summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/29062-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '29062-0.txt')
-rw-r--r--29062-0.txt4646
1 files changed, 4646 insertions, 0 deletions
diff --git a/29062-0.txt b/29062-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..3a85a2b
--- /dev/null
+++ b/29062-0.txt
@@ -0,0 +1,4646 @@
+The Project Gutenberg EBook of Loukis Laras, by
+Demetrios or Demetrius Bikelas or Vikelas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Loukis Laras
+
+Author: Demetrios or Demetrius Bikelas or Vikelas
+
+Posting Date: March 28, 2012 [EBook #29062]
+First Posted: June 7, 2009
+Last Updated: November 3, 2009
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOUKIS LARAS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
+The spelling of the book has not been changed otherwise.
+
+Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά
+τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+
+
+
+
+ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ
+
+
+
+
+
+ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
+
+
+
+ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΤ' ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ
+ΥΠΟ
+ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΡΑΛΛΗ
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+ΕΚΔΟΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΔΟΝΗΣ 1892
+
+
+
+Παραδίδομεν εις το Ελληνικόν κοινόν τετάρτην έκδοσιν του Λουκή Λάρα,
+εικονογραφημένην ταύτην.
+
+Το έργον του κ. Δ. Βικέλα δεν έχει βεβαίως ανάγκην να παρουσιασθή με
+συστάσεις του εκδότου προς Έλληνας αναγνώστας, εις ους είνε ήδη
+αρκούντως γνωστόν• άλλως δε, αν ήτο τοιαύτη ανάγκη, θα είχε να
+παρουσιάση τίτλους πολύ ισχυροτέρους, την εις τας πλείστας των
+ευρωπαϊκών γλωσσών μετάφρασίν του παρά ξένων λογίων, οίτινες ούτω
+διετράνωσαν την εκτίμησίν των προς το ελληνικόν έργον. Τούτο μόνον
+ίσως δεν πρέπει ν' αφήσωμεν ασημείωτον ενταύθα, την γενομένην
+εργασίαν της εικονογραφήσεως αυτού.
+
+Πρώτην φοράν, νομίζομεν, ελληνικόν βιβλίον αξιούται να εικονογραφηθή
+πρωτοτύπως, αλλά συνάμα και τόσον τελείως και αριστοτεχνικώς όσον το
+παρόν. Η εργασία αύτη εξετελέσθη υπό ονομαστού Έλληνος καλλιτέχνου,
+του εν Παρισίοις ζωγράφου κ. Θεοδώρου Ράλλη. Ο κ. Ράλλης, γνώστης
+του ελληνικού βίου, κατώρθωσε διά της γραφίδος αυτού να
+αισθητοποιήση, ούτως ειπείν, την εν τω βιβλίω υπάρχουσαν ζωήν. Η
+γραφίς του καλλιτέχνου συμπληρούσα ούτω την εργασίαν του συγγραφέως
+παρουσιάζει ημίν τον Λουκήν Λάραν και τους άλλους συμπαθείς ήρωας
+του διηγήματος υπό τον τέλειον τύπον, υφ' ον εξ αρχής εδημιούργησεν
+αυτούς η εύχαρις φαντασία του συγγραφέως.
+
+Γ. ΚΑΣΔΟΝΗΣ.
+
+
+
+
+Οι διαβιώσαντες εν Αγγλία ομογενείς θ' αναγνωρίσωσιν ευκόλως τον υπό
+το όνομα του Λουκή Λάρα υποκρυπτόμενον Χίον. Συχνάκις ήκουσα αυτόν
+διηγούμενον της νεότητάς του τας δοκιμασίας. Περί τα τέλη του βίου
+του επεχειρίσθη κατά προτροπήν μου να γράψη ιδιοχείρως τας
+αναμνήσεις του, ότε δε πρό τινων ετών απεβίωσεν, ανευρέθη μεταξύ των
+εγγράφων του το χειρόγραφον, υπό ταινίαν φέρουσαν το όνομά μου.
+Εκδίδων αυτό σήμερον εύχομαι, όπως αναγνωσθή παρ' άλλων μεθ' όσου
+εγώ ενδιαφέροντος ήκουα τας προφορικάς του γέροντος διηγήσεις.
+
+
+
+
+ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
+
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
+
+
+Κατά τας αρχάς του έτους 1821 ευρισκόμην εις Σμύρνην. Ήμην τότε
+εικοσαετής σχεδόν. Προ επτά ήδη ετών ο διδάσκαλος μου, ο Παππά
+Φλούτης, θεός συγχωρέσοι τον, είχε βεβαιώσει τον πατέρα μου, ότι
+έμαθα πλέον όσα γράμματα αρκούν εις άνθρωπον μέλλοντα να μετέλθη το
+εμπόριον• ο δε πατήρ μου είτε πεισθείς υπό των λόγων του αγαθού
+ιεροδιδασκάλου, είτε θεωρών το σχολείον του πρακτικού βίου ως
+ωφελιμώτερον δι' εμέ, δεν ενέκρινε να με αφήση εις Χίον προς
+εξακολούθησιν των σπουδών μου, αλλά μ' επήρεν έκτοτε εις Σμύρνην,
+παραλαβών με κατ' αρχάς μεν ως μαθητευόμενον, μετ' ου πολύ δε ως
+εταίρον εις το εμπορικόν του κατάστημα.
+
+
+Ο Ύψιστος εν τούτοις ηυλόγει τους κόπους μας. Το ισοζύγιον εκάστου
+έτους ήτο παχύτερον του προηγηθέντος, και η εμπορική μας υπόληψις
+εστερεούτο επί μάλλον και μάλλον εις την αγοράν της Σμύρνης. Άλλως
+τε,― δύναμαι μετά υπερηφανείας να το είπω,― απ' αρχής ο πατήρ μου
+είχεν αποκτήσει όνομα καλόν και υπόληψιν άκραν, διότι ήτο τιμιώτατος
+και ακριβέστατος εις τας συναλλαγάς του. Οφείλω δε να προσθέσω, (και
+δεν το λέγω διά να επαινεθώ, γνωρίζων εκ πείρας, ότι ο εαυτόν
+επαινών ή πλανάται, ή συχνάκις άλλους θέλει ν' απατήση,, αλλά το
+λέγω ως φόρον υικής ευγνωμοσύνης,) ότι την επιτυχίαν εις το στάδιον
+του εμπορικού μου βίου την χρεωστώ, προ παντός άλλου, εις τας αρχάς
+της τιμιότητος, τας οποίας από της παιδικής έτι ηλικίας μου
+ενέπνευσεν ο πατήρ μου. Καθ' όσον ηύξανον τα κέρδη εξετείνετο
+βαθμηδόν των εργασιών μας ο κύκλος, ταυτοχρόνως δε και των βλέψεων
+μας ο ορίζων. Αι μετά ξένων εν Ευρώπη ανταποκριτών σχέσεις δεν
+εξήρκουν πλέον προς ικανοποίησιν της εμπορικής μας δραστηριότητος.
+Δύο ή τρεις εκ των συμπολιτών μας, νέοι Κολόμβοι του ελληνικού
+εμπορίου, είχον ήδη κατ' εκείνα τα έτη στήσει εις Λονδίνον την
+σκηνήν των. Το τρόπαιον εκείνων ετάραττε τον ύπνον μας, το δε
+παράδειγμά των υπέκαιε τους φιλοδόξους πόθους μας, όθεν εσχεδιάζετο
+να μεταβώ κατά το φθινόπωρον εις Αγγλίαν μεθ' ενός των εκ μητρός
+θείων μου. Είχα μάλιστα αρχίσει να διδάσκωμαι την Αγγλικήν υπό
+Άγγλου τινός ιερωμένου, είδους Παππά Φλούτη, όστις βεβαίως πολλά δεν
+με έμαθεν. Αλλ' ίσως δεν ήτο ιδικόν του το πταίσμα. Ας μη καθάπτωμαι
+της μνήμης των πρώτων διδασκάλων μου!
+
+Ο νους και του πατρός και των περί ημάς συγγενών ή φίλων και εμού
+αυτού ήτο αποκλειστικώς προσηλωμένος εις το έργον μας. Περί Φιλικής
+Εταιρίας και τεκταινομένης επαναστάσεως ουδέ το ελάχιστον
+εγνωρίζομεν. Συνησθανόμεθα μεν αορίστως πως και ημείς, μεθ' όλων των
+τότε Ελλήνων, τον προς την ελευθερίαν οργασμόν, εβλέπομεν εις
+Σμύρνην Ευρωπαίους κρατούντας υψηλά την κεφαλήν, και μετά πικρίας
+ενδομύχου εμακαρίζομεν τα αυτόνομα Χριστιανικά έθνη, είχομεν αμυδράς
+τινας ιστορικάς γνώσεις περί της Γαλλικής επαναστάσεως και
+νεφελώδεις τινάς ελπίδας εθνικής αποκαταστάσεως, στηριζομένας κυρίως
+εις την εξ Άρκτου προσδοκωμένην αρωγήν, τας δ' εορτάς συνερχόμενοι
+εψάλλομεν και ημείς του Ρήγα τα άσματα• αλλ' όμως δεν εφανταζόμεθα
+ουδαμώς ότι ευρισκόμεθα εις παραμονάς εθνικής εκρήξεως.
+
+Διηρχόμεθα τον βίον ήσυχοι εντός του Χανίου, την μεν ημέραν εν μέσω
+των ποικίλων εμπορευμάτων μας, την δε νύκτα εντός του μικρού
+δωματίου, άνωθεν της αποθήκης, όπου εκοιμώμεθα ο πατήρ μου κ 'εγώ.
+Τας Κυριακάς ελειτουργούμεθα τακτικώς εις την αγίαν Φωτεινήν, ενίοτε
+δε επεσκεπτόμεθα οικογένειάν τινα εκ των εν Σμύρνη διαβιούντων Χίων.
+Σπανίως, άπαξ ή δις του έτους, περί το Πάσχα ιδίως, επηγαίνομεν προς
+αναψυχήν εις τα παρακείμενα χωρία, και τότε αναπνέοντες αέρα καθαρόν
+και βλέποντες δένδρα και αγρούς ενθυμούμεθα την Χίον και τον πύργον
+και τον κήπον μας, και μας εφαίνετο βαρύτερος τότε ο από της
+οικογενείας χωρισμός.
+
+Ούτω διήρχοντο αι ημέραι και παρήρχετο ο καιρός, η δε κυρία μου
+σκέψις ήτο περί της μελλούσης εις Αγγλίαν αποδημίας. Τα όνειρά μου
+περί τούτο περιεστρέφοντο, και ήσαν όνειρα υπό πάσαν έποψιν χρυσά.
+Αλλ' εξαίφνης και ησυχία και εργασία και σχέδια και όνειρα, τα πάντα
+διά μιας ανετράπησαν.
+
+Κατά τας αρχάς Μαρτίου μίαν νύκτα εξύπνησα έντρομος. Είχα ακούσει
+τουφεκισμούς αλλεπαλλήλους εις τον ύπνον μου. Ανεκάθησα επί του
+στρώματος με τα ώτα προσεκτικά και τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις
+το σκότος.
+
+Ο πατήρ μου εκοιμάτο βαθέως. Μη ήτο όνειρον; Όχι ! Πιφ, παφ , πάλιν
+και κραυγαί συγχρόνως άγριαι. Εξύπνησα τον πατέρα μου και ηκούομεν
+αμφότεροι.
+
+Καθ' όλην την νύκτα εξηκολούθησαν εκ διαλειμμάτων ο κρότος και η
+ταραχή. Δεν ηδυνάμεθα να εικάσωμεν τι συμβαίνει. Και πώς να το
+μάθωμεν; Είχομεν την περιέργειαν να εξέλθωμεν, αλλ' ο φόβος ήτο
+ισχυρότερος και εμένομεν εντός του δωματίου.
+
+Προς τα εξημερώματα κατέβημεν εις την πλατείαν του Χανίου, όπου
+εύρομεν και άλλους εκ των κατοίκων του συνηγμένους, εις την αυτήν ως
+ημείς απορίαν και την αυτήν ανησυχίαν.
+
+Τα Χάνια, καθώς ίσως γνωρίζεις, αναγνώστα, είναι συνήθως ωκοδομημένα
+εν είδει φρουρίου. Έξωθεν τείχοι υψηλοί και στερεοί, εν τω μέσω αυλή
+ύπαιθρος, τετράγωνος ή επιμήκης, επί της αυλής αι θύραι και τα
+παράθυρα των αποθηκών και των οικημάτων, η δε συγκοινωνία μετά του
+έξω κόσμου διά πύλης σιδηράς κλεισμένης την νύκτα.
+
+Ότε την αυγήν ήνοιξαν οι φύλακες την πύλην, εμάθομεν ότι αφ' εσπέρας
+είχεν έλθει διαταγή να οπλισθώσιν οι Τούρκοι• διά τούτο οι
+νυκτερινοί τουφεκισμοί και οι αλαλαγμοί των. Αλλά προς τι ο
+εξοπλισμός; Πόθεν ο προκαλέσας το διάταγμα κίνδυνος; Τοιαύτας
+ερωτήσεις απηυθύνομεν προς τους έξωθεν ερχομένους, αλλ' ουδέν
+ακριβές επληροφορούμεθα. Είς έλεγε, στάσις των Γενιτσάρων άλλος,
+πόλεμος Ρωσσικός• τινές εψιθύριζον, επανάστασις των Χριστιανών.
+
+Ούτω διήλθεν η ημέρα εκείνη. Ήτο Σάββατον. Ημείς δεν εξήλθομεν του
+Χανίου, αλλ' από της πύλης εβλέπομεν ενόπλους και αγρίους τους
+Τούρκους περιφερόμενους εις τας οδούς.
+
+Την επιούσαν υπήγομεν κατά το σύνηθες εις την λειτουργίαν. Κατ'
+εκείνην την Κυριακήν δεν επρόκειτο να ομιλήση ιεροκήρυξ, ώστε το
+πλήρωμα της εκκλησίας είδε μετ' απορίας τον ιερέα αναβαίνοντα επί
+του άμβωνος. Δεν ανέβη να μας διδάξη τον λόγον του θεού, αλλά προς
+ανάγνωσιν Πατριαρχικού αφορισμού.
+
+Ηκούομεν πάντες εμβρόντητοι τον αναγινώσκοντα τας φοβεράς εκείνας
+κατάρας και τους φρικώδεις εξορκισμούς. Ηκούσαμεν τα ονόματα του
+Σούτσου και του Υψηλάντου ως ενόχων και προδοτών. Ενοήσαμεν ότι
+πρόκειται περί κινημάτων επαναστατικών εν Βλαχία και περί μυστικών
+συνωμοσιών, και εβλέπομεν ο είς τον άλλον εντός της εκκλησίας, και
+αντηλλάσσοντο ψιθυρισμοί και ερωτήσεις και απορίαι. Τι αρά γε
+εσήμαινεν η αφοριζομένη επανάστασις ; οποία η πηγή του κινήματος;
+Εγνωρίζομεν μόνον, ότι ο Υψηλάντης ήτο μέγας και πολύς εν Ρωσσία,
+και κάπως υπεθέσαμεν ότι επρόκειτο περί Ρωσσικής τινος υποκινήσεως,
+ότι εγένετο προανάκρουσμά τι Ρωσσοτουρκικού πολέμου. Αλλά ταύτα
+πάντα διετυπούντο μόλις ως συμπερασμοί, αόριστοι και συγκεχυμένοι
+πολλώ πλέον ή όσον δύναμαι σήμερον ενταύθα να παραστήσω.
+
+Και οι Τούρκοι όμως της Σμύρνης ήσαν εις το σκότος εισέτι ως προς τα
+διατρέχοντα, ουδ' είχον ακριβώς εννοήσει ότι οι ραγιάδες αφ' εαυτών
+επανέστησαν. Ενόμιζον ότι εκ Ρωσσίας επέρχεται ο κίνδυνος. Ουχ
+ήττον, ευθύς απ' αρχής ο φανατισμός αυτών εξηγέρθη. Επρόκειτο περί
+πολέμου κατ' απίστων• άρα πας χριστιανός εχθρός, πας δε ραγιάς
+πρόχειρον θύμα. Από της πρώτης λοιπόν ημέρας εμαύρισε δι' ημάς ο
+ορίζων και μας κατεπλάκωσε την ψυχήν η ανησυχία και ο φόβος.
+
+Αι λέξεις αύται, ανησυχία, φόβος, συχνάκις ήδη διέφυγον τον κάλαμόν
+μου. Αλλά προς τι να επιδείξω γενναιότητα, την οποίαν ούτε είχομεν,
+ούτε ηδυνάμεθα να έχωμεν ; Μη, αναγνώστα, μειδιάσης, αναλογιζόμενος
+ότι είμαι Χίος και αποδίδων εις φυλετικήν δήθεν ιδιοσυγκρασίαν την
+ατολμίαν μου. Ήθελα να σ' έβλεπα τότε εις την θέσιν μου, όσον
+γενναίος και αν φρονής ότι είσαι. Άοπλοι, απροστάτευτοι,
+ταπεινωμένοι από την δουλείαν, εκτεθειμένοι εις του πρώτου
+εξηγριωμένου Τούρκου την οργήν ή και την μάχαιραν, άνευ της
+ελαχίστης ελπίδος του να τύχωμέν ποτε δικαιοσύνην ή καν εκδίκησιν,
+πώς ήτο δυνατόν ημείς, οι ταπεινοί έμποροι του Χανίου της Σμύρνης,
+να έχωμεν γενναιότητα; Προς τι ηδύνατο η γενναιότης να μας
+χρησιμεύση; Υπομονήν μόνον είχομεν, μας εχρειάζετο δε υπομονή πολλή,
+διότι η ζωή μας έκτοτε ήτο διαρκής αγωνία και μακρόν μαρτύριον. Αλλ'
+έχει και η υπομονή τα όριά της. Ενίοτε εξαντλείται και την
+διαδέχεται τότε είτε η απόγνωσις, είτε η απελπισία εκείνη η άγουσα
+εις τον ηρωισμόν. Πολλά ηρωισμού παραδείγματα και κατά την Ελληνικήν
+επανάστασιν και εις την γενικήν των ανθρώπων ιστορίαν, την γραπτήν
+και την άγραφον, είναι ίσως απελπισίας τοιαύτης παραγόμενα. Εμέ ο
+Θεός μ' εφύλαξεν από την απόγνωσιν, η δε φύσις δεν με προητοίμασε
+διά την απελπισίαν του ηρωισμού. Αλλ' όμως ποτέ δεν μου εξηντλήθη η
+υπομονή και η ελπίς, και πολλάκις εδόξασα επί τούτω τον Ύψιστον.
+
+Ολίγας ημέρας μετά την Κυριακήν εκείνην του αφορισμού, υπήγα μίαν
+πρωίαν εις το Χάνι των Εβραίων, προς σύναξιν χρημάτων. Είχα
+εισπράξει ποσόν τι και έθετα εντός του κόλπου μου τον περιέχοντα τα
+συναχθέντα σάκκον, ότε ακούω αίφνης κραυγάς και ποδοβολητόν, και
+βλέπω χείμαρρον Χριστιανών και Εβραίων φευγόντων δρομαίως προς ημάς.
+Πριν ή ο Εβραίος μου προφθάση να κλείση την θύραν, η σκοτεινή
+αποθήκη είχε πληρωθή υπό εντρόμων ομοθρήσκων του.
+
+Αι διακεκομμέναι φράσεις, τας οποίας εψιθύριζον εις την Ισπανικήν
+διάλεκτόν των, δεν μ' εφώτισαν ούτε με καθησύχασαν• δεν εγνώριζον
+και αυτοί τι συνέβη και διατί έφευγον.
+
+Αφού ο θόρυβος εκόπασε και επανήλθεν έξω η ησυχία, ηνοίξαμεν μετά
+προσοχής την θύραν. Βαθμηδόν και αι λοιπαί αποθήκαι ηνοίγοντο, οι δε
+εντός αυτών καταφυγόντες εξήρχοντο ενθαρρυνθέντες, και από στόματος
+εις στόμα εγνώσθη επί τέλους η αληθής του τρόμου εκείνου αιτία.
+
+Kάμηλος φέρουσα φορτίον βάμβακος ωλίσθησεν εις την στενήν της αγοράς
+oδόν και πίπτουσα έθραυσεν ενός εργαστηρίου την θύραν. Ο κρότος της
+κρημνισθείσης θύρας, αι κραυγαί των αγωγιατών και των εντός του
+εργαστηρίου Εβραίων, η συρροή περί την πεσούσαν κάμηλον, ταύτα πάντα
+εξελήφθησαν εν ακαρεί ως αρχή οχλαγωγίας και επήλθε παραζάλη γενική
+και φυγή και τρόμος.
+
+Όταν υπάρχη η απαιτουμένη δόσις ψυχολογικής προδιαθέσεως, δεν
+απαιτείται πολύ προς διάδοσιν πανικού φόβου. Ατυχώς δε υπήρχε λόγος
+ισχυρός προς ύπαρξιν τοιαύτης προδιαθέσεως. Διότι των Τούρκων ο
+ερεθισμός οσημέραι ηύξανεν, ήσαν δε γνωσταί αι εις την συνοικίαν των
+συναθροίσεις και είχον ακουσθή απειλαί προσεχούς επιθέσεως. Αλλ' εγώ
+ουδέν εισέτι περί τούτων εγνώριζα, ουδέ προέβλεπα νέας κατά την
+ημέραν εκείνην συγκινήσεις.
+
+Απεχαιρέτησα λοιπόν τους Εβραίους, εδίπλωσα επί του στήθους το
+φόρεμα προς πλειοτέραν προφύλαξιν του εντός του κόλπου μου σάκκου,
+και εκίνησα διά να επιστρέψω εις τα ίδια. Αλλά μόλις εισέβην εις την
+κεντρικήν της αγοράς οδόν, ακούω κραυγάς εκ νέου και αλαλαγμούς, και
+πριν έτι λάβω τον καιρόν ν' αποσυρθώ ή προφυλαχθώ, ευρίσκομαι εντός
+σμήνους Τούρκων τρεχόντων με τα ξίφη εις χείρας γυμνά. Πώς δεν με
+κατεπάτησαν, πώς δεν μ' εφόνευσαν, δεν δύναμαι και τώρα εισέτι να
+εννοήσω.
+
+Το ρεύμα με παρέσυρε. Έτρεχα κ' εγώ μετ' αυτών. Ήρπαζα εδώ κ' εκεί
+λακτίσματα και γρονθοκοπήματα, αλλ' έτρεχα, έτρεχα κατάτρομος, μη
+γνωρίζων ούτε που πηγαίνω, ούτε τι θ' απογίνω, αλλ' ουδέ σκεπτόμενος
+περί τούτου. Ήτο ως όνειρον, αλλ' όνειρον φρικτόν. Εγνώριζα κάλλιστα
+τας οδούς της Σμύρνης, αλλ' οποίας οδούς διηρχόμην δεν έβλεπα, ουδέ
+τώρα ενθυμούμαι.
+
+Ενθυμούμαι μόνον, ότι εις μίαν του δρόμου στροφήν είδα του Χανίου
+μας την θύραν αντικρύ μου και την ανεγνώρισα. Ήτο ημίκλειστος. Δεν
+γνωρίζω πώς ευρέθην εντός του Χανίου, εις το δωμάτιόν μου, πλησίον
+του πατρός μου. Όλα ταύτα έμειναν συγκεχυμένα εις την μνήμην μου.
+
+Ενθυμούμαι ότι ευρέθην κείμενος επί του στρώματος, ύπτιος,
+ασθμαίνων• και, άνωθέν μου, κλίνων την κεφαλήν ο πατήρ μου μ'
+ερράντιζε με ύδωρ ψυχρόν.
+
+Ενθυμούμαι ότι ησθάνθην βάρος επί του στήθους πολύ, και τότε μόνον
+συλλογισθείς τον σάκκον έφερα την χείρα εις τον κόλπον μου και τον
+εσήκωσα από το στήθος.
+
+Ενθυμούμαι το μειδίαμα του πατρός μου, ότε τω παρέδωκα τον σάκκον.
+Το μειδίαμα εκείνο το υπέλαβα τότε ως έκφρασιν ευχαριστήσεως διά των
+χρημάτων την διάσωσιν. Αλλ ' αφού απέκτησα κ' εγώ τέκνα, τότε μόνον
+εννόησα την αληθή του σημασίαν.
+
+― Τι με μέλει τώρα περί χρημάτων; δια σε, υιέ μου, με μέλει !
+
+Ιδού του πατρικού εκείνου μειδιάματος η έννοια. Με ηγάπα ο πατήρ
+μου• με ηγάπα περιπαθώς. Ποτέ δεν μου το απέδειξε δι' εκχύσεων ή
+επιδείξεων τρυφερότητας. Μόνον αφού απέθανε και δεν τον είχα πλησίον
+μου, και ανεπόλουν τας περιπέτειας και τα ελάχιστα περιστατικά της
+πολυετούς συμβιώσεως μας, τότε μόνον ενόησα και εξετίμησα ακριβώς
+τον βαθμόν της προς εμέ στοργής του. Διατί τούτο ; Αρά γε διότι
+απαιτείται να απολέσωμέν τι, όπως αισθανθώμεν την αξίαν του όλην; Ή
+μη διότι αι συμφοραί και τα δεινοπαθήματά μου ήνοιξαν βραδύτερον τον
+νουν και μου επλάτυναν την καρδίαν;
+
+Πού εν τούτοις οι Τούρκοι εκείνοι έτρεχον; Κατόπιν το έμαθα.
+Διηυθύνοντο προς την συνοικίαν των Φράγκων με κακούς κατά των εκεί
+κατοικούντων σκοπούς. Ευτυχώς ο πασάς προλαβών ίσχυσε να τους
+κατευνάση και ουδέν απευκταίον συνέβη την ημέραν εκείνην. Δεν είχεν
+εισέτι επέλθει της αληθούς τρομοκρατίας η αρχή. Και όμως η οχλαγωγία
+εκείνη, η πρώτη Τούρκων ενόπλων κατά Χριστιανών διαδήλωσις, η πρώτη
+μου πραγματικού κινδύνου συναίσθησις, έμεινεν εγκεχαραγμένη εις την
+μνήμην μου, ζωηρότερον ίσως των όσων μετέπειτα είδα και έπαθα.
+
+Από της ημέρας εκείνης οι Τούρκοι εγένοντο επιθετικώτεροι. Αίμα
+εισέτι δεν εχύνετο, αλλ' αι ύβρεις, αι απειλαί, τα βλοσυρά βλέμματα,
+η επίδειξις των όπλων, ήσαν προοίμια επίφοβα της επερχομένης
+καταιγίδος. Διότι τα πράγματα εδεινούντο, και εξηπλούτο η
+επανάστασις. Εις πάσαν δε κραυγήν ελευθερίας των Ελλήνων
+ανταπεκρίνετο νέα του τουρκικού φανατισμού έκρηξις, μέχρις ου επί
+τέλους έλειψε πας φραγμός και αφηνίασαν ως μαινόμενοι οι Τούρκοι,
+και έσφαξαν και ελεηλάτησαν και ηνδραπόδισαν.
+
+Αι ειδήσεις δεν ήρχοντο μέχρις ημών ούτε τακτικώς ούτε ακριβώς, αλλ'
+έφθανεν όπως δήποτε έως των μυχών του Χανίου μας η αντήχησις των
+πρώτων εκείνων της εθνεγερσίας σεισμών. Ούτως εμανθάνομεν τα εν
+Βλαχία συμβαίνοντα, ούτως ηκούσαμεν μίαν ημέραν, ότι ο Μωρέας
+εσηκώθη, ότι ο αρχιεπίσκοπος Πατρών και οι προεστώτες της
+Πελοποννήσου ετέθησαν επί κεφαλής του κινήματος,― συγχρόνως δε ήλθεν
+η φήμη, ότι η Ύδρα και αι Σπέτσαι επανέστησαν.
+
+Ότε, ανατρέχων δια της μνήμης εις το ένδοξον εκείνο παρελθόν,
+συλλογίζομαι τα καθέκαστα, και αναλύων τας τότε εντυπώσεις μου
+εξετάζω αυτάς ως αντανάκλασιν, ούτως ειπείν, της κοινής τότε γνώμης,
+καταλήγω συχνάκις εις το συμπέρασμα, ότι η ευθύς απ' αρχής του
+αγώνος συμμετοχή των ναυτικών μας νήσων εις το εθνικόν κίνημα
+συνετέλεσε, πλειότερον ίσως αφ' όσον πολλοί την σήμερον δύνανται να
+εννοήσωσιν, εις την στερέωσιν και την διάδοσιν της επαναστάσεως. Δεν
+λέγω τούτο διά την μεγίστην υλικήν βοήθειαν, την οποίαν τα ελληνικά
+πλοία παρέσχον εις το έθνος, ούτε διά τα λαμπρά κατορθώματα, δια των
+οποίων περιεβλήθη νέον στέφανον αμαράντου δόξης το ελληνικόν όνομα.
+Όχι• ταύτα τα είδομεν και τα ενοήσαμεν κατόπιν. Αλλ' ευθύς απ'
+αρχής, ότε ημείς οι ζώντες μακράν του κρατήρος της εθνικής εκρήξεως
+ηκούσαμεν ότι οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται και οι Ψαριανοί
+ανεπέτασαν την σημαίαν της ελευθερίας, συνησθάνθημεν ζωηρότερον περί
+τίνος επρόκειτο.
+
+Οι πλοίαρχοι της Ύδρας και των Σπετσών και των Ψαρών εξεπροσώπευσαν,
+δι' ορατού τρόπον τινά και συγκεκριμένου στοιχείου, τον γενικόν, τον
+πανελλήνιον χαρακτήρα της Επαναστάσεως. Διότι πολλοί εξ αυτών ήσαν
+γνώριμοι, πολλοί εθεωρούντο ως φίλοι, τα ονόματα και τα πρόσωπά των
+ήσαν γνωστά εις όλους τους λιμένας, εις πάσας τας αγοράς, όπου
+υπήρχον Έλληνες. Ώστε, ότε ηκούσαμεν ότι οι άνδρες εκείνοι, οι
+γνώριμοι, οι φίλοι μας, αγωνίζονται υπέρ Πίστεως και Πατρίδος και
+ωρκίσθησαν ή να ελευθερωθώσιν ή να αποθάνωσιν, ηλεκτρίσθημεν όλοι
+πολύ περισσότερον ή ότε εμάθομεν του Υψηλάντου το κίνημα, ή και
+αυτής της Πελοποννήσου την εξέγερσιν.
+
+Ομιλώ περί των πρώτων αρχών του αγώνος και των πρώτων εντυπώσεων.
+Κατόπιν επήλθον άλλαι αφορμαί, όπως συναισθανθώμεν το αδιάρρηκτον
+του μετά των επαναστατών συνδέσμου μας. Οι Τούρκοι, σφάζοντες και
+καταστρέφοντες και ανδραποδίζοντες απανταχού άνδρας αόπλους και τα
+γυναικόπαιδα, εφρόντιζον να μας ενθυμίζωσι το αλληλένδετον του
+γένους, και αν ημείς είχομεν διάθεσιν να το λησμονήσωμεν.
+
+Συγχώρει, αναγνώστα, τας παρεκβάσεις μου. Η γεροντική μου χειρ,
+υπείκουσα εις της γεροντικής μου καρδίας την ώθησιν, αρέσκεται
+ενδιατρίβουσα εις τας συσσωρευμένας αναμνήσεις των παθημάτων και των
+εντυπώσεων της νεότητός μου. Η πρόθεσίς μου είναι να περιορισθώ εις
+την αφήγησιν των περιπετειών του βίου μου. Αλλ' ο βίος ενός εκάστου
+ημών αποτελεί μικράν μονάδα συνεχομένην μετά του συνόλου των
+κυκλούντων ημάς στοιχείων. Πώς να χωρίζω εκάστοτε τας περιδονήσεις
+του ευτελούς ατόμου μου από της κινήσεως του γενικού ανεμοστροβίλου,
+εντός του οποίου παρεσύρετο ;
+
+Διά τούτο, και διότι είμαι γέρων, δεν θ' αποφεύγω ίσως πάντοτε τας
+τοιαύτας παρεκβάσεις γράφων τ' απομνημονεύματά μου. Αλλ' ουδεμίαν
+έχεις υποχρέωσιν να με αναγνώσης μέχρι τέλους, αναγνώστα μου. Ότε
+ήσο μικρός και σε έλεγε παραμύθια η τροφός σου, τα έλεγε διά να
+ευχαριστήση όχι μόνον την ιδικήν σου περιέργειαν, αλλά και την
+ανάγκην, την οποίαν η ιδία συνησθάνετο να τα λέγη. Σ' έπαιρνεν ίσως
+ο ύπνος ενίοτε. Αλλ' εξηκολούθει λέγουσα εκείνη, και συ εξυπνών
+ήκουες του διηγήματος το τέλος. Ιδού διατί ενθυμείσαι την αρχήν
+μόνον και το τέλος πολλών παραμυθιών, χωρίς ίσως να γνώριζες, διατί
+δεν ενθυμείσαι την μέσην. Αλλά το ιδικόν μου παραμύθι δεν έχει καθ'
+εαυτό ούτε αρχήν ούτε τέλος• ώστε δύνασαι να κοιμηθής από τούδε,
+αναγνώστά μου. Δεν με διακόπτεις.
+
+Τα πρώτα περί της Επαναστάσεως ακούσματα ήλθον μέχρις ημών κατά την
+μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Οποία Τεσσαρακοστή και τι Πάσχα ήτο εκείνο !
+Επηγαίνομεν τακτικώς εις την εκκλησίαν, καθόσον μάλιστα εκεί
+μετεδίδοντο αι ειδήσεις, συχνάκις ψευδείς, συνήθως εξωγκωμέναι, αλλ'
+επί τέλους αι μόναι ειδήσεις τας οποίας εμανθάνομεν. Και μη υποθέση
+τις ότι μας απέσπα τον νουν η περί ταύτα φροντίς από των
+εκκλησιαστικών τελετών. Απ' εναντίας! Το θρησκευτικόν αίσθημα ήτο
+ισχυρόν τότε, τα δε παθήματα του γένους ενεσαρκούντο, ούτως ειπείν,
+δι' ημάς εις τα πάθη του Χριστού, και αι κατανυκτικαί ακολουθίαι της
+Μεγάλης Εβδομάδος εξεπροσώπουν την ψυχικήν κατάστασιν του πληρώματος
+της Εκκλησίας.
+
+Περί τα μέσα της Μεγάλης Εβδομάδος φήμαι απαίσιοι διεδόθησαν.
+Ηκούσθη ότι γίνονται φυλακισμοί και δημεύσεις και σφαγαί εις
+Κωνσταντινούπολη, ότι πολλοί εκ των προκρίτων του γένους
+απεκεφαλίσθησαν.
+
+Την Κυριακήν του Πάσχα, εμάθομεν ότι εθανατώθη και ο μέγας
+Διερμηνεύς, ο Μουρούζης, ο δε τρόμος των αλλεπαλλήλων τούτων
+ακουσμάτων επέρριπτε πέπλον πένθους εις τα ευφρόσυνα της Αναστάσεως
+τροπάρια.
+
+Μετ' ολίγας ημέρας διεδόθη φοβερά και καταπληκτική αγγελία. Ο
+Πατριάρχης εκρεμάσθη! Το πτώμα του εδόθη παίγνιον και όργιον εις
+τους Εβραίους ! Και μας εθέρισε την καρδίαν η είδησις και μας έκοψε
+τα γόνατα !
+
+Διότι ήμεθα υπό το κράτος διπλού αισθήματος πάντες• της φρίκης, την
+οποίαν εις πάντα Χριστιανόν, εις πάντα Έλληνα, επροξένει η κατά του
+ιερού προσώπου του Πατριάρχου, του Εθνάρχου, ιεροσυλία• και της
+συναισθήσεως, ότι ουδενός πλέον εξ ημών η ζωή ήτο εξησφαλισμένη. Εάν
+η Κυβέρνησις αυτή του Σουλτάνου απετόλμα τοιαύτα εις την πρωτεύουσαν
+κατά των αρχηγών, κατά των προκρίτων του γένους, οποίους κινδύνους
+διετρέχομεν οι άσημοι ραγιάδες ημείς εκ της αχαλινώτου θηριωδίας των
+Τούρκων της Σμύρνης, και έτι μάλλον των της Ανατολής ;
+
+Είχον ήδη προ ημερών αρχίσει να συσσωρεύωνται περί την Σμύρνην σμήνη
+άτακτα αγρίων οπλοφόρων, τους οποίους η δίψα του αίματος και της
+λεηλασίας είλκυεν από τα βάθη της Ανατολής. Ο πασάς εφαίνετο εισέτι
+κηδόμενος της ασφαλείας των κατοίκων και εκράτει εκτός της πόλεως τα
+θηρία, εκείνα.
+
+Αλλ' η γειτνίασίς των εξήπτε και ηρέθιζε τους εγχωρίους Τούρκους.
+Εγίνοντο ούτοι από ημέρας εις ημέραν απειλητικώτεροι και εκ των
+απειλών μετέβαινον εις την πράξιν. Η χειρ έπιπτε συχνάκις επί της
+μαχαίρας, και ήρχιζεν η μάχαιρα να εξέρχηται ευκόλως της θήκης,
+πολλοί δε αθώοι επληγώθησαν καί τινες εθανατώθησαν εις τας οδούς της
+Σμύρνης.
+
+Αλλά ταύτα ήσαν αι απαρχαί της θυσίας. Κατόπιν επήλθον τα όργια της
+λύσσης, αι σφαγαί και οι εμπρησμοί και αι αιχμαλωσίαι, όχι μόνον εις
+τας οδούς και τας αγοράς και εις των Χριστιανών τας οικίας, αλλά και
+υπό τας σημαίας των Προξενείων, και επί αυτών έτι των ευρωπαϊκών
+πλοίων, από των οποίων εκατοντάδες φυγάδων ηρπάγησαν και εσφάγησαν.
+Αλλά ταύτα μετέπειτα τα επληροφορήθην. Δεν τα είδα, και δεν θέλω να
+γράφω ειμή μόνον όσα είδα και υπέφερα.
+
+Πολλοί εν τούτοις, από των πρώτων ημερών, ήρχισαν κρυφίως να
+φεύγωσι. Ανά πάσαν σχεδόν ημέραν εμανθάνομεν ότι εγένετο άφαντος εκ
+των γνωστών μας τις. Τι έπαθε! Μη τον εφόνευσαν ; Μη κρύπτεται
+φοβηθείς ; Εγίνετο επί τέλους γνωστή η φυγή του. Το δε παράδειγμα
+των φευγόντων, και ο φόβος των οσημέραι αυξανόντων κινδύνων, δεν μας
+άφινον να ησυχάσωμεν, τον πατέρα μου και εμέ. Μας κατέλαβεν
+ακατάσχετος ο πόθος της φυγής. Άλλο δεν εσκεπτόμεθα ειμή πώς ν'
+αναχωρήσωμεν.
+
+Το δε πράγμα από ημέρας εις ημέραν απέβαινε δυσκολώτερον. Αι
+Τουρκικαί αρχαί δεν επέτρεπον πλέον την αναχώρησιν των ραγιάδων.
+Ελέγετο μάλιστα, αλλά δεν ηθέλομεν εισέτι να το πιστεύσωμεν, ελέγετο
+ότι οι πρόξενοι έλαβον διαταγάς ν' απωθώσι τους επί ξένων πλοίων
+προσφεύγοντας. Δεν το επιστεύομεν, και όμως ήτο αληθές. Ευτυχώς
+ευρέθησαν και πρόξενοι και πλοίαρχοι έχοντες σπλάγχνα, και μη
+θέλοντες να γίνωσι προμηθευταί σφαγίων εις τους Τούρκους!
+
+Κατ' εκείνας τας ημέρας αφίχθη εις Σμύρνην αρχαίος του πατρός μου
+φίλος, ο καπετάν Βισβίλης, κυβερνήτης γολέτας υπό Ρωσσικήν σημαίαν.
+Ανέπνευσεν ο πατήρ μου, ότε μίαν πρωίαν τον είδεν εισερχόμενον εις
+το Χάνιον προς επίσκεψίν μας. Ο αγαθός πλοίαρχος ήρχετο να μας
+προσφέρη το πλοίον του. Εντός τριών ημερών, μετά την παράδοσιν του
+φορτίου, υπεσχέθη να μας μεταφέρη εις Χίον.
+
+― Εις την Χίον ; ανέκραξα, ότε μου εξεμυστηρεύθη ο πατήρ μου την
+απόφασίν του. Μη εκεί θα είμεθα ασφαλέστεροι απ' εδώ ;
+
+― Εκεί θα είμεθα όλοι ομού με την μητέρα και τας αδελφάς σου. Ή θα
+σωθούμεν μετ' αυτών, ή όλοι ομού ας καταστραφώμεν !
+
+Εν τω μεταξύ προητοιμαζόμεθα. Αλλ' ούτε καιρόν διά προετοιμασίας
+είχομεν, ούτε ηθέλομεν να προδώσωμεν δι' ακαίρων μέτρων το μυστικόν
+σχέδιόν μας. Τα εμπορεύματα απεφασίσαμεν να τα παραιτήσωμεν εις το
+έλεος του Θεού, τα δε ασύνακτα χρέη εις των οφειλετών μας την
+συνείδησιν, εάν διασωθώσι και εκείνοι. Περιεσυνάξαμεν όσα χρήματα
+ηδυνήθημεν, και την τρίτην ημέραν μετά καρδίας παλλούσης
+επεριμένομεν του ηλίου την δύσιν, κατά την μετά του φίλου πλοιάρχου
+συνεννόησιν.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
+
+
+
+Το φως του ηλίου είχε κρυβή, αλλά δεν είχεν εισέτι επέλθει της
+νυκτός το σκότος, ότε , κλείσαντες την αποθήκην, εξήλθομεν του
+Χανίου. Η πύλη ήτο εισέτι ανοικτή. Δεν είχομεν ούτε σάκκον, ούτε
+δέμα, ουδ' άλλο τι δυνάμενον να υποδείξη τους σκοπούς μας. Εις τους
+κόλπους μας μόνον και εντός των ενδυμάτων εκρύψαμεν ό,τι ηδυνάμεθα
+να φέρωμεν μεθ' ημών ασφαλώς και κρυφίως.
+
+Ουδείς των γειτόνων ή συγκατοίκων εγνώριζε το μυστικόν μας. Αλλά
+κατ' εκείνην την στιγμήν μου εφαίνετο ως να το γνωρίζη ο κόσμος
+όλος• μου εφαίνοντο αι εισέτι ανοικταί θύραι και τα επί της αυλής
+παράθυρα ως να είχον οφθαλμούς και να έβλεπον, διά μέσου των
+φορεμάτων, τα βάθη των κόλπων μας και, βαθύτερον έτι, των καρδιών
+μας τα διανοήματα. Παρά την πύλην ίστατο ο γέρων φύλαξ με τας χείρας
+επί των νώτων.
+
+― Πώς τόσον αργά έξω; μας ηρώτησε. Διά πού;
+
+― Πηγαίνομεν εις την εκκλησίαν, απεκρίθη ο πατήρ μου.
+
+Δεν ήτο ούτε ημέρα ούτε ώρα εσπερινού. Δεν ετόλμησα να είπω λέξιν
+προς τον πατέρα μου, αλλ' ήμην βέβαιος, ότι ο γέρων Οθωμανός ενόησεν
+ότι φεύγομεν και ότι θα τρέξη να μας καταδώση. Πάσα σκιά μακρόθεν
+μοι παρίστατο ως Γιανίτσαρος ή Ζεϊβέκης κρατών σπάθην εις τας
+χείρας• ανά παν βήμα ανέμενα απροσδόκητόν τινα καταστροφήν.
+
+Χάριτι θεία ουδεμία απευκταία συνάντησις διετάραξε την πορείαν μας.
+Ο πλοίαρχος είχεν ορίσει πού θα τον εύρωμεν, εις απόκεντρον της
+πόλεως άκραν, και μας επερίμενεν εις το παράλιον• η λέμβος ήτο
+παρέκει• ερημία και ησυχία επί της ακτής άκρα, και η εσπέρα
+σκοτεινή. Επηδήσαμεν εντός της λέμβου και εμπρός !
+
+Μόνον ότε ανέβημεν επί του πλοίου, ησθάνθην το στήθος μου
+ελαφρότερον και ανέπνευσα ελευθέρως. Ξένα πλοία δεν είχον εισέτι
+συληθή υπό των Τούρκων, ώστε, υπό την Ρωσσικήν της γολέτας σημαίαν,
+εφρόνουν ότι πας άμεσος κίνδυνος εξέλιπε. Εφανταζόμην δε, ότι
+φεύγοντες την Σμύρνην εφεύγομεν τους τρόμους και τα βάσανα και τους
+κινδύνους, και ελησμόνουν την πρώτην μου απ' αρχής εντύπωσιν, ότι
+μεταβαίνοντες εις Χίον δεν εσωζόμεθα από τους Τούρκους.
+
+Άλλως τε, όσω το εσκεπτόμην τόσω επειθόμην ότι εκεί ηθέλομεν μείνει
+αβλαβείς και ήσυχοι. Οι ολίγοι της Χίου Τούρκοι ήσαν εξημερωμένοι
+επί τέλους δε ήσαν ολίγοι. Οι Χίοι ήσαν εργατικοί, φιλήσυχοι και
+ειρηνικοί. Ευημερούντες και αυτοδιοικούμενοι, ήσαν οι ευτυχέστεροι
+των Ελλήνων τότε. Δεν υπήρχεν άρα πιθανότης ούτε η επανάστασις να
+μεταδοθή εις Χίον, ούτε των Τούρκων η οργή και ο φανατισμός να
+εκσπάσωσι κατά των κατοίκων. Όθεν έβλεπα με ήσυχον την καρδίαν της
+αναχωρήσεως τας προετοιμασίας. Η άγκυρα εκρέματο ήδη από της πρώρας•
+άμα ανήλθομεν επί του καταστρώματος η λέμβος ανηρτήθη, τα ιστία
+ηπλώθησαν και απεπλεύσαμεν.
