε δα και πολλή σφαγή να τους +ησυχάσουν τους Πολίτες οι Τούρκοι! Νισάφι δεν τόκαμαν οι +Τούρκοι το αίμα τους. Αλύπητα τόχυσαν. Κ' έγεινε η Πόλη τόσο +ήμερη και καλή, που τώρα είναι πιο εύκολο να καταπιή Πατριάρχης +την πατερίτσα του, παρά να ξαναρχίση Πολίτης τέτοιο παράνομο +τόλμημα. + +Ας περάσουμε από την ταπεινή αυτή θύρα, κι ας μπούμε στο +ταπεινό μας το χτίριο με το μεγάλο τόνομα. Αν ξανακατέβαινε ο +Χριστός στον κόσμο, ίσια δω πέρα θάρχουνταν, κι ας του έστελν' +ο Πάπας τον πιο πονηρό Καρδινάλη του να τονε φέρη στον Άγιο +Πέτρο. Ο Χριστός, που ανέβασε την ταπεινωσύνη ως στον ουρανό, +που κατέβασε τον ουρανό σε μια φάτνη, που ζητούσε παθιασμένους +κι αμαρτωλούς να πονέση μαζί τους, πού αλλού μπορούσε να βρη +τόση ταπεινωσύνη, τόση φτώχεια, τόση αμαρτία, και τόσα πάθια! + +Εδώ που περνούμε τώρα, μαρτύρησε το πιο πιστό του παιδί, ο Άης +Γρηγόρης. Σκύψε και φίλησέ το αυτό το χώμα. Πάρε μαζί σου για +φυλαχτήρι, και ρίχτε απόνα σπυρί όπου βρίσκεις δυο τρεις και +κρυφομιλούνε. + +Μην παραξενεύεσαι που δε βλέπεις καλιμάφκια και ράσα τριγύρω. +Όλοι τους είναι στην εκκλησιά, μαζί με τους δώδεκ' αποστόλους +του Πατριάρχη. Η Αγιωσύνη του όμως είναι γέρος, είναι και +λιγάκι ανείμπορος, κ' έμειν' απάνω. Ώρα να του κάμουμε βίζιτα. +Είναι καλό γεροντάκι. Σύστημα δεν τόχουμε να φανερωνούμαστε κει +που πηγαίνουμε, μα στην Αγιωσύνη του πρέπει, θαρρώ, να +φανερωθούμε. Πρώτο, που είναι ο εθνικός μας ο πατέρας. Δεύτερο, +που έχουμε κάτι να του πούμε. Μόνο που πρέπει να του μιλήσουμε +&στη δική του& τη γλώσσα! + +Κάθεται ολομόναχος στη γωνιά και διαβάζει. + + +Ι' +ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΩΣΥΝΗΣ ΤΟΥ + + + +«Παναγιώτατε Δέσποτα, Είη Σου η χάρις άπλετος εφ' ημάς, και η +ευχή διάπυρος υπέρ της σωτηρίας ημών, των πειθήνιων της Σης +Παναγιότητος θεραπόντων. Σωτηρίαν δε λέγω, ου μόνην την της +ψυχής, ην απάντων συλλήβδην των Αγίων η μεσιτεία μόλις αν της +του Επικαταράτου παγίδος εξαγάγειε· αλλά μην και την σωτηρίαν +του απ' αιώνων εν σάλω κυλινδουμένου και κύμασι δεινοίς +συμφυρομένου εθνικού σκάφους.» + +Χαμογελάς, Άγιε μου γέροντα και πατέρα! Καλό σημάδι· θα πη πως +ή εγώ δεν καλοξέρω τα δεσποτάδικα, ή η Αγιωσύνη Σου έτυχε να +είσαι ρωμιός. Ας πούμε πως είναι και τα δυο, επειδή για να +κάμουμε χωριό, και τα δυο μας χρειάζουνται. Ο Κύριος από δω +είναι φίλος μου, και τον έφερα μαζί μου να δη την Πόλη. Δεν το +ξέρω τόνομά του, μα είναι δικός μας, και μη φοβάσαι. Έχω να πω +της Αγιωσύνης Σου μερικά, και καλλίτερη ώρα δεν μπορούσαμε να +διαλέξουμε. Οι άγιοι Συνοδικοί Σου ψάλλουνε Σπερινό. Πατέρα +μου, σαν προσεύκεσαι, λέγε δυο λόγια και για δαύτους. Οι +πιότεροί τους πιαστήκανε στο δεσποτάδικο το θρόνο με γάντζους, +κι ανεβήκανε με σκοινιά. Μα ας μην τους συνοριζούμαστε και +πολύ. Σ' έναν τέτοιον τόπο, που αν τύχη και κανένας ενάρετος, +μπορεί να τον κρεμάσουν, ας μην τους γυρεύουμε όλους Άη- +Γρηγόρηδες. Μόνο ας παρακαλούμε τον Ύψιστο να μας φυλάη κι από +χερότερα. Να που πολεμήσανε μερικοί τους για τα καμαρωμένα μας +τα «Προνόμια». + +Και τώρα, Δεσπότη μου και πατέρα, να Σου πω κ' έν' άλλο: Το +ποίμνιό σου είναι καλά πρόβατα, μα πρόβατα που χρειάζουνται +μερικά μαντρόσκυλα από σόγι, να τους φέρνουνε στον ίσιο το +δρόμο, να φυλάγουνε μακριά και τους λύκους. Με συμπάθειο, εσείς +λογομαχούσατε τις προάλλες με τον αρχιλύκο για τα «Προνόμια», +και μου φάνηκε σα να παίζετε. Τι θάλεγε άραγες η Αγιωσύνη Σου +νάβλεπες Τσομπάνη να λογομαχάη μ' ένα λύκο! Πού ακούστηκε λύκος +να παίρνη από λόγια! Άλλα μέτρα θέλει ο λύκος. + +Σα να ξέρω τι θα μου πης. Πως είσαι πνεματικός πατέρας του +«Γένους» και τίποτις άλλο. Μα γι' αυτό και μεις λέμε, να βρούμε +λίγα μαντρόσκυλα. Σώνει η Αγιωσύνη Σου να τους δίνης την ευκή +σου σαν τον Άη μας το Γρηγόρη, και σαν τον Άη Γνάτη που +βλογούσε την κλεφτουριά στον καιρό του Αλή Πασά. Χλωμιάζεις; Μη +φοβάσαι. Σήμερα κλεφτουριά πια δεν έχουμε. Ο κλεφτοπόλεμος +έσβυσε, πάει. Σήμερα έχουμε άλλα τερτίπια. Σήμερα έχουμε +&Μπόμπες&. Μεγάλη η χάρη της Μπόμπας! Αν δεν πολυδούλεψε και +πολύ ως την ώρα, ο λόγος είναι που δεν έμεινε πια στάλλα μέρη +του κόσμου και πολλή σκλαβιά. Ως κ' οι Αράπηδες της Αμερικής +ανθρώπεψαν. Μεγάλη η χάρη της Μπόμπας, κι ως τόσο η επιστήμη +της δύσκολη. Χρειάζεται Κανάρικη απόφαση, αστραπής γληγοράδα, +και τάφου αμιλησιά. + +Μα θα μου πης, Σεβάσμιέ μου Πατέρα, και τι θα καταλάβουμε με +τέτοια τερτίπια! Θ' αγριέψουμε το Χαμίτη, και θα μας έρθουνε +στο κεφάλι χερότερα. Να σου αποκριθώ μάνι μάνι, πριν έρθουν οι +Δεσποτάδες. Πρώτο, που ο φίλος ίσως μήτε ν' αγριέψη δε θα +προφτάξη. Δεύτερο, που δε θα ξέρουν ποιόνα να πιάσουν. Α +λυσσάξουνε μερικά λυκόπουλα, το πολύ μπορεί να κρεμάσουν την +Αγιωσύνη Σου, το πολύ να πειράξουν — πόσους να πούμε; Ας πούμε +εκατό χιλιάδες. Για την Αγιωσύνη Σου δεν έχουμε τίποτις άλλο να +πούμε, παρά πως χρέος Σου είναι. Πρώτη φορά δε θα είναι που θ' +αγιάση έτσι καλόγερος. Όσο για τους άλλους, τους αθώους, αυτό +είναι μυστήριο που μήτε η Αγιωσύνη Σου μήτε η αφεντειά του από +δω, μήτε κανένας σοφός δεν μπορεί να το ξηγήση, γιατί άραγες +αυτή η θυσία! Κι άλλο δεν μπορούμε ναποκριθούμε παρά πως είναι +πάντα γραμμένο νανεβαίνουνε στον ουρανό μερικές ψυχές για ν' +ανοίγουνε μάτι και να βλέπουνε φως εκείνες που μένουνε στη γης. +Έτσι έγινε ως τώρα στον κόσμο. Α βρη τρόπο η Αγιωσύνη Σου να το +φυτεύη ταθάνατο δέντρο χωρίς αιματοπότισμα, μα το άγιο αυτό +κομπολόγι, θα γίνη μεγαλύτερος κι από τον Προμηθέα που μας +κατέβασε τη φωτιά. + +Μα να σου πω και κάτι άλλο, αν και πρέπει να το ξέρη ένας +ιερωμένος. Ο θεός &τo βλογάει& εκείνο το χώμα που χύνεται +τέτοιο αίμα, κι απάνω σε τέτοια κόκκαλα φυτρώνει Παράδεισος. + +Και το μεγαλήτερο το καλό, που δεν μπορεί πια να γυρίση πίσω, +μήτε να μείνη εκεί που είναι ο λαός, μια κι ανάψη. Θακουστούν +τα ξεφωνητά και τα μυρολόγια, όχι από τους Φράγκους! Μακριά από +Φράγκους! Θακουστούν από χιλιάδες χιλιάδων ταπεινωμένα +σκλαβόπουλα, που θα γείνη η ταπεινωσύνη τους περηφάνεια, κι ο +φόβος τους θάρρος, και θα τρέξουν από τα λησμονημένα τα νησιά +τους ν' αποσώσουν της Μπόμπας το θάμα. + +Άγιε μου Πατέρα, Σου είπα την ταπεινή μου τη γνώμη, το τι +μπορεί ν' ακολουθήση αν λυσσάξουν οι λύκοι. Η Αγιωσύνη Σου ας +κρίνη το τι μπορεί να καταφέρουν τα μαντρόσκυλα αν την πνίξη +τρόμος τη λύσσα εκείνη. Και τώρα, Πατέρα μου, που Σου έδωσα την +καρδιά μου, δόσε μου και Συ την ευκή Σου». + + + +IA' +ΣΤΟ ΣΤΑΞΙΜΙ + + + +Βράδιασε, και πού να πρωτοπάμε! Μια μέρα στην Πόλη πάει να πη +μήνες μες στο καλύβι μας, και γι' αυτό δεν μπορούμε να μείνουμε +κι αύριο. Αν μπορούσαμε, θα τα σεριανίζαμε όλα. Θα πηγαίναμε +στο «τσαρσί», θα βλέπαμε το τουρκολόγι να βράζη, — θα τρώγαμε +ίσως κ' ένα μπουρέκι. Και κατεβαίνοντας στον πιο πολιτισμένο το +Γαλατά, θα περνούσαμε να δούμε και κανέν' αργαστήρι που +φτειάνουνε γαζέτες. Για το πρώτο δεν πολυλυπούμαι. Το +τουρκολόγι το είδαμε και στο χωριό. Μα λυπούμαι που δεν +προφτάξαμε ν' ανταμώσουμε και κανέναν Πολίτη Συντάχτη. Κι άλλον +τρόπο τώρα δεν έχει παρά ν' αγοράσουμε την εφημερίδα του. +Ανεβαίνουμε λοιπόν και καθίζουμε στο Ταξίμι, και παίρνοντας τη +δροσιά της βραδιάς, και γλεντίζοντας με τον κόσμο που +σουλατσέρνει, ρίχτουμε δυο ματιές στην εφημερίδα, που την +καταφρονέψαμε σαν έφεγγε ήλιος, και τη θυμηθήκαμε τώρα με τ' +ολοφέγγαρο. Κι από κει κατεβαίνουμε σ' ενός φίλου που όνομα δεν +του βρίσκω. + +Το είπα, κι ως τόσο πάλι το ξαναλέγω: Παράδεισος, δαιμόνους +γεμάτος αυτή η Πόλη! Κοπέλλα χαριτωμένη, με το μουντζουρωμένο +το μέτωπο. Βλέπεις αυτό το πανώριο το Ταξίμι, κι ως τόσο την +καρδιά σου την πλακώνει ένα βάρος, σα να πνίγεσαι μέσα στην +καταχνιά. Φέρε, φέρε την εφημερίδα να διαβάσουμε, να +ξεσκάσουμε. + +Παράξενο να μην μπορώ να τη διαβάσω ακούραστα. Δεν είναι να πης +πως δε φέγγει, φέγγει και παραφέγγει με τέτοιο φεγγάρι. Μα κάθε +λέξη που κοιτάζω, θαρρώ πως μιλά και μου λέει: «Στάσου, κοίταξέ +με καλά. Με ξέρεις άραγες ποια είμαι γω; Εγώ, φίλε μου, είμαι +μια γριά αρχόντισσα που με βρήκε μέσα στα λεξικά ο Σιορ +Συντάχτης και μ' έβγαλε, με πάστρεψε, με στόλισε, με κάθισε στο +μιντέρι του. Όχι σαν αυτές τις πλύστρες του δρόμου που +αραδιάζεις εσύ στις φυλλάδες σου. Ο Σιορ Συντάχτης αυτές τις +έχει για το στόμα του μονάχα. Για το μιντέρι του, όχι. Στο +μιντέρι καθίζουμε γω κ' οι αμέτρητες οι αδελφάδες μου. Κοίταξέ +μας πώς φέγγουμε στην πάστρα, από τη μιαν άκρη στην άλλη. +Κοίταξε αυτή την αράδα: + +«Ολίγου δειν εματαιούτο ο του μεγατόλμου ιεράρχου αγών». + +κι αυτό δεν είναι τίποτις. Διάβασε παρακάτω — + + — Όχι, να με συμπαθήσης κερά λεξίτσα μου, όχι· δεν μπορώ να +διαβάσω. Εμείς ήρθαμε στο Ταξίμι να κάμουμε κέφι. Πήγαινε +στους Πολίτες να σε διαβάσουν. Αυτοί ψοφούνε για ένα «ολίγου +δειν». Αυτοί αν δεν πάρουνε μεζέ τους ένα «μεγάτολμο» δεν +κάνουν όρεξη για φαεί. Αυτοί αν διαβάσουν καμιά Αθηναϊκή +εφημερίδα που βάζει κάποτες και ρωμαίικα στ' αττικό της σαλόνι, +ξεσκίζουν τα ρούχα τους από το θυμό, που βρίσκουνται στην +Αθήνα τρελλοί και λερώνουν έτσι τα φύλλα τους. Αυτοί θαρρούν +πως οι εφημερίδες και τα βιβλία είναι στον κόσμο για να +σπάνουν κεφάλια, — και με τι πέτρες! Ένα «ου μην αλλά» σου +σέρνει στο μέτωπο, και κατρακυλιέσαι κάτω. Το βλέπει κι ο +Χαμίτης αυτό το «ου μην αλλά» και θαρρεί πως βλέπει το +Θεμιστοκλή και τονε φοβερίζει. Αν είτανε «μα» ή τουλάχιστο +«όμως», θα τονε φοβέριζε κανένας Μπότσαρης. Μα μεις δεν είμαστε +του Μπότσαρη και του Κολοκοτρώνη παιδιά. Είμαστε του Λεωνίδα +και του Μιλτιάδη, «ου μην αλλά» και του Βασιλείου και του +Χρυσοστόμου, και Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ουχί του εκ +Δημητσάνης». + +Και νάξερες τι ρωμαίικη καρδιά που την έχει αυτός ο Συντάχτης! +Πούθε είναι δεν ξέρω, μα θα παραξενευθώ ανίσως κ' είναι +Πολίτης. Στον καιρό του κυρ Θοδωράκη, είταν ο μόνος που +πολεμούσε για την κατακαημένη την Κρήτη με τη δασκαλήσια του +πέννα. Κάθε λίγο τον παίδευαν, κι αυτός ξανάρχιζε πάλι. +Μυστήριο, πώς δεν τονε βάλανε στα σίδερα τότες. Ίσως που +πολεμούσε με κοντάρια και με σαΐτες, αντί με μολύβι και με +φωτιά. Ίσως που είταν ένας και μοναχός σε μια λάκερη Πόλη. Ένας +είταν, κ' ένας μας έμεινε. + +Σήκω, να πάμε στου φίλου. Ανάπαψη δε θα βρούμε και δω. + + + +IB' +ΣΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΠΟΥ ΟΝOMA ΔΕΝ ΤΟΥ ΒΡΙΣΚΩ + + + +Ανάγκη δεν είναι να μπούμε από τις πόρτες τις μαρμαρένιες. +Μπορούμε, και πρέπει να μπούμε σα σφίγγες από μια τρύπα, και να +σύρουμε ίσια στ' αυτί του να του πούμε δυο λόγια. Πέτα τριγύρω +του, και κάνε τον χάζι. Τρώγει το βραδινό του. Πάμε στ' αυτάκι +του. + +«Ήρθα κι άλλη φορά, λαοπόθητέ μου Άναξ, κ' έστρωσα το χαλί μου +στ' αρχοντικό σου, φίλε που όνομα δε σου βρίσκω. Πρέπει να με +πήρες για τρελλό τότες, γιατί βλέπω και τρως με κάμποση όρεξη. +Ο Θεός να σε φωτίζη να μας παίρνης για τρελλούς πάντα. + +Τώρα που είμαι σφίγγα, και βλέπω από κοντά τους πόρους του +κιτρινιασμένου του πετσιού σου, μου έρχεται αληθινή τρέλλα, μα +την αλήθεια. Τώρα που είναι πιο ψιλοκαμωμένη η μύτη μου, +ίλιγγας μου έρχεται σα σε μυρίζω από κοντά. Τι κακό είναι +τούτο! Τι απέραντο κοιμητήριο στραγγισμένο μέσα σ' ένα κορμί! +Για να γεννηθής εσύ και να κάθεσαι μπροστά μου αυτή την ώρα, +έπρεπε να τόχουνε γεμισμένο κιβούρια εκείνο το κοιμητήριο! Αν +μπορούσες να μυρίσης το αίμα σου, θα σ' έπνιγε η μυρουδιά του +πρι να προφτάξης να πης κανενός να το χύση. Μα η μύτη σου, να +με συμπαθήσης, τόσο μακριά δεν πηγαίνει. Έτσι κ' η βρωμόμυιγα +που ζη απάνω στην κοπριά, τη νοστιμεύεται αντίς να τη σιχαθή. +Πώς να τη σιχαθή, που είναι