summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/26731-h/26731-h.htm
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-15 02:32:38 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-15 02:32:38 -0700
commit11d45115af82763e300bce3acebbe0bc72b2fa93 (patch)
tree7c6f0830c68c31257d51b7fd5e3bd9527c0ca825 /26731-h/26731-h.htm
initial commit of ebook 26731HEADmain
Diffstat (limited to '26731-h/26731-h.htm')
-rw-r--r--26731-h/26731-h.htm3537
1 files changed, 3537 insertions, 0 deletions
diff --git a/26731-h/26731-h.htm b/26731-h/26731-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..ea059ca
--- /dev/null
+++ b/26731-h/26731-h.htm
@@ -0,0 +1,3537 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD HTML 4.01 Transitional//EN">
+<HTML>
+<HEAD>
+<META HTTP-EQUIV="Content-Type" CONTENT="text/html; charset=utf-8">
+<META NAME="generator" CONTENT="NoteTab Light">
+<TITLE>Αντιγόνη</TITLE>
+</HEAD>
+<BODY>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Antigoni, by Sophocles
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Antigoni
+
+Author: Sophocles
+
+Release Date: March 7, 2012 [EBook #26731]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANTIGONI ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+
+<p>
+</p>
+<IMG SRC="images/cover.jpg" WIDTH="430" HEIGHT="631" BORDER="0" ALT="εξώφυλλο">
+
+<h2 style="margin-top: 3em">ΣΟΦΟΚΛΗΣ</h2>
+
+<p>
+</p>
+<h2 style="margin-top: 3em">ΑΝΤΙΓΟΝΗ</h2>
+
+<p>
+<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<BR>
+Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ</h3>
+
+<p>
+<BR>
+ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10</p>
+
+<p>ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΡΑΦΕΩΝ</p>
+
+<p>
+<BR>
+ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ</p>
+
+<p>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</p>
+
+<p>
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ<BR>
+Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ</p>
+
+<p>
+<BR>
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<BR>
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ</p>
+
+<p>1912</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">Υ Π Ο Θ Ε Σ I Σ</h3>
+
+<p>
+Ο Πολυνείκης, υιός του Οιδίποδος, του βασιλέως των Θηβών,<BR>
+εξεστράτευσε με τους Αργείους εναντίον του αδελφού του<BR>
+Ετεοκλέους, ο οποίος είχεν αναλάβη μόνος την βασιλείαν. Εις τον<BR>
+πόλεμον ενικήθησαν οι Αργείοι, αλλά και οι δύο αδελφοί<BR>
+ονομαχήσαντες εφονεύθησαν.</p>
+
+<p>
+<BR>
+Ο Κρέων, αναγορευθείς βασιλεύς των Θηβών, διέταξε να μείνη<BR>
+άταφος ο νεκρός του Πολυνείκους, ως εχθρού της πατρίδος, και<BR>
+ώρισε ποινήν θανάτου εναντίον οιουδήποτε παραβάτου της διαταγής<BR>
+του.</p>
+
+<p>
+<BR>
+Αι δύο αδελφαί του Πολυνείκους, η Αντιγόνη και η Ισμήνη, θρηνούν<BR>
+και οδύρονται δια τούτο, καθ’ όσον ιερόν καθήκον των συγγενών<BR>
+ελογίζετο το να κηδεύουν σεμνώς και να ενταφιάζουν τον νεκρόν<BR>
+συγγενή. Αλλ’ ενώ η Ισμήνη υποκύπτει εις την προσταγήν και<BR>
+συμβουλεύει μάλιστα την αδελφήν της να πράξη το αυτό, αντιθέτως η<BR>
+μεγαλόψυχος Αντιγόνη εξεγείρεται εναντίον της σκληράς προσταγής<BR>
+και αψηφούσα τον κίνδυνον επιχειρεί την ταφήν του αδελφού της.<BR>
+Γνωρίζει την παρανομίαν της, αλλά συμμορφώνεται με τον άγραφον<BR>
+ηθικόν νόμον του συγγενικού και οσίου καθήκοντος.</p>
+
+<p>Εντεύθεν επέρχεται η τραγική κάθαρσις. Ο Κρέων άκαμπτος προστάζει<BR>
+τον θάνατον της Αντιγόνης, αν και ήτον αυτή η μέλλουσα νύμφη του.<BR>
+Ο Τειρεσίας προλέγει τότε τα εκ της σκληρότητος του Κρέοντος<BR>
+μέλλοντα δεινά και αποκαλύπτει εις τον βασιλέα τας φοβεράς περί<BR>
+τούτων μαντείας.</p>
+
+<p>Ο Κρέων εις το άκουσμα κλονίζεται, αλλά δεν είναι πλέον καιρός. Η<BR>
+μοίρα των ανθρώπων δεν έχει χρονοτριβάς. Επί του νεκρού της<BR>
+Αντιγόνης ο Αίμων, ο υιός του Κρέοντος, αυτοκτονείται και η μήτηρ<BR>
+του απηλπισμένη αυτοχειριάζεται. Ο Κρέων αργά συνέρχεται εις<BR>
+εαυτόν και κατανοεί την συμφοράν του.</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3>
+
+<p>
+ΑΝΤΙΓΟΝΗ<BR>
+ΙΣΜΗΝΗ<BR>
+ΧΟΡΟΣ (Θηβαίων γερόντων)<BR>
+ΚΡΕΩΝ<BR>
+ΦΥΛΑΞ<BR>
+ΑΙΜΩΝ<BR>
+ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ<BR>
+ΑΓΓΕΛΟΣ<BR>
+ΕΥΡΙΔΙΚΗ</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΑΞΙΣ Α’</h3>
+
+<p>
+<BR>
+ΑΝΤ. Ισμήνη, αδελφούλα μου, εσύ αγαπημένο κεφαλάκι.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ξέρεις νάμεινε απ’ τον Οιδίποδα κακό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που να μην έρριξεν ο Δίας επάνω μας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ενόσω ζούμε;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Δεν είναι πόνος, ούτε χαλασμός, ούτ’ ατιμία, ούτε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ντροπή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού να μην είδα εγώ μέσ’ τες δικές μου διστυχίες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[και στες δικές σου...<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τώρα πάλι, τι λένε πως διαλάλησε, καινούργιο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σ’ όλην την πολιτεία ο στρατηγός ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έμαθες τίποτα και άκουσες ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή δεν μαντεύεις τη συμφορά που έρχεται από τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[εχθρούς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σ’ εκείνους π’ αγαπούμε;</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Εμένα, Αντιγόνη, δεν μούρθε είδησι καμμιά απ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους αγαπητούς μας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτ’ ευχάριστη αλλά ούτε και θλιβερή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αφ’ ότου η δύο εμείς εχάσαμε τ’ αδέρφια μας τα δύο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που σε μια μέρα ‘πήγαν με διπλό θάνατο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τώρα που των Αργείων σκόρπισε ο στρατός,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;την ύστερη νύχτα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν έμαθ’ άλλο τίποτα για νάμαι πειό χαρούμενη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πάρα λυπημένη.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Καλά το έλεγα· γι αυτό κι εγώ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σ’ έφερα έξω από της πύλες της αυλής για να τ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ακούσης εσύ μονάχα.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Τι είναι; σε βλέπω και συλλογίζεσαι κάτι βαρύ να πης.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Δεν έχει ο Κρέων τους αδελφούς μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τον ένα τιμημένο με ταφή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τον άλλο για ατιμίαν άθαφτο :<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τον Ετεοκλή, λένε, πως δίκαια κι όπως το θέλει ο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νόμος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τον έβαλε στο χώμα για νάναι τιμημένος μέσ’ τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νεκρούς του κάτω κόσμου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μα του Πολυνείκη το λείψανο, άθλια ξεψυχισμένο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;άκουσα πως στους πολίτες εβγήκε διαταγή κανείς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να μη το θάψη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε και να το κλάψη παρά να τον αφήσουν άκλαυτο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[και άθαφτο για τα όρνια,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που γλυκό τους θησαυρό τόνε θωρούν και χυμούν για<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να τον φαν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αυτά, είπαν, πως ο καλός μας Κρέων<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εδιάταξε σε σένα και σε μένα -λεω και σε μένα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τώρα έρχεται κατά ‘δώ για να τα φανέρωση σ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[όσους δεν τα ξέρουν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πως δεν πέρνει το πράγμα ελαφρά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά όποιος κάνει τίποτε ενάντια<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θάνατος να του μέλλεται μπροστά σ’ όλη την πόλι.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αυτά είναι, και τώρα θε να φανή αμέσως<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν ευγενικά ‘γεννήθηκες ή από καλούς κακιά.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Και μήπως ‘μπορώ εγώ, παράτολμη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να δέσω ή να λύσω αλλοιώτικα αφού είναι έτσι;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Κύτταξε συ μόνο, αν θα κάνης αυτόν τον κόπο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μαζύ μου.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Για ποιό κίνημα μου λες, και που τρέχει ο νους σου;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Αν θα σήκωσης μαζύ μ’ αυτά τα χέρια μου τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πεθαμένο.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Στ΄ αλήθεια συλλογιέσαι, να θάψης αυτόν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που έχει απαγορευθή στην πολιτεία ;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Μάλιστα, τον δικό μου και όχι το δικό σου τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αδερφό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν δε θες εσύ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί ποτέ δεν θα με ‘δης εγώ να τον προδώσω.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Αχ, κακομοίρα μου, μ’ αφ’ ου ο Κρέων είπε όχι.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Δεν έχει να μ’ εμποδίση διόλου σε ό,τι μου ανήκει.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Ωιμένα, συλλογίσου, αδελφή, που ο πατέρας μας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με κατάρα και καταχθόνια χάθηκε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όταν ξεσκέπασε μονάχος της αμαρτίες του, βγά-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ζοντας με το χέρι του τα δυο του μάτια.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έπειτα η μητέρα και γυναίκα του -και τα δυο να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[την ειπής-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με πλεχτή θηλειά κρεμιέται και πεθαίνει·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τρίτο, οι δυο μας αδερφοί σε μια μέρα μέσα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μ’ αυτοκτονία πήγανε οι καϋμένοι, δίνοντας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο ένας του άλλου με τα δικά τους χέρια θάνατο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τώρα που μείναμε η δυο μας έρημες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βάλε με το νου σου τι τρισάθλια που θα χαθούμε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν κάνωμε ενάντια στο νόμο και αψηφίσουμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τη δύναμι και διαταγή του βασιληά.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα πρέπει να το καταλάβης ότι γυναίκες γεννηθή-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[καμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και όχι τους άντρες για να πολεμάμε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και έπειτα, αφ’ ου πούχουν πειό δύναμι μας ορίζουν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χρωστούμε κι αυτά να δεχτούμε κι’ ακόμα πειό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χειρότερα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εγώ το λοιπόν, παρακαλώντας εκείνους που είνε κατ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[απ’ το χώμα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να με συχωρέσουν, επειδή άθελα το κάνω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θ’ ακούσω αυτούς που έχουν να προστάξουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί, να κάνω πράμματα του κάκου, μου φαίνεται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δεν έχει νου.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Εγώ δε θα σε προστάξω, και ούτε να θέλης τώρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να το κάμης<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θα ευχαριστηώμουνα να με βοηθούσες.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κύττα να ‘δης εσύ τι θέλεις, εκείνον θα τον θάψω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[εγώ.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Καλό μου τώχω να πέθαινα, αφού το κάνω·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αγαπημένη θα κοίτωμαι κοντά του, μαζύ μ’ αυτόν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[που αγαπώ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αφού θάχω κριματίσει, μ’ άγια πράξει.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έτσι κι έτσι περισσότερος είν’ ο καιρός πούχω ν’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αρέσω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σ’ εκείνους που είνε κάτω, παρά σ’ αυτούς εδώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί εκεί έχω να μείνω πάντα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εσύ, όμως, σαν το νομίζεις, των θεών τα τίμια<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πράμματα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έχε τα καταφρονεμένα.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Εγώ δε λέω πως δεν τα σέβομαι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά γιατί να κάνω ενάντια σ’ όλη την πολιτεία<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δεν έχω δύναμι.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Έχε το εσύ αυτό για πρόφασι, εγώ πάω να κάνω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τάφο του αγαπημένου μου αδελφού.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Ωιμένα, κακομοίρα μου, τι φόβο έχω για σένα.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Για μένα μη σε νοιάζει· κύτταξε συ την τύχη σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να κάνης.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Τουλάχιστον μη φανερώσης το πράμμα σε κανένα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κράτα το κρυφό.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι εγώ θα κάνω το ίδιο.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Ά, όχι· να το προδώσης. Πολύ πειότερο θα σε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[συχαθώ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν δεν το πης, και δεν το ξεφωνήσης σ’ όλο τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κόσμο.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Εσύ έχεις ζεστή καρδιά εκεί που ο άλλος παγώνει.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Έτσι ξέρω όμως, πως θ’ αρέσω σ’ όσους πρέπει ν’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αρέσω περισσότερο.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Σαν θα τα καταφέρης. Αλλά ζητάς πράμματα που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δεν γίνονται.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Και τι μ’ αυτό· όταν πειά δεν θα μπορώ, θα παύσω.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Κι’ από μιαν αρχή δεν πρέπει ο άνθρωπος να κυνηγά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τ’ αδύνατα.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Όταν λες τέτοια κι εγώ με το δίκηο θα σ’ οχτρευτώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και του πεθαμένου γίνεσαι εχθρά.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Άφησε μ’ εμένα στην ασυλλογισιά μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να πάθω αυτό το φοβερό ·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν μπορεί τίποτα περισσότερο να μου γείνη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για να μην πάω τουλάχιστο με θάνατο καλό.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(φεύγει η Αντιγόνη)</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Αφ’ ου το θέλεις πήγαινε· αυτό μόνο να ξέρης, πως<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κάνεις ανοησία<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ας δείχνεσαι για το φίλο σου φίλη αληθινή.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(μπαίνει στ’ ανάκτορα)</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Α’.</b>
+
+<p>ΧΟΡ.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αχτίδα του ηλίου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που ωμορφήτερο φως δε ‘φώτησε την εφτάπυλο Θήβα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;‘φάνηκες πειά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν άνοιξε ένα βλέφαρο χρυσόφθαλμης ημέρας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καθώς έρχεσαι πέρα από τα νερά της Δίρκης!<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και το στρατό με της αστραφτερές ασπίδες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που ‘βγήκε απ’ το Άργος μ’ όλην την αρματοσιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τον έσπρωξες να φύγη τρέχοντας με σφιγμένο χαλι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νάρι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εκείνον που στη χώρα μας ο Πολυνείκης,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;φιλονικώντας για το δίκαιο του, τον ξεσήκωσε ....<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κράζοντας στριγγά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν αετός από ψηλά στη γης επέταξε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με ανοιγμένη χιονάτη φτερούγα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μ’ άρματα πολλά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και με περικεφαλαίες αλογομαλλούσες.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αναστροφή Α’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι’ από ‘πάνω από τα σπήτια στάθη ένα γύρω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με λόγχες φόνισσες να της μπήξη στο εφτάπυλο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στόμα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αλλά έφυγε προτού να πιή και να χορτάση από τα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αίματά μας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και προτού από της ρετσίνες να πιάσουνε φωτιά η<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στεφανωσιές των πύργων,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πίσω του έρχουνταν η θεόρατη βροντή του Άρη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για τον αντίπαλο Δράκοντα δυσκολονίκητη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί ο Δίας εχτρεύευεται τα κομπιάσματα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ’ τη μακρυά τη γλώσσα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και καθώς είδε κείνους, σαν μεγάλο ρέμμα, να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ξεχύνωνται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μ’ αλαζονεία κι αχολογή απ’ τα χρυσά τους όπλα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ρίχνει με τη χτυπητή φωτιά του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτόν που είχε χυμήξει στην κορφή τον τείχους τη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νίκη κι όλας ν’ αλαλάξη.</p>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Β’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και ‘ταλαντεύθη και βρόντηξε στη γης<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βαστώντας τη φωτιά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτός που με λυσσάρικη ορμή, μεθυσμένος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είχε πέσει πάνω μας σαν την κακιά ανεμοζάλη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αλλοιώς όμως ήρθαν τα πράμματα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και σ’ άλλους άλλη τύχη έδωσε ο διώχτης, ο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μεγάλος Άρης,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που δεξιά τα φέρνει σαν το δεξιόζευχτο άλογο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επειδή κι’ οι εφτά λοχαγοί που στης εφτά πύλες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ήταν βαλμένοι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τόσοι γι άλλους τόσους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αφήσανε τον Δία τα ολόχαλκα τους τ’ άρματα για<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τρόπαιο·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μόνο οι δυο φριχτοί, ώ! από έναν πατέρα και μια<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γεννημένοι μητέρα!<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εστήσανε της διπλοδύναμες λόγχες καταπάνω τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ επήγαν και οι δυο τους μ’ ένα θάνατο.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Β’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αλλά να που ήρθε η μεγαλονόματη νίκη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καινούργια φέρνοντας χαρά στη Θήβα με τα πολλά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[οχήματα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;- κι’ έτσι τους τωρινούς πολέμους λησμονήστε τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ ελάτε με χορούς ολονυχτίς γύρω να φέρωμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όλους τους ναούς των θεών<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι αυτός που τραντάζει της Θήβας τη γη, ο Βάκχος,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κεφαλή ας μας είναι !<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά νάτον οπού είναι τώρα βασιληάς της χώρας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με τ’ ανέλπιστα που τούτυχαν απ’ τους θεούς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο Κρέων, ο γυιός του Μενοικέα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;προβαίνει· ποια σκέψι νάχη μέσα του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού έβαλε και ‘μάζεψαν τους γέροντας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με το ίδιο κήρυγμα καλώντας τους όλους μαζύ ;</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;( Εισέρχεται ο Κρέων )</p>
+
+<p>