+
+Εκοιμήθην την νύκτα ωραία. Αφ' ότου οι νυκτερινοί εκείνοι
+τουφεκισμοί με είχον εξυπνήσει κατά τας αρχάς Μαρτίου, ο ύπνος μου
+ήτο διακεκομμένος και ανήσυχος, εσχάτως δε οι αυξάνοντες κίνδυνοι
+και αι περί φυγής σκέψεις μου εκράτουν τα βλέφαρα ανοικτά και
+διηρχόμην αγρύπνους τας νύκτας. Αλλ' επί του πλοίου ησθανόμην
+ασφαλής. Εσκεπτόμην ολίγον την ματαιωθείσαν εις Αγγλίαν αποδημίαν,
+μου ήρχετο κατά νουν η τρομερά εκείνη εν τη αγορά παραζάλη, ότε
+έτρεχα άκων εν μέσω των Τούρκων, εφανταζόμην που και που, ότι έβλεπα
+ενώπιον μου τον Πατριάρχην επί της αγχόνης, αλλά τα δυσάρεστα
+φαντάσματα απεδίωξε βαθμηδόν της σωτηρίας η συναίσθησις, η προσδοκία
+της μετά της μητρός και των αδελφών μου συναντήσεως και αι γλυκείαι
+της παιδικής ηλικίας αναμνήσεις. Η νεότης είναι φύσει αμέριμνος και
+εύελπις• δεν αρέσκεται να ενδιατρίβη εις τα θλιβερά. Αι της Σμύρνης
+αναμνήσεις διελύθησαν βαθμηδόν υπό το πρίσμα ευχαρίστων
+ονειροπολημάτων και απεκοιμήθην εν γαλήνη, ναναριζόμενος από του
+σκάφους το τρίξιμον και από την ομαλήν επί των ελαφρών κυμάτων
+κίνησίν του.
+
+Την αυγήν, ότε ανήλθα επί του καταστρώματος, ο ήλιος είχε μόλις
+ανατείλει. Αντικρύ μας εφαίνετο η Χίος, κεκαλυμμένη υπό διαφανούς
+πρωινής ομίχλης. Μακράν δε, προς τ' αριστερά, ο πατήρ μου τείνων
+σιωπηλώς την χείρα μου έδειξεν, ως σμήνος λευκών περιστερών, σειράν
+ιστίων επικαθημένων επί του ορίζοντος. Ο γέρων Βισβίλης,― νομίζω ότι
+τον βλέπω ενώπιον μου τώρα, ενώ γράφω,― όρθιος επί της πρύμνης, με
+τας δύο χείρας επί του μετώπου και κύκλω των οφθαλμών, ητένιζε μετά
+προσοχής, ωσεί προσπαθών να μετρήση τα πλοία.
+
+― Έρχονται, ή φεύγουν; ηρώτησεν ο πατήρ μου.
+
+― Πηγαίνουν προς την Σάμον, απεκρίθη ο πλοίαρχος. Ο θεός μαζή των !
+
+― Αμήν, υπέλαβεν ο πατήρ μου. Και οι δύο γέροντες έκαμαν τον
+σταυρόν των.
+
+Πρώτην τότε φοράν επεφάνη εις εμέ συσσωματωμένη η ιδέα της
+Επαναστάσεως, η αίσθησις της Εθνεγερσίας. Αι λευκαί εκείναι
+περιστεραί ήσαν του Ελληνικού στόλου τα πλοία. Επ' αυτών εκυμάτιζε
+του Σταυρού η σημαία. Και διέτρεχον τα πλοία εκείνα τας Ελληνικάς
+θαλάσσας ελεύθερα, και ήσαν επ' αυτών άνδρες γενναίοι και άφοβοι,
+και επεδείκνυον από παραλίαν εις παραλίαν την σημαίαν των,
+εμψυχούντες τους Χριστιανούς και αψηφούντες τους Τούρκους, και επί
+της σημαίας εκείνης ήσαν χαραγμέναι αι λέξεις « Ελευθερία ή
+θάνατος!»
+
+Ότε είδα τους δύο γέροντας τοσούτον συγκινημένους ησθάνθην εν εμαυτώ
+αίσθημα απερίγραπτον, απερίγραπτον τοσούτω μάλλον, καθόσον ήτο
+αόριστον και συγκεχυμένον. Ησθάνθην ως να εγίνετο πλατύτερον το
+στήθος και υψηλότερον το σώμα μου. Αλλ' ήτο στιγμιαίον και παροδικόν
+το αίσθημα. Ίσως δε, ίσως γράφων τώρα, περιγράφω μάλλον τι ηδυνάμην
+να συναισθανθώ τότε, ή ό,τι πραγματικώς και ακριβώς συνησθάνθην.
+
+Μετ' ολίγας ώρας απεβιβαζόμεθα εις Χίον.
+
+Επερίμενα να ίδω κατά το σύνηθες την παραλίαν πλήθουσαν, και
+γνωρίμους και φίλους επί της προκυμαίας, και ν' ακούσω τα εύθυμα Κ α
+λ ώ ς ω ρ ί σ α τ ε και τους χαριεντισμούς, οίτινες άλλοτε, κατά
+τοιαύτας περιστάσεις, αντηλλάσσοντο μεταξύ της αποβάθρας και της
+λέμβου. Αλλά το παρά την αποβάθραν καφενείον ήτο κενόν, η προκυμαία
+έρημος, έρημος η αγορά. Εις τας θύρας μόνον εργαστηρίων τινών οι
+ιδιοκτήται, κατηφείς και σιωπηλοί, μας έβλεπον απορούντες και μας
+εχαιρέτων διαβαίνοντας.
+
+Η θέα της γενικής εκείνης κατηφείας με κατετάρασσε και μου ήρχετο να
+φωνάξω ερωτών τους προ των εργαστηρίων πραγματευτάς:― Δι' όνομα
+θεού, τι έπαθεν η Χίος; τι συμβαίνει; Αλλ' εβάδιζα κατόπιν του
+πατρός μου ακολουθών τα ίχνη του, και δεν ήμην συνειθισμένος να
+λαμβάνω την πρωτοβουλίαν ποτέ, εκείνου παρόντος.
+
+Ευτυχώς ουδ' εκείνος εκρατήθη επί πολύ, αλλ' εισχωρήσας εις
+εργαστήριον αρχαίου γνωρίμου του απηύθυνεν, άνευ προοιμίου
+εξηγούντος την παρουσίαν μας, την αυτήν εκείνην ερώτησιν, ήτις μου
+ήρχετο εις τα χείλη.
+
+― Ηύρες την ώραν να επιστρέψης, φίλε μου. Εδώ είναι κόσμου
+χαλασμός.
+
+Αύται ήσαν αι πρώται του εμπόρου λέξεις. Αλλ' η τοιαύτη μελαγχολική
+υποδεξίωσις δεν τον εμπόδισεν από του να μας επιδείξη την
+ευχαρίστησίν του επί τη μετά του πατρός μου συναντήσει. Μας ηνάγκασε
+να καθήσωμεν, επέμεινε να μας κεράση και μεταξύ φιλοξενών μας
+διηγήθη τα διατρέξαντα.
+
+Τότε εμάθομεν ότι ο στόλος, τον οποίον είδομεν την αυγήν πλέοντα
+προς την Σάμον, είχε διαμείνει δέκα ημέρας εις τα παράλια της Χίου,
+υπό τον ναύαρχον Τομπάζην, προς εξέγερσιν της νήσου, αλλ' ότι οι
+Τούρκοι, άμα ιδόντες τα Ελληνικά πλοία, συνέλαβον τον αρχιερέα και
+τους προκρίτους, τους οποίους εισέτι εκράτουν ως ομήρους εντός του
+φρουρίου, οι δε χωρικοί δεν εκινήθησαν, και απέπλευσεν άπρακτος ο
+στόλος. Και μας αφηγήθη λεπτομερώς ο εργαστηριάρης των δέκα εκείνων
+ημερών τας περιπετείας, και απηρίθμει τα ονόματα των συλληφθέντων
+ομήρων, ονόματα σεβαστά και προσφιλή, και περιέγραφε μετά
+συγκινήσεως τον τρόμον, τον οποίον η σύλληψίς των καθ' όλην την
+νήσον ενέσπειρε. Διότι ήσαν ήδη γνωσταί αι εν Κωνσταντινουπόλει
+σφαγαί, η δε κράτησις των ομήρων εθεωρήθη, ευλόγως, ως προοίμιον
+χειροτέρων παθημάτων. Ώστε ενοήσαμεν, διατί ήτο έρημος και κατηφής η
+πόλις. Ενοήσαμεν δε ταυτοχρόνως, ότι η Σμύρνη δεν ήτο η μόνη
+επικίνδυνος διαμονή• ότι όπου ένοπλοι Τούρκοι και υπόδουλοι Έλληνες,
+εκεί θηριώδης αγριότης εξ ενός και διαρκής αφ' ετέρου αγωνία.
+
+Κατηυθύνθημεν σιωπώντες προς την οικίαν μας. Ότε έκρουσεν ο πατήρ
+μου την θύραν, είδα έν δάκρυ σιωπηλόν επί της παρειάς του. Αλλ' εγώ
+ησθανόμην την καρδίαν μου σειομένην υπό της φαιδράς πλημμύρας
+αρχαίων αναμνήσεων, και ότε ήνοιξε την θύραν η Ανδριάνα, η ορφανή
+της τροφού μου θυγάτηρ, η εύθυμος συμπαίκτρια των παιδικών μου
+χρόνων, η αφωσιωμένη της μητρός μου υπηρέτρια, ότε ήνοιξε την θύραν
+και ιδούσα ημάς απροσδοκήτως ενώπιον της, έκθαμβος και περιχαρής
+ήνοιγε τα χείλη να φωνάξη της ελεύσεώς μας την αγγελίαν, εγώ εχύθην
+και, πριν έτι προφθάση να κράξη, έκλεισα με την μιαν χείρα το στόμα
+της, με την άλλην δε έσυρα την λευκήν ουράν του χιακού κεφαλοδέσμου
+της, και ελύθησαν αι πλεξίδες της, και έμεινεν εις την χείρα μου η
+λευκή οθόνη. Ελησμόνησα κατ' εκείνην την στιγμήν και το προς τον
+πατέρα μου σέβας, και τα διελθόντα επτά έτη αφ' ότου ήμην απών, και
+τους οιωνούς, υπό τους οποίους επέστρεφα εις την πατρικήν οικίαν.
+
+Η χαρά της μητρός μου, ότε μας είδεν, επεσκίασε παν άλλο της
+αίσθημα. Την ηύρα γεροντοτέραν αφ' ό,τι την εγνώριζα την καλήν μου
+μητέρα, αι δε αδελφαί μου, τας οποίας αφήκα παιδία μικρά, ήσαν ήδη
+ανθηρά κοράσια. Ω! Μετά πόσης χαράς επιστρέφει τις μετά μακράν
+απουσίαν εις την οικίαν, όπου εγεννήθη, πλησίον εκείνων τους οποίους
+παιδιόθεν ηγάπησε! Πόσον γλυκείαι αι ώραι των πρώτων συναντήσεων και
+αι περιποιήσεις προσφιλούς μητρός οδηγούσης τον επανακάμπτοντα υιόν
+εις το παλαιόν δωμάτιον, εις την κλίνην, όπου προ ετών δεν εκοιμήθη,
+και αι ασυνάρτητοι εκφράσεις τρυφερότητος, και τα δάκρυα χαράς τα
+διακόπτοντα την ομιλίαν της, και οι περιπαθείς εναγκαλισμοί, και τα
+μητρικά φιλήματα! Η δυστυχής μου μήτηρ, πόσα έμελλεν εισέτι να
+υποφέρη πριν κλείση τους οφθαλμούς.
+
+Ο πατήρ μου ηθέλησε να μεταβώμεν αμέσως εις την εξοχήν, εις τον
+Πύργον μας, αλλ' η Δημογεροντία δεν το επέτρεψε. Δεν εσυγχωρείτο εις
+ουδεμίαν των ευπόρων οικογενειών ν' αναχωρήση εκ της πόλεως. Οι
+Τούρκοι, εκτός των εν τω φρουρίω κρατουμένων, ήθελον όλους ημάς
+εκεί, πλησίον, υπό την χείρα, υπό την μάχαιράν των.
+
+Εμείναμεν λοιπόν θέλοντες και μη εις την πόλιν, πιστεύοντες ότι,
+ούτως ή άλλως, δεν θα βραδύνωσι τα πράγματα να ησυχάσωσιν. Ουδείς
+ηδύνατο να προΐδη έκτοτε την μακράν του αγώνος διάρκειαν. Εμείς δ'
+εν Χίω, χρεωστώ να το ομολογήσω, δεν είχομεν κατ' αρχάς μεγάλας περί
+τελικής επιτυχίας ελπίδας. Απ' εναντίας. Εβλέπομεν εκ του πλησίον
+των Τουρκικών δυνάμεων τον όγκον, τον εβλέπομεν δε υπό το πρίσμα των
+αρχαίων εντυπώσεων και υπό του τρόμου την πίεσιν. Η δ' επανάστασις
+δεν είχεν εισέτι αναδείξει την ισχύν της διά των κατά ξηράν νικών
+και διά των επί θαλάσσης κατορθωμάτων της.
+
+Και βραδύτερον όμως, ότε ήρχισαν των Ελληνικών όπλων οι θρίαμβοι, αι
+περί αυτών ειδήσεις δεν ίσχυον να ουδετερώσωσι την αποθάρρυνσιν, την
+οποίαν αι πέριξ ημών καταστροφαί ενέσπειραν εις τας καρδίας μας.
+Διότι έκαστον των επαναστατών ανδραγάθημα είχε την ανταπόδοσίν του,
+όπου οι Τούρκοι εδέσποζον. Την πρώτην Τουρκικού δικρότου πυρπόλησιν
+επηκολούθησεν ο θρήνος των Κυδωνιών και αι φρικώδεις της Σμύρνης
+σφαγαί• την εν Σάμω των εχθρών ήτταν διεδέχθησαν τα εν Κύπρω
+αιμοχαρή όργια• μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς επήλθε της
+Κασσάνδρας η ερήμωσις!
+
+Και εν τούτοις ο αρχιερεύς και οι πρόκριτοι εκρατούντο εντός του
+φρουρίου, ο δ' αριθμός της εν αυτώ φρουράς ηύξανε διά νέων εκάστοτε
+επικουριών, αι δε καταπιέσεις επετείνοντο και μας έρριπτον άγρια
+βλέμματα οι Τούρκοι και ηκόνιζον τα ξίφη των, ενώ αντικρύ μας, καθ'
+όλα της Ανατολής τα παράλια, επεσωρεύοντο αγέλαι θηρίων ετοίμων να
+επιπέσωσιν εις την νήσον μας! Όχι• η περί ημάς ατμοσφαίρα δεν ήτο
+κατάλληλος προς ανύψωσιν του φρονήματος• η κεφαλή μας έκλινεν υπό
+τον ανεμοστρόβιλον της καταδρομής και ελπίδες γενναίαι, δεν
+εισεχώρουν εις την ψυχήν μας.
+
+Η μόνη του πατρός μου ελπίς,― ελπίς όχι αποσείσεως του ζυγού, αλλά
+συμβιβασμού και συνδιαλλαγής,― εστηρίζετο εις την αρωγήν της
+Χριστιανοσύνης. Αλλ' ο φίλος του Ζενάκης ουδαμώς παρεδέχετο της
+τοιαύτης αρωγής την πιθανότητα. Εσφίγγετο η καρδία μου, ότε τον
+ήκουα ελεεινολογούντα το κίνημα και θρηνούντα εκ προοιμίων απάσας
+τας συνεπείας του. Ο πατήρ μου εφαίνετο μη πειθόμενος και επέμενεν
+ελπίζων, αλλ' ο Ζενάκης ήτο υποπρόξενος, δεν ενθυμούμαι τίνος εκ των
+δευτερευουσών δυνάμεων,― της Ολλανδίας νομίζω,― ώστε εις εμέ οι
+λόγοι του εφαίνοντο πλήρεις βαρύτητος και επισημότητος.
+
+Αρχαίος του πατρός μου φίλος και γείτων, ήτο εκ των ολίγων οίτινες
+κατ' εκείνην την εποχήν εσύχναζον εις την οικίαν μας. Ως εκ του
+αξιώματός του ευρίσκετο εις καθημερινήν μετά των λοιπών προξένων
+επαφήν, η δε ανθελληνική τότε των Δυνάμεων πολιτική, ρυθμίζουσα του
+εν Χίω προξενικού σώματος τας ιδέας, αντενακλάτο εις του Ζενάκη την
+γλώσσαν. Αι περί επαναστάσεως εκφράσεις του δεν ήσαν ούτε διά το
+παρόν επαινετικαί, ούτε ενθαρρυντικαί διά το μέλλον.
+
+― Δεν επεμβαίνει η Ευρώπη και ησύχασε, έλεγε και επανέλεγε προς τον
+πατέρα μου• οι βασιλείς δεν συμπεθερεύουν με αποστάτας.
+
+― Και θ' αφήσουν τον Σουλτάνον να σφάξη τους Έλληνας όλους!
+ανέκραζεν ο πατήρ μου.
+
+― Ας προσκυνήσουν και ας ζητήσουν το έλεός του, απεκρίνετο ο
+Ζενάκης.
+
+Και μου φαίνεται ότι τον ακούω επιλέγοντα την συνήθη του φράσιν,
+όποτε ήτο περί επαναστατών ο λόγος,― Επήραν το Γένος εις τον λαιμόν
+των!
+
+Και παρήλθεν ούτω το θέρος, μετά δε το θέρος ήλθε το φθινόπωρον, και
+διεδέχθη το φθινόπωρον ο χειμών. Πώς διήλθον οι δέκα μήνες εκείνοι,
+καθ' ους εζήσαμεν μεταξύ σφύρας και άκμονος, λησμονούντες την
+διάρκειαν της χθες εν τη προσδοκία της αύριον;
+
+Επεχειρίσθης ποτέ, αναγνώστα, υψηλού όρους την ανάβασιν; Αρχίζεις
+μετά θάρρους την πορείαν• είναι τραχεία η άνοδος και ο ιδρώς
+περιβρέχει εντός ολίγου το μέτωπόν σου. Αλλ' η προς το τέρμα
+προσέγγισις σμικρύνει του κόπου την αίσθησιν. Την βλέπεις άνωθέν σου
+την κορυφήν. Προχωρείς προς αυτήν. Επλησίασες ! Ολίγα έτι μένουν
+βήματα. Έφθασες! Αλλ' όχι. Δεν ήτο τούτο η κορυφή. Σε ηπάτησε του
+βουνού το εξόγκωμα. Παρέκει, υψηλότερα είναι η αληθής κορυφή του. Η
+απόστασις δεν φαίνεται μεγάλη. Εμπρός! Και αρχίζεις εκ νέου την
+ανάβασιν, με τα γόνατα ολιγώτερον στερεά, με ταχυτέρους της καρδίας
+παλμούς. Και φθάνεις εκεί, και την κορυφήν την βλέπεις μακρύτερα
+πάλιν. Και τας δυνάμεις σου τας εξήντλησας ήδη αγωνιζόμενος να
+φθάσης εις το τέρμα, το δε τέρμα απομακρύνεται καθόσον νομίζεις ότι
+το ήγγισες. Καταβεβλημένος, ασθμαίνων, βλέπεις επί τέλους τον
+ουρανόν όπισθεν της τελευταίας άκρας, και τότε πίπτων επί του
+χώματος, όπως αναλάβης δυνάμεις, βλέπεις κάτω την κοιλάδα και
+θαυμάζεις το ύψος εις το οποίον ανήλθες!
+
+Ιδού πώς διήλθον οι μήνες εκείνοι. Ανεβαίνομεν το βουνόν, αλλ' απ'
+αρχής εκάλυπτον νέφη την κορυφήν και δεν την εβλέπομεν. Ότε δ' επί
+τέλους εφθάσαμεν εις την άκραν, εύρομεν κρημνόν ενώπιον μας και
+βάραθρον, και αντί ν' αναπαυθώμεν επί του υψώματος εκρημνίσθημεν
+κατακόρυφα.
+
+Αλλ' ενόσω οι Τούρκοι δεν έσφαζον και δεν εξηνδραπόδιζον εθεωρούμεθα
+ευτυχείς, αναλογιζόμενοι τα αλλαχού συμβαίνοντα. Αι γυναίκες δεν
+εξήρχοντο ποσώς της οικίας, ημείς δε απεφεύγομεν, όσω το δυνατόν,
+πάσαν μετά Τούρκου συνάντησιν, και ζώντες λάθρα ανεμένομεν μεθ'
+υπομονής, αλλά και μετά πολλής αγωνίας, να παρέλθη η οργή Κυρίου.
+
+Εν τούτοις η διαρκής κράτησις των ομήρων, η εξακολουθητική εντός του
+φρουρίου επισώρευσις Τούρκων εκ της Ασίας, η βιαία αφαίρεσις παντός
+όπλου από των κατοίκων απάντων της νήσου, ταύτα πάντα ουδέν αγαθόν
+δι' ημάς προεμήνυον. Προησθανόμεθα εγγίζουσαν την καταστροφήν
+καθόσον εβλέπομεν τον σάλον της επαναστάσεως πλησιάζοντα εις τα
+παράλιά μας. Πέριξ ημών η νήσος των Ψαρών αφ' ενός και η Σάμος αφ'
+ετέρου ήσαν ήδη προ μηνών ελεύθεραι, απόπειραι εξεγέρσεως εγένοντο
+εν Μιτυλήνη, τα δ' ελληνικά πλοία, περιτρέχοντα εν θριάμβω το
+πέλαγος, περιέπλεον επί μάλλον και μάλλον συχνότερον εις τα νερά της
+Χίου.
+
+Εσπέραν τινά ο Ζενάκης μας έφερε μυστηριωδώς την είδησιν, ότι ο
+πασάς υποπτεύεται επικειμένην κατά της νήσου επίθεσιν.
+
+Την επιούσαν τεσσαράκοντα προύχοντες νέοι προσβληθέντες εκρατήθησαν
+εντός του φρουρίου, και εδιπλασιάσθη ούτω των ομήρων ο αριθμός. Ο
+πατήρ μου δεν ήτο ευτυχώς εκ των ευπορωτέρων της Χίου πολιτών και
+δεν συμπεριελήφθη εις την καταγραφήν. Μετ' ολίγας ημέρας ηκούσθησαν
+ψιθυρισμοί, ότι πλοία Σαμιακά απεβίβασαν αποστόλους και ότι έμενον
+ούτοι κρυπτόμενοι εις τ' απόκεντρα της νήσου χωρία.
+
+Οι Τούρκοι εφαίνοντο προδήλως ανήσυχοι• περιπολίαι αυτών περιέτρεχον
+τα χωρία• τινές των ομήρων απεστάλησαν εις Κωνσταντινούπολη. Τα
+πράγματα εφαίνοντο δεινούμενα. Εβλέπομεν ότι κρίσιμα συμβάντα
+επίκεινται.
+
+Οι φόβοι μας δεν εβράδυναν να πραγματοποιηθώσι. Την ενάτην Μαρτίου
+(1822), προς το απόγευμα, τεσσαράκοντα περίπου πλοία εφάνησαν εις το
+πέλαγος αντικρύ μας και διεδόθη από οικίας εις οικίαν η είδησις ότι
+έρχονται οι επαναστάται. Εκ του υπερώου της οικίας μας έβλεπα τα
+πλοία πλησιάζοντα προς τον λιμένα μας, και ήκουα εις το φρούριον
+κρουόμενα τα τύμπανα εις σημείον κινδύνου. Οι Τούρκοι εκλείσθησαν
+περιμένοντες την έφοδον.
+
+Την αυτήν εκείνην εσπέραν, περί ηλίου δυσμάς, κατηυθύνθημεν
+κατεσπευσμένως εις την εξοχήν προς τον πύργον μας. Ουδ' ήμεθα οι
+μόνοι φεύγοντες
+
+Απέναντι του αμέσου κινδύνου ελησμονήθη και της Δημογεροντίας η
+απαγόρευσις και της τουρκικής εξουσίας ο φόβος.
+
+Και παρητήσαμεν ούτω την πατρικήν οικίαν.
+
+Μετά τριάκοντα έτη επεσκέφθην ως ξένος την πατρίδα και είδα
+κατεστραμμένην την Χίον και ηρειπωμένην την οικίαν μας. Αλλ' ο πατήρ
+μου απέθανε πλάνης και φερέδικος, ουδ' είχε πριν αποθάνη την
+παρηγορίαν να ίδη καν τα τέκνα του ανακτώντα επί ξένης γης την
+άνεσιν και την ευημερίαν. Απέθανεν ενόσω διήρκει έτι η θλίψις της
+καταστροφής και της εξορίας η κακοπάθεια. Αλλά τότε φεύγοντες δεν
+ηδυνάμεθα να προΐδωμεν, ότι παραιτούμεν την εστίαν μας διά παντός
+και ότι θα διέλθωμεν όσα διήλθομεν.
+
+Καθ' όσον απεμακρυνόμεθα της πόλεως συνηντώμεθα μετά των χωρικών,
+οίτινες αθρόοι κατέβαινον προς αυτήν. Ήσαν άοπλοι, αλλ' υπήγαινον
+επί σκοπώ να παραλάβωσιν εκ του στόλου όπλα. Εγνώριζον εκείνοι όσα
+ημείς δεν εγνωρίζομεν. Ο Λογοθέτης και ο Μπουρνιάς επί κεφαλής
+τρισχιλίων Σαμίων ήσαν εντός των πλοίων και ήρχοντο να ελευθερώσωσι
+την Χίον. Δυστυχώς δεν μας έφερον την ελευθερίαν, αλλά την
+καταστροφήν. Εν τούτοις την επομένην πρωίαν απεβιβάσθησαν και
+εκυρίευσαν αμαχητί την πόλιν, ελπίζοντες ότι οι εν τω φρουρίω
+κλεισθέντες Τούρκοι δεν θα βραδύνωσιν εξ ανάγκης να παραδοθώσιν.
+
+Ενώ ταύτα συνέβαινον, ημείς εμένομεν ήσυχοι εις την εξοχήν. Ο κρότος
+μόνον των πυροβόλων ετάραττε που και που την ησυχίαν μας και
+ενθύμιζεν επί οποίου κρατήρος εκείμεθα. Αλλ' οι πυροβολισμοί δεν
+ήσαν συνεχείς. Το δε κατ' εμέ, δεν ηξεύρω πώς και διατί, αλλ' εκεί
+εις την εξοχήν ελησμόνουν και μερίμνας και φόβους. Είχα αρά γε
+συνειθίσει πλέον την ζωήν εκείνην των αενάων ανησυχιών ; Είχα μήπως
+ενθαρρυνθή υπό της ιδέας ότι η σημαία της Ελευθερίας εκυμαίνετο επί
+της πατρίδος μου ; Ή απλώς και μόνον ο οργασμός του έαρος και η
+μυστηριώδης της αναγεννωμένης φύσεως ηδονή μετεδίδοντο εις την
+καρδίαν μου, και έζων καθώς ζώσι τα άνθη, και εσκεπτόμην όσον
+σκέπτεται το πτηνόν;
+
+Δεν ηξεύρω. Αλλ' οσάκις αναπολώ την σύντομον δυστυχώς περίοδον
+εκείνην της εις τον πύργον διαμονής, δεν ενθυμούμαι τρόμους και
+φόβους και νύκτας αγρύπνους και ημέρας εναγωνίους. Ενθυμούμαι μόνον
+τας πορτοκαλέας ανθισμένας, και ευώδη τον αέρα, και τα κελαδήματα
+των πτηνών, και το τρίξιμον του μαγγανοπηγάδου, και τον γέροντα
+κηπουρόν καθαρίζοντα των δένδρων τας ρίζας, και την θέαν του Κάμπου
+και της θαλάσσης από του εξώστου του πύργου μας. Ταύτα μόνον
+ενθυμούμαι.
+
+Και όμως ήμην είκοσι ετών και ενός νέος τότε ! Τώρα δε, καθ' ην
+στιγμήν γράφω τας αναμνήσεις ταύτας, απορώ, και εξανίσταμαι κατ'
+εμαυτού, πώς αντί να καταφύγω εκεί εις τον εξοχικόν πύργον μετά των
+γερόντων γονέων και των αδελφών μου, πώς δεν έδραμα να καταταχθώ υπό
+την σημαίαν του αγώνος, πώς δεν έλαβα κ' εγώ τα όπλα εις χείρας, και
+ας έπιπτα επί τέλους πολεμών. Αλλά τώρα σκέπτομαι και αισθάνομαι
+αλλέως ή τότε. Τότε... Ανάγκη, αναγνώστά μου, αφού εκθέτω τας
+περιπετείας του βίου μου, ανάγκη να σ' εξοικειώσω περισσότερον μετά
+του ταπεινού ατόμου μου. Ανάγκη να εξομολογηθώ, εν πάση ειλικρινεία
+και μετριοφροσύνη, πώς και διατί, ούτε ψυχικώς, ούτε σωματικώς, δεν
+είχα τα προσόντα, όπως πράξω τότε ό,τι σήμερον υπό παρομοίας
+περιστάσεις ήθελα απαιτήσει να πράξωσι τα τέκνα μου. Δεν θα με
+ανυψώση εις την εκτίμησίν σου η εξομολόγησις αύτη, αλλ' η πρόθεσίς
+μου δεν είναι να σ' εξαπατήσω παριστών εμαυτόν ως καλλίτερον αφ'
+ό,τι ήμην και αφ' ό,τι είμαι.
+
+Είπα ψυχικώς και σωματικώς.
+
+Σωματικώς, φίλε αναγνώστα, η πικρά αλήθεια είναι, ότι είμαι λίαν
+μικρός, και ότι ουδέποτε κατόρθωσα, ενώπιον είτε ανδρών είτε
+γυναικών, να λησμονήσω το ταπεινόν του αναστήματος μου• επειδή δ'
+εγώ το ενθυμούμαι, νομίζω πάντοτε ότι και οι άλλοι το παρατηρούν.
+Τώρα εισέτι, καίτοι τιμώμενος υπό των συμπολιτών μου, καίτοι
+συχνάκις κατέχων την πρωτοκαθεδρίαν εις τας ομηγύρεις των, είτε
+χάριν απλώς της προβεβηκυίας ηλικίας μου, είτε ένεκα της ευμενούς
+προς εμέ διαθέσεώς των, ποτέ, το ομολογώ, ποτέ δεν δύναμαι να
+περιστείλω την δειλίαν, την οποίαν γεννά εν εμαυτώ της μικροσωμίας
+μου η συναίσθησις.
+
+Και τώρα τουλάχιστον είμαι υγιής• αλλά μέχρις ου ανδρωθώ, το
+φιλάσθενον της κράσεως απετέλει έτι μάλλον ευτελές το σώμα μου. Η δε
+αγωγή τότε των παίδων δεν ήτο οποία την σήμερον. Ούτε εις το
+σχολείον, ούτε μετέπειτα έλαβα ποτέ αφοράς σωμασκίας. Οι γονείς τότε
+ουδ' εγνώριζον ουδ' εφρόντιζον περί της ανάγκης της σωματικής
+αναπτύξεως των τέκνων των.
+
+Τοιούτος λοιπόν ήμην• μικρός και ασθενής το σώμα. Εις το σχολείον
+του παππά Φλούτη ήμην το παίγνιον των συμμαθητών μου, εις Σμύρνην δε
+εντός του Χανίου ήμην γνωστός υπό το όνομα Μικρο―Λουκής. Η δε
+τοιαύτη των άλλων περιφρόνησις, επενεργούσα εις την ιδικήν μου περί
+εμαυτού εκτίμησιν, δεν υπεβοήθη βεβαίως την ανάπτυξιν ηρωικών
+διαθέσεων.
+
+Εάν τότε εγνώριζα όσα την σήμερον, τα υπολανθάνοντα εντός της ψυχής
+μου αισθήματα ήθελον ίσως ζητήσει και εύρει διέξοδον, υπερνικώντα
+τας φυσικάς μου ελλείψεις. Αλλά και η ψυχή μου τότε ήτο μικρά και
+αγύμναστος όσον το σώμα μου. Διότι ήμην αμαθής, αμαθέστατος, ως
+υπέδειξα ήδη, αναγνώστά μου. Ουδέ την ορθογραφίαν είχε κατορθώσει να
+με μάθη ο καλός παππά Φλούτης, καίτοι παραδώσας με δήθεν τον Αίσωπον
+και λόγους των Πατέρων. Όσα Ιταλικά και Γαλλικά εδιδάχθην τα έμαθα
+διά του Τηλεμάχου. Αλλά και τούτον ολόκληρον ουδέποτε ανέγνωσα• αφ'
+ότου δ' εξήλθα του σχολείου δεν ήνοιξα ποτέ βιβλίον προς ανάγνωσιν,
+εκτός των εμπορικών καταστίχων μας. Είχα αμυδράς τινας και
+συγκεχυμένας ιδέας περί Λεωνίδα και Μαραθώνος και περί της Γαλλικής
+επαναστάσεως, αλλά περί ελευθερίας και ανεξαρτησίας και των
+υψηλοτέρων του ανθρώπου αισθημάτων ουδέν εσκεπτόμην ουδ' εγνώριζα
+ωρισμένον και ευκρινές. Κόσμος μου ήτο το Χάνιον και πατριωτισμός
+μου το ισοζύγιον. Εχρειάσθη να κυλισθώ εις την δυστυχίαν, να ίδω την
+καταστροφήν, τα βάσανα των περί εμέ, να παρασταθώ εις της
+αναγεννωμένης Ελλάδος τας ωδίνας, να ίδω εκ του σύνεγγυς τας θυσίας
+και να εκτιμήσω τα ελατήρια των αγωνιζομένων τέκνων της, όπως ανοίξη
+η ψυχή μου τους οφθαλμούς της και αναφλεχθή το εν αυτή
+υποκρυπτόμενον πυρ του πατριωτισμού, όπως διψάσω μάθησιν και εννοήσω
+τον κόσμον και γείνω άνθρωπος... μικρός όμως πάντοτε άνθρωπος !
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
+
+
+
+Ο Πύργος μας και οι περί αυτόν κήποι ήσαν προικώον της μητρός μου
+κτήμα. Η πατρική της οικογένεια είχεν απ' αρχαίων χρόνων μεγάλας
+εκεί πέριξ ιδιοκτησίας, αίτινες διά κληρονομικών και προικώων
+διανομών διεμοιράσθησαν μεν από γενεάς εις γενεάν, αλλά δεν
+απεξενώθησαν. Ώστε ήμεθα εκεί περικυκλωμένοι υπό συγγενών της μητρός
+μου, των οποίων οι Πύργοι εγειτόνευον μετά του ιδικού μας. Ουδείς δε
+σχεδόν των Πύργων τούτων ήτο κατ' εκείνην την εποχήν κενός. Διότι
+τινές μεν των ιδιοκτητών κατώκουν αυτούς καθ' όλον τον ενιαυτόν, οι
+δε λοιποί είχον παραιτήσει τας εν τη πόλει κατοικίας των καθ' ην
+ημέραν και ημείς εδραπετεύσαμεν επί τη εμφανίσει των Σαμίων,
+αψηφήσαντες των αρχών την απαγόρευσιν.
+
+Όθεν ευρισκόμεθα συντροφευμένοι εις την εξοχήν. Ήτο δε τοσούτω
+μάλλον ευχάριστον να βλεπώμεθα μετά των οικείων, καθ' όσον εν τη
+τρομοκρατία υπό την οποίαν, εσχάτως μάλιστα, διεβιούμεν εις την
+πόλιν, ούτε των οικιών μας εξηρχόμεθα ούτε επισκέψεις αντηλλάσσομεν.
+Αι θύραι έμενον κλεισταί και ημίκλειστα τα παράθυρα. Προσπαθώ ήδη να
+ενθυμηθώ, εάν επί μήνας είδα ξένον αναβαίνοντα την κλίμακά μας και
+δεν ενθυμούμαι ειμή μόνον το κατηφές του Ζενάκη πρόσωπον.
+
+Εις την εξοχικήν ιδίως εκκλησίαν συνηντώμεθα, και εις τον αυλόγυρόν
+της, μετά την απόλυσιν των ακολουθιών, εγίνετο η συναναστροφή. Ήτο η
+Μεγάλη και πάλιν Τεσσαρακοστή. Συχνάκις δε υπό τα δένδρα του
+αυλογύρου εκείνου ανεπόλουν τας συγκινήσεις, υπό τας οποίας προ ενός
+έτους ελειτουργούμεθα, ο πατήρ μου κ' εγώ, ότε διετρέχομεν έμφοβοι
+τας στενάς της Σμύρνης οδούς μεταβαίνοντες εις την Αγίαν Φωτεινήν.
+
+Η εκκλησία, ή μάλλον ειπείν το παρεκκλήσιόν μας, είχεν ανεγερθή υπό
+του προπάππου της μητρός μου, όστις ερασοφόρεσεν εις τα γηράματά
+του. Περισώζεται εισέτι η οικοδομή, αλλά γυμνή και ετοιμόρροπος. Αι
+εικόνες, τα κοσμήματα, τα άμφια και τα ιερά σκεύη εσυλήθησαν ή
+κατεστράφησαν υπό των Τούρκων. Τότε όμως υψούτο χαριέντως ο ναΐσκος
+αναμέσον των δένδρων, τα πάντα δ' εντός αυτού ήσαν κόσμια και
+ευπρεπή. Η είσοδός του απετελείτο υπό νάρθηκος μικρού, ανοικτού
+έμπροσθεν. Υπό του προπυλαίου τούτου την σκέπην, εκατέρωθεν της
+πύλης, ήσαν δύο μαρμάρινα εδώλια. Εκεί καθήμενος συχνάκις,
+ανεγίνωσκα τας επιγραφάς των επιτυμβίων πλακών, αίτινες εσχημάτιζον
+του νάρθηκος την στρώσιν.
+
+Εκεί, από του κτήτορος και εφεξής, εθάπτοντο της μητρικής
+οικογενείας μου οι πλείστοι. Εντός του παρεκκλησίου εκείνου
+εστεφανώθησαν οι γονείς μου, και επιθυμία των ήτο υπό του νάρθηκός
+του τας πλάκας να ταφώσιν, εκεί, ο είς πλησίον του άλλου. Αλλ' ούτε
+οι γονείς μου ανεπαύθησαν εκεί, ούτε τα ιδικά μου οστά πέπρωται να
+επιστρέψωσιν εις χουν εις την προσφιλή εκείνην της πατρίδος γωνίαν.
+Την σήμερον ζώμεν και αποθνήσκομεν είς εδώ και άλλος εκεί, πλάνητες
+εν τω βίω και νεκροί ξενιτευμένοι, η δε ανεμοζάλη της διασποράς
+εκλόνισε και διέσπασε τους ιερούς δεσμούς, τους προσκολλώντας την
+καρδίαν των τέκνων εις των γονέων τα αναπαυτήρια. Αλλά καθ' όσον
+γηράσκομεν. . . εγώ τουλάχιστον, καθ' όσον αισθάνομαι πλησιάζουσαν
+της αναπαύσεως την ώραν, θλίβομαι αναλογιζόμενος ότι, όταν γηράσωσι
+καθώς εγώ τα τέκνα μου, δεν θα επαναπαύωσι την μνήμην των ούτε εις
+οικίαν περιέχουσαν διαδοχικάς από γενεάς εις γενεάν αναμνήσεις, ούτε
+εις γής τινα άκραν, όπου κείνται συνεσφιγμένοι οι πατέρες των. Ότε
+ήμην νέος, ολίγον περί τούτων εσκεπτόμην. Τώρα όμως η ψυχή μου μετ'
+αυξάνοντος φίλτρου επιστρέφει εις το παρελθόν και τρέφεται διά των
+αρχαίων ενθυμήσεων.
+
+Αλλ' ας επαναλάβω την διήγησίν μου.
+
+Την αυγήν της Μεγάλης Πέμπτης ηκούσαμεν την λειτουργίαν και
+εκοινωνήσαμεν των θείων μυστηρίων. Ήτο λαμπρά εαρινή πρωία και ότε
+επεστρέψαμεν εκ της εκκλησίας, αντί να μείνω εντός της οικίας, λαβών
+εις χείρας την νηστήσιμον τροφήν μου υπήγα να προγευθώ επί του
+εξώστου. Αλλ' άμα ήνοιξα την επ' αυτού θύραν και ύψωσα το βλέμμα
+προς το πέλαγος, είδα θέαμα, το οποίον με κατέπληξε. Παράτησα το
+πρόγευμα και έδραμα προς τον πατέρα μου. Με ηκολούθησεν επί του
+εξώστου και εβλέπομεν αμφότεροι προς την θάλασσαν.
+
+Εβλέπομεν σειράν μακράν πλοίων μεγάλων πλεόντων προς τον λιμένα μας.
+Απείχον εισέτι πολύ, αλλ' ήτο διαυγής η ατμόσφαιρα και διεκρίνοντο
+τα ιστία, καμπύλα υπό του ανέμου την πνοήν, και αι διπλαί και αι
+τριπλαί λευκαί ζώναι επί των μαύρων σκαφών. Ενώ δε τα μεγάλα ταύτα
+πλοία εφαίνοντο πλησιάζοντα, άλλη σειρά πλοιαρίων μικρών, δεχομένων
+εκ πλαγίου τον άνεμον εις τα τρίγωνα ιστία των, έφευγε παρά την
+παραλίαν προς της Σάμου την διεύθυνσιν. Τα μεγάλα εν τούτοις πλοία,
+ωσεί διστάζοντα, αντί να εξακολουθήσωσι τον προς τον λιμένα πλουν,
+ήλλαξαν αίφνης δρόμον. Ενόμισα επ' ολίγον ότι ανεχώρουν. Αλλ' όχι•
+δεν απεμακρύνοντο• ελοξοδρόμουν απέναντι της Χίου. Τα δε μικρά
+πλοιάρια, φεύγοντα προς τα δεξιά μας, εχάνοντο το έν μετά το άλλο
+όπισθεν της τελευταίας άκρας της νήσου.
+
+Δεν ήτο δύσκολον να εννοήσωμεν τι συνέβαινεν. Ο Τουρκικός στόλος
+κατήρχετο ισχυρός, οι δ' επαναστάται ανεχώρουν. Αλλ' οι Χίοι τι
+έμελλον ν' απογίνωσιν;
+
+Αγνοώ πόσην ώραν ο πατήρ μου κ'εγώ εμένομεν επί του εξώστου σιωπηλοί
+και ακίνητοι, με τους οφθαλμούς προς το πέλαγος προσηλωμένους.
+
+― Να φύγωμεν, να φύγωμεν, είπεν αίφνης ο πατήρ μου, και εστράφη
+προς την οικίαν. Εστράφην κ' εγώ και τότε είδα ότι όπισθεν ημών επί
+του εξώστου ίσταντο η μήτηρ και αι δύο αδελφαί μου και η Ανδριάνα,
+βλέπουσαι κ' εκείναι εν σιωπή το προ ημών επί της θαλάσσης θέαμα.
+
+Ο πατήρ μου εξήλθεν αμέσως της οικίας. Τον ηκολούθησα κατά διαταγήν
+του. Ήθελε να συσκεφθώμεν μετά των συγγενών περί του πρακτέου.
+Εξηρχόμεθα μόλις της έξω του περιβόλου μας θύρας, ότε είδομεν
+ερχόμενον προς ημάς τον Καλάνην, εξάδελφον της μητρός μου, κρατούντα
+εκ της χειρός την μικράν θυγατέρα του. Ήτο προ ολίγων μηνών
+χηρευμένος ο Καλάνης, η δε ζωή του συνεκεντρούτο εις του ορφανού του
+τέκνου την αγάπην. Ποτέ δεν το απεχωρίζετο• η δε χαρίεσσα μορφή του
+ενδεκαετούς εκείνου κορασίου, και η τεθλιμμένη του τρυφερού προσώπου
+του έκφρασις, είχον, από των πρώτων ημερών της εις τον Πύργον
+αφίξεώς μας, ελκύσει πάσαν της ψυχής μου την συμπάθειαν.
+
+Ήρχετο ο Καλάνης προς τον πατέρα μου με τον ίδιον σκοπόν, όστις και
+ημάς ωδήγει. Διηυθύνθημεν όλοι ομού προς το παρεκκλήσιον• οι δε δύο
+εκείνοι προπορευόμενοι συνωμίλουν, εγώ δε εις ολίγων βημάτων
+απόστασιν τους ηκολούθουν, κρατών την μικράν Δέσποιναν εκ της
+χειρός. Έβλεπα τας ξανθάς τρίχας της αθώας εκείνης κεφαλής, και
+ανελογιζόμην τα από του εξώστου μας φαινόμενα πλοία και ανεπόλουν
+μετά φρίκης όσα ήκουσα περί των εις Σμύρνην και εις τας Κυδωνίας υπό
+των Τούρκων διαπραχθέντων.
