summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:00:56 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:00:56 -0700
commita4e8b7a125ada51c850974ab1085207dc6d4ca33 (patch)
treee2a524f7c38388a7ea419313c5e98ff5aef47825
initial commit of ebook 34118HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--34118-0.txt6477
-rw-r--r--34118-0.zipbin0 -> 155665 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
5 files changed, 6493 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/34118-0.txt b/34118-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..8cf766e
--- /dev/null
+++ b/34118-0.txt
@@ -0,0 +1,6477 @@
+The Project Gutenberg EBook of Gerodimos Pamphletes, by Argyris Eftaliotis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Gerodimos Pamphletes
+
+Author: Argyris Eftaliotis
+
+Release Date: October 23, 2010 [EBook #34118]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GERODIMOS PAMPHLETES ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
+changed. Bold Words have been included in &.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
+βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+
+
+
+
+ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ
+
+
+
+
+Φ Υ Λ Λ Α Δ Ε Σ
+ΤΟΥ
+ΓΕΡΟΔΗΜΟΥ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+44 — ΟΔΟΣ ΣΤΑΔΙΟΥ — 44
+1897
+
+
+
+ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ
+
+
+
+ΦΥΛΛΑΔΕΣ
+ΤΟΥ
+ΓΕΡΟΔΗΜΟΥ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
+ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
+1897
+
+
+
+ΣΤ' ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΤΑ ΡΩΜΙΟΠΟΥΛΑ
+
+ Αργύρης Εφταλιώτης.
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ
+
+
+
+Ταξίδευα, τώρα και τρία χρόνια, στ' Άγιο Όρος, και για
+διασκέδαση, και για να κοιτάξω κάτι χερόγραφα. Και σκαλίζοντας
+μια μέρα στη Βιβλιοθήκη, πήρε το μάτι μου δεμάτι χαρτιά
+τυλιγμένα σε κεντημένο μαντίλι, με σταυρό απ' έξω, κι από κάτω
+μεγάλα γράμματα, «Φυλλάδες του Γεροδήμου».
+
+ — Τι χαρτιά είν' αυτά; ρωτώ τον Καλόγερο που με συνόδευε.
+
+ — Και γω δεν καλοξέρω, αποκρίνεται ο Καλόγερος. Πέρασε
+πρόπερσι ένας γέρος από δω, και τ' αφήκε. Δεν ήθελε να πη μήτε
+πούθε ήρθε, μήτε πού πήγαινε. Είταν αμίλητος κι ακόντευτος.
+Ξήγησε μόνο στον Ηγούμενο πως αυτά είναι τα χερόγραφά του, κι
+όποιος περαστικός επιθυμεί ας τα διαβάση, κι όποιος τα διαβάση
+από την αρχή ως το τέλος και του αρέσουν, μπορεί και να τα πάρη
+μαζί του.
+
+ — Και δεν τα διάβασε κανένας ως τώρα;
+
+ — Κανένας. Τάρριξε ο Ηγούμενος μια ματιά, και μας είπε πως
+είναι γραμμένα σε βάρβαρη γλώσσα. Τα κοίταξε κ' ένας καθηγητής
+που ταξίδευε στα μέρη μας τις προάλλες, και σούφρωσε τα φρύδια
+του και τα χείλη του σαν το χορτάτο που βλέπει ξερό ψωμί.
+
+ — Είμαι περίεργος να τα δω και γω, είπα του Καλόγερου.
+
+Και κάθισα, κι' άρχισα να διαβάζω. Και βλέποντας ο Καλόγερος
+πως δε μ' έπιανε αναγούλα και μένα, μόνο διάβαζα κι όλο
+διάβαζα, με καλονύχτισε (είτανε βράδυ), και μου είπε, σαν
+αποτελειώσω, να κλειδώσω και να φέρω το κλειδί στο κελλί του.
+
+Πρέπει να κοντεύανε χαράματα σαν ξανάδεσα τα χαρτιά στο πανί.
+Τα πήρα στην αμασκάλη μου, έσβυσα το καντήλι, βγήκα και
+κλείδωσα την πόρτα. Τρέχω στο κελλί και ξυπνώ τον Καλόγερο και
+του δίνω το κλειδί.
+
+ — Τα διάβασα όλα, του είπα, κ' είναι δικά μου. Ορίστε αυτό το
+τάλλαρο για την καλωσύνη σου. Πηγαίνω τώρα στον αγωγιάτη μου,
+να ξεκινήσω με τη δροσιά. Έχε γεια, και προσκυνήματα στον
+Ηγούμενο.
+
+Κ' έφυγα με τα χαρτιά του Γεροδήμου μαζί μου. Είτανε χτήμα μου,
+και δεν μπορούσε κανένας να μου τα πάρη. Μα οι Καλόγεροι είναι
+παράξενοι κάποτες, και δεν ήθελα ν' αρχίσω λογομαχητά μαζί
+τους, ανίσως και τους περνούσε υποψία πως κάτι αξίζουν αυτά τα
+χαρτιά. Καβαλίκεψα λοιπόν τάλογο, κ' έφυγα.
+
+Σαν ήρθα στην Αθήνα, και τα ξαναδιάβασα, και μοναχός μου, και
+με τους φίλους μου, αποφάσισα να τα δώσω και στο Κοινό. Μηγαρή
+δεν είχα και του Γεροδήμου την άδεια; Ορίστε τι έγραφε επάνω
+στο ξώφυλλο:
+
+«Αυτό το χερόγραφο δεν είναι μήτε αληθινές ιστορίες, μήτε
+παραμύθια. Είναι και τα δυο. Όποιος το πρωτοδιαβάση ως το
+τέλος, είναι ο κληρονόμος μου. Ας το κάμη ό,τι θέλει. Όποιος το
+μισοδιαβάση και πη πως δε βρίσκει μερικές αλήθειες μέσα σ' αυτό
+το παραμυθολόγι, και πως μερικά παραμύθια δεν είναι κι από
+αληθινές ιστορίες αληθινώτερα, ας έχη το ανάθεμα, αμήν».
+
+ Α. Ε.
+
+
+
+ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΔΗΜΟΥ
+
+
+
+Πρι διαβάσης τις φυλλάδες μου, Χριστιανέ που με πήρες στα χέρια
+σου, ίσως θέλεις να ξέρης ποιος είταν ο Γεροδήμος. Ας σου
+δηγηθώ λοιπό με λίγα λόγια τα πρώτα μου χρόνια, πριν καταπιαστώ
+τις άλλες φυλλάδες. Όσο για τα κατόπι τα χρόνια, μπορείς και να
+τα μαντέψης ως ένα βαθμό. Το παιδί θα σου δείξη τον άντρα. Δε
+γνώρισα, και πιστεύω μήτε του λόγου σου δε γνώρισες άνθρωπο που
+του άλλαξε τα καύκαλα ο καιρός.
+
+
+
+
+ΠΡΩΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
+
+
+
+
+ΤΑ ΠΡΩΤΑ MOΥ ΧΡΟΝΙΑ
+
+
+
+Α'
+ΜΑΝΝΑΣ ΓΥΙΟΣ
+
+
+
+Γεννήθηκα στο σπίτι της Μάννας Μου, σε νησί της Τουρκίας. Είταν
+αυγή, πρώτο λάλημα πετεινού. Το δικό μου είταν το δεύτερο
+λάλημα την αυγή εκείνη. Άκουσα πως σα με φάσκιωσε και με
+κρατούσε στα χέρια της η μαμμή, έβλεπα το λυχνάρι, και στήλωνα
+τα μάτια μου κατά το φως. Αυτό δε μου φαίνεται και παράξενο. Το
+παράξενο είναι που σα μεγαλώσουμε δεν έχουμε τόση γνώση. Χρόνια
+και χρόνια μπορεί να μένη λαός στο σκοτάδι, και σπίθα να δη,
+σφαλνά τα μάτια του. Κι αλλοί στον που τίναξε τη σπίθα στη
+μέση!
+
+Ο πατέρας μου συχωρέθηκε πρι να γεννηθώ... Είμουμα λοιπόν της
+μάννας μου γυιός, και μ' εκείνην αρχίζω αυτά τα πρώτα μου
+χρόνια.
+
+Και τ' αρχίζω με λίγα λόγια. Σκοπός μου, καθώς είπα, είναι να
+γνωριστώ με την αφεντειά σου, αγνώριστε πατριώτη και κληρονόμε
+μου. Να ξέρης ποιος είναι που σου αφίνει αυτή την παράξενη
+σερμαγιά. Α σου πω πως είμαι ο Γεροδήμος, τίποτις δε θα
+καταλάβης. Α σου πω πως είμαι λιγνός, μαυριδερός, άσκημος, και
+λίγο κουτσός, τότες ίσως με ξανατυλίξης και στο μαντίλι, και
+Θεός πια το ξέρει πότε θα διαβαστούν αυτές οι φυλλάδες! Ίσως
+όταν χίλια χρόνια και δω γυρεύουνε χερόγραφα ν' αποδείξουν πως
+και προ χίλια χρόνια βρισκότανε Ρωμιοί που πασκίζανε να γράφουν
+τη γλώσσα τους.
+
+Εκείνο που ίσως πρέπει να ξέρης είναι τι λογής γυναίκα είταν η
+μάννα μου, και με τι λογής μάτια μ' έμαθε να βλέπω τον κόσμο.
+Και τότες με καλό αρχίζουμε τη δουλειά μας.
+
+Πρώτη φορά που φύλαξα την εικόνα της μάννας στο νου μου μέσα,
+είτανε σα μ' ένιβε μια Κεριακή πρωί και με συγύριζε να με πάη
+στην Εκκλησιά. Πρέπει να είμουν ως τεσσάρω χρονώ. Πώς πέρασαν
+αυτά τα τέσσερα χρόνια, από την ώρα που πρωτοάνοιξα τα μάτια
+μου, ως την Κεριακή εκείνη που μ' ένιψε η μάννα μου στης αυλής
+τη βρυσούλα, είναι άγραφη ιστορία. Στο νου μου δε γράφηκε. Τι
+να τη λέγω; Δανεισμένα λόγια θα λέγω. Το πολύ να πω πως δεν
+υπόφερε το σπίτι μας από μεγάλο κακό, δεν ήρθε κανένας σεισμός
+να το πλακώση, κανένας δανειστής να βουλώση τις πόρτες του, δεν
+ήρθε πια κι ο χάρος να το ρημάξη. Τι θέλαμε άλλο; Τώρα που
+είτανε χήρα, τύλιξε η δύστυχη η μάννα μου το κεφάλι της με τη
+μαύρη τη μαγουλίκα, δούλευε στον αργαλειό, κ' έτσι ζούσαμε. Η
+αδερφή μου η Άννούλα, έξη χρόνια μεγαλήτερή μου, κοίταζε τις
+μικροδουλειές του σπιτιού, μου έκανε και την παραμάννα. Βλέπεις
+τώρα πως είχα κι αδερφή. Τη ζωγραφιά της θα τηνε δης κατόπι. Τη
+φυλάγω σε ξεχωριστή γωνιά της καρδιάς μου, με καντηλάκι
+αναμμένο μπροστά της, που δε σβύνει ποτές.
+
+Πήγαμε λοιπό στην εκκλησιά εκείνη την Κεριακή. Εκεί, μέσα στο
+γυναικίτη, μπροστά στο καφάσι, καθώς που έκανε το σταυρό της,
+εκεί ανασήκωσα το πρόσωπό μου και την καλοείδα πρώτη φορά τη
+μάννα μου, με μάτια που αφίνουν εικόνες μέσα στο νου. Είτανε
+μαύρα ντυμένη. Τα μάγουλά της κατάχλωμα. Από τη χαμηλωμένη
+ματιά της έσταζε τέτοια λύπη, που κοίταζες τα χείλη να δης τι
+τρέμει, και κει έβρισκες την πίκρα ζωγραφισμένη. Αυτά όλα τα
+μάζευα τότες και τάκρυβα στην καρδιά μου, να τ' ανιστορώ και να
+τα νοιώθω τώρα που μήτε κείνη πηγαίνει πια στην εκκλησιά, μήτε
+γω έχω τη δύναμη που μαζεύει λουλούδια της νιότης για την
+ερημιά που τη λένε γεράματα. Αν είσαι και συ εξηντάρης,
+αγνώριστε πατριώτη, πες μου, αν μπορής, πως δε βγάζεις και συ
+τέτοιες εικόνες από το θυμητικό σου, όταν καθίζης στον ίσκιο
+των χρόνων σου αδυνατισμένος κι αποσταμένος, να ξεκουραστής και
+να δυναμώσης. Πες μου α δε βρίσκης παρηγοριά στα γλυκά τους τα
+χρώματα, μα ας είσαι και φονιάς, κι αβοκάτος, και — δάσκαλος!
+Πες μου α δε φωνάζη τότες κρυφή φωνή μέσα σου «Μάννα μου», κι
+ας έμαθες να κλίνης το «μήτηρ», με το δυικό του μαζί!
+
+Τι παράξενο όμως, τίποτις άλλο να μη θυμούμαι σ' εκείνη τη
+λειτουργία! Μήτε τον παπά, μήτε τους ψαλτάδες, μήτε
+πολυελαίους, μήτε μανάλια! Τίποτις άλλο, παρά τη μάννα μονάχα!
+Τη μαυροφόρα τη μάννα, και σύννεφα ολοτρόγυρα! Ξεχάστηκαν όλα
+τάλλα, για την καλή σου την τύχη . . .
+
+ΣΗΜ. Εδώ αφίνουμε μερικά, που δεν φαίνουνται χρειαζούμενα για
+το σκοπό του βιβλίου.
+
+... ανάδες μπορούνε να φανταστούν τι σημάδια μας αφίνουν
+τα λόγια και τα καμώματά τους, τι φυλαχτήρια καταθέτουνε στην
+καρδιά μας, έπρεπε κι από βασίλισσες να γίνουνται πιο
+περήφανες. Να ξέρουνε μόνο πως σαν αναπαύουνται στο μνήμα θα
+σπαρταράη ζωντανή μια τους πράξη, ένα τους χάδεμα στο νου του
+παιδιού τους, — τι άλλο θέλουν! Ποιος μεγάλος του κόσμου
+τεχνίτης αφίνει τέτοια σημάδια αθάνατα! Ποιος ποιητής, ή
+φιλόσοφος, ή και — &δάσκαλος&!
+
+Άλλα δυο χρόνια πρέπει να κολυμπούσα στα παιδιακήσια μου χρόνια
+σαν ψάρι στα γαλανά του νερά, και κόσμο δεν έβλεπα παρά σαν
+πηδούσα κάποτες απάνω στο κύμα και κοίταζα στον αέρα πότε
+αχτίδες, πότε σκοτάδι.
+
+ΣΗΜ. Κ' εδώ αφίνουμε μερικές σελίδες.
+
+
+
+Β'
+ΠΡΩΤΕΣ ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΙ ΠΟΝΟΙ
+
+
+
+Περνούσαν ως τόσο τα χρόνια. Τον ένοιωθα πια τώρα τον εαυτό
+μου. Ήξερα πως είμαστε φτωχοί, πως έπρεπε να δουλεύη άνθρωπος
+για να ζήση, πως γι' αυτό δούλευε η μάννα μου, και πως σα
+μεγαλώσω θα δουλεύω κ' εγώ. Δηλαδή τόξερα, καθώς ήξερα πως κάθε
+βράδυ βασιλεύει ο ήλιος και βουτάει στο πέλαγο. Το &γιατί& τους
+δεν το απείκαζα· το &γιατί& γλυκοχαράζει κατόπι, κι αυτό όχι
+πάντα. Στα παιδιακήσια τα χρόνια τα παίρνουμε καθώς φαίνουνται
+όλα. Ζωγραφιές μαζεύουμε, και τίποτις άλλο. Μα αυτό δεν πάει να
+πη και πως δε νοιώθουμε κόσμο. Παιδί δεν είνε που δε σκαρώνει
+ένα μικρόκοσμο γύρω του, με τους φίλους του, με τους εχτρούς
+του, άλλους να του ζητούνε δανεικά, άλλους να τονε ζουλεύουν,
+άλλους να τον κατατρέχουν, κι άλλους να τονε διαφεντεύουν.
+Παιδί δεν είνε που δεν έχει τις συλλογές του, τις πίκρες, τις
+στενοχώριες. Ποίος δε θυμάται σπάσιμο παιχνιδιού, φταίξιμο που
+δεν κρύβεται, ποιος δεν έννοιωσε κοφτερό μαχαιράκι στην καρδιά
+του σαν έφευγε κανένας αγαπημένος από το σπίτι, ή κι από τη
+γειτονιά; Εγώ τονε θυμούμαι ακόμη το φίλο μου το Ζανούλη σαν
+ταξίδευε για την Ίμπρο με τον πατέρα του. Ράγιζε η καρδιά μου.
+Είτανε βράδυ όταν με πλάκωσε η θλίψη αυτή. Η Αννούλα συγύριζε
+το τραπέζι και τραγουδούσε το καινούριο το τραγούδι της Λενιώς
+του Καλαφάτη. Κ' η μάννα, για να με κάμη να λησμονήσω τον πόνο
+μου, άρχισε να μου δηγάται την ιστορία του τραγουδιού. Μου
+παράστηνε κάτι Τούρκους που έρχουνται από την Ανατολή και
+φέρνουνε χαλασμό. Πατούνε σπίτια και πύργους, σκοτώνουνε
+χριστιανούς, κλέβουν τα παιδιά τους, και τα παίρνουνε στην
+Ανατολή και τα τουρκέβουν. Σαν πέτρες έπεφταν αυτά τα λόγια στο
+μικρό μου κεφάλι. Ξεχνώ την ιστορία της Λενιώς, κι αρχίζω και
+ρωτώ χίλια άλλα πράματα. Γιατί τους αφίνουμε τους Τούρκους και
+τα κάμνουν αυτά; Πώς δε λέμε του Δεσπότη να τους παιδέψη; Και
+σαν τουρκέψουν, τι γίνουνται τα παιδιά; Κ' η μακαρίτισσα μου τα
+ξηγούσε όλα με υπομονή, πως αυτοί είναι πιώτεροι από μας, πως
+είνε αφεντάδες αυτοί, πως εμείς άλλο φίλο δεν έχουμε παρά το
+Θεό, κι ο Θεός θα μας γλυτώση μια μέρα από τους Τούρκους, καθώς
+μας γλύτωσε από το θανατικό πρόπερσι.
+
+Με θεράπεψε η προφητεία αυτή. Ο Θεός θα μας γλυτώση. Ένα
+φύσημα, και θα τους πετάξη όλους στη θάλασσα. Εμείς θα
+καθούμαστε στα μιντέρια, κι αυτοί θα πετούν και θα φεύγουν.
+
+ — Ως τόσο τι την έκαμαν τη Λενιώ; ρωτώ άξαφνα.
+
+Εκείνη την ώρα, να και μπαίνει ο γερο-Βασίλης. Ο γέρο Βασίλης
+είχε παρμένο αποκοπή το χτήμα μας στην αγαπημένη αυτή την εξοχή
+που περνώ τώρα τα γερατειά μου, και που τη λένε Μεσοβούνι.
+Ερχότανε συχνά το βράδυ, και δειπνούσε μαζί μας. Πρόσχαρος
+γέρος, λίγα λόγια με ξένους, πολλά με δικούς. Μπορούσε να
+πηδήξη σε πηγάδι για να γλυτώση σκυλί, μα είταν καλός και να
+ξαντερώση κλέφτη, αν τον έπιανε σταμπέλι. Κατοικούσε στο χτήμα,
+στο ίδιο μέσα το καλύβι που γράφουνται αυτές οι φυλλάδες,
+χτισμένο σε χρόνους που δεν τους έφταξε μήτε κείνος. Και τώρα
+που είτανε χειμώνας, ανέβαινε στο χωριό. Έτρωγε, κουβέντιαζε,
+κ' ύστερα πλάγιαζε· και το πρωί, πρι να φέξη, είτανε φευγάτος
+με το ζεμπίλι του.
+
+Έμπαινε λοιπόν ο Βασίλης εκείνη τη βραδιά, κι από το
+συνηθισμένο του πιο γελαζούμενος. Είταν καλός ψαράς, και
+θαρρέψαμε πως μας έφερνε μεγάλη αρμαθιά σαργούς. Μα το ζεμπίλι,
+άλλο από μαύρες ελιές δεν είχε.
+
+ — Τι τρέχει, γέρο, και μας έρχεσαι απόψε τόσο χαρούμενος;
+ρωτάει η μάννα.
+
+ — Τηνε βρήκα τη Λενιώ και την έφερα πίσω άρρωστη, χλωμή,
+αδυνατισμένη, μα απείραχτη και τιμημένη σαν τη δροσιά πας στο
+φύλλο. Ο Θεός της έστειλε την αρρώστια και τηνε γλύτωσε από τα
+καταραμένα τους νύχια. Δέκα μέρες βασανιζότανε στου Καρά
+Μεχμέτη την κούλα, που τηνε φύλαγαν κρυμμένη ώσπου να γιάνη, μα
+πήγαινε από το κακό στο χερότερο. Έτρεμε μερονυχτίς σα να
+είτανε μαγεμένη. Μα εγώ θαρρώ πως είχε την Παναγιά μέσα της και
+τηνε βοηθούσε. Είπανε να την ξεκάνουνε, μα το είχαν προσταγή
+από τον αφέντη τους να μην την αγγίξουν ώσπου νάρθη στο δικό
+του χαρέμι. Φωνάζουνε λοιπόν τον άγιο τους τον Ντεντέ να τη
+διαβάση και να τη γιατρέψη. Τη βλέπει ο Ντεντές και λέει πως
+αυτή γιατρεμό δεν έχει, γιατί κρατάει Τίμιο Ξύλο απάνω της, που
+θα τη φυλάη μισοζώντανη ώσπου να γυρίση σπίτι της. Αυτός δεν
+τολμούσε να ταγγίξη το Τίμιο Ξύλο, κ' είπε και τους άλλους να
+μην ταγγίξουνε, γιατί θα γίνουνε σκόνη εκεί που στέκουν. Την
+παίρνουνε λοιπόν τη Λενιώ βράδυ βράδυ και τη βγάζουν όξω, και
+την αφίνουν ίσια ίσια κοντά στ' αμπέλι μας, στην ακρογιαλιά.
+Εγώ τότες ακούγω κλάματα, και πάω να δω τι τρέχει. Χώνουμαι
+ανάμεσ' από τις καλαμιές, σκύβω, και τι να δω! Τη Λενιώ του
+Καλαφάτη! Την ανέβασ' από τον τοίχο κρυφά κρυφά. Δεν ήξερ'
+ακόμα τι έτρεχε, θάρρεψα πως τους ξέφυγε η μικρή. Την πήρα στο
+καλύβι, και ρωτώντας την έμαθ' αυτά που σας είπα.. Μου τάλεγε
+κλαίγοντας. Δεν το καλοπίστευα πως έβλεπα τη Λενιώ. Και σα
+συλλογιούμουν από τι Κόλαση γλύτωσε, ανέβαινε μεγάλος κόμπος
+εδώ στο λαιμό μου, και μ' έπνιγε. Ως τόσο σκοτείνιασε, κ' είταν
+ώρα να τηνε φέρω και στο χωριό. Τράβηξα αγάλι' αγάλια, με τη
+Λενιώ στον ώμο, δώδεκα χρονώ μαραμένο λουλούδι. Ακόμα έτρεμε,
+μα όχι πολύ. Της είχα δώσει και μιαν αλισφακιά στο καλύβι. Να!
+ακούτε; ανοίξτε το παράθυρο ν' ακούστε.
+
+Κι άνοιξε η μακαρίτισσα το παράθυρο, και τρέξαμε η Αννούλα και
+γω κατόπι της, κι ο γέρο Βασίλης μαζί μας, και σκύψαμε, κι
+ακούσαμε στο βαθύ το σκοτάδι φωνές, τσιριχτά, κλάματα, γέλοια,
+κάθε λογής ταβατούρι κατά το σπίτι του Καλαφάτη. Κλείσαμε το
+παράθυρο και καθήσαμε πάλι μέσα. Η μάννα μου είταν κατάχλωμη. Η
+Αννούλα αναρρουφούσε. Ο γέρος με πήρε στα γόνατά του και μου
+άρχισε άλλα λόγια. Κάτι πρέπει να κατάλαβε από τη θωριά μου ο
+γέρος. Στρεφογύριζε ο νους μου, θαρρούσα πως κάποιο μεγάλο
+μυστήριο ήρθε στον κόσμο· πως σηκώθηκαν οι πεθαμμένοι, και
+πέθαναν οι ζωντανοί. Οι φωνές εκείνες από μακριά, μες στο
+σκοτάδι της νύχτας, ύστερ' από τέτοια δήγηση, το κόψανε σα γάλα
+το αίμα μου. Τίποτις άλλο δε θυμούμαι της βραδιάς εκείνης παρά
+πως με σήκωσαν και με βάλανε στο κρεββάτι.
+
+
+
+Γ'
+ΠΡΩΤΗ ΛΑΧΤΑΡΑ
+
+
+
+Είπαμε πως είτανε χειμώνας, και χειμώνας βαρύς. Ξύπνησα την
+αυγή και τουρτούριζα. Έτσι θάτρεμε κ' η Λενιώ, είπα στο νου
+μου. Σφύριζε ο βοριάς στα παράθυρα. Είταν ακόμα σκοτάδι, μα η
+καντήλα μισόφεγγε μπροστά στα κονίσματα. Ακούγοντας θόρυβο
+κάτω, σηκώθηκα και κατέβηκα. Το γέρο ζητούσα να μου την αποσώση
+την τρομερή την ιστορία, μα είτανε φευγάτος ο γέρος. Άλλον
+τρόπο δεν είχε παρά να καταφέρω τη μάννα να μου το δηγηθή το
+κλέψιμο της Λενιώς. Και σαν έστρωσε η Αννούλα το τραπέζι, και
+καθήσαμε, την παρακάλεσα τη μακαρίτισσα να μου τα ξηγήση.
+
+ — Α μου το τάζης πως δε θα φοβηθής πάλι, σου τα λέω, μου
+κάνει. Ήρθαν τις προάλλες μια βαρκιά ζεϊμπέκια από πέρα σ' ένα
+τούρκικο γάμο. Χορεύανε μια βραδιά γύρω στο μασαλά. Πήγαν όλοι
+να τους δουν, πήγε κι ο Καλαφάτης με την κόρη του. Το είδαν οι
+ζεϊμπέκοι το κορίτσι, και βαλθήκανε να το κλέψουν και να το
+πάρουνε στην Ανατολή. Τέλειωσε ο γάμος, έφυγαν τα ζεϊμπέκια, μα
+έμειναν πίσω δυο τρεις τους· και μια μέρα, καθώς πήγαινε η
+Λενιώ στο Σκολειό, την πιάνουνε σ' ένα παράμερο σοκάκι, την
+παίρνουν και φεύγουνε. Δέκα μέρες δεν ακούστηκε η Λενιώ. Την
+έκλαιγαν οι δικοί της, την τραγουδούσε ο κόσμος, Τάλλα τάκουσες
+από το γέρο Βασίλη. Τρώγε τώρα τις τηγανήτες σου.
+
+Πού όμως τηγανήτες, που τους έβλεπα τους Τούρκους να βάζουν τη
+Λενιώ στο σακκούλι τους και να φεύγουν!
+
+Ξημέρωσε ως τόσο, και τοιμάστηκε η μάννα μου να πάη να δη και
+κείνη την Καλαφάταινα. Του κάκου την παρακάλεσα να με πάρη και
+μένα. Μ' άφησε κλαμμένο κι απαρηγόρητο, που δεν μπορούσα, να τη
+δω τη Λενιώ.
+
+ΣΗΜ. Εδώ δηγάται κι άλλα ο Γεροδήμος, που δε φαίνουνται και
+πολύ σπουδαία, ώστε ταφίνουμε.
+
+ — Θαρρώ πως πιώτερο θες να δης τη μικρή παρά το Σκολειό, μου
+λέει η μακαρίτισσα, σαν είδε πως ήθελα και καλά ναρχίσω
+Σκολειό. Περίμενα πρώτα να γυρίση ο χρόνος. Μα ας είναι κι απ'
+αύριο. Να ο φύλακάς σου.
+
+Κ' ανοίγει σερτάρι, και βγάζει μαύρο τσόχινο φύλακα με χρυσά
+γράμματα κολλημένα απάνω. Τον πήρα το φύλακα, και κοιμήθηκα
+μαζί του εκείνη τη νύχτα.
+
+
+
+Δ'
+ΣΚΟΛΕΙΟ
+
+
+
+Κι από τώρα αρχινάει το Βασανιστήριο που μια και για πάντα
+στρεβλώνει κάθε ρωμιόπουλο, η κόλαση που στεγνώνει και ζαρώνει
+το νου του ώσπου γίνεται μούμια, μούμια που βγαίνει κατόπι στον
+κόσμο φασκιωμένη με τον πάπυρο του Δασκαλισμού, και στολισμένη
+με τα κουδούνια κορακίστικης γλώσσας, που πρι να πατήση μέσα σε
+Σκολειό δεν την ήξερε, που τέλεια ποτές δεν τη μαθαίνει, επειδή
+κανένας δεν ξέρει πούθε αρχινάει και πού τελειώνει αυτή η
+γλώσσα· αγκαλά κι' αν μπορούσε να τη μάθη, δε θα του χρησίμευε
+και πολύ, αφού τίποτις δικό του δεν έχει να πη και να γράψη, δε
+διδάχτηκε να συλλογιέται απατός του, μόνο πηγαίνει κατά τα
+γραμμένα τα βιβλία.
+
+Κ' έτσι βγαίνει το παλικάρι στον κόσμο, κι από την πολλή την
+«παιδεία» σκοντάβει στο παραμικρό πετραδάκι που βρεθή απάνω στο
+δρόμο του. Δε νοιώθει καλά πού πατά, — τη γεωλογία την ξέρει
+μοναχά από το λεξικό πως υπάρχει. Δεν πολυαξίζει το ψωμί που
+τρώει, — τη γεωργία την έχει για πρόστυχη τέχνη. Μια σφυρίχτρα
+δεν είνε άξιος να φυσήξη. Μια κουκουβάγια δεν ξέρει να
+ζωγραφήση. Μια γροθιά δεν μπορεί να δώση. Ένα πράμα έμαθε
+μοναχά, πως «Αρχή Σοφίας φόβος Κυρίου». Δηλαδή ξέρει πως εδώ
+υπονοείται το «εστί». Αυτό ξέρει, κι αυτό όχι πάντα.
+
+Ας ταφήσουμε όμως αυτά τα λυπητερά για την ώρα, κι ας γυρίσουμε
+πάλι στην ιστορία μας.
+
+Είτανε Δεκέβρης μήνας, τα κρούσταλλα κρεμιούνταν από τις στέγες
+των σπιτιών σα χταπόδια, ο βοριάς ξύριζε και σπανούς, την
+αναπνοή σου την έβλεπες μια πήχη μακριά μπροστά σου, οι
+πουλητάδες φωνάζανε στους δρόμους κι' από το συνηθισμένο τους
+πιο μεγαλόφωνα, ίσως να ζεσταθούν, κ' εγώ έβγαινα μαζί με την
+Αννούλα και με το φύλακα στη μασκάλη να πάγω Σκολειό. Συμμαζεμό
+δεν είχα από την πολλή τη χαρά.
+
+Γυρίσαμε μερικούς δρόμους, περάσαμε κοντά από τα Τούρκικα,
+είδαμε το σοκάκι που κλέψανε τη Λενιώ, ανεβήκαμε τον ανήφορο,
+μπήκαμε σε μια κόκκινη πόρτα, και βρεθήκαμε στην αυλή του
+Σκολειού.
+
+ΣΗΜ. Εδώ δηγάται τα πρώτα του μαθήματα και παθήματα ο
+Γεροδήμος, που τον κακομεταχειρίστηκε ο δάσκαλος, κ' έφυγε. Τα
+ίδια περίπου και στο πέμτο το κεφάλαιο. Δεν είναι μεγάλη ανάγκη
+να ξαναγραφούν αυτές οι σελίδες, και τις αφίνουμε.
+
+
+
+ΣΤ'
+ΚΑΡΑ ΚΟΛ, ΧΑΖΙΡ ΟΛ!
+
+
+
+Ως τόσο δεν αργήσανε ναρθούν τα Χριστούγεννα. Τα φορέματα που
+μου τοίμαζε τώρα και δυο βδομάδες η αδερφή μου είτανε βαλμένα
+κοντά στο προσκέφαλό μου, να τα βρω την αυγή σα με ξυπνήσουνε
+να με πάρουνε στην εκκλησιά. Σηκωθήκαμε τρεις ώρες πρι να
+ξημερώση. Το «κόλι» ακόμα φώναζε από το κάστρο, και τάγρια
+λόγια του αντιλαλούσανε στον αέρα: «Καρά Κολ, Χαζίρ ολ!»
+Μούγκριζε το κόλι σα θεριό που ξυπνάει τη νύχτα για να τρομάζη
+τον κόσμο· μουγκρητό κι από του λιονταριού τρομερώτερο.
+
+Μα όχι, δεν είναι το Κόλι θεριό. Είναι αναστημένος προφήτης που
+βγαίνει από το μνημούρι του, κι ανεβαίνει στην Τάμπια, και
+φωνάζει πως εδώ, εδώ είναι η Κόλαση η αληθινή, κι όχι στον κάτω
+τον κόσμο. «Καρά Κολ, Χαζίρ ολ!» Μην τους χαρίζετε τίποτις
+αυτούς τους σκλαβωμένους αμαρτωλούς, λέει η άγρια η φωνή του
+Προφήτη. Τους πρέπουνε μεγάλα και φριχτά βάσανα. Στον άλλον τον
+κόσμο τόση πίσσα δε βράζει. Εκεί βασανίζουνται οι ψυχές για
+μικρά κρίματα. Εδώ είναι που πλερώνουνται οι μεγάλες οι
+αμαρτίες. Στα χέρια σας, ω πιστοί, είναι δοσμένη η φοβερή η
+αγγαρεία, να τους τυραννήτε τους κολασμένους. Μην κοιμάστε, κι
+ας είναι και νύχτα. Όπου κρυφοστενάζουν οι κολασμένοι, εσείς,
+«Χαζίρ ολ!»
+
+Αυτά κι' άλλα τέτοια μου είπε το Κόλι πολλές φορές. Τώρα άκουγα
+μονάχα το μουγκρητό, κι ανατρίχιαζα. Η μάννα μου μ' έντυνε, κ'
+εγώ άκουγα ταγριεμένο το Κόλι.
+
+Άξαφνα, — Νταγκ! Χτυπάει και το σήμαντρο! Ανάσανε η ψυχή μου!
+Να που ζούσε και κάποιος άλλος στον κόσμο έξω από το Κόλι! Ο
+γέρος ο Παπά Νικοδήμος, που μας προσκαλούσε να πάμε να
+προσκυνήσουμε το Χριστό που γεννιέται.
+
+Πήραμε το φανάρι, και βγήκαμε. Στον ουρανό λαμπρή ξαστεριά·
+κάτω στη γης, σκοτάδι βαθύ. Περνούσαμε τους στενούς δρόμους
+αμίλητοι σα φαντάσματα. Έτρεμα από το κρύο, κι' από την κρυάδα
+της νύχτας εκείνης. Ο χειμώνας συντρόφευε με το Κόλι, να με
+τρομάξουν. Άκουγα το μουγκρητό και περπατούσα βιαστικά και με
+ψεύτικο θάρρος. Και μόνο παρηγοριούμουν κ' ησύχαζα σαν έπεφταν
+του φαναριού η αχτίδες σε κανέναν τοίχο, σε καμιά πόρτα που
+γνώριζα. Μου φαινότανε σαν κάποιος φίλος που μούλεγε, — Κοντά
+σου είμαι, και μην τρομάζης.
+
+Ακόμα λίγο, και φτάξαμε. Ανεβήκαμε το νάρθηκα, και μπήκαμε
+μέσα. Είμαστε από τους πρώτους.
+
+
+
+Ζ'
+ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
+
+
+
+Ο Παπα Νικόδημος γύριζε ακόμα, δω και κει κ' έδινε προσταγές
+του Καντηλανάφτη. Δεν ανεβήκαμε στο γυναικίτη. Σταθήκαμε στη
+γωνία των γριών, σιγά σιγά μαζεύτηκε κι ο άλλος ο κόσμος. Ήρθε
+κι ο δάσκαλος, κ' έπιασε το στασίδι του δεξιού του ψάλτη. Κι ο
+δεξής ο ψάλτης, που έψαλλε μοναχός του τις Κεριακές, πήγε τώρα
+από ταριστερά. Kι' άρχισε ο αξημέρωτος ο «όρθρος». Τα τροπάρια
+περνούσαν από το δεξί παγκάρι στ' αριστερό, και σαν τέλειωναν,
+τα ξανάρχιζαν πάλι, να μαζευτή όλος ο κόσμος. Καλά τάψαλναν,
+και χαιρούσουνα να τακούς. Το τι όμως έλεγαν, αυτό δεν είτανε
+κανενός δουλειά.
+
+Ένα πράμα νοιώθαμε τότες, κι αυτό είταν η μουσική, ο θησαυρός
+μας αυτός ο καταφρονεμένος, ίσως επειδή δεν είναι φερμένος απ'
+έξω, μήτε ξεχωσμένος από τη γη, μόνο ζη και βασιλεύει με χίλια
+τραγούδια, μοιρολόγια και ψαλμωδίες. Αν είναι τα «ιδιόμελα»
+κατεβασμένα από χρόνους παλιούς, δεν πάει να πη πως είναι και
+πεθαμμένα. Κοίταξε όμως γνώση: Τη νεκρή τη γλώσσα, πολεμούμε να
+τη ζωντανέψουμε, και τη ζωντανή τη μουσική, να την πνίξουμε μες
+στη φράγκικη! Για να πολιτισθούμε, όλα μας πρέπει ναλλάξουν. Η
+Μουσική μας πρέπει νάρθη από την Ευρώπη, κ' η γλώσσα μας από
+την Αρχαιότητα. Σιγά σιγά θα μας φέρνουν και τις χαρές μας από
+τον Παράδεισο, και τους πόνους μας από την Κόλαση, και σα δεν
+έχουμε πια τίποτις δικό μας, θα ψάλλουμε στον πλάγιο του
+τετάρτου, — το μόνον ήχο που ξέρουνε στην Ευρώπη, — «Ευοί Ευάν»
+με τους αγγέλους, και «Ιώ, ιώ» με τους δαιμόνους. Και τότες θα
+δοξαστούμε, και θα δη η «Εσπερία» τι μεγάλο έθνος γενήκαμε, και
+θα μας δώση την Πόλη.
+
+Ως τόσο άρχισε να γλυκοχαράζη ο ουρανός, άρχισε να λάμπη κ' η
+«Βασιλεία του Θεού» στον κόσμο, και στάθηκε και τηνε βλόγησε ο
+πάτερ Νικόδημος στη μέση της Εκκλησιάς. Έφευγε ο «όρθρος» από
+τον ουρανό, έφευγε κι από την Εκκλησιά. Στον ουρανό έβγαινε ο
+ήλιος, στην Εκκλησιά ο Χριστός. Χαρά και φως έξω, παρηγοριά κ'
+ελπίδα μέσα στις απλοϊκές, εκείνες τις καρδιές που είχαν ακόμα
+σταλαματιά πίστη και βλέπανε στο νου τους τη φάτνη με το
+Ουράνιο το Βρέφος στην αγκαλιά της Χαριτωμένης του μάννας.
+
+Και καθώς κοίταζα τη λειτουργία, κι άκουγα τους ψαλτάδες, και
+τα παιδιά που τραβούσαν τον ίσιο (στραβά οι πιώτεροι), σκύβ' η
+μάννα μου και μου λέει στ' αυτί.
+
+ — Να η Λενιώ, που δεν μπόρεσες να τηνε δης στο Σκολειό.
+Έρχουνται κατά το δικό μας το μέρος. Κοντά μας στέκουνται
+σήμερα.
+
+Ξεχνώ αμέσως τις ψαλμωδίες, και γυρίζω να δω τη Λενιώ.
+
+Ένα κοριτσάκι κάτι αψηλότερο από μένα, ξανθούτσικο,
+χαμηλόβλεπο, γελαζούμενο, νόστιμα ντυμένο, και μ' άσπρο
+μαντιλάκι στο χέρι. Η μάννα της, μαγουλικωμένη και μαυροφόρα,
+ακολουθούσε. Ήρθαν και στάθηκαν πλάγι μας. Α ζωντάνευε της
+Παναγιάς η εικόνα, κ' έρχουνταν έτσι να σταθή κοντά μου, δε θα
+με γλυκοτρόμαζε πιώτερο. Τι να είταν το μυστήριο που
+κρυφοχύθηκε και μου την έκαμε βλαστάρι τρυφερό την καρδιά μου!
+Αγάπη δεν μπορούσε να είναι· πρέπει να είταν ο ανθός της
+αγάπης, μοσκοβότανο φυτρωμένο στο μίσος του άγριου του Τούρκου.
+Είχα ηρωΐδα μπροστά μου, μια ψυχή που τη διάλεξε ο Θεός να την
+αγιάση από δέκα χρονώ, και να τη γλυτώση με παράξενο θάμα. Και
+πώς να μην τη λατρεύω, που έβλεπα πως όλα είταν αλήθεια, όλα.
+Και της Αννούλας το τραγούδι, και τα λόγια του Γέρο Βασίλη, και
+της μάννας οι ιστορίες. Δεν είταν η Λενιώ από κείνες τις
+αθώρητες τις Νεράιδες ή τις Βασιλοπούλες που μας μαγεύουνε στου
+χειμώνα τα παραμύθια. Τάβλεπα ολοζώντανα τα γαλανά της τα
+μάτια, το λαμπερό μέτωπό της, τα ξανθουλλά της μαλλιά.
+
+Δεν άργησε η απόλυση. Δεν το πίστευα πως μοίραζε τ' αντίδωρο ο
+πάτερ Νικόδημος, και πως γύριζε ο κόσμος στα σπίτια του. Άλλη
+είταν η γειτονιά της. Πήρα τότες το δρόμο μας με βαρειά και με
+λυπημένη καρδιά.
+
+
+
+Η'
+ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
+
+
+
+Δε σας αφίνω, παλιά μου χρόνια! Θα σκαλίζω, θα ξετρυπώνω, και
+θαραδιάζω... Ένα ένα θα τα ξετυλίγω τα ψυχικά φυλαχτήριά μου...
+Να σε χαρώ, ανυπόμονε πατριώτη, μη μου ταφίνης έξω αυτά. Κάλλιο
+να μπαίνης στο περιβόλι, να κοιτάζης το δέντρο, και να κόβης
+από τα κλωνιά του το πωρικό, παρά να τρέχης να το χαρής κομμένο
+στο πιάτο. Δε μ' έννοιωσες, τάχα; Τάχα δεν έφαγες ποτέ σταφύλια
+στ' αμπέλι; Δεν είχες ποτέ σου αμπέλι, κούτσουρα αραδιασμένα το
+χειμώνα, ύστερα ν' αρχίζη να πρασινίζη, να βγάζη τα χνουδωτά
+σημάδια της νιότης, να πετάη βλαστάρια και να κλαδώνη, κατόπι
+νανθίζη και να κρεμιένται τα χιονάτα λουλούδια του, έπειτα
+μικρές αγορίδες, κι αυτές να μεγαλώνουν και να γίνουνται σιγά
+σιγά κόκκινες, ώσπου να καταντούνε σταφύλια; Σα να μου λες,
+θαρρώ, ναι. Έχε λοιπόν υπομονή, και κατέβαινε τώρα στ' αμπέλι
+που πρασινίζει, ίσως δώση ο Θεός και μαζέψης καρπό κατόπι.
+
+Πώς να μην τη θυμηθώ την πρωτοχρονιά εκείνου του χρόνου, που
+φυσούσε η νοτιά σα δαιμονισμένη, η θάλασσα φούσκωνε σα να ήθελε
+να μας καταπιή, τα κεραμίδια πέφτανε σα χαλάζι, σφύριζαν τα
+παράθυρα, και το σφύριγμά τους ανεβοκατέβαινε σαν τσιριχτό
+γυναίκας που την έπιασαν πόνοι... Τη θυμούμαι, κι ως τόσο το
+νοιώθω πως φοβάσαι να μη σου τα ιστορήσω τα τραγούδια που
+τραγουδήσαμε, τα ρόδια που σπάσαμε, τις μερίδες που κόψαμε, τα
+λιόφυλλα που ρίξαμε στη φωτιά να πηδήξουν και να μας πουν την
+καλή μας τη μοίρα. Θα σου την κάμω λοιπόν τη χάρη, και δε θα τα
+πω. Νάρθης όμως μαζί μου να πάμε κάτω κατά το δρόμο της σκάλας,
+εκεί, κοντά στον γκρεμνό, που πήγα μαζί με το γέρο Βασίλη
+εκείνο ταπομεσήμερο, να δω το κακό που γινότανε μέσα στη
+φουρτουνιασμένη τη θάλασσα. Όλο το χωριό είταν εκεί μαζεμένο,
+και κοίταζε.
+
+Τι να κοίταζε! Ταγριεμένα τα κύματα; Τα θολωμένα τα βουνά
+αντίκρυ; Τις μπόρες που αρμενίζανε μακριά κ' έδεναν τη θάλασσα
+με τον ουρανό; Τίποτις απ' αυτά δεν κοίταζαν. Τα μάτια τους
+είτανε στηλωμένα σε δυο κατάρτια που στεκότανε μισογερμένα
+απάνω στα κύματα, μ' ανοιγμένα πανιά. Η γολέττα, η άγκουρά της,
+ταμπάρια της, όλα στο βάθος! Τα είχε καταπιωμένα η αχόρταγ' η
+θάλασσα. Είταν κι ο Καπετάν Μουσταφάς εκεί κάτω. Κ' οι ναύτες
+τους, κ' οι βλαστημιές τους, όλα πνιγμένα! Μόνο που είτανε ρηχά
+τα νερά, κ' έμειναν τα κατάρτια απ' έξω, και τάδερνε ο άνεμος
+και τους σάλευε το μνημούρι τους. Ως και νεκρούς δεν τους άφινε
+η φουρτούνα!
+
+Σα μεγάλωσα, και το συλλογιούμουν εκείνο το περιστατικό, έλεγα,
+ίσως κάτι ήθελε να μας πη ο Άη Βασίλης εκείνη τη μέρα. Πώς έτσι
+θα φουρτουνιάση μια μέρα κ' η Ρωμιωσύνη, και θα τους καταπιή
+όλους τους. Και περίμενα την προφητεία να βγη!
+
+Μα σα γέρασα, κ' είδα πως η Ρωμιωσύνη από τέτοιες φουρτούνες
+δεν παίρνει, είπα, Κρίμα στον καημένο τον Καπετάν Μουσταφά! Δεν
+ήτανε σημάδι του Άη Βασίλη, είταν η κακή του η τύχη και
+πνίγηκε. Ένας Τούρκος παραπάνω, ένας παρακάτω, τι σημαίνει!
+Κρίμα στον Καπετάν Μουσταφά!
+
+
+
+Θ'
+ΠΡΟΚΟΠΗ
+
+
+
+Μπήκα, πια τώρα σταληθινά τα βάσανα. Παν τα παιχνίδια, παν τα
+χρόνια που λάμπουνε στο πρόσωπό μας σαν το γλυκοχάραγμα της
+αυγής, κι αρχίζει δουλειά φοβερή μέσα στον ήλιο που τονε λένε
+ζωή· ήλιο που μας φέγγει να δούμε τι μεγάλο καλό είχαμε και το
+χάσαμε. Όχι πως δεν ξανάρχεται η χαρά. Έρχεται σαν ξαναβρεθούμε
+στο σπίτι μας ύστερ' από μακρινή ξενιτειά, σαν πρωτοφιλήσουμε
+την καλή μας, σαν τη βλέπουμε και βυζάνει το πρώτο της, σα
+χορεύουμε πρώτο εγγόνι στα γόνατα μας, έρχεται τότες η χαρά και
+μας βαλσαμώνει. Μα είναι βαλσάμωμα, γιατρειά πόνου, κι όχι
+παντοτεινή γιατρειά. Η καθαυτό η χαρά που καταπονάει τον πόνο
+και τον πνίγει μες στην καρδιά, είναι η παιδιακήσια η χαρά, κι
+αυτή δεν ξανάρχεται.
+
+Δεν μπορούσα πια τώρα να τον ξεφύγω το δάσκαλο. Και μήτε δεν
+τόθελα. Για χάρη της Λενιώς μου, τον αγαπούσα το Δάσκαλο.... Κ
+'έτσι άρχισα να προκόβω.
+
+Άρχισα να προκόβω καθώς προκόβει και πάει μπρος η βαρκούλα
+ανάμεσα σε δυο ενάντια ρέματα. Τόνα της συντροφιάς των παιδιών,
+τάλλο, της καμαρωμένης δασκαλικής μας. Τα παιδιά μού χωράτευαν
+ή και μού βλαστημούσανε ρωμαίικα, ο δάσκαλος με καθοδήγευε
+κορακίστικα. Έτσι και τα βιβλία του, σαν άρχισα και τα
+μισόνοιωθα. Η μακαρίτισσα με καμάρωνε σαν τα διάβαζα το βράδυ
+κοντά στο λυχνάρι. Κ' έλεγε, τι μεγάλη τύχη που την έχουν τα
+παιδιά τώρα, που μαθαίνουνε &γράμματα&. Τάλεγε &γράμματα&,
+γιατί δεν καταλάβαινε λέξη. Αν είτανε γλώσσα της, δε θα είτανε
+γράμματα. Λες το μούστο &γλεύκος&, και γίνεται γράμματα.
+Γράφεις πως το φαΐ είναι &κεκολημένον&, και μυρίζει &κνίσσαν&,
+και γίνεται κι αυτό αμέσως γράμματα. Αλλάζεις λέξες και
+πηγαίνεις εμπρός. Και με το βάσανο να βρης τη λέξη, ο Θεός να
+σε βοηθήση να βρης και το τι θα πης. Α θελήσης να γράψης
+τίποτις που το συλλογίστηκες απατός σου, κι όχι κάποιος αρχαίος
+ή φράγκος, — ένα παραμυθάκι ας πούμε, — δε βρίσκεις λέξες για
+το μισό, γράφεις λοιπόν τάλλο το μισό. Και κείνος πάλι που σε
+διαβάζει, αν τύχη κ' είναι αρχάριος, δεν καλοχωνεύει τα μισά
+που διαβάζει, κ' έτσι του μένει το τέταρτο. Ο άλλος ο κόσμος
+κερδίζει από τα βιβλία του εκατό τα εκατό, εμείς εικοσιπέντε τα
+εκατό. Τάλλα τα εικοσιπέντε είναι δοτικές κι αναδιπλασιασμοί,
+και τα πενήντα μήτε γράφηκαν! Κ' έτσι βγαίνει το ρωμιόπουλο
+στης ζωής την παλαίστρα αρματωμένο κορακίστικες λέξες και
+φράσες.
+
+Τις αραδιάζει, και γίνεται η δουλειά του. Οι σολοικισμοί κ' οι
+βαρβαρισμοί είναι ψύλλοι στ' άχυρα. Τώρα πρέπει να βγη το ψωμί
+όπως όπως. Θα πης, και τι να σου κάμη λαός που φορτώνεται
+πεθαμμένη γραμματική που χρειάζεται ζωή αλάκερη να τη μάθης!
+Θάμα είναι κι αυτό που σου κάμνει. Θάμα που έχουμε πέντ' έξη
+νομάτους στη χώρα και μας γράφουν την κορακίστικη δίχως να μας
+φέρνουν ανέκατο... Τάχα λες πως όλοι θα γίνουμε μια μέρα σαν κι
+αυτούς τους πέντ' έξι; Σπολλάτη! Ας σφαλήξουμε λοιπόν
+ταργαστήρια μας, ας στουπώσουμε ταυτιά μας, ας δέσουμε τα χέρια
+μας, κι ας μελετούμε την αρχαία ώσπου να φτειάξουμε μια καλή
+κορακίστικη. Να πούμε όμως και του αλλονού του κόσμου να μην
+πολυβιάζεται με τον πολιτισμό, να τον προφτάξουμε και μεις. Να
+μας απαντέξουνε κ' οι Βούλγαροι, γιατί σπουδάζουμε την αρχαία
+τη γραμματική· και κατόπι, μετριούμαστε και με δαύτους.
+
+Αυτό είτανε τόνα το ρέμα, το τεχνητό. Είχαμε όμως και τάλλο, το
+φυσικό. Επειδή, ποιο αγόρι ή κορίτσι μπορεί να ξεφύγη τις
+χίλιες μωρολογιές, νοστιμιές, αβανιές, φοβέρες ή και βρισιές
+που κατρακυλούν ολόγυρά του σαν πέτρες μαζί με το χείμαρρο; Σε
+ποιο Σκολειό δε σημαδεύεται το παιδί με τέτοια κατρακυλίσματα;
+Ποιος δεν έμαθε να &καταριέται& στη γλώσσα του; Ποιος δε
+βγάζει, το πάθος από μέσα του σα ζωντανό φείδι, τον πόνο του σα
+ζεστό αίμα, και σαν αχνό τη λαχτάρα του; Ποιος «Ελληνομαθής»
+δε θα φωνάξη ένα χωριάτικο ωχ, αν του πατήσης, ας είναι και το
+νυχάκι του δασκαλήσιου του τού ποδός;
+
+Αν τα λόγια της αγάπης είναι της μάννας, τα πιώτερα τα λόγια
+του πόνου και της ζωής είναι των πρώτων συντρόφων μας. Ή της
+μάννας είναι ή των συντρόφων, κάθε χαρά ή λύπη, κάθε λαχτάρα ή
+απελπισία, κάθε μίσος, κάθε τρόμος ή θυμός που κλονίζει το νου
+μας, κάθε σταλαματιά που γυρίζει στις φλέβες μας είναι ζυμωμένα
+με την καταφρονεμένη τη γλώσσα που ντρεπόμαστε να την πούμε
+δική μας. Είναι χτήμα της καρδιάς μας η γλώσσα, δε θέλει να
+ξέρη άλλη γλώσσα η καρδιά μας. Και νάθελε, μια κορακίστικη λέξη
+δε θα μπορούσε να τσαμπουνίση απάνω στον πόνο της. Καρδιά και
+γλώσσα μεγαλώνουνε σα δίδυμες αδερφάδες. Η μια διαφεντεύει την
+άλληνα. Κάθε πόνος και το τραγούδι του, κάθε πάθημα και την
+παροιμία του. Πού να τις ξεχωρίση μια πεθαμμένη γραμματική!
+Άλλο τόσο παγώνουν οι παγωμένοι της οι κανόνες σε μια καρδιά
+που ξέρει τι θέλει, που γυρεύει την τρυφερή τη λέξη να
+παραστήση τον πόνο της, την κοφτερή να δείξη το πάθος της. Πού
+ακούστηκε τέτοιο κακό! Πού ακούστηκε Αχιλλέας ή Αμλέτος να
+πασαλείβη το πάθος του με τέτοιους σουβάδες; Σε ποιο βιβλίο
+γράφηκε πως οι μεγάλοι οι τεχνίτες του κόσμου πήραν από
+δασκάλους τη γλώσσα τους! Του κάκου, όλη η ιστορία σας
+κατατρέχει, καλοί μου σοφοί. Όλος ο κόσμος θρούβαλα τις κάνει
+τις θεωρίες σας. Εμείς μόνο τα ρωμιόπουλα σας αφήσαμε και μας
+πήρετε στο λαιμό σας, και μας τραβήξετε από τη γελαστή μας
+ακρογιαλιά σε βάθια μαύρα και σκοτεινά, και πάτε να μας πνίξετε
+τώρα μαζί σας.
+
+
+
+Ι'
+
+
+
+ΣΗΜ. Εδώ δηγάται ο Γεροδήμος μερικές περιπέτειες του Σκολειού
+του, και τις αντάμωσές του με τη Λενιώ. Δεν πολυχρειάζονται για
+τον καθαυτό σκοπό του βιβλίου, ώστε το παραλείπουμε κι αυτό το
+κεφάλαιο.
+
+
+
+ΙΑ'
+ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ ΝΑ ΤΟ ΚΡΕΜΑΣΟΥΝ!
+
+
+
+Δεν ξέρω πόσα χρόνια, και πόσοι μήνες πέρασαν από τότες που με
+πρωτοπήρε η μάννα μου στο Σκολειό. Πρέπει να είμουνα στα δώδεκα
+τώρα. Πρέπει να κόντευε χρόνος που δεν ήρχουνταν πια μήτε η
+Ελένη μήτε η Αννούλα. Δεν την έβλεπα πια τώρα κάθεμέρα την
+Ελένη. Δεν την άκουγα την τρεμουλιαστή τη φωνή της καθώς τότες
+που διάβαζε στην τάξη των κοριτσιών. Δεν την είχα πια αντίκρυ
+μου να με περεχά με το φως της. Είταν κλεισμένη πια τώρα στο
+σπίτι της, και δεν τη συχνόβλεπε μήτε η Αννούλα.
+
+Όχι· την έβλεπα μες στο νου μου, και την είχα πάντα μες στην
+καρδιά μου. Τα γλυκά της τα μάτια φεγγοβολούσανε σιμά μου σα μ'
+έτρωγαν τα βάσανα του Σκολειού, μεγαλήτερα βάσανα τώρα. Πήγαινα
+να ποτίσω το περιβόλι το βράδυ, και σα Νεράιδα την έβλεπα κ'
+έτρεχε ανάμεσα στα λουλούδια. Να παίξω πήγαινα με παιδιά, και
+παραφύλαγε να με τραβήξη, να με πάρη μαζί της. Κοιμούμουν, και
+στον ύπνο μου ήρχουνταν. Ξυπνούσα, και πάλι σιμά μου την
+ένοιωθα. Της μιλούσα, χίλια της έλεγα λόγια γλυκά, λόγια που
+μήτε τάκουσε, μήτε τα ονειρεύτηκε ίσως.
+
+Είταν τώρα διακοπές, καλοκαίρι. Κεριακή βράδυ, χαρά Θεού. Ο
+ήλιος έγερνε και περεχούσε ταψηλοχτισμένο χωριό με χρυσοκόκκινη
+αναλαμπή. Η θάλασσα κοιμότανε σα να τη μέθυσε το γλυκό
+καλοκαίρι. Τα πουλιά κελαϊδούσανε στα περιβόλια, σα να μάλλωναν
+ποιο να πρωτοπάρη το καλλίτερο το κλωνί για κρεββάτι του. Οι
+λυγερές οι φωνές και τα γέλοια της γειτονιάς αντιλαλούσανε στον
+αέρα σαν πανηγύρι, οι ναύτες τραγουδούσανε στο λιμάνι, όλος ο
+κόσμος χαιρότανε.
+
+Είπα της μακαρίτισσας, ας πάρουμε την Αννούλα κι ας πάμε όξω
+και μεις. Να δούμε τη θάλασσα· να ρίξουμε δυο πέτρες μες στο
+γιαλό. Να κοιτάξουμε τα βουνά, να πάρουμε καθάρια αναπνοή.
+Έβαλε λοιπόν το σάλι της και βγήκαμε. Στο δρόμο, ανταμώνουμε το
+γέρο Βασίλη. Και καλά να γυρίσουμε πίσω· να μη βγούμε· σπίτι να
+πάμε· κάτι κρυφομίλησε της μάννας μου, και γυρίσαμε. Κάτι
+μισοάκουσα για μια καινούρια βαρκιά που μας ήρθε πάλι.
+
+ — Άι, στην υγειά σου, μου κάνει ο γέρος πίνοντας τη μαστίχα
+του, και νάχουμε την ευκή της Λενιώς. Δεν τα μάθετε; την τάξανε
+την Ελένη τους. Είδε, λέει, η Καλαφάταινα εψές όνειρο, και πήγε
+ο άγιος του Μοναστηριού και της είπε· «Εγώ που γλύτωσα το
+κορίτσι σου, εγώ πρέπει και να το πάρω».
+
+Κι από την ώρα που ξύπνησε η Καλαφάταινα, μ' αυτό τόνειρο έχει
+να κάνη. Και το πήραν απόφαση να τη στείλουνε γλήγορα, πρι να
+ξανάρθη ο άγιος και της κάμη της Καλαφάταινας κανένα κακό».
+
+Μ' αποσβόλωσαν τα λόγια του γέρου. Άνοιξε η γης και με κατάπιε.