+ΚΡΕ. Άντρες, έφεραν πάλι οι θεοί τα πράμματα δεξιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στην πολιτεία, έπειτα από τον τόσο σάλο που την<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[είχε χαντακώσει,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και σας εγώ, από όλους χώρια, μ’ απεσταλμένους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σας μήνυσα ναρθήτε, επειδή ξέρω το σεβασμό που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[είχατε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στου Λάιου τον καιρό πάντα στη βασιλεία και στο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θρόνο·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πάλι σαν ξανάστησε την πόλι ο Οιδίππους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ αφ’ ου ‘κείνος ‘χάθηκε, στα παιδιά των βασιλειάδων<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εμείνατε πιστοί με γνώμη ασάλευτη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τώρα που αυτοί και οι δυο μαζύ σε μια ‘μέρα ‘πάνω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;‘χάθηκαν χτυπιώντας και χτυπιούμενοι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με της αυτοχειρίας την αμαρτία,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;‘πήρα και γω το θρόνο και όλο το βασίλειο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν συγγενής που είμαι των πεθαμμένων.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Δύσκολο είνε βέβαια να καταλάβη κανείς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;του κάθε ανθρώπου την ψυχή, τη σκέψι και τη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γνώμη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πριν να φανή στη διοίκησι και στους νόμους μαθη-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μένος.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εγώ όμως θαρρώ, και τώρα κι’ απ’ ανέκαθεν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως όταν ένας που κυβερνάει όλη την πολιτεία<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν ακολουθάει την πειό καλλίτερη γνώμη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρ’ από φόβο κρατεί τη γλώσσα στο στόμα του·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κλειστή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ην’ απ’ όλους ο χειρότερος.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και οποίος έχει καλλίτερο το φίλο απ’ την πα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τρίδα του,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτόνε ούτε να τον λέω δε θέλω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επειδή εγώ - ας τ’ ακούση ο Δίας, που πάντα ξέρει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[όλα -<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πότε μου δεν θα σώπαινα σαν έβλεπα τη συμφορά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;νάρχεται κατ’ επάνω στους πολίτες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να πάρη την ευτυχία τους, και ούτε θα έπιανα φίλο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μου ποτέ έναν εχτρό της χώρας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γνωρίζοντας ότι η πατρίδα είνε που μας βαστάει,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πως όταν στέκει αυτή ολόρθη, και ‘μεις απάνω της<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κολυμπάμε στα νερά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τότε τους φίλους κάνομε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Με τέτοιους νόμους, εγώ αυτή την πόλι ψηλά θα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τη σηκώσω.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τώρα πάλι τα ίδια έχω διαλαλημένα στους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πολίτες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για τα παιδιά του Οιδίπου.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τον Ετεοκλή βέβαια, που σκοτώθηκε γι’ αυτή τη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χώρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και δείχτηκε σ’ όλα ήρωας στη μάχη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να τον βάλουν στον τάφο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να του κάνουν όλα τα πρεπούμενα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όσα γίνονται για τους καλλίτερους νεκρούς, σαν κα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τεβαίνουν κάτω·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά τον αδελφό του - τον Πολυνείκη λέω -<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που απ’ την εξορία του κατέβηκε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τη γη αυτή την πατρική του και τους θεούς τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ντόπιους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ήθελε με τη φωτιά να κάνη στάχτη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ήθελε και το αίμα της γεννιάς του να πιή και να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χορτάση,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και σας να σας σκλαβώση και να σας σέρνη δούλους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτουνού, έβαλα να κράξουν σ’ όλη την πόλι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μήτε να του στολίση κανείς τάφο, μήτε και να τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κλάψη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά να τον αφήσουν άθαφτο και το κορμί του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να το φάνε τα σκυλιά και τα όρνια να το μαγαρί-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σουν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που όποιος το βλέπει, το αίμα του να παγώνη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αυτή είνε η θέλησί μου, και ποτέ μου δε θα δώσω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στους κακούς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ό,τι αξίζουν νάχουν οι καλοί.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αλλ’ όποιος αγαπάει αυτή την πόλι, και πεθαμμένος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νάν’ και ζωντανός,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από μένα την ίδια τιμή θε να ‘βρη.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Εσένα έτσι σ’ αρέσει να κάνης, γυιέ του Μενοικέα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Κρέων,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και με τον εχτρό της πολιτείας αυτής και με το φίλο.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και σένα στέκει να βάζης το νόμο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και για τους πεθαμμένους και για τ’ εμάς που ζούμε.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Εσείς κυττάτε τώρα πώς θα φυλάξετε σκοπό για όσα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σας είπα;</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Σ’ άλλον πειό νεώτερο δόσε νάχη αυτή την έννοια.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Μα είνε κι’ όλας βαλμένοι όσοι θα προσέχουν το<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νεκρό.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Γιατί λοιπόν παραγγέλνεις πάλι ετούτο κι’ αλλουνού;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Για να μην αφήσετε κανένα σ’ αυτά να παρακούση.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Δεν ειν’ κανείς τόσο κουτός να θέλη να πεθάνη.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Και βέβαια αυτό θα πάθη, αλλά με την ελπίδα να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κερδίσουν, πολλοί ως τώρα χάθηκαν.</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Βασιληά, δεν μπορώ να πω πως απ’ τη βιάση μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;λαχάνιασα, και πως τα πόδια μου έκαναν φτερά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί πολλές φορές από τη συλλογή μου σταμάτησα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στο δρόμο και μούρθε να γυρίσω ‘πίσω.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Χάρις που η ψυχή μου πολλά μου έψαιλνε και μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τσαμπουνούσε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;«Κακομοίρη, τι πας αυτού, που μόλις φθάσης, θα σε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χώσουν μέσα ; »<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;« Μα χαντακωμένε, κάθησες πάλι; κι αν το μάθη ο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Κρέων από άλλον δε θα σε τζούξη έπειτα; »<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σε τέτοιους συλλογισμούς μπερδεύονταν τα πόδια μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ έτσι έφτασα γρήγορα αργά μ’ όλο μου το κολάι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί κι ο κοντός δρόμος έτσι γίνεται μακρύς.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τέλος βάστηξε η γνώμη νάρθω σ’ εσένα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ αν δε σου πω και τίποτα, πάλι θα στο πω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί έρχομαι απ’ την ελπίδα κρεμασμένος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως άλλο δε μπορώ να πάθω απ’ ό,τι μου μέλλεται.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι είν’ αυτό που σε κάνει έτσι να φοβάσαι;</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Πρώτα, θέλω να σου ‘πώ για τα δικά μου·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί ούτε τώκανα εγώ το πράμμα ούτε είδα ποιος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τώκανε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και δεν θάταν δίκηο να πάθω τίποτα κακό.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Όλο προοίμια είσαι κι’ όλο τα φέρνεις γύρω για την<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ασφάλεια σου·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;φαίνεται πως κάποιο σπουδαίο θέλεις να πης.</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Τα φοβερά δίνουν πολύ βαρεμό να τα λέη κανείς.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Θα μιλήσης λοιπόν μια φορά ; έπειτα σ’ αφίνω και<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[φεύγεις.</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Να ! σου λέω κιόλας. Κάποιος ‘πήγε κι έθαψε τώρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δα το νεκρό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έρριξε σκόνη στεγνή κι επασπάλισε το σώμα του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κι έκανε όλα κατά πως είνε συνήθεια.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι είπες; ποιος ήταν αυτός που τόλμησε να κάνη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αυτό;</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Ξέρω κι’ εγώ ; δε φαινότανε ‘κεί πέρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε αχνάρι απ’ αξίνα ούτε ξεπέταγμ’ από τσάπα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Η γη ξερή πέτρα, μήτε σκασμένη πουθενά, μήτε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[και σημαδεμένη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Απ’ τους τροχούς των αμαξιών,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά όποιος τώκανε, δε φανερώθηκε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Καθώς μας τώδειξε ο πρώτος που ήρθε για σκοπός<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[της ‘μέρας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μας φάνηκε ολονώνε θάμμα και μυστήριο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επειδής ο νεκρός δε φαινότανε πειά, θαμμένος πάλι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δεν ήτον,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μόνο μια σκόνη ψιλή ήταν απάνω του ριγμένη, σάμ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πως για να ξεφύγουν την αμαρτία<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ούτε σημάδι εφαίνουνταν από ζώο, από σκυλί<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[που νάρθε να τον τραβήξη έξω.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και άσχημα λόγια εβούιζαν ανάκατα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι ο ένας φύλακας έβριζε τον άλλο, κι’ αν έπεφτε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στα τελευταία και ξύλο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δε θα βρισκότανε κανείς να τους χωρίση,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί ο καθένας τους ήταν ο ένας που τώχε κανω-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μένα και φανερός κανείς τους.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Καθένας κύτταζε πώς να ξεφύγη, για να μην είν’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αυτός,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ είμαστ’ έτοιμοι να πιάσωμε και σίδερο καυτό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στα χέρια μας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να περάσωμε από μέσα απ’ τη φωτιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να πάρωμε όρκους σ’ όλους τους θεούς πως μήτε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κάναμε τίποτα μήτε και ξέρουμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γι’ αυτόν που τώχει σοφιστή και κανωμένο.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τέλος πάντων σα δε μας έμεινε πειά τίποτ’ άλλο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να ‘ξετάξωμε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πετάει κάποιος ένα λόγο που μας έκανε όλους να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ρίξωμε τα κεφάλια κάτω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ’ το φόβο μας, γιατί δεν είχαμε τίποτε να πούμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ενάντιο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ούτε πώς θα κάνωμε να βγούμε πέρα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έλεγε, που θα πη, πως έπρεπε να στην αναφέρωμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[εσένανε την πράξι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και όχι να την κρύψωμε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι αυτή η γνώμη εβάστηξε·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εμένα όμως του άμοιρου μούπεσ’ ο κλήρος, εγώ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ν’ απολάψω αυτό το καλό.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι έτσι νάμαι τώρα μπροστά σου χωρίς να το θέλω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[εγώ και χωρίς να με θέλης και συ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτό το ξέρω - επειδή κανείς δεν καλοβλέπει αυτόν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[που φέρνει της κακές είδησες.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Εμένα, βασιληά μου, απ’ την αρχή το λέει ο νους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μήπως κι’ απ’ το θεό μας έρχεται ετούτο το σημάδι.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Πάψε, προτού απ’ τα λόγια σου μου ξεχειλίση ο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θυμός·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κύττα να μη δείχτης άμυαλος όπως είσαι και γέρως.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Δεν υποφέρνεσαι μ’ αυτά που λες, πως τάχα οι θεοί<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[‘πήγαν να φροντίσουν για το νεκρό·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μήπως τον έκρυψαν από μεγάλη εκτίμησι, σαν ευερ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γέτης που ήταν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτός που ήρθε να τους κάψη τους στυλογύριστους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ναούς και τ’ αφιερώματά τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τους νόμους να χαλάση;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή μήπως είδες ποτέ σου τους κακούργους να τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τιμούνε οι θεοί;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Όχι, δεν είν’ έτσι. Αλλά γι’ αυτά από καιρό με-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ρικοί στην πόλι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μουρμούριζαν εναντίο μου, γιατί μόλις τα υπόφεραν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κρυφά κουνιώντας το κεφάλι, κι’ ουτ’ έσκυβαν κάτου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[απ’ το ζυγό όπως είνε δίκηο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για να με υπακούν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Από ‘κείνους, το ξέρω καλά, είνε βαλμένοι κι ετού-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τοι ‘δώ με πλερωμή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να κάνουν αυτό πούκαναν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Γιατί τίποτ’ από όσα σοφίστηκαν οι άνθρωποι πειό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χειρότερο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν γένηκε απ’ το χρήμα· αυτό και πολιτείες γκρε-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μίζει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ ανθρώπους ξεσηκώνει απ’ τα σπίτια τους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και των φρονίμων τους γυρίζει τα μυαλά, και τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μαθαίνει ν’ αγαπούν τα αισχρά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και έδειξε στον άνθρωπο πώς να κάνη πανουργίες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και κάθε είδους ασέβεια να την ξέρη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Όσοι όμως για πλερωμή τα έκαναν αυτά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ένα εκατάφεραν, τέλος πάντων, πώς να τιμωρηθούν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα όσο λαβαίνει ο Δίας ακόμα σέβας από ‘μένα και<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τιμή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ξέρε το καλά, γιατί στο λέω με όρκο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν δε βρήτε και μου φέρετε μπροστά στα μάτια μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτόνα που το χέρι του έκανε τον τάφο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο Άδης δεν θα σας φθάση μοναχά, προτού,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κρεμασμένοι, ζωντανοί μου φανερώσετε το κρίμα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για να ξέρετε άλλη φορά πούθε βρίσκετε το κέρδος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ναν τ’ αρπάξετε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να μάθετε ότι δεν πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να κυτ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τάη κανείς το πώς θα καζαντήση.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Γιατ’ από τέτοιες άτιμες απολαβές τους περισσό-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τερους θα ‘δης να καταστραφούνε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά που θα σωθούνε.</p>
+
+<p>ΦΥΛ. θα μ’ αφήσης να σου πω τίποτα, ή να πάω από κει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πούρθα ;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Δεν καταλαβαίνεις πώς και τώρα με δυσαρεστούν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τα λόγια σου;.</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Στ’ αυτιά σου μέσα σε τσιμπούν, ή στην ψυχή επάνω;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι; ζυγιάζεις τώρα η λύπη μου που στέκει;</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Α! ξέρω! εκείνος πούκαν’ το κακό στην ψυχή σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σ’ ενοχλεί,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ εγώ στ’ αυτιά σου.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Μωρέ φαίνεσαι πως γεννήθηκες λογάς.</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Αλλά την πράξι που θα ‘πη δεν την έκανα εγώ.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Κι’ επούλησες μάλιστα την ψυχή σου για λεφτά.</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Αχ! τι κακό που είνε να νομίζη κανείς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να νομίζη λάθος.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Λέγε, εσύ τ’ αστεία σου γι’ αυτό που νομίζω εγώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μ αυτά κι’ αυτά, αν δε μου φανερώσετε τους φταί-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στες, θα σας κάνω εγώ να σκούξετε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως τ’ άτιμα κερδέματα φέρνουνε συμφορές.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(φεύγει ο Κρέων).</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Καλέ, ας βρεθή και με το παραπάνω. Αν τον πιά-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σουνε ή όχι, αυτό είνε στην τύχη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εμένα δε θα με ‘δης να σου ξανάρθω εδώ.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τώρα που χωρίς να τώλπιζα, και χωρίς τη δική<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μου γνώμη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εσώθηκα, χρωστάω μεγάλη χάρι στους θεούς.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(φεύγει ο Φύλαξ).</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Α’.</b>
+
+<p>
+ΧΟΡ. Πολλά είνε τα θαμμαστά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα τίποτα πειό θαμμαστό δεν είνε απ’ τον άνθρωπο·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτός και πέρα απ’ την ασπριδερή τη θάλασσα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με του νοτιά την μάνητα προβαίνει,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;περνώντας κύματα που γύρω του σαλεύουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και την πειό μεγαλήτερη απ’ τους θεούς, τη γη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού είν’ αχάλαστη, και ποτέ δεν αποκάνει,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;την τρυγάει από χρόνο σε χρόνο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σκαλεύοντάς την μ’ άροτρα που τα γυρίζουν άλογα.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Α’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και το συνάφι των ελαφρόμυαλων πουλιών<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κυκλόνοντας τα πιάνει κι’ άγρια θεριά κοπάδια,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και την πλάσι όλη απ’ της θάλασσας τα βάθη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με τα κλωστένια δίχτυα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο τετραπέρατος!<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μηχανεύεται πολλά για να καταπονέση τ’ ανή-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μερα θερία<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού περπατούνε στα βουνά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και το μαλλιαροχαίτη ίππο τον ημέρεψε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με του ζυγού τ’ αγκάλιασμα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και του βουνού τον ταύρο τον ακούραστο.</p>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Β’.</b>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τη λαλιά, και τη σκέψι, σαν πνοή τ’ άνεμου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και της αγορές για προστασία της πολιτείας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μόνος του τα έμαθε, και πώς να ξεφεύγη τα βέλη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του πάγου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που ξεσηκώνει απ’ τον ύπνο στης αυλές,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και της νεροποντής τον παραδαρμό.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Σ’ όλα έχει διέξοδο, σε τίποτα δεν τον βρίσκει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το μέλλον χωρίς γνώμη -<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μόν’ απ’ τον Άδη να γλυτώση δε θα μπορέση -<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά κι απ’ αρρώστειες δύσκολες πώς να γλυτώνη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[έχει σοφιστή.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Β’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έχει ανέλπιστη σοφία για να βρίσκη τέχνες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πότε στο κακό ξεπέφτει, πότε στο καλό!<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αψηφάει της χώρας τους νόμους και των θεών τ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ωρκισμένο δίκηο.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μεγάλος και πολύς στην πολιτεία, και πάλι χωρίς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πατρίδα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Όποιος πάει στο κακό έτσι για τόλμη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε στη γενιά μου ποτέ να καθήση,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε με τη δική μου έχει ίδια γνώμη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν κάνει τέτοια.</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΑΞΙΣ Β’</h3>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Ο Φύλαξ φέρνει την Αντιγόνη)</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Δεν ξέρω, να μη βλέπω φάντασμα θεϊκό μπροστά μου;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μπορώ να ‘πώ πως δεν είνε το κορίτσι, η Αντιγόνη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αφού την ξέρω;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ω ! δυστυχισμένο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και δυστυχισμένου πατέρα παιδί, του Οιδίπου!<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τι είνε; Μήπως, γιατί παράκουσες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τους νόμους του βασιληά, σε φέρνουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και σέχουν πιασμένα σ’ άμυαλη πράξι;</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Ναι αυτή πούκανε το κρίμα, την πιάσαμε που έθαβε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα που είνε ο Κρέων;</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Νάτος, στην ώρα ξαναβγαίνει από το σπίτι.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι είνε ; γιατί πράμμα έτυχε να ‘βγω στην ώρα ;</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Βασιληά μου, για τίποτε να μη κάνη όρκο ο άνθρωπος,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επειδή η ύστερη σκέψι βγάζει την πρώτη ψεύτρα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έτσι και ‘γώ τώχα τάξει, ν’ αργήσω κάμποσο να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σου ξανάρθω εδώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ’ της φοβέρες σου που μέκαναν να τουρτουρίζω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σαν νάτανε χειμώνας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά έλα πάλι που η χαρά σαν έρχεται απ’ όξω και<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δεν την ελπίζεις<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν μοιάζει με καμμιάν άλλη ευχαρίστησι στην<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μεγάλη γλύκα·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έτσι ήρθα και εγώ κι ας είχα κάνει όρκο να μην έρθω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και σου φέρνω την κόρη ετούτη που πιάστηκε τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τάφο να στολίζη·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εδώ δεν ξεπετάχτηκε ο κλήρος μου, αλλά δικό μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[είνε το κελεπούρι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και όχι αλλουνού.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τώρα, βασιληά μου, να, πάρτηνε ‘συ ο ίδιος που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[την θέλεις,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και κρίνε κι’ εξέταξέ την· εγώ με το δίκαιο μου ειμ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ελεύθερος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και βγάλε με απ’ αυτά τα βάσανα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Αυτήν που φέρνεις με τι τρόπο και που την έπιασες ;</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Αυτή έθαβε το νεκρό· τα ξέρεις τώρα όλα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Νοιώθεις, και τα λες σωστά, αυτά που λες;</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Αυτήν είδα να θάβη τον νεκρό πούχες εσύ απαγορέψει.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Mου φαίνεται πως τα λέω καθαρά και ξάστερα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Και πώς ‘φανερώθηκε κ’ επάνω στην πράξι ‘πιάσθηκε;</p>