+
+Εβάδιζα σιωπών και περίλυπος. Η μικρά εσιώπα επίσης, αλλ' ησθανόμην
+τα δάκτυλα της ανήσυχα εντός της χειρός μου. Ενόησα ότι ήτο
+φοβισμένη, και μη γνωρίζων τι να είπω προς ενθάρρυνσίν της έσκυψα
+και εφίλησα την μικράν χείρα της. Έστρεψε τότε προς εμέ τους
+γαλανούς οφθαλμούς της και με ηρώτησε με φωνήν τρέμουσαν,― Λουκή, θα
+μας σκοτώσουν οι Τούρκοι;
+
+― Όχι, Δέσποινά μου, θα φύγωμεν. Μη φοβήσαι. Δεν θα μας πειράξη
+κανείς!
+
+― Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου. Εγώ το ηξεύρω. θα τον σκοτώσουν !
+
+Και ήρχισε να κλαίη πικρώς αλλ' ησύχως, και έρρεον τα δάκρυα της,
+και επανελάμβανε :
+
+― Θα τον σκοτώσουν ! Σκοτόνουν οι Τούρκοι! θα σκοτώσουν τον πατέρα
+μου!
+
+― Μη κλαίης, Δέσποινα, μη φοβήσαι.
+
+Ήθελα να την παρηγορήσω, αλλά δεν εύρισκα λέξεις, και βλέπων τον
+ήσυχον θρήνον της ησθανόμην κ' εγώ την φωνήν μου εκλείπουσαν,
+
+Εις τον νάρθηκα της εκκλησίας συνεκάθηντο ήδη των γειτόνων οι
+πλείστοι. Εκαθήσαμεν και ημείς επί των μαρμαρίνων εδωλίων. Ο Καλάνης
+επήρεν επί των γονάτων την κόρην του, και έλαβον τον λόγον οι
+γέροντες.
+
+Δεν εβράδυνε να ληφθή η περί του πρακτέου απόφασις. Ήτο πρόδηλον ότι
+δεν υπήρχον ικανά προς αντίστασιν μέσα και ότι θα γίνωσι κύριοι οι
+Τούρκοι της νήσου, εγνωρίζομεν δ' εκ των προτέρων πώς φέρονται οι
+Τούρκοι εις κατακτηθείσας χώρας. Απεφασίσθη λοιπόν να μεταβώμεν εις
+τα δυτικώτερα της νήσου και να σκορπισθώμεν όπου έκαστος ηδύνατο να
+εύρη καταφύγιον. Απεμακρυνόμεθα ούτω των Τούρκων και επλησιάζομεν
+εις τα παράλια αντίκρυ των Ψαρών, όθεν ηλπίζομεν σωτηρίαν.
+
+Απεχαιρετίσθημεν μετά πόνου ψυχής, εισήλθομεν εις την εκκλησίαν,
+ησπάσθημεν τας εικόνας, και αποχωρισθέντες επεστρέψαμεν εις τα ίδια
+έκαστος.
+
+Δεν επανείδα έκτοτε το παρεκκλήσιόν μας !
+
+Καθ' οδόν ο πατήρ μου με είπεν, ότι απεφάσισε να ζητήσωμεν επί τινας
+ημέρας την φιλοξενίαν δυο γερόντων θείων του, κατοικούντων εις το
+αγροκήπιόν των, όπισθεν του περικλείοντος τον Κάμπον βουνού. Ότε δ'
+εφθάσαμεν εις την οικίαν, διέταξεν αμέσως τον κηπουρόν να φορτώση
+επί δύο ημιόνων εφαπλώματα και ζωοτροφίας και να υπάγη να
+προειδοποιήση τους γέροντας περί της ελεύσεώς μας, και να μας
+περιμείνη μετά των ζώων εκεί.
+
+Άμα ο κηπουρός ανεχώρησεν, ο πατήρ μου μ' έκραξεν εντός του
+κοιτώνος, όπου είχε κλεισθή μετά της μητρός μου. Τους ηύρα
+παραγεμίζοντας σάκκον με σκεύη αργυρά και άλλα πολύτιμα. Άλλος
+σάκκος έκειτο ήδη επί της κλίνης πλήρης και έτοιμος.
+
+Αφού και ο δεύτερος εδέθη, τον εσήκωσεν ο πατήρ μου, με διέταξε να
+φέρω τον επί της κλίνης κείμενον, ήνοιξεν η μήτηρ μου την θύραν και
+εξήλθομεν του δωματίου.
+
+Εκείνος εμπρός, εγώ κατόπιν, φέροντες τους σάκκους, εβαδίσαμεν προς
+το μάλλον απόκεντρον μέρος του κήπου, όπου ήσαν τα δένδρα πυκνότερα.
+Απέθεσα κατά γης τον σάκκον και έφερα δύο αξίνας. Εκεί υπό την σκιάν
+γηραιάς μηλέας, πλησίον του μαγγανοπηγάδου , εις θέσιν την οποίαν
+κατά παραγγελίαν του πατρός μου εσημείωσα και ενετύπωσα ακριβώς εις
+την μνήμην μου, ηρχίσαμεν οι δύο να σκάπτωμεν, και ηνοίξαμεν λάκκον
+βαθύν. Εντός του λάκκου εθέσαμεν τους σάκκους, τον ένα επί του
+άλλου, τους εκαλύψαμεν έπειτα, επατήσαμεν το χώμα προς ισοπέδωσιν
+της σκαφείσης γης, και βεβαιωθέντες ότι ουδείς μας παρετήρησεν,
+επεστρέψαμεν προς την οικίαν.
+
+― Μη λησμονήσης αυτήν την παρακαταθήκην, με είπεν ο πατήρ μου. Αν
+αποθάνω εγώ, συ είσαι ο προστάτης της μητρός και των αδελφών σου.
+
+Έμπροσθεν της θύρας εύρομεν τέσσαρα ζώα έτοιμα και την Ανδριάναν
+επισπεύδουσαν την αναχώρησιν. Οι γονείς και αι αδελφαί μου ανέβησαν
+επί των όνων και εξεκινήσαμεν. Η Ανδριάνα κ' εγώ ηκολουθήσαμεν
+πεζοί.
+
+Κατ' εκείνην την στιγμήν ηκούσθη αίφνης μακρόθεν πυροβόλου κρότος.
+Πλησιέστεροι κανονοβολισμοί διά μιας τον διεδέχθησαν. Εστράφημεν εν
+σιωπή ο είς προς τον άλλον. Οι κρότοι των πυροβόλων επηκολούθουν
+συνεχείς. Από του στόλου και από του φρουρίου οι Τούρκοι ετέλουν
+παταγωδώς του φρικτού θριάμβου των τα προεόρτια.
+
+― Αλλοίμονον εις την Χίον! ανέκραξεν ο πατήρ μου.
+
+Και εξηκολουθήσαμεν τον δρόμον μας.
+
+Ο Πύργος όπου μετεβαίνομεν εκείτο εντός φάραγγος. Ο ορίζων ήτο
+περιορισμένος, ουδ' εφαίνετο εκείθεν η θάλασσα. Οι δύο γέροντες του
+πατρός μου θείοι έζων εκεί διαρκώς εν μονήρει ησυχία. Ο πρεσβύτερος
+αυτών, άνθρωπος με πείραν και νουν πολύν, διέτριψεν επί έτη πολλά
+εις Αμστελόδαμον εμπορευόμενος, εκεί δ' εγνωρίσθη μετά του Κοραή,
+μετερχομένου επίσης το εμπόριον τότε, και διετήρησεν έκτοτε φιλίαν
+και σπανίαν τινά αλληλογραφίαν μετά του σοφού γέροντος, και αυτός
+περί τα γράμματα ασχολούμενος. Ταύτα πάντα ανύψουν τον θείον μου εις
+τα όμματα των συμπολιτών του. Οι λόγιοι, καθά σπανιότεροι,
+απελάμβανον μεγαλειτέρας τότε τιμής, ήσαν δ' εν γένει της τοιαύτης
+τιμής άξιοι, διότι εγνώριζον καλώς όσα επηγγέλλοντο ότι γνωρίζουν,
+και ειργάζοντο μετ' αυταπαρνήσεως προς φωτισμόν του Γένους.
+
+Από της παιδικής ηλικίας δεν είχα ίδει τον θείον μου, αλλά τον
+ενθυμούμην μετά σεβασμού πάντοτε, η δε βραχεία τότε πλησίον του
+διαμονή μου επηύξησε την εκτίμησιν της φρονήσεως και της αρετής του.
+Διότι μας προείπεν όσα επέπρωτο να πάθη η Χίος. Μας προείπε τας
+σφαγάς, τας λεηλασίας, τους εξανδραποδισμούς, τον εκπατρισμόν και
+την διασποράν, όσα ενί λόγω κατόπιν συνέβησαν. Εν γένει δε
+κατεδίκαζεν ως πρόωρον την Επανάστασιν και έβλεπε τα πάντα εις το
+μέλλον σκοτεινά και μαύρα. Αλλ' ήτο γέρων και ετρέφετο εις την
+ερημίαν με της πείρας και των βιβλίων τα διδάγματα. Μη θα εγίνετο
+ποτέ ουδαμού επανάστασις εάν δεν υπήρχον της νεότητος η τόλμη και η
+απειρία; Οι γέροντες φύσει κλίνουν προς την απραξίαν ή την αναβολήν
+συμβουλεύουν υπομονήν και φρόνησιν. Το αισθάνομαι ήδη και εξ ιδίας
+πείρας το γνωρίζω.
+
+Ο άλλος αδελφός ήτο κουφός. Σπανίως ελάλει. Κατηφής και
+μελαγχολικός, εφαίνετο ξένος εις τα του κόσμου. Η μόνη διασκέδασις,
+η μόνη ενασχόλησίς του ήτο η ξυλογλυπτική. Έχω εισέτι μικρόν
+ξυλογράφημα το οποίον τότε μου εδώρησε, παριστών τον Ευαγγελισμόν.
+
+Εις μάτην παρεκίνουν οι γονείς μου τους δύο γέροντας να φύγωσι μεθ'
+ημών. Ο κωφός ανύψονεν αρνητικώς την κεφαλήν.― Ολίγη ζωή μας μένει,
+έλεγεν ο άλλος• διατί να κοπιάσωμεν προς προφύλαξίν της; Σεις έχετε
+καθήκοντα προς τα τέκνα σας, πηγαίνετε!
+
+Και έμειναν οι δύο γέροντες εις τον Πύργον των.
+
+Τι απέγειναν; Ούτε αυτοί, ούτε ο κηπουρός των ή τα τέκνα του, ούτε η
+γραία υπηρέτριά των εφάνησαν ή ηκούσθησαν έκτοτε. Ο κηπουρός και τα
+τέκνα του Κύριος οίδε πού επωλήθησαν καί τινος Τούρκου αγοραστού
+εκαλλιέργησαν τους κήπους!
+
+Αλλ' οι γέροντες, και μάλιστα ο κωφός , δεν είχον αξίαν. Τις να τους
+αγοράση, και προς τι; Τοιούτοι αιχμάλωτοι δεν πωλούνται, σφάζονται.
+Είθε να ήτο σύντομον το μαρτύριόν των! Δεν ήσαν τουλάχιστον έγγαμοι,
+και δεν τους εθρήνησαν ούτε χήραι, ούτε ορφανά. Αλλ' ημείς
+διετηρήσαμεν την μνήμην των, και τώρα ακόμη, μετά τοσαύτα έτη, ενώ
+γράφω περί αυτών, ο λαιμός μου ξηραίνεται.
+
+Τέσσαρας μόνον ημέρας εμείναμεν εις τον Πύργον των, καθ ' εκάστην δε
+διά των χωρικών ελαμβάνομεν πληροφορίας περί των συμβαινόντων εις
+την νήσον.
+Πριν έτι προσορμισθώσι τα πλοία, οι Τούρκοι εξελθόντες του φρουρίου
+εχύθησαν εις την πόλιν και ήρχισαν να λεηλατώσι και ν' αρπάζωσι και
+να φονεύωσιν. Ότε φεύγοντες ηκούομεν τους κανονοβολισμούς,
+απεβιβάζοντο οι εν τω στόλω, και ηύξησεν ούτω των δημίων ο αριθμός.
+
+Την επιούσαν η θάλασσα εκαλύφθη υπό πλοιαρίων φερόντων από αντίκρυ
+τα λυσσώντα στίφη, τα οποία επί τοσούτον χρόνον επερίμενον της άγρας
+την ώραν. Τότε το κακόν εκορυφώθη• η πόλις δεν εξήρκει όπως τους
+κορέση και επέπεσαν εις την εξοχήν.
+
+Την Κυριακήν του Πάσχα ετελέσθη του Αγίου Μηνά το τρομερόν
+ολοκαύτωμα. Αντίστασις δεν υπήρχεν• οι μη φυγόντες εκ των
+επαναστατών διεσπάρησαν κρυπτόμενοι, ώστε ουδέν ανεχαίτιζε των
+θηρίων την πρόοδον, ή μόνη η αφθονία της προχείρου λείας. Καθ' όσον
+αύτη εξηντλείτο, κατά τοσούτον εξετείνετο η ζώνη της καταστροφής,
+και ούτως ηκούομεν τους Τούρκους επί μάλλον και μάλλον πλησιάζοντας
+εις το καταφύγιόν μας.
+
+Τους ηκούομεν, λέγω, πλησιάζοντας. Ψυχρά η έκφρασις και αφηρημένη.
+Αλλά πώς να εκφράσω την φρίκην των ακουσμάτων εκείνων ; Ανάγκη διά
+της φαντασίας, αναγνώστα, να συμπληρώσης της αφηγήσεώς μου το
+ατελές, δίδων ζωήν εις τας σκηνάς και τας εντυπώσεις, τας οποίας η
+μνήμη μου ήδη ανακαλεί. Διότι άλλο ν' αναγινώσκης, ησύχως καθήμενος
+εντός του δωματίου σου, περί καταστροφών γενομένων εις χώραν
+απέχουσαν ή άγνωστον και εις εποχήν μεμακρυσμένην, και άλλο ν'
+ακούης ότι άνθρωποι γνωστοί σου, συγγενείς και φίλοι, συμπολίται,
+σφάζονται και αιχμαλωτίζονται, ότι οικίαι τας οποίας προ ολίγων
+ημερών είδες ή επεσκέφθης πυρπολούνται ή ελεηλατήθησαν •άλλο να σε
+λέγουν ονομαστί, εφονεύθη εκείνος, η σύζυγος του άλλου ηχμαλωτίσθη,
+την είδεν ο δείνα συρομένην εκ της χειρός υπό Τούρκου αγρίου, και
+κλαίουσαν και κραυγάζουσαν! Και την φωνήν της την γνωρίζεις, την
+ήκουσας τοσάκις να λαλή ευθύμως• και νομίζεις τώρα ότι ακούεις τους
+γοερούς κραυγασμούς της, ότι την βλέπεις με ανεστραμμένην την
+κεφαλήν και την κόμην λυτήν αγομένην εις την αιχμαλωσίαν, εις την
+καταισχύνην• και συλλογίζεσαι τον άνδρα της και τα τέκνα της! Και
+είσαι σύ αυτός εκεί πλησίον μετά των γονέων, μετά των παρθένων
+αδελφών σου, και περιμένεις από ώρας εις ώραν να παρασταθώσιν
+ενώπιον σου οι ανόσιοι διώκται. Ώ! Ο Θεός να σε προφυλάξη από
+τοιαύτας δοκιμασίας !
+
+Αι περί τούτων ειδήσεις ήρχοντο αλλεπάλληλοι, τοσούτον αλλεπάλληλοι,
+ώστε κατηντήσαμεν επί τέλους να μη εννοώμεν του δεινού το μέγεθος.
+Απεζωώθημεν υπό το κράτος του τρόμου ! Διά της βίας ο γέρων θείος
+μου ηνάγκασεν επί τέλους τον πατέρα μου να φύγωμεν.
+
+Εφορτώσαμεν λοιπόν εκ νέου εφαπλώματα και ζωοτροφίας επί των ημιόνων
+και εστείλαμεν εμπρός τον κηπουρόν με οδηγίας να μας περιμένη εις
+τον Άγιον Γεώργιον, χωρίον κείμενον εις τα δυτικώτερα της νήσου,
+όπου ο πατήρ μου ενθυμήθη ότι είχε χωρικόν σύντεκνον.
+Αποχαιρετήσαντες τους δύο γέροντας ανεχωρήσαμεν και ημείς κατόπιν
+και εφθάσαμεν το απόγευμα εις Άγιον Γεώργιον, κατάκοποι εκ του
+δρόμου και του ηλίου.
+
+Άμα εισήλθομεν εις το χωρίον ενοήσαμεν ότι ασύνηθές τι συνέβαινεν
+εντός αυτού. Ο κόσμος ήτο εις κίνησιν, αι οδοί πλήρεις ανθρώπων,
+μεταξύ δ' αυτών άνδρες ένοπλοι, οίτινες εφαίνοντο ξένοι• εις τας
+θύρας των οικιών γυναίκες και παιδία έβλεπον και ωμίλουν ήτο ως εν
+ημέρα εορτής, και ήσαν τω όντι εορτάσιμοι ημέραι εκείναι. Αλλ' η επί
+των προσώπων ανησυχία εμαρτύρει ότι το χωρίον δεν εώρταζεν.
+
+Ο πατήρ μου επλησίασε γέροντα χωρικόν ιστάμενον παρά την ανοικτήν
+θύραν του. Τον ηρώτησε περί του συντέκνου του. Ο σύντεκνος δεν ήτο
+εις το χωρίον. Ανεχώρησε προ έτους.― Ηρώτησεν αν ήλθεν ο κηπουρός
+μας με τας δύο ημιόνους; Ούτε χωρικός ήλθεν ούτε ημίονοι εφάνησαν.―
+Ηρώτησε διατί η κίνησις και πόθεν οι οπλοφόροι; Οι οπλοφόροι ήσαν
+Σάμιοι φεύγοντες τους Τούρκους και ο Λογοθέτης ήτο μετ' αυτών.
+
+Ο Λογοθέτης εντός του χωρίου διωκόμενος υπό των Τούρκων! Ημείς δε
+ήλθομεν εις Άγιον Γεώργιον διά ν' αποφύγωμεν τους Τούρκους! Και ούτε
+ο σύντεκνος εις το χωρίον ούτε ο κηπουρός μας, ημείς δ' εκεί εις τον
+δρόμον, απηυδημένοι, άνευ τροφής, άνευ καταφυγίου, άνευ οδηγού!
+
+Ο χωρικός μας ελυπήθη και μας εδέχθη εις την καλύβην του. Εισήλθομεν
+όλοι εντός αυτής και εκαθήμεθα περιμένοντες τον κηπουρόν. Από της
+πρωίας ήμεθα άσιτοι. Ο φιλόξενος χωρικός μας ηρώτησεν αν πεινώμεν,
+και μας επρόσφερε το πτωχικόν δείπνον του, αλλ' ο πατήρ μου τον
+ηυχαρίστησε, μη θελήσας να του στερήσωμεν τον άρτον του.
+
+Εν τούτοις αι ώραι παρήρχοντο και ο κηπουρός δεν εφαίνετο, αι δε
+αδελφαί μου επείνων. Μ' έστειλεν ο πατήρ μου ν' αγοράσω ό,τι εύρω
+και εξηρχόμην προς τούτο της καλύβης, ότε είδα αίφνης εις το φως του
+δύοντος ηλίου γενικήν ενώπιον μου παραζάλην. Αι γυναίκες έτρεχον με
+τα βρέφη εις την αγκάλην, οι άνδρες με βάρη επί των χειρών, φράσεις
+διακεκομμέναι αντηλλάσσοντο, και έφευγον όλοι έξω του χωρίου, ενώ οι
+οπλοφόροι συνωθούμενοι ητοιμάζοντο να φράξωσι την είσοδον. Ήτο καθώς
+η αιφνίδιος κίνησις των φύλλων επί του εδάφους πριν ή η καταιγίς
+επιπέση.
+
+― Οι Τούρκοι επλάκωσαν! Φύγετε! Κρυφθήτε, έκραξε τρέχων προς ημάς ο
+γέρων χωρικός.
+
+Ήμεθα όλοι ήδη εκτός της καλύβης, ουδέ είχομεν προετοιμασιών ανάγκην
+διά την φυγήν. Έλυσα σπεύδων τα ζώα από τα παρά την καλύβην δένδρα
+και εφύγομεν έντρομοι, ακολουθούντες και ημείς το ρεύμα.
+
+Διήλθομεν την νύκτα οδοιπορούντες, χωρίς να γνωρίζωμεν πού
+πηγαίνομεν. Ήτο πολύς ο δρόμος και δύσκολος, η δε νυξ τρικυμιώδης, ο
+ουρανός ζοφερός, και η σελήνη εκ διαλειμμάτων εφαίνετο μεταξύ των
+νεφών. Και ημείς, πεινασμένοι, αγρυπνισμένοι, κατάκοποι, εφεύγομεν.
+Συχνάκις ετρομάξαμεν, νομίζοντες ότι ακούομεν κραυγάς, ή
+τουφεκισμούς, ή ίππων ποδοβολητόν. Συχνάκις διεκόψαμεν την πορείαν,
+όπως καθήσωμεν και αναπαυθώμεν. Ήμεθα οι πλείστοι πεζοί• ήτο δε
+πολυάριθμος και μακρά η συνοδία, και ημείς εφοβούμεθα μη
+σκορπισθώμεν• ηθέλομεν να μείνη αδιάσπαστος η ομάς ημών εντός του
+φεύγοντος πλήθους.
+
+Την αυγήν εξημερώθημεν εις το παράλιον, εις λιμένα έρημον αντίκρυ
+της νήσου των Ψαρών. Εκεί ηθέλομεν και ηλπίζομεν να καταφύγωμεν.
+Αλλ' ο άνεμος ήτο σφοδρός, εντός δε του λιμένος και εις το πέλαγος
+ούτε πλοίον εφαίνετο, ούτε πλοιάριον, ουδέ διεκρίνετο άντικρυ
+σημείον ζωής. Η δε παραλία ήτο ήδη κατειλημμένη υπό άλλων προσφύγων,
+προ ημών αφιχθέντων και συσσωρευθέντων εκεί με την αυτήν ως ημείς
+ελπίδα. Δεν τους είδομεν ούτε τους ηκούσαμεν μακρόθεν. Μόνον ότε
+επλησιάσαμεν εις τον αιγιαλόν, είδομεν υπό τας ελαίας, αίτινες
+κατέβαινον μέχρι της θαλάσσης, σωρούς σωμάτων κατακειμένων επί του
+εδάφους. Εκεί διήλθον οι δυστυχείς ολόκληρον την νύκτα, ενώ ημείς
+υπό την πνοήν της τρικυμίας εβαδίζομεν προς το αυτό σημείον, ως εις
+λιμένα σωτηρίας.
+
+Η άφιξίς μας και αι πρώται του ανατέλλοντος ηλίου ακτίνες έθεσαν εις
+κίνησιν εκείνο των φυγάδων το στρατόπεδον, και πριν έτι
+προσεγγίσωμεν τοσούτον ώστε ν' αναμιχθώμεν μετ' αυτών, είδομεν υπό
+τας ελαίας μορφάς ανακαθημένας ή εγειρομένας, και διεκρίνομεν
+γυναίκας και παιδία και γέροντας και νέους στρέφοντας προς ημάς τα
+πρόσωπα, ενώ τινες αποσπασθέντες εκ του ομίλου ήρχοντο προς ημάς διά
+να μας αναγνωρίσωσιν.
+
+Εστάθημεν τότε και ημείς. Αι γυναίκες επέζευσαν και εκαθήσαμεν εις
+ενός δένδρου την ρίζαν. Τόσα έτη παρήλθον και τόσα εδοκίμασα έκτοτε,
+αλλ' όμως ποτέ δεν θα λησμονήσω την αίσθησιν του καμάτου, υπό του
+οποίου κατ' εκείνην την ώραν κατεβλήθην. Προ εικοσιτεσσάρων ωρών
+επεριπάτουν με κενόν τον στόμαχον. Εξηπλώθην καταγής πλησίον της
+μητρός μου και έκλεισα τους οφθαλμούς, άνευ της ελαχίστης δυνάμεως
+εις τα μέλη μου, άνευ σκέψεως εις την κεφαλήν μου. Και ησθάνθην την
+χείρα της μητρός επί του μετώπου, και ήνοιξα τους οφθαλμούς και είδα
+την αγαπητήν κεφαλήν της κεκλιμένην άνωθέν μου. Δεν αντηλλάξαμεν
+λέξιν, αλλ' έκυψεν η μήτηρ μου και μ' εφίλησε, και έκλεισα πάλιν
+τους οφθαλμούς. Τα ενθυμούμαι ταύτα πάντα ως να συνέβησαν χθες.
+
+Ο πατήρ μου είχε προχωρήσει εις συνάντησιν των προς ημάς ερχομένων.
+Μετ' ολίγον επέστρεψεν ακολουθούμενος υπό γέροντος, τον οποίον δεν
+ανεγνώρισα. Αλλ' η μήτηρ μου τον ανεγνώρισε και εγερθείσα έδραμε
+προς αυτόν. Ο γέρων ήνοιξε τας αγκάλας του και έσφιξεν επί του
+στήθους την μητέρα μου. Ήτο του πατρός της ο αδελφός.
+
+Μέχρι της στιγμής εκείνης ουδείς ημών είχε κλαύσει. Ο τρόμος του
+επικειμένου κινδύνου, η αδιάκοπος κίνησις, αι μεταβολαί των σκηνών,
+το αλλεπάλληλον των εντυπώσεων διετήρουν εις έντασιν το νευρικόν
+σύστημα. Ήμεθα ψυχή τε και σώματι απηυδημένοι, αλλ' έμενον στεγνά τα
+βλέφαρα μας.
+
+Αλλ' εις τους κόλπους του γέροντος κρύπτουσα την κεφαλήν η τάλαινα
+μήτηρ μου αφέθη τότε ολόκληρος εις της λύπης την κυριότητα, και
+ηκούοντο οι λυγμοί της, και οι στεναγμοί της εξέσχιζον την καρδίαν
+μου. Αι αδελφαί μου περιεκύκλωσαν την μητέρα κλαίουσαι, ο δε πατήρ
+μου έκρυψεν εντός των χειρών το πρόσωπον, και η Ανδριάνα έδακνε τα
+δάκτυλα της, κ' εγώ ησθάνθην την καρδίαν μου αναβαίνουσαν εις τον
+λαιμόν μου, και τους οφθαλμούς μου θολούς, και ήτο γενικός ο θρήνος
+και ο κοπετός υπό την ελαίαν, ήτις μας εσκίαζεν.
+
+Ο γέρων απέθεσεν επί του εδάφους κλαίουσαν εισέτι την μητέρα μου και
+υπήγε να μας προμηθεύση τροφήν. Επέστρεψε φέρων μιζύθρας• δεν
+ηδυνήθη να εύρη άλλο τι, ουδ' επερίσσευε τεμάχιον άρτου καθ' όλην
+εκείνην των δυστυχών την συνάθροισιν. Με τας μιζύθρας παρηγορήσαμεν
+την πείναν μας.
+
+Εν τούτοις πλοίον δεν εφαίνετο, ο άνεμος δεν εκόπαζεν, η θάλασσα ήτο
+αγρία, εις δε το παράλιον εμένομεν άστεγοι, άσιτοι, απροστάτευτοι.
+Αν οι Τούρκοι επήρχοντο, άλλην δεν είχομεν καταφυγήν ή να ριφθώμεν
+εντός των κυμάτων. Επεριμένομεν δε να τους ίδωμεν από στιγμής εις
+στιγμήν εμφανιζομένους. Συνεσκέφθημεν μετά του θείου μου και
+απεφασίσθη να προσφύγωμεν εις το πλησιόχωρον χωρίον Μεστά, όπου να
+καιροφυλακτήσωμεν, μέχρις ου ευρεθώσιν, ει δυνατόν, του εκπατρισμού
+τα μέσα.
+
+Ανεχωρήσαμεν λοιπόν και πάλιν και μετά τινων ωρών οδοιπορίαν
+εφθάσαμεν κακώς έχοντες εις Μεστά.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
+
+
+
+Τα χωρία της Χίου, ιδίως τα μεσημβρινά, είναι οχυρά ως φρούρια και
+στενόχωρα ως φυλακαί. Δεν έχουν τείχη, αλλά, κατά τας τέσσαρας
+εξωτερικάς του χωρίου πλευράς, των οικιών τα οπίσθια συνεχόμενα
+αποτελούν αδιάκοπον προτείχισμα. Αι θύραι των οικιών κείνται έσωθεν,
+εντός του χωρίου, η κεντρική δε αυτού οδός, τέμνουσα των οικιών την
+συνέχειαν, σχηματίζει του οχυρώματος την πύλην. Είναι δε αληθώς πύλη
+η τοιαύτη οπή, καθότι και κλείεται διά κιγκλιδωτών εκ σιδήρου θυρών.
+
+Τα χωρία ταύτα μου έφερον πάντοτε κατά νουν το εν Σμύρνη Χάνιον• η
+διαφορά είναι, ότι αντί της περικλειούσης εκείνο μεγαλοπόλεως, ταύτα
+περικυκλούνται υπό λόφων πρασίνων, και αντί ωχρών εμπόρων, περιέχουν
+ευρώστους γεωργούς• αντί δε της εν τω μέσω του Χανίου πλατείας, οδοί
+στεναί και οικοδομαί συνεσφιγμέναι πληρούν τον χώρον, τον οποίον
+περιστοιχίζει η τετράπλευρος εξωτερική σειρά των οικιών.
+
+Εις το κέντρον του χωρίου υψούται συνήθως Πύργος, του οποίου η
+είσοδος υπερέχει τοσούτον του εδάφους, ώστε μόνον διά κλίμακος
+ξυλίνης ή διά σχοινιών δύναται τις ν' ανέλθη μέχρις αυτής. Οι Πύργοι
+ούτοι, λείψανα της κυριαρχίας των Γενουηνσίων, είναι αι ακροπόλεις
+των χωρίων.
+
+Τοιούτο ήτο το χωρίον Μεστά, όπου προσεφύγομεν. Οι χωρικοί μας
+υπεδέχθησαν φιλοφρόνως, μας παρεχώρησαν δε οικίαν εύκαιρον, τα κενά
+της οποίας δωμάτια διεμοιράσθημεν μετά του γέροντος θείου της μητρός
+μου και δύο άλλων οικογενειών. Η κοινή συμφορά τότε πρώτον μας
+εσχέτισε μετ 'αυτών και μας συνέδεσεν.
+
+Αι στερήσεις μας ήσαν ποικίλαι και μεγάλαι, αλλά τις τότε εσκέπτετο
+περί ανέσεως και περί των συνήθων του βίου αναγκών; Ο σκοπός ήτο την
+ζωήν να διατηρήσωμεν, αλλά και προς τούτο μόλις εξήρκει η δίαιτά
+μας. Και του άρτου αυτού η απόκτησις ήτο δύσκολος, ουδέ κατωρθούτο
+καθ' ημέραν. Σύκα, κουκκία, ξυλοκέρατα και χόρτα άγρια, ιδού οποία
+ήτο, ως επί το πολύ, η τροφή μας. Και παρήρχοντο ούτως αι ημέραι εν
+τω μέσω φόβων και ελπίδων.
+
+Την ιδέαν της εις Ψαρά καταφυγής παρητήσαμεν εξ ανάγκης, διότι
+ήρχοντο απελπιστικαί εκείθεν ειδήσεις. Ήτο ήδη πλήρης προσφύγων η
+νήσος, οι δε Ψαριανοί, μόλις έχοντες πώς να τους διαθρέψωσι και
+συντηρήσωσι, δεν ηδύναντο ούτε ήθελον να δεχθώσι πλειοτέρους.
+Ήρχιζεν ήδη να τοις γίνεται επαισθητή η σπάνις του ύδατος, η δε
+συσσώρευσις τοσούτων απόρων φυγάδων είχε προκαλέσει νόσους, αίτινες
+εφαίνοντο προμηνύουσαι φοβερωτέραν επιδημίαν. Όθεν έγραφον εις Χίον
+προτρέποντες τους φεύγοντας να διευθυνθώσιν εις άλλας του Αιγαίου
+νήσους, και προσφέροντες προθύμως τα πλοία των και τους ναύτας των.
+
+Αλλ' ημείς εις Μεστά ηρχίζομεν να ελπίζωμεν ότι δεν υφίσταται πλέον
+ανάγκη φυγής. Δύο εβδομάδες είχον παρέλθει από της αφίξεως του
+Τουρκικού στόλου• οι επαναστάται απέπλευσαν ή εκρύπτοντο
+σκορπισμένοι εις της νήσου τα ενδότερα, οι δε φιλήσυχοι της πόλεως
+κάτοικοι και των χωρικών οι πλείστοι ουδ' εξηγέρθησαν κατά της
+Τουρκικής εξουσίας, ουδ' ανεμίχθησαν εις το επαναστατικόν κίνημα.
+Διατί λοιπόν της καταδρομής η εξακολούθησις; Διατί της τρομοκρατίας
+η διαιώνισις, ενώ πάσα αντιστάσεως πιθανότης εξέλιπε ; Μη δεν
+ήρκεσαν τα πεσόντα ήδη αθώα θύματα ; Μη δεν εκορέσθη αρκούντως της
+τουρκικής λύσσης η έξαψις ; Ταύτα σκεπτόμενοι επεριμένομεν από
+ημέρας εις ημέραν την διακήρυξιν αμνηστείας και την άδειαν να
+επιστρέψωμεν εις τας εστίας μας.
+
+Και τω όντι, των Τούρκων η καταφορά είχε κατ' εκείνας τας ημέρας
+κοπάσει. Ηκούοντο ολιγώτεροι πυροβολισμοί και φόνοι και απαγωγαί,
+διέτρεχον δε φήμαι ότι εμεσίτευον οι Πρόξενοι υπέρ συγχωρήσεως των
+ραγιάδων, και ότι ο Πασάς εφαίνετο κλίνων προς επιείκειαν. Και
+ήρχοντο μέχρις ημών αι τοιαύται φήμαι και υπέτρεφον τας ελπίδας μας.
+
+Την ενάτην ημέραν της εις Μεστά διαμονής μας ενομίσαμεν ότι τα δεινά
+μας ετελείωσαν. Δυο Πρόξενοι ήλθον εις το χωρίον φέροντες κλάδους
+ελαίας και παραμυθίας ευαγγέλια. Έφερον αναφοράν προς υπογραφήν,
+υπέσχοντο δε ότι άμα προσκυνήσωμεν ο Πασάς θα μας συγχωρήση. Να μας
+συγχωρήση ! Αλλά διά τι; Ούτε αντάρται ήμεθα, ούτε ουδένα
+ηδικήσαμεν, ούτε ιδιοκτησίας ξένας εληστεύσαμεν, ούτε γυναίκας
+ητιμάσαμεν, ούτε εφονεύσαμεν, ούτε εξηνδραποδίσαμεν. Διά τι να
+συγχωρηθώμεν;
+
+Αλλά ταύτα είναι σκέψεις σημεριναί. Δεν εσκεπτόμεθα τοιαύτα τότε, η
+δ' ελπίς της απαλλαγής από της αφορήτου εκείνης υπάρξεως ήτο αληθής
+δι' ημάς χαρά. Όθεν υπεγράψαμεν προθύμως πάντες, νέοι και γέροντες,
+χωρίς να εξετάσωμεν τι η αναφορά περιέχει, υπεγράψαμεν με τας δύο
+χείρας, ευλογούντες την φιλάνθρωπον μεσολάβησιν των Χριστιανών
+Προξένων, και ανεπνεύσαμεν, πιστεύσαντες ότι παύει ο διωγμός και θα
+επιστρέψωμεν αβλαβείς εις τα ίδια.
+
+Αλλά μη επρόκειτο να εύρωμεν τας οικίας μας όπως τας αφήσαμεν ; Μετά
+την εισβολήν των Σαμίων και των υπό τον Μπουρνιάν χωρικών, μετά τους
+σφοδρούς εκ του φρουρίου και εκ του στόλου κανονοβολισμούς, μετά την
+αχαλίνωτον προ πάντων των Τούρκων λεηλασίαν, ολίγας περί τούτου
+ελπίδας ηδυνάμεθα να τρέφωμεν. Αλλ' όμως εκυρίευε πάντας ημάς εκεί,
+εις Μεστά, της επανόδου ο πόθος. Ηθέλομεν να ίδωμεν και πάλιν τας
+οικίας μας, εις οιανδήποτε κατάστασιν και αν επρόκειτο να τας
+εύρωμεν, ο δε φόβος μη τας εύρωμεν κατεστραμμένας ηύξανεν αντί του
+να ελαττόνη την επιθυμίαν μας.
+
+Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά,
+καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η
+ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην
+περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα
+επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων
+αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν,
+βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων,
+και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον
+χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν
+του κοιτώνος των τους τοίχους.
+
+Αι επαγγελίαι των Προξένων τοσούτον ανεπτέρωσαν τας ελπίδας μας,
+ώστε ηθέλομεν αμέσως να επιστρέψωμεν. Αλλ' οι γεροντότεροι
+εχαλίνωσαν την ανυπομονησίαν μας, υποπτευόμενοι μη η προσφερομένη
+αμνηστία ήτο τέχνασμα των Τούρκων, προς εξαπάτησιν των Προξένων, και
+παγίς όπως μας εξολοθρεύσωσιν ευκολώτερον. Είχον πλειοτέραν πείραν
+του τουρκικού χαρακτήρος οι γέροντες , αλλ' οι επίλοιποι εβασιζόμεθα
+μετά θάρρους εις των Προξένων την υπόσχεσιν και την προστασίαν.
+
+Μετά σύσκεψιν και συζήτησιν και ενδοιασμούς ποικίλους, απεφασίσθη
+τέλος να υπάγωμεν τινές εκ των νεωτέρων ως πρόσκοποι, οι δε λοιποί
+να περιμείνωσιν εις Μεστά τας ειδήσεις μας, ή την επιστροφήν μας.
+
+Την επαύριον ανεχώρησα από πρωίας μετά δύο άλλων ομηλίκων μου.
+Περιττόν να αναφέρω τα ονόματά των. Άλλως τε προς τι να υποδεικνύω
+εκάστοτε ονομαστί εκείνους, όσων η κακή τύχη συνέπεσε να συνενωθή
+μετά της ιδικής μου ; Εκ των δύο εκείνων ο είς, ευδαίμων ήδη γέρων,
+πρωτεύει εν μια των εν τη αλλοδαπή Ελληνικών κοινοτήτων• συχνάκις δ'
+έκτοτε συνηντήθημεν και ανεμνήσθημεν ημερών αρχαίων και κοινών
+παθημάτων. Ο άλλος, διασωθείς τότε, απέθανε μετ' ολίγον εις Τήνον.
+Πόσους τότε λυτρωθέντας εκ των ονύχων των Τούρκων εθέρισεν ούτως ο
+θάνατος ! Εξηντλημένοι μετά τοσαύτας κακουχίας, μετά τοσούτους
+περισπασμούς, πόσοι φυγόντες την μάχαιραν του εχθρού έπεσαν κατόπιν,
+πρόωρα της ασθενείας θύματα !
+
+Απεχαιρετήσαμεν λοιπόν τους εις Μεστά και εκινήσαμεν οι τρεις ομού,
+διευθυνόμενοι προς την πόλιν. Αι εντυπώσεις των γενομένων
+καταστροφών ήσαν πολύ πρόσφατοι εισέτι, και δεν ήμεθα ουδαμώς
+απηλλαγμένοι του φόβου μη συναντήσωμεν Τούρκους ενόπλους, αγνοούντας
+ή αψηφούντας τας επιεικείς του Πασά προθέσεις. Αλλ' ήμεθα νέοι και
+οι τρεις, ο δε πρωινός αήρ ήτο ζωογόνος, και απέπνεον άρωμα υγιές οι
+μαστιχοφόροι περί τα Μεστά λόφοι. Η ελπίς διεσκέδασε βαθμηδόν τους
+φόβους και εβαδίζομεν ελαφροί, φαιδρύνοντες δι' ευθύμων συνομιλιών
+την οδοιπορίαν μας.
+
+Δεν επέπρωτο όμως ούτε η φαιδρότης, ούτε η οδοιπορία μας να
+διαρκέσωσι πολύ.
+
+Εβλέπομεν μακρόθεν το χωρίον Ελάταν, όπου επροτιθέμεθα να
+αναπαυθώμεν εκ του δρόμου και να λάβωμεν πληροφορίας διά την
+περαιτέρω πορείαν μας.
+
+Ο Ήλιος έκαιε και εταχύνομεν το βήμα προς τας λευκάς του χωρίου
+οικίας. Αίφνης, εις τα πρόθυρα αυτού, ηκούσαμεν οιμωγάς και κραυγάς
+γυναικείας. Εστάθημεν και οι τρεις και είδομεν ο είς τον άλλον. Μη
+ήσαν Τούρκοι εις το χωρίον ; Αύτη ήτο η πρώτη μου σκέψις. Ετείναμεν
+τα ώτα. Αι κραυγαί εξηκολούθουν. Ήσαν βεβαίως γυναικεία μοιρολόγια.
+
+Οδηγούμενοι εξ αυτών διήλθομεν τας ερήμους του χωρίου οδούς και
+εφθάσαμεν ενώπιον της εκκλησίας. Εκεί συνωθούντο οι χωρικοί, υπεράνω
+δε των κεφαλών των είδομεν κατ' εκείνην την στιγμήν εις της
+εκκλησίας τα πρόθυμα αναβαίνοντα δύο φέρετρα, το έν μετά το άλλο,
+και πέριξ αυτών αι γυναίκες έκλαιον και ωδύροντο και εκραύγαζον
+γοερώς.
+
+Ότε εισήλθεν εντός του ναού η νεκρώσιμος συνοδία, ηρώτησα ένα
+χωρικόν περί των δύο λειψάνων, και μας είπε με τα δάκρυα εις τους
+οφθαλμούς, ότι συμμορία Τούρκων, συναντήσασα την πρωίαν τρεις νέους
+έξω του χωρίου, επυροβόλησε κατ'αυτών και εξηκολούθησε τον δρόμον
+της, ότι ο είς των τριών σωθείς έτρεξε και ανήγγειλε το συμβάν εις
+το χωρίον, τα δε πτώματα των δύο φονευθέντων μετεκομίσθησαν προ
+ολίγης ώρας εκεί.
+
+Πού λοιπόν αι υποσχέσεις ασφαλείας ; Πού η ελπίς ότι τα δεινά
+ετελείωσαν ; Είχον οι γέροντες δίκαιον! Οι δύο εκείνοι νεκροί, και
+των γυναικών τα μοιρολόγια, ήσαν της τουρκικής πίστεως η σφ(ρ)αγίς, της
+τουρκικής επιεικείας τα εχέγγυα!
+
+Επεστρέψαμεν αμέσως εις Μεστά, βαδίζοντες ταχύτερον ή ότε ηρχόμεθα,
+και άνευ της προτέρας φαιδρότατος. Οι εκεί εξεπλάγησαν ότε μας είδον
+επιστρέφοντας, η δ' αφήγησις της εις Ελάταν σκηνής τους κατετάραξε,
+και η προτέρα αδημονία διεδέχθη διά μιας τας μόλις ριζωθείσας
+ελπίδας.
+
+Ο πατήρ μου μόνος επέμενεν ελπίζων: ήτο τυχαία η συμπλοκή, δεν ήσαν
+γνωσταί εισέτι αι αποφάσεις του Πασά, οι Τούρκοι εκείνοι δεν
+παρέμειναν εις Ελάταν, άρα οι πυροβολισμοί των δεν αποδεικνύουν την
+επανάληψιν συστηματικού διωγμού, θα ησυχάσωσι τα πράγματα. Τοιαύτα
+έλεγεν, αλλ' η πείρα του παρελθόντος κατεφόβιζε τους λοιπούς πάντας
+και αφήρει πάσαν εμπιστοσύνην προς τας αγαθάς δήθεν του Πασά
+διαθέσεις. Να φύγωμεν, να φύγωμεν! έλεγον αι γυναίκες, τα δε παιδία
+έκλαιον, και εγώ δεν ηδυνάμην να λησμονήσω την θέαν των δύο εκείνων
+φερέτρων, φερομένων προς την πύλην της εκκλησίας, και τους θρήνους
+των γυναικών, αι οποίαι εμοιρολόγουν τους νεκρούς των.
+
+Την αυτήν εκείνην ημέραν ο θείος της μητρός μου, δι' αμοιβών
+γενναίων και μεγαλειτέρων έτι υποσχέσεων, έπεισε νέον χωρικόν να
+μεταφέρη διά παντός τρόπου επιστολήν του εις Ψαρά. Έγραφε ζητών της
+φυγής τα μέσα.
+
+― Ας έλθη πλοίον, έλεγε προς τον πατέρα μου, και συ αν θέλης μείνε
+εδώ. Φθάνει μόνον να έλθη εν καιρώ!
+
+Ο πατήρ μου εσιώπα, αλλ' εφαίνετο διστάζων. Τον ετρόμαζον αρά γε οι
+κίνδυνοι της φυγής και του εκπατρισμού αι οδύναι; ή εβασίζετο εις
+των Προξένων την μεσολάβησιν και ήλπιζεν ότι κρυπτόμενοι εν τω
+μεταξύ εντός της πατρίδος θα διέλθωμεν ασφαλέστερον της δοκιμασίας
+την περίοδον ; ή μη, υπό την πίεσιν τοσούτων αλλεπαλλήλων
+συγκινήσεων, απώλεσε την εις εαυτόν πεποίθησιν και δεν ήξευρεν ο
+ίδιος τι ήθελε και τι ν' αποφασίση ;
+
+Την επιούσαν ήμεθα από πρωίας συνηγμένοι κατά το σύνηθες εις την
+ισόγειον της οικίας είσοδον, ήτις εχρησίμευεν ως κοινή αίθουσά μας.