+Έπεφτα σ' ατέλειωτο βάθος. Γύριζαν οι τοίχοι, γύριζε όλος ο
+κόσμος. Πού να βασταχτή πια ο κόσμος δίχως εκείνη! Θα χαλάση ο
+κόσμος, κόλαση θα γείνη το χωριό, θα ρημάξη το σπίτι μας, θα
+μπη ο μαύρος ο πόνος μες στην καρδιά μου και θα την κάμη για
+πάντα δική του! Φεύγει πια η παρηγοριά μου, φεύγει η δύναμη που
+με διαφέντευε μέσα στον κόσμο, που με γέμιζε θάρρος κ' ελπίδα.
+Ποιος αθώρητος άγγελος θάρχεται τώρα κοντά μου να με γλυτώνη
+από αμέτρητους πειρασμούς! Κανένας, κανένας πια τώρα παρά η
+μάννα μου, και κείνη δεν τα ξέρει πια όλα τα μυστικά βάσανά
+μου. Την έκαμε ξένη τη μάννα μου το Σκολειό!
+
+Πού να το φανταστή ο γέρος πως άνοιξε μπροστά μου τέτοιον
+γκρεμνό! Χωράτευε με την παιδιακήσια μου την αγάπη, και δεν
+τόξερε πως με σπάραζε. Μήτ' άλλος κανένας δεν τόξερε. Όλοι για
+παιχνίδι την έπαιρναν τη βαθειά και την τρυφερή εκείνη την
+αγάπη!
+
+Έκαμαν το σταυρό τους σαν άκουσαν την είδηση, κ' η μάννα μου,
+κ' η Αννούλα. Έκαμαν το σταυρό τους, και σύχασαν. Άμα είταν
+άγιος στη μέση, λόγος δεν έπεφτε κανενός.
+
+...Σιγά σιγά ξανάρχισαν πάλι την ομιλία. Μιλούσαν κ' οι τρεις
+τους σα ν' αρραβωνιάστηκε η Ελένη... Όλα τα καλά της
+ιστορήθηκαν, όλες οι μορφιές της, ως και τα παλιά της τα πάθια.
+
+Δεν μπορούσα πια να βαστάξω. Σηκώθηκα και βγήκα στην αυλή.
+Άνοιξα τη θύρα, πήρα τα μάτια μου, κ' έφυγα. Πού πήγαινα δεν
+ήξερα. Μ' έβγαλε ο δρόμος στον Ανεμόμυλο. Ανέβηκα το βουναράκι.
+Κάθισα στο πλάγι του μισογκρεμισμένου του μύλου, και κοίταζα
+την ατέλειωτη θάλασσα. Άκουα τα κύματα που χτυπούσανε μέσα στις
+σπηλιές αποκάτω, και θαρρούσα πως αναστέναζαν. Έβλεπα τους
+βράχους τριγύρω και μου φαίνουνταν παράξενο πώς δε μιλούσαν,
+πώς δε ράγιζαν, που έφευγε η Ελένη για πάντα. Περνούσαν οι
+βάρκες να πάνε στο πυροφάνι, κι ο νους μου δεν το χωρούσε πώς
+γίνεται ο έρημος ο ψαράς να συλλογιέται για ψάρεμα, τώρα που
+φεύγ' η Ελένη! Πώς δεν έπεφτε κι ο ήλιος μια και καλή μες στη
+θάλασσα, να πνιγή και ναφανιστή, μόνο βασίλευε σιγανά σιγανά,
+σα να μην έφευγε η Ελένη!
+
+Άξαφν' ακούγω βαρύ κρότο, σα να πήδηξε κάποιος από ψηλά.
+Γυρίζω, και βλέπω Τούρκο στρωμένο. Πρέπει να παραπάτησε
+πηδώντας από μεγάλο βράχο. Λίγο παρακείθε βλέπω κι άλλον Τούρκο
+που έτρεχε καταπάνω μου με στα μάτια του άγρια χαρά. Τρομερός
+στοχασμός με περνάει σαν αστραπή. Βρέθηκ' αμέσως ολόρθιος,
+πηδηχτός, πεταχτός, ζαρκάδι μοναχό. Κατέβαινα, το βουνό
+κατρακυλιστά. Μια φορά δεν κοίταζα πίσωθέ μου. Είμουνα σε λίγες
+στιγμές στο χωριό. Άλλη μια στιγμή, και χώθηκα στην αυλή μας.
+Φωνή δεν είχα σαν μπήκα. Ανέβηκα ίσια απάνω, και πολεμούσα να
+συνεφέρω. Τον έβλεπ' ακόμα το φίλο με τάγρια τα μάτια.
+
+Δεν ξέρω πόση ώρα κοίτουμουν έτσι· μήτε τι συλλογιούμουν. Ένα
+πράμα θυμούμαι, που αποφάσισα να μην τους πω τίποτε κάτω. Θα
+τρομάξουν, είπα, κ' ίσως με τάξουν και μένα Καλόγερο! Όχι, εγώ
+θα ζήσω στον κόσμο, στον κόσμο θα μεγαλώσω, κι από τον κόσμο
+απομέσα θα τους πλερώσω τους φίλους... Σκουλαρίκι να το
+κρεμάσουν.
+
+
+
+IB'
+ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ
+
+
+
+... Έκλεισα τα μάτια μου κι αποκοιμήθηκα. Και στον ύπνο μου
+είδα παράξενο όνειρο. Βρέθηκα σ' εκκλησιά μέσα. Λαμπάδες,
+ψαλμωδίες, κόσμος. Κι ως τόσο μια καταχνιά, που όσο κι αν
+έφεγγε, δεν έβλεπα τίποτις μακριά. Σε ποιο μέρος της εκκλησιάς
+βρισκόμουνα δεν ήξερα. Κόκκινο σύννεφο μου τα σκέπαζε όλα.
+Πλανιούμουν από δω κι από κει σαν τυφλός. Άξαφνα έρχεται
+άγγελος πλάγι μου! Ναι, άγγελος με φτερά. Με παίρνει από το
+χέρι, και δίχως λέξη να πη, με φέρνει σ' ένα στασίδι. Είταν το
+στασίδι του Ψάλτη. Ό,τι στάθηκα κει, με τον άγγελο πλάγι, με
+ξύπνησε η φωνή της Αννούλας.
+
+ — Εδώ μαθές είσαι τόσην ώρα και δε μιλάς; Τι έπαθες; Μια ώρα
+σε γυρεύουμε τώρα. Ήρθε κ' η Καλαφάταινα με την κόρη της να σε
+πη έχε γεια, και πουθενά δε σε βρίσκαμε. Να δα που σαγαπάει η
+μικρή κιόλας, και σου άφησε το κεντημένο αυτό μαντίλι. Τα
+μοίρασε όλα της τα προικιά. Και για σένα, λέει, έφερε το
+καλλίτερό της μαντίλι, να τη θυμάσαι.
+
+Αυτό είναι το μαντίλι που βρήκες δεμένα αυτά τα χαρτιά,
+κληρονόμε μου. Είναι μαυρισμένα τα ξόμπλια του, και κίτρινο το
+πανί του...
+
+Είτανε πια νύχτα, και δεν μπορούσα να βρω αφορμή να πάγω, ας
+είναι κι απ' έξω από το σπίτι της, να βρεθώ άλλη μια στιγμή πιο
+κοντά της. Πάει πια, δε θα την ξαναϊδώ την Ελένη!
+
+Και μήτε την ξαναείδα... Δεν ξέρω πώς τα βάσταξε τα βάσανα του
+μοναστηριού. Ξέρω μονάχα πως εκεί πια δεν είναι κλεισμένη, μόνο
+τώρα πετάει αψηλά, και κατεβαίνει κάποτες και με παίρνει από το
+χέρι σα χάνουμαι στου κόσμου την καταχνιά, και με φέρνει σε
+στασίδι που δεν το αξίζω.
+
+
+
+ΙΓ'
+ΟΞΩ!
+
+
+
+Ας σταθούμε δω πέρα λιγάκι. Ας απλώσουμε το χαλί μας, κι ας
+κάμουμε το ναμάζι μας. Χαμογελάς, αψηλόθρονό μου θεριό, που
+όνομα δε σου βρίσκω; Τι τάχα; Οι καλαμαράδες σου μονάχα θα σε
+θεμιάζουνε, μην τύχη και τους δώσης τρεμούλα μ' ένα σου βήξιμο;
+Εγώ τουρκεύω κιόλας για το χατίρι σου. Θέλεις και δώρα; να κ'
+ένα δώρο· είναι σκούρο και στρογγυλό, έχει και μικρό
+τσιμπιδάκι. Τρέμεις; Έννοια σου, δεν είναι τέτοια η μπόμπα μου,
+μη φοβάσαι. Δυναμίτη δεν έχει μέσα της. Τεχνίτης δεν την έχει
+φτειασμένη. Την έφτειαξα εγώ ο ταπεινότατος δούλος σου, απατός
+μου. Πενήντα χρόνια τη δούλευα. Από κείνη την αξέχαστη τη
+βραδιά είναι που βάλθηκα να σου το τοιμάσω αυτό το δώρο, κ'
+έρχουμαι τώρα να σου το προσφέρω· δέξου το. Είναι ζυμωμένο με
+της καρδιάς μου το αίμα. Αυτό το αίμα δεν πρόφταξε να χυθή στο
+μεγάλο το ποτάμι που πλημμύρισε το Βασίλειό σου. Δεν το ήπιαν
+οι πιστοί σου αυτό το αίμα κι απόμεινε κρυμμένο μέσα σε μια
+καταφρονεμένη καρδιά, υστέρα, πέρασε σε άλληνα, ώσπου
+καταστάλαζε στη δική μου, έγεινε άλλο τόσο, και πάλι άλλο τόσο,
+και στο λαιμό μου ανέβαινε, μ' έπνιγε. Τι να το κάμω, είπα.
+Χτήμα σου είναι. Στάλα στάλα τόρριχτα πάνω σ' αυτά τα χαρτιά.
+Και τώρα τα καταθέτω μπροστά στο θρόνο σου! Μην ταγγίξης, θα
+κάψης τα χέρια σου! Έχει φαρμάκι αυτό το αίμα, και σε καίγει
+καθώς ταγγίξης. Μα φοβούμαι μήπως εκείνο σαγγίξη, και σε
+λυπούμαι, γιατί πρέπει μέσα σου νάχης ρωμαίικο αίμα και συ. Τι
+σου φταίγω ως τόσο! Δικό σου είναι το αίμα μου, και σου
+τόστελα. Πες τώρα κανενός να τα πετάξη αυτά τα χαρτιά στη
+θάλασσα. Ναι, έτσι, με τη μασιά να τα πιάσουνε. Τι; τους καίνε
+πάλι; Μην απελπίζεσαι. Πρόσταξε φωτιά να τους βάλουν. Φωτιά σ'
+όλο ταρχοντικό σου, και φεύγα, Μην κάθεσαι και τα βλέπης. Θα
+περάση το κακό τους από τα μάτια σου στα σπλάχνα σου και θα τα
+κάμη κομμάτια. Πήγαινε συ, κι άφησε το Βεζίρη να βάλη φωτιά.
+Όξω, και χάθηκες! Αχ, σου τόλεγα! μην αργήσης. Άργησες, και
+τώρα μου σφίγγεις τα χέρια σου. Τρέμουν τα γόνατά σου·
+γουρλώνουν τα μάτια σου. Πάει, γλυτωμό πια δεν έχεις. Πήγαινε
+και ξαπλώσου σε κανένα μιντέρι. Και σεις όλοι γύρω, σας έπιασε
+και σας το κακό. Κοράκοι γενήτε, κι ανοίξτε τα φτερούγια σας.
+Όξω!
+
+Δεν έχετε τώρα να πήτε, σας γλύτωσα. Έπιασαν τα μάγια.
+Βασανιστήκατε λιγάκι, μα τι λευτεριά που την έχετε τώρα! Ο
+ουρανός θα γεμίση κοράκους κι όρνια. Όξω! τρέχετε στα ψοφίμια!
+
+Τόσα χρόνια να διψούν αίμα, και να μην τόχουνε θάλασσα τα
+καημένα να κολυμπούν! Πετάτε στις ρημιές και στα δάση! Εκεί θα
+βρήτε φαΐ και ραχάτι. Αυτού που τρυγυρνάτε ραχάτι δεν έχει. Θα
+τσουρουφλιστούν τα φτερά σας. Μακριά, στη ρημιά, στα ψοφίμια,
+όξω, όξω!
+
+
+
+ΙΔ'
+ΣΤΟ ΜΕΣΟΒΟΥΝΙ
+
+
+
+Είταν Αύγουστος τώρα. Είχαμε άλλον ένα μήνα διακοπές, κ' ήρθαμε
+να τις περάσουμε σαυτό το καλύβι, που κάθουμαι τώρα ολομόναχος
+και σου γράφω.
+
+Κάθε χρόνο την είχαμε την καλοπέραση τούτη.... Σηκωθήκαμε πρωί
+πρωί, τοιμαστήκαμε, μανταλώσαμε τα παράθυρα, κλειδώσαμε τις
+πόρτες, και τραβήξαμε κατά τον κάμπο, με το γαδουράκι του γέρου
+φορτωμένο δισάκκια, ζεμπίλια, και στρωσίδια.
+
+Ήρθαμε και τα βρήκαμε όλα σε τάξη. Το καλύβι σκουπισμένο, ο
+σιτοβολώνας απάνω χωρισμένος σε δυο καμαράκια, οι τοίχοι
+ασβεστωμένοι, τ' αργαλειά κρεμασμένα τριγύρω, το τουφέκι, ο
+πεζόβολας, τα παραγάδια, ταγκίστρια, όλα στον τόπο τους....
+καθετίς εδώ είτανε γλέντι, ως κ' η δουλειά μας.... Αυτό το
+μικρό χωραφάκι με τις συκιές του, με τις κληματαριές του, και
+μ' ένα περιβολάκι κοντά στη βρύση, είταν η σερμαγιά μας. Δε μας
+έτρεφε το ξενοδούλι πια τώρα. Το κατώγι μας είτανε γεμάτο, τα
+κουκούλια μας έβγαζαν το μετάξι τους, ως και βαμπάκι δε μας
+έλειπε. Ως και σουσάμι, είχαμε για τις πήττες μας.
+
+Μα μένα με κρυφόδερνε μια στέρηση και μια λύπη που δεν έσωνε
+μήτε μετάξι μήτε σουσάμι να μου τη διώξη. Σαν έμπαινα στο
+καλύβι κι ανιστορούσα πως εκεί, κοντά στη γωνιά, κάθισε η
+αγιασμένη μου η Ελένη τότες που τηνε γλύτωσε ο γέρο Βασίλης,
+και πως δεν ξαναμπήκε σ' αυτό το καλύβι, δεν ήρθε να μου πη πως
+την αγαπάει εκείνη την κώχη που της ξανάφερε τη ζωή, μ'
+έπαιρναν τα δάκρια κάποτες, και κατέβαινα στο γιαλό να ξεσκάσω
+κοντά στα κύματα. Κι αυτόν το δύσεχτο χρόνο, που έφυγε η Ελένη,
+και πήρε τον αγύριστο δρόμο της αγιωσύνης, που δεν μπορούσα πια
+να την ξαναϊδώ μήτε στο χωριό, είτανε δίστομο μαχαίρι η λύπη
+μου και μου τρυπούσε ως πέρα τα σπλάχνα, κρυφά και δίχως να το
+ξέρη κανένας. Ώρα πολλή δεν μπορούσα να μείνω κοντά στην κώχη
+εκείνη, χωρίς το γέρο ή τη μάννα μαζί μου. Ως και τώρα ακόμα τη
+βλέπω την πέτρα που κάθισε ο γέρος και πήρε στα γόνατά του το
+τρομασμένο μου ταγγελούδι, και θαρρώ πως τάφο κοιτάζω. Τη βλέπω
+καλά την πέτρα, και το θαμάζω που δεν είναι ραγισμένη, δεν
+άλλαξε καθώς άλλαξαν όσοι κάθισαν εκεί απάνω, μήτε σηκώθηκε να
+φύγη καθώς εκείνοι. Δεν την έκλεψε κανένα ζεϊμπέκι, δεν
+καλογήρεψε, δεν αρρώστησε, δεν πέθανε, — και μήτε γράφει τώρα
+την ιστορία της!
+
+Είναι τάγιο το βήμα του καλυβιού μου αυτή η πέτρα. Θα δης εκεί
+κάποτε λουλούδια βαλμένα, ή και στοιβασμένα αυτά τα χαρτιά ....
+
+Ας πάρουμε τώρα μια από τις αξέχαστες εκείνες μέρες της εξοχής,
+κι ας την ιστορήσουμε, αν έχης υπομονή. Θαρρώ πως πρέπει. Εδώ
+είναι που σ' έχω και σου μιλώ.... Δυο λόγια μοναχά για το
+Μεσοβούνι, μια μέρα της αθάνατης εκείνης της ζωής, κ' έχεις όλη
+την ιστορία.
+
+Μεσοβούνι είναι το βουνό που μας χωρίζει από τον κάμπο του
+χωριού, είναι κ' η εξοχή μας. Ένα μικρό, παράμερο, ξεχασμένο
+κομμάτι του Παραδείσου, που βρέθηκε δω ανάμεσα στα βουνά. Η μια
+πλευρά του ορθάνοιχτη, και βλέπει τη θάλασσα. Mια και μπης σ'
+αυτή τη φωλιά, και σαν πουλί σπαρταράει η ψυχή σου. Άφησε πια
+που σε μεθάει το θυμάρι κ' η λυγαριά. Άφησε που σε κουφαίνουν
+τα κοπάδια τριγύρω με τα κουδούνια τους, που σε γλυκοκοιμίζουν
+οι βρύσες με τακοίμητά τους νερά. Μα κείνο που σου δίνει
+καινούρια ζωή, που σε κάνει κι ανεσαίνεις πιο εύκολα, είναι που
+Τούρκος δεν έχει χωράφι τριγύρω... Έχει ρωμαίικη ψυχή μέσα του
+το μικρό το Μεσοβούνι. Ζούσανε μάλιστα τα χρόνια εκείνα και δυο
+τρεις Μεσοβουνιώτες που μύρισαν κι αυτοί μπαρούτι στα νιάτα
+τους! Ο γέρο Βασίλης είταν ένας. Ο μακαρίτης ο Αγγελάκος, στο
+πλάγι μας, άλλος ένας. Είταν κι ο γέρο Καπλάνης, που είταν κι
+αυτός κατιτίς μια φορά. Όλοι τους Ξωμερίτες, απείραχτοι όμως
+τώρα, και δεν τους κακόβλεπε κανένας αγάς. Παντρεύτηκαν και
+στον τόπο, εξόν ο Βασίλης, που όρεξη για καινούριες αγάπες δεν
+είχε.
+
+Αυτό είταν το Μεσοβούνι· ορίστε τώρα κι η ζωή μας εκείνα τα
+χρόνια.
+
+Πρι να φέξη, ο γέρος με κατέβαζε στο γιαλό και τραβούσαμε τις
+αποτονιές. Τα μουγκριά δεν απαντέχουν ώσπου να φέξη. Βγαίνουν
+από τα θαλάμια τους την αυγή, τριγυρίζουν τον κάβο να βρούνε
+φαΐ, χάφτουν το δόλωμα, πιάνουνται, κ' ύστερ' αρχίζουν και
+στρεφογυρίζουνε σαν αδράχτια ώσπου ζαρώνει και κουβαριάζεται το
+σκοινί, κι ανασηκώνεται ταγκρίστρι και ξεμπλέκεται από τα
+σβάραχνά τους, και τότες ξετινάζονται και φεύγουν. Πρέπει λοιπό
+να τραβηχτούν οι αποτονιές πρι να ξεμπλεχτή το μουγκρί, κι αυτό
+κάμναμε.
+
+Ύστερα, σα ξημέρωνε, ρίχταμε τις αποτονιές της ημέρας. Ξέραμε
+πού κατεβαίνανε τα λαβράκια, πού τριγύριζαν οι συναγρίδες, και
+κει τις ρίχταμε. Ύστερ' ανεβαίναμε κατά το χτήμα, ότι άρχιζε να
+χρυσώνη ο ήλιος της Ανατολής τα βουνά. Κι ώσπου να χρυσώση και
+τα δικά μας τα βουνά, γυρίζαμε στο καλύβι με το καλάθι γεμάτο
+σύκα.... Κατόπι άρχιζε η δουλειά.... Ύστερα έπαιρναν η γυναίκες
+ταργόχειρά τους και κάμνανε συντροφιά του τζίτζικα κάτω από τη
+μεγάλη τη συκαμηνιά. Ήρχουνταν κ' η Αγγελάκαινα με τη ρόκα της,
+ήρχουνταν κ' η Καπλάναινα με το βρακί του αντρού της, και
+κάμνανε με τις δικές μας χωριό. Εγώ τότες έπαιρνα ταποκαλαμίδι,
+και σαν έρριχτα μια ματιά στις αποτονιές, τραβούσα κατά τον
+κάβο, έμπαινα στο νερό ως τα γόνατα, και ψάρευα. Και σαν έπιανα
+σωστή τηγανιά, γύριζα πίσω, ώρα που έπρεπε να τηγανιστούν.
+
+Ταπόγεμα ο ύπνος δεν μπορούσε να λείψη. Ύστερα πάλι λίγη
+δουλειά, κι ώσπου να γυρίσης να δης βράδιαζε. Και σα βράδιαζε,
+κατεβαίναμε στο γιαλό και καθίζαμε στα χαλίκια, και βλέπαμε τα
+ψάρια που πηδούσαν κοπαδιαστά απάνω στ' ασημένια νερά. Εκεί
+κατέβαιναν όλοι. Έβλεπες κόσμο εκεί. Εκεί τραγουδούσαν τα
+κορίτσια, πετούσαν πέτρες ταγόρια στη θάλασσα, οι άντρες
+μιλούσανε για τα μαξούλια τους, οι γυναίκες για καθετίς. Αν
+έλειπε και καμιά τους, έμενε τόπος και για ψεγάδιασμα.
+
+.... Γλέντιζα και γω με τάλλα παιδιά. Παράβγαινα και γω μαζί
+τους στην πέτρα, στο τρέξιμο. Τους πουλούσα και λίγη σοφία,
+τους ξηγούσα τι λογής τόποι είναι πίσω από της Ανατολής τα
+βουνά.....
+
+.... Τέτοια μια βραδιά είτανε σα μας πρωτοείπε ο γέρο Βασίλης
+την ιστορία του. Κανένας δεν την καλοήξερε εξόν η μακαρίτισσα,
+και κείνη ποτές δε μας τη δηγήθηκε. Δε θυμούμαι τι τον έκαμε το
+γέρο να μας ξεμυστηρευτή τη βραδιά εκείνη. Ίσως τον ερέθισε ο
+Καπλάνης, που όλο τις παλικαριές του μας έβγαζε στη μέση, όλο
+Τούρκους μας σκότωνε. Γιατί θυμούμαι τον Αγγελάκο που γύρισε κ'
+είπε της μάννας μου. «Δε μας έμεινε πάλι Τούρκος. Σαν πράσα
+πάλι μας τους πελέκησε ο Καπλάνης!»
+
+Δεν την ξέχασα, την ιστορία του γέρο Βασίλη, και δεν πρέπει να
+την αφήσω αγνώριστη.
+
+
+
+IE'
+ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΝΟ
+
+
+
+ — Να σας τα πω λοιπόν, παιδιά μου, μια και καλή (άρχισε ο
+γέρος)· στον τόπο μου οι δικοί μας σηκώθηκαν και δε σηκώθηκαν.
+Έκαμαν τη δουλειά τους μισή. Αυτές οι μισές οι δουλειές είταν
+που μας αφάνησαν τότες.
+
+Είμουνα δέκα μηνώ νοικοκύρης, κ' η Χριστίνα μου είχε στην
+αγκαλιά της το πρώτο της, αχ, και το στερνό της! Μήτε χωράφι
+είχαμε μήτ' αμπέλι. Σερμαγιά μας είταν η βαρκούλα μου και τα
+δίχτυα μου. Πριν ακόμα να λευτερωθή η Χριστίνα πέρασαν κι από
+το χωριό μας και μάζευαν οι δικοί μας ό,τι μπορούσαν. Έδινε ο
+καθένας ό,τι είχε. Εμείς δεν είχαμε τίποτις άλλο να δώσουμε,
+έδωσα λοιπόν τη βάρκα μου, κ' έμεινα με τα δίχτυα, και με την
+ελπίδα πως ήρθε η ώρα μας και θα δούμε και μεις άσπρη μέρα. Τη
+βλέπαμε τη βαρκούλα σαν έφευγε δεμένη πίσω από μια γολέττα, και
+της φωνάζαμε «στο καλό». Έπιασαν τόπο οι γολέττες εκείνες, το
+ξέρω. Μα τι κατάλαβες που βρεθήκαμε έρμοι και μοναχοί σαν
+πλάκωσε το κακό από την Ανατολή! Τα ίδια της Χίος, μόνο κάτι
+μικρότερα.
+
+Πήραμε όλοι μας τα βουνά. Είτανε νύχτα, και τρέχανε σα
+λυσσασμένοι κατόπι μας. Μα μεις ξέραμε τα κατατόπια, κι αυτοί
+δεν τάξεραν. Κ' έτσι γλύτωσαν πολλοί, αν και το χωριό μας
+ρημάχτηκε. Μα εγώ τέτοια τύχη δεν είχα. Ό,τι περάσαμε από κάτι
+σπαρτά σκύβοντας και πήραμε το βουνό, άρχισε να κλαίη το μωρό
+στην αγκαλιά της Χριστίνας! Τι να κάμουμε τώρα! Βύζαξέ το, της
+φωνάζω. Του κάκου, δε σώπαινε το μωρό! — Φράξε το στόμα του,
+σφίξ' το στην αγκαλιά σου, για τόνομα του Θεού, και χαθήκαμε!
+Πάλι του κάκου! Το παιδί όλο τσίριζε.
+
+ — Άι, να σου πω, Χριστίνα, της κάνω τότες, άλλον τρόπο δεν
+έχει. Ή αυτό θα πάη, ή όλοι μας. Κάμε το σταυρό σου, και πέτα
+το στον γκρεμνό! Γλήγορα, γιατί πλάκωσαν! Να, γύρισε να τους
+δης εκεί κάτω. Σφίξε τα δόντια σου, και στον γκρεμνό. Πέτα το,
+σου λέω, πέτα το, στον γκρεμνό, στον γκρεμνό, γλήγορα κ'
+έρχουνται, να τους!
+
+Αυτή, που ως τώρα μισογόγγυζε καθώς έτρεχε, άξαφνα βγάζει μια
+φωνή που αντιλάλησε το βουνό. Δε βάσταξε πολύ η φωνή. Γυρίζω να
+δω, κι άλλο δε βλέπω παρά τον γκρεμνό! Τι έκαμα τότες, δεν
+ξέρω· πρέπει νάπεσα κάτω ξερός· Πρέπει νάμεινα εκεί πολλήν ώρα
+στα σκοτεινά. Σαν ήρθα στο νου μου, τρομερή ησυχία σ' εκείνο το
+μέρος! Το μεγάλο το κακό είταν τώρα κατά το χωριό. Από κει
+έβγαιναν οι φλόγες, από κει ήρχουνταν τα μουγκρητά των θεριών.
+Κάθισα να συλλογιστώ αν είταν αλήθεια, αν ονειρευούμουν, αν
+είμουν τρελλός. Φώναζα τη Χριστίνα, την ξαναφώναζα. Του κάκου,
+είταν αλήθεια! Γκρεμίστηκε η Χριστίνα με το μωρό. Να τος ο
+γκρεμνός! Να το τό βάραθρο! Τι να κάμω τώρα! Ίσως ζη η
+Χριστίνα, ίσως δεν έπαθε τίποτις, ίσως λογοθύμησε· ας κάμω πως
+κατεβαίνω, να δω, να την εύρω, να ζήσω ή να πεθάνω μαζί της.
+
+Και κει που έκαμνα να κατέβω, — μπαμ! και σφυρίζει ένα βόλι στ'
+αυτί μου. Αυτό το βόλι μ' έκαμε έξω φρενώ· γένηκα στ' αλήθεια
+τρελλός. Είχα μαζί μου μια πιστόλα κ' ένα μαχαίρι. Αδειάζω την
+πιστόλα με χίλιες κατάρες, και τρέχω με το μαχαίρι καταπάνω στο
+κορμί που μισόβλεπα κατά το μέρος οπούθε ήρθε η τουφεκιά. Ώσπου
+να πάγω κοντά του, αυτός ξαπλώθηκε. Ως τόσο οι τουφεκιές πρέπει
+νάφεραν κι άλλους κοντά μου, γιατί άκουγα αντρίκιες κουβέντες
+γύρω. Τι να κάμω δεν ήξερα. Είπα, ας κρυφτώ σε κανένα δέντρο
+απάνω. Σκάλωσα λοιπό σε μιαν αχλαδιά, και κρύφτηκα. Πώς να φύγω
+μονάχος μου, χωρίς τη Χριστίνα! Πρέπει να τη βρω, έλεγα, και θα
+τη βρω. Κάπου θα κοίτεται λιγοθυμημένη. Μια να γλυκοφέξη, και
+θα τη βρω.
+
+Τρομερή κι ατέλειωτη νύχτα! Κάθουμουν ανάμεσα στ' αχλαδόκλαδα,
+και τους έβλεπα και περνούσαν: δυο δυο και τρεις, τρεις, πότε
+τούρκοι, πότε δικοί μας. Όλες τις κατάρες κι όλες τις προσευκές
+τις άκουσα κείνη τη νύχτα. Κατάντησα σα μεθυσμένος. Φάντασμα
+θαρρούσα πως είμουνα. Δεν το πίστευα πως είμουν εγώ, πως έπαθα
+τίποτις.
+
+Πήδηξα κάτω άμα γλυκόφεξε. Ψυχή πια τώρα τριγύρω. Μήτ' από το
+χωριό δεν ήρχουνταν κανένα βοητό, καθώς τη νύχτα. Άρχιζαν και
+κελαϊδούσαν τα πουλιά σα να μην έτρεξε τίποτις. Πήγα προς τον
+γκρεμνό. Σαν το γίδι κατέβηκα. Κατεβαίνοντας κοιτάζω δυο
+ασπριδερά πράματα κάτω κάτω. Μου ήρθε ζάλη, και θάπεφτα δίχως
+άλλο, μόνο που πιάστηκα απ' έν' αγριόκλαδο. Σιγά σιγά φτάνω
+κάτω, με χέρια ματωμένα, φορέματα ξεσκισμένα, καρδιά μαύρη και
+σκοτεινή. Δεν το πίστευα πως είταν η Χριστίνα εκείνη, με το
+μικρό της σφιγμένο ακόμα στην αγκαλιά της. Α δεν είταν από τα
+ρούχα της, α δεν είταν από το σφιγμένο μικρό, πού να το
+φανταστώ πως ο ματοκυλισμένος εκείνος κι ο χωματιασμένος ο
+βώλος είταν — η γυναικούλα μου!
+
+Καιρό δεν είχα για κλάψες και για μυρολόγια. Πέτρα μ' έκαμε η
+νύχτα που πέρασα. Ο Θεός με λυπήθηκε, και βρέθηκε ένας λάκκος
+κοντά μου. Τονε μεγάλωσα μ' ό,τι κούτσουρα βρήκα. Και σαν
+τάθαψα τακριβά μου και τα σκέπασα με χώμα και με πετράδια, και
+κατρακύλισα απάνω απάνω κ' ένα μεγάλο λιθάρι, και χάραξα σταυρό
+μ' ένα κεραμίδι, πήρα τα κλαμμένα μάτια, μου κ' έφυγα κατά τα
+βουνά. Παρακαλούσα ν' ανταμώσω έναν τους μπροστά μου, να δώσω
+και να πάρω μια μαχαιριά, και να γλυτώσω.»
+
+Εδώ τον πήραν το γέρο τα δάκρια. Δεν μπόρεσε να πάη εμπρός. Δεν
+μπορούσαμε και μεις πια ν' ακούμε. Αμίλητοι όλοι μας, σα να
+κοβότανε λείψανο μπρος μας. Όσο για μένα, ανεμοζάλη τον πήρε το
+νου μου... Σα ψέματα μου φαίνουνταν πως ο γελαζούμενος ο γέρο
+Βασίλης είτανε τέτοιος ήρωας... Τους έμαθα τους αληθινούς
+ηρωισμούς του κατόπι, τις έμαθα τις παλικαριές του, σαν πήδηξε
+κι αυτός σε καράβι κ' έσπερνε τρόμο με τους συντρόφους του...
+Τι να σου τα λέγω αυτά! Άνοιξε την ιστορία, και θα τα δης. Ας
+σου πω μονάχα πως ήρθε μετά χρόνια πολλά στον τόπο μας
+καραβοτσακισμένος ο γέρο Βασίλης. Κι από τότες δεν ξαναγύρισε
+στη πατρίδα του παρά μια φορά, που πήγε και ξέχωσε τα κόκκαλα
+της γυναίκας και του παιδιού του, και τάβαλε στο κοιμητήριο,
+και τους έκαμε μνημόσυνο, και γύρισε πάλι πίσω, γιατί δικό του
+δεν μπόρεσε να ξανάβρη κανένανε.
+
+ΣΗΜ. Από τα τέσσερα τα κεφάλαια που ακλουθούνε θα πάρουμε
+μονάχα μερικά αποσπάσματα. Τα μέρη που αφίνουμε, όσο κι αν
+είναι ορεχτικά, δε φαίνουνται πολύ χρειαζούμενα.
+
+
+
+ΙΣΤ'
+ΠΙΑΣΤΗΚΕ!
+
+
+
+Κ' εκεί που καθούμαστε όλοι μας χολοσκασμένοι,
+
+ — Αι, φωνάζει ο Αγγελάκος. Τρέχα, γέρο Βασίλη, και πιάστηκε!
+
+Όλοι γυρίζουμε αμέσως κατά την αποτονιά, μερικά βήματα μακριά
+μας. Το σημάδι στα χαλίκια είταν πεσμένο, το σκοινί τεντωμένο.
+Και στην άλλη την άκρη, ως είκοσι οργυιές μες στο νερό,
+ξετινάζουνταν κάθε λίγο μεγάλη ουρά και χτυπούσε τα κύματα.
+
+Ξεχνούμε τις πίκρες των σεφεριών, και σηκωνούμαστε στο
+ποδάρι... Πρώτος ο γέρος έτρεξε και πήρε το σπάγο στα χέρια. Κι
+αρχινάει και τραβάει κι αφίνει πάλι καλούμα, σαν τεχνίτης
+θαλασσινός. Οι άλλοι κοίταζαν και δίνανε γνώμες και συβουλές,
+πότε από δω να τραβάη, πότε από κει, να μην το φευγατίση το
+ψάρι. Σιγά σιγά άρχισε και φαινότανε στο γιαλό μέσα. Άστραφτε
+σαν τ' ασήμι, και χυνότανε σα σαΐτα από τη μια κι από την άλλη,
+καθώς τραβούσε ο γέρος. Δεν άργησε να βγη έξω. Ήξερε καλά την
+τέχνη του ο γέρος και το μισοψόφησε με την καλούμα. Κ' έτσι σαν
+ήρθε στα ρηχά, δεν είχε πια δύναμη το δύστυχο να ξετιναχτή και
+να ξεκόψη. Είτανε μια χαρά να τη βλέπης σπαρταριστή στα χαλίκια
+απάνω τη συναγρίδα εκείνη.
+
+Έπρεπε να χάση τη ζωή του αυτό το ψάρι, να μας τη δώση εμάς.
+Έλεγες και γυρίζαμε από γιουρούσι σαν ανεβαίναμε.....Εκεί, κάτω
+από τη μεγάλη την καρυδιά, σιμά στη βρύση, εκεί πηγαίνω ακόμα
+και καθίζω κάποτες και ρωτώ τις πέτρες και τα δέντρα αν το
+θυμούνται το φαγοπότι εκείνο!.... Ποιος δεν τραγούδησε εκείνη
+τη βραδινή!.... Πήγε να βασιλέψη η Πούλια, κι ακόμα γλέντιζαν
+κοπέλλες, αγόρια, κι αντρόγυνα. Ως κι ο καημένος ο γέρο
+Βασίλης, σα να μην είταν εκείνος που μας δηγούνταν τα πάθια του
+στην ακρογιαλιά, ως και κείνος έβγαλε το μαντίλι και χόρεψε, με
+λουλούδι στάσπρο του κατσαρό. Ως κ' η μακαρίτισσα η γριά μου,
+που μήτε να χαμογελάη δεν πολυσυνήθιζε, σηκώθηκε στο χορό τη
+βραδιά εκείνη.
+
+Γλυκοπετούσε η καρδιά μου από τη χαρά που τους έβλεπα όλους και
+χαίρουνταν, και φύλαγα βαθιά τους κρυφούς μου τους πόνους, τον
+πόνο της Λενιώς, και της ιστορίας του γέρου. . . Σα να τους
+γλύκαινε τους πόνους εκείνους η καλοτυχιά που έβλεπα γύρω μου,
+σα να τον αγαπούσα τώρα τον κόσμο με τα δεινά του, το πέλαγο
+αυτό που σε δέρνουν τα κύματα, μα σε χαδεύει κάποτε κι ο αφρός
+τους.
+
+
+
+ΙΖ'
+ΛΑΧΤΑΡΕΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ
+
+
+
+Ανέβηκε ο ήλιος ως μια οργυιά, οι αχτίδες έπαιζαν ανάμεσα στα
+φύλλα της μεγάλης κληματαριάς μπροστά στο καλύβι, κι όλοι μέσα
+κοιμούνταν ακόμα. Σηκώθηκα και κατέβηκα στο γιαλό. Μα μήτε να
+ψαρέψω δεν είχα όρεξη. Κάτι λαχταρούσα, κάτι φούσκωνε την
+καρδιά μου. Ο κόσμος δε με χωρούσε. Φτερά ήθελα, να πετάξω στο
+μοναστήρι, να παρακαλέσω τη Λενιώ να προσεύκεται και για μένα,
+να μ' έχη και μένα στο νου της. Ύστερα πάλι, να την καταπείσω
+ναφήση το μοναστήρι και νάρθη μαζί μου να πάμε μακριά, εκεί που
+δε μας ξέρη κανένας, σε κάποιο ρημοννήσι, σε κάποια σπηλιά, και
+κει, μακριά από Τούρκους, να ζούμε σα δυο περιστέρια.
+
+....Όλα όμορφα και γλυκά είτανε γύρω. Όμορφες είταν κ' οι
+καλαμιές καθώς λυγίζανε με του μπάτη το φύσημα. Γλυκό είταν και
+το κελάιδημα του κορυδαλού, πιο γλυκό ακόμα το κύμα που
+μουρμούριζε πλάγι μου και φιλούσε την αμμουδιά.
+
+....Ήθελα να πέσω στα κρουσταλέννια τα νερά και να σβύσω τη
+φλόγα μου ....
+
+....Μερικές μέρες κατόπι, αρχίζει κι ο τρυγητός. Δε χωράτευε
+του τρυγητού η δουλειά. Κάθε τζίτζικας γίνουνταν τώρα μερμήγκι
+και μάζευε, μάζευε για το χειμώνα. Απ' έξω στέκουνταν ο
+χειμώνας και περίμενε νάμπη. Πλάκωναν τα πρωτοβρόχια, τάραζαν
+τη θάλασσα τα μελτέμια, μια στιγμή να χάσουμε δεν είχαμε. Άμε
+κ' έλα γλήγορα γλήγορα με το καλάθι στον ώμο, να μη χάσουμε τα
+μαξούλια. Κ' έτσι, γλύτωσαν τα μαξούλια.
+
+
+
+ΙΗ'
+ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
+
+
+
+Είτανε βράδυ βράδυ σαν ξαναμπαίναμε στο χωριό ύστερ' από
+ενάμιση μήνα εξοχή. Άγριο και κρύο φαίνουνταν το χωριό. Και το
+σπίτι ακόμα πιο άγριο. Τα φύλλα της κυδωνιάς σκορπισμένα μες
+στην αυλή, οι βασιλικοί και τα λούλουδα ξεσποριασμένα στις
+γλάστρες, στις οροφές να ξεφωνίζουν οι κάργες, κι ο Ιμάμης να
+ψάλλη «αξαμναμάζι» στο μιναρέ.
+
+Σαν άρχισε να γλυκοφέγγ' η φωτιά στη γωνιά, σαν άρχισε ν'
+ανεβοκατεβαίν' η Αννούλα και ν' ανοίγη παράθυρα, να κουβεντιάζη
+με τις γειτόνισσες, να τρέχη από δω κι από κει και να συγυρίζη,
+άρχισε να χάνη και το σπίτι την αγριάδα του.
+
+Καθίσαμε στο δείπνο οι τρεις μας, δίχως το γέρο. Ο γέρος είχε
+δουλειές ακόμα να κάμη στην εξοχή. Φάγαμε ήσυχα και δίχως λόγια
+πολλά. Σα σηκωθήκαμε, πήγα στο παράθυρο να κοιτάξω, νακούσω
+τίποτις που να με ζωντανέψη. Ησυχία, και μοναξιά! Μήτε
+τρουξαλλίδες, μήτε βρύσες, μήτε αμπελοβάβρακα!...
+
+...Φέτος, που πατούσα τα δεκατρία, που άρχισε να χτυπάη η
+καρδιά και να ταξιδεύη ο νους, ο άνεμος σα να βούιζε πιο
+θυμωμένα ανάμεσ' από τα μισόγυμνα κλωνιά του περιβολιού, οι
+σκύλοι γαύγιζαν πιο λυσσασμένα στους δρόμους, ο Ιμάμης έψαλλε
+το «γιατσί» του πιο θλιβερά, το κόλι μούγκριζε με πιώτερο
+πείσμα, τα γουρλωμένα μάτια του Ταξιάρχη με κοίταξαν πιο
+αχόρταγα σαν πλάγιασα στη συνηθισμένη γωνιά μου να κοιμηθώ, κ'
+έβλεπα τα κονίσματα αντίκρυ με τη μισοαναμμένη τους την
+καντήλα.
+
+Γύριζε από τόνα πλευρό, ξαναγύριζε από τάλλο, και διώξε, αν
+μπορής, τα χίλια φαντάσματα που τριγυρίζουν το νου σου σε
+τέτοια νύχτα! Ένα μονάχο από τα φαντάσματα εκείνα, της Λενιώς
+μου ο πόνος, έσωνε να μου τον κλέψη τον ύπνο.
+
+Ως το πρώτο λάλημα τυραννιούμουνα με τους μικρούς μου τους
+πόνους. Και σαν ξύπνησα, στέκουνταν η μακαρίτισσα η μάννα
+μπροστά μου, και μου έλεγε πως είταν ώρα για το &Σκολειό&.
+
+
+
+ΙΘ'
+ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ!
+
+
+
+Δάσκαλέ μου, δε θαρχίσω την ιστορία της δασκαλικής σου δω πέρα!
+Μήτε για τα συνηρημένα, μήτε για τα εις &μι& δεν έχουμε τόπο.
+Κ' ίσως μήτε αξίζει τον κόπο. Είσαι αρρώστια, και τίποτις άλλο.
+Λίγος φρέσκος αέρας, και χάθηκες. Έπειτα συ πια τώρα δε φταις.
+Διδάσκεις αυτά που ζητούμε. Ας έχουμε χάρη στην πετριά μας, που
+και καλά να φανούμε στον κόσμο παιδιά των αρχαίων, αληθινοί
+κληρονόμοι τους.
+
+Κληρονόμοι, σε τι; Στην αρετή, στην παλικαριά; «Πολλού γε και
+δει», δάσκαλέ μου! Κληρονόμοι στ' ανώμαλα ρήματα!
+
+Ποιος να σ' ακούση, κι αν τους το πης, πως για νάχη, το έθνος
+δική του δύναμη και ζωή, πρέπει και δική του γλώσσα να μιλή και
+να γράφη. Πως την έχει τη δική του τη γλώσσα, κ' είναι πιο
+ελληνική από την καμαρωμένη την κορακίστικη! πως για να
+σταλάξουμε ανθρωπισμό στη ρωμαίικη την καρδιά, πρέπει να
+διδάσκουμε, να παρασταίνουμε, και να τραγουδούμε στη γλώσσα
+της, κι όχι σε γλώσσα που δεν ακούστηκε ποτές αλάκερη σ' ένα
+σπιτικό, παρά μέρος πρι να φανή ο Χριστός, μέρος σα φάνηκε ο
+Μωάμεθ, και μέρος θα μιληθή σαν ξαναφανή ο Μεσσίας!
+
+Η γλώσσα γεννιέται και μεγαλώνει στα σπιτικά, σαν κ' εμάς που
+τη μιλούμε. Έρχεται κατόπι η φιλολογία, τη σιάζει, τη γυαλίζει,
+πετάει βαρβαρισμούς κ' ιδιώματα, φτιάνει καινούρια στολίδια,
+και στρώνει εθνική γλώσσα που γίνεται όμορφη, είναι και
+ζωντανή. Τους &τύπους& της όμως ποια φιλολογία να τους αλλάξη,
+και γιατί; Οι Αθηναίοι σαν άκουγαν τους ρητόρους τους και
+μιλούσανε με τη σπιτήσια γραμματική τους, δεν τους
+παραξενεύουνταν. Εμείς τάχα γιατί τόση ακαταδεξιά!
+
+Ποιος κάθισε να συλλογιστή ταπέραντο το χασομέρι, ταπέραντο το
+κρίμα, που αναγκάζεται το ρωμιόπουλο να ξεμάθη μια γραμματική
+και να μάθη μιαν άλλη, άφησε που μήτε τη μια δεν μπορεί να
+ξεμάθη, μήτε την άλλη δεν καλομαθαίνει; Ποιος άνοιξε
+κορακίστικο βιβλίο, και να το κλείση μάνι μάνι, και να πάη
+στους δασκάλους να πη. Φτάνει σας πια, το παραξηλώσετε· πήρετε
+την πόρτα στον ώμο σας. Σας ορίσαμε δασκάλους, και μας βγαίνετε
+ιστορικοί, ρητόροι, δαιμόνοι. Ως κ' εφημερίδες μας γράφετε! Πού
+ακούστηκε τέτοιο πράμα! Ύστερ' από τους παλαιούς τους
+Αιγυπτίους παπάδες, σε ποιο έθνος έγεινε μονοπώλι η γλώσσα κ' η
+σοφία; Αμέτε στο καλό. Αφήστε τη φιλολογία στα χέρια των
+παιδιών του λαού, να μάθη κι ο λαός κατιτίς. Διδάξτε το έθνος
+ναγαπάη και να σέβεται την καταφρονεμένη του τη γλώσσα, να πάρη
+λιγάκι απάνω του, και να μας το δείξη πως ζη.
+
+Ποιος πήγε, μα και ποιος έμεινε να τα πη αυτά στους δασκάλους!
+που μας έχει όλους από τη μηχανή του βγαλμένους, άλλον κουτσό,
+άλλον τυφλό, κι άλλον αλλοίθωρο! Σύγκριση δεν έχει ο Τούρκικος
+ο ζυγός με τη δύναμη του δασκαλισμού μας! Όλοι μας μαζί του
+πηγαίνουμε τώρα, γιατί όλοι μας φορούμε τα γυαλιά που μας
+έβαλε. Και το νόστιμο, εκείνοι που γράφουνε σήμερα τα χερότερα
+κορακίστικα είναι κ' οι πιο φανατικοί οπαδοί τους. Άμα κανένας
+δεν ξέρη να καλοκλίνη το &κύων&, σκυλί γίνεται αν του προσβάλης
+την κορακίστικη. Ρωμαίικο κι αυτό. Κι αυτό με το λόγο του. Από
+την πολλή την εθνική μας την περηφάνεια, ταγαπούμε τα σκουλήκια
+που κρυφοτρών τη ρίζα της ρωμιωσύνης.
+
+Χαρήτε το καλοί μου σοφοί, για τα σας έγεινε το έθνος!
+Τυραννείτε το, και μη φοβάστε! Μια κατάρα δε θα σας ξεστομίση
+το έθνος.
+
+
+
+Κ'
+ΞΑΠΛΩΜΕΝΟΣ
+
+
+
+Έτυχε ποτέ σου να δης φάντασμα, από μέσα κιβούρι, κι απ' έξω
+άσπρο, καθάριο σεντόνι; Να τρομάζης, και να πολεμάς να το
+ξεφύγης, κι όλο να τακολουθάης το στοιχειό; Να τρέμουν τα
+σκέλια σου, και να μην πέφτης χάμω, μόνο να πηγαίνης κατόπι του
+ώσπου να σε φέρνη στο Κοιμητήριο, να σου δείχνη τα μνήματα ένα
+ένα, να σε κάνη να διαβάζης τις πλάκες τους, να γονατίζης
+εμπρός τους, ύστερα να σε προστάζη να ξαπλώνεσαι και να θαρρής
+πως είσαι και συ θαμμένος μέσα στο Κοιμητήριο; Να το ξέρης πως
+μπορείς να σηκωθής, να τρέξης και να φύγης έξω στο ζωντανό τον
+κόσμο, και πάλι να μην μπορής, γιατί δεν το θέλει το φάντασμα;
+Κ' έτσι να γίνεται η θέλησή του δική σου, και να μένης εκεί
+ξαπλωμένος και μισαποθαμμένος, και να φαντάζεσαι πως σ' έχουνε
+σκεπασμένο και με μνημείο μαρμάρινο, με γράμματα χρυσωμένα
+απάνω του, μ' άλλα λόγια πως πέθανες, δοξάστηκες, αποθεώθηκες;
+
+Τέτοιο φάντασμα δεν είδες μαθές; Δεν ξαπλώθηκες ποτέ σου σε
+τέτοιον τάφο; Καλότυχος άνθρωπος! Δεν είδες λοιπόν δάσκαλο, δεν
+πήγες ποτέ σου στο «Ελληνικό»! Εγώ καθώς βλέπεις, έμεινα εκεί
+ξαπλωμένος τέσσερα χρόνια. Τι λέγω τέσσερα! Άλλα δεκατέσσερα,
+κι άλλα εικοσιτέσσερα χρόνια, ώσπου πέρασε κάποιος και μου
+πάτησε το πόδι, και πήδηξα και με το συμπάθειο, βλαστήμησα, κι
+από την ομιλία μου το κατάλαβα πως δεν είμουνα πεθαμμένος, μόνο
+πως ονειρεύουμουν τόσα χρόνια! Κρίμα, κρίμα στα εξήντα μου
+χρόνια! Πού να τα ξαναβρώ πια τώρα!
+
+Εννιά μήνες Ελληνικά, και ξαπλώθηκα. Χάθηκα μέσα στα όνειρα!
+Τόβλεπα θεοφάνερα πως σε λιγάκι θα γράφω και γω σαν το δάσκαλο.
+Μα και σαν τον Όμηρο, φίλε μου!....
+
+.... Μ' άκουγε ο γέρο Βασίλης στην Ξέταση, σαν πέρασε κείνος ο
+χρόνος, και δάκριζαν τα μάτια του από τη συγκίνηση. Κ' η γριά η
+καημένη με κοίταζε και δε χόρταινε. Θα προκόψη αυτό το παιδί,
+έλεγαν όλοι!
+
+
+
+ΚΑ'
+ΧΑΛΑΣΜΟΣ ΚΟΣΜΟΥ
+
+
+
+Παράξενο το βράδυ εκείνης της Κεριακής που ξετάστηκα. Η θάλασσα
+φαινότανε σα λιγοθυμημένη. Τα βουνά γύρω καθρεφτιζόντανε μέσα
+της πέρα και πέρα με την αστροφεγγιά. Φύλλο δε σάλευε. Βγήκαμε
+στον ηλιακό ν' ανεσάνουμε, οι τρεις μας, κι ο γέρος. Τώρα που
+πήγαινε καλά το χτήμα και τονε βοηθούσε και παραγυιός, τονε
+βλέπαμε συχνότερα σπίτι το γέρο. Καθίσαμε, και σα μιλήσαμε για
+την Ξέταση, γύρισε ο λόγος και στις δουλειές, στα στερνά μας.
+Είταν όλοι της γνώμης να μείνω Σκολειό, και να μάθω. Η Αννούλα
+δεν είχε πια την ανάγκη μου. Η προίκα της είταν έτοιμη· και
+χάρη στο γέρο, δεν έλειπε μήτ' ο γαμπρός. Ο γυιός του Καπλάνη
+μελετούσε να γυρίση από την ξενιτειά σε κανένα χρόνο. Τα βόλεψε
+όλα ο γέρος με την Καπλάναινα. Ο σκοπός του είτανε να στεριώση
+τη νύφη στο χτήμα μαζί με το γαμπρό, και να κλείση τα μάτια του
+αναπαμένος. Έλεγε λοιπόν, κ' η μακαρίτισσα συφωνούσε, να μάθω
+εγώ καλά τα γράμματα, να βγω ύστερα πραματευτής, και σα γυρίσω,
+ν' αγοράσω άλλα δυο χτήματα που είτανε φόβος να περάσουνε σε
+τούρκικα χέρια. Κ' έτσι να ριζώσω και γω στο Μεσοβούνι, να
+καμαρώνη κ' η γριά τα δυο της παιδιά νοικοκοιρεμένα.
+
+Όλη αυτή την ώρα η Αννούλα πότιζε γλάστρες, και τραγουδούσε.
+Εκεί απάνω, ακούμε μεγάλο βοητό. Δεν μπορούσε να είναι βροντή,
+γιατί σύννεφο δεν είχε στον ουρανό. Δεν προφτάξαμε να ρωτήξουμε
+ένας τον άλλον τι είναι. Βλεπιούμαστε αμίλητοι και χλωμοί. Ό,τι
+σάλεψε τα χείλη του ο γέρος να μας πη κάτι, κι άρχισε να
+τραντάζη όλο το σπίτι, αρχίσανε να τρίζουν όλοι οι τοίχοι.
+
+ — Σεισμός! κρυφοφώναξαν οι γυναίκες.
+
+Σαν τρελλοί σηκωθήκαμε και τρέξαμε κατά τη θύρα του ηλιακού. Ο
+γέρο Βασίλης τότε φωνάζει και μας λέει να σταθούμε. Σταθήκαμε
+μια στιγμή. Σταμάτησε ο σεισμός. Κάμαμε το σταυρό μας.
+
+ — Τώρα τρέχατε, κ' ίσια στο περιβόλι, μας λέει ο γέρος
+τρομασμένα και βιαστικά.
+
+Μπαίνουμε στο σπίτι, κατεβαίνουμε τη σκάλα, ερχούμαστε στην
+πισόπορτα, και βγαίνουμ' έξω. Τι φωνές, τι τσιριχτά σ' όλη τη
+γειτονιά!
+
+ — Δόξα νάχη ο Θεός που δε βάσταξε πιώτερο! μουρμούριξε η
+μακαρίτισσα. Και κει που τόλεγε, ξανάρχεται μεγαλήτερο βοητό
+από τα βάθια της γης, κ' ύστερ ' από το βοητό μεγαλήτερο
+τράντασμα. Ακούγαμε τους τοίχους που κατρακυλούσαν από παντού.
+Τα χάσαμε, και δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε από κοντά από τον
+τοίχο μας. Άξαφνα γκρεμιέται κι αυτός ο τοίχος, και
+κατρακυλιούνται αμέτρητες πέτρες τριγύρω μας. Πέτρες, πέτρες,
+κ' ένα σύννεφο σκόνη.
+
+Τίποτις άλλο δε θυμούμαι της τρομερής εκείνης βραδιάς, παρά που
+ήρθαν κατόπι μ' αναμμένα δαδιά, και σήκωναν πέτρες, και
+φώναζαν, κι αναστέναζαν, κ' έκλαιγαν. Μου φαινότανε σα να
+είμουνα μισοθαμμένος. Δεν πονούσα πουθενά, μα θαρρούσα πως σε
+δύο κομμάτια χωρίστηκα. Έτσι κι ο νους μου είτανε χωρισμένος.
+Δεν καλόνοιωθα τι έτρεξε, μα έβλεπα, έβλεπα τις πέτρες που
+σήκωναν, τα ξύλα που τραβούσανε σιγανά, τη σκόνη που μ' έπνιγε.
+Έβλεπα και το γέρο το Βασίλη, ξεσκισμένο, λαβωμένο,
+χωματιασμένο, να τους φωνάζη όλους με βραχνιασμένη φωνή,
+«προσέξτ' από δω, παιδιά, τραβάτ' από κει». Ύστερα ένοιωσα πως
+δεν είμουν πια θαμμένος, πως με σήκωναν. Κατόπι βρέθηκα
+στρωμένος σε μέρος που με το φως ενός φαναριού με κοιτάζανε, με
+ψάχνανε, μ' έδεναν, κ' ύστερα ύστερα βυθίστηκα, και πια δεν
+έβλεπα τίποτις, δεν άκουγα τίποτις.
+
+
+
+KB'
+ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΑΚΟΜΑ
+
+
+
+Πρέπει ακόμα δυο λόγια να πω, πρι να κλείσω την ιστορία μου.
+
+Άσπρισαν τα μαλλιά μου, κι ακόμα τρέμω σαν την ανιστορήσω την
+καταστροφή εκείνη του σπιτιού, του χωριού, της μάννας μου και
+της αδερφούλας, σα συλλογιούμαι πως την ώρα που με σήκωναν από
+το χάλασμα και με βάζανε στην τέντα με το σπασμένο το πόδι,
+κοίτουνταν κ' οι δυο τους άψυχες κάτω από τις μαύρες τις
+πέτρες.
+
+Μια φορά μοναχά μου τα είπε ο γέρος. Πρέπει να είταν ως τρία
+χρόνια πρι να ξενιτευτώ έρημος κι ορφανός, έξη μήνες πρι να
+πάγη και κείνος να τις βρη τις δυο μου ψυχούλες.
+
+Δεν αξίζει να σου τα ξαναλέγω. Τι να τη χαλνώ την καρδιά σου;
+Τι να τα γυρεύω τα δάκριά σου; Σώνουνε τα δικά μου· ζωής
+αλάκερης δάκρια. Φτάνουνε, δεν το θέλει η μακαρίτισσα να
+βασανίζουνται κ' οι άλλοι για κείνηνα, μήτε η Αννούλα μου δεν
+το θέλει. Μήτε ο γέρος. Ο καημένος ο γέρος! Τέσσερα χρόνια με
+γιάτρευε, με παρηγορούσε, με καθοδήγευε, και με μάθαινε να
+δουλεύω, να δουλεύω και να ξεχνώ......
+
+..... Και δούλευα, και δούλευα και ξεχνούσα. Σαράντα χρόνια
+δούλευα και ξεχνούσα.....
+
+... Κλειστό βιβλίο τα σαράντα εκείνα χρόνια...
+
+......Ήρθα, τώρα κ' ένας χρόνος, από τα ξένα, στο ίδιο το
+χωράφι, στο ίδιο ταμπέλι που ξέρεις. Τα βρήκα όλα ξερά,
+ρημασμένα. Ένας μακρινός συγγενής μου το κρατούσε το χτήμα.
+Κανένας δεν το πίστευε, σαν ξανάρθα, πως είμουν ο μικρός
+εκείνος ο Δήμος εγώ. Έτυχε καλός ο Καντής, και τον πίστεψε το
+χριστιανό που μαρτύρησε πως με γνωρίζει από το κουτσό μου το
+πόδι, που τόσπασπα στο μεγάλο το σεισμό.
+
+Κ' έτσι το πήρα το χτήμα. Το ξαναφύτεψα τ' αμπέλι. Το διόρθωσα
+το καλύβι. Όλα τα ίδια φαίνουνται σαν και τότες. Ως κ' η άγια
+εκείνη η πέτρα στον τόπο της μένει.
+
+Και το χωριό; Και το σπίτι; Θα τα ξαναδούμε και κείνα, σαν
+αρχίσουμε τα παραμύθια μας, τα ταξίδια μας.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΦΥΛΛΑΔΑΣ
+
+
+
+ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
+
+
+
+ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
+
+
+
+Α'
+ΣΤΗΝ "ΑΚΡΟΠΟΛΗ" ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
+
+
+
+Κάθε βράδυ τώρα κι εμπρός, αγνώριστε πατριώτη και κληρονόμε, θα
+την έχω την καλή σου τη συντροφιά. Θα ταξιδεύουμε κάθε βράδυ.
+Ταξίδια της φαντασίας ήσυχα και κρυφά. Θα βλέπουμε και θακούμε.
+Αχ, τι θα δούμε, και τι θακούσουμε! Μια ρωμιωσύνη αλάκερη!
+
+Δε θα είναι μακρινό το πρώτο ταξίδι μας. Απάνω στην «Ακρόπολη»
+του σκλαβωμένου χωριού μας θανέβουμε.