+
+<p>ΦΥΛ. Να, πώς έγεινε το πράμμα· άμα ξαναπήγαμε, καθώς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είμαστε από τα σένα φοβερισμένοι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μ’ εκείνα σου τα τρομερά τα λόγια, σαρώσαμε πρώ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τα όλο το χώμα το ριγμένο απάνου στον νεκρό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και γδύναμε τσίτσιδο το σώμα πού’ σάπιζε, κι επή-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γαμε να καθήσωμε μακρυά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στης πέτρες στο βουνό, που δε μας έπιανε ο άνεμος,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[για να ξεφύγωμε μην βγάλη αποφορά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κρατώντας ξύπνιον ο ένας τον άλλο με φωνές για το<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κακό που θα μας εύρισκε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν κανένας μας ήθελε ξαστοχήσει σ’ ετούτη την<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δουλειά.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και μ’ αυτά πέρασε τόσος καιρός, που ήρθε κι’ εμε-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σουράνησε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο φλογερός ο δίσκος του ήλιου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι έψηνε η κάψα. Τότες ξάφνου ‘σηκώθηκε από τη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γης ένας ανεμοστρόβιλος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με βουητό, να φάη τα ουράνια, κι άπλωσε στην πε-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[διάδα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι εξεμάλιαζε τα δένδρα όλου του κάμπου κι’ εγέ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μισε από σκόνι ο αιθέρας.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εμείς με κλειστά μάτια και ρουθουνίζοντας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καρτερούσαμε να περάση το θεϊκό κακό, και σαν έπαψε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έπειτ’ από πολύ, φάνηκε το κορίτσι να σκούζη με<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στριγκιά φωνή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν του πουλιού που πικραμένο βλέπει την αδιανή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[φωλιά χωρίς τα μικρά του πούχε μέσα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έτσι κι αυτή καθώς είδε τον νεκρό ξεσκέπαστο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[έβαλε της φωναίς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μ’ άσχημαις κατάραις καταριώταν εκείνους που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το κάνανε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι αμέσως πάει και κουβαλεί στα χέρια της χώμα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στεγνό.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι από τη χάλκινη της στάμνα την ωμορφοχτυ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πημένη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χύνει από ψηλά τρεις φορές για τρεις σπονδές ένα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γύρω απάνω στον νεκρό.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εμείς καθώς την είδαμε τρέχομε κι όλοι μαζύ αμέ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σως την τσακώνομε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χωρίς να δείξη αυτή διόλου απορία, και της λέμε όσα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πρωτήτερα κι αυτά που τώρα είχε κάνει.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τίποτα δεν απαρνήθηκε. Αυτό εμένα κι ευχά-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ριστο μου είνε και λυπηρό αντάμα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί να ξεφεύγη κανείς ο ίδιος της συμφορές είνε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πολύ γλυκό.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αλλά και πάλι εκείνους π’ αγαπάει να τους φέρνη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σε δυστυχία,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κάνει λύπη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αυτά όμως όλα εγώ - έτσι είνε το φυσικό μου –<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δεν τα βάζω ίσα με το ‘δικό μου το γλυτωμό.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Εσύ τώρα που γέρνεις χάμου το κεφάλι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το ομολογείς ή αρνιέσαι πως εσύ ‘σαι που έκανες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αυτά ;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Και λέω πως ειμ’ εγώ κι ούτε τ αρνιέμαι ότι δεν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[είμαι.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Πήγαινε τώρα εσύ, όπου θέλεις, ελεύθερος, το κρίμα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δε σε βαρένει.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(φεύγει ο Φύλαξ).</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εσύ όμως πες μου κι όχι με πολλά λόγια αλλά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σύντομα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ήξερες πως ήταν κηρυγμένο κανένας να μη κάνη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αυτό που έκανες ;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Το ήξερα, και πώς να μη το ξέρω αφού ήτανε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γνωστό ;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Kαι πάλι είχες την τόλμη να παραβής αυτό το νόμο ;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Δεν ήταν κανένας Δίας που μου τάχε προσταγμένα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ούτ’ η Δίκη που κατοικεί μαζύ με τους κάτω Θεούς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έβαλε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε για τόσο μεγαλοδύναμες έπερνα της προσταγές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για να μπορής τ’ άγραφα κι’ ασάλευτα δίκαια των<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Θεών<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να τα πατάς εσύ, που είσαι θνητός, γιατί δεν είναι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[από σήμερον κι’ εχθές παρά πάντα αυτά ζουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και κανείς δεν ξέρει πότε φανερώθηκαν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μήπως έπρεπε εγώ γι’ αυτά να δώσω λόγο στους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θεούς, αφού δεν εφοβήθηκα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κανενός ανθρώπου γνώμη;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πως θα πέθαινα, το ήξερα καλά, και χωρίς εσύ να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[βάλης να το κράξουν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι’ αν πεθάνω πρώτ’ απ’ τον καιρό μου, κέρδος πά-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λι το λεω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατ’ όποιος σαν κι’ εμένα ζει μες τα πολλά τα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[βάσανα, πώς να μην είναι κερδεμένος σαν πεθάνει;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έτσι κι εμένα δεν με πονείς πούχω αυτό το ριζικό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[παρά αν υπόφερνα άθαφτο να δω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τον νεκρό εκείνον που εγέννησε η μητέρα μου· τότε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θα πονούσα· αυτά δεν μου πονούνε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι’ αν σ’ εσένα τώρα φαίνωμαι ανόητη για ό,τι κάνω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μπορώ να ‘πώ πως σ’ ανόητο φαίνομαι ανόητη.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Φαίνεται το άγριο αίμα από άγριον πατέρα στο παιδί.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Δεν ξέρει αυτή να ζαρώνη ‘μπρος στο κακό.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Να ξέρης πως αυτή σου η ξεροκεφαλιά γρήγορα θα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[περάση.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και το πειό δυνατό σίδερο, το ψημένο απ’ τη φωτιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ολόγυρα σκληρό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θα το ‘δης να ραΐση και να σπάση πειότερο από άλλο ·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με κοντό χαλινάρι, ξέρω, τα αγριεμένα αλόγατα βα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στούνται,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί δεν στέκει νάχη μεγάλ’ ιδέα εκείνος πούναι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στον άλλον δούλος.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αυτή όμως το καλοήξερε τότε να μας βρίζη με το<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να παραβαίνη τους βαλμένους νόμους.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι είνε δεύτερη προσβολή - μια ήταν σαν τώκανε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[- για τούτο κιόλας να καυχιέται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να γελάη που τώπραξε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εγώ βέβαια τώρα δεν είμαι άντρας, παρά ο άντρας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[είναι αυτή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν της περάση αυτηνής να κάνη το θέλημά της ατι-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μώρητα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα είτε της αδελφής μου είναι, είτε και πειό στενή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του αίματος συγγένησά μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ’ όλους όσους φυλάει ο σπιτικός μας Ζευς, αυτή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[και η αδελφή της<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν θα ξεφύγουνε την πειό χειρότερη μοίρα·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί κι’ εκείνη άλλο τόσο την κατηγοράω πως με-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λέτησε αυτόν τον τάφο.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Φωνάξετέ την εδώ τώρα, ότι την είδα μες το σπίτι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να μανίζη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έξω απ’ τα λογικά της.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Συχνά η ψυχή του ανθρώπου μπροστήτερα προδίνεται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σαν κλέφτρα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για τα άνομα που στα σκοτάδια κρυφογένονται,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά και τάλλο ίδια το μισώ, όταν κανείς που πιά-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στηκε ‘στό κρίμα του απάνω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έπειτα θέλη να το παραστήση ωμορφήτερο.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Μήπως θέλης να μου κάνης πειό μεγαλύτερο, αφού<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μ’ έπιασες, παρά να με σκοτώσης;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Εγώ άλλο δεν θέλω, μ’ ετούτο τάχω όλα.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Τι κάθεσαι λοιπόν ; όπως κι’ εμένα κανέν’ από τα λό-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[για σου δεν μου ειν’ ευχάριστο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ποτέ δεν θα μ’ αρέση - έτσι κι’ εσένα φυσικά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τα ‘δικά μου σ’ ενοχλούν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και πούθε θα μούρχονταν τόση τιμή και δόξα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά που έβαλα σε τάφο τον αυτάδελφό μου;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Όλοι τους εδώ θα τώλεγαν πως καλό το βρίσκουνε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν δεν τους έδενε τη γλώσσα ο φόβος.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έχουν οι βασιλειάδες κι άλλα πολλά που τους κα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λώρχονται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μπορούν να κάνουν και να λένε ό,τι θέλουν.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Μονάχη εσύ απ’ τους Καδμείους αυτούς τα βλέπεις<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[έτσι.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Τα βλέπουνε κι’ αυτοί, αλλά μπροστά σου σουρώ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νουνε το στόμα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Κι’ εσύ δεν ντρέπεσαι νάχης γνώμη διάφορη από<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τούτους;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Ντροπή δεν είναι να σέβεται κανείς εκείνους πούχουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τα ίδια σπλάχνα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Μήπως δεν είνε αδελφός σου, και ο άλλος που σκοτώ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θηκε εναντίον του;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Αδελφός από μία μητέρα κι απ’ τον ίδιο πατέρα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Πώς τον προσβάλλεις λοιπόν με το να κάνης χάρι και<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τιμή στον άλλο;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Δε θάλεγε τα ίδια γι’ αυτά ο πεθαμμένος.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Αφού τον τιμάς ίδια σαν τον αμαρτωλό.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Δούλος μου δε ‘ χάθηκε, παρά ο αδελφός μου.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Που ρήμαξε τη χώρα, ενώ ο άλλος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αντιστάθηκε για να την ‘περασπίση.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Το ίδιο και τους δυο με το νόμο του τους ζητάει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ο Άδης,</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Μα δεν πρέπει ο καλός με τον κακό να έρθη ίσος.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Ποιος ξέρει, εκεί κάτου, περνούν αυτά για άγια ;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ποτέ ο εχτρός, και σαν πεθάνει ακόμα, φίλος δεν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γίνεται.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Όχι για να μισώ μαζύ, για ν’ αγαπώ ‘γεννήθηκα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τώρα που θα πας κάτω, σαν πρέπει να τους αγαπάς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αγάπα τους εκείνους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ενόσω όμως ζω εγώ, γυναίκα δεν θα προστάξη.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Να την μπροστά στης πύλες την Ισμήνη, που γι’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αγάπη της αδελφής της ποτάμι χύνει τα δάκρυα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τα φρύδια της σαν σύννεφο σκιάζουν κι ασχημίζουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το πρόσωπό της το ροδόθωρο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τα ώμορφά της μάγουλα είνε βρεμμένα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Κι εσύ που σαν οχιά στο σπίτι μου χωμένη, κρυφά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μούπινες το αίμα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι ούτε τώξερα πως θρέφω δυο για δυστυχία και<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χαλασμό του θρόνου μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για ‘πες μου τώρα, θα ‘πης κι’ εσύ γι’ αυτό τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τάφο πως ήσουν μαζύ ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή θα ‘ξομώσης πως δεν ξέρεις τίποτα ;</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Έκανα κι’ εγώ το ίδιο σαν κι αυτή κι’ ό,τι λέει λεω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι είμαι μαζύ της και το ίδιο φταίω.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Μα το δίκηο δεν θα σ’ αφήση να το ‘πης αυτό·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επειδή ούτ’ εσύ ‘θέλησες ούτε κι’ εγώ σε ‘πήρα σύν-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τροφο.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Μα τώρα ‘στα βάσανά σου δεν διστάζω μαζύ σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ν’ αρμενίσω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στο πέλαγος του πόνου.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Πειά έκανε το έργο ο Άδης κι’ αυτοί πούνε κάτου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το ξέρουνε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα δεν την θέλω ‘γώ την φίλη που με τα λόγια<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μόνο μ’ αγαπάει.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Όχι αδελφούλα μου μη με περιφρονήσης<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μαζύ σου να μη πεθάνω και το νεκρό κι’ εγώ να μη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τιμήσω.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Μη μου πεθάνης εσύ και μη παίρνης για δικά σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αυτά που ούτε με το δάκτυλό σου ακούμπησες·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εγώ που πεθαίνω είμ’ αρκετή.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Και τι τη θέλω τη ζωή μου αφού θα χάσω εσένα;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. ‘Ρώτα τον Κρέοντα· τώρα γιαυτόνε θα φροντίζης.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Γιατί με πονείς μ’ αυτά, ανώφελα για ‘σένα;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Λυπούμαι που το κάνω, και που σε περγελώ.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Μα πες μου πώς και τώρα να σ’ ωφελήσω εγώ ;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Τον εαυτό σου σώσε· δεν σε ζηλεύω που θα γλυτώσης.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Ωιμένα, δυστυχισμένη, γιατί να μην έχω κι’ εγώ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[την τύχη σου ;</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Εσύ ‘προτίμησες να ζεις κι’ εγώ να πεθάνω.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Αλλά σου είχα ‘πη της αιτίες μου εγώ.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Εσύ πως είχες δίκηο ‘νόμιζες με της ‘δικές σου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κ’ εγώ με της ‘δικές μου.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Έτσι είμαστε ίσα κι’ ίσα στην αμαρτία μας.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Θάρρευε, εσύ ακόμα ζεις, μα η δική μου η ψυχή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καιρό είναι πεθαμμένη, για να ωφελάη αυτούς που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[έχουν πεθάνει.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Αυτά τα κορίτσια, εγώ λέω πως τώρα δα φανερώ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θηκε άμυαλο·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η άλλη ήταν από πάντα.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Ποτέ, βασιληά, δεν μένει ο νους εκ γενετής σ’ εκεί-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νους που δυστυχούνε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά τον χάνουν.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Εσένα σούφυγε όταν εζήλεψες να κριματίσης μαζύ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[με τους κακούργους.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Μήπως είναι ζωή που θα κάνω χωρίς αυτήν, μονάχη;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Μην την λες αυτήν, γιατί πειά δεν είναι.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Μα θα σκοτώσης λοιπόν του παιδιού σου την αρρα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[βωνιαστικιά ;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Είναι άλλα χωράφια για όργωμα.</p>
+
+<p>ΙΣΜ. Δεν θάναι σαν κι αυτήν μ’ εκείνον ταιριασμένοι.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Εγώ συχαίνομαι κακές γυναίκες για τους γυιούς.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Ω Αίμον, αγάπη μου, πως σε ντροπιάζει ο πατέ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ρας σου,</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Πολύ με ενοχλείς κι εσύ κι η παντρειά σου.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Μήπως να του την υστέρησης θέλης του παιδιού σου;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ο Άδης είναι που θα χαλάση αυτόν τον γάμο.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Αποφασισμένο είναι φαίνεται, αυτή για να πεθάνη.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Και για σένα και για μένα. Ας μη χάνωμε πειά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[καιρό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά πηγαίνετε την μέσα, δούλοι, και να της δέ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σουν καλά. αυτές της γυναίκες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να μη της αφίσουν ελεύθερες, γιατί κι οι θαρ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ρετοί φεύγουν, σαν ιδούν το τέλος της ζωής<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με τον Άδη να πλησιάζη.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Α’.</b>
+
+<p>
+ΧΟΡ. Ευτυχισμένοι εκείνοι που η ζωή τους πέρασε χωρίς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κακοτυχία,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί οποιανού σπίτι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ’ τους θεούς έρθη και σαλέψη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν τ’ απολείπει συφορά και σέρνεται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από γεννηά σε γεννηά. Σαν το φουσκωμένο κύμα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στου Πόντου την ανεμοζάλη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που το πιάνει απ’ τη Θράκη ο σίφουνας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και το ρίχνει στο τρισκότιδο βυθό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και απ’ το βάθος κυλάει τη μαύρην άμμο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και βαρυά στενάζοντας αχολογούν τα θαλασσόδαρτα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ακρογιάλια.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Α’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έτσι θωρώ της αρχαίες συφορές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;της γεννηάς των Λαβδακιδών<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θα πέφτουν επάνω σ’ άλλες συφορές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ούτε φέρνει η μια γεννηά στην άλλη απαλλαγή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά κάποιος από τους θεούς την ρημάζει ολοένα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και γλυτωμός δεν είναι.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Να τώρα, ότι που σηκώθηκε ένα φως<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;‘πάνω απ’ την τελευταία ρίζα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στο σπίτι του Οιδίπου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πάλι το ‘ματόβαφο κοπίδι των θεών του κάτω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κόσμου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μαζύ ξεμυαλισιά στα λόγια<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και της τρέλλας Ερινύς.</p>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Β’.</b>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τη δύναμί σου, Δία, ποιος άνδρας θα μπορούσε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ξεπερνώντας την να την ‘μποδίση ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που ούτε ο ύπνος, και όλα ας τα πιάνη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ποτέ θα σου την πάρη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;-ούτε οι ακούραστοι μήνες θα την σκορπίσουν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Σ’ αγέραστα χρόνια βασίλειο έχεις του Ολύμπου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και φεγγόβολη δόξα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Για το ύστερο και για το μέλλον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και για τα περασμένα νόμος που αυτός θε να κρατήση.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Σ’ όλη την οικουμένη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από θνητού ζωή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν απολείπει ποτέ η δυστυχία.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Β’.</b>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Επειδή η πολυγυρίστρα ελπίδα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σε πολλούς ανθρώπους είναι ευχάριστη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πολλούς όμως ξεγελά σ’ ανόητες επιθυμίες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τον ανήξερο πλανεύει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ως που να καή κανείς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απλώνοντας το ποδάρι του στη φλόγα της φωτιάς.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ένας λόγος ‘ξακουσμένος ‘φανερώθη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από καποιανού σοφία.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Το κακό φαίνεται καπότες νάν’ καλό σ’ εκείνον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού ένας θεός του συνεπαίρνει το νου για να τον κατα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στρέψη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αλλά πολύ λίγον καιρό θα κάνη χωρίς συφορά.