summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/27073-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '27073-0.txt')
-rw-r--r--27073-0.txt5323
1 files changed, 5323 insertions, 0 deletions
diff --git a/27073-0.txt b/27073-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..0e590f6
--- /dev/null
+++ b/27073-0.txt
@@ -0,0 +1,5323 @@
+The Project Gutenberg EBook of The Waxen Doll, by Konstantinos Christomanos
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: The Waxen Doll
+
+Author: Konstantinos Christomanos
+
+Release Date: March 10, 2012 [EBook #27073]
+First Posted: October 28, 2008
+Last Updated: November 6, 2009
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WAXEN DOLL ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Bold words are included in &.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
+
+
+
+ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+
+ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. ΧΙΩΤΗ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4
+
+
+
+Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ
+
+Η ΚΕΡΕΝΙΑ ΚΟΥΚΛΑ
+
+
+ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
+
+
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1911
+
+
+Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή — γιατί απλή και λυπητερή
+είναι η ζωή — —
+
+. . Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και την θάλασσα,
+τα λουλούδια και το φεγγάρι! . . .
+
+Τα παλαιά τραγούδια είναι γεμάτα δάκρυα — και τα χείλη των νέων
+που γελούνε φανερώνουν το τόξο της οδύνης: γιατί και χαρά δεν
+είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του ναρθή — είναι ο
+άμμος πάνω από την πέτρα την αληθινή που τονέ σκορπάει ο άνεμος.
+Έτσι ξεγελιούνται κ’ οι καρδιές μας σαν τις μυγδαλιές που πολλές
+φορές ανθίζουν προτού ναρθή η πίκρα του χειμώνα . . .
+
+Εσείς που θα διαβάσετε αυτήν την ιστορία θα σκεφθήτε ίσως πως με
+περισσότερην υποταγή κ’ ευγνωμοσύνη πρέπει να ζήσωμε τη θλίψη της
+ζωής που μας έδωσε η Μοίρα. Αχ, όσους και να πυργώση η ανθρωπινή
+μας περιφάνεια άλικους βράχους μέσα στη ματιά του βίου, πάντα το
+θλιμμένο το ποτάμι θα κυλήση κάτω απ’ τις κλωνόγερτες ημέρες μας
+τα πονεμένα του νερά, βουβά κι αργά, προς τη μεγάλη θάλασσα τη
+σκοτεινή που είναι η ευτυχία η αληθινή — γιατί είναι η αιώνια
+αλήθεια . . .
+
+
+
+&Το μαραμένο ρόδο.&
+
+
+
+Κάθε μέρα γινόταν πιο αδύνατη, πιο μυτερή στο πρόσωπο.
+
+Κάθε φορά που ήθελ' ανεβή τα λίγα πέτρινα σκαλοπάτια απ' την
+κουζίνα, που ήτονε στο υπόγειο, ως τη χωματένια την αυλή,
+σταματούσε κι ακκουμπούσε και τα δυο της τα χέρια στα γόνατα, για
+να πάρη ανάσα· η μύτη της κέρωνε και τα ρουθούνιά της
+ανοιγοκλείνανε σαν τις φτερούγες μιας άσπρης πεταλούδας. Ήταν
+αλήθεια λίγο αψηλά τα σκαλοπάτια, μα τόσο λαχάνιασμα πάλι! —
+
+. . Κι ολοένα ανεβοκατέβαινε απ’ την αυλή στην κουζίνα κι από την
+κουζίνα στην αυλή για να ξεπλύνη το μπρίκι τον καφφέ και τα
+κουταλάκια της, για να τρίψη την κατσαρόλα της, σαν απότρωγαν αυτή
+κι ο άντρας της, κάτω από τη βρύση που δεν έπαυε να στάζη — γιατ’
+ήτονε χαλασμένος ο σωλήνας.
+
+Μα μπαινόβγαινε κι απ’ την καλή την κάμαρη, που ήτον ισόγεια
+σχεδόν μ’ ένα-δυο σκαλοπάτια ξύλινα — Αχ, πάλι σκαλοπάτια! λες
+βάλθηκαν κι αυτά να την κουράζουν ακόμα περισσότερο, — πότε για να
+τινάξη κάτι προσκεφαλάδες με μεγάλες μάρκες που τις είχε κεντημένα
+η ίδια ανεβατό, πότε για να ξεσκονίση τα χαρτένια λουλούδια πούχε
+σε δυο φαρφουριά πάνω στην εταζέρα ή για ναπλώση ένα-δυο
+ρουχαλάκια πούχε κάνει σαπουνιστά στη λεκάνη και που γαλάζωναν απ’
+το λουλάκι απάνω στο σκοινί· κ’ έσκυβε και σφουγγάριζε τα νερά
+πούχανε στάξει απ’ τα ρούχα στα σκαλιά και στις πλάκες μπρος την
+πόρτα κ’ έπειτα πήγαινε ναπλώση και το σφουγγαρόπαννο πιο πέρα από
+τα ρούχα στο ίδιο το σκοινί, που ήτανε δεμένο απ' το στρόφιγγα της
+πόρτας σε μια μικρή ζαλισμένη μυγδαλίτσα — γιατί δεν έφθανε ως τη
+μάντρα πέρα. . και κάθε φορά πούρριχνε κάτι απάνω στο σκοινί, η
+μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα — που δεν είχε ακόμα ανθίσει — λύγιζε
+ίσαμε κάτω και τιναζόταν πάλι απάνω, απ’ του σκοινιού το τράβηγμα,
+με τα γυμνά κλαριά της σηκωμένα σα χέρια στον αέρα. Αχ, τι
+λυπητερό πράμα να βλέπη κανείς ένα νέο δεντράκι να λυγάη για το
+χατίρι ενός σφουγγαρόπαννου ίσαμε κοντά να σπάση και να τρέμη
+σύγκλαρο για πολλήν ώρα, απ’ το πόνο του!
+
+Μα πιο λυπητερό ακόμα ήτονε να βλέπατε τη νέα γυναικούλα να
+κρυφοβογκά και να σέρνεται, στραγγίζοντας στα πόδια της, χωρίς να
+θέλη να τομολογήση στον ίδιο τον εαυτό της. Γιατί αν το
+παραδεχόταν πως ήτον άρρωστη, ήτονε χαμένη: δε θα μπορούσε πια να
+ταρνηθή ταντρός της με τόσο θάρρος και με χείλια που για να
+χαμογελάσουν της σούρωναν όλο της το πρόσωπο. Εκείνος όμως την
+κύτταζε με τα μάτια του τα γαλαζοπράσινα με τα μακριά ματόκλαδα
+καρφωμένα πάνω της — την κύτταζε ακόμα κι όταν δεν της μίλαγε. . .
+
+Τι νέος που ήτον ο άντρας της και τι όμορφος! — όλο αυτό
+συλλογιζόταν η άμοιρη. Κι αλήθεια πολύ πιο νέος απ’ αυτή φαινόταν,
+κι όχι μόνον από τότε που τα τριαντάφυλλα στα μάγουλά της είχανε
+σβύσει, που τα μάτια της δείχνανε βαθουλωμένα κ’ είχαν πεταχτή
+ταυτιά της, κίτρινα σα φύλλα φθινοπωρινά. Ήτονε μικροκαμωμένος ο
+Νίκος, ενώ η Βεργινία ήτον αψηλή και ξερακιανή απ’ ανέκαθε, με
+κάτι κοκκάλες στο πρόσωπο, με μαλλιά κοκκινωπά κι αριά, κ’ έτσι
+έδειχνε τουλάχιστο δέκα χρόνια πιο μεγάλη του, που δεν είχαν ούτε
+τρία χρόνια διαφορά: αυτός εικοσιδυό, κ’ εκείνη ήτον και δεν ήτον
+εικοσιπέντε.
+
+Κακό πράμα ναν' η γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα
+της! Τον αγαπάει μ’ αλλοιώτικη αγάπη από 'κείνονε, με μια φωτιά
+πιο άγρια, σα βιαστικιά κι απελπισμένη για τη νιότη που της
+φεύγει· και ο καημός αυτός, πέφτοντας μέσα στη φλόγα την ερωτική,
+την κάνει κι αποθεριεύει και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά. Κι ο
+νέος άντρας πάλι πιο γλήγορα ψυχραίνεται όσο βλέπει να μαραίνεται
+το ρόδο της λαχτάρας του και βλέπει γύρω του νανθούν οι κάμποι της
+ζωής και τα γλυκά λουλούδια να χαιρετούν τις πλάνες πεταλούδες. . .
+
+Όταν, το μεσημέρι, κατέβαινε ο Νίκος απ’ τον τροχιόδρομο στη στάση
+της Γαργαρέτας κ’ έπαιρνε τους ανηφορικούς δρόμους να πάη σπίτι
+του, ψηλά, κάτω απ’ το λόφο του Φιλοπάππου, γύριζαν και τον
+κύτταζαν τα κορίτσια στις πόρτες, που περίμεναν τους άντρες του
+σπιτιού ναρθούν απ’ τη δουλειά να φαν ψωμί. Τα ξέρετε δα τα αιώνια
+κορίτσια στις καινούργιες συνοικίες με τα χαμόσπιτα, που
+αντιπροσωπεύουν τανέβασμα στα κοινωνικά σκαλοπάτια, μα ίσως και το
+ξεφύλλισμα της εργατικής οικογένειας, τα κοριτσόπουλα με την
+κορδέλλα φιόγκο πίσω στα μαλλιά, με σκερτζότζικη ποδίτσα και μπότα
+κουμπωτή — έτοιμα πάντα ναδράξουν το χαμόγελο που ανθίζει σε νέα
+χείλια κάτω από ένα μουστακάκι.
+
+Ήτονε να μην τονέ βρουν του γούστου τους, έτσι που περνούσε
+πεταχτός και καμαρωτός με το κεφάλι πίσω, χαριτωμένo παιδί
+σοβαρευούμενο, σταράτο, με κοντά μαλλιά μαύρα όλο κυματισιές σαν
+από ξύλο σκαλιστό; — κι απάνω στα πηχτά μαλλιά ήτον καθισμένη
+αλαφρά (σα νάτον αλήθεια πεταλούδα πούθελε να πετάξη) μια σταχτιά
+πεταλούδα που τη φορούσε ατσαλάκωτη! Κ’ είχε και κάτι μικρούτσικα
+αυτάκια ροδοκόκκινα σαν κορίτσι και τα δόντια του, όταν γέλαγε,
+ασπρίζανε σαν το ρύζι κάτω απ’ το μαύρο μουστακάκι, το άστριφτο
+ακόμα, που δεν εννοούσε να μεγαλώση: — έτσι έλεγε μέσα της κάθε
+φορά που τον κύτταζε με λαχτάρα και θαυμασμό για τα τόσα νιάτα, η
+άμοιρη η γυναίκα του. Το στόμα του γέλαγε καμμιά φορά, μα τα μάτια
+του δε γέλαγαν, παρά μόνο ανοίγανε διάπλατα σα νανθίζανε, με κάτι
+παράξενες κόρες διπλές και τρίδιπλες, γαλαζοπράσινες· και τα
+μακριά ματόκλαδα, ίδια κρόσσια που γύριζαν καταπάνω, έκαναν
+ολόγυρα στα μάτια μιαν αλλοιώτικη σκιά σαν από κλαδιά γερμένα σε
+βαθύ νερό, που σε τάραζε περισσότερο από ματιά και σε τραβούσε σα
+μαγνήτης. Κι’ ακόμα πιο ομορφότερος φαινότανε σαν έβγαζε στο σπίτι
+το σακάκι του και το κολλάρο και φορούσε μια παλιά λινή μπλούζα
+της δουλειάς, γιατί τότες έμενε γυμνός ο λαιμός του πούμοιαζε
+ελεφαντοκόκκαλο κιτρινισμένο, ολοστρόγγυλος και απαλός όπως
+σταρχαία αγάλματα των νέων θεών — αυτό όμως δεν τόξερε η γυναίκα
+του: εκείνη έβλεπε μονάχα το λαιμό του χωρίς να σκέπτεται τίποτα,
+με την ψυχή λυμένη. . . Αλήθεια κακό πράμα ναν’ η γυναίκα και μια
+μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα! Τον αγαπάει αλλοιώτικα, με μια
+φωτιά πιο άγρια που της πίνει όλη τη δροσιά — — —
+
+Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ
+δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες
+κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο
+μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά
+του, να στεφανωθή τη Βεργινία. Είχε κ’ η Βεργινία κοντά μια
+χιλιαδούλα και κάτι ρουχαλάκια απ’ τη μητέρα της, που την είχε
+αφήσει ολάρφανη σε μια δεύτερη της αξαδέρφη πούχε μια φορά κι αυτή
+τον τρόπο της, μα σαν απόμεινε χήρα έκανε τη σιδερώστρα. Ο πατέρας
+της, πούταν απόστρατος ανθυπομοίραρχος, είχε πεθάνει όταν ήτον
+πολύ μικρή.
+
+Καθόντουσαν τότε με τη θεια της στο Μεταξουργείο κι ο Νίκος έτυχε
+να περνάη μια μέρα με κάτι φίλους πούχαν τα σπίτια τους στη
+γειτονιά κ’ είδε τη Βεργινία στην πόρτα. Από τότες περνούσε
+καθεμέρα κ’ «επιμόνως» κι αυτή τον καλοκύτταζε γιατί τα μάτια του
+της είχαν κάνει μάγια. Το βράδυ της έκανε ταχτικά καντάδες με τους
+φίλους, στεκούμενοι όλοι μαζί μπουλούκι στην αγκωνή, κάτω απ’ το
+φανάρι· μέσ’ απ’ όλες τις φωνές, τις μπάσσες και τις τσιριχτές και
+τις τρεμουλάντες, αυτή ξεχώριζε τη δική του πούτον η πιο γλυκειά.
+. και σαν κύτταζε απ’ τη μισανοιγμένη γρίλλια του παντζουριού,
+θάρρευε πως ξάνοιγε τα μάτια του να λάμπουν κάτω απ’ τη φλόγα του
+φαναριού που χοροπηδούσε. . .
+
+Έτσι παντρεύτηκαν κ’ εκάμανε το σπιτικό τους.
+
+Απ' τη μέρα του γάμου του, που πήγαιναν οχτώ μήνες τώρα, ο Νίκος
+ούτε παρέες πια στα Πατήσια και στο Μοσχάτο, ούτε πιοτί στα
+υπόγεια του Άι-Φίλιππα και της Πλάκας κοντά στα μεγάλα βαρέλια
+ταραδιαστά, με τους μεζέδες απάνω στο στράτσο απ’ το μπακάλη
+βουτηχτούς σταλατοπίπερο, ούτε μπιλιάρδο στον καφενέ. Τίποτα πια!
+Απ’ το μαγαζί και στο σπίτι. Τον πείραζαν οι φίλοι του πως δεν τον
+άφηνε η γυναίκα του που τούχε λέει βαλημένα τα δυο του πόδια σ’
+ένα παπούτσι. Μα οι γειτόνοι έβλεπαν την αγάπη πούχε το αντρόγυνο
+— τόσο που όλο και τον κεντούσε το Νίκο με τα τσουχτερά του τα
+λογάκια ο Κυρ Μπάμπης, ο χοντρός μπακάλης στη γωνιά του κάτω
+δρόμου:
+
+ — Νισάφι! Την έφαγες τη γυναικούλα σου, Κυρ-Νίκο· δε βλέπεις πώς
+εγίνηκε;
+
+Μα δεν ήτον από του Νίκου τα φιλιά που έρρεβε η καημένη η
+Βεργινία. Κάθε άλλο! Όσοι δεν είδατε γυναίκα μαραμένη πώς
+ξανανθίζει μες του αγαπημένου αγοριού της την αγκάλη, πώς ροδίζουν
+τα μάγουλά της και φλογοκαίν τα χείλη της και τα μάτια της πετούνε
+σπίθες, θυμηθήτε τουλάχιστο τα μαραμένα τριαντάφυλλα στο νερό: πώς
+σηκώνουν τανθόφυλλά τους και ξαναπαίρνουνε δροσιά και χρώμα και
+χύνουν καινούργιο μύρο σα να ξεσκούν εκείνη τη στιγμή! . . . Αλλά
+για λίγες ώρες, αχ, για πολύ λίγες μοναχά — — Έτσι κ’ η Βεργινία,
+άμα ερχόταν ο Νίκος της! Ξάναβε — λες και μάζευε όσο αίμα της είχε
+απομείνει στις φλέβες της, τα στερνά της χρώματα όλα στα μάγουλά
+της και τα μάτια της γυάλιζαν υγρά και γινόταν πάλι όμορφη, σχεδόν
+όπως ήτον όταν τη στεφανώθηκεν, εδώ κι οχτώ μήνες.
+
+Στο σπιτάκι, πούχανε νοικιασμένα, είχανε μια μεγάλη κάμαρη στο
+ισόγειο και την κουζίνα στο υπόγειο. Είχανε δική τους αυλή με το
+πλυσταρειό κι όλα τα χρειαζούμενα. Α, ξέχασα! εξόν απ' τη βρύση
+που έτρεχε ολοένα, είχαν και τη ζαρωμένη μυγδαλίτσα. Το άλλο μισό
+σπίτι ήτον το όμοιο, μ’ ιδιαίτερην είσοδο· και καθότανε μια χήρα
+ενός δικαστικού κλητήρα με δυο κόρες της παντρειάς.
+
+Εικοσπέντε δραχμές πούδιναν το μήνα τι του πλέρωναν, κι ας ήτον
+και βουνό, γιατί μονάχα η θέα κι ο αέρας εκεί απάνω άξιζαν όσο να
+πης.
+
+Από πάνω ο βράχος του Φιλοπάππου που, ό,τι κρύο και νάκανε τώρα το
+χειμώνα, τους βαστούσε το Βορριά και τραβούσε όλες τις αχτίδες
+απάνω του και σαν έκανε καλωσύνη μύριζε πέτρα λιασμένη και μοναξιά
+βουνίσια και γαϊδουράγκαθο διψασμένο. Στο πλάι πίσω, πυργωμένη η
+Ακρόπολις, κόκκινη σαν κανέλλα, ίδια κάποιο ατίμητο αρχαίο
+χρυσαφικό μαυρισμένο απ’ την παλιοσύνη, με τις δυο κολωνίτσες που
+ξεχωρίζουν άσπρες και λιγνές αψηλά στο βράχο, κάτω από τα μαύρα
+τείχη, σα να φυλάν βάρδια μπρος απ' τη σπηλιά της Παναγίας. Έπειτα
+ο Άι-Γιώργης, αλλοιώτικος από 'δω, μια κανονικιά πυραμίδα
+ξεμοναχιασμένη σα νησί.
+
+Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τ ρ ε λ λ ό ς (πούχει τον ύπνο του
+για τρέλλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μιαν
+ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κ’ ησκιερή στο ξάπλωμά του. Κάτω του τα
+βουναλάκια του Βατραχονησιού και του Σταδίου μ’ ένα κομμάτι απ’ το
+μαρμαρένιο φέγγος, με λίγη πρασινάδα στον Αρδηττό πάνω από το
+Μετς, και με τα σπιτάκια των Παντρεμενάδηκων ανεβασμένα απανωτού
+για να δουν έναν ανεμόμυλο στην κορφή, αφημένον έρημο με τα φτερά
+βγαλμένα. Και στο στήθος αυτών των γλυκών λόφων ένας μεγάλος
+μαύρος λεκές: τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου που από μακριά
+φαίνονται σα να κοιμούνται ορθά, τόνα κοντά στάλλο. . .
+
+. . Μα δεν κοιμούνται, παρά βουίζουν όλα μαζί σιγαλά και γλυκά σαν
+άρπες αλαργινές κι ονειρεμένες· και πίσω από το πιο μελανό και πιο
+βουερό κυπαρίσσι κουρνιάζει κρυμμένος ο Χάρος και βγαίνει κάθε
+νύχτα με τασημένιο δρεπάνι, πούχει το κρεμασμένο απάνω στον
+ουρανό, κουκουλωμένος σε μαύρο ράσο ή με λουλούδια στο κεφάλι, και
+σιγοπατάει στους δρόμους και καβαλλάει μάντρες κι ανοίγει τα
+κλειστά παράθυρα και τις αμπαρωμένες πόρτες και πέρνει εκείνους
+που κρύβουν το πρόσωπο μέσα στα προσκέφαλα για να μην τον ιδούν κι
+αφήνει, γελώντας με τα δόντια δίχως χείλια, όσους του φωνάζουνε να
+τους λυτρώση. Μα και μέρα βγαίνει και τότε κανείς δεν τονέ βλέπει,
+γιατ’ είναι ντυμένος με του ήλιου τις αχτίδες και πιο φεγγερός από
+τον ήλιο. . . !
+
+Και πιο πέρα πιάνουν κάμποι κι άλλοι λόφοι, που πρασινίζουν απ' το
+Γεννάρη, πλατιά ξαπλωμένοι· κι ανεβαίνουν αγάλια-αγάλια όλοι μαζί
+αψηλά και με τον άσπρο δρόμο του Φαλήρου αντάμα, σα να τον πιάνουν
+απ’ το χέρι να τονέ σηκώσουν, ίσαμε το σπιτάκι· κ’ έπειτα τρέχουν
+πάλι όλοι μαζί τον κατήφορο ως πέρα στη θάλασσα. Αχ, η θάλασσα!
+τώρα σα γλαυκός αχνός κι όχι σα νερό, ανεβασμένη απάνω στον
+ουρανό, τώρα πάλι σαν ασπίδα χρυσή στον ήλιο: και στης ασπίδας τον
+αφαλό ένα γιγάντιο μυτερό πετράδι ζαφειρένιο, η Αίγινα με τον ιερό
+της κώνο. . .
+
+Λόφοι εσείς απαλοί και πράσινοι και θάλασσα αρχαία που λάμπεις, με
+τα μαύρα καράβια των καημών που σε σιγοπερπατούν! πόσα μάτια σας
+έχουν κυττάξει απ’ τον παλιό καιρό, εδώ απ’ το βουνό του
+Φιλοπάππου απάνω, σαν τώρα που ξαστράφτει η ομορφιά σας, κι απ' τα
+αιώνια νιάτα σας άντλησαν ελπίδα για της ζωής τη χαρά! Κ’ έσβησαν
+όλα τα μάτια που σας αγναντέψανε, μα εσείς στεκόσαστε αυτού και
+δίνετ’ ελπίδα για της ζωής τη χαρά στα μάτια που θα σβήσουν!
+
+Κύτταζε κ’ η Βεργινία από πάνω απ’ τη μάντρα της αυλής της κι από
+το μόνο παράθυρο της κάμαρής της κ’ έπαιρνε κουράγιο κ’ ελπίδα από
+τη χαρά της αλαργινής χλόης κι από της θάλασσας τη λάμψη, τη
+γλαυκή κι αμάραντη, πως σαν ερχόταν το καλοκαίρι και πιάναν οι
+ζέστες, θε να δυνάμωνε κι αυτή και θε να στερέωνε η υγεία της.
+Έτσι της είχε πη ο γιατρός ο γυναικολόγος, πούχε φέρει ο Νίκος
+όταν της ήρθε εκείνο το περιστατικό, στον τρίτο μήνα της απάνω,
+που κόντεψε να πεθάνη κι από τότε δεν είχε δη χαΐρι.
+
+Ήρθε δυο φορές τότες ο γιατρός και της είχε δώσει κάτι στάλες
+κόκκινες, πικρές φαρμάκι, να τις παίρνη, προτού να φάη και κάτι
+μαύρα χάπια που έλεγε ο Νίκος πως ήτανε σίδερο για να δυναμώση να
+γίνη σίδερο. Θυμόταν το γιατρό με τα γυαλάκια του, με τα γενάκια
+τα ξανθά, γυαλιστερά και μοσχομυρισμένα από πουμάδες και κομμένα
+κάτω στα ίσα, ολόγυρα στο πλατύ άσπρο πρόσωπο με τα ροδοκόκκινα
+μαγουλάκια. Τι σαχλός που ήτον! Κ’ έκανε και το νόστιμο· κι όλο
+γελούσε για να φαίνονται τα δόντια του· κι όλο ακκουμπούσε στο
+μπαστούνι του με την ασημένια γοργόνα για να δείχνη τα παχουλά του
+τα χέρια. Κοντά του στεκόταν ο Νίκος, το μελαχρινό και ανδρικό
+αγόρι. Για κύττα τον έναν, κύττα και τον άλλον! Τι διαφορά! Κ’ η
+καρδιά της χτυπούσε πιο γλήγορα ίσαμ’ απάνω στο λαιμό από μιαν
+αλάλητη τρυφερότητα και παράδοση όλης της υπάρξεώς της στο γλυκόν
+της το Νίκο και σαν από μιαν ελπίδα, που δεν υπάρχει πιο γλυκειά
+για τη γυναίκα. . .
+
+Δεν της είχε πη ο γιατρός πως την είχε σαβανώσει για πάντα εκείνην
+την ελπίδα που δεν υπάρχει πιο γλυκειά για τη γυναίκα: να γίνη
+μητέρα. Κ’ έτσι έλπιζε πάντα, άμα που θαρθή το καλοκαίρι ναλλάξουν
+τα πράματα.
+
+Κι όταν ο Νίκος την κύτταζε βαθιά με τα μεγάλα του τα μάτια σαν
+άνθη που ρωτούσανε, νόμιζε πως γι’ αυτό τηνέ ρωτούσαν και χαμήλωνε
+τα δικά της και χλώμιαινε ακόμα περισσότερο από τη ντροπή της που
+δεν ήτον ακόμα γερή σαν πρώτα.
+
+Ο Νίκος όμως δεν ήτον τυφλός κι ούτε κουφός να μην ακούη τα τι
+λέγανε στη γειτονιά και προ πάντων τα κορίτσια καθώς περνούσε:
+«Κρίμας το νέο να πάρη εκείνη τη χτικιάρα!» — —
+
+Μια μέρα βγήκε η Βεργινία απ' την πόρτα του σπιτιού της ναδειάση
+το κασσόνι με τα σκουπίδια πίσω από τη γωνιά της μάντρας, κατά το
+βουνό, που ήτανε σωροί-σωροί λιθάρια και σπασμένα μπουκάλια και
+πιάτα και παλιόχαρτα και πάτοι από ντενεκέδες και στριφογυρισμένα
+τσέρκια από βαρέλια και λαμποκοπούσαν όλα στον ήλιο σα θησαυροί
+ατίμητοι. Έκανε τώρα να γυρίση πίσω, λαχανιασμένη, μόλις σέρνοντας
+τα πόδια της, κ’ έξαφνα βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια
+γειτόνισσα απ’ τον κάτω δρόμο, την Κερ-Αριστείδαινα, πούτον αδερφή
+της χήρας του δικαστικού κλητήρα που κατοικούσε πλάι, κ’ ερχόταν
+κι αυτή να ρίξη τα σκουπίδια της.
+
+ — Καλέ κορίτσι μου, της λέει εκείνη μόλις που την αντίκρυσε,
+τρελλάθηκες, στην κατάσταση που βρίσκεσαι, να σηκώνης κοτζάμ
+κασσόνι και να το κουβαλάς μισή ώρα δρόμο! Δεν πας να δης στον
+καθρέφτη τα χείλια σου πώς γινήκανε! Μήστητί μου Κύριε! Δεν
+παίρνεις κανένα κοριτσάκι να σου βοηθάη στη χοντρή δουλειά, αφού
+δεν έχεις την υγειά σου; Εσείς τον τρόπο σας τον έχετε. Ναν’ καλά
+ο άντρας σου! Δυό νοματέοι είσαστε. Από παιδιά κι από σκυλλιά έτσι
+κ’ έτσι δεν έχεις φόβο. Αυτό να το βγάλης απ’ το νου σου. Μας
+τόχει πη εμάς ο γιατρός· τον αρώτησε η αδερφή μου —
+
+Σαν άκουσ’ έτσι η Βεργινία πάγωσε όλη· ο λάρυγγας της έκλεισε· τα
+μάτια της ανοίξανε διάπλατα, θόλωσαν, οι βολβοί γυρίσανε μέσα και
+φάνηκε όλο τασπράδι. . και σωριάστηκε χάμω, άσπρη σαν το σεντόνι,
+απάνω στο σωρό των σκουπιδιών που έλαμπαν —
+
+Έμπηξε η Κερ-Αριστείδαινα τις φωνές και βγήκε η αδερφή της με τις
+κόρες της κ’ έτρεξαν και κάτι άλλες γειτόνισσες και τη μπάσανε
+σπίτι της και με τριψίματα και ξύδια, έπειτα από κάμποση ώρα, τη
+συνεφέρανε.
+
+Σαν ήρθε το μεσημέρι ο Νίκος, τον περίμεναν απέξω από την πόρτα
+του οι γυναικούλες για γα τον προφτάσουν τα μαντάτα και να του
+πουν πως δηλαδή δεν κάνει καλά να την αφήνη τη γυναίκα του να
+παιδεύεται με το νοικοκυριό της, αφού δεν έχει την υγειά της.
+«Όλος ο κόσμος το λέει αυτό κ’ είναι κρίμας, γιατ’ είναι ήσυχη
+γυναικούλα και φρόνιμη — μόνο που δεν έχ’ υγεία! Ο λόγος είναι να
+μην πάθη κανείς κι απέ ύστερα — βλαστήματα! Εμ χάνεις τον άνθρωπό
+σου, εμ βασανίζεσαι και ξοδεύεσαι στα γιατρικά! . . .»
+
+Ο Νίκος γίνηκε κατακίτρινος σαν το φλουρί· τα μάτια του μαύρισαν.
+Ευχαρίστησε τις γυναίκες για τη συμπάθεια που του δείχνανε, μόλο
+που τουρχότανε να τις πνίξη με τα δύο του τα χέρια.
+
+Ηύρε τη Βεργινία στο κρεββάτι, κλαμένη, με ταριά της τα κόκκινα
+μαλλιά μουσκεμένα· δεν μπόραγε να σήκωση το χέρι της απ' την
+αδυναμία — — Δεν έβγαλε το σακκάκι του, ούτ’ έβαλε ψωμί στο στόμα
+του· μόνο το ένα του παπούτσι τράβηξε λιγάκι, γιατί τονέ στένευε.
+Έβαλε να ζεσταθή στο καμινέτο λίγο γάλα, πούπαιρναν κάθε πρωί απ’
+την κατσίκα μιας γειτόνισσας. . έπειτα κάθισε κοντά στο κρεββάτι
+και της τόδωσε της Βεργινίας να το πιεί, ανασηκώνοντας της το
+κεφάλι.
+
+Η Βεργινία ήθελε να του πη, μα δεν μπόραγε να βγάλη μιλιά — μόλις
+που κατάπινε. Κύτταζε το χέρι του που κρατούσε το φλυντζάνι, το
+αντρίκιο και δυνατό με τις μαύρες τριχίτσες ως απάνω στα δάχτυλα,
+πούτον αγριεμένο και χονδρόπετσο απ’ τα ξύλα και τα εργαλεία, και
+τώρα γινότανε σα γυναικείο, για να της δώση να πιή και της ήρθε να
+το φιλήση, να το φιλήση — μα ντράπηκε —
+
+Κι αυτός δεν της έλεγε τίποτα. Στην αρχή, καθώς μπήκε μέσα, της
+είπε:
+
+ — Δεν έχεις τίποτα. Αύριο θα σου φέρω το γιατρό να σου γράψη
+κανένα άλλο γιατρικό να σου περάση.
+
+Κ’ έπειτα δε μίλησε πια, παρά κύτταζε μπροστά του. . .
+
+Είναι άνθρωποι που ζούνε σα χόρτα και κοτρώνια — ζουν και δε
+μιλούνε, μόνο βλέπουν τη ζωή τους σαν τα χόρτα και τα κοτρώνια: τη
+βλέπουνε σε μεγαλύτερο βάθος, με περισσότερη ένταση από εκείνους
+που ξεφωνίζουν και ξέρουν και λεν το τι αισθάνονται — γιατί μπορεί
+και λέγεται με λόγια. . .
+
+Κύττα λοιπόν κ’ εσύ, αγόρι μου, τον άσπρο γύρο τον κολλαριστό του
+νυφικού σου κρεββατιού και μέτρα τις θηλειές της χερόπλεχτης
+νταντέλλας κάτω-κάτω! Κύττα μια μεγάλη άρρωστη μύγα, που δεν
+πέθανε το χειμώνα, πώς πετάει, βαριά, με βόμβο μονότονο από το
+τζάμι στην πλεχτή κουβέρτα και πίσω! Ξεχώριζε με τα μάτια σου τα
+πολύχρωμα κουρελάκια πούναι φτειαγμένο το χαλάκι μπροστά στον
+καναπέ: τέσσερα κόκκινα και στη μέση ένα μαύρο, τέσσερα μπλε κ’
+ένα μαύρο και πάλι κόκκινα με πράσινο, και στο καθένα μια
+σταυροβελονιά με κίτρινο μετάξι . . . Αχ τι στενοχώρια τι
+στενοχώρια! —
+
+Όλα αυτά ειν’αιώνια μπροστά στην χαρά της ζωής! –
+
+Κι αν τα μάτια σου αγναντεύουν φως χρυσό και καθρεφτίζουν τη
+θάλασσα την μακρινή και τον ουρανό που κατεβαίνει ως μέσα στο
+παράθυρό σου – από τα βάθη τους όμως αναβρύζει σκοτάδι, σκοτάδι,
+σκοτάδι. . .
+
+Την άλλη μέρα ήρθ’ ο γιατρός για τη Βεργινία. Έβαλε ταυτί του στην
+καρδιά της που μόλις ακουγότανε (με μισόκλειστα μάτια κύταζε
+χαδευτικά την ξανθή γενιάδα του πούτον πλαγιασμένη με φιλάρεσκη
+συγκατάβαση απάνω στο φτωχό στήθος της Βεργινίας). . έπειτα έπιασε
+το σφυγμό. . κύτταξε τα ματόφλουδά της από μέσα πούταν ξέχρωμα —
+ανασήκωσε με το δαχτυλο τα χείλια της να δη τα γουλιά πούταν κι
+αυτά σχεδόν άσπρα. Είπε πως έχει μεγάλη αναιμία και να μείνη
+κάμποσες μέρες στο κρεββάτι ακίνητη ως ναναλάβη. Την εμπόδισεν εδώ
+και πέρα να κάνη τον παραμικρότερο κόπο κι ούτε και να συγχίζεται.
+Έπειτα έγραψε κάτι καινούργια φάρμακα: πρώτα ένα νερό κιτρινωπό
+σαν τσάι που θα γράφη απόξω στο μπουκάλι «Δακτυλίτις», να παίρνη
+δυο κουτάλια της σούπας, ένα το πρωί κ’ ένα το βράδυ, για τρεις
+μέρες το πολύ, κ’ έπειτα από λίγες μέρες ξανά δεύτερο έν' άλλο που
+θάχη χρώμα σκούρο κόκκινο και θα λέη «Κολά», να βάζη από μισό
+κουταλάκι ή καμμιά εικοσαριά στάλες στο κρασί της — τρία δάχτυλα
+κρασί μαύρο κάθε φορά, όχι περισσότερο. Φαΐ δυναμωτικό κι αλαφρό:
+σούπα μ’ αυγό χτυπητό, λίγη μπριζόλα με το αίμα, μυαλό και
+σοκολάτα πλάκες όση θέλει. Και να παίρνη πάντα τις πικρές της
+στάλες και τα χάπια. Σε δύο-τρεις μέρες, είπε, θα ξαναπεράση.
+Συμβούλεψε κι αυτός το Νίκο να πάρη κάποια γυναίκα στο σπίτι να
+νοιάζεται και την άρρωστη, όταν θα λείπη αυτός. Ο Νίκος τον
+ξέβγαλε ίσαμ’ έξω απ’ την πόρτα. Στάθηκαν απόξω και μίλησαν αρκετή
+ώρα! . . .
+
+Ο Νίκος ξαναμπήκε μέσα κατσούφης.
+
+ — Να πας στη θεια Ελέγκω, του είπε η Βεργινία, να της πης να μας
+στείλη τη Λιόλια, την ανεψιά του αντρός της. . . Είναι καλό
+κορίτσι. . δεν έχει κανένανε στον κόσμο. . . Σαν ήμουνα στης θειας
+ήτανε μικρή. . πήγαινε στων Απόρων Γυναικών. Τώρα θα κοντεύη
+δεκαεφτά χρονώ. Η θεια μπορεί να κάνη και χωρίς αυτήνα . . .
+
+Λαχάνιασε για να πη αυτά τα λίγα λόγια και τα μάτια της κύτταζαν
+τον Νίκο σαν να του ζητούσανε συγχώρηση.
+
+ — Λιόλια τη λεν; — είπε μοναχά ο Νίκος.
+
+Τι γλυκό που ακούστηκε τόνομ’ αυτό απ’ το στόμα του και σα με μιαν
+απήχηση πίσω του — τόσο που ξαφνίστηκε κι ο ίδιος. . .
+
+
+
+&Τάσπρα μάτια.&
+
+
+
+Έτσι λοιπόν ήρθε η θεια Ελέγκω κ’ έφερε τη Λιόλια.
+
+Ήτονε σχεδόν παιδί ακόμα, που δεν έδειχνε πως τάχε κλεισμένα τα
+δεκάξη, καθώς έλεγε η θεια, — ένα κοριτσάκι με κοντό φουστανάκι,
+απαλό και στρουμπουλό σαν κάτι άσπρες γατίτσες που νομίζεις πως
+δεν έχουν κόκκαλα. Είχε μεταξένια καστανά μαλλάκια με λάμψεις
+χρυσές και χείλια κόκκινα και υγρά, μισανοιγμένα σαν ανθόφυλλα.
+Σαν κάποιο ξημέρωμα γλυκό ήτον απάνω της, αλάλητο.
+
+Καθότανε ντροπαλή στην άκρη του καναπέ και ξέφτιζε τη φράντζα του
+τραπεζομάντηλου που ήτον είδος κινέζικο, μαυροκίτρινο, και τόχε
+αγοράσει η Βεργινία τέσσερες δραχμές από 'να γυρολόγο. . .
+
+0 Νίκος στεκόταν ορθός στον κομμό και στριφογύριζε απάνω σε δυο
+του δάχτυλα την αλυσσίδα των κλειδιών του. .
+
+Ενόσω μιλούσε η θεια Ελέγκω, ξεχειλιστή απάνω στην καρέκλα κοντά
+στο κρεββάτι της Βεργινίας, τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά
+κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της
+Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες:
+στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις
+κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί
+μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν
+. . .
+
+Λαχτάρα μου! — — —
+
+Η Βεργινία ήτον πολύ ξαναμμένη και μιλούσε με κόπο, μα και με μια
+ξεχωριστή ζωηράδα, λες και μάζευε όλη της τη δύναμη για να κρύψη
+απ’ τους ξένους το χάλι της.
+
+Σαν τα αποείπανε, σηκώθηκε η θεια Ελέγκω να φύγη φίλησε τη
+Βεργινία:
+
+ — Θάρχωμαι, Βεργινίτσα μου, να σε βλέπω πιο συχνά τώρα· να βλέπω
+και πώς τα πάει κ’ η Λιόλια. Μη σεκλετίζεσαι! περαστικά είναι. Νά
+κ’ εμένα που με βλέπεις τόση κι άλλη τόση, τα ίδια δεν τράβηξα το
+πρώτο χρόνο της παντρειάς μου; θα πης πως δεν έκανα παιδιά! —
+Ξορκισμένα νάναι! Άμα έχης τον άντρα σου, τι άλλο θέλεις; για
+μπελά μόνο; . . . Κ’ εσύ, Λιόλια, το νου σου! να κυττάς τη
+Βεργινία που την είχα σαν παιδί μου — προσεχτική και πρόθυμη σαν
+κορίτσι του σπιτιού. Κι ό,τι σου πη ο Κυρ Νίκος που είν' ο
+καημένος κι αυτός σαστισμένος. . . Από νοικοκυριό πια άλλο τίποτα,
+Βεργινίτσα μου. Την έχω στρωμένη. Αμ τα ξέρεις δα κ’ εσύ! . . .
+Περαστικά Κυρ Νίκο! αυτά έχ' η παντρειά. Μικρός-μικρός μπήκες στα
+βάσανα, έ — ε — έχ! Όποιος τρώει τα καρύδια σπάνει και τα τσέφλια,
+Κυρ Νίκο μου — ού . . .
+
+Και βγήκεν έξω, σκασμένη στα γέλοια για ταστείο της.
+
+Κι απόμειναν οι τρεις μονάχοι —
+
+Της φώναξε αχνά της Λιόλιας η Βεργινία και της είπε να πάρη τα
+κλειδιά, να βγάλη λάδι απ’ το ντουλάπι της κουζίνας και να ψήση τα
+ψαράκια πούχε φέρει ο Νίκος αποβραδύς, να βράση το γάλα και ταυγά.
+. .
+
+Τα γλήγορα κι αλαφρά πατήματά της απηχήσανε στα σανίδια της
+κάμαρης κ’ έξω στις πλάκες της αυλής. Και σε λίγο ξανάρθε μέσα και
+ρώτησε τη Βεργινία να κάμη λίγα ψάρια και στη σχάρα με το λεμόνι;
+και πάλι τάπ — τάπ — τάπ έκαναν τα βήματά της. . . κ’ έκανε άνεμο
+με την κοντή φουστίτσα της, σα γοργοδιάβαινε με τα κλειδιά
+κουδουνιστά στην τσέπη της ποδιάς της που η πρώτη της δουλειά
+ήτονε να τη βγάλη από το μπογαλάκι πούχε φέρει μαζί της και να τη
+φορέση. . .
+
+. . Ένας αέρας αλλοιώτικος, σαν κάποιο φως μπήκε στο σπίτι που ως
+τώρα ήτον αφώτιστο, πνιγμένο απ’ την περίχυτη κούραση και το
+βαστηγμένον πόθο της άρρωστης γυναίκας.
+
+Όταν γύρισε ο Νίκος απ’ το μαγαζί, έλαμπε από τάξη και πάστρα η
+κάμαρη που δύο μέρες τώρα είχε μείνει ασυγύριστη: μια γλυκειά
+ησυχία ήτον πεσμένη απάνω στα έπιπλα, στης Βεργινίας το κρεββάτι,
+με την άσπρη κουβέρτα όμορφα τεντωμένη, και στο πρόσωπο της
+Βεργινίας ακόμα πούτον πιο άσπρο απ’ το προσκέφαλο της,
+ταναπουπουλιασμένο.
+
+Αισθάνθηκε τότες ο Νίκος πως δεν ήτον πια μονάχος στο σπίτι μ’
+αυτόν το μυστηριώδικο εχθρό, την κρυφή αρρώστια που έτρωγε το
+κρέας της γυναίκας του κάτω απ’ το πετσί της και της έπινε το αίμα
+και τη νειότη της.
+
+Γύρισε η Βεργινία το κεφάλι της να τονέ χαιρετήση και φάνηκε το
+άσπρο των ματιών της σταχτερό, χωρίς λάμψη κ’ η κόρη ξέχρωμη, σα
+νάταν η κόρη και τασπράδι ένα πράμα. Άνοιξε τα χείλια της τα
+παννιασμένα να του χαμογελάση κ’ είδε ο Νίκος τα γουλιά σαν από
+ξέθωρο, σβησμένο κοράλλι, πούκαναν τα δόντια της να φαίνονται
+κατακίτρινα.
+
+Τι λύπη! τι λύπη! — — — —
+
+Κ’ η ματιά του έπεσε και στο πρόσωπο της Λιόλιας, που μόλις μπήκε
+αυτός μέσα, σηκώθηκε απ’ την καρέκλα κοντά στο κρεββάτι που
+καθόταν κ’ έραβε και τονέ χαιρέτησε μ’ ένα βυσσινύ χαμόγελο,
+ρίχνοντας με το χέρι πίσω κάτι σγουρόμαλλα απ’ το μέτωπό της. Και
+το χαμόγελο αυτό, η όψη της η ανθισμένη σα να τον ξεκούρασαν απ’
+τη λύπη του μονομιάς, σα να τούδωσαν κάποιο θάρρος αλοιώτικο και
+μίαν ελπίδα αόριστη για κάτι καλό πούτονε νάρθη, αφάνταστο.
+
+Άθελα, εκεί που κάθησε να φάη, ακολουθούσε με το βλέμμα του τη
+Λιόλια που μπαινόβγαινε κ’ οι ματιές του ακκουμπούσανε σκεπτικές
+στα καστανά της τα μαλλιά, που τάχε σηκωμένα πίσω αψηλά σε μια
+χοντρή πλεξούδα, έπειτα πάλι έπεφταν απάνω στο στενό της το
+πολκάκι, στα κουμπάκια που σπαράζανε σε κάθε αναπνοή της. . ·
+
+Κ’ η Λιόλια κάθε τόσο έλεγε με μια φωνή χαμηλή και τραγουδιστή:
+
+ — Κυρία Βεργινία! να σας φέρω τώρα το ζουμί σας;. . . Να σας κόψω
+τη μπριζόλα σας; Να βάλω να ζεσταθή το γάλα σας ή το θέλετε το
+βράδυ;. . . Θα του φθάση το φαΐ του Κυρίου Νίκου ή να του ψήσω και
+δυο αυγά;
+
+ — Πώς να δη ο Νίκος τάσπρα μάτια της Βεργινίας καρφωμένα απάνω
+στο πρόσωπό του, αφού κύτταζε αλλού; Το περίεργο μόνο είναι πως
+δεν ανταμώθηκαν οι ματιές του απάνω στης Λιόλιας το κορμί, γιατί
+και της Βεργινίας τάσπρα μάτια περπατούσανε μαζί με τα καμώματα
+της Λιόλιας και πήγαιναν απ’ τη Λιόλια στο Νίκο και πίσω. . .
+
+Ω σκεπτικά μάτια του νέου αγοριού, τι φταίτ’ εσείς που
+γλυκαινόσαστε, σαν ήσαστε πρώτα πικραμένα και τυφλά απ' το σκοτάδι
+κ’ έξαφνα αγναντεύετε ένα λουλούδι γλυκό που σιγοκαμπανίζει μέσα
+στην αύρα της ψυχής σας;. . . Λάμπει πάλι χρυσός ο ήλιος της
+νεότητός σας και ξυπνάει η λαχτάρα σας σαν κάποια μοσχοβολιά
+πούτον κρυμμένη βαθιά-βαθιά κάτω από τους μαραμένους μενεξέδες. .
+.
+
+Κ’ η Βεργινία είδε τα μάτια του αγοριού της να γλυκαίνωνται,
+νανοίγουνε διάπλατα σαν άνθη στον ήλιο, όταν ακκουμπούσαν απάνω
+στα μαλλιά της Λιόλιας και στα χείλια της τα υγρά κι ανοιγμένα
+πάντα σαν κόκκινα ανθόφυλλα και στο πολκάκι της με τη σειρά
+κουμπάκια, και δεν έβλεπε πια τίποτε άλλο απ’ όσα ήτανε γύρω της
+κι απ' όλη τη ζωή που είχε ακόμα μέσα της κι απ’ όλη την αρρώστια
+που της είχε ζωσμένο το κορμί της και της τότρωγε – τίποτα! εξόν
+αυτό μονάχα. . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+ — Πού θα τη βάλωμε να κοιμηθή, είπε η Βεργίνα του Νίκου, άμα ήρθε
+το πρώτο βράδυ. Και σα ναπαντούσε γι’ αυτόν, πρόσθεσε με βία: Στην
+κουζίνα είναι πλάκες και δεν έχομε στρίποδα. . ούτε και ρούχα —
+
+ — Να πέση στο κρεββάτι μαζί σου κ’ εγώ στρώνω χάμω.
+
+Η Βεργινία κούνησε το κεφάλι της πως «όχι» —
+
+ — Τότε να στρώση την αντρομίδα μπροστά στο κρεββάτι κοντά σου,
+μήπως και θέλησης τη νύχτα τίποτις. . .
+
+ — Δε φθάνουν οι κουβέρτες —
+
+ — Της δίνομε το πάπλωμα κ’ εμείς σκεπαζόμαστε με το νυφικό μας.
+
+Μια λάμψη πέρασε από τα ξεθωριασμένα μάτια της Βεργινίας σαν
+αντιφεγγιά από κάποια φλόγα που 'καιγε άσωστη στα βάθη της ψυχής
+της. . .
+
+Έτσι κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα η άσπρη Βεργινία και ο μαυρειδερός
+ο Νίκος σκεπασμένοι με το νυφικό τους πάπλωμα από ατλάζι γαλάζιο,
+με κίτρινη φόδρα, με τους πολλούς μπακλαβάδες και τις όμορφες
+στριφτορραφές ολόγυρα, που απ’ τη νύχτα του γάμου τους έμενε
+κλεισμένο μες το σεντούκι και μόνο κάθε μεγάλη σχόλη στρωνόταν
+αποπάνω απ’ το κρεββάτι κι άπλωνε τη γλυκειά του λάμψη σα θάλασσα
+Κυριακάτικη. . .
+
+Αλήθεια σα θάλασσα γαλάζια και εκστατική έμοιαζε καθώς ήτονε φαρδύ
+και μακρύ και χυνόταν ίσαμε κάτω στα πάτωμα.
+
+Του Νίκου, πούτονε γυρισμένος κατά τον τοίχο, μόλις φαινότανε λίγο
+το κατσαρό μαλλί που τόχε τούφφα πάνω απ’ το μέτωπο. Μα της
+Βεργινίας το πρόσωπο ήτον όλο απόξω, σα να φοβότανε μην πνιγή, κι
+άσπριζε σα μια χούφτα αφρός απάνω σ’ ένα κύμα απλωτό — αφρός που
+δεν ήθελε να λυώση. Και στα βάθη του αυτό το κύμα έκρυβε τη δύναμη
+και την αρρώστια — κ’ η αρρώστια λαχταρούσε τη δύναμη, την
+κοιμισμένη. . . Και το κύμα έπεφτε από πάνω από της Βεργινίας το
+αδυνατισμένο κορμί και φιλούσε της Λιόλιας, που κοιτότανε στο
+πάτωμα, το γλυκό παρθενικό κεφάλι. . .
+
+Όλη τη νύχτα τα μάτια της Βεργινίας ασπρίζανε μες στο σκοτάδι που
+χύθηκε βαρύ και βουερό σαν απόσβησε το καντήλι, ορθάνοιχτα. . κ’
+έκαναν τον ίδιο δρόμο πούκαναν όλη την ημέρα: απ’ το μέρος του
+Νίκου κατά το μέρος της Λιόλιας — χωρίς να βλέπουν. . . ως που
+ξημέρωσε — —
+
+Και περνούσαν οι μέρες. . .
+
+Όταν ο Νίκος τη ρωτούσε τώρα τη Βεργινία πώς ήτον και της μιλούσε
+με τόση γλύκα, με τόσα πολλά λόγια — αυτός που άλλη φορά σε μιαν
+εβδομάδα μέσα δεν εύρισκε τόσες λέξεις να της πη — και με μιαν
+ηχερή φωνή που σα νάτρεμε κρουσταλλένια κάτι χαρούμενο μέσα της,
+και μονάχος του της έδινε να παίρνη τα γιατρικά της και της
+μετρούσε τις στάλες σα να τις χαιρόταν κι αυτές ακόμα, και της
+έκοβε τη μπριζόλα και της βαστούσε το πιάτο της σούπας της με το
+χτυπητό αυγό, για να μη σηκώνη πολύ το χέρι της και κουράζεται, —
+η Βεργινία κυττούσε μονάχα τα μάτια του. Και πολλές φορές συνέβηκε
+να χυθή το γιατρικό κ’ η σούπα επάνω της, γιατί κι αυτός κυττούσε
+αλλού — — —
+
+Και περνούσαν οι νύχτες. . .