+Καθήμενοι εις των θυρών τα κατώφλια και επί των βαθμίδων της
+κλίμακος συνεσκεπτόμεθα, ως πάντοτε, περί του πρακτέου, αναμένοντες
+τι η ημέρα θα μας φέρη και υπολογίζοντες πότε ηδυνάμεθα να
+περιμένωμεν απόκρισιν εκ Ψαρών.
+
+Η Ανδριάνα μόνη ήτο απούσα. Είχεν εξέλθει προς εύρεσιν τροφής. Και
+άλλοτε κατώρθωσε να ποικίλη την πενιχράν δίαιτάν μας συλλέγουσα
+χόρτα άγρια εις τους πέριξ του χωρίου λόφους. Αλλ' εβράδυνεν ήδη να
+επιστρέψη. Και η μήτηρ μου, ανησυχούσα, πολλάκις ήνοιξε την θύραν
+και προέτεινε την κεφαλήν εις την οδόν, να ιδή μη φαίνεται ερχόμενη.
+
+Η Ανδριάνα ήτο ο γενικός προστάτης, η αληθής πρόνοια ολοκλήρου της
+εις Μεστά δυστυχούς ημών ομάδος. Πλήρης αυταπαρνήσεως και
+αφοσιώσεως, περιέθαλπε την μητέρα και τας αδελφάς μου και εφρόντιζε
+περί πάντων των λοιπών• όλα τα επρόφθανεν, όλα τα εσυλλογίζετο• αυτή
+εύρισκεν ή εφεύρισκε την καθημερινήν τροφήν μας, αυτή έφερε το νερόν
+εκ της πηγής, αυτή κατώρθωσε δι' αχύρων και παλαιών ταπήτων ν'
+αυτοσχεδιάση στρωμνάς δι' όλους εις τα εύκαιρα δωμάτια της οικίας
+εκείνης• αυτή μας έφερεν ειδήσεις έξωθεν, σχετιζόμενη μετά των
+χωρικών και τα πάντα ερευνώσα και τα πάντα μανθάνουσα. Η
+ενεργητικότης της ήτο αδάμαστος και ακατάβλητος η ευθυμία της. Είχε
+την καρδίαν υγιά και ακμαίαν όσον και το σώμα, και συχνάκις διά της
+ζωηρότητος, διά της φαιδρότητός της έφερεν εις τα χείλη μας το
+μειδίαμα, εν μέσω της επικρατούσης εκεί γενικής αθυμίας.
+
+Η ώρα εν τούτοις παρήρχετο και ηύξανε της μητρός μου η ανησυχία.
+Δεν ήθελα να την αυξήσω εκφράζων τους φόβους μου, αλλ' ήμην και εγώ
+ανήσυχος, και οι άλλοι επίσης.― Τι έγεινε ; Πώς αργεί ; Μη έπαθε
+τίποτε; Τοιαύται αντηλλάσσοντο φράσεις.
+
+Εκεί, αίφνης, ανοίγεται η θύρα και παρουσιάζεται η Ανδριάνα
+κάτωχρος, τρέμουσα, με την κόμην λυτήν, σχισμένα τα φορέματα και
+ανοικτά, τα στήθη αιματωμένα.....
+
+Η όλη παρουσία της εμαρτύρει πάλην φοβεράν, και τρόμον και αισχύνην.
+
+Η μήτηρ μου ηγέρθη αμέσως, εκάλυψε με τας χείρας τους οφθαλμούς και
+ανέκραξε μετά φρίκης : Α ! οι Τούρκοι, οι Τούρκοι ! Και αρπάσασα τας
+θυγατέρας της έσυρεν αυτάς εις την αγκάλην της.
+
+Η δε Ανδριάνα με την μίαν χείρα επί της ανοικτής θύρας, εδείκνυε διά
+της άλλης την έξοδον, και ασθμαίνουσα δεν ηδύνατο ν' αρθρώση τας
+λέξεις τας οποίας επροσπάθει να προφέρη•― Φύγετε, κρυφθήτε!
+
+Ευρέθημεν όλοι δια μιας έξω εις τον δρόμον μετά της Ανδριάνας.
+
+Πού επηγαίνομεν ; Τι ηθέλομεν; Έμφυτός τις ορμή διηύθυνε τα
+διαβήματά μας μακράν της πύλης του χωρίου. Εφεύγομεν τους Τούρκους.
+Δεν εσκεπτόμεθα όμως ότι απομακρυνόμενοι της εξόδου, εκλειόμεθα
+εντός του χωρίου. Αλλά μη σκέπτεται τις εις τοιαύτας ώρας ;
+
+Ενώ ετρέχομεν ούτω περίφοβοι, παραζαλισμένοι, μη γνωρίζοντες πού να
+καταφύγωμεν, μία γραία εις την θύραν ταπεινής οικίας ισταμένη μας
+είδε, μας ελυπήθη και ήπλωσε προς ημάς την χείρα.
+
+― Ελάτε εδώ να σας κρύψω, Χριστιανοί.
+
+Εχύθημεν όλοι εντός της ανοικτής θύρας, ακολουθούντες την γραίαν. Ο
+Θεός την εφώτισε ! Εις εκείνην χρεωστούμεν την σωτηρίαν, την ύπαρξίν
+μας. Δεν την είδα έκτοτε, ούτε το όνομα της γνωρίζω, αλλά ποτέ δεν
+ελησμόνησα το αγαθόν πρόσωπον της, ουδ' έπαυσα ευλογών την μνήμην
+της. Είθε να την αντήμειψεν ο Θεός και να την ανέπαυσεν εν ειρήνη !
+
+Όπισθεν της οικίας ήτο αυλή ύπαιθρος, εις δε την άκραν της αυλής
+σταύλος. Εντός του σταύλου μας έκρυψεν η γραία. Αι αγελάδες της
+έβοσκον εις την εξοχήν και δεν επέστρεψαν ούτε την εσπέραν εκείνην,
+ούτε τας επιούσας, να μας διαφιλονεικήσωσι της κατοικίας των την
+κατοχήν. Δεν ηχμαλώτιζον γυναικόπαιδα μόνον οι Τούρκοι• ό,τι
+εύρισκον ήτο λεία ευπρόσδεκτος. Αλλά δεν εζημίωσαν ημάς τότε
+ληστεύσαντες της πτωχής γραίας τα ζώα.
+
+Η είσοδος ήτο στενή και σκοτεινή, εις δε το βάθος ηνοίγετο ο σταύλος
+τετράγωνος και οπωσούν ευρύχωρος• αλλ' ουδ' αυτός είχε παράθυρον ή
+άλλην οπήν, ώστε ότε εκλείετο η επί της αυλής θύρα της διόδου, το
+σκότος ήτο ψηλαφητόν και η αποφορά δεν είχε διέξοδον. Τέσσαρα
+ημερόνυκτα εμείναμεν εντός του κρυψώνος τούτου, δεκαοκτώ εν συνόλω
+ψυχαί!
+
+Το εσπέρας της πρώτης ημέρας η φιλάνθρωπος γραία μας έφερε σάκκον
+πλήρη σύκων. Ότε δε συνειθίσαμεν εις το σκότος, ανεκαλύψαμεν εις
+μίαν γωνίαν κάδον έχοντα εισέτι ύδωρ αρκετόν, προς ποτισμόν των
+αγελάδων. Χάρις εις το ύδωρ τούτο και εις τα σύκα δεν απεθάνομεν της
+δίψης και της πείνης. Εις θέσιν δε προέχουσαν επί μιας των πλευρών
+του σταύλου, εύρομεν άχυρον, το οποίον εστρώσαμεν κατά γης, διά να
+μη κατακλίνωνται επί του βορβορώδους εδάφους αι γυναίκες και τα
+παιδία. Και εζήσαμεν ούτω τέσσαρας νύκτας και τέσσαρας ημέρας!
+
+Εκ του κρυψώνος μας ηκούομεν έξω συχνάκις τας κραυγάς των Τούρκων
+και οιμωγάς των Χριστιανών, πότε μακράν και άλλοτε πλησίον. Την
+τελευταίαν μάλιστα νύκτα τους είχομεν πολύ, πολύ πλησίον, διότι
+διενυκτέρευσαν εις την οικίαν της γραίας, και ηκούομεν τας ομιλίας
+των και τας διηγήσεις των αισχρών κατορθωμάτων των.
+
+Ο κύριος των Τούρκων σκοπός ήτο η ανακάλυψις των κρυπτομένων
+φυγάδων. Τους άνδρας εφόνευον, τα δε γυναικόπαιδα ηχμαλώτιζον
+μεταφέροντες την άγραν των εις την πόλιν. Τους χωρικούς δεν έβλαπτον
+συνήθως, εκτός δι' ύβρεων και ραβδισμών και λακτισμάτων και διά της
+καταναλώσεως των τροφίμων των. Δεν έμενον δε επί πολύ οι αυτοί
+Τούρκοι εις το χωρίον. Αφ' εσπέρας ήρχετο μία συμμορία, έτρωγον,
+έπινον εκοιμώντο, την δε πρωίαν ήρχιζεν η έρευνα προς σφαγήν και
+αιχμαλωσίαν• ανεχώρουν οι πρώτοι με αιχμαλώτους και λάφυρα, και τους
+διεδέχετο νέα την εσπέραν συμμορία, και ούτως εφεξής. Εμείς δ'
+επεριμένομεν να κορεσθώσι και να παύση η εξάντλησις της λείας την
+διαδοχήν του διωγμού, παρακαλούντες τον Θεόν να μη ανακαλυφθώμεν
+μέχρι τέλους.
+
+Πώς να περιγράψω την αγωνίαν των ατελευτήτων εκείνων ημερών !
+Εφοβούμεθα να λαλήσωμεν μη ο ελάχιστος θόρυβος μας προδώση. Η
+Ανδριάνα έκλαιεν, έκλαιεν ακαταπαύστως, και λυγμοί ενίοτε εξέφευγον
+από του στήθους της• ο πατήρ μου επέβαλλε τότε σιωπήν.
+
+― Θέλεις να μας καταδώσης ; έλεγε.
+
+Και έκρυπτεν η Ανδριάνα την κεφαλήν, και δεν ηκούετο ο θρήνος της.
+Επλησίαζεν η μήτηρ μου να την παρηγορήση.
+
+― Μη μ' εγγίζης και λερόνεσαι !
+
+Δυστυχής νέα ! Η μαύρη απελπισία της εντός του σκοτεινού και
+δυσώδους εκείνου καταφυγίου ήτο η φοβερωτέρα ένδειξις της τύχης, η
+οποία επερίμενε τας λοιπάς εκεί γυναίκας, εάν οι Τούρκοι μας
+ανεκάλυπτον !
+
+Την τελευταίαν νύκτα εξημερώθημεν με τον φόβον, ότι δεν θα σωθώμεν
+από τας χείρας των. Η θύρα μόνη του σταύλου μας εχώριζεν απ' αυτών.
+Την αυγήν επανήλθεν εις την αυλήν η σιωπή, αλλ' εξηκολούθει εντός
+του χωρίου ο θόρυβος. Πόσον βραδέως αι ώραι παρήρχοντο ! θα
+επανέλθωσιν οι Τούρκοι πλησίον μας ; θα τους έχωμεν και την νύκτα
+πάλιν ; Ησθανόμεθα πάντες ότι δεν ηδυνάμεθα να ανθέξωμεν πλειότερον.
+
+Προς το εσπέρας τους ηκούσαμεν εις την αυλήν, ετοιμαζομένους προς
+αναχώρησιν, και εκρατούμεν την αναπνοήν μας, περιμένοντες την
+ελπιζομένην απομάκρυνσίν των.
+
+Εκεί, ακούομεν αίφνης, πλησίον της θύρας, βροντώδη Τούρκου φωνήν.
+
+― Ας ίδωμεν πριν φύγωμεν, τι έχει εις αυτήν την αποθήκην.
+
+Έκαμα τον σταυρόν μου. Κρύος ιδρώς με περιέχυσεν.
+
+Η θύρα του σταύλου έτριξε και ηνοίχθη, και εις το άνοιγμα της είδα
+Τούρκου μορφήν φοβεράν. Εκράτει ξίφος γυμνόν εις την μίαν χείρα, εις
+δε την άλλην ράβδον, και από της άκρας της ράβδου εκρέματο λύχνος,
+το δε φως του λύχνου εφώτιζε του Τούρκου το πρόσωπον, και όπισθεν
+των ώμων του άλλαι Τούρκων κεφαλαί έρριπτον περίεργα εντός του
+σκότους βλέμματα.
+
+Εκαθήμην κατά γης εις το βάθος του σταύλου, αντίκρυ της εισόδου.
+
+Χίλια έτη να ζήσω, δεν θα λησμονήσω την αποτρόπαιον εκείνην
+οπτασίαν!
+
+Αναπνοή εντός του σταύλου δεν ηκούετο. Ο Τούρκος εκτείνει τον πόδα,
+προχωρεί έν βήμα.....
+
+Αντήχησε διά μιας ο πάταγος υδάτων πατουμένων και βλάσφημος του
+Τούρκου εκφώνησις.
+
+― Μόνον βρώμαι είναι εδώ. Δεν έχει τίποτε. Πηγαίνωμεν!
+
+Η θύρα εκλείσθη μετά κρότου και οι Τούρκοι ανεχώρησαν. Εσώθημεν ! Έν
+βήξιμον, είς στεναγμός ηδύνατο να μας προδώση. Αλλ' ο Θεός μας
+ελυπήθη και ηυδόκησε να μας διαφυλάξη, η δε σωτηρία μας την ώραν
+εκείνην μας εφάνη ως αγαθός διά το μέλλον οιωνός, και επεριμένομεν
+με πλειότερον ήδη θάρρος της δοκιμασίας μας το τέλος.
+
+Δεν εψεύσθησαν αι ελπίδες μας. Την αυτήν εκείνην εσπέραν, αφού
+ενύκτωσε, ηνοίχθη του σταύλου η θύρα και πάλιν, αλλ' υπό φίλης ήδη
+χειρός, και ήλθεν εν μέσω ημών ο χωρικός, τον οποίον ο θείος μου
+είχεν αποστείλει προς εύρεσιν πλοίου. Πώς εξετέλεσε την παραγγελίαν,
+πώς ανεκάλυψε το κρησφύγετόν μας δεν γνωρίζω. Έφερε την αγγελία
+ότι πλοίον Ψαριανόν μας επερίμενεν εις έρημον λιμενίσκον όχι μακράν
+του χωρίου, και ήτο έτοιμος ο χωρικός να μας οδηγήση αμέσως προς
+αυτό.
+
+Η νυκτερινή ώρα, ο φόβος των Τούρκων, η άγνοια του μέλλοντος, οι
+κίνδυνοι της φυγής, η ανάμνησις των πρώτων ματαίων περιπλανήσεων,
+πολλούς δισταγμούς την ώραν εκείνην εγέννησαν. Αλλ' αν εμένομεν, ο
+όλεθρος ήτο βέβαιος σήμερον ή αύριον, ενώ φεύγοντες ηδυνάμεθα ίσως
+να σωθώμεν. Απεφασίσθη λοιπόν η φυγή και ανεχωρήσαμεν υπό την
+οδηγίαν του χωρικού.
+
+Κρατούμενοι τας χείρας και βαδίζοντες εν σιωπή εφθάσαμεν εις την
+άκραν του χωρίου, προς το αντίθετον της εισόδου μέρος. Εφεύγομεν την
+πύλην υποπτευόμενοι ότι εφρουρείτο υπό Τούρκων. Ο οδηγός μας είχε
+λάβει τα μέτρα του. Εισήλθομεν εντός οικίας ερήμου διά να
+δραπετεύσωμεν εκ των όπισθεν. Η νυξ ήτο σκοτεινή, διεκρίνετο όμως εκ
+του παραθύρου το κρημνώδες κάτω έδαφος. Εκρεμάσθη σχοινίον και
+κατέβην πρώτος εγώ. Έδεσα εις την ζώνην μου το σχοινίον και το
+εκράτουν εκ των χειρών, ενώ με κατεβίβαζον οι άνωθεν. Κατήλθον
+κατόπιν οι λοιποί άνδρες ανά είς, και επεριλάβομεν έπειτα τας
+καταβιβαζομένας γυναίκας και παιδία. Τελευταίος επήδησεν ο χωρικός,
+ετέθη επί κεφαλής μας, και ήρχισεν η νυκτερινή οδοιπορία.
+
+Η απόστασις δεν ήτο μεγάλη, αλλά δεν είναι εύκολος ο δρόμος, όταν με
+την καρδίαν τρέμουσαν φεύγης εις το σκότος, μη γνωρίζων πού
+πηγαίνεις, και φοβήσαι ανά πάσαν στιγμήν μη φανώσιν οι Τούρκοι, και
+έχης γέροντας και γυναίκας και παιδία μικρά εις την συνοδίαν σου !
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
+
+
+
+Εξημέρονε μόλις ότε εφθάσαμεν εις τα υψώματα τα περικλείοντα τον
+λιμενίσκον, όπου η σωτηρία μας επερίμενε. Λευκή σειρά αμυδρού φωτός,
+χαράττουσα τον ορίζοντα, προεμήνυε την ανατολήν. Εις τους πρόποδας
+του αποτόμου λόφου, επί του οποίου εστάθημεν, εβλέπομεν την θάλασσαν
+και την ακτήν, αλλά δεν ηκούετο ρόχθος• εντός του λιμένος ήτο άκρα
+γαλήνη, εκτός δ' αυτού, μακράν, μας έδειξεν ο χωρικός το πλοίον. Δεν
+έβλεπα επί των σκοτεινών υδάτων το σκάφος, αλλ' οδηγούμενος από του
+χωρικού την χείρα, διέκρινα τους δύο ιστούς και μου εφάνη ότι
+κινούνται προχωρούντες με κρεμάμενα επ' αυτών τα ιστία.
+
+Εσπεύσαμεν το βήμα και εντός ολίγης ώρας ήμεθα εις την παραλίαν.
+
+Δεν ήλθε διά μόνους ημάς το πλοίον εκ Ψαρών. Ο πλοίαρχος εφρόντισεν
+αφ' εσπέρας να διασπείρη της αφίξεώς του την είδησιν, και συνέρρεον
+οι πρόσφυγες εκ των πέριξ χωρίων και εκ των σπηλαίων όπου
+εκρύπτοντο. Η ακτή ήτο ήδη κεκαλυμμένη υπ' αυτών, ότε κατέβημεν,
+εξηκολούθουν δε και άλλοι φθάνοντες κατόπιν ημών.
+
+Ευτυχώς οι πρώτοι φθάσαντες είχον δώσει το συμφωνηθέν σημείον, και
+το πλοίον έπλεεν ήδη προς τον λιμένα, καθ' ην στιγμήν από του
+υψώματος διέκρινα μακρόθεν τους ιστούς του.
+
+Ότε επλησιάσαμεν εις τους σωρούς των φυγάδων, είδομεν όλα τα πρόσωπα
+εστραμμένα προς την θάλασσαν. Ήρχετο η λέμβος ! Επλησίαζεν !
+Ηκούοντο αι κώπαι σχίζουσαι την θάλασσαν, ηκούετο και των σκαρμών ο
+γογγυσμός υπό της κώπης την πίεσιν. Οι δ' επί του αιγιαλού ετείνομεν
+σιωπώντες τα ώτα προς τους πλησιάζοντας εκείνους παρηγόρους ήχους.
+
+Αλλ' ότε η λέμβος προσωρμίσθη και επήδησαν οι ναύται εις την ξηράν,
+τότε η σιωπή ελύθη και επήλθε ταραχή και σύγχυσις, διότι πάντες,
+συνωθούμενοι επί των βράχων, ανυπομόνουν θέλοντες να
+επιβιβασθώσιν.!Ήσαν δε πολλοί οι φεύγοντες, και η λέμβος μικρά. Η
+ηχηρά του ναυκλήρου φωνή και των ναυτών οι βραχίονες εχαλίνωσαν του
+πλήθους την ανυπομονησίαν.― Ησυχάσατε, εφώναζε. Θα σας πάρωμεν
+όλους. Κανένα δεν θ' αφήσωμεν !
+
+Εν τούτοις η λέμβος ανεχώρησε με το πρώτον φορτίον, ο δε ναύκληρος
+και τρεις ναύται έμενον εις το παράλιον ωπλισμένοι. Επήγαινεν η
+λέμβος και ήρχετο, εσμικρύνετο δε βαθμηδόν ο αριθμός των επί της
+ακτής, και ηύξανε μετά πάσαν αναχώρησιν η ανυπομονησία των μενόντων.
+Ηύξανε δε τοσούτω μάλλον καθ' όσον το φως επληθύνετο. Δεν εφαίνετο
+εισέτι ο ήλιος, αλλ' η θάλασσα ελάμβανεν ήδη της ημέρας τα χρώματα.
+
+Οι ημίσεις περίπου ήσαν επί του πλοίου. Ημείς εμένομεν εισέτι επί
+της ξηράς, και εβλέπομεν την λέμβον επιστρέφουσαν, ευχόμενοι να μη
+βραδύνη η σειρά μας, ότε αντήχησεν αίφνης κρότος τουφεκίου και
+ηκούσθη σφαίρας συριγμός. Αι κεφαλαί όλαι εστράφησαν διά μιας προς
+τα οπίσω και είδομεν υψηλά, επί της κορυφής του λόφου, προς τα δεξιά
+μας, τεσσάρας ανδρών μορφάς.― Αλλοίμονον! οι Τούρκοι επλάκωσαν !
+
+Θεέ μου ! Οποίον τρόμον έφερεν εις την ακτήν η απροσδόκητος εκείνη
+των διωκτών μας εμφάνισις !
+
+Δύο, τρεις τουφεκισμοί εκ νέου αντήχησαν. Ο όμιλος των προσφύγων
+εσκορπίσθη, και ετρέξαμεν όλοι εις του λόφου τας υπωρείας, όπως
+προφυλαχθώμεν υπό των βράχων τας εξοχάς. Οι τέσσαρες ναύται μόνοι
+έμειναν εις την άκραν της θαλάσσης, και υψώσαντες τα όπλα εσκόπευσαν
+και επυροβόλησαν διά μιας και οι τέσσαρες. Οι Τούρκοι άνωθεν δεν
+ανταπεκρίθησαν εις τον χαιρετισμόν τούτον. Εφοβήθησαν αρά γε ; ή μη
+αι σφαίραι των ναυτών μας επέτυχον ; ή μη ήσαν πολυαρίθμου σώματος
+εμποσθοφυλακή και επερίμενον επικουρίαν, όπως επιπέσωσι καθ' ημών ;
+Και τότε ; τι θα γίνωμεν; πώς θ' αντισταθώμεν;
+
+Εν τούτοις η λέμβος επλησίαζεν. Ενθαρρυνθέντες υπό της παύσεως των
+πυροβολισμών ετρέξαμεν όλοι πάλιν προς την θάλασσαν, θα προφθάσωμεν
+όλοι να σωθώμεν ; θα φανώσιν εκ νέου επί του λόφου οι Τούρκοι ;
+
+Προσωρμίζετο σχεδόν επί των βράχων η λέμβος, ότε είδα τον πατέρα μου
+πλησιάζοντα εις τον ναύκληρον. Τον έβλεπα να λαλή περιπαθώς
+δακτυλοδεικτών τας αδελφάς μου και εμέ, ενώ ο ναύτης απέσυρε την
+χείρα, εντός της οποίας εζήτει ο πατήρ μου να θέση φιλοδώρημα.
+
+Κατ' εκείνην την στιγμήν η μήτηρ μου όπισθεν μ' έλαβεν εκ της
+χειρός. Εστράφην προς αυτήν.
+
+― Λουκή μου, πάρε τας αδελφάς σου και πηγαίνετε με την ευχήν μας.
+Αφήσατέ μας ημάς εις το έλεος του Θεού.
+
+Και συγχρόνως εναπέθετεν εις τον κόλπον μου μικρόν δέμα περιέχον όσα
+κοσμήματα είχε δυνηθή να περισώση. Την ενηγκαλίσθην και εφίλουν τον
+λαιμόν της και έλεγα•― Όχι, όχι, όλοι ομού θα σωθώμεν....
+
+Εκεί, με ήρπασεν εκ του βραχίονος ο πατήρ μου.
+
+― Πήγαινε με τας αδελφάς σου. Ερχόμεθα κατόπιν ημείς.
+
+Η λέμβος ήτο ήδη πλήρης, αι δε αδελφαί μου εκάθηντο εντός αυτής. Με
+ώθησεν ο πατήρ μου, μ' έσυρεν ο ναύκληρος, και πριν προφθάσω να
+λαλήσω ή ν' αντισταθώ, ευρέθην εντός της λέμβου κ' εγώ. Αι κώπαι
+εκινήθησαν αμέσως. Εστράφην προς την ξηράν να ίδω την μητέρα μου,
+και ενώ εστρεφόμην είδα καπνόν επί του λόφου και νέος τουφεκισμός
+ηκούσθη. Επί των βράχων το πλήθος συνεσφίγγετο και οι όπισθεν ώθουν
+τους πρώτους, έπιπτον δέ τινες ήδη εις την θάλασσαν. Μεταξύ των
+πιπτόντων βλέπω αίφνης την μητέρα μου !
+
+Δεν ηξεύρω πώς ηδυνήθην ν' απλώσω εκ της λέμβου την χείρα, πώς
+ήρπασεν η μήτηρ μου την χείρα μου, πώς μία άλλη γραία εκράτει διά
+των δύο χειρών της μητρός μου το φόρεμα......Η δε λέμβος επροχώρει
+και έπλεον αι δύο γραίαι, συρόμεναι εκ της χειρός μου, μέχρις ου επί
+τέλους τας ανεσύρομεν εκ της θαλάσσης. Ουδ' ενθυμούμαι πώς ευρέθημεν
+επί του καταστρώματος του πλοίου.
+
+Οι τουφεκισμοί εκ διαλειμμάτων εξηκολούθουν, η δε λέμβος επήγαινε
+και ήρχετο και την έβλεπα εκάστοτε επιστρέφουσαν, προσπαθών να ίδω
+μακρόθεν εάν ήσαν εντός αυτής ο πατήρ μου και η Ανδριάνα. Εις το
+τελευταίον της μόνον ταξείδιον τους είδα επί τέλους ερχομένους.
+
+Ήμεθα ήδη πάντες επί του πλοίου, και ήμεθα εκατόν ογδοήκοντα ψυχαί!
+Εμετρήθημεν κατόπιν. Οι Τούρκοι δεν επέτυχον από του λόφου να
+ελαττώσωσι τον αριθμόν μας.
+
+Το πλοίον ανεπέτασε τα ιστία του και ήρχισε να πλέη υπό την ελαφράν
+πνοήν ουρίου ανέμου, αλλ' ήτο εισέτι παρά το στόμιον του λιμένος,
+ότε είδομεν τα υψώματα καλυπτόμενα υπό Τούρκων. Οι ολίγοι εκείνοι
+ήσαν τω όντι εμπροσθοφυλακή , αλλά, θεία χάριτι, εβράδυνον οι πολλοί
+να έλθωσι και ημείς ήμεθα ήδη σώοι και ασφαλείς, ουδ' εφοβούμεθα
+πλέον τα απέχοντα όπλα των.
+
+Μεταξύ των ποικίλων του βίου μου περιπετειών δεν έτυχε ποτέ να
+ναυαγήσω. Η θάλασσα, μέχρι τούδε τουλάχιστον, μοι εφέρθη φιλοφρόνως
+πάντοτε. Αλλ' οπόταν αναγινώσκω ναυαγίων περιγραφάς αναλογίζομαι τας
+ώρας και τας σκηνάς της φυγής εκείνης εκ Χίου. Ναυαγοί, βλέποντες εκ
+πλοίου καταποντιζομένου την απέχουσαν παραλίαν, δεν διέρχονται
+βεβαίως συγκινήσεις πλέον εναγωνίους όσων ημείς τότε διήλθομεν. Αλλά
+καταποντισμός δι' ημάς ήτο η επί της ακτής αγωνία, ως βράχον δε
+σωτηρίας εβλέπομεν το πλοίον, επί του οποίου η μικρά λέμβος ανά
+ολίγους μας μετέφερεν, ενώ οι Τούρκοι ετουφέκιζον άνωθεν.
+
+Ότε όμως είδα το πλοίον απομακρυνόμενον και σώους επ' αυτού όλους
+τους μεθ' ημών συγκινδυνεύσαντας, ησθάνθην την καρδίαν μου
+πληρουμένην υπό χαράς ότι εσώθημεν. Τούτο ήτο το πρώτον μου αίσθημα,
+στενόν ίσως εγωισμού αίσθημα. Δεν εσυλλογιζόμην την ώραν εκείνην
+τους μείναντας εις την Χίον, δεν εσκεπτόμην πόσοι δυστυχέστεροι ημών
+κρύπτονται εισέτι εις σπήλαια και υπόγεια, υποφέροντες τα μαρτύρια,
+από των οποίων ημείς ελυτρώθημεν. Όχι• δι'εμέ η Χίος, ο κόσμος όλος,
+ήτο κατ' εκείνην την στιγμήν του πλοίου μας το πλήρωμα• εκεί
+συνεκεντρούντο τα αισθήματά μου, εκεί περιωρίζετο η σκέψις μου.
+
+Αλλ' ότε το πλοίον επελαγοδρόμησε, τα δε παράλια της Χίου έμειναν
+μακράν όπισθεν ημών, και επήλθε τάξις τις και ησυχία επί του
+καταστρώματος, ενθυμήθην τότε ότι ήμην άσιτος και ησθάνθην ότι
+πεινώ. Δεν ήτο νέα δι' εμέ η τοιαύτη αίσθησις. Πολλάκις, κατά την
+διάρκειαν των περιπλανήσεών μας, ησθάνθην αυτό της πείνης και της
+δίψης το μαρτύριον. Ποτέ, αναγνώστά μου, να μη σε δώση ο θεός να
+πεινάσης, εκτός μόνον όταν γνωρίζης ότι σε περιμένει τράπεζα
+πλήθουσα. Αλλά να πεινάς και να βλέπης τους περί σε ωχρούς εκ της
+ασιτίας, και να μη βλέπης πόθεν να προμηθευθής τεμάχιον άρτου, και
+να έχης ανάγκην δυνάμεων διά να τρέχης, διά να περιθάλπης άλλα
+αδύνατα και αγαπητά περί σε όντα..... Ω ! μόνος ο διελθών τοιαύτας
+στερήσεις δύναται να εννοήση την πικρίαν των !
+
+Ο πλοίαρχος δεν εβράδυνε να σκεφθεί ότι έχομεν ανάγκην τροφής και
+διέταξε να μας διανείμωσι παξιμάδια. Μας εφάνησαν ως το μάνα εν τη
+ερήμω ! Τα εδέχθημεν ευλογούντες τον Θεόν και απονέμοντες εγκαρδίους
+ευχαριστίας προς τον πλοίαρχον, και δεν ήκουες εντός ολίγου ή την
+χαρμόσυνον μουσικήν τοσούτων πεινασμένων οδόντων αλεθόντων τα σκληρά
+του πλοίου παξιμάδια.
+
+Η Ανδριάνα μόνη δεν έτρωγεν. Εκάθητο επί του καταστρώματος, παρά την
+πρύμνην, με τα γόνατα υψωμένα και τους αγκώνας επί των γονάτων και
+το μέτωπον εντός των χειρών. Ο πλοίαρχος υπήγε πλησίον της προσπαθών
+να την ενθαρρύνη, αλλ' έμεινε σιωπηλή και ακίνητος εκείνη, ουδ'
+ανύψωσε την κεφαλήν. Έθεσα, τότε την χείρα επί του ώμου της και
+ηθέλησα να την προτρέψω να φάγη, αλλά δεν ηδυνήθην να είπω πολλά,
+διότι είδα τα δακρυα ρέοντα διά μέσου των δακτύλων της, και επνίγετο
+η φωνή μου και εθολούντο οι οφθαλμοί μου.
+
+Η μήτηρ μου εκάθητο παρέκει. Έδειξα διά της χειρός την Ανδριάναν και
+με ενόησεν η μήτηρ μου, και εγερθείσα ήλθε πλησίον της δυστυχούς
+νέας. Εγονάτισεν ενώπιον της, εσήκωσε τας χείρας της από το μέτωπον,
+εσπόγγισε τα δάκρυα της, και είπε λόγους γλυκείς γυναικείας
+παραμυθίας.
+
+Απεμακρύνθην συγκινημένος. Υπήγα εις την πρώραν και έβλεπα την
+θάλασσαν την οποίαν εσχίζομεν, και τα βουνά των Ψαρών αντικρύ μου.
+
+Ήμεθα ήδη πλησίον του λιμένος, δεν εβράδυνον δε να φανώσι τα πλοία,
+και υπεράνω αυτών η πόλις, και μετ' ου πολύ ηγκυροβολήσαμεν.
+
+Τότε πρώτον την είδα την ηρωικήν νήσον, ήτις ήτο πεπρωμένον να
+καταστραφεί, ως η Χίος και αυτή. Αλλά τα Ψαρά ενέπηξαν εις τα
+σπλάγχνα της Τουρκίας πληγήν φοβεράν, ενώ εκ της Χίου γόοι μόνον και
+στεναγμοί αντήχησαν. Κατεστράφησαν τα Ψαρά, αλλ' αφού πρώτον ήναψεν
+εις το πέλαγος αθάνατον πυρκαϊάν ο δαυλός του Κανάρη!
+
+Δεν μας επετράπη ν' αποβώμεν εις την ξηράν• εφοβούντο οι Ψαριανοί μη
+αναγκασθώσι να μας δεχθώσι. Δεν ηδύναντο να φιλοξενήσωσι πλειοτέρους
+πρόσφυγας επί της νήσου των• ήτο θυσία και το ύδωρ αυτό, το οποίον
+μας έστειλαν διά να μη αποπλεύσωμεν διψώντες.
+
+Ο άνεμος έπνεεν εισέτι ούριος, ο δε πλοίαρχος εβιάζετο ν'
+αναχωρήσωμεν πριν αίφνης μεταβληθή. Επρότεινε να μας φέρη εις
+Μύκονον, καθότι εις Τήνον ήσαν ήδη πολλοί εκ Σμύρνης και Χίου και εξ
+άλλων πόλεων πρόσφυγες, ο δε τύφος τους παρηκολούθησεν, ενώ εις
+Μύκονον ήτο υγεία και ευρυχωρία πλειοτέρα. Απεφασίσθη λοιπόν εκεί
+κατά προτίμησιν να μας φέρωσιν. Ημείς δε επηγαίνομεν όπου μας
+έφερον. Τι προς ημάς η Τήνος ή η Μύκονος ; Λιμένα καταφυγής
+ηθέλομεν, και σκέπην φίλόξενον, υπό την οποίαν να κλίνωμεν την
+κεφαλήν, και Τούρκους πλησίον να μη έχωμεν!
+
+Περί ηλίου δυσμάς ανειλκύσθη η άγκυρα και απεπλεύσαμεν.
+
+Η Ανδριάνα εν τούτοις έμενε τεθλιμμένη και άφωνος. Ουδέ η εις Ψαρά
+άφιξις και η εκείθεν αναχώρησις, ουδ' η γενική επί του καταστρώματος
+κίνησις και βοή ίσχυσαν να την αποσπάσωσι του ληθάργου, εντός του
+οποίου εφαίνετο βυθισμένη. Τα πάντα ήσαν ως ξένα προς αυτήν. Οι
+οφθαλμοί της ήσαν προσηλωμένοι, αλλ' έβλεπες ότι δεν προσέχουν εις
+ό,τι ητένιζον. Μελαγχολία ανεκλάλητος απεικονίζετο εις το βλέμμα,
+εις την στάσιν, εις την σιωπήν της. Εάν την ωμίλει τις, ύψωνε
+βραδέως τους οφθαλμούς, ως ν' αποσπάται μετά κόπου από τας σκέψεις
+της, και βραδέως και μετά κόπου απεκρίνετο. Εάν η μήτηρ μου ελάμβανε
+θωπευτικώς την χείρα της, εδέχετο απαθώς την θωπείαν, η δε χειρ
+έπιπτεν έπειτα βαρεία επί των γονάτων• και απεμακρύνετο η μήτηρ μου
+να κρύψη την λύπην της. Πού η πρότερα ζωηρότης; πού η ενέργεια, πού
+η φαιδρότης, ήτις μας υπεστήριζε και μας εζωογόνει κατά τας πρώτας
+του διωγμού ημέρας ! Αφ' ης ώρας ήνοιξε την θύραν εις Μεστά με την
+κόμην λυτην και τα στήθη ανοικτά και το φόρεμα σχισμένον, δεν είδα
+το μειδίαμα ουδέ ήκουσα την εύθυμον εκείνην φωνήν της. Μόνον τους
+λυγμούς της ήκουα εντός του σκοτεινού σταύλου, και τώρα έβλεπα το
+άτονον βλέμμα της και τα χείλη της βωβά. Η ευτυχία της υπάρξεώς της
+κατεστράφη υπό τας αγρίας χείρας εκ των οποίων διέφυγεν όπως μας
+σώση. Η ατιμωτική εκείνη επαφή απεμάρανε το θαλερόν της ζωής της
+γόητρον. Το κάλλος απέμενεν, αλλ' άνευ της προτέρας λάμψεως πλέον.
+Ήτο εισέτι ωραία, αλλ' είχε την ωραιότητα του άνθους, το όποιον χειρ
+σκληρά απέκοψε του στελέχους και το έρριψε κατά γης αφού το έθλιψε.
+
+Το δε πλοίον έσχιζε τα κύματα. Η απόστασις και το προβαίνον σκότος
+απέκρυψαν βαθμηδόν της Χίου και των Ψαρών τα βουνά, μόλις δε ως νέφη
+μεμακρυσμένα διεκρίνοντο επί του ορίζοντος αι γραμμαί των νήσων του
+Αιγαίου, προς τας οποίας επλέομεν.
+
+Και επήλθεν η νυξ ασέληνος και σκοτεινή, ο δε άνεμος έπνεεν ούριος,
+και έτρεχε το σκάφος και εγόγγυζεν η θάλασσα. Ο κάματος, και το
+σκότος και της ασφαλείας η συναίσθησις, και η αντίδρασις των
+παρελθουσών συγκινήσεων, και το ψύχος της νυκτός, και των κυμάτων ο
+ρόχθος, τα πάντα ομού εδάμασαν τους επί του καταστρώματος
+συνεσφιγμένους φυγάδας, και επροσπάθησεν όπως έκαστος ηδύνατο να
+σκεπασθή, και έκρυψαν αι μητέρες τα τέκνα εις την αγκάλην, οι δε
+γέροντες έκλιναν την λευκήν κεφαλήν επί των σανίδων του πλοίου, και
+έπαυσαν αι ομιλίαι, και δεν ήκουες ή την βοήν του
+κύματος σχιζομένου υπό την πρώραν, και το τρίξιμον του σκάφους, ότε
+ο άνεμος αγριεύων έκλινε προς την θάλασσαν τους ιστούς.
+
+Εγώ δεν εκοιμώμην. Εκαθήμην στηρίζων την κεφαλήν επί του ιστού και
+έβλεπα τα νέφη και τους ανά μέσον των νεφών φαινομένους αστέρας, ο
+δε νους μου ήτο όλος εις την Ανδριάναν. Ενθυμούμην σκηνάς της
+παιδικής μου ηλικίας• ενθυμούμην ότε μας ήνοιξε την θύραν
+επιστρέφοντας εκ Σμύρνης, και την χαράν ήτις τότε επλημμύρησε την
+καρδίαν μου, ότε μετά τοσούτων ετών απουσίαν την επανείδα•
+ενθυμούμην ένα σωρόν περιστατικών των τελευταίων δυστυχών επί της
+Χίου ημερών, η δε μορφή της συνείχετο με τας αναμνήσεις μου πάσας,
+και η φωνή της, η φαιδρά της φωνή, μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα
+μου.
+
+Και παρήρχοντο αι ώραι. Αλλ' η γενική επί του πλοίου ησυχία και η
+μονότονος της θαλάσσης βοή, και του σκάφους η κίνησις ήρχιζον
+βαθμηδόν να επενεργώσιν επί του απηυδημένου μου σώματος. Χωρίς
+εντελώς να κοιμώμαι, ήρχιζον ήδη αι σκέψεις μου να λαμβάνωσιν
+ονείρων μορφήν, ότε εξαίφνης ακούω ήχον βαρύν σώματος πίπτοντος
+εντός της θαλάσσης και τρόμου συγχρόνως κραυγάς :
+
+― Έπεσε εις την θάλασσαν ! Έπεσε εις την θάλασσαν!
+
+Ευρέθην διά μιας εις την πρύμνην. Η Ανδριάνα δεν ήτο εις την θέσιν
+της. Οι δ' επιβάται σκύπτοντες από των πλευρών του πλοίου έβλεπον
+την θάλασσαν, και αι γυναίκες έκραζον :
+
+― Έπεσε εις την θάλασσαν! Σώσατέ την!
+
+Ο πλοίαρχος διέταξε να χαλαρώσωσι τα ιστία.
+
+Εκόπη του πλοίου ο δρόμος, και η λέμβος κατεβιβάσθη. Αλλ' ο άνεμος
+έπνεε δυνατός και είχομεν ήδη αφήσει οπίσω το άγνωστον εκείνο
+σημείον, όπου ηκούσθη ο απαίσιος ήχος, όπου η Ανδριάνα ερρίφθη εις
+το πέλαγος.
+
+Ω! ποτέ δεν εμίσησα τους Τούρκους όσον κατ' εκείνην την στιγμήν!
+
+Επήδησα εντός της λέμβου πριν ή δυνηθή ο πλοίαρχος να μ' εμποδίση.
+Οι ναύται εκωπηλάτουν βιαίως. Υπήγομεν οπίσω. Εσιωπώμεν προσέχοντες
+μη ακούσωμεν την φωνήν της. Εκράζομεν δυνατά διά ν' ακουσθώμεν.
+Τίποτε! Εβλέπομεν εις το σκότος μη διακρίνωμεν μορφήν τινα επί των
+κυμάτων. Τίποτε! Τίποτε!
+
+Εκεί, λευκή τις σκιά επί των υδάτων επέσυρε το βλέμμα μου. Την
+δεικνύω προς τους ναύτας. Κωπηλατούμεν, πλησιάζομεν. Ήτο ο λευκός
+της Ανδριάνας κεφαλόδεσμος. Εμείναμεν ώραν πολλήν περί το σημείον
+εκείνο, αλλά τίποτε δεν εφαίνετο, δεν ηκούετο τίποτε, εκ δε του
+πλοίου ο πλοίαρχος έκραζε να επιστρέψωμεν.
+
+Επεστρέψαμεν. Εκράτουν εις χείρας την λευκήν οθόνην, την οθόνην
+εκείνην, την οποίαν έσυρα και ελύθη η κόμη της, ότε επιστρέφων εκ
+Σμύρνης είδα πρώτην την Ανδριάναν, εις την θύραν της οικίας μας. Η
+οθόνη εκείνη έμεινε, το μόνον λείψανον, μόνον μνημόσυνόν της! Την
+εκράτησα έκτοτε, και την έχω εισέτι, και την διατηρώ ως ιερόν
+κειμήλιον, ως προσφιλές ενθύμημα.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
+
+
+
+Ότε καθήμενος επί των αναπαυτικών επίπλων της εν Λονδίνω οικίας μου,
+περιστοιχιζόμενος υπό της οικογενείας μου, πλησίον τοσούτων συγγενών
+και συμπολιτών μου ευτυχούντων― ότε, εν μέσω της ανέσεως και της
+ευημερίας του παρόντος, αναπολώ τα παρελθόντα, και συγκρίνω την
+περικυκλούσαν τον φθίνοντα βίον μου γαλήνην προς τα βάσανα και τους
+κινδύνους και τας στερήσεις της πολυκυμάντου εκείνης εποχής, απορώ
+εγώ αυτός πώς διήλθομεν και πώς ηδυνήθημεν πάντες να υποφέρωμεν τα
+τοσαύτα δεινά, και πώς επί τέλους εξήλθομεν με σώας της ψυχής και
+του σώματος τας δυνάμεις εκ των σκληρών εκείνων δοκιμασιών.
+
+Συχνάκις μου φαίνονται ως όνειρον αι αναμνήσεις της νεότητός μου, ως
+μύθος η γενική συμφορά, εντός της οποίας ηνδρώθην. Διότι ήσαν κοινά
+τα παθήματα και κοινή η κατά της ειμαρμένης πάλη, και επί έτη όλα
+έζησα βλέπων περί εμέ την κακοδαιμονίαν υπό πάσας αυτής τας φάσεις.
+
+Ουδ' ήμεθα η οικογένειά μου και εγώ εκ των δυστυχεστέρων εντός της
+γενικής εκείνης δυστυχίας. Απ' εναντίας. Ναι μεν, εδιώχθημεν και
+ημείς, εκινδυνεύσαμεν, απωλέσαμεν τα πάντα, αλλ' ευρισκόμεθα
+τουλάχιστον όλοι ομού σώοι, επί ελευθέρων χωμάτων, και μόνος της
+δυστυχούς Ανδριάνας ο θάνατος διέσπασε τον οικογενειακόν κύκλον μας.
+Αλλ' επί του πλοίου το οποίον εκ Χίου μας έσωσε, και εις Μύκονον
+ήδη, και κατόπιν εις Τήνον, και βραδύτερον όπου της Ελλάδος μας
+έφερον οι πλανήτες πόδες μας, πανταχού εύρομεν πολλούς άλλους πολύ
+πλέον αξιοθρηνήτους ημών.
