diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:32:38 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-15 02:32:38 -0700 |
| commit | 11d45115af82763e300bce3acebbe0bc72b2fa93 (patch) | |
| tree | 7c6f0830c68c31257d51b7fd5e3bd9527c0ca825 /26731-h | |
Diffstat (limited to '26731-h')
| -rw-r--r-- | 26731-h/26731-h.htm | 3537 | ||||
| -rw-r--r-- | 26731-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 69037 bytes |
2 files changed, 3537 insertions, 0 deletions
diff --git a/26731-h/26731-h.htm b/26731-h/26731-h.htm new file mode 100644 index 0000000..ea059ca --- /dev/null +++ b/26731-h/26731-h.htm @@ -0,0 +1,3537 @@ +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD HTML 4.01 Transitional//EN"> +<HTML> +<HEAD> +<META HTTP-EQUIV="Content-Type" CONTENT="text/html; charset=utf-8"> +<META NAME="generator" CONTENT="NoteTab Light"> +<TITLE>Αντιγόνη</TITLE> +</HEAD> +<BODY> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Antigoni, by Sophocles + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Antigoni + +Author: Sophocles + +Release Date: March 7, 2012 [EBook #26731] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANTIGONI *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + + + + + +</pre> + + + +<p> +</p> +<IMG SRC="images/cover.jpg" WIDTH="430" HEIGHT="631" BORDER="0" ALT="εξώφυλλο"> + +<h2 style="margin-top: 3em">ΣΟΦΟΚΛΗΣ</h2> + +<p> +</p> +<h2 style="margin-top: 3em">ΑΝΤΙΓΟΝΗ</h2> + +<p> +<h3 style="margin-top: 3em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<BR> +Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ</h3> + +<p> +<BR> +ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10</p> + +<p>ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</p> + +<p> +</p> + +<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<p> +<BR> +ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ</p> + +<p>ΑΝΤΙΓΟΝΗ</p> + +<p> +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ<BR> +Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ</p> + +<p> +<BR> +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<BR> +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ</p> + +<p>1912</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">Υ Π Ο Θ Ε Σ I Σ</h3> + +<p> +Ο Πολυνείκης, υιός του Οιδίποδος, του βασιλέως των Θηβών,<BR> +εξεστράτευσε με τους Αργείους εναντίον του αδελφού του<BR> +Ετεοκλέους, ο οποίος είχεν αναλάβη μόνος την βασιλείαν. Εις τον<BR> +πόλεμον ενικήθησαν οι Αργείοι, αλλά και οι δύο αδελφοί<BR> +ονομαχήσαντες εφονεύθησαν.</p> + +<p> +<BR> +Ο Κρέων, αναγορευθείς βασιλεύς των Θηβών, διέταξε να μείνη<BR> +άταφος ο νεκρός του Πολυνείκους, ως εχθρού της πατρίδος, και<BR> +ώρισε ποινήν θανάτου εναντίον οιουδήποτε παραβάτου της διαταγής<BR> +του.</p> + +<p> +<BR> +Αι δύο αδελφαί του Πολυνείκους, η Αντιγόνη και η Ισμήνη, θρηνούν<BR> +και οδύρονται δια τούτο, καθ’ όσον ιερόν καθήκον των συγγενών<BR> +ελογίζετο το να κηδεύουν σεμνώς και να ενταφιάζουν τον νεκρόν<BR> +συγγενή. Αλλ’ ενώ η Ισμήνη υποκύπτει εις την προσταγήν και<BR> +συμβουλεύει μάλιστα την αδελφήν της να πράξη το αυτό, αντιθέτως η<BR> +μεγαλόψυχος Αντιγόνη εξεγείρεται εναντίον της σκληράς προσταγής<BR> +και αψηφούσα τον κίνδυνον επιχειρεί την ταφήν του αδελφού της.<BR> +Γνωρίζει την παρανομίαν της, αλλά συμμορφώνεται με τον άγραφον<BR> +ηθικόν νόμον του συγγενικού και οσίου καθήκοντος.</p> + +<p>Εντεύθεν επέρχεται η τραγική κάθαρσις. Ο Κρέων άκαμπτος προστάζει<BR> +τον θάνατον της Αντιγόνης, αν και ήτον αυτή η μέλλουσα νύμφη του.<BR> +Ο Τειρεσίας προλέγει τότε τα εκ της σκληρότητος του Κρέοντος<BR> +μέλλοντα δεινά και αποκαλύπτει εις τον βασιλέα τας φοβεράς περί<BR> +τούτων μαντείας.</p> + +<p>Ο Κρέων εις το άκουσμα κλονίζεται, αλλά δεν είναι πλέον καιρός. Η<BR> +μοίρα των ανθρώπων δεν έχει χρονοτριβάς. Επί του νεκρού της<BR> +Αντιγόνης ο Αίμων, ο υιός του Κρέοντος, αυτοκτονείται και η μήτηρ<BR> +του απηλπισμένη αυτοχειριάζεται. Ο Κρέων αργά συνέρχεται εις<BR> +εαυτόν και κατανοεί την συμφοράν του.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΟΣΩΠΑ</h3> + +<p> +ΑΝΤΙΓΟΝΗ<BR> +ΙΣΜΗΝΗ<BR> +ΧΟΡΟΣ (Θηβαίων γερόντων)<BR> +ΚΡΕΩΝ<BR> +ΦΥΛΑΞ<BR> +ΑΙΜΩΝ<BR> +ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ<BR> +ΑΓΓΕΛΟΣ<BR> +ΕΥΡΙΔΙΚΗ</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΑΞΙΣ Α’</h3> + +<p> +<BR> +ΑΝΤ. Ισμήνη, αδελφούλα μου, εσύ αγαπημένο κεφαλάκι.<BR> + Ξέρεις νάμεινε απ’ τον Οιδίποδα κακό<BR> + που να μην έρριξεν ο Δίας επάνω μας,<BR> + ενόσω ζούμε;<BR> + Δεν είναι πόνος, ούτε χαλασμός, ούτ’ ατιμία, ούτε<BR> + [ντροπή<BR> + πού να μην είδα εγώ μέσ’ τες δικές μου διστυχίες<BR> + [και στες δικές σου...<BR> + Και τώρα πάλι, τι λένε πως διαλάλησε, καινούργιο<BR> + σ’ όλην την πολιτεία ο στρατηγός ;<BR> + Έμαθες τίποτα και άκουσες ;<BR> + ή δεν μαντεύεις τη συμφορά που έρχεται από τους<BR> + [εχθρούς,<BR> + σ’ εκείνους π’ αγαπούμε;</p> + +<p>ΙΣΜ. Εμένα, Αντιγόνη, δεν μούρθε είδησι καμμιά απ’<BR> + [τους αγαπητούς μας,<BR> + ούτ’ ευχάριστη αλλά ούτε και θλιβερή,<BR> + αφ’ ότου η δύο εμείς εχάσαμε τ’ αδέρφια μας τα δύο,<BR> + που σε μια μέρα ‘πήγαν με διπλό θάνατο,<BR> + και τώρα που των Αργείων σκόρπισε ο στρατός,<BR> + την ύστερη νύχτα,<BR> + δεν έμαθ’ άλλο τίποτα για νάμαι πειό χαρούμενη<BR> + [πάρα λυπημένη.</p> + +<p>ΑΝΤ. Καλά το έλεγα· γι αυτό κι εγώ<BR> + σ’ έφερα έξω από της πύλες της αυλής για να τ’<BR> + [ακούσης εσύ μονάχα.</p> + +<p>ΙΣΜ. Τι είναι; σε βλέπω και συλλογίζεσαι κάτι βαρύ να πης.</p> + +<p>ΑΝΤ. Δεν έχει ο Κρέων τους αδελφούς μου<BR> + τον ένα τιμημένο με ταφή<BR> + τον άλλο για ατιμίαν άθαφτο :<BR> + Τον Ετεοκλή, λένε, πως δίκαια κι όπως το θέλει ο<BR> + [νόμος<BR> + τον έβαλε στο χώμα για νάναι τιμημένος μέσ’ τους<BR> + [νεκρούς του κάτω κόσμου,<BR> + μα του Πολυνείκη το λείψανο, άθλια ξεψυχισμένο,<BR> + άκουσα πως στους πολίτες εβγήκε διαταγή κανείς<BR> + [να μη το θάψη,<BR> + ούτε και να το κλάψη παρά να τον αφήσουν άκλαυτο<BR> + [και άθαφτο για τα όρνια,<BR> + που γλυκό τους θησαυρό τόνε θωρούν και χυμούν για<BR> + [να τον φαν.<BR> + Αυτά, είπαν, πως ο καλός μας Κρέων<BR> + εδιάταξε σε σένα και σε μένα -λεω και σε μένα-<BR> + και τώρα έρχεται κατά ‘δώ για να τα φανέρωση σ’<BR> + [όσους δεν τα ξέρουν,<BR> + και πως δεν πέρνει το πράγμα ελαφρά,<BR> + παρά όποιος κάνει τίποτε ενάντια<BR> + θάνατος να του μέλλεται μπροστά σ’ όλη την πόλι.<BR> + Αυτά είναι, και τώρα θε να φανή αμέσως<BR> + αν ευγενικά ‘γεννήθηκες ή από καλούς κακιά.</p> + +<p>ΙΣΜ. Και μήπως ‘μπορώ εγώ, παράτολμη<BR> + να δέσω ή να λύσω αλλοιώτικα αφού είναι έτσι;</p> + +<p>ΑΝΤ. Κύτταξε συ μόνο, αν θα κάνης αυτόν τον κόπο<BR> + μαζύ μου.</p> + +<p>ΙΣΜ. Για ποιό κίνημα μου λες, και που τρέχει ο νους σου;</p> + +<p>ΑΝΤ. Αν θα σήκωσης μαζύ μ’ αυτά τα χέρια μου τον<BR> + [πεθαμένο.</p> + +<p>ΙΣΜ. Στ΄ αλήθεια συλλογιέσαι, να θάψης αυτόν,<BR> + που έχει απαγορευθή στην πολιτεία ;</p> + +<p>ΑΝΤ. Μάλιστα, τον δικό μου και όχι το δικό σου τον<BR> + [αδερφό,<BR> + σαν δε θες εσύ,<BR> + γιατί ποτέ δεν θα με ‘δης εγώ να τον προδώσω.</p> + +<p>ΙΣΜ. Αχ, κακομοίρα μου, μ’ αφ’ ου ο Κρέων είπε όχι.</p> + +<p>ΑΝΤ. Δεν έχει να μ’ εμποδίση διόλου σε ό,τι μου ανήκει.</p> + +<p>ΙΣΜ. Ωιμένα, συλλογίσου, αδελφή, που ο πατέρας μας<BR> + με κατάρα και καταχθόνια χάθηκε<BR> + όταν ξεσκέπασε μονάχος της αμαρτίες του, βγά-<BR> + [ζοντας με το χέρι του τα δυο του μάτια.<BR> + Έπειτα η μητέρα και γυναίκα του -και τα δυο να<BR> + [την ειπής-<BR> + με πλεχτή θηλειά κρεμιέται και πεθαίνει·<BR> + και τρίτο, οι δυο μας αδερφοί σε μια μέρα μέσα,<BR> + μ’ αυτοκτονία πήγανε οι καϋμένοι, δίνοντας<BR> + ο ένας του άλλου με τα δικά τους χέρια θάνατο<BR> + Τώρα που μείναμε η δυο μας έρημες,<BR> + βάλε με το νου σου τι τρισάθλια που θα χαθούμε,<BR> + αν κάνωμε ενάντια στο νόμο και αψηφίσουμε<BR> + τη δύναμι και διαταγή του βασιληά.<BR> + Μα πρέπει να το καταλάβης ότι γυναίκες γεννηθή-<BR> + [καμε<BR> + και όχι τους άντρες για να πολεμάμε.<BR> + Και έπειτα, αφ’ ου πούχουν πειό δύναμι μας ορίζουν,<BR> + χρωστούμε κι αυτά να δεχτούμε κι’ ακόμα πειό<BR> + [χειρότερα,<BR> + Εγώ το λοιπόν, παρακαλώντας εκείνους που είνε κατ’<BR> + [απ’ το χώμα<BR> + να με συχωρέσουν, επειδή άθελα το κάνω,<BR> + θ’ ακούσω αυτούς που έχουν να προστάξουν<BR> + γιατί, να κάνω πράμματα του κάκου, μου φαίνεται<BR> + [δεν έχει νου.</p> + +<p>ΑΝΤ. Εγώ δε θα σε προστάξω, και ούτε να θέλης τώρα<BR> + [να το κάμης<BR> + θα ευχαριστηώμουνα να με βοηθούσες.<BR> + Κύττα να ‘δης εσύ τι θέλεις, εκείνον θα τον θάψω<BR> + [εγώ.<BR> + Καλό μου τώχω να πέθαινα, αφού το κάνω·<BR> + αγαπημένη θα κοίτωμαι κοντά του, μαζύ μ’ αυτόν<BR> + [που αγαπώ<BR> + αφού θάχω κριματίσει, μ’ άγια πράξει.<BR> + Έτσι κι έτσι περισσότερος είν’ ο καιρός πούχω ν’<BR> + [αρέσω<BR> + σ’ εκείνους που είνε κάτω, παρά σ’ αυτούς εδώ,<BR> + γιατί εκεί έχω να μείνω πάντα.<BR> + Εσύ, όμως, σαν το νομίζεις, των θεών τα τίμια<BR> + [πράμματα<BR> + έχε τα καταφρονεμένα.</p> + +<p>ΙΣΜ. Εγώ δε λέω πως δεν τα σέβομαι,<BR> + αλλά γιατί να κάνω ενάντια σ’ όλη την πολιτεία<BR> + [δεν έχω δύναμι.</p> + +<p>ΑΝΤ. Έχε το εσύ αυτό για πρόφασι, εγώ πάω να κάνω<BR> + [τάφο του αγαπημένου μου αδελφού.</p> + +<p>ΙΣΜ. Ωιμένα, κακομοίρα μου, τι φόβο έχω για σένα.</p> + +<p>ΑΝΤ. Για μένα μη σε νοιάζει· κύτταξε συ την τύχη σου<BR> + [να κάνης.</p> + +<p>ΙΣΜ. Τουλάχιστον μη φανερώσης το πράμμα σε κανένα,<BR> + [κράτα το κρυφό.<BR> + Κι εγώ θα κάνω το ίδιο.</p> + +<p>ΑΝΤ. Ά, όχι· να το προδώσης. Πολύ πειότερο θα σε<BR> + [συχαθώ<BR> + αν δεν το πης, και δεν το ξεφωνήσης σ’ όλο τον<BR> + [κόσμο.</p> + +<p>ΙΣΜ. Εσύ έχεις ζεστή καρδιά εκεί που ο άλλος παγώνει.</p> + +<p>ΑΝΤ. Έτσι ξέρω όμως, πως θ’ αρέσω σ’ όσους πρέπει ν’<BR> + [αρέσω περισσότερο.</p> + +<p>ΙΣΜ. Σαν θα τα καταφέρης. Αλλά ζητάς πράμματα που<BR> + [δεν γίνονται.</p> + +<p>ΑΝΤ. Και τι μ’ αυτό· όταν πειά δεν θα μπορώ, θα παύσω.</p> + +<p>ΙΣΜ. Κι’ από μιαν αρχή δεν πρέπει ο άνθρωπος να κυνηγά<BR> + [τ’ αδύνατα.</p> + +<p>ΑΝΤ. Όταν λες τέτοια κι εγώ με το δίκηο θα σ’ οχτρευτώ,<BR> + και του πεθαμένου γίνεσαι εχθρά.<BR> + Άφησε μ’ εμένα στην ασυλλογισιά μου<BR> + να πάθω αυτό το φοβερό ·<BR> + δεν μπορεί τίποτα περισσότερο να μου γείνη,<BR> + για να μην πάω τουλάχιστο με θάνατο καλό.<BR> + (φεύγει η Αντιγόνη)</p> + +<p>ΙΣΜ. Αφ’ ου το θέλεις πήγαινε· αυτό μόνο να ξέρης, πως<BR> + [κάνεις ανοησία<BR> + και ας δείχνεσαι για το φίλο σου φίλη αληθινή.<BR> + (μπαίνει στ’ ανάκτορα)</p> + +<p> <b>Στροφή Α’.</b> + +<p>ΧΟΡ.<BR> + Αχτίδα του ηλίου<BR> + που ωμορφήτερο φως δε ‘φώτησε την εφτάπυλο Θήβα<BR> + ‘φάνηκες πειά,<BR> + σαν άνοιξε ένα βλέφαρο χρυσόφθαλμης ημέρας<BR> + καθώς έρχεσαι πέρα από τα νερά της Δίρκης!<BR> + Και το στρατό με της αστραφτερές ασπίδες<BR> + που ‘βγήκε απ’ το Άργος μ’ όλην την αρματοσιά<BR> + τον έσπρωξες να φύγη τρέχοντας με σφιγμένο χαλι<BR> + [νάρι,<BR> + εκείνον που στη χώρα μας ο Πολυνείκης,<BR> + φιλονικώντας για το δίκαιο του, τον ξεσήκωσε ....<BR> + Κράζοντας στριγγά<BR> + σαν αετός από ψηλά στη γης επέταξε<BR> + με ανοιγμένη χιονάτη φτερούγα<BR> + και μ’ άρματα πολλά<BR> + και με περικεφαλαίες αλογομαλλούσες.</p> + +<p> <b>Αναστροφή Α’.</b> + +<p> Κι’ από ‘πάνω από τα σπήτια στάθη ένα γύρω<BR> + με λόγχες φόνισσες να της μπήξη στο εφτάπυλο<BR> + [στόμα.<BR> + Αλλά έφυγε προτού να πιή και να χορτάση από τα<BR> + [αίματά μας<BR> + και προτού από της ρετσίνες να πιάσουνε φωτιά η<BR> + [στεφανωσιές των πύργων,<BR> + και πίσω του έρχουνταν η θεόρατη βροντή του Άρη<BR> + για τον αντίπαλο Δράκοντα δυσκολονίκητη,<BR> + γιατί ο Δίας εχτρεύευεται τα κομπιάσματα<BR> + απ’ τη μακρυά τη γλώσσα,<BR> + και καθώς είδε κείνους, σαν μεγάλο ρέμμα, να<BR> + [ξεχύνωνται<BR> + μ’ αλαζονεία κι αχολογή απ’ τα χρυσά τους όπλα,<BR> + ρίχνει με τη χτυπητή φωτιά του<BR> + αυτόν που είχε χυμήξει στην κορφή τον τείχους τη<BR> + [νίκη κι όλας ν’ αλαλάξη.</p> + +<p> + <b>Στροφή Β’.</b> + +<p> Και ‘ταλαντεύθη και βρόντηξε στη γης<BR> + βαστώντας τη φωτιά,<BR> + αυτός που με λυσσάρικη ορμή, μεθυσμένος<BR> + είχε πέσει πάνω μας σαν την κακιά ανεμοζάλη.<BR> + Αλλοιώς όμως ήρθαν τα πράμματα<BR> + και σ’ άλλους άλλη τύχη έδωσε ο διώχτης, ο<BR> + [μεγάλος Άρης,<BR> + που δεξιά τα φέρνει σαν το δεξιόζευχτο άλογο,<BR> + επειδή κι’ οι εφτά λοχαγοί που στης εφτά πύλες<BR> + [ήταν βαλμένοι<BR> + τόσοι γι άλλους τόσους,<BR> + αφήσανε τον Δία τα ολόχαλκα τους τ’ άρματα για<BR> + [τρόπαιο·<BR> + μόνο οι δυο φριχτοί, ώ! από έναν πατέρα και μια<BR> + [γεννημένοι μητέρα!<BR> + εστήσανε της διπλοδύναμες λόγχες καταπάνω τους<BR> + κι’ επήγαν και οι δυο τους μ’ ένα θάνατο.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Β’.</b> + +<p> Αλλά να που ήρθε η μεγαλονόματη νίκη<BR> + καινούργια φέρνοντας χαρά στη Θήβα με τα πολλά<BR> + [οχήματα<BR> + - κι’ έτσι τους τωρινούς πολέμους λησμονήστε τους<BR> + κι’ ελάτε με χορούς ολονυχτίς γύρω να φέρωμε<BR> + όλους τους ναούς των θεών<BR> + κι αυτός που τραντάζει της Θήβας τη γη, ο Βάκχος,<BR> + κεφαλή ας μας είναι !<BR> + αλλά νάτον οπού είναι τώρα βασιληάς της χώρας<BR> + με τ’ ανέλπιστα που τούτυχαν απ’ τους θεούς,<BR> + ο Κρέων, ο γυιός του Μενοικέα,<BR> + προβαίνει· ποια σκέψι νάχη μέσα του<BR> + πού έβαλε και ‘μάζεψαν τους γέροντας<BR> + με το ίδιο κήρυγμα καλώντας τους όλους μαζύ ;</p> + +<p> ( Εισέρχεται ο Κρέων )</p> + +<p> +ΚΡΕ. Άντρες, έφεραν πάλι οι θεοί τα πράμματα δεξιά<BR> + στην πολιτεία, έπειτα από τον τόσο σάλο που την<BR> + [είχε χαντακώσει,<BR> + και σας εγώ, από όλους χώρια, μ’ απεσταλμένους<BR> + σας μήνυσα ναρθήτε, επειδή ξέρω το σεβασμό που<BR> + [είχατε<BR> + στου Λάιου τον καιρό πάντα στη βασιλεία και στο<BR> + [θρόνο·<BR> + και πάλι σαν ξανάστησε την πόλι ο Οιδίππους,<BR> + κι’ αφ’ ου ‘κείνος ‘χάθηκε, στα παιδιά των βασιλειάδων<BR> + εμείνατε πιστοί με γνώμη ασάλευτη.<BR> + Τώρα που αυτοί και οι δυο μαζύ σε μια ‘μέρα ‘πάνω<BR> + ‘χάθηκαν χτυπιώντας και χτυπιούμενοι<BR> + με της αυτοχειρίας την αμαρτία,<BR> + ‘πήρα και γω το θρόνο και όλο το βασίλειο,<BR> + σαν συγγενής που είμαι των πεθαμμένων.<BR> + Δύσκολο είνε βέβαια να καταλάβη κανείς<BR> + του κάθε ανθρώπου την ψυχή, τη σκέψι και τη<BR> + [γνώμη,<BR> + πριν να φανή στη διοίκησι και στους νόμους μαθη-<BR> + [μένος.<BR> + Εγώ όμως θαρρώ, και τώρα κι’ απ’ ανέκαθεν,<BR> + πως όταν ένας που κυβερνάει όλη την πολιτεία<BR> + δεν ακολουθάει την πειό καλλίτερη γνώμη<BR> + παρ’ από φόβο κρατεί τη γλώσσα στο στόμα του·<BR> + [κλειστή,<BR> + ην’ απ’ όλους ο χειρότερος.