diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:46:42 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:46:42 -0700 |
| commit | 036d5d7b835f4256238fd6fc09534f92e7b53e82 (patch) | |
| tree | 00b0cf201a109241c837617bf37f973fcf5134b7 /29062-0.txt | |
Diffstat (limited to '29062-0.txt')
| -rw-r--r-- | 29062-0.txt | 4646 |
1 files changed, 4646 insertions, 0 deletions
diff --git a/29062-0.txt b/29062-0.txt new file mode 100644 index 0000000..3a85a2b --- /dev/null +++ b/29062-0.txt @@ -0,0 +1,4646 @@ +The Project Gutenberg EBook of Loukis Laras, by +Demetrios or Demetrius Bikelas or Vikelas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Loukis Laras + +Author: Demetrios or Demetrius Bikelas or Vikelas + +Posting Date: March 28, 2012 [EBook #29062] +First Posted: June 7, 2009 +Last Updated: November 3, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOUKIS LARAS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. +The spelling of the book has not been changed otherwise. + +Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά +τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. + + + + +ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΙΚΕΛΑ + + + + + +ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ + + + +ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΤ' ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ +ΥΠΟ +ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΡΑΛΛΗ + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +ΕΚΔΟΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΔΟΝΗΣ 1892 + + + +Παραδίδομεν εις το Ελληνικόν κοινόν τετάρτην έκδοσιν του Λουκή Λάρα, +εικονογραφημένην ταύτην. + +Το έργον του κ. Δ. Βικέλα δεν έχει βεβαίως ανάγκην να παρουσιασθή με +συστάσεις του εκδότου προς Έλληνας αναγνώστας, εις ους είνε ήδη +αρκούντως γνωστόν• άλλως δε, αν ήτο τοιαύτη ανάγκη, θα είχε να +παρουσιάση τίτλους πολύ ισχυροτέρους, την εις τας πλείστας των +ευρωπαϊκών γλωσσών μετάφρασίν του παρά ξένων λογίων, οίτινες ούτω +διετράνωσαν την εκτίμησίν των προς το ελληνικόν έργον. Τούτο μόνον +ίσως δεν πρέπει ν' αφήσωμεν ασημείωτον ενταύθα, την γενομένην +εργασίαν της εικονογραφήσεως αυτού. + +Πρώτην φοράν, νομίζομεν, ελληνικόν βιβλίον αξιούται να εικονογραφηθή +πρωτοτύπως, αλλά συνάμα και τόσον τελείως και αριστοτεχνικώς όσον το +παρόν. Η εργασία αύτη εξετελέσθη υπό ονομαστού Έλληνος καλλιτέχνου, +του εν Παρισίοις ζωγράφου κ. Θεοδώρου Ράλλη. Ο κ. Ράλλης, γνώστης +του ελληνικού βίου, κατώρθωσε διά της γραφίδος αυτού να +αισθητοποιήση, ούτως ειπείν, την εν τω βιβλίω υπάρχουσαν ζωήν. Η +γραφίς του καλλιτέχνου συμπληρούσα ούτω την εργασίαν του συγγραφέως +παρουσιάζει ημίν τον Λουκήν Λάραν και τους άλλους συμπαθείς ήρωας +του διηγήματος υπό τον τέλειον τύπον, υφ' ον εξ αρχής εδημιούργησεν +αυτούς η εύχαρις φαντασία του συγγραφέως. + +Γ. ΚΑΣΔΟΝΗΣ. + + + + +Οι διαβιώσαντες εν Αγγλία ομογενείς θ' αναγνωρίσωσιν ευκόλως τον υπό +το όνομα του Λουκή Λάρα υποκρυπτόμενον Χίον. Συχνάκις ήκουσα αυτόν +διηγούμενον της νεότητάς του τας δοκιμασίας. Περί τα τέλη του βίου +του επεχειρίσθη κατά προτροπήν μου να γράψη ιδιοχείρως τας +αναμνήσεις του, ότε δε πρό τινων ετών απεβίωσεν, ανευρέθη μεταξύ των +εγγράφων του το χειρόγραφον, υπό ταινίαν φέρουσαν το όνομά μου. +Εκδίδων αυτό σήμερον εύχομαι, όπως αναγνωσθή παρ' άλλων μεθ' όσου +εγώ ενδιαφέροντος ήκουα τας προφορικάς του γέροντος διηγήσεις. + + + + +ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ + + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. + + +Κατά τας αρχάς του έτους 1821 ευρισκόμην εις Σμύρνην. Ήμην τότε +εικοσαετής σχεδόν. Προ επτά ήδη ετών ο διδάσκαλος μου, ο Παππά +Φλούτης, θεός συγχωρέσοι τον, είχε βεβαιώσει τον πατέρα μου, ότι +έμαθα πλέον όσα γράμματα αρκούν εις άνθρωπον μέλλοντα να μετέλθη το +εμπόριον• ο δε πατήρ μου είτε πεισθείς υπό των λόγων του αγαθού +ιεροδιδασκάλου, είτε θεωρών το σχολείον του πρακτικού βίου ως +ωφελιμώτερον δι' εμέ, δεν ενέκρινε να με αφήση εις Χίον προς +εξακολούθησιν των σπουδών μου, αλλά μ' επήρεν έκτοτε εις Σμύρνην, +παραλαβών με κατ' αρχάς μεν ως μαθητευόμενον, μετ' ου πολύ δε ως +εταίρον εις το εμπορικόν του κατάστημα. + + +Ο Ύψιστος εν τούτοις ηυλόγει τους κόπους μας. Το ισοζύγιον εκάστου +έτους ήτο παχύτερον του προηγηθέντος, και η εμπορική μας υπόληψις +εστερεούτο επί μάλλον και μάλλον εις την αγοράν της Σμύρνης. Άλλως +τε,― δύναμαι μετά υπερηφανείας να το είπω,― απ' αρχής ο πατήρ μου +είχεν αποκτήσει όνομα καλόν και υπόληψιν άκραν, διότι ήτο τιμιώτατος +και ακριβέστατος εις τας συναλλαγάς του. Οφείλω δε να προσθέσω, (και +δεν το λέγω διά να επαινεθώ, γνωρίζων εκ πείρας, ότι ο εαυτόν +επαινών ή πλανάται, ή συχνάκις άλλους θέλει ν' απατήση,, αλλά το +λέγω ως φόρον υικής ευγνωμοσύνης,) ότι την επιτυχίαν εις το στάδιον +του εμπορικού μου βίου την χρεωστώ, προ παντός άλλου, εις τας αρχάς +της τιμιότητος, τας οποίας από της παιδικής έτι ηλικίας μου +ενέπνευσεν ο πατήρ μου. Καθ' όσον ηύξανον τα κέρδη εξετείνετο +βαθμηδόν των εργασιών μας ο κύκλος, ταυτοχρόνως δε και των βλέψεων +μας ο ορίζων. Αι μετά ξένων εν Ευρώπη ανταποκριτών σχέσεις δεν +εξήρκουν πλέον προς ικανοποίησιν της εμπορικής μας δραστηριότητος. +Δύο ή τρεις εκ των συμπολιτών μας, νέοι Κολόμβοι του ελληνικού +εμπορίου, είχον ήδη κατ' εκείνα τα έτη στήσει εις Λονδίνον την +σκηνήν των. Το τρόπαιον εκείνων ετάραττε τον ύπνον μας, το δε +παράδειγμά των υπέκαιε τους φιλοδόξους πόθους μας, όθεν εσχεδιάζετο +να μεταβώ κατά το φθινόπωρον εις Αγγλίαν μεθ' ενός των εκ μητρός +θείων μου. Είχα μάλιστα αρχίσει να διδάσκωμαι την Αγγλικήν υπό +Άγγλου τινός ιερωμένου, είδους Παππά Φλούτη, όστις βεβαίως πολλά δεν +με έμαθεν. Αλλ' ίσως δεν ήτο ιδικόν του το πταίσμα. Ας μη καθάπτωμαι +της μνήμης των πρώτων διδασκάλων μου! + +Ο νους και του πατρός και των περί ημάς συγγενών ή φίλων και εμού +αυτού ήτο αποκλειστικώς προσηλωμένος εις το έργον μας. Περί Φιλικής +Εταιρίας και τεκταινομένης επαναστάσεως ουδέ το ελάχιστον +εγνωρίζομεν. Συνησθανόμεθα μεν αορίστως πως και ημείς, μεθ' όλων των +τότε Ελλήνων, τον προς την ελευθερίαν οργασμόν, εβλέπομεν εις +Σμύρνην Ευρωπαίους κρατούντας υψηλά την κεφαλήν, και μετά πικρίας +ενδομύχου εμακαρίζομεν τα αυτόνομα Χριστιανικά έθνη, είχομεν αμυδράς +τινας ιστορικάς γνώσεις περί της Γαλλικής επαναστάσεως και +νεφελώδεις τινάς ελπίδας εθνικής αποκαταστάσεως, στηριζομένας κυρίως +εις την εξ Άρκτου προσδοκωμένην αρωγήν, τας δ' εορτάς συνερχόμενοι +εψάλλομεν και ημείς του Ρήγα τα άσματα• αλλ' όμως δεν εφανταζόμεθα +ουδαμώς ότι ευρισκόμεθα εις παραμονάς εθνικής εκρήξεως. + +Διηρχόμεθα τον βίον ήσυχοι εντός του Χανίου, την μεν ημέραν εν μέσω +των ποικίλων εμπορευμάτων μας, την δε νύκτα εντός του μικρού +δωματίου, άνωθεν της αποθήκης, όπου εκοιμώμεθα ο πατήρ μου κ 'εγώ. +Τας Κυριακάς ελειτουργούμεθα τακτικώς εις την αγίαν Φωτεινήν, ενίοτε +δε επεσκεπτόμεθα οικογένειάν τινα εκ των εν Σμύρνη διαβιούντων Χίων. +Σπανίως, άπαξ ή δις του έτους, περί το Πάσχα ιδίως, επηγαίνομεν προς +αναψυχήν εις τα παρακείμενα χωρία, και τότε αναπνέοντες αέρα καθαρόν +και βλέποντες δένδρα και αγρούς ενθυμούμεθα την Χίον και τον πύργον +και τον κήπον μας, και μας εφαίνετο βαρύτερος τότε ο από της +οικογενείας χωρισμός. + +Ούτω διήρχοντο αι ημέραι και παρήρχετο ο καιρός, η δε κυρία μου +σκέψις ήτο περί της μελλούσης εις Αγγλίαν αποδημίας. Τα όνειρά μου +περί τούτο περιεστρέφοντο, και ήσαν όνειρα υπό πάσαν έποψιν χρυσά. +Αλλ' εξαίφνης και ησυχία και εργασία και σχέδια και όνειρα, τα πάντα +διά μιας ανετράπησαν. + +Κατά τας αρχάς Μαρτίου μίαν νύκτα εξύπνησα έντρομος. Είχα ακούσει +τουφεκισμούς αλλεπαλλήλους εις τον ύπνον μου. Ανεκάθησα επί του +στρώματος με τα ώτα προσεκτικά και τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις +το σκότος. + +Ο πατήρ μου εκοιμάτο βαθέως. Μη ήτο όνειρον; Όχι ! Πιφ, παφ , πάλιν +και κραυγαί συγχρόνως άγριαι. Εξύπνησα τον πατέρα μου και ηκούομεν +αμφότεροι. + +Καθ' όλην την νύκτα εξηκολούθησαν εκ διαλειμμάτων ο κρότος και η +ταραχή. Δεν ηδυνάμεθα να εικάσωμεν τι συμβαίνει. Και πώς να το +μάθωμεν; Είχομεν την περιέργειαν να εξέλθωμεν, αλλ' ο φόβος ήτο +ισχυρότερος και εμένομεν εντός του δωματίου. + +Προς τα εξημερώματα κατέβημεν εις την πλατείαν του Χανίου, όπου +εύρομεν και άλλους εκ των κατοίκων του συνηγμένους, εις την αυτήν ως +ημείς απορίαν και την αυτήν ανησυχίαν. + +Τα Χάνια, καθώς ίσως γνωρίζεις, αναγνώστα, είναι συνήθως ωκοδομημένα +εν είδει φρουρίου. Έξωθεν τείχοι υψηλοί και στερεοί, εν τω μέσω αυλή +ύπαιθρος, τετράγωνος ή επιμήκης, επί της αυλής αι θύραι και τα +παράθυρα των αποθηκών και των οικημάτων, η δε συγκοινωνία μετά του +έξω κόσμου διά πύλης σιδηράς κλεισμένης την νύκτα. + +Ότε την αυγήν ήνοιξαν οι φύλακες την πύλην, εμάθομεν ότι αφ' εσπέρας +είχεν έλθει διαταγή να οπλισθώσιν οι Τούρκοι• διά τούτο οι +νυκτερινοί τουφεκισμοί και οι αλαλαγμοί των. Αλλά προς τι ο +εξοπλισμός; Πόθεν ο προκαλέσας το διάταγμα κίνδυνος; Τοιαύτας +ερωτήσεις απηυθύνομεν προς τους έξωθεν ερχομένους, αλλ' ουδέν +ακριβές επληροφορούμεθα. Είς έλεγε, στάσις των Γενιτσάρων άλλος, +πόλεμος Ρωσσικός• τινές εψιθύριζον, επανάστασις των Χριστιανών. + +Ούτω διήλθεν η ημέρα εκείνη. Ήτο Σάββατον. Ημείς δεν εξήλθομεν του +Χανίου, αλλ' από της πύλης εβλέπομεν ενόπλους και αγρίους τους +Τούρκους περιφερόμενους εις τας οδούς. + +Την επιούσαν υπήγομεν κατά το σύνηθες εις την λειτουργίαν. Κατ' +εκείνην την Κυριακήν δεν επρόκειτο να ομιλήση ιεροκήρυξ, ώστε το +πλήρωμα της εκκλησίας είδε μετ' απορίας τον ιερέα αναβαίνοντα επί +του άμβωνος. Δεν ανέβη να μας διδάξη τον λόγον του θεού, αλλά προς +ανάγνωσιν Πατριαρχικού αφορισμού. + +Ηκούομεν πάντες εμβρόντητοι τον αναγινώσκοντα τας φοβεράς εκείνας +κατάρας και τους φρικώδεις εξορκισμούς. Ηκούσαμεν τα ονόματα του +Σούτσου και του Υψηλάντου ως ενόχων και προδοτών. Ενοήσαμεν ότι +πρόκειται περί κινημάτων επαναστατικών εν Βλαχία και περί μυστικών +συνωμοσιών, και εβλέπομεν ο είς τον άλλον εντός της εκκλησίας, και +αντηλλάσσοντο ψιθυρισμοί και ερωτήσεις και απορίαι. Τι αρά γε +εσήμαινεν η αφοριζομένη επανάστασις ; οποία η πηγή του κινήματος; +Εγνωρίζομεν μόνον, ότι ο Υψηλάντης ήτο μέγας και πολύς εν Ρωσσία, +και κάπως υπεθέσαμεν ότι επρόκειτο περί Ρωσσικής τινος υποκινήσεως, +ότι εγένετο προανάκρουσμά τι Ρωσσοτουρκικού πολέμου. Αλλά ταύτα +πάντα διετυπούντο μόλις ως συμπερασμοί, αόριστοι και συγκεχυμένοι +πολλώ πλέον ή όσον δύναμαι σήμερον ενταύθα να παραστήσω. + +Και οι Τούρκοι όμως της Σμύρνης ήσαν εις το σκότος εισέτι ως προς τα +διατρέχοντα, ουδ' είχον ακριβώς εννοήσει ότι οι ραγιάδες αφ' εαυτών +επανέστησαν. Ενόμιζον ότι εκ Ρωσσίας επέρχεται ο κίνδυνος. Ουχ +ήττον, ευθύς απ' αρχής ο φανατισμός αυτών εξηγέρθη. Επρόκειτο περί +πολέμου κατ' απίστων• άρα πας χριστιανός εχθρός, πας δε ραγιάς +πρόχειρον θύμα. Από της πρώτης λοιπόν ημέρας εμαύρισε δι' ημάς ο +ορίζων και μας κατεπλάκωσε την ψυχήν η ανησυχία και ο φόβος. + +Αι λέξεις αύται, ανησυχία, φόβος, συχνάκις ήδη διέφυγον τον κάλαμόν +μου. Αλλά προς τι να επιδείξω γενναιότητα, την οποίαν ούτε είχομεν, +ούτε ηδυνάμεθα να έχωμεν ; Μη, αναγνώστα, μειδιάσης, αναλογιζόμενος +ότι είμαι Χίος και αποδίδων εις φυλετικήν δήθεν ιδιοσυγκρασίαν την +ατολμίαν μου. Ήθελα να σ' έβλεπα τότε εις την θέσιν μου, όσον +γενναίος και αν φρονής ότι είσαι. Άοπλοι, απροστάτευτοι, +ταπεινωμένοι από την δουλείαν, εκτεθειμένοι εις του πρώτου +εξηγριωμένου Τούρκου την οργήν ή και την μάχαιραν, άνευ της +ελαχίστης ελπίδος του να τύχωμέν ποτε δικαιοσύνην ή καν εκδίκησιν, +πώς ήτο δυνατόν ημείς, οι ταπεινοί έμποροι του Χανίου της Σμύρνης, +να έχωμεν γενναιότητα; Προς τι ηδύνατο η γενναιότης να μας +χρησιμεύση; Υπομονήν μόνον είχομεν, μας εχρειάζετο δε υπομονή πολλή, +διότι η ζωή μας έκτοτε ήτο διαρκής αγωνία και μακρόν μαρτύριον. Αλλ' +έχει και η υπομονή τα όριά της. Ενίοτε εξαντλείται και την +διαδέχεται τότε είτε η απόγνωσις, είτε η απελπισία εκείνη η άγουσα +εις τον ηρωισμόν. Πολλά ηρωισμού παραδείγματα και κατά την Ελληνικήν +επανάστασιν και εις την γενικήν των ανθρώπων ιστορίαν, την γραπτήν +και την άγραφον, είναι ίσως απελπισίας τοιαύτης παραγόμενα. Εμέ ο +Θεός μ' εφύλαξεν από την απόγνωσιν, η δε φύσις δεν με προητοίμασε +διά την απελπισίαν του ηρωισμού. Αλλ' όμως ποτέ δεν μου εξηντλήθη η +υπομονή και η ελπίς, και πολλάκις εδόξασα επί τούτω τον Ύψιστον. + +Ολίγας ημέρας μετά την Κυριακήν εκείνην του αφορισμού, υπήγα μίαν +πρωίαν εις το Χάνι των Εβραίων, προς σύναξιν χρημάτων. Είχα +εισπράξει ποσόν τι και έθετα εντός του κόλπου μου τον περιέχοντα τα +συναχθέντα σάκκον, ότε ακούω αίφνης κραυγάς και ποδοβολητόν, και +βλέπω χείμαρρον Χριστιανών και Εβραίων φευγόντων δρομαίως προς ημάς. +Πριν ή ο Εβραίος μου προφθάση να κλείση την θύραν, η σκοτεινή +αποθήκη είχε πληρωθή υπό εντρόμων ομοθρήσκων του. + +Αι διακεκομμέναι φράσεις, τας οποίας εψιθύριζον εις την Ισπανικήν +διάλεκτόν των, δεν μ' εφώτισαν ούτε με καθησύχασαν• δεν εγνώριζον +και αυτοί τι συνέβη και διατί έφευγον. + +Αφού ο θόρυβος εκόπασε και επανήλθεν έξω η ησυχία, ηνοίξαμεν μετά +προσοχής την θύραν. Βαθμηδόν και αι λοιπαί αποθήκαι ηνοίγοντο, οι δε +εντός αυτών καταφυγόντες εξήρχοντο ενθαρρυνθέντες, και από στόματος +εις στόμα εγνώσθη επί τέλους η αληθής του τρόμου εκείνου αιτία. + +Kάμηλος φέρουσα φορτίον βάμβακος ωλίσθησεν εις την στενήν της αγοράς +oδόν και πίπτουσα έθραυσεν ενός εργαστηρίου την θύραν. Ο κρότος της +κρημνισθείσης θύρας, αι κραυγαί των αγωγιατών και των εντός του +εργαστηρίου Εβραίων, η συρροή περί την πεσούσαν κάμηλον, ταύτα πάντα +εξελήφθησαν εν ακαρεί ως αρχή οχλαγωγίας και επήλθε παραζάλη γενική +και φυγή και τρόμος. + +Όταν υπάρχη η απαιτουμένη δόσις ψυχολογικής προδιαθέσεως, δεν +απαιτείται πολύ προς διάδοσιν πανικού φόβου. Ατυχώς δε υπήρχε λόγος +ισχυρός προς ύπαρξιν τοιαύτης προδιαθέσεως. Διότι των Τούρκων ο +ερεθισμός οσημέραι ηύξανεν, ήσαν δε γνωσταί αι εις την συνοικίαν των +συναθροίσεις και είχον ακουσθή απειλαί προσεχούς επιθέσεως. Αλλ' εγώ +ουδέν εισέτι περί τούτων εγνώριζα, ουδέ προέβλεπα νέας κατά την +ημέραν εκείνην συγκινήσεις. + +Απεχαιρέτησα λοιπόν τους Εβραίους, εδίπλωσα επί του στήθους το +φόρεμα προς πλειοτέραν προφύλαξιν του εντός του κόλπου μου σάκκου, +και εκίνησα διά να επιστρέψω εις τα ίδια. Αλλά μόλις εισέβην εις την +κεντρικήν της αγοράς οδόν, ακούω κραυγάς εκ νέου και αλαλαγμούς, και +πριν έτι λάβω τον καιρόν ν' αποσυρθώ ή προφυλαχθώ, ευρίσκομαι εντός +σμήνους Τούρκων τρεχόντων με τα ξίφη εις χείρας γυμνά. Πώς δεν με +κατεπάτησαν, πώς δεν μ' εφόνευσαν, δεν δύναμαι και τώρα εισέτι να +εννοήσω. + +Το ρεύμα με παρέσυρε. Έτρεχα κ' εγώ μετ' αυτών. Ήρπαζα εδώ κ' εκεί +λακτίσματα και γρονθοκοπήματα, αλλ' έτρεχα, έτρεχα κατάτρομος, μη +γνωρίζων ούτε που πηγαίνω, ούτε τι θ' απογίνω, αλλ' ουδέ σκεπτόμενος +περί τούτου. Ήτο ως όνειρον, αλλ' όνειρον φρικτόν. Εγνώριζα κάλλιστα +τας οδούς της Σμύρνης, αλλ' οποίας οδούς διηρχόμην δεν έβλεπα, ουδέ +τώρα ενθυμούμαι. + +Ενθυμούμαι μόνον, ότι εις μίαν του δρόμου στροφήν είδα του Χανίου +μας την θύραν αντικρύ μου και την ανεγνώρισα. Ήτο ημίκλειστος. Δεν +γνωρίζω πώς ευρέθην εντός του Χανίου, εις το δωμάτιόν μου, πλησίον +του πατρός μου. Όλα ταύτα έμειναν συγκεχυμένα εις την μνήμην μου. + +Ενθυμούμαι ότι ευρέθην κείμενος επί του στρώματος, ύπτιος, +ασθμαίνων• και, άνωθέν μου, κλίνων την κεφαλήν ο πατήρ μου μ' +ερράντιζε με ύδωρ ψυχρόν. + +Ενθυμούμαι ότι ησθάνθην βάρος επί του στήθους πολύ, και τότε μόνον +συλλογισθείς τον σάκκον έφερα την χείρα εις τον κόλπον μου και τον +εσήκωσα από το στήθος. + +Ενθυμούμαι το μειδίαμα του πατρός μου, ότε τω παρέδωκα τον σάκκον. +Το μειδίαμα εκείνο το υπέλαβα τότε ως έκφρασιν ευχαριστήσεως διά των +χρημάτων την διάσωσιν. Αλλ ' αφού απέκτησα κ' εγώ τέκνα, τότε μόνον +εννόησα την αληθή του σημασίαν. + +― Τι με μέλει τώρα περί χρημάτων; δια σε, υιέ μου, με μέλει ! + +Ιδού του πατρικού εκείνου μειδιάματος η έννοια. Με ηγάπα ο πατήρ +μου• με ηγάπα περιπαθώς. Ποτέ δεν μου το απέδειξε δι' εκχύσεων ή +επιδείξεων τρυφερότητας. Μόνον αφού απέθανε και δεν τον είχα πλησίον +μου, και ανεπόλουν τας περιπέτειας και τα ελάχιστα περιστατικά της +πολυετούς συμβιώσεως μας, τότε μόνον ενόησα και εξετίμησα ακριβώς +τον βαθμόν της προς εμέ στοργής του. Διατί τούτο ; Αρά γε διότι +απαιτείται να απολέσωμέν τι, όπως αισθανθώμεν την αξίαν του όλην; Ή +μη διότι αι συμφοραί και τα δεινοπαθήματά μου ήνοιξαν βραδύτερον τον +νουν και μου επλάτυναν την καρδίαν; + +Πού εν τούτοις οι Τούρκοι εκείνοι έτρεχον; Κατόπιν το έμαθα. +Διηυθύνοντο προς την συνοικίαν των Φράγκων με κακούς κατά των εκεί +κατοικούντων σκοπούς. Ευτυχώς ο πασάς προλαβών ίσχυσε να τους +κατευνάση και ουδέν απευκταίον συνέβη την ημέραν εκείνην. Δεν είχεν +εισέτι επέλθει της αληθούς τρομοκρατίας η αρχή. Και όμως η οχλαγωγία +εκείνη, η πρώτη Τούρκων ενόπλων κατά Χριστιανών διαδήλωσις, η πρώτη +μου πραγματικού κινδύνου συναίσθησις, έμεινεν εγκεχαραγμένη εις την +μνήμην μου, ζωηρότερον ίσως των όσων μετέπειτα είδα και έπαθα. + +Από της ημέρας εκείνης οι Τούρκοι εγένοντο επιθετικώτεροι. Αίμα +εισέτι δεν εχύνετο, αλλ' αι ύβρεις, αι απειλαί, τα βλοσυρά βλέμματα, +η επίδειξις των όπλων, ήσαν προοίμια επίφοβα της επερχομένης +καταιγίδος. Διότι τα πράγματα εδεινούντο, και εξηπλούτο η +επανάστασις. Εις πάσαν δε κραυγήν ελευθερίας των Ελλήνων +ανταπεκρίνετο νέα του τουρκικού φανατισμού έκρηξις, μέχρις ου επί +τέλους έλειψε πας φραγμός και αφηνίασαν ως μαινόμενοι οι Τούρκοι, +και έσφαξαν και ελεηλάτησαν και ηνδραπόδισαν. + +Αι ειδήσεις δεν ήρχοντο μέχρις ημών ούτε τακτικώς ούτε ακριβώς, αλλ' +έφθανεν όπως δήποτε έως των μυχών του Χανίου μας η αντήχησις των +πρώτων εκείνων της εθνεγερσίας σεισμών. Ούτως εμανθάνομεν τα εν +Βλαχία συμβαίνοντα, ούτως ηκούσαμεν μίαν ημέραν, ότι ο Μωρέας +εσηκώθη, ότι ο αρχιεπίσκοπος Πατρών και οι προεστώτες της +Πελοποννήσου ετέθησαν επί κεφαλής του κινήματος,― συγχρόνως δε ήλθεν +η φήμη, ότι η Ύδρα και αι Σπέτσαι επανέστησαν. + +Ότε, ανατρέχων δια της μνήμης εις το ένδοξον εκείνο παρελθόν, +συλλογίζομαι τα καθέκαστα, και αναλύων τας τότε εντυπώσεις μου +εξετάζω αυτάς ως αντανάκλασιν, ούτως ειπείν, της κοινής τότε γνώμης, +καταλήγω συχνάκις εις το συμπέρασμα, ότι η ευθύς απ' αρχής του +αγώνος συμμετοχή των ναυτικών μας νήσων εις το εθνικόν κίνημα +συνετέλεσε, πλειότερον ίσως αφ' όσον πολλοί την σήμερον δύνανται να +εννοήσωσιν, εις την στερέωσιν και την διάδοσιν της επαναστάσεως. Δεν +λέγω τούτο διά την μεγίστην υλικήν βοήθειαν, την οποίαν τα ελληνικά +πλοία παρέσχον εις το έθνος, ούτε διά τα λαμπρά κατορθώματα, δια των +οποίων περιεβλήθη νέον στέφανον αμαράντου δόξης το ελληνικόν όνομα. +Όχι• ταύτα τα είδομεν και τα ενοήσαμεν κατόπιν. Αλλ' ευθύς απ' +αρχής, ότε ημείς οι ζώντες μακράν του κρατήρος της εθνικής εκρήξεως +ηκούσαμεν ότι οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται και οι Ψαριανοί +ανεπέτασαν την σημαίαν της ελευθερίας, συνησθάνθημεν ζωηρότερον περί +τίνος επρόκειτο. + +Οι πλοίαρχοι της Ύδρας και των Σπετσών και των Ψαρών εξεπροσώπευσαν, +δι' ορατού τρόπον τινά και συγκεκριμένου στοιχείου, τον γενικόν, τον +πανελλήνιον χαρακτήρα της Επαναστάσεως. Διότι πολλοί εξ αυτών ήσαν +γνώριμοι, πολλοί εθεωρούντο ως φίλοι, τα ονόματα και τα πρόσωπά των +ήσαν γνωστά εις όλους τους λιμένας, εις πάσας τας αγοράς, όπου +υπήρχον Έλληνες. Ώστε, ότε ηκούσαμεν ότι οι άνδρες εκείνοι, οι +γνώριμοι, οι φίλοι μας, αγωνίζονται υπέρ Πίστεως και Πατρίδος και +ωρκίσθησαν ή να ελευθερωθώσιν ή να αποθάνωσιν, ηλεκτρίσθημεν όλοι +πολύ περισσότερον ή ότε εμάθομεν του Υψηλάντου το κίνημα, ή και +αυτής της Πελοποννήσου την εξέγερσιν. + +Ομιλώ περί των πρώτων αρχών του αγώνος και των πρώτων εντυπώσεων. +Κατόπιν επήλθον άλλαι αφορμαί, όπως συναισθανθώμεν το αδιάρρηκτον +του μετά των επαναστατών συνδέσμου μας. Οι Τούρκοι, σφάζοντες και +καταστρέφοντες και ανδραποδίζοντες απανταχού άνδρας αόπλους και τα +γυναικόπαιδα, εφρόντιζον να μας ενθυμίζωσι το αλληλένδετον του +γένους, και αν ημείς είχομεν διάθεσιν να το λησμονήσωμεν. + +Συγχώρει, αναγνώστα, τας παρεκβάσεις μου. Η γεροντική μου χειρ, +υπείκουσα εις της γεροντικής μου καρδίας την ώθησιν, αρέσκεται +ενδιατρίβουσα εις τας συσσωρευμένας αναμνήσεις των παθημάτων και των +εντυπώσεων της νεότητός μου. Η πρόθεσίς μου είναι να περιορισθώ εις +την αφήγησιν των περιπετειών του βίου μου. Αλλ' ο βίος ενός εκάστου +ημών αποτελεί μικράν μονάδα συνεχομένην μετά του συνόλου των +κυκλούντων ημάς στοιχείων. Πώς να χωρίζω εκάστοτε τας περιδονήσεις +του ευτελούς ατόμου μου από της κινήσεως του γενικού ανεμοστροβίλου, +εντός του οποίου παρεσύρετο ; + +Διά τούτο, και διότι είμαι γέρων, δεν θ' αποφεύγω ίσως πάντοτε τας +τοιαύτας παρεκβάσεις γράφων τ' απομνημονεύματά μου. Αλλ' ουδεμίαν +έχεις υποχρέωσιν να με αναγνώσης μέχρι τέλους, αναγνώστα μου. Ότε +ήσο μικρός και σε έλεγε παραμύθια η τροφός σου, τα έλεγε διά να +ευχαριστήση όχι μόνον την ιδικήν σου περιέργειαν, αλλά και την +ανάγκην, την οποίαν η ιδία συνησθάνετο να τα λέγη. Σ' έπαιρνεν ίσως +ο ύπνος ενίοτε. Αλλ' εξηκολούθει λέγουσα εκείνη, και συ εξυπνών +ήκουες του διηγήματος το τέλος. Ιδού διατί ενθυμείσαι την αρχήν +μόνον και το τέλος πολλών παραμυθιών, χωρίς ίσως να γνώριζες, διατί +δεν ενθυμείσαι την μέσην. Αλλά το ιδικόν μου παραμύθι δεν έχει καθ' +εαυτό ούτε αρχήν ούτε τέλος• ώστε δύνασαι να κοιμηθής από τούδε, +αναγνώστά μου. Δεν με διακόπτεις. + +Τα πρώτα περί της Επαναστάσεως ακούσματα ήλθον μέχρις ημών κατά την +μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Οποία Τεσσαρακοστή και τι Πάσχα ήτο εκείνο ! +Επηγαίνομεν τακτικώς εις την εκκλησίαν, καθόσον μάλιστα εκεί +μετεδίδοντο αι ειδήσεις, συχνάκις ψευδείς, συνήθως εξωγκωμέναι, αλλ' +επί τέλους αι μόναι ειδήσεις τας οποίας εμανθάνομεν. Και μη υποθέση +τις ότι μας απέσπα τον νουν η περί ταύτα φροντίς από των +εκκλησιαστικών τελετών. Απ' εναντίας! Το θρησκευτικόν αίσθημα ήτο +ισχυρόν τότε, τα δε παθήματα του γένους ενεσαρκούντο, ούτως ειπείν, +δι' ημάς εις τα πάθη του Χριστού, και αι κατανυκτικαί ακολουθίαι της +Μεγάλης Εβδομάδος εξεπροσώπουν την ψυχικήν κατάστασιν του πληρώματος +της Εκκλησίας. + +Περί τα μέσα της Μεγάλης Εβδομάδος φήμαι απαίσιοι διεδόθησαν. +Ηκούσθη ότι γίνονται φυλακισμοί και δημεύσεις και σφαγαί εις +Κωνσταντινούπολη, ότι πολλοί εκ των προκρίτων του γένους +απεκεφαλίσθησαν. + +Την Κυριακήν του Πάσχα, εμάθομεν ότι εθανατώθη και ο μέγας +Διερμηνεύς, ο Μουρούζης, ο δε τρόμος των αλλεπαλλήλων τούτων +ακουσμάτων επέρριπτε πέπλον πένθους εις τα ευφρόσυνα της Αναστάσεως +τροπάρια. + +Μετ' ολίγας ημέρας διεδόθη φοβερά και καταπληκτική αγγελία. Ο +Πατριάρχης εκρεμάσθη! Το πτώμα του εδόθη παίγνιον και όργιον εις +τους Εβραίους ! Και μας εθέρισε την καρδίαν η είδησις και μας έκοψε +τα γόνατα ! + +Διότι ήμεθα υπό το κράτος διπλού αισθήματος πάντες• της φρίκης, την +οποίαν εις πάντα Χριστιανόν, εις πάντα Έλληνα, επροξένει η κατά του +ιερού προσώπου του Πατριάρχου, του Εθνάρχου, ιεροσυλία• και της +συναισθήσεως, ότι ουδενός πλέον εξ ημών η ζωή ήτο εξησφαλισμένη. Εάν +η Κυβέρνησις αυτή του Σουλτάνου απετόλμα τοιαύτα εις την πρωτεύουσαν +κατά των αρχηγών, κατά των προκρίτων του γένους, οποίους κινδύνους +διετρέχομεν οι άσημοι ραγιάδες ημείς εκ της αχαλινώτου θηριωδίας των +Τούρκων της Σμύρνης, και έτι μάλλον των της Ανατολής ; + +Είχον ήδη προ ημερών αρχίσει να συσσωρεύωνται περί την Σμύρνην σμήνη +άτακτα αγρίων οπλοφόρων, τους οποίους η δίψα του αίματος και της +λεηλασίας είλκυεν από τα βάθη της Ανατολής. Ο πασάς εφαίνετο εισέτι +κηδόμενος της ασφαλείας των κατοίκων και εκράτει εκτός της πόλεως τα +θηρία, εκείνα. + +Αλλ' η γειτνίασίς των εξήπτε και ηρέθιζε τους εγχωρίους Τούρκους. +Εγίνοντο ούτοι από ημέρας εις ημέραν απειλητικώτεροι και εκ των +απειλών μετέβαινον εις την πράξιν. Η χειρ έπιπτε συχνάκις επί της +μαχαίρας, και ήρχιζεν η μάχαιρα να εξέρχηται ευκόλως της θήκης, +πολλοί δε αθώοι επληγώθησαν καί τινες εθανατώθησαν εις τας οδούς της +Σμύρνης. + +Αλλά ταύτα ήσαν αι απαρχαί της θυσίας. Κατόπιν επήλθον τα όργια της +λύσσης, αι σφαγαί και οι εμπρησμοί και αι αιχμαλωσίαι, όχι μόνον εις +τας οδούς και τας αγοράς και εις των Χριστιανών τας οικίας, αλλά και +υπό τας σημαίας των Προξενείων, και επί αυτών έτι των ευρωπαϊκών +πλοίων, από των οποίων εκατοντάδες φυγάδων ηρπάγησαν και εσφάγησαν. +Αλλά ταύτα μετέπειτα τα επληροφορήθην. Δεν τα είδα, και δεν θέλω να +γράφω ειμή μόνον όσα είδα και υπέφερα. + +Πολλοί εν τούτοις, από των πρώτων ημερών, ήρχισαν κρυφίως να +φεύγωσι. Ανά πάσαν σχεδόν ημέραν εμανθάνομεν ότι εγένετο άφαντος εκ +των γνωστών μας τις. Τι έπαθε! Μη τον εφόνευσαν ; Μη κρύπτεται +φοβηθείς ; Εγίνετο επί τέλους γνωστή η φυγή του. Το δε παράδειγμα +των φευγόντων, και ο φόβος των οσημέραι αυξανόντων κινδύνων, δεν μας +άφινον να ησυχάσωμεν, τον πατέρα μου και εμέ. Μας κατέλαβεν +ακατάσχετος ο πόθος της φυγής. Άλλο δεν εσκεπτόμεθα ειμή πώς ν' +αναχωρήσωμεν. + +Το δε πράγμα από ημέρας εις ημέραν απέβαινε δυσκολώτερον. Αι +Τουρκικαί αρχαί δεν επέτρεπον πλέον την αναχώρησιν των ραγιάδων. +Ελέγετο μάλιστα, αλλά δεν ηθέλομεν εισέτι να το πιστεύσωμεν, ελέγετο +ότι οι πρόξενοι έλαβον διαταγάς ν' απωθώσι τους επί ξένων πλοίων +προσφεύγοντας. Δεν το επιστεύομεν, και όμως ήτο αληθές. Ευτυχώς +ευρέθησαν και πρόξενοι και πλοίαρχοι έχοντες σπλάγχνα, και μη +θέλοντες να γίνωσι προμηθευταί σφαγίων εις τους Τούρκους! + +Κατ' εκείνας τας ημέρας αφίχθη εις Σμύρνην αρχαίος του πατρός μου +φίλος, ο καπετάν Βισβίλης, κυβερνήτης γολέτας υπό Ρωσσικήν σημαίαν. +Ανέπνευσεν ο πατήρ μου, ότε μίαν πρωίαν τον είδεν εισερχόμενον εις +το Χάνιον προς επίσκεψίν μας. Ο αγαθός πλοίαρχος ήρχετο να μας +προσφέρη το πλοίον του. Εντός τριών ημερών, μετά την παράδοσιν του +φορτίου, υπεσχέθη να μας μεταφέρη εις Χίον. + +― Εις την Χίον ; ανέκραξα, ότε μου εξεμυστηρεύθη ο πατήρ μου την +απόφασίν του. Μη εκεί θα είμεθα ασφαλέστεροι απ' εδώ ; + +― Εκεί θα είμεθα όλοι ομού με την μητέρα και τας αδελφάς σου. Ή θα +σωθούμεν μετ' αυτών, ή όλοι ομού ας καταστραφώμεν ! + +Εν τω μεταξύ προητοιμαζόμεθα. Αλλ' ούτε καιρόν διά προετοιμασίας +είχομεν, ούτε ηθέλομεν να προδώσωμεν δι' ακαίρων μέτρων το μυστικόν +σχέδιόν μας. Τα εμπορεύματα απεφασίσαμεν να τα παραιτήσωμεν εις το +έλεος του Θεού, τα δε ασύνακτα χρέη εις των οφειλετών μας την +συνείδησιν, εάν διασωθώσι και εκείνοι. Περιεσυνάξαμεν όσα χρήματα +ηδυνήθημεν, και την τρίτην ημέραν μετά καρδίας παλλούσης +επεριμένομεν του ηλίου την δύσιν, κατά την μετά του φίλου πλοιάρχου +συνεννόησιν. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'. + + + +Το φως του ηλίου είχε κρυβή, αλλά δεν είχεν εισέτι επέλθει της +νυκτός το σκότος, ότε , κλείσαντες την αποθήκην, εξήλθομεν του +Χανίου. Η πύλη ήτο εισέτι ανοικτή. Δεν είχομεν ούτε σάκκον, ούτε +δέμα, ουδ' άλλο τι δυνάμενον να υποδείξη τους σκοπούς μας. Εις τους +κόλπους μας μόνον και εντός των ενδυμάτων εκρύψαμεν ό,τι ηδυνάμεθα +να φέρωμεν μεθ' ημών ασφαλώς και κρυφίως. + +Ουδείς των γειτόνων ή συγκατοίκων εγνώριζε το μυστικόν μας. Αλλά +κατ' εκείνην την στιγμήν μου εφαίνετο ως να το γνωρίζη ο κόσμος +όλος• μου εφαίνοντο αι εισέτι ανοικταί θύραι και τα επί της αυλής +παράθυρα ως να είχον οφθαλμούς και να έβλεπον, διά μέσου των +φορεμάτων, τα βάθη των κόλπων μας και, βαθύτερον έτι, των καρδιών +μας τα διανοήματα. Παρά την πύλην ίστατο ο γέρων φύλαξ με τας χείρας +επί των νώτων. + +― Πώς τόσον αργά έξω; μας ηρώτησε. Διά πού; + +― Πηγαίνομεν εις την εκκλησίαν, απεκρίθη ο πατήρ μου. + +Δεν ήτο ούτε ημέρα ούτε ώρα εσπερινού. Δεν ετόλμησα να είπω λέξιν +προς τον πατέρα μου, αλλ' ήμην βέβαιος, ότι ο γέρων Οθωμανός ενόησεν +ότι φεύγομεν και ότι θα τρέξη να μας καταδώση. Πάσα σκιά μακρόθεν +μοι παρίστατο ως Γιανίτσαρος ή Ζεϊβέκης κρατών σπάθην εις τας +χείρας• ανά παν βήμα ανέμενα απροσδόκητόν τινα καταστροφήν. + +Χάριτι θεία ουδεμία απευκταία συνάντησις διετάραξε την πορείαν μας. +Ο πλοίαρχος είχεν ορίσει πού θα τον εύρωμεν, εις απόκεντρον της +πόλεως άκραν, και μας επερίμενεν εις το παράλιον• η λέμβος ήτο +παρέκει• ερημία και ησυχία επί της ακτής άκρα, και η εσπέρα +σκοτεινή. Επηδήσαμεν εντός της λέμβου και εμπρός ! + +Μόνον ότε ανέβημεν επί του πλοίου, ησθάνθην το στήθος μου +ελαφρότερον και ανέπνευσα ελευθέρως. Ξένα πλοία δεν είχον εισέτι +συληθή υπό των Τούρκων, ώστε, υπό την Ρωσσικήν της γολέτας σημαίαν, +εφρόνουν ότι πας άμεσος κίνδυνος εξέλιπε. Εφανταζόμην δε, ότι +φεύγοντες την Σμύρνην εφεύγομεν τους τρόμους και τα βάσανα και τους +κινδύνους, και ελησμόνουν την πρώτην μου απ' αρχής εντύπωσιν, ότι +μεταβαίνοντες εις Χίον δεν εσωζόμεθα από τους Τούρκους. + +Άλλως τε, όσω το εσκεπτόμην τόσω επειθόμην ότι εκεί ηθέλομεν μείνει +αβλαβείς και ήσυχοι. Οι ολίγοι της Χίου Τούρκοι ήσαν εξημερωμένοι +επί τέλους δε ήσαν ολίγοι. Οι Χίοι ήσαν εργατικοί, φιλήσυχοι και +ειρηνικοί. Ευημερούντες και αυτοδιοικούμενοι, ήσαν οι ευτυχέστεροι +των Ελλήνων τότε. Δεν υπήρχεν άρα πιθανότης ούτε η επανάστασις να +μεταδοθή εις Χίον, ούτε των Τούρκων η οργή και ο φανατισμός να +εκσπάσωσι κατά των κατοίκων. Όθεν έβλεπα με ήσυχον την καρδίαν της +αναχωρήσεως τας προετοιμασίας. Η άγκυρα εκρέματο ήδη από της πρώρας• +άμα ανήλθομεν επί του καταστρώματος η λέμβος ανηρτήθη, τα ιστία +ηπλώθησαν και απεπλεύσαμεν. + +Εκοιμήθην την νύκτα ωραία. Αφ' ότου οι νυκτερινοί εκείνοι +τουφεκισμοί με είχον εξυπνήσει κατά τας αρχάς Μαρτίου, ο ύπνος μου +ήτο διακεκομμένος και ανήσυχος, εσχάτως δε οι αυξάνοντες κίνδυνοι +και αι περί φυγής σκέψεις μου εκράτουν τα βλέφαρα ανοικτά και +διηρχόμην αγρύπνους τας νύκτας. Αλλ' επί του πλοίου ησθανόμην +ασφαλής. Εσκεπτόμην ολίγον την ματαιωθείσαν εις Αγγλίαν αποδημίαν, +μου ήρχετο κατά νουν η τρομερά εκείνη εν τη αγορά παραζάλη, ότε +έτρεχα άκων εν μέσω των Τούρκων, εφανταζόμην που και που, ότι έβλεπα +ενώπιον μου τον Πατριάρχην επί της αγχόνης, αλλά τα δυσάρεστα +φαντάσματα απεδίωξε βαθμηδόν της σωτηρίας η συναίσθησις, η προσδοκία +της μετά της μητρός και των αδελφών μου συναντήσεως και αι γλυκείαι +της παιδικής ηλικίας αναμνήσεις. Η νεότης είναι φύσει αμέριμνος και +εύελπις• δεν αρέσκεται να ενδιατρίβη εις τα θλιβερά. Αι της Σμύρνης +αναμνήσεις διελύθησαν βαθμηδόν υπό το πρίσμα ευχαρίστων +ονειροπολημάτων και απεκοιμήθην εν γαλήνη, ναναριζόμενος από του +σκάφους το τρίξιμον και από την ομαλήν επί των ελαφρών κυμάτων +κίνησίν του. + +Την αυγήν, ότε ανήλθα επί του καταστρώματος, ο ήλιος είχε μόλις +ανατείλει. Αντικρύ μας εφαίνετο η Χίος, κεκαλυμμένη υπό διαφανούς +πρωινής ομίχλης. Μακράν δε, προς τ' αριστερά, ο πατήρ μου τείνων +σιωπηλώς την χείρα μου έδειξεν, ως σμήνος λευκών περιστερών, σειράν +ιστίων επικαθημένων επί του ορίζοντος. Ο γέρων Βισβίλης,― νομίζω ότι +τον βλέπω ενώπιον μου τώρα, ενώ γράφω,― όρθιος επί της πρύμνης, με +τας δύο χείρας επί του μετώπου και κύκλω των οφθαλμών, ητένιζε μετά +προσοχής, ωσεί προσπαθών να μετρήση τα πλοία. + +― Έρχονται, ή φεύγουν; ηρώτησεν ο πατήρ μου. + +― Πηγαίνουν προς την Σάμον, απεκρίθη ο πλοίαρχος. Ο θεός μαζή των ! + +― Αμήν, υπέλαβεν ο πατήρ μου. Και οι δύο γέροντες έκαμαν τον +σταυρόν των. + +Πρώτην τότε φοράν επεφάνη εις εμέ συσσωματωμένη η ιδέα της +Επαναστάσεως, η αίσθησις της Εθνεγερσίας. Αι λευκαί εκείναι +περιστεραί ήσαν του Ελληνικού στόλου τα πλοία. Επ' αυτών εκυμάτιζε +του Σταυρού η σημαία. Και διέτρεχον τα πλοία εκείνα τας Ελληνικάς +θαλάσσας ελεύθερα, και ήσαν επ' αυτών άνδρες γενναίοι και άφοβοι, +και επεδείκνυον από παραλίαν εις παραλίαν την σημαίαν των, +εμψυχούντες τους Χριστιανούς και αψηφούντες τους Τούρκους, και επί +της σημαίας εκείνης ήσαν χαραγμέναι αι λέξεις « Ελευθερία ή +θάνατος!» + +Ότε είδα τους δύο γέροντας τοσούτον συγκινημένους ησθάνθην εν εμαυτώ +αίσθημα απερίγραπτον, απερίγραπτον τοσούτω μάλλον, καθόσον ήτο +αόριστον και συγκεχυμένον. Ησθάνθην ως να εγίνετο πλατύτερον το +στήθος και υψηλότερον το σώμα μου. Αλλ' ήτο στιγμιαίον και παροδικόν +το αίσθημα. Ίσως δε, ίσως γράφων τώρα, περιγράφω μάλλον τι ηδυνάμην +να συναισθανθώ τότε, ή ό,τι πραγματικώς και ακριβώς συνησθάνθην. + +Μετ' ολίγας ώρας απεβιβαζόμεθα εις Χίον. + +Επερίμενα να ίδω κατά το σύνηθες την παραλίαν πλήθουσαν, και +γνωρίμους και φίλους επί της προκυμαίας, και ν' ακούσω τα εύθυμα Κ α +λ ώ ς ω ρ ί σ α τ ε και τους χαριεντισμούς, οίτινες άλλοτε, κατά +τοιαύτας περιστάσεις, αντηλλάσσοντο μεταξύ της αποβάθρας και της +λέμβου. Αλλά το παρά την αποβάθραν καφενείον ήτο κενόν, η προκυμαία +έρημος, έρημος η αγορά. Εις τας θύρας μόνον εργαστηρίων τινών οι +ιδιοκτήται, κατηφείς και σιωπηλοί, μας έβλεπον απορούντες και μας +εχαιρέτων διαβαίνοντας. + +Η θέα της γενικής εκείνης κατηφείας με κατετάρασσε και μου ήρχετο να +φωνάξω ερωτών τους προ των εργαστηρίων πραγματευτάς:― Δι' όνομα +θεού, τι έπαθεν η Χίος; τι συμβαίνει; Αλλ' εβάδιζα κατόπιν του +πατρός μου ακολουθών τα ίχνη του, και δεν ήμην συνειθισμένος να +λαμβάνω την πρωτοβουλίαν ποτέ, εκείνου παρόντος. + +Ευτυχώς ουδ' εκείνος εκρατήθη επί πολύ, αλλ' εισχωρήσας εις +εργαστήριον αρχαίου γνωρίμου του απηύθυνεν, άνευ προοιμίου +εξηγούντος την παρουσίαν μας, την αυτήν εκείνην ερώτησιν, ήτις μου +ήρχετο εις τα χείλη. + +― Ηύρες την ώραν να επιστρέψης, φίλε μου. Εδώ είναι κόσμου +χαλασμός. + +Αύται ήσαν αι πρώται του εμπόρου λέξεις. Αλλ' η τοιαύτη μελαγχολική +υποδεξίωσις δεν τον εμπόδισεν από του να μας επιδείξη την +ευχαρίστησίν του επί τη μετά του πατρός μου συναντήσει. Μας ηνάγκασε +να καθήσωμεν, επέμεινε να μας κεράση και μεταξύ φιλοξενών μας +διηγήθη τα διατρέξαντα. + +Τότε εμάθομεν ότι ο στόλος, τον οποίον είδομεν την αυγήν πλέοντα +προς την Σάμον, είχε διαμείνει δέκα ημέρας εις τα παράλια της Χίου, +υπό τον ναύαρχον Τομπάζην, προς εξέγερσιν της νήσου, αλλ' ότι οι +Τούρκοι, άμα ιδόντες τα Ελληνικά πλοία, συνέλαβον τον αρχιερέα και +τους προκρίτους, τους οποίους εισέτι εκράτουν ως ομήρους εντός του +φρουρίου, οι δε χωρικοί δεν εκινήθησαν, και απέπλευσεν άπρακτος ο +στόλος. Και μας αφηγήθη λεπτομερώς ο εργαστηριάρης των δέκα εκείνων +ημερών τας περιπετείας, και απηρίθμει τα ονόματα των συλληφθέντων +ομήρων, ονόματα σεβαστά και προσφιλή, και περιέγραφε μετά +συγκινήσεως τον τρόμον, τον οποίον η σύλληψίς των καθ' όλην την +νήσον ενέσπειρε. Διότι ήσαν ήδη γνωσταί αι εν Κωνσταντινουπόλει +σφαγαί, η δε κράτησις των ομήρων εθεωρήθη, ευλόγως, ως προοίμιον +χειροτέρων παθημάτων. Ώστε ενοήσαμεν, διατί ήτο έρημος και κατηφής η +πόλις. Ενοήσαμεν δε ταυτοχρόνως, ότι η Σμύρνη δεν ήτο η μόνη +επικίνδυνος διαμονή• ότι όπου ένοπλοι Τούρκοι και υπόδουλοι Έλληνες, +εκεί θηριώδης αγριότης εξ ενός και διαρκής αφ' ετέρου αγωνία. + +Κατηυθύνθημεν σιωπώντες προς την οικίαν μας. Ότε έκρουσεν ο πατήρ +μου την θύραν, είδα έν δάκρυ σιωπηλόν επί της παρειάς του. Αλλ' εγώ +ησθανόμην την καρδίαν μου σειομένην υπό της φαιδράς πλημμύρας +αρχαίων αναμνήσεων, και ότε ήνοιξε την θύραν η Ανδριάνα, η ορφανή +της τροφού μου θυγάτηρ, η εύθυμος συμπαίκτρια των παιδικών μου +χρόνων, η αφωσιωμένη της μητρός μου υπηρέτρια, ότε ήνοιξε την θύραν +και ιδούσα ημάς απροσδοκήτως ενώπιον της, έκθαμβος και περιχαρής +ήνοιγε τα χείλη να φωνάξη της ελεύσεώς μας την αγγελίαν, εγώ εχύθην +και, πριν έτι προφθάση να κράξη, έκλεισα με την μιαν χείρα το στόμα +της, με την άλλην δε έσυρα την λευκήν ουράν του χιακού κεφαλοδέσμου +της, και ελύθησαν αι πλεξίδες της, και έμεινεν εις την χείρα μου η +λευκή οθόνη. Ελησμόνησα κατ' εκείνην την στιγμήν και το προς τον +πατέρα μου σέβας, και τα διελθόντα επτά έτη αφ' ότου ήμην απών, και +τους οιωνούς, υπό τους οποίους επέστρεφα εις την πατρικήν οικίαν. + +Η χαρά της μητρός μου, ότε μας είδεν, επεσκίασε παν άλλο της +αίσθημα. Την ηύρα γεροντοτέραν αφ' ό,τι την εγνώριζα την καλήν μου +μητέρα, αι δε αδελφαί μου, τας οποίας αφήκα παιδία μικρά, ήσαν ήδη +ανθηρά κοράσια. Ω! Μετά πόσης χαράς επιστρέφει τις μετά μακράν +απουσίαν εις την οικίαν, όπου εγεννήθη, πλησίον εκείνων τους οποίους +παιδιόθεν ηγάπησε! Πόσον γλυκείαι αι ώραι των πρώτων συναντήσεων και +αι περιποιήσεις προσφιλούς μητρός οδηγούσης τον επανακάμπτοντα υιόν +εις το παλαιόν δωμάτιον, εις την κλίνην, όπου προ ετών δεν εκοιμήθη, +και αι ασυνάρτητοι εκφράσεις τρυφερότητος, και τα δάκρυα χαράς τα +διακόπτοντα την ομιλίαν της, και οι περιπαθείς εναγκαλισμοί, και τα +μητρικά φιλήματα! Η δυστυχής μου μήτηρ, πόσα έμελλεν εισέτι να +υποφέρη πριν κλείση τους οφθαλμούς. + +Ο πατήρ μου ηθέλησε να μεταβώμεν αμέσως εις την εξοχήν, εις τον +Πύργον μας, αλλ' η Δημογεροντία δεν το επέτρεψε. Δεν εσυγχωρείτο εις +ουδεμίαν των ευπόρων οικογενειών ν' αναχωρήση εκ της πόλεως. Οι +Τούρκοι, εκτός των εν τω φρουρίω κρατουμένων, ήθελον όλους ημάς +εκεί, πλησίον, υπό την χείρα, υπό την μάχαιράν των. + +Εμείναμεν λοιπόν θέλοντες και μη εις την πόλιν, πιστεύοντες ότι, +ούτως ή άλλως, δεν θα βραδύνωσι τα πράγματα να ησυχάσωσιν. Ουδείς +ηδύνατο να προΐδη έκτοτε την μακράν του αγώνος διάρκειαν. Εμείς δ' +εν Χίω, χρεωστώ να το ομολογήσω, δεν είχομεν κατ' αρχάς μεγάλας περί +τελικής επιτυχίας ελπίδας. Απ' εναντίας. Εβλέπομεν εκ του πλησίον +των Τουρκικών δυνάμεων τον όγκον, τον εβλέπομεν δε υπό το πρίσμα των +αρχαίων εντυπώσεων και υπό του τρόμου την πίεσιν. Η δ' επανάστασις +δεν είχεν εισέτι αναδείξει την ισχύν της διά των κατά ξηράν νικών +και διά των επί θαλάσσης κατορθωμάτων της. + +Και βραδύτερον όμως, ότε ήρχισαν των Ελληνικών όπλων οι θρίαμβοι, αι +περί αυτών ειδήσεις δεν ίσχυον να ουδετερώσωσι την αποθάρρυνσιν, την +οποίαν αι πέριξ ημών καταστροφαί ενέσπειραν εις τας καρδίας μας. +Διότι έκαστον των επαναστατών ανδραγάθημα είχε την ανταπόδοσίν του, +όπου οι Τούρκοι εδέσποζον. Την πρώτην Τουρκικού δικρότου πυρπόλησιν +επηκολούθησεν ο θρήνος των Κυδωνιών και αι φρικώδεις της Σμύρνης +σφαγαί• την εν Σάμω των εχθρών ήτταν διεδέχθησαν τα εν Κύπρω +αιμοχαρή όργια• μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς επήλθε της +Κασσάνδρας η ερήμωσις! + +Και εν τούτοις ο αρχιερεύς και οι πρόκριτοι εκρατούντο εντός του +φρουρίου, ο δ' αριθμός της εν αυτώ φρουράς ηύξανε διά νέων εκάστοτε +επικουριών, αι δε καταπιέσεις επετείνοντο και μας έρριπτον άγρια +βλέμματα οι Τούρκοι και ηκόνιζον τα ξίφη των, ενώ αντικρύ μας, καθ' +όλα της Ανατολής τα παράλια, επεσωρεύοντο αγέλαι θηρίων ετοίμων να +επιπέσωσιν εις την νήσον μας! Όχι• η περί ημάς ατμοσφαίρα δεν ήτο +κατάλληλος προς ανύψωσιν του φρονήματος• η κεφαλή μας έκλινεν υπό +τον ανεμοστρόβιλον της καταδρομής και ελπίδες γενναίαι, δεν +εισεχώρουν εις την ψυχήν μας. + +Η μόνη του πατρός μου ελπίς,― ελπίς όχι αποσείσεως του ζυγού, αλλά +συμβιβασμού και συνδιαλλαγής,― εστηρίζετο εις την αρωγήν της +Χριστιανοσύνης. Αλλ' ο φίλος του Ζενάκης ουδαμώς παρεδέχετο της +τοιαύτης αρωγής την πιθανότητα. Εσφίγγετο η καρδία μου, ότε τον +ήκουα ελεεινολογούντα το κίνημα και θρηνούντα εκ προοιμίων απάσας +τας συνεπείας του. Ο πατήρ μου εφαίνετο μη πειθόμενος και επέμενεν +ελπίζων, αλλ' ο Ζενάκης ήτο υποπρόξενος, δεν ενθυμούμαι τίνος εκ των +δευτερευουσών δυνάμεων,― της Ολλανδίας νομίζω,― ώστε εις εμέ οι +λόγοι του εφαίνοντο πλήρεις βαρύτητος και επισημότητος. + +Αρχαίος του πατρός μου φίλος και γείτων, ήτο εκ των ολίγων οίτινες +κατ' εκείνην την εποχήν εσύχναζον εις την οικίαν μας. Ως εκ του +αξιώματός του ευρίσκετο εις καθημερινήν μετά των λοιπών προξένων +επαφήν, η δε ανθελληνική τότε των Δυνάμεων πολιτική, ρυθμίζουσα του +εν Χίω προξενικού σώματος τας ιδέας, αντενακλάτο εις του Ζενάκη την +γλώσσαν. Αι περί επαναστάσεως εκφράσεις του δεν ήσαν ούτε διά το +παρόν επαινετικαί, ούτε ενθαρρυντικαί διά το μέλλον. + +― Δεν επεμβαίνει η Ευρώπη και ησύχασε, έλεγε και επανέλεγε προς τον +πατέρα μου• οι βασιλείς δεν συμπεθερεύουν με αποστάτας. + +― Και θ' αφήσουν τον Σουλτάνον να σφάξη τους Έλληνας όλους! +ανέκραζεν ο πατήρ μου. + +― Ας προσκυνήσουν και ας ζητήσουν το έλεός του, απεκρίνετο ο +Ζενάκης. + +Και μου φαίνεται ότι τον ακούω επιλέγοντα την συνήθη του φράσιν, +όποτε ήτο περί επαναστατών ο λόγος,― Επήραν το Γένος εις τον λαιμόν +των! + +Και παρήλθεν ούτω το θέρος, μετά δε το θέρος ήλθε το φθινόπωρον, και +διεδέχθη το φθινόπωρον ο χειμών. Πώς διήλθον οι δέκα μήνες εκείνοι, +καθ' ους εζήσαμεν μεταξύ σφύρας και άκμονος, λησμονούντες την +διάρκειαν της χθες εν τη προσδοκία της αύριον; + +Επεχειρίσθης ποτέ, αναγνώστα, υψηλού όρους την ανάβασιν; Αρχίζεις +μετά θάρρους την πορείαν• είναι τραχεία η άνοδος και ο ιδρώς +περιβρέχει εντός ολίγου το μέτωπόν σου. Αλλ' η προς το τέρμα +προσέγγισις σμικρύνει του κόπου την αίσθησιν. Την βλέπεις άνωθέν σου +την κορυφήν. Προχωρείς προς αυτήν. Επλησίασες ! Ολίγα έτι μένουν +βήματα. Έφθασες! Αλλ' όχι. Δεν ήτο τούτο η κορυφή. Σε ηπάτησε του +βουνού το εξόγκωμα. Παρέκει, υψηλότερα είναι η αληθής κορυφή του. Η +απόστασις δεν φαίνεται μεγάλη. Εμπρός! Και αρχίζεις εκ νέου την +ανάβασιν, με τα γόνατα ολιγώτερον στερεά, με ταχυτέρους της καρδίας +παλμούς. Και φθάνεις εκεί, και την κορυφήν την βλέπεις μακρύτερα +πάλιν. Και τας δυνάμεις σου τας εξήντλησας ήδη αγωνιζόμενος να +φθάσης εις το τέρμα, το δε τέρμα απομακρύνεται καθόσον νομίζεις ότι +το ήγγισες. Καταβεβλημένος, ασθμαίνων, βλέπεις επί τέλους τον +ουρανόν όπισθεν της τελευταίας άκρας, και τότε πίπτων επί του +χώματος, όπως αναλάβης δυνάμεις, βλέπεις κάτω την κοιλάδα και +θαυμάζεις το ύψος εις το οποίον ανήλθες! + +Ιδού πώς διήλθον οι μήνες εκείνοι. Ανεβαίνομεν το βουνόν, αλλ' απ' +αρχής εκάλυπτον νέφη την κορυφήν και δεν την εβλέπομεν. Ότε δ' επί +τέλους εφθάσαμεν εις την άκραν, εύρομεν κρημνόν ενώπιον μας και +βάραθρον, και αντί ν' αναπαυθώμεν επί του υψώματος εκρημνίσθημεν +κατακόρυφα. + +Αλλ' ενόσω οι Τούρκοι δεν έσφαζον και δεν εξηνδραπόδιζον εθεωρούμεθα +ευτυχείς, αναλογιζόμενοι τα αλλαχού συμβαίνοντα. Αι γυναίκες δεν +εξήρχοντο ποσώς της οικίας, ημείς δε απεφεύγομεν, όσω το δυνατόν, +πάσαν μετά Τούρκου συνάντησιν, και ζώντες λάθρα ανεμένομεν μεθ' +υπομονής, αλλά και μετά πολλής αγωνίας, να παρέλθη η οργή Κυρίου. + +Εν τούτοις η διαρκής κράτησις των ομήρων, η εξακολουθητική εντός του +φρουρίου επισώρευσις Τούρκων εκ της Ασίας, η βιαία αφαίρεσις παντός +όπλου από των κατοίκων απάντων της νήσου, ταύτα πάντα ουδέν αγαθόν +δι' ημάς προεμήνυον. Προησθανόμεθα εγγίζουσαν την καταστροφήν +καθόσον εβλέπομεν τον σάλον της επαναστάσεως πλησιάζοντα εις τα +παράλιά μας. Πέριξ ημών η νήσος των Ψαρών αφ' ενός και η Σάμος αφ' +ετέρου ήσαν ήδη προ μηνών ελεύθεραι, απόπειραι εξεγέρσεως εγένοντο +εν Μιτυλήνη, τα δ' ελληνικά πλοία, περιτρέχοντα εν θριάμβω το +πέλαγος, περιέπλεον επί μάλλον και μάλλον συχνότερον εις τα νερά της +Χίου. + +Εσπέραν τινά ο Ζενάκης μας έφερε μυστηριωδώς την είδησιν, ότι ο +πασάς υποπτεύεται επικειμένην κατά της νήσου επίθεσιν. + +Την επιούσαν τεσσαράκοντα προύχοντες νέοι προσβληθέντες εκρατήθησαν +εντός του φρουρίου, και εδιπλασιάσθη ούτω των ομήρων ο αριθμός. Ο +πατήρ μου δεν ήτο ευτυχώς εκ των ευπορωτέρων της Χίου πολιτών και +δεν συμπεριελήφθη εις την καταγραφήν. Μετ' ολίγας ημέρας ηκούσθησαν +ψιθυρισμοί, ότι πλοία Σαμιακά απεβίβασαν αποστόλους και ότι έμενον +ούτοι κρυπτόμενοι εις τ' απόκεντρα της νήσου χωρία. + +Οι Τούρκοι εφαίνοντο προδήλως ανήσυχοι• περιπολίαι αυτών περιέτρεχον +τα χωρία• τινές των ομήρων απεστάλησαν εις Κωνσταντινούπολη. Τα +πράγματα εφαίνοντο δεινούμενα. Εβλέπομεν ότι κρίσιμα συμβάντα +επίκεινται. + +Οι φόβοι μας δεν εβράδυναν να πραγματοποιηθώσι. Την ενάτην Μαρτίου +(1822), προς το απόγευμα, τεσσαράκοντα περίπου πλοία εφάνησαν εις το +πέλαγος αντικρύ μας και διεδόθη από οικίας εις οικίαν η είδησις ότι +έρχονται οι επαναστάται. Εκ του υπερώου της οικίας μας έβλεπα τα +πλοία πλησιάζοντα προς τον λιμένα μας, και ήκουα εις το φρούριον +κρουόμενα τα τύμπανα εις σημείον κινδύνου. Οι Τούρκοι εκλείσθησαν +περιμένοντες την έφοδον. + +Την αυτήν εκείνην εσπέραν, περί ηλίου δυσμάς, κατηυθύνθημεν +κατεσπευσμένως εις την εξοχήν προς τον πύργον μας. Ουδ' ήμεθα οι +μόνοι φεύγοντες + +Απέναντι του αμέσου κινδύνου ελησμονήθη και της Δημογεροντίας η +απαγόρευσις και της τουρκικής εξουσίας ο φόβος. + +Και παρητήσαμεν ούτω την πατρικήν οικίαν. + +Μετά τριάκοντα έτη επεσκέφθην ως ξένος την πατρίδα και είδα +κατεστραμμένην την Χίον και ηρειπωμένην την οικίαν μας. Αλλ' ο πατήρ +μου απέθανε πλάνης και φερέδικος, ουδ' είχε πριν αποθάνη την +παρηγορίαν να ίδη καν τα τέκνα του ανακτώντα επί ξένης γης την +άνεσιν και την ευημερίαν. Απέθανεν ενόσω διήρκει έτι η θλίψις της +καταστροφής και της εξορίας η κακοπάθεια. Αλλά τότε φεύγοντες δεν +ηδυνάμεθα να προΐδωμεν, ότι παραιτούμεν την εστίαν μας διά παντός +και ότι θα διέλθωμεν όσα διήλθομεν. + +Καθ' όσον απεμακρυνόμεθα της πόλεως συνηντώμεθα μετά των χωρικών, +οίτινες αθρόοι κατέβαινον προς αυτήν. Ήσαν άοπλοι, αλλ' υπήγαινον +επί σκοπώ να παραλάβωσιν εκ του στόλου όπλα. Εγνώριζον εκείνοι όσα +ημείς δεν εγνωρίζομεν. Ο Λογοθέτης και ο Μπουρνιάς επί κεφαλής +τρισχιλίων Σαμίων ήσαν εντός των πλοίων και ήρχοντο να ελευθερώσωσι +την Χίον. Δυστυχώς δεν μας έφερον την ελευθερίαν, αλλά την +καταστροφήν. Εν τούτοις την επομένην πρωίαν απεβιβάσθησαν και +εκυρίευσαν αμαχητί την πόλιν, ελπίζοντες ότι οι εν τω φρουρίω +κλεισθέντες Τούρκοι δεν θα βραδύνωσιν εξ ανάγκης να παραδοθώσιν. + +Ενώ ταύτα συνέβαινον, ημείς εμένομεν ήσυχοι εις την εξοχήν. Ο κρότος +μόνον των πυροβόλων ετάραττε που και που την ησυχίαν μας και +ενθύμιζεν επί οποίου κρατήρος εκείμεθα. Αλλ' οι πυροβολισμοί δεν +ήσαν συνεχείς. Το δε κατ' εμέ, δεν ηξεύρω πώς και διατί, αλλ' εκεί +εις την εξοχήν ελησμόνουν και μερίμνας και φόβους. Είχα αρά γε +συνειθίσει πλέον την ζωήν εκείνην των αενάων ανησυχιών ; Είχα μήπως +ενθαρρυνθή υπό της ιδέας ότι η σημαία της Ελευθερίας εκυμαίνετο επί +της πατρίδος μου ; Ή απλώς και μόνον ο οργασμός του έαρος και η +μυστηριώδης της αναγεννωμένης φύσεως ηδονή μετεδίδοντο εις την +καρδίαν μου, και έζων καθώς ζώσι τα άνθη, και εσκεπτόμην όσον +σκέπτεται το πτηνόν; + +Δεν ηξεύρω. Αλλ' οσάκις αναπολώ την σύντομον δυστυχώς περίοδον +εκείνην της εις τον πύργον διαμονής, δεν ενθυμούμαι τρόμους και +φόβους και νύκτας αγρύπνους και ημέρας εναγωνίους. Ενθυμούμαι μόνον +τας πορτοκαλέας ανθισμένας, και ευώδη τον αέρα, και τα κελαδήματα +των πτηνών, και το τρίξιμον του μαγγανοπηγάδου, και τον γέροντα +κηπουρόν καθαρίζοντα των δένδρων τας ρίζας, και την θέαν του Κάμπου +και της θαλάσσης από του εξώστου του πύργου μας. Ταύτα μόνον +ενθυμούμαι. + +Και όμως ήμην είκοσι ετών και ενός νέος τότε ! Τώρα δε, καθ' ην +στιγμήν γράφω τας αναμνήσεις ταύτας, απορώ, και εξανίσταμαι κατ' +εμαυτού, πώς αντί να καταφύγω εκεί εις τον εξοχικόν πύργον μετά των +γερόντων γονέων και των αδελφών μου, πώς δεν έδραμα να καταταχθώ υπό +την σημαίαν του αγώνος, πώς δεν έλαβα κ' εγώ τα όπλα εις χείρας, και +ας έπιπτα επί τέλους πολεμών. Αλλά τώρα σκέπτομαι και αισθάνομαι +αλλέως ή τότε. Τότε... Ανάγκη, αναγνώστά μου, αφού εκθέτω τας +περιπετείας του βίου μου, ανάγκη να σ' εξοικειώσω περισσότερον μετά +του ταπεινού ατόμου μου. Ανάγκη να εξομολογηθώ, εν πάση ειλικρινεία +και μετριοφροσύνη, πώς και διατί, ούτε ψυχικώς, ούτε σωματικώς, δεν +είχα τα προσόντα, όπως πράξω τότε ό,τι σήμερον υπό παρομοίας +περιστάσεις ήθελα απαιτήσει να πράξωσι τα τέκνα μου. Δεν θα με +ανυψώση εις την εκτίμησίν σου η εξομολόγησις αύτη, αλλ' η πρόθεσίς +μου δεν είναι να σ' εξαπατήσω παριστών εμαυτόν ως καλλίτερον αφ' +ό,τι ήμην και αφ' ό,τι είμαι. + +Είπα ψυχικώς και σωματικώς. + +Σωματικώς, φίλε αναγνώστα, η πικρά αλήθεια είναι, ότι είμαι λίαν +μικρός, και ότι ουδέποτε κατόρθωσα, ενώπιον είτε ανδρών είτε +γυναικών, να λησμονήσω το ταπεινόν του αναστήματος μου• επειδή δ' +εγώ το ενθυμούμαι, νομίζω πάντοτε ότι και οι άλλοι το παρατηρούν. +Τώρα εισέτι, καίτοι τιμώμενος υπό των συμπολιτών μου, καίτοι +συχνάκις κατέχων την πρωτοκαθεδρίαν εις τας ομηγύρεις των, είτε +χάριν απλώς της προβεβηκυίας ηλικίας μου, είτε ένεκα της ευμενούς +προς εμέ διαθέσεώς των, ποτέ, το ομολογώ, ποτέ δεν δύναμαι να +περιστείλω την δειλίαν, την οποίαν γεννά εν εμαυτώ της μικροσωμίας +μου η συναίσθησις. + +Και τώρα τουλάχιστον είμαι υγιής• αλλά μέχρις ου ανδρωθώ, το +φιλάσθενον της κράσεως απετέλει έτι μάλλον ευτελές το σώμα μου. Η δε +αγωγή τότε των παίδων δεν ήτο οποία την σήμερον. Ούτε εις το +σχολείον, ούτε μετέπειτα έλαβα ποτέ αφοράς σωμασκίας. Οι γονείς τότε +ουδ' εγνώριζον ουδ' εφρόντιζον περί της ανάγκης της σωματικής +αναπτύξεως των τέκνων των. + +Τοιούτος λοιπόν ήμην• μικρός και ασθενής το σώμα. Εις το σχολείον +του παππά Φλούτη ήμην το παίγνιον των συμμαθητών μου, εις Σμύρνην δε +εντός του Χανίου ήμην γνωστός υπό το όνομα Μικρο―Λουκής. Η δε +τοιαύτη των άλλων περιφρόνησις, επενεργούσα εις την ιδικήν μου περί +εμαυτού εκτίμησιν, δεν υπεβοήθη βεβαίως την ανάπτυξιν ηρωικών +διαθέσεων. + +Εάν τότε εγνώριζα όσα την σήμερον, τα υπολανθάνοντα εντός της ψυχής +μου αισθήματα ήθελον ίσως ζητήσει και εύρει διέξοδον, υπερνικώντα +τας φυσικάς μου ελλείψεις. Αλλά και η ψυχή μου τότε ήτο μικρά και +αγύμναστος όσον το σώμα μου. Διότι ήμην αμαθής, αμαθέστατος, ως +υπέδειξα ήδη, αναγνώστά μου. Ουδέ την ορθογραφίαν είχε κατορθώσει να +με μάθη ο καλός παππά Φλούτης, καίτοι παραδώσας με δήθεν τον Αίσωπον +και λόγους των Πατέρων. Όσα Ιταλικά και Γαλλικά εδιδάχθην τα έμαθα +διά του Τηλεμάχου. Αλλά και τούτον ολόκληρον ουδέποτε ανέγνωσα• αφ' +ότου δ' εξήλθα του σχολείου δεν ήνοιξα ποτέ βιβλίον προς ανάγνωσιν, +εκτός των εμπορικών καταστίχων μας. Είχα αμυδράς τινας και +συγκεχυμένας ιδέας περί Λεωνίδα και Μαραθώνος και περί της Γαλλικής +επαναστάσεως, αλλά περί ελευθερίας και ανεξαρτησίας και των +υψηλοτέρων του ανθρώπου αισθημάτων ουδέν εσκεπτόμην ουδ' εγνώριζα +ωρισμένον και ευκρινές. Κόσμος μου ήτο το Χάνιον και πατριωτισμός +μου το ισοζύγιον. Εχρειάσθη να κυλισθώ εις την δυστυχίαν, να ίδω την +καταστροφήν, τα βάσανα των περί εμέ, να παρασταθώ εις της +αναγεννωμένης Ελλάδος τας ωδίνας, να ίδω εκ του σύνεγγυς τας θυσίας +και να εκτιμήσω τα ελατήρια των αγωνιζομένων τέκνων της, όπως ανοίξη +η ψυχή μου τους οφθαλμούς της και αναφλεχθή το εν αυτή +υποκρυπτόμενον πυρ του πατριωτισμού, όπως διψάσω μάθησιν και εννοήσω +τον κόσμον και γείνω άνθρωπος... μικρός όμως πάντοτε άνθρωπος ! + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'. + + + +Ο Πύργος μας και οι περί αυτόν κήποι ήσαν προικώον της μητρός μου +κτήμα. Η πατρική της οικογένεια είχεν απ' αρχαίων χρόνων μεγάλας +εκεί πέριξ ιδιοκτησίας, αίτινες διά κληρονομικών και προικώων +διανομών διεμοιράσθησαν μεν από γενεάς εις γενεάν, αλλά δεν +απεξενώθησαν. Ώστε ήμεθα εκεί περικυκλωμένοι υπό συγγενών της μητρός +μου, των οποίων οι Πύργοι εγειτόνευον μετά του ιδικού μας. Ουδείς δε +σχεδόν των Πύργων τούτων ήτο κατ' εκείνην την εποχήν κενός. Διότι +τινές μεν των ιδιοκτητών κατώκουν αυτούς καθ' όλον τον ενιαυτόν, οι +δε λοιποί είχον παραιτήσει τας εν τη πόλει κατοικίας των καθ' ην +ημέραν και ημείς εδραπετεύσαμεν επί τη εμφανίσει των Σαμίων, +αψηφήσαντες των αρχών την απαγόρευσιν. + +Όθεν ευρισκόμεθα συντροφευμένοι εις την εξοχήν. Ήτο δε τοσούτω +μάλλον ευχάριστον να βλεπώμεθα μετά των οικείων, καθ' όσον εν τη +τρομοκρατία υπό την οποίαν, εσχάτως μάλιστα, διεβιούμεν εις την +πόλιν, ούτε των οικιών μας εξηρχόμεθα ούτε επισκέψεις αντηλλάσσομεν. +Αι θύραι έμενον κλεισταί και ημίκλειστα τα παράθυρα. Προσπαθώ ήδη να +ενθυμηθώ, εάν επί μήνας είδα ξένον αναβαίνοντα την κλίμακά μας και +δεν ενθυμούμαι ειμή μόνον το κατηφές του Ζενάκη πρόσωπον. + +Εις την εξοχικήν ιδίως εκκλησίαν συνηντώμεθα, και εις τον αυλόγυρόν +της, μετά την απόλυσιν των ακολουθιών, εγίνετο η συναναστροφή. Ήτο η +Μεγάλη και πάλιν Τεσσαρακοστή. Συχνάκις δε υπό τα δένδρα του +αυλογύρου εκείνου ανεπόλουν τας συγκινήσεις, υπό τας οποίας προ ενός +έτους ελειτουργούμεθα, ο πατήρ μου κ' εγώ, ότε διετρέχομεν έμφοβοι +τας στενάς της Σμύρνης οδούς μεταβαίνοντες εις την Αγίαν Φωτεινήν. + +Η εκκλησία, ή μάλλον ειπείν το παρεκκλήσιόν μας, είχεν ανεγερθή υπό +του προπάππου της μητρός μου, όστις ερασοφόρεσεν εις τα γηράματά +του. Περισώζεται εισέτι η οικοδομή, αλλά γυμνή και ετοιμόρροπος. Αι +εικόνες, τα κοσμήματα, τα άμφια και τα ιερά σκεύη εσυλήθησαν ή +κατεστράφησαν υπό των Τούρκων. Τότε όμως υψούτο χαριέντως ο ναΐσκος +αναμέσον των δένδρων, τα πάντα δ' εντός αυτού ήσαν κόσμια και +ευπρεπή. Η είσοδός του απετελείτο υπό νάρθηκος μικρού, ανοικτού +έμπροσθεν. Υπό του προπυλαίου τούτου την σκέπην, εκατέρωθεν της +πύλης, ήσαν δύο μαρμάρινα εδώλια. Εκεί καθήμενος συχνάκις, +ανεγίνωσκα τας επιγραφάς των επιτυμβίων πλακών, αίτινες εσχημάτιζον +του νάρθηκος την στρώσιν. + +Εκεί, από του κτήτορος και εφεξής, εθάπτοντο της μητρικής +οικογενείας μου οι πλείστοι. Εντός του παρεκκλησίου εκείνου +εστεφανώθησαν οι γονείς μου, και επιθυμία των ήτο υπό του νάρθηκός +του τας πλάκας να ταφώσιν, εκεί, ο είς πλησίον του άλλου. Αλλ' ούτε +οι γονείς μου ανεπαύθησαν εκεί, ούτε τα ιδικά μου οστά πέπρωται να +επιστρέψωσιν εις χουν εις την προσφιλή εκείνην της πατρίδος γωνίαν. +Την σήμερον ζώμεν και αποθνήσκομεν είς εδώ και άλλος εκεί, πλάνητες +εν τω βίω και νεκροί ξενιτευμένοι, η δε ανεμοζάλη της διασποράς +εκλόνισε και διέσπασε τους ιερούς δεσμούς, τους προσκολλώντας την +καρδίαν των τέκνων εις των γονέων τα αναπαυτήρια. Αλλά καθ' όσον +γηράσκομεν. . . εγώ τουλάχιστον, καθ' όσον αισθάνομαι πλησιάζουσαν +της αναπαύσεως την ώραν, θλίβομαι αναλογιζόμενος ότι, όταν γηράσωσι +καθώς εγώ τα τέκνα μου, δεν θα επαναπαύωσι την μνήμην των ούτε εις +οικίαν περιέχουσαν διαδοχικάς από γενεάς εις γενεάν αναμνήσεις, ούτε +εις γής τινα άκραν, όπου κείνται συνεσφιγμένοι οι πατέρες των. Ότε +ήμην νέος, ολίγον περί τούτων εσκεπτόμην. Τώρα όμως η ψυχή μου μετ' +αυξάνοντος φίλτρου επιστρέφει εις το παρελθόν και τρέφεται διά των +αρχαίων ενθυμήσεων. + +Αλλ' ας επαναλάβω την διήγησίν μου. + +Την αυγήν της Μεγάλης Πέμπτης ηκούσαμεν την λειτουργίαν και +εκοινωνήσαμεν των θείων μυστηρίων. Ήτο λαμπρά εαρινή πρωία και ότε +επεστρέψαμεν εκ της εκκλησίας, αντί να μείνω εντός της οικίας, λαβών +εις χείρας την νηστήσιμον τροφήν μου υπήγα να προγευθώ επί του +εξώστου. Αλλ' άμα ήνοιξα την επ' αυτού θύραν και ύψωσα το βλέμμα +προς το πέλαγος, είδα θέαμα, το οποίον με κατέπληξε. Παράτησα το +πρόγευμα και έδραμα προς τον πατέρα μου. Με ηκολούθησεν επί του +εξώστου και εβλέπομεν αμφότεροι προς την θάλασσαν. + +Εβλέπομεν σειράν μακράν πλοίων μεγάλων πλεόντων προς τον λιμένα μας. +Απείχον εισέτι πολύ, αλλ' ήτο διαυγής η ατμόσφαιρα και διεκρίνοντο +τα ιστία, καμπύλα υπό του ανέμου την πνοήν, και αι διπλαί και αι +τριπλαί λευκαί ζώναι επί των μαύρων σκαφών. Ενώ δε τα μεγάλα ταύτα +πλοία εφαίνοντο πλησιάζοντα, άλλη σειρά πλοιαρίων μικρών, δεχομένων +εκ πλαγίου τον άνεμον εις τα τρίγωνα ιστία των, έφευγε παρά την +παραλίαν προς της Σάμου την διεύθυνσιν. Τα μεγάλα εν τούτοις πλοία, +ωσεί διστάζοντα, αντί να εξακολουθήσωσι τον προς τον λιμένα πλουν, +ήλλαξαν αίφνης δρόμον. Ενόμισα επ' ολίγον ότι ανεχώρουν. Αλλ' όχι• +δεν απεμακρύνοντο• ελοξοδρόμουν απέναντι της Χίου. Τα δε μικρά +πλοιάρια, φεύγοντα προς τα δεξιά μας, εχάνοντο το έν μετά το άλλο +όπισθεν της τελευταίας άκρας της νήσου. + +Δεν ήτο δύσκολον να εννοήσωμεν τι συνέβαινεν. Ο Τουρκικός στόλος +κατήρχετο ισχυρός, οι δ' επαναστάται ανεχώρουν. Αλλ' οι Χίοι τι +έμελλον ν' απογίνωσιν; + +Αγνοώ πόσην ώραν ο πατήρ μου κ'εγώ εμένομεν επί του εξώστου σιωπηλοί +και ακίνητοι, με τους οφθαλμούς προς το πέλαγος προσηλωμένους. + +― Να φύγωμεν, να φύγωμεν, είπεν αίφνης ο πατήρ μου, και εστράφη +προς την οικίαν. Εστράφην κ' εγώ και τότε είδα ότι όπισθεν ημών επί +του εξώστου ίσταντο η μήτηρ και αι δύο αδελφαί μου και η Ανδριάνα, +βλέπουσαι κ' εκείναι εν σιωπή το προ ημών επί της θαλάσσης θέαμα. + +Ο πατήρ μου εξήλθεν αμέσως της οικίας. Τον ηκολούθησα κατά διαταγήν +του. Ήθελε να συσκεφθώμεν μετά των συγγενών περί του πρακτέου. +Εξηρχόμεθα μόλις της έξω του περιβόλου μας θύρας, ότε είδομεν +ερχόμενον προς ημάς τον Καλάνην, εξάδελφον της μητρός μου, κρατούντα +εκ της χειρός την μικράν θυγατέρα του. Ήτο προ ολίγων μηνών +χηρευμένος ο Καλάνης, η δε ζωή του συνεκεντρούτο εις του ορφανού του +τέκνου την αγάπην. Ποτέ δεν το απεχωρίζετο• η δε χαρίεσσα μορφή του +ενδεκαετούς εκείνου κορασίου, και η τεθλιμμένη του τρυφερού προσώπου +του έκφρασις, είχον, από των πρώτων ημερών της εις τον Πύργον +αφίξεώς μας, ελκύσει πάσαν της