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Γλήγορα θα το μάθωμε καλλίτερα παρ’ απ’ τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μάντες.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Παιδί μου. Μήπως έρχεσαι μανιασμένος στον πατέρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σου;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επειδή άκουσες πως καταδικάσθηκε η μελλόνυμφή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σου ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή μ’ ό,τι κάναμ’ εμείς πάντα θέλαμε το καλό σου ;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Πατέρα, δικός σου είμαι και συ με κυβερνάς με της<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[καλές σου γνώμες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που εγώ βέβαια θα της ακολουθήσω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί καμμιά παντρειά δε θ’ αξιωθή να μου σταθή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ψηλότερα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από τα σένα, σαν με οδηγείς καλά.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τέτοια, παιδί μου, πρέπει νάναι η καρδιά σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πάντα να στέκης πίσω από τη γνώμη του πατέρα·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για δαύτο κ’ οι άνθρωποι κάνουν ευχές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να γεννήσουν παιδιά υπάκουα και να τάχουνε στο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σπίτι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για να ‘κδικούνται τον εχθρό και τον φίλο να τιμούν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μαζύ με τον πατέρα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και όποιος ανωφέλευτα γεννάει παιδιά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τι άλλο να του ‘πη κανείς, παρά πως βάσανά του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γεννήθηκαν·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πολύ περιγέλοιο γι αυτά απ’ τους εχτρούς του;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μη λοιπόν ποτέ, παιδί μου, αφήσης τα λογικά σου να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σου φύγουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στην ηδονή υποταγμένος για χάρι μιας γυναίκας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί να ξέρης πως κακή ψυχρή γίνεται η αγκαλιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με μια κακιά γυναίκα μέσ’ το σπίτι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί ποια πληγή είναι μεγαλείτερη απ’ τον κακό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το φίλο ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;φτύσ’ τη λοιπόν και συ, σαν εχτρά σου που είναι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και άφησε την κόρη μάλλονα να παντρευθή στον Άδη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί αφού την έπιασα εγώ ολοφάνερα να παρακούη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτή μονάχα απ’ όλη την πολιτεία<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δε θε να ‘βγω ψεύστης τώρα στον κόσμο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά θα τη σκοτώσω·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ας πάη να φωνάζη και να καταριέται γι’ αυτά στο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Δία,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τον παραστάτη της συγγένειας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί αν στο αίμα μου τ’ άπρεπο φυσικό το θρέψω εγώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πολύ περισσότερο θα το θρέψω στους έξω απ’ τη γεν-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νηά μου.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Όποιος στους σπιτικούς του δείχνεται άντρας μ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αρετή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και στην πολιτεία μέσα δίκαιος θα φανή’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εκείνον όμως που αμάρτησε και ή με τη βία χαλάει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους νόμους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή θέλει να προστάζη σ’ όσους κυβερνούν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτός ποτέ του από μένα δε θε να ‘παινευθή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά όποιονε έβαλεν άρχοντα η πολιτεία, αυτόν πρέ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πει ν’ ακούμε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και στα μικρά και στα δίκαια και στα ενάντια·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τέτοιος ένας άνδρας, εγώ θαρρώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καλά θα κυβερνά, και να τον κυβερνούν καλά θα δέ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χεται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μέσ’ την ανεμοζάλη του πολέμου θα μένη όπου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τον πρόσταξαν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τίμιος παραστάτης και καλός.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αγκαλά τίποτα πειό μεγαλείτερο κακό δεν είναι από<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[την αναρχία·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αυτή ρημάζει πολιτείες, αυτή σπίτια αναστατώνει,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτή μέσα στα δόρατα που πολεμούν αντάμα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;φέρνει του φευγιού της ραησιές·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όπου όμως στέκονται τα σώματα ολόρθα, σώζει τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[περισσότερους η πειθαρχία.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έτσι πρέπει να διαφεντεύη κανείς τον νόμο και την<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τάξι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ποτέ να μη νικιέται απ’ τη γυναίκα·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καλλίτερο είναι, αν είναι ανάγκη, μπροστά απ’ τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[άνδρα να ξεπέσουμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να μη λεγόμαστε απ’ της γυναίκες πειό κατώ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τεροι.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Εμείς, αν δεν μας ‘κλέψαν τα γερατειά την γνώσι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θαρρούμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως φρόνιμα λόγια είπες για όσα είπες.</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Πατέρα, οι θεοί βάζουν μέσ’ τους ανθρώπους το λογικό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ’ ό,τι έχομε το πειό ανώτερο κι’ εγώ πως δεν τα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λες εσύ σωστά αυτά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε θα ‘μπόρεγα ούτε θά’ξερα να πω·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά κι’ απ’ τάλλο μέρος γένεται νάναι το δίκαιο·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αντίς για σένα βρέθηκα να προσέχω σ’ όλα όσα λεν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ή κάνουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή παν’ να κατηγορήσουν, γιατί το μάτι το δικό σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το τρέμει ο κόσμος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για να πη λόγο που να μη ευχαριστηθής σαν τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ακούσης·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εγώ όμως δύναμαι και ακούω κρυφά πως την κόρη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[την κλαίει ολ’ η πόλις,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί απ’ όλες της γυναίκες αθωότερη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χάνεται τρισάθλια για δοξασμένες πράξες.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;«Αυτή που τον αδελφό της σαν έπεσε σκοτωμένος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δεν άφησε άθαφτο, να φαγωθή απ’ τα σκυλιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού τρων το κρέας ωμό, ούτ’ από κανένα όρνιο·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν είν’ άξια αυτή χρυσό βραβείο να πάρη;»<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έτσι σιγοτριγυρνά ο λόγος.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πατέρα μου, για μένα, όταν εσύ εισ’ ευτυχισμένος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν είναι άλλο κτήμα πειό πολύτιμο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί πειό μεγαλήτερο στολίδι υπάρχει παρά νάναι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δοξασμένος και νανθή για τα παιδιά ο πατέρας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και για τον πατέρα τα παιδιά;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μη βαστάς μέσα σου τώρα μια μονάχα γνώμη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως καθώς εσύ το λες, κι’ όχι αλλοιώς είν’ το σωστό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατ’ όποιος θαρρεί ή πως μονάχ’ αυτός μυαλό, ή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γλώσσα έχει, που δεν έχει άλλος, ή ψυχή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτούς αν τους ανοίξης από μέσα κούφιοι δείχνονται·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά ο άντρας, και σοφός να είναι, να μαθαίνη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πολλά δεν είναι ντροπή, και να μη παραεπιμένη·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βλέπεις στη ακροποταμιές τα δένδρα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όσα το ρεύμα ακλουθούνε, βαστούνε τα κλαδιά τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[άσπαστα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ενώ σαν αντιστέκονται, χάνονται μαζύ με τον κορμό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους ξέρριζα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καθώς και εις το καράβι, όποιος στηλώνει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το ποδάρι δυνατά και δεν υποχωρεί καθόλου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πέρνει τη τούμπα και τ’ αποδέλοιπο ταξείδι του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το κάνει με το θρονί ανάποδα και κολυμπώντας.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Λοιπόν έλα, άφησε το θυμό σου κι’ άλλαξε ιδέα·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί αν είναι ναρθή μια γνώμη κι’ από μένα τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νεώτερο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;λέω πως μεγάλη αξία στον άνδρα είναι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να γεννηθή με κάθε λογής σοφία γεμάτος·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά και πάλι, επειδή δεν είναι και πολύ συνειθι-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σμένο πράμμα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καλό είναι να μαθαίνη κι’ απ’ όσους λέν’ καλά.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Σ’ εσένα βασιληά ταιριάζει, αν λέη τίποτα σωστό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να το μάθης, κι εσύ πάλιν απ’ αυτόν· γιατί κι’ οι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δυο μιλήσατε καλά.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Εμείς πούμαστε τόσων χρονών, θα μάθωμε τώρα να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κρίνωμεν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από έναν τόσον δα;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Δεν λέω τίποτα άδικο· κι αν είμαι νέος εγώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μην κυττάς τα χρόνια μου περισσότερο παρά τα έργα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μου.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Έργα σου λες να τιμάς που κάνουν τ’ άπρεπα ;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Μα ούτε θάλεγα εγώ ποτέ να σεβασθήτε τους κακούς.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Μήπως τέτοι’ αρρώστεια δεν είναι πούπαθε κι’ αυτή;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Δεν το λέει σ’ αυτή τη Θήβα μέσα ολάκαιρος λαός.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ώστε οι πολίτες θα μας ‘πούν τι πρέπει να προστά-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ζουμε ;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Βλέπεις που το είπες τώρ’ αυτό σαν νάσουν πολύ νέος;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Για άλλον ή για μένα έχω νάμ’ άρχοντας της χώρας;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Πολιτεία δεν είν’ όποια ενός είναι μονάχα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι, για ‘δική σου δεν περνά ‘κείνου που βασιλεύει;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Ωραία θα βασίλευες μονάχος ‘στην ερημία.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Αυτός καθώς φαίνεται, είναι με τη γυναίκα ένα.</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Αν λες γυναίκα εσένα, ναι, γιατί για σε φροντίζω.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Α ! παληάνθρωπε, μένα δικάζεις, τον πατέρα ;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Επειδή σε βλέπω που λαθεύεις και όχι δίκαια.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Λαθεύω επειδή σέβομαι του θρόνου μου τα δίκαια.</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Δεν τα σέβεσαι, αφού των θεών της τιμές πατείς.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ω, βρώμικη ψυχή, να είναι αποκάτω από την γυ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ναίκα !</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Δεν θα με ‘δης ποτέ σου να ξεπέσω ‘στα αισχρά.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Και όμως τα λόγια όλα σου αυτά για ‘κείνην είναι.</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Και για σένα και για μένα και για του Άδη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους θεούς.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Αφού είσαι κλωτσοσκούφι μιας γυναίκας, μη με σκο-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τίζης.</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Εσύ θέλεις να λες, και ενώ λες, να μην ακούς.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Αυτήνα ζωντανή ποτέ σου γυναίκα δεν θα πάρης.</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Τότε θα πεθάνη και πεθαίνοντας κι’ άλλον μαζύ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[παίρνει.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Και με φοβέραις ακόμα εδώ μούρχεσαι αναιδή;</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Φοβέρα το λες ν’ αντιμιλάη κανείς σε λόγια του αέρα;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Θα κλάψης για να βάλης γνώσι, συ που είχες αντίς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μυαλό αέρα.</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Αν πατέρας μου δεν ήσουν, θάλεγα πως δεν έχεις εσύ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τα λογικά σου.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Αλήθεια. Α, τότε μα τον Όλυμπο μάθε πως δεν θα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το χαρής,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που μ’ έβρισες εμένα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(προς τους δούλους)<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πήγαινε, φέρε ‘κείνη τη συχαμένη· με τα μάτια του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να την ιδή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τώρα εδώ μπροστά του να πεθάνη, στο πλάι του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γαμπρού.</p>
+
+<p>ΑΙΜ. Για μένα όχι, μη το θαρρής αυτό ποτέ.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ούτε μπροστά μου θα πεθάνη, ούτε κι’ εσύ θα με<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ξαναϊδής<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;άλλη φορά στα μάτια σου, παρά με τους φίλους σου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όσοι το θέλουν, κάνε τον τρελλό.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Έφυγ’ ο νέος, βασιληά, με βιά απ’ το θυμό του,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και βαρειά γνώμη έχει σαν πονέση τέτοιος νους.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ας κάνη. Και δεν πάει να σοφισθή και πειό μεγα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λήτερα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από όσα είναι των ανθρώπων; τα κορίτσ’ αυτά δεν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θα τα ξεγλυτώση<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από την τύχη τους.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Και της δυο λοιπόν εννοείς να της σκοτώσης ;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Όχι. Αυτήνα που το χέρι της δεν έβαλε, καλά που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μου το λες.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Και τι θάνατο της άλλης σκοπεύεις να της δώσης ;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Θα την πάω κατά που ο δρόμος των ανθρώπων χά-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νεται - στην ερημιά -<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και θα την κλείσω ζωντανή στο κατόϊ σκυμμένη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στον βράχο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ρίχνοντας την τόση τροφή, όση θέλει το κρίμα της<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για να γλυτώση η πολιτεία όλη απ’ τη λέρα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι’ εκεί τον Άδη, που μονάχα σέβεται απ’ όλους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους θεούς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ας τον παρακάλεση, κι ίσως καταφέρη να μην πε-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θάνη·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή να νοιώση πειά, και αν είν’ κι’ αργά, ότι πάει κό-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πος χαμένος,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να δίνη κανείς τιμή σ’ όσους είναι στον Άδη.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Α’.</b>
+
+<p>
+ΧΟΡ. Έρωτα ανίκητε με μάχητα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έρωτα που καις τα σωθικά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού τη νύχτα φωλιάζεις στων κοριτσιών τα μάγουλα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τα τρυφερά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και το πέλαγος περνάς και μέσ’ της στάνες ‘μπαίνεις<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[και στης μοναχικές αυλές,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και κανείς αθάνατος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κανείς από τους ανθρώπους που ζουν μέρες μπορεί να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σε ξεφύγη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και όποιος σ’ έχει, μανίζει.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Β’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εσύ και των δίκαιων της φρένες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στο άδικο σπρώχνεις και στην ατιμία,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εσύ είσαι π’ άναψες και τον καυγά ετούτον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ανάμεσα σ’ άντρες απ’ το ίδιο αίμα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Στα ματόφρυδα της καλοκρέββατης νύφης<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο πόθος ανθίζει και νικάει,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χωρίς να ψηφάη τους μεγάλους νόμους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί ανίκητα σε τούτα παίζει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η θεά η Αφροδίτη.</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΑΞΙΣ Γ’·</h3>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>ΜΕΡΟΣ Α’</b>
+
+<p>(Φέρουν την Αντιγόνη. Ο Χορός εισέρχεται ακολουθών<BR>
+την πομπήν της Αντιγόνης).</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Τώρα κι εγώ πέφτω έξω απ’ τους νόμους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μ’ αυτά που βλέπω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και δεν μπορώ να σταματήσω τη βρύσι τα δάκρυα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αφ’ ου στο θάλαμο το μαύρο που όλοι κείτονται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να προβαίνη θωρώ η Αντιγόνη.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Δέτε με πολίτες της πατρικής μου χώρας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που τον ύστερο μου δρόμο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;περπατώ, και το στερνό φως<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βλέπω του ήλιου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ποτέ πειά· αλλά με σέρνει ζωντανή ο Άδης που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους παίρνει όλους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στου Αχέροντα το γυαλό, και ούτε υμέναιους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απόχτησα, ούτε κανένα νυφιάτικο τραγούδι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μούψαλαν, παρά τον Αχέροντα θα πάρω άντρα.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Και όμως ‘παινετή και δοξασμένη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μπαίνεις σ’ αυτό το άντρο των νεκρών<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χωρίς να λυώσης από αρρώστεια<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτ’ από ξίφος να πάς τιμωρημένη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά ελεύτερη και ζωντανή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μονάχ’ εσύ απ’ τους θνητούς θα κατεβής στον Άδη.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Έχω ακουσμένα για τον πικρό θάνατο πούπαθε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η ξένη απ’ τη Φρυγία,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;του Τάνταλου η κόρη, στου Σίπυλου την κορφή·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αυτήν σαν τον κισσό που αιώνια σφίγγει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο βράχος γύρω της φύτρωσε και την έζωσε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τώρα η βροχές την λυώνουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καθώς λέει ο λόγος των ανθρώπων,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ποτέ το χιόνι δεν της απολείπει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και κάτω από τα πολυδακρυσμένα φρύδια της βρέ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χονται τα λαιμά της·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ίδια μ’ αυτήν και μένα το ριζικό μου μ’ αποκοιμίζει.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Αυτή είναι θεά, και θεογεννημένη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ‘μείς άνθρωποι θνητών γεννιά.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και όμως μεγάλο πράμμα ακούγεται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;νάχη άνθρωπος στο θάνατο την ίδια τύχη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με τους θεούς.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Ωιμένα με περιγελούν! Γιατί στους θεούς σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τους πατρικούς, με βρίζεις, πριν ακόμα να χαθώ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ενώ είμαι μπροστά σου;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ώ πόλι, και σεις άντρες της πολιτείας αυτής πούχετε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τα πολλά χτήματα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αχ βρυσούλες στη Δίρκη ψηλά και της Θήβας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;της καλοαμάξωτης<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;λόγγε, εσάς τουλάχιστον σας παίρνω μάρτυρες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που άκλαφτη από φίλους, και με τι νόμο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έρχομαι, στο χωματένιο μνήμα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;νάβρω τάφο μου ανέλπιστο ·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αχ ! δυστυχισμένη εγώ !<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μέσ’ στους ανθρώπους νάμαι χωρίς να είμαι.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ούτε με ζωντανούς να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κατοικώ ούτε και με νεκρούς . . . . !</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Προβαίνοντας ίσα με την άκρη του θαρρεμού<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χτύπησες βαρειά στο ψηλό βάθρο της Δίκης· παιδί<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εσύ ξεπληρώνεις τώρα και του πατέρα σου τα κα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τορθώματα.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Μου ‘θύμησες λύπες και καϋμούς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;του πατέρα μου τη συφορά την τριθεμέλιωτη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όλης μας της γενεάς το ριζικό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;των ξακουσμένων Λαβδακιδών.