<BR> + Και οποίος έχει καλλίτερο το φίλο απ’ την πα-<BR> + [τρίδα του,<BR> + αυτόνε ούτε να τον λέω δε θέλω,<BR> + επειδή εγώ - ας τ’ ακούση ο Δίας, που πάντα ξέρει<BR> + [όλα -<BR> + πότε μου δεν θα σώπαινα σαν έβλεπα τη συμφορά<BR> + νάρχεται κατ’ επάνω στους πολίτες,<BR> + να πάρη την ευτυχία τους, και ούτε θα έπιανα φίλο<BR> + [μου ποτέ έναν εχτρό της χώρας,<BR> + γνωρίζοντας ότι η πατρίδα είνε που μας βαστάει,<BR> + και πως όταν στέκει αυτή ολόρθη, και ‘μεις απάνω της<BR> + κολυμπάμε στα νερά<BR> + και τότε τους φίλους κάνομε.<BR> + Με τέτοιους νόμους, εγώ αυτή την πόλι ψηλά θα<BR> + [τη σηκώσω.<BR> + Και τώρα πάλι τα ίδια έχω διαλαλημένα στους<BR> + [πολίτες<BR> + για τα παιδιά του Οιδίπου.<BR> + Τον Ετεοκλή βέβαια, που σκοτώθηκε γι’ αυτή τη<BR> + [χώρα<BR> + και δείχτηκε σ’ όλα ήρωας στη μάχη,<BR> + να τον βάλουν στον τάφο<BR> + και να του κάνουν όλα τα πρεπούμενα,<BR> + όσα γίνονται για τους καλλίτερους νεκρούς, σαν κα-<BR> + [τεβαίνουν κάτω·<BR> + αλλά τον αδελφό του - τον Πολυνείκη λέω -<BR> + που απ’ την εξορία του κατέβηκε<BR> + και τη γη αυτή την πατρική του και τους θεούς τους<BR> + [ντόπιους<BR> + ήθελε με τη φωτιά να κάνη στάχτη<BR> + και ήθελε και το αίμα της γεννιάς του να πιή και να<BR> + [χορτάση,<BR> + και σας να σας σκλαβώση και να σας σέρνη δούλους,<BR> + αυτουνού, έβαλα να κράξουν σ’ όλη την πόλι,<BR> + μήτε να του στολίση κανείς τάφο, μήτε και να τον<BR> + [κλάψη,<BR> + παρά να τον αφήσουν άθαφτο και το κορμί του<BR> + να το φάνε τα σκυλιά και τα όρνια να το μαγαρί-<BR> + [σουν,<BR> + που όποιος το βλέπει, το αίμα του να παγώνη.<BR> + Αυτή είνε η θέλησί μου, και ποτέ μου δε θα δώσω<BR> + [στους κακούς<BR> + ό,τι αξίζουν νάχουν οι καλοί.<BR> + Αλλ’ όποιος αγαπάει αυτή την πόλι, και πεθαμμένος<BR> + [νάν’ και ζωντανός,<BR> + από μένα την ίδια τιμή θε να ‘βρη.</p> + +<p>ΧΟΡ. Εσένα έτσι σ’ αρέσει να κάνης, γυιέ του Μενοικέα,<BR> + [Κρέων,<BR> + και με τον εχτρό της πολιτείας αυτής και με το φίλο.<BR> + Και σένα στέκει να βάζης το νόμο<BR> + και για τους πεθαμμένους και για τ’ εμάς που ζούμε.</p> + +<p>ΚΡΕ. Εσείς κυττάτε τώρα πώς θα φυλάξετε σκοπό για όσα<BR> + [σας είπα;</p> + +<p>ΧΟΡ. Σ’ άλλον πειό νεώτερο δόσε νάχη αυτή την έννοια.</p> + +<p>ΚΡΕ. Μα είνε κι’ όλας βαλμένοι όσοι θα προσέχουν το<BR> + [νεκρό.</p> + +<p>ΧΟΡ. Γιατί λοιπόν παραγγέλνεις πάλι ετούτο κι’ αλλουνού;</p> + +<p>ΚΡΕ. Για να μην αφήσετε κανένα σ’ αυτά να παρακούση.</p> + +<p>ΧΟΡ. Δεν ειν’ κανείς τόσο κουτός να θέλη να πεθάνη.</p> + +<p>ΚΡΕ. Και βέβαια αυτό θα πάθη, αλλά με την ελπίδα να<BR> + [κερδίσουν, πολλοί ως τώρα χάθηκαν.</p> + +<p>ΦΥΛ. Βασιληά, δεν μπορώ να πω πως απ’ τη βιάση μου<BR> + λαχάνιασα, και πως τα πόδια μου έκαναν φτερά,<BR> + γιατί πολλές φορές από τη συλλογή μου σταμάτησα<BR> + στο δρόμο και μούρθε να γυρίσω ‘πίσω.<BR> + Χάρις που η ψυχή μου πολλά μου έψαιλνε και μου<BR> + [τσαμπουνούσε.<BR> + «Κακομοίρη, τι πας αυτού, που μόλις φθάσης, θα σε<BR> + [χώσουν μέσα ; »<BR> + « Μα χαντακωμένε, κάθησες πάλι; κι αν το μάθη ο<BR> + [Κρέων από άλλον δε θα σε τζούξη έπειτα; »<BR> + σε τέτοιους συλλογισμούς μπερδεύονταν τα πόδια μου<BR> + κι’ έτσι έφτασα γρήγορα αργά μ’ όλο μου το κολάι,<BR> + γιατί κι ο κοντός δρόμος έτσι γίνεται μακρύς.<BR> + Τέλος βάστηξε η γνώμη νάρθω σ’ εσένα<BR> + κι’ αν δε σου πω και τίποτα, πάλι θα στο πω,<BR> + γιατί έρχομαι απ’ την ελπίδα κρεμασμένος<BR> + πως άλλο δε μπορώ να πάθω απ’ ό,τι μου μέλλεται.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι είν’ αυτό που σε κάνει έτσι να φοβάσαι;</p> + +<p>ΦΥΛ. Πρώτα, θέλω να σου ‘πώ για τα δικά μου·<BR> + γιατί ούτε τώκανα εγώ το πράμμα ούτε είδα ποιος<BR> + [τώκανε,<BR> + και δεν θάταν δίκηο να πάθω τίποτα κακό.</p> + +<p>ΚΡΕ. Όλο προοίμια είσαι κι’ όλο τα φέρνεις γύρω για την<BR> + [ασφάλεια σου·<BR> + φαίνεται πως κάποιο σπουδαίο θέλεις να πης.</p> + +<p>ΦΥΛ. Τα φοβερά δίνουν πολύ βαρεμό να τα λέη κανείς.</p> + +<p>ΚΡΕ. Θα μιλήσης λοιπόν μια φορά ; έπειτα σ’ αφίνω και<BR> + [φεύγεις.</p> + +<p>ΦΥΛ. Να ! σου λέω κιόλας. Κάποιος ‘πήγε κι έθαψε τώρα<BR> + [δα το νεκρό,<BR> + έρριξε σκόνη στεγνή κι επασπάλισε το σώμα του<BR> + [κι έκανε όλα κατά πως είνε συνήθεια.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι είπες; ποιος ήταν αυτός που τόλμησε να κάνη<BR> + [αυτό;</p> + +<p>ΦΥΛ. Ξέρω κι’ εγώ ; δε φαινότανε ‘κεί πέρα<BR> + ούτε αχνάρι απ’ αξίνα ούτε ξεπέταγμ’ από τσάπα.<BR> + Η γη ξερή πέτρα, μήτε σκασμένη πουθενά, μήτε<BR> + [και σημαδεμένη<BR> + Απ’ τους τροχούς των αμαξιών,<BR> + παρά όποιος τώκανε, δε φανερώθηκε.<BR> + Καθώς μας τώδειξε ο πρώτος που ήρθε για σκοπός<BR> + [της ‘μέρας<BR> + μας φάνηκε ολονώνε θάμμα και μυστήριο,<BR> + επειδής ο νεκρός δε φαινότανε πειά, θαμμένος πάλι<BR> + [δεν ήτον,<BR> + μόνο μια σκόνη ψιλή ήταν απάνω του ριγμένη, σάμ-<BR> + [πως για να ξεφύγουν την αμαρτία<BR> + και ούτε σημάδι εφαίνουνταν από ζώο, από σκυλί<BR> + [που νάρθε να τον τραβήξη έξω.<BR> + Και άσχημα λόγια εβούιζαν ανάκατα<BR> + κι ο ένας φύλακας έβριζε τον άλλο, κι’ αν έπεφτε<BR> + [στα τελευταία και ξύλο,<BR> + δε θα βρισκότανε κανείς να τους χωρίση,<BR> + γιατί ο καθένας τους ήταν ο ένας που τώχε κανω-<BR> + [μένα και φανερός κανείς τους.<BR> + Καθένας κύτταζε πώς να ξεφύγη, για να μην είν’<BR> + [αυτός,<BR> + κι’ είμαστ’ έτοιμοι να πιάσωμε και σίδερο καυτό<BR> + [στα χέρια μας,<BR> + και να περάσωμε από μέσα απ’ τη φωτιά<BR> + και να πάρωμε όρκους σ’ όλους τους θεούς πως μήτε<BR> + [κάναμε τίποτα μήτε και ξέρουμε<BR> + γι’ αυτόν που τώχει σοφιστή και κανωμένο.<BR> + Τέλος πάντων σα δε μας έμεινε πειά τίποτ’ άλλο<BR> + [να ‘ξετάξωμε,<BR> + πετάει κάποιος ένα λόγο που μας έκανε όλους να<BR> + [ρίξωμε τα κεφάλια κάτω<BR> + απ’ το φόβο μας, γιατί δεν είχαμε τίποτε να πούμε<BR> + [ενάντιο<BR> + και ούτε πώς θα κάνωμε να βγούμε πέρα.<BR> + Έλεγε, που θα πη, πως έπρεπε να στην αναφέρωμε<BR> + [εσένανε την πράξι<BR> + και όχι να την κρύψωμε.<BR> + Κι αυτή η γνώμη εβάστηξε·<BR> + εμένα όμως του άμοιρου μούπεσ’ ο κλήρος, εγώ<BR> + [ν’ απολάψω αυτό το καλό.<BR> + Κι έτσι νάμαι τώρα μπροστά σου χωρίς να το θέλω<BR> + [εγώ και χωρίς να με θέλης και συ’<BR> + αυτό το ξέρω - επειδή κανείς δεν καλοβλέπει αυτόν<BR> + [που φέρνει της κακές είδησες.</p> + +<p>ΧΟΡ. Εμένα, βασιληά μου, απ’ την αρχή το λέει ο νους<BR> + [μου<BR> + μήπως κι’ απ’ το θεό μας έρχεται ετούτο το σημάδι.</p> + +<p>ΚΡΕ. Πάψε, προτού απ’ τα λόγια σου μου ξεχειλίση ο<BR> + [θυμός·<BR> + κύττα να μη δείχτης άμυαλος όπως είσαι και γέρως.<BR> + Δεν υποφέρνεσαι μ’ αυτά που λες, πως τάχα οι θεοί<BR> + [‘πήγαν να φροντίσουν για το νεκρό·<BR> + μήπως τον έκρυψαν από μεγάλη εκτίμησι, σαν ευερ-<BR> + [γέτης που ήταν,<BR> + αυτός που ήρθε να τους κάψη τους στυλογύριστους<BR> + [ναούς και τ’ αφιερώματά τους<BR> + και τους νόμους να χαλάση;<BR> + ή μήπως είδες ποτέ σου τους κακούργους να τους<BR> + [τιμούνε οι θεοί;<BR> + Όχι, δεν είν’ έτσι. Αλλά γι’ αυτά από καιρό με-<BR> + [ρικοί στην πόλι<BR> + μουρμούριζαν εναντίο μου, γιατί μόλις τα υπόφεραν,<BR> + κρυφά κουνιώντας το κεφάλι, κι’ ουτ’ έσκυβαν κάτου<BR> + [απ’ το ζυγό όπως είνε δίκηο,<BR> + για να με υπακούν.<BR> + Από ‘κείνους, το ξέρω καλά, είνε βαλμένοι κι ετού-<BR> + [τοι ‘δώ με πλερωμή<BR> + να κάνουν αυτό πούκαναν.<BR> + Γιατί τίποτ’ από όσα σοφίστηκαν οι άνθρωποι πειό<BR> + [χειρότερο<BR> + δεν γένηκε απ’ το χρήμα· αυτό και πολιτείες γκρε-<BR> + [μίζει<BR> + κι’ ανθρώπους ξεσηκώνει απ’ τα σπίτια τους,<BR> + και των φρονίμων τους γυρίζει τα μυαλά, και τους<BR> + [μαθαίνει ν’ αγαπούν τα αισχρά,<BR> + και έδειξε στον άνθρωπο πώς να κάνη πανουργίες<BR> + και κάθε είδους ασέβεια να την ξέρη.<BR> + Όσοι όμως για πλερωμή τα έκαναν αυτά,<BR> + ένα εκατάφεραν, τέλος πάντων, πώς να τιμωρηθούν.<BR> + Μα όσο λαβαίνει ο Δίας ακόμα σέβας από ‘μένα και<BR> + [τιμή,<BR> + ξέρε το καλά, γιατί στο λέω με όρκο,<BR> + αν δε βρήτε και μου φέρετε μπροστά στα μάτια μου<BR> + αυτόνα που το χέρι του έκανε τον τάφο,<BR> + ο Άδης δεν θα σας φθάση μοναχά, προτού,<BR> + κρεμασμένοι, ζωντανοί μου φανερώσετε το κρίμα,<BR> + για να ξέρετε άλλη φορά πούθε βρίσκετε το κέρδος<BR> + [ναν τ’ αρπάξετε,<BR> + και να μάθετε ότι δεν πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να κυτ-<BR> + [τάη κανείς το πώς θα καζαντήση.<BR> + Γιατ’ από τέτοιες άτιμες απολαβές τους περισσό-<BR> + [τερους θα ‘δης να καταστραφούνε<BR> + παρά που θα σωθούνε.</p> + +<p>ΦΥΛ. θα μ’ αφήσης να σου πω τίποτα, ή να πάω από κει<BR> + [πούρθα ;</p> + +<p>ΚΡΕ. Δεν καταλαβαίνεις πώς και τώρα με δυσαρεστούν<BR> + [τα λόγια σου;.</p> + +<p>ΦΥΛ. Στ’ αυτιά σου μέσα σε τσιμπούν, ή στην ψυχή επάνω;</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι; ζυγιάζεις τώρα η λύπη μου που στέκει;</p> + +<p>ΦΥΛ. Α! ξέρω! εκείνος πούκαν’ το κακό στην ψυχή σου<BR> + [σ’ ενοχλεί,<BR> + κι’ εγώ στ’ αυτιά σου.</p> + +<p>ΚΡΕ. Μωρέ φαίνεσαι πως γεννήθηκες λογάς.</p> + +<p>ΦΥΛ. Αλλά την πράξι που θα ‘πη δεν την έκανα εγώ.</p> + +<p>ΚΡΕ. Κι’ επούλησες μάλιστα την ψυχή σου για λεφτά.</p> + +<p>ΦΥΛ. Αχ! τι κακό που είνε να νομίζη κανείς<BR> + και να νομίζη λάθος.</p> + +<p>ΚΡΕ. Λέγε, εσύ τ’ αστεία σου γι’ αυτό που νομίζω εγώ,<BR> + μ αυτά κι’ αυτά, αν δε μου φανερώσετε τους φταί-<BR> + [στες, θα σας κάνω εγώ να σκούξετε<BR> + πως τ’ άτιμα κερδέματα φέρνουνε συμφορές.<BR> + (φεύγει ο Κρέων).</p> + +<p>ΦΥΛ. Καλέ, ας βρεθή και με το παραπάνω. Αν τον πιά-<BR> + [σουνε ή όχι, αυτό είνε στην τύχη.<BR> + Εμένα δε θα με ‘δης να σου ξανάρθω εδώ.<BR> + Και τώρα που χωρίς να τώλπιζα, και χωρίς τη δική<BR> + [μου γνώμη,<BR> + εσώθηκα, χρωστάω μεγάλη χάρι στους θεούς.<BR> + (φεύγει ο Φύλαξ).</p> + +<p> <b>Στροφή Α’.</b> + +<p> +ΧΟΡ. Πολλά είνε τα θαμμαστά,<BR> + Μα τίποτα πειό θαμμαστό δεν είνε απ’ τον άνθρωπο·<BR> + αυτός και πέρα απ’ την ασπριδερή τη θάλασσα<BR> + με του νοτιά την μάνητα προβαίνει,<BR> + περνώντας κύματα που γύρω του σαλεύουν<BR> + και την πειό μεγαλήτερη απ’ τους θεούς, τη γη,<BR> + πού είν’ αχάλαστη, και ποτέ δεν αποκάνει,<BR> + την τρυγάει από χρόνο σε χρόνο,<BR> + σκαλεύοντάς την μ’ άροτρα που τα γυρίζουν άλογα.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Α’.</b> + +<p> Και το συνάφι των ελαφρόμυαλων πουλιών<BR> + κυκλόνοντας τα πιάνει κι’ άγρια θεριά κοπάδια,<BR> + και την πλάσι όλη απ’ της θάλασσας τα βάθη<BR> + με τα κλωστένια δίχτυα,<BR> + ο τετραπέρατος!<BR> + και μηχανεύεται πολλά για να καταπονέση τ’ ανή-<BR> + [μερα θερία<BR> + πού περπατούνε στα βουνά,<BR> + και το μαλλιαροχαίτη ίππο τον ημέρεψε<BR> + με του ζυγού τ’ αγκάλιασμα,<BR> + και του βουνού τον ταύρο τον ακούραστο.</p> + +<p> + <b>Στροφή Β’.</b> + +<p> + Και τη λαλιά, και τη σκέψι, σαν πνοή τ’ άνεμου<BR> + και της αγορές για προστασία της πολιτείας<BR> + μόνος του τα έμαθε, και πώς να ξεφεύγη τα βέλη<BR> + [του πάγου,<BR> + που ξεσηκώνει απ’ τον ύπνο στης αυλές,<BR> + και της νεροποντής τον παραδαρμό.<BR> + Σ’ όλα έχει διέξοδο, σε τίποτα δεν τον βρίσκει<BR> + το μέλλον χωρίς γνώμη -<BR> + μόν’ απ’ τον Άδη να γλυτώση δε θα μπορέση -<BR> + παρά κι απ’ αρρώστειες δύσκολες πώς να γλυτώνη<BR> + [έχει σοφιστή.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Β’.</b> + +<p> Έχει ανέλπιστη σοφία για να βρίσκη τέχνες<BR> + και πότε στο κακό ξεπέφτει, πότε στο καλό!<BR> + Αψηφάει της χώρας τους νόμους και των θεών τ’<BR> + [ωρκισμένο δίκηο.<BR> + Μεγάλος και πολύς στην πολιτεία, και πάλι χωρίς<BR> + [πατρίδα.<BR> + Όποιος πάει στο κακό έτσι για τόλμη<BR> + ούτε στη γενιά μου ποτέ να καθήση,<BR> + ούτε με τη δική μου έχει ίδια γνώμη<BR> + σαν κάνει τέτοια.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΑΞΙΣ Β’</h3> + +<p> + (Ο Φύλαξ φέρνει την Αντιγόνη)</p> + +<p>ΧΟΡ. Δεν ξέρω, να μη βλέπω φάντασμα θεϊκό μπροστά μου;<BR> + Μπορώ να ‘πώ πως δεν είνε το κορίτσι, η Αντιγόνη,<BR> + αφού την ξέρω;<BR> + Ω ! δυστυχισμένο<BR> + και δυστυχισμένου πατέρα παιδί, του Οιδίπου!<BR> + τι είνε; Μήπως, γιατί παράκουσες<BR> + τους νόμους του βασιληά, σε φέρνουν<BR> + και σέχουν πιασμένα σ’ άμυαλη πράξι;</p> + +<p>ΦΥΛ. Ναι αυτή πούκανε το κρίμα, την πιάσαμε που έθαβε.<BR> + Μα που είνε ο Κρέων;</p> + +<p>ΧΟΡ. Νάτος, στην ώρα ξαναβγαίνει από το σπίτι.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι είνε ; γιατί πράμμα έτυχε να ‘βγω στην ώρα ;</p> + +<p>ΦΥΛ. Βασιληά μου, για τίποτε να μη κάνη όρκο ο άνθρωπος,<BR> + επειδή η ύστερη σκέψι βγάζει την πρώτη ψεύτρα.<BR> + Έτσι και ‘γώ τώχα τάξει, ν’ αργήσω κάμποσο να<BR> + [σου ξανάρθω εδώ,<BR> + απ’ της φοβέρες σου που μέκαναν να τουρτουρίζω<BR> + [σαν νάτανε χειμώνας,<BR> + αλλά έλα πάλι που η χαρά σαν έρχεται απ’ όξω και<BR> + [δεν την ελπίζεις<BR> + δεν μοιάζει με καμμιάν άλλη ευχαρίστησι στην<BR> + [μεγάλη γλύκα·<BR> + έτσι ήρθα και εγώ κι ας είχα κάνει όρκο να μην έρθω,<BR> + και σου φέρνω την κόρη ετούτη που πιάστηκε τον<BR> + [τάφο να στολίζη·<BR> + εδώ δεν ξεπετάχτηκε ο κλήρος μου, αλλά δικό μου<BR> + [είνε το κελεπούρι<BR> + και όχι αλλουνού.<BR> + Και τώρα, βασιληά μου, να, πάρτηνε ‘συ ο ίδιος που<BR> + [την θέλεις,<BR> + και κρίνε κι’ εξέταξέ την· εγώ με το δίκαιο μου ειμ’<BR> + [ελεύθερος<BR> + και βγάλε με απ’ αυτά τα βάσανα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Αυτήν που φέρνεις με τι τρόπο και που την έπιασες ;</p> + +<p>ΦΥΛ. Αυτή έθαβε το νεκρό· τα ξέρεις τώρα όλα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Νοιώθεις, και τα λες σωστά, αυτά που λες;</p> + +<p>ΦΥΛ. Αυτήν είδα να θάβη τον νεκρό πούχες εσύ απαγορέψει.<BR> + Mου φαίνεται πως τα λέω καθαρά και ξάστερα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Και πώς ‘φανερώθηκε κ’ επάνω στην πράξι ‘πιάσθηκε;</p> + +<p>ΦΥΛ. Να, πώς έγεινε το πράμμα· άμα ξαναπήγαμε, καθώς<BR> + είμαστε από τα σένα φοβερισμένοι<BR> + μ’ εκείνα σου τα τρομερά τα λόγια, σαρώσαμε πρώ-<BR> + [τα όλο το χώμα το ριγμένο απάνου στον νεκρό<BR> + και γδύναμε τσίτσιδο το σώμα πού’ σάπιζε, κι επή-<BR> + [γαμε να καθήσωμε μακρυά<BR> + στης πέτρες στο βουνό, που δε μας έπιανε ο άνεμος,<BR> + [για να ξεφύγωμε μην βγάλη αποφορά,<BR> + κρατώντας ξύπνιον ο ένας τον άλλο με φωνές για το<BR> + [κακό που θα μας εύρισκε,<BR> + αν κανένας μας ήθελε ξαστοχήσει σ’ ετούτη την<BR> + [δουλειά.