diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:33:46 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:33:46 -0700 |
| commit | 5c881b6ab2fcaf462fc20dff8e124d5b18ec9e50 (patch) | |
| tree | 0c322d08e91d17871dc77faf17b9f30a4228d2cc /27073-0.txt | |
Diffstat (limited to '27073-0.txt')
| -rw-r--r-- | 27073-0.txt | 5323 |
1 files changed, 5323 insertions, 0 deletions
diff --git a/27073-0.txt b/27073-0.txt new file mode 100644 index 0000000..0e590f6 --- /dev/null +++ b/27073-0.txt @@ -0,0 +1,5323 @@ +The Project Gutenberg EBook of The Waxen Doll, by Konstantinos Christomanos + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: The Waxen Doll + +Author: Konstantinos Christomanos + +Release Date: March 10, 2012 [EBook #27073] +First Posted: October 28, 2008 +Last Updated: November 6, 2009 + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WAXEN DOLL *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Bold words are included in &. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. +Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. + + + +ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ + +ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. ΧΙΩΤΗ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4 + + + +Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ + +Η ΚΕΡΕΝΙΑ ΚΟΥΚΛΑ + + +ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ + + + +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1911 + + +Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή — γιατί απλή και λυπητερή +είναι η ζωή — — + +. . Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και την θάλασσα, +τα λουλούδια και το φεγγάρι! . . . + +Τα παλαιά τραγούδια είναι γεμάτα δάκρυα — και τα χείλη των νέων +που γελούνε φανερώνουν το τόξο της οδύνης: γιατί και χαρά δεν +είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του ναρθή — είναι ο +άμμος πάνω από την πέτρα την αληθινή που τονέ σκορπάει ο άνεμος. +Έτσι ξεγελιούνται κ’ οι καρδιές μας σαν τις μυγδαλιές που πολλές +φορές ανθίζουν προτού ναρθή η πίκρα του χειμώνα . . . + +Εσείς που θα διαβάσετε αυτήν την ιστορία θα σκεφθήτε ίσως πως με +περισσότερην υποταγή κ’ ευγνωμοσύνη πρέπει να ζήσωμε τη θλίψη της +ζωής που μας έδωσε η Μοίρα. Αχ, όσους και να πυργώση η ανθρωπινή +μας περιφάνεια άλικους βράχους μέσα στη ματιά του βίου, πάντα το +θλιμμένο το ποτάμι θα κυλήση κάτω απ’ τις κλωνόγερτες ημέρες μας +τα πονεμένα του νερά, βουβά κι αργά, προς τη μεγάλη θάλασσα τη +σκοτεινή που είναι η ευτυχία η αληθινή — γιατί είναι η αιώνια +αλήθεια . . . + + + +&Το μαραμένο ρόδο.& + + + +Κάθε μέρα γινόταν πιο αδύνατη, πιο μυτερή στο πρόσωπο. + +Κάθε φορά που ήθελ' ανεβή τα λίγα πέτρινα σκαλοπάτια απ' την +κουζίνα, που ήτονε στο υπόγειο, ως τη χωματένια την αυλή, +σταματούσε κι ακκουμπούσε και τα δυο της τα χέρια στα γόνατα, για +να πάρη ανάσα· η μύτη της κέρωνε και τα ρουθούνιά της +ανοιγοκλείνανε σαν τις φτερούγες μιας άσπρης πεταλούδας. Ήταν +αλήθεια λίγο αψηλά τα σκαλοπάτια, μα τόσο λαχάνιασμα πάλι! — + +. . Κι ολοένα ανεβοκατέβαινε απ’ την αυλή στην κουζίνα κι από την +κουζίνα στην αυλή για να ξεπλύνη το μπρίκι τον καφφέ και τα +κουταλάκια της, για να τρίψη την κατσαρόλα της, σαν απότρωγαν αυτή +κι ο άντρας της, κάτω από τη βρύση που δεν έπαυε να στάζη — γιατ’ +ήτονε χαλασμένος ο σωλήνας. + +Μα μπαινόβγαινε κι απ’ την καλή την κάμαρη, που ήτον ισόγεια +σχεδόν μ’ ένα-δυο σκαλοπάτια ξύλινα — Αχ, πάλι σκαλοπάτια! λες +βάλθηκαν κι αυτά να την κουράζουν ακόμα περισσότερο, — πότε για να +τινάξη κάτι προσκεφαλάδες με μεγάλες μάρκες που τις είχε κεντημένα +η ίδια ανεβατό, πότε για να ξεσκονίση τα χαρτένια λουλούδια πούχε +σε δυο φαρφουριά πάνω στην εταζέρα ή για ναπλώση ένα-δυο +ρουχαλάκια πούχε κάνει σαπουνιστά στη λεκάνη και που γαλάζωναν απ’ +το λουλάκι απάνω στο σκοινί· κ’ έσκυβε και σφουγγάριζε τα νερά +πούχανε στάξει απ’ τα ρούχα στα σκαλιά και στις πλάκες μπρος την +πόρτα κ’ έπειτα πήγαινε ναπλώση και το σφουγγαρόπαννο πιο πέρα από +τα ρούχα στο ίδιο το σκοινί, που ήτανε δεμένο απ' το στρόφιγγα της +πόρτας σε μια μικρή ζαλισμένη μυγδαλίτσα — γιατί δεν έφθανε ως τη +μάντρα πέρα. . και κάθε φορά πούρριχνε κάτι απάνω στο σκοινί, η +μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα — που δεν είχε ακόμα ανθίσει — λύγιζε +ίσαμε κάτω και τιναζόταν πάλι απάνω, απ’ του σκοινιού το τράβηγμα, +με τα γυμνά κλαριά της σηκωμένα σα χέρια στον αέρα. Αχ, τι +λυπητερό πράμα να βλέπη κανείς ένα νέο δεντράκι να λυγάη για το +χατίρι ενός σφουγγαρόπαννου ίσαμε κοντά να σπάση και να τρέμη +σύγκλαρο για πολλήν ώρα, απ’ το πόνο του! + +Μα πιο λυπητερό ακόμα ήτονε να βλέπατε τη νέα γυναικούλα να +κρυφοβογκά και να σέρνεται, στραγγίζοντας στα πόδια της, χωρίς να +θέλη να τομολογήση στον ίδιο τον εαυτό της. Γιατί αν το +παραδεχόταν πως ήτον άρρωστη, ήτονε χαμένη: δε θα μπορούσε πια να +ταρνηθή ταντρός της με τόσο θάρρος και με χείλια που για να +χαμογελάσουν της σούρωναν όλο της το πρόσωπο. Εκείνος όμως την +κύτταζε με τα μάτια του τα γαλαζοπράσινα με τα μακριά ματόκλαδα +καρφωμένα πάνω της — την κύτταζε ακόμα κι όταν δεν της μίλαγε. . . + +Τι νέος που ήτον ο άντρας της και τι όμορφος! — όλο αυτό +συλλογιζόταν η άμοιρη. Κι αλήθεια πολύ πιο νέος απ’ αυτή φαινόταν, +κι όχι μόνον από τότε που τα τριαντάφυλλα στα μάγουλά της είχανε +σβύσει, που τα μάτια της δείχνανε βαθουλωμένα κ’ είχαν πεταχτή +ταυτιά της, κίτρινα σα φύλλα φθινοπωρινά. Ήτονε μικροκαμωμένος ο +Νίκος, ενώ η Βεργινία ήτον αψηλή και ξερακιανή απ’ ανέκαθε, με +κάτι κοκκάλες στο πρόσωπο, με μαλλιά κοκκινωπά κι αριά, κ’ έτσι +έδειχνε τουλάχιστο δέκα χρόνια πιο μεγάλη του, που δεν είχαν ούτε +τρία χρόνια διαφορά: αυτός εικοσιδυό, κ’ εκείνη ήτον και δεν ήτον +εικοσιπέντε. + +Κακό πράμα ναν' η γυναίκα και μια μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα +της! Τον αγαπάει μ’ αλλοιώτικη αγάπη από 'κείνονε, με μια φωτιά +πιο άγρια, σα βιαστικιά κι απελπισμένη για τη νιότη που της +φεύγει· και ο καημός αυτός, πέφτοντας μέσα στη φλόγα την ερωτική, +την κάνει κι αποθεριεύει και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά. Κι ο +νέος άντρας πάλι πιο γλήγορα ψυχραίνεται όσο βλέπει να μαραίνεται +το ρόδο της λαχτάρας του και βλέπει γύρω του νανθούν οι κάμποι της +ζωής και τα γλυκά λουλούδια να χαιρετούν τις πλάνες πεταλούδες. . . + +Όταν, το μεσημέρι, κατέβαινε ο Νίκος απ’ τον τροχιόδρομο στη στάση +της Γαργαρέτας κ’ έπαιρνε τους ανηφορικούς δρόμους να πάη σπίτι +του, ψηλά, κάτω απ’ το λόφο του Φιλοπάππου, γύριζαν και τον +κύτταζαν τα κορίτσια στις πόρτες, που περίμεναν τους άντρες του +σπιτιού ναρθούν απ’ τη δουλειά να φαν ψωμί. Τα ξέρετε δα τα αιώνια +κορίτσια στις καινούργιες συνοικίες με τα χαμόσπιτα, που +αντιπροσωπεύουν τανέβασμα στα κοινωνικά σκαλοπάτια, μα ίσως και το +ξεφύλλισμα της εργατικής οικογένειας, τα κοριτσόπουλα με την +κορδέλλα φιόγκο πίσω στα μαλλιά, με σκερτζότζικη ποδίτσα και μπότα +κουμπωτή — έτοιμα πάντα ναδράξουν το χαμόγελο που ανθίζει σε νέα +χείλια κάτω από ένα μουστακάκι. + +Ήτονε να μην τονέ βρουν του γούστου τους, έτσι που περνούσε +πεταχτός και καμαρωτός με το κεφάλι πίσω, χαριτωμένo παιδί +σοβαρευούμενο, σταράτο, με κοντά μαλλιά μαύρα όλο κυματισιές σαν +από ξύλο σκαλιστό; — κι απάνω στα πηχτά μαλλιά ήτον καθισμένη +αλαφρά (σα νάτον αλήθεια πεταλούδα πούθελε να πετάξη) μια σταχτιά +πεταλούδα που τη φορούσε ατσαλάκωτη! Κ’ είχε και κάτι μικρούτσικα +αυτάκια ροδοκόκκινα σαν κορίτσι και τα δόντια του, όταν γέλαγε, +ασπρίζανε σαν το ρύζι κάτω απ’ το μαύρο μουστακάκι, το άστριφτο +ακόμα, που δεν εννοούσε να μεγαλώση: — έτσι έλεγε μέσα της κάθε +φορά που τον κύτταζε με λαχτάρα και θαυμασμό για τα τόσα νιάτα, η +άμοιρη η γυναίκα του. Το στόμα του γέλαγε καμμιά φορά, μα τα μάτια +του δε γέλαγαν, παρά μόνο ανοίγανε διάπλατα σα νανθίζανε, με κάτι +παράξενες κόρες διπλές και τρίδιπλες, γαλαζοπράσινες· και τα +μακριά ματόκλαδα, ίδια κρόσσια που γύριζαν καταπάνω, έκαναν +ολόγυρα στα μάτια μιαν αλλοιώτικη σκιά σαν από κλαδιά γερμένα σε +βαθύ νερό, που σε τάραζε περισσότερο από ματιά και σε τραβούσε σα +μαγνήτης. Κι’ ακόμα πιο ομορφότερος φαινότανε σαν έβγαζε στο σπίτι +το σακάκι του και το κολλάρο και φορούσε μια παλιά λινή μπλούζα +της δουλειάς, γιατί τότες έμενε γυμνός ο λαιμός του πούμοιαζε +ελεφαντοκόκκαλο κιτρινισμένο, ολοστρόγγυλος και απαλός όπως +σταρχαία αγάλματα των νέων θεών — αυτό όμως δεν τόξερε η γυναίκα +του: εκείνη έβλεπε μονάχα το λαιμό του χωρίς να σκέπτεται τίποτα, +με την ψυχή λυμένη. . . Αλήθεια κακό πράμα ναν’ η γυναίκα και μια +μέρα μεγαλύτερη απ’ τον άντρα! Τον αγαπάει αλλοιώτικα, με μια +φωτιά πιο άγρια που της πίνει όλη τη δροσιά — — — + +Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ +δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες +κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο +μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά +του, να στεφανωθή τη Βεργινία. Είχε κ’ η Βεργινία κοντά μια +χιλιαδούλα και κάτι ρουχαλάκια απ’ τη μητέρα της, που την είχε +αφήσει ολάρφανη σε μια δεύτερη της αξαδέρφη πούχε μια φορά κι αυτή +τον τρόπο της, μα σαν απόμεινε χήρα έκανε τη σιδερώστρα. Ο πατέρας +της, πούταν απόστρατος ανθυπομοίραρχος, είχε πεθάνει όταν ήτον +πολύ μικρή. + +Καθόντουσαν τότε με τη θεια της στο Μεταξουργείο κι ο Νίκος έτυχε +να περνάη μια μέρα με κάτι φίλους πούχαν τα σπίτια τους στη +γειτονιά κ’ είδε τη Βεργινία στην πόρτα. Από τότες περνούσε +καθεμέρα κ’ «επιμόνως» κι αυτή τον καλοκύτταζε γιατί τα μάτια του +της είχαν κάνει μάγια. Το βράδυ της έκανε ταχτικά καντάδες με τους +φίλους, στεκούμενοι όλοι μαζί μπουλούκι στην αγκωνή, κάτω απ’ το +φανάρι· μέσ’ απ’ όλες τις φωνές, τις μπάσσες και τις τσιριχτές και +τις τρεμουλάντες, αυτή ξεχώριζε τη δική του πούτον η πιο γλυκειά. +. και σαν κύτταζε απ’ τη μισανοιγμένη γρίλλια του παντζουριού, +θάρρευε πως ξάνοιγε τα μάτια του να λάμπουν κάτω απ’ τη φλόγα του +φαναριού που χοροπηδούσε. . . + +Έτσι παντρεύτηκαν κ’ εκάμανε το σπιτικό τους. + +Απ' τη μέρα του γάμου του, που πήγαιναν οχτώ μήνες τώρα, ο Νίκος +ούτε παρέες πια στα Πατήσια και στο Μοσχάτο, ούτε πιοτί στα +υπόγεια του Άι-Φίλιππα και της Πλάκας κοντά στα μεγάλα βαρέλια +ταραδιαστά, με τους μεζέδες απάνω στο στράτσο απ’ το μπακάλη +βουτηχτούς σταλατοπίπερο, ούτε μπιλιάρδο στον καφενέ. Τίποτα πια! +Απ’ το μαγαζί και στο σπίτι. Τον πείραζαν οι φίλοι του πως δεν τον +άφηνε η γυναίκα του που τούχε λέει βαλημένα τα δυο του πόδια σ’ +ένα παπούτσι. Μα οι γειτόνοι έβλεπαν την αγάπη πούχε το αντρόγυνο +— τόσο που όλο και τον κεντούσε το Νίκο με τα τσουχτερά του τα +λογάκια ο Κυρ Μπάμπης, ο χοντρός μπακάλης στη γωνιά του κάτω +δρόμου: + + — Νισάφι! Την έφαγες τη γυναικούλα σου, Κυρ-Νίκο· δε βλέπεις πώς +εγίνηκε; + +Μα δεν ήτον από του Νίκου τα φιλιά που έρρεβε η καημένη η +Βεργινία. Κάθε άλλο! Όσοι δεν είδατε γυναίκα μαραμένη πώς +ξανανθίζει μες του αγαπημένου αγοριού της την αγκάλη, πώς ροδίζουν +τα μάγουλά της και φλογοκαίν τα χείλη της και τα μάτια της πετούνε +σπίθες, θυμηθήτε τουλάχιστο τα μαραμένα τριαντάφυλλα στο νερό: πώς +σηκώνουν τανθόφυλλά τους και ξαναπαίρνουνε δροσιά και χρώμα και +χύνουν καινούργιο μύρο σα να ξεσκούν εκείνη τη στιγμή! . . . Αλλά +για λίγες ώρες, αχ, για πολύ λίγες μοναχά — — Έτσι κ’ η Βεργινία, +άμα ερχόταν ο Νίκος της! Ξάναβε — λες και μάζευε όσο αίμα της είχε +απομείνει στις φλέβες της, τα στερνά της χρώματα όλα στα μάγουλά +της και τα μάτια της γυάλιζαν υγρά και γινόταν πάλι όμορφη, σχεδόν +όπως ήτον όταν τη στεφανώθηκεν, εδώ κι οχτώ μήνες. + +Στο σπιτάκι, πούχανε νοικιασμένα, είχανε μια μεγάλη κάμαρη στο +ισόγειο και την κουζίνα στο υπόγειο. Είχανε δική τους αυλή με το +πλυσταρειό κι όλα τα χρειαζούμενα. Α, ξέχασα! εξόν απ' τη βρύση +που έτρεχε ολοένα, είχαν και τη ζαρωμένη μυγδαλίτσα. Το άλλο μισό +σπίτι ήτον το όμοιο, μ’ ιδιαίτερην είσοδο· και καθότανε μια χήρα +ενός δικαστικού κλητήρα με δυο κόρες της παντρειάς. + +Εικοσπέντε δραχμές πούδιναν το μήνα τι του πλέρωναν, κι ας ήτον +και βουνό, γιατί μονάχα η θέα κι ο αέρας εκεί απάνω άξιζαν όσο να +πης. + +Από πάνω ο βράχος του Φιλοπάππου που, ό,τι κρύο και νάκανε τώρα το +χειμώνα, τους βαστούσε το Βορριά και τραβούσε όλες τις αχτίδες +απάνω του και σαν έκανε καλωσύνη μύριζε πέτρα λιασμένη και μοναξιά +βουνίσια και γαϊδουράγκαθο διψασμένο. Στο πλάι πίσω, πυργωμένη η +Ακρόπολις, κόκκινη σαν κανέλλα, ίδια κάποιο ατίμητο αρχαίο +χρυσαφικό μαυρισμένο απ’ την παλιοσύνη, με τις δυο κολωνίτσες που +ξεχωρίζουν άσπρες και λιγνές αψηλά στο βράχο, κάτω από τα μαύρα +τείχη, σα να φυλάν βάρδια μπρος απ' τη σπηλιά της Παναγίας. Έπειτα +ο Άι-Γιώργης, αλλοιώτικος από 'δω, μια κανονικιά πυραμίδα +ξεμοναχιασμένη σα νησί. + +Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τ ρ ε λ λ ό ς (πούχει τον ύπνο του +για τρέλλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μιαν +ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κ’ ησκιερή στο ξάπλωμά του. Κάτω του τα +βουναλάκια του Βατραχονησιού και του Σταδίου μ’ ένα κομμάτι απ’ το +μαρμαρένιο φέγγος, με λίγη πρασινάδα στον Αρδηττό πάνω από το +Μετς, και με τα σπιτάκια των Παντρεμενάδηκων ανεβασμένα απανωτού +για να δουν έναν ανεμόμυλο στην κορφή, αφημένον έρημο με τα φτερά +βγαλμένα. Και στο στήθος αυτών των γλυκών λόφων ένας μεγάλος +μαύρος λεκές: τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου που από μακριά +φαίνονται σα να κοιμούνται ορθά, τόνα κοντά στάλλο. . . + +. . Μα δεν κοιμούνται, παρά βουίζουν όλα μαζί σιγαλά και γλυκά σαν +άρπες αλαργινές κι ονειρεμένες· και πίσω από το πιο μελανό και πιο +βουερό κυπαρίσσι κουρνιάζει κρυμμένος ο Χάρος και βγαίνει κάθε +νύχτα με τασημένιο δρεπάνι, πούχει το κρεμασμένο απάνω στον +ουρανό, κουκουλωμένος σε μαύρο ράσο ή με λουλούδια στο κεφάλι, και +σιγοπατάει στους δρόμους και καβαλλάει μάντρες κι ανοίγει τα +κλειστά παράθυρα και τις αμπαρωμένες πόρτες και πέρνει εκείνους +που κρύβουν το πρόσωπο μέσα στα προσκέφαλα για να μην τον ιδούν κι +αφήνει, γελώντας με τα δόντια δίχως χείλια, όσους του φωνάζουνε να +τους λυτρώση. Μα και μέρα βγαίνει και τότε κανείς δεν τονέ βλέπει, +γιατ’ είναι ντυμένος με του ήλιου τις αχτίδες και πιο φεγγερός από +τον ήλιο. . . ! + +Και πιο πέρα πιάνουν κάμποι κι άλλοι λόφοι, που πρασινίζουν απ' το +Γεννάρη, πλατιά ξαπλωμένοι· κι ανεβαίνουν αγάλια-αγάλια όλοι μαζί +αψηλά και με τον άσπρο δρόμο του Φαλήρου αντάμα, σα να τον πιάνουν +απ’ το χέρι να τονέ σηκώσουν, ίσαμε το σπιτάκι· κ’ έπειτα τρέχουν +πάλι όλοι μαζί τον κατήφορο ως πέρα στη θάλασσα. Αχ, η θάλασσα! +τώρα σα γλαυκός αχνός κι όχι σα νερό, ανεβασμένη απάνω στον +ουρανό, τώρα πάλι σαν ασπίδα χρυσή στον ήλιο: και στης ασπίδας τον +αφαλό ένα γιγάντιο μυτερό πετράδι ζαφειρένιο, η Αίγινα με τον ιερό +της κώνο. . . + +Λόφοι εσείς απαλοί και πράσινοι και θάλασσα αρχαία που λάμπεις, με +τα μαύρα καράβια των καημών που σε σιγοπερπατούν! πόσα μάτια σας +έχουν κυττάξει απ’ τον παλιό καιρό, εδώ απ’ το βουνό του +Φιλοπάππου απάνω, σαν τώρα που ξαστράφτει η ομορφιά σας, κι απ' τα +αιώνια νιάτα σας άντλησαν ελπίδα για της ζωής τη χαρά! Κ’ έσβησαν +όλα τα μάτια που σας αγναντέψανε, μα εσείς στεκόσαστε αυτού και +δίνετ’ ελπίδα για της ζωής τη χαρά στα μάτια που θα σβήσουν! + +Κύτταζε κ’ η Βεργινία από πάνω απ’ τη μάντρα της αυλής της κι από +το μόνο παράθυρο της κάμαρής της κ’ έπαιρνε κουράγιο κ’ ελπίδα από +τη χαρά της αλαργινής χλόης κι από της θάλασσας τη λάμψη, τη +γλαυκή κι αμάραντη, πως σαν ερχόταν το καλοκαίρι και πιάναν οι +ζέστες, θε να δυνάμωνε κι αυτή και θε να στερέωνε η υγεία της. +Έτσι της είχε πη ο γιατρός ο γυναικολόγος, πούχε φέρει ο Νίκος +όταν της ήρθε εκείνο το περιστατικό, στον τρίτο μήνα της απάνω, +που κόντεψε να πεθάνη κι από τότε δεν είχε δη χαΐρι. + +Ήρθε δυο φορές τότες ο γιατρός και της είχε δώσει κάτι στάλες +κόκκινες, πικρές φαρμάκι, να τις παίρνη, προτού να φάη και κάτι +μαύρα χάπια που έλεγε ο Νίκος πως ήτανε σίδερο για να δυναμώση να +γίνη σίδερο. Θυμόταν το γιατρό με τα γυαλάκια του, με τα γενάκια +τα ξανθά, γυαλιστερά και μοσχομυρισμένα από πουμάδες και κομμένα +κάτω στα ίσα, ολόγυρα στο πλατύ άσπρο πρόσωπο με τα ροδοκόκκινα +μαγουλάκια. Τι σαχλός που ήτον! Κ’ έκανε και το νόστιμο· κι όλο +γελούσε για να φαίνονται τα δόντια του· κι όλο ακκουμπούσε στο +μπαστούνι του με την ασημένια γοργόνα για να δείχνη τα παχουλά του +τα χέρια. Κοντά του στεκόταν ο Νίκος, το μελαχρινό και ανδρικό +αγόρι. Για κύττα τον έναν, κύττα και τον άλλον! Τι διαφορά! Κ’ η +καρδιά της χτυπούσε πιο γλήγορα ίσαμ’ απάνω στο λαιμό από μιαν +αλάλητη τρυφερότητα και παράδοση όλης της υπάρξεώς της στο γλυκόν +της το Νίκο και σαν από μιαν ελπίδα, που δεν υπάρχει πιο γλυκειά +για τη γυναίκα. . . + +Δεν της είχε πη ο γιατρός πως την είχε σαβανώσει για πάντα εκείνην +την ελπίδα που δεν υπάρχει πιο γλυκειά για τη γυναίκα: να γίνη +μητέρα. Κ’ έτσι έλπιζε πάντα, άμα που θαρθή το καλοκαίρι ναλλάξουν +τα πράματα. + +Κι όταν ο Νίκος την κύτταζε βαθιά με τα μεγάλα του τα μάτια σαν +άνθη που ρωτούσανε, νόμιζε πως γι’ αυτό τηνέ ρωτούσαν και χαμήλωνε +τα δικά της και χλώμιαινε ακόμα περισσότερο από τη ντροπή της που +δεν ήτον ακόμα γερή σαν πρώτα. + +Ο Νίκος όμως δεν ήτον τυφλός κι ούτε κουφός να μην ακούη τα τι +λέγανε στη γειτονιά και προ πάντων τα κορίτσια καθώς περνούσε: +«Κρίμας το νέο να πάρη εκείνη τη χτικιάρα!» — — + +Μια μέρα βγήκε η Βεργινία απ' την πόρτα του σπιτιού της ναδειάση +το κασσόνι με τα σκουπίδια πίσω από τη γωνιά της μάντρας, κατά το +βουνό, που ήτανε σωροί-σωροί λιθάρια και σπασμένα μπουκάλια και +πιάτα και παλιόχαρτα και πάτοι από ντενεκέδες και στριφογυρισμένα +τσέρκια από βαρέλια και λαμποκοπούσαν όλα στον ήλιο σα θησαυροί +ατίμητοι. Έκανε τώρα να γυρίση πίσω, λαχανιασμένη, μόλις σέρνοντας +τα πόδια της, κ’ έξαφνα βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια +γειτόνισσα απ’ τον κάτω δρόμο, την Κερ-Αριστείδαινα, πούτον αδερφή +της χήρας του δικαστικού κλητήρα που κατοικούσε πλάι, κ’ ερχόταν +κι αυτή να ρίξη τα σκουπίδια της. + + — Καλέ κορίτσι μου, της λέει εκείνη μόλις που την αντίκρυσε, +τρελλάθηκες, στην κατάσταση που βρίσκεσαι, να σηκώνης κοτζάμ +κασσόνι και να το κουβαλάς μισή ώρα δρόμο! Δεν πας να δης στον +καθρέφτη τα χείλια σου πώς γινήκανε! Μήστητί μου Κύριε! Δεν +παίρνεις κανένα κοριτσάκι να σου βοηθάη στη χοντρή δουλειά, αφού +δεν έχεις την υγειά σου; Εσείς τον τρόπο σας τον έχετε. Ναν’ καλά +ο άντρας σου! Δυό νοματέοι είσαστε. Από παιδιά κι από σκυλλιά έτσι +κ’ έτσι δεν έχεις φόβο. Αυτό να το βγάλης απ’ το νου σου. Μας +τόχει πη εμάς ο γιατρός· τον αρώτησε η αδερφή μου — + +Σαν άκουσ’ έτσι η Βεργινία πάγωσε όλη· ο λάρυγγας της έκλεισε· τα +μάτια της ανοίξανε διάπλατα, θόλωσαν, οι βολβοί γυρίσανε μέσα και +φάνηκε όλο τασπράδι. . και σωριάστηκε χάμω, άσπρη σαν το σεντόνι, +απάνω στο σωρό των σκουπιδιών που έλαμπαν — + +Έμπηξε η Κερ-Αριστείδαινα τις φωνές και βγήκε η αδερφή της με τις +κόρες της κ’ έτρεξαν και κάτι άλλες γειτόνισσες και τη μπάσανε +σπίτι της και με τριψίματα και ξύδια, έπειτα από κάμποση ώρα, τη +συνεφέρανε. + +Σαν ήρθε το μεσημέρι ο Νίκος, τον περίμεναν απέξω από την πόρτα +του οι γυναικούλες για γα τον προφτάσουν τα μαντάτα και να του +πουν πως δηλαδή δεν κάνει καλά να την αφήνη τη γυναίκα του να +παιδεύεται με το νοικοκυριό της, αφού δεν έχει την υγειά της. +«Όλος ο κόσμος το λέει αυτό κ’ είναι κρίμας, γιατ’ είναι ήσυχη +γυναικούλα και φρόνιμη — μόνο που δεν έχ’ υγεία! Ο λόγος είναι να +μην πάθη κανείς κι απέ ύστερα — βλαστήματα! Εμ χάνεις τον άνθρωπό +σου, εμ βασανίζεσαι και ξοδεύεσαι στα γιατρικά! . . .» + +Ο Νίκος γίνηκε κατακίτρινος σαν το φλουρί· τα μάτια του μαύρισαν. +Ευχαρίστησε τις γυναίκες για τη συμπάθεια που του δείχνανε, μόλο +που τουρχότανε να τις πνίξη με τα δύο του τα χέρια. + +Ηύρε τη Βεργινία στο κρεββάτι, κλαμένη, με ταριά της τα κόκκινα +μαλλιά μουσκεμένα· δεν μπόραγε να σήκωση το χέρι της απ' την +αδυναμία — — Δεν έβγαλε το σακκάκι του, ούτ’ έβαλε ψωμί στο στόμα +του· μόνο το ένα του παπούτσι τράβηξε λιγάκι, γιατί τονέ στένευε. +Έβαλε να ζεσταθή στο καμινέτο λίγο γάλα, πούπαιρναν κάθε πρωί απ’ +την κατσίκα μιας γειτόνισσας. . έπειτα κάθισε κοντά στο κρεββάτι +και της τόδωσε της Βεργινίας να το πιεί, ανασηκώνοντας της το +κεφάλι. + +Η Βεργινία ήθελε να του πη, μα δεν μπόραγε να βγάλη μιλιά — μόλις +που κατάπινε. Κύτταζε το χέρι του που κρατούσε το φλυντζάνι, το +αντρίκιο και δυνατό με τις μαύρες τριχίτσες ως απάνω στα δάχτυλα, +πούτον αγριεμένο και χονδρόπετσο απ’ τα ξύλα και τα εργαλεία, και +τώρα γινότανε σα γυναικείο, για να της δώση να πιή και της ήρθε να +το φιλήση, να το φιλήση — μα ντράπηκε — + +Κι αυτός δεν της έλεγε τίποτα. Στην αρχή, καθώς μπήκε μέσα, της +είπε: + + — Δεν έχεις τίποτα. Αύριο θα σου φέρω το γιατρό να σου γράψη +κανένα άλλο γιατρικό να σου περάση. + +Κ’ έπειτα δε μίλησε πια, παρά κύτταζε μπροστά του. . . + +Είναι άνθρωποι που ζούνε σα χόρτα και κοτρώνια — ζουν και δε +μιλούνε, μόνο βλέπουν τη ζωή τους σαν τα χόρτα και τα κοτρώνια: τη +βλέπουνε σε μεγαλύτερο βάθος, με περισσότερη ένταση από εκείνους +που ξεφωνίζουν και ξέρουν και λεν το τι αισθάνονται — γιατί μπορεί +και λέγεται με λόγια. . . + +Κύττα λοιπόν κ’ εσύ, αγόρι μου, τον άσπρο γύρο τον κολλαριστό του +νυφικού σου κρεββατιού και μέτρα τις θηλειές της χερόπλεχτης +νταντέλλας κάτω-κάτω! Κύττα μια μεγάλη άρρωστη μύγα, που δεν +πέθανε το χειμώνα, πώς πετάει, βαριά, με βόμβο μονότονο από το +τζάμι στην πλεχτή κουβέρτα και πίσω! Ξεχώριζε με τα μάτια σου τα +πολύχρωμα κουρελάκια πούναι φτειαγμένο το χαλάκι μπροστά στον +καναπέ: τέσσερα κόκκινα και στη μέση ένα μαύρο, τέσσερα μπλε κ’ +ένα μαύρο και πάλι κόκκινα με πράσινο, και στο καθένα μια +σταυροβελονιά με κίτρινο μετάξι . . . Αχ τι στενοχώρια τι +στενοχώρια! — + +Όλα αυτά ειν’αιώνια μπροστά στην χαρά της ζωής! – + +Κι αν τα μάτια σου αγναντεύουν φως χρυσό και καθρεφτίζουν τη +θάλασσα την μακρινή και τον ουρανό που κατεβαίνει ως μέσα στο +παράθυρό σου – από τα βάθη τους όμως αναβρύζει σκοτάδι, σκοτάδι, +σκοτάδι. . . + +Την άλλη μέρα ήρθ’ ο γιατρός για τη Βεργινία. Έβαλε ταυτί του στην +καρδιά της που μόλις ακουγότανε (με μισόκλειστα μάτια κύταζε +χαδευτικά την ξανθή γενιάδα του πούτον πλαγιασμένη με φιλάρεσκη +συγκατάβαση απάνω στο φτωχό στήθος της Βεργινίας). . έπειτα έπιασε +το σφυγμό. . κύτταξε τα ματόφλουδά της από μέσα πούταν ξέχρωμα — +ανασήκωσε με το δαχτυλο τα χείλια της να δη τα γουλιά πούταν κι +αυτά σχεδόν άσπρα. Είπε πως έχει μεγάλη αναιμία και να μείνη +κάμποσες μέρες στο κρεββάτι ακίνητη ως ναναλάβη. Την εμπόδισεν εδώ +και πέρα να κάνη τον παραμικρότερο κόπο κι ούτε και να συγχίζεται. +Έπειτα έγραψε κάτι καινούργια φάρμακα: πρώτα ένα νερό κιτρινωπό +σαν τσάι που θα γράφη απόξω στο μπουκάλι «Δακτυλίτις», να παίρνη +δυο κουτάλια της σούπας, ένα το πρωί κ’ ένα το βράδυ, για τρεις +μέρες το πολύ, κ’ έπειτα από λίγες μέρες ξανά δεύτερο έν' άλλο που +θάχη χρώμα σκούρο κόκκινο και θα λέη «Κολά», να βάζη από μισό +κουταλάκι ή καμμιά εικοσαριά στάλες στο κρασί της — τρία δάχτυλα +κρασί μαύρο κάθε φορά, όχι περισσότερο. Φαΐ δυναμωτικό κι αλαφρό: +σούπα μ’ αυγό χτυπητό, λίγη μπριζόλα με το αίμα, μυαλό και +σοκολάτα πλάκες όση θέλει. Και να παίρνη πάντα τις πικρές της +στάλες και τα χάπια. Σε δύο-τρεις μέρες, είπε, θα ξαναπεράση. +Συμβούλεψε κι αυτός το Νίκο να πάρη κάποια γυναίκα στο σπίτι να +νοιάζεται και την άρρωστη, όταν θα λείπη αυτός. Ο Νίκος τον +ξέβγαλε ίσαμ’ έξω απ’ την πόρτα. Στάθηκαν απόξω και μίλησαν αρκετή +ώρα! . . . + +Ο Νίκος ξαναμπήκε μέσα κατσούφης. + + — Να πας στη θεια Ελέγκω, του είπε η Βεργινία, να της πης να μας +στείλη τη Λιόλια, την ανεψιά του αντρός της. . . Είναι καλό +κορίτσι. . δεν έχει κανένανε στον κόσμο. . . Σαν ήμουνα στης θειας +ήτανε μικρή. . πήγαινε στων Απόρων Γυναικών. Τώρα θα κοντεύη +δεκαεφτά χρονώ. Η θεια μπορεί να κάνη και χωρίς αυτήνα . . . + +Λαχάνιασε για να πη αυτά τα λίγα λόγια και τα μάτια της κύτταζαν +τον Νίκο σαν να του ζητούσανε συγχώρηση. + + — Λιόλια τη λεν; — είπε μοναχά ο Νίκος. + +Τι γλυκό που ακούστηκε τόνομ’ αυτό απ’ το στόμα του και σα με μιαν +απήχηση πίσω του — τόσο που ξαφνίστηκε κι ο ίδιος. . . + + + +&Τάσπρα μάτια.& + + + +Έτσι λοιπόν ήρθε η θεια Ελέγκω κ’ έφερε τη Λιόλια. + +Ήτονε σχεδόν παιδί ακόμα, που δεν έδειχνε πως τάχε κλεισμένα τα +δεκάξη, καθώς έλεγε η θεια, — ένα κοριτσάκι με κοντό φουστανάκι, +απαλό και στρουμπουλό σαν κάτι άσπρες γατίτσες που νομίζεις πως +δεν έχουν κόκκαλα. Είχε μεταξένια καστανά μαλλάκια με λάμψεις +χρυσές και χείλια κόκκινα και υγρά, μισανοιγμένα σαν ανθόφυλλα. +Σαν κάποιο ξημέρωμα γλυκό ήτον απάνω της, αλάλητο. + +Καθότανε ντροπαλή στην άκρη του καναπέ και ξέφτιζε τη φράντζα του +τραπεζομάντηλου που ήτον είδος κινέζικο, μαυροκίτρινο, και τόχε +αγοράσει η Βεργινία τέσσερες δραχμές από 'να γυρολόγο. . . + +0 Νίκος στεκόταν ορθός στον κομμό και στριφογύριζε απάνω σε δυο +του δάχτυλα την αλυσσίδα των κλειδιών του. . + +Ενόσω μιλούσε η θεια Ελέγκω, ξεχειλιστή απάνω στην καρέκλα κοντά +στο κρεββάτι της Βεργινίας, τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά +κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της +Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: +στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις +κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί +μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν +. . . + +Λαχτάρα μου! — — — + +Η Βεργινία ήτον πολύ ξαναμμένη και μιλούσε με κόπο, μα και με μια +ξεχωριστή ζωηράδα, λες και μάζευε όλη της τη δύναμη για να κρύψη +απ’ τους ξένους το χάλι της. + +Σαν τα αποείπανε, σηκώθηκε η θεια Ελέγκω να φύγη φίλησε τη +Βεργινία: + + — Θάρχωμαι, Βεργινίτσα μου, να σε βλέπω πιο συχνά τώρα· να βλέπω +και πώς τα πάει κ’ η Λιόλια. Μη σεκλετίζεσαι! περαστικά είναι. Νά +κ’ εμένα που με βλέπεις τόση κι άλλη τόση, τα ίδια δεν τράβηξα το +πρώτο χρόνο της παντρειάς μου; θα πης πως δεν έκανα παιδιά! — +Ξορκισμένα νάναι! Άμα έχης τον άντρα σου, τι άλλο θέλεις; για +μπελά μόνο; . . . Κ’ εσύ, Λιόλια, το νου σου! να κυττάς τη +Βεργινία που την είχα σαν παιδί μου — προσεχτική και πρόθυμη σαν +κορίτσι του σπιτιού. Κι ό,τι σου πη ο Κυρ Νίκος που είν' ο +καημένος κι αυτός σαστισμένος. . . Από νοικοκυριό πια άλλο τίποτα, +Βεργινίτσα μου. Την έχω στρωμένη. Αμ τα ξέρεις δα κ’ εσύ! . . . +Περαστικά Κυρ Νίκο! αυτά έχ' η παντρειά. Μικρός-μικρός μπήκες στα +βάσανα, έ — ε — έχ! Όποιος τρώει τα καρύδια σπάνει και τα τσέφλια, +Κυρ Νίκο μου — ού . . . + +Και βγήκεν έξω, σκασμένη στα γέλοια για ταστείο της. + +Κι απόμειναν οι τρεις μονάχοι — + +Της φώναξε αχνά της Λιόλιας η Βεργινία και της είπε να πάρη τα +κλειδιά, να βγάλη λάδι απ’ το ντουλάπι της κουζίνας και να ψήση τα +ψαράκια πούχε φέρει ο Νίκος αποβραδύς, να βράση το γάλα και ταυγά. +. . + +Τα γλήγορα κι αλαφρά πατήματά της απηχήσανε στα σανίδια της +κάμαρης κ’ έξω στις πλάκες της αυλής. Και σε λίγο ξανάρθε μέσα και +ρώτησε τη Βεργινία να κάμη λίγα ψάρια και στη σχάρα με το λεμόνι; +και πάλι τάπ — τάπ — τάπ έκαναν τα βήματά της. . . κ’ έκανε άνεμο +με την κοντή φουστίτσα της, σα γοργοδιάβαινε με τα κλειδιά +κουδουνιστά στην τσέπη της ποδιάς της που η πρώτη της δουλειά +ήτονε να τη βγάλη από το μπογαλάκι πούχε φέρει μαζί της και να τη +φορέση. . . + +. . Ένας αέρας αλλοιώτικος, σαν κάποιο φως μπήκε στο σπίτι που ως +τώρα ήτον αφώτιστο, πνιγμένο απ’ την περίχυτη κούραση και το +βαστηγμένον πόθο της άρρωστης γυναίκας. + +Όταν γύρισε ο Νίκος απ’ το μαγαζί, έλαμπε από τάξη και πάστρα η +κάμαρη που δύο μέρες τώρα είχε μείνει ασυγύριστη: μια γλυκειά +ησυχία ήτον πεσμένη απάνω στα έπιπλα, στης Βεργινίας το κρεββάτι, +με την άσπρη κουβέρτα όμορφα τεντωμένη, και στο πρόσωπο της +Βεργινίας ακόμα πούτον πιο άσπρο απ’ το προσκέφαλο της, +ταναπουπουλιασμένο. + +Αισθάνθηκε τότες ο Νίκος πως δεν ήτον πια μονάχος στο σπίτι μ’ +αυτόν το μυστηριώδικο εχθρό, την κρυφή αρρώστια που έτρωγε το +κρέας της γυναίκας του κάτω απ’ το πετσί της και της έπινε το αίμα +και τη νειότη της. + +Γύρισε η Βεργινία το κεφάλι της να τονέ χαιρετήση και φάνηκε το +άσπρο των ματιών της σταχτερό, χωρίς λάμψη κ’ η κόρη ξέχρωμη, σα +νάταν η κόρη και τασπράδι ένα πράμα. Άνοιξε τα χείλια της τα +παννιασμένα να του χαμογελάση κ’ είδε ο Νίκος τα γουλιά σαν από +ξέθωρο, σβησμένο κοράλλι, πούκαναν τα δόντια της να φαίνονται +κατακίτρινα. + +Τι λύπη! τι λύπη! — — — — + +Κ’ η ματιά του έπεσε και στο πρόσωπο της Λιόλιας, που μόλις μπήκε +αυτός μέσα, σηκώθηκε απ’ την καρέκλα κοντά στο κρεββάτι που +καθόταν κ’ έραβε και τονέ χαιρέτησε μ’ ένα βυσσινύ χαμόγελο, +ρίχνοντας με το χέρι πίσω κάτι σγουρόμαλλα απ’ το μέτωπό της. Και +το χαμόγελο αυτό, η όψη της η ανθισμένη σα να τον ξεκούρασαν απ’ +τη λύπη του μονομιάς, σα να τούδωσαν κάποιο θάρρος αλοιώτικο και +μίαν ελπίδα αόριστη για κάτι καλό πούτονε νάρθη, αφάνταστο. + +Άθελα, εκεί που κάθησε να φάη, ακολουθούσε με το βλέμμα του τη +Λιόλια που μπαινόβγαινε κ’ οι ματιές του ακκουμπούσανε σκεπτικές +στα καστανά της τα μαλλιά, που τάχε σηκωμένα πίσω αψηλά σε μια +χοντρή πλεξούδα, έπειτα πάλι έπεφταν απάνω στο στενό της το +πολκάκι, στα κουμπάκια που σπαράζανε σε κάθε αναπνοή της. . · + +Κ’ η Λιόλια κάθε τόσο έλεγε με μια φωνή χαμηλή και τραγουδιστή: + + — Κυρία Βεργινία! να σας φέρω τώρα το ζουμί σας;. . . Να σας κόψω +τη μπριζόλα σας; Να βάλω να ζεσταθή το γάλα σας ή το θέλετε το +βράδυ;. . . Θα του φθάση το φαΐ του Κυρίου Νίκου ή να του ψήσω και +δυο αυγά; + + — Πώς να δη ο Νίκος τάσπρα μάτια της Βεργινίας καρφωμένα απάνω +στο πρόσωπό του, αφού κύτταζε αλλού; Το περίεργο μόνο είναι πως +δεν ανταμώθηκαν οι ματιές του απάνω στης Λιόλιας το κορμί, γιατί +και της Βεργινίας τάσπρα μάτια περπατούσανε μαζί με τα καμώματα +της Λιόλιας και πήγαιναν απ’ τη Λιόλια στο Νίκο και πίσω. . . + +Ω σκεπτικά μάτια του νέου αγοριού, τι φταίτ’ εσείς που +γλυκαινόσαστε, σαν ήσαστε πρώτα πικραμένα και τυφλά απ' το σκοτάδι +κ’ έξαφνα αγναντεύετε ένα λουλούδι γλυκό που σιγοκαμπανίζει μέσα +στην αύρα της ψυχής σας;. . . Λάμπει πάλι χρυσός ο ήλιος της +νεότητός σας και ξυπνάει η λαχτάρα σας σαν κάποια μοσχοβολιά +πούτον κρυμμένη βαθιά-βαθιά κάτω από τους μαραμένους μενεξέδες. . +. + +Κ’ η Βεργινία είδε τα μάτια του αγοριού της να γλυκαίνωνται, +νανοίγουνε διάπλατα σαν άνθη στον ήλιο, όταν ακκουμπούσαν απάνω +στα μαλλιά της Λιόλιας και στα χείλια της τα υγρά κι ανοιγμένα +πάντα σαν κόκκινα ανθόφυλλα και στο πολκάκι της με τη σειρά +κουμπάκια, και δεν έβλεπε πια τίποτε άλλο απ’ όσα ήτανε γύρω της +κι απ' όλη τη ζωή που είχε ακόμα μέσα της κι απ’ όλη την αρρώστια +που της είχε ζωσμένο το κορμί της και της τότρωγε – τίποτα! εξόν +αυτό μονάχα. . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + + — Πού θα τη βάλωμε να κοιμηθή, είπε η Βεργίνα του Νίκου, άμα ήρθε +το πρώτο βράδυ. Και σα ναπαντούσε γι’ αυτόν, πρόσθεσε με βία: Στην +κουζίνα είναι πλάκες και δεν έχομε στρίποδα. . ούτε και ρούχα — + + — Να πέση στο κρεββάτι μαζί σου κ’ εγώ στρώνω χάμω. + +Η Βεργινία κούνησε το κεφάλι της πως «όχι» — + + — Τότε να στρώση την αντρομίδα μπροστά στο κρεββάτι κοντά σου, +μήπως και θέλησης τη νύχτα τίποτις. . . + + — Δε φθάνουν οι κουβέρτες — + + — Της δίνομε το πάπλωμα κ’ εμείς σκεπαζόμαστε με το νυφικό μας. + +Μια λάμψη πέρασε από τα ξεθωριασμένα μάτια της Βεργινίας σαν +αντιφεγγιά από κάποια φλόγα που 'καιγε άσωστη στα βάθη της ψυχής +της. . . + +Έτσι κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα η άσπρη Βεργινία και ο μαυρειδερός +ο Νίκος σκεπασμένοι με το νυφικό τους πάπλωμα από ατλάζι γαλάζιο, +με κίτρινη φόδρα, με τους πολλούς μπακλαβάδες και τις όμορφες +στριφτορραφές ολόγυρα, που απ’ τη νύχτα του γάμου τους έμενε +κλεισμένο μες το σεντούκι και μόνο κάθε μεγάλη σχόλη στρωνόταν +αποπάνω απ’ το κρεββάτι κι άπλωνε τη γλυκειά του λάμψη σα θάλασσα +Κυριακάτικη. . . + +Αλήθεια σα θάλασσα γαλάζια και εκστατική έμοιαζε καθώς ήτονε φαρδύ +και μακρύ και χυνόταν ίσαμε κάτω στα πάτωμα. + +Του Νίκου, πούτονε γυρισμένος κατά τον τοίχο, μόλις φαινότανε λίγο +το κατσαρό μαλλί που τόχε τούφφα πάνω απ’ το μέτωπο. Μα της +Βεργινίας το πρόσωπο ήτον όλο απόξω, σα να φοβότανε μην πνιγή, κι +άσπριζε σα μια χούφτα αφρός απάνω σ’ ένα κύμα απλωτό — αφρός που +δεν ήθελε να λυώση. Και στα βάθη του αυτό το κύμα έκρυβε τη δύναμη +και την αρρώστια — κ’ η αρρώστια λαχταρούσε τη δύναμη, την +κοιμισμένη. . . Και το κύμα έπεφτε από πάνω από της Βεργινίας το +αδυνατισμένο κορμί και φιλούσε της Λιόλιας, που κοιτότανε στο +πάτωμα, το γλυκό παρθενικό κεφάλι. . . + +Όλη τη νύχτα τα μάτια της Βεργινίας ασπρίζανε μες στο σκοτάδι που +χύθηκε βαρύ και βουερό σαν απόσβησε το καντήλι, ορθάνοιχτα. . κ’ +έκαναν τον ίδιο δρόμο πούκαναν όλη την ημέρα: απ’ το μέρος του +Νίκου κατά το μέρος της Λιόλιας — χωρίς να βλέπουν. . . ως που +ξημέρωσε — — + +Και περνούσαν οι μέρες. . . + +Όταν ο Νίκος τη ρωτούσε τώρα τη Βεργινία πώς ήτον και της μιλούσε +με τόση γλύκα, με τόσα πολλά λόγια — αυτός που άλλη φορά σε μιαν +εβδομάδα μέσα δεν εύρισκε τόσες λέξεις να της πη — και με μιαν +ηχερή φωνή που σα νάτρεμε κρουσταλλένια κάτι χαρούμενο μέσα της, +και μονάχος του της έδινε να παίρνη τα γιατρικά της και της +μετρούσε τις στάλες σα να τις χαιρόταν κι αυτές ακόμα, και της +έκοβε τη μπριζόλα και της βαστούσε το πιάτο της σούπας της με το +χτυπητό αυγό, για να μη σηκώνη πολύ το χέρι της και κουράζεται, — +η Βεργινία κυττούσε μονάχα τα μάτια του. Και πολλές φορές συνέβηκε +να χυθή το γιατρικό κ’ η σούπα επάνω της, γιατί κι αυτός κυττούσε +αλλού — — — + +Και περνούσαν οι νύχτες. . . + +Τι νύχτες ήταν εκείνες! Δεν ήταν ο Νίκος που κοιμότανε στο πλευρό +της; — τόσο βαθιά, τόσο βαθιά! — Γιατί δεν την έσφιγγαν τα δυνατά +του χέρια σαν πρώτα; γιατί δε γύρευαν τα χείλια του τα δικά της; — +το ζεστό κορμί του το δικό της που κρύωνε αιωνίως;. . . Αχ, η +Πίκρα κ’ η Σιγαλιά κάθονταν άγρυπνες στο προσκέφαλό της και της +έπιαναν τα στήθια και της πάγωναν τα χέρια ίσαμε τα νύχια. . και +την καρδιά του Νίκου — + +Όλη η ζωή που της έμενε είχε μαζευτή αυτόν τον καιρό στα μάτια +της: αυτά μιλούσαν, αυτά φώναζαν, αυτά έτρεχαν απάνω — κάτω και +σηκώνανε χέρια παρακαλεστά, αυτά σπάραζαν και σβήνανε λιγόθυμα. Η +ίδια δεν είχε πια δύναμη να τα κάνη όλ’ αυτά κ’ η φωνή της δεν +μπόραγε να πη τα όσα ήθελε. . . + +Δεν πέρασαν δεκαπέντε μέρες, κ’ η Βεργινία κατάλαβε πως για νάναι +του Νίκου τα μάτια πάντα γλυκά σαν τώρα κ’ η φωνή του τόσο διάτορη +και κρουσταλλένια και κρυφοχαρούμενη, αυτή ήτον πια περιττή — και +κατάλαβε τότες πως δεν της χρησίμευε πια ούτε της ίδιας να ξαναύρη +την υγειά της. + +Κι αυτό την έρριξε πιο βαριά κάτω. + +Όταν ξανάρθε ο γιατρός της έγραψε κι άλλη Δακτυλίτιδα κάθε δυο +ώρες τώρα, και πάλι δυναμωτικά κ’ είπε να μη σηκωθή απ’ το +κρεββάτι — μα και να ήθελε, μπορούσε; — — + +Και ο Νίκος καθεμέρα γινόταν πιο πεταχτός, πιο χαρούμενος. — Σαν +περπατούσε στο δρόμο ανασήκωνε τις φτέρνες πριν ναγγίξουν το χώμα, +έρριχνε πίσω το κεφάλι και κύτταζε ολόγυρα με μάτια φεγγερά να δη +τον κόσμον όλο πούτονε δικός του . . κι ανάσαινε βαθιά με τα +ρουθούνια διάπλατα, σα να μην τούφθανε ο αέρας γύρω για τα δυνατά +πλεμόνια του. . . Στο μαγαζί του λέγανε: «Μωρέ Νίκο! τι έπαθες, +μωρέ Νίκος μπας και σούρθε καμμια κλερονομιά;» — Κι’ αυτός +γελούσε: «Εγώ τι έπαθα, για εσείς τι πάθατε και κοιμόσαστεν +ορθοί!» + +Να τονέ βλέπατε πώς έπιανε το σκαρπέλλο και τη σγόρμπια στο χέρι +και τα χτυπούσε με τη ματσόλα μες το ξύλο σα νάθελε να τα κάμη όλα +τρίψαλα! Ο μάστοράς του φώναζε: «Ε!! Νίκο! έχει εκατό δραμές αυτή +η καρυδιά! Δεν είμαστε, καλά, λέω 'γώ!» Αυτός όμως μάζευε τα +χαλινάρια του τη στιγμή πούπρεπε και γύριζε ταργαλείο με μια +στρογγυλή και τρυφερή κίνησι σαν αγκάλιασμα, γλήγορη κι απαλή σα +χάδι κρυφό, κ’ έξυνε κ’ έγλυφε το αυγό που σκάλιζε και την αχιβάδα +και το φλασκόφυλλο και τον άκανθο, ως που το σίδερο γινότανε φωτιά +μέσα στα χέρια του. Και το ζεστό σίδερο φιλούσε, φιλούσε το ξύλο +κι αυτό γινότανε μαλακό και γλυκό, σα να ζωντάνευε, κι άνοιγε, σαν +ταχείλι στα φιλιά, κι έβγαιναν όλο φυλλαράκια και βλαστοί +πανώριοι, μυριοπερίπλοκοι, και ρόδια και σταφύλια, που χύνονταν +όσο ένα κέρας, και γυναίκες με βυζιά πεταχτά και Κένταυροι με τις +ουρές ορθές και με τόξα που σαϊττεύαν αόρατους εχθρούς κι +αγριάνθρωποι με τράγινα μεριά και μυτερά αυτιά και Χίμαιρες και +Σφίγγες με φτερά. . . Πόση δουλειά έβγαινε τώρα από τα χέρια του! + +Κι όμως πρώτος απ’ όλους, μόλις βαρούσε η καμπάνα, τα βροντούσε +όλα χάμω κ’ έτρεχε σπίτι, κόβοντας δρόμο απ' την Πλάκα και την +Άγια Αικατερίνη κ’ έπειτα πίσω απ' το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, για +να οικονομήση και το καθημερινό έξοδο του τροχιόδρομου — καθώς +έλεγε στον εαυτό του. Μα αλήθεια ήτον πως τουρχόταν έτσι να +κουνηθή, να τρέξη, και δεν τονέ βαστούσε πια στα καπούλια του +Κωλοσούρτη να κάνη χάζι τα σκέρτσα του!! + +Έμπαινε στο σπίτι σαν ανεμοστρόβιλος! . . βροντούσε τις πόρτες και +τις καρέκλες . . γελούσε με το καθετί και με την άρρωστη ακόμα τη +Βεργινία. + + — Σα λεμόνι μου είσαι πάλι σήμερα Βεργινίτσα μου! — θα σε στίψω +να σε κάνω λεμονάδα — + +Και σε λίγο πάλι έλεγε: + + — Μπα δεν έχεις τίποτις! Απ’ την ημέρα που μπήκε η Λιόλια στο +σπίτι είσαι πολύ καλύτερα. Και τα προχτές σαν ήρθε η θεια Ελέγκω +μονάχη σου της τόπες. Δεν λέω αλήθεια; Νά που γελάς κ’ η ίδια! — +γελάς, έ;! + +Μα της Βεργινίας το πρόσωπο καθεμέρα γινόταν πιο άσπρο, πιο +διάφανο. Κάτι γούβες γαλάζιες φανήκανε στα μηλίγγια. Τα μάτια της +από κάτω ήτανε μαύρα προς το μενεξελύ, σα χτυπημένα, τα βλέφαρα με +πρισμένους γύρους βυσσινιούς — κι αυτά ήταν τα μόνα χρώματα πούχε +απάνω της. Το στόμα της έδειχνε κυρτωμένο σ’ ένα τόξο, που θάτον +ακόμα πιο τρομερό αν ήτονε γέλοιο κι όχι κλάμα βαστηγμένο μιας +ψυχής που σπάραζε . . . + +Τώρα ο Νίκος ερχόταν το απόγεμα από νωρίς στο σπίτι πολλές φορές +και δε ματάβγαινε καθόλου ύστερ’ απ' το γιόμα. Είχαν τώρα λέει +λιγώτερη δουλειά στο μαγαζί, γιατί ο πλούσιος πούχτιζε ένα σπίτι +παλάτι στου Μακρυγιάννη και που του σκάλιζε ο Νίκος τις δρύινες +πόρτες για όλο το σπίτι και τους καρυδένιους ταμπλάδες της +τραπεζαρίας, είχε γράψει στην Ευρώπη για ιδιαίτερη ξυλεία κι +αργούσε νάρθη. Έτσι έπαιρνε κι αυτός τα σχέδια του σπίτι και +καθόταν και χαράκωνε και φωτοσκίαζε κ’ έσβηνε με τη γομμαλάστιχα +ίσαμε που βράδιαζε — και δουλεύοντας σφύριζε ακατάπαυτα, σαν τον +κότσυφα. . . + +Η Λιόλια περνούσε από μπροστά απ’ το τραπέζι του και κρυφοκυττούσε +τις ζωγραφιές πούφτειανε ο Νίκος. Και άμα έβλεπε πως ο Νίκος +περισσότερο αυτήν κυττούσε παρά τη μύτη του μολυβιού του, +κοκκίνιζε ως ταυτιά. + +Και όχι μόνο τότες. . . Άμα θ' άνοιγε την πόρτα ο Νίκος να μπη στο +σπίτι κι ακουγόταν η φωνή του, μόλις που της έλεγε κουβέντα ή της +έδινε τίποτα στο χέρι, αυτή γινόταν παπαρούνα. Κ’ εύρισκ’ αιτία +και ξέφευγε απ' την κάμαρη κ’ έτρεχε κάτω στην κουζίνα. Κι από +κάτω, από το υγρό και σκοτεινό υπόγειο, ακουγότανε σε λιγάκι η +φωνή της να τραγουδή κρουσταλλένια, όπως τραγουδεί ένα καναρίνι +μέσα στο κλουβί του. Μα μόλις ανέβαινε απάνω στην κάμαρη, σώπαινε +— — Όπως σωπαίνει το καναρίνι όταν του ρίχνουν αποπάνω ένα +σεντόνι — — + +Κι ο Νίκος άφηνε τη δουλειά του, έκοβε το σφύριγμα κι αφηγκραζόταν +της Λιόλιας το τραγούδι και θυμόταν τις παλιές του τις καντάδες +και τουρχότανε να τραγουδήση μαζί της. . . + +Κ’ η Βεργινία θυμόταν τα τραγούδια του Νίκου — κ’ έχωνε το κεφάλι +της κάτω απ’ το γαλάζιο πάπλωμα, σα να ναυαγούσε μέσα σ’ ένα κύμα +απελπισίας — — — + +Ήτονε Φλεβάρης τώρα κι αποκριές! + +Την Κυριακή της Τυρινής άργησε να γυρίση ο Νίκος το μεσημέρι. +Κάποιος χτύπησε την πόρτα απέξω! Τρέχει η Λιόλια νανοίξη . . και +γιομίζει από χαρτοπόλεμο και μπαίνει ο Νίκος σκασμένος στα γέλοια +που έκαμε τη Λιόλια και τρόμαξε. Μύριζε ο Νίκος δυνατά κρασίλας. +Έπειτα πήγε και στης Βεργινίας το κρεββάτι και την πασπάλισε κι +αυτή με τα πολύχρωμα χαρτάκια. Έτσι φαινόταν ακόμα πιο κίτρινη, σα +λείψανο μασκαρεμένο. + + — Μ' ηύρε στο δρόμο η θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος. Θάρθη μούπε στις +τρεις να πάρη τη Λιόλια να πάνε να δούνε μασκαράδες από 'να σπίτι +πού την προσκάλεσε μια γνωστή της. . και να πάω λέει εγώ το βράδυ +να τηνέ φέρω. . . + +Καθήσανε να φάνε. + +Στο φαΐ ο Νίκος περισσότερα γέλοια έκανε παρά μπουκιές πούβαζε στο +στόμα του· κρασί όμως έπινε μπόλικο. Γελούσε με τη Βεργινία πού +μασσούσε την μπριζόλα της με το χαρτοπόλεμο στα μαλλιά, με τη +Λιόλια που θαρρούσε πως έπεφταν τα χαρτάκια από πάνω της μέσα στο +φαΐ της κι όλο τιναζόταν — ενώ της τάρριχνε αυτός, χωρίς να το +παίρνη χαμπάρι. + +Καθώς σηκωθήκαν απ’ το τραπέζι κ’ έμεινε η Λιόλια μια στιγμή +γυρισμένη, χώνει το χέρι του ο Νίκος στο λαιμό της βαθιά και της +γιομίζει την πλάτη κομφετί. Έβγαλε τις φωνές η Λιόλια κ’ έτρεξε με +τα γέλοια κάτω στην κουζίνα. Ο Νίκος από πίσω. Την κυνηγούσε στην +αυλή κι αυτή ξεφώνιζε απ’ τα γέλοια. Ξαναμπήκανε μέσα στην κάμαρη +κ’ έτρεξε η Λιόλια να φυλαχτή κοντά στη Βεργινία, πίσω απ' το +κρεββάτι. Ήτον κατακόκκινη, σα μαγιάτικο τριαντάφυλλο χιονισμένο +απ’ τα χαρτάκια· τα μαλλιά της στέκονταν ανάερα σα χρυσό σύννεφο. +Αισθανόταν το κεφάλι της κουδούνι απ’ αυτήν την ασυνείθιστη +αγαλλίαση που της έκανε σχεδόν τρόμο — + +. . Σαν αντίκρυσε τα μάτια της Βεργινίας που είχε ανασηκωθή στο +προσκέφαλο κ’ έσφιγγε με το χέρι το στήθος της, τα ρόδα του +προσώπου της μονομιάς ξεφύλλισαν. . της ήρθαν τα κλάματα κ’ έπεσε +στα πόδια του κρεββατιού με το πρόσωπο μες τις κουβέρτες — + +Πήγε ο Νίκος κοντά της να της πη πως δεν τόθελε να την πικράνη. Μα +η Βεργινία τους κύτταζε και τους δυο έτσι αλλοιώτικα! — — Το +κεφάλι του Νίκου ήτονε βαρύ. Τον είχαν κεράσει το πρωί οι φίλοι, +ήπιε και το μεσημέρι, ζαλίστηκε κι απ’ το τρέξιμο. . . Έπεσε στον +καναπέ κι αποκοιμήθηκε — — — + +Ηρθε η κυρά Ελέγκω κ’ έφυγε με τη Λιόλια — κι ο Νίκος δεν το πήρε +χαμπάρι. Όταν ξύπνησε και είδε πούτανε φευγάτες, του κακοφάνηκε. +Κατέβηκε στην αυλή κ’ έβαλε το κεφάλι του κάτω απ’ τη βρύση. +Έπειτα ήρθε μπροστά στον καθρέφτη και χτενίστηκε και συγυρίστηκε +για όξω· έβαλε και την πεταλούδα του να καθήση ανάλαφρα απάνω στα +βρεμμένα κατσαρά μαλλιά του. + + — Πάω να σου φέρω την Κερά-Δημήτραινα από πλάι ή καμμιανή της +κόρη να σου βαστήξη συντροφιά. Αλλά που αυτές! — αμ δε θάναι σπίτι +τέτοια μέρα! . . . Αν δεν τις βρω, να περάσω να πω της Ευρυδίκης;. +. Δεν τη θέλεις; — Μα δεν μπορείς να μείνης και μονάχη σου! μήπως +και θελήσης τίποτα ως που να γυρίσωμε με τη Λιόλια. . . Τάχεις όλα +κοντά σου, ό,τι σου χρειάζεται; — Δε θαργήσωμε! + +Και βρόντηξε πίσω του την πόρτα. + +Σε λίγο ήρθε η Ευρυδίκη, η καπελλού (που κάλλιο να μην ερχότανε), +με κάτι τσουλούφια ως μέσα στα μάτια και με μάγουλα μπλου αποκάτω +από τη μπούδρα — μια ξεμπερδεμένη που φαινόταν πως είχε περάσει +δια πυρός και σιδήρου και πολλών αντρών «νόον και άστεα» γνώρισε. +Δύο φορές ζωντοχήρα, αν θέλετε! «Καθώς κατήντησαν τώρα οι άντρες, +έλεγε, κάλλιο να μη παντρεύεται μια κόρη· δεν εννοούν τι θα πη +γυναικεία ψυχή», — — Μα δεν την εμπόδιζε αυτό να κάνη τη +μισοκακόμοιρη: αυτή να βγη έξω τέτοια μέρα! . . κι ο Κύριος Νίκος +να μην ερχότανε να την παρακαλέση, αυτή τόχε σκοπό νάρθη να καθήση +με την αγαπημένη της τη Βεργινία. . . + +«Σιχαίνεται κανείς πια και τον εαυτό του να βλέπη τις αηδίες του +κόσμου μέρες που είναι και θέλει να πη κι ένα λόγο. Μήπως έμεινε +ψυχή γεννητή στο σπίτι απ' όλη τη γειτονιά! Οι κόττες μοναχά κ’ οι +γάττες. . .» + +Και πού να τόξερε όποιος την άκουγε πως θα πήγαινε το βράδυ μασκέ +ατσιγγάνα στην Κασταλία! + +Η Βεργινία πολλές σχέσεις με τις γειτόνισσες δεν είχε — και στο +πόδι που ήτον ακόμα. Με την πλαϊνή, τη χήρα του δικαστικού +κλητήρα, στο ίδιο σπίτι πια, εξ ανάγκης: πότε για κάνα λεμόνι, +πότε για το γουδί ή την πλύστρα της σκάφης και προ πάντων για το +σίδερο, που είχ' ένα όμορφο παποράκι η Βεργινία, κι εκείνες οι +κόρες της χήρας είχαν αιωνίως κάτι «λεπτόν» να πατήσουν. Μ' αφότου +της ήρθ' εκείνη η αναθεματισμένη λιγοθυμιά στο δρόμο εξ αιτίας από +τα λόγια που της είπανε, δεν είχε μάτια να δη καμμιάν η Βεργινία. +Έπειτα ήρθ’ η Λιόλια! . . πού είχε νου πια και δύναμη για +κουβέντες — + +Και το είχε παράπονο η Ευρυδίκη αυτό, που δεν ήξερε δηλαδής η +Βεργινία να ξεχωρίζη τις αληθινές της φίλες. Κι άρχισε για τις +πλαϊνές: οι δείξες, οι πείξες, που τους είχε περάσει η ιδέα πως θε +να τους άδειαζε τον τόπο η καψερή η Βεργινία, «που να φαν τις +γλώσσες τους, κ’ ήταν έτοιμη η γριά-που να μη την πω! — να του +πασσάρη μιαν απ’ τις κόρες της του Κύριου Νίκου — και ίσως και τις +δυο, τη μια με το στεφάνι και την άλλη αστεφάνωτη — Θε μου σχώρα +με!» + +«Αμ τι θαρρείς! τέτοιοι άνθρωποι έχουν ιερό και όσιο; άνθρωποι +είν' αυτοί; Είδαν το παλληκάρι – γιατ’ είναι όμορφο παιδί και +λεβέντης ο αντρούλης σου — να τονέ χαίρεσαι! — δουλευτής, που +μπορεί να ζήση τη γυναίκα του με το κόμμοδό της, νάχη, σα να +πούμε, και τη διασκέδασή της και το λούσσο της — μη βλέπεις εσύ +που δεν έχεις τίποτα απ’ τον κόσμο —» + +(Και μπρος απ’ τα μάτια της Βεργινίας φάνταξε σαν όραμα φεγγοβόλο +ένα μεγάλο άσπρο φτερό πούχε στο καπέλλο της μιαν όμορφη κυρία, +που την είδε μια μέρα να περνάη με ταμάξι απ' τη Λεωφόρο Συγγρού . +. και το φτερό ανέμιζε και κυμάτιζε μαλακά στην αύρα σα σύννεφο +που έλυωνε, σαν αφρός. . και της χάδευε τα χρυσά μαλλιά, χωρίς +ποτέ να φεύγη από κοντά τους, χωρίς να σβήνη. . . Αχ, πόσο της +άρεσε εκείνο το φτερό! — και του τόχε ειπή του Νίκου να της πάρη +ένα όμοιο για τη Λαμπρή . . και τώρα! — και βούρκωσαν τα μάτια της +— —) + +«Περαστικά νάναι!», πρόσθεσε η Ευρυδίκη σαν την είδε που δάκρυσε, +« — και να ξοδεύεσαι και για ξένον άνθρωπο — εκείνο το κορίτσι δα +που πήρες! Αυτά είν' τα τυχερά! Μήπως τόθελες κ’ εσύ που το πήρες; +Ξέρει κανείς τι βγαίνει απ’ αυτά τα πράματα! Την είδα που λες τώρα +δα που περνούσαν απ' το σπίτι με μια γριά. Μια στρογγυλοπρόσωπη +δεν είναι; παχουλή; μ’ όμορφα μαλλιά; με μια τραγιάσκα; Θεια της +λέει είν' εκείνη η γριά-μου τόχαν πη οι Βαλλώσαινες στην πίσω +αυλή. Είναι και δική σου θεια απ’ τη μητέρα σου; Εμ αφού έρχεται +και συγγενής, καλύτερα» — + +Και χαμογέλασε μ’ ένα χαμόγελο πουρχόταν τα — ίσα απ’ την Κόλαση. + +«Γιατί πάντα ένα ξένο κορίτσι μες το σπίτι», άρχισε παρακάτω με +καινούργιον αέρα στα πλεμόνια της, γιατί της φυσούσαν οι διάβολοι +με τα φυσερά τους, «πούναι και τόσο νέος άντρας και καλοκαμωμένος +— αλήθεια πόσα χρόνια τον απερνάς, ή σ’ απερνάει; Νάξερες, +καϋμένη, πώς τονέ ματιάζου — νε — ε τα κορίτσια και τι ακούγει +πίσω του! . . . Μέσ’ απ’ τα μπρίζι-μπίζι μου εμένα πού να μου +ξεφύγη τίποτα! — θε να πέθαινες δέκα βολές. Να προσέχης! — αυτό +μόνο σου λέω. Γιατί όποιος τόχει το νερό μες την αυλή, δεν πάει +στο ποτάμι. . . Μου φάνηκε πονηρή η μικρή. Ξέρεις τι σου είν' +αυτές οι μικρές, καθώς έγινε τώρα ο κόσμος! . . .» + +Έτσι δεν έπαυε η γλώσσα της Κυρίας Ευρυδίκης να στάζη γλύκα ως που +βράδιασε. Την αλάλιασε την άμοιρη τη Βεργινία που της απαντούσε με +κάτι ξεψυχισμένα λόγια, με κανένα κούνημα του χεριού, στην αρχή κ’ +έπειτα καθόλου πια, παρά κοιτόταν με το πρόσωπο χαρτί βαθιά μέσα +στο προσκέφαλο, κι άφηνε και της εσούβλιζε την ψυχή και της +περίχυνε το κορμί της με ζεστά λάδια και με νερά παγωμένα-το +άρρωστο της το κορμί πλάκα κάτω απ’ το γαλάζιο πάπλωμα — ως που +λιγοθύμησε — — — + +Τηνέ συνέφερε σε λιγάκι πάλι η καλή της η φιλενάδα με σπίρτο του +καμινέτου που της έτριψε τα μηλίγγια και τα χέρια. Έπειτα κατέβηκε +στην κουζίνα και ηύρε λίγη κανέλλα μέσα σ’ ένα κουτί τενεκεδένιο +που ήτανε διάφορα μπαχαρικά και της έβρασ’ ένα φλυτζάνι με λίγο +πιπεράκι και της τόδωσε να πιή για να στυλώση την καρδιά της. Από +τέτοια δα άλλο τίποτα η Κυρία Ευρυδίκη — του κάκου δεν ήτονε μαμμή +ξεσκολισμένη. + +Κ’ έπειτα ξανάρχισε — απ' άλλη μεριά τώρα. Της φάνηκε περίεργο +γιατί να λείπη απ’ το σπίτι το κορίτσι. Τι το θέλανε; Για να +χρειασθή σε μιαν ανάγκη! — ε; «Να μην ήμουν κ’ εγώ και να πάθαινες +τη λιγοθυμιά ολομόναχη! Κύριε σώσε! Έχω μιαν ιδέα πως πάει να ιδή +το κομιτάτο!» + +Η Βεργινία της έκαμε «ναι» με το κεφάλι. + + — Ορίστε μας! Εμ τότες δε καθότανε σπιτάκι της μια και καλή. +Τρέχα γύρευε τώρα πότε θα γυρίση. . . Μήπως θα τηνέ φέρη κιόλα +πίσω ο κύριος Νίκος! έ;, Να-τα! Μάτια μου, θέλει και καβαλλιέρο! +Δε στάλεγα εγώ; — όπως πήγε, ναρθή! — τι; Και να δης που εξ αιτίας +της αργεί κι ο Κύριος Νίκος. Αυτός δα σε βαστάει στα χέρια — όλη η +Γαργαρέττα έχει να το κάνη. . . Κάπου θα μπλέχτηκαν! Οχτώ η ώρα! . +. . Αμ νισάφι πια! Απ’ τις τρεις την είδα να πηγαίνη τον κατήφορο +. . . Τώρα νύχτωσε. . ο κόσμος όλος είναι στα σπίτια τους. Κι +αυτοί που είναι για τους χορούς ή για να πάνε μασκαράδες στα ξένα +σπίτια, γυρίζουνε σπιτάκι τους να ετοιμαστούνε, να τσιμπήσουν +κάτι. + +Κι ανησυχούσε αληθινά που αργούσανε, γιατί ήθελε κι αυτή να πάη να +ντυθή ατσιγγάνα για το χορό της Κασταλίας. Και τώρα πώς να την +άφηνε μονάχη της τη Βεργινία που ακόμα καλά-καλά δεν είχε +συνέρθει! + +Είπε που θα πεταγότανε να δη μήπως γύρισαν οι χλαίνες γιατ’ είχε +και δουλειά να πάη σπίτι: μια παραγγελία βιαστικιά γι’ αύριο, ένα +καπελλάκι τρέλλα, όλο παπαρούνες και πράσινα στάχυα με τα κοτσάνια +πίσω κρεμαστά, που θα το φόραγε μια από τις μεγάλες στα Κούλουμα +στην Κηφισσιά. «Σου λεν έπειτα πως τα κάμανε στη Φρανσίν και στην +Καίτη Παππά και πως τους κόστισαν έναν κόσμο — και βγαίνουν απ’ +αυτά εδώ τα χέρια. Τάφησα κ’ εγώ που λες για την τελευταία στιγμή, +Γιατ’ είπα μέσα μου: ό,τι έχω εγώ τη Βεργινίτσα μου! . . δεν πα να +κουρεύωνται κ’ οι μεγάλες και τα Κούλουμά τους. . .» + +Και ξεγλίστρησε όξω απ’ την πόρτα. + +Δεν πέρασ’ ένα λεπτό της ώρας και νάτην πάλι μαζί με τη χήρα του +δικαστικού κλητήρα τώρα, την καλή την Κερά-Δημήτραινα με τις +τριχωτές ελιές και το ψαρύ μουστακάκι που λες και τόχε +κληρονομήσει (Αχ, — αυτό μονάχα και μια θεόρατη μαγκούρα) απ’ το +μακαρίτη. Χρυσός άνθρωπος ωστόσο αυτή η Κερά-Δημήτραινα! Μόλις +άκουσε για τη Βεργινία, τάφησ’ όλα σύξυλα, μόλο που τώρα δα ήτονε +φερμένη πούχε πεταχτή λιγάκι στης αδελφής της να τα πουν ένα +χεράκι, κ’ έτρεξε να κάτση κοντά της και να τη συντροφέψη, την +αδικημένη την ψυχή. + + — Τι σούλεγα, Βεργινία μου, πως τους φίλους σου δεν τους ηξέρεις +κι ούτε και τους οχτρούς σου! Νά η Κερά-Δημήτραινα από ‘δω με τις +κόρες της, κ’ εγώ από μέρος μου — τα πάντα θυσία για σένα! . . . +Λέγαμε δα για σας τόσα καλά, Κερά-Δημήτραινα, και για τις κόρες +σας — καλή τύχη νάχουν! . . . + +Κ’ έφυγε η Ευρυδίκη κι απέμεινε το θύμα με τον καινούργιο δήμιο. + +Το ξυπνητήρι στην εταζέρα έλεγ’ εννιά! — δεν ξεκολλούσε πια το +μάτι της η Βεργινία από 'κει πάνω — — + +Έλεγε η Κερά-Δημήτραινα, έκοβε, η γλώσσα της κ’ έρραβε . . . Κι +όλο για τα κορίτσια της που δε ματαγινήκανε στον κόσμο: «η σεμνότη +τους κ’ η υπακούητά τους, άλλο πράμα! — άγγελοι που τους λείπουνε +μόνο τα φτερά — ζωή νάχουν! — Και μου τις ζητήσανε, νά! (και +μάζευε τα δάχτυλα, τις άκρες δέσμη, και των δυο της των χεριών) — +έτσι όπως είναι, όχι ψέμματα! — χωρίς πεντάρα προίκα . . . Και τι +ανάγκη έχουν αυτές από προίκα; Ας είν' καλά τα χεράκια τους που +βγάζουν το ψωμάκι τους σα λίγες μες την Αθήνα, κ’ έχουν και την +ομορφιά τους και την αναθροφή τους! Πού τώρα πια αναθροφή! — ποιάς +την έχασε για να βρεθή; Παν πια εκείνοι οι καιροί! Τώρα ο κόσμος +έπεσε στην ξετσιπωσιά. Αμ ό,τι βλέπουνε δα κ’ οι καψερές απ’ τις +μεγάλες μας που πάνε στα παλάτια και με ταυτοκίνητα . . .» + +Και γι’ αυτά κι αυτά το συλλογιζόταν η Κερά-Δημήτραινα πολύ να τις +παντρέψη τις κόρες της, γιατί τώρα καθώς κατάντησαν κ’ οι νέοι. . +. «Μη βλέπεις εσύ που πίτυχες το καλό το παλληκάρι που σου φέρνει +του πουλιού το γάλα μέσα στην απαλάμη . . και πάλι νά που σ’ +αφήνει και μονάχη σου, άρρωστη ελεεινή, και πάει αυτός να +γλεντήση! Και πού να δης άλλους να σου ζητούν το τάλληρο καθεμέρα +για τον καφφενέ, ό,τι βγάλης με τα χεράκια σου! — κι αν δε βγάζης, +κύττα να τόβρης απ’ αλλού! — και ξύλο! — Ε — ε — έχ, αμαρτίες +πούχομ’ εμείς οι γυναίκες. . .» + +Η Βεργινία κουνούσε το κεφάλι της — δεν μπορούσε να της μιλήση και +γιατί να της μιλήση. . και τι να της πη! — Κύτταζε μόνο το +ξυπνητήρι ολοένα — — + +Έγινε δέκα η ώρα! — ένδεκα! — μεσάνυχτα! — — — Ήρθαν τώρα κ’ οι +κόρες της κλητήραινας, οι δεσποινίδες Χαρζανοπούλου, από μια +βεγγέρα πούταν παγεμένες . . να δουν τι ήθελε η μητέρα τους στη +Βεργινία τέτοιαν ώρα! — δυο σακαφλιόρες πούχαν περάσει πια τον +κάβο κ’ έβγαναν τώρα μ’ όλα τα παννιά στανοιχτά και στάπατα. Η +μια, η πιο μεγάλη (!) ήτονε μοδίστρα, η άλλη ασπρορρουχού (λενζερί +— μόνον λεπτή εργασία και κεντήματα για τρουσσώ) και «κατ’ οίκον» +παρακαλώ — . + +Μπήκανε μέσα κορδωμένες, τσιτωμένες, αλύγιστες μες τους μοντέρνους +κορσέδες (μπροστά πλάκα και την κοιλιά μέσα) που μόνο που δεν +έκαναν κρακ να τσακίσουνε σε δυο, με φούστες κλος με πλατιές +πιέτες, στους γοφούς αζουστέ και κάτω φουστανέλλα και χωρίς πολλά +μισοφόρια, βουάλ, ας το πούμε δα κρεμ, με ποκαμισάκια ροζ, τους +άγκωνες απέξω, με μοτίφ και πολλά τρανσπαράν — και οι δυο τα όμοια +σα δίδυμες· και μαύρα βελουδάκια στα λαιμουδάκια. Τα μαλλιά +μπροστά αιγκλόν και πίσω δεμένα με φιόγκο ταφτά φέϊγ-μορτ πολύ +χαμηλά, σαν κοριτσάκια δεκάξη χρονών. Η μια είχε και φασαμέν, η +άλλη μια μύτη με μπιμπίκια. Η πιο «μικρή» (!) κάπως τρωγότανε, μα +η μύτη της όχι. + +Τι φιλιά ήταν εκείνα! τι γλύκες! + +Με τι μάτια τις έβλεπε τώρα η Βεργινία αυτές που θέλανε να της +πάρουν τον άντρα της! + +Και νά που αρχινίσανε να της τον επαινούν όλες μαζί και δος του +κατηγορίες του κοριτσιού που εξ αιτίας της βέβαια αργούσε ο Κύριος +Νίκος. «Βρέθηκε γεβεντισμένος ο άνθρωπος, σκασμένος απ’ τη +στενοχώρια του! Εμ ας ξεσκάση δα και λιγάκι ο καημένος σα νέος που +είναι!» Και μόλο που ξέρανε σε τι μεριά την άγγιζε η βελόνα τη +Βεργινία θανάσιμα, όλο και για παιδιά να μιλούν: αφού κ’ η +εξαδέρφη τους η Μίνα, πούχε πάρει το γιατρό απ’ το Αίγιο, «έπειτ’ +από τρία χρόνια που δεν έκανα παιδιά απόχτησε το διάδοχο, κ’ εκεί +που πρώτα δεν ήταν τρόπος να συμμαζέψη τον άντρα της, τώρα όλο και +φιλιούνται σαν τα τρυγονάκια . . .» + +Η Βεργινία αισθανόταν πάλι πως θα λιγοθυμήση — + +Κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους οι δεσποινίδες. + +Τώρα ήτον κοντά μία η ώρα! — — — + +Τις παρεκάλεσε η Βεργινία να παν πια να ησυχάσουν. + + — Εμ όπου και νάναι θαρθούν, είπε η μητέρα των κοριτσιών. Δεν +μπορούν και να ξημερωθούν πια έξω απ' το σπίτι! + +Της δώσανε να πιή το γάλα της μαζί με τις στάλες τις δυναμωτικές, +της άναψαν το καντήλι κ’ έσβησαν τη λάμπα — + +Ήτανε γλυκόψυχες γυναίκες. + + — Αν τύχη και θελήσης τίποτα κι αργήσουνε, μας χτυπάς με το χέρι +στον τοίχο, είπε η μεγάλη δεσποινίς που την έλεγαν Μπιμπίκα (από +Βαρβάρα)· εγώ είμαι ξέρεις πολύ αλαφροήσκιωτη. . . + +Η Βεργινία να χτυπήση! — που δεν μπόραγε δάχτυλο να κουνήση! + +Το καντήλι έρριχνε ένα μεγάλον κίτρινο λεκέ, στρογγυλό σαν της +αράχνας τον ιστό, στο σκοτεινό ταβάνι. + +Τάσπρα μάτια της άρρωστης έπαιρναν κάτι αναλαμπές σαν το υγρό +σμάλτο: ασπροκίτρινες, καμμιά φορά μαυροκόκκινες σαν της φλόγας το +πένθος, σταχτοπράσινες — φευγαλέες σαν πνοές — καθώς γυρίζανε στις +κόγχες τους, μέσα στο σκιόφωτο, από το μέρος της πόρτας κατά την +εταζέρα πούτον το ξυπνητήρι και χτυπούσε γλήγορα σαν καρδιοχτύπι. +. . + +Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! — — — — +— — — — — — — — — — — — — — — – — — – — — – — — – — — – — – + + + +&«Νά η Μικρούλα! Νά η Μικρούλα! νά!»& + + + +Στις δυο η ώρα το πρωί γύρισε ο Νίκος με τη Λιόλια – — — — +— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + +Όταν βγήκε το απόγεμα της Κυριακής ο Νίκος απ’ το σπίτι, Πήγε τα- +ίσα στο μέρος πούχε πη η θεια Ελέγκω πως θα πάνε να δουν το +κομιτάτο: στην Οδό Σταδίου αντίκρυ απ' τη Βουλή, αποπάνω απ’ τον +«Αβέρωφ». Στο δρόμο έδωσε τρεις δραχμές και πήρε μια μεγάλη +σακκούλα χαρτοπόλεμο και ένα μάτσο σερπαντέν, για νάχη η Λιόλια να +ρίχνη . . . + +Όλα τα παράθυρα του σπιτιού ήτανε γεμάτα κόσμο· κι αποπίσω τους +ήταν κι άλλοι πολλοί ανεβασμένοι σε καρέκλες. + +Ξαφνίστηκαν η Λιόλια κ’ η θεια Ελέγκω καθώς είδαν το Νίκο φερμένον +απ’ τα τώρα. + + — Πέρασε Κυρ Νίκο μου από μπροστά! Για σας τους νέους είναι αυτά +τα πράματα, κι απέ εμείς. . είμαστε που είμαστε μασκαράδες — + +Και τούκανε τόπο η θεια Ελέγκω στο παράθυρο κοντά στη Λιόλια. + +Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο! Τι οχλοβοή! τι συρφετός! + +Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν τα +λοντώ αργά, τόνα πίσω από τάλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και +τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα με +νταντέλλες μαύρες, μ’ άσπρα γάντια και κάτι μακριές χρωματιστές +κορδέλλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. Στραγάλια. +Μπουκετάκια. Ρουκέτες από σερπαντέν και βροχή το κομφετί. «Εδώ ο +χαρτοπόλεμος! Χαρτί και πόλεμος!» Τρόμπες: «ούγου — ού — ου — +ου!!» + +Τα πεζοδρόμια παστά απ’ τον κοσμάκη που έσερνε πατείς με πατώ σε +τα πόδια του μες τον άμμο μια πιθαμή· κι απάνω στα μαύρα ανθρώπινα +κύματα: τα τουρλωτά καπέλλα των γυναικώνε σα μαούνες φορτωμένες! — +όλα αυτά βουτηγμένα σταλεύρι, τυλιγμένα σ’ ένα σταχτοκίτρινο πέπλο +βαρύ και πνιγερό . . . + +Να κι ο Θεοδοσίου! Ου, σαχλαμάρα! — Μπράβο! μπράβο! του φωνάζουν +άλλοι — και δος του τα παλαμάκια από πέρα, όλο το δρόμο πουρχόταν. +. : απάνω σ’ ένα γάιδαρο τανάποδα, με του γαϊδάρου την ουρά +ανασηκωτή στα χέρια αντίς για γκέμια . . κ’ έκοβε μ’ ένα ψαλλίδι +τρίχες απ’ την ουρά και τις μοίραζε στον κόσμο! . . . Απ’ την ουρά +κρεμότανε μια επιγραφή: ΕΘΝΙΚΩΝ ΤΑΜΥΟΝ. Πλάι στο γαϊδουροκαβαλλάρη +έτρεχ' ένας μουντζουρωμένος παλιάτσος και τούδινε χαρτάκια από ένα +πανέρι πούγραφε απέξω: ΜΠΗΛΙΕΤΑΚΕΙΑ. Ο γάιδαρος είχε στο κεφάλι +μια σημαία γαλανόλευκη με κόκκινα γράμματα: ΔΟΛΙΑ ΠΑΤΡΥΣ. Και στου +ίδιου του Θεοδοσίου το φέσι ήτον κολλημένο ένα χαρτί που έλεγε: +ΣΙΝΝΑΛΑΓΟΙ. . . Και σφυρίγματα, τρόμπες, χάχανα, τροκάνια, +χαρτοπόλεμος, στραγαλιές κατάμουτρα και μαγκαρία και μαρίδα από +πίσω ατέλειωτη . . . + +. . Και νά πάλι αμάξια με τα αιώνια ντόμινα που έξαφνα σηκώνοντ’ +ορθά και ρίχνουνε με λύσσα κατά κάποιο παράθυρο στραγάλια, +μπουκέτα, ό,τι τους τύχη στο χέρι . . . Σταναμεταξύ «Μακεδόνες» +πεζοί, μισόγυμνοι μες τα χρυσόχαρτα, και «γαμπροί» και «νύφες» που +φορούν το σεντόνι του νυφικού τους κρεββατιού για πέπλο και +μπουλούκια-μπουλούκια παλιάτσοι με κουδουνάκια . . και ιππότες από +όπερες με ισπανικά και περμαντόννες με πορτοκαλλιά κοντοφούστανα +και μάγουλα βαμμένα σαν αυγά του Πάσχα και με κατσαρά από +ροκανίδια. . . και κάτι διάβολοι κοκκινοφορεμένοι με τις ουρές +τους αλλαμπρατσέττα . . . + +. . Και πάλι φωνές: «Χα! — χα! — χα! χα!» και τρόμπες και ροκάνες +και σφυρίγματα και «Χαρτί και πόλεμος! εδώ ο χαρτοπόλεμος!» και +παλαμάκια . . . Κ’ έξαφνα: «Να! να το Κομιτάτο! Έρχονται, +έρχονται! Το Κομιτάτο! — . . .» + +Τι χαρά! Πώς διασκέδαζε η Λιόλια! Και στριμωγνόταν κοντά-κοντά στο +Νίκο, γιατί κάτι άλλοι νέοι, πλάι της και πίσω της, σπρώχνονταν +απάνω της όλοι μαζί — για να βγουν πιο μπροστά στο παράθυρο να +δουν οι καημένοι κι αυτοί καλύτερα το Κομιτάτο! + +. . Σ’ ατέλειωτη σειρά περνούσαν ταμάξια στολισμένα με λουλούδια +ψεύτικα κι άλλα μ’ αληθινά, με κορδέλλες πολύχρωμες που κυματίζανε +στα κεφάλια των αλόγων, στις ουρές τους, στις ρόδες. . άρματα +ντυμένα με χασέδες και κόκκινο λαδόπαννο, φορτωμένα θεούς του +Ολύμπου: Ήρες, Αθηνές με δόρατα και Αφροδίτες με χοντρά μπράτσα +τριχωτά και με κάτι μόρτηδες Ερμήδες και Ήφαιστους και +Γανυμήδηδες, σα να πηγαίνανε με τη σούστα στις Τζιτζιφιές για +μπάνιο . . . + +. . Νά και μια παρέα ποδήλατα με χρωματιστά χαρτένια τρίγωνα στις +ρόδες. . . Και πάλι άμαξες: ωχ, μια ντιστεγκέδικη γεμάτη μαρκησίες +και καβαλλιέρους με μπερούκες άσπρες που πετούσαν ματσάκια +μενεξέδες . . . Και σταναμεταξύ πάλι κάτι μουντζουρωμένοι με +λουλάκι και όχρα, ντυμένοι με προβιές και με κέρατα από σφαχτά στο +κεφάλι (Μπρρ! τι αηδία!) — — + +Κ’ εξακολουθούσε η σειρά των μασκαράτων πούχαν πάρει βραβείο και +βαστούσαν το χαρτονάκι με τον αριθμό ψηλά σ’ ένα κοντάρι. «Νά κι ο +πρώτος! Νά κι ο πρώτος αριθμός! Νάτο το πρώτο βραβείο! Μπράβο, +μπράβο! Εύγε! Και του χρόνου!» + +. . Κι απάνω σε δυο ρόδες πέρασε αργά-αργά μια βαρκούλα όλο από +άσπρα τριαντάφυλλα, με το παννάκι της τανοιχτό, στολισμένο κι αυτό +με γιρλάντες από γαλανά λουλούδια. . και την τραβούσανε δυο όμορφα +ναυτάκια, ζεμένα στο τιμόνι του δίτροχου, και το καθένα κρατούσε +στα χέρια του ψηλά από 'να περιστέρι άσπρο που φτεροκοπούσε. . +μέσα στη βαρκούλα καθόταν ένα παιδάκι σαν ολόγυμνο, με τρικό ροζ, +με φτερούγες στις πλάτες και με μια φαρέτρα γεμάτη βέλη — ο +Έρωτας! — και κρατούσε στα χέρια του σα χαλινάρια τις ουράνιες +κορδέλλες πούτονε δεμένα τα περιστέρια. «Α — ά — ά — α!!!» έκανε +όλος ο κόσμος καθώς περνούσε και δος του χειροκροτήματα. . . + +Η Λιόλια χτυπούσε τα χέρια της σαν τρελλή και δάκρυζε απ’ την τόση +ομορφιά, την τόση ευχαρίστηση. Ο Νίκος κοντά της! — τόσο κοντά που +δεν ανάπνεε άλλον αέρα παρά τη ζεστήν ανάσα του κορμιού της, που +σκόρπιζε ολοένα γύρω του ένα μύρο, σαν κάποιο αέρινο και φεγγερό +ρευστό, και τα μάτια του — τα παράξενα εκείνα μάτια, τα +γαλαζοπράσινα, με τις κόρες τις διπλές και τρίδιπλες σαν άνθη και +τον ήσκιο ολόγυρα που τραβούσε σα μαγνήτης, — έπιναν κ’ εκείνα τη +λάμψη πούτον απάνω στα μαλλιά και στο πρόσωπο της Λιόλιας σαν +ήλιος που μεσημεριάζει απάνω σ’ ανθόφυλλα γλυκά. + +Μα όχι μοναχά της Λιόλιας και τον Νίκου, παρά ολωνών τα πρόσωπα, +γύρω τους και στο δρόμο κάτω, δείχνανε σα σουρωμένα από την ηδονή +πούχαν αισθανθή, σα νάχαν κρυσταλλώσει απάνω στα χαραχτηριστικά +τους ταυλάκια απ’ τα γέλοια κι απ’ τη χαρά που πέρασαν κι έφυγαν, +έτοιμα και γι’ άλλη χαρά, μα και για πόνο ακόμα — γιατί ταχνάρια +τους δεν παραλλάζουν ολότελα — + +. . Πω — πω — πω! τι μεγάλα κεφάλια είναι τούτα! γατίσια, και +σκυλλίσια και γουρουνίσια και μούρες πουλιών και καβούκια από +σαλιγκάρια με κάτι σωλήνες για κέρατα που ξεπετιούνται, μια πήχη +έξω και πιτσιλίζουν τον κόσμο με κολώνια. . . Νά κι Αραπάδες και +Βλάχισσες με μικρά Ελληνάκια! Νά και κάτι λεροφορεμένοι απ’ τη +Σιγδίτσα με μεγάλους κουβάδες γεμάτους, νερό φωνάζοντας: «Γάλα +καλό — ο — ο!» + +. . Κυττάτε την εκείνη εκεί! — μια Κυρία της μόδας με σκούπα για +βεντάγια, που σηκώνει τις φούστες της ως τα γόνατα και δείχνει, με +χίλια τσαλιμάκια, γάμπες ευζωνικές κι αντρίκια χοντροπάπουτσα +λαστιχένια με ταυτιά απόξω. . . + +. . Και πάλι αμάξια με ντόμινα και σούστες φορτωμένες με +μισόγυμνους ανθρώπους τυλιγμένους σε σεντόνια που πήγαιναν τάχατις +στο Φάληρο! — κι ο κόσμος τους φώναζε: «Κρύο! κρύο! μπούζι!» — και +πάλι μάσκες και κουρελομάνι και χρώματα και χρυσόχαρτα και +λουλούδια και γέλοια και φωνές και χαχαρίσματα και σερπαντέν και +σκουντιές και τσιμπιές και πατήματα κάλων και κερατιλίκια και +στανιά και «Χαρτί και πόλεμος!» και παλαμάκια που δεν παίρνουν +τέλος απ’ την μιαν άκρη του δρόμου ίσαμε την άλλη. . . + +Αχ, τι ζωή! τι χαρά! Τι όμορφα που είναι! Τι όμορφα! + +Κύτταζε η Λιόλια ολοένα, κύτταζε και δε χόρταινε. Γυάλιζαν τα +μάτια της απ' την προσδοκία την άσωστη και στο βάθος τους έκαιγε +μία φλόγα πηδοχαρούμενη: + + — Δε θα περάση κ’ η γκαμήλα; είπε δειλά-δειλά στο Νίκο σάμπως +αυτή μονάχα να της έλειπε από την ευτυχία της — + +Την άκουσαν από πίσω κάτι νέοι, που όλη την ώρα