+
+Είναι φεγγάρι, και Μάης μήνας. Η φύση κοιμάται με μαγευτικό
+χαμόγελο στη χαριτωμένη της όψη.
+
+Μισής ώρας δρόμος από το καλύβι που κάθουμαι και σου γράφω. Να
+πάμε με το νου μας γιαλό γιαλό. Δυο κάβους περνούμε, και τον
+τρίτο τον κάβο τονε στεφανώνει η φτωχοπερήφανή μας Ακρόπολη.
+
+Ας σταθούμε μια στιγμή στο μισό το δρόμο. Εκεί, κοντά στο λάλο
+το κύμα, που σιγανά κατρακυλάει και ξεσπάνει κι αφρίζει, και
+μαργαριταρώνει την αμμουδιά.
+
+Πατρίδα μου, τι αθάνατο πράμα είναι αυτή η ομορφιά σου. Πρέπει
+άνθρωπος να σε στερηθή, να καταλάβη την αιώνια σου χάρη! να
+γεράση στα ξένα, και να ξανάρθη στην αγκαλιά σου, να ξανανιώση.
+Πατρίδα, χρυσή αγαπητικιά μου! καμιά χώρα δεν έχει τα κάλλη
+σου, την αγήρατη νιότη σου! Σε πλημμύρισε το αίμα, σε ρήμαξαν
+αμέτρητες συφορές, και συ ως τόσο ακόμα χαμογελάς, καθώς όταν
+ένας Πραξιτέλης σε κοίταζε, και χάραζε όλη σου τη ζωή και τη
+χάρη απάνω στα ψυχρά σου τα μάρμαρα. Βασίλεια στήθηκαν και
+γκρεμίστηκαν, πίστες άλλαξαν, αμέτρητα θεριά πέρασαν από τις
+βασιλικές σου τις θύρες, με χαλάσματα σε σκέπασαν και με
+κόκκαλα σέσπειραν, και συ ως τόσο τέτοιαν ώρα δέχεσαι την
+Αφροδίτη στην αγκαλιά σου, και γλυκοπαίζεις μαζί της μέσα στην
+ασημένια λάμψη του φεγγαριού σου.
+
+Τι παράξενος όμως Παράδεισος! Με τι αγγέλους, που θα τους
+αρνιόταν η μαύρη η Κόλαση!
+
+Διάβαζα και ξαναδιάβαζα στη νιότη μου, πως τους μεγάλους σου
+εκείνους ηρώους, τους λαμπρούς σου τεχνίτες η δύναμη της
+ομορφιάς σου τους γέννησε. Τα διάβαζα, και σα Βαγγέλιο τα
+πίστευα. Τώρα όμως που σε διαβάζω και σένα, τέτοια θάματα δε
+βλέπω να φτειάνης. Αιώνες σε βυζάνει ένας Τούρκος, κι ως τόσο
+το αίμα του μένει το ίδιο. Η ίδια η όψη του, η πίστη, ως κ' η
+βλαστημιά του η ίδια.
+
+Αφού δεν άνοιξες τα σπλάχνα σου να τα καταπιής τάγρια τα
+ψυχοπαίδια σου, πώς δεν τα ημέρεψες, πώς δεν τάκαμες ένα μαζί
+σου; πώς δεν τανάθρεψες να σαγαπούν και να σε τιμούν, τη γλώσσα
+σου να μιλούνε, να λατρεύουνε το Σταυρό σου, καμάρι να σέχουν,
+και την καταγωγή τους να ντρέπουνται; Εσύ η Βασιλοπούλα, που
+έναν Ηρώδη μια φορά μάγευες και δικό σου τον έκαμνες, πώς να
+μην ταλλάξης με τη θαματουργή σου τη χάρη το σκυλολόγι που
+θρέφεις;
+
+Ξέρω, ξέρω τι έπαθες, Πατρίδα τρελλή και ξεμυαλισμένη! Είναι
+χρόνια και χρόνια που ξελαγιάστηκες! Σ' ατίμασαν αμέτρητα έθνη!
+Έμεινε η ομορφιά σου, μα η καρδιά σου δεν είναι η πρώτη καρδιά·
+και κάθεσαι τώρα και τα παχαίνεις αυτά τα θεριά. Το ξέρεις πως
+θρέμματά σου δεν είναι, πως κόλλησαν απάνω σου καθώς ψώρα. Μα
+δύναμη πια δεν έχεις τέτοιες ψώρες να ξετινάζης από τα στήθια
+σου· και μήτε σε πειράζουν πια τώρα, αναίσθητη ρωμιωσύνη!
+
+Τίποτε, τίποτε πια δε νοιώθεις, μήτε την ομορφιά σου δεν τηνε
+νοιώθεις!
+
+Άψυχο μάρμαρο έγεινες, άγαλμα κουτσουρεμένο, δίχως ψυχή!
+
+Πάμε παρέκει. Να τηνε η Ακρόπολη· όχι η Γενοβέζικη. Εκείνη
+είναι από την άλλη τη μεριά, κατά την τούρκικη τη γειτονιά.
+Τούτη είναι η δική μας η Ακρόπολη· χάλασμα ρημασμένο, μα
+χάλασμα που σε βλέπει και σου μιλάει. Εκεί άλλος δε μιλάει παρά
+το Κόλι τη νύχτα. Εδώ πέτρες, χώματα, βράχοι, όλα μιλούν.
+Κοίταξε· μένουν ακόμα τοίχοι γεροί κι ακρέμνιστοι, κολλημένοι
+στους βράχους. Σεισμοί, φουρτούνες, Φράγκοι, Τούρκοι! Όλοι το
+χέρι τους έβαλαν! Κι ως τόσο μένουν ακόμα οι τοίχοι! τα χέρια
+που τους έχτισαν είχανε μέσα τους την αθανασία. Ας ανεβούμε
+ακόμα. Εδώ, εδώ είναι η Ακρόπολη της αρχαίας της χώρας. Η χώρα
+έγεινε χωράφι, και το σπέρνουνε Τούρκοι. Μα η Ακρόπολη μένει
+απάνω σε βράχο ριζωμένο στα βάθια της γης. Από δω κοιτάζανε
+νύχτα και μέρα κατά το πέλαγο, μην τύχη και προβάλη εχτρός. Και
+τι εχτρός! Με την ίδια τη γλώσσα, την ίδια θρησκεία, την ίδια
+ομορφιά και παλικαριά, μόνο από άλλο νησί! Καλότυχο έθνος, που
+είχε τέτοιους εχτρούς!
+
+Ας καθίσουμε σ' αυτό το λιθάρι. Κοίταξε γύρω· κοίταξε πώς τα
+λούζει το φεγγάρι τα κοιμισμένα εκείνα βουνά. Είναι της Ασίας
+βουνά. Λες και πασκίζει το φεγγάρι να τα ξυπνήση, να ταναστήση,
+να τα χρυσώση, σύννεφα να τα κάμη, να τανεβάση στον ουρανό. Λες
+και τάγριο το κορφοβούνι της Ίδας κοιτάζει με μάτια νυσταγμένα
+μύριες Νύφες και Βοσκοπούλες που χορεύουνε κάτω, μέσα στους
+λόγγους. Θαρρείς πως τις ακούς τις φλογέρες και παίζουν!
+Θλιβερή απάτη της φαντασίας! Τους λόγγους εκείνους τους
+σαβανώνει σκοτάδι αμίλητο και βαθύ.
+
+Στρέψε κατά την αντικρινή τη μεριά, κατά τα όρη που αραδιασμένα
+λες και πλαγιάζουν απάνω στα ήμερα κύματα. Βουνά του νησιού,
+γελαστά και χαριτωμένα. Λες κ' η φύση τα χαδεύει, κι αυτά
+ραχατεύουν. Νυσταγμένα κι αυτά, ξέννοιαστα και βαριά. Μήτ' ένας
+στεναγμός δεν ταράζει τον ύπνο τους!
+
+Χύνε το φως σου, φεγγάρι μου, μέσα στο μαγευτικό αυτό
+κοιμητήριο! Ας κοιμούνται οι άλλοι. Σώνει που σε θωρούν και σε
+καμαρώνουνε τρεις. Οι δυο μας, κ' ένας Θεός. Συνηθισμένο είσαι
+από τέτοια άδοξη δόξα. Σαν πόσες χιλιάδες των χιλιάδων χρόνια
+νάφεγγες έτσι στον κόσμο, άγνωστο, αθώρητο, αθάμαστο!
+
+Άφινε τις στεριές να κοιμούνται. Τη θάλασσα, τη θάλασσα κοίτα!
+άφινέ το τό χωριό από πίσω· γλυκοκοιμούνται οι καλοί πατριώτες
+του. Κι αν κανένας τους αγρυπνάει, από την πολλή τη συλλογή δεν
+είναι. Να τρελλαθή από συλλογές σκοπό το χωριό μας δεν έχει.
+Έχει το νου του αναπαμένο. Σαν που ταφήκα παιδί, το ξαναβρήκα
+και γέρος. Τη θάλασσα, τη θάλασσα κοίτα! Η θάλασσα είναι
+λεύτερη, αλυσίδα δεν τηνε δένει τη θάλασσα.
+
+Η θάλασσα χάφτει καράβι καθώς άνθρωπος χάφτει σπειρί άνιθο.
+Αρμάδες αλάκερες καταπίνει. Να, εκεί, κατά ταριστερά, έκαμε μια
+φορά η φωτιά συντροφιά με το κύμα, και μοιράστηκαν ένα καράβι
+ανάμεσά τους. Ένας Παππανικολής την έφερε τη φωτιά. Από το
+βλογημένο βυζί της Ψαριανής μάννας του τη βύζαξε, μέσα στην
+καρδιά του την έκρυβε, και σαν ήρθαν οι εικοσιεφτά ενός Μάη,
+την άναψε, και την κόλλησε σε Τούρκικο δίκροτο. Είτανε νύχτα,
+κ' έφεγγε σα λαμπάδα το δίκροτο. Ως κι από δω το θωρούσαν οι
+πατριώτες από τις τρύπες των μανταλωμένων σπιτιών τους.
+Έτρεμαν, και τρέμουν ακόμα όσοι το θυμούνται και το δηγούνται.
+Ψαριανοί δεν είναι· γιατί να μην τρέμουν!
+
+Απανωτά ξάναβαν και πετούσανε στον αέρα του Μαχμούτη τα
+καμαρωμένα καράβια, ύστερ' από το βλογητό του Παππανικολή.
+Εκεί, εκεί έκαμε τον αγιασμό του ο Παππανικολής. Και σαν έφαγε
+η φωτιά το μερτικό της, κατάπιε ταπομεινάρια η αχόρταγ' η
+θάλασσα. Τι όψη να την έχουνε σήμερα τα εβδομήντα τέσσαρα
+εκείνα κανόνια! Αγνώριστα θάγειναν τα βουβά στόματά τους. Μια
+φορά κελαϊδούσαν κι' αυτά. Τώρα κελαϊδεί ταθάνατο κύμ' από πάνω
+τους.
+
+Άκου, άκου! Τι να μας λέη το κύμα εκεί κάτου, στην έρμη την
+ακρογιαλιά; Τραγουδάει το τραγούδι της θάλασσας, της λεύτερης
+θάλασσας. Γλυκοφιλάει τη γης με λαχτάρα που λες και ζητάει να
+της πη τη χαρά του. Έπειτα πάλι θαρρείς πως την πονεί, τη
+χαδεύει, ξεπλύνει τις ματωμένες πληγές της, κι ολοένα πολεμάει
+να την αναστήση, να τη ζωντανέψη, και να την κάμη πάλι
+χαρούμενη, καθώς είτανε μια φορά.
+
+Μεγάλη δουλειά καταπιάνεται το καημένο το κύμα! Του τραγουδιού
+του τη γλώσσα δεν τη νοιώθουμε πια! Σε χαρτί απάνω δε γράφτηκε,
+να τη μάθουμε. Είναι γραμμένη στον ουρανό. Κ' εμείς που
+σκύβουμε, κι όλο σκύβουμε, πού νανασηκώσουμε κεφάλι και να
+δούμε τον ουρανό! Τα παιδιά μας θα σκύβουν ακόμα πιώτερο, τα
+εγγόνια μας άλλο τόσο, τα ξέγγονά μας θαγγίζουνε και τη γης με
+τα κρεμαστά τους τα χέρια, ώσπου πόδια να καταντήσουν, αυτά τα
+χέρια που μια φορά στεφάνια κρατούσανε και σε περήφανα κεφάλια
+τα θέτανε!
+
+Σώνει, Σώνει! Είναι γλυκό το τραγούδι της θάλασσας, μα πικρός ο
+πόνος που φέρνει. Πάμε παρακείθε λιγάκι. Εκεί, κατά το χάλασμα
+του Μπραΐμη. Εκεί, στην άλλη την άκρη της Τάμπιας είναι του
+Μπραΐμη το χάλασμα.
+
+Μα εσύ, σε φαντάζουμαι και κοιτάζεις ακόμ' αλλού, όχι κατά τη
+θάλασσα πια, μόνο στα σπαρμέν' αυτά τα χωράφια που απλώνουνται
+μπρος μας, με βώλους τρανούς σα βράχους στημένους εδώ και κει,
+ως κοντά στακρογιάλι. Κοιτάζεις, σα να το θαμάζεσαι τι να είναι
+αυτοί οι βώλοι. Να με συμπαθήσης, που πλάκωσε το νου μου ο
+βαρύς ο καημός, και παρά λίγο να το λησμονήσω πως Ακρόπολη
+δίχως πολιτεία δε γίνεται, και πως εκείνη είναι η έρμη η
+πολιτεία της πιο έρμης Ακρόπολής μας. Είναι η αρχαία η χώρα που
+βλέπεις, κι απομεινάρια της οι ασβεστοκόλλητες πέτρες. Τίποτις
+άλλο παρ' αυτές δεν της έμεινε! Αν είτανε μέρα και κατεβαίναμε,
+ίσως βρίσκαμε και μερικά λυχνάρια κομματιασμένα, που τι είδαν
+από τη στιγμή που βγήκαν από του τεχνίτη το χέρι, με
+πεισματάρικη σιωπή κρυφό το φυλάγουν! Το βλέπεις, το βλέπεις το
+λυχνάρι, το ρωτάς με λαχτάρα, σε τι ομορφιές έχυσε φως, σε τι
+αρετές, σε τι αλήθειες, σε τι μεγαλεία και δόξες, και στόμα δεν
+ανοίγει να σου μιλήση το βουβό το κεραμιδοκόμματο! Όλα, όλα να
+τα φανταστής εκεί πρέπει. Αγορές, στοές, γυμνάσια, χορούς,
+θέατρα, πανηγύρια. Η θρησκεία της ομορφιάς, της χαράς και της
+ηδονής θα μεθύση το νου σου, και θα ξαναγεννήση την ύπαρξή σου.
+Θακούσης τότες τον Τέρπαντρο να δοκιμάζη την έβδομη χόρδα του,
+τον Αρίονα να μαθαίνη από ταηδόνια του κάμπου το θείο το
+μυστήριο που μάγεψε τα δελφίνια. Θενά δης μαρμαροτράχηλες
+παρθένες να κατεβαίνουνε στο Ναό της Αγάπης, και να καταθέτουν
+πολύτιμα στην Αφροδίτη ταξίματα, αγγελοκάμωτα παλικάρια
+στεφανωμένα νακολουθούν την ιερή συνοδία με λαχτάρα και
+περηφάνεια. Θενά δης άντρες συναγμένους σε στοές μαρμάρινες και
+σε περιστήλια, και βυθισμένους στη μελέτη εκείνη που τηνε
+λέγανε — «τη πόλει συμφέρον» — το συμφέρον εκείνο που
+κολοβώθηκε κι αυτό σήμερα καθώς το λυχνάρι, κι άλλο τώρα δεν
+σημαίνει παρά το ιδιαίτερό μας καλό, την αχόρταγη την όρεξη του
+εγώ. Θενά δης καράβια και καράβια, άλλα να σκαρώνουνται σιμά
+στο λιμένα, άλλα πάλι αραγμένα ή και στην αμμουδιά τραβηγμένα,
+κι άλλα να σηκώνουνται γεμάτα σιδερόχερους κωπηλάτες, που
+ξεκινούνε να διαφεντέψουν την καλότυχή τους πατρίδα. Θενά δης
+ξένα πλοία να μπαίνουνε με πραμάτειες από Φοινίκη, από
+Βυζάντιο, κι από Ρόδο· άλλα να βγαίνουνε φορτωμένα κρασί που
+μήτ' ένας Αριστοτέλης δεν ταλησμόνησε στην αθανασία να το
+διαλαλήση. Θενά δης της τέχνης έργα, που του κάκου σήμερα ένας
+Φράγκος πολεμάει να τα ξαναπλάση. Θενά βρης την άγια την τέχνη
+μέσα στη ζωή, μέσα στη ψυχή των μακαρισμένων κατοίκων αυτής της
+χώρας. Θενά βρης αγάπη, αρετή, χαρά, πλούτο, δόξα, — ε τι δε θα
+βρης!
+
+Κι ως τόσο τανοίγεις τα μάτια που η φαντασία τάχει μαγεμένα
+τόση ώρα, κι άλλο δε βλέπεις παρά χωράφια, χωράφια και βώλους
+ασβεστοκόλλητους! Μήτε πέτρα πάνω στην πέτρα δε σώζεται! Μήτ'
+ένα φάντασμα θλιμμένο τη νύχτα δεν έρχεται να καθίση και να
+θρηνήση το μεγάλο, τον τέλειο το χαλασμό!
+
+Αδύνατο να φανταστής, και να μη σε πάρη σαν άνεμος απέραντη
+θλίψη! Να ξέρης το τι είτανε κάθε λιθάρι σ' αυτά τα χωράφια,
+είναι μα το ναι βάσανο κι από του γκρεμισμένου αγγέλου
+φριχτότερα. Καλότυχος ο ζευγάς, — κι ας είναι και Τούρκος, —
+που ήσυχα και ξέννοιαστα οργώνει το ιερό αυτό χώμα, δίχως καν
+να τ' ονειρευτή πώς γίνεται να υπάρξη κ' ιεροσυλία στον κόσμο!
+
+Του κάκου, γύρισε να δούμε και του Μπραΐμη το χάλασμα. Στην
+άλλη την άκρη της Τάμπιας. Τέσσερεις τοίχοι, κουκουβάγιες
+γεμάτοι. Είταν όμως μια φορά σπίτι, κι όσο για τον Μπραΐμη,
+είταν κι αυτός Ρωμιός μια φορά! Πρέπει να τη μάθης την ιστορία
+του. Να σου τη δηγηθώ στο δρόμο, τώρα που θα κατέβουμε, να
+γυρίσουμε πίσω, στο μοναχικό το καλύβι.
+
+
+
+B'
+Ο ΜΠΡΑΪΜΗΣ
+
+
+
+Οι πιώτεροι που αλλαξοπιστήσανε στους σκοτεινούς μας καιρούς,
+τόκαμαν από φόβο να μη χάσουν το είναι τους, να μη ψηθούνε στη
+σούβλα! Άφησε τα παιδιά. Εκείνα δεν έφταιγαν, αν άρχιζαν τη ζωή
+τους φοβιτσιάρικα λαγουδάκια και την τελειόνανε Γενίτσαροι
+φοβεροί, έφταιγαν οι γονιοί τους, που δεν ήξεραν από ποιαν άκρη
+πιάνεται το σπαθί. Μην τακούς αυτά που μας τσαμπουνίζουν οι
+δασκάλοι για τη μαύρη τη Μοίρα που βύθισε το Έθνος σε μύρια
+βάσανα και μαρτύρια. Αυτά όμως τα λέμε άλλη φορά. Ας έρθουμε
+στον Μπραΐμη.
+
+Είτανε Ρωμιός ο Μπραΐμης, μα με τη βία αυτός δεν τούρκεψε. Και
+μήτε παιδομαζεμένος δεν είταν. Ηλία τον έλεγαν. Ο χαδεμένος ο
+γυιος ενός Προεστού. Πλούσιος ο πατέρας του. Ως κ' οι τούρκοι
+τονε φοβούνταν. Από κείνους τους Προεστούς που μιλούσαν
+τούρκικα, έτρωγαν και γλέντιζαν τούρκικα, μα φυλάγανε μερικά
+συστήματα καθάρια ρωμαίικα.
+
+Καλό μας έκαμαν αυτοί οι Προεστοί. Ήρχουνταν ώρες που
+ανασηκώνανε λίγο το βάρος των αδερφιών τους, γλυτώνανε μερικούς
+από φάλαγγα, από φυλακή, ή κι από χερότερα. Αγαπούσαν και να
+λογομαχούνε με τους αγάδες, πότε με τόνα «προνόμιό» τους, πότε
+με τάλλο. Κ' έτσι διαφεντεύοντας και λογομαχώντας, καταντούσανε
+σωστοί πατριώτες στα γερατειά τους.
+
+Πήγε μια φορά ο Προεστός μας στον πύργο ενός Χασάν Αγά, πήρε
+μαζί και ταγόρι του. Πρώτη φορά δεν είταν που τον έβλεπε ο Αγάς
+τον Ηλία, μα φαίνεται πως ποτές δεν τονε καλομάτιασε καθώς αυτή
+τη φορά, γιατί κι αρνί τους έσφαξε, και να τραγουδήση τον έβαλε
+τον Ηλία. Και τους τραγούδησε ο Ηλίας. Πήγε να τρελλαθή ο Αγάς.
+«Μόνο ρωμιώπουλο μπορεί να βγη τόσο πρόσχαρο και ξυπνό», γύρισε
+κ' έλεγε του πατέρα του.
+
+Τους προβόδισε ο αγάς ως τη θύρα του πύργου σαν έφευγαν.
+
+Γυρίζοντας ο μικρός ναποχαιρετήση την αφεντειά του καθώς
+ξεκινούσαν, κακή του μοίρα, κ' έπεσαν τα μάτια του στο καφάσι
+του χαρεμιού. Δε σκέπαζε όλο το παράθυρο το καφάσι. Έμενε κατά
+το πλάγι άνοιγμα μεγαλούτσικο, κι απ' αυτό τάνοιγμα πρόβαλε
+πρόσωπο που έλαμψε σαν τον ήλιο, και πάλι χάθηκε σαν την
+αστραπή.
+
+Είταν η Μελέκη, η πανώρια μοναχοκόρη του Χασάν Αγά.
+
+Από την ώρα εκείνη ησυχία δεν είχε ο Ηλίας. Στιγμή να καθίση
+δεν μπορούσε στο σπίτι. Γύριζε από δω κι από κει, ως τον κάμπο
+κατέβαινε, κατά τον αγάδικο τον πύργο. Τι γύρευε, δεν τόξερε
+μήτ' αυτός. Τους τοίχους του πύργου να τρυπήση, στο χαρέμι να
+κρυφογλιστρήση δίχως μήτε σκλάβος να τονε δη, στης Μελέκης τα
+γόνατα να πέση και να ζητήση βοήθεια και σωτεριά, — είταν
+όνειρα γλυκά κ' ησυχαστικά, μα όνειρα ανωφέλητα της αγάπης.
+
+Είχε ως τόσο κι ο Αγάς τον καημό του. Τον έτρωγε και κείνονα
+κρυφή συλλογή. Πώς αϊτός να γείνη, να πετάξη και να φέρη ταγόρι
+στον Όλυμπο! Θα καταντούσε το ρωμιόπουλο μεγάλος Αγάς μιαν
+ημέρα. Για τον Αγά αυτά δύσκολα πράματα δεν είτανε. Μα ο
+Προεστός είχε δόντια, κ' η δουλειά χρειάζουνταν &κολάι&.
+Σοφίστηκε το λοιπόν ο Αγάς να ζητήση ταγόρι νάρχεται και να
+τονε μαθαίνη ρωμαίικα. Ήθελε να τα μάθη τα ρωμαίικα, γιατί τους
+αγαπούσε τους Ρωμιούς. Το καλό τους ήθελε, κ' έπρεπε να
+καταλαβαίνη ο Αγάς τα παράπονά τους.
+
+Δέκα χρόνια γεροντώτερος κινούσε κατά το σπίτι του ο Προεστός
+σαν τάκουσ' αυτά. Τα δηγήθηκε της γριάς του. Κλαίγοντας η γριά
+τα ξανάειπε του γυιού της. Μα εκείνος μόλις τάκουσε, και δίχως
+μήτε λέξη να ξεστομίση, σέρνει κατά τον πύργο και γυρεύει να δη
+τον Αγά.
+
+Έλειπε ο Αγάς στο Μεζλίσι εκείνη την ώρα. Περίμενε λοιπό στην
+αυλή ο Ηλίας. Και περιμένοντας στην αυλή, ψιλοτραγουδούσε κ'
+έβλεπε κατά το μαγεμένο καφάσι. Δεν άργησε να ξαναπροβάλη ο
+λαμπερός ο ήλιος από τη μεγαλούτσικη χαραμάδα. Ρίχτει μερικές
+ματιές γύρω του ο Ηλίας. Ένας και μοναχός ζαπτιές στην αυλή, κι
+αυτός ροχάλιζε στην πεζούλα. Ψυχή αλλού πουθενά.
+
+Δεν είχε ώρα να χάνη. Έπρεπε να της το πη πως τον έχασε το νου
+του μαζί της, πως έτοιμος είναι και τη ζωή του να δώση. Να της
+το μιλήση, Θεός φυλάξοι! Να της το γράψη, το πρόλαβε κι αυτό ο
+Προφήτης, που δεν αφίνει Τουρκοπούλα μήτε χαρτί μήτε καλέμι να
+πιάση. Άλλο από τραγούδι δεν έμενε. Τραγούδησε λοιπόν Τούρκικα
+ο Ηλίας, με σιγανή και καθάρια φωνή. Να πώς τέλειωνε το
+τραγούδι:
+
+«Σαν κατεβαίν' η Πούλια προς το βουνό, ας πετάξη το Ουρί της
+Αυγούλας ανάμεσα στις Ιτιές, κι ας ράνη με τη δροσιά του τα
+φτερά του αηδονιού που το λαχταρεί».
+
+Ιτιές εκεί άλλες δεν είχε παρά μερικές κοντά στο ποτάμι, λίγα
+βήματ' από τον πύργο.
+
+Στάθηκε μια στιγμή ο Ηλίας σιωπηλός, να δη αν είτανε θάνατος ή
+ζωή. Είτανε ζωή.
+
+ — «Πέκι εή, κουζούμ, πέκι εή», μουρμούριζε το Ουρί από το
+καφάσι. «Πρόσεχε μοναχά, γιατί έρχεται ο Εφέντης».
+
+Γυρίζει από την άλλη ο Ηλίας, και βλέπει τον Αγά και σίμωνε
+σιγοπερπατώντας γιαλό γιαλό. Βγαίνει και τον ανταμώνει.
+Καταχάρηκε ο Αγάς σαν τον είδε.
+
+ — Και πού είναι τα κιουτάπια σου, του λέει.
+
+ — Έφεντημ, του κάνει ο Ηλίας, με τα κιουτάπια ρωμαίικα ποτές
+δε θα μάθης. Εγώ τα Τούρκικα τάμαθα μιλώντας με το Λατίφη το
+γείτονά μας. Κι ο Λατίφης πάλι τάμαθε τα ρωμαίικα τραγουδώντας
+μαζί μου. Με την αφεντειά σου να τραγουδώ, δεν ταιριάζει.
+Μπορούμε όμως να συντυχαίνουμε ταπομεσήμερο σα γυρίζης
+περπατώντας από το μεζλίσι. Έτσι θα τα μάθης μια μορφιά τα
+ρωμαίικα.
+
+ — Καλά, λέει ο Αγάς χαδεύοντας τα γένεια του. Κ' έτσι γίνεται.
+Κ' ύστερα θάρχεσαι μέσα να πίνης ένα σερμπέτι.
+
+ — Έφεντημ, θα μ' αβανιάζουν τότες πως τούρκεψα. Εμένα δεν με
+μέλει κι αν τουρκέψω για το χατίρι σου. Μα η γριά μου — ως τον
+τάφο καημό της θα τόχει».
+
+ — Όχι, παιδί μου, του λέει ο Αγάς, εγώ ποτές μου δικό μας δε
+θα σε κάνω δίχως να θέλης. Ένα πράμα όμως σου λέω: Ανίσως και
+ταποφασίσης ποτέ σου, ψυχή να μη φοβηθής, σώνει να αναπνέη
+ακόμα ο Χασάν Αγάς.
+
+Τον κοιτάζει ο Ηλίας με σοβαρή και συγκινημένη ματιά, και του
+κάνει βαθύ τεμενά.
+
+Ο πονηρός ο Αγάς τόνοιωσε με τι λογής αγόρι είχε να κάνη. —
+Αυτός είνε του πατέρα του γυιος, είπε. Εδώ χρειάζεται υπομονή
+και καιρός.
+
+ — Καλά, Ογλούμ, του λέει, απ' αύριο αρχινούμε.
+
+Και μπήκε ο Χασάν Αγάς στον πύργο, και πήρε την ακρογιαλιά ο
+Ηλίας και πήγαινε, όχι στη μάννα που τον απάντεχε, μόνο στις
+ιτιές, κοντά στο ποτάμι. Εκεί τριγύριζε, αναστέναζε, ανέβαινε,
+κατέβαινε, κάθιζε, σηκώνουνταν, ώσπου βασίλεψ' ο ήλιος και
+σκορπίστηκαν ταστέρια στον ουρανό. Και παραμόνευε την Πούλια,
+και μετρούσε τις ατέλειωτες ώρες. Σα ψέμα του φαινότανε. Σαν
+τρέλλα το θάρρειε να περιμένη τέτοιες ώρες Αγαδοπούλα να τον
+ανταμώση σ' εκείνα τα βαθιά τα σκότη.
+
+Και κει που τα συλλογιούνταν αυτά, ακούγει σιγανή περπατηξιά
+μέσα στα πεσμένα τα φύλλα. Ανατρίχιασε, τουρτούριξε από τη
+λαχτάρα, από την κρυφή τη χαρά. Το «πέκι εή» λοιπόν της Μελέκης
+παραμύθι δεν είταν. Όσο πήγαινε σίμωνε η περπατηξιά, ώσπου
+φάνηκε κάτι σα γυναικήσιο κορμί μπροστά του, κάτι που το
+σκέπαζε φερετζές. Κάνει να της μιλήση, και πιάνεται η μιλιά
+του. Ξεχύνεται να την πάρη στην αγκαλιά του, μα η γυναίκα
+απλώνει φοβισμένη το χέρι και του λέει να μη σμίξη κοντά της.
+Έχει μήνυμα να του πη. Είναι η πιστή η σκλάβα της πανώριας
+Μελέκης, και το μήνυμα είναι πως η πανώρια η Μελέκη δε λαχταρεί
+μιας νυχτιάς, μόνο ζωής αλάκερης αγάπη· πως στα χέρια του είναι
+η μοίρα της, κι άλλον τρόπο δεν έχει παρά να τουρκέψη και να
+την κάμη δική του.
+
+Έφυγε η γυναίκα, κ' έμεινε ο Ηλίας αμίλητος. Έμεινε ως τη
+χαραυγή. Σαν ταποφάσισε και πήγε στης ταλαίπωρης μάννας του,
+γύριζε πίσω με τους παραγυιούς του ο γέρος που ολονυχτίς έτρεχε
+ζητώντας τον. Βρήκε ο Ηλίας μια πρόφαση, μισή αλήθεια μισή
+ψέμα, και πέρασε.
+
+Μα η μάννα δε σύχαζε. Ρωτούσε και πάλι ρωτούσε, πού είταν όλη
+τη νύχτα.
+
+ — Πήγα ν' ανταμώσω την ομορφώτερη του χωριού, και την
+πλουσιώτερη. Περίμενα, περίμενα, και δεν ήρθε. Πηγαίνω τώρα να
+βρω τον πατέρα της, και να του τη ζητήσω. Προξενητάδες ο γυιος
+σου δε θέλει. Άφησέ τον, και παιδί δεν είναι.
+
+Η μάννα, που να είταν άλλη φορά, τα ρούχα της θάσκιζε, τώρα δεν
+είπε τίποτις, μόνο έκαμε το σταυρό της, που δεν είχε τον τόπο
+του ο μεγάλος ο φόβος της. Και πρι να προφτάξη να τονε ρωτήση
+ποια είταν η μάγισσα που τον αποτρέλανε, χάθηκε ο Ηλίας από
+μπροστά της.
+
+Ίσια στον πύργο πήγε. Ο Αγάς, ό,τι έκαμε το ναμάζι του, κ'
+έπινε τον καφέ του. Μήτε τον καλοκοίταξε στην αρχή. Τέλος του
+είπε να καθίση, και του πρόσταξε και καφέ.
+
+ — Έφεντημ, αρχίζει αμέσως ταγόρι, παράξενο θα σου φάνηκε να με
+βλέπης τέτοιαν ώρα. Μ' απ' αυτό να καταλάβης πως μεγάλη δουλειά
+μ' έφερε ως εδώ. Η ζωή μου είναι εις τα χέρια σου.
+
+ — Τι έπαθες, τζάνουμου, ρωτάει ο Αγάς.
+
+ — Θυμάσαι το τι μου έταζες χτες; πως άμα ταποφασίσω, να σου το
+πω.
+
+Σουφρώνει τα φρύδια του ο Αγάς.
+
+ — Κι άμ' η μάννα σου; του λέει ποιος θα την πάρη στο λαιμό του
+τη μάννα σου; Κι ο πατέρας σου;
+
+ — Αφεντέσημ Έφεντημ, τίποτις δεν είναι αυτά. Ο πατέρας μου
+είναι μισός μουσουλμάνος. Η γριά πάλι, θα φωνάξη, θα κλάψη, κ'
+ύστερα θα μερώση. Τι θάκανε αν είτανε θάνατος; Εδώ έχει ή
+Προφήτη, ή θάνατο.
+
+Κοντοστέκεται ο Αγάς, και τον καλοβλέπει στα μάτια.
+
+ — Και ποιος θα σου πάρη τη ζωή α δεν αλλαξοπιστήσης;
+
+ — Η αγάπη. Έμπαινα χτες στου πύργου σου την αυλή. Στο γωνιακό
+του παράθυρο είταν έν' άσπρο γατάκι κ' έπαιζε με του γιασουμιού
+τα κλωνιά. Γλυστράει έξαφνα το γατάκι και πέφτει μες στην αυλή.
+Προβάλλει αμέσως ένα πρόσωπο, σκύβει, σέρνει μια φωνή, και
+χάνεται πάλι μέσα στον πύργο.
+
+Πετάχτηκε τότες ο Χασάνης αγριεμένος κ' έτρεξε κατά το χαρέμι.
+
+ — Αμάν, Έφεντημ, στάσου! Αν είναι να παιδευτή κανένας, εγώ
+πρέπει να παιδευτώ, που είχα μάτια κ' είδα ένα πλάσμα που ήλιος
+δεν τάγγιξ' ακόμα. Μπήξε το μέσα μου το χαντσάρι σου, να μη λες
+πως ζη εκείνος που την είδε την κόρη σου.
+
+Στέκεται ο Αγάς κι αγριοβλέπει.
+
+ — Δεν έχεις χαντσάρι μαζί σου; Να το δικό μου. Χώστο ίσια μες
+στην καρδιά μου. Θυμήσου όμως το χτεσινό τάξιμό σου. Στοχάσου
+το τι θα είμαι σα γείνω παιδί σου. Στοχάσου πως αγόρι δικό σου
+δεν έχεις. Στοχάσου τι τρομερός πολεμιστής του Προφήτη γίνεται
+το ρωμιόπουλο, και σε τι λογής χέρια θαφήσης τη δύναμή σου όταν
+ο Αλλάχ σε κράξη κοντά του.
+
+Δεν άργησε να μαλακώση ο Χασάνης. Ξανακάθισε στο μιντέρι του. Ο
+Ηλίας, σιωπηλός τώρα, έσκυψε και περίμενε ένα λόγο από τον Αγά.
+
+ — Παιδί μου, του λέει ο Αγάς, συλλογίσου το πάλι. Συλλογίσου
+τη μάννα σου, &την κατάρα της μάννας σου&. Τι καλό θα δης
+ύστερ' από τέτοια κατάρα! Στάχτη θα σε κάμη, και σένα και μας.
+
+ — Χίλιες κατάρες δεν πιάνουν μπρος στου Προφήτη τη χάρη. Ο
+Προφήτης το θέλει, το προστάζει, δικός σου να γείνω. Εκείνος
+είναι που το γκρέμησε το γατί.
+
+Σαυτό πια δεν είπε τίποτις ο Αγάς. Σηκώθηκε, τον αγκάλιασε, και
+πρόσταξε να φέρουν τα νταβούλια.
+
+Ύστερ' από λίγη ώρα, ξεκούφαιναν το χωριό νταβούλια και
+πιστολιές. Είταν το &σουννέτι του Μπραΐμη&.
+
+Το τι έγεινε στο έρμο το σπιτικό του Ηλία σαν έμαθαν οι γονιοί
+του πως τούρκεψε το παιδί τους, και παίρνει του Χασάνη την
+κόρη, είναι άλλη λυπητερή και μακρινή ιστορία.
+
+Μέρες και μέρες βάσταξαν οι γάμοι του Μπραΐμη και της Μελέκης.
+Άλλες τόσες μέρες μπαινόβγαιναν οι γιατροί από το σπίτι του
+μαύρου του Προεστού. Τέτοιο αστροπελέκι απάνω στάσπρο κεφάλι
+του, δεν μπόρεσε ο καημένος να το βαστάξη. Η γριά έζησε
+μερικούς μήνες ακόμα, για να δώση, ως φαίνεται, καλά την κατάρα
+της.
+
+Τι τα θέλεις, πρέπει κάποτε να τις πιστεύης αυτές τις κατάρες.
+Ειδεμή, γιατί πέθανε η Μελέκη στον τρίτο το μήνα της; Γιατί
+τρελλάθηκε ο Αγάς, και τονε δέσανε χεροπόδαρα, και τον έδερναν
+αλύπητα να τονε γιατρέψουν, κι αυτός θεραπειά πια δεν είδε;
+Γιατί τα μισόχασε κι ο Μπραΐμης, και πούλησε πύργους, και
+ξέκαμε χτήματα, και πήγε κ' έχτισε την πετροφωλιά εκείνη απάνω
+στην Τάμπια, και ζούσε ολομόναχος, και μήτε Τούρκο να δη δεν
+ήθελε μήτε Χριστιανό, ώσπου απέθανε χρόνια κατόπι, και χάρη
+νάχη τη διαθήκη του, που έλεγε να φέρουνε με τη σερμαγιά του
+νερό στο χωριό, και τώρα βλογούν τη ψυχή του Παπάδες κ'
+Ιμάμηδες.
+
+Τι άλλο είταν που την έφερε όλη εκείνη τη συφορά!
+
+
+
+Γ'
+ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΠΡΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
+
+
+
+Έχουμε να περάσουμε βραδιές και βραδιές στο χωριό. Θα πάμε και
+κει καθώς πήγαμε στην Ακρόπολη. Αγνώριστοι, αθώρητοι, με της
+φαντασίας τα μαγικά τα φτερούγια. Εδώ, κοντά στου καλυβιού μου
+το λυχνάρι εγώ, ύστερ' απ' αλάκερης μέρας σκάψιμο κ' ίδρο· και
+μέσα στο νου μου εσύ, πατριώτη, που καταδέχτηκες ν' αφήσης
+τόσες και τόσες εφημερίδες μυριόγλωσσες και μυριόλαλες, τόσα
+και τόσα διαλαλημένα ρομάντσα, που σ' Ανατολή και Δύση σκορπάνε
+ζαχαροσκέπαστες στάλες φαρμάκι, (ας είτανε τουλάχιστο θανάτου
+φαρμάκι!), ταφίνεις όλ' αυτά του πολιτισμού τα ξακουστά
+χαρτολούλουδα, κ' έρχεσαι να κοιτάξης λουλούδι στεγνό και
+μισόψυχο του βουνού, νακούσης παράξενα λόγια γέρου περιβολάρη,
+να κρυφοπετάξης μαζί του στα θλιβερά του ταξίδια.
+
+Έτσι θα το σεριανίσουμε, το χωριό. Καλλίτερα ο νους σου να σε
+φέρνη εκεί, παρά το κορμί σου. Με το κορμί σου να πας, θα
+σπάσουν τα καλομαθημένα σου πόδια. Πέτρες και πέτρες! Πέτρες
+που στρωθήκανε μια φορά στα σοκάκια του, και πια δεν
+ξεστρωθήκανε! Μόνο τις στρογγύληνε ο καιρός από πάνω, τις
+ρίζωσε βαθιά αποκάτω, και τώρα χριστιανός κι αν θέλη να
+περπατήξη δίχως &να σκύβη&, είναι αδύνατο!
+
+Μήτε γω δεν πηγαίνω πια στο χωριό. Σαν ήρθα γέρος από τα ξένα,
+έμεινα στην πατρίδα της νιότης μου μερικούς μήνες. Μακάρι να
+μην πήγαινα σταγαπημένο μου το χωριό, μακάρι νάρχουμουν ίσια
+στο Μεσοβούνι! Θα μένανε στο νου μου γλυκές και καθάριες της
+νιότης οι θύμησες, που τις φύλαγα χρόνια και χρόνια μέσα στο
+νου μου στα ξένα, σαν ιερό φυλαχτήρι, σαν κλωνί δεντρολίβανο.
+Πήγαινα να λιγοθυμήσω, και το μύριζα, κι ανασταίνουμουν.
+Θαπέθνησκα δίχως εκείνο.
+
+Σαν πρωτογύρισα, είμουνα σαν τρελλός. Πετούσ' από τη χαρά μου.
+Ο κόσμος δε με χωρούσε.
+
+Ίσια στο σπίτι μας τράβηξα. Βρήκα μεγάλο κοκκινοβαμμένο
+αρχοντόσπιτο στον τόπο του! Δεν το βρήκα το περιβόλι μας.
+Απέραντη αυλή αντίς περιβόλι, και μέσα της ζαπτιέδες! Κονάκι
+τόκαμαν ταγαπημένο το σπίτι μας!
+
+Πώς έπεσε στα χέρια των έξ' απ' εδώ αφού ξενιτεύτηκα, μη ρωτάς.
+Σώνει να ξέρης πως σα γύρισα πίσω, και τόνοιωσαν πως είταν
+κληρονομιά μου, μούδωσαν ταμπελοχώραφό μας αυτό, να σωπάσω.
+Πήρα το χτήμα, και σύχασα.
+
+Ξεκίνησα μια μέρα και πήγα στου χωριού το Ξωκκλήσι, που είταν
+και κοιμητήριο, ίσως και βρω τα μνήματα που σκέπαζαν τους
+σκοτωμένους μου και τους πεθαμμένους. Είμουνα μόνος στο
+Κοιμητήριο. Μήτε πλάκα, μήτε σημάδι! Χόρτα κι αγριολούλουδα
+πέρα πέρα! Μα ήξερα σε ποια γωνιά είταν οι τάφοι τους, και
+στάθηκα κει. Στάθηκα, και παρακαλούσα κανένα φάντασμα να κατέβη
+και να μου πη πως το ξέρουν πως γύρισα, πως είμουν κοντά τους,
+πως ήθελα να είμαι ακόμα κοντήτερα, ακόμα βαθύτερα. Τι να ζω,
+τι να περιμένω πια τώρα! Την ανεμοσκόρπισα τη ζωή μου!
+
+Και καθώς κοίταζα τους τάφους συλλογισμένος, θάρρεψα πως άκουσα
+φωνή από τα σπλάχνα της γης, και μου έκραζε: «Παιδί μου, κρίμα,
+κρίμα στα χρόνια σου! Δε θα γυρίσουν τα χρόνια σου πια! Τίποτε,
+τίποτε δε μας έκαμες! Πάει πια τώρα! Κατέβα και συ κάτω στη
+μαύρη τη γης. Έλα να σμίξης τα κόκκαλά σου με τα δικά μας!»
+
+ — «Όχι, όχι», κράζει άξαφνα άλλη βαθύτερη φωνή παραπέρα, «όχι
+ακόμα! ακόμα να μην κατέβης! Πήγαινε στο χωράφι, πάρε το
+σκαλιστήρι, και σκάλιζε, σκάλιζε! Δεν είσουν εσύ γεννημένος για
+ξενιτειές· μήτε για τουφέκι δεν είσουν. Το δικό σου το μπαρούτι
+είναι μες στην καρδιά σου, και το βόλι στην άκρη της πέννας
+σου. Πήγαινε, κι άφηνέ μας εμάς μοναχούς ακόμα λιγάκι. Τρέχα,
+τρέχα στο καλύβι, και σκάλιζε με την πέννα σου. Ένας χρόνος της
+πέννας αξίζει πενήντα φωτιά και μπαρούτι. Τρέχα, πρι να σε
+κατεβάση ο χάρος και σένα!»
+
+Κ' έσυρα κ' ήρθα στο καλύβι με νέα ζωή και μ' αίμα καινούριο.
+Σα νάνοιωθα πως γύρισε πίσω η νιότη μου. Σφίγγω τώρα τα δόντια
+μου να μην πεθάνω πρι να κάμω του γέρου το θέλημα.
+
+Πάμε, πάμε μαζί στο χωριό· εκεί που γεννιέται και μεγαλώνει η
+ρωμιωσύνη. Και κατόπι ξεκινούμε κατά τις μεγαλονόματες χώρες,
+εκεί που η ρωμιωσύνη περνάει ταντρίκια της χρόνια, ή τα
+σακάτικα γερατειά της.
+
+
+
+Δ'
+ΣΤΟΥ ΜΠΕΗ
+
+
+
+Θα σε φέρω από σοκάκι ακόντευτο κ' έρημο, κι ας είναι μέρα
+μεσημέρι· από την πλευρά του Κάστρου του Γενοβέζικου. Δέρνει ο
+ήλιος τους τοίχους του, και πολεμάει να στεγνώση τις λάσπες
+του. Μεγάλα όμως τα σπίτια του, αρχοντάδικα. Μεγάλες κ' οι
+αυλές τους, κι αερικές. Ως και δέντρα έχουνε μέσα. Ας
+κρυφοσκύψουμε, να κοιτάξουμε. Μια και μας δούνε, καπνός
+γινόμαστε, και χανούμαστε· έλα, ρίξε κρύφια ματιά από την
+κλειδότρυπα της θεόρατης αυτής θύρας· έχει και σιντριβάνι
+καταμεσή στην αυλή. Αγάδικο σπίτι. Μπέης κατοικεί εδώ μέσα.
+Πρέπει να λείπη τώρα στην Αγορά. Μετράει εκεί με το κομπολόγι
+τις άγονες ώρες του. Όρεξη μου έρχεται νάμπω αθώρητος, και θα
+κάμης καλά να με συνοδέψης.
+
+Δροσερή πρασινάδα. Λουλούδια και βότανα όσα θέλεις, παντού. Σε
+λιγοθυμάει η βαρειά μυρουδιά τους, που λες κι ο αέρας να την
+πάρη στα φτερά του και να πετάξη δε δύνεται. Άφωνα μας
+χαιρετούν τα κόκκινα ψάρια στη γούρνα, με μύρια τρυφερά γογγυτά
+τα περιστέρια στον ηλιακό. Ως τόσο, ψυχή πουθενά. Εξόν ο Αράπης
+εκείνος, που δέκα ύπνους κοιμάται απάνω στην πλάκα, στο πρώτο
+σκαλοπάτι γερμένος. Τι να τον κάνουμε τον Αράπη! Ως κι αγάπης
+όνειρο να γενούμε, και μέσα στο σκοτεινό του κεφάλι
+ναστράψουμε, πάλι αυτός θα κοιμάται! Ας περάσουμε καλλίτερα, κι
+ας ανέβουμε την τετράπλατη σκάλα που μας φέρνει στο μπέηκο το
+χαγιάτι.
+
+Παράξενο σπίτι! Ο ήλιος τόχει βασίλειό του, κι ο μπάτης φωλιά
+του. Το χαίρουνται αναμεταξύ τους. Δε γίνεται όμως να μην το
+χαίρεται κι άλλος αυτή την ώρα. Ας περάσουμε από το έρημο το
+χαγιάτι· ας τη σκουντήξουμε αυτή την πόρτα την καμαροσκέπαστη,
+την πλουμισμένη, την τορνευτή. Έλα, σκύψε μέσα, και να τις δης!
+Δε σου τόλεγα; Κοιμούνται όλες τους ύπνο βαθύ. Τις μέθησε ο
+μπάτης κι ο ήλιος· άφησαν ορθάνοιχτα τα παράθυρά τους, έβαλαν
+τα πιο ψιλά και διάφανά τους σαλβάρια, κ' έπιασε καθεμιά τους
+απ' ένα σελτέ. Τι ανάγκη την έχουνε! Ζουν κι ανθοβολούν
+απαράλλαχτα σαν τα λουλούδια που σεριανίζαμε στην αυλή.
+
+Το τέφι στον τοίχο, χάμω στην κώχη η χρυσοπλούμιστη η
+ταρμπούκα, ξέννοιαστη και βουβή. Σκόρπια στις ψάθες και στα
+χαλιά πωρικά, μισοφαγωμένα κι αλάκερα. Ως μήτε τα σερμπέτι δε
+σώθηκε. Σκαλώνει το γιασουμί από κρεββατές κι από κάγκελα, που
+λες και πασκίζει να τους καλοδή τους γλυκοπλαγιασμένους αυτούς
+κρίνους, και να μάθη αν είναι αλήθεια όλα τα καμάρια που
+ψάλλουν τα τραγούδια για την ομορφιά τους.
+
+Μπορείς άφοβα να χωθής παραμέσα. Να ξυπνήσουν τέτοιαν ώρα οι
+καλές μας, αδύνατο. Όλη νύχτα τον κόσμο χαλούσαν.
+
+Κοίταξε, κοίταξε τα μαύρα εκείνα ματόκλαδα! Κι από μάτια
+γλυκύτερα σου μιλούν. Σου λεν πως καθετίς που μισοσκεπάζει
+ομορφιά, είναι κι από την ομορφιά που σκεπάζει μαγευτικώτερο.
+Κρυφογλίστρησε χαδευτικά τη ματιά σου, και σταμάτα την κατά τα
+μισανοιγμένα τα χείλη. Το ίδιο το μάγιο, το ίδιο μυστήριο.
+Θαρρείς πως την ακούς τη γλυκειά τους φωνή, πως τα βλέπεις τα
+μαργαριταρένια τα δόντια. Κατέβα τώρα στάλλα τα κάλλη, που σαν
+ολοφέγγαρο λάμπουν. Άλλο δε βλέπεις παρά λαιμό ολοστρόγγυλο,
+μαλακόχνουδους ώμους, και στήθια χιονάτα. Ο νους σου χάνεται
+στο σιγανοσάλευτο εκείνο το λακκουδάκι. Δες έπειτα τα
+ψιλοκάμωτα χέρια, τα πόδια της τα χυτά, δες τάλικο το σαλβάρι
+που κυματίζει απάνω της, — και σαν τα δης όλ' αυτά, ξανανέβασε
+τη μυστική σου ματιά, και μ' αυτήν ξαναχάδεψε το γελαζούμενο
+πρόσωπο, πάρε γύρω το τορνευτό το σαγόνι, κοίταξε ταυτάκι το
+διάφανο με το διαμαντοκόλλητο σκουλαρίκι.
+
+Τι να πρωτοϊστορήσουμε, και τι να πρωτοπούμε! που όλα είναι
+κάλλος και λάμψη και γλύκα! Πρόσεξ' ένα πράμα όμως: Όλες
+φαίνουνται σα να χύθηκαν από το ίδιο καλούπι, όλες, σα να τις
+τόρνεψε ένας μάστορης. Όμορφες, γλυκόχαρες, μα τίποτις άλλο!
+Περιβόλια με τα ίδια τα δέντρα, τα ίδια βοτάνια, ρόδα και
+γιασουμιά. Στον έξω τον κόσμο, στην ολοφάνερη ρωμιωσύνη, αν
+είναι η μια περιβόλι, η άλλ' είναι κάμπος, λόγγος ή πύργος η
+άλλη. Μέσα όμως σταφανέρωτο το χαρέμι όλες, όλες είναι
+περιβολάκια συμμαζεμένα και γλυκοπότιστα.
+
+Μα βλέπω και μας μεθάει η μάγισσα η ομορφιά! Σα να το ξεχνούμε
+τι λογής μαξούλι μας φέρνουν αυτά τα περιβολάκια! Το
+λησμονήσαμε πως εδώ είναι που βγαίνει το βοτάνι που το τρώμε
+και μας κάνει και σκύβουμε όλη μας τη ζωή, πως εδώ γεννιέται
+και μεγαλώνει το φοβερό το θεριό που το λεν &Τουρκιά!&
+
+Όχι, δεν είναι γυναίκες αυτές. Πες τις Σειρήνες, Γοργόνες, ό,τι
+θες. Πες τις αγγέλους που τους έχει μαζί του παρμένους ο
+Βελζεβούλης κατεβαίνοντας από το ουράνιο παλάτι του κάτω στο
+σκοτεινό Βασίλειο της Αμαρτίας.
+
+Κι άλλο έχω κρυφά να σου πω, μα να βγούμε πρώτα. Δος μου το
+χέρι σου. Πρόσεχε τον Αράπη. Να μας πάλι στο δρόμο. Το κρυφό να
+σου πω τώρα:
+
+Δε φταίν' οι Χανούμισσες. Φυσικό τους είναι να τα γεννούν τα
+θεριά. Άλλες μαννάδες είναι που τους γεννούν εκείνους που
+φταίνε.
+
+Σα να κουνάης το κεφάλι σου λέγοντας πως ταδικώ το
+πολυπαθιασμένο το «Γένος». Με συμπάθειο· το ξέχασα πως ένα
+σκοπό μάθαμε και μεις να τσαμπουνίζουμε στον κόσμο, — τα πάθια
+και τα βάσανά μας.
+
+Το τραγουδούμε κι αυτό χωρίς να το καλονοιώθουμε. Οι πιώτεροί
+μας, μήτε μας περνάει από το νου μας πως έχουμε πάθια.
+Φυσικώτατο. Τη βρήκαμε την ψώρα στον τόπο που γεννηθήκαμε. Ίσως
+μερικοί θα παραξενεύουνται που δεν την έχει κι όλος ο κόσμος.
+Δάσος χωρίς θεριά και φείδια, πέτρες δίχως σκορπιούς, — πού
+ακούστηκε! Και καταντάει να δοξάζουμε το Θεό που είναι απλή
+σκλαβιά, και δεν έχουμε και χερότερα.
+
+
+
+Ε'
+ΣΤΗΝ ΑΠΑΝΩ ΤΗΝ ΑΓΓΟΡΑ
+
+
+
+Μας έκλεψαν ώρα πολλή του Μπέη οι Χανούμισσες. Απομεσήμερο
+έγεινε. Ώρα που μαζεύεται ο κόσμος στην Αγορά. Ώρα που πιάνει ο
+καθένας τη θέση που κληρονόμησε από γονιό και παππού, και
+καθίζει να δη τριγύρω του τα ίδια τα πρόσωπα, να στηλώση τα
+μάτια του στους ίδιους τους τοίχους, τα ίδια λόγια να πη, τις
+ίδιες ξυπνάδες νακούση· να πιη τον καφέ του από το ίδιο
+φελτζάνι, και το ίδιο το μαρκούτσι να πάρη στο χέρι. Ώρα που ο
+νους του ξυπνάει από ύπνο βαθύ, βλέπει τι βαρετό και τι μάταιο
+πράμα είναι η ζωή, και ξανανυστάζει.
+
+Να περάσουμε πρώτα από την απάνω την Αγορά. Βλέποντας και
+πηγαίνοντας θα βρεθούμε στην κάτω. Απάνω Αγορά, κάτω Αγορά:
+Τουρκιά, Ρωμιωσύνη.
+
+Βλέπε τους άφοβα, κατάματα βλέπε τους. Δε θα μας βλέπουν αυτοί.
+Εμείς ταξιδεύουμε με το νου, κι από νου δεν παίρνουν τα
+χαδεμένα παιδιά του Προφήτη.
+
+Κοίταξε, πώς με τον καιρό γίνουνται, κι ως τόσο παρατηρούνται,
+τα θάματα που μέσα σε παραμύθι της Χαλιμάς ένα τελώνιο όταν τα
+κρυφοπλέκη, απίστευτα φαίνουνται, και λέμε πως αλήθεια να
+είταν, σε παράξενο κόσμο θα ζούσαμε! Τι μεγαλήτερο θάμ' από
+τούτο, μόνο που πήρ' αιώνες να σκαρωθή, κι όχι μια στιγμή.
+Φαντασία δε θέλει πολλή ν' ανιστορήσουμε το τι σκηνές θα
+βλέπαμε, τι λόγια ή και τραγούδια θακούγαμε, τι λογής ψούνια θα
+κάμναμε σ' αυτό το χώμ' απάνω, προ είκοσι αιώνες ας πούμε! Κι
+όμως η φαντασία τρέμει και σκιάζεται σα βάλη πλάγι τις δυο
+σκηνές: Εκείνη και τούτη. Ταπέραντο φως, και ταπέραντο σκότος!
+Την Ελλάδα, και την Ασία.
+
+Τη βλέπεις, την ακούς, τη μυρίζεις παντού την Ασία· ως και τα
+μοσκοκάρυδα του μπακάλη, και του Εφέντη ο μόσκος, σου την
+παρασταίνουν αλάκερη, την κατασταλάζουνε στης ψυχής σου τα
+βάθια τη θεοσκότεινη, τη ψυχοφαρμακεύτρα, τη Στρίγλα της
+ανθρωπότητας, τη γήινη Κόλαση, την καταχθόνια την Ασία, που αν
+ένα καλό μας έκαμε, και μας έσωσε μια φορά το χλωμιασμένο της
+φως, ήρθε κατόπι να σβύση μια και για πάντα το δικό μας τάγιο
+το φως, και να μας σφίξη στη βαθειά και σκοτεινή αγκαλιά της,
+ώσπου μήτε σημάδι να μη μας μένη άλλο παρά μια γλώσσα, μια
+πίστη!
+
+Στη ψυχή μας μέσα καταστάλαξε ο Ασιατισμός, και γι' αυτό οι
+πιώτεροί μας μήτε τι πράμα είναι δεν το νοιώθουμε. Δικός μας
+έγεινε, αίμα μας είναι. Ας τους αφήσουμε όμως τους δύστυχους
+πατριώτες· θα τους ανταμώσουμε παρακάτου. Ας δούμε τώρα τους
+αφεντάδες· αυτούς που μας έφεραν ταθάνατα σκότη από την Ανατολή
+εκείνη, που Δύση να την έλεγαν, πάλι αλήθεια δεν θα είτανε!
+
+Κοίταξέ τον με τι παμπόνηρη περηφάνεια κρύβει τη γύμνια του!
+Λες, άλλη μια σκέψη, και λύθηκε το μεγάλο το πρόβλημα.
+
+Ας του μιλήσουμε από μακριά.
+
+ — Μερ χαμπάρ, Εφέντημ! Το κέφι στον τόπο του; Βρέθηκαν τίποτις
+δανεικά σήμερα; Άραγες από το πρωί αναπαύεσαι αυτού διπλοπόδι;
+Αν από το πρωί, καλά την έχεις. Το κέφι πρέπει να είναι λαμπρά
+σκαρωμένο. Νάρθουμε να καθίσουμε κοντά σου, δεν ταιριάζει.
+Ορίστε ένα ταπεινότατο τεμενά. Για να μην ξεσυνηθίσω, τον κάμνω
+κάθε πρωί του Μπέη που γυρίζει το ροδάνι του πηγαδιού μου. Έτσι
+μου φαίνεται πως είναι και κείνος σοβαρός και μεγαλόπρεπος σαν
+την Αφεντειά σου. Μόνο που δουλεύει εκείνος. Εσύ έχεις μοναχά
+τις βασιλικές του τις χάρες. Αυτός έχει και την υπομονή, και
+την ουρά, και ταυτιά.
+
+Με συμπάθειο, σαδίκησα· δεν είσαι συ από κείνους· μήτε λύκος
+δεν είσαι, μα μήτε όρνιο, μήτε και διάβολος. Ταίρι δεν έχεις
+εσύ. Εσύ, όταν ο Πλάστης κατέβασε στη γης τανθρώπινο γένος,
+μαζί του δεν ήρθες. Αν κατοικούσες εδώ από τότες, ρουθούνι δε
+θα μας έμενε! Αιώνες κ' αιώνες κατόπι μας ήρθες εσύ, Κύριος
+οίδε από τι αμαρτίες μας! Κι απ' την ώρα εκείνη, τρέχει και
+τρέχει το αίμα, κι ακόμα, πού να χορτάσης!