+
+Ενόσω εμένομεν εις Χίον, εν μέσω των περισπασμών, εντός των οποίων
+εκυλινδούμεθα, δεν εγνωρίζομεν τα καθέκαστα του γενικού εκείνου
+μαρτυρολογίου. Έκαστος τότε εφρόντιζε περί της ιδίας σωτηρίας και
+δεν είχε τον καιρόν ούτε περί άλλων να ερωτά, ούτε περί εαυτού να
+λαλή. Αλλ' ότε εστηρίξαμεν εις την χείρα την κεφαλήν άνευ του φόβου
+ρομφαίας σειομένης άνωθέν της, ότε εκαθήσαμεν υπό την σκέπην ξένης
+θύρας, την οποίαν δεν ήτο φόβος να μαυρίση Τούρκου σκιά, και είδεν
+έκαστος ημών την λύπην του ζωγραφισμένην εις του γείτονός του την
+παρουσίαν, τότε ήρχισε να ερωτά και να μανθάνη ο είς του άλλου τα
+πάθη και να ερευνά περί συγγενών και φίλων απόντων.
+
+Ποσάκις απηύθυνα ερωτήσεις κ' εγώ ματαίας! Ποσάκις, αναπολών την
+τελευταίαν εις το παρεκκλήσιον συνάθροισίν μας, επροσπάθησα ν'
+ανιχνεύσω την τύχην των αποτελούντων τον κύκλον εκείνον προσώπων.
+Αλλ' ουδέν εμάνθανα ερωτών. Ενθυμούμην προ πάντων την μικράν
+Δέσποιναν, και τον τελευταίον περίπατόν μας, και τα πικρά
+προαισθήματα και τα ήσυχα δάκρυά της, ενόμιζα δε ότι ακούω εισέτι
+την γλυκείαν παιδικήν φωνήν της: Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου, θα τον
+σκοτώσουν !
+
+Πόσα όμως άλλα ήκουσα τότε σπαραξικάρδια επεισόδια των αιματηρών εν
+Χίω σελίδων της ελληνικής ιστορίας, πόσας άλλας φοβεράς σκηνάς της
+απεράντου εκείνης τραγωδίας.! Εκάστη οικογένεια είχεν Ιλιάδα
+συμφορών. Πολλοί είδον σφαζομένους προ αυτών τον πατέρα, τον υιόν,
+τον σύζυγον. Πολλά τέκνα ορφανά περισυναχθέντα υπό αγνώστων έκλαιον
+τας αιχμαλωτισθείσας μητέρας των. Πολλαί μητέρες ανεζήτουν εις μάτην
+τα τέκνα των. Αι δε σκληραί του παρελθόντος αναμνήσεις, και οι
+θρήνοι επί τη σφαγή ή τη αιχμαλωσία όντων προσφιλών, και ο
+εκπατρισμός, και η περί του μέλλοντος αβεβαιότης, και η σπάνις του
+επιουσίου άρτου, απετέλουν φρικτήν την εποχήν εκείνην της συμφοράς.
+Και όμως την διήλθομεν καρτερικώς οι πλείστοι και επαλαίσαμεν κατά
+της κακής τύχης, και εξήλθομεν νικηταί της πάλης!
+
+Όταν οι νεώτεροι, οι γεννηθέντες και ανατραφέντες εν ημέραις
+αγαθαίς, βλέπωσι τους γέροντας ημάς ακμαίους εισέτι και ευθύμους,
+διστάζουν ίσως να πιστεύσωσιν ακούοντες της νεότητός μας τα
+παθήματα. Μετ' ολίγα δ' έτη, οπόταν εκλείψη η γενεά του αγώνος, και
+διακοπή των προφορικών παραδόσεων η μνημόνευσις, δυσκόλως οι εγγονοί
+ημών θα φαντάζωνται διά πόσων θυσιών και βασάνων επληρώθη η ιδική
+των ευημερία και του έθνους η αναγέννησις. Διά τούτο εύχομαι ώστε
+πολλοί των επιζώντων γερόντων να μιμηθώσι το παράδειγμά μου,
+γράφοντες τα απομνημονεύματά των.
+
+Εκ της ιστορίας των ατόμων αποτελείται η του έθνους, την δε ιστορίαν
+της Ελληνικής παλιγγενεσίας δεν συγκροτούν τα κατορθώματα μόνα των
+επί γης και θαλάσσης προμάχων της, αλλά και οι διωγμοί και αι σφαγαί
+και αι ατιμώσεις των αόπλων και ασθενών, και η εγκαρτέρησις αυτών εν
+τη δυστυχία, και η εις τον Θεόν πεποίθησις ήτις ενίσχυσε και εν
+τέλει επραγματοποίησεν, έστω και εν μέρει, τας περί καλλιτέρου
+μέλλοντος ελπίδας των. Ας ευλογώμεν επί τούτω τον Θεόν και ας
+αποθάνωμεν οι γέροντες ημείς με την ελπίδα, ότι θα εκπληρωθώσιν εις
+το μέλλον ολόκληροι αι εθνικαί ημών ευχαί. Αλλ' είθε να μη
+επιφυλάσσωνται εις τας νεωτέρας των Ελλήνων γενεάς αι δοκιμασίαι,
+τας οποίας ημείς υπέστημεν. Είθε τα ιδικά μας μαρτύρια να θεωρηθώσιν
+αρκούσα και διά το μέλλον πληρωμή εις της ειμαρμένης το βιβλίον !
+
+Ενώ γράφω ταύτα επισωρεύονται πυκναί εις την ψυχήν μου αι
+αναμνήσεις, και διέρχονται αλλεπάλληλοι διά της φαντασίας μου αι
+περιπέτειαι της καταστροφής. Κλείω τους οφθαλμούς και βλέπω ενώπιον
+μου τους δυστυχείς της εξορίας συντρόφους, και ακούω τας διηγήσεις
+των, και αντηχούν εις τα ώτα μου οι στεναγμοί των, και ρέουν τα
+δάκρυα των, και συσφίγγονται απηλπισμέναι αι χείρες των !
+
+Πεντήκοντα έτη παρήλθον έκτοτε, τους δε πλείστους αυτών εκάλυψε το
+χώμα. Μένουν όμως εισέτι ικανοί όπως συνδέωσι το παρελθόν μετά του
+παρόντος. Ηδυνάμην ενταύθα να τους ονομάσω. Ηδυνάμην να υποδείξω την
+γραίαν εκείνην αρχόντισσαν, ήτις, κρύπτουσα υπό ράκη το κάλλος της,
+περιήλθε τότε ως επαίτις τα ενδότερα της Ανατολής προς αναζήτησιν
+του τέκνου της• και ο θεός την ελυπήθη, και επέστρεψε με το τέκνον
+της εις την αγκάλην.
+
+Η δε άλλη εκείνη γραία, μήτηρ ήδη εντίμων της Ελλάδος πολιτών,
+ηρπάγη τότε εις της νεότητος τα πρόθυρα, και διήλθε δύο έτη εντός
+Τουρκικού χαρεμίου, μόλις εξαγορασθείσα προ της εκ του πολέμου
+επιστροφής του Τούρκου συλητού της.
+
+Αλλά τις εκ των γερόντων συμπολιτών μου δεν έχει να διηγηθή
+περιπετείας, υπερβαινούσας συχνάκις κατά την δραματικότητα ό,τι η
+γόνιμος μυθογράφου φαντασία δύναται να συλλάβη; Προχθές έτι είς εξ
+αυτών έλεγεν ενώπιον μου πώς δεκαετή τότε τον είχεν αιχμάλωτον εις
+την οικίαν του Χίος Τούρκος, την δε ημέραν της απαγχονίσεως των
+ομήρων τον έφερεν εκ της χειρός εις τον δρόμον, όπως ίδη
+διαβαίνουσαν την πομπήν των μαρτύρων εκείνων• μεταξύ δε των αγομένων
+εις το μαρτύριον ήτο ο πατήρ του• και τον είδε τον πατέρα του, και
+αποσπασθείς εκ των χειρών του Τούρκου εχύθη εις τας πατρικάς
+αγκάλας• ο δε πατήρ ήρπασε τον υιόν, τον έθλιψεν επί του στήθους,
+του έδωκεν ένα ασπασμόν, ένα μόνον, και αποθέσας αυτόν κατά γης τον
+έσπρωξε μακράν του, ωσεί φοβούμενος μη συμπεριληφθή το τέκνον εις
+του πατρός την καταδίκην! Εξηγοράσθη κατόπιν το ορφανόν τέκνον, αλλ'
+ο τελευταίος εκείνος του πατρός ασπασμός ουδέποτε παρ' αυτού
+ελησμονήθη. Και ήσαν υγροί του γέροντος οι οφθαλμοί, η δε φωνή του
+έτρεμεν ενώ διηγείτο ταύτα.
+
+Αλλ' η πρόθεσίς μου δεν είναι ν' αφηγηθώ των άλλων την ιστορίαν. Δεν
+ηδυνάμην όμως, γράφων τα κατ' εμέ, να μη αναμνησθώ της γενικής τότε
+περί μας συμφοράς. Όλοι ομού συνεπάσχομεν, ο δε σύνδεσμος της
+δυστυχίας και ο αγών της αυτοσυντηρήσεως υπεστήριζον την αμοιβαίαν
+καρτερίαν και, ολίγον κατ' ολίγον, μας ενεψύχωσαν.
+
+Κατά τας πρώτας ημέρας ήμεθα ως ζαλισμένοι, και ουδείς εσκέπτετο
+περί της αύριον. Αι συγκινήσεις του διωγμού και της σωτηρίας ήσαν
+πρόσφατοι εισέτι, η δε πρόθυμος των Μυκονίων φιλοξενία και τα ολίγα
+περισωθέντα χρήματα εξήρκουν προς συντήρησίν μας. Αλλά τα χρήματα
+ταχέως εξηντλήθησαν, οι δε πτωχοί νησιώται δεν ηδύναντο βεβαίως να
+μας διατρέφωσιν. Ήτο γενική η πενία τότε και μεγάλη η αχρηματία.
+Ενθυμούμαι, αφού εδαπανήθη και το τελευταίον φλωρίον μας, τας
+ματαίας προσπαθείας μου προς πώλησιν ενός δακτυλιδιού της μητρός
+μου. Μόλις και μετά βίας ηδυνήθην εις Σπέτσας βραδύτερον να εύρω
+αγοραστήν ένα εκ των ευπορωτέρων εκεί προκρίτων. Και ο άνθρωπος
+βεβαίως το ηγόρασε διά να μας συνδράμη εις ώρας θρήνων και οδυρμών.
+Ο έχων τότε χρήματα δεν ηγόραζε κοσμήματα ούτε προς χρήσιν του, ούτε
+κερδοσκοπίας χάριν.
+
+Θαύμα μου φαίνεται εισέτι πώς εν τω μέσω της ανεχείας εκείνης
+κατωρθώσαμεν βαθμηδόν να εξεύρωμεν πόρους και να δημιουργήσωμεν
+εμπόριον. Όσοι προσέφυγον εις Ρωσσίαν ή Ιταλίαν ή αλλαχού, εντός
+κοινωνιών ευπορουσών, δεν είχον ν' αντιπαλαίσωσι προς ομοίας
+δυσκολίας, όπως διά του ιδρώτος κερδίζωσι τον επιούσιον άρτον. Αλλ'
+εις την Ελλάδα, οποίαν ηδύνατο να έχη ο κόπος αξίαν, ότε πάντες ήσαν
+πένητες και πειναλέοι;
+
+Και όμως εζήσαμεν! Αλλά πώς εζήσαμεν; Προ δύο εβδομάδων συνώδευσα
+εις τον τάφον τον νεκρόν γέροντος φίλου μου• τον βαθύπλουτον τούτον
+έμπορον, όστις αφήκεν εκατομμύρια εις τους κληρονόμους του, τον
+ενθυμούμαι πωλούντα πλακούντια εις τας αμόρφους έτι οδούς της Σύρου•
+τα δε πλακούντια τα κατεσκεύαζεν η ωραία σύζυγός του, κόρη μιας των
+επισημοτέρων της Χίου οικογενειών. Και μη ήσαν εις θέσιν καλλιτέραν
+οι αγοράζοντες τα πλακούντιά των ;
+
+Αλλά και πάλιν ο κάλαμος μου πλανάται. Προτρέχω της σειράς της
+διηγήσεώς μου.
+
+Δύο ή τρεις εβδομάδας μετά την εις Μύκονον άφιξίν μας ηρχίσαμεν να
+σκεπτώμεθα σπουδαίως μετά του πατρός μου περί του πρακτέου, διότι
+έπρεπεν όπως δήποτε να εργασθώμεν προς διατροφήν της οικογενείας. Η
+εργασία μας ήτο το εμπόριον, αλλά, όσω ταπεινόν και αν υποτεθή,
+εμπόριον άνευ κεφαλαίου δεν αυτοσχεδιάζεται. Πού δε χρήματα; Τα
+ολίγα της μητρός μου κειμήλια δεν εχρησίμευον τα υπό την μηλέαν του
+κήπου μας ταφέντα, καθ' ο αργυρά και χρυσά, ηδύναντο ευκολώτερον να
+εξαργυρωθώσιν, αλλά δεν τα είχομεν• τα εντός του Χανίου της Σμύρνης
+εμπορεύματα και τα εκεί ασύνακτα χρέη ούτε τα εσυλλογιζόμεθα πλέον•
+τα εις Χίον κτήματα τις οίδε ποίος Τούρκος τα εχαίρετο. Δεν είχομεν
+τίποτε ! Εις μάτην ο πατήρ μου ήνοιγε και εδίπλονε τα ολίγα έγγραφα
+όσα είχεν εις το θυλάκιόν του.
+
+Μεταξύ των εγγράφων τούτων ήτο μία εκ Βενετίας επιστολή, ληφθείσα
+την προτεραίαν της εκ Σμύρνης αναχωρήσεώς μας. Η επιστολή αύτη
+ανήγγελλε την φόρτωσιν δύο κιβωτίων σκούφων επί πλοίου Αγγλικού,
+μέλλοντος εις πολλούς προ της Σμύρνης λιμένας να προσορμισθή. Την
+φορτωτικήν έστειλεν εκ Χίου ο πατήρ μου εις φίλον του έμπορον εις
+Σμύρνην, Ιόνιον και κατά συνέπειαν υπήκοον Άγγλον, αλλ' ουδ'
+απόκρισίν του ελάβομέν ποτε, ουδ' εσκέπτετο πλέον ο πατήρ μου περί
+σκούφων. Η εκ Βενετίας επιστολή τους ανεκάλεσεν εις την μνήμην μου
+και επί των δύο εκείνων κιβωτίων εθεμελίωσα μέγα οικοδόμημα ελπίδων
+και σχεδίων.
+
+― Δεν βαρύνεσαι ; έλεγεν ο πατήρ μου. Αν περίμενες απ' εκεί να
+σκουφωθής, περιπάτει ασκεπής από τώρα.
+
+― Ας δοκιμάσωμεν, απεκρινόμην• τι χάνομεν γράφοντες;
+
+Έγραψα λοιπόν προς τον εν Σμύρνη φίλον και υπέγραψεν ο πατήρ μου την
+επιστολήν, διά της οποίας τον παρεκάλουν ν' αποστείλη τους σκούφους
+προς τον εν Μυκόνω Άγγλον υποπρόξενον. Ο αγαθός Μυκόνιος, όστις
+αντιπροσώπευε την Αγγλίαν φέρων επί κεφαλής χρυσοστόλιστον κ α σ κ έ
+τ ο ν, υπεσχέθη να στείλη εις Σμύρνην την επιστολήν και να καταβάλη
+πάσαν περί των σκούφων φροντίδα. Ο πατήρ μου εμειδία δυσπιστών, ουδ'
+υπήρχε τω όντι πολλή πιθανότης, μετά τοσούτου χρόνου παρέλευσιν,
+εν τω μέσω της γενικής εκείνης ανεμοζάλης και της παντελούς σχεδόν
+διακοπής των δυσκόλων τότε συγκοινωνιών, να επιτύχη η απόπειρά μου.
+
+Όπως δήποτε, δεν ηδυνάμεθα βεβαίως να ζήσωμεν περιμένοντες την
+έκβασίν της, και απεφασίσαμεν, ως μόνον και τελευταίον καταφύγιον,
+να προσφέρωμεν τας εκδουλεύσεις μας εις την Κυβέρνησιν, όχι ως
+πολεμισταί, εννοείται, αλλ' ως υπάλληλοι, ως γραμματικοί, καθώς
+έλεγον τότε. Έπρεπε προς τούτο να μεταβώμεν εις Ναύπλιον, ή μάλλον
+εις Άργος, όπου ήδρευεν η Κυβέρνησις. Αλλ' εάν απετυγχάνομεν; Εάν
+απερρίπτετο η προσφορά μας; Μετά πόσων άλλων ηθέλομεν αρά γε ευρεθή
+εις συναγωνισμόν, είτε ικανωτέρων, είτε εχόντων προστασίας και
+συστάσεις, των οποίων ημείς εστερούμεθα; Ταύτα σκεπτόμενοι, και
+ζητούντες γνώμας και πληροφορίας, κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι
+έπρεπε να υπάγωμεν εις Άργος, εφωδιασμένοι με συστατικήν προς τον
+Θεόδωρον Νέγρην, όστις ήτο αρχιγραμματεύς επί των εξωτερικών
+υποθέσεων και πρόεδρος του συμβουλίου, εθεωρείτο δε ως κέντρον και
+ψυχή της εξουσίας, και ότι τοιαύτην συστατικήν ηδύνατο να μας
+προμηθεύση ο φίλος του Νέγρη Γεώργιος Μαυρογένης, διαμένων τότε εις
+Τήνον.
+
+Προ ετών πολλών, μετά το τραγικόν τέλος του μεγάλου διερμηνέως
+Μαυρογένη, ο υιός του ούτος και η αδελφή του κατέφυγον εις Χίον, εις
+τρυφεράν έτι ηλικίαν αμφότεροι, και έζων εκεί, πλησίον της οικίας
+του εκ μητρός πάππου μου, όπου συχνάζοντες συνεδέθησαν διά παιδικής
+φιλίας μετά της μητρός μου. Έκτοτε ανεχώρησαν, αλλ' η μήτηρ μου δεν
+τους ελησμόνησε, κρίνουσα δε εκ των ιδίων αισθημάτων με παρεκίνει να
+μεταβώ εις Τήνον και να ζητήσω επ' ονόματί της την προστασίαν των
+φίλων της. Εδίσταζα και εταλαντευόμην. Πώς να παρουσιασθώ, έλεγα•
+δεν γνωρίζουν το πατρικόν μου όνομα. Ενθυμούνται αρά γε το της
+μητρικής μου οικογενείας μετά τοσούτων ετών παρέλευσιν ; Και αν το
+ενθυμούνται, θα με αναγνωρίσωσι, θα με υποδεχθώσιν ως παλαιάς φίλης
+υιόν; Αλλ' αι προτροπαί της μητρός και η ανάγκη ενίκησαν τους
+δισταγμούς και την δειλίαν μου, και επιβιβασθείς εις μικρόν Μυκόνιον
+πλοιάριον αφίχθην μίαν εσπέραν εις Τήνον.
+
+Ότε απέβην εις την παρά τον αιγιαλόν μικράν πλατείαν, ήτο ήδη νυξ.
+Δεν είχα πού να ζητήσω φιλοξενίαν. Εκεί επί της πλατείας είδα
+καφενείον ανοικτόν. Εζήτησα και έλαβα την άδειαν να διανυκτερεύσω
+εντός αυτού, και κατέλαβα εις το βάθος του μίαν σανίδα, αποτελούσαν
+κάθισμα, δια να κοιμηθώ. Αλλά πού ύπνος; Το καφενείον εγέμισεν εντός
+ολίγου Τηνίων ευθυμούντων, και είχομεν όλην την νύκτα μουσικήν,
+άσματα και ευωχίαν.
+
+Μετά πόσης αδημονίας διήλθα την άγρυπνον νύκτα εκείνην ! Τους έβλεπα
+και τους ήκουα από την σκοτεινήν μου γωνίαν, και η φαιδρότης των μου
+έφερε δάκρυα, ο δε ήχος των οργάνων μου ενθύμιζεν οιμωγάς και
+θρήνους. Ενθυμούμην τα δεινά
+μας αφ' ότου η επανάστασις εξερράγη και ηπόρουν πώς είχον ούτοι
+καρδίαν να διασκεδάζωσιν !
+
+Ήτο άδικος βεβαίως η κατ' αυτών οργή μου, η δε απαίτησίς μου
+υπερβολική. Η Τήνος δεν ηδύνατο να βλέπη τα πράγματα υπό την ιδίαν
+ως η Χίος έποψιν. Τούρκοι εκεί δεν απέβησαν, ουδ' ήτο φόβος ν'
+αποβώσι και να σφάξωσι και να εξανδραποδίσωσιν. Οι Τήνιοι έμενον
+ανενόχλητοι επί της νήσου των και αντί εχθρικών στιφών έβλεπον περί
+αυτούς ελευθέραν την Ελλάδα. Ήτο δ' εισέτι εις των πρώτων επιτυχιών
+την ακμήν η επανάστασις, και εμεγαλοποίει τους θριάμβους της η ζωηρά
+Ελληνική φαντασία. Η κατατρόπωσις του επαναστατικού εις Βλαχίαν
+κινήματος δεν ήτο εισέτι γνωστή, ενώ δε ημείς εκρυπτόμεθα και
+ετρέμομεν εις Χίον, εκεί εις Τήνον επιστεύετο ότι κατήρχετο εξ
+άρκτου τροπαιούχος ο Υψηλάντης και ότι ο θρόνος του Σουλτάνου
+κατέπιπτεν. Ήτο γενική η πεποίθησις ότι εντός ολίγου θα πάρωμεν την
+Πόλιν ! Ώστε οι Τήνιοι ηδύναντο να πιστεύωσιν ότι έχουν λόγους να
+ευθυμώσι. Και αντήχει εντός του καφενείου η βοή ασμάτων πατριωτικών,
+τα οποία εποίκιλλε κάποτε η λύρα των εις τρυφερώτερον ρυθμόν
+τονιζομένη.
+
+Αλλ' εκτός τούτου.... διότι επί τέλους δεν εκοιμώντο επί ρόδων και
+οι Τήνιοι,― εκτός τούτου, δεν δύναται να θρηνή αιωνίως ο άνθρωπος. Η
+ψυχή του δεν αντέχει εις λύπην διαρκή, αλλ' αισθάνεται την ανάγκην
+να γελάση και να χαρή, ενώ δε η θλίψις τον πιέζει, η λάμψις του
+γέλωτος διασχίζει ενίοτε της κατηφείας τα νέφη. Υπάρχουν και καρδίαι
+εντρυφώσαι εις την θλίψιν και διαιωνίζουσαι το πένθος, αλλά τούτο
+δεν είναι φυσικόν. Η φύσις επουλόνει τας πληγάς, και οργά επί τέλους
+η καρδία προς την φαιδρότητα και επιζητεί την χαράν. Διότι, ναι μεν,
+από χώμα έπλασεν ο θεός τον άνθρωπον, από χώμα βαρύ και υγρόν, αλλ'
+εστέγνωσεν έπειτα τον πηλόν εις τον ήλιον, και η ζύμη διατηρεί της
+ζωογόνου ακτίνος την θέρμην.
+
+Την νύκτα εκείνην δεν εφιλοσόφουν ούτω. Δεν είχα εισέτι της ζωής την
+πείραν, τα δε παθήματα ήσαν νωπά. Βραδύτερον, ότε οι πλείστοι των
+προσφύγων Χίων συνελθόντες ηρχίσαμεν ν' ανεγείρωμεν τας πρώτας
+καλύβας αίτινες εσχημάτισαν την Ερμούπολιν, ενώ εξηκολούθει ο
+πόλεμος έτι και μας εμάστιζεν η πενία, κατέλαβεν όλους ημάς η ανάγκη
+του γέλωτος και της ευθυμίας, και ενεθρονίσθη η φαιδρότης εν μέσω
+της κοινότητος εκείνης των δυστυχών. Ποτέ, καθ' όλην του βίου μου
+την διάρκειαν, δεν ενθυμούμαι ζωηροτέραν περίοδον διασκεδάσεων ή τα
+πρώτα εκείνα έτη της εν Σύρω διαμονής. Είναι αληθές ότι ήμην εις της
+νεότητος το άνθος τότε. Αλλ' ουχ ήττον, ενθυμούμαι και τους γέροντας
+μετά των νέων συνευθυμούντας.
+
+Προς τα εξημερώματα επήλθεν επί τέλους ησυχία εντός του καφενείου
+και απεκοιμήθην. Την δε πρωίαν εγερθείς διηυθύνθην προς την
+κατοικίαν του Μαυρογένη συλλογιζόμενος τι θα είπω και πώς θα
+παρουσιασθώ, φοβούμενος την υποδοχήν, ήτις μ' επερίμενε, και
+αμφιβάλλων περί της επιτυχίας του διαβήματός μου. Οποία ήτο η
+έκπληξίς μου ότε, ανοιχθείσης της θύρας και πριν εισέτι προφθάσω ν'
+αρθρώσω την ερώτησιν, την οποίαν προητοίμαζα καθ' οδόν, ήκουσα φωνήν
+γυναικείαν :
+
+― Ο υιός της είναι, ο υιός της!
+
+Και κατέβη πηδώσα ανά δύο τας βαθμίδας η κράξασα τας χαρμοσύνους
+λέξεις. Ήτο του κηπουρού μας η θυγάτηρ. Φυγούσα εκ Χίου διεσώθη εις
+Τήνον, όπου την προσέλαβεν ως υπηρέτριαν ο Μαυρογένης. Και αυτός και
+η αδελφή του δεν είχον ουδαμώς λησμονήσει την μητέρα μου, η δε μνεία
+μόνη του ονόματος της ήνοιξε τας θύρας της οικίας των εις την πτωχήν
+του κηπουρού θυγατέρα.
+
+Την ηρώτησα τι έγεινεν ο πατήρ της. Δεν εγνώριζεν η δυστυχής.
+Απεχωρίσθησαν καθ' ην ώραν σπείρα Τούρκων επέπεσεν εις του πύργου
+μας την περιοχήν. Έφυγεν εκείνη μετ' άλλων γυναικών, ο δε γέρων
+Κύριος οίδεν αν έζη ή απέθανε. Και έκλαιεν αποκρινομένη δια
+διακεκομμένων φράσεων εις τα ερωτήματά μου.
+
+Ανέβην την κλίμακα με την καρδίαν ελαφροτέραν ή ότε έκρουα την
+θύραν. Ο ευγενής οικοδεσπότης μ' εδέχθη προσηνώς, μ' εκράτησεν εις
+την οικίαν του, μ' έδωκε την ζητουμένην συστατικήν, με είπε λόγους
+ενθαρρυντικούς και μ ' ενέπλησεν ελπίδων και παρηγοριάς. Η δε αδελφή
+του δεν έπαυεν ερωτώσα με περί της μητρός μου και περί της Χίου και
+περί των σκληρών του διωγμού περιπετειών. Κατεθέλχθην υπό της
+γλυκύτητός της και εθαύμασα την καλλονήν και την χάριν της, αλλά δεν
+εφανταζόμην ενώ την έβλεπα, ότι θα καθέξη θέσιν εις την ιστορίαν της
+επαναστάσεως και ότι θα γραφώσι βιβλία περί αυτής.
+
+Η ανάμνησις της ευμενούς εκείνης υποδεξιώσεως πολλάκις κατά τας
+ποικίλας δυσχερείας του κατόπιν βίου μου ανεπτέρωσε το θάρρος μου
+και εστερέωσε την κλονιζομένην πεποίθησίν μου εις το μέλλον. Δεν με
+ωφέλησεν επί τέλους η συστατική ουδέ μ' εχρησίμευσεν η προστασία του
+Μαυρογένη. Αλλ' η ηθική υποστήριξις, η έκφρασις συμπαθείας, είς
+λόγος γλυκύς, έν φιλικόν μειδίαμα, παρηγορούν την πάσχουσαν καρδίαν
+πλειότερον πάσης βοηθείας υλικής. Χάριτι θεία, δείγματα τοιαύτης
+καλοσύνης συχνάκις μου έτυχον κατά την μακράν της συμφοράς περίοδον.
+Ενόσω ευτυχεί τις δεν λαμβάνει αφορμάς να εκτιμήση του πλησίον την
+αγαθότητα• μόνον εν ημέραις δακρύων εννοεί πόσον ο άνθρωπος είναι
+φύσει εύσπλαγχνος και ευεργετικός και πόσον συμπονεί τον
+δυστυχούντα. Οι κακοί είναι ολίγοι επί της γης !
+
+Την επιούσαν επέστρεψα εις Μύκονον φέρων εντός του κόλπου μου την
+συστατικήν. Μετ' ολίγας δε ημέρας, τυχόντες πλοίον διά τον κόλπον
+του Ναυπλίου, απεχαιρετήσαμεν την φιλόξενον νήσον και ανεχωρήσαμεν
+πανοικεί.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
+
+
+
+Οποία ήσαν κατ' εκείνην την εποχήν τα ταξείδια δεν γνωρίζουν οι
+παιδιόθεν συνειθίσαντες διά του ατμού να διατρέχωσι γην και
+θαλάσσας. Μόνον επί του Αιγαίου πελάγους μας, ο μη δυνάμενος να
+περιμένη επί δεκαπέντε ημέρας το ατμόπλοιον, αναγκάζεται, και
+σήμερον έτι, να εκτίθεται εις περιπλανήσεις ομοίας προς τας του
+Οδυσσέως και των
+συντρόφων του. Αλλ' επί τέλους, σήμερον, και της μάλλον αποκέντρου
+νήσου ο κάτοικος δεν είναι των ανέμων αιώνιος δούλος. Αν έχη την
+υπομονήν, το ατμόπλοιον θα έλθη. Τότε ατμόπλοιον δεν εγνωρίζετο. Ο
+ουρανός μας δεν είχεν εισέτι οσφρανθή γαιανθράκων καπνόν, τα δε
+κύματά μας ήσαν παρθένα από πυροσκάφου μαστίγωσιν.
+
+Ο άνεμος έπνεεν ούριος, ότε απεπλεύσαμεν εκ Μυκόνου, αλλά μετ'
+ολίγον έπεσε, και επήλθε παντελής νηνεμία. Επί ώρας και ώρας
+εβλέπομεν ακινήτους ενώπιόν μας της Σύρου τους βράχους, μόλις διά
+δύο βαρειών κωπών κινούντες ανεπαισθήτως το βαρύ σκάφος μας. Επί
+τέλους μετά την δύσιν του ηλίου ηγέρθη ο άνεμος και τα ιστία
+ερρυτιδώθησαν αλλ' έπνεεν εκ Νότου και μας ώθησε προς την Άνδρον,
+όλην δε την νύκτα ελοξοδρομήσαμεν προσπαθούντες να πέσωμεν υπό το
+Σούνιον. Την επιούσαν κατωρθώσαμεν μετά κόπου να προσορμισθώμεν εις
+Πειραιά προς προμήθειαν ύδατος.
+
+Ότε μετά έτη επανείδα τον λιμένα του Πειραιώς πόσον μου εφάνη
+μικρός! Τότε ήτο απέραντος, διότι ήτο έρημος. Το πλοίον μας και δύο
+μικρά αλιευτικά πλοιάρια εκινούντο μόνα επί της εκτάσεως των ησύχων
+υδάτων του. Εκεί όπου σήμερον υψούται η μαρμάρινος προκυμαία του, η
+θάλασσα προχωρούσα ανεπαύετο επί βράχων γυμνών. Εκεί όπου εξαπλούται
+σήμερον πόλις ακμάζουσα και μεγάλα εργοστάσια με τας υψηλάς
+καπνοδόχους των, δεν έβλεπες ή άγονον γην και εικόνα ερημώσεως. Μία
+μόνη επί της ακτής ετοιμόρροπος οικία αποκαθίστα έτι μάλλον αισθητήν
+την έλλειψιν ζωής και κινήσεως.
+
+Επολιορκούντο τότε υπό των Ελλήνων αι Αθήναι, ολιγάριθμον δ'
+απόσπασμα οπλοφόρων κατείχε την ηρειπωμένην εις Πειραιά οικίαν. Δεν
+ηκούσαμεν μακρόθεν πυροβολισμούς, ούτε είδομεν άλλο σημείον πολέμου
+ή την στρατιωτικήν εκείνην του Πειραιώς κατοχήν.
+
+Άγριος ο πόλεμος! Δεν εξευγενίζει τον άνθρωπον. Δεν μας έβλαψαν οι
+στρατιώται εκείνοι ουδέ μας παρεμπόδισαν, αλλ' ηυχαριστήθην όμως ότε
+είδα το πλοίον μας απομακρυνόμενον της ακτής. Είχεν ωμόν τι η
+παρουσία των• ενέπνεε φόβον και αυτός ο χαιρετισμός των !
+
+Την τρίτην ημέραν από της εκ Μυκόνου αναχωρήσεως ελλιμενίσθημεν εις
+Σπέτσας, διότι ο άνεμος εμπόδιζε να εισπλεύσωμεν εις τον κόλπον του
+Ναυπλίου. Ο πλοίαρχος απέβη εις την πόλιν. Βαρυνθέντες την εντός του
+πλοίου στενοχωρίαν απέβημεν και ημείς, όπως λάβωμεν την ευχαρίστησιν
+να πατήσωμεν ξηράν.
+
+Εκαθήμεθα επί πετρών παρά την τελευταίαν της πόλεως οικίαν, ήμεθα δε
+όλοι σιωπηλοί βλέποντες τη(ο)ν πατέρα μου κατηφή. Δεν τον είχα ποτέ
+ιδεί τοσούτον καταβεβλημένον. Εφαίνετο πάσχων, αλλά δεν παρεπονείτο.
+Εκράτει μόνον την κεφαλήν με την χείρα και οι οφθαλμοί του ήσαν
+βαρείς.
+
+Ήμεθα μόνοι εκεί, αλλ' εβλέπομεν παρέκει επί της ακτής των κατοίκων
+την κίνησιν.
+
+Ο λιμήν ήτο πλήρης πλοίων, η δε λέμβος μας δεμένη διά σχοινιού επί
+των βράχων επερίμενε κενή του πλοιάρχου την επιστροφήν. Με τους
+οφθαλμούς επ' αυτής προσηλωμένους εσκεπτόμην τι θα γίνωμεν αν ο
+πατήρ μου ασθενήση, και ενθυμούμην τον πύργον μας και τον
+αναπαυτικόν εκεί κοιτώνα του, ότε είδα αίφνης νέον Σπετσιώτην
+πλησιάζοντα προς ημάς.
+
+― Καλώς ωρίσατε, Χριστιανοί. Από την Χίον έρχεσθε;
+
+― Από την Χίον, απεκρίθη ο πατήρ μου, μετά κόπου ορθώσας την
+κεφαλήν.
+
+― Και τι κάθησθε εδώ έξω; Πώς δεν έρχεσθε εις την πόλιν μας.
+
+― Πηγαίνομεν εις το Άργος.
+
+― Εις το Άργος! Δεν είναι τόπος διά γυναικόπαιδα το Άργος. Εδώ να
+μείνετε.
+
+Είπεν ο πατήρ μου ότι πηγαίνομεν εκεί προς εύρεσιν πόρου ζωής. Αλλ'
+εξηκολούθησεν εκείνος λέγων, ότι το Άργος είναι στρατόπεδον, ότι το
+Ναύπλιον εισέτι πολιορκείται, μας παρέστησε τας δυσκολίας της εν
+μέσω σκηνών πολέμου διαβιώσεως γυναικών, και μας προέτρεψε ν'
+αναβάλωμεν την αναχώρησίν μας. Ενώ ωμίλει, επανήλθε και ο πλοίαρχος,
+όςτις επικυρών του Σπετσιώτου τους λόγους μας παρεκίνει να μείνωμεν
+εις Σπέτσας. Το να πεισθώμεν δεν ήτο δύσκολον, αλλά πού να μείνωμεν,
+πού να κατακλίνωμεν την κεφαλήν εις τον νέον τούτον της εξορίας
+σταθμόν ; Ο αγαθός Σπετσιώτης ενόησε, φαίνεται, την αιτίαν των
+δισταγμών μας.
+
+― Ελάτε εις την οικίαν μου, είπεν. Ο πατήρ μου εφονεύθη πολεμών, η
+μήτηρ μου απέθανε, και είναι έρημος η φωλεά μου. Κατοικήσατε την
+όσον καιρόν θέλετε. Ελάτε.
+
+Εδέχθημεν μετά συγκινήσεως την προσφοράν του Εύσπλαγχνος άνθρωπος
+και γενναίος ! Από της στιγμής εκείνης έγινεν ο πιστότερος των φίλων
+δι' εμέ. Ήμεθα ως αδελφοί έκτοτε, η δε φιλία μας διετηρήθη μέχρι του
+προ ετών ολίγων θανάτου του. Απέθανε πλήρης τιμών, αναδειχθείς
+χρήσιμος και ακέραιος της πατρίδος υπηρέτης και εν πολέμω και εν
+ειρήνη.
+
+Μετεκομίσθημεν λοιπόν εις του νέου φίλου μας την οικίαν και ελάβομεν
+κατοχήν των ευρυχώρων και καθαρών δωματίων της.
+
+Ο πατήρ μου ησθάνετο εκλιπούσας τας δυνάμεις του• ίσως προέβλεπε του
+θανάτου την προσέγγισιν και δεν ήθελε ν' αποθάνη πριν ίδη
+εξασφαλιζόμενον της ορφανής οικογενείας του τον άρτον. Δεν εξέφρασε
+φόβους τοιούτους, αλλά την αυτήν εκείνην ημέραν μ' εσυμβούλευσε να
+μεταβώ, άνευ αναβολής, μόνος εις Άργος, όπως, δυνάμει της
+συστατικής, ζητήσω από τον Νέγρην θέσιν υπαλλήλου.
+
+Μετά δύο ημέρας απεβιβαζομην εις τους Μύλους του Ναυπλίου και
+εκείθεν μετέβην εις Άργος πεζός.
+
+Είχον δίκαιον ο Σπετσιώτης και ο πλοίαρχος μας. Ήμην ήδη
+προητοιμασμένος εκ των λόγων των και εκ των πρώτων εις Πειραιά
+εντυπώσεων, αλλ' εκεί, εις Πειραιά, είδα εν μικρώ ό,τι ενταύθα ήδη
+έβλεπα. Ευρέθην εντός κόσμου όλως νέου δι' εμέ. Αι χιλιάδες
+φουστανελοφόρων μαχητών, το αγέρωχον ύφος και η τραχεία γλώσσα των,
+τα περιφρονητικά βλέμματα δι' ων με κατεμέτρουν, αι απότομοι φράσεις
+δι' ων απεκρίνοντο εις τας δειλάς ερωτήσεις μου, η βοή και η κίνησις
+και η σύγχυσις του στρατοπέδου, τα πάντα ομού με κατεθορύβουν. Δεν
+ήτο βεβαίως ο τόπος κατάλληλος διά γυναικόπαιδα. Αλλά κ' εγώ αυτός
+ησθανόμην ότι δεν ευρίσκομαι εντός αρμοδίου ατμοσφαίρας. Δεν ήμην
+εις το στοιχείον μου εκεί.
+
+Ότε με την συστατικήν εις χείρας κατώρθωσα επί τέλους να εισαχθώ εις
+το δωμάτιον του Μ ι ν ί σ τ ρ ο υ, και είδα αντικρύ μου όρθιον,
+ενώπιον υψηλής τραπέζης, άνθρωπον μικρόν και δυσειδή, ηπόρησα και
+εδίσταζα να πιστεύσω ότι αυτός ήτο ο αρχιγραμματεύς της επικρατείας,
+ο μέγας και πολύς Θεόδωρος Νέγρης.
+
+Έγραφεν εκείνος, εγώ δε κρατών την επιστολήν επερίμενα εξετάζων τα
+περί εμέ. Η μικρά αίθουσα ήτο πλήρης βιβλίων• βιβλία επί της
+τραπέζης, βιβλία επί των σκαμνιών, βιβλία επί του κιβωτίου, πανταχού
+βιβλία, και εν τω μέσω αυτών η υψηλή τράπεζα και ο Νέγρης γράφων επ'
+αυτής. Το ανάστημα του ήτο μικρότερον του ιδικού μου. Δεν φρονώ να
+με πλανά ως προς τούτο φιλαυτίας αίσθημα. Τον έβλεπα και εσκεπτόμην.
+Ιδού, έλεγα• αυτός μικρός, άσχημος, άοπλος, υπακούεται από τους
+αγρίους περί αυτόν πολεμιστάς και τους κυβερνά. Διατί ; Διότι έχει
+νουν και γνωρίζει γράμματα. Ο νους δεν πλάττεται, τα γράμματα όμως
+μανθάνονται• η γνώσις έρχεται από τον Θεόν, αλλ' αι γνώσεις
+αποκτώνται! Ταύτα εσκεπτόμην. Ελησμόνουν ότι ο ανθρώπινος νους έχει
+διαφόρους βαθμούς και ποικίλας φάσεις, ότι δεν εδόθη εις έκαστον η
+δύναμις του να ρυθμίζη αναλόγως των περιστάσεων την θέλησίν του,
+ούτε η επιδεξιότης του να επιβάλλη αυτήν εις τους ομοίους του•
+ελησμόνουν πολλά, αλλ' ενώ έβλεπα τον Νέγρην γράφοντα, εσχημάτισα
+σταθεράν απόφασιν ν' αυξήσω τας γνώσεις μου. Και, τω όντι, έκτοτε
+επεδόθην εις την μελέτην και την ανάγνωσιν. Πολύ βεβαίως δεν
+κατώρθωσα• αλλ' όσα κατόπιν έμαθα, όσος πόθος εγεννήθη εις την ψυχήν
+μου προς απόκτησιν μαθήσεως, χρονολογούνται από της ώρας εκείνης,
+καθ' ην επερίμενα να παύση γράφων ο Νέγρης. Εκείνη ήτο η αφετηρία
+της διανοητικής μου αναγεννήσεως, όσω περιωρισμένος και αν διέμεινεν
+εξ ανάγκης ο ορίζων της.
+
+Επί τέλους κατέθεσεν ο Νέγρης τον κάλαμον και με ηρώτησε τι θέλω.
+Προέτεινα εν σιωπή την χείρα και έδωκα την επιστολήν. Αφού την
+ανέγνωσε, μ' επροσκάλεσε να καθίσω επί του μόνου κενού παρ' αυτόν
+ψαθίνου καθίσματος και ήρχισε να με εξετάζη τι γνωρίζω και τι παρ'
+αυτού επιθυμώ. Ησθανόμην ότι ηρυθρίαζα ενώ απεκρινόμην απαριθμών τας
+γνώσεις μου και εκφράζων την επιθυμίαν του να λάβω γραφικήν παρ'
+αυτώ υπηρεσίαν.
+
+― Καλά, είπεν αφού ετελείωσα, καλά. Μου χρειάζονται νέοι ως συ. Θα
+σε τοποθετήσω καταλλήλως. Αλλ' ανάγκη πρώτον να ησυχάσωμεν ολίγον.
+Περίμενε να πάρωμεν το Ναύπλιον και έλα πάλιν να με ιδής.
+
+Να περιμένω μέχρις ου αλωθή το Ναύπλιον ! Ανεχώρησα αποκαρδιωμένος.
+Προ τριών ήδη εβδομάδων εθεωρείτο βεβαία του φρουρίου η παράδοσις
+και ήσαν εντός αυτού των πολιορκητών οι πληρεξούσιοι
+διαπραγματευόμενοι τους όρους του συμβιβασμού, συνέρρεον δε
+πανταχόθεν οπλοφόροι όπως εορτάσωσι, κατά τον τρόπον του έκαστος,
+τον νέον τούτον θρίαμβον των ελληνικών όπλων. Οι Τούρκοι εν τούτοις
+δεν παρεδίδοντο, ο δε Δράμαλης κατέβαινεν εκ της Στερεάς επί κεφαλής
+μεγάλου στρατού. Η φήμη της προόδου του διεδίδετο και ήρχιζεν ήδη να
+κλονίζη πολλών πεποιθήσεις.
+
+Τοιαύτα ήκουα κατά τας δύο ημέρας της εν Άργει διατριβής μου. Το
+ρεύμα εφαίνετο στρεφόμενον καθ' ημών. Ήμην δ' εισέτι υπό το κράτος
+των εν Χίω εντυπώσεων και η καρδία μου ευκόλως ηνοίγετο εις τους
+φόβους. Αλλά πώς ηδυνάμην να προΐδω τότε, ότι ο Κολοκοτρώνης θα
+καταστρέψη τον Δράμαλην εις τα Δερβενάκια ;
+
+Την νύκτα της δευτέρας ημέρας, περιστρεφόμενος εν τη αγρυπνία μου
+επί της σκληράς σανίδος, ήτις ήτο η στρωμνή μου, εσχημάτισα την
+απόφασίν μου. Δεν ήμην πλασμένος διά βίον στρατοπέδου. Το εμπόριον
+ήτο η κλίσις μου.
+
+Την πρωίαν μετέβην εις Μύλους, όπου ηύρα ευτυχώς πλοιάριον έτοιμον
+διά Σπέτσας και ανεχώρησα.
+
+Δεν είδα έκτοτε το Ναύπλιον, αλλ' έμεινε χαραγμένη εις την μνήμην
+μου η απότομος μορφή του Παλαμηδίου, σκιάζουσα την κοιλάδα όπου
+καλαμώνες περιφραχτούν το ρεύμα ταπεινού ρύακος, και η θέα της
+πόλεως, επί των τειχών της οποίας είδα μακρόθεν τότε κυμαινομένην
+την Τουρκικήν ημισέληνον.