μασσουλούσαν +πασσατέμπο, και χαχανίζανε με τους σπόρους ακατάπιωτους ακόμα μες +το στόμα τους. + +Κι ο Νίκος καθόταν εκεί ασάλευτος, στριμωγμένος απάνω της, και δεν +ήξερε κι αυτός πούθε τουρχόταν τόση χαρά, τέτοιο γούστο για τους +μασκαράδες σαν ποτέ του . . . Φρρ! έκαμε μια κορδέλλα από +σερπαντέν και πέρασε μια θηλειά γύρω στα κεφάλια του Νίκου και της +Λιόλιας που είδαν κ’ έπαθαν ως να ξεμπλεχτούν . . . + +Πήρε φωτιά τότες η Λιόλια κι άρχισε να ρίχνη το χαρτοπόλεμο με τις +χούφτες απ’ τη σακκούλα του Νίκου σ’ όποιον περνούσε . . κι ο +Νίκος πετούσε σερπαντέν. Τους πήραν κάβο μερικοί κάτω απ’ το δρόμο +και τους ρίχτηκαν κι αυτοί με λύσσα. . . Κοντοστάθηκε το ρέμα του +κόσμου στο πεζοδρόμιο . . . Δυο φίλοι του Νίκου που περνούσανε +μέσα σε μια παρέα τονέ γνώρισαν απάνω στο παράθυρο και σταθήκανε: + + — Νίκο! Νίκο! Ψτ! Νίκο! — του φώναξε ο ένας τους, ένα παιδί +χοντρομπαλάδικο, άσπρο και κόκκινο με ξανθό μουστάκι σα +χρυσαφένιο· και σαν είδε πως ο Νίκος τους ένοιωσε, τούκλεισε το +μάτι κατά τη Λιόλια, σα να τούλεγε: «Πού την πέτυχες τη μικρούλα; +Καλά τα περνάς εσύ αυτού απάνω!» + + — Ελάτ’ απάνω· τους φώναξε κι ο Νίκος, καταχαρούμενος. + +Έπιασαν τόπο κι αυτοί στο παράθυρο, πίσω απ’ το Νίκο και τη +Λιόλια, και βοηθάγανε γερά στον πόλεμο. Πήραν κ’ έδωσαν τώρα τα +γέλοια, γιατ’ ήτανε χωρατατζήδες και με κέφια οι φίλοι του Νίκου +και δεν άφησαν ούτε μασκαρά, ούτε αμασκάρευτο να μην τον +κοροϊδέψουν. + +Προπάντων εκείνος ο «χοντρέλης», καθώς τον έλεγε ο Νίκος που τονέ +φώναζε και «κολοκύθα» και «ντολμά», ήτονε σπίρτο μοναχό. Ο άλλος +φαινότανε σαν πιο ήσυχος: χλωμός με μαύρα μάτια και κάτι φρύδια +ψιλογραμμένα και καμαρωτά, με λίγο μαύρο μουστακάκι σα σκιά και τα +χείλια πεταχτά και γυρισμένα καταπάνω, συμπαθητικός πολύ. . — μα +σούτον κι αυτός ένα σιγανό ποτάμι! Τα μάτια του δεν ξεκολλούσαν +απ’ της Λιόλιας το πρόσωπο, απ’ το ζουμερό κορμί της, απ’ τα +καμώματά της όλα. . . + +. . Κ’ εκείνη ήτον ίδια παπαρούνα μ’ ανοιγμέν’ ανθόφυλλα, απ' τα +γέλοια κι απ’ τη διασκέδαση, ίδια παπαρούνα φλογόφεγγη που δεν +ηξέρει τι κόκκινες λαχτάρες ανάβει γύρω της στα χόρτα του κάμπου — +στα ψιλόχορτα του κάμπου τι ανατριχίλες σκορπίζει πύρινες. . + +Βράδιασε πια κι άρχισε να πέφτη ο κόσμος. . . Τα δέντρα του +δρόμου, που μόλις έκαναν πως πετούσαν καινούργια φυλλαράκια, ήτονε +σαν αλευρωμένα, με τις κορδέλλες απ' τα σερπαντέν μπλεγμένες στα +κλαδιά τους — λες κ’ είχαν τώρα δα σηκωθή απ’ τον ύπνο με τα +μαλλιά τους στα χαρτιά για κατσαρά. Άρχισε να βαραίνη τώρα ολόγυρα +η λύπη που τη σέρνει πίσω του το κάθε γλέντι, η κάθε δυνατή χαρά — +— + + — Ο ήλιος έκατσε, δεν πάμε να κάτσωμε κ’ εμείς σε κανένα +ζαχαροπλαστείο; ξεροστάλιασα στα πόδια μου! — είπε ο «χοντρέλης» +που τον έλεγαν Περικλή κ’ ήτονε μαραγκός. + +Κ’ έτσι έφυγαν όλοι μαζί, αφού πρώτα ηύραν και χαιρέτησαν και τη +θεια Ελέγκω πούτονε χωμένη μέσα στο γυναικομάνι και +γλωσσοκοπανούσε . . . Τους θύμησε η Θεια Ελέγκω, του Νίκου και της +Λιόλιας, να μην αργήσουνε να πάνε σπίτι και να της φιλήσουν και τη +Βεργινίτσα. . . + +Κάτω στο δρόμο ο κόσμος είχε σκορπίσει και κυλιότανε γλήγορα κατά +πάνω και κάτω σα νερό που ξετρέχει σ’ ένα δίχτυ από αυλάκια, τόνα +μέσα στάλλο . . . Φώναζαν οι πουλητάδες: «Πασσατέμπο! Φυστίκια +αρμυρά!» . . . «Αρωματικόν Σέν-Σέν, πάρτε να μοσχοβολάτε — μια +πεντάρα!» . . . «Μπανανούτσες! μπανανούτσες απ’ την Αμέρικα!» . . +. «Μαστίχα! καλή μαστίχα για τα παιδιά!» — και περνούσε αψηλό το +κοντάρι με το στριφογυριστό μαντζούνι τάσπρο και τριανταφυλλί. . . +Μασσουλούσαν οι γυναίκες και τα παιδιά καθώς πηγαίνανε στο δρόμο +και τα τσέφλια απ' τα φυστίκια που πατιόντουσαν κάνανε σα στράκες +και σαν πιστολάκια! . . . Αγόρασε κι ο Περικλής μια δεκάρα Σέν-Σέν +και μοίρασε σ’ όλους. . . + +Στο ζαχαροπλαστείο στην Ομόνοια που πήγανε, ως πού να τους +σερβίρουνε, με τόσον κόσμο πούχε μαζευτή, νύχτωσε. + +. . Όσην ώρα μείνανε, δεν έπαψε ο άλλος φίλος, ο χλωμός και +συμπαθητικός, πούτον τυπογράφος και λεγότανε Μίμης — κι όλο +κύτταζε μ’ ένα βλέμμα βαθύ κι αλλοιώτικο τη Λιόλια — να του +πιπιλίζη του Νίκου το μυαλό για έναν «οικογενειακό χορό» που θα +γινόταν απόψε στις εννιά στο χοροδιδασκαλείο τους στην Καπνικαρέα, +που πήγαιναν ταχτικά από παιδιά με το Νίκο. Είχανε λέει μοιρασμένα +πάνω από εκατό εισιτήρια και κανένα σχεδόν δεν τους επιστράφηκε — +«. . και να δης και τάλλο, πρόσθεσε, που δεν έχει ματαγίνει: εξόν +απ’ τοργανέτο φέραμε και βιολιά, ένα πρώτο, δυο δεύτερα, μια +βιόλα, ένα κοντραμπάσσο και δυο μαντολίνα για να παίζουν τα βαλς. +(«Χοντρά τα κόβει!» είπε μέσα του ο χοντρέλης.) Ξέρεις άλλο πράμα +να σου το λέω κι άλλο να χορέψης με τα βιολιά: πετάει η ψυχή +τανθρώπου! Θάναι τρέλλα! . . . Ο Δάσκαλος λέει πως αυτός ο χορός +θα μείνη στα χρονικά της πρωτευούσης! — Όχι γι’ άλλο τίποτα, μόνο +για να ευχαριστηθή κι ο Δάσκαλος, που σ’ αγαπάει τόσο και σ’ είχε +πάντα τον καλύτερο, πρέπει ναρθής απόψε με τη Δεσποσύνη απ' εδώ, +καθόσαστε λιγάκι και φεύγετε. . .» + +Κι ο χοντρέλης ο Περικλής απ’ την άλλη τη μεριά βόηθαγε κι αυτός, +λέγοντας πως μια και βρέθηκαν όλοι μαζί, έπρεπε ο Νίκος να μην +τους χάλαγε το χατίρι, αφού μάλιστα κ’ η Δεσποινίς ήθελ' +ευχαριστηθή πολύ — όσο δεν το φανταζότανε. . . + +Η Λιόλια έτρωγε την πάστα της, κόβοντας με το κουταλάκι μικρές- +μικρές μπουκίτσες, μα ταυτί της τόχε στην ομιλία του χορού. Σαν +άκουσε να την ονοματίζουν για να πήγαινε στο χορό, έσκυψε το +κεφάλι της ίσαμε το πιατάκι κι άλλαξ’ εκατό χρώματα — + +Ο Μίμης, που όσο μιλούσε της έρριχνε κι από μια ματιά κατάμαυρη +και γυαλιστερή και την κύτταζε ακόμα με τα πρισμένα χείλια του τα +ηδονικά, είπε τότε: + + — Σας αρέσει ο χορός Ματμαζέλ; Βάζω στοίχημα, θα χορεύετε σα +νεράιδα! Σας αγκαζάρω απ' τα τώρα για ένα βαλσάκι. . . Ελάτε, +πέστε δα κ’ εσείς του Νίκου να σας κάμη τη χάρη! . . για ένα +γυράκι μονάχα. . . Φεύγετ’ αμέσως! . . . + +Η Λιόλια όλο και ξεροκοκκίνιζε κ’ έμενε σκυμμένη . . . Με μιας +σήκωσε ταθώα και γλυκά της μάτια που οι κόρες τους ήτανε +χρυσαφένιες σαν τα τζίτζιφα και κολυμπάγανε μες το ασπράδι, το +υγρό και μπλου, σα μέσα σ’ ένα πέλαγος αυγινό, σε κάποιον ουρανό +χλωμό. . — κι ανεβασμένες στα μεσούρανα απόμεναν κρυμμένες ως τη +μέση κάτω απ' τα ματόφυλλα, σα να δειλιάζανε να χύσουν όλο τους το +φως — + +. . Σήκωσε τα χρυσά της μάτια η Λιόλια κατά το Νίκο, μα δεν είπε +τίποτα, παρά, λες και τρόμαξε απ’ την αντιφεγγιά που είδε να πέση +στου Νίκου το πρόσωπο, ξανάσκυψε απάνω στο πιατάκι της. . και +ψάρευε κάτι ψιχουλάκια με την άκρη του κουταλιού της. . . + + — Θέλεις, Λιόλια, να χορέψης λιγάκι; την αρώτησε ο Νίκος. + +Αυτή ξανακοκκίνησε ως μέσα στα μάτια κ’ έκανε με το κεφάλι «όχι». + + — Δε θαργήσωμε — ξαναείπ’ ο Νίκος που με τις ματιές του αγκάλιαζε +την πορφυρή της επιθυμία, την άλαλη, κ’ έπαιρνε κι ο ίδιος φωτιά, +σα να του φαινόταν τώρα ο χορός αυτός ο μόνος σκοπός της ζωής του. +— Είν' η κυρία Ευρυδίκη κοντά στη Βεργινία και της είπα να μη φύγη +πριν να γυρίσωμε. . . + +Ξανασήκωσε. η Λιόλια το κεφάλι της και κύτταξε το Νίκο κατάματα. . +. Τι να τους έλεγαν τω ματιών του εκείνα της τα μάτια! — Τους +έλεγαν; «Αχ! θέλω, θέλω! κι ας ήναι για ένα γύρο μοναχά — τόσο +πολύ ταποθυμώ που μετά θάθελα να πέθαινα! . . . Κύριε Νίκο! Κύριε +Νίκο! σκότωσέ με, αν θέλης μα πάρε με μαζί σου! Δε χόρεψα ποτέ μου +σε χορό αληθινό, παρά μόνο μια φορά, τόσο δα λιγάκι, στο σπίτι +μιας φιλενάδας μου που ήμουνα μικρή, πολύ μικρή — μα δεν μπορώ να +το ξεχάσω. . .» + +Αυτό τούλεγαν του Νίκου τα μάτια της. Μα ο Νίκος άκουγε κι άλλα +δικά του μαζί μ’ εκείνα που τούλεγε η Λιόλια. . κ’ ήτον τόσο +τρομερά απ’ την πολλή τους γλύκα αυτά που άκουγε, τόσο αβάσταχτα, +που πετάχτηκε απάνω ορθός — + + — Πάμε, πάμε! είπε, τινάζοντας τα ψίχουλα απ’ το πανωφόρι του. Δε +χάνεται ο κόσμος για ένα γύρο. . . Ας ήν' καλά οι Κύριοι που μας +βάλανε στα αίματα. . . + +Φώναξαν οι δυο φίλοι, καταχαρούμενοι, το γκαρσόνι και πλέρωσε ο +Μίμης και βγήκαν έξω όλοι μαζί βιαστικοί, αφήνοντας να προσπεράση +η Λιόλια που βαστούσε ένα ροζ σαλάκι στο χέρι και πήγαινε με την +τραγιάσκα της την μπλε-μαρέν σαν ονειρεμένη. . . + +Μόλις κάμανε λίγα βήματα, θυμήθηκαν πως έπρεπε να μασσήσουν και +μια στάλα, πριν απ’ το χορό. + + — Τι, με μια πάστα θα με περάσετε! είπε ο χοντρέλης γελώντας. + + — Θες να φας τίποτα, Λιόλια, ρώτησε ο Νίκος. + +Μα δεν ήθελε η Λιόλια: είπε που δεν πεινούσε. + + — Πάμε, πάμε! — φώναζαν οι φίλοι κ’ έπιασαν το Νίκο απ’ το +μπράτσο, ο καθένας από μια μεριά, και τον τραβούσαν. . . + + — Ένα μεζεδάκι κ’ ένα κρασάκι! είπε ο χοντρέλης. Ας μη φάη η +δεσποινίς Λιόλια, τρώμε εμείς το μερδικό της, ας τσιμπήση μοναχά +λιγάκι. . . + + — Όλο και τσιμπήματα βλέπω έχεις στο νου σου, έκαμε ο άλλος, με +τανασηκωμένα χείλια — ο συμπαθητικός ο Μίμης, ο κιτρινόμαυρος, που +υπόφερε ο άνθρωπος πολύ απ’ την ομορφιά των κοριτσιών. . . + +Γέλασαν κ’ οι τρεις νέοι, κυττάζοντας κρυφά — ο καθένας χώρια κι +αλλοιώς και για λογαριασμό του — τη Λιόλια που πήγαινε δυο βήματα +μπροστά ντροπιασμένη, τη Λιόλια που πήγαινε στο χορό, σκυφτή απ’ +τη χαρά της πούτανε μεγάλη σα λύπη . . . . . . . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Άργησαν πολύ στο «Ξενοδοχείον και Οινοπωλείον Παντός Έθνους» μέσα +στου Καλαμιώτη που ξεπέσανε μόλις βγήκαν απ' την οδόν Αγίου +Μάρκου — — + +Κάτι σκαλιά κατέβαιναν κάτω . . . + +Ήταν αρκετοί εκεί μέσα και κύτταζαν κατά το μέρος των νέων με το +ντροπαλό κορίτσι. . . + +Δεν ήθελε να φάη η Λιόλια — μόνο έκανε σβόλους με το ψωμί που +τότριβε ανάμεσα σε δυο της δάχτυλα και με την παλάμη απάνω στο +χοντρό τραπεζομάντιλο, το λεκιασμένο, που θάτονε μια φορά άσπρο. . +. Με τα πολλά πήρε κ’ έφαγε έν’ αυγό σκληρό μ’ αλάτι και +χοντροκομμένο πιπέρι και τσίμπησε μια πηρουνιά φρικασσάδα απ’ το +πιάτο του Νίκου. . . Με χίλια στανιά νακκουμπήση τα χείλια της σ’ +ένα δάχτυλο ρετσίνα που της έβαλε στο ποτήρι ο Μίμης και πούλεγε ο +Νίκος, σα μερακλής που ήτον, πως ήτονε φίνα γιατί «έκανε άμμο». + +Τη διαλαλούσε τη ρετσίνα του τραγουδιστά ο κάπελας κοντά στην +πόρτα, καθώς έπιανε στόνα χέρι πέντε-πέντε μαζί τα ποτήρια όπου +γράφανε στον πάτο: ΠΙΕ ΤΟ ΟΛΟΙ και τα ξέπλενε με κρότο απάνω στον +τζίγκο του μπάγκου του και τα γέμιζε πεντάρικα και δεκάρικα απ’ τα +εκατοστάρια και τις μισές π' ανέβαζαν ακατάπαυτα οι μπακαλόγατοι +απ’ το υπόγειο, γκρεμοτσακιστά με ποδοβρόντι στην ασκάλα: + + «Πώ — πω — πω! μωρ' τ’ είν' ετούτη! — + Μέλι — γάλα — και μπαρούτη! . . .» + +Το «γκαρσόνι» σα να πούμε — ένα παιδί γιομάτο και κοκκινομάγουλο, +με τα μανίκια του ποκαμίσου του ανασκουμπωμένα με τα λάστιχα και +μπροστά του μια σκούρη ποδιά δίμιτη που έσταζε απ’ τη βρώμα — +μόλις έκανε από ’να θέλημα στα διάφορα τραπέζια και πάλι ερχόταν +κοντά κι ακκουμπούσε το χέρι του με τα χοντρά κόκκινα δάχτυλα, τα +πρισμένα απ' τις χιονίστρες και μαυρονυχάτα, στην άκρη του +τραπεζιού τους και τους κύτταζε πούτρωγαν και τη Λιόλια που δεν +έτρωγε. . κι άκουγε τις κουβέντες τους και τη Λιόλια που δε +μιλούσε. . και γελούσε μ’ όλο του το πρόσωπο. . . + +Πέρα σ’ ένα τραπέζι άστρωτο τραγουδούσαν κάτι παιδιά εργατικά: +«Τρυγώνα μου περήφανη! . . .» + +Απ’ την άλλη μεριά, εκεί που βάθαινε το μαγαζί, πίσω απ’ την +καμάρα, τρεμοστέναζε σιγαλά μια κιθάρα που τη βαστούσε στα γόνατά +του ένας ναύτης σκυμμένος τρυφερά απάνω της. Ένας σκαπανέας με τα +μαλλιά του «σεϋμούρ» και έν' άλλο «παιδί», πολίτης, με το παλτό +ριχμένο στην πλάτη και τη σταχτιά ρεμπούπλικα με τα δυο δάχτυλα — +θλίψη στο κεφάλι πίσω, να παίρνη αέρα η αφέλεια, καθόντουσαν κοντά +του στο μακρύ τον μπάγκο μπρος το τραπέζι, με τόνα χέρι στο +ποτήρι, και λέγανε με σεκλέτι και μεράκι, κυττάζοντας ο ένας τον +άλλονε στο στόμα: «. . . που είναι άσπρη και — αι παχειάαα! . . .» +— «Άιντε ρε και το σκότωσες!», είπε, καμμιά φορά, κόβοντας το +βλαμάκη του, ο πιο τεχνίτης. . . + +Και μέσ’ από το βόμβο που έκαναν τα τραγούδια κ’ οι κουβέντες, με +τις γροθιές χτυπητές στα τραπέζια, και τα καπάκια των τεντζερέδων +και τα μαχαιροπήρουνα, που τα ρίχνανε σωρό μες το θερμό, και το +ψωμομάχαιρο πούκοβε τα πεντάρικα και τα δεκάρικα ψωμιά και τα +μισοκάρβελα απάνω στη σανίδα, και των μουστερήδων οι παραγγελίες +κ’ οι φωνές των σερβιτόρων που ξεφώνιζαν απ’ την άλλη άκρη τη «μια +στιφάδο!» και τη «μια πατάτες γιαχνί!» και το «ένα κουνουπίδι!» +και «οι μαρίδες να γίνη ζωμόν!» και «πιάσε μία κούπα αποσταμένο», +καθώς τόθελαν οι παλαιοί οι μερακλήδες, και τις «μισές» και τις +«οκάδες» για τους κρασοπατέρες, ξεχώριζε κάθε λίγο, σαν του +κόκκορα ο ψαλμός μέσ’ απ’ τη χλαλοή του κοτετσίου, το διάτορο και +καμπανιστό λιανοτράγουδο του κάπελα: + + «Πω — πω — πω! μωρ' τ’ είν' ετούτη! — + Βάζει δόντια του φαφούτη! . . .» + +Τι απλή που φαινόταν η ζωή, τι ζεστή και τι γλυκειά ανάμεσα σ’ +αυτούς τους αφελείς ανθρώπους! + +Δεν ήπιατε ποτέ σας γάλα απ’ το βυζί της αγελάδας; Δεν ήπιατε ποτέ +σας νερό απ' τη δασοκρήνη που σιγοκελαϊδεί μέσα στα πολυτρίχια; +Δεν καθήσατε στο ησκιερό κατώφλι, αποσταμένοι απ’ την ανηφοριά του +δρόμου; Κάτω απ’ τον πεύκο δεν εγείρατε τον αγαθό, που απλώνει τα +γέρικα του κλώνια με τις τρεμοβελόνες, τις ηλιοστάλαγες κι +ανεμοτραγουδίστρες να σας περισκεπάση απ' το κακό του Κόσμου; — +Έτσι αισθάνεται όποιος περνάει απ’ της ζωής αυτής το μονοπάτι. +Έτσι αισθανόνταν κ’ οι τρεις οι νέοι εκεί που τρώγανε με τη Λιόλια +στο πλευρό τους, στο μαγαζί που απηχούσε απ’ τα τραγουδάκια και +τις κουβέντες των εργατικών παιδιών κι απ’ του κάπελα τον κοντό +ψαλμό για τη ρετσίνα . . και γι’ αυτό παρακάθησαν κοντά στη +ρετσίνα «πούκανε άμμο» και δεν το κατάλαβαν πως ήτον κοντά δέκα η +ώρα σαν κινήσανε για το χορό τους στο χοροδιδασκαλείο της +Καπνικαρέας . . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Από κάτω, απ' τη σκάλα που ανέβαιναν, ακουγόταν τοργανέτο πούπαιζε +και το σύρσιμο των ποδιών που χόρευαν. . . + +Όταν άνοιξαν την πόρτα για να μπούνε στη σάλα που μαύριζε από +κεφάλια σαλευούμενα, χύθηκαν έξω μαζί με μια ζεστή μπούχα και τους +αγκάλιασαν οι χαρούμενοι ήχοι της «Μικρούλας», που όλος ο κόσμος +την τραγουδούσε τότε και δεν ήτον οργανέτο που να μη σαλτάριζε +τσιριχτή μέσ’ απ’ την κοιλιά του και μόρτης που να μη σφύριζε, με +τα χέρια βαθιά στις τσέπες, τον πρόσχαρο σκοπό της . . . + +Μερικοί νέοι, που στεκόντουσαν κοντά στην πόρτα, τραγουδούσαν τα +λόγια, εκεί που χόρευαν οι άλλοι, και κρατούσαν το τέμπο με το +πόδι: + + + + Να η Μικρούλα! + Να η Μικρούλα! να! – + Αυτή που έρχεται, + Η παχουλή — ή! + + + Να η Μικρούλα! + Να η Μικρούλα! μπουμ! — + Αυτή που έρχεται + Η στρουμπουλή! μπουμ·μπουμ! — — + + +Έτσι ταλλάζανε για πιο αστείο και σε κάθε «μπουμ» δος του μια με +το τακούνι. . . + +Η Λιόλια που δεν έβγαινε απ' τα ξεροκοκκινίσματα, μόλις το πήρε +ταυτί της έκαμε να φύγη, γιατί θάρρεψε πως γι’ αυτήν τόλεγαν οι +νέοι. Ο Νίκος και οι φίλοι του ξεκαρδιστήκανε στα γέλοια. . . + +Ήρθαν και τους πήραν τα καπέλλα και τα παλτά τους. Ο Δάσκαλος τους +χαιρέτησε με χαρά και μόνο που δεν τονέ φίλησε το Νίκο: «Μωρέ +κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε! Μωρ' τι γίνηκες Νίκο! . . .» +Καλωσόρισε και τη Λιόλια σφίγγοντας της το χέρι με μεγάλη φιλία. . +. + + + +&Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά!& + + + +. . Και δεν είδε πια τίποτ’ άλλο η Λιόλια γύρω της, ούτε τις +μυρσίνες πούτανε στολισμένα τα κάδρα του Βασιλέα και της +Βασίλισσας, του Διαδόχου και της Σοφίας, ούτε τις μικρές σημαίες +που κρέμονταν απ’ το ταβάνι σε σκοινιά τεντωμένα, ούτε τα +ζευγάρια, μασκαρεμένοι και αμασκάρευτοι μαζί, που χόρευαν την +πόλκα, άλλοι στρωτή γερμανικά, άλλοι πηδηχτή γαλλικά, κι όλοι με +τόσο πάθος και χτυπώντας απ' την πολυκοσμία τις πλάτες ο ένας +απάνω στον άλλονα σαν ξαπολυμένες βάρκες σ’ ανεμόδαρτο λιμάνι. . . +Μόνο τα μάτια του Νίκου είδε που της έφεγγαν ως μέσα στο στήθος, +σάμπως του χορού ο σκοπός κ’ η γλύκα να τους είχανε ρίξει μέσα +σπίθες κρυφόχαρες κι αυτές να γινήκανε φλόγες ξεπεταχτές κι +αγκαλιάστρες και φέγγος απαλό — είδε το φέγγος των ματιών που την +αγκάλιαζε κ’ είδε και τα δυο τα χέρια να σιγοτρέμουν ανάερα για να +την αρπάξουν. . και τους συνεπήρε το ρέμα το φρενιασμένο και +ψυχοπλάνο του σκοπού του χορευτή — όπως ένας άνεμος ζεστός, +περνώντας απ' το λιβάδι, ξεσέρνει τις γλυκειές τις πεταλούδες. . . + +Πώς χόρευ' η Λιόλια με το Νίκο! . . . + +. . Σαν κάνανε εκείνα τα λίγα βήματα «φεν-ντε-σιέκλ» στις στροφές, +εκεί που γώνιαζε η σάλα, έπεφταν κ’ οι δυο μπροστά μ’ όλο τους το +κορμί, με τα κεφάλια κάτω, σα να θέλανε να γκρεμιστούνε +χεροπιασμένοι σε μιαν άβυσσο ευτυχίας, σε μια θάλασσα, κάτω βαθιά, +με κύματα γλαυκά και σαν αξύπνητα που μόνο το τραγούδι τους έφθανε +ως απάνω. . . Πατ! — πατ!! πατ!!! — — χτυπούσε το πόδι του στα +τρία βήματα τόνα πιο χτυπητό από άλλο, ο Νίκος, σαν το νέο το +άλογο, από υπερδύναμη ζωή κι αβάσταχτη χαρά. . . κ’ έπειτα έκανε +μια γλήγορη στροφή και γύριζε κατά πρόσωπο της Λιόλιας να τη δεχτή +στο στήθος του. . . Κι αυτή έπεφτε απάνω του με μια κίνηση σα +λυμένη, όλο πάθος και παράδοση, χυνότανε, μ’ ένα σκέρτσο +αλλοιώτικο, απ' το πλάι μ’ όλο το κορμί της και το στήθος μπροστά, +το απαλό και ζεστό, που έπαλλε απάνω στο δικό του, μέσα στα χέρια +του . . . + +Δε φορούσε σήμερα το στενό της το πολκάκι, η Λιόλια, με τη σειρά +κουμπάκια: είχε βάλει τη φουστίτσα της τη σταχτιά από αλπαγά, +κοντή-κοντή, μ’ ένα ποκαμισάκι κρεμ μαλακόχυτο όλο σούρες, που της +άφηνε το στήθος ελεύθερο, και στη μέση μια ζώνη μουσαμαδένια κι +αυτή σταχτιά· και πίσω στα μαλλιά της είχ’ ένα φιόγκο από +κορδέλλλα μεταξωτή σκούρη πορτοκαλλιά, πούκανε σα μιαν απόχρωση +των μαλλιών της των καστανών που χρύσιζαν . . . Χρύσιζαν τα μαλλιά +της μες τα φώτα σα μάλαμα παλιό ζεστόχρωμο και τα σγουρά τους +ταναφυσούσε ο απαλόθερμος αέρας όπως η αύρα αναφυσάει τα ψιλόχορτα +του κάμπου. . . Τα μάτια της έλαμπαν! Ήτονε ροδοκόκκινη κ’ +ιδρωμένη σα νάτρεχε στους ήλιους κ’ έτσι έμοιαζε ρόδο που ό,τι +έχει ανοίξει μ’ όλα του τα φύλλα ένα μεσημέρι του Απρίλη. Μα το +στόμα της έκανε μια καμπύλη σαν κλάμα και δεν καταλάβαινες πως +γέλαγε παρ’ απ’ τη γλύκα που φώλιαζε σε κάτι λακκάκια και μέσα +στις γωνιές των χειλιών της κι απ’ τα μαργαριτάρια που φέγγριζαν +ανάμεσα στων χειλιών της τα υγρά κι ανοιγμένα ανθόφυλλα. + +. . Κι ο Νίκος έσκυβε απάνω στα μαλλιά της: το πρόσωπό του ήτονε +χλωμό σα να φωτιζόταν από μέσα και στη χλωμάδα αυτήν τα μάτια του +ξεχώριζαν ακόμα πιο σκούρα μες τα ματόκλαδα, σα βαθύ νερό +σκιασμένο από κλαριά. . . + +. . Κάθε φορά που την άρπαζε τη Λιόλια σαν απ’ τον εαυτό της +χαμένη στην αγκαλιά του, έσφιγγε τα χείλια του για να μην πετάξη η +άχνα της ψυχής του, ξεροκατάπινε με το καρύδι πηγαινοερχάμενο από +κάτι αλάλητο που τούκανε το σάλιο κόμπο και τούκλεινε το λαιμό, +έρριχνε πίσω το κεφάλι, σάμπως να του ταρπάζη ο πόθος αποπίσω, στα +δυο του τα χέρια, και να του το γύριζε τανάστροφα φιλιώντας του το +στόμα. . . + +« Παντεσπάνι! Παντεσπάνι!» — φωνάζανε μερικοί πούχανε βαρεθή πια +να περιμένουν την πόλκα να τελειώση για να βρουν κι αυτοί ντάμα. +Από ντάμες δα άλλο τίποτα, καθιστές γύρω στους καναπέδες, μα νά +που έτυχε να χορεύουν όλες οι όμορφες κ’ οι καλύτερες χορεύτρες . +. και δεν πάνε στα κουτουρού οι χορευταράδες, μόνο κάθονται να +δουν πρώτα κ’ έπειτα διαλέγουνε. + + — Δεν έχει παντεσπάνι! είπ' ο Δάσκαλος, μπαγιάτεψε πια κ’ έγινε +παξιμάδι. — Βάλ' τη «Ρεζάν», Μηνά! — φώναξε του παιδιού που γύριζε +τοργανέτο. + +. . Και πάλι, χωρίς να ξαποστάσουνε μια στάλα, έσυρε ο Νίκος τη +Λιόλια. . . Να βλέπατε το πόδι του το νεανικό κι αντρίκιο, το +χαριτωμένο μαζί και δυνατό, που ξέχωρα φανέρωνε το πλάσμα το +πλουσιόβλαστο κι ανθισμένο πούτον ώρα του τώρα να καρπίση — πώς +πατούσε το σανίδι ολόσωμο, ριζώνοντας το νέο δεντρί, και σηκωνόταν +πάλι ανάερο μ’ ένα τίναγμα ελαστικό και πάλι έπεφτε, στριφογυριστό +στον αστράγαλο, βαστάζοντας όλο το κορμί στις μύτες του κ’ έρριχνε +γοργότρεχο τη φτέρνα πίσω και γλυστροσερνότανε σα χέλι — λες κ’ +είχε ζωή ολόδικιά του και χαρά — το πόδι! . . . Μα κι όλο τάλλο το +κορμί: τα μπράτσα κ’ οι ώμοι, οι πλάτες, η μέση κι ο λαιμός — τι +τέλεια κι αρμονικά πούχαν τα κουνήματά τους, χώρια το καθένα και +τόνα μέσα στάλλο και πάλι όλα μαζί — σα να φιλιούνταν αναμεταξύ +τους, σα νάνθιζαν τώρα δα, ξαναγεννημένα σ’ ένα λουτρό +χρυσόρρευστο από φως και ηδονή, σε ζωή τρισμάκαρη . . . + +Και η Λιόλια — το κοριτσάκι με το κοντοφούστανο τανεμιστό, με τα +τρεμόχαρα στηθάκια που κρυφοζούσαν μες ταέρινο ποκαμισάκι ίδια +χλωμά ροδάκινα κάτω απ’ τη φυλλωσιά στο βραδυνό ταγέρι, με τα +χείλια σα στόμα λουλουδιού που σιγανοίγει να φιλήση τον ήλιο — +έπεφτε απάνω του σαν ένα πράμα λευκό κι απαλό, σαν πιτσούνι άσπρο +που με τα πούπουλά του τού σκέπαζε το νου. Έτσι έλυωνε του Νίκου η +ψυχή κι όλο το κορμί του άνοιγε σε μύρια στόματα για μύρια το +καθένα του φιλιά. . . . + +Κι όχι μονάχ’ αυτοί οι δυο. Ολ' αυτά τα κορμιά που στριφογύριζαν +αγκαλιαστά — το κάθε ζευγάρι σα μέσα σ’ ένα δικόν του σίφουνα +μεθυσιού και φρένας — ζούσαν τώρα μιαν άλλη ζωή, τόσο βαθειά, που +άγγιζε σχεδόν με πόνο την ψυχή τους, με γλυκό σφάχτη, κ’ έπαιρνε +τη λάμψη της και τη φορούσε κ’ έφεγγε. . . + + — Το «μαρινάτο!» το «μαρινάτο!», φωνάζανε τώρα μερικοί που δεν +χόρευαν άλλο παρά βαλς (έτσι τόχε βγάλει ένας δεκανέας των +Πυροσβεστών από το άχτι του, γιατί όλο αυτό κοπανούσανε στα +χοροδιδασκαλεία και δεν μπαγιάτευε ποτέ του σα το μαρινάτο ψάρι) — + + — Όχι! Όχι! «Τα παιδάκια»! — πολεμούσαν άλλοι να τους μουλώξουνε +με τις φωνές τους — Όχι το «μαρινάτο!» Όχι! Ό — οχι! «Τα +παιδάκια»! «Τα παιδάκια»! και δυο-τρεις αρχίσανε τα τραγουδάνε +δυνατά, για να μην τους περάση το πείσμα εκεινών: + + Τα παιδάκια μου, γι’ ακούστε + να σας πω μια συμβουλή! . . . + +Έξαφνα χτύπησ’ ο Δάσκαλος τα χέρια κ’ έπαψε τοργανέτο κ’ έπιασαν +τα βιολιά (Να λοιπόν πούτον αλήθεια όταν τόλεγε ο Μίμης!). . . + +Πώς περνάει, το καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ένα φρίκιασμα πάνω απ’ τα +φύλλα του δάσους. . μ’ ένα θρόισμα μυριόφωνο βαθύ σαν από κάποια +θάλασσα αλαργινή, βαρυστέναγη; — έτσι πέρασε μιαν ανατριχίλα +αλάλητη πάνω απ' όλα τα κορμιά τα ολόθερμα με το πρώτο κατέβασμα +των δοξαριών, πούβγαλαν κάτι τραβηγμένους ήχους βαθιούς και +στριγγούς μαζί. . . Φως κάτασπρο στις αμίλητες πέτρες, γέλοια των +κυμάτων στην αμμουδιά, των άγριων περιστεριών γέλοια στις +δέντρινες κουφάλες, σίδερο πληγωμένο που ξεφωνίζει, ρόδα +μαυροπόρφυρα του πόθου και ήσκιος σε νάρκη βαθιόμαβια με τις +φτερούγες ριχμένες πάνω απ’ το κεφάλι — και σαν τι δε μοιάζουν οι +λαχτάρες των χορδών! . . . Και με τη γοργάδα και το θάμπωμα της +αστραπής που σχίζει μαυρόγυαλον ουρανό, έπεσαν οι ήχοι αυτοί στων +ανθρώπινων κορμιών το πιο βαθύτερο «είναι» και ξέσυραν, +αποσχίζοντας τις ίνες της ψυχής, κάτι ολάνθιστο, με σπαραγμό +μαγευτικό . . κ’ έπειτα χύθηκαν τις πλάτες κάτω τις ζεστόχνουδες, +φως ανατριχιαστό, και σιγοστάλαξαν κόμπο-κόμπο στα στήθη σαν +κάποιο υπέργειο μύρο τραγουδιστό που σε λιγάκι ξεχείλισε, έγινε +πέλαγος. . . + +Τσιριχτές φωνές έβγαζαν τα νέα παιδιά, γιατ’ οι καρδιές τους +πνίγονταν από ηδονή, Αχ, από ένα μεγάλο κύμα ηδονής. . . Κ’ +εκείνοι ακόμα πούχαν αποστάσει να χορεύουν και πηγαίνανε να +καθήσουν, ξαναπετάχτηκαν απάνω και ζευγαρώθηκαν πάλι στο φτερό και +ριχτήκανε μες του χορού το κύμα. . . + +Το σγουρό μαλλί του Νίκου που τούσκιαζε το μέτωπο, στεκόταν +ανάερο. . άσπρο το μέτωπό του, λαμποκοπούσε μυστικά σαν κάποιο +αρχαίο μάρμαρο που αστράφτει ηλιοφιλημένο ψηλά σ’ έναν έρημο κάβο, +κυττάζοντας τη θάλασσα. . . + +Η Λιόλια κάθε φορά που μες την αγκαλιά του Νίκου περνούσε κοντά +απ’ τα βιολιά, της φαινόταν πως παίζανε για χάρη της πιο δυνατά, +με πιότερο πόθο παίζανε, με πιότερη φρένα γλυκερή — γι’ αυτήνα +μοναχά πια βαθιά και πιο επίμονα ξέσερναν τις φωνές τους, σα να +θέλανε να την κάμουν κάτι να πιστέψη: + +«Νέα είσαι κι όμορφη κ’ ευτυχισμένη!» — της έλεγαν. . . Μα όχι +αυτό μονάχα: κάτι άλλο πιο γλυκά ακόμα κι από της ομορφιάς την +ευφροσύνη και της νιότης κι απ’ το καθετί στον κόσμο, κάτι άλλο +πιο αβάσταχτο θέλανε να της ειπούν — που δεν το πίστευε. . και +μεθούσε απ’ την πολλή χαρά της – ενώ δεν το πίστευε! . . και της +έρχονταν τα δάκρυα απ' την ευτυχία — γιατί κόντευε να το +πιστέψη! . . . + +Αχ, βιολιά, βιολιά! γλυκά βιολιά! — σφάχτες της ψυχής! Τι μας +κάνετε εμάς των νέων! + +Μαγεμένες είν' οι χορδές σας, οι βγαλμένες απ’ τα ωραία ζώα που +σιγοπερπατούνε στις χορταριές τις κρυφομύριστες απ’ το χαμόμηλο +και τον άγριο δυόσμο (. . τα είδατε πώς κυττούνε, θλιμμένα από της +ζωής την ομορφιά;) . . . Γλυχοποτισμένες είν’ οι χορδές σας με της +ζωής την όμορφη τη θλίψη. . , Όλα τα παλιά τραγούδια των νέων που +έζησαν και τώρα έχουνε σβήσει για πάντα και τα δάκρυα απ’ τον +παλιό καιρό, εσείς τα τραγουδάτε, βγάζοντας τα μέσ’ από το χάος +της ζωής και μέσ’ απ’ την ψυχή μας. . . . . . . . . . . . . . . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Όταν ήρθ' η καντρίλλια, οι φίλοι του Νίκου βρήκαν ευκαιρία να +ζητήσουν της Λιόλιας ο καθένας τους κι από ένα χορό. Ο Μίμης της +θύμησε πως την είχε αγκαζάρει για ένα βαλς κ’ ήτον αυτό, είπε, +πουρχόταν τώρα. Δεν πρόφθασε νανοίξη το στόμα της και πάλι τους +χώρισε το ρέμα. . . + +Τι εξαίσιο πράμα ωστόσο αυτές οι καντρίλλιες! — ίδια η ζωή! . . . +Σαν κάποιος μάγος κ’ εξορκιστής ο Δάσκαλος χτυπούσε τα χέρια του +ξεφωνίζοντας λόγια παράξενα που μοιάζανε γητέματα και ξόρκια: +«Μπαλανσέ — βο — νταμ!» — «Σασσέ — κρουαζέ!» — και περνούσαν τα +γυναικεία λουλούδια μπρος απ’ των αγοριών τα μάτια που μεγάλωναν +πιο φεγγερά από πρώτα . . και σελάγιζαν, πάνω από τάνθινα κεφάλια, +του αγορίσιου πόθου τάστρα, του πόθου του κυπαρισσένιου — γιατ’ +ίδια νέα κυπαρίσσια ταγόρια αψηλοστέκουνε στυλωμένα σ’ +ολοστρόγγυλους και δυνατούς δίδυμους κορμούς. . . «Φραππέ»! — κ’ +ήτον ο θρίαμβος της Χαράς και της Ζωής: Α! να τις που περνούν κ’ +οι δυο αγκαλιασμένες (τι σπάνιο πράμα!) μέσ’ από μια θάλασσα +ανθρώπινη, πολύβουη απ’ τάσπρα χέρια που χτυπιούντ’ αναμεταξύ τους +σαν αφρισμένες κυματοκορφές, απάνω σ’ ολόχρυσο άρμα, ζεμένο σε +λευκό τέθριππο σαν από φως γενάμενο κρέας, και με την ίδια τη θεά +την Ήβη πίσωθ' ορθή για Νίκη που κρατάει τα χρυσά στεφάνια. . . +«Σαιν»! — και γύριζε η αλυσσίδα η ζωντανή, δεμένη και λυτή, +περνούσε σαν άνθινο όνειρο που δε σβήνει, σαν άρωμα που όλο φεύγει +κι όλο μένει, περνούσε — κομπολόϊ ανθρώπινο μες τα χέρια ταόρατα +της συλλογισμένης Μοίρας. . . Κ’ οι κόμποι του ήταν αφροσταλίδες +απ’ την ατέρμονη θάλασσα της πλάσης σαν κ’ εκείνα τα δάκρυα του +Ωκεανού τα θρομπισμένα στο κεχριμπάρι που σιγοκυλούνε με μουσική +στης Ζωής τον έρημο γιαλό (ώ πένθιμα φωτισμένον από ένα μεγάλον +κόκκινον ήλιο!), που έχουνε μέσα τους το θλιβερό μύρο του άπατου +βυθού και της αλαργινής κυματιάς την ανεμόφερτη λαχτάρα και +τραγουδιστή βουή. . . Και ζούσαν αυτές οι στάλες του σάρκινου +αφρού και τρεμοσάλευαν κ’ έφεγγαν η καθεμιά τους μ’ ένα φως +κρυμμένο μέσα της. . . Και πότε αποτραβιούνταν οι κόμποι απάνω στο +σκοινί πούτον το αίμα το άλικο, το ζεστό, γοργότρεχο από πόθο, +νεροσυρμή του πόθου ακράτητη κοχλακιαστή μέσα στην ανθισμένη +σάρκα, πότε μαζεύονταν όλοι μαζί μέσα στη χούφτα της Μοίρας τη +φριχτή που τους έπαιζε — αλλού έχοντας το νου της. . . Κ’ έξαφνα +σαν κομπολόι σκόρπισαν. . . + +Κ’ έπειτα απ’ του Μάγου τα χείλη απήχησε η μαγική λέξη; +«Προμενάτ»! — και δυο-δυο τα γητεμένα πλάσματα έκαναν τον κύκλο +της ζωής το χορευτή, σκιρτώντας απάνω στο λιβάδι της αιώνιας +νεότητος. . και περιχυμένο ήτον το λιβάδι απ’ τον απαλόφλογο ήλιο +της χαράς. . κ’ ήτον αυτός η σύνθεση ενός τραγουδιού αναβρυσμένου +απ’ όλα τανθρώπινα κορμιά που τώρα ζούσανε βαθιά σαν άνθη και σα +ζώα. . . Έπαλλαν τα στήθη και τρεμούλιαζαν της σάρκας οι +κυρτογραμμές και τα πρόσωπα έβγαζαν ένα φέγγος σαν τανοιχτά +παράθυρα το καλοκαίρι όταν απέξω είναι ο χρυσός ο ήλιος και τα +φύλλα τα πολλά, κόμες πράσινες ανεμιστές που αναδεύονται απαλά και +μυστικά θροΐζουν, κ’ οι καρποί που γλυκοφεγγρίζουνε σ’ απόσκια +γλαυκά και τα μεγάλα άσπρα νέφαλα τα στρογγυλεμένα, σαν από αέρινο +μάρμαρο πελεκητό, που ασάλευτα ονειρεύονται πίσω απ’ τις πλάτες +των βουνών. . . Και καθώς πηγαίνανε σκιρτώντας ρυθμικά κάτω από +μιαν ανίδωτη βέργα, τα μαγεμένα πλάσματα, ανασαίνανε βαθιά κ’ η +πνοή τους έλεγε: «Είμαστε νέοι, νέοι, νέοι και γεροί! και ωραίοι! +και δε μας μέλλει γιατί γυρίζομε και πού πάμε . . και πού πάμε . . +και δε μας μέλλει αν πέθαναν εκείνοι που μας γέννησαν και τα μικρά +ταδερφάκια μας αν έσβησαν. . . Εμείς πάντα θα γυρνούμε, θα +γυρνούμε, γιατ’ είμαστε όμορφοι και νέοι και δε μας μέλλει! δε μας +μέλλει! δε μας μέλλει! που κ’ εμείς θε να πεθάνωμε — γιατί δεν το +πιστεύομε! . . .» + +Κι όχι μόνο των νέων ανθούσε και τραγούδαγε η ψυχή. Αχ, να βλέπατε +κάτι γέρους σαράβαλα και κάτι χοντρές πενηντάρες που στο σπίτι +τους θα βογκούσαν απ’ τη μια καρέκλα στην άλλη — πώς σήκωναν τα +πόδια τους αψηλά και πηδούσανε σαν τις κατσικούλες! Μια προπάντων, +χοντρή σα δέκα απ’ τις εγγόνες της που χορεύανε γύρω της, ήτονε +θεός να τηνέ βλέπης: τρανταζόταν ολόσωμη σα βαρέλα ξεχαρβαλωμένη +και τα προγούλια της πηγαινόρχουνταν πέρα-δώθε σα λάστιχα, μα το +πρόσωπο της, κάτω από τις ζάρες και τις κρεατοελιές, άστραφτε από +χαρά και νιάτα — ναι από νιάτα, γιατί εκείνην την ώρα ήτονε +δεκαεννιά χρονών: σωστά δεκαεννιά χρονών — ούτε μια μέρα παραπάνω +. . . Να κ’ ένα κουκλάκι μια σπιθαμή, με κάτι γαμπίτσες ψιλούλες +σαν τα καλαμάκια μες τις άσπρες κάλτσες: η κόρη του δασκάλου, +τεσσάρων πέντε χρονών, που τη χόρευε ένας αψηλός νέος, πρώτος +χορευτής, σκυμμένος ίσαμε κάτω και κρατώντας την απ’ τα δυο τα +χεράκια, όπως χορεύουν τα κορίτσια τις κούκλες τους μες τις αυλές. +Όλους τους χορούς λέει τους ήξερε και δεν άφηνε χορό να μην τονέ +χορέψη με τους πιο ωραίους καβαλλιέρους. Ο νέος, γερμένος απάνω +στο κουκλάκι, το γλυκοκύτταζε και του χαμογελούσε, σα νάβλεπε μέσα +του την όμορφη κοπέλλα που θα γινότανε μια μέρα, κ’ η μαϊμουδίτσα +σήκωνε απ’ το βάθος καταπάνω του τα μάτια της, σα νάτον ο +αγαπημένος της — και μόνο τα μπόγια τους που δεν ταιριάζανε. . . +Αλήθεια η ψυχή τανθρώπου δεν έχει χρόνια παιδιάτικα, ούτε και +γεροντάματα κάτω απ’ τα χιόνια των μαλλιών και τις ζάρες που +σταφιδιάζουν τις ωραίες ρόγες: ολάνθιστη γεννιέται και νέα πάντα +μένει και σβήνει, χωρίς να ξεφυλλίση, μ’ όλη της τη λάμψη σαν τη +συνονόματη της, τη χρυσοφτέρουγη «Ψυχή». . . + +Πνίγηκε η Λιόλια απ’ τα γέλοια σαν είδε το μικρό να χορεύη κοντά +της με τόση σοβαρότητα και να κάνη ρεβερέντσα στον καβαλλιέρο του +με τόνα ποδαράκι πίσωθ’ ανασηκωτό . . κ’ εκεί που γέλαγε, τέλειωσ’ +ο χορός κ’ ήρθε τρέχοντας να την πάρη απ' τα χέρια του Νίκου ο +Μίμης. . . + + — Άσε μας ντε κ’ εμάς λιγάκι να μυρίσουμε κορίτσι! — τούπε αυτός +με πίκα. + +Τον κύτταξε ο Νίκος με κάποιο σοβαρό και σα λίγουλάκι άγρια, μα +δεν είπε τίποτα. + + — Τι με κυττάς; — ξαναείπε ο Μίμης που έβραζε μέσα του απ’ όλο το +βράδυ κ’ ήτον κίτρινος σαν το φλουρί — δε σ’ αρέσουμε; + + — Σα να μη στέκης αυτού καλά μου φαίνεται — είπε ο Νίκος και πήγε +με τη Λιόλια στο βάθος της σάλας να την τραττάρη μια λεμονάδα στον +μπουφφέ: ένα τραπέζι μακρύ που τούχανε φορέσει ένα κόκκινο +φουστάνι από λαδόπαννο. . . + +Σε λίγο άρχισαν πάλι τα βιολιά κι ο Μίμης πήρε τη Λιόλια να +χορέψουνε. . . Δε μίλησε ο Νίκος, μα είδε τη Λιόλια να τον κυττάζη +με κάτι μάτια σα να τον αρωτούσανε μ’ απορία θλιμμένη: «Γιατί +αφήνεις να με πάρη αυτός από κοντά σου!;. . .» + +Του ήρθε να κάμη ένα σάλτο να την ξαναρπάξη απ’ τα χέρια του Μίμη. +Μα εκείνη τη στιγμή τον έπιασε κάποιος απ’ τον αγκώνα: ένας φίλος +που τώρα ότι είχ’ έρθει κ’ ήτον όλο χαρά που τον εύρισκε εδώ — ο +Ντίνος — ένα παιδί γλυκό με δυο μάτια σαν ελίτσες