+
+Κιοπόγλου, ταυτί σου δε δρώνει! Τράβα το τσιμπούκι σου, κ'
+έννοια σου! Τι έχεις να σκοτιστής; τι να φοβηθής; Τα πρόβατά
+σου βόσκουνε μοναχά τους. Ως και το γάλα τους μοναχά τους το
+φέρνουν. Και το μαλλί τους χαζίρικο τόχεις. Ανάμεσά τους
+κουρεύουνται και σου το κουβαλούν. Γνωστικά πρόβατα, μα και συ,
+θαρρώ, γνωστικώτερος.
+
+Ας ρίξουμε και παραμέσα στον καφενέ μια ματιά. Κοίταξέ τους·
+κάθουνται σα χορτασμένοι κροκόδειλοι στον άμμο του ποταμού.
+Τσιμουδιά λέξη, κι ανοιχτό στόμα. Λες και φωτιά να πάρη το
+χτίριο, δε θα σαλέψουνε. Να μη γελαστή όμως κεφάλι και σκύψη
+μπροστά τους! Χαπ, — και το χάφτουνε. Βυθίζουνται κατόπι μέσα
+στα θολωμένα νερά τους, και το καταπίνουν. Τρέχα συ τότες
+γύρευε δίκιο, θα χαμογελάσουν οι άλλοι, και θα σου πούνε να
+περάσης κι από τη δική τους τη γειτονιά. Όσο για τον Αγά, αυτός
+θα σου δώση να καταλάβης καταπού πέφτει το μαξιλαράκι του
+μιντεριού του. Και συ τότες, εκεί που του συντυχαίνεις,
+ανασηκώνεις το μαξιλάρι, και κρύβεις από κάτω ένα πουγγί. Κατά
+το βάρος του μαγεμένου πουγγιού θα είναι και το δίκιο σου. Αν
+είναι τόσο το βάρος που να μην μπορή μια Συνείδηση να το
+σηκώση, φωνάζει το Ζαπτιέ ο Αγάς, του δίνει προσταγές που
+τρομάζουν έναν ανήξερο, τρέχει ο Ζαπτιές, ξετρυπώνει τον
+Κροκόδειλο, προφταίνει κι αρπάζει από το στόμα του κατιτίς, και
+σου το δίνει, αφού κρατήση το μισό για πλερωμή του ηρωισμού
+του. Το παίρνεις εσύ τότες ταπομεινάρι τού έχει σου και
+πηγαίνεις, λέγοντας πως το βρήκες τέλος πάντων το δίκιο σου.
+
+Έχει, βλέπεις, κι ο Τούρκος δικαιοσύνη, μα δεν είναι καθώς η
+βροχή του Θεού. Πέφτει χαλάζι στον εαυτό του, και ψυχαλίδες
+στους άλλους. Δεν τους σώνει τάχα τους άλλους που τους αφίνει
+και ζουν;
+
+Τέτοιοι είναι κ' οι νόμοι του, κ' οι τέχνες του, κ' οι
+επιστήμες του. Έλα μαζί μου, να το πιστέψης. Το βλέπεις εκείνο
+το μπαρμπεριό; Είναι ο καλός ο Χαφίσης εκεί μέσα. Ο Θεός να με
+συχωρέση, ρωμαίικο αίμα πρέπει νάχη μέσα του ο Χαφίσης. Πρώτο,
+που &δουλεύει& κι αυτός. Δουλεύει με το ξουράφι του. Δεύτερο,
+που φαίνεται ήμερος κι άβλαβος. Όλοι του χωριού στου Χαφίση
+ξουρίζονται. Τι του κόστιζε να σφάξη κανέναν με το ξουράφι του!
+Κανέναν δεν έσφαξε, μήτε από τούρκικο λάθος. Να δης που είναι
+και της επιστήμης παιδί ο Χαφίσης. Σε πιάνει δοντόπονος.
+Τρέχεις στου Χαφίση και του το λες. Σε καθίζει σ' αυτό εκεί το
+σκαμνί, φέρνει τη μια και μοναχή του δοντάγρα, του δείχνεις το
+μέρος που σου πονεί, κι αρχινάει η δουλειά· δηλαδή την πιάνει
+από την αρχή τη δουλειά. Τραβάει ένα τετράρριζο δόντι, και
+δείχνοντάς το κάτασπρο με τις ματωμένες τις ρίζες, σε ρωτάει αν
+αυτό είναι. Του είπες όχι; Ξερριζώνει και το πλαγινό, κατόπι
+τάλλο, ώσπου να βρεθή το κούφιο το δόντι. Και πλερώνεις για ένα
+δόντι. Βλέπεις λοιπόν πως είναι κι ο Χαφίσης Τούρκος στο βάθος.
+Έφταιξε ένας χωριανός; Σκότωσε Τούρκο και κρύφτηκε ύστερα;
+Αμέσως πελεκίδι πέντ' έξη, ίσως τύχη να είναι μ' αυτούς κι ο
+φονιάς.
+
+Σα να μην το πιστεύης αυτό. Σα να μου λες πως πέρασαν των
+σεφεριών οι τρομάρες. Πως χύθηκε του Πολιτισμού το ήμερο γάλα
+και στις Τούρκικες φλέβες. Πως η λευτεριά της Χίος και των
+Ψαρών μπορεί να ξανάρθη, οι σφαγές τους όμως ποτές.
+
+Φίλε μου και πατριώτη μου, όποιος κι αν είσαι, τη γνώμη σου
+τηνε σέβουμαι, πάρε όμως παράδειγμα του Χαφίση το δόντι, πάρε
+και το Χαφίση τον ίδιο και με προσοχή ψυχολόγησέ τον. Το φυσικό
+του δεν άλλαξε. Οι ίδιες οι περίστασες τα ίδια βάσανα θα
+γεννήσουν.
+
+Ας κάνουμε όμως τώρα τόπο, επειδή Άγιος περνάει. Ξέρεις πως οι
+τρελλοί αγιάζουν κατά τον Τούρκο. Όλοι τους τον προσκυνούν τον
+απείραχτο εκείνο τρελλό, και τονε λατρεύουνε. Μήτε τρύπιο βρακί
+του λείπει, μήτ' αποφάγι. Κάθε μέρα περνάει από δω ο Ντελή
+Μεχμέτης, κινάει κατά το Τζαμί, και μ' όλη τη δύναμή του
+κρατάει το Μιναρέ, να μην πέση! Είναι η τρέλλα του αυτή, πως θα
+πέση ο Μιναρές.
+
+Ρωμαίικο αίμα πρέπει νάχη κι αυτός. Αν είταν αληθινός, ή
+τουλάχιστο γνωστικός Τούρκος, η τρέλλα του θάπερνε τούρκικο
+δρόμο, θα πήγαινε αντίκρυ στο Μιναρέ, και θάλεγε, «Γραφτό σου
+είναι, Μιναρέ μου, να πέσης, ας γείνη του Προφήτη το θέλημα.»
+Μα ο Μεχμέτης ανησυχά, βασανίζεται, τα σίδερα τρώει, που θα
+πέση ο Μιναρές. Και τρέχει, κι όλο τρέχει να τονε γλυτώση. Όλο
+πάει να πέση, κι όλο τονε γλυτώνει. Ρωμιός πρέπει να είναι, του
+κάκου! Δεν πολεμάει να γλυτώση τίποτις που βγαίνει από το χέρι
+του, κι ας μη χρειάζεται και γλυτωμό· αλάκερο Μιναρέ πολεμάει
+να γλυτώση!
+
+Απαράλλαχτοι και μεις, φίλε. Σε μιναρέδες ακκουμπούμε, να μην
+γκρεμνιστούνε· με μια διαφορά, που μας κάνει και φαινούμαστε κι
+από το Μεχμέτη τρελλότεροι. Οι δικοί μας οι μιναρέδες είναι
+&γκρεμνισμένοι& χρόνια κ' αιώνες, κι ως τόσο τρέχουμε ακόμα στα
+χαλασμένα θεμέλιά τους κι ακκουμπούμε, μην τύχη και πέσουν! Να
+τo δούμε πώς έπεσαν, να μαζέψουμε τα σκόρπια λιθάρια και να
+τους ξαναστήσουμε, από το νου μας δεν περνάει.
+
+Θα με ρωτήξης, τι πάνε να πουν όλ' αυτά· θα μου πης πως δεν τα
+καλονοιώθεις, και να σου ξηγήσω το νόημα. Καιρός δεν είναι για
+τέτοια εξήγηση. Μέσα στην Καταμεσινή την Ασία όποια ιστορία κι
+αν αρχίσω, μοσκοκάρυδα θα μυρίζη. Ας καθίσουμε κάλλιο σ' αυτή
+την πεζούλα, κι ας ακούσουμε το τι λέγει ο ασπρογένης εκείνος
+με το παχύ το σαρίκι, που κάτι περίεργο δηγάται στους πλαγινούς
+του. Αξίζει να τον ακούσουμε. Είναι ο Χουσεήν Αγάς, ο τρόμος
+αυτών των μερών μια φορά. Πέρασε τη νιότη του στο αίμα και στη
+φωτιά, τώρα πουλεί χαλβαδόπηττες και ζαχαρικά, επειδή στο αίμα
+και στη σφαγή έχουνε για την ώρα κισάτια. Έλα, ν' ακούσουμε τι
+τους λέει ο τρομερός Χουσεήνης.
+
+
+
+ς’
+Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΧΟΥΣΕΗΝΗ
+
+
+
+«Καλέ ψυχές μου, τζάνουμου! Ας τα πούμε τώρα που κανένας δεν
+είναι κοντά μας να μας ακούση. Τι τονε θέλουμε μεις τον
+Παράδεισο, μ' όλα του τα πιλάφια, μ' όλο το μέλι, μ' όλους τους
+θησαυρούς του; Τι θα βρούμε κει που δεν ταπολαβαίνουμε και στη
+γης; Και να σας πω, παιδιά μου, έχουμε κάτι πιο ακριβώτερο εδώ
+κάτου. Στον Παράδεισο δε θα βρούμε Γκιαούριδες να δουλεύουνε
+για τα μας. Σας λέγω πως τέτοια τύχη χρυσή έθνος άλλο στον
+κόσμο δεν την αξιώθηκε. Διάβασα τα κιουτάπια, και το είδα κει
+μέσα. Όπου ήρθε ξένη φυλή, κ' έβαλε από κάτω της άλλη, φυλή, θα
+πη πως η φυλή που ήρθε είταν αξιώτερη, ξυπνότερη, δυνατώτερη.
+Ειδεμή, πού να βασταχτή, να ριζώση, να πνίξη την ντόπια φυλή!
+αργά γλήγορα ή καταπονιέται και χωνεύεται μαζί με τους
+ντόπιους, ή μαζεύει τα καλαμπαλίκια της, και φεύγει. Εμείς όταν
+ήρθαμε στο Βασίλειο της Ρωμιοσύνης, τι αξιότητα είχαμε! Μια και
+μοναχή, που βάλαμε το αίμα τους μέσα στις φλέβες μας, και μας
+έδωσε δύναμη και ζωή· εφτάψυχους μα τον προφήτη μας έκαμε. Κ'
+έτσι ριζώσαμε, και με το αίμα τους τούς κρατούμε. Θα μου πήτε,
+ξεθύμανε πια κι αυτό. Αν όμως ξεθύμανε μέσα μας, μέσα τους
+ξεθύμανε άλλο τόσο.
+
+Αυτοί καταντήσανε, μάτια μου, να θαρρούν πως δεν μπορούν πια να
+ζήσουνε δίχως εμάς, τέλειωσε! Έγεινε φυσικό τους να σκύβουν.
+Όσοι πρόφταξαν και σήκωσαν κεφάλι πρι να τους σακατέψη ολότελα
+η σκλαβιά, αυτοί καψογλύτωσαν. Καλό και γι' αυτούς, μα για μας
+ακόμα καλλίτερο που στήσανε κατά τα Κάτω τα Μέρη το καινούριο
+Βασίλειό τους. Γιατί τώρα όποιος Γκιαούρης βαρεθή τη σκλαβιά,
+αντίς να κάθεται και να μας κρυφαγκυλώνη, παίρνει τη φαμελιά
+του και τραβάει στην καμαρωμένη του την Ελλάδα. Κάνει το κέφι
+του, μας αφίνει και μας στο ραχάτι μας. Μα δεν είναι δα και
+πολλοί που μας φεύγουν. Πόσοι φύγανε από το χωριό μας; το πολύ
+δύο τρεις· έγειναν αβοκάτοι, κ' έμειναν εκεί, ν' ακονίζουν τη
+γλώσσα τους. Ένας τους, που έγεινε γιατρός και γύρισε πίσω, μου
+τα είπε όλα· πως εκεί τα λόγια παίρνουν και δίνουν. Πως με τα
+λόγια κάθε μέρα από το πρωί ως το βράδυ μας πολεμούνε, μας
+σφάζουν, και μέσα στην Αγιά Σοφιά τα Νικητήριά τους ψάλλουν!
+Βάη, βάη, Ντελή Ορούμ, βάη! Στον κόσμο ρεζίλι γένηκαν, που δυο
+τρεις βράχους να κυβερνήσουνε δε γροικούν, και καράβια
+σιδερένια, λέει, κάμανε, να μας καταχτήσουν ε! Βάη, βάη, Ντελή
+Ορούμ, βάη!
+
+Μην τους ακούτε τους Μουλλάδες που προφητεύουν κάθε λίγο πως θα
+γκρεμνιστή μια μέρα του Οσμάνη το Κράτος. Εγώ σας λέγω πώς να
+γκρεμνιστή, θα πάρη μαζί του και τους Ρωμιούς. Μια μορφιά θα
+μας χάψουν όλους μας οι Χαχόλοι που θα πέσουν απάνω μας όταν
+σημάνη η κακή μας ώρα. Kι' ως τόσο οι Ρωμιοί, σαν κάθουνται και
+κουβεντιάζουν το βράδυ κοντά στη μαστίχα τους, ονειρεύονται
+Φράγκους και Ρούσσους που τοιμάζουνται να κατεβούν και να τους
+ξαναδώσουν τη λευτεριά. Τέτοια όνειρα να μας βλέπης, Ρωμιέ μου,
+για να βλέπουμε άσπρη μέρα και μεις.
+
+Και θα βλέπη τέτοια όνειρα ο Ρωμιός. Ανοίξτε τα κιουτάπια, να
+το δήτε κι αυτό. Πριν ακόμα νάρθουμε μεις, τη περίμενε τη
+Φράγκικη τη βοήθεια. Βλέπεις, με το να δουλεύη αυτός για τα
+μας, πόλεμο να μάθη δεν έχει καιρό. Θα κατεβούνε λοιπόν οι
+Φράγκοι, που πιστεύουν κι αυτοί Χριστό, και θα μας κόψουνε, ν'
+ανθρωπέψη ο τόπος του. Γεια σας, ρωμιόπουλά μου! Μπρος στη
+γνώση σας η σοφία του Κορανιού σκοτάδι γίνεται μοναχό!»
+
+Όμορφα τα είπες, χρυσόστομε Χουσεήνη! Πικρούτσικες αλήθειες, η
+καθεμιά τυλιγμένη σε χαλβαδόπηττα. Τέτοιο χαλβά σ' έχω χάρι να
+μας πουλής και μας. Τι τα λες τους δικούς σου; Αυτοί το πολύ θα
+γελάσουνε. Εμάς, εμάς λέγε τα και ξανάλεγέ τα, και σου τάζω πως
+θα βρεθή ρωμαίικη ψυχή μια μέρα να στολίση με μαρμάρινο σαρίκι
+την κολόννα του μνημοριού σου.
+
+Πού να πιαστής ως τόσο εσύ, Χουσεήνη μου, με τέτοια ταξίματα!
+Είσαι καλός πατριώτης εσύ, είσαι και διπλωμάτης. Τώρα που δεν
+κόβει πια το μαχαίρι σου, που σκούριασε η πιστόλα σου, βρίσκεις
+καιρό να συλλογιστής, κ' εκεί που χτυπάεις το χαλβά σου, ο νους
+σου κατεβάζει αλήθειες που ο πιο ξακουσμένος Σοφτάς της
+Ρωμιοσύνης δεν τις ονειρεύεται! Άφερημ, άφερημ! Τι θα είταν η
+Ρωμιοσύνη ανίσως κ' είχαμε και μεις μερικούς χαλβατζήδες! Εμείς
+μήτε χαλβατζήδες δεν έχουμε!
+
+Περνάει η ώρα ως τόσο. Ας ξεκινήσουμε παρακάτου. Μπορούσαμε να
+περάσουμε ώρες κι ώρες ανάμεσά τους. Μπορούσαμε να πάμε κατά το
+Τζαμί και να τους βλέπουμε να πλένουνται, να πλένουνται μπροστά
+στις αραδιασμένες βρυσούλες, να τρίβουν τα ματωμένα τους χέρια,
+να ξαναπλένουνται και να τα ξανατρίβουν, και πάλι να μη
+βγαίνουν οι καταραμένοι λεκέδες! Μπορούσαμε και στην προσευχή
+τους να πάμε, να δούμε τι λογής Θεός είναι που τους ακούει και
+δεν τους πλακώνει με μύριους σεισμούς. Μα φίλε μου, δεν είναι
+αυτή η δουλειά μας. Με την άδειά σου λοιπόν, την αφίνουμε την
+Καταμεσινή την Ασία και περνούμε κατά τα δικά μας τα κατατόπια.
+Καλή η διασκέδαση απάνω εδώ, μα κι ο καθάριος αέρας καλλίτερος.
+Πάγω να σκάσω. Η βώχα με τάραξε. Αέρα, αέρα, κι ας είναι και
+σκλαβωμένος.
+
+
+
+Ζ'
+ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
+
+
+
+Να μας συμπαθήσης, κερά Σκλαβιά, που συνήθειό μας είναι να σου
+φορτώνουμε όλες τις αμαρτίες μας. Στόμα να είχες να μας
+μιλήσης, θα μας παραπονιούσουνα. Θα μας έλεγες πως σκλάβα μας
+έγεινες, πως πάει να σπάση η ράχη σου εξ αιτίας μας. Σκύβουμε
+σαν περπατούμε; Η Σκλαβιά φταίει. Ψέματα λέμε; Η Σκλαβιά
+φταίει. Βριζούμαστε ανάμεσά μας, κλέβουμε ο ένας τον άλλον,
+τυραννούμε τις γυναίκες μας, τα παιδιά μας; Έρχεται πάλι η γριά
+Σκλαβιά και μας παίρνει το βάρος. Ως και στη γλώσσα μας, η
+Σκλαβιά φταίει που έχασε τόσα και τόσα αρσενικά και θηλυκά. Ο
+Ζυγός κ' Η Αλυσίδα μένουνε, μένει κ' Η μαύρη μας η Μοίρα μαζί
+με ΤΟ γέρο το Θάνατο. Μα ΤΑ κεφάλια μας, ΤΑ μυαλά μας, ΤΑ λόγια
+μας, μήτε ξέρουν το τι θα πη να είσαι αρσενικός και τι θηλυκός.
+Μήτε αρσενοθήλυκα δεν είναι· είναι ουδέτερα· μήτε σπέρνουνε
+μήτε γεννούν.
+
+Εσύ μοναχή φταις για όλη αυτή την ταπείνωση! Μα ποιος σε κάλεσε
+νάρθης και να ριζοβολήσης σ' αυτή μας τη χώρα, και με τέτοια
+δώρα να μας φιλεύης, αυτό το μελετούν, το μαθαίνουν, και κατόπι
+το παραδίδουνε στους νέους μονάχα μερικοί που σπουδάζουν την
+Ιστορία. Όσοι δεν τους ακούν, ή δεν τους απεικάζουν, πηγαίνουν
+και λένε στον κόσμο πως να μη μας συνορίζεται και πολύ, γιατί η
+Σκλαβιά δε χωρατεύει, μπορεί και στα τέσσερα να σε κάμη να
+περπατής.
+
+Άκου τα, Σκλαβιά μου, και κλαίγε τη μοίρα σου, που δεν
+καθούσουνα στην αγαπημένη σου την Ασία, μόνο ορέχτηκες τον τόπο
+μας τον αχάριστο!
+
+Έννοια σου, και τέτοιες προφάσεις και πονηριές δε θα βρης εδώ
+μέσα. Εγώ δε θα το πω μήτε της Ευρώπης, μήτε της φιλενάδας σου
+της πατρίδος μου, πως εσύ φταις που βρίσκεται τώρα στη βαθειά
+αυτή την ταπείνωση! Θα σε λυπηθώ, και θα της πω την αλήθεια
+&Ρωμαίικα&, ίσως και το χωρέση ο νους της, και το χαρής και συ
+που βρέθηκ' ένας να σε διαφεντέψη της προκοπής, ύστερ' από
+τόσων αιώνων συκοφαντία.
+
+Εσύ είσαι δέντρο που φυσικό του είναι στη σαπίλλα να φυτρώνη
+και να θεριεύη. Άμα το μυρίστηκες πως μας έπιασε η σαπίλλα,
+ήρθες και ριζοβόλησες μέσα μας. Στόνειρό σου δεν τοβλεπες
+τέτοιο μεγάλο καλό, τόσον πλούτο, τόση θροφή. Ξαπλώθηκαν,
+ξαπλώθηκαν τα βαθοΐσκια κλωνιά σου, ώσπου τη σκέπασαν όλη τη
+Ρωμιοσύνη. Είναι αλήθεια πως έπεσ' έν' αξίνι από το δυτικό σου
+πλευρό, και σου κομμάτιασ' ένα κλαδί. Άνοιξε το μέρος εκείνο·
+κατέβηκε ήλιος, φύσηξ' αέρας, ανάσανε η γης, φύτρωσε δίπλα σου
+μικρό κι ανεμοδαρμένο δεντρί. Ίσως μια μέρα αυτό το δεντρί σε
+φάη, ίσως όμως και μείνη σιμά σου χλωμιάρικο, αρρωστημένο,
+ανωφέλητο κούτσουρο. Έξω από κείνο το μέρος, έξω από τις ξερές
+εκείνες τις πέτρες, όλη η Ρωμιοσύνη είναι δική σου. Βγάζουν και
+παραβγάζουν τα φύλλα σου το μαγικό τους ταφιόνι, και μια χαρά
+μας κοιμίζουνε μέσα στον παχύ σου τον ίσκιο. Μέσ' από τα
+φυλλοκάρδια μας βυζάνουν οι ρίζες σου το φαρμάκι, και μέσα στην
+καρδιά μας το ξαναχύνει η κρύφια σου η αναπνοή. Τι φταις εσύ,
+κακορρίζικο δέντρο! Ποιος κατηγόρησε τα σκουλήκια που
+μαζεύουνται στο ψοφίμι! Σκουλήκια της Ρωμιοσύνης, μη μας
+ακούτε! Πνιγούμαστε, κι από τα μαλλιά μας πιαστήκαμε, να
+σωθούμε. Έχουμε και φιλότιμο, και πρέπει δίχως άλλο να βρεθή ο
+φταιξιάρης. Ειδεμή, πώς να καταπείσουμε τον κόσμο πως είναι
+ελληνική η φυλή μας! Λυπήσου μας, Σκλαβιά, και μη μας
+συνορίζεσαι μήτε συ. Να που σαφίνουμε και μεγαλώνεις, και
+θεριεύεις απάνω μας! Άφινέ μας λοιπό να λέμε πως φταις, και
+κάνε πως δεν ακούς. Ας σου πω κ' ένα άλλο: &Σου συφέρει& να σου
+τα φορτώνουμε όλα μας. Όσο σου τα φορτώνουμε, άλλο τόσο
+σαπίζουμε. Κ' η σαπίλλα μας είναι ζωή σου.
+
+Έτσι της μιλώ της Σκλαβιάς κάποτε μοναχός μου. Να με συχωρέσης
+λοιπό, φίλε, που πήγα να ξεχάσω την καλή σου τη συντροφιά. Ο
+ρωμαίικος αυτός αέρας τόφερε. Άρχισα να τονε μυρίζω πάλι.
+Άρχισα να τα βλέπω πάλι τα ταπεινά γνωρίσματα της Σκλαβιάς, το
+αιώνιο, το χαμηλόβλεπο σκύψιμο, τις μαριόλικες τις ματιές, τα
+χέρια τα κρεμασμένα, μα όχι και πάντα ήσυχα, όχι πάντα
+ακαμάτικα, γιατί κι από δουλειά ξέρουν, και της γλώσσας τη
+δουλειά κάμνουν, όταν αυτή όρεξη ή και θάρρος δεν έχει λέξη να
+ξεστομίση. Άρχισα να τις βλέπω πάλι τις κρύφιες χειρονομίες, τα
+κρυφώτερα τα γνεψίματα, την ακοίμητη τη σβελτάδα, που κέντρο
+της αν είταν ένα κοινό καλό, μύριες αυτοκρατορίες μπορούσε νάχη
+αναποδογυρισμένες ως τώρα! Κέντρο της όμως είναι το συνηθισμένο
+το &ρωμαίικο& το κέντρο, ταθάνατο το &εγώ&!
+
+Δουλεύει, κι όλο δουλεύει ο νους του Ρωμιού, όσο και να τονε
+βαραίν' η σκλαβιά· όσο μάλιστα τονε βαραίνει, άλλο τόσο
+δουλεύει. Στιγμή δεν ησυχάζει. Όλο σχεδιάζει, όλο σκαρώνει.
+Έχει, παραδείγματος χάρη, γείτονά του ο πατριώτης κάποιο Χαφούς
+Εφέντη. Το ζήτημα είναι, όχι γιατί ν' ασκημίζη τη γειτονιά του
+ένας Χαφούσης, και να του κάνη και τον Αφέντη, μόνο πώς να τονε
+χαντακώση στο χρέος αυτόν τον Αφέντη, και να μαζεύη κατόπι τους
+τόκους. Και τόκους, — ένα αλάκερο χωράφι τα εκατό! Αμέτρητα
+τέτοια χωράφια του έχει αρπαγμένα. Όλα με φουντωτές και
+καρποφόρες ελιές τάχει στολισμένα. Δουλεύει, δουλεύει εκεί μέσα
+με το κορμί του, με το νου του, με τη ψυχή του δουλεύει. Αν οι
+αφεντάδες του όλοι είτανε Χαφούσηδες, ένας ένας τους θα
+ξεκάμνανε χτήματα και χωράφια, και θα γυρίζανε στης Ανατολής τα
+μαύρα τα βάθια. Όλοι τους όμως δεν είναι Χαφούσηδες· τους ίδαμε
+στην απάνω την Αγορά.
+
+Ως τόσο ο πατριώτης μας όλο δουλεύει, όλο νοικοκυρεύεται.
+Θησαυρίζει, καλοζή, χτίζει σπίτια και πύργους, προικίζει κόρες,
+ως κ' επίτροπος γίνεται! Όπου πατήση, φυτρώνει μυρσίνη· τι λέγω
+μυρσίνη! Κλήματα φυτρώνουνε φορτωμένα σταφύλι, μηλιές φυτρώνουν
+και πορτοκαλλιές, ζωή κι ομορφιά φυτρώνει όπου πατεί. Κι ως
+τόσω να καλοκοιτάξης, θενά βρης πως μέσα σ' όλες εκείνες τις
+ελιές, τις μηλιές και τις πορτοκαλλιές, μέσα σ' όλα ταμπέλια
+εκείνου του κάμπου, μήτε &μια ιδέα& δεν είναι φυτρωμένη!
+
+Καλά που δε μας ακούει εκείνος ο νοικοκύρης ο πατριώτης, που
+από ταργαστήρι του κατεβαίνει νανταμώση τους συναδέλφους του,
+και να μάθη τα νέα. Θα μας έπερνε για τρελλούς, που μέσα στο
+ήσυχό του χωριό ζητούμε φυτρωμένες ιδέες! Αν είχε ποτές πατήση
+το πόδι του σε τόπους λεύτερους, θάβρισκε &δάση& αλάκερα, ιδέες
+γεμάτα. Εδώ ανδριάντα, εκεί τάφο, παρέκει Στρατώνα, παρακάτω
+Βουλές, μουσεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, — ατέλειωτα δάση από
+ιδέες, που ως τα ουράνια πηγαίνουνε τα κλωνιά τους, κι ως τα
+σπλάχνα της γης οι ρίζες τους!
+
+Ας τον αφήσουμε, πρι μας ακούση και μας περιγελάση με κανένα
+μαριόλικο γνέψιμο. Γιατρειά δεν έχει ο φίλος. Το πάθος του
+είναι πολύχρονο και βαθύρριζο, το λένε φρονιμάδα στη γλώσσα
+του, κ' αλλοί στον που είναι σκλάβος, κ' υποφέρει ο νους του
+από τη ρωμαίικη τη φρονιμάδα!
+
+Ας τον αφήσουμε. Είναι φρόνιμος αυτός, και κάνει τις δουλειές
+του με τάξη. Αυτός κοιτάζει το σπιτικό του, το έχει του. Κάθε
+τι άλλο έξω από το έχει του, πλερώνει δασκάλους και του το
+φροντίζουν. Μήγαρ αυτό δεν κάνει όλη η Ρωμιοσύνη, και
+σκλαβωμένη και λεύτερη; Γιατί όχι κι ο πατριώτης; Ό,τι δεν
+είναι πάρε και δόσε, είναι δασκαλήσιο πράμα· πράμα να πηγαίνης
+και να τακούς μια φορά το χρόνο, όταν ο δάσκαλος τα λέγη με
+λόγια που φόβο δεν έχει να τα καταλάβη κανένας Τούρκος, μα μήτε
+και Ρωμιός. «Πατρίς, Μούσαι, Ελικών, καθειργασάτην». — Κ' έτσι
+γίνεται η δουλειά της πατρίδας!
+
+Να μην το ξεχάσης αυτό που σου είπα· «στο ρωμαίικο ό,τι δεν
+είναι πάρε και δόσε, είναι δασκαλήσιο πράμα». Πού είδες Ρωμιό
+ν' αφιερώνη όχι ζωή, μόνο στάλα ζωής σε κοινό καλό! Μην
+πετιέσαι απάνω σα να θυμώνης! Το ξέρω τι θα μου πης· πως «να
+πάμε μια στην Αθήνα, και βλέπουμε». Με το καλό, θα πάμε και
+στην Αθήνα· και θα τους δούμε αυτούς τους δύο τρεις που
+συλλογιέσαι, και θα τους ρωτήξουμε αν ο κόσμος δεν τους ονομάζη
+&ζεβζέκηδες!&
+
+Κάθε Ρωμιός τη δουλειά του την κοιτάζει απατός του, και τη
+δουλειά του τόπου του βάζει πλερωμένους γραμματικούς και του
+την κοιτάζουν. Έτσι ο Ρωμιός παχαίνει, κι ας λιγνεύη ο τόπος
+του. Στην Αθήνα σαν πάμε, χίλιες φορές θα τακούσης: «Ο τόπος
+πρόδεψε θαυμάσια, ας είναι καλά «αι ατομικαί επιχειρήσεις».
+Εκείνο μόνο που μας χαλνάει, θα σου προσθέσουν, είναι «η
+πολιτική διαφθορά». Δηλαδή: &Ο Ρωμιός κοιτάζει την τσέπη του,
+και τίποτις άλλο.& Όλα τάλλα, νόμους, τέχνες, επιστήμες,
+γράμματα, τα φροντίζουν οι δάσκαλοί του κ' οι γραμματικοί του.
+
+Πάμε να καθήσουμε εκεί στου πλατάνου τον ίσκιο, να
+ξεκουραστούμε λιγάκι, να μη χάνουμε και τα λόγια μας, μόνο
+νακούσουμε τι είνε που λέει ο γελαστός εκείνος ο Παπάς που
+συντυχαίνει ενός Κοσμικού. Τον έχουν εδώ για τρελλό τον παπά
+Χαραλάμπη. Τρελλό, γιατί αποκότησε να βγάλη στη μέση ιδέες κι
+αυτός! Θαρρώ πως για τη μεγάλη του την ιδέα κουβεντιάζει τώρα,
+κι αξίζει να τον ακούσουμε. Είχε το θάρρος ο παπά Χαραλάμπης να
+κάμη δική του Κόλαση, και δικό του Παράδεισο! Πήγε να του κόψη
+τα γένεια ο Δεσπότης σαν το πρωτάκουσε! Μα έτρεξαν οι χωριανοί
+στου Δεσπότη και του είπαν πως τρελλός είναι, και να μην τονε
+συνοριστή. Κ' έτσι γλύτωσε. Άκουγέ τον:
+
+
+
+Η'
+ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
+
+
+
+ — Μα αν κάθουμουν, παιδί μου, μέσα στο κελλί μου μέρα και
+νύκτα, θα μέπαιρνε και μένα στα νύχια της η Ακαμωσιά, καθώς
+πήρε τον παπά Νικηφόρο της Πίσω της Ενοριάς. Τον πήρε τον
+καημένο, και τον πέταξε, — στου διαβόλου τα χέρια τον πέταξε!
+Να σου τα δηγηθώ, που δεν είσουνα τότες εδώ να τα μάθης.
+
+Θυμάσαι τι είταν πρι να βάλη τα ράσα. Λεφτουργός είτανε.
+Ακουμπούσε το τρυπάνι στο ξύλο, το γύριζε μερικές φορές, κι
+άξαφνα σταματούσε, κάθιζε, έσκυβε το κεφάλι του, κι
+αποκοιμούνταν. Τις κεριακές πάλι και τις σκόλες, όλο ξεφάντωμα.
+Έλεγε λοιπόν κάθε δευτέρα και κάθε αποσκόλη ο κάλφας του,
+αγρύπνησε πάλι ο Μαστρο-Νικόλας, και κλαδοκόβεται από τη νύστα.
+Την άλλη μέρα όμως μήτ' αυτή την πρόφαση δεν την είχε· θύμωνε ο
+κάλφας του, και τον έδιωχνε. Μα θα μου πης, πώς ζούσε ο Μαστρο-
+Νικόλας. Ζούσε με το γλέντι και με τις νοστιμιές. Πλέρωνε ο
+κόσμος το κρασί του, νακούγη τα χωρατά του.
+
+Έγεινε ο Νικόλας ως τριάντα χρονών. Οι φίλοι του άρχισαν τότες
+να τον βαριούνται, γιατί βγήκε άλλος νοστιμώτερος στη μέση.
+Ξεθύμανε πια ο Μαστρο-Νικόλας. Μα ήξερε μερικά γράμματα, τον
+άκουγε κ' η φωνή του. Είχε και γένεια καλά. Είταν κι όμορφος.
+Είταν κι ανύπαντρος. Συλλογιέται λοιπό, συλλογιέται, κι ίσια
+στου Δεσπότη. Και λέει του Δεσπότη πως θέλει να παπαδέψη. Τον
+χειροτονάει ο Δεσπότης Παπά Νικηφόρο, και τονε στέλνει στην
+Αγιά Παρασκευή της πίσω της Ενοριάς.
+
+Θα μου πης πως τα ξέρεις αυτά. Τα παρακάτω όμως, θαρρώ δεν τα
+καλοξέρεις.
+
+Σα συνήθισε στην παπαδική, άρχισε και να στολίζεται ο Παπά
+Νικηφόρος. Πλουμιστά φελόνια στην παραμικρή αφορμή. Ως και τα
+γένεια του γυάλιζαν. Και σαν έβγαινε να δώση ταντίδωρο, άπλωνε
+το μαλακό του χέρι κ' έδινε ξεχωριστό κομμάτι — θα μου πης σε
+ποιόνα; στον επίτροπο; όχι· στην επιτρόπισσα!
+
+Σαν τέλειωνε η λειτουργιά, άρχιζε το ζιαφέτι στου κυρ Θωμά, του
+επιτρόπου. Σκόλη δεν περνούσε, που να μην τον έχη καλεσμένο ο
+κυρ Θωμάς. Στα γεράματα κι αυτός σηκώθηκε και μου γύρευε
+παντρειές. Κι αντίς να διαλέξη καμιά μεσόκοπη σαν και λόγου
+του, παίρνει ένα θεριωμένο αγριολούλουδο από τον Ψηλότοπο,
+δίχως μάνα και δίχως αδερφή, ένα γέρο πατέρα μοναχά, που
+αποκότησε και την έστειλε του γέρο Θωμά, να σκαρώση σπιτικό στο
+χωριό μας. Βλέπεις, ο Θωμάς δε ζητούσε και προίκα^ μα είχε και
+καλή καρδιά ο Θωμάς. Την αγαπούσε την Πιπίνα του σαν τρελλός.
+Και του πουλιού το γάλα της έφερνε.
+
+Άρχισε η δουλειά από τα κεριακάτικα τα ζιαφέτια. Ο γέρο Θωμάς
+αγαπούσε τις ψαλμωδίες. Προσκαλούσε λοιπόν τον Παπά Νικηφόρο,
+κ' ύστερ' από το φαγεί τον έβαζε κ' έψαλλε. Και με το ψάλσιμο ο
+γέρος νύσταζε, και πλάγιαζε στο μιντέρι.
+
+Είχαν τότες στου Κυρ Θωμά παρακόρη την κουφή τη Μαρία, που είχε
+μάτια και γλώσσα, κ' έβλεπε, λέει, από την κλειδότρυπα, και μια
+φορά, λέει, εκεί που κοίταζε τον αφεντικό να γλυκοκοιμάται, και
+την κερά να γλυκοφιλιέται με τον παπά, της ήρθε, λέει, σα
+λιγούρα, και λιγοθύμησε.
+
+Με τον καιρό η κερά Πιπίνα, της κατεβαίνει να θυμηθή πως ο
+μακαρίτης ο πεθερός της είτανε θαμμένος στης Αγιά Παρασκευής το
+μικρό κοιμητήριο, και πως χρέος της είτανε να πηγαίνη να τονε
+θεμιάζη τα σαβατόβραδα. Πήγαινε λοιπόν και θέμιαζ' εκεί ύστερ'
+από το Σπερνό, και σα σκοτείνιαζε, έβρισκε τρόπο κ' έμπαινε και
+στο κελλί του Παπά Νικηφόρου. Άμα τα είδε αυτά η γειτονιά, πήγε
+να χαλάση ο κόσμος. Μια Ψηλοτοπίτισσα νάρθη και ν'
+αδιαντροπιάζη μες στο χωριό τους! Να φυλάγουν και τέτοιον παπά!
+Και καλά να τους πιάσουν αμέσως, και να τους ρεζιλέψουν. Και
+δίχως λέξη να πουν του γέρο Θωμά, βαλθήκανε στη δουλειά. Πήγανε
+μερικοί με μαγκούρες και τριγύριζαν το κελλί ένα σαβατόβραδο.
+Χτυπούν την πόρτα, — σιωπή. Σπάνουν την πόρτα και μπαίνουν. Η
+πιτρόπισσα λιγοθυμισμένη, ο παπάς σαστισμένος. Μερικές ραβδιές,
+και συνέφερε ο παπάς. Σαν τρελλός φώναζε ο δύστυχος. Ώσπου
+άρχισε να καταριέται, και φοβήθηκαν τις κατάρες του, και τον
+άφησαν κ' έφυγε, και μήτε ξαναφάνηκε μήτε ξανακούστηκε πια.
+Ζητούν ύστερα να ξελιγοθυμήσουν την κερά Πιπίνα, μα πού να
+ξελιγοθυμήση! «Να φωνάξουμε τον Επίτροπο», φωνάζει ένας, και
+ξυπνάει αμέσως η πιτρόπισσα! Άρχισε να κάμνη την τρελλή. Τρελλή
+ξετρελλή, την παίρνουν οι λεβέντηδες και την καθίζουνε στο
+γαδουράκι μπρος οπίσω. Σέρνουν το γαδουράκι, και καθώς έμπαιναν
+από την πόρτα της, ανέβαινε κι ο δόλιος ο γέρος από την Αγορά.
+Θεός ξέρει πώς του φάνηκε εκείνη η παράταξη! Ακούμπησε στον
+τοίχο, έπεσε κάτω, και πια δεν ξανασηκώθηκε.
+
+Τι απόγεινε η κερά Πιπίνα, το ξέρεις. Κατάντησε να μαζεύη
+ελιές. Το συγγενολόγι του κυρ Θωμά μήτε να την ακούσουνε δεν
+ήθελαν.
+
+Μέσα στα ρομάνια εκείνου του κάμπου την έπιασαν τη δύστηνη οι
+πόνοι μια μέρα! Είταν οι πόνοι της άνομής της αγάπης. Καλά που
+δεν πρόφταξε να γεννηθή το κακόμοιρο το παιδί. Το πήρε μαζί της
+η μάννα, και πήγανε στον άλλον τον κόσμο.
+
+Θα με ρωτήξης τώρα, γιατί σου τα είπα όλ' αυτά; Σου τα λέω, κυρ
+Λεφτέρη, για να μάθης από πού πηγαίνουνε στην Κόλαση· και ποια
+είναι η Κόλαση. Αυτός είναι ο &ίσιος& ο δρόμος· η ακαμωσιά και
+το πάθος. Και τέλος του, — η ντροπή, το ρεζιλίκι, η συφορά.
+
+Τώρα, εμείς οι παπάδες μιλούμε κάποτες και για τον Παράδεισο.
+Είναι αλήθεια πως τις πιώτερες τις φορές ιστορούμε την αμαρτία
+με τις ασκημιές της, την τιμωρία με τις τρομάρες της. Μικρό
+πράμα δεν είναι, να στέκεσαι απάνω στον άμπωνα και να φοβερίζης
+τον κόσμο. Καθώς σου είπα όμως, μιλούμε κάποτες και για τον
+Παράδεισο. Μα φίλε μου, είναι Παράδεισος που πρέπει τα ποδήματά
+σου να βγάλης και να μπης, και να είσαι και καλά καλά
+βασανισμένος στον κάτω τον κόσμο. Ποια είταν η Κόλαση του Παπά
+Νικηφόρου; Το ξύλο κι ο μαύρος ο δρόμος που πήρε. Ποια η Κόλαση
+της κερά Πιπίνας; Η ντροπή, η φτώχεια κι ο τρομερός της ο
+θάνατος. Γιατί λοιπό, Λεφτεράκη μου, να μη γυρέψουμε και
+Παράδεισο σε τούτον τον κόσμο; Εγώ τονε βρήκα τον Παράδεισο εδώ
+κάτου. Να τους το πω τους άλλους, Κόλαση θα μου τον κάμουν! Το
+λέγω όμως εσένα που είδες κόσμο, πως εκεί στο περιβόλι μου
+μέσα, τον ανακάλυψα. Από το πρωί ως το βράδυ σκαλίζω εκεί μέσα.
+
+Καιρό δε βρήκα ποτές να σταθώ και νακούσω τον Έξ' από δω, όταν
+ήρχουνταν και μου έψαλλε χίλιους σκοπούς στα χρόνια της νιότης
+μου.
+
+Λεφτέρη μου, αν είναι ένας ο Θεός, ένας είναι κι ο Παράδεισος,
+— η &δουλειά&. Δούλεψε, και θάμπης μέσα, δίχως να το νοιώσης
+πως ήμπες. Όπου σέβαλε ο Θεός να δουλεύης, δούλευε. Σου γυρεύει
+κανένας ψωμί; δίνε του δουλειά κι αυτουνού. Αυτό θα πη ψυχικό.
+Τάλλα τα ψυχικά είναι για τους σακάτηδες. Οι πιώτεροι στον
+κόσμο είναι γεροί, και θέλουνε δουλειά, να μην τους σύρη η
+ακαμωσιά στον κατήφορο, και τότες τρέχα γύρευέ τους, Λεφτέρη
+μου».
+
+
+
+Θ'
+ΛΙΓΕΣ ΜΑΤΙΕΣ
+
+
+
+Σηκώθηκε ο πάτερ Άγιος, που ναγιάση το στόμα του. Πάει,
+φαίνεται, να χτυπήση το σήμαντρο του Σπερνού. Ας ξεκινήσουμε
+παρακάτω, μ' έναν κρυφό στεναγμό που δεν έχουμε κι άλλους
+τέτοιους τρελλούς παπάδες.
+
+Παρατήρησε ένα πράμα· που κανένας εδώ δεν κοιμάται. Όλoι
+σαλεύουν εδώ. Από τη μια πετιέται κοπέλλι με τη μασιά. Από την
+άλλη ξεκαρδίζεται γέρος με του πλαγινού του τις νοστιμιές.
+ΠαρακείΘε παίζει τα δάχτυλά του στο τραπεζάκι ένας
+συλλογισμένος. Μέσα στο διπλανό το μαγαζί ανεβοκατεβάζει άλλος
+την πήχη σαν τυλιγάδι, και μετράει το χασέ. Αντίκρυ, στο
+ψώμάδικο, μπαινοβγαίνει το φτυάρι με τα ψωμιά. Παρέκει
+ζυγιάζει, ο μπακάλης τις παινεμένες σαρδέλες του. Πού το
+χουζούρι και το ραχάτι της απάνω της Αγοράς! Εκεί ύπνος και
+χώνεψη, εδώ δουλειά και γλέντι. Αχ, και τι γλέντι! Ρίξε μια
+ματιά σ' εκείνην την ταβέρνα, να καταλάβης!
+
+Αν τύχαινε να σ' ανταμώσω στα ξένα τα παλιά τα χρόνια, και με
+ρωτούσες τι λογής γλεντίζουνε στο τόπο μας, θα σου παράσταινα
+τα ξεφαντώματα του χωριού με τόση λαχτάρα και δίψα, που
+θάλεγες: — «Εκεί είναι η αληθινή η ζωή». Τέτοια είναι τα μαύρα
+τα ξένα! Ως και τα ψεγάδια του τόπου σου σε κάμνουν και ταγαπάς
+και τα ζωγραφίζεις με μύριες λαμπρές θωριές. Τώρα όμως που τα
+βλέπουμε και τακούμε, τι χρώματα να τους δώσουμε! Τι να της
+ψάλουμε της βρώμικης, της σκοτεινής, της μουχλιασμένης
+ταβέρνας, που κρατάει φυλακισμένους και μασκαρεύει τους
+αξιώτερους δουλευτάδες μας! Τι τραγούδι να του πούμε του
+ταβερνάρη που παρακαλεί μες στην καρδιά του να μασσήσουνε τα
+ποτήρια του!
+
+Άκουγέ τον, το βραχνιασμένο τον τραγουδιστή της ταβέρνας! Ο
+αμανές του είναι αχαμνός και ξεκρεμασμένος σαν το βρακί του.
+Άλλα δυο τρία ποτήρια, και θα ξεψυχήση κι ο αμανές. Θα
+κωλοσυρθή τότες το παλικάρι στο σπίτι του, θα βρίση αντίς να
+καλησπερίση, θα ξεράση αντίς να φάη, και θαποκοιμηθή αντίς να
+συλλογιστή πως τέτοια χέρια που τάφτειαξε η φύσις για να
+πιάνουν τουφέκι, κι αλυσίδες να σπάνουν, είναι κρίμα, μεγάλο
+κρίμα να δουλεύουν ολημερίς για κομμάτι μαύρο ψωμί και για
+μερικά ποτήρια φαρμάκι.
+
+Μη μου λες πως τα μεγαλώνω. Αχ, δεν τα μεγαλώνω όσο τους πρέπει
+και τους ταιριάζει. Και δεν είναι οι μεροδουλευτάδες μονάχα,
+είναι κ' οι πραματευτάδες, κ' οι αρχόντοι, κ' οι προεστοί.
+Μόλις σφαλνούνε τα μαγαζιά, κι αρχινούν το πιοτό οι πατριώτες.
+
+Από τον Παράδεισο του παπά Χαραλάμπη, ίσια στου κυρ Διαμαντή
+την ταβέρνα. Κ' έτσι περνάει και ξεχνιέται η ώρα, η μέρα, ο
+χρόνος κ' η ζωή. Έτσι το καταφέρνουνε να μην πέφτουνε στο γιαλό
+να πνιγούν από την ντροπή κι από την απελπισιά. Τα είπαμε
+θαρρώ, κι άλλοτες. Δεν τα ξέρουν τα χάλια τους, δεν το
+φαντάζουνται πως γίνεται να ζήσουν κι αλλιώς. Αν έρθης μάλιστα
+παρακάτω, στο καφενεδάκι που μαζεύουνται τα μεγαλοσάνιδα, να μη
+γελαστής και τους ξεστομίσης λέξη για τους τόσους άντρες που
+ανεμοσκορπίζουν πολύτιμη δύναμη και παλικαριά σ' αμανέδες και
+σε πιοτά. Να μην τύχη και τους δείξης τι πιδέξια μπορούσανε να
+παίζουνε μπόμπες στα σβέλτα τους χέρια. Να μην τύχη, γιατί θα
+σε δέσουν αμέσως. Πρώτο, που πέρασε από το νου σου πως μπορεί
+να βρεθή παλικάρι ναψηφάη τη χαριτωμένη ζωή του! Δεύτερο, που
+βάζεις και τους νοικοκυρέους στα αίματα, γυρεύοντάς τους και
+ζωή και παράδες! — «Τι τρέλλες είναι αυτές, παιδί μου; Πήγαινε
+κει που λαχταρούνε λεφτεριά, και καλοπλερώνουνε για να τη
+χαρούν. Εμείς τέτοια αλισβερήσια δεν τα κατέχουμε. Και πρόσεχε
+να μη σ' ακούσουν, καημένε, γιατί αφανιστήκαμε. Πήγαινε,
+πήγαινε στην Κρήτη, στην Αρμενιά, στην Αραπιά πήγαινε, όπου
+θες. Εμάς όμως άφησέ μας να μιλούμε για τα μαξούλια μας, για τα
+Σκολειά και τις Εκκλησίες μας, άφησέ μας να την τελειώσουμε
+αυτή την αναφορά που γράφουμε του Μουφτή, να μας κάμη τη χάρη
+να μην τον γκρεμνήση του Μπάρμπα Θανάση τον τοίχο, που
+σκοτεινιάζει τα παραθύρια του. Αρκετά βάσανα έχουμε με τα
+καθημερινά μας μαλλώματα, μη γυρεύης να μας ανάψης και τέτοιες
+φωτιές. Πήγαινε στο καλό, και μεις δεν αποτρελλαθήκαμε ακόμη».
+
+Αυτά θα σου πουν οι προεστοί, και χίλια τέτοια. Και θα
+χαμογελάσουν ανάμεσά τους, και θα μισοκλείσουνε τόνα μάτι, και
+θα ρουφήξουν το ναργκιλέ τους, κ' ύστερα θα πουν του δασκάλου
+να γράψη την αναφορά για τον τοίχο του μπάρμπα Θανάση, κι ο
+δάσκαλος θαρχίση να γράφη, και σα γράψη κι απογράψη, και βάλουν
+οι προεστοί τις υπογραφές τους, θαρχίσουνε να γλυκοφιλούν το
+ποτήρι ώσπου νάβγη ο Ιμάμης να φωνάξη «Γιατσί», και τότες
+τραβούν ένας ένας κατά τα σπίτια τους.
+
+Τι να καθίσουμε να τους δούμε! Τι θα καταλάβης, και να την
+ακούσης τη μονόχορδη την κουβέντα τους! Εκείνο που θέμε δε θα
+το πουν ποτές στη ζωή τους. Θα χωρατέψουνε, θα ψεγαδιάσουν,
+ίσως και θα μαλλώσουν. Κανένας τους όμως, μήτ' ο γέρος ο
+άρχοντας, μήτ' ο επίτροπος δίπλα του, μήτ' ο γιατρός παραπέρα,
+μήτ' ο πραματευτής παρακείθε, αχ, μήτε ο φωτισμένος ο δάσκαλος,
+δε θα ξεστομίσουν τη λέξη την τρομερή που κρύβει μέσα της
+καταστροφή και κατακλυσμό για την ώρα, ειρήνη κι ανθρωπισμό για
+κατόπι.
+
+Ας την αφήσουμε και τη ρωμαίικη την Αγορά. Την είδαμε και τη
+Ρωμιοσύνη. Αλλοιώτικη μη θαρρής πως θα τηνε βρούμε στις μεγάλες
+τις χώρες. Το χωριό, φίλε μου, είναι η μάννα της χώρας. Το νερό
+από δω αναβρύζει. Γίνεται ρεματάκι, βρίσκει κι άλλα ρεματάκια
+στο δρόμο, φουσκώνει, μεγαλώνει, γίνεται ποταμός.
+
+Ως τόσο, αν και την είδαμε τη μάννα του ρωμαίικου νερού, της
+μάννας όμως τη μάννα δεν την είδαμ' ακόμα. Και σε καλλίτερη ώρα
+να τηνε δούμε δε θα μπορούσαμε. Αρχίζει και βασιλεύει ο ήλιος.
+Απόλυσε ο Σπερνός. Γυρισμένες θα είναι στα σπίτια τους όλες οι
+Ρωμιοπούλες. Αυτές είναι που τους γέννησαν τους πατριώτες που
+βλέπαμε. Αυτές είναι που θα τους αποδεχτούν απόψε στις αγκαλιές
+τους. Αυτές είναι που κρατούν τα κλειδιά του παινεμένου μας
+αυτού θησαυρού, που πάει να σκουριάση μέσα σε σιδερόφραχτη
+κάσσα κρυμμένος. Θησαυρός μας είναι πάντα, ό,τι κι αν πούμε.
+Αίμα μας είναι οι πατριώτες, ας είναι και νερουλιασμένο αυτό το
+αίμα. Ποιος ξέρει α δεν το ξαναζωντανέψουνε μια μέρα και το
+δυναμώνουν εκείνες οι μαυρομάτες, οι γλυκοπρόσωπες, οι μάγισσες
+οι χωριατοπούλες, που πάμε να τις χαιρετήσουμε τώρα.
+
+
+
+Ι'
+ΡΩΜΙΟΠΟΥΛΕΣ
+
+
+
+Ελάτε, ρωμιοπούλες μου, ελάτε! Ελάτε να κάμουμε μαζί σας χωριό.
+Τους αφήσαμε κάτω στην Αγορά τους λεγάμενους. Όλη αυτή η
+ανοιχτόκαρδη γειτονιά δική σας είναι τώρα. Κάθε πόρτα
+ορθάνοιχτη, κάθε κατώφλι πιασμένο. Από κοντά σας περνώ, και
+μυρίζετε σα βασιλικός, σαν αξεδίπλωτο μαντιλάκι, ότι βγήκε από
+μοσκομυρισμένο σεντούκι. Αν και γέρος, μα η δροσάτη αυτή ευωδιά
+σας φέρνει στην καρδιά μου αλλόκοτη τρεμούλα, κρυφό
+σπαρτάρισμα, κάτι που με κάνει και θαρρώ πως ξανάνιωσα, και
+θέλω κοντά σας να μένω, να σας κρυφομιλώ, να σας λατρεύω, να
+σας λέγω πως είστε σεις κι όχι άλλες, πως τέτοια μάτια και
+τέτοια χείλη στον κόσμο δεν τα είδα, και πως κρίμα, μεγάλο
+είτανε κρίμα να μ' αφήσετε να μισέψω στα ξένα μικρό αγόρι και
+να σας στερηθώ, εγώ που μπορούσα να τρελλαθώ για την αγάπη σας,
+μέρα και νύχτα να σας τραγουδώ και να μη χορταίνω.
+
+Ακόμα δεν ήρθα κοντά σας, Νεράιδές μου, και σας ακούγω και
+συντυχαίνετε, και γελάτε, και τα σκορπάτε στον αέρα τραγουδιστά
+τα γέλοια σας και τα λόγια σας βαλμένα σε σκοπό που οι
+πολιτισμένοι της χώρας τονε λένε χωριάτικη προφορά! Κάθε τόνος
+του τραγουδιού σας από τα φυλλοκάρδια σας βγαίνει. Τρομάζετε,
+κι ο τρόμος σας ξεχύνεται με ψιλό τσιριχτό που του κάκου
+αγωνίζουνται μεγάλες τεχνίτρες να τονε μιμηθούνε, και τα γέλοια
+σας αντιλαλούν στον αέρα σαν κελαϊδήματα. Θυμώνετε, κ' η
+ωργισμένη φωνή σας ανεβοκατεβαίνει σαν το φύσημα του ανέμου.
+Λυπάστε, και το μυρολόγι σας πέτρες ραγίζει. Λέξη δε βγαίνει
+από το χαριτωμένο σας στόμα που να μην ιστορή την καρδιά σας.
+Τα λόγια σας είναι καθρέφτης που παρασταίνει τις χίλιες της
+αλλαγές. Στη χώρα οι πολιτισμένες οι αδερφάδες σας δεν τον
+έχουν αυτόν τον καθρέφτη. Εκείνες ξέρουνε λόγια που &κρύβουνε&
+τις λαχτάρες, τους καημούς, τις χαρές. Η μουσική της καρδιάς
+τους είναι τονισμένη απάνω σε ξένο σκοπό. Ως κ' η μιλιά τους
+από τα ξένα είναι φερμένη. Ψεύτικο λουλούδι βαμμένο με
+δανεισμένες θωριές, όχι σαν το βότανο που φυτρώνει στα
+φυλλοκάρδια σας κι ανθίζει στα χείλη σας, που μοσκομυρίζει και
+με γλυκομεθάει αυτή την ώρα.
+
+Δε λέγω πως δεν τάχετε και σεις ταγκαθάκια που βγαίνουνε γύρω
+στα τριαντάφυλλα. Γυναίκες δε θα είσαστε δίχως αυτά. Μα η φύση
+σας τόσο τέλεια, τόσο τρανά καθρεφτίζεται σε κάθε σας λόγο, σε
+κάθε σας κάμωμα, που σας βλέπει άνθρωπος και λέει, «Αυτή είναι
+η γυναίκα· μη διαβάζης βιβλία να τηνε νοιώσης. Μην προσμένης να
+της φύγη λόγος ή στεναγμός, ν' απεικάσης το τι συλλογιέται·
+λαχταρεί; αγαπάει; μισεί; ζουλεύει; κακιώνει; Σώνει κοντά της
+να κάθεσαι, σώνει τα μάτια της να κοιτάζης, τη μιλιά της ν'
+ακούς, και θα το μάθης.
+
+Εδώ είναι το χωριό, &η μάννα της χώρας&. Εδώ βλαστίζουν κι
+ανθοβολούν όλα τανθρώπινα πάθη, έξω, στον αέρα, στον ήλιο,
+ζωντανά και δροσάτα λουλούδια, όχι στραγγισμένα μυρωδικά, και
+σε χρυσές μποτιλίτσες κρυμμένα.
+
+Μπορείς, φίλε μου, νακούσης και μερικές ανοιχτούτσικες
+κουβέντες εδώ. Τίποτις δεν τόχει η μαριόλα εκείνη η μικρή με τη
+χοντρή την πλεξούδα, το σιγανό το ποτάμι που κάθεται τώρα κι
+ακούγει την κερά Φρόσω που συντυχαίνει για τον αρραβώνα του
+Ζανή του περιβολάρη, τίποτις δεν τόχει ναρχίση να δηγάται στην
+πρώτη συνομίληκη που ανταμώση, το τι έτυχε πέρσι σαν
+παντρεύουνταν η μεγάλη της αδερφή, τότες που άκουσε ο Ζανής από
+το στρώμα του μια πρωινή τα παιχνίδια και περνούσανε για το
+νίψιμο του γαμπρού, κι από τη βιάση του να δη την παρέα έτρεξε
+μισόγυμνος στο παράθυρο. Τέτοια μπορείς νακούσης εδώ πέρα
+πολλά. Κάμε όμως πως τη σιμώνεις αυτήν την τρελλή που τα ξέρει
+όλα, κάμε πως της ζητάς ένα κρυφό φιλί, κάμε πως την αγγίζεις,
+ας είναι και με το μικρό σου το δαχτυλάκι, και σου γίνεται
+άξαφνα πύργος που στέκει και διαφεντεύει την τιμή της, και σου
+καρφώνει τέτοια ματιά, που καταριέσαι την ώρα που γεννήθηκες
+απ' ένα κορίτσι πιο άναντρος.
+
+Και δε θα τηνε βρης μοναχά στο κορίτσι αυτή την ακαταπόνετη
+δύναμη της τιμής. Αυτό το βλέπουμε και στις χώρες, δηλαδή στις
+&ρωμαίικες& τις χώρες. Εκείνο που είναι ν' απορήσης, είναι που
+βλέπεις τόσες και τόσες λυγερές μαυροφόρες και περνούν
+ταγύριστα χρόνια της νιότης στην άχαρη μοναξιά της χηρείας,
+δίχως άλλη ελπίδα παρά να μεγαλώση ταγόρι τους και να πιάση τον
+τόπο του μακαρίτη! Τέτοιος &ηρωίσμός&, φίλε μου, μπορεί να μας
+γεννήση κι άλλους ηρωισμούς. Γυναίκα που μπορεί να πνίξη στα
+στήθια της τη μεγαλήτερη τη λαχτάρα, που κληρονόμησε από την
+Εύα, μπορεί κι άλλες θυσίες να κάμη. Μπορεί να διδάξη του
+παιδιού της και την αγάπη που δεν ξέρει ντροπή, την τιμή που δε
+μαραίνεται, τον ηρωισμό που δοξάζει πατρίδες. Μπορεί να τονε
+στέλνει μια μέρα με καμάρι και με περηφάνεια εκεί που ποτίζεται
+η γης από αίμα, και φυτρώνουν έθνη.