+
+Τι νύχτες ήταν εκείνες! Δεν ήταν ο Νίκος που κοιμότανε στο πλευρό
+της; — τόσο βαθιά, τόσο βαθιά! — Γιατί δεν την έσφιγγαν τα δυνατά
+του χέρια σαν πρώτα; γιατί δε γύρευαν τα χείλια του τα δικά της; —
+το ζεστό κορμί του το δικό της που κρύωνε αιωνίως;. . . Αχ, η
+Πίκρα κ’ η Σιγαλιά κάθονταν άγρυπνες στο προσκέφαλό της και της
+έπιαναν τα στήθια και της πάγωναν τα χέρια ίσαμε τα νύχια. . και
+την καρδιά του Νίκου —
+
+Όλη η ζωή που της έμενε είχε μαζευτή αυτόν τον καιρό στα μάτια
+της: αυτά μιλούσαν, αυτά φώναζαν, αυτά έτρεχαν απάνω — κάτω και
+σηκώνανε χέρια παρακαλεστά, αυτά σπάραζαν και σβήνανε λιγόθυμα. Η
+ίδια δεν είχε πια δύναμη να τα κάνη όλ’ αυτά κ’ η φωνή της δεν
+μπόραγε να πη τα όσα ήθελε. . .
+
+Δεν πέρασαν δεκαπέντε μέρες, κ’ η Βεργινία κατάλαβε πως για νάναι
+του Νίκου τα μάτια πάντα γλυκά σαν τώρα κ’ η φωνή του τόσο διάτορη
+και κρουσταλλένια και κρυφοχαρούμενη, αυτή ήτον πια περιττή — και
+κατάλαβε τότες πως δεν της χρησίμευε πια ούτε της ίδιας να ξαναύρη
+την υγειά της.
+
+Κι αυτό την έρριξε πιο βαριά κάτω.
+
+Όταν ξανάρθε ο γιατρός της έγραψε κι άλλη Δακτυλίτιδα κάθε δυο
+ώρες τώρα, και πάλι δυναμωτικά κ’ είπε να μη σηκωθή απ’ το
+κρεββάτι — μα και να ήθελε, μπορούσε; — —
+
+Και ο Νίκος καθεμέρα γινόταν πιο πεταχτός, πιο χαρούμενος. — Σαν
+περπατούσε στο δρόμο ανασήκωνε τις φτέρνες πριν ναγγίξουν το χώμα,
+έρριχνε πίσω το κεφάλι και κύτταζε ολόγυρα με μάτια φεγγερά να δη
+τον κόσμον όλο πούτονε δικός του . . κι ανάσαινε βαθιά με τα
+ρουθούνια διάπλατα, σα να μην τούφθανε ο αέρας γύρω για τα δυνατά
+πλεμόνια του. . . Στο μαγαζί του λέγανε: «Μωρέ Νίκο! τι έπαθες,
+μωρέ Νίκος μπας και σούρθε καμμια κλερονομιά;» — Κι’ αυτός
+γελούσε: «Εγώ τι έπαθα, για εσείς τι πάθατε και κοιμόσαστεν
+ορθοί!»
+
+Να τονέ βλέπατε πώς έπιανε το σκαρπέλλο και τη σγόρμπια στο χέρι
+και τα χτυπούσε με τη ματσόλα μες το ξύλο σα νάθελε να τα κάμη όλα
+τρίψαλα! Ο μάστοράς του φώναζε: «Ε!! Νίκο! έχει εκατό δραμές αυτή
+η καρυδιά! Δεν είμαστε, καλά, λέω 'γώ!» Αυτός όμως μάζευε τα
+χαλινάρια του τη στιγμή πούπρεπε και γύριζε ταργαλείο με μια
+στρογγυλή και τρυφερή κίνησι σαν αγκάλιασμα, γλήγορη κι απαλή σα
+χάδι κρυφό, κ’ έξυνε κ’ έγλυφε το αυγό που σκάλιζε και την αχιβάδα
+και το φλασκόφυλλο και τον άκανθο, ως που το σίδερο γινότανε φωτιά
+μέσα στα χέρια του. Και το ζεστό σίδερο φιλούσε, φιλούσε το ξύλο
+κι αυτό γινότανε μαλακό και γλυκό, σα να ζωντάνευε, κι άνοιγε, σαν
+ταχείλι στα φιλιά, κι έβγαιναν όλο φυλλαράκια και βλαστοί
+πανώριοι, μυριοπερίπλοκοι, και ρόδια και σταφύλια, που χύνονταν
+όσο ένα κέρας, και γυναίκες με βυζιά πεταχτά και Κένταυροι με τις
+ουρές ορθές και με τόξα που σαϊττεύαν αόρατους εχθρούς κι
+αγριάνθρωποι με τράγινα μεριά και μυτερά αυτιά και Χίμαιρες και
+Σφίγγες με φτερά. . . Πόση δουλειά έβγαινε τώρα από τα χέρια του!
+
+Κι όμως πρώτος απ’ όλους, μόλις βαρούσε η καμπάνα, τα βροντούσε
+όλα χάμω κ’ έτρεχε σπίτι, κόβοντας δρόμο απ' την Πλάκα και την
+Άγια Αικατερίνη κ’ έπειτα πίσω απ' το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, για
+να οικονομήση και το καθημερινό έξοδο του τροχιόδρομου — καθώς
+έλεγε στον εαυτό του. Μα αλήθεια ήτον πως τουρχόταν έτσι να
+κουνηθή, να τρέξη, και δεν τονέ βαστούσε πια στα καπούλια του
+Κωλοσούρτη να κάνη χάζι τα σκέρτσα του!!
+
+Έμπαινε στο σπίτι σαν ανεμοστρόβιλος! . . βροντούσε τις πόρτες και
+τις καρέκλες . . γελούσε με το καθετί και με την άρρωστη ακόμα τη
+Βεργινία.
+
+ — Σα λεμόνι μου είσαι πάλι σήμερα Βεργινίτσα μου! — θα σε στίψω
+να σε κάνω λεμονάδα —
+
+Και σε λίγο πάλι έλεγε:
+
+ — Μπα δεν έχεις τίποτις! Απ’ την ημέρα που μπήκε η Λιόλια στο
+σπίτι είσαι πολύ καλύτερα. Και τα προχτές σαν ήρθε η θεια Ελέγκω
+μονάχη σου της τόπες. Δεν λέω αλήθεια; Νά που γελάς κ’ η ίδια! —
+γελάς, έ;!
+
+Μα της Βεργινίας το πρόσωπο καθεμέρα γινόταν πιο άσπρο, πιο
+διάφανο. Κάτι γούβες γαλάζιες φανήκανε στα μηλίγγια. Τα μάτια της
+από κάτω ήτανε μαύρα προς το μενεξελύ, σα χτυπημένα, τα βλέφαρα με
+πρισμένους γύρους βυσσινιούς — κι αυτά ήταν τα μόνα χρώματα πούχε
+απάνω της. Το στόμα της έδειχνε κυρτωμένο σ’ ένα τόξο, που θάτον
+ακόμα πιο τρομερό αν ήτονε γέλοιο κι όχι κλάμα βαστηγμένο μιας
+ψυχής που σπάραζε . . .
+
+Τώρα ο Νίκος ερχόταν το απόγεμα από νωρίς στο σπίτι πολλές φορές
+και δε ματάβγαινε καθόλου ύστερ’ απ' το γιόμα. Είχαν τώρα λέει
+λιγώτερη δουλειά στο μαγαζί, γιατί ο πλούσιος πούχτιζε ένα σπίτι
+παλάτι στου Μακρυγιάννη και που του σκάλιζε ο Νίκος τις δρύινες
+πόρτες για όλο το σπίτι και τους καρυδένιους ταμπλάδες της
+τραπεζαρίας, είχε γράψει στην Ευρώπη για ιδιαίτερη ξυλεία κι
+αργούσε νάρθη. Έτσι έπαιρνε κι αυτός τα σχέδια του σπίτι και
+καθόταν και χαράκωνε και φωτοσκίαζε κ’ έσβηνε με τη γομμαλάστιχα
+ίσαμε που βράδιαζε — και δουλεύοντας σφύριζε ακατάπαυτα, σαν τον
+κότσυφα. . .
+
+Η Λιόλια περνούσε από μπροστά απ’ το τραπέζι του και κρυφοκυττούσε
+τις ζωγραφιές πούφτειανε ο Νίκος. Και άμα έβλεπε πως ο Νίκος
+περισσότερο αυτήν κυττούσε παρά τη μύτη του μολυβιού του,
+κοκκίνιζε ως ταυτιά.
+
+Και όχι μόνο τότες. . . Άμα θ' άνοιγε την πόρτα ο Νίκος να μπη στο
+σπίτι κι ακουγόταν η φωνή του, μόλις που της έλεγε κουβέντα ή της
+έδινε τίποτα στο χέρι, αυτή γινόταν παπαρούνα. Κ’ εύρισκ’ αιτία
+και ξέφευγε απ' την κάμαρη κ’ έτρεχε κάτω στην κουζίνα. Κι από
+κάτω, από το υγρό και σκοτεινό υπόγειο, ακουγότανε σε λιγάκι η
+φωνή της να τραγουδή κρουσταλλένια, όπως τραγουδεί ένα καναρίνι
+μέσα στο κλουβί του. Μα μόλις ανέβαινε απάνω στην κάμαρη, σώπαινε
+— — Όπως σωπαίνει το καναρίνι όταν του ρίχνουν αποπάνω ένα
+σεντόνι — —
+
+Κι ο Νίκος άφηνε τη δουλειά του, έκοβε το σφύριγμα κι αφηγκραζόταν
+της Λιόλιας το τραγούδι και θυμόταν τις παλιές του τις καντάδες
+και τουρχότανε να τραγουδήση μαζί της. . .
+
+Κ’ η Βεργινία θυμόταν τα τραγούδια του Νίκου — κ’ έχωνε το κεφάλι
+της κάτω απ’ το γαλάζιο πάπλωμα, σα να ναυαγούσε μέσα σ’ ένα κύμα
+απελπισίας — — —
+
+Ήτονε Φλεβάρης τώρα κι αποκριές!
+
+Την Κυριακή της Τυρινής άργησε να γυρίση ο Νίκος το μεσημέρι.
+Κάποιος χτύπησε την πόρτα απέξω! Τρέχει η Λιόλια νανοίξη . . και
+γιομίζει από χαρτοπόλεμο και μπαίνει ο Νίκος σκασμένος στα γέλοια
+που έκαμε τη Λιόλια και τρόμαξε. Μύριζε ο Νίκος δυνατά κρασίλας.
+Έπειτα πήγε και στης Βεργινίας το κρεββάτι και την πασπάλισε κι
+αυτή με τα πολύχρωμα χαρτάκια. Έτσι φαινόταν ακόμα πιο κίτρινη, σα
+λείψανο μασκαρεμένο.
+
+ — Μ' ηύρε στο δρόμο η θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος. Θάρθη μούπε στις
+τρεις να πάρη τη Λιόλια να πάνε να δούνε μασκαράδες από 'να σπίτι
+πού την προσκάλεσε μια γνωστή της. . και να πάω λέει εγώ το βράδυ
+να τηνέ φέρω. . .
+
+Καθήσανε να φάνε.
+
+Στο φαΐ ο Νίκος περισσότερα γέλοια έκανε παρά μπουκιές πούβαζε στο
+στόμα του· κρασί όμως έπινε μπόλικο. Γελούσε με τη Βεργινία πού
+μασσούσε την μπριζόλα της με το χαρτοπόλεμο στα μαλλιά, με τη
+Λιόλια που θαρρούσε πως έπεφταν τα χαρτάκια από πάνω της μέσα στο
+φαΐ της κι όλο τιναζόταν — ενώ της τάρριχνε αυτός, χωρίς να το
+παίρνη χαμπάρι.
+
+Καθώς σηκωθήκαν απ’ το τραπέζι κ’ έμεινε η Λιόλια μια στιγμή
+γυρισμένη, χώνει το χέρι του ο Νίκος στο λαιμό της βαθιά και της
+γιομίζει την πλάτη κομφετί. Έβγαλε τις φωνές η Λιόλια κ’ έτρεξε με
+τα γέλοια κάτω στην κουζίνα. Ο Νίκος από πίσω. Την κυνηγούσε στην
+αυλή κι αυτή ξεφώνιζε απ’ τα γέλοια. Ξαναμπήκανε μέσα στην κάμαρη
+κ’ έτρεξε η Λιόλια να φυλαχτή κοντά στη Βεργινία, πίσω απ' το
+κρεββάτι. Ήτον κατακόκκινη, σα μαγιάτικο τριαντάφυλλο χιονισμένο
+απ’ τα χαρτάκια· τα μαλλιά της στέκονταν ανάερα σα χρυσό σύννεφο.
+Αισθανόταν το κεφάλι της κουδούνι απ’ αυτήν την ασυνείθιστη
+αγαλλίαση που της έκανε σχεδόν τρόμο —
+
+. . Σαν αντίκρυσε τα μάτια της Βεργινίας που είχε ανασηκωθή στο
+προσκέφαλο κ’ έσφιγγε με το χέρι το στήθος της, τα ρόδα του
+προσώπου της μονομιάς ξεφύλλισαν. . της ήρθαν τα κλάματα κ’ έπεσε
+στα πόδια του κρεββατιού με το πρόσωπο μες τις κουβέρτες —
+
+Πήγε ο Νίκος κοντά της να της πη πως δεν τόθελε να την πικράνη. Μα
+η Βεργινία τους κύτταζε και τους δυο έτσι αλλοιώτικα! — — Το
+κεφάλι του Νίκου ήτονε βαρύ. Τον είχαν κεράσει το πρωί οι φίλοι,
+ήπιε και το μεσημέρι, ζαλίστηκε κι απ’ το τρέξιμο. . . Έπεσε στον
+καναπέ κι αποκοιμήθηκε — — —
+
+Ηρθε η κυρά Ελέγκω κ’ έφυγε με τη Λιόλια — κι ο Νίκος δεν το πήρε
+χαμπάρι. Όταν ξύπνησε και είδε πούτανε φευγάτες, του κακοφάνηκε.
+Κατέβηκε στην αυλή κ’ έβαλε το κεφάλι του κάτω απ’ τη βρύση.
+Έπειτα ήρθε μπροστά στον καθρέφτη και χτενίστηκε και συγυρίστηκε
+για όξω· έβαλε και την πεταλούδα του να καθήση ανάλαφρα απάνω στα
+βρεμμένα κατσαρά μαλλιά του.
+
+ — Πάω να σου φέρω την Κερά-Δημήτραινα από πλάι ή καμμιανή της
+κόρη να σου βαστήξη συντροφιά. Αλλά που αυτές! — αμ δε θάναι σπίτι
+τέτοια μέρα! . . . Αν δεν τις βρω, να περάσω να πω της Ευρυδίκης;.
+. Δεν τη θέλεις; — Μα δεν μπορείς να μείνης και μονάχη σου! μήπως
+και θελήσης τίποτα ως που να γυρίσωμε με τη Λιόλια. . . Τάχεις όλα
+κοντά σου, ό,τι σου χρειάζεται; — Δε θαργήσωμε!
+
+Και βρόντηξε πίσω του την πόρτα.
+
+Σε λίγο ήρθε η Ευρυδίκη, η καπελλού (που κάλλιο να μην ερχότανε),
+με κάτι τσουλούφια ως μέσα στα μάτια και με μάγουλα μπλου αποκάτω
+από τη μπούδρα — μια ξεμπερδεμένη που φαινόταν πως είχε περάσει
+δια πυρός και σιδήρου και πολλών αντρών «νόον και άστεα» γνώρισε.
+Δύο φορές ζωντοχήρα, αν θέλετε! «Καθώς κατήντησαν τώρα οι άντρες,
+έλεγε, κάλλιο να μη παντρεύεται μια κόρη· δεν εννοούν τι θα πη
+γυναικεία ψυχή», — — Μα δεν την εμπόδιζε αυτό να κάνη τη
+μισοκακόμοιρη: αυτή να βγη έξω τέτοια μέρα! . . κι ο Κύριος Νίκος
+να μην ερχότανε να την παρακαλέση, αυτή τόχε σκοπό νάρθη να καθήση
+με την αγαπημένη της τη Βεργινία. . .
+
+«Σιχαίνεται κανείς πια και τον εαυτό του να βλέπη τις αηδίες του
+κόσμου μέρες που είναι και θέλει να πη κι ένα λόγο. Μήπως έμεινε
+ψυχή γεννητή στο σπίτι απ' όλη τη γειτονιά! Οι κόττες μοναχά κ’ οι
+γάττες. . .»
+
+Και πού να τόξερε όποιος την άκουγε πως θα πήγαινε το βράδυ μασκέ
+ατσιγγάνα στην Κασταλία!
+
+Η Βεργινία πολλές σχέσεις με τις γειτόνισσες δεν είχε — και στο
+πόδι που ήτον ακόμα. Με την πλαϊνή, τη χήρα του δικαστικού
+κλητήρα, στο ίδιο σπίτι πια, εξ ανάγκης: πότε για κάνα λεμόνι,
+πότε για το γουδί ή την πλύστρα της σκάφης και προ πάντων για το
+σίδερο, που είχ' ένα όμορφο παποράκι η Βεργινία, κι εκείνες οι
+κόρες της χήρας είχαν αιωνίως κάτι «λεπτόν» να πατήσουν. Μ' αφότου
+της ήρθ' εκείνη η αναθεματισμένη λιγοθυμιά στο δρόμο εξ αιτίας από
+τα λόγια που της είπανε, δεν είχε μάτια να δη καμμιάν η Βεργινία.
+Έπειτα ήρθ’ η Λιόλια! . . πού είχε νου πια και δύναμη για
+κουβέντες —
+
+Και το είχε παράπονο η Ευρυδίκη αυτό, που δεν ήξερε δηλαδής η
+Βεργινία να ξεχωρίζη τις αληθινές της φίλες. Κι άρχισε για τις
+πλαϊνές: οι δείξες, οι πείξες, που τους είχε περάσει η ιδέα πως θε
+να τους άδειαζε τον τόπο η καψερή η Βεργινία, «που να φαν τις
+γλώσσες τους, κ’ ήταν έτοιμη η γριά-που να μη την πω! — να του
+πασσάρη μιαν απ’ τις κόρες της του Κύριου Νίκου — και ίσως και τις
+δυο, τη μια με το στεφάνι και την άλλη αστεφάνωτη — Θε μου σχώρα
+με!»
+
+«Αμ τι θαρρείς! τέτοιοι άνθρωποι έχουν ιερό και όσιο; άνθρωποι
+είν' αυτοί; Είδαν το παλληκάρι – γιατ’ είναι όμορφο παιδί και
+λεβέντης ο αντρούλης σου — να τονέ χαίρεσαι! — δουλευτής, που
+μπορεί να ζήση τη γυναίκα του με το κόμμοδό της, νάχη, σα να
+πούμε, και τη διασκέδασή της και το λούσσο της — μη βλέπεις εσύ
+που δεν έχεις τίποτα απ’ τον κόσμο —»
+
+(Και μπρος απ’ τα μάτια της Βεργινίας φάνταξε σαν όραμα φεγγοβόλο
+ένα μεγάλο άσπρο φτερό πούχε στο καπέλλο της μιαν όμορφη κυρία,
+που την είδε μια μέρα να περνάη με ταμάξι απ' τη Λεωφόρο Συγγρού .
+. και το φτερό ανέμιζε και κυμάτιζε μαλακά στην αύρα σα σύννεφο
+που έλυωνε, σαν αφρός. . και της χάδευε τα χρυσά μαλλιά, χωρίς
+ποτέ να φεύγη από κοντά τους, χωρίς να σβήνη. . . Αχ, πόσο της
+άρεσε εκείνο το φτερό! — και του τόχε ειπή του Νίκου να της πάρη
+ένα όμοιο για τη Λαμπρή . . και τώρα! — και βούρκωσαν τα μάτια της
+— —)
+
+«Περαστικά νάναι!», πρόσθεσε η Ευρυδίκη σαν την είδε που δάκρυσε,
+« — και να ξοδεύεσαι και για ξένον άνθρωπο — εκείνο το κορίτσι δα
+που πήρες! Αυτά είν' τα τυχερά! Μήπως τόθελες κ’ εσύ που το πήρες;
+Ξέρει κανείς τι βγαίνει απ’ αυτά τα πράματα! Την είδα που λες τώρα
+δα που περνούσαν απ' το σπίτι με μια γριά. Μια στρογγυλοπρόσωπη
+δεν είναι; παχουλή; μ’ όμορφα μαλλιά; με μια τραγιάσκα; Θεια της
+λέει είν' εκείνη η γριά-μου τόχαν πη οι Βαλλώσαινες στην πίσω
+αυλή. Είναι και δική σου θεια απ’ τη μητέρα σου; Εμ αφού έρχεται
+και συγγενής, καλύτερα» —
+
+Και χαμογέλασε μ’ ένα χαμόγελο πουρχόταν τα — ίσα απ’ την Κόλαση.
+
+«Γιατί πάντα ένα ξένο κορίτσι μες το σπίτι», άρχισε παρακάτω με
+καινούργιον αέρα στα πλεμόνια της, γιατί της φυσούσαν οι διάβολοι
+με τα φυσερά τους, «πούναι και τόσο νέος άντρας και καλοκαμωμένος
+— αλήθεια πόσα χρόνια τον απερνάς, ή σ’ απερνάει; Νάξερες,
+καϋμένη, πώς τονέ ματιάζου — νε — ε τα κορίτσια και τι ακούγει
+πίσω του! . . . Μέσ’ απ’ τα μπρίζι-μπίζι μου εμένα πού να μου
+ξεφύγη τίποτα! — θε να πέθαινες δέκα βολές. Να προσέχης! — αυτό
+μόνο σου λέω. Γιατί όποιος τόχει το νερό μες την αυλή, δεν πάει
+στο ποτάμι. . . Μου φάνηκε πονηρή η μικρή. Ξέρεις τι σου είν'
+αυτές οι μικρές, καθώς έγινε τώρα ο κόσμος! . . .»
+
+Έτσι δεν έπαυε η γλώσσα της Κυρίας Ευρυδίκης να στάζη γλύκα ως που
+βράδιασε. Την αλάλιασε την άμοιρη τη Βεργινία που της απαντούσε με
+κάτι ξεψυχισμένα λόγια, με κανένα κούνημα του χεριού, στην αρχή κ’
+έπειτα καθόλου πια, παρά κοιτόταν με το πρόσωπο χαρτί βαθιά μέσα
+στο προσκέφαλο, κι άφηνε και της εσούβλιζε την ψυχή και της
+περίχυνε το κορμί της με ζεστά λάδια και με νερά παγωμένα-το
+άρρωστο της το κορμί πλάκα κάτω απ’ το γαλάζιο πάπλωμα — ως που
+λιγοθύμησε — — —
+
+Τηνέ συνέφερε σε λιγάκι πάλι η καλή της η φιλενάδα με σπίρτο του
+καμινέτου που της έτριψε τα μηλίγγια και τα χέρια. Έπειτα κατέβηκε
+στην κουζίνα και ηύρε λίγη κανέλλα μέσα σ’ ένα κουτί τενεκεδένιο
+που ήτανε διάφορα μπαχαρικά και της έβρασ’ ένα φλυτζάνι με λίγο
+πιπεράκι και της τόδωσε να πιή για να στυλώση την καρδιά της. Από
+τέτοια δα άλλο τίποτα η Κυρία Ευρυδίκη — του κάκου δεν ήτονε μαμμή
+ξεσκολισμένη.
+
+Κ’ έπειτα ξανάρχισε — απ' άλλη μεριά τώρα. Της φάνηκε περίεργο
+γιατί να λείπη απ’ το σπίτι το κορίτσι. Τι το θέλανε; Για να
+χρειασθή σε μιαν ανάγκη! — ε; «Να μην ήμουν κ’ εγώ και να πάθαινες
+τη λιγοθυμιά ολομόναχη! Κύριε σώσε! Έχω μιαν ιδέα πως πάει να ιδή
+το κομιτάτο!»
+
+Η Βεργινία της έκαμε «ναι» με το κεφάλι.
+
+ — Ορίστε μας! Εμ τότες δε καθότανε σπιτάκι της μια και καλή.
+Τρέχα γύρευε τώρα πότε θα γυρίση. . . Μήπως θα τηνέ φέρη κιόλα
+πίσω ο κύριος Νίκος! έ;, Να-τα! Μάτια μου, θέλει και καβαλλιέρο!
+Δε στάλεγα εγώ; — όπως πήγε, ναρθή! — τι; Και να δης που εξ αιτίας
+της αργεί κι ο Κύριος Νίκος. Αυτός δα σε βαστάει στα χέρια — όλη η
+Γαργαρέττα έχει να το κάνη. . . Κάπου θα μπλέχτηκαν! Οχτώ η ώρα! .
+. . Αμ νισάφι πια! Απ’ τις τρεις την είδα να πηγαίνη τον κατήφορο
+. . . Τώρα νύχτωσε. . ο κόσμος όλος είναι στα σπίτια τους. Κι
+αυτοί που είναι για τους χορούς ή για να πάνε μασκαράδες στα ξένα
+σπίτια, γυρίζουνε σπιτάκι τους να ετοιμαστούνε, να τσιμπήσουν
+κάτι.
+
+Κι ανησυχούσε αληθινά που αργούσανε, γιατί ήθελε κι αυτή να πάη να
+ντυθή ατσιγγάνα για το χορό της Κασταλίας. Και τώρα πώς να την
+άφηνε μονάχη της τη Βεργινία που ακόμα καλά-καλά δεν είχε
+συνέρθει!
+
+Είπε που θα πεταγότανε να δη μήπως γύρισαν οι χλαίνες γιατ’ είχε
+και δουλειά να πάη σπίτι: μια παραγγελία βιαστικιά γι’ αύριο, ένα
+καπελλάκι τρέλλα, όλο παπαρούνες και πράσινα στάχυα με τα κοτσάνια
+πίσω κρεμαστά, που θα το φόραγε μια από τις μεγάλες στα Κούλουμα
+στην Κηφισσιά. «Σου λεν έπειτα πως τα κάμανε στη Φρανσίν και στην
+Καίτη Παππά και πως τους κόστισαν έναν κόσμο — και βγαίνουν απ’
+αυτά εδώ τα χέρια. Τάφησα κ’ εγώ που λες για την τελευταία στιγμή,
+Γιατ’ είπα μέσα μου: ό,τι έχω εγώ τη Βεργινίτσα μου! . . δεν πα να
+κουρεύωνται κ’ οι μεγάλες και τα Κούλουμά τους. . .»
+
+Και ξεγλίστρησε όξω απ’ την πόρτα.
+
+Δεν πέρασ’ ένα λεπτό της ώρας και νάτην πάλι μαζί με τη χήρα του
+δικαστικού κλητήρα τώρα, την καλή την Κερά-Δημήτραινα με τις
+τριχωτές ελιές και το ψαρύ μουστακάκι που λες και τόχε
+κληρονομήσει (Αχ, — αυτό μονάχα και μια θεόρατη μαγκούρα) απ’ το
+μακαρίτη. Χρυσός άνθρωπος ωστόσο αυτή η Κερά-Δημήτραινα! Μόλις
+άκουσε για τη Βεργινία, τάφησ’ όλα σύξυλα, μόλο που τώρα δα ήτονε
+φερμένη πούχε πεταχτή λιγάκι στης αδελφής της να τα πουν ένα
+χεράκι, κ’ έτρεξε να κάτση κοντά της και να τη συντροφέψη, την
+αδικημένη την ψυχή.
+
+ — Τι σούλεγα, Βεργινία μου, πως τους φίλους σου δεν τους ηξέρεις
+κι ούτε και τους οχτρούς σου! Νά η Κερά-Δημήτραινα από ‘δω με τις
+κόρες της, κ’ εγώ από μέρος μου — τα πάντα θυσία για σένα! . . .
+Λέγαμε δα για σας τόσα καλά, Κερά-Δημήτραινα, και για τις κόρες
+σας — καλή τύχη νάχουν! . . .
+
+Κ’ έφυγε η Ευρυδίκη κι απέμεινε το θύμα με τον καινούργιο δήμιο.
+
+Το ξυπνητήρι στην εταζέρα έλεγ’ εννιά! — δεν ξεκολλούσε πια το
+μάτι της η Βεργινία από 'κει πάνω — —
+
+Έλεγε η Κερά-Δημήτραινα, έκοβε, η γλώσσα της κ’ έρραβε . . . Κι
+όλο για τα κορίτσια της που δε ματαγινήκανε στον κόσμο: «η σεμνότη
+τους κ’ η υπακούητά τους, άλλο πράμα! — άγγελοι που τους λείπουνε
+μόνο τα φτερά — ζωή νάχουν! — Και μου τις ζητήσανε, νά! (και
+μάζευε τα δάχτυλα, τις άκρες δέσμη, και των δυο της των χεριών) —
+έτσι όπως είναι, όχι ψέμματα! — χωρίς πεντάρα προίκα . . . Και τι
+ανάγκη έχουν αυτές από προίκα; Ας είν' καλά τα χεράκια τους που
+βγάζουν το ψωμάκι τους σα λίγες μες την Αθήνα, κ’ έχουν και την
+ομορφιά τους και την αναθροφή τους! Πού τώρα πια αναθροφή! — ποιάς
+την έχασε για να βρεθή; Παν πια εκείνοι οι καιροί! Τώρα ο κόσμος
+έπεσε στην ξετσιπωσιά. Αμ ό,τι βλέπουνε δα κ’ οι καψερές απ’ τις
+μεγάλες μας που πάνε στα παλάτια και με ταυτοκίνητα . . .»
+
+Και γι’ αυτά κι αυτά το συλλογιζόταν η Κερά-Δημήτραινα πολύ να τις
+παντρέψη τις κόρες της, γιατί τώρα καθώς κατάντησαν κ’ οι νέοι. .
+. «Μη βλέπεις εσύ που πίτυχες το καλό το παλληκάρι που σου φέρνει
+του πουλιού το γάλα μέσα στην απαλάμη . . και πάλι νά που σ’
+αφήνει και μονάχη σου, άρρωστη ελεεινή, και πάει αυτός να
+γλεντήση! Και πού να δης άλλους να σου ζητούν το τάλληρο καθεμέρα
+για τον καφφενέ, ό,τι βγάλης με τα χεράκια σου! — κι αν δε βγάζης,
+κύττα να τόβρης απ’ αλλού! — και ξύλο! — Ε — ε — έχ, αμαρτίες
+πούχομ’ εμείς οι γυναίκες. . .»
+
+Η Βεργινία κουνούσε το κεφάλι της — δεν μπορούσε να της μιλήση και
+γιατί να της μιλήση. . και τι να της πη! — Κύτταζε μόνο το
+ξυπνητήρι ολοένα — —
+
+Έγινε δέκα η ώρα! — ένδεκα! — μεσάνυχτα! — — — Ήρθαν τώρα κ’ οι
+κόρες της κλητήραινας, οι δεσποινίδες Χαρζανοπούλου, από μια
+βεγγέρα πούταν παγεμένες . . να δουν τι ήθελε η μητέρα τους στη
+Βεργινία τέτοιαν ώρα! — δυο σακαφλιόρες πούχαν περάσει πια τον
+κάβο κ’ έβγαναν τώρα μ’ όλα τα παννιά στανοιχτά και στάπατα. Η
+μια, η πιο μεγάλη (!) ήτονε μοδίστρα, η άλλη ασπρορρουχού (λενζερί
+— μόνον λεπτή εργασία και κεντήματα για τρουσσώ) και «κατ’ οίκον»
+παρακαλώ — .
+
+Μπήκανε μέσα κορδωμένες, τσιτωμένες, αλύγιστες μες τους μοντέρνους
+κορσέδες (μπροστά πλάκα και την κοιλιά μέσα) που μόνο που δεν
+έκαναν κρακ να τσακίσουνε σε δυο, με φούστες κλος με πλατιές
+πιέτες, στους γοφούς αζουστέ και κάτω φουστανέλλα και χωρίς πολλά
+μισοφόρια, βουάλ, ας το πούμε δα κρεμ, με ποκαμισάκια ροζ, τους
+άγκωνες απέξω, με μοτίφ και πολλά τρανσπαράν — και οι δυο τα όμοια
+σα δίδυμες· και μαύρα βελουδάκια στα λαιμουδάκια. Τα μαλλιά
+μπροστά αιγκλόν και πίσω δεμένα με φιόγκο ταφτά φέϊγ-μορτ πολύ
+χαμηλά, σαν κοριτσάκια δεκάξη χρονών. Η μια είχε και φασαμέν, η
+άλλη μια μύτη με μπιμπίκια. Η πιο «μικρή» (!) κάπως τρωγότανε, μα
+η μύτη της όχι.
+
+Τι φιλιά ήταν εκείνα! τι γλύκες!
+
+Με τι μάτια τις έβλεπε τώρα η Βεργινία αυτές που θέλανε να της
+πάρουν τον άντρα της!
+
+Και νά που αρχινίσανε να της τον επαινούν όλες μαζί και δος του
+κατηγορίες του κοριτσιού που εξ αιτίας της βέβαια αργούσε ο Κύριος
+Νίκος. «Βρέθηκε γεβεντισμένος ο άνθρωπος, σκασμένος απ’ τη
+στενοχώρια του! Εμ ας ξεσκάση δα και λιγάκι ο καημένος σα νέος που
+είναι!» Και μόλο που ξέρανε σε τι μεριά την άγγιζε η βελόνα τη
+Βεργινία θανάσιμα, όλο και για παιδιά να μιλούν: αφού κ’ η
+εξαδέρφη τους η Μίνα, πούχε πάρει το γιατρό απ’ το Αίγιο, «έπειτ’
+από τρία χρόνια που δεν έκανα παιδιά απόχτησε το διάδοχο, κ’ εκεί
+που πρώτα δεν ήταν τρόπος να συμμαζέψη τον άντρα της, τώρα όλο και
+φιλιούνται σαν τα τρυγονάκια . . .»
+
+Η Βεργινία αισθανόταν πάλι πως θα λιγοθυμήση —
+
+Κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους οι δεσποινίδες.
+
+Τώρα ήτον κοντά μία η ώρα! — — —
+
+Τις παρεκάλεσε η Βεργινία να παν πια να ησυχάσουν.
+
+ — Εμ όπου και νάναι θαρθούν, είπε η μητέρα των κοριτσιών. Δεν
+μπορούν και να ξημερωθούν πια έξω απ' το σπίτι!
+
+Της δώσανε να πιή το γάλα της μαζί με τις στάλες τις δυναμωτικές,
+της άναψαν το καντήλι κ’ έσβησαν τη λάμπα —
+
+Ήτανε γλυκόψυχες γυναίκες.
+
+ — Αν τύχη και θελήσης τίποτα κι αργήσουνε, μας χτυπάς με το χέρι
+στον τοίχο, είπε η μεγάλη δεσποινίς που την έλεγαν Μπιμπίκα (από
+Βαρβάρα)· εγώ είμαι ξέρεις πολύ αλαφροήσκιωτη. . .
+
+Η Βεργινία να χτυπήση! — που δεν μπόραγε δάχτυλο να κουνήση!
+
+Το καντήλι έρριχνε ένα μεγάλον κίτρινο λεκέ, στρογγυλό σαν της
+αράχνας τον ιστό, στο σκοτεινό ταβάνι.
+
+Τάσπρα μάτια της άρρωστης έπαιρναν κάτι αναλαμπές σαν το υγρό
+σμάλτο: ασπροκίτρινες, καμμιά φορά μαυροκόκκινες σαν της φλόγας το
+πένθος, σταχτοπράσινες — φευγαλέες σαν πνοές — καθώς γυρίζανε στις
+κόγχες τους, μέσα στο σκιόφωτο, από το μέρος της πόρτας κατά την
+εταζέρα πούτον το ξυπνητήρι και χτυπούσε γλήγορα σαν καρδιοχτύπι.
+. .
+
+Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! — — — —
+— — — — — — — — — — — — — — — – — — – — — – — — – — — – — –
+
+
+
+&«Νά η Μικρούλα! Νά η Μικρούλα! νά!»&
+
+
+
+Στις δυο η ώρα το πρωί γύρισε ο Νίκος με τη Λιόλια – — — —
+— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+Όταν βγήκε το απόγεμα της Κυριακής ο Νίκος απ’ το σπίτι, Πήγε τα-
+ίσα στο μέρος πούχε πη η θεια Ελέγκω πως θα πάνε να δουν το
+κομιτάτο: στην Οδό Σταδίου αντίκρυ απ' τη Βουλή, αποπάνω απ’ τον
+«Αβέρωφ». Στο δρόμο έδωσε τρεις δραχμές και πήρε μια μεγάλη
+σακκούλα χαρτοπόλεμο και ένα μάτσο σερπαντέν, για νάχη η Λιόλια να
+ρίχνη . . .
+
+Όλα τα παράθυρα του σπιτιού ήτανε γεμάτα κόσμο· κι αποπίσω τους
+ήταν κι άλλοι πολλοί ανεβασμένοι σε καρέκλες.
+
+Ξαφνίστηκαν η Λιόλια κ’ η θεια Ελέγκω καθώς είδαν το Νίκο φερμένον
+απ’ τα τώρα.
+
+ — Πέρασε Κυρ Νίκο μου από μπροστά! Για σας τους νέους είναι αυτά
+τα πράματα, κι απέ εμείς. . είμαστε που είμαστε μασκαράδες —
+
+Και τούκανε τόπο η θεια Ελέγκω στο παράθυρο κοντά στη Λιόλια.
+
+Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο! Τι οχλοβοή! τι συρφετός!
+
+Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν τα
+λοντώ αργά, τόνα πίσω από τάλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και
+τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα με
+νταντέλλες μαύρες, μ’ άσπρα γάντια και κάτι μακριές χρωματιστές
+κορδέλλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. Στραγάλια.
+Μπουκετάκια. Ρουκέτες από σερπαντέν και βροχή το κομφετί. «Εδώ ο
+χαρτοπόλεμος! Χαρτί και πόλεμος!» Τρόμπες: «ούγου — ού — ου —
+ου!!»
+
+Τα πεζοδρόμια παστά απ’ τον κοσμάκη που έσερνε πατείς με πατώ σε
+τα πόδια του μες τον άμμο μια πιθαμή· κι απάνω στα μαύρα ανθρώπινα
+κύματα: τα τουρλωτά καπέλλα των γυναικώνε σα μαούνες φορτωμένες! —
+όλα αυτά βουτηγμένα σταλεύρι, τυλιγμένα σ’ ένα σταχτοκίτρινο πέπλο
+βαρύ και πνιγερό . . .
+
+Να κι ο Θεοδοσίου! Ου, σαχλαμάρα! — Μπράβο! μπράβο! του φωνάζουν
+άλλοι — και δος του τα παλαμάκια από πέρα, όλο το δρόμο πουρχόταν.
+. : απάνω σ’ ένα γάιδαρο τανάποδα, με του γαϊδάρου την ουρά
+ανασηκωτή στα χέρια αντίς για γκέμια . . κ’ έκοβε μ’ ένα ψαλλίδι
+τρίχες απ’ την ουρά και τις μοίραζε στον κόσμο! . . . Απ’ την ουρά
+κρεμότανε μια επιγραφή: ΕΘΝΙΚΩΝ ΤΑΜΥΟΝ. Πλάι στο γαϊδουροκαβαλλάρη
+έτρεχ' ένας μουντζουρωμένος παλιάτσος και τούδινε χαρτάκια από ένα
+πανέρι πούγραφε απέξω: ΜΠΗΛΙΕΤΑΚΕΙΑ. Ο γάιδαρος είχε στο κεφάλι
+μια σημαία γαλανόλευκη με κόκκινα γράμματα: ΔΟΛΙΑ ΠΑΤΡΥΣ. Και στου
+ίδιου του Θεοδοσίου το φέσι ήτον κολλημένο ένα χαρτί που έλεγε:
+ΣΙΝΝΑΛΑΓΟΙ. . . Και σφυρίγματα, τρόμπες, χάχανα, τροκάνια,
+χαρτοπόλεμος, στραγαλιές κατάμουτρα και μαγκαρία και μαρίδα από
+πίσω ατέλειωτη . . .
+
+. . Και νά πάλι αμάξια με τα αιώνια ντόμινα που έξαφνα σηκώνοντ’
+ορθά και ρίχνουνε με λύσσα κατά κάποιο παράθυρο στραγάλια,
+μπουκέτα, ό,τι τους τύχη στο χέρι . . . Σταναμεταξύ «Μακεδόνες»
+πεζοί, μισόγυμνοι μες τα χρυσόχαρτα, και «γαμπροί» και «νύφες» που
+φορούν το σεντόνι του νυφικού τους κρεββατιού για πέπλο και
+μπουλούκια-μπουλούκια παλιάτσοι με κουδουνάκια . . και ιππότες από
+όπερες με ισπανικά και περμαντόννες με πορτοκαλλιά κοντοφούστανα
+και μάγουλα βαμμένα σαν αυγά του Πάσχα και με κατσαρά από
+ροκανίδια. . . και κάτι διάβολοι κοκκινοφορεμένοι με τις ουρές
+τους αλλαμπρατσέττα . . .
+
+. . Και πάλι φωνές: «Χα! — χα! — χα! χα!» και τρόμπες και ροκάνες
+και σφυρίγματα και «Χαρτί και πόλεμος! εδώ ο χαρτοπόλεμος!» και
+παλαμάκια . . . Κ’ έξαφνα: «Να! να το Κομιτάτο! Έρχονται,
+έρχονται! Το Κομιτάτο! — . . .»
+
+Τι χαρά! Πώς διασκέδαζε η Λιόλια! Και στριμωγνόταν κοντά-κοντά στο
+Νίκο, γιατί κάτι άλλοι νέοι, πλάι της και πίσω της, σπρώχνονταν
+απάνω της όλοι μαζί — για να βγουν πιο μπροστά στο παράθυρο να
+δουν οι καημένοι κι αυτοί καλύτερα το Κομιτάτο!
+
+. . Σ’ ατέλειωτη σειρά περνούσαν ταμάξια στολισμένα με λουλούδια
+ψεύτικα κι άλλα μ’ αληθινά, με κορδέλλες πολύχρωμες που κυματίζανε
+στα κεφάλια των αλόγων, στις ουρές τους, στις ρόδες. . άρματα
+ντυμένα με χασέδες και κόκκινο λαδόπαννο, φορτωμένα θεούς του
+Ολύμπου: Ήρες, Αθηνές με δόρατα και Αφροδίτες με χοντρά μπράτσα
+τριχωτά και με κάτι μόρτηδες Ερμήδες και Ήφαιστους και
+Γανυμήδηδες, σα να πηγαίνανε με τη σούστα στις Τζιτζιφιές για
+μπάνιο . . .
+
+. . Νά και μια παρέα ποδήλατα με χρωματιστά χαρτένια τρίγωνα στις
+ρόδες. . . Και πάλι άμαξες: ωχ, μια ντιστεγκέδικη γεμάτη μαρκησίες
+και καβαλλιέρους με μπερούκες άσπρες που πετούσαν ματσάκια
+μενεξέδες . . . Και σταναμεταξύ πάλι κάτι μουντζουρωμένοι με
+λουλάκι και όχρα, ντυμένοι με προβιές και με κέρατα από σφαχτά στο
+κεφάλι (Μπρρ! τι αηδία!) — —
+
+Κ’ εξακολουθούσε η σειρά των μασκαράτων πούχαν πάρει βραβείο και
+βαστούσαν το χαρτονάκι με τον αριθμό ψηλά σ’ ένα κοντάρι. «Νά κι ο
+πρώτος! Νά κι ο πρώτος αριθμός! Νάτο το πρώτο βραβείο! Μπράβο,
+μπράβο! Εύγε! Και του χρόνου!»
+
+. . Κι απάνω σε δυο ρόδες πέρασε αργά-αργά μια βαρκούλα όλο από
+άσπρα τριαντάφυλλα, με το παννάκι της τανοιχτό, στολισμένο κι αυτό
+με γιρλάντες από γαλανά λουλούδια. . και την τραβούσανε δυο όμορφα
+ναυτάκια, ζεμένα στο τιμόνι του δίτροχου, και το καθένα κρατούσε
+στα χέρια του ψηλά από 'να περιστέρι άσπρο που φτεροκοπούσε. .
+μέσα στη βαρκούλα καθόταν ένα παιδάκι σαν ολόγυμνο, με τρικό ροζ,
+με φτερούγες στις πλάτες και με μια φαρέτρα γεμάτη βέλη — ο
+Έρωτας! — και κρατούσε στα χέρια του σα χαλινάρια τις ουράνιες
+κορδέλλες πούτονε δεμένα τα περιστέρια. «Α — ά — ά — α!!!» έκανε
+όλος ο κόσμος καθώς περνούσε και δος του χειροκροτήματα. . .
+
+Η Λιόλια χτυπούσε τα χέρια της σαν τρελλή και δάκρυζε απ’ την τόση
+ομορφιά, την τόση ευχαρίστηση. Ο Νίκος κοντά της! — τόσο κοντά που
+δεν ανάπνεε άλλον αέρα παρά τη ζεστήν ανάσα του κορμιού της, που
+σκόρπιζε ολοένα γύρω του ένα μύρο, σαν κάποιο αέρινο και φεγγερό
+ρευστό, και τα μάτια του — τα παράξενα εκείνα μάτια, τα
+γαλαζοπράσινα, με τις κόρες τις διπλές και τρίδιπλες σαν άνθη και
+τον ήσκιο ολόγυρα που τραβούσε σα μαγνήτης, — έπιναν κ’ εκείνα τη
+λάμψη πούτον απάνω στα μαλλιά και στο πρόσωπο της Λιόλιας σαν
+ήλιος που μεσημεριάζει απάνω σ’ ανθόφυλλα γλυκά.
+
+Μα όχι μοναχά της Λιόλιας και τον Νίκου, παρά ολωνών τα πρόσωπα,
+γύρω τους και στο δρόμο κάτω, δείχνανε σα σουρωμένα από την ηδονή
+πούχαν αισθανθή, σα νάχαν κρυσταλλώσει απάνω στα χαραχτηριστικά
+τους ταυλάκια απ’ τα γέλοια κι απ’ τη χαρά που πέρασαν κι έφυγαν,
+έτοιμα και γι’ άλλη χαρά, μα και για πόνο ακόμα — γιατί ταχνάρια
+τους δεν παραλλάζουν ολότελα —
+
+. . Πω — πω — πω! τι μεγάλα κεφάλια είναι τούτα! γατίσια, και
+σκυλλίσια και γουρουνίσια και μούρες πουλιών και καβούκια από
+σαλιγκάρια με κάτι σωλήνες για κέρατα που ξεπετιούνται, μια πήχη
+έξω και πιτσιλίζουν τον κόσμο με κολώνια. . . Νά κι Αραπάδες και
+Βλάχισσες με μικρά Ελληνάκια! Νά και κάτι λεροφορεμένοι απ’ τη
+Σιγδίτσα με μεγάλους κουβάδες γεμάτους, νερό φωνάζοντας: «Γάλα
+καλό — ο — ο!»
+
+. . Κυττάτε την εκείνη εκεί! — μια Κυρία της μόδας με σκούπα για
+βεντάγια, που σηκώνει τις φούστες της ως τα γόνατα και δείχνει, με
+χίλια τσαλιμάκια, γάμπες ευζωνικές κι αντρίκια χοντροπάπουτσα
+λαστιχένια με ταυτιά απόξω. . .
+
+. . Και πάλι αμάξια με ντόμινα και σούστες φορτωμένες με
+μισόγυμνους ανθρώπους τυλιγμένους σε σεντόνια που πήγαιναν τάχατις
+στο Φάληρο! — κι ο κόσμος τους φώναζε: «Κρύο! κρύο! μπούζι!» — και
+πάλι μάσκες και κουρελομάνι και χρώματα και χρυσόχαρτα και
+λουλούδια και γέλοια και φωνές και χαχαρίσματα και σερπαντέν και
+σκουντιές και τσιμπιές και πατήματα κάλων και κερατιλίκια και
+στανιά και «Χαρτί και πόλεμος!» και παλαμάκια που δεν παίρνουν
+τέλος απ’ την μιαν άκρη του δρόμου ίσαμε την άλλη. . .
+
+Αχ, τι ζωή! τι χαρά! Τι όμορφα που είναι! Τι όμορφα!
+
+Κύτταζε η Λιόλια ολοένα, κύτταζε και δε χόρταινε. Γυάλιζαν τα
+μάτια της απ' την προσδοκία την άσωστη και στο βάθος τους έκαιγε
+μία φλόγα πηδοχαρούμενη:
+
+ — Δε θα περάση κ’ η γκαμήλα; είπε δειλά-δειλά στο Νίκο σάμπως
+αυτή μονάχα να της έλειπε από την ευτυχία της —
+
+Την άκουσαν από πίσω κάτι νέοι, που όλη την ώρα μασσουλούσαν
+πασσατέμπο, και χαχανίζανε με τους σπόρους ακατάπιωτους ακόμα μες
+το στόμα τους.
+
+Κι ο Νίκος καθόταν εκεί ασάλευτος, στριμωγμένος απάνω της, και δεν
+ήξερε κι αυτός πούθε τουρχόταν τόση χαρά, τέτοιο γούστο για τους
+μασκαράδες σαν ποτέ του . . . Φρρ! έκαμε μια κορδέλλα από
+σερπαντέν και πέρασε μια θηλειά γύρω στα κεφάλια του Νίκου και της
+Λιόλιας που είδαν κ’ έπαθαν ως να ξεμπλεχτούν . . .
+
+Πήρε φωτιά τότες η Λιόλια κι άρχισε να ρίχνη το χαρτοπόλεμο με τις
+χούφτες απ’ τη σακκούλα του Νίκου σ’ όποιον περνούσε . . κι ο
+Νίκος πετούσε σερπαντέν. Τους πήραν κάβο μερικοί κάτω απ’ το δρόμο
+και τους ρίχτηκαν κι αυτοί με λύσσα. . . Κοντοστάθηκε το ρέμα του
+κόσμου στο πεζοδρόμιο . . . Δυο φίλοι του Νίκου που περνούσανε
+μέσα σε μια παρέα τονέ γνώρισαν απάνω στο παράθυρο και σταθήκανε:
+
+ — Νίκο! Νίκο! Ψτ! Νίκο! — του φώναξε ο ένας τους, ένα παιδί
+χοντρομπαλάδικο, άσπρο και κόκκινο με ξανθό μουστάκι σα
+χρυσαφένιο· και σαν είδε πως ο Νίκος τους ένοιωσε, τούκλεισε το
+μάτι κατά τη Λιόλια, σα να τούλεγε: «Πού την πέτυχες τη μικρούλα;
+Καλά τα περνάς εσύ αυτού απάνω!»
+
+ — Ελάτ’ απάνω· τους φώναξε κι ο Νίκος, καταχαρούμενος.