αίμα της και ζωή της! + +Αγάπη μου, δεν ήρθαμε δω πέρα να σε τρομάξουμε μ' ανωφέλητα +λόγια. Μη βάζης το χουλιάρι σου κάτω. Δυο λόγια, και φεύγουμε. + +Τάκουσα πολλές φορές πως είσαι δυνατός διπλωμάτης. Τους +παίζεις, λέει, τους Φράγκους στα δαχτυλάκια σου. Ένα πράμα +μονάχα, που δε μαθαίνεις να παίζης και μήλα στα χέρια σου. +Μπορεί να σου χρησιμέψη αυτή η γύμναση. Μπορεί να βρεθή μπροστά +σου κανένα στρογγυλό παιχνιδάκι, και τότες προφταίνεις και το +πετάς στου Βεζίρη σου το κεφάλι. + +Άκουσα και πως αγαπάς να κάνης πολλές δουλειές απατός σου. Να +κάμης και μιαν άλλη δουλειά. Να πας και να βρης τις καρδιές που +στενάζουν, — όχι μέσα στην Πόλη, εκεί πολλές δε θα βρης. Να +σύρης στα τέσσερα πέρατα του μεγάλου σου Κράτους, τελώνιο να +γείνης και να μπης στα βαθύτερα φυλλοκάρδια τους, και να +μαζέψης τις ευκές που σου δίνουν κρυφά εκεί μέσα. + +Ο κακός ο κόσμος θέλει να πη πως είσαι και φοβητσιάρης. Όσο +φοβητσιάρης κι αν είσαι, τα σκλαβόπουλα σε ξεπερνούν κ' έννοια +σου. Εσύ α φοβάσαι την μπόμπα τους, αυτοί φοβούνται τον ίσκιο +σου. Ανίσως και φοβάσαι Αρμένηδες, δεν έχω να πω. Μα την τέχνη +την ξέρεις. Τους Αρμένηδες τους δίνεις αύριο την Αρμενία και +βρίσκεις χουζούρι. Πρώτη φορά δεν είναι που αναπαύεσαι έτσι. +Μαυροβουνιώτες, Ρουμούνοι, Βούλγαροι, Σέρβοι: όλοι πήραν το +δικό τους και σ' άφησαν ήσυχο. Σου πήραμε και μεις δυο τρεις +πέτρες. Μα το πιώτερο το Ρωμαίικο είναι μαζί σου. + +Βλέπω και συνεφέρνεις. Πήρες πάλι το χουλιάρι στο χέρι σου. Μην +ξεχνάς όμως πως έχουμε και μερικές μικρούτσικες σφίγγες. Αυτές +θα βοΐζουν κάποτες γύρω στ' αυτιά σου, και κανένας, μήτε ο +μεγαλήτερός σου ο διαφεντευτής, δε θα μπορή να τις πιάση. + +Αυτές οι σφίγγες είναι ψυχές. Την ψυχή δεν την πιάνεις, όσο +ψιλά δίχτυα κι αν στήσης. Ρώτηξε τον πιο τετραπέρατο +συβουλάτορά σου αν έπιασε ποτέ σκλάβο που νάχη πιασμένη και τη +ψυχή του, το νου του. Με τι λογής αλυσίδες να δέση το νου, την +&ιδέα;& Αν η ιδέα έχη μέσα της φωτιά και μπαρούτι, το πολύ να +το μυριστή ο φίλος και να κόψη το κεφάλι που τις γεννάει. Μα +που να κόψη και την ιδέα! Αυτή ζη και μεγαλώνει και σκορπιέται +σαν τον υδράργυρο, και πάλι μαζώνεται, και πάλι σκορπιέται, και +τρέχει και χύνεται μέσα σε χίλιες τρύπες που το δαχτυλάκι του +δεν μπορεί να χωρέση. + +Χίλιες φορές είχαν αφορμή να τη σπουδάζουν, κ' οι παππούδες +σου, κ' οι πατέρες σου, κ' η αφεντειά σου ακόμα, την τρομερή τη +δύναμη αυτής της μικρούτσικης σφίγγας, κι ακόμα θαρρώ πως δεν +την καλονοιώθει ο νους σου. Και για να την καλονοιώση, έλα να +σου καθίσω αυτό το στερνό μου το κεντρί, να τρίβης κατόπι το +μάγουλό σου και να με θυμάσαι: + +Σα σκορπιστή αυτή η ιδέα, που τη λεν κάτι που δε σου το +φανερώνω να μη σου κατέβη και ξαφνικό, αρχίζει κι ανάβει μεγάλη +φλόγα μέσα στις τυραννισμένες καρδιές, που όσο τη φυσάεις, άλλο +τόσο μεγαλώνει εκείνη. Κι αλλοίμονο τότε στον τύραννο, στους +παρατυράννους και στα τυραννόπουλα. Ένας ένας θα πέφτουνε σαν +τσουρουφλιασμένες μυίγες στη φωτιά και θα καίγουνται. Και σαν +καγούνε, και ξεβρωμήση ο κόσμος, τότες πέφτει oυράνια βροχή από +πάνω, και σβύνει η φωτιά, και φυτρώνει χορτάρι, και πρασινίζει +ο κόσμος, και γίνεται χαρά Θεού, κ' έρχουνται οι γραμματισμένοι +και γράφουν ιστορίες, τι λογής πήγε μια φορά ένας Μεγάλος +Τύραννος να σβύση μια μεγάλη φωτιά, και τσουρουφλίστηκαν τα +φτερά του, κ' έπεσε μέσα, και χάθηκε από τον κόσμο μια για +πάντα, και κείνος, κ' οι παρατυράννοι, και τα μικρά +τυραννόπουλα». + + + +ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΦΥΛΛΑΛΑΣ + + + +ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ + + + +ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ + + + +Α' +ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ + + + +Πριν ξεκινήσουμε για τη χώρα που μπορούμε να την πούμε δική +μας, πρέπει να συφωνήσουμε πως δε θα της τα ψεγαδιάζουμε όλα, +δε θα χαλνούμε τον κόσμο σε κάθε πήδημα ψύλλου. Ειδεμή, περιττό +το ταξίδι. Ανοίγουμε τις εφημερίδες, και διαβάζουμε δίχως κόπο +τις ατιμιές, τις κλεψιές, τις μαχαιριές, ή και τις +γυναικοδουλειές που ολομερίς μας δηγούνται, και κάθε λίγο +προσκαλούν την Κυβέρνηση να τους δώση λόγο. + +Είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη η δουλειά μας. Ό,τι σπάρθηκε το +έρμο μας το χωράφι! Ο σπόρος που έπεσε μέσα στάγιό του χώμα, — +που το βλέπεις κιόλας απλωμένο μπρος στα ψυχικά σου τα μάτια, — +είτανε σπόρος γερός. Μα του καιρού εκείνου οι δουλευτάδες δεν +ένοιωθαν από ψιλά κοσκινίσματα. Τονε σπείρανε λοιπόν καθώς +βρέθηκε απάνω σ' εκείνα τα δοξασμένα βουνά. Απόμεινε μέσα κι ο +σπόρος των τούρκικων αγκαθιών. Έφεραν κ' οι σπουργίτες σπόρο +από τη Δύση, και τον απόθεσαν απάνω στο ίδιο το χώμα κι αυτόν. +Και βλέπεις τώρα την πυκνή αυτή πρασινάδα, και τρομάρα σε +πιάνει, μην τύχη και πληθύνουν, και θεριέψουν τα τουρκάγκαθα +και τα φραγκοβότανα, και μας πνίξουν τακριβοαγορασμένα μας τα +σπαρτά. Μα τρομάρες απλές κακό δε γιατρεύουν. + +Σου τα λέγω αυτά, επειδή μπορεί και του λόγου σου νάχης τη +ρωμαίικη την πετριά της απελπισιάς. Μου φαίνεται σα να είναι κι +αυτή σημάδι της εποχής. Όποιος μας τύχη και μισονοιώση τα χάλια +μας, να τραβιέται σε μια γωνιά και να χύνη μπόλικα δάκρυα, +αθώρητος, αλάλητος, κι ανάκουστος. Σπολλάτη σου, Πατριώτη, που +άλλο δεν κάμνεις παρά να χαλνάς το σηκότι σου. Αν είχες +κουράγιο να τρέξης και να μας ξερριζώσης μερικά γαδουράγκαθα, +θα μας έδειχνες όχι μόνο πως ζης, μα και πως ζώντας νοιάζεσαι +και τη ζωή της πατρίδας σου. + +Δουλειά, φίλε μου, και πάλι δουλειά. Ο κόσμος να χαλνάη, πάλι +να δουλεύουμε πρέπει. Άλλον τρόπο δεν έχει. + +Ως τόσο άξαφνα, και με τα φτερούγια της αστραπής που τη λένε +&Noυ&, από του Κωσταντίνου τη χώρα, την πεντάμορφη σκλάβα, +βρεθήκαμε στου Κέκρωπα την ολόχαρη, την αθάνατη την Ακρόπολη. +Είναι νύχτα βαθειά, μα το βάθος της λάμπει διάφανο, ξάστερο, +καθάριο, αμέτρητο. Λες κι όλου του Άπειρου οι Πλανήτες κ' οι +Ήλιοι φανερώνουνται και γλυκοφέγγουν εδώ. Αψηλά, πάντα αψηλά να +κοιτάζουμε από τέτοιους τόπους. Η βαθογάλανη αυτή η αστροφεγγιά +είναι μέρος της Αττικής, καθώς του Παρθενώνα της μέρος είναι η +πανώρια προμετωπίδα του. Κοίταγέ τα ταστέριά της και μέτρα τα +αν μπορείς. Και σαν τ' απομετρήσης, πρόσθεσε την ιερή τη σκόνη +της γης της, και τότες έχεις τις μεγάλες, τις δοξασμένες ψυχές +που φεγγοβόλησαν εδώ πέρα, — από ένα Θησέα, ως ένα Καραϊσκάκη. +Πέσε τώρα και προσκύνησέ την αυτή τη σκόνη. Αυτή να είναι η +θρησκεία σου, αυτή η λατρεία σου. Σα βαρέν' η καρδιά σου από +έννοιες κι από πάθια, ανέβαινε στην Ακρόπολη και βλέπε πόσο +μεγαλείο και πόση ζωή μπορεί να κρύβη ένας γκρεμισμένος τοίχος, +ένα σπασμένο λιθάρι, ένα θρούβαλο, μέσα στην αμίλητη νύχτα. +Ανέβαινε, και λόγιαζε πώς χαμογελάει η αθάνατη αρχαιότητα κάτω +από τέτοια ουρανόχαρη σωπασιά. Μην κοιτάζης μοναχά του +Παρθενώνα τα αιώνια τα κάλλη, — αυτά κι α δεν τα λατρέψης όσο +τους πρέπει, δεν πολυκολάζεται η ψυχή σου. Το πολύ θαπορέση ο +κόσμος που δε σε μάγεψε η θεία δύναμη της Ομορφιάς, δε σε +μέθυσε ως εκεί η εθνική η περηφάνεια. Τα κάλλη όμως που πρέπει +να τανιστορή ο νους και πάντα να τα λατρεύη εδώ απάνω, είναι τα +κάλλη της &Αρετής&, που σα δίδυμο αστέρι έλαμπε τότες μαζί με +τη &Τέχνη& σ' αυτό το στερέωμα, και το πλημμύριζε δόξα. + +&Αρετή& έλεγαν τότες την παλικαριά και τη λεβεντιά. Στιγμή δεν +περνούσε που να μην πατάη σ' αυτό το χώμα το βασιλικό της το +πόδι. Από τη Μηκύνα στ' Άργος, από τ' Άργος στη Σπάρτη, από κει +στην Αθήνα, στη Θήβα, στην Κόριθο, πετούσε και πήγαινε η +Αθάνατη Αρετή, ακολουθούσε κατάλαμπρη η θεία η Τέχνη και της +έστηνε, όλο της έστηνε μνημεία κι αγάλματα. Κι όταν ήρθε η ώρα +να ρημάξη ο τόπος, και πέτρα πάνω στην πέτρα να μην απομείνη, +όταν ξεψύχησε κι ο στερνός ο ήρωας, και διώχτηκε η Αρετή από +κάθε χώρα, κάθε κάμπο και κάθε καλύβι, πάλι δεν αποκότησε η +Ελληνόκαρδη Θεά να την αφήση ολότελα την αγαπημένη της γη, μόνο +περίλυπη πήρε τα ψηλά τα βουνά, και πλανιούνταν εκεί πανέρημη, +αγνώριστη, καταφρονεμένη. Πού λευτεριά τώρα να τη λαμπρύνη, πού +Τέχνη να τη δοξάση! Αμέτρητα είταν τα χρόνια της ρήμαξης. +Έπρεπε Θεά να είναι, για να ζήση στα όρη δίχως δόξα τόσους +αιώνες! Μα είτανε Θεά, κ' έζησε. Σα να το προφήτευε πως θα +κατέβη πάλι μια μέρα στους πρώτους τους κάμπους. Ήρθε η μέρα, +χτύπησε ο χρόνος τ' αναστάσιμο σήμαντρό του, αναγάλλιασε η +ξεχασμένη Θεά, και μαζεύει γύρω της τα κλεφτόπουλα. Με τη θεία +πνοή της ταγιάζει τα μυριοβασάνιστα, τα μισαγριωμένα παιδιά +της. Είταν το δεύτερό της τ' Ομηρικό πανηγύρι, με τα ίδια τα +τραγούδια, την ίδια την απλότητα, μα με σκοπό από τη γης ως τα +ουράνια πιο αψηλότερο. Δεν είτανε για μιαν Ελένη ο αγώνας μας +τώρα, — είτανε για λεφτεριά και για πατρίδα. + +Ηρωικό πανηγύρι στολισμένο με τη χάρη της νιότης και με τα +μάγια της λεβεντιάς. Οι καρδιές του Κολοκοτρώνη και του +Ανδρούτσου βρίσκουν τα ταίρια τους στη Τρωάδα, όχι στην +Πλαταιά. Τα ταίρια του Μιλτιάδη θα μας φυτρώσουν αργότερα. Θα +φυτρώσουν εκεί που τώρα βλέπεις αγκάθια, και σου έρχεται να +μυρολογάς. Άφινέ τα της Αθήνας τα τωρινά παλικάρια να +πηγαίνουνε στου μπαρμπέρη και να λαδώνουν τα γένεια τους. Τ' +αυτί σου να μη δρώνη γι' αυτό. Είδαμε και χερότερα στον καιρό +μας. Είδαμε και Βλάχους σφουγγαριασμένους από την παραλυσία να +γίνουνται λιοντάρια στον πόλεμο. Ένα έθνος δεν ξεψυχάει εύκολα, +μια και να γεννηθή. Το ρωμιόπουλο δεν μπορεί να βγη κι από ένα +άλογο χερότερο. Τάλογο που γεννήθηκε από σόγι, θα το δείξη μια +μέρα το σόγι του, κ' έχε το συ μέσα σταχούρι δεμένο, +καλοθρεμμένο, αγύμαστο. + +Έννοια σου, και θα σαλέψουμε πάλι. Πάλι θα τα ξανακάμη τα μάγια +της η αθάνατη η &Αρετή&, πάλι θα λάμψη κ' η ουράνια η Τέχνη +μαζί της. Η &Δόξα& το χώμα αυτό δεν τ' αφίνει. Έθνος που ύστερ' +από τόσα βάσανα ζη, και που έχει μπρος του άπειρο στάδιο για +ηρωισμό, τέτοιο έθνος να μην αγωνιστή, να μην πολιτιστή, και να +μη δοξαστή, δεν μπορεί. + +Μην τ' αλησμονής το σόγι του άλογου που είπαμε. Το αίμα του +τόχει να πέρνη δρόμο και να πηδάη γκρεμνούς και βράχους. Αν +είναι τώρα δεμένο με δασκαλήσιες αλυσίδες και χαλινάρια, αν +ταγίζεται με χορτάρι ξενοφερμένο, αν άλλο δεν κάμνη παρά να +κλωτσάη και να χλιμιντράη μέσα στα σκοτάδια του σταύλου, +θανατείλη η μέρα που σε ρωμαίικη απάνω πρασινάδα θα χαίρεται, +θα γοργοπηδάη και θα τρέχη, και τότες, σώνει να το κρατάη γερά +ο καλότυχος ο καβαλάρης του, και να δης τι δοξασμένους δρόμους +θα μας χαράζη με τα φτερωτά του καλπάσματα. Τέτοια θάματα +θέλουμε σε μια γενεά να τα δούμε. Να μας κατεβή το μεγαλείο κ' +η δόξα από τον ουρανό σα βροχή. Ανυπομονησία ρωμαίικη, ίσως όχι +δίχως το λόγο της, αφού την έχει την ιερή τη φωτιά η ρωμαίικη η +ψυχή. Εμείς όμως, που δε μας φλέγει πια η πρεμούρα της νιότης, +ας μην το ξεχνούμε πως μια και δυο γενεές είναι στο έθνος ό,τι +μια και δυο &μέρες& στον άνθρωπο. Το έθνος είναι δεν είναι +&τρεις& μέρες που τον έδειξε τον ηρωισμό του. Τι θάλεγες ενός +καλού μπεχλιβάνη, αν ξεφάντωνε και δυο τρεις μέρες ύστερ' από +μια μεγάλη παλαίστρα! + +Όχι, Ακρόπολή μου, εγώ δεν απελπίστηκα. Ας έρθουνε μερικά άλλα +παιδιά σου κι ας σέρνουν τα μαλλιά τους απάνω στα δοξασμένα σου +τα χαλάσματα. Εγώ με θάρρος και με περηφάνεια θα το φωνάζω πως +αντίκρυ στον αγήρατο τον Παρθενώνα σου θα στήσουμε μια μέρα και +μεις το Ναό μας — μπορεί να μην είναι αφιερωμένος στην Αθηνά, +μπορεί και να μη λέγεται Φειδίας ο χτίστης του. Μέσα στα +κατάλαμπρα βάθια του θα ψάλλουνται τραγούδια κ' ύμνοι, — μπορεί +να μην είναι στο ξάμετρο βαλμένοι, μπορεί να μην έχουν και +νεκραναστημένες λέξες οι στίχοι τους. Ένα πράμα όμως