+
+Ένα κακό, που άλλες δασκάλισσες από τις μαννάδες ο τόπος δεν
+έχει! Βρήκανε μια στα παλιά τα χρόνια οι καλοί χωριανοί. Από
+την Ελλάδα τη φέρανε. Μελπομένη τη λέγανε. Χίλιες μόδες έφερε
+μαζί της, ξελάγιασε τα κορίτσια, χάλασε και την ομορφιά τους.
+Αυτό υπομονή· μα το νόστιμο είναι που κι αυτή ξελαγιάστηκε.
+Τους πρώτους πέντ' έξη μήνες έκαμε κάτι.
+
+Έμαθε τα μικρά να διαβάζουν, και να λεν πως υπάρχει εκεί κάτω
+και μια ρωμιοσύνη δίχως αγάδες. Το πρωί όλ' αυτά. Ταπομεσήμερο
+είχε κέντημα και ράψιμο. Οι μεγαλήτερες δίδασκαν τις
+μικρότερες, κ' η δασκάλισσα πήγαινε στην κάμαρά της να
+ξεκουραστή. Μη ρωτάς το τι και το πώς, σώνει να σου πω πώς
+έπαθε κ' η δασκάλα το πάθημα του Πάτερ Νικηφόρου. Τραβήχτηκε
+λοιπόν από τη δασκαλική κι άρχισε το νοικοκεριό· επειδή βρέθηκε
+φρόνιμη του παλικαριού η μάννα και την πάντρεψε με το γυιο της.
+
+Κ' έτσι έκλεισε το Σκολειό των κοριτσιών τότες, ώσπου ήρθε
+άλλη, πιο άσκημη. Κ' έμαθαν τα κορίτσια να γράφουν και να
+διαβάζουνε. Μη θαρρής λοιπόν πως είναι αγράμματα τα κορίτσια
+που παίζουν τώρα τριγύρω μας. Δεν προφταίνουνε να το διαβάζουν
+και να το γράφουν πως είναι σκλαβοπούλες, πως ταδέρφια τους
+είναι καταφρονεμένα, η ζωή τους ντροπιασμένη και ταπεινή. Σα να
+χαμογελάς, θαρρώ. Σα να με ρωτάς σε τι βιβλίο και σε τι γλώσσα
+τις διαβάζουν αυτές τις τρέλλες. Ποιος πήγε και τα ξεμυάλισε τα
+κορίτσια. Οι δασκάλισσες τάχα; — Μη φοβάσαι· οι δασκάλισσες τα
+μάθανε &να διαβάζουν&· το τι θα διαβάζουνε, δεν είναι δική τους
+δουλειά. Είναι δουλειά της έρμης της τύχης. Κ' επειδή η τύχη
+δεν τάφερ' ακόμα ως εδώ τα φράγκικα τα παραμύθια, οι
+χωριατοπούλες μας, σα μάθουν τα γράμματα και νοικοκυρευτούν, τα
+βάζουνε στο ράφι μαζί με τάλλα προικιά τους.
+
+Τι κακό ως τόσο γίνεται μέσα σε κείνο το περιβόλι! Ιστορικό
+περιβόλι. Τη βλέπεις εκείνη τη Τζιτζιφιά; Στον καιρό μου οι
+κοπέλλες κρέμαζαν εκεί κούνιες και κουνιούνταν, και
+τραγουδούσαν τα πονεμένα τους λιανοτράγουδα. Η φωνή τους είταν
+καθώς και τώρα· ψιλή ψιλή και χαμηλή, σα να μην τολμούσε νάβγη
+έξω μ' όλη τη δύναμή της. Ίσως έχει κι αυτό το λόγο του. Γιατί
+μαθές οι Τουρκοπούλες να τραγουδούνε μεγαλόφωνα σαν ταηδόνια,
+κ' οι δικές μας χαμηλά χαμηλά και συμμαζεμένα σαν τις
+τρουξαλλίδες; Θαρρώ πως το μάντεψες, και πως με πίκρα μου το
+ξηγάς, πως της ρωμαίικης της ψυχής η χαρά προβάλλει στον κόσμο
+με προφύλαξη και με πάτημα μετρημένο, μην τύχη και την αρπάξη,
+και την πνίξη κανένας. Η χαρά πρέπει νάβγη, το κορίτσι πρέπει
+να τραγουδήση, κι ας γείνη ό,τι γείνη. Βγαίνει λοιπόν σιγανά
+και με προσοχή.
+
+Έτσι τραγουδούσαν και τότες, μα τραγουδούσαν τραγούδια της
+προκοπής, όχι τα νερόβραστα που τους φέρνουν τώρα τα ξενιτεμένα
+ταδέρφια τους.
+
+Έλα στο περιβόλι, να το δης πως δεν είναι πια εκείνα τα χρόνια.
+Πρώτο, που καθεμιά γλυκόχαρη μαυρομάτα δεν είναι καθώς τότες
+ντυμένη. Θα μου πης απλή και καθάρια πάντα, μα είναι κι αυτή
+σαν την απλότητα της καθαρεύουσας. Μήτε ρωμαίικα, μήτε αρχαία,
+μήτε και φράγκικα. Φουστάνι κομμένο για να φοριέται με κορσέ,
+και κορσέ δε φορεί η χωριατοπούλα. Τραχηλιά ανοιχτή και
+μπιμπιλωμένη, σωστής χωριανής τραχηλιά. Τακούνια αψηλά αψηλά,
+σωστά Παρισιάνικα τακούνια. Αν τα δη αυτά κανένας ολότελα
+ξένος, θα πη πως ή τρελλάθηκε το κορίτσι, ή ρούχα δεν είχε να
+βάλη, κ' έβαλε ό,τι βρέθηκε. Εμείς τότες θα του πούμε πως μήτε
+τόνα είνε μήτε τάλλο. Την κοπέλλα την πήρε το ρέμα της μόδας. Η
+μόδα αλλού αλλάζει με τη μέρα, αλλού με το μήνα, κι αλλού με το
+χρόνο. Κάποτες από την κορφή ως τα νύχια, και κάποτες χτυπάει
+από δω κι από κει. Τι να σου κάμη το κορίτσι! Το παραζάλισαν οι
+δασκάλισσες κ' οι αρραβωνιαστικοί. Το κορίτσι, φυσικό του είναι
+να θέλη ναρέση. Ταξιδεύει ο γαμπρός ως την Πόλη, φέρνει μαζί
+του όσα βιεννέζικα στολιδάκια μπορεί. Το κορίτσι τα βάζει, και
+μασκαρεύεται για ναρέση.
+
+Ό,τι κι αν κοιτάξης μέσα στη Ρωμιοσύνη, μα σε χωριό είσαι, σε
+χώρα, κορίτσι βλέπεις, αγόρι, ένα πράμα παρατηρείς. Πώς ό,τι
+μας έμεινε δικό μας σιγά σιγά ταποσκυβαλίζουμε· εξόν αν είναι
+τούρκικο, καθώς είναι να πούμε ταγαλίκι, η στενοκεφαλιά, και το
+πείσμα. Άκου τώρα, να δης. Τη γλώσσα μας, την πετάξαμε. Τα
+τραγούδια μας, τα πετάξαμε. Τους χορούς μας, τους αρνηθήκαμε.
+Τα τουφέκια μας, αν μένουν ακόμα σ' αυτά τα μέρη, ο λόγος είναι
+που δεν έλειψαν οι λαγοί. Μας μένει και κάποιο φιλότιμο, κι
+αυτό δα είναι που μας χαντακώνει βαθύτερα. Ρωμαίικο φιλότιμο
+πάει να πη, να κάνης ό,τι δεν σου ταιριάζει. Να μη φυλάγης
+τίποτις καθάριο ρωμαίικο· τίποτις άλλο, παρά τα μαύρα εκείνα τα
+μάτια, τα φεγγαρωτά τα πρόσωπα, και τα βεργολύγιστα τα κορμιά.
+Πάμε, πάμε κοντά τους.
+
+Αν μας βλέπανε, θα πετούσαν και θα κρυβούντανε σαν τις
+πέρδικες. Πού να το φανταστή η μικρούλα εκείνη που στέκεται
+ανάμεσα στις πορτοκαλλιές, να πειράξη τις άλλες που τη
+γυρεύουν, πού να το φανταστή πως κρυφοκοιτάζουμε το ροδακινί
+της το χνούδι, που τόχει αναμμένο το τρέξιμο και το γέλοιο!
+Κοίταξε, σερπετάδα! Χαρά στον που θα την κάμη βασίλισσά του!
+Φωνάζουν οι άλλες, γελούν, και πηδούνε γύρω, να ξετρυπώσουν την
+κρυμμένη τη Νεραϊδοπούλα. Σωπαίνει αυτή. Κοιτάζει από τα φύλλ'
+ανάμεσα, και σκάνει στο γέλοιο. Την προδίνει το γέλοιο, τρέχουν
+οι άλλες, και γεμίζει ο κόσμος τσιριχτά και φωνές. Γελάτε,
+γελάτε, μικρούλες μου! Χαίρεστε τώρα, γιατί μπορεί μια μέρα να
+το νοιώσετε πως θα μας γεννάτε σκλαβόπουλα.
+
+Αρχοντικού σπιτιού περιβόλι. Λείπει θα πης το σιντριβάνι, δε σε
+λιγοθυμούν εδώ τα μοσκοβότανα του Εφέντη, μα βασιλεύει χάρη,
+που τάλλο δεν την είχε το περιβόλι. Ίσως επειδή εκεί έπεφτε η
+αντηλιά του μεσημεριού, κ' εδώ σκορπιέται η δροσιά της βραδιάς.
+Ίσως επειδή εκεί μουρμούριζαν περιστέρια, κ' εδώ παίζουν οι
+λωλές αυτές πέρδικες· εκεί πάτημα γάτας δεν άκουγες, και δω όλο
+τρέξιμο και φωνές. Εκεί πνίγουνταν κάθε κώχη στο γιασουμί, εδώ
+κάθε λουλούδι τον τόπο του, κάθε τόπος το βότανό του. Εκεί
+ραχάτι, εδώ ζωή και τάξη. Την έχει ο Ρωμιός την τάξη στο
+σπιτικό του, κι ας τηνε στερείται το έθνος του. Λες και τόκαμε
+όρκο, κ' είπε του Τούρκου: «Μου πήρες τον Τόπο μου; Χάρισμά
+σου. Να σου δείξω εγώ όμως τώρα πώς μπορώ και δίχως πατρίδα να
+ζήσω· πώς μπορώ να δουλεύω, να νοικοκερεύω, να παστρεύω, να
+μαζεύω, να πλουτίζω, να στολίζω. Κάμε και συ, αν μπορής, ένα
+τέτοιο περιβολάκι. Κάμε τέτοια κορίτσια να παίζουνε μέσα. Του
+κάκου, δε θα μπορέσης. Τέτοιο γούστο εσύ δεν τόχεις. Ρωμαίικο
+είναι αυτό το γούστο. Μου άρπαξες την πατρίδα μου; Κράταγέ την
+τήν πατρίδα μου. Χάρισμά σου. Να σου κάμω εγώ τώρα ένα
+περιβολάκι, ένα σπιτάκι, να δης τι θα πη Ρωμιός».
+
+Έτσι μου φαίνεται, σα να παίζουμε με περιβολάκια και με
+σπιτάκια μέσα στον κόσμο. Σαν τους φυλακισμένους, που για να
+σκοτώσουν τις μαύρες τους ώρες, ζωγραφίζουν εικόνες απάνω στους
+τοίχους της φυλακής.
+
+Μ' ας μην το φαρμακώνουμε το γλυκό μας ταγέρι με λόγια πικρά.
+Παίζετε, λυγερές μου, παίζετε. &Πρέπει& να παίζετε σεις. Αφήστε
+τα κλάματα για τους δόλιους που θα γεννήσετε.
+
+Έλα μέσα στο σπίτι. Ας ρίξουμε μια ματιά στ' αρχοντικό του
+μεγαλήτερου προεστού μας πριν έρθη από την Αγορά και πατήση τις
+φωνές και κάμη τον κόσμο άνω κάτω. Δεν είναι, λέει, κακός, μόνο
+που θυμώνει. Θυμώνει, λέει, με τη γυναίκα του, σαν αργή το
+φαεί. Να θυμώση με τους προπατορικούς του εχθρούς, δεν
+ταιριάζει. Να πιάση Τούρκο και το ζουμί του να βγάλη, βάρβαρο
+πράμα! Ξεθυμαίνει λοιπόν με τα λόγια στην κακόμοιρη τη γριά
+του. Τις γόβες του βλέπω εκεί στην κώχη, και τρόμος με πιάνει.
+
+Αγερικό σπίτι, κ' η πάστρα φέγγει πέρα και πέρα. Μαρμαρόστρωτη
+αυλή στη μέση, το σαλόνι από τη μια, από την άλλη η τραπεζαρία,
+και στο βάθος οι σκάλες. Παντού χάρη, καλοπάθια και βιος.
+Παντού τάξη και πάστρα. Έλα να σου δείξω το μαγερειό, να το
+καμαρώσης. Αρχίσανε ν' ανάβουν τα φώτα. Αστράφτει το μαγερειό
+με τα καθάρια τα πιατικά, με τα γανωμένα χαλκώματα. Οι
+κάτασπρες οι φουβούδες μήτε κουκκί στάχτη ή κάρβουνο δεν έχουνε
+γύρω τους. Εδώ είναι τ' αργαστήρι που δουλεύεται το καλό το
+φαεί, μην τύχη και πεθάνη ο Δημογέροντας από την πείνα, και
+χάση τ' αντιστύλι του, ο Τόπος. Δεν τη βλέπω την κερά μας απόψε
+στο μαγερειό. Δυο και μοναχές παραστέκουνται στις φουβούδες, η
+γριά η παρακόρη, και το δεύτερό τους κορίτσι. Το μεγαλήτερο το
+κορίτσι τους θα το βρούμε απάνω, στ' αγαπητά της παράθυρα.
+
+Η γριά η παρακόρη που βλέπεις, είναι τώρα χρόνια που ήρθε σ'
+αυτό το σπίτι από αντικρυνό χωριουδάκι. Πρέπει να είδε κ' έπαθε
+πολλά στον καιρό της. Κοίταξε μάτια μεγάλα και θαμπωμένα,
+φρύδια πυκνά και μαύρα σα βδέλλες, στόμα συμμαζεμένο κι
+αποφασιστικό, πρόσωπο χλωμό που δεν το πιάνει μήτε η αναλαμπή
+της φωτιάς. Σα μάγισσα φαίνεται, με τη μαγουλίκα της και με την
+κίτρινη την ποδιά. Καβουρντίζει τα κρεατοκόμματα με μια πίκρα
+στην όψη της, που λες και μαγερεύει φαρμάκι. Κοίταζε τι διαφορά
+η κοπέλλα που κόβει τα κυδώνια στο πλάγι της. Είναι η αγαπημένη
+του προεστού, γιατί, λέει, του μοιάζει. Έχει τα σταχτερά του τα
+μάτια και το στρογγυλό του σαγόνι. Μα ο άρχοντας, θαρρώ, δεν
+μπορεί νάχη και τόση χάρη. Αυτός σαν ανασηκώνη τα μανίκια του
+να του χύση η χαδεμένη του να πλυθή, δε θα φεγγοβολούνε δυο
+τέτοια μπράτσα αποπάνω από την ασημένια λεκάνη. Έχει, λέει, η
+μικρή και την καλοσύνη της μάννας της. Άγια καλοσύνη! Εσύ
+μονάχα σώνεις να στολίσης κοπέλλας πρόσωπο! Αγαπά, λέει, πολύ
+και τη θειά Γιαννούλα, την παρακόρη. Οι άλλες παίζουν και
+τραγουδούν, κι αυτή τρέχει στο μαγερειό και βοηθά της
+Γιαννούλας. Κ' η γριά την αφίνει, για να τ' ακούγη ύστερα ο
+αφέντης και να το χαίρεται, που η χαδεμένη του τόκαμε πάλι το
+κυδωνάτο.
+
+Την έστησαν τώρα την κατσαρόλα. Τώρα το φαεί βράζει. Καθίζει
+στο μαξιλάρι της η γριά, παίρνει τ' αδράχτι της, κ' η μικρούλα
+πάντα κοντά της. Κάτι έχει να της πη η γριά, και πρέπει να την
+ακούσουμε.
+
+
+
+ΙΑ'
+Η ΘΕΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ
+
+
+
+«Δεν είναι μια δεν είναι δυο που με σταυρώνεις να σου τα πω·
+είσαι μικρούλα, και γιατί να σε κακοκκαρδίζω! Μα εσύ και καλά
+να τ' ακούσης. Λοιπόν άκου τα, φτάνει να μην τα ξεστομίσης
+κανενού καημένη, γιατί η κατάρα μου θα σε φάη. Οι γονιοί σου
+μονάχα τα ξέρουνε.
+
+Είναι πολλές ώρες μακριά από δω το χωριό μας. Το καημένο το
+χωριό μας! Δεν το ξαναείδ' από τότες! Το καλυβάκι μας δεν
+είτανε μες το χωριό, είταν όξω, μέσα σε λόγγο δέντρα γεμάτο.
+Παραπάνω είταν η βοσκή, και κει έβοσκε τα γίδια του ο θειος μου
+ο Νικολής. Αμ' αυτός δα με προίκισε και με πάντρεψε. Εγώ
+είμουνα χρόνια ορφανοκόριτσο. Με πήρε και μου έδωσε το Γιωργή
+μου. Τα προικιά μου είταν το καλύβι, ένα χωραφάκι, και τα μισά
+τα γίδια του μπάρμπα. Τον είχαμε και κείνονα μαζί μας. Μόνο που
+δε μας χάρισε ο Θεός και παιδιά. Όλα τάλλα τα είχαμε. Κάτι
+ήξερε ο Μεγαλοδύναμος, τη χάρη του νάχουμε!
+
+Ανέβηκε μια βραδιά ο γέρος στη μάντρα, — είταν άνοιξη σαν και
+τώρα — να δη αν είχε την έννοια του κοπαδιού ο Γιωργής, που
+ερχότανε δυνατή μπόρα. Εγώ, δεν είτανε δα και πρώτη φορά που
+έμενα μοναχή μου. Μαγείρευα το φαεί, κ' έκλωθα, σαν καληώρα.
+Ότι βγήκε ο γέρος, κι αρχινάει το κακό. Μια πας στην άλλη
+αστραπές και βροντές. Έκανα το σταυρό μου και κάθουμουν έτσι
+κοντά στη φωτιά. Δεν πέρασε όση ώρα το λέγω, κι αρχινάει κ' η
+βροχή. Άρχισε δεν άρχισε η βροχή, και να σου χώνουνται μέσα στο
+καλύβι δυο Τουρκαλάδες! Ακόμα τους βλέπω μπροστά μου, και
+τρέλλα με πιάνει. Τάγριό τους το γέλοιο, σα μ' είδανε μοναχή
+στο καλύβι, είταν κι από την όψη τους κι από τάρματά τους πιο
+τρομερώτερο. Στην αρχή θάρρεψα δα πως ήρθαν ώσπου να περάσ' η
+βροχή. Μα αυτοί είχαν άλλα στο νου τους. Εκείνη την ώρα το
+συλλογιστήκανε, σχεδιασμένο το είχανε, Θεός το ξέρει. Πρώτο
+πράμα που έκαμαν είτανε να μανταλώσουν την πόρτα. Εγώ σαν το
+είδ' αυτό, έκαμα να σηκωθώ, και μου ήρθε σα λιγοθυμιά, κ' έπεσα
+πίσω με τ' αδράχτι στο χέρι. Μήτε να φωνάξω δεν πρόφταξα. Μα
+είμουνα γερή γυναίκα, και δεν πρέπει να βάσταξε πολύ η
+λιγοθυμιά. Σαν άρχισα να συνεφέρνω, κατάλαβα πως γυρεύανε να με
+σηκώσουν και να φύγουνε. Θα φοβήθηκαν, καθώς φαίνεται, να μην
+πλακώση κανένας και τους χαλάση τη δουλειά, και συλλογιστήκανε
+να με πάρουν και να τραβήξουν σε κανένα πιο μοναχικό μέρος. Δεν
+έβρεχε και πολύ τώρα. Το πρώτο που μισοθυμούμαι είναι που με
+σήκωνε ο ένας, κι ο άλλος ξανάνοιγε την πόρτα. Σαν άνοιξαν την
+πόρτα και μέσερναν έτσι από το κατώφλι, ακούγω απ' έξω μια
+πιστολιά. Αχ, εκείνο το «Γιαννούλα μ', Γιαννούλα μ'», που άκουσα
+ύστερ' από κείνη την πιστολιά! Ποτές δεν θα την ξεχάσω την
+πικρή και κλαμμένη φωνή του Γιωργάκη μου. Ο καημένος πρέπει
+νάτρεξε κ' ήρθε στο καλύβι δίχως ν' ανταμώση το γέρο, και
+γύριζε μοναχός του. Δεν μπόρεσε λόγο να ξαναπή.
+
+Εγώ πια τώρα ξύπνησα και κατάλαβα τι μαύρη συφορά μου κατέβηκε,
+έτσι άξαφνα σαν τ' αστροπελέκι. Κι όχι να πης πως άρχισα το
+μυρολόγι ή τις φωνές. Έτσι, αγρίεψε η καρδιά μου, σα να είμουν
+άντρας. Θέριεψα και πήγα. Άναψε τέτοια φωτιά μέσα μου που μου
+ήρθε να ξετιναχτώ και να χυθώ καταπάνω τους να τους πνίξω. Και
+το κατάφερα να ξετιναχτώ. Έπεσα ίσια πάνω στο μακαρίτη, στον
+ακριβό μου το λεβέντη. Μου φάνηκε σα να σάλευε ακόμα λιγάκι.
+Ξεχνώ μια στιγμή τα θεριά που είχα μπροστά μου, και μαλακών' η
+καρδιά μου, και σκύβω να πασπατέψω το πρόσωπό του, να το
+φιλήσω, να του μιλήσω, να τονε ρωτήξω πού τονε λαβώσανε, χίλια
+πράματα ζητούσα να κάμω σε μια στιγμή. Δεν πρόφταξα μήτ' ένα να
+κάμω! Μ' αρπάζει ο ένας τους από τη μέση, ο άλλος από το χέρι,
+με βλαστήμιες και φοβέρες, και με σέρνουν κατά την οξώπορτα.
+Συλλογίστηκα να πατήσω τις φωνές, ίσως έρθη κανένας και με
+γλυτώση, μα φοβήθηκα μην τύχη κ' είταν κοντά και τρέξη ο γέρος
+και τον σκοτώσουν και κείνον. Άλλος κανένας στη γειτονιά δεν
+κατοικούσε τέτοια 'ποχή. Ύστερα φοβήθηκα να μη δέσουν και το
+στόμα μου. Είδα λοιπόν πως εδώ χρειάζεται πονηριά.
+
+ — Πού θα με πάτε τώρα, τους λέω, με τέτοιο κατακλυσμό; Μείνετε
+μέσα ώσπου να καλοσυνέψη, κ' ύστερα ό,τι θέλετε κάμετε. Ο
+άντρας μου κοίτεται λαβωμένος, ποιόνα φοβάστε;
+
+Τι τα θες, παιδί μου, με ξαναφέρανε μέσα. Και σαν τους λύκους
+πέσανε στο φαεί που μαγείρευα. Τους αφίνω και τρων οι έρημοι,
+και με δαδί στο χέρι πηγαίνω κατά την πόρτα να ρίξω μια ματιά
+του Γιωργάκη μου. Είταν ασάλευτος, και τα στήθια του ματωμένα.
+Είταν πεθαμμένος ο ακριβός μου! Και καθώς που στέκουμουν και
+τον έβλεπα, ξερή σαν την πέτρα, έρχουνται πάλι και με τραβούνε
+μέσα οι σκύλοι. Φοβηθήκανε μην τους ξεφύγω.
+
+Εμένα τώρα με βασανίζανε δυο στοχασμοί. Ο ένας να γλυτώσω το
+γέρο, ο άλλος, &να σκοτώσω& τους φονιάδες του Γιώργη μου.
+
+Αυτοί οι Τούρκοι είταν ξένοι. Δε μας ήξεραν. Πρέπει να
+ταξίδευαν κατά το χωριό, κ' έχασαν το δρόμο τους, και σαν τους
+έπιασε η βροχή μπήκανε στο καλύβι. Τέτοιους δαιμόνους δεν τους
+είχε ο τόπος μας. Οι δικοί μας, το πολύ μας έκλεβαν κανένα
+γίδι.
+
+Μανταλώνω την πόρτα, και γυρίζω και τους βλέπω με μια ματιά σα
+να τους λέω, δεν έχετε τώρα να φοβηθήτε. Αυτοί παίρνουν τότες
+καρδιά κι αρχίζουνε στα γερά το ξεφάντωμα. Τους έφερα και
+κρασί. Η πλόσκα μας δεν είταν άδεια ποτές. Πρι να το φέρω όμως,
+πρόλαβα κ' έχυσα μέσα και λίγο σπίρτο. Το κρασί έπρεπε να
+δουλέψη γλήγορα, πρι νάρθη ο γέρος, κι άλλο τρόπο δεν είχε. Τακ
+τακ έκανε η καρδιά μου να μην έρθη και χτυπήση πρι να
+μεθύσουνε. Δεν αργίσανε να τα χάσουν. Ο ένας έσκυψε το κεφάλι
+του μπρος, ο άλλος τόρριξε πίσω και κοίταζε το ταβάνι
+μουρμουρίζοντας μισά λόγια. Ανοίγω την πόρτα. Ακούγω
+περπατηξιές. Καιρό δεν είχα να χάνω. Παίρνω το ξινάρι, δίνω μια
+του ενού στο σβέρκο, μια τ' αλλουνού στο λαιμό. Σαλέψανε
+λιγάκι, γαργαρίξανε, μούγκριξαν, και γύρανε κάτω. Ο ένας
+πίστομα κι ο άλλος ανάσκελα. Καθόλου δεν τρόμαξα. Την έκαμα τη
+δουλειά σα να είμουνα χασάπης. Πέτρα είταν η καρδιά μου.
+Στέκουμουν και τους έβλεπα μ' ένα ραχάτι σα να μ' έκαμαν από
+χήρα βασίλισσα. Απάνω σε κείνη τη στιγμή, να κι ο θειος μου ο
+Νικολής στο κατώφλι, με βρεμένο σακκούλι στον ώμο του. Στάθηκε
+ξερός, σα νάβλεπε όνειρο. Σα γύρισα και τον είδα, έγεινα πάλι
+από άντρας γυναίκα, και με πήραν τα δάκρυα. Πήγε να τρελλαθή ο
+δόλιος, σαν του τα είπα.
+
+ — Τι κάθεσαι τώρα, μου λέει. Να φύγουμε, ειδεμή χαθήκαμε.
+
+ — Πού να φύγουμε; του κάνω. Πού ν' αφήσουμε το Γιωργάκη μου!
+
+Βγήκαμε και τονε φέραμε μέσα. Αχ, και πώς να το ξεχάσω το πικρό
+του χαμόγελο! Πρέπει νάμειν' έτσι το πρόσωπό του από τη στιγμή
+που έπεσα πάνω του και τον πασπάτευα να δω α ζούσε ακόμα.
+
+Πού να την ιστορήσω την ανιστόρητη εκείνη τη νύχτα, παιδί μου!
+Αποφασίσαμε να μείνουμε, και να μη φύγουμε. Βγαίνουμ' έξω και
+κατεβαίνουμε στην πιο μακρινή τη γωνιά του μικρού χωραφιού μας,
+κοντά σε μια μεγάλη συκαμινιά. Σκοτάδι, πίσσα. Τύχη μας που δεν
+είχε μήτε φεγγάρι. Ώρες κι ώρες έσκαβε ο γέρος, και ξεφτυάριζα
+εγώ χώμα. Κ' ένας φόβος! Φύλλο, έπεφτε και τρομάζαμε. Σαν
+έγεινε ο λάκκος βαθύς ως τη μέση μου, γυρίσαμε στο καλύβι. Τους
+σηκώσαμε κατά πως είτανε, με τάρματά τους, μ' όλα τους. Άλλη
+μισή ώρα, και τα δυο εκείνα σκοτωμένα θεριά είτανε χωμένα, και
+το νιόσκαφτο χώμα σκεπασμένο με κληματόβεργες και στοιβιές.
+
+Και τώρα δεν είχαμε στο καλύβι παρά το λείψανο του Γιωργάκη
+μου. Του πλύναμε τα στήθια, ρίξαμε στη φωτιά τα ματωμένα του
+ρούχα, τονε σαβανώσαμε, όλα τα κάμαμε.
+
+Γλυκοχάραζε σαν αρχίσαμε να ξεπλύνουμε, ο γέρος τις ματωμένες
+τις πλάκες έξω, και γω τα ματωμένα τα σανίδια μες το καλύβι.
+Και σαν έβγαιν' ήλιος απάνω στα κατάβρεχτα τα βουνά, και
+γελούσε πάλι ο κόσμος, εμείς καθίζαμε πρώτη φορά ύστερ' από
+τόσες κατάμαυρες ώρες, αγρυπνισμένοι, αποσταμένοι, τρομασμένοι,
+και με καρδιές ραγισμένες.
+
+Τι να σου τα λέω τάλλα, παιδί μου! Όπου να είναι, έρχεται κι ο
+αφεντικός. Κανένας δεν τα πήρε χαμπάρι τα που γένηκαν.
+Αστροπελέκι έπεσε, και τονε σκότωσε το Γιωργή μου. Τονε θάψαμε
+τ' απομεσήμερο. Σα γύρισα σπίτι, δεν μπορούσα πια να μείνω μέσα
+τη νύχτα. Όλα τα φαντάσματα τάβλεπα γύρω μου. Ήθελα να πάρω τα
+μάτια μου και να φύγω. Με φοβήθηκε τότες ο γέρος, έρριξε στον
+ώμο του το δισσάκι, και με πήρε μαζί του. Όλη τη νύχτα
+περπατούσαμε. Μέφερε ίσια δω. Τον ήξερε τον αφεντικό. Ο γέρος
+γύρισε πίσω. Αυτός δεν πολυφοβούνταν τα φαντάσματα, κ έμεινε
+στο καλύβι ως πρόπερσι, που συχωρέθηκε. Εγώ μήτε ξαναπήγα, μήτε
+ξαναπηγαίνω πια τώρα. Εδώ θα πεθάνω, κοντά, σας! Μην κλαις,
+παιδί μου, και μην τρομάζης. Εγώ η καταραμένη φταίγω που το
+τρόμαξα το πουλάκι μου».
+
+
+
+IB'
+Η ΝΟΙΚΟΚΕΡΑ
+
+
+
+Πέρασε η ώρα με το τρομερό παραμύθι της χαροκαμένης μας της
+Γιαννούλας. Βγαίνει και το κακόμοιρο το κορίτσι, χλωμό,
+δακρισμένο, ολότρεμο. Η καρδούλα του θα στραγγίζη αίμα από τον
+πόνο. Τι την πόνεσες έτσι, καημένη Γιανούλα! Ή τάχα πρέπει να
+τ' ακούν κ' οι ανήξερές μας οι ρωμιοπούλες, τι παράδεισο τον
+είχανε οι γριές τους! Μα κι όσοι πάλι τάκουσαν, τι ωφελήθηκαν!
+Το πολύ χαίρουνταν που δεν έχουν και σήμερα τέτοιες συφορές,
+που δεν μπαίνουν πια Τούρκοι να σκορπίσουν αφανισμό στις φωλιές
+τους.
+
+........ Άκου την τώρα τη μικρούλα, ψιλοτραγουδάει στρώνοντας το
+τραπέζι, να διώξη το φόβο της. Πρέπει να βλέπη κάποιον
+αρματωμένο μπροστά της να την κυνηγάη την καημένη. Άμποτε να
+της σταθή σε καλό της αυτός ο φόβος!
+
+Ας κρυφοτρέξουμε τώρα ως απάνω, να καμαρώσουμε και τη μάννα
+της. Ανεσαίνει άνθρωπος εδώ πέρα. Ορθάνοιχτα τα παράθυρα.
+Μπαινοβγαίνει ο δροσάτος ο μπάτης, και τους φέρνει την υγειά,
+τη ζωή και τη δύναμη. Χρειαζούμενος είναι κι αυτός για τα
+βλαστάρια που θα μας δώσης μια μέρα, λυγερή μου κοπέλλα! Είναι
+η μεγαλήτερη η κόρη τούτη, που ακκουμπάει εκεί στο παράθυρο,
+και λογιάζει τη θάλασσα. Το ξέρει εκείνη γιατί τη γλυκοκοιτάζει
+τη θάλασσα. Αυτή της φέρνει τα γράμματα, θα της φέρη και τον
+καλό της μια μέρα. Τι δεν έδινες νάχης τους στοχασμούς της αυτή
+την ώρα! Άγιο μυστήριο η αγάπη! Ας τη λατρέψουμε από μακριά, κι
+ας την αφήσουμε να καίη εκεί ήσυχα, σαν αυτό το καντήλι, σιμά
+στα κονίσματα.
+
+Μια ματιά στην άλλη την κάμαρα, και φεύγουμε. Βλέπω &δυο& κερές
+εδώ μέσα. Η μια μεγαλόσωμη, όχι πολύ περασμένη, αγκαλά το φως
+έρχεται πίσωθέ της και την κάνει και φαίνεται κάτι νεώτερη.
+Αυτή είναι η αρχόντισσα, η κερά του σπιτιού. Κρίμας που δεν
+είναι μέρα να καλοδής ταγαθώτατο πρόσωπό της. Η άλλη, που
+κάθεται δίπλα της και της κρυφομιλεί, αυτή με τα μαύρα, είναι
+γειτόνισσα, και πρέπει νάρθε να της δηγηθεί τα μύρια της
+βάσανα. Αύτη την ώρα, που συχάζουν τα σπίτια, που δε φάνηκε
+ακόμη ο νοικοκύρης, τη διαλέγουν οι χαροκαμένες, οι ζωντοχήρες
+κ' οι φτωχές να πάνε να πούνε δυο λόγια στις σπλαχνικές τους
+γειτόνισσες. Ποιος ξέρει πόσην ώραν την κρατάει την αρχόντισσα
+και της τα λέει αυτά τα δυο λόγια! Κι αυτή την ακούγει με
+υπομονή, και τη συμπαθεί μ' έναν πόνο, που λες κ' είναι
+αυταδέρφη της. Αν ανεβαίναμε πιο νωρίς, θ' ακούγαμε θλιβερές
+ιστορίες και δω. Θ' ακούγαμε πώς η μαυροφόρα, έχει πέντε
+χρόνια, να δη τον άντρα της. Πως ξενοδουλεύει να ζήση τρία
+παιδιά. Πως πλάκωσε κ' η αρρώστια, και πως πάει να πεθάνη το
+μικρότερό της. Κοίταξέ την καλά, τώρα που σηκώθηκε και
+τοιμάζεται, κι όλο τοιμάζεται να φύγη, κι όλο κρυφομιλεί.
+Κοίταξε μάτια γλυκά και δακριοβρεμένα, κοίταξε φρύδια πλατιά
+και κατάμαυρα, χείλη νόστιμα και ψιλά. Απ' όλο το πρόσωπό της
+στάζει η γλύκα της ομορφιάς, κ' η πίκρα του πόνου, της
+φτώχειας, της άδικης όμως φτώχειας, της φτώχειας που παίρνει το
+θύμα της από το μιντέρι και το τινάζει στην έρημη τη ψάθα. Και
+καθώς ξεκινάει, απλώνει το χέρι της η αρχόντισσα και της βάζει
+κάτι στο χέρι. Άλλο μυστήριο τούτο. Όχι της αγάπης που μας
+φέρνει στον κόσμο, μόνο της άλλης, που μας ανεβάζει στον
+ουρανό. Που μας κάνει και χύνουμε κόμπο δάκριο, κι απλώνουμε
+χέρι σ' ένα μισοπνιμένο.
+
+Σωστή χριστιανή η αρχόντισσα. Ο άντρας της, το δεξί της χέρι
+ποτές δε θα το μάθη τι έδωσε της γειτόνισσας με τάλλο το χέρι
+της.
+
+Τέτοιες βιολέττες λουλουδίζουν εδώ πέρα πολλές. Θαρρώ δεν
+πολυπροκόβουνε στις χώρες αυτά τα βουνήσια τα λούλουδα. Εκεί
+βλέπεις άλλα. Εκεί είναι πολιτισμός. Εκεί μόλις και νοιώση ο
+καλός ο νοικοκύρης πως σιμώνει το τέλος του, δίνει το μισό το
+είναι του σ' ένα σπιτάλιο και τελειώνει.
+
+Έτσι τελειώνει κ' η κοκώνα του να πάει στο θέατρο, την ώρα που
+κάθεται η νοικοκερά μας κι ακούγει γειτόνισσες. Η κοκώνα της
+χώρας τα θέλει τα δάκριά της να τα χύση στο θέατρο. Δεν της
+μένουνε για ζωντοχήρες και για χαροκαμένες. Στη χώρα έχει
+ανοιχτά μαγαζιά, και πηγαίνει όποιος θέλει και βρίσκει το
+Ψυχικό. Στο χωριό τέτοια μαγαζιά δεν έχει. Πηγαίνει η φτωχή
+στης αρχόντισσας, της δίνει τον πόνο της, και παίρνει ένα
+κομμάτι ψωμί. Στη χώρα πάλι, αν είναι λιγάκι απόνετες οι
+αρχόντισσες, είναι λιγάκι ξέννοιαστες κ' οι γειτόνισσες. Η
+φτώχεια τους βρίσκει πόρεψη. Α ζούσε στη χώρα η μαυροφόρα μας,
+γλήγορα θάβρισκε καρδιές να την πονέσουνε. Μα αυτά είναι του
+πολιτισμού πράματα. Εδώ πάντα βρίσκουμε την αρχόντισσα
+σπλαχνική, τη γειτόνισσα τίμια και συμμαζεμένη.
+
+... Φωνές ακούγω κάτω. Ήρθε ο άρχοντας. Τρέχα, ζωντοχήρα μου,
+από την πισόπορτα. Ας φύγουμε και μεις από το παράθυρο.
+
+
+
+ΙΓ'
+ΦΤΑΝΕΙ ΜΑΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟ
+
+
+
+Α δεν είτανε Σαβάτο βράδυ και ξημέρωμα Κεριακή, θα σ' έπαιρνα
+να πάμε και σε κανένα φτωχικό νυχτέρι, να κρυφοκαθίσουμε σε
+μιαν κώχη, και να καμαρώσουμε όλη τη γειτονιά. Άλλη με τη ρόκα
+της, άλλη με το μάγκανο, κι άλλη με το βελόνι· γριές,
+μεσόκοπες, παντρεμένες, κοπέλλες· να δουλεύουνε με τα χέρια
+τους, με τις γλώσσες τους, με τ' αυτιά τους. Να βλέπης, ν'
+ακούς, και να μη χορταίνης· φτάνει να νοστιμεύεσαι παραμύθια,
+τραγούδια και νοιώσματα.
+
+Καλά όμως που έτυχε Σαβατόβραδο, και θα λείψουμε από τον
+πειρασμό. Γιατί δεν είναι σαν το χαρέμι εκεί, να βλέπης
+κοιμισμένα κορμιά. Όλες γλυκοφέγγουν εκεί ζωντανές, λυγερές,
+και σπαρταριστές. Μια να τις έβλεπες, και θα μου έλεγες αμέσως:
+«Εγώ θα μείνω εδώ· δεν τ' αφίνω πια το χωριό».
+
+Όχι, φτάνει μας. Αλλού είναι η δουλειά μας τώρα. Την πηγή την
+είδαμε. Τα ήπιαμε τα κρουσταλλένια της τα νερά. Ήρθαμε στην
+πηγή για να πιούμε, όχι να γείνουμε πλάτανοι και να ριζώσουμε
+δίπλα της. Τώρα πρέπει να κατεβούμε το ρέμα, να μπούμε στον
+ποταμό, να πάμε στο πέλαγο. Πρέπει να δούμε τη μεγάλη τη
+Ρωμιοσύνη. Την είδαμε, θα πης, χίλιες φορές με τα μάτια μας. Μα
+αυτό δε σημαίνει. Ο σκοπός είναι με &κλειστά μάτια& να τηνε
+δούμε, με το νου μας να τηνε δούμε τη Ρωμιοσύνη. Τα μάτια
+πλανεύουνε. Δε μας λεν την αλήθεια πάντα. Κι αν τηνε λεν
+κάποτες, ο νους παραζαλίζεται, και τι να πρωτοπιστέψη δεν
+ξέρει. Το καθαυτό το ταξίδι γίνεται με κλεισμένα μάτια, τη
+νύχτα, μέσα σε τέτοια ρημιά.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΗΣ ΦΥΛΛΑΛΑΣ
+
+
+
+
+ΤΡΙΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
+
+
+
+
+
+ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
+
+
+
+Α'
+ΣΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ
+
+
+
+Τώρα και μπρος η δουλειά μας πρέπει να γίνη σοβαρά και
+συλλογισμένα, γιατί σοβαρός είναι κι ο σκοπός του μυστικού
+αυτού ταξιδιού. Ίσως, από την πολλή τη λαχτάρα να δουλέψουμε
+τίμια και προσεχτικά, σκοντάψουμε και μείνουμε με τη λαχτάρα
+μας μοναχή. Ίσως, αντίς να ξυπνήσουμε μερικούς, τους κοιμίσουμε
+ακόμα πιο βαθύτερα. Ίσως, αντίς να μας πονέσουν, που είμαστε
+και μεις αίμα τους, θυμώσουν και μας ρίξουνε στη φωτιά. Αυτά
+όλα μπορεί να γίνουνε· μα δεν πρέπει και να μας παίρνουν το
+θάρρος.
+
+Φίλε μου, συφωνάς πως πρέπει ο καθένας μας να κάμει ό,τι μπορεί
+για τον τόπο του; Α συφωνάς, κόπιασε. Ας μη χάνουμε τον καιρό
+μας, ας αφίνουμε τους δασκάλους· κι ας μας γράφουν προοίμια.
+
+Ίσια στην Πόλη θα πάμε. Σαν το Φρίξο και σαν την Έλλη θα
+πετάξουμε, και θα βρεθούμε πας στο γιοφύρι. Ας μη σταθούμε στο
+δρόμο, αποκάτω μας ας μη δούμε. Θα ζαλιστούμε, και θα πέσουμε
+μες στη θάλασσα. Ας περάσουμε πεταχτά τις χίλιες ακρογιαλιές
+που έχουν κατιτίς να ψιθυρίξουν η καθεμιά τους. Ποια να
+πρωτακούσουμε, και σε ποια να καθίσουμε να θυμηθούμε τις παλιές
+τις δόξες, τα παλιά τα πάθια! Το ίδιο σα να ζητάμε να
+μετρήσουμε τα χαλίκια της. Δύσκολη, δύσκολη δουλειά! Τρέμω που
+τα συλλογιούμαι μονάχα. Ακόμα δε γεννήθηκε το πουλί που θα μας
+την τραγουδήση την ιστορία μας. Πολλοί μας την τσαμπούνισαν,
+άλλοι την ψάλανε σα χερουβικό! Μα κανένας ακόμα δε μας την
+κελάιδησε σαν ταηδόνι.
+
+Ήρθαμε κι από τον τηλέγραφο γληγορώτερα. Τίποτις δεν τον
+ξεπερνάει στη γληγοράδα το νου, σώνει μονάχα να θέλη να τρέξη ο
+νους. Λεν πως και το φως πολύ γλήγορα τρέχει. Αυτό δεν το
+πολυπιστεύω. Δυο χιλιάδες χρόνια έκαμε να τρέξη από την Ανατολή
+στη Δύση, και Θεός το ξέρει πόσα θα περάσουν ώσπου να
+ξαναγυρίση το φως στην Ανατολή!
+
+Πες μου αν το είδες ποτέ σου τέτοιο κακό! Εκεί που γλεντίζαμε
+βράδυ βράδυ με τις χωριατοπούλες, να βρεθούμε μέρα μεσημέρι
+πάνω σ' αυτό το δαιμονογέφυρο, που λες και πηγαινοφέρνει
+κολασμένους από τον απάνω κόσμο στον κάτω, μόνο που εδώ είναι
+κάτω κόσμος κι από τις δυο τις μεριές! Τι φωνές και τι θόρυβος!
+Όλες οι γλώσσες που μίλησε μάννα σε παιδί από της τέσσερεις
+άκρες της Ανατολής βουίζουνε γύρω μας.
+
+Ας προσέχουμε όμως. Τίποτις δεν τόχουνε να μας τσαλαπατήσουν οι
+Ατλάντοι εκείνοι που περπατούν τέσσερεις τέσσερεις, με τις
+μανέλλες στους ώμους, και με θεόρατη μπάλλα κρεμασμένη στη μέση
+σαν καλαθάκι. Είναι ένας κ' ένας Αρμένηδες αυτοί που κοιτάζεις.
+Αν έχης καπέλλο, βγάλ' το. Α φοράς φέσι, σκύψε και φίλησε τα
+βρώμικα πόδια τους. Πάρ' ένα κουρέλλι από τα παλιόρρουχά τους,
+και κράτα το φυλαχτό, γιατί είναι από φυλή που άρχισε να
+φουσκώνη η καρδιά της. Να ξεσκάση γυρεύει· τα κόκκαλά του
+τοιμάζεται να σπείρη στα έρμα του τα βουνά, τα κόκκαλα, που
+αυτά μονάχα βγάζουν και θρέφουν τάγιο το δέντρο.
+
+&ΣΗΜ. Αυτές οι φυλλάδες πρέπει να γράφηκαν κατά τα 1889/90. Έξη
+χρόνια κατόπι σπάρθηκαν τα κόκκαλα που λέει ο Γεροδήμος. Αλλά
+θα φυτρώση άραγες απάνω τους τάγιο το δέντρο;
+
+
+
+Β'
+ΕΘΝΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ
+
+
+
+Γύρισε το πρόσωπό σου κατά τους τέσσερεις μιναρέδες που
+στέκουνται τριγύρω σε κείνον το θεόρατο τον τρούλλο, να σου πω
+ένα παραμυθάκι.
+
+Είτανε μια φορά ένας φρόνιμος βασιλιάς. Ίσως το φάντασμά του
+τριγυρίζει ακόμα εκεί απάνω, μαζί με χίλιους άλλους
+πορφυροστόλιστους βουρκολάκους· κι αυτός ο φρόνιμος ο βασιλιάς
+είχε τόση γνώση, που δεν ήξερε πώς να δοξάση το Θεό για την
+πολλή τη γνώση που του έδωσε, και σαν έχτισε δε θυμούμαι πόσες
+κατοστές εκκλησιές, καταπιάστηκε κι αυτή την ξακουσμένη την
+εκκλησιά της Αγιά-Σοφιάς.
+
+Είναι, φίλε μου, να τη βλέπης αυτή την εκκλησιά και να ραγίζ' η
+καρδιά σου, γιατί στον κόσμο δε στάθηκε απ' αυτή πιο
+τρομερώτερη ειρωνεία. Οι κλασικοί μας οι προγόνοι είχαν
+αμέτρητα «τεμένη» της Αφροδίτης, του Βάκχου, της Αθηνάς, γιατί
+τ' αγαπούσανε και τα τρία· και τη γυναίκα, και το κρασί, και τη
+γνώση. Οι Βυζαντινοί μας οι προγόνοι, που απ' όλα πιώτερο
+αγαπήσανε την ανοησία, μήτε μισή κολόννα δεν της έστησαν, μόνο
+πηγαίνουν και στήνουν αυτό το θεόρατο το μνημείο της «Θείας
+Σοφίας!», κ' η «Θεία Σοφία» τους παίδεψε αλύπητα για τη μεγάλη
+αυτή τους την ταρτουφιά! Μήτε στιγμή δεν κατέβηκε να τους βάλη
+γνώση· μόνο πήγε στον Κίσσαβο, στη Μάνη, και σ' άλλα βουνά, κ'
+έστησε κει τη φωλιά της σαν ουράνιος αϊτός, και φύλαγε την ώρα
+να κατέβη στους κάμπους και να βλογήση τη Ρωμιοσύνη.
+
+Σαν περάσανε χρόνια και χρόνια, και γκρεμίστηκε ο μαρμαρένιος ο
+θρόνος που κάθιζε και καμαρώνουνταν η «Ανοησία», σαν πλάκωσε το
+μεγάλο το κακό που μαζεύονταν απ' έξω σαν πλημμύρα που τίποτις
+δεν τη σταματούσε, έτρεξαν τότες όσοι πιστοί στην Αγιά Σοφιά να
+γλυτώσουν! Το θαρρούσαν ακόμα πως είταν η «Σοφία» κρυμμένη κάτω
+από κείνους τους θόλους! Ποιος να μη δακρύση, να συλλογιστή
+μονάχα &την πίστη& του βασανισμένου εκείνου λαού! Ποιος να μην
+απορέση που δεν έκαμε αληθινά ο Παντοδύναμος θάμα να γλυτώση
+τις χιλιάδες των χιλιάδων που δεν έφταιγαν οι κακότυχοι, γιατί
+τους πλάνευαν αρχοντάδες και δασκάλοι κι αυτούς, από χίλια
+χρόνια και δώθι! Σαν τ' αρνιά στο μαντρί τους βρήκε ο λύκος.
+Δράμα, που να λιώνης στο μυρολόγι!
+
+Τι είναι που μας κάνει και τη βλέπουμε την Αγιά Σοφιά κι
+ονειρευούμαστε μεγάλες ιδέες, ακόμα δεν το χώρεσ' ο νους μου.
+Στόμα να είχε να μας μιλήση ο τρούλλος εκείνος, που όλα τα
+είδε, τι θα μας έλεγε! Τι κατάρες δε θα ξεφώνιζε στα φαντάσματα
+που γυρίζουν εκεί απάνω! Τι παρακάλια στους ζωντανούς εδώ κάτω,
+να τον γκρεμίσουνε, να μην τ' αφήσουν ανωφέλητο το μολύβι του,
+ίσως κ' έτσι συχωρεθούν τα μεγάλα τα κρίματα που τις έφεραν τις
+μεγάλες τις συφορές.
+
+ — Μολύβι! τι λόγο ξεστόμισες, θα μου πης.
+
+... Όχι, δε θα μου το πης εσύ αυτό! Το ξέρεις εσύ το κρύφιο το
+βοτάνι που δυναμώνει νου και καρδιά, και μπόδια μπρος του δε
+βλέπει. Είδος λησμοβότανο είναι κι αυτό, γιατί σε κάνει και
+λησμονάς — το &εγώ& σου.
+
+Το &εγώ& στέκεται μέσα στην καρδιά του Ρωμιού πιο αψηλά από
+τους θεόρατους αυτούς μιναρέδες. Τις βλέπεις εκείνες τις
+αμέτρητες τις στέγες κατά το Φανάρι, το Σκούταρι, όπου κι α
+ρίξης ματιά; Καθεμιά τους σκεπάζει κι απόνα &εγώ&. Αυτό το
+&εγώ& τίποτις άλλο δε συλλογιέται μέρα και νύχτα παρά την πέτσα
+του. Πώς να την καλοθρέφη, και πώς να τη φυλάγη από κάθε κακό.
+Βήχει ο Χαμίτης; ανατριχιάζει η πέτσα. Μιλά κανένας για τις
+μεγάλες τις θυσίες που χρειάζουνται τα μεγάλα τα καλά; Η πέτσα
+τρέμει. Μίλησέ του για τα γλυκά τα ψαράκια που βγάζει το Στενό,
+δος του δυο τρία καλά σαράφικα μαντάτα, πες του πως η δείνα
+Πρεσβεία θ' ανακατευτή στο τάδε το ζήτημα, — και ραχατεύει η
+πέτσα. Έχει, βλέπεις, και τα πολιτικά της η πέτσα. Είναι κι
+αυτά βυζαντινή μας κληρονομιά. Αιώνες πρι να φανή ο δεύτερος ο
+Μωχαμέτης, γύριζαν οι μακαρίτηδες τα μάτια τους κατά τη Δύση,
+και τη ζητούσανε σαν ψωμί τη βοήθεια. Όλο ήρχουνταν η βοήθεια,
+κι' όλο δεν έφτανε. Κάποτες την έχαναν την υπομονή τους, και
+φωνάζανε, «μα πού είναι αυτή η βοήθεια;» Η Δύση πάλι, δεν έλεγε
+όχι, τους έλεγε όμως, «δώσετέ μου &πίστη& και σας δίνω
+&πατρίδα&». Πολύ σωστά. Εμείς γυρεύαμε &ψυχικό&· αυτοί έλεγαν,
+όχι, να το κάμουμε &αλίσι βερίσι&.
+
+Θα μου πης πώς κατόπι, σαν πήγε να μας πνίξ' η πλημμύρα,
+βρεθήκανε Φράγκοι που έδωσαν όχι βοήθεια, μόνο τη ζωή τους για
+το έθνος που πρωτόφερε στη γης τον ανθρωπισμό. Αυτοί τον είχανε
+στ' αλήθεια τον ανθρωπισμό. Είτανε μεγαλήτεροι, όχι από μας,
+που μήτε σπολλάτη δεν είπαμε ποτές τους Εβραίους, τους
+Φοινίκους, και τους Ινδούς, που μας έδωσαν τα πρώτα τους φώτα,
+μόνο κι από τους πατριώτες τους, που γύρευαν αλίσι βερίσι.
+Αυτούς τους έστειλε ο Θεός να μας δείξουν τι θα πη &ληαμονιά
+του εγώ&. Όσοι από μας κατέβηκαν από τα βουνά με τσαρούχια και
+με κάππες, το γνώριζαν αυτό το μυστήριο. Μα οι πέτσες που
+φορούσαν τις γούνες, ένα πράμα μυρίστηκαν, πως έρχεται κάποτες
+και ξένη βοήθεια.
+
+Αν με καλορωτήσης, θα σου πω πως αυτός ο &Φιλελληvισμός&, χωρίς
+να το θέλη, μας έκαμε μεγάλο κακό· μας έκαμε να προσμένουμε απ'
+αλλουνούς τη δουλειά μας. Πες του τού πατριώτη που περνάει από
+μπρος σου, να μην κατέβη στο «τσαρσί» αύριο, μόνο να σ' αφήση
+εσένα να του πουλήσης τα τσίτια του, και θ' ανατριχιάση η πέτσα
+του. Τις δουλειές του τόπου του όμως πρέπει να τις βολέψη ο
+ξένος. Πώς γίνεται να κινδυνέψη, όχι πια τη ζωή του, μόνο και
+το &έχει& του για τον τόπο του! Και τι κατάλαβε να καλοπερνάη
+λέει, ο τόπος, κι αυτός να στερείται! Τι καινούριες θεωρίες
+είναι πάλι αυτές! Βοήθεια, βοήθεια, φίλε μου. Ευρώπη,
+διπλωματία, πρεσβείες. Το κάτω κάτω δε γυρεύουν πια και την
+πίστη μας. Γυρεύουν ίσως κατιτίς πιο χεροπιαστό, μα υπομονή·
+αγοράζεις από τώρα ένα σπιτότοπο, και παρηγοριέσαι με τα κέρδη
+που θα μαζέψης όταν έρθουν και θρονιαστούν εδώ πέρα.
+
+Και τούτη λοιπόν η εθνική μας ιδέα καταντάει ύστερα ύστερα στο
+&Εγώ&. Εκεί καταντούν όλα μας. Εκεί είναι το φαρμάκι που μας
+θανατώνει κάθε ελπίδα, γιατί μας θανάτωσε και την αρετή, — δεν
+λέγω τη χριστιανική την αρετή που μας ανεβάζει στον Παράδεισο,
+μόνο κείνη που μας κατεβάζει στα βάθια της φτώχειας, της
+πείνας, της κακοπέρασης, της σφαγής και της φωτιάς, ώσπου να
+μαζευτή η στάχτη που χρειάζεται για να φυτρώση ξανανιωμένος,
+περήφανος, και λαμπροστόλιστος Φοίνικας.
+
+
+
+Γ'
+Η ΚΑΛΗ ΜΑΣ Η MAΝNΑ
+
+
+
+Ας βγούμε παρέξω, κατά τη θάλασσα, ας σταθούμε πάνω σ' αυτό
+ταραγμένο το βαποράκι που μαζεύει ταξιδιώτες για τα νησιά.
+Άφινε τους ταξιδιώτες κι ας μαζεύουνται. Ύστερα τους
+σεριανίζουμε αν προφτάξουμε. Κοίταξε τώρα ολόγυρά σου. Κοίταξε,
+κι αν μπορής μην απορέσης, πώς γίνεται νάχη τέτοια Κόλαση τόση
+μορφιά! Ξέρεις σαν τι μου φαίνεται η δοξασμένη αυτή
+«Επτάλοφος;» Σαν είδος εφτάψυχη αμαρτωλή που έγεινε ρεζίλι στις
+αγκάλες των παιδιών της και των ψυχοπαιδιών της, που γέρασε στη
+κακορριζικιά, και πάλι στο μέτωπό της λάμπει μια χάρη, η
+αναπνοή της — αυτό τ' αγέρι που μας χαδεύει — έχει μια γλύκα
+και δροσιά, που στέκεσαι και ρωτάς: γίνεται μαθές αυτή η
+παραλυμένη νάχη τέτοια κάλλη παρθενικά; Τι να τρέχη εδώ!
+
+Φίλε μου, πολύ απλό πράμα· Η Πόλη, καθώς και πολλές άλλες
+χώρες, έχει μια μάννα που την αγαπάει και τη νοιάζεται· και τη
+στολίζει μέρα και νύχτα, πρωί, μεσημέρι και βράδυ· τέτοιες
+αχάριστες κόρες έχει πολλές εδώ στην Ανατολή αυτή η μεγαλόκαρδη
+η μάννα — η αθάνατη η &Φύση&. Πού να την αγγίξη αυτή Τούρκος!
+Πέτρες και σκορπιούς γεμίζει το δρόμο της για να την τρομάξη,
+κι αυτή περνάει και στρώνει λουλούδια σε κάθε της πάτημα.
+Πηγάδια της άνοιξε να πέση μέσα και να πνιγή, μα κι αν πέση,
+βγαίνει πάλι από τα νερά σαν την Αφροδίτη, και γεμίζει χάρη τον
+κόσμο. Όλο τη στολίζει, τη χαδεύει, την ξανανιώνει την κακιά
+της την κόρη· ως και τα κυπαρίσσια της, που πρέπει να είναι
+φαρμακωμένες οι ρίζες τους, ως και κείνα τα δροσίζει, τα
+θρέφει, τα μεγαλώνει.
+
+Γλιστράει η φύση από τα τούρκικα χέρια σα Νεράιδα, κι όλο
+βαλσαμώνει, ανεσταίνει, ζωντανεύει. Ως κ' εμάς τα καταφρονεμένα
+δε μας ξεχνάει. Κοίτα τους επιβάτες, τι σπίθες βγάζουν τα μάτια
+τους! Τέτοια μάννα δεν τα ξεχνάει εύκολα τα παιδιά της. Το
+φυλάγει το αίμα τους. Θα μας εύρης όλους κ' εδώ Ρωμιούς.
+Γλώσσα, γούστα, ξυπνάδα, ρωμαίικα όλα. Όπου μπορούσε να βάλη τ'
+άγιο της χέρι, μας βάσταξε και μας γλύτωσε. Εκεί όμως που βρήκε
+χαζίρικο θρόνο ο Τούρκος και μπήκε και καλοκάθισε και μας έκαμε
+κατοικία του, μέσα στα μυστικά τα βάθια της καρδιάς που
+θησαυρίζει ο άνθρωπος την εθνική την περηφάνεια και τη
+«λησμονιά του εγώ,» μέσα σε κείνα τα βάθια μήτε φύση μήτε πίστη
+δεν μπόρεσε να μπη και να διώξη τη βυζαντινή την αδιαφορία και
+την ταπείνωση· κ' έτσι πηγαίνουν οι Πολίτες το μαύρο τους το
+δρόμο, από χρόνο σε χρόνο, από αιώνα σ' αιώνα. Χαλνάει ο κόσμος
+τριγύρω τους, η όψη της γης αλλάζει, — και κείνοι μένουν
+ακλόνιστοι· μήτε τρίχα τους δεν αλλάζει.