+
+Έπιασαν τόπο κι αυτοί στο παράθυρο, πίσω απ’ το Νίκο και τη
+Λιόλια, και βοηθάγανε γερά στον πόλεμο. Πήραν κ’ έδωσαν τώρα τα
+γέλοια, γιατ’ ήτανε χωρατατζήδες και με κέφια οι φίλοι του Νίκου
+και δεν άφησαν ούτε μασκαρά, ούτε αμασκάρευτο να μην τον
+κοροϊδέψουν.
+
+Προπάντων εκείνος ο «χοντρέλης», καθώς τον έλεγε ο Νίκος που τονέ
+φώναζε και «κολοκύθα» και «ντολμά», ήτονε σπίρτο μοναχό. Ο άλλος
+φαινότανε σαν πιο ήσυχος: χλωμός με μαύρα μάτια και κάτι φρύδια
+ψιλογραμμένα και καμαρωτά, με λίγο μαύρο μουστακάκι σα σκιά και τα
+χείλια πεταχτά και γυρισμένα καταπάνω, συμπαθητικός πολύ. . — μα
+σούτον κι αυτός ένα σιγανό ποτάμι! Τα μάτια του δεν ξεκολλούσαν
+απ’ της Λιόλιας το πρόσωπο, απ’ το ζουμερό κορμί της, απ’ τα
+καμώματά της όλα. . .
+
+. . Κ’ εκείνη ήτον ίδια παπαρούνα μ’ ανοιγμέν’ ανθόφυλλα, απ' τα
+γέλοια κι απ’ τη διασκέδαση, ίδια παπαρούνα φλογόφεγγη που δεν
+ηξέρει τι κόκκινες λαχτάρες ανάβει γύρω της στα χόρτα του κάμπου —
+στα ψιλόχορτα του κάμπου τι ανατριχίλες σκορπίζει πύρινες. .
+
+Βράδιασε πια κι άρχισε να πέφτη ο κόσμος. . . Τα δέντρα του
+δρόμου, που μόλις έκαναν πως πετούσαν καινούργια φυλλαράκια, ήτονε
+σαν αλευρωμένα, με τις κορδέλλες απ' τα σερπαντέν μπλεγμένες στα
+κλαδιά τους — λες κ’ είχαν τώρα δα σηκωθή απ’ τον ύπνο με τα
+μαλλιά τους στα χαρτιά για κατσαρά. Άρχισε να βαραίνη τώρα ολόγυρα
+η λύπη που τη σέρνει πίσω του το κάθε γλέντι, η κάθε δυνατή χαρά —
+—
+
+ — Ο ήλιος έκατσε, δεν πάμε να κάτσωμε κ’ εμείς σε κανένα
+ζαχαροπλαστείο; ξεροστάλιασα στα πόδια μου! — είπε ο «χοντρέλης»
+που τον έλεγαν Περικλή κ’ ήτονε μαραγκός.
+
+Κ’ έτσι έφυγαν όλοι μαζί, αφού πρώτα ηύραν και χαιρέτησαν και τη
+θεια Ελέγκω πούτονε χωμένη μέσα στο γυναικομάνι και
+γλωσσοκοπανούσε . . . Τους θύμησε η Θεια Ελέγκω, του Νίκου και της
+Λιόλιας, να μην αργήσουνε να πάνε σπίτι και να της φιλήσουν και τη
+Βεργινίτσα. . .
+
+Κάτω στο δρόμο ο κόσμος είχε σκορπίσει και κυλιότανε γλήγορα κατά
+πάνω και κάτω σα νερό που ξετρέχει σ’ ένα δίχτυ από αυλάκια, τόνα
+μέσα στάλλο . . . Φώναζαν οι πουλητάδες: «Πασσατέμπο! Φυστίκια
+αρμυρά!» . . . «Αρωματικόν Σέν-Σέν, πάρτε να μοσχοβολάτε — μια
+πεντάρα!» . . . «Μπανανούτσες! μπανανούτσες απ’ την Αμέρικα!» . .
+. «Μαστίχα! καλή μαστίχα για τα παιδιά!» — και περνούσε αψηλό το
+κοντάρι με το στριφογυριστό μαντζούνι τάσπρο και τριανταφυλλί. . .
+Μασσουλούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά καθώς πηγαίνανε στο δρόμο
+και τα τσέφλια απ' τα φυστίκια που πατιόντουσαν κάνανε σα στράκες
+και σαν πιστολάκια! . . . Αγόρασε κι ο Περικλής μια δεκάρα Σέν-Σέν
+και μοίρασε σ’ όλους. . .
+
+Στο ζαχαροπλαστείο στην Ομόνοια που πήγανε, ως πού να τους
+σερβίρουνε, με τόσον κόσμο πούχε μαζευτή, νύχτωσε.
+
+. . Όσην ώρα μείνανε, δεν έπαψε ο άλλος φίλος, ο χλωμός και
+συμπαθητικός, πούτον τυπογράφος και λεγότανε Μίμης — κι όλο
+κύτταζε μ’ ένα βλέμμα βαθύ κι αλλοιώτικο τη Λιόλια — να του
+πιπιλίζη του Νίκου το μυαλό για έναν «οικογενειακό χορό» που θα
+γινόταν απόψε στις εννιά στο χοροδιδασκαλείο τους στην Καπνικαρέα,
+που πήγαιναν ταχτικά από παιδιά με το Νίκο. Είχανε λέει μοιρασμένα
+πάνω από εκατό εισιτήρια και κανένα σχεδόν δεν τους επιστράφηκε —
+«. . και να δης και τάλλο, πρόσθεσε, που δεν έχει ματαγίνει: εξόν
+απ’ τοργανέτο φέραμε και βιολιά, ένα πρώτο, δυο δεύτερα, μια
+βιόλα, ένα κοντραμπάσσο και δυο μαντολίνα για να παίζουν τα βαλς.
+(«Χοντρά τα κόβει!» είπε μέσα του ο χοντρέλης.) Ξέρεις άλλο πράμα
+να σου το λέω κι άλλο να χορέψης με τα βιολιά: πετάει η ψυχή
+τανθρώπου! Θάναι τρέλλα! . . . Ο Δάσκαλος λέει πως αυτός ο χορός
+θα μείνη στα χρονικά της πρωτευούσης! — Όχι γι’ άλλο τίποτα, μόνο
+για να ευχαριστηθή κι ο Δάσκαλος, που σ’ αγαπάει τόσο και σ’ είχε
+πάντα τον καλύτερο, πρέπει ναρθής απόψε με τη Δεσποσύνη απ' εδώ,
+καθόσαστε λιγάκι και φεύγετε. . .»
+
+Κι ο χοντρέλης ο Περικλής απ’ την άλλη τη μεριά βόηθαγε κι αυτός,
+λέγοντας πως μια και βρέθηκαν όλοι μαζί, έπρεπε ο Νίκος να μην
+τους χάλαγε το χατίρι, αφού μάλιστα κ’ η Δεσποινίς ήθελ'
+ευχαριστηθή πολύ — όσο δεν το φανταζότανε. . .
+
+Η Λιόλια έτρωγε την πάστα της, κόβοντας με το κουταλάκι μικρές-
+μικρές μπουκίτσες, μα ταυτί της τόχε στην ομιλία του χορού. Σαν
+άκουσε να την ονοματίζουν για να πήγαινε στο χορό, έσκυψε το
+κεφάλι της ίσαμε το πιατάκι κι άλλαξ’ εκατό χρώματα —
+
+Ο Μίμης, που όσο μιλούσε της έρριχνε κι από μια ματιά κατάμαυρη
+και γυαλιστερή και την κύτταζε ακόμα με τα πρισμένα χείλια του τα
+ηδονικά, είπε τότε:
+
+ — Σας αρέσει ο χορός Ματμαζέλ; Βάζω στοίχημα, θα χορεύετε σα
+νεράιδα! Σας αγκαζάρω απ' τα τώρα για ένα βαλσάκι. . . Ελάτε,
+πέστε δα κ’ εσείς του Νίκου να σας κάμη τη χάρη! . . για ένα
+γυράκι μονάχα. . . Φεύγετ’ αμέσως! . . .
+
+Η Λιόλια όλο και ξεροκοκκίνιζε κ’ έμενε σκυμμένη . . . Με μιας
+σήκωσε ταθώα και γλυκά της μάτια που οι κόρες τους ήτανε
+χρυσαφένιες σαν τα τζίτζιφα και κολυμπάγανε μες το ασπράδι, το
+υγρό και μπλου, σα μέσα σ’ ένα πέλαγος αυγινό, σε κάποιον ουρανό
+χλωμό. . — κι ανεβασμένες στα μεσούρανα απόμεναν κρυμμένες ως τη
+μέση κάτω απ' τα ματόφυλλα, σα να δειλιάζανε να χύσουν όλο τους το
+φως —
+
+. . Σήκωσε τα χρυσά της μάτια η Λιόλια κατά το Νίκο, μα δεν είπε
+τίποτα, παρά, λες και τρόμαξε απ’ την αντιφεγγιά που είδε να πέση
+στου Νίκου το πρόσωπο, ξανάσκυψε απάνω στο πιατάκι της. . και
+ψάρευε κάτι ψιχουλάκια με την άκρη του κουταλιού της. . .
+
+ — Θέλεις, Λιόλια, να χορέψης λιγάκι; την αρώτησε ο Νίκος.
+
+Αυτή ξανακοκκίνησε ως μέσα στα μάτια κ’ έκανε με το κεφάλι «όχι».
+
+ — Δε θαργήσωμε — ξαναείπ’ ο Νίκος που με τις ματιές του αγκάλιαζε
+την πορφυρή της επιθυμία, την άλαλη, κ’ έπαιρνε κι ο ίδιος φωτιά,
+σα να του φαινόταν τώρα ο χορός αυτός ο μόνος σκοπός της ζωής του.
+— Είν' η κυρία Ευρυδίκη κοντά στη Βεργινία και της είπα να μη φύγη
+πριν να γυρίσωμε. . .
+
+Ξανασήκωσε. η Λιόλια το κεφάλι της και κύτταξε το Νίκο κατάματα. .
+. Τι να τους έλεγαν τω ματιών του εκείνα της τα μάτια! — Τους
+έλεγαν; «Αχ! θέλω, θέλω! κι ας ήναι για ένα γύρο μοναχά — τόσο
+πολύ ταποθυμώ που μετά θάθελα να πέθαινα! . . . Κύριε Νίκο! Κύριε
+Νίκο! σκότωσέ με, αν θέλης μα πάρε με μαζί σου! Δε χόρεψα ποτέ μου
+σε χορό αληθινό, παρά μόνο μια φορά, τόσο δα λιγάκι, στο σπίτι
+μιας φιλενάδας μου που ήμουνα μικρή, πολύ μικρή — μα δεν μπορώ να
+το ξεχάσω. . .»
+
+Αυτό τούλεγαν του Νίκου τα μάτια της. Μα ο Νίκος άκουγε κι άλλα
+δικά του μαζί μ’ εκείνα που τούλεγε η Λιόλια. . κ’ ήτον τόσο
+τρομερά απ’ την πολλή τους γλύκα αυτά που άκουγε, τόσο αβάσταχτα,
+που πετάχτηκε απάνω ορθός —
+
+ — Πάμε, πάμε! είπε, τινάζοντας τα ψίχουλα απ’ το πανωφόρι του. Δε
+χάνεται ο κόσμος για ένα γύρο. . . Ας ήν' καλά οι Κύριοι που μας
+βάλανε στα αίματα. . .
+
+Φώναξαν οι δυο φίλοι, καταχαρούμενοι, το γκαρσόνι και πλέρωσε ο
+Μίμης και βγήκαν έξω όλοι μαζί βιαστικοί, αφήνοντας να προσπεράση
+η Λιόλια που βαστούσε ένα ροζ σαλάκι στο χέρι και πήγαινε με την
+τραγιάσκα της την μπλε-μαρέν σαν ονειρεμένη. . .
+
+Μόλις κάμανε λίγα βήματα, θυμήθηκαν πως έπρεπε να μασσήσουν και
+μια στάλα, πριν απ’ το χορό.
+
+ — Τι, με μια πάστα θα με περάσετε! είπε ο χοντρέλης γελώντας.
+
+ — Θες να φας τίποτα, Λιόλια, ρώτησε ο Νίκος.
+
+Μα δεν ήθελε η Λιόλια: είπε που δεν πεινούσε.
+
+ — Πάμε, πάμε! — φώναζαν οι φίλοι κ’ έπιασαν το Νίκο απ’ το
+μπράτσο, ο καθένας από μια μεριά, και τον τραβούσαν. . .
+
+ — Ένα μεζεδάκι κ’ ένα κρασάκι! είπε ο χοντρέλης. Ας μη φάη η
+δεσποινίς Λιόλια, τρώμε εμείς το μερδικό της, ας τσιμπήση μοναχά
+λιγάκι. . .
+
+ — Όλο και τσιμπήματα βλέπω έχεις στο νου σου, έκαμε ο άλλος, με
+τανασηκωμένα χείλια — ο συμπαθητικός ο Μίμης, ο κιτρινόμαυρος, που
+υπόφερε ο άνθρωπος πολύ απ’ την ομορφιά των κοριτσιών. . .
+
+Γέλασαν κ’ οι τρεις νέοι, κυττάζοντας κρυφά — ο καθένας χώρια κι
+αλλοιώς και για λογαριασμό του — τη Λιόλια που πήγαινε δυο βήματα
+μπροστά ντροπιασμένη, τη Λιόλια που πήγαινε στο χορό, σκυφτή απ’
+τη χαρά της πούτανε μεγάλη σα λύπη . . . . . . . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Άργησαν πολύ στο «Ξενοδοχείον και Οινοπωλείον Παντός Έθνους» μέσα
+στου Καλαμιώτη που ξεπέσανε μόλις βγήκαν απ' την οδόν Αγίου
+Μάρκου — —
+
+Κάτι σκαλιά κατέβαιναν κάτω . . .
+
+Ήταν αρκετοί εκεί μέσα και κύτταζαν κατά το μέρος των νέων με το
+ντροπαλό κορίτσι. . .
+
+Δεν ήθελε να φάη η Λιόλια — μόνο έκανε σβόλους με το ψωμί που
+τότριβε ανάμεσα σε δυο της δάχτυλα και με την παλάμη απάνω στο
+χοντρό τραπεζομάντιλο, το λεκιασμένο, που θάτονε μια φορά άσπρο. .
+. Με τα πολλά πήρε κ’ έφαγε έν’ αυγό σκληρό μ’ αλάτι και
+χοντροκομμένο πιπέρι και τσίμπησε μια πηρουνιά φρικασσάδα απ’ το
+πιάτο του Νίκου. . . Με χίλια στανιά νακκουμπήση τα χείλια της σ’
+ένα δάχτυλο ρετσίνα που της έβαλε στο ποτήρι ο Μίμης και πούλεγε ο
+Νίκος, σα μερακλής που ήτον, πως ήτονε φίνα γιατί «έκανε άμμο».
+
+Τη διαλαλούσε τη ρετσίνα του τραγουδιστά ο κάπελας κοντά στην
+πόρτα, καθώς έπιανε στόνα χέρι πέντε-πέντε μαζί τα ποτήρια όπου
+γράφανε στον πάτο: ΠΙΕ ΤΟ ΟΛΟΙ και τα ξέπλενε με κρότο απάνω στον
+τζίγκο του μπάγκου του και τα γέμιζε πεντάρικα και δεκάρικα απ’ τα
+εκατοστάρια και τις μισές π' ανέβαζαν ακατάπαυτα οι μπακαλόγατοι
+απ’ το υπόγειο, γκρεμοτσακιστά με ποδοβρόντι στην ασκάλα:
+
+ «Πώ — πω — πω! μωρ' τ’ είν' ετούτη! —
+ Μέλι — γάλα — και μπαρούτη! . . .»
+
+Το «γκαρσόνι» σα να πούμε — ένα παιδί γιομάτο και κοκκινομάγουλο,
+με τα μανίκια του ποκαμίσου του ανασκουμπωμένα με τα λάστιχα και
+μπροστά του μια σκούρη ποδιά δίμιτη που έσταζε απ’ τη βρώμα —
+μόλις έκανε από ’να θέλημα στα διάφορα τραπέζια και πάλι ερχόταν
+κοντά κι ακκουμπούσε το χέρι του με τα χοντρά κόκκινα δάχτυλα, τα
+πρισμένα απ' τις χιονίστρες και μαυρονυχάτα, στην άκρη του
+τραπεζιού τους και τους κύτταζε πούτρωγαν και τη Λιόλια που δεν
+έτρωγε. . κι άκουγε τις κουβέντες τους και τη Λιόλια που δε
+μιλούσε. . και γελούσε μ’ όλο του το πρόσωπο. . .
+
+Πέρα σ’ ένα τραπέζι άστρωτο τραγουδούσαν κάτι παιδιά εργατικά:
+«Τρυγώνα μου περήφανη! . . .»
+
+Απ’ την άλλη μεριά, εκεί που βάθαινε το μαγαζί, πίσω απ’ την
+καμάρα, τρεμοστέναζε σιγαλά μια κιθάρα που τη βαστούσε στα γόνατά
+του ένας ναύτης σκυμμένος τρυφερά απάνω της. Ένας σκαπανέας με τα
+μαλλιά του «σεϋμούρ» και έν' άλλο «παιδί», πολίτης, με το παλτό
+ριχμένο στην πλάτη και τη σταχτιά ρεμπούπλικα με τα δυο δάχτυλα —
+θλίψη στο κεφάλι πίσω, να παίρνη αέρα η αφέλεια, καθόντουσαν κοντά
+του στο μακρύ τον μπάγκο μπρος το τραπέζι, με τόνα χέρι στο
+ποτήρι, και λέγανε με σεκλέτι και μεράκι, κυττάζοντας ο ένας τον
+άλλονε στο στόμα: «. . . που είναι άσπρη και — αι παχειάαα! . . .»
+— «Άιντε ρε και το σκότωσες!», είπε, καμμιά φορά, κόβοντας το
+βλαμάκη του, ο πιο τεχνίτης. . .
+
+Και μέσ’ από το βόμβο που έκαναν τα τραγούδια κ’ οι κουβέντες, με
+τις γροθιές χτυπητές στα τραπέζια, και τα καπάκια των τεντζερέδων
+και τα μαχαιροπήρουνα, που τα ρίχνανε σωρό μες το θερμό, και το
+ψωμομάχαιρο πούκοβε τα πεντάρικα και τα δεκάρικα ψωμιά και τα
+μισοκάρβελα απάνω στη σανίδα, και των μουστερήδων οι παραγγελίες
+κ’ οι φωνές των σερβιτόρων που ξεφώνιζαν απ’ την άλλη άκρη τη «μια
+στιφάδο!» και τη «μια πατάτες γιαχνί!» και το «ένα κουνουπίδι!»
+και «οι μαρίδες να γίνη ζωμόν!» και «πιάσε μία κούπα αποσταμένο»,
+καθώς τόθελαν οι παλαιοί οι μερακλήδες, και τις «μισές» και τις
+«οκάδες» για τους κρασοπατέρες, ξεχώριζε κάθε λίγο, σαν του
+κόκκορα ο ψαλμός μέσ’ απ’ τη χλαλοή του κοτετσίου, το διάτορο και
+καμπανιστό λιανοτράγουδο του κάπελα:
+
+ «Πω — πω — πω! μωρ' τ’ είν' ετούτη! —
+ Βάζει δόντια του φαφούτη! . . .»
+
+Τι απλή που φαινόταν η ζωή, τι ζεστή και τι γλυκειά ανάμεσα σ’
+αυτούς τους αφελείς ανθρώπους!
+
+Δεν ήπιατε ποτέ σας γάλα απ’ το βυζί της αγελάδας; Δεν ήπιατε ποτέ
+σας νερό απ' τη δασοκρήνη που σιγοκελαϊδεί μέσα στα πολυτρίχια;
+Δεν καθήσατε στο ησκιερό κατώφλι, αποσταμένοι απ’ την ανηφοριά του
+δρόμου; Κάτω απ’ τον πεύκο δεν εγείρατε τον αγαθό, που απλώνει τα
+γέρικα του κλώνια με τις τρεμοβελόνες, τις ηλιοστάλαγες κι
+ανεμοτραγουδίστρες να σας περισκεπάση απ' το κακό του Κόσμου; —
+Έτσι αισθάνεται όποιος περνάει απ’ της ζωής αυτής το μονοπάτι.
+Έτσι αισθανόνταν κ’ οι τρεις οι νέοι εκεί που τρώγανε με τη Λιόλια
+στο πλευρό τους, στο μαγαζί που απηχούσε απ’ τα τραγουδάκια και
+τις κουβέντες των εργατικών παιδιών κι απ’ του κάπελα τον κοντό
+ψαλμό για τη ρετσίνα . . και γι’ αυτό παρακάθησαν κοντά στη
+ρετσίνα «πούκανε άμμο» και δεν το κατάλαβαν πως ήτον κοντά δέκα η
+ώρα σαν κινήσανε για το χορό τους στο χοροδιδασκαλείο της
+Καπνικαρέας . . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Από κάτω, απ' τη σκάλα που ανέβαιναν, ακουγόταν τοργανέτο πούπαιζε
+και το σύρσιμο των ποδιών που χόρευαν. . .
+
+Όταν άνοιξαν την πόρτα για να μπούνε στη σάλα που μαύριζε από
+κεφάλια σαλευούμενα, χύθηκαν έξω μαζί με μια ζεστή μπούχα και τους
+αγκάλιασαν οι χαρούμενοι ήχοι της «Μικρούλας», που όλος ο κόσμος
+την τραγουδούσε τότε και δεν ήτον οργανέτο που να μη σαλτάριζε
+τσιριχτή μέσ’ απ’ την κοιλιά του και μόρτης που να μη σφύριζε, με
+τα χέρια βαθιά στις τσέπες, τον πρόσχαρο σκοπό της . . .
+
+Μερικοί νέοι, που στεκόντουσαν κοντά στην πόρτα, τραγουδούσαν τα
+λόγια, εκεί που χόρευαν οι άλλοι, και κρατούσαν το τέμπο με το
+πόδι:
+
+
+
+ Να η Μικρούλα!
+ Να η Μικρούλα! να! –
+ Αυτή που έρχεται,
+ Η παχουλή — ή!
+
+
+ Να η Μικρούλα!
+ Να η Μικρούλα! μπουμ! —
+ Αυτή που έρχεται
+ Η στρουμπουλή! μπουμ·μπουμ! — —
+
+
+Έτσι ταλλάζανε για πιο αστείο και σε κάθε «μπουμ» δος του μια με
+το τακούνι. . .
+
+Η Λιόλια που δεν έβγαινε απ' τα ξεροκοκκινίσματα, μόλις το πήρε
+ταυτί της έκαμε να φύγη, γιατί θάρρεψε πως γι’ αυτήν τόλεγαν οι
+νέοι. Ο Νίκος και οι φίλοι του ξεκαρδιστήκανε στα γέλοια. . .
+
+Ήρθαν και τους πήραν τα καπέλλα και τα παλτά τους. Ο Δάσκαλος τους
+χαιρέτησε με χαρά και μόνο που δεν τονέ φίλησε το Νίκο: «Μωρέ
+κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε! Μωρ' τι γίνηκες Νίκο! . . .»
+Καλωσόρισε και τη Λιόλια σφίγγοντας της το χέρι με μεγάλη φιλία. .
+.
+
+
+
+&Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά!&
+
+
+
+. . Και δεν είδε πια τίποτ’ άλλο η Λιόλια γύρω της, ούτε τις
+μυρσίνες πούτανε στολισμένα τα κάδρα του Βασιλέα και της
+Βασίλισσας, του Διαδόχου και της Σοφίας, ούτε τις μικρές σημαίες
+που κρέμονταν απ’ το ταβάνι σε σκοινιά τεντωμένα, ούτε τα
+ζευγάρια, μασκαρεμένοι και αμασκάρευτοι μαζί, που χόρευαν την
+πόλκα, άλλοι στρωτή γερμανικά, άλλοι πηδηχτή γαλλικά, κι όλοι με
+τόσο πάθος και χτυπώντας απ' την πολυκοσμία τις πλάτες ο ένας
+απάνω στον άλλονα σαν ξαπολυμένες βάρκες σ’ ανεμόδαρτο λιμάνι. . .
+Μόνο τα μάτια του Νίκου είδε που της έφεγγαν ως μέσα στο στήθος,
+σάμπως του χορού ο σκοπός κ’ η γλύκα να τους είχανε ρίξει μέσα
+σπίθες κρυφόχαρες κι αυτές να γινήκανε φλόγες ξεπεταχτές κι
+αγκαλιάστρες και φέγγος απαλό — είδε το φέγγος των ματιών που την
+αγκάλιαζε κ’ είδε και τα δυο τα χέρια να σιγοτρέμουν ανάερα για να
+την αρπάξουν. . και τους συνεπήρε το ρέμα το φρενιασμένο και
+ψυχοπλάνο του σκοπού του χορευτή — όπως ένας άνεμος ζεστός,
+περνώντας απ' το λιβάδι, ξεσέρνει τις γλυκειές τις πεταλούδες. . .
+
+Πώς χόρευ' η Λιόλια με το Νίκο! . . .
+
+. . Σαν κάνανε εκείνα τα λίγα βήματα «φεν-ντε-σιέκλ» στις στροφές,
+εκεί που γώνιαζε η σάλα, έπεφταν κ’ οι δυο μπροστά μ’ όλο τους το
+κορμί, με τα κεφάλια κάτω, σα να θέλανε να γκρεμιστούνε
+χεροπιασμένοι σε μιαν άβυσσο ευτυχίας, σε μια θάλασσα, κάτω βαθιά,
+με κύματα γλαυκά και σαν αξύπνητα που μόνο το τραγούδι τους έφθανε
+ως απάνω. . . Πατ! — πατ!! πατ!!! — — χτυπούσε το πόδι του στα
+τρία βήματα τόνα πιο χτυπητό από άλλο, ο Νίκος, σαν το νέο το
+άλογο, από υπερδύναμη ζωή κι αβάσταχτη χαρά. . . κ’ έπειτα έκανε
+μια γλήγορη στροφή και γύριζε κατά πρόσωπο της Λιόλιας να τη δεχτή
+στο στήθος του. . . Κι αυτή έπεφτε απάνω του με μια κίνηση σα
+λυμένη, όλο πάθος και παράδοση, χυνότανε, μ’ ένα σκέρτσο
+αλλοιώτικο, απ' το πλάι μ’ όλο το κορμί της και το στήθος μπροστά,
+το απαλό και ζεστό, που έπαλλε απάνω στο δικό του, μέσα στα χέρια
+του . . .
+
+Δε φορούσε σήμερα το στενό της το πολκάκι, η Λιόλια, με τη σειρά
+κουμπάκια: είχε βάλει τη φουστίτσα της τη σταχτιά από αλπαγά,
+κοντή-κοντή, μ’ ένα ποκαμισάκι κρεμ μαλακόχυτο όλο σούρες, που της
+άφηνε το στήθος ελεύθερο, και στη μέση μια ζώνη μουσαμαδένια κι
+αυτή σταχτιά· και πίσω στα μαλλιά της είχ’ ένα φιόγκο από
+κορδέλλλα μεταξωτή σκούρη πορτοκαλλιά, πούκανε σα μιαν απόχρωση
+των μαλλιών της των καστανών που χρύσιζαν . . . Χρύσιζαν τα μαλλιά
+της μες τα φώτα σα μάλαμα παλιό ζεστόχρωμο και τα σγουρά τους
+ταναφυσούσε ο απαλόθερμος αέρας όπως η αύρα αναφυσάει τα ψιλόχορτα
+του κάμπου. . . Τα μάτια της έλαμπαν! Ήτονε ροδοκόκκινη κ’
+ιδρωμένη σα νάτρεχε στους ήλιους κ’ έτσι έμοιαζε ρόδο που ό,τι
+έχει ανοίξει μ’ όλα του τα φύλλα ένα μεσημέρι του Απρίλη. Μα το
+στόμα της έκανε μια καμπύλη σαν κλάμα και δεν καταλάβαινες πως
+γέλαγε παρ’ απ’ τη γλύκα που φώλιαζε σε κάτι λακκάκια και μέσα
+στις γωνιές των χειλιών της κι απ’ τα μαργαριτάρια που φέγγριζαν
+ανάμεσα στων χειλιών της τα υγρά κι ανοιγμένα ανθόφυλλα.
+
+. . Κι ο Νίκος έσκυβε απάνω στα μαλλιά της: το πρόσωπό του ήτονε
+χλωμό σα να φωτιζόταν από μέσα και στη χλωμάδα αυτήν τα μάτια του
+ξεχώριζαν ακόμα πιο σκούρα μες τα ματόκλαδα, σα βαθύ νερό
+σκιασμένο από κλαριά. . .
+
+. . Κάθε φορά που την άρπαζε τη Λιόλια σαν απ’ τον εαυτό της
+χαμένη στην αγκαλιά του, έσφιγγε τα χείλια του για να μην πετάξη η
+άχνα της ψυχής του, ξεροκατάπινε με το καρύδι πηγαινοερχάμενο από
+κάτι αλάλητο που τούκανε το σάλιο κόμπο και τούκλεινε το λαιμό,
+έρριχνε πίσω το κεφάλι, σάμπως να του ταρπάζη ο πόθος αποπίσω, στα
+δυο του τα χέρια, και να του το γύριζε τανάστροφα φιλιώντας του το
+στόμα. . .
+
+« Παντεσπάνι! Παντεσπάνι!» — φωνάζανε μερικοί πούχανε βαρεθή πια
+να περιμένουν την πόλκα να τελειώση για να βρουν κι αυτοί ντάμα.
+Από ντάμες δα άλλο τίποτα, καθιστές γύρω στους καναπέδες, μα νά
+που έτυχε να χορεύουν όλες οι όμορφες κ’ οι καλύτερες χορεύτρες .
+. και δεν πάνε στα κουτουρού οι χορευταράδες, μόνο κάθονται να
+δουν πρώτα κ’ έπειτα διαλέγουνε.
+
+ — Δεν έχει παντεσπάνι! είπ' ο Δάσκαλος, μπαγιάτεψε πια κ’ έγινε
+παξιμάδι. — Βάλ' τη «Ρεζάν», Μηνά! — φώναξε του παιδιού που γύριζε
+τοργανέτο.
+
+. . Και πάλι, χωρίς να ξαποστάσουνε μια στάλα, έσυρε ο Νίκος τη
+Λιόλια. . . Να βλέπατε το πόδι του το νεανικό κι αντρίκιο, το
+χαριτωμένο μαζί και δυνατό, που ξέχωρα φανέρωνε το πλάσμα το
+πλουσιόβλαστο κι ανθισμένο πούτον ώρα του τώρα να καρπίση — πώς
+πατούσε το σανίδι ολόσωμο, ριζώνοντας το νέο δεντρί, και σηκωνόταν
+πάλι ανάερο μ’ ένα τίναγμα ελαστικό και πάλι έπεφτε, στριφογυριστό
+στον αστράγαλο, βαστάζοντας όλο το κορμί στις μύτες του κ’ έρριχνε
+γοργότρεχο τη φτέρνα πίσω και γλυστροσερνότανε σα χέλι — λες κ’
+είχε ζωή ολόδικιά του και χαρά — το πόδι! . . . Μα κι όλο τάλλο το
+κορμί: τα μπράτσα κ’ οι ώμοι, οι πλάτες, η μέση κι ο λαιμός — τι
+τέλεια κι αρμονικά πούχαν τα κουνήματά τους, χώρια το καθένα και
+τόνα μέσα στάλλο και πάλι όλα μαζί — σα να φιλιούνταν αναμεταξύ
+τους, σα νάνθιζαν τώρα δα, ξαναγεννημένα σ’ ένα λουτρό
+χρυσόρρευστο από φως και ηδονή, σε ζωή τρισμάκαρη . . .
+
+Και η Λιόλια — το κοριτσάκι με το κοντοφούστανο τανεμιστό, με τα
+τρεμόχαρα στηθάκια που κρυφοζούσαν μες ταέρινο ποκαμισάκι ίδια
+χλωμά ροδάκινα κάτω απ’ τη φυλλωσιά στο βραδυνό ταγέρι, με τα
+χείλια σα στόμα λουλουδιού που σιγανοίγει να φιλήση τον ήλιο —
+έπεφτε απάνω του σαν ένα πράμα λευκό κι απαλό, σαν πιτσούνι άσπρο
+που με τα πούπουλά του τού σκέπαζε το νου. Έτσι έλυωνε του Νίκου η
+ψυχή κι όλο το κορμί του άνοιγε σε μύρια στόματα για μύρια το
+καθένα του φιλιά. . . .
+
+Κι όχι μονάχ’ αυτοί οι δυο. Ολ' αυτά τα κορμιά που στριφογύριζαν
+αγκαλιαστά — το κάθε ζευγάρι σα μέσα σ’ ένα δικόν του σίφουνα
+μεθυσιού και φρένας — ζούσαν τώρα μιαν άλλη ζωή, τόσο βαθειά, που
+άγγιζε σχεδόν με πόνο την ψυχή τους, με γλυκό σφάχτη, κ’ έπαιρνε
+τη λάμψη της και τη φορούσε κ’ έφεγγε. . .
+
+ — Το «μαρινάτο!» το «μαρινάτο!», φωνάζανε τώρα μερικοί που δεν
+χόρευαν άλλο παρά βαλς (έτσι τόχε βγάλει ένας δεκανέας των
+Πυροσβεστών από το άχτι του, γιατί όλο αυτό κοπανούσανε στα
+χοροδιδασκαλεία και δεν μπαγιάτευε ποτέ του σα το μαρινάτο ψάρι) —
+
+ — Όχι! Όχι! «Τα παιδάκια»! — πολεμούσαν άλλοι να τους μουλώξουνε
+με τις φωνές τους — Όχι το «μαρινάτο!» Όχι! Ό — οχι! «Τα
+παιδάκια»! «Τα παιδάκια»! και δυο-τρεις αρχίσανε τα τραγουδάνε
+δυνατά, για να μην τους περάση το πείσμα εκεινών:
+
+ Τα παιδάκια μου, γι’ ακούστε
+ να σας πω μια συμβουλή! . . .
+
+Έξαφνα χτύπησ’ ο Δάσκαλος τα χέρια κ’ έπαψε τοργανέτο κ’ έπιασαν
+τα βιολιά (Να λοιπόν πούτον αλήθεια όταν τόλεγε ο Μίμης!). . .
+
+Πώς περνάει, το καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ένα φρίκιασμα πάνω απ’ τα
+φύλλα του δάσους. . μ’ ένα θρόισμα μυριόφωνο βαθύ σαν από κάποια
+θάλασσα αλαργινή, βαρυστέναγη; — έτσι πέρασε μιαν ανατριχίλα
+αλάλητη πάνω απ' όλα τα κορμιά τα ολόθερμα με το πρώτο κατέβασμα
+των δοξαριών, πούβγαλαν κάτι τραβηγμένους ήχους βαθιούς και
+στριγγούς μαζί. . . Φως κάτασπρο στις αμίλητες πέτρες, γέλοια των
+κυμάτων στην αμμουδιά, των άγριων περιστεριών γέλοια στις
+δέντρινες κουφάλες, σίδερο πληγωμένο που ξεφωνίζει, ρόδα
+μαυροπόρφυρα του πόθου και ήσκιος σε νάρκη βαθιόμαβια με τις
+φτερούγες ριχμένες πάνω απ’ το κεφάλι — και σαν τι δε μοιάζουν οι
+λαχτάρες των χορδών! . . . Και με τη γοργάδα και το θάμπωμα της
+αστραπής που σχίζει μαυρόγυαλον ουρανό, έπεσαν οι ήχοι αυτοί στων
+ανθρώπινων κορμιών το πιο βαθύτερο «είναι» και ξέσυραν,
+αποσχίζοντας τις ίνες της ψυχής, κάτι ολάνθιστο, με σπαραγμό
+μαγευτικό . . κ’ έπειτα χύθηκαν τις πλάτες κάτω τις ζεστόχνουδες,
+φως ανατριχιαστό, και σιγοστάλαξαν κόμπο-κόμπο στα στήθη σαν
+κάποιο υπέργειο μύρο τραγουδιστό που σε λιγάκι ξεχείλισε, έγινε
+πέλαγος. . .
+
+Τσιριχτές φωνές έβγαζαν τα νέα παιδιά, γιατ’ οι καρδιές τους
+πνίγονταν από ηδονή, Αχ, από ένα μεγάλο κύμα ηδονής. . . Κ’
+εκείνοι ακόμα πούχαν αποστάσει να χορεύουν και πηγαίνανε να
+καθήσουν, ξαναπετάχτηκαν απάνω και ζευγαρώθηκαν πάλι στο φτερό και
+ριχτήκανε μες του χορού το κύμα. . .
+
+Το σγουρό μαλλί του Νίκου που τούσκιαζε το μέτωπο, στεκόταν
+ανάερο. . άσπρο το μέτωπό του, λαμποκοπούσε μυστικά σαν κάποιο
+αρχαίο μάρμαρο που αστράφτει ηλιοφιλημένο ψηλά σ’ έναν έρημο κάβο,
+κυττάζοντας τη θάλασσα. . .
+
+Η Λιόλια κάθε φορά που μες την αγκαλιά του Νίκου περνούσε κοντά
+απ’ τα βιολιά, της φαινόταν πως παίζανε για χάρη της πιο δυνατά,
+με πιότερο πόθο παίζανε, με πιότερη φρένα γλυκερή — γι’ αυτήνα
+μοναχά πια βαθιά και πιο επίμονα ξέσερναν τις φωνές τους, σα να
+θέλανε να την κάμουν κάτι να πιστέψη:
+
+«Νέα είσαι κι όμορφη κ’ ευτυχισμένη!» — της έλεγαν. . . Μα όχι
+αυτό μονάχα: κάτι άλλο πιο γλυκά ακόμα κι από της ομορφιάς την
+ευφροσύνη και της νιότης κι απ’ το καθετί στον κόσμο, κάτι άλλο
+πιο αβάσταχτο θέλανε να της ειπούν — που δεν το πίστευε. . και
+μεθούσε απ’ την πολλή χαρά της – ενώ δεν το πίστευε! . . και της
+έρχονταν τα δάκρυα απ' την ευτυχία — γιατί κόντευε να το
+πιστέψη! . . .
+
+Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά! — σφάχτες της ψυχής! Τι μας
+κάνετε εμάς των νέων!
+
+Μαγεμένες είν' οι χορδές σας, οι βγαλμένες απ’ τα ωραία ζώα που
+σιγοπερπατούνε στις χορταριές τις κρυφομύριστες απ’ το χαμόμηλο
+και τον άγριο δυόσμο (. . τα είδατε πώς κυττούνε, θλιμμένα από της
+ζωής την ομορφιά;) . . . Γλυχοποτισμένες είν’ οι χορδές σας με της
+ζωής την όμορφη τη θλίψη. . , Όλα τα παλιά τραγούδια των νέων που
+έζησαν και τώρα έχουνε σβήσει για πάντα και τα δάκρυα απ’ τον
+παλιό καιρό, εσείς τα τραγουδάτε, βγάζοντας τα μέσ’ από το χάος
+της ζωής και μέσ’ απ’ την ψυχή μας. . . . . . . . . . . . . . . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Όταν ήρθ' η καντρίλλια, οι φίλοι του Νίκου βρήκαν ευκαιρία να
+ζητήσουν της Λιόλιας ο καθένας τους κι από ένα χορό. Ο Μίμης της
+θύμησε πως την είχε αγκαζάρει για ένα βαλς κ’ ήτον αυτό, είπε,
+πουρχόταν τώρα. Δεν πρόφθασε νανοίξη το στόμα της και πάλι τους
+χώρισε το ρέμα. . .
+
+Τι εξαίσιο πράμα ωστόσο αυτές οι καντρίλλιες! — ίδια η ζωή! . . .
+Σαν κάποιος μάγος κ’ εξορκιστής ο Δάσκαλος χτυπούσε τα χέρια του
+ξεφωνίζοντας λόγια παράξενα που μοιάζανε γητέματα και ξόρκια:
+«Μπαλανσέ — βο — νταμ!» — «Σασσέ — κρουαζέ!» — και περνούσαν τα
+γυναικεία λουλούδια μπρος απ’ των αγοριών τα μάτια που μεγάλωναν
+πιο φεγγερά από πρώτα . . και σελάγιζαν, πάνω από τάνθινα κεφάλια,
+του αγορίσιου πόθου τάστρα, του πόθου του κυπαρισσένιου — γιατ’
+ίδια νέα κυπαρίσσια ταγόρια αψηλοστέκουνε στυλωμένα σ’
+ολοστρόγγυλους και δυνατούς δίδυμους κορμούς. . . «Φραππέ»! — κ’
+ήτον ο θρίαμβος της Χαράς και της Ζωής: Α! να τις που περνούν κ’
+οι δυο αγκαλιασμένες (τι σπάνιο πράμα!) μέσ’ από μια θάλασσα
+ανθρώπινη, πολύβουη απ’ τάσπρα χέρια που χτυπιούντ’ αναμεταξύ τους
+σαν αφρισμένες κυματοκορφές, απάνω σ’ ολόχρυσο άρμα, ζεμένο σε
+λευκό τέθριππο σαν από φως γενάμενο κρέας, και με την ίδια τη θεά
+την Ήβη πίσωθ' ορθή για Νίκη που κρατάει τα χρυσά στεφάνια. . .
+«Σαιν»! — και γύριζε η αλυσσίδα η ζωντανή, δεμένη και λυτή,
+περνούσε σαν άνθινο όνειρο που δε σβήνει, σαν άρωμα που όλο φεύγει
+κι όλο μένει, περνούσε — κομπολόϊ ανθρώπινο μες τα χέρια ταόρατα
+της συλλογισμένης Μοίρας. . . Κ’ οι κόμποι του ήταν αφροσταλίδες
+απ’ την ατέρμονη θάλασσα της πλάσης σαν κ’ εκείνα τα δάκρυα του
+Ωκεανού τα θρομπισμένα στο κεχριμπάρι που σιγοκυλούνε με μουσική
+στης Ζωής τον έρημο γιαλό (ώ πένθιμα φωτισμένον από ένα μεγάλον
+κόκκινον ήλιο!), που έχουνε μέσα τους το θλιβερό μύρο του άπατου
+βυθού και της αλαργινής κυματιάς την ανεμόφερτη λαχτάρα και
+τραγουδιστή βουή. . . Και ζούσαν αυτές οι στάλες του σάρκινου
+αφρού και τρεμοσάλευαν κ’ έφεγγαν η καθεμιά τους μ’ ένα φως
+κρυμμένο μέσα της. . . Και πότε αποτραβιούνταν οι κόμποι απάνω στο
+σκοινί πούτον το αίμα το άλικο, το ζεστό, γοργότρεχο από πόθο,
+νεροσυρμή του πόθου ακράτητη κοχλακιαστή μέσα στην ανθισμένη
+σάρκα, πότε μαζεύονταν όλοι μαζί μέσα στη χούφτα της Μοίρας τη
+φριχτή που τους έπαιζε — αλλού έχοντας το νου της. . . Κ’ έξαφνα
+σαν κομπολόι σκόρπισαν. . .
+
+Κ’ έπειτα απ’ του Μάγου τα χείλη απήχησε η μαγική λέξη;
+«Προμενάτ»! — και δυο-δυο τα γητεμένα πλάσματα έκαναν τον κύκλο
+της ζωής το χορευτή, σκιρτώντας απάνω στο λιβάδι της αιώνιας
+νεότητος. . και περιχυμένο ήτον το λιβάδι απ’ τον απαλόφλογο ήλιο
+της χαράς. . κ’ ήτον αυτός η σύνθεση ενός τραγουδιού αναβρυσμένου
+απ’ όλα τανθρώπινα κορμιά που τώρα ζούσανε βαθιά σαν άνθη και σα
+ζώα. . . Έπαλλαν τα στήθη και τρεμούλιαζαν της σάρκας οι
+κυρτογραμμές και τα πρόσωπα έβγαζαν ένα φέγγος σαν τανοιχτά
+παράθυρα το καλοκαίρι όταν απέξω είναι ο χρυσός ο ήλιος και τα
+φύλλα τα πολλά, κόμες πράσινες ανεμιστές που αναδεύονται απαλά και
+μυστικά θροΐζουν, κ’ οι καρποί που γλυκοφεγγρίζουνε σ’ απόσκια
+γλαυκά και τα μεγάλα άσπρα νέφαλα τα στρογγυλεμένα, σαν από αέρινο
+μάρμαρο πελεκητό, που ασάλευτα ονειρεύονται πίσω απ’ τις πλάτες
+των βουνών. . . Και καθώς πηγαίνανε σκιρτώντας ρυθμικά κάτω από
+μιαν ανίδωτη βέργα, τα μαγεμένα πλάσματα, ανασαίνανε βαθιά κ’ η
+πνοή τους έλεγε: «Είμαστε νέοι, νέοι, νέοι και γεροί! και ωραίοι!
+και δε μας μέλλει γιατί γυρίζομε και πού πάμε . . και πού πάμε . .
+και δε μας μέλλει αν πέθαναν εκείνοι που μας γέννησαν και τα μικρά
+ταδερφάκια μας αν έσβησαν. . . Εμείς πάντα θα γυρνούμε, θα
+γυρνούμε, γιατ’ είμαστε όμορφοι και νέοι και δε μας μέλλει! δε μας
+μέλλει! δε μας μέλλει! που κ’ εμείς θε να πεθάνωμε — γιατί δεν το
+πιστεύομε! . . .»
+
+Κι όχι μόνο των νέων ανθούσε και τραγούδαγε η ψυχή. Αχ, να βλέπατε
+κάτι γέρους σαράβαλα και κάτι χοντρές πενηντάρες που στο σπίτι
+τους θα βογκούσαν απ’ τη μια καρέκλα στην άλλη — πώς σήκωναν τα
+πόδια τους αψηλά και πηδούσανε σαν τις κατσικούλες! Μια προπάντων,
+χοντρή σα δέκα απ’ τις εγγόνες της που χορεύανε γύρω της, ήτονε
+θεός να τηνέ βλέπης: τρανταζόταν ολόσωμη σα βαρέλα ξεχαρβαλωμένη
+και τα προγούλια της πηγαινόρχουνταν πέρα-δώθε σα λάστιχα, μα το
+πρόσωπο της, κάτω από τις ζάρες και τις κρεατοελιές, άστραφτε από
+χαρά και νιάτα — ναι από νιάτα, γιατί εκείνην την ώρα ήτονε
+δεκαεννιά χρονών: σωστά δεκαεννιά χρονών — ούτε μια μέρα παραπάνω
+. . . Να κ’ ένα κουκλάκι μια σπιθαμή, με κάτι γαμπίτσες ψιλούλες
+σαν τα καλαμάκια μες τις άσπρες κάλτσες: η κόρη του δασκάλου,
+τεσσάρων πέντε χρονών, που τη χόρευε ένας αψηλός νέος, πρώτος
+χορευτής, σκυμμένος ίσαμε κάτω και κρατώντας την απ’ τα δυο τα
+χεράκια, όπως χορεύουν τα κορίτσια τις κούκλες τους μες τις αυλές.
+Όλους τους χορούς λέει τους ήξερε και δεν άφηνε χορό να μην τονέ
+χορέψη με τους πιο ωραίους καβαλλιέρους. Ο νέος, γερμένος απάνω
+στο κουκλάκι, το γλυκοκύτταζε και του χαμογελούσε, σα νάβλεπε μέσα
+του την όμορφη κοπέλλα που θα γινότανε μια μέρα, κ’ η μαϊμουδίτσα
+σήκωνε απ’ το βάθος καταπάνω του τα μάτια της, σα νάτον ο
+αγαπημένος της — και μόνο τα μπόγια τους που δεν ταιριάζανε. . .
+Αλήθεια η ψυχή τανθρώπου δεν έχει χρόνια παιδιάτικα, ούτε και
+γεροντάματα κάτω απ’ τα χιόνια των μαλλιών και τις ζάρες που
+σταφιδιάζουν τις ωραίες ρόγες: ολάνθιστη γεννιέται και νέα πάντα
+μένει και σβήνει, χωρίς να ξεφυλλίση, μ’ όλη της τη λάμψη σαν τη
+συνονόματη της, τη χρυσοφτέρουγη «Ψυχή». . .
+
+Πνίγηκε η Λιόλια απ’ τα γέλοια σαν είδε το μικρό να χορεύη κοντά
+της με τόση σοβαρότητα και να κάνη ρεβερέντσα στον καβαλλιέρο του
+με τόνα ποδαράκι πίσωθ’ ανασηκωτό . . κ’ εκεί που γέλαγε, τέλειωσ’
+ο χορός κ’ ήρθε τρέχοντας να την πάρη απ' τα χέρια του Νίκου ο
+Μίμης. . .
+
+ — Άσε μας ντε κ’ εμάς λιγάκι να μυρίσουμε κορίτσι! — τούπε αυτός
+με πίκα.
+
+Τον κύτταξε ο Νίκος με κάποιο σοβαρό και σα λίγουλάκι άγρια, μα
+δεν είπε τίποτα.
+
+ — Τι με κυττάς; — ξαναείπε ο Μίμης που έβραζε μέσα του απ’ όλο το
+βράδυ κ’ ήτον κίτρινος σαν το φλουρί — δε σ’ αρέσουμε;
+
+ — Σα να μη στέκης αυτού καλά μου φαίνεται — είπε ο Νίκος και πήγε
+με τη Λιόλια στο βάθος της σάλας να την τραττάρη μια λεμονάδα στον
+μπουφφέ: ένα τραπέζι μακρύ που τούχανε φορέσει ένα κόκκινο
+φουστάνι από λαδόπαννο. . .
+
+Σε λίγο άρχισαν πάλι τα βιολιά κι ο Μίμης πήρε τη Λιόλια να
+χορέψουνε. . . Δε μίλησε ο Νίκος, μα είδε τη Λιόλια να τον κυττάζη
+με κάτι μάτια σα να τον αρωτούσανε μ’ απορία θλιμμένη: «Γιατί
+αφήνεις να με πάρη αυτός από κοντά σου!;. . .»
+
+Του ήρθε να κάμη ένα σάλτο να την ξαναρπάξη απ’ τα χέρια του Μίμη.
+Μα εκείνη τη στιγμή τον έπιασε κάποιος απ’ τον αγκώνα: ένας φίλος
+που τώρα ότι είχ’ έρθει κ’ ήτον όλο χαρά που τον εύρισκε εδώ — ο
+Ντίνος — ένα παιδί γλυκό με δυο μάτια σαν ελίτσες που δεν άφηναν
+καθόλου ασπράδι στις άκρες, ψηλούτσικος, με μια μέση τόση δα, που
+περπατούσε ίσιος-ίσιος σα λαμπάδα. Τον έπιασε που λες στην
+κουβέντα κ’ έτσι ο Νίκος, χωρίς νακούη τι τούλεγε ο Ντίνος, έβλεπε
+από μακριά τη Λιόλια που τη χόρευε ο Μίμης. . . Και σαν επίτηδες ο
+Μίμης έκανε μικρούς-μικρούς τους γύρους του κι όλο κατά την άλλη
+μεριά της σάλας, για να μην περνάη κοντά απ’ το Νίκο. . .
+
+Τώρα που την έβλεπε τη Λιόλια μακριά του, σε χέρια αλλουνού κ’
+εκείνονε να γέρνη αποπάνω της και να πίνη με τα μάτια του το φως
+της ομορφιάς της, τώρα του φάνηκε πως για πρώτη φορά την έβλεπε. .