σου το +τάζω χωρίς δισταγμό, πως θα είναι ρωμαίικα τραγούδια, και +ρωμαίικα πάει να πη της καρδιάς μας το αίμα. + +Θάρχουνται τότες οι Φράγκοι και θαπορούνε βλέποντας τέτοιο +μεγάλον Ελληνισμό δίχως απαρέμφατα, δίχως ξάμετρα, δίχως +δοτικές, μα θα τους λέμε και μεις τότες πως άδικο μεγάλο μας +κάμνουνε να μας παίρνουν κ' εμάς γι' αντίκες, πως αν καθετίς +ζωντανό στον κόσμο πρέπει ν' αλλάζη, κι αν η αλλαγή του σημαίνη +πως ζη, καλλίτερη απόδειξη δε χρειάζεται πως το έθνος αυτό που +ήρθε να δη είναι ταθάνατο το Ελληνικό το έθνος, κι ας το λέμε +ρωμαίικο. + +Και τώρα που ταναπνέψαμε το ψιλό αυτό και το μυρωμένο ταγέρι, +που συνεφέραμε ύστερ' από την τόση Τούρκικη βόχα, τώρα που +ξαναμπήκε ζωή στο ξεθυμασμένο το αίμα μας, και μας άνοιξε +καρδιά και μάτια, τώρα που ξεδιαλύσαμε το μυστήριο που θα μας +δοξάση πάλι το έθνος, ας κατεβούμε στη χώρα, κι ας αρχίσουμε τη +δουλειά μας μ' ανοιχτή κι αντρίκια καρδιά, καθώς πρέπει να +είναι πάσα καρδιά που τέτοιο αγέρι τη θρέφει. + + + +Β' +ΣΤΟ ΠΑΛΑΤI + + + +Εκεί με την άδεια του Βασιλικού νοικοκύρη, εκεί ας περάσουμε τη +νυχτιά μουσαφίρηδες. Το πρωί σεριανίζουμε και στην άλλη τη +χώρα. + +Εδώ στην Αθήνα, — καθώς κάμαμε και στην Πόλη, — τα χτίρια, τα +μνημεία, τα σπίτια και τα παλάτια, τα χαραχτηριστικά τους και +τους ρυθμούς τους, τις ομορφιές τους και τις ασκημιές, όλ' +αυτά, ταφίνουμε σε μυλόρδους να τα ψιλολογούν και να τα +ιστορούν. Εμάς, η δουλειά μας αυτή δεν είναι. Μπαίνουμε λοιπόν +και στο Παλάτι αυτό ξαφνικά, κ' ίσια στο νοικοκύρη. Όχι όμως σα +σφίγγες. Εδώ από κρύφια και μαγικά τερτίπια ανάγκη δεν έχουμε. +Εδώ μπαίνουμε σα δυο καλόγνωμοι πατριώτες, που ήρθανε να +χαιρετήσουν το Βασιλιά τους. + +Ας βγάλουμε τα παπούτσια μας στο κατώφλι, να του δείξουμε πως +ερχούμαστε από Τούρκικα μέρη, ίσως κ' έτσι πιώτερο μας πονέση. + + — Βασιλιά της μεγαλήτερης και της μικρότερης χώρας του κόσμου, +αν είχες την υπομονή να διαβάσης το τι κάμαμε, τι είπαμε, και +τι είδαμε με το φίλο μας από δω, βέβαιο τόχω πως θα το +σφαλνούσες το βιβλίο εκείνο που διαβάζεις, να μας χαρίσης και +εμάς για μισήν ώρα ταυτί σου. Και θαρρώ πως Σε βλέπω και το +σφαλνάς. + +Ένα πράμα μόνο να Σε ρωτήξω. Πώς τα επιθυμείς τα λίγα μας +λόγια; Ως είδος ομιλίες, ή ως είδος παραμύθια; Σα να μου λέη η +Μεγαλειότη σου, καλλίτερα παραμύθια. Καλοκάθισε το λοιπό στο +Βασιλικό Σου το Θρόνο, κι άφησε έναν ταπεινότατο δούλο Σου να +Σου δηγηθή δυο ρωμαίικα παραμύθια στη ρωμαίικη τη γλώσσα, που +ακούγω πως την αγαπάς, τη μιλάς, και τη διαφεντεύεις. + + + +Γ' +ΕΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΧΩΡΙΑΤΙΚΑ +ΝΤΥΜΕΝΟΣ + + + +Μεγαλειότατε, μια φορά είταν ένας Βασιλιάς εδώ πέρα. Θεός ξέρει +α δεν είχε και το παλάτι του στημένο στο ίδιο το μέρος που +στήθηκε αυτό το παλάτι. + +Μια μέρ' αυτός ο Βασιλιάς πήγε να κυνηγήση με μερικά παλικάρια +του. Και κυνηγώντας πήγε, πήγε ως κοντά στη Κόριθο. Ό,τι κάμανε +να γυρίσουν πίσω με το κυνήγι τους, και να σου ένας τσομπάνης +έρχεται τρεχάτος κοντά του και τους λέει πως τοιμάζεται να +ξεκινήση κατά την Αθήνα μεγάλο ασκέρι από το Μωριά, να τους +κυριέψη τη χώρα. Οι συντρόφοι του Βασιλιά τρομάζουνε, ρίχνουν +το κυνήγι τους χάμω, και μαζεύουνται γύρω του, να τονε ρωτήξουν +τι πρέπει να κάμουν. Κι αυτός τους προστάζει να σηκώσουν αμέσως +το κυνήγι και να το φέρουνε στην Αθήνα, για να κάμουν ένα καλό +ζιαφέτι πριν πολεμήσουν. Κ' έτσι έγινε. Πάνε στην Αθήνα, ψήνουν +το κυνήγι, καθίζουνε μέσα στο παλάτι, και το ρίχτουν στο +φαγοπότι. Και τρώγοντας και πίνοντας λησμονούν του τσομπάνη τα +λόγια. Ως και τραγουδιστάδες, και χορεύτρες γυρεύανε. Εκεί +απάνω, να σου κι ανοίγει η πόρτα, του παλατιού, και μπαίνει +μέσα κόσμος πολύς, και φωνάζουν πως πλάκωσε η Μωραϊτιά, και +ρίχτουνε σκάλες στους τοίχους τους, να σκαλώσουν και να +πηδήξουνε μέσα στη χώρα! Τότες πετιούνται απάνω τα παλικάρια +και γυρεύουν το Βασιλιά. Μα Βασιλιάς πουθενά! Φωνάζουν τη +Βασίλισσα, λείπει κ' η Βασίλισσα! Φεύγουν τότες και πηγαίνουνε +στα σπίτια τους να βάλουν τάρματά τους, ακολουθάει κι ο λαός +από πίσω, να παν κι αυτοί ναρματωθούνε για τον πόλεμο. + +Ως τόσο ο Βασιλιάς κ' η Βασίλισσα κατέβηκαν, αν αγαπάς, στο +κατώγι! Και να κάμουνε τάχα τι; Ο Βασιλιάς να βγάζη τα βασιλικά +του τα φορέματα, κ' η Βασίλισσα, χλωμή και παραζαλισμένη, να +του φέρνη μια πρόστυχη φορεσιά παραγυιού, και σε λιγάκι να +βλέπη τον άντρα της ντυμένο χωριάτικα, σα να μην είταν εκείνος +που κυβερνούσε όλη την Αττική! + +Πήρε στα χέρια του ένα τσικούρι κ' ένα κομμάτι σκοινί, στάθηκε +μια στιγμή να δη τη Βασίλισσά του, την αγκάλιασε, και κείνη, με +καρδιά που έτρεμε σαν το μισοζώντανο το ψάρι, σήκωσε το +μαραμένο της χέρι, και του είπε να πάη στο καλό. Το είχαν +απόφαση κ' οι δυο τους να κάμουν το θέλημα του Θεού. Έτσι το +είχε προφητευμένο η μεγάλη η Προφήτισρα στους Δελφούς· πως σαν +πλακώσουν οι «Δωριείς» στην Αθήνα, απ' όποιο μέρος σκοτωθή ο +Βασιλιάς, εκείνο το μέρος θα νικήση. Συλλογίστηκε λοιπόν τότες +ο Βασιλιάς, κ' είπε της γυναίκας του. — Γυναίκα, εδώ άλλον +τρόπο δεν έχει. Ή πρέπει να σκοτωθώ, ή θα μας κάψουν τη χώρα, +θα μας σφάξουν τα παλικάρια, θα πάρουν τις κοπέλλες μας +σκλάβες, ίσως και σένα μαζί. Βάζω λοιπό χωριάτικα ρούχα, καθίζω +δεμάτι ξύλα στον ώμο μου, σιμώνω τους ξένους, και βρίσκω τρόπο +να με σκοτώσουνε δίχως να με νοιώσουν ποιος είμαι. Σφίγγει +τότες την καρδιά της, και λέει η Βασίλισσα· — Άντρα μου, ας +γείνη το θέλημα του Θεού. + +Κ' έτσι την αφίνει ο Βασιλιάς και φεύγει και πηγαίνει κατά τα +τειχίσματα, και βγαίνει στην εξοχή, και χώνεται σ' ένα χωράφι, +και κόβει ξύλα, και φορτώνει ένα δεμάτι στον ώμο του, και +κατεβαίνει ίσια κατά τασκέρι που είταν τώρα σκορπισμένο +μπροστά, στα τειχίσματα. + + — Ώρα καλή, γέρο! Του φωνάζει ένας παλικαράς Μωραΐτης. Δεν +μπορείς από δω να περάσης. + +Εναντιώνεται ο χωριάτης, ζητάει να περάση, πιάνουνται στα +λόγια, θυμώνει ο Μωραΐτης, του καταφέρνει μια του χωριάτη, και +τον αφίνει στον τόπο. + +Εκείνη την ώρα έβγαιναν και τα παλικάρια της Άθήνας αρματωμένα, +να πολεμήσουνε με τους εχτρούς και να γλυτώσουν από τη σκλαβιά +την πατρίδα τους. Ακόμα δεν παραταχτήκανε ν' αρχίσουν τις +σαϊτιές, και τι να δουν εκεί μπροστά τους, ξαπλωμένο στο χώμα! +— Το Βασιλιά τους! Σηκώσανε μεγάλο κακό. Τόσο μεγάλο, που +μαθεύτηκε αμέσως κι από τάλλο το μέρος, πως σκοτώθηκε ο +Βασιλιάς της Αθήνας, και βλέποντας οι εχτροί πως βγήκε εναντίο +τους η προφητεία, το ρίξανε στο φευγιό, πρι να προφτάσουν οι +Αθηναίοι να τους τινάξουνε μήτε σαϊτιά. + +Κ' έτσι γλύτωσε η Αθήνα από την τρομερή τη σκλαβιά, και +ξαναμπήκανε στη χώρα τους οι Αθηναίοι, και σαν έκαμαν όλες τις +συνηθισμένες τιμές στο Βασιλικό το λείψανο, μαζευτήκανε σε +Συνέλεψη, κι αποφασίσανε να μην ξανακάμουν πια Βασιλιά στην +Αθήνα, γιατί κανένανε δεν μπορούσανε να βρούνε μεγαλόκαρδο σαν +εκείνον που έχασαν. + +Εμένα μου φαίνεται πως είχανε λάθος οι Αθηναίοι, Μεγαλειότατε, +να το νομίζουν αυτό. Η &Αρετή& που βρέθηκε μέσα στην ψυχή ενός +Κόδρου, μπορούσε να ξανανθίση και σάλλων Κόδρων ψυχές. Μα αυτό +τώρα δεν είναι το ζήτημα. Η δουλειά μας τώρα είναι να +παρακαλούμε το Θεό και να λέμε, — Τέτοιο θάνατο να πεθαίνουν κ' +οι Βασιλιάδες της αναστημένης αυτής Ρωμιοσύνης. Τέτοια παιδιά +να μας χαρίσ' η Μεγαλειότη Σου. Αυτός ο ηρωισμός θαρρώ δε θα +χρειαστή στη δική μας τη γενεά. Ένας Κόδρος δε φυτρώνει έτσι +εύκολα μέσα σ' ένα λαό που μισοκοιμάται από το πολύ το μεθύσι. +Μα μπορεί να μας χρησιμέψη σαν ξυπνήση το Έθνος, και γι' αυτό +Σε θερμοπαρακαλώ να μας φέρης εδώ και το μεγαλητερό Σου το +γυιό, νακούση και κείνος το δεύτερό μας το παραμύθι. + + — Σα να μας άκουγες κι απ' έξω, χαριτωμένο μου Βασιλόπουλο, +γιατί βλέπω και χαμογελάς καθώς μπαίνεις. Το ξέρω πως τάμαθες +όλ' αυτά που λέγαμε από τους δασκάλους. Μα τώρα δεν είναι ξερά +μαθήματα. Είναι ζωντανά παραμύθια τώρα. Ο Πατέρας σου, κι αν +ήρθε στον τόπο μας απ' άλλην πατρίδα, βάλθηκε όμως να γίνη +Ρωμιός, και τόσο καλά το κατάφερε, που στο πείσμα χιλίων +δασκάλων καταντάει να τα νοστιμεύεται τα ρωμαίικά μας +παραμύθια. Η Υψηλότη Σου όμως, μήτε ξένος δεν είσαι. Είσαι ο +πρωτογέννητος σ' αυτό το παλάτι. Ως και τόνομά σου τέτοια +παραμύθια γυρεύει. + +Σα σε βαφτίσανε, χρόνια τώρα, είπα, καλό σημάδι. Το Βυζάντιο +είχε μια δοξασμένη αρχή κ' ένα δοξασμένο τέλος. Με τέτοιο +όνομα, ποιος το ξέρει α δε θα ξαναρχίσουμε καινούρια ζωή. Κι +αυτά λέγοντας, θυμήθηκα την ιστορία του Παναγή Καλογιάννη. Αυτή +την ιστορία έρχουμαι τώρα να σας δηγηθώ, με τον ορισμό σας. + + + +Δ' +Ο ΠΑΝΑΓΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ + + + +Ο Παναγής Καλογιάννης είταν καλός δουλευτής στον Αγώνα. Του +κάκου ζήτησα τόνομά του στην Ιστορία. Πουθενά δεν το διάβασα. + +Είταν ανιψιός ενός Ηγουμένου ο Παναγής. Και σ' αυτόν τον +Ηγούμενο χρωστά τη μεγαλήτερή του την παραξενιά, που στάθηκε, +καθώς θα δούμε κατόπι, κ' η μεγαλήτερη αρετή του. Η παραξενιά +του είταν που ένα πράμα είχε παντού και πάντα στο νου του, κι +άλλο δεν έλεγε παρ' αυτό: «Θα μας ξαναφυτρώση πάλι ο +Κωσταντίνος» ώσπου κατάντησε να τονε βλέπη ο κόσμος, και να του +φωνάζη, «θα μας φυτρώση ο Κωσταντίνος». + +Πρέπει να είταν ως δώδεκα χρονών ορφανό ο Παναγής όταν τον πήρε +ο θειος του στο μοναστήρι να τον προκόψη. Ο πάτερ Παΐσιος είταν +καθώς είπαμε Ηγούμενος, μα ήξερε κι από κόσμο. Έκαμε στη Ρουσία +σαν είτανε νέος. Κατόπι ταξίδευε και σ' άλλα μέρη και ψάρευε +«Φίλους». Τώρα με την ποδάγρα του σύχαζε ο γέρος στο μοναστήρι, +κι ό,τι έβγαινε από το χέρι του τόκαμνε, πότε με γραφές, πότε +με τα λόγια. Και σαν καλοκάθιζε το βράδυ στο μιντεράκι του, +έπαιρνε σιμά του τον Παναγή και του δηγούνταν την ιστορία μας. +Δεν του άφινε μήτε Πελοπίδα, μήτε Τιμολέοντα. Τάκουγε ο μικρός +όλ' αυτά και τάκαμνε πολύ χάζι. Από την αρχαιότητα ο Ηγούμενος +ήρθε σιγά σιγά στο Βυζάντιο, και μια βραδιά του διηγήθηκε και +το χαλασμό της Πόλης — την Άλωση. Και σαν του τα ιστόρησε όλα, +του λέει: + +«Θυμάσαι, παιδί μου, τις Ελληνικές εκείνες παλικαριές που σου +ιστορούσα πέρσι; Βραδιές και βραδιές πέρασαν από τότες, και δεν +μπορέσαμε να ξαναβρούμε ένα Κόδρο, ένα Λεωνίδα. Πού και πού θα +πης πιάναμε κανέν' αγρίμι, μα πού τα φοβερά εκείνα τα λιοντάρια +της παλιάς εποχής! Θάλεγες πως πάει, ξεθύμανε πια το Ελληνικό +το αίμα! Κι' άξαφνα, στα 1453, τις εικοσιενιά του Μάη, μέρα +τρίτη, πρωί πρωί, να σου πεταχθή, λέει, στη μέση ένας ήρωας, +και με σκουριασμένο σπαθί στο χέρι να σου στρώνη τους +Γενιτσάρους καθώς χυνόντανε σα δράκοι από μια πόρτα μέσα στην +κακομοιριασμένη την Πόλη! Κ' ύστερα, λέει, να πέση κι αυτός από +πάνω τους, αποφασισμένος σαν το Λεωνίδα, αγνώριστος σαν τον +Κόδρο! Τι σου λέει αυτό το πράμα, παιδί μου! Και τι άλλο μπορεί +να σου πη παρά πως είναι φτάψυχο το ρωμαίικο, και σταλαματιά +μοναχή να του μείνη, πάλι μεγαλώνει, και γίνεται απέραντη +λίμνη, και πλημμυρίζει τον τόπο του. Κι ανίσως κ' είτανε γραφτό +μας να φανή και να λάμψη τέτοιο αθάνατο χάρισμα μερικά χρόνια +πρι να στήση ο Ουρβανός το κανόνι του έξω από τους τοίχους της +Πόλης, δε θα πρόφταινε μήτε να ραγίση το κανόνι εκείνο, μόνο θα +γινότανε μια και καλή θρούβαλα μαζί με το κεφάλι του Μωχαμέτη. +Μας ήρθε όμως αργά το μεγάλο το χάρισμα. Αργά ξανάρθε ο +ελληνικός ο ηρωισμός, παιδί μου, κ' έπεσε και χάθηκε μέσα +σταπέραντο εκείνο το αίμα». + +Και λέγοντας αυτά δάκριζε ο Παΐσιος. Ο μικρός τότε τον κοίταζε +κατάματα και σώπαινε. + +Και σαν τον κοίταξε καλά καλά, πετιέται άξαφνα και του λέει· + + — Έννοια σου, θειέ μου, και θα φυτρώση πάλι ο Κωσταντίνος. + +Εδώ τελειώνει το πρώτο το κεφάλαιο του παραμυθιού. Και