<BR> + Και μ’ αυτά πέρασε τόσος καιρός, που ήρθε κι’ εμε-<BR> + [σουράνησε<BR> + ο φλογερός ο δίσκος του ήλιου<BR> + κι έψηνε η κάψα. Τότες ξάφνου ‘σηκώθηκε από τη<BR> + [γης ένας ανεμοστρόβιλος<BR> + με βουητό, να φάη τα ουράνια, κι άπλωσε στην πε-<BR> + [διάδα<BR> + κι εξεμάλιαζε τα δένδρα όλου του κάμπου κι’ εγέ-<BR> + [μισε από σκόνι ο αιθέρας.<BR> + Εμείς με κλειστά μάτια και ρουθουνίζοντας,<BR> + καρτερούσαμε να περάση το θεϊκό κακό, και σαν έπαψε,<BR> + έπειτ’ από πολύ, φάνηκε το κορίτσι να σκούζη με<BR> + [στριγκιά φωνή<BR> + σαν του πουλιού που πικραμένο βλέπει την αδιανή<BR> + [φωλιά χωρίς τα μικρά του πούχε μέσα.<BR> + Έτσι κι αυτή καθώς είδε τον νεκρό ξεσκέπαστο<BR> + [έβαλε της φωναίς<BR> + και μ’ άσχημαις κατάραις καταριώταν εκείνους που<BR> + [το κάνανε.<BR> + Κι αμέσως πάει και κουβαλεί στα χέρια της χώμα<BR> + [στεγνό.<BR> + Κι από τη χάλκινη της στάμνα την ωμορφοχτυ-<BR> + [πημένη<BR> + χύνει από ψηλά τρεις φορές για τρεις σπονδές ένα<BR> + [γύρω απάνω στον νεκρό.<BR> + Εμείς καθώς την είδαμε τρέχομε κι όλοι μαζύ αμέ-<BR> + [σως την τσακώνομε,<BR> + χωρίς να δείξη αυτή διόλου απορία, και της λέμε όσα<BR> + [πρωτήτερα κι αυτά που τώρα είχε κάνει.<BR> + Και τίποτα δεν απαρνήθηκε. Αυτό εμένα κι ευχά-<BR> + [ριστο μου είνε και λυπηρό αντάμα,<BR> + γιατί να ξεφεύγη κανείς ο ίδιος της συμφορές είνε<BR> + [πολύ γλυκό.<BR> + Αλλά και πάλι εκείνους π’ αγαπάει να τους φέρνη<BR> + [σε δυστυχία,<BR> + κάνει λύπη.<BR> + Αυτά όμως όλα εγώ - έτσι είνε το φυσικό μου –<BR> + [δεν τα βάζω ίσα με το ‘δικό μου το γλυτωμό.</p> + +<p>ΚΡΕ. Εσύ τώρα που γέρνεις χάμου το κεφάλι<BR> + το ομολογείς ή αρνιέσαι πως εσύ ‘σαι που έκανες<BR> + [αυτά ;</p> + +<p>ΑΝΤ. Και λέω πως ειμ’ εγώ κι ούτε τ αρνιέμαι ότι δεν<BR> + [είμαι.</p> + +<p>ΚΡΕ. Πήγαινε τώρα εσύ, όπου θέλεις, ελεύθερος, το κρίμα<BR> + [δε σε βαρένει.<BR> + (φεύγει ο Φύλαξ).</p> + +<p> Εσύ όμως πες μου κι όχι με πολλά λόγια αλλά<BR> + [σύντομα,<BR> + ήξερες πως ήταν κηρυγμένο κανένας να μη κάνη<BR> + [αυτό που έκανες ;</p> + +<p>ΑΝΤ. Το ήξερα, και πώς να μη το ξέρω αφού ήτανε<BR> + [γνωστό ;</p> + +<p>ΚΡΕ. Kαι πάλι είχες την τόλμη να παραβής αυτό το νόμο ;</p> + +<p>ΑΝΤ. Δεν ήταν κανένας Δίας που μου τάχε προσταγμένα.<BR> + Ούτ’ η Δίκη που κατοικεί μαζύ με τους κάτω Θεούς<BR> + έβαλε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους,<BR> + ούτε για τόσο μεγαλοδύναμες έπερνα της προσταγές<BR> + [σου,<BR> + για να μπορής τ’ άγραφα κι’ ασάλευτα δίκαια των<BR> + [Θεών<BR> + να τα πατάς εσύ, που είσαι θνητός, γιατί δεν είναι<BR> + [από σήμερον κι’ εχθές παρά πάντα αυτά ζουν<BR> + και κανείς δεν ξέρει πότε φανερώθηκαν.<BR> + Μήπως έπρεπε εγώ γι’ αυτά να δώσω λόγο στους<BR> + [θεούς, αφού δεν εφοβήθηκα<BR> + κανενός ανθρώπου γνώμη;<BR> + Πως θα πέθαινα, το ήξερα καλά, και χωρίς εσύ να<BR> + [βάλης να το κράξουν.<BR> + Κι’ αν πεθάνω πρώτ’ απ’ τον καιρό μου, κέρδος πά-<BR> + [λι το λεω,<BR> + γιατ’ όποιος σαν κι’ εμένα ζει μες τα πολλά τα<BR> + [βάσανα, πώς να μην είναι κερδεμένος σαν πεθάνει;<BR> + Έτσι κι εμένα δεν με πονείς πούχω αυτό το ριζικό,<BR> + [παρά αν υπόφερνα άθαφτο να δω<BR> + τον νεκρό εκείνον που εγέννησε η μητέρα μου· τότε<BR> + [θα πονούσα· αυτά δεν μου πονούνε.<BR> + Κι’ αν σ’ εσένα τώρα φαίνωμαι ανόητη για ό,τι κάνω,<BR> + μπορώ να ‘πώ πως σ’ ανόητο φαίνομαι ανόητη.</p> + +<p>ΧΟΡ. Φαίνεται το άγριο αίμα από άγριον πατέρα στο παιδί.<BR> + Δεν ξέρει αυτή να ζαρώνη ‘μπρος στο κακό.</p> + +<p>ΚΡΕ. Να ξέρης πως αυτή σου η ξεροκεφαλιά γρήγορα θα<BR> + [περάση.<BR> + Και το πειό δυνατό σίδερο, το ψημένο απ’ τη φωτιά<BR> + [ολόγυρα σκληρό<BR> + θα το ‘δης να ραΐση και να σπάση πειότερο από άλλο ·<BR> + με κοντό χαλινάρι, ξέρω, τα αγριεμένα αλόγατα βα-<BR> + [στούνται,<BR> + γιατί δεν στέκει νάχη μεγάλ’ ιδέα εκείνος πούναι<BR> + [στον άλλον δούλος.<BR> + Αυτή όμως το καλοήξερε τότε να μας βρίζη με το<BR> + [να παραβαίνη τους βαλμένους νόμους.<BR> + Κι είνε δεύτερη προσβολή - μια ήταν σαν τώκανε<BR> + [- για τούτο κιόλας να καυχιέται<BR> + και να γελάη που τώπραξε.<BR> + Εγώ βέβαια τώρα δεν είμαι άντρας, παρά ο άντρας<BR> + [είναι αυτή,<BR> + αν της περάση αυτηνής να κάνη το θέλημά της ατι-<BR> + [μώρητα,<BR> + Μα είτε της αδελφής μου είναι, είτε και πειό στενή<BR> + [του αίματος συγγένησά μου<BR> + απ’ όλους όσους φυλάει ο σπιτικός μας Ζευς, αυτή<BR> + [και η αδελφή της<BR> + δεν θα ξεφύγουνε την πειό χειρότερη μοίρα·<BR> + γιατί κι’ εκείνη άλλο τόσο την κατηγοράω πως με-<BR> + [λέτησε αυτόν τον τάφο.<BR> + Φωνάξετέ την εδώ τώρα, ότι την είδα μες το σπίτι<BR> + [να μανίζη<BR> + έξω απ’ τα λογικά της.<BR> + Συχνά η ψυχή του ανθρώπου μπροστήτερα προδίνεται<BR> + [σαν κλέφτρα,<BR> + για τα άνομα που στα σκοτάδια κρυφογένονται,<BR> + αλλά και τάλλο ίδια το μισώ, όταν κανείς που πιά-<BR> + [στηκε ‘στό κρίμα του απάνω,<BR> + έπειτα θέλη να το παραστήση ωμορφήτερο.</p> + +<p>ΑΝΤ. Μήπως θέλης να μου κάνης πειό μεγαλύτερο, αφού<BR> + [μ’ έπιασες, παρά να με σκοτώσης;</p> + +<p>ΚΡΕ. Εγώ άλλο δεν θέλω, μ’ ετούτο τάχω όλα.</p> + +<p>ΑΝΤ. Τι κάθεσαι λοιπόν ; όπως κι’ εμένα κανέν’ από τα λό-<BR> + [για σου δεν μου ειν’ ευχάριστο<BR> + και ποτέ δεν θα μ’ αρέση - έτσι κι’ εσένα φυσικά<BR> + [τα ‘δικά μου σ’ ενοχλούν.<BR> + Και πούθε θα μούρχονταν τόση τιμή και δόξα,<BR> + παρά που έβαλα σε τάφο τον αυτάδελφό μου;<BR> + Όλοι τους εδώ θα τώλεγαν πως καλό το βρίσκουνε<BR> + αν δεν τους έδενε τη γλώσσα ο φόβος.<BR> + Έχουν οι βασιλειάδες κι άλλα πολλά που τους κα-<BR> + [λώρχονται<BR> + και μπορούν να κάνουν και να λένε ό,τι θέλουν.</p> + +<p>ΚΡΕ. Μονάχη εσύ απ’ τους Καδμείους αυτούς τα βλέπεις<BR> + [έτσι.</p> + +<p>ΑΝΤ. Τα βλέπουνε κι’ αυτοί, αλλά μπροστά σου σουρώ-<BR> + [νουνε το στόμα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Κι’ εσύ δεν ντρέπεσαι νάχης γνώμη διάφορη από<BR> + [τούτους;</p> + +<p>ΑΝΤ. Ντροπή δεν είναι να σέβεται κανείς εκείνους πούχουν<BR> + [τα ίδια σπλάχνα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Μήπως δεν είνε αδελφός σου, και ο άλλος που σκοτώ-<BR> + [θηκε εναντίον του;</p> + +<p>ΑΝΤ. Αδελφός από μία μητέρα κι απ’ τον ίδιο πατέρα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Πώς τον προσβάλλεις λοιπόν με το να κάνης χάρι και<BR> + [τιμή στον άλλο;</p> + +<p>ΑΝΤ. Δε θάλεγε τα ίδια γι’ αυτά ο πεθαμμένος.</p> + +<p>ΚΡΕ. Αφού τον τιμάς ίδια σαν τον αμαρτωλό.</p> + +<p>ΑΝΤ. Δούλος μου δε ‘ χάθηκε, παρά ο αδελφός μου.</p> + +<p>ΚΡΕ. Που ρήμαξε τη χώρα, ενώ ο άλλος<BR> + αντιστάθηκε για να την ‘περασπίση.</p> + +<p>ΑΝΤ. Το ίδιο και τους δυο με το νόμο του τους ζητάει<BR> + [ο Άδης,</p> + +<p>ΚΡΕ. Μα δεν πρέπει ο καλός με τον κακό να έρθη ίσος.</p> + +<p>ΑΝΤ. Ποιος ξέρει, εκεί κάτου, περνούν αυτά για άγια ;</p> + +<p>ΚΡΕ. Ποτέ ο εχτρός, και σαν πεθάνει ακόμα, φίλος δεν<BR> + [γίνεται.</p> + +<p>ΑΝΤ. Όχι για να μισώ μαζύ, για ν’ αγαπώ ‘γεννήθηκα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τώρα που θα πας κάτω, σαν πρέπει να τους αγαπάς,<BR> + [αγάπα τους εκείνους,<BR> + ενόσω όμως ζω εγώ, γυναίκα δεν θα προστάξη.</p> + +<p>ΧΟΡ. Να την μπροστά στης πύλες την Ισμήνη, που γι’<BR> + [αγάπη της αδελφής της ποτάμι χύνει τα δάκρυα.<BR> + Τα φρύδια της σαν σύννεφο σκιάζουν κι ασχημίζουν<BR> + [το πρόσωπό της το ροδόθωρο<BR> + και τα ώμορφά της μάγουλα είνε βρεμμένα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Κι εσύ που σαν οχιά στο σπίτι μου χωμένη, κρυφά<BR> + [μούπινες το αίμα<BR> + κι ούτε τώξερα πως θρέφω δυο για δυστυχία και<BR> + [χαλασμό του θρόνου μου,<BR> + για ‘πες μου τώρα, θα ‘πης κι’ εσύ γι’ αυτό τον<BR> + [τάφο πως ήσουν μαζύ ;<BR> + ή θα ‘ξομώσης πως δεν ξέρεις τίποτα ;</p> + +<p>ΙΣΜ. Έκανα κι’ εγώ το ίδιο σαν κι αυτή κι’ ό,τι λέει λεω<BR> + κι είμαι μαζύ της και το ίδιο φταίω.</p> + +<p>ΑΝΤ. Μα το δίκηο δεν θα σ’ αφήση να το ‘πης αυτό·<BR> + επειδή ούτ’ εσύ ‘θέλησες ούτε κι’ εγώ σε ‘πήρα σύν-<BR> + [τροφο.</p> + +<p>ΙΣΜ. Μα τώρα ‘στα βάσανά σου δεν διστάζω μαζύ σου<BR> + [ν’ αρμενίσω<BR> + στο πέλαγος του πόνου.</p> + +<p>ΑΝΤ. Πειά έκανε το έργο ο Άδης κι’ αυτοί πούνε κάτου<BR> + [το ξέρουνε.<BR> + Μα δεν την θέλω ‘γώ την φίλη που με τα λόγια<BR> + [μόνο μ’ αγαπάει.</p> + +<p>ΙΣΜ. Όχι αδελφούλα μου μη με περιφρονήσης<BR> + μαζύ σου να μη πεθάνω και το νεκρό κι’ εγώ να μη<BR> + [τιμήσω.</p> + +<p>ΑΝΤ. Μη μου πεθάνης εσύ και μη παίρνης για δικά σου<BR> + [αυτά που ούτε με το δάκτυλό σου ακούμπησες·<BR> + εγώ που πεθαίνω είμ’ αρκετή.</p> + +<p>ΙΣΜ. Και τι τη θέλω τη ζωή μου αφού θα χάσω εσένα;</p> + +<p>ΑΝΤ. ‘Ρώτα τον Κρέοντα· τώρα γιαυτόνε θα φροντίζης.</p> + +<p>ΙΣΜ. Γιατί με πονείς μ’ αυτά, ανώφελα για ‘σένα;</p> + +<p>ΑΝΤ. Λυπούμαι που το κάνω, και που σε περγελώ.</p> + +<p>ΙΣΜ. Μα πες μου πώς και τώρα να σ’ ωφελήσω εγώ ;</p> + +<p>ΑΝΤ. Τον εαυτό σου σώσε· δεν σε ζηλεύω που θα γλυτώσης.</p> + +<p>ΙΣΜ. Ωιμένα, δυστυχισμένη, γιατί να μην έχω κι’ εγώ<BR> + [την τύχη σου ;</p> + +<p>ΑΝΤ. Εσύ ‘προτίμησες να ζεις κι’ εγώ να πεθάνω.</p> + +<p>ΙΣΜ. Αλλά σου είχα ‘πη της αιτίες μου εγώ.</p> + +<p>ΑΝΤ. Εσύ πως είχες δίκηο ‘νόμιζες με της ‘δικές σου,<BR> + κ’ εγώ με της ‘δικές μου.</p> + +<p>ΙΣΜ. Έτσι είμαστε ίσα κι’ ίσα στην αμαρτία μας.</p> + +<p>ΑΝΤ. Θάρρευε, εσύ ακόμα ζεις, μα η δική μου η ψυχή<BR> + καιρό είναι πεθαμμένη, για να ωφελάη αυτούς που<BR> + [έχουν πεθάνει.</p> + +<p>ΚΡΕ. Αυτά τα κορίτσια, εγώ λέω πως τώρα δα φανερώ-<BR> + [θηκε άμυαλο·<BR> + η άλλη ήταν από πάντα.</p> + +<p>ΙΣΜ. Ποτέ, βασιληά, δεν μένει ο νους εκ γενετής σ’ εκεί-<BR> + [νους που δυστυχούνε,<BR> + αλλά τον χάνουν.</p> + +<p>ΚΡΕ. Εσένα σούφυγε όταν εζήλεψες να κριματίσης μαζύ<BR> + [με τους κακούργους.</p> + +<p>ΙΣΜ. Μήπως είναι ζωή που θα κάνω χωρίς αυτήν, μονάχη;</p> + +<p>ΚΡΕ. Μην την λες αυτήν, γιατί πειά δεν είναι.</p> + +<p>ΙΣΜ. Μα θα σκοτώσης λοιπόν του παιδιού σου την αρρα-<BR> + [βωνιαστικιά ;</p> + +<p>ΚΡΕ. Είναι άλλα χωράφια για όργωμα.</p> + +<p>ΙΣΜ. Δεν θάναι σαν κι αυτήν μ’ εκείνον ταιριασμένοι.</p> + +<p>ΚΡΕ. Εγώ συχαίνομαι κακές γυναίκες για τους γυιούς.</p> + +<p>ΑΝΤ. Ω Αίμον, αγάπη μου, πως σε ντροπιάζει ο πατέ-<BR> + [ρας σου,</p> + +<p>ΚΡΕ. Πολύ με ενοχλείς κι εσύ κι η παντρειά σου.</p> + +<p>ΧΟΡ. Μήπως να του την υστέρησης θέλης του παιδιού σου;</p> + +<p>ΚΡΕ. Ο Άδης είναι που θα χαλάση αυτόν τον γάμο.</p> + +<p>ΧΟΡ. Αποφασισμένο είναι φαίνεται, αυτή για να πεθάνη.</p> + +<p>ΚΡΕ. Και για σένα και για μένα. Ας μη χάνωμε πειά<BR> + [καιρό<BR> + παρά πηγαίνετε την μέσα, δούλοι, και να της δέ-<BR> + [σουν καλά. αυτές της γυναίκες<BR> + και να μη της αφίσουν ελεύθερες, γιατί κι οι θαρ-<BR> + [ρετοί φεύγουν, σαν ιδούν το τέλος της ζωής<BR> + με τον Άδη να πλησιάζη.</p> + +<p> <b>Στροφή Α’.</b> + +<p> +ΧΟΡ. Ευτυχισμένοι εκείνοι που η ζωή τους πέρασε χωρίς<BR> + [κακοτυχία,<BR> + γιατί οποιανού σπίτι<BR> + απ’ τους θεούς έρθη και σαλέψη<BR> + δεν τ’ απολείπει συφορά και σέρνεται<BR> + από γεννηά σε γεννηά. Σαν το φουσκωμένο κύμα<BR> + στου Πόντου την ανεμοζάλη,<BR> + που το πιάνει απ’ τη Θράκη ο σίφουνας<BR> + και το ρίχνει στο τρισκότιδο βυθό<BR> + και απ’ το βάθος κυλάει τη μαύρην άμμο<BR> + και βαρυά στενάζοντας αχολογούν τα θαλασσόδαρτα<BR> + [ακρογιάλια.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Α’.</b> + +<p> Έτσι θωρώ της αρχαίες συφορές<BR> + της γεννηάς των Λαβδακιδών<BR> + θα πέφτουν επάνω σ’ άλλες συφορές<BR> + και ούτε φέρνει η μια γεννηά στην άλλη απαλλαγή,<BR> + παρά κάποιος από τους θεούς την ρημάζει ολοένα<BR> + και γλυτωμός δεν είναι.<BR> + Να τώρα, ότι που σηκώθηκε ένα φως<BR> + ‘πάνω απ’ την τελευταία ρίζα<BR> + στο σπίτι του Οιδίπου,<BR> + και πάλι το ‘ματόβαφο κοπίδι των θεών του κάτω<BR> + [κόσμου,<BR> + μαζύ ξεμυαλισιά στα λόγια<BR> + και της τρέλλας Ερινύς.</p> + +<p> + <b>Στροφή Β’.</b> + +<p> + Τη δύναμί σου, Δία, ποιος άνδρας θα μπορούσε<BR> + ξεπερνώντας την να την ‘μποδίση ;<BR> + που ούτε ο ύπνος, και όλα ας τα πιάνη,<BR> + ποτέ θα σου την πάρη,<BR> + -ούτε οι ακούραστοι μήνες θα την σκορπίσουν.<BR> + Σ’ αγέραστα χρόνια βασίλειο έχεις του Ολύμπου<BR> + και φεγγόβολη δόξα.<BR> + Για το ύστερο και για το μέλλον<BR> + και για τα περασμένα νόμος που αυτός θε να κρατήση.<BR> + Σ’ όλη την οικουμένη<BR> + από θνητού ζωή<BR> + δεν απολείπει ποτέ η δυστυχία.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Β’.</b> + +<p> + Επειδή η πολυγυρίστρα ελπίδα<BR> + σε πολλούς ανθρώπους είναι ευχάριστη,<BR> + πολλούς όμως ξεγελά σ’ ανόητες επιθυμίες<BR> + και τον ανήξερο πλανεύει<BR> + ως που να καή κανείς<BR> + απλώνοντας το ποδάρι του στη φλόγα της φωτιάς.<BR> + Ένας λόγος ‘ξακουσμένος ‘φανερώθη<BR> + από καποιανού σοφία.<BR> + Το κακό φαίνεται καπότες νάν’ καλό σ’ εκείνον<BR> + πού ένας θεός του συνεπαίρνει το νου για να τον κατα-<BR> + [στρέψη.<BR> + Αλλά πολύ λίγον καιρό θα κάνη χωρίς συφορά.</p> + +<p>ΚΡΕ. Γλήγορα θα το μάθωμε καλλίτερα παρ’ απ’ τους<BR> + [μάντες.<BR> + Παιδί μου. Μήπως έρχεσαι μανιασμένος στον πατέρα<BR> + [σου;<BR> + επειδή άκουσες πως καταδικάσθηκε η μελλόνυμφή<BR> + [σου ;<BR> + ή μ’ ό,τι κάναμ’ εμείς πάντα θέλαμε το καλό σου ;</p> + +<p>ΑΙΜ. Πατέρα, δικός σου είμαι και συ με κυβερνάς με της<BR> + [καλές σου γνώμες,<BR> + που εγώ βέβαια θα της ακολουθήσω,<BR> + γιατί καμμιά παντρειά δε θ’ αξιωθή να μου σταθή<BR> + [ψηλότερα<BR> + από τα σένα, σαν με οδηγείς καλά.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τέτοια, παιδί μου, πρέπει νάναι η καρδιά σου<BR> + και πάντα να στέκης πίσω από τη γνώμη του πατέρα·<BR> + για δαύτο κ’ οι άνθρωποι κάνουν ευχές<BR> + να γεννήσουν παιδιά υπάκουα και να τάχουνε στο<BR> + [σπίτι<BR> + για να ‘κδικούνται τον εχθρό και τον φίλο να τιμούν<BR> + μαζύ με τον πατέρα.<BR> + Και όποιος ανωφέλευτα γεννάει παιδιά,<BR> + τι άλλο να του ‘πη κανείς, παρά πως βάσανά του<BR> + [γεννήθηκαν·<BR> + και πολύ περιγέλοιο γι αυτά απ’ τους εχτρούς του;<BR> + μη λοιπόν ποτέ, παιδί μου, αφήσης τα λογικά σου να<BR> + [σου φύγουν<BR> + στην ηδονή υποταγμένος για χάρι μιας γυναίκας,<BR> + γιατί να ξέρης πως κακή ψυχρή γίνεται η αγκαλιά<BR> + με μια κακιά γυναίκα μέσ’ το σπίτι,<BR> + γιατί ποια πληγή είναι μεγαλείτερη απ’ τον κακό<BR> + [το φίλο ;<BR> + φτύσ’ τη λοιπόν και συ, σαν εχτρά σου που είναι<BR> + και άφησε την κόρη μάλλονα να παντρευθή στον Άδη,<BR> + γιατί αφού την έπιασα εγώ ολοφάνερα να παρακούη<BR> + αυτή μονάχα απ’ όλη την πολιτεία<BR> + δε θε να ‘βγω ψεύστης τώρα στον κόσμο,<BR> + αλλά θα τη σκοτώσω·<BR> + ας πάη να φωνάζη και να καταριέται γι’ αυτά στο<BR> + [Δία,<BR> + τον παραστάτη της συγγένειας,<BR> + γιατί αν στο αίμα μου τ’ άπρεπο φυσικό το θρέψω εγώ,<BR> + πολύ περισσότερο θα το θρέψω στους έξω απ’ τη γεν-<BR> + [νηά μου.