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αχ! τι δυστυχία, ο γάμος της μητέρας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(που) μαζύ μ’ αυτόν που ‘γέννησε (‘κοιμήθηκε) τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πατέρα μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η κακορρίζικη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και απ’ αυτούς η άμοιρη εγώ γεννήθηκα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τώρα πάω να τους εύρω να κατοικίσωμε μαζύ<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εγώ η καταραμένη και απάντρευτη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αχ! αδερφέ μου που τέτοιαν ‘πήρες τιμή για την<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κακή σου τύχη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πεθαμένος πούσαι σκότωσες εμένα τη ζωντανή.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Να σέβεται κανείς είναι άγια πράξι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά τη δύναμι εκείνου που είναι δικιά του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να περιφρονή, δεν πάει ποτέ·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εσύ απ’ το κεφάλι σου χάνεσαι κι’ απ’ το γεινάτι σου.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Άκλαφτη, άφιλη, άψαλτη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;προβαίνω στο στερνό μου δρόμο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και δεν μ’ αφίνουν να ‘δω πειά, η καϋμένη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;της λαμπάδες τουρανού το άγιο μάτι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και για τον δικό μου θάνατο τον αδάκρυτο κανείς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[απ’ τους φίλους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν στενάζει;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Μπαίνει ο Κρέων)</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ξέρετε πως με τα μυριολόγια και της φωνές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πριν να πεθάνη κανείς δεν θα ‘τελείωνε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν χρησίμευαν να λέγωνται.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Δεν την παίρνετε απ’ εδώ το γρηγορώτερο;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στο σκεπαστό μνήμα κλείστε την, καθώς είπα εγώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ αφήστε την μονάχη κι’ έρημη, και είτε θέλει ας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πεθάνη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είτε ζώντας σε τέτοιο σπίτι μέσα ας παντρευτή.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εμείς είμαστ’ αθώοι σ’ αυτή την κόρη·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μόνον να κατοική ‘δώ ‘πάνω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;υστερήθηκε.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Ώ μνήμα, ώ νυφιάτικο κρεββάτι μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ώ βαθύσκαφτο σπίτι, που παντοτεινά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θα με φυλάς, εκεί πάω νάβρω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τούς ‘δικούς μου, που οι περισσότεροί τους ‘χάθηκαν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τους εδέχθηκε η Φερσέφασσα μέσ’ τους νεκρούς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τελευταία τους είμ’ εγώ και πάρα πολύ πειό άσχημά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κατεβαίνω, πριν να τελειώσω τη ζωή μου.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Όταν σας έρθω, μεγάλη ελπίδα θρέφω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως θα μ’ αγαπάη ο πατέρας μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θα μ’ αγαπάς και συ, μητέρα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και συ κεφάλι μου αδελφικό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θα μ’ αγαπάς αφ’ ου, όταν πεθάνατε, ·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εγώ σας έλουσα και σας εστόλισα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και στον τάφο σας επάνω έχυσα σπονδές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τώρα δα, Πολυνείκη μου, επειδή εσκέπασα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το σώμα σου, αυτά κερδίζω.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ενώ εγώ καλά και δίκαια σ’ ετίμησα, για όσους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[είναι δίκαιοι.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Γιατί ποτέ, ούτε αν ήμουνα μητέρα με παιδιά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε αν ο άντρας μου ‘σάπιζε πεθαμένος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν θάπαιρνα επάνω μου αυτό τον κόπο, ενάντια στους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πολίτες!<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τώρα, με ποιο δίκαιο τα λέω αυτά ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Γιατί άντρας θα μούταν άλλος στη θέσι του πεθα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μένου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και παιδί απ’ άλλον άντρα, σαν έχανα εκείνον·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τώρα όμως που ο πατέρας και η μητέρα μου κρύ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[φτηκαν στον Άδη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν έχει να μου γεννηθή ποτέ πειά αδερφός,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και επειδή από τέτοιο νόμο σε επροτίμησα εγώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο Κρέων του ‘φάνηκε πως είναι αμαρτία·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και θάρρητα τρομερή, ώ τ’ αδελφούλη μου κεφάλι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αγαπημένο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τώρα με σέρνει έτσι πιάνοντάς με απ’ τα χέρια,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ανύπαντρη και άψαλτη, χωρίς απ’ το γάμο τίποτα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ν’ απολάψω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ ούτε παιδιά να θρέψω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά έρημη από φίλους η άμοιρη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στους λάκκους των πεθαμένων ζωντανή έρχομαι.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ποιο δίκηο των θεών παράβηκα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τι μ’ ωφελεί εμένα την δυστυχισμένη στους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θεούς να σηκώσω τη ματιά μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ποιόν να φωνάξω σύμμαχο ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αφ’ ου κάνοντας πράξι θεοσεβούμενη απόχτησα να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μ’ έχουν γι’ αθεόφοβη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα αν αυτά είναι και για τους θεούς καλά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τότε αφ’ ου έπαθα, θα πω, ότι αμάρτησα·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν όμως εκείνοι έχουν την αμαρτία, να μη πάθουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[περισσότερο κακό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ’ όσα άδικα μου κάνουν.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Ακόμα η ίδια ανεμοζάλη της ψυχής μέσα της<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[παραδέρνει.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Για τούτο κι’ αυτοί που την πηγαίνουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θα κλάψουν σε λιγάκι, για την άργητά τους.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Ωιμένα πολύ κοντά στο θάνατο με ‘πήγε αυτός ο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λόγος.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Και μη παρηγοριέται κανένας να θαρρή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως δε θα της γεννή αυτής ό,τι της είπα.</p>
+
+<p>ΑΝΤ. Ω πόλι πατρική της Θήβας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και θεοί της γεννηάς μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με παίρνουν και δεν αργούν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Διέτε, σεις οι προύχοντες της Θήβας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εμένα τη βασιλοπούλα τη μόνη που απόμεινε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τι παθαίνω, κι’ από ποιους ανθρώπους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επειδή την ευσέβεια εσεβάσθηκα!<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Τραβούν την Αντιγόνη μέσα στον τάφο)</p>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Α'.</b>
+
+<p>
+<BR>
+ΧΟΡ. Και της Δανάης το κορμί υπόμενε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να κάνη αλλαξιά το φως τ’ ουρανού<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με χαλκοδεμένη κατοικία.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κρυμμένη σ’ ένα θάλαμο σαν τάφο την εκλείσαν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ ας ήταν κι’ από γεννηά τιμημένη, κόρη μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μέσα της εφύλαγε του Δία τη χρυσόχυτη γυνή.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Είναι την φοβερή η δύναμι της μοίρας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ούτε πλούτος, ούτ’ ο Άρης, ούτε πύργος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μπορούν να της ξεφύγουν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ούτε τα μαύρα καράβια, τα θαλασσοδαρμένα.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Α’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και το χολιασμένο γυιό του Δρίαντα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το βασιληά των Ηδωνών<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;επειδή περίπεξε, τον έδεσε σε πέτρινα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βρόχια ο Διόνυσος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ έτσι ξεθυμαίνει της μανίας του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η τρομερή κι’ ανημέρευτη λύσσα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και εκείνος το κατάλαβε έπειτα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως θεό επρόσβαλε στην τρέλλα του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με γλώσσα περγελάστρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τότες που εμπόδιζε της θεομέθυστες γυναίκες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στη Βακχική φωτιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ ερέθιζε της Μούσαις π’ αγαπούνε τον αυλό.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Β'.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κοντά στους μαυροκυανούς βράχους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού δυο θάλασσες αδερφώνουν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είν’ η αχτές του Βόσπορου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και των Θρακών ο αφιλόξενος Σαλμυδησός.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εκεί ο Άρης που τη χώρα παραστέκει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είδε στα δυο παιδιά του Φινέα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τη θεοκατάρατη πληγή που τους άνοιξε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η άγρια του γυναίκα σαν τα τύφλωσε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βγάζοντας, η κακούργα, της κόρες των ματιών τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χωρίς λόγχες, όχι, παρά με τα νύχια της τα ‘μα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τωμένα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και με της σαΐτας τα μυτερά βελόνια.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Β’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κ’ έλυωναν τα άμοιρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και την άθλια συφορά τους έκλαιγαν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που για κακό τα ‘ γέννησε η μάνα τους,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ ως τόσο είχε κι’ αυτηνής η γεννιά να κάνη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με τους αρχαιογεννημένους Ερεχθείδες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κ’ αναστήθηκε μέσα σ’ απόμαυρες σπηλιές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που γύρω φυσομανούνε του πατέρα της οι σίφουνες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η κόρη του Βορρηά σαν άλογο γοργόποδο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πηδώντας ‘πάνω στους γκρεμνούς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;των θεών η κόρη·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά και σ’ αυτήν επάνω ‘πέσανε η μοίρες η<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πολύχρονες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παιδί μου.</p>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>ΜΕΡΟΣ Β’</b><BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Εισέρχεται ο Τειρεσίας στηριζόμενος στον οδηγό).</p>
+
+<p>
+ΤΕΙΡ. Άρχοντες της Θήβας μαζύ ερχόμαστε κι’ οι δύο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με του ενού τα μάτια, γιατ’ οι τυφλοί<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μόνο με οδηγό βρίσκουνε το δρόμο.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι καινούργιο φέρνεις, γέρω Τειρεσία ;</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Εγώ θα σου το πω και συ το μάντη άκουγε.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ούτε μπροστήτερα αψήφησα τα λόγια σου.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Γι’ αυτό και εκυβέρναγες καλά τούτη την πολιτεία.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Δεν μπορώ να μαρτυρήσω πως δεν μου χρησίμεψαν.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Να ξέρης τώρα πως στης τύχης την κόψι επάνω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[περπατείς.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι λες ; Τρομάρα μου φέρνει ο λόγος σου.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Θα το νοιώσης άμα ακούσης της τέχνης μου τα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σημάδια.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ενώ καθόμουν στο θρονί μου που πάντα ‘ξηγάω τα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πουλιά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μου είναι λιμάνι του κάθε σημαδιού,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ακούω άγνωστο αχό από όρνια που έκραζαν στριγγά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ανάκατα κι’ ακατανόητα σαν σε κακόν οίστρο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και εκατάλαβα πως με τα νύχια τους κομμάτιαζαν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τώνα τ’ άλλο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί βαρειά κροτούσαν η φτερούγες τους.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τρόμαξα, και αμέσως πήγα να ‘ξετάξω τα καψαλί-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σματα στους βωμούς που ήταν όλο με φωτιές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά στα σφαχτά που καίγονταν δεν έλαμπε ο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Ήφαιστος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά έλυωνε και έτρεχε στη στάχτη μέσα το ζουμί<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[απ’ τα μεριά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και κάπνιζε και ‘πετούσε σπίθες και η χολές σκόρπι-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ζαν στον αέρα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και βρεμμένα έμεναν τα κρέατα απ’ το χυμένο πάχος.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τέτοια άκουγα από τούτο το παιδί και πως ‘χαλού-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σαν η μαντείες με άσχημα σημάδια,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί αυτός εδώ είναι οδηγός σ’ εμένα όπως εγώ στους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[άλλους.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κι’ αυτά τα υποφέρν’ η πόλις εξαιτίας του κεφα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λιού σου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατ’ οι βωμοί μας και όλες η πυρωστιές εγέμισαν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[απ’ τα όρνια και τα σκυλιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού ‘φάγανε το κρέας του άμοιρου του σκοτωμένου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γυιού του Οιδίπου.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και ύστερα δεν δέχονται πειά παρακάλια και θυσίες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[οι θεοί από τα ‘μάς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε των μηριών τη φλόγα, ούτε τα όρνια βγάζουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[με τα φτεροχτυπήματά τους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καλοσήμαντους αχούς, αφ’ ου είναι χορτασμένα απ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το παχύ αίμα του σκοτωμένου.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Για τούτο, γυιέ μου, βάλε γνώσι’ όλ’ οι άνθρωποι τώ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χουν να πλανεύωνται·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μα και όταν πλανευτή δεν θα είναι άντρας άμυαλος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εκείνος και ούτε και δυστυχής που έχοντας ξεπέσει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στο κακό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το διορθώνει και δε μείνει ακούνητος.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Η αυθάδεια όμως περνάει για προστυχιά.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έλα, κάνε το θέλημα του νεκρού και μη πονείς τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πονεμένο.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τι, ανδρεία τώχεις να σκοτώσης άλλη μια βολά αυτόν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[που πέθανε;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Επειδή καλό σου θέλω, λέω σου το καλό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και να μαθαίνη κανείς είν’ ευχάριστο πολύ’ απ’ οποίον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λέει καλά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν φέρνει κέρδος.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. : Άκουσε, γέρω, εσείς όλοι απάνω σ’ ένανε, εμένα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σημαδεύετε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν σκοπευτές και δε μου λείψανε από ‘πάνω μου η<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[προφητείες.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κυττάτε σεις να βγάλετε λιανά, κουβαλάτε το ήλε-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κτρο απ’ της Σάρδεις<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όσο θέλετε και το Ινδικό χρυσάφι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εκείνον όμως σε τάφο δε θα βάλετε.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ούτε κι’ οι αετοί του Δία αν ήθε τον αρπάξουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να παν να τόνε φάνε μπροστά στου Δία το θρόνο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε από τέτοιο κρίμα δε θα φοβηθώ ν’ αφήσω να τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θάψουν εκείνον.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Γιατί ξέρω καλά πως κανείς άνθρωπος δεν έχει δύ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ναμι να προσβάλλη τους θεούς.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ξεπέφτουν, γέρω Τειρεσία, κι’ οι πειό μεγάλοι απ’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους θνητούς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και γίνονται κουρέλια ελεεινά σαν λέν’ αισχρά αντίς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[καλά για κέρδος.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Κρίμα· δεν ξέρετε κανένας σας, δεν λέτε ;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι πράμμα ; τι το λες αυτό για όλους μας ;</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Πως το καλλίτερο χτήμα στον άνθρωπο είν’ ή φρό-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νησι.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Όσο και η κουταμάρα, λέω εγώ, φέρνει βλάβη.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Απ’ αυτή δα την αρρώστεια εσύ είσαι γεμάτος.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Δεν θέλω ν’ αντιμιλήσω άσχημα στο μάντη.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Και μήπως δεν το κάνεις, σαν λες πως προφητεύω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ψέμματα ;</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Όλο το σόι των προφητών αγαπάει τα λεφτά.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Κι’ οι βασιληάδες πάλε την αισχροκέρδεια.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ξέρεις πως αυτό που λες, το λες στον άρχοντά σου;</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Το ξέρω, γιατί από μένα κρατάς δική σου αυτή την<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πόλι.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Είσαι μάντης σοφός εσύ, αλλά το άδικο αγαπάς.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Θα με κάνης, όσα έχ’ ακούνητα μέσ’ την καρδιά μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να σου ‘πω.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Λέγε τα, μόνο για κέρδη μη μιλάς.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Αυτό ίσαμε τα τώρα τώκανα για χάρι σου.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Να ξέρης πως εμένα μ’ αυτά δε με πουλάς.</p>
+
+<p>ΤΕΙΡ. Εσύ όμως να ξέρης, πως δε θα τελέψη πολλούς γύ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ρους βιαστικός ο ήλιος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πού από τα σπλάχνα σου ένα νεκρό θα δώσης,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;νεκρών αλλαξιά, για οποίον έβαλες απ’ τον επάνω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κόσμο κάτω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μια ψυχή για τιμωρία σε τάφο ‘σπίτωσες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πάλι που των κάτω θεών ξεκλεμένον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βαστάς, εδώ άθαφτο και ανάγιαστο νεκρό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ενώ ούτε εσένα ανήκει ούτε των θεών επάνω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά του κεφαλιού σου γίνονται όλα αυτά και με τη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[βία.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Να σε τιμωρήσουν παραφυλάν αυτές που παίρνουν την<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[αμαρτία κατόπιν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η Ερρινύες του Άδου και των θεών, να σε πιάσουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[στα κρίματά σου επάνω.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κύττα τώρα αν στα λέω αυτά επειδή μ’ έχουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[χρυσώσει.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Δε θα περάση πολύς καιρός και θ’ ακουστούν στα σπί-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τια σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θρήνοι απ’ άντρες και γυναίκες.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κάθε πολιτεία εχθρά σηκώνεται, όταν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή από σκυλιά ή από θεριά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σπαραχτούν και λερωθούν τα λείψανά της,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή κανένα όρνιο κουβαλήση ανόσια μυρουδιά στην πόλι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[την κατοικημένη·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τέτοιες, γιατί με ‘πίκρανες, απ’ το θυμό μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν τοξότης σούριξα σαϊτιές στην καρδιά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που δε θα παν χαμένες, γιατί δε θα ξεφύγης τη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[φλόγα τους.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Παιδί, πήγαινέ με μακρυά από ‘δώ στο σπίτι μου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για να βγάλη το θυμό του αυτόν σε πειό νεώτερο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και να μάθη να κρατάη τη γλώσσα του ησυχώτερη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και το νου με πειό καλλίτερη γνώσι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;απ’ οποίαν έχει ως τώρα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Φεύγει ο Τειρεσίας).</p>
+
+<p>
+ΧΟΡ. Έφυγε ο γέρως, βασιληά, με προφητείες φριχτές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ όλοι μας ξέρουμε, απ’ τον καιρό που η τρίχες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μας γένηκαν από μαύρες άσπρες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως ποτέ του αυτός στην πολιτεία δεν ήρθε να λα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λήση ψέμμα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Το είδα κι’ εγώ και μου ταράζει την ψυχή.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Κακό είναι να υποχωρή κανείς,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά και ‘κείνος π’ αντιστέκεται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είναι κοντά η συμφορά που θα τόνε λυπήση.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Τώρα χρειάζεται καλή σκέψι, γυιέ του Μενοικέως<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Κρέων.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι πρέπει να κάνω, πες μου, κι’ εγώ θ’ ακούσω.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Πήγαινε και βγάλε το κορίτσι απ’ το βαθύσκαφτο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σπίτι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και κάνε τάφο του παραριγμένου.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Και το βρίσκεις αυτό καλό ; λες να πάω πίσω ;</p>