+
+
+
+Δ'
+ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
+
+
+
+Έπρεπε, φίλε μου, να πιάσουμε από την αρχή τη δουλειά. Όχι από
+τον Πατριάρχη· στην Αγιωσύνη του πηγαίνουμε και κατόπι.
+
+Αρχή της δουλειάς μας έπρεπε να είναι τα &Γράμματα&. Αυτά είναι
+που κρατούν τις λαμπάδες και δείχτουνε στο Γένος το μεγάλο του
+δρόμο. Αυτά έπρεπε πρώτα να πάμε να προσκυνήσουμε, κ' ύστερα να
+σεριανίσουμε και την Πόλη. Θα μου πης πως τα Σκολειά τα
+βαρέθηκες. Μα δεν είχα τάλφα βήτα στο νου μου. Γράμματα τώρα
+πάει να πη Εθνικό Μεγαλείο, Ελληνισμός. Δεν είναι ανάγκη να
+γυρεύουμε δασκάλους που διδάσκουν την άλφα βήτα, πρέπει να
+βρούμε τους μεγάλους τους δασκάλους «του Γένους», που κρατούν
+την τύχη της Ρωμιοσύνης με τα παρέμφατα, και πασκίζουν να
+διώξουν τα χάλια της με τις δοτικές.
+
+Αφίνουμε λοιπόν το βαποράκι να πάη στην Πρίγκηπο, και
+πηγαίνουμε στο μέρος που μαζεύονται αυτοί που σου λέγω.
+
+Μια σάλα, μια έδρα στο βάθος, και στη μέση αράδες άδεια
+καθίσματα. Για την κακή μας την τύχη δε μαζευτήκανε σήμερα.
+Κρίμας που δε θ' ακούσουμε κατιτίς από κανέναν που ξέρει τι
+λέει, κ' έχουνε μερικούς τέτοιους εδώ. Κι ακόμα μεγαλήτερο
+κρίμα που δε θ' ακούσουμε την καθάρια τη Βυζαντινή κορακίστικη,
+με τις πιο καινούριες αντίκες που βγήκαν από τα σπλάχνα της
+αρχαιότητας. Στην Αθήνα δεν την ακούς την κορακίστικη τόσο
+καθάρια. Εκεί ξεχνούν κάποτες οι Καθηγητάδες και σου πετούν και
+καμιά ρωμαίικη λέξη. Εδώ τέτοιες αταξίες δεν έχει. Κάθε λέξη
+ζυγιασμένη, κάθε φράση αραδιασμένη με τάξη, που λες και σε
+Μουσείο τις βλέπεις.
+
+Έτυχε να παραβρεθώ σε τέτοια Πολίτικη Συνεδρίαση μια φορά. Τα
+καθίσματα είταν πέρα πέρα γεμάτα· είτανε «Χημεία» το μάθημα.
+Καλά την ήξερε τη Χημεία ο Καθηγητής, και τους άρεσε πολύ των
+Πολίτιδων η Χημεία. Μιάμιση ώρα κάθουνταν εδώ και τον άκουγαν.
+
+Βλέπεις; από την ουρά έπιασε τη δουλειά κι ο Πολίτης. Αρχίζει
+την εθνική προκοπή από κει που την τελειώνουν οι άλλοι. Εμείς,
+που τη μύτη μας δε ξέρουμε να διαφεντέψουμε α μας φοβερίξη με
+το γρόθο του ξένος, που δεν μπορούμε μήτε να παινευτούμε πως
+μας θάφτουνε μέσα σε χώμα δικό μας, καθίζουμε σ' αυτά τα θρανιά
+με ραχάτι κι ακούμε της Χημείας τα θάματα. Καλά που δεν είναι
+κοντά μας κανένας τους. Θα μας έβγαζε λόγο για τον ιερό το
+σκοπό της «Παιδείας». Θα μας έλεγε πως αυτή η έδρα που
+βλέπουμε, κ' οι άλλες που δεν πήγαμε να τις δούμε, είναι «Βωμοί
+Μουσών», είναι «άγκυραι εθνικής σωτηρίας», είναι «η δύναμις...»
+Με το συμπάθειο, καθηγητή μου, όμορφα πράματα λες, εμείς όμως
+συλλογιούμαστε κ' έν' άλλο, πως κάποια απελέκητα ξύλα από την
+Ύδρα κι από το Σούλι διδάξανε μια φορά το έθνος Χημεία πιο
+χρήσιμη απ' αυτήνα που άκουσα δω μέσα. Κι όσο για τη δύναμη που
+μας ψάλλεις, ήθελα να ξέρω πόση τέτοια δύναμη είχανε μαζεμένη
+μέσα στις κάππες τους εκείνοι που κατέβηκαν από τα βουνά και
+μας έφτειαξαν κατιτίς. Και για ν' αφήσουμε τους μεγάλους
+εκείνους πατριώτες στην ησυχία τους, κάμε μας τη χάρη και πες
+μας με το μελίρρυτο στόμα σου, τι καλό μας έκαμαν ως την ώρα οι
+μετοχές και τα παρέμφατα, που τα σπείρετε σαν πατάτες στη
+Ρούμελη, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο; Ως πότε πια θα
+νανουρίζουμε τακαμάτικο αυτό το έθνος μ' ανωφέλητα λόγια, με
+παλιές ιστορίες; Πότε θα του βάλουμε σπίρτο στο ρουθούνι να το
+ξυπνήσουμε; Ξύπνησέ το έτσι το έθνος, κι αυτό μονάχο του θα τις
+θυμηθή τις περασμένες τις δόξες. Μονάχα τους θάρθουν τα
+γράμματα κ' οι Χημείες. Ας μάθη πρώτα το έθνος από δουλειά. Ας
+είναι για την ώρα φιλολογία του τα κλέφτικα τα τραγούδια, και
+Χημεία του — τη Χημεία του ας ανεβαίνη στο βουνό κι ας τη
+μαθαίνη. Κ' η λογιότη σου, που ξέρεις και μιλάς τόσο όμορφα,
+βάλε τσαρούχια και γύριζε από χωριό σε χωριό, και δίδασκε την
+αληθινή τη Χημεία που ανάβει στήθια, και ξυπνάει τους λαούς.
+
+
+
+Ε'
+Η ΞΑΝΘΟΜΑΛΛΟΥ ΚΙ Ο ΜΑΥΡΙΔΕΡΟΣ
+
+
+
+Περπατούμε βαρύκαρδοι και συλλογισμένοι μέσα στο μεγάλο το
+δρόμο που πηγαινόρχουνται χιλιάδες και χιλιάδες. Ο δρόμος είναι
+γεμάτος, κι ως τόσο θαρρείς πως βρίσκεσαι σ' ερημιά.
+
+Κοίταξέ την αυτή την ξανθομαλλού με το φανταχτερό το καπέλλο.
+Σταματά τ' αμαξάκι της κοντά στην καρότσα του μαυριδερού
+αυτουνού τσελεμπή, που τη βλέπει και πάει να τα χάση. Κοντά
+κοντά τα δυο ταμάξια, κι αυτός ακκουμπάει στη θυρίδα και
+γλυκομιλά, και γλυκομιλά· μόνο που δε σκύβει να τη φιλήση.
+Γαλλικά θαρρώ της μιλάει. Ποιος ξέρει τι δουλειές σκαρώνουνε
+μεταξύ τους, τι καρυδιάς καρύδια είναι κ' οι δυο τους!
+
+Έλα μια στιγμή να τους καλοδούμε. Τους γνωρίζω και τους δυο
+τώρα. Χίλιες φορές τους είδα. Εγώ γέρασα, κι αυτοί λουλουδίζουν
+ακόμη. Ποτές αυτοί δε γερνούν. Το ίδιο σαν τα βοτάνια· κόβεις
+ένα βλαστάρι, το χώνεις στη γης, ξαναβλασταίνει, κ' έτσι ζη
+πάντα.
+
+Την ξανθομαλλού σου τη φιλενάδα, τσελεμπή μου εσύ με το φέσι,
+σου τη χαρίζω. Δέκα πατρίδες έχει αλλαγμένες, κ' είν' έτοιμη
+τώρα να πάρη και τη δική σου πατρίδα, αν έχης τέτοιο πράμα και
+συ. Μπορεί και να τουρκέψη για σένα. Η αγάπη της είναι ποτάμι
+που δε στερεύει, παρά σα στερέψη η τσέπη σου. Το χαμογέλοιο της
+είναι λουλούδι που χρειάζεται μαλαματένια βροχή για ν' ανθίση.
+Σα να μου κάνης το διπλωμάτη, μα θαρρώ πως βρήκες το δάσκαλό
+σου. Πες μου όμως, τώρα που έφυγε η κοπέλλα σου, και τη βλέπεις
+από μακριά κι ακόμα χαμογελάς, πες μου για το χατίρι του φίλου
+μου από δω που ήρθε μαζί μου να δη την Πόλη, — πως τα περνάς;
+Το πιστεύεις τάχατες ακόμα πως σώνει να φυλάγης τόνομα της
+Φαναριώτικης φαμελιάς σου, και δεν πειράζει να του κολνάς και
+μια μπέηκη ουρίτσα από πίσω; Πες μου, τι λογής καταφέρνεις εσύ
+να κρατάς δυο ενάντια πράματα μέσα στην αλαφρή σου καρδούλα;
+Πες μας, να χαρής τα μαύρα σου μάτια, πότε είσαι Ρωμιός, και
+πότε Τούρκος; Σα σε στέλνουνε στην Ευρώπη, και κορδώνεσαι μέσα
+σε ξένα παλάτια, κ' οι ξένοι σε καλοκοιτάζουνε να δουν τι λογής
+όψη την έχουν οι Τούρκοι, σαν τι φείδι να σε τρώη από μέσα; Ή
+να το χαίρεσαι τάχα; Να με συμπαθήσης, που θάρρεψα πως μπορεί
+να το μισοντρέπεσαι. Εσείς τόχετε καμάρι, κι όχι ταπείνωση. Την
+ταπείνωση την έχουν εκείνοι που το νοιώθουν πως είναι
+σκλαβόπουλα. Εσείς αυτό το ψεγάδι τόχετε στολίδι στο μέτωπό
+σας.
+
+Καημένο μου ανθρωπάκι, τρέχα στην κούκλα σου, τη ξανθομαλλού
+την τραγουδίστρα. Πήγαινε να της μιλήσης φραντσέζικα. Σήμερα
+την έχεις, κι αύριο δεν την έχεις. Τρέχα κατόπι της. Θα την
+εύρης εκεί που σου είπε. Στο πρώτο το πάτωμα. Περνάει και κείνη
+για κατιτίς. Θα ταιριάξτε. Κ' η αφεντειά της κ' η εξοχότη σου
+έχετε χαμένο τον μπούσουλά σας. Εκείνη έχασε μια γυναικήσια
+τιμή, εσύ μια αντρίκια. Εκείνη δίνει την αγάπη της σ' έναν
+ξένον, εσύ τη ψυχή σου σ' ένα Χαμίτη. «Τέντζερε γιουβαρλαντή,
+καπαανά μπουλμούς». Τρέχα, τρέχα στην αγκαλιά της!
+
+
+
+ΣΤ'
+ΕΝΑ ΣΑΛΕΠΙ
+
+
+
+Τι να πρωτοδούμε και τι να πρωτοθαμάξουμε! Πρέπει να σαστίσαμε
+κει πάνω στο μεγάλο το δρόμο, και πήραμε αυτό το σοκάκι χωρίς
+να το νοιώσουμε. Αστέγνωτη λάσπη, και σκύλοι αμέτρητοι! Λάσπη,
+μα όχι και δίχως μαργαριτάρια. Θάβρης ένα σόγι μέσα σ' αυτά τα
+σοκάκια, που και να μην το πης μαργαριταρένιο, είναι θησαυρός
+που μ' όλους τους δικούς μας τους τσελεμπήδες δεν τον αλλάζεις.
+Ως τόσο θησαυρός μονάχα για λόγου του. Σου το λέγω αυτό, να μην
+τύχη και φωνάξης και πης, «ορίστε που βρίσκεται παρηγοριά και
+στην Πόλη.» Το θησαυρό τον κρατάει ο Στόικος βαθιά στην καρδιά
+του. Δεν τονε μαγερεύει σαν το σαλέπι του να τον πουληση κάθε
+πρωί στους Πολίτες.
+
+Ο Στόικος, φίλε μου, το καταφρόνιο του κόσμου, ο χοντροκέφαλος
+ο Στόικος, που αναθράφηκε με γουρουνάκια στον τόπο του, που
+θράφηκε με τη λέρα στην Πόλη, που δεν το λογαριάζεις για
+τίποτις το μισοξουρισμένο κεφάλι του, που συνήθισες από μικρός
+να τον περιφρονάς, αυτό το στρείδι μέσα στη λάσπη, είναι
+στρείδι που φυλάγει στα σπλάχνα του το μαργαριτάρι της τύχης,
+της τύχης που τονε συγγένεψε με το μεγαλαδύναμο το Ξανθό Γένος,
+που το καμαρώνουμε για δικό μας, μα ο Στόικος τόξερε πως το
+είχε μαζί του, και πως γραμμένο είτανε να κατέβη μια μέρα και
+να το στεφανώση με δάφνες, για να το χωρέση και μας ο νους μας
+πως αυτός είναι ο διαλεχτός ο λαός του, κι όχι εμείς, τα έρημα
+τα ψυχοπαίδια της τύχης. Εμάς δεν μας έρχεται να το καταλάβουμε
+πως δεν έχουμε τέτοιες κληρονομιές, εμάς μας θάμπωσε η ξυπνάδα,
+και δεν το καλοβλέπουμε πως άλλον τρόπο δεν έχει παρά μονάχοι
+μας να συγυρίσουμε το νοικοκεριό μας. Εμάς ακόμα μας νανούριζ'
+η ελπίδα πως θα μας έρθη βοήθεια από Βοριά κι από Δύση, για
+χατίρι του μεγάλου σογιού μας. Ο Στόικος προγόνους δεν είχε.
+Στην αρχή, ίσως με σκοπό να μας κοροϊδέψη, μας έκλεψε κάμποσους
+προγόνους, έβαλε και τον Αλέξαντρο μέσα. Μα ύστερα, σαν
+κατέβηκε ο άλλος ο ζωντανός ο Αλέξαντρος, και με μια γερή
+σκουντιά τονε ξύπνησε, έβαλε ο Στόικος στο ράφι τα παραμύθια,
+κι άρχισε τη δουλειά του. Ξυπνήσαμε και μεις τότες, και
+στείλαμε μερικούς δασκάλους στη Ρούμελη, να μας σπείρουν τ'
+ανώμαλα ρήματα και να φυτρώση «Ελληνισμός». Ο Στόικος όμως όλο
+δούλευε. Δούλευε με την καρδιά του, με τα χέρια του, με τη
+θέλησή του, με την υπακοή του. Με το κεφάλι, καθόλου. Του
+κεφαλιού τη δουλειά την έκαναν οι αρχοντάδες της Σόφιας.
+Εκείνοι πρόσταζαν, ο λαός δούλευε. Ως και το Σύνταγμά του
+τέτοιο είταν. Αρχοντάδικο και Χαχόλικο. Κ' έτσι η χώρα του
+έγεινε χώρα μεγάλη, κι αυτός ήρωας. Και σαν καθένας που
+προκόβει, δεν άργισε κι ο Στόικος να κάμη φίλους· και τέτοιους
+φίλους, που έχει κάποτες και κουράγιο ναψηφάη το Πρωτόξανθο
+Γένος και να χορεύη κατά το δικό του σκοπό.
+
+Όλες αυτές τις χαρές και τις χάρες τις φυλάγει ο Στόικος κρυφά
+κρυφά μέσα του. Δεν είναι από κείνους που διαλαλούνε στα
+κεραμίδια παλικαριές και ξυπνάδες. Ο Στόικος είναι Βούλγαρος,
+όχι Ρωμιός. Βαρύς σαν το χώμα, μα και γόνιμος σαν το χώμα.
+Χοντροκέφαλος, όσο θέλεις. Η χοντροκεφαλιά του όμως, μια και
+χαμογέλασε η τύχη στην πόρτα του, στάθηκε σωτηρία και δόξα του.
+Δεν είχε τόπο να πάρη αγέρα ο νους του, δεν ανέβηκε σαν
+μπαλλόνι στα σύννεφα, μόνο στάθηκε στον τόπο που τονε βάλανε να
+δουλέψη, και δούλεψε, δούλεψε ώσπου έγεινε Κράτος δυνατό και
+μεγάλο. Έσπασε τα μούτρα των Σέρβων, κι ακόμα δουλεύει και
+μεγαλώνει, να σπάση και τα δικά μας, όσα μας μένουν.
+
+Ας του πούμε να μας φέρη ένα σαλέπι, να κατέβη η πίκρα. Άλλη
+γιατρειά δεν έχει αυτός ο πόνος.
+
+
+
+Ζ'
+ΕΝ' ΑΝΕΛΠΙΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
+
+
+
+Κατεβήκαμε στου Φαναριού τα νερά και δεν το νοιώθαμε. Αν το
+είχαμε σκοπό να σεριανίζουμε και να κοιτάζουμε καθετίς, να
+μπαινοβγαίνουμε από παράθυρα και να σκαλίζουμε σπιτικά και
+νοικοκεριά καθώς κάναμε στο χωριό, τι δε θα βλέπαμε! Χαρτί δε
+θα μας απόμενε να τα στρώσουμε. Μα ο σκοπός μας τώρα δεν είναι
+αυτός. Αυτά γίνουνται στα χωριά, εκεί που θρέφεται η ρίζα του
+τόπου. Εκεί παίρνεις το σκαλιστήρι, σκαλίζεις, και βρίσκεις τι
+λογής χώμα είναι αυτό που θρέφει το έθνος. Εδώ είναι άλλη η
+δουλειά μας. Εδώ να δούμε σαν τι καρπό μας βγάζει αυτό το
+δέντρο. Πόση θροφή έχει μέσα του, και πόση σαπίλλα. Ως την ώρα
+θαρρώ δεν την αξιωθήκαμε τη θροφή. Ο Θεός να μας φέρη και στα
+κλωνιά που καρποφορούν, και να μας γλυτώση από την πείνα.
+
+Άφησε τους μπεγιαντέδες και τα καΐκια και τις άλλες τις
+Πολίτικες ομορφιές, πήδα σβέλτα στη σκάλα, κ' έλα κατά τους
+δρόμους που τους έχει πλημμυρισμένους η Εβραΐλα, σα να της
+αρέση το μαλακό κι απόλεμό τους αγέρι. Πού είδες κοιμισμένα
+νερά, και δε σ' έφαγαν οι μυίγες και τα κουνούπια!
+
+Έχει ως τόσο και πεταλούδες. Κοίταξέ τις· όχι στον αέρα· εκεί,
+εκεί, στα παράθυρα. Σε μαγεύουνε με τα μάτια τους. Η ίδια η
+ομορφιά και δω καθώς κι αντίκρυ, και στο χωριό. Μα εδώ σα νάχη
+κατιτίς πιο μαλακό, πιο ξανοιχτό η ρωμαίικη η ομορφιά. Το νερό,
+φίλε μου, το νερό της Πόλης τόχει. Θαρρώ πως και μια
+Μπουμπουλίνα να την κλείσης εδώ, θαρχίση να σου μισοσφαλνάη τα
+ματάκια της, να μισοδαγκάνη τα παχουλούτσικα χείλη της, και να
+σου πετάη ραβασάκια.
+
+Και τώρα που τις ξαναβλέπω τις μαριόλες τις Πολίτισσες, έρχεται
+στο νου μου μια νόστιμη ιστορία. Σα να τη γουστάρης φοβούμαι.
+Μα είναι λιγάκι ντροπής ν' αρχίσουμε το πολίτικο το σεριάνι μας
+με μια διδαχή, και να καταντούμε σε παραμύθια. Θα σου το πω
+γλήγορα γλήγορα και με μια συφωνία: Να μη μου γυρέψης άλλο
+παραμύθι στην Πόλη. Ζήτα μου κλάψες όσες θέλεις· παραμύθια όχι.
+
+Πάμε να καθίσουμε απ' έξω από τη «Λέσχη». Μη βλέπης μέσα τους
+χαριτωμένους τους μπιλλιαρδόρους, μήτε τους παρακείθε που
+διαβάζουν εφημερίδες αντίς να παίρνουν αφιόνι, μήτε τους
+παραμέσα που κουβεντιάζουν, ίσως για τα πολιτικά των πολιτικά,
+για σαρίκια και καλιμάφκια. Κοίταξε κατά τ' αργυρωμένα τα
+κύματα, κι άκουγε.
+
+Πρέπει να είμουν ως δεκαφτά χρονών. Κατοικούσα κάπου εδώ, σ' έν
+απ' αυτά τ' αψηλά τα σπίτια. Αψηλά όχι τόσο από την πολλή την
+αρχοντιά τους, όσο από τη φτώχεια τους. Χτίζουνε μια κάμαρα,
+απάνω της χτίζουνε άλλη κάμαρα, έπειτα άλλη κι απάνω απάνω
+είναι ο ηλιακός. Εκεί καθίζεις το βράδυ, και βλέπεις τον ουρανό
+με τάστρα, τη θάλασσα με τα καράβια, και την Πόλη με τους
+μιναρέδες. Εκεί πήγαινα και κάθιζα συχνά σάνε νύχτωνε και
+πλάγιαζαν όλοι του σπιτιού, ο νοικοκύρης από το μεθύσι, η
+γυναίκα του από τη χολόσκαση, και το μικρό μικρό τους από τη
+σκανταλιά.
+
+Ο νοικοκύρης δούλευε ολημερίς στο «τσαρσί.» Πουλούσε κι αγόραζε
+κάμπιο. Το βράδυ καταστάλαζε σε κάποια ταβέρνα εδώ κοντά, και
+σε καμιάν ώρα έμπαινε σπίτι καλά κουρντισμένος. Φαντάζεσαι το
+τι γίνουνταν. Κανένα φαγεί δεν του άρεζε. Σα να μισοθύμωνε και
+μαζί μου, που του έδειχτα το ενάντιο με την όρεξή μου.
+
+Είταν και πατριώτης ο Σιορ Θοδωράκης. Μια φορά, — του
+Βαγγελισμού, — μου ήρθε να σηκώσω το ποτήρι στο τραπέζι
+μουρμουρίζοντας ένα στίχο της αθάνατής μας ωδής. Πήγε να χαλάση
+ο κόσμος! Να μη μας άκουσε κανένας απ' έξω! «Ο καημένος ο
+Μετζίτης, ο Θεός να τον πολυχρονάη, καλός είναι, κι όλους μας
+αγαπάει· παιδιά του είμαστε. Γιατί να τον κακοκαρδίζουμε έτσι;»
+Τάκουσα αυτά με τ' αυτιά μου, από το Σιορ Θοδωράκη. Άνω κάτω
+έγιναν όλοι τους. Σηκωθήκανε μισοφαγωμένοι, και πήγανε στα
+κρεββάτια τους.
+
+Ανέβηκα στον ηλιακό, και κάθισα μοναχός μου. Έλαμπε το φεγγάρι,
+και θωρώντας την ομορφιά εκείνη ολόγυρά μου, συλλογιούμουν αν
+είταν αλήθεια αυτό που έτρεξε κάτω στο τραπέζι, α γίνεται να ζη
+στον κόσμο Ρωμιός που να λέη τέτοια λόγια με την καρδιά του.
+Είμουνα σαστισμένος. Στο χωριό, που σκύβουν κι όλο σκύβουν οι
+χωριανοί, να μην αποκοτάη ο πιο σκυμμένος να ξεστομίση ευκή του
+Μετζίτη, και στην «Επτάλοφο» Πόλη, μέσα στα φυλλοκάρδια του
+Βυζαντίου, δυο πηδήματα μακριά από τη «Μεγάλη του Γένους
+Σχολή,» να βρίσκεται νοικοκύρης με γυναίκα και με παιδιά να
+θυμώνη που έθεσα μικρό λουλούδι στον τάφο της λευτεριάς του!
+Αυτό δε γίνεται. Αυτός πρέπει να γεννήθηκε σε χαρέμι. Δεν έχει
+αυτός δικαίωμα να βγάζη ψωμί από χριστιανούς. Να τονε
+μηνύσουμε, να τονε μάθη ο κόσμος, να πεθάνη της πείνας, να ζη
+χωρισμένος από τους ομόφυλούς του, ν' αφοριστή, να
+βουρκολακιάση!
+
+Τέτοια του έψαλλα του Θοδωράκη απάνω στον ηλιακό. Αθώο παιδί,
+δεκαφτά χρονώ! Όχι όμως κι ολότελα τυφλωμένος. Κατιτίς μούλεγε
+πως δεν είταν ο Θοδωράκης μονάχος. Πως εδώ τέτοια τραγουδάκια
+δεν έχει. Εδώ πνίγεται άνθρωπος· σκάνει και πάει. Να φύγω, να
+φύγω, δεν είναι για μένα η Πόλη!
+
+Και κει που τα μισομουρμούριζα όλ' αυτά, κοιτάζοντας τον
+ασημένιο γιαλό, ακούγω περπατηξιές από πίσω μου. Είταν η
+Μαριγώ, η μοναχοκόρη του Θοδωράκη. Με συμπάθειο, που δε σου
+τηνε σύστησα, τότες που τρώγαμε κάτω. Πρέπει να είταν και κείνη
+ως δεκαφτά. Λιγάκι κοντουλή, μα δροσερή, μαυριδερή, και
+χαμηλοβλεπούσα. Συγύριζε την κάμαρά μου σαν έλειπα την ημέρα,
+και την έβρισκα σαν καθρέφτη το βράδυ. Της δάνειζα κάποτες και
+βιβλία. Μα μου διάβαζε, θαρρώ, μερικά και δίχως να τα δανείζω.
+
+Η Μαριγώ είταν η πρώτη που σηκώθηκε από το τραπέζι σαν έπεσαν
+απάνω μου και Θοδωράκης και Θοδωράκαινα. Θάρρεψα λοιπόν πως
+είταν κ' η πρώτη που θύμωσε, και τώρα που την έβλεπα σιμά μου
+σα να φοβήθηκα πως θα με μαλλώση κι αυτή. Κάτι πρέπει νάκουσε
+σα μιλούσα μόνος μου, είπα. Έκαμνα τον ανήξερο ως τόσο.
+
+Ήρθε κοντά μου, κι ακκούμπησε στο κάγκελλο.
+
+ — Όλοι κοιμούνται, μου λέει σιγά σιγά. Εγώ δε νύσταζα, και δεν
+πλάγιασα. Ανέβηκα να δω τι κάνεις. Ελπίζω να μη σε κακοκάρδισε
+ο πατέρας. Τον ξέρεις, και μην τονε συνοριστής. Να σου πω γιατί
+ήρθα. Θέλω μια χάρη. Θέλω να μου το γράψης αυτό το τραγούδι που
+άρχισες κάτω. Μου αρέσουν αυτά τα τραγούδια. Θέλω να με μάθης
+και το σκοπό, να το τραγουδώ, κι ας είναι και μοναχή μου.
+
+Την έκοψαν την αναπνοή μου αυτά τα λόγια. Τι μπόσικος, είπα,
+και δεν τόξερα πως είχα τέτοιο ηρωικό κορίτσι μέσα στο σπίτι!
+Της άρχισα λοιπόν το τραγούδι. Πρέπει να της τραγουδούσα ως
+μισήν ώρα.
+
+ — Κι άλλο, κι' άλλο, μου κάνει σαν τέλειωσα· κανένα πιο
+ταιριαστό σε τέτοια βραδιά.
+
+Και με κοιτάζει με φλογισμένες ματιές.
+
+Είμουν ακόμα πιο μπόσικος απ' ό,τι θάρρεψα! Ολότελα σάστισα
+τώρα. Την έβλεπα, και δεν ήξερα τι να της πω.
+
+ — Πιστεύεις τις Ατσιγγάνες; με ρωτάει πρι να της μιλήσω. Ήρθε
+μια στην πόρτα μας σήμερα, και την έβαλα να μου πη τη μοίρα
+μου. Και τι μου είπε, θαρρείς; Αγαπώ, λέει, έν' αγόρι· είναι,
+λέει, ως δεκαφτά χρονών αγοράκι· και ταγαπώ λέει τόσο, που πάω
+να τρελλαθώ.
+
+Δεν είχα πια τώρα να χάνω καιρό. Άναβε μεγάλη φωτιά, κ' έπρεπε
+ή να μας κάψη και τους δυο, ή να τη σβύσω.
+
+Ίσως μου πεις πως είμουν ακόμα πιο μπόσικος απ' ό,τι θάρρεψα
+και τη δεύτερη τη φορά. Μα ο νους μου ταξίδευε μακριά, πολύ
+μακριά από την καρδιά της πατριώτισσας Μαριγώς. Την
+καληνύχτισα, κ' έφυγα.
+
+
+
+Η'
+ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ Κ' ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝ
+
+
+
+Τέτοια σπίτια θα βρης εδώ πέρα πολλά. Μην το θαρρής όμως πως
+είναι όλα τους μιναρέδες σαν του Θοδωράκη το σπίτι. Έχει και
+δυο τρία Ρωμιόσπιτα. Εκεί παραμέσα στέκουνταν ένα τα χρόνια
+κείνα, ανάμεσα σε κάτι χαλάσματα, κοντά στους Τούρκικους τους
+μαχαλάδες. Ο νοικοκύρης του έρχουνταν από την καρδιά της
+Ανατολής. Τούρκικα μιλούσε ο Αναστάσης, μα τέτοια Τούρκικα καλά
+θα είτανε να τα μιλούσε όλο το «Γένος». Μεγάλο μάθημα τους
+δίδασκε τους πολίτες ο Αναστάσης, μα ποιος τον άκουγε! Έδειχτε
+πως και τη βάρβαρη γλώσσα την κάνεις ρωμαίικη, σώνει να είναι
+«ρωμαίικα» εκείνα που λες.
+
+Είτανε θησαυρός χωσμένος μέσα στη Πόλη ο Αναστάσης. Πονούσε σαν
+τη μάννα για το παιδί της, όταν έβλεπε πληγή στην πατρίδα του.
+Τούρκο έβλεπε και φουρκίζουνταν, αυτός που γεννήθηκε στα βάθια
+της τουρκομίλητης Ρωμιοσύνης. Α δεν είτανε φαμελίτης στην Πόλη,
+δίχως άλλο θα τον είχε τότες, η Κρήτη, που την πλημμύριζε η
+φωτιά και το αίμα. Θα πης, γιατί δεν πήγε, κι ας είταν και
+φαμελίτης; Ίσια ίσια γιατί δεν πήγες μήτε του λόγου σου μήτε
+γω, κι ας μην είχαμε και παιδιά. Ο Ρωμιός πρέπει να είναι του
+σκοινιού και του παλουκιού, νάχη σκοτωμένο τουλάχιστο ένα γονιό
+του, για ν' αποφασίση να πάη στον πόλεμο. Ο πόλεμος για τα μας
+δεν είναι παιχνίδι και γλέντι, καθώς είταν ως προχτές σε μερικά
+μας βουνά, καθώς είναι και σήμερα σε τόπους πολιτισμένους, — ο
+πόλεμος για τα μας είναι φοβερό πράμα, μπαμπούλος, δαίμονας,
+που άλλο δεν κάνει παρά να θερίζη ζωές.
+
+Κοίταξε τώρα κι από την άλλη τη μεριά, κατά τη θάλασσα. Αυτού
+που στέκετ' έν' αρχοντάδικο σπίτι. Αυτού είταν τότες ένας
+Βολιώτης. Ο Βόλος είταν ακόμα Τουρκιά. Μα ο Χαραλαμπίδης, μ'
+ένα χαρτάκι και μερικές βούλλες απάνω, το κατάφερε από ραγιάς
+να βαφτιστή «Έλλην!» Πήγαν καλά κ' οι δουλειές του, — κ' ήρθε
+και ρίζωσε μέσα στην Πόλη. Έστησε αυτό το Κάστρο που βλέπεις,
+κ' έφερε μέσα τη λευτεριά μ' όλα της τα καλά. Μήτε του πουλιού
+το γάλα δεν του έλειπε του Χαραλαμπίδη. Ως και τη μαγείρισσά
+του από τη λεύτερη Άντρο την είχε φερμένη.
+
+Πήγαινε κάθε βράδυ στη «Λέσχη» και διάβαζε τις εφημερίδες ώσπου
+να ψηθή το φαεί. Κ' έτσι μάζευε μέσα του εθνισμό.
+
+Τέτοιους «Έλληνας» θα ξέρης πολλούς. Άλλους από φιλότιμο, κι
+άλλους από συφέρο. Έβαλαν κι αυτοί τη λιονταρήσια τους την
+προβειά. Η προβειά τους έχει, θα πης μερικές τρύπες, — παλιάς
+ψώρας σημάδια. Μα ό,τι κι αν πης, λιονταρήσια προβειά είναι.
+Στην ανάγκη, την πετούν κι' από πάνω τους.
+
+Μελετημένα και λογαριασμένα πράματα. Όχι τρέλλες.
+
+
+
+Θ'
+ΣΤ' ΑΗ ΓΡΗΓΟΡΗ
+
+
+
+Ώρα μας είναι να σηκωθούμε και να πάμε να προσκυνήσουμε το
+μεγάλο τον άγιο της Ρωμιοσύνης, τον Άη Γρηγόρη. Μεγάλοι άγιοι
+κι ο Γερμανός, κι ο Διάκος, κι' ο Παπαφλέσας. Μα ο Άης Γρηγόρης
+είτανε στ' αλήθεια Παναγιώτατος. Μήτε σπαθί μήτε τουφέκι δεν
+πήρε στο χέρι του. Μα έπιασε μπόμπα με το φιτίλι της αναμμένο.
+Ξέσπασε η μπόμπα παράκαιρα, κι ανέβηκε ο άγιος ο πατέρας στον
+ουρανό, δίχως να στείλη και τους Έξ' από δω στην πατρίδα τους.
+
+Τα ξέρεις όλα. Δε χρειαζότανε δα και πολλή σφαγή να τους
+ησυχάσουν τους Πολίτες οι Τούρκοι! Νισάφι δεν τόκαμαν οι
+Τούρκοι το αίμα τους. Αλύπητα τόχυσαν. Κ' έγεινε η Πόλη τόσο
+ήμερη και καλή, που τώρα είναι πιο εύκολο να καταπιή Πατριάρχης
+την πατερίτσα του, παρά να ξαναρχίση Πολίτης τέτοιο παράνομο
+τόλμημα.
+
+Ας περάσουμε από την ταπεινή αυτή θύρα, κι ας μπούμε στο
+ταπεινό μας το χτίριο με το μεγάλο τόνομα. Αν ξανακατέβαινε ο
+Χριστός στον κόσμο, ίσια δω πέρα θάρχουνταν, κι ας του έστελν'
+ο Πάπας τον πιο πονηρό Καρδινάλη του να τονε φέρη στον Άγιο
+Πέτρο. Ο Χριστός, που ανέβασε την ταπεινωσύνη ως στον ουρανό,
+που κατέβασε τον ουρανό σε μια φάτνη, που ζητούσε παθιασμένους
+κι αμαρτωλούς να πονέση μαζί τους, πού αλλού μπορούσε να βρη
+τόση ταπεινωσύνη, τόση φτώχεια, τόση αμαρτία, και τόσα πάθια!
+
+Εδώ που περνούμε τώρα, μαρτύρησε το πιο πιστό του παιδί, ο Άης
+Γρηγόρης. Σκύψε και φίλησέ το αυτό το χώμα. Πάρε μαζί σου για
+φυλαχτήρι, και ρίχτε απόνα σπυρί όπου βρίσκεις δυο τρεις και
+κρυφομιλούνε.
+
+Μην παραξενεύεσαι που δε βλέπεις καλιμάφκια και ράσα τριγύρω.
+Όλοι τους είναι στην εκκλησιά, μαζί με τους δώδεκ' αποστόλους
+του Πατριάρχη. Η Αγιωσύνη του όμως είναι γέρος, είναι και
+λιγάκι ανείμπορος, κ' έμειν' απάνω. Ώρα να του κάμουμε βίζιτα.
+Είναι καλό γεροντάκι. Σύστημα δεν τόχουμε να φανερωνούμαστε κει
+που πηγαίνουμε, μα στην Αγιωσύνη του πρέπει, θαρρώ, να
+φανερωθούμε. Πρώτο, που είναι ο εθνικός μας ο πατέρας. Δεύτερο,
+που έχουμε κάτι να του πούμε. Μόνο που πρέπει να του μιλήσουμε
+&στη δική του& τη γλώσσα!
+
+Κάθεται ολομόναχος στη γωνιά και διαβάζει.
+
+
+Ι'
+ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΩΣΥΝΗΣ ΤΟΥ
+
+
+
+«Παναγιώτατε Δέσποτα, Είη Σου η χάρις άπλετος εφ' ημάς, και η
+ευχή διάπυρος υπέρ της σωτηρίας ημών, των πειθήνιων της Σης
+Παναγιότητος θεραπόντων. Σωτηρίαν δε λέγω, ου μόνην την της
+ψυχής, ην απάντων συλλήβδην των Αγίων η μεσιτεία μόλις αν της
+του Επικαταράτου παγίδος εξαγάγειε· αλλά μην και την σωτηρίαν
+του απ' αιώνων εν σάλω κυλινδουμένου και κύμασι δεινοίς
+συμφυρομένου εθνικού σκάφους.»
+
+Χαμογελάς, Άγιε μου γέροντα και πατέρα! Καλό σημάδι· θα πη πως
+ή εγώ δεν καλοξέρω τα δεσποτάδικα, ή η Αγιωσύνη Σου έτυχε να
+είσαι ρωμιός. Ας πούμε πως είναι και τα δυο, επειδή για να
+κάμουμε χωριό, και τα δυο μας χρειάζουνται. Ο Κύριος από δω
+είναι φίλος μου, και τον έφερα μαζί μου να δη την Πόλη. Δεν το
+ξέρω τόνομά του, μα είναι δικός μας, και μη φοβάσαι. Έχω να πω
+της Αγιωσύνης Σου μερικά, και καλλίτερη ώρα δεν μπορούσαμε να
+διαλέξουμε. Οι άγιοι Συνοδικοί Σου ψάλλουνε Σπερινό. Πατέρα
+μου, σαν προσεύκεσαι, λέγε δυο λόγια και για δαύτους. Οι
+πιότεροί τους πιαστήκανε στο δεσποτάδικο το θρόνο με γάντζους,
+κι ανεβήκανε με σκοινιά. Μα ας μην τους συνοριζούμαστε και
+πολύ. Σ' έναν τέτοιον τόπο, που αν τύχη και κανένας ενάρετος,
+μπορεί να τον κρεμάσουν, ας μην τους γυρεύουμε όλους Άη-
+Γρηγόρηδες. Μόνο ας παρακαλούμε τον Ύψιστο να μας φυλάη κι από
+χερότερα. Να που πολεμήσανε μερικοί τους για τα καμαρωμένα μας
+τα «Προνόμια».
+
+Και τώρα, Δεσπότη μου και πατέρα, να Σου πω κ' έν' άλλο: Το
+ποίμνιό σου είναι καλά πρόβατα, μα πρόβατα που χρειάζουνται
+μερικά μαντρόσκυλα από σόγι, να τους φέρνουνε στον ίσιο το
+δρόμο, να φυλάγουνε μακριά και τους λύκους. Με συμπάθειο, εσείς
+λογομαχούσατε τις προάλλες με τον αρχιλύκο για τα «Προνόμια»,
+και μου φάνηκε σα να παίζετε. Τι θάλεγε άραγες η Αγιωσύνη Σου
+νάβλεπες Τσομπάνη να λογομαχάη μ' ένα λύκο! Πού ακούστηκε λύκος
+να παίρνη από λόγια! Άλλα μέτρα θέλει ο λύκος.
+
+Σα να ξέρω τι θα μου πης. Πως είσαι πνεματικός πατέρας του
+«Γένους» και τίποτις άλλο. Μα γι' αυτό και μεις λέμε, να βρούμε
+λίγα μαντρόσκυλα. Σώνει η Αγιωσύνη Σου να τους δίνης την ευκή
+σου σαν τον Άη μας το Γρηγόρη, και σαν τον Άη Γνάτη που
+βλογούσε την κλεφτουριά στον καιρό του Αλή Πασά. Χλωμιάζεις; Μη
+φοβάσαι. Σήμερα κλεφτουριά πια δεν έχουμε. Ο κλεφτοπόλεμος
+έσβυσε, πάει. Σήμερα έχουμε άλλα τερτίπια. Σήμερα έχουμε
+&Μπόμπες&. Μεγάλη η χάρη της Μπόμπας! Αν δεν πολυδούλεψε και
+πολύ ως την ώρα, ο λόγος είναι που δεν έμεινε πια στάλλα μέρη
+του κόσμου και πολλή σκλαβιά. Ως κ' οι Αράπηδες της Αμερικής
+ανθρώπεψαν. Μεγάλη η χάρη της Μπόμπας, κι ως τόσο η επιστήμη
+της δύσκολη. Χρειάζεται Κανάρικη απόφαση, αστραπής γληγοράδα,
+και τάφου αμιλησιά.
+
+Μα θα μου πης, Σεβάσμιέ μου Πατέρα, και τι θα καταλάβουμε με
+τέτοια τερτίπια! Θ' αγριέψουμε το Χαμίτη, και θα μας έρθουνε
+στο κεφάλι χερότερα. Να σου αποκριθώ μάνι μάνι, πριν έρθουν οι
+Δεσποτάδες. Πρώτο, που ο φίλος ίσως μήτε ν' αγριέψη δε θα
+προφτάξη. Δεύτερο, που δε θα ξέρουν ποιόνα να πιάσουν. Α
+λυσσάξουνε μερικά λυκόπουλα, το πολύ μπορεί να κρεμάσουν την
+Αγιωσύνη Σου, το πολύ να πειράξουν — πόσους να πούμε; Ας πούμε
+εκατό χιλιάδες. Για την Αγιωσύνη Σου δεν έχουμε τίποτις άλλο να
+πούμε, παρά πως χρέος Σου είναι. Πρώτη φορά δε θα είναι που θ'
+αγιάση έτσι καλόγερος. Όσο για τους άλλους, τους αθώους, αυτό
+είναι μυστήριο που μήτε η Αγιωσύνη Σου μήτε η αφεντειά του από
+δω, μήτε κανένας σοφός δεν μπορεί να το ξηγήση, γιατί άραγες
+αυτή η θυσία! Κι άλλο δεν μπορούμε ναποκριθούμε παρά πως είναι
+πάντα γραμμένο νανεβαίνουνε στον ουρανό μερικές ψυχές για ν'
+ανοίγουνε μάτι και να βλέπουνε φως εκείνες που μένουνε στη γης.
+Έτσι έγινε ως τώρα στον κόσμο. Α βρη τρόπο η Αγιωσύνη Σου να το
+φυτεύη ταθάνατο δέντρο χωρίς αιματοπότισμα, μα το άγιο αυτό
+κομπολόγι, θα γίνη μεγαλύτερος κι από τον Προμηθέα που μας
+κατέβασε τη φωτιά.
+
+Μα να σου πω και κάτι άλλο, αν και πρέπει να το ξέρη ένας
+ιερωμένος. Ο θεός &τo βλογάει& εκείνο το χώμα που χύνεται
+τέτοιο αίμα, κι απάνω σε τέτοια κόκκαλα φυτρώνει Παράδεισος.
+
+Και το μεγαλήτερο το καλό, που δεν μπορεί πια να γυρίση πίσω,
+μήτε να μείνη εκεί που είναι ο λαός, μια κι ανάψη. Θακουστούν
+τα ξεφωνητά και τα μυρολόγια, όχι από τους Φράγκους! Μακριά από
+Φράγκους! Θακουστούν από χιλιάδες χιλιάδων ταπεινωμένα
+σκλαβόπουλα, που θα γείνη η ταπεινωσύνη τους περηφάνεια, κι ο
+φόβος τους θάρρος, και θα τρέξουν από τα λησμονημένα τα νησιά
+τους ν' αποσώσουν της Μπόμπας το θάμα.
+
+Άγιε μου Πατέρα, Σου είπα την ταπεινή μου τη γνώμη, το τι
+μπορεί ν' ακολουθήση αν λυσσάξουν οι λύκοι. Η Αγιωσύνη Σου ας
+κρίνη το τι μπορεί να καταφέρουν τα μαντρόσκυλα αν την πνίξη
+τρόμος τη λύσσα εκείνη. Και τώρα, Πατέρα μου, που Σου έδωσα την
+καρδιά μου, δόσε μου και Συ την ευκή Σου».
+
+
+
+IA'
+ΣΤΟ ΣΤΑΞΙΜΙ
+
+
+
+Βράδιασε, και πού να πρωτοπάμε! Μια μέρα στην Πόλη πάει να πη
+μήνες μες στο καλύβι μας, και γι' αυτό δεν μπορούμε να μείνουμε
+κι αύριο. Αν μπορούσαμε, θα τα σεριανίζαμε όλα. Θα πηγαίναμε
+στο «τσαρσί», θα βλέπαμε το τουρκολόγι να βράζη, — θα τρώγαμε
+ίσως κ' ένα μπουρέκι. Και κατεβαίνοντας στον πιο πολιτισμένο το
+Γαλατά, θα περνούσαμε να δούμε και κανέν' αργαστήρι που
+φτειάνουνε γαζέτες. Για το πρώτο δεν πολυλυπούμαι. Το
+τουρκολόγι το είδαμε και στο χωριό. Μα λυπούμαι που δεν
+προφτάξαμε ν' ανταμώσουμε και κανέναν Πολίτη Συντάχτη. Κι άλλον
+τρόπο τώρα δεν έχει παρά ν' αγοράσουμε την εφημερίδα του.
+Ανεβαίνουμε λοιπόν και καθίζουμε στο Ταξίμι, και παίρνοντας τη
+δροσιά της βραδιάς, και γλεντίζοντας με τον κόσμο που
+σουλατσέρνει, ρίχτουμε δυο ματιές στην εφημερίδα, που την
+καταφρονέψαμε σαν έφεγγε ήλιος, και τη θυμηθήκαμε τώρα με τ'
+ολοφέγγαρο. Κι από κει κατεβαίνουμε σ' ενός φίλου που όνομα δεν
+του βρίσκω.
+
+Το είπα, κι ως τόσο πάλι το ξαναλέγω: Παράδεισος, δαιμόνους
+γεμάτος αυτή η Πόλη! Κοπέλλα χαριτωμένη, με το μουντζουρωμένο
+το μέτωπο. Βλέπεις αυτό το πανώριο το Ταξίμι, κι ως τόσο την
+καρδιά σου την πλακώνει ένα βάρος, σα να πνίγεσαι μέσα στην
+καταχνιά. Φέρε, φέρε την εφημερίδα να διαβάσουμε, να
+ξεσκάσουμε.
+
+Παράξενο να μην μπορώ να τη διαβάσω ακούραστα. Δεν είναι να πης
+πως δε φέγγει, φέγγει και παραφέγγει με τέτοιο φεγγάρι. Μα κάθε
+λέξη που κοιτάζω, θαρρώ πως μιλά και μου λέει: «Στάσου, κοίταξέ
+με καλά. Με ξέρεις άραγες ποια είμαι γω; Εγώ, φίλε μου, είμαι
+μια γριά αρχόντισσα που με βρήκε μέσα στα λεξικά ο Σιορ
+Συντάχτης και μ' έβγαλε, με πάστρεψε, με στόλισε, με κάθισε στο
+μιντέρι του. Όχι σαν αυτές τις πλύστρες του δρόμου που
+αραδιάζεις εσύ στις φυλλάδες σου. Ο Σιορ Συντάχτης αυτές τις
+έχει για το στόμα του μονάχα. Για το μιντέρι του, όχι. Στο
+μιντέρι καθίζουμε γω κ' οι αμέτρητες οι αδελφάδες μου. Κοίταξέ
+μας πώς φέγγουμε στην πάστρα, από τη μιαν άκρη στην άλλη.
+Κοίταξε αυτή την αράδα:
+
+«Ολίγου δειν εματαιούτο ο του μεγατόλμου ιεράρχου αγών».
+
+κι αυτό δεν είναι τίποτις. Διάβασε παρακάτω —
+
+ — Όχι, να με συμπαθήσης κερά λεξίτσα μου, όχι· δεν μπορώ να
+διαβάσω. Εμείς ήρθαμε στο Ταξίμι να κάμουμε κέφι. Πήγαινε
+στους Πολίτες να σε διαβάσουν. Αυτοί ψοφούνε για ένα «ολίγου
+δειν». Αυτοί αν δεν πάρουνε μεζέ τους ένα «μεγάτολμο» δεν
+κάνουν όρεξη για φαεί. Αυτοί αν διαβάσουν καμιά Αθηναϊκή
+εφημερίδα που βάζει κάποτες και ρωμαίικα στ' αττικό της σαλόνι,
+ξεσκίζουν τα ρούχα τους από το θυμό, που βρίσκουνται στην
+Αθήνα τρελλοί και λερώνουν έτσι τα φύλλα τους. Αυτοί θαρρούν
+πως οι εφημερίδες και τα βιβλία είναι στον κόσμο για να
+σπάνουν κεφάλια, — και με τι πέτρες! Ένα «ου μην αλλά» σου
+σέρνει στο μέτωπο, και κατρακυλιέσαι κάτω. Το βλέπει κι ο
+Χαμίτης αυτό το «ου μην αλλά» και θαρρεί πως βλέπει το
+Θεμιστοκλή και τονε φοβερίζει. Αν είτανε «μα» ή τουλάχιστο
+«όμως», θα τονε φοβέριζε κανένας Μπότσαρης. Μα μεις δεν είμαστε
+του Μπότσαρη και του Κολοκοτρώνη παιδιά. Είμαστε του Λεωνίδα
+και του Μιλτιάδη, «ου μην αλλά» και του Βασιλείου και του
+Χρυσοστόμου, και Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ουχί του εκ
+Δημητσάνης».
+
+Και νάξερες τι ρωμαίικη καρδιά που την έχει αυτός ο Συντάχτης!
+Πούθε είναι δεν ξέρω, μα θα παραξενευθώ ανίσως κ' είναι
+Πολίτης. Στον καιρό του κυρ Θοδωράκη, είταν ο μόνος που
+πολεμούσε για την κατακαημένη την Κρήτη με τη δασκαλήσια του
+πέννα. Κάθε λίγο τον παίδευαν, κι αυτός ξανάρχιζε πάλι.
+Μυστήριο, πώς δεν τονε βάλανε στα σίδερα τότες. Ίσως που
+πολεμούσε με κοντάρια και με σαΐτες, αντί με μολύβι και με
+φωτιά. Ίσως που είταν ένας και μοναχός σε μια λάκερη Πόλη. Ένας
+είταν, κ' ένας μας έμεινε.
+
+Σήκω, να πάμε στου φίλου. Ανάπαψη δε θα βρούμε και δω.
+
+
+
+IB'
+ΣΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΠΟΥ ΟΝOMA ΔΕΝ ΤΟΥ ΒΡΙΣΚΩ
+
+
+
+Ανάγκη δεν είναι να μπούμε από τις πόρτες τις μαρμαρένιες.
+Μπορούμε, και πρέπει να μπούμε σα σφίγγες από μια τρύπα, και να
+σύρουμε ίσια στ' αυτί του να του πούμε δυο λόγια. Πέτα τριγύρω
+του, και κάνε τον χάζι. Τρώγει το βραδινό του. Πάμε στ' αυτάκι
+του.
+
+«Ήρθα κι άλλη φορά, λαοπόθητέ μου Άναξ, κ' έστρωσα το χαλί μου
+στ' αρχοντικό σου, φίλε που όνομα δε σου βρίσκω. Πρέπει να με
+πήρες για τρελλό τότες, γιατί βλέπω και τρως με κάμποση όρεξη.
+Ο Θεός να σε φωτίζη να μας παίρνης για τρελλούς πάντα.
+
+Τώρα που είμαι σφίγγα, και βλέπω από κοντά τους πόρους του
+κιτρινιασμένου του πετσιού σου, μου έρχεται αληθινή τρέλλα, μα
+την αλήθεια. Τώρα που είναι πιο ψιλοκαμωμένη η μύτη μου,
+ίλιγγας μου έρχεται σα σε μυρίζω από κοντά. Τι κακό είναι
+τούτο! Τι απέραντο κοιμητήριο στραγγισμένο μέσα σ' ένα κορμί!
+Για να γεννηθής εσύ και να κάθεσαι μπροστά μου αυτή την ώρα,
+έπρεπε να τόχουνε γεμισμένο κιβούρια εκείνο το κοιμητήριο! Αν
+μπορούσες να μυρίσης το αίμα σου, θα σ' έπνιγε η μυρουδιά του
+πρι να προφτάξης να πης κανενός να το χύση. Μα η μύτη σου, να
+με συμπαθήσης, τόσο μακριά δεν πηγαίνει. Έτσι κ' η βρωμόμυιγα
+που ζη απάνω στην κοπριά, τη νοστιμεύεται αντίς να τη σιχαθή.
+Πώς να τη σιχαθή, που είναι αίμα της και ζωή της!
+
+Αγάπη μου, δεν ήρθαμε δω πέρα να σε τρομάξουμε μ' ανωφέλητα
+λόγια. Μη βάζης το χουλιάρι σου κάτω. Δυο λόγια, και φεύγουμε.
+
+Τάκουσα πολλές φορές πως είσαι δυνατός διπλωμάτης. Τους
+παίζεις, λέει, τους Φράγκους στα δαχτυλάκια σου. Ένα πράμα
+μονάχα, που δε μαθαίνεις να παίζης και μήλα στα χέρια σου.
+Μπορεί να σου χρησιμέψη αυτή η γύμναση. Μπορεί να βρεθή μπροστά
+σου κανένα στρογγυλό παιχνιδάκι, και τότες προφταίνεις και το
+πετάς στου Βεζίρη σου το κεφάλι.
+
+Άκουσα και πως αγαπάς να κάνης πολλές δουλειές απατός σου. Να
+κάμης και μιαν άλλη δουλειά. Να πας και να βρης τις καρδιές που
+στενάζουν, — όχι μέσα στην Πόλη, εκεί πολλές δε θα βρης. Να
+σύρης στα τέσσερα πέρατα του μεγάλου σου Κράτους, τελώνιο να
+γείνης και να μπης στα βαθύτερα φυλλοκάρδια τους, και να
+μαζέψης τις ευκές που σου δίνουν κρυφά εκεί μέσα.
+
+Ο κακός ο κόσμος θέλει να πη πως είσαι και φοβητσιάρης. Όσο
+φοβητσιάρης κι αν είσαι, τα σκλαβόπουλα σε ξεπερνούν κ' έννοια
+σου. Εσύ α φοβάσαι την μπόμπα τους, αυτοί φοβούνται τον ίσκιο
+σου. Ανίσως και φοβάσαι Αρμένηδες, δεν έχω να πω. Μα την τέχνη
+την ξέρεις. Τους Αρμένηδες τους δίνεις αύριο την Αρμενία και
+βρίσκεις χουζούρι. Πρώτη φορά δεν είναι που αναπαύεσαι έτσι.
+Μαυροβουνιώτες, Ρουμούνοι, Βούλγαροι, Σέρβοι: όλοι πήραν το
+δικό τους και σ' άφησαν ήσυχο. Σου πήραμε και μεις δυο τρεις
+πέτρες. Μα το πιώτερο το Ρωμαίικο είναι μαζί σου.
+
+Βλέπω και συνεφέρνεις. Πήρες πάλι το χουλιάρι στο χέρι σου. Μην
+ξεχνάς όμως πως έχουμε και μερικές μικρούτσικες σφίγγες. Αυτές
+θα βοΐζουν κάποτες γύρω στ' αυτιά σου, και κανένας, μήτε ο
+μεγαλήτερός σου ο διαφεντευτής, δε θα μπορή να τις πιάση.
+
+Αυτές οι σφίγγες είναι ψυχές. Την ψυχή δεν την πιάνεις, όσο
+ψιλά δίχτυα κι αν στήσης. Ρώτηξε τον πιο τετραπέρατο
+συβουλάτορά σου αν έπιασε ποτέ σκλάβο που νάχη πιασμένη και τη
+ψυχή του, το νου του. Με τι λογής αλυσίδες να δέση το νου, την
+&ιδέα;& Αν η ιδέα έχη μέσα της φωτιά και μπαρούτι, το πολύ να
+το μυριστή ο φίλος και να κόψη το κεφάλι που τις γεννάει. Μα
+που να κόψη και την ιδέα! Αυτή ζη και μεγαλώνει και σκορπιέται
+σαν τον υδράργυρο, και πάλι μαζώνεται, και πάλι σκορπιέται, και
+τρέχει και χύνεται μέσα σε χίλιες τρύπες που το δαχτυλάκι του
+δεν μπορεί να χωρέση.
+
+Χίλιες φορές είχαν αφορμή να τη σπουδάζουν, κ' οι παππούδες
+σου, κ' οι πατέρες σου, κ' η αφεντειά σου ακόμα, την τρομερή τη
+δύναμη αυτής της μικρούτσικης σφίγγας, κι ακόμα θαρρώ πως δεν
+την καλονοιώθει ο νους σου. Και για να την καλονοιώση, έλα να
+σου καθίσω αυτό το στερνό μου το κεντρί, να τρίβης κατόπι το
+μάγουλό σου και να με θυμάσαι:
+
+Σα σκορπιστή αυτή η ιδέα, που τη λεν κάτι που δε σου το
+φανερώνω να μη σου κατέβη και ξαφνικό, αρχίζει κι ανάβει μεγάλη
+φλόγα μέσα στις τυραννισμένες καρδιές, που όσο τη φυσάεις, άλλο
+τόσο μεγαλώνει εκείνη. Κι αλλοίμονο τότε στον τύραννο, στους
+παρατυράννους και στα τυραννόπουλα. Ένας ένας θα πέφτουνε σαν
+τσουρουφλιασμένες μυίγες στη φωτιά και θα καίγουνται. Και σαν
+καγούνε, και ξεβρωμήση ο κόσμος, τότες πέφτει oυράνια βροχή από
+πάνω, και σβύνει η φωτιά, και φυτρώνει χορτάρι, και πρασινίζει
+ο κόσμος, και γίνεται χαρά Θεού, κ' έρχουνται οι γραμματισμένοι
+και γράφουν ιστορίες, τι λογής πήγε μια φορά ένας Μεγάλος
+Τύραννος να σβύση μια μεγάλη φωτιά, και τσουρουφλίστηκαν τα
+φτερά του, κ' έπεσε μέσα, και χάθηκε από τον κόσμο μια για
+πάντα, και κείνος, κ' οι παρατυράννοι, και τα μικρά
+τυραννόπουλα».
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΦΥΛΛΑΛΑΣ
+
+
+
+ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
+
+
+
+ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
+
+
+
+Α'
+ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
+
+
+
+Πριν ξεκινήσουμε για τη χώρα που μπορούμε να την πούμε δική
+μας, πρέπει να συφωνήσουμε πως δε θα της τα ψεγαδιάζουμε όλα,
+δε θα χαλνούμε τον κόσμο σε κάθε πήδημα ψύλλου. Ειδεμή, περιττό
+το ταξίδι. Ανοίγουμε τις εφημερίδες, και διαβάζουμε δίχως κόπο
+τις ατιμιές, τις κλεψιές, τις μαχαιριές, ή και τις
+γυναικοδουλειές που ολομερίς μας δηγούνται, και κάθε λίγο
+προσκαλούν την Κυβέρνηση να τους δώση λόγο.
+
+Είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη η δουλειά μας. Ό,τι σπάρθηκε το
+έρμο μας το χωράφι! Ο σπόρος που έπεσε μέσα στάγιό του χώμα, —
+που το βλέπεις κιόλας απλωμένο μπρος στα ψυχικά σου τα μάτια, —
+είτανε σπόρος γερός. Μα του καιρού εκείνου οι δουλευτάδες δεν
+ένοιωθαν από ψιλά κοσκινίσματα. Τονε σπείρανε λοιπόν καθώς
+βρέθηκε απάνω σ' εκείνα τα δοξασμένα βουνά. Απόμεινε μέσα κι ο
+σπόρος των τούρκικων αγκαθιών. Έφεραν κ' οι σπουργίτες σπόρο
+από τη Δύση, και τον απόθεσαν απάνω στο ίδιο το χώμα κι αυτόν.