<BR> + Όποιος στους σπιτικούς του δείχνεται άντρας μ’<BR> + [αρετή,<BR> + και στην πολιτεία μέσα δίκαιος θα φανή’<BR> + εκείνον όμως που αμάρτησε και ή με τη βία χαλάει<BR> + [τους νόμους<BR> + ή θέλει να προστάζη σ’ όσους κυβερνούν,<BR> + αυτός ποτέ του από μένα δε θε να ‘παινευθή,<BR> + παρά όποιονε έβαλεν άρχοντα η πολιτεία, αυτόν πρέ-<BR> + [πει ν’ ακούμε,<BR> + και στα μικρά και στα δίκαια και στα ενάντια·<BR> + και τέτοιος ένας άνδρας, εγώ θαρρώ,<BR> + καλά θα κυβερνά, και να τον κυβερνούν καλά θα δέ-<BR> + [χεται<BR> + και μέσ’ την ανεμοζάλη του πολέμου θα μένη όπου<BR> + [τον πρόσταξαν,<BR> + τίμιος παραστάτης και καλός.<BR> + Αγκαλά τίποτα πειό μεγαλείτερο κακό δεν είναι από<BR> + [την αναρχία·<BR> + Αυτή ρημάζει πολιτείες, αυτή σπίτια αναστατώνει,<BR> + αυτή μέσα στα δόρατα που πολεμούν αντάμα<BR> + φέρνει του φευγιού της ραησιές·<BR> + όπου όμως στέκονται τα σώματα ολόρθα, σώζει τους<BR> + [περισσότερους η πειθαρχία.<BR> + Έτσι πρέπει να διαφεντεύη κανείς τον νόμο και την<BR> + [τάξι<BR> + και ποτέ να μη νικιέται απ’ τη γυναίκα·<BR> + καλλίτερο είναι, αν είναι ανάγκη, μπροστά απ’ τον<BR> + [άνδρα να ξεπέσουμε<BR> + και να μη λεγόμαστε απ’ της γυναίκες πειό κατώ-<BR> + [τεροι.</p> + +<p>ΧΟΡ. Εμείς, αν δεν μας ‘κλέψαν τα γερατειά την γνώσι,<BR> + [θαρρούμε<BR> + πως φρόνιμα λόγια είπες για όσα είπες.</p> + +<p>ΑΙΜ. Πατέρα, οι θεοί βάζουν μέσ’ τους ανθρώπους το λογικό<BR> + απ’ ό,τι έχομε το πειό ανώτερο κι’ εγώ πως δεν τα<BR> + [λες εσύ σωστά αυτά<BR> + ούτε θα ‘μπόρεγα ούτε θά’ξερα να πω·<BR> + αλλά κι’ απ’ τάλλο μέρος γένεται νάναι το δίκαιο·<BR> + αντίς για σένα βρέθηκα να προσέχω σ’ όλα όσα λεν<BR> + [ή κάνουν<BR> + ή παν’ να κατηγορήσουν, γιατί το μάτι το δικό σου<BR> + [το τρέμει ο κόσμος<BR> + για να πη λόγο που να μη ευχαριστηθής σαν τον<BR> + [ακούσης·<BR> + εγώ όμως δύναμαι και ακούω κρυφά πως την κόρη<BR> + [την κλαίει ολ’ η πόλις,<BR> + γιατί απ’ όλες της γυναίκες αθωότερη,<BR> + χάνεται τρισάθλια για δοξασμένες πράξες.<BR> + «Αυτή που τον αδελφό της σαν έπεσε σκοτωμένος<BR> + [δεν άφησε άθαφτο, να φαγωθή απ’ τα σκυλιά<BR> + πού τρων το κρέας ωμό, ούτ’ από κανένα όρνιο·<BR> + δεν είν’ άξια αυτή χρυσό βραβείο να πάρη;»<BR> + Έτσι σιγοτριγυρνά ο λόγος.<BR> + Πατέρα μου, για μένα, όταν εσύ εισ’ ευτυχισμένος<BR> + δεν είναι άλλο κτήμα πειό πολύτιμο<BR> + γιατί πειό μεγαλήτερο στολίδι υπάρχει παρά νάναι<BR> + [δοξασμένος και νανθή για τα παιδιά ο πατέρας<BR> + και για τον πατέρα τα παιδιά;<BR> + μη βαστάς μέσα σου τώρα μια μονάχα γνώμη,<BR> + πως καθώς εσύ το λες, κι’ όχι αλλοιώς είν’ το σωστό,<BR> + γιατ’ όποιος θαρρεί ή πως μονάχ’ αυτός μυαλό, ή<BR> + [γλώσσα έχει, που δεν έχει άλλος, ή ψυχή,<BR> + αυτούς αν τους ανοίξης από μέσα κούφιοι δείχνονται·<BR> + παρά ο άντρας, και σοφός να είναι, να μαθαίνη<BR> + πολλά δεν είναι ντροπή, και να μη παραεπιμένη·<BR> + βλέπεις στη ακροποταμιές τα δένδρα,<BR> + όσα το ρεύμα ακλουθούνε, βαστούνε τα κλαδιά τους<BR> + [άσπαστα<BR> + ενώ σαν αντιστέκονται, χάνονται μαζύ με τον κορμό<BR> + [τους ξέρριζα,<BR> + καθώς και εις το καράβι, όποιος στηλώνει<BR> + το ποδάρι δυνατά και δεν υποχωρεί καθόλου,<BR> + πέρνει τη τούμπα και τ’ αποδέλοιπο ταξείδι του<BR> + το κάνει με το θρονί ανάποδα και κολυμπώντας.<BR> + Λοιπόν έλα, άφησε το θυμό σου κι’ άλλαξε ιδέα·<BR> + γιατί αν είναι ναρθή μια γνώμη κι’ από μένα τον<BR> + [νεώτερο,<BR> + λέω πως μεγάλη αξία στον άνδρα είναι,<BR> + να γεννηθή με κάθε λογής σοφία γεμάτος·<BR> + αλλά και πάλι, επειδή δεν είναι και πολύ συνειθι-<BR> + [σμένο πράμμα,<BR> + καλό είναι να μαθαίνη κι’ απ’ όσους λέν’ καλά.</p> + +<p>ΧΟΡ. Σ’ εσένα βασιληά ταιριάζει, αν λέη τίποτα σωστό<BR> + να το μάθης, κι εσύ πάλιν απ’ αυτόν· γιατί κι’ οι<BR> + [δυο μιλήσατε καλά.</p> + +<p>ΚΡΕ. Εμείς πούμαστε τόσων χρονών, θα μάθωμε τώρα να<BR> + [κρίνωμεν<BR> + από έναν τόσον δα;</p> + +<p>ΑΙΜ. Δεν λέω τίποτα άδικο· κι αν είμαι νέος εγώ,<BR> + μην κυττάς τα χρόνια μου περισσότερο παρά τα έργα<BR> + [μου.</p> + +<p>ΚΡΕ. Έργα σου λες να τιμάς που κάνουν τ’ άπρεπα ;</p> + +<p>ΑΙΜ. Μα ούτε θάλεγα εγώ ποτέ να σεβασθήτε τους κακούς.</p> + +<p>ΚΡΕ. Μήπως τέτοι’ αρρώστεια δεν είναι πούπαθε κι’ αυτή;</p> + +<p>ΑΙΜ. Δεν το λέει σ’ αυτή τη Θήβα μέσα ολάκαιρος λαός.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ώστε οι πολίτες θα μας ‘πούν τι πρέπει να προστά-<BR> + [ζουμε ;</p> + +<p>ΑΙΜ. Βλέπεις που το είπες τώρ’ αυτό σαν νάσουν πολύ νέος;</p> + +<p>ΚΡΕ. Για άλλον ή για μένα έχω νάμ’ άρχοντας της χώρας;</p> + +<p>ΑΙΜ. Πολιτεία δεν είν’ όποια ενός είναι μονάχα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι, για ‘δική σου δεν περνά ‘κείνου που βασιλεύει;</p> + +<p>ΑΙΜ. Ωραία θα βασίλευες μονάχος ‘στην ερημία.</p> + +<p>ΚΡΕ. Αυτός καθώς φαίνεται, είναι με τη γυναίκα ένα.</p> + +<p>ΑΙΜ. Αν λες γυναίκα εσένα, ναι, γιατί για σε φροντίζω.</p> + +<p>ΚΡΕ. Α ! παληάνθρωπε, μένα δικάζεις, τον πατέρα ;</p> + +<p>ΑΙΜ. Επειδή σε βλέπω που λαθεύεις και όχι δίκαια.</p> + +<p>ΚΡΕ. Λαθεύω επειδή σέβομαι του θρόνου μου τα δίκαια.</p> + +<p>ΑΙΜ. Δεν τα σέβεσαι, αφού των θεών της τιμές πατείς.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ω, βρώμικη ψυχή, να είναι αποκάτω από την γυ<BR> + [ναίκα !</p> + +<p>ΑΙΜ. Δεν θα με ‘δης ποτέ σου να ξεπέσω ‘στα αισχρά.</p> + +<p>ΚΡΕ. Και όμως τα λόγια όλα σου αυτά για ‘κείνην είναι.</p> + +<p>ΑΙΜ. Και για σένα και για μένα και για του Άδη<BR> + [τους θεούς.</p> + +<p>ΚΡΕ. Αφού είσαι κλωτσοσκούφι μιας γυναίκας, μη με σκο-<BR> + [τίζης.</p> + +<p>ΑΙΜ. Εσύ θέλεις να λες, και ενώ λες, να μην ακούς.</p> + +<p>ΚΡΕ. Αυτήνα ζωντανή ποτέ σου γυναίκα δεν θα πάρης.</p> + +<p>ΑΙΜ. Τότε θα πεθάνη και πεθαίνοντας κι’ άλλον μαζύ<BR> + [παίρνει.</p> + +<p>ΚΡΕ. Και με φοβέραις ακόμα εδώ μούρχεσαι αναιδή;</p> + +<p>ΑΙΜ. Φοβέρα το λες ν’ αντιμιλάη κανείς σε λόγια του αέρα;</p> + +<p>ΚΡΕ. Θα κλάψης για να βάλης γνώσι, συ που είχες αντίς<BR> + [μυαλό αέρα.</p> + +<p>ΑΙΜ. Αν πατέρας μου δεν ήσουν, θάλεγα πως δεν έχεις εσύ<BR> + [τα λογικά σου.</p> + +<p>ΚΡΕ. Αλήθεια. Α, τότε μα τον Όλυμπο μάθε πως δεν θα<BR> + [το χαρής,<BR> + που μ’ έβρισες εμένα.<BR> + (προς τους δούλους)<BR> + Πήγαινε, φέρε ‘κείνη τη συχαμένη· με τα μάτια του<BR> + [να την ιδή<BR> + τώρα εδώ μπροστά του να πεθάνη, στο πλάι του<BR> + [γαμπρού.</p> + +<p>ΑΙΜ. Για μένα όχι, μη το θαρρής αυτό ποτέ.<BR> + Ούτε μπροστά μου θα πεθάνη, ούτε κι’ εσύ θα με<BR> + [ξαναϊδής<BR> + άλλη φορά στα μάτια σου, παρά με τους φίλους σου,<BR> + όσοι το θέλουν, κάνε τον τρελλό.</p> + +<p>ΧΟΡ. Έφυγ’ ο νέος, βασιληά, με βιά απ’ το θυμό του,<BR> + και βαρειά γνώμη έχει σαν πονέση τέτοιος νους.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ας κάνη. Και δεν πάει να σοφισθή και πειό μεγα-<BR> + [λήτερα<BR> + από όσα είναι των ανθρώπων; τα κορίτσ’ αυτά δεν<BR> + [θα τα ξεγλυτώση<BR> + από την τύχη τους.</p> + +<p>ΧΟΡ. Και της δυο λοιπόν εννοείς να της σκοτώσης ;</p> + +<p>ΚΡΕ. Όχι. Αυτήνα που το χέρι της δεν έβαλε, καλά που<BR> + [μου το λες.</p> + +<p>ΧΟΡ. Και τι θάνατο της άλλης σκοπεύεις να της δώσης ;</p> + +<p>ΚΡΕ. Θα την πάω κατά που ο δρόμος των ανθρώπων χά-<BR> + [νεται - στην ερημιά -<BR> + και θα την κλείσω ζωντανή στο κατόϊ σκυμμένη<BR> + [στον βράχο<BR> + ρίχνοντας την τόση τροφή, όση θέλει το κρίμα της<BR> + για να γλυτώση η πολιτεία όλη απ’ τη λέρα.<BR> + Κι’ εκεί τον Άδη, που μονάχα σέβεται απ’ όλους<BR> + [τους θεούς,<BR> + ας τον παρακάλεση, κι ίσως καταφέρη να μην πε-<BR> + [θάνη·<BR> + ή να νοιώση πειά, και αν είν’ κι’ αργά, ότι πάει κό-<BR> + [πος χαμένος,<BR> + να δίνη κανείς τιμή σ’ όσους είναι στον Άδη.</p> + +<p> <b>Στροφή Α’.</b> + +<p> +ΧΟΡ. Έρωτα ανίκητε με μάχητα.<BR> + Έρωτα που καις τα σωθικά,<BR> + πού τη νύχτα φωλιάζεις στων κοριτσιών τα μάγουλα<BR> + τα τρυφερά<BR> + και το πέλαγος περνάς και μέσ’ της στάνες ‘μπαίνεις<BR> + [και στης μοναχικές αυλές,<BR> + και κανείς αθάνατος<BR> + κανείς από τους ανθρώπους που ζουν μέρες μπορεί να<BR> + [σε ξεφύγη,<BR> + και όποιος σ’ έχει, μανίζει.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Β’.</b> + +<p> Εσύ και των δίκαιων της φρένες<BR> + στο άδικο σπρώχνεις και στην ατιμία,<BR> + εσύ είσαι π’ άναψες και τον καυγά ετούτον<BR> + ανάμεσα σ’ άντρες απ’ το ίδιο αίμα.<BR> + Στα ματόφρυδα της καλοκρέββατης νύφης<BR> + ο πόθος ανθίζει και νικάει,<BR> + χωρίς να ψηφάη τους μεγάλους νόμους,<BR> + γιατί ανίκητα σε τούτα παίζει<BR> + η θεά η Αφροδίτη.</p> + +<h3 style="margin-top: 3em">ΠΡΑΞΙΣ Γ’·</h3> + +<p> + <b>ΜΕΡΟΣ Α’</b> + +<p>(Φέρουν την Αντιγόνη. Ο Χορός εισέρχεται ακολουθών<BR> +την πομπήν της Αντιγόνης).</p> + +<p>ΧΟΡ. Τώρα κι εγώ πέφτω έξω απ’ τους νόμους<BR> + μ’ αυτά που βλέπω<BR> + και δεν μπορώ να σταματήσω τη βρύσι τα δάκρυα<BR> + [μου,<BR> + αφ’ ου στο θάλαμο το μαύρο που όλοι κείτονται<BR> + να προβαίνη θωρώ η Αντιγόνη.</p> + +<p>ΑΝΤ. Δέτε με πολίτες της πατρικής μου χώρας<BR> + που τον ύστερο μου δρόμο<BR> + περπατώ, και το στερνό φως<BR> + βλέπω του ήλιου,<BR> + και ποτέ πειά· αλλά με σέρνει ζωντανή ο Άδης που<BR> + [τους παίρνει όλους,<BR> + στου Αχέροντα το γυαλό, και ούτε υμέναιους<BR> + απόχτησα, ούτε κανένα νυφιάτικο τραγούδι<BR> + μούψαλαν, παρά τον Αχέροντα θα πάρω άντρα.</p> + +<p>ΧΟΡ. Και όμως ‘παινετή και δοξασμένη<BR> + μπαίνεις σ’ αυτό το άντρο των νεκρών<BR> + χωρίς να λυώσης από αρρώστεια<BR> + ούτ’ από ξίφος να πάς τιμωρημένη,<BR> + παρά ελεύτερη και ζωντανή<BR> + μονάχ’ εσύ απ’ τους θνητούς θα κατεβής στον Άδη.</p> + +<p>ΑΝΤ. Έχω ακουσμένα για τον πικρό θάνατο πούπαθε<BR> + η ξένη απ’ τη Φρυγία,<BR> + του Τάνταλου η κόρη, στου Σίπυλου την κορφή·<BR> + αυτήν σαν τον κισσό που αιώνια σφίγγει<BR> + ο βράχος γύρω της φύτρωσε και την έζωσε<BR> + και τώρα η βροχές την λυώνουν<BR> + καθώς λέει ο λόγος των ανθρώπων,<BR> + και ποτέ το χιόνι δεν της απολείπει<BR> + και κάτω από τα πολυδακρυσμένα φρύδια της βρέ-<BR> + [χονται τα λαιμά της·<BR> + ίδια μ’ αυτήν και μένα το ριζικό μου μ’ αποκοιμίζει.</p> + +<p>ΧΟΡ. Αυτή είναι θεά, και θεογεννημένη<BR> + και ‘μείς άνθρωποι θνητών γεννιά.<BR> + Και όμως μεγάλο πράμμα ακούγεται<BR> + νάχη άνθρωπος στο θάνατο την ίδια τύχη<BR> + με τους θεούς.</p> + +<p>ΑΝΤ. Ωιμένα με περιγελούν! Γιατί στους θεούς σου<BR> + τους πατρικούς, με βρίζεις, πριν ακόμα να χαθώ<BR> + και ενώ είμαι μπροστά σου;<BR> + ώ πόλι, και σεις άντρες της πολιτείας αυτής πούχετε<BR> + τα πολλά χτήματα,<BR> + αχ βρυσούλες στη Δίρκη ψηλά και της Θήβας<BR> + της καλοαμάξωτης<BR> + λόγγε, εσάς τουλάχιστον σας παίρνω μάρτυρες<BR> + που άκλαφτη από φίλους, και με τι νόμο<BR> + έρχομαι, στο χωματένιο μνήμα<BR> + νάβρω τάφο μου ανέλπιστο ·<BR> + αχ ! δυστυχισμένη εγώ !<BR> + μέσ’ στους ανθρώπους νάμαι χωρίς να είμαι.<BR> + Ούτε με ζωντανούς να<BR> + κατοικώ ούτε και με νεκρούς . . . . !</p> + +<p>ΧΟΡ. Προβαίνοντας ίσα με την άκρη του θαρρεμού<BR> + χτύπησες βαρειά στο ψηλό βάθρο της Δίκης· παιδί<BR> + [μου,<BR> + εσύ ξεπληρώνεις τώρα και του πατέρα σου τα κα-<BR> + [τορθώματα.</p> + +<p>ΑΝΤ. Μου ‘θύμησες λύπες και καϋμούς,<BR> + του πατέρα μου τη συφορά την τριθεμέλιωτη,<BR> + όλης μας της γενεάς το ριζικό,<BR> + των ξακουσμένων Λαβδακιδών.<BR> + Αχ! τι δυστυχία, ο γάμος της μητέρας<BR> + (που) μαζύ μ’ αυτόν που ‘γέννησε (‘κοιμήθηκε) τον<BR> + [πατέρα μου<BR> + η κακορρίζικη,<BR> + και απ’ αυτούς η άμοιρη εγώ γεννήθηκα.<BR> + Και τώρα πάω να τους εύρω να κατοικίσωμε μαζύ<BR> + εγώ η καταραμένη και απάντρευτη.<BR> + Αχ! αδερφέ μου που τέτοιαν ‘πήρες τιμή για την<BR> + [κακή σου τύχη,<BR> + και πεθαμένος πούσαι σκότωσες εμένα τη ζωντανή.</p> + +<p>ΧΟΡ. Να σέβεται κανείς είναι άγια πράξι,<BR> + αλλά τη δύναμι εκείνου που είναι δικιά του<BR> + να περιφρονή, δεν πάει ποτέ·<BR> + εσύ απ’ το κεφάλι σου χάνεσαι κι’ απ’ το γεινάτι σου.</p> + +<p>ΑΝΤ. Άκλαφτη, άφιλη, άψαλτη<BR> + προβαίνω στο στερνό μου δρόμο,<BR> + και δεν μ’ αφίνουν να ‘δω πειά, η καϋμένη,<BR> + της λαμπάδες τουρανού το άγιο μάτι,<BR> + και για τον δικό μου θάνατο τον αδάκρυτο κανείς<BR> + [απ’ τους φίλους,<BR> + δεν στενάζει;<BR> + (Μπαίνει ο Κρέων)</p> + +<p>ΚΡΕ. Ξέρετε πως με τα μυριολόγια και της φωνές<BR> + πριν να πεθάνη κανείς δεν θα ‘τελείωνε,<BR> + αν χρησίμευαν να λέγωνται.<BR> + Δεν την παίρνετε απ’ εδώ το γρηγορώτερο;<BR> + στο σκεπαστό μνήμα κλείστε την, καθώς είπα εγώ,<BR> + κι’ αφήστε την μονάχη κι’ έρημη, και είτε θέλει ας<BR> + [πεθάνη<BR> + είτε ζώντας σε τέτοιο σπίτι μέσα ας παντρευτή.<BR> + Εμείς είμαστ’ αθώοι σ’ αυτή την κόρη·<BR> + μόνον να κατοική ‘δώ ‘πάνω<BR> + υστερήθηκε.</p> + +<p>ΑΝΤ. Ώ μνήμα, ώ νυφιάτικο κρεββάτι μου,<BR> + ώ βαθύσκαφτο σπίτι, που παντοτεινά<BR> + θα με φυλάς, εκεί πάω νάβρω<BR> + τούς ‘δικούς μου, που οι περισσότεροί τους ‘χάθηκαν<BR> + και τους εδέχθηκε η Φερσέφασσα μέσ’ τους νεκρούς,<BR> + τελευταία τους είμ’ εγώ και πάρα πολύ πειό άσχημά<BR> + [τους<BR> + κατεβαίνω, πριν να τελειώσω τη ζωή μου.<BR> + Όταν σας έρθω, μεγάλη ελπίδα θρέφω,<BR> + πως θα μ’ αγαπάη ο πατέρας μου,<BR> + θα μ’ αγαπάς και συ, μητέρα,<BR> + και συ κεφάλι μου αδελφικό,<BR> + θα μ’ αγαπάς αφ’ ου, όταν πεθάνατε, ·<BR> + εγώ σας έλουσα και σας εστόλισα<BR> + και στον τάφο σας επάνω έχυσα σπονδές<BR> + και τώρα δα, Πολυνείκη μου, επειδή εσκέπασα<BR> + το σώμα σου, αυτά κερδίζω.<BR> + Ενώ εγώ καλά και δίκαια σ’ ετίμησα, για όσους<BR> + [είναι δίκαιοι.<BR> + Γιατί ποτέ, ούτε αν ήμουνα μητέρα με παιδιά,<BR> + ούτε αν ο άντρας μου ‘σάπιζε πεθαμένος<BR> + δεν θάπαιρνα επάνω μου αυτό τον κόπο, ενάντια στους<BR> + [πολίτες!<BR> + τώρα, με ποιο δίκαιο τα λέω αυτά ;<BR> + Γιατί άντρας θα μούταν άλλος στη θέσι του πεθα-<BR> + [μένου<BR> + και παιδί απ’ άλλον άντρα, σαν έχανα εκείνον·<BR> + τώρα όμως που ο πατέρας και η μητέρα μου κρύ-<BR> + [φτηκαν στον Άδη<BR> + δεν έχει να μου γεννηθή ποτέ πειά αδερφός,<BR> + και επειδή από τέτοιο νόμο σε επροτίμησα εγώ,<BR> + ο Κρέων του ‘φάνηκε πως είναι αμαρτία·<BR> + και θάρρητα τρομερή, ώ τ’ αδελφούλη μου κεφάλι<BR> + [αγαπημένο,<BR> + και τώρα με σέρνει έτσι πιάνοντάς με απ’ τα χέρια,<BR> + ανύπαντρη και άψαλτη, χωρίς απ’ το γάμο τίποτα<BR> + [ν’ απολάψω<BR> + κι’ ούτε παιδιά να θρέψω,<BR> + παρά έρημη από φίλους η άμοιρη,<BR> + στους λάκκους των πεθαμένων ζωντανή έρχομαι.<BR> + και ποιο δίκηο των θεών παράβηκα<BR> + και τι μ’ ωφελεί εμένα την δυστυχισμένη στους<BR> + [θεούς να σηκώσω τη ματιά μου,<BR> + ποιόν να φωνάξω σύμμαχο ;<BR> + αφ’ ου κάνοντας πράξι θεοσεβούμενη απόχτησα να<BR> + [μ’ έχουν γι’ αθεόφοβη.