+
+Εις Σπέτσας ηύρα και τους γονείς και τας αδελφάς μου ασθενείς και
+κλινήρεις. Πόσον μας ήτο επαισθητή της δυστυχούς Ανδριάνας η
+έλλειψις! Ποσάκις όλοι την ενθυμούμεθα! Ανέλαβα εγώ εξ ανάγκης την
+υπηρεσίαν όλην της πασχούσης οικογενείας. Εγώ ήμην θαλαμηπόλος,
+νοσοκόμος και μάγειρος έτι. Αι δε καλαί μας γειτόνισσαι ηπόρουν
+βλέπουσαι ένα άνδρα ταπεινούμενον διά τοιούτων γυναικείων έργων,
+εναντίον πάσης της νήσου των συνηθείας, εξέφραζε δε την περί τούτου
+ιδέαν των μειδίαμα οίκτου οπόταν μοι προσέφερον βοηθείας χείρα.
+
+Ευτυχώς της μητρός και των αδελφών μου η ασθένεια ήτο εφήμερος μόνον
+συνέπεια του ψυχικού και σωματικού καμάτου των, και εντός ολίγων
+ημερών ηδυνήθησαν η μία μετά την άλλην ν' αφήσωσι την κλίνην. Ο
+πατήρ μου όμως δεν επέπρωτο ν' αναρρώση. Δεν γνωρίζω όποιον ήτο το
+πάθημά του. Ο δήθεν ιατρός, τον οποίον προσεκαλέσαμεν, ότε ηρχίσαμεν
+σπουδαίως ν' ανησυχώμεν, απεφάνθη ότι έπασχε την καρδίαν και
+υπεσχέθη να τον θεραπεύση. Αλλά βεβαίως δεν ήξευρε τι έλεγε, και
+αμφιβάλλω αν επάτησέ ποτε ιατρικής τινος σχολής τα πρόθυρα. Ήτο
+Μελιταίος πρεσβύτης, προ ετών από πόλεως εις πόλιν της Ανατολής
+μετερχόμενος, ουχί δωρεάν, του ιατρού το επάγγελμα. Κατ' εκείνην την
+εποχήν πας Φράγκος ευκόλως εξελαμβάνετο ως ιατρός. Κύριος δε οίδεν
+υπό ποίας περιστάσεις χειροτονηθείς τοιούτος ο εξοχώτατος εκείνος,
+επίστευσεν επί τέλους και ο ίδιος εις την επιστήμην την οποίαν
+εξήσκει, ποτέ μεν βοηθούμενος υπό της αγαθοεργού φύσεως και άλλοτε
+επισπεύδων ευσυνειδήτως των ατυχών ασθενών του το τέλος.
+
+Έμενεν εν τούτοις ο πατήρ μου κατάκοιτος, υπέσκαπτε δε τας ολίγας
+δυνάμεις του ο πυρετός, και πόνοι δριμείς του αφήρουν τον ύπνον.
+Προησθάνετο τον θάνατον και τον επερίμενε γενναίως. Ημείς δε περί
+αυτόν, λησμονούντες τας ποικίλας του παρόντος στερήσεις και τα
+παρελθόντα αγαθά, εσκεπτόμεθα μόνον πως να τον ανακουφίσωμεν
+πάσχοντα και πως, ει δυνατόν, να τον σώσωμεν. Αλλ' από ημέρας εις
+ημέραν αι ελπίδες μας διελύοντο. Εφαίνετο προχωρούσα επί του σώματος
+του η ψυχρά της φθοράς χειρ.
+
+Μίαν νύκτα έμενα μόνος παρά το προσκέφαλον του ασθενούς, μόλις
+καταπείσας την μητέρα μου ν' αναπαυθή ολίγον εις το παρακείμενον
+δωμάτιον. Ο πατήρ μου ήτο εις βύθος ομοιάζον προς ύπνον. Με τας
+χείρας εσταυρωμένας εκαθήμην και τον έβλεπα, ο δε νους μου επλανάτο
+εις σκέψεις θλιβεράς.
+
+Ο κοιτών εφωτίζετο μόλις υπό της προ των εικόνων λυχνίας, και ήτο
+βαθεία της νυκτός η σιωπή. Αίφνης μου εφάνη ότι ακούω ασυνήθη έξω
+θόρυβον και ομιλίας εις τον δρόμον. Ηγέρθην ησύχως, ήνοιξα το
+παραθυρόφυλλον και, διά μέσου του σκότους, διέκρινα σκιάς ανθρώπων
+εις την οδόν και ανοικτάς των άντικρυ οικιών τας θύρας. Δεν ετόλμων
+ν' ανοίξω το παράθυρον• ο πατήρ μου εφαίνετο ησυχάζων. Επροσπάθησα
+ν' ακούσω τι έλεγον. Ήκουα, αλλά δεν τους ενόουν• ελάλουν Αλβανιστί.
+Μόνη η λέξις άρματα επαναλαμβανομένη συχνάκις διήγειρε τας υποψίας
+μου. Μετ' ολίγον εκλείσθησαν αι θύραι και απεμακρύνθησαν αι σκιαί,
+μου εφαίνοντο δε φέρουσαι κιβώτια και σάκκους επί των ώμων.
+
+Επανήλθεν η σιωπή και η ησυχία, αλλ' η λέξις άρματα αντήχει εις τα
+ώτα μου εισέτι. Εγνώριζα ότι σημαίνει στόλον, αλλά περί τίνος στόλου
+επρόκειτο; Επερίμενα ανυπόμονος να εξημερώση, μη γνωρίζων τι
+συμβαίνει και προοιωνιζόμενος νέα πάλιν δεινά. Ανεπόλουν άκων την
+πρώτην εκείνην εν Σμύρνη νύκτα, ότε μ' εξύπνησαν των Τούρκων οι
+αλαλαγμοί.
+
+Προς τα χαράγματα ήλθεν η μήτηρ μου και αναλαβούσα την θέσιν της
+πλησίον του ασθενούς μ' έστειλε ν' αναπαυθώ. Αντί να κοιμηθώ, εξήλθα
+της οικίας αθορύβως. Ήμεθα οι μόνοι αυτής κάτοικοι• ο αγαθός
+οικοδεσπότης έμενεν εντός του πλοίου του.
+
+Από της άκρας της πόλεως, όπου ήτο η κατοικία μας, κατέβην προς τον
+λιμένα, όσω δ' επλησίαζα προς αυτόν, έβλεπα ανθρώπους προς κίνησιν.
+Ηρώτησα τι τρέχει και έμαθα ότι η Ύδρα ήναψεν αφ' εσπέρας φανούς. ―
+Και τι σημαίνουν οι φανοί;― Κατέρχεται στόλος Τουρκικός!
+
+Οι Σπετσιώται μετέφερον ήδη τα πολύτιμά των επί των πλοίων και
+προητοιμάζοντο, εάν τω όντι επέλθωσιν οι Τούρκοι, να επιβιβάσωσι και
+τα γυναικόπαιδά των. Εγνώριζον ότι ήτο πολυάριθμος ο εχθρικός στόλος
+και εφοβούντο διά τους οίκους των, αλλ' είχον τα πιστά εις τα κινητά
+φρούριά των.
+
+Κάτω εις τον λιμένα συνήντησά τινας των επί της νήσου προσφυγόντων
+συμπολιτών μου. Εσκέπτοντο και ούτοι περί φυγής. Πλοίον Μυτιληναίον
+υπό Ρωσσικήν σημαίαν ήτο ηγκυροβολημένον εις τα όπισθεν της νήσου,
+και είχον στείλει να διαπραγματευθώσι την ναύλωσίν του, όπως τους
+μεταφέρη εις Αγκώνα. Επρότειναν να συμπεριλάβωσι και ημάς, αλλά πώς
+να φύγωμεν ; Πώς να μεταφέρωμεν τον πατέρα μου ετοιμοθάνατον; Πώς δε
+και να μείνωμεν επί της νήσου, εάν οι Τούρκοι απεβιβάζοντο;
+
+Επέστρεψα εις την οικίαν πλήρης ταραχής και αδημονίας. Ένευσα εις
+την μητέρα μου, όπως εξέλθη του δωματίου, και ειπών δι' ολίγων
+λέξεων τα τρέχοντα την ηρώτησα εάν νομίζη ότι δυνάμεθα να
+μετακομίσωμεν τον πατέρα μου. Με έλαβεν εκ της χειρός, με ωδήγησε
+παρά την κλίνην και μου έδειξε σιωπώσα τον ασθενή. Το βύθος του
+εξηκολούθει, είχε κλειστούς τους οφθαλμούς, τα χείλη ημιανοικτά, και
+ανέπνεε βαρέως.
+
+Τότε πρώτον είδα την αγωνίαν του θανάτου, τότε πρώτον, ο δε
+αποθνήσκων ήτο ο πατήρ μου, ο πατήρ τον οποίον ηγάπων !
+
+Η μήτηρ μου κρατούσα την χείρα μου δεν επρόφερε λέξιν, αγωνιζομένη
+να κυριεύση την λύπην της.
+
+Εμένομεν ούτως ενώπιον της κλίνης σιωπηλοί και ακίνητοι, ακούοντες
+του θνήσκοντος το ψυχομαχητόν. Έκλινα την κεφαλήν επί της χειρός της
+μητρός μου και την ησπάσθην, εκείνη δε δεν έσκυψε να με φιλήση, αλλ
+' έθεσε την άλλην της χείρα επί της κεκλιμένης κεφαλής μου και με
+είπεν ησύχως•
+
+― Φέρε ιερέα.
+
+Έδραμα έξω αμέσως. Δεν ήθελα να κλαύσω εμπρός της.
+
+Ενώ εξηρχόμην εισήρχετο εις την οικίαν ο ιατρός. Συνηντήθημεν εις
+την θύραν.
+
+― Την εγλυτώσαμεν, φίλε μου ! ανέκραξε φαιδρώς άμα με είδεν. Αλλ' η
+έκφρασις του προσώπου του μετεβλήθη διά μιας, ότε παρετήρησε την
+ταραχήν μου, και ταπεινώσας την φωνήν με ηρώτησε :
+
+― Πώς είναι επάνω;
+
+Δεν απεκρίθην, αλλ' έσεισα την κεφαλήν.
+
+― Θα ετρόμαξε με τους Τούρκους. Φεύγουν τώρα, φεύγουν, και την
+εγλυτώσαμεν.
+
+Τον αφήκα αναβαίνοντα την κλίμακα και εξηκολούθησα τον δρόμον μου με
+την καρδίαν ελαφροτέραν. Θ' αποθάνη τουλάχιστον ήσυχος ο πατήρ μου,
+και θα μας αφήσωσιν οι Τούρκοι να τον κλαύσωμεν εν ειρήνη! Οι λόγοι
+του ιατρού επανέφερον εις την φαντασίαν μου την φρίκην της Τουρκικής
+εισβολής και όλα τα πιθανά επεισόδια της επί της νήσου παρουσίας
+των, και ενώ έτρεχα, παρεκάλουν τον Θεόν ν' αναδειχθή αληθής η
+είδησις ότι απηλλάγημεν τω όντι του τρόμου της εμφανίσεώς των.
+
+Ότε επανήλθα μετά του ιερέως εις την οικίαν, ο πατήρ μου εξηκολούθει
+αναισθητών. Άπαξ μόνον ήνοιξε τους οφθαλμούς, το δε βλέμμα του
+εμαρτύρει ότι μας ανεγνώριζεν, αλλά δεν ηδυνήθη να προφέρη λέξιν και
+έκλεισε πάλιν τα βλέφαρα. Η αναπνοή του εξήρχετο δυσκολωτέρα του
+στήθους, και εφαίνετο ότι τον βασανίζει η δύσπνοια. Ο ιατρός τον
+ανεσήκωσεν επί της κλίνης, η δε μήτηρ μου επρόσθετεν επ' αυτής
+προσκέφαλα, ενώ εγώ έσχιζα διά ψαλίδος το υποκάμισόν του διά να
+δώσωμεν πλειοτέραν ελευθερίαν εις τους εξηντλημένους του πνεύμονας.
+
+Τι ήτο το κινήσαν τότε τον ψυχορραγούντα πατέρα μου αίσθημα; Διατί
+συνέσπασε τας οφρύς και εκίνησε την χείρα, ως θέλων να εμποδίση του
+υποκαμίσου του το σχίσιμον ;
+
+Η σκηνή εκείνη έμεινεν ανεξάλειπτος εις την μνήμην μου και την
+ανακαλώ άκων πάντοτε, οπόταν σκέπτωμαι περί της ματαιότητος των
+επιγείων. Ιδού ο άνθρωπος! Ο θάνατος ήπλονεν ήδη τα μαύρα πτερά του
+και επήρχετο το σκότος, η ανάπαυσις, το τέλος• ο δε θνήσκων, ο
+αγαθός, ο γενναίος, ο φιλόστοργος γέρων εκίνει αυτομάτως την χείρα
+όπως προφυλάξη το υποκάμισόν του! Ματαιότης ματαιοτήτων !
+
+Η αγωνία του διήρκεσεν όλην την ημέραν. Ο Τουρκικός στόλος εν
+τούτοις απεμακρύνθη διευθυνόμενος προς νότον και παρήλθεν ο κίνδυνος
+των Σπετσών, οι δε νησιώται καθησύχασαν.
+
+Το εσπέρας εξεψύχησεν ο πατήρ μου.
+
+Την επιούσαν επώλησα της μητρός μου το δακτυλίδιον και εθάψαμεν τον
+νεκρόν μας εις τάφον ταπεινόν και ανεπίγραφον.
+
+Ήτο η δεκάτη πέμπτη Ιουλίου 1822. Τοιαύται ημερομηνίαι δεν
+λησμονούνται.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
+
+
+
+Έμενα ήδη ο αρχηγός και το μόνον στήριγμα της ορφανής οικογενείας
+μου• εγώ είχα να την διαθρέψω, εγώ να φροντίσω περί της
+αποκαταστάσεως των αδελφών μου, εγώ να γηροκομήσω την μητέρα μου.
+Αντί δε παντός πόρου και πάσης εργασίας είχα μόνον την δοθείσαν παρά
+του Νέγρη υπόσχεσιν, ότι θα με τοποθετήση όταν και αφού το Ναύπλιον
+αλωθή. Αλλ' εντός μου έλεγε κάτι, ότι το στάδιόν μου δεν ήτο εκεί.
+Αι οικογενειακαί παραδόσεις και η όλη μου αγωγή μ' εσχημάτισαν
+έμπορον, και συνησθανόμην ότι προορισμός μου ήτο το εμπόριον, ότι
+δι' αυτού και μόνου ηδυνάμην να προοδεύσω αποκαθιστάμενος χρήσιμος
+εις εμέ αυτόν, εις την οικογένειαν και εις την πατρίδα.
+
+Αλλά πόθεν ν' αρχίσω; Πού η βάσις επί της οποίας να στηρίξω τας
+ενεργείας μου ; Ιδού η δυσκολία. Επερίσσευον μετά τον ενταφιασμόν
+του πατρός μου ολίγα χρήματα εκ της πωλήσεως του δακτυλιδιού, αλλά
+το ποσόν ήτο ασήμαντον και μόλις εξήρκει διά την εκ Σπετσών
+αναχώρησιν, περί της οποίας ήρχισα αμέσως τότε να σκέπτωμαι.
+
+Δεν ήσαν αι Σπέτσαι ο αρμόδιος δι' εμέ τόπος. Το εμπόριον απαιτεί
+τάξιν και ασφάλειάν τινα και ησυχίαν. Αλλά πώς ήτο δυνατόν να
+επικρατώσι τα στοιχεία ταύτα της κοινωνικής ευημερίας επί της
+ηρωικής εκείνης νήσου, ενόσω οι πολίται της θυσιάζοντες και ζωήν και
+περιουσίαν εις την άνισον κατά του εχθρού πάλην, απέκτων εξ ανάγκης
+ως έξεις την περιφρόνησιν της ζωής, την υπερίσχυσιν της βίας και την
+αυτοδικίαν; Ταύτα ήσαν φυσικαί των περιστάσεων συνέπειαι. Άνευ
+προϋπάρχοντος κοινωνικού οργανισμού, άνευ Κυβερνήσεως ισχυράς, άνευ
+πόρων τακτικών και υπερέχοντος τίνος κέντρου, η επανάστασις προήγετο
+και ηυδοκίμει δι' ατομικών μόνων θυσιών και αγώνων, εν δε τω μέσω
+του σάλου εκείνου η δύναμις εβασίλευε και επεβάλλετο η σπάθη.
+
+Ο δε αγών ήτο αληθώς υπέρ των όλων. Το σύνθημα « Ελευθερία ή
+θάνατος» δεν ήτο φράσις κενή ή πομπώδης καύχησις, διότι εκ των
+προτέρων ήτο γνωστόν τι ήθελον διαπράξει οι Τούρκοι εάν η αντίστασις
+κατεβάλλετο. Η τύχη της Χίου ήτο φοβερόν διά τας Σπέτσας και τας
+άλλας ναυτικάς νήσους προμήνυμα. Ώστε οι άνθρωποι ωδηγούντο υπό της
+απελπισίας εις τους αγώνας των, η δε όλη ατμόσφαιρα είχεν άγριόν τι
+και ωμόν, το οποίον δεν ήτο βεβαίως κατάλληλον προς του εμπορίου την
+ανάπτυξιν. Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε
+; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας, και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει
+εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιον μου εις την
+αγοράν είς Ραγουζαίος, κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών
+του ως προς την εκλογήν σαρδέλων τας οποίας επώλει!
+
+Ο φόνος του Ραγουζαίου εκείνου ενίκησε πάντα απομένοντα δισταγμόν
+μου ως προς της αναχωρήσεως το ζήτημα. Απεφάσισα οριστικώς να
+επιστρέψωμεν εις Τήνον. Εκεί οι κάτοικοι ήσαν ολιγώτερον πολεμικοί,
+τα ήθη ημερώτερα και ευκολώτερος ο βίος, χάρις δε εις τον Μαυρογένην
+και εις τους πολλούς εκ Χίου πρόσφυγας, ηδυνάμην να θεωρώμαι
+ολιγώτερον ξένος εις Τήνον ή αλλαχού.
+
+Απεχαιρέτησα λοιπόν μετά συντριβής καρδίας τον φίλον οικοδεσπότην
+μας, και παρητήσαμεν την νήσον των Σπετσών και τον επ' αυτής τάφον
+του πατρός μου.
+
+Εις Τήνον ενοικίασα μικράν και ταπεινήν οικίαν, ηγόρασα στρωμνάς και
+εφαπλώματα, τα μόνα έπιπλα των οποίων την προμήθειαν επέτρεπον τα
+ευτελή περισσεύματά μας, και αφέθην διά τα περαιτέρω εις την
+πρόνοιαν του Θεού. Δεινόν η πενία και η στέρησις όταν επέρχωνται
+μετά βίον άνετον, σκληρόν δε η περί του άρτου της αύριον αβεβαιότης
+όταν έχης να διαθρέψης γραίαν μητέρα και αδελφάς τρυφεράς ! Αλλ' εις
+όλα συνειθίζει ο άνθρωπος και προς όλα βαθμηδόν εξοικειούται.
+
+Ότε εσυμφώνησα την ενοικίασιν του οικήματός μας, παρετήρησα ότι ο
+οικοδεσπότης εφόρει σκούφον νέον, αλλά δεν έδωκα άλλως προσοχήν εις
+το πράγμα. Την επιούσαν όμως εις την αγοράν απήντησα Τήνιον άλλον
+νεωστί σκουφωθέντα, μετά τινα δε βήματα άλλον, και άλλον παρέκει και
+άλλον κατόπιν. Ήσαν ενός χρώματος οι σκούφοι, και του αυτού σχήματος
+όλοι, η δε σύμπτωσις αύτη εκίνησε την περιέργειάν μου και μου έφερεν
+αμέσως εις την μνήμην τα εκ Βενετίας αποσταλέντα κιβώτια. Έδραμα
+άνευ αναβολής εις αναζήτησιν του οικοδεσπότου μας.
+
+― Δεν μου λέγεις πού ηύρες τον σκούφον σου;
+
+― Τον ηγόρασα από τον Άγγλον πρόξενον, αλλά δεν ευρίσκεις πλέον.
+Τους εξεπώλησεν.
+
+Ο Άγγλος πρόξενος επώλησε σκούφους ! Αι υποψίαι μου
+μετεσχηματίσθησαν εις βεβαιότητα. Την αυτήν εκείνην ημέραν μετέβην
+εις Μύκονον και ηύρα τον φίλον μου υποπρόξενον, όστις κατεχάρη ιδών
+με και με ανήγγειλεν ότι τα δύο κιβώτια μας εστάλησαν εκ Σμύρνης εις
+Τήνον, και ότι ανέθεσεν εις τον εκεί συνάδελφόν του του περιεχομένου
+την εκποίησιν, μου έδωκε δε επιστολήν προς αυτόν, όπως με αναγνωρίση
+ως ιδιοκτήτην. Ήμην ανυπόμονος να επιστρέψω, αλλ' ο φίλος επέμεινε
+να με κρατήση και να με φιλοξενήση την νύκτα. Την επιούσαν τον
+απεχαιρέτησα μετ' εκφράσεων ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και επανήλθα
+εις Τήνον.
+
+Ευτυχώς ο άνεμος εβοήθει πάσας εκείνας τας μετακινήσεις μου.
+
+Άμα αφιχθείς εις Τήνον υπήγα κατ' ευθείαν από του πλοίου εις το
+Αγγλικόν προξενείον. Δεν ενθυμούμαι το όνομα του αγαθού Τηνίου,
+όστις εξεπροσώπευεν εκεί τότε της Αγγλίας την δύναμιν, αλλ'
+ενθυμούμαι το ξυρισμένον πρόσωπον και τας χρυσάς διόπτρας του.
+Νομίζω ότι τον βλέπω ενώπιόν μου. Ο άνθρωπος μου έδειξε τον
+λογαριασμόν πωλήσεως και μου παρέδωκεν αυθωρεί το προϊόν των
+σκούφων, συμποσούμενον εις πέντε χιλιάδας γροσίων. Πέντε χιλιάδας !
+Το ευτελές εκείνο ποσόν μου εφάνη πλούτος αμύθητος! Ούτε τον
+λογαριασμόν εκκαθαρίσεως ηθέλησα να εξελέγξω, ούτε να υπολογίσω κατά
+πόσον ηδύναντο ή έπρεπε να πωληθώσι καλλίτερον οι σκούφοι. Το δοθέν
+ποσόν ήτο ανέλπιστος δι' εμέ απόκτησις, δι' αυτού μου ηνοίγετο του
+εμπορίου ο δρόμος. Ήμην ήδη κεφαλαιούχος, είχα πέντε χιλιάδας γρόσια
+! Έτρεξα προς την μητέρα μου να διακοινώσω την καλήν μας ταύτην
+τύχην, επέδειξα τον θησαυρόν μου, εζήτησα την ευχήν της και πλήρης
+ελπίδων και σχεδίων μετέβην μετά δύο ημέρας εις Σύρον.
+
+Εις Τήνον δι' έλλειψιν λιμένος δεν ήρχοντο μεγάλα πλοία, αλλ'
+υπήγαινον εις Σύρον, της οποίας ο λιμήν εθεωρείτο και υπό των
+Τούρκων ουδέτερος. Οι δυτικοί της νήσου κάτοικοι δεν συμμετέσχον της
+επαναστάσεως, ουδ' ανεγνώριζον αυτήν, επί δε του σχηματίζοντος την
+πόλιν των κώνου εκυμάτιζεν η λευκή της Γαλλίας σημαία, υπό την
+προστασίαν της οποίας είχον τεθή.
+
+Ο πληθυσμός της Σύρου περιωρίζετο τότε εντός της αποτόμου εκείνης
+και πενιχράς κορυφής. Καθ' όλην την έκτασιν, την οποίαν σήμερον
+καλύπτει η πλουσία Ερμούπολις, δεν έβλεπες ή βράχους γυμνούς. Μόνον
+εκεί όπου σήμερον, επί λιθοστρώτου πλατείας, παιανίζει η μουσική και
+σύρουν αι κυρίαι τας μεταξωτάς ουράς των, κήποί τινες και ολίγα
+δένδρα εμαρτύρουν των πτωχών κατοίκων την φιλοπονίαν. Έν εκκλησίδιον
+δυτικόν και τρεις ή τέσσαρες αποθήκαι διά τους οίνους ήσαν τα μόνα
+επί της ακτής κτίρια. Πλησίον αυτών, επί του αιγιαλού, είχε νεωστί
+οικοδομηθή πενιχρόν καφενείον, χρησιμεύον και ως ξενοδοχείον, και ως
+γραφείον, και ως χρηματιστήριον. Ολίγον δε μακρύτερα, εκεί όπου
+σήμερον ναυπηγούνται πλοία και ακούεται ο εύρυθμος της σφύρας
+κρότος, κατέκειτο τότε, παρά τον έρημον αιγιαλόν, σκάφος
+ναυαγήσαντος πλοίου.
+
+Τοιαύτη ήτο η Σύρος ότε πρώτην φοράν δύο ή τρεις άλλοι Χίοι και εγώ,
+πρόδρομοι της μελλούσης εμπορικής της νήσου επιδόσεως, εμένομεν
+εντός του μοναδικού επί της ακτής καφενείου προσδοκώντες άφιξιν
+πλοίου φέροντος εμπορεύματα.
+
+Ευτυχώς δεν εβράδυνε να φθάση τοιούτον εκ Ρωσσίας προερχόμενον. Ήτο
+εκείνη η πρώτη δοσοληψία της οποίας εδέησεν εγώ μόνος ν' αναλάβω την
+πρωτοβουλίαν και την εκτέλεσιν, διότι δεν είχα πλέον τον πατέρα μου
+σύμβουλον και οδηγόν. Έτρεμα μη διακινδυνεύσω τα χρήματά μου εις
+κακήν τινα επιχείρησιν. Επεσκέφθην τρις και τετράκις τα επί του
+πλοίου, εσκέφθην, διεπραγματεύθην, υπελόγισα, εδίστασα, επί τέλους
+το απεφάσισα ! Ηγόρασα αντί χιλίων γροσιών ιχθύς παστούς, τους
+εφόρτωσα εις πλοιάριον διά Τήνον, επέβην και αυτός, έκαμα τον
+σταυρόν μου, και απεπλεύσαμεν.
+
+Εις Τήνον είχε τότε νομιμοποιηθή το έθιμον να πωλώνται τα φαγώσιμα
+επί τρεις ημέρας δημοσίως εις την αγοράν, όπως προμηθεύηται εξ αυτών
+ο λαός, μετά ταύτα δε επετρέπετο η μεταξύ εμπόρων διαπραγμάτευση των
+περισσευόντων. Εχρεώστουν, φυσικώ τω λόγω, να συμμορφωθώ προς την
+επικρατούσαν συνήθειαν, αλλά δεν μου ήρχετο να τεθώ επί κεφαλής των
+βαρελιών μου και να πωλώ δημοσίως τους ιχθύς μου ανά ένα. Μεθ' όλην
+την επελθούσαν κακοτυχίαν, διετήρουν εισέτι τας έξεις της αρχαίας
+αξιοπρεπείας. Όθεν κατέγεινα κατά πρώτον να εύρω αρμόδιόν τινα
+αντικαταστάτην μου, αλλ' η ατυχία των πρώτων προς ανεύρεσίν του
+ερευνών μου και, προ πάντων, των άλλων πωλητών το παράδειγμα, μ'
+έπεισαν ν' αφήσω κατά μέρος την αξιοπρέπειαν και να πωλήσω εγώ αυτός
+την πραγματείαν μου.
+
+Ιδού λοιπόν εγώ πωλητής παστών εν πλήρει αγορά! Κατέλαβα θέσιν
+κατάλληλον εις την μικράν παρά την προκυμαίαν πλατείαν και ήρχισα
+μετά τινος, κατ' αρχάς, δειλίας να προσκαλώ αγοραστάς. Ήτο εισέτι
+πολύ ενωρίς, αλλ' αγορασταί δεν έλειπον, οι δε ιχθύς μου ήσαν εις
+ζήτησιν και η υπόθεσις προέβαινε κατ' ευχήν. Όσον δ' επροχώρει η
+πώλησις κατά τοσούτον εσυνείθιζα, και με κατελάμβανε της επιτυχίας ο
+ενθουσιασμός, και μ' εκυρίευεν ο ζήλος του έργου, αμιλλώμενος δε
+προς τους άλλους παρ' εμέ πωλητάς επήνουν την πραγματείαν μου, και
+ύψωνα την φωνήν, όπως ελκύσω αγοραστάς, και ελησμόνουν την πρώτην
+μου περί τας κινήσεις και τας χειρονομίας συστολήν.
+
+Ενώ ήμην εις τον βρασμόν της πωλήσεως, ήκουσα αίφνης κρότον αντικρύ
+μου και, υψώσας τους οφθαλμούς, είδα εις την απέναντι μου οικίαν
+νέαν ξανθήν ανοίγουσαν το παράθυρον και στηλόνουσαν τα φύλλα του, τα
+οποία ο άνεμος εκτύπα επί του τοίχου. Αφού τα εστήλωσεν, εσταύρωσε
+τους βραχίονας επί του παραθύρου και στηρίξασα επί των βραχιόνων το
+στήθος έστρεψε προς εμέ το πρόσωπον. Μ' ετάραξε το βλέμμα της, ο δε
+οίστρος μου διεκόπη. Πώς να φωνάζω προσκαλών αγοραστάς υπό τους
+οφθαλμούς μιας ωραίας ξανθής, ήτις με παρετήρει; Επροσπάθουν να
+εξακολουθήσω το έργον μου, αλλ' ο νους μου ήτο εις το παράθυρον και
+τα βλέμματά μου υψούντο συχνάκις προς αυτό. Αίφνης βλέπω την νέαν
+μειδιώσαν.
+
+Τι μειδιά ; Με περιπαίζει μήπως ; Μη με γνωρίζη και είναι
+χαιρετισμός το μειδίαμα της; Ησθάνθην ταραχήν εις το στήθος και
+ερύθημα εις τας παρειάς μου, και μη προσέχων εις την εργασίαν μου
+έδωκα εις ένα αγοραστήν διπλάσιους ιχθύς του δοθέντος αντιτίμου.
+Αλλά, ιδών αμέσως το λάθος, εστράφην να τον κράξω. Άμα εστράφην είδα
+όπισθεν μου, εις το κατώφλιον θύρας ανοικτής, νέον Τήνιον με την
+χείρα επί της ζώνης, τον ώμον επί της θύρας και την κεφαλήν
+εστραμμένην προς το παράθυρον. Τα ερωτικά βλέμματά του ήσαν δι' εμέ
+αποκάλυψις. Αι από των οφθαλμών της νέας ακτίνες διήρχοντο άνωθεν
+της κεφαλής μου, αλλά δεν ήσαν δι' εμέ, ούτε είχα επί του
+μειδιάματος το ελάχιστον δικαίωμα. Το μάθημα με ωφέλησε, ανέλαβα την
+προτέραν μου ζωηρότητα και εξηκολούθησα την πώλησίν μου.
+
+Εντός δύο ημερών εξεπώλησα τους ιχθύς μου απολαύσας είκοσι τοις
+εκατόν ωφέλειαν. Νέα εις Σύρον εκδρομή. Επανήλθα μ' ελαιόλαδον, το
+οποίον επώλησα με οκτώ τοις εκατόν κέρδος, μετά δε το ελαιόλαδον
+ηγόρασα και μετεπώλησα χαβιάρι μετά της αυτής επιτυχίας και
+εξηκολούθουν ούτω δραστηρίως εργαζόμενος. Τα κέρδη κατόπιν
+εμετριάσθησαν, διότι επήλθε συναγωνισμός, αλλ' οι κόποι μου
+αντημείβοντο πάντοτε, εντός δε ολίγων μηνών, αφού έζησα μετά των
+περί εμέ και αφού επανέφερα άνεσίν τινα υπό της πτωχικής κατοικίας
+μας την στέγην, το κεφάλαιόν μου από πέντε χιλιάδων γροσιών ανήρχετο
+ήδη εις οκτώ !
+
+Έκτοτε πολλά χρήματα εκέρδισα και πολλά έχασα. Χάριτι θεία, το
+λαβείν απέβη εν συνόλω μεγαλείτερον του δούναι, ώστε σήμερον έχω την
+ικανοποίησιν να βλέπω, διά των ιδρωτών μου, εξησφαλισμένην την
+άνετον των τέκνων μου ύπαρξιν. Αλλά την γλυκύτητα των πρώτων εκείνων
+ευτελών κερδών ουδέποτε κατόπιν ησθάνθην, ουδ' εξισούνται αι
+ευχαριστήσεις και των επιτυχεστέρων επιχειρήσεων του μετέπειτα
+εμπορικού μου βίου προς την χαράν της πρώτης των παστών ιχθύων
+εκκαθαρίσεως.
+
+Η εκ του μηδενός προαγωγή, η ευτυχής έκβασις των πρώτων μου ατομικών
+συνδυασμών, η συναίσθησις ότι ήμην εις θέσιν να μη αφήσω πεινώσαν
+την μητέρα και τας αδελφάς μου, η ελπίς την οποίαν αι πρώται εκείναι
+απαρχαί μου έδιδον διά το μέλλον, όλα ταύτα ομού ανεδείκνυον
+πολλαπλασίως πολύτιμα και ευάρεστα τα πρώτα μου εκείνα κέρδη. Δεν
+θέλω να είπω ότι μετά ταύτα ειργαζόμην μετά φιλοσοφικής δήθεν
+αδιαφορίας. Όχι! Ο ζήλος μου δεν εμετριάσθη και κατόπιν, η δ'
+επιτυχία είναι πάντοτε ευχάριστος. Αλλ' ο ενθουσιασμός μου
+εχαλαρώθη, η δε ηδονή του κέρδους βαθμηδόν ημβλύνθη. Αφού άπαξ
+ησθάνθην ότι απέκτησα την υλικήν ανεξαρτησίαν και εξησφάλισα τα μέσα
+ζωής ανέτου, έπαυσα να κλείω τα ισοζύγια μου μετά παλμών
+αγαλλιάσεως. Διότι η απόκτησις του πλούτου δεν είναι αυτή καθ'
+εαυτήν πηγή ευτυχίας. Η ανεξαρτησία,― ιδού το αληθές, ιδού το υγιές
+του εργατικού ανθρώπου ελατήριον!
+
+Δεν ήμην τότε εις Τήνον ο μόνος εκ Χίου νέος, ο αγωνιζόμενος να
+παράξη από του μηδενός το έν και να κάμη τα δύο τέσσαρα. Ήσαν και
+άλλοι πολλοί, μετά των οποίων μ 'εσχέτισεν η κοινή συμφορά και η
+συνεχής συνάντησις εις την αγοράν της Τήνου ή επί της ερήμου της
+Σύρου ακτής. Μεταξύ τούτων ήτο και ο αρραβωνιαστικός της πρεσβυτέρας
+των αδελφών μου, καταφυγών και αυτός εις Τήνον μετά Οδύσσειαν
+παθημάτων. Της νεωτέρας μου αδελφής ο μνηστήρ ηχμαλωτίσθη, ουδέποτε
+δε ηκούσθη τι απέγεινε. Και εγώ ήμην παιδιόθεν μεμνηστευμένος, αλλ'
+είχα χηρεύσει προτού νυμφευθώ, αποθανούσης προ ετών της μνηστής μου,
+η δ' ανεμοζάλη της Επαναστάσεως είχεν επέλθει πριν ή ο πατήρ μου
+προφθάση να συνάψη νέον δι' εμέ αρραβώνα.
+
+Τοιαύτα ήσαν της Χίου τα έθιμα. Εκάστη οικογένεια επεδίωκε την μετά
+ομοτίμων επιμιξίαν, επειδή δε ο αριθμός των εκλεκτών ήτο
+περιωρισμένος, ήρχιζε πρωίμως ο συναγωνισμός προς συνδυασμόν
+καταλλήλων συνοικεσίων, η δ' αριστοκρατική των συμβαλλομένων
+αποκλειστικότης και το στενόν του Χιακού κύκλου έφερον εξ ανάγκης
+τους μεταξύ στενών συγγενών επί τέλους γάμους.
+
+Δεν προτίθεμαι να επαινέσω τους πατέρας μας διά τας πρωίμους εκείνας
+μνηστεύσεις, διά των οποίων εσφράγιζον αυτοί, εκ προοιμίων, το
+σπουδαιότερον του βίου συμβόλαιον, άνευ της γνώσεως ή της
+συγκαταθέσεως των συμβαλλομένων. Αλλ' όμως είχον προς δικαιολόγησίν
+των την επιτυχίαν των τοιούτων συζυγιών. Οι νέοι ανετρέφοντο
+μικρόθεν ο είς διά τον άλλον, προηγείτο δε της συζυγικής αγάπης
+σχέσις μακρά και της αφοσιώσεως η συνήθεια. Ο γάμος επήρχετο μετά
+της μνηστείας τον πρόλογον, άνευ των κλονισμών της καρδίας, άνευ της
+αμοιβαίας του παρελθόντος αγνοίας και της περί του μέλλοντος
+αβεβαιότητος, αίτινες συνοδεύουν συνήθως τα εξ έρωτος συνοικέσια. Η
+ζωή προητοιμάζετο και διήρχετο άνευ βιαίων κυματισμών, δεν ηλαττούτο
+δ' ως εκ τούτου η ήρεμος των οικογενειών ευτυχία. Αλλ' υπό τας
+μεταβληθείσας του έθνους περιστάσεις το αρχαίον τούτο έθιμον δεν
+ηδύνατο ή ν' απολήξη εις υλικών μόνον συμφερόντων υπολογισμούς και
+εις προικός ζήτημα, ώστε βεβαίως δεν θα θρηνήσω την κατάργησίν του.
+
+Άλλως τε τα πράγματα ήλλαξαν εν συνόλω έκτοτε. Τότε οι νεώτεροι
+ήγοντο υπό των πρεσβυτέρων, εθεώρουν δε τούτο ως πράγμα φυσικόν και
+μη επιδεχόμενον συζήτησιν. Διά της πειθαρχίας εκείνης και διά της
+συμπνοίας η οικογένεια απετελείτο ισχυρά, επηύξανε δε την δύναμίν
+της ο σύνδεσμος των επιμιξιών. Είναι και τούτο μία εξήγησις της
+επιτυχίας των Χίων, όχι μόνον κατά την προ της Επαναστάσεως
+διοίκησιν των κοινών των, αλλά και κατά την μετά την καταστροφήν της
+Χίου εμπορικήν διοργάνωσίν των.
+
+Οπωςδήποτε, δεν είχομεν εισέτι κατ' εκείνην την εποχήν μεταβάλει
+σύστημα, αλλ' εμένομεν υπό την επήρειαν των παραδόσεων και της
+ανατροφής μας, ώστε της μεν μιας αδελφής μου τον μνηστήρα εθεώρουν
+ήδη ως αδελφόν, ανυπομόνως δε επεζήτουν να μνηστεύσω και την
+δευτέραν. Ευτυχώς δεν εβράδυνα να εύρω και να υποδείξω εις την
+μητέρα μου νέον φίλον μου, τον οποίον το δυσχερές των περιστάσεων
+δεν εμπόδιζεν από του ν' αντιμετωπίση τας ευθύνας του γάμου, και
+εμνηστεύσαμεν ούτω και την νεωτέραν των αδελφών μου.
+
+Μετά των δύο τούτων μελλόντων γαμβρών μου εσυμφωνήσαμεν να
+συντροφεύσωμεν, καταθέτοντες εταιρικόν κεφάλαιον ανά χίλια γρόσια
+έκαστος, επί τω όρω ο μεν των τριών να μένη εις Τήνον προς πώλησιν,
+ο άλλος εις Σύρον προς αγοράν, ο δε τρίτος να συνοδεύη εκάστοτε την
+εκ Σύρου εις Τήνον μεταφοράν των εμπορευμάτων. Ο κλήρος έπεσεν εις
+εμέ ν' αναλάβω της αγοράς την εργασίαν. Έλαβα λοιπόν το πλείστον του
+μικρού κεφαλαίου μας, απεχαιρέτησα την μητέρα μου και απεβιβάσθην
+εις σακολέβαν ετοίμην ν' αποπλεύση εις Σύρον.
+
+Αλλ' ενώ ανεσύρετο η άγκυρα, βλέπω λέμβον μετά βίας ερχομένην προς
+ημάς από της πόλεως, και εντός αυτής τους δύο συνεταίρους μου
+κινούντας τας χείρας διά να εμποδίσωσι την αναχώρησίν μας. Έφερον
+την δυσάρεστον είδησιν ότι εντός πλοίου αφιχθέντος εκ
+Κωνσταντινουπόλεως εις Πάνορμον της Τήνου ανεφάνη πανώλης, και ότι η
+περί τούτου είδησις μετεπέμφθη ήδη εκ Πανόρμου εις Σύρον, ώστε δεν
+ήθελον βεβαίως μας δεχθή εκεί, διά τον φόβον του μολύσματος, ουδέ
+ήθελον επιτρέψει την εξακολούθησιν της μετά της Τήνου συγκοινωνίας.
+Κατά συνέπειαν απεφασίσαμεν ν' αποβώ του πλοίου και ν' αναβληθή η
+εις Σύρον μετάβασίς μου, μέχρις ου διασκεδασθώσιν αι περί επιδημίας
+υποψίαι. Δυστυχώς μετεδόθη από του πλοίου η πανώλης εις την νήσον.
+Δεν ήτο βαρεία ουδ' έκαμνε θραύσιν πολλήν, ήτο όμως ικανή όπως
+φοβίση τας πέριξ νήσους και μας αποκλείση εις Τήνον.
+
+Ούτως εματαιώθησαν τα σχέδια και εναυάγησεν η εταιρία μας, έμενα δε
+άεργος, και απέβαινε διπλασίως οχληρά η αναγκαστική εκείνη απραξία
+μου, μετά των τελευταίων μηνών την κίνησιν και την ζωηρότητα.
+
+Άλλως ήμεθα ήσυχοι επί της νήσου, ουδ' ετάραττον ως άλλοτε τας
+σκέψεις μου των Τούρκων φόβοι ή του πολέμου η ταραχή. Μόνον μίαν
+ημέραν, κατά τας αρχάς του Οκτωβρίου, ενόμισα ότι ήλθε και της Τήνου
+η σειρά και ότι μας καλύπτουν εκ νέου αι μαύραι πτέρυγες του
+Ολέθρου. Αλλ' έζων ήδη εντός ανδρικωτέρας ατμοσφαίρας, το δε φρόνημά
+μου ενισχύετο διά του παραδείγματος των άλλων, και αντί να σκέπτωμαι
+περί φυγής ητοιμάσθην κ' εγώ εις αντίστασιν και εις πόλεμον.
+
+Διότι η θάλασσα μεταξύ της Σύρου και Μυκόνου εκαλύφθη υπό πλοίων
+Τουρκικών, κρατουμένων επί ώρας εκεί υπό παντελούς νηνεμίας. Και
+είδομεν τας λέμβους ενός των πλοίων διευθυνομένας προς τα παράλια
+της Μυκόνου και ηκούσαμεν πυροβολισμούς, εν μέσω δε του καπνού
+διεκρίναμεν επιστρεφούσας προς το πλοίον τας λέμβους. Τα προοίμια
+ταύτα εφαίνοντο επαπειλούντα απόβασιν και προσβολήν εκ του στόλου.
+Ήρχισε λοιπόν κωδωνοκρουσία εις την Τήνον και συνέρρεον ωπλισμένοι
+οι κάτοικοι, έσυρα δε κ' εγώ μετά των λοιπών έν παλαιόν κανόνιον, το
+οποίον εστήσαμεν επί λόφου προέχοντος, του Πασά Ακρωτήρι λεγομένου.
+Αλλά σφαίρας δεν είχομεν και εκαίομεν πυρίτιδα μόνην, απειλούντες
+δήθεν ή προκαλούντες τους Τούρκους. Εγώ δε επί του λόφου, υπηρέτης
+του θαύματος, ακούων τους κενούς κανονοβολισμούς και βλέπων τα
+Τουρκικά πλοία, ενθυμούμην τας περιπετείας της εκ Χίου φυγής κ'
+επερίμενα μ' εσφιγμένην καρδίαν το αποβησόμενον.
+
+Ευτυχώς δεν ετέθη εις μεγαλειτέραν δοκιμασίαν των Τηνίων η
+σταθερότης. Ο Πασάς δεν μας έλαβεν εις σημείωσιν, ουδέ τους
+Μυκονίους απεπειράθη να τιμωρήση, καίτοι φονεύσαντας πολλούς των εις
+τας λέμβους αποκρουσθέντων ναυτών, αλλ' ωφεληθείς του επιπνεύσαντος
+ανέμου, απεμακρύνθη των νήσων μας.