+
+<p>
+ΧΟΡ. Όσο μπορείς πειό γλήγορα, βασιληά μου, επειδή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;η τιμωρίες των θεών γοργόποδες προκάνουν όσους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θέλουν το κακό.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ωιμένα μόλις το μπορώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μα η καδιά με σπρώχνει να το κάνω·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με την ανάγκη δε θέλω να ‘μπω σε κακό πόλεμο.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Έλα, κάνε τώρα αυτά και μη πάη ο νους σου σ’ άλλο.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Καθώς είμαι πηγαίνω.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ελάτε, ελάτε, όσοι μ’ ακολουθάτε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και όσοι είν’ εδώ μπροστά, και όσοι λείπουν.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Πάρτε αξίνες στα χέρια και τρέξετε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στο μέρος το απόμακρο .........</p>
+
+<p>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;................................<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εγώ αφ’ ου μια και άλλαξα τη γνώμη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όπως ο ίδιος έδεσα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έτσι και θα λύσω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί φοβάμαι μην είναι το καλλίτερο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τη ζήση του να περνάη κανείς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βαστώντας τους βαλμένους νόμους.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Φεύγει ο Κρέων)</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Α’.</b>
+
+<p>
+ΧΟΡ. Εσύ με τα χίλια ονόματα στολίδι της νύφης του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Κάδμου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και του Δία του βαρυβροντηχτή γεννηά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που νοιάζεσαι την ξακουσμένη Ιταλία<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και στην κοσμοσύχναστη Ελευσίνα, στον κόρφο της<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Δηούς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βασιλεύεις,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Βάκχε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που στων Βακχών την πρώτη πολιτεία κάθεσαι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τη Θήβα, κοντά στο κυλάμενο νερό του Ισμηνού<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και απάνω, στη σπορά του άγριου Δράκου.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Α’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εσέν’ απάνω από το Γήλοφο βράχο αγναντεύει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ο καπνός και η αναλαμπή της φλόγας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εκεί που η Κηρύκιες νύφες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;χορεύουν Βακχικά, και της Κασταλίας η πηγή.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εσένα ακολουθούνε με πομπή όλοι οι κισσένιοι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;φράχτες απ’ τα βουνά της Μύσσας, κι’ η πράσινες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πλαγιές των αμπελιών με τα πολλά σταφύλια,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μέσ’ των τραγουδιών το θεϊκό αλαλητό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν έρχεσαι να μας ιδής και τους δρόμους διαβαί-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νεις της Θήβας.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Στροφή Β’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αυτήνα εσύ πάρα πολύ χτιμάς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από κάθε πόλη πειότερο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μαζύ με τη μάννα σου τη κεραυνοχτυπημένη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τώρα που όλη την πολιτεία έπιασε αρρώστεια<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δυνατή.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έλα εσύ να μας γιάννης με το ποδαρικό σου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ροβολώντας από τη ράχη πάνω του Παρνασού<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή από το πέραμα που θαλασσοβουίζει.</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>Αντιστροφή Β’.</b>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ωχ! εσύ που παίρνεις το χορό με τ’ αστέρια που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λαμποκοπούν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και παραστέκεις στης νύχτας το ξεφάντωμα, παιδί,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[γέννημα του Δία,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;φανερώσου, Βασιληά, μαζύ με της βακχικές γυ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ναίκες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που σ’ ακολουθάνε και γύρω σου ολονυχτίς σε χο-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ρεύουνε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εσένα που σκορπίζεις την ξεφωνητή χαρά.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Μπαίνει Άγγελος)</p>
+
+<p>
+ΑΓΓ. Εσείς που κατοικείτε γύρω στα σπίτια του Κάδμου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και του Αμφίωνα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τη ζωή του ανθρώπου εγώ ποτέ δε θα ‘ παινέψω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ούτε θα ‘πω κακό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι ας είναι ό,τι κι’ αν είναι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί πάντα η τύχη τον σηκώνει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κ’ η τύχη τον γκρεμίζει πάλι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ αυτόν που ζη ευτυχισμένος κι’ αυτόν που κακο-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[περνά,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και δε μπορεί κανείς να προφητεύση στους θνητούς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το τι τους μέλλεται·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;να, και ο Κρέων που μια φορά, θαρρώ, ήτανε ζηλευ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τός,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έσωσε απ’ τους εχθρούς του Κάδμου αυτή τη γη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και παίρνοντας τη μοναρχία της χώρας όλη επάνω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του βασίλευε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ανθίζοντας μέσ’ των ευγενικών παιδιών του τη σπορά.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τώρα όλα τα χάνει· γιατί όταν το σώμα του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ανθρώπου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν αισθάνεται πειά γλύκα, πες του πως δεν ζη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρά είναι ζωντανός νεκρός.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Έχε όσα θέλεις πλούτια στο σπίτι σου και ζήσε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σαν βασιληάς·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όταν λείπη από αυτά η χαρά, τάλλα εγώ ούτε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[για του καπνού τον ίσκιο δεν τα ‘ξαγοράζω<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αντί για την χαρά.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Τι άλλη δυστυχία στους βασιληάδες φέρνεις τώρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πάλι;</p>
+
+<p>ΑΓΓ. Πέθαναν, κι’ αυτοί που ζουν είν’ αίτιοι στο θάνατό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τους.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Κι’ ο φονηάς ποιος είναι ; ποιος εσκοτώθη; λέγε.</p>
+
+<p>ΑΓΓ. Ο Αίμων ‘χάθηκε, σκοτωμένος στο αίμα του κυ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λιέται.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Πώς, από του πατέρα του το χέρι, η από το δικό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του;</p>
+
+<p>ΑΓΓ. Ο ίδιος με το ‘δικό του, γιατί εκάκιωσε του πατέρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του για ‘κείνο το φόνο.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Άι γέρω ! είδες πως ‘βγήκε αληθινός ο λόγος σου.</p>
+
+<p>ΑΓΓ. Αφού έγιναν έτσι αυτά, τώρα πρέπει για τάλλα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να σκεφθούμε.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Να, όμως βλέπω και τη δόλια Ευρυδίκη του Κρέοντα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τη γυναίκα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Άραγε νάκουσε για του παιδιού της το χαμό,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή κατά τύχη βγαίνει απ’ τα δώματα ;</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Παρουσιάζεται η Ευρυδίκη).</p>
+
+<p>ΕΥΡ. Άνθρωποι εσείς που στέκεσθε όλοι μαζύ, άκουσα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τα τι έλεγαν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καθώς έκανα να ‘βγω απ’ το σπίτι για να πάω με<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[περικάλια να προσπέσω στην Παλλάδα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ό,τι άνοιγα με τα κλειδιά τα μάνταλα της πύ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λης να σηκώσω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;‘πήρε το αυτί μου για σπιτική μου δυστυχία μια<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μιλιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι’ έπεσα χάμου ξερή απ’ την τρομάρα μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και με σήκωσαν η δούλες.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα εσείς πέστε μου πάλι τι ήταν ο λόγος,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί δεν είμ’ αμάθητη στης δυστυχίες, να τ’ ακούσω.</p>
+
+<p>ΑΓΓ. Εγώ, καλή μου κυρά, και εδώ που είμαι θα στο πω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ούτε θ’ αφήσω τίποτε απ’ όσα είν’ αλήθεια.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τι ; να σου μιλήσω μαλακά και έπειτα σ’ αυτά να<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[βγούμε ψεύτες;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μόν’ η αλήθεια στέκει παντοτεινά ορθή.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Εγώ κατά πόδι ακολουθούσα τον άντρα σου, στο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ψηλό αλώνι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;εκεί οπού έκειτο ακόμα αξιοδάκρυτο σπαραγμέν’<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[από τα σκυλιά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το σώμα του Πολυνείκη. Και αφού τη θεά που στο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δρόμο παραστέκει<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;παρακαλέσαμε και τον Πλούτωνα να πάψη την οργή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του και να μας καλοβλέπη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τον ‘λούσαμε σε καθαρό λουτρό και απάνω σε κλαριά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νεόκοπα εκάψαμε το λείψανο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μνημούρι ολόρθο από της πατρίδος του τη γη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του χωματώσαμε·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και έπειτα ‘γυρίσαμε πάλι για το θωλωτό του Άδη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νυφοκρέββατο, το λιθοστρωμμένο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που ήταν μέσα η κόρη. Κάποιος όμως άκουσε στριγγό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ξεφωνητό να βγαίνη απ’ το θάλαμο τον αφορισμένο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κι έτρεξε να το φανερώση του αφέντη μας του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Κρέοντα.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και σ’ αυτόν γύρω καθώς ‘πρόβαινε σιμότερα η<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ίδια θλιβερή φωνή ‘πετούσε, πειό αδύνατη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και απ’ τα τρίσβαθα στενάζοντας βγάζει κλαψάρικη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λαλιά:<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;«Κακορρίζικος εγώ· καλά το ‘μάντεψα λοιπόν ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και τώρα περπατώ απ’ όσους στη ζωή μου ‘πέρασαν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το πειό θλιβερώτερο δρόμο.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τού παιδιού μου η φωνή με τριγυρνάει. Εσείς ‘πε-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ρέτες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τρέξτε γλήγορα, κάτω εκεί, σταθήτε ‘μπρος στον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τάφο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και απ’ τον αρμό του χώματος σαν η πέτρα ση-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κωθή,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μπαίνοντας στο άνοιγμα του τάφου κυττάχτε του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[Αίμονος είν’ η φωνή π’ ακούω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ή ξεγελιέμαι από τους θεούς ;»<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και μεις στης προσταγές του πικραμένου αφέντη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μας πήγαμε να ‘δούμε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και μεσ’ το στερνό το μνήμα είδαμε τη μια κρεμα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σμένη απ’ το λαιμό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με κλωστένιο βρόχο απ’ το πέπλο της δεμένο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τον άλλον μπροστά της πεσμένο χάμου απ’ τη μέση<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[να την κρατάη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θρηνώντας για τη νύφη που χάθηκε και πήγε κάτου<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και για του πατέρα του τα έργατα και το νυφοκρέβ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[βατό του το δυστυχισμένο·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και καθώς το είδε ο Κρέων πικρά βογκώντας προ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[βαίνει μέσα και του φωνάζει μ’ αναφιλητό :<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;«Δυστυχισμένε μου, τι κάνεις αυτού, στο νου τι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σούρθε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σε τι συφορά έπεσες ; έλα έξω, παιδί μου, γονατιστός<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σε παρακαλώ»,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα το παιδί, άγρια ματιά στήλωσε απάνω του, τον<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[έφτυσε κατά μούτρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και χωρίς διόλου να απαντήση έπειτα τράβηξε του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σπαθιού του τη δίκοπη λεπίδα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ο πατέρας πρόφθασε ορμώντας έξω και του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ξέφυγε·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τότε, ο άραχλος, κατεπάνου του γυρίζει το θυμό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και όπως στέκονταν, το σίδερο μες τα πλευρά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και με τα χέρια του που είχαν παραλύσει, έχοντας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ακόμη τα λογικά του,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αγκαλιάζει την παρθένο, και καθώς ξεφυσούσε, με<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δύναμι<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πετιέται κόκκινο αίμα βρύσι απάνου στης χλωμές<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[παρειές του κοριτσιού,</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Φεύγει η Ευρυδίκη έξαλλη και οι γυναίκες τρέχουν πίσω της).</p>
+
+<p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και τώρα κείτεται νεκρός σε νεκρής πλευρό ο δόλιος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;το γάμο του γιορτάζοντας στου Άδη τα παλάτια·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[όμως απόδειξε στον κόσμο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως για έναν άνδρα η ασυλλογισιά είναι το μεγα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[λείτερο κακό.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Τι να βάλω με το νου μου; έφυγε πάλι η γυναίκα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[προτού πή λόγο καλό ή κακό.</p>
+
+<p>ΑΓΓ. Κ’ εγώ εθάμμαξα, αλλά παρηγοριούμαι με την ελ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[πίδα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πως σαν άκουσε τη συφορά του παιδιού της,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν θα πάη να μοιρολογήση στην πόλι έξω·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;μέσα στο σπίτι με της δούλες ολόγυρά της<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;θα καθήση να κλάψη για το πένθος της·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί δεν είν’ αμάθητη από καλή γνώμη,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ώστε να λαθέψη.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. δεν ξέρω, ωιμένα, και η πάρα πολλή σιωπή<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κακό σημάδι φαίνεται, καθώς και το πολύ ξεφωνητό<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το ανωφέλετο.</p>
+
+<p>ΑΓΓ. Αλλά να ‘δούμε μήπως και κρύβει τίποτα στη τα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ραγμένη καρδιά·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ας μπούμε μες στο σπίτι, καλά το λες εσύ.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Και η παρά πολύ σιωπή είναι βαρειό σημάδι.</p>
+
+<p>(Φεύγει ο Άγγελος· εμφανίζεται ο Κρέων κρατώντας στα<BR>
+χέρια του τον νεκρό του Αίμονος).</p>
+
+<p>
+ΧΟΡ. Αλλά να, που και ο ίδιος ο βασιληάς έφτασε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;κρατώντας στα χέρια του δείγμα ολοφάνερο-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αν μου πέφτη και εμένα λόγος - όχι αλλουνού που<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[έφταιξε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;αλλά της αμαρτίας της δικής του.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ωιμέ του κακοκέφαλου κεφαλιού η αμαρτία πώς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[‘τέλεψε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;φέρνοντας θάνατο. Αχ ! το φονηά και το σκοτω-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μένο κυττάτε μαζί του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;από μια γεννηά. Ωιμένα κακότυχή μου γνώμη.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αχ ! παιδί μου, που νέος επήγες με πρώιμο θάνατο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;άι, άι, άι, άι, άι, ‘πέθανες, ‘χάθηκες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για δική μου όχι για δική σου κακοκεφαλιά.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Ωιμέ, αργά ήταν να δης το δίκηο,</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ωιμένα, το ξέρω ο δόλιος, Μα στο μυαλό μου κά-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ποιος θεός τότε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;βρόντηξε που μου κακόθελε βαρειά, και σ’ άγριο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[δρόμο μ’ έρριξε,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ώιμέ, πατώντας, με τα πόδια της χαρές μου.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αχ ! Αχ! βάσανά του άνθρωπου που δε βαστιώνται.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;(Μπαίνει ο Εξάγγελος).</p>
+
+<p>
+<BR>
+ΕΞΑ. Αφέντη μου, τα έχεις και τα παράχεις τα βάσανα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;άλλα βαστάς στα χέρια σου και άλλα πούναι στο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[σπίτι σου πρόκαναν κι’ όλας,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και ταχιά με τα μάτια σου θε να τα ‘δης.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Τι είναι πάλι ; χειρότερα ακόμα απ’ τα χειρότερα;</p>
+
+<p>ΕΞΑ. Η γυναίκα σου ‘πέθανε, η δόλια μάννα αυτουνού του<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[νεκρού·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τώρα δα ‘χτυπήθηκε, κ’ είν’ η πληγές της ανοιχτές.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Άι, άι, άι, άι, λιμάνι του Άδη αχόρταγο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί, καλέ, με βουλειάζεις ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Ω, εσύ που ήρθες να μου φέρης της πικρόλογες συ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[φορές, τι λόγο είπες;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Άι, άι, σκοτωμένον άνθρωπο πήγες να χτυπήσης·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τι λες, παιδί μου ; τι άλλο πάλι θα μου πής;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Άι, άι, άι, άι· σφαχτό της συφοράς κείτεται η γυ-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ναίκα πεθαμμένη.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Γύρισε και θα ‘δης· δεν την έχουν πειά κρυμμένη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[μέσα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ωιμένα, βλέπω με τα μάτια μου το δεύτερο κακό·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τι άλλο,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τι άλλο μου μέλλεται ; στα χέρια μου κρατώ ακόμα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[το παιδί μου, ο κακορρίζικος,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και αντικρύ μου βλέπω τη νεκρή.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Αχ, άχ, καϋμένη μητέρα ! αχ, παιδί μου.</p>
+
+<p>ΕΞΑ. Έπεσε πληγωμένη βαρειά και αγκάλιασε το βωμό·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τα μάτια της έκλεισαν,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Μα πρώτ’ εμοιριολόγησε για το δοξασμένο θάνατο<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[του Μεγαρέα, που ‘πέθανε μπροστήτερα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και πάλι γι’ αυτόν εδώ, και τελευταία για της κα-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κές σου πράξες<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;καταράσθηκε, εσένα, τον παιδοχτόνο.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Άι, άι, άι, άι, τρομάρα μου, γιατί δεν μ’ εσκότωνε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[κανείς απ’ τους φίλους<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;στο στήθος μπροστά με δίκοπο σπαθί ;<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δόλιος εγώ, άι, άι, άι, και με δόλιο τέλος σβύνω.</p>
+
+<p>ΕΞΑ. Και γι’ αυτή και για εκείνη τη θανή σε σένα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;έρριξε την αιτία η πεθαμμένη·</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Και με τι τρόπο χάλασε τη ζωή της ;</p>
+
+<p>ΕΞΑ. ‘Χτυπήθη με το χέρι της μέσ’ στο σκότι, καθώς<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[άκουσε<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τι έπαθε το παιδί της, το πολύκλαφτο.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ωιμένα σε κανέναν άνθρωπο ποτέ δε θα πέση<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;σαν τη δική μου κατηγόρια. εγώ, εγώ σε σκό-<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[τωσα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;άχ! ο άθλιος ! εγώ, αλήθεια λέω· αχ ! άνθρωποι,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;πηγαίνετε με γλήγορα, βγάλτε με από δω έξω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί δεν είμαι πειά άλλο παρά τίποτα.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Κερδισμένος θάβγης, αν βγαίνη απ’ τον πόνο κέρδος,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;γιατί η συφορά που γλήγορα περνά απ’ όσες μας<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[έρχονται<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είναι η καλλίτερη.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Ας έρθη, ας έρθη, ας φανή κι’ εμένα η γλυκεία<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[θανή μου,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που θα μου φέρη πειά την ύστερή μου μέρα·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;ας έρθη, ας έρθη, για να μη ‘δώ πειά άλλη μέρα<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;με τα μάτια μου.</p>
+
+<p>ΧΟΡ. Αυτά είναι του ύστερου καιρού·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;για όσα βλέπομε κάτι να γείνη·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τάλλα θα τα νοιαστούν εκείνοι που τους πρέπει.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Αυτό που λαχταρίζω, αυτό μονάχα ευχήθηκα.</p>
+
+<p>ΧΌΡ. Μην εύχεσαι τώρα τίποτα, αφού ο άνθρωπος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;δεν έχει να ξεφύγη τη γραφτή του μοίρα.</p>
+