<BR> + Μα αν αυτά είναι και για τους θεούς καλά,<BR> + τότε αφ’ ου έπαθα, θα πω, ότι αμάρτησα·<BR> + αν όμως εκείνοι έχουν την αμαρτία, να μη πάθουν<BR> + [περισσότερο κακό<BR> + απ’ όσα άδικα μου κάνουν.</p> + +<p>ΧΟΡ. Ακόμα η ίδια ανεμοζάλη της ψυχής μέσα της<BR> + [παραδέρνει.</p> + +<p>ΚΡΕ. Για τούτο κι’ αυτοί που την πηγαίνουν<BR> + θα κλάψουν σε λιγάκι, για την άργητά τους.</p> + +<p>ΑΝΤ. Ωιμένα πολύ κοντά στο θάνατο με ‘πήγε αυτός ο<BR> + [λόγος.</p> + +<p>ΚΡΕ. Και μη παρηγοριέται κανένας να θαρρή<BR> + πως δε θα της γεννή αυτής ό,τι της είπα.</p> + +<p>ΑΝΤ. Ω πόλι πατρική της Θήβας<BR> + και θεοί της γεννηάς μου,<BR> + με παίρνουν και δεν αργούν.<BR> + Διέτε, σεις οι προύχοντες της Θήβας,<BR> + εμένα τη βασιλοπούλα τη μόνη που απόμεινε,<BR> + τι παθαίνω, κι’ από ποιους ανθρώπους,<BR> + επειδή την ευσέβεια εσεβάσθηκα!<BR> + (Τραβούν την Αντιγόνη μέσα στον τάφο)</p> + +<p> + <b>Στροφή Α'.</b> + +<p> +<BR> +ΧΟΡ. Και της Δανάης το κορμί υπόμενε<BR> + να κάνη αλλαξιά το φως τ’ ουρανού<BR> + με χαλκοδεμένη κατοικία.<BR> + Κρυμμένη σ’ ένα θάλαμο σαν τάφο την εκλείσαν<BR> + κι’ ας ήταν κι’ από γεννηά τιμημένη, κόρη μου,<BR> + και μέσα της εφύλαγε του Δία τη χρυσόχυτη γυνή.<BR> + Είναι την φοβερή η δύναμι της μοίρας,<BR> + και ούτε πλούτος, ούτ’ ο Άρης, ούτε πύργος<BR> + μπορούν να της ξεφύγουν,<BR> + και ούτε τα μαύρα καράβια, τα θαλασσοδαρμένα.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Α’.</b> + +<p> Και το χολιασμένο γυιό του Δρίαντα,<BR> + το βασιληά των Ηδωνών<BR> + επειδή περίπεξε, τον έδεσε σε πέτρινα<BR> + βρόχια ο Διόνυσος<BR> + κι’ έτσι ξεθυμαίνει της μανίας του<BR> + η τρομερή κι’ ανημέρευτη λύσσα.<BR> + Και εκείνος το κατάλαβε έπειτα<BR> + πως θεό επρόσβαλε στην τρέλλα του<BR> + με γλώσσα περγελάστρα<BR> + τότες που εμπόδιζε της θεομέθυστες γυναίκες<BR> + στη Βακχική φωτιά<BR> + κι’ ερέθιζε της Μούσαις π’ αγαπούνε τον αυλό.</p> + +<p> <b>Στροφή Β'.</b> + +<p> Κοντά στους μαυροκυανούς βράχους<BR> + πού δυο θάλασσες αδερφώνουν,<BR> + είν’ η αχτές του Βόσπορου<BR> + και των Θρακών ο αφιλόξενος Σαλμυδησός.<BR> + Εκεί ο Άρης που τη χώρα παραστέκει<BR> + είδε στα δυο παιδιά του Φινέα<BR> + τη θεοκατάρατη πληγή που τους άνοιξε<BR> + η άγρια του γυναίκα σαν τα τύφλωσε,<BR> + βγάζοντας, η κακούργα, της κόρες των ματιών τους<BR> + χωρίς λόγχες, όχι, παρά με τα νύχια της τα ‘μα-<BR> + [τωμένα<BR> + και με της σαΐτας τα μυτερά βελόνια.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Β’.</b> + +<p> Κ’ έλυωναν τα άμοιρα<BR> + και την άθλια συφορά τους έκλαιγαν<BR> + που για κακό τα ‘ γέννησε η μάνα τους,<BR> + κι’ ως τόσο είχε κι’ αυτηνής η γεννιά να κάνη<BR> + με τους αρχαιογεννημένους Ερεχθείδες,<BR> + κ’ αναστήθηκε μέσα σ’ απόμαυρες σπηλιές<BR> + που γύρω φυσομανούνε του πατέρα της οι σίφουνες,<BR> + η κόρη του Βορρηά σαν άλογο γοργόποδο<BR> + πηδώντας ‘πάνω στους γκρεμνούς,<BR> + των θεών η κόρη·<BR> + αλλά και σ’ αυτήν επάνω ‘πέσανε η μοίρες η<BR> + [πολύχρονες,<BR> + παιδί μου.</p> + +<p> + <b>ΜΕΡΟΣ Β’</b><BR> + (Εισέρχεται ο Τειρεσίας στηριζόμενος στον οδηγό).</p> + +<p> +ΤΕΙΡ. Άρχοντες της Θήβας μαζύ ερχόμαστε κι’ οι δύο<BR> + με του ενού τα μάτια, γιατ’ οι τυφλοί<BR> + μόνο με οδηγό βρίσκουνε το δρόμο.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι καινούργιο φέρνεις, γέρω Τειρεσία ;</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Εγώ θα σου το πω και συ το μάντη άκουγε.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ούτε μπροστήτερα αψήφησα τα λόγια σου.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Γι’ αυτό και εκυβέρναγες καλά τούτη την πολιτεία.</p> + +<p>ΚΡΕ. Δεν μπορώ να μαρτυρήσω πως δεν μου χρησίμεψαν.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Να ξέρης τώρα πως στης τύχης την κόψι επάνω<BR> + [περπατείς.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι λες ; Τρομάρα μου φέρνει ο λόγος σου.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Θα το νοιώσης άμα ακούσης της τέχνης μου τα<BR> + [σημάδια.<BR> + Ενώ καθόμουν στο θρονί μου που πάντα ‘ξηγάω τα<BR> + [πουλιά,<BR> + και μου είναι λιμάνι του κάθε σημαδιού,<BR> + ακούω άγνωστο αχό από όρνια που έκραζαν στριγγά,<BR> + ανάκατα κι’ ακατανόητα σαν σε κακόν οίστρο,<BR> + και εκατάλαβα πως με τα νύχια τους κομμάτιαζαν<BR> + [τώνα τ’ άλλο,<BR> + γιατί βαρειά κροτούσαν η φτερούγες τους.<BR> + Τρόμαξα, και αμέσως πήγα να ‘ξετάξω τα καψαλί-<BR> + [σματα στους βωμούς που ήταν όλο με φωτιές<BR> + αλλά στα σφαχτά που καίγονταν δεν έλαμπε ο<BR> + [Ήφαιστος<BR> + παρά έλυωνε και έτρεχε στη στάχτη μέσα το ζουμί<BR> + [απ’ τα μεριά<BR> + και κάπνιζε και ‘πετούσε σπίθες και η χολές σκόρπι-<BR> + [ζαν στον αέρα,<BR> + και βρεμμένα έμεναν τα κρέατα απ’ το χυμένο πάχος.<BR> + Τέτοια άκουγα από τούτο το παιδί και πως ‘χαλού-<BR> + [σαν η μαντείες με άσχημα σημάδια,<BR> + γιατί αυτός εδώ είναι οδηγός σ’ εμένα όπως εγώ στους<BR> + [άλλους.<BR> + Κι’ αυτά τα υποφέρν’ η πόλις εξαιτίας του κεφα-<BR> + [λιού σου,<BR> + γιατ’ οι βωμοί μας και όλες η πυρωστιές εγέμισαν<BR> + [απ’ τα όρνια και τα σκυλιά<BR> + πού ‘φάγανε το κρέας του άμοιρου του σκοτωμένου<BR> + [γυιού του Οιδίπου.<BR> + Και ύστερα δεν δέχονται πειά παρακάλια και θυσίες<BR> + [οι θεοί από τα ‘μάς,<BR> + ούτε των μηριών τη φλόγα, ούτε τα όρνια βγάζουν<BR> + [με τα φτεροχτυπήματά τους<BR> + καλοσήμαντους αχούς, αφ’ ου είναι χορτασμένα απ’<BR> + [το παχύ αίμα του σκοτωμένου.<BR> + Για τούτο, γυιέ μου, βάλε γνώσι’ όλ’ οι άνθρωποι τώ-<BR> + [χουν να πλανεύωνται·<BR> + μα και όταν πλανευτή δεν θα είναι άντρας άμυαλος<BR> + εκείνος και ούτε και δυστυχής που έχοντας ξεπέσει<BR> + [στο κακό<BR> + το διορθώνει και δε μείνει ακούνητος.<BR> + Η αυθάδεια όμως περνάει για προστυχιά.<BR> + Έλα, κάνε το θέλημα του νεκρού και μη πονείς τον<BR> + [πονεμένο.<BR> + Τι, ανδρεία τώχεις να σκοτώσης άλλη μια βολά αυτόν<BR> + [που πέθανε;<BR> + Επειδή καλό σου θέλω, λέω σου το καλό,<BR> + Και να μαθαίνη κανείς είν’ ευχάριστο πολύ’ απ’ οποίον<BR> + [λέει καλά,<BR> + σαν φέρνει κέρδος.</p> + +<p>ΚΡΕ. : Άκουσε, γέρω, εσείς όλοι απάνω σ’ ένανε, εμένα<BR> + [σημαδεύετε.<BR> + σαν σκοπευτές και δε μου λείψανε από ‘πάνω μου η<BR> + [προφητείες.<BR> + Κυττάτε σεις να βγάλετε λιανά, κουβαλάτε το ήλε-<BR> + [κτρο απ’ της Σάρδεις<BR> + όσο θέλετε και το Ινδικό χρυσάφι<BR> + εκείνον όμως σε τάφο δε θα βάλετε.<BR> + Ούτε κι’ οι αετοί του Δία αν ήθε τον αρπάξουν<BR> + να παν να τόνε φάνε μπροστά στου Δία το θρόνο,<BR> + ούτε από τέτοιο κρίμα δε θα φοβηθώ ν’ αφήσω να τον<BR> + [θάψουν εκείνον.<BR> + Γιατί ξέρω καλά πως κανείς άνθρωπος δεν έχει δύ-<BR> + [ναμι να προσβάλλη τους θεούς.<BR> + Ξεπέφτουν, γέρω Τειρεσία, κι’ οι πειό μεγάλοι απ’<BR> + [τους θνητούς<BR> + και γίνονται κουρέλια ελεεινά σαν λέν’ αισχρά αντίς<BR> + [καλά για κέρδος.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Κρίμα· δεν ξέρετε κανένας σας, δεν λέτε ;</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι πράμμα ; τι το λες αυτό για όλους μας ;</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Πως το καλλίτερο χτήμα στον άνθρωπο είν’ ή φρό-<BR> + [νησι.</p> + +<p>ΚΡΕ. Όσο και η κουταμάρα, λέω εγώ, φέρνει βλάβη.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Απ’ αυτή δα την αρρώστεια εσύ είσαι γεμάτος.</p> + +<p>ΚΡΕ. Δεν θέλω ν’ αντιμιλήσω άσχημα στο μάντη.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Και μήπως δεν το κάνεις, σαν λες πως προφητεύω<BR> + [ψέμματα ;</p> + +<p>ΚΡΕ. Όλο το σόι των προφητών αγαπάει τα λεφτά.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Κι’ οι βασιληάδες πάλε την αισχροκέρδεια.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ξέρεις πως αυτό που λες, το λες στον άρχοντά σου;</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Το ξέρω, γιατί από μένα κρατάς δική σου αυτή την<BR> + [πόλι.</p> + +<p>ΚΡΕ. Είσαι μάντης σοφός εσύ, αλλά το άδικο αγαπάς.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Θα με κάνης, όσα έχ’ ακούνητα μέσ’ την καρδιά μου<BR> + [να σου ‘πω.</p> + +<p>ΚΡΕ. Λέγε τα, μόνο για κέρδη μη μιλάς.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Αυτό ίσαμε τα τώρα τώκανα για χάρι σου.</p> + +<p>ΚΡΕ. Να ξέρης πως εμένα μ’ αυτά δε με πουλάς.</p> + +<p>ΤΕΙΡ. Εσύ όμως να ξέρης, πως δε θα τελέψη πολλούς γύ-<BR> + [ρους βιαστικός ο ήλιος<BR> + πού από τα σπλάχνα σου ένα νεκρό θα δώσης,<BR> + νεκρών αλλαξιά, για οποίον έβαλες απ’ τον επάνω<BR> + [κόσμο κάτω,<BR> + και μια ψυχή για τιμωρία σε τάφο ‘σπίτωσες,<BR> + και πάλι που των κάτω θεών ξεκλεμένον<BR> + βαστάς, εδώ άθαφτο και ανάγιαστο νεκρό,<BR> + ενώ ούτε εσένα ανήκει ούτε των θεών επάνω,<BR> + παρά του κεφαλιού σου γίνονται όλα αυτά και με τη<BR> + [βία.<BR> + Να σε τιμωρήσουν παραφυλάν αυτές που παίρνουν την<BR> + [αμαρτία κατόπιν,<BR> + η Ερρινύες του Άδου και των θεών, να σε πιάσουν<BR> + [στα κρίματά σου επάνω.<BR> + Κύττα τώρα αν στα λέω αυτά επειδή μ’ έχουν<BR> + [χρυσώσει.<BR> + Δε θα περάση πολύς καιρός και θ’ ακουστούν στα σπί-<BR> + [τια σου<BR> + θρήνοι απ’ άντρες και γυναίκες.<BR> + Κάθε πολιτεία εχθρά σηκώνεται, όταν<BR> + ή από σκυλιά ή από θεριά<BR> + σπαραχτούν και λερωθούν τα λείψανά της,<BR> + ή κανένα όρνιο κουβαλήση ανόσια μυρουδιά στην πόλι<BR> + [την κατοικημένη·<BR> + τέτοιες, γιατί με ‘πίκρανες, απ’ το θυμό μου,<BR> + σαν τοξότης σούριξα σαϊτιές στην καρδιά,<BR> + που δε θα παν χαμένες, γιατί δε θα ξεφύγης τη<BR> + [φλόγα τους.<BR> + Παιδί, πήγαινέ με μακρυά από ‘δώ στο σπίτι μου<BR> + για να βγάλη το θυμό του αυτόν σε πειό νεώτερο,<BR> + και να μάθη να κρατάη τη γλώσσα του ησυχώτερη<BR> + και το νου με πειό καλλίτερη γνώσι<BR> + απ’ οποίαν έχει ως τώρα.<BR> + (Φεύγει ο Τειρεσίας).</p> + +<p> +ΧΟΡ. Έφυγε ο γέρως, βασιληά, με προφητείες φριχτές<BR> + κι’ όλοι μας ξέρουμε, απ’ τον καιρό που η τρίχες<BR> + [μας γένηκαν από μαύρες άσπρες,<BR> + πως ποτέ του αυτός στην πολιτεία δεν ήρθε να λα-<BR> + [λήση ψέμμα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Το είδα κι’ εγώ και μου ταράζει την ψυχή.<BR> + Κακό είναι να υποχωρή κανείς,<BR> + αλλά και ‘κείνος π’ αντιστέκεται<BR> + είναι κοντά η συμφορά που θα τόνε λυπήση.</p> + +<p>ΧΟΡ. Τώρα χρειάζεται καλή σκέψι, γυιέ του Μενοικέως<BR> + [Κρέων.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι πρέπει να κάνω, πες μου, κι’ εγώ θ’ ακούσω.</p> + +<p>ΧΟΡ. Πήγαινε και βγάλε το κορίτσι απ’ το βαθύσκαφτο<BR> + [σπίτι,<BR> + και κάνε τάφο του παραριγμένου.</p> + +<p>ΚΡΕ. Και το βρίσκεις αυτό καλό ; λες να πάω πίσω ;</p> + +<p> +ΧΟΡ. Όσο μπορείς πειό γλήγορα, βασιληά μου, επειδή<BR> + η τιμωρίες των θεών γοργόποδες προκάνουν όσους<BR> + [θέλουν το κακό.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ωιμένα μόλις το μπορώ,<BR> + μα η καδιά με σπρώχνει να το κάνω·<BR> + με την ανάγκη δε θέλω να ‘μπω σε κακό πόλεμο.</p> + +<p>ΧΟΡ. Έλα, κάνε τώρα αυτά και μη πάη ο νους σου σ’ άλλο.</p> + +<p>ΚΡΕ. Καθώς είμαι πηγαίνω.<BR> + Ελάτε, ελάτε, όσοι μ’ ακολουθάτε<BR> + και όσοι είν’ εδώ μπροστά, και όσοι λείπουν.<BR> + Πάρτε αξίνες στα χέρια και τρέξετε<BR> + στο μέρος το απόμακρο .........</p> + +<p> + ................................<BR> + εγώ αφ’ ου μια και άλλαξα τη γνώμη,<BR> + όπως ο ίδιος έδεσα<BR> + έτσι και θα λύσω,<BR> + γιατί φοβάμαι μην είναι το καλλίτερο<BR> + τη ζήση του να περνάη κανείς<BR> + βαστώντας τους βαλμένους νόμους.<BR> + (Φεύγει ο Κρέων)</p> + +<p> <b>Στροφή Α’.</b> + +<p> +ΧΟΡ. Εσύ με τα χίλια ονόματα στολίδι της νύφης του<BR> + [Κάδμου<BR> + και του Δία του βαρυβροντηχτή γεννηά,<BR> + που νοιάζεσαι την ξακουσμένη Ιταλία<BR> + και στην κοσμοσύχναστη Ελευσίνα, στον κόρφο της<BR> + [Δηούς<BR> + βασιλεύεις,<BR> + Βάκχε,<BR> + που στων Βακχών την πρώτη πολιτεία κάθεσαι<BR> + τη Θήβα, κοντά στο κυλάμενο νερό του Ισμηνού<BR> + και απάνω, στη σπορά του άγριου Δράκου.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Α’.</b> + +<p> Εσέν’ απάνω από το Γήλοφο βράχο αγναντεύει<BR> + ο καπνός και η αναλαμπή της φλόγας<BR> + εκεί που η Κηρύκιες νύφες<BR> + χορεύουν Βακχικά, και της Κασταλίας η πηγή.</p> + +<p> Εσένα ακολουθούνε με πομπή όλοι οι κισσένιοι<BR> + φράχτες απ’ τα βουνά της Μύσσας, κι’ η πράσινες<BR> + πλαγιές των αμπελιών με τα πολλά σταφύλια,<BR> + μέσ’ των τραγουδιών το θεϊκό αλαλητό<BR> + σαν έρχεσαι να μας ιδής και τους δρόμους διαβαί-<BR> + [νεις της Θήβας.</p> + +<p> <b>Στροφή Β’.</b> + +<p> Αυτήνα εσύ πάρα πολύ χτιμάς<BR> + από κάθε πόλη πειότερο<BR> + μαζύ με τη μάννα σου τη κεραυνοχτυπημένη,<BR> + και τώρα που όλη την πολιτεία έπιασε αρρώστεια<BR> + [δυνατή.<BR> + Έλα εσύ να μας γιάννης με το ποδαρικό σου<BR> + ροβολώντας από τη ράχη πάνω του Παρνασού<BR> + ή από το πέραμα που θαλασσοβουίζει.</p> + +<p> <b>Αντιστροφή Β’.</b> + +<p> Ωχ! εσύ που παίρνεις το χορό με τ’ αστέρια που<BR> + [λαμποκοπούν<BR> + και παραστέκεις στης νύχτας το ξεφάντωμα, παιδί,<BR> + [γέννημα του Δία,<BR> + φανερώσου, Βασιληά, μαζύ με της βακχικές γυ-<BR> + [ναίκες<BR> + που σ’ ακολουθάνε και γύρω σου ολονυχτίς σε χο-<BR> + [ρεύουνε,<BR> + εσένα που σκορπίζεις την ξεφωνητή χαρά.<BR> + (Μπαίνει Άγγελος)</p> + +<p> +ΑΓΓ. Εσείς που κατοικείτε γύρω στα σπίτια του Κάδμου<BR> + και του Αμφίωνα,<BR> + τη ζωή του ανθρώπου εγώ ποτέ δε θα ‘ παινέψω<BR> + ούτε θα ‘πω κακό,<BR> + κι ας είναι ό,τι κι’ αν είναι,<BR> + γιατί πάντα η τύχη τον σηκώνει<BR> + κ’ η τύχη τον γκρεμίζει πάλι<BR> + κι’ αυτόν που ζη ευτυχισμένος κι’ αυτόν που κακο-<BR> + [περνά,<BR> + και δε μπορεί κανείς να προφητεύση στους θνητούς<BR> + [το τι τους μέλλεται·<BR> + να, και ο Κρέων που μια φορά, θαρρώ, ήτανε ζηλευ-<BR> + [τός,<BR> + έσωσε απ’ τους εχθρούς του Κάδμου αυτή τη γη<BR> + και παίρνοντας τη μοναρχία της χώρας όλη επάνω<BR> + [του βασίλευε,<BR> + ανθίζοντας μέσ’ των ευγενικών παιδιών του τη σπορά.<BR> + Και τώρα όλα τα χάνει· γιατί όταν το σώμα του<BR> + [ανθρώπου<BR> + δεν αισθάνεται πειά γλύκα, πες του πως δεν ζη<BR> + παρά είναι ζωντανός νεκρός.<BR> + Έχε όσα θέλεις πλούτια στο σπίτι σου και ζήσε<BR> + [σαν βασιληάς·<BR> + όταν λείπη από αυτά η χαρά, τάλλα εγώ ούτε<BR> + [για του καπνού τον ίσκιο δεν τα ‘ξαγοράζω<BR> + αντί για την χαρά.</p> + +<p>ΧΟΡ. Τι άλλη δυστυχία στους βασιληάδες φέρνεις τώρα<BR> + [πάλι;</p> + +<p>ΑΓΓ. Πέθαναν, κι’ αυτοί που ζουν είν’ αίτιοι στο θάνατό<BR> + [τους.</p> + +<p>ΧΟΡ. Κι’ ο φονηάς ποιος είναι ; ποιος εσκοτώθη; λέγε.