ψυχής μου την συμπάθειαν. + +Ήρχετο ο Καλάνης προς τον πατέρα μου με τον ίδιον σκοπόν, όστις και +ημάς ωδήγει. Διηυθύνθημεν όλοι ομού προς το παρεκκλήσιον• οι δε δύο +εκείνοι προπορευόμενοι συνωμίλουν, εγώ δε εις ολίγων βημάτων +απόστασιν τους ηκολούθουν, κρατών την μικράν Δέσποιναν εκ της +χειρός. Έβλεπα τας ξανθάς τρίχας της αθώας εκείνης κεφαλής, και +ανελογιζόμην τα από του εξώστου μας φαινόμενα πλοία και ανεπόλουν +μετά φρίκης όσα ήκουσα περί των εις Σμύρνην και εις τας Κυδωνίας υπό +των Τούρκων διαπραχθέντων. + +Εβάδιζα σιωπών και περίλυπος. Η μικρά εσιώπα επίσης, αλλ' ησθανόμην +τα δάκτυλα της ανήσυχα εντός της χειρός μου. Ενόησα ότι ήτο +φοβισμένη, και μη γνωρίζων τι να είπω προς ενθάρρυνσίν της έσκυψα +και εφίλησα την μικράν χείρα της. Έστρεψε τότε προς εμέ τους +γαλανούς οφθαλμούς της και με ηρώτησε με φωνήν τρέμουσαν,― Λουκή, θα +μας σκοτώσουν οι Τούρκοι; + +― Όχι, Δέσποινά μου, θα φύγωμεν. Μη φοβήσαι. Δεν θα μας πειράξη +κανείς! + +― Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου. Εγώ το ηξεύρω. θα τον σκοτώσουν ! + +Και ήρχισε να κλαίη πικρώς αλλ' ησύχως, και έρρεον τα δάκρυα της, +και επανελάμβανε : + +― Θα τον σκοτώσουν ! Σκοτόνουν οι Τούρκοι! θα σκοτώσουν τον πατέρα +μου! + +― Μη κλαίης, Δέσποινα, μη φοβήσαι. + +Ήθελα να την παρηγορήσω, αλλά δεν εύρισκα λέξεις, και βλέπων τον +ήσυχον θρήνον της ησθανόμην κ' εγώ την φωνήν μου εκλείπουσαν, + +Εις τον νάρθηκα της εκκλησίας συνεκάθηντο ήδη των γειτόνων οι +πλείστοι. Εκαθήσαμεν και ημείς επί των μαρμαρίνων εδωλίων. Ο Καλάνης +επήρεν επί των γονάτων την κόρην του, και έλαβον τον λόγον οι +γέροντες. + +Δεν εβράδυνε να ληφθή η περί του πρακτέου απόφασις. Ήτο πρόδηλον ότι +δεν υπήρχον ικανά προς αντίστασιν μέσα και ότι θα γίνωσι κύριοι οι +Τούρκοι της νήσου, εγνωρίζομεν δ' εκ των προτέρων πώς φέρονται οι +Τούρκοι εις κατακτηθείσας χώρας. Απεφασίσθη λοιπόν να μεταβώμεν εις +τα δυτικώτερα της νήσου και να σκορπισθώμεν όπου έκαστος ηδύνατο να +εύρη καταφύγιον. Απεμακρυνόμεθα ούτω των Τούρκων και επλησιάζομεν +εις τα παράλια αντίκρυ των Ψαρών, όθεν ηλπίζομεν σωτηρίαν. + +Απεχαιρετίσθημεν μετά πόνου ψυχής, εισήλθομεν εις την εκκλησίαν, +ησπάσθημεν τας εικόνας, και αποχωρισθέντες επεστρέψαμεν εις τα ίδια +έκαστος. + +Δεν επανείδα έκτοτε το παρεκκλήσιόν μας ! + +Καθ' οδόν ο πατήρ μου με είπεν, ότι απεφάσισε να ζητήσωμεν επί τινας +ημέρας την φιλοξενίαν δυο γερόντων θείων του, κατοικούντων εις το +αγροκήπιόν των, όπισθεν του περικλείοντος τον Κάμπον βουνού. Ότε δ' +εφθάσαμεν εις την οικίαν, διέταξεν αμέσως τον κηπουρόν να φορτώση +επί δύο ημιόνων εφαπλώματα και ζωοτροφίας και να υπάγη να +προειδοποιήση τους γέροντας περί της ελεύσεώς μας, και να μας +περιμείνη μετά των ζώων εκεί. + +Άμα ο κηπουρός ανεχώρησεν, ο πατήρ μου μ' έκραξεν εντός του +κοιτώνος, όπου είχε κλεισθή μετά της μητρός μου. Τους ηύρα +παραγεμίζοντας σάκκον με σκεύη αργυρά και άλλα πολύτιμα. Άλλος +σάκκος έκειτο ήδη επί της κλίνης πλήρης και έτοιμος. + +Αφού και ο δεύτερος εδέθη, τον εσήκωσεν ο πατήρ μου, με διέταξε να +φέρω τον επί της κλίνης κείμενον, ήνοιξεν η μήτηρ μου την θύραν και +εξήλθομεν του δωματίου. + +Εκείνος εμπρός, εγώ κατόπιν, φέροντες τους σάκκους, εβαδίσαμεν προς +το μάλλον απόκεντρον μέρος του κήπου, όπου ήσαν τα δένδρα πυκνότερα. +Απέθεσα κατά γης τον σάκκον και έφερα δύο αξίνας. Εκεί υπό την σκιάν +γηραιάς μηλέας, πλησίον του μαγγανοπηγάδου , εις θέσιν την οποίαν +κατά παραγγελίαν του πατρός μου εσημείωσα και ενετύπωσα ακριβώς εις +την μνήμην μου, ηρχίσαμεν οι δύο να σκάπτωμεν, και ηνοίξαμεν λάκκον +βαθύν. Εντός του λάκκου εθέσαμεν τους σάκκους, τον ένα επί του +άλλου, τους εκαλύψαμεν έπειτα, επατήσαμεν το χώμα προς ισοπέδωσιν +της σκαφείσης γης, και βεβαιωθέντες ότι ουδείς μας παρετήρησεν, +επεστρέψαμεν προς την οικίαν. + +― Μη λησμονήσης αυτήν την παρακαταθήκην, με είπεν ο πατήρ μου. Αν +αποθάνω εγώ, συ είσαι ο προστάτης της μητρός και των αδελφών σου. + +Έμπροσθεν της θύρας εύρομεν τέσσαρα ζώα έτοιμα και την Ανδριάναν +επισπεύδουσαν την αναχώρησιν. Οι γονείς και αι αδελφαί μου ανέβησαν +επί των όνων και εξεκινήσαμεν. Η Ανδριάνα κ' εγώ ηκολουθήσαμεν +πεζοί. + +Κατ' εκείνην την στιγμήν ηκούσθη αίφνης μακρόθεν πυροβόλου κρότος. +Πλησιέστεροι κανονοβολισμοί διά μιας τον διεδέχθησαν. Εστράφημεν εν +σιωπή ο είς προς τον άλλον. Οι κρότοι των πυροβόλων επηκολούθουν +συνεχείς. Από του στόλου και από του φρουρίου οι Τούρκοι ετέλουν +παταγωδώς του φρικτού θριάμβου των τα προεόρτια. + +― Αλλοίμονον εις την Χίον! ανέκραξεν ο πατήρ μου. + +Και εξηκολουθήσαμεν τον δρόμον μας. + +Ο Πύργος όπου μετεβαίνομεν εκείτο εντός φάραγγος. Ο ορίζων ήτο +περιορισμένος, ουδ' εφαίνετο εκείθεν η θάλασσα. Οι δύο γέροντες του +πατρός μου θείοι έζων εκεί διαρκώς εν μονήρει ησυχία. Ο πρεσβύτερος +αυτών, άνθρωπος με πείραν και νουν πολύν, διέτριψεν επί έτη πολλά +εις Αμστελόδαμον εμπορευόμενος, εκεί δ' εγνωρίσθη μετά του Κοραή, +μετερχομένου επίσης το εμπόριον τότε, και διετήρησεν έκτοτε φιλίαν +και σπανίαν τινά αλληλογραφίαν μετά του σοφού γέροντος, και αυτός +περί τα γράμματα ασχολούμενος. Ταύτα πάντα ανύψουν τον θείον μου εις +τα όμματα των συμπολιτών του. Οι λόγιοι, καθά σπανιότεροι, +απελάμβανον μεγαλειτέρας τότε τιμής, ήσαν δ' εν γένει της τοιαύτης +τιμής άξιοι, διότι εγνώριζον καλώς όσα επηγγέλλοντο ότι γνωρίζουν, +και ειργάζοντο μετ' αυταπαρνήσεως προς φωτισμόν του Γένους. + +Από της παιδικής ηλικίας δεν είχα ίδει τον θείον μου, αλλά τον +ενθυμούμην μετά σεβασμού πάντοτε, η δε βραχεία τότε πλησίον του +διαμονή μου επηύξησε την εκτίμησιν της φρονήσεως και της αρετής του. +Διότι μας προείπεν όσα επέπρωτο να πάθη η Χίος. Μας προείπε τας +σφαγάς, τας λεηλασίας, τους εξανδραποδισμούς, τον εκπατρισμόν και +την διασποράν, όσα ενί λόγω κατόπιν συνέβησαν. Εν γένει δε +κατεδίκαζεν ως πρόωρον την Επανάστασιν και έβλεπε τα πάντα εις το +μέλλον σκοτεινά και μαύρα. Αλλ' ήτο γέρων και ετρέφετο εις την +ερημίαν με της πείρας και των βιβλίων τα διδάγματα. Μη θα εγίνετο +ποτέ ουδαμού επανάστασις εάν δεν υπήρχον της νεότητος η τόλμη και η +απειρία; Οι γέροντες φύσει κλίνουν προς την απραξίαν ή την αναβολήν +συμβουλεύουν υπομονήν και φρόνησιν. Το αισθάνομαι ήδη και εξ ιδίας +πείρας το γνωρίζω. + +Ο άλλος αδελφός ήτο κουφός. Σπανίως ελάλει. Κατηφής και +μελαγχολικός, εφαίνετο ξένος εις τα του κόσμου. Η μόνη διασκέδασις, +η μόνη ενασχόλησίς του ήτο η ξυλογλυπτική. Έχω εισέτι μικρόν +ξυλογράφημα το οποίον τότε μου εδώρησε, παριστών τον Ευαγγελισμόν. + +Εις μάτην παρεκίνουν οι γονείς μου τους δύο γέροντας να φύγωσι μεθ' +ημών. Ο κωφός ανύψονεν αρνητικώς την κεφαλήν.― Ολίγη ζωή μας μένει, +έλεγεν ο άλλος• διατί να κοπιάσωμεν προς προφύλαξίν της; Σεις έχετε +καθήκοντα προς τα τέκνα σας, πηγαίνετε! + +Και έμειναν οι δύο γέροντες εις τον Πύργον των. + +Τι απέγειναν; Ούτε αυτοί, ούτε ο κηπουρός των ή τα τέκνα του, ούτε η +γραία υπηρέτριά των εφάνησαν ή ηκούσθησαν έκτοτε. Ο κηπουρός και τα +τέκνα του Κύριος οίδε πού επωλήθησαν καί τινος Τούρκου αγοραστού +εκαλλιέργησαν τους κήπους! + +Αλλ' οι γέροντες, και μάλιστα ο κωφός , δεν είχον αξίαν. Τις να τους +αγοράση, και προς τι; Τοιούτοι αιχμάλωτοι δεν πωλούνται, σφάζονται. +Είθε να ήτο σύντομον το μαρτύριόν των! Δεν ήσαν τουλάχιστον έγγαμοι, +και δεν τους εθρήνησαν ούτε χήραι, ούτε ορφανά. Αλλ' ημείς +διετηρήσαμεν την μνήμην των, και τώρα ακόμη, μετά τοσαύτα έτη, ενώ +γράφω περί αυτών, ο λαιμός μου ξηραίνεται. + +Τέσσαρας μόνον ημέρας εμείναμεν εις τον Πύργον των, καθ ' εκάστην δε +διά των χωρικών ελαμβάνομεν πληροφορίας περί των συμβαινόντων εις +την νήσον. +Πριν έτι προσορμισθώσι τα πλοία, οι Τούρκοι εξελθόντες του φρουρίου +εχύθησαν εις την πόλιν και ήρχισαν να λεηλατώσι και ν' αρπάζωσι και +να φονεύωσιν. Ότε φεύγοντες ηκούομεν τους κανονοβολισμούς, +απεβιβάζοντο οι εν τω στόλω, και ηύξησεν ούτω των δημίων ο αριθμός. + +Την επιούσαν η θάλασσα εκαλύφθη υπό πλοιαρίων φερόντων από αντίκρυ +τα λυσσώντα στίφη, τα οποία επί τοσούτον χρόνον επερίμενον της άγρας +την ώραν. Τότε το κακόν εκορυφώθη• η πόλις δεν εξήρκει όπως τους +κορέση και επέπεσαν εις την εξοχήν. + +Την Κυριακήν του Πάσχα ετελέσθη του Αγίου Μηνά το τρομερόν +ολοκαύτωμα. Αντίστασις δεν υπήρχεν• οι μη φυγόντες εκ των +επαναστατών διεσπάρησαν κρυπτόμενοι, ώστε ουδέν ανεχαίτιζε των +θηρίων την πρόοδον, ή μόνη η αφθονία της προχείρου λείας. Καθ' όσον +αύτη εξηντλείτο, κατά τοσούτον εξετείνετο η ζώνη της καταστροφής, +και ούτως ηκούομεν τους Τούρκους επί μάλλον και μάλλον πλησιάζοντας +εις το καταφύγιόν μας. + +Τους ηκούομεν, λέγω, πλησιάζοντας. Ψυχρά η έκφρασις και αφηρημένη. +Αλλά πώς να εκφράσω την φρίκην των ακουσμάτων εκείνων ; Ανάγκη διά +της φαντασίας, αναγνώστα, να συμπληρώσης της αφηγήσεώς μου το +ατελές, δίδων ζωήν εις τας σκηνάς και τας εντυπώσεις, τας οποίας η +μνήμη μου ήδη ανακαλεί. Διότι άλλο ν' αναγινώσκης, ησύχως καθήμενος +εντός του δωματίου σου, περί καταστροφών γενομένων εις χώραν +απέχουσαν ή άγνωστον και εις εποχήν μεμακρυσμένην, και άλλο ν' +ακούης ότι άνθρωποι γνωστοί σου, συγγενείς και φίλοι, συμπολίται, +σφάζονται και αιχμαλωτίζονται, ότι οικίαι τας οποίας προ ολίγων +ημερών είδες ή επεσκέφθης πυρπολούνται ή ελεηλατήθησαν •άλλο να σε +λέγουν ονομαστί, εφονεύθη εκείνος, η σύζυγος του άλλου ηχμαλωτίσθη, +την είδεν ο δείνα συρομένην εκ της χειρός υπό Τούρκου αγρίου, και +κλαίουσαν και κραυγάζουσαν! Και την φωνήν της την γνωρίζεις, την +ήκουσας τοσάκις να λαλή ευθύμως• και νομίζεις τώρα ότι ακούεις τους +γοερούς κραυγασμούς της, ότι την βλέπεις με ανεστραμμένην την +κεφαλήν και την κόμην λυτήν αγομένην εις την αιχμαλωσίαν, εις την +καταισχύνην• και συλλογίζεσαι τον άνδρα της και τα τέκνα της! Και +είσαι σύ αυτός εκεί πλησίον μετά των γονέων, μετά των παρθένων +αδελφών σου, και περιμένεις από ώρας εις ώραν να παρασταθώσιν +ενώπιον σου οι ανόσιοι διώκται. Ώ! Ο Θεός να σε προφυλάξη από +τοιαύτας δοκιμασίας ! + +Αι περί τούτων ειδήσεις ήρχοντο αλλεπάλληλοι, τοσούτον αλλεπάλληλοι, +ώστε κατηντήσαμεν επί τέλους να μη εννοώμεν του δεινού το μέγεθος. +Απεζωώθημεν υπό το κράτος του τρόμου ! Διά της βίας ο γέρων θείος +μου ηνάγκασεν επί τέλους τον πατέρα μου να φύγωμεν. + +Εφορτώσαμεν λοιπόν εκ νέου εφαπλώματα και ζωοτροφίας επί των ημιόνων +και εστείλαμεν εμπρός τον κηπουρόν με οδηγίας να μας περιμένη εις +τον Άγιον Γεώργιον, χωρίον κείμενον εις τα δυτικώτερα της νήσου, +όπου ο πατήρ μου ενθυμήθη ότι είχε χωρικόν σύντεκνον. +Αποχαιρετήσαντες τους δύο γέροντας ανεχωρήσαμεν και ημείς κατόπιν +και εφθάσαμεν το απόγευμα εις Άγιον Γεώργιον, κατάκοποι εκ του +δρόμου και του ηλίου. + +Άμα εισήλθομεν εις το χωρίον ενοήσαμεν ότι ασύνηθές τι συνέβαινεν +εντός αυτού. Ο κόσμος ήτο εις κίνησιν, αι οδοί πλήρεις ανθρώπων, +μεταξύ δ' αυτών άνδρες ένοπλοι, οίτινες εφαίνοντο ξένοι• εις τας +θύρας των οικιών γυναίκες και παιδία έβλεπον και ωμίλουν ήτο ως εν +ημέρα εορτής, και ήσαν τω όντι εορτάσιμοι ημέραι εκείναι. Αλλ' η επί +των προσώπων ανησυχία εμαρτύρει ότι το χωρίον δεν εώρταζεν. + +Ο πατήρ μου επλησίασε γέροντα χωρικόν ιστάμενον παρά την ανοικτήν +θύραν του. Τον ηρώτησε περί του συντέκνου του. Ο σύντεκνος δεν ήτο +εις το χωρίον. Ανεχώρησε προ έτους.― Ηρώτησεν αν ήλθεν ο κηπουρός +μας με τας δύο ημιόνους; Ούτε χωρικός ήλθεν ούτε ημίονοι εφάνησαν.― +Ηρώτησε διατί η κίνησις και πόθεν οι οπλοφόροι; Οι οπλοφόροι ήσαν +Σάμιοι φεύγοντες τους Τούρκους και ο Λογοθέτης ήτο μετ' αυτών. + +Ο Λογοθέτης εντός του χωρίου διωκόμενος υπό των Τούρκων! Ημείς δε +ήλθομεν εις Άγιον Γεώργιον διά ν' αποφύγωμεν τους Τούρκους! Και ούτε +ο σύντεκνος εις το χωρίον ούτε ο κηπουρός μας, ημείς δ' εκεί εις τον +δρόμον, απηυδημένοι, άνευ τροφής, άνευ καταφυγίου, άνευ οδηγού! + +Ο χωρικός μας ελυπήθη και μας εδέχθη εις την καλύβην του. Εισήλθομεν +όλοι εντός αυτής και εκαθήμεθα περιμένοντες τον κηπουρόν. Από της +πρωίας ήμεθα άσιτοι. Ο φιλόξενος χωρικός μας ηρώτησεν αν πεινώμεν, +και μας επρόσφερε το πτωχικόν δείπνον του, αλλ' ο πατήρ μου τον +ηυχαρίστησε, μη θελήσας να του στερήσωμεν τον άρτον του. + +Εν τούτοις αι ώραι παρήρχοντο και ο κηπουρός δεν εφαίνετο, αι δε +αδελφαί μου επείνων. Μ' έστειλεν ο πατήρ μου ν' αγοράσω ό,τι εύρω +και εξηρχόμην προς τούτο της καλύβης, ότε είδα αίφνης εις το φως του +δύοντος ηλίου γενικήν ενώπιον μου παραζάλην. Αι γυναίκες έτρεχον με +τα βρέφη εις την αγκάλην, οι άνδρες με βάρη επί των χειρών, φράσεις +διακεκομμέναι αντηλλάσσοντο, και έφευγον όλοι έξω του χωρίου, ενώ οι +οπλοφόροι συνωθούμενοι ητοιμάζοντο να φράξωσι την είσοδον. Ήτο καθώς +η αιφνίδιος κίνησις των φύλλων επί του εδάφους πριν ή η καταιγίς +επιπέση. + +― Οι Τούρκοι επλάκωσαν! Φύγετε! Κρυφθήτε, έκραξε τρέχων προς ημάς ο +γέρων χωρικός. + +Ήμεθα όλοι ήδη εκτός της καλύβης, ουδέ είχομεν προετοιμασιών ανάγκην +διά την φυγήν. Έλυσα σπεύδων τα ζώα από τα παρά την καλύβην δένδρα +και εφύγομεν έντρομοι, ακολουθούντες και ημείς το ρεύμα. + +Διήλθομεν την νύκτα οδοιπορούντες, χωρίς να γνωρίζωμεν πού +πηγαίνομεν. Ήτο πολύς ο δρόμος και δύσκολος, η δε νυξ τρικυμιώδης, ο +ουρανός ζοφερός, και η σελήνη εκ διαλειμμάτων εφαίνετο μεταξύ των +νεφών. Και ημείς, πεινασμένοι, αγρυπνισμένοι, κατάκοποι, εφεύγομεν. +Συχνάκις ετρομάξαμεν, νομίζοντες ότι ακούομεν κραυγάς, ή +τουφεκισμούς, ή ίππων ποδοβολητόν. Συχνάκις διεκόψαμεν την πορείαν, +όπως καθήσωμεν και αναπαυθώμεν. Ήμεθα οι πλείστοι πεζοί• ήτο δε +πολυάριθμος και μακρά η συνοδία, και ημείς εφοβούμεθα μη +σκορπισθώμεν• ηθέλομεν να μείνη αδιάσπαστος η ομάς ημών εντός του +φεύγοντος πλήθους. + +Την αυγήν εξημερώθημεν εις το παράλιον, εις λιμένα έρημον αντίκρυ +της νήσου των Ψαρών. Εκεί ηθέλομεν και ηλπίζομεν να καταφύγωμεν. +Αλλ' ο άνεμος ήτο σφοδρός, εντός δε του λιμένος και εις το πέλαγος +ούτε πλοίον εφαίνετο, ούτε πλοιάριον, ουδέ διεκρίνετο άντικρυ +σημείον ζωής. Η δε παραλία ήτο ήδη κατειλημμένη υπό άλλων προσφύγων, +προ ημών αφιχθέντων και συσσωρευθέντων εκεί με την αυτήν ως ημείς +ελπίδα. Δεν τους είδομεν ούτε τους ηκούσαμεν μακρόθεν. Μόνον ότε +επλησιάσαμεν εις τον αιγιαλόν, είδομεν υπό τας ελαίας, αίτινες +κατέβαινον μέχρι της θαλάσσης, σωρούς σωμάτων κατακειμένων επί του +εδάφους. Εκεί διήλθον οι δυστυχείς ολόκληρον την νύκτα, ενώ ημείς +υπό την πνοήν της τρικυμίας εβαδίζομεν προς το αυτό σημείον, ως εις +λιμένα σωτηρίας. + +Η άφιξίς μας και αι πρώται του ανατέλλοντος ηλίου ακτίνες έθεσαν εις +κίνησιν εκείνο των φυγάδων το στρατόπεδον, και πριν έτι +προσεγγίσωμεν τοσούτον ώστε ν' αναμιχθώμεν μετ' αυτών, είδομεν υπό +τας ελαίας μορφάς ανακαθημένας ή εγειρομένας, και διεκρίνομεν +γυναίκας και παιδία και γέροντας και νέους στρέφοντας προς ημάς τα +πρόσωπα, ενώ τινες αποσπασθέντες εκ του ομίλου ήρχοντο προς ημάς διά +να μας αναγνωρίσωσιν. + +Εστάθημεν τότε και ημείς. Αι γυναίκες επέζευσαν και εκαθήσαμεν εις +ενός δένδρου την ρίζαν. Τόσα έτη παρήλθον και τόσα εδοκίμασα έκτοτε, +αλλ' όμως ποτέ δεν θα λησμονήσω την αίσθησιν του καμάτου, υπό του +οποίου κατ' εκείνην την ώραν κατεβλήθην. Προ εικοσιτεσσάρων ωρών +επεριπάτουν με κενόν τον στόμαχον. Εξηπλώθην καταγής πλησίον της +μητρός μου και έκλεισα τους οφθαλμούς, άνευ της ελαχίστης δυνάμεως +εις τα μέλη μου, άνευ σκέψεως εις την κεφαλήν μου. Και ησθάνθην την +χείρα της μητρός επί του μετώπου, και ήνοιξα τους οφθαλμούς και είδα +την αγαπητήν κεφαλήν της κεκλιμένην άνωθέν μου. Δεν αντηλλάξαμεν +λέξιν, αλλ' έκυψεν η μήτηρ μου και μ' εφίλησε, και έκλεισα πάλιν +τους οφθαλμούς. Τα ενθυμούμαι ταύτα πάντα ως να συνέβησαν χθες. + +Ο πατήρ μου είχε προχωρήσει εις συνάντησιν των προς ημάς ερχομένων. +Μετ' ολίγον επέστρεψεν ακολουθούμενος υπό γέροντος, τον οποίον δεν +ανεγνώρισα. Αλλ' η μήτηρ μου τον ανεγνώρισε και εγερθείσα έδραμε +προς αυτόν. Ο γέρων ήνοιξε τας αγκάλας του και έσφιξεν επί του +στήθους την μητέρα μου. Ήτο του πατρός της ο αδελφός. + +Μέχρι της στιγμής εκείνης ουδείς ημών είχε κλαύσει. Ο τρόμος του +επικειμένου κινδύνου, η αδιάκοπος κίνησις, αι μεταβολαί των σκηνών, +το αλλεπάλληλον των εντυπώσεων διετήρουν εις έντασιν το νευρικόν +σύστημα. Ήμεθα ψυχή τε και σώματι απηυδημένοι, αλλ' έμενον στεγνά τα +βλέφαρα μας. + +Αλλ' εις τους κόλπους του γέροντος κρύπτουσα την κεφαλήν η τάλαινα +μήτηρ μου αφέθη τότε ολόκληρος εις της λύπης την κυριότητα, και +ηκούοντο οι λυγμοί της, και οι στεναγμοί της εξέσχιζον την καρδίαν +μου. Αι αδελφαί μου περιεκύκλωσαν την μητέρα κλαίουσαι, ο δε πατήρ +μου έκρυψεν εντός των χειρών το πρόσωπον, και η Ανδριάνα έδακνε τα +δάκτυλα της, κ' εγώ ησθάνθην την καρδίαν μου αναβαίνουσαν εις τον +λαιμόν μου, και τους οφθαλμούς μου θολούς, και ήτο γενικός ο θρήνος +και ο κοπετός υπό την ελαίαν, ήτις μας εσκίαζεν. + +Ο γέρων απέθεσεν επί του εδάφους κλαίουσαν εισέτι την μητέρα μου και +υπήγε να μας προμηθεύση τροφήν. Επέστρεψε φέρων μιζύθρας• δεν +ηδυνήθη να εύρη άλλο τι, ουδ' επερίσσευε τεμάχιον άρτου καθ' όλην +εκείνην των δυστυχών την συνάθροισιν. Με τας μιζύθρας παρηγορήσαμεν +την πείναν μας. + +Εν τούτοις πλοίον δεν εφαίνετο, ο άνεμος δεν εκόπαζεν, η θάλασσα ήτο +αγρία, εις δε το παράλιον εμένομεν άστεγοι, άσιτοι, απροστάτευτοι. +Αν οι Τούρκοι επήρχοντο, άλλην δεν είχομεν καταφυγήν ή να ριφθώμεν +εντός των κυμάτων. Επεριμένομεν δε να τους ίδωμεν από στιγμής εις +στιγμήν εμφανιζομένους. Συνεσκέφθημεν μετά του θείου μου και +απεφασίσθη να προσφύγωμεν εις το πλησιόχωρον χωρίον Μεστά, όπου να +καιροφυλακτήσωμεν, μέχρις ου ευρεθώσιν, ει δυνατόν, του εκπατρισμού +τα μέσα. + +Ανεχωρήσαμεν λοιπόν και πάλιν και μετά τινων ωρών οδοιπορίαν +εφθάσαμεν κακώς έχοντες εις Μεστά. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'. + + + +Τα χωρία της Χίου, ιδίως τα μεσημβρινά, είναι οχυρά ως φρούρια και +στενόχωρα ως φυλακαί. Δεν έχουν τείχη, αλλά, κατά τας τέσσαρας +εξωτερικάς του χωρίου πλευράς, των οικιών τα οπίσθια συνεχόμενα +αποτελούν αδιάκοπον προτείχισμα. Αι θύραι των οικιών κείνται έσωθεν, +εντός του χωρίου, η κεντρική δε αυτού οδός, τέμνουσα των οικιών την +συνέχειαν, σχηματίζει του οχυρώματος την πύλην. Είναι δε αληθώς πύλη +η τοιαύτη οπή, καθότι και κλείεται διά κιγκλιδωτών εκ σιδήρου θυρών. + +Τα χωρία ταύτα μου έφερον πάντοτε κατά νουν το εν Σμύρνη Χάνιον• η +διαφορά είναι, ότι αντί της περικλειούσης εκείνο μεγαλοπόλεως, ταύτα +περικυκλούνται υπό λόφων πρασίνων, και αντί ωχρών εμπόρων, περιέχουν +ευρώστους γεωργούς• αντί δε της εν τω μέσω του Χανίου πλατείας, οδοί +στεναί και οικοδομαί συνεσφιγμέναι πληρούν τον χώρον, τον οποίον +περιστοιχίζει η τετράπλευρος εξωτερική σειρά των οικιών. + +Εις το κέντρον του χωρίου υψούται συνήθως Πύργος, του οποίου η +είσοδος υπερέχει τοσούτον του εδάφους, ώστε μόνον διά κλίμακος +ξυλίνης ή διά σχοινιών δύναται τις ν' ανέλθη μέχρις αυτής. Οι Πύργοι +ούτοι, λείψανα της κυριαρχίας των Γενουηνσίων, είναι αι ακροπόλεις +των χωρίων. + +Τοιούτο ήτο το χωρίον Μεστά, όπου προσεφύγομεν. Οι χωρικοί μας +υπεδέχθησαν φιλοφρόνως, μας παρεχώρησαν δε οικίαν εύκαιρον, τα κενά +της οποίας δωμάτια διεμοιράσθημεν μετά του γέροντος θείου της μητρός +μου και δύο άλλων οικογενειών. Η κοινή συμφορά τότε πρώτον μας +εσχέτισε μετ 'αυτών και μας συνέδεσεν. + +Αι στερήσεις μας ήσαν ποικίλαι και μεγάλαι, αλλά τις τότε εσκέπτετο +περί ανέσεως και περί των συνήθων του βίου αναγκών; Ο σκοπός ήτο την +ζωήν να διατηρήσωμεν, αλλά και προς τούτο μόλις εξήρκει η δίαιτά +μας. Και του άρτου αυτού η απόκτησις ήτο δύσκολος, ουδέ κατωρθούτο +καθ' ημέραν. Σύκα, κουκκία, ξυλοκέρατα και χόρτα άγρια, ιδού οποία +ήτο, ως επί το πολύ, η τροφή μας. Και παρήρχοντο ούτως αι ημέραι εν +τω μέσω φόβων και ελπίδων. + +Την ιδέαν της εις Ψαρά καταφυγής παρητήσαμεν εξ ανάγκης, διότι +ήρχοντο απελπιστικαί εκείθεν ειδήσεις. Ήτο ήδη πλήρης προσφύγων η +νήσος, οι δε Ψαριανοί, μόλις έχοντες πώς να τους διαθρέψωσι και +συντηρήσωσι, δεν ηδύναντο ούτε ήθελον να δεχθώσι πλειοτέρους. +Ήρχιζεν ήδη να τοις γίνεται επαισθητή η σπάνις του ύδατος, η δε +συσσώρευσις τοσούτων απόρων φυγάδων είχε προκαλέσει νόσους, αίτινες +εφαίνοντο προμηνύουσαι φοβερωτέραν επιδημίαν. Όθεν έγραφον εις Χίον +προτρέποντες τους φεύγοντας να διευθυνθώσιν εις άλλας του Αιγαίου +νήσους, και προσφέροντες προθύμως τα πλοία των και τους ναύτας των. + +Αλλ' ημείς εις Μεστά ηρχίζομεν να ελπίζωμεν ότι δεν υφίσταται πλέον +ανάγκη φυγής. Δύο εβδομάδες είχον παρέλθει από της αφίξεως του +Τουρκικού στόλου• οι επαναστάται απέπλευσαν ή εκρύπτοντο +σκορπισμένοι εις της νήσου τα ενδότερα, οι δε φιλήσυχοι της πόλεως +κάτοικοι και των χωρικών οι πλείστοι ουδ' εξηγέρθησαν κατά της +Τουρκικής εξουσίας, ουδ' ανεμίχθησαν εις το επαναστατικόν κίνημα. +Διατί λοιπόν της καταδρομής η εξακολούθησις; Διατί της τρομοκρατίας +η διαιώνισις, ενώ πάσα αντιστάσεως πιθανότης εξέλιπε ; Μη δεν +ήρκεσαν τα πεσόντα ήδη αθώα θύματα ; Μη δεν εκορέσθη αρκούντως της +τουρκικής λύσσης η έξαψις ; Ταύτα σκεπτόμενοι επεριμένομεν από +ημέρας εις ημέραν την διακήρυξιν αμνηστείας και την άδειαν να +επιστρέψωμεν εις τας εστίας μας. + +Και τω όντι, των Τούρκων η καταφορά είχε κατ' εκείνας τας ημέρας +κοπάσει. Ηκούοντο ολιγώτεροι πυροβολισμοί και φόνοι και απαγωγαί, +διέτρεχον δε φήμαι ότι εμεσίτευον οι Πρόξενοι υπέρ συγχωρήσεως των +ραγιάδων, και ότι ο Πασάς εφαίνετο κλίνων προς επιείκειαν. Και +ήρχοντο μέχρις ημών αι τοιαύται φήμαι και υπέτρεφον τας ελπίδας μας. + +Την ενάτην ημέραν της εις Μεστά διαμονής μας ενομίσαμεν ότι τα δεινά +μας ετελείωσαν. Δυο Πρόξενοι ήλθον εις το χωρίον φέροντες κλάδους +ελαίας και παραμυθίας ευαγγέλια. Έφερον αναφοράν προς υπογραφήν, +υπέσχοντο δε ότι άμα προσκυνήσωμεν ο Πασάς θα μας συγχωρήση. Να μας +συγχωρήση ! Αλλά διά τι; Ούτε αντάρται ήμεθα, ούτε ουδένα +ηδικήσαμεν, ούτε ιδιοκτησίας ξένας εληστεύσαμεν, ούτε γυναίκας +ητιμάσαμεν, ούτε εφονεύσαμεν, ούτε εξηνδραποδίσαμεν. Διά τι να +συγχωρηθώμεν; + +Αλλά ταύτα είναι σκέψεις σημεριναί. Δεν εσκεπτόμεθα τοιαύτα τότε, η +δ' ελπίς της απαλλαγής από της αφορήτου εκείνης υπάρξεως ήτο αληθής +δι' ημάς χαρά. Όθεν υπεγράψαμεν προθύμως πάντες, νέοι και γέροντες, +χωρίς να εξετάσωμεν τι η αναφορά περιέχει, υπεγράψαμεν με τας δύο +χείρας, ευλογούντες την φιλάνθρωπον μεσολάβησιν των Χριστιανών +Προξένων, και ανεπνεύσαμεν, πιστεύσαντες ότι παύει ο διωγμός και θα +επιστρέψωμεν αβλαβείς εις τα ίδια. + +Αλλά μη επρόκειτο να εύρωμεν τας οικίας μας όπως τας αφήσαμεν ; Μετά +την εισβολήν των Σαμίων και των υπό τον Μπουρνιάν χωρικών, μετά τους +σφοδρούς εκ του φρουρίου και εκ του στόλου κανονοβολισμούς, μετά την +αχαλίνωτον προ πάντων των Τούρκων λεηλασίαν, ολίγας περί τούτου +ελπίδας ηδυνάμεθα να τρέφωμεν. Αλλ' όμως εκυρίευε πάντας ημάς εκεί, +εις Μεστά, της επανόδου ο πόθος. Ηθέλομεν να ίδωμεν και πάλιν τας +οικίας μας, εις οιανδήποτε κατάστασιν και αν επρόκειτο να τας +εύρωμεν, ο δε φόβος μη τας εύρωμεν κατεστραμμένας ηύξανεν αντί του +να ελαττόνη την επιθυμίαν μας. + +Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά, +καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η +ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην +περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα +επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων +αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν, +βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων, +και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον +χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν +του κοιτώνος των τους τοίχους. + +Αι επαγγελίαι των Προξένων τοσούτον ανεπτέρωσαν τας ελπίδας μας, +ώστε ηθέλομεν αμέσως να επιστρέψωμεν. Αλλ' οι γεροντότεροι +εχαλίνωσαν την ανυπομονησίαν μας, υποπτευόμενοι μη η προσφερομένη +αμνηστία ήτο τέχνασμα των Τούρκων, προς εξαπάτησιν των Προξένων, και +παγίς όπως μας εξολοθρεύσωσιν ευκολώτερον. Είχον πλειοτέραν πείραν +του τουρκικού χαρακτήρος οι γέροντες , αλλ' οι επίλοιποι εβασιζόμεθα +μετά θάρρους εις των Προξένων την υπόσχεσιν και την προστασίαν. + +Μετά σύσκεψιν και συζήτησιν και ενδοιασμούς ποικίλους, απεφασίσθη +τέλος να υπάγωμεν τινές εκ των νεωτέρων ως πρόσκοποι, οι δε λοιποί +να περιμείνωσιν εις Μεστά τας ειδήσεις μας, ή την επιστροφήν μας. + +Την επαύριον ανεχώρησα από πρωίας μετά δύο άλλων ομηλίκων μου. +Περιττόν να αναφέρω τα ονόματά των. Άλλως τε προς τι να υποδεικνύω +εκάστοτε ονομαστί εκείνους, όσων η κακή τύχη συνέπεσε να συνενωθή +μετά της ιδικής μου ; Εκ των δύο εκείνων ο είς, ευδαίμων ήδη γέρων, +πρωτεύει εν μια των εν τη αλλοδαπή Ελληνικών κοινοτήτων• συχνάκις δ' +έκτοτε συνηντήθημεν και ανεμνήσθημεν ημερών αρχαίων και κοινών +παθημάτων. Ο άλλος, διασωθείς τότε, απέθανε μετ' ολίγον εις Τήνον. +Πόσους τότε λυτρωθέντας εκ των ονύχων των Τούρκων εθέρισεν ούτως ο +θάνατος ! Εξηντλημένοι μετά τοσαύτας κακουχίας, μετά τοσούτους +περισπασμούς, πόσοι φυγόντες την μάχαιραν του εχθρού έπεσαν κατόπιν, +πρόωρα της ασθενείας θύματα ! + +Απεχαιρετήσαμεν λοιπόν τους εις Μεστά και εκινήσαμεν οι τρεις ομού, +διευθυνόμενοι προς την πόλιν. Αι εντυπώσεις των γενομένων +καταστροφών ήσαν πολύ πρόσφατοι εισέτι, και δεν ήμεθα ουδαμώς +απηλλαγμένοι του φόβου μη συναντήσωμεν Τούρκους ενόπλους, αγνοούντας +ή αψηφούντας τας επιεικείς του Πασά προθέσεις. Αλλ' ήμεθα νέοι και +οι τρεις, ο δε πρωινός αήρ ήτο ζωογόνος, και απέπνεον άρωμα υγιές οι +μαστιχοφόροι περί τα Μεστά λόφοι. Η ελπίς διεσκέδασε βαθμηδόν τους +φόβους και εβαδίζομεν ελαφροί, φαιδρύνοντες δι' ευθύμων συνομιλιών +την οδοιπορίαν μας. + +Δεν επέπρωτο όμως ούτε η φαιδρότης, ούτε η οδοιπορία μας να +διαρκέσωσι πολύ. + +Εβλέπομεν μακρόθεν το χωρίον Ελάταν, όπου επροτιθέμεθα να +αναπαυθώμεν εκ του δρόμου και να λάβωμεν πληροφορίας διά την +περαιτέρω πορείαν μας. + +Ο Ήλιος έκαιε και εταχύνομεν το βήμα προς τας λευκάς του χωρίου +οικίας. Αίφνης, εις τα πρόθυρα αυτού, ηκούσαμεν οιμωγάς και κραυγάς +γυναικείας. Εστάθημεν και οι τρεις και είδομεν ο είς τον άλλον. Μη +ήσαν Τούρκοι εις το χωρίον ; Αύτη ήτο η πρώτη μου σκέψις. Ετείναμεν +τα ώτα. Αι κραυγαί εξηκολούθουν. Ήσαν βεβαίως γυναικεία μοιρολόγια. + +Οδηγούμενοι εξ αυτών διήλθομεν τας ερήμους του χωρίου οδούς και +εφθάσαμεν ενώπιον της εκκλησίας. Εκεί συνωθούντο οι χωρικοί, υπεράνω +δε των κεφαλών των είδομεν κατ' εκείνην την στιγμήν εις της +εκκλησίας τα πρόθυμα αναβαίνοντα δύο φέρετρα, το έν μετά το άλλο, +και πέριξ αυτών αι γυναίκες έκλαιον και ωδύροντο και εκραύγαζον +γοερώς. + +Ότε εισήλθεν εντός του ναού η νεκρώσιμος συνοδία, ηρώτησα ένα +χωρικόν περί των δύο λειψάνων, και μας είπε με τα δάκρυα εις τους +οφθαλμούς, ότι συμμορία Τούρκων, συναντήσασα την πρωίαν τρεις νέους +έξω του χωρίου, επυροβόλησε κατ'αυτών και εξηκολούθησε τον δρόμον +της, ότι ο είς των τριών σωθείς έτρεξε και ανήγγειλε το συμβάν εις +το χωρίον, τα δε πτώματα των δύο φονευθέντων μετεκομίσθησαν προ +ολίγης ώρας εκεί. + +Πού λοιπόν αι υποσχέσεις ασφαλείας ; Πού η ελπίς ότι τα δεινά +ετελείωσαν ; Είχον οι γέροντες δίκαιον! Οι δύο εκείνοι νεκροί, και +των γυναικών τα μοιρολόγια, ήσαν της τουρκικής πίστεως η σφ(ρ)αγίς, της +τουρκικής επιεικείας τα εχέγγυα! + +Επεστρέψαμεν αμέσως εις Μεστά, βαδίζοντες ταχύτερον ή ότε ηρχόμεθα, +και άνευ της προτέρας φαιδρότατος. Οι εκεί εξεπλάγησαν ότε μας είδον +επιστρέφοντας, η δ' αφήγησις της εις Ελάταν σκηνής τους κατετάραξε, +και η προτέρα αδημονία διεδέχθη διά μιας τας μόλις ριζωθείσας +ελπίδας. + +Ο πατήρ μου μόνος επέμενεν ελπίζων: ήτο τυχαία η συμπλοκή, δεν ήσαν +γνωσταί εισέτι αι αποφάσεις του Πασά, οι Τούρκοι εκείνοι δεν +παρέμειναν εις Ελάταν, άρα οι πυροβολισμοί των δεν αποδεικνύουν την +επανάληψιν συστηματικού διωγμού, θα ησυχάσωσι τα πράγματα. Τοιαύτα +έλεγεν, αλλ' η πείρα του παρελθόντος κατεφόβιζε τους λοιπούς πάντας +και αφήρει πάσαν εμπιστοσύνην προς τας αγαθάς δήθεν του Πασά +διαθέσεις. Να φύγωμεν, να φύγωμεν! έλεγον αι γυναίκες, τα δε παιδία +έκλαιον, και εγώ δεν ηδυνάμην να λησμονήσω την θέαν των δύο εκείνων +φερέτρων, φερομένων προς την πύλην της εκκλησίας, και τους θρήνους +των γυναικών, αι οποίαι εμοιρολόγουν τους νεκρούς των. + +Την αυτήν εκείνην ημέραν ο θείος της μητρός μου, δι' αμοιβών +γενναίων και μεγαλειτέρων έτι υποσχέσεων, έπεισε νέον χωρικόν να +μεταφέρη διά παντός τρόπου επιστολήν του εις Ψαρά. Έγραφε ζητών της +φυγής τα μέσα. + +― Ας έλθη πλοίον, έλεγε προς τον πατέρα μου, και συ αν θέλης μείνε +εδώ. Φθάνει μόνον να έλθη εν καιρώ! + +Ο πατήρ μου εσιώπα, αλλ' εφαίνετο διστάζων. Τον ετρόμαζον αρά γε οι +κίνδυνοι της φυγής και του εκπατρισμού αι οδύναι; ή εβασίζετο εις +των Προξένων την μεσολάβησιν και ήλπιζεν ότι κρυπτόμενοι εν τω +μεταξύ εντός της πατρίδος θα διέλθωμεν ασφαλέστερον της δοκιμασίας +την περίοδον ; ή μη, υπό την πίεσιν τοσούτων αλλεπαλλήλων +συγκινήσεων, απώλεσε την εις εαυτόν πεποίθησιν και δεν ήξευρεν ο +ίδιος τι ήθελε και τι ν' αποφασίση ; + +Την επιούσαν ήμεθα από πρωίας συνηγμένοι κατά το σύνηθες εις την +ισόγειον της οικίας είσοδον, ήτις εχρησίμευεν ως κοινή αίθουσά μας. +Καθήμενοι εις των θυρών τα κατώφλια και επί των βαθμίδων της +κλίμακος συνεσκεπτόμεθα, ως πάντοτε, περί του πρακτέου, αναμένοντες +τι η ημέρα θα μας φέρη και υπολογίζοντες πότε ηδυνάμεθα να +περιμένωμεν απόκρισιν εκ Ψαρών. + +Η Ανδριάνα μόνη ήτο απούσα. Είχεν εξέλθει προς εύρεσιν τροφής. Και +άλλοτε κατώρθωσε να ποικίλη την πενιχράν δίαιτάν μας συλλέγουσα +χόρτα άγρια εις τους πέριξ του χωρίου λόφους. Αλλ' εβράδυνεν ήδη να +επιστρέψη. Και η μήτηρ μου, ανησυχούσα, πολλάκις ήνοιξε την θύραν +και προέτεινε την κεφαλήν εις την οδόν, να ιδή μη φαίνεται ερχόμενη. + +Η Ανδριάνα ήτο ο γενικός προστάτης, η αληθής πρόνοια ολοκλήρου της +εις Μεστά δυστυχούς ημών ομάδος. Πλήρης αυταπαρνήσεως και +αφοσιώσεως, περιέθαλπε την μητέρα και τας αδελφάς μου και εφρόντιζε +περί πάντων των λοιπών• όλα τα επρόφθανεν, όλα τα εσυλλογίζετο• αυτή +εύρισκεν ή εφεύρισκε την καθημερινήν τροφήν μας, αυτή έφερε το νερόν +εκ της πηγής, αυτή κατώρθωσε δι' αχύρων και παλαιών ταπήτων ν' +αυτοσχεδιάση στρωμνάς δι' όλους εις τα εύκαιρα δωμάτια της οικίας +εκείνης• αυτή μας έφερεν ειδήσεις έξωθεν, σχετιζόμενη μετά των +χωρικών και τα πάντα ερευνώσα και τα πάντα μανθάνουσα. Η +ενεργητικότης της ήτο αδάμαστος και ακατάβλητος η ευθυμία της. Είχε +την καρδίαν υγιά και ακμαίαν όσον και το σώμα, και συχνάκις διά της +ζωηρότητος, διά της φαιδρότητός της έφερεν εις τα χείλη μας το +μειδίαμα, εν μέσω της επικρατούσης εκεί γενικής αθυμίας. + +Η ώρα εν τούτοις παρήρχετο και ηύξανε της μητρός μου η ανησυχία. +Δεν ήθελα να την αυξήσω εκφράζων τους φόβους μου, αλλ' ήμην και εγώ +ανήσυχος, και οι άλλοι επίσης.