+Και βλέπεις τώρα την πυκνή αυτή πρασινάδα, και τρομάρα σε
+πιάνει, μην τύχη και πληθύνουν, και θεριέψουν τα τουρκάγκαθα
+και τα φραγκοβότανα, και μας πνίξουν τακριβοαγορασμένα μας τα
+σπαρτά. Μα τρομάρες απλές κακό δε γιατρεύουν.
+
+Σου τα λέγω αυτά, επειδή μπορεί και του λόγου σου νάχης τη
+ρωμαίικη την πετριά της απελπισιάς. Μου φαίνεται σα να είναι κι
+αυτή σημάδι της εποχής. Όποιος μας τύχη και μισονοιώση τα χάλια
+μας, να τραβιέται σε μια γωνιά και να χύνη μπόλικα δάκρυα,
+αθώρητος, αλάλητος, κι ανάκουστος. Σπολλάτη σου, Πατριώτη, που
+άλλο δεν κάμνεις παρά να χαλνάς το σηκότι σου. Αν είχες
+κουράγιο να τρέξης και να μας ξερριζώσης μερικά γαδουράγκαθα,
+θα μας έδειχνες όχι μόνο πως ζης, μα και πως ζώντας νοιάζεσαι
+και τη ζωή της πατρίδας σου.
+
+Δουλειά, φίλε μου, και πάλι δουλειά. Ο κόσμος να χαλνάη, πάλι
+να δουλεύουμε πρέπει. Άλλον τρόπο δεν έχει.
+
+Ως τόσο άξαφνα, και με τα φτερούγια της αστραπής που τη λένε
+&Noυ&, από του Κωσταντίνου τη χώρα, την πεντάμορφη σκλάβα,
+βρεθήκαμε στου Κέκρωπα την ολόχαρη, την αθάνατη την Ακρόπολη.
+Είναι νύχτα βαθειά, μα το βάθος της λάμπει διάφανο, ξάστερο,
+καθάριο, αμέτρητο. Λες κι όλου του Άπειρου οι Πλανήτες κ' οι
+Ήλιοι φανερώνουνται και γλυκοφέγγουν εδώ. Αψηλά, πάντα αψηλά να
+κοιτάζουμε από τέτοιους τόπους. Η βαθογάλανη αυτή η αστροφεγγιά
+είναι μέρος της Αττικής, καθώς του Παρθενώνα της μέρος είναι η
+πανώρια προμετωπίδα του. Κοίταγέ τα ταστέριά της και μέτρα τα
+αν μπορείς. Και σαν τ' απομετρήσης, πρόσθεσε την ιερή τη σκόνη
+της γης της, και τότες έχεις τις μεγάλες, τις δοξασμένες ψυχές
+που φεγγοβόλησαν εδώ πέρα, — από ένα Θησέα, ως ένα Καραϊσκάκη.
+Πέσε τώρα και προσκύνησέ την αυτή τη σκόνη. Αυτή να είναι η
+θρησκεία σου, αυτή η λατρεία σου. Σα βαρέν' η καρδιά σου από
+έννοιες κι από πάθια, ανέβαινε στην Ακρόπολη και βλέπε πόσο
+μεγαλείο και πόση ζωή μπορεί να κρύβη ένας γκρεμισμένος τοίχος,
+ένα σπασμένο λιθάρι, ένα θρούβαλο, μέσα στην αμίλητη νύχτα.
+Ανέβαινε, και λόγιαζε πώς χαμογελάει η αθάνατη αρχαιότητα κάτω
+από τέτοια ουρανόχαρη σωπασιά. Μην κοιτάζης μοναχά του
+Παρθενώνα τα αιώνια τα κάλλη, — αυτά κι α δεν τα λατρέψης όσο
+τους πρέπει, δεν πολυκολάζεται η ψυχή σου. Το πολύ θαπορέση ο
+κόσμος που δε σε μάγεψε η θεία δύναμη της Ομορφιάς, δε σε
+μέθυσε ως εκεί η εθνική η περηφάνεια. Τα κάλλη όμως που πρέπει
+να τανιστορή ο νους και πάντα να τα λατρεύη εδώ απάνω, είναι τα
+κάλλη της &Αρετής&, που σα δίδυμο αστέρι έλαμπε τότες μαζί με
+τη &Τέχνη& σ' αυτό το στερέωμα, και το πλημμύριζε δόξα.
+
+&Αρετή& έλεγαν τότες την παλικαριά και τη λεβεντιά. Στιγμή δεν
+περνούσε που να μην πατάη σ' αυτό το χώμα το βασιλικό της το
+πόδι. Από τη Μηκύνα στ' Άργος, από τ' Άργος στη Σπάρτη, από κει
+στην Αθήνα, στη Θήβα, στην Κόριθο, πετούσε και πήγαινε η
+Αθάνατη Αρετή, ακολουθούσε κατάλαμπρη η θεία η Τέχνη και της
+έστηνε, όλο της έστηνε μνημεία κι αγάλματα. Κι όταν ήρθε η ώρα
+να ρημάξη ο τόπος, και πέτρα πάνω στην πέτρα να μην απομείνη,
+όταν ξεψύχησε κι ο στερνός ο ήρωας, και διώχτηκε η Αρετή από
+κάθε χώρα, κάθε κάμπο και κάθε καλύβι, πάλι δεν αποκότησε η
+Ελληνόκαρδη Θεά να την αφήση ολότελα την αγαπημένη της γη, μόνο
+περίλυπη πήρε τα ψηλά τα βουνά, και πλανιούνταν εκεί πανέρημη,
+αγνώριστη, καταφρονεμένη. Πού λευτεριά τώρα να τη λαμπρύνη, πού
+Τέχνη να τη δοξάση! Αμέτρητα είταν τα χρόνια της ρήμαξης.
+Έπρεπε Θεά να είναι, για να ζήση στα όρη δίχως δόξα τόσους
+αιώνες! Μα είτανε Θεά, κ' έζησε. Σα να το προφήτευε πως θα
+κατέβη πάλι μια μέρα στους πρώτους τους κάμπους. Ήρθε η μέρα,
+χτύπησε ο χρόνος τ' αναστάσιμο σήμαντρό του, αναγάλλιασε η
+ξεχασμένη Θεά, και μαζεύει γύρω της τα κλεφτόπουλα. Με τη θεία
+πνοή της ταγιάζει τα μυριοβασάνιστα, τα μισαγριωμένα παιδιά
+της. Είταν το δεύτερό της τ' Ομηρικό πανηγύρι, με τα ίδια τα
+τραγούδια, την ίδια την απλότητα, μα με σκοπό από τη γης ως τα
+ουράνια πιο αψηλότερο. Δεν είτανε για μιαν Ελένη ο αγώνας μας
+τώρα, — είτανε για λεφτεριά και για πατρίδα.
+
+Ηρωικό πανηγύρι στολισμένο με τη χάρη της νιότης και με τα
+μάγια της λεβεντιάς. Οι καρδιές του Κολοκοτρώνη και του
+Ανδρούτσου βρίσκουν τα ταίρια τους στη Τρωάδα, όχι στην
+Πλαταιά. Τα ταίρια του Μιλτιάδη θα μας φυτρώσουν αργότερα. Θα
+φυτρώσουν εκεί που τώρα βλέπεις αγκάθια, και σου έρχεται να
+μυρολογάς. Άφινέ τα της Αθήνας τα τωρινά παλικάρια να
+πηγαίνουνε στου μπαρμπέρη και να λαδώνουν τα γένεια τους. Τ'
+αυτί σου να μη δρώνη γι' αυτό. Είδαμε και χερότερα στον καιρό
+μας. Είδαμε και Βλάχους σφουγγαριασμένους από την παραλυσία να
+γίνουνται λιοντάρια στον πόλεμο. Ένα έθνος δεν ξεψυχάει εύκολα,
+μια και να γεννηθή. Το ρωμιόπουλο δεν μπορεί να βγη κι από ένα
+άλογο χερότερο. Τάλογο που γεννήθηκε από σόγι, θα το δείξη μια
+μέρα το σόγι του, κ' έχε το συ μέσα σταχούρι δεμένο,
+καλοθρεμμένο, αγύμαστο.
+
+Έννοια σου, και θα σαλέψουμε πάλι. Πάλι θα τα ξανακάμη τα μάγια
+της η αθάνατη η &Αρετή&, πάλι θα λάμψη κ' η ουράνια η Τέχνη
+μαζί της. Η &Δόξα& το χώμα αυτό δεν τ' αφίνει. Έθνος που ύστερ'
+από τόσα βάσανα ζη, και που έχει μπρος του άπειρο στάδιο για
+ηρωισμό, τέτοιο έθνος να μην αγωνιστή, να μην πολιτιστή, και να
+μη δοξαστή, δεν μπορεί.
+
+Μην τ' αλησμονής το σόγι του άλογου που είπαμε. Το αίμα του
+τόχει να πέρνη δρόμο και να πηδάη γκρεμνούς και βράχους. Αν
+είναι τώρα δεμένο με δασκαλήσιες αλυσίδες και χαλινάρια, αν
+ταγίζεται με χορτάρι ξενοφερμένο, αν άλλο δεν κάμνη παρά να
+κλωτσάη και να χλιμιντράη μέσα στα σκοτάδια του σταύλου,
+θανατείλη η μέρα που σε ρωμαίικη απάνω πρασινάδα θα χαίρεται,
+θα γοργοπηδάη και θα τρέχη, και τότες, σώνει να το κρατάη γερά
+ο καλότυχος ο καβαλάρης του, και να δης τι δοξασμένους δρόμους
+θα μας χαράζη με τα φτερωτά του καλπάσματα. Τέτοια θάματα
+θέλουμε σε μια γενεά να τα δούμε. Να μας κατεβή το μεγαλείο κ'
+η δόξα από τον ουρανό σα βροχή. Ανυπομονησία ρωμαίικη, ίσως όχι
+δίχως το λόγο της, αφού την έχει την ιερή τη φωτιά η ρωμαίικη η
+ψυχή. Εμείς όμως, που δε μας φλέγει πια η πρεμούρα της νιότης,
+ας μην το ξεχνούμε πως μια και δυο γενεές είναι στο έθνος ό,τι
+μια και δυο &μέρες& στον άνθρωπο. Το έθνος είναι δεν είναι
+&τρεις& μέρες που τον έδειξε τον ηρωισμό του. Τι θάλεγες ενός
+καλού μπεχλιβάνη, αν ξεφάντωνε και δυο τρεις μέρες ύστερ' από
+μια μεγάλη παλαίστρα!
+
+Όχι, Ακρόπολή μου, εγώ δεν απελπίστηκα. Ας έρθουνε μερικά άλλα
+παιδιά σου κι ας σέρνουν τα μαλλιά τους απάνω στα δοξασμένα σου
+τα χαλάσματα. Εγώ με θάρρος και με περηφάνεια θα το φωνάζω πως
+αντίκρυ στον αγήρατο τον Παρθενώνα σου θα στήσουμε μια μέρα και
+μεις το Ναό μας — μπορεί να μην είναι αφιερωμένος στην Αθηνά,
+μπορεί και να μη λέγεται Φειδίας ο χτίστης του. Μέσα στα
+κατάλαμπρα βάθια του θα ψάλλουνται τραγούδια κ' ύμνοι, — μπορεί
+να μην είναι στο ξάμετρο βαλμένοι, μπορεί να μην έχουν και
+νεκραναστημένες λέξες οι στίχοι τους. Ένα πράμα όμως σου το
+τάζω χωρίς δισταγμό, πως θα είναι ρωμαίικα τραγούδια, και
+ρωμαίικα πάει να πη της καρδιάς μας το αίμα.
+
+Θάρχουνται τότες οι Φράγκοι και θαπορούνε βλέποντας τέτοιο
+μεγάλον Ελληνισμό δίχως απαρέμφατα, δίχως ξάμετρα, δίχως
+δοτικές, μα θα τους λέμε και μεις τότες πως άδικο μεγάλο μας
+κάμνουνε να μας παίρνουν κ' εμάς γι' αντίκες, πως αν καθετίς
+ζωντανό στον κόσμο πρέπει ν' αλλάζη, κι αν η αλλαγή του σημαίνη
+πως ζη, καλλίτερη απόδειξη δε χρειάζεται πως το έθνος αυτό που
+ήρθε να δη είναι ταθάνατο το Ελληνικό το έθνος, κι ας το λέμε
+ρωμαίικο.
+
+Και τώρα που ταναπνέψαμε το ψιλό αυτό και το μυρωμένο ταγέρι,
+που συνεφέραμε ύστερ' από την τόση Τούρκικη βόχα, τώρα που
+ξαναμπήκε ζωή στο ξεθυμασμένο το αίμα μας, και μας άνοιξε
+καρδιά και μάτια, τώρα που ξεδιαλύσαμε το μυστήριο που θα μας
+δοξάση πάλι το έθνος, ας κατεβούμε στη χώρα, κι ας αρχίσουμε τη
+δουλειά μας μ' ανοιχτή κι αντρίκια καρδιά, καθώς πρέπει να
+είναι πάσα καρδιά που τέτοιο αγέρι τη θρέφει.
+
+
+
+Β'
+ΣΤΟ ΠΑΛΑΤI
+
+
+
+Εκεί με την άδεια του Βασιλικού νοικοκύρη, εκεί ας περάσουμε τη
+νυχτιά μουσαφίρηδες. Το πρωί σεριανίζουμε και στην άλλη τη
+χώρα.
+
+Εδώ στην Αθήνα, — καθώς κάμαμε και στην Πόλη, — τα χτίρια, τα
+μνημεία, τα σπίτια και τα παλάτια, τα χαραχτηριστικά τους και
+τους ρυθμούς τους, τις ομορφιές τους και τις ασκημιές, όλ'
+αυτά, ταφίνουμε σε μυλόρδους να τα ψιλολογούν και να τα
+ιστορούν. Εμάς, η δουλειά μας αυτή δεν είναι. Μπαίνουμε λοιπόν
+και στο Παλάτι αυτό ξαφνικά, κ' ίσια στο νοικοκύρη. Όχι όμως σα
+σφίγγες. Εδώ από κρύφια και μαγικά τερτίπια ανάγκη δεν έχουμε.
+Εδώ μπαίνουμε σα δυο καλόγνωμοι πατριώτες, που ήρθανε να
+χαιρετήσουν το Βασιλιά τους.
+
+Ας βγάλουμε τα παπούτσια μας στο κατώφλι, να του δείξουμε πως
+ερχούμαστε από Τούρκικα μέρη, ίσως κ' έτσι πιώτερο μας πονέση.
+
+ — Βασιλιά της μεγαλήτερης και της μικρότερης χώρας του κόσμου,
+αν είχες την υπομονή να διαβάσης το τι κάμαμε, τι είπαμε, και
+τι είδαμε με το φίλο μας από δω, βέβαιο τόχω πως θα το
+σφαλνούσες το βιβλίο εκείνο που διαβάζεις, να μας χαρίσης και
+εμάς για μισήν ώρα ταυτί σου. Και θαρρώ πως Σε βλέπω και το
+σφαλνάς.
+
+Ένα πράμα μόνο να Σε ρωτήξω. Πώς τα επιθυμείς τα λίγα μας
+λόγια; Ως είδος ομιλίες, ή ως είδος παραμύθια; Σα να μου λέη η
+Μεγαλειότη σου, καλλίτερα παραμύθια. Καλοκάθισε το λοιπό στο
+Βασιλικό Σου το Θρόνο, κι άφησε έναν ταπεινότατο δούλο Σου να
+Σου δηγηθή δυο ρωμαίικα παραμύθια στη ρωμαίικη τη γλώσσα, που
+ακούγω πως την αγαπάς, τη μιλάς, και τη διαφεντεύεις.
+
+
+
+Γ'
+ΕΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΧΩΡΙΑΤΙΚΑ
+ΝΤΥΜΕΝΟΣ
+
+
+
+Μεγαλειότατε, μια φορά είταν ένας Βασιλιάς εδώ πέρα. Θεός ξέρει
+α δεν είχε και το παλάτι του στημένο στο ίδιο το μέρος που
+στήθηκε αυτό το παλάτι.
+
+Μια μέρ' αυτός ο Βασιλιάς πήγε να κυνηγήση με μερικά παλικάρια
+του. Και κυνηγώντας πήγε, πήγε ως κοντά στη Κόριθο. Ό,τι κάμανε
+να γυρίσουν πίσω με το κυνήγι τους, και να σου ένας τσομπάνης
+έρχεται τρεχάτος κοντά του και τους λέει πως τοιμάζεται να
+ξεκινήση κατά την Αθήνα μεγάλο ασκέρι από το Μωριά, να τους
+κυριέψη τη χώρα. Οι συντρόφοι του Βασιλιά τρομάζουνε, ρίχνουν
+το κυνήγι τους χάμω, και μαζεύουνται γύρω του, να τονε ρωτήξουν
+τι πρέπει να κάμουν. Κι αυτός τους προστάζει να σηκώσουν αμέσως
+το κυνήγι και να το φέρουνε στην Αθήνα, για να κάμουν ένα καλό
+ζιαφέτι πριν πολεμήσουν. Κ' έτσι έγινε. Πάνε στην Αθήνα, ψήνουν
+το κυνήγι, καθίζουνε μέσα στο παλάτι, και το ρίχτουν στο
+φαγοπότι. Και τρώγοντας και πίνοντας λησμονούν του τσομπάνη τα
+λόγια. Ως και τραγουδιστάδες, και χορεύτρες γυρεύανε. Εκεί
+απάνω, να σου κι ανοίγει η πόρτα, του παλατιού, και μπαίνει
+μέσα κόσμος πολύς, και φωνάζουν πως πλάκωσε η Μωραϊτιά, και
+ρίχτουνε σκάλες στους τοίχους τους, να σκαλώσουν και να
+πηδήξουνε μέσα στη χώρα! Τότες πετιούνται απάνω τα παλικάρια
+και γυρεύουν το Βασιλιά. Μα Βασιλιάς πουθενά! Φωνάζουν τη
+Βασίλισσα, λείπει κ' η Βασίλισσα! Φεύγουν τότες και πηγαίνουνε
+στα σπίτια τους να βάλουν τάρματά τους, ακολουθάει κι ο λαός
+από πίσω, να παν κι αυτοί ναρματωθούνε για τον πόλεμο.
+
+Ως τόσο ο Βασιλιάς κ' η Βασίλισσα κατέβηκαν, αν αγαπάς, στο
+κατώγι! Και να κάμουνε τάχα τι; Ο Βασιλιάς να βγάζη τα βασιλικά
+του τα φορέματα, κ' η Βασίλισσα, χλωμή και παραζαλισμένη, να
+του φέρνη μια πρόστυχη φορεσιά παραγυιού, και σε λιγάκι να
+βλέπη τον άντρα της ντυμένο χωριάτικα, σα να μην είταν εκείνος
+που κυβερνούσε όλη την Αττική!
+
+Πήρε στα χέρια του ένα τσικούρι κ' ένα κομμάτι σκοινί, στάθηκε
+μια στιγμή να δη τη Βασίλισσά του, την αγκάλιασε, και κείνη, με
+καρδιά που έτρεμε σαν το μισοζώντανο το ψάρι, σήκωσε το
+μαραμένο της χέρι, και του είπε να πάη στο καλό. Το είχαν
+απόφαση κ' οι δυο τους να κάμουν το θέλημα του Θεού. Έτσι το
+είχε προφητευμένο η μεγάλη η Προφήτισρα στους Δελφούς· πως σαν
+πλακώσουν οι «Δωριείς» στην Αθήνα, απ' όποιο μέρος σκοτωθή ο
+Βασιλιάς, εκείνο το μέρος θα νικήση. Συλλογίστηκε λοιπόν τότες
+ο Βασιλιάς, κ' είπε της γυναίκας του. — Γυναίκα, εδώ άλλον
+τρόπο δεν έχει. Ή πρέπει να σκοτωθώ, ή θα μας κάψουν τη χώρα,
+θα μας σφάξουν τα παλικάρια, θα πάρουν τις κοπέλλες μας
+σκλάβες, ίσως και σένα μαζί. Βάζω λοιπό χωριάτικα ρούχα, καθίζω
+δεμάτι ξύλα στον ώμο μου, σιμώνω τους ξένους, και βρίσκω τρόπο
+να με σκοτώσουνε δίχως να με νοιώσουν ποιος είμαι. Σφίγγει
+τότες την καρδιά της, και λέει η Βασίλισσα· — Άντρα μου, ας
+γείνη το θέλημα του Θεού.
+
+Κ' έτσι την αφίνει ο Βασιλιάς και φεύγει και πηγαίνει κατά τα
+τειχίσματα, και βγαίνει στην εξοχή, και χώνεται σ' ένα χωράφι,
+και κόβει ξύλα, και φορτώνει ένα δεμάτι στον ώμο του, και
+κατεβαίνει ίσια κατά τασκέρι που είταν τώρα σκορπισμένο
+μπροστά, στα τειχίσματα.
+
+ — Ώρα καλή, γέρο! Του φωνάζει ένας παλικαράς Μωραΐτης. Δεν
+μπορείς από δω να περάσης.
+
+Εναντιώνεται ο χωριάτης, ζητάει να περάση, πιάνουνται στα
+λόγια, θυμώνει ο Μωραΐτης, του καταφέρνει μια του χωριάτη, και
+τον αφίνει στον τόπο.
+
+Εκείνη την ώρα έβγαιναν και τα παλικάρια της Άθήνας αρματωμένα,
+να πολεμήσουνε με τους εχτρούς και να γλυτώσουν από τη σκλαβιά
+την πατρίδα τους. Ακόμα δεν παραταχτήκανε ν' αρχίσουν τις
+σαϊτιές, και τι να δουν εκεί μπροστά τους, ξαπλωμένο στο χώμα!
+— Το Βασιλιά τους! Σηκώσανε μεγάλο κακό. Τόσο μεγάλο, που
+μαθεύτηκε αμέσως κι από τάλλο το μέρος, πως σκοτώθηκε ο
+Βασιλιάς της Αθήνας, και βλέποντας οι εχτροί πως βγήκε εναντίο
+τους η προφητεία, το ρίξανε στο φευγιό, πρι να προφτάσουν οι
+Αθηναίοι να τους τινάξουνε μήτε σαϊτιά.
+
+Κ' έτσι γλύτωσε η Αθήνα από την τρομερή τη σκλαβιά, και
+ξαναμπήκανε στη χώρα τους οι Αθηναίοι, και σαν έκαμαν όλες τις
+συνηθισμένες τιμές στο Βασιλικό το λείψανο, μαζευτήκανε σε
+Συνέλεψη, κι αποφασίσανε να μην ξανακάμουν πια Βασιλιά στην
+Αθήνα, γιατί κανένανε δεν μπορούσανε να βρούνε μεγαλόκαρδο σαν
+εκείνον που έχασαν.
+
+Εμένα μου φαίνεται πως είχανε λάθος οι Αθηναίοι, Μεγαλειότατε,
+να το νομίζουν αυτό. Η &Αρετή& που βρέθηκε μέσα στην ψυχή ενός
+Κόδρου, μπορούσε να ξανανθίση και σάλλων Κόδρων ψυχές. Μα αυτό
+τώρα δεν είναι το ζήτημα. Η δουλειά μας τώρα είναι να
+παρακαλούμε το Θεό και να λέμε, — Τέτοιο θάνατο να πεθαίνουν κ'
+οι Βασιλιάδες της αναστημένης αυτής Ρωμιοσύνης. Τέτοια παιδιά
+να μας χαρίσ' η Μεγαλειότη Σου. Αυτός ο ηρωισμός θαρρώ δε θα
+χρειαστή στη δική μας τη γενεά. Ένας Κόδρος δε φυτρώνει έτσι
+εύκολα μέσα σ' ένα λαό που μισοκοιμάται από το πολύ το μεθύσι.
+Μα μπορεί να μας χρησιμέψη σαν ξυπνήση το Έθνος, και γι' αυτό
+Σε θερμοπαρακαλώ να μας φέρης εδώ και το μεγαλητερό Σου το
+γυιό, νακούση και κείνος το δεύτερό μας το παραμύθι.
+
+ — Σα να μας άκουγες κι απ' έξω, χαριτωμένο μου Βασιλόπουλο,
+γιατί βλέπω και χαμογελάς καθώς μπαίνεις. Το ξέρω πως τάμαθες
+όλ' αυτά που λέγαμε από τους δασκάλους. Μα τώρα δεν είναι ξερά
+μαθήματα. Είναι ζωντανά παραμύθια τώρα. Ο Πατέρας σου, κι αν
+ήρθε στον τόπο μας απ' άλλην πατρίδα, βάλθηκε όμως να γίνη
+Ρωμιός, και τόσο καλά το κατάφερε, που στο πείσμα χιλίων
+δασκάλων καταντάει να τα νοστιμεύεται τα ρωμαίικά μας
+παραμύθια. Η Υψηλότη Σου όμως, μήτε ξένος δεν είσαι. Είσαι ο
+πρωτογέννητος σ' αυτό το παλάτι. Ως και τόνομά σου τέτοια
+παραμύθια γυρεύει.
+
+Σα σε βαφτίσανε, χρόνια τώρα, είπα, καλό σημάδι. Το Βυζάντιο
+είχε μια δοξασμένη αρχή κ' ένα δοξασμένο τέλος. Με τέτοιο
+όνομα, ποιος το ξέρει α δε θα ξαναρχίσουμε καινούρια ζωή. Κι
+αυτά λέγοντας, θυμήθηκα την ιστορία του Παναγή Καλογιάννη. Αυτή
+την ιστορία έρχουμαι τώρα να σας δηγηθώ, με τον ορισμό σας.
+
+
+
+Δ'
+Ο ΠΑΝΑΓΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
+
+
+
+Ο Παναγής Καλογιάννης είταν καλός δουλευτής στον Αγώνα. Του
+κάκου ζήτησα τόνομά του στην Ιστορία. Πουθενά δεν το διάβασα.
+
+Είταν ανιψιός ενός Ηγουμένου ο Παναγής. Και σ' αυτόν τον
+Ηγούμενο χρωστά τη μεγαλήτερή του την παραξενιά, που στάθηκε,
+καθώς θα δούμε κατόπι, κ' η μεγαλήτερη αρετή του. Η παραξενιά
+του είταν που ένα πράμα είχε παντού και πάντα στο νου του, κι
+άλλο δεν έλεγε παρ' αυτό: «Θα μας ξαναφυτρώση πάλι ο
+Κωσταντίνος» ώσπου κατάντησε να τονε βλέπη ο κόσμος, και να του
+φωνάζη, «θα μας φυτρώση ο Κωσταντίνος».
+
+Πρέπει να είταν ως δώδεκα χρονών ορφανό ο Παναγής όταν τον πήρε
+ο θειος του στο μοναστήρι να τον προκόψη. Ο πάτερ Παΐσιος είταν
+καθώς είπαμε Ηγούμενος, μα ήξερε κι από κόσμο. Έκαμε στη Ρουσία
+σαν είτανε νέος. Κατόπι ταξίδευε και σ' άλλα μέρη και ψάρευε
+«Φίλους». Τώρα με την ποδάγρα του σύχαζε ο γέρος στο μοναστήρι,
+κι ό,τι έβγαινε από το χέρι του τόκαμνε, πότε με γραφές, πότε
+με τα λόγια. Και σαν καλοκάθιζε το βράδυ στο μιντεράκι του,
+έπαιρνε σιμά του τον Παναγή και του δηγούνταν την ιστορία μας.
+Δεν του άφινε μήτε Πελοπίδα, μήτε Τιμολέοντα. Τάκουγε ο μικρός
+όλ' αυτά και τάκαμνε πολύ χάζι. Από την αρχαιότητα ο Ηγούμενος
+ήρθε σιγά σιγά στο Βυζάντιο, και μια βραδιά του διηγήθηκε και
+το χαλασμό της Πόλης — την Άλωση. Και σαν του τα ιστόρησε όλα,
+του λέει:
+
+«Θυμάσαι, παιδί μου, τις Ελληνικές εκείνες παλικαριές που σου
+ιστορούσα πέρσι; Βραδιές και βραδιές πέρασαν από τότες, και δεν
+μπορέσαμε να ξαναβρούμε ένα Κόδρο, ένα Λεωνίδα. Πού και πού θα
+πης πιάναμε κανέν' αγρίμι, μα πού τα φοβερά εκείνα τα λιοντάρια
+της παλιάς εποχής! Θάλεγες πως πάει, ξεθύμανε πια το Ελληνικό
+το αίμα! Κι' άξαφνα, στα 1453, τις εικοσιενιά του Μάη, μέρα
+τρίτη, πρωί πρωί, να σου πεταχθή, λέει, στη μέση ένας ήρωας,
+και με σκουριασμένο σπαθί στο χέρι να σου στρώνη τους
+Γενιτσάρους καθώς χυνόντανε σα δράκοι από μια πόρτα μέσα στην
+κακομοιριασμένη την Πόλη! Κ' ύστερα, λέει, να πέση κι αυτός από
+πάνω τους, αποφασισμένος σαν το Λεωνίδα, αγνώριστος σαν τον
+Κόδρο! Τι σου λέει αυτό το πράμα, παιδί μου! Και τι άλλο μπορεί
+να σου πη παρά πως είναι φτάψυχο το ρωμαίικο, και σταλαματιά
+μοναχή να του μείνη, πάλι μεγαλώνει, και γίνεται απέραντη
+λίμνη, και πλημμυρίζει τον τόπο του. Κι ανίσως κ' είτανε γραφτό
+μας να φανή και να λάμψη τέτοιο αθάνατο χάρισμα μερικά χρόνια
+πρι να στήση ο Ουρβανός το κανόνι του έξω από τους τοίχους της
+Πόλης, δε θα πρόφταινε μήτε να ραγίση το κανόνι εκείνο, μόνο θα
+γινότανε μια και καλή θρούβαλα μαζί με το κεφάλι του Μωχαμέτη.
+Μας ήρθε όμως αργά το μεγάλο το χάρισμα. Αργά ξανάρθε ο
+ελληνικός ο ηρωισμός, παιδί μου, κ' έπεσε και χάθηκε μέσα
+σταπέραντο εκείνο το αίμα».
+
+Και λέγοντας αυτά δάκριζε ο Παΐσιος. Ο μικρός τότε τον κοίταζε
+κατάματα και σώπαινε.
+
+Και σαν τον κοίταξε καλά καλά, πετιέται άξαφνα και του λέει·
+
+ — Έννοια σου, θειέ μου, και θα φυτρώση πάλι ο Κωσταντίνος.
+
+Εδώ τελειώνει το πρώτο το κεφάλαιο του παραμυθιού. Και τώρα, αν
+είναι ορισμός σας, ερχούμαστε στο δεύτερο το κεφάλαιο.
+
+Έξη χρόνι' αργότερα, τον έβλεπες τον Παναγή παλικάρι και
+ταξίδευε από χωριό σε χωριό με μια γολετίτσα. Ο γέρο Παΐσιος,
+ένα χρόνο πριν αποθάνη, τον είχε κάμει σύντροφο με κάποιο
+Καπετάν Βάγλη, και φόρτωναν πραμάτεια στόνα νησί έπειτα
+πηγαίνανε στάλλο και την πουλούσανε. Μα ο νους του Παναγή όλο
+στην &Πόλη& ταξίδευε. Η χαρά του είτανε να καθίζη με τους
+ναύτες και να τους δηγάται το τέλος του Κωσταντίνου. Κ' ύστερα
+ύστερα τους έλεγε και την προφητεία του, πως θα ξαναφυτρώση ο
+Κωσταντίνος.
+
+Σ' ένα απ' αυτά τα ταξίδια, έτυχε να είναι μαζί του κ' ένας από
+τα Ψαρά, — Καραθανάση τον έλεγαν. Και δεν είτανε ναύτης, είταν
+ταξιδιώτης από τη Σάμο για τα Ψαρά. Ίσια ίσια ό,τι άρχιζε ν'
+ανεβαίνη ο καπνός της εφτάχρονης εκείνης φωτιάς.
+
+Σαν τον άκουσε λοιπόν κι ο Καραθανάσης τον Παναγή, αντίς να
+γελάση κι αυτός σαν τους άλλους, τον παίρνει σιμά του, και, —
+Μωρέ Παναγή, του λέει, έρχεσαι να κάμουμε μια δουλειά; Να
+χωρίσης από τον Καπετάν Βάγλη, και νάρθης μαζί μου. Και γω την
+ίδια τη δουλειά κάνω. Μα τώρα τη γολέττα μου την έχω ναυλωμένη
+στους ζευγάδες.
+
+ — Ποιους ζευγάδες; ρωτάει ο Παναγής σαστισμένος.
+
+ — Αυτούς που θα τονε σπείρουν τον Κωσταντίνο σου, μωρέ κούκκο!
+Έτσι μονάχα φυτρώνουνε Βασιλόπουλα δίχως να σπείρης αίμα;
+
+Άνοιξε τότες ο ουρανός και του έδειξε την αλήθεια του Παναγή
+Καλογιάννη. Χρόνια το προφήτευε πως θα φυτρώση ο Κωσταντίνος,
+μα παρέκει ο νους του δεν πήγαινε.
+
+ — Καλά, έρχουμαι, του λέει.
+
+Ήρθανε στα Ψαρά, χώρισε ο Παναγής από τον Καπετάν Βάγλη, και
+συντροφεύει με τον Καραθανάση.
+
+Ο Καραθανάσης είχε δυο αγαπημένα πράματα στον κόσμο. Την
+πατρίδα του, και την κόρη του. Σκοπός του είτανε ν' αρραβωνιάση
+τον Παναγή και με τις δυο, κι αυτό έκαμε.
+
+Στην αρχή φαίνεται πως ο Παναγής από τις δυο τις
+αρραβωνιαστικές πιώτερο αγάπησε τη Μαριώ, νόστιμη Ψαριανούλα.
+Και γύρευε κιόλας και παντρειά.
+
+ — Όχι ακόμα, του έλεγε ο γέρος. Να πάρουμε πρώτα τη γολέττα να
+τη δουλέψουμε απατοί μας, κ' ύστερα με το καλό γυρίζουμε στα
+λεύτερα τα Ψαρά. Η λευτεριά δε θ' αργήση. Ξέχασες τι τους
+κάμαμε τις προάλλες στην Ερεσσό;
+
+Έμεινε λοιπόν η Μαριώ με τη γριά της, και σύρανε οι δυο οι
+καπιτανέοι με τη γολέττα στο πέλαγο.
+
+Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, εδώ τελειώνει το δεύτερο, και τώρα
+μπαίνουμε στο τρίτο το κεφάλαιο του παραμυθιού. Ελπίζω πως δε
+βαρεθήκατε, γιατί, πού να ξανάρθουμε πια να ταποτελειώσουμε!
+Μια και μας μυριστούν οι δάσκαλοι, τρύπα δε θα μας αφήσουν
+ανοιχτή να ξαναμπούμε.
+
+Δώδεκα μήνες δούλευε η γολέττα στο πέλαγο, και
+πηγαινοέρχουνταν, πότε με μπαρούτι, πότε με προβιζιά. Όπου
+αρμένιζε η αρμάδα, τριγύριζε κ' η «Ψαριανή» — έτσι τη βάφτισαν.
+Και σαν άραζε και ξεφόρτωνε, αφορμή ζητούσε ο Παναγής ν' ανέβη
+σε κανένα πολεμικό, να μαζεύη τα παλικάρια κοντά του, και να
+τους δηγάται τις ιστορίες του.
+
+ — «Τον έχουμε, τον έχουμε πια τώρα στο χέρι τον Κωσταντάκη»
+τους φώναζε μια μέρα κάπου κοντά στα Ψαρά, τότες που γύριζε ο
+Κανάρης από τη Χίο. «Αυτός ο Κωσταντάκης θα μας φέρη τον
+άλλονα».
+
+Κ' οι ναύτες τονε σηκώνανε στον ώμο τους από τη χαρά.
+
+Αυτή την εποχή κατέβηκαν κι άραζαν στο δοξασμένο νησί τους,
+ύστερ' από δώδεκα μήνες δουλειά. Ο Παναγής τώρα τόλπιζε πως θα
+τον αφήση ο Καραθανάσης να παντρευτή, και του φανέρωσε πάλι μια
+μέρα τη λαχτάρα του.
+
+ — Θα μου πης πως τον έχουμε πια τώρα τον Κωσταντάκη, του λέει
+ο Καραθανάσης, μ' ας κάμουμε άλλο ένα ταξίδι, και βλέπουμε.
+
+Πηγαίνει τότες ο Παναγής στη γριά την πεθερά του, και της λέει·
+
+ — Κατάλαβα· ο γέρος θέλει να με ψήση στη φωτιά πρώτα. Φιλώ
+λοιπόν το χέρι σου, και μισεύω.
+
+Ήθελε να πη δυο λόγια και της καλής του, μα πού ναποκοτήση!
+Τους καιρούς εκείνους η αγάπη δεν είχε μήτε λόγια, μήτε φιλιά.
+Το πολύ καμιά κρυφή ματιά.
+
+Αποβραδίς έγειναν αυτές οι κουβέντες. Και σαν ξημέρωσε, βλέπει
+ο Καραθανάσης τον Παναγή για ταξίδι.
+
+ — Ώρα καλή; του κάνει.
+
+ — Αυτή τη φορά θα πας μοναχός σου με τη γολέττα, του
+αποκρίνεται. Εγώ πηγαίνω με τον Κανάρη.
+
+ — Μωρέ μίλα καλά, του φωνάζει ο γέρος· στη φωτιά μέσα θα πας
+να πέσης;
+
+ — Τι να σου πω, πατέρα μου, τη Μαριώ δε μ' αφίνεις να την πάρω
+ακόμα, άφησέ με να παντρευτώ τη φωτιά.
+
+Και ξεκίνησε με τα παιδιά του Κανάρη, ντύθηκε τούρκικα σαν
+εκείνους, και τραβήξανε για την Τένεδο.
+
+Σα γύρισε από το ταξίδι εκείνο, είτανε λυσσασμένος από τη χαρά
+του. Δε χόρταινε να το δηγάται το ξακουστό εκείνο τερτίπι· πώς
+τους περίμενε μ' ανοιχτές αγκάλες ο Καπετάν Πασάς, θαρρώντας
+τους για δικούς του, πώς τους κατάλαβε άμα πήρε φωτιά ένα
+δίκροτο και σε λιγάκι τινάχτηκε, και με πόση πρεμούρα έκοβε τις
+αλυσσίδες να φύγη κατά την Πόλη. Κ' είχε δεν είχε, το γύριζε
+πάλι στον Κωσταντίνο.
+
+Σαν το θεριό που μια κι απογευτή ανθρώπινο αίμα, παίρνει τα
+βουνά και τα δάση να ξαναβρή τέτοιο θύμα, έτσι γύριζε τώρα κι ο
+Παναγής μέσα στη θάλασσα. Κανένας δεν τον ήξερε πού βρισκότανε.
+Παντού ξεφύτρωνε, παντού πολεμούσε. Δεκατέσσερεις μήνες τον
+είχανε για χαμένο, κι ο πεθερός του, κι όλο το σπιτικό.
+
+Μια βραδιά, — είταν η παραμονή της πρωτοχρονιάς του
+εικοσιτέσσαρα, — να σου και φανερώνεται μπροστά τους σα νεκρός
+σηκωμένος από τον τάφο. Κεφάλι δεμένο, τόνα του χέρι
+ακκουμπησμένο σε θελειά κρεμασμένη από το λαιμό του, κι όψη,
+φλουρί! Τον είχε φερμένο Μοσκοννησιώτικο πέραμα. Τονε βρήκανε
+σε κάποια έρμη ακρογιαλιά της Ανατολής μισαπεθαμμένο. Τον
+αφήκαν εκεί οι συντρόφοι του για νεκρό, και δεν προφτάξανε μήτε
+να τονε θάψουνε, για την καλή του την τύχη.
+
+ — Τώρα πια που κατάντησα τέτοιο σκιάχτρο, πού με παίρνετε σεις
+γαμπρό! Τους λέει με τρομαχτικό χαμογέλοιο, καθώς στεκότανε με
+τρεμουλιαστά πόδια. Λάτε, στρώστε μου να πλαγιάσω, και να σας
+ευκηθώ την καλή χρονιά! Εγώ ξημερώνουμαι δεν ξημερώνουμαι.
+Τρεις μέρες στη βάρκα, και το αίμα να τρέχη, κι όλο να τρέχη!
+Απέραντη αράδα σταλαματιές, από τα Μοσκοννήσια ως τα Ψαρά! Αχ,
+και να μπορούσε να τηνε δη αυτή την κόκκινη την αράδα ο
+Κωσταντίνος, όταν ταξιδεύη καμιά μέρα στο πέλαγό του!
+
+Και πλάγιασε ο Παναγής Καλογιάννης, κι έπεσε σε μεγάλο βύθο, κι
+άρχισε να παραλαλή. Όλη τη νύχτα είτανε στο πόδι οι δικοί του.
+Ώρες ώρες ερχότανε στα συλλογικά του, και γύριζε κ' έβλεπε μια
+τη Μαριώ και μια τον πατέρα της, σα να τονε ρωτούσε αν έπρεπε
+να τη βλέπη με τέτοια χάλια.
+
+Σαν ξημέρωσε, άρχισε ο Παναγής να συνεφέρνη λιγάκι. Στέλλει
+τότες ο Καραθανάσης και φωνάζει τον Παπά. Έρχεται ο Παπάς,
+κοιτάζει τον άρρωστο, και τοιμάζει τη Μετάληψη.
+
+ — Απάνω στη Βλόγηση, Παπά μου, κάνει ο γέρος, του δίνεις και
+τη Μετάληψη. Καιρό να χάνουμε δεν έχουμε.
+
+Γυρίζει ο Παπάς και τονε βλέπει το γέρο ξερός.
+
+ — Πάντρευέ τους, σου λέω, Παπά μου, και γλήγορα γλήγορα.
+
+Βάζει λοιπόν το πετραχήλι του ο Παπάς, και τους στεφανώνει.
+
+Από κείνη την ώρα άρχισε και καλλιτέρευε ο σακατεμένος ο
+Παναγής.
+
+Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, άλλο ένα κεφάλαιο, και
+τελειώνουμε.
+
+Έξη μήνες έκαμε ο Παναγής να πάρη απάνω του. Είτανε μια
+καλοκαιρινή πρωινή, εικοσιμιά του Θεριστή, και μπόρεσε πρώτη
+φορά να βγη ως το κατώφλι με τη Μαριώ, και να καθίση να δη τον
+ήλιο που έβγαινε. Ο γέρος έλειπε αποβραδίς στο Παλιόκαστρο,
+μαζί μάλλους πολλούς. Η γριά συγύριζε μέσα, και το νιόπαντρο
+ζευγάρι έκαμνε κουβέντα με τους γειτόνους. Άξαφνα ακούγουνται
+απανωτές κανονιές από τη θάλασσα. Είταν τα καράβια του Χοσρέφη,
+και καλημέριζαν τα Ψαρά την αξέχαστη εκείνη αυγή.
+
+Όλοι τους σηκωθήκανε στο ποδάρι, έξω από τον καημένο τον
+Παναγή· πετιούνταν από παντού να δουν τι τρέχει. Δεν περνάει
+πολλή ώρα και βλέπουν τούρκικες σημαίες απάνω στα βουναράκια,
+κατά το Φτελιά. Αυτό τους άνοιξε τα μάτια τους δόλιους τους
+Ψαριανούς.
+
+Σαν κοπάδι ξεκίνησαν κατά τη θάλασσα να γλυτώσουν. Και μέσα στο
+τρομασμένο εκείνο το κοπάδι έβλεπες και τη δύστυχη τη Μαριώ με
+τον Παναγή της στον ώμο, κ' η μάννα κατόπι. Του κάκου κοιτάζουν
+από παντού να δουν και το γέρο. Ο γέρος, εκεί που είταν, δεν
+μπορούσε να βγη.
+
+Πλάκωνε η Τουρκαρβανιτιά από τα καράβια του Χοσρέφη, πλάκωνε,
+και σα θεριά τους κυνηγούσαν τους Ψαριανούς. Κανένας δεν
+καλογροικούσε πούθε ξεφύτρωσαν τόσοι Γενίτσαροι. Ακόμα λίγη
+ώρα, και ζύγωναν, και τους έπιαναν όλους τους κακόμοιρους τους
+νησιώτες.
+
+ — Τράβα κατά το γιαλό, φωνάζει ο Παναγής. Ίσια στο γιαλό! Έτσι
+μπορεί να τσακώσουμε καμιά βάρκα.
+
+Κατεβήκανε στο γιαλό. Πατείς με πατώ σε όπου τύχαινε βάρκα.
+Ανέβαιναν ως τα μεσούρανα οι φωνές.
+
+ — Μωρ' αυτή η δουλειά δε θα βγη πέρα έτσι, λέει της Μαριώς ο
+Παναγής. Βάλε μένα κάτω, και τρέχα συ με τη μάννα, και μη
+φοβάσαι. Πρώτη φορά δεν είναι που εγώ βρέθηκα μες στα νύχια
+τους. Βάλε με κάτω, σου λέω· ακούς; μ' αφίνεις κάτω, ή σου
+σφίγγω το λαιμό και σε πνίγω.
+
+ — Πνίξε με, να γλυτώσης· μουρμουρίζ' η Μαριώ.
+
+ — Τρέχα λοιπόν, ίσια στη θάλασσα. Βάρκα δεν έμεινε, έφυγαν
+όλες και πάνε. Ίσια στο γιαλό, και μας πιάσανε. Σκλάβα θα σε
+πάρουν, καημένη, κι αλλοίμονό σου! Στο γιαλό, στο γιαλό, κι ο
+Θεός μαζί μας! Έτσι, γεια σου, στα βαθιά τα νερά. Στάσου μια
+στιγμή. Το &Κωσταντινάτο& σου! Πού είναι το &Κωσταντινάτο& σου;
+Στα χέρια μου, στα χέρια μου βάλτο. Όχι, φίλησέ το πρώτα. Δος
+μου το τώρα και μένα να το φιλήσω. Η μάννα! Πού να είναι η
+μάννα! Αχ, την πρόφταξαν την ταλαίπωρη! Βλέπε βλέπε πίσωθέ της
+να βρη το γέρο, την έπιασαν τα σκυλιά! Δε θα της χαρίσουν τη
+ζωή της κακόμοιρης! Έννοια σου, μαννούλα, κι ερχούμαστε, μη
+λυπάσαι. Βούτηξε τώρα, Μαριώ μου, αγάπη μου! Βούτηξε και μας
+σημαδεύουν. Έμπα και συ, χρυσό μου Κωσταντινάτο, και κρύψου στη
+θάλασσα. Η ώρα σου δεν ήρθε ακόμα. Μα θάρθη θάρθη η ώρα σου...
+
+Και πνίγηκε η φωνή του μέσα στα κύματα.
+
+Δεν άργησε κι ο γέρος να τους ακολουθήση απ' άλλο, πιο μαύρο
+δρόμο. Πέρασε με χίλιους συντρόφους του από φλόγα κι από καπνό,
+και πετάχτηκε στ' αψηλά, να βρη τη λευτεριά που η γης του
+αρνήθηκε.
+
+Βασιλιά μου και Βασιλόπουλο, να με συμπαθήστε που σας κράτησα
+τόσην ώρα. Δεν το είχα σκοπό να το κάμω τόσο μεγάλο το παραμύθι
+μου. Μα μπορούσε να είναι και μεγαλήτερο. Μπορούσε να είναι και
+παραμύθι που να δηγάται τετρακόσω χρόνων όνειρα, ελπίδες,
+πίκρες και βάσανα. Μπορούσε νάχη ήρωά του όλη τη Ρωμιοσύνη, και
+σκηνή την απέραντη τη χώρα που αντιλάληξαν τέτοιες λαχτάρες και
+στεναγμοί.
+
+Είναι γραμμένο αυτό το θλιβερό παραμύθι σε κάθε ρωμαίικη καρδιά
+μ' αίμα και με φωτιά. Μα κανένας δεν μπόρεσε να μας το βάλη
+ακόμα σε λόγια, και να φανερώση πόνους που κρύβουνται μέσα στα
+σωθικά μας.
+
+Και τώρ' ας προφητέψω και γω με τον Παναγή Καλογιάννη πως θα
+μας έρθη Εκείνος που θα το καταστρώση το μεγάλο και το λαμπρό
+αυτό παραμύθι, απαράλλαχτα καθώς μας ήρθε κι' ο Κωσταντίνος. Θα
+κατέβη αυτό τουράνιο το πουλί και θα μας κελαϊδήση, όταν έχει ο
+τόπος αγέρι, ήλιο και πρασινάδα.
+
+Μα τα μεγάλα αυτά τα καλά, θάρθουνε μοναχά τους; Θα τα φέρη το
+Βασιλόπουλό μας; κανένας άλλος απόγονός του; Το Έθνος; Οι
+Φράγκοι; Τίποτις απ' αυτά. Θα τα φέρη η &Αρετή&, η παλικαριά, η
+αθάνατη η Θεά που κατέβηκε χίλιες φορές και μας τη γλύτωσε την
+πολυπαθιασμένη τη Ρωμιοσύνη.
+
+
+
+Ε'
+ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
+
+
+
+Βαριά σα να κοιμηθήκαμε στο Παλάτι, ύστερ' από κείνη την
+κουβέντα με το Βασιλιά και με το Βασιλόπουλο. Ο ήλιος χρυσώνει
+τον Υμηττό. Καλά που δε μείναμε κι αργότερα. Θα γέμιζε το
+Παλάτι oυρές, και ξεκολλημό δε θα είχαμε. Μακριά από ουρές,
+φίλε μου. Στα κεφάλια να τρέχουμε. Από το κεφάλι καταλαβαίνεις
+και την ουρά. Και κει που το λέμε, ορίστ' ένα κεφάλι· μεγάλο ή
+μικρό δεν πειράζει. Πηγαίνει να διδάξη τη νεκραναστημένη τη
+γραμματική του. Του αξίζει μια καλημέρα. Πάμε κατόπι του. Τι;
+Το βαρέθηκες το γλωσσικό το ζήτημα; Σου το τάζω πως δε θαρχίσω
+λογομαχίες μαζί του. Δυο λόγια μονάχα. Δεν ταιριάζει να μην του
+πούμε δυο λόγια. Αν το πάρη απάνω του, που τονε βάζουμε ύστερ'
+από το Βασιλιά και το Βασιλόπουλο, δε θάχη άδικο και σ' αυτό.
+Κοίταξε τα όλ' αυτά τα παλικάρια που κοπαδιαστά τρέχουνε και
+μαζεύουνται μέσα στο μεγαλονόματο το Σκολειό του. Όλα μαζί του
+είναι. Όλα στη σημαία του γύρω ν' αποθάνουν είν' έτοιμοι. Κ' οι
+γονιοί τους, και το συγγενολόγι τους μαζί του θα είταν, αν είχε
+τρόπο να τους βάλη και κείνους τα δυο πόδια στ' αττικό του
+παπούτσι.
+
+«Χαίρε, ω πάντων Ελλήνων γραμματικώτατε, και επίτρεψόν μοι ίνα
+εις το καθημαξευμένον σοι λαλήσω ιδίωμα. Της πονηράς γαρ
+τυγχάνω σχολής ων».
+
+Ήρθαμε μια στιγμή κοντά σου, όχι να σ' ακούσουμε, γιατί
+βιάζεται ο φίλος μας απ' εδώ, μόνο να σου πούμε δυο λόγια, εδώ
+στην πόρτα. Ας περιμένουνε λιγάκι οι φοιτητάδες. Δυο τρεις
+δοτικές απάνω, δυο τρεις κάτω, τι πειράζει! Χιλιάδες τις
+έχουνε. Εμείς όμως οι δυο καθημέρα δε σέχουμε. Κ' είναι ανάγκη,
+θαρρώ, να σε δούμε και να τα πούμε, όχι και τόσο για χάρη της
+αγαπημένης σου της γραμματικής, όσο για χάρη της αγαπημένης μας
+της πατρίδας.
+
+Και πρώτο, σε θερμοπαρακαλούμε να πης των παλικαριώ σου να μην
+τρέχουν κ' έρχουνται δα σαν τρελλοί στην αττική σου παράδοση
+πρι να κάμουνε κ' ένα καλό αρχαίο αττικό λουτρό. Μήτε να
+βγαίνουν από τα σπίτια τους δίχως μανδύα· μόνο να τα
+μισοσκεπάζουν τα φράγκικά τους. Ας μην πολυτρώνε και κουλούρια
+και τρίγωνα, μόνο και κυάμους και σύκα. Έπειτα όταν έρχουνται
+και χύνουνται σα μελίσσια και μαζεύουν από τανθηρό σου το στόμα
+το μέλι της «Αττικής φωνής», ας ξεκινούν ίσια κατά την «Αγορά»
+κι από κει στην «Ακαδημία». Και σα ρωτούν και μαθαίνουν αν
+«λέγεται τι καινόν» κι ακούσουν και τις μαριολιές κανενός
+«Σοφιστή», ας βγαίνουνε στο μεϊντάνι, ας ξεγυμνώνουνται, ας
+λαδώνουνται κι ας δοκιμάζουν τη δύναμή τους. Και σα γυρίζουν
+πάλι στα σπίτια τους και κρεμάζουν τα καπέλλα τους στο καρφί,
+ας στεφανώνουνται σα γαμπροί, κι ας &πλαγιάζουνε& στα συμπόσιά
+τους, μ' αυλητρίδες και με χορεύτρες αντίκρυ τους. Πες τους να
+μη λησμονούνε να στέλνουνε και κανένα πινάκι φαεί της «Θεού».
+
+Κ' ύστερ' απ' όλ' αυτά, μπορείς, θαρρώ, να τους προσθέσης πως
+κι αυτά να κάμουν, και χίλια τέτοια, πάλι δε θ' αρμενίζουνε
+πλάγι πλάγι με την Αττική τη «φωνή», πως με τέτοια καύκαλα μήτε
+μπρος μήτε πίσω δεν πάμε. Πως εκείνοι που πολεμούσανε για τα
+μας, και γλύτωναν τον τόπο από τη μια τη σκλαβιά, δεν τη
+λογάριαζαν οι δύστυχοι αυτή την άλλη τη σκλαβιά του
+δασκαλισμού. Πες τους πως ο δρόμος που ανοίξανε με το σπαθί
+τους έβλεπε κατά τα μπρος, και όχι καταπίσω. Στην αληθινή την
+πρόοδο, όχι στη ψεύτικη τη μίμηση. Πες τους, πως για να σιάξη
+αυτός ο δρόμος που είνε τώρα πέτρες κι αγκάθια σπαρμένος,
+χρειάζεται δουλειά και ζωή, όχι ψευτοπερηφάνειες κι ανώμαλα
+ρήματα. Πες τα όλα, καθηγητή μου, με το καλό, καθώς σου τα
+λέγω. Πες τους πως οι παλικαράδες που τραγουδούσαν ως προχτές
+πως γέρασαν κλέφτες σαράντα χρόνων, αυτοί μέσα στο δικαστήριο
+της Ιστορίας μια πιθαμή χαμηλότερα δε θα σταθούν από τους
+ηρώους του Ομήρου. Πως κι ο Όμηρος έτσι κλέφτικα τα
+τραγουδούσε· πως και τη ρωμαίικη τη γλώσσα θα βρεθούνε μια μέρα
+Δάσκαλοι να τη σπουδάζουνε, γιατί θα μιλούμε τότες άλλη λογής
+«Ελληνική» γλώσσα· ναι, Ελληνική πάντα, μα άλλη λογής. Εξόν αν
+πλακώσουνε και μας φαν οι γειτόνοι μας. Πες τους πως &ταληθινό&
+το γλωσσικό το ζήτημα είναι όχι ρωμαίικα ή αττικά, μόνο
+ρωμαίικα ή βουλγάρικα, τούρκικα, ή αρβανίτικα· και πως μια και
+μοναχή γιατρειά έχει αυτό το γλωσσικό το ζήτημα: Τη γιατρειά
+της αρετής, της παλικαριάς, της λησμονησιάς του «Εγώ».
+
+Ας τον αφήσουμε να τραβήξη μέσα τώρα. Μα θα τους τα πη άραγες;
+
+
+
+ΣΤ'
+ΚΑΙ ΛΙΓΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΦΕ
+
+
+
+Αν μπαίναμε μαζί του, θα πεθαίναμε από πείνα διπλή. Κ' ίσως η
+ψυχική θα είταν η μεγαλήτερη. Ας τα πούμε πάλι πίνοντας τον
+καφέ μας απ' έξω απ' αυτό τ' Αττικό ζαχαράδικο.
+
+. . . Είναι τώρα ως εκατό χρόνια που τραβάει ο δασκαλισμός από
+τη μια, κ' η αλήθεια από την άλλη. Κι αν είτανε μονάχα να
+διδάσκεται ο δασκαλισμός στα Σκολειά, το σκοινί θάσπανε τώρα
+και πολύν καιρό. Μα για την κακή του τη μοίρα το Έθνος, ό,τι
+έβαλε κάτω το καριοφύλλι, δεν είχε χέρια για πέννα! Και μήτε
+διάθεση δεν είχε να σπάνη το κεφάλι του με γραψίματα και
+διαβάσματα· μόνο από τη βιάση του να το ρίξη στην ακαμωσιά και
+στο γλέντι, αφήκε σε χέρια δασκάλων το ιερώτερο πράμα ύστερ'
+από τη θρησκεία, — τη φιλολογία του. Ποίημα έβλεπες; Δάσκαλος ή
+δασκαλοπαίδι το είχε γραμμένο. Κι αν δεν τόγραφε δάσκαλος,
+εκείνος τόκρινε, το στεφάνωνε ή ταφόριζε. Ιστορία; Δάσκαλος, ή
+δασκάλου κοπέλλι κι αυτή. Παραμύθι ή δράμα; Πάλι αυτός μας το
+σκάρωνε και το δράμα και το παραμύθι. &Ένας& τους μονάχα έτυχε
+νάχη μέσα του ρωμιοσύνη και τέχνη αληθινή, και πήγανε να τονε
+φάνε. Άρον μάρον τον ξορίσανε στο νησί του. Όλο το Έθνος στον
+ώμο τους το πήραν. Το πνίξανε μέσα στην καταχνιά τους ό,τι
+άρχισε νανεσαίνη. Ό τι γεννοβολούσε η πέννα τους, μέσα στη
+γραμματική τους είτανε βουτημένο, σαν μες στο κερί κομμάτι
+φιτίλι, κι αυτό δανεικό. Και τι μπορούσανε νάχουνε δικό τους!
+Αφού άλλο δε συλλογιούνταν παρά το τι είπε το δείνα μεγάλο
+κεφάλι, και το τι έγραψε το τάδε, πού καιρός να καθίση και να
+ρωτήξη και το δικό του το κεφαλάκι ο δάσκαλος, ίσως μαθέ του πη
+κι αυτό κατιτίς!
+
+Καθίσανε λοιπόν οι φίλοι στην Έδρα τους, και θέσπισαν: Πως το
+μέτρο πρέπει να είναι έτσι, η «λύσις» έτσι, η «κάθαρσις» έτσι.
+Φυσικά τους νόμους αυτούς τους έστρωναν για την Ποίηση. Γιατί
+το Έθνος είτανε νέο, κι άρχιζε ποίηση να τους γυρεύη. Άξαφνα,
+εκεί που από τη μια την πλευρά της Ρωμιοσύνης ο δασκαλισμός
+μετάφραζε το Ρακίνα, ή έκλεβε το Βερανζέρο, πετιέται από την
+άλλη ως τα μεσούρανα ένα μετέωρο και γεμίζει τον κόσμο ουράνιες
+φλόγες. Μια ψυχή θεία και λεύτερη, που με τον πρώτο της αθάνατο
+στίχο γκρέμισε όλο τον πύργο που πολεμούσαν οι δύστυχοι εκείνοι
+μανιακοί να μας χτίσουν από μουχλιασμένες περγαμηνές. Μια ψυχή,
+που έννοιωσε μονομιάς όλη την καρδιά της ταλαίπωρης Ρωμιοσύνης,
+και την τραγούδησε με τρόπο που έμεινε η Ρωμιοσύνη μαγεμένη κ'
+εκστατική.
+
+ «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
+ Περπατώντας η δόξα μονάχη,
+ Μελετά τα λαμπρά παλικάρια
+ Και στην κόμη στεφάνι φορεί,
+ Γενομένο απ' ολίγα χορτάρια
+ Που είχαν μείνει στην έρημη γη»,
+
+Είπε η ψυχή εκείνη, κι ανατρίχιασε όλο το Έθνος από συγκίνηση.