τώρα, αν +είναι ορισμός σας, ερχούμαστε στο δεύτερο το κεφάλαιο. + +Έξη χρόνι' αργότερα, τον έβλεπες τον Παναγή παλικάρι και +ταξίδευε από χωριό σε χωριό με μια γολετίτσα. Ο γέρο Παΐσιος, +ένα χρόνο πριν αποθάνη, τον είχε κάμει σύντροφο με κάποιο +Καπετάν Βάγλη, και φόρτωναν πραμάτεια στόνα νησί έπειτα +πηγαίνανε στάλλο και την πουλούσανε. Μα ο νους του Παναγή όλο +στην &Πόλη& ταξίδευε. Η χαρά του είτανε να καθίζη με τους +ναύτες και να τους δηγάται το τέλος του Κωσταντίνου. Κ' ύστερα +ύστερα τους έλεγε και την προφητεία του, πως θα ξαναφυτρώση ο +Κωσταντίνος. + +Σ' ένα απ' αυτά τα ταξίδια, έτυχε να είναι μαζί του κ' ένας από +τα Ψαρά, — Καραθανάση τον έλεγαν. Και δεν είτανε ναύτης, είταν +ταξιδιώτης από τη Σάμο για τα Ψαρά. Ίσια ίσια ό,τι άρχιζε ν' +ανεβαίνη ο καπνός της εφτάχρονης εκείνης φωτιάς. + +Σαν τον άκουσε λοιπόν κι ο Καραθανάσης τον Παναγή, αντίς να +γελάση κι αυτός σαν τους άλλους, τον παίρνει σιμά του, και, — +Μωρέ Παναγή, του λέει, έρχεσαι να κάμουμε μια δουλειά; Να +χωρίσης από τον Καπετάν Βάγλη, και νάρθης μαζί μου. Και γω την +ίδια τη δουλειά κάνω. Μα τώρα τη γολέττα μου την έχω ναυλωμένη +στους ζευγάδες. + + — Ποιους ζευγάδες; ρωτάει ο Παναγής σαστισμένος. + + — Αυτούς που θα τονε σπείρουν τον Κωσταντίνο σου, μωρέ κούκκο! +Έτσι μονάχα φυτρώνουνε Βασιλόπουλα δίχως να σπείρης αίμα; + +Άνοιξε τότες ο ουρανός και του έδειξε την αλήθεια του Παναγή +Καλογιάννη. Χρόνια το προφήτευε πως θα φυτρώση ο Κωσταντίνος, +μα παρέκει ο νους του δεν πήγαινε. + + — Καλά, έρχουμαι, του λέει. + +Ήρθανε στα Ψαρά, χώρισε ο Παναγής από τον Καπετάν Βάγλη, και +συντροφεύει με τον Καραθανάση. + +Ο Καραθανάσης είχε δυο αγαπημένα πράματα στον κόσμο. Την +πατρίδα του, και την κόρη του. Σκοπός του είτανε ν' αρραβωνιάση +τον Παναγή και με τις δυο, κι αυτό έκαμε. + +Στην αρχή φαίνεται πως ο Παναγής από τις δυο τις +αρραβωνιαστικές πιώτερο αγάπησε τη Μαριώ, νόστιμη Ψαριανούλα. +Και γύρευε κιόλας και παντρειά. + + — Όχι ακόμα, του έλεγε ο γέρος. Να πάρουμε πρώτα τη γολέττα να +τη δουλέψουμε απατοί μας, κ' ύστερα με το καλό γυρίζουμε στα +λεύτερα τα Ψαρά. Η λευτεριά δε θ' αργήση. Ξέχασες τι τους +κάμαμε τις προάλλες στην Ερεσσό; + +Έμεινε λοιπόν η Μαριώ με τη γριά της, και σύρανε οι δυο οι +καπιτανέοι με τη γολέττα στο πέλαγο. + +Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, εδώ τελειώνει το δεύτερο, και τώρα +μπαίνουμε στο τρίτο το κεφάλαιο του παραμυθιού. Ελπίζω πως δε +βαρεθήκατε, γιατί, πού να ξανάρθουμε πια να ταποτελειώσουμε! +Μια και μας μυριστούν οι δάσκαλοι, τρύπα δε θα μας αφήσουν +ανοιχτή να ξαναμπούμε. + +Δώδεκα μήνες δούλευε η γολέττα στο πέλαγο, και +πηγαινοέρχουνταν, πότε με μπαρούτι, πότε με προβιζιά. Όπου +αρμένιζε η αρμάδα, τριγύριζε κ' η «Ψαριανή» — έτσι τη βάφτισαν. +Και σαν άραζε και ξεφόρτωνε, αφορμή ζητούσε ο Παναγής ν' ανέβη +σε κανένα πολεμικό, να μαζεύη τα παλικάρια κοντά του, και να +τους δηγάται τις ιστορίες του. + + — «Τον έχουμε, τον έχουμε πια τώρα στο χέρι τον Κωσταντάκη» +τους φώναζε μια μέρα κάπου κοντά στα Ψαρά, τότες που γύριζε ο +Κανάρης από τη Χίο. «Αυτός ο Κωσταντάκης θα μας φέρη τον +άλλονα». + +Κ' οι ναύτες τονε σηκώνανε στον ώμο τους από τη χαρά. + +Αυτή την εποχή κατέβηκαν κι άραζαν στο δοξασμένο νησί τους, +ύστερ' από δώδεκα μήνες δουλειά. Ο Παναγής τώρα τόλπιζε πως θα +τον αφήση ο Καραθανάσης να παντρευτή, και του φανέρωσε πάλι μια +μέρα τη λαχτάρα του. + + — Θα μου πης πως τον έχουμε πια τώρα τον Κωσταντάκη, του λέει +ο Καραθανάσης, μ' ας κάμουμε άλλο ένα ταξίδι, και βλέπουμε. + +Πηγαίνει τότες ο Παναγής στη γριά την πεθερά του, και της λέει· + + — Κατάλαβα· ο γέρος θέλει να με ψήση στη φωτιά πρώτα. Φιλώ +λοιπόν το χέρι σου, και μισεύω. + +Ήθελε να πη δυο λόγια και της καλής του, μα πού ναποκοτήση! +Τους καιρούς εκείνους η αγάπη δεν είχε μήτε λόγια, μήτε φιλιά. +Το πολύ καμιά κρυφή ματιά. + +Αποβραδίς έγειναν αυτές οι κουβέντες. Και σαν ξημέρωσε, βλέπει +ο Καραθανάσης τον Παναγή για ταξίδι. + + — Ώρα καλή; του κάνει. + + — Αυτή τη φορά θα πας μοναχός σου με τη γολέττα, του +αποκρίνεται. Εγώ πηγαίνω με τον Κανάρη. + + — Μωρέ μίλα καλά, του φωνάζει ο γέρος· στη φωτιά μέσα θα πας +να πέσης; + + — Τι να σου πω, πατέρα μου, τη Μαριώ δε μ' αφίνεις να την πάρω +ακόμα, άφησέ με να παντρευτώ τη φωτιά. + +Και ξεκίνησε με τα παιδιά του Κανάρη, ντύθηκε τούρκικα σαν +εκείνους, και τραβήξανε για την Τένεδο. + +Σα γύρισε από το ταξίδι εκείνο, είτανε λυσσασμένος από τη χαρά +του. Δε χόρταινε να το δηγάται το ξακουστό εκείνο τερτίπι· πώς +τους περίμενε μ' ανοιχτές αγκάλες ο Καπετάν Πασάς, θαρρώντας +τους για δικούς του, πώς τους κατάλαβε άμα πήρε φωτιά ένα +δίκροτο και σε λιγάκι τινάχτηκε, και με πόση πρεμούρα έκοβε τις +αλυσσίδες να φύγη κατά την Πόλη. Κ' είχε δεν είχε, το γύριζε +πάλι στον Κωσταντίνο. + +Σαν το θεριό που μια κι απογευτή ανθρώπινο αίμα, παίρνει τα +βουνά και τα δάση να ξαναβρή τέτοιο θύμα, έτσι γύριζε τώρα κι ο +Παναγής μέσα στη θάλασσα. Κανένας δεν τον ήξερε πού βρισκότανε. +Παντού ξεφύτρωνε, παντού πολεμούσε. Δεκατέσσερεις μήνες τον +είχανε για χαμένο, κι ο πεθερός του, κι όλο το σπιτικό. + +Μια βραδιά, — είταν η παραμονή της πρωτοχρονιάς του +εικοσιτέσσαρα, — να σου και φανερώνεται μπροστά τους σα νεκρός +σηκωμένος από τον τάφο. Κεφάλι δεμένο, τόνα του χέρι +ακκουμπησμένο σε θελειά κρεμασμένη από το λαιμό του, κι όψη, +φλουρί! Τον είχε φερμένο Μοσκοννησιώτικο πέραμα. Τονε βρήκανε +σε κάποια έρμη ακρογιαλιά της Ανατολής μισαπεθαμμένο. Τον +αφήκαν εκεί οι συντρόφοι του για νεκρό, και δεν προφτάξανε μήτε +να τονε θάψουνε, για την καλή του την τύχη. + + — Τώρα πια που κατάντησα τέτοιο σκιάχτρο, πού με παίρνετε σεις +γαμπρό! Τους λέει με τρομαχτικό χαμογέλοιο, καθώς στεκότανε με +τρεμουλιαστά πόδια. Λάτε, στρώστε μου να πλαγιάσω, και να σας +ευκηθώ την καλή χρονιά! Εγώ ξημερώνουμαι δεν ξημερώνουμαι. +Τρεις μέρες στη βάρκα, και το αίμα να τρέχη, κι όλο να τρέχη! +Απέραντη αράδα σταλαματιές, από τα Μοσκοννήσια ως τα Ψαρά! Αχ, +και να μπορούσε να τηνε δη αυτή την κόκκινη την αράδα ο +Κωσταντίνος, όταν ταξιδεύη καμιά μέρα στο πέλαγό του! + +Και πλάγιασε ο Παναγής Καλογιάννης, κι έπεσε σε μεγάλο βύθο, κι +άρχισε να παραλαλή. Όλη τη νύχτα είτανε στο πόδι οι δικοί του. +Ώρες ώρες ερχότανε στα συλλογικά του, και γύριζε κ' έβλεπε μια +τη Μαριώ και μια τον πατέρα της, σα να τονε ρωτούσε αν έπρεπε +να τη βλέπη με τέτοια χάλια. + +Σαν ξημέρωσε, άρχισε ο Παναγής να συνεφέρνη λιγάκι. Στέλλει +τότες ο Καραθανάσης και φωνάζει τον Παπά. Έρχεται ο Παπάς, +κοιτάζει τον άρρωστο, και τοιμάζει τη Μετάληψη. + + — Απάνω στη Βλόγηση, Παπά μου, κάνει ο γέρος, του δίνεις και +τη Μετάληψη. Καιρό να χάνουμε δεν έχουμε. + +Γυρίζει ο Παπάς και τονε βλέπει το γέρο ξερός. + + — Πάντρευέ τους, σου λέω, Παπά μου, και γλήγορα γλήγορα. + +Βάζει λοιπόν το πετραχήλι του ο Παπάς, και τους στεφανώνει. + +Από κείνη την ώρα άρχισε και καλλιτέρευε ο σακατεμένος ο +Παναγής. + +Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, άλλο ένα κεφάλαιο, και +τελειώνουμε. + +Έξη μήνες έκαμε ο Παναγής να πάρη απάνω του. Είτανε μια +καλοκαιρινή πρωινή, εικοσιμιά του Θεριστή, και μπόρεσε πρώτη +φορά να βγη ως το κατώφλι με τη Μαριώ, και να καθίση να δη τον +ήλιο που έβγαινε. Ο γέρος έλειπε αποβραδίς στο Παλιόκαστρο, +μαζί μάλλους πολλούς. Η γριά συγύριζε μέσα, και το νιόπαντρο +ζευγάρι έκαμνε κουβέντα με τους γειτόνους. Άξαφνα ακούγουνται +απανωτές κανονιές από τη θάλασσα. Είταν τα καράβια του Χοσρέφη, +και καλημέριζαν τα Ψαρά την αξέχαστη εκείνη αυγή. + +Όλοι τους σηκωθήκανε στο ποδάρι, έξω από τον καημένο τον +Παναγή· πετιούνταν από παντού να δουν τι τρέχει. Δεν περνάει +πολλή ώρα και βλέπουν τούρκικες σημαίες απάνω στα βουναράκια, +κατά το Φτελιά. Αυτό τους άνοιξε τα μάτια τους δόλιους τους +Ψαριανούς. + +Σαν κοπάδι ξεκίνησαν κατά τη θάλασσα να γλυτώσουν. Και μέσα στο +τρομασμένο εκείνο το κοπάδι έβλεπες και τη δύστυχη τη Μαριώ με +τον Παναγή της στον ώμο, κ' η μάννα κατόπι. Του κάκου κοιτάζουν +από παντού να δουν και το γέρο. Ο γέρος, εκεί που είταν, δεν +μπορούσε να βγη. + +Πλάκωνε η Τουρκαρβανιτιά από τα καράβια του Χοσρέφη, πλάκωνε, +και σα θεριά τους κυνηγούσαν τους Ψαριανούς. Κανένας δεν +καλογροικούσε πούθε ξεφύτρωσαν τόσοι Γενίτσαροι. Ακόμα λίγη +ώρα, και ζύγωναν, και τους έπιαναν όλους τους κακόμοιρους τους +νησιώτες. + + — Τράβα κατά το γιαλό, φωνάζει ο Παναγής. Ίσια στο γιαλό! Έτσι +μπορεί να τσακώσουμε καμιά βάρκα. + +Κατεβήκανε στο γιαλό. Πατείς με πατώ σε όπου τύχαινε βάρκα. +Ανέβαιναν ως τα μεσούρανα οι φωνές. + + — Μωρ' αυτή η δουλειά δε θα βγη πέρα έτσι, λέει της Μαριώς ο +Παναγής. Βάλε μένα κάτω, και τρέχα συ με τη μάννα, και μη +φοβάσαι. Πρώτη φορά δεν είναι που εγώ βρέθηκα μες στα νύχια +τους. Βάλε με κάτω, σου λέω· ακούς; μ' αφίνεις κάτω, ή σου +σφίγγω το λαιμό και σε πνίγω. + + — Πνίξε με, να γλυτώσης· μουρμουρίζ' η Μαριώ. + + — Τρέχα λοιπόν, ίσια στη θάλασσα. Βάρκα δεν έμεινε, έφυγαν +όλες και πάνε. Ίσια στο γιαλό, και μας πιάσανε. Σκλάβα θα σε +πάρουν, καημένη, κι αλλοίμονό σου! Στο γιαλό, στο γιαλό, κι ο +Θεός μαζί μας! Έτσι, γεια σου, στα βαθιά τα νερά. Στάσου μια +στιγμή. Το &Κωσταντινάτο& σου! Πού είναι το &Κωσταντινάτο& σου; +Στα χέρια μου, στα χέρια μου βάλτο. Όχι, φίλησέ το πρώτα. Δος +μου το τώρα και μένα να το φιλήσω. Η μάννα! Πού να είναι η +μάννα! Αχ, την πρόφταξαν την ταλαίπωρη! Βλέπε βλέπε πίσωθέ της +να βρη το γέρο, την έπιασαν τα σκυλιά! Δε θα της χαρίσουν τη +ζωή της κακόμοιρης! Έννοια σου, μαννούλα, κι ερχούμαστε, μη +λυπάσαι. Βούτηξε τώρα, Μαριώ μου, αγάπη μου! Βούτηξε και μας +σημαδεύουν. Έμπα και συ, χρυσό μου Κωσταντινάτο, και κρύψου στη +θάλασσα. Η ώρα σου δεν ήρθε ακόμα. Μα θάρθη θάρθη η ώρα σου... + +Και πνίγηκε η φωνή του μέσα στα κύματα. + +Δεν άργησε κι ο γέρος να τους ακολουθήση απ' άλλο, πιο μαύρο +δρόμο. Πέρασε με χίλιους συντρόφους του από φλόγα κι από καπνό, +και πετάχτηκε στ' αψηλά, να βρη τη λευτεριά που η γης του +αρνήθηκε. + +Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, να με συμπαθήστε που σας κράτησα +τόσην ώρα. Δεν το είχα σκοπό να το κάμω τόσο μεγάλο το παραμύθι +μου. Μα μπορούσε να είναι και μεγαλήτερο. Μπορούσε να είναι και +παραμύθι που να δηγάται τετρακόσω χρόνων όνειρα, ελπίδες, +πίκρες και βάσανα. Μπορούσε νάχη ήρωά του όλη τη Ρωμιοσύνη, και +σκηνή την απέραντη τη χώρα που αντιλάληξαν τέτοιες λαχτάρες και +στεναγμοί. + +Είναι γραμμένο αυτό το θλιβερό παραμύθι σε κάθε ρωμαίικη καρδιά +μ' αίμα και με φωτιά. Μα κανένας δεν μπόρεσε να μας το βάλη +ακόμα σε λόγια, και να φανερώση πόνους που κρύβουνται μέσα στα +σωθικά μας. + +Και τώρ' ας προφητέψω και γω με τον Παναγή Καλογιάννη πως θα +μας έρθη Εκείνος που θα το καταστρώση το μεγάλο και το λαμπρό +αυτό παραμύθι, απαράλλαχτα καθώς μας ήρθε κι' ο Κωσταντίνος. Θα +κατέβη αυτό τουράνιο το πουλί και θα μας κελαϊδήση, όταν έχει ο +τόπος αγέρι, ήλιο και πρασινάδα. + +Μα τα μεγάλα αυτά τα καλά, θάρθουνε μοναχά τους; Θα τα φέρη το +Βασιλόπουλό μας; κανένας άλλος απόγονός του; Το Έθνος; Οι +Φράγκοι; Τίποτις απ' αυτά. Θα τα φέρη η &Αρετή&, η παλικαριά, η +αθάνατη η Θεά που κατέβηκε χίλιες φορές και μας τη γλύτωσε την +πολυπαθιασμένη τη Ρωμιοσύνη. + + + +Ε' +ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ + + + +Βαριά σα να κοιμηθήκαμε στο Παλάτι, ύστερ' από κείνη την +κουβέντα με το Βασιλιά και με το Βασιλόπουλο. Ο ήλιος χρυσώνει +τον Υμηττό. Καλά που δε μείναμε κι αργότερα. Θα γέμιζε το +Παλάτι oυρές, και ξεκολλημό δε θα είχαμε. Μακριά από ουρές, +φίλε μου. Στα κεφάλια να τρέχουμε. Από το κεφάλι