― Τι έγεινε ; Πώς αργεί ; Μη έπαθε +τίποτε; Τοιαύται αντηλλάσσοντο φράσεις. + +Εκεί, αίφνης, ανοίγεται η θύρα και παρουσιάζεται η Ανδριάνα +κάτωχρος, τρέμουσα, με την κόμην λυτήν, σχισμένα τα φορέματα και +ανοικτά, τα στήθη αιματωμένα..... + +Η όλη παρουσία της εμαρτύρει πάλην φοβεράν, και τρόμον και αισχύνην. + +Η μήτηρ μου ηγέρθη αμέσως, εκάλυψε με τας χείρας τους οφθαλμούς και +ανέκραξε μετά φρίκης : Α ! οι Τούρκοι, οι Τούρκοι ! Και αρπάσασα τας +θυγατέρας της έσυρεν αυτάς εις την αγκάλην της. + +Η δε Ανδριάνα με την μίαν χείρα επί της ανοικτής θύρας, εδείκνυε διά +της άλλης την έξοδον, και ασθμαίνουσα δεν ηδύνατο ν' αρθρώση τας +λέξεις τας οποίας επροσπάθει να προφέρη•― Φύγετε, κρυφθήτε! + +Ευρέθημεν όλοι δια μιας έξω εις τον δρόμον μετά της Ανδριάνας. + +Πού επηγαίνομεν ; Τι ηθέλομεν; Έμφυτός τις ορμή διηύθυνε τα +διαβήματά μας μακράν της πύλης του χωρίου. Εφεύγομεν τους Τούρκους. +Δεν εσκεπτόμεθα όμως ότι απομακρυνόμενοι της εξόδου, εκλειόμεθα +εντός του χωρίου. Αλλά μη σκέπτεται τις εις τοιαύτας ώρας ; + +Ενώ ετρέχομεν ούτω περίφοβοι, παραζαλισμένοι, μη γνωρίζοντες πού να +καταφύγωμεν, μία γραία εις την θύραν ταπεινής οικίας ισταμένη μας +είδε, μας ελυπήθη και ήπλωσε προς ημάς την χείρα. + +― Ελάτε εδώ να σας κρύψω, Χριστιανοί. + +Εχύθημεν όλοι εντός της ανοικτής θύρας, ακολουθούντες την γραίαν. Ο +Θεός την εφώτισε ! Εις εκείνην χρεωστούμεν την σωτηρίαν, την ύπαρξίν +μας. Δεν την είδα έκτοτε, ούτε το όνομα της γνωρίζω, αλλά ποτέ δεν +ελησμόνησα το αγαθόν πρόσωπον της, ουδ' έπαυσα ευλογών την μνήμην +της. Είθε να την αντήμειψεν ο Θεός και να την ανέπαυσεν εν ειρήνη ! + +Όπισθεν της οικίας ήτο αυλή ύπαιθρος, εις δε την άκραν της αυλής +σταύλος. Εντός του σταύλου μας έκρυψεν η γραία. Αι αγελάδες της +έβοσκον εις την εξοχήν και δεν επέστρεψαν ούτε την εσπέραν εκείνην, +ούτε τας επιούσας, να μας διαφιλονεικήσωσι της κατοικίας των την +κατοχήν. Δεν ηχμαλώτιζον γυναικόπαιδα μόνον οι Τούρκοι• ό,τι +εύρισκον ήτο λεία ευπρόσδεκτος. Αλλά δεν εζημίωσαν ημάς τότε +ληστεύσαντες της πτωχής γραίας τα ζώα. + +Η είσοδος ήτο στενή και σκοτεινή, εις δε το βάθος ηνοίγετο ο σταύλος +τετράγωνος και οπωσούν ευρύχωρος• αλλ' ουδ' αυτός είχε παράθυρον ή +άλλην οπήν, ώστε ότε εκλείετο η επί της αυλής θύρα της διόδου, το +σκότος ήτο ψηλαφητόν και η αποφορά δεν είχε διέξοδον. Τέσσαρα +ημερόνυκτα εμείναμεν εντός του κρυψώνος τούτου, δεκαοκτώ εν συνόλω +ψυχαί! + +Το εσπέρας της πρώτης ημέρας η φιλάνθρωπος γραία μας έφερε σάκκον +πλήρη σύκων. Ότε δε συνειθίσαμεν εις το σκότος, ανεκαλύψαμεν εις +μίαν γωνίαν κάδον έχοντα εισέτι ύδωρ αρκετόν, προς ποτισμόν των +αγελάδων. Χάρις εις το ύδωρ τούτο και εις τα σύκα δεν απεθάνομεν της +δίψης και της πείνης. Εις θέσιν δε προέχουσαν επί μιας των πλευρών +του σταύλου, εύρομεν άχυρον, το οποίον εστρώσαμεν κατά γης, διά να +μη κατακλίνωνται επί του βορβορώδους εδάφους αι γυναίκες και τα +παιδία. Και εζήσαμεν ούτω τέσσαρας νύκτας και τέσσαρας ημέρας! + +Εκ του κρυψώνος μας ηκούομεν έξω συχνάκις τας κραυγάς των Τούρκων +και οιμωγάς των Χριστιανών, πότε μακράν και άλλοτε πλησίον. Την +τελευταίαν μάλιστα νύκτα τους είχομεν πολύ, πολύ πλησίον, διότι +διενυκτέρευσαν εις την οικίαν της γραίας, και ηκούομεν τας ομιλίας +των και τας διηγήσεις των αισχρών κατορθωμάτων των. + +Ο κύριος των Τούρκων σκοπός ήτο η ανακάλυψις των κρυπτομένων +φυγάδων. Τους άνδρας εφόνευον, τα δε γυναικόπαιδα ηχμαλώτιζον +μεταφέροντες την άγραν των εις την πόλιν. Τους χωρικούς δεν έβλαπτον +συνήθως, εκτός δι' ύβρεων και ραβδισμών και λακτισμάτων και διά της +καταναλώσεως των τροφίμων των. Δεν έμενον δε επί πολύ οι αυτοί +Τούρκοι εις το χωρίον. Αφ' εσπέρας ήρχετο μία συμμορία, έτρωγον, +έπινον εκοιμώντο, την δε πρωίαν ήρχιζεν η έρευνα προς σφαγήν και +αιχμαλωσίαν• ανεχώρουν οι πρώτοι με αιχμαλώτους και λάφυρα, και τους +διεδέχετο νέα την εσπέραν συμμορία, και ούτως εφεξής. Εμείς δ' +επεριμένομεν να κορεσθώσι και να παύση η εξάντλησις της λείας την +διαδοχήν του διωγμού, παρακαλούντες τον Θεόν να μη ανακαλυφθώμεν +μέχρι τέλους. + +Πώς να περιγράψω την αγωνίαν των ατελευτήτων εκείνων ημερών ! +Εφοβούμεθα να λαλήσωμεν μη ο ελάχιστος θόρυβος μας προδώση. Η +Ανδριάνα έκλαιεν, έκλαιεν ακαταπαύστως, και λυγμοί ενίοτε εξέφευγον +από του στήθους της• ο πατήρ μου επέβαλλε τότε σιωπήν. + +― Θέλεις να μας καταδώσης ; έλεγε. + +Και έκρυπτεν η Ανδριάνα την κεφαλήν, και δεν ηκούετο ο θρήνος της. +Επλησίαζεν η μήτηρ μου να την παρηγορήση. + +― Μη μ' εγγίζης και λερόνεσαι ! + +Δυστυχής νέα ! Η μαύρη απελπισία της εντός του σκοτεινού και +δυσώδους εκείνου καταφυγίου ήτο η φοβερωτέρα ένδειξις της τύχης, η +οποία επερίμενε τας λοιπάς εκεί γυναίκας, εάν οι Τούρκοι μας +ανεκάλυπτον ! + +Την τελευταίαν νύκτα εξημερώθημεν με τον φόβον, ότι δεν θα σωθώμεν +από τας χείρας των. Η θύρα μόνη του σταύλου μας εχώριζεν απ' αυτών. +Την αυγήν επανήλθεν εις την αυλήν η σιωπή, αλλ' εξηκολούθει εντός +του χωρίου ο θόρυβος. Πόσον βραδέως αι ώραι παρήρχοντο ! θα +επανέλθωσιν οι Τούρκοι πλησίον μας ; θα τους έχωμεν και την νύκτα +πάλιν ; Ησθανόμεθα πάντες ότι δεν ηδυνάμεθα να ανθέξωμεν πλειότερον. + +Προς το εσπέρας τους ηκούσαμεν εις την αυλήν, ετοιμαζομένους προς +αναχώρησιν, και εκρατούμεν την αναπνοήν μας, περιμένοντες την +ελπιζομένην απομάκρυνσίν των. + +Εκεί, ακούομεν αίφνης, πλησίον της θύρας, βροντώδη Τούρκου φωνήν. + +― Ας ίδωμεν πριν φύγωμεν, τι έχει εις αυτήν την αποθήκην. + +Έκαμα τον σταυρόν μου. Κρύος ιδρώς με περιέχυσεν. + +Η θύρα του σταύλου έτριξε και ηνοίχθη, και εις το άνοιγμα της είδα +Τούρκου μορφήν φοβεράν. Εκράτει ξίφος γυμνόν εις την μίαν χείρα, εις +δε την άλλην ράβδον, και από της άκρας της ράβδου εκρέματο λύχνος, +το δε φως του λύχνου εφώτιζε του Τούρκου το πρόσωπον, και όπισθεν +των ώμων του άλλαι Τούρκων κεφαλαί έρριπτον περίεργα εντός του +σκότους βλέμματα. + +Εκαθήμην κατά γης εις το βάθος του σταύλου, αντίκρυ της εισόδου. + +Χίλια έτη να ζήσω, δεν θα λησμονήσω την αποτρόπαιον εκείνην +οπτασίαν! + +Αναπνοή εντός του σταύλου δεν ηκούετο. Ο Τούρκος εκτείνει τον πόδα, +προχωρεί έν βήμα..... + +Αντήχησε διά μιας ο πάταγος υδάτων πατουμένων και βλάσφημος του +Τούρκου εκφώνησις. + +― Μόνον βρώμαι είναι εδώ. Δεν έχει τίποτε. Πηγαίνωμεν! + +Η θύρα εκλείσθη μετά κρότου και οι Τούρκοι ανεχώρησαν. Εσώθημεν ! Έν +βήξιμον, είς στεναγμός ηδύνατο να μας προδώση. Αλλ' ο Θεός μας +ελυπήθη και ηυδόκησε να μας διαφυλάξη, η δε σωτηρία μας την ώραν +εκείνην μας εφάνη ως αγαθός διά το μέλλον οιωνός, και επεριμένομεν +με πλειότερον ήδη θάρρος της δοκιμασίας μας το τέλος. + +Δεν εψεύσθησαν αι ελπίδες μας. Την αυτήν εκείνην εσπέραν, αφού +ενύκτωσε, ηνοίχθη του σταύλου η θύρα και πάλιν, αλλ' υπό φίλης ήδη +χειρός, και ήλθεν εν μέσω ημών ο χωρικός, τον οποίον ο θείος μου +είχεν αποστείλει προς εύρεσιν πλοίου. Πώς εξετέλεσε την παραγγελίαν, +πώς ανεκάλυψε το κρησφύγετόν μας δεν γνωρίζω. Έφερε την αγγελία +ότι πλοίον Ψαριανόν μας επερίμενεν εις έρημον λιμενίσκον όχι μακράν +του χωρίου, και ήτο έτοιμος ο χωρικός να μας οδηγήση αμέσως προς +αυτό. + +Η νυκτερινή ώρα, ο φόβος των Τούρκων, η άγνοια του μέλλοντος, οι +κίνδυνοι της φυγής, η ανάμνησις των πρώτων ματαίων περιπλανήσεων, +πολλούς δισταγμούς την ώραν εκείνην εγέννησαν. Αλλ' αν εμένομεν, ο +όλεθρος ήτο βέβαιος σήμερον ή αύριον, ενώ φεύγοντες ηδυνάμεθα ίσως +να σωθώμεν. Απεφασίσθη λοιπόν η φυγή και ανεχωρήσαμεν υπό την +οδηγίαν του χωρικού. + +Κρατούμενοι τας χείρας και βαδίζοντες εν σιωπή εφθάσαμεν εις την +άκραν του χωρίου, προς το αντίθετον της εισόδου μέρος. Εφεύγομεν την +πύλην υποπτευόμενοι ότι εφρουρείτο υπό Τούρκων. Ο οδηγός μας είχε +λάβει τα μέτρα του. Εισήλθομεν εντός οικίας ερήμου διά να +δραπετεύσωμεν εκ των όπισθεν. Η νυξ ήτο σκοτεινή, διεκρίνετο όμως εκ +του παραθύρου το κρημνώδες κάτω έδαφος. Εκρεμάσθη σχοινίον και +κατέβην πρώτος εγώ. Έδεσα εις την ζώνην μου το σχοινίον και το +εκράτουν εκ των χειρών, ενώ με κατεβίβαζον οι άνωθεν. Κατήλθον +κατόπιν οι λοιποί άνδρες ανά είς, και επεριλάβομεν έπειτα τας +καταβιβαζομένας γυναίκας και παιδία. Τελευταίος επήδησεν ο χωρικός, +ετέθη επί κεφαλής μας, και ήρχισεν η νυκτερινή οδοιπορία. + +Η απόστασις δεν ήτο μεγάλη, αλλά δεν είναι εύκολος ο δρόμος, όταν με +την καρδίαν τρέμουσαν φεύγης εις το σκότος, μη γνωρίζων πού +πηγαίνεις, και φοβήσαι ανά πάσαν στιγμήν μη φανώσιν οι Τούρκοι, και +έχης γέροντας και γυναίκας και παιδία μικρά εις την συνοδίαν σου ! + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'. + + + +Εξημέρονε μόλις ότε εφθάσαμεν εις τα υψώματα τα περικλείοντα τον +λιμενίσκον, όπου η σωτηρία μας επερίμενε. Λευκή σειρά αμυδρού φωτός, +χαράττουσα τον ορίζοντα, προεμήνυε την ανατολήν. Εις τους πρόποδας +του αποτόμου λόφου, επί του οποίου εστάθημεν, εβλέπομεν την θάλασσαν +και την ακτήν, αλλά δεν ηκούετο ρόχθος• εντός του λιμένος ήτο άκρα +γαλήνη, εκτός δ' αυτού, μακράν, μας έδειξεν ο χωρικός το πλοίον. Δεν +έβλεπα επί των σκοτεινών υδάτων το σκάφος, αλλ' οδηγούμενος από του +χωρικού την χείρα, διέκρινα τους δύο ιστούς και μου εφάνη ότι +κινούνται προχωρούντες με κρεμάμενα επ' αυτών τα ιστία. + +Εσπεύσαμεν το βήμα και εντός ολίγης ώρας ήμεθα εις την παραλίαν. + +Δεν ήλθε διά μόνους ημάς το πλοίον εκ Ψαρών. Ο πλοίαρχος εφρόντισεν +αφ' εσπέρας να διασπείρη της αφίξεώς του την είδησιν, και συνέρρεον +οι πρόσφυγες εκ των πέριξ χωρίων και εκ των σπηλαίων όπου +εκρύπτοντο. Η ακτή ήτο ήδη κεκαλυμμένη υπ' αυτών, ότε κατέβημεν, +εξηκολούθουν δε και άλλοι φθάνοντες κατόπιν ημών. + +Ευτυχώς οι πρώτοι φθάσαντες είχον δώσει το συμφωνηθέν σημείον, και +το πλοίον έπλεεν ήδη προς τον λιμένα, καθ' ην στιγμήν από του +υψώματος διέκρινα μακρόθεν τους ιστούς του. + +Ότε επλησιάσαμεν εις τους σωρούς των φυγάδων, είδομεν όλα τα πρόσωπα +εστραμμένα προς την θάλασσαν. Ήρχετο η λέμβος ! Επλησίαζεν ! +Ηκούοντο αι κώπαι σχίζουσαι την θάλασσαν, ηκούετο και των σκαρμών ο +γογγυσμός υπό της κώπης την πίεσιν. Οι δ' επί του αιγιαλού ετείνομεν +σιωπώντες τα ώτα προς τους πλησιάζοντας εκείνους παρηγόρους ήχους. + +Αλλ' ότε η λέμβος προσωρμίσθη και επήδησαν οι ναύται εις την ξηράν, +τότε η σιωπή ελύθη και επήλθε ταραχή και σύγχυσις, διότι πάντες, +συνωθούμενοι επί των βράχων, ανυπομόνουν θέλοντες να +επιβιβασθώσιν.!Ήσαν δε πολλοί οι φεύγοντες, και η λέμβος μικρά. Η +ηχηρά του ναυκλήρου φωνή και των ναυτών οι βραχίονες εχαλίνωσαν του +πλήθους την ανυπομονησίαν.― Ησυχάσατε, εφώναζε. Θα σας πάρωμεν +όλους. Κανένα δεν θ' αφήσωμεν ! + +Εν τούτοις η λέμβος ανεχώρησε με το πρώτον φορτίον, ο δε ναύκληρος +και τρεις ναύται έμενον εις το παράλιον ωπλισμένοι. Επήγαινεν η +λέμβος και ήρχετο, εσμικρύνετο δε βαθμηδόν ο αριθμός των επί της +ακτής, και ηύξανε μετά πάσαν αναχώρησιν η ανυπομονησία των μενόντων. +Ηύξανε δε τοσούτω μάλλον καθ' όσον το φως επληθύνετο. Δεν εφαίνετο +εισέτι ο ήλιος, αλλ' η θάλασσα ελάμβανεν ήδη της ημέρας τα χρώματα. + +Οι ημίσεις περίπου ήσαν επί του πλοίου. Ημείς εμένομεν εισέτι επί +της ξηράς, και εβλέπομεν την λέμβον επιστρέφουσαν, ευχόμενοι να μη +βραδύνη η σειρά μας, ότε αντήχησεν αίφνης κρότος τουφεκίου και +ηκούσθη σφαίρας συριγμός. Αι κεφαλαί όλαι εστράφησαν διά μιας προς +τα οπίσω και είδομεν υψηλά, επί της κορυφής του λόφου, προς τα δεξιά +μας, τεσσάρας ανδρών μορφάς.― Αλλοίμονον! οι Τούρκοι επλάκωσαν ! + +Θεέ μου ! Οποίον τρόμον έφερεν εις την ακτήν η απροσδόκητος εκείνη +των διωκτών μας εμφάνισις ! + +Δύο, τρεις τουφεκισμοί εκ νέου αντήχησαν. Ο όμιλος των προσφύγων +εσκορπίσθη, και ετρέξαμεν όλοι εις του λόφου τας υπωρείας, όπως +προφυλαχθώμεν υπό των βράχων τας εξοχάς. Οι τέσσαρες ναύται μόνοι +έμειναν εις την άκραν της θαλάσσης, και υψώσαντες τα όπλα εσκόπευσαν +και επυροβόλησαν διά μιας και οι τέσσαρες. Οι Τούρκοι άνωθεν δεν +ανταπεκρίθησαν εις τον χαιρετισμόν τούτον. Εφοβήθησαν αρά γε ; ή μη +αι σφαίραι των ναυτών μας επέτυχον ; ή μη ήσαν πολυαρίθμου σώματος +εμποσθοφυλακή και επερίμενον επικουρίαν, όπως επιπέσωσι καθ' ημών ; +Και τότε ; τι θα γίνωμεν; πώς θ' αντισταθώμεν; + +Εν τούτοις η λέμβος επλησίαζεν. Ενθαρρυνθέντες υπό της παύσεως των +πυροβολισμών ετρέξαμεν όλοι πάλιν προς την θάλασσαν, θα προφθάσωμεν +όλοι να σωθώμεν ; θα φανώσιν εκ νέου επί του λόφου οι Τούρκοι ; + +Προσωρμίζετο σχεδόν επί των βράχων η λέμβος, ότε είδα τον πατέρα μου +πλησιάζοντα εις τον ναύκληρον. Τον έβλεπα να λαλή περιπαθώς +δακτυλοδεικτών τας αδελφάς μου και εμέ, ενώ ο ναύτης απέσυρε την +χείρα, εντός της οποίας εζήτει ο πατήρ μου να θέση φιλοδώρημα. + +Κατ' εκείνην την στιγμήν η μήτηρ μου όπισθεν μ' έλαβεν εκ της +χειρός. Εστράφην προς αυτήν. + +― Λουκή μου, πάρε τας αδελφάς σου και πηγαίνετε με την ευχήν μας. +Αφήσατέ μας ημάς εις το έλεος του Θεού. + +Και συγχρόνως εναπέθετεν εις τον κόλπον μου μικρόν δέμα περιέχον όσα +κοσμήματα είχε δυνηθή να περισώση. Την ενηγκαλίσθην και εφίλουν τον +λαιμόν της και έλεγα•― Όχι, όχι, όλοι ομού θα σωθώμεν.... + +Εκεί, με ήρπασεν εκ του βραχίονος ο πατήρ μου. + +― Πήγαινε με τας αδελφάς σου. Ερχόμεθα κατόπιν ημείς. + +Η λέμβος ήτο ήδη πλήρης, αι δε αδελφαί μου εκάθηντο εντός αυτής. Με +ώθησεν ο πατήρ μου, μ' έσυρεν ο ναύκληρος, και πριν προφθάσω να +λαλήσω ή ν' αντισταθώ, ευρέθην εντός της λέμβου κ' εγώ. Αι κώπαι +εκινήθησαν αμέσως. Εστράφην προς την ξηράν να ίδω την μητέρα μου, +και ενώ εστρεφόμην είδα καπνόν επί του λόφου και νέος τουφεκισμός +ηκούσθη. Επί των βράχων το πλήθος συνεσφίγγετο και οι όπισθεν ώθουν +τους πρώτους, έπιπτον δέ τινες ήδη εις την θάλασσαν. Μεταξύ των +πιπτόντων βλέπω αίφνης την μητέρα μου ! + +Δεν ηξεύρω πώς ηδυνήθην ν' απλώσω εκ της λέμβου την χείρα, πώς +ήρπασεν η μήτηρ μου την χείρα μου, πώς μία άλλη γραία εκράτει διά +των δύο χειρών της μητρός μου το φόρεμα......Η δε λέμβος επροχώρει +και έπλεον αι δύο γραίαι, συρόμεναι εκ της χειρός μου, μέχρις ου επί +τέλους τας ανεσύρομεν εκ της θαλάσσης. Ουδ' ενθυμούμαι πώς ευρέθημεν +επί του καταστρώματος του πλοίου. + +Οι τουφεκισμοί εκ διαλειμμάτων εξηκολούθουν, η δε λέμβος επήγαινε +και ήρχετο και την έβλεπα εκάστοτε επιστρέφουσαν, προσπαθών να ίδω +μακρόθεν εάν ήσαν εντός αυτής ο πατήρ μου και η Ανδριάνα. Εις το +τελευταίον της μόνον ταξείδιον τους είδα επί τέλους ερχομένους. + +Ήμεθα ήδη πάντες επί του πλοίου, και ήμεθα εκατόν ογδοήκοντα ψυχαί! +Εμετρήθημεν κατόπιν. Οι Τούρκοι δεν επέτυχον από του λόφου να +ελαττώσωσι τον αριθμόν μας. + +Το πλοίον ανεπέτασε τα ιστία του και ήρχισε να πλέη υπό την ελαφράν +πνοήν ουρίου ανέμου, αλλ' ήτο εισέτι παρά το στόμιον του λιμένος, +ότε είδομεν τα υψώματα καλυπτόμενα υπό Τούρκων. Οι ολίγοι εκείνοι +ήσαν τω όντι εμπροσθοφυλακή , αλλά, θεία χάριτι, εβράδυνον οι πολλοί +να έλθωσι και ημείς ήμεθα ήδη σώοι και ασφαλείς, ουδ' εφοβούμεθα +πλέον τα απέχοντα όπλα των. + +Μεταξύ των ποικίλων του βίου μου περιπετειών δεν έτυχε ποτέ να +ναυαγήσω. Η θάλασσα, μέχρι τούδε τουλάχιστον, μοι εφέρθη φιλοφρόνως +πάντοτε. Αλλ' οπόταν αναγινώσκω ναυαγίων περιγραφάς αναλογίζομαι τας +ώρας και τας σκηνάς της φυγής εκείνης εκ Χίου. Ναυαγοί, βλέποντες εκ +πλοίου καταποντιζομένου την απέχουσαν παραλίαν, δεν διέρχονται +βεβαίως συγκινήσεις πλέον εναγωνίους όσων ημείς τότε διήλθομεν. Αλλά +καταποντισμός δι' ημάς ήτο η επί της ακτής αγωνία, ως βράχον δε +σωτηρίας εβλέπομεν το πλοίον, επί του οποίου η μικρά λέμβος ανά +ολίγους μας μετέφερεν, ενώ οι Τούρκοι ετουφέκιζον άνωθεν. + +Ότε όμως είδα το πλοίον απομακρυνόμενον και σώους επ' αυτού όλους +τους μεθ' ημών συγκινδυνεύσαντας, ησθάνθην την καρδίαν μου +πληρουμένην υπό χαράς ότι εσώθημεν. Τούτο ήτο το πρώτον μου αίσθημα, +στενόν ίσως εγωισμού αίσθημα. Δεν εσυλλογιζόμην την ώραν εκείνην +τους μείναντας εις την Χίον, δεν εσκεπτόμην πόσοι δυστυχέστεροι ημών +κρύπτονται εισέτι εις σπήλαια και υπόγεια, υποφέροντες τα μαρτύρια, +από των οποίων ημείς ελυτρώθημεν. Όχι• δι'εμέ η Χίος, ο κόσμος όλος, +ήτο κατ' εκείνην την στιγμήν του πλοίου μας το πλήρωμα• εκεί +συνεκεντρούντο τα αισθήματά μου, εκεί περιωρίζετο η σκέψις μου. + +Αλλ' ότε το πλοίον επελαγοδρόμησε, τα δε παράλια της Χίου έμειναν +μακράν όπισθεν ημών, και επήλθε τάξις τις και ησυχία επί του +καταστρώματος, ενθυμήθην τότε ότι ήμην άσιτος και ησθάνθην ότι +πεινώ. Δεν ήτο νέα δι' εμέ η τοιαύτη αίσθησις. Πολλάκις, κατά την +διάρκειαν των περιπλανήσεών μας, ησθάνθην αυτό της πείνης και της +δίψης το μαρτύριον. Ποτέ, αναγνώστά μου, να μη σε δώση ο θεός να +πεινάσης, εκτός μόνον όταν γνωρίζης ότι σε περιμένει τράπεζα +πλήθουσα. Αλλά να πεινάς και να βλέπης τους περί σε ωχρούς εκ της +ασιτίας, και να μη βλέπης πόθεν να προμηθευθής τεμάχιον άρτου, και +να έχης ανάγκην δυνάμεων διά να τρέχης, διά να περιθάλπης άλλα +αδύνατα και αγαπητά περί σε όντα..... Ω ! μόνος ο διελθών τοιαύτας +στερήσεις δύναται να εννοήση την πικρίαν των ! + +Ο πλοίαρχος δεν εβράδυνε να σκεφθεί ότι έχομεν ανάγκην τροφής και +διέταξε να μας διανείμωσι παξιμάδια. Μας εφάνησαν ως το μάνα εν τη +ερήμω ! Τα εδέχθημεν ευλογούντες τον Θεόν και απονέμοντες εγκαρδίους +ευχαριστίας προς τον πλοίαρχον, και δεν ήκουες εντός ολίγου ή την +χαρμόσυνον μουσικήν τοσούτων πεινασμένων οδόντων αλεθόντων τα σκληρά +του πλοίου παξιμάδια. + +Η Ανδριάνα μόνη δεν έτρωγεν. Εκάθητο επί του καταστρώματος, παρά την +πρύμνην, με τα γόνατα υψωμένα και τους αγκώνας επί των γονάτων και +το μέτωπον εντός των χειρών. Ο πλοίαρχος υπήγε πλησίον της προσπαθών +να την ενθαρρύνη, αλλ' έμεινε σιωπηλή και ακίνητος εκείνη, ουδ' +ανύψωσε την κεφαλήν. Έθεσα, τότε την χείρα επί του ώμου της και +ηθέλησα να την προτρέψω να φάγη, αλλά δεν ηδυνήθην να είπω πολλά, +διότι είδα τα δακρυα ρέοντα διά μέσου των δακτύλων της, και επνίγετο +η φωνή μου και εθολούντο οι οφθαλμοί μου. + +Η μήτηρ μου εκάθητο παρέκει. Έδειξα διά της χειρός την Ανδριάναν και +με ενόησεν η μήτηρ μου, και εγερθείσα ήλθε πλησίον της δυστυχούς +νέας. Εγονάτισεν ενώπιον της, εσήκωσε τας χείρας της από το μέτωπον, +εσπόγγισε τα δάκρυα της, και είπε λόγους γλυκείς γυναικείας +παραμυθίας. + +Απεμακρύνθην συγκινημένος. Υπήγα εις την πρώραν και έβλεπα την +θάλασσαν την οποίαν εσχίζομεν, και τα βουνά των Ψαρών αντικρύ μου. + +Ήμεθα ήδη πλησίον του λιμένος, δεν εβράδυνον δε να φανώσι τα πλοία, +και υπεράνω αυτών η πόλις, και μετ' ου πολύ ηγκυροβολήσαμεν. + +Τότε πρώτον την είδα την ηρωικήν νήσον, ήτις ήτο πεπρωμένον να +καταστραφεί, ως η Χίος και αυτή. Αλλά τα Ψαρά ενέπηξαν εις τα +σπλάγχνα της Τουρκίας πληγήν φοβεράν, ενώ εκ της Χίου γόοι μόνον και +στεναγμοί αντήχησαν. Κατεστράφησαν τα Ψαρά, αλλ' αφού πρώτον ήναψεν +εις το πέλαγος αθάνατον πυρκαϊάν ο δαυλός του Κανάρη! + +Δεν μας επετράπη ν' αποβώμεν εις την ξηράν• εφοβούντο οι Ψαριανοί μη +αναγκασθώσι να μας δεχθώσι. Δεν ηδύναντο να φιλοξενήσωσι πλειοτέρους +πρόσφυγας επί της νήσου των• ήτο θυσία και το ύδωρ αυτό, το οποίον +μας έστειλαν διά να μη αποπλεύσωμεν διψώντες. + +Ο άνεμος έπνεεν εισέτι ούριος, ο δε πλοίαρχος εβιάζετο ν' +αναχωρήσωμεν πριν αίφνης μεταβληθή. Επρότεινε να μας φέρη εις +Μύκονον, καθότι εις Τήνον ήσαν ήδη πολλοί εκ Σμύρνης και Χίου και εξ +άλλων πόλεων πρόσφυγες, ο δε τύφος τους παρηκολούθησεν, ενώ εις +Μύκονον ήτο υγεία και ευρυχωρία πλειοτέρα. Απεφασίσθη λοιπόν εκεί +κατά προτίμησιν να μας φέρωσιν. Ημείς δε επηγαίνομεν όπου μας +έφερον. Τι προς ημάς η Τήνος ή η Μύκονος ; Λιμένα καταφυγής +ηθέλομεν, και σκέπην φίλόξενον, υπό την οποίαν να κλίνωμεν την +κεφαλήν, και Τούρκους πλησίον να μη έχωμεν! + +Περί ηλίου δυσμάς ανειλκύσθη η άγκυρα και απεπλεύσαμεν. + +Η Ανδριάνα εν τούτοις έμενε τεθλιμμένη και άφωνος. Ουδέ η εις Ψαρά +άφιξις και η εκείθεν αναχώρησις, ουδ' η γενική επί του καταστρώματος +κίνησις και βοή ίσχυσαν να την αποσπάσωσι του ληθάργου, εντός του +οποίου εφαίνετο βυθισμένη. Τα πάντα ήσαν ως ξένα προς αυτήν. Οι +οφθαλμοί της ήσαν προσηλωμένοι, αλλ' έβλεπες ότι δεν προσέχουν εις +ό,τι ητένιζον. Μελαγχολία ανεκλάλητος απεικονίζετο εις το βλέμμα, +εις την στάσιν, εις την σιωπήν της. Εάν την ωμίλει τις, ύψωνε +βραδέως τους οφθαλμούς, ως ν' αποσπάται μετά κόπου από τας σκέψεις +της, και βραδέως και μετά κόπου απεκρίνετο. Εάν η μήτηρ μου ελάμβανε +θωπευτικώς την χείρα της, εδέχετο απαθώς την θωπείαν, η δε χειρ +έπιπτεν έπειτα βαρεία επί των γονάτων• και απεμακρύνετο η μήτηρ μου +να κρύψη την λύπην της. Πού η πρότερα ζωηρότης; πού η ενέργεια, πού +η φαιδρότης, ήτις μας υπεστήριζε και μας εζωογόνει κατά τας πρώτας +του διωγμού ημέρας ! Αφ' ης ώρας ήνοιξε την θύραν εις Μεστά με την +κόμην λυτην και τα στήθη ανοικτά και το φόρεμα σχισμένον, δεν είδα +το μειδίαμα ουδέ ήκουσα την εύθυμον εκείνην φωνήν της. Μόνον τους +λυγμούς της ήκουα εντός του σκοτεινού σταύλου, και τώρα έβλεπα το +άτονον βλέμμα της και τα χείλη της βωβά. Η ευτυχία της υπάρξεώς της +κατεστράφη υπό τας αγρίας χείρας εκ των οποίων διέφυγεν όπως μας +σώση. Η ατιμωτική εκείνη επαφή απεμάρανε το θαλερόν της ζωής της +γόητρον. Το κάλλος απέμενεν, αλλ' άνευ της προτέρας λάμψεως πλέον. +Ήτο εισέτι ωραία, αλλ' είχε την ωραιότητα του άνθους, το όποιον χειρ +σκληρά απέκοψε του στελέχους και το έρριψε κατά γης αφού το έθλιψε. + +Το δε πλοίον έσχιζε τα κύματα. Η απόστασις και το προβαίνον σκότος +απέκρυψαν βαθμηδόν της Χίου και των Ψαρών τα βουνά, μόλις δε ως νέφη +μεμακρυσμένα διεκρίνοντο επί του ορίζοντος αι γραμμαί των νήσων του +Αιγαίου, προς τας οποίας επλέομεν. + +Και επήλθεν η νυξ ασέληνος και σκοτεινή, ο δε άνεμος έπνεεν ούριος, +και έτρεχε το σκάφος και εγόγγυζεν η θάλασσα. Ο κάματος, και το +σκότος και της ασφαλείας η συναίσθησις, και η αντίδρασις των +παρελθουσών συγκινήσεων, και το ψύχος της νυκτός, και των κυμάτων ο +ρόχθος, τα πάντα ομού εδάμασαν τους επί του καταστρώματος +συνεσφιγμένους φυγάδας, και επροσπάθησεν όπως έκαστος ηδύνατο να +σκεπασθή, και έκρυψαν αι μητέρες τα τέκνα εις την αγκάλην, οι δε +γέροντες έκλιναν την λευκήν κεφαλήν επί των σανίδων του πλοίου, και +έπαυσαν αι ομιλίαι, και δεν ήκουες ή την βοήν του +κύματος σχιζομένου υπό την πρώραν, και το τρίξιμον του σκάφους, ότε +ο άνεμος αγριεύων έκλινε προς την θάλασσαν τους ιστούς. + +Εγώ δεν εκοιμώμην. Εκαθήμην στηρίζων την κεφαλήν επί του ιστού και +έβλεπα τα νέφη και τους ανά μέσον των νεφών φαινομένους αστέρας, ο +δε νους μου ήτο όλος εις την Ανδριάναν. Ενθυμούμην σκηνάς της +παιδικής μου ηλικίας• ενθυμούμην ότε μας ήνοιξε την θύραν +επιστρέφοντας εκ Σμύρνης, και την χαράν ήτις τότε επλημμύρησε την +καρδίαν μου, ότε μετά τοσούτων ετών απουσίαν την επανείδα• +ενθυμούμην ένα σωρόν περιστατικών των τελευταίων δυστυχών επί της +Χίου ημερών, η δε μορφή της συνείχετο με τας αναμνήσεις μου πάσας, +και η φωνή της, η φαιδρά της φωνή, μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα +μου. + +Και παρήρχοντο αι ώραι. Αλλ' η γενική επί του πλοίου ησυχία και η +μονότονος της θαλάσσης βοή, και του σκάφους η κίνησις ήρχιζον +βαθμηδόν να επενεργώσιν επί του απηυδημένου μου σώματος. Χωρίς +εντελώς να κοιμώμαι, ήρχιζον ήδη αι σκέψεις μου να λαμβάνωσιν +ονείρων μορφήν, ότε εξαίφνης ακούω ήχον βαρύν σώματος πίπτοντος +εντός της θαλάσσης και τρόμου συγχρόνως κραυγάς : + +― Έπεσε εις την θάλασσαν ! Έπεσε εις την θάλασσαν! + +Ευρέθην διά μιας εις την πρύμνην. Η Ανδριάνα δεν ήτο εις την θέσιν +της. Οι δ' επιβάται σκύπτοντες από των πλευρών του πλοίου έβλεπον +την θάλασσαν, και αι γυναίκες έκραζον : + +― Έπεσε εις την θάλασσαν! Σώσατέ την! + +Ο πλοίαρχος διέταξε να χαλαρώσωσι τα ιστία. + +Εκόπη του πλοίου ο δρόμος, και η λέμβος κατεβιβάσθη. Αλλ' ο άνεμος +έπνεε δυνατός και είχομεν ήδη αφήσει οπίσω το άγνωστον εκείνο +σημείον, όπου ηκούσθη ο απαίσιος ήχος, όπου η Ανδριάνα ερρίφθη εις +το πέλαγος. + +Ω! ποτέ δεν εμίσησα τους Τούρκους όσον κατ' εκείνην την στιγμήν! + +Επήδησα εντός της λέμβου πριν ή δυνηθή ο πλοίαρχος να μ' εμποδίση. +Οι ναύται εκωπηλάτουν βιαίως. Υπήγομεν οπίσω. Εσιωπώμεν προσέχοντες +μη ακούσωμεν την φωνήν της. Εκράζομεν δυνατά διά ν' ακουσθώμεν. +Τίποτε! Εβλέπομεν εις το σκότος μη διακρίνωμεν μορφήν τινα επί των +κυμάτων. Τίποτε! Τίποτε! + +Εκεί, λευκή τις σκιά επί των υδάτων επέσυρε το βλέμμα μου. Την +δεικνύω προς τους ναύτας. Κωπηλατούμεν, πλησιάζομεν. Ήτο ο λευκός +της Ανδριάνας κεφαλόδεσμος. Εμείναμεν ώραν πολλήν περί το σημείον +εκείνο, αλλά τίποτε δεν εφαίνετο, δεν ηκούετο τίποτε, εκ δε του +πλοίου ο πλοίαρχος έκραζε να επιστρέψωμεν. + +Επεστρέψαμεν. Εκράτουν εις χείρας την λευκήν οθόνην, την οθόνην +εκείνην, την οποίαν έσυρα και ελύθη η κόμη της, ότε επιστρέφων εκ +Σμύρνης είδα πρώτην την Ανδριάναν, εις την θύραν της οικίας μας. Η +οθόνη εκείνη έμεινε, το μόνον λείψανον, μόνον μνημόσυνόν της! Την +εκράτησα έκτοτε, και την έχω εισέτι, και την διατηρώ ως ιερόν +κειμήλιον, ως προσφιλές ενθύμημα. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'. + + + +Ότε καθήμενος επί των αναπαυτικών επίπλων της εν Λονδίνω οικίας μου, +περιστοιχιζόμενος υπό της οικογενείας μου, πλησίον τοσούτων συγγενών +και συμπολιτών μου ευτυχούντων― ότε, εν μέσω της ανέσεως και της +ευημερίας του παρόντος, αναπολώ τα παρελθόντα, και συγκρίνω την +περικυκλούσαν τον φθίνοντα βίον μου γαλήνην προς τα βάσανα και τους +κινδύνους και τας στερήσεις της πολυκυμάντου εκείνης εποχής, απορώ +εγώ αυτός πώς διήλθομεν και πώς ηδυνήθημεν πάντες να υποφέρωμεν τα +τοσαύτα δεινά, και πώς επί τέλους εξήλθομεν με σώας της ψυχής και +του σώματος τας δυνάμεις εκ των σκληρών εκείνων δοκιμασιών. + +Συχνάκις μου φαίνονται ως όνειρον αι αναμνήσεις της νεότητός μου, ως +μύθος η γενική συμφορά, εντός της οποίας ηνδρώθην. Διότι ήσαν κοινά +τα παθήματα και κοινή η κατά της ειμαρμένης πάλη, και επί έτη όλα +έζησα βλέπων περί εμέ την κακοδαιμονίαν υπό πάσας αυτής τας φάσεις. + +Ουδ' ήμεθα η οικογένειά μου και εγώ εκ των δυστυχεστέρων εντός της +γενικής εκείνης δυστυχίας. Απ' εναντίας. Ναι μεν, εδιώχθημεν και +ημείς, εκινδυνεύσαμεν, απωλέσαμεν τα πάντα, αλλ' ευρισκόμεθα +τουλάχιστον όλοι ομού σώοι, επί ελευθέρων χωμάτων, και μόνος της +δυστυχούς Ανδριάνας ο θάνατος διέσπασε τον οικογενειακόν κύκλον μας. +Αλλ' επί του πλοίου το οποίον εκ Χίου μας έσωσε, και εις Μύκονον +ήδη, και κατόπιν εις Τήνον, και βραδύτερον όπου της Ελλάδος μας +έφερον οι πλανήτες πόδες μας, πανταχού εύρομεν πολλούς άλλους πολύ +πλέον αξιοθρηνήτους ημών. + +Ενόσω εμένομεν εις Χίον, εν μέσω των περισπασμών, εντός των οποίων +εκυλινδούμεθα, δεν εγνωρίζομεν τα καθέκαστα του γενικού εκείνου +μαρτυρολογίου. Έκαστος τότε εφρόντιζε περί της ιδίας σωτηρίας και +δεν είχε τον καιρόν ούτε περί άλλων να ερωτά, ούτε περί εαυτού να +λαλή. Αλλ' ότε εστηρίξαμεν εις την χείρα την κεφαλήν άνευ του φόβου +ρομφαίας σειομένης άνωθέν της, ότε εκαθήσαμεν υπό την σκέπην ξένης +θύρας, την οποίαν δεν ήτο φόβος να μαυρίση Τούρκου σκιά, και είδεν +έκαστος ημών την λύπην του ζωγραφισμένην εις του γείτονός του την +παρουσίαν, τότε ήρχισε να ερωτά και να μανθάνη ο είς του άλλου τα +πάθη και να ερευνά περί συγγενών και φίλων απόντων. + +Ποσάκις απηύθυνα ερωτήσεις κ' εγώ ματαίας! Ποσάκις, αναπολών την +τελευταίαν εις το παρεκκλήσιον συνάθροισίν μας, επροσπάθησα ν' +ανιχνεύσω την τύχην των αποτελούντων τον κύκλον εκείνον προσώπων. +Αλλ' ουδέν εμάνθανα ερωτών. Ενθυμούμην προ πάντων την μικράν +Δέσποιναν, και τον τελευταίον περίπατόν μας, και τα πικρά +προαισθήματα και τα ήσυχα δάκρυά της, ενόμιζα δε ότι ακούω εισέτι +την γλυκείαν παιδικήν φωνήν της: Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου, θα τον +σκοτώσουν ! + +Πόσα όμως άλλα ήκουσα τότε σπαραξικάρδια επεισόδια των αιματηρών εν +Χίω σελίδων της ελληνικής ιστορίας, πόσας άλλας φοβεράς σκηνάς της +απεράντου εκείνης τραγωδίας.! Εκάστη οικογένεια είχεν Ιλιάδα +συμφορών. Πολλοί είδον σφαζομένους προ αυτών τον πατέρα, τον υιόν, +τον σύζυγον. Πολλά τέκνα ορφανά περισυναχθέντα υπό αγνώστων έκλαιον +τας αιχμαλωτισθείσας μητέρας των. Πολλαί μητέρες ανεζήτουν εις μάτην +τα τέκνα των. Αι δε σκληραί του παρελθόντος αναμνήσεις, και οι +θρήνοι επί τη σφαγή ή τη αιχμαλωσία όντων προσφιλών, και ο +εκπατρισμός, και η περί του μέλλοντος αβεβαιότης, και η σπάνις του +επιουσίου άρτου, απετέλουν φρικτήν την εποχήν εκείνην της συμφοράς. +Και όμως την διήλθομεν καρτερικώς οι πλείστοι και επαλαίσαμεν κατά +της κακής τύχης, και εξήλθομεν νικηταί της πάλης! + +Όταν οι νεώτεροι, οι γεννηθέντες και ανατραφέντες εν ημέραις +αγαθαίς, βλέπωσι τους γέροντας ημάς ακμαίους εισέτι και ευθύμους, +διστάζουν ίσως να πιστεύσωσιν ακούοντες της νεότητός μας τα +παθήματα. Μετ' ολίγα δ' έτη, οπόταν εκλείψη η γενεά του αγώνος, και +διακοπή των προφορικών παραδόσεων η μνημόνευσις, δυσκόλως οι εγγονοί +ημών θα φαντάζωνται διά πόσων θυσιών και βασάνων επληρώθη η ιδική +των ευημερία και του έθνους η αναγέννησις. Διά τούτο εύχομαι ώστε +πολλοί των επιζώντων γερόντων να μιμηθώσι το παράδειγμά μου, +γράφοντες τα απομνημονεύματά των. + +Εκ της ιστορίας των ατόμων αποτελείται η του έθνους, την δε ιστορίαν +της Ελληνικής παλιγγενεσίας δεν συγκροτούν τα κατορθώματα μόνα των +επί γης και θαλάσσης προμάχων της, αλλά και οι διωγμοί και αι σφαγαί +και αι ατιμώσεις των αόπλων και ασθενών, και η εγκαρτέρησις αυτών εν +τη δυστυχία, και η εις τον Θεόν πεποίθησις ήτις ενίσχυσε και εν +τέλει επραγματοποίησεν, έστω και εν μέρει, τας περί καλλιτέρου +μέλλοντος ελπίδας των. Ας ευλογώμεν επί τούτω τον Θεόν και ας +αποθάνωμεν οι γέροντες ημείς με την ελπίδα, ότι θα εκπληρωθώσιν εις +το μέλλον ολόκληροι αι εθνικαί ημών ευχαί. Αλλ' είθε να μη +επιφυλάσσωνται εις τας νεωτέρας των Ελλήνων γενεάς αι δοκιμασίαι, +τας οποίας ημείς υπέστημεν. Είθε τα ιδικά μας μαρτύρια να θεωρηθώσιν +αρκούσα και διά το μέλλον πληρωμή εις της ειμαρμένης το βιβλίον ! + +Ενώ γράφω ταύτα επισωρεύονται πυκναί εις την ψυχήν μου αι +αναμνήσεις, και διέρχονται αλλεπάλληλοι διά της φαντασίας μου αι +περιπέτειαι της καταστροφής. Κλείω τους οφθαλμούς και βλέπω ενώπιον +μου τους δυστυχείς της εξορίας συντρόφους, και ακούω τας διηγήσεις +των, και αντηχούν εις τα ώτα μου οι στεναγμοί των, και ρέουν τα +δάκρυα των, και συσφίγγονται απηλπισμέναι αι χείρες των ! + +Πεντήκοντα έτη παρήλθον έκτοτε, τους δε πλείστους αυτών εκάλυψε το +χώμα. Μένουν όμως εισέτι ικανοί όπως συνδέωσι το παρελθόν μετά του +παρόντος. Ηδυνάμην ενταύθα να τους ονομάσω. Ηδυνάμην να υποδείξω την +γραίαν εκείνην αρχόντισσαν, ήτις, κρύπτουσα υπό ράκη το κάλλος της, +περιήλθε τότε ως επαίτις τα ενδότερα της Ανατολής προς αναζήτησιν +του τέκνου της• και ο θεός την ελυπήθη, και επέστρεψε με το τέκνον +της εις την αγκάλην. + +Η δε άλλη εκείνη γραία, μήτηρ ήδη εντίμων της Ελλάδος πολιτών, +ηρπάγη τότε εις της νεότητος τα πρόθυρα, και διήλθε δύο έτη εντός +Τουρκικού χαρεμίου, μόλις εξαγορασθείσα προ της εκ του πολέμου +επιστροφής του Τούρκου συλητού της. + +Αλλά τις εκ των γερόντων συμπολιτών μου δεν έχει να διηγηθή +περιπετείας, υπερβαινούσας συχνάκις κατά την δραματικότητα ό,τι η +γόνιμος μυθογράφου φαντασία δύναται να συλλάβη; Προχθές έτι είς εξ +αυτών έλεγεν ενώπιον μου πώς δεκαετή τότε τον είχεν αιχμάλωτον εις +την οικίαν του Χίος Τούρκος, την δε ημέραν της απαγχονίσεως των +ομήρων τον έφερεν εκ της χειρός εις τον δρόμον, όπως ίδη +διαβαίνουσαν την πομπήν των μαρτύρων εκείνων• μεταξύ δε των αγομένων +εις το μαρτύριον ήτο ο πατήρ του• και τον είδε τον πατέρα του, και +αποσπασθείς εκ των χειρών του Τούρκου εχύθη εις τας πατρικάς +αγκάλας• ο δε πατήρ ήρπασε τον υιόν, τον έθλιψεν επί του στήθους, +του έδωκεν ένα ασπασμόν, ένα μόνον, και αποθέσας αυτόν κατά γης τον +έσπρωξε μακράν του, ωσεί φοβούμενος μη συμπεριληφθή το τέκνον εις +του πατρός την καταδίκην! Εξηγοράσθη κατόπιν το ορφανόν τέκνον, αλλ' +ο τελευταίος εκείνος του πατρός ασπασμός ουδέποτε παρ' αυτού +ελησμονήθη. Και ήσαν υγροί του γέροντος οι οφθαλμοί, η δε φωνή του +έτρεμεν ενώ διηγείτο ταύτα. + +Αλλ' η πρόθεσίς μου δεν είναι ν' αφηγηθώ των άλλων την ιστορίαν. Δεν +ηδυνάμην όμως, γράφων τα κατ' εμέ, να μη αναμνησθώ της γενικής τότε +περί μας συμφοράς. Όλοι ομού συνεπάσχομεν, ο δε σύνδεσμος της +δυστυχίας και ο αγών της αυτοσυντηρήσεως υπεστήριζον την αμοιβαίαν +καρτερίαν και, ολίγον κατ' ολίγον, μας ενεψύχωσαν. + +Κατά τας πρώτας ημέρας ήμεθα ως ζαλισμένοι, και ουδείς εσκέπτετο +περί της αύριον. Αι συγκινήσεις του διωγμού και της σωτηρίας ήσαν +πρόσφατοι εισέτι, η δε πρόθυμος των Μυκονίων φιλοξενία και τα ολίγα +περισωθέντα χρήματα εξήρκουν προς συντήρησίν μας. Αλλά τα χρήματα +ταχέως εξηντλήθησαν, οι δε πτωχοί νησιώται δεν ηδύναντο βεβαίως να +μας διατρέφωσιν. Ήτο γενική η πενία τότε και μεγάλη η αχρηματία. +Ενθυμούμαι, αφού εδαπανήθη και το τελευταίον φλωρίον μας, τας +ματαίας προσπαθείας μου προς πώλησιν ενός δακτυλιδιού της μητρός +μου. Μόλις και μετά βίας ηδυνήθην εις Σπέτσας βραδύτερον να εύρω +αγοραστήν ένα εκ των ευπορωτέρων εκεί προκρίτων. Και ο άνθρωπος +βεβαίως το ηγόρασε διά να μας συνδράμη εις ώρας θρήνων και οδυρμών. +Ο έχων τότε χρήματα δεν ηγόραζε κοσμήματα ούτε προς χρήσιν του, ούτε +κερδοσκοπίας χάριν. + +Θαύμα μου φαίνεται εισέτι πώς εν τω μέσω της ανεχείας εκείνης +κατωρθώσαμεν βαθμηδόν να εξεύρωμεν πόρους και να δημιουργήσωμεν +εμπόριον. Όσοι προσέφυγον εις Ρωσσίαν ή Ιταλίαν ή αλλαχού, εντός +κοινωνιών ευπορουσών, δεν είχον ν' αντιπαλαίσωσι προς ομοίας +δυσκολίας, όπως διά του ιδρώτος κερδίζωσι τον επιούσιον άρτον. Αλλ' +εις την Ελλάδα, οποίαν ηδύνατο να έχη ο κόπος αξίαν, ότε πάντες ήσαν +πένητες και πειναλέοι; + +Και όμως εζήσαμεν! Αλλά πώς εζήσαμεν; Προ δύο εβδομάδων συνώδευσα +εις τον τάφον τον νεκρόν γέροντος φίλου μου• τον βαθύπλουτον τούτον +έμπορον, όστις αφήκεν εκατομμύρια εις τους κληρονόμους του, τον +ενθυμούμαι πωλούντα πλακούντια εις τας αμόρφους έτι οδούς της Σύρου• +τα δε πλακούντια τα κατεσκεύαζεν η ωραία σύζυγός του, κόρη μιας των +επισημοτέρων της Χίου οικογενειών. Και μη ήσαν εις θέσιν καλλιτέραν +οι αγοράζοντες τα πλακούντιά των ; + +Αλλά και πάλιν ο κάλαμος μου πλανάται. Προτρέχω της σειράς της +διηγήσεώς μου. + +Δύο ή τρεις εβδομάδας μετά την εις Μύκονον άφιξίν μας ηρχίσαμεν να +σκεπτώμεθα σπουδαίως μετά του πατρός μου περί του πρακτέου, διότι +έπρεπεν όπως δήποτε να εργασθώμεν προς διατροφήν της οικογενείας. Η +εργασία μας ήτο το εμπόριον, αλλά, όσω ταπεινόν και αν υποτεθή, +εμπόριον άνευ κεφαλαίου δεν αυτοσχεδιάζεται. Πού δε χρήματα; Τα +ολίγα της μητρός μου κειμήλια δεν εχρησίμευον τα υπό την μηλέαν του +κήπου μας ταφέντα, καθ' ο αργυρά και χρυσά, ηδύναντο ευκολώτερον να +εξαργυρωθώσιν, αλλά δεν τα είχομεν• τα εντός του Χανίου της Σμύρνης +εμπορεύματα και τα εκεί ασύνακτα χρέη ούτε τα εσυλλογιζόμεθα πλέον• +τα εις Χίον κτήματα τις οίδε ποίος Τούρκος τα εχαίρετο. Δεν είχομεν +τίποτε ! Εις μάτην ο πατήρ μου ήνοιγε και εδίπλονε τα ολίγα έγγραφα +όσα είχεν εις το θυλάκιόν του. + +Μεταξύ των εγγράφων τούτων ήτο μία εκ Βενετίας επιστολή, ληφθείσα +την προτεραίαν της εκ Σμύρνης αναχωρήσεώς μας. Η επιστολή αύτη +ανήγγελλε την φόρτωσιν δύο κιβωτίων σκούφων επί πλοίου Αγγλικού, +μέλλοντος εις πολλούς προ της Σμύρνης λιμένας να προσορμισθή. Την +φορτωτικήν έστειλεν εκ Χίου ο πατήρ μου εις φίλον του έμπορον εις +Σμύρνην, Ιόνιον και κατά συνέπειαν υπήκοον Άγγλον, αλλ' ουδ' +απόκρισίν του ελάβομέν ποτε, ουδ' εσκέπτετο πλέον ο πατήρ μου περί +σκούφων. Η εκ Βενετίας επιστολή τους ανεκάλεσεν εις την μνήμην μου +και επί των δύο εκείνων κιβωτίων εθεμελίωσα μέγα οικοδόμημα ελπίδων +και σχεδίων. + +― Δεν βαρύνεσαι ; έλεγεν ο πατήρ μου. Αν περίμενες απ' εκεί να +σκουφωθής, περιπάτει ασκεπής από τώρα. + +― Ας δοκιμάσωμεν, απεκρινόμην• τι χάνομεν γράφοντες; + +Έγραψα λοιπόν προς τον εν Σμύρνη φίλον και υπέγραψεν ο πατήρ μου την +επιστολήν, διά της οποίας τον παρεκάλουν ν' αποστείλη τους σκούφους +προς τον εν Μυκόνω Άγγλον υποπρόξενον. Ο αγαθός Μυκόνιος, όστις +αντιπροσώπευε την Αγγλίαν φέρων επί κεφαλής χρυσοστόλιστον κ α σ κ έ +τ ο ν, υπεσχέθη να στείλη εις Σμύρνην την επιστολήν και να καταβάλη +πάσαν περί των σκούφων φροντίδα. Ο πατήρ μου εμειδία δυσπιστών, ουδ' +υπήρχε τω όντι πολλή πιθανότης, μετά τοσούτου χρόνου παρέλευσιν, +εν τω μέσω της γενικής εκείνης ανεμοζάλης και της παντελούς σχεδόν +διακοπής των δυσκόλων τότε συγκοινωνιών, να επιτύχη η απόπειρά μου. + +Όπως δήποτε, δεν ηδυνάμεθα βεβαίως να ζήσωμεν περιμένοντες την +έκβασίν της, και απεφασίσαμεν, ως μόνον και τελευταίον καταφύγιον, +να προσφέρωμεν τας εκδουλεύσεις μας εις την Κυβέρνησιν, όχι ως +πολεμισταί, εννοείται, αλλ' ως υπάλληλοι, ως γραμματικοί, καθώς +έλεγον τότε. Έπρεπε προς τούτο να μεταβώμεν εις Ναύπλιον, ή μάλλον +εις Άργος, όπου ήδρευεν η Κυβέρνησις. Αλλ' εάν απετυγχάνομεν; Εάν +απερρίπτετο η προσφορά μας; Μετά πόσων άλλων ηθέλομεν αρά γε ευρεθή +εις συναγωνισμόν, είτε ικανωτέρων, είτε εχόντων προστασίας και +συστάσεις, των οποίων ημείς εστερούμεθα; Ταύτα σκεπτόμενοι, και +ζητούντες γνώμας και πληροφορίας, κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι +έπρεπε να υπάγωμεν εις Άργος, εφωδιασμένοι με συστατικήν προς τον +Θεόδωρον Νέγρην, όστις ήτο αρχιγραμματεύς επί των εξωτερικών +υποθέσεων και πρόεδρος του συμβουλίου, εθεωρείτο δε ως κέντρον και +ψυχή της εξουσίας, και ότι τοιαύτην συστατικήν ηδύνατο να μας +προμηθεύση ο φίλος του Νέγρη Γεώργιος Μαυρογένης, διαμένων τότε εις +Τήνον. + +Προ ετών πολλών, μετά το τραγικόν τέλος του μεγάλου διερμηνέως +Μαυρογένη, ο υιός του ούτος και η αδελφή του κατέφυγον εις Χίον, εις +τρυφεράν έτι ηλικίαν αμφότεροι, και έζων εκεί, πλησίον της οικίας +του εκ μητρός πάππου μου, όπου συχνάζοντες συνεδέθησαν διά παιδικής +φιλίας μετά της μητρός μου. Έκτοτε ανεχώρησαν, αλλ' η μήτηρ μου δεν +τους ελησμόνησε, κρίνουσα δε εκ των ιδίων αισθημάτων με παρεκίνει να +μεταβώ εις Τήνον και να ζητήσω επ' ονόματί της την προστασίαν των +φίλων της. Εδίσταζα και εταλαντευόμην. Πώς να παρουσιασθώ, έλεγα• +δεν γνωρίζουν το πατρικόν μου όνομα. Ενθυμούνται αρά γε το της +μητρικής μου οικογενείας μετά τοσούτων ετών παρέλευσιν ; Και αν το +ενθυμούνται, θα με αναγνωρίσωσι, θα με υποδεχθώσιν ως παλαιάς φίλης +υιόν; Αλλ' αι προτροπαί της μητρός και η ανάγκη ενίκησαν τους +δισταγμούς και την δειλίαν μου, και επιβιβασθείς εις μικρόν Μυκόνιον +πλοιάριον αφίχθην μίαν εσπέραν εις Τήνον. + +Ότε απέβην εις την παρά τον αιγιαλόν μικράν πλατείαν, ήτο ήδη νυξ. +Δεν είχα πού να ζητήσω φιλοξενίαν. Εκεί επί της πλατείας είδα +καφενείον ανοικτόν. Εζήτησα και έλαβα την άδειαν να διανυκτερεύσω +εντός αυτού, και κατέλαβα εις το βάθος του μίαν σανίδα, αποτελούσαν +κάθισμα, δια να κοιμηθώ. Αλλά πού ύπνος; Το καφενείον εγέμισεν εντός +ολίγου Τηνίων ευθυμούντων, και είχομεν όλην την νύκτα μουσικήν, +άσματα και ευωχίαν. + +Μετά πόσης αδημονίας διήλθα την άγρυπνον νύκτα εκείνην ! Τους έβλεπα +και τους ήκουα από την σκοτεινήν μου γωνίαν, και η φαιδρότης των μου +έφερε δάκρυα, ο δε ήχος των οργάνων μου ενθύμιζεν οιμωγάς και +θρήνους. Ενθυμούμην τα δεινά +μας αφ' ότου η επανάστασις εξερράγη και ηπόρουν πώς είχον ούτοι +καρδίαν να διασκεδάζωσιν ! + +Ήτο άδικος βεβαίως η κατ' αυτών οργή μου, η δε απαίτησίς μου +υπερβολική. Η Τήνος δεν ηδύνατο να βλέπη τα πράγματα υπό την ιδίαν +ως η Χίος έποψιν. Τούρκοι εκεί δεν απέβησαν, ουδ' ήτο φόβος ν' +αποβώσι και να σφάξωσι και να εξανδραποδίσωσιν. Οι Τήνιοι έμενον +ανενόχλητοι επί της νήσου των και αντί εχθρικών στιφών έβλεπον περί +αυτούς ελευθέραν την Ελλάδα. Ήτο δ' εισέτι εις των πρώτων επιτυχιών +την ακμήν η επανάστασις, και εμεγαλοποίει τους θριάμβους της η ζωηρά +Ελληνική φαντασία. Η κατατρόπωσις του επαναστατικού εις Βλαχίαν +κινήματος δεν ήτο εισέτι γνωστή, ενώ δε ημείς εκρυπτόμεθα και +ετρέμομεν εις Χίον, εκεί εις Τήνον επιστεύετο ότι κατήρχετο εξ +άρκτου τροπαιούχος ο Υψηλάντης και ότι ο θρόνος του Σουλτάνου +κατέπιπτεν. Ήτο γενική η πεποίθησις ότι εντός ολίγου θα πάρωμεν την +Πόλιν ! Ώστε οι Τήνιοι ηδύναντο να πιστεύωσιν ότι έχουν λόγους να +ευθυμώσι. Και αντήχει εντός του καφενείου η βοή ασμάτων πατριωτικών, +τα οποία εποίκιλλε κάποτε η λύρα των εις τρυφερώτερον ρυθμόν +τονιζομένη. + +Αλλ' εκτός τούτου.... διότι επί τέλους δεν εκοιμώντο επί ρόδων και +οι Τήνιοι,― εκτός τούτου, δεν δύναται να θρηνή αιωνίως ο άνθρωπος. Η +ψυχή του δεν αντέχει εις λύπην διαρκή, αλλ' αισθάνεται την ανάγκην +να γελάση και να χαρή, ενώ δε η θλίψις τον πιέζει, η λάμψις του +γέλωτος διασχίζει ενίοτε της κατηφείας τα νέφη. Υπάρχουν και καρδίαι +εντρυφώσαι εις την θλίψιν και διαιωνίζουσαι το πένθος, αλλά τούτο +δεν είναι φυσικόν. Η φύσις επουλόνει τας πληγάς, και οργά επί τέλους +η καρδία προς την φαιδρότητα και επιζητεί την χαράν. Διότι, ναι μεν, +από χώμα έπλασεν ο θεός τον άνθρωπον, από χώμα βαρύ και υγρόν, αλλ' +εστέγνωσεν έπειτα τον πηλόν εις τον ήλιον, και η ζύμη διατηρεί της +ζωογόνου ακτίνος την θέρμην. + +Την νύκτα εκείνην δεν εφιλοσόφουν ούτω. Δεν είχα εισέτι της ζωής την +πείραν, τα δε παθήματα ήσαν νωπά. Βραδύτερον, ότε οι πλείστοι των +προσφύγων Χίων συνελθόντες ηρχίσαμεν ν' ανεγείρωμεν τας πρώτας +καλύβας αίτινες εσχημάτισαν την Ερμούπολιν, ενώ εξηκολούθει ο +πόλεμος έτι και μας εμάστιζεν η πενία, κατέλαβεν όλους ημάς η ανάγκη +του γέλωτος και της ευθυμίας, και ενεθρονίσθη η φαιδρότης εν μέσω +της κοινότητος εκείνης των δυστυχών. Ποτέ, καθ' όλην του βίου μου +την διάρκειαν, δεν ενθυμούμαι ζωηροτέραν περίοδον διασκεδάσεων ή τα +πρώτα εκείνα έτη της εν Σύρω διαμονής. Είναι αληθές ότι ήμην εις της +νεότητος το άνθος τότε. Αλλ' ουχ ήττον, ενθυμούμαι και τους γέροντας +μετά των νέων συνευθυμούντας. + +Προς τα εξημερώματα επήλθεν επί τέλους ησυχία εντός του καφενείου +και απεκοιμήθην. Την δε πρωίαν εγερθείς διηυθύνθην προς την +κατοικίαν του Μαυρογένη συλλογιζόμενος τι θα είπω και πώς θα +παρουσιασθώ, φοβούμενος την υποδοχήν, ήτις μ' επερίμενε, και +αμφιβάλλων περί της επιτυχίας του διαβήματός μου. Οποία ήτο η +έκπληξίς μου ότε, ανοιχθείσης της θύρας και πριν εισέτι προφθάσω ν' +αρθρώσω την ερώτησιν, την οποίαν προητοίμαζα καθ' οδόν, ήκουσα φωνήν +γυναικείαν : + +― Ο υιός της είναι, ο υιός της! + +Και κατέβη πηδώσα ανά δύο τας βαθμίδας η κράξασα τας χαρμοσύνους +λέξεις. Ήτο του κηπουρού μας η θυγάτηρ. Φυγούσα εκ Χίου διεσώθη εις +Τήνον, όπου την προσέλαβεν ως υπηρέτριαν ο Μαυρογένης. Και αυτός και +η αδελφή του δεν είχον ουδαμώς λησμονήσει την μητέρα μου, η δε μνεία +μόνη του ονόματος της ήνοιξε τας θύρας της οικίας των εις την πτωχήν +του κηπουρού θυγατέρα. + +Την ηρώτησα τι έγεινεν ο πατήρ της. Δεν εγνώριζεν η δυστυχής. +Απεχωρίσθησαν καθ' ην ώραν σπείρα Τούρκων επέπεσεν εις του πύργου +μας την περιοχήν. Έφυγεν εκείνη μετ' άλλων γυναικών, ο δε γέρων +Κύριος οίδεν αν έζη ή απέθανε. Και έκλαιεν αποκρινομένη δια +διακεκομμένων φράσεων εις τα ερωτήματά μου. + +Ανέβην την κλίμακα με την καρδίαν ελαφροτέραν ή ότε έκρουα την +θύραν. Ο ευγενής οικοδεσπότης μ' εδέχθη προσηνώς, μ' εκράτησεν εις +την οικίαν του, μ' έδωκε την ζητουμένην συστατικήν, με είπε λόγους +ενθαρρυντικούς και μ ' ενέπλησεν ελπίδων και παρηγοριάς. Η δε αδελφή +του δεν έπαυεν ερωτώσα με περί της μητρός μου και περί της Χίου και +περί των σκληρών του διωγμού περιπετειών. Κατεθέλχθην υπό της +γλυκύτητός της και εθαύμασα την καλλονήν και την χάριν της, αλλά δεν +εφανταζόμην ενώ την έβλεπα, ότι θα καθέξη θέσιν εις την ιστορίαν της +επαναστάσεως και ότι θα γραφώσι βιβλία περί αυτής. + +Η ανάμνησις της ευμενούς εκείνης υποδεξιώσεως πολλάκις κατά τας +ποικίλας δυσχερείας του κατόπιν βίου μου ανεπτέρωσε το θάρρος μου +και εστερέωσε την κλονιζομένην πεποίθησίν μου εις το μέλλον. Δεν με +ωφέλησεν επί τέλους η συστατική ουδέ μ' εχρησίμευσεν η προστασία του +Μαυρογένη. Αλλ' η ηθική υποστήριξις, η έκφρασις συμπαθείας, είς +λόγος γλυκύς, έν φιλικόν μειδίαμα, παρηγορούν την πάσχουσαν καρδίαν +πλειότερον πάσης βοηθείας υλικής. Χάριτι θεία, δείγματα τοιαύτης +καλοσύνης συχνάκις μου έτυχον κατά την μακράν της συμφοράς περίοδον. +Ενόσω ευτυχεί τις δεν λαμβάνει αφορμάς να εκτιμήση του πλησίον την +αγαθότητα• μόνον εν ημέραις δακρύων εννοεί πόσον ο άνθρωπος είναι +φύσει εύσπλαγχνος και ευεργετικός και πόσον συμπονεί τον +δυστυχούντα. Οι κακοί είναι ολίγοι επί της γης ! + +Την επιούσαν επέστρεψα εις Μύκονον φέρων εντός του κόλπου μου την +συστατικήν. Μετ' ολίγας δε ημέρας, τυχόντες πλοίον διά τον κόλπον +του Ναυπλίου, απεχαιρετήσαμεν την φιλόξενον νήσον και ανεχωρήσαμεν +πανοικεί. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'. + + + +Οποία ήσαν κατ' εκείνην την εποχήν τα ταξείδια δεν γνωρίζουν οι +παιδιόθεν συνειθίσαντες διά του ατμού να διατρέχωσι γην και +θαλάσσας. Μόνον επί του Αιγαίου πελάγους μας, ο μη δυνάμενος να +περιμένη επί δεκαπέντε ημέρας το ατμόπλοιον, αναγκάζεται, και +σήμερον έτι, να εκτίθεται εις περιπλανήσεις ομοίας προς τας του +Οδυσσέως και των +συντρόφων του. Αλλ' επί τέλους, σήμερον, και της μάλλον αποκέντρου +νήσου ο κάτοικος δεν είναι των ανέμων αιώνιος δούλος. Αν έχη την +υπομονήν, το ατμόπλοιον θα έλθη. Τότε ατμόπλοιον δεν εγνωρίζετο. Ο +ουρανός μας δεν είχεν εισέτι οσφρανθή γαιανθράκων καπνόν, τα δε +κύματά μας ήσαν παρθένα από πυροσκάφου μαστίγωσιν. + +Ο άνεμος έπνεεν ούριος, ότε απεπλεύσαμεν εκ Μυκόνου, αλλά μετ' +ολίγον έπεσε, και επήλθε παντελής νηνεμία. Επί ώρας και ώρας +εβλέπομεν ακινήτους ενώπιόν μας της Σύρου τους βράχους, μόλις διά +δύο βαρειών κωπών κινούντες ανεπαισθήτως το βαρύ σκάφος μας. Επί +τέλους μετά την δύσιν του ηλίου ηγέρθη ο άνεμος και τα ιστία +ερρυτιδώθησαν αλλ' έπνεεν εκ Νότου και μας ώθησε προς την Άνδρον, +όλην δε την νύκτα ελοξοδρομήσαμεν προσπαθούντες να πέσωμεν υπό το +Σούνιον. Την επιούσαν κατωρθώσαμεν μετά κόπου να προσορμισθώμεν εις +Πειραιά προς προμήθειαν ύδατος. + +Ότε μετά έτη επανείδα τον λιμένα του Πειραιώς πόσον μου εφάνη +μικρός! Τότε ήτο απέραντος, διότι ήτο έρημος. Το πλοίον μας και δύο +μικρά αλιευτικά πλοιάρια εκινούντο μόνα επί της εκτάσεως των ησύχων +υδάτων του. Εκεί όπου σήμερον υψούται η μαρμάρινος προκυμαία του, η +θάλασσα προχωρούσα ανεπαύετο επί βράχων γυμνών. Εκεί όπου εξαπλούται +σήμερον πόλις ακμάζουσα και μεγάλα εργοστάσια με τας υψηλάς +καπνοδόχους των, δεν έβλεπες ή άγονον γην και εικόνα ερημώσεως. Μία +μόνη επί της ακτής ετοιμόρροπος οικία αποκαθίστα έτι μάλλον αισθητήν +την έλλειψιν ζωής και κινήσεως. + +Επολιορκούντο τότε υπό των Ελλήνων αι Αθήναι, ολιγάριθμον δ' +απόσπασμα οπλοφόρων κατείχε την ηρειπωμένην εις Πειραιά οικίαν. Δεν +ηκούσαμεν μακρόθεν πυροβολισμούς, ούτε είδομεν άλλο σημείον πολέμου +ή την στρατιωτικήν εκείνην του Πειραιώς κατοχήν. + +Άγριος ο πόλεμος! Δεν εξευγενίζει τον άνθρωπον. Δεν μας έβλαψαν οι +στρατιώται εκείνοι ουδέ μας παρεμπόδισαν, αλλ' ηυχαριστήθην όμως ότε +είδα το πλοίον μας απομακρυνόμενον της ακτής. Είχεν ωμόν τι η +παρουσία των• ενέπνεε φόβον και αυτός ο χαιρετισμός των ! + +Την τρίτην ημέραν από της εκ Μυκόνου αναχωρήσεως ελλιμενίσθημεν εις +Σπέτσας, διότι ο άνεμος εμπόδιζε να εισπλεύσωμεν εις τον κόλπον του +Ναυπλίου. Ο πλοίαρχος απέβη εις την πόλιν. Βαρυνθέντες την εντός του +πλοίου στενοχωρίαν απέβημεν και ημείς, όπως λάβωμεν την ευχαρίστησιν +να πατήσωμεν ξηράν. + +Εκαθήμεθα επί πετρών παρά την τελευταίαν της πόλεως οικίαν, ήμεθα δε +όλοι σιωπηλοί βλέποντες τη(ο)ν πατέρα μου κατηφή. Δεν τον είχα ποτέ +ιδεί τοσούτον καταβεβλημένον. Εφαίνετο πάσχων, αλλά δεν παρεπονείτο. +Εκράτει μόνον την κεφαλήν με την χείρα και οι οφθαλμοί του ήσαν +βαρείς. + +Ήμεθα μόνοι εκεί, αλλ' εβλέπομεν παρέκει επί της ακτής των κατοίκων +την κίνησιν. + +Ο λιμήν ήτο πλήρης πλοίων, η δε λέμβος μας δεμένη διά σχοινιού επί +των βράχων επερίμενε κενή του πλοιάρχου την επιστροφήν. Με τους +οφθαλμούς επ' αυτής προσηλωμένους εσκεπτόμην τι θα γίνωμεν αν ο +πατήρ μου ασθενήση, και ενθυμούμην τον πύργον μας και τον +αναπαυτικόν εκεί κοιτώνα του, ότε είδα αίφνης νέον Σπετσιώτην +πλησιάζοντα προς ημάς. + +― Καλώς ωρίσατε, Χριστιανοί. Από την Χίον έρχεσθε; + +― Από την Χίον, απεκρίθη ο πατήρ μου, μετά κόπου ορθώσας την +κεφαλήν. + +― Και τι κάθησθε εδώ έξω; Πώς δεν έρχεσθε εις την πόλιν μας. + +― Πηγαίνομεν εις το Άργος. + +― Εις το Άργος! Δεν είναι τόπος διά γυναικόπαιδα το Άργος. Εδώ να +μείνετε. + +Είπεν ο πατήρ μου ότι πηγαίνομεν εκεί προς εύρεσιν πόρου ζωής. Αλλ' +εξηκολούθησεν εκείνος λέγων, ότι το Άργος είναι στρατόπεδον, ότι το +Ναύπλιον εισέτι πολιορκείται, μας παρέστησε τας δυσκολίας της εν +μέσω σκηνών πολέμου διαβιώσεως γυναικών, και μας προέτρεψε ν' +αναβάλωμεν την αναχώρησίν μας. Ενώ ωμίλει, επανήλθε και ο πλοίαρχος, +όςτις επικυρών του Σπετσιώτου τους λόγους μας παρεκίνει να μείνωμεν +εις Σπέτσας. Το να πεισθώμεν δεν ήτο δύσκολον, αλλά πού να μείνωμεν, +πού να κατακλίνωμεν την κεφαλήν εις τον νέον τούτον της εξορίας +σταθμόν ; Ο αγαθός Σπετσιώτης ενόησε, φαίνεται, την αιτίαν των +δισταγμών μας. + +― Ελάτε εις την οικίαν μου, είπεν. Ο πατήρ μου εφονεύθη πολεμών, η +μήτηρ μου απέθανε, και είναι έρημος η φωλεά μου. Κατοικήσατε την +όσον καιρόν θέλετε. Ελάτε. + +Εδέχθημεν μετά συγκινήσεως την προσφοράν του Εύσπλαγχνος άνθρωπος +και γενναίος ! Από της στιγμής εκείνης έγινεν ο πιστότερος των φίλων +δι' εμέ. Ήμεθα ως αδελφοί έκτοτε, η δε φιλία μας διετηρήθη μέχρι του +προ ετών ολίγων θανάτου του. Απέθανε πλήρης τιμών, αναδειχθείς +χρήσιμος και ακέραιος της πατρίδος υπηρέτης και εν πολέμω και εν +ειρήνη. + +Μετεκομίσθημεν λοιπόν εις του νέου φίλου μας την οικίαν και ελάβομεν +κατοχήν των ευρυχώρων και καθαρών δωματίων της. + +Ο πατήρ μου ησθάνετο εκλιπούσας τας δυνάμεις του• ίσως προέβλεπε του +θανάτου την προσέγγισιν και δεν ήθελε ν' αποθάνη πριν ίδη +εξασφαλιζόμενον της ορφανής οικογενείας του τον άρτον. Δεν εξέφρασε +φόβους τοιούτους, αλλά την αυτήν εκείνην ημέραν μ' εσυμβούλευσε να +μεταβώ, άνευ αναβολής, μόνος εις Άργος, όπως, δυνάμει της +συστατικής, ζητήσω από τον Νέγρην θέσιν υπαλλήλου. + +Μετά δύο ημέρας απεβιβαζομην εις τους Μύλους του Ναυπλίου και +εκείθεν μετέβην εις Άργος πεζός. + +Είχον δίκαιον ο Σπετσιώτης και ο πλοίαρχος μας. Ήμην ήδη +προητοιμασμένος εκ των λόγων των και εκ των πρώτων εις Πειραιά +εντυπώσεων, αλλ' εκεί, εις Πειραιά, είδα εν μικρώ ό,τι ενταύθα ήδη +έβλεπα. Ευρέθην εντός κόσμου όλως νέου δι' εμέ. Αι χιλιάδες +φουστανελοφόρων μαχητών, το αγέρωχον ύφος και η τραχεία γλώσσα των, +τα περιφρονητικά βλέμματα δι' ων με κατεμέτρουν, αι απότομοι φράσεις +δι' ων απεκρίνοντο εις τας δειλάς ερωτήσεις μου, η βοή και η κίνησις +και η σύγχυσις του στρατοπέδου, τα πάντα ομού με κατεθορύβουν. Δεν +ήτο βεβαίως ο τόπος κατάλληλος διά γυναικόπαιδα. Αλλά κ' εγώ αυτός +ησθανόμην ότι δεν ευρίσκομαι εντός αρμοδίου ατμοσφαίρας. Δεν ήμην +εις το στοιχείον μου εκεί. + +Ότε με την συστατικήν εις χείρας κατώρθωσα επί τέλους να εισαχθώ εις +το δωμάτιον του Μ ι ν ί σ τ ρ ο υ, και είδα αντικρύ μου όρθιον, +ενώπιον υψηλής τραπέζης, άνθρωπον μικρόν και δυσειδή, ηπόρησα και +εδίσταζα να πιστεύσω ότι αυτός ήτο ο αρχιγραμματεύς της επικρατείας, +ο μέγας και πολύς Θεόδωρος Νέγρης. + +Έγραφεν εκείνος, εγώ δε κρατών την επιστολήν επερίμενα εξετάζων τα +περί εμέ. Η μικρά αίθουσα ήτο πλήρης βιβλίων• βιβλία επί της +τραπέζης, βιβλία επί των σκαμνιών, βιβλία επί του κιβωτίου, πανταχού +βιβλία, και εν τω μέσω αυτών η υψηλή τράπεζα και ο Νέγρης γράφων επ' +αυτής. Το ανάστημα του ήτο μικρότερον του ιδικού μου. Δεν φρονώ να +με πλανά ως προς τούτο φιλαυτίας αίσθημα. Τον έβλεπα και εσκεπτόμην. +Ιδού, έλεγα• αυτός μικρός, άσχημος, άοπλος, υπακούεται από τους +αγρίους περί αυτόν πολεμιστάς και τους κυβερνά. Διατί ; Διότι έχει +νουν και γνωρίζει γράμματα. Ο νους δεν πλάττεται, τα γράμματα όμως +μανθάνονται• η γνώσις έρχεται από τον Θεόν, αλλ' αι γνώσεις +αποκτώνται! Ταύτα εσκεπτόμην. Ελησμόνουν ότι ο ανθρώπινος νους έχει +διαφόρους βαθμούς και ποικίλας φάσεις, ότι δεν εδόθη εις έκαστον η +δύναμις του να ρυθμίζη αναλόγως των περιστάσεων την θέλησίν του, +ούτε η επιδεξιότης του να επιβάλλη αυτήν εις τους ομοίους του• +ελησμόνουν πολλά, αλλ' ενώ έβλεπα τον Νέγρην γράφοντα, εσχημάτισα +σταθεράν απόφασιν ν' αυξήσω τας γνώσεις μου. Και, τω όντι, έκτοτε +επεδόθην εις την μελέτην και την ανάγνωσιν. Πολύ βεβαίως δεν +κατώρθωσα• αλλ' όσα κατόπιν έμαθα, όσος πόθος εγεννήθη εις την ψυχήν +μου προς απόκτησιν μαθήσεως, χρονολογούνται από της ώρας εκείνης, +καθ' ην επερίμενα να παύση γράφων ο Νέγρης. Εκείνη ήτο η αφετηρία +της διανοητικής μου αναγεννήσεως, όσω περιωρισμένος και αν διέμεινεν +εξ ανάγκης ο ορίζων της. + +Επί τέλους κατέθεσεν ο Νέγρης τον κάλαμον και με ηρώτησε τι θέλω. +Προέτεινα εν σιωπή την χείρα και έδωκα την επιστολήν. Αφού την +ανέγνωσε, μ' επροσκάλεσε να καθίσω επί του μόνου κενού παρ' αυτόν +ψαθίνου καθίσματος και ήρχισε να με εξετάζη τι γνωρίζω και τι παρ' +αυτού επιθυμώ. Ησθανόμην ότι ηρυθρίαζα ενώ απεκρινόμην απαριθμών τας +γνώσεις μου και εκφράζων την επιθυμίαν του να λάβω γραφικήν παρ' +αυτώ υπηρεσίαν. + +― Καλά, είπεν αφού ετελείωσα, καλά. Μου χρειάζονται νέοι ως συ. Θα +σε τοποθετήσω καταλλήλως. Αλλ' ανάγκη πρώτον να ησυχάσωμεν ολίγον. +Περίμενε να πάρωμεν το Ναύπλιον και έλα πάλιν να με ιδής. + +Να περιμένω μέχρις ου αλωθή το Ναύπλιον ! Ανεχώρησα αποκαρδιωμένος. +Προ τριών ήδη εβδομάδων εθεωρείτο βεβαία του φρουρίου η παράδοσις +και ήσαν εντός αυτού των πολιορκητών οι πληρεξούσιοι +διαπραγματευόμενοι τους όρους του συμβιβασμού, συνέρρεον δε +πανταχόθεν οπλοφόροι όπως εορτάσωσι, κατά τον τρόπον του έκαστος, +τον νέον τούτον θρίαμβον των ελληνικών όπλων. Οι Τούρκοι εν τούτοις +δεν παρεδίδοντο, ο δε Δράμαλης κατέβαινεν εκ της Στερεάς επί κεφαλής +μεγάλου στρατού. Η φήμη της προόδου του διεδίδετο και ήρχιζεν ήδη να +κλονίζη πολλών πεποιθήσεις. + +Τοιαύτα ήκουα κατά τας δύο ημέρας της εν Άργει διατριβής μου. Το +ρεύμα εφαίνετο στρεφόμενον καθ' ημών. Ήμην δ' εισέτι υπό το κράτος +των εν Χίω εντυπώσεων και η καρδία μου ευκόλως ηνοίγετο εις τους +φόβους. Αλλά πώς ηδυνάμην να προΐδω τότε, ότι ο Κολοκοτρώνης θα +καταστρέψη τον Δράμαλην εις τα Δερβενάκια ; + +Την νύκτα της δευτέρας ημέρας, περιστρεφόμενος εν τη αγρυπνία μου +επί της σκληράς σανίδος, ήτις ήτο η στρωμνή μου, εσχημάτισα την +απόφασίν μου. Δεν ήμην πλασμένος διά βίον στρατοπέδου. Το εμπόριον +ήτο η κλίσις μου. + +Την πρωίαν μετέβην εις Μύλους, όπου ηύρα ευτυχώς πλοιάριον έτοιμον +διά Σπέτσας και ανεχώρησα. + +Δεν είδα έκτοτε το