+. Ως τα τώρα είχε μεθύσει με το ζεστό μύρο του κορμιού της σαν από
+κρασί μοσχάτο (Αχ, όχι! από βαρύ κρασί με ζάχαρη και κανέλλα),
+είχε γλυκαστή η ψυχή τον με τα ολόδροσά της νιάτα σαν απ’ τον
+πεπονιού τη δροσερή τη γλύκα, είχανε χάρη τα μάτια του τον ήλιο
+που ήτον πεσμένος μέσα στα μαλλιά της σα μέσα σ’ άγριο μέλι του
+βουνού, σκοτεινό. . το στόμα της, λιγωμένο ρόδο με βυσσινύ
+χαμόγελο, λουλούδι της ψυχής που έβγαζε αμίλητο τραγούδι — λαχτάρα
+κι αγωνία μαζί — όπως όλων των λουλουδιών τα στόματα —: πάντα το
+αισθανότανε να φυλλοτρέμη μέσα τον, μα τις περισσότερες φορές στα
+χείλη του απάνω . . και τα μάτια της με τις τζιτζιφένιες χάρες που
+μοιάζανε νησάκια ηλιοφίλητα σε πέλαγος γαλατένιο την αυγή,
+απονύχτερα άστρα σε κάποιον ουρανό χλωμό, αυτά τον παίρνανε μαζί
+τους κάθε φορά που ήθελε ταντικρύσει, όπως παίρνει ο ουρανός το
+σύννεφο κ’ η θάλασσα το καράβι — στην αγκαλιά τους. . . Όλ’ αυτά
+τα αισθανόταν ο Νίκος ως τα τώρα, μα τώρα μόνο κατάλαβε, ότι τα
+αισθανόταν — μα και πάλι τα αισθανόταν όλα μαζί, θαμπά και
+μπερδεμένα . . . Έβλεπε όμως τώρα αληθινά, ένα-ένα, αυτά τα
+χαρακτηριστικά που ήτανε γι’ αυτόν άλλες τόσες κρήνες ηδονής
+αλάλητης. Και συνάμα κατάλαβε βαθιά μες την ψυχή του πως ήτανε
+δικά του, ολόδικά του, κατάβαθα δικά του, περισσότερο από κάθε
+άλλο πράμα πούχε δικό του στον κόσμο, περισσότερο δικό του κι απ’
+τον ίδιο τον εαυτό του. . .
+
+Κάτι θολοπόρφυρο νεφέλωσε στα μάτια του μπροστά, σα λιβάνι
+πυρωμένο που τον τύφλωνε, τονέ ζάλιζε, τούρριχνε μια φλόγα
+σκοταδερή μέσα στο μυαλό του — —
+
+Η Λιόλια πέρα στην άλλη άκρη της σάλας χόρευε με την καρδιά
+της . . .
+
+Περνούσαν άλλα ζευγάρια μπροστά απ’ το Νίκο: ένας κοκκινοπρόσωπος
+μ’ ολοστρόγγυλο σαγόνι και μακρυά μουστάκια κρεμαστά, το στόμα
+ανοιχτό να παίρνη αέρα (ίδιος κι απαράλλαχτος μπαρμπούνι),
+κρατώντας στην αγκαλιά του μια γεροντοκόρη στεγνή και σουβλερή, με
+το πηγούνι και τη μύτη σαν τρυπάνια, που κύτταζε το μπαρμπούνι της
+σαν μπεκάτσα ερωτοχτυπημένη και ξεροτηγανισμένη . . . Παραπίσω
+ένας αψηλός νέος ξεσταχιασμένος, σα φραντζόλα μακρουλή της μπίρας,
+με μια μικρή κοντοστούπα που έμοιαζε μποτίλλια: απάνω στενή μ’ ένα
+κεφαλάκι σαν καρφίτσα και κάτω φούσκα απ’ τα κολλαριστά σαγκουλιά
+του φουστανιού της· και σήκωνε τα δυο της χέρια η μποτίλλια, σαν
+ταχυρένιο σκοινάκι της μποτίλλιας του «Κιάντι», για να πιαστή απ’
+το λαιμό της φραντζόλας που χοροπηδούσε καμαρωτή, αλύγιστη κι
+άψητη. . . Ένας μασκαρεμένος Βεδουίνος μαυρογενάτος, με τριχιές
+ολόγυρα στο κεφάλι, είχε τυλιγμένη μέσα στα μπουρνούζιά του μια σα
+δασκάλα και σα σκουπόξυλο και με τα μαλλιά σα σκούπα — και
+φανταζόταν ίσως τώρα αυτή πως πετούσε απάνω σ’ ένα αραβικό άλογο,
+κλεμμένη από 'να «Βασιλέα της ερήμου» . . .
+
+Τι γελοίοι που ήταν όλοι τους με την ευτυχία τους σα σορόπι
+πασσαλειμμένη στα μούτρα τους που αποθέωνε ακόμα και την ανοστιά
+τους! — Τουρχόταν του Νίκου να τους δείρη απ’ το θυμό του — —
+
+Πέρασ’ έν' άλλο ζευγάρι: ένας σγουρομάλλης νέος, καλοκαμωμένος με
+τα πόδια κολώνες και τους ώμους χυτούς, ίδιος έφηβος αρχαίος. .
+και ταχείλι του έσταζε φως ολόγλυκο (όπως όταν σιγοπέφτη το μέλι
+απ’ το κουτάλι) απάνω στανθισμένο κεφάλι της ντάμας του που ήτον
+ξανθιά σα στάχυ ώριμο και με μάτια σκούρα μπλου σαν κύανοι. . .
+Κύτταξε ο Νίκος να δη τη Λιόλια: . . χόρευε πάντα στην πέρα άκρη
+με το Μίμη. . . Κάτι της έλεγε ο Μίμης κι αυτή γελούσε, γέρνοντας
+το κεφάλι στο πλάι για να μην αποδειχτή πως γέλαγε, μα ο Μίμης
+έσκυβε και αυτός απ' το ίδιο μέρος και πιο χαμηλά για ναδράξη το
+γέλοιο της. . .
+
+Η καρδιά του Νίκου μονομιάς έσφιξε σα χουφτιασμένη στα νύχια ενός
+όρνιου! . . κ’ οι μεγάλες του μαβιές φτερούγες τούπαιρναν την
+αναπνοή) — — Η Λιόλια τώρα ξέσπασε στα γέλοια: ίσως για κάτι
+μασκαράδες που χόρευαν κοντά τους — κ’ ήτον κι ο Περικλής ο
+χοντρέλης μαζί — ή επειδή είχαν κουτουλήσει ράχη με ράχη με μια
+παχειά, τετράπαχη, που την έσερνε ένα αδύνατο παιδί λαχανιαστό σαν
+το σκυλλί που γυρίζει απ’ το κυνήγι. Δες πώς γλάρωναν τα μάτια της
+απ’ την ευχαρίστηση. Μα και το παιδί δεν απόδειχνε καμμιά
+δυσαρέσκεια, μόνο που ήτον ιδρωμένο και ξεφυσούσε, γιατ’ ήτον ο
+χορός, ο μάγος ο χορός που ξετύλιζε τη χοντρή ψυχούλα απ’ τα
+πάχητα και την έκανε συλφίδα. . . Αχ, τι χαρά που χει η ζωή! . ,
+μα τι λίγο που βαστάει! — γιατ’ είναι μοναχά ο άμμος πάνω απ’ την
+πέτρα που τονέ σκορπάει ο αγέρας. . .
+
+ — Τι έπαθες καλέ, φώναξε ο Ντίνος, βλέποντας το Νίκο έξαφνα να
+χάνεται —
+
+Εκείνην τη στιγμή χύθηκε μες τη σάλα μια παρέα μασκαράδες με
+φωνές, με χοροπηδήματα, με σκουντιές, με χαλασμό κόσμου: του
+Κουτρούλη το πανηγύρι έγινε εκεί μέσα. Τα βιολιά που τσιρίζανε
+λούφαξαν. Ο χορός σταμάτησε —
+
+Ο Νίκος τινάχτηκε απάνω κι ώρμησε μέσα στο σωρό να βρη τη Λιόλια.
+Ήτανε χωμένη μέσα σ’ ένα μπουλούκι μαζί με το Μίμη, που τη
+βαστούσε ακόμα μες την αγκαλιά του κ’ έδιωχνε τους μασκαράδες που
+κάνανε σαν το μελίσσι γύρω της . . .
+
+Όταν αντίκρυσε η Λιόλια το Νίκο, έβγαλε μια φωνίτσα σαν ένα μικρό
+λυγμό — που δεν έδειχνε χαρά ήτον ή κλάμα; Ο Νίκος την έπιασ’ απ’
+το μπράτσο και την τράβηξε καταπάνω του· έπειτα γύρισε απότομα και
+κρατώντας το χέρι του προφυλαχτικά πίσω απ’ την πλάτη της, άνοιγε
+δρόμο μεσ’ απ’ τον κόσμο με τα γόνατα και τους αγκωνές, με
+σκουντιές και σπρωξίδι, με τα «μπαρντόν» και «συγνώμη» και «λίγο
+τόπο περικαλούμε», κατά την πόρτα. . .
+
+Ο Μίμης έμεινε κόκκαλο — — Έπειτα έκανε να τρέξη το κατόπι, μα έλα
+που τα είχαν ιδεαστή όλα τα τρεχούμενα οι μασκαράδες και τονέ
+ζώσανε στη μέση, σάμπως να θέλανε να βγάλουν απάνω του το άχτι
+τους για την κερήθρα πούχανε χάσει. . .
+
+Εκεί που έβαζε ο Νίκος το παλτό του, με το Δάσκαλο κοντά που βγήκε
+να βοηθήση της Λιόλιας και να τους χαιρετήση, νά σου κι ο Μίμης,
+κίτρινος σαν το θειάφι, πούρθε να ζητήση το λόγο —:
+
+ — Βρε συ! — του λέει του Νίκου με χολόπνιχτη φωνή — πώς τραβάς το
+κορίτσι μέσ’ απ’ τα χέρια μου πριν να τελείωση ο χορός; —
+
+ — Άιντε από 'δώ χαζέ! δε Θα σου δώσω λόγο! — του αποκρίθηκε ο
+Νίκος, που κι αυτός τάραζε σύσωμος από θυμό, σαν το καπάκι του
+τέντζερη που αφρίζει στη φωτιά.
+
+Πετάχτηκε στη μέση ο Δάσκαλος, γιατί μυρίστηκε την τσίκνα:
+
+ — Δεν είχε πια χορό· εγώ τον έπαψα το χορό, καθώς είδα που μπήκαν
+οι μασκαράδες.
+
+ — Ποιανού δε θα δώσης λόγο ρε! — φώναξε ο Μίμης αγριεμένος.
+
+Έπιασε ο Δάσκαλος και μερικοί άλλοι εκεί δα, πούχαν ακούσει
+ναλογοφέρνουν, το Μίμη, γιατ’ ήτον έτοιμος να χυμήξη απάνω στο
+Νίκο, θεριό μονάχο, καθώς έβλεπε κιόλας πως έκανε να φύγη ο Νίκος
+απ’ το χορό με τη Λιόλια, να πάη έξω στα σκοτάδια με τη Λιόλια,
+που στεκόταν ασάλευτη, κατάχλωμη κάτω απ’ το σαλάκι της το ροζ,
+σαν Παναγίτσα, μέσα στη γωνιά της πόρτας —
+
+ — Τα βρίσκουμ’ άλλη ώρα! — του φώναξε του Μίμη ο Νίκος, πάνω απ’
+τα κεφάλια των αντρών που τους χώριζαν, κ’ έσυρε τη Λιόλια απ’ το
+χέρι τις ασκάλες κάτω. . . . . . . . . . . . . . . . .
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Περπατούσανε γλήγορα, ο ένας κοντά στον άλλον, απ' τα σοκάκια της
+Πλάκας τα έρημα. . . Κάτι μασκαράδες ερχόντουσαν τον κατήφορο, ο
+ένας πίσω απ' τον άλλονα στο στενό το πεζοδρόμιο ταντικρινό: ένας
+παλιάτσος άσπρος και δυο ντόμινα.
+
+ — Μωρέ Βλάμη! πού την πας την Κλάρα! — τους φώναξε το ένα ντόμινο
+καθώς προσπερνούσαν. . .
+
+ — Μ'λάρι! πού την πας την π'λάρα! — το χόντρυνε, σε λιγάκι, ο
+σαχλός ο παλιάτσος, με πιο μεγάλη φωνή, μόλις πήγανε πιο κάτω.
+
+ — Έλα κοντά να σε κάνω τρακόσιες οκάδες! — γύρισ’ ο Νίκος και του
+φώναξε με μιαν αγριοφωνάρα που τους πήγε ριπιτίδι των μασκαράδων
+και χάθηκαν πίσω από μιαν αγκωνή . .
+
+Παρά 'κεί ξεπρόβαλαν τραγουδώντας μέσ’ από ‘να στενό, που ήτονε
+μια ταβέρνα, ένα μπουλούκι μεθυσμένοι. Ένας τους στάθηκε στη μέση
+του δρόμου και κατάβρεξε τη σκόνη —
+
+Η Λιόλια στριμωγνόταν κοντά στο Νίκο — είχε βαρειά καρδιά. . .
+Όταν βγήκανε στου Μακρυγιάννη, τους έζωσε το πηχτό σκοτάδι κ’ η
+ερημιά — — — — Κρύωνε η Λιόλια, έτρεμε η ψυχή της. . πήγαιν' ένα
+βήμα πιο πίσω απ’ το Νίκο τώρα. . . Δε μιλούσαν ολότελα: ό,τι
+είχανε να πουν, τόπανε στο χορό με τα μάτια τους. . κι αυτά πούχαν
+ειπωμένα, τώρα τους έκλειναν το στόμα — όσο κοντεύανε σπίτι,
+ανάσαιναν πιο βαθιά κ’ οι δυο τους, σα λαχανιασμένοι — ίσως νάτον
+απ’ τον ανήφορο και το πολύ τρεχιό!
+
+Λίγο πριν να φθάσουνε στην πόρτα τους, καθώς ήτανε βουτηγμένοι στο
+σκοτάδι και στη βουνίσια μοναξιά, ο Νίκος έξαφνα, γύρισε, έπιασε
+τη Λιόλια απ’ το κεφάλι και τη φίλησε — — — — — — — — —
+— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+. . Στην κάμαρη το καντήλι ήρεμο έφεγγε κ’ έρριχνε μια γλυκειά
+θλίψη απάνω στο γαλάζιο ατλάζένιο πάπλωμα. . .
+
+Της Βεργινίας το πρόσωπο ήτονε γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά. Το
+κορμί της μόλις ξεχώριζε, πλάκα κάτω απ’ το πάπλωμα — ακίνητο — —
+Κοιμόταν — — —
+
+Η Λιόλια — η φιλημένη Λιόλια — ξεγλύστρησε σα σκιά πίσω απ’ το
+κρεββάτι . . τράβηξε αποκάτω απ’ τον κρεββατιού το γύρο που τάχε
+μπόγο απ’ την ημέρα τα ρούχα του ύπνου κ’ έστρωσε το σελτέ της. .
+. και, κουβαριασμένη αυτού χάμω, γλήγορα-γλήγορα γδύθηκε από μέσ’
+απ’ το πάπλωμα. . και πια δε φάνηκε — —
+
+Ο Νίκος τραβήχτηκε στην άλλη άκρη, για να μην ξυπνήση τη Βεργινία.
+. . Εκεί που έκανε να πέση στο στρώμα ανασηκώνοντας προσεχτικά το
+πάπλωμα, γύρισ’ έξαφνα η Βεργινία το κεφάλι της: κ’ είδε τότες ο
+Νίκος να λαμποκοπούνε στο φως του καντηλιού τα ματόκλαδα της από
+στάλες διαμαντένιες σαν κ’ εκείνες που βλέπεις ύστερ’ από βροχή,
+κάποιο ξαστερωμένο σουρούπωμα, στακρόφυλλα των δένδρων, στης
+ακακίας και της «Κλαίουσας» τα φύλλα που είναι βαρειές απ’ το πολύ
+το φέγγος κι ολόφεγγες απ‘ το θλιμμένο βάρος. . μα οι στάλες δε
+θέλουνε να πέσουν —
+
+Τα προσκέφαλα ήτανε μούσκεμα πέρα ως πέρα από τα δάκρυα.
+
+Εξαγριώθηκε μονομιάς ο Νίκος. Ο πόθος του νέου κοριτσιού, πούχε
+φουντώσει μέσα του, αρνιόταν της Βεργινίας την ύπαρξη — κι αυτή
+βρισκόταν εδώ μπροστά του, ολοένα μπροστά του, ζωντανή και ξύπνια
+ολοένα, ολοένα μ’ άγρυπνη την πίκρα της που της είχ' έρθει απ’
+αυτόν! . . κ’ η πίκρα της αυτή περίχυνε με χολή το λαχταραστό
+λουλούδι της ψυχής του και το φαρμάκι στάλαζε απ’ τις ρίζες,
+μολύβι στην καρδιά του, θειάφι αναμμένο στα σωθικά του, που τον
+έπιανε λύσσα να σπαράξη τον εαυτό του — αφού απ’ αυτόν ερχόταν το
+κακό που υπόφερνε· μα κ’ εδώ πάλι αιτία ήτον αυτή, πούτον ολοένα
+ξύπνια και ζωντανή μπροστά του, που του σπάραζε το στήθος με την
+άγρυπνη της πίκρα τη σταλμένη απ’ αυτόν τον ίδιο —
+
+ — Δεν κοιμάσαι! — της κάνει με θυμό. Τι κλαις μωρή; γρουσούζα!
+Σκοτωμένο μ’ έφεραν και κάνεις έτσι δα; Δεν υποφέρνεσαι, το ξέρεις
+για όχι; Ζωή είν’ αυτή! Να μην το κουνήση πια κανείς από 'δώ μέσα!
+— σωστό νοσοκομείο το κάμαμε! — — Μηδά τόθελα εγώ που άργησα; Νά,
+μ’ έμπλεξαν κάτι φίλοι, δε μ’ αφήσανε να φύγω: με κοροΐδεύανε για
+την παντρειά μου — και με το δίκιο τους — που τα μπλάστρωσα και
+γίνηκα νταντός και νοσοκόμος! . . .
+
+Μόλις άκουσε τη μιλιά του η Βεργινία, στέγνωσαν τα δάκρυα της και
+με μια φωνή σαν πνοή που προσπαθούσε να βάλη και λίγο γέλοιο μέσα
+στο παράπονό της, του είπε:
+
+ — Φοβήθηκα μήπως δεν ξανάρθης! — και πάλι τα μάτια της αρχίσανε
+να τρέχουν. . .
+
+Μα ο Νίκος δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα, μόνο έλεγε παρακάτω:
+
+ — Έπειτα ήξερα που είχες την Ευρυδίκη κοντά σου: μούπε πως θα
+κάτση να σου κάνη συντροφιά ίσαμε που να γυρίσουμε. . Ως που να το
+καταλάβωμε, πέρασε η ώρα. — Το περισσότερα έμεινα για χάρη τον
+κοριτσιού, που τόχομε τώρα ένα μήνα μανταλωμένο εδώ μέσα και δεν
+είδε μέρα Θεού: ήθελε νάκανε ένα γύρο το κορίτσι και το λυπήθηκα.
+— Θέλεις να σου δώσω τίποτα να πιής; — την αρώτησε βλέποντας την
+που ξεροκατάπινε.
+
+Και σηκώθηκε. Δρασκέλισε το λοφάκι πούκανε το κορμάκι της Λιόλιας
+κάτω απ’ το πάπλωμα. . και της έδωσε να πιή λίγο γάλα.
+
+ — Θα σου φέρω αύριο πάλι το γιατρό να δούμε τι θα κάνουμε! — της
+είπε τελευταίο. —
+
+Έπειτα ξανάπεσε κι αποκοιμήθηκε στο λεφτό. Η αναπνοή του σερνότανε
+βαρειά και βαθειά, ροχάλιζε σχεδόν — που δεν τόκανε ποτέ του. . .
+
+Κάτω απ’ τα πάπλωμα της Λιόλιας κάτι τάραζε. . τρεμοσάλευε: η
+Λιόλια έκλαιγε μ’ αναφυλλητά. . Έκλαιγε για τη δυστυχισμένη τη
+Βεργινία, για το φιλί του Νίκου που της έκαιγε ακόμα στα χείλια κι
+ως μέσα στην ψυχή της, έκλαιγε για τα χορό που τέλειωσε και για τα
+βιολιά που έπαιζαν πιο δυνατά και πιο γλυκά μόλις πήγαινε κοντά
+τους και τώρα σβήσανε για πάντα — γιατί άμα σβήση κάτι και πεθάνη,
+για πάντα πεθαίνει! — — Μέσ’ απ’ ταναφυλλητά της άκουγε:
+
+ Να η Μικρούλα!
+ Να η Μικρούλα! να!
+ Αυτή που έρχεται,
+ Η παχουλή — η! —
+
+κι ανάμεσα μπερδεμένον έναν άλλο σκοπό του Λανσιέ που της φαινόταν
+πως έλεγε:
+
+ Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια!
+ Έλα πάμε στο βουνό —
+ Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
+ Έλα πάμε στο βουνό! –
+
+ Και σα — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι!
+ Και — αι σά — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι
+ Πάω μονάχος, πάω μονάχος.
+ Πάω μ’ άλλη στο βουνό. . .
+
+Αχ πόσο πολύ το ήθελε! — — Και πάλι, έναν τόνο πιο ψηλά:
+
+ Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια!
+ Έλα πάμε στο βουνό —
+ Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
+ Έλα πάμε στο βουνό! —
+
+ Και σά — α — άν το θες, μη ντρέ — ε — έπεσαι! –
+ Και — αι σάν — α — άν το θες, μην ντρέ — ε — έπεσαι! –
+ Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
+ Πάμε, πάμε στο βουνό . . . .
+
+Έτσι της έλεγε ο σκοπός του Λανσιέ, μα το ίδιο της έλεγαν και του
+Νίκου τα μάτια, καθώς χόρευε στην αγκαλιά του, πούταν καρφωμένα
+απάνω της και τα αισθανότανε να λάμπουνε σαν άστρα απάνω στα
+μαλλιά της και μέσα της να καίη η αντιφεγγιά τους. . . Το στόμα
+του ήτονε μισάνοιχτο κ’ έφεγγαν τα δόντια του και στο πρόσωπό της
+φυσούσε η ζεστή πνοή του! Πώς την έσφιγγαν τα δάχτυλα του γλυκά
+κάτω απ’ τις αμασχάλες! . . .
+
+ Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια!
+ Πάμε, πάμε στο βουνό ί. . .
+
+Και πήγανε στο βουνό. . κ’ εκεί την ξαναφίλησε ο Νίκος πολλές
+φορές στο στόμα κι αυτή τονέ φίλησε στα πράσινα του μάτια — — — —
+Αποκοιμήθηκε — — — — — — — — — — — —
+
+Στον ύπνο τον ο Νίκος παραμιλούσε: δυο-τρεις φορές φώναξε την
+Λιόλια . . .
+
+Το καντήλι κουράστηκε πια να φέγγη και να θλίβεται. . άρχισε να
+πετάη σπίθες με κρότο, να ρίχνη τη φλόγα του με το μελανό το μάτι
+αψηλά και να την τραβάη πίσω: ίδιο στήθος σε θανάσιμη αγωνία που
+του στερεύει η ανάσα — και μ’ ένα τσιριχτό ανάλαφρο, έσβησε — — —
+
+Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! — — — —
+
+ — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+
+
+&Ο κάμπος με τα λούλουδα&
+
+
+
+Ναι δεν πέθανε — μα εκείνην τη νύχτα κατάλαβε πως για την ευτυχία
+του Νίκου της έπρεπε να πεθάνη. Και τότε η ψυχή της η αδικημένη,
+πόθησε να πετάξη! . . . Μα δεν ξεψυχούσε —
+
+Αισθανόταν πάντα την ίδια τρομερή αδυναμία σα να της είχανε
+ρουφήξει όλο το αίμα, σα νάχε σπάσει μέσα της η μηχανή της ζωής.
+Ταυτιά της βούιζαν ολοένα σα μια θάλασσα μακρινή, σα λεύκες που
+αναδεύει ο αγέρας όλα τους τασημένια φύλλα (: Αχ, νόμιζε πως
+βρίσκεται πάντα στις Παράγκες, στα μισά του δρόμου που πάει στον
+Περαία, που βγήκανε μια Κυριακή μεσημέρι με το Νίκο απ' ταμπέλια
+του Μοσχάτου, κ’ έκλεινε ίσα-ίσα μήνας πούχανε στεφανωθή, και
+κάθησαν κ’ έφαγαν οι δυο τους στο δροσό!). . . Κ’ έξαφνα άκουγε —
+αισθανόταν, παρά που άκουγε — κάτι κλαγγίσματα σαν από χορδές που
+σαΐττευαν και σαν άρπες μέσα στο μυαλό της, τόσο δυνατά που
+θάρρευε πως θα την ξεσήκωναν ολάκερη να την πάρουνε να φύγουν. .
+και πάλι σαν κουδουνάκια: ντίγκι — ντίγκι — ντίγκι — ντίγκ! — που
+κόβανε μονομιάς — . . και καμπάνες βαρούσανε σιγά και βαριά σαν
+επιτάφιος κι όλο της λαλούσανε: — «Βεργινία! . . τι τυραννία! —
+Βεργινία! . . τι τυραννία! — Βεργινία! Βεργινία! Βεργινία!» . . .
+(Δικός της ήτον αυτός ο επιτάφιος;) Πολλές φορές έπεφτ’ ένα βάρος
+στο στήθος της που νόμιζε πως της έρριχναν ένα βουνό χώμα απάνω
+της (οι νεκροθάφτες!) κ’ η καρδιά της φτεροκοπούσε τότε σαν
+τρομαγμένο πουλί μέσα στο κλουβί. . . Μα μόλις πούκανε νανασηκώση
+λιγάκι το κεφάλι, χτυπούσαν τα μηλίγγια της σα νάταν αποκάτω
+σφυριά που κάρφωναν το κιβούρι της . . .
+
+Κι όμως μ’ όλα αυτά δεν πέθαινε —
+
+Έκλεινε μονάχα τώρα σχεδόν ολημέρα τα μάτια της και δεν τάνοιγε
+παρά μόνο τη στιγμή που έμπαινε ο Νίκος στο σπίτι σα να μάζευε όλη
+τη δύναμη της ζωής, που της απόμεινε, στα μάτια της για' κείνην τη
+μια στιγμή, για να μπορέση να τον αγκαλιάση όλονε με τα μάτια της
+που σε λίγο πια δε Θα τονέ βλέπανε, να τονέ φιλήση με τα μάτια
+της, αφού δεν τονέ φίλούσε πια στα χείλη — — — κι ούτε θα τονέ
+φιλούσε πια ποτές παρά μόνο νεκρή! — για κείνην τη μια στιγμή
+μονάχα όταν έμπαινε στο σπίτι. . . Έπειτα τα ξανάκλεινε πάλι —
+γιατί άλλο δεν ήθελε να ιδή — — —
+
+Ο Νίκος ύστερ' απ' εκείνην τη νύχτα της απόκριας έδειχνε
+αλλοιώτικος, ήτον ανόρεχτος, χολιασμένος, νευριασμένος: δε μίλαγε
+σχεδόν ολότελα κι όταν έλεγε τίποτα φώναζε κι απόπαιρνε και τη
+Λιόλια ακόμα. Έπινε περισσότερο τώρα στο φαΐ κι όξω απ' το σπίτι.
+. . Όταν ήτονε σπίτι, — έπεφτε σαν κουρασμένος και σκοτισμένος
+στην καρέκλα κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας, με το πρόσωπο μες
+τόνα χέρι, ώρες ολόκληρες — λες και περίμενε κάτι που αργούσε
+νάρθη — — Μα μέσ’ απ’ τα δάχτυλά του κύτταζε τη Λιόλια που
+καθότανε σε μιαν άκρη κι όλο κάτι έρραβε, σκυφτή κι αμίλητη, με
+βαρειά καρδιά: την κύτταζε αλλοιώτικα τώρα ο Νίκος, επίμονα,
+καυτερά τόσο που του στέγνωναν τα μάτια, σα ναντλούσε απ' τα βάθη
+του κορμιού του όλη τη λαύρα της νεότητός του και να της την έχυνε
+με τις ματιές του απάνω της να την κάψη . . δεν κύτταζαν πια τα
+νιάτα του την ομορφιά της, όπως πρώτα, παρά η σάρκα του η
+μαυρειδερή τη ροδινή της σάρκα . . και μόλις πούθελε κουνηθή
+λιγάκι η Λιόλια μες την κάμαρη, την κρυφαγκάλιαζαν κάτι γλήγορες
+ματιές που ξάστραφταν κ’ έσβηναν σαν τις αχτίδες του ήλιου στον
+καθρέφτη που πιάνει τα πουλιά . . και κιτρίνιζε ο Νίκος και τα
+ρουθούνια τον φτεροκοπούσαν. . . Κ’ η Λιόλια. χωρίς να βλέπη τις
+ματιές του, τις αισθανόταν απάνω της, σ’ όλο το κορμί της: εκεί
+που στεκόταν, ενόσω περπατούσε, κοκκίνιζε ως τις ρίζες των μαλλιών
+της, ίδρωνε, της βάραιναν τα βήματά της, η βελόνα της έτρεμε στο
+χέρι. . .
+
+Ένας αέρας της ψυχής βαρύς και πνιγερός, γεμάτος βαστηγμένον πόνο
+και πόθο και κρυφή φλόγα, περίζωνε αυτούς τους τρεις ανθρώπους που
+ζούσανε δεμένοι στης Μοίρας τους τις αλυσσίδες. . .
+
+Ο γιατρός, πούρθε πάλι μιαν απ’ αυτές τις μέρες, βρήκε τη Βεργινία
+πολύ χειρότερα: διάταξε να της δίνουν κάθε τόσο ζουμί από κρέας
+κοπανιστό βρασμένο στην μποτίλλια, να της βάζουνε ζεστές
+μποτίλλιες στα πόδια, έγραψε κάτι άσπρα χάπια μικρούτσικα για την
+καρδιά, να παίρνη τρία την ημέρα, είπε να πάρουν αιθέρα νάχουνε
+στο σπίτι, αν τύχη και πάθη καμμιά λιγοθυμιά. . να τη σκεπάζουν
+καλά και ναφήνουν το παράθυρο ανοιχτό ίσαμ’ που να πέση ο ήλιος .
+. να της βράσουν Κίνα με Βαλεριάνα να πίνη ταχτικά δυο φορές την
+ημέρα . . . Τι να της δώση — δεν είχε άλλο πια! — Α, και για τη
+νύχτα, σαν του είπε ο Νίκος πως δεν την πιάνει ύπνος, γιατί ότι
+ώρα και αν ξυπνούσε αυτός την εύρισκε με τα μάτια της γαρίδα,
+έγραψε κάτι σκονάκια υπνωτικά «Σουλφονάλ», να παίρνη από ένα στις
+οχτώ η ώρα και τότε θα την παίρνη ο ύπνος κατά τις ένδεκα και θα
+κοιμάται ίσαμε το πρωί. . . «Ωλλ ράιτ! Καλή όρεξη! — αντιχαίρετε!»
+
+Έκανε τώρα κάτι μέρες χαρά Θεού! Ο κουτσο-Φλέβαρος στην Αθήνα,
+όταν θέλη, ξέρει και γίνεται απ’ όλους τους μήνες ο πιο όμορφος —
+μάλιστα τις τελευταίες του μέρες: λες και το κάνει επί τούτο για
+να δείξη πως αν δεν τούλειπε λιγάκι μπόι, θάτον ο Μάιος των Μαΐων!
+. . . Τι γλύκα ήτον εκείνη στον αέρα! Τι χρυσάφι απαλό χυμένο σ’
+όλες τις μάντρες, στους βράχους του Φιλοπάππου και των λατομείων
+παρακάτω, με τις επιγραφές από ασβέστη, στα ορθά ξεροκότσανα των
+γαϊδουράγκαθων που μπουμπούκιαζαν! Πώς μύριζαν οι πέτρες και το
+χώμα χαρούμενο στον ήλιο! με μια μυρουδιά δυνατή, βαθειά,
+μυστηριώδικη που αναδεύει ταθρώπινο κορμί απ’ τα σπλάχνα του και
+το σηκώνει ηδονικά έξω απ’ τον εαυτό του, το κάνει χώμα και πέτρα
+και χόρτο και το μεθάει με τη χαρά του Χάρου . . . Έτσι όλο το
+βουνό ανάσαινε ως μέσα στης άρρωστης της Βεργινίας την κάμαρη . .
+. Το μισοφέγγαρο, σαν ασημένια φέτα από πεπόνι, στον ουρανό
+περπάταγε,. και κάθε τόσο έβγαιναν ολόγυρα κάτι αχνά συννεφάκια
+σαν προβατάκια στο βοσκό κοντά . . και πάλι, παιχνιδιάρικα,
+σκόρπιζαν . . .
+
+Κ’ η θάλασσα απ’ αλάργα σαν όνειρο γλαυκό μέσα σε ρόδινον αχνό
+λαχτάρας, έστελλνε την άγια της πνοή στη παλιά της φιλενάδα την
+Αθήνα — όπως εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια που από μακριά
+κυττάζονται με πόθο. . . Οι λόφοι κ’ οι κάμποι — σα χυμένοι
+ολόγυρα και σα να βόσκουν ασάλευτοι στα πόδια του Παρθενώνος
+(πουν' το ηλιόκαλο παιδί, καθισμένο σ’ ένα βράχο, του γέρω-τσοπάνη
+του «Τρελλού» του υπναρά με τις πλάτες ολοένα γυρισμένες) — είναι
+τόσο απέραντα πράσινοι, τόσο δροσερά χλοϊσμένοι που γλυκαίνονται
+τα μάπα να τους βλέπουν και φουσκώνουν τα στήθη απ’ τον πόθο της
+ζωής του κοπαδιού και της χορταριάς, που έχει απομείνει ακόμα μέσα
+μας, βαθιά, απ’ τα παραμυθένια χρόνια. . .
+
+Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τουρανού μέσα στη κάμαρη της
+άρρωστης και της χάδευε τάσπρο πρόσωπό της ταχάδευτο και της
+φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά που άλλος κανένας δεν τα φιλούσε.
+. . Σπίνοι και καρδερίνες κελαϊδούσανε στο βουνό. . .
+
+Μια ησυχία κι ακινησία και διαφάνεια κρέμονταν έξω στον αέρα, σα
+να βαστούσαν την αναπνοή τους, που κάθε κρότος ακουγότανε δυνατά
+και με απήχηση: κάτι σιδερικά κλάγγιζαν κάπου μακριά σ’ ένα γιαπί:
+νταγκ — καντ! νταγκ — καντ — — ξαναρχόταν πίσω ο ήχος. . . Χαλιά
+τινάζανε σε κάποια μάντρα: ταπ — πατ! ταπ — πατ! τωπ — πωτ! . . .
+Σκυλλιά γαύγιζαν. . . Κόττες κακκαρίζανε μέσ’ απ’ τις αυλές — τόσο
+κοντά που θάρρενε κανείς πως ήτανε μέσα στην κάμαρη, κάτω απ’ το
+κρεββάτι. . . Καμμιά φορά έφθανε κ’ η φωνή κανενός γαϊδάρου καθώς
+περνούσε πέρα κατά τον Μακρυγιάννη, με το μανάβη αποπίσω τον
+τραγουδιστή, και συναπαντιότανε με κάποιο συνάδερφο φορτωμένον κι
+αυτόνα με τα κοφίνια τριζούμενα ρυθμικά και ντραντανιστά μαζί με
+την μπαλλάτζα στο δρόμο πούπαιρναν απ’ τις ξυλειές. . . Και κάθε
+τόσο το κλασικό για την Αθήνα αγκομαχητό του Κ ω λ ο σ ο ύ ρ τ η,
+του Β ρ α κ ά του Μ ί χ α της Γ α ρ γ α ρ έ τ α ς (: όπως θέλετε
+πέστε τόνα, γιατί τόσα ονόματα έχει όσ’ άχτια τούχει ο κόσμος κι
+όλα ταξίζει, αφού τάβγαλε με τον ίδρωτά του), που θυμίζει τα λαϊκά
+με τον κοσμάκη κρεμασμένο σα σταφύλια, τα μπάνια στις Τζιτζιφιές
+και παραπέρα στην αμμουδιά τα κάρρα στην αράδα και τα τσιριχτά των
+γυναικώνε με τις άσπρες ποκαμίσες τις ανεμιστές και με τα κόκκινα
+σαλάκια και τους ωραίους γυμνούς άντρες καβάλλα σταλόγατά τους,
+σαν κένταυροι, μέσα στα μακρόσυρτα κύματα που αφρίζουνε σ’ άσπρα
+γαϊτάνια . . . .
+
+Μα όλη αυτή της ζωής η χαρά και του ήλιου το χάδι κ’ η γλύκα
+τουρανού δεν το δύνονταν, Αχ!, για να σκορπίσουν τη σκοτεινή
+λαχτάρα που έκανε τις ψυχές εκείνων των τριών αμίλητες να
+σπαράζουν — —
+
+Ένα μεσημέρι χρυσό και γαλάζιο, που ο ήλιος είχε μπη όλος,
+μεθυσμένος, μέσα στην κάμαρη και κυλιότανε στα σανίδια του
+πατώματος κ’ έπαιζε με τις αράχνες στις γωνιές του ταβανιού κι
+ακόμα και με τη χλωμάδα της Βεργινίας, που κιτρίνιζε σα φλουρί
+παλιό σβησμένο, κ’ έπαιζε και μέσα στα μαλλιά της Λιόλιας, που
+ζεστοφέγγανε σαν το πυρρόχρυσο μέλι μέσα στο κουτάλι, και στου
+Νίκου το λαιμό, που έδειχνε αχνός και μουντός σαν αραποσίτι ώριμο
+γαλατερό — μόλις αποφάγανε — ,νά σου κι ανοίγει η πόρτα και
+μπαίνει μέσα η θεια Ελέγκω, βαλαντωμένη απ’ το δρόμο, ξαναμμένη,
+με την μπελερίνα ξεκούμπωτη. . .
+
+ — Καλημερούδια σας και με τις υγείες σας! Μωρέ καλοκαίριασε,
+παιδιά μου, με τα σωστά του! Χαρά Θεού είν' εδώ όξω! Να μην ήμαστε
+τόσο μακριά, θα μ’ είχατε καθεμέρα εδωνά που θα με βαριούσαστε να
+με βλέπετε. — Ωχ, Χριστούλη μου! ταξίδι ολάκερο απ' τη Βάθεια
+ίσαμ’ εδώ πάνω . . ξέρω κι εγώ, τη συνείθισα εκείνη τη γειτονιά
+και δεν μπορώ να πιάσω σπίτι αλλού. — Πώς είσαι, Βεργινίτσα μου;
+Τώρα να δης, πώς θα πάρης απάνω σου: σε μια-δυο μέρες θάσαι
+περδικούλα! — Ε! πώς τα πάτενε με τη Λιόλια; πάντα καλά, έ; σας
+ευχαριστάει; βγαίνει δουλειά απ’ τα χέρια της;. . . Αμ’ κ’ έτσι
+πρέπει! — η καλή νοικοκυρά από κορίτσι φαίνεται —
+
+Ο Νίκος δε μίλησε ολότελα — —
+
+Μα η Βεργινία, κυττάζοντας το Νίκο, έβαλε τα δυνατά της για να
+μιλήση σαν από μέρους του: άνοιξε τα χείλια της σ’ ένα ξέθωρο
+χαμόγελο μέσ’ από τάσπρα της τα γούλια, που της σούρωσε όλο της το
+πρόσωπο κ’ έδειξε σα μορφασμός, κ’ είπε:
+
+ — — Ωραία! ωραία!
+
+Γύρισ’ η θεια Ελέγκω να δη τη Λιόλια που στεκόταν ορθή,
+χαμοβλεπούσα, κ’ έκανε να κόψη με το δάχτυλο μια κλωστή πούχε
+ξεφτίσει απ’ το γαζί της ποδιάς της. . . Δεν τάξερε η Κερά Ελέγκω,
+για το χορό, γιατί απ’ την Κυριακή της Τυρηνής δεν ήτον
+ξαναφερμένη.
+
+ — Τ’ έχεις Λιόλια; σα βαρετή μου φαίνεσαι! . . κι ο Κυρ Νίκος δεν
+έχει όρεξη σήμερα. . . Δε βγαίνεις λιγάκι όξω Κυρ Νίκο μου να
+κάνης καμμιά βόλτα, μόνο όλο μέσα — όλο μέσα και στη δουλειά! Τώρα
+πούμ’ εδώ, κάθουμ’ εγώ και κάνω της Βεργινίας συντροφιά. Αμ τούτο
+πια είνε μαράζωμα, καθώς κάνεις! Άκου μ’ εμένα που σου λέω!
+Αλήθεια, να δης, Βεργινία μου, πούθελε σήμερις ναρθή μαζή μου κ’ η
+Κυρία Ουρανία, η κόρη δα της σπιτονοικοκυράς μου — μια μονάχη την
+έχει — νάρθη λέει να μαζέψη λουλούδια στην Καλλιθέα, μα είχανε
+κάποιονα στο τραπέζι και δεν μπόρεσε να ξεφύγη — δεν την άφησε η
+μητέρα της. Νάβλεπες κορίτσι! (και κουνούσε το χοντρόπαχό της χέρι
+η θεια Ελέγκω, το κατακόκκινο απ' τις μπουγάδες) — κορίτσι με τα
+ούλα του, αυτή η Ουρανία — Νινί τη λένε στο σπίτι: πού ναύρης
+άκρη, καθώς τα φτειάγνουν τώρα τα ονόματα — κι όμορφη που λες σαν
+το κρύο το νερό! . . μόνο που τα μαλλιά της τα κάνει κ’ εγώ δεν
+ξέρω, όχι σα νέα, κορίτσι πράμα πούναι, μόν' έτσι παλαιικά, κατά
+τ’ ς αρχαίες που τάχανε μια φορά κ’ έναν καιρό: καταμπίτ χαμηλά τα
+φέρνει απ’ το πλάι που δε βλέπεις αυτί ολότελα, λιγουλάκι μόνο την
+ακρίτσα — ας ήναι! . . . Αλλά καρδιά να πης! καταδεχτικιά όσο
+παίρνει. , και ξέρει και γράμματα πο — ολ — λά — ούλοι τις
+δάσκαλοι τις ξαπερνάει: γαλλικά λέει, ρούσσικα, εγγλέζικα,
+αμερικάνικα, μηδά ξέρω κ’ εγώ — όσες γλώσσες έχει ο κόσμος, όλες
+τις μιλάει! Και να μη θέλη να παντρευτή! με δυο σπίτια πούχει — κι
+άσε πια το ρουχικό και τ’ ασημικό και τα διαμαντικά της μάννας
+της, σπιτικό παλάτι ολάκερο! Να πης πως δεν της φανερώθηκε η τύχη
+της; — τηνέ ζητήξανε, μάτια μου, οι καλλίτεροι αξιωματικοί νά! σαν
+τ’ ς αγγέλοι, ένας γιατρός (καν δυο), ένας δικηγόρος απ’ την
+Πάτρα, ένας άλλος απ’ τ’ Ανάπλι, τρεις από 'δώ — όσους ξέρω 'γώ —
+και δεν είν' πια και μικρή! Έχει λέει τα βιβλία της και δεν της
+χρειάζονται τα βάσανα: όλο και μ’ ένα κίτρινο βιβλίο στο χέρι —
+στο παραθύρι ολημερίς και διαβάζει και τα γράφει κιόλας κι απατή
+της οληνύχτα με το φως. . . Άλλο πάλι τούτο. . . Τα τι βλέπει
+κανείς όσο γερνάει! . . . Καμμιά φορά τα πολλά τα γράμματα πιότερο
+βλάφτουν παρά που ωφελούν,. . Απ' τα χτες το βράδυ που της είπα
+πως θε να'ρθω εδώ έξω μούπε πως θαρχότανε μαζί κ’ ήτον όλο χαρά,
+γιατί θέλει λέει να στολίση την κάμαρη της με τα λουλούδια του
+κάμπου, για να καταλάβη πως ήρθ' η άνοιξη, μα εμένανε δε με
+βολούσε να την περιμένω να τελειωθούνε με τον ξένο, γιατί ως που
+να πάω και νάρθω πάει βράδιασε κ’ ήθελα να κάτσω λιγάκι πιο πολύ
+να σε ιδώ που σ’ αποθύμησα. . .
+
+Η Βεργινία απ' όλα αυτά που της αράδειαζε η θεια Ελέγκω δεν άκουγε
+σχεδόν τίποτα. Τα μάτια της μονάχα είχανε ζωηρέψει από μιαν
+ασυνείθιστη ζωή και δύναμη, σαν από μια μεγάλη απόφαση για ζωή και
+θάνατο. . κάθε τόσο άνοιγε το στόμα της και το ξανάκλεινε άφωνη. .
+τέλος πάντων, μόλις έπαψε το ροδάνι της θειας Ελέγκως, είπε με
+στερεή και ήσυχη φωνή που ακούστηκε παράξενη για την ηρεμία και
+έντασή της από τόσον καιρό που δεν είχε πια μιλήσει — —
+
+ — Να πάη η Λιόλια με το Νίκο, θεια Ελέγκω, να σου κόψουνε
+λουλούδια —
+
+Και σώπασε — κ’ έκλεισε τα μάτια της σα να κουράστηκε απ’ την
+προσπάθεια και σάματι νάσβησε η λαμπάδα πούφεγγε μέσα στο μυαλά
+της ή για να μην ιδή τη λάμψη στο πρόσωπο του Νίκου ύστερ’ απ’
+αυτά τα λόγια.
+
+ — Καλά λες, πουλάκι μου! Καλή 'ναι η ιδέα σου! Τώρα πούμαι κ’ εγώ
+εδώ να πάη κι ο Κυρ Νίκος να πάρη λιγουλάκι αέρα. Χαρές που θα
+κάνη η Κυρία Ουρανία! — να το δης που θε νάρθη μονάχη της να σ’
+ευχαριστήση, γιατί το λυπήθηκε πολύ που δεν ήρθε, εξ αιτίας των
+λουλουδιών. . . Έλα Κυρ Νίκο μου, άιντε Λιόλια παιδί μου, τ’ είσ’
+έτσι νερόβραστη σήμερα!; Πάρ' το σαλάκι σου για το κεφάλι — δε θες
+καπέλλο. . . Μα να μου φέρετε όμορφα λουλούδια, για να ευχαριστηθή
+η Κυρία Ουρανία. . θέλει λέει και μερικά με το χώμα — «πάνε μόνες»
+τα λένε — να τα βάλη στα πιάτα. . .
+
+Χωρίς να μιλήση ο Νίκος, πήρε το καπέλλο του απ' το καρφί που το
+κρέμαγε πάντα. . και πήγε κατά την πόρτα . . .
+
+Η Λιόλια, με το πρόσωπο γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά, τίναξε τις
+κλωστές απ' την ποδίτσα της κ’ έβγαλε κι ακκούμπησε τα κλειδιά
+πάνω στον κομμό. . έπειτα φόρεσε άλλο ένα σκούρο πολκάκι αποπάνω
+και πήρε και το σαλάκι της το ροζ στο χέρι. Με τα μάτια χάμω,
+τραβιώντας τα μανίκια της έκαμε αργά-αργά τα λίγα βήματα ως την
+πόρτα που στεκόταν ο Νίκος και βγήκεν έξω . .
+
+Ο Νίκος κοντοστάθηκε λιγάκι: την τελευταία στιγμή του φάνηκε πως
+θα τον ξαναφώναζε κάποιος πίσω, πως δεν τόχε πη σταλήθεια η
+Βεργινία να παν, αυτός με τη Λιόλια, στους κάμπους για λουλούδια.
+Μα δεν ξεθαρρευότανε να σηκώση τη ματιά του κατά τη Βεργινία. .
+και χωρίς να κυττάξη μέσα, είπ' ένα δυνατό «Αντίο σας!» και βγήκε
+κι αυτός έξω. . . Μα η Βεργινία είχε κλείσει τα ματόφυλλά της σα
+να μην ήθελε να δη πια τίποτα — σα να μην ήθελε να δη στα μάτια
+του Νίκου εκείνην τη λάμψη πούτον άλλη φορά δική της, πούτον το
+φως της ζωής της και τώρα της έκαιγε την ψυχή, γιατί έφεγγε για
+μιαν άλλη.
+
+ — Να μην αργήσετε! — τους φώναξε αποπίσω τους, ανοίγοντας την
+πόρτα, η Κερά Ελέγκω, γιατί θα νυχτώσω κ’ έχω να βάλω τα ρούχα στο
+νερό — . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Περπατούσαν, ο ένας μακριά από τον άλλον. Η Λιόλια κύτταζε τα
+χαλικάκια που ξεκυλούσαν μπροστά της. . . Πήρανε πρώτα το δρόμο
+κατά πλάτος του βουνού ίσαμε ταφημένα καμίνια. . . Έπειτα
+κατρακύλησαν τον πέτρινο κατήφορο, σαν τα κατσίκια που ροβολούν
+κάτω τις πλαγιές σκιαγμένα απ’ το μεσημεριάτικον τρόμο του βουνού.
+. διάβηκαν το ξερό ρέμα του Ιλισσού, γεμάτο μικρολίθαρα που
+γυαλοκοπούσαν κι άσπρα χοντρά κοτρώνια που λιάζονταν, καθιστά
+ολόγυρα σα ζώα, κ’ έβγαζαν έναν αχνό φλομωμένο που τρεμοσάλευε. .
+. Προσπεράσανε μερικά μαντρωμένα χαμόσπιτα και τα Σφαγεία . . .
+Όσο προχωρούσαν, τόσο το βήμα τους άνοιγε, γινόταν πιο ελαστικό —
+λες κ’ έπεφτε ένα βάρος κομμάτια-κομμάτια από πάνω τους. Και
+σάμπως να χαλάρωνε ολοένα κάποιο δέσιμο πούχε σφιχτοζώσει την ψυχή
+τους, μια γαλήνη ξαστέρωνε τα πρόσωπά τους, τα μάτια τους ανοίγανε
+διάπλατα και λαμπερά και πηγαίνανε νακκουμπήσουν το φως τους,
+γλυκασμένο, ολόγυρα: στους κοκκινοφλέβηδες βράχους των λατομείων
+που στέκονταν εκεί με τις γνώριμες τους φυσιογνωμίες, σα φίλοι που
+περιμένουν, και τους βλέπανε νάρχωνται από μακριά. . στις
+ασβεστωμένες μάντρες με τις ρεκλάμες για γάντια και καπέλλα και
+κάλτσες πλεχτές που ξεφωνίζανε βουβά με θεόρατα γράμματα μες τη
+σιγαλιά του βουνού και της κάψας. . στα χορταράκια του δρόμου που
+γλυκοζούσαν κρυμμένα μες τις πέτρες. . στα μαυρισμένα τα καμίνια.
+. . Όπως τα καμίνια που ταφήναν πίσω τους, έτσι κάτι μαύρο μέσα
+τους ξεμάκραινε, απόμενε πίσω, σα να μην είχε δύναμη να τους
+ακολουθήση παραπέρα προς το φως το ξέχυτο και τα λουλούδια. . .