καταλαβαίνεις +και την ουρά. Και κει που το λέμε, ορίστ' ένα κεφάλι· μεγάλο ή +μικρό δεν πειράζει. Πηγαίνει να διδάξη τη νεκραναστημένη τη +γραμματική του. Του αξίζει μια καλημέρα. Πάμε κατόπι του. Τι; +Το βαρέθηκες το γλωσσικό το ζήτημα; Σου το τάζω πως δε θαρχίσω +λογομαχίες μαζί του. Δυο λόγια μονάχα. Δεν ταιριάζει να μην του +πούμε δυο λόγια. Αν το πάρη απάνω του, που τονε βάζουμε ύστερ' +από το Βασιλιά και το Βασιλόπουλο, δε θάχη άδικο και σ' αυτό. +Κοίταξε τα όλ' αυτά τα παλικάρια που κοπαδιαστά τρέχουνε και +μαζεύουνται μέσα στο μεγαλονόματο το Σκολειό του. Όλα μαζί του +είναι. Όλα στη σημαία του γύρω ν' αποθάνουν είν' έτοιμοι. Κ' οι +γονιοί τους, και το συγγενολόγι τους μαζί του θα είταν, αν είχε +τρόπο να τους βάλη και κείνους τα δυο πόδια στ' αττικό του +παπούτσι. + +«Χαίρε, ω πάντων Ελλήνων γραμματικώτατε, και επίτρεψόν μοι ίνα +εις το καθημαξευμένον σοι λαλήσω ιδίωμα. Της πονηράς γαρ +τυγχάνω σχολής ων». + +Ήρθαμε μια στιγμή κοντά σου, όχι να σ' ακούσουμε, γιατί +βιάζεται ο φίλος μας απ' εδώ, μόνο να σου πούμε δυο λόγια, εδώ +στην πόρτα. Ας περιμένουνε λιγάκι οι φοιτητάδες. Δυο τρεις +δοτικές απάνω, δυο τρεις κάτω, τι πειράζει! Χιλιάδες τις +έχουνε. Εμείς όμως οι δυο καθημέρα δε σέχουμε. Κ' είναι ανάγκη, +θαρρώ, να σε δούμε και να τα πούμε, όχι και τόσο για χάρη της +αγαπημένης σου της γραμματικής, όσο για χάρη της αγαπημένης μας +της πατρίδας. + +Και πρώτο, σε θερμοπαρακαλούμε να πης των παλικαριώ σου να μην +τρέχουν κ' έρχουνται δα σαν τρελλοί στην αττική σου παράδοση +πρι να κάμουνε κ' ένα καλό αρχαίο αττικό λουτρό. Μήτε να +βγαίνουν από τα σπίτια τους δίχως μανδύα· μόνο να τα +μισοσκεπάζουν τα φράγκικά τους. Ας μην πολυτρώνε και κουλούρια +και τρίγωνα, μόνο και κυάμους και σύκα. Έπειτα όταν έρχουνται +και χύνουνται σα μελίσσια και μαζεύουν από τανθηρό σου το στόμα +το μέλι της «Αττικής φωνής», ας ξεκινούν ίσια κατά την «Αγορά» +κι από κει στην «Ακαδημία». Και σα ρωτούν και μαθαίνουν αν +«λέγεται τι καινόν» κι ακούσουν και τις μαριολιές κανενός +«Σοφιστή», ας βγαίνουνε στο μεϊντάνι, ας ξεγυμνώνουνται, ας +λαδώνουνται κι ας δοκιμάζουν τη δύναμή τους. Και σα γυρίζουν +πάλι στα σπίτια τους και κρεμάζουν τα καπέλλα τους στο καρφί, +ας στεφανώνουνται σα γαμπροί, κι ας &πλαγιάζουνε& στα συμπόσιά +τους, μ' αυλητρίδες και με χορεύτρες αντίκρυ τους. Πες τους να +μη λησμονούνε να στέλνουνε και κανένα πινάκι φαεί της «Θεού». + +Κ' ύστερ' απ' όλ' αυτά, μπορείς, θαρρώ, να τους προσθέσης πως +κι αυτά να κάμουν, και χίλια τέτοια, πάλι δε θ' αρμενίζουνε +πλάγι πλάγι με την Αττική τη «φωνή», πως με τέτοια καύκαλα μήτε +μπρος μήτε πίσω δεν πάμε. Πως εκείνοι που πολεμούσανε για τα +μας, και γλύτωναν τον τόπο από τη μια τη σκλαβιά, δεν τη +λογάριαζαν οι δύστυχοι αυτή την άλλη τη σκλαβιά του +δασκαλισμού. Πες τους πως ο δρόμος που ανοίξανε με το σπαθί +τους έβλεπε κατά τα μπρος, και όχι καταπίσω. Στην αληθινή την +πρόοδο, όχι στη ψεύτικη τη μίμηση. Πες τους, πως για να σιάξη +αυτός ο δρόμος που είνε τώρα πέτρες κι αγκάθια σπαρμένος, +χρειάζεται δουλειά και ζωή, όχι ψευτοπερηφάνειες κι ανώμαλα +ρήματα. Πες τα όλα, καθηγητή μου, με το καλό, καθώς σου τα +λέγω. Πες τους πως οι παλικαράδες που τραγουδούσαν ως προχτές +πως γέρασαν κλέφτες σαράντα χρόνων, αυτοί μέσα στο δικαστήριο +της Ιστορίας μια πιθαμή χαμηλότερα δε θα σταθούν από τους +ηρώους του Ομήρου. Πως κι ο Όμηρος έτσι κλέφτικα τα +τραγουδούσε· πως και τη ρωμαίικη τη γλώσσα θα βρεθούνε μια μέρα +Δάσκαλοι να τη σπουδάζουνε, γιατί θα μιλούμε τότες άλλη λογής +«Ελληνική» γλώσσα· ναι, Ελληνική πάντα, μα άλλη λογής. Εξόν αν +πλακώσουνε και μας φαν οι γειτόνοι μας. Πες τους πως &ταληθινό& +το γλωσσικό το ζήτημα είναι όχι ρωμαίικα ή αττικά, μόνο +ρωμαίικα ή βουλγάρικα, τούρκικα, ή αρβανίτικα· και πως μια και +μοναχή γιατρειά έχει αυτό το γλωσσικό το ζήτημα: Τη γιατρειά +της αρετής, της παλικαριάς, της λησμονησιάς του «Εγώ». + +Ας τον αφήσουμε να τραβήξη μέσα τώρα. Μα θα τους τα πη άραγες; + + + +ΣΤ' +ΚΑΙ ΛΙΓΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΦΕ + + + +Αν μπαίναμε μαζί του, θα πεθαίναμε από πείνα διπλή. Κ' ίσως η +ψυχική θα είταν η μεγαλήτερη. Ας τα πούμε πάλι πίνοντας τον +καφέ μας απ' έξω απ' αυτό τ' Αττικό ζαχαράδικο. + +. . . Είναι τώρα ως εκατό χρόνια που τραβάει ο δασκαλισμός από +τη μια, κ' η αλήθεια από την άλλη. Κι αν είτανε μονάχα να +διδάσκεται ο δασκαλισμός στα Σκολειά, το σκοινί θάσπανε τώρα +και πολύν καιρό. Μα για την κακή του τη μοίρα το Έθνος, ό,τι +έβαλε κάτω το καριοφύλλι, δεν είχε χέρια για πέννα! Και μήτε +διάθεση δεν είχε να σπάνη το κεφάλι του με γραψίματα και +διαβάσματα· μόνο από τη βιάση του να το ρίξη στην ακαμωσιά και +στο γλέντι, αφήκε σε χέρια δασκάλων το ιερώτερο πράμα ύστερ' +από τη θρησκεία, — τη φιλολογία του. Ποίημα έβλεπες; Δάσκαλος ή +δασκαλοπαίδι το είχε γραμμένο. Κι αν δεν τόγραφε δάσκαλος, +εκείνος τόκρινε, το στεφάνωνε ή ταφόριζε. Ιστορία; Δάσκαλος, ή +δασκάλου κοπέλλι κι αυτή. Παραμύθι ή δράμα; Πάλι αυτός μας το +σκάρωνε και το δράμα και το παραμύθι. &Ένας& τους μονάχα έτυχε +νάχη μέσα του ρωμιοσύνη και τέχνη αληθινή, και πήγανε να τονε +φάνε. Άρον μάρον τον ξορίσανε στο νησί του. Όλο το Έθνος στον +ώμο τους το πήραν. Το πνίξανε μέσα στην καταχνιά τους ό,τι +άρχισε νανεσαίνη. Ό τι γεννοβολούσε η πέννα τους, μέσα στη +γραμματική τους είτανε βουτημένο, σαν μες στο κερί κομμάτι +φιτίλι, κι αυτό δανεικό. Και τι μπορούσανε νάχουνε δικό τους! +Αφού άλλο δε συλλογιούνταν παρά το τι είπε το δείνα μεγάλο +κεφάλι, και το τι έγραψε το τάδε, πού καιρός να καθίση και να +ρωτήξη και το δικό του το κεφαλάκι ο δάσκαλος, ίσως μαθέ του πη +κι αυτό κατιτίς! + +Καθίσανε λοιπόν οι φίλοι στην Έδρα τους, και θέσπισαν: Πως το +μέτρο πρέπει να είναι έτσι, η «λύσις» έτσι, η «κάθαρσις» έτσι. +Φυσικά τους νόμους αυτούς τους έστρωναν για την Ποίηση. Γιατί +το Έθνος είτανε νέο, κι άρχιζε ποίηση να τους γυρεύη. Άξαφνα, +εκεί που από τη μια την πλευρά της Ρωμιοσύνης ο δασκαλισμός +μετάφραζε το Ρακίνα, ή έκλεβε το Βερανζέρο, πετιέται από την +άλλη ως τα μεσούρανα ένα μετέωρο και γεμίζει τον κόσμο ουράνιες +φλόγες. Μια ψυχή θεία και λεύτερη, που με τον πρώτο της αθάνατο +στίχο γκρέμισε όλο τον πύργο που πολεμούσαν οι δύστυχοι εκείνοι +μανιακοί να μας χτίσουν από μουχλιασμένες περγαμηνές. Μια ψυχή, +που έννοιωσε μονομιάς όλη την καρδιά της ταλαίπωρης Ρωμιοσύνης, +και την τραγούδησε με τρόπο που έμεινε η Ρωμιοσύνη μαγεμένη κ' +εκστατική. + + «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη + Περπατώντας η δόξα μονάχη, + Μελετά τα λαμπρά παλικάρια + Και στην κόμη στεφάνι φορεί, + Γενομένο απ' ολίγα χορτάρια + Που είχαν μείνει στην έρημη γη», + +Είπε η ψυχή εκείνη, κι ανατρίχιασε όλο το Έθνος από συγκίνηση. +Πήγε να χαλάση ο κόσμος. Φώναζαν οι δάσκαλοι, φώναζε ο +φραγκοκλέφτης ο Σούτσος. Το Έθνος τη δουλειά του. Άλλο δεν +τραγουδούσε παρά τα θεία λόγια του Σολωμού· γιατί την καρδιά +του καθρέφτιζαν. + +Πετιέται κατόπι άλλος, ύστερ' άλλος. Ο λαός τους ανέβασε όλους +στα ύψη του Παρνασσού, γιατί ο λαός, όσο αλυσοδεμένο κι αν τον +κρατούσαν οι δεύτεροι τύραννοί του, αποθαμμένος δεν είταν, και +γύρευε ποίηση ζωντανή. Από δω είχαν οι δάσκαλοι, από κει +είχανε, βάλανε στο χέρι το Ζαλακώστα. Του δίνει ένας τρομερός +Αρχιμιμητής το Ελληνικό το Λεξικό, τονε χαδεύει στον ώμο, και +του σφυρίζει στ' αυτί πως αν κάμη το νερό &ύδωρ& και το +μπαρούτι &πυρίτιδα&, αν πλουτίση και τη φτώχεια και την κάμη κι +αυτή &πενίαν&, θα καταντήση άλλος Αισχύλος, θα κερδίζη και τα +βραβεία του Βουτζινά. Ειδεμή, δεν έχει βραβεία Κ' έτσι τονε +μισοχάσαμε το Ζαλακώστα. Ζήτησαν και τάλλο, το Φταννησιώτικο το +καμάρι να το σκλαβώσουν κι' αυτό. Μα ο Βαλαωρίτης, πιστό και +δυνατόγνωμο της Ρωμιοσύνης παιδί, τους λέει, όχι. Σας δίνω τους +προλόγους μου, και τις νότες μου· μα τα τραγούδια μου τα φυλάω +για το Έθνος. «Βέβαια, βέβαια! φώναξαν τότες οι δάσκαλοι. Η +δημοτική είναι ιδιαζόντως γλώσσα ποιητική». + +Κ' έτσι, μας παράδωσαν οι φίλοι το κάστρο χωρίς να το νοιώσουν. +Η μόνη φιλολογία που έχουμε ως την ώρα, και που της αξίζει +τόνομα, είναι φιλολογία ποιητική. Άρχισε τώρα κ' η σειρά της +άλλης. Το Έθνος πεινάει, και γυρεύει τώρα φαεί. Ζητάει να +διαβάση, και διαβάζοντας να γελάση, να κλάψη, να μετανοιώση, να +θυμώση, ν' αγριέψη, να πολεμήση, αν είναι ανάγκη. Πιάνει λοιπόν +από το λαιμό τους μαγείρους που του νεροβράζανε μούμιες τόσα +χρόνια, και τους φωνάζει· — Για όνομα του Θεού, φτάνουν οι +μούμιες! Ψήστε μου κ' έν αρνί στη σούβλα να φάω! Δόστε μου τη +θροφή που ζητάει ο πεινασμένος μου νους! Χύστε αίμα καθάριο +στις στεγνωμένες μου φλέβες! Ρωμιό μ' έκαμε ο Θεός, ρωμαίικο +χώμα πατώ, ρωμαίικο αέρα ανεσαίνω, — πώς θέλετε να τα χωνεύω τα +ολόστεγνα ξεροπέτσια που μου ξεθάβετε! Με τη μασιά τα παίρνω +και τα πετώ, και ή μου δίνετε όσα η καρδιά μου γυρεύει κι ο +νους μου ονειρεύεται, ή πεθαίνω από την ατροφία. + +Τα λέγει αυτά ο λαός ο καημένος, όχι φυσικά με το στόμα του ή +με την πέννα, που αν μπορούσε έτσι να τα φωνάξη θα τον άκουγαν +κ' οι δάσκαλοι· μα τα λέει με την αδιαφορία του προς τα +δασκαλήσια, με την ακαμωσιά του, με την αμάθειά του, με την +αφιλοκαλία του, με χίλιους τρόπους που μιλούνε στο νου του +καθενός παρατηρητή που τον αγαπάει, τον πονεί, τονε νοιώθει. Οι +δάσκαλοι όμως, κουκκί απ' αυτά δεν απεικάζουν. Αυτοί +παραπονούνται μονάχα πως το έθνος δεν έχει όρεξη να διαβάζη. +«Εν Ελλάδι δεν υπάρχουσιν αναγνώσται». Δεν τις αγοράζει κανένας +τις μούμιες. Ας του φτειάξουν όμως έργα που να καθρεφτίζεται η +ψυχή του κ' η γλώσσα του, και να δουν. Κοίταξε πώς τα χάφτει ο +λαός τα λίγα ψύχουλα που εδώ και κει του σκορπούνε. Κοίταξε πώς +τα νοστιμεύεται, ως και τα κουτσά τα ρωμαίικα που του +σερβίρουνε στα φραγκορομάντσα τους, οι «επιφυλλίδες». Κοίταξε +τις εφημερίδες τις ίδιες· που τις διαβάζεις σήμερα και δε σε +πιάνει ανέκατος από τις βαρειές τις Ελληνικούρες· μόνο, όπου +χρειάζεται δύναμη, ζωή, κίνηση, εκεί δανείζουνται από τη γλώσσα +τη δυνατή, τη ζωντανή, την παντοκίνητη. Τη γλώσσα που και τα +συστατικά έχει, και γραφτό της είναι να δώση το υλικό για τη +φιλολογία την εθνική. + +Να σου πω τώρα και κάτι στ' αυτί πρι να σηκωθούμε. Να είχαμε +καιρό, και να μη φοβούμουν τα γερατειά, θα σ' έπαιρνα μαζί μου +ως το Παρίσι. Εκεί θα σανέβαζα σ' ένα σπίτι, στου Ταξιάρχη τη +συνοικία. Θα μπαίναμε, και θα βλέπαμε τοίχους από βιβλία +ολοτρόγυρα. Και στη μέση λεβέντη, με πρόσχαρη όψη, και μ' +ολόξυπνα μάτια. Αυτός είναι που την πέταξε την πρώτη τη μπόμπα +μέσα στη δασκαλήσια τη φάλαγγα. Ξαφνικό τους ήρθε σαν ξέσπασε. +Κανένας τους δε βγήκε να τον ανταμώση και να του ρίξη, ας είναι +και μια τουφεκιά. Παιδιά βάζανε και τούρριχταν πέτρες. Μα το +«Ταξίδι» του ολονένα ταξιδεύει ανάμεσά τους, και τους σπέρνει +φωτιά και καπνό. + +Κ' είτανε μπόμπα που μόνος τη δούλεψε και μόνος την πέταξε. +Έναν δεν είχε πλάγι του να του δώση κουράγιο. Όχι, στεκότανε +&μια& κοντά του. Σωστή Μπουμπουλίνα σε τέτοιους πολέμους. Μια +που μπορούσε να τους ρουφήξη τους φίλους μας εκεί μέσα. +&Επιστήμη& την έλεγαν την αγαπητικιά του. Θα μου πης, είναι το +λοιπόν κι αυτός δάσκαλος; Ναι, από κείνους που θάχη το Έθνος +σαν ξεφορτωθή το &Δασκαλισμό&. + + + +Ζ' +Η ΜΙΑ ΜΕΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ + + + +Πού να πρωτοπάμε τώρα; Στον Πρωθυπουργό; Στη Βουλή; Στις +εφημερίδες; Όχι· δεν ήρθαμε να πιάσουμε την αρρώστια του τόπου +και να συζητούμε πολιτικά. Ήρθαμε να σεριανίσουμε την Αθήνα στα +πεταχτά. Στο μυστικό μας αυτό ταξίδι ίσως ανταμώσουμε και +πολιτικούς. Ίσως μας το σερβίρουν και μας το