Ναύπλιον, αλλ' έμεινε χαραγμένη εις την μνήμην +μου η απότομος μορφή του Παλαμηδίου, σκιάζουσα την κοιλάδα όπου +καλαμώνες περιφραχτούν το ρεύμα ταπεινού ρύακος, και η θέα της +πόλεως, επί των τειχών της οποίας είδα μακρόθεν τότε κυμαινομένην +την Τουρκικήν ημισέληνον. + +Εις Σπέτσας ηύρα και τους γονείς και τας αδελφάς μου ασθενείς και +κλινήρεις. Πόσον μας ήτο επαισθητή της δυστυχούς Ανδριάνας η +έλλειψις! Ποσάκις όλοι την ενθυμούμεθα! Ανέλαβα εγώ εξ ανάγκης την +υπηρεσίαν όλην της πασχούσης οικογενείας. Εγώ ήμην θαλαμηπόλος, +νοσοκόμος και μάγειρος έτι. Αι δε καλαί μας γειτόνισσαι ηπόρουν +βλέπουσαι ένα άνδρα ταπεινούμενον διά τοιούτων γυναικείων έργων, +εναντίον πάσης της νήσου των συνηθείας, εξέφραζε δε την περί τούτου +ιδέαν των μειδίαμα οίκτου οπόταν μοι προσέφερον βοηθείας χείρα. + +Ευτυχώς της μητρός και των αδελφών μου η ασθένεια ήτο εφήμερος μόνον +συνέπεια του ψυχικού και σωματικού καμάτου των, και εντός ολίγων +ημερών ηδυνήθησαν η μία μετά την άλλην ν' αφήσωσι την κλίνην. Ο +πατήρ μου όμως δεν επέπρωτο ν' αναρρώση. Δεν γνωρίζω όποιον ήτο το +πάθημά του. Ο δήθεν ιατρός, τον οποίον προσεκαλέσαμεν, ότε ηρχίσαμεν +σπουδαίως ν' ανησυχώμεν, απεφάνθη ότι έπασχε την καρδίαν και +υπεσχέθη να τον θεραπεύση. Αλλά βεβαίως δεν ήξευρε τι έλεγε, και +αμφιβάλλω αν επάτησέ ποτε ιατρικής τινος σχολής τα πρόθυρα. Ήτο +Μελιταίος πρεσβύτης, προ ετών από πόλεως εις πόλιν της Ανατολής +μετερχόμενος, ουχί δωρεάν, του ιατρού το επάγγελμα. Κατ' εκείνην την +εποχήν πας Φράγκος ευκόλως εξελαμβάνετο ως ιατρός. Κύριος δε οίδεν +υπό ποίας περιστάσεις χειροτονηθείς τοιούτος ο εξοχώτατος εκείνος, +επίστευσεν επί τέλους και ο ίδιος εις την επιστήμην την οποίαν +εξήσκει, ποτέ μεν βοηθούμενος υπό της αγαθοεργού φύσεως και άλλοτε +επισπεύδων ευσυνειδήτως των ατυχών ασθενών του το τέλος. + +Έμενεν εν τούτοις ο πατήρ μου κατάκοιτος, υπέσκαπτε δε τας ολίγας +δυνάμεις του ο πυρετός, και πόνοι δριμείς του αφήρουν τον ύπνον. +Προησθάνετο τον θάνατον και τον επερίμενε γενναίως. Ημείς δε περί +αυτόν, λησμονούντες τας ποικίλας του παρόντος στερήσεις και τα +παρελθόντα αγαθά, εσκεπτόμεθα μόνον πως να τον ανακουφίσωμεν +πάσχοντα και πως, ει δυνατόν, να τον σώσωμεν. Αλλ' από ημέρας εις +ημέραν αι ελπίδες μας διελύοντο. Εφαίνετο προχωρούσα επί του σώματος +του η ψυχρά της φθοράς χειρ. + +Μίαν νύκτα έμενα μόνος παρά το προσκέφαλον του ασθενούς, μόλις +καταπείσας την μητέρα μου ν' αναπαυθή ολίγον εις το παρακείμενον +δωμάτιον. Ο πατήρ μου ήτο εις βύθος ομοιάζον προς ύπνον. Με τας +χείρας εσταυρωμένας εκαθήμην και τον έβλεπα, ο δε νους μου επλανάτο +εις σκέψεις θλιβεράς. + +Ο κοιτών εφωτίζετο μόλις υπό της προ των εικόνων λυχνίας, και ήτο +βαθεία της νυκτός η σιωπή. Αίφνης μου εφάνη ότι ακούω ασυνήθη έξω +θόρυβον και ομιλίας εις τον δρόμον. Ηγέρθην ησύχως, ήνοιξα το +παραθυρόφυλλον και, διά μέσου του σκότους, διέκρινα σκιάς ανθρώπων +εις την οδόν και ανοικτάς των άντικρυ οικιών τας θύρας. Δεν ετόλμων +ν' ανοίξω το παράθυρον• ο πατήρ μου εφαίνετο ησυχάζων. Επροσπάθησα +ν' ακούσω τι έλεγον. Ήκουα, αλλά δεν τους ενόουν• ελάλουν Αλβανιστί. +Μόνη η λέξις άρματα επαναλαμβανομένη συχνάκις διήγειρε τας υποψίας +μου. Μετ' ολίγον εκλείσθησαν αι θύραι και απεμακρύνθησαν αι σκιαί, +μου εφαίνοντο δε φέρουσαι κιβώτια και σάκκους επί των ώμων. + +Επανήλθεν η σιωπή και η ησυχία, αλλ' η λέξις άρματα αντήχει εις τα +ώτα μου εισέτι. Εγνώριζα ότι σημαίνει στόλον, αλλά περί τίνος στόλου +επρόκειτο; Επερίμενα ανυπόμονος να εξημερώση, μη γνωρίζων τι +συμβαίνει και προοιωνιζόμενος νέα πάλιν δεινά. Ανεπόλουν άκων την +πρώτην εκείνην εν Σμύρνη νύκτα, ότε μ' εξύπνησαν των Τούρκων οι +αλαλαγμοί. + +Προς τα χαράγματα ήλθεν η μήτηρ μου και αναλαβούσα την θέσιν της +πλησίον του ασθενούς μ' έστειλε ν' αναπαυθώ. Αντί να κοιμηθώ, εξήλθα +της οικίας αθορύβως. Ήμεθα οι μόνοι αυτής κάτοικοι• ο αγαθός +οικοδεσπότης έμενεν εντός του πλοίου του. + +Από της άκρας της πόλεως, όπου ήτο η κατοικία μας, κατέβην προς τον +λιμένα, όσω δ' επλησίαζα προς αυτόν, έβλεπα ανθρώπους προς κίνησιν. +Ηρώτησα τι τρέχει και έμαθα ότι η Ύδρα ήναψεν αφ' εσπέρας φανούς. ― +Και τι σημαίνουν οι φανοί;― Κατέρχεται στόλος Τουρκικός! + +Οι Σπετσιώται μετέφερον ήδη τα πολύτιμά των επί των πλοίων και +προητοιμάζοντο, εάν τω όντι επέλθωσιν οι Τούρκοι, να επιβιβάσωσι και +τα γυναικόπαιδά των. Εγνώριζον ότι ήτο πολυάριθμος ο εχθρικός στόλος +και εφοβούντο διά τους οίκους των, αλλ' είχον τα πιστά εις τα κινητά +φρούριά των. + +Κάτω εις τον λιμένα συνήντησά τινας των επί της νήσου προσφυγόντων +συμπολιτών μου. Εσκέπτοντο και ούτοι περί φυγής. Πλοίον Μυτιληναίον +υπό Ρωσσικήν σημαίαν ήτο ηγκυροβολημένον εις τα όπισθεν της νήσου, +και είχον στείλει να διαπραγματευθώσι την ναύλωσίν του, όπως τους +μεταφέρη εις Αγκώνα. Επρότειναν να συμπεριλάβωσι και ημάς, αλλά πώς +να φύγωμεν ; Πώς να μεταφέρωμεν τον πατέρα μου ετοιμοθάνατον; Πώς δε +και να μείνωμεν επί της νήσου, εάν οι Τούρκοι απεβιβάζοντο; + +Επέστρεψα εις την οικίαν πλήρης ταραχής και αδημονίας. Ένευσα εις +την μητέρα μου, όπως εξέλθη του δωματίου, και ειπών δι' ολίγων +λέξεων τα τρέχοντα την ηρώτησα εάν νομίζη ότι δυνάμεθα να +μετακομίσωμεν τον πατέρα μου. Με έλαβεν εκ της χειρός, με ωδήγησε +παρά την κλίνην και μου έδειξε σιωπώσα τον ασθενή. Το βύθος του +εξηκολούθει, είχε κλειστούς τους οφθαλμούς, τα χείλη ημιανοικτά, και +ανέπνεε βαρέως. + +Τότε πρώτον είδα την αγωνίαν του θανάτου, τότε πρώτον, ο δε +αποθνήσκων ήτο ο πατήρ μου, ο πατήρ τον οποίον ηγάπων ! + +Η μήτηρ μου κρατούσα την χείρα μου δεν επρόφερε λέξιν, αγωνιζομένη +να κυριεύση την λύπην της. + +Εμένομεν ούτως ενώπιον της κλίνης σιωπηλοί και ακίνητοι, ακούοντες +του θνήσκοντος το ψυχομαχητόν. Έκλινα την κεφαλήν επί της χειρός της +μητρός μου και την ησπάσθην, εκείνη δε δεν έσκυψε να με φιλήση, αλλ +' έθεσε την άλλην της χείρα επί της κεκλιμένης κεφαλής μου και με +είπεν ησύχως• + +― Φέρε ιερέα. + +Έδραμα έξω αμέσως. Δεν ήθελα να κλαύσω εμπρός της. + +Ενώ εξηρχόμην εισήρχετο εις την οικίαν ο ιατρός. Συνηντήθημεν εις +την θύραν. + +― Την εγλυτώσαμεν, φίλε μου ! ανέκραξε φαιδρώς άμα με είδεν. Αλλ' η +έκφρασις του προσώπου του μετεβλήθη διά μιας, ότε παρετήρησε την +ταραχήν μου, και ταπεινώσας την φωνήν με ηρώτησε : + +― Πώς είναι επάνω; + +Δεν απεκρίθην, αλλ' έσεισα την κεφαλήν. + +― Θα ετρόμαξε με τους Τούρκους. Φεύγουν τώρα, φεύγουν, και την +εγλυτώσαμεν. + +Τον αφήκα αναβαίνοντα την κλίμακα και εξηκολούθησα τον δρόμον μου με +την καρδίαν ελαφροτέραν. Θ' αποθάνη τουλάχιστον ήσυχος ο πατήρ μου, +και θα μας αφήσωσιν οι Τούρκοι να τον κλαύσωμεν εν ειρήνη! Οι λόγοι +του ιατρού επανέφερον εις την φαντασίαν μου την φρίκην της Τουρκικής +εισβολής και όλα τα πιθανά επεισόδια της επί της νήσου παρουσίας +των, και ενώ έτρεχα, παρεκάλουν τον Θεόν ν' αναδειχθή αληθής η +είδησις ότι απηλλάγημεν τω όντι του τρόμου της εμφανίσεώς των. + +Ότε επανήλθα μετά του ιερέως εις την οικίαν, ο πατήρ μου εξηκολούθει +αναισθητών. Άπαξ μόνον ήνοιξε τους οφθαλμούς, το δε βλέμμα του +εμαρτύρει ότι μας ανεγνώριζεν, αλλά δεν ηδυνήθη να προφέρη λέξιν και +έκλεισε πάλιν τα βλέφαρα. Η αναπνοή του εξήρχετο δυσκολωτέρα του +στήθους, και εφαίνετο ότι τον βασανίζει η δύσπνοια. Ο ιατρός τον +ανεσήκωσεν επί της κλίνης, η δε μήτηρ μου επρόσθετεν επ' αυτής +προσκέφαλα, ενώ εγώ έσχιζα διά ψαλίδος το υποκάμισόν του διά να +δώσωμεν πλειοτέραν ελευθερίαν εις τους εξηντλημένους του πνεύμονας. + +Τι ήτο το κινήσαν τότε τον ψυχορραγούντα πατέρα μου αίσθημα; Διατί +συνέσπασε τας οφρύς και εκίνησε την χείρα, ως θέλων να εμποδίση του +υποκαμίσου του το σχίσιμον ; + +Η σκηνή εκείνη έμεινεν ανεξάλειπτος εις την μνήμην μου και την +ανακαλώ άκων πάντοτε, οπόταν σκέπτωμαι περί της ματαιότητος των +επιγείων. Ιδού ο άνθρωπος! Ο θάνατος ήπλονεν ήδη τα μαύρα πτερά του +και επήρχετο το σκότος, η ανάπαυσις, το τέλος• ο δε θνήσκων, ο +αγαθός, ο γενναίος, ο φιλόστοργος γέρων εκίνει αυτομάτως την χείρα +όπως προφυλάξη το υποκάμισόν του! Ματαιότης ματαιοτήτων ! + +Η αγωνία του διήρκεσεν όλην την ημέραν. Ο Τουρκικός στόλος εν +τούτοις απεμακρύνθη διευθυνόμενος προς νότον και παρήλθεν ο κίνδυνος +των Σπετσών, οι δε νησιώται καθησύχασαν. + +Το εσπέρας εξεψύχησεν ο πατήρ μου. + +Την επιούσαν επώλησα της μητρός μου το δακτυλίδιον και εθάψαμεν τον +νεκρόν μας εις τάφον ταπεινόν και ανεπίγραφον. + +Ήτο η δεκάτη πέμπτη Ιουλίου 1822. Τοιαύται ημερομηνίαι δεν +λησμονούνται. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'. + + + +Έμενα ήδη ο αρχηγός και το μόνον στήριγμα της ορφανής οικογενείας +μου• εγώ είχα να την διαθρέψω, εγώ να φροντίσω περί της +αποκαταστάσεως των αδελφών μου, εγώ να γηροκομήσω την μητέρα μου. +Αντί δε παντός πόρου και πάσης εργασίας είχα μόνον την δοθείσαν παρά +του Νέγρη υπόσχεσιν, ότι θα με τοποθετήση όταν και αφού το Ναύπλιον +αλωθή. Αλλ' εντός μου έλεγε κάτι, ότι το στάδιόν μου δεν ήτο εκεί. +Αι οικογενειακαί παραδόσεις και η όλη μου αγωγή μ' εσχημάτισαν +έμπορον, και συνησθανόμην ότι προορισμός μου ήτο το εμπόριον, ότι +δι' αυτού και μόνου ηδυνάμην να προοδεύσω αποκαθιστάμενος χρήσιμος +εις εμέ αυτόν, εις την οικογένειαν και εις την πατρίδα. + +Αλλά πόθεν ν' αρχίσω; Πού η βάσις επί της οποίας να στηρίξω τας +ενεργείας μου ; Ιδού η δυσκολία. Επερίσσευον μετά τον ενταφιασμόν +του πατρός μου ολίγα χρήματα εκ της πωλήσεως του δακτυλιδιού, αλλά +το ποσόν ήτο ασήμαντον και μόλις εξήρκει διά την εκ Σπετσών +αναχώρησιν, περί της οποίας ήρχισα αμέσως τότε να σκέπτωμαι. + +Δεν ήσαν αι Σπέτσαι ο αρμόδιος δι' εμέ τόπος. Το εμπόριον απαιτεί +τάξιν και ασφάλειάν τινα και ησυχίαν. Αλλά πώς ήτο δυνατόν να +επικρατώσι τα στοιχεία ταύτα της κοινωνικής ευημερίας επί της +ηρωικής εκείνης νήσου, ενόσω οι πολίται της θυσιάζοντες και ζωήν και +περιουσίαν εις την άνισον κατά του εχθρού πάλην, απέκτων εξ ανάγκης +ως έξεις την περιφρόνησιν της ζωής, την υπερίσχυσιν της βίας και την +αυτοδικίαν; Ταύτα ήσαν φυσικαί των περιστάσεων συνέπειαι. Άνευ +προϋπάρχοντος κοινωνικού οργανισμού, άνευ Κυβερνήσεως ισχυράς, άνευ +πόρων τακτικών και υπερέχοντος τίνος κέντρου, η επανάστασις προήγετο +και ηυδοκίμει δι' ατομικών μόνων θυσιών και αγώνων, εν δε τω μέσω +του σάλου εκείνου η δύναμις εβασίλευε και επεβάλλετο η σπάθη. + +Ο δε αγών ήτο αληθώς υπέρ των όλων. Το σύνθημα « Ελευθερία ή +θάνατος» δεν ήτο φράσις κενή ή πομπώδης καύχησις, διότι εκ των +προτέρων ήτο γνωστόν τι ήθελον διαπράξει οι Τούρκοι εάν η αντίστασις +κατεβάλλετο. Η τύχη της Χίου ήτο φοβερόν διά τας Σπέτσας και τας +άλλας ναυτικάς νήσους προμήνυμα. Ώστε οι άνθρωποι ωδηγούντο υπό της +απελπισίας εις τους αγώνας των, η δε όλη ατμόσφαιρα είχεν άγριόν τι +και ωμόν, το οποίον δεν ήτο βεβαίως κατάλληλον προς του εμπορίου την +ανάπτυξιν. Τις εσκέπτετο περί αστυνομίας, τις περί δικαστηρίων τότε +; Απέναντι τοσαύτης αιματοχυσίας, και της ζωής η αξία είχεν εκπέσει +εις την κοινήν εκτίμησιν. Μίαν ημέραν εφονεύθη ενώπιον μου εις την +αγοράν είς Ραγουζαίος, κατά συνέπειαν λογομαχίας μετά των αγοραστών +του ως προς την εκλογήν σαρδέλων τας οποίας επώλει! + +Ο φόνος του Ραγουζαίου εκείνου ενίκησε πάντα απομένοντα δισταγμόν +μου ως προς της αναχωρήσεως το ζήτημα. Απεφάσισα οριστικώς να +επιστρέψωμεν εις Τήνον. Εκεί οι κάτοικοι ήσαν ολιγώτερον πολεμικοί, +τα ήθη ημερώτερα και ευκολώτερος ο βίος, χάρις δε εις τον Μαυρογένην +και εις τους πολλούς εκ Χίου πρόσφυγας, ηδυνάμην να θεωρώμαι +ολιγώτερον ξένος εις Τήνον ή αλλαχού. + +Απεχαιρέτησα λοιπόν μετά συντριβής καρδίας τον φίλον οικοδεσπότην +μας, και παρητήσαμεν την νήσον των Σπετσών και τον επ' αυτής τάφον +του πατρός μου. + +Εις Τήνον ενοικίασα μικράν και ταπεινήν οικίαν, ηγόρασα στρωμνάς και +εφαπλώματα, τα μόνα έπιπλα των οποίων την προμήθειαν επέτρεπον τα +ευτελή περισσεύματά μας, και αφέθην διά τα περαιτέρω εις την +πρόνοιαν του Θεού. Δεινόν η πενία και η στέρησις όταν επέρχωνται +μετά βίον άνετον, σκληρόν δε η περί του άρτου της αύριον αβεβαιότης +όταν έχης να διαθρέψης γραίαν μητέρα και αδελφάς τρυφεράς ! Αλλ' εις +όλα συνειθίζει ο άνθρωπος και προς όλα βαθμηδόν εξοικειούται. + +Ότε εσυμφώνησα την ενοικίασιν του οικήματός μας, παρετήρησα ότι ο +οικοδεσπότης εφόρει σκούφον νέον, αλλά δεν έδωκα άλλως προσοχήν εις +το πράγμα. Την επιούσαν όμως εις την αγοράν απήντησα Τήνιον άλλον +νεωστί σκουφωθέντα, μετά τινα δε βήματα άλλον, και άλλον παρέκει και +άλλον κατόπιν. Ήσαν ενός χρώματος οι σκούφοι, και του αυτού σχήματος +όλοι, η δε σύμπτωσις αύτη εκίνησε την περιέργειάν μου και μου έφερεν +αμέσως εις την μνήμην τα εκ Βενετίας αποσταλέντα κιβώτια. Έδραμα +άνευ αναβολής εις αναζήτησιν του οικοδεσπότου μας. + +― Δεν μου λέγεις πού ηύρες τον σκούφον σου; + +― Τον ηγόρασα από τον Άγγλον πρόξενον, αλλά δεν ευρίσκεις πλέον. +Τους εξεπώλησεν. + +Ο Άγγλος πρόξενος επώλησε σκούφους ! Αι υποψίαι μου +μετεσχηματίσθησαν εις βεβαιότητα. Την αυτήν εκείνην ημέραν μετέβην +εις Μύκονον και ηύρα τον φίλον μου υποπρόξενον, όστις κατεχάρη ιδών +με και με ανήγγειλεν ότι τα δύο κιβώτια μας εστάλησαν εκ Σμύρνης εις +Τήνον, και ότι ανέθεσεν εις τον εκεί συνάδελφόν του του περιεχομένου +την εκποίησιν, μου έδωκε δε επιστολήν προς αυτόν, όπως με αναγνωρίση +ως ιδιοκτήτην. Ήμην ανυπόμονος να επιστρέψω, αλλ' ο φίλος επέμεινε +να με κρατήση και να με φιλοξενήση την νύκτα. Την επιούσαν τον +απεχαιρέτησα μετ' εκφράσεων ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και επανήλθα +εις Τήνον. + +Ευτυχώς ο άνεμος εβοήθει πάσας εκείνας τας μετακινήσεις μου. + +Άμα αφιχθείς εις Τήνον υπήγα κατ' ευθείαν από του πλοίου εις το +Αγγλικόν προξενείον. Δεν ενθυμούμαι το όνομα του αγαθού Τηνίου, +όστις εξεπροσώπευεν εκεί τότε της Αγγλίας την δύναμιν, αλλ' +ενθυμούμαι το ξυρισμένον πρόσωπον και τας χρυσάς διόπτρας του. +Νομίζω ότι τον βλέπω ενώπιόν μου. Ο άνθρωπος μου έδειξε τον +λογαριασμόν πωλήσεως και μου παρέδωκεν αυθωρεί το προϊόν των +σκούφων, συμποσούμενον εις πέντε χιλιάδας γροσίων. Πέντε χιλιάδας ! +Το ευτελές εκείνο ποσόν μου εφάνη πλούτος αμύθητος! Ούτε τον +λογαριασμόν εκκαθαρίσεως ηθέλησα να εξελέγξω, ούτε να υπολογίσω κατά +πόσον ηδύναντο ή έπρεπε να πωληθώσι καλλίτερον οι σκούφοι. Το δοθέν +ποσόν ήτο ανέλπιστος δι' εμέ απόκτησις, δι' αυτού μου ηνοίγετο του +εμπορίου ο δρόμος. Ήμην ήδη κεφαλαιούχος, είχα πέντε χιλιάδας γρόσια +! Έτρεξα προς την μητέρα μου να διακοινώσω την καλήν μας ταύτην +τύχην, επέδειξα τον θησαυρόν μου, εζήτησα την ευχήν της και πλήρης +ελπίδων και σχεδίων μετέβην μετά δύο ημέρας εις Σύρον. + +Εις Τήνον δι' έλλειψιν λιμένος δεν ήρχοντο μεγάλα πλοία, αλλ' +υπήγαινον εις Σύρον, της οποίας ο λιμήν εθεωρείτο και υπό των +Τούρκων ουδέτερος. Οι δυτικοί της νήσου κάτοικοι δεν συμμετέσχον της +επαναστάσεως, ουδ' ανεγνώριζον αυτήν, επί δε του σχηματίζοντος την +πόλιν των κώνου εκυμάτιζεν η λευκή της Γαλλίας σημαία, υπό την +προστασίαν της οποίας είχον τεθή. + +Ο πληθυσμός της Σύρου περιωρίζετο τότε εντός της αποτόμου εκείνης +και πενιχράς κορυφής. Καθ' όλην την έκτασιν, την οποίαν σήμερον +καλύπτει η πλουσία Ερμούπολις, δεν έβλεπες ή βράχους γυμνούς. Μόνον +εκεί όπου σήμερον, επί λιθοστρώτου πλατείας, παιανίζει η μουσική και +σύρουν αι κυρίαι τας μεταξωτάς ουράς των, κήποί τινες και ολίγα +δένδρα εμαρτύρουν των πτωχών κατοίκων την φιλοπονίαν. Έν εκκλησίδιον +δυτικόν και τρεις ή τέσσαρες αποθήκαι διά τους οίνους ήσαν τα μόνα +επί της ακτής κτίρια. Πλησίον αυτών, επί του αιγιαλού, είχε νεωστί +οικοδομηθή πενιχρόν καφενείον, χρησιμεύον και ως ξενοδοχείον, και ως +γραφείον, και ως χρηματιστήριον. Ολίγον δε μακρύτερα, εκεί όπου +σήμερον ναυπηγούνται πλοία και ακούεται ο εύρυθμος της σφύρας +κρότος, κατέκειτο τότε, παρά τον έρημον αιγιαλόν, σκάφος +ναυαγήσαντος πλοίου. + +Τοιαύτη ήτο η Σύρος ότε πρώτην φοράν δύο ή τρεις άλλοι Χίοι και εγώ, +πρόδρομοι της μελλούσης εμπορικής της νήσου επιδόσεως, εμένομεν +εντός του μοναδικού επί της ακτής καφενείου προσδοκώντες άφιξιν +πλοίου φέροντος εμπορεύματα. + +Ευτυχώς δεν εβράδυνε να φθάση τοιούτον εκ Ρωσσίας προερχόμενον. Ήτο +εκείνη η πρώτη δοσοληψία της οποίας εδέησεν εγώ μόνος ν' αναλάβω την +πρωτοβουλίαν και την εκτέλεσιν, διότι δεν είχα πλέον τον πατέρα μου +σύμβουλον και οδηγόν. Έτρεμα μη διακινδυνεύσω τα χρήματά μου εις +κακήν τινα επιχείρησιν. Επεσκέφθην τρις και τετράκις τα επί του +πλοίου, εσκέφθην, διεπραγματεύθην, υπελόγισα, εδίστασα, επί τέλους +το απεφάσισα ! Ηγόρασα αντί χιλίων γροσιών ιχθύς παστούς, τους +εφόρτωσα εις πλοιάριον διά Τήνον, επέβην και αυτός, έκαμα τον +σταυρόν μου, και απεπλεύσαμεν. + +Εις Τήνον είχε τότε νομιμοποιηθή το έθιμον να πωλώνται τα φαγώσιμα +επί τρεις ημέρας δημοσίως εις την αγοράν, όπως προμηθεύηται εξ αυτών +ο λαός, μετά ταύτα δε επετρέπετο η μεταξύ εμπόρων διαπραγμάτευση των +περισσευόντων. Εχρεώστουν, φυσικώ τω λόγω, να συμμορφωθώ προς την +επικρατούσαν συνήθειαν, αλλά δεν μου ήρχετο να τεθώ επί κεφαλής των +βαρελιών μου και να πωλώ δημοσίως τους ιχθύς μου ανά ένα. Μεθ' όλην +την επελθούσαν κακοτυχίαν, διετήρουν εισέτι τας έξεις της αρχαίας +αξιοπρεπείας. Όθεν κατέγεινα κατά πρώτον να εύρω αρμόδιόν τινα +αντικαταστάτην μου, αλλ' η ατυχία των πρώτων προς ανεύρεσίν του +ερευνών μου και, προ πάντων, των άλλων πωλητών το παράδειγμα, μ' +έπεισαν ν' αφήσω κατά μέρος την αξιοπρέπειαν και να πωλήσω εγώ αυτός +την πραγματείαν μου. + +Ιδού λοιπόν εγώ πωλητής παστών εν πλήρει αγορά! Κατέλαβα θέσιν +κατάλληλον εις την μικράν παρά την προκυμαίαν πλατείαν και ήρχισα +μετά τινος, κατ' αρχάς, δειλίας να προσκαλώ αγοραστάς. Ήτο εισέτι +πολύ ενωρίς, αλλ' αγορασταί δεν έλειπον, οι δε ιχθύς μου ήσαν εις +ζήτησιν και η υπόθεσις προέβαινε κατ' ευχήν. Όσον δ' επροχώρει η +πώλησις κατά τοσούτον εσυνείθιζα, και με κατελάμβανε της επιτυχίας ο +ενθουσιασμός, και μ' εκυρίευεν ο ζήλος του έργου, αμιλλώμενος δε +προς τους άλλους παρ' εμέ πωλητάς επήνουν την πραγματείαν μου, και +ύψωνα την φωνήν, όπως ελκύσω αγοραστάς, και ελησμόνουν την πρώτην +μου περί τας κινήσεις και τας χειρονομίας συστολήν. + +Ενώ ήμην εις τον βρασμόν της πωλήσεως, ήκουσα αίφνης κρότον αντικρύ +μου και, υψώσας τους οφθαλμούς, είδα εις την απέναντι μου οικίαν +νέαν ξανθήν ανοίγουσαν το παράθυρον και στηλόνουσαν τα φύλλα του, τα +οποία ο άνεμος εκτύπα επί του τοίχου. Αφού τα εστήλωσεν, εσταύρωσε +τους βραχίονας επί του παραθύρου και στηρίξασα επί των βραχιόνων το +στήθος έστρεψε προς εμέ το πρόσωπον. Μ' ετάραξε το βλέμμα της, ο δε +οίστρος μου διεκόπη. Πώς να φωνάζω προσκαλών αγοραστάς υπό τους +οφθαλμούς μιας ωραίας ξανθής, ήτις με παρετήρει; Επροσπάθουν να +εξακολουθήσω το έργον μου, αλλ' ο νους μου ήτο εις το παράθυρον και +τα βλέμματά μου υψούντο συχνάκις προς αυτό. Αίφνης βλέπω την νέαν +μειδιώσαν. + +Τι μειδιά ; Με περιπαίζει μήπως ; Μη με γνωρίζη και είναι +χαιρετισμός το μειδίαμα της; Ησθάνθην ταραχήν εις το στήθος και +ερύθημα εις τας παρειάς μου, και μη προσέχων εις την εργασίαν μου +έδωκα εις ένα αγοραστήν διπλάσιους ιχθύς του δοθέντος αντιτίμου. +Αλλά, ιδών αμέσως το λάθος, εστράφην να τον κράξω. Άμα εστράφην είδα +όπισθεν μου, εις το κατώφλιον θύρας ανοικτής, νέον Τήνιον με την +χείρα επί της ζώνης, τον ώμον επί της θύρας και την κεφαλήν +εστραμμένην προς το παράθυρον. Τα ερωτικά βλέμματά του ήσαν δι' εμέ +αποκάλυψις. Αι από των οφθαλμών της νέας ακτίνες διήρχοντο άνωθεν +της κεφαλής μου, αλλά δεν ήσαν δι' εμέ, ούτε είχα επί του +μειδιάματος το ελάχιστον δικαίωμα. Το μάθημα με ωφέλησε, ανέλαβα την +προτέραν μου ζωηρότητα και εξηκολούθησα την πώλησίν μου. + +Εντός δύο ημερών εξεπώλησα τους ιχθύς μου απολαύσας είκοσι τοις +εκατόν ωφέλειαν. Νέα εις Σύρον εκδρομή. Επανήλθα μ' ελαιόλαδον, το +οποίον επώλησα με οκτώ τοις εκατόν κέρδος, μετά δε το ελαιόλαδον +ηγόρασα και μετεπώλησα χαβιάρι μετά της αυτής επιτυχίας και +εξηκολούθουν ούτω δραστηρίως εργαζόμενος. Τα κέρδη κατόπιν +εμετριάσθησαν, διότι επήλθε συναγωνισμός, αλλ' οι κόποι μου +αντημείβοντο πάντοτε, εντός δε ολίγων μηνών, αφού έζησα μετά των +περί εμέ και αφού επανέφερα άνεσίν τινα υπό της πτωχικής κατοικίας +μας την στέγην, το κεφάλαιόν μου από πέντε χιλιάδων γροσιών ανήρχετο +ήδη εις οκτώ ! + +Έκτοτε πολλά χρήματα εκέρδισα και πολλά έχασα. Χάριτι θεία, το +λαβείν απέβη εν συνόλω μεγαλείτερον του δούναι, ώστε σήμερον έχω την +ικανοποίησιν να βλέπω, διά των ιδρωτών μου, εξησφαλισμένην την +άνετον των τέκνων μου ύπαρξιν. Αλλά την γλυκύτητα των πρώτων εκείνων +ευτελών κερδών ουδέποτε κατόπιν ησθάνθην, ουδ' εξισούνται αι +ευχαριστήσεις και των επιτυχεστέρων επιχειρήσεων του μετέπειτα +εμπορικού μου βίου προς την χαράν της πρώτης των παστών ιχθύων +εκκαθαρίσεως. + +Η εκ του μηδενός προαγωγή, η ευτυχής έκβασις των πρώτων μου ατομικών +συνδυασμών, η συναίσθησις ότι ήμην εις θέσιν να μη αφήσω πεινώσαν +την μητέρα και τας αδελφάς μου, η ελπίς την οποίαν αι πρώται εκείναι +απαρχαί μου έδιδον διά το μέλλον, όλα ταύτα ομού ανεδείκνυον +πολλαπλασίως πολύτιμα και ευάρεστα τα πρώτα μου εκείνα κέρδη. Δεν +θέλω να είπω ότι μετά ταύτα ειργαζόμην μετά φιλοσοφικής δήθεν +αδιαφορίας. Όχι! Ο ζήλος μου δεν εμετριάσθη και κατόπιν, η δ' +επιτυχία είναι πάντοτε ευχάριστος. Αλλ' ο ενθουσιασμός μου +εχαλαρώθη, η δε ηδονή του κέρδους βαθμηδόν ημβλύνθη. Αφού άπαξ +ησθάνθην ότι απέκτησα την υλικήν ανεξαρτησίαν και εξησφάλισα τα μέσα +ζωής ανέτου, έπαυσα να κλείω τα ισοζύγια μου μετά παλμών +αγαλλιάσεως. Διότι η απόκτησις του πλούτου δεν είναι αυτή καθ' +εαυτήν πηγή ευτυχίας. Η ανεξαρτησία,― ιδού το αληθές, ιδού το υγιές +του εργατικού ανθρώπου ελατήριον! + +Δεν ήμην τότε εις Τήνον ο μόνος εκ Χίου νέος, ο αγωνιζόμενος να +παράξη από του μηδενός το έν και να κάμη τα δύο τέσσαρα. Ήσαν και +άλλοι πολλοί, μετά των οποίων μ 'εσχέτισεν η κοινή συμφορά και η +συνεχής συνάντησις εις την αγοράν της Τήνου ή επί της ερήμου της +Σύρου ακτής. Μεταξύ τούτων ήτο και ο αρραβωνιαστικός της πρεσβυτέρας +των αδελφών μου, καταφυγών και αυτός εις Τήνον μετά Οδύσσειαν +παθημάτων. Της νεωτέρας μου αδελφής ο μνηστήρ ηχμαλωτίσθη, ουδέποτε +δε ηκούσθη τι απέγεινε. Και εγώ ήμην παιδιόθεν μεμνηστευμένος, αλλ' +είχα χηρεύσει προτού νυμφευθώ, αποθανούσης προ ετών της μνηστής μου, +η δ' ανεμοζάλη της Επαναστάσεως είχεν επέλθει πριν ή ο πατήρ μου +προφθάση να συνάψη νέον δι' εμέ αρραβώνα. + +Τοιαύτα ήσαν της Χίου τα έθιμα. Εκάστη οικογένεια επεδίωκε την μετά +ομοτίμων επιμιξίαν, επειδή δε ο αριθμός των εκλεκτών ήτο +περιωρισμένος, ήρχιζε πρωίμως ο συναγωνισμός προς συνδυασμόν +καταλλήλων συνοικεσίων, η δ' αριστοκρατική των συμβαλλομένων +αποκλειστικότης και το στενόν του Χιακού κύκλου έφερον εξ ανάγκης +τους μεταξύ στενών συγγενών επί τέλους γάμους. + +Δεν προτίθεμαι να επαινέσω τους πατέρας μας διά τας πρωίμους εκείνας +μνηστεύσεις, διά των οποίων εσφράγιζον αυτοί, εκ προοιμίων, το +σπουδαιότερον του βίου συμβόλαιον, άνευ της γνώσεως ή της +συγκαταθέσεως των συμβαλλομένων. Αλλ' όμως είχον προς δικαιολόγησίν +των την επιτυχίαν των τοιούτων συζυγιών. Οι νέοι ανετρέφοντο +μικρόθεν ο είς διά τον άλλον, προηγείτο δε της συζυγικής αγάπης +σχέσις μακρά και της αφοσιώσεως η συνήθεια. Ο γάμος επήρχετο μετά +της μνηστείας τον πρόλογον, άνευ των κλονισμών της καρδίας, άνευ της +αμοιβαίας του παρελθόντος αγνοίας και της περί του μέλλοντος +αβεβαιότητος, αίτινες συνοδεύουν συνήθως τα εξ έρωτος συνοικέσια. Η +ζωή προητοιμάζετο και διήρχετο άνευ βιαίων κυματισμών, δεν ηλαττούτο +δ' ως εκ τούτου η ήρεμος των οικογενειών ευτυχία. Αλλ' υπό τας +μεταβληθείσας του έθνους περιστάσεις το αρχαίον τούτο έθιμον δεν +ηδύνατο ή ν' απολήξη εις υλικών μόνον συμφερόντων υπολογισμούς και +εις προικός ζήτημα, ώστε βεβαίως δεν θα θρηνήσω την κατάργησίν του. + +Άλλως τε τα πράγματα ήλλαξαν εν συνόλω έκτοτε. Τότε οι νεώτεροι +ήγοντο υπό των πρεσβυτέρων, εθεώρουν δε τούτο ως πράγμα φυσικόν και +μη επιδεχόμενον συζήτησιν. Διά της πειθαρχίας εκείνης και διά της +συμπνοίας η οικογένεια απετελείτο ισχυρά, επηύξανε δε την δύναμίν +της ο σύνδεσμος των επιμιξιών. Είναι και τούτο μία εξήγησις της +επιτυχίας των Χίων, όχι μόνον κατά την προ της Επαναστάσεως +διοίκησιν των κοινών των, αλλά και κατά την μετά την καταστροφήν της +Χίου εμπορικήν διοργάνωσίν των. + +Οπωςδήποτε, δεν είχομεν εισέτι κατ' εκείνην την εποχήν μεταβάλει +σύστημα, αλλ' εμένομεν υπό την επήρειαν των παραδόσεων και της +ανατροφής μας, ώστε της μεν μιας αδελφής μου τον μνηστήρα εθεώρουν +ήδη ως αδελφόν, ανυπομόνως δε επεζήτουν να μνηστεύσω και την +δευτέραν. Ευτυχώς δεν εβράδυνα να εύρω και να υποδείξω εις την +μητέρα μου νέον φίλον μου, τον οποίον το δυσχερές των περιστάσεων +δεν εμπόδιζεν από του ν' αντιμετωπίση τας ευθύνας του γάμου, και +εμνηστεύσαμεν ούτω και την νεωτέραν των αδελφών μου. + +Μετά των δύο τούτων μελλόντων γαμβρών μου εσυμφωνήσαμεν να +συντροφεύσωμεν, καταθέτοντες εταιρικόν κεφάλαιον ανά χίλια γρόσια +έκαστος, επί τω όρω ο μεν των τριών να μένη εις Τήνον προς πώλησιν, +ο άλλος εις Σύρον προς αγοράν, ο δε τρίτος να συνοδεύη εκάστοτε την +εκ Σύρου εις Τήνον μεταφοράν των εμπορευμάτων. Ο κλήρος έπεσεν εις +εμέ ν' αναλάβω της αγοράς την εργασίαν. Έλαβα λοιπόν το πλείστον του +μικρού κεφαλαίου μας, απεχαιρέτησα την μητέρα μου και απεβιβάσθην +εις σακολέβαν ετοίμην ν' αποπλεύση εις Σύρον. + +Αλλ' ενώ ανεσύρετο η άγκυρα, βλέπω λέμβον μετά βίας ερχομένην προς +ημάς από της πόλεως, και εντός αυτής τους δύο συνεταίρους μου +κινούντας τας χείρας διά να εμποδίσωσι την αναχώρησίν μας. Έφερον +την δυσάρεστον είδησιν ότι εντός πλοίου αφιχθέντος εκ +Κωνσταντινουπόλεως εις Πάνορμον της Τήνου ανεφάνη πανώλης, και ότι η +περί τούτου είδησις μετεπέμφθη ήδη εκ Πανόρμου εις Σύρον, ώστε δεν +ήθελον βεβαίως μας δεχθή εκεί, διά τον φόβον του μολύσματος, ουδέ +ήθελον επιτρέψει την εξακολούθησιν της μετά της Τήνου συγκοινωνίας. +Κατά συνέπειαν απεφασίσαμεν ν' αποβώ του πλοίου και ν' αναβληθή η +εις Σύρον μετάβασίς μου, μέχρις ου διασκεδασθώσιν αι περί επιδημίας +υποψίαι. Δυστυχώς μετεδόθη από του πλοίου η πανώλης εις την νήσον. +Δεν ήτο βαρεία ουδ' έκαμνε θραύσιν πολλήν, ήτο όμως ικανή όπως +φοβίση τας πέριξ νήσους και μας αποκλείση εις Τήνον. + +Ούτως εματαιώθησαν τα σχέδια και εναυάγησεν η εταιρία μας, έμενα δε +άεργος, και απέβαινε διπλασίως οχληρά η αναγκαστική εκείνη απραξία +μου, μετά των τελευταίων μηνών την κίνησιν και την ζωηρότητα. + +Άλλως ήμεθα ήσυχοι επί της νήσου, ουδ' ετάραττον ως άλλοτε τας +σκέψεις μου των Τούρκων φόβοι ή του πολέμου η ταραχή. Μόνον μίαν +ημέραν, κατά τας αρχάς του Οκτωβρίου, ενόμισα ότι ήλθε και της Τήνου +η σειρά και ότι μας καλύπτουν εκ νέου αι μαύραι πτέρυγες του +Ολέθρου. Αλλ' έζων ήδη εντός ανδρικωτέρας ατμοσφαίρας, το δε φρόνημά +μου ενισχύετο διά του παραδείγματος των άλλων, και αντί να σκέπτωμαι +περί φυγής ητοιμάσθην κ' εγώ εις αντίστασιν και εις πόλεμον. + +Διότι η θάλασσα μεταξύ της Σύρου και Μυκόνου εκαλύφθη υπό πλοίων +Τουρκικών, κρατουμένων επί ώρας εκεί υπό παντελούς νηνεμίας. Και +είδομεν τας λέμβους ενός των πλοίων διευθυνομένας προς τα παράλια +της Μυκόνου και ηκούσαμεν πυροβολισμούς, εν μέσω δε του καπνού +διεκρίναμεν επιστρεφούσας προς το πλοίον τας λέμβους. Τα προοίμια +ταύτα εφαίνοντο επαπειλούντα απόβασιν και προσβολήν εκ του στόλου. +Ήρχισε λοιπόν κωδωνοκρουσία εις την Τήνον και συνέρρεον ωπλισμένοι +οι κάτοικοι, έσυρα δε κ' εγώ μετά των λοιπών έν παλαιόν κανόνιον, το +οποίον εστήσαμεν επί λόφου προέχοντος, του Πασά Ακρωτήρι λεγομένου. +Αλλά σφαίρας δεν είχομεν και εκαίομεν πυρίτιδα μόνην, απειλούντες +δήθεν ή προκαλούντες τους Τούρκους. Εγώ δε επί του λόφου, υπηρέτης +του θαύματος, ακούων τους κενούς κανονοβολισμούς και βλέπων τα +Τουρκικά πλοία, ενθυμούμην τας περιπετείας της εκ Χίου φυγής κ' +επερίμενα μ' εσφιγμένην καρδίαν το αποβησόμενον. + +Ευτυχώς δεν ετέθη εις μεγαλειτέραν δοκιμασίαν των Τηνίων η +σταθερότης. Ο Πασάς δεν μας έλαβεν εις σημείωσιν, ουδέ τους +Μυκονίους απεπειράθη να τιμωρήση, καίτοι φονεύσαντας πολλούς των εις +τας λέμβους αποκρουσθέντων ναυτών, αλλ' ωφεληθείς του επιπνεύσαντος +ανέμου, απεμακρύνθη των νήσων μας. + +Έκτοτε δεν εταράχθημεν ουδαμώς, ηδυνάμεθα δε να λησμονήσωμεν ότι +ευρισκόμεθα εντός του κύκλου του πολέμου, άνευ της συνεχούς +αντηχήσεως των συμβάντων αυτού. Ότε προ πάντων εμάθομεν της +Τουρκικής ναυαρχίδος την πυρπόλησιν και του εχθρικού στόλου την +ήτταν, ενθουσιασμός άκρατος κατέλαβε πάντας ημάς τους πρόσφυγας, +ιδόντας εις του Κανάρη το κατόρθωμα την εκδίκησιν της καταστροφής +της Χίου. Και του Δράμαλη η κατατρόπωσις εις τα Δερβενάκια, και η +λύσις της πρώτης του Μεσολογγίου πολιορκίας, και όλοι οι +αλλεπάλληλοι θρίαμβοι των πρώτων της Επαναστάσεως ετών ανεπτέρουν +τας ελπίδας και εστερέονον τας πεποιθήσεις μας. Δεν είχον εισέτι +καταστραφή τα Ψαρά και η Κάσος, δεν είχεν αρχίσει διά της Κρήτης του +Μεχμέτ Αλή η επέμβασις, δεν είχεν αλωθή το ηρωϊκόν Μεσολόγγιον, ουδ' +είχον εισέτι αναφυή οι εμφύλιοι σπαραγμοί και αι ανόσιοι των Ελλήνων +αλληλομαχίαι. Τα πράγματα εβάδιζον καλώς και χειρ Κυρίου εφαίνετο +ευλογούσα την Ελλάδα, βλέποντες δε την Επανάστασιν προκόπτουσαν και +ριζοβολούσαν, προοιωνιζόμεθα ταχύ και αίσιον το τέλος της. + +Ήρχιζεν ήδη το τρίτον του αγώνος έτος κ' επρωτοήνθιζον της Τήνου αι +αμυγδαλέαι. Εγώ δε απρακτών εστενοχωρούμην και, τρεφόμενος διά +σκέψεων και σχεδίων, συνέλαβα την ιδέαν του να μεταβώ εις Χίον προς +ανεύρεσιν των υπό την μηλέαν του κήπου μας ταφέντων κειμηλίων. +Ανεπόλουν τους λόγους του πατρός μου ότε εκαλύψαμεν τον λάκκον υπό +την μηλέαν. Εκείνος απέθανε και ήμην ήδη εγώ της οικογενείας ο +προστάτης και το στήριγμα, η δε ανάκτησις της παρακαταθήκης εκείνης +ηδύνατο και την ταχείαν των αδελφών μου αποκατάστασιν να διευκολύνη +και την εις Ευρώπην ίσως μετάβασίν μας. + +Όσω εκυοφορείτο εις την κεφαλήν μου η ιδέα αύτη, τόσω ερριζόνετο της +εκτελέσεώς της ο πόθος. Με κατεκυρίευσε του σχεδίου μου η μελέτη. +Περί τούτου και μόνου εσκεπτόμην έξυπνος, ή κοιμώμενος ωνειρευόμην. + +Είχον ήδη μεταβή εις Χίον κρυφίως συμπολίταί μου τινές, επανήλθον δε +σώοι και αβλαβείς. Αι εκεί Αρχαί ελάμβανον εκ Κωνσταντινουπόλεως +διαταγάς να προσελκύωσι τους επιστρέφοντας των Χριστιανών και να μη +τους ενοχλώσι. Ταύτα επληροφορούμην, η δε πείρα των επιστρεψάντων μ' +ενεθάρρυνε. Διεκοίνωσα τον σκοπόν μου εις την μητέρα μου, ήτις +επροσπάθησε παντοίοις τρόποις να με αποτρέψη, φοβουμένη μη κακοπάθω. +Αλλ' η απόφασίς μου ήτο ακλόνητος. Έβλεπα τους κινδύνους, επειθόμην +ότι ήτο παράτολμον το επιχείρημα, αλλ' ακατάσχετος τις ορμή με ώθει +προς εκτέλεσίν του και δεν ήκουα τους λόγους της μητρός μου. Τη +παρέδωκα την μικράν περιουσίαν μου, εζήτησα την ευχήν της και +ανεχώρησα μετημφιεσμένος εις χωρικόν. + +Το τρεχαντήριον επί του οποίου επεβιβάσθην έφερε φορτίον σίτου προς +πώλησιν εις τους αποκέντρους της Χίου λιμένας, ο δε πλοίαρχός του, ο +Καπετάν Κεφάλας, με υπεσχέθη να με αποβιβάση ασφαλώς. Ότε με είδεν +επί του πλοίου του με το λευκόν εσώβρακον, και την χωρικήν γουνέλαν +μου, και με τα δύο μικρά μου βαρέλια κοκκίνου χαβιαρίου, εγέλασεν ο +καλός πλοίαρχος. Εγέλασα κ' εγώ, αλλά κατ' εκείνην την ώραν +εσυλλογιζόμην περισσότερον την μητέρα μου ή την μηλέαν του κήπου +μας. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'. + + + +Ο άνεμος ήτο νότιος το δε τρεχαντήριον επήδα ταχύ, διευθυνόμενον +προς την Χίον. Αλλά καθ' όσον επροχώρουν της νυκτός αι ώραι, ηύξανε +δυσαρέστως η ταχύτης του δρόμου του υπό την βίαν του σφοδρυνομένου +ανέμου. + +Οι έχοντες την πείραν του Αιγαίου γνωρίζουν πόσον ο νότος αποβαίνει +οχληρός επ' αυτού. Πρώτην τότε φοράν κατελήφθην υπό της νόσου των +θαλασσοπορούντων. Εξηπλωμένος επί της πρύμνης ησθανόμην υπ' εμέ το +σκάφος υψούμενον και καταπίπτον και ήκουα τον άγριον ρόχθον της +θαλάσσης πληττούσης τα πλευρά του, τον οργίλον συριγμόν των +αφριζόντων κυμάτων, των σχοινιών τον γογγυσμόν, και του πηδαλίου το +τρίξιμον. Είχα τους οφθαλμούς κλειστούς, αλλά δεν εκοιμήθην όλην την +νύκτα. Τα μέλη μου ήσαν βαρέα, μου έλειπε δε και δύναμις και θέλησις +να τα κινήσω. Πολλάκις εβράχην υπό των κυμάτων, αλλ' ούτε να +μετατοπίσω ηδυνάμην, ούτε συνδρομήν να επικαλεσθώ. + +Περί το μεσονύκτιον ήκουσα τον πλοίαρχον λέγοντα προς τον +πηδαλιούχον, ότι εάν δυναμώση περισσότερον ο άνεμος, θα κάμη χύσιν. +Να κάμη χύσιν! Εσυλλογίσθην τα δύο μου βαρέλια, τα οποία κείμενα επί +του σίτου ήσαν τα προχειρότερα προς θυσίαν. Δι' αυτών εσκόπουν να +περιπλανηθώ εις Χίον, ως πωλητής, μέχρις ου φθάσω εις τον Πύργον +μας. Άνευ αυτών ανετρέπετο το σχέδιόν μου και κατεστρέφετο η ελπίς +μου. Ήθελα ν' αποτείνω τον λόγον προς τον πλοίαρχον, να τον +παρακαλέσω να μου φεισθή, τουλάχιστον να μη ρίψη και τα δύο εις την +θάλασσαν, αλλ' ούτε να κινηθώ είχα την δύναμιν ούτε να λαλήσω. Το δε +πλοίον υψούτο και κατέπιπτε βιαιότερον επί των κυμάτων και ήρχισε να +με καταλαμβάνη ο φόβος μη δεν κίνδυνεύωσι τα βαρέλια μου μόνα. + +Ευτυχώς οι φόβοι μου απεδείχθησαν μάταιοι. Το πλοίον ήτο καλόν, ο δε +Καπετάν Κεφάλας εγνώριζε την τέχνην του. Την αυγήν ελλιμενιζόμεθα +εντός ορμίσκου ασφαλούς και ησύχου, κατά τα μεσημβρινώτερα της Χίου +παράλια. + +Η περί τον όρμον παραλία ήτο καλλιεργημένη αλλ' ακατοίκητος, επί των +υψωμάτων όμως, εις ικανήν από της θαλάσσης απόστασιν, εν μέσω λόφων +χλοερών, ο ήλιος ηκτινοβόλει επί των λευκών οικιών τριών ή τεσσάρων +μικρών χωρίων. Παρά δε τον αιγιαλόν ήτο ηγκυροβολημένον άλλο +πλοιάριον, και παρ' αυτό εβλέπομεν επί της ακτής περιμένοντας +χωρικούς τινας με τα ζώα των. + +Γλυκύ αίσθημα και ισχυρόν η αγάπη της πατρίδος ! Ότε από του +τρεχαντηριού είδα περί εμέ καταπράσινον την φύσιν, και τ' απέχοντα +χωρία, και την επί της άμμου μικράν συνάθροισιν, η καρδία μου +ηυφράνθη. Επανέβλεπα την Χίον, οι δε χωρικοί εκείνοι ήσαν +συμπατριώται μου ! Το μικρόν παρά την ακτήν πλοίον έδιδε ζωήν εις +την προ των οφθαλμών μου εικόνα και το παρετήρουν μετ' ενδομύχου +ευχαριστήσεως, σκεπτόμενος ότι δεν ήσαν τα πάντα καταστροφή και +ερήμωσις εις την νήσον μας. + +Αλλ' εντός ολίγου τα αισθήματά μου μετεβλήθησαν, και ηυχήθην να μη +ευρίσκετο εντός του λιμένος το πλοίον εκείνο! Ήρχετο εκ Ψαρών με +φορτίον σίτου προς πώλησιν, η δε σύγχρονος του τρεχαντηρίου μας +άφιξις επροκάλεσε ρήξιν φοβεράν. Οι Ψαριανοί δεν είχον την ελαχίστην +διάθεσιν να υποβληθώσιν εις ειρηνικόν συναγωνισμόν πωλήσεως, αλλ' +ήθελον δι' απειλών να πείσωσι τον πλοίαρχόν μας ν' αποπλεύση εκ της +αυτοσχεδιασθείσης εκείνης αγοράς, όπου είχον των πρωτείων τα +δικαιώματα. + +Ο Κεφάλας αφ' ετέρου δεν επείθετο, αλλ' επέμεινε διεκδικών τας αρχάς +του ελευθέρου εμπορίου. Από λόγων η έρις εκινδύνευε ν' απολήξη εις +έργα. Εσείοντο γρόνθοι και ανεσύροντο μάχαιραι. Δεν γνωρίζω οποίον +τέλος έλαβεν η υπόθεσις, διότι, ενώ εισέτι διήρκει η διαμάχη, εγώ +αποβιβασθείς ησύχως με τα δυο μου βαρέλια, εσυμφώνησα μεθ ' ενός των +παρισταμένων χωρικών να φορτώση την πραγματείαν μου επί του όνου +του, και ανεχωρήσαμεν διευθυνόμενοι προς το χωρίον του. + +Ο αγωγιάτης μου, εικοσαετής περίπου χωρικός, ρωμαλέος, καλόκαρδος +και ευτράπελος, δεν εβράδυνε να προκαλέση και να ελκύση την +εμπιστοσύνην μου. Πριν έτι προφθάσωμεν εις της οδοιπορίας μας το +τέρμα εγνώριζα τα καθέκαστα του ταπεινού βίου του, τω εξεμυστηρεύθην +δε κ' εγώ το όνομα και την καταγωγήν μου, αλλ' όχι και τον κύριον +της επανόδου μου σκοπόν. Τον εξώρκισα να μη φανερώση εις κανένα ότι +είμαι Χίος εκ του Κάστρου. Μου το υπεσχέθη και ετήρησε την υπόσχεσίν +του, καθ' όλην δε την διάρκειαν της επί της νήσου διατριβής μου μ' +επροστάτευσε και μου εχρησίμευσεν ως φίλος αληθής. Νέα αύτη προσθήκη +εις τον αριθμόν των αγαθών ψυχών, των οποίων η παρήγορος συμπάθεια +μ' ελέησε, ενόσω διηρχόμην την μακράν του κλαύθμωνος κοιλάδα. + +Ότε επλησιάσαμεν εις το χωρίον του, ο καλός Παντελής απέθεσε τα +βαρέλιά μου εντός πατητηρίου ηρειπωμένου, εις την άκραν αμπελώνος +παρά τον δρόμον, και με παρήγγειλε να τον περιμένω εκεί, διά να +υπάγη πρώτος εκείνος με το ζώον του και εξετάση μη ευρίσκωνται +Τούρκοι εις το χωρίον. Εκάθησα επί κορμού ελαίας εις του τοίχου την +σκιάν και επερίμενα βλέπων την στροφήν του δρόμου, όθεν ήλπιζα να +προβάλη εντός ολίγου ο Παντελής επιστρέφων. + +Ήτο ησυχία περί εμέ άκρα και μόνοι οι τέττιγες, ενθουσιώντες υπό τας +ακτίνας του ηλίου, διέκοπτον της εξοχής την σιωπήν. Αίφνης γέλωτες +παιδικοί αντήχησαν πλησίον μου. Έστρεψα την κεφαλήν και είδα +τέσσαρας μικρούς χωρικούς στηλόνοντας επ' εμού περίεργα βλέμματα, +αλλ' άμα οι οφθαλμοί μας απηντήθησαν, έφυγον δρομαίως όπισθεν του +πατητηρίου. Μετ' ολίγα λεπτά νέος ορμαθός παιδίων παρουσιάζεται +όπισθέν μου. Με το δάκτυλον εις το στόμα με παρετήρησαν έκθαμβα επί +τινας στιγμάς, και στρέψαντα τα νώτα απεμακρύνθησαν τρέχοντα. +Κατόπιν αυτών ήλθον άλλα. Ήρχισε να με ανησυχή η εξέτασις εις την +οποίαν η νέα γενεά του χωρίου με υπέβαλλεν, η δ' ανησυχία μου +ετρέπετο εις ανυπομονησίαν διά την μακράν του Παντελή απουσίαν, και +η βραδύτης του ηύξανε τας υποψίας μου. Επί τέλους τον είδα +επιστρέφοντα, αλλ' αντί όνου τον ηκολούθει έτερος χωρικός. + +― Δεν έχει Τούρκους. Έλα μαζή μας, Λουτσή. + +Άνευ πλειοτέρων επεξηγήσεων επήρεν έκαστος των χωρικών έν βαρέλιον +επί του ώμου του, και εισήλθομεν οι τρεις ομού εις το χωρίον. Εις το +μέσον αυτού, εντός μικράς πλατείας, εύρομεν πλήθος χωρικών, οίτινες +επερικύκλωσαν τους δύο οδηγούς μου, και ήρχισε χαμηλή τη φωνή μεταξύ +των συζήτησις, ήτις έλαβε διά μιας διαστάσεις ζωηράς λογομαχίας. + +Ο Παντελής και ο φίλος του απέθεσαν κατά γης τα βαρέλια, όπως δώσωσι +μεγαλειτέραν ελευθερίαν εις την γλώσσαν και τας χειρονομίας των, +τοσαύτη δ' ήτο η ταχύτης μετά της οποίας όλοι συγχρόνως ελάλουν, +τοσαύτη η χασμωδία, ώστε δεν ηδυνάμην να εννοήσω περί τίνος +πρόκειται, καίτοι συμπεραίνων ότι ο λόγος ήτο περί εμού. + +Επί τέλους επήλθε συνεννόησις ή συμβιβασμός, ανυψώθησαν εκ νέου τα +βαρέλια επί των ώμων των δύο προστατών μου, και διεσχίσαμεν την εν +τη πλατεία συνάθροισιν διευθυνόμενοι προς του Παντελή την κατοικίαν. + +― Δεν μου λέγεις τι τρέχει; τον ηρώτησα, ότε απεμακρύνθημεν του +κυκεώνος εκείνου. + +― Δεν είναι τίποτε, Λουτσή, θα τα διορθώσωμεν! + +Η απάντησις ήτο λακωνική, αλλ' είχε τι το καθησυχαστικόν ο τόνος του +χωρικού και ο τρόπος δι' ού επρόφερε το όνομά μου μετά της φωνητικής +του Κάππα αλλοιώσεως. Δεν εζήτησα πλειοτέρας εξηγήσεις, αλλά τα +πάντα με έδιδον να εννοήσω ότι επλανάτο εισέτι ο φόβος των Τούρκων +εις την ατμοσφαίραν της Χίου. + +Ο Παντελής ήτο νεόνυμφος, κατείχε δε μετά μόνης της συζύγου του την +μικράν καλύβην, όπου με επρόσφερε φιλοξενίαν, αλλά μετ' αλαζονικού +μειδιάματος μου υπέδειξεν ότι επέπρωτο ν' αυξήση προσεχώς της +οικογενείας του ο αριθμός. Η προσδοκία της τοιαύτης αυξήσεως ουδαμώς +ηλάττονε την δραστηριότητα της συζύγου του, της καλής Παρασκευής, η +οποία μας ητοίμασεν εντός ολίγου δείπνον συνιστάμενον από χλωρά +κουκκία μαγειρευμένα μ' ελαιόλαδον, και από χαβιάρι το οποίον +κατέβαλα εγώ, εγκαινιάσας ούτω των βαρελιών μου το άνοιγμα. +Συνεκάθησε και ο φίλος του Παντελή και εφάγαμεν οι τέσσαρες ως +βασιλείς. + +Μόλις είχομεν απογευθή, ότε η θύρα εκρούσθη. + +― Οι δημογέροντες θα είναι! λέγει ο Παντελής. + +Ήσαν τω όντι του χωρίου οι δημογέροντες. Εισήλθον κρατούντες χονδράς +ράβδους αξέστους, μας εκαλησπέρισαν, εκάθησαν επί των σκαμνιών τα +οποία επρόσφερεν η πρόθυμος Παρασκευή, εκαθήσαμεν και ημείς και +εμένομεν όλοι σιωπώντες. Επερίμενα ανυπομόνως ν' αρχίση η ομιλία, +όπως εννοήσω τι θέλουν, αλλ' ουδείς ελάλει, αι δε περί εμέ +φυσιογνωμίαι δεν εξέφραζον ευαρέσκειαν. Επί τέλους ο πρεσβύτερος, +των δημογερόντων έλυσε την σιωπήν. + +― Τι είναι τούτος που μας έφερες εδώ, Παντελή; Φωτιά 'βαλες 'ς το +κεφάλι μας! Καλλίτερα να χαθή τούτος παρά όλοι μας εδώ ! + +Οι λόγοι του γέροντος με κατεθορύβησαν, αλλ' ο Παντελής έλαβε τον +λόγον ενθέρμως υπερασπιζόμενος με, είπεν ότι είμαι πτωχός νέος από +την Ικαρίαν ερχόμενος, ότι θα πωλήσω την πραγματείαν μου και θ' +αναχωρήσω χωρίς να βλάψω κανένα, ότι οι Τούρκοι δεν θα με λάβωσιν +εις σημείωσιν, και άλλα πολλά αλλεπαλλήλως εκσφενδονιζόμενα από την +εύστροφον γλώσσαν του. Οι δημογέροντες τον ήκουον κινούντες την +κεφαλήν ως μη πειθόμενοι, ουδ' απεκρίθησαν αφού έπαυσε λαλών, αλλ' +ανεχώρησαν εν σιωπή με το πρόσωπον σκυθρωπόν και ανήσυχον το βλέμμα. + +Τοσούτος με κατέλαβε φόβος ότι θα με παραδώσωσιν εις τους Τούρκους, +ώστε συνέλαβα σχεδόν την απόφασιν ν' αφήσω εκεί τα βαρέλια μου και, +παραιτούμενος του σκοπού όστις μ' έφερεν εις Χίον, να καταβώ διά +νυκτός εις τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το τρεχαντήριον και να +φύγω. Αλλ' ο Παντελής με καθησύχασε. + +― θα τα διορθώσωμεν, έλεγε. Κοιμήσου απόψε και αύριον βλέπομεν. + +Τον ηρώτησα εάν νομίζη καλόν να προσφέρω ανά μίαν γλώσσαν χαβιαρίου +εις τους δημογέροντας. + +― Χάρισμα ; ηρώτησε μετά θάμβους ο Παντελής. + +― Χάρισμα, απεκρίθην. + +― Τότε μη φοβάσαι, Λουτσή. Ιδικούς σου τους έχεις. + +Και εξέθεσε διά μακρών τα πολιτικά του χωρίου. Η ουσία της μακράς +του διηγήσεως ήτο, ότι υπήρχον εις το χωρίον δύο φατρίαι +αντιμαχόμεναι, αι οποίαι υπερίσχυον, εναλλάξ εξευμενιζόμεναι τους +Τούρκους, ώστε η μεν εφοβείτο διαρκώς την δε, και ότι ο Παντελής δεν +ανήκεν εις την μερίδα των δημογερόντων οίτινες μας επεσκέφθησαν, +αλλ' ότι αι γλώσσαι του χαβιαρίου θα θαυματουργήσωσιν. + +Οι λόγοι του Παντελή μου έδωκαν θάρρος, αλλά μου έφερον και ύπνον +συγχρόνως. Ήμην απηυδημένος εκ του ταξειδίου. Έπεσα λοιπόν κατά γης +επί τριχίνου σάκκου και εντός ολίγου απεκοιμήθην. + +Την πρωίαν ανέτελλε μόλις ο ήλιος, ότε οι δημογέροντες έκρουσαν εκ +νέου την θύραν και εισήλθον εις την καλύβην, σιωπηλοί και κατηφείς +ως χθες. Τους είχα προλάβει εξυπνήσας ενωρίς, και ήσαν ήδη έτοιμοι +αι γλώσσαι του χαβιαρίου εντός λαχανοφύλλων τυλιγμέναι. Η προσφορά +μου τους υπερηυχαρίστησε και μετεβλήθη διά μιας το προς εμέ ύφος +των. Με περιεκύκλωσαν μειδιώντες και θωπεύοντες προστατευτικώς πως +τους ώμους μου. + +― Μη φοβάσαι, Λουτσή. Είσαι ιδικός μας άνθρωπος. Ημείς χανόμεθα, +και όχι συ. + +Με κατέλαβε αγανάκτησις και αηδία, μολονότι με είχε προαναγγείλει ο +Παντελής της δωρεάς μου τ' αποτελέσματα. Χθες ηπείλουν να με +θυσιάσωσι και σήμερον διά μίαν γλώσσαν χαβιαρίου εθυσιάζοντο αυτοί +δι' εμέ ! Αλλ' υπέκρυψα τα αισθήματά μου και εκφράσας την +ευγνωμοσύνην μου εζήτησα την άδειαν να πωλήσω. Η άδεια μου εδόθη και +κατασκευάσας εκ του προχείρου πλάστιγγα έστησα τα βαρέλια μου εις +την πλατείαν του χωρίου. + +Την επιούσαν οι δημογέροντες με διέταξαν να τους συνοδεύσω εις +Καταρράκτην, χωρίον ολίγας ώρας απέχον του ιδικού των, όπου ήδρευε +Τούρκος Αγάς. Έχοντες να μεταβώσιν εκεί δι' άλλας υποθέσεις των, +έκριναν φρόνιμον να με συμπεριλάβωσιν, όπως επικυρωθή η άδεια +διαμονής μου και προληφθή ούτω πάσα ενδεχομένη καταγγελία της +εναντίας φατρίας. + +Το μέτρον των τούτο εσυμβιβάζετο με τα σχέδια μου, διότι ο σκοπός +μου ήτο να προχωρήσω προς τον Πύργον μας. Οι δημογέροντες +υπεσχέθησαν να ζητήσωσι δι' εμέ από τον Αγάν άδειαν να περιέλθω τα +χωρία ως πωλητής, ο δε Παντελής προθύμως εδέχθη να με συνακολουθήση, +άμα επιστρέψω φέρων την άδειαν. Εξεκινήσαμεν λοιπόν, οι μεν +δημογέροντες επί των όνων των, εγώ δε πεζός, και εφθάσαμεν εις +Καταρράκτην ενώπιον της κατοικίας του Αγά, όπου εκείνοι ανέβησαν +αφήσαντες εμέ κάτω φύλακα των ζώων των. + +Ενώ επερίμενα κρατών τους όνους, βλέπω πλησιάζοντα Τούρκον +ωπλισμένον από κεφαλής μέχρι ποδών. Δεν είχα ίδει εκ του πλησίον +Τούρκον, αφ' ης ημέρας εγκαταλείψαμε την εν Χίω οικίαν μας, ούτε +μακρόθεν, ύστερον από τους τέσσαρας εκείνους των οποίων οι +τουφεκισμοί συνόδευαν την εκ της νήσου φυγήν μας. Η θέα του +πλησιάζοντος οπλοφόρου ανακάλεσε διά μιας εις την μνήμην μου την +μακράν αγωνίαν του διωγμού, και την εν Σμύρνη ζωήν, και της +Ανδριάνας τον θάνατον. Μου ήλθον όλα συγχρόνως εις τον νουν, καθώς +εις πνιγόμενου την μνήμην συσφίγγονται αλλεπάλληλοι αι συσσωρευμένε +της ζωής του αναμνήσεις. Μ' κυρίευση διπλούν αίσθημα μίσους και +φόβου, και έβλεπα ακίνητος τον άγριον εκείνον Τούρκον ερχόμενον προς +εμέ. Μου απηύθυνεν αποτόμως ερώτησιν, την οποίαν δεν ενόησα, και δεν +απεκρίθην. Εκτόξευσε βλέμμα οργίλον και ύβριν αισχράν και εισήλθεν +εντός της οικίας. Δεν επανείδα ευτυχώς την απεχθή μορφήν του ! + +Αλλ' η ώρα παρήρχετο και ανυπομόνουν περιμένων τους δημογέροντας. +Επί τέλους κατέβησαν, αλλά δεν ήσαν μόνοι. Τους συνώδευον είς +Τούρκος, είς ιερεύς και χωρικός τις νέος. Τους είχομεν συνοδοιπόρους +και τους τρεις εις την επιστροφήν μας. Ο ιερεύς και ο Τούρκος +επρομηθεύθησαν ζώα εντός του χωρίου, ο δε νέος χωρικός κ' εγώ +εβαδίζομεν πεζοί. + +Ήθελα να ερωτήσω τι απέγεινε περί εμού και διατί ηύξησεν η συνοδία +μας, αλλ' η παρουσία του Τούρκου έφραττε την γλώσσαν μου. Ωνομάζετο +ούτος Μουλά Μουσταφάς, ήτο δ' εκ Κρήτης και ελάλει Ελληνιστί, αλλά +πολλά δεν έλεγε, μη θέλων, Τούρκος αυτός, να δώση θάρρος εις τους +λοιπούς, οίτινες τον ηκολούθουν κατά σειράν, επί του όνου του +έκαστος. + +Εγώ, κατά διαταγήν των δημογερόντων, εβάδιζα, δίκην υπηρέτου, παρά +τον όνον του. Άπαξ μόνον μου απηύθυνεν ο Μουλάς τον λόγον. Παρά τον +δρόμον παρετήρησε τάφρον πλήρη ανθέων αγρίων και με διέταξε να του +κόψω έν εξ αυτών, δακτυλοδεικτών και λέγων την Τουρκικήν ονομασίαν +του. Μη εννοήσας ακριβώς οποίον το ζητούμενον, έκοψα διάφορα εκ της +τάφρου άνθη και τρέξας, όπως προφθάσω την προχωρήσασαν συνοδίαν, +προσέφερα ταπεινώς την ανθοδέσμην μου. Ατυχώς δεν περιείχεν αύτη το +ελκύσαν του Μουλά την προσοχήν. + +― Δεν είναι εκείνο όπου σου είπα, μωρέ. Από που έρχεσαι; + +― Από την Ικαρίαν. + +― Διά τούτο είσαι κουτός. Δεν είσαι Χιώτης. + +Ο κολακευτικός διά την πατρίδα μου υπαινιγμός μ' επαρηγόρησε διά την +περί του ατόμου μου ιδέαν του Τούρκου, αλλά προ πάντων με +ηυχαρίστησεν η απροσδόκητος ημερότης του ήθους του. + +Αφού εφθάσαμεν εις το χωρίον έμαθα διά τι ήλθε μεθ' ημών ο Μουλάς. +Ήθελε διά της βίας να νυμφεύση τον νέον όστις μας συνώδευε μετά +χωρικής, της οποίας είχεν ως φαίνεται λόγους ο Μουλά Μουσταφάς ν' +αναλάβη την προστασίαν. Ο νέος αρνούμενος εφυλακίσθη, και ηθέλησαν +οι δημογέροντες να επέμβωσιν, αλλ' ο Αγάς απεφάνθη υπέρ του +συνοικεσίου, και ήρχετο ο Μουλάς μετά του δυστυχούς γαμβρού και του +ιερέως προς τέλεσιν του γάμου. Κυβέρνησις πατρική, μα την αλήθειαν! +Αλλ' όπως δήποτε το πράγμα ενέφαινε πρόοδον. Ούτε η μάχαιρα έλυσε το +ζήτημα, ούτε εκλείσθη εις χαρέμιον η νέα. Ήτο αγαθός άνθρωπος ο +Μουλάς. Τα του Καίσαρος Καίσαρι! + +Περί εμού εν τούτοις τι απεφασίσθη; Επληροφορήθην ότι οφείλω να +μεταβώ εις θολόν Ποτάμι προς απόκτησιν της ζητουμένης αδείας. Εκεί +ήτο η έδρα του μεγάλου Αγά, είχον δε να μεταβώσι προς επίσκεψίν του +μετά δύο ημέρας οι δημογέροντες. + +Μετά δύο λοιπόν ημέρας εξεστρατεύσαμεν εκ νέου. Την φοράν ταύτην η +συνοδία ήτο μεγαλειτέρα, διότι οι δημογέροντες έφερον φόρτωμα οίνου, +δώρον εις τον Αγάν, εγώ δε είχα σύντροφον και συνοδοιπόρον τον καλόν +Παντελήν, σύροντα όπισθεν του τον όνον του φορτωμένον με το έν των +βαρελιών μου. Το άλλο, το οποίον είχεν ήδη κατά το ήμισυ κενωθή, +έμεινεν εις το χωρίον, ως παρακαταθήκη, υπό την φύλαξιν της +Παρασκευής. + +Μετά πέντε περίπου ωρών οδοιπορίαν εφθάσαμεν εις θολόν Ποτάμι, αλλ' +ο προβλεπτικός Παντελής δεν ενέκρινε να φέρωμεν το χαβιάρι υπό τους +οφθαλμούς και την ρίνα του Αγά ή των περί αυτόν Τούρκων, και έμεινε +με το ζώον του έξω του χωρίου, εις εξοχικήν καλύβην χωρικού γνωστού +του, όπου εσυμφωνήσαμεν να με περιμείνη. Εγώ δε ακολουθών τους +δημογέροντας εισήλθα εντός της κωμοπόλεως. + +Φρίκη με κατέλαβεν άμα εισεχώρησα εις τας στενάς οδούς της, και είδα +τα σημεία της εκείθεν διαβάσεως των Τούρκων. Πρώτην τότε φοράν +έβλεπα της καταστροφής τ' αποτελέσματα. Έως τότε έφευγα προ αυτής +και ησθανόμην όπισθεν μου ενσκήπτουσαν την θύελλαν, αλλά δεν είχα +εισέτι ακολουθήσει τα ίχνη της. + +Έτος σχεδόν είχε παρέλθει αφ' ότου επάτησαν το θολόν Ποτάμι οι +Τούρκοι, αλλ' εφαίνετο νωπός έτι ο όλεθρος. Από τας θύρας και τα +παράθυρα των πλείστων οικιών έλειπον ή εκρέμαντο ημίθραυστα τα +φύλλα, πολλαχού δε εις τους τοίχους έμενε των σφαιρών η σφραγίς ή +της πυρκαϊάς το απαίσιον μελάνωμα. Υπό ένα κατεστραμμένον εξώστην +έβαφε τον λευκόν εισέτι τοίχον η ροή χυθέντων αιμάτων. Τις οίδεν +οποία σκηνή διωγμού και σφαγής ετελέσθη επί του εξώστου εκείνου! + +Μεταξύ των ηρειπωμένων ή κενών οικιών ήσαν καί τινες, των οποίων οι +εναπομείναντες κάτοικοι επροσπάθησαν να επισκευάσωσι τας ζημίας, +αλλ' η όλη του χωρίου άποψις εμαρτύρει τρανώς οποίος θρήνος εγένετο +εντός αυτού, και ήτο εξήγησις ικανή του ενώπιον των Τούρκων δέους +των πτωχών δημογερόντων μου. Το ιδικόν των χωρίον είχε διαμείνει +μέχρι τούδε σώον, αλλά πώς ηδύναντο οι δυστυχείς να είναι και περί +του μέλλοντος ήσυχοι; Μη το θολόν Ποτάμι δεν είχε διαφύγει επίσης +την πρώτην των Τούρκων προσβολήν; Ότε προ δύο ετών είχον επιπέσει +κατά της νήσου και την εξωλόθρευσαν όλην, ηλέησαν ή ελησμόνησαν την +μεσημβρινήν ταύτην άκραν της, οι δε χωρικοί ενόμισαν ότι ο κίνδυνος +παρήλθε πλέον, ότι εκορέσθησαν οι σφαγείς αρκούντως και ότι η νήσος +επλήρωσεν ήδη ικανώς τον φόρον του αίματος. Αλλ' ηπατώντο οικτρώς. +Ότε του Κανάρη το πυρ εξεδίκησε τα πρώτα της Χίου δεινά, και +αντεβόησε καθ' όλον το πέλαγος ο κρότος της αναφλεχθείσης +ναυαρχίδος, η δε θάλασσα εκαλύφθη υπό πτωμάτων και ο Καπετάν Πασάς +εξεψύχησεν ημίκαυστος επί της ακτής, εξεμάνησαν εκ νέου οι Τούρκοι +και εξεστράτευσαν παμπληθείς κατά των αόπλων Μαστιχοχωριτών, +βάψαντες και πάλιν μέχρι της λαβής εις αίμα αθώον τα ξίφη των. + +Ότε εφθάσαμεν προ της κατοικίας του Μεγάλου Αγά, οι δημογέροντες +εισήλθον εντός αυτής, εγώ δ' έμεινα εις τον δρόμον, καθώς και εις +Καταρράκτην, περιμένων και αναλογιζόμενος όσα είδα, προ πάντων δε τα +αίματα εκείνα επί του τοίχου υπό τον εξώστην. + +Μετ' ολίγον μ' έκραξαν και ανέβην εις την αίθουσαν, όπου εκάθητο ο +Αγάς. Αριστερόθεν και δεξιόθεν του παρεκάθηντο άλλοι Τούρκοι, +σύμβουλοι και πάρεδροί του, εις δε τας άκρας του θαλάμου, παρά την +θύραν ίσταντο όρθιοι οι δημογέροντες και άλλοι τινές Χριστιανοί. + +Έκλινα ταπεινώς τον αυχένα ενώπιον του μεγαλείου του Αγά. Με ηρώτησε +διά του διερμηνέως πόθεν έρχομαι; + +― Από την Ικαρίαν. + +― Πώς ήλθον; + +― Με πλοιάριον. + +― Πότε; + +― Προ τεσσάρων ημερών. + +― Τι θέλω; + +― Άδειαν να πουλήσω εις τα χωρία την πραγματείαν μου. + +Εκεί Αράπης οπλοφόρος πλησιάζει τον Αγάν με την χείρα επί του +στήθους και την κεφαλήν προς το έδαφος. + +― Αγά μου, λέγει, ο νέος αυτός φορεί υποδήματα φραγκικά και θα +είναι κατάσκοπος. + +Και δεικνύει διά της μαύρης χειρός του τους πόδας μου. Εστράφησαν +προς αυτούς οι οφθαλμοί όλοι και τα ιδικά μου συγχρόνως βλέμματα. +Πραγματικώς δεν ήσαν χωρικού υπόδεσις αι εμβάδες μου. Τας ηγόρασα +εις Τήνον και έκοψα τα πτερά όπου αι ταινίαι εδένοντο, νομίσας ότι +ήρκει τοσαύτη προφύλαξις. Δεν προείδα ο άθλιος ότι το σχήμα των +ηδύνατο να με προδώση, αλλ' ουδέ μου είχεν έλθει εις τον νουν ότι +ήθελα ποτέ εκληφθή ως κατάσκοπος. + +― Βάλετε τον εις την φυλακήν, διέταξεν ο Αγάς. + +Με ήρπασεν αμέσως ο Αράπης από τον βραχίονα και προτού προφθάσω να +είπω λέξιν, άνευ ουδεμιάς περαιτέρω εξετάσεως προς εξακρίβωσιν των +υποψιών, τας οποίας τα κατηραμένα μου υποδήματα προεκάλεσαν, με +οδηγεί εις στενόν δωμάτιον ημιφωτιζόμενον υπό μικρού φεγγίτου, με +ωθεί βιαίως από των ώμων και με κλείει εντός αυτού. + +Ταύτα πάντα έγειναν διά μιας, τοσούτον ταχέως, τοσούτον +απροσδοκήτως, ώστε ήμην ως ζαλισμένος, ότε ευρέθην εντός της +φυλακής. Δεν ήξευρα τι μου γίνεται. Ησθανόμην εισέτι επί των ώμων +και του βραχίονος τας βαρείας του Αράπη χείρας, ήκουα την οργίλην +προσταγήν του Αγά να με βάλωσιν εις την φυλακήν, ενθυμούμην το +εργαστήριον και το πρόσωπον του Τηνίου υποδηματοποιού, εντός δε του +σκότους της φυλακής ενόμισα κατά πρώτον ότι ονειρεύομαι. + +Άμα οι οφθαλμοί μου συνείθισαν το σκότος, είδα ότι δεν ήμην μόνος +εκεί. Δυο χωρικοί εκάθηντο επί του εδάφους. Με παρηγόρησεν η θέα +των. Υπάρχουν στιγμαί καθ' ας ο άνθρωπος επιζητεί την ερημίαν, αλλ' +ως επί το πολύ θέλει και επιθυμεί την κοινωνίαν των ομοίων του. + +Ήσαν πατήρ και υιός οι δύο φυλακισμένοι, το δ' έγκλημά των ήτο η +πώλησις μαστίχης. Διότι το ήμισυ περίπου του όλου προϊόντος της +νήσου εκρατείτο, ως γνωστόν, διά τα χαρέμια του Σουλτάνου, δεν +επετρέπετο δε εις τους χωρικούς να πωλήσωσι το επίλοιπον ειμή εις +μόνον τον Αγάν, όστις ώριζε μόνος του την τιμήν της μαστίχης και την +επλήρονεν όπως και όποτε ήθελεν. + +Ο γέρων με ωμίλησε πρώτος ερωτών τις είμαι και διατί εφυλακίσθην, +και διηγήθη αυτόκλητος την ιστορίαν του. Ο νέος δεν ελάλει, αλλ' +έκλαιε σιωπηλώς• έκλαιεν, ο δε γέρων, κρατών του υιού του την χείρα, +διέκοπτε συχνάκις την προς εμέ ομιλίαν, διά να αποτείνη προς εκείνον +λόγους ενθαρρύνσεως και παρηγορίας. + +Η θέα των δύο εκείνων εκλόνισε την καρδίαν μου. + +Ενθυμήθην τον πατέρα μου και τον έρημον εις Σπέτσας τάφον του, +ενθυμήθην την μητέρα και τας αδελφάς μου περιμενούσας εις Τήνον την +επιστροφήν μου, και ανήλθεν εις τους οφθαλμούς η πλημμύρα της λύπης +μου, και με κατέλαβε θρήνος και κοπετός, και έχυσα πύρινα δάκρυα. +Εφοβούμην τους Τούρκους! Καθώς μ' εφυλάκισαν ανεξετάστως ως +κατάσκοπον, ηδύναντο επίσης και να με καταδικάσωσι. Τι ήτο δι' +αυτούς ενός Χριστιανού η ζωή; Η δυστυχής μου μήτηρ είχε δίκαιον να +με αποτρέπη. Διατί να έλθω εις Χίον; + +Προς το εσπέρας μας έδωκαν ελαίας και άρτον, μετ' ολίγον δε ο Αράπης +ελθών μ' εξήγαγε της φυλακής και μ' έφερεν εις σκιάδα εντός του +κήπου, όπου πέριξ τραπέζης χαμηλής, φορτωμένης από οπώρας ποικίλας, +εκάθηντο επί ταπήτων τρεις Τούρκοι και δύο Χριστιανοί. Μεταξύ των +πρώτων ανεγνώρισα τον Μουλά Μουσταφάν, η δε θέα του μου έδωκε +θάρρος, διότι ο άνθρωπος δεν μου εφάνη κακός κατά την τελευταίαν +συνοδοιπορίαν μας. + +Ήρχισαν εκ νέου να μ' εξετάζωσι τις είμαι και πόθεν και τι θέλω; +Επανελάμβανα δε τας αποκρίσεις της πρωίας. Προς επικύρωσιν των λόγων +μου ηθέλησα να επικαλεσθώ του Μουλά την μαρτυρίαν. + +― Αγά μου, δεν με είδες. . . + +Ο Μουλάς έστρεψεν απ' εμού το πρόσωπον, και ενόησα ότι δεν θέλει να +με δώση γνωριμίαν. Ηθέλησα ν' αλλάξω ομιλίαν, αλλά περιεπλέχθην, η +δε σύγχυσίς μου επεσφράγισε την ιδέαν την οποίαν περί εμού συνέλαβε +της νέας χωρικής ο προστάτης, αφ' ης στιγμής δεν εξετέλεσα ως έπρεπε +το περί του άνθους πρόσταγμά του. + +― Φίλοι μου, είπε Τουρκιστί προς τους συνδαιτυμόνας του. Δεν είναι +διά κατάσκοπος το ανθρωπάριον τούτο. Δεν τα έχει σωστά. Είναι κουτός +ο δυστυχής! + +Και εξηκολούθησε ταπεινότερα τη φωνή μεταξύ των ο περί εμού λόγος, +αλλά δεν ήκουα τι έλεγον. + +Ο Αράπης μ' έσυρεν έξω της σκιάδος και με ωδήγησε πάλιν εις την +φυλακήν. + +Δεν ήτο εκ των καλλιτέρων νυκτών μου εκείνη, ούτε η επομένη, +αναγνώστα μου. + +Την επιούσαν απήχθησαν της φυλακής οι δύο χωρικοί και δεν +επέστρεψαν, έμεινα δ' εντός αυτής μόνος και έρημος, μετρών τας ώρας +και ελεεινολογών την τύχην μου, και συλλογιζόμενος τι άρα ν' +απέγεινεν ο Παντελής και ο όνος του. + +Την επομένην πρωίαν με ωδήγησε πάλιν ο Αράπης ενώπιον του Αγά. +Εβάδιζα περίλυπος και καταβεβλημένος. Μία μόνη μου έμενεν ελπίς, η +υπόληψίς μου ως πτωχού το πνεύμα, και ήμην αποφασισμένος να την +εκμεταλλευθώ ως τελευταίαν σανίδα σωτηρίας. Ο Αγάς εκάθητο ροφών τον +ναργιλέν του. Ο διερμηνεύς ίστατο πλησίον του με τας χείρας +εσταυρωμένας επί του στήθους. + +― Προσκύνησε τον Αγάν, είπε. Σου δίδει την ελευθερίαν, αλλ' επί όρω +να υπάγης προς την χώραν, όχι προς τα χωρία, όθεν ήλθες. + +Έσκυψα και εφίλησα την άκραν του κρασπέδου του Αγά και υπεχώρησα +βήματά τινα. Αλλ' εσυλλογίσθην τον Παντελήν και τα βαρέλιά μου και +τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το μέσον της εις Τήνον επιστροφής. + +― Τι χάσκει εκεί; ηρώτησεν ο Αγάς. + +― Αγά μου, είπα, αφήκα το υποκάμισόν μου εις το χωρίον και πρέπει +να υπάγω να το πάρω. + +Δεν ενόησεν ο Τούρκος τι λέγω και ηρώτησε τον διερμηνέα. Εκάγχασεν, +ότε τω εξηγήθη η αίτησίς μου. + +― Καλά, είπε, καλά. Σου το φέρουν το υποκάμισόν σου, αλλά συ να +υπάγης προς την χώραν. + +Επροσκύνησα και απεσύρθην. Εις την θύραν μ 'επερίμενεν ο Αράπης, +προτείνων αγερώχως την παλάμην. + +― Τα χαψιάτικα, είπεν ! + +Είχα λησμονήσει ότι οι φυλακισθέντες υπόκεινται εις του φόρου τούτου +την απότισιν. Εξήγαγα του κόλπου μου το σακκούλιον εντός του οποίου +είχα ολίγα γρόσια, το προϊόν της έως τότε πωλήσεως εκ του χαβιαρίου +μου, και ήρχισα να λύω τους κόμβους μετά προφανούς