+
+. . Κ’ έξαφνα μπροστά τους άπλωσαν οι καταπράσινοι κάμποι της
+Καλλιθέας με τα μυριόχρωμα λουλούδια! Α! τότε λύθηκε πια ολότελα η
+βασκανιά κ’ οι ψυχές τους αναγάλλιασαν . . . Η Λιόλια έγινε
+αγνώριστη. Άρχισε να τρέχη έξαφνα ακράτητη, σα νάχε κάμη φτερά,
+μέσα στα γρασίδια. . . . Έσκυβε κ’ έκοβε ένα λουλούδι και πάλι
+σηκωνότανε γλήγορα κ’ έτρεχε και ξανάσκυβε παρακάτω, σα να την
+έστελνε τόνα λουλούδι στάλλο με μαντάτα, ή λες και φοβότανε μήπως
+φύγουν από 'κει που στέκονταν ή μαραθούν — και δεν τα προφθάση. .
+. Ο Νίκος ερχόνταν αποπίσω με το βήμα ανοιχτό, κρυφοπηδούμενο, με
+το πρόσωπο σαν ανθισμένο από μίαν ευτυχία πούχε ξεσκάσει μονομιάς
+απ’ όλα τα μπουμπούκια: κάθε τόσο, άθελα το κορμί του έκανε
+μπροστά να τρέξη μαζί με τη Λιόλια, να πάη κοντά της — μα πάλι
+σιγάλευε τα βήματτά του λες και τα βάραινε η πολλή χαρά — — —
+
+Τρέχε, κοριτσάκι! τρέχε! και σκύβε βαθιά στο χώμα και μάζευε τα
+λουλούδια της χαράς σου, μήπως και σου μαραθούν και δεν τα
+προφθάσης! . . . Και πάλι τρέξε! Σε κυνηγά η μοίρα σου· κ’ εκεί
+που πας τρέχοντας, πάλι θα τηνέ βρης να σε περιμένη. . .
+
+Αχ, η μοίρα των κοριτσιών! αλάλητη ευτυχία είναι ή χαλασμός; — ή
+και τα δυο μαζί! . . .
+
+Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των
+παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα
+άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι
+αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για
+στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα
+προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και
+παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν
+αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το
+πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα
+μάτια σου . . .
+
+Και συ πούρχεσαι το κατόπι αγόρι ολόλαμπο από νιάτα και λαχτάρα,
+δεν ξέρεις πως είσαι ο ήλιος που τρέχει να πιάση το σύννεφο ταπαλό
+και που σαν το φθάση πέρα στις βουνοκορφές και ταγκαλιάση,
+φλογοκαίγετ’ όλος ο ζαφειρένιος κάμπος κι ο ήλιος γίνετ’ ο
+Βασιλιάς τουρανού και πέφτει και πνίγεται στη μεγάλη θάλασσα του
+πόθου του;
+
+Χαμήλωνε τώρα ο ήλιος. Ο λόφος της Καστέλλας ακόμα φεγγοβολούσε
+κατακίτρινος σα θειάφι. Μα τα σπίτια της Καλλιθέας κι ο ελαιώνας,
+πιο πίσω, και στο βάθος πέρα το κόκκινο βουνό του Δαφνιού, το
+θαμνωμένο σαν από δασειά ορμή εφηβική, παίρνανε τώρα μια γλύκα
+τριανταφυλλένια. Η θάλασσα του Φαλήρου και της Αίγινας ήτονε βαθιά
+μαβιά, σα νάχε μεστώσει ο πόθος της. Ο αέρας ήτονε μαλακός,
+γεμάτος ρευστό χρυσάφι σαν κρασί γλυκό της Κύπρου. . .
+
+Όταν, έτσι τρέχοντας, πέσανε μέσα σε κάτι λίμνες από ανεμώνες
+κόκκινες σαν αίμα — γιατ’ είχανε γεννηθή απ’ τον Άδωνη το αίμα — η
+Λιόλια ξεφώνισε απ’ την αναγάλλιασή της (που από 'κείνην τη βραδιά
+του χορού σχεδόν η φωνή της δεν είχε ακουστή):
+
+ — Κύριε Νίκο! Κύριε Νίκο, ελάτε! Εδώ ελάτε να δήτε πόσες έχει.
+Φέρτε το σουγιά σας να τις βγάλωμε με το χώμα! Για κυττάξτε καλέ,
+είναι μια θάλασσα κόκκινη! — κι όλα τα κεφαλάκια τους μαζί! . . .
+
+Κι ο Νίκος έτρεξε και σκυμμένοι οι δυο τους, με τα κεφάλια τους
+μαζί σαν τις ανεμώνες, ξερρίζωναν τα λουλούδια σαν αίμα και σαν
+χείλια αιματωμένα απ’ τα φιλιά. Τί κόκκινα που ήταν και τα δικά
+τους τα χείλια — και πριν ακόμα αιματωθούν απ’ τα φιλιά! Και
+παρακάτω ηύραν άλλα πάλι κιτρινολούλουδα που φέγγανε σαν άστρα μες
+τα χόρτα. . κι απ' αυτά έκοβαν, έκοβαν και γέμιζαν τις αγκαλιές
+τους και τάστρα έγερναν απάνω στα στήθη τους για να τα φωτίσουν.
+Και πάλι πετούσε η Λιόλια πιο πέρα και μάζευε γαλανά ματάκια
+άνθινα, που την κυττάζανε λυπητερά και σα δακρυσμένα, και γέμιζε
+την ποδιά της όλο μαργαρίτες, χωρίς νάχη καιρό να τις ξεφυλλίση,
+κ’ έτρεχε κ’ έκοβε κάτι ασπρολούλουδα σ’ αψηλά κλωνιά που ανθίζανε
+δέσμες-δέσμες κ’ ήτανε γεμάτα μέλισσες. . . Δεν τα χωρούσε πια η
+αγκαλιά της κ’ η ποδιά της τα λουλούδια κι ανασήκωνε και τη
+φουστίτσα της και φάνηκε το μισοφοράκι τάσπρο χιόνι κ’ η παχουλή
+γαμπίτσα της. Μια μέλισσα την είδε έτσι και πέταξε με βόμβο
+χαρούμενα τραγουδιστό να την τσιμπήση· η Λιόλια απ’ το φόβο της
+έβγαλε τις φωνές κι αντίς να τρέξη να φύγη, γύρισε πίσω στο Νίκο
+να τη σώση. (Μέλισσα! μικρέ θεέ, χωρίς να κεντρίσης, ρίχνεις τη
+σαΐτα σου!) Ο Νίκος άνοιξε τα χέρια του να τσακώση τη μέλισσα . .
+. Μα του ξέφυγε. . και πάλι έπιασ’ η Λιόλια το τρεχιό μέσα στα
+λουλούδια. . και κάθε λίγο του φώναζε του Νίκου από μακριά νάρθη
+να βγάλη ένα όμορφο άνθος με τη ρίζα. . . Οι πεταλούδες, πούχανε
+γεννηθή εκείνες τις ημέρες, ζήλεψαν τα λουλούδια της ή την πήρανε
+γι’ αδερφή τους, έτσι που πετούσε από άνθος σ’ άνθος κ’ έσκυβε
+αποπάνω τους· κ’ έξαφνα τους ήρθε να παίξουνε μαζί της και
+μαζεύτηκαν όλες σωρό γύρω απ’ το κεφάλι της που χρύσιζε, με βουβά
+φτεροκοπήματα σαν πνοές άσπρες και κίτρινες και γαλάζιες και
+κόκκινες — σαν άνθη και φλόγες που πετούσαν. . . Ξαφνίστηκε η
+Λιόλια κ’ έκανε για να τις διώξη, γελώντας νευρικά από φόβο μαζί
+και χαρά· μα δεν τα κατάφερνε με τόνα χέρι που ανέμιζε το σαλάκι,
+ίδιο συννεφάκι τριανταφυλλί — γιατί με τ’ άλλο βαστούσε τα
+λουλούδια μες τη φούστα της: οι πεταλούδες δεν το φοβούνταν
+ολότελα το συννεφάκι το ρόδινο, παρά νομίζανε πως έπαιζε κι αυτό
+μαζί τους και με τόση περισσότερη ορμή έπεφταν απάνω της, ως που
+έφθασε ο Νίκος και τις σκόρπισε με το καπέλλο του κ’ έπιασε μια
+μεγάλη κόκκινη με κάτι σα μάτια παγωνιού στα φτερά της και την
+τρύπωσε μέσα στης Λιόλιας τα μαλλιά. . . Και πήγανε παραπέρα ως
+πίσω απ’ τα σπίτια της Καλλιθέας και πιο κάτω απ' τις φυλακές,
+ίσαμ’ εκεί παρχίζει ο ελαιώνας. Με μιας η Λιόλια έκαμε «Αχ!» κ’
+έπεσε μέσα σ’ ένα χαντάκι πούτον αψηλό χορτάρι φυτρωμένο και το
+σκέπαζε που δε φαινόταν ολότελα. Έτρεξε ο Νίκος να τηνέ σήκωση κ’
+εκεί που την τραβούσε απ' τα δυο της τα χέρια, γονάτισε κι αυτός
+και το στήθος της, το ζεστό και σαν πουπουλένιο, ακκούμπησε απάνω
+ατό δικό του και τα χείλια του, τα φλογισμένα, έπεσαν απάνω στα
+δικά της κ’ η πνοή της, που ήτανε σαν του φρέσκου ψωμιού την άχνα,
+τούρθε μες στο στόμα του. . .
+
+Τότες τη Λιόλια την έπιασε μιαν αλλοιώτικη τρέμουλα: — θυμήθηκ’
+εκείνο το βράδυ που την πρωτοφίλησε ο Νίκος; — τώρα έξαφνα τρόμαξε
+από την μοναξιά ολόγυρά της; — ή έτρεμε καταπώς τρέμει το φύλλο
+της λεύκας στο κοτσανάκι του μόλις που ορθρίση, πριν ναρθή το
+αγεράκι της αυγής να το φιλήση και σαν το νερό που κοιμάται κι
+απαντέχει τον ήλιο να το χρυσώση; . . . Μονομιάς βρέθηκε ολόρθη κι
+άρχισε να τρέχη — όχι πια να τρέχη μοναχά, μα να φεύγη: έτσι
+φεύγει το ζαρκάδι μπρος απ’ τον κυνηγό, το χελιδόνι μπρος απ’ το
+γεράκι. . .
+
+Κι άξαφνα στα μάτια της μπροστά φάνταξ' ένα φέγγος, σαν από χιόνι
+σταματημένο ανάερα, ακίνητο, με μίαν αχνή ρόδινη γλύκα στην
+ασπράδα του και σα μέσα σ’ ένα αθώρητο δίχτυ από χρυσές αχτίδες.
+Αμυγαλιές ήταν — τέτοιον καιρό που όλες έχουνε σχεδόν ξανθίσει! —
+μην ήταν οι αδερφάδες τους οι γκοριτζιές κ’ οι αγριοκορομιλιές,
+πούναι πιο τεμπέλες; ή μήπως τις είχε πάρει ο ύπνος τις μυγδαλιές
+κι αργήσανε νανοίξουν τανθινά τους μάτια απ’ τα βαθιά ονείρατα του
+χειμώνα! Άλλες δεν ήταν πουθενά: αυτές μονάχα ανθίζανε σ’ όλον τον
+κάμπο . . κ’ ήταν παγεμένες όλες μαζί κ’ έσμιγαν τα κλαριά τους
+από πάνω ως κάτω σαν πηχτά χιονισμένα από τάνθη. . .
+
+Στάθηκε η Λιόλια θαμπωμένη, άφωνη! . . κ’ έπειτα σα να την
+τραβούσε αυτή η λάμψη η γλυκειά: προχώρησε με βήματα αργά και με
+μάτια μαγεμένα. . .
+
+Σα χεροπιασμένες στέκονταν ένα γύρο οι μυγδαλιές έτοιμες να
+χορέψουν. . . Μα δε σαλεύανε, γιατί ανάμεσα τους άνοιγε ένα
+ολοστρόγγυλο αλωνάκι, που ζούσαν εκεί απόμονα πανάψηλα χορτάρια
+και λουλούδια μύρια. Κάτι βάτα, ακόμα ξερά, μ’ αγκύλες, ήταν
+ολόγυρα πηχτοφυτρωμένα κ’ έτσι δε φαινόταν τίποτ’ απ’ τον κόσμο κι
+ούτε καν ο ουρανός απ’ αυτό το λουλουδιασμένο αλωνάκι, πούμοιαζε
+κούνια ή κρεββάτι νυφικό κάτω απ’ τον άσπρο Θόλο πούκαναν τα
+ολάνθιστα κλαριά. Αλήθεια είχαν κάνει άλλον ουρανό δικό τους οι
+μυγδαλιές με τάνθη της παρθενιάς που στέλνει η Περσεφόνη απ’ του
+Πλούτωνος την κλίνη, κάθε άνοιξη, στις Κ ό ρ ε ς του απάνω κόσμου.
+
+Αχ, μυγδαλιές! γιατί να φανερωθήτε μπρος στα μάτια του κοριτσιού
+ενώ έτρεχε να ξεφύγη μακριά από ταγόρι! Και γιατί να μην τα κλείση
+τα μάτια της η κόρη, μόνο ναφήση να τηνέ σύρη το γλυκό σας φέγγος
+κάτω απ’ τουρανού σας το λουλουδένιο μεθύσι . . .
+
+Και παραμέρισε τα βάτα η Λιόλια και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές .
+. και ξέχασε όλα γύρω της: τον κάμπο με τα λουλούδια και τις
+μέλισσες που ηθέλανε να την τσιμπήσουν και τις πεταλούδες που την
+πείραζαν και το Νίκο που την είχε φιλήσει. . και ξεφώνισε από
+λαχτάρα για τους ανθούς τους άσπρους. . .
+
+Λιόλια μου! Λιόλια μου! Το Νίκο δεν έπρεπε να τον ξεχάσης, αφού
+έτρεχες να μη σε πιάση, κι ούτε να του φωνάξης κρυμμένη μες
+τανθινό σου άντρο:
+
+ — Ελάτε, Κύριε Νίκο! να κόψετε μερικά κλαδιά να πάρωμε μαζί μας!
+
+Κ’ έφθασε ο Νίκος, σχεδόν προτού καλά — καλά ναποτελειώση το λόγο
+της — ο Νίκος που μια δύναμη θεϊκή, βγαίνοντας απ’ τα έγκατα του
+κορμιού του, μα και συνάμα ερχόμενη απέξω του, τον έσπρωχνε,
+αμάχητη, λες και τον τραβούσε απ’ τα μαλλιά με μια γλυκειά οδύνη
+λιγωμένη που τούλυνε τα μέλη, μα και τούδινε μιαν υπερδύναμη
+φτερωσιά, αλλόκοτη, άγνωστη ως τα τώρα, αλάλητη, υπέργεια . . .
+Έφθασε ο Νίκος και παραμέρισε κι αυτός τα βάτα και πήγε κάτω απ’
+τις μυγδαλιές . . και μόλις βρέθηκε κάτω απ' τον άνθινο θόλο,
+ξέχασε κι αυτός όλον τον άλλο κόσμο: και την κάμαρη της αρρώστιας
+την πνιγμένη από τον πόνο, και τασπρισμένα μάτια της Βεργινίας και
+τον εαυτό του ακόμα — και δεν είδε άλλο μπροστά του, παρά τη
+λαχτάρα του πούχε ανθίσει και γλυκοτραγουδούσε. . κι αγκάλιασε τη
+λαχτάρα του και κυλίστηκε μαζί της στο λουλουδιασμένο στρώμα. . .
+
+Τι φωνή ηδονής και φρίκης ήτον αυτή πούσχισε τον ήσυχο αθέρα! . . .
+
+Ίσαμε πού νακούστηκε! . . .
+
+Και γιατί νακουστή, αφού πνίγηκε μες τα φιλιά που αιμάτωσαν τα
+χείλια σαν τις ανεμώνες; Και βούιζαν οι μέλισσες πεσμένες απάνω
+στα ανθισμένα χιόνια σα νάταν τα δέντρα όλα μαζί μια θεόρατη
+κυψέλη . . κ’ έσμιγαν οι μυγδαλιές τανθόφυλλά τους, τα διάφανα σαν
+από μετάξι, τόσο κοντά τόνα μες τάλλο που έκαναν έναν πηχτόν τοίχο
+πιο αδιαπέραστο κι απ' των φρουρίων την πέτρα για την ευδαιμονία
+των ανθρώπων. . και το μύρο των ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και
+τον κρατούσε σε μια νάρκη, ασάλευτο σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο
+λαχταριστό στόμα μιας παρθένας κοιμισμένης. . .
+
+Μια ξαφνική ανατριχίλα πέρασε πάνω απ' τάσπρα λουλούδια — τρομάρα
+ή αναγάλλιασμα;. . και μια βροχή απ’ ανθόφυλλα έπεσε μαλακά: να
+σκεπάση με μυρωμένο χιόνι τους δυο ανθρώπους που τους είχε πάρει η
+Μοίρα τους στην αγκαλιά της — — —
+
+
+
+&Το πλάνεμα του Φεγγαριού&
+
+
+
+Ο ήλιος είχε βασιλέψει. Μια βαθιοκόκκινη πένθιμη αντιφεγγιά και
+κάτι μακρόσυρτοι μαύροι αχνοί σα σχισμένα κρέπια, κρεμαστά από
+ψηλά, άπλωναν πίσω απ’ το λόφο της Καστέλλας κι απ’ τα βουνά του
+Δαφνιού πούχαν τώρα γίνει απόμακρα, μουντά, μολυβόμαβια, σα σκιές
+απ’ όνειρα σβυσμένα. Απάνω στου Υμηττού την ησκιογάλαζη κάππα είχε
+ρίξει η βραδυνή θλίψη το μενεξεδένιο πέπλο της . . και του καημού
+τα γιούλια άνθιζαν και σιγοτραγουδούσανε μες την αμιλησιά της
+κοιμισμένης πέτρας. Μονάχα ο Παρθενών, προβάλλοντας πίσω απ’ το
+λόφο του Φιλοπάππου, γλυκοπύρωνε με τη θύμηση των φιλιών του ήλιου
+σαν αποθεωμένος. . .
+
+Έκανε ψύχρα τώρα. Ένας άνεμος βραδινός πλάγιαζε το χορτάρι
+πούπαιρνε κάτι γυαλάδες σταχτιοκόκκινες και κερασογάλαζες απ’ τα
+χρώματα της μαγεμένης σούρπας, της γλυκόθλιβης. Τα λουλούδια
+κρύωναν κ’ έκρυβαν τα κεφαλάκια τους μέσα στα χόρτα. . άλλα
+καμπανίζανε λυγώντας απάνω στα ψηλά κλωνιά τους, ξέχρωμα κ’
+ησκιερά μες το περίχυτο ασήμι του μουχρώματος. . . Γυρίζανε σπίτι,
+περπατώντας γλήγορα — αυτός μπροστά κι αυτή πιο πίσω, φορτωμένη
+ακόμα με τα λουλούδια που τάσφιγγε στο στήθος της (αυτή τα
+βάσταγε, γιά την είχανε σηκώσει αυτά στην αγκαλιά τους και την
+πήγαιναν;) — τα λουλούδια που ήταν τώρα μαραμένα και γεμάτα ήσκιο.
+Ήταν κλαμένη, η Λιόλια, ξαναμμένη, ξεμαλλιάρα μ’ ανθόφυλλα
+μυγδαλιάς μέσα στα μαλλιά της, και πήγαινε με το κεφάλι σκυφτό,
+σκεπασμένο με το τριανταφυλλί σαλάκι της, σα νάτον κι αυτή η ίδια
+ένα από τα κομμένα άνθη, τα μαραμένα και γεμάτα ήσκιο. Ο Νίκος
+βαστούσε ένα μεγάλο κλαδί μυγδαλιάς στο χέρι σαν τρόπαιο και στο
+πρόσωπό του, καθώς κύτταζε μπροστά του κι αψηλά, έπεφτε λίγη λάμψη
+απ' το θρίαμβο του Παρθενώνος που σιγοπύρωνε με τη θύμηση των
+φιλιών του ήλιου. . .
+
+Καθώς ανέβαιναν τον τελευταίο ανήφορο πούβγαινε πίσω απ’ το σπίτι
+τους βλέπουνε να ξεπροβάζη απ’ τη γωνιά της μάντρας τους, η θεια
+Ελέγκω σε μεγάλες φούριες. . . Άμα τους είδε, ξεφώνισε,
+σβαρνίζοντας τον κατήφορο:
+
+ — Μπράβο σας! Εμ δεν είπαμε δα και να νυχτωθούμε! Τρέχω να
+προφτάσω τον Κωλοσούρτη — δεν μπόρεσα να κάτσω πιο πολύ, γιατί έχω
+να μουσκέψω κάτι ρούχα και να σηκωθώ δυο ώρες νύχτα: μια πλύση
+τρικούβερτη! στης κυρίας Αθανασάκη — την ξέρετε δα, πουν' ο άντρας
+της στο υπουργείο, πήρε προίκα αυτή πολλή . . καλέ πουχ’ νε το
+σπίτι στη ρούσσικια εκκλησία! — ας ήναι! . . . Μπρε — μπρε — μπρε
+— μπρε! Για μένα τα κουβαλήσατε όλα τούτα! Καλέ τι σας ήρθε; όλο
+τον κάμπο πήγατε να σηκώσετε! Νά, τόσα σώνουνε: λίγα κίτρινα κι
+απ’ αυτά εδώ τα κόκκινα, ναίσκε αυτά θα της αρέσουν της Κυρία —
+Ουρανίας, και μερικά από τάσπρα — πού να τα σέρνω! . . . Μάννα
+μου! τι όμορφα ετούτα τα μικρούλια, τα γαλανούλικα! . . . Ε!
+σώνουν πια —
+
+ — Αυτές εδώ είναι ανεμώνες — είπε σιγαλά η Λιόλια. . κ’ είναι
+βγαλμένες με το χώμα. Να στις βάλωμε μες το μαντιλάκι σου, θεια
+Ελέγκω;. . .
+
+ — Πάρε κ’ ένα κλωνάκι μυγδαλιά, θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος: για
+σένα τις κόψαμε. . .
+
+ — Όχι να μην κουβαλάω τώρα δέντρ' ολάκερα! Θα με βγάλη όξω ο
+εισπράχτορας — ξέρεις αυτοί δε χωρατεύουν. . . Κάθομαι και
+χασομεράω και θα μου φύγη ο τρεχιόδρομος. . . Νά τον! ακούτε;,
+πλάκωσε κιόλας ο Βράκας. . . Γεια σας παιδιά μου! νάχετε την ευκή
+μου! Τη εβδομάδα που θα μας μπη, πάλι εδώ θα μ’ έχετε. . . Αμέτενε
+γιατ’ είναι μονάχη της η καψερή η Βεργινία! . . .
+
+Και πήρε τρεχάλα τον κατήφορο, φορτωμένη μιαν αγκαλιά λουλούδια, η
+θεια Ελέγκω, σα βαρέλι που κυλούσε απ’ το βουνό και καθώς
+κατρακυλούσε, γύρισε και ξαναφώναξε:
+
+ — Λιόλια, όπως είπαμε, τη δουλειά σου και τη Βεργινία — τα μάτια
+σου τα δυο! . . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Ο Νίκος κ’ η Λιόλια με τανθισμένα τους κλαριά και με τα λουλούδια,
+που τους απόμεινεν ολάκερη αγκαλιά, μπήκανε στην κάμαρη τη
+σκοτεινιασμένη απ’ τη σταχτερή τη σούρπα — σα νάμπαινε η ολόφεγγη
+και μυρωμένη άνοιξη. Αλλά μαζί με τη λάμψη και τη δροσερή ανάσα
+των λουλουδιών χύθηκε και σα μια θλίψη βαθειά ολόγυρα. Έτσι κ’ η
+άνοιξη, η χλοϊσμένη, θλίβεται βαθιά σα μαυροσυννεφιάση ο
+αχνογάλανος ουρανός — —
+
+Όταν ξαναείδε ο Νίκος τη Βεργινία στο κρεββάτι της, άσπρη κ’ έρημη
+μέσα στο σκιόφωτο — αισθάνθηκ’ ένα χύμα από εσπλαχνία να ξεχειλίζη
+μέσα του: από όλη την ευτυχία των νιάτων και της ζωής, αυτή δεν
+είχε τίποτα! κι αυτός τα είχε όλα — κι ακόμα και το λίγο εκείνο
+πούτονε δικό της της τόχε κλέψει, αφού της είχε πάρει πίσω τον
+εαυτό του πούτον το μόνο της καλό. Τούρθε τότε να της δώση κι
+αυτηνής λίγα από 'κείνα που του περίσσευαν: τα κομμένα και
+μαραμένα λουλούδια του κάμπου αφού αυτός είχε μέσα του όλον τον
+ανθισμένο κάμπο αμάραντο για πάντα. . . Πήρε τα λουλούδια απ’ τα
+χέρια της Λιόλιας και πήγε κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας.
+
+ — Νά Βεργινία! σου φέραμε και σένα λουλούδια· δώσαμε αρκετά και
+της θειάς Ελέγκως, που την ηύραμε εδώ απόξω. Πήγαμε ίσαμε κάτω
+στου Ρουφ. . εκεί έχει τα περισσότερα, γι’ αυτό αργήσαμε —
+
+Και της τα σκόρπισε απάνω στην κουβέρτα. . .
+
+Κ’ έπειτα σα νάθελε, ξέχωρ' απ’ τα λουλούδια να της δώση πάλι και
+λίγο απ’ τον εαυτό του — από ‘κείνο που της πήρε το πιο πολύτιμο!
+έγειρε αποπάνω της, κοντά στο πρόσωπό της. . .
+
+Η Βεργινία, όταν τον είδε νάρχεται κοντά της με τα λουλούδια, είχε
+ανοίξει διάπλατα τα μάτια της, σαν από τρόμο, και τα ξανάκλεισε,
+καθώς της τάρριχνε τα λουλούδια απάνω στο κρεββάτι, σα για να μην
+τα ιδή. Μα εκεί που ο Νίκος έσκυβε αποπάνω της, έξαφνα σήκωσε τόνα
+χέρι της, το σκελεθρωμένο και διάφανο της χέρι που οι γαλάζιες
+φλέβες του φεγγρίζανε σαν κάτω από κιτρινισμένο τσιγαρόχαρτο, και
+με μια δύναμη, αφάνταστη για το σύντριμμα που ήτον, τον έσπρωξε
+κατάστηθα . . και τούπε με κακία:
+
+ — Φύγε από 'δώ! μυρίζεις ήλιο! . . αυτά να μου τα βάλης όταν Θα
+με θάψης — και γύρισε το κεφάλι της απ' την άλλη μεριά.
+
+Ο Νίκος τραβήχτηκε πίσω, απότομα.
+
+Τα λουλούδια απομείνανε σκόρπια για πολλήν ώρα απάνω στο κρεββάτι
+της Βεργινίας, σαν απάνω σ’ ένα νεκροκρέββατο νεκροστολίζοντας μια
+ζωντανή . . .
+
+Η Λιόλια, μόλις μπήκανε μες την κάμαρη, κατέβηκε στην κουζίνα και
+δεν ξανανέβηκε παρά μόνο σαν έφερε να φαν ψωμί. Ήρθε με τα μάτια
+που δεν ανοίγανε στο φως, με τη μύτη πρισμένη, με το στόμα ένα
+γύρο κατακκόκκινο απ' τα κλάμματα, τριαντάφυλλο βυσσινύ
+ξεφυλλισμένο, με τα μαλλιά της μέσα στα μούτρα, απ' όπως ήτον
+πεσμένη με το κεφάλι στη γωνιά κάποιου τραπεζιού —
+
+ — Μάσ’ τα λουλούδια απ’ το κρεββάτι! — της είπε σε λιγάκι ο
+Νίκος . . .
+
+Τα μάζεψε η Λιόλια, αμίλητη, τα όμορφα λουλούδια της που τάχε
+κόψει με τόση χαρά και που τώρα κοίτοναν ξέψυχα κι αυτά σαν απάνω
+σ’ ένα νεκροκρέββατο . . . Μα κ’ η Βεργινία δεν είπε λέξη κι ούτ’
+άνοιξε τα μάτια — —
+
+ — Πέτα τα όξω στην αυλή! — ξαναείπε ο Νίκος. . . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Αυτήν τη νύχτα κοιμόταν η Βεργινία βαθιά — γιατ’ είχε πάρει
+υπνωτικό αποβραδύς για πρώτη φορά. Άξαφνα, κοντά το ξημέρωμα, ο
+Νίκος μες τον ύπνο του άπλωσε το χέρι του απάνω στο κορμί της
+Βεργινίας. Αυτό που τόσον καιρό λαχταρούσε η Βεργινία με
+καρδιοβόρι: το χέρι του αγαπημένου αντρός που πάει ψάχνοντας
+ναγγίξη την ποθερή γυναικεία σάρκα — τη σάρκα πουν ολόδικιά του. .
+που γι’ αυτόν είν' έτσι απαλή και πουπουλένια, για να σβήση μέσα
+της. . που γι’ αυτόν ζη κι ανθίζει, για να τονέ μεθύση με τη θερμή
+και μυρωμένη ανάσα της — αυτό το χέρι το λαχταριστό της ήρθε της
+Βεργινίας εκείνο το πουρνό. . . Αχ, μα και που ήρθε — δεν ήτονε
+δικό της! — — Ξύπνησε η Βεργινία ολότρομη! — πόνεσε το
+κοκκαλιασμένο στήθος της απ’ την αντρίκια ορμή και δύναμη του
+ερωτιάρικου χεριού: σπαρτάρισε ολάκερη και ξεφώνισε αχνά (από
+τρομάρα ή από πόνο ή από χαρά;). . . Κι ο Νίκος, με τα μέλη ακόμα
+λυμένα απ’ τη γλυκειά πρωινή νάρκη, ξύπνησε κι αυτός απ’ της
+Βεργινίας το λάγγεμα και το ξεφωνητό. . . Μα σαν έννοιωσε κάτω απ’
+τα δάχτυλα του το ξυλιασμένο στήθος της άρρωστης, κρύωσε όλος και
+μαζεύτηκε κουβάρι και γύρισε απ’ την άλλη τη μεριά. . .
+
+Την άλλη μέρα το μεσημέρι γύρισε ο Νίκος μαζί μ’ ένα λούστρο
+κουβαλώντας σ’ ένα καροτσάκι δυο στρίποδα και κάτι σανίδες κ’ ένα
+στρώμα και ρούχα του ύπνου.
+
+ — Πήγα και τα πήρα από 'να φίλο μου που τάχε περισσευούμενα, είπε
+της Βιργινίας καθώς τα φέρνανε με το λούστρο μέσα στην κάμαρη. Σε
+ξυπνάω τη νύχτα κι ο γιατρός είπε πως πρέπει να κοιμάσαι ήσυχη —
+
+Αυτό ήτον το τελευταίο θανάσιμο χτύπημα για της Βεργινίας την
+ύπαρξη — —
+
+Ο ήλιος έφεγγε πάλι σήμερα με την ίδια γλύκα σαν και χτες. Η απαλή
+φεγγοβολιά του σα χάδι ρευστό σιγά-σιγά μαλάκωσε και την αντάρα
+μες την ψυχή της Λιόλιας. Το δειλινό η Λιόλια κατέβηκε στην αυλή.
+Όλα γύρω της όπου έβλεπε το μάτι της, ήτανε χρυσωμένα μ’ ένα
+μάλαμα πορτοκαλλύ, ώριμο, παχύρρευστο σαν κάποιων παλιών κρασιών,
+με κάτι ήσκιους βγαλμένους από μέσα του μαβιούς, μενεξεδένιους,
+πορφυροπράσινους. Όλα έδειχναν, απάνω τους πεσμένη, μίαν
+ανέκφραστη γαλήνη κι ανάπαυση. . . Ω! τι θάμα!: η μυγδαλίτσα, η
+μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα είχε ανθίσει άξαφνα, εκείνην τη νύχτα. .
+. Η Λιόλια πήγε κοντά της: δυο ανθάκια ήταν όλο κι όλο ανοιγμένα·
+μα είχε κι άλλα μπουμπούκια έτοιμα να ξεσκάσουν. Έλυσε η Λιόλια το
+σχοινί που ήτανε δεμένο απάνω στη μυγδαλίτσα και την τυραννούσε
+και το πέρασε πίσω απ' το σωλήνα της βρύσης που ξέβγαινε λιγάκι
+απ' τον τοίχο της μάντρας. Έπειτα έσκυψε να δη τι απόγιναν τα
+λουλούδια που τάχε ρίξει τάλλο βράδυ μέσα στη γούρνα. . . Σε λίγο
+βρεθήκανε δυο πιατάκια μ’ ανεμώνες κόκκινες και γαλάζιες,
+βγαλμένες με το χώμα, καθώς κ’ ένα κλαδί μυγδαλιάς (από 'κείνες
+εκεί του κακού του κάμπου!), ολόδροσο κι ανθάτο, απάνω στον
+κομμό. . .
+
+Πέρασ’ άλλη μια μέρα, ωραία και γλυκόζωη, σαν τις άλλες. Ότι είχαν
+αποφάει. Η Λιόλια είχε βγη να καθήση στα σκαλοπάτια μπρος την
+πόρτα της αυλής. Το φεγγάρι ήτονε βγαλμένο νωρίς: ήτον πανσέληνος
+εκείνην τη βραδιά. . . Ο Νίκος έδωσε της Βεργινίας το σκονάκι για
+τον ύπνο, που έκανε δυο-τρεις ώρες ως να ενεργήση. Έξω ήτανε μέρα
+απ' του ολόγιομου φεγγαριού τη λάμψη και μύριζε καλοκαίρι — από
+'κείνες τις καλοκαιριάτικες βραδιές που κάνουν τη ζωή παραμυθένια.
+. . Ποιος μπορεί να μείνη μέσα στην κάμαρη τέτοια βραδιά; — έτσι
+κι ο Νίκος έσβυσε το φως, για ναποκοιμηθή πιο εύκολα η Βεργινία,
+κι άνοιξε την πόρτα της αυλής κι άνοιξε όλο του το στήθος στη
+φεγγερή γαλήνη πούτον έξω και στη δροσερή ανάσα τη μοσχόβολη της
+κοιμισμένης πλάσης. . έπειτα έγειρε πίσω του την πόρτα και κάθησε
+κι αυτός στο σκαλοπάτι που καθόταν η Λιόλια. Αυτή πήγε να σηκωθή
+από 'κεί καθώς τον είδε. Μα δεν την άφησε. . της είπε να κάτση,
+γιατ’ αλλοιώς θάφευγε κι αυτός: — κ’ έτσι ξανακάθησε στην άλλη
+άκρη του σκαλοπατιού — —
+
+Και το φεγγάρι στρογγυλοπρόσωπο, άσπρο σαν το γάλα, ολοένα
+ανέβαινε πιο αψηλά και ξεδίπλωνε την αχτιδένια κόμη του που
+ολόγυρα στο πρόσωπό του ήτονε σαν κόκκινο χρυσάφι, μα καθώς άνοιγε
+κ’ έπεφτε πιο ανάρια κι από πιο ψηλά, γινόταν ένα πέπλο,
+μυριοξέδιπλο, υφασμένο απ' ασημένια σιγαλιά και θλίψη γλυκειά
+γλαυκή, που τύλιγε όλον τον ουρανό και τη γης μαζί σ’ ένα σβήσιμο
+ευτυχίας αλάλητο. . . Και το φεγγάρι ακκούμπησε τα γιασεμένια του
+τα μάγουλα στο τζάμι της Βεριγινίας που κειτόταν έρημη μες τη
+σκοτεινή της κάμαρη. . και χύθηκε ένα φωτοπόταμο αργυρόλαυκο απάνω
+στο κρεββάτι της. . κι αυτό περνούσε πλατύ και ήρεμο από πάνω απ’
+την κουβέρτα της Βεργινίας και κατέβαινε, χωρίς να παφλάζη, κάτω
+στο πάτωμα και κυλιόταν αμίλητο, αργοστάλαγο, μπρος απ’ την πόρτα
+πούβγαινε στην αυλή κ’ ίσαμε τον τοίχο κι 'ανέβαινε και στον τοίχο
+ακόμα, όπως κάνει το νερό του συντριβανιού, ασάλευτο πάντα, μα και
+λαχταριστό στην ανθισμένη αφροκορφή του, ως απάνω στο ταβάνι κ’
+εκεί έσβηνε, χάνονταν κάτω απ’ τη σκεπή. . .
+
+Της Βεργινίας το πρόσωπο έμενε στο σκοτάδι: φέγγριζε κι αυτό με τη
+χλωμάδα του σαν κάποιο άλλο φεγγάρι πεθαμένο — — Κύτταζε η
+Βεργινία τη γλυκόϋπνη κι ασημένια νάρκη του ποταμιού που κυλούσε
+απ’ ταφάνταστα βάθη τουρανού — αναγάλλισμα μιας άλλης ζωής πιο
+γλυκείας και πιο αιώνιας — , που περνούσε αποπάνω απ’ αυτό το
+κρεββάτι του ανθρώπινου καημού και πάλι, αψηλώνοντας ως τη σκεπή,
+έφευγε σταπόμακρα και στα ουράνια. . . Αχ! πόθησε να πάη μαζί του,
+η ποθοπλανταγμένη, να σβήση τη λαχτάρα της μέσα σ’ αυτής της
+αγαλοστάλαγης φεγγαρίσιας λύπης το γάλα — το γλαυκόφεγγο — το
+γλυκοϋπνιασμένο. . .
+
+Όταν της έδωκε ο Νίκος απόψε το υπνωτικό, το ήπιε με τον ίδιο πόθο
+να μην ξυπνούσε πια· ήθελε να του πη να της δώση κι άλλο ένα
+σκονάκι για να κοιμηθή καλύτερα, μα εκείνος έφυγε αμέσως από κοντά
+της — Και τώρ’ αυτός ο πόθος της για να σβήση έκαμε μέσα της
+φτερά, φτερούγες υπερδύναμες που αρχίσανε να σαλεύουν έτσι
+πούνοιωσε να τη σηκώνουν ολόρθη στο κρεββάτι. Σα να φούντωσε μια
+φλόγα μέσα της από μια σπίθα που σιγόσβηνε κάτω απ' τη χόβολη,
+αισθάνθηκε μίαν πύρινη πνοή μέσα στις φλέβες της, αισθάνθηκε τα
+νεύρα της σίδερο ρευστό. . . Ήτονε μονάχα πούθελε να πάρη τα
+σκονάκια απ' τον κομμό; — ή μην ήθελε και να δη που ήτον ο Νίκος
+με τη Λιόλια, οι δυο τους πούχανε βγη έξω απ την πόρτα;. . Έξαφνα
+βρέθηκε ορθή έξω απ’ το κρεββάτι, αυτή πουχ’ ένα μήνα να κουνήση
+χέρι, περπατώντας, αυτή που νόμιζε πως είχε ξεχάσει το περπάτημα:
+έκαμε μερικά βήματα γλήγορα τόνα μέσα στάλλο, σαν αέρινα,
+περνώντας μεσ’ απ' τη λουρίδα του φεγγαριού που κοιτότανε στο
+πάτωμα, μες τάσπρο της το νυχτικό πιο άσπρη ακόμα απ’ τη
+φεγγαρίσια λάμψη — λες και ζωντάνεψε το φεγγάρι και σηκώθηκε από
+χάμω και περπάταγε. . . Ήυρε το κουτί με τα σκονάκια, σα μέσα σ’
+όνειρο, κ’ έπειτα έκαμε άλλο ένα βήμα κατά την πόρτα της αυλής,
+που ήτανε γερμένη, κ’ έσυρε ανάλαφρα το θυρόφυλλο — — — — — — — —
+— — — — — — — — — — — —
+
+Κύτταζε τώρα η Λιόλια το κεφάλι του αγαπημένου αντρός που βάραινε
+απάνω στο στήθος της: τη μύτη τη δυνατή και με το κόκκαλο λιγάκι
+πεταχτό στη ρίζα, τα κλειστά ματόφυλλα, σα φύλλα λουλουδιών, που
+τα γαλάζωνε στις άκρες ο Ύπνος με της γαλάζιας του φτερούγας την
+αντιφεγγιά, με τα μακριά κροσσωτά τσίνουρα καταπάνω, πούριχναν
+ήσκιο στα μάγουλά του — κ’ η καρδιά της πλημμύριζε από κάτι
+απέραντο κ’ υπερδύναμο που τόσον καιρό τόχε κρατημένα μέσα της και
+της πονούσε τώρα, όπως πονεί το πρώτο γάλα στη μητέρα. Απ’ την
+ημέρα πούχαν πάει στα λουλούδια δεν είχε σηκώσει τα μάτια της
+απάνω του απ’ το φόβο μήπως απαντήση τα φριχτά μάτια της Βεργινίας
+που ξεφώνιζαν, άλαλα, από καημό κι απελπισία. . περισσότερο όμως
+ακόμα φοβότανε μήπως αντικρύση τα δικά του μάτια! Τώρα που σα
+συνεπαρμένος απ' τη γοητεία της φεγγαρίσιας ευτυχίας είχε γείρει
+στον κόρφο της να κοιμηθή, τώρα τον κύτταζε άφοβα, τώρα τον
+φιλούσε όλονε με τα πρωτοξύπνητα γυναικεία μάτια της, τον άντρα
+τον αγαπημένο. Τι ζεστά που μύριζαν τα γλυκά μαλλιά του! σαν κάτι
+ζωντανό και δυνατό που της ήτονε φόβος μαζί και λαχτάρα. Αχ, τα
+στήθια της νάλυωναν ήθελε κάτω απ’ αυτό το βάρος που λίγο της
+φαινότανε για την αγάπη της. Κι ολοένα περισσότερο βυθιζότανε στην
+ευδαιμονία αυτής της θωριάς, βούλιαζε ολάκερη, χανόταν. . ως που
+τα μάτια της κλείσανε σαν από μιαν ηδονή κι έναν πόνο αβάσταχτα
+για την ψυχή της — —
+
+Και τα μάτια της είδαν τότες πως σηκώθηκαν απ' το σκαλοπάτι και
+βγήκαν έξω στο δρόμο μαζί με το Νίκο — πιασμένοι απ’ τα χέρια —
+και κατέβηκαν απ’ το βουνό τους κάτω στον κάμπο με τα λουλούδια
+πούχαν πάει τις προάλλες . . και πέρασαν όλον τον κάμπο και μπρος
+απ' της Καλλιθέας τα σπίτια που ήταν τυλιγμένα μες τασημένια
+μαλλιά του φεγγαριού τα ξέχυτα και — πάντα χεροπιασμένοι με το
+Νίκο — ανεβήκανε σ’ εκείνο τολοστρόγγυλο το βουναλάκι — προτού
+νανοίξη ο κάμπος για τις Τζιτζιφιές — πούχει στην κορφή του την
+εκκλησίτσα της Αγια-Σωτήρας. . . Εκεί στο βουναλάκι απάνω στεκόταν
+το φεγγάρι· μα δεν τόβλεπαν καθώς ανεβαίνανε, γιατ’ ήτον κρυμένο
+πίσω απ’ την εκκλησίτσα. Μόλις όμως έφθασαν απάνω στην εκκλησιά,
+ξεπρόβαλε και τους έλαμψε μες το πρόσωπο τόσο που θάμπωσαν τα
+μάτια τους. . .
+
+ — Καλωσορίστε! — τους είπε το φεγγάρι. Τι γινήκατε τόσον καιρό;
+Κανείς δεν έρχεται να με ιδή εμένα που είμαι ολομόναχο πάνω στα
+βουνά. Τόσα μάγια κάνω εγώ των ανθρώπων: μπαίνω στις κάμαρές τους
+και τους φιλώ τα μάτια, πέφτω μες τις στέρνες τους και ξαπλώνομαι
+στα δρομάκια των περβολιών τους και σκαρφαλώνω μάντρες και γέρνω
+απάνω στις οξώπορτές τους και ξενυχτώ στα σκαλοπάτια: μόνο και
+μόνο για να βγούνε να με ιδούν· μ’ αυτοί μ’ αφήνουν ολομόναχο
+απάνω στο βουνό μου. Τώρα που ήρθατε εδώ πάνω θα πάμε μες την
+εκκλησιά: εγώ θα σας στεφανώσω. . . Και καθώς μίλαγ' έτσι το
+φεγγάρι, ξαφνίστηκεν η Λιόλια κι ο Νίκος κι άνοιξαν πάλι τα μάτια
+τους τα θαμπωμένα απ’ τη λάμψη του, για να το ιδούν: Τι άσπρο
+πούτον το φεγγάρι και τι λυπημένο! — σαν τη Βεργινία. Και καθώς το
+κύτταζαν ακόμα, είδαν πως ήτον το πρόσωπο της Βεργινίας μες το
+φεγγάρι — Τότες η Λιόλια έβγαλε ένα μεγάλο «Αχ!» και πετάχτηκε
+ολόρθη με τα χέρια στον αέρα. Κι ο Νίκος ξετινάχτηκε απ’ τον ύπνο
+κατατρομαγμένος και κατρακύλησε απ’ το σκαλοπάτι. . . . Γύρισ’ η
+Λιόλια να μπη στην κάμαρη· η πόρτα ήτον ανοιχτή. Στο κατώφλι ήτον
+πεσμένο κάτι άσπρο: το φεγγάρι ήτον πεσμένο στο κατώφλι. Μα μες
+στην άσπρη λουρίδα του φεγγαριού φάνταζε κάτι πιο άσπρο ακόμα:
+ήτον η Βεργινία με το νυχτικό της ξαπλωμένη χάμω μπρος στην πόρτα
+— για να μπη κανείς μες την κάμαρη έπρεπε να δρασκελίση το κορμί
+της. Σα νάχε πέση το ίδιο το φεγγάρι απ’ τον ουρανό και νάχε
+ξεψυχήσει εκεί δα τυλιγμένο μες τα πέπλα των αχτίδων του: έτσι
+έδειχνε.
+
+Δική της ήτον η φωνή που άκουσε η Λιόλια μες τον ύπνο της ή της
+Βεργινίας πούχε κατεβή από το κρεββάτι της κ’ είχε ανοίξει σιγαλά
+την ακκουμπησμένη πόρτα; — — — — — — — — — — — — — —
+— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+ — Παναγία μου! Κατέβηκε απ’ το κρεββάτι. . . έπεσ’ απ’ το
+κρεββάτι. . . Καλέ! καλέ πέθανε καλέ! . . Αχ, Κύριε Νίκο! δεν
+ακούτε; πέθανε Κύριε Νίκο! Δεν τη βλέπετε Κύριε Νίκο; Αχ, Θε μου!
+Θε μου! τώρα τι να κάνουμε; τώρα τι να κάνουμε;
+
+Έτσι ξεφώνιζε αλαλιάρα, φρενιασμένη απ’ την τρομάρα της που την
+είχε παγώσει όλην ως μέσα στην ψυχή της, η Λιόλια, σαν είδε τη
+Βεργινία πλαγιασμένη ξέπνοη μες του φεγγαριού το αργυρόγλαυκο
+ποτάμι. . κι αρχίνησε να κλαίη, να θρηνή. . .
+
+Ο Νίκος, ξεσυρμένος έτσι απότομα, σαν απ’ τα μαλλιά, μέσ’ απ την
+ονειρεμένη του αγκαλιά, δεν κατάλαβε στην αρχή που βρισκόταν και
+τι του γινόταν. Με τες φωνές της Λιόλιας, που απηχούσανε στριγγά
+στη γλυκόϋπνη σιγαλιά της νύχτας, ήρθε στον εαυτό του: τα μάτια
+του άδραξαν τη φριχτή ζουγραφιά, την ολόφεγγη, εκεί μπροστά του
+στο κατώφλι της κάμαρης, και σα μιαν αστραπή πέρασε μέσ’ απ’ το
+μυαλό του και σα μια στιλετιά μέσ’ απ’ την καρδιά του.
+
+ — Βεργινία! — έβγαλε μια φωνή βραχνή, πνιγμένη, σα μέσ’ από
+κάποιο πηγάδι. . . Δε μ’ ακούς, Βεργινία! Τ’ είναι μωρή τούτα που
+μας κάνεις; Βεργινία! — και γονατιστός χάμω σκουντούσε το
+κατάψυχρο κορμί της, το κάτασπρο μες τάσπρο του το νυχτικό, πιο
+άσπρο και πιο κρύο κι απ’ τασημένιο φως του φεγγαρίσιου ποταμιού
+που τόχε πάρη στην αγκαλιά του.
+
+ — Ελάτε, Κύριε Νίκο να τη σηκώσουμε, να την πάμε στο κρεββάτι
+της! φώναζε η Λιόλια με μια φωνή που κολυμπούσε μες τα κλάματα. .
+. Αχ, τώρα τι να κάνουμε! τώρα τι να κάνουμε! Αχ, Κυρία Βεργινία,
+Κυρία Βεργινία μου! δεν ακούτε; ελάτε να σας σηκώσουμε με τον
+κύριο Νίκο! Αχ, τώρα τι θα γίνουμε! — κ’ έστριβε τα χέρια της,
+αποπάνω από το κορμί της Βεργινίας το κοιτάμενο, μέσα στην κάμαρη
+τη γεμάτη κρυφοσάλευτους ήσκιους και φως φανταστικό απ’ το μυστικό
+φεγγάρι, που έμπαινε τώρα από δυο μεριές: απ’ το παράθυρο κι απ’
+την ανοιχτή την πόρτα της αυλής. . .
+
+Σήκωσε ο Νίκος με τη Λιόλια την ξέπνοη Βεργινία — σαν πούπουλο! —
+και την απίθωσαν απάνω στο κρεββάτι. Έπειτα ο Νίκος έψαξε κ’ ηύρε
+το μπουκαλάκι με τον αιθέρα πάνω στον κομμό και τάνοιξε κάτω απ’
+τη μύτη της. Μα η Βεργινία δεν κουνήθηκε. Της έσταξε λιγάκι στα
+μηλίγγια της και της τάτριψε. Της έτριψε και τα χέρια μ’ όλη του
+τη δύναμη ως που ρόδισαν αχνά. Ήρθ' η Λιόλια με παννιά στα χέρια
+που έβρεχε με ξύδι και της τάβαλε της Βεργινίας στο κούτελο και
+μπροστά στα ρουθούνια. . . Έπιασ’ ο Νίκος κ’ έσταξε ένα-δυο
+σταλαγματιές αιθέρα μες το στόμα της που ήτανε μισάνοιχτο. —
+Τίποτα!
+
+ — Πάω να φέρω γιατρό! είπε· είν' ένας εδώ κοντά στου Μακρυγιάννη:
+αυτός έρχεται ότι ώρα του 'πης. Κάνε ό,τι μπορείς, Λιόλια, να τη
+συνεφέρης! Άσ’ τα κλάματα τώρα! — αυτά μας έλειπαν. . . Έφθασα. .
+.
+
+ — Μη φύγης, Κύριε Νίκο! μη μ’ αφήσης μονάχη! — ξεφώνισε
+θρηνιάρικα η Λιόλια.