δαιμονισμένο το +πιοτό που τόπιε το Έθνος και μέθησε, και τώρα τι λέγει και τι +κάμνει δεν ξέρει. Μα θα ταπογευτούμε με φρόνηση και με μέτρο· +ειδεμή, άλλο μην περιμένης παρ' ανοησίες κι από ταμάς. + +Αυτό το μεγάλο το εθνικό το μεθήσι δεν μπορεί, θαρρώ, και να +βαστάξη πολύ. Θα δουλέψη φυσικά και δω ο νόμος ο φυσικός της +ισορροπίας, δηλαδή θα πέση θέλοντας και μη το Έθνος στη λάσπη, +και θα κυλιέται ώσπου κάποιος περάση και το σηκώση. Μακάρι να +είναι δικός μας αυτός ο κάποιος! Μακάρι να μη μας την κάμη +ξένος αυτή τη χάρη! + +Αλλού, αλλού ας κοιτάξουμε, αλλού ας κρυφοπετούμε. Ορίστε +αντίκρυ μας μεγάλο σπίτι κι αρχοντικό. Σπίτι πολιτισμένο, και +σαν τα ρομάντσα τους, από την Ευρώπη φερμένο. Εκεί, εκεί που +ανοίγει η θύρα και βγαίνει ένα κοριτσάκι να πάη Σκολειό. +Πρόβαλε κ' η μάννα και το κατευοδώνει. Πανώριες δεν είναι, μήτ' +η μια μήτ' η άλλη. Μα έχουν τη μεγαλήτερη της ομορφιάς την +αντίπαλη, τη ρωμαίικη τη χάρη και τη νοστιμάδα. Είναι και +ντυμένες κατά τη μόδα. Η Κυρία μας πρέπει να την ξέρη τη μόδα +νερό. Με τα πρωινά της είναι ακόμα. Τα κατάμαυρά της μαλλιά +τάχει στρεφογυρισμένα με μιαν αταξία, που χρειάζεται χρόνια +σπουδή να τη μάθης. Τα χερουλάκια της γλυκοπαίζουν απάνω στον +ώμο της κόρης της. Φεύγει το κορίτσι, ακολουθάει ο δούλος. Τι +προτιμάς; Να συνοδέψουμε το κορίτσι, να δούμε πού πάει, και τι +θα μάθη; ή να μείνουμε και να κρυφοχωθούμε στο μεγάλο το +σπιτικό; + +Τρέμω μην τύχη και μου πης στη μικρούλα να πάμε. Τρέμω, γιατί +μια και δης το τι διδάσκουνται οι μητέρες της γενεάς που από +δαύτες προσμένει γλυτωμό και προκοπή η πατρίδα, θα φρίξης, και +θα μου πης να γυρίσουμε στο καλύβι, και κει να μείνουμε, +απελπισμένοι από πιο καλότυχα μέλλοντα! + +Καλλίτερα, φίλε, στο μεγάλο το σπιτικό· αφού μάλιστα κ' η +μητέρα της σε Σκολειό σπούδαξε κόσμο. Βλέποντας εκεί τους +καρπούς της θηλυκής μας σπουδής, θα ελπίζης πως ίσως η κόρη θα +σπουδάζη τώρα ανθρωπινώτερα, φυσικώτερα. Κ' ελπίζοντας, πάντα +κάτι βγαίνει. + +Ξανανοίγει ως τόσο η θύρα. Δε βγαίνει άλλο παιδί. Πρέπει να +είναι ο αφέντης εκείνος που βγαίνει, επειδή δεν παραστέκεται η +κυρία. Ξεκινάει για τη δουλειά του με το τσιγάρο στα χείλη. Σα +γερονίκος μου φαίνεται, κι ως τόσο με τη μόδα πηγαίνει κι +αυτός. + +Έφυγε κι ο πατέρας, και τώρα δε βλέπουμε τίποτε. Καιρός μας να +γίνουμε αέρας και να χωθούμε. Ίσια στης Κυρίας το &Μπουντουάρ&, +εκεί που στέκεται ο παντοδύναμος θρόνος της, που τάχει όλα δικά +της, που ψυχή δεν τολμάει να της αγγίξη βελόνι, μήτ' ο ίδιος ο +άντρας της. Μα τη Βασίλισσα δεν τη βλέπω στο θρόνο της. Πρέπει +να έμεινε κάτω και να δίνη προσταγές στην κουζίνα. Θα πήγε να +βάλη γνώση του μάγερα, να μην το παρακάμνη στο μέτρημα. Αρετές +γυρεύει από το μάγερα, που μήτε σ' αγαπητικό της δεν μπορεί να +τις ανακάλυψε. Κ' ίσως μήτε στον άντρα της, αν, καθώς +υποψιάστηκα, εμπορεύεται κι αυτός στα πολιτικά. + +Κοίταξε ως τόσο τι όμορφα τάχει συγυρισμένα τα έπιπλά της. +Καναπές, πολιθρόνες, καρεγλάκια, όλα βελούδο. Το χαλί μαλακό +σαν τα μαγουλάκια της. Λογής παιχνίδια και στολίδια σκόρπια σε +ράφια και σε τραπεζάκια, μ' αταξία κι αυτά, σαν τα μαύρα της τα +μαλλιά. + +Ορίστε κ' ένα γραμματάκι σ' αυτό το τραπέζι. Πρέπει να το +λησμόνησε δω. Αργότερα θα μπη στο συρτάρι κι αυτό. Λες να +τανοίξουμε το συρταράκι να δούμε και τάλλα; Όχι, δεν πρέπει. +Έπειτα, εκεί κρύβουνται παλιές ιστορίες, κ' εμείς γυρεύουμε +ιστορίες της ώρας. Και θα τις βρούμε, θαρρώ, γιατί εδώ μυρίζει +βανίλλια, κι όσο γέρος κι αν είμαι, πάει να με μεθήση η +αρχοντάδικη αυτή μυρουδιά. + +Γιατί όμως να ταφήση έξω το γραμματάκι! Είναι, θα πης, γραμμένο +στην κορακίστικη, και φόβο δεν έχει να διαβαστή από δούλο. Μα +πάλι να μη φοβηθή μην τύχη και το διαβάση ο άντρας της! Δε σου +το είπα; Ο άντρας της πόδι δεν πατάει εδώ μέσα. Ας διαβάσουμ' +εμείς το λοιπό. Βέβαιο πως έχουμε την άδεια του Αφέντη, αν όχι +της λυγερής του. + +«... Μοι εστάθη των αδυνάτων χθες. Μη δυσανασχέτει. Έσο βεβαία +περί της σήμερον ...» + +Όμορφο ραβασάκι! Μήτ' αρχή, μήτε τέλος, μήτ' όνομα, μήτε χωριό. +Κοπιάστε, Κύριοι, εσείς που καταγίνεστε στις Επιγραφές, και +ξεδιαλύνετέ το. «Μη δυσανασχέτει, έσο βεβαία περί της σήμερον». +Πως κάτι θα γίνη σήμερα, δε χρειάζεται δα και Οικονομίδης να +μας το πη. Καταλάβαμε και πως πρέπει να πέρασε θυμωμένη νυχτιά. +Μήτε στο κατώφλι δεν πήγε να προβοδίση τον άντρα της. + +Προσοχή, γιατί την ακούγω κι ανεβαίνει. + +Δεν έρχεται μέσα ως τόσο. Στην άλλη την κάμαρα τρύπωσε. Σα να +ξεδιπλώνουνται και να κρυφοτρίζουνε φορέματα. Φαίνεται πως +στολίζεται η Κυρία· δηλαδή, περνάει τη γλυκύτερή της την ώρα. +Κι ώσπου να στολιστή, τι να κάμουμε! Να μπούμε και να την +καμαρώσουμε, δεν ταιριάζει. Βγαίνουμε στην Πλατεία, και +σεριανίζουμε. Πάντα κάτι θα δούμε. + + + +Η' +Η ΑΛΛΗ Η ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ + + + +Δε μου φαίνεται να τσακίζη ο κόσμος τα κόκκαλά του εδώ στη +δουλειά. Οι ώρες στον τόπον τούτον είναι πάφτηνες, μπόλικες, +και γεμάτες ζαχαρένιο νερό σαν καρπούζια. Δίχως θροφή και δίχως +ουσία νερό. Να του πης του Τραμπούκου που κάθετ' έξω από το +Καφενείο και κοιτάζει λεβέντικα την άκρη του παπουτσιού του, — +να του πης πως όσον καιρό χάνει μελετώντας τρόπους να +κρυφοαρπάζη φτωχικά ψυχουλάκια από το Κοινό, μπορούσε τίμια +δουλεύοντας να μαλαματώση την τρομερή του κουμπούρα, να μείνη +κάτι και για τη χώρα που τον έθρεψε, και που αυτός ακόμα τηνε +βυζάνει, αν του τα πης αυτά, θα θαρρέψη πως θέλεις να γίνης εσύ +αντίς του λόγου του κλέφτης του τόπου, κ' ίσως και σε σκοτώση, +φανερά ή κρυφά. Μα κάλλιο δες παραμέσα! Και πες μου, πώς θα +βρίσκαμε τόπο να καθίσουμε, αν δεν μπορούσαμε και μυίγες να +γίνουμε στην ανάγκη! Όσο για τις φωνές, καλά που δεν τις ακούμε +με τα καθημερινά μας ταυτιά! Κόπιασε τώρα εσύ, που μου +λιμπίζουσουν πολιτικά το πρωί, να τακούσης και να τα χορτάσης. +Κόπιασε να το νοιώσης πως πολιτικά πάει να πη ποιος να +πρωταρπάξη. Αν είναι στ' αλήθεια πολιτικός, ν' αρπάξη ίσια από +το Ταμείο. Αν όχι, από ταυλάκια που τρέχουνε στο Ταμείο· μα +τελωνεία είναι, φόροι είναι, ό,τι τύχη να είναι. + +Άκου τον αβοκάτο, με τι πίκρα μοιρολογάει την πατρίδα του, τώρα +που την κυβερνάει η σκληρόκαρδη η παρέα που τον έχει αφημένο +απ' έξω. Και τι τερτίπια σοφίζεται να την αναποδογυρίση αυτήν +την παρέα. Ένα ως τόσο καλό μας κάμνει ο ψαλιδόγλωσσος ο +αβοκάτος, κι αυτό χωρίς να το θέλη· που με τα λόγια του μας +ξηγάει το &κλειδί& της ρωμαίικης της πολιτικής. Ποιος να +πρωτοκλέψη, δηλαδή ποιος να πρωτοζήση δίχως δουλειά, — να το +κλειδί. Όλα τάλλα είναι παραμύθια. Παραμύθια είναι κι όσα του +αποκρίνεται ο πλαγινός του ο πατριώτης, που τυχαίνει, θαρρώ, να +είναι σαν τιμιώτερος, αν κι αυτός ακαμάτης. Γεμάτος ιδέες ο +φίλος· όμορφες ιδέες και στοχαζούμενες. Γνωστικός πατριώτης, +και νοικοκύρης καλός· διαβάζει και το «Ντεμπά». Μα φεύγουν και +χάνουνται κι αυτουνού τα λόγια μαζί με τον καπνό που καπνίζει. +Πες του να τα γράψη και να τα στείλη στον τύπο, και θα γελάση +με μιαν ακαταδεξιά που θα σε κάμη να ντραπής που του μίλησες. +Θα σου πη πως οι ρωμαίικες οι εφημερίδες είναι για τα παιδιά +που τις γράφουν, και για μερικούς που το κάμνουνε δουλειά τους. +«Εμένα δεν είναι δουλειά μου», θα σου πη. «Αυτά γίνουνται στην +Ευρώπη», μπορεί να σου πη. Εκεί κάθε γνωστικός πολίτης +δουλεύει, άλλος κρυφά κι άλλος φανερά, για τον τόπο του, μπορεί +να σου πη. + +Βλέπεις; Όλα τα ξέρει. Του πολιτισμού τον δρόμο τον ακολουθάει +και τονε σπουδάζει καθώς ταστέρια ο αστρονόμος. Δεν είναι +νόμος, δεν είναι σύστημα που δεν τόχει μελετημένο. Τα ξέρει +όμως όλα καθώς ξέρει την ιστορία· &από το βιβλίο&. Οι σοφίες +που διάβασε δε ζωντανέψανε μέσα του. Του λέει λοιπόν, «Εμένα +δεν είναι δουλειά μου, αυτά γίνουνται στην Ευρώπη». + +Μα, φρόνιμε νoικοκύρη μου, μήτε του Άγγλου δεν είναι δουλειά +του. Είναι χρέος του. Αμαρτία τόχει αν δεν πάη το βράδυ σε μια +Συνέλεψη να πολεμήση, να δώση και λόγο γιατί πολεμάει τους +πολιτικούς του αντίπαλους. Όταν όμως σηκωθή το πρωί, &στη +δουλειά του& θα πάη. Εμείς είναι που τα κάμαμε δουλειά τα +πολιτικά. Ντελιγιάννης εδώ πάει να πη ψωμί, Τρικούπης πείνα. Κι +αν τύχη και δεν υπάρχει μήτε ψωμί μήτε πείνα στη μέση, τίποτις +ιερό, τίποτις όσιο δεν υπάρχει, κι ορίστε γιατί μήτε γράφεις, +μήτε μαζεύεις μερικούς σαν και λόγου σου, να τους χαρίσης τη +μάθησή σου, στο αίμα τους να τη χύσης, με συνείδηση και με τιμή +να τους αρματώσης, πολίτες αληθινούς να τους κάμης, — +διαβασμένε μου πατριώτη. + +Άλλος εκεί παρακάτω! Επαρχιώτης αυτός, και δηγάται του πλαγινού +του πώς το κατάφερε, εκεί που έκλαιγε τη μοίρα του στη βρωμερή +φυλακή του χωριού του, τότες που μαχαίρωσε κάποιονα, να +βρίσκεται τώρα στην Αθήνα, και να χαίρεται της ζωής τα καλά. +Μεγάλη ιστορία, και τόσες φορές λεγμένη, που μήτ' εδώ να +ξαναϊστορηθή δεν αξίζει. Σώνει να ξέρης πως είναι κουμπάρος +ενός βουλευτή. Ένα μήνυμα του βουλευτή, και μεταθέτεται ο +δικαστής που μελετούσε να τον παιδέψη. Κ' έρχεται άλλος +δικαστής που για του βουλευτή το χατίρι και νεκρό ζωντάνευε, +όχι, λέει, ζωντανό να κρεμάση. Κ' έτσι γλύτωσε ο κουμπάρος, το +στήριγμα αυτό της πατρίδας, που μας στέλνει σοφούς βουλευτάδες +στην πολυφώτιστη την Αθήνα. + +Μα τι τούτος, τι εκείνος, και τι ο άλλος! Όλοι τους στο ίδιο το +καζάνι μέσα βράζουν εδώ. Το ίδιο το φαρμάκι τους ποτίζει όλους. +Ας σύρουμε παραμέσα, γιατί φτάνει μας τα πολιτικά. Είναι φριχτή +η σαπίλλα τους, και μπορεί ναρρωστήσουμε. + +Κοίταξε τους τρεις εκείνους καμαρωτούς σπαθοφόρους, στου +καφενείου το βάθος. Εκεί να πάμε, και να καθίσουμε δίπλα τους. +Μια χαρά να τους βλέπης. Άλλο πράγμα όμως, να τους ακούς. + +«Πάλι σας χαιρετώ, παλικάρια, που χάρη νάχετε τα ηρωικά σας +ονόματα, και δεν σας παίρνουνε για αποβγάλματα της Φραγκιάς! +Που σπίθες πετούνε τα μάτια σας, μα σπίθες που δε μυρίζουν +μπαρούτι! Που ο Άρης την πήρε τη φλόγα του από την όψη σας, και +σας αφήκε τα ρούχα του μοναχά! Καλή μας τύχη, παιδιά μου, που η +Φύση κάμνει και θάματα κάποτες. Βγάζει κάποτες και δράκους από +τα σπλάχνα της σαρδαναπαλιάς. Ειδεμή θα καθίζαμε τώρα αντίκρυ +σας, και τα πύρινά μας θα κλαίγαμε που έμεινε η τύχη της +Ρωμιοσύνης σταφροδιτωμένα σας χέρια». + +Αν τις έπαιρνε ταυτί σου τις ομιλίες τους, τον ίδιο χαιρετισμό +θα τους έκαμνες. Πρόσεξε τώρα, να καταλάβης τι λογής φωτιά +είναι αυτή που τους περιχύνει. + +Κοίταξε πρώτα τον καταμεσιανό τους, με τη χωρίστρα στη μέση, +αυτόνα που σκύβει και κρυφομιλάει του αντικρινού του. Για κάτι +στοίχημα του μιλάει. Τόχασε, λέει, ο πλαγινός του το στοίχημα. +Άμα της ρίχτηκε, λέει, της Κυρίας που ματιά δεν τους χάριζε +στον περίπατο, την έμπλεξε μέσα στα δίχτυα του. Πέντε βίζιτες +πήγε, λέει, και της έκαμε ως την ώρα. Κ' η στερνή του, λέει, η +βίζιτα είταν παράδεισος μέσα σε κείνο το «μπουντουάρ». Εχτές, +λέει, είχε άλλο κυνήγι και δεν μπορούσε να πάη, και του ήρθε +ένα γράμμα — όλο φωτιά και θυμός. Κ' είναι έτοιμος, λέει, και +να το δείξη το γράμμα του πλαγινού του, αν δεν το πιστεύη. + +Κι' ακούγοντάς τα αυτά ο τρίτος ο φίλος κουνάει γελαστός το +κεφάλι του, σα να το περηφανεύεται που η τύχη του χάρισε +τέτοιον ήρωα φίλο. Ως τόσο ο πλαγινός, τσιμουδιά. Γοργοσαλεύει +το πόδι, χτυπάει τα δάχτυλα στο τραπέζι, να σκάση πάει που δεν +καταπιάστηκε τέτοιον ηρωισμό απατός του, μόνο πλερώνει τώρα και +τις δραχμές του. + +Σηκώνεται ως τόσο ο καταμεσιανός ο Ήρωας και σέρνοντας το σπαθί +ξεκινάει. Τον κράζει η σάλπιγγα της Αφροδίτης στο «μπουντουάρ». +Αν είχαμε πόλεμο, χώρες αλάκερες θα ρημάζανε. Τι θα χάση η +ειρήνη, αν μέσα στην αγκαλιά της ρημάξη ο ήρωάς μας