που δεν άφηναν +καθόλου ασπράδι στις άκρες, ψηλούτσικος, με μια μέση τόση δα, που +περπατούσε ίσιος-ίσιος σα λαμπάδα. Τον έπιασε που λες στην +κουβέντα κ’ έτσι ο Νίκος, χωρίς νακούη τι τούλεγε ο Ντίνος, έβλεπε +από μακριά τη Λιόλια που τη χόρευε ο Μίμης. . . Και σαν επίτηδες ο +Μίμης έκανε μικρούς-μικρούς τους γύρους του κι όλο κατά την άλλη +μεριά της σάλας, για να μην περνάη κοντά απ’ το Νίκο. . . + +Τώρα που την έβλεπε τη Λιόλια μακριά του, σε χέρια αλλουνού κ’ +εκείνονε να γέρνη αποπάνω της και να πίνη με τα μάτια του το φως +της ομορφιάς της, τώρα του φάνηκε πως για πρώτη φορά την έβλεπε. . +. Ως τα τώρα είχε μεθύσει με το ζεστό μύρο του κορμιού της σαν από +κρασί μοσχάτο (Αχ, όχι! από βαρύ κρασί με ζάχαρη και κανέλλα), +είχε γλυκαστή η ψυχή τον με τα ολόδροσά της νιάτα σαν απ’ τον +πεπονιού τη δροσερή τη γλύκα, είχανε χάρη τα μάτια του τον ήλιο +που ήτον πεσμένος μέσα στα μαλλιά της σα μέσα σ’ άγριο μέλι του +βουνού, σκοτεινό. . το στόμα της, λιγωμένο ρόδο με βυσσινύ +χαμόγελο, λουλούδι της ψυχής που έβγαζε αμίλητο τραγούδι — λαχτάρα +κι αγωνία μαζί — όπως όλων των λουλουδιών τα στόματα —: πάντα το +αισθανότανε να φυλλοτρέμη μέσα τον, μα τις περισσότερες φορές στα +χείλη του απάνω . . και τα μάτια της με τις τζιτζιφένιες χάρες που +μοιάζανε νησάκια ηλιοφίλητα σε πέλαγος γαλατένιο την αυγή, +απονύχτερα άστρα σε κάποιον ουρανό χλωμό, αυτά τον παίρνανε μαζί +τους κάθε φορά που ήθελε ταντικρύσει, όπως παίρνει ο ουρανός το +σύννεφο κ’ η θάλασσα το καράβι — στην αγκαλιά τους. . . Όλ’ αυτά +τα αισθανόταν ο Νίκος ως τα τώρα, μα τώρα μόνο κατάλαβε, ότι τα +αισθανόταν — μα και πάλι τα αισθανόταν όλα μαζί, θαμπά και +μπερδεμένα . . . Έβλεπε όμως τώρα αληθινά, ένα-ένα, αυτά τα +χαρακτηριστικά που ήτανε γι’ αυτόν άλλες τόσες κρήνες ηδονής +αλάλητης. Και συνάμα κατάλαβε βαθιά μες την ψυχή του πως ήτανε +δικά του, ολόδικά του, κατάβαθα δικά του, περισσότερο από κάθε +άλλο πράμα πούχε δικό του στον κόσμο, περισσότερο δικό του κι απ’ +τον ίδιο τον εαυτό του. . . + +Κάτι θολοπόρφυρο νεφέλωσε στα μάτια του μπροστά, σα λιβάνι +πυρωμένο που τον τύφλωνε, τονέ ζάλιζε, τούρριχνε μια φλόγα +σκοταδερή μέσα στο μυαλό του — — + +Η Λιόλια πέρα στην άλλη άκρη της σάλας χόρευε με την καρδιά +της . . . + +Περνούσαν άλλα ζευγάρια μπροστά απ’ το Νίκο: ένας κοκκινοπρόσωπος +μ’ ολοστρόγγυλο σαγόνι και μακρυά μουστάκια κρεμαστά, το στόμα +ανοιχτό να παίρνη αέρα (ίδιος κι απαράλλαχτος μπαρμπούνι), +κρατώντας στην αγκαλιά του μια γεροντοκόρη στεγνή και σουβλερή, με +το πηγούνι και τη μύτη σαν τρυπάνια, που κύτταζε το μπαρμπούνι της +σαν μπεκάτσα ερωτοχτυπημένη και ξεροτηγανισμένη . . . Παραπίσω +ένας αψηλός νέος ξεσταχιασμένος, σα φραντζόλα μακρουλή της μπίρας, +με μια μικρή κοντοστούπα που έμοιαζε μποτίλλια: απάνω στενή μ’ ένα +κεφαλάκι σαν καρφίτσα και κάτω φούσκα απ’ τα κολλαριστά σαγκουλιά +του φουστανιού της· και σήκωνε τα δυο της χέρια η μποτίλλια, σαν +ταχυρένιο σκοινάκι της μποτίλλιας του «Κιάντι», για να πιαστή απ’ +το λαιμό της φραντζόλας που χοροπηδούσε καμαρωτή, αλύγιστη κι +άψητη. . . Ένας μασκαρεμένος Βεδουίνος μαυρογενάτος, με τριχιές +ολόγυρα στο κεφάλι, είχε τυλιγμένη μέσα στα μπουρνούζιά του μια σα +δασκάλα και σα σκουπόξυλο και με τα μαλλιά σα σκούπα — και +φανταζόταν ίσως τώρα αυτή πως πετούσε απάνω σ’ ένα αραβικό άλογο, +κλεμμένη από 'να «Βασιλέα της ερήμου» . . . + +Τι γελοίοι που ήταν όλοι τους με την ευτυχία τους σα σορόπι +πασσαλειμμένη στα μούτρα τους που αποθέωνε ακόμα και την ανοστιά +τους! — Τουρχόταν του Νίκου να τους δείρη απ’ το θυμό του — — + +Πέρασ’ έν' άλλο ζευγάρι: ένας σγουρομάλλης νέος, καλοκαμωμένος με +τα πόδια κολώνες και τους ώμους χυτούς, ίδιος έφηβος αρχαίος. . +και ταχείλι του έσταζε φως ολόγλυκο (όπως όταν σιγοπέφτη το μέλι +απ’ το κουτάλι) απάνω στανθισμένο κεφάλι της ντάμας του που ήτον +ξανθιά σα στάχυ ώριμο και με μάτια σκούρα μπλου σαν κύανοι. . . +Κύτταξε ο Νίκος να δη τη Λιόλια: . . χόρευε πάντα στην πέρα άκρη +με το Μίμη. . . Κάτι της έλεγε ο Μίμης κι αυτή γελούσε, γέρνοντας +το κεφάλι στο πλάι για να μην αποδειχτή πως γέλαγε, μα ο Μίμης +έσκυβε και αυτός απ' το ίδιο μέρος και πιο χαμηλά για ναδράξη το +γέλοιο της. . . + +Η καρδιά του Νίκου μονομιάς έσφιξε σα χουφτιασμένη στα νύχια ενός +όρνιου! . . κ’ οι μεγάλες του μαβιές φτερούγες τούπαιρναν την +αναπνοή) — — Η Λιόλια τώρα ξέσπασε στα γέλοια: ίσως για κάτι +μασκαράδες που χόρευαν κοντά τους — κ’ ήτον κι ο Περικλής ο +χοντρέλης μαζί — ή επειδή είχαν κουτουλήσει ράχη με ράχη με μια +παχειά, τετράπαχη, που την έσερνε ένα αδύνατο παιδί λαχανιαστό σαν +το σκυλλί που γυρίζει απ’ το κυνήγι. Δες πώς γλάρωναν τα μάτια της +απ’ την ευχαρίστηση. Μα και το παιδί δεν απόδειχνε καμμιά +δυσαρέσκεια, μόνο που ήτον ιδρωμένο και ξεφυσούσε, γιατ’ ήτον ο +χορός, ο μάγος ο χορός που ξετύλιζε τη χοντρή ψυχούλα απ’ τα +πάχητα και την έκανε συλφίδα. . . Αχ, τι χαρά που χει η ζωή! . , +μα τι λίγο που βαστάει! — γιατ’ είναι μοναχά ο άμμος πάνω απ’ την +πέτρα που τονέ σκορπάει ο αγέρας. . . + + — Τι έπαθες καλέ, φώναξε ο Ντίνος, βλέποντας το Νίκο έξαφνα να +χάνεται — + +Εκείνην τη στιγμή χύθηκε μες τη σάλα μια παρέα μασκαράδες με +φωνές, με χοροπηδήματα, με σκουντιές, με χαλασμό κόσμου: του +Κουτρούλη το πανηγύρι έγινε εκεί μέσα. Τα βιολιά που τσιρίζανε +λούφαξαν. Ο χορός σταμάτησε — + +Ο Νίκος τινάχτηκε απάνω κι ώρμησε μέσα στο σωρό να βρη τη Λιόλια. +Ήτανε χωμένη μέσα σ’ ένα μπουλούκι μαζί με το Μίμη, που τη +βαστούσε ακόμα μες την αγκαλιά του κ’ έδιωχνε τους μασκαράδες που +κάνανε σαν το μελίσσι γύρω της . . . + +Όταν αντίκρυσε η Λιόλια το Νίκο, έβγαλε μια φωνίτσα σαν ένα μικρό +λυγμό — που δεν έδειχνε χαρά ήτον ή κλάμα; Ο Νίκος την έπιασ’ απ’ +το μπράτσο και την τράβηξε καταπάνω του· έπειτα γύρισε απότομα και +κρατώντας το χέρι του προφυλαχτικά πίσω απ’ την πλάτη της, άνοιγε +δρόμο μεσ’ απ’ τον κόσμο με τα γόνατα και τους αγκωνές, με +σκουντιές και σπρωξίδι, με τα «μπαρντόν» και «συγνώμη» και «λίγο +τόπο περικαλούμε», κατά την πόρτα. . . + +Ο Μίμης έμεινε κόκκαλο — — Έπειτα έκανε να τρέξη το κατόπι, μα έλα +που τα είχαν ιδεαστή όλα τα τρεχούμενα οι μασκαράδες και τονέ +ζώσανε στη μέση, σάμπως να θέλανε να βγάλουν απάνω του το άχτι +τους για την κερήθρα πούχανε χάσει. . . + +Εκεί που έβαζε ο Νίκος το παλτό του, με το Δάσκαλο κοντά που βγήκε +να βοηθήση της Λιόλιας και να τους χαιρετήση, νά σου κι ο Μίμης, +κίτρινος σαν το θειάφι, πούρθε να ζητήση το λόγο —: + + — Βρε συ! — του λέει του Νίκου με χολόπνιχτη φωνή — πώς τραβάς το +κορίτσι μέσ’ απ’ τα χέρια μου πριν να τελείωση ο χορός; — + + — Άιντε από 'δώ χαζέ! δε Θα σου δώσω λόγο! — του αποκρίθηκε ο +Νίκος, που κι αυτός τάραζε σύσωμος από θυμό, σαν το καπάκι του +τέντζερη που αφρίζει στη φωτιά. + +Πετάχτηκε στη μέση ο Δάσκαλος, γιατί μυρίστηκε την τσίκνα: + + — Δεν είχε πια χορό· εγώ τον έπαψα το χορό, καθώς είδα που μπήκαν +οι μασκαράδες. + + — Ποιανού δε θα δώσης λόγο ρε! — φώναξε ο Μίμης αγριεμένος. + +Έπιασε ο Δάσκαλος και μερικοί άλλοι εκεί δα, πούχαν ακούσει +ναλογοφέρνουν, το Μίμη, γιατ’ ήτον έτοιμος να χυμήξη απάνω στο +Νίκο, θεριό μονάχο, καθώς έβλεπε κιόλας πως έκανε να φύγη ο Νίκος +απ’ το χορό με τη Λιόλια, να πάη έξω στα σκοτάδια με τη Λιόλια, +που στεκόταν ασάλευτη, κατάχλωμη κάτω απ’ το σαλάκι της το ροζ, +σαν Παναγίτσα, μέσα στη γωνιά της πόρτας — + + — Τα βρίσκουμ’ άλλη ώρα! — του φώναξε του Μίμη ο Νίκος, πάνω απ’ +τα κεφάλια των αντρών που τους χώριζαν, κ’ έσυρε τη Λιόλια απ’ το +χέρι τις ασκάλες κάτω. . . . . . . . . . . . . . . . . +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Περπατούσανε γλήγορα, ο ένας κοντά στον άλλον, απ' τα σοκάκια της +Πλάκας τα έρημα. . . Κάτι μασκαράδες ερχόντουσαν τον κατήφορο, ο +ένας πίσω απ' τον άλλονα στο στενό το πεζοδρόμιο ταντικρινό: ένας +παλιάτσος άσπρος και δυο ντόμινα. + + — Μωρέ Βλάμη! πού την πας την Κλάρα! — τους φώναξε το ένα ντόμινο +καθώς προσπερνούσαν. . . + + — Μ'λάρι! πού την πας την π'λάρα! — το χόντρυνε, σε λιγάκι, ο +σαχλός ο παλιάτσος, με πιο μεγάλη φωνή, μόλις πήγανε πιο κάτω. + + — Έλα κοντά να σε κάνω τρακόσιες οκάδες! — γύρισ’ ο Νίκος και του +φώναξε με μιαν αγριοφωνάρα που τους πήγε ριπιτίδι των μασκαράδων +και χάθηκαν πίσω από μιαν αγκωνή . . + +Παρά 'κεί ξεπρόβαλαν τραγουδώντας μέσ’ από ‘να στενό, που ήτονε +μια ταβέρνα, ένα μπουλούκι μεθυσμένοι. Ένας τους στάθηκε στη μέση +του δρόμου και κατάβρεξε τη σκόνη — + +Η Λιόλια στριμωγνόταν κοντά στο Νίκο — είχε βαρειά καρδιά. . . +Όταν βγήκανε στου Μακρυγιάννη, τους έζωσε το πηχτό σκοτάδι κ’ η +ερημιά — — — — Κρύωνε η Λιόλια, έτρεμε η ψυχή της. . πήγαιν' ένα +βήμα πιο πίσω απ’ το Νίκο τώρα. . . Δε μιλούσαν ολότελα: ό,τι +είχανε να πουν, τόπανε στο χορό με τα μάτια τους. . κι αυτά πούχαν +ειπωμένα, τώρα τους έκλειναν το στόμα — όσο κοντεύανε σπίτι, +ανάσαιναν πιο βαθιά κ’ οι δυο τους, σα λαχανιασμένοι — ίσως νάτον +απ’ τον ανήφορο και το πολύ τρεχιό! + +Λίγο πριν να φθάσουνε στην πόρτα τους, καθώς ήτανε βουτηγμένοι στο +σκοτάδι και στη βουνίσια μοναξιά, ο Νίκος έξαφνα, γύρισε, έπιασε +τη Λιόλια απ’ το κεφάλι και τη φίλησε — — — — — — — — — +— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + +. . Στην κάμαρη το καντήλι ήρεμο έφεγγε κ’ έρριχνε μια γλυκειά +θλίψη απάνω στο γαλάζιο ατλάζένιο πάπλωμα. . . + +Της Βεργινίας το πρόσωπο ήτονε γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά. Το +κορμί της μόλις ξεχώριζε, πλάκα κάτω απ’ το πάπλωμα — ακίνητο — — +Κοιμόταν — — — + +Η Λιόλια — η φιλημένη Λιόλια — ξεγλύστρησε σα σκιά πίσω απ’ το +κρεββάτι . . τράβηξε αποκάτω απ’ τον κρεββατιού το γύρο που τάχε +μπόγο απ’ την ημέρα τα ρούχα του ύπνου κ’ έστρωσε το σελτέ της. . +. και, κουβαριασμένη αυτού χάμω, γλήγορα-γλήγορα γδύθηκε από μέσ’ +απ’ το πάπλωμα. . και πια δε φάνηκε — — + +Ο Νίκος τραβήχτηκε στην άλλη άκρη, για να μην ξυπνήση τη Βεργινία. +. . Εκεί που έκανε να πέση στο στρώμα ανασηκώνοντας προσεχτικά το +πάπλωμα, γύρισ’ έξαφνα η Βεργινία το κεφάλι της: κ’ είδε τότες ο +Νίκος να λαμποκοπούνε στο φως του καντηλιού τα ματόκλαδα της από +στάλες διαμαντένιες σαν κ’ εκείνες που βλέπεις ύστερ’ από βροχή, +κάποιο ξαστερωμένο σουρούπωμα, στακρόφυλλα των δένδρων, στης +ακακίας και της «Κλαίουσας» τα φύλλα που είναι βαρειές απ’ το πολύ +το φέγγος κι ολόφεγγες απ‘ το θλιμμένο βάρος. . μα οι στάλες δε +θέλουνε να πέσουν — + +Τα προσκέφαλα ήτανε μούσκεμα πέρα ως πέρα από τα δάκρυα. + +Εξαγριώθηκε μονομιάς ο Νίκος. Ο πόθος του νέου κοριτσιού, πούχε +φουντώσει μέσα του, αρνιόταν της Βεργινίας την ύπαρξη — κι αυτή +βρισκόταν εδώ μπροστά του, ολοένα μπροστά του, ζωντανή και ξύπνια +ολοένα, ολοένα μ’ άγρυπνη την πίκρα της που της είχ' έρθει απ’ +αυτόν! . . κ’ η πίκρα της αυτή περίχυνε με χολή το λαχταραστό +λουλούδι της ψυχής του και το φαρμάκι στάλαζε απ’ τις ρίζες, +μολύβι στην καρδιά του, θειάφι αναμμένο στα σωθικά του, που τον +έπιανε λύσσα να σπαράξη τον εαυτό του — αφού απ’ αυτόν ερχόταν το +κακό που υπόφερνε· μα κ’ εδώ πάλι αιτία ήτον αυτή, πούτον ολοένα +ξύπνια και ζωντανή μπροστά του, που του σπάραζε το στήθος με την +άγρυπνη της πίκρα τη σταλμένη απ’ αυτόν τον ίδιο — + + — Δεν κοιμάσαι! — της κάνει με θυμό. Τι κλαις μωρή; γρουσούζα! +Σκοτωμένο μ’ έφεραν και κάνεις έτσι δα; Δεν υποφέρνεσαι, το ξέρεις +για όχι; Ζωή είν’ αυτή! Να μην το κουνήση πια κανείς από 'δώ μέσα! +— σωστό νοσοκομείο το κάμαμε! — — Μηδά τόθελα εγώ που άργησα; Νά, +μ’ έμπλεξαν κάτι φίλοι, δε μ’ αφήσανε να φύγω: με κοροΐδεύανε για +την παντρειά μου — και με το δίκιο τους — που τα μπλάστρωσα και +γίνηκα νταντός και νοσοκόμος! . . . + +Μόλις άκουσε τη μιλιά του η Βεργινία, στέγνωσαν τα δάκρυα της και +με μια φωνή σαν πνοή που προσπαθούσε να βάλη και λίγο γέλοιο μέσα +στο παράπονό της, του είπε: + + — Φοβήθηκα μήπως δεν ξανάρθης! — και πάλι τα μάτια της αρχίσανε +να τρέχουν. . . + +Μα ο Νίκος δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα, μόνο έλεγε παρακάτω: + + — Έπειτα ήξερα που είχες την Ευρυδίκη κοντά σου: μούπε πως θα +κάτση να σου κάνη συντροφιά ίσαμε που να γυρίσουμε. . Ως που να το +καταλάβωμε, πέρασε η ώρα. — Το περισσότερα έμεινα για χάρη τον +κοριτσιού, που τόχομε τώρα ένα μήνα μανταλωμένο εδώ μέσα και δεν +είδε μέρα Θεού: ήθελε νάκανε ένα γύρο το κορίτσι και το λυπήθηκα. +— Θέλεις να σου δώσω τίποτα να πιής; — την αρώτησε βλέποντας την +που ξεροκατάπινε. + +Και σηκώθηκε. Δρασκέλισε το λοφάκι πούκανε το κορμάκι της Λιόλιας +κάτω απ’ το πάπλωμα. . και της έδωσε να πιή λίγο γάλα. + + — Θα σου φέρω αύριο πάλι το γιατρό να δούμε τι θα κάνουμε! — της +είπε τελευταίο. — + +Έπειτα ξανάπεσε κι αποκοιμήθηκε στο λεφτό. Η αναπνοή του σερνότανε +βαρειά και βαθειά, ροχάλιζε σχεδόν — που δεν τόκανε ποτέ του. . . + +Κάτω απ’ τα πάπλωμα της Λιόλιας κάτι τάραζε. . τρεμοσάλευε: η +Λιόλια έκλαιγε μ’ αναφυλλητά. . Έκλαιγε για τη δυστυχισμένη τη +Βεργινία, για το φιλί του Νίκου που της έκαιγε ακόμα στα χείλια κι +ως μέσα στην ψυχή της, έκλαιγε για τα χορό που τέλειωσε και για τα +βιολιά που έπαιζαν πιο δυνατά και πιο γλυκά μόλις πήγαινε κοντά +τους και τώρα σβήσανε για πάντα — γιατί άμα σβήση κάτι και πεθάνη, +για πάντα πεθαίνει! — — Μέσ’ απ’ ταναφυλλητά της άκουγε: + + Να η Μικρούλα! + Να η Μικρούλα! να! + Αυτή που έρχεται, + Η παχουλή — η! — + +κι ανάμεσα μπερδεμένον έναν άλλο σκοπό του Λανσιέ που της φαινόταν +πως έλεγε: + + Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια! + Έλα πάμε στο βουνό — + Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια! + Έλα πάμε στο βουνό! – + + Και σα — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι! + Και — αι σά — α — ά δε θες, μην έ — ε — έρχεσαι + Πάω μονάχος, πάω μονάχος. + Πάω μ’ άλλη στο βουνό. . . + +Αχ πόσο πολύ το ήθελε! — — Και πάλι, έναν τόνο πιο ψηλά: + + Έλα Λιόλια! έλα Λιόλια! + Έλα πάμε στο βουνό — + Μωρ' έλα Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια! + Έλα πάμε στο βουνό! — + + Και σά — α — άν το θες, μη ντρέ — ε — έπεσαι! – + Και — αι σάν — α — άν το θες, μην ντρέ — ε — έπεσαι! – + Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια! + Πάμε, πάμε στο βουνό . . . . + +Έτσι της έλεγε ο σκοπός του Λανσιέ, μα το ίδιο της έλεγαν και του +Νίκου τα μάτια, καθώς χόρευε στην αγκαλιά του, πούταν καρφωμένα +απάνω της και τα αισθανότανε να λάμπουνε σαν άστρα απάνω στα +μαλλιά της και μέσα της να καίη η αντιφεγγιά τους. . . Το στόμα +του ήτονε μισάνοιχτο κ’ έφεγγαν τα δόντια του και στο πρόσωπό της +φυσούσε η ζεστή πνοή του! Πώς την έσφιγγαν τα δάχτυλα του γλυκά +κάτω απ’ τις αμασχάλες! . . . + + Λιόλια — Λιόλια! Λιόλια — Λιόλια! + Πάμε, πάμε στο βουνό ί. . . + +Και πήγανε στο βουνό. . κ’ εκεί την ξαναφίλησε ο Νίκος πολλές +φορές στο στόμα κι αυτή τονέ φίλησε στα πράσινα του μάτια — — — — +Αποκοιμήθηκε — — — — — — — — — — — — + +Στον ύπνο τον ο Νίκος παραμιλούσε: δυο-τρεις φορές φώναξε την +Λιόλια . . . + +Το καντήλι κουράστηκε πια να φέγγη και να θλίβεται. . άρχισε να +πετάη σπίθες με κρότο, να ρίχνη τη φλόγα του με το μελανό το μάτι +αψηλά και να την τραβάη πίσω: ίδιο στήθος σε θανάσιμη αγωνία που +του στερεύει η ανάσα — και μ’ ένα τσιριχτό ανάλαφρο, έσβησε — — — + +Πώς δεν πέθανε αυτήν τη νύχτα η Βεργινία! — — — — + + — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + + + +&Ο κάμπος με τα λούλουδα& + + + +Ναι δεν πέθανε — μα εκείνην τη νύχτα κατάλαβε πως για την ευτυχία +του Νίκου της έπρεπε να πεθάνη. Και τότε η ψυχή της η αδικημένη, +πόθησε να πετάξη! . . . Μα δεν ξεψυχούσε — + +Αισθανόταν πάντα την ίδια τρομερή αδυναμία σα να της είχανε +ρουφήξει όλο το αίμα, σα νάχε σπάσει μέσα της η μηχανή της ζωής. +Ταυτιά της βούιζαν ολοένα σα μια θάλασσα μακρινή, σα λεύκες που +αναδεύει ο αγέρας όλα τους τασημένια φύλλα (: Αχ, νόμιζε πως +βρίσκεται πάντα στις Παράγκες, στα μισά του δρόμου που πάει στον +Περαία, που βγήκανε μια Κυριακή μεσημέρι με το Νίκο απ' ταμπέλια +του Μοσχάτου, κ’ έκλεινε ίσα-ίσα μήνας πούχανε στεφανωθή, και +κάθησαν κ’ έφαγαν οι δυο τους στο δροσό!). . . Κ’ έξαφνα άκουγε — +αισθανόταν, παρά που άκουγε — κάτι κλαγγίσματα σαν από χορδές που +σαΐττευαν και σαν άρπες μέσα στο μυαλό της, τόσο δυνατά που +θάρρευε πως θα την ξεσήκωναν ολάκερη να την πάρουνε να φύγουν. . +και πάλι σαν κουδουνάκια: ντίγκι — ντίγκι — ντίγκι — ντίγκ! — που +κόβανε μονομιάς — . . και καμπάνες βαρούσανε σιγά και βαριά σαν +επιτάφιος κι όλο της λαλούσανε: — «Βεργινία! . . τι τυραννία! — +Βεργινία! . . τι τυραννία! — Βεργινία! Βεργινία! Βεργινία!» . . . +(Δικός της ήτον αυτός ο επιτάφιος;) Πολλές φορές έπεφτ’ ένα βάρος +στο στήθος της που νόμιζε πως της έρριχναν ένα βουνό χώμα απάνω +της (οι νεκροθάφτες!) κ’ η καρδιά της φτεροκοπούσε τότε σαν +τρομαγμένο πουλί μέσα στο κλουβί. . . Μα μόλις πούκανε νανασηκώση +λιγάκι το κεφάλι, χτυπούσαν τα μηλίγγια της σα νάταν αποκάτω +σφυριά που κάρφωναν το κιβούρι της . . . + +Κι όμως μ’ όλα αυτά δεν πέθαινε — + +Έκλεινε μονάχα τώρα σχεδόν ολημέρα τα μάτια της και δεν τάνοιγε +παρά μόνο τη στιγμή που έμπαινε ο Νίκος στο σπίτι σα να μάζευε όλη +τη δύναμη της ζωής, που της απόμεινε, στα μάτια της για' κείνην τη +μια στιγμή, για να μπορέση να τον αγκαλιάση όλονε με τα μάτια της +που σε λίγο πια δε Θα τονέ βλέπανε, να τονέ φιλήση με τα μάτια +της, αφού δεν τονέ φίλούσε πια στα χείλη — — — κι ούτε θα τονέ +φιλούσε πια ποτές παρά μόνο νεκρή! — για κείνην τη μια στιγμή +μονάχα όταν έμπαινε στο σπίτι. . . Έπειτα τα ξανάκλεινε πάλι — +γιατί άλλο δεν ήθελε να ιδή — — — + +Ο Νίκος ύστερ' απ' εκείνην τη νύχτα της απόκριας έδειχνε +αλλοιώτικος, ήτον ανόρεχτος, χολιασμένος, νευριασμένος: δε μίλαγε +σχεδόν ολότελα κι όταν έλεγε τίποτα φώναζε κι απόπαιρνε και τη +Λιόλια ακόμα. Έπινε περισσότερο τώρα στο φαΐ κι όξω απ' το σπίτι. +. . Όταν ήτονε σπίτι, — έπεφτε σαν κουρασμένος και σκοτισμένος +στην καρέκλα κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας, με το πρόσωπο μες +τόνα χέρι, ώρες ολόκληρες — λες και περίμενε κάτι που αργούσε +νάρθη — — Μα μέσ’ απ’ τα δάχτυλά του κύτταζε τη Λιόλια που +καθότανε σε μιαν άκρη κι όλο κάτι έρραβε, σκυφτή κι αμίλητη, με +βαρειά καρδιά: την κύτταζε αλλοιώτικα τώρα ο Νίκος, επίμονα, +καυτερά τόσο που του στέγνωναν τα μάτια, σα ναντλούσε απ' τα βάθη +του κορμιού του όλη τη λαύρα της νεότητός του και να της την έχυνε +με τις ματιές του απάνω της να την κάψη . . δεν κύτταζαν πια τα +νιάτα του την ομορφιά της, όπως πρώτα, παρά η σάρκα του η +μαυρειδερή τη ροδινή της σάρκα . . και μόλις πούθελε κουνηθή +λιγάκι η Λιόλια μες την κάμαρη, την κρυφαγκάλιαζαν κάτι γλήγορες +ματιές που ξάστραφταν κ’ έσβηναν σαν τις αχτίδες του ήλιου στον +καθρέφτη που πιάνει τα πουλιά . . και κιτρίνιζε ο Νίκος και τα +ρουθούνια τον φτεροκοπούσαν. . . Κ’ η Λιόλια. χωρίς να βλέπη τις +ματιές του, τις αισθανόταν απάνω της, σ’ όλο το κορμί της: εκεί +που στεκόταν, ενόσω περπατούσε, κοκκίνιζε ως τις ρίζες των μαλλιών +της, ίδρωνε, της βάραιναν τα βήματά της, η βελόνα της έτρεμε στο +χέρι. . . + +Ένας αέρας της ψυχής βαρύς και πνιγερός, γεμάτος βαστηγμένον πόνο +και πόθο και κρυφή φλόγα, περίζωνε αυτούς τους τρεις ανθρώπους που +ζούσανε δεμένοι στης Μοίρας τους τις αλυσσίδες. . . + +Ο γιατρός, πούρθε πάλι μιαν απ’ αυτές τις μέρες, βρήκε τη Βεργινία +πολύ χειρότερα: διάταξε να της δίνουν κάθε τόσο ζουμί από κρέας +κοπανιστό βρασμένο στην μποτίλλια, να της βάζουνε ζεστές +μποτίλλιες στα πόδια, έγραψε κάτι άσπρα χάπια μικρούτσικα για την +καρδιά, να παίρνη τρία την ημέρα, είπε να πάρουν αιθέρα νάχουνε +στο σπίτι, αν τύχη και πάθη καμμιά λιγοθυμιά. . να τη σκεπάζουν +καλά και ναφήνουν το παράθυρο ανοιχτό ίσαμ’ που να πέση ο ήλιος . +. να της βράσουν Κίνα με Βαλεριάνα να πίνη ταχτικά δυο φορές την +ημέρα . . . Τι να της δώση — δεν είχε άλλο πια! — Α, και για τη +νύχτα, σαν του είπε ο Νίκος πως δεν την πιάνει ύπνος, γιατί ότι +ώρα και αν ξυπνούσε αυτός την εύρισκε με τα μάτια της γαρίδα, +έγραψε κάτι σκονάκια υπνωτικά «Σουλφονάλ», να παίρνη από ένα στις +οχτώ η ώρα και τότε θα την παίρνη ο ύπνος κατά τις ένδεκα και θα +κοιμάται ίσαμε το πρωί. . . «Ωλλ ράιτ! Καλή όρεξη! — αντιχαίρετε!» + +Έκανε τώρα κάτι μέρες χαρά Θεού! Ο κουτσο-Φλέβαρος στην Αθήνα, +όταν θέλη, ξέρει και γίνεται απ’ όλους τους μήνες ο πιο όμορφος — +μάλιστα τις τελευταίες του μέρες: λες και το κάνει επί τούτο για +να δείξη πως αν δεν τούλειπε λιγάκι μπόι, θάτον ο Μάιος των Μαΐων! +. . . Τι γλύκα ήτον εκείνη στον αέρα! Τι χρυσάφι απαλό χυμένο σ’ +όλες τις μάντρες, στους βράχους του Φιλοπάππου και των λατομείων +παρακάτω, με τις επιγραφές από ασβέστη, στα ορθά ξεροκότσανα των +γαϊδουράγκαθων που μπουμπούκιαζαν! Πώς μύριζαν οι πέτρες και το +χώμα χαρούμενο στον ήλιο! με μια μυρουδιά δυνατή, βαθειά, +μυστηριώδικη που αναδεύει ταθρώπινο κορμί απ’ τα σπλάχνα του και +το σηκώνει ηδονικά έξω απ’ τον εαυτό του, το κάνει χώμα και πέτρα +και χόρτο και το μεθάει με τη χαρά του Χάρου . . . Έτσι όλο το +βουνό ανάσαινε ως μέσα στης άρρωστης της Βεργινίας την κάμαρη . . +. Το μισοφέγγαρο, σαν ασημένια φέτα από πεπόνι, στον ουρανό +περπάταγε,. και κάθε τόσο έβγαιναν ολόγυρα κάτι αχνά συννεφάκια +σαν προβατάκια στο βοσκό κοντά . . και πάλι, παιχνιδιάρικα, +σκόρπιζαν . . . + +Κ’ η θάλασσα απ’ αλάργα σαν όνειρο γλαυκό μέσα σε ρόδινον αχνό +λαχτάρας, έστελλνε την άγια της πνοή στη παλιά της φιλενάδα την +Αθήνα — όπως εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια που από μακριά +κυττάζονται με πόθο. . . Οι λόφοι κ’ οι κάμποι — σα χυμένοι +ολόγυρα και σα να βόσκουν ασάλευτοι στα πόδια του Παρθενώνος +(πουν' το ηλιόκαλο παιδί, καθισμένο σ’ ένα βράχο, του γέρω-τσοπάνη +του «Τρελλού» του υπναρά με τις πλάτες ολοένα γυρισμένες) — είναι +τόσο απέραντα πράσινοι, τόσο δροσερά χλοϊσμένοι που γλυκαίνονται +τα μάπα να τους βλέπουν και φουσκώνουν τα στήθη απ’ τον πόθο της +ζωής του κοπαδιού και της χορταριάς, που έχει απομείνει ακόμα μέσα +μας, βαθιά, απ’ τα παραμυθένια χρόνια. . . + +Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τουρανού μέσα στη κάμαρη της +άρρωστης και της χάδευε τάσπρο πρόσωπό της ταχάδευτο και της +φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά που άλλος κανένας δεν τα φιλούσε. +. . Σπίνοι και καρδερίνες κελαϊδούσανε στο βουνό. . . + +Μια ησυχία κι ακινησία και διαφάνεια κρέμονταν έξω στον αέρα, σα +να βαστούσαν την αναπνοή τους, που κάθε κρότος ακουγότανε δυνατά +και με απήχηση: κάτι σιδερικά κλάγγιζαν κάπου μακριά σ’ ένα γιαπί: +νταγκ — καντ! νταγκ — καντ — — ξαναρχόταν πίσω ο ήχος. . . Χαλιά +τινάζανε σε κάποια μάντρα: ταπ — πατ! ταπ — πατ! τωπ — πωτ! . . . +Σκυλλιά γαύγιζαν. . . Κόττες κακκαρίζανε μέσ’ απ’ τις αυλές — τόσο +κοντά που θάρρενε κανείς πως ήτανε μέσα στην κάμαρη, κάτω απ’ το +κρεββάτι. . . Καμμιά φορά έφθανε κ’ η φωνή κανενός γαϊδάρου καθώς +περνούσε πέρα κατά τον Μακρυγιάννη, με το μανάβη αποπίσω τον +τραγουδιστή, και συναπαντιότανε με κάποιο συνάδερφο φορτωμένον κι +αυτόνα με τα κοφίνια τριζούμενα ρυθμικά και ντραντανιστά μαζί με +την μπαλλάτζα στο δρόμο πούπαιρναν απ’ τις ξυλειές. . . Και κάθε +τόσο το κλασικό για την Αθήνα αγκομαχητό του Κ ω λ ο σ ο ύ ρ τ η, +του Β ρ α κ ά του Μ ί χ α της Γ α ρ γ α ρ έ τ α ς (: όπως θέλετε +πέστε τόνα, γιατί τόσα ονόματα έχει όσ’ άχτια τούχει ο κόσμος κι +όλα ταξίζει, αφού τάβγαλε με τον ίδρωτά του), που θυμίζει τα λαϊκά +με τον κοσμάκη κρεμασμένο σα σταφύλια, τα μπάνια στις Τζιτζιφιές +και παραπέρα στην αμμουδιά τα κάρρα στην αράδα και τα τσιριχτά των +γυναικώνε με τις άσπρες ποκαμίσες τις ανεμιστές και με τα κόκκινα +σαλάκια και τους ωραίους γυμνούς άντρες καβάλλα σταλόγατά τους, +σαν κένταυροι, μέσα στα μακρόσυρτα κύματα που αφρίζουνε σ’ άσπρα +γαϊτάνια . . . . + +Μα όλη αυτή της ζωής η χαρά και του ήλιου το χάδι κ’ η γλύκα +τουρανού δεν το δύνονταν, Αχ!, για να σκορπίσουν τη σκοτεινή +λαχτάρα που έκανε τις ψυχές εκείνων των τριών αμίλητες να +σπαράζουν — — + +Ένα μεσημέρι χρυσό και γαλάζιο, που ο ήλιος είχε μπη όλος, +μεθυσμένος, μέσα στην κάμαρη και κυλιότανε στα σανίδια του +πατώματος κ’ έπαιζε με τις αράχνες στις γωνιές του ταβανιού κι +ακόμα και με τη χλωμάδα της Βεργινίας, που κιτρίνιζε σα φλουρί +παλιό σβησμένο, κ’ έπαιζε και μέσα στα μαλλιά της Λιόλιας, που +ζεστοφέγγανε σαν το πυρρόχρυσο μέλι μέσα στο κουτάλι, και στου +Νίκου το λαιμό, που έδειχνε αχνός και μουντός σαν αραποσίτι ώριμο +γαλατερό — μόλις αποφάγανε — ,νά σου κι ανοίγει η πόρτα και +μπαίνει μέσα η θεια Ελέγκω, βαλαντωμένη απ’ το δρόμο, ξαναμμένη, +με την μπελερίνα ξεκούμπωτη. . . + + — Καλημερούδια σας και με τις υγείες σας! Μωρέ καλοκαίριασε, +παιδιά μου, με τα σωστά του! Χαρά Θεού είν' εδώ όξω! Να μην ήμαστε +τόσο μακριά, θα μ’ είχατε καθεμέρα εδωνά που θα με βαριούσαστε να +με βλέπετε. — Ωχ, Χριστούλη μου! ταξίδι ολάκερο απ' τη Βάθεια +ίσαμ’ εδώ πάνω . . ξέρω κι εγώ, τη συνείθισα εκείνη τη γειτονιά +και δεν μπορώ να πιάσω σπίτι αλλού. — Πώς είσαι, Βεργινίτσα μου; +Τώρα να δης, πώς θα πάρης απάνω σου: σε μια-δυο μέρες θάσαι +περδικούλα! — Ε! πώς τα πάτενε με τη Λιόλια; πάντα καλά, έ; σας +ευχαριστάει; βγαίνει δουλειά απ’ τα χέρια της;. . . Αμ’ κ’ έτσι +πρέπει! — η καλή νοικοκυρά από κορίτσι φαίνεται — + +Ο Νίκος δε μίλησε ολότελα — — + +Μα η Βεργινία, κυττάζοντας το Νίκο, έβαλε τα δυνατά της για να +μιλήση σαν από μέρους του: άνοιξε τα χείλια της σ’ ένα ξέθωρο +χαμόγελο μέσ’ από τάσπρα της τα γούλια, που της σούρωσε όλο της το +πρόσωπο κ’ έδειξε σα μορφασμός, κ’ είπε: + + — — Ωραία! ωραία! + +Γύρισ’ η θεια Ελέγκω να δη τη Λιόλια που στεκόταν ορθή, +χαμοβλεπούσα, κ’ έκανε να κόψη με το δάχτυλο μια κλωστή πούχε +ξεφτίσει απ’ το γαζί της ποδιάς της. . . Δεν τάξερε η Κερά Ελέγκω, +για το χορό, γιατί απ’ την Κυριακή της Τυρηνής δεν ήτον +ξαναφερμένη. + + — Τ’ έχεις Λιόλια; σα βαρετή μου φαίνεσαι! . . κι ο Κυρ Νίκος δεν +έχει όρεξη σήμερα. . . Δε βγαίνεις λιγάκι όξω Κυρ Νίκο μου να +κάνης καμμιά βόλτα, μόνο όλο μέσα — όλο μέσα και στη δουλειά! Τώρα +πούμ’ εδώ, κάθουμ’ εγώ και κάνω της Βεργινίας συντροφιά. Αμ τούτο +πια είνε μαράζωμα, καθώς κάνεις! Άκου μ’ εμένα που σου λέω! +Αλήθεια, να δης, Βεργινία μου, πούθελε σήμερις ναρθή μαζή μου κ’ η +Κυρία Ουρανία, η κόρη δα της σπιτονοικοκυράς μου — μια μονάχη την +έχει — νάρθη λέει να μαζέψη λουλούδια στην Καλλιθέα, μα είχανε +κάποιονα στο τραπέζι και δεν μπόρεσε να ξεφύγη — δεν την άφησε η +μητέρα της. Νάβλεπες κορίτσι! (και κουνούσε το χοντρόπαχό της χέρι +η θεια Ελέγκω, το κατακόκκινο απ' τις μπουγάδες) — κορίτσι με τα +ούλα του, αυτή η Ουρανία — Νινί τη λένε στο σπίτι: πού ναύρης +άκρη, καθώς τα φτειάγνουν τώρα τα ονόματα — κι όμορφη που λες σαν +το κρύο το νερό! . . μόνο που τα μαλλιά της τα κάνει κ’ εγώ δεν +ξέρω, όχι σα νέα, κορίτσι πράμα πούναι, μόν' έτσι παλαιικά, κατά +τ’ ς αρχαίες που τάχανε μια φορά κ’ έναν καιρό: καταμπίτ χαμηλά τα +φέρνει απ’ το πλάι που δε βλέπεις αυτί ολότελα, λιγουλάκι μόνο την +ακρίτσα — ας ήναι! . . . Αλλά καρδιά να πης! καταδεχτικιά όσο +παίρνει. , και ξέρει και γράμματα πο — ολ — λά — ούλοι τις +δάσκαλοι τις ξαπερνάει: γαλλικά λέει, ρούσσικα, εγγλέζικα, +αμερικάνικα, μηδά ξέρω κ’ εγώ — όσες γλώσσες έχει ο κόσμος, όλες +τις μιλάει! Και να μη θέλη να παντρευτή! με δυο σπίτια πούχει — κι +άσε πια το ρουχικό και τ’ ασημικό και τα διαμαντικά της μάννας +της, σπιτικό παλάτι ολάκερο! Να πης πως δεν της φανερώθηκε η τύχη +της; — τηνέ ζητήξανε, μάτια μου, οι καλλίτεροι αξιωματικοί νά! σαν +τ’ ς αγγέλοι, ένας γιατρός (καν δυο), ένας δικηγόρος απ’ την +Πάτρα, ένας άλλος απ’ τ’ Ανάπλι, τρεις από 'δώ — όσους ξέρω 'γώ — +και δεν είν' πια και μικρή! Έχει λέει τα βιβλία της και δεν της +χρειάζονται τα βάσανα: όλο και μ’ ένα κίτρινο βιβλίο στο χέρι — +στο παραθύρι ολημερίς και διαβάζει και τα γράφει κιόλας κι απατή +της οληνύχτα με το φως. . . Άλλο πάλι τούτο. . . Τα τι βλέπει +κανείς όσο γερνάει! . . . Καμμιά φορά τα πολλά τα γράμματα πιότερο +βλάφτουν παρά που ωφελούν,. . Απ' τα χτες το βράδυ που της είπα +πως θε να'ρθω εδώ έξω μούπε πως θαρχότανε μαζί κ’ ήτον όλο χαρά, +γιατί θέλει λέει να στολίση την κάμαρη της με τα λουλούδια του +κάμπου, για να καταλάβη πως ήρθ' η άνοιξη, μα εμένανε δε με +βολούσε να την περιμένω να τελειωθούνε με τον ξένο, γιατί ως που +να πάω και νάρθω πάει βράδιασε κ’ ήθελα να κάτσω λιγάκι πιο πολύ +να σε ιδώ που σ’ αποθύμησα. . . + +Η Βεργινία απ' όλα αυτά που της αράδειαζε η θεια Ελέγκω δεν άκουγε +σχεδόν τίποτα. Τα μάτια της μονάχα είχανε ζωηρέψει από μιαν +ασυνείθιστη ζωή και δύναμη, σαν από μια μεγάλη απόφαση για ζωή και +θάνατο. . κάθε τόσο άνοιγε το στόμα της και το ξανάκλεινε άφωνη. . +τέλος πάντων, μόλις έπαψε το ροδάνι της θειας Ελέγκως, είπε με +στερεή και ήσυχη φωνή που ακούστηκε παράξενη για την ηρεμία και +έντασή της από τόσον καιρό που δεν είχε πια μιλήσει — — + + — Να πάη η Λιόλια με το Νίκο, θεια Ελέγκω, να σου κόψουνε +λουλούδια — + +Και σώπασε — κ’ έκλεισε τα μάτια της σα να κουράστηκε απ’ την +προσπάθεια και σάματι νάσβησε η λαμπάδα πούφεγγε μέσα στο μυαλά +της ή για να μην ιδή τη λάμψη στο πρόσωπο του Νίκου ύστερ’ απ’ +αυτά τα λόγια. + + — Καλά λες, πουλάκι μου! Καλή 'ναι η ιδέα σου! Τώρα πούμαι κ’ εγώ +εδώ να πάη κι ο Κυρ Νίκος να πάρη λιγουλάκι αέρα. Χαρές που θα +κάνη η Κυρία Ουρανία! — να το δης που θε νάρθη μονάχη της να σ’ +ευχαριστήση, γιατί το λυπήθηκε πολύ που δεν ήρθε, εξ αιτίας των +λουλουδιών. . . Έλα Κυρ Νίκο μου, άιντε Λιόλια παιδί μου, τ’ είσ’ +έτσι νερόβραστη σήμερα!; Πάρ' το σαλάκι σου για το κεφάλι — δε θες +καπέλλο. . . Μα να μου φέρετε όμορφα λουλούδια, για να ευχαριστηθή +η Κυρία Ουρανία. . θέλει λέει και μερικά με το χώμα — «πάνε μόνες» +τα λένε — να τα βάλη στα πιάτα. . . + +Χωρίς να μιλήση ο Νίκος, πήρε το καπέλλο του απ' το καρφί που το +κρέμαγε πάντα. . και πήγε κατά την πόρτα . . . + +Η Λιόλια, με το πρόσωπο γυρισμένο απ’ την άλλη μεριά, τίναξε τις +κλωστές απ' την ποδίτσα της κ’ έβγαλε κι ακκούμπησε τα κλειδιά +πάνω στον κομμό. . έπειτα φόρεσε άλλο ένα σκούρο πολκάκι αποπάνω +και πήρε και το σαλάκι της το ροζ στο χέρι. Με τα μάτια χάμω, +τραβιώντας τα μανίκια της έκαμε αργά-αργά τα λίγα βήματα ως την +πόρτα που στεκόταν ο Νίκος και βγήκεν έξω . . + +Ο Νίκος κοντοστάθηκε λιγάκι: την τελευταία στιγμή του φάνηκε πως +θα τον ξαναφώναζε κάποιος πίσω, πως δεν τόχε πη σταλήθεια η +Βεργινία να παν, αυτός με τη Λιόλια, στους κάμπους για λουλούδια. +Μα δεν ξεθαρρευότανε να σηκώση τη ματιά του κατά τη Βεργινία. . +και χωρίς να κυττάξη μέσα, είπ' ένα δυνατό «Αντίο σας!» και βγήκε +κι αυτός έξω. . . Μα η Βεργινία είχε κλείσει τα ματόφυλλά της σα +να μην ήθελε να δη πια τίποτα — σα να μην ήθελε να δη στα μάτια +του Νίκου εκείνην τη λάμψη πούτον άλλη φορά δική της, πούτον το +φως της ζωής της και τώρα της έκαιγε την ψυχή, γιατί έφεγγε για +μιαν άλλη. + + — Να μην αργήσετε! — τους φώναξε αποπίσω τους, ανοίγοντας την +πόρτα, η Κερά Ελέγκω, γιατί θα νυχτώσω κ’ έχω να βάλω τα ρούχα στο +νερό — . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Περπατούσαν, ο ένας μακριά από τον άλλον. Η Λιόλια κύτταζε τα +χαλικάκια που ξεκυλούσαν μπροστά της. . . Πήρανε πρώτα το δρόμο +κατά πλάτος του βουνού ίσαμε ταφημένα καμίνια. . . Έπειτα +κατρακύλησαν τον πέτρινο κατήφορο, σαν τα κατσίκια που ροβολούν +κάτω τις πλαγιές σκιαγμένα απ’ το μεσημεριάτικον τρόμο του βουνού. +. διάβηκαν το ξερό ρέμα του Ιλισσού, γεμάτο μικρολίθαρα που +γυαλοκοπούσαν κι άσπρα χοντρά κοτρώνια που λιάζονταν, καθιστά +ολόγυρα σα ζώα, κ’ έβγαζαν έναν αχνό φλομωμένο που τρεμοσάλευε. . +. Προσπεράσανε μερικά μαντρωμένα χαμόσπιτα και τα Σφαγεία . . . +Όσο προχωρούσαν, τόσο το βήμα τους άνοιγε, γινόταν πιο ελαστικό — +λες κ’ έπεφτε ένα βάρος κομμάτια-κομμάτια από πάνω τους. Και +σάμπως να χαλάρωνε ολοένα κάποιο δέσιμο πούχε σφιχτοζώσει την ψυχή +τους, μια γαλήνη ξαστέρωνε τα πρόσωπά τους, τα μάτια τους ανοίγανε +διάπλατα και λαμπερά και πηγαίνανε νακκουμπήσουν το φως τους, +γλυκασμένο, ολόγυρα: στους κοκκινοφλέβηδες βράχους των λατομείων +που στέκονταν εκεί με τις γνώριμες τους φυσιογνωμίες, σα φίλοι που +περιμένουν, και τους βλέπανε νάρχωνται από μακριά. . στις +ασβεστωμένες μάντρες με τις ρεκλάμες για γάντια και καπέλλα και +κάλτσες πλεχτές που ξεφωνίζανε βουβά με θεόρατα γράμματα μες τη +σιγαλιά του βουνού και της κάψας. . στα χορταράκια του δρόμου που +γλυκοζούσαν κρυμμένα μες τις πέτρες. . στα μαυρισμένα τα καμίνια. +. . Όπως τα καμίνια που ταφήναν πίσω τους, έτσι κάτι μαύρο μέσα +τους ξεμάκραινε, απόμενε πίσω, σα να μην είχε δύναμη να τους +ακολουθήση παραπέρα προς το φως το ξέχυτο και τα λουλούδια. . . + +. . Κ’ έξαφνα μπροστά τους άπλωσαν οι καταπράσινοι κάμποι της +Καλλιθέας με τα μυριόχρωμα λουλούδια! Α! τότε λύθηκε πια ολότελα η +βασκανιά κ’ οι ψυχές τους αναγάλλιασαν . . . Η Λιόλια έγινε +αγνώριστη. Άρχισε να τρέχη έξαφνα ακράτητη, σα νάχε κάμη φτερά, +μέσα στα γρασίδια. . . . Έσκυβε κ’ έκοβε ένα λουλούδι και πάλι +σηκωνότανε γλήγορα κ’ έτρεχε και ξανάσκυβε παρακάτω, σα να την +έστελνε τόνα λουλούδι στάλλο με μαντάτα, ή λες και φοβότανε μήπως +φύγουν από 'κει που στέκονταν ή μαραθούν — και δεν τα προφθάση. . +. Ο Νίκος ερχόνταν αποπίσω με το βήμα ανοιχτό, κρυφοπηδούμενο, με +το πρόσωπο σαν ανθισμένο από μίαν ευτυχία πούχε ξεσκάσει μονομιάς +απ’ όλα τα μπουμπούκια: κάθε τόσο, άθελα το κορμί του έκανε +μπροστά να τρέξη μαζί με τη Λιόλια, να πάη κοντά της — μα πάλι +σιγάλευε τα βήματτά του λες και τα βάραινε η πολλή χαρά — — — + +Τρέχε, κοριτσάκι! τρέχε! και σκύβε βαθιά στο χώμα και μάζευε τα +λουλούδια της χαράς σου, μήπως και σου μαραθούν και δεν τα +προφθάσης! . . . Και πάλι τρέξε! Σε κυνηγά η μοίρα σου· κ’ εκεί +που πας τρέχοντας, πάλι θα τηνέ βρης να σε περιμένη. . . + +Αχ, η μοίρα των κοριτσιών! αλάλητη ευτυχία είναι ή χαλασμός; — ή +και τα δυο μαζί! . . . + +Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των +παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα +άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι +αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για +στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα +προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και +παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν +αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το +πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα +μάτια σου . . . + +Και συ πούρχεσαι το κατόπι αγόρι ολόλαμπο από νιάτα και λαχτάρα, +δεν ξέρεις πως είσαι ο ήλιος που τρέχει να πιάση το σύννεφο ταπαλό +και που σαν το φθάση πέρα στις βουνοκορφές και ταγκαλιάση, +φλογοκαίγετ’ όλος ο ζαφειρένιος κάμπος κι ο ήλιος γίνετ’ ο +Βασιλιάς τουρανού και πέφτει και πνίγεται στη μεγάλη θάλασσα του +πόθου του; + +Χαμήλωνε τώρα ο ήλιος. Ο λόφος της Καστέλλας ακόμα φεγγοβολούσε +κατακίτρινος σα θειάφι. Μα τα σπίτια της Καλλιθέας κι ο ελαιώνας, +πιο πίσω, και στο βάθος πέρα το κόκκινο βουνό του Δαφνιού, το +θαμνωμένο σαν από δασειά ορμή εφηβική, παίρνανε τώρα μια γλύκα +τριανταφυλλένια. Η θάλασσα του Φαλήρου και της Αίγινας ήτονε βαθιά +μαβιά, σα νάχε μεστώσει ο πόθος της. Ο αέρας ήτονε μαλακός, +γεμάτος ρευστό χρυσάφι σαν κρασί γλυκό της Κύπρου. . . + +Όταν, έτσι τρέχοντας, πέσανε μέσα σε κάτι λίμνες από ανεμώνες +κόκκινες σαν αίμα — γιατ’ είχανε γεννηθή απ’ τον Άδωνη το αίμα — η +Λιόλια ξεφώνισε απ’ την αναγάλλιασή της (που από 'κείνην τη βραδιά +του χορού σχεδόν η φωνή της δεν είχε ακουστή): + + — Κύριε Νίκο! Κύριε Νίκο, ελάτε! Εδώ ελάτε να δήτε πόσες έχει. +Φέρτε το σουγιά σας να τις βγάλωμε με το χώμα! Για κυττάξτε καλέ, +είναι μια θάλασσα κόκκινη! — κι όλα τα κεφαλάκια τους μαζί! . . . + +Κι ο Νίκος έτρεξε και σκυμμένοι οι δυο τους, με τα κεφάλια τους +μαζί σαν τις ανεμώνες, ξερρίζωναν τα λουλούδια σαν αίμα και σαν +χείλια αιματωμένα απ’ τα φιλιά. Τί κόκκινα που ήταν και τα δικά +τους τα χείλια — και πριν ακόμα αιματωθούν απ’ τα φιλιά! Και +παρακάτω ηύραν άλλα πάλι κιτρινολούλουδα που φέγγανε σαν άστρα μες +τα χόρτα. . κι απ' αυτά έκοβαν, έκοβαν και γέμιζαν τις αγκαλιές +τους και τάστρα έγερναν απάνω στα στήθη τους για να τα φωτίσουν. +Και πάλι πετούσε η Λιόλια πιο πέρα και μάζευε γαλανά ματάκια +άνθινα, που την κυττάζανε λυπητερά και σα δακρυσμένα, και γέμιζε +την ποδιά της όλο μαργαρίτες, χωρίς νάχη καιρό να τις ξεφυλλίση, +κ’ έτρεχε κ’ έκοβε κάτι ασπρολούλουδα σ’ αψηλά κλωνιά που ανθίζανε +δέσμες-δέσμες κ’ ήτανε γεμάτα μέλισσες. . . Δεν τα χωρούσε πια η +αγκαλιά της κ’ η ποδιά της τα λουλούδια κι ανασήκωνε και τη +φουστίτσα της και φάνηκε το μισοφοράκι τάσπρο χιόνι κ’ η παχουλή +γαμπίτσα της. Μια μέλισσα την είδε έτσι και πέταξε με βόμβο +χαρούμενα τραγουδιστό να την τσιμπήση· η Λιόλια απ’ το φόβο της +έβγαλε τις φωνές κι αντίς να τρέξη να φύγη, γύρισε πίσω στο Νίκο +να τη σώση. (Μέλισσα! μικρέ θεέ, χωρίς να κεντρίσης, ρίχνεις τη +σαΐτα σου!) Ο Νίκος άνοιξε τα χέρια του να τσακώση τη μέλισσα . . +. Μα του ξέφυγε. . και πάλι έπιασ’ η Λιόλια το τρεχιό μέσα στα +λουλούδια. . και κάθε λίγο του φώναζε του Νίκου από μακριά νάρθη +να βγάλη ένα όμορφο άνθος με τη ρίζα. . . Οι πεταλούδες, πούχανε +γεννηθή εκείνες τις ημέρες, ζήλεψαν τα λουλούδια της ή την πήρανε +γι’ αδερφή τους, έτσι που πετούσε από άνθος σ’ άνθος κ’ έσκυβε +αποπάνω τους· κ’ έξαφνα τους ήρθε να παίξουνε μαζί της και +μαζεύτηκαν όλες σωρό γύρω απ’ το κεφάλι της που χρύσιζε, με βουβά +φτεροκοπήματα σαν πνοές άσπρες και κίτρινες και γαλάζιες και +κόκκινες — σαν άνθη και φλόγες που πετούσαν. . . Ξαφνίστηκε η +Λιόλια κ’ έκανε για να τις διώξη, γελώντας νευρικά από φόβο μαζί +και χαρά· μα δεν τα κατάφερνε με τόνα χέρι που ανέμιζε το σαλάκι, +ίδιο συννεφάκι τριανταφυλλί — γιατί με τ’ άλλο βαστούσε τα +λουλούδια μες τη φούστα της: οι πεταλούδες δεν το φοβούνταν +ολότελα το συννεφάκι το ρόδινο, παρά νομίζανε πως έπαιζε κι αυτό +μαζί τους και με τόση περισσότερη ορμή έπεφταν απάνω της, ως που +έφθασε ο Νίκος και τις σκόρπισε με το καπέλλο του κ’ έπιασε μια +μεγάλη κόκκινη με κάτι σα μάτια παγωνιού στα φτερά της και την +τρύπωσε μέσα στης Λιόλιας τα μαλλιά. . . Και πήγανε παραπέρα ως +πίσω απ’ τα σπίτια της Καλλιθέας και πιο κάτω απ' τις φυλακές, +ίσαμ’ εκεί παρχίζει ο ελαιώνας. Με μιας η Λιόλια έκαμε «Αχ!» κ’ +έπεσε μέσα σ’ ένα χαντάκι πούτον αψηλό χορτάρι φυτρωμένο και το +σκέπαζε που δε φαινόταν ολότελα. Έτρεξε ο Νίκος να τηνέ σήκωση κ’ +εκεί που την τραβούσε απ' τα δυο της τα χέρια, γονάτισε κι αυτός +και το στήθος της, το ζεστό και σαν πουπουλένιο, ακκούμπησε απάνω +ατό δικό του και τα χείλια του, τα φλογισμένα, έπεσαν απάνω στα +δικά της κ’ η πνοή της, που ήτανε σαν του φρέσκου ψωμιού την άχνα, +τούρθε μες στο στόμα του. . . + +Τότες τη Λιόλια την έπιασε μιαν αλλοιώτικη τρέμουλα: — θυμήθηκ’ +εκείνο το βράδυ που την πρωτοφίλησε ο Νίκος; — τώρα έξαφνα τρόμαξε +από την μοναξιά ολόγυρά της; — ή έτρεμε καταπώς τρέμει το φύλλο +της λεύκας στο κοτσανάκι του μόλις που ορθρίση, πριν ναρθή το +αγεράκι της αυγής να το φιλήση και σαν το νερό που κοιμάται κι +απαντέχει τον ήλιο να το χρυσώση; . . . Μονομιάς βρέθηκε ολόρθη κι +άρχισε να τρέχη — όχι πια να τρέχη μοναχά, μα να φεύγη: έτσι +φεύγει το ζαρκάδι μπρος απ’ τον κυνηγό, το χελιδόνι μπρος απ’ το +γεράκι. . . + +Κι άξαφνα στα μάτια της μπροστά φάνταξ' ένα φέγγος, σαν από χιόνι +σταματημένο ανάερα, ακίνητο, με μίαν αχνή ρόδινη γλύκα στην +ασπράδα του και σα μέσα σ’ ένα αθώρητο δίχτυ από χρυσές αχτίδες. +Αμυγαλιές ήταν — τέτοιον καιρό που όλες έχουνε σχεδόν ξανθίσει! — +μην ήταν οι αδερφάδες τους οι γκοριτζιές κ’ οι αγριοκορομιλιές, +πούναι πιο τεμπέλες; ή μήπως τις είχε πάρει ο ύπνος τις μυγδαλιές +κι αργήσανε νανοίξουν τανθινά τους μάτια απ’ τα βαθιά ονείρατα του +χειμώνα! Άλλες δεν ήταν πουθενά: αυτές μονάχα ανθίζανε σ’ όλον τον +κάμπο . . κ’ ήταν παγεμένες όλες μαζί κ’ έσμιγαν τα κλαριά τους +από πάνω ως κάτω σαν πηχτά χιονισμένα από τάνθη. . . + +Στάθηκε η Λιόλια θαμπωμένη, άφωνη! . . κ’ έπειτα σα να την +τραβούσε αυτή η λάμψη η γλυκειά: προχώρησε με βήματα αργά και με +μάτια μαγεμένα. . . + +Σα χεροπιασμένες στέκονταν ένα γύρο οι μυγδαλιές έτοιμες να +χορέψουν. . . Μα δε σαλεύανε, γιατί ανάμεσα τους άνοιγε ένα +ολοστρόγγυλο αλωνάκι, που ζούσαν εκεί απόμονα πανάψηλα χορτάρια +και λουλούδια μύρια. Κάτι βάτα, ακόμα ξερά, μ’ αγκύλες, ήταν +ολόγυρα πηχτοφυτρωμένα κ’ έτσι δε φαινόταν τίποτ’ απ’ τον κόσμο κι +ούτε καν ο ουρανός απ’ αυτό το λουλουδιασμένο αλωνάκι, πούμοιαζε +κούνια ή κρεββάτι νυφικό κάτω απ’ τον άσπρο Θόλο πούκαναν τα +ολάνθιστα κλαριά. Αλήθεια είχαν κάνει άλλον ουρανό δικό τους οι +μυγδαλιές με τάνθη της παρθενιάς που στέλνει η Περσεφόνη απ’ του +Πλούτωνος την κλίνη, κάθε άνοιξη, στις Κ ό ρ ε ς του απάνω κόσμου. + +Αχ, μυγδαλιές! γιατί να φανερωθήτε μπρος στα μάτια του κοριτσιού +ενώ έτρεχε να ξεφύγη μακριά από ταγόρι! Και γιατί να μην τα κλείση +τα μάτια της η κόρη, μόνο ναφήση να τηνέ σύρη το γλυκό σας φέγγος +κάτω απ’ τουρανού σας το λουλουδένιο μεθύσι . . . + +Και παραμέρισε τα βάτα η Λιόλια και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές . +. και ξέχασε όλα γύρω της: τον κάμπο με τα λουλούδια και τις +μέλισσες που ηθέλανε να την τσιμπήσουν και τις πεταλούδες που την +πείραζαν και το Νίκο που την είχε φιλήσει. . και ξεφώνισε από +λαχτάρα για τους ανθούς τους άσπρους. . . + +Λιόλια μου! Λιόλια μου! Το Νίκο δεν έπρεπε να τον ξεχάσης, αφού +έτρεχες να μη σε πιάση, κι ούτε να του φωνάξης κρυμμένη μες +τανθινό σου άντρο: + + — Ελάτε, Κύριε Νίκο! να κόψετε μερικά κλαδιά να πάρωμε μαζί μας! + +Κ’ έφθασε ο Νίκος, σχεδόν προτού καλά — καλά ναποτελειώση το λόγο +της — ο Νίκος που μια δύναμη θεϊκή, βγαίνοντας απ’ τα έγκατα του +κορμιού του, μα και συνάμα ερχόμενη απέξω του, τον έσπρωχνε, +αμάχητη, λες και τον τραβούσε απ’ τα μαλλιά με μια γλυκειά οδύνη +λιγωμένη που τούλυνε τα μέλη, μα και τούδινε μιαν υπερδύναμη +φτερωσιά, αλλόκοτη, άγνωστη ως τα τώρα, αλάλητη, υπέργεια . . . +Έφθασε ο Νίκος και παραμέρισε κι αυτός τα βάτα και πήγε κάτω απ’ +τις μυγδαλιές . . και μόλις βρέθηκε κάτω απ' τον άνθινο θόλο, +ξέχασε κι αυτός όλον τον άλλο κόσμο: και την κάμαρη της αρρώστιας +την πνιγμένη από τον πόνο, και τασπρισμένα μάτια της Βεργινίας και +τον εαυτό του ακόμα — και δεν είδε άλλο μπροστά του, παρά τη +λαχτάρα του πούχε ανθίσει και γλυκοτραγουδούσε. . κι αγκάλιασε τη +λαχτάρα του και κυλίστηκε μαζί της στο λουλουδιασμένο στρώμα. . . + +Τι φωνή ηδονής και φρίκης ήτον αυτή πούσχισε τον ήσυχο αθέρα! . . . + +Ίσαμε πού νακούστηκε! . . . + +Και γιατί νακουστή, αφού πνίγηκε μες τα φιλιά που αιμάτωσαν τα +χείλια σαν τις ανεμώνες; Και βούιζαν οι μέλισσες πεσμένες απάνω +στα ανθισμένα χιόνια σα νάταν τα δέντρα όλα μαζί μια θεόρατη +κυψέλη . . κ’ έσμιγαν οι μυγδαλιές τανθόφυλλά τους, τα διάφανα σαν +από μετάξι, τόσο κοντά τόνα μες τάλλο που έκαναν έναν πηχτόν τοίχο +πιο αδιαπέραστο κι απ' των φρουρίων την πέτρα για την ευδαιμονία +των ανθρώπων. . και το μύρο των ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και +τον κρατούσε σε μια νάρκη, ασάλευτο σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο +λαχταριστό στόμα μιας παρθένας κοιμισμένης. . . + +Μια ξαφνική ανατριχίλα πέρασε πάνω απ' τάσπρα λουλούδια — τρομάρα +ή αναγάλλιασμα;. . και μια βροχή απ’ ανθόφυλλα έπεσε μαλακά: να +σκεπάση με μυρωμένο χιόνι τους δυο ανθρώπους που τους είχε πάρει η +Μοίρα τους στην αγκαλιά της — — — + + + +&Το πλάνεμα του Φεγγαριού& + + + +Ο ήλιος είχε βασιλέψει. Μια βαθιοκόκκινη πένθιμη αντιφεγγιά και +κάτι μακρόσυρτοι μαύροι αχνοί σα σχισμένα κρέπια, κρεμαστά από +ψηλά, άπλωναν πίσω απ’ το λόφο της Καστέλλας κι απ’ τα βουνά του +Δαφνιού πούχαν τώρα γίνει απόμακρα, μουντά, μολυβόμαβια, σα σκιές +απ’ όνειρα σβυσμένα. Απάνω στου Υμηττού την ησκιογάλαζη κάππα είχε +ρίξει η βραδυνή θλίψη το μενεξεδένιο πέπλο της . . και του καημού +τα γιούλια άνθιζαν και σιγοτραγουδούσανε μες την αμιλησιά της +κοιμισμένης πέτρας. Μονάχα ο Παρθενών, προβάλλοντας πίσω απ’ το +λόφο του Φιλοπάππου, γλυκοπύρωνε με τη θύμηση των φιλιών του ήλιου +σαν αποθεωμένος. . . + +Έκανε ψύχρα τώρα. Ένας άνεμος βραδινός πλάγιαζε το χορτάρι +πούπαιρνε κάτι γυαλάδες σταχτιοκόκκινες και κερασογάλαζες απ’ τα +χρώματα της μαγεμένης σούρπας, της γλυκόθλιβης. Τα λουλούδια +κρύωναν κ’ έκρυβαν τα κεφαλάκια τους μέσα στα χόρτα. . άλλα +καμπανίζανε λυγώντας απάνω στα ψηλά κλωνιά τους, ξέχρωμα κ’ +ησκιερά μες το περίχυτο ασήμι του μουχρώματος. . . Γυρίζανε σπίτι, +περπατώντας γλήγορα — αυτός μπροστά κι αυτή πιο πίσω, φορτωμένη +ακόμα με τα λουλούδια που τάσφιγγε στο στήθος της (αυτή τα +βάσταγε, γιά την είχανε σηκώσει αυτά στην αγκαλιά τους και την +πήγαιναν;) — τα λουλούδια που ήταν τώρα μαραμένα και γεμάτα ήσκιο. +Ήταν κλαμένη, η Λιόλια, ξαναμμένη, ξεμαλλιάρα μ’ ανθόφυλλα +μυγδαλιάς μέσα στα μαλλιά της, και πήγαινε με το κεφάλι σκυφτό, +σκεπασμένο με το τριανταφυλλί σαλάκι της, σα νάτον κι αυτή η ίδια +ένα από τα κομμένα άνθη, τα μαραμένα και γεμάτα ήσκιο. Ο Νίκος +βαστούσε ένα μεγάλο κλαδί μυγδαλιάς στο χέρι σαν τρόπαιο και στο +πρόσωπό του, καθώς κύτταζε μπροστά του κι αψηλά, έπεφτε λίγη λάμψη +απ' το θρίαμβο του Παρθενώνος που σιγοπύρωνε με τη θύμηση των +φιλιών του ήλιου. . . + +Καθώς ανέβαιναν τον τελευταίο ανήφορο πούβγαινε πίσω απ’ το σπίτι +τους βλέπουνε να ξεπροβάζη απ’ τη γωνιά της μάντρας τους, η θεια +Ελέγκω σε μεγάλες φούριες. . . Άμα τους είδε, ξεφώνισε, +σβαρνίζοντας τον κατήφορο: + + — Μπράβο σας! Εμ δεν είπαμε δα και να νυχτωθούμε! Τρέχω να +προφτάσω τον Κωλοσούρτη — δεν μπόρεσα να κάτσω πιο πολύ, γιατί έχω +να μουσκέψω κάτι ρούχα και να σηκωθώ δυο ώρες νύχτα: μια πλύση +τρικούβερτη! στης κυρίας Αθανασάκη — την ξέρετε δα, πουν' ο άντρας +της στο υπουργείο, πήρε προίκα αυτή πολλή . . καλέ πουχ’ νε το +σπίτι στη ρούσσικια εκκλησία! — ας ήναι! . . . Μπρε — μπρε — μπρε +— μπρε! Για μένα τα κουβαλήσατε όλα τούτα! Καλέ τι σας ήρθε; όλο +τον κάμπο πήγατε να σηκώσετε! Νά, τόσα σώνουνε: λίγα κίτρινα κι +απ’ αυτά εδώ τα κόκκινα, ναίσκε αυτά θα της αρέσουν της Κυρία — +Ουρανίας, και μερικά από τάσπρα — πού να τα σέρνω! . . . Μάννα +μου! τι όμορφα ετούτα τα μικρούλια, τα γαλανούλικα! . . . Ε! +σώνουν πια — + + — Αυτές εδώ είναι ανεμώνες — είπε σιγαλά η Λιόλια. . κ’ είναι +βγαλμένες με το χώμα. Να στις βάλωμε μες το μαντιλάκι σου, θεια +Ελέγκω;. . . + + — Πάρε κ’ ένα κλωνάκι μυγδαλιά, θεια Ελέγκω, είπε ο Νίκος: για +σένα τις κόψαμε. . . + + — Όχι να μην κουβαλάω τώρα δέντρ' ολάκερα! Θα με βγάλη όξω ο +εισπράχτορας — ξέρεις αυτοί δε χωρατεύουν. . . Κάθομαι και +χασομεράω και θα μου φύγη ο τρεχιόδρομος. . . Νά τον! ακούτε;, +πλάκωσε κιόλας ο Βράκας. . . Γεια σας παιδιά μου! νάχετε την ευκή +μου! Τη εβδομάδα που θα μας μπη, πάλι εδώ θα μ’ έχετε. . . Αμέτενε +γιατ’ είναι μονάχη της η καψερή η Βεργινία! . . . + +Και πήρε τρεχάλα τον κατήφορο, φορτωμένη μιαν αγκαλιά λουλούδια, η +θεια Ελέγκω, σα βαρέλι που κυλούσε απ’ το βουνό και καθώς +κατρακυλούσε, γύρισε και ξαναφώναξε: + + — Λιόλια, όπως είπαμε, τη δουλειά σου και τη Βεργινία — τα μάτια +σου τα δυο! . . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Ο Νίκος κ’ η Λιόλια με τανθισμένα τους κλαριά και με τα λουλούδια, +που τους απόμεινεν ολάκερη αγκαλιά, μπήκανε στην κάμαρη τη +σκοτεινιασμένη απ’ τη σταχτερή τη σούρπα — σα νάμπαινε η ολόφεγγη +και μυρωμένη άνοιξη. Αλλά μαζί με τη λάμψη και τη δροσερή ανάσα +των λουλουδιών χύθηκε και σα μια θλίψη βαθειά ολόγυρα. Έτσι κ’ η +άνοιξη, η χλοϊσμένη, θλίβεται βαθιά σα μαυροσυννεφιάση ο +αχνογάλανος ουρανός — — + +Όταν ξαναείδε ο Νίκος τη Βεργινία στο κρεββάτι της, άσπρη κ’ έρημη +μέσα στο σκιόφωτο — αισθάνθηκ’ ένα χύμα από εσπλαχνία να ξεχειλίζη +μέσα του: από όλη την ευτυχία των νιάτων και της ζωής, αυτή δεν +είχε τίποτα! κι αυτός τα είχε όλα — κι ακόμα και το λίγο εκείνο +πούτονε δικό της της τόχε κλέψει, αφού της είχε πάρει πίσω τον +εαυτό του πούτον το μόνο της καλό. Τούρθε τότε να της δώση κι +αυτηνής λίγα από 'κείνα που του περίσσευαν: τα κομμένα και +μαραμένα λουλούδια του κάμπου αφού αυτός είχε μέσα του όλον τον +ανθισμένο κάμπο αμάραντο για πάντα. . . Πήρε τα λουλούδια απ’ τα +χέρια της Λιόλιας και πήγε κοντά στο κρεββάτι της Βεργινίας. + + — Νά Βεργινία! σου φέραμε και σένα λουλούδια· δώσαμε αρκετά και +της θειάς Ελέγκως, που την ηύραμε εδώ απόξω. Πήγαμε ίσαμε κάτω +στου Ρουφ. . εκεί έχει τα περισσότερα, γι’ αυτό αργήσαμε — + +Και της τα σκόρπισε απάνω στην κουβέρτα. . . + +Κ’ έπειτα σα νάθελε, ξέχωρ' απ’ τα λουλούδια να της δώση πάλι και +λίγο απ’ τον εαυτό του — από ‘κείνο που της πήρε το πιο πολύτιμο! +έγειρε αποπάνω της, κοντά στο πρόσωπό της. . . + +Η Βεργινία, όταν τον είδε νάρχεται κοντά της με τα λουλούδια, είχε +ανοίξει διάπλατα τα μάτια της, σαν από τρόμο, και τα ξανάκλεισε, +καθώς της τάρριχνε τα λουλούδια απάνω στο κρεββάτι, σα για να μην +τα ιδή. Μα εκεί που ο Νίκος έσκυβε αποπάνω της, έξαφνα σήκωσε τόνα +χέρι της, το σκελεθρωμένο και διάφανο της χέρι που οι γαλάζιες +φλέβες του φεγγρίζανε σαν κάτω από κιτρινισμένο τσιγαρόχαρτο, και +με μια δύναμη, αφάνταστη για το σύντριμμα που ήτον, τον έσπρωξε +κατάστηθα . . και τούπε με κακία: + + — Φύγε από 'δώ! μυρίζεις ήλιο! . . αυτά να μου τα βάλης όταν Θα +με θάψης — και γύρισε το κεφάλι της απ' την άλλη μεριά. + +Ο Νίκος τραβήχτηκε πίσω, απότομα. + +Τα λουλούδια απομείνανε σκόρπια για πολλήν ώρα απάνω στο κρεββάτι +της Βεργινίας, σαν απάνω σ’ ένα νεκροκρέββατο νεκροστολίζοντας μια +ζωντανή . . . + +Η Λιόλια, μόλις μπήκανε μες την κάμαρη, κατέβηκε στην κουζίνα και +δεν ξανανέβηκε παρά μόνο σαν έφερε να φαν ψωμί. Ήρθε με τα μάτια +που δεν ανοίγανε στο φως, με τη μύτη πρισμένη, με το στόμα ένα +γύρο κατακκόκκινο απ' τα κλάμματα, τριαντάφυλλο βυσσινύ +ξεφυλλισμένο, με τα μαλλιά της μέσα στα μούτρα, απ' όπως ήτον +πεσμένη με το κεφάλι στη γωνιά κάποιου τραπεζιού — + + — Μάσ’ τα λουλούδια απ’ το κρεββάτι! — της είπε σε λιγάκι ο +Νίκος . . . + +Τα μάζεψε η Λιόλια, αμίλητη, τα όμορφα λουλούδια της που τάχε +κόψει με τόση χαρά και που τώρα κοίτοναν ξέψυχα κι αυτά σαν απάνω +σ’ ένα νεκροκρέββατο . . . Μα κ’ η Βεργινία δεν είπε λέξη κι ούτ’ +άνοιξε τα μάτια — — + + — Πέτα τα όξω στην αυλή! — ξαναείπε ο Νίκος. . . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Αυτήν τη νύχτα κοιμόταν η Βεργινία βαθιά — γιατ’ είχε πάρει +υπνωτικό αποβραδύς για πρώτη φορά. Άξαφνα, κοντά το ξημέρωμα, ο +Νίκος μες τον ύπνο του άπλωσε το χέρι του απάνω στο κορμί της +Βεργινίας. Αυτό που τόσον καιρό λαχταρούσε η Βεργινία με +καρδιοβόρι: το χέρι του αγαπημένου αντρός που πάει ψάχνοντας +ναγγίξη την ποθερή γυναικεία σάρκα — τη σάρκα πουν ολόδικιά του. . +που γι’ αυτόν είν' έτσι απαλή και πουπουλένια, για να σβήση μέσα +της. . που γι’ αυτόν ζη κι ανθίζει, για να τονέ μεθύση με τη θερμή +και μυρωμένη ανάσα της — αυτό το χέρι το λαχταριστό της ήρθε της +Βεργινίας εκείνο το πουρνό. . . Αχ, μα και που ήρθε — δεν ήτονε +δικό της! — — Ξύπνησε η Βεργινία ολότρομη! — πόνεσε το +κοκκαλιασμένο στήθος της απ’ την αντρίκια ορμή και δύναμη του +ερωτιάρικου χεριού: σπαρτάρισε ολάκερη και ξεφώνισε αχνά (από +τρομάρα ή από πόνο ή από χαρά;). . . Κι ο Νίκος, με τα μέλη ακόμα +λυμένα απ’ τη γλυκειά πρωινή νάρκη, ξύπνησε κι αυτός απ’ της +Βεργινίας το λάγγεμα και το ξεφωνητό. . . Μα σαν έννοιωσε κάτω απ’ +τα δάχτυλα του το ξυλιασμένο στήθος της άρρωστης, κρύωσε όλος και +μαζεύτηκε κουβάρι και γύρισε απ’ την άλλη τη μεριά. . . + +Την άλλη μέρα το μεσημέρι γύρισε ο Νίκος μαζί μ’ ένα λούστρο +κουβαλώντας σ’ ένα καροτσάκι δυο στρίποδα και κάτι σανίδες κ’ ένα +στρώμα και ρούχα του ύπνου. + + — Πήγα και τα πήρα από 'να φίλο μου που τάχε περισσευούμενα, είπε +της Βιργινίας καθώς τα φέρνανε με το λούστρο μέσα στην κάμαρη. Σε +ξυπνάω τη νύχτα κι ο γιατρός είπε πως πρέπει να κοιμάσαι ήσυχη — + +Αυτό ήτον το τελευταίο θανάσιμο χτύπημα για της Βεργινίας την +ύπαρξη — — + +Ο ήλιος έφεγγε πάλι σήμερα με την ίδια γλύκα σαν και χτες. Η απαλή +φεγγοβολιά του σα χάδι ρευστό σιγά-σιγά μαλάκωσε και την αντάρα +μες την ψυχή της Λιόλιας. Το δειλινό η Λιόλια κατέβηκε στην αυλή. +Όλα γύρω της όπου έβλεπε το μάτι της, ήτανε χρυσωμένα μ’ ένα +μάλαμα πορτοκαλλύ, ώριμο, παχύρρευστο σαν κάποιων παλιών κρασιών, +με κάτι ήσκιους βγαλμένους από μέσα του μαβιούς, μενεξεδένιους, +πορφυροπράσινους. Όλα έδειχναν, απάνω τους πεσμένη, μίαν +ανέκφραστη γαλήνη κι ανάπαυση. . . Ω! τι θάμα!: η μυγδαλίτσα, η +μικρή ζαρωμένη μυγδαλίτσα είχε ανθίσει άξαφνα, εκείνην τη νύχτα. . +. Η Λιόλια πήγε κοντά της: δυο ανθάκια ήταν όλο κι όλο ανοιγμένα· +μα είχε κι άλλα μπουμπούκια έτοιμα να ξεσκάσουν. Έλυσε η Λιόλια το +σχοινί που ήτανε δεμένο απάνω στη μυγδαλίτσα και την τυραννούσε +και το πέρασε πίσω απ' το σωλήνα της βρύσης που ξέβγαινε λιγάκι +απ' τον τοίχο της μάντρας. Έπειτα έσκυψε να δη τι απόγιναν τα +λουλούδια που τάχε ρίξει τάλλο βράδυ μέσα στη γούρνα. . . Σε λίγο +βρεθήκανε δυο πιατάκια μ’ ανεμώνες κόκκινες και γαλάζιες, +βγαλμένες με το χώμα, καθώς κ’ ένα κλαδί μυγδαλιάς (από 'κείνες +εκεί του κακού του κάμπου!), ολόδροσο κι ανθάτο, απάνω στον +κομμό. . . + +Πέρασ’ άλλη μια μέρα, ωραία και γλυκόζωη, σαν τις άλλες. Ότι είχαν +αποφάει. Η Λιόλια είχε βγη να καθήση στα σκαλοπάτια μπρος την +πόρτα της αυλής. Το φεγγάρι ήτονε βγαλμένο νωρίς: ήτον πανσέληνος +εκείνην τη βραδιά. . . Ο Νίκος έδωσε της Βεργινίας το σκονάκι για +τον ύπνο, που έκανε δυο-τρεις ώρες ως να ενεργήση. Έξω ήτανε μέρα +απ' του ολόγιομου φεγγαριού τη λάμψη και μύριζε καλοκαίρι — από +'κείνες τις καλοκαιριάτικες βραδιές που κάνουν τη ζωή παραμυθένια. +. . Ποιος μπορεί να μείνη μέσα στην κάμαρη τέτοια βραδιά; — έτσι +κι ο Νίκος έσβυσε το φως, για ναποκοιμηθή πιο εύκολα η Βεργινία, +κι άνοιξε την πόρτα της αυλής κι άνοιξε όλο του το στήθος στη +φεγγερή γαλήνη πούτον έξω και στη δροσερή ανάσα τη μοσχόβολη της +κοιμισμένης πλάσης. . έπειτα έγειρε πίσω του την πόρτα και κάθησε +κι αυτός στο σκαλοπάτι που καθόταν η Λιόλια. Αυτή πήγε να σηκωθή +από 'κεί καθώς τον είδε. Μα δεν την άφησε. . της είπε να κάτση, +γιατ’ αλλοιώς θάφευγε κι αυτός: — κ’ έτσι ξανακάθησε στην άλλη +άκρη του σκαλοπατιού — — + +Και το φεγγάρι στρογγυλοπρόσωπο, άσπρο σαν το γάλα, ολοένα +ανέβαινε πιο αψηλά και ξεδίπλωνε την αχτιδένια κόμη του που +ολόγυρα στο πρόσωπό του ήτονε σαν κόκκινο χρυσάφι, μα καθώς άνοιγε +κ’ έπεφτε πιο ανάρια κι από πιο ψηλά, γινόταν ένα πέπλο, +μυριοξέδιπλο, υφασμένο απ' ασημένια σιγαλιά και θλίψη γλυκειά +γλαυκή, που τύλιγε όλον τον ουρανό και τη γης μαζί σ’ ένα σβήσιμο +ευτυχίας αλάλητο. . . Και το φεγγάρι ακκούμπησε τα γιασεμένια του +τα μάγουλα στο τζάμι της Βεριγινίας που κειτόταν έρημη μες τη +σκοτεινή της κάμαρη. . και χύθηκε ένα φωτοπόταμο αργυρόλαυκο απάνω +στο κρεββάτι της. . κι αυτό περνούσε πλατύ και ήρεμο από πάνω απ’ +την κουβέρτα της Βεργινίας και κατέβαινε, χωρίς να παφλάζη, κάτω +στο πάτωμα και κυλιόταν αμίλητο, αργοστάλαγο, μπρος απ’ την πόρτα +πούβγαινε στην αυλή κ’ ίσαμε τον τοίχο κι 'ανέβαινε και στον τοίχο +ακόμα, όπως κάνει το νερό του συντριβανιού, ασάλευτο πάντα, μα και +λαχταριστό στην ανθισμένη αφροκορφή του, ως απάνω στο ταβάνι κ’ +εκεί έσβηνε, χάνονταν κάτω απ’ τη σκεπή. . . + +Της Βεργινίας το πρόσωπο έμενε στο σκοτάδι: φέγγριζε κι αυτό με τη +χλωμάδα του σαν κάποιο άλλο φεγγάρι πεθαμένο — — Κύτταζε η +Βεργινία τη γλυκόϋπνη κι ασημένια νάρκη του ποταμιού που κυλούσε +απ’ ταφάνταστα βάθη τουρανού — αναγάλλισμα μιας άλλης ζωής πιο +γλυκείας και πιο αιώνιας — , που περνούσε αποπάνω απ’ αυτό το +κρεββάτι του ανθρώπινου καημού και πάλι, αψηλώνοντας ως τη σκεπή, +έφευγε σταπόμακρα και στα ουράνια. . . Αχ! πόθησε να πάη μαζί του, +η ποθοπλανταγμένη, να σβήση τη λαχτάρα της μέσα σ’ αυτής της +αγαλοστάλαγης φεγγαρίσιας λύπης το γάλα — το γλαυκόφεγγο — το +γλυκοϋπνιασμένο. . . + +Όταν της έδωκε ο Νίκος απόψε το υπνωτικό, το ήπιε με τον ίδιο πόθο +να μην ξυπνούσε πια· ήθελε να του πη να της δώση κι άλλο ένα +σκονάκι για να κοιμηθή καλύτερα, μα εκείνος έφυγε αμέσως από κοντά +της — Και τώρ’ αυτός ο πόθος της για να σβήση έκαμε μέσα της +φτερά, φτερούγες υπερδύναμες που αρχίσανε να σαλεύουν έτσι +πούνοιωσε να τη σηκώνουν ολόρθη στο κρεββάτι. Σα να φούντωσε μια +φλόγα μέσα της από μια σπίθα που σιγόσβηνε κάτω απ' τη χόβολη, +αισθάνθηκε μίαν πύρινη πνοή μέσα στις φλέβες της, αισθάνθηκε τα +νεύρα της σίδερο ρευστό. . . Ήτονε μονάχα πούθελε να πάρη τα +σκονάκια απ' τον κομμό; — ή μην ήθελε και να δη που ήτον ο Νίκος +με τη Λιόλια, οι δυο τους πούχανε βγη έξω απ την πόρτα;. . Έξαφνα +βρέθηκε ορθή έξω απ’ το κρεββάτι, αυτή πουχ’ ένα μήνα να κουνήση +χέρι, περπατώντας, αυτή που νόμιζε πως είχε ξεχάσει το περπάτημα: +έκαμε μερικά βήματα γλήγορα τόνα μέσα στάλλο, σαν αέρινα, +περνώντας μεσ’ απ' τη λουρίδα του φεγγαριού που κοιτότανε στο +πάτωμα, μες τάσπρο της το νυχτικό πιο άσπρη ακόμα απ’ τη +φεγγαρίσια λάμψη — λες και ζωντάνεψε το φεγγάρι και σηκώθηκε από +χάμω και περπάταγε. . . Ήυρε το κουτί με τα σκονάκια, σα μέσα σ’ +όνειρο, κ’ έπειτα έκαμε άλλο ένα βήμα κατά την πόρτα της αυλής, +που ήτανε γερμένη, κ’ έσυρε ανάλαφρα το θυρόφυλλο — — — — — — — — +— — — — — — — — — — — — + +Κύτταζε τώρα η Λιόλια το κεφάλι του αγαπημένου αντρός που βάραινε +απάνω στο στήθος της: τη μύτη τη δυνατή και με το κόκκαλο λιγάκι +πεταχτό στη ρίζα, τα κλειστά ματόφυλλα, σα φύλλα λουλουδιών, που +τα γαλάζωνε στις άκρες ο Ύπνος με της γαλάζιας του φτερούγας την +αντιφεγγιά, με τα μακριά κροσσωτά τσίνουρα καταπάνω, πούριχναν +ήσκιο στα μάγουλά του — κ’ η καρδιά της πλημμύριζε από κάτι +απέραντο κ’ υπερδύναμο που τόσον καιρό τόχε κρατημένα μέσα της και +της πονούσε τώρα, όπως πονεί το πρώτο γάλα στη μητέρα. Απ’ την +ημέρα πούχαν πάει στα λουλούδια δεν είχε σηκώσει τα μάτια της +απάνω του απ’ το φόβο μήπως απαντήση τα φριχτά μάτια της Βεργινίας +που ξεφώνιζαν, άλαλα, από καημό κι απελπισία. . περισσότερο όμως +ακόμα φοβότανε μήπως αντικρύση τα δικά του μάτια! Τώρα που σα +συνεπαρμένος απ' τη γοητεία της φεγγαρίσιας ευτυχίας είχε γείρει +στον κόρφο της να κοιμηθή, τώρα τον κύτταζε άφοβα, τώρα τον +φιλούσε όλονε με τα πρωτοξύπνητα γυναικεία μάτια της, τον άντρα +τον αγαπημένο. Τι ζεστά που μύριζαν τα γλυκά μαλλιά του! σαν κάτι +ζωντανό και δυνατό που της ήτονε φόβος μαζί και λαχτάρα. Αχ, τα +στήθια της νάλυωναν ήθελε κάτω απ’ αυτό το βάρος που λίγο της +φαινότανε για την αγάπη της. Κι ολοένα περισσότερο βυθιζότανε στην +ευδαιμονία αυτής της θωριάς, βούλιαζε ολάκερη, χανόταν. . ως που +τα μάτια της κλείσανε σαν από μιαν ηδονή κι έναν πόνο αβάσταχτα +για την ψυχή της — — + +Και τα μάτια της είδαν τότες πως σηκώθηκαν απ' το σκαλοπάτι και +βγήκαν έξω στο δρόμο μαζί με το Νίκο — πιασμένοι απ’ τα χέρια — +και κατέβηκαν απ’ το βουνό τους κάτω στον κάμπο με τα λουλούδια +πούχαν πάει τις προάλλες . . και πέρασαν όλον τον κάμπο και μπρος +απ' της Καλλιθέας τα σπίτια που ήταν τυλιγμένα μες τασημένια +μαλλιά του φεγγαριού τα ξέχυτα και — πάντα χεροπιασμένοι με το +Νίκο — ανεβήκανε σ’ εκείνο τολοστρόγγυλο το βουναλάκι — προτού +νανοίξη ο κάμπος για τις Τζιτζιφιές — πούχει στην κορφή του την +εκκλησίτσα της Αγια-Σωτήρας. . . Εκεί στο βουναλάκι απάνω στεκόταν +το φεγγάρι· μα δεν τόβλεπαν καθώς ανεβαίνανε, γιατ’ ήτον κρυμένο +πίσω απ’ την εκκλησίτσα. Μόλις όμως έφθασαν απάνω στην εκκλησιά, +ξεπρόβαλε και τους έλαμψε μες το πρόσωπο τόσο που θάμπωσαν τα +μάτια τους. . . + + — Καλωσορίστε! — τους είπε το φεγγάρι. Τι γινήκατε τόσον καιρό; +Κανείς δεν έρχεται να με ιδή εμένα που είμαι ολομόναχο πάνω στα +βουνά. Τόσα μάγια κάνω εγώ των ανθρώπων: μπαίνω στις κάμαρές τους +και τους φιλώ τα μάτια, πέφτω μες τις στέρνες τους και ξαπλώνομαι +στα δρομάκια των περβολιών τους και σκαρφαλώνω μάντρες και γέρνω +απάνω στις οξώπορτές τους και ξενυχτώ στα σκαλοπάτια: μόνο και +μόνο για να βγούνε να με ιδούν· μ’ αυτοί μ’ αφήνουν ολομόναχο +απάνω στο βουνό μου. Τώρα που ήρθατε εδώ πάνω θα πάμε μες την +εκκλησιά: εγώ θα σας στεφανώσω. . . Και καθώς μίλαγ' έτσι το +φεγγάρι, ξαφνίστηκεν η Λιόλια κι ο Νίκος κι άνοιξαν πάλι τα μάτια +τους τα θαμπωμένα απ’ τη λάμψη του, για να το ιδούν: Τι άσπρο +πούτον το φεγγάρι και τι λυπημένο! — σαν τη Βεργινία. Και καθώς το +κύτταζαν ακόμα, είδαν πως ήτον το πρόσωπο της Βεργινίας μες το +φεγγάρι — Τότες η Λιόλια έβγαλε ένα μεγάλο «Αχ!» και πετάχτηκε +ολόρθη με τα χέρια στον αέρα. Κι ο Νίκος ξετινάχτηκε απ’ τον ύπνο +κατατρομαγμένος και κατρακύλησε απ’ το σκαλοπάτι. . . . Γύρισ’ η +Λιόλια να μπη στην κάμαρη· η πόρτα ήτον ανοιχτή. Στο κατώφλι ήτον +πεσμένο κάτι άσπρο: το φεγγάρι ήτον πεσμένο στο κατώφλι. Μα μες +στην άσπρη λουρίδα του φεγγαριού φάνταζε κάτι πιο άσπρο ακόμα: +ήτον η Βεργινία με το νυχτικό της ξαπλωμένη χάμω μπρος στην πόρτα +— για να μπη κανείς μες την κάμαρη έπρεπε να δρασκελίση το κορμί +της. Σα νάχε πέση το ίδιο το φεγγάρι απ’ τον ουρανό και νάχε +ξεψυχήσει εκεί δα τυλιγμένο μες τα πέπλα των αχτίδων του: έτσι +έδειχνε. + +Δική της ήτον η φωνή που άκουσε η Λιόλια μες τον ύπνο της ή της +Βεργινίας πούχε κατεβή από το κρεββάτι της κ’ είχε ανοίξει σιγαλά +την ακκουμπησμένη πόρτα; — — — — — — — — — — — — — — +— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + + — Παναγία μου! Κατέβηκε απ’ το κρεββάτι. . . έπεσ’ απ’ το +κρεββάτι. . . Καλέ! καλέ πέθανε καλέ! . . Αχ, Κύριε Νίκο! δεν +ακούτε; πέθανε Κύριε Νίκο! Δεν τη βλέπετε Κύριε Νίκο; Αχ, Θε μου! +Θε μου! τώρα τι να κάνουμε; τώρα τι να κάνουμε; + +Έτσι ξεφώνιζε αλαλιάρα, φρενιασμένη απ’ την τρομάρα της που την +είχε παγώσει όλην ως μέσα στην ψυχή της, η Λιόλια, σαν είδε τη +Βεργινία πλαγιασμένη ξέπνοη μες του φεγγαριού το αργυρόγλαυκο +ποτάμι. . κι αρχίνησε να κλαίη, να θρηνή. . . + +Ο Νίκος, ξεσυρμένος έτσι απότομα, σαν απ’ τα μαλλιά, μέσ’ απ την +ονειρεμένη του αγκαλιά, δεν κατάλαβε στην αρχή που βρισκόταν και +τι του γινόταν. Με τες φωνές της Λιόλιας, που απηχούσανε στριγγά +στη γλυκόϋπνη σιγαλιά της νύχτας, ήρθε στον εαυτό του: τα μάτια +του άδραξαν τη φριχτή ζουγραφιά, την ολόφεγγη, εκεί μπροστά του +στο κατώφλι της κάμαρης, και σα μιαν αστραπή πέρασε μέσ’ απ’ το +μυαλό του και σα μια στιλετιά μέσ’ απ’ την καρδιά του. + + — Βεργινία! — έβγαλε μια φωνή βραχνή, πνιγμένη, σα μέσ’ από +κάποιο πηγάδι. . . Δε μ’ ακούς, Βεργινία! Τ’ είναι μωρή τούτα που +μας κάνεις; Βεργινία! — και γονατιστός χάμω σκουντούσε το +κατάψυχρο κορμί της, το κάτασπρο μες τάσπρο του το νυχτικό, πιο +άσπρο και πιο κρύο κι απ’ τασημένιο φως του φεγγαρίσιου ποταμιού +που τόχε πάρη στην αγκαλιά του. + + — Ελάτε, Κύριε Νίκο να τη σηκώσουμε, να την πάμε στο κρεββάτι +της! φώναζε η Λιόλια με μια φωνή που κολυμπούσε μες τα κλάματα. . +. Αχ, τώρα τι να κάνουμε! τώρα τι να κάνουμε! Αχ, Κυρία Βεργινία, +Κυρία Βεργινία μου! δεν ακούτε; ελάτε να σας σηκώσουμε με τον +κύριο Νίκο! Αχ, τώρα τι θα γίνουμε! — κ’ έστριβε τα χέρια της, +αποπάνω από το κορμί της Βεργινίας το κοιτάμενο, μέσα στην κάμαρη +τη γεμάτη κρυφοσάλευτους ήσκιους και φως φανταστικό απ’ το μυστικό +φεγγάρι, που έμπαινε τώρα από δυο μεριές: απ’ το παράθυρο κι απ’ +την ανοιχτή την πόρτα της αυλής. . . + +Σήκωσε ο Νίκος με τη Λιόλια την ξέπνοη Βεργινία — σαν πούπουλο! — +και την απίθωσαν απάνω στο κρεββάτι. Έπειτα ο Νίκος έψαξε κ’ ηύρε +το μπουκαλάκι με τον αιθέρα πάνω στον κομμό και τάνοιξε κάτω απ’ +τη μύτη της. Μα η Βεργινία δεν κουνήθηκε. Της έσταξε λιγάκι στα +μηλίγγια της και της τάτριψε. Της έτριψε και τα χέρια μ’ όλη του +τη δύναμη ως που ρόδισαν αχνά. Ήρθ' η Λιόλια με παννιά στα χέρια +που έβρεχε με ξύδι και της τάβαλε της Βεργινίας στο κούτελο και +μπροστά στα ρουθούνια. . . Έπιασ’ ο Νίκος κ’ έσταξε ένα-δυο +σταλαγματιές αιθέρα μες το στόμα της που ήτανε μισάνοιχτο. — +Τίποτα! + + — Πάω να φέρω