+
+Μα ο Νίκος είχε γίνει αέρας — —
+
+Σαν απόμεινε η Λιόλια μονάχη της, πήγε σε μια γωνιά της κάμαρης κι
+άρχισε, απ’ το φόβο κι απ’ τη συγκίνησή της, να σκούζη σα μικρό
+παιδάκι: παιδάκι ήτον ακόμα το κακόμοιρο το κορίτσι και δεν τούχαν
+τύχει ποτέ του τέτοια φοβερά περιστατικά. Αυτές τις μέρες η ζωή
+παρά πολλά της είχε ρίξει απάνω στην τρυφερή ψυχούλα της και σαν
+ανθάκι που ήτανε λύγισε απ’ την ορμή της μπόρας. . .
+
+Εκεί πούκλαιγε, σάλεψε η Βεργινία τα χείλια κ’ έβγαλε ένα βαθύν
+αναστεναγμό, βογκητό μακρόσυρτο τραγουδιστό σαν από κάποιαν πνοή
+αλυσοδεμένη που ξελύθηκε μ’ αιματωμένες τις φτερούγες. . κι άνοιξε
+τα μάτια. . .
+
+Η Λιόλια πετάχτηκε κοντά της:
+
+ — Αχ, Κυρία Βεργινία! ξυπνήσατε πάλι; — φώναξε, γέρνοντας απάνω
+της με τρέμουλη χαρά στη δακρυσμένη της φωνή. Τι μας κάνατε! Γιατί
+να κατεβήτε απ' το κρεββάτι; Να σας δώσω αιθέρα να μυρίσετε;
+Σταθήτε να σας φέρω λίγο νερό να πιήτε!
+
+Μα ως που να βάλη νερό στο ποτήρι και να ξεστουπώση το μπουκαλάκι
+με τον αιθέρα, ξανάκλεισαν της Βεργινίας τα μάτια και το κεφάλι
+της έπεσε βαρύ απάνω στο στήθος και κύλησε κατά πλάι: άνθος σε
+κλωνί σπασμένο.
+
+Τότε την έπιασε σαν τρέλλα τη Λιόλια. Άρχισε να τρέχη μέσα στην
+κάμαρη που τη φώτιζαν αλλόκοτα, τραγικά παλεύοντας, δυο
+αποφεγγιές: του φεγγαριού το κρύο τασήμι που μοιάζει με το φως των
+ματιών του Χάρου κ’ η κιτρινάδα της λάμπας: ίδια αρρωστημένη φλόγα
+της ανθρώπινης ζωής. Ολομόναχο το κοριτσάκι, αλαλιασμένο απ’ το
+φόβο του θανάτου έστριβε τα χέρια του. . έπειτα πήγε και γονάτισε
+μπρος στο κρεββάτι και φιλούσε το χέρι της Βεργινίας που κρεμόταν
+απόξω;
+
+ — Βεργινία μου! αγάπη μου Βεργινία! εγώ είμαι, ο Νίκος σου! —
+έτσι της φώναζε, θαρρώντας πως θα την ξυπνούσε η δύναμη του
+αγαπημένου της ονόματος, γιατί αισθανόταν πως αυτήν και πεθαμένη
+θα την ξύπναγε εκείνο τόνομα. . .
+
+Και ξανασηκώθηκε απάνω και της έσταξ' αιθέρα στο στόμα, καταπώς
+είδε να κάνη ο Νίκος. . της έρριξε νερά στο πρόσωπο τόσο που την
+καταμούσκεψε. Έπειτα τάφησε όλα κι άρχισε πάλι να τρέχη ολόγυρα σα
+χαμένη απ’ τον εαυτό της. . . Με μιας της ήρθε να χτυπήση με τις
+γροθιές στο μεσότοιχο της γειτόνισσας. Αχ, αυτές οι γυναίκες,
+βουλωμένα τάχαν ταυτιά τους και δεν άκουγαν τίποτ’ απ’ όλο αυτό το
+κακό;
+
+ — Βοήθεια, Κερά γειτόνισσα! ελάτε! η Βεργινία πεθαίνει! — —
+ξεφώνισε, ταράζοντας σύσσωμη απ' της φωνής της τον τρόμο κι απ’ το
+ίδιο το νόημα το φριχτό του λόγου πούλεγε — Δεν μπορούσε να βγη
+απέξω να φέρη κανέναν απ’ τη γειτονιά: κι αν πέθαινε η Βεργινία
+σταναμεταξύ μονάχη; — κ’ έσφιγγε τα μηλίγγια της με τις κλειστές
+μπουνιές της απ’ την απελπισία, σα να φοβότανε μην της φύγη το
+μυαλό της. . . Εκεί που κοβόταν έτσι και τάραζε, άνοιξε η πόρτα
+και μπήκε ο Νίκος με το γιατρό.
+
+Δεν ήτον ο κομψευόμενος και ο μοσχομυρισμένος, ο γυναικολόγος και
+γυναικάκιας πουρχόταν πάντα: αυτός καθότανε στην άλλη άκρη της
+Αθήνας κι ούτ’ έβγαινε τέτοιαν ώρα απ’ το σπίτι ναρθή εδώ έξω.
+Ήτον ένας γιατρός της συνοικίας που απ' το πρωί ως το βράδυ και τη
+νύχτ’ ακόμα έτρεχε στη φτωχολογιά — ένας τύπος πλακιώτικος: μια
+μαύρη ρεμπούπλικα χωμένη ίσαμε ταυτιά, κάτι παντελόνια φαρδιά και
+μακριά που σέρνονταν πίσω κατασκονισμένα πάντα, ακόμα και το πρωί
+πούβγαινε απ’ το σπίτι, μια μαγκούρα θεόρατη και μια φάτσα ίδιο
+γουλί με τρύπες-τρύπες το πετσί σα σουρωτήρι, αγύριστη αιωνίως που
+θύμιζε κάτι παλιά ξυστριά αλογίσια. Σα δικαστικός κλητήρας
+φαινόταν αυτός ο γιατρός, σα μεσίτης ή εργολάβος οικοδομών — κι
+όμως τέτοιος πούτον πολύ τον αγαπούσε ο κοσμάκης. Πολλά πράματα
+δεν ήξερε, μα έπαιρνε και λίγα: ένα διπλό και καμμιά φορά και
+πενήντα λεπτά. Πάντα παρηγοριά είναι ο γιατρός — κι αυτό είν'
+περισσότερο στην αρρώστια για το μικρόν τον κόσμο.
+
+Χωρίς να βγάλη το καπέλλο του, πήγε τα ίσα στο κρεββάτι κι απίθωσε
+τη μαγκούρα απάνω στην κουβέρτα. Έπιασε το σφυγμό της Βεργινίας,
+έβαλε το χέρι στο λαιμό της και στην καρδιά. . έβαλε ταυτί του στο
+στήθος. . .
+
+ — Λιποθυμία είναι, μα είναι πολύ αδύνατη. Έχετ’ αιθέρα — είπε με
+μια φωνή βραχνή σα ραϊσμένο πιθάρι —
+
+Έσταξε λίγο αιθέρα μες το ποτήρι με το νερό που βρισκόταν εκεί δα
+από πρωτύτερα που τόχε φέρει η Λιόλια και προσπάθησε να της δώσει
+να πιή, ανασηκώνοντας της το κεφάλι.
+
+ — Δεν καταπίνει! — Ένα κουταλάκι μικρή! — και της έρριξε από λίγο
+μες το στόμα. — Έχει κτυπήσει και στο κεφάλι, είπε, δείχνοντας ένα
+πρασινωπό καρύδι πούχε φανή άξαφνα, λίγο αιματωμένο, απάνω απ'
+ταριστερό μηλίγγι της. — Βάλ’ ένα παννάκι βρεμμένο εδώ πάνω! —
+έγνεψε της Λιόλιας.
+
+Ο Νίκος τούχε πη του γιατρού για την αρρώστια της Βεργινίας στο
+δρόμο πούρχονταν, και για την κούρα που της είχε κάνει ως τα τώρα
+ο άλλος ο γιατρός ο γυναικολόγος που τον είχε συστήσει ο μάστοράς
+του γιατ’ είχε λέει κάνει θάματα στη γυναικάδερφή του. . και γι’
+αυτό τον έφερνε ακόμα εξακολουθητικώς, ειδεμή και βέβαια θάπαιρνε
+του λόγου του πούτον και της συνοικίας. Αλλά μια κ’ είχε αρχίσει!
+. . κ’ έπειτα ο καθείς λέει πως να περάσ’ όπως κι όπως η
+αρρώστια. . .
+
+ — Πού την ηύρε τη δύναμη και κατέβηκε απ' το κρεββάτι! — είπε
+τώρα ο γιατρός — αφού έχει τόσον καιρό να σηκωθή και σε τέτοια
+χάλια που βρίσκεται! Απ' την πολλή αδυναμία είναι που δεν μπορεί
+να συνέρθη: τα νεύρα της έχουν ξεχαρβαλωθή ολότελα — Μήπως και
+ταράχτηκε; — μην είδε τίποτα και τρόμαξε;
+
+Σαν άκουσ’ έτσι η Λιόλια, ξάστραψε κάτι μες το νου της: ξαναείδε
+την ολόχυτη λάμψη του φεγγαριού στο κατώφλι με τη Βεργενία πεσμένη
+μέσα της σαν πνιγμένη και την πόρτα την ανοιχτή και στο σκαλοπάτι
+της ανοιχτής πόρτας είδε τον εαυτό της και το Νίκο κοιμισμένο με
+το κεφάλι του ακκουμπηστό στον κόρφο της. . . Α! τότε κατάλαβε —
+γιατί ως τα τώρα απ’ την τρομάρα και την ταραχή δεν είχε τόπο η
+ψυχή της για τίποτ’ άλλο — Κι όχι κατάλαβε, παρά αισθάνθηκε μες τα
+θολά βάθη του γυναίκειου είναι τις, ταθώο το κοριτσάκι, πως κάτι
+τρομερό είχε γίνει, τόσο τρομερό που έφθανε για να σκοτώση μια
+γυναίκα και πως γιαυτό πέθνησκε τώρα η Βεργινία — — — ζαλίστηκε,
+τα γόνατά της λύθηκαν και πιάστηκε απ’ το κρεββάτι να μην πέση —
+
+«Κρακ» έκαμε κάτι κάτω απ' τα πόδια του Νίκου εκεί που πήγε να
+κάμη ένα βήμα πιο πέρα. . έσκυψε να το σηκώση ήτον το κουτί με τα
+σκονάκια (πούχε πάρει η Βεργινία απ’ τον κομμό), πατημένο πήττα.
+
+Ο γιατρός σταναμεταξύ είχε βγάλει απ' την τσέπη του μια σύριγγα κ’
+έκαιγε τη βελόνα της απάνω απ’ το γυαλί της λάμπας. . .
+
+ — Πώς βρέθηκε το κουτί εδώ χάμω; — ρώτησε ο Νίκος τη Λιόλια — εγώ
+τόχα αφήσει απάνω στον κομμό! —
+
+Στεκόταν τώρα η Λιόλια ακκουμπησμένη στο κρεββάτι, άφωνη, και
+κύτταζε το γιατρό με μεγάλα μάτια, γεμάτα βαστηγμένα δάκρυα. . το
+στήθος της ανασηκωνόταν κάθε τόσο από ξέμακρα αναφυλλητά βουβά που
+της τρεμούλιαζαν το σαγόνι και το κάτω χείλι: έτσι αστράφτει πίσω
+απ' τα βουνά, ύστερ' από βροχή και κάποια βράδυα του καλοκαιριού,
+από αντάρες που δεν ακούς το βόγκο τους.
+
+ — Νά, κυρ Γιατρέ, της δώσαμε απ’ αυτό το υπνωτικό σήμερα, μπας
+και την πείραξε; αρχινίσαμ’ απ’ τα χτες: γιατί δεν κοιμόταν τη
+νύχτα ολότελα· ο γιατρός είπε πως το περισσότερο είν' η αγρύπνια
+που την αδυνατίζει και της τόγραψε.
+
+ — Αηδιές! πολύ άσχημα. . είναι, βλέπεις, τώρα και το ναρκωτικό
+που τη βαστάει σ’ αυτήν την θέση. Τι γράφει απάνω;. , αριθμό έχει
+μονάχα. . πούν' η ρετσέτα;
+
+ — Την κρατήσανε στο φαρμακείο.
+
+Άνοιξ’ ένα σκονάκι ο γιατρός κ’ έβαλε στη γλώσσα του και χτύπησε
+τα χείλια του. . σήκωσε τους ώμους και κρέμασε το κάτω χείλι τον,
+σα νάθελε να πη: «ξέρω κ’ εγώ τι κουραφέξαλα είνε αυτά!»
+
+ — Τώρα ό,τι είναι είναι! Σταθήτε να κάμουμε μια στιγμή την ένεση.
+Έλα εδώ εσύ μικρή! — είπε, γεμίζοντας τη σύριγγα μ’ αιθέρα —
+άνοιξε το ποκάμισο της Κεράς σου και σκούπισε λίγο το μέρος εκεί
+κοντά στην καρδιά μ’ ένα μαντηλάκι. Στάσου να σου στάξω καλύτερα
+λίγο αιθέρα. . έτσι! . . .
+
+ — Αχ, κυρ Γιατρέ: Τι! Θα της τρυπήσετε την καρδιά με τη βελόνα; —
+φώναξ’ η Λιόλια με τρόμο, έτοιμη να ξαναρχίση τους θρήνους . . .
+
+ — Μη φοβάσαι! δεν τρυπάω εγώ τον κόσμο. . μόνο σα την τσιμπήσω
+λιγάκι απέξω απέξω, πιο λίγο από μια μέλισσα —
+
+ (μέλισσα! μέλισσα! που ήτονε μια μέλισσα που ήθελε να την
+τσιμπήση; — συλλογίστηκε η Λιόλια κ’ έξαφνα είδε μπροστά της τον
+κάμπο με τα λουλούδια και τάραξε σύσσωμη)
+
+. . οι νέοι οι γιατροί, οι πολύξεροι, που γράφουν τα μοντέρνα τα
+ναρκωτικά, τις κάνουν τις ενέσεις στο μπράτσο ή στο πόδι — γύρισε
+κ’ είπε κατά το Νίκο, ο γιατρός, εκεί που έχωνε τη βελόνα στο
+κίτρινο πετσί της Βεργινίας (πετσί και κόκκαλο! — ανατρίχιασε ο
+Νίκος που την είδε) — εγώ τις κάνω κοντά στην καρδιά και ξέρω τι
+κάνω. . .
+
+Έπειτα τη σκέπασε τη Βεργινία και κάθησε στην καρέκλα να δη την
+ενέργεια.
+
+Εκεί δα, νά σου κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η γειτόνισσα η
+Χαρζανοπουλίνα, η χήρα του δικαστικού κλητήρα, με τη μια της κόρη
+την πιο μεγάλη, πούτον η αλαφροήσκιωτη — αν νεγκλιζέ. Η γριά
+τουλάχιστο πάντα ήτονε γριά κι άσχημη σα μάγισσα, μα της «νέας» τα
+χάλια καθώς ήταν άφτειαχτη και στη φυσική της κατάσταση δε
+μολογιούνται. Καλά λεν οι δασκαλευούμενοι: «τα εν οίκω μη εν
+δήμω!» Τι λαιμός ήτον εκείνος σαν καμμιάς αρρωστημένης γαλοπούλας
+μέσ’ απ’ την άσπρη νυχτικιά που της έλειπε το κουμπί! τι σακκούλες
+κρεμαστές κάτω απ’ τα μάτια! τι χρώμα σαν το κυδώνι! — άφησε πια
+το μισοφόρι, ο Θεός να το κάνη ροζ, με τον ξηλωμένο φαρμπαλλά που
+έσταζε απ’ τη λέρα. . κι αποκάτω τα κατσάρια! . . .
+
+ — Καλέ τί πάθατε, Κυρ Νίκο μου! στρίγγλισε η γριά συφορά. Είπα κ’
+εγώ! «στον ύπνο μου τον ακούγω αυτόν το σαματά ή μην κ’ έπαθε
+τίποτα η Βεργινία;» Μου φάνηκε σα νάκουσα κάτι φωνές, κάτι σαν
+κλάματα, μα έλεγα πάλι με το νου μου: «Αχ, είν’ η καρδιά σου που
+τα μελετάει τα τι πέρασες, τι πίκρες και τι καημούς, και σε
+ξεγελάει τάχα πως τακούς. . .» Σα μου χτύπησε σταυτί η φωνή τον
+γιατρού — και ποιος δεν την έχει μες την ψυχή του τη φωνή του
+γιατρού, του ευεργέτη τω φτωχώνε! — μονομιάς πετάχτηκ’ απάνου.
+Μάλιστα η Μπιμπίκα μου πρώτη τον κατάλαβε — αυτή, καλέ μου, ακούει
+και το χορτάρι που φυτρώνει!: «Μαμάκα μου! μου λέει, κάτι έπαθε η
+Βεργινίτσα και φέραν τον καλό γιατρό». Εξ αρχής αυτό έπρεπε, Κυρ
+Νίκο μου! Εμείς πάντα το λέγαμε. Μα είπα κ’ εγώ στα κορίτσια:
+«άστε, μην ανακατευόσαστε στου άλλου το διάφορο· εδώ είναι περί
+ζωή και θάνατο βλέπεις: νάχης έπειτα και την ευθύνη! . . .»
+
+ — Και βέβαια είναι πολύ λεπτότατα πράγματα αυτά — αχνολάλησε η
+Δεσποινίς Μπιμπίκα.
+
+ — Και τι έχει, Κυρ Γιατρέ μου, η Βεργινούλα μας; — συλλογίστηκε
+τώρα μόλις να ρωτήση η γριά-καμμιά λιγοθυμιά πάλι. Αμ τις προάλλες
+πούμαστε φερμένες εγώ με τις κόρες μου και μας έμεινε στα χέρια
+μισήν ώρα, ξερή! . . ήτονε μονάχη της — ήτον και η Ευρυδίκη —
+γύρισε και ρώτησε την Μπιμπίκα — ας είναι . . . αν δεν ήμαστεν
+εμείς. . είδαμε και πάθαμε να τη συνεφέρουμε — γυναίκες ολομόναχες
+— πήγα να παλαβώσω. . είναι και η ευτύνη ξέρεις! γιατί έπειτα σου
+λέει άλλος —
+
+ — Άσ’ τα τώρα, Κυρά Χαρζανοπούλου! είπε ο γιατρός, σταθήτ’ απ’ το
+κρεββάτι! . . σταθήτε από 'κεί δα! . . μη μου κλείνετε το φως να
+δούμε τι θα κάνουμε. . .
+
+Έπιασε πάλι το σφιγμό της Βεργινίας με το ρωλόϊ στο χέρι. . έβαλε
+ταυτί του στην καρδιά της. . . Έπειτα έχυσ’ αιθέρα στα χέρια του
+και της έτριψε τα μηλίγγια. . της έτριψε τα χέρια και τα
+πόδια. . .
+
+Έξαφνα άνοιξε η Βεργινία τα μάτια της και το στόμα της άρχισε
+ναναπνέη αργά. . . Κ’ η αναπνοή της γινόταν ολοένα πιο βαθειά. .
+το στήθος της ανασηκωνότανε σα να φούσκωνε απομέσα του ένα κύμα να
+ξεσπάση. . .
+
+Ο γιατρός γύρισε να δη το Νίκο που στεκόταν πίσω του, ακκουμπηστός
+στο κρεββάτι: σούρωσε τα χείλια του και τανέβασε ως τη μύτη
+του. . .
+
+Ο Νίκος έβλεπε της Βεργινίας τα καμώματα μ’ όλη την ψυχή του
+χυμένη στα μάτια του. . .
+
+Ακουγόταν τώρα η αναπνοή της Βιργινίας σαν ανάλαφρο ροχαλητό
+ανθρώπου βαριοϋπνιασμένου. . άνοιγε το στόμα της και τάφηνε λίγην
+ώρα ανοιχτό. . . και το ξανάκλεινε αργά, παράξενα σα μ’ ένα
+μηχανισμό, αλλοιώτικα από άνθρωπο: όπως τα ψάρια που τα πετάει το
+κύμα στο γιαλό. . κι ολοένα πιο πολύ το στόμα της άνοιγε και πιο
+πολλήν ώρα έμενε ανοιχτό, στυλωμένο τώρα, σαν πόρτα που δεν
+ξαναπέφτει να κλείση. . .
+
+Η Λιόλια κύτταζε με το κλαμένο πρόσωπό της ξαστρωμένο πάλι, σαν
+κρυφοχαρούμενη πούβλεπε τη Βεργινία νανοιγοκλείνη το στόμα, να
+ξαναζωντανεύη. . .
+
+ — Τι κάνει έτσι, γιατρέ; τ’ είν' αυτό που κάνει; φώναξε ο Νίκος
+του γιατρού με τρόμο —
+
+ — Δεν είν' καλά η γυναίκα σου! — —
+
+Η Χαρζανοπουλίνα κ’ η κόρη της που στέκονταν εκεί κοντά,
+κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους κ’ η γριά κούνησε το χέρι της σα νάλεγε
+για κάποιον πως έφυγε και πάει:
+
+ — Δεν τη βλέπεις, Κυρ Νίκο μου; δεν τη βλέπεις που τελειώνει και
+σ’ αφήνει γεια;
+
+. . . Τα μάτια της Βεργινίας είχαν ανοίξει διάπλατα: κύτταζαν αχνά
+και ξέξασπρα το Νίκο, κατάματα. . κι όλο άνοιγαν πιο πολύ, σα να
+θέλανε να βγουν απ’ τις κόγχες τους να πεταχτούν απάνω του, κ’ οι
+κόρες τους μεγαλώνανε σκοτιδιασμένες σα δυο βαθειές τρύπες. . .
+
+ — Βεργινία!! — ξεφώνισε ο Νίκος. . . Βεργινία μου!! . . κ’ έπεσε
+γονατιστός, μ’ έναν πνιγμένο λυγμό, μπροστά στο κρεββάτι και της
+έπιασε το χέρι — —
+
+. . Οι δυο βαθειές τρύπες των ματιών της Βεργινίας αποπάνω απ’ το
+κεφάλι του Νίκου μαυρίζανε σαν πηγάδια — Άξαφν’ άνοιξε η Βεργινία
+το στόμα της ακόμα περισσότερο και δεν το ξανάκλεισε πια — τα
+μάτια της θολώσανε — σα να πέρασ’ ένα σύννεφο ψηλά, ένας αχνός
+αποπάνω τους — κι απόμειναν εκεί δα, ορθάνοιχτα, στυλωμένα απάνω
+στο πρόσωπο του Νίκου — — —
+
+Ο γιατρός σηκώθηκε:
+
+ — Δεν είχε δύναμη η καρδιά της — είπε. Έβαλε ταυτί του στο στήθος
+της. . έπειτα έβγαλε κ’ είδε το ρωλόϊ του. . και της έκλεισε τα
+μάτια. . .
+
+[Έως εδώ έκαμε τας διορθώσεις του έργου του ο συγγραφεύς. Ο
+εξαφνικός θάνατός του εσταμάτησε το έργον και αι κατόπιν
+διορθώσεις έγιναν σύμφωνα με την πρώτην έκδοσιν.]
+
+ — Ζωή σε λόγου σου, είπε σκουντώντας το Νίκο απ’ τον ώμο. Σαν
+είδε που δεν κουνήθηκε ο Νίκος από κει πούτονε γονατιστός με το
+πρόσωπο απάνω στο χέρι της Βεργινίας, τον έπιασε με τα δυο του
+χέρια απ’ τις αμασχάλες και τονέ σήκωσε ορθόν.
+
+ — Έλα, άντρας είσαι! Αυτά έχει ο κόσμος. Καλύτερα που ησύχασε —
+δεν είχε πια ζωή μέσα της. Αν θέλης αύριο περνάς για την άδεια —
+
+Καθώς σηκώθηκε ο Νίκος και ξανάρριξε μια ματιά απάνω στο νεκρό
+πρόσωπο της Βεργινίας και κατάλαβε πως όλα τέλειωσαν πια, τούρθε
+στρόφιλος και πήγε να πέση. Τον κράτησε ο γιατρός, πριν να
+προφτάσουν οι Χαρζανοπουλίνες να τον πιάσουνε στην αγκαλιά τους.
+
+ — Τον καημένο το νέο! — είπε δυνατά η Μπιμπίκα και στέναξε μέσ’
+απ' τα φυλλοκάρδια της.
+
+Τον πήρε ο γιατρός μπράτσο το Νίκο και βγήκαν όξω στο δρόμο.
+Έβγαλε ο Νίκος και του 'δωσ’ ένα τάλληρο.
+
+ — Μην πειράζεσαι, είπε ο γιατρός, τα βρίσκουμε — και τόβαλε στην
+τσέπη του.
+
+Μέσ’ απ’ την κάμαρη ακούστηκε άξαφνα η στριγγλιάρικη φωνή της
+γριά-καρακάξας της Χαρζανοπουλίνας:
+
+ « Αχού, Βεργινία μου! τι κακό που σούρθε! Αχού, περιστεράκι μου!
+και πού μας αφήνεις!» — —
+
+και το ψεύτικο παράπονο του μυρολογιού της ξέσχισε το πέπλο της
+σιγαλιάς και της νάρκης της φεγγαράτης νύχτας — — Ένα σκυλλί μέσα
+σε μιαν αυλή ξύπνησε κι άρχισε να ουρλιάζη. . .
+
+Ήτον αργά πια. Το φεγγάρι έγερνε να πέση πίσω απ' την Καστέλλα:
+ήτονε μικρό τώρα, σα ζαρωμένο, σαν πιο θολό και πιο κόκκινο — ίδιο
+μάτι πούχει κλάψει — —
+
+Κ’ η Λιόλια;
+
+Η Λιόλια ήτον πεσμένη από πολλήν ώρα χάμω, πίσω απ' το κρεββάτι,
+στο μέρος που έστρωνε πάντα το βράδυ να κοιμηθή. . και θρηνούσε σα
+νάθελε να σπάση η καρδούλα της — χωρίς κανείς να την προσέχη. . .
+
+ — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+Τη σηκώσανε στις τρεις ταπόγευμα με το σταυρό και τα εξαπτέρυγα με
+δυο παππάδες κ’ έναν ψάλτη: — ήρθε κ’ ένας άλλος, αψηλός και
+ξερακιανός σαν τσίρος, μ’ ένα μαύρο παννί στόνα μάτι και πένθος
+στο μανίκι για ψάλτης, κολλητηρτζής, που δεν εννοούσε να φύγη — —
+κ’ έτσι πήγαινε μπροστά κ’ έψελνε κι αυτός για γούστο του με την
+ελπίδα να μπαλωθή στο τέλος κανένα μονό. . . Πού μαζεύτηκαν τόσες
+γυναίκες στο λείψανο! Τόσον καιρό που ζούσε η άμοιρη η Βεργινία,
+ψυχή δε ρώταγε γι’ αυτήν και τώρα που πέθανε, τρέξανε σαν τα
+κοράκια — άφησε πια τις Χαρζανοπουλίνες, μάννα και κόρες, και την
+αδερφή της γριάς, την Κερ-Αριστείδαινα, και την Κυρία Ευρυδίκη:
+αυτές δα ήταν απ τις πρώτες, σπιτικές σα να πούμε, στα μέσα και
+στα έξω. . και πήγαιναν πίσω απ’ την κάσσα κολλητές, σα συγγενείς.
+. . Το Νίκο τον είχε πιάσει μπράτσο ο μάστοράς του ο Πρίαμος κι
+απ’ την άλλη μεριά ο Περικλής. Ήτανε φερμένα όλα τα παιδιά του
+μαγαζιού. Ήταν κι αρκετοί φίλοι του Νίκου: ο Ντίνος, ένας
+Τζαννέτος, ξυλογλύπτης κι αυτός, που σηκώθηκε κ’ ήρθε απ’ τη
+Βάθεια, ο Ηρακλής που δούλευε στο σελλάδικο του Ντίππελ, ο Γιώργος
+ο Ροντάκης, ο γλύπτης, κι ο Αντρίκος ο υποκελευστής με τη στολή
+του. Ήταν και μερικοί απ’ τη γειτονιά και πρώτος πρώτος ο χοντρός
+ο μπακάλης, ο κυρ Μπάμπης. Ο Μίμης δεν ήρθε — — Η Λιόλια πήγαινε
+πιο πίσω με τη θεια Ελέγκω, που τα γέρικα της μάτια είχανε γίνει
+σαν κόκκινες σταφίδες απ’ τα κλάματα για τη Βεργινίτσα της που την
+είχε σαν παιδί της. Φορούσε ακόμη η Λιόλια το φορεματάκι πούχε σαν
+πρωτοήρθε με μια μαύρη μπέρτα αποπάνω κ’ ένα παλιό καπέλλο πένθιμο
+με μαύρα σταφύλια, που τόχε παρμένα η θεια Ελέγκω απ’ τη
+σπιτονοικοκυρά της, και που την έκανε σα μεγάλη γυναίκα. . .
+
+Πήγαινε η Λιόλια με βουρκουμένα μάτια, σκυφτή κάτω απ’ το βαρύ
+καπέλλο. . . Ένα χάος ήτονε στο μυαλό της απ’ τα χτες τη νύχτα:. .
+φέρανε μιαν κάσσα άσπρη με κάτι χρυσοχάρτινα σειρήτια και
+τριανταφυλλάκια πάννινα και κάτι αγγέλους και δυο χέρια
+χεροπιασμένα από πάφυλα, καρφωμένα απάνω στο καπάκι. . γέμισε το
+σπίτι γυναίκες. . η γριά-Κλητήραινα με τις κόρες της
+μπαινόβγαιναν. . της πήραν τα κλειδιά να βγάλουν καφέ και ζάχαρι.
+. έσυραν το κρεββάτι (Αχ! το κρεββάτι με τη νεκρή τη Βεργινία)
+στην άκρη — — Ίσαμε πούρθε η θεια Ελέγκω και την πήρε στην αγκαλιά
+της δεν είχε πού νασταθή, πού να κλάψη. — — «Όλο μες τα πόδια μας
+βρίσκεται αυτό το τζάτζαλο! Δε σηκώνει το χέρι της να βοηθήση σε
+τίποτα. Πώς τα σιχαίνομαι αυτά τα χαραμοψώμικα! — τάχα συγγενής,
+κι' ο Θεός να σε φυλάη. . .», είπε η Μπιμπίκα σε μιαν άλλη που
+διόρθωνε τη Βεργινία μαζί με την Ευρυδίκη. . . «Έχει και μούτρα
+και κλαίει! Αυτό που δεν ήθελε!», φώναξε η Ευρυδίκη αποπίσω απ’ το
+δυστυχισμένο το κορίτσι, για να τακούση, καθώς έβγαινε να πάη στην
+αυλή να κρυφτή απ’ τα μάτια τους. . . .
+
+Της έβαλαν της Βεργινίας το νυφιάτικό της το κρεμ κι αποκάτω απ’
+την πλάτη της τα στέφανα του γάμου: Αχ! σα σφαγμένο αρνί λύγισε το
+νεκρικό κορμί της με το κεφάλι πεσμένο πίσω καθώς την πιάσανε να
+τηνέ βάλουνε στην κάσσα — τη στιγμή που ξαναρχότανε μέσα η Λιόλια
+— — Την κάσσα την απίθωσαν απάνω στο τραπέζι — στο τραπέζι
+πούτρωγαν καθεμέρα και που τόχαν τώρα τραβηγμένο μες τη μέση. . η
+Ευρυδίκη πήρε τα λουλούδια που ήταν απάνω στον κομμό στα πιατάκια
+(τα λουλούδια της!) και τις μυγδαλιές, όλ’ ακόμα δροσερά κι
+ολάνθιστα, και στόλισε το φέρετρο με πολύ γούστο. — — Δε βάσταξε η
+Λιόλια και ξαναβγήκε στην αυλή να ξεφωνίση. . .
+
+Δε φάγανε μεσημέρι. Κάποιος πήρε το Νίκο έξω. Η θεια Ελέγκω
+έστειλε και πήρε απ’ το μπακάλη λίγες ελιές και ταραμά, σα
+σαρακοστή που ήτονε, να φάνε. . μα δεν άγγιξε η Λιόλια. Οι
+γειτόνισσες μπαινόβγαιναν ολοένα απ' της Κλητήραινας και στην
+κάμαρη τη νεκρική όλο κ’ έψηναν καφέδες. . σηκώθηκε η θεια Ελέγκω
+νταβραντισμένη κ’ έφερε και της Λιόλιας ένα φλυτζανάκι: δεν ήθελε
+νάρθη στα λόγια μ’ αυτές τις παλιογλωσσούδες, τις ξαδιάντροπες,
+ειδεμή ήξερε αυτή τι θα τους έλεγε! — Αχ, τι καλό που της έκανε
+της Λιόλιας ο ζεστός καφές!
+
+ — «Σερμπέτι τον έχουν οι σκύλλες: το ξέρω κ’ εγώ με ξένα
+κόλλυβα!», είπε η θεια Ελέγκω εκεί που ρουφούσε κι αυτή το
+μαυροζούμι της.
+
+Πώς κάπνιζαν οι δυο μικρές κίτρινες λαμπάδες! — η μια στο
+καντηλέρι κ’ η άλλη μες τη μποτίλλια — στο κεφάλι και τα πόδια του
+νεκρού — με κάτι αψηλές φλόγες σκούρες πούχανε μέσα τους ένα
+μεγάλο μάτι μελανό και κυττάζανε σοβαρά: γέμισε η κάμαρη με μια
+βαρειά πένθιμη μυρουδιά απ’ αγιοχέρι κ’ έσταζαν απ' τα κεριά παχιά
+δάκρυα κίτρινα σα χολή απάνω στην κάσσα και στο τραπέζι κι ως που
+να πέσουν πάγωναν απανωτά και γίνονταν κάτι κρεμαστές πλεξούδες:
+δάκρυα κοκκαλιασμένα. . .
+
+«Κλαγκ! — πλιάτς!» έκαμε το κανάτι γεμάτο νερό πούσπασ’ η θεια
+Ελέγκω έξω απ’ την πόρτα την ώρα που σήκωναν το λείψανο μέσ’ απ’
+τους γαλάζιους αχνούς του λιβανιού. . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Μέσα σε μαρτιάτικα σύννεφα σκόνης — (Το ξέρετε δα πως το Μάρτη
+στην Αθήνα παντρεύετ’ ο άνεμος με τη σκόνη και μέρα νύχτα έχουνε
+φρενιασμένο κυνηγητό από δρόμο σε δρόμο, από σπητιού αγκωνή σ’
+αγκωνή — χωρίς να τους κόφτη έναν παρά για τον κόσμο που τους
+βλέπει — και βγαίνουν απ’ την πολιτεία και παίρνουν τους μεγάλους
+δρόμους τους εξοχικούς ως πέρα στα βουνά και στη θάλασσα κάτω!) —
+μέσα σε τέτοια ζωντανά σύννεφα σκόνης που τα δυνάστευε, περίτρομα
+απ την ίδια τους λαχτάρα, η ποθερή ορμή τανέμου, ανέβαινε το μαύρο
+ανθρώπινο μπουλούκι τη λεωφόρο Συγγρού. . και τα εξαπτέρυγα
+πήγαιναν πλαγιαστά ενάντια του ανέμου ίδια κατάρτια καραβιού. .
+και τα ζωντανά σύννεφα, που τανάδευε ανίκητη φρένα, πηγαίνανε μαζί
+με τη συνοδεία των ανθρώπων που περπατούσανε να πάνε στο
+μαντροπερίβολο του Χάρου, λες και τους σπρώχνανε να παν πιο
+γλήγορα — γιατί Χάρος και γάμος τους ήταν ένα. . . Του Νίκου του
+πόναγαν τα μάτια — απ' τον άνεμο και τη σκόνη, ή από δάκρυα που
+δεν είχε κλάψει. . . Εκεί που τον πήγαιναν οι φίλοι κι ο αέρας τον
+έσπρωχνε από πίσω μαζί με της νεκρής το φέρετρο, αισθανότανε σα
+μια συνέχεια της ζωής που πέρασε με την πεθαμένη, αυτός ορθός κι
+αυτή πάντα ξαπλωμένη — ζωντανός και νεκρή! — πάντα αυτός ορθός κι
+αυτή κοιτάμενη — ήθελε δεν ήθελε. . όπως στη ζωή, έτσι και τώρα
+στο θάνατο! Γύρισε πίσω να δη τη Λιόλια: πήγαινε κλαμένη,
+βαστώντας το ξένο καπέλλο με τα δυο της χέρια, κι αυτή μαζί
+σπρωγμένη πίσω απ’ το φέρετρο απ’ την ίδια δύναμη και κατάρα. .
+και κοντά της έσερνε η Θεια Ελέγκω τα γεροντικά της πόδια. . .
+Γύριζε ο άνεμος καμμιά φορά κ’ έφερνε πίσω την ψαλμωδία εκεινού με
+το δεμένο μάτι, πούψελνε στον πιο αψηλό τόνο και μ’ όλη τη δύναμη
+της μύτης του, για να τονέ βουβάνη τον άλλο ψάλτη. . του φάνηκε
+πως έψελνε ολοένα: «Δόξα σοι ο Θεός! Δόξα σοι ο θεός ημών! Δόξα
+σοι ο θεός!» και πως μ’ αυτό ήθελε να πη σαν από μέρος του: «Δόξα
+το θεό!». . . Ο άνεμος έμπαινε κάτω απ’ τάσπρα φελόνια των
+παππάδων και τα φούσκωνε. . και ταναποδογύριζε αποπάνω απ’ τα
+καλυμαύχια τους και τους κουκούλωνε. . κ’ έτρεχαν κάθε τόσο
+εκείνοι πούρχονταν αποπίσω να πιάσουν τανεμιστά παννιά σα φλόκκους
+να τα κατεβάσουν: ίδιοι μασκαράδες με σεντόνια του φάνηκαν του
+Νίκου άξαφνα οι παππάδες και τούρθε να γελάση δυνατά. . . Καθώς
+έβγαιναν απ’ τη λεωφόρο Συγγρού, πέσανε μέσα σε μια σειρά άμαξες
+κλειστές που γύριζαν απ’ άλλη κηδεία. Στάθηκαν ταμάξια να
+προσπεράση το λείψανο της Βεργινίας: από μέσ’ απ’ ταμάξια κύτταζαν
+κλαμένα μάτια και χέρια σηκώθηκαν και κάμανε σταυρούς κ’ έβγαλαν
+καπέλλα για τη Βεργινία του! . . . . Τότε τούρθαν τα δάκρυα του
+Νίκου κ’ έκλαψε με παιδακίσιο αναφυλλητό που του τάραξε όλο το
+κορμί, γιατί συλλογίστηκε πως έχασε τη γυναίκα του που τη
+λυπούνταν κ’ οι ξένοι μες ταμάξια: αλήθεια ήτονε σπουδαίο πράμα να
+χάση κανείς τη γυναίκα του!
+
+ — Μην κάνης έτσι, κοτζάμ άντρας! — του είπε ο φίλος του ο Ντίνος,
+που τον είχε πιάσει τώρα αυτός στη θέση του Περικλή.
+
+Κι ο μάστορας απ’ την άλλη μεριά του λέει:
+
+ — Αυτή τώρα πια γλύτωσε κι' ησύχασε. . . σάματις που θα πάμε κ’
+εμείς! — Δε λες καλά που δε σ’ άφησε κάνα παιδί, νάχης τώρα
+ντράβαλα στο κεφάλι σου.
+
+Η κάσσα της Βεργινίας πήγαινε τον ανήφορο μπροστά, ξέμακρα απ’ τη
+συνοδεία. . ο άνεμος της ξεμάλλιαζε τα κόκκινα μαλλιά της. . η
+σκόνη πηδούσε χούφτες-χούφτες στο νεκρό της πρόσωπο και της το
+φιλούσε. . η φωνή του ψάλτη με τόνα μάτι έκανε δρόμο για τον
+ερχομό της. . .
+
+Ως που να πάνε στην εκκλησιά του Νεκροταφείου τα μάτια του Νίκου
+είχανε στεγνώσει — γιατί τον κύτταζαν κ’ οι γυναίκες! . . . — Το
+καημένο το παιδί! έλεγε μια γριά μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι σε μια
+χοντρή μεσόκοπη — άτυχο που ήτονε να πάρη άρρωστη γυναίκα — παιδί
+πράμα!
+
+ — Αμ τούχε ριχτή αυτή — Θεός σχωρέσ’ την ψυχή της! . . κι απέ
+αυτός δεν τόχε σκοπό για στεφάνι· τονέ μπλέξανε βλέπεις τον
+άνθρωπο. . αυτή φαινόταν από παντοτεινά φιλάρρωστη. Μου τόπε
+έμεναν η Ευρυδίκη η καπελλού που ήτανε φιλενάδες. . .
+
+ — Ποιος τα λέει αυτά — πετάχτηκε αποπίσω τους μιαν άλλη, μια
+κιτρινιάρα με καπέλλο: Εγώ σας λέω πως δε θα πέθαινε η σχωρεμένη
+μήτε σε δέκα χρόνια μέσα, μόνο την έφαγε το μαράζι —
+
+ — Που δεν έκανε παιδί; ε; — τόχω ακουστά κι αυτό —
+
+ — Τι παιδί και ξεπαιδί! — παιδιά έχει το βρεφοκομείο όσα θέλεις.
+. ο λόγος είνε για το κορίτσι. . .
+
+ — Για ποιό κορίτσι λένε; — — γύρισε πίσω της και ρώτησε μυστικά
+μια που πήγαινε μπροστά κ’ είχε ταυτιά της πίσω, μια στεγνή και
+λιγνή σα στέκα μπιλιάρδου.
+
+ — Από μικρή κι από κοντή να φοβάσαι, είπε η πλαϊνή αυτηνής που
+πρωτομίλησε.
+
+ — Για τη Λιόλια δα λένε — κρυφολάλησε η χοντρή, απαντώντας στην
+ερώτηση της στέκας.
+
+ — Αμ δεν τάβλεπε θαρρείς η μακαρίτισσα! είπε δυνατά η κιτρινιάρα
+— αυτή έσκασε απ’ το κακό της. . .
+
+Πιο πέρα η Μπιμπίκα έλεγε στη γυναίκα του μπακάλη:
+
+ — Αυτή σου είν' από ‘κείνες: Ο Θεός να φυλάη ταντρόγυνα! . . .
+
+Κι ως πέρα πίσω φθάσανε τα κρυφολαλήματά των γυναικών που
+χύνονταν, ίδια νερά από βρύσες αφημένες ανοιχτές, τον κατήφορο . .
+(κ’ οι ανοιχτές κάνουλες πούτρεχαν ακατάπαυτα ήταν οι
+Χαρζανοπουλίνες κ’ η Ευρυδίκη). . και τα ποταμάκια τα νερά έφερναν
+ένα γύρο τη Λιόλια, που βρισκότανε σαν απάνω σε νησί, καθώς
+πήγαινε ανίδεη με τη θεια Ελέγκω, σκονισμένη, ανεμορσυμένη. . . κι
+όχι νερά ήταν, παρά δόντια λύκων αστράφτανε μέσ’ απ' αχνισμένα
+στόματα ολόγυρα απ’ το θύμα, έτοιμα να το σπαράξουν. . . Πίσω-πίσω
+περπατούσε μια χοντροκοπιά, με δυσκολία, βαρειανασαίνοντας κι
+αγκομαχώντας. . κι άξαφνα το μυρίστηκε πως κάτι λεγόταν αυτού
+μπροστά και μάζεψε τα ξύγκια της κ’ έτρεξε κι αυτή να σμίξη το
+κοπάδι των λύκων. . κ’ έφαγε τα λυσσιακά της ως που να πιάση από
+'να λόγο άκρες μέσες. . .
+
+ — Καλέ για την Όλια λέτενε! — μπήκε κι αυτή στην κουβέντα — ο
+κόσμος τόχει τούμπανο. . .
+
+ — Λιόλια τη λεν, όχι Όλια!
+
+ — Το ίδιο κάνει! — μια σαραντάρα δεν είναι; την ξέρω εγώ από
+καιρό. . και να δήτε το τι μούπανε για κάποιον άλλον, που τάχει
+λέει και με τους δυο κ’ έχει και δυο παιδάκια λέει ο άλλος —
+
+Κι ως που να μπούνε στην εκκλησία, ο κόσμος σταλήθεια τόχε
+τούμπανο. . .
+
+ «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν. .», έβγαλε ο ψάλτης μια ψιλή φωνή απ’
+τη μύτη, που ξεπετάχτηκε, σαλευούμενη σαν τους χαρτένιους αϊτούς
+όταν παίρνουν τη φόρα τους, ίσαμ’ απάνω στο θόλο με τους φεγγίτες
+κι από κει ξανάπεσε κάτω και φτεροκόπησε σα νυχτερίδα, πάνω απ’ τα
+κεφάλια των ανθρώπων, μες τη γυμνή εκκλησία που απηχούσε. Ο ένας
+παππάς, ο πιο γέρος, κρύωνε κ’ είχε ρίξει αποπάνω απ’ το φελόνι
+του ένα μαύρο μάλλινο σαλάκι που τούπεσε εκεί που φιλούσε. Τον
+πήγαν οι φίλοι το Νίκο να φιλήση. Μα δεν είχε το νου του· μόνο σαν
+έπεσαν τα μάτια του απάνω στα μαλλιά της Βεργινίας τα κόκκινα κι
+αριά, πούταν τώρα σταχτιά απ’ τη σκόνη κι αναμαλλιασμένα, θυμήθηκε
+το προσκέφαλο του κρεββατιού τους που ακκουμπούσαν τα κεφάλια και
+των δυονών τους κ’ η πεθαμένη πέρναγε τα δάχτυλά της μέσα στα δικά
+του τα μαύρα και πηχτά μαλλιά και του τα χάδευε και τούξυνε το
+κεφάλι — και τότε ξαναβούρκωσαν τα μάτια του. . . Έκλαιγε η θεια
+Ελέγκω με ξεφωνητά εκεί που φιλούσε. Τι θλιβερό που είναι το
+γεροντικό το κλάμα! — βροχή νυχτερινή που δεν ελπίζει για ήλιο και
+για ξαστέρωμα. Πήγε κ’ η Λιόλια και φίλησε μ’ αναφυλλητό και τα
+χείλια της ακκούμπησαν απάνω στη μύτη της νεκρής πούτον κρύα και
+κοφτερή σαν κόψη μαχαιριού. . .
+
+
+
+&Ο γυναικοκαυγάς.&
+
+
+
+Την έθαψαν πέρα στα «νέα», κοντά σ’ ένα σωρό πέτρες. Ένα-δυο
+αγριολούλουδα απόμειναν ολόγυρα σταπορριχμένο χώμα που ξανασκέπασε
+τον ανοιγμένο λάκκο. . και τρεμοπαλεύανε στον άνεμο. . .
+
+ — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+ — Να δης, Κυρά γειτόνισσα, που πριν τους έξη μήνες, θάχουμε
+καινούργια παντρολογήματα — είπε η Ευρυδίκη στη Χαρζανοπουλίνα,
+καθώς περνούσε η συνοδεία απ’ τη γέφυρα του Νεκροταφείου — βράδυ
+πια — από δυο-τρεις μαζί, σκόρπιοι εδώ κ’ εκεί. . .
+
+ — Και πώς το λες αυτό Κερά μου; Μη σου πέρασε η ιδέα πως θα σου
+κάνουμε χαλάστρα; Εγώ τις κόρες μου δεν τις έχω για τον τυχών. .
+κι ούτε ψοφούμε γι’ άντρα σαν κάποιες άλλες, λυσσασμένες. .
+
+ — Είπα εγώ τίποτα; άλλο πάλι τούτο! γι’ άλλο πράμα πήγαινα να σου
+μιλήσω: μα όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται!
+
+ — Αυτό που σου λέω 'γώ! κ’ εμείς άχερα δεν τρώμε! Εγώ, Κερά μου,
+σε βλέπω και σ’ ακούγω κι ας κάνης την όσια Μαρία — και μη θαρρής
+πως δε μαθεύουνται. .
+
+ — Σα βάζη κανείς τη μύτη του παντού μυρίζεται και τις πομπές του
+—
+
+ — . . μόνο να κυττάξης να τα τριτώσης γλήγορα, γιατί όσο περνάει
+η μπογιά σου. . .
+
+ — Μαμά! έλα πάμε σπίτι, γιατί δεν τις ανέχομαι τις προστυχάντσες
+— φώναζε η Μπιμπίκα που είχε τα νεύρα πολύ «λεπτότατα». . .
+
+. . Και τραβήξανε, μάννα και κόρες, μπροστά με φούργια σαν τρεις
+ξυλόκοττες ερεθισμένες. . .
+
+ — Τι έπαθαν αυτές οι κανκάγιες και ξεφωνίζουνε — γύρισε κ’ είπε ο
+μάστορας του Νίκου που πήγαινε μπροστά μαζί του και τούλεγε για
+κάτι μαόνια που τα περίμενε τούτη τη βδομάδα ναρθούν από το
+Τριέστι. . .
+
+Γυρίσανε στο σπίτι η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια και με μια
+γειτόνισσα, τη γυναίκα του Κυρ Γιώργη του Καψοκέφαλου, του
+παπλωματά. Το Νίκο τον πήραν οι φίλοι απ’ του Μακρυγιάννη, να πάνε
+να φάνε σ’ ένα μαγαζί στην Πλάκα. Η Ευρυδίκη απόμεινε πιο κάτω,
+στο σπίτι της, για να μη συναπαντηθή με τις Χαρζανοπουλίνες. Αυτές
+είχανε γίνει καπνός απ’ τη γέφυρα του Νεκροταφείου —
+
+Απέξω απ’ την πόρτα του σπιτιού ήταν τα κομμάτια του σπασμένου
+κανατιού λες κ’ ήταν τα συντρίμμια απ' τη ζωή της Βεργινίας.
+
+Αχ, τι κάμαρη ήτον τούτη! Πού η πάστρα και η ταχτοποίηση που
+κρατούσε η Λιόλια! Τους ξανάρθαν τα κλάματα, της Λιόλιας και της
+θειας Ελέγκως, σαν είδαν την ανακατοσούρα και ταδειανό κρεββάτι
+της Βεργινίας, σπρωγμένο σε μιαν άκρη. . Έπιασ’ η θεια Ελέγκω με
+τη γειτόνισσα, που ήτανε μια καλή γυναικούλα πονόψυχη, να
+συγυρίσουνε λιγάκι, ναερίσουν το κρεββάτι. Εκεί που πασχίζανε
+μαζί, την πήρε κατά μέρος η γειτόνισσα και της τάπε όλα, τα τι
+λέγανε για το κορίτσι στο δρόμο οι γυναίκες. Έγινε η θεια Ελέγκω
+θεριό μονάχο. Σαν αποτελείωσαν τη δουλειά τους, είπε της Λιόλιας:
+
+ — Έλα μάζεψε τα ρούχα σου ναρθής σπίτι μου, στο μενούτο!
+
+Δε μίλησε η Λιόλια, μόν’ άρχισε πάλι να κλαίη σιγαλά. . . Την ώρα
+εκείνη φανερώνεται άξαφνα η γριά Κλητήραινα από πλάι να ρίξη μια
+ματιά μήπως και μπήκε κανείς απέξω να κλέψη.
+
+Της έγνεψε η παπλωματού της θειας Ελέγκως, με το μάτι, τάχα πως να
+μην πη τίποτα για όσα της είχε ειπωμένα. Μα η Κερά Ελέγκω δεν
+ήξερε καμώματα.