ένα και +μοναχό σπιτικό! + +Είτανε και μας ώρα μας να ξαναμπούμε στης Κυρίας ταρχοντικό. +Βλέπαμε απάνω στο τραπεζάκι της τη μια μεριά του παραμυθιού και +δεν την καλονοιώθαμε. Κ' είπαμε, όταν στολιστή, να ξαναπάμε και +να μελετήσουμε τη σκοτεινή την επιγραφή. Δίχως να το θέλουμε +όμως, η επιγραφή ξηγήθηκε μες στο Καφενείο! Το γράμμα που της +έγραψε ο σπαθωμένος ο ήρωας είταν απλούστατο. «Μη θυμώνης που +δεν μπόρεσα να σε καταστρέψω εχτές. Έρχουμαι σήμερα και σ' +αποτελειώνω. Με μια μου ατιμία, σε μαυρίζω και σένα, και τον +άντρα σου, και το κορίτσι σου, και το μπουντουάρ σου». + +Αλλού, αλλού να τραβήξουμε. Η καρδιά εδώ σφίγγεται, ο νους +θολώνει κι αποτρελλαίνεται. Αλλού να σύρουμε, ίσως και βρούμε +τους Άη Γιώργηδες, που θα μας τα πνίξουν αυτά τα στοιχειά. + + + +Θ' +ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ + + + +Δέντρα, αμάξια, πλάκες, κολλόνες, αρχοντόσπιτα, μεγαλεία. Αυτά +έρχεται και βλέπει τ' αδέρφι μας από την Τουρκιά και χάνει το +νου του. Έρχεται κι ο Ομογενής από την Ευρώπη και τρίβει τα +μάτια του να καλοδή μήπως κάμνει λάθος, και δε βρίσκεται στην +Ευρώπη ακόμα. «Οι καρποί της Ελευθερίας», λέει ο ένας. +«Εξευρωπαϊσμός», συλλογιέται ο άλλος. Και παίρνουν το +σιδερόδρομο και κατεβαίνουνε στο Φάληρο, και κάμνοντας κέφι +στης θάλασσας την αθάνατη, την αμόλυντη την πνοή, μακαρίζουν +τους αμανίτες που φύτρωσαν και με λαμπρότατα χρώματα στολίζουνε +την παχειά κοπριά που μας έστρωσαν τεσσάρων αιώνων κακομοιριές. + +Θυμάσαι τι λέγαμε στο χωριό; Αυτό θα σου πη κάθε φρόνιμος +πατριώτης και δω, αν του ανοίξης ομιλία για τους λαμπρούς +αυτούς αμανίτες. «Ας είναι καλά, φίλε μου, αι ατομικαί +επιχειρήσεις· ειδεμή η Κυβέρνησις...» — Και τι την έχετε λοιπόν +τέτοια Κυβέρνηση; πώς δεν κάμνετε το λαό να σας διαλέγη πιο +προκομμένη Κυβέρνηση; — «Χα, χα! θα φωνάξη τότες ο πατριώτης. +Δε μας έμαθες, καθώς βλέπω, ακόμα· να μείνης μαζί μας λιγάκι, +να μας μάθης καλλίτερα. + +Και σαν ταποφασίσης και μείνης έξη μήνες, ένα χρόνο, πέντε +χρόνια, θα μάθης αυτό που βλέπεις και τώρα. Ο ένας να τα +φορτώνη του αλλονού. Ο καθένας να κυνηγάη τη δουλειά του, κ' οι +μεγαλήτερες οι δουλειές εδώ γίνουνται στα πολιτικά. Ο καθένας +να βγάζη το ψωμί του, και το πιώτερο το ψωμί βγαίνει από κει +που έπρεπε να πηγαίνη. Στη μέση κοίτεται η εθνική η μελόπηττα, +και τριγύρω σωριάζουνται οι πεινασμένες οι σφίγγες και τη +βυζάνουν. Καθένας και το κεντρί του, και το κεντρί αυτό είναι +το &Εγώ& του Ρωμιού. + +Ο λαός αυτός, που τονε βλέπεις τώρα και θαρρείς πως παράκμασε, +και πως έχασε τον ηρωισμό του, μην το θαρρής. Ο ίδιος είναι, +και πάντα ο ίδιος. Παλικαριά όση θέλεις, εγωισμός άλλος τόσος. +Η παλικαριά με τα θάματά της τον έδιωξε τον Τούρκο απ' αυτά τα +βουνά· όταν όμως έμεινε η παλικαριά μοναχή με τον εγωισμό, από +τα μαλλιά λες και πιάστηκε μαζί του, κ' έπεσε μονομιάς κάτω +λαβωμένη, αφανισμένη. Πήρε τότες απάνω του ο Εγωισμός, και +καλοθρονιάστηκε μέσα στην καρδιά του Ρωμιού. Πού να βρεθή +λεβέντης να την ξανασηκώση, να την ξαναδοξάση την πεσμένη +παλικαριά! Είχαμε μερικούς προστάτες, είχαμε δυο τρεις φίλους. +Και σα να γύρευαν κι αυτοί το κακό μας, κάθε τρόπο κάμνανε να +το θρέφουν το τέρας που καταπόνεσε τη μεγάλη μας αρετή, κάθε +τρόπο να το θεριεύουν. Και για να μην τύχη και τα μέλλοντα μας +σταθούν τυχερώτερα, και ξαναβλαστήση παλικαριά κι αρετή στη +ψυχή μας, μας ρίξανε στη μέση τη μυριοκαμάρωτη αυτή τη +μελόπηττα, που τη λένε «Σύνταγμα». + +Και τώρα τη βρήκαμε θαρρώ, τη φύτρα της περίφημης αυτής +«πολιτικής διαφθοράς», που όλη μας τη ζωή την ακούμε. Ένα είδος +&δασκάλοι& μας την έφτειαξαν και δω. Στη φιλολογία είχαμε τους +δασκάλους της γραμματικής, εδώ της πολιτικής. Πήρανε μερικά +βιβλία, μεταφράσανε νόμους, άρθρα, Συντάγματα, τάδωκαν της +Βουλής, τα παίρνει η Βουλή και τα κενώνει στη χώρα, από +Ρωμιοσύνη να γίνη Ευρώπη πολιτισμένη. Χάρη όμως νάχουμε στον +εγωισμό μας, που οι σοφοί μας οι δάσκαλοι τηλεσκόπι δεν είχανε +να τον ανακαλύψουν, αντίς Ευρώπη καταντήσαμε θηριοτροφείο. + +Τίποτις και καλά να μη μείνη δικό μας, εθνικό μας χτήμα, ως +μήτ' αυτό το &Κοτζαπασιλήκι&, που το κάτω κάτω μας γλύτωσε από +αξέχαστα βάσανα! Όλα μας από την αρχαιότητα κι από την Ευρώπη +φερμένα! Και τώρα ρωμαίικο άλλο δε μένει παρά το &Εγώ&, +λεύτερο, απαιδαγώγητο, αχαλίνωτο. Με μόνη την ελπίδα πως ίσως +κ' η κοπριά που σήμερα μανιτάρια μονάχα μας θρέφει, βγάλη και +θρέψη το μεγάλο το βαθιόρριζο, το μυριόκλωνο το δέντρο που θα +μας σκεπάση με τον καλορρίζικό του τον ίσκιο. Το Λεβέντη, που +θα προβάλη μια μέρα από το παλάτι εκείνο και θα μας πη: + +«Το έθνος έκαμε λάθος θανάσιμο τότες που θάρρεψε πως τον +αποτέλειωσε τον προορισμό του. Προορισμός και σκοπός του είτανε +να την καθαρίση όλη τη χώρα από το μίασμα της σκλαβιάς, και να +το ξαναστήση το Κράτος που κι από αίμα κι από δικαίωμα του +ανήκει. Μόλις λευτερώθηκε όμως ένα παράμερο της Ρωμιοσύνης +λουρί, κι αμέσως το βαφτίζουν «Ελλάδα», και την άλλη τη χώρα +την αφίνουν ενός Σουλτάνου βοσκή, να βγαίνη και να κυλιέται στο +αίμα! Τους ξέχασαν τους αδελφούς τους τα παλικάρια που για +δαύτους σηκώθηκαν, και τονειρεύτηκαν πως δίχως εκείνους έθνος +θα γίνουν, εθνικό μεγαλείο και πλούτο θαποχτήσουν, δόξα εθνική +θα τους λαμπρύνη! Το ξέχασαν το ιερό το χρέος που οι προγόνοι +τους δίδαξαν, και σα να ξημέρωσε η μέρα που τόσοι αιώνες +ολοσκότεινοι λαχταρούσαν, άρχισαν κ' έστηναν παλάτια μαρμάρινα, +θέατρα και Πανεπιστήμια και Βουλές, σα να μην αναστέναζαν ακόμα +μέσα στης σκλαβιάς την ταπείνωση χιλιάδες αμέτρητες! + +Έρχουμαι, (θα πη ο Λεβέντης), παλικάρια, να σας ξυπνήσω, και να +σας φέρω στο μέγα το έργο που γραφτό σας είναι να κάμετε. +Έρχουμαι να σας ξεμεθήσω από τη χαρά σας γι' αυτό το λίγο που +έγινε γι' αυτή την τρύπα που λευτερώθηκε, μα που για έθνος +μεγάλο δε σώνει, επειδή σε τέτοια τρύπα μέλλον εθνικό δεν +μπορεί να χωρέση. Αφήστε τα τα συντάγματα, τα θέατρα, τις +φιλολογίες και τις γραμματικές. Αυτά είναι λούσα που ένα έθνος +τα συλλογιέται όταν έχη όλο το είναι του. Γυρίστε, παλικάρια +μου, στο τσαρούχι, στην κάπα και στο μαύρο ψωμί. Γυμναστήτε +πάλι σταγαπημένα σας τάρματα, και λάτε μαζί μου. Ή έθνος μεγάλο +να γίνουμε, που κ' η καρδιά μας, κι ο νους μας μαζί του να +μεγαλώση, κι από ψεύτικα κι άτιμα κέρδη να γυρεύη λαμπρές κι +αντρίκιες τιμές, ή να γυρίσουμε στη σκοτεινή τη σκλαβιά, που +μ' όλο το αίμα της και μ' όλη της την ταπείνωση, είναι πιο +καλότυχο πράμα από τις ατιμίες που μια φορά ένας Γεροδήμος +πολεμούσε να τις βγάλη στον ήλιο, και μήτε μέρος δε μας +ιστόρησε». + +Αυτά θα μας πη ο μεγάλος ο Λεβέντης, το καμάρι της Ρωμιοσύνης, +και τότες ίσως την προλάβη το έθνος την καταστροφή που του +ετοιμάζουμε εμείς από τη μια με το βαρύ το μεθήσι, κι από την +άλλη ο αχόρταγος ο Σλαβισμός, που για κακή μας τύχη δεν έχει +μήτε Τούρκου ακαμωσιά. + + + +Ι' +ΜΕΓΑΛΟΣ ΝΟΥΣ + + + +Περπατώντας στο δρόμο, περπατούσαν κ' οι στοχασμοί, κ' ίσως +πήγαν πολύ μακριά, σταφανέρωτα μέσα τα μέλλοντα! Και παρά λίγο +να σκουντουφλήσουμε, — όχι σ' αυτήν εδώ την κοπέλλα, που ίσως +προσμένει ένα γλυκό σου χαιρέτισμα, και δίχως να το +συλλογιέται, σε προσκαλεί να της δώσης έναν αληθινόν πατριώτη, +έναν ήρωα που ν' ακολουθήση το βασιλικό μας Λεβέντη στην +εκστρατεία του! Μόνο πήγαμε να σκουντουφλήσουμε απάνω σ' +εκείνον με τον αψηλό τον κολλάρο, που χωρατά δε σηκώνει. Γιατί +είναι &Μεγάλος νους&. + +Γεμάτη η Αθήνα τέτοια μεγάλα κεφάλια, που περπατώντας, +τρώγοντας, ή και ρουχαλίζοντας, βρίσκουν πως η Φύση τούς έχει +πλασμένους για ν' αφήσουν &πάτημα& μέσα στην ιστορία. Άλλος σε +τούτο το στοιχείο της δόξας, άλλος σ' εκείνο. + +Η ζωή τους είναι μαρτύριο κι αυτή μεγάλο σαν το κεφάλι τους. Το +ξέρουν, το λέει κατιτίς μέσα τους πως είναι γεννημένοι για να +μιλούνε, να γράφουνε, να κυβερνούν, κι ως τόσο ο κόσμος να τους +νοιώση δε θέλει, δεν τους φυσάει ο καιρός. Περπατούν, +περπατούνε με ξερό ραβδί στο χέρι, κι όλο γεννούνε μεγάλες +ιδέες. Μα έρχεται ο κόσμος κατόπι, και παίρνοντας το δρόμο του +τις πατάει και λάσπη τις κάνει. Αποκάμνουν τότες κι +απελπίζουνται, πέφτουνε θύματα της μεγαλωσύνης τους, και +πεθαίνουν της πείνας οι πιώτεροι. Να δουλέψουνε, θα μου πης. Μα +πώς να δουλέψουν οι Καβούρηδες, που έπρεπε αυτοί χιλιάδες +νάχουν αποκάτω τους και να τους προστάζουνε! Πώς να +συλλογιούνται ψωμί οι Ντάντηδες, που μ' ένα όνειρο θρέφουνται! +Οι Βολταίροι, που έπρεπε να τους χαρίζη του πουλιού το γάλα ο +Τόπος! + +Είναι όμως σόγι που μονομιάς πάλι δεν απελπίζεται. Και γιατί ν' +απελπιστή εύκολα, που, ας είναι καλά, η συνταγματική μας +μελόπηττα, πολλών Καβούρηδων ήρθε η ώρα τους, και με το γάντζο +σκαλώσανε στο καράβι και μπήκανε να κυβερνήσουν κι αυτοί. Ας +είναι καλά ο δασκαλισμός, πολλοί Ντάντηδες ανέβηκαν τον +Παρνασσό σαν τα γίδια, και πολλοί Βολταίροι τιναχτήκανε στον +αέρα σα ροκέτες, κ' έσβυσαν πάλι, και πέσανε μαύρη στάχτη απάνω +στο χώμα. + +Πήγαινε, αν τολμάς, και ρώτηξε το φίλο τι δουλειά κάνει. Πάρε +τον, αν τολμάς, για μεγάλο Βούλγαρο, Φράγκο, Κινέζο, όποιον +άλλον ξέρεις πως δουλεύει με το μεγάλο κεφάλι του. Θα σε λυπηθή +που τον πήρες για άνθρωπο, κι όχι μεγάλο νου. Δε θα καταδεχτή +να θυμώση μαζί σου. Θα συλλογιστή και θα πη, τι να προσμένη από +έθνος με τέτοιους κουτούς σαν και λόγου σου, που φαντάζουνται +πως πρέπει ένας Μεγάλος Νους να δουλεύη! Θ' απορέση που δεν +έχεις τόση γνώση που να νοιώθης πως το Μεγάλο το Κεφάλι ανάγκη +να δουλεύη δεν έχει. Καθίζει στο γραφείο, κι αμέσως γεννάει το +κοντύλι του προσταγές, νόμους, σονέττα, δράματα, ιστορίες, +παραμύθια. Είδος μηχανή που βγάζει σουζούκια. Μια και δοθή +αφορμή στη μηχανή να γυρίση, κ' έρχεται η &Δόξα&, η θεά που +τραβάει κατόπι της όλο αυτό το κοπάδι, φορτωμένη δάφνες και +μεγαλεία. Μη βλέπης που πηγαίνει στο σπίτι του και ξαπλώνεται +πεινασμένος. Έρχουνται τα όνειρα και τονε χορταίνουνε με το +ουράνιο το μάννα τους. Μη βλέπης πως χάνει ο Τόπος δυο χέρια +που μπορούσανε να του φυτέψουν ένα κρομμύδι. Μια τέτοια ζημία +δεν είναι τίποτις μπρος ταθάνατα τα δώρα που μας ετοιμάζει το +Μεγάλο το Κεφάλι. + + + +ΙΑ' +ΠΑΡΑΤΑΞΗ + + + +Σκοπεύω να σε φέρω σε μια παράταξη τώρα· να τηνε δης την Αθήνα +σε μεγάλο πανόραμα. Είναι όμως κάμποσος περίπατος από δω, κι +ώσπου να φτάσουμε, να σου ξηγήσω με λίγα λόγια το τι +συλλογιούμαι. + +Συλλογιούμαι πως όσοι από ταμάς είπαμε και γράψαμε πως δεν έχει +&βάθος& ο ρωμαίικος ο χαραχτήρας, πως του λείπει ο αληθινός ο +ενθουσιασμός, το θρησκευτικό εκείνο το χρώμα που διακρίνει του +Βορεινού του λαού την κάθε ιδέα, την κάθε αγάπη, και πως γι' +αυτό και &Τιμή& τι πάει να πη δεν το καλονοιώθουμε, όσοι τα +ψυχολογήσαμε όλ' αυτά, δεν τον αναλύσαμε τον εθνικό χαραχτήρα +καθώς του άξιζε, και τον αδικήσαμε. Δεν είναι πως δεν έχει τη +δύναμη να τα νοιώση και να τα λατρέψη τα ευγενικά αυτά προσόντα +ο Ρωμιός. Δεν είναι πως δεν έχει το βάθος που τους χρειάζεται +να ριζώσουνε μέσα του. Είναι που ο νους του καταπονέθηκε από +τον παντοδύναμο τον εγωισμό. Κοίταξε το &Μεγάλο εκείνο το Noυ&. +Κοίταξε τι πίστη, την έχει στον εαυτό του! Κοίταξε με τι +ενθουσιασμό προσμένει τη δόξα! Με τι θρησκεία λατρεύει το +μεγαλείο του! Πόση δύναμη ορισμένη για μεγαλήτερους κι +αψηλότερους στοχασμούς δε σπαταλιέται στου τυφλού του εγωισμού +τις παραξενιές! Τι δεν μπορούσε να κάμη ένας νους που είναι +καλός τρεις μέρες να τυραννιέται γράφοντας δυσκολοχώνευτους +στίχους, πλέκοντας ανωφέλητα εγκώμια, ή κυνηγώντας τιποτένια +ρουσφέτια, — τι δεν μπορούσε να κάμη αν ξεχνούσε τον εαυτό του, +και θυμούνταν το ταλαίπωρο το έθνος που τίμιους κι +αυταπάρνητους