+
+Έκτοτε δεν εταράχθημεν ουδαμώς, ηδυνάμεθα δε να λησμονήσωμεν ότι
+ευρισκόμεθα εντός του κύκλου του πολέμου, άνευ της συνεχούς
+αντηχήσεως των συμβάντων αυτού. Ότε προ πάντων εμάθομεν της
+Τουρκικής ναυαρχίδος την πυρπόλησιν και του εχθρικού στόλου την
+ήτταν, ενθουσιασμός άκρατος κατέλαβε πάντας ημάς τους πρόσφυγας,
+ιδόντας εις του Κανάρη το κατόρθωμα την εκδίκησιν της καταστροφής
+της Χίου. Και του Δράμαλη η κατατρόπωσις εις τα Δερβενάκια, και η
+λύσις της πρώτης του Μεσολογγίου πολιορκίας, και όλοι οι
+αλλεπάλληλοι θρίαμβοι των πρώτων της Επαναστάσεως ετών ανεπτέρουν
+τας ελπίδας και εστερέονον τας πεποιθήσεις μας. Δεν είχον εισέτι
+καταστραφή τα Ψαρά και η Κάσος, δεν είχεν αρχίσει διά της Κρήτης του
+Μεχμέτ Αλή η επέμβασις, δεν είχεν αλωθή το ηρωϊκόν Μεσολόγγιον, ουδ'
+είχον εισέτι αναφυή οι εμφύλιοι σπαραγμοί και αι ανόσιοι των Ελλήνων
+αλληλομαχίαι. Τα πράγματα εβάδιζον καλώς και χειρ Κυρίου εφαίνετο
+ευλογούσα την Ελλάδα, βλέποντες δε την Επανάστασιν προκόπτουσαν και
+ριζοβολούσαν, προοιωνιζόμεθα ταχύ και αίσιον το τέλος της.
+
+Ήρχιζεν ήδη το τρίτον του αγώνος έτος κ' επρωτοήνθιζον της Τήνου αι
+αμυγδαλέαι. Εγώ δε απρακτών εστενοχωρούμην και, τρεφόμενος διά
+σκέψεων και σχεδίων, συνέλαβα την ιδέαν του να μεταβώ εις Χίον προς
+ανεύρεσιν των υπό την μηλέαν του κήπου μας ταφέντων κειμηλίων.
+Ανεπόλουν τους λόγους του πατρός μου ότε εκαλύψαμεν τον λάκκον υπό
+την μηλέαν. Εκείνος απέθανε και ήμην ήδη εγώ της οικογενείας ο
+προστάτης και το στήριγμα, η δε ανάκτησις της παρακαταθήκης εκείνης
+ηδύνατο και την ταχείαν των αδελφών μου αποκατάστασιν να διευκολύνη
+και την εις Ευρώπην ίσως μετάβασίν μας.
+
+Όσω εκυοφορείτο εις την κεφαλήν μου η ιδέα αύτη, τόσω ερριζόνετο της
+εκτελέσεώς της ο πόθος. Με κατεκυρίευσε του σχεδίου μου η μελέτη.
+Περί τούτου και μόνου εσκεπτόμην έξυπνος, ή κοιμώμενος ωνειρευόμην.
+
+Είχον ήδη μεταβή εις Χίον κρυφίως συμπολίταί μου τινές, επανήλθον δε
+σώοι και αβλαβείς. Αι εκεί Αρχαί ελάμβανον εκ Κωνσταντινουπόλεως
+διαταγάς να προσελκύωσι τους επιστρέφοντας των Χριστιανών και να μη
+τους ενοχλώσι. Ταύτα επληροφορούμην, η δε πείρα των επιστρεψάντων μ'
+ενεθάρρυνε. Διεκοίνωσα τον σκοπόν μου εις την μητέρα μου, ήτις
+επροσπάθησε παντοίοις τρόποις να με αποτρέψη, φοβουμένη μη κακοπάθω.
+Αλλ' η απόφασίς μου ήτο ακλόνητος. Έβλεπα τους κινδύνους, επειθόμην
+ότι ήτο παράτολμον το επιχείρημα, αλλ' ακατάσχετος τις ορμή με ώθει
+προς εκτέλεσίν του και δεν ήκουα τους λόγους της μητρός μου. Τη
+παρέδωκα την μικράν περιουσίαν μου, εζήτησα την ευχήν της και
+ανεχώρησα μετημφιεσμένος εις χωρικόν.
+
+Το τρεχαντήριον επί του οποίου επεβιβάσθην έφερε φορτίον σίτου προς
+πώλησιν εις τους αποκέντρους της Χίου λιμένας, ο δε πλοίαρχός του, ο
+Καπετάν Κεφάλας, με υπεσχέθη να με αποβιβάση ασφαλώς. Ότε με είδεν
+επί του πλοίου του με το λευκόν εσώβρακον, και την χωρικήν γουνέλαν
+μου, και με τα δύο μικρά μου βαρέλια κοκκίνου χαβιαρίου, εγέλασεν ο
+καλός πλοίαρχος. Εγέλασα κ' εγώ, αλλά κατ' εκείνην την ώραν
+εσυλλογιζόμην περισσότερον την μητέρα μου ή την μηλέαν του κήπου
+μας.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
+
+
+
+Ο άνεμος ήτο νότιος το δε τρεχαντήριον επήδα ταχύ, διευθυνόμενον
+προς την Χίον. Αλλά καθ' όσον επροχώρουν της νυκτός αι ώραι, ηύξανε
+δυσαρέστως η ταχύτης του δρόμου του υπό την βίαν του σφοδρυνομένου
+ανέμου.
+
+Οι έχοντες την πείραν του Αιγαίου γνωρίζουν πόσον ο νότος αποβαίνει
+οχληρός επ' αυτού. Πρώτην τότε φοράν κατελήφθην υπό της νόσου των
+θαλασσοπορούντων. Εξηπλωμένος επί της πρύμνης ησθανόμην υπ' εμέ το
+σκάφος υψούμενον και καταπίπτον και ήκουα τον άγριον ρόχθον της
+θαλάσσης πληττούσης τα πλευρά του, τον οργίλον συριγμόν των
+αφριζόντων κυμάτων, των σχοινιών τον γογγυσμόν, και του πηδαλίου το
+τρίξιμον. Είχα τους οφθαλμούς κλειστούς, αλλά δεν εκοιμήθην όλην την
+νύκτα. Τα μέλη μου ήσαν βαρέα, μου έλειπε δε και δύναμις και θέλησις
+να τα κινήσω. Πολλάκις εβράχην υπό των κυμάτων, αλλ' ούτε να
+μετατοπίσω ηδυνάμην, ούτε συνδρομήν να επικαλεσθώ.
+
+Περί το μεσονύκτιον ήκουσα τον πλοίαρχον λέγοντα προς τον
+πηδαλιούχον, ότι εάν δυναμώση περισσότερον ο άνεμος, θα κάμη χύσιν.
+Να κάμη χύσιν! Εσυλλογίσθην τα δύο μου βαρέλια, τα οποία κείμενα επί
+του σίτου ήσαν τα προχειρότερα προς θυσίαν. Δι' αυτών εσκόπουν να
+περιπλανηθώ εις Χίον, ως πωλητής, μέχρις ου φθάσω εις τον Πύργον
+μας. Άνευ αυτών ανετρέπετο το σχέδιόν μου και κατεστρέφετο η ελπίς
+μου. Ήθελα ν' αποτείνω τον λόγον προς τον πλοίαρχον, να τον
+παρακαλέσω να μου φεισθή, τουλάχιστον να μη ρίψη και τα δύο εις την
+θάλασσαν, αλλ' ούτε να κινηθώ είχα την δύναμιν ούτε να λαλήσω. Το δε
+πλοίον υψούτο και κατέπιπτε βιαιότερον επί των κυμάτων και ήρχισε να
+με καταλαμβάνη ο φόβος μη δεν κίνδυνεύωσι τα βαρέλια μου μόνα.
+
+Ευτυχώς οι φόβοι μου απεδείχθησαν μάταιοι. Το πλοίον ήτο καλόν, ο δε
+Καπετάν Κεφάλας εγνώριζε την τέχνην του. Την αυγήν ελλιμενιζόμεθα
+εντός ορμίσκου ασφαλούς και ησύχου, κατά τα μεσημβρινώτερα της Χίου
+παράλια.
+
+Η περί τον όρμον παραλία ήτο καλλιεργημένη αλλ' ακατοίκητος, επί των
+υψωμάτων όμως, εις ικανήν από της θαλάσσης απόστασιν, εν μέσω λόφων
+χλοερών, ο ήλιος ηκτινοβόλει επί των λευκών οικιών τριών ή τεσσάρων
+μικρών χωρίων. Παρά δε τον αιγιαλόν ήτο ηγκυροβολημένον άλλο
+πλοιάριον, και παρ' αυτό εβλέπομεν επί της ακτής περιμένοντας
+χωρικούς τινας με τα ζώα των.
+
+Γλυκύ αίσθημα και ισχυρόν η αγάπη της πατρίδος ! Ότε από του
+τρεχαντηριού είδα περί εμέ καταπράσινον την φύσιν, και τ' απέχοντα
+χωρία, και την επί της άμμου μικράν συνάθροισιν, η καρδία μου
+ηυφράνθη. Επανέβλεπα την Χίον, οι δε χωρικοί εκείνοι ήσαν
+συμπατριώται μου ! Το μικρόν παρά την ακτήν πλοίον έδιδε ζωήν εις
+την προ των οφθαλμών μου εικόνα και το παρετήρουν μετ' ενδομύχου
+ευχαριστήσεως, σκεπτόμενος ότι δεν ήσαν τα πάντα καταστροφή και
+ερήμωσις εις την νήσον μας.
+
+Αλλ' εντός ολίγου τα αισθήματά μου μετεβλήθησαν, και ηυχήθην να μη
+ευρίσκετο εντός του λιμένος το πλοίον εκείνο! Ήρχετο εκ Ψαρών με
+φορτίον σίτου προς πώλησιν, η δε σύγχρονος του τρεχαντηρίου μας
+άφιξις επροκάλεσε ρήξιν φοβεράν. Οι Ψαριανοί δεν είχον την ελαχίστην
+διάθεσιν να υποβληθώσιν εις ειρηνικόν συναγωνισμόν πωλήσεως, αλλ'
+ήθελον δι' απειλών να πείσωσι τον πλοίαρχόν μας ν' αποπλεύση εκ της
+αυτοσχεδιασθείσης εκείνης αγοράς, όπου είχον των πρωτείων τα
+δικαιώματα.
+
+Ο Κεφάλας αφ' ετέρου δεν επείθετο, αλλ' επέμεινε διεκδικών τας αρχάς
+του ελευθέρου εμπορίου. Από λόγων η έρις εκινδύνευε ν' απολήξη εις
+έργα. Εσείοντο γρόνθοι και ανεσύροντο μάχαιραι. Δεν γνωρίζω οποίον
+τέλος έλαβεν η υπόθεσις, διότι, ενώ εισέτι διήρκει η διαμάχη, εγώ
+αποβιβασθείς ησύχως με τα δυο μου βαρέλια, εσυμφώνησα μεθ ' ενός των
+παρισταμένων χωρικών να φορτώση την πραγματείαν μου επί του όνου
+του, και ανεχωρήσαμεν διευθυνόμενοι προς το χωρίον του.
+
+Ο αγωγιάτης μου, εικοσαετής περίπου χωρικός, ρωμαλέος, καλόκαρδος
+και ευτράπελος, δεν εβράδυνε να προκαλέση και να ελκύση την
+εμπιστοσύνην μου. Πριν έτι προφθάσωμεν εις της οδοιπορίας μας το
+τέρμα εγνώριζα τα καθέκαστα του ταπεινού βίου του, τω εξεμυστηρεύθην
+δε κ' εγώ το όνομα και την καταγωγήν μου, αλλ' όχι και τον κύριον
+της επανόδου μου σκοπόν. Τον εξώρκισα να μη φανερώση εις κανένα ότι
+είμαι Χίος εκ του Κάστρου. Μου το υπεσχέθη και ετήρησε την υπόσχεσίν
+του, καθ' όλην δε την διάρκειαν της επί της νήσου διατριβής μου μ'
+επροστάτευσε και μου εχρησίμευσεν ως φίλος αληθής. Νέα αύτη προσθήκη
+εις τον αριθμόν των αγαθών ψυχών, των οποίων η παρήγορος συμπάθεια
+μ' ελέησε, ενόσω διηρχόμην την μακράν του κλαύθμωνος κοιλάδα.
+
+Ότε επλησιάσαμεν εις το χωρίον του, ο καλός Παντελής απέθεσε τα
+βαρέλιά μου εντός πατητηρίου ηρειπωμένου, εις την άκραν αμπελώνος
+παρά τον δρόμον, και με παρήγγειλε να τον περιμένω εκεί, διά να
+υπάγη πρώτος εκείνος με το ζώον του και εξετάση μη ευρίσκωνται
+Τούρκοι εις το χωρίον. Εκάθησα επί κορμού ελαίας εις του τοίχου την
+σκιάν και επερίμενα βλέπων την στροφήν του δρόμου, όθεν ήλπιζα να
+προβάλη εντός ολίγου ο Παντελής επιστρέφων.
+
+Ήτο ησυχία περί εμέ άκρα και μόνοι οι τέττιγες, ενθουσιώντες υπό τας
+ακτίνας του ηλίου, διέκοπτον της εξοχής την σιωπήν. Αίφνης γέλωτες
+παιδικοί αντήχησαν πλησίον μου. Έστρεψα την κεφαλήν και είδα
+τέσσαρας μικρούς χωρικούς στηλόνοντας επ' εμού περίεργα βλέμματα,
+αλλ' άμα οι οφθαλμοί μας απηντήθησαν, έφυγον δρομαίως όπισθεν του
+πατητηρίου. Μετ' ολίγα λεπτά νέος ορμαθός παιδίων παρουσιάζεται
+όπισθέν μου. Με το δάκτυλον εις το στόμα με παρετήρησαν έκθαμβα επί
+τινας στιγμάς, και στρέψαντα τα νώτα απεμακρύνθησαν τρέχοντα.
+Κατόπιν αυτών ήλθον άλλα. Ήρχισε να με ανησυχή η εξέτασις εις την
+οποίαν η νέα γενεά του χωρίου με υπέβαλλεν, η δ' ανησυχία μου
+ετρέπετο εις ανυπομονησίαν διά την μακράν του Παντελή απουσίαν, και
+η βραδύτης του ηύξανε τας υποψίας μου. Επί τέλους τον είδα
+επιστρέφοντα, αλλ' αντί όνου τον ηκολούθει έτερος χωρικός.
+
+― Δεν έχει Τούρκους. Έλα μαζή μας, Λουτσή.
+
+Άνευ πλειοτέρων επεξηγήσεων επήρεν έκαστος των χωρικών έν βαρέλιον
+επί του ώμου του, και εισήλθομεν οι τρεις ομού εις το χωρίον. Εις το
+μέσον αυτού, εντός μικράς πλατείας, εύρομεν πλήθος χωρικών, οίτινες
+επερικύκλωσαν τους δύο οδηγούς μου, και ήρχισε χαμηλή τη φωνή μεταξύ
+των συζήτησις, ήτις έλαβε διά μιας διαστάσεις ζωηράς λογομαχίας.
+
+Ο Παντελής και ο φίλος του απέθεσαν κατά γης τα βαρέλια, όπως δώσωσι
+μεγαλειτέραν ελευθερίαν εις την γλώσσαν και τας χειρονομίας των,
+τοσαύτη δ' ήτο η ταχύτης μετά της οποίας όλοι συγχρόνως ελάλουν,
+τοσαύτη η χασμωδία, ώστε δεν ηδυνάμην να εννοήσω περί τίνος
+πρόκειται, καίτοι συμπεραίνων ότι ο λόγος ήτο περί εμού.
+
+Επί τέλους επήλθε συνεννόησις ή συμβιβασμός, ανυψώθησαν εκ νέου τα
+βαρέλια επί των ώμων των δύο προστατών μου, και διεσχίσαμεν την εν
+τη πλατεία συνάθροισιν διευθυνόμενοι προς του Παντελή την κατοικίαν.
+
+― Δεν μου λέγεις τι τρέχει; τον ηρώτησα, ότε απεμακρύνθημεν του
+κυκεώνος εκείνου.
+
+― Δεν είναι τίποτε, Λουτσή, θα τα διορθώσωμεν!
+
+Η απάντησις ήτο λακωνική, αλλ' είχε τι το καθησυχαστικόν ο τόνος του
+χωρικού και ο τρόπος δι' ού επρόφερε το όνομά μου μετά της φωνητικής
+του Κάππα αλλοιώσεως. Δεν εζήτησα πλειοτέρας εξηγήσεις, αλλά τα
+πάντα με έδιδον να εννοήσω ότι επλανάτο εισέτι ο φόβος των Τούρκων
+εις την ατμοσφαίραν της Χίου.
+
+Ο Παντελής ήτο νεόνυμφος, κατείχε δε μετά μόνης της συζύγου του την
+μικράν καλύβην, όπου με επρόσφερε φιλοξενίαν, αλλά μετ' αλαζονικού
+μειδιάματος μου υπέδειξεν ότι επέπρωτο ν' αυξήση προσεχώς της
+οικογενείας του ο αριθμός. Η προσδοκία της τοιαύτης αυξήσεως ουδαμώς
+ηλάττονε την δραστηριότητα της συζύγου του, της καλής Παρασκευής, η
+οποία μας ητοίμασεν εντός ολίγου δείπνον συνιστάμενον από χλωρά
+κουκκία μαγειρευμένα μ' ελαιόλαδον, και από χαβιάρι το οποίον
+κατέβαλα εγώ, εγκαινιάσας ούτω των βαρελιών μου το άνοιγμα.
+Συνεκάθησε και ο φίλος του Παντελή και εφάγαμεν οι τέσσαρες ως
+βασιλείς.
+
+Μόλις είχομεν απογευθή, ότε η θύρα εκρούσθη.
+
+― Οι δημογέροντες θα είναι! λέγει ο Παντελής.
+
+Ήσαν τω όντι του χωρίου οι δημογέροντες. Εισήλθον κρατούντες χονδράς
+ράβδους αξέστους, μας εκαλησπέρισαν, εκάθησαν επί των σκαμνιών τα
+οποία επρόσφερεν η πρόθυμος Παρασκευή, εκαθήσαμεν και ημείς και
+εμένομεν όλοι σιωπώντες. Επερίμενα ανυπομόνως ν' αρχίση η ομιλία,
+όπως εννοήσω τι θέλουν, αλλ' ουδείς ελάλει, αι δε περί εμέ
+φυσιογνωμίαι δεν εξέφραζον ευαρέσκειαν. Επί τέλους ο πρεσβύτερος,
+των δημογερόντων έλυσε την σιωπήν.
+
+― Τι είναι τούτος που μας έφερες εδώ, Παντελή; Φωτιά 'βαλες 'ς το
+κεφάλι μας! Καλλίτερα να χαθή τούτος παρά όλοι μας εδώ !
+
+Οι λόγοι του γέροντος με κατεθορύβησαν, αλλ' ο Παντελής έλαβε τον
+λόγον ενθέρμως υπερασπιζόμενος με, είπεν ότι είμαι πτωχός νέος από
+την Ικαρίαν ερχόμενος, ότι θα πωλήσω την πραγματείαν μου και θ'
+αναχωρήσω χωρίς να βλάψω κανένα, ότι οι Τούρκοι δεν θα με λάβωσιν
+εις σημείωσιν, και άλλα πολλά αλλεπαλλήλως εκσφενδονιζόμενα από την
+εύστροφον γλώσσαν του. Οι δημογέροντες τον ήκουον κινούντες την
+κεφαλήν ως μη πειθόμενοι, ουδ' απεκρίθησαν αφού έπαυσε λαλών, αλλ'
+ανεχώρησαν εν σιωπή με το πρόσωπον σκυθρωπόν και ανήσυχον το βλέμμα.
+
+Τοσούτος με κατέλαβε φόβος ότι θα με παραδώσωσιν εις τους Τούρκους,
+ώστε συνέλαβα σχεδόν την απόφασιν ν' αφήσω εκεί τα βαρέλια μου και,
+παραιτούμενος του σκοπού όστις μ' έφερεν εις Χίον, να καταβώ διά
+νυκτός εις τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το τρεχαντήριον και να
+φύγω. Αλλ' ο Παντελής με καθησύχασε.
+
+― θα τα διορθώσωμεν, έλεγε. Κοιμήσου απόψε και αύριον βλέπομεν.
+
+Τον ηρώτησα εάν νομίζη καλόν να προσφέρω ανά μίαν γλώσσαν χαβιαρίου
+εις τους δημογέροντας.
+
+― Χάρισμα ; ηρώτησε μετά θάμβους ο Παντελής.
+
+― Χάρισμα, απεκρίθην.
+
+― Τότε μη φοβάσαι, Λουτσή. Ιδικούς σου τους έχεις.
+
+Και εξέθεσε διά μακρών τα πολιτικά του χωρίου. Η ουσία της μακράς
+του διηγήσεως ήτο, ότι υπήρχον εις το χωρίον δύο φατρίαι
+αντιμαχόμεναι, αι οποίαι υπερίσχυον, εναλλάξ εξευμενιζόμεναι τους
+Τούρκους, ώστε η μεν εφοβείτο διαρκώς την δε, και ότι ο Παντελής δεν
+ανήκεν εις την μερίδα των δημογερόντων οίτινες μας επεσκέφθησαν,
+αλλ' ότι αι γλώσσαι του χαβιαρίου θα θαυματουργήσωσιν.
+
+Οι λόγοι του Παντελή μου έδωκαν θάρρος, αλλά μου έφερον και ύπνον
+συγχρόνως. Ήμην απηυδημένος εκ του ταξειδίου. Έπεσα λοιπόν κατά γης
+επί τριχίνου σάκκου και εντός ολίγου απεκοιμήθην.
+
+Την πρωίαν ανέτελλε μόλις ο ήλιος, ότε οι δημογέροντες έκρουσαν εκ
+νέου την θύραν και εισήλθον εις την καλύβην, σιωπηλοί και κατηφείς
+ως χθες. Τους είχα προλάβει εξυπνήσας ενωρίς, και ήσαν ήδη έτοιμοι
+αι γλώσσαι του χαβιαρίου εντός λαχανοφύλλων τυλιγμέναι. Η προσφορά
+μου τους υπερηυχαρίστησε και μετεβλήθη διά μιας το προς εμέ ύφος
+των. Με περιεκύκλωσαν μειδιώντες και θωπεύοντες προστατευτικώς πως
+τους ώμους μου.
+
+― Μη φοβάσαι, Λουτσή. Είσαι ιδικός μας άνθρωπος. Ημείς χανόμεθα,
+και όχι συ.
+
+Με κατέλαβε αγανάκτησις και αηδία, μολονότι με είχε προαναγγείλει ο
+Παντελής της δωρεάς μου τ' αποτελέσματα. Χθες ηπείλουν να με
+θυσιάσωσι και σήμερον διά μίαν γλώσσαν χαβιαρίου εθυσιάζοντο αυτοί
+δι' εμέ ! Αλλ' υπέκρυψα τα αισθήματά μου και εκφράσας την
+ευγνωμοσύνην μου εζήτησα την άδειαν να πωλήσω. Η άδεια μου εδόθη και
+κατασκευάσας εκ του προχείρου πλάστιγγα έστησα τα βαρέλια μου εις
+την πλατείαν του χωρίου.
+
+Την επιούσαν οι δημογέροντες με διέταξαν να τους συνοδεύσω εις
+Καταρράκτην, χωρίον ολίγας ώρας απέχον του ιδικού των, όπου ήδρευε
+Τούρκος Αγάς. Έχοντες να μεταβώσιν εκεί δι' άλλας υποθέσεις των,
+έκριναν φρόνιμον να με συμπεριλάβωσιν, όπως επικυρωθή η άδεια
+διαμονής μου και προληφθή ούτω πάσα ενδεχομένη καταγγελία της
+εναντίας φατρίας.
+
+Το μέτρον των τούτο εσυμβιβάζετο με τα σχέδια μου, διότι ο σκοπός
+μου ήτο να προχωρήσω προς τον Πύργον μας. Οι δημογέροντες
+υπεσχέθησαν να ζητήσωσι δι' εμέ από τον Αγάν άδειαν να περιέλθω τα
+χωρία ως πωλητής, ο δε Παντελής προθύμως εδέχθη να με συνακολουθήση,
+άμα επιστρέψω φέρων την άδειαν. Εξεκινήσαμεν λοιπόν, οι μεν
+δημογέροντες επί των όνων των, εγώ δε πεζός, και εφθάσαμεν εις
+Καταρράκτην ενώπιον της κατοικίας του Αγά, όπου εκείνοι ανέβησαν
+αφήσαντες εμέ κάτω φύλακα των ζώων των.
+
+Ενώ επερίμενα κρατών τους όνους, βλέπω πλησιάζοντα Τούρκον
+ωπλισμένον από κεφαλής μέχρι ποδών. Δεν είχα ίδει εκ του πλησίον
+Τούρκον, αφ' ης ημέρας εγκαταλείψαμε την εν Χίω οικίαν μας, ούτε
+μακρόθεν, ύστερον από τους τέσσαρας εκείνους των οποίων οι
+τουφεκισμοί συνόδευαν την εκ της νήσου φυγήν μας. Η θέα του
+πλησιάζοντος οπλοφόρου ανακάλεσε διά μιας εις την μνήμην μου την
+μακράν αγωνίαν του διωγμού, και την εν Σμύρνη ζωήν, και της
+Ανδριάνας τον θάνατον. Μου ήλθον όλα συγχρόνως εις τον νουν, καθώς
+εις πνιγόμενου την μνήμην συσφίγγονται αλλεπάλληλοι αι συσσωρευμένε
+της ζωής του αναμνήσεις. Μ' κυρίευση διπλούν αίσθημα μίσους και
+φόβου, και έβλεπα ακίνητος τον άγριον εκείνον Τούρκον ερχόμενον προς
+εμέ. Μου απηύθυνεν αποτόμως ερώτησιν, την οποίαν δεν ενόησα, και δεν
+απεκρίθην. Εκτόξευσε βλέμμα οργίλον και ύβριν αισχράν και εισήλθεν
+εντός της οικίας. Δεν επανείδα ευτυχώς την απεχθή μορφήν του !
+
+Αλλ' η ώρα παρήρχετο και ανυπομόνουν περιμένων τους δημογέροντας.
+Επί τέλους κατέβησαν, αλλά δεν ήσαν μόνοι. Τους συνώδευον είς
+Τούρκος, είς ιερεύς και χωρικός τις νέος. Τους είχομεν συνοδοιπόρους
+και τους τρεις εις την επιστροφήν μας. Ο ιερεύς και ο Τούρκος
+επρομηθεύθησαν ζώα εντός του χωρίου, ο δε νέος χωρικός κ' εγώ
+εβαδίζομεν πεζοί.
+
+Ήθελα να ερωτήσω τι απέγεινε περί εμού και διατί ηύξησεν η συνοδία
+μας, αλλ' η παρουσία του Τούρκου έφραττε την γλώσσαν μου. Ωνομάζετο
+ούτος Μουλά Μουσταφάς, ήτο δ' εκ Κρήτης και ελάλει Ελληνιστί, αλλά
+πολλά δεν έλεγε, μη θέλων, Τούρκος αυτός, να δώση θάρρος εις τους
+λοιπούς, οίτινες τον ηκολούθουν κατά σειράν, επί του όνου του
+έκαστος.
+
+Εγώ, κατά διαταγήν των δημογερόντων, εβάδιζα, δίκην υπηρέτου, παρά
+τον όνον του. Άπαξ μόνον μου απηύθυνεν ο Μουλάς τον λόγον. Παρά τον
+δρόμον παρετήρησε τάφρον πλήρη ανθέων αγρίων και με διέταξε να του
+κόψω έν εξ αυτών, δακτυλοδεικτών και λέγων την Τουρκικήν ονομασίαν
+του. Μη εννοήσας ακριβώς οποίον το ζητούμενον, έκοψα διάφορα εκ της
+τάφρου άνθη και τρέξας, όπως προφθάσω την προχωρήσασαν συνοδίαν,
+προσέφερα ταπεινώς την ανθοδέσμην μου. Ατυχώς δεν περιείχεν αύτη το
+ελκύσαν του Μουλά την προσοχήν.
+
+― Δεν είναι εκείνο όπου σου είπα, μωρέ. Από που έρχεσαι;
+
+― Από την Ικαρίαν.
+
+― Διά τούτο είσαι κουτός. Δεν είσαι Χιώτης.
+
+Ο κολακευτικός διά την πατρίδα μου υπαινιγμός μ' επαρηγόρησε διά την
+περί του ατόμου μου ιδέαν του Τούρκου, αλλά προ πάντων με
+ηυχαρίστησεν η απροσδόκητος ημερότης του ήθους του.
+
+Αφού εφθάσαμεν εις το χωρίον έμαθα διά τι ήλθε μεθ' ημών ο Μουλάς.
+Ήθελε διά της βίας να νυμφεύση τον νέον όστις μας συνώδευε μετά
+χωρικής, της οποίας είχεν ως φαίνεται λόγους ο Μουλά Μουσταφάς ν'
+αναλάβη την προστασίαν. Ο νέος αρνούμενος εφυλακίσθη, και ηθέλησαν
+οι δημογέροντες να επέμβωσιν, αλλ' ο Αγάς απεφάνθη υπέρ του
+συνοικεσίου, και ήρχετο ο Μουλάς μετά του δυστυχούς γαμβρού και του
+ιερέως προς τέλεσιν του γάμου. Κυβέρνησις πατρική, μα την αλήθειαν!
+Αλλ' όπως δήποτε το πράγμα ενέφαινε πρόοδον. Ούτε η μάχαιρα έλυσε το
+ζήτημα, ούτε εκλείσθη εις χαρέμιον η νέα. Ήτο αγαθός άνθρωπος ο
+Μουλάς. Τα του Καίσαρος Καίσαρι!
+
+Περί εμού εν τούτοις τι απεφασίσθη; Επληροφορήθην ότι οφείλω να
+μεταβώ εις θολόν Ποτάμι προς απόκτησιν της ζητουμένης αδείας. Εκεί
+ήτο η έδρα του μεγάλου Αγά, είχον δε να μεταβώσι προς επίσκεψίν του
+μετά δύο ημέρας οι δημογέροντες.
+
+Μετά δύο λοιπόν ημέρας εξεστρατεύσαμεν εκ νέου. Την φοράν ταύτην η
+συνοδία ήτο μεγαλειτέρα, διότι οι δημογέροντες έφερον φόρτωμα οίνου,
+δώρον εις τον Αγάν, εγώ δε είχα σύντροφον και συνοδοιπόρον τον καλόν
+Παντελήν, σύροντα όπισθεν του τον όνον του φορτωμένον με το έν των
+βαρελιών μου. Το άλλο, το οποίον είχεν ήδη κατά το ήμισυ κενωθή,
+έμεινεν εις το χωρίον, ως παρακαταθήκη, υπό την φύλαξιν της
+Παρασκευής.
+
+Μετά πέντε περίπου ωρών οδοιπορίαν εφθάσαμεν εις θολόν Ποτάμι, αλλ'
+ο προβλεπτικός Παντελής δεν ενέκρινε να φέρωμεν το χαβιάρι υπό τους
+οφθαλμούς και την ρίνα του Αγά ή των περί αυτόν Τούρκων, και έμεινε
+με το ζώον του έξω του χωρίου, εις εξοχικήν καλύβην χωρικού γνωστού
+του, όπου εσυμφωνήσαμεν να με περιμείνη. Εγώ δε ακολουθών τους
+δημογέροντας εισήλθα εντός της κωμοπόλεως.
+
+Φρίκη με κατέλαβεν άμα εισεχώρησα εις τας στενάς οδούς της, και είδα
+τα σημεία της εκείθεν διαβάσεως των Τούρκων. Πρώτην τότε φοράν
+έβλεπα της καταστροφής τ' αποτελέσματα. Έως τότε έφευγα προ αυτής
+και ησθανόμην όπισθεν μου ενσκήπτουσαν την θύελλαν, αλλά δεν είχα
+εισέτι ακολουθήσει τα ίχνη της.
+
+Έτος σχεδόν είχε παρέλθει αφ' ότου επάτησαν το θολόν Ποτάμι οι
+Τούρκοι, αλλ' εφαίνετο νωπός έτι ο όλεθρος. Από τας θύρας και τα
+παράθυρα των πλείστων οικιών έλειπον ή εκρέμαντο ημίθραυστα τα
+φύλλα, πολλαχού δε εις τους τοίχους έμενε των σφαιρών η σφραγίς ή
+της πυρκαϊάς το απαίσιον μελάνωμα. Υπό ένα κατεστραμμένον εξώστην
+έβαφε τον λευκόν εισέτι τοίχον η ροή χυθέντων αιμάτων. Τις οίδεν
+οποία σκηνή διωγμού και σφαγής ετελέσθη επί του εξώστου εκείνου!
+
+Μεταξύ των ηρειπωμένων ή κενών οικιών ήσαν καί τινες, των οποίων οι
+εναπομείναντες κάτοικοι επροσπάθησαν να επισκευάσωσι τας ζημίας,
+αλλ' η όλη του χωρίου άποψις εμαρτύρει τρανώς οποίος θρήνος εγένετο
+εντός αυτού, και ήτο εξήγησις ικανή του ενώπιον των Τούρκων δέους
+των πτωχών δημογερόντων μου. Το ιδικόν των χωρίον είχε διαμείνει
+μέχρι τούδε σώον, αλλά πώς ηδύναντο οι δυστυχείς να είναι και περί
+του μέλλοντος ήσυχοι; Μη το θολόν Ποτάμι δεν είχε διαφύγει επίσης
+την πρώτην των Τούρκων προσβολήν; Ότε προ δύο ετών είχον επιπέσει
+κατά της νήσου και την εξωλόθρευσαν όλην, ηλέησαν ή ελησμόνησαν την
+μεσημβρινήν ταύτην άκραν της, οι δε χωρικοί ενόμισαν ότι ο κίνδυνος
+παρήλθε πλέον, ότι εκορέσθησαν οι σφαγείς αρκούντως και ότι η νήσος
+επλήρωσεν ήδη ικανώς τον φόρον του αίματος. Αλλ' ηπατώντο οικτρώς.
+Ότε του Κανάρη το πυρ εξεδίκησε τα πρώτα της Χίου δεινά, και
+αντεβόησε καθ' όλον το πέλαγος ο κρότος της αναφλεχθείσης
+ναυαρχίδος, η δε θάλασσα εκαλύφθη υπό πτωμάτων και ο Καπετάν Πασάς
+εξεψύχησεν ημίκαυστος επί της ακτής, εξεμάνησαν εκ νέου οι Τούρκοι
+και εξεστράτευσαν παμπληθείς κατά των αόπλων Μαστιχοχωριτών,
+βάψαντες και πάλιν μέχρι της λαβής εις αίμα αθώον τα ξίφη των.
+
+Ότε εφθάσαμεν προ της κατοικίας του Μεγάλου Αγά, οι δημογέροντες
+εισήλθον εντός αυτής, εγώ δ' έμεινα εις τον δρόμον, καθώς και εις
+Καταρράκτην, περιμένων και αναλογιζόμενος όσα είδα, προ πάντων δε τα
+αίματα εκείνα επί του τοίχου υπό τον εξώστην.
+
+Μετ' ολίγον μ' έκραξαν και ανέβην εις την αίθουσαν, όπου εκάθητο ο
+Αγάς. Αριστερόθεν και δεξιόθεν του παρεκάθηντο άλλοι Τούρκοι,
+σύμβουλοι και πάρεδροί του, εις δε τας άκρας του θαλάμου, παρά την
+θύραν ίσταντο όρθιοι οι δημογέροντες και άλλοι τινές Χριστιανοί.
+
+Έκλινα ταπεινώς τον αυχένα ενώπιον του μεγαλείου του Αγά. Με ηρώτησε
+διά του διερμηνέως πόθεν έρχομαι;
+
+― Από την Ικαρίαν.
+
+― Πώς ήλθον;
+
+― Με πλοιάριον.
+
+― Πότε;
+
+― Προ τεσσάρων ημερών.
+
+― Τι θέλω;
+
+― Άδειαν να πουλήσω εις τα χωρία την πραγματείαν μου.
+
+Εκεί Αράπης οπλοφόρος πλησιάζει τον Αγάν με την χείρα επί του
+στήθους και την κεφαλήν προς το έδαφος.
+
+― Αγά μου, λέγει, ο νέος αυτός φορεί υποδήματα φραγκικά και θα
+είναι κατάσκοπος.
+
+Και δεικνύει διά της μαύρης χειρός του τους πόδας μου. Εστράφησαν
+προς αυτούς οι οφθαλμοί όλοι και τα ιδικά μου συγχρόνως βλέμματα.
+Πραγματικώς δεν ήσαν χωρικού υπόδεσις αι εμβάδες μου. Τας ηγόρασα
+εις Τήνον και έκοψα τα πτερά όπου αι ταινίαι εδένοντο, νομίσας ότι
+ήρκει τοσαύτη προφύλαξις. Δεν προείδα ο άθλιος ότι το σχήμα των
+ηδύνατο να με προδώση, αλλ' ουδέ μου είχεν έλθει εις τον νουν ότι
+ήθελα ποτέ εκληφθή ως κατάσκοπος.
+
+― Βάλετε τον εις την φυλακήν, διέταξεν ο Αγάς.
+
+Με ήρπασεν αμέσως ο Αράπης από τον βραχίονα και προτού προφθάσω να
+είπω λέξιν, άνευ ουδεμιάς περαιτέρω εξετάσεως προς εξακρίβωσιν των
+υποψιών, τας οποίας τα κατηραμένα μου υποδήματα προεκάλεσαν, με
+οδηγεί εις στενόν δωμάτιον ημιφωτιζόμενον υπό μικρού φεγγίτου, με
+ωθεί βιαίως από των ώμων και με κλείει εντός αυτού.
+
+Ταύτα πάντα έγειναν διά μιας, τοσούτον ταχέως, τοσούτον
+απροσδοκήτως, ώστε ήμην ως ζαλισμένος, ότε ευρέθην εντός της
+φυλακής. Δεν ήξευρα τι μου γίνεται. Ησθανόμην εισέτι επί των ώμων
+και του βραχίονος τας βαρείας του Αράπη χείρας, ήκουα την οργίλην
+προσταγήν του Αγά να με βάλωσιν εις την φυλακήν, ενθυμούμην το
+εργαστήριον και το πρόσωπον του Τηνίου υποδηματοποιού, εντός δε του
+σκότους της φυλακής ενόμισα κατά πρώτον ότι ονειρεύομαι.
+
+Άμα οι οφθαλμοί μου συνείθισαν το σκότος, είδα ότι δεν ήμην μόνος
+εκεί. Δυο χωρικοί εκάθηντο επί του εδάφους. Με παρηγόρησεν η θέα
+των. Υπάρχουν στιγμαί καθ' ας ο άνθρωπος επιζητεί την ερημίαν, αλλ'
+ως επί το πολύ θέλει και επιθυμεί την κοινωνίαν των ομοίων του.
+
+Ήσαν πατήρ και υιός οι δύο φυλακισμένοι, το δ' έγκλημά των ήτο η
+πώλησις μαστίχης. Διότι το ήμισυ περίπου του όλου προϊόντος της
+νήσου εκρατείτο, ως γνωστόν, διά τα χαρέμια του Σουλτάνου, δεν
+επετρέπετο δε εις τους χωρικούς να πωλήσωσι το επίλοιπον ειμή εις
+μόνον τον Αγάν, όστις ώριζε μόνος του την τιμήν της μαστίχης και την
+επλήρονεν όπως και όποτε ήθελεν.
+
+Ο γέρων με ωμίλησε πρώτος ερωτών τις είμαι και διατί εφυλακίσθην,
+και διηγήθη αυτόκλητος την ιστορίαν του. Ο νέος δεν ελάλει, αλλ'
+έκλαιε σιωπηλώς• έκλαιεν, ο δε γέρων, κρατών του υιού του την χείρα,
+διέκοπτε συχνάκις την προς εμέ ομιλίαν, διά να αποτείνη προς εκείνον
+λόγους ενθαρρύνσεως και παρηγορίας.
+
+Η θέα των δύο εκείνων εκλόνισε την καρδίαν μου.
+
+Ενθυμήθην τον πατέρα μου και τον έρημον εις Σπέτσας τάφον του,
+ενθυμήθην την μητέρα και τας αδελφάς μου περιμενούσας εις Τήνον την
+επιστροφήν μου, και ανήλθεν εις τους οφθαλμούς η πλημμύρα της λύπης
+μου, και με κατέλαβε θρήνος και κοπετός, και έχυσα πύρινα δάκρυα.
+Εφοβούμην τους Τούρκους! Καθώς μ' εφυλάκισαν ανεξετάστως ως
+κατάσκοπον, ηδύναντο επίσης και να με καταδικάσωσι. Τι ήτο δι'
+αυτούς ενός Χριστιανού η ζωή; Η δυστυχής μου μήτηρ είχε δίκαιον να
+με αποτρέπη. Διατί να έλθω εις Χίον;
+
+Προς το εσπέρας μας έδωκαν ελαίας και άρτον, μετ' ολίγον δε ο Αράπης
+ελθών μ' εξήγαγε της φυλακής και μ' έφερεν εις σκιάδα εντός του
+κήπου, όπου πέριξ τραπέζης χαμηλής, φορτωμένης από οπώρας ποικίλας,
+εκάθηντο επί ταπήτων τρεις Τούρκοι και δύο Χριστιανοί. Μεταξύ των
+πρώτων ανεγνώρισα τον Μουλά Μουσταφάν, η δε θέα του μου έδωκε
+θάρρος, διότι ο άνθρωπος δεν μου εφάνη κακός κατά την τελευταίαν
+συνοδοιπορίαν μας.
+
+Ήρχισαν εκ νέου να μ' εξετάζωσι τις είμαι και πόθεν και τι θέλω;
+Επανελάμβανα δε τας αποκρίσεις της πρωίας. Προς επικύρωσιν των λόγων
+μου ηθέλησα να επικαλεσθώ του Μουλά την μαρτυρίαν.
+
+― Αγά μου, δεν με είδες. . .
+
+Ο Μουλάς έστρεψεν απ' εμού το πρόσωπον, και ενόησα ότι δεν θέλει να
+με δώση γνωριμίαν. Ηθέλησα ν' αλλάξω ομιλίαν, αλλά περιεπλέχθην, η
+δε σύγχυσίς μου επεσφράγισε την ιδέαν την οποίαν περί εμού συνέλαβε
+της νέας χωρικής ο προστάτης, αφ' ης στιγμής δεν εξετέλεσα ως έπρεπε
+το περί του άνθους πρόσταγμά του.
+
+― Φίλοι μου, είπε Τουρκιστί προς τους συνδαιτυμόνας του. Δεν είναι
+διά κατάσκοπος το ανθρωπάριον τούτο. Δεν τα έχει σωστά. Είναι κουτός
+ο δυστυχής!
+
+Και εξηκολούθησε ταπεινότερα τη φωνή μεταξύ των ο περί εμού λόγος,
+αλλά δεν ήκουα τι έλεγον.
+
+Ο Αράπης μ' έσυρεν έξω της σκιάδος και με ωδήγησε πάλιν εις την
+φυλακήν.
+
+Δεν ήτο εκ των καλλιτέρων νυκτών μου εκείνη, ούτε η επομένη,
+αναγνώστα μου.
+
+Την επιούσαν απήχθησαν της φυλακής οι δύο χωρικοί και δεν
+επέστρεψαν, έμεινα δ' εντός αυτής μόνος και έρημος, μετρών τας ώρας
+και ελεεινολογών την τύχην μου, και συλλογιζόμενος τι άρα ν'
+απέγεινεν ο Παντελής και ο όνος του.
+
+Την επομένην πρωίαν με ωδήγησε πάλιν ο Αράπης ενώπιον του Αγά.
+Εβάδιζα περίλυπος και καταβεβλημένος. Μία μόνη μου έμενεν ελπίς, η
+υπόληψίς μου ως πτωχού το πνεύμα, και ήμην αποφασισμένος να την
+εκμεταλλευθώ ως τελευταίαν σανίδα σωτηρίας. Ο Αγάς εκάθητο ροφών τον
+ναργιλέν του. Ο διερμηνεύς ίστατο πλησίον του με τας χείρας
+εσταυρωμένας επί του στήθους.
+
+― Προσκύνησε τον Αγάν, είπε. Σου δίδει την ελευθερίαν, αλλ' επί όρω
+να υπάγης προς την χώραν, όχι προς τα χωρία, όθεν ήλθες.
+
+Έσκυψα και εφίλησα την άκραν του κρασπέδου του Αγά και υπεχώρησα
+βήματά τινα. Αλλ' εσυλλογίσθην τον Παντελήν και τα βαρέλιά μου και
+τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το μέσον της εις Τήνον επιστροφής.
+
+― Τι χάσκει εκεί; ηρώτησεν ο Αγάς.
+
+― Αγά μου, είπα, αφήκα το υποκάμισόν μου εις το χωρίον και πρέπει
+να υπάγω να το πάρω.
+
+Δεν ενόησεν ο Τούρκος τι λέγω και ηρώτησε τον διερμηνέα. Εκάγχασεν,
+ότε τω εξηγήθη η αίτησίς μου.
+
+― Καλά, είπε, καλά. Σου το φέρουν το υποκάμισόν σου, αλλά συ να
+υπάγης προς την χώραν.
+
+Επροσκύνησα και απεσύρθην. Εις την θύραν μ 'επερίμενεν ο Αράπης,
+προτείνων αγερώχως την παλάμην.
+
+― Τα χαψιάτικα, είπεν !
+
+Είχα λησμονήσει ότι οι φυλακισθέντες υπόκεινται εις του φόρου τούτου
+την απότισιν. Εξήγαγα του κόλπου μου το σακκούλιον εντός του οποίου
+είχα ολίγα γρόσια, το προϊόν της έως τότε πωλήσεως εκ του χαβιαρίου
+μου, και ήρχισα να λύω τους κόμβους μετά προφανούς δυσαρεσκείας.
+Αλλ' οι κόμβοι ήσαν πολλοί και περιπεπλεγμένοι, οι δε δάκτυλοι μου
+δεν έσπευδον εις του εμπλέγματος την λύσιν. Έχασε την υπομονήν ο
+Αράπης, ή μ' ελέησεν ίσως, και υψώσας την χείρα μου την κατεβίβασε
+ραγδαίαν επί του αυχένος, μου απηύθυνε δύο λέξεις όχι φιλόφρονος
+αποχαιρετισμού, και ανεχώρησεν.