+<p>ΚΡΕ. Πάρτε με τον άχρηστο άνθρωπο απ’ εδώ,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;που ‘σκότωσα και σένα, παιδί μου, χωρίς να το θέλω,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[και τούτην.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Τρισάθλιος εγώ και δεν έχω πειά που να γυρίσω τη<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[ματιά μου·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όλα μου ξεφεύγουν, όσα πιάνω στα χέρια· βαρειά<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;[συφορά έπεσε στο κεφάλι μου.<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;Το πρώτο πράμμα για να ευτυχήση ο άνθρωπος<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;είναι η φρονιμάδα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και δεν πρέπει να καταφρονάη κανείς σε τίποτα,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;όσα είναι των θεών·<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;τα μεγάλα λόγια με μεγάλα βάσανα τα ξεπλερώνουν<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;οι καυχησάρηδες,<BR>
+&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;&nbsp;και έτσι βάζουνε γνώσι και στα γεράματα.</p>
+
+<p>
+<b>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</b></p>
+
+<p>ΑΙΣΧΥΛΟΣ<BR>
+Ο μέγιστος των αρχαίων και νεωτέρων δραματικών ποιητών, για την<BR>
+έντονη δραματικότητα, το βαθύ και συχνά προφητικό της σκέψης του,<BR>
+τη λυρική του έξαρση και την αρμονία των εννοιών με την αισθητική<BR>
+τους έκφραση. Οι τραγωδίες του, τολμηρές τόσον ως σύνθεσή τους,<BR>
+όσο και σαν πλοκή, έχουν ταυτόχρονα πολύ έντονη την αίσθηση και<BR>
+την ψυχολογία του φυσικού και του πραγματικού, ώστε να δονούνται<BR>
+από τον παλμό της πιο σφρίγουσας ζωής. Ο Αισχύλος αποτελεί<BR>
+αναμφισβήτητα την πιο τέλεια ποιητική εκδήλωση του ελληνικού<BR>
+μεγαλείου.</p>
+
+<p>&nbsp;***<BR>
+Αγαμέμνων: Πρόκειται για το πρώτο δράμα της Τριλογίας «Ορέστια»<BR>
+κι αναφέρεται στην δολοφονία του Αγαμέμνονα από την σύζυγό του<BR>
+Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. η σκηνή της προφήτιδος<BR>
+Κασσάνδρας, που οδύρεται για την αιχμαλωσία της, ανήκει στις<BR>
+τραγικότερες του παγκοσμίου Θεάτρου. Μετάφραση σε στίχους, του<BR>
+Γρυπάρη.</p>
+
+<p>Χοηφόροι: Το δεύτερο δράμα της «Ορέστειας». Περιέχει την<BR>
+κυριώτερη πράξη, γύρω από την οποία στρέφεται η Τριλογία και που<BR>
+πάνω της στηρίζεται το ηθικό πρόβλημα που κινεί την «Ορέστεια»: ο<BR>
+Ορέστης θανατώνει τον Αίγισθο και τη μητέρα του· ο νους του<BR>
+σαλεύεται και καταδιωκόμενος από τα φάσματα των Ερινυών παίρνει<BR>
+τον δρόμο της εξορίας. Η μετάφραση, σε στίχους, του Γρυπάρη.</p>
+
+<p>Ευμενίδες: Η τραγωδία που ολοκληρώνει την «Ορέστεια».<BR>
+Εκτυλίσσεται στους Δελφούς, όπου ο Απόλλων, αποκοιμίζοντας τις<BR>
+Ερινύες, φυγαδεύει τον Ορέστη, και κατόπιν στην Αθήνα, όπου<BR>
+υστέρα από απόφαση της Αθήνας, ο μητροκτόνος Ορέστης δικάζεται<BR>
+από τον Άρειο Πάγο και απαλλάσσεται από την τιμωρία του φόνου. Η<BR>
+μετάφραση, όπως κι όλης της Τριλογίας, του Γρυπάρη.</p>
+
+<p>Επτά επί Θήβας: Το δράμα τούτο αναφέρεται στην τραγική Θήβας<BR>
+μοίρα των δύο γιων του Οιδίποδα, πού, μονομαχώντας για τον θρόνο<BR>
+των Θηβών, αλληλοσκοτώνονται. Ο ύμνος των Ερινύων κι ο<BR>
+παθητικότατος θρήνος της Αντιγόνης και της Ισμήνης για τους<BR>
+σκοτωμένους αδελφούς των είναι από τους λυρικώτερους της αρχαίας<BR>
+τραγωδίας. Η μετάφραση, σε στίχους, αριστοτεχνική, με φιλολογική<BR>
+ακρίβεια και δύναμη ύφους, του Γρυπάρη.</p>
+
+<p>Πέρσαι: Το δράμα αυτό αποτελεί υψηλότατον ύμνο των ελληνικών<BR>
+νικών κατά των Περσών, την εποχή των μηδικών πολέμων. Η<BR>
+μεγαλοπρεπής αφήγηση της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κρίνεται σαν<BR>
+μοναδικό υπόδειγμα επικολυρικής περιγραφής. Μετάφραση Ι. Ζερβού.</p>
+
+<p>Προμηθεύς Δεσμώτης: Το πιο μεγαλεπήβολο και υψιπετές Έργο του<BR>
+παγκοσμίου θεάτρου. Παρουσιάζει τον Προμηθέα δεμένον πάνω στον<BR>
+Καύκασο, κατά διαταγή του βασιλιά των θεών, προς τιμωρίαν της<BR>
+φιλανθρωπίας του. Το Κράτος του Δία και η Βία, προσωποποιημένα,<BR>
+ο Ήφαιστος, οι Ωκεανίδες, ο Ερμής, ο Ωκεανός, η Ιώ και ο<BR>
+Προμηθέας, δρώντας ανθρώπινα και παθητικά, διατηρούν όλο το θεϊκό<BR>
+μεγαλείο τους. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Ζερβού.</p>
+
+<p>Ικέτιδες: Το δράμα αυτό, βασισμένο στην ιστορική παράδοση,<BR>
+εξυμνεί την αρετή και τη φιλοξενία των Ελλήνων. Οι Δαναΐδες,<BR>
+φεύγοντας από την Αίγυπτο, για να αποφύγουν να παντρευτούν με τη<BR>
+βία, φιλοξενούνται και προστατεύονται από τους Αργείους και πάλι<BR>
+ελευθερώνονται από την αποτολμηθείσα αρπαγή. Ο υψηλός λυρισμός<BR>
+του έργου θαυμαζόταν από τους αρχαίους, ήδη, χρόνους.</p>
+
+<p>
+<BR>
+&nbsp;ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ</p>
+
+<p>Από τους τρεις κορυφαίους Έλληνες τραγικούς, που μας σώθηκαν<BR>
+μερικά έργα τους, ο πιο προσιτός, τόσο στην αρχαιότητα όσο και<BR>
+στην εποχή μας, είναι ο Ευριπίδης. Δραματικός και περιπαθής<BR>
+ποιητής, ένας φιλόσοφος και, μαζί, ένας ψυχολόγος των ανθρωπίνων<BR>
+αρετών και ελαττωμάτων.</p>
+
+<p>***</p>
+
+<p>Ανδρομάχη: το δράμα αυτό εικονίζει, κατά τον πιο θαυμαστό τρόπο,<BR>
+έναν κόσμο αισθημάτων, ζήλειας, μίσους και στοργής. Ο<BR>
+Νεοπτόλεμος, χωρίζοντας από την Ανδρομάχη, παντρεύεται την κόρη<BR>
+του Μενέλαου και της Ελένης, την Ερμιόνη, που συνεννοείται με τον<BR>
+πατέρα της να σκοτώσουν τον γιο που έδωσε η Ανδρομάχη στον<BR>
+Νεοπτόλεμο. Ο Πηλέας, παππούς του παιδιού, σώζει τον μικρό, και ο<BR>
+Μενέλαος σκοτώνει με δόλο τον Νεοπτόλεμο. Μετάφραση, τον Γ.<BR>
+Τσοκόπουλου.</p>
+
+<p>Άλκηστης: Σύμφωνα με τον όρο που είχε θέσει ο θεός, ο Άδμητος θα<BR>
+γινόταν αθάνατος, αν κάποιος στενός συγγενής του δεχόταν να<BR>
+θυσιαστή γι αυτόν το σκοπό. Οι γονείς του δεν δέχονται, μα η<BR>
+γυναίκα του η Άλκηστης προσφέρεται πρόθυμα να θυσιαστή, δίδοντας<BR>
+έτσι μοναδικό παράδειγμα συζυγικής αφοσίωσης. Η μετάφραση, σε<BR>
+στίχους, του Γ. Τσοκόπουλου.</p>
+
+<p>Μήδεια: Το τραγικότερο από τα δράματα του Ευριπίδου. Το πάθος της<BR>
+ερωτικής εκδίκησης, ξεπερνώντας σ’ ένταση αυτό τούτο το ερωτικό<BR>
+πάθος, εκφράζεται, στο έργο αυτό, στο έπακρο των εκδηλώσεων του.<BR>
+Προδομένη από τον Ιάσονα, η Μήδεια καταπνίγει τη μητρική στοργή<BR>
+μέσα της και σκοτώνει τα δυο τους παιδιά για να εκδικηθή τον<BR>
+σύζυγο. Μετάφραση Άγγ. Τανάγρα.</p>
+
+<p>Ηλέκτρα: Ο Ορέστης και η αδελφή του Ηλέκτρα θανατώνουν τον φονέα<BR>
+του πατέρα τους Αίγισθο και την μητέρα τους, συνεργόν του φόνου<BR>
+επίσης, Κλυταιμνήστρα. Η κάθαρση εδώ έρχεται από τον από μηχανής<BR>
+θεό, που δίδει και την εξάγνιση στους δύο μητροκτόνους. Η<BR>
+μετάφραση, φιλολογικά πιστή, του Αγγέλου Τανάγρα.</p>
+
+<p>Ιππόλυτος: Το νεωτεριστικώτερο από τα έργα του Ευριπίδου. Η<BR>
+Φαίδρα αισθάνεται ανόσιο έρωτα προς τον γυιό του συζύγου της<BR>
+Θησέως, τον Ιππόλυτο. Ο νέος αποκρούει τον έρωτά της κ’ η Φαίδρα<BR>
+αυτοκτονεί, συκοφαντώντας τον στον πατέρα του. Ο Θησέας<BR>
+εξορίζοντας τον Ιππόλυτο, τον καταρατάται να καταστραφεί από τον<BR>
+Ποσειδώνα. Η κατάρα πραγματοποιείται, μα ή συκοφαντία φανερώνεται<BR>
+κι ο Ιππόλυτος πεθαίνει θρηνούμενος και συγχωρώντας. Η μετάφραση<BR>
+του Αγγέλου Τανάγρα.</p>
+
+<p>Ιφιγένεια εν Αυλίδι: μια από τις παθητικώτερες και καλύτερες<BR>
+τραγωδίες του Ευριπίδη. Οι προσπάθειες του Αγαμέμνονος να σώση<BR>
+την κόρη του, η συμπάθεια και κατανόηση του Μενελάου, που<BR>
+έρχονται αργά, για το θύμα, η τολμηρή αντίσταση του Αχιλλέα<BR>
+εναντίον του στρατού για να σωθή η μνηστή του, εντείνουν τη δράση<BR>
+και την τραγικότητα. Η λύση του δράματος δίδεται από τον από<BR>
+μηχανής θεόν. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Φραγκιά.</p>
+
+<p>Ιφιγένεια εν Ταύροις: Η Ιφιγένεια, που θυσιάζεται από τον πατέρα<BR>
+της Αγαμέμνονα στην Αυλίδα, για να γίνη δυνατόν ν’ αποπλεύσουν τα<BR>
+πλοία της τρωικής εκστρατείας, σώζεται την τελευταία στιγμή από<BR>
+την θεά Αρτέμιδα, που την μεταφέρει στην χώρα των Ταύρων. Εκεί,<BR>
+μητροκτόνος πια και περιπλανούμενος, την συναντά ο αδελφός της<BR>
+Ορέστης, ιέρεια της Αρτέμιδος. Φεύγοντας αποκομίζει μαζί της και<BR>
+το άγαλμα της θεάς στην Αθήνα. Μετάφραση Ν. Κυπαρίσση.</p>
+
+<p>Βάκχαι: Πρόκειται για μιαν από τις αρτιώτερες και οπωσδήποτε την<BR>
+λυρικώτερη από τις τραγωδίες του μεγάλου ποιητή. Ο Πενθέας κ’ η<BR>
+μητέρα του Αγαύη, απιστώντας απέναντι των θείων, τιμωρούνται από<BR>
+τον θεό Διόνυσο, γιατί δε θέλησαν να δεχθούν τη λατρεία του στην<BR>
+Θήβα. Η μετάφραση, σε στίχους, του Κ. Βάρναλη.</p>
+
+<p>Φοίνισσες: Περιστρέφεται γύρω από την τραγική παράδοση της<BR>
+αδελφοκτονίας Ετεοκλέους και Πολυνείκους, Γεμάτη επεισόδια και<BR>
+σκηνική δράση, όπως ο θάνατος των δυο αδελφών, το διώξιμο του<BR>
+πατέρα τους Οιδίποδος, η γενναία απόφαση της Αντιγόνης κτλ.,<BR>
+θεωρείται μια από τις ωραιότερες τραγωδίες του Ευριπίδου. Η<BR>
+μετάφραση του Ν. Ποριώτη.</p>
+
+<p>Ικέτιδες: Δράμα πολιτικό και πατριωτικό, αναγόμενο στον ήρωα<BR>
+Θησέα, ο οποίος θάβει τους Αργείους που έπεσαν μπροστά στα τείχη<BR>
+των Θηβών. Τον χορό της τραγωδίας τον αποτελούν οι μητέρες και τα<BR>
+παιδιά των πεσόντων. Αυτά τούτα τα χορικά θεωρούνται από τα<BR>
+παθητικώτερα της αρχαίας τραγωδίας καθόλου. Η μετάφραση, σε<BR>
+στίχους, του Ν. Ποριώτη.</p>
+
+<p>Ηρακλής μαινόμενος: Το ωραίο αυτό δράμα του μεγάλου τραγικού,<BR>
+αναφέρεται στον Ηρακλή, που, ελευθερώνοντας τα παιδιά του,<BR>
+κυριεύεται ύστερα από μανία και τα σκοτώνει. Μόλις συνέρχεται από<BR>
+την τρέλλα του και καταλαβαίνει τι έχει κάμει, επιχειρεί να<BR>
+αυτοκτονήση, αλλά τον σώζει ο φίλος του Θησέας. Η άρτια τούτη<BR>
+μετάφραση, που διατηρεί όλη την ομορφιά του πρωτοτύπου οφείλεται<BR>
+στον Κ. Βάρναλη.</p>
+
+<p>Ίων: Το δράμα αυτό διακρίνεται για την περίτεχνη πλοκή του, τις<BR>
+περιπέτειες που με πολλή τέχνη παρεμβάλλονται και για την<BR>
+απροσδόκητη έκβαση. Η υπόθεση του περιστρέφεται γύρω από τους<BR>
+κινδύνους, την αναγνώριση και την αναγόρευση, μετά, του Ίωνος, ως<BR>
+κληρονόμου του βασιλέα της Αττικής Ξούθου. Η μετάφραση, του Πολ.<BR>
+Δημητρακόπουλου.</p>
+
+<p>Κύκλωψ: Σατυρικό δράμα, που ανάγεται στη γνωστή ομηρική<BR>
+περιπέτεια του Οδυσσέα, με τη μέθη και την τύφλωση του Κύκλωπα,<BR>
+που κάνει δυνατή τη σωτηρία του ήρωα και των συντρόφων του. Τα<BR>
+κωμικά επεισόδια κάνουν το έργο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον για<BR>
+κάθε εποχή. Η μετάφραση έγινε από τον Γ. Τσοκόπουλο.</p>
+
+<p>Ορέστης: Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα ίσως, του<BR>
+Ευριπίδη. Ο Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους,<BR>
+ενώ ο θείος του Μενέλαος τον εγκαταλείπει, από δειλία.<BR>
+Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να σκοτώση<BR>
+τη σύζυγο του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά μεταπείθεται από<BR>
+τον από μηχανής θεό και παντρεύεται την Ερμιόνη. Η μετάφραση<BR>
+έγινε από την Ηλία Βουτιερίδη.</p>
+
+<p>Ρήσος: Ανήκει στα νεώτερα δράματα της Αττικής Τραγωδίας, κ’ είναι<BR>
+αβέβαιο αν ανήκη στον Ευριπίδη, μολονότι από τους αρχαίους ήδη<BR>
+χρόνους αποδιδόταν σ’ αυτόν. Φαίνεται ν’ ανήκη μάλλον στη σχολή<BR>
+του Φιλοκλέους. Ανάγεται στο ομηρικό επεισόδιο της αρπαγής της<BR>
+Ελένης από τον Πάρη. Η μετάφραση έγινε από τον Άριστο Καμπάνη.</p>
+
+<p>Ηρακλείδες: Το δράμα αναφέρεται στην περίθαλψη των Ηρακλειδών<BR>
+στην Αττική κι αποτελεί ύμνο στην ανδρεία των Αργείων και των<BR>
+Αθηναίων ηρώων. Το επεισόδιο, όπου η Μακαρία παραδίδεται με τη<BR>
+θέληση της στον θάνατο προς χάριν της κοινής σωτηρίας, εντείνει<BR>
+την τραγικότητα του δράματος. Η μετάφραση, σε στίχους Κ. Βάρναλη.</p>
+
+<p>Εκάβη: Συγκρατώντας την οδύνη της για τον θάνατο του γιου της<BR>
+Πολυδώρου, η βασίλισσα της Τροίας συμβάλλει στην καταστροφή του<BR>
+δολοφόνου. Στην τραγωδία τούτη, το πάθος της εκδίκησης στην<BR>
+Εκάβη, περιγράφεται με βαθύτατη ψυχολογία. Η μετάφραση του Ν.<BR>
+Ποριώτη</p>
+
+<p>Ελένη: Αντίθετα από την παράδοση, η Ελένη παρουσιάζεται εδώ σαν<BR>
+υπόδειγμα πιστής συζύγου, και βοηθημένη από τον σύζυγο της<BR>
+Μενέλαο, κατορθώνει να γλυτώση από τον γάμο με τον Αιγύπτιο<BR>
+βασιλέα. Η αδελφή του τελευταίου, η Θεονόη, που συμπονεί τους<BR>
+συζύγους, είναι από τους καλύτερα διαγραφόμενους χαρακτήρες του<BR>
+έργου. Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης.</p>
+
+<p>Τρωάδες: Το συνταρακτικό τούτο δράμα αποτελεί εξεικόνιση των<BR>
+φρικαλεοτήτων της αλώσεως της Τροίας. Η σφαγή της Πολυξένης, ο<BR>
+φόνος του Αστυάνακτος, η όψη της πόλης, που πυρπολείται, δίδουν<BR>
+την πιο δραματική εικόνα πόλης που καταπατείται από τον εχθρό. Η<BR>
+μετάφραση οφείλεται στον Άριστο Καμπάνη.</p>
+
+<p>***</p>
+
+<p>ΣΟΦΟΚΛΗΣ</p>
+
+<p>Απαράμιλλοι σε δραματικό και πλαστικό κάλλος, οι τραγωδίες του<BR>
+Σοφοκλέους αποτελούν απλησίαστα πρότυπα της δραματικής τέχνης<BR>
+όλων των λαών κι όλων των εποχών. Αρμονικός υμνητής της φύσης,<BR>
+θαυμαστός ανατόμος του πάθους, φιλοσοφικός ερευνητής της<BR>
+ανθρωπίνης ψυχής και του ηθικού κόσμου, ο Σοφοκλής εξυψώνει,<BR>
+φωτίζει και γοητεύει, με σκέψη, λυρισμό, περιπάθεια και<BR>
+καλλιτεχνική αρτιότητα, το κοινό του.</p>
+
+<p>Αντιγόνη: Από τα πιο συγκλονιστικά δράματα του παγκοσμίου<BR>
+θεάτρου, το έργο αυτό παρουσιάζει αντίμαχα τον φυσικό νόμο - τη<BR>
+φωνή του αίματος - προς το νόμο τής Πολιτείας, που επικρατεί<BR>
+βέβαια και συντρίβει, αλλά δε μπορεί να ταπεινώση την ευγένεια<BR>
+του φυσικού νόμου της στοργής. Η θαυμάσια μετάφραση, οφείλεται<BR>
+στον Κ. Χρηστομάνο.</p>
+
+<p>Ηλέκτρα: Η αλλεπάλληλη διαδοχή τραγικών γεγονότων και η συχνή<BR>
+μετάπτωση των αισθημάτων και των παθών δίδουν στην τραγωδία τούτη<BR>
+τον νεωτεριστικώτερο τύπο. Ύστερα από την ανάγνωση των δύο<BR>
+αδελφών, του Ορέστη και της Ηλέκτρας, αποφασίζεται η εκδίκηση της<BR>
+πατρικής δολοφονίας: ο φόνος της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου.<BR>
+Η μετάφραση έγινε από τον Μ. Αυγέρη.</p>
+
+<p>Οιδίπους Τύραννος: Ο τραγικός θρύλος της ακουσίας πατροκτονίας<BR>
+του Οιδίποδος και του γάμου του με την μητέρα του δραματοποιείται<BR>
+στο έργο αυτό σαν αποκάλυψη που επέρχεται από τον θεό και που<BR>
+εξιλεώνεται με την αυτοκτονία της μητέρας, αιμομίκτριας εν αγνοία<BR>
+της, και της εκούσιας τύφλωσης του Οιδίποδος. Μεταφραστής ο<BR>
+Άριστος Καμπάνης.</p>
+
+<p>Τραχίνιαι Το δράμα αυτό περιστρέφεται γύρω από τον οικτρό θάνατο<BR>
+του Ηρακλή από ερωτικά φίλτρα της συζύγου του Δηιάνειρας, που<BR>
+είχε παρασυρθή στην πράξη της από υπερβολικό έρωτα. Η ακουσία<BR>
+δολοφόνος αυτοκτονεί και ο Ηρακλής, πριν πεθάνη, μαθαίνει πως<BR>
+είναι αθώα. Η μετάφραση οφείλεται στον Άριστο Καμπάνη.</p>
+
+<p>Φιλοκτήτης: Ο Νεοπτόλεμος, για να πάρη στην κατοχή του τα πατρικά<BR>
+όπλα από τον Φιλοκτήτη, ύστερα από χρησμό, στην αρχή<BR>
+μεταχειρίζεται δόλο, όπως τον είχε συμβουλέψει ο Οδυσσέας.<BR>
+Συγκινημένος, όμως, από τη γενναιοψυχία του ήρωα, μετανοεί,<BR>
+φανερώνει την απάτη και παραιτείται από τα σχέδια του. Ο Ηρακλής<BR>
+που παρουσιάζεται σαν από μηχανής Θεός, συμβιβάζει τα πράγματα<BR>
+και δίδει τη γνωστή από τον Όμηρο λύση.</p>
+
+<p>Αίας: Αναφέρεται στον ομηρικό ήρωα, που παρεφρόνησε, κατά θείαν<BR>
+βουλήν, για την αλλαζονία του. Συνερχόμενος ο ήρωας και νιώθοντας<BR>
+ντροπή, αυτοκτονεί. Ύστερα από επέμβαση του αδελφού του Τεύκρου<BR>
+και του αντιπάλου του Οδυσσέα κηδεύεται με μεγάλη λαμπρότητα για<BR>
+τον ηρωισμό του και την άλλη του αγαθότητα. Η μετάφραση ανήκει<BR>
+στον Κ. Βάρναλη.</p>
+
+<p>Οιδίπους επί Κολωνώ: το τελευταίο από τα δράματα του Σοφοκλέους.<BR>
+Παρουσιάζει τις τελευταίες περιπέτειες του Οιδίποδος και κλείνει<BR>
+με τον θάνατο του στον Κολωνό. Η γενική έξαρση, ο λυρισμός, η<BR>
+εξύμνηση των Αθηνών, το μεγαλείο του ήρωα που πεθαίνει,<BR>
+αναδεικνύουν το δράμα αυτό ως ένα από τα αριστουργήματα του<BR>
+παγκοσμίου θεάτρου. Η μετάφραση του Ηλία Βουτιερίδη.</p>
+
+<p>ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ</p>
+
+<p>Ο μέγιστος κωμικός και σατυριστής των ανθρωπίνων ελατωμάτων, ο<BR>
+θαυμαστός ηθογράφος και δαιμόνιος επινοητής σκηνικής πλοκής. Με<BR>
+λιτή και γυμνή φράση, προσιτή σε ανθρώπους με ώριμη σκέψη, ο<BR>
+Αριστοφάνης είναι και παραμένει κυρίως ένας κατ’ εξοχήν<BR>
+ηθικολόγος, που δεν προδίδει ποτέ τον υψηλό ποιητή. Οι κωμωδίες<BR>
+του έχουν τόση γενικότητα και τόση ζωντάνια, που παραμένουν<BR>
+πάντοτε επίκαιρες.</p>
+
+<p>Οι Όρνιθες: Η κωμωδία αυτή αποτελεί σάτυρα της πολιτικής και<BR>
+κοινωνικής διαφθοράς και σκώμμα εναντίον των θεωριών για<BR>
+καινούργια πολιτεύματα. Ο μύθος πλέκεται γύρω από δύο αθηναίους<BR>
+πολίτες που πάνε στα πουλιά για να ιδρύσουν εκεί μια νέα<BR>
+πολιτεία. Μετάφραση ο Πολ. Δημητρακόπουλος.</p>
+
+<p>Οι Βάτραχοι: Κωμωδία φιλολογικού θέματος, όπου γελοιοποιούνται<BR>
+πολλοί από τους ποιητές και σατυρίζεται η κατάπτωση, που βλέπει ο<BR>
+Αριστοφάνης στην τέχνη της εποχής του. Ο Ευριπίδης και ο Αισχύλος<BR>
+παρουσιάζονται από σκηνής, κι ο δεύτερος ανακηρύσσεται ως ύπατος<BR>
+τραγικός. 0ι υπαινιγμοί για καταχρήσεις και διαφθορά δίδουν στην<BR>
+κωμωδία τεράστιο κοινωνικό ενδιαφέρον. Η μετάφραση έγινε από τον<BR>
+Πολ. Δημητρακόπουλο.</p>
+
+<p>Εκκλησιάζουσαι: Το έργο γελοιοποιεί την ιδεολογία για τις<BR>
+γυναικείες ελευθερίες και τη χειραφέτηση της γυναίκας, και<BR>
+σατυρίζει κυρίως τις τότε καινοφανείς θεωρίες περί κοινογαμίας<BR>
+και κοινοκτημοσύνης. Η μετάφραση οφείλεται στον Πολ.<BR>
+Δημητρακόπουλο.</p>
+
+<p>Νεφέλες: Στο έργο του αυτό ο Αριστοφάνης διακωμωδεί τους<BR>
+σοφιστές. Σαν σοφιστής παίρνεται κι ο Σωκράτης, γύρω από τον<BR>
+οποίο δρουν και κινούνται θαυμάσιοι κωμικοί τύποι. Η υπεραπολογία<BR>
+των αρχαίων ηθών και η επίθεση εναντίον της ανηθικότητας της<BR>
+εποχής αποτελούν τον κύριο χαρακτήρα της κωμωδίας. Μετέφρασεν ο<BR>
+Πολ. Δημητρακόπουλος.</p>
+
+<p>Λυσιστράτη: Εδώ ο Αριστοφάνης επικρίνει, σατυρίζοντας με τον<BR>
+τρόπο του, την πολεμομανία των Αθηναίων. Για να σταματήση ο<BR>
+καταστρεπτικός Πελοποννησιακός Πόλεμος, οι γυναίκες απέχουν όλων<BR>
+των συζυγικών καθηκόντων των, κι’ έτσι πλέκεται ένας κωμικώτατος<BR>
+και σατυρικώτατος μύθος. Η μετάφραση έγινε από τον<BR>
+Πολ. Δημητρακόπουλο.</p>
+
+<p>Θεσμοφοριάζουσες: Μια σάτυρα μ’ εξαιρετικά ευφυή πλοκή, που<BR>
+στρέφεται εναντίον του Ευριπίδου, τον οποίο παρουσιάζει, για να<BR>
+σωθή από τις γυναίκες ο πεθερός του, να καταφεύγη στη βοήθεια δύο<BR>
+γύναιων. Μεταφραστής Μ. Αυγέρης.</p>
+
+<p>Ειρήνη: Σατυρίζει την πολυπραγμοσύνη και τη φιλοπόλεμην τάση των<BR>
+Αθηναίων όσο και των άλλων Ελλήνων. Με κωμικώτατη και, κυρίως,<BR>
+συμβολική πλοκή, βγαίνει στο φως η θαμμένη από τους θεούς Ειρήνη,<BR>
+για να εξυμνηθούν αμέσως τα αγαθά της. Η μετάφραση έγινε από τον<BR>
+Μ. Αυγέρη.</p>
+
+<p>Σφήκες: Στην κωμωδία του αυτή ο Αριστοφάνης σατυρίζει τη μανία<BR>
+που είχαν οι Αθηναίοι για δικαστήρια και δίκες κ’ επί πλέον<BR>
+παρουσιάζουν τα ηθικά και κοινωνικά άτοπα της τότε δικαστικής<BR>
+καταστάσεως. Οι ίδιοι οι δικαστές, που παρουσιάζονται ως χορός<BR>
+Σφηκών, ενώ δήθεν υπερασπίζουν διακωμωδούν τους δικαστικούς<BR>
+θεσμούς. Η ζωντανή έμμετρος μετάφραση έγινε από τον Μ. Αυγέρη.</p>
+
+<p>Αχαρνής: Χορός, που τον αποτελούν Αχαρνείς χωριάτες, επικρίνει<BR>
+τους ρήτορες και τους πολιτικούς σαν αίτιους του Πελοποννησιακού<BR>
+πολέμου και την καταστρεπτική για την Αθήνα φιλόδοξη πολιτική. Τα<BR>
+επεισόδια του έργου είναι από τα ευφυέστερα της αρχαίας κωμωδίας<BR>
+και δίδουν μια ζωντανή εικόνα του τότε αστικού βίου. Μεταφραστής<BR>
+ο Μ. Αυγέρης.</p>
+
+<p>Ιππής: Στην κωμωδία τούτη καυτηριάζει δηκτικώτατα ο δημοκόπος<BR>
+Κλέων, πρώην βυρσοδέψης, και η στρατηγία του στην Πύλο. Ο χορός<BR>
+του έργου αποτελείται από μέλη της τάξεως των Ιππέων, γιατί η<BR>
+τάξη αύτη ακριβώς είχε καταδικάσει άλλοτε τον Κλέωνα για<BR>
+δωροδοκία. Αλλά το έργο σατυρίζει και πολλά άλλα από τότε<BR>
+πολιτικά και κοινωνικά ήθη των Αθηναίων. Η μετάφραση, έμμετρη,<BR>
+οφείλεται στον Μ. Αυγέρη.</p>
+
+<p>Πλούτος: Η, χωρίς αμφιβολία, παραστικώτερη κωμωδία τούτη του<BR>
+Αριστοφάνη, περιστρέφεται γύρω από ένα γενικώτερο θέμα. Ένας<BR>
+γέρος ενάρετος και φτωχός, συμμορφούμενος με χρησμό, συναντά τον<BR>
+Πλούτο, τυφλό. Θεραπεύοντας τον γίνεται πλούσιος, όπως και άλλοι<BR>
+ενάρετοι, γιατί είχε αποκατασταθή η πρέπουσα τάξη κι’ είχε<BR>
+σταματήσει η ανηθικότητα που κυριαρχούσε πριν, όταν ο Πλούτος<BR>
+ήταν τυφλός. Ολόκληρη η πλοκή διαπνέεται από καυστικώτατη σάτυρα.<BR>
+Μεταφραστής ο Μ. Αυγέρης.</p>
+
+<p>ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ</p>
+
+<p>Κομψός στο ύφος, πυρρωνιστής στην σκέψη, σκώπτης και χαριτολόγος,<BR>
+ο Λουκιανός συμπερίλαβε στις διηγήσεις του, στους διάλογους του,<BR>
+θεών, ανθρώπων και νεκρών, και στις ποικίλες άλλες μελέτες του<BR>
+ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Την αδρά και φιλολογικώς άρτια<BR>
+μετάφραση του Λουκιανού, εφάμιλλο στο ύφος και στην κομψότητα με<BR>
+το πρωτότυπο, την οφείλουμε στον Ιωάννη Κονδυλάκη. Έργο αυτόχρημα<BR>
+κλασικό, που δεν πρέπει να λείπη από καμιά βιβλιοθήκη, η<BR>
+μετάφραση τούτη του Κονδυλάκη αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, μιαν από<BR>
+τις ωραιότερες προσφορές στην νεοελληνική λογοτεχνία και γλώσσα.</p>
+
+<p>***</p>
+
+<p>Άπαντα</p>
+
+<p>ΤΟΜΟΣ Α’. Όνειρο ή Λουκιανού βίος. -Προς εκείνον που είπε: είσαι<BR>
+Προμηθέας στα έργα σου. - Πλοίον ή ευχές, - Περί πένθους.- Τίμων<BR>
+ο μισάνθρωπος. - Εγκώμια μυίγας. - Θεών διάλογοι. - Κρίσεις Θεών.<BR>
+- Προς Νιγρίνον επιστολή. - Νιγρίνος ή περί φιλοσοφικού<BR>
+χαρακτήρας. - Δίκη φωνηέντων.</p>
+
+<p>Τόμος Β’ Διάλογοι θαλασσίων Θεών. - Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως.<BR>
+Προμηθεύς ή Καύκασος. - Νεκρικοί διάλογοι. - Μένιππος ή<BR>
+νεκρομαντεία. - Φιλοψευδής ή απιστών. - Πώς πρέπει να γράφεται η<BR>
+Ιστορία.</p>
+
+<p>Τόμος Γ’ Αληθινή Ιστορία. - Τυραννοκτόνος. - Αποκηρυττόμενος. -<BR>
+Φάλαρις λόγος. - Αλέξανδρος ή ψευδομάντις. - Ο Ηρακλής. - Ο<BR>
+Διόνυσος. - Ψευδολογιστής.</p>
+
+<p>Τόμος Δ’ Δις κατηγορούμενος ή Δικαστήρια. - Περί παρασίτου. -<BR>
+Ανάχαρσις. - Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία αγοράζοντα. –<BR>
+Ότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εύκολα την διαβολήν. - Ζευς<BR>
+ελεγχόμενος. - Ρητόρων διδάσκαλοι. - Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος.</p>
+
+<p>Τόμος Ε’ Ιππίας ή περί του λουτρού. - Μακρόβιοι. - Ο θάνατος του<BR>
+Περεγρίνου. - Οι δραπέται. - Περί του ήλεκτρου ή των κύκνων. –<BR>
+Περί του οίκου. - Πατρίδος εγκώμιον. - Περί των διψάδων. - Περί<BR>
+ορχήσεως. - Ευνούχος. - Βίος Δημώνακτος. - Διάλεξις με τον<BR>
+Ησίοδον. - Χάρων ή επισκοπούντες.</p>
+
+<p>Τόμος ΣΤ’ Εικόνες. - Υπέρ των εικόνων. - Εταιρικοί διάλογοι. -<BR>
+Όνειρος ή αλεκτρυών. - Συμπόσιον ή Λαπίθαι. - Θεών Εκκλησία, -<BR>
+Βίων πράσις. - Αλιεύς. - Ψευδοσοφιστής. - Περί Συρίης Θεού. -<BR>
+Ζευς τραγωδός.</p>
+
+<p>ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ</p>
+
+<p>Οι αντιλήψεις για τον κόσμο, για τον άνθρωπο, για την ηθική του<BR>
+περίφημου στωικού φιλοσόφου συγκεντρωμένες στο «Εγχειρίδιο» του,<BR>
+σε αριστοτεχνική μετάφραση του Άριστου Καμπάνη.</p>
+
+<p>ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ</p>
+
+<p>Χαρακτήρες: Το κατ’ εξοχήν ηθικογραφικό και ψυχολογικό τούτο έργο<BR>
+του συγγραφέα και φιλοσόφου, που παράμεινε πρότυπο στο είδος του,<BR>
+αποτελεί μια περιγραφή και, ταυτόχρονα, μια σάτυρα κοινωνικών και<BR>
+ατομικών κακιών και ελαττωμάτων. Η μετάφραση, πιστή στο πρωτότυπο<BR>
+και ζωντανή, του Μαρίνου Σιγούρου.</p>
+
+<p>ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ</p>
+
+<p>Ειδύλλια: Ο κοντινώτερος και συγγενικώτερος μας από τους αρχαίους<BR>
+ποιητές, υμνητής του έρωτα και της φύσης, που το έργο του, στο<BR>
+σύνολο του, έχει πολλές ομοιότητες και αναλογίες με τη δημοτική<BR>
+μας ποίηση. Τα σωζόμενα ποιήματα του, βουκολικά, ερωτικά, μίμοι,<BR>
+επιγράμματα, διαπνέονται από ζωή κι ομορφιά, που μας προσφέρουν<BR>
+μια ζωντανή εικόνα του αρχαίου βίου με εκπληκτική<BR>
+νεωτεριστικότητα. Η μετάφραση έμμετρη, του Ιωάν. Πολέμη.</p>
+
+<p>ΗΡΟΔΟΤΟΣ</p>
+
+<p>Πατέρας της Ιστορίας ωνομάστηκε ο Ηρόδοτος, που η πιστοποιημένη<BR>
+κι από άλλες πηγές ακρίβεια των όσων εκθέτει αμιλλάται προς τη<BR>
+γοητεία του ύφους του.</p>
+
+<p>Μούσες: Στο θαυμάσιο έργο του, τις «Μούσες», μας ιστορεί τη ζωή<BR>
+των αρχαίων Ασιατικών εθνών, διαφόρων βαρβάρων λαών, της Αιγύπτου<BR>
+και της Ελλάδος μέχρι των Μηδικών Πολέμων. Οι εθνικοί και<BR>
+θρησκευτικοί μύθοι, που αναφέρει, οι περιγραφές των τόπων και των<BR>
+ηθών και εθίμων, καθώς και τα διάφορα επεισόδια που περεμβάλλει<BR>
+στις ιστορίες των λαών προσθέτουν άφθαστη ομορφιά στο βιβλίο, για<BR>
+αυτό οι αρχαίοι έδωσαν τα ονόματα των εννέα Μουσών στα εννέα<BR>
+κεφάλαια του. Η μετάφραση έγινε από τον Σκαλίδη και μ’ έλεγχο του<BR>
+Ι. Ζερβού, Τόμοι τέσσερις.</p>
+
+<p>ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ</p>
+
+<p>Πελοποννησιακός Πόλεμος: Η αμερόληπτη ακρίβεια, η βαθυστόχαστη<BR>
+κριτική, η συντομία και λιτότητα του λόγου και τ’ αδρά του<BR>
+νοήματα, ανάδειξαν τον Θουκυδίδη ως τον κορυφαίο ιστορικό του<BR>
+κόσμου όλων των εποχών. Στο μοναδικό έργο του μας εξιστορεί με<BR>
+θαυμάσιο τρόπο τον μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων, που<BR>
+αποτέλεσμα του υπήρξε η ανεπανόρθωτη εξασθένιση της Ελλάδος.<BR>
+Ανατρέχοντας στα απώτατα αίτια, ο Θουκυδίδης εξηγεί τα σχετικά με<BR>
+την ανάπτυξη του Ελληνισμού από τους αρχαιότατους χρόνους,<BR>
+περιγράφει τη σύσταση και την ζωή των Πολιτειών - Κρατών,<BR>