+Πήγε να χαλάση ο κόσμος. Φώναζαν οι δάσκαλοι, φώναζε ο
+φραγκοκλέφτης ο Σούτσος. Το Έθνος τη δουλειά του. Άλλο δεν
+τραγουδούσε παρά τα θεία λόγια του Σολωμού· γιατί την καρδιά
+του καθρέφτιζαν.
+
+Πετιέται κατόπι άλλος, ύστερ' άλλος. Ο λαός τους ανέβασε όλους
+στα ύψη του Παρνασσού, γιατί ο λαός, όσο αλυσοδεμένο κι αν τον
+κρατούσαν οι δεύτεροι τύραννοί του, αποθαμμένος δεν είταν, και
+γύρευε ποίηση ζωντανή. Από δω είχαν οι δάσκαλοι, από κει
+είχανε, βάλανε στο χέρι το Ζαλακώστα. Του δίνει ένας τρομερός
+Αρχιμιμητής το Ελληνικό το Λεξικό, τονε χαδεύει στον ώμο, και
+του σφυρίζει στ' αυτί πως αν κάμη το νερό &ύδωρ& και το
+μπαρούτι &πυρίτιδα&, αν πλουτίση και τη φτώχεια και την κάμη κι
+αυτή &πενίαν&, θα καταντήση άλλος Αισχύλος, θα κερδίζη και τα
+βραβεία του Βουτζινά. Ειδεμή, δεν έχει βραβεία Κ' έτσι τονε
+μισοχάσαμε το Ζαλακώστα. Ζήτησαν και τάλλο, το Φταννησιώτικο το
+καμάρι να το σκλαβώσουν κι' αυτό. Μα ο Βαλαωρίτης, πιστό και
+δυνατόγνωμο της Ρωμιοσύνης παιδί, τους λέει, όχι. Σας δίνω τους
+προλόγους μου, και τις νότες μου· μα τα τραγούδια μου τα φυλάω
+για το Έθνος. «Βέβαια, βέβαια! φώναξαν τότες οι δάσκαλοι. Η
+δημοτική είναι ιδιαζόντως γλώσσα ποιητική».
+
+Κ' έτσι, μας παράδωσαν οι φίλοι το κάστρο χωρίς να το νοιώσουν.
+Η μόνη φιλολογία που έχουμε ως την ώρα, και που της αξίζει
+τόνομα, είναι φιλολογία ποιητική. Άρχισε τώρα κ' η σειρά της
+άλλης. Το Έθνος πεινάει, και γυρεύει τώρα φαεί. Ζητάει να
+διαβάση, και διαβάζοντας να γελάση, να κλάψη, να μετανοιώση, να
+θυμώση, ν' αγριέψη, να πολεμήση, αν είναι ανάγκη. Πιάνει λοιπόν
+από το λαιμό τους μαγείρους που του νεροβράζανε μούμιες τόσα
+χρόνια, και τους φωνάζει· — Για όνομα του Θεού, φτάνουν οι
+μούμιες! Ψήστε μου κ' έν αρνί στη σούβλα να φάω! Δόστε μου τη
+θροφή που ζητάει ο πεινασμένος μου νους! Χύστε αίμα καθάριο
+στις στεγνωμένες μου φλέβες! Ρωμιό μ' έκαμε ο Θεός, ρωμαίικο
+χώμα πατώ, ρωμαίικο αέρα ανεσαίνω, — πώς θέλετε να τα χωνεύω τα
+ολόστεγνα ξεροπέτσια που μου ξεθάβετε! Με τη μασιά τα παίρνω
+και τα πετώ, και ή μου δίνετε όσα η καρδιά μου γυρεύει κι ο
+νους μου ονειρεύεται, ή πεθαίνω από την ατροφία.
+
+Τα λέγει αυτά ο λαός ο καημένος, όχι φυσικά με το στόμα του ή
+με την πέννα, που αν μπορούσε έτσι να τα φωνάξη θα τον άκουγαν
+κ' οι δάσκαλοι· μα τα λέει με την αδιαφορία του προς τα
+δασκαλήσια, με την ακαμωσιά του, με την αμάθειά του, με την
+αφιλοκαλία του, με χίλιους τρόπους που μιλούνε στο νου του
+καθενός παρατηρητή που τον αγαπάει, τον πονεί, τονε νοιώθει. Οι
+δάσκαλοι όμως, κουκκί απ' αυτά δεν απεικάζουν. Αυτοί
+παραπονούνται μονάχα πως το έθνος δεν έχει όρεξη να διαβάζη.
+«Εν Ελλάδι δεν υπάρχουσιν αναγνώσται». Δεν τις αγοράζει κανένας
+τις μούμιες. Ας του φτειάξουν όμως έργα που να καθρεφτίζεται η
+ψυχή του κ' η γλώσσα του, και να δουν. Κοίταξε πώς τα χάφτει ο
+λαός τα λίγα ψύχουλα που εδώ και κει του σκορπούνε. Κοίταξε πώς
+τα νοστιμεύεται, ως και τα κουτσά τα ρωμαίικα που του
+σερβίρουνε στα φραγκορομάντσα τους, οι «επιφυλλίδες». Κοίταξε
+τις εφημερίδες τις ίδιες· που τις διαβάζεις σήμερα και δε σε
+πιάνει ανέκατος από τις βαρειές τις Ελληνικούρες· μόνο, όπου
+χρειάζεται δύναμη, ζωή, κίνηση, εκεί δανείζουνται από τη γλώσσα
+τη δυνατή, τη ζωντανή, την παντοκίνητη. Τη γλώσσα που και τα
+συστατικά έχει, και γραφτό της είναι να δώση το υλικό για τη
+φιλολογία την εθνική.
+
+Να σου πω τώρα και κάτι στ' αυτί πρι να σηκωθούμε. Να είχαμε
+καιρό, και να μη φοβούμουν τα γερατειά, θα σ' έπαιρνα μαζί μου
+ως το Παρίσι. Εκεί θα σανέβαζα σ' ένα σπίτι, στου Ταξιάρχη τη
+συνοικία. Θα μπαίναμε, και θα βλέπαμε τοίχους από βιβλία
+ολοτρόγυρα. Και στη μέση λεβέντη, με πρόσχαρη όψη, και μ'
+ολόξυπνα μάτια. Αυτός είναι που την πέταξε την πρώτη τη μπόμπα
+μέσα στη δασκαλήσια τη φάλαγγα. Ξαφνικό τους ήρθε σαν ξέσπασε.
+Κανένας τους δε βγήκε να τον ανταμώση και να του ρίξη, ας είναι
+και μια τουφεκιά. Παιδιά βάζανε και τούρριχταν πέτρες. Μα το
+«Ταξίδι» του ολονένα ταξιδεύει ανάμεσά τους, και τους σπέρνει
+φωτιά και καπνό.
+
+Κ' είτανε μπόμπα που μόνος τη δούλεψε και μόνος την πέταξε.
+Έναν δεν είχε πλάγι του να του δώση κουράγιο. Όχι, στεκότανε
+&μια& κοντά του. Σωστή Μπουμπουλίνα σε τέτοιους πολέμους. Μια
+που μπορούσε να τους ρουφήξη τους φίλους μας εκεί μέσα.
+&Επιστήμη& την έλεγαν την αγαπητικιά του. Θα μου πης, είναι το
+λοιπόν κι αυτός δάσκαλος; Ναι, από κείνους που θάχη το Έθνος
+σαν ξεφορτωθή το &Δασκαλισμό&.
+
+
+
+Ζ'
+Η ΜΙΑ ΜΕΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
+
+
+
+Πού να πρωτοπάμε τώρα; Στον Πρωθυπουργό; Στη Βουλή; Στις
+εφημερίδες; Όχι· δεν ήρθαμε να πιάσουμε την αρρώστια του τόπου
+και να συζητούμε πολιτικά. Ήρθαμε να σεριανίσουμε την Αθήνα στα
+πεταχτά. Στο μυστικό μας αυτό ταξίδι ίσως ανταμώσουμε και
+πολιτικούς. Ίσως μας το σερβίρουν και μας το δαιμονισμένο το
+πιοτό που τόπιε το Έθνος και μέθησε, και τώρα τι λέγει και τι
+κάμνει δεν ξέρει. Μα θα ταπογευτούμε με φρόνηση και με μέτρο·
+ειδεμή, άλλο μην περιμένης παρ' ανοησίες κι από ταμάς.
+
+Αυτό το μεγάλο το εθνικό το μεθήσι δεν μπορεί, θαρρώ, και να
+βαστάξη πολύ. Θα δουλέψη φυσικά και δω ο νόμος ο φυσικός της
+ισορροπίας, δηλαδή θα πέση θέλοντας και μη το Έθνος στη λάσπη,
+και θα κυλιέται ώσπου κάποιος περάση και το σηκώση. Μακάρι να
+είναι δικός μας αυτός ο κάποιος! Μακάρι να μη μας την κάμη
+ξένος αυτή τη χάρη!
+
+Αλλού, αλλού ας κοιτάξουμε, αλλού ας κρυφοπετούμε. Ορίστε
+αντίκρυ μας μεγάλο σπίτι κι αρχοντικό. Σπίτι πολιτισμένο, και
+σαν τα ρομάντσα τους, από την Ευρώπη φερμένο. Εκεί, εκεί που
+ανοίγει η θύρα και βγαίνει ένα κοριτσάκι να πάη Σκολειό.
+Πρόβαλε κ' η μάννα και το κατευοδώνει. Πανώριες δεν είναι, μήτ'
+η μια μήτ' η άλλη. Μα έχουν τη μεγαλήτερη της ομορφιάς την
+αντίπαλη, τη ρωμαίικη τη χάρη και τη νοστιμάδα. Είναι και
+ντυμένες κατά τη μόδα. Η Κυρία μας πρέπει να την ξέρη τη μόδα
+νερό. Με τα πρωινά της είναι ακόμα. Τα κατάμαυρά της μαλλιά
+τάχει στρεφογυρισμένα με μιαν αταξία, που χρειάζεται χρόνια
+σπουδή να τη μάθης. Τα χερουλάκια της γλυκοπαίζουν απάνω στον
+ώμο της κόρης της. Φεύγει το κορίτσι, ακολουθάει ο δούλος. Τι
+προτιμάς; Να συνοδέψουμε το κορίτσι, να δούμε πού πάει, και τι
+θα μάθη; ή να μείνουμε και να κρυφοχωθούμε στο μεγάλο το
+σπιτικό;
+
+Τρέμω μην τύχη και μου πης στη μικρούλα να πάμε. Τρέμω, γιατί
+μια και δης το τι διδάσκουνται οι μητέρες της γενεάς που από
+δαύτες προσμένει γλυτωμό και προκοπή η πατρίδα, θα φρίξης, και
+θα μου πης να γυρίσουμε στο καλύβι, και κει να μείνουμε,
+απελπισμένοι από πιο καλότυχα μέλλοντα!
+
+Καλλίτερα, φίλε, στο μεγάλο το σπιτικό· αφού μάλιστα κ' η
+μητέρα της σε Σκολειό σπούδαξε κόσμο. Βλέποντας εκεί τους
+καρπούς της θηλυκής μας σπουδής, θα ελπίζης πως ίσως η κόρη θα
+σπουδάζη τώρα ανθρωπινώτερα, φυσικώτερα. Κ' ελπίζοντας, πάντα
+κάτι βγαίνει.
+
+Ξανανοίγει ως τόσο η θύρα. Δε βγαίνει άλλο παιδί. Πρέπει να
+είναι ο αφέντης εκείνος που βγαίνει, επειδή δεν παραστέκεται η
+κυρία. Ξεκινάει για τη δουλειά του με το τσιγάρο στα χείλη. Σα
+γερονίκος μου φαίνεται, κι ως τόσο με τη μόδα πηγαίνει κι
+αυτός.
+
+Έφυγε κι ο πατέρας, και τώρα δε βλέπουμε τίποτε. Καιρός μας να
+γίνουμε αέρας και να χωθούμε. Ίσια στης Κυρίας το &Μπουντουάρ&,
+εκεί που στέκεται ο παντοδύναμος θρόνος της, που τάχει όλα δικά
+της, που ψυχή δεν τολμάει να της αγγίξη βελόνι, μήτ' ο ίδιος ο
+άντρας της. Μα τη Βασίλισσα δεν τη βλέπω στο θρόνο της. Πρέπει
+να έμεινε κάτω και να δίνη προσταγές στην κουζίνα. Θα πήγε να
+βάλη γνώση του μάγερα, να μην το παρακάμνη στο μέτρημα. Αρετές
+γυρεύει από το μάγερα, που μήτε σ' αγαπητικό της δεν μπορεί να
+τις ανακάλυψε. Κ' ίσως μήτε στον άντρα της, αν, καθώς
+υποψιάστηκα, εμπορεύεται κι αυτός στα πολιτικά.
+
+Κοίταξε ως τόσο τι όμορφα τάχει συγυρισμένα τα έπιπλά της.
+Καναπές, πολιθρόνες, καρεγλάκια, όλα βελούδο. Το χαλί μαλακό
+σαν τα μαγουλάκια της. Λογής παιχνίδια και στολίδια σκόρπια σε
+ράφια και σε τραπεζάκια, μ' αταξία κι αυτά, σαν τα μαύρα της τα
+μαλλιά.
+
+Ορίστε κ' ένα γραμματάκι σ' αυτό το τραπέζι. Πρέπει να το
+λησμόνησε δω. Αργότερα θα μπη στο συρτάρι κι αυτό. Λες να
+τανοίξουμε το συρταράκι να δούμε και τάλλα; Όχι, δεν πρέπει.
+Έπειτα, εκεί κρύβουνται παλιές ιστορίες, κ' εμείς γυρεύουμε
+ιστορίες της ώρας. Και θα τις βρούμε, θαρρώ, γιατί εδώ μυρίζει
+βανίλλια, κι όσο γέρος κι αν είμαι, πάει να με μεθήση η
+αρχοντάδικη αυτή μυρουδιά.
+
+Γιατί όμως να ταφήση έξω το γραμματάκι! Είναι, θα πης, γραμμένο
+στην κορακίστικη, και φόβο δεν έχει να διαβαστή από δούλο. Μα
+πάλι να μη φοβηθή μην τύχη και το διαβάση ο άντρας της! Δε σου
+το είπα; Ο άντρας της πόδι δεν πατάει εδώ μέσα. Ας διαβάσουμ'
+εμείς το λοιπό. Βέβαιο πως έχουμε την άδεια του Αφέντη, αν όχι
+της λυγερής του.
+
+«... Μοι εστάθη των αδυνάτων χθες. Μη δυσανασχέτει. Έσο βεβαία
+περί της σήμερον ...»
+
+Όμορφο ραβασάκι! Μήτ' αρχή, μήτε τέλος, μήτ' όνομα, μήτε χωριό.
+Κοπιάστε, Κύριοι, εσείς που καταγίνεστε στις Επιγραφές, και
+ξεδιαλύνετέ το. «Μη δυσανασχέτει, έσο βεβαία περί της σήμερον».
+Πως κάτι θα γίνη σήμερα, δε χρειάζεται δα και Οικονομίδης να
+μας το πη. Καταλάβαμε και πως πρέπει να πέρασε θυμωμένη νυχτιά.
+Μήτε στο κατώφλι δεν πήγε να προβοδίση τον άντρα της.
+
+Προσοχή, γιατί την ακούγω κι ανεβαίνει.
+
+Δεν έρχεται μέσα ως τόσο. Στην άλλη την κάμαρα τρύπωσε. Σα να
+ξεδιπλώνουνται και να κρυφοτρίζουνε φορέματα. Φαίνεται πως
+στολίζεται η Κυρία· δηλαδή, περνάει τη γλυκύτερή της την ώρα.
+Κι ώσπου να στολιστή, τι να κάμουμε! Να μπούμε και να την
+καμαρώσουμε, δεν ταιριάζει. Βγαίνουμε στην Πλατεία, και
+σεριανίζουμε. Πάντα κάτι θα δούμε.
+
+
+
+Η'
+Η ΑΛΛΗ Η ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
+
+
+
+Δε μου φαίνεται να τσακίζη ο κόσμος τα κόκκαλά του εδώ στη
+δουλειά. Οι ώρες στον τόπον τούτον είναι πάφτηνες, μπόλικες,
+και γεμάτες ζαχαρένιο νερό σαν καρπούζια. Δίχως θροφή και δίχως
+ουσία νερό. Να του πης του Τραμπούκου που κάθετ' έξω από το
+Καφενείο και κοιτάζει λεβέντικα την άκρη του παπουτσιού του, —
+να του πης πως όσον καιρό χάνει μελετώντας τρόπους να
+κρυφοαρπάζη φτωχικά ψυχουλάκια από το Κοινό, μπορούσε τίμια
+δουλεύοντας να μαλαματώση την τρομερή του κουμπούρα, να μείνη
+κάτι και για τη χώρα που τον έθρεψε, και που αυτός ακόμα τηνε
+βυζάνει, αν του τα πης αυτά, θα θαρρέψη πως θέλεις να γίνης εσύ
+αντίς του λόγου του κλέφτης του τόπου, κ' ίσως και σε σκοτώση,
+φανερά ή κρυφά. Μα κάλλιο δες παραμέσα! Και πες μου, πώς θα
+βρίσκαμε τόπο να καθίσουμε, αν δεν μπορούσαμε και μυίγες να
+γίνουμε στην ανάγκη! Όσο για τις φωνές, καλά που δεν τις ακούμε
+με τα καθημερινά μας ταυτιά! Κόπιασε τώρα εσύ, που μου
+λιμπίζουσουν πολιτικά το πρωί, να τακούσης και να τα χορτάσης.
+Κόπιασε να το νοιώσης πως πολιτικά πάει να πη ποιος να
+πρωταρπάξη. Αν είναι στ' αλήθεια πολιτικός, ν' αρπάξη ίσια από
+το Ταμείο. Αν όχι, από ταυλάκια που τρέχουνε στο Ταμείο· μα
+τελωνεία είναι, φόροι είναι, ό,τι τύχη να είναι.
+
+Άκου τον αβοκάτο, με τι πίκρα μοιρολογάει την πατρίδα του, τώρα
+που την κυβερνάει η σκληρόκαρδη η παρέα που τον έχει αφημένο
+απ' έξω. Και τι τερτίπια σοφίζεται να την αναποδογυρίση αυτήν
+την παρέα. Ένα ως τόσο καλό μας κάμνει ο ψαλιδόγλωσσος ο
+αβοκάτος, κι αυτό χωρίς να το θέλη· που με τα λόγια του μας
+ξηγάει το &κλειδί& της ρωμαίικης της πολιτικής. Ποιος να
+πρωτοκλέψη, δηλαδή ποιος να πρωτοζήση δίχως δουλειά, — να το
+κλειδί. Όλα τάλλα είναι παραμύθια. Παραμύθια είναι κι όσα του
+αποκρίνεται ο πλαγινός του ο πατριώτης, που τυχαίνει, θαρρώ, να
+είναι σαν τιμιώτερος, αν κι αυτός ακαμάτης. Γεμάτος ιδέες ο
+φίλος· όμορφες ιδέες και στοχαζούμενες. Γνωστικός πατριώτης,
+και νοικοκύρης καλός· διαβάζει και το «Ντεμπά». Μα φεύγουν και
+χάνουνται κι αυτουνού τα λόγια μαζί με τον καπνό που καπνίζει.
+Πες του να τα γράψη και να τα στείλη στον τύπο, και θα γελάση
+με μιαν ακαταδεξιά που θα σε κάμη να ντραπής που του μίλησες.
+Θα σου πη πως οι ρωμαίικες οι εφημερίδες είναι για τα παιδιά
+που τις γράφουν, και για μερικούς που το κάμνουνε δουλειά τους.
+«Εμένα δεν είναι δουλειά μου», θα σου πη. «Αυτά γίνουνται στην
+Ευρώπη», μπορεί να σου πη. Εκεί κάθε γνωστικός πολίτης
+δουλεύει, άλλος κρυφά κι άλλος φανερά, για τον τόπο του, μπορεί
+να σου πη.
+
+Βλέπεις; Όλα τα ξέρει. Του πολιτισμού τον δρόμο τον ακολουθάει
+και τονε σπουδάζει καθώς ταστέρια ο αστρονόμος. Δεν είναι
+νόμος, δεν είναι σύστημα που δεν τόχει μελετημένο. Τα ξέρει
+όμως όλα καθώς ξέρει την ιστορία· &από το βιβλίο&. Οι σοφίες
+που διάβασε δε ζωντανέψανε μέσα του. Του λέει λοιπόν, «Εμένα
+δεν είναι δουλειά μου, αυτά γίνουνται στην Ευρώπη».
+
+Μα, φρόνιμε νoικοκύρη μου, μήτε του Άγγλου δεν είναι δουλειά
+του. Είναι χρέος του. Αμαρτία τόχει αν δεν πάη το βράδυ σε μια
+Συνέλεψη να πολεμήση, να δώση και λόγο γιατί πολεμάει τους
+πολιτικούς του αντίπαλους. Όταν όμως σηκωθή το πρωί, &στη
+δουλειά του& θα πάη. Εμείς είναι που τα κάμαμε δουλειά τα
+πολιτικά. Ντελιγιάννης εδώ πάει να πη ψωμί, Τρικούπης πείνα. Κι
+αν τύχη και δεν υπάρχει μήτε ψωμί μήτε πείνα στη μέση, τίποτις
+ιερό, τίποτις όσιο δεν υπάρχει, κι ορίστε γιατί μήτε γράφεις,
+μήτε μαζεύεις μερικούς σαν και λόγου σου, να τους χαρίσης τη
+μάθησή σου, στο αίμα τους να τη χύσης, με συνείδηση και με τιμή
+να τους αρματώσης, πολίτες αληθινούς να τους κάμης, —
+διαβασμένε μου πατριώτη.
+
+Άλλος εκεί παρακάτω! Επαρχιώτης αυτός, και δηγάται του πλαγινού
+του πώς το κατάφερε, εκεί που έκλαιγε τη μοίρα του στη βρωμερή
+φυλακή του χωριού του, τότες που μαχαίρωσε κάποιονα, να
+βρίσκεται τώρα στην Αθήνα, και να χαίρεται της ζωής τα καλά.
+Μεγάλη ιστορία, και τόσες φορές λεγμένη, που μήτ' εδώ να
+ξαναϊστορηθή δεν αξίζει. Σώνει να ξέρης πως είναι κουμπάρος
+ενός βουλευτή. Ένα μήνυμα του βουλευτή, και μεταθέτεται ο
+δικαστής που μελετούσε να τον παιδέψη. Κ' έρχεται άλλος
+δικαστής που για του βουλευτή το χατίρι και νεκρό ζωντάνευε,
+όχι, λέει, ζωντανό να κρεμάση. Κ' έτσι γλύτωσε ο κουμπάρος, το
+στήριγμα αυτό της πατρίδας, που μας στέλνει σοφούς βουλευτάδες
+στην πολυφώτιστη την Αθήνα.
+
+Μα τι τούτος, τι εκείνος, και τι ο άλλος! Όλοι τους στο ίδιο το
+καζάνι μέσα βράζουν εδώ. Το ίδιο το φαρμάκι τους ποτίζει όλους.
+Ας σύρουμε παραμέσα, γιατί φτάνει μας τα πολιτικά. Είναι φριχτή
+η σαπίλλα τους, και μπορεί ναρρωστήσουμε.
+
+Κοίταξε τους τρεις εκείνους καμαρωτούς σπαθοφόρους, στου
+καφενείου το βάθος. Εκεί να πάμε, και να καθίσουμε δίπλα τους.
+Μια χαρά να τους βλέπης. Άλλο πράγμα όμως, να τους ακούς.
+
+«Πάλι σας χαιρετώ, παλικάρια, που χάρη νάχετε τα ηρωικά σας
+ονόματα, και δεν σας παίρνουνε για αποβγάλματα της Φραγκιάς!
+Που σπίθες πετούνε τα μάτια σας, μα σπίθες που δε μυρίζουν
+μπαρούτι! Που ο Άρης την πήρε τη φλόγα του από την όψη σας, και
+σας αφήκε τα ρούχα του μοναχά! Καλή μας τύχη, παιδιά μου, που η
+Φύση κάμνει και θάματα κάποτες. Βγάζει κάποτες και δράκους από
+τα σπλάχνα της σαρδαναπαλιάς. Ειδεμή θα καθίζαμε τώρα αντίκρυ
+σας, και τα πύρινά μας θα κλαίγαμε που έμεινε η τύχη της
+Ρωμιοσύνης σταφροδιτωμένα σας χέρια».
+
+Αν τις έπαιρνε ταυτί σου τις ομιλίες τους, τον ίδιο χαιρετισμό
+θα τους έκαμνες. Πρόσεξε τώρα, να καταλάβης τι λογής φωτιά
+είναι αυτή που τους περιχύνει.
+
+Κοίταξε πρώτα τον καταμεσιανό τους, με τη χωρίστρα στη μέση,
+αυτόνα που σκύβει και κρυφομιλάει του αντικρινού του. Για κάτι
+στοίχημα του μιλάει. Τόχασε, λέει, ο πλαγινός του το στοίχημα.
+Άμα της ρίχτηκε, λέει, της Κυρίας που ματιά δεν τους χάριζε
+στον περίπατο, την έμπλεξε μέσα στα δίχτυα του. Πέντε βίζιτες
+πήγε, λέει, και της έκαμε ως την ώρα. Κ' η στερνή του, λέει, η
+βίζιτα είταν παράδεισος μέσα σε κείνο το «μπουντουάρ». Εχτές,
+λέει, είχε άλλο κυνήγι και δεν μπορούσε να πάη, και του ήρθε
+ένα γράμμα — όλο φωτιά και θυμός. Κ' είναι έτοιμος, λέει, και
+να το δείξη το γράμμα του πλαγινού του, αν δεν το πιστεύη.
+
+Κι' ακούγοντάς τα αυτά ο τρίτος ο φίλος κουνάει γελαστός το
+κεφάλι του, σα να το περηφανεύεται που η τύχη του χάρισε
+τέτοιον ήρωα φίλο. Ως τόσο ο πλαγινός, τσιμουδιά. Γοργοσαλεύει
+το πόδι, χτυπάει τα δάχτυλα στο τραπέζι, να σκάση πάει που δεν
+καταπιάστηκε τέτοιον ηρωισμό απατός του, μόνο πλερώνει τώρα και
+τις δραχμές του.
+
+Σηκώνεται ως τόσο ο καταμεσιανός ο Ήρωας και σέρνοντας το σπαθί
+ξεκινάει. Τον κράζει η σάλπιγγα της Αφροδίτης στο «μπουντουάρ».
+Αν είχαμε πόλεμο, χώρες αλάκερες θα ρημάζανε. Τι θα χάση η
+ειρήνη, αν μέσα στην αγκαλιά της ρημάξη ο ήρωάς μας ένα και
+μοναχό σπιτικό!
+
+Είτανε και μας ώρα μας να ξαναμπούμε στης Κυρίας ταρχοντικό.
+Βλέπαμε απάνω στο τραπεζάκι της τη μια μεριά του παραμυθιού και
+δεν την καλονοιώθαμε. Κ' είπαμε, όταν στολιστή, να ξαναπάμε και
+να μελετήσουμε τη σκοτεινή την επιγραφή. Δίχως να το θέλουμε
+όμως, η επιγραφή ξηγήθηκε μες στο Καφενείο! Το γράμμα που της
+έγραψε ο σπαθωμένος ο ήρωας είταν απλούστατο. «Μη θυμώνης που
+δεν μπόρεσα να σε καταστρέψω εχτές. Έρχουμαι σήμερα και σ'
+αποτελειώνω. Με μια μου ατιμία, σε μαυρίζω και σένα, και τον
+άντρα σου, και το κορίτσι σου, και το μπουντουάρ σου».
+
+Αλλού, αλλού να τραβήξουμε. Η καρδιά εδώ σφίγγεται, ο νους
+θολώνει κι αποτρελλαίνεται. Αλλού να σύρουμε, ίσως και βρούμε
+τους Άη Γιώργηδες, που θα μας τα πνίξουν αυτά τα στοιχειά.
+
+
+
+Θ'
+ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ
+
+
+
+Δέντρα, αμάξια, πλάκες, κολλόνες, αρχοντόσπιτα, μεγαλεία. Αυτά
+έρχεται και βλέπει τ' αδέρφι μας από την Τουρκιά και χάνει το
+νου του. Έρχεται κι ο Ομογενής από την Ευρώπη και τρίβει τα
+μάτια του να καλοδή μήπως κάμνει λάθος, και δε βρίσκεται στην
+Ευρώπη ακόμα. «Οι καρποί της Ελευθερίας», λέει ο ένας.
+«Εξευρωπαϊσμός», συλλογιέται ο άλλος. Και παίρνουν το
+σιδερόδρομο και κατεβαίνουνε στο Φάληρο, και κάμνοντας κέφι
+στης θάλασσας την αθάνατη, την αμόλυντη την πνοή, μακαρίζουν
+τους αμανίτες που φύτρωσαν και με λαμπρότατα χρώματα στολίζουνε
+την παχειά κοπριά που μας έστρωσαν τεσσάρων αιώνων κακομοιριές.
+
+Θυμάσαι τι λέγαμε στο χωριό; Αυτό θα σου πη κάθε φρόνιμος
+πατριώτης και δω, αν του ανοίξης ομιλία για τους λαμπρούς
+αυτούς αμανίτες. «Ας είναι καλά, φίλε μου, αι ατομικαί
+επιχειρήσεις· ειδεμή η Κυβέρνησις...» — Και τι την έχετε λοιπόν
+τέτοια Κυβέρνηση; πώς δεν κάμνετε το λαό να σας διαλέγη πιο
+προκομμένη Κυβέρνηση; — «Χα, χα! θα φωνάξη τότες ο πατριώτης.
+Δε μας έμαθες, καθώς βλέπω, ακόμα· να μείνης μαζί μας λιγάκι,
+να μας μάθης καλλίτερα.
+
+Και σαν ταποφασίσης και μείνης έξη μήνες, ένα χρόνο, πέντε
+χρόνια, θα μάθης αυτό που βλέπεις και τώρα. Ο ένας να τα
+φορτώνη του αλλονού. Ο καθένας να κυνηγάη τη δουλειά του, κ' οι
+μεγαλήτερες οι δουλειές εδώ γίνουνται στα πολιτικά. Ο καθένας
+να βγάζη το ψωμί του, και το πιώτερο το ψωμί βγαίνει από κει
+που έπρεπε να πηγαίνη. Στη μέση κοίτεται η εθνική η μελόπηττα,
+και τριγύρω σωριάζουνται οι πεινασμένες οι σφίγγες και τη
+βυζάνουν. Καθένας και το κεντρί του, και το κεντρί αυτό είναι
+το &Εγώ& του Ρωμιού.
+
+Ο λαός αυτός, που τονε βλέπεις τώρα και θαρρείς πως παράκμασε,
+και πως έχασε τον ηρωισμό του, μην το θαρρής. Ο ίδιος είναι,
+και πάντα ο ίδιος. Παλικαριά όση θέλεις, εγωισμός άλλος τόσος.
+Η παλικαριά με τα θάματά της τον έδιωξε τον Τούρκο απ' αυτά τα
+βουνά· όταν όμως έμεινε η παλικαριά μοναχή με τον εγωισμό, από
+τα μαλλιά λες και πιάστηκε μαζί του, κ' έπεσε μονομιάς κάτω
+λαβωμένη, αφανισμένη. Πήρε τότες απάνω του ο Εγωισμός, και
+καλοθρονιάστηκε μέσα στην καρδιά του Ρωμιού. Πού να βρεθή
+λεβέντης να την ξανασηκώση, να την ξαναδοξάση την πεσμένη
+παλικαριά! Είχαμε μερικούς προστάτες, είχαμε δυο τρεις φίλους.
+Και σα να γύρευαν κι αυτοί το κακό μας, κάθε τρόπο κάμνανε να
+το θρέφουν το τέρας που καταπόνεσε τη μεγάλη μας αρετή, κάθε
+τρόπο να το θεριεύουν. Και για να μην τύχη και τα μέλλοντα μας
+σταθούν τυχερώτερα, και ξαναβλαστήση παλικαριά κι αρετή στη
+ψυχή μας, μας ρίξανε στη μέση τη μυριοκαμάρωτη αυτή τη
+μελόπηττα, που τη λένε «Σύνταγμα».
+
+Και τώρα τη βρήκαμε θαρρώ, τη φύτρα της περίφημης αυτής
+«πολιτικής διαφθοράς», που όλη μας τη ζωή την ακούμε. Ένα είδος
+&δασκάλοι& μας την έφτειαξαν και δω. Στη φιλολογία είχαμε τους
+δασκάλους της γραμματικής, εδώ της πολιτικής. Πήρανε μερικά
+βιβλία, μεταφράσανε νόμους, άρθρα, Συντάγματα, τάδωκαν της
+Βουλής, τα παίρνει η Βουλή και τα κενώνει στη χώρα, από
+Ρωμιοσύνη να γίνη Ευρώπη πολιτισμένη. Χάρη όμως νάχουμε στον
+εγωισμό μας, που οι σοφοί μας οι δάσκαλοι τηλεσκόπι δεν είχανε
+να τον ανακαλύψουν, αντίς Ευρώπη καταντήσαμε θηριοτροφείο.
+
+Τίποτις και καλά να μη μείνη δικό μας, εθνικό μας χτήμα, ως
+μήτ' αυτό το &Κοτζαπασιλήκι&, που το κάτω κάτω μας γλύτωσε από
+αξέχαστα βάσανα! Όλα μας από την αρχαιότητα κι από την Ευρώπη
+φερμένα! Και τώρα ρωμαίικο άλλο δε μένει παρά το &Εγώ&,
+λεύτερο, απαιδαγώγητο, αχαλίνωτο. Με μόνη την ελπίδα πως ίσως
+κ' η κοπριά που σήμερα μανιτάρια μονάχα μας θρέφει, βγάλη και
+θρέψη το μεγάλο το βαθιόρριζο, το μυριόκλωνο το δέντρο που θα
+μας σκεπάση με τον καλορρίζικό του τον ίσκιο. Το Λεβέντη, που
+θα προβάλη μια μέρα από το παλάτι εκείνο και θα μας πη:
+
+«Το έθνος έκαμε λάθος θανάσιμο τότες που θάρρεψε πως τον
+αποτέλειωσε τον προορισμό του. Προορισμός και σκοπός του είτανε
+να την καθαρίση όλη τη χώρα από το μίασμα της σκλαβιάς, και να
+το ξαναστήση το Κράτος που κι από αίμα κι από δικαίωμα του
+ανήκει. Μόλις λευτερώθηκε όμως ένα παράμερο της Ρωμιοσύνης
+λουρί, κι αμέσως το βαφτίζουν «Ελλάδα», και την άλλη τη χώρα
+την αφίνουν ενός Σουλτάνου βοσκή, να βγαίνη και να κυλιέται στο
+αίμα! Τους ξέχασαν τους αδελφούς τους τα παλικάρια που για
+δαύτους σηκώθηκαν, και τονειρεύτηκαν πως δίχως εκείνους έθνος
+θα γίνουν, εθνικό μεγαλείο και πλούτο θαποχτήσουν, δόξα εθνική
+θα τους λαμπρύνη! Το ξέχασαν το ιερό το χρέος που οι προγόνοι
+τους δίδαξαν, και σα να ξημέρωσε η μέρα που τόσοι αιώνες
+ολοσκότεινοι λαχταρούσαν, άρχισαν κ' έστηναν παλάτια μαρμάρινα,
+θέατρα και Πανεπιστήμια και Βουλές, σα να μην αναστέναζαν ακόμα
+μέσα στης σκλαβιάς την ταπείνωση χιλιάδες αμέτρητες!
+
+Έρχουμαι, (θα πη ο Λεβέντης), παλικάρια, να σας ξυπνήσω, και να
+σας φέρω στο μέγα το έργο που γραφτό σας είναι να κάμετε.
+Έρχουμαι να σας ξεμεθήσω από τη χαρά σας γι' αυτό το λίγο που
+έγινε γι' αυτή την τρύπα που λευτερώθηκε, μα που για έθνος
+μεγάλο δε σώνει, επειδή σε τέτοια τρύπα μέλλον εθνικό δεν
+μπορεί να χωρέση. Αφήστε τα τα συντάγματα, τα θέατρα, τις
+φιλολογίες και τις γραμματικές. Αυτά είναι λούσα που ένα έθνος
+τα συλλογιέται όταν έχη όλο το είναι του. Γυρίστε, παλικάρια
+μου, στο τσαρούχι, στην κάπα και στο μαύρο ψωμί. Γυμναστήτε
+πάλι σταγαπημένα σας τάρματα, και λάτε μαζί μου. Ή έθνος μεγάλο
+να γίνουμε, που κ' η καρδιά μας, κι ο νους μας μαζί του να
+μεγαλώση, κι από ψεύτικα κι άτιμα κέρδη να γυρεύη λαμπρές κι
+αντρίκιες τιμές, ή να γυρίσουμε στη σκοτεινή τη σκλαβιά, που
+μ' όλο το αίμα της και μ' όλη της την ταπείνωση, είναι πιο
+καλότυχο πράμα από τις ατιμίες που μια φορά ένας Γεροδήμος
+πολεμούσε να τις βγάλη στον ήλιο, και μήτε μέρος δε μας
+ιστόρησε».
+
+Αυτά θα μας πη ο μεγάλος ο Λεβέντης, το καμάρι της Ρωμιοσύνης,
+και τότες ίσως την προλάβη το έθνος την καταστροφή που του
+ετοιμάζουμε εμείς από τη μια με το βαρύ το μεθήσι, κι από την
+άλλη ο αχόρταγος ο Σλαβισμός, που για κακή μας τύχη δεν έχει
+μήτε Τούρκου ακαμωσιά.
+
+
+
+Ι'
+ΜΕΓΑΛΟΣ ΝΟΥΣ
+
+
+
+Περπατώντας στο δρόμο, περπατούσαν κ' οι στοχασμοί, κ' ίσως
+πήγαν πολύ μακριά, σταφανέρωτα μέσα τα μέλλοντα! Και παρά λίγο
+να σκουντουφλήσουμε, — όχι σ' αυτήν εδώ την κοπέλλα, που ίσως
+προσμένει ένα γλυκό σου χαιρέτισμα, και δίχως να το
+συλλογιέται, σε προσκαλεί να της δώσης έναν αληθινόν πατριώτη,
+έναν ήρωα που ν' ακολουθήση το βασιλικό μας Λεβέντη στην
+εκστρατεία του! Μόνο πήγαμε να σκουντουφλήσουμε απάνω σ'
+εκείνον με τον αψηλό τον κολλάρο, που χωρατά δε σηκώνει. Γιατί
+είναι &Μεγάλος νους&.
+
+Γεμάτη η Αθήνα τέτοια μεγάλα κεφάλια, που περπατώντας,
+τρώγοντας, ή και ρουχαλίζοντας, βρίσκουν πως η Φύση τούς έχει
+πλασμένους για ν' αφήσουν &πάτημα& μέσα στην ιστορία. Άλλος σε
+τούτο το στοιχείο της δόξας, άλλος σ' εκείνο.
+
+Η ζωή τους είναι μαρτύριο κι αυτή μεγάλο σαν το κεφάλι τους. Το
+ξέρουν, το λέει κατιτίς μέσα τους πως είναι γεννημένοι για να
+μιλούνε, να γράφουνε, να κυβερνούν, κι ως τόσο ο κόσμος να τους
+νοιώση δε θέλει, δεν τους φυσάει ο καιρός. Περπατούν,
+περπατούνε με ξερό ραβδί στο χέρι, κι όλο γεννούνε μεγάλες
+ιδέες. Μα έρχεται ο κόσμος κατόπι, και παίρνοντας το δρόμο του
+τις πατάει και λάσπη τις κάνει. Αποκάμνουν τότες κι
+απελπίζουνται, πέφτουνε θύματα της μεγαλωσύνης τους, και
+πεθαίνουν της πείνας οι πιώτεροι. Να δουλέψουνε, θα μου πης. Μα
+πώς να δουλέψουν οι Καβούρηδες, που έπρεπε αυτοί χιλιάδες
+νάχουν αποκάτω τους και να τους προστάζουνε! Πώς να
+συλλογιούνται ψωμί οι Ντάντηδες, που μ' ένα όνειρο θρέφουνται!
+Οι Βολταίροι, που έπρεπε να τους χαρίζη του πουλιού το γάλα ο
+Τόπος!
+
+Είναι όμως σόγι που μονομιάς πάλι δεν απελπίζεται. Και γιατί ν'
+απελπιστή εύκολα, που, ας είναι καλά, η συνταγματική μας
+μελόπηττα, πολλών Καβούρηδων ήρθε η ώρα τους, και με το γάντζο
+σκαλώσανε στο καράβι και μπήκανε να κυβερνήσουν κι αυτοί. Ας
+είναι καλά ο δασκαλισμός, πολλοί Ντάντηδες ανέβηκαν τον
+Παρνασσό σαν τα γίδια, και πολλοί Βολταίροι τιναχτήκανε στον
+αέρα σα ροκέτες, κ' έσβυσαν πάλι, και πέσανε μαύρη στάχτη απάνω
+στο χώμα.
+
+Πήγαινε, αν τολμάς, και ρώτηξε το φίλο τι δουλειά κάνει. Πάρε
+τον, αν τολμάς, για μεγάλο Βούλγαρο, Φράγκο, Κινέζο, όποιον
+άλλον ξέρεις πως δουλεύει με το μεγάλο κεφάλι του. Θα σε λυπηθή
+που τον πήρες για άνθρωπο, κι όχι μεγάλο νου. Δε θα καταδεχτή
+να θυμώση μαζί σου. Θα συλλογιστή και θα πη, τι να προσμένη από
+έθνος με τέτοιους κουτούς σαν και λόγου σου, που φαντάζουνται
+πως πρέπει ένας Μεγάλος Νους να δουλεύη! Θ' απορέση που δεν
+έχεις τόση γνώση που να νοιώθης πως το Μεγάλο το Κεφάλι ανάγκη
+να δουλεύη δεν έχει. Καθίζει στο γραφείο, κι αμέσως γεννάει το
+κοντύλι του προσταγές, νόμους, σονέττα, δράματα, ιστορίες,
+παραμύθια. Είδος μηχανή που βγάζει σουζούκια. Μια και δοθή
+αφορμή στη μηχανή να γυρίση, κ' έρχεται η &Δόξα&, η θεά που
+τραβάει κατόπι της όλο αυτό το κοπάδι, φορτωμένη δάφνες και
+μεγαλεία. Μη βλέπης που πηγαίνει στο σπίτι του και ξαπλώνεται
+πεινασμένος. Έρχουνται τα όνειρα και τονε χορταίνουνε με το
+ουράνιο το μάννα τους. Μη βλέπης πως χάνει ο Τόπος δυο χέρια
+που μπορούσανε να του φυτέψουν ένα κρομμύδι. Μια τέτοια ζημία
+δεν είναι τίποτις μπρος ταθάνατα τα δώρα που μας ετοιμάζει το
+Μεγάλο το Κεφάλι.
+
+
+
+ΙΑ'
+ΠΑΡΑΤΑΞΗ
+
+
+
+Σκοπεύω να σε φέρω σε μια παράταξη τώρα· να τηνε δης την Αθήνα
+σε μεγάλο πανόραμα. Είναι όμως κάμποσος περίπατος από δω, κι
+ώσπου να φτάσουμε, να σου ξηγήσω με λίγα λόγια το τι
+συλλογιούμαι.
+
+Συλλογιούμαι πως όσοι από ταμάς είπαμε και γράψαμε πως δεν έχει
+&βάθος& ο ρωμαίικος ο χαραχτήρας, πως του λείπει ο αληθινός ο
+ενθουσιασμός, το θρησκευτικό εκείνο το χρώμα που διακρίνει του
+Βορεινού του λαού την κάθε ιδέα, την κάθε αγάπη, και πως γι'
+αυτό και &Τιμή& τι πάει να πη δεν το καλονοιώθουμε, όσοι τα
+ψυχολογήσαμε όλ' αυτά, δεν τον αναλύσαμε τον εθνικό χαραχτήρα
+καθώς του άξιζε, και τον αδικήσαμε. Δεν είναι πως δεν έχει τη
+δύναμη να τα νοιώση και να τα λατρέψη τα ευγενικά αυτά προσόντα
+ο Ρωμιός. Δεν είναι πως δεν έχει το βάθος που τους χρειάζεται
+να ριζώσουνε μέσα του. Είναι που ο νους του καταπονέθηκε από
+τον παντοδύναμο τον εγωισμό. Κοίταξε το &Μεγάλο εκείνο το Noυ&.
+Κοίταξε τι πίστη, την έχει στον εαυτό του! Κοίταξε με τι
+ενθουσιασμό προσμένει τη δόξα! Με τι θρησκεία λατρεύει το
+μεγαλείο του! Πόση δύναμη ορισμένη για μεγαλήτερους κι
+αψηλότερους στοχασμούς δε σπαταλιέται στου τυφλού του εγωισμού
+τις παραξενιές! Τι δεν μπορούσε να κάμη ένας νους που είναι
+καλός τρεις μέρες να τυραννιέται γράφοντας δυσκολοχώνευτους
+στίχους, πλέκοντας ανωφέλητα εγκώμια, ή κυνηγώντας τιποτένια
+ρουσφέτια, — τι δεν μπορούσε να κάμη αν ξεχνούσε τον εαυτό του,
+και θυμούνταν το ταλαίπωρο το έθνος που τίμιους κι
+αυταπάρνητους εργάτες με το λυχνάρι γυρεύει, κ' έναν δε
+βρίσκει!
+
+Όχι, το βάθος τόχει, τον ενθουσιασμό τον έχει, τη &θρησκεία&
+κάθε αγάπης την έχει. Είναι τη λησμονησιά του &εγώ& που δεν
+έχει.
+
+Να τις ως τόσο κ' οι Κολόννες του Κοτζάμπαση του Ολύμπου, που
+μ' αθάνατους Θεούς είχε να κάμνη, και πάλι Σύνταγμα δεν τους
+έδινε! Εδώ είναι που μπορείς να καθίσης, και ζωντανή να την
+κάμης με τα λόγια την αρχαιότητα. Εδώ είναι που θα βάλη το
+έθνος το πιο γλυκόφωνό του παιδί να λαλήση και να του ξηγήση τι
+λεν αυτά τα γαλάζια τα βουνά γύρω, αυτοί οι κάμποι, αυτές οι
+πέτρες! πού να τη βρούμε τώρα τέτοια δύναμη και φωνή! Από πού
+να φανερωθή τέτοιος θείος Μεσσίας, κι αν φανερωθή, σε τι γλώσσα
+να μας λαλήση, και ποιο Θεό να λατρέψη!
+
+Το βλέπεις το πλήθος εκείνο που ξεχύνεται από κάθε πλευρά και
+ξεκινάει καταδώ, και μαζεύεται γύρω στις αθάνατες τις Κολόννες;
+Μη νομίζης πως να διαλέξη πηγαίνει κανέναν τέτοιο Μεσσία!
+Πηγαίνει να γλεντίση, και τίποτις άλλο.
+
+Να τους κάμουμε, με τα κρυφά τα μάγια του νου, σε παράταξη να
+περάσουν ομπρός μας, και να τους δούμε. Όλης της Αθήνας την
+εικόνα με μιας να την πάρουμε. Να γλεντίζουν οι Αθηναίοι, και
+μεις αθώρητοι να τους ζωγραφούμε.
+
+Κοίταξε που άρχισαν κιόλας! Περνάει το πρώτο το τάγμα, φάλαγγα
+πυκνή και με πέννες αρματωμένη. Είναι οι Δάσκαλοι οι
+γραμματικοί, οι πατέρες της κορακίστικης. Μέρα και νύχτα
+παιδεύουνται να φράξουν του λαού το στόμα που τους προδίνει, κι
+αυτό πάλι σκάνει αν δε μιλήση!
+
+Άλλοι δάσκαλοι το δεύτερο το τάγμα. Δάσκαλοι πολιτικοί, που
+διαβάζεις τα μεγάλα τα λόγια τους, και ξεχνάς τα μικρά τα
+καμώματά τους.
+
+Μεγάλο τάγμα το τρίτο, κι ατέλειωτο. Υπάλληλοι ονομάζουνται στη
+γλώσσα την κορακίστικη· όνομα στη ρωμαίικη δεν έχουν, επειδή
+του κάκου τους φωνάζει το κλαδευτήρι, ταλέτρι και το σφυρί.
+
+«Φοιτηταί» είναι το τάγμα που έρχεται τώρα. Έπρεπε ο καθένας
+τους να μένη «φυτευτής» στο χωριό του.
+
+Μην το κακοβλέπης το πέμτο το τάγμα. Είναι Τραμπούκοι. Καλοί
+πατριώτες, που έχασαν τα νερά τους. Τούρκους να πολεμήσουν αν
+είχαν, δαφνοστεφάνωτοι θα περνούσανε τώρα.
+
+Πέρασέ το με μια ματιά το έχτο το τάγμα. Είναι Πραματευτάδες
+και παντής λογής δουλευτάδες, που τότε μόνο συλλογιούνται τα
+χάλια του τόπου, όταν ανεβαίνη το κάμπιο, ή πλερώνουνε φόρους.
+
+Οι «Δημοσιογράφοι» διαβαίνουν τώρα. Τους πέρνει τους δύστυχους
+ο δασκαλισμός από τη μια, κ' η Ρωμιοσύνη από την άλλη, κι όταν
+τους διαβάζης, είναι να τους λυπάσαι.
+
+Εύκολα το ξεχωρίζεις τόγδοο το τάγμα από την πολεμική τους
+στολή· μόνο που μαζί με τις Αφροδίτες δεν κυνηγούνε και δόξα!
+
+Το τάγμα που τώρα περνάει έπρεπε με τους Τραμπούκους να πάη.
+Είναι μαχαιροβγάλτες, παλικάρια που στάδιο δεν τους ανοίγ' η
+πατρίδα να τρέξουν. Τρέχουνε στους δρόμους και μαχαιρώνουν,
+περνούν από τις δίπορτες φυλακές μας, και βγαίνοντας,
+ξαναμαχαιρώνουν.
+
+Χαιρέτησε τώρα με σέβας. Είναι οι αβοκάτοι αυτοί που περνούν,
+οι αστυνόμοι, οι δικαστάδες, κ' οι παρόμοιοί τους. Είναι του
+νόμου οι κλειδοκράτορες, και της δικαιοσύνης οι δεσποτάδες. Οι
+νόμοι τους είναι σε βιβλία κλεισμένοι, και μήτε τη Μεγάλη
+Παρασκευή, μαζί με τον Επιτάφιο δε βγαίνουνε.
+
+Ακολουθάει και δωδέκατο τάγμα, που ίσως έπρεπε νάρχεται πρώτο.
+Ίσως για ν' αληθέψη το ρητό, «οι πρώτοι έσχατοι και οι έσχατοι
+πρώτοι».
+
+Φίλε μου και Κληρονόμε, την είδαμε την «Ελλάδα» σ' όλη της τη
+δόξα την τωρινή. Την είδαμε ολόγυμνη, μ' όλα της τα ψεγάδια, κι
+όχι για να γελάσουμε, μόνο να δούμε αν αυτά τα ψεγάδια τής
+έχουνε στρεβλωμένη την ομορφιά, ή να μην είναι της επιφάνειας
+ψεγάδια, ίσως της αλυσίδας σημάδια. Η ομορφιά του κορμιού της
+δε χάθηκε, όχι· και μήτε θα λείψη, όσο αναπνέει και ζη. Όλοι
+αυτοί που τους είδες παραταγμένους, όλοι τους είναι Ρωμιοί. Το
+αίμα της ηρωικής τους της εποχής σ' εφτά δεκαριές χρόνια δεν
+μπορούσε να ξεθυμάνη. Τέτοιο αίμα εύκολα δεν αφανίζεται μέσα σ'
+ένα καφκί φράγκικο τσάι, μήτε σ' ένα ποτήρι δασκαλήσιο νερό. Το
+έθνος έχει ακόμα μεγάλη δουλειά να κάμη, κ' έχει τη δύναμη να
+την κάμη. Το νοιώθει μες στην καρδιά του πως του χρειάζεται γης
+και θάλασσα να ξαπλώση τη δύναμή του και τη ζωή του. Αυτά τα
+ψεγάδια που είδες, τα πιώτερα είναι &απόδειξη& πως το έθνος ζη.
+Αγριομαθημένο από τα έρμα του τα βουνά, το κατεβάσανε σε
+Βασιλικό περιβόλι, και μήτε με κάγκελα δεν το τριγυρίζανε. Τι
+άλλο περίμενες παρά γης Μαδιάμ μέσα σε κείνο το περιβόλι!
+
+Όταν το έθνος δεν έχει όλη τη γη του κι όλη τη θάλασσα, χίλια
+συντάγματα και χίλιες γραμματικές να το βγάλουνε δε σώνουν από
+την ηρωική του την εποχή. Το πολύ το κάμνουν και στη λαχτάρα
+του απάνω κυνηγάει τύχη και καλοπέραση, εκεί που δε βγαίνει
+παρά φτώχεια, ταπείνωση και κακομοιριά.
+
+Κυνηγάτε ίσκιους, καλοί Αθηναίοι! Είναι κι αυτό κατιτίς. Εμείς
+οι Τουρκομερίτες μήτε ίσκιους δεν κυνηγούμε! Κυνηγάτε, και μην
+ξεχνάτε την τέχνη, και βρεθήτε ανετοίμαστοι όταν έρθη τ'
+αληθινό το Μεγάλο το Κεφάλι, και σας βάλη και κυνηγάτε την
+αθάνατη τη Δόξα της Αρετής, της παλικαριάς, της λησμονησιάς του
+Εγώ.
+
+
+
+ΕΠΙΛΟΓΟΣ
+
+
+
+Φίλτατε Κληρονόμε μου, σ' έφερα, πάλι στο μοναχικό μου καλύβι,
+κι αφήσαμε το ταξίδι μας, ίσως απότομα κι άξαφνα· μα να σου πω
+το γιατί.
+
+Αφού κάθισα εψές κ' έγραψα το σεριάνι μας στις Κολόννες, έγυρα
+κι' ακκούμπησα το λευκότριχό μου κεφάλι σ' αυτή την άγια την
+πέτρα που ξέρεις, ν' αναπαυτώ. Και με πήρε ύπνος κ' είδα
+παράξενο όνειρο. Είδα πως φάνηκε και στάθηκε στο κατώφλι ο
+γέρο-Βασίλης, κρατώντας από το χέρι κάποιον άλλον που δε
+φαινότανε, γιατί στέκουνταν απ' έξω. Και σα στάθηκε και με
+κοίταξε, χαμογέλασε και γύρισε προς το σύντροφό του απ' έξω, κ'
+είπε: «Καιρός του είναι πια να μας έρθη».
+
+Και ξύπνησα αμέσως τρομαχτικά. Κι άρχισα και συλλογιούμουν πως
+κάτι σημαίνει αυτό τόνειρο. Τάχα να μην έκαμνα το χατίρι τους
+και με φωνάζουνε πριν αποτελειώσω; Τάχα να την αποτέλειωσα τη
+δουλειά μου; Θεός το ξέρει. Είχα πολλά κρυμμένα στο νου μου και
+στην καρδιά μου, και δε σου φανέρωσα μήτε τα μισά.
+
+Δίχως άλλο αύριο φεύγω. Ίσια στ' Άγιο Όρος Θα ξεκινήσω. Εκεί θα
+τις βρης αυτές τις Φυλλάδες, αυτό το αίμα που έσταξε από τις
+μισόστεγνες φλέβες μου. Ίσως, σαν τα διαβάσεις αυτά τα χαρτιά
+και τα κάμης δικά σου, τα κρίνης άξια να διαβαστούν κι από
+άλλους, με την ελπίδα να βρεθή δυνατώτερο χέρι και βάψη την
+πέννα του μέσα στο αίμα του Γεροδήμου, και γράψη τα λόγια που
+θα το ξυπνήσουν το Έθνος, και θα το φέρουνε στο μεγάλο το
+δρόμο.
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
+
+
+ Σελ
+
+Πρόλογος του κληρονόμου................. 5
+Πρόλογος του Γεροδήμου . ............... 9
+
+
+
+ΠΡΩΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
+
+
+
+ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
+
+Α' Μάννας γυιος........................ 13
+Β' Πρώτες αγάπες και πρώτοι πόνοι...... 17
+Γ' Πρώτη λαχτάρα....................... 22
+Δ' Σκολειό............................. 24
+ς' Καρά Κολ, Χαζίρ ολ.................. 26
+Ζ' Στην εκκλησιά....................... 28
+Η' Πρωτοχρονιά......................... 31
+Θ' Προκοπή............................. 34
+ΙΑ' Σκουλαρίκι να το κρεμάσουν......... 39
+IB' Ένα όνειρο......................... 44
+ΙΓ' Όξω ............................... 46
+ΙΔ' Στο Μεσοβούνι...................... 49
+IB' Στον γκρεμνό ...................... 55
+Ις' Πιάστηκε! ......................... 60
+ΙΖ' Λαχτάρες και δουλειές.............. 62
+ΙΗ' Φαντάσματα ........................ 64
+ΙΘ' Πού ακούστηκε...................... 66
+Κ' Ξαπλωμένος ........................ 69
+ΚΑ' Χαλασμός κόσμου.................... 71
+KB' Δυο λόγια ακόμα.................... 74
+
+
+
+ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
+
+
+
+ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
+
+Α' Στην «Ακρόπολη» του χωριού.......... 79
+Β' Μπραΐμης............................ 89
+Γ' Δυο λόγια πρι να ταξιδέψουμε στο
+ χωριό .............................. 99
+Δ' Στου Μπέη.......................... 103
+Ε' Στην απάνω την Αγορά .............. 108
+Η’ Η ομιλία του Χουσεήνη ............. 116
+Ζ' Στην κάτω την Αγορά................ 120
+Η' Κόλαση και Παράδεισος.............. 127
+Θ' Λίγες ματιές....................... 133
+I' Ρωμιοπούλες........................ 138
+ΙΑ'Η θεια Γιαννούλα................... 149
+IB' Η νοικοκερά....................... 156
+ΙΓ' Φτάνει μας το χωριό .............. 160
+
+
+
+ΤΡΙΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
+
+
+
+ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
+
+Α' Στο γιοφύρι........................ 165
+Β' Εθνικές ιδέες. . . .:.............. 168
+Γ' Η καλή μας η μάννα................. 173
+Δ' Τα γράμματα........................ 176
+Β' Η Ξανθομαλλού κι' ο Μαυριδερός..... 179
+ς' Ένα σαλέπι......................... 182
+Ζ' Έν' ανέλπιστο παραμύθι............. 185
+Η' Ένας Έλληνας κ' ένας Έλλην......... 191
+Θ' Στ' άη Γρηγόρη..................... 194
+Ι' Λίγα λόγια της Αγιωσύνης του ...... 196
+ΙΑ' Στο Ταξίμι........................ 200
+IB' Στου φίλου που όνομα δεν του
+ βρίσκω............................ 204
+
+
+
+ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
+
+
+
+ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
+
+Α' Στην Ακρόπολη...................... 211
+Β' Στο παλάτι......................... 218
+Γ' Ένας βασιλιάς χωριάτικα ντυμένος... 220
+Δ' Ο Παναγής Καλογιάννης.............. 225
+Ε' Έξω από το Πανεπιστήμιο............ 237
+ς' Και λίγη φιλολογία με τον καφέ..... 241
+Ζ' Η μια μεριά ενός παραμυθιού........ 247
+Η' Η άλλη η μεριά του παραμυθιού...... 252
+Θ' Στο δρόμο.......................... 258
+I' Μεγάλος νους....................... 263
+ΙΑ' Παράταξη.......................... 266
+Επίλογος.............................. 272
+
+
+
+Λάθη
+
+
+Έμειναν κάμποσα λάθη αδιόρθωτα, καθώς Αθήνα, αντίς Αθήνα,
+Ρωμιοσύνη αντί Ρωμιωσύνη, καθίσω αντί καθήσω, κτλ. Ας τα
+παραβλέψη ο αναγνώστης.
+
+
+
+Άλλο βιβλίον του Αργύρη Εφταλιώτη
+
+ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ . Δραχ. 2
+
+
+
+Τιμάται δραχ. 2.50
+
+
+
+Τυπογραφείον Εστίας, Αθήναι — 1497
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's Gerodimos Pamphletes, by Argyris Eftaliotis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK GERODIMOS PAMPHLETES ***
+
+***** This file should be named 34118-0.txt or 34118-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/4/1/1/34118/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/34118-0.zip b/34118-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..582e57a
--- /dev/null
+++ b/34118-0.zip
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..c3b86aa
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #34118 (https://www.gutenberg.org/ebooks/34118)