+
+Ήμην ελεύθερος, η δε θύρα ήτο ανοικτή. Εξήλθα άνευ χρονοτριβής και
+εβάδισα κατ' ευθείαν προς την έξοδον του χωρίου. Αλλ' η πύλη ήτο
+κλειστή και ουδείς παρ' αυτήν. Ήτο Κυριακή, και οι Χριστιανοί
+ελειτουργούντο εισέτι εις την εκκλησίαν. Η πρώτη μου ώθησις ήτο να
+υπάγω κ' εγώ να ευχαριστήσω τον Θεόν διά την λύτρωσίν μου, αλλ'
+υπερίσχυσεν η επιθυμία του να εξέλθω όσω το ταχύτερον από το θολόν
+ποτάμι και να τρέξω εις αναζήτησιν του Παντελή. Έκαμα τον σταυρόν μου
+εκεί εις το ύπαιθρον, ανέβην επί δένδρου, του οποίου ο κορμός υψούτο
+παρά την πύλην, επήδησα τον τοίχον και ευρέθην εκτός του χωρίου ελαφρός
+και αδέσμευτος. Έτρεξα δρομαίος προς την καλύβην όπου ο Παντελής
+υπεσχέθη να με περιμείνη. Αλλά δυο ημερόνυκτα παρήλθον έκτοτε.
+Περιμένει αρά γε εισέτι;
+
+Η καλύβη ήτο κλειστή. Έκρουσα την θύραν, έκραξα: Παντελή, Παντελή !
+αλλ' ουδείς απεκρίθη.
+
+Όπισθεν της καλύβης ήτο ο σταύλος. Ήνοιξα τον μάνδαλον και εισήλθα
+εντός αυτού και είδα, ώ χαρά μου! είδα τον όνον του Παντελή ησύχως
+εκεί περιμένοντα. Μη γελάσης, αναγνώστα. Τον ενηγκαλίσθην και τον
+εφίλησα ! Ενόησα ότι ο ευλαβής κύριος του εκκλησιάζεται. Δεν με
+παρήτησεν ,ο αγαθός Παντελής ! Μετ' ου πολύ τον είδα επιστρέφοντα.
+Δεν περιγράφω την αμοιβαίαν της συναντήσεως μας αγαλλίασιν.
+
+
+
+ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
+
+
+
+Δεν εβραδύναμεν να ορίσωμεν μετά του Παντελή το δρομολόγιόν μας και
+ν' αρχίσωμεν την οδοιπορίαν μας. Διευθυνόμενοι προς βορράν
+μετεβαίνομεν από χωρίον εις χωρίον, η δε πώλησις του χαβιαρίου
+έβαινε κατ' ευχήν, και ηύξανον βαθμηδόν τα περιεχόμενα του
+σακκουλίου μου.
+
+Ότε επί τέλους ανέβημεν εις τα περικλείοντα τον Κάμπον υψώματα και
+είδα μακρόθεν την πόλιν, εις δε τας υπωρείας των άντικρυ βουνών
+επροσπάθησα ν' ανιχνεύσω το σημείον όπου έκειτο ο Πύργος μας,
+ησθάνθην την καρδίαν μου συστελλομένην εντός του στήθους και τα
+γόνατά μου τρέμοντα. Εκάθησα επί των βράχων και έβλεπα την χλοεράν
+υπό τους πόδας μου έκτασιν υπό του πρωινού ηλίου φωτιζομένην,
+αναμέσον δε των δένδρων διέκρινα τας ποικιλλούσας την πεδιάδα
+κατοικίας, από τας εστίας των οποίων καπνός δεν ανήρχετο.
+
+Δεξιόθεν, εις ημισείας περίπου ώρας απόστασιν, έκειτο η μονή του
+Αγίου Μηνά. Δεν εφαίνετο εκ του σημείου όπου ήμεθα, αλλ' ούτε
+ηθέλησα να επισκεφθώ τα ερείπιά της. Δεν επεζήτουν νέας επί της Χίου
+συγκινήσεις, επεθύμουν μόνον να εκτελέσω τον σκοπόν μου και να φύγω
+όσον τάχιον. Δεν ήθελα να βλέπω την καταστροφήν της πατρίδος μου,
+ούτε Τούρκους να βλέπω ήθελα.
+
+Ο Παντελής εκάθητο πλησίον μου τρώγων το λιτόν πρόγευμά του, ο δε
+όνος του παρέκει κατεγίνετο εις εύρεσιν τροφής μεταξύ των ολίγων επί
+της πετρώδους κορυφής θάμνων. Η όρεξις των δύο συντρόφων μου ήνοιξε
+και την ιδικήν μου, ο δε άρτος και αι ελαίαι του Παντελή και η
+έμφυτος φαιδρότης της απλοϊκής ψυχής του εστερέωσαν το επί στιγμήν
+κλονισθέν φρόνημά μου.
+
+Εντός ολίγου η συνοδία μας ετέθη εκ νέου εις κίνησιν.
+
+Το χωρίον Νεοχώρι, όπου καταβάντες το βουνόν εσταθμεύσαμεν,
+περιέσωζεν έτι και αυτό, καθώς το θολόν Ποτάμι, άφθονα σημεία
+μαρτυρούντα ότι διέβησαν οι Τούρκοι εκείθεν. Αλλ' ήσαν πλειότεραι
+σχετικώς εις αυτό αι επισκευασθείσαι οικίαι, η δ' ερήμωσις εφαίνετο
+εκ πρώτης όψεως ολιγωτέρα. Το καφενείον όπου εκαθήσαμεν προς
+αναψυχήν ήτο πλήρες ανθρώπων. Ούτε Αγάς υπήρχεν εις το χωρίον, ούτε
+φρουρά, ώστε οι χωρικοί έζων κάπως ανετώτερον, προσπαθούντες εν τη
+ησυχία της σήμερον να λησμονήσωσι τα βάσανα της χθες και τους
+ενδεχομένους της αύριον κινδύνους.
+
+Η πρόθεσίς μου ήτο να διατρίψωμεν δύο ή τρεις ημέρας εις Νεοχώρι,
+όπως εκεί ωριμάσω τα σχέδιά μου, αλλ' έμαθα εις το καφενείον
+είδησιν, η οποία ήλλαξε την απόφασίν μου. Έμαθα από των χωρικών τας
+ομιλίας, ότι μοίρα του Τουρκικού στόλου έφθασεν εις Τσεσμέν και ότι
+επεριμένοντο εντός ολίγων ημερών άλλα εκ Κωνσταντινουπόλεως πλοία,
+όπως όλα συνηνωμένα εκπλεύσωσι κατά των Ελλήνων. Ώστε έπρεπε να
+επισπεύσω την αναχώρησίν μου. Οι Τούρκοι ήσαν επί της θαλάσσης
+οποίοι και επί της ξηράς, αλλοίμονον δε εις τ' άοπλα πλοιάρια, άτινα
+έπιπτον εις χείρας των, και εις τους δυστυχείς επιβάτας των ! Δι'
+αυτών επληρόνοντο αι επιτυχίαι του Μιαούλη και του Κανάρη, ταύτα
+ήσαν τ' απατηλά τρόπαια διά των οποίων εκάλυπτον οι Τούρκοι ναύαρχοι
+την καταισχύνην των.
+
+Αλλ' εγώ δεν είχα την ελαχίστην διάθεσιν ν' αποτελέσω τοιούτου
+τροπαίου μέρος, ούτε να προμηθεύσω το πτώμα μου ως στολισμόν εις τας
+κεραίας Τουρκικής ναυαρχίδος, και ήθελα διά παντός τρόπου να
+επιστρέψω εις Τήνον, προλαμβάνων του εχθρικού στόλου την αναχώρησιν.
+
+Έκραξα τον Παντελήν και εξήλθομεν του καφενείου. Ο όνος δεμένος
+έξωθεν αυτού, επερίμενε φέρων εις την ράχιν του το βαρέλιόν μου.
+
+― Παντελή, μείνε συ εδώ να πωλήσης χαβιάρι και περίμενέ με. Εγώ θα
+φύγω.
+
+― Πού πηγαίνεις ;
+
+― Πηγαίνω να ιδώ τον Πύργον μας. Αύριον την αυγήν επιστρέφω.
+
+Επροσπάθησεν ο Παντελής να με μεταπείση, ηθέλησε να με συνοδεύση,
+μου ενθύμισε την εις Θολόν Ποτάμι φυλάκισίν μου, αλλά δεν ήκουα.
+Εσυμφωνήσαμεν πού εντός του χωρίου θα τον εύρω την επαύριον, ηγόρασα
+αξίνην διά να φαίνωμαι ως εργάτης πηγαίνων δι' ημερομίσθιον, και τον
+απεχαιρέτησα.
+
+Ήτο ανήσυχος και πλήρης φόβων εκείνος, αλλ' εγώ ησθανόμην την
+καρδίαν μου ελαφράν. Είχα προαίσθημα ότι θα επιτύχω.
+
+Εβάδιζα προς την έξοδον του χωρίου με την αξίνην επί του ώμου, ότε
+εις το κατώφλιον θύρας ανοικτής είδα ιστάμενον άνθρωπον ενδεδυμένον
+κατά το ήμισυ ευρωπαϊστί και καπνίζοντα. Τον ανεγνώρισα μακρόθεν !
+Ήτο ο Ζενάκης, ο γέρων του πατρός μου φίλος. Αι τρίχες του ήσαν
+λευκότεραι ή προ δυο ετών, το δε πρόσωπόν του ειπέρποτε κατηφές.
+
+Η παρουσία του εις Νεοχώρι μ' εξέπληξε κατά πρώτον, αλλ' ενθυμήθην
+αμέσως ότι είχε κτήματα εκεί. Διέβην ενώπιον του και επροχώρησα
+χωρίς να με αναγνωρίση. Που να γνωρίση υπό την χωρικήν ενδυμασίαν
+μου του φίλου του τον υιόν !
+
+Ενώ διέβαινα έμπροσθέν του εδίστασα, να γνωρισθώ ή όχι; Καλλίτερον
+όχι, και επροχώρησα. Αλλά μετ' ολίγα βήματα μετενόησα. Μου ήλθε διά
+μιας εις την μνήμην ολόκληρος η περίοδος της εν Χίω διαβιώσεώς μας,
+και η ανά πάσαν εσπέραν περιμενομένη επίσκεψίς του, ενθυμήθην τον
+πατέρα μου και ηθέλησα να θλίψω την χείρα του γέροντος και να του
+είπω ότι ο φίλος του απέθανεν. Επέστρεψα προς αυτόν και εστάθην
+ενώπιόν του. Διέκοψε το κάπνισμα εκείνος και με ητένισεν απορών.
+
+― Έχω να σου ειπώ δύο λόγια μυστικά, αυθέντα μου.
+
+― Έλα μέσα, παιδί μου. Τι θέλεις;
+
+Και εισήλθεν εντός της αυλής. Τον ηκολούθησα και έκλεισα όπισθέν μου
+την θύραν.
+
+― Δεν με γνωρίζεις;
+
+― Όχι. Ποίος είσαι;
+
+Είπα το όνομά μου. Ύψωσεν έκπληκτος τας χείρας, με παρετήρησεν επί
+τινας στιγμάς ασκαρδαμυκτί και αρπάσας με εκ της χειρός μ' εφίλησε
+και μ' έσυρεν εις το δωμάτιόν του. Δεν επερίμενα ότι η καρδία του
+ψυχρού εκείνου γέροντος περιέκλειεν όσην ευαισθησίαν τότε μου
+επέδειξε. Με ηρώτησε τι εγείναμεν, πώς εσώθημεν, και διηγήθην τα
+καθέκαστα της φυγής και του πλάνητος βίου μας, του πατρός μου τον
+θάνατον και την εις Τήνον διαμονήν της χήρας μητρός και των αδελφών
+μου. Με ηρώτησε διά τι επανήλθα, και εξεμυστηρεύθην τον σκοπόν μου.
+Ηπόρησε πώς ετόλμησα να αψηφήσω τους κινδύνους του επιχειρήματος και
+με παρεκίνησε να παραιτηθώ αυτού και να επιστρέψω όθεν ήλθα, ανύψωσε
+δε τους ώμους μειδιών, ότε απεκρίθην ότι η απόφασίς μου είναι
+σταθερά και δεν δύναμαι να μεταβάλω γνώμην.
+
+Ηγέρθην και τον απεχαιρέτησα. Μου έδωκε την ευχήν του, με ησπάσθη
+και με ωδήγησεν εις την θύραν. Προτού την ανοίξη έθεσε την χείρα επί
+του ώμου μου και ηθέλησεν εκ νέου να με προτρέψη να λησμονήσω τον
+ταφέντα θησαυρόν και να φύγω εκ Χίου. Αλλ' η δυσκολία ήτο να φθάσω
+έως εκεί όπου ευρισκόμην ήδη. Πώς ν' αναχωρήσω χωρίς ούτε καν να ίδω
+τον Πύργον μας;
+
+― Το έβαλες εις τον νουν σου και ετελείωσεν, είπεν ο γέρων
+δυσανασχετών. Είσαι υιός του πατρός σου! Δεν ήκουε λόγον κ' εκείνος.
+Πήγαινε ! Αν σκαλώσης πούποτε με Τούρκους, επρόσθεσε μετά φωνής
+ηπιωτέρας, μήνυσέ με. Ως πρόξενος κάτι δύναμαι, και ίσως σου
+χρησιμεύσω. Ο Θεός μαζή σου !
+
+Και μου ήνοιξε την θύραν.
+
+Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν του, ήτο δε δύο σχεδόν ωρών η μέχρι
+του Πύργου μας απόστασις. Έσπευσα το βήμα, διότι ήθελα να φθάσω εκεί
+πριν νυκτώση. Πολικός αστήρ ήτο δι' εμέ ο γνωστός λοφίσκος και τα
+δένδρα τα κρύπτοντα την θέαν του επ' αυτού παρεκκλησίου μας.
+
+Εβάδιζα ταχέως με την αξίνην επί του αυχένος, ο δε νους μου
+εδούλευεν. Εσκεπτόμην προ πάντων περί του μέλλοντος. Είχα την
+πεποίθησιν ότι θ' ανεύρω τους δύο σάκκους, και εσυλλογιζόμην πώς θα
+πωλήσω τα χρυσά και αργυρά σκεύη, σχεδιάζων πώς διά του προϊόντος
+αυτών θα μεταβώ μετά της οικογενείας μου εις Ιταλίαν,― εις Αγγλίαν
+ίσως,― και οποίου είδους εμπόριον εκεί θα διοργανίσω, η δε φαντασία
+μου έπλαττεν εικόνας μελλούσης επιτυχίας.
+
+Καθ' όσον όμως επλησίαζα και εξηπλούντο επί της εξοχής αι σκιαί της
+εσπέρας, ήρχισε να με καταλαμβάνη μυστηριώδες τι αίσθημα ανησυχίας.
+Διατί να έλθω μόνος; Διατί να μη αφήσω τον Παντελήν να με συνοδεύση
+; Είχα θεωρήσει ασφαλέστερον να μη τον προσλάβω, φοβηθείς μη
+προκαλέσω υποψίας αν εφαινόμην εκεί με τον σύντροφόν μου και τον
+όνον του. Μόνος ηδυνάμην ευκολώτερον να κρυφθώ, να κατασκοπεύσω και
+να εισχωρήσω εντός του κήπου, τους δε σάκκους είχα κατά νουν να τους
+κρύψω εις το δάσος πλησίον του παρεκκλησίου, και να έλθω την
+επιούσαν με τον Παντελήν να τους παραλάβωμεν. Αλλ' ήδη μετενόουν και
+ηυχόμην να είχα τον Παντελήν πλησίον μου. Η γενναιότης μου
+εκλονίζετο καθ' όσον ήγγιζε της εκτελέσεως η ώρα.
+
+Αλλ' ήτο αργά πλέον. Ήμην παρά τον τοίχον του κήπου μας και έβλεπα
+ήδη εκ του δρόμου το ανώγειον της οικίας μας. Ιδού του μικρού μου
+δωματίου το παράθυρον, ιδού τα δύο του κοιτώνος των γονέων μου,
+ιδού... Αλλά διατί έχουν καφάσια τα λοιπά παράθυρα; Μη έχω λάθος ;
+Όχι... Κατοικείται η οικία μας, κατοικείται υπό Τούρκων ! Εγώ δε εις
+τους δρόμους βλέπω ως ξένος τους τοίχους της και κατασκοπεύω ως
+κλέπτης τα παράθυρά της!
+
+Ηθέλησα να ίδω καλλίτερον, να κορέσω τους οφθαλμούς μου με της
+αποξενώσεώς μου το θλιβερόν θέαμα, και πηδήσας την απέναντι του
+περιβόλου μας φραγήν ανέβην εις τον αμπελώνα, τον οποίον ο δρόμος
+εχώριζεν από τον κήπον μας.
+
+Το έδαφος ήτο ανωφερές, ώστε έβλεπα εκείθεν ολόκληρον την περιοχήν
+μας. Εντός της οικίας και περί αυτήν δεν εφαίνετο ψυχή, αλλ' εις τον
+κήπον γέρων κηπουρός έσκαπτε μετά κόπου το χώμα. Ανεγνώρισα την
+μορφήν του. Ήτο ο ιδικός μας κηπουρός, ο γέρων Γιάννης του οποίου
+την θυγατέρα ηύρα υπηρετούσαν εις την οικίαν του Μαυρογένη εις
+Τήνον. Μετά πόσης χαράς τον ανεγνώρισα ! Ουδ' ήτο άμοιρος εγωϊσμού η
+ευχαρίστησίς μου, διότι απέκτων βοηθόν ασφαλή εις το επιχείρημά μου,
+έφερα δε εις τον γέροντα, ευπρόσδεκτον της συνδρομής του πληρωμήν,
+την χαροποιάν είδησιν ότι η θυγάτηρ του έζη.
+
+Αλλά πώς να συνεννοηθώ μετ' αυτού; Δεν ετόλμων ούτε να τον κράξω,
+ούτε να εισέλθω εντός του κήπου. Ας περιμείνω μέχρις ου νυκτώση, και
+τότε κρυφίως εισχωρών μέχρι της καλύβης του τον ευρίσκω,
+αναγνωρίζομαι και επικαλούμαι την σύμπραξίν του.
+
+Αλλ' έως τότε;
+
+Ο ήλιος είχε κρυφθή όπισθεν του βουνού, αλλ' από του διαυγούς
+ουρανού αντενακλάτο άφθονον το φως της δείλης. Ήτο φαιδρά θερινή
+εσπέρα και ησύχαζεν η γη, υπό δε τα δένδρα εφαίνοντο τα πάντα τόσον
+ευτυχή εις την πεδιάδα ! Δεν συμπάσχει μεθ' ημών η φύσις, η δε
+γαλήνη της επαυξάνει της ανησύχου καρδίας το βάρος!
+
+Κατέβην εκ του αμπελώνος εις τον δρόμον και διηυθύνθην προς το
+παρεκκλήσιον, με την κεφαλήν προς την γην κεκλιμένην, ωσεί προσπαθών
+ν' ανεύρω επί του χώματος τα ίχνη εκείνων μετά των οποίων τοσάκις
+επορεύθην εκεί.
+
+Ήμην εισέτι μακράν του περικυκλούντος τον ναΐσκον άλσους, ότε είδον
+προβαίνουσας εκ των δενδρων μορφάς γυναικείας και παιδία τρέχοντα
+περί αυτάς. Κατέβαινον προς εμέ ενώ εγώ ανέβαινα, δεν ήμην δε πλέον
+εν καιρώ να οπισθοχωρήσω, ότε ανεκάλυψα ότι ήσαν Τούρκισσαι. Τας
+συνώδευεν Άραψ ευνούχος, το ποδήρες του οποίου φόρεμα δεν
+εξεχωρίζετο μακρόθεν από τα των γυναικών.
+
+Παρεμέρισα και διέβη το χαρέμιον, τα δε παιδία ηκολούθουν παίζοντα.
+Έν μόνον εξ αυτών, το τελευταίον, κοράσιον δωδεκαετές περίπου, δεν
+έπαιζε μετά των λοιπών αλλ' επεριπάτει ησύχως φέρον άνθη εις την
+μίαν χείρα, η δ' άλλη εκρέματο εις το πλευρόν του βαρεία. Ενώ
+διέβαινεν ενώπιόν μου εστάθη και με παρετήρησεν. Εξηκολούθησα εγώ
+τον δρόμον μου.
+
+Αίφνης ακούω όπισθεν μου φωνήν γλυκείαν ψιθυρίζουσαν το όνομά μου―
+Λουκή ! Πριν ή προφθάσω να σκεφθώ ότι αν στραφώ προδίδομαι και αν
+φανερωθώ κινδυνεύω, εστράφην. Εστράφην και είδα το κοράσιον
+ιστάμενον ολίγα βήματα μακράν μου. Τα άλλα παιδία είχον προχωρήσει.
+Άμα με είδε στρεφόμενον εγονάτισεν επί του εδάφους. Την εγνώρισα!
+Ηθέλησα να κράξω: Δέσποινα ! αλλ ' έθεσε το δάκτυλον εις τα χείλη
+και ψιθύρισε βλέπουσα με:― Γλύτωσέ με, Λουκή! Και σκύψασα
+επροσποιήθη ότι συλλέγει άνθη, διότι ηκούσθη η βραγχώδης φωνή του
+ευνούχου, επιστρέφοντος διά να περιμαζεύση το ποίμνιόν του. Ηγέρθη η
+Δέσποινα και έτρεξε προς τα άλλα παιδία. Εγώ δε κρυπτόμενος όπισθεν
+των δένδρων ηκολούθησα μακρόθεν την συνοδίαν, μέχρις ου είδα τον
+Αιθίοπα ανοίγοντα την θύραν του κήπου μας και τας γυναίκας μετά των
+παιδίων εισερχομένας εντός αυτού. Τελευταία εισήλθεν η Δέσποινα.
+Προτού διαβή την θύραν εστράφη. Ησθάνετο ότι ακολουθώ τα ίχνη της!
+Εισήλθε μετ' αυτής ο φύλαξ του χαρεμίου, και η θύρα εκλείσθη.
+
+Εκάθησα υπό τα δένδρα με την κεφαλήν εντός των χειρών, προσπαθών να
+συλλέξω τας ιδέας μου.
+
+Η Δέσποινα εις χείρας Τούρκων, Τούρκων κατοικούντων τον Πύργον μας!
+Πώς με ανεγνώρισεν αμέσως, ως να μ' επερίμενε ! Η επίκλησίς της
+αντήχει εις τα ώτα μου•― «Γλύτωσέ με, Λουκή!» Ιδού ο μυστηριώδης
+μαγνήτης όστις με είλκυεν εις Χίον, ιδού προς τι με ωδήγησεν η Θεία
+Πρόνοια ! θα την σώσω! Αλλά πώς; Και μετέβαινα από σχεδίου εις
+σχέδιον.
+
+Επήλθεν εν τούτοις η νυξ, αλλ' όχι το σκότος εισέτι. Η σελήνη είχε
+δύο περίπου ωρών δρόμον μέχρις ου κρυφθή και επρόβαινε βραδέως προς
+την δύσιν της, φωτίζουσα τον ουρανόν άνωθέν μου. Αι ακτίνες της,
+παίζουσαι με των δένδρων τα φύλλα, εσχημάτιζον μυρίας φαντασιώδεις
+σκιάς επί του εδάφους όπου εκαθήμην, και τας έβλεπα, και ήκουα τας
+υλακάς των σκύλων εις τας απεχούσας επαύλεις, και των γρύλλων περί εμέ
+τον θόρυβον, και τους ηχηρούς των βατράχων κοασμούς. Ο νους μου ήτο
+αλλαχού και ήκουα χωρίς να προσέχω, αλλ' ενετυπούντο εις την μνήμην
+μου αι εξοχικαί της σιωπηλής εκείνης νυκτός διαταράξεις, και η οσμή
+των ανθών, και τα παίγνια της σελήνης υπό των δένδρων τους κλώνους.
+
+Ότε έδυσεν η σελήνη, το δε σκότος εκάλυψε την εξοχήν, ηγέρθην,
+επεκαλέσθην την βοήθειαν του Θεού, και επροχώρησα προς τον δρόμον.
+Εβάδιζα άνευ δισταγμών, διότι εγνώριζα τι θέλω. Εσκέφθην και
+απεφάσισα. Το σχέδιόν μου ήτο έτοιμον. Εβάδιζα προς εκτέλεσίν του
+και ο Θεός βοηθός !
+
+Το σκότος ήτο βαθύ, αλλά τα πάντα μου ήσαν γνωστά εκεί, ώστε
+ηδυνάμην με κλειστούς τους οφθαλμούς να εύρω τον δρόμον. Ότε έφθασα
+εις την άκραν του περιβόλου επήδησα τον τοίχον, όστις ήτο εκεί
+χαμηλότερος, και ευρέθην εντός του κήπου. Εστάθην ακίνητος παρά τον
+τοίχον, προσέχων μη ηκούσθη του πηδήματός μου ο κρότος. Σιωπή περί
+εμέ άκρα. Ούτε σκύλου γαύγισμα, ούτε φωνή ανθρώπου. Ολίγα βήματα με
+εχώριζον από την κατοικίαν του κηπουρού. Η θύρα ήτο κλειστή, αλλ'
+έστρεψα τον μάνδαλον και ευρέθην εντός της καλύβης. Ποσάκις την
+επεσκέφθην μικρός, ποσάκις ενταύθα μ' εκάθησεν επί των γονάτων του ο
+γέρων Γιάννης και εχόρτασε με τα εκλεκτότερα του κήπου προϊόντα την
+παιδικήν όρεξίν μου !
+
+Το δωμάτιον ήτο σκοτεινόν, αλλ' ήκουα την ηχηράν αναπνοήν του
+κοιμωμένου γέροντος. Επλησίασα προς αυτόν ακροποδητί. Εφοβούμην μη
+εξυπνήση πριν με αναγνωρίση και ήθελα να προλάβω τον τρόμον του.
+Εγονάτισα πλησίον του, έσκυψα και επρόφερα σιγά το όνομά του
+
+― Γιάννη, Γιάννη, είμ' εγώ, ο Λουκής. Μη τρομάξης. Ο Λουκής.
+
+Εξύπνησεν ο γέρων, εκράτει την αναπνοήν του, αλλ ' ούτε ωμίλησεν
+ούτε εκινήθη. Ενόμιζεν ίσως ότι ονειρεύεται. Έθεσα την χείρα επί του
+βραχίονός του και είπα εκ νέου το όνομά μου. Ανεκάθησεν επί της
+στρωμνής του, αλλά παρήλθεν ώρα ικανή μέχρις ου συνέλθη εντελώς.
+Ηθέλησε ν' ανάψη φως, αλλά τον εμπόδισα και εξηκολουθήσαμεν εις το
+σκότος την συνομιλίαν. Ρίγος χαράς τον κατέλαβεν ότε είπα ότι η κόρη
+του ζη, ότι την είδα εις Τήνον και ότι θα επιστρέψωμεν εκεί ομού.
+Είπα διά τι ήλθα εις τον Πύργον και εζήτησα την συνδρομήν του.
+Ηγέρθη αμέσως, ητοιμάσθη εν βία και ήνοιξε την θύραν της καλύβης.
+
+Πριν εξέλθωμεν τον εκράτησα της χειρός.
+
+― Ποίος κατοικεί τον Πύργον μας, Γιάννη ;
+
+― Του Νεσήπ Αγά το χαρέμι.
+
+― Τι είναι ο Νεσήπ Αγάς ;
+
+― Ένας από τους αρχηγούς των Ανατολιτών, οι οποίοι μας κατέστρεψαν.
+
+― Και αυτός δεν κατοικεί εδώ;
+
+― Αύριον περιμένεται.
+
+― Έχει Χριστιανάς εις το χαρέμι του;
+
+― Μόνον του Καλάνη την κόρην.
+
+― Ο Καλάνης τι έγεινε ;
+
+― Τον έσφαξαν οι Τούρκοι. . .
+
+Ενθυμήθην τον θρήνον της Δεσποίνης ότε μετεβαίνομεν εις το
+παρεκκλήσιον, ακολουθούντες τους γονείς μας•― «Θα σκοτώσουν τον
+πατέρα μου ! Σκοτόνουν οι Τούρκοι ! Θα τον σκοτώσουν !» Το
+προαίσθημά της δεν ανεδείχθη ψευδές, εσφάγη ο πατήρ της..., ο δε
+ιδικός μου ανεπαύετο εις τον έρημον τάφον του εις Σπέτσας !
+
+Εξήλθομεν της καλύβης και διηυθύνθημεν εν σιωπή προς την άκραν του
+κήπου, υπό την γνωστήν μηλέαν. Έδειξα εις τον γέροντα το σημείον. Το
+ενθυμούμην καλώς. Ενόμιζα ότι βλέπω εισέτι τον πατέρα μου σκάπτοντα
+αντικρύ μου, και τους δύο σάκκους εις το χείλος του ανοιγομένου
+λάκκου.
+
+Του κηπουρού η αξίνη εκτύπησε το χώμα και αντήχησεν εις τον κήπον ο
+υπόκωφος κρότος.
+
+― Μη μας ακούσουν, Γιάννη. Σιγά σιγά!
+
+― Δεν έχει φόβον, και αν μας ακούσουν δεν βλάπτει, θα νομίσουν ότι
+σκάπτω διά πότισμα.
+
+Εξηκολούθησεν ο γέρων, ήρχισα δε κ' εγώ αντικρύ του με την αξίνην
+μου ν' ανοίγω τον λάκκον. Αλλ' ενώ οι βραχίονές μου ανέβαινον και
+κατέβαινον μία φωνή τρυφερά μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα μου•―
+«Λουκή, γλύτωσέ με!» Πας της αξίνης κτύπος μου έλεγε δι' εκείνης της
+φωνής: «Λουκή, Λουκή!»
+
+Αίφνης ηκούσθη κρότος μετάλλου προς μέταλλον.
+
+Επήδησα εντός του λάκκου και ήρχισα ν' απωθώ με τας χείρας το χώμα.
+Η αξίνη του κηπουρού έσχισε τον σάκκον. Τον ανύψωσα μετά προσοχής
+και τον απέθεσα παρά την ρίζαν του δένδρου. Υπ' αυτόν ήτο ο έτερος
+σάκκος. Τον έθεσα πλησίον του πρώτου και εγεμίσαμεν πάλιν με το χώμα
+τον λάκκον.
+
+― Τώρα ; ηρώτησεν ο γέρων.
+
+― Τώρα, τους σάκκους εις τον ώμον και εμπρός!
+
+― Πού πηγαίνομεν ;
+
+― Εις Νεοχώρι.
+
+― Ο δρόμος πολύς και το σκότος βαθύ.
+
+― Τόσον το καλλίτερον, Γιάννη. Δεν θα μας ιδή κανείς.
+
+― Αλλά πώς θα έμβωμεν εις το Νεοχώρι με τους σάκκους εις τον ώμον ;
+Και αυτός είναι σχισμένος. Ημπορούν να πέσουν τα πράγματα. Στάσου να
+ιδής.
+
+Και έφυγε τρέχων ο Γιάννης. Μετ' ολίγον επέστρεψε φέρων δύο
+κοφίνους, έθεσεν εις έκαστον αυτών ανά ένα σάκκον, τους εκάλυψεν
+άνωθεν με λάχανα και χόρτα, εφορτώθημεν τους κοφίνους εις την ράχιν
+και εξεκινήσαμεν.
+
+Εχάραζε μόλις, ότε φθάσαντες πλησίον του Νεοχωρίου εκαθήσαμεν επί
+φράκτου παρά τον δρόμον, διά να περιμείνωμεν μέχρις ου εξημερώση.
+Ήμην κατάκοπος, επόνουν οι ώμοι και οι βραχίονες μου υπό το ασύνηθες
+του φορτίου μου βάρος, αλλά δεν εσκεπτόμην περί του καμάτου. Μία
+σκέψις κατεκυρίευε τον νουν μου, μία επιθυμία κατείχε την καρδίαν
+μου, και ησθανόμην ότι τα πάντα χάριν αυτής ήμην ικανός ν' αψηφήσω.
+Ήθελα να λυτρώσω την ορφανήν, η οποία, μ' επεκαλέσθη.
+
+Ότε ο ήλιος ανέτειλεν, εφορτώθημεν τους κοφίνους εκ νέου και
+εξηκολουθήσαμεν τον δρόμον μας, εισήλθομεν δε άνευ δυσκολίας εις το
+χωρίον κατηυθύνθημεν προς την οικίαν του Ζενάκη. Δεν έκρυψεν ούτος
+την ευχαρίστησίν του ότε με είδεν εις την αυλήν του.
+
+― Καλώς τον, ανέκραξε ! Τα εκαταφέραμεν λοιπόν χωρίς να σκαλώσωμεν
+;
+
+Και ιδών όπισθεν μου τον Γιάννην με ηρώτησε τις είναι. Είπα ότι
+είναι ο κηπουρός μας.
+
+― Μου επρόσφερες την συνδρομήν σου, εξηκολούθησα, και έρχομαι να
+την ζητήσω.
+
+― Τι θέλεις ; Σε είδε κανείς; Σε κυνηγούν Τούρκοι;
+
+― Όχι, αλλά κατοικούν τον Πύργον μας Τούρκοι, και είναι σκλάβα εκεί
+Χριστιανή, της οποίας ο πατήρ ήτο πατρικός μου φίλος. Η κόρη με
+είδε, με ανεγνώρισε, μ' επεκαλέσθη και πρέπει να την σώσωμεν.
+
+― Πώς θα την σώσωμεν ; Μη σου επέρασεν από τον νουν να την
+κλέψωμεν;
+
+― Να την εξαγοράσωμεν, απεκρίθην.
+
+― Και που τα χρήματα; Οι Τούρκοι πωλούν ακριβά το ανθρώπινον κρέας,
+όταν μάλιστα είναι τρυφερόν.
+
+― Δεν έχω χρήματα, αλλ' έχω τους σάκκους αυτούς, τους οποίους ο
+θεός μ' εβοήθησε να εύρω.
+
+― Αλλ' αυτά τα πράγματα δεν είναι ιδικά σου μόνον ανήκουν και εις
+την μητέρα και εις τας αδελφάς σου. Δεν τα έκρυψεν ο πατήρ σου διά
+να τα μεταχειρισθής συ όπως θέλεις.
+
+― Το εσκέφθην πολύ πριν το αποφασίσω, αλλ' είμαι βέβαιος ότι δεν
+δυσαρεστώ του πατρός μου την ψυχήν μεταχειριζόμενος ούτω την
+κληρονομίαν του, και ότι από την μητέρα μου ευχάς μόνον και ευλογίας
+θ' ακούσω, όχι παράπονα. Ως προς τας αδελφάς μου, έχω την πεποίθησίν
+μου εις τον Θεόν, ότι θα μ' αξιώση να τας προικίσω πλουσιώτερον από
+το ανάλογόν των εις αυτά τα κειμήλια.
+
+― Λοιπόν είσαι αποφασισμένος να τα δώσης όλα;
+
+― Όλα εάν είναι ανάγκη ! .
+
+Η έκφρασις του Ζενάκη εμαρτύρει ότι δεν κατεδίκαζεν ουδαμώς την
+απόφασίν μου. Ηρώτησε και έμαθε πληρεστέρας περί της κόρης
+πληροφορίας, ηθέλησε δε να ίδη κατά πόσον των σάκκων τα περιεχόμενα
+ηδύναντο να ικανοποιήσωσι του Τούρκου τας αξιώσεις και μας ωδήγησεν
+εις το υπερώον, εντός του κοιτώνος του, όπου εκενώσαμεν τους σάκκους
+και εχύθησαν επί του εδάφους κοχλιάρια μικρά και μεγάλα, και δίσκοι,
+και ζάρφια, και σκεύη ποικίλα χρυσά και αργυρά, εκ των αποτελούντων
+την πολυτέλειαν κατά την εποχήν εκείνην, οπότε αι οικίαι δεν
+επληρούντο υπό των προϊόντων της τέχνης των Παρισίων ή της Βιέννης,
+των βαρυνόντων τας τραπέζας προς επίδειξιν και όχι προς χρήσιν. Τότε
+τα κοσμήματα ήσαν ολίγα αλλά πολύτιμα, μεταδιδόμενα δε από πατρός
+εις υιόν εσχημάτιζον αποταμίευμα αληθές και καταφύγιον εύχρηστον εν
+ώρα ανάγκης.
+
+Παρεκάλεσα τον Ζενάκην να επισπεύση τας μετά του Αγά
+διαπραγματεύσεις, διά να προλάβωμεν και αναχωρήσωμεν εκ Χίου προτού
+εκπλεύση ο Τουρκικός στόλος, αλλ' ο γέρων δεν εβιάζετο και εζήτει να
+χαλινώση την ανυπομονησίαν μου. Υπό την ψυχράν όμως και κατηφή
+μορφήν του εκρύπτετο καρδία αγαθή και γενναία. Ενώ μ' επέπληττεν αφ'
+ενός και με ειρωνεύετο, διέταξεν αφ' ετέρου να ετοιμάσωσι την
+ημίονόν του και ανεχώρησεν εντός ολίγου διά τον Πύργον μας.
+
+Άμα ανεχώρησεν έτρεξα προς ανεύρεσιν του Παντελή. Η παράτασις της εκ
+του χωρίου απουσίας ήρχιζε να στενοχωρή τον αγαθόν χωρικόν. Ο νους
+του ήτο εις την σύζυγόν του.
+
+― Τι θα λέγη η Παρασκευή, επανελάμβανε. Θα μας έχη διά χαμένους.
+
+― Μη σε μέλη, Παντελή. Σου υπόσχομαι να ήσαι οπίσω αύριον το πρωί.
+Θα της χαρίσω όλον το απώλητον χαβιάρι μου, προίκα διά τον
+κληρονόμον όπου σου ετοιμάζει.
+
+Πόσον βραδέως παρήλθον της πρωίας εκείνης αι ώραι. Το πλείστον αυτής
+διήλθα εις τον κήπον του Ζενάκη, όπισθεν της οικίας του,
+περιφερόμενος άνω και κάτω και προσπαθών ν' αναπλάσω διά της
+φαντασίας τα εις τον Πύργον μας κατά την ώραν εκείνην λεγόμενα και
+τας περί εξαγοράς της Δεσποίνης διαπραγματεύσεις. Το τι λέγει ο
+Ζενάκης ήτο εύκολον να το υποθέσω, αλλά τι αρά γε ο Τούρκος
+αποκρίνεται; Δέχεται αντάλλαγμα, ή επιμένει να κρατήση την
+Χριστιανήν, ως μέλλοντα του χαρεμίου του στολισμόν; Και μου ήναπτον
+αι παρειαί και ηγειρόμην και εκαθήμην, πας δε κρότος εις την οικίαν,
+πάσα φωνή εις την οδόν μου εφαίνοντο ότι συνέχονται με της Δεσποίνης
+την λύτρωσιν.
+
+Επί τέλους επέστρεψεν ο Ζενάκης, δεν επέστρεψε δε μόνος. Τον ήκουσα
+ομιλούντα τουρκιστί εις την αυλήν. Τις τον συνοδεύει; Ο Αγάς μήπως ;
+Μη έφερε την Δέσποιναν ; . . .
+
+Εκρυπτόμην υπό τα δένδρα του κήπου, είχα δ' αντικρύ μου το παράθυρον
+του κοιτώνος, όπου ήσαν παρατεταγμένα τα λύτρα της κόρης. Ήκουα
+ομιλούντας εντός αυτού τον Ζενάκην και τον Τούρκον, αλλά δεν
+διέκρινα τι έλεγον. Αίφνης τους βλέπω πλησιάζοντας εις το παράθυρον.
+Ο Αγάς, Τούρκος μεγαλοπρεπής, εκράτει δίσκον και εφαίνετο εξετάζων
+το βάρος, ο δε Ζενάκης, κρατών άλλα εις τας δυο χείρας σκεύη, του τα
+επεδείκνυε. Ανεπτερώθησαν αι ελπίδες μου. Εξετάζει ο Τούρκος, άρα
+δεν αρνείται!
+
+Απεσύρθησαν από το παράθυρον και ήκουσα την φωνήν του οικοδεσπότου
+προστάζοντος να φέρωσι καφέν. Ήκουσα βραδύτερον την θύραν της αυλής
+ανοιγομένην και τον Ζενάκην αποχαιρετίζοντα τον Αγάν. Η θύρα
+εκλείσθη, αλλ ' εγώ δεν εκινήθην. Δεν είχα το θάρρος να εξετάσω τι
+απέγεινεν. Ήλθεν ο Ζενάκης και με ηύρεν εις τον κήπον.
+
+― Τα εσυμβιβάσαμεν, Λουκή. Πηγαίνει να μας φέρη την κόρην. Απόψε θα
+την έχωμεν.
+
+Εχύθην εις τον λαιμόν του και τον εφίλησα και έκλαυσα. Διατί έκλαια;
+Μη η καρδία γνωρίζει διατί πάλλει; Μη επιδέχεται ανάλυσιν της ψυχής
+το ενδόμυχον αίσθημα; Δεν ήλθα χάριν της Δεσποίνης εις Χίον, αλλ'
+όμως τότε, ενώ επερίμενα να την φέρη ο κάτοχος της, μου εφαίνετο ότι
+η ζωή μου ολόκληρος εις εκείνην συνεκεντρούτο. Δεν εσκεπτόμην περί
+του θησαυρού, ούτε περί των σχεδίων τα οποία επί της ευρέσεώς του
+εβάσιζα. Εσκεπτόμην μόνον μετά πόσης χαράς θα φέρω την ορφανήν κόρην
+εις της μητρός μου τας αγκάλας.
+
+Προς το εσπέρας επανήλθεν ο Αγάς φέρων την Δέσποιναν, ανεχώρησε δε
+μόνος με τους δύο κοφίνους του Γιάννη επί του ζώου του. Αφού
+ανεχώρησε μ' έκραξεν ο Ζενάκης εις το δωμάτιόν του.
+
+Η Δέσποινα έτρεξε προς εμέ άμα εισήλθα. Ήθελε να ομιλήση, αλλά δεν
+ηδύνατο να προφέρη ειμή μόνον τ' όνομά μου• Λουκή, Λουκή ! Και
+έρρεον τα δάκρυά της. Έτεινα τας χείρας. Τας ήρπασε και ηθέλησε να
+τας φιλήση. Την έσυρα επί του στήθους μου, αλλά δεν την ησπάσθην.
+Δεν ετόλμησα.
+
+Την αυτήν εκείνην νύκτα ανεχωρήσαμεν από Νεοχώρι μετά του Γιάννη. Ο
+όνος του Παντελή έφερε την Δέσποιναν μετημφιεσμένην ως παίδα
+χωρικόν, ασφαλείας χάριν. Η καλή Παρασκευή μας υπεδέχθη με ανοικτάς
+αγκάλας, χάρις δε εις τον σύζυγόν της εύρομεν εις τον λιμενίσκον,
+όπου ο Κεφάλας με είχεν αποβιβάσει, πλοιάριον επί του οποίου την
+επομένην εσπέραν απεπλεύσαμεν με άνεμον ούριον, και την επαύριον
+πρωί αφίχθημεν σώοι εις Τήνον.
+
+Η χαρά της μητρός μου ότε με επανείδε δεν περιγράφεται. Τα χαρμόσυνα
+τότε δάκρυα της, ήσαν το μέτρον όσης λύπης υπέφερε κατά την απουσίαν
+μου.
+
+― Δεν σου έφερα τα κειμήλια σου, μάνα μου ! Ιδού τι σου έφερα.
+
+Και ώθησα την Δέσποιναν προς την αγκάλην της. Το εγνώριζα ότι την
+ωδήγουν εις μητρός αγκάλην, την δυστυχή ορφανήν!
+
+Επανέλαβα αμέσως τας εργασίας μου πραγματοποιήσας το πρό τινος
+ματαιωθέν σχέδιον του συνεταιρισμού, και μετέβην εις Σύρον, όπου
+μετ' ου πολύ μετέφερα την οικογένειαν. Ο Θεός ηυλόγησε τους κόπους
+μου, επροίκισα και υπάνδρευσα τας αδελφάς μου μετά των συνεταίρων
+μου, τέσσαρα δε έτη μετά την τελευταίαν εκ Χίου αναχώρησίν μου,
+ενυμφεύθην, με την ευχήν της μητρός μου, την Δέσποιναν.
+
+Μετά τινα χρόνον, ανεχώρησα μετ' αυτής και μετέβημεν εις Αγγλίαν.
+
+Ο βίος ημών διήλθεν ευτυχής έκτοτε, αλλ' ουδέποτε εν μέσω της
+επελθούσης ευημερίας λησμονήσαμεν της νεότητός τας δοκιμασίας.
+Πολλάκις, όταν βλέπω στολισμένας τας θυγατέρας και τας εγγόνας μου,
+την δε σύζυγόν μου περικοσμούσαν με τους συρμούς της Ευρώπης τας
+λευκάς της τρίχας, ενθυμίζω εις αυτήν το βρακί το οποίον εφόρει, ότε
+την ωδήγουν μετημφιεσμένην επί του όνου του Παντελή, και γελώμεν και
+οι δύο και ευχαριστούμεν εκ βάθους καρδίας τον Θεόν.
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Loukis Laras, by
+Demetrios or Demetrius Bikelas or Vikelas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOUKIS LARAS ***
+
+***** This file should be named 29062-0.txt or 29062-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/9/0/6/29062/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.