+
+ — Ζωή σε λόγου σας! — χαιρέτησε καθώς μπήκε μέσα η
+Χαρζανοπουλίνα· και βλέποντας τη Λιόλια που δίπλωνε τα ρουχαλάκια
+της, γιάλισαν τα μάτια της και είπε:
+
+ — Και για που τόβαλε το καλό το κορίτσι; Βλέπω και μαζεύεις τα
+ρουχαλάκια σου!
+
+ — Την παίρνω σπίτι μαζί μου. . τώρα πια τι δουλειά έχει εδώ! —
+αποκρίθηκε πικαρισμένη, η θεια Ελέγκω, χωρίς να γυρίση να κυττάξη.
+
+ — Αμή βέβαια! καλά κάνεις! Μιαν ώρ' αρχύτερα. Είσαι φρόνιμη
+γυναίκα· γιατί ξέρεις ο κόσμος είναι κακός και λέει πολλά. . .
+
+ — Και ποιος έχει να πη τίποτις για το κορίτσι; οι
+παλιοπατσαβούρες;
+
+ — Αρωτάς;! Τα τι σέρνει μονάχα εκείνη η Ευρυδίκη, η
+αντροχωρίστρα, η μουντζουρωμένη! . . και πού 'σαι ακόμα! Κάλλιο
+λέει να σου βγη το μάτι, παρά τόνομα!
+
+Δε βάσταξε η θεια Ελέγκω απ’ την τόση υποκρισία:
+
+ — Του λόγου σου, Κερά μου, που ξέρεις να μιλάς για τους άλλους να
+κυττάξης να μη βγη τω δικώνε σου των κοριτσιών τόνομα που θα πης
+για τη Λιόλια μου.
+
+ — Των κοριτσιών μου;! Και ποιά είσαι εσύ που θα πιάσης τις κόρες
+μου στο στόμα σου αυτάδισα!
+
+ — Εγώ τις κόρες σου στο στόμα μου!; — φτου σας! σουρλουλούδες!
+
+ — Σ' εμένα καλέ λες τέτοια λόγια; ξεφώνισε σαν παγώνι η γριά
+Χαρζανοπουλίνα, πούχε κιτρινίσει απ’ το κακό της σαν τη ζαφουρά κ’
+η ελιά της είχε ξεπεταχτή ολόρθη — σουρλουλούδες εμείς! Ξέρεις πια
+‘μαι ‘γώ; Παλιοκούφταλο! Ξεδοντιάρα! Ίσια κι όμοια γινήκαμε τώρα
+με τις ξενοπλύστρες, τις κουρβλούδες! Καλά λεν: «Όποιος
+ανακατώνεται με τα πίτουρα τον τρων οι κόττες!». Μπα που κακό
+συχισμό και ταραμό νάχης, όπως με σύγχυσες! Αχρόνιαγη. . . Μα θα
+σου δείξω 'γώ με ποιάν έχεις να κάνης! . . και χύθηκ’ έξω απ’ την
+πόρτα.
+
+Μόλις είχε φύγει, ξανανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται η Ευρυδίκη,
+πούχ' έρθει σούρπα σούρπα να δη τι θα γίνη με τη Λιόλια; θα φύγη;
+θα κάτση;
+
+ — Του λόγου σου, Κερά μοδίστρα, είσαι πούβγαλες τα λόγια για το
+κορίτσι; — πετάχτηκε απάνω της η Κερά Ελέγκω, μόλις την είδε,
+μανιασμένη καθώς ήτον απ' την άλλη. Κύττα καλά, κακομοίρα μου,
+γιατί στο ξερριζώνω αυτό το τσουλούφι το λιγδιασμένο! Ακούς εκεί!
+Σςς! —
+
+ — Τι έπαθε τούτη! Λύσσαξες κυρούλα μου; Σα λύσσαξες να πας στον
+Παμπούκη! Τι λόγια μου λογιάζεις αυτού πέρα; — Μας τάπε, νά τώρα
+δα, εδωνά που στέκεσαι, η φιλενάδα σου η πλαϊνή — αμ «όμοιος τον
+όμοιο κ’ η κοπριά στα λάχανα!» — εκείνη ντε πούχει τις δυο
+πανούκλες, φωτιά να τις κάψη! . . .
+
+ — Αυτή σούπε για μένα; Να σου φέρω μαρτύρους — πόσους θέλεις; —
+τα τι έλεγε στο δρόμο που πηγαίναμε τη νεκρή;. . . Κερά Γιώργαινα!
+— γύρισε κατά την παπλωματού — έτσι καλό νάχης! να χα — α — ρής το
+στεφάνι σου και τα παιδιά σου! Πες! τι έλεγε η Χαρζανοπουλίνα; —
+εκεί δανά ήσουν κ’ εσύ — πως τάχα πήγαν ο Κυρ Νίκος με το κορίτσι
+και βραδιαστήκανε στην Καλλιθέα τάχα για λουλούδια — τους είδανε
+λέει αυτές απ’ το παντζουράκι, εκεί που γύριζαν. . Και μόλις το
+πήρε λέει χαμπάρι η σχωρεμένη: πως είχανε δηλαδή. . εμ
+καταλαβαίνεις δα. .
+
+( — Φτού — ού! Σκύλλες! — έκαμε, πνιγμένη από αγανάχτηση, η θεια
+Ελέγκω.)
+
+ — . . αυτό δα φαίνεται κι απ’ τα μάτια! . . πλάνταξε η καψερή απ’
+το κακό της!
+
+Η Λιόλια είχε κρυφτή πίσω απ’ το κρεββάτι και βαστούσε το πρόσωπό
+της μες τα χέρια της.
+
+ — . . Τέτοια λέγανε — στα μάτια μου! — όχι θα μου πουν εμένα! . .
+. Αμ αυτές έχουνε βγάλει μπυοφύτη απ’ τη σκασίλα τους που δεν
+ξεψυχούσε μιαν ώρα αρχύτερα η σχωρεμένη — — για να πιάσουν το
+παλληκάρι στα βρόχια τους κι ολημερίς άναβαν κεριά — να μην δω
+καλή μέρα! ξέρω 'γώ τι σου λέω: τάξερε κ’ η δυστυχισμένη, μου
+τάλεγε μια μέρα με την ψυχή στα χείλη. . .
+
+Ω, συφορά! Νά σου ξαναμπαίνει άξαφνα η Χαρζανοπουλίνα με τις δυο
+της κόρες τώρα και με την αδελφή της την Αριστείδαινα για
+επικουρία. Πώς τα φέρνει έτσι ο Θεός για να γίνωνται τα μεγάλα
+πράματα σαν από μονάχα τους!
+
+Από καιρό μπουμπούνιζε, μα τώρα ξέσπασε! . . .
+
+ — Τι φωνές ήταν εκείνες! τι βρισιές! τι μαλλιοτραβήγματα. Τι ήταν
+του Ομήρου οι ήρωες μπροστά σ’ αυτές τις γυναίκες που μάχονταν:
+αγκώνας με στήθος, νύχι με μάγουλο, δόντι με κρέας, κλωτσιά με
+κοιλιά!
+
+Αν εβγήκανε ζωντανές απ’ αυτόν το γυναικοκαυγά οι Χαρζανοπουλίνες
+κ’ η Ευρυδίκη, ήταν που τους παραστέκονταν κάποιες καινούργιες
+ελληνικές θεότητες της Κουτσομπολιάς και της Κακογλωσσιάς: —
+έκαναν κ’ οι άλλες το μέρος τους, και προπάντων της θειάς Ελέγκως
+οι γροθιές καθώς ήταν απ’ τη σκάφη δε χωρατεύανε, μα πιο κατώτερα
+πάντα, σαν την ομηρική την πλέμπα ολόγυρα στους ήρωες. . .
+
+Η Λιόλια έτρεξε με τις φωνές έξω στο δρόμο. Άκουσαν οι γυναίκες
+στις αυλές — πουν' ταυτί τους μαθημένο — και βγήκανε στις πόρτες·
+μερικές κιόλας, που τις έτρωγε η περιέργεια, πήραν τον ανήφορο
+ίσαμε μπροστά στο σπίτι. . . Είχε νυχτώσει πια. . . Ηύραν ευκαιρία
+οι Χαρζανοπουλίνες με τη σύμμαχό τους να κάνουν ταχτικήν
+υποχώρηση: δεν ηθέλανε να τις ιδούν οι προστυχάντσες, γιατί
+βαστούσαν πολύ στην αξιοπρέπεια! — Τα χάλια τους! . . να τις
+βλέπατε πώς ξεγλίστρησαν έξω απ’ την πόρτα να κρυφτούνε στη δική
+τους! . . . Βγήκε κ’ η Ευρυδίκη, νικήτρια! Μα η νίκη της ήτονε
+συφορά και χαλασμός αλάλητος: τίποτα δε βρισκόταν απάνω στο κεφάλι
+της απ’ όσα τόχε φορτώσει το πρωί. Τη βάλανε στη μέση, το
+γυναικομάνι πούχε μαζευτή, και την πήγανε με σούσσουρο τον
+κατήφορο κι αυτή τους τάλεγε πια χωρίς πνοή, με τα χέρια, με το
+κεφάλι το ξετσουλουφιασμένο, μ’ ό,τι της είχε απομείνει. . . Πήρε
+κ’ η θεια Ελέγκω, τρέμοντας σύσσωμη απ’ τη χολή που την έπνιγε, τη
+φοβισμένη Λιόλια με το μπογαλάκι της απ’ το χέρι και κλείδωσε την
+κάμαρη και το κλειδί τόδωσε της πονόψυχης της Κερά Γιώργαινας να
+το δώση του Νίκου άμα που θαρθή! . . .
+
+Σε λίγο ήρθε ο Νίκος, συντροφεμένος. Βρίσκει την πόρτα κλειστή.
+Εκεί που χτύπαγε, έφθασε η γειτόνισσα και τούφερε το κλειδί και
+του τα πρόκαμε όλα με το νι και με το σίγμα. Πολύ του κακοφάνηκε
+του Νίκου που έφυγ' έτσι η Λιόλια, χωρίς να την ιδή — μα δεν
+ταπόδειξε ούτε στη γειτόνισσα, ούτε στους φίλους του — —
+
+ — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+Κάθησε ο Νίκος κοντά δέκα μέρες, ολομόναχος στην κάμαρη την έρημη.
+. . Στη θεια Ελέγκω δεν πήγε ολότελα γιατί ντρεπόταν εξ αιτίας της
+Λιόλιας, γι’ αυτά πούχαν ακουστή. Έτρωγε όξω, σ’ ένα μαγαζί της
+Πλάκας μαζί με το Ντίνο. . . Η γριά η Χαρζανοπουλίνα του ζήταγε
+καθεμέρα το κλειδί για ναρχότανε με τις κόρες της να τούφτειαγνε
+το κρεββάτι του. . να του συγύριζε την καμαρούλα τον. Δε θέλησε ο
+Νίκος να τους αποδείξη τίποτα για όσα γίνηκαν και τους τόδινε το
+κλειδί. . Σιγά-σιγά αρχίσανε να τονέ φέρνουνε βόλτα: κάτι
+καλημερούδια πονετικά, πίσω ατ’ το παντζουράκι, κάτι χαμόγελα
+ροδοζαχαρωμένα, κάποιος κεσές κυδώνι μπελτέ να γλυκαίνη το παιδί
+το στόμα του κάθε πρωί. . . Η γριά δα τόχε απ’ ανέκαθε μέσα στην
+καρδιά της το παλληκάρι για την προκοπή και την αξιάδα του. . και
+κάθε τόσο να του λέη για τη σχωρεμένη τη Βεργινία που στάθηκε
+άτυχη να μην τονέ χαρή τέτοιον αντρούλη που της χάρισε ο Θεός. .
+και πετούσε κι από 'ναν πούντο για τη Λιόλια που καλύτερα να μην
+ερχόταν ολότελα: όχι πως τα πίστεψε αυτά πούβγαλε εκείνη η
+φτειασιδωμένη, η διπλοχωρισμένη, η παλιογλωσσού η Ευρυδίκη, αλλά
+γιατί να δίνης αφορμή. . . Νά, αυτό το λιγοστό που της έκανε της
+Βεργινίας η μικρή, τάχα δε θα τόκανε κ’ η Μπιμπίκα της — πούναι
+και τόσο ψυχοπονετικιά! και χωρίς κανένα έξοδο. Ό,τι και νάναι, το
+σπιτικό θέλει πάντα νάχη άνθρωπο με το νου στο κεφάλι αποπάνω του,
+να ξέρη τη λάτρα του νοικοκύρη. . . Και «χα! — χα! — χα! — χα!»,
+ξεκαρδιζότανε στα γέλοια εκεί που θυμόταν το τι είχαν πη για τη
+Λιόλια πως θα την έπαιρνε λέει γυναίκα του, ο Κυρ Νίκος! Σου λεν
+οστόσο κάτι πράματα! — σε καλό τους! . . . Του Κυρ Νίκου — να
+περάση δα πρώτα λίγος καιρός, να ξεχαστούν οι πίκρες! — τούπρεπε
+κορίτσι με μόρφωση, να την έχη σύντροφο, για καμμιά συμβουλή, για
+ό,τι λάχη, να μη ντρέπεται να την πάη και πουθενά, να ξέρη να του
+αναστήση τα παιδάκια του. Αυτά είναι πια τυχυρά . . .
+
+Τα μυρίστηκε ο Νίκος.
+
+Κι' αυτά ίσα-ίσα του άναψαν πάλι τον πόθο για τη Λιόλια. . και τις
+άφηνε να λεν και να φτειάγνουν οι Χαρζανοπουλίνες, μόνο και μόνο
+γιατί μ’ αυτά κι αυτά πύρωνε μέσα του ο πόθος για τη Λιόλια.
+
+Τον έπιανε κ’ η Ευρυδίκη απ’ την άλλη τη μεριά και τονέ
+καλαναρχούσε για τις τρεις καρακάξες, ψέλνοντάς τους τα κακά της
+μοίρας τους, πως τάχατις αυτές σκότωσαν τη Βεργινία με τα λόγια
+και με τα μάγια που της κάνανε για να τον περιλάβουν το νιό στα
+βρόχια τους· έλεγε και για τη Λιόλια τα όσα σέρνει η σκούπα, μα με
+τα ίδια προσεχτικά λογάκια σαν τις άλλες· και 'κεί που την πετούσε
+τη σαΐττα της, τούρριχνε και του Νίκου μια ματιά, πούλυωνε το
+μολύβι μέσα στην κουτάλα να το χύσης στο νερό να δης τη μοίρα σου!
+
+Τα κατάλαβε κι απ’ αυτήν τη μεριά, ο Νίκος.
+
+Και μ’ αυτά ίσα-ίσα φούντωσε τώρα μέσα στην καρδιά τον ο πόθος του
+κοριτσιού, ξεχείλησ’ η λαχτάρα τον για τη Λιόλια.
+
+Ήτον ολομόναχος στην κάμαρη το βράδυ. . κοιμότανε στο κρεββάτι
+πούχε πεθάνει η Βεργινία (μόνο τις δυο πρώτες νύχτες κοιμήθηκε όξω
+με το Ντίνο). . . Κάθε τόσο του φαινόταν πως θε νάβλεπε το λοφάκι
+πούκανε της Λιόλιας το κορμί κάτω απ’ το πάπλωμά της, χάμω μπροστά
+στο κρεββάτι. . έβλεπε πάλι μπροστά του τον κάμπο μετά λουλούδια.
+. αισθανόταν τολόθερμό της στήθος σαν πουπουλένιο απάνω στο δικό
+του και την πνοή της στο στόμα του σαν την άχνα του ζεστού ψωμιού.
+. πάλι έμπαινε σταυτιά του η φωνή της, εκείνη η φωνή η αξέχαστη
+κάτω απ’ τις μυγδαλιές και μέσα στο αίμα του έτρεχε η ίδια φλόγα η
+γλυκειά και τούλυνε τα μέλη. . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Σε δέκα αέρες μέσα πήγε στης θειας Ελέγκως και πήρε τη Λιόλια και
+την έφερε στο σπίτι.
+
+
+
+&Το μουντό τραγούδι.&
+
+
+
+Πώς την κατάφερε τη θεια Ελέγκω κι άφησε τη Λιόλια;
+
+Της είπε πως θα την πάρη γυναίκα του; ή θέλησε το κορίτσι για να
+πάη μαζί του;
+
+Σαν ακούστηκε στη γειτονειά πως ξαναήρθε η Λιόλια στο σπίτι του
+χηρευάμενου απάνω στα εννιάμερα της σχωρεμένης! — βγήκαν οι
+γυναίκες στις πόρτες τους απ’ αγνάντια και με τα δυο τους τα χέρια
+τραβούσαν τα μάγουλά τους κάτω απ’ τη ντροπή τους. . . Οι
+Χαρζανοπουλίνες αμπαρώθηκανε μην τους χυθούν τα μάτια που θε
+νάβλεπαν τη μουντζούρα πλάι τους. . . Η Ευρυδίκη έστριφε ολόγυρα
+της σαν το φίδι που κυνηγάει την ουρά του. . . Μόνο η πονόψυχη η
+Κυρά Γιώργαινα ερχότανε να δη τη Λιόλια κ’ η θεια Ελέγκω — μα
+σπάνια κι αυτή. Ήθελε ο Νίκος να πιάση κάμαρη αλλού, μα χρώσταγε
+τρία νοίκια και δεν μπορούσε να φύγη πριν να πάρη κάτι λεφτά που
+τούμεναν απ’ τη δουλειά του. . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Η Λιόλια ήταν τώρα γυναίκα του Νίκου.
+
+Η Ζωή της Λιόλιας έπιασε άλλο δρόμο τώρα — άλλαξε το σκοπό της τον
+τραγουδιστό. .
+
+Η ζωή είναι τραγούδι που σβύνει — — Η ζωή είναι ποτάμι που
+κυλά. . .
+
+Πώς τρέχει ένα νεράκι πούρχεται απ’ το βουνό ήσυχο και κελαϊδιστό
+και στέκεται και βλέπει τον ήλιο και σιγοκυλάει μέσ’ απ’ τον κάμπο
+και γλυκοκουβεντιάζει με τα λουλούδια που το χαιρετούν κι έξαφνα
+φθάνει στην άκρη ενός γκρεμού και πέφτει αφρίζοντας σε δάκρυα
+βουερά κάτω σε μια λίμνη κοιμισμένη και χάνεται στασάλευτά της
+βάθη τα μαυροπράσινα; — πώς κάνει φτερά το τραγούδι της ψυχής που
+λαχταρά και πετιέται κυματιστά πάνω απ’ τα σχοίνα και τις κορφές
+των πεύκων και πάνω απ’ τα κίτρινα σπαρτά σαν τη σιταρίθρα και
+άξαφνα βγαίνει ένα σύννεφο μπροστά στον ήλιο της ζωής και το
+τραγούδι μουντώνει και γίνεται βαρύ κι αργό με τη φωνή
+γονατισμένη; — έτσι και της Λιόλιας η ζωή τώρα μονομιάς απ' τη
+βουή του πόνου έπεσε σε βάθη κοιμισμένα — έτσι και το τραγούδι της
+ζωής της απ’ τον ήσκιο βάρυνε, μούντωσε και τσάκισε — —
+
+Απ’ την ημέρα που ξαναπάτησε το πόδι της στην κάμαρη πούχε πεθάνει
+η Βεργινία, σκοτείνιασ’ η ψυχή της: ζούσε σα μέσα σε κάποιον από
+'κείνες τις συννεφιασμένες νύχτες, τις ασάλευτες και ναρκωμένες,
+με περίχυτο ένα φως χλωμό απ’ το πνιγμένο το φεγγάρι. . . Κ’ έτσι
+πέρασε η ζωή της εφτά μήνες χωρίς να βγη απ’ αυτό το ησκιόφωτο. .
+κάτω απ’ το παντοτεινό πέπλο το συννεφένιο η θλιμμένη αποφεγγιά
+του βάραινε περισσότερο την ψυχή της παρά νάκανε σκοτάδι —
+
+Αυτό το συννεφένιο πέπλο ήτον ο ήσκιος της Βεργινίας — —
+
+Κι όπως ανοίγουν που και που τα νέφελα και φαίνεται το φεγγάρι που
+ταξιδεύει λυπημένο κι αμίλητο σ’ ένα πέλαγος έρημο, πίσω απ’
+ασημένια αέρινα βουνά κι αυτά πάλι κλείνουνε στο διάβα του και το
+πνίγουν — έτσ’ ήτον και τις λίγες φορές που κουνήθηκε η ψυχή της
+απ' τη νάρκη ναναλάμψη σε χαρά η θλίψη.
+
+Μα κι αυτό το φεγγάρι της ψυχής της, όπως και τάλλο τουρανού ήτονε
+γι’ αυτήν πάντα το πρόσωπό της Βεργινίας, το κάτασπρο — από τότες
+που την είχε πλανέψει από πάνω στο βουναλάκι. . .
+
+Έξω ήτον καλοκαίρι: ήλιος ασπρόφλογος παντού . . βαθιά γλαυκή πέρα
+η θάλασσα που έστελνε κάθε απομεσήμερο δροσερές πνοές κ’ έδερναν
+ταπλωμένα ρούχα στις αυλές. . φρούτα. . τραγούδια τη νύχτα μες
+τους δρόμους που ανοίγανε λιγωμένη αγκαλιά στου φεγγαριού το
+σιγαλινόν ύπνο, τον ασημένιο. . λουλούδια. . κελαιδήματα πουλιών.
+. σύννεφα μεγάλα σαν τρικάταρτα καράβια μ’ άσπρα παννιά σαν
+κάτεργα παλιά, ασάλευτα στις ράχες των βουνών, και καμμιά φορά σα
+Δράκοι κι αρχαίοι Θεοί που μπουμπούνιζαν πάνω απ’ τον Πάρνηθα και
+τον Υμηττό . . . Και μ’ όλ' αυτά η Λιόλια — κι όχι μονάχα η
+Λιόλια, μα κι ο Νίκος, ζούσανε μαζί σα μέσα σ’ ένα υπόγειο που
+τους βάραινε το χαμηλό ταβάνι στο κεφάλι κι ο αέρας ο βαρύς στο
+στήθος — —
+
+Από 'κείνο το βράδυ που την είχε ξεγελάσει το φεγγάρι δε
+λαμπάδιασε πια η ψυχή του κοριτσιού — όσο και να την έσφιγγε ο
+αγαπημένος της μέσα στα δυνατά του χέρια — ολοδικήν του πια! —
+ολόδικός της! — μ’ όση φλόγα και να κόλλαγε τα χείλια του στα δικά
+της. (Αχ, εκείνο το κρεββάτι! — της Βεργινίας το φριχτό
+κρεββάτι!). . . Μα ούτε κι ο Νίκος δεν ξανάνοιωσε απ’ τη ρόδινη
+της σάρκα την ίδιαν άλαλη τη ευτυχία ολάκερου του είναι του που τη
+θύμισή της την είχε πάρει μαζί του απ’ τον κάμπο, σα μοσχοβολιά
+λουλουδένια αστέρευτη, και που ξεχείλιζε μέσα του ακόμα πιο
+υπερδύναμη τις πρώτες δέκα μέρες πούμεινε στην κάμαρη μονάχος του
+— μονάχος με τη λαχτάρα του. . . Και το περισσότερο αισθανόταν
+αυτός απάνω του το σκοτεινό βάρος το πεσμένο στην ψυχή της Λιόλιας
+κ’ έτσι καταλάβαινε πως κ’ η δική του η καρδιά ήτονε μολύβι κι
+απάνω στη φλόγα των νιάτων του έπεφτε μια στάχτη — —
+
+Άρχισε να μένη έξω απ’ το σπίτι το βράδυ αργά, να γυρίζη
+ζαλισμένος απ’ το κρασί, καμμιά φορά και μεθυσμένος. Τσακωνότανε
+συχνά πυκνά με τους φίλους και με τους γνωριμιούς του — το
+περισσότερο για τη Λιόλια, που κάθε τόσο του πετούσαν κι από 'να
+λόγο — και ξέσκαγε στη Λιόλια μ’ αγριομιλήματα και σπρωξιές. . .
+Δεν ήτον ευχαριστημένος κι από λεφτά, γιατί του πήγανε πολλά για
+το λείψανο, στα φάρμακα και στο γιατρό που δεν τον είχε πληρωμένον
+ως τα τώρα. . κι ο μάστοράς του δεν ευκολυνότανε να του δώση κι
+άλλη μπροστάντζα. . .
+
+Μια βραδιά ανταμωθήκανε με το Μίμη — εκείνον το μαυροκίτρινο με
+τανασκουμπωμένα χείλια που κυνηγούσε τη Λιόλια κ’ είχανε μαλλώσει
+στο χορό της απόκριας· δεν είχαν ξανασμίξει από κείνην τη νύχτα.
+Καθόντουσαν ο Νίκος, ο Ντίνος κι άλλοι τρεις σε μια ταβέρνα,
+υπόγειο, κατά την Άγια Αικατερίνη — που την είχε κάποιος άλλος
+φίλος τους, ο Γιάννης πούχε κάμει τραπεζιέρης στο «Άστυ» — και
+κουτσοπίνανε μ’ ένα κιθαρόνι συντροφιά· είχανε βάλει κ’ ένα μπούτι
+με πατάτες στο φούρνο για μεζέ που μύριζε όλο το μαγαζί: θάχανε
+σουρώσει ίσαμε μιάμιση οκά ο καθένας τους. Νά σου άξαφνα ο Μίμης
+που κατεβαίνει τις ασκάλες. Του φωνάζουν οι φίλοι του Νίκου,
+πούτον και δικοί του, να τον κεράσουνε — γιατί δεν τόξεραν πως
+ήταν ψυχραμένοι με το Νίκο. Χαιρέτησε ο Μίμης κ’ ήρθε κ’ έκατσε. Ο
+Νίκος τον πήρε αψήφιστα το χαιρετισμό. Άρχισαν οι φίλοι να του λεν
+του Μίμη για την κακοριζικιά του Νίκου που πήγε κ’ έκλεψε ένα
+κορίτσι σαν το κρύο το νερό — ενού μηνός απόχηρος με πέντε δάχτυλα
+θλίψη στο καπέλλο! — και το κρατάει λέει τώρα κλειδωμένο μες την
+κάμαρη γιατί φοβάται μην του φύγη. Μεθυσμένοι ήταν και τάλεγαν
+αρπαχτά ταστεία. Ο Μίμης κιτρίνισε, όπως το συνείθιζε άμα
+ταραζότανε, μάλιστα για κορίτσι:
+
+ — Μπας και τη λένε Λιόλια; είπε —
+
+ — Αυτό νακούγεται! η Λιόλια, η περίφημη! — πετάχτηκ’ ένας απ’ την
+παρέα. Ποιος μας τάλεγε τις προάλλες;
+
+Τούρθε πολύ άσχημα του Μίμη. Τα θυμήθηκε όλα. Ίσως και νάλπιζε
+ακόμα πως Θα τη συντύχαινε καμμιά φορά πουθενά τη Λιόλια.
+
+ — Δε χρειαζότανε δα και μεγάλη φιλοσοφία! αυτό φάνηκε ξαρχής! —
+είπε, γελώντας περιπαιχτικά.
+
+Ο Νίκος ξεροκατάπινε: απ' τους άλλους τα δεχόταν τα λόγια για τη
+Λιόλια, απ’ το Μίμη τούτανε φαρμάκι. Εκεί που σήκωσαν όλοι τα
+ποτήρια να τσιγκρίσουνε, δίνει μια της κούπας του Μίμη τανάστροφα
+και του την πετάει απ’ το χέρι. . Ως που να πης «Αχ»! — αρπάχτηκαν
+κιόλας!
+
+Έπεσαν οι φίλοι απάνω τους κι από παρακεί κάτι άλλοι στρατιωτικοί
+— πούχανε δικό τους γλέντι ταχτικό σ’ αυτήν την ταβέρνα με κάτι
+τραγουδάκια πούφτειανε ο ένας τους, «το σκαπανάκι» με τόνο μι, κ’
+έβαζε τους άλλους και του τα τραγουδούσαν. . έπιασαν το Μίμη
+τέσσαρες άντρες και τον πήγαν έξω, γιατί έκανε φόβο αυτουνού ο
+θυμός, καθώς πάντα. . . Σα γύρισε σπίτι ο Νίκος, τη νύχτα, ήτον
+ξεμέθυστος· μα καθώς έκανε να του μιλήση η Λιόλια, έτσι για το
+τίποτα, σήκωσε το χέρι του και της έφερε μια γροθιά τανάμεσα στις
+πλάτες που σωριάστηκε χάμω, μιαν οργυιά μακριά, και γόγγυξε χωρίς
+να μπορή να πάρη αναπνοή για πολλήν ώρα — —
+
+Ήτον κι αυτή μια απ’ τις ματιές που έρριχνε το φεγγάρι της ζωής
+απ' της ψυχής της το συννεφιασμένον ουρανό.
+
+Και πάλι πήρε αλλοιώς το σκοπό το μουντωμένο τραγούδι της ζωής
+της: πιο βαθιά κρυμμένο ακόμα, σαν κάτω από νερά στον ήλιο, κάτω
+από στάχια θημωνιές αψηλοστιβαγμένες, που πνίγουν τη φωνή του
+γρύλλου αποκάτω τους, που ρίχνουν ήσκιο φωτεινό και πέφτει το
+ξανθό το μεσημέρι και κοιμάται. . — έτσι καθώς έμενε τώρα η
+Λιόλια, ώρες αλάκερες, καθιστή στην καρέκλα με τα χέρια λυτά στην
+ποδιά της, ασάλευτη, λες και κοιμότανε μ’ ανοιχτά τα μάτια. .
+καθώς σταματούσε άξαφνα εκεί που δούλευε και στύλωνε τα μάτια
+μπρος της, με τη ματιά της κατά μέσα της σα να κρυφόβλεπε στα βάθη
+του είναι της κάποιο μυστήριο που βλάσταινε, που την τρόμαζε η
+σιγαλινή ζωή του, μα και που φοβότανε μην το ξυπνήση από τανθισμά
+του το τρομαχτικό. . .
+
+Περνούσαν οι μέρες της τώρα σαν όνειρο, σβηστές, γλήγορες κι αργές
+ατέλειωτες: μέσα στο ίδιο πάντα κι ατέλειωτο όνειρο περπατούσε και
+δούλευε στο σπίτι, μιλούσε του Νίκου σιγαλά και φοβισμένα. .
+θωρούσε τον ουρανό τον καταγάλανο, τον καλοκαιριάτικο, κ’ έπεφτε
+μέσα του σα μέσα σε μια θάλασσα και χανόταν. . . Καμμιά φορά που
+σέρνονταν τα σύννεφα στη ράχη του Υμηττού, της φαίνονταν ερπετά
+που άχνιζαν, ερχάμενα απ’ τη θάλασσα για να τη φαν, και ξεφώνιζε
+τρομαγμένη — σα μέσα σ’ όνειρο. . . Κ’ εκεί που ήτον ολομόναχη
+όλην την ημέρα, άκουγε να παίζη μακριά στον κάτω δρόμο ένα
+οργανέττο — πούχε δη που το γύριζε ένας κουλοχέρης κ’ ένας άλλος
+νέος χτικιάρης έτρεχε και μάζευε τις πεντάρες — κ’ έπαιζε τόσο
+χαρούμενα τραγούδια και χορούς σαν κ’ εκείνο το βράδυ στο χορό —
+σα μέσα σ’ όνειρο. . . Και σα νύχτωνε έβλεπε τάστρα στη
+μαυροπράσινη σκοτεινιά τουρανού, που θέλανε να δούνε μέσα της με
+μάτια γυαλιστερά και κρύα — σαν της Βεργινίας — και μερικά ήταν
+κόκκινα σουβλερά. . κι όταν είχε φεγγάρι, έκλεινε τα μάτια της
+περίτρομα να μην το δη, μα πάλι τάνοιγε άθελα, λες και της τάνοιγε
+εκείνο με τα χέρια του, και τότε το κύτταζε, το κύτταζε: κ’ ήτον
+το πρόσωπο της Βεργινίας πάντα μέσα του, το χλωμό με τα κόκκινα
+μαλλιά και την έβλεπε με φοβερά μάτια ως μέσα στα σπλάχνα της. .
+και λιγοθυμούσε καμμιά φορά κι απόμενε εκεί δα. . ως που
+συνερχόταν πάλι ολομόναχη — σα μέσ’ απ’ όνειρο. . .
+
+Είχαν περάσει τρεις μήνες απ’ το θάνατο της Βεργινίας. . .
+
+Και πάλι πήρε άλλο σκοπό το τραγούδι της ζωής της (να δήτε τι
+σκοπό που πήρε!), πάντα μουντωμένο καθώς ήτον, μα μ’ έναν αχνό
+γαλάζιο σαν του λιβανιού χυμένον τώρα μέσα του, με κάτι σα
+φτερουγίσματα εκείνων των αγγέλων των σκαλιστών στα τέμπλα
+κάποιωνε ρημοκκλησιών, σα βήματα απάνω σε πλάκες ηχερές, σα λάμψες
+από μάτια αγίων στυλωμένα και σα λυπητερό χαμόγελο της Παναγίας
+ασάλευτο. . .
+
+Είδε ο Νίκος την κατάστασή της Λιόλιας προχωρημένη πια: το κορμάκι
+της το κοντυλογραμμένο κι απαλό που ξεχείλωσε, που βάρυνε με τη
+μέση ανοιχτή, με το στομάχι της πάντα σαλευούμενο, τα προσωπάκι
+της το λουλουδένιο σαν πρισμένο και κοκκινολεκιασμένο, που
+χλώμιαινε κάθε τόσο απ’ τις λιγούρες και τις αποθυμιές, έβλεπε τα
+μάτια της, τα γλυκά τα τζίτζιφα, σαν άστρα τώρα βουτηγμένα μέσα σ’
+όνειρο συννεφένιο, να γεμίζουν άξαφνα δάκρυα για πόνους και
+καημούς ανείδωτους που της στέλνανε μηνύματα τις πίκρες τους. . κι
+άλλαξε ολότελα τρόπο μαζί της, γιατί γέμισε η καρδιά του από
+εσπλαχνία και περηφάνεια — — απ’ την εσπλαχνία και την περηφάνεια
+του αρσενικού του ζώου — για τα όσα υπόφερνε απ’ αυτόν το γλυκό
+κορίτσι. Και συλλογίστηκε μες την τίμια και περήφανη καρδιά του
+πως δεν έστεκε ναδικήση παραπέρα το πλάσμα που του παραδόθηκε όλο
+για γυναίκα του, χωρίς νάν' αυτός ο αληθινός της άντρας. Ηρθε κ’ η
+θεια Ελέγκω και του μίλησε του Νίκου στα σοβαρά, γιατί δε
+βαστιόταν πια το πράμα απ’ τα λόγια του κόσμου:
+
+ — Μια που θα το κάμης, παιδί μου — γιατ’ είσαι τίμιος άντρας,
+αυτό δα το ξέρο — κάμε το! πριν να πάρη δρόμο. . και γίνη ρεζίλι
+το κορίτσι. . .
+
+Είχε βαρεθή σταλήθεια κι ο Νίκος τις ατέλειωτες κουσκουσουριές που
+του χαλνούσαν την υπόληψη στη γειτονιά και των φίλων του τα αιώνια
+πειράγματα κι αστεία. . και ταποφάσισε.
+
+Βγήκε η άδεια για το γάμο με κάποια συρταφέρτα όμως για το λίγον
+καιρό πούχε περάσει απ’ τη θανή της Βεργινίας: τα φρόντισε όλα, με
+το μέσο ενός διάκου που γνώριζε στη Μητρόπολη, ο Περικλής ο
+χοντρέλης, που τάχε χαλασμένα τώρα κι αυτός με το Μίμη κ’ ήθελε
+και καλά και σώνει να γίνη αυτός κουμπάρος.
+
+Έλαμψε πάλι για λίγον καιρό το φεγγάρι — το λυπημένο πάντα — στον
+ουρανό της Λιόλιας: έβλεπε γύρω της πάλι γλυκό φως ασημένιο και
+γλαυκό — όσο δεν τα σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό της ψυχής της·
+μα μόλις που τα σήκωσε κι αγνάντεψε το φεγγάρι, ήτον η Βεργινία
+που την κύτταζε. . .
+
+Είπε ο Νίκος με τον Περικλή να κάμουν τη στεφάνωση κάτω στην
+Καλλιθέα, στην εκκλησίτσα της Άγια-Σωτήρας πάνω στο βουναλάκι, για
+πιο ρομάντζα. Μα η Λιόλια δε θέλησε με κανέναν τρόπο: την έπιασαν
+τα κλάματα με νευρικά ξεφωνητά και λιγοθυμιές που είδαν κ’ έπαθαν
+ως που να την ησυχάσουν: (Αχ, εκεί δεν είχαν πάει; — στο βουναλάκι
+απάνω, με το Νίκο ντροπιασμένοι, τότε που τους πλάνεψε το φεγγάρι
+— εκείνην τη φριχτή βραδιά; εκεί δεν ήτον η Βεργινία, κρυμμένη
+πίσω απ’ την εκκλησίτσα, μέσα στο φεγγάρι;). . .
+
+Τους πήρε λοιπόν ένα πρωί ο Περικλής, χωρίς να πη που θα τους πάη,
+λέγοντας τους μόνο κάθε τόσο, εκεί που πηγαίνανε με το τραμ των
+Πατησιών: «Θα δήτε! θα δήτε σε τι όμορφο μέρος που θα σας πάω — θα
+μου πήτε και μπράβο! . . τάχω όλα έτοιμα!». . και τους πήγε, μαζί
+με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα
+που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί
+παραόξω, που μόλις κάνουν πως αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ’
+ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι
+και βοτάνια του βουνού, άσπριζε μιαν εκκλησίτσα εξοχική, με τη
+μάντρα της και το καμπαναριό της σα μοναστηράκι: λες και τους
+γλυκοκαρτερούσε να παν, καθώς ανέβαιναν απ' το Πολύγωνο τον άσπρο
+δρόμο της Σχολής και μέσ’ απ’ τα τρόχαλα της ρεματιάς. . . Άφησε ο
+Περικλής το κουτί με τα στέφανα και τις λαμπάδες μέσα στο χαρτί
+στη φύλαξη του εκκλησιάρη κ’ έτρεξε, να ειδοποιήση τον παππά που
+καθόταν εκεί κοντά, πίσω απ’ το Εφηβείο και που τούχε μιλήσει με
+σύσταση απ’ το διάκο. Μα δεν είχε ακόμα κατεβή απ’ το βουνάκι και
+του φώναξε ο Νίκος με τον Ντίνο να σταθή ναρθούν μαζί του. . . Ως
+που να γυρίσουν, καθήσαν οι γυναίκες στο προαύλιο απάνω σε κάτι
+παλιές κολώνες μαρμαρένιες, πλαγιασμένες χάμω, απ’ τον παλιό καιρό
+πούτον ο νάρθηξ όλο κι από τέτοιες, καθώς τους είπε ο εκκλησιάρης.
+Η Κερά Ελέγκω είχε φουσκώσει απ’ το καμάρι της για τη χαρά της
+αγαπημένης της της Λιόλιας, απ’ τον ανήφορο, απ’ την κάψα: ήτονε
+Γιούλιος μήνας και φύλλο δεν κουνιόταν. . . Εδώ πάνω στον ήσκιο
+της εκκλησιάς έκανε λίγη πρωινή δροσιά. Μα κάτω τα περιβόλια των
+Πατησιών ως τον Πύργο της Βασιλίσσης και τους κάμπους πέρα του
+Μενιδιού, παραδώθε τα Σεπόλια κ’ η Κολοκυθού, ο ελαιώνας κι
+ολόγυρα τα βουνά του Δαφνιού τα κοκκινοχώματα κι ο Πάρνης που
+τραβάει την ψυχή στα ψηλώματά του και στις βελουδόμαβιες
+κλεισούρες όλα ε1χαν αρχίσει να ψήνωνται στον ήλιο. . κ’ η Αθήνα
+που ξεχειλούσε με τα μύρια της τα σπίτια πίσω απ’ τον Άη-Γιώργη
+και τα νταμάρια, λες και τάπερνε όλα σβάρνα, είχε απάνω της ένα
+βαρύ πάπλωμα από αχνόν κιτρινοκόκκινο που κάποτε-κάποτε κάνανε
+φτερά σαν πουλάκια κάτι πνιγμένοι ήχοι ως εδώ έξω. . κ΄έβγαζε
+απομέσα της η Ακρόπολις, χρυσοφιλημένη απ’ τον ήλιο, και
+γλαυκοφέγγριζε η θάλασσα πέρα κάτω με τα μαύρα κατάρτια του
+Πειραιώς σαν τσίνουρα στο μάτι της και με την αέρινη την Αίγινα,
+ψηλά στον ουρανό, σαν όνειρο. . .
+
+Σηκώθηκαν τώρα, η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια, να πάνε νανασπαστούνε
+στην εκκλησιά. Μα δεν είχε εικόνες: ήτον όλη ασβεστωμένη! — μόνο
+στο τέμπλο το ξύλινο που στέκονταν πάνω απ’ την Ωραία Πύλη δύο
+άγγελοι σκαλιστοί, μαυρειδεροί, καμμιά φορά χρυσωμένοι, ήταν ένας
+Άρχων Γαβριήλ κ’ ένας Άι-Γιάννης ο Πρόδρομος μ’ ένα καντηλάκι
+αναμμένο ο καθένας μπροστά του. Κρύωσε η ψυχή της Λιόλιας εκεί που
+πατούσε στις πλάκες τις ηχερές, σαν είδε την εκκλησιά έτσι γυμνή,
+σαβανωμένη μες το σεντόνι του ασβέστη. Γύρισε κ’ η Κερά Ελέγκω,
+πούχε το λόγο πάντα στα χείλη, κ’ είπε του εκκλησιάρη:
+
+ — Δε μου λες πατέρα; χάθηκε κανένας χριστιανός να βάλη να
+ζουγραφίσουνε λιγάκι τους τοίχους, να φτειάξη καμμιάν εικόνα, νάχη
+ο κόσμος νανασπάζεται, να φέρνη κι από κανένα τάξιμο;
+
+
+
+&Οι ασβεστωμένοι Άγιοι&
+
+
+
+. . Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ’ ένα πανωφόρι
+που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι όλο κεριά
+σαν τον ουρανό με τάστρα, με κάτι ψαρά γενάκια ολόγυρα στο κόκκινο
+μουτράκι του και γυαλιά σα δάσκαλος κ’ ένα σκουφί μαύρο καλογερικό
+στο κεφάλι, τις πήρε τις γυναίκες και τις πήγε μέσα στο ιερό και
+τους έδειξε μια μεγάλη Παναγία στον τοίχο, την «Πλατυτέραν των
+Ουρανών» με το Χριστό στα χέρια που κύτταζαν κ’ οι δυο σοβαρά και
+μ’ ουράνια γλύκα. Και τους είπε τότε, μ’ ένα κρυφό χαμόγελο για τη
+θάμαξη που θάκαναν και με μιαν ομιλία που τους φάνηκε πως άκουγαν
+το διάκο να διαβάζη το Ψαλτήρι, πως η Παναγία αυτή που δεν υπάρχει
+ομοία της εις όλην την οικουμένην ήρθε μόνη της κ’ εζωγραφίσθη
+μέσα σε μιαν καμάρα ως είδος χάλασμα απ’ τους χρόνους των Εθνικών
+κ’ έπειτα εκτίσθη η εκκλησία από αμνημονεύτων αιώνων· και κάτω απ’
+τον ασβέστη είναι όλο και Άγιαι Εικόνες ιστορημέναι δια χειρός των
+αγγέλων και ωσάν να είχαν κατεβή οι Άγιοι κατά σάρκα εκ των
+ουρανίων σκηνωμάτων εν όλη των τη δόξη και λαμπρότητι και στέκουν
+ορθοί κατά σειράν και τάξιν, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων του θρόνου
+της Παναχράντου Χριστοτόκου· επειδή παλαιόθεν δεν υπήρχε το
+τέμπλον και ο ιερός ναός ήτον αδιαίρετος καθώς η μία Καθολική και
+Αποστολική Εκκλησία. . . Και πήρε δρόμο, ο γέρος εκκλησιάρης, έτσι
+για τον εαυτό του, σα να διάβαζε ένα παλιό συναξάρι, χωρίς να
+προσέχη αν τον καταλάβαιναν οι δυο γυναίκες που τον ακούγανε
+μανοιχτό το στόμα και με σταβρούς η θεια Ελέγκω κάθε τόσο. . κ’
+έπειασε να τους αναφέρη για την παλιά ιστορία: γιατί ασβέστωσαν
+την εκκλησία και πως απόμειν’ έτσι ασβεστωμένη και δεν την
+ανιστορούσε ο Παππά-Βουλέτης που ήτον ιδιοκτήτωρ — όπως του τάχε
+διηγηθή η μητέρα του που εχρημάτισεν οικονόμος του γέροντος Παππά-
+Βουλέτη, θείου προς πάππου του τωρινού και πρώτου κτήτορος, εκ
+Σφακιών της Κρήτης, ο και αγοράσας αυτός τον ιερόν ναόν για χίλιες
+σφάντζικες κ’ ήταν και κελλιά πολλά με μάρμαρα λαμπρά, διότι ήτον
+μοναστήρι σεβασθείς υπό των Τούρκων δια θαύματος της μεγαλόχαρης,
+ώστε έπεσαν κ’ οι άπιστοι Αγαρηνοί κ’ επροσκύνησαν την
+θαυματουργόν Εικόνα της. . κι ακόμη φαίνονται οι κολώνες και τα
+μάρμαρα οπού ήτον άλλοτε. . . Έτυχε και πέθανε η Παππαδιά του
+πρώτου Παππά-Βουλέτη και αυτός συμβουλευθείς από τον Πειρασμόν,
+επήρε στο μήνα μέσα μιαν εξαδέρφισσάν της χήραν πολλά καλλίμορφον
+στο σπίτι του και ο τότε Μητροπολίτης τον έκαμε αργόν για ένα
+χρόνο. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ηθέλησε κατόπιν πάλι δια
+να λειτουργήση, όμως οι Άγιοι όλοι εν χορώ τον απηρνήθησαν,
+δηλαδή, τον αγριοκύτταζαν ωσεί εν πυρί και ρομφαία: ο Άγιος
+Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Άγιος Χαράλαμπος και ο Άγιος Ελευθέριος
+σήκωσαν ο καθένας τους το βαρύ Ευαγγέλιον όπου εκρατούσαν να του
+το ρίξουν κατακέφαλα· ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος σήκωσε το ραβδί
+με τον σταυρόν να τον πατάξη· ο Άγιος Μηνάς κ’ οι Άγιοι Θεόδωροι
+και ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος κέντρισαν τάλογά τους
+να τον ποδοπατήσουν και να τον λογχίσουν· η Αγία Αικατερίνη κ’ η
+Αγία Βαρβάρα κ’ η Οσία Πελαγία απέστρεψαν το πρόσωπον τους απ'
+αυτού. Τότε ο Σατανάς εσυμβούλευσε πάλιν τον Παππά-Βουλέτην,
+επειδή τον κυρίεψε παντάπασι ο μεγαλύτερος Παππάς, και αυτός με
+την πρόφαση νανακαινίση τον ναόν εκ βάθρων ασβέστωσε τας Αγίας
+Εικόνας —
+
+ — Χριστέ και Παναγιά! το μέγα Σου Έλεος! — ξεφώνισε η θεια Ελέγκω
+περίτρομη, με το στόμα μια πήχη ανοιχτό για τα όσα άκουγε, κι
+άρχισε τους σταυρούς τώρα γλήγορους κι απανωτούς, εξόν που σε κάθε
+όνομα Αγίου πούβγαινε απ’ τα χείλια του εκκλησιάρη είχε κάμει κι
+από έναν αργά-αργά λέγοντας μέσα σ’ ένα βαθύν αναστεναγμό: «η χάρη
+σου! . . .»
+
+ — Απέθανε όμως τον ίδιο χρόνο εις το πυρ το εξώτερον,
+εξακολούθησε ο εκκλησιάρης, — ο Θεός κ’ η Παναγία να ελεήσουν την
+ψυχή του! — και ο μικροανεψιός του, τωρινός Παππά-Βουλέτης
+χρηματίσαντος μαχητής της Κρήτης και λοχίας, έλαβε την ιερωσύνην
+και πήρε την εκκλησίαν και θέλησε δια νανιστορήση πάλιν τον ναόν
+με τας Αγίας Εικόνας. Οι Άγιοι όμως δεν τον άφησαν. . . Ηθέλησε
+δια να αντιγράψη την Πλατυτέραν των Ουρανών μεγαλώσαντος το ιερόν:
+να φέρη την Αγίαν Τράπεζαν στη μέση, όπως το κανονικόν, δια να
+περιφέρεται ο ιερεύς, επειδή τώρα είναι μες τον τοίχο, κάτωθεν της
+θαυματουργού Εικόνας όπως αρχαιόθεν. Αλλ’ η Παναγία δεν τον
+ηυδόκησε. . . Ήλθαν οι καλύτεροι ζωγράφοι των Αθηνών και εξ όλης
+της Ασίας και της Σμύρνης, και μάλιστα δύο μοναχοί από το Άγιον
+Όρος διάσημοι εις τον κόσμον κ’ εκοπίασαν και απηύδησαν: τα πινέλα
+τους έσπαζαν κομμάτια κ’ έπεφταν οι τρίχες, τα χρώματα έσβηναν, τα
+χέρια τους εκόπτοντο ωσάν με το μαχαίρι. Ο είς εξ αυτών ηθέλησε
+δια να ξύση τον ασβέστη και παράλυσε από το ένα μέρος — —
+
+ — Κύριε σώσον! έλεγεν η θεια Ελέγκω κ’ η Λιόλια έπεφτε απάνω της
+μ’ ανατριχίλες κ’ έρριχνε φοβισμένες ματιές στους άσπρους
+τοίχους. . .
+
+ — Έχει πολύ μεγάλους Αγίους η εκκλησία μας! είπε ο εκκλησιάρης,
+με κατάνυξη. . . και μη θαρρήτε πως επειδή δεν φαίνονται κάτω από
+τον ασβέστη δεν υπάρχουν εδώ εις τον ναόν πανταχού παρών και τα
+πάντα πληρών, δεν θέλουν δια να βλέπουν τας κακίας των ανθρώπων
+και αποστρέφονται από τα όμματα των Βεβήλων του κόσμου. . . Όταν
+έρχεται λείψανο σεβάσμιο, κανένα γεροντάκι εν αρετή βιώσας
+καλοσύνες εν ονόματι Κυρίου ή γυναίκα κάνοντας οβολόν της χήρας
+στους φτωχούς ή που στεφανώνεται καμμιά τίμια κόρη Παρθένος του
+Χριστού, τότε ο ασβέστης στους τοίχους γίνεται ανάριος-ανάριος και
+φαίνονται τα μάτια των Αγίων ωσεί αστέρες του στερεώματος και τα
+χέρια τους ωσάν κρίνα του αγρού που ευλογούν. . και εις τον θρόνον
+της εν μέσω την χορείαν των Αγίων εκ δεξιών και εξ ευωνύμων η
+Υπεραγία ημών Δέσποινα, η Πλατυτέρα των Ουρανών, λάμπων ωσεί
+πύργος δυσθεώρητος ευλογεί μαζί με τον γλυκύτατον Χριστόν. . .