γιατρό! είπε· είν' ένας εδώ κοντά στου Μακρυγιάννη: +αυτός έρχεται ότι ώρα του 'πης. Κάνε ό,τι μπορείς, Λιόλια, να τη +συνεφέρης! Άσ’ τα κλάματα τώρα! — αυτά μας έλειπαν. . . Έφθασα. . +. + + — Μη φύγης, Κύριε Νίκο! μη μ’ αφήσης μονάχη! — ξεφώνισε +θρηνιάρικα η Λιόλια. + +Μα ο Νίκος είχε γίνει αέρας — — + +Σαν απόμεινε η Λιόλια μονάχη της, πήγε σε μια γωνιά της κάμαρης κι +άρχισε, απ’ το φόβο κι απ’ τη συγκίνησή της, να σκούζη σα μικρό +παιδάκι: παιδάκι ήτον ακόμα το κακόμοιρο το κορίτσι και δεν τούχαν +τύχει ποτέ του τέτοια φοβερά περιστατικά. Αυτές τις μέρες η ζωή +παρά πολλά της είχε ρίξει απάνω στην τρυφερή ψυχούλα της και σαν +ανθάκι που ήτανε λύγισε απ’ την ορμή της μπόρας. . . + +Εκεί πούκλαιγε, σάλεψε η Βεργινία τα χείλια κ’ έβγαλε ένα βαθύν +αναστεναγμό, βογκητό μακρόσυρτο τραγουδιστό σαν από κάποιαν πνοή +αλυσοδεμένη που ξελύθηκε μ’ αιματωμένες τις φτερούγες. . κι άνοιξε +τα μάτια. . . + +Η Λιόλια πετάχτηκε κοντά της: + + — Αχ, Κυρία Βεργινία! ξυπνήσατε πάλι; — φώναξε, γέρνοντας απάνω +της με τρέμουλη χαρά στη δακρυσμένη της φωνή. Τι μας κάνατε! Γιατί +να κατεβήτε απ' το κρεββάτι; Να σας δώσω αιθέρα να μυρίσετε; +Σταθήτε να σας φέρω λίγο νερό να πιήτε! + +Μα ως που να βάλη νερό στο ποτήρι και να ξεστουπώση το μπουκαλάκι +με τον αιθέρα, ξανάκλεισαν της Βεργινίας τα μάτια και το κεφάλι +της έπεσε βαρύ απάνω στο στήθος και κύλησε κατά πλάι: άνθος σε +κλωνί σπασμένο. + +Τότε την έπιασε σαν τρέλλα τη Λιόλια. Άρχισε να τρέχη μέσα στην +κάμαρη που τη φώτιζαν αλλόκοτα, τραγικά παλεύοντας, δυο +αποφεγγιές: του φεγγαριού το κρύο τασήμι που μοιάζει με το φως των +ματιών του Χάρου κ’ η κιτρινάδα της λάμπας: ίδια αρρωστημένη φλόγα +της ανθρώπινης ζωής. Ολομόναχο το κοριτσάκι, αλαλιασμένο απ’ το +φόβο του θανάτου έστριβε τα χέρια του. . έπειτα πήγε και γονάτισε +μπρος στο κρεββάτι και φιλούσε το χέρι της Βεργινίας που κρεμόταν +απόξω; + + — Βεργινία μου! αγάπη μου Βεργινία! εγώ είμαι, ο Νίκος σου! — +έτσι της φώναζε, θαρρώντας πως θα την ξυπνούσε η δύναμη του +αγαπημένου της ονόματος, γιατί αισθανόταν πως αυτήν και πεθαμένη +θα την ξύπναγε εκείνο τόνομα. . . + +Και ξανασηκώθηκε απάνω και της έσταξ' αιθέρα στο στόμα, καταπώς +είδε να κάνη ο Νίκος. . της έρριξε νερά στο πρόσωπο τόσο που την +καταμούσκεψε. Έπειτα τάφησε όλα κι άρχισε πάλι να τρέχη ολόγυρα σα +χαμένη απ’ τον εαυτό της. . . Με μιας της ήρθε να χτυπήση με τις +γροθιές στο μεσότοιχο της γειτόνισσας. Αχ, αυτές οι γυναίκες, +βουλωμένα τάχαν ταυτιά τους και δεν άκουγαν τίποτ’ απ’ όλο αυτό το +κακό; + + — Βοήθεια, Κερά γειτόνισσα! ελάτε! η Βεργινία πεθαίνει! — — +ξεφώνισε, ταράζοντας σύσσωμη απ' της φωνής της τον τρόμο κι απ’ το +ίδιο το νόημα το φριχτό του λόγου πούλεγε — Δεν μπορούσε να βγη +απέξω να φέρη κανέναν απ’ τη γειτονιά: κι αν πέθαινε η Βεργινία +σταναμεταξύ μονάχη; — κ’ έσφιγγε τα μηλίγγια της με τις κλειστές +μπουνιές της απ’ την απελπισία, σα να φοβότανε μην της φύγη το +μυαλό της. . . Εκεί που κοβόταν έτσι και τάραζε, άνοιξε η πόρτα +και μπήκε ο Νίκος με το γιατρό. + +Δεν ήτον ο κομψευόμενος και ο μοσχομυρισμένος, ο γυναικολόγος και +γυναικάκιας πουρχόταν πάντα: αυτός καθότανε στην άλλη άκρη της +Αθήνας κι ούτ’ έβγαινε τέτοιαν ώρα απ’ το σπίτι ναρθή εδώ έξω. +Ήτον ένας γιατρός της συνοικίας που απ' το πρωί ως το βράδυ και τη +νύχτ’ ακόμα έτρεχε στη φτωχολογιά — ένας τύπος πλακιώτικος: μια +μαύρη ρεμπούπλικα χωμένη ίσαμε ταυτιά, κάτι παντελόνια φαρδιά και +μακριά που σέρνονταν πίσω κατασκονισμένα πάντα, ακόμα και το πρωί +πούβγαινε απ’ το σπίτι, μια μαγκούρα θεόρατη και μια φάτσα ίδιο +γουλί με τρύπες-τρύπες το πετσί σα σουρωτήρι, αγύριστη αιωνίως που +θύμιζε κάτι παλιά ξυστριά αλογίσια. Σα δικαστικός κλητήρας +φαινόταν αυτός ο γιατρός, σα μεσίτης ή εργολάβος οικοδομών — κι +όμως τέτοιος πούτον πολύ τον αγαπούσε ο κοσμάκης. Πολλά πράματα +δεν ήξερε, μα έπαιρνε και λίγα: ένα διπλό και καμμιά φορά και +πενήντα λεπτά. Πάντα παρηγοριά είναι ο γιατρός — κι αυτό είν' +περισσότερο στην αρρώστια για το μικρόν τον κόσμο. + +Χωρίς να βγάλη το καπέλλο του, πήγε τα ίσα στο κρεββάτι κι απίθωσε +τη μαγκούρα απάνω στην κουβέρτα. Έπιασε το σφυγμό της Βεργινίας, +έβαλε το χέρι στο λαιμό της και στην καρδιά. . έβαλε ταυτί του στο +στήθος. . . + + — Λιποθυμία είναι, μα είναι πολύ αδύνατη. Έχετ’ αιθέρα — είπε με +μια φωνή βραχνή σα ραϊσμένο πιθάρι — + +Έσταξε λίγο αιθέρα μες το ποτήρι με το νερό που βρισκόταν εκεί δα +από πρωτύτερα που τόχε φέρει η Λιόλια και προσπάθησε να της δώσει +να πιή, ανασηκώνοντας της το κεφάλι. + + — Δεν καταπίνει! — Ένα κουταλάκι μικρή! — και της έρριξε από λίγο +μες το στόμα. — Έχει κτυπήσει και στο κεφάλι, είπε, δείχνοντας ένα +πρασινωπό καρύδι πούχε φανή άξαφνα, λίγο αιματωμένο, απάνω απ' +ταριστερό μηλίγγι της. — Βάλ’ ένα παννάκι βρεμμένο εδώ πάνω! — +έγνεψε της Λιόλιας. + +Ο Νίκος τούχε πη του γιατρού για την αρρώστια της Βεργινίας στο +δρόμο πούρχονταν, και για την κούρα που της είχε κάνει ως τα τώρα +ο άλλος ο γιατρός ο γυναικολόγος που τον είχε συστήσει ο μάστοράς +του γιατ’ είχε λέει κάνει θάματα στη γυναικάδερφή του. . και γι’ +αυτό τον έφερνε ακόμα εξακολουθητικώς, ειδεμή και βέβαια θάπαιρνε +του λόγου του πούτον και της συνοικίας. Αλλά μια κ’ είχε αρχίσει! +. . κ’ έπειτα ο καθείς λέει πως να περάσ’ όπως κι όπως η +αρρώστια. . . + + — Πού την ηύρε τη δύναμη και κατέβηκε απ' το κρεββάτι! — είπε +τώρα ο γιατρός — αφού έχει τόσον καιρό να σηκωθή και σε τέτοια +χάλια που βρίσκεται! Απ' την πολλή αδυναμία είναι που δεν μπορεί +να συνέρθη: τα νεύρα της έχουν ξεχαρβαλωθή ολότελα — Μήπως και +ταράχτηκε; — μην είδε τίποτα και τρόμαξε; + +Σαν άκουσ’ έτσι η Λιόλια, ξάστραψε κάτι μες το νου της: ξαναείδε +την ολόχυτη λάμψη του φεγγαριού στο κατώφλι με τη Βεργενία πεσμένη +μέσα της σαν πνιγμένη και την πόρτα την ανοιχτή και στο σκαλοπάτι +της ανοιχτής πόρτας είδε τον εαυτό της και το Νίκο κοιμισμένο με +το κεφάλι του ακκουμπηστό στον κόρφο της. . . Α! τότε κατάλαβε — +γιατί ως τα τώρα απ’ την τρομάρα και την ταραχή δεν είχε τόπο η +ψυχή της για τίποτ’ άλλο — Κι όχι κατάλαβε, παρά αισθάνθηκε μες τα +θολά βάθη του γυναίκειου είναι τις, ταθώο το κοριτσάκι, πως κάτι +τρομερό είχε γίνει, τόσο τρομερό που έφθανε για να σκοτώση μια +γυναίκα και πως γιαυτό πέθνησκε τώρα η Βεργινία — — — ζαλίστηκε, +τα γόνατά της λύθηκαν και πιάστηκε απ’ το κρεββάτι να μην πέση — + +«Κρακ» έκαμε κάτι κάτω απ' τα πόδια του Νίκου εκεί που πήγε να +κάμη ένα βήμα πιο πέρα. . έσκυψε να το σηκώση ήτον το κουτί με τα +σκονάκια (πούχε πάρει η Βεργινία απ’ τον κομμό), πατημένο πήττα. + +Ο γιατρός σταναμεταξύ είχε βγάλει απ' την τσέπη του μια σύριγγα κ’ +έκαιγε τη βελόνα της απάνω απ’ το γυαλί της λάμπας. . . + + — Πώς βρέθηκε το κουτί εδώ χάμω; — ρώτησε ο Νίκος τη Λιόλια — εγώ +τόχα αφήσει απάνω στον κομμό! — + +Στεκόταν τώρα η Λιόλια ακκουμπησμένη στο κρεββάτι, άφωνη, και +κύτταζε το γιατρό με μεγάλα μάτια, γεμάτα βαστηγμένα δάκρυα. . το +στήθος της ανασηκωνόταν κάθε τόσο από ξέμακρα αναφυλλητά βουβά που +της τρεμούλιαζαν το σαγόνι και το κάτω χείλι: έτσι αστράφτει πίσω +απ' τα βουνά, ύστερ' από βροχή και κάποια βράδυα του καλοκαιριού, +από αντάρες που δεν ακούς το βόγκο τους. + + — Νά, κυρ Γιατρέ, της δώσαμε απ’ αυτό το υπνωτικό σήμερα, μπας +και την πείραξε; αρχινίσαμ’ απ’ τα χτες: γιατί δεν κοιμόταν τη +νύχτα ολότελα· ο γιατρός είπε πως το περισσότερο είν' η αγρύπνια +που την αδυνατίζει και της τόγραψε. + + — Αηδιές! πολύ άσχημα. . είναι, βλέπεις, τώρα και το ναρκωτικό +που τη βαστάει σ’ αυτήν την θέση. Τι γράφει απάνω;. , αριθμό έχει +μονάχα. . πούν' η ρετσέτα; + + — Την κρατήσανε στο φαρμακείο. + +Άνοιξ’ ένα σκονάκι ο γιατρός κ’ έβαλε στη γλώσσα του και χτύπησε +τα χείλια του. . σήκωσε τους ώμους και κρέμασε το κάτω χείλι τον, +σα νάθελε να πη: «ξέρω κ’ εγώ τι κουραφέξαλα είνε αυτά!» + + — Τώρα ό,τι είναι είναι! Σταθήτε να κάμουμε μια στιγμή την ένεση. +Έλα εδώ εσύ μικρή! — είπε, γεμίζοντας τη σύριγγα μ’ αιθέρα — +άνοιξε το ποκάμισο της Κεράς σου και σκούπισε λίγο το μέρος εκεί +κοντά στην καρδιά μ’ ένα μαντηλάκι. Στάσου να σου στάξω καλύτερα +λίγο αιθέρα. . έτσι! . . . + + — Αχ, κυρ Γιατρέ: Τι! Θα της τρυπήσετε την καρδιά με τη βελόνα; — +φώναξ’ η Λιόλια με τρόμο, έτοιμη να ξαναρχίση τους θρήνους . . . + + — Μη φοβάσαι! δεν τρυπάω εγώ τον κόσμο. . μόνο σα την τσιμπήσω +λιγάκι απέξω απέξω, πιο λίγο από μια μέλισσα — + + (μέλισσα! μέλισσα! που ήτονε μια μέλισσα που ήθελε να την +τσιμπήση; — συλλογίστηκε η Λιόλια κ’ έξαφνα είδε μπροστά της τον +κάμπο με τα λουλούδια και τάραξε σύσσωμη) + +. . οι νέοι οι γιατροί, οι πολύξεροι, που γράφουν τα μοντέρνα τα +ναρκωτικά, τις κάνουν τις ενέσεις στο μπράτσο ή στο πόδι — γύρισε +κ’ είπε κατά το Νίκο, ο γιατρός, εκεί που έχωνε τη βελόνα στο +κίτρινο πετσί της Βεργινίας (πετσί και κόκκαλο! — ανατρίχιασε ο +Νίκος που την είδε) — εγώ τις κάνω κοντά στην καρδιά και ξέρω τι +κάνω. . . + +Έπειτα τη σκέπασε τη Βεργινία και κάθησε στην καρέκλα να δη την +ενέργεια. + +Εκεί δα, νά σου κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η γειτόνισσα η +Χαρζανοπουλίνα, η χήρα του δικαστικού κλητήρα, με τη μια της κόρη +την πιο μεγάλη, πούτον η αλαφροήσκιωτη — αν νεγκλιζέ. Η γριά +τουλάχιστο πάντα ήτονε γριά κι άσχημη σα μάγισσα, μα της «νέας» τα +χάλια καθώς ήταν άφτειαχτη και στη φυσική της κατάσταση δε +μολογιούνται. Καλά λεν οι δασκαλευούμενοι: «τα εν οίκω μη εν +δήμω!» Τι λαιμός ήτον εκείνος σαν καμμιάς αρρωστημένης γαλοπούλας +μέσ’ απ’ την άσπρη νυχτικιά που της έλειπε το κουμπί! τι σακκούλες +κρεμαστές κάτω απ’ τα μάτια! τι χρώμα σαν το κυδώνι! — άφησε πια +το μισοφόρι, ο Θεός να το κάνη ροζ, με τον ξηλωμένο φαρμπαλλά που +έσταζε απ’ τη λέρα. . κι αποκάτω τα κατσάρια! . . . + + — Καλέ τί πάθατε, Κυρ Νίκο μου! στρίγγλισε η γριά συφορά. Είπα κ’ +εγώ! «στον ύπνο μου τον ακούγω αυτόν το σαματά ή μην κ’ έπαθε +τίποτα η Βεργινία;» Μου φάνηκε σα νάκουσα κάτι φωνές, κάτι σαν +κλάματα, μα έλεγα πάλι με το νου μου: «Αχ, είν’ η καρδιά σου που +τα μελετάει τα τι πέρασες, τι πίκρες και τι καημούς, και σε +ξεγελάει τάχα πως τακούς. . .» Σα μου χτύπησε σταυτί η φωνή τον +γιατρού — και ποιος δεν την έχει μες την ψυχή του τη φωνή του +γιατρού, του ευεργέτη τω φτωχώνε! — μονομιάς πετάχτηκ’ απάνου. +Μάλιστα η Μπιμπίκα μου πρώτη τον κατάλαβε — αυτή, καλέ μου, ακούει +και το χορτάρι που φυτρώνει!: «Μαμάκα μου! μου λέει, κάτι έπαθε η +Βεργινίτσα και φέραν τον καλό γιατρό». Εξ αρχής αυτό έπρεπε, Κυρ +Νίκο μου! Εμείς πάντα το λέγαμε. Μα είπα κ’ εγώ στα κορίτσια: +«άστε, μην ανακατευόσαστε στου άλλου το διάφορο· εδώ είναι περί +ζωή και θάνατο βλέπεις: νάχης έπειτα και την ευθύνη! . . .» + + — Και βέβαια είναι πολύ λεπτότατα πράγματα αυτά — αχνολάλησε η +Δεσποινίς Μπιμπίκα. + + — Και τι έχει, Κυρ Γιατρέ μου, η Βεργινούλα μας; — συλλογίστηκε +τώρα μόλις να ρωτήση η γριά-καμμιά λιγοθυμιά πάλι. Αμ τις προάλλες +πούμαστε φερμένες εγώ με τις κόρες μου και μας έμεινε στα χέρια +μισήν ώρα, ξερή! . . ήτονε μονάχη της — ήτον και η Ευρυδίκη — +γύρισε και ρώτησε την Μπιμπίκα — ας είναι . . . αν δεν ήμαστεν +εμείς. . είδαμε και πάθαμε να τη συνεφέρουμε — γυναίκες ολομόναχες +— πήγα να παλαβώσω. . είναι και η ευτύνη ξέρεις! γιατί έπειτα σου +λέει άλλος — + + — Άσ’ τα τώρα, Κυρά Χαρζανοπούλου! είπε ο γιατρός, σταθήτ’ απ’ το +κρεββάτι! . . σταθήτε από 'κεί δα! . . μη μου κλείνετε το φως να +δούμε τι θα κάνουμε. . . + +Έπιασε πάλι το σφιγμό της Βεργινίας με το ρωλόϊ στο χέρι. . έβαλε +ταυτί του στην καρδιά της. . . Έπειτα έχυσ’ αιθέρα στα χέρια του +και της έτριψε τα μηλίγγια. . της έτριψε τα χέρια και τα +πόδια. . . + +Έξαφνα άνοιξε η Βεργινία τα μάτια της και το στόμα της άρχισε +ναναπνέη αργά. . . Κ’ η αναπνοή της γινόταν ολοένα πιο βαθειά. . +το στήθος της ανασηκωνότανε σα να φούσκωνε απομέσα του ένα κύμα να +ξεσπάση. . . + +Ο γιατρός γύρισε να δη το Νίκο που στεκόταν πίσω του, ακκουμπηστός +στο κρεββάτι: σούρωσε τα χείλια του και τανέβασε ως τη μύτη +του. . . + +Ο Νίκος έβλεπε της Βεργινίας τα καμώματα μ’ όλη την ψυχή του +χυμένη στα μάτια του. . . + +Ακουγόταν τώρα η αναπνοή της Βιργινίας σαν ανάλαφρο ροχαλητό +ανθρώπου βαριοϋπνιασμένου. . άνοιγε το στόμα της και τάφηνε λίγην +ώρα ανοιχτό. . . και το ξανάκλεινε αργά, παράξενα σα μ’ ένα +μηχανισμό, αλλοιώτικα από άνθρωπο: όπως τα ψάρια που τα πετάει το +κύμα στο γιαλό. . κι ολοένα πιο πολύ το στόμα της άνοιγε και πιο +πολλήν ώρα έμενε ανοιχτό, στυλωμένο τώρα, σαν πόρτα που δεν +ξαναπέφτει να κλείση. . . + +Η Λιόλια κύτταζε με το κλαμένο πρόσωπό της ξαστρωμένο πάλι, σαν +κρυφοχαρούμενη πούβλεπε τη Βεργινία νανοιγοκλείνη το στόμα, να +ξαναζωντανεύη. . . + + — Τι κάνει έτσι, γιατρέ; τ’ είν' αυτό που κάνει; φώναξε ο Νίκος +του γιατρού με τρόμο — + + — Δεν είν' καλά η γυναίκα σου! — — + +Η Χαρζανοπουλίνα κ’ η κόρη της που στέκονταν εκεί κοντά, +κυτταχτήκαν αναμεταξύ τους κ’ η γριά κούνησε το χέρι της σα νάλεγε +για κάποιον πως έφυγε και πάει: + + — Δεν τη βλέπεις, Κυρ Νίκο μου; δεν τη βλέπεις που τελειώνει και +σ’ αφήνει γεια; + +. . . Τα μάτια της Βεργινίας είχαν ανοίξει διάπλατα: κύτταζαν αχνά +και ξέξασπρα το Νίκο, κατάματα. . κι όλο άνοιγαν πιο πολύ, σα να +θέλανε να βγουν απ’ τις κόγχες τους να πεταχτούν απάνω του, κ’ οι +κόρες τους μεγαλώνανε σκοτιδιασμένες σα δυο βαθειές τρύπες. . . + + — Βεργινία!! — ξεφώνισε ο Νίκος. . . Βεργινία μου!! . . κ’ έπεσε +γονατιστός, μ’ έναν πνιγμένο λυγμό, μπροστά στο κρεββάτι και της +έπιασε το χέρι — — + +. . Οι δυο βαθειές τρύπες των ματιών της Βεργινίας αποπάνω απ’ το +κεφάλι του Νίκου μαυρίζανε σαν πηγάδια — Άξαφν’ άνοιξε η Βεργινία +το στόμα της ακόμα περισσότερο και δεν το ξανάκλεισε πια — τα +μάτια της θολώσανε — σα να πέρασ’ ένα σύννεφο ψηλά, ένας αχνός +αποπάνω τους — κι απόμειναν εκεί δα, ορθάνοιχτα, στυλωμένα απάνω +στο πρόσωπο του Νίκου — — — + +Ο γιατρός σηκώθηκε: + + — Δεν είχε δύναμη η καρδιά της — είπε. Έβαλε ταυτί του στο στήθος +της. . έπειτα έβγαλε κ’ είδε το ρωλόϊ του. . και της έκλεισε τα +μάτια. . . + +[Έως εδώ έκαμε τας διορθώσεις του έργου του ο συγγραφεύς. Ο +εξαφνικός θάνατός του εσταμάτησε το έργον και αι κατόπιν +διορθώσεις έγιναν σύμφωνα με την πρώτην έκδοσιν.] + + — Ζωή σε λόγου σου, είπε σκουντώντας το Νίκο απ’ τον ώμο. Σαν +είδε που δεν κουνήθηκε ο Νίκος από κει πούτονε γονατιστός με το +πρόσωπο απάνω στο χέρι της Βεργινίας, τον έπιασε με τα δυο του +χέρια απ’ τις αμασχάλες και τονέ σήκωσε ορθόν. + + — Έλα, άντρας είσαι! Αυτά έχει ο κόσμος. Καλύτερα που ησύχασε — +δεν είχε πια ζωή μέσα της. Αν θέλης αύριο περνάς για την άδεια — + +Καθώς σηκώθηκε ο Νίκος και ξανάρριξε μια ματιά απάνω στο νεκρό +πρόσωπο της Βεργινίας και κατάλαβε πως όλα τέλειωσαν πια, τούρθε +στρόφιλος και πήγε να πέση. Τον κράτησε ο γιατρός, πριν να +προφτάσουν οι Χαρζανοπουλίνες να τον πιάσουνε στην αγκαλιά τους. + + — Τον καημένο το νέο! — είπε δυνατά η Μπιμπίκα και στέναξε μέσ’ +απ' τα φυλλοκάρδια της. + +Τον πήρε ο γιατρός μπράτσο το Νίκο και βγήκαν όξω στο δρόμο. +Έβγαλε ο Νίκος και του 'δωσ’ ένα τάλληρο. + + — Μην πειράζεσαι, είπε ο γιατρός, τα βρίσκουμε — και τόβαλε στην +τσέπη του. + +Μέσ’ απ’ την κάμαρη ακούστηκε άξαφνα η στριγγλιάρικη φωνή της +γριά-καρακάξας της Χαρζανοπουλίνας: + + « Αχού, Βεργινία μου! τι κακό που σούρθε! Αχού, περιστεράκι μου! +και πού μας αφήνεις!» — — + +και το ψεύτικο παράπονο του μυρολογιού της ξέσχισε το πέπλο της +σιγαλιάς και της νάρκης της φεγγαράτης νύχτας — — Ένα σκυλλί μέσα +σε μιαν αυλή ξύπνησε κι άρχισε να ουρλιάζη. . . + +Ήτον αργά πια. Το φεγγάρι έγερνε να πέση πίσω απ' την Καστέλλα: +ήτονε μικρό τώρα, σα ζαρωμένο, σαν πιο θολό και πιο κόκκινο — ίδιο +μάτι πούχει κλάψει — — + +Κ’ η Λιόλια; + +Η Λιόλια ήτον πεσμένη από πολλήν ώρα χάμω, πίσω απ' το κρεββάτι, +στο μέρος που έστρωνε πάντα το βράδυ να κοιμηθή. . και θρηνούσε σα +νάθελε να σπάση η καρδούλα της — χωρίς κανείς να την προσέχη. . . + + — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + +Τη σηκώσανε στις τρεις ταπόγευμα με το σταυρό και τα εξαπτέρυγα με +δυο παππάδες κ’ έναν ψάλτη: — ήρθε κ’ ένας άλλος, αψηλός και +ξερακιανός σαν τσίρος, μ’ ένα μαύρο παννί στόνα μάτι και πένθος +στο μανίκι για ψάλτης, κολλητηρτζής, που δεν εννοούσε να φύγη — — +κ’ έτσι πήγαινε μπροστά κ’ έψελνε κι αυτός για γούστο του με την +ελπίδα να μπαλωθή στο τέλος κανένα μονό. . . Πού μαζεύτηκαν τόσες +γυναίκες στο λείψανο! Τόσον καιρό που ζούσε η άμοιρη η Βεργινία, +ψυχή δε ρώταγε γι’ αυτήν και τώρα που πέθανε, τρέξανε σαν τα +κοράκια — άφησε πια τις Χαρζανοπουλίνες, μάννα και κόρες, και την +αδερφή της γριάς, την Κερ-Αριστείδαινα, και την Κυρία Ευρυδίκη: +αυτές δα ήταν απ τις πρώτες, σπιτικές σα να πούμε, στα μέσα και +στα έξω. . και πήγαιναν πίσω απ’ την κάσσα κολλητές, σα συγγενείς. +. . Το Νίκο τον είχε πιάσει μπράτσο ο μάστοράς του ο Πρίαμος κι +απ’ την άλλη μεριά ο Περικλής. Ήτανε φερμένα όλα τα παιδιά του +μαγαζιού. Ήταν κι αρκετοί φίλοι του Νίκου: ο Ντίνος, ένας +Τζαννέτος, ξυλογλύπτης κι αυτός, που σηκώθηκε κ’ ήρθε απ’ τη +Βάθεια, ο Ηρακλής που δούλευε στο σελλάδικο του Ντίππελ, ο Γιώργος +ο Ροντάκης, ο γλύπτης, κι ο Αντρίκος ο υποκελευστής με τη στολή +του. Ήταν και μερικοί απ’ τη γειτονιά και πρώτος πρώτος ο χοντρός +ο μπακάλης, ο κυρ Μπάμπης. Ο Μίμης δεν ήρθε — — Η Λιόλια πήγαινε +πιο πίσω με τη θεια Ελέγκω, που τα γέρικα της μάτια είχανε γίνει +σαν κόκκινες σταφίδες απ’ τα κλάματα για τη Βεργινίτσα της που την +είχε σαν παιδί της. Φορούσε ακόμη η Λιόλια το φορεματάκι πούχε σαν +πρωτοήρθε με μια μαύρη μπέρτα αποπάνω κ’ ένα παλιό καπέλλο πένθιμο +με μαύρα σταφύλια, που τόχε παρμένα η θεια Ελέγκω απ’ τη +σπιτονοικοκυρά της, και που την έκανε σα μεγάλη γυναίκα. . . + +Πήγαινε η Λιόλια με βουρκουμένα μάτια, σκυφτή κάτω απ’ το βαρύ +καπέλλο. . . Ένα χάος ήτονε στο μυαλό της απ’ τα χτες τη νύχτα:. . +φέρανε μιαν κάσσα άσπρη με κάτι χρυσοχάρτινα σειρήτια και +τριανταφυλλάκια πάννινα και κάτι αγγέλους και δυο χέρια +χεροπιασμένα από πάφυλα, καρφωμένα απάνω στο καπάκι. . γέμισε το +σπίτι γυναίκες. . η γριά-Κλητήραινα με τις κόρες της +μπαινόβγαιναν. . της πήραν τα κλειδιά να βγάλουν καφέ και ζάχαρι. +. έσυραν το κρεββάτι (Αχ! το κρεββάτι με τη νεκρή τη Βεργινία) +στην άκρη — — Ίσαμε πούρθε η θεια Ελέγκω και την πήρε στην αγκαλιά +της δεν είχε πού νασταθή, πού να κλάψη. — — «Όλο μες τα πόδια μας +βρίσκεται αυτό το τζάτζαλο! Δε σηκώνει το χέρι της να βοηθήση σε +τίποτα. Πώς τα σιχαίνομαι αυτά τα χαραμοψώμικα! — τάχα συγγενής, +κι' ο Θεός να σε φυλάη. . .», είπε η Μπιμπίκα σε μιαν άλλη που +διόρθωνε τη Βεργινία μαζί με την Ευρυδίκη. . . «Έχει και μούτρα +και κλαίει! Αυτό που δεν ήθελε!», φώναξε η Ευρυδίκη αποπίσω απ’ το +δυστυχισμένο το κορίτσι, για να τακούση, καθώς έβγαινε να πάη στην +αυλή να κρυφτή απ’ τα μάτια τους. . . . + +Της έβαλαν της Βεργινίας το νυφιάτικό της το κρεμ κι αποκάτω απ’ +την πλάτη της τα στέφανα του γάμου: Αχ! σα σφαγμένο αρνί λύγισε το +νεκρικό κορμί της με το κεφάλι πεσμένο πίσω καθώς την πιάσανε να +τηνέ βάλουνε στην κάσσα — τη στιγμή που ξαναρχότανε μέσα η Λιόλια +— — Την κάσσα την απίθωσαν απάνω στο τραπέζι — στο τραπέζι +πούτρωγαν καθεμέρα και που τόχαν τώρα τραβηγμένο μες τη μέση. . η +Ευρυδίκη πήρε τα λουλούδια που ήταν απάνω στον κομμό στα πιατάκια +(τα λουλούδια της!) και τις μυγδαλιές, όλ’ ακόμα δροσερά κι +ολάνθιστα, και στόλισε το φέρετρο με πολύ γούστο. — — Δε βάσταξε η +Λιόλια και ξαναβγήκε στην αυλή να ξεφωνίση. . . + +Δε φάγανε μεσημέρι. Κάποιος πήρε το Νίκο έξω. Η θεια Ελέγκω +έστειλε και πήρε απ’ το μπακάλη λίγες ελιές και ταραμά, σα +σαρακοστή που ήτονε, να φάνε. . μα δεν άγγιξε η Λιόλια. Οι +γειτόνισσες μπαινόβγαιναν ολοένα απ' της Κλητήραινας και στην +κάμαρη τη νεκρική όλο κ’ έψηναν καφέδες. . σηκώθηκε η θεια Ελέγκω +νταβραντισμένη κ’ έφερε και της Λιόλιας ένα φλυτζανάκι: δεν ήθελε +νάρθη στα λόγια μ’ αυτές τις παλιογλωσσούδες, τις ξαδιάντροπες, +ειδεμή ήξερε αυτή τι θα τους έλεγε! — Αχ, τι καλό που της έκανε +της Λιόλιας ο ζεστός καφές! + + — «Σερμπέτι τον έχουν οι σκύλλες: το ξέρω κ’ εγώ με ξένα +κόλλυβα!», είπε η θεια Ελέγκω εκεί που ρουφούσε κι αυτή το +μαυροζούμι της. + +Πώς κάπνιζαν οι δυο μικρές κίτρινες λαμπάδες! — η μια στο +καντηλέρι κ’ η άλλη μες τη μποτίλλια — στο κεφάλι και τα πόδια του +νεκρού — με κάτι αψηλές φλόγες σκούρες πούχανε μέσα τους ένα +μεγάλο μάτι μελανό και κυττάζανε σοβαρά: γέμισε η κάμαρη με μια +βαρειά πένθιμη μυρουδιά απ’ αγιοχέρι κ’ έσταζαν απ' τα κεριά παχιά +δάκρυα κίτρινα σα χολή απάνω στην κάσσα και στο τραπέζι κι ως που +να πέσουν πάγωναν απανωτά και γίνονταν κάτι κρεμαστές πλεξούδες: +δάκρυα κοκκαλιασμένα. . . + +«Κλαγκ! — πλιάτς!» έκαμε το κανάτι γεμάτο νερό πούσπασ’ η θεια +Ελέγκω έξω απ’ την πόρτα την ώρα που σήκωναν το λείψανο μέσ’ απ’ +τους γαλάζιους αχνούς του λιβανιού. . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Μέσα σε μαρτιάτικα σύννεφα σκόνης — (Το ξέρετε δα πως το Μάρτη +στην Αθήνα παντρεύετ’ ο άνεμος με τη σκόνη και μέρα νύχτα έχουνε +φρενιασμένο κυνηγητό από δρόμο σε δρόμο, από σπητιού αγκωνή σ’ +αγκωνή — χωρίς να τους κόφτη έναν παρά για τον κόσμο που τους +βλέπει — και βγαίνουν απ’ την πολιτεία και παίρνουν τους μεγάλους +δρόμους τους εξοχικούς ως πέρα στα βουνά και στη θάλασσα κάτω!) — +μέσα σε τέτοια ζωντανά σύννεφα σκόνης που τα δυνάστευε, περίτρομα +απ την ίδια τους λαχτάρα, η ποθερή ορμή τανέμου, ανέβαινε το μαύρο +ανθρώπινο μπουλούκι τη λεωφόρο Συγγρού. . και τα εξαπτέρυγα +πήγαιναν πλαγιαστά ενάντια του ανέμου ίδια κατάρτια καραβιού. . +και τα ζωντανά σύννεφα, που τανάδευε ανίκητη φρένα, πηγαίνανε μαζί +με τη συνοδεία των ανθρώπων που περπατούσανε να πάνε στο +μαντροπερίβολο του Χάρου, λες και τους σπρώχνανε να παν πιο +γλήγορα — γιατί Χάρος και γάμος τους ήταν ένα. . . Του Νίκου του +πόναγαν τα μάτια — απ' τον άνεμο και τη σκόνη, ή από δάκρυα που +δεν είχε κλάψει. . . Εκεί που τον πήγαιναν οι φίλοι κι ο αέρας τον +έσπρωχνε από πίσω μαζί με της νεκρής το φέρετρο, αισθανότανε σα +μια συνέχεια της ζωής που πέρασε με την πεθαμένη, αυτός ορθός κι +αυτή πάντα ξαπλωμένη — ζωντανός και νεκρή! — πάντα αυτός ορθός κι +αυτή κοιτάμενη — ήθελε δεν ήθελε. . όπως στη ζωή, έτσι και τώρα +στο θάνατο! Γύρισε πίσω να δη τη Λιόλια: πήγαινε κλαμένη, +βαστώντας το ξένο καπέλλο με τα δυο της χέρια, κι αυτή μαζί +σπρωγμένη πίσω απ’ το φέρετρο απ’ την ίδια δύναμη και κατάρα. . +και κοντά της έσερνε η Θεια Ελέγκω τα γεροντικά της πόδια. . . +Γύριζε ο άνεμος καμμιά φορά κ’ έφερνε πίσω την ψαλμωδία εκεινού με +το δεμένο μάτι, πούψελνε στον πιο αψηλό τόνο και μ’ όλη τη δύναμη +της μύτης του, για να τονέ βουβάνη τον άλλο ψάλτη. . του φάνηκε +πως έψελνε ολοένα: «Δόξα σοι ο Θεός! Δόξα σοι ο θεός ημών! Δόξα +σοι ο θεός!» και πως μ’ αυτό ήθελε να πη σαν από μέρος του: «Δόξα +το θεό!». . . Ο άνεμος έμπαινε κάτω απ’ τάσπρα φελόνια των +παππάδων και τα φούσκωνε. . και ταναποδογύριζε αποπάνω απ’ τα +καλυμαύχια τους και τους κουκούλωνε. . κ’ έτρεχαν κάθε τόσο +εκείνοι πούρχονταν αποπίσω να πιάσουν τανεμιστά παννιά σα φλόκκους +να τα κατεβάσουν: ίδιοι μασκαράδες με σεντόνια του φάνηκαν του +Νίκου άξαφνα οι παππάδες και τούρθε να γελάση δυνατά. . . Καθώς +έβγαιναν απ’ τη λεωφόρο Συγγρού, πέσανε μέσα σε μια σειρά άμαξες +κλειστές που γύριζαν απ’ άλλη κηδεία. Στάθηκαν ταμάξια να +προσπεράση το λείψανο της Βεργινίας: από μέσ’ απ’ ταμάξια κύτταζαν +κλαμένα μάτια και χέρια σηκώθηκαν και κάμανε σταυρούς κ’ έβγαλαν +καπέλλα για τη Βεργινία του! . . . . Τότε τούρθαν τα δάκρυα του +Νίκου κ’ έκλαψε με παιδακίσιο αναφυλλητό που του τάραξε όλο το +κορμί, γιατί συλλογίστηκε πως έχασε τη γυναίκα του που τη +λυπούνταν κ’ οι ξένοι μες ταμάξια: αλήθεια ήτονε σπουδαίο πράμα να +χάση κανείς τη γυναίκα του! + + — Μην κάνης έτσι, κοτζάμ άντρας! — του είπε ο φίλος του ο Ντίνος, +που τον είχε πιάσει τώρα αυτός στη θέση του Περικλή. + +Κι ο μάστορας απ’ την άλλη μεριά του λέει: + + — Αυτή τώρα πια γλύτωσε κι' ησύχασε. . . σάματις που θα πάμε κ’ +εμείς! — Δε λες καλά που δε σ’ άφησε κάνα παιδί, νάχης τώρα +ντράβαλα στο κεφάλι σου. + +Η κάσσα της Βεργινίας πήγαινε τον ανήφορο μπροστά, ξέμακρα απ’ τη +συνοδεία. . ο άνεμος της ξεμάλλιαζε τα κόκκινα μαλλιά της. . η +σκόνη πηδούσε χούφτες-χούφτες στο νεκρό της πρόσωπο και της το +φιλούσε. . η φωνή του ψάλτη με τόνα μάτι έκανε δρόμο για τον +ερχομό της. . . + +Ως που να πάνε στην εκκλησιά του Νεκροταφείου τα μάτια του Νίκου +είχανε στεγνώσει — γιατί τον κύτταζαν κ’ οι γυναίκες! . . . — Το +καημένο το παιδί! έλεγε μια γριά μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι σε μια +χοντρή μεσόκοπη — άτυχο που ήτονε να πάρη άρρωστη γυναίκα — παιδί +πράμα! + + — Αμ τούχε ριχτή αυτή — Θεός σχωρέσ’ την ψυχή της! . . κι απέ +αυτός δεν τόχε σκοπό για στεφάνι· τονέ μπλέξανε βλέπεις τον +άνθρωπο. . αυτή φαινόταν από παντοτεινά φιλάρρωστη. Μου τόπε +έμεναν η Ευρυδίκη η καπελλού που ήτανε φιλενάδες. . . + + — Ποιος τα λέει αυτά — πετάχτηκε αποπίσω τους μιαν άλλη, μια +κιτρινιάρα με καπέλλο: Εγώ σας λέω πως δε θα πέθαινε η σχωρεμένη +μήτε σε δέκα χρόνια μέσα, μόνο την έφαγε το μαράζι — + + — Που δεν έκανε παιδί; ε; — τόχω ακουστά κι αυτό — + + — Τι παιδί και ξεπαιδί! — παιδιά έχει το βρεφοκομείο όσα θέλεις. +. ο λόγος είνε για το κορίτσι. . . + + — Για ποιό κορίτσι λένε; — — γύρισε πίσω της και ρώτησε μυστικά +μια που πήγαινε μπροστά κ’ είχε ταυτιά της πίσω, μια στεγνή και +λιγνή σα στέκα μπιλιάρδου. + + — Από μικρή κι από κοντή να φοβάσαι, είπε η πλαϊνή αυτηνής που +πρωτομίλησε. + + — Για τη Λιόλια δα λένε — κρυφολάλησε η χοντρή, απαντώντας στην +ερώτηση της στέκας. + + — Αμ δεν τάβλεπε θαρρείς η μακαρίτισσα! είπε δυνατά η κιτρινιάρα +— αυτή έσκασε απ’ το κακό της. . . + +Πιο πέρα η Μπιμπίκα έλεγε στη γυναίκα του μπακάλη: + + — Αυτή σου είν' από ‘κείνες: Ο Θεός να φυλάη ταντρόγυνα! . . . + +Κι ως πέρα πίσω φθάσανε τα κρυφολαλήματά των γυναικών που +χύνονταν, ίδια νερά από βρύσες αφημένες ανοιχτές, τον κατήφορο . . +(κ’ οι ανοιχτές κάνουλες πούτρεχαν ακατάπαυτα ήταν οι +Χαρζανοπουλίνες κ’ η Ευρυδίκη). . και τα ποταμάκια τα νερά έφερναν +ένα γύρο τη Λιόλια, που βρισκότανε σαν απάνω σε νησί, καθώς +πήγαινε ανίδεη με τη θεια Ελέγκω, σκονισμένη, ανεμορσυμένη. . . κι +όχι νερά ήταν, παρά δόντια λύκων αστράφτανε μέσ’ απ' αχνισμένα +στόματα ολόγυρα απ’ το θύμα, έτοιμα να το σπαράξουν. . . Πίσω-πίσω +περπατούσε μια χοντροκοπιά, με δυσκολία, βαρειανασαίνοντας κι +αγκομαχώντας. . κι άξαφνα το μυρίστηκε πως κάτι λεγόταν αυτού +μπροστά και μάζεψε τα ξύγκια της κ’ έτρεξε κι αυτή να σμίξη το +κοπάδι των λύκων. . κ’ έφαγε τα λυσσιακά της ως που να πιάση από +'να λόγο άκρες μέσες. . . + + — Καλέ για την Όλια λέτενε! — μπήκε κι αυτή στην κουβέντα — ο +κόσμος τόχει τούμπανο. . . + + — Λιόλια τη λεν, όχι Όλια! + + — Το ίδιο κάνει! — μια σαραντάρα δεν είναι; την ξέρω εγώ από +καιρό. . και να δήτε το τι μούπανε για κάποιον άλλον, που τάχει +λέει και με τους δυο κ’ έχει και δυο παιδάκια λέει ο άλλος — + +Κι ως που να μπούνε στην εκκλησία, ο κόσμος σταλήθεια τόχε +τούμπανο. . . + + «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν. .», έβγαλε ο ψάλτης μια ψιλή φωνή απ’ +τη μύτη, που ξεπετάχτηκε, σαλευούμενη σαν τους χαρτένιους αϊτούς +όταν παίρνουν τη φόρα τους, ίσαμ’ απάνω στο θόλο με τους φεγγίτες +κι από κει ξανάπεσε κάτω και φτεροκόπησε σα νυχτερίδα, πάνω απ’ τα +κεφάλια των ανθρώπων, μες τη γυμνή εκκλησία που απηχούσε. Ο ένας +παππάς, ο πιο γέρος, κρύωνε κ’ είχε ρίξει αποπάνω απ’ το φελόνι +του ένα μαύρο μάλλινο σαλάκι που τούπεσε εκεί που φιλούσε. Τον +πήγαν οι φίλοι το Νίκο να φιλήση. Μα δεν είχε το νου του· μόνο σαν +έπεσαν τα μάτια του απάνω στα μαλλιά της Βεργινίας τα κόκκινα κι +αριά, πούταν τώρα σταχτιά απ’ τη σκόνη κι αναμαλλιασμένα, θυμήθηκε +το προσκέφαλο του κρεββατιού τους που ακκουμπούσαν τα κεφάλια και +των δυονών τους κ’ η πεθαμένη πέρναγε τα δάχτυλά της μέσα στα δικά +του τα μαύρα και πηχτά μαλλιά και του τα χάδευε και τούξυνε το +κεφάλι — και τότε ξαναβούρκωσαν τα μάτια του. . . Έκλαιγε η θεια +Ελέγκω με ξεφωνητά εκεί που φιλούσε. Τι θλιβερό που είναι το +γεροντικό το κλάμα! — βροχή νυχτερινή που δεν ελπίζει για ήλιο και +για ξαστέρωμα. Πήγε κ’ η Λιόλια και φίλησε μ’ αναφυλλητό και τα +χείλια της ακκούμπησαν απάνω στη μύτη της νεκρής πούτον κρύα και +κοφτερή σαν κόψη μαχαιριού. . . + + + +&Ο γυναικοκαυγάς.