</p> + +<p>ΑΓΓ. Ο Αίμων ‘χάθηκε, σκοτωμένος στο αίμα του κυ-<BR> + [λιέται.</p> + +<p>ΧΟΡ. Πώς, από του πατέρα του το χέρι, η από το δικό<BR> + [του;</p> + +<p>ΑΓΓ. Ο ίδιος με το ‘δικό του, γιατί εκάκιωσε του πατέρα<BR> + [του για ‘κείνο το φόνο.</p> + +<p>ΧΟΡ. Άι γέρω ! είδες πως ‘βγήκε αληθινός ο λόγος σου.</p> + +<p>ΑΓΓ. Αφού έγιναν έτσι αυτά, τώρα πρέπει για τάλλα<BR> + [να σκεφθούμε.</p> + +<p>ΧΟΡ. Να, όμως βλέπω και τη δόλια Ευρυδίκη του Κρέοντα<BR> + [τη γυναίκα.<BR> + Άραγε νάκουσε για του παιδιού της το χαμό,<BR> + ή κατά τύχη βγαίνει απ’ τα δώματα ;</p> + +<p> (Παρουσιάζεται η Ευρυδίκη).</p> + +<p>ΕΥΡ. Άνθρωποι εσείς που στέκεσθε όλοι μαζύ, άκουσα<BR> + [τα τι έλεγαν<BR> + καθώς έκανα να ‘βγω απ’ το σπίτι για να πάω με<BR> + [περικάλια να προσπέσω στην Παλλάδα,<BR> + και ό,τι άνοιγα με τα κλειδιά τα μάνταλα της πύ-<BR> + [λης να σηκώσω,<BR> + ‘πήρε το αυτί μου για σπιτική μου δυστυχία μια<BR> + [μιλιά<BR> + κι’ έπεσα χάμου ξερή απ’ την τρομάρα μου,<BR> + και με σήκωσαν η δούλες.<BR> + Μα εσείς πέστε μου πάλι τι ήταν ο λόγος,<BR> + γιατί δεν είμ’ αμάθητη στης δυστυχίες, να τ’ ακούσω.</p> + +<p>ΑΓΓ. Εγώ, καλή μου κυρά, και εδώ που είμαι θα στο πω,<BR> + και ούτε θ’ αφήσω τίποτε απ’ όσα είν’ αλήθεια.<BR> + τι ; να σου μιλήσω μαλακά και έπειτα σ’ αυτά να<BR> + [βγούμε ψεύτες;<BR> + μόν’ η αλήθεια στέκει παντοτεινά ορθή.<BR> + Εγώ κατά πόδι ακολουθούσα τον άντρα σου, στο<BR> + [ψηλό αλώνι,<BR> + εκεί οπού έκειτο ακόμα αξιοδάκρυτο σπαραγμέν’<BR> + [από τα σκυλιά<BR> + το σώμα του Πολυνείκη. Και αφού τη θεά που στο<BR> + [δρόμο παραστέκει<BR> + παρακαλέσαμε και τον Πλούτωνα να πάψη την οργή<BR> + [του και να μας καλοβλέπη,<BR> + τον ‘λούσαμε σε καθαρό λουτρό και απάνω σε κλαριά<BR> + [νεόκοπα εκάψαμε το λείψανο<BR> + και μνημούρι ολόρθο από της πατρίδος του τη γη<BR> + [του χωματώσαμε·<BR> + και έπειτα ‘γυρίσαμε πάλι για το θωλωτό του Άδη<BR> + [νυφοκρέββατο, το λιθοστρωμμένο,<BR> + που ήταν μέσα η κόρη. Κάποιος όμως άκουσε στριγγό<BR> + [ξεφωνητό να βγαίνη απ’ το θάλαμο τον αφορισμένο<BR> + κι έτρεξε να το φανερώση του αφέντη μας του<BR> + [Κρέοντα.<BR> + Και σ’ αυτόν γύρω καθώς ‘πρόβαινε σιμότερα η<BR> + [ίδια θλιβερή φωνή ‘πετούσε, πειό αδύνατη<BR> + και απ’ τα τρίσβαθα στενάζοντας βγάζει κλαψάρικη<BR> + [λαλιά:<BR> + «Κακορρίζικος εγώ· καλά το ‘μάντεψα λοιπόν ;<BR> + και τώρα περπατώ απ’ όσους στη ζωή μου ‘πέρασαν<BR> + [το πειό θλιβερώτερο δρόμο.<BR> + Τού παιδιού μου η φωνή με τριγυρνάει. Εσείς ‘πε-<BR> + [ρέτες<BR> + τρέξτε γλήγορα, κάτω εκεί, σταθήτε ‘μπρος στον<BR> + [τάφο,<BR> + και απ’ τον αρμό του χώματος σαν η πέτρα ση-<BR> + [κωθή,<BR> + μπαίνοντας στο άνοιγμα του τάφου κυττάχτε του<BR> + [Αίμονος είν’ η φωνή π’ ακούω,<BR> + ή ξεγελιέμαι από τους θεούς ;»<BR> + Και μεις στης προσταγές του πικραμένου αφέντη<BR> + [μας πήγαμε να ‘δούμε<BR> + και μεσ’ το στερνό το μνήμα είδαμε τη μια κρεμα-<BR> + [σμένη απ’ το λαιμό<BR> + με κλωστένιο βρόχο απ’ το πέπλο της δεμένο,<BR> + τον άλλον μπροστά της πεσμένο χάμου απ’ τη μέση<BR> + [να την κρατάη<BR> + θρηνώντας για τη νύφη που χάθηκε και πήγε κάτου<BR> + και για του πατέρα του τα έργατα και το νυφοκρέβ-<BR> + [βατό του το δυστυχισμένο·<BR> + και καθώς το είδε ο Κρέων πικρά βογκώντας προ-<BR> + [βαίνει μέσα και του φωνάζει μ’ αναφιλητό :<BR> + «Δυστυχισμένε μου, τι κάνεις αυτού, στο νου τι<BR> + [σούρθε,<BR> + σε τι συφορά έπεσες ; έλα έξω, παιδί μου, γονατιστός<BR> + [σε παρακαλώ»,<BR> + Μα το παιδί, άγρια ματιά στήλωσε απάνω του, τον<BR> + [έφτυσε κατά μούτρα<BR> + και χωρίς διόλου να απαντήση έπειτα τράβηξε του<BR> + [σπαθιού του τη δίκοπη λεπίδα,<BR> + και ο πατέρας πρόφθασε ορμώντας έξω και του<BR> + [ξέφυγε·<BR> + τότε, ο άραχλος, κατεπάνου του γυρίζει το θυμό<BR> + [του,<BR> + και όπως στέκονταν, το σίδερο μες τα πλευρά<BR> + [του,<BR> + και με τα χέρια του που είχαν παραλύσει, έχοντας<BR> + [ακόμη τα λογικά του,<BR> + αγκαλιάζει την παρθένο, και καθώς ξεφυσούσε, με<BR> + [δύναμι<BR> + πετιέται κόκκινο αίμα βρύσι απάνου στης χλωμές<BR> + [παρειές του κοριτσιού,</p> + +<p> (Φεύγει η Ευρυδίκη έξαλλη και οι γυναίκες τρέχουν πίσω της).</p> + +<p> Και τώρα κείτεται νεκρός σε νεκρής πλευρό ο δόλιος<BR> + το γάμο του γιορτάζοντας στου Άδη τα παλάτια·<BR> + [όμως απόδειξε στον κόσμο<BR> + πως για έναν άνδρα η ασυλλογισιά είναι το μεγα-<BR> + [λείτερο κακό.</p> + +<p>ΧΟΡ. Τι να βάλω με το νου μου; έφυγε πάλι η γυναίκα<BR> + [προτού πή λόγο καλό ή κακό.</p> + +<p>ΑΓΓ. Κ’ εγώ εθάμμαξα, αλλά παρηγοριούμαι με την ελ-<BR> + [πίδα<BR> + πως σαν άκουσε τη συφορά του παιδιού της,<BR> + δεν θα πάη να μοιρολογήση στην πόλι έξω·<BR> + μέσα στο σπίτι με της δούλες ολόγυρά της<BR> + θα καθήση να κλάψη για το πένθος της·<BR> + γιατί δεν είν’ αμάθητη από καλή γνώμη,<BR> + ώστε να λαθέψη.</p> + +<p>ΧΟΡ. δεν ξέρω, ωιμένα, και η πάρα πολλή σιωπή<BR> + κακό σημάδι φαίνεται, καθώς και το πολύ ξεφωνητό<BR> + [το ανωφέλετο.</p> + +<p>ΑΓΓ. Αλλά να ‘δούμε μήπως και κρύβει τίποτα στη τα-<BR> + [ραγμένη καρδιά·<BR> + και ας μπούμε μες στο σπίτι, καλά το λες εσύ.<BR> + Και η παρά πολύ σιωπή είναι βαρειό σημάδι.</p> + +<p>(Φεύγει ο Άγγελος· εμφανίζεται ο Κρέων κρατώντας στα<BR> +χέρια του τον νεκρό του Αίμονος).</p> + +<p> +ΧΟΡ. Αλλά να, που και ο ίδιος ο βασιληάς έφτασε<BR> + κρατώντας στα χέρια του δείγμα ολοφάνερο-<BR> + αν μου πέφτη και εμένα λόγος - όχι αλλουνού που<BR> + [έφταιξε<BR> + αλλά της αμαρτίας της δικής του.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ωιμέ του κακοκέφαλου κεφαλιού η αμαρτία πώς<BR> + [‘τέλεψε<BR> + φέρνοντας θάνατο. Αχ ! το φονηά και το σκοτω-<BR> + [μένο κυττάτε μαζί του<BR> + από μια γεννηά. Ωιμένα κακότυχή μου γνώμη.<BR> + Αχ ! παιδί μου, που νέος επήγες με πρώιμο θάνατο<BR> + άι, άι, άι, άι, άι, ‘πέθανες, ‘χάθηκες<BR> + για δική μου όχι για δική σου κακοκεφαλιά.</p> + +<p>ΧΟΡ. Ωιμέ, αργά ήταν να δης το δίκηο,</p> + +<p>ΚΡΕ. Ωιμένα, το ξέρω ο δόλιος, Μα στο μυαλό μου κά-<BR> + [ποιος θεός τότε<BR> + βρόντηξε που μου κακόθελε βαρειά, και σ’ άγριο<BR> + [δρόμο μ’ έρριξε,<BR> + ώιμέ, πατώντας, με τα πόδια της χαρές μου.<BR> + Αχ ! Αχ! βάσανά του άνθρωπου που δε βαστιώνται.<BR> + (Μπαίνει ο Εξάγγελος).</p> + +<p> +<BR> +ΕΞΑ. Αφέντη μου, τα έχεις και τα παράχεις τα βάσανα,<BR> + άλλα βαστάς στα χέρια σου και άλλα πούναι στο<BR> + [σπίτι σου πρόκαναν κι’ όλας,<BR> + και ταχιά με τα μάτια σου θε να τα ‘δης.</p> + +<p>ΚΡΕ. Τι είναι πάλι ; χειρότερα ακόμα απ’ τα χειρότερα;</p> + +<p>ΕΞΑ. Η γυναίκα σου ‘πέθανε, η δόλια μάννα αυτουνού του<BR> + [νεκρού·<BR> + τώρα δα ‘χτυπήθηκε, κ’ είν’ η πληγές της ανοιχτές.</p> + +<p>ΚΡΕ. Άι, άι, άι, άι, λιμάνι του Άδη αχόρταγο,<BR> + γιατί, καλέ, με βουλειάζεις ;<BR> + Ω, εσύ που ήρθες να μου φέρης της πικρόλογες συ-<BR> + [φορές, τι λόγο είπες;<BR> + Άι, άι, σκοτωμένον άνθρωπο πήγες να χτυπήσης·<BR> + τι λες, παιδί μου ; τι άλλο πάλι θα μου πής;<BR> + Άι, άι, άι, άι· σφαχτό της συφοράς κείτεται η γυ-<BR> + [ναίκα πεθαμμένη.</p> + +<p>ΧΟΡ. Γύρισε και θα ‘δης· δεν την έχουν πειά κρυμμένη<BR> + [μέσα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ωιμένα, βλέπω με τα μάτια μου το δεύτερο κακό·<BR> + [τι άλλο,<BR> + τι άλλο μου μέλλεται ; στα χέρια μου κρατώ ακόμα<BR> + [το παιδί μου, ο κακορρίζικος,<BR> + και αντικρύ μου βλέπω τη νεκρή.<BR> + Αχ, άχ, καϋμένη μητέρα ! αχ, παιδί μου.</p> + +<p>ΕΞΑ. Έπεσε πληγωμένη βαρειά και αγκάλιασε το βωμό·<BR> + [τα μάτια της έκλεισαν,<BR> + Μα πρώτ’ εμοιριολόγησε για το δοξασμένο θάνατο<BR> + [του Μεγαρέα, που ‘πέθανε μπροστήτερα<BR> + και πάλι γι’ αυτόν εδώ, και τελευταία για της κα-<BR> + [κές σου πράξες<BR> + καταράσθηκε, εσένα, τον παιδοχτόνο.</p> + +<p>ΚΡΕ. Άι, άι, άι, άι, τρομάρα μου, γιατί δεν μ’ εσκότωνε<BR> + [κανείς απ’ τους φίλους<BR> + στο στήθος μπροστά με δίκοπο σπαθί ;<BR> + δόλιος εγώ, άι, άι, άι, και με δόλιο τέλος σβύνω.</p> + +<p>ΕΞΑ. Και γι’ αυτή και για εκείνη τη θανή σε σένα<BR> + έρριξε την αιτία η πεθαμμένη·</p> + +<p>ΚΡΕ. Και με τι τρόπο χάλασε τη ζωή της ;</p> + +<p>ΕΞΑ. ‘Χτυπήθη με το χέρι της μέσ’ στο σκότι, καθώς<BR> + [άκουσε<BR> + τι έπαθε το παιδί της, το πολύκλαφτο.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ωιμένα σε κανέναν άνθρωπο ποτέ δε θα πέση<BR> + σαν τη δική μου κατηγόρια. εγώ, εγώ σε σκό-<BR> + [τωσα,<BR> + άχ! ο άθλιος ! εγώ, αλήθεια λέω· αχ ! άνθρωποι,<BR> + πηγαίνετε με γλήγορα, βγάλτε με από δω έξω,<BR> + γιατί δεν είμαι πειά άλλο παρά τίποτα.</p> + +<p>ΧΟΡ. Κερδισμένος θάβγης, αν βγαίνη απ’ τον πόνο κέρδος,<BR> + γιατί η συφορά που γλήγορα περνά απ’ όσες μας<BR> + [έρχονται<BR> + είναι η καλλίτερη.</p> + +<p>ΚΡΕ. Ας έρθη, ας έρθη, ας φανή κι’ εμένα η γλυκεία<BR> + [θανή μου,<BR> + που θα μου φέρη πειά την ύστερή μου μέρα·<BR> + ας έρθη, ας έρθη, για να μη ‘δώ πειά άλλη μέρα<BR> + με τα μάτια μου.</p> + +<p>ΧΟΡ. Αυτά είναι του ύστερου καιρού·<BR> + για όσα βλέπομε κάτι να γείνη·<BR> + τάλλα θα τα νοιαστούν εκείνοι που τους πρέπει.</p> + +<p>ΚΡΕ. Αυτό που λαχταρίζω, αυτό μονάχα ευχήθηκα.</p> + +<p>ΧΌΡ. Μην εύχεσαι τώρα τίποτα, αφού ο άνθρωπος<BR> + δεν έχει να ξεφύγη τη γραφτή του μοίρα.</p> + +<p>ΚΡΕ. Πάρτε με τον άχρηστο άνθρωπο απ’ εδώ,<BR> + που ‘σκότωσα και σένα, παιδί μου, χωρίς να το θέλω,<BR> + [και τούτην.<BR> + Τρισάθλιος εγώ και δεν έχω πειά που να γυρίσω τη<BR> + [ματιά μου·<BR> + όλα μου ξεφεύγουν, όσα πιάνω στα χέρια· βαρειά<BR> + [συφορά έπεσε στο κεφάλι μου.<BR> + Το πρώτο πράμμα για να ευτυχήση ο άνθρωπος<BR> + είναι η φρονιμάδα,<BR> + και δεν πρέπει να καταφρονάη κανείς σε τίποτα,<BR> + όσα είναι των θεών·<BR> + τα μεγάλα λόγια με μεγάλα βάσανα τα ξεπλερώνουν<BR> + οι καυχησάρηδες,<BR> + και έτσι βάζουνε γνώσι και στα γεράματα.</p> + +<p> +<b>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</b></p> + +<p>ΑΙΣΧΥΛΟΣ<BR> +Ο μέγιστος των αρχαίων και νεωτέρων δραματικών ποιητών, για την<BR> +έντονη δραματικότητα, το βαθύ και συχνά προφητικό της σκέψης του,<BR> +τη λυρική του έξαρση και την αρμονία των εννοιών με την αισθητική<BR> +τους έκφραση. Οι τραγωδίες του, τολμηρές τόσον ως σύνθεσή τους,<BR> +όσο και σαν πλοκή, έχουν ταυτόχρονα πολύ έντονη την αίσθηση και<BR> +την ψυχολογία του φυσικού και του πραγματικού, ώστε να δονούνται<BR> +από τον παλμό της πιο σφρίγουσας ζωής. Ο Αισχύλος αποτελεί<BR> +αναμφισβήτητα την πιο τέλεια ποιητική εκδήλωση του ελληνικού<BR> +μεγαλείου.</p> + +<p> ***<BR> +Αγαμέμνων: Πρόκειται για το πρώτο δράμα της Τριλογίας «Ορέστια»<BR> +κι αναφέρεται στην δολοφονία του Αγαμέμνονα από την σύζυγό του<BR> +Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. η σκηνή της προφήτιδος<BR> +Κασσάνδρας, που οδύρεται για την αιχμαλωσία της, ανήκει στις<BR> +τραγικότερες του παγκοσμίου Θεάτρου. Μετάφραση σε στίχους, του<BR> +Γρυπάρη.</p> + +<p>Χοηφόροι: Το δεύτερο δράμα της «Ορέστειας». Περιέχει την<BR> +κυριώτερη πράξη, γύρω από την οποία στρέφεται η Τριλογία και που<BR> +πάνω της στηρίζεται το ηθικό πρόβλημα που κινεί την «Ορέστεια»: ο<BR> +Ορέστης θανατώνει τον Αίγισθο και τη μητέρα του· ο νους του<BR> +σαλεύεται και καταδιωκόμενος από τα φάσματα των Ερινυών παίρνει<BR> +τον δρόμο της εξορίας. Η μετάφραση, σε στίχους, του Γρυπάρη.</p> + +<p>Ευμενίδες: Η τραγωδία που ολοκληρώνει την «Ορέστεια».<BR> +Εκτυλίσσεται στους Δελφούς, όπου ο Απόλλων, αποκοιμίζοντας τις<BR> +Ερινύες, φυγαδεύει τον Ορέστη, και κατόπιν στην Αθήνα, όπου<BR> +υστέρα από απόφαση της Αθήνας, ο μητροκτόνος Ορέστης δικάζεται<BR> +από τον Άρειο Πάγο και απαλλάσσεται από την τιμωρία του φόνου. Η<BR> +μετάφραση, όπως κι όλης της Τριλογίας, του Γρυπάρη.</p> + +<p>Επτά επί Θήβας: Το δράμα τούτο αναφέρεται στην τραγική Θήβας<BR> +μοίρα των δύο γιων του Οιδίποδα, πού, μονομαχώντας για τον θρόνο<BR> +των Θηβών, αλληλοσκοτώνονται. Ο ύμνος των Ερινύων κι ο<BR> +παθητικότατος θρήνος της Αντιγόνης και της Ισμήνης για τους<BR> +σκοτωμένους αδελφούς των είναι από τους λυρικώτερους της αρχαίας<BR> +τραγωδίας. Η μετάφραση, σε στίχους, αριστοτεχνική, με φιλολογική<BR> +ακρίβεια και δύναμη ύφους, του Γρυπάρη.</p> + +<p>Πέρσαι: Το δράμα αυτό αποτελεί υψηλότατον ύμνο των ελληνικών<BR> +νικών κατά των Περσών, την εποχή των μηδικών πολέμων. Η<BR> +μεγαλοπρεπής αφήγηση της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κρίνεται σαν<BR> +μοναδικό υπόδειγμα επικολυρικής περιγραφής. Μετάφραση Ι. Ζερβού.</p> + +<p>Προμηθεύς Δεσμώτης: Το πιο μεγαλεπήβολο και υψιπετές Έργο του<BR> +παγκοσμίου θεάτρου. Παρουσιάζει τον Προμηθέα δεμένον πάνω στον<BR> +Καύκασο, κατά διαταγή του βασιλιά των θεών, προς τιμωρίαν της<BR> +φιλανθρωπίας του. Το Κράτος του Δία και η Βία, προσωποποιημένα,<BR> +ο Ήφαιστος, οι Ωκεανίδες, ο Ερμής, ο Ωκεανός, η Ιώ και ο<BR> +Προμηθέας, δρώντας ανθρώπινα και παθητικά, διατηρούν όλο το θεϊκό<BR> +μεγαλείο τους. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Ζερβού.</p> + +<p>Ικέτιδες: Το δράμα αυτό, βασισμένο στην ιστορική παράδοση,<BR> +εξυμνεί την αρετή και τη φιλοξενία των Ελλήνων. Οι Δαναΐδες,<BR> +φεύγοντας από την Αίγυπτο, για να αποφύγουν να παντρευτούν με τη<BR> +βία, φιλοξενούνται και προστατεύονται από τους Αργείους και πάλι<BR> +ελευθερώνονται από την αποτολμηθείσα αρπαγή. Ο υψηλός λυρισμός<BR> +του έργου θαυμαζόταν από τους αρχαίους, ήδη, χρόνους.</p> + +<p> +<BR> + ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ</p> + +<p>Από τους τρεις κορυφαίους Έλληνες τραγικούς, που μας σώθηκαν<BR> +μερικά έργα τους, ο πιο προσιτός, τόσο στην αρχαιότητα όσο και<BR> +στην εποχή μας, είναι ο Ευριπίδης. Δραματικός και περιπαθής<BR> +ποιητής, ένας φιλόσοφος και, μαζί, ένας ψυχολόγος των ανθρωπίνων<BR> +αρετών και ελαττωμάτων.</p> + +<p>***</p> + +<p>Ανδρομάχη: το δράμα αυτό εικονίζει, κατά τον πιο θαυμαστό τρόπο,<BR> +έναν κόσμο αισθημάτων, ζήλειας, μίσους και στοργής. Ο<BR> +Νεοπτόλεμος, χωρίζοντας από την Ανδρομάχη, παντρεύεται την κόρη<BR> +του Μενέλαου και της Ελένης, την Ερμιόνη, που συνεννοείται με τον<BR> +πατέρα της να σκοτώσουν τον γιο που έδωσε η Ανδρομάχη στον<BR> +Νεοπτόλεμο. Ο Πηλέας, παππούς του παιδιού, σώζει τον μικρό, και ο<BR> +Μενέλαος σκοτώνει με δόλο τον Νεοπτόλεμο. Μετάφραση, τον Γ.<BR> +Τσοκόπουλου.</p> + +<p>Άλκηστης: Σύμφωνα με τον όρο που είχε θέσει ο θεός, ο Άδμητος θα<BR> +γινόταν αθάνατος, αν κάποιος στενός συγγενής του δεχόταν να<BR> +θυσιαστή γι αυτόν το σκοπό. Οι γονείς του δεν δέχονται, μα η<BR> +γυναίκα του η Άλκηστης προσφέρεται πρόθυμα να θυσιαστή, δίδοντας<BR> +έτσι μοναδικό παράδειγμα συζυγικής αφοσίωσης. Η μετάφραση, σε<BR> +στίχους, του Γ. Τσοκόπουλου.