δυσαρεσκείας. +Αλλ' οι κόμβοι ήσαν πολλοί και περιπεπλεγμένοι, οι δε δάκτυλοι μου +δεν έσπευδον εις του εμπλέγματος την λύσιν. Έχασε την υπομονήν ο +Αράπης, ή μ' ελέησεν ίσως, και υψώσας την χείρα μου την κατεβίβασε +ραγδαίαν επί του αυχένος, μου απηύθυνε δύο λέξεις όχι φιλόφρονος +αποχαιρετισμού, και ανεχώρησεν. + +Ήμην ελεύθερος, η δε θύρα ήτο ανοικτή. Εξήλθα άνευ χρονοτριβής και +εβάδισα κατ' ευθείαν προς την έξοδον του χωρίου. Αλλ' η πύλη ήτο +κλειστή και ουδείς παρ' αυτήν. Ήτο Κυριακή, και οι Χριστιανοί +ελειτουργούντο εισέτι εις την εκκλησίαν. Η πρώτη μου ώθησις ήτο να +υπάγω κ' εγώ να ευχαριστήσω τον Θεόν διά την λύτρωσίν μου, αλλ' +υπερίσχυσεν η επιθυμία του να εξέλθω όσω το ταχύτερον από το θολόν +ποτάμι και να τρέξω εις αναζήτησιν του Παντελή. Έκαμα τον σταυρόν μου +εκεί εις το ύπαιθρον, ανέβην επί δένδρου, του οποίου ο κορμός υψούτο +παρά την πύλην, επήδησα τον τοίχον και ευρέθην εκτός του χωρίου ελαφρός +και αδέσμευτος. Έτρεξα δρομαίος προς την καλύβην όπου ο Παντελής +υπεσχέθη να με περιμείνη. Αλλά δυο ημερόνυκτα παρήλθον έκτοτε. +Περιμένει αρά γε εισέτι; + +Η καλύβη ήτο κλειστή. Έκρουσα την θύραν, έκραξα: Παντελή, Παντελή ! +αλλ' ουδείς απεκρίθη. + +Όπισθεν της καλύβης ήτο ο σταύλος. Ήνοιξα τον μάνδαλον και εισήλθα +εντός αυτού και είδα, ώ χαρά μου! είδα τον όνον του Παντελή ησύχως +εκεί περιμένοντα. Μη γελάσης, αναγνώστα. Τον ενηγκαλίσθην και τον +εφίλησα ! Ενόησα ότι ο ευλαβής κύριος του εκκλησιάζεται. Δεν με +παρήτησεν ,ο αγαθός Παντελής ! Μετ' ου πολύ τον είδα επιστρέφοντα. +Δεν περιγράφω την αμοιβαίαν της συναντήσεως μας αγαλλίασιν. + + + +ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'. + + + +Δεν εβραδύναμεν να ορίσωμεν μετά του Παντελή το δρομολόγιόν μας και +ν' αρχίσωμεν την οδοιπορίαν μας. Διευθυνόμενοι προς βορράν +μετεβαίνομεν από χωρίον εις χωρίον, η δε πώλησις του χαβιαρίου +έβαινε κατ' ευχήν, και ηύξανον βαθμηδόν τα περιεχόμενα του +σακκουλίου μου. + +Ότε επί τέλους ανέβημεν εις τα περικλείοντα τον Κάμπον υψώματα και +είδα μακρόθεν την πόλιν, εις δε τας υπωρείας των άντικρυ βουνών +επροσπάθησα ν' ανιχνεύσω το σημείον όπου έκειτο ο Πύργος μας, +ησθάνθην την καρδίαν μου συστελλομένην εντός του στήθους και τα +γόνατά μου τρέμοντα. Εκάθησα επί των βράχων και έβλεπα την χλοεράν +υπό τους πόδας μου έκτασιν υπό του πρωινού ηλίου φωτιζομένην, +αναμέσον δε των δένδρων διέκρινα τας ποικιλλούσας την πεδιάδα +κατοικίας, από τας εστίας των οποίων καπνός δεν ανήρχετο. + +Δεξιόθεν, εις ημισείας περίπου ώρας απόστασιν, έκειτο η μονή του +Αγίου Μηνά. Δεν εφαίνετο εκ του σημείου όπου ήμεθα, αλλ' ούτε +ηθέλησα να επισκεφθώ τα ερείπιά της. Δεν επεζήτουν νέας επί της Χίου +συγκινήσεις, επεθύμουν μόνον να εκτελέσω τον σκοπόν μου και να φύγω +όσον τάχιον. Δεν ήθελα να βλέπω την καταστροφήν της πατρίδος μου, +ούτε Τούρκους να βλέπω ήθελα. + +Ο Παντελής εκάθητο πλησίον μου τρώγων το λιτόν πρόγευμά του, ο δε +όνος του παρέκει κατεγίνετο εις εύρεσιν τροφής μεταξύ των ολίγων επί +της πετρώδους κορυφής θάμνων. Η όρεξις των δύο συντρόφων μου ήνοιξε +και την ιδικήν μου, ο δε άρτος και αι ελαίαι του Παντελή και η +έμφυτος φαιδρότης της απλοϊκής ψυχής του εστερέωσαν το επί στιγμήν +κλονισθέν φρόνημά μου. + +Εντός ολίγου η συνοδία μας ετέθη εκ νέου εις κίνησιν. + +Το χωρίον Νεοχώρι, όπου καταβάντες το βουνόν εσταθμεύσαμεν, +περιέσωζεν έτι και αυτό, καθώς το θολόν Ποτάμι, άφθονα σημεία +μαρτυρούντα ότι διέβησαν οι Τούρκοι εκείθεν. Αλλ' ήσαν πλειότεραι +σχετικώς εις αυτό αι επισκευασθείσαι οικίαι, η δ' ερήμωσις εφαίνετο +εκ πρώτης όψεως ολιγωτέρα. Το καφενείον όπου εκαθήσαμεν προς +αναψυχήν ήτο πλήρες ανθρώπων. Ούτε Αγάς υπήρχεν εις το χωρίον, ούτε +φρουρά, ώστε οι χωρικοί έζων κάπως ανετώτερον, προσπαθούντες εν τη +ησυχία της σήμερον να λησμονήσωσι τα βάσανα της χθες και τους +ενδεχομένους της αύριον κινδύνους. + +Η πρόθεσίς μου ήτο να διατρίψωμεν δύο ή τρεις ημέρας εις Νεοχώρι, +όπως εκεί ωριμάσω τα σχέδιά μου, αλλ' έμαθα εις το καφενείον +είδησιν, η οποία ήλλαξε την απόφασίν μου. Έμαθα από των χωρικών τας +ομιλίας, ότι μοίρα του Τουρκικού στόλου έφθασεν εις Τσεσμέν και ότι +επεριμένοντο εντός ολίγων ημερών άλλα εκ Κωνσταντινουπόλεως πλοία, +όπως όλα συνηνωμένα εκπλεύσωσι κατά των Ελλήνων. Ώστε έπρεπε να +επισπεύσω την αναχώρησίν μου. Οι Τούρκοι ήσαν επί της θαλάσσης +οποίοι και επί της ξηράς, αλλοίμονον δε εις τ' άοπλα πλοιάρια, άτινα +έπιπτον εις χείρας των, και εις τους δυστυχείς επιβάτας των ! Δι' +αυτών επληρόνοντο αι επιτυχίαι του Μιαούλη και του Κανάρη, ταύτα +ήσαν τ' απατηλά τρόπαια διά των οποίων εκάλυπτον οι Τούρκοι ναύαρχοι +την καταισχύνην των. + +Αλλ' εγώ δεν είχα την ελαχίστην διάθεσιν ν' αποτελέσω τοιούτου +τροπαίου μέρος, ούτε να προμηθεύσω το πτώμα μου ως στολισμόν εις τας +κεραίας Τουρκικής ναυαρχίδος, και ήθελα διά παντός τρόπου να +επιστρέψω εις Τήνον, προλαμβάνων του εχθρικού στόλου την αναχώρησιν. + +Έκραξα τον Παντελήν και εξήλθομεν του καφενείου. Ο όνος δεμένος +έξωθεν αυτού, επερίμενε φέρων εις την ράχιν του το βαρέλιόν μου. + +― Παντελή, μείνε συ εδώ να πωλήσης χαβιάρι και περίμενέ με. Εγώ θα +φύγω. + +― Πού πηγαίνεις ; + +― Πηγαίνω να ιδώ τον Πύργον μας. Αύριον την αυγήν επιστρέφω. + +Επροσπάθησεν ο Παντελής να με μεταπείση, ηθέλησε να με συνοδεύση, +μου ενθύμισε την εις Θολόν Ποτάμι φυλάκισίν μου, αλλά δεν ήκουα. +Εσυμφωνήσαμεν πού εντός του χωρίου θα τον εύρω την επαύριον, ηγόρασα +αξίνην διά να φαίνωμαι ως εργάτης πηγαίνων δι' ημερομίσθιον, και τον +απεχαιρέτησα. + +Ήτο ανήσυχος και πλήρης φόβων εκείνος, αλλ' εγώ ησθανόμην την +καρδίαν μου ελαφράν. Είχα προαίσθημα ότι θα επιτύχω. + +Εβάδιζα προς την έξοδον του χωρίου με την αξίνην επί του ώμου, ότε +εις το κατώφλιον θύρας ανοικτής είδα ιστάμενον άνθρωπον ενδεδυμένον +κατά το ήμισυ ευρωπαϊστί και καπνίζοντα. Τον ανεγνώρισα μακρόθεν ! +Ήτο ο Ζενάκης, ο γέρων του πατρός μου φίλος. Αι τρίχες του ήσαν +λευκότεραι ή προ δυο ετών, το δε πρόσωπόν του ειπέρποτε κατηφές. + +Η παρουσία του εις Νεοχώρι μ' εξέπληξε κατά πρώτον, αλλ' ενθυμήθην +αμέσως ότι είχε κτήματα εκεί. Διέβην ενώπιον του και επροχώρησα +χωρίς να με αναγνωρίση. Που να γνωρίση υπό την χωρικήν ενδυμασίαν +μου του φίλου του τον υιόν ! + +Ενώ διέβαινα έμπροσθέν του εδίστασα, να γνωρισθώ ή όχι; Καλλίτερον +όχι, και επροχώρησα. Αλλά μετ' ολίγα βήματα μετενόησα. Μου ήλθε διά +μιας εις την μνήμην ολόκληρος η περίοδος της εν Χίω διαβιώσεώς μας, +και η ανά πάσαν εσπέραν περιμενομένη επίσκεψίς του, ενθυμήθην τον +πατέρα μου και ηθέλησα να θλίψω την χείρα του γέροντος και να του +είπω ότι ο φίλος του απέθανεν. Επέστρεψα προς αυτόν και εστάθην +ενώπιόν του. Διέκοψε το κάπνισμα εκείνος και με ητένισεν απορών. + +― Έχω να σου ειπώ δύο λόγια μυστικά, αυθέντα μου. + +― Έλα μέσα, παιδί μου. Τι θέλεις; + +Και εισήλθεν εντός της αυλής. Τον ηκολούθησα και έκλεισα όπισθέν μου +την θύραν. + +― Δεν με γνωρίζεις; + +― Όχι. Ποίος είσαι; + +Είπα το όνομά μου. Ύψωσεν έκπληκτος τας χείρας, με παρετήρησεν επί +τινας στιγμάς ασκαρδαμυκτί και αρπάσας με εκ της χειρός μ' εφίλησε +και μ' έσυρεν εις το δωμάτιόν του. Δεν επερίμενα ότι η καρδία του +ψυχρού εκείνου γέροντος περιέκλειεν όσην ευαισθησίαν τότε μου +επέδειξε. Με ηρώτησε τι εγείναμεν, πώς εσώθημεν, και διηγήθην τα +καθέκαστα της φυγής και του πλάνητος βίου μας, του πατρός μου τον +θάνατον και την εις Τήνον διαμονήν της χήρας μητρός και των αδελφών +μου. Με ηρώτησε διά τι επανήλθα, και εξεμυστηρεύθην τον σκοπόν μου. +Ηπόρησε πώς ετόλμησα να αψηφήσω τους κινδύνους του επιχειρήματος και +με παρεκίνησε να παραιτηθώ αυτού και να επιστρέψω όθεν ήλθα, ανύψωσε +δε τους ώμους μειδιών, ότε απεκρίθην ότι η απόφασίς μου είναι +σταθερά και δεν δύναμαι να μεταβάλω γνώμην. + +Ηγέρθην και τον απεχαιρέτησα. Μου έδωκε την ευχήν του, με ησπάσθη +και με ωδήγησεν εις την θύραν. Προτού την ανοίξη έθεσε την χείρα επί +του ώμου μου και ηθέλησεν εκ νέου να με προτρέψη να λησμονήσω τον +ταφέντα θησαυρόν και να φύγω εκ Χίου. Αλλ' η δυσκολία ήτο να φθάσω +έως εκεί όπου ευρισκόμην ήδη. Πώς ν' αναχωρήσω χωρίς ούτε καν να ίδω +τον Πύργον μας; + +― Το έβαλες εις τον νουν σου και ετελείωσεν, είπεν ο γέρων +δυσανασχετών. Είσαι υιός του πατρός σου! Δεν ήκουε λόγον κ' εκείνος. +Πήγαινε ! Αν σκαλώσης πούποτε με Τούρκους, επρόσθεσε μετά φωνής +ηπιωτέρας, μήνυσέ με. Ως πρόξενος κάτι δύναμαι, και ίσως σου +χρησιμεύσω. Ο Θεός μαζή σου ! + +Και μου ήνοιξε την θύραν. + +Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν του, ήτο δε δύο σχεδόν ωρών η μέχρι +του Πύργου μας απόστασις. Έσπευσα το βήμα, διότι ήθελα να φθάσω εκεί +πριν νυκτώση. Πολικός αστήρ ήτο δι' εμέ ο γνωστός λοφίσκος και τα +δένδρα τα κρύπτοντα την θέαν του επ' αυτού παρεκκλησίου μας. + +Εβάδιζα ταχέως με την αξίνην επί του αυχένος, ο δε νους μου +εδούλευεν. Εσκεπτόμην προ πάντων περί του μέλλοντος. Είχα την +πεποίθησιν ότι θ' ανεύρω τους δύο σάκκους, και εσυλλογιζόμην πώς θα +πωλήσω τα χρυσά και αργυρά σκεύη, σχεδιάζων πώς διά του προϊόντος +αυτών θα μεταβώ μετά της οικογενείας μου εις Ιταλίαν,― εις Αγγλίαν +ίσως,― και οποίου είδους εμπόριον εκεί θα διοργανίσω, η δε φαντασία +μου έπλαττεν εικόνας μελλούσης επιτυχίας. + +Καθ' όσον όμως επλησίαζα και εξηπλούντο επί της εξοχής αι σκιαί της +εσπέρας, ήρχισε να με καταλαμβάνη μυστηριώδες τι αίσθημα ανησυχίας. +Διατί να έλθω μόνος; Διατί να μη αφήσω τον Παντελήν να με συνοδεύση +; Είχα θεωρήσει ασφαλέστερον να μη τον προσλάβω, φοβηθείς μη +προκαλέσω υποψίας αν εφαινόμην εκεί με τον σύντροφόν μου και τον +όνον του. Μόνος ηδυνάμην ευκολώτερον να κρυφθώ, να κατασκοπεύσω και +να εισχωρήσω εντός του κήπου, τους δε σάκκους είχα κατά νουν να τους +κρύψω εις το δάσος πλησίον του παρεκκλησίου, και να έλθω την +επιούσαν με τον Παντελήν να τους παραλάβωμεν. Αλλ' ήδη μετενόουν και +ηυχόμην να είχα τον Παντελήν πλησίον μου. Η γενναιότης μου +εκλονίζετο καθ' όσον ήγγιζε της εκτελέσεως η ώρα. + +Αλλ' ήτο αργά πλέον. Ήμην παρά τον τοίχον του κήπου μας και έβλεπα +ήδη εκ του δρόμου το ανώγειον της οικίας μας. Ιδού του μικρού μου +δωματίου το παράθυρον, ιδού τα δύο του κοιτώνος των γονέων μου, +ιδού... Αλλά διατί έχουν καφάσια τα λοιπά παράθυρα; Μη έχω λάθος ; +Όχι... Κατοικείται η οικία μας, κατοικείται υπό Τούρκων ! Εγώ δε εις +τους δρόμους βλέπω ως ξένος τους τοίχους της και κατασκοπεύω ως +κλέπτης τα παράθυρά της! + +Ηθέλησα να ίδω καλλίτερον, να κορέσω τους οφθαλμούς μου με της +αποξενώσεώς μου το θλιβερόν θέαμα, και πηδήσας την απέναντι του +περιβόλου μας φραγήν ανέβην εις τον αμπελώνα, τον οποίον ο δρόμος +εχώριζεν από τον κήπον μας. + +Το έδαφος ήτο ανωφερές, ώστε έβλεπα εκείθεν ολόκληρον την περιοχήν +μας. Εντός της οικίας και περί αυτήν δεν εφαίνετο ψυχή, αλλ' εις τον +κήπον γέρων κηπουρός έσκαπτε μετά κόπου το χώμα. Ανεγνώρισα την +μορφήν του. Ήτο ο ιδικός μας κηπουρός, ο γέρων Γιάννης του οποίου +την θυγατέρα ηύρα υπηρετούσαν εις την οικίαν του Μαυρογένη εις +Τήνον. Μετά πόσης χαράς τον ανεγνώρισα ! Ουδ' ήτο άμοιρος εγωϊσμού η +ευχαρίστησίς μου, διότι απέκτων βοηθόν ασφαλή εις το επιχείρημά μου, +έφερα δε εις τον γέροντα, ευπρόσδεκτον της συνδρομής του πληρωμήν, +την χαροποιάν είδησιν ότι η θυγάτηρ του έζη. + +Αλλά πώς να συνεννοηθώ μετ' αυτού; Δεν ετόλμων ούτε να τον κράξω, +ούτε να εισέλθω εντός του κήπου. Ας περιμείνω μέχρις ου νυκτώση, και +τότε κρυφίως εισχωρών μέχρι της καλύβης του τον ευρίσκω, +αναγνωρίζομαι και επικαλούμαι την σύμπραξίν του. + +Αλλ' έως τότε; + +Ο ήλιος είχε κρυφθή όπισθεν του βουνού, αλλ' από του διαυγούς +ουρανού αντενακλάτο άφθονον το φως της δείλης. Ήτο φαιδρά θερινή +εσπέρα και ησύχαζεν η γη, υπό δε τα δένδρα εφαίνοντο τα πάντα τόσον +ευτυχή εις την πεδιάδα ! Δεν συμπάσχει μεθ' ημών η φύσις, η δε +γαλήνη της επαυξάνει της ανησύχου καρδίας το βάρος! + +Κατέβην εκ του αμπελώνος εις τον δρόμον και διηυθύνθην προς το +παρεκκλήσιον, με την κεφαλήν προς την γην κεκλιμένην, ωσεί προσπαθών +ν' ανεύρω επί του χώματος τα ίχνη εκείνων μετά των οποίων τοσάκις +επορεύθην εκεί. + +Ήμην εισέτι μακράν του περικυκλούντος τον ναΐσκον άλσους, ότε είδον +προβαίνουσας εκ των δενδρων μορφάς γυναικείας και παιδία τρέχοντα +περί αυτάς. Κατέβαινον προς εμέ ενώ εγώ ανέβαινα, δεν ήμην δε πλέον +εν καιρώ να οπισθοχωρήσω, ότε ανεκάλυψα ότι ήσαν Τούρκισσαι. Τας +συνώδευεν Άραψ ευνούχος, το ποδήρες του οποίου φόρεμα δεν +εξεχωρίζετο μακρόθεν από τα των γυναικών. + +Παρεμέρισα και διέβη το χαρέμιον, τα δε παιδία ηκολούθουν παίζοντα. +Έν μόνον εξ αυτών, το τελευταίον, κοράσιον δωδεκαετές περίπου, δεν +έπαιζε μετά των λοιπών αλλ' επεριπάτει ησύχως φέρον άνθη εις την +μίαν χείρα, η δ' άλλη εκρέματο εις το πλευρόν του βαρεία. Ενώ +διέβαινεν ενώπιόν μου εστάθη και με παρετήρησεν. Εξηκολούθησα εγώ +τον δρόμον μου. + +Αίφνης ακούω όπισθεν μου φωνήν γλυκείαν ψιθυρίζουσαν το όνομά μου― +Λουκή ! Πριν ή προφθάσω να σκεφθώ ότι αν στραφώ προδίδομαι και αν +φανερωθώ κινδυνεύω, εστράφην. Εστράφην και είδα το κοράσιον +ιστάμενον ολίγα βήματα μακράν μου. Τα άλλα παιδία είχον προχωρήσει. +Άμα με είδε στρεφόμενον εγονάτισεν επί του εδάφους. Την εγνώρισα! +Ηθέλησα να κράξω: Δέσποινα ! αλλ ' έθεσε το δάκτυλον εις τα χείλη +και ψιθύρισε βλέπουσα με:― Γλύτωσέ με, Λουκή! Και σκύψασα +επροσποιήθη ότι συλλέγει άνθη, διότι ηκούσθη η βραγχώδης φωνή του +ευνούχου, επιστρέφοντος διά να περιμαζεύση το ποίμνιόν του. Ηγέρθη η +Δέσποινα και έτρεξε προς τα άλλα παιδία. Εγώ δε κρυπτόμενος όπισθεν +των δένδρων ηκολούθησα μακρόθεν την συνοδίαν, μέχρις ου είδα τον +Αιθίοπα ανοίγοντα την θύραν του κήπου μας και τας γυναίκας μετά των +παιδίων εισερχομένας εντός αυτού. Τελευταία εισήλθεν η Δέσποινα. +Προτού διαβή την θύραν εστράφη. Ησθάνετο ότι ακολουθώ τα ίχνη της! +Εισήλθε μετ' αυτής ο φύλαξ του χαρεμίου, και η θύρα εκλείσθη. + +Εκάθησα υπό τα δένδρα με την κεφαλήν εντός των χειρών, προσπαθών να +συλλέξω τας ιδέας μου. + +Η Δέσποινα εις χείρας Τούρκων, Τούρκων κατοικούντων τον Πύργον μας! +Πώς με ανεγνώρισεν αμέσως, ως να μ' επερίμενε ! Η επίκλησίς της +αντήχει εις τα ώτα μου•― «Γλύτωσέ με, Λουκή!» Ιδού ο μυστηριώδης +μαγνήτης όστις με είλκυεν εις Χίον, ιδού προς τι με ωδήγησεν η Θεία +Πρόνοια ! θα την σώσω! Αλλά πώς; Και μετέβαινα από σχεδίου εις +σχέδιον. + +Επήλθεν εν τούτοις η νυξ, αλλ' όχι το σκότος εισέτι. Η σελήνη είχε +δύο περίπου ωρών δρόμον μέχρις ου κρυφθή και επρόβαινε βραδέως προς +την δύσιν της, φωτίζουσα τον ουρανόν άνωθέν μου. Αι ακτίνες της, +παίζουσαι με των δένδρων τα φύλλα, εσχημάτιζον μυρίας φαντασιώδεις +σκιάς επί του εδάφους όπου εκαθήμην, και τας έβλεπα, και ήκουα τας +υλακάς των σκύλων εις τας απεχούσας επαύλεις, και των γρύλλων περί εμέ +τον θόρυβον, και τους ηχηρούς των βατράχων κοασμούς. Ο νους μου ήτο +αλλαχού και ήκουα χωρίς να προσέχω, αλλ' ενετυπούντο εις την μνήμην +μου αι εξοχικαί της σιωπηλής εκείνης νυκτός διαταράξεις, και η οσμή +των ανθών, και τα παίγνια της σελήνης υπό των δένδρων τους κλώνους. + +Ότε έδυσεν η σελήνη, το δε σκότος εκάλυψε την εξοχήν, ηγέρθην, +επεκαλέσθην την βοήθειαν του Θεού, και επροχώρησα προς τον δρόμον. +Εβάδιζα άνευ δισταγμών, διότι εγνώριζα τι θέλω. Εσκέφθην και +απεφάσισα. Το σχέδιόν μου ήτο έτοιμον. Εβάδιζα προς εκτέλεσίν του +και ο Θεός βοηθός ! + +Το σκότος ήτο βαθύ, αλλά τα πάντα μου ήσαν γνωστά εκεί, ώστε +ηδυνάμην με κλειστούς τους οφθαλμούς να εύρω τον δρόμον. Ότε έφθασα +εις την άκραν του περιβόλου επήδησα τον τοίχον, όστις ήτο εκεί +χαμηλότερος, και ευρέθην εντός του κήπου. Εστάθην ακίνητος παρά τον +τοίχον, προσέχων μη ηκούσθη του πηδήματός μου ο κρότος. Σιωπή περί +εμέ άκρα. Ούτε σκύλου γαύγισμα, ούτε φωνή ανθρώπου. Ολίγα βήματα με +εχώριζον από την κατοικίαν του κηπουρού. Η θύρα ήτο κλειστή, αλλ' +έστρεψα τον μάνδαλον και ευρέθην εντός της καλύβης. Ποσάκις την +επεσκέφθην μικρός, ποσάκις ενταύθα μ' εκάθησεν επί των γονάτων του ο +γέρων Γιάννης και εχόρτασε με τα εκλεκτότερα του κήπου προϊόντα την +παιδικήν όρεξίν μου ! + +Το δωμάτιον ήτο σκοτεινόν, αλλ' ήκουα την ηχηράν αναπνοήν του +κοιμωμένου γέροντος. Επλησίασα προς αυτόν ακροποδητί. Εφοβούμην μη +εξυπνήση πριν με αναγνωρίση και ήθελα να προλάβω τον τρόμον του. +Εγονάτισα πλησίον του, έσκυψα και επρόφερα σιγά το όνομά του + +― Γιάννη, Γιάννη, είμ' εγώ, ο Λουκής. Μη τρομάξης. Ο Λουκής. + +Εξύπνησεν ο γέρων, εκράτει την αναπνοήν του, αλλ ' ούτε ωμίλησεν +ούτε εκινήθη. Ενόμιζεν ίσως ότι ονειρεύεται. Έθεσα την χείρα επί του +βραχίονός του και είπα εκ νέου το όνομά μου. Ανεκάθησεν επί της +στρωμνής του, αλλά παρήλθεν ώρα ικανή μέχρις ου συνέλθη εντελώς. +Ηθέλησε ν' ανάψη φως, αλλά τον εμπόδισα και εξηκολουθήσαμεν εις το +σκότος την συνομιλίαν. Ρίγος χαράς τον κατέλαβεν ότε είπα ότι η κόρη +του ζη, ότι την είδα εις Τήνον και ότι θα επιστρέψωμεν εκεί ομού. +Είπα διά τι ήλθα εις τον Πύργον και εζήτησα την συνδρομήν του. +Ηγέρθη αμέσως, ητοιμάσθη εν βία και ήνοιξε την θύραν της καλύβης. + +Πριν εξέλθωμεν τον εκράτησα της χειρός. + +― Ποίος κατοικεί τον Πύργον μας, Γιάννη ; + +― Του Νεσήπ Αγά το χαρέμι. + +― Τι είναι ο Νεσήπ Αγάς ; + +― Ένας από τους αρχηγούς των Ανατολιτών, οι οποίοι μας κατέστρεψαν. + +― Και αυτός δεν κατοικεί εδώ; + +― Αύριον περιμένεται. + +― Έχει Χριστιανάς εις το χαρέμι του; + +― Μόνον του Καλάνη την κόρην. + +― Ο Καλάνης τι έγεινε ; + +― Τον έσφαξαν οι Τούρκοι. . . + +Ενθυμήθην τον θρήνον της Δεσποίνης ότε μετεβαίνομεν εις το +παρεκκλήσιον, ακολουθούντες τους γονείς μας•― «Θα σκοτώσουν τον +πατέρα μου ! Σκοτόνουν οι Τούρκοι ! Θα τον σκοτώσουν !» Το +προαίσθημά της δεν ανεδείχθη ψευδές, εσφάγη ο πατήρ της..., ο δε +ιδικός μου ανεπαύετο εις τον έρημον τάφον του εις Σπέτσας ! + +Εξήλθομεν της καλύβης και διηυθύνθημεν εν σιωπή προς την άκραν του +κήπου, υπό την γνωστήν μηλέαν. Έδειξα εις τον γέροντα το σημείον. Το +ενθυμούμην καλώς. Ενόμιζα ότι βλέπω εισέτι τον πατέρα μου σκάπτοντα +αντικρύ μου, και τους δύο σάκκους εις το χείλος του ανοιγομένου +λάκκου. + +Του κηπουρού η αξίνη εκτύπησε το χώμα και αντήχησεν εις τον κήπον ο +υπόκωφος κρότος. + +― Μη μας ακούσουν, Γιάννη. Σιγά σιγά! + +― Δεν έχει φόβον, και αν μας ακούσουν δεν βλάπτει, θα νομίσουν ότι +σκάπτω διά πότισμα. + +Εξηκολούθησεν ο γέρων, ήρχισα δε κ' εγώ αντικρύ του με την αξίνην +μου ν' ανοίγω τον λάκκον. Αλλ' ενώ οι βραχίονές μου ανέβαινον και +κατέβαινον μία φωνή τρυφερά μου εφαίνετο αντηχούσα εις τα ώτα μου•― +«Λουκή, γλύτωσέ με!» Πας της αξίνης κτύπος μου έλεγε δι' εκείνης της +φωνής: «Λουκή, Λουκή!» + +Αίφνης ηκούσθη κρότος μετάλλου προς μέταλλον. + +Επήδησα εντός του λάκκου και ήρχισα ν' απωθώ με τας χείρας το χώμα. +Η αξίνη του κηπουρού έσχισε τον σάκκον. Τον ανύψωσα μετά προσοχής +και τον απέθεσα παρά την ρίζαν του δένδρου. Υπ' αυτόν ήτο ο έτερος +σάκκος. Τον έθεσα πλησίον του πρώτου και εγεμίσαμεν πάλιν με το χώμα +τον λάκκον. + +― Τώρα ; ηρώτησεν ο γέρων. + +― Τώρα, τους σάκκους εις τον ώμον και εμπρός! + +― Πού πηγαίνομεν ; + +― Εις Νεοχώρι. + +― Ο δρόμος πολύς και το σκότος βαθύ. + +― Τόσον το καλλίτερον, Γιάννη. Δεν θα μας ιδή κανείς. + +― Αλλά πώς θα έμβωμεν εις το Νεοχώρι με τους σάκκους εις τον ώμον ; +Και αυτός είναι σχισμένος. Ημπορούν να πέσουν τα πράγματα. Στάσου να +ιδής. + +Και έφυγε τρέχων ο Γιάννης. Μετ' ολίγον επέστρεψε φέρων δύο +κοφίνους, έθεσεν εις έκαστον αυτών ανά ένα σάκκον, τους εκάλυψεν +άνωθεν με λάχανα και χόρτα, εφορτώθημεν τους κοφίνους εις την ράχιν +και εξεκινήσαμεν. + +Εχάραζε μόλις, ότε φθάσαντες πλησίον του Νεοχωρίου εκαθήσαμεν επί +φράκτου παρά τον δρόμον, διά να περιμείνωμεν μέχρις ου εξημερώση. +Ήμην κατάκοπος, επόνουν οι ώμοι και οι βραχίονες μου υπό το ασύνηθες +του φορτίου μου βάρος, αλλά δεν εσκεπτόμην περί του καμάτου. Μία +σκέψις κατεκυρίευε τον νουν μου, μία επιθυμία κατείχε την καρδίαν +μου, και ησθανόμην ότι τα πάντα χάριν αυτής ήμην ικανός ν' αψηφήσω. +Ήθελα να λυτρώσω την ορφανήν, η οποία, μ' επεκαλέσθη. + +Ότε ο ήλιος ανέτειλεν, εφορτώθημεν τους κοφίνους εκ νέου και +εξηκολουθήσαμεν τον δρόμον μας, εισήλθομεν δε άνευ δυσκολίας εις το +χωρίον κατηυθύνθημεν προς την οικίαν του Ζενάκη. Δεν έκρυψεν ούτος +την ευχαρίστησίν του ότε με είδεν εις την αυλήν του. + +― Καλώς τον, ανέκραξε ! Τα εκαταφέραμεν λοιπόν χωρίς να σκαλώσωμεν +; + +Και ιδών όπισθεν μου τον Γιάννην με ηρώτησε τις είναι. Είπα ότι +είναι ο κηπουρός μας. + +― Μου επρόσφερες την συνδρομήν σου, εξηκολούθησα, και έρχομαι να +την ζητήσω. + +― Τι θέλεις ; Σε είδε κανείς; Σε κυνηγούν Τούρκοι; + +― Όχι, αλλά κατοικούν τον Πύργον μας Τούρκοι, και είναι σκλάβα εκεί +Χριστιανή, της οποίας ο πατήρ ήτο πατρικός μου φίλος. Η κόρη με +είδε, με ανεγνώρισε, μ' επεκαλέσθη και πρέπει να την σώσωμεν. + +― Πώς θα την σώσωμεν ; Μη σου επέρασεν από τον νουν να την +κλέψωμεν; + +― Να την εξαγοράσωμεν, απεκρίθην. + +― Και που τα χρήματα; Οι Τούρκοι πωλούν ακριβά το ανθρώπινον κρέας, +όταν μάλιστα είναι τρυφερόν. + +― Δεν έχω χρήματα, αλλ' έχω τους σάκκους αυτούς, τους οποίους ο +θεός μ' εβοήθησε να εύρω. + +― Αλλ' αυτά τα πράγματα δεν είναι ιδικά σου μόνον ανήκουν και εις +την μητέρα και εις τας αδελφάς σου. Δεν τα έκρυψεν ο πατήρ σου διά +να τα μεταχειρισθής συ όπως θέλεις. + +― Το εσκέφθην πολύ πριν το αποφασίσω, αλλ' είμαι βέβαιος ότι δεν +δυσαρεστώ του πατρός μου την ψυχήν μεταχειριζόμενος ούτω την +κληρονομίαν του, και ότι από την μητέρα μου ευχάς μόνον και ευλογίας +θ' ακούσω, όχι παράπονα. Ως προς τας αδελφάς μου, έχω την πεποίθησίν +μου εις τον Θεόν, ότι θα μ' αξιώση να τας προικίσω πλουσιώτερον από +το ανάλογόν των εις αυτά τα κειμήλια. + +― Λοιπόν είσαι αποφασισμένος να τα δώσης όλα; + +― Όλα εάν είναι ανάγκη ! . + +Η έκφρασις του Ζενάκη εμαρτύρει ότι δεν κατεδίκαζεν ουδαμώς την +απόφασίν μου. Ηρώτησε και έμαθε πληρεστέρας περί της κόρης +πληροφορίας, ηθέλησε δε να ίδη κατά πόσον των σάκκων τα περιεχόμενα +ηδύναντο να ικανοποιήσωσι του Τούρκου τας αξιώσεις και μας ωδήγησεν +εις το υπερώον, εντός του κοιτώνος του, όπου εκενώσαμεν τους σάκκους +και εχύθησαν επί του εδάφους κοχλιάρια μικρά και μεγάλα, και δίσκοι, +και ζάρφια, και σκεύη ποικίλα χρυσά και αργυρά, εκ των αποτελούντων +την πολυτέλειαν κατά την εποχήν εκείνην, οπότε αι οικίαι δεν +επληρούντο υπό των προϊόντων της τέχνης των Παρισίων ή της Βιέννης, +των βαρυνόντων τας τραπέζας προς επίδειξιν και όχι προς χρήσιν. Τότε +τα κοσμήματα ήσαν ολίγα αλλά πολύτιμα, μεταδιδόμενα δε από πατρός +εις υιόν εσχημάτιζον αποταμίευμα αληθές και καταφύγιον εύχρηστον εν +ώρα ανάγκης. + +Παρεκάλεσα τον Ζενάκην να επισπεύση τας μετά του Αγά +διαπραγματεύσεις, διά να προλάβωμεν και αναχωρήσωμεν εκ Χίου προτού +εκπλεύση ο Τουρκικός στόλος, αλλ' ο γέρων δεν εβιάζετο και εζήτει να +χαλινώση την ανυπομονησίαν μου. Υπό την ψυχράν όμως και κατηφή +μορφήν του εκρύπτετο καρδία αγαθή και γενναία. Ενώ μ' επέπληττεν αφ' +ενός και με ειρωνεύετο, διέταξεν αφ' ετέρου να ετοιμάσωσι την +ημίονόν του και ανεχώρησεν εντός ολίγου διά τον Πύργον μας. + +Άμα ανεχώρησεν έτρεξα προς ανεύρεσιν του Παντελή. Η παράτασις της εκ +του χωρίου απουσίας ήρχιζε να στενοχωρή τον αγαθόν χωρικόν. Ο νους +του ήτο εις την σύζυγόν του. + +― Τι θα λέγη η Παρασκευή, επανελάμβανε. Θα μας έχη διά χαμένους. + +― Μη σε μέλη, Παντελή. Σου υπόσχομαι να ήσαι οπίσω αύριον το πρωί. +Θα της χαρίσω όλον το απώλητον χαβιάρι μου, προίκα διά τον +κληρονόμον όπου σου ετοιμάζει. + +Πόσον βραδέως παρήλθον της πρωίας εκείνης αι ώραι. Το πλείστον αυτής +διήλθα εις τον κήπον του Ζενάκη, όπισθεν της οικίας του, +περιφερόμενος άνω και κάτω και προσπαθών ν' αναπλάσω διά της +φαντασίας τα εις τον Πύργον μας κατά την ώραν εκείνην λεγόμενα και +τας περί εξαγοράς της Δεσποίνης διαπραγματεύσεις. Το τι λέγει ο +Ζενάκης ήτο εύκολον να το υποθέσω, αλλά τι αρά γε ο Τούρκος +αποκρίνεται; Δέχεται αντάλλαγμα, ή επιμένει να κρατήση την +Χριστιανήν, ως μέλλοντα του χαρεμίου του στολισμόν; Και μου ήναπτον +αι παρειαί και ηγειρόμην και εκαθήμην, πας δε κρότος εις την οικίαν, +πάσα φωνή εις την οδόν μου εφαίνοντο ότι συνέχονται με της Δεσποίνης +την λύτρωσιν. + +Επί τέλους επέστρεψεν ο Ζενάκης, δεν επέστρεψε δε μόνος. Τον ήκουσα +ομιλούντα τουρκιστί εις την αυλήν. Τις τον συνοδεύει; Ο Αγάς μήπως ; +Μη έφερε την Δέσποιναν ; . . . + +Εκρυπτόμην υπό τα δένδρα του κήπου, είχα δ' αντικρύ μου το παράθυρον +του κοιτώνος, όπου ήσαν παρατεταγμένα τα λύτρα της κόρης. Ήκουα +ομιλούντας εντός αυτού τον Ζενάκην και τον Τούρκον, αλλά δεν +διέκρινα τι έλεγον. Αίφνης τους βλέπω πλησιάζοντας εις το παράθυρον. +Ο Αγάς, Τούρκος μεγαλοπρεπής, εκράτει δίσκον και εφαίνετο εξετάζων +το βάρος, ο δε Ζενάκης, κρατών άλλα εις τας δυο χείρας σκεύη, του τα +επεδείκνυε. Ανεπτερώθησαν αι ελπίδες μου. Εξετάζει ο Τούρκος, άρα +δεν αρνείται! + +Απεσύρθησαν από το παράθυρον και ήκουσα την φωνήν του οικοδεσπότου +προστάζοντος να φέρωσι καφέν. Ήκουσα βραδύτερον την θύραν της αυλής +ανοιγομένην και τον Ζενάκην αποχαιρετίζοντα τον Αγάν. Η θύρα +εκλείσθη, αλλ ' εγώ δεν εκινήθην. Δεν είχα το θάρρος να εξετάσω τι +απέγεινεν. Ήλθεν ο Ζενάκης και με ηύρεν εις τον κήπον. + +― Τα εσυμβιβάσαμεν, Λουκή. Πηγαίνει να μας φέρη την κόρην. Απόψε θα +την έχωμεν. + +Εχύθην εις τον λαιμόν του και τον εφίλησα και έκλαυσα. Διατί έκλαια; +Μη η καρδία γνωρίζει διατί πάλλει; Μη επιδέχεται ανάλυσιν της ψυχής +το ενδόμυχον αίσθημα; Δεν ήλθα χάριν της Δεσποίνης εις Χίον, αλλ' +όμως τότε, ενώ επερίμενα να την φέρη ο κάτοχος της, μου εφαίνετο ότι +η ζωή μου ολόκληρος εις εκείνην συνεκεντρούτο. Δεν εσκεπτόμην περί +του θησαυρού, ούτε περί των σχεδίων τα οποία επί της ευρέσεώς του +εβάσιζα. Εσκεπτόμην μόνον μετά πόσης χαράς θα φέρω την ορφανήν κόρην +εις της μητρός μου τας αγκάλας. + +Προς το εσπέρας επανήλθεν ο Αγάς φέρων την Δέσποιναν, ανεχώρησε δε +μόνος με τους δύο κοφίνους του Γιάννη επί του ζώου του. Αφού +ανεχώρησε μ' έκραξεν ο Ζενάκης εις το δωμάτιόν του. + +Η Δέσποινα έτρεξε προς εμέ άμα εισήλθα. Ήθελε να ομιλήση, αλλά δεν +ηδύνατο να προφέρη ειμή μόνον τ' όνομά μου• Λουκή, Λουκή ! Και +έρρεον τα δάκρυά της. Έτεινα τας χείρας. Τας ήρπασε και ηθέλησε να +τας φιλήση. Την έσυρα επί του στήθους μου, αλλά δεν την ησπάσθην. +Δεν ετόλμησα. + +Την αυτήν εκείνην νύκτα ανεχωρήσαμεν από Νεοχώρι μετά του Γιάννη. Ο +όνος του Παντελή έφερε την Δέσποιναν μετημφιεσμένην ως παίδα +χωρικόν, ασφαλείας χάριν. Η καλή Παρασκευή μας υπεδέχθη με ανοικτάς +αγκάλας, χάρις δε εις τον σύζυγόν της εύρομεν εις τον λιμενίσκον, +όπου ο Κεφάλας με είχεν αποβιβάσει, πλοιάριον επί του οποίου την +επομένην εσπέραν απεπλεύσαμεν με άνεμον ούριον, και την επαύριον +πρωί αφίχθημεν σώοι εις Τήνον. + +Η χαρά της μητρός μου ότε με επανείδε δεν περιγράφεται. Τα χαρμόσυνα +τότε δάκρυα της, ήσαν το μέτρον όσης λύπης υπέφερε κατά την απουσίαν +μου. + +― Δεν σου έφερα τα κειμήλια σου, μάνα μου ! Ιδού τι σου έφερα. + +Και ώθησα την Δέσποιναν προς την αγκάλην της. Το εγνώριζα ότι την +ωδήγουν εις μητρός αγκάλην, την δυστυχή ορφανήν! + +Επανέλαβα αμέσως τας εργασίας μου πραγματοποιήσας το πρό τινος +ματαιωθέν σχέδιον του συνεταιρισμού, και μετέβην εις Σύρον, όπου +μετ' ου πολύ μετέφερα την οικογένειαν. Ο Θεός ηυλόγησε τους κόπους +μου, επροίκισα και υπάνδρευσα τας αδελφάς μου μετά των συνεταίρων +μου, τέσσαρα δε έτη μετά την τελευταίαν εκ Χίου αναχώρησίν μου, +ενυμφεύθην, με την ευχήν της μητρός μου, την Δέσποιναν. + +Μετά τινα χρόνον, ανεχώρησα μετ' αυτής και μετέβημεν εις Αγγλίαν. + +Ο βίος ημών διήλθεν ευτυχής έκτοτε, αλλ' ουδέποτε εν μέσω της +επελθούσης ευημερίας λησμονήσαμεν της νεότητός τας δοκιμασίας. +Πολλάκις, όταν βλέπω στολισμένας τας θυγατέρας και τας εγγόνας μου, +την δε σύζυγόν μου περικοσμούσαν με τους συρμούς της Ευρώπης τας +λευκάς της τρίχας, ενθυμίζω εις αυτήν το βρακί το οποίον εφόρει, ότε +την ωδήγουν μετημφιεσμένην επί του όνου του Παντελή, και γελώμεν και +οι δύο και ευχαριστούμεν εκ βάθους καρδίας τον Θεόν. + + + + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Loukis Laras, by +Demetrios or Demetrius Bikelas or Vikelas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK LOUKIS LARAS *** + +***** This file should be named 29062-0.txt or 29062-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/9/0/6/29062/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