& + + + +Την έθαψαν πέρα στα «νέα», κοντά σ’ ένα σωρό πέτρες. Ένα-δυο +αγριολούλουδα απόμειναν ολόγυρα σταπορριχμένο χώμα που ξανασκέπασε +τον ανοιγμένο λάκκο. . και τρεμοπαλεύανε στον άνεμο. . . + + — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + + — Να δης, Κυρά γειτόνισσα, που πριν τους έξη μήνες, θάχουμε +καινούργια παντρολογήματα — είπε η Ευρυδίκη στη Χαρζανοπουλίνα, +καθώς περνούσε η συνοδεία απ’ τη γέφυρα του Νεκροταφείου — βράδυ +πια — από δυο-τρεις μαζί, σκόρπιοι εδώ κ’ εκεί. . . + + — Και πώς το λες αυτό Κερά μου; Μη σου πέρασε η ιδέα πως θα σου +κάνουμε χαλάστρα; Εγώ τις κόρες μου δεν τις έχω για τον τυχών. . +κι ούτε ψοφούμε γι’ άντρα σαν κάποιες άλλες, λυσσασμένες. . + + — Είπα εγώ τίποτα; άλλο πάλι τούτο! γι’ άλλο πράμα πήγαινα να σου +μιλήσω: μα όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται! + + — Αυτό που σου λέω 'γώ! κ’ εμείς άχερα δεν τρώμε! Εγώ, Κερά μου, +σε βλέπω και σ’ ακούγω κι ας κάνης την όσια Μαρία — και μη θαρρής +πως δε μαθεύουνται. . + + — Σα βάζη κανείς τη μύτη του παντού μυρίζεται και τις πομπές του +— + + — . . μόνο να κυττάξης να τα τριτώσης γλήγορα, γιατί όσο περνάει +η μπογιά σου. . . + + — Μαμά! έλα πάμε σπίτι, γιατί δεν τις ανέχομαι τις προστυχάντσες +— φώναζε η Μπιμπίκα που είχε τα νεύρα πολύ «λεπτότατα». . . + +. . Και τραβήξανε, μάννα και κόρες, μπροστά με φούργια σαν τρεις +ξυλόκοττες ερεθισμένες. . . + + — Τι έπαθαν αυτές οι κανκάγιες και ξεφωνίζουνε — γύρισε κ’ είπε ο +μάστορας του Νίκου που πήγαινε μπροστά μαζί του και τούλεγε για +κάτι μαόνια που τα περίμενε τούτη τη βδομάδα ναρθούν από το +Τριέστι. . . + +Γυρίσανε στο σπίτι η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια και με μια +γειτόνισσα, τη γυναίκα του Κυρ Γιώργη του Καψοκέφαλου, του +παπλωματά. Το Νίκο τον πήραν οι φίλοι απ’ του Μακρυγιάννη, να πάνε +να φάνε σ’ ένα μαγαζί στην Πλάκα. Η Ευρυδίκη απόμεινε πιο κάτω, +στο σπίτι της, για να μη συναπαντηθή με τις Χαρζανοπουλίνες. Αυτές +είχανε γίνει καπνός απ’ τη γέφυρα του Νεκροταφείου — + +Απέξω απ’ την πόρτα του σπιτιού ήταν τα κομμάτια του σπασμένου +κανατιού λες κ’ ήταν τα συντρίμμια απ' τη ζωή της Βεργινίας. + +Αχ, τι κάμαρη ήτον τούτη! Πού η πάστρα και η ταχτοποίηση που +κρατούσε η Λιόλια! Τους ξανάρθαν τα κλάματα, της Λιόλιας και της +θειας Ελέγκως, σαν είδαν την ανακατοσούρα και ταδειανό κρεββάτι +της Βεργινίας, σπρωγμένο σε μιαν άκρη. . Έπιασ’ η θεια Ελέγκω με +τη γειτόνισσα, που ήτανε μια καλή γυναικούλα πονόψυχη, να +συγυρίσουνε λιγάκι, ναερίσουν το κρεββάτι. Εκεί που πασχίζανε +μαζί, την πήρε κατά μέρος η γειτόνισσα και της τάπε όλα, τα τι +λέγανε για το κορίτσι στο δρόμο οι γυναίκες. Έγινε η θεια Ελέγκω +θεριό μονάχο. Σαν αποτελείωσαν τη δουλειά τους, είπε της Λιόλιας: + + — Έλα μάζεψε τα ρούχα σου ναρθής σπίτι μου, στο μενούτο! + +Δε μίλησε η Λιόλια, μόν’ άρχισε πάλι να κλαίη σιγαλά. . . Την ώρα +εκείνη φανερώνεται άξαφνα η γριά Κλητήραινα από πλάι να ρίξη μια +ματιά μήπως και μπήκε κανείς απέξω να κλέψη. + +Της έγνεψε η παπλωματού της θειας Ελέγκως, με το μάτι, τάχα πως να +μην πη τίποτα για όσα της είχε ειπωμένα. Μα η Κερά Ελέγκω δεν +ήξερε καμώματα. + + — Ζωή σε λόγου σας! — χαιρέτησε καθώς μπήκε μέσα η +Χαρζανοπουλίνα· και βλέποντας τη Λιόλια που δίπλωνε τα ρουχαλάκια +της, γιάλισαν τα μάτια της και είπε: + + — Και για που τόβαλε το καλό το κορίτσι; Βλέπω και μαζεύεις τα +ρουχαλάκια σου! + + — Την παίρνω σπίτι μαζί μου. . τώρα πια τι δουλειά έχει εδώ! — +αποκρίθηκε πικαρισμένη, η θεια Ελέγκω, χωρίς να γυρίση να κυττάξη. + + — Αμή βέβαια! καλά κάνεις! Μιαν ώρ' αρχύτερα. Είσαι φρόνιμη +γυναίκα· γιατί ξέρεις ο κόσμος είναι κακός και λέει πολλά. . . + + — Και ποιος έχει να πη τίποτις για το κορίτσι; οι +παλιοπατσαβούρες; + + — Αρωτάς;! Τα τι σέρνει μονάχα εκείνη η Ευρυδίκη, η +αντροχωρίστρα, η μουντζουρωμένη! . . και πού 'σαι ακόμα! Κάλλιο +λέει να σου βγη το μάτι, παρά τόνομα! + +Δε βάσταξε η θεια Ελέγκω απ’ την τόση υποκρισία: + + — Του λόγου σου, Κερά μου, που ξέρεις να μιλάς για τους άλλους να +κυττάξης να μη βγη τω δικώνε σου των κοριτσιών τόνομα που θα πης +για τη Λιόλια μου. + + — Των κοριτσιών μου;! Και ποιά είσαι εσύ που θα πιάσης τις κόρες +μου στο στόμα σου αυτάδισα! + + — Εγώ τις κόρες σου στο στόμα μου!; — φτου σας! σουρλουλούδες! + + — Σ' εμένα καλέ λες τέτοια λόγια; ξεφώνισε σαν παγώνι η γριά +Χαρζανοπουλίνα, πούχε κιτρινίσει απ’ το κακό της σαν τη ζαφουρά κ’ +η ελιά της είχε ξεπεταχτή ολόρθη — σουρλουλούδες εμείς! Ξέρεις πια +‘μαι ‘γώ; Παλιοκούφταλο! Ξεδοντιάρα! Ίσια κι όμοια γινήκαμε τώρα +με τις ξενοπλύστρες, τις κουρβλούδες! Καλά λεν: «Όποιος +ανακατώνεται με τα πίτουρα τον τρων οι κόττες!». Μπα που κακό +συχισμό και ταραμό νάχης, όπως με σύγχυσες! Αχρόνιαγη. . . Μα θα +σου δείξω 'γώ με ποιάν έχεις να κάνης! . . και χύθηκ’ έξω απ’ την +πόρτα. + +Μόλις είχε φύγει, ξανανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται η Ευρυδίκη, +πούχ' έρθει σούρπα σούρπα να δη τι θα γίνη με τη Λιόλια; θα φύγη; +θα κάτση; + + — Του λόγου σου, Κερά μοδίστρα, είσαι πούβγαλες τα λόγια για το +κορίτσι; — πετάχτηκε απάνω της η Κερά Ελέγκω, μόλις την είδε, +μανιασμένη καθώς ήτον απ' την άλλη. Κύττα καλά, κακομοίρα μου, +γιατί στο ξερριζώνω αυτό το τσουλούφι το λιγδιασμένο! Ακούς εκεί! +Σςς! — + + — Τι έπαθε τούτη! Λύσσαξες κυρούλα μου; Σα λύσσαξες να πας στον +Παμπούκη! Τι λόγια μου λογιάζεις αυτού πέρα; — Μας τάπε, νά τώρα +δα, εδωνά που στέκεσαι, η φιλενάδα σου η πλαϊνή — αμ «όμοιος τον +όμοιο κ’ η κοπριά στα λάχανα!» — εκείνη ντε πούχει τις δυο +πανούκλες, φωτιά να τις κάψη! . . . + + — Αυτή σούπε για μένα; Να σου φέρω μαρτύρους — πόσους θέλεις; — +τα τι έλεγε στο δρόμο που πηγαίναμε τη νεκρή;. . . Κερά Γιώργαινα! +— γύρισε κατά την παπλωματού — έτσι καλό νάχης! να χα — α — ρής το +στεφάνι σου και τα παιδιά σου! Πες! τι έλεγε η Χαρζανοπουλίνα; — +εκεί δανά ήσουν κ’ εσύ — πως τάχα πήγαν ο Κυρ Νίκος με το κορίτσι +και βραδιαστήκανε στην Καλλιθέα τάχα για λουλούδια — τους είδανε +λέει αυτές απ’ το παντζουράκι, εκεί που γύριζαν. . Και μόλις το +πήρε λέει χαμπάρι η σχωρεμένη: πως είχανε δηλαδή. . εμ +καταλαβαίνεις δα. . + +( — Φτού — ού! Σκύλλες! — έκαμε, πνιγμένη από αγανάχτηση, η θεια +Ελέγκω.) + + — . . αυτό δα φαίνεται κι απ’ τα μάτια! . . πλάνταξε η καψερή απ’ +το κακό της! + +Η Λιόλια είχε κρυφτή πίσω απ’ το κρεββάτι και βαστούσε το πρόσωπό +της μες τα χέρια της. + + — . . Τέτοια λέγανε — στα μάτια μου! — όχι θα μου πουν εμένα! . . +. Αμ αυτές έχουνε βγάλει μπυοφύτη απ’ τη σκασίλα τους που δεν +ξεψυχούσε μιαν ώρα αρχύτερα η σχωρεμένη — — για να πιάσουν το +παλληκάρι στα βρόχια τους κι ολημερίς άναβαν κεριά — να μην δω +καλή μέρα! ξέρω 'γώ τι σου λέω: τάξερε κ’ η δυστυχισμένη, μου +τάλεγε μια μέρα με την ψυχή στα χείλη. . . + +Ω, συφορά! Νά σου ξαναμπαίνει άξαφνα η Χαρζανοπουλίνα με τις δυο +της κόρες τώρα και με την αδελφή της την Αριστείδαινα για +επικουρία. Πώς τα φέρνει έτσι ο Θεός για να γίνωνται τα μεγάλα +πράματα σαν από μονάχα τους! + +Από καιρό μπουμπούνιζε, μα τώρα ξέσπασε! . . . + + — Τι φωνές ήταν εκείνες! τι βρισιές! τι μαλλιοτραβήγματα. Τι ήταν +του Ομήρου οι ήρωες μπροστά σ’ αυτές τις γυναίκες που μάχονταν: +αγκώνας με στήθος, νύχι με μάγουλο, δόντι με κρέας, κλωτσιά με +κοιλιά! + +Αν εβγήκανε ζωντανές απ’ αυτόν το γυναικοκαυγά οι Χαρζανοπουλίνες +κ’ η Ευρυδίκη, ήταν που τους παραστέκονταν κάποιες καινούργιες +ελληνικές θεότητες της Κουτσομπολιάς και της Κακογλωσσιάς: — +έκαναν κ’ οι άλλες το μέρος τους, και προπάντων της θειάς Ελέγκως +οι γροθιές καθώς ήταν απ’ τη σκάφη δε χωρατεύανε, μα πιο κατώτερα +πάντα, σαν την ομηρική την πλέμπα ολόγυρα στους ήρωες. . . + +Η Λιόλια έτρεξε με τις φωνές έξω στο δρόμο. Άκουσαν οι γυναίκες +στις αυλές — πουν' ταυτί τους μαθημένο — και βγήκανε στις πόρτες· +μερικές κιόλας, που τις έτρωγε η περιέργεια, πήραν τον ανήφορο +ίσαμε μπροστά στο σπίτι. . . Είχε νυχτώσει πια. . . Ηύραν ευκαιρία +οι Χαρζανοπουλίνες με τη σύμμαχό τους να κάνουν ταχτικήν +υποχώρηση: δεν ηθέλανε να τις ιδούν οι προστυχάντσες, γιατί +βαστούσαν πολύ στην αξιοπρέπεια! — Τα χάλια τους! . . να τις +βλέπατε πώς ξεγλίστρησαν έξω απ’ την πόρτα να κρυφτούνε στη δική +τους! . . . Βγήκε κ’ η Ευρυδίκη, νικήτρια! Μα η νίκη της ήτονε +συφορά και χαλασμός αλάλητος: τίποτα δε βρισκόταν απάνω στο κεφάλι +της απ’ όσα τόχε φορτώσει το πρωί. Τη βάλανε στη μέση, το +γυναικομάνι πούχε μαζευτή, και την πήγανε με σούσσουρο τον +κατήφορο κι αυτή τους τάλεγε πια χωρίς πνοή, με τα χέρια, με το +κεφάλι το ξετσουλουφιασμένο, μ’ ό,τι της είχε απομείνει. . . Πήρε +κ’ η θεια Ελέγκω, τρέμοντας σύσσωμη απ’ τη χολή που την έπνιγε, τη +φοβισμένη Λιόλια με το μπογαλάκι της απ’ το χέρι και κλείδωσε την +κάμαρη και το κλειδί τόδωσε της πονόψυχης της Κερά Γιώργαινας να +το δώση του Νίκου άμα που θαρθή! . . . + +Σε λίγο ήρθε ο Νίκος, συντροφεμένος. Βρίσκει την πόρτα κλειστή. +Εκεί που χτύπαγε, έφθασε η γειτόνισσα και τούφερε το κλειδί και +του τα πρόκαμε όλα με το νι και με το σίγμα. Πολύ του κακοφάνηκε +του Νίκου που έφυγ' έτσι η Λιόλια, χωρίς να την ιδή — μα δεν +ταπόδειξε ούτε στη γειτόνισσα, ούτε στους φίλους του — — + + — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + +Κάθησε ο Νίκος κοντά δέκα μέρες, ολομόναχος στην κάμαρη την έρημη. +. . Στη θεια Ελέγκω δεν πήγε ολότελα γιατί ντρεπόταν εξ αιτίας της +Λιόλιας, γι’ αυτά πούχαν ακουστή. Έτρωγε όξω, σ’ ένα μαγαζί της +Πλάκας μαζί με το Ντίνο. . . Η γριά η Χαρζανοπουλίνα του ζήταγε +καθεμέρα το κλειδί για ναρχότανε με τις κόρες της να τούφτειαγνε +το κρεββάτι του. . να του συγύριζε την καμαρούλα τον. Δε θέλησε ο +Νίκος να τους αποδείξη τίποτα για όσα γίνηκαν και τους τόδινε το +κλειδί. . Σιγά-σιγά αρχίσανε να τονέ φέρνουνε βόλτα: κάτι +καλημερούδια πονετικά, πίσω ατ’ το παντζουράκι, κάτι χαμόγελα +ροδοζαχαρωμένα, κάποιος κεσές κυδώνι μπελτέ να γλυκαίνη το παιδί +το στόμα του κάθε πρωί. . . Η γριά δα τόχε απ’ ανέκαθε μέσα στην +καρδιά της το παλληκάρι για την προκοπή και την αξιάδα του. . και +κάθε τόσο να του λέη για τη σχωρεμένη τη Βεργινία που στάθηκε +άτυχη να μην τονέ χαρή τέτοιον αντρούλη που της χάρισε ο Θεός. . +και πετούσε κι από 'ναν πούντο για τη Λιόλια που καλύτερα να μην +ερχόταν ολότελα: όχι πως τα πίστεψε αυτά πούβγαλε εκείνη η +φτειασιδωμένη, η διπλοχωρισμένη, η παλιογλωσσού η Ευρυδίκη, αλλά +γιατί να δίνης αφορμή. . . Νά, αυτό το λιγοστό που της έκανε της +Βεργινίας η μικρή, τάχα δε θα τόκανε κ’ η Μπιμπίκα της — πούναι +και τόσο ψυχοπονετικιά! και χωρίς κανένα έξοδο. Ό,τι και νάναι, το +σπιτικό θέλει πάντα νάχη άνθρωπο με το νου στο κεφάλι αποπάνω του, +να ξέρη τη λάτρα του νοικοκύρη. . . Και «χα! — χα! — χα! — χα!», +ξεκαρδιζότανε στα γέλοια εκεί που θυμόταν το τι είχαν πη για τη +Λιόλια πως θα την έπαιρνε λέει γυναίκα του, ο Κυρ Νίκος! Σου λεν +οστόσο κάτι πράματα! — σε καλό τους! . . . Του Κυρ Νίκου — να +περάση δα πρώτα λίγος καιρός, να ξεχαστούν οι πίκρες! — τούπρεπε +κορίτσι με μόρφωση, να την έχη σύντροφο, για καμμιά συμβουλή, για +ό,τι λάχη, να μη ντρέπεται να την πάη και πουθενά, να ξέρη να του +αναστήση τα παιδάκια του. Αυτά είναι πια τυχυρά . . . + +Τα μυρίστηκε ο Νίκος. + +Κι' αυτά ίσα-ίσα του άναψαν πάλι τον πόθο για τη Λιόλια. . και τις +άφηνε να λεν και να φτειάγνουν οι Χαρζανοπουλίνες, μόνο και μόνο +γιατί μ’ αυτά κι αυτά πύρωνε μέσα του ο πόθος για τη Λιόλια. + +Τον έπιανε κ’ η Ευρυδίκη απ’ την άλλη τη μεριά και τονέ +καλαναρχούσε για τις τρεις καρακάξες, ψέλνοντάς τους τα κακά της +μοίρας τους, πως τάχατις αυτές σκότωσαν τη Βεργινία με τα λόγια +και με τα μάγια που της κάνανε για να τον περιλάβουν το νιό στα +βρόχια τους· έλεγε και για τη Λιόλια τα όσα σέρνει η σκούπα, μα με +τα ίδια προσεχτικά λογάκια σαν τις άλλες· και 'κεί που την πετούσε +τη σαΐττα της, τούρριχνε και του Νίκου μια ματιά, πούλυωνε το +μολύβι μέσα στην κουτάλα να το χύσης στο νερό να δης τη μοίρα σου! + +Τα κατάλαβε κι απ’ αυτήν τη μεριά, ο Νίκος. + +Και μ’ αυτά ίσα-ίσα φούντωσε τώρα μέσα στην καρδιά τον ο πόθος του +κοριτσιού, ξεχείλησ’ η λαχτάρα τον για τη Λιόλια. + +Ήτον ολομόναχος στην κάμαρη το βράδυ. . κοιμότανε στο κρεββάτι +πούχε πεθάνει η Βεργινία (μόνο τις δυο πρώτες νύχτες κοιμήθηκε όξω +με το Ντίνο). . . Κάθε τόσο του φαινόταν πως θε νάβλεπε το λοφάκι +πούκανε της Λιόλιας το κορμί κάτω απ’ το πάπλωμά της, χάμω μπροστά +στο κρεββάτι. . έβλεπε πάλι μπροστά του τον κάμπο μετά λουλούδια. +. αισθανόταν τολόθερμό της στήθος σαν πουπουλένιο απάνω στο δικό +του και την πνοή της στο στόμα του σαν την άχνα του ζεστού ψωμιού. +. πάλι έμπαινε σταυτιά του η φωνή της, εκείνη η φωνή η αξέχαστη +κάτω απ’ τις μυγδαλιές και μέσα στο αίμα του έτρεχε η ίδια φλόγα η +γλυκειά και τούλυνε τα μέλη. . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Σε δέκα αέρες μέσα πήγε στης θειας Ελέγκως και πήρε τη Λιόλια και +την έφερε στο σπίτι. + + + +&Το μουντό τραγούδι.& + + + +Πώς την κατάφερε τη θεια Ελέγκω κι άφησε τη Λιόλια; + +Της είπε πως θα την πάρη γυναίκα του; ή θέλησε το κορίτσι για να +πάη μαζί του; + +Σαν ακούστηκε στη γειτονειά πως ξαναήρθε η Λιόλια στο σπίτι του +χηρευάμενου απάνω στα εννιάμερα της σχωρεμένης! — βγήκαν οι +γυναίκες στις πόρτες τους απ’ αγνάντια και με τα δυο τους τα χέρια +τραβούσαν τα μάγουλά τους κάτω απ’ τη ντροπή τους. . . Οι +Χαρζανοπουλίνες αμπαρώθηκανε μην τους χυθούν τα μάτια που θε +νάβλεπαν τη μουντζούρα πλάι τους. . . Η Ευρυδίκη έστριφε ολόγυρα +της σαν το φίδι που κυνηγάει την ουρά του. . . Μόνο η πονόψυχη η +Κυρά Γιώργαινα ερχότανε να δη τη Λιόλια κ’ η θεια Ελέγκω — μα +σπάνια κι αυτή. Ήθελε ο Νίκος να πιάση κάμαρη αλλού, μα χρώσταγε +τρία νοίκια και δεν μπορούσε να φύγη πριν να πάρη κάτι λεφτά που +τούμεναν απ’ τη δουλειά του. . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Η Λιόλια ήταν τώρα γυναίκα του Νίκου. + +Η Ζωή της Λιόλιας έπιασε άλλο δρόμο τώρα — άλλαξε το σκοπό της τον +τραγουδιστό. . + +Η ζωή είναι τραγούδι που σβύνει — — Η ζωή είναι ποτάμι που +κυλά. . . + +Πώς τρέχει ένα νεράκι πούρχεται απ’ το βουνό ήσυχο και κελαϊδιστό +και στέκεται και βλέπει τον ήλιο και σιγοκυλάει μέσ’ απ’ τον κάμπο +και γλυκοκουβεντιάζει με τα λουλούδια που το χαιρετούν κι έξαφνα +φθάνει στην άκρη ενός γκρεμού και πέφτει αφρίζοντας σε δάκρυα +βουερά κάτω σε μια λίμνη κοιμισμένη και χάνεται στασάλευτά της +βάθη τα μαυροπράσινα; — πώς κάνει φτερά το τραγούδι της ψυχής που +λαχταρά και πετιέται κυματιστά πάνω απ’ τα σχοίνα και τις κορφές +των πεύκων και πάνω απ’ τα κίτρινα σπαρτά σαν τη σιταρίθρα και +άξαφνα βγαίνει ένα σύννεφο μπροστά στον ήλιο της ζωής και το +τραγούδι μουντώνει και γίνεται βαρύ κι αργό με τη φωνή +γονατισμένη; — έτσι και της Λιόλιας η ζωή τώρα μονομιάς απ' τη +βουή του πόνου έπεσε σε βάθη κοιμισμένα — έτσι και το τραγούδι της +ζωής της απ’ τον ήσκιο βάρυνε, μούντωσε και τσάκισε — — + +Απ’ την ημέρα που ξαναπάτησε το πόδι της στην κάμαρη πούχε πεθάνει +η Βεργινία, σκοτείνιασ’ η ψυχή της: ζούσε σα μέσα σε κάποιον από +'κείνες τις συννεφιασμένες νύχτες, τις ασάλευτες και ναρκωμένες, +με περίχυτο ένα φως χλωμό απ’ το πνιγμένο το φεγγάρι. . . Κ’ έτσι +πέρασε η ζωή της εφτά μήνες χωρίς να βγη απ’ αυτό το ησκιόφωτο. . +κάτω απ’ το παντοτεινό πέπλο το συννεφένιο η θλιμμένη αποφεγγιά +του βάραινε περισσότερο την ψυχή της παρά νάκανε σκοτάδι — + +Αυτό το συννεφένιο πέπλο ήτον ο ήσκιος της Βεργινίας — — + +Κι όπως ανοίγουν που και που τα νέφελα και φαίνεται το φεγγάρι που +ταξιδεύει λυπημένο κι αμίλητο σ’ ένα πέλαγος έρημο, πίσω απ’ +ασημένια αέρινα βουνά κι αυτά πάλι κλείνουνε στο διάβα του και το +πνίγουν — έτσ’ ήτον και τις λίγες φορές που κουνήθηκε η ψυχή της +απ' τη νάρκη ναναλάμψη σε χαρά η θλίψη. + +Μα κι αυτό το φεγγάρι της ψυχής της, όπως και τάλλο τουρανού ήτονε +γι’ αυτήν πάντα το πρόσωπό της Βεργινίας, το κάτασπρο — από τότες +που την είχε πλανέψει από πάνω στο βουναλάκι. . . + +Έξω ήτον καλοκαίρι: ήλιος ασπρόφλογος παντού . . βαθιά γλαυκή πέρα +η θάλασσα που έστελνε κάθε απομεσήμερο δροσερές πνοές κ’ έδερναν +ταπλωμένα ρούχα στις αυλές. . φρούτα. . τραγούδια τη νύχτα μες +τους δρόμους που ανοίγανε λιγωμένη αγκαλιά στου φεγγαριού το +σιγαλινόν ύπνο, τον ασημένιο. . λουλούδια. . κελαιδήματα πουλιών. +. σύννεφα μεγάλα σαν τρικάταρτα καράβια μ’ άσπρα παννιά σαν +κάτεργα παλιά, ασάλευτα στις ράχες των βουνών, και καμμιά φορά σα +Δράκοι κι αρχαίοι Θεοί που μπουμπούνιζαν πάνω απ’ τον Πάρνηθα και +τον Υμηττό . . . Και μ’ όλ' αυτά η Λιόλια — κι όχι μονάχα η +Λιόλια, μα κι ο Νίκος, ζούσανε μαζί σα μέσα σ’ ένα υπόγειο που +τους βάραινε το χαμηλό ταβάνι στο κεφάλι κι ο αέρας ο βαρύς στο +στήθος — — + +Από 'κείνο το βράδυ που την είχε ξεγελάσει το φεγγάρι δε +λαμπάδιασε πια η ψυχή του κοριτσιού — όσο και να την έσφιγγε ο +αγαπημένος της μέσα στα δυνατά του χέρια — ολοδικήν του πια! — +ολόδικός της! — μ’ όση φλόγα και να κόλλαγε τα χείλια του στα δικά +της. (Αχ, εκείνο το κρεββάτι! — της Βεργινίας το φριχτό +κρεββάτι!). . . Μα ούτε κι ο Νίκος δεν ξανάνοιωσε απ’ τη ρόδινη +της σάρκα την ίδιαν άλαλη τη ευτυχία ολάκερου του είναι του που τη +θύμισή της την είχε πάρει μαζί του απ’ τον κάμπο, σα μοσχοβολιά +λουλουδένια αστέρευτη, και που ξεχείλιζε μέσα του ακόμα πιο +υπερδύναμη τις πρώτες δέκα μέρες πούμεινε στην κάμαρη μονάχος του +— μονάχος με τη λαχτάρα του. . . Και το περισσότερο αισθανόταν +αυτός απάνω του το σκοτεινό βάρος το πεσμένο στην ψυχή της Λιόλιας +κ’ έτσι καταλάβαινε πως κ’ η δική του η καρδιά ήτονε μολύβι κι +απάνω στη φλόγα των νιάτων του έπεφτε μια στάχτη — — + +Άρχισε να μένη έξω απ’ το σπίτι το βράδυ αργά, να γυρίζη +ζαλισμένος απ’ το κρασί, καμμιά φορά και μεθυσμένος. Τσακωνότανε +συχνά πυκνά με τους φίλους και με τους γνωριμιούς του — το +περισσότερο για τη Λιόλια, που κάθε τόσο του πετούσαν κι από 'να +λόγο — και ξέσκαγε στη Λιόλια μ’ αγριομιλήματα και σπρωξιές. . . +Δεν ήτον ευχαριστημένος κι από λεφτά, γιατί του πήγανε πολλά για +το λείψανο, στα φάρμακα και στο γιατρό που δεν τον είχε πληρωμένον +ως τα τώρα. . κι ο μάστοράς του δεν ευκολυνότανε να του δώση κι +άλλη μπροστάντζα. . . + +Μια βραδιά ανταμωθήκανε με το Μίμη — εκείνον το μαυροκίτρινο με +τανασκουμπωμένα χείλια που κυνηγούσε τη Λιόλια κ’ είχανε μαλλώσει +στο χορό της απόκριας· δεν είχαν ξανασμίξει από κείνην τη νύχτα. +Καθόντουσαν ο Νίκος, ο Ντίνος κι άλλοι τρεις σε μια ταβέρνα, +υπόγειο, κατά την Άγια Αικατερίνη — που την είχε κάποιος άλλος +φίλος τους, ο Γιάννης πούχε κάμει τραπεζιέρης στο «Άστυ» — και +κουτσοπίνανε μ’ ένα κιθαρόνι συντροφιά· είχανε βάλει κ’ ένα μπούτι +με πατάτες στο φούρνο για μεζέ που μύριζε όλο το μαγαζί: θάχανε +σουρώσει ίσαμε μιάμιση οκά ο καθένας τους. Νά σου άξαφνα ο Μίμης +που κατεβαίνει τις ασκάλες. Του φωνάζουν οι φίλοι του Νίκου, +πούτον και δικοί του, να τον κεράσουνε — γιατί δεν τόξεραν πως +ήταν ψυχραμένοι με το Νίκο. Χαιρέτησε ο Μίμης κ’ ήρθε κ’ έκατσε. Ο +Νίκος τον πήρε αψήφιστα το χαιρετισμό. Άρχισαν οι φίλοι να του λεν +του Μίμη για την κακοριζικιά του Νίκου που πήγε κ’ έκλεψε ένα +κορίτσι σαν το κρύο το νερό — ενού μηνός απόχηρος με πέντε δάχτυλα +θλίψη στο καπέλλο! — και το κρατάει λέει τώρα κλειδωμένο μες την +κάμαρη γιατί φοβάται μην του φύγη. Μεθυσμένοι ήταν και τάλεγαν +αρπαχτά ταστεία. Ο Μίμης κιτρίνισε, όπως το συνείθιζε άμα +ταραζότανε, μάλιστα για κορίτσι: + + — Μπας και τη λένε Λιόλια; είπε — + + — Αυτό νακούγεται! η Λιόλια, η περίφημη! — πετάχτηκ’ ένας απ’ την +παρέα. Ποιος μας τάλεγε τις προάλλες; + +Τούρθε πολύ άσχημα του Μίμη. Τα θυμήθηκε όλα. Ίσως και νάλπιζε +ακόμα πως Θα τη συντύχαινε καμμιά φορά πουθενά τη Λιόλια. + + — Δε χρειαζότανε δα και μεγάλη φιλοσοφία! αυτό φάνηκε ξαρχής! — +είπε, γελώντας περιπαιχτικά. + +Ο Νίκος ξεροκατάπινε: απ' τους άλλους τα δεχόταν τα λόγια για τη +Λιόλια, απ’ το Μίμη τούτανε φαρμάκι. Εκεί που σήκωσαν όλοι τα +ποτήρια να τσιγκρίσουνε, δίνει μια της κούπας του Μίμη τανάστροφα +και του την πετάει απ’ το χέρι. . Ως που να πης «Αχ»! — αρπάχτηκαν +κιόλας! + +Έπεσαν οι φίλοι απάνω τους κι από παρακεί κάτι άλλοι στρατιωτικοί +— πούχανε δικό τους γλέντι ταχτικό σ’ αυτήν την ταβέρνα με κάτι +τραγουδάκια πούφτειανε ο ένας τους, «το σκαπανάκι» με τόνο μι, κ’ +έβαζε τους άλλους και του τα τραγουδούσαν. . έπιασαν το Μίμη +τέσσαρες άντρες και τον πήγαν έξω, γιατί έκανε φόβο αυτουνού ο +θυμός, καθώς πάντα. . . Σα γύρισε σπίτι ο Νίκος, τη νύχτα, ήτον +ξεμέθυστος· μα καθώς έκανε να του μιλήση η Λιόλια, έτσι για το +τίποτα, σήκωσε το χέρι του και της έφερε μια γροθιά τανάμεσα στις +πλάτες που σωριάστηκε χάμω, μιαν οργυιά μακριά, και γόγγυξε χωρίς +να μπορή να πάρη αναπνοή για πολλήν ώρα — — + +Ήτον κι αυτή μια απ’ τις ματιές που έρριχνε το φεγγάρι της ζωής +απ' της ψυχής της το συννεφιασμένον ουρανό. + +Και πάλι πήρε αλλοιώς το σκοπό το μουντωμένο τραγούδι της ζωής +της: πιο βαθιά κρυμμένο ακόμα, σαν κάτω από νερά στον ήλιο, κάτω +από στάχια θημωνιές αψηλοστιβαγμένες, που πνίγουν τη φωνή του +γρύλλου αποκάτω τους, που ρίχνουν ήσκιο φωτεινό και πέφτει το +ξανθό το μεσημέρι και κοιμάται. . — έτσι καθώς έμενε τώρα η +Λιόλια, ώρες αλάκερες, καθιστή στην καρέκλα με τα χέρια λυτά στην +ποδιά της, ασάλευτη, λες και κοιμότανε μ’ ανοιχτά τα μάτια. . +καθώς σταματούσε άξαφνα εκεί που δούλευε και στύλωνε τα μάτια +μπρος της, με τη ματιά της κατά μέσα της σα να κρυφόβλεπε στα βάθη +του είναι της κάποιο μυστήριο που βλάσταινε, που την τρόμαζε η +σιγαλινή ζωή του, μα και που φοβότανε μην το ξυπνήση από τανθισμά +του το τρομαχτικό. . . + +Περνούσαν οι μέρες της τώρα σαν όνειρο, σβηστές, γλήγορες κι αργές +ατέλειωτες: μέσα στο ίδιο πάντα κι ατέλειωτο όνειρο περπατούσε και +δούλευε στο σπίτι, μιλούσε του Νίκου σιγαλά και φοβισμένα. . +θωρούσε τον ουρανό τον καταγάλανο, τον καλοκαιριάτικο, κ’ έπεφτε +μέσα του σα μέσα σε μια θάλασσα και χανόταν. . . Καμμιά φορά που +σέρνονταν τα σύννεφα στη ράχη του Υμηττού, της φαίνονταν ερπετά +που άχνιζαν, ερχάμενα απ’ τη θάλασσα για να τη φαν, και ξεφώνιζε +τρομαγμένη — σα μέσα σ’ όνειρο. . . Κ’ εκεί που ήτον ολομόναχη +όλην την ημέρα, άκουγε να παίζη μακριά στον κάτω δρόμο ένα +οργανέττο — πούχε δη που το γύριζε ένας κουλοχέρης κ’ ένας άλλος +νέος χτικιάρης έτρεχε και μάζευε τις πεντάρες — κ’ έπαιζε τόσο +χαρούμενα τραγούδια και χορούς σαν κ’ εκείνο το βράδυ στο χορό — +σα μέσα σ’ όνειρο. . . Και σα νύχτωνε έβλεπε τάστρα στη +μαυροπράσινη σκοτεινιά τουρανού, που θέλανε να δούνε μέσα της με +μάτια γυαλιστερά και κρύα — σαν της Βεργινίας — και μερικά ήταν +κόκκινα σουβλερά. . κι όταν είχε φεγγάρι, έκλεινε τα μάτια της +περίτρομα να μην το δη, μα πάλι τάνοιγε άθελα, λες και της τάνοιγε +εκείνο με τα χέρια του, και τότε το κύτταζε, το κύτταζε: κ’ ήτον +το πρόσωπο της Βεργινίας πάντα μέσα του, το χλωμό με τα κόκκινα +μαλλιά και την έβλεπε με φοβερά μάτια ως μέσα στα σπλάχνα της. . +και λιγοθυμούσε καμμιά φορά κι απόμενε εκεί δα. . ως που +συνερχόταν πάλι ολομόναχη — σα μέσ’ απ’ όνειρο. . . + +Είχαν περάσει τρεις μήνες απ’ το θάνατο της Βεργινίας. . . + +Και πάλι πήρε άλλο σκοπό το τραγούδι της ζωής της (να δήτε τι +σκοπό που πήρε!), πάντα μουντωμένο καθώς ήτον, μα μ’ έναν αχνό +γαλάζιο σαν του λιβανιού χυμένον τώρα μέσα του, με κάτι σα +φτερουγίσματα εκείνων των αγγέλων των σκαλιστών στα τέμπλα +κάποιωνε ρημοκκλησιών, σα βήματα απάνω σε πλάκες ηχερές, σα λάμψες +από μάτια αγίων στυλωμένα και σα λυπητερό χαμόγελο της Παναγίας +ασάλευτο. . . + +Είδε ο Νίκος την κατάστασή της Λιόλιας προχωρημένη πια: το κορμάκι +της το κοντυλογραμμένο κι απαλό που ξεχείλωσε, που βάρυνε με τη +μέση ανοιχτή, με το στομάχι της πάντα σαλευούμενο, τα προσωπάκι +της το λουλουδένιο σαν πρισμένο και κοκκινολεκιασμένο, που +χλώμιαινε κάθε τόσο απ’ τις λιγούρες και τις αποθυμιές, έβλεπε τα +μάτια της, τα γλυκά τα τζίτζιφα, σαν άστρα τώρα βουτηγμένα μέσα σ’ +όνειρο συννεφένιο, να γεμίζουν άξαφνα δάκρυα για πόνους και +καημούς ανείδωτους που της στέλνανε μηνύματα τις πίκρες τους. . κι +άλλαξε ολότελα τρόπο μαζί της, γιατί γέμισε η καρδιά του από +εσπλαχνία και περηφάνεια — — απ’ την εσπλαχνία και την περηφάνεια +του αρσενικού του ζώου — για τα όσα υπόφερνε απ’ αυτόν το γλυκό +κορίτσι. Και συλλογίστηκε μες την τίμια και περήφανη καρδιά του +πως δεν έστεκε ναδικήση παραπέρα το πλάσμα που του παραδόθηκε όλο +για γυναίκα του, χωρίς νάν' αυτός ο αληθινός της άντρας. Ηρθε κ’ η +θεια Ελέγκω και του μίλησε του Νίκου στα σοβαρά, γιατί δε +βαστιόταν πια το πράμα απ’ τα λόγια του κόσμου: + + — Μια που θα το κάμης, παιδί μου — γιατ’ είσαι τίμιος άντρας, +αυτό δα το ξέρο — κάμε το! πριν να πάρη δρόμο. . και γίνη ρεζίλι +το κορίτσι. . . + +Είχε βαρεθή σταλήθεια κι ο Νίκος τις ατέλειωτες κουσκουσουριές που +του χαλνούσαν την υπόληψη στη γειτονιά και των φίλων του τα αιώνια +πειράγματα κι αστεία. . και ταποφάσισε. + +Βγήκε η άδεια για το γάμο με κάποια συρταφέρτα όμως για το λίγον +καιρό πούχε περάσει απ’ τη θανή της Βεργινίας: τα φρόντισε όλα, με +το μέσο ενός διάκου που γνώριζε στη Μητρόπολη, ο Περικλής ο +χοντρέλης, που τάχε χαλασμένα τώρα κι αυτός με το Μίμη κ’ ήθελε +και καλά και σώνει να γίνη αυτός κουμπάρος. + +Έλαμψε πάλι για λίγον καιρό το φεγγάρι — το λυπημένο πάντα — στον +ουρανό της Λιόλιας: έβλεπε γύρω της πάλι γλυκό φως ασημένιο και +γλαυκό — όσο δεν τα σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό της ψυχής της· +μα μόλις που τα σήκωσε κι αγνάντεψε το φεγγάρι, ήτον η Βεργινία +που την κύτταζε. . . + +Είπε ο Νίκος με τον Περικλή να κάμουν τη στεφάνωση κάτω στην +Καλλιθέα, στην εκκλησίτσα της Άγια-Σωτήρας πάνω στο βουναλάκι, για +πιο ρομάντζα. Μα η Λιόλια δε θέλησε με κανέναν τρόπο: την έπιασαν +τα κλάματα με νευρικά ξεφωνητά και λιγοθυμιές που είδαν κ’ έπαθαν +ως που να την ησυχάσουν: (Αχ, εκεί δεν είχαν πάει; — στο βουναλάκι +απάνω, με το Νίκο ντροπιασμένοι, τότε που τους πλάνεψε το φεγγάρι +— εκείνην τη φριχτή βραδιά; εκεί δεν ήτον η Βεργινία, κρυμμένη +πίσω απ’ την εκκλησίτσα, μέσα στο φεγγάρι;). . . + +Τους πήρε λοιπόν ένα πρωί ο Περικλής, χωρίς να πη που θα τους πάη, +λέγοντας τους μόνο κάθε τόσο, εκεί που πηγαίνανε με το τραμ των +Πατησιών: «Θα δήτε! θα δήτε σε τι όμορφο μέρος που θα σας πάω — θα +μου πήτε και μπράβο! . . τάχω όλα έτοιμα!». . και τους πήγε, μαζί +με τη θεια Ελέγκω και το Ντίνο, έξω στην Κυψέλη, πέρ' απ’ το ρέμα +που περνάει πίσω απ’ τη Σχολή των Ευελπίδων και το Ιππικό. Εκεί +παραόξω, που μόλις κάνουν πως αρχίζουν τα Τουρκοβούνια, απάνω σ’ +ένα λόφο ολοστρόγγυλο κι ανοιχτόν απ' όλες τις μεριές, όλο θυμάρι +και βοτάνια του βουνού, άσπριζε μιαν εκκλησίτσα εξοχική, με τη +μάντρα της και το καμπαναριό της σα μοναστηράκι: λες και τους +γλυκοκαρτερούσε να παν, καθώς ανέβαιναν απ' το Πολύγωνο τον άσπρο +δρόμο της Σχολής και μέσ’ απ’ τα τρόχαλα της ρεματιάς. . . Άφησε ο +Περικλής το κουτί με τα στέφανα και τις λαμπάδες μέσα στο χαρτί +στη φύλαξη του εκκλησιάρη κ’ έτρεξε, να ειδοποιήση τον παππά που +καθόταν εκεί κοντά, πίσω απ’ το Εφηβείο και που τούχε μιλήσει με +σύσταση απ’ το διάκο. Μα δεν είχε ακόμα κατεβή απ’ το βουνάκι και +του φώναξε ο Νίκος με τον Ντίνο να σταθή ναρθούν μαζί του. . . Ως +που να γυρίσουν, καθήσαν οι γυναίκες στο προαύλιο απάνω σε κάτι +παλιές κολώνες μαρμαρένιες, πλαγιασμένες χάμω, απ’ τον παλιό καιρό +πούτον ο νάρθηξ όλο κι από τέτοιες, καθώς τους είπε ο εκκλησιάρης. +Η Κερά Ελέγκω είχε φουσκώσει απ’ το καμάρι της για τη χαρά της +αγαπημένης της της Λιόλιας, απ’ τον ανήφορο, απ’ την κάψα: ήτονε +Γιούλιος μήνας και φύλλο δεν κουνιόταν. . . Εδώ πάνω στον ήσκιο +της εκκλησιάς έκανε λίγη πρωινή δροσιά. Μα κάτω τα περιβόλια των +Πατησιών ως τον Πύργο της Βασιλίσσης και τους κάμπους πέρα του +Μενιδιού, παραδώθε τα Σεπόλια κ’ η Κολοκυθού, ο ελαιώνας κι +ολόγυρα τα βουνά του Δαφνιού τα κοκκινοχώματα κι ο Πάρνης που +τραβάει την ψυχή στα ψηλώματά του και στις βελουδόμαβιες +κλεισούρες όλα ε1χαν αρχίσει να ψήνωνται στον ήλιο. . κ’ η Αθήνα +που ξεχειλούσε με τα μύρια της τα σπίτια πίσω απ’ τον Άη-Γιώργη +και τα νταμάρια, λες και τάπερνε όλα σβάρνα, είχε απάνω της ένα +βαρύ πάπλωμα από αχνόν κιτρινοκόκκινο που κάποτε-κάποτε κάνανε +φτερά σαν πουλάκια κάτι πνιγμένοι ήχοι ως εδώ έξω. . κ΄έβγαζε +απομέσα της η Ακρόπολις, χρυσοφιλημένη απ’ τον ήλιο, και +γλαυκοφέγγριζε η θάλασσα πέρα κάτω με τα μαύρα κατάρτια του +Πειραιώς σαν τσίνουρα στο μάτι της και με την αέρινη την Αίγινα, +ψηλά στον ουρανό, σαν όνειρο. . . + +Σηκώθηκαν τώρα, η θεια Ελέγκω με τη Λιόλια, να πάνε νανασπαστούνε +στην εκκλησιά. Μα δεν είχε εικόνες: ήτον όλη ασβεστωμένη! — μόνο +στο τέμπλο το ξύλινο που στέκονταν πάνω απ’ την Ωραία Πύλη δύο +άγγελοι σκαλιστοί, μαυρειδεροί, καμμιά φορά χρυσωμένοι, ήταν ένας +Άρχων Γαβριήλ κ’ ένας Άι-Γιάννης ο Πρόδρομος μ’ ένα καντηλάκι +αναμμένο ο καθένας μπροστά του. Κρύωσε η ψυχή της Λιόλιας εκεί που +πατούσε στις πλάκες τις ηχερές, σαν είδε την εκκλησιά έτσι γυμνή, +σαβανωμένη μες το σεντόνι του ασβέστη. Γύρισε κ’ η Κερά Ελέγκω, +πούχε το λόγο πάντα στα χείλη, κ’ είπε του εκκλησιάρη: + + — Δε μου λες πατέρα; χάθηκε κανένας χριστιανός να βάλη να +ζουγραφίσουνε λιγάκι τους τοίχους, να φτειάξη καμμιάν εικόνα, νάχη +ο κόσμος νανασπάζεται, να φέρνη κι από κανένα τάξιμο; + + + +&Οι ασβεστωμένοι Άγιοι& + + + +. . Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ’ ένα πανωφόρι +που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι όλο κεριά +σαν τον ουρανό με τάστρα, με κάτι ψαρά γενάκια ολόγυρα στο κόκκινο +μουτράκι του και γυαλιά σα δάσκαλος κ’ ένα σκουφί μαύρο καλογερικό +στο κεφάλι, τις πήρε τις γυναίκες και τις πήγε μέσα στο ιερό και +τους έδειξε μια μεγάλη Παναγία στον τοίχο, την «Πλατυτέραν των +Ουρανών» με το Χριστό στα χέρια που κύτταζαν κ’ οι δυο σοβαρά και +μ’ ουράνια γλύκα. Και τους είπε τότε, μ’ ένα κρυφό χαμόγελο για τη +θάμαξη που θάκαναν και με μιαν ομιλία που τους φάνηκε πως άκουγαν +το διάκο να διαβάζη το Ψαλτήρι, πως η Παναγία αυτή που δεν υπάρχει +ομοία της εις όλην την οικουμένην ήρθε μόνη της κ’ εζωγραφίσθη +μέσα σε μιαν καμάρα ως είδος χάλασμα απ’ τους χρόνους των Εθνικών +κ’ έπειτα εκτίσθη η εκκλησία από αμνημονεύτων αιώνων· και κάτω απ’ +τον ασβέστη είναι όλο και Άγιαι Εικόνες ιστορημέναι δια χειρός των +αγγέλων και ωσάν να είχαν κατεβή οι Άγιοι κατά σάρκα εκ των +ουρανίων σκηνωμάτων εν όλη των τη δόξη και λαμπρότητι και στέκουν +ορθοί κατά σειράν και τάξιν, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων του θρόνου +της Παναχράντου Χριστοτόκου· επειδή παλαιόθεν δεν υπήρχε το +τέμπλον και ο ιερός ναός ήτον αδιαίρετος καθώς η μία Καθολική και +Αποστολική Εκκλησία. . . Και πήρε δρόμο, ο γέρος εκκλησιάρης, έτσι +για τον εαυτό του, σα να διάβαζε ένα παλιό συναξάρι, χωρίς να +προσέχη αν τον καταλάβαιναν οι δυο γυναίκες που τον ακούγανε +μανοιχτό το στόμα και με σταβρούς η θεια Ελέγκω κάθε τόσο. . κ’ +έπειασε να τους αναφέρη για την παλιά ιστορία: γιατί ασβέστωσαν +την εκκλησία και πως απόμειν’ έτσι ασβεστωμένη και δεν την +ανιστορούσε ο Παππά-Βουλέτης που ήτον ιδιοκτήτωρ — όπως του τάχε +διηγηθή η μητέρα του που εχρημάτισεν οικονόμος του γέροντος Παππά- +Βουλέτη, θείου προς πάππου του τωρινού και πρώτου κτήτορος, εκ +Σφακιών της Κρήτης, ο και αγοράσας αυτός τον ιερόν ναόν για χίλιες +σφάντζικες κ’ ήταν και κελλιά πολλά με μάρμαρα λαμπρά, διότι ήτον +μοναστήρι σεβασθείς υπό των Τούρκων δια θαύματος της μεγαλόχαρης, +ώστε έπεσαν κ’ οι άπιστοι Αγαρηνοί κ’ επροσκύνησαν την +θαυματουργόν Εικόνα της. . κι ακόμη φαίνονται οι κολώνες και τα +μάρμαρα οπού ήτον άλλοτε. . . Έτυχε και πέθανε η Παππαδιά του +πρώτου Παππά-Βουλέτη και αυτός συμβουλευθείς από τον Πειρασμόν, +επήρε στο μήνα μέσα μιαν εξαδέρφισσάν της χήραν πολλά καλλίμορφον +στο σπίτι του και ο τότε Μητροπολίτης τον έκαμε αργόν για ένα +χρόνο. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ηθέλησε κατόπιν πάλι δια +να λειτουργήση, όμως οι Άγιοι όλοι εν χορώ τον απηρνήθησαν, +δηλαδή, τον αγριοκύτταζαν ωσεί εν πυρί και ρομφαία: ο Άγιος +Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Άγιος Χαράλαμπος και ο Άγιος Ελευθέριος +σήκωσαν ο καθένας τους το βαρύ Ευαγγέλιον όπου εκρατούσαν να του +το ρίξουν κατακέφαλα· ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος σήκωσε το ραβδί +με τον σταυρόν να τον πατάξη· ο Άγιος Μηνάς κ’ οι Άγιοι Θεόδωροι +και ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος κέντρισαν τάλογά τους +να τον ποδοπατήσουν και να τον λογχίσουν· η Αγία Αικατερίνη κ’ η +Αγία Βαρβάρα κ’ η Οσία Πελαγία απέστρεψαν το πρόσωπον τους απ' +αυτού. Τότε ο Σατανάς εσυμβούλευσε πάλιν τον Παππά-Βουλέτην, +επειδή τον κυρίεψε παντάπασι ο μεγαλύτερος Παππάς, και αυτός με +την πρόφαση νανακαινίση τον ναόν εκ βάθρων ασβέστωσε τας Αγίας +Εικόνας — + + — Χριστέ και Παναγιά! το μέγα Σου Έλεος! — ξεφώνισε η θεια Ελέγκω +περίτρομη, με το στόμα μια πήχη ανοιχτό για τα όσα άκουγε, κι +άρχισε τους σταυρούς τώρα γλήγορους κι απανωτούς, εξόν που σε κάθε +όνομα Αγίου πούβγαινε απ’ τα χείλια του εκκλησιάρη είχε κάμει κι +από έναν αργά-αργά λέγοντας μέσα σ’ ένα βαθύν αναστεναγμό: «η χάρη +σου! . . .» + + — Απέθανε όμως τον ίδιο χρόνο εις το πυρ το εξώτερον, +εξακολούθησε ο εκκλησιάρης, — ο Θεός κ’ η Παναγία να ελεήσουν την +ψυχή του! — και ο μικροανεψιός του, τωρινός Παππά-Βουλέτης +χρηματίσαντος μαχητής της Κρήτης και λοχίας, έλαβε την ιερωσύνην +και πήρε την εκκλησίαν και θέλησε δια νανιστορήση πάλιν τον ναόν +με τας Αγίας Εικόνας. Οι Άγιοι όμως δεν τον άφησαν. . . Ηθέλησε +δια να αντιγράψη την Πλατυτέραν των Ουρανών μεγαλώσαντος το ιερόν: +να φέρη την Αγίαν Τράπεζαν στη μέση, όπως το κανονικόν, δια να +περιφέρεται ο ιερεύς, επειδή τώρα είναι μες τον τοίχο, κάτωθεν της +θαυματουργού Εικόνας όπως αρχαιόθεν. Αλλ’ η Παναγία δεν τον +ηυδόκησε. . . Ήλθαν οι καλύτεροι ζωγράφοι των Αθηνών και εξ όλης +της Ασίας και της Σμύρνης, και μάλιστα δύο μοναχοί από το Άγιον +Όρος διάσημοι εις τον κόσμον κ’ εκοπίασαν και απηύδησαν: τα πινέλα +τους έσπαζαν κομμάτια κ’ έπεφταν οι τρίχες, τα χρώματα έσβηναν, τα +χέρια τους εκόπτοντο ωσάν με το μαχαίρι. Ο είς εξ αυτών ηθέλησε +δια να ξύση τον ασβέστη και παράλυσε από το ένα μέρος — — + + — Κύριε σώσον! έλεγεν η θεια Ελέγκω κ’ η Λιόλια έπεφτε απάνω της +μ’ ανατριχίλες κ’ έρριχνε φοβισμένες ματιές στους άσπρους +τοίχους. . . + + — Έχει πολύ μεγάλους Αγίους η εκκλησία μας! είπε ο εκκλησιάρης, +με κατάνυξη. . . και μη θαρρήτε πως επειδή δεν φαίνονται κάτω από +τον ασβέστη δεν υπάρχουν εδώ εις τον ναόν πανταχού παρών και τα +πάντα πληρών, δεν θέλουν δια να βλέπουν τας κακίας των ανθρώπων +και αποστρέφονται από τα όμματα των Βεβήλων του κόσμου. . . Όταν +έρχεται λείψανο σεβάσμιο, κανένα γεροντάκι εν αρετή βιώσας +καλοσύνες εν ονόματι Κυρίου ή γυναίκα κάνοντας οβολόν της χήρας +στους φτωχούς ή που στεφανώνεται καμμιά τίμια κόρη Παρθένος του +Χριστού, τότε ο ασβέστης στους τοίχους γίνεται ανάριος-ανάριος και +φαίνονται τα μάτια των Αγίων ωσεί αστέρες του στερεώματος και τα +χέρια τους ωσάν κρίνα του αγρού που ευλογούν. . και εις τον θρόνον +της εν μέσω την χορείαν των Αγίων εκ δεξιών και εξ ευωνύμων η +Υπεραγία ημών Δέσποινα, η Πλατυτέρα των Ουρανών, λάμπων ωσεί +πύργος δυσθεώρητος ευλογεί μαζί με τον γλυκύτατον Χριστόν. . . + +Του είχαν έρθη τα δάκρυα τον εκκλησιάρη από τη φτερωμένη έξαρση +πούδινε στην ψυχή του η αγία Πίστη. . κ’ έβγαλε τα γυαλιά του και +σκούπισε τα κοκκινογυρισμένα μάτια του με το μανίκι του. Τον είδε +η θεια Ελέγκω κ’ άρχισε να κλαίη κι αυτή και σήκωσε την άκρη του +φουστανιού της απ' την ανάποδη και φύσηξε τη μύτη της. + + — Μια φορά, είπε πάλι μ’ ένα κρυφό αναγάλλιασμα στη φωνή του, +ανήμερα της Αγίας Γεννήσεως του Χριστού αρρώστησε ο ψάλτης ο +δεξιός — τον αριστερό τον κάνω εγώ — και δεν είχαμε δια να γίνη +Λειτουργία ειμή μόνον ένας μαθητής του Σχολείου που δεν ήξερε να +ψάλλη. . κ’ έξαφνα γέμισε η εκκλησία ουράνιους ψαλμούς και το +εκκλησίασμα των πιστών έπεσαν όλοι στα γόνατα καθώς οι εθνικοί +στρατιώται και ο Εκατόνταρχος εις την Αγίαν Ανάστασιν του Σωτήρος +ημών. . . + +Άκουγε η θεια Ελέγκω κλαίγοντας από χαρά πια, άκουγε κ’ η Λιόλια +σαν παγωμένη τώρα από μιαν ακατανίκητη ανησυχία κ’ έναν τρόμο +κρυφό. . . + +Γυρίσανε σταναμεταξύ οι τρεις νέοι με τον Παππά-Βουλέτη, έναν +άντρα ίσαμ’ εκεί πάνω με μια μεγάλη ψαριά γενειάδα, κατάμαυρη +ολόγυρα στο στόμα, με χοντρά φρύδια σπαθωτά σαν του κοράκου το +φτερό και μάτια γιαλιστερά σαν κάρβουνο σχιστό, που να τούβγαζες +το καλυμαύχι και να τούβαζες μαντήλι μαύρο στο κεφάλι, Θα νόμιζες +πως βρίσκεσαι στο Θέρισο. + +Εκεί που γινόταν η στεφάνωση κ’ η θεια Ελέγκω έκλαιγε φωναχτά απ’ +τη συγκίνησή της και γιατί τόχε πάρει πια σκοινί γαϊτάνι απ' τις +ιστορίες του εκκλησιάρη, η Λιόλια ήτονε σα χαμένη απ' τον εαυτό +της κι όλο κρυφόβλεπε κατά τους τοίχους μήπως και ξανοίξη τα μάτια +των Αγίων ή τα χέρια τους να ευλογούν. Αχ, δε θα την ευλογούσαν +αυτήν, παρά θα την κύτταζαν άγρια σαν τον Παππά-Βουλέτη! . . . Μα +δεν έβλεπε τίποτα, παρά τους τοίχους άσπρους σεντόνι. . . Μία +στιγμή μονάχα της φάνηκε πως είδε μια μαυροφόρα με το χρυσό το +στέφανο πίσω απ’ το κεφάλι σε μιαν άκρη του θόλου, πάνω από ’να +φεγγίτη, που την κύτταζε αυστηρά και το πρόσωπό της ήτον κάτασπρο +κι ασάλευτο σαν της νεκρής της Βεργινίας. . και την έκοψε κρύος +ίδρωτας. . κ’ έρριξε πάλι τα μάτια της στο βάθος του ιερού, μέσ’ +απ’ την ανοιχτή Πύλη τον τέμπλου κ’ είδε την Παναγία που την +κύτταζε — — αυτή και ο μικρός Χριστός — με απερίγραπτη λύπη. . . + +Μια ματιά ήτον πάλι κι αυτή του φεγγαριού πίσω απ’ τα σύννεφα +τουρανού της ψυχής της. . . + +Βγήκαν απ’ την εκκλησία, άντρας και γυναίκα πια ο Νίκος κ’ η +Λιόλια, και κατέβηκαν το βουνάκι και μπήκαν όλη η συντροφιά μαζί +σ’ ένα ξενοδοχείο της οδού Πατησίων κ’ έφαγαν ο καθένας ό,τι +ήθελε, μ’ έξοδα του κουμπάρου του Περικλή. . . Έπειτα χωρίσανε +στην Ομόνοια απ’ τη θεια Ελέγκω, που ήταν όλο ευκές και δάκρυα, +και συντροφεμένοι από τους δύο νέους, το καινούργιο αντρόγυνο, +γυρίσανε μέσα στην κάψα του απομεσήμερου, ντάλλα καλοκαίρι, στη +Γαργαρέτα, στο σπίτι τους, στην κάμαρη της Βεργινίας τη φρικτή — + +. . Και ξανάκλεισαν πάλι τα σύννεφα μπρος απ’ το φεγγάρι της +ψυχής — + + + +&Η κερένια κούκλα& + + + +Στους εφτά της μήνες, εκεί πούπλενε η Λιόλια πεσμένη απάνω στη +σκάφη, την έπιασαν άξαφνα οι πόνοι. Ήτον αυτού δα, για την καλή +της τύχη, κ’ η πονόψυχη η Κερά Γιώργαινα και την εβοηθούσε στο +περέχημα — η μόνη φιλενάδα της που την είχε πια σαν άλλη μητέρα: +αυτή την έπιασε στα χέρια της, εκεί που ξεφώνιζε και τσάκιζε σε +δυο σφίγγοντας με τα δυο της τα χέρια την κοιλιά της, και την πήγε +στην κάμαρη και την έβαλε στο κρεββάτι και την παραστάθηκε. . . + +Σε μιαν ώρα μέσα γέννησε. + +Τόπιασε η Κερά Γιώργαινα στα χέρια της το παιδί που γεννήθηκε +χωρίς πνοή: χλωμό-χλωμό, σαν από κερί ασπροκίτρινο με τα χειλάκια +του και ταυτάκια του και τα δαχτυλάκια των ποδιών και των χεριών +του μελανιασμένα, μαβιοκόκκινα. . . Το χτύπησε η Κερά Γιώργαινα +πίσω στις πλάτες και στις πατούνες, το τράνταξε, του πέταξε νερό +στο μουτράκι του με το στόμα της. . και σα δεν ανάσαινε μ’ όλ' +αυτά, του φύσηξε δυνατά μέσα στο στοματάκι τον και μονομιάς +φταρνίστηκε. . και σιγά-σιγά ρόδισε, μα μόλις — όσο ροδίζει εν’ +άσπρο τριαντάφυλλο — κ’ έζησε. . κι άρχισε να κλαίη αχνά, καθώς +μπήκε στη ζωή. . . + +Σαν κερένια κούκλα ήτον το τσαμένο, σαν κούκλα πούβγαζε και λίγη +φωνή άμα τηνέ ζουλούσαν. . . + + — Κοριτσάκι είνε Λιόλια μου, μα ότι και νάναι να σου ζήση και +σπιτονοικοκυρά! Δεν έχει τίποτα· μόνο λιγουλάκι χλωμούλι πουν’ εξ +αιτίας που γεννήθηκε πριν τον καιρό. Αυτή θέλει όλο και στα ζεστά +και να τη δης που θα σου γείνη θρεφτάρι. . . + +Και τόλουσε το νεογνό μέσα σε χλιαρό νερό, πούτρεξε και τόφερε από +το πλυσταρειό, κ’ έπειτα το τύλιξε μέσα σε λίγο μαλλί, που το +τράβηξε απ’ το στρώμα, και σε κάτι φανελλίτσες πούψαξε και τις +ηύρε μέσα στον κομμό, παλιές της Βεργινίας, και το φάσκιωσε με τα +παννάκια πούχε η Λιόλια ετοιμάσει κάτι λιγοστά, από καιρό, και της +τόβαλε της Λιόλιας στο κρεββάτι. . . + +Κοιτόταν η Λιόλια, πονεμένη και χλωμή στο κρεββάτι, ολομόναχη, +χωρίς να ξέρη τίποτα ο Νίκος, χωρίς τη θεια Ελέγκω κοντά της, +γιατί κανείς δεν τόβαζε με το νου του αυτό το ξαφνικό. . έτσι γερή +και δυνατή που ήτον. . . + +Ως που να πάη και νάρθη η Κερά Γιώργαινα που πετάχτηκε σπίτι της +να πάρη κάτι χρειαζούμενα για τη λεχώνα και για το παιδί: κάτι +βαμπάκια, κάτι στύψες, λίγο γλυκοπόδιο, μια χούφτα γλυκάνισο να +βράση του παιδιού, που τάχε απ’ τις δικές της γέννες, πλάκωσαν κι +άλλες γειτόνισσες — γιατί άλλο δεν είναι να τις τραβήξη, όπως το +κρέας τη μύγα και το ψάρι τη γάτα, από λείψανο και γεννητούρια κι +όπου φανή η Κερά Γέννα κι ο Κυρ Χάρος σέρνουν όλο το γυναικομάνι +αποπίσω τους, όπως ο Φασουλής κι ο Καραγκιόζης τη μαρίδα. Πλάκωσαν +το λοιπόν αυτές όλες — που δεν πατούσαν το πόδι τους καμμιά τους +στο σπίτι της Λιόλιας κ’ ήρθαν τώρα τάχατες να φανούνε χρήσιμες κι +αυτές σε μιαν περίσταση, γιατί πού ξέρεις πως τα φέρνει ο Θεός +καμμιά φορά και σου χρειάζεται κ’ εσένα η βοήθεια ταλλουνού! — και +πέσανε μελίσσι πάνω απ’ το παιδί: Μοίρες να το μοιράνουν, εκεί που +τόχε πάρει η Κερά Γιώργαινα πάλι στα χέρια της να το ξεφασκιώση, +να του βάλη λίγο γλυκοπόδιο και καινούργιο βαμπάκι πούχε φέρει απ' +το σπίτι — κ’ έλεγαν πια η καθεμιά το μακρύ της και το κοντό της: + + — Χριστέ μου! για παιδί. Καλέ τι γατί 'ναι τούτο;! + + — Δε μου το πιάνει εμένα το μάτι μου! δεν είναι για ζωή! Μπά — +μπα — μπα — μπά — μπα! + + — Αμή λίγο τόχεις; ποιός ξέρει με τι φόβους και τι καρδιοχτύπια +σπάρθηκε. Για στάσου! πότε πέθανε η Βεργινία; + + — Είχε δώδεκα ο Μάρτης. Τώρα έχομε, πόσες Οχτώβριο, δώδεκα του +μηνός (και μετρούσε γλήγορα τους μήνες στα δάχτυλα, απομέσα της): +δεν έκλεισαν καλά-καλά εφτά μήνες. + + — Καταλαβαίνεις τώρα;! Ζωντανή ήτον ακόμα καλέ η μακαρίτισσα, +ζωντανή και τάβλεπε. . Αχ, κακό που την ηύρε! . . . Πώς τα βαστάς, +Θε μου, τα κεραμίδια ξεκάρφοτα — ά;. . + + — Για δες το καλέ τι κίτρινο πούναι, πετάχτηκε μια γεροντοκόρη +σταφιδιασμένη με φριζέ και με σάρπα στο κεφάλι. . ίδια κερένια +κούκλα! + + — Για να δω κ’ εγώ ποιά είν' αυτή η κερένια κούκλα; φώναξε μια +κοντή που τάκουσε καθώς έμπαινε στην πόρτα κ’ έσπρωχνε τις άλλες +που στέκονταν πάνω απ’ το κεφάλι της Κερά Γιώργαινας για να δη. + + — Κερένια κούκλα! καλά λες! Μωρ' τ’ είναι τούτο; Μπααά! + +Κι άξαφνα πετιέται μια ξεμπερδεμένη που ήτον η πρώτη κ’ η καλύτερη +μέσα στο συρφετό, μια φιλενάδα της Ευρυδίκης (που την είχε στείλει +εκείνη επί τούτο για να της πη τα μαντάτα), με μεγάλη μυστικότη, +να μην ακούση η Λιόλια: + + — Καλέ δε βλέπετε που μοιάζει της μακαρίτισσας;! + + — Κάλε — κάλε — κάλε! ίδια! ίδια η Βεργινία, φτυστή! είπε ένα +γραΐδιο με φακιόλι. + + — Μπώ — μπώ — μπώ!!! έκαναν οι άλλες, η Βεργινία!! + + — Για δες κατάρα! + + — Εκ Θεού! Εκ Θεού! + + — Νά και τα μαλλιά της τα κόκκινα! + + — Αμ το μάτι! τί σου λέει το μάτι; + + — Έχει και τα κόκκαλα τα πεταγμένα κάτω απ’ τα μάτια! . . . + +Η Λιόλια χωρίς νακούη τι λέγανε στην άλλη άκρη πούχε τραβήξη η +Κερά Γεώργαινα το τραπέζι κ’ εκεί απάνω είχε όλα του παιδιού τα +πράματα — αισθάνθηκε με της μητέρας τη μαντική ψυχή πως κάτι +τρομερό γινόταν εκεί αποπάνω απ’ το παιδί της, αισθανόταν τις +ματιές των γυναικών που περνούσαν πάνω απ' το κορμί της σαν πνοές +παγωμένες, σαν ξουράφια που άγγιζαν ξυστά το πρόσωπό της. . κι +ανατρίχιαζε σύσσωμη. . — κι η καρδιά της είχε γίνει +κρούσταλλο. . . + +Μόλις έφυγαν οι Μοίρες, φώναξε της Κερά Γιώργαινας και της ζήτησε +το παιδί. Της τόφερε η Κερά Γιώργαινα, σα μουδιασμένη τώρα κι αυτή +απ’ τα όσα είχε ακούσει. Χωρίς να τηνέ ρωτήση τι έλεγαν οι +γυναίκες, κύτταζε η Λιόλια, κύτταζε το παιδί, βούλιαζε τη ματιά +της μέσα στην κερένια σάρκα του, λες κ’ ήθελε να βγάλη απομέσα +κάποιο φριχτό μυστικό πούχανε δη εκείνες, ψηλαφούσε με τη ματιά +της το προσωπάκι το χλωμό, σα νάθελε να μαζέψη αποπάνω του τα +λόγια των γυναικώνε: μαυράδια που το λέρωναν. . κ’ έξαφνα εκεί που +κύτταζε πέρασε μπρος απ’ τα μάτια της ένα χλωμό φεγγάρι και φώτισε +του παιδιού το πρόσωπο. . και τότε είδε. . και κατάλαβε κ’ έβγαλε +μια φωνή — και λιγοθύμησε. . . + +Αυτή η ματιά του φεγγαριού ήτον πιο τρομερή απ’ όλες τις άλλες. . +. + +Σαν ήρθ' ο Νίκος σπίτι, μεσημέρι περασμένο, ήτον κατακίτρινος: του +τάχαν προφτασμένα οι γυναίκες τα γεννητούρια του παιδιού του και +πως δεν ήτονε για ζωή, εφταμηνίτικο καθώς ήτον και καλύτερα, γιατί +και να ζούσε δεν θα το χαιρόταν ούτ’ αυτός ούτ’ η Λιόλια επειδής +που μοιάζε πολύ της μακαρίτισσας. Έτσι είναι αυτά, γιατ’ είν' ο +ήσκιος της σχωρεμένης βλέπεις ακόμα μες το σπίτι. . εμ πάντα, όσο +δεν έχει κλείσει χρόνος. . . + +Φίλησε ο Νίκος τη Λιόλια κ’ έκαμε να της πη ένα δυο λόγια +παρηγοριάς, μα κι αυτός ο ίδιος παρηγοριά ζητούσε. . . Όταν πήγε +να δη το παιδί που κοιμόταν ασάλευτο σαν κούκλα από κερί, με τα +δαχτυλάκια του και τη μυτίτσα του και τα ματόφυλλα σαν ψεύτικα, +τρόμαξε κι αυτός απ’ τη μεγάλη ομοιότη με τη νεκρή τη Βεργινία. . +. Είχ’ ελπίδα μέσα του ως τη στιγμή αυτή πως ήτανε μόνο λόγια των +γυναικών απ’ την κακία τους — κ’ έσκυψε το κεφάλι σαν κάτω από +μιαν κατάρα του Θεού. . . + +Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και του αγόρασε μιαν κούνια. + +Το μωρό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, χωρίς να βγάζη σχεδόν φωνή, +σα μια κούκλα πούχε χαλάσει ο μηχανισμός της. Δεν ήθελε με κανέναν +τρόπο να πιάση το βυζί της μάννας του, παρά ό,τι τούδιναν πια με +το κουταλάκι ή με το ρογοβύζι, κι αυτό, το περισσότερο, το +ξερνούσε: — θάλεγε κανείς πως κι απομέσα του ήτον κούκλα γεμάτη +πίτουρα που άμα μια φορά μουσκέψουνε δεν πίνουν πια. . . + +Σαν ήρθε η θεια Ελέγκω και το είδε καταλυπήθηκε και κούνησε +απελπισμένα το κεφάλι της. + +Έτσι του βγήκε σ’ όλην τη γειτονιά τόνομα: «η κερένια κούκλα». + +Κι όσο περνούσαν οι μέρες, η Κερένια Κούκλα αντί να μεγαλώνη, +ζάρωνε, αδυνάτιζε, γινόταν πιο κερένια. . . Έφερε ο Νίκος τον +παιδίατρο κ’ είπε πως είναι ατροφικό. + +Κ’ η Λιόλια το κρατούσε στην αγκαλιά της ολημέρα: κι αλήθεια σαν +κούκλα ήτονε μέσα στα χέρια της που κι αυτή κοριτσάκι ήτον ακόμα +κ’ έδειχνε σαν κοριτσάκι πούπαιζε κ’ έκανε τη μητέρα. . . + +Και την έσφιγγε η Λιόλια — που δεν έπαιζε ποτέ της κούκλες — την +κερένια της την κούκλα μ’ όλο το πάθος που αισθάνονται τα +κοριτσάκια για τις μεγάλες κούκλες τους. Μα συνάμα την αγαπούσε +πιο βαθιά από την κάθε μητέρα που τρέμει για το ζωντανό της το +σπλάχνο, το παιδί της — την αγαπούσε αλλοιώς παρ' ανθρώπινα, +υπερφυσικά: Αχ, αυτό το κερί που ήτονε ζυμωμένο το κουκλάκι της, +ήτον κερήθρα βγαλμένη απ’ της ψυχής της την κυψέλη πούχε +στραγγίζει απ’ αυτήν το μέλι της ευτυχίας της όλο! . . κ’ έκλεινε +τα μάτια της για να μην ιδή ταχνάρι το φριχτό που άφησε η άλλη +απάνω σ’ αυτό το μαλακό κερί της ψυχής της. . και πάλι τάνοιγε και +το τήραγε και της ερχότανε να ξεφωνίση, γιατί έβλεπε πως το'χε +κάμει πια δικό της η άλλη, πως τόχε βαθιά σημειωμένο με το νεκρό +της το πρόσωπο για σφραγίδα. . και τόσφιγγε στο στήθος της μην της +το πάρη. . κι αυτό άνοιγε το στόμα του να κλάψη, μα έβγαζε μονάχα +μιαν άχνα σα να της έλεγε κάτι από μέρους εκείνης της νεκρής της +άφωνης. . . + + + +&Τα τρία κεράκια& + + + +Είχαν περάσει είκοσι μέρες απ’ τη γέννηση της Κούκλας. + +Ένα δειλινό, εκεί που καθόταν και θωρούσε το παιδί της με την ψυχή +της όλη απάνω του, πήρε μιαν απόφαση μεγάλη: Μόλις φάνηκε στην +πόρτα η Κερά Γιώργαινα πουρχόταν πάντα, κάθε που άδειαζε λιγάκι +απ’ το σπιτικό της, να ρίξη μια ματιά, την παρακάλεσε να μείνη με +το παιδί ως που να γυρίση που θα πεταγότανε κάπου εδωνά, για μισή +ώρα το πολύ. + + — Πού θα πας τέτοιαν ώρα! άβγαλτη ασαράντιστη; τώρα σε λίγο +νύχτωσε — + +Δεν ήθελε να της πη· έπειτα είπε τάχα πως θα πήγαινε σε μια +γυναίκα πούξερε γιατροσόφια για τα παιδιά, που της την είχε +ονοματίσει η θεια Ελέγκω τις προάλλες που ήτονε φερμένη. . . + +Μπαμπουλώθηκε σ’ ένα μεγάλον μποξά και βγήκε όξω. . . + +Σούρπα-σούρπα έφθασε στο Νεκροταφείο: — περνώντας απ’ την εκκλησία +πήρε τρία κεράκια πεντάρικα, χωρίς να μπη μέσα — γιατ’ ήτον +ασαράντιστη . . ίδιο φάντασμα πέρασε κάτω απ’ τα σκοταδερά +κυπαρίσσια ταμίλητα κι ανάμεσα απ’ τα μνήματα που ασπρίζανε σαν +κουκουλωμένα με σεντόνια, που κυττάζανε σα νάταν το καθένα τους κι +από ‘να μεγάλο μάτι άσπρο. . και βγήκε ως έξω πέρα στην πιο άγρια +μοναξιά, στην πιο Θλιμμένη ερημιά του μαντροπερίβολου του Χάρου: +εκεί πουν’ οι τάφοι οι καινούργιοι κ’ οι φτωχοί — χωρίς θλίψη +δένδρινη γερμένη αποπάνω τους. . χωρίς λουλούδι αφημένο από χέρι. +. και μέσα σ’ όλους αυτούς, τους τάφους, που τίποτα δεν τους +αγκαλιάζει, ηύρε τον τάφο της Βεργινίας (πώς να τον ξεχάση!): ένας +μαύρος σταυρός και μες το χώμα, στημένο ορθό, ένα σπασμένο κανάτι +κι απάνω σ’ ένα τουβλάκι μαυρισμένο λίγη στάχτη από καμένο λιβάνι, +απ’ την ευχή πούχε διαβασμένα ο Νίκος στους έξη μήνες της θανής +της. . . Τι άγρια που μαύριζε ολόγυρα του μες την ερημιά ο +σταυρός! πώς ξεφώνιζαν απελπισμένα τάσπρα γράμματα πούγραφε απάνω: +— «Βεργινία Ρώτα, ετών 26» μες το φωτοσκότιδο της αμίλητης της +σούρπας! «Βεργινία Ρώτα!» (κι αυτήν την έλεγαν τώρα «Λιόλια Ρώτα» +— με του Νίκου τόνομα κ’ οι δυο τους!). . φώναζαν τα γράμματα, +φώναζαν, μα δεν ακουγόταν η φωνή τους, γιατί αυτά τα ίδια +κατάπιναν τις κραυγές τους. . και κυττάζανε με βουβά μάτια +κάτασπρα. . και γύρω στο πόδι του σταυρού ήταν κάτι αγριολούλουδα +κίτρινα που ταράζανε στην ασημένια βραδινή ψυχρίτσα σα να περνούσε +κάθε τόσο ένα παγωμένο χεράκι αποπάνω απ’ τα κεφαλάκια τους και να +τα πλάγιαζε με σιγαλινή ανατριχίλα — στην ίδια θέση από τότε που +την έθαψαν. . . Έβγαλε η Λιόλια τα τρία κεράκια κάτω απ’ τον μποξά +της και τάναψε σ’ ένα καντηλάκι που τρεμόσβυνε πιο πέρα σ’ έναν +τάφο με ξύλινα κάγκελλα, πούχε μια φωτογραφία ενός νέου κάτω από +γυαλί, και τάχωσε μες το μαλακό το χώμα: ένα του παιδιού της, ένα +του Νίκου, κ’ ένα δικό της. . . Κ’ έπεσε γονατιστή στο χώμα, +μπροστά στο σταυρό σε μετάνοια, με το κεφάλι χάμω, κουκουλωμένη +όλη μέσα στον μποξά που αποκάτω του έδειχνε το κοντυλογραμένο της +κορμάκι τσακισμένο απ’ της ψυχής το πονεμένο λύσιμο σαν τις +μυροφόρες τις γονατιστές κάτω απ’ το Σταυρωμένο. — Βεργινία! +Βεργινία! φώναξε μέσα στο χώμα, Βεργινία! λυπήσου με, μη μου πάρης +το παιδί μου! . . . Βεργινία, εγώ δεν το θέλησα για να πεθάνης! +παρ' τον ήσκιο σου αποπάνω μου! Λυπήσου μοναχά το Νίκο που τον +αγαπούσες, γιατί θαρρωστήση. Μη μας πάρης το παιδί μας! . . . Θα +του βγάλω τόνομά σου γιατί σου μοιάζει. . αχ, γιατί μου τόκαμες +αυτό! Μη μου το πάρης τουλάχιστο! Θα σου ανάβω ένα κερί κάθε μέρα +ως που να μεγαλώση. Δε φταίμ’ εμείς! — η Μοίρα μας έτσι το θέλησε. +Βεργινία! Βεργινία! άκουσε με, Βεργινία! Νά, σου άναψα ένα κερί +για τον καθένα μας, για να μας λυπηθής. . . + +Έτσι φώναζε με τη φωνή πνιγμένη μες το χώμα και το πότιζε με +δάκρυα για το Νίκο που τονέ λυπόταν καθώς έλεγε τόνομά του, καθώς +έλεγε πως θαρρωστούσε, με δάκρυα και για το τάξιμο το φρικτό πούχε +κάμει να βγάλη του παιδιού της τόνομα της Βεργινίας. . . + +Κ’ έξαφνα εκεί που ξεφώνιζε με το κεφάλι κάτω, της φάνηκε πως +άκουσε μια βαθειά φωνή αλλοιώτικη απομέσα της που βούιξε, σα +θάλασσα μες ταυτιά της: + +«Όλα τα θέλεις, αχόρταγη! και το σπίτι μου και τον άντρα μου και +το παιδί μου; Είναι δικό μου το παιδί! — τόσον καιρό το λαχταρούσα +και το περίμενα. . η ψυχή μου τόχει γεννημένα πριν ναρθής εσύ να +μου πάρης την ευτυχία μου! Όλη μου την ευτυχία εσύ μου την +επήρες!» + +Σήκωσε η Λιόλια περίτρομη το κεφάλι της κ’ είδε το μαύρο σταυρό +αμίλητο που την κύτταζε μ’ άγρια απελπισία με τα γράμματά του σα +μια σειρά άσπρα μάτια. . έρριξε τα μάτια της στα κεριά: το κεράκι +του παιδιού είχε λυώσει ως κάτω κ’ η φλόγα του έβγαινε ακόμα μέσ’ +από το χώμα σα να την ρουφούσε αυτό. . έκαιγε και το κεράκι του +Νίκου με μια φλόγα πλατειά, πεσμένη ανάποδα με το κεφάλι κάτω, +πούγλυφε, ίδια μια γλώσσα πύρινη μέσ’ απ’ τα μαύρα χνώτα της +καπνιάς, το κερί και τανάλυνε σε κίτρινους θρόμπους και το λύγιζε +κουλούρα. . μα το δικό της το κερί ήτον άγγιχτο, σβηστό, όπως τόχε +ανάψει. . . Πετάχτηκε ορθή! — Δεν τόθελε το κερί της η νεκρή! Μα +τάλλα δυο; τάλλα δυο; Το κερί του παιδιού! και του Νίκου! — — +Έφυγε σαν τρελλή χωρίς να γυρίση να κυττάξη πίσω. . . + +Είχε νυχτώσει πια: τάστρα έλαμπαν κρύα στον ουρανό. Έτρεξε σπίτι. +Μέσα της τόξερε τώρα πως το παιδί της θα πέθαινε, πως θα της +τόπαιρνε η Βεργινία, αφού ήτανε δικό της εκείνης και τόχε +γεννημένο η ψυχή της — — — + +Μπαίνοντας στην κάμαρη ηύρε κόσμο και φως από αγιοκέρια. Η Κερά +Γιώργαινα είχε φέρει τον Παππά να βαφτίση το παιδί, γιατί φοβήθηκε +πως θα τελείωνε — — είχανε μαζευτή κ’ ένα δυο γυναικούλες της +γειτονιάς που άμα ακούν τέτοια ραΐζει η καρδιά τους (γιατί και +ποιά δεν τάπαθε!) και τρέχουνε να ξενολυπηθούνε, να δουν και +ταλλουνού τις πίκρες. . . + +Ότι είχε τελειώσει η βάφτιση. + + — Τι όνομα του βγάλατε; ρώτησε λαχανιασμένη η Λιόλια. + + — Ευτυχία, είπε ο Παππάς, να σας ζήση! + + — Έτσι για το καλό, πρόσθεσε η Κερά Γιώργαινα. Είχα δα, η +κατακαημένη, και τη μεγάλη μου κόρη Ευτυχίτσα, που την έχασα +πρόπερσυ, μακάρι να της έμοιαζε! — + + — Αχ! φώναξε η Λιόλια, και τόχα τάξει να το βγάλω Βεργινία! — μα +τώρα πάει πια — τώρα ξέρω πως δε θα ζήση — + +. . και το πήρε στα χέρια της να το φιλήση κ’ εκείνην τη στιγμή το +παιδί άνοιξε τα κερένια του ματόφυλλα και φάνηκαν τα ματάκια του +αναποδογυρισμένα σα να κύτταζε τη μητέρα του με τασπράδι, όπως +έκανε η Βεργινία. . . + + — . . το ξέρω 'γώ! Το ξέρω! — ξαναφώναξε πιο δυνατά η Λιόλια με +τρόμο κι άρχισε να ταράζη σύσσωμη. . . μου τόπε η νεκρή! μου τόπε. +. μου τόπε! — το κεράκι του! . . το ρούφηξε. . . + +. . Και το παιδί μ’ ένα μικρό σπασμό ξεψύχισε — κ’ η Λιόλια +λιγοθύμησε. . . + +Όταν ήρθε ο Νίκος, πιο ύστερα, έπεσε η Λιόλια απάνω του κλαίγοντας +κ’ έμεινε πολλήν ώρα με το κεφάλι κρυμμένο στο στήθος του. . με τα +δυο της τα χέρια του ψηλαφούσε το κεφάλι του, τους ώμους του — λες +κ’ ήθελε να βεβαιώση πως ήτονε ζωντανός αυτός τουλάχιστο, αυτός ο +μόνος θησαυρός της! . . . Κι ο Νίκος με βουρκωμένα μάτια της +χάδευε τα μαλλιά. . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Μέσα σ’ ένα δισκάκι, στρωμένο με μια πετσέτα άσπρη χιόνι μαζί με +δυο πορτοκάλια που τους είχαν μπηγμένα μοσχοκάρφια, μ’ ένα +στεφανάκι από λουλουδάκια κέρινα ολόγυρα στο κερένιο κεφαλάκι με +τα κόκκινα μεταξωτά μαλλάκια, την πήγαν την άλλη μέρα την Κερένια +Κούκλα να την παραχώσουν. Το δισκάκι με την κούκλα το κρατούσε ο +Περικλής ο κουμπάρος, μπροστά, και πίσω έρχονταν ο Νίκος με τη +Λιόλια, η θεια Ελέγκω, η Κερά Γιώργαινα, ο Ντίνος κι άλλοι δυο +φίλοι κ’ ένα-δυο γειτόνισσες που δεν μπορούν ποτέ να λείψουνε σαν +και το Μάρτη απ 'τη σαρακοστή· μα έλειπαν οι γλωσσοφαγάνες αυτήν +τη φορά. Αν δεν έβλεπες το σταυρό και τον Παππά, δε θάλεγες πως +ήτονε λείψανο. Σα να πήγαιναν τάμμα στην εκκλησία: λαμπάδα σε +κανέναν Άγιο θαματουργό, κάποιο είδωλο από πολύτιμο κερί ζυμωμένο +με μύρα κι αλόη για κάποια θεϊκή λύτρωση — έτσι έδειχνε ο δίσκος, +ο στολισμένος με τα πορτοκάλλια και τα γαρούφαλα, με τανθρώπινο το +κερί πλαγιασμένο μέσα του. . . + +Και σταλήθεια το κερί, το βγαλμένο απ’ τα βάθη του είναι τους κι +απ’ της ψυχής τους τον πόνο και τον πόθο, το πήγαιναν τώρα ο Νίκος +κ’ η Λιόλια να ταπιθώσουνε στα πόδια της νεκρής της Βεργινίας, που +ο ήσκιος της ζητούσε δικαιοσύνη. Της είχε τάξει η Λιόλια τόνομα +του παιδιού της, της είχε τάξει κ’ ένα κεράκι κάθε μέρα για τη ζωή +του — και τώρα της πήγαινε το ίδιο το παιδί της, της ψυχής της όλο +το κερί: λαμπάδα να την εξιλεώση, για να ησυχάση, για να πάρη τον +ήσκιο της από πάνω τους. . . + +Χρυσογάλαζο ήτον το προμεσήμερο του Νοεμβρίου — ακόμα βαστούσε το +καλοκαιράκι τ’ Άι-Δημητρίου: ο αέρας ήτον αλαφρός και με χυμένη +μέσα του μια γλύκα μαλακή σαν κουρασμένη αλάλητη — όπως είναι το +γέλοιο σε θλιμμένα χείλη — που τέτοια δεν την έχει η άνοιξη. . . + +Έκλαιγε η Λιόλια εκεί που πήγαινε πίσω απ’ το δίσκο, μα τα δάκρυα +πάνω στο πρόσωπό της έλαμπαν ίδια δροσοσταλίδες σε τριανταφυλλένια +ανθόφυλλα. . . + +Οι άντρες μιλούσανε με το Νίκο κι αναμεταξύ τους ζωηρά και μόνο +που δε γελούσαν. . . + +Όταν έβαλαν την Κερένια Κούκλα μες το χώμα, στα πόδια του τάφου +της Βεργινίας, ο μαύρος ο σταυρός που τον είχανε δη καθώς έρχονταν +από μακριά να τους κυττάζη με ματιάν ασάλευτη άγρια κι +απελπισμένα, σα να μαλάκωσε στις κόψες των γραμμών του, σα να +γλύκανε λιγάκι η φρίκη του: ο ήλιος έπεφτε τώρα επάνω του και τόσο +γυάλιζε η μαυρίλα του που δε φαινόταν πια μαύρος· το +φρεσκοσκαμμένο χώμα μύριζε όπως όταν τσαπίζουν ταμπέλια· τα +κίτρινα αγριολούλουδα στη ρίζα του σταυρού άνθιζαν ήρεμα και +χρυσίζανε σαν άστρα. . . Σα να ευχαριστήθηκε η νεκρή μέσα στον +τάφο της, σα να χαμογέλασε ο ήσκιος της και το χαμόγελο αυτό να +περιχύθηκε ολόγυρα. . . + +Στο γυρισμό ήταν όλοι ακόμα πιο χαρούμενοι. Της Λιόλιας τα δάκρυα +είχανε στεγνώσει κι άκουγε τη θεια Ελέγκω που τα λέγανε με την +Κερά Γιώργαινα για μια μεγαλωσιάνα που δεν ντράπηκε να της κόψη +τρεις δραχμές απ’ τα πλυστικά, επειδή λέει της λείπανε δυο +πετσετάκια. + +Οι μικρές λεύκες από της δυο μεριές της οδού Αναπαύσεως ήτανε +γεμάτες φύλλα δροσερά κι αχνοπράσινα σαν από μετάξι, που τάχαν +πετάξει τώρα-τώρα καινούργια με τη δεύτερη άνοιξη. Ένας κούρκος +φούσκωνε και γουργούλιζε απάνω στο χωματένιο ψήλωμα το χλοϊσμένο +που πάει μαζί με το δρόμο, απ’ τη μια μπάντα, ίσαμε τη γέφυρα του +Ιλισσού: από τις γαλάζιες βραχόπετρες της Καλλιρρόης ακούγονταν +καθαρά οι κόπανοι των γυναικών που’ πλεναν. . . Κάτι κατσίκες +έβοσκαν στα χόρτα του ψηλώματος πούχανε γεμίσει πάλι καινούργια +λουλουδάκια. . . Μες τη μέση του δρόμου ένας κόκκορας με τις +κόττες του σκαλίζανε μες τις φρεσκοπεσμένες καβαλλίνες κι ο +κόκκορας έκανε κακκαρίσματα ντελαλητά για το κάθε κριθαράκι που +τους εύρισκε, φωνάζοντας τις ναρθούνε να το τσιμπήσουν. . . + +Απέξω από ‘να μπακάλικο ήτανε βγαλμένα κάτι σιδερένια τραπέζια και +καρέκλες κ’ ένας-δυο ήταν καθισμένοι κ’ έπιναν. + + — Πάμε να πιούμ’ ένα κρασάκι έτσι στο ποδάρι; φώναξε ο Περικλής ο +χοντρέλης — τώρα βγήκε το καινούργιο κρασί κι αυτός εδώ παίρνει +τις καλύτερες μουστιές, γιατί σου λέει πριν να πας στον άλλον +κόσμο, τσούξε και μια γουλιά της προκοπής! . . . Γέλασαν όλοι με +ταστείο του χωρατατζή του Περικλή και κανείς δεν είπε όχι και +μπήκαν όλη η συντροφιά στο μαγαζί κ’ ήπιαν από 'να κρασάκι. Τι +κρασί ήτον εκείνο! — σα λιακάδα χύθηκε στα σωθικά τους. Ήπιε κ’ η +Λιόλια ένα δαχτυλάκι που της το επιβάλανε στανικώς ο Νίκος κι ο +Περικλής έτσι για δυναμωτικό, πουν απ’ το κάθε φάρμακο καλύτερο. +Της θειάς Ελέγκως το πρόσωπο, το κόκκινο και πλατύ, άνοιξε πια σαν +παπαρούνα το μεσημέρι. + +Χτυπώντας τις γλώσσες τους και σκουπίζοντας τα χείλια τους με +τανάστροφο χέρι, βγήκαν όλοι απ’ το μαγαζί και πήραν πάλι το +δρόμο: τα βήματά τους ολωνών τώρα είχανε γίνει πεταχτά, αλαφρά, σα +φτερωμένα από μιαν κρυφή χαρά αλάκερου του είναι τους. Το πρόσωπο +του Νίκου έδειχνε σαν κάποιες βραδιές που ξαστερώνει ολότελα ο +ουρανός και γίνεται γυαλί: κύτταζε της Λιόλιας τα μαλλιά και του +φάνηκε πως χρυσίζανε στον ήλιο σαν ποτές άλλοτε και το χείλι της +που μισάνοιγε απ' τον κόπο του δρόμου, το χείλι της ταβυσσινύ, του +φάνηκε για δάγκωμα. . . Σήκωσ’ η Λιόλια τα μάτια κ’ είδε το +φεγγάρι ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Μα δεν ήτον το φεγγάρι το +φριχτό, το ασημένιο, με το πρόσωπο της Βεργινίας μέσα του, παρά +ήτονε σαν από άσπρο χαρτί διάφανο και πήγαινε μαζί τους, κρατώντας +ίσο βήμα, σανάθελε να παραβγή στο τρέξιμο ως το σπίτι ή σα να τους +έδειχνε το δρόμο. . και τα λουλούδια τα νεοανθισμένα, που +απαντούσανε στις άκρες του δρόμου, τους γνεύανε με το κεφάλι, όλο +και γνωστικό χαμόγελο σα νάλεγαν πως τόξεραν κι αυτά πως τώρα όλα +πια είχαν περάσει. . . + +Όταν φθάσανε στο σπίτι κι αποχαιρέτησαν τους φίλους, έσφιξε ο +Νίκος τη Λιόλια μες την αγκαλιά του και της είπε: + + — Ας ξημερώση τώρα πια και για μας μέρα Θεού, Λιόλια μου! . . . +Άμα πάρω κάτι λεφτά, σε μια-δυο μέρες, θα πάω να σου πάρω ένα +κρεββάτι πούχω δη στην Άγια Ερήνη, σιδερένιο άσπρο λακέ με σούστα, +που δεν τόχει καμμιά — θα σαστίσης! — να φύγη πια η γουρσουζιά από +πάνω μας! . . . + +Κ’ η Λιόλια, στο στήθος του απάνω, έκλεισε τα μάτια της για να +πιάση αυτό τόνειρο κάτω απ’ τα ματόφυλλά της, να μην της φύγη. . . + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Κ’ η Μοίρα άκουσε τα λόγια του Νίκου κ’ είπε: + +&Ας ξημερώση και για σας μια μέρα, παιδιά μου, γιατί γλήγορα πάλι +θα βραδιάση για πάντα — —& + +— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + +Πέρασε η ημέρα — — + +Την άλλη μέρα εκεί που περίμενε η Λιόλια το μεσημέρι το Νίκο πούχε +αργήσει κ’ είχε κρυφή χαρά μέσα της πως ίσως να πήγε κιόλας για το +καινούργιο κρεββάτι, χτύπησε η πόρτα δυνατά κι αλλόκοτα (έτσι +πάντα χτυπάει η πόρτα για νάμπη μέσα η Μοίρα) και παρουσιάστηκαν ο +Περικλής με το Ντίνο, — κ’ ένας χωροφύλακας στεκόταν απόξω, — +χλωμοί πανιασμένοι, με κάτι μάτια που κάνανε να φύγουν απ' όλες +τις μεριές σαν πουλιά που φτεροκοπούν. . και την πήραν τη Λιόλια +να την πάνε σε μιαν άμαξα πούχε σταθή παρακάτω στην αρχή +τανήφορου, να την παν. . . που την ήθελε ο Νίκος: την πήρανε +σχεδόν ανασηκωτή, σα χτυπημένη κατακέφαλα από 'να ρόπαλο, χωρίς να +της αφήσουν καιρό να καταλάβη καλά-καλά τι της έλεγαν έτσι +λαχανιαστά, με τα λόγια τους τσακισμένα κομμάτια-κομμάτια, τι την +ήθελε ο Νίκος έξω απ' το σπίτι; — ποιός Νίκος καλέ; — μόλις που +πρόφθασε να ρίξη ένα σάλι στο κεφάλι με χέρια πετούμενα σαν ψάρια +που σπαρταρούν. . . + +Περάσανε μέσα από 'να μπουλούκι γυναίκες και παιδιά πούχανε βγη +σωρός απ' τις πόρτες κ’ είχανε μαζευτή γύρω σταμάξι και ρωτούσανε +με χέρια σαλευούμενα και χτυπητά στα γόνατα και με ξεφωνητά +πνιγμένα τον άμαξα, πούχε τα χέρια στις τσέπες. . και ρωτούσαν το +χωροφύλακα, που κατέβαινε τον κατήφορο σοβαρός, με το πιλίκιο +στον' αυτί κι ανεβήκανε σταμάξι — κι ο χωροφύλακας μαζί. . . . + +Εκεί που πήγαινε ταμάξι, ο Περικλής που μόλις βαστούσε τα δάκρυα +του (ο Ντίνος ήτον άλαλος σαν πέτρα —) της είπε της Λιόλιας για το +Νίκο. . της Λιόλιας που γόγγυζε σιγά-σιγά και σάλευε όλη από 'δω +κι από 'κεί σα νάθελε να φύγη απ’ ταμάξι κι απ’ τον εαυτό της. . +της ξαναείπε για το Νίκο, πως χτύπησαν το Νίκο. . ο Μίμης ο +μπαγάσας, που του ζητούσε αφορμή τόσον καιρό πούχαν ξαναμαλλώσει +δυο φορές ως τώρα. . για το τίποτα. . στην ταβέρνα, εκεί πούχανε +μπη οι τρεις τους, ο Νίκος, ο Ντίνος κι αυτός ο ίδιος για ‘να +κρασάκι απ’ το καινούργιο στο ποδάρι. . . επειδή τούπε λέει «ζωή +σε λόγου σου!» για την γυναίκα του, την πρώτη, και για το +«μπασταρδάκι» του κι ο Νίκος σήκωσε το χέρι του. . . + +Και ταμάξι σταμάτησε. . + +. . κ’ ήτον ένα μεγάλο περιβόλι με πορτοκαλλιές και με κάτι μεγάλα +κυπαρίσια, γεμάτο χλωμούς ανθρώπους με τα νυχτικά τους, με χέρια +φασκιωμένα, μαντηλοδεμένους, μπαμπουλωμένους μέσα σε κάτι +βελέντζες σα φαντάσματα πληγωμένα που περπατούσαν ξυπόλητα με +παντούφλες. . . + +. . Κύτταζε γύρω της η Λιόλια με μάτια που δεν έβλεπαν. + +. . κ’ έπειτα ήταν κάτι μεγάλες σκάλες και την ανέβασαν που +τρίκλιζε, με το μικρό το βογκητό πούκανε ολοένα — σα νάτον αυτό +τώρα η αναπνοή της, σα να τη σήκωνε αυτό και να την πήγαινε. . + +. . και την πέρασαν από κάτι μακριούς διαδρόμους κ’ ήτανε +φωτισμένοι αυτοί με γκάζι μέρα μεσημέρι κ’ εκεί ήτον όλο νέοι +καλοντυμένοι με τα καπέλλα στο κεφάλι και με μπαστούνια στα χέρια +και κάτι άλλοι ξεσκούφωτοι με μακριές λινές ποκαμίσες — κι όλοι +τους κάπνιζαν και μιλούσαν όλοι μαζί δυνατά και της έκαναν τόπο να +περάση κυττάζοντάς τη μες το πρόσωπο. . + +. . κ’ έπειτα βρέθηκε σε μια μεγάλη σάλα όλο κρεββάτια-κρεββάτια +μ’ άλλα πάλι άσπρα φαντάσματα και μερικά απ’ αυτά βογκούσανε +δυνατά καθώς περνούσε. . + +. . κ’ έπειτα βρέθηκε μπροστά σ’ ένα κρεββάτι, στην άλλη άκρη, κ’ +εκεί απάνω ήτον τανάσκελα ο Νίκος με τα μαύρα του κατσαρά μαλλιά +βρεμμένα που ξεχειλούσανε μέσ’ από κάτι άσπρα μαντήλια κ’ ήτον +κίτρινος σαν αγιοκέρι κ’ είχε ανοιχτά τα μάτια κι ανοιχτό το στόμα +και ροχάλιζε κ’ έβγαζε κάτι κόκκινους αφρούς και δυο άντρες με +μπλούζες του ανασήκωναν το κορμί με το χέρι κάτω απ’ τη ράχη. . + +. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. . + +. . και μόλις πήγε κοντά αυτή. . σ’ αυτό το κρεββάτι που κοιτόταν +ο Νίκος — + +. . γιατί ήτον ξαπλωμένος αυτού ο Νίκος; τι ήταν αυτά τα μαντήλια +που τούσφιγγαν το κεφάλι! . . τι έβγαινε απ’ το στόμα του Νίκου! — + +. . πετάχτηκε απάνω ο Νίκος και ξανάπεσε βαρύς — — + +Κι αυτή άνοιξε τα μάτια της σα νάθελε να του τα πετάξη απάνω του, +σα νάθελε να βγη αλάκερη μέσ’ απ’ τα μάτια της να πέση απάνω στο +κορμί του· κ’ είδε τότες ένα φεγγάρι πελώριο μαυροκόκκινο που ήτον +η πύρινη γλώσσα του κεριού πούχε ανάψει, για το Νίκο στον τάφο της +Βεργινίας, η ίδια η φλόγα που έτρωγε το κεράκι μέσ’ απ’ τα μαύρα +χνώτα της καπνιάς, που τώρα είχε θεριέψει κ’ είχε πεταχτή στον +ουρανό! . . και ξεκόλλησε απ' τον ουρανό το πελώριο μαυροκόκκινο +φεγγάρι κ’ έπεσε απάνω της και τη σώριασε χάμω — — + + — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + + — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — + + — Γυναίκα του νάν' άραγε, είπε πέρα στο διάδρομο ένας νέος από +‘κείνους με τις λινές ποκαμίσες σε κάτι άλλους — πούχε περάσει η +Λιόλια από μπροστά τους. + + — Δεν πιστεύω! αυτή είναι κοριτσάκι: — έτσι θα την έχη. + + — Κουφέτο! Πού παν και σου τις ξετρυπώνουν αυτοί οι +κουτσαβάκηδες: όλο και τον καλύτερο μεζέ! . . . + + — Τέτοιους θέλουν αυτές· άμα πετύχουν κανέναν από μας, σου λεν +αμέσως: «Θα με πάρης!» και νάσου βγαίνει ο αδερφός με το μαχαίρι +στα δόντια — κι ο Παππάς πίσω απ’ την πόρτα! . . + + — Κομματάκι ωστόσο! θα παρηγορηθή εύκολα — μια και μπήκε στο +δρόμο! είπε με κάποιαν κρυφήν ελπίδα ένα γιατρουδάκι αμούστακο. . +. + +. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . + +Πάνω στη Γαργαρέτα είχαν απομείνει οι γυναίκες ένα κουβάρι +αναμαλλιασμένο — και κύτταζαν κατά το μέρος πούχε φύγει η άμαξα. . +. + + — Δε στάλεγα εγώ, Κυρία Ευρυδίκη μου, είπε η Χαρζανοπουλίνα της +παλιάς της έχθρας, πως κακό τέλος θε να πάρη αυτός ο Νίκος; εμένα +ποτέ δε μ’ άρεσε αυτό το παιδί! . . . + + — Δε λες καλά που. . . είπε η Ευρυδίκη και σταμάτησε — — Καλέ +είδες, Κυρά Χαρζανοπουλίνα μου, εκείνο το γουρσούζικο! να +ξεκληρίση ολόκληρη φαμελιά: γυναίκα, άντρα και παιδί σ’ ένα χρόνο +μέσα! . . . + +Κ’ οι δυο κόρες της Χαρζανοπουλίνας έκαμαν: + + — Αχ! — + + — Αχ! — — + + + +ΤΕΛΟΣ + + + + + + + + +End of Project Gutenberg's The Waxen Doll, by Konstantinos Christomanos + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE WAXEN DOLL *** + +***** This file should be named 27073-0.txt or 27073-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/7/0/7/27073/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