</p> + +<p>Μήδεια: Το τραγικότερο από τα δράματα του Ευριπίδου. Το πάθος της<BR> +ερωτικής εκδίκησης, ξεπερνώντας σ’ ένταση αυτό τούτο το ερωτικό<BR> +πάθος, εκφράζεται, στο έργο αυτό, στο έπακρο των εκδηλώσεων του.<BR> +Προδομένη από τον Ιάσονα, η Μήδεια καταπνίγει τη μητρική στοργή<BR> +μέσα της και σκοτώνει τα δυο τους παιδιά για να εκδικηθή τον<BR> +σύζυγο. Μετάφραση Άγγ. Τανάγρα.</p> + +<p>Ηλέκτρα: Ο Ορέστης και η αδελφή του Ηλέκτρα θανατώνουν τον φονέα<BR> +του πατέρα τους Αίγισθο και την μητέρα τους, συνεργόν του φόνου<BR> +επίσης, Κλυταιμνήστρα. Η κάθαρση εδώ έρχεται από τον από μηχανής<BR> +θεό, που δίδει και την εξάγνιση στους δύο μητροκτόνους. Η<BR> +μετάφραση, φιλολογικά πιστή, του Αγγέλου Τανάγρα.</p> + +<p>Ιππόλυτος: Το νεωτεριστικώτερο από τα έργα του Ευριπίδου. Η<BR> +Φαίδρα αισθάνεται ανόσιο έρωτα προς τον γυιό του συζύγου της<BR> +Θησέως, τον Ιππόλυτο. Ο νέος αποκρούει τον έρωτά της κ’ η Φαίδρα<BR> +αυτοκτονεί, συκοφαντώντας τον στον πατέρα του. Ο Θησέας<BR> +εξορίζοντας τον Ιππόλυτο, τον καταρατάται να καταστραφεί από τον<BR> +Ποσειδώνα. Η κατάρα πραγματοποιείται, μα ή συκοφαντία φανερώνεται<BR> +κι ο Ιππόλυτος πεθαίνει θρηνούμενος και συγχωρώντας. Η μετάφραση<BR> +του Αγγέλου Τανάγρα.</p> + +<p>Ιφιγένεια εν Αυλίδι: μια από τις παθητικώτερες και καλύτερες<BR> +τραγωδίες του Ευριπίδη. Οι προσπάθειες του Αγαμέμνονος να σώση<BR> +την κόρη του, η συμπάθεια και κατανόηση του Μενελάου, που<BR> +έρχονται αργά, για το θύμα, η τολμηρή αντίσταση του Αχιλλέα<BR> +εναντίον του στρατού για να σωθή η μνηστή του, εντείνουν τη δράση<BR> +και την τραγικότητα. Η λύση του δράματος δίδεται από τον από<BR> +μηχανής θεόν. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Φραγκιά.</p> + +<p>Ιφιγένεια εν Ταύροις: Η Ιφιγένεια, που θυσιάζεται από τον πατέρα<BR> +της Αγαμέμνονα στην Αυλίδα, για να γίνη δυνατόν ν’ αποπλεύσουν τα<BR> +πλοία της τρωικής εκστρατείας, σώζεται την τελευταία στιγμή από<BR> +την θεά Αρτέμιδα, που την μεταφέρει στην χώρα των Ταύρων. Εκεί,<BR> +μητροκτόνος πια και περιπλανούμενος, την συναντά ο αδελφός της<BR> +Ορέστης, ιέρεια της Αρτέμιδος. Φεύγοντας αποκομίζει μαζί της και<BR> +το άγαλμα της θεάς στην Αθήνα. Μετάφραση Ν. Κυπαρίσση.</p> + +<p>Βάκχαι: Πρόκειται για μιαν από τις αρτιώτερες και οπωσδήποτε την<BR> +λυρικώτερη από τις τραγωδίες του μεγάλου ποιητή. Ο Πενθέας κ’ η<BR> +μητέρα του Αγαύη, απιστώντας απέναντι των θείων, τιμωρούνται από<BR> +τον θεό Διόνυσο, γιατί δε θέλησαν να δεχθούν τη λατρεία του στην<BR> +Θήβα. Η μετάφραση, σε στίχους, του Κ. Βάρναλη.</p> + +<p>Φοίνισσες: Περιστρέφεται γύρω από την τραγική παράδοση της<BR> +αδελφοκτονίας Ετεοκλέους και Πολυνείκους, Γεμάτη επεισόδια και<BR> +σκηνική δράση, όπως ο θάνατος των δυο αδελφών, το διώξιμο του<BR> +πατέρα τους Οιδίποδος, η γενναία απόφαση της Αντιγόνης κτλ.,<BR> +θεωρείται μια από τις ωραιότερες τραγωδίες του Ευριπίδου. Η<BR> +μετάφραση του Ν. Ποριώτη.</p> + +<p>Ικέτιδες: Δράμα πολιτικό και πατριωτικό, αναγόμενο στον ήρωα<BR> +Θησέα, ο οποίος θάβει τους Αργείους που έπεσαν μπροστά στα τείχη<BR> +των Θηβών. Τον χορό της τραγωδίας τον αποτελούν οι μητέρες και τα<BR> +παιδιά των πεσόντων. Αυτά τούτα τα χορικά θεωρούνται από τα<BR> +παθητικώτερα της αρχαίας τραγωδίας καθόλου. Η μετάφραση, σε<BR> +στίχους, του Ν. Ποριώτη.</p> + +<p>Ηρακλής μαινόμενος: Το ωραίο αυτό δράμα του μεγάλου τραγικού,<BR> +αναφέρεται στον Ηρακλή, που, ελευθερώνοντας τα παιδιά του,<BR> +κυριεύεται ύστερα από μανία και τα σκοτώνει. Μόλις συνέρχεται από<BR> +την τρέλλα του και καταλαβαίνει τι έχει κάμει, επιχειρεί να<BR> +αυτοκτονήση, αλλά τον σώζει ο φίλος του Θησέας. Η άρτια τούτη<BR> +μετάφραση, που διατηρεί όλη την ομορφιά του πρωτοτύπου οφείλεται<BR> +στον Κ. Βάρναλη.</p> + +<p>Ίων: Το δράμα αυτό διακρίνεται για την περίτεχνη πλοκή του, τις<BR> +περιπέτειες που με πολλή τέχνη παρεμβάλλονται και για την<BR> +απροσδόκητη έκβαση. Η υπόθεση του περιστρέφεται γύρω από τους<BR> +κινδύνους, την αναγνώριση και την αναγόρευση, μετά, του Ίωνος, ως<BR> +κληρονόμου του βασιλέα της Αττικής Ξούθου. Η μετάφραση, του Πολ.<BR> +Δημητρακόπουλου.</p> + +<p>Κύκλωψ: Σατυρικό δράμα, που ανάγεται στη γνωστή ομηρική<BR> +περιπέτεια του Οδυσσέα, με τη μέθη και την τύφλωση του Κύκλωπα,<BR> +που κάνει δυνατή τη σωτηρία του ήρωα και των συντρόφων του. Τα<BR> +κωμικά επεισόδια κάνουν το έργο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον για<BR> +κάθε εποχή. Η μετάφραση έγινε από τον Γ. Τσοκόπουλο.</p> + +<p>Ορέστης: Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα ίσως, του<BR> +Ευριπίδη. Ο Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους,<BR> +ενώ ο θείος του Μενέλαος τον εγκαταλείπει, από δειλία.<BR> +Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να σκοτώση<BR> +τη σύζυγο του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά μεταπείθεται από<BR> +τον από μηχανής θεό και παντρεύεται την Ερμιόνη. Η μετάφραση<BR> +έγινε από την Ηλία Βουτιερίδη.</p> + +<p>Ρήσος: Ανήκει στα νεώτερα δράματα της Αττικής Τραγωδίας, κ’ είναι<BR> +αβέβαιο αν ανήκη στον Ευριπίδη, μολονότι από τους αρχαίους ήδη<BR> +χρόνους αποδιδόταν σ’ αυτόν. Φαίνεται ν’ ανήκη μάλλον στη σχολή<BR> +του Φιλοκλέους. Ανάγεται στο ομηρικό επεισόδιο της αρπαγής της<BR> +Ελένης από τον Πάρη. Η μετάφραση έγινε από τον Άριστο Καμπάνη.</p> + +<p>Ηρακλείδες: Το δράμα αναφέρεται στην περίθαλψη των Ηρακλειδών<BR> +στην Αττική κι αποτελεί ύμνο στην ανδρεία των Αργείων και των<BR> +Αθηναίων ηρώων. Το επεισόδιο, όπου η Μακαρία παραδίδεται με τη<BR> +θέληση της στον θάνατο προς χάριν της κοινής σωτηρίας, εντείνει<BR> +την τραγικότητα του δράματος. Η μετάφραση, σε στίχους Κ. Βάρναλη.</p> + +<p>Εκάβη: Συγκρατώντας την οδύνη της για τον θάνατο του γιου της<BR> +Πολυδώρου, η βασίλισσα της Τροίας συμβάλλει στην καταστροφή του<BR> +δολοφόνου. Στην τραγωδία τούτη, το πάθος της εκδίκησης στην<BR> +Εκάβη, περιγράφεται με βαθύτατη ψυχολογία. Η μετάφραση του Ν.<BR> +Ποριώτη</p> + +<p>Ελένη: Αντίθετα από την παράδοση, η Ελένη παρουσιάζεται εδώ σαν<BR> +υπόδειγμα πιστής συζύγου, και βοηθημένη από τον σύζυγο της<BR> +Μενέλαο, κατορθώνει να γλυτώση από τον γάμο με τον Αιγύπτιο<BR> +βασιλέα. Η αδελφή του τελευταίου, η Θεονόη, που συμπονεί τους<BR> +συζύγους, είναι από τους καλύτερα διαγραφόμενους χαρακτήρες του<BR> +έργου. Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης.</p> + +<p>Τρωάδες: Το συνταρακτικό τούτο δράμα αποτελεί εξεικόνιση των<BR> +φρικαλεοτήτων της αλώσεως της Τροίας. Η σφαγή της Πολυξένης, ο<BR> +φόνος του Αστυάνακτος, η όψη της πόλης, που πυρπολείται, δίδουν<BR> +την πιο δραματική εικόνα πόλης που καταπατείται από τον εχθρό. Η<BR> +μετάφραση οφείλεται στον Άριστο Καμπάνη.</p> + +<p>***</p> + +<p>ΣΟΦΟΚΛΗΣ</p> + +<p>Απαράμιλλοι σε δραματικό και πλαστικό κάλλος, οι τραγωδίες του<BR> +Σοφοκλέους αποτελούν απλησίαστα πρότυπα της δραματικής τέχνης<BR> +όλων των λαών κι όλων των εποχών. Αρμονικός υμνητής της φύσης,<BR> +θαυμαστός ανατόμος του πάθους, φιλοσοφικός ερευνητής της<BR> +ανθρωπίνης ψυχής και του ηθικού κόσμου, ο Σοφοκλής εξυψώνει,<BR> +φωτίζει και γοητεύει, με σκέψη, λυρισμό, περιπάθεια και<BR> +καλλιτεχνική αρτιότητα, το κοινό του.</p> + +<p>Αντιγόνη: Από τα πιο συγκλονιστικά δράματα του παγκοσμίου<BR> +θεάτρου, το έργο αυτό παρουσιάζει αντίμαχα τον φυσικό νόμο - τη<BR> +φωνή του αίματος - προς το νόμο τής Πολιτείας, που επικρατεί<BR> +βέβαια και συντρίβει, αλλά δε μπορεί να ταπεινώση την ευγένεια<BR> +του φυσικού νόμου της στοργής. Η θαυμάσια μετάφραση, οφείλεται<BR> +στον Κ. Χρηστομάνο.</p> + +<p>Ηλέκτρα: Η αλλεπάλληλη διαδοχή τραγικών γεγονότων και η συχνή<BR> +μετάπτωση των αισθημάτων και των παθών δίδουν στην τραγωδία τούτη<BR> +τον νεωτεριστικώτερο τύπο. Ύστερα από την ανάγνωση των δύο<BR> +αδελφών, του Ορέστη και της Ηλέκτρας, αποφασίζεται η εκδίκηση της<BR> +πατρικής δολοφονίας: ο φόνος της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου.<BR> +Η μετάφραση έγινε από τον Μ. Αυγέρη.</p> + +<p>Οιδίπους Τύραννος: Ο τραγικός θρύλος της ακουσίας πατροκτονίας<BR> +του Οιδίποδος και του γάμου του με την μητέρα του δραματοποιείται<BR> +στο έργο αυτό σαν αποκάλυψη που επέρχεται από τον θεό και που<BR> +εξιλεώνεται με την αυτοκτονία της μητέρας, αιμομίκτριας εν αγνοία<BR> +της, και της εκούσιας τύφλωσης του Οιδίποδος. Μεταφραστής ο<BR> +Άριστος Καμπάνης.</p> + +<p>Τραχίνιαι Το δράμα αυτό περιστρέφεται γύρω από τον οικτρό θάνατο<BR> +του Ηρακλή από ερωτικά φίλτρα της συζύγου του Δηιάνειρας, που<BR> +είχε παρασυρθή στην πράξη της από υπερβολικό έρωτα. Η ακουσία<BR> +δολοφόνος αυτοκτονεί και ο Ηρακλής, πριν πεθάνη, μαθαίνει πως<BR> +είναι αθώα. Η μετάφραση οφείλεται στον Άριστο Καμπάνη.</p> + +<p>Φιλοκτήτης: Ο Νεοπτόλεμος, για να πάρη στην κατοχή του τα πατρικά<BR> +όπλα από τον Φιλοκτήτη, ύστερα από χρησμό, στην αρχή<BR> +μεταχειρίζεται δόλο, όπως τον είχε συμβουλέψει ο Οδυσσέας.<BR> +Συγκινημένος, όμως, από τη γενναιοψυχία του ήρωα, μετανοεί,<BR> +φανερώνει την απάτη και παραιτείται από τα σχέδια του. Ο Ηρακλής<BR> +που παρουσιάζεται σαν από μηχανής Θεός, συμβιβάζει τα πράγματα<BR> +και δίδει τη γνωστή από τον Όμηρο λύση.</p> + +<p>Αίας: Αναφέρεται στον ομηρικό ήρωα, που παρεφρόνησε, κατά θείαν<BR> +βουλήν, για την αλλαζονία του. Συνερχόμενος ο ήρωας και νιώθοντας<BR> +ντροπή, αυτοκτονεί. Ύστερα από επέμβαση του αδελφού του Τεύκρου<BR> +και του αντιπάλου του Οδυσσέα κηδεύεται με μεγάλη λαμπρότητα για<BR> +τον ηρωισμό του και την άλλη του αγαθότητα. Η μετάφραση ανήκει<BR> +στον Κ. Βάρναλη.</p> + +<p>Οιδίπους επί Κολωνώ: το τελευταίο από τα δράματα του Σοφοκλέους.<BR> +Παρουσιάζει τις τελευταίες περιπέτειες του Οιδίποδος και κλείνει<BR> +με τον θάνατο του στον Κολωνό. Η γενική έξαρση, ο λυρισμός, η<BR> +εξύμνηση των Αθηνών, το μεγαλείο του ήρωα που πεθαίνει,<BR> +αναδεικνύουν το δράμα αυτό ως ένα από τα αριστουργήματα του<BR> +παγκοσμίου θεάτρου. Η μετάφραση του Ηλία Βουτιερίδη.</p> + +<p>ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ</p> + +<p>Ο μέγιστος κωμικός και σατυριστής των ανθρωπίνων ελατωμάτων, ο<BR> +θαυμαστός ηθογράφος και δαιμόνιος επινοητής σκηνικής πλοκής. Με<BR> +λιτή και γυμνή φράση, προσιτή σε ανθρώπους με ώριμη σκέψη, ο<BR> +Αριστοφάνης είναι και παραμένει κυρίως ένας κατ’ εξοχήν<BR> +ηθικολόγος, που δεν προδίδει ποτέ τον υψηλό ποιητή. Οι κωμωδίες<BR> +του έχουν τόση γενικότητα και τόση ζωντάνια, που παραμένουν<BR> +πάντοτε επίκαιρες.</p> + +<p>Οι Όρνιθες: Η κωμωδία αυτή αποτελεί σάτυρα της πολιτικής και<BR> +κοινωνικής διαφθοράς και σκώμμα εναντίον των θεωριών για<BR> +καινούργια πολιτεύματα. Ο μύθος πλέκεται γύρω από δύο αθηναίους<BR> +πολίτες που πάνε στα πουλιά για να ιδρύσουν εκεί μια νέα<BR> +πολιτεία. Μετάφραση ο Πολ. Δημητρακόπουλος.</p> + +<p>Οι Βάτραχοι: Κωμωδία φιλολογικού θέματος, όπου γελοιοποιούνται<BR> +πολλοί από τους ποιητές και σατυρίζεται η κατάπτωση, που βλέπει ο<BR> +Αριστοφάνης στην τέχνη της εποχής του. Ο Ευριπίδης και ο Αισχύλος<BR> +παρουσιάζονται από σκηνής, κι ο δεύτερος ανακηρύσσεται ως ύπατος<BR> +τραγικός. 0ι υπαινιγμοί για καταχρήσεις και διαφθορά δίδουν στην<BR> +κωμωδία τεράστιο κοινωνικό ενδιαφέρον. Η μετάφραση έγινε από τον<BR> +Πολ. Δημητρακόπουλο.</p> + +<p>Εκκλησιάζουσαι: Το έργο γελοιοποιεί την ιδεολογία για τις<BR> +γυναικείες ελευθερίες και τη χειραφέτηση της γυναίκας, και<BR> +σατυρίζει κυρίως τις τότε καινοφανείς θεωρίες περί κοινογαμίας<BR> +και κοινοκτημοσύνης. Η μετάφραση οφείλεται στον Πολ.<BR> +Δημητρακόπουλο.</p> + +<p>Νεφέλες: Στο έργο του αυτό ο Αριστοφάνης διακωμωδεί τους<BR> +σοφιστές. Σαν σοφιστής παίρνεται κι ο Σωκράτης, γύρω από τον<BR> +οποίο δρουν και κινούνται θαυμάσιοι κωμικοί τύποι. Η υπεραπολογία<BR> +των αρχαίων ηθών και η επίθεση εναντίον της ανηθικότητας της<BR> +εποχής αποτελούν τον κύριο χαρακτήρα της κωμωδίας. Μετέφρασεν ο<BR> +Πολ. Δημητρακόπουλος.</p> + +<p>Λυσιστράτη: Εδώ ο Αριστοφάνης επικρίνει, σατυρίζοντας με τον<BR> +τρόπο του, την πολεμομανία των Αθηναίων. Για να σταματήση ο<BR> +καταστρεπτικός Πελοποννησιακός Πόλεμος, οι γυναίκες απέχουν όλων<BR> +των συζυγικών καθηκόντων των, κι’ έτσι πλέκεται ένας κωμικώτατος<BR> +και σατυρικώτατος μύθος. Η μετάφραση έγινε από τον<BR> +Πολ. Δημητρακόπουλο.</p> + +<p>Θεσμοφοριάζουσες: Μια σάτυρα μ’ εξαιρετικά ευφυή πλοκή, που<BR> +στρέφεται εναντίον του Ευριπίδου, τον οποίο παρουσιάζει, για να<BR> +σωθή από τις γυναίκες ο πεθερός του, να καταφεύγη στη βοήθεια δύο<BR> +γύναιων. Μεταφραστής Μ. Αυγέρης.</p> + +<p>Ειρήνη: Σατυρίζει την πολυπραγμοσύνη και τη φιλοπόλεμην τάση των<BR> +Αθηναίων όσο και των άλλων Ελλήνων. Με κωμικώτατη και, κυρίως,<BR> +συμβολική πλοκή, βγαίνει στο φως η θαμμένη από τους θεούς Ειρήνη,<BR> +για να εξυμνηθούν αμέσως τα αγαθά της. Η μετάφραση έγινε από τον<BR> +Μ. Αυγέρη.</p> + +<p>Σφήκες: Στην κωμωδία του αυτή ο Αριστοφάνης σατυρίζει τη μανία<BR> +που είχαν οι Αθηναίοι για δικαστήρια και δίκες κ’ επί πλέον<BR> +παρουσιάζουν τα ηθικά και κοινωνικά άτοπα της τότε δικαστικής<BR> +καταστάσεως. Οι ίδιοι οι δικαστές, που παρουσιάζονται ως χορός<BR> +Σφηκών, ενώ δήθεν υπερασπίζουν διακωμωδούν τους δικαστικούς<BR> +θεσμούς. Η ζωντανή έμμετρος μετάφραση έγινε από τον Μ. Αυγέρη.</p> + +<p>Αχαρνής: Χορός, που τον αποτελούν Αχαρνείς χωριάτες, επικρίνει<BR> +τους ρήτορες και τους πολιτικούς σαν αίτιους του Πελοποννησιακού<BR> +πολέμου και την καταστρεπτική για την Αθήνα φιλόδοξη πολιτική. Τα<BR> +επεισόδια του έργου είναι από τα ευφυέστερα της αρχαίας κωμωδίας<BR> +και δίδουν μια ζωντανή εικόνα του τότε αστικού βίου. Μεταφραστής<BR> +ο Μ. Αυγέρης.</p> + +<p>Ιππής: Στην κωμωδία τούτη καυτηριάζει δηκτικώτατα ο δημοκόπος<BR> +Κλέων, πρώην βυρσοδέψης, και η στρατηγία του στην Πύλο. Ο χορός<BR> +του έργου αποτελείται από μέλη της τάξεως των Ιππέων, γιατί η<BR> +τάξη αύτη ακριβώς είχε καταδικάσει άλλοτε τον Κλέωνα για<BR> +δωροδοκία. Αλλά το έργο σατυρίζει και πολλά άλλα από τότε<BR> +πολιτικά και κοινωνικά ήθη των Αθηναίων. Η μετάφραση, έμμετρη,<BR> +οφείλεται στον Μ. Αυγέρη.</p> + +<p>Πλούτος: Η, χωρίς αμφιβολία, παραστικώτερη κωμωδία τούτη του<BR> +Αριστοφάνη, περιστρέφεται γύρω από ένα γενικώτερο θέμα. Ένας<BR> +γέρος ενάρετος και φτωχός, συμμορφούμενος με χρησμό, συναντά τον<BR> +Πλούτο, τυφλό. Θεραπεύοντας τον γίνεται πλούσιος, όπως και άλλοι<BR> +ενάρετοι, γιατί είχε αποκατασταθή η πρέπουσα τάξη κι’ είχε<BR> +σταματήσει η ανηθικότητα που κυριαρχούσε πριν, όταν ο Πλούτος<BR> +ήταν τυφλός. Ολόκληρη η πλοκή διαπνέεται από καυστικώτατη σάτυρα.