+
+Του είχαν έρθη τα δάκρυα τον εκκλησιάρη από τη φτερωμένη έξαρση
+πούδινε στην ψυχή του η αγία Πίστη. . κ’ έβγαλε τα γυαλιά του και
+σκούπισε τα κοκκινογυρισμένα μάτια του με το μανίκι του. Τον είδε
+η θεια Ελέγκω κ’ άρχισε να κλαίη κι αυτή και σήκωσε την άκρη του
+φουστανιού της απ' την ανάποδη και φύσηξε τη μύτη της.
+
+ — Μια φορά, είπε πάλι μ’ ένα κρυφό αναγάλλιασμα στη φωνή του,
+ανήμερα της Αγίας Γεννήσεως του Χριστού αρρώστησε ο ψάλτης ο
+δεξιός — τον αριστερό τον κάνω εγώ — και δεν είχαμε δια να γίνη
+Λειτουργία ειμή μόνον ένας μαθητής του Σχολείου που δεν ήξερε να
+ψάλλη. . κ’ έξαφνα γέμισε η εκκλησία ουράνιους ψαλμούς και το
+εκκλησίασμα των πιστών έπεσαν όλοι στα γόνατα καθώς οι εθνικοί
+στρατιώται και ο Εκατόνταρχος εις την Αγίαν Ανάστασιν του Σωτήρος
+ημών. . .
+
+Άκουγε η θεια Ελέγκω κλαίγοντας από χαρά πια, άκουγε κ’ η Λιόλια
+σαν παγωμένη τώρα από μιαν ακατανίκητη ανησυχία κ’ έναν τρόμο
+κρυφό. . .
+
+Γυρίσανε σταναμεταξύ οι τρεις νέοι με τον Παππά-Βουλέτη, έναν
+άντρα ίσαμ’ εκεί πάνω με μια μεγάλη ψαριά γενειάδα, κατάμαυρη
+ολόγυρα στο στόμα, με χοντρά φρύδια σπαθωτά σαν του κοράκου το
+φτερό και μάτια γιαλιστερά σαν κάρβουνο σχιστό, που να τούβγαζες
+το καλυμαύχι και να τούβαζες μαντήλι μαύρο στο κεφάλι, Θα νόμιζες
+πως βρίσκεσαι στο Θέρισο.
+
+Εκεί που γινόταν η στεφάνωση κ’ η θεια Ελέγκω έκλαιγε φωναχτά απ’
+τη συγκίνησή της και γιατί τόχε πάρει πια σκοινί γαϊτάνι απ' τις
+ιστορίες του εκκλησιάρη, η Λιόλια ήτονε σα χαμένη απ' τον εαυτό
+της κι όλο κρυφόβλεπε κατά τους τοίχους μήπως και ξανοίξη τα μάτια
+των Αγίων ή τα χέρια τους να ευλογούν. Αχ, δε θα την ευλογούσαν
+αυτήν, παρά θα την κύτταζαν άγρια σαν τον Παππά-Βουλέτη! . . . Μα
+δεν έβλεπε τίποτα, παρά τους τοίχους άσπρους σεντόνι. . . Μία
+στιγμή μονάχα της φάνηκε πως είδε μια μαυροφόρα με το χρυσό το
+στέφανο πίσω απ’ το κεφάλι σε μιαν άκρη του θόλου, πάνω από ’να
+φεγγίτη, που την κύτταζε αυστηρά και το πρόσωπό της ήτον κάτασπρο
+κι ασάλευτο σαν της νεκρής της Βεργινίας. . και την έκοψε κρύος
+ίδρωτας. . κ’ έρριξε πάλι τα μάτια της στο βάθος του ιερού, μέσ’
+απ’ την ανοιχτή Πύλη τον τέμπλου κ’ είδε την Παναγία που την
+κύτταζε — — αυτή και ο μικρός Χριστός — με απερίγραπτη λύπη. . .
+
+Μια ματιά ήτον πάλι κι αυτή του φεγγαριού πίσω απ’ τα σύννεφα
+τουρανού της ψυχής της. . .
+
+Βγήκαν απ’ την εκκλησία, άντρας και γυναίκα πια ο Νίκος κ’ η
+Λιόλια, και κατέβηκαν το βουνάκι και μπήκαν όλη η συντροφιά μαζί
+σ’ ένα ξενοδοχείο της οδού Πατησίων κ’ έφαγαν ο καθένας ό,τι
+ήθελε, μ’ έξοδα του κουμπάρου του Περικλή. . . Έπειτα χωρίσανε
+στην Ομόνοια απ’ τη θεια Ελέγκω, που ήταν όλο ευκές και δάκρυα,
+και συντροφεμένοι από τους δύο νέους, το καινούργιο αντρόγυνο,
+γυρίσανε μέσα στην κάψα του απομεσήμερου, ντάλλα καλοκαίρι, στη
+Γαργαρέτα, στο σπίτι τους, στην κάμαρη της Βεργινίας τη φρικτή —
+
+. . Και ξανάκλεισαν πάλι τα σύννεφα μπρος απ’ το φεγγάρι της
+ψυχής —
+
+
+
+&Η κερένια κούκλα&
+
+
+
+Στους εφτά της μήνες, εκεί πούπλενε η Λιόλια πεσμένη απάνω στη
+σκάφη, την έπιασαν άξαφνα οι πόνοι. Ήτον αυτού δα, για την καλή
+της τύχη, κ’ η πονόψυχη η Κερά Γιώργαινα και την εβοηθούσε στο
+περέχημα — η μόνη φιλενάδα της που την είχε πια σαν άλλη μητέρα:
+αυτή την έπιασε στα χέρια της, εκεί που ξεφώνιζε και τσάκιζε σε
+δυο σφίγγοντας με τα δυο της τα χέρια την κοιλιά της, και την πήγε
+στην κάμαρη και την έβαλε στο κρεββάτι και την παραστάθηκε. . .
+
+Σε μιαν ώρα μέσα γέννησε.
+
+Τόπιασε η Κερά Γιώργαινα στα χέρια της το παιδί που γεννήθηκε
+χωρίς πνοή: χλωμό-χλωμό, σαν από κερί ασπροκίτρινο με τα χειλάκια
+του και ταυτάκια του και τα δαχτυλάκια των ποδιών και των χεριών
+του μελανιασμένα, μαβιοκόκκινα. . . Το χτύπησε η Κερά Γιώργαινα
+πίσω στις πλάτες και στις πατούνες, το τράνταξε, του πέταξε νερό
+στο μουτράκι του με το στόμα της. . και σα δεν ανάσαινε μ’ όλ'
+αυτά, του φύσηξε δυνατά μέσα στο στοματάκι τον και μονομιάς
+φταρνίστηκε. . και σιγά-σιγά ρόδισε, μα μόλις — όσο ροδίζει εν’
+άσπρο τριαντάφυλλο — κ’ έζησε. . κι άρχισε να κλαίη αχνά, καθώς
+μπήκε στη ζωή. . .
+
+Σαν κερένια κούκλα ήτον το τσαμένο, σαν κούκλα πούβγαζε και λίγη
+φωνή άμα τηνέ ζουλούσαν. . .
+
+ — Κοριτσάκι είνε Λιόλια μου, μα ότι και νάναι να σου ζήση και
+σπιτονοικοκυρά! Δεν έχει τίποτα· μόνο λιγουλάκι χλωμούλι πουν’ εξ
+αιτίας που γεννήθηκε πριν τον καιρό. Αυτή θέλει όλο και στα ζεστά
+και να τη δης που θα σου γείνη θρεφτάρι. . .
+
+Και τόλουσε το νεογνό μέσα σε χλιαρό νερό, πούτρεξε και τόφερε από
+το πλυσταρειό, κ’ έπειτα το τύλιξε μέσα σε λίγο μαλλί, που το
+τράβηξε απ’ το στρώμα, και σε κάτι φανελλίτσες πούψαξε και τις
+ηύρε μέσα στον κομμό, παλιές της Βεργινίας, και το φάσκιωσε με τα
+παννάκια πούχε η Λιόλια ετοιμάσει κάτι λιγοστά, από καιρό, και της
+τόβαλε της Λιόλιας στο κρεββάτι. . .
+
+Κοιτόταν η Λιόλια, πονεμένη και χλωμή στο κρεββάτι, ολομόναχη,
+χωρίς να ξέρη τίποτα ο Νίκος, χωρίς τη θεια Ελέγκω κοντά της,
+γιατί κανείς δεν τόβαζε με το νου του αυτό το ξαφνικό. . έτσι γερή
+και δυνατή που ήτον. . .
+
+Ως που να πάη και νάρθη η Κερά Γιώργαινα που πετάχτηκε σπίτι της
+να πάρη κάτι χρειαζούμενα για τη λεχώνα και για το παιδί: κάτι
+βαμπάκια, κάτι στύψες, λίγο γλυκοπόδιο, μια χούφτα γλυκάνισο να
+βράση του παιδιού, που τάχε απ’ τις δικές της γέννες, πλάκωσαν κι
+άλλες γειτόνισσες — γιατί άλλο δεν είναι να τις τραβήξη, όπως το
+κρέας τη μύγα και το ψάρι τη γάτα, από λείψανο και γεννητούρια κι
+όπου φανή η Κερά Γέννα κι ο Κυρ Χάρος σέρνουν όλο το γυναικομάνι
+αποπίσω τους, όπως ο Φασουλής κι ο Καραγκιόζης τη μαρίδα. Πλάκωσαν
+το λοιπόν αυτές όλες — που δεν πατούσαν το πόδι τους καμμιά τους
+στο σπίτι της Λιόλιας κ’ ήρθαν τώρα τάχατες να φανούνε χρήσιμες κι
+αυτές σε μιαν περίσταση, γιατί πού ξέρεις πως τα φέρνει ο Θεός
+καμμιά φορά και σου χρειάζεται κ’ εσένα η βοήθεια ταλλουνού! — και
+πέσανε μελίσσι πάνω απ’ το παιδί: Μοίρες να το μοιράνουν, εκεί που
+τόχε πάρει η Κερά Γιώργαινα πάλι στα χέρια της να το ξεφασκιώση,
+να του βάλη λίγο γλυκοπόδιο και καινούργιο βαμπάκι πούχε φέρει απ'
+το σπίτι — κ’ έλεγαν πια η καθεμιά το μακρύ της και το κοντό της:
+
+ — Χριστέ μου! για παιδί. Καλέ τι γατί 'ναι τούτο;!
+
+ — Δε μου το πιάνει εμένα το μάτι μου! δεν είναι για ζωή! Μπά —
+μπα — μπα — μπά — μπα!
+
+ — Αμή λίγο τόχεις; ποιός ξέρει με τι φόβους και τι καρδιοχτύπια
+σπάρθηκε. Για στάσου! πότε πέθανε η Βεργινία;
+
+ — Είχε δώδεκα ο Μάρτης. Τώρα έχομε, πόσες Οχτώβριο, δώδεκα του
+μηνός (και μετρούσε γλήγορα τους μήνες στα δάχτυλα, απομέσα της):
+δεν έκλεισαν καλά-καλά εφτά μήνες.
+
+ — Καταλαβαίνεις τώρα;! Ζωντανή ήτον ακόμα καλέ η μακαρίτισσα,
+ζωντανή και τάβλεπε. . Αχ, κακό που την ηύρε! . . . Πώς τα βαστάς,
+Θε μου, τα κεραμίδια ξεκάρφοτα — ά;. .
+
+ — Για δες το καλέ τι κίτρινο πούναι, πετάχτηκε μια γεροντοκόρη
+σταφιδιασμένη με φριζέ και με σάρπα στο κεφάλι. . ίδια κερένια
+κούκλα!
+
+ — Για να δω κ’ εγώ ποιά είν' αυτή η κερένια κούκλα; φώναξε μια
+κοντή που τάκουσε καθώς έμπαινε στην πόρτα κ’ έσπρωχνε τις άλλες
+που στέκονταν πάνω απ’ το κεφάλι της Κερά Γιώργαινας για να δη.
+
+ — Κερένια κούκλα! καλά λες! Μωρ' τ’ είναι τούτο; Μπααά!
+
+Κι άξαφνα πετιέται μια ξεμπερδεμένη που ήτον η πρώτη κ’ η καλύτερη
+μέσα στο συρφετό, μια φιλενάδα της Ευρυδίκης (που την είχε στείλει
+εκείνη επί τούτο για να της πη τα μαντάτα), με μεγάλη μυστικότη,
+να μην ακούση η Λιόλια:
+
+ — Καλέ δε βλέπετε που μοιάζει της μακαρίτισσας;!
+
+ — Κάλε — κάλε — κάλε! ίδια! ίδια η Βεργινία, φτυστή! είπε ένα
+γραΐδιο με φακιόλι.
+
+ — Μπώ — μπώ — μπώ!!! έκαναν οι άλλες, η Βεργινία!!
+
+ — Για δες κατάρα!
+
+ — Εκ Θεού! Εκ Θεού!
+
+ — Νά και τα μαλλιά της τα κόκκινα!
+
+ — Αμ το μάτι! τί σου λέει το μάτι;
+
+ — Έχει και τα κόκκαλα τα πεταγμένα κάτω απ’ τα μάτια! . . .
+
+Η Λιόλια χωρίς νακούη τι λέγανε στην άλλη άκρη πούχε τραβήξη η
+Κερά Γεώργαινα το τραπέζι κ’ εκεί απάνω είχε όλα του παιδιού τα
+πράματα — αισθάνθηκε με της μητέρας τη μαντική ψυχή πως κάτι
+τρομερό γινόταν εκεί αποπάνω απ’ το παιδί της, αισθανόταν τις
+ματιές των γυναικών που περνούσαν πάνω απ' το κορμί της σαν πνοές
+παγωμένες, σαν ξουράφια που άγγιζαν ξυστά το πρόσωπό της. . κι
+ανατρίχιαζε σύσσωμη. . — κι η καρδιά της είχε γίνει
+κρούσταλλο. . .
+
+Μόλις έφυγαν οι Μοίρες, φώναξε της Κερά Γιώργαινας και της ζήτησε
+το παιδί. Της τόφερε η Κερά Γιώργαινα, σα μουδιασμένη τώρα κι αυτή
+απ’ τα όσα είχε ακούσει. Χωρίς να τηνέ ρωτήση τι έλεγαν οι
+γυναίκες, κύτταζε η Λιόλια, κύτταζε το παιδί, βούλιαζε τη ματιά
+της μέσα στην κερένια σάρκα του, λες κ’ ήθελε να βγάλη απομέσα
+κάποιο φριχτό μυστικό πούχανε δη εκείνες, ψηλαφούσε με τη ματιά
+της το προσωπάκι το χλωμό, σα νάθελε να μαζέψη αποπάνω του τα
+λόγια των γυναικώνε: μαυράδια που το λέρωναν. . κ’ έξαφνα εκεί που
+κύτταζε πέρασε μπρος απ’ τα μάτια της ένα χλωμό φεγγάρι και φώτισε
+του παιδιού το πρόσωπο. . και τότε είδε. . και κατάλαβε κ’ έβγαλε
+μια φωνή — και λιγοθύμησε. . .
+
+Αυτή η ματιά του φεγγαριού ήτον πιο τρομερή απ’ όλες τις άλλες. .
+.
+
+Σαν ήρθ' ο Νίκος σπίτι, μεσημέρι περασμένο, ήτον κατακίτρινος: του
+τάχαν προφτασμένα οι γυναίκες τα γεννητούρια του παιδιού του και
+πως δεν ήτονε για ζωή, εφταμηνίτικο καθώς ήτον και καλύτερα, γιατί
+και να ζούσε δεν θα το χαιρόταν ούτ’ αυτός ούτ’ η Λιόλια επειδής
+που μοιάζε πολύ της μακαρίτισσας. Έτσι είναι αυτά, γιατ’ είν' ο
+ήσκιος της σχωρεμένης βλέπεις ακόμα μες το σπίτι. . εμ πάντα, όσο
+δεν έχει κλείσει χρόνος. . .
+
+Φίλησε ο Νίκος τη Λιόλια κ’ έκαμε να της πη ένα δυο λόγια
+παρηγοριάς, μα κι αυτός ο ίδιος παρηγοριά ζητούσε. . . Όταν πήγε
+να δη το παιδί που κοιμόταν ασάλευτο σαν κούκλα από κερί, με τα
+δαχτυλάκια του και τη μυτίτσα του και τα ματόφυλλα σαν ψεύτικα,
+τρόμαξε κι αυτός απ’ τη μεγάλη ομοιότη με τη νεκρή τη Βεργινία. .
+. Είχ’ ελπίδα μέσα του ως τη στιγμή αυτή πως ήτανε μόνο λόγια των
+γυναικών απ’ την κακία τους — κ’ έσκυψε το κεφάλι σαν κάτω από
+μιαν κατάρα του Θεού. . .
+
+Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και του αγόρασε μιαν κούνια.
+
+Το μωρό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, χωρίς να βγάζη σχεδόν φωνή,
+σα μια κούκλα πούχε χαλάσει ο μηχανισμός της. Δεν ήθελε με κανέναν
+τρόπο να πιάση το βυζί της μάννας του, παρά ό,τι τούδιναν πια με
+το κουταλάκι ή με το ρογοβύζι, κι αυτό, το περισσότερο, το
+ξερνούσε: — θάλεγε κανείς πως κι απομέσα του ήτον κούκλα γεμάτη
+πίτουρα που άμα μια φορά μουσκέψουνε δεν πίνουν πια. . .
+
+Σαν ήρθε η θεια Ελέγκω και το είδε καταλυπήθηκε και κούνησε
+απελπισμένα το κεφάλι της.
+
+Έτσι του βγήκε σ’ όλην τη γειτονιά τόνομα: «η κερένια κούκλα».
+
+Κι όσο περνούσαν οι μέρες, η Κερένια Κούκλα αντί να μεγαλώνη,
+ζάρωνε, αδυνάτιζε, γινόταν πιο κερένια. . . Έφερε ο Νίκος τον
+παιδίατρο κ’ είπε πως είναι ατροφικό.
+
+Κ’ η Λιόλια το κρατούσε στην αγκαλιά της ολημέρα: κι αλήθεια σαν
+κούκλα ήτονε μέσα στα χέρια της που κι αυτή κοριτσάκι ήτον ακόμα
+κ’ έδειχνε σαν κοριτσάκι πούπαιζε κ’ έκανε τη μητέρα. . .
+
+Και την έσφιγγε η Λιόλια — που δεν έπαιζε ποτέ της κούκλες — την
+κερένια της την κούκλα μ’ όλο το πάθος που αισθάνονται τα
+κοριτσάκια για τις μεγάλες κούκλες τους. Μα συνάμα την αγαπούσε
+πιο βαθιά από την κάθε μητέρα που τρέμει για το ζωντανό της το
+σπλάχνο, το παιδί της — την αγαπούσε αλλοιώς παρ' ανθρώπινα,
+υπερφυσικά: Αχ, αυτό το κερί που ήτονε ζυμωμένο το κουκλάκι της,
+ήτον κερήθρα βγαλμένη απ’ της ψυχής της την κυψέλη πούχε
+στραγγίζει απ’ αυτήν το μέλι της ευτυχίας της όλο! . . κ’ έκλεινε
+τα μάτια της για να μην ιδή ταχνάρι το φριχτό που άφησε η άλλη
+απάνω σ’ αυτό το μαλακό κερί της ψυχής της. . και πάλι τάνοιγε και
+το τήραγε και της ερχότανε να ξεφωνίση, γιατί έβλεπε πως το'χε
+κάμει πια δικό της η άλλη, πως τόχε βαθιά σημειωμένο με το νεκρό
+της το πρόσωπο για σφραγίδα. . και τόσφιγγε στο στήθος της μην της
+το πάρη. . κι αυτό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, μα έβγαζε μονάχα
+μιαν άχνα σα να της έλεγε κάτι από μέρους εκείνης της νεκρής της
+άφωνης. . .
+
+
+
+&Τα τρία κεράκια&
+
+
+
+Είχαν περάσει είκοσι μέρες απ’ τη γέννηση της Κούκλας.
+
+Ένα δειλινό, εκεί που καθόταν και θωρούσε το παιδί της με την ψυχή
+της όλη απάνω του, πήρε μιαν απόφαση μεγάλη: Μόλις φάνηκε στην
+πόρτα η Κερά Γιώργαινα πουρχόταν πάντα, κάθε που άδειαζε λιγάκι
+απ’ το σπιτικό της, να ρίξη μια ματιά, την παρακάλεσε να μείνη με
+το παιδί ως που να γυρίση που θα πεταγότανε κάπου εδωνά, για μισή
+ώρα το πολύ.
+
+ — Πού θα πας τέτοιαν ώρα! άβγαλτη ασαράντιστη; τώρα σε λίγο
+νύχτωσε —
+
+Δεν ήθελε να της πη· έπειτα είπε τάχα πως θα πήγαινε σε μια
+γυναίκα πούξερε γιατροσόφια για τα παιδιά, που της την είχε
+ονοματίσει η θεια Ελέγκω τις προάλλες που ήτονε φερμένη. . .
+
+Μπαμπουλώθηκε σ’ ένα μεγάλον μποξά και βγήκε όξω. . .
+
+Σούρπα-σούρπα έφθασε στο Νεκροταφείο: — περνώντας απ’ την εκκλησία
+πήρε τρία κεράκια πεντάρικα, χωρίς να μπη μέσα — γιατ’ ήτον
+ασαράντιστη . . ίδιο φάντασμα πέρασε κάτω απ’ τα σκοταδερά
+κυπαρίσσια ταμίλητα κι ανάμεσα απ’ τα μνήματα που ασπρίζανε σαν
+κουκουλωμένα με σεντόνια, που κυττάζανε σα νάταν το καθένα τους κι
+από ‘να μεγάλο μάτι άσπρο. . και βγήκε ως έξω πέρα στην πιο άγρια
+μοναξιά, στην πιο Θλιμμένη ερημιά του μαντροπερίβολου του Χάρου:
+εκεί πουν’ οι τάφοι οι καινούργιοι κ’ οι φτωχοί — χωρίς θλίψη
+δένδρινη γερμένη αποπάνω τους. . χωρίς λουλούδι αφημένο από χέρι.
+. και μέσα σ’ όλους αυτούς, τους τάφους, που τίποτα δεν τους
+αγκαλιάζει, ηύρε τον τάφο της Βεργινίας (πώς να τον ξεχάση!): ένας
+μαύρος σταυρός και μες το χώμα, στημένο ορθό, ένα σπασμένο κανάτι
+κι απάνω σ’ ένα τουβλάκι μαυρισμένο λίγη στάχτη από καμένο λιβάνι,
+απ’ την ευχή πούχε διαβασμένα ο Νίκος στους έξη μήνες της θανής
+της. . . Τι άγρια που μαύριζε ολόγυρα του μες την ερημιά ο
+σταυρός! πώς ξεφώνιζαν απελπισμένα τάσπρα γράμματα πούγραφε απάνω:
+— «Βεργινία Ρώτα, ετών 26» μες το φωτοσκότιδο της αμίλητης της
+σούρπας! «Βεργινία Ρώτα!» (κι αυτήν την έλεγαν τώρα «Λιόλια Ρώτα»
+— με του Νίκου τόνομα κ’ οι δυο τους!). . φώναζαν τα γράμματα,
+φώναζαν, μα δεν ακουγόταν η φωνή τους, γιατί αυτά τα ίδια
+κατάπιναν τις κραυγές τους. . και κυττάζανε με βουβά μάτια
+κάτασπρα. . και γύρω στο πόδι του σταυρού ήταν κάτι αγριολούλουδα
+κίτρινα που ταράζανε στην ασημένια βραδινή ψυχρίτσα σα να περνούσε
+κάθε τόσο ένα παγωμένο χεράκι αποπάνω απ’ τα κεφαλάκια τους και να
+τα πλάγιαζε με σιγαλινή ανατριχίλα — στην ίδια θέση από τότε που
+την έθαψαν. . . Έβγαλε η Λιόλια τα τρία κεράκια κάτω απ’ τον μποξά
+της και τάναψε σ’ ένα καντηλάκι που τρεμόσβυνε πιο πέρα σ’ έναν
+τάφο με ξύλινα κάγκελλα, πούχε μια φωτογραφία ενός νέου κάτω από
+γυαλί, και τάχωσε μες το μαλακό το χώμα: ένα του παιδιού της, ένα
+του Νίκου, κ’ ένα δικό της. . . Κ’ έπεσε γονατιστή στο χώμα,
+μπροστά στο σταυρό σε μετάνοια, με το κεφάλι χάμω, κουκουλωμένη
+όλη μέσα στον μποξά που αποκάτω του έδειχνε το κοντυλογραμένο της
+κορμάκι τσακισμένο απ’ της ψυχής το πονεμένο λύσιμο σαν τις
+μυροφόρες τις γονατιστές κάτω απ’ το Σταυρωμένο. — Βεργινία!
+Βεργινία! φώναξε μέσα στο χώμα, Βεργινία! λυπήσου με, μη μου πάρης
+το παιδί μου! . . . Βεργινία, εγώ δεν το θέλησα για να πεθάνης!
+παρ' τον ήσκιο σου αποπάνω μου! Λυπήσου μοναχά το Νίκο που τον
+αγαπούσες, γιατί θαρρωστήση. Μη μας πάρης το παιδί μας! . . . Θα
+του βγάλω τόνομά σου γιατί σου μοιάζει. . αχ, γιατί μου τόκαμες
+αυτό! Μη μου το πάρης τουλάχιστο! Θα σου ανάβω ένα κερί κάθε μέρα
+ως που να μεγαλώση. Δε φταίμ’ εμείς! — η Μοίρα μας έτσι το θέλησε.
+Βεργινία! Βεργινία! άκουσε με, Βεργινία! Νά, σου άναψα ένα κερί
+για τον καθένα μας, για να μας λυπηθής. . .
+
+Έτσι φώναζε με τη φωνή πνιγμένη μες το χώμα και το πότιζε με
+δάκρυα για το Νίκο που τονέ λυπόταν καθώς έλεγε τόνομά του, καθώς
+έλεγε πως θαρρωστούσε, με δάκρυα και για το τάξιμο το φρικτό πούχε
+κάμει να βγάλη του παιδιού της τόνομα της Βεργινίας. . .
+
+Κ’ έξαφνα εκεί που ξεφώνιζε με το κεφάλι κάτω, της φάνηκε πως
+άκουσε μια βαθειά φωνή αλλοιώτικη απομέσα της που βούιξε, σα
+θάλασσα μες ταυτιά της:
+
+«Όλα τα θέλεις, αχόρταγη! και το σπίτι μου και τον άντρα μου και
+το παιδί μου; Είναι δικό μου το παιδί! — τόσον καιρό το λαχταρούσα
+και το περίμενα. . η ψυχή μου τόχει γεννημένα πριν ναρθής εσύ να
+μου πάρης την ευτυχία μου! Όλη μου την ευτυχία εσύ μου την
+επήρες!»
+
+Σήκωσε η Λιόλια περίτρομη το κεφάλι της κ’ είδε το μαύρο σταυρό
+αμίλητο που την κύτταζε μ’ άγρια απελπισία με τα γράμματά του σα
+μια σειρά άσπρα μάτια. . έρριξε τα μάτια της στα κεριά: το κεράκι
+του παιδιού είχε λυώσει ως κάτω κ’ η φλόγα του έβγαινε ακόμα μέσ’
+από το χώμα σα να την ρουφούσε αυτό. . έκαιγε και το κεράκι του
+Νίκου με μια φλόγα πλατειά, πεσμένη ανάποδα με το κεφάλι κάτω,
+πούγλυφε, ίδια μια γλώσσα πύρινη μέσ’ απ’ τα μαύρα χνώτα της
+καπνιάς, το κερί και τανάλυνε σε κίτρινους θρόμπους και το λύγιζε
+κουλούρα. . μα το δικό της το κερί ήτον άγγιχτο, σβηστό, όπως τόχε
+ανάψει. . . Πετάχτηκε ορθή! — Δεν τόθελε το κερί της η νεκρή! Μα
+τάλλα δυο; τάλλα δυο; Το κερί του παιδιού! και του Νίκου! — —
+Έφυγε σαν τρελλή χωρίς να γυρίση να κυττάξη πίσω. . .
+
+Είχε νυχτώσει πια: τάστρα έλαμπαν κρύα στον ουρανό. Έτρεξε σπίτι.
+Μέσα της τόξερε τώρα πως το παιδί της θα πέθαινε, πως θα της
+τόπαιρνε η Βεργινία, αφού ήτανε δικό της εκείνης και τόχε
+γεννημένο η ψυχή της — — —
+
+Μπαίνοντας στην κάμαρη ηύρε κόσμο και φως από αγιοκέρια. Η Κερά
+Γιώργαινα είχε φέρει τον Παππά να βαφτίση το παιδί, γιατί φοβήθηκε
+πως θα τελείωνε — — είχανε μαζευτή κ’ ένα δυο γυναικούλες της
+γειτονιάς που άμα ακούν τέτοια ραΐζει η καρδιά τους (γιατί και
+ποιά δεν τάπαθε!) και τρέχουνε να ξενολυπηθούνε, να δουν και
+ταλλουνού τις πίκρες. . .
+
+Ότι είχε τελειώσει η βάφτιση.
+
+ — Τι όνομα του βγάλατε; ρώτησε λαχανιασμένη η Λιόλια.
+
+ — Ευτυχία, είπε ο Παππάς, να σας ζήση!
+
+ — Έτσι για το καλό, πρόσθεσε η Κερά Γιώργαινα. Είχα δα, η
+κατακαημένη, και τη μεγάλη μου κόρη Ευτυχίτσα, που την έχασα
+πρόπερσυ, μακάρι να της έμοιαζε! —
+
+ — Αχ! φώναξε η Λιόλια, και τόχα τάξει να το βγάλω Βεργινία! — μα
+τώρα πάει πια — τώρα ξέρω πως δε θα ζήση —
+
+. . και το πήρε στα χέρια της να το φιλήση κ’ εκείνην τη στιγμή το
+παιδί άνοιξε τα κερένια του ματόφυλλα και φάνηκαν τα ματάκια του
+αναποδογυρισμένα σα να κύτταζε τη μητέρα του με τασπράδι, όπως
+έκανε η Βεργινία. . .
+
+ — . . το ξέρω 'γώ! Το ξέρω! — ξαναφώναξε πιο δυνατά η Λιόλια με
+τρόμο κι άρχισε να ταράζη σύσσωμη. . . μου τόπε η νεκρή! μου τόπε.
+. μου τόπε! — το κεράκι του! . . το ρούφηξε. . .
+
+. . Και το παιδί μ’ ένα μικρό σπασμό ξεψύχισε — κ’ η Λιόλια
+λιγοθύμησε. . .
+
+Όταν ήρθε ο Νίκος, πιο ύστερα, έπεσε η Λιόλια απάνω του κλαίγοντας
+κ’ έμεινε πολλήν ώρα με το κεφάλι κρυμμένο στο στήθος του. . με τα
+δυο της τα χέρια του ψηλαφούσε το κεφάλι του, τους ώμους του — λες
+κ’ ήθελε να βεβαιώση πως ήτονε ζωντανός αυτός τουλάχιστο, αυτός ο
+μόνος θησαυρός της! . . . Κι ο Νίκος με βουρκωμένα μάτια της
+χάδευε τα μαλλιά. . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Μέσα σ’ ένα δισκάκι, στρωμένο με μια πετσέτα άσπρη χιόνι μαζί με
+δυο πορτοκάλια που τους είχαν μπηγμένα μοσχοκάρφια, μ’ ένα
+στεφανάκι από λουλουδάκια κέρινα ολόγυρα στο κερένιο κεφαλάκι με
+τα κόκκινα μεταξωτά μαλλάκια, την πήγαν την άλλη μέρα την Κερένια
+Κούκλα να την παραχώσουν. Το δισκάκι με την κούκλα το κρατούσε ο
+Περικλής ο κουμπάρος, μπροστά, και πίσω έρχονταν ο Νίκος με τη
+Λιόλια, η θεια Ελέγκω, η Κερά Γιώργαινα, ο Ντίνος κι άλλοι δυο
+φίλοι κ’ ένα-δυο γειτόνισσες που δεν μπορούν ποτέ να λείψουνε σαν
+και το Μάρτη απ 'τη σαρακοστή· μα έλειπαν οι γλωσσοφαγάνες αυτήν
+τη φορά. Αν δεν έβλεπες το σταυρό και τον Παππά, δε θάλεγες πως
+ήτονε λείψανο. Σα να πήγαιναν τάμμα στην εκκλησία: λαμπάδα σε
+κανέναν Άγιο θαματουργό, κάποιο είδωλο από πολύτιμο κερί ζυμωμένο
+με μύρα κι αλόη για κάποια θεϊκή λύτρωση — έτσι έδειχνε ο δίσκος,
+ο στολισμένος με τα πορτοκάλλια και τα γαρούφαλα, με τανθρώπινο το
+κερί πλαγιασμένο μέσα του. . .
+
+Και σταλήθεια το κερί, το βγαλμένο απ’ τα βάθη του είναι τους κι
+απ’ της ψυχής τους τον πόνο και τον πόθο, το πήγαιναν τώρα ο Νίκος
+κ’ η Λιόλια να ταπιθώσουνε στα πόδια της νεκρής της Βεργινίας, που
+ο ήσκιος της ζητούσε δικαιοσύνη. Της είχε τάξει η Λιόλια τόνομα
+του παιδιού της, της είχε τάξει κ’ ένα κεράκι κάθε μέρα για τη ζωή
+του — και τώρα της πήγαινε το ίδιο το παιδί της, της ψυχής της όλο
+το κερί: λαμπάδα να την εξιλεώση, για να ησυχάση, για να πάρη τον
+ήσκιο της από πάνω τους. . .
+
+Χρυσογάλαζο ήτον το προμεσήμερο του Νοεμβρίου — ακόμα βαστούσε το
+καλοκαιράκι τ’ Άι-Δημητρίου: ο αέρας ήτον αλαφρός και με χυμένη
+μέσα του μια γλύκα μαλακή σαν κουρασμένη αλάλητη — όπως είναι το
+γέλοιο σε θλιμμένα χείλη — που τέτοια δεν την έχει η άνοιξη. . .
+
+Έκλαιγε η Λιόλια εκεί που πήγαινε πίσω απ’ το δίσκο, μα τα δάκρυα
+πάνω στο πρόσωπό της έλαμπαν ίδια δροσοσταλίδες σε τριανταφυλλένια
+ανθόφυλλα. . .
+
+Οι άντρες μιλούσανε με το Νίκο κι αναμεταξύ τους ζωηρά και μόνο
+που δε γελούσαν. . .
+
+Όταν έβαλαν την Κερένια Κούκλα μες το χώμα, στα πόδια του τάφου
+της Βεργινίας, ο μαύρος ο σταυρός που τον είχανε δη καθώς έρχονταν
+από μακριά να τους κυττάζη με ματιάν ασάλευτη άγρια κι
+απελπισμένα, σα να μαλάκωσε στις κόψες των γραμμών του, σα να
+γλύκανε λιγάκι η φρίκη του: ο ήλιος έπεφτε τώρα επάνω του και τόσο
+γυάλιζε η μαυρίλα του που δε φαινόταν πια μαύρος· το
+φρεσκοσκαμμένο χώμα μύριζε όπως όταν τσαπίζουν ταμπέλια· τα
+κίτρινα αγριολούλουδα στη ρίζα του σταυρού άνθιζαν ήρεμα και
+χρυσίζανε σαν άστρα. . . Σα να ευχαριστήθηκε η νεκρή μέσα στον
+τάφο της, σα να χαμογέλασε ο ήσκιος της και το χαμόγελο αυτό να
+περιχύθηκε ολόγυρα. . .
+
+Στο γυρισμό ήταν όλοι ακόμα πιο χαρούμενοι. Της Λιόλιας τα δάκρυα
+είχανε στεγνώσει κι άκουγε τη θεια Ελέγκω που τα λέγανε με την
+Κερά Γιώργαινα για μια μεγαλωσιάνα που δεν ντράπηκε να της κόψη
+τρεις δραχμές απ’ τα πλυστικά, επειδή λέει της λείπανε δυο
+πετσετάκια.
+
+Οι μικρές λεύκες από της δυο μεριές της οδού Αναπαύσεως ήτανε
+γεμάτες φύλλα δροσερά κι αχνοπράσινα σαν από μετάξι, που τάχαν
+πετάξει τώρα-τώρα καινούργια με τη δεύτερη άνοιξη. Ένας κούρκος
+φούσκωνε και γουργούλιζε απάνω στο χωματένιο ψήλωμα το χλοϊσμένο
+που πάει μαζί με το δρόμο, απ’ τη μια μπάντα, ίσαμε τη γέφυρα του
+Ιλισσού: από τις γαλάζιες βραχόπετρες της Καλλιρρόης ακούγονταν
+καθαρά οι κόπανοι των γυναικών που’ πλεναν. . . Κάτι κατσίκες
+έβοσκαν στα χόρτα του ψηλώματος πούχανε γεμίσει πάλι καινούργια
+λουλουδάκια. . . Μες τη μέση του δρόμου ένας κόκκορας με τις
+κόττες του σκαλίζανε μες τις φρεσκοπεσμένες καβαλλίνες κι ο
+κόκκορας έκανε κακκαρίσματα ντελαλητά για το κάθε κριθαράκι που
+τους εύρισκε, φωνάζοντας τις ναρθούνε να το τσιμπήσουν. . .
+
+Απέξω από ‘να μπακάλικο ήτανε βγαλμένα κάτι σιδερένια τραπέζια και
+καρέκλες κ’ ένας-δυο ήταν καθισμένοι κ’ έπιναν.
+
+ — Πάμε να πιούμ’ ένα κρασάκι έτσι στο ποδάρι; φώναξε ο Περικλής ο
+χοντρέλης — τώρα βγήκε το καινούργιο κρασί κι αυτός εδώ παίρνει
+τις καλύτερες μουστιές, γιατί σου λέει πριν να πας στον άλλον
+κόσμο, τσούξε και μια γουλιά της προκοπής! . . . Γέλασαν όλοι με
+ταστείο του χωρατατζή του Περικλή και κανείς δεν είπε όχι και
+μπήκαν όλη η συντροφιά στο μαγαζί κ’ ήπιαν από 'να κρασάκι. Τι
+κρασί ήτον εκείνο! — σα λιακάδα χύθηκε στα σωθικά τους. Ήπιε κ’ η
+Λιόλια ένα δαχτυλάκι που της το επιβάλανε στανικώς ο Νίκος κι ο
+Περικλής έτσι για δυναμωτικό, πουν απ’ το κάθε φάρμακο καλύτερο.
+Της θειάς Ελέγκως το πρόσωπο, το κόκκινο και πλατύ, άνοιξε πια σαν
+παπαρούνα το μεσημέρι.
+
+Χτυπώντας τις γλώσσες τους και σκουπίζοντας τα χείλια τους με
+τανάστροφο χέρι, βγήκαν όλοι απ’ το μαγαζί και πήραν πάλι το
+δρόμο: τα βήματά τους ολωνών τώρα είχανε γίνει πεταχτά, αλαφρά, σα
+φτερωμένα από μιαν κρυφή χαρά αλάκερου του είναι τους. Το πρόσωπο
+του Νίκου έδειχνε σαν κάποιες βραδιές που ξαστερώνει ολότελα ο
+ουρανός και γίνεται γυαλί: κύτταζε της Λιόλιας τα μαλλιά και του
+φάνηκε πως χρυσίζανε στον ήλιο σαν ποτές άλλοτε και το χείλι της
+που μισάνοιγε απ' τον κόπο του δρόμου, το χείλι της ταβυσσινύ, του
+φάνηκε για δάγκωμα. . . Σήκωσ’ η Λιόλια τα μάτια κ’ είδε το
+φεγγάρι ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Μα δεν ήτον το φεγγάρι το
+φριχτό, το ασημένιο, με το πρόσωπο της Βεργινίας μέσα του, παρά
+ήτονε σαν από άσπρο χαρτί διάφανο και πήγαινε μαζί τους, κρατώντας
+ίσο βήμα, σανάθελε να παραβγή στο τρέξιμο ως το σπίτι ή σα να τους
+έδειχνε το δρόμο. . και τα λουλούδια τα νεοανθισμένα, που
+απαντούσανε στις άκρες του δρόμου, τους γνεύανε με το κεφάλι, όλο
+και γνωστικό χαμόγελο σα νάλεγαν πως τόξεραν κι αυτά πως τώρα όλα
+πια είχαν περάσει. . .
+
+Όταν φθάσανε στο σπίτι κι αποχαιρέτησαν τους φίλους, έσφιξε ο
+Νίκος τη Λιόλια μες την αγκαλιά του και της είπε:
+
+ — Ας ξημερώση τώρα πια και για μας μέρα Θεού, Λιόλια μου! . . .
+Άμα πάρω κάτι λεφτά, σε μια-δυο μέρες, θα πάω να σου πάρω ένα
+κρεββάτι πούχω δη στην Άγια Ερήνη, σιδερένιο άσπρο λακέ με σούστα,
+που δεν τόχει καμμιά — θα σαστίσης! — να φύγη πια η γουρσουζιά από
+πάνω μας! . . .
+
+Κ’ η Λιόλια, στο στήθος του απάνω, έκλεισε τα μάτια της για να
+πιάση αυτό τόνειρο κάτω απ’ τα ματόφυλλά της, να μην της φύγη. . .
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Κ’ η Μοίρα άκουσε τα λόγια του Νίκου κ’ είπε:
+
+&Ας ξημερώση και για σας μια μέρα, παιδιά μου, γιατί γλήγορα πάλι
+θα βραδιάση για πάντα — —&
+
+— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+Πέρασε η ημέρα — —
+
+Την άλλη μέρα εκεί που περίμενε η Λιόλια το μεσημέρι το Νίκο πούχε
+αργήσει κ’ είχε κρυφή χαρά μέσα της πως ίσως να πήγε κιόλας για το
+καινούργιο κρεββάτι, χτύπησε η πόρτα δυνατά κι αλλόκοτα (έτσι
+πάντα χτυπάει η πόρτα για νάμπη μέσα η Μοίρα) και παρουσιάστηκαν ο
+Περικλής με το Ντίνο, — κ’ ένας χωροφύλακας στεκόταν απόξω, —
+χλωμοί πανιασμένοι, με κάτι μάτια που κάνανε να φύγουν απ' όλες
+τις μεριές σαν πουλιά που φτεροκοπούν. . και την πήραν τη Λιόλια
+να την πάνε σε μιαν άμαξα πούχε σταθή παρακάτω στην αρχή
+τανήφορου, να την παν. . . που την ήθελε ο Νίκος: την πήρανε
+σχεδόν ανασηκωτή, σα χτυπημένη κατακέφαλα από 'να ρόπαλο, χωρίς να
+της αφήσουν καιρό να καταλάβη καλά-καλά τι της έλεγαν έτσι
+λαχανιαστά, με τα λόγια τους τσακισμένα κομμάτια-κομμάτια, τι την
+ήθελε ο Νίκος έξω απ' το σπίτι; — ποιός Νίκος καλέ; — μόλις που
+πρόφθασε να ρίξη ένα σάλι στο κεφάλι με χέρια πετούμενα σαν ψάρια
+που σπαρταρούν. . .
+
+Περάσανε μέσα από 'να μπουλούκι γυναίκες και παιδιά πούχανε βγη
+σωρός απ' τις πόρτες κ’ είχανε μαζευτή γύρω σταμάξι και ρωτούσανε
+με χέρια σαλευούμενα και χτυπητά στα γόνατα και με ξεφωνητά
+πνιγμένα τον άμαξα, πούχε τα χέρια στις τσέπες. . και ρωτούσαν το
+χωροφύλακα, που κατέβαινε τον κατήφορο σοβαρός, με το πιλίκιο
+στον' αυτί κι ανεβήκανε σταμάξι — κι ο χωροφύλακας μαζί. . . .
+
+Εκεί που πήγαινε ταμάξι, ο Περικλής που μόλις βαστούσε τα δάκρυα
+του (ο Ντίνος ήτον άλαλος σαν πέτρα —) της είπε της Λιόλιας για το
+Νίκο. . της Λιόλιας που γόγγυζε σιγά-σιγά και σάλευε όλη από 'δω
+κι από 'κεί σα νάθελε να φύγη απ’ ταμάξι κι απ’ τον εαυτό της. .
+της ξαναείπε για το Νίκο, πως χτύπησαν το Νίκο. . ο Μίμης ο
+μπαγάσας, που του ζητούσε αφορμή τόσον καιρό πούχαν ξαναμαλλώσει
+δυο φορές ως τώρα. . για το τίποτα. . στην ταβέρνα, εκεί πούχανε
+μπη οι τρεις τους, ο Νίκος, ο Ντίνος κι αυτός ο ίδιος για ‘να
+κρασάκι απ’ το καινούργιο στο ποδάρι. . . επειδή τούπε λέει «ζωή
+σε λόγου σου!» για την γυναίκα του, την πρώτη, και για το
+«μπασταρδάκι» του κι ο Νίκος σήκωσε το χέρι του. . .
+
+Και ταμάξι σταμάτησε. .
+
+. . κ’ ήτον ένα μεγάλο περιβόλι με πορτοκαλλιές και με κάτι μεγάλα
+κυπαρίσια, γεμάτο χλωμούς ανθρώπους με τα νυχτικά τους, με χέρια
+φασκιωμένα, μαντηλοδεμένους, μπαμπουλωμένους μέσα σε κάτι
+βελέντζες σα φαντάσματα πληγωμένα που περπατούσαν ξυπόλητα με
+παντούφλες. . .
+
+. . Κύτταζε γύρω της η Λιόλια με μάτια που δεν έβλεπαν.
+
+. . κ’ έπειτα ήταν κάτι μεγάλες σκάλες και την ανέβασαν που
+τρίκλιζε, με το μικρό το βογκητό πούκανε ολοένα — σα νάτον αυτό
+τώρα η αναπνοή της, σα να τη σήκωνε αυτό και να την πήγαινε. .
+
+. . και την πέρασαν από κάτι μακριούς διαδρόμους κ’ ήτανε
+φωτισμένοι αυτοί με γκάζι μέρα μεσημέρι κ’ εκεί ήτον όλο νέοι
+καλοντυμένοι με τα καπέλλα στο κεφάλι και με μπαστούνια στα χέρια
+και κάτι άλλοι ξεσκούφωτοι με μακριές λινές ποκαμίσες — κι όλοι
+τους κάπνιζαν και μιλούσαν όλοι μαζί δυνατά και της έκαναν τόπο να
+περάση κυττάζοντάς τη μες το πρόσωπο. .
+
+. . κ’ έπειτα βρέθηκε σε μια μεγάλη σάλα όλο κρεββάτια-κρεββάτια
+μ’ άλλα πάλι άσπρα φαντάσματα και μερικά απ’ αυτά βογκούσανε
+δυνατά καθώς περνούσε. .
+
+. . κ’ έπειτα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα κρεββάτι, στην άλλη άκρη, κ’
+εκεί απάνω ήτον τανάσκελα ο Νίκος με τα μαύρα του κατσαρά μαλλιά
+βρεμμένα που ξεχειλούσανε μέσ’ από κάτι άσπρα μαντήλια κ’ ήτον
+κίτρινος σαν αγιοκέρι κ’ είχε ανοιχτά τα μάτια κι ανοιχτό το στόμα
+και ροχάλιζε κ’ έβγαζε κάτι κόκκινους αφρούς και δυο άντρες με
+μπλούζες του ανασήκωναν το κορμί με το χέρι κάτω απ’ τη ράχη. .
+
+. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. .
+
+. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. . σ’ αυτό το κρεββάτι που κοιτόταν
+ο Νίκος —
+
+. . γιατί ήτον ξαπλωμένος αυτού ο Νίκος; τι ήταν αυτά τα μαντήλια
+που τούσφιγγαν το κεφάλι! . . τι έβγαινε απ’ το στόμα του Νίκου! —
+
+. . πετάχτηκε απάνω ο Νίκος και ξανάπεσε βαρύς — —
+
+Κι αυτή άνοιξε τα μάτια της σα νάθελε να του τα πετάξη απάνω του,
+σα νάθελε να βγη αλάκερη μέσ’ απ’ τα μάτια της να πέση απάνω στο
+κορμί του· κ’ είδε τότες ένα φεγγάρι πελώριο μαυροκόκκινο που ήτον
+η πύρινη γλώσσα του κεριού πούχε ανάψει, για το Νίκο στον τάφο της
+Βεργινίας, η ίδια η φλόγα που έτρωγε το κεράκι μέσ’ απ’ τα μαύρα
+χνώτα της καπνιάς, που τώρα είχε θεριέψει κ’ είχε πεταχτή στον
+ουρανό! . . και ξεκόλλησε απ' τον ουρανό το πελώριο μαυροκόκκινο
+φεγγάρι κ’ έπεσε απάνω της και τη σώριασε χάμω — —
+
+ — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+ — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —
+
+ — Γυναίκα του νάν' άραγε, είπε πέρα στο διάδρομο ένας νέος από
+‘κείνους με τις λινές ποκαμίσες σε κάτι άλλους — πούχε περάσει η
+Λιόλια από μπροστά τους.
+
+ — Δεν πιστεύω! αυτή είναι κοριτσάκι: — έτσι θα την έχη.
+
+ — Κουφέτο! Πού παν και σου τις ξετρυπώνουν αυτοί οι
+κουτσαβάκηδες: όλο και τον καλύτερο μεζέ! . . .
+
+ — Τέτοιους θέλουν αυτές· άμα πετύχουν κανέναν από μας, σου λεν
+αμέσως: «Θα με πάρης!» και νάσου βγαίνει ο αδερφός με το μαχαίρι
+στα δόντια — κι ο Παππάς πίσω απ’ την πόρτα! . .
+
+ — Κομματάκι ωστόσο! θα παρηγορηθή εύκολα — μια και μπήκε στο
+δρόμο! είπε με κάποιαν κρυφήν ελπίδα ένα γιατρουδάκι αμούστακο. .
+.
+
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
+
+Πάνω στη Γαργαρέτα είχαν απομείνει οι γυναίκες ένα κουβάρι
+αναμαλλιασμένο — και κύτταζαν κατά το μέρος πούχε φύγει η άμαξα. .
+.
+
+ — Δε στάλεγα εγώ, Κυρία Ευρυδίκη μου, είπε η Χαρζανοπουλίνα της
+παλιάς της έχθρας, πως κακό τέλος θε να πάρη αυτός ο Νίκος; εμένα
+ποτέ δε μ’ άρεσε αυτό το παιδί! . . .
+
+ — Δε λες καλά που. . . είπε η Ευρυδίκη και σταμάτησε — — Καλέ
+είδες, Κυρά Χαρζανοπουλίνα μου, εκείνο το γουρσούζικο! να
+ξεκληρίση ολόκληρη φαμελιά: γυναίκα, άντρα και παιδί σ’ ένα χρόνο
+μέσα! . . .
+
+Κ’ οι δυο κόρες της Χαρζανοπουλίνας έκαμαν:
+
+ — Αχ! —
+
+ — Αχ! — —
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of Project Gutenberg's The Waxen Doll, by Konstantinos Christomanos
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WAXEN DOLL ***
+
+***** This file should be named 27073-0.txt or 27073-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/7/0/7/27073/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.