+δίδοντας μας έτσι μιαν άρτια εικόνα της ζωής των Ελλήνων. Η<BR>
+μετάφραση έγινε από τον Ι. Ζερβά. Τόμοι τέσσερις.</p>
+
+<p>ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ</p>
+
+<p>Παράλληλοι Βίοι : Ο τελειότερος και σημαντικώτερος από τους<BR>
+τελευταίους Έλληνες κλασικούς, για το ύφος, το απέραντο της<BR>
+σοφίας του και των γνώσεων του και την αδρότητα της σκέψης του.<BR>
+Ιστορικός, ηθικολόγος και φιλόσοφος, στα έργο του συμπεριέλαβε<BR>
+αμύθητο πλούτο γνώσεων, δοξασιών και γεγονότων όλου του αρχαίου<BR>
+ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου μέχρι των χριστιανικών χρόνων.<BR>
+Στους «Παραλλήλους Βίους» του δεν βιογραφεί απλά, παρά κρίνει και<BR>
+συγκρίνει την ιστορία μεγάλων Ελλήνων και Ρωμαίων ανδρών,<BR>
+περιλαμβάνοντας ταυτόχρονα κι όλα τα σχετιζόμενα μ’ αυτούς και<BR>
+την εποχή τους γεγονότα, ολόκληρη σχεδόν την πολιτική και<BR>
+κοινωνική και, εν μέρει, την πνευματική ζωή της Ελλάδος και της<BR>
+Ρώμης. Έτσι, οι Παράλληλοι Βίοι» του αποτελούν μιαν αισθητικά<BR>
+δοσμένη φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια της ελληνικής και ρωμαϊκής<BR>
+ιστορίας. Η μετάφραση έγινε από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή. Ολόκληρο<BR>
+το έργο θα κυκλοφορήση σε 10 τόμους.</p>
+
+<p>ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ</p>
+
+<p>Ο Δημοσθένης θεωρείται ως ο μεγαλύτερος ρήτορας του κόσμου κ’ οι<BR>
+λόγοι του είναι το τελειότερο υπόδειγμα ρητορικής τέχνης. Οι<BR>
+λόγοι τούτοι, δυνατοί και κυριολεκτούντες, ακαταμάχητοι στην<BR>
+επιχειρηματολογία τους, είναι αληθινά καλλιτεχνήματα στοχασμού κ’<BR>
+έκφρασης.</p>
+
+<p>Ο περί του στεφάνου λόγος : «Ο περί του στεφάνου λόγος» είναι<BR>
+απολογία του πολιτικού του βίου. Περιέχει τόσον μεγάλο πλούτο σ’<BR>
+έξαρση και ρητορικά σχήματα, που μπορεί ν’ αποτελέση πρότυπο για<BR>
+την διδασκαλία της ρητορικής τέχνης.</p>
+
+<p>Οι τρεις Ολυνθιακοί: Στους «Τρεις Ολυνθιακούς» του εκθέτει,<BR>
+αποκαλύπτοντας την έτσι στους Αθηναίους, την πολιτική και τους<BR>
+σκοπούς του Φιλίππου, του Βασιλιά της Μακεδονίας, επικρίνοντας<BR>
+τους ταυτόχρονα για την αδράνεια τους. 01 «Τρεις Ολυνθιακοί»<BR>
+κρίνονται σαν οι κατ εξοχήν πολιτικοί λόγοι του μεγάλου αθηναίου<BR>
+ρήτορα.</p>
+
+<p>Οι Τέσσαρες Φιλιππικοί: Αντίθετα, οι «Τέσσαρες Φιλιππικοί» του<BR>
+αποτελούν δριμύτατην επίθεση εναντίον του Φιλίππου και ταυτόχρονα<BR>
+πρόκληση σε άμεση εναντίον του ενέργεια των Αθηνών και των άλλων<BR>
+ελληνικών-Πολιτειών-Κρατών. Οι μεταφράσεις των λόγων του<BR>
+Δημοσθένους, ακριβείς, διατηρούν όλη τη δύναμη και τη ζωντάνια<BR>
+του πρωτοτύπου κι οφείλονται στον Ν, Γκινόπουλο. Τόμοι τρεις.</p>
+
+<p>ΟΜΗΡΟΣ</p>
+
+<p>
+<BR>
+Τα μέγιστα κι ανυπέρβλητα ποιητικά μνημεία της παγκοσμίου σκέψεως<BR>
+αποτελούν τα δύο αριστουργηματικά έπη, η «Ιλιάδα» και η<BR>
+«Οδύσσεια», του Όμηρου. Ό,τι δημιούργησαν οι αρχαίοι πολιτισμοί<BR>
+της Ανατολής σε γνώσεις, θρησκευτικές δοξασίες, μύθους και<BR>
+σύμβολα, σε ηθικές αντιλήψεις και σε τέχνη, πολλαπλασιασμένα από<BR>
+την πλούσια ελληνική διανόηση και διυλισμένα από την καθαρή και<BR>
+λεπτή ελληνικήν αισθητική, κατάληξαν στον Όμηρο, σαν απόσταγμα<BR>
+ποίησης, πλαστικότητας και κάλλους. Έτσι τα δύο ομηρικά έπη<BR>
+αποτελέσανε και παραμείναν έκτοτε δυο αστείρευτες πηγές κάθε<BR>
+τέχνης, ιδανικά κι άφθαστα πρότυπα για κάθε ποίηση.</p>
+
+<p>Ιλιάς: Το κυρίως ηρωικό έπος. Βασίζεται στη φιλονεικία μεταξύ<BR>
+Αγαμέμνονος και Αχιλλέως, περιγράφει όλα τ’ αποτελέσματα και τις<BR>
+επιπτώσεις που είχε στην τρωικήν εκστρατεία κι ανατρέχει,<BR>
+επεισοδιακά, σ’ όσα προηγήθηκαν της εκστρατείας και στην εν γένει<BR>
+ελληνική μυθολογία. Θεοί, ήρωες, παραδόσεις, περιπέτειες,<BR>
+περιγραφές, αποτελούν στην «Ιλιάδα» έναν κόσμο που κινείται και<BR>
+ζη μ’ όλη την ενάργεια της αλήθειας και μέσα στο άπλετο φως της<BR>
+πιο υψηλής ποίησης. Η μετάφραση ρυθμική, και πιστή, του Ι.<BR>
+Ζερβού. Τόμοι τέσσερις.</p>
+
+<p>Οδύσσεια: Το πολυσύνθετο και πολυμερές έπος αυτό του Όμηρου<BR>
+διηγείται την δεκάχρονη περιπλάνηση του Οδυσσέα, ύστερα από τον<BR>
+τρωικό πόλεμο, επιστρέφοντας στην Ιθάκη. Οι πολιτισμοί, οι<BR>
+θρησκείες, η Ιστορία, τα ήθη των τότε λαών, καθώς και των<BR>
+μυθολογουμένων, περιλαμβάνονται και συμπλέκονται στην<BR>
+αριστουργηματική, περιπετειώδη αφήγηση. Η έμμετρη μετάφραση, από<BR>
+τις κλασικές πια της νεοελληνικής γραμματολογίας, έγινε από τον<BR>
+Ιάκωβο Πολυλά. Το έργο θα κυκλοφορήση σε τέσσερις τόμους.</p>
+
+<p>ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ</p>
+
+<p>Ο πολυσχιδέστερος κι έγκυκλοπαιδικώτερος από τους φιλοσόφους όλων<BR>
+των εποχών, που το έργο του υπήρξεν η βάση ολόκληρης της νεώτερης<BR>
+επιστήμης και φιλοσοφίας.</p>
+
+<p>***</p>
+
+<p>Ηθικά Νικομάχεια: Πρόκειται για το πιο νεωτεριστικό έργο του<BR>
+μεγάλου φιλοσόφου. Στα «Ηθικά Νικομάχεια» εξετάζονται, αναλύονται<BR>
+και διατυπώνονται από θεωρητικής και, ταυτόχρονα, πρακτικής<BR>
+απόψεως, οι αρχές της κοινωνικής και της ατομικής ηθικής. Η<BR>
+μετάφραση φιλολογική και σαφής, έγινε από τον Κ. Ζάμπα. Τόμοι<BR>
+δύο.</p>
+
+<p>Περί ψυχής: Στο πολυφημισμένο τούτο έργο του ο Αριστοτέλης<BR>
+διατύπωσε τις μεταφυσικές θεωρίες του για την ψυχή, βασίζοντας<BR>
+τις στα δεδομένα του φυσικού κόσμου και του ορθού λόγου. Οι<BR>
+αντιλήψεις του υπήρξαν η αφετηρία των περισσοτέρων από τα νεώτερα<BR>
+μεταφυσικά συστήματα. Η μετάφραση οφείλεται στον Π. Γρατσιάτο.</p>
+
+<p>Μικρά φυσικά: τα πορίσματα των πριν απ’ αυτόν φυσικών και<BR>
+φιλοσόφων και κυρίως τα συμπεράσματα της κολοσσιαίας προσωπικής<BR>
+εργασίας του διατύπωσεν ο Αριστοτέλης στο έργο του αυτό. Έργο<BR>
+βαθύτατο και διαφωτιστικό των τότε φυσικών και βιολογικών<BR>
+γνώσεων. Η μετάφραση, με φιλολογική ακρίβεια και σαφήνεια,<BR>
+οφείλεται στον Π. Γρατσιάτο.</p>
+
+<p>Αθηναίων Πολιτεία : Ιστορία πολιτική και πολιτειακή των Αθηνών,<BR>
+το κυριώτερο από το μεγάλο περί πολιτευμάτων έργο του<BR>
+Αριστοτέλους. Στην Ιστορία τούτη θαυμάζεται ιδιαίτερα η λιτότητα<BR>
+και η οικονομία του έργου. Η μετάφραση έγινε από τον Ι. Ζερβό.</p>
+
+<p>ΞΕΝΟΦΩΝ</p>
+
+<p>Λαξευτής του λόγου, χαρακτηριζόμενος κυρίως για την σαφήνεια του,<BR>
+την λιτότητα και την περιγραφικότητα του, ο Ξενοφών αποτελεί<BR>
+υπόδειγμα της Αττικής καλλιέπειας κ’ είναι ένας από τους<BR>
+μεγαλύτερους ιστορικούς και ηθικολόγους της παγκοσμίου<BR>
+γραμματολογίας.</p>
+
+<p>***</p>
+
+<p>Απομνημονεύματα : τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντος είναι η<BR>
+περίληψη της διδασκαλίας του Σωκράτους, του οποίου επίσης υπήρξεν<BR>
+μαθητής, κι αναφέρονται κυρίως στις ηθικές αντιλήψεις του μεγάλου<BR>
+φιλοσόφου. Η μετάφραση έγινε από τον Κ. Βάρναλη.</p>
+
+<p>Κύρου Ανάβασις: Ιστορία της εκστρατείας του Κύρου του νεωτέρου<BR>
+και κυρίως η αφήγηση της επιστροφής των δέκα χιλιάδων Ελλήνων υπό<BR>
+την στρατηγία του Ξενοφώντος. Η περιγραφή των χωρών και των λαών<BR>
+της Ασίας επιτείνει την ζωηρότητα του ύφους και το ενδιαφέρον τής<BR>
+Ιστορικής αφήγησης. Μετάφραση Δ. Αναστασοπούλου του Αθηναίου.<BR>
+Τόμοι τρεις.</p>
+
+<p>ΠΛΑΤΩΝ</p>
+
+<p>Στους θαυμάσιους διάλογους του ο Πλάτων απέδωσε την διδασκαλία<BR>
+του Σωκράτους και διατύπωσε εξαιρετικής γενικότητας δικές του<BR>
+θεωρίες για τον κόσμο και για τον άνθρωπο, για την ψυχή και για<BR>
+τον νου, για την πολιτεία και για την ηθική, επηρεάζοντας</p>
+
+<p>βαθύτατα τον Χριστιανισμό και τις ηθικές και κοινωνικές<BR>
+αντιλήψεις των νεωτέρων χρόνων ως τις μέρες μας. Οι διάλογοι του<BR>
+αποτελούν άρτια εγκυκλοπαιδική διδασκαλία της αρχαίας σοφίας, κ’<BR>
+έχουν τόση φυσικότητα, περιγραφή και χάρη, που μπορούν να<BR>
+χαρακτηρισθούν κι ως φιλοσοφικά δράματα.</p>
+
+<p>***</p>
+
+<p>Φαίδων: Πρόκειται για υψηλή και βαθιά μελέτη περί ψυχής. Ο<BR>
+Σωκράτης, ανάμεσα στους μαθητές του, στις τελευταίες ώρες της<BR>
+ζωής του, διδάσκει με ηρεμία και γαλήνη τον θείο προορισμό του<BR>
+άνθρωπου και φέρνει δυνατά επιχειρήματα για την ύπαρξη ζωής.<BR>
+Ύστερ’ από τον θάνατο. Η λιτή δραματική αφήγηση του θανάτου του<BR>
+Σωκράτους, με κώνειο, είναι από τις ωραιότερες σελίδες της<BR>
+παγκοσμίου λογοτεχνίας. Η μετάφραση έγινε από τον Αρ. Χαροκόπο.</p>
+
+<p>Κρίτων : Ο μεγάλος φιλόσοφος, παρακινούμενος από τον Κρίτωνα να<BR>
+φύγη, για να μην υποστή την άδικη τιμωρία, αρνείται και εξηγώντας<BR>
+τους λόγους διδάσκει γιατί και πώς πρέπει ν’ αγαπούμε και να<BR>
+σεβώμαστε την πατρίδα και τους νόμους της. Μετάφραση Ν.<BR>
+Γκινοπούλου.</p>
+
+<p>Θεαίτητος: Από τα τελευταία έργα του Πλάτωνος. Σ’ αυτό ερευνώνται<BR>
+τα σχετικά με την ανθρώπινη γνώση και καθορίζεται το τι είναι<BR>
+επιστήμη. Η ενάργεια της σκέψης, η βαθύτητα του νοήματος και η<BR>
+ακρίβεια της φιλοσοφικής διατύπωσης κάνουν τον «θεαίτητον» έναν<BR>
+από τους εξοχώτερους πλατωνικούς διάλογους. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p>
+
+<p>Κρατύλος: Με βαθύτατη παρατηριτικότητα κ’ εύληπτη ανάλυση στον<BR>
+διάλογο τούτο εξετάζεται το πώς δημιουργήθηκε η γλώσσα, για το<BR>
+πώς πρέπει ν’ αποβλέπομε στη μουσική ετυμολογία των λέξεων και<BR>
+ίσαμε ποιο σημείο είναι δυνατόν να χειραφετηθή η σκέψη από τις<BR>
+ατέλειες της γλώσσας. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p>
+
+<p>Σοφιστής: Πρόκειται για εξαιρετικά τολμηρή φιλοσοφική έξαρση προς<BR>
+εξακρίβωση των ορίων της ανθρωπίνης νοήσεως, γι’ αυτό και<BR>
+θεωρείται ως η μεταφυσική του Πλάτωνος. Σ’ ό,τι αφορά στην λογική<BR>
+του, είναι ο πιο πολύτροπος και οξύς από τους πλατωνικούς<BR>
+διάλογους. Η μετάφραση έγινε από τον Κ. Ζάμπα.</p>
+
+<p>Πολιτικός : Στον διάλογο τούτο αναλύεται φιλοσοφικά η ανθρώπινη<BR>
+ενέργεια στην πράξη και τη θεωρία, κι ο συγγραφέας,<BR>
+χρησιμοποιώντας έναν μύθο, παρουσιάζει άλλο είδος, πολιτεύματος<BR>
+για να υποδείξη τις ατέλειες των υπαρχόντων πολιτευμάτων. Έτσι, ο<BR>
+διάλογος αυτός αποτελεί την κατ’ εξοχήν κοινωνιολογική μελέτη του<BR>
+Πλάτωνος. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p>
+
+<p>Χαρμίδης: 0 «Χαρμίδης» αποτελεί επισκόπηση της ηθικής, κ’<BR>
+εξετάζει κυρίως το τι είναι σωφροσύνη, για να συμπεράνη ότι και<BR>
+αυτή, όπως τόσες άλλες ηθικές αξίες, είναι σχετική και επομένως<BR>
+απροσδιόριστος από πολλές απόψεις. Μετάφραση Άριστου Καμπάνη.</p>
+
+<p>Ιππίας μείζων και ελάσσων: Στον «Ιππία μείζονα», ο Σωκράτης<BR>
+φέρνει σε αντιφάσεις τον σοφιστή Ιππία, προκαλώντας τον να ορίση<BR>
+το Ωραίον. Ερευνάται αν Ωραίον είναι το πρέπον η το χρήσιμο η το<BR>
+ικανό ή, γενικώτερα ακόμη, αν το Ωραίον είναι το αίτιο του αγαθού<BR>
+ή, πιο θετικά, αυτό που ευχαριστεί την δράση και την ακοή. Όλους<BR>
+τους ορισμούς αυτούς, ο Σωκράτης τους ελέγχει ως αυτοτελείς,<BR>
+υποδεικνύοντας εντούτοις ως κάτι ευχάριστο κ’ επαρκή για τον νου<BR>
+μια τέτοια πολλαπλή και διαφορότροπη επισκόπηση των γενικών<BR>
+ζητημάτων. Σε παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγει κι ο «Ιππίας<BR>
+ελάσσων», ερευνώντας όμως κάτι άλλο: αν και κατά πόσον η αλήθεια<BR>
+διαφέρει από το ψέμμα. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p>
+
+<p>Φαίδρος: Περιμάχητος διάλογος, που από την αρχαιότητα κιόλας πότε<BR>
+προκαλούσε τον έπαινο και πότε την επίκριση για τις παράτολμες<BR>
+περί ηθικής ιδέες του, οι οποίες αναπτύσσονται τεχνικώτατα και με<BR>
+παραστατικό λυρισμό. Πραγματεύεται τον έρωτα, το κάλλος και όλα<BR>
+τ’ ανάλογα ψυχικά συναισθήματα, αντικρούοντας και συμπληρώνοντας<BR>
+έναν σχετικό λόγο του Λυσίου κι αποδείχνοντας, ταυτόχρονα, πώς η<BR>
+ρητορική μόνο με τη φιλοσοφία μπορεί ν’ αναχθή σε τέχνη. Μετάφρ.<BR>
+Κ. Γούναρη.</p>
+
+<p>Αλκιβιάδης Α’ Αλκιβιάδης Β’ : η αυτοεπίγνωση, το «γνώθι σαυτόν»,<BR>
+κι ακόμη βαθύτερα η θεώρηση του εσωτερικού κόσμου μας τίθεται<BR>
+στον Αλκιβιάδη σαν αφετηρία και βάση της εξύψωσης του άνθρωπου.<BR>
+Αφού διευκρινισθή πρακτικά, ότι χωρίς την αυτεπίγνωση δεν έχουμε<BR>
+ορθή αντίληψη του δικαίου και του οφελίμου, μετά γενικεύεται η<BR>
+ιδέα της αυτοεπίγνωσης και η ωφέλεια που έχουμε απ’ αυτήν<BR>
+παρουσιάζεται σαν εκείνο που κατ’ εξοχήν τελειοποιεί τον άνθρωπο<BR>
+και που τον εξυψώνει προς το θείο. Έτσι, οι αντιλήψεις του<BR>
+διαλόγου τούτου είναι ο πυρήνας, μπορεί να πη κανείς, της<BR>
+Νεοπλατωνικής Φιλοσοφίας. Ο συναπτόμενος διάλογος «Αλκιβιάδης Β’»<BR>
+ξεκινώντας από τ’ ότι οι άνθρωποι προσεύχονται για να ζητήσουν<BR>
+πολλές φορές επιβλαβή πράγματα, καταλήγει στ’ ότι αγνοούμε το τι<BR>
+είναι το ωφέλιμο και τι το αγαθό. Η μετάφραση του Ν. Καζαντζάκη.</p>
+
+<p>Ίππαρχος, Οι αντεραστές: στον πρώτο από τους δυο αυτούς<BR>
+διαλόγους, τον «Ίππαρχο», ερευνάται τι είναι η αγάπη του κέρδους<BR>
+και, πιο γενικά, η τάση του άνθρωπου να ωφεληθεί από τον διπλανό<BR>
+του και να επικρατήση, και κατά πόσο μια τέτοια τάση είναι<BR>
+βλαβερή και άδικη. Αφού αποδειχθή η σχετικότητα των παρόμοιων<BR>
+αντιλήψεων, συμπεραίνεται ότι η φιλοκέρδεια είναι μια φυσική<BR>
+ανθρώπινη ροπή. Στους «αντεραστές» εξετάζεται τι είναι φιλοσοφία<BR>
+και κατά πόσον και πώς ωφελεί, κατακρίνονται δε αυτοί που την<BR>
+απλή πολυμάθεια την παρουσιάζουνε σαν σοφία.</p>
+
+<p>Ερυξίας, Αξίοχος, Αλκυών : Στον πρώτο από τους τρεις αυτούς<BR>
+διαλόγους ερευνάται τι είναι πλούτος και κατά πόσον μπορεί να<BR>
+είναι ωφέλιμος στον άνθρωπο. Στον δεύτερο, τον «Αξίοχο», γίνεται<BR>
+επισκόπηση της εσώτερης πίστης που έχει ο άνθρωπος για την ψυχή<BR>
+και η πίστη τούτη προβάλλεται έμμεσα σαν εκμηδένιση του φόβου του<BR>
+θανάτου. Στην «Αλυόνα», ποιητικά και με κάποιον μυστικισμό,<BR>
+ερμηνεύεται η μεταμορφωτική δύναμη της ύλης της φύσεως. Η<BR>
+μετάφραση έγινε από τον Γ. Μάνεση.</p>
+
+<p>Παρμενίδης: Ο Παρμενίδης και ο Ζήνων ο Ελεάτης υποστηρίζουν<BR>
+δογματικά το ενιαίο του σύμπαντος, αποδείχνοντας με πλήθος<BR>
+μεταφυσικούς ισχυρισμούς το αδύνατο της πολλαπλότητας των όντων.<BR>
+Μα ο Σωκράτης, με αλλεπάλληλες ερωτήσεις τους φέρνει σε<BR>
+αντιφάσεις, για να προκύψη τελικά ως βαθύτερο συμπέρασμα του<BR>
+διαλόγου, η σχετικότητα των ανθρωπίνων γνώσεων και το σφαλερό<BR>
+κάθε δογματικής θεωρίας.</p>
+
+<p>Συμπόσιον: Σε συμπόσιο, όπου γιορτάζεται η νίκη του πλουσίου<BR>
+δραματικού ποιητού Αγάθωνος, οι συνδαιτυμόνες αποφασίζουν να<BR>
+εγκωμιάσουν, κάθε ένας χωριστά, τον έρωτα. Τελευταίος μιλεί ο<BR>
+Σωκράτης για να ορίση ότι ο έρωτας, όπως τον εννοούν όλοι, είναι<BR>
+η επιθυμία του άνθρωπου για την ομορφιά. Στην διήγηση του<BR>
+περιλαμβάνει τον μύθο της γένεσης του Έρωτα, γεμάτον βαθύ και<BR>
+υψηλόν μυστικισμό, και παρουσιάζει ιδεολογικά τον ερωτικό πόθο<BR>
+σαν φιλοσοφική έφεση, ως τάση προς ευδαιμονία και, μαζί,<BR>
+αθανασία. Ο ξαφνικός ερχομός του Αλκιβιάδη, μεθυσμένου, που<BR>
+πειράζει φιλικά τον Σωκράτη, επιβεβαιώνει παραστατικά τη<BR>
+σωκρατική ιδεολογία. Μεταφραστής ο Ν. Κουντουριώτης.</p>
+
+<p>Ευθύδημος : Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και<BR>
+επίκριση των αμφιγνωμιών, των σφαλερών συλλογισμών και της<BR>
+κενότητας της σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των<BR>
+επιφανών και φιλοσοφούντων, όσο των κοινών και ρητορευόντων.<BR>
+Ορισμένοι υπαινιγμοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη.<BR>
+Μεταφραστής ο Α. Χαροκόπος.</p>
+
+<p>Μένων : Από τους πιο λιτούς πλατωνικούς διάλογους, που δείχνει,<BR>
+εντούτοις, την ευρύτητα και την πολυμέρεια του μεγάλου φιλοσόφου.<BR>
+Εξετάζει και αναλύει την αρετή, αν και κατά πόσον είναι έμφυτη<BR>
+στον άνθρωπο. η μαθηματικά διατυπωμένη σκέψη, η αλληλουχία και η<BR>
+ακρίβεια των συλλογιστικών επιχειρημάτων καθώς και η οικονομία<BR>
+του, που περιορίζει αυστηρά το θέμα του, πλησιάζουν τον διάλογο<BR>
+αυτόν στην λεγομένη, κιόλας, θετική φιλοσοφία. Η μετάφραση έγινε<BR>
+από τον Χαρίλαο Παπαντωνίου.</p>
+
+<p>Θεάγης. Περί δικαίου. Περί αρετής : στον πρώτον από τους τρεις<BR>
+αυτούς διαλόγους, ο Πλάτων εξετάζει το τι είναι σοφία και αν<BR>
+μπορή να διδαχτή, και θέτει σαν βάση της μόρφωσης και της<BR>
+επίδοσης του ανθρώπου την εσωτερική φυσική κλίση του. Στον<BR>
+διάλογο τούτο γίνεται πολύς λόγος από τον Σωκράτη για το γνωστό<BR>
+δαιμόνιο του. Στον δεύτερο ερευνάται αν η αντίληψη του δικαίου<BR>
+είναι έμφυτη η επίκτητη, και στον τρίτο αν μπορή να διδαχτή ή όχι<BR>
+η αρετή, για να κατάληξη στο συμπέρασμα, ότι η αρετή είναι θείο<BR>
+δώρο. Μετάφραση του Σ. Λιμπεροπούλου.</p>
+
+<p>Φίληβος : Στην ερώτηση, που βασίζεται το αγαθό, ο Φίληβος άπαντα<BR>
+προβάλλοντας την ηδονή κι ο Σωκράτη αντιπαραβάλλει τη φρόνηση. Κι<BR>
+αφού δειχτή, ότι για τον άνθρωπο είναι σημαντικώτερη η φρόνηση,<BR>
+ως κάτι πεπερασμένο και αντιληπτό συμπεραίνεται ότι ο συνδυασμός<BR>
+φρονήσεως και αρετής οδηγεί στο αγαθό. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p>
+
+<p>Πρωταγόρας : Ύστερα από ωραία και ειρωνική περιγραφή των<BR>
+επιδειχτικών και φαντασμένων τρόπων των σοφιστών, γίνεται<BR>
+συζήτηση, ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Πρωταγόρα, περί αρετής.<BR>
+Επιδέξια φέρνοντας σε αδιέξοδο τον σοφιστή, ο Σωκράτης αποδείχνει<BR>
+πως η αρετή είναι αυτοδίδαχτη κ’ ύστερα, μεταστρέφοντας τους<BR>
+συλλογισμούς του την παρουσιάζει σαν αποτέλεσμα γνώσης. Μετάφραση<BR>
+Α. Χαροκόπου.</p>
+
+<p>Κριτίας : Αναφερόμενος στη μυθολογούμενη χώρα της Ατλαντίδος, της<BR>
+οποίας μας δίδεται ποιητική και εξαιρετικά παραστατική περιγραφή,<BR>
+ο Ελάτων διατυπώνει εδώ το ιδανικό, κατά την αντίληψη του<BR>
+πολιτικό και κοινωνικό σύστημα: έναν συνδυασμό μοναρχίας και<BR>
+ομοσπονδιακής οργάνωσης. Μετάφραση Α. Χαροκόπου.</p>
+
+<p>Λάχης: Ο διάλογος αυτός θέτει σαν βάση ανατροφής την ανδρεία, κι<BR>
+από ηθική κι από υλική άποψη. Εξετάζοντας το τι είναι η ανδρεία<BR>
+και μην καταλήγοντας σε κανέναν ορισμό, καταλήγει στο συμπέρασμα<BR>
+ότι οι αρετές δεν μπορούν να καθοριστούν θεωρητικά και απόλυτα.<BR>
+Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης</p>
+
+<p>Λύσις : Διάλογος μεταξύ Σωκράτους και ωραίων εφήβων στην<BR>
+παλαίστρα, που ερευνά τα σχετικά με την φιλία που αρμόζει στους<BR>
+νέους απέναντι των μεγαλυτέρων τους και, πιο γενικά, την φιλία<BR>
+σαν ατομική και κοινωνικήν αρετή. Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης.</p>
+
+<p>Απολογία Σωκράτους: Το δράμα της δίκης και της καταδίκης του<BR>
+Σωκράτους, και κυρίως η απλή και σοφή εξιστόριση της ζωής και της<BR>
+διδασκαλίας του, όπως μας δίδεται από τον ίδιο το Σωκράτη, ενώ<BR>
+απολογείται, σαν υπεράσπιση του εαυτού του κατά των κατηγόρων<BR>
+του. Η μετάφραση έγινε από τον Αλ. Μωραϊτίδη.</p>
+
+<p>Ευθύφρων: Στον διάλογο τούτο εξετάζεται και αναλύεται με βαθύτητα<BR>
+φιλοσοφική και φιλελευθερισμό το τι είναι οσιότης, δηλαδή<BR>
+ευσέβεια, αρετή και νομιμοφροσύνη. Επικρίνοντας την πρόληψη και<BR>
+την κατά τύπους μόνον και παράδοσιν ευσέβεια, θέτει σαν αφετηρία<BR>
+και γνώμονα της αληθινής ηθικής την έμφυτη και κατά συνείδησιν<BR>
+ηθικότητα. Μετάφραση Αλ. Μωραϊτίδη.</p>
+
+<p>Γοργίας: Συζήτηση του Σωκράτους με τον διάσημο σοφιστή της<BR>
+αρχαιότητος Γοργία, που δίδασκε πως η τυπική μόρφωση - η<BR>
+επιστημονική πολυμάθεια, όπως λέγεται σήμερα - αρκεί για ν’<BR>
+αναδειχτή ένας άνθρωπος. θέμα της συζητήσεως είναι, αν η ρητορική<BR>
+πετυχαίνει να δώση την υπεροχή, πράγμα που αποκρούει ο Σωκράτης,<BR>
+αποδείχνοντας πώς η αληθινή μόρφωση είναι αυτή που θεμελιώνεται<BR>
+πάνω στην φιλοσοφία. Μετάφραση Αλ. Φιλαδελφέως.</p>
+
+<p>Μενέξενος : Μοναδικός στο είδος του διάλογος, γιατί αποτελώντας<BR>
+τάχα εγκώμιο για Αθηναίους που έπεσαν στον πόλεμο, γραμμένο από<BR>
+την Ασπασία, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά λεπτή κ’ ειρωνική<BR>
+σάτυρα της φλύαρης ρητορείας και των ρητόρων της εποχής εκείνης,<BR>
+των οποίων μιμείται με θαυμαστή τέχνη το ύφος και την<BR>
+παραλογιζόμενη σοφιστεία. Η μετάφραση έγινε από τον Ι. Ζερβό.</p>
+
+<p>Τίμαιος : Αποτελεί σύστημα μεταφυσικής φιλοσοφίας περί γενέσεως<BR>
+του κόσμου και περί φύσεως του άνθρωπου, που παρουσιάζει πολλή<BR>
+συγγένεια με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. Ο Τίμαιος αναπτύσσει<BR>
+βαθύτατες ιδέες για τον χαρακτήρα του κόσμου και ο Σωκράτης<BR>
+διευκρινίζει, συντελώντας στην ενάργεια και την παραστικότητα του<BR>
+πλατωνικού ύφους. Η μετάφραση έγινε από τον Π. Γρατσιάτο.</p>
+
+<p>Ίων. Μίνως. Δημόδοκος. Σίσυφος. Κλειτοφών: Ο πρώτος από τους<BR>
+διάλογους αυτούς ελέγχει την επιπόλαιη γνώση. Ο δεύτερος<BR>
+αναφέρεται στις περί του δικαίου και της αρετής γενικές και<BR>
+σχετικές αντιλήψεις. Ο «Δημόδοκος», ξεκινώντας από το ερώτημα, αν<BR>
+και από ποιους πρέπει να ζητούμε συμβουλές, ανάγεται, πιο γενικά,<BR>
+στην εξέταση του τρόπου και του ποιού της επίκτητης μόρφωσης. Ο<BR>
+«Σίσυφος» αναλύει τι είναι πρακτική και τι θεωρητική σκέψη και<BR>
+πόσον είναι ωφέλιμη. Ο «Κλειτοφών», τέλος επισκοπώντας τις περί<BR>
+ηθικής αντιλήψεις, αποδείχνει τη σχετικότητα τους. Μεταφραστής ο<BR>
+Ν. Καζαντζάκης.</p>
+
+<p>Πολιτεία: Το πρωτοτυπώτερο και πλαστικώτερο από τα πλατωνικά<BR>
+έργα, αποτελούμενο από δέκα βιβλία. Το πρώτο βιβλίο, που<BR>
+αναφέρεται στην δικαιοσύνη, γίνεται η αφετηρία για να διατυπωθή<BR>
+μετά η ιδέα του ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζόμενη ισότητα<BR>
+δικαιωμάτων των πολιτών, ο διακανονισμός ίσης εργασίας, η<BR>
+κατανομή των πολιτών σε τρεις τάξεις, η εξίσωση ανδρών και<BR>
+γυναικών, η κοινογαμία κ’ η κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των<BR>
+ποιητών, ο περιορισμός της αύξηση του πληθυσμού, οι πρωτόρρυθμες<BR>
+γενικές αρχές του κοινωνικού και αστικού δικαίου, συνδυαζόμενες<BR>
+σε οργανικό σύστημα στο έργο αυτό, αποτέλεσανε την αφετηρία<BR>
+πολλών φιλοσοφικών, κοινονιωλογικών και πολιτικών θεωριών. Έτσι,<BR>
+που και από την άποψη αυτή αποτελή ένα από τα σημαντικώτερα<BR>
+δημιουργήματα της ανθρώπινης σκέψης. Η μετάφραση οφείλεται στον<BR>
+Ιωάννη Γρυπάρη. Τόμοι τρεις.</p>
+
+<p>Νόμοι και Επινομίς : Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε<BR>
+δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια,<BR>
+διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος<BR>
+Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας<BR>
+πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον<BR>
+διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός<BR>
+Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία πολιτεύματα,<BR>
+το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα συναντήσουμε περιγραφές<BR>
+χαρακτήρων και επεισόδια. Κάθε συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν<BR>
+εκπρόσωπος μιας ωρισμένης θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η<BR>
+ώριμη φιλοσοφική αντίληψη του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα,<BR>
+επιδεχτικό εφαρμογής. Η «Έπινομίς», αποτελώντας συνέχεια των<BR>
+«Νόμων» είναι ταυτόχρονα και μια επεξήγηση τους συχνά.<BR>
+Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι τέσσερις.</p>
+
+<p>Επιστολές και Όροι: Οι αποδιδόμενες, από την αρχαιότητα κιόλας,<BR>
+επιστολές στον Πλάτωνα, αναφέρονται στις φιλοσοφικές αντιλήψεις<BR>
+του και δίδουν πλείστες όσες λεπτομέρειες για την ζωή του μεγάλου<BR>
+φιλοσόφου. Με τις «Επιστολές» συνεκδίδονται και οι «‘Όροι», -<BR>
+ερμηνεία, δηλαδή, ειδικών λέξεων και φιλοσοφικών όρων που<BR>
+συναντούνται στα διάφορα έργα του Πλάτωνος.</p>
+
+<p>ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ</p>
+
+<p>ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36</p>
+
+<p>(ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ Ο.Τ.Ε.)</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>
+Αίθουσα 1.000 τετραγωνικών μέτρων. Χιλιάδες είδη βιβλίων στις<BR>
+μισές τιμές και με μεγάλες ΕΥΚΟΛΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>&nbsp;Γ. ΛΑΔΙΑΣ &amp; ΣΙΑ Ε.Π.Ε</p>
+
+<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,<BR>
+υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά<BR>
+προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία<BR>
+ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και<BR>
+πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους<BR>
+μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε<BR>
+εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο<BR>
+Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο<BR>
+Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο<BR>
+Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις<BR>
+κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,<BR>
+Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,<BR>
+Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,<BR>
+Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά<BR>
+εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη<BR>
+φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.<BR>
+Από τα πιο συγκλονιστικά δράματα του παγκοσμίου θεάτρου. το έργο<BR>
+αυτό παρουσιάζει αντίμαχο τον φυσικό νόμο -τη φωνή του αίματος-<BR>
+προς τον νόμο της Πολιτείας, που επικρατεί βέβαια και συντρίβει,<BR>
+αλλά δεν μπορεί να ταπεινώση την ευγένεια του φυσικού νόμου της<BR>
+στοργής. Η θαυμασία μετάφραση, οφείλεται στον Κων. Χρηστομάνο.</p>
+
+<p>Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ<BR>
+ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.<BR>
+ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p>
+
+<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p>
+<BR>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Antigoni, by Sophocles
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANTIGONI ***
+
+***** This file should be named 26731-h.htm or 26731-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/2/6/7/3/26731/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</BODY>
+</HTML>
+