εργάτες με το λυχνάρι γυρεύει, κ' έναν δε +βρίσκει! + +Όχι, το βάθος τόχει, τον ενθουσιασμό τον έχει, τη &θρησκεία& +κάθε αγάπης την έχει. Είναι τη λησμονησιά του &εγώ& που δεν +έχει. + +Να τις ως τόσο κ' οι Κολόννες του Κοτζάμπαση του Ολύμπου, που +μ' αθάνατους Θεούς είχε να κάμνη, και πάλι Σύνταγμα δεν τους +έδινε! Εδώ είναι που μπορείς να καθίσης, και ζωντανή να την +κάμης με τα λόγια την αρχαιότητα. Εδώ είναι που θα βάλη το +έθνος το πιο γλυκόφωνό του παιδί να λαλήση και να του ξηγήση τι +λεν αυτά τα γαλάζια τα βουνά γύρω, αυτοί οι κάμποι, αυτές οι +πέτρες! πού να τη βρούμε τώρα τέτοια δύναμη και φωνή! Από πού +να φανερωθή τέτοιος θείος Μεσσίας, κι αν φανερωθή, σε τι γλώσσα +να μας λαλήση, και ποιο Θεό να λατρέψη! + +Το βλέπεις το πλήθος εκείνο που ξεχύνεται από κάθε πλευρά και +ξεκινάει καταδώ, και μαζεύεται γύρω στις αθάνατες τις Κολόννες; +Μη νομίζης πως να διαλέξη πηγαίνει κανέναν τέτοιο Μεσσία! +Πηγαίνει να γλεντίση, και τίποτις άλλο. + +Να τους κάμουμε, με τα κρυφά τα μάγια του νου, σε παράταξη να +περάσουν ομπρός μας, και να τους δούμε. Όλης της Αθήνας την +εικόνα με μιας να την πάρουμε. Να γλεντίζουν οι Αθηναίοι, και +μεις αθώρητοι να τους ζωγραφούμε. + +Κοίταξε που άρχισαν κιόλας! Περνάει το πρώτο το τάγμα, φάλαγγα +πυκνή και με πέννες αρματωμένη. Είναι οι Δάσκαλοι οι +γραμματικοί, οι πατέρες της κορακίστικης. Μέρα και νύχτα +παιδεύουνται να φράξουν του λαού το στόμα που τους προδίνει, κι +αυτό πάλι σκάνει αν δε μιλήση! + +Άλλοι δάσκαλοι το δεύτερο το τάγμα. Δάσκαλοι πολιτικοί, που +διαβάζεις τα μεγάλα τα λόγια τους, και ξεχνάς τα μικρά τα +καμώματά τους. + +Μεγάλο τάγμα το τρίτο, κι ατέλειωτο. Υπάλληλοι ονομάζουνται στη +γλώσσα την κορακίστικη· όνομα στη ρωμαίικη δεν έχουν, επειδή +του κάκου τους φωνάζει το κλαδευτήρι, ταλέτρι και το σφυρί. + +«Φοιτηταί» είναι το τάγμα που έρχεται τώρα. Έπρεπε ο καθένας +τους να μένη «φυτευτής» στο χωριό του. + +Μην το κακοβλέπης το πέμτο το τάγμα. Είναι Τραμπούκοι. Καλοί +πατριώτες, που έχασαν τα νερά τους. Τούρκους να πολεμήσουν αν +είχαν, δαφνοστεφάνωτοι θα περνούσανε τώρα. + +Πέρασέ το με μια ματιά το έχτο το τάγμα. Είναι Πραματευτάδες +και παντής λογής δουλευτάδες, που τότε μόνο συλλογιούνται τα +χάλια του τόπου, όταν ανεβαίνη το κάμπιο, ή πλερώνουνε φόρους. + +Οι «Δημοσιογράφοι» διαβαίνουν τώρα. Τους πέρνει τους δύστυχους +ο δασκαλισμός από τη μια, κ' η Ρωμιοσύνη από την άλλη, κι όταν +τους διαβάζης, είναι να τους λυπάσαι. + +Εύκολα το ξεχωρίζεις τόγδοο το τάγμα από την πολεμική τους +στολή· μόνο που μαζί με τις Αφροδίτες δεν κυνηγούνε και δόξα! + +Το τάγμα που τώρα περνάει έπρεπε με τους Τραμπούκους να πάη. +Είναι μαχαιροβγάλτες, παλικάρια που στάδιο δεν τους ανοίγ' η +πατρίδα να τρέξουν. Τρέχουνε στους δρόμους και μαχαιρώνουν, +περνούν από τις δίπορτες φυλακές μας, και βγαίνοντας, +ξαναμαχαιρώνουν. + +Χαιρέτησε τώρα με σέβας. Είναι οι αβοκάτοι αυτοί που περνούν, +οι αστυνόμοι, οι δικαστάδες, κ' οι παρόμοιοί τους. Είναι του +νόμου οι κλειδοκράτορες, και της δικαιοσύνης οι δεσποτάδες. Οι +νόμοι τους είναι σε βιβλία κλεισμένοι, και μήτε τη Μεγάλη +Παρασκευή, μαζί με τον Επιτάφιο δε βγαίνουνε. + +Ακολουθάει και δωδέκατο τάγμα, που ίσως έπρεπε νάρχεται πρώτο. +Ίσως για ν' αληθέψη το ρητό, «οι πρώτοι έσχατοι και οι έσχατοι +πρώτοι». + +Φίλε μου και Κληρονόμε, την είδαμε την «Ελλάδα» σ' όλη της τη +δόξα την τωρινή. Την είδαμε ολόγυμνη, μ' όλα της τα ψεγάδια, κι +όχι για να γελάσουμε, μόνο να δούμε αν αυτά τα ψεγάδια τής +έχουνε στρεβλωμένη την ομορφιά, ή να μην είναι της επιφάνειας +ψεγάδια, ίσως της αλυσίδας σημάδια. Η ομορφιά του κορμιού της +δε χάθηκε, όχι· και μήτε θα λείψη, όσο αναπνέει και ζη. Όλοι +αυτοί που τους είδες παραταγμένους, όλοι τους είναι Ρωμιοί. Το +αίμα της ηρωικής τους της εποχής σ' εφτά δεκαριές χρόνια δεν +μπορούσε να ξεθυμάνη. Τέτοιο αίμα εύκολα δεν αφανίζεται μέσα σ' +ένα καφκί φράγκικο τσάι, μήτε σ' ένα ποτήρι δασκαλήσιο νερό. Το +έθνος έχει ακόμα μεγάλη δουλειά να κάμη, κ' έχει τη δύναμη να +την κάμη. Το νοιώθει μες στην καρδιά του πως του χρειάζεται γης +και θάλασσα να ξαπλώση τη δύναμή του και τη ζωή του. Αυτά τα +ψεγάδια που είδες, τα πιώτερα είναι &απόδειξη& πως το έθνος ζη. +Αγριομαθημένο από τα έρμα του τα βουνά, το κατεβάσανε σε +Βασιλικό περιβόλι, και μήτε με κάγκελα δεν το τριγυρίζανε. Τι +άλλο περίμενες παρά γης Μαδιάμ μέσα σε κείνο το περιβόλι! + +Όταν το έθνος δεν έχει όλη τη γη του κι όλη τη θάλασσα, χίλια +συντάγματα και χίλιες γραμματικές να το βγάλουνε δε σώνουν από +την ηρωική του την εποχή. Το πολύ το κάμνουν και στη λαχτάρα +του απάνω κυνηγάει τύχη και καλοπέραση, εκεί που δε βγαίνει +παρά φτώχεια, ταπείνωση και κακομοιριά. + +Κυνηγάτε ίσκιους, καλοί Αθηναίοι! Είναι κι αυτό κατιτίς. Εμείς +οι Τουρκομερίτες μήτε ίσκιους δεν κυνηγούμε! Κυνηγάτε, και μην +ξεχνάτε την τέχνη, και βρεθήτε ανετοίμαστοι όταν έρθη τ' +αληθινό το Μεγάλο το Κεφάλι, και σας βάλη και κυνηγάτε την +αθάνατη τη Δόξα της Αρετής, της παλικαριάς, της λησμονησιάς του +Εγώ. + + + +ΕΠΙΛΟΓΟΣ + + + +Φίλτατε Κληρονόμε μου, σ' έφερα, πάλι στο μοναχικό μου καλύβι, +κι αφήσαμε το ταξίδι μας, ίσως απότομα κι άξαφνα· μα να σου πω +το γιατί. + +Αφού κάθισα εψές κ' έγραψα το σεριάνι μας στις Κολόννες, έγυρα +κι' ακκούμπησα το λευκότριχό μου κεφάλι σ' αυτή την άγια την +πέτρα που ξέρεις, ν' αναπαυτώ. Και με πήρε ύπνος κ' είδα +παράξενο όνειρο. Είδα πως φάνηκε και στάθηκε στο κατώφλι ο +γέρο-Βασίλης, κρατώντας από το χέρι κάποιον άλλον που δε +φαινότανε, γιατί στέκουνταν απ' έξω. Και σα στάθηκε και με +κοίταξε, χαμογέλασε και γύρισε προς το σύντροφό του απ' έξω, κ' +είπε: «Καιρός του είναι πια να μας έρθη». + +Και ξύπνησα αμέσως τρομαχτικά. Κι άρχισα και συλλογιούμουν πως +κάτι σημαίνει αυτό τόνειρο. Τάχα να μην έκαμνα το χατίρι τους +και με φωνάζουνε πριν αποτελειώσω; Τάχα να την αποτέλειωσα τη +δουλειά μου; Θεός το ξέρει. Είχα πολλά κρυμμένα στο νου μου και +στην καρδιά μου, και δε σου φανέρωσα μήτε τα μισά. + +Δίχως άλλο αύριο φεύγω. Ίσια στ' Άγιο Όρος Θα ξεκινήσω. Εκεί θα +τις βρης αυτές τις Φυλλάδες, αυτό το αίμα που έσταξε από τις +μισόστεγνες φλέβες μου. Ίσως, σαν τα διαβάσεις αυτά τα χαρτιά +και τα κάμης δικά σου, τα κρίνης άξια να διαβαστούν κι από +άλλους, με την ελπίδα να βρεθή δυνατώτερο χέρι και βάψη την +πέννα του μέσα στο αίμα του Γεροδήμου, και γράψη τα λόγια που +θα το ξυπνήσουν το Έθνος, και θα το φέρουνε στο μεγάλο το +δρόμο. + + + +ΤΕΛΟΣ + + + +ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ + + + Σελ + +Πρόλογος του κληρονόμου................. 5 +Πρόλογος του Γεροδήμου . ............... 9 + + + +ΠΡΩΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ + + + +ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ + +Α' Μάννας γυιος........................ 13 +Β' Πρώτες αγάπες και πρώτοι πόνοι...... 17 +Γ' Πρώτη λαχτάρα....................... 22 +Δ' Σκολειό............................. 24 +ς' Καρά Κολ, Χαζίρ ολ.................. 26 +Ζ' Στην εκκλησιά....................... 28 +Η' Πρωτοχρονιά......................... 31 +Θ' Προκοπή............................. 34 +ΙΑ' Σκουλαρίκι να το κρεμάσουν......... 39 +IB' Ένα όνειρο......................... 44 +ΙΓ' Όξω ............................... 46 +ΙΔ' Στο Μεσοβούνι...................... 49 +IB' Στον γκρεμνό ...................... 55 +Ις' Πιάστηκε! ......................... 60 +ΙΖ' Λαχτάρες και δουλειές.............. 62 +ΙΗ' Φαντάσματα ........................ 64 +ΙΘ' Πού ακούστηκε...................... 66 +Κ' Ξαπλωμένος ........................ 69 +ΚΑ' Χαλασμός κόσμου.................... 71 +KB' Δυο λόγια ακόμα.................... 74 + + + +ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΛΛΑΔΑ + + + +ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ + +Α' Στην «Ακρόπολη» του χωριού.......... 79 +Β' Μπραΐμης............................ 89 +Γ' Δυο λόγια πρι να ταξιδέψουμε στο + χωριό .............................. 99 +Δ' Στου Μπέη.......................... 103 +Ε' Στην απάνω την Αγορά .............. 108 +Η’ Η ομιλία του Χουσεήνη ............. 116 +Ζ' Στην κάτω την Αγορά................ 120 +Η' Κόλαση και Παράδεισος.............. 127 +Θ' Λίγες ματιές....................... 133 +I' Ρωμιοπούλες........................ 138 +ΙΑ'Η θεια Γιαννούλα................... 149 +IB' Η νοικοκερά....................... 156 +ΙΓ' Φτάνει μας το χωριό .............. 160 + + + +ΤΡΙΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ + + + +ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ + +Α' Στο γιοφύρι........................ 165 +Β' Εθνικές ιδέες. . . .:.............. 168 +Γ' Η καλή μας η μάννα................. 173 +Δ' Τα γράμματα........................ 176 +Β' Η Ξανθομαλλού κι' ο Μαυριδερός..... 179 +ς' Ένα σαλέπι......................... 182 +Ζ' Έν' ανέλπιστο παραμύθι............. 185 +Η' Ένας Έλληνας κ' ένας Έλλην......... 191 +Θ' Στ' άη Γρηγόρη..................... 194 +Ι' Λίγα λόγια της Αγιωσύνης του ...... 196 +ΙΑ' Στο Ταξίμι........................ 200 +IB' Στου φίλου που όνομα δεν του + βρίσκω............................ 204 + + + +ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ + + + +ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ + +Α' Στην Ακρόπολη...................... 211 +Β' Στο παλάτι......................... 218 +Γ' Ένας βασιλιάς χωριάτικα ντυμένος... 220 +Δ' Ο Παναγής Καλογιάννης.............. 225 +Ε' Έξω από το Πανεπιστήμιο............ 237 +ς' Και λίγη φιλολογία με τον καφέ..... 241 +Ζ' Η μια μεριά ενός παραμυθιού........ 247 +Η' Η άλλη η μεριά του παραμυθιού...... 252 +Θ' Στο δρόμο.......................... 258 +I' Μεγάλος νους....................... 263 +ΙΑ' Παράταξη.......................... 266 +Επίλογος.............................. 272 + + + +Λάθη + + +Έμειναν κάμποσα λάθη αδιόρθωτα, καθώς Αθήνα, αντίς Αθήνα, +Ρωμιοσύνη αντί Ρωμιωσύνη, καθίσω αντί καθήσω, κτλ. Ας τα +παραβλέψη ο αναγνώστης. + + + +Άλλο βιβλίον του Αργύρη Εφταλιώτη + +ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ . Δραχ. 2 + + + +Τιμάται δραχ. 2.50 + + + +Τυπογραφείον Εστίας, Αθήναι — 1497 + + + + + + + +End of Project Gutenberg's Gerodimos Pamphletes, by Argyris Eftaliotis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GERODIMOS PAMPHLETES *** + +***** This file should be named 34118-0.txt or 34118-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/4/1/1/34118/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. diff --git a/34118-0.zip b/34118-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..582e57a --- /dev/null +++ b/34118-0.zip diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt new file mode 100644 index 0000000..6312041 --- /dev/null +++ b/LICENSE.txt @@ -0,0 +1,11 @@ +This eBook, including all associated images, markup, improvements, +metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be +in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES. + +Procedures for determining public domain status are described in +the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org. + +No investigation has been made concerning possible copyrights in +jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize +this eBook outside of the United States should confirm copyright +status under the laws that apply to them. diff --git a/README.md b/README.md new file mode 100644 index 0000000..c3b86aa --- /dev/null +++ b/README.md @@ -0,0 +1,2 @@ +Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for +eBook #34118 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34118) |