<BR> +Μεταφραστής ο Μ. Αυγέρης.</p> + +<p>ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ</p> + +<p>Κομψός στο ύφος, πυρρωνιστής στην σκέψη, σκώπτης και χαριτολόγος,<BR> +ο Λουκιανός συμπερίλαβε στις διηγήσεις του, στους διάλογους του,<BR> +θεών, ανθρώπων και νεκρών, και στις ποικίλες άλλες μελέτες του<BR> +ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Την αδρά και φιλολογικώς άρτια<BR> +μετάφραση του Λουκιανού, εφάμιλλο στο ύφος και στην κομψότητα με<BR> +το πρωτότυπο, την οφείλουμε στον Ιωάννη Κονδυλάκη. Έργο αυτόχρημα<BR> +κλασικό, που δεν πρέπει να λείπη από καμιά βιβλιοθήκη, η<BR> +μετάφραση τούτη του Κονδυλάκη αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, μιαν από<BR> +τις ωραιότερες προσφορές στην νεοελληνική λογοτεχνία και γλώσσα.</p> + +<p>***</p> + +<p>Άπαντα</p> + +<p>ΤΟΜΟΣ Α’. Όνειρο ή Λουκιανού βίος. -Προς εκείνον που είπε: είσαι<BR> +Προμηθέας στα έργα σου. - Πλοίον ή ευχές, - Περί πένθους.- Τίμων<BR> +ο μισάνθρωπος. - Εγκώμια μυίγας. - Θεών διάλογοι. - Κρίσεις Θεών.<BR> +- Προς Νιγρίνον επιστολή. - Νιγρίνος ή περί φιλοσοφικού<BR> +χαρακτήρας. - Δίκη φωνηέντων.</p> + +<p>Τόμος Β’ Διάλογοι θαλασσίων Θεών. - Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως.<BR> +Προμηθεύς ή Καύκασος. - Νεκρικοί διάλογοι. - Μένιππος ή<BR> +νεκρομαντεία. - Φιλοψευδής ή απιστών. - Πώς πρέπει να γράφεται η<BR> +Ιστορία.</p> + +<p>Τόμος Γ’ Αληθινή Ιστορία. - Τυραννοκτόνος. - Αποκηρυττόμενος. -<BR> +Φάλαρις λόγος. - Αλέξανδρος ή ψευδομάντις. - Ο Ηρακλής. - Ο<BR> +Διόνυσος. - Ψευδολογιστής.</p> + +<p>Τόμος Δ’ Δις κατηγορούμενος ή Δικαστήρια. - Περί παρασίτου. -<BR> +Ανάχαρσις. - Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία αγοράζοντα. –<BR> +Ότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εύκολα την διαβολήν. - Ζευς<BR> +ελεγχόμενος. - Ρητόρων διδάσκαλοι. - Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος.</p> + +<p>Τόμος Ε’ Ιππίας ή περί του λουτρού. - Μακρόβιοι. - Ο θάνατος του<BR> +Περεγρίνου. - Οι δραπέται. - Περί του ήλεκτρου ή των κύκνων. –<BR> +Περί του οίκου. - Πατρίδος εγκώμιον. - Περί των διψάδων. - Περί<BR> +ορχήσεως. - Ευνούχος. - Βίος Δημώνακτος. - Διάλεξις με τον<BR> +Ησίοδον. - Χάρων ή επισκοπούντες.</p> + +<p>Τόμος ΣΤ’ Εικόνες. - Υπέρ των εικόνων. - Εταιρικοί διάλογοι. -<BR> +Όνειρος ή αλεκτρυών. - Συμπόσιον ή Λαπίθαι. - Θεών Εκκλησία, -<BR> +Βίων πράσις. - Αλιεύς. - Ψευδοσοφιστής. - Περί Συρίης Θεού. -<BR> +Ζευς τραγωδός.</p> + +<p>ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ</p> + +<p>Οι αντιλήψεις για τον κόσμο, για τον άνθρωπο, για την ηθική του<BR> +περίφημου στωικού φιλοσόφου συγκεντρωμένες στο «Εγχειρίδιο» του,<BR> +σε αριστοτεχνική μετάφραση του Άριστου Καμπάνη.</p> + +<p>ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ</p> + +<p>Χαρακτήρες: Το κατ’ εξοχήν ηθικογραφικό και ψυχολογικό τούτο έργο<BR> +του συγγραφέα και φιλοσόφου, που παράμεινε πρότυπο στο είδος του,<BR> +αποτελεί μια περιγραφή και, ταυτόχρονα, μια σάτυρα κοινωνικών και<BR> +ατομικών κακιών και ελαττωμάτων. Η μετάφραση, πιστή στο πρωτότυπο<BR> +και ζωντανή, του Μαρίνου Σιγούρου.</p> + +<p>ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ</p> + +<p>Ειδύλλια: Ο κοντινώτερος και συγγενικώτερος μας από τους αρχαίους<BR> +ποιητές, υμνητής του έρωτα και της φύσης, που το έργο του, στο<BR> +σύνολο του, έχει πολλές ομοιότητες και αναλογίες με τη δημοτική<BR> +μας ποίηση. Τα σωζόμενα ποιήματα του, βουκολικά, ερωτικά, μίμοι,<BR> +επιγράμματα, διαπνέονται από ζωή κι ομορφιά, που μας προσφέρουν<BR> +μια ζωντανή εικόνα του αρχαίου βίου με εκπληκτική<BR> +νεωτεριστικότητα. Η μετάφραση έμμετρη, του Ιωάν. Πολέμη.</p> + +<p>ΗΡΟΔΟΤΟΣ</p> + +<p>Πατέρας της Ιστορίας ωνομάστηκε ο Ηρόδοτος, που η πιστοποιημένη<BR> +κι από άλλες πηγές ακρίβεια των όσων εκθέτει αμιλλάται προς τη<BR> +γοητεία του ύφους του.</p> + +<p>Μούσες: Στο θαυμάσιο έργο του, τις «Μούσες», μας ιστορεί τη ζωή<BR> +των αρχαίων Ασιατικών εθνών, διαφόρων βαρβάρων λαών, της Αιγύπτου<BR> +και της Ελλάδος μέχρι των Μηδικών Πολέμων. Οι εθνικοί και<BR> +θρησκευτικοί μύθοι, που αναφέρει, οι περιγραφές των τόπων και των<BR> +ηθών και εθίμων, καθώς και τα διάφορα επεισόδια που περεμβάλλει<BR> +στις ιστορίες των λαών προσθέτουν άφθαστη ομορφιά στο βιβλίο, για<BR> +αυτό οι αρχαίοι έδωσαν τα ονόματα των εννέα Μουσών στα εννέα<BR> +κεφάλαια του. Η μετάφραση έγινε από τον Σκαλίδη και μ’ έλεγχο του<BR> +Ι. Ζερβού, Τόμοι τέσσερις.</p> + +<p>ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ</p> + +<p>Πελοποννησιακός Πόλεμος: Η αμερόληπτη ακρίβεια, η βαθυστόχαστη<BR> +κριτική, η συντομία και λιτότητα του λόγου και τ’ αδρά του<BR> +νοήματα, ανάδειξαν τον Θουκυδίδη ως τον κορυφαίο ιστορικό του<BR> +κόσμου όλων των εποχών. Στο μοναδικό έργο του μας εξιστορεί με<BR> +θαυμάσιο τρόπο τον μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων, που<BR> +αποτέλεσμα του υπήρξε η ανεπανόρθωτη εξασθένιση της Ελλάδος.<BR> +Ανατρέχοντας στα απώτατα αίτια, ο Θουκυδίδης εξηγεί τα σχετικά με<BR> +την ανάπτυξη του Ελληνισμού από τους αρχαιότατους χρόνους,<BR> +περιγράφει τη σύσταση και την ζωή των Πολιτειών - Κρατών,<BR> +δίδοντας μας έτσι μιαν άρτια εικόνα της ζωής των Ελλήνων. Η<BR> +μετάφραση έγινε από τον Ι. Ζερβά. Τόμοι τέσσερις.</p> + +<p>ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ</p> + +<p>Παράλληλοι Βίοι : Ο τελειότερος και σημαντικώτερος από τους<BR> +τελευταίους Έλληνες κλασικούς, για το ύφος, το απέραντο της<BR> +σοφίας του και των γνώσεων του και την αδρότητα της σκέψης του.<BR> +Ιστορικός, ηθικολόγος και φιλόσοφος, στα έργο του συμπεριέλαβε<BR> +αμύθητο πλούτο γνώσεων, δοξασιών και γεγονότων όλου του αρχαίου<BR> +ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου μέχρι των χριστιανικών χρόνων.<BR> +Στους «Παραλλήλους Βίους» του δεν βιογραφεί απλά, παρά κρίνει και<BR> +συγκρίνει την ιστορία μεγάλων Ελλήνων και Ρωμαίων ανδρών,<BR> +περιλαμβάνοντας ταυτόχρονα κι όλα τα σχετιζόμενα μ’ αυτούς και<BR> +την εποχή τους γεγονότα, ολόκληρη σχεδόν την πολιτική και<BR> +κοινωνική και, εν μέρει, την πνευματική ζωή της Ελλάδος και της<BR> +Ρώμης. Έτσι, οι Παράλληλοι Βίοι» του αποτελούν μιαν αισθητικά<BR> +δοσμένη φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια της ελληνικής και ρωμαϊκής<BR> +ιστορίας. Η μετάφραση έγινε από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή. Ολόκληρο<BR> +το έργο θα κυκλοφορήση σε 10 τόμους.</p> + +<p>ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ</p> + +<p>Ο Δημοσθένης θεωρείται ως ο μεγαλύτερος ρήτορας του κόσμου κ’ οι<BR> +λόγοι του είναι το τελειότερο υπόδειγμα ρητορικής τέχνης. Οι<BR> +λόγοι τούτοι, δυνατοί και κυριολεκτούντες, ακαταμάχητοι στην<BR> +επιχειρηματολογία τους, είναι αληθινά καλλιτεχνήματα στοχασμού κ’<BR> +έκφρασης.</p> + +<p>Ο περί του στεφάνου λόγος : «Ο περί του στεφάνου λόγος» είναι<BR> +απολογία του πολιτικού του βίου. Περιέχει τόσον μεγάλο πλούτο σ’<BR> +έξαρση και ρητορικά σχήματα, που μπορεί ν’ αποτελέση πρότυπο για<BR> +την διδασκαλία της ρητορικής τέχνης.</p> + +<p>Οι τρεις Ολυνθιακοί: Στους «Τρεις Ολυνθιακούς» του εκθέτει,<BR> +αποκαλύπτοντας την έτσι στους Αθηναίους, την πολιτική και τους<BR> +σκοπούς του Φιλίππου, του Βασιλιά της Μακεδονίας, επικρίνοντας<BR> +τους ταυτόχρονα για την αδράνεια τους. 01 «Τρεις Ολυνθιακοί»<BR> +κρίνονται σαν οι κατ εξοχήν πολιτικοί λόγοι του μεγάλου αθηναίου<BR> +ρήτορα.</p> + +<p>Οι Τέσσαρες Φιλιππικοί: Αντίθετα, οι «Τέσσαρες Φιλιππικοί» του<BR> +αποτελούν δριμύτατην επίθεση εναντίον του Φιλίππου και ταυτόχρονα<BR> +πρόκληση σε άμεση εναντίον του ενέργεια των Αθηνών και των άλλων<BR> +ελληνικών-Πολιτειών-Κρατών. Οι μεταφράσεις των λόγων του<BR> +Δημοσθένους, ακριβείς, διατηρούν όλη τη δύναμη και τη ζωντάνια<BR> +του πρωτοτύπου κι οφείλονται στον Ν, Γκινόπουλο. Τόμοι τρεις.</p> + +<p>ΟΜΗΡΟΣ</p> + +<p> +<BR> +Τα μέγιστα κι ανυπέρβλητα ποιητικά μνημεία της παγκοσμίου σκέψεως<BR> +αποτελούν τα δύο αριστουργηματικά έπη, η «Ιλιάδα» και η<BR> +«Οδύσσεια», του Όμηρου. Ό,τι δημιούργησαν οι αρχαίοι πολιτισμοί<BR> +της Ανατολής σε γνώσεις, θρησκευτικές δοξασίες, μύθους και<BR> +σύμβολα, σε ηθικές αντιλήψεις και σε τέχνη, πολλαπλασιασμένα από<BR> +την πλούσια ελληνική διανόηση και διυλισμένα από την καθαρή και<BR> +λεπτή ελληνικήν αισθητική, κατάληξαν στον Όμηρο, σαν απόσταγμα<BR> +ποίησης, πλαστικότητας και κάλλους. Έτσι τα δύο ομηρικά έπη<BR> +αποτελέσανε και παραμείναν έκτοτε δυο αστείρευτες πηγές κάθε<BR> +τέχνης, ιδανικά κι άφθαστα πρότυπα για κάθε ποίηση.</p> + +<p>Ιλιάς: Το κυρίως ηρωικό έπος. Βασίζεται στη φιλονεικία μεταξύ<BR> +Αγαμέμνονος και Αχιλλέως, περιγράφει όλα τ’ αποτελέσματα και τις<BR> +επιπτώσεις που είχε στην τρωικήν εκστρατεία κι ανατρέχει,<BR> +επεισοδιακά, σ’ όσα προηγήθηκαν της εκστρατείας και στην εν γένει<BR> +ελληνική μυθολογία. Θεοί, ήρωες, παραδόσεις, περιπέτειες,<BR> +περιγραφές, αποτελούν στην «Ιλιάδα» έναν κόσμο που κινείται και<BR> +ζη μ’ όλη την ενάργεια της αλήθειας και μέσα στο άπλετο φως της<BR> +πιο υψηλής ποίησης. Η μετάφραση ρυθμική, και πιστή, του Ι.<BR> +Ζερβού. Τόμοι τέσσερις.</p> + +<p>Οδύσσεια: Το πολυσύνθετο και πολυμερές έπος αυτό του Όμηρου<BR> +διηγείται την δεκάχρονη περιπλάνηση του Οδυσσέα, ύστερα από τον<BR> +τρωικό πόλεμο, επιστρέφοντας στην Ιθάκη. Οι πολιτισμοί, οι<BR> +θρησκείες, η Ιστορία, τα ήθη των τότε λαών, καθώς και των<BR> +μυθολογουμένων, περιλαμβάνονται και συμπλέκονται στην<BR> +αριστουργηματική, περιπετειώδη αφήγηση. Η έμμετρη μετάφραση, από<BR> +τις κλασικές πια της νεοελληνικής γραμματολογίας, έγινε από τον<BR> +Ιάκωβο Πολυλά. Το έργο θα κυκλοφορήση σε τέσσερις τόμους.</p> + +<p>ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ</p> + +<p>Ο πολυσχιδέστερος κι έγκυκλοπαιδικώτερος από τους φιλοσόφους όλων<BR> +των εποχών, που το έργο του υπήρξεν η βάση ολόκληρης της νεώτερης<BR> +επιστήμης και φιλοσοφίας.</p> + +<p>***</p> + +<p>Ηθικά Νικομάχεια: Πρόκειται για το πιο νεωτεριστικό έργο του<BR> +μεγάλου φιλοσόφου. Στα «Ηθικά Νικομάχεια» εξετάζονται, αναλύονται<BR> +και διατυπώνονται από θεωρητικής και, ταυτόχρονα, πρακτικής<BR> +απόψεως, οι αρχές της κοινωνικής και της ατομικής ηθικής. Η<BR> +μετάφραση φιλολογική και σαφής, έγινε από τον Κ. Ζάμπα. Τόμοι<BR> +δύο.</p> + +<p>Περί ψυχής: Στο πολυφημισμένο τούτο έργο του ο Αριστοτέλης<BR> +διατύπωσε τις μεταφυσικές θεωρίες του για την ψυχή, βασίζοντας<BR> +τις στα δεδομένα του φυσικού κόσμου και του ορθού λόγου. Οι<BR> +αντιλήψεις του υπήρξαν η αφετηρία των περισσοτέρων από τα νεώτερα<BR> +μεταφυσικά συστήματα. Η μετάφραση οφείλεται στον Π. Γρατσιάτο.</p> + +<p>Μικρά φυσικά: τα πορίσματα των πριν απ’ αυτόν φυσικών και<BR> +φιλοσόφων και κυρίως τα συμπεράσματα της κολοσσιαίας προσωπικής<BR> +εργασίας του διατύπωσεν ο Αριστοτέλης στο έργο του αυτό. Έργο<BR> +βαθύτατο και διαφωτιστικό των τότε φυσικών και βιολογικών<BR> +γνώσεων. Η μετάφραση, με φιλολογική ακρίβεια και σαφήνεια,<BR> +οφείλεται στον Π. Γρατσιάτο.</p> + +<p>Αθηναίων Πολιτεία : Ιστορία πολιτική και πολιτειακή των Αθηνών,<BR> +το κυριώτερο από το μεγάλο περί πολιτευμάτων έργο του<BR> +Αριστοτέλους. Στην Ιστορία τούτη θαυμάζεται ιδιαίτερα η λιτότητα<BR> +και η οικονομία του έργου. Η μετάφραση έγινε από τον Ι. Ζερβό.</p> + +<p>ΞΕΝΟΦΩΝ</p> + +<p>Λαξευτής του λόγου, χαρακτηριζόμενος κυρίως για την σαφήνεια του,<BR> +την λιτότητα και την περιγραφικότητα του, ο Ξενοφών αποτελεί<BR> +υπόδειγμα της Αττικής καλλιέπειας κ’ είναι ένας από τους<BR> +μεγαλύτερους ιστορικούς και ηθικολόγους της παγκοσμίου<BR> +γραμματολογίας.</p> + +<p>***</p> + +<p>Απομνημονεύματα : τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντος είναι η<BR> +περίληψη της διδασκαλίας του Σωκράτους, του οποίου επίσης υπήρξεν<BR> +μαθητής, κι αναφέρονται κυρίως στις ηθικές αντιλήψεις του μεγάλου<BR> +φιλοσόφου. Η μετάφραση έγινε από τον Κ. Βάρναλη.</p> + +<p>Κύρου Ανάβασις: Ιστορία της εκστρατείας του Κύρου του νεωτέρου<BR> +και κυρίως η αφήγηση της επιστροφής των δέκα χιλιάδων Ελλήνων υπό<BR> +την στρατηγία του Ξενοφώντος. Η περιγραφή των χωρών και των λαών<BR> +της Ασίας επιτείνει την ζωηρότητα του ύφους και το ενδιαφέρον τής<BR> +Ιστορικής αφήγησης. Μετάφραση Δ. Αναστασοπούλου του Αθηναίου.<BR> +Τόμοι τρεις.</p> + +<p>ΠΛΑΤΩΝ</p> + +<p>Στους θαυμάσιους διάλογους του ο Πλάτων απέδωσε την διδασκαλία<BR> +του Σωκράτους και διατύπωσε εξαιρετικής γενικότητας δικές του<BR> +θεωρίες για τον κόσμο και για τον άνθρωπο, για την ψυχή και για<BR> +τον νου, για την πολιτεία και για την ηθική, επηρεάζοντας</p> + +<p>βαθύτατα τον Χριστιανισμό και τις ηθικές και κοινωνικές<BR> +αντιλήψεις των νεωτέρων χρόνων ως τις μέρες μας. Οι διάλογοι του<BR> +αποτελούν άρτια εγκυκλοπαιδική διδασκαλία της αρχαίας σοφίας, κ’<BR> +έχουν τόση φυσικότητα, περιγραφή και χάρη, που μπορούν να<BR> +χαρακτηρισθούν κι ως φιλοσοφικά δράματα.</p> + +<p>***</p> + +<p>Φαίδων: Πρόκειται για υψηλή και βαθιά μελέτη περί ψυχής. Ο<BR> +Σωκράτης, ανάμεσα στους μαθητές του, στις τελευταίες ώρες της<BR> +ζωής του, διδάσκει με ηρεμία και γαλήνη τον θείο προορισμό του<BR> +άνθρωπου και φέρνει δυνατά επιχειρήματα για την ύπαρξη ζωής.<BR> +Ύστερ’ από τον θάνατο. Η λιτή δραματική αφήγηση του θανάτου του<BR> +Σωκράτους, με κώνειο, είναι από τις ωραιότερες σελίδες της<BR> +παγκοσμίου λογοτεχνίας. Η μετάφραση έγινε από τον Αρ. Χαροκόπο.</p> + +<p>Κρίτων : Ο μεγάλος φιλόσοφος, παρακινούμενος από τον Κρίτωνα να<BR> +φύγη, για να μην υποστή την άδικη τιμωρία, αρνείται και εξηγώντας<BR> +τους λόγους διδάσκει γιατί και πώς πρέπει ν’ αγαπούμε και να<BR> +σεβώμαστε την πατρίδα και τους νόμους της. Μετάφραση Ν.<BR> +Γκινοπούλου.</p> + +<p>Θεαίτητος: Από τα τελευταία έργα του Πλάτωνος. Σ’ αυτό ερευνώνται<BR> +τα σχετικά με την ανθρώπινη γνώση και καθορίζεται το τι είναι<BR> +επιστήμη. Η ενάργεια της σκέψης, η βαθύτητα του νοήματος και η<BR> +ακρίβεια της φιλοσοφικής διατύπωσης κάνουν τον «θεαίτητον» έναν<BR> +από τους εξοχώτερους πλατωνικούς διάλογους. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p> + +<p>Κρατύλος: Με βαθύτατη παρατηριτικότητα κ’ εύληπτη ανάλυση στον<BR> +διάλογο τούτο εξετάζεται το πώς δημιουργήθηκε η γλώσσα, για το<BR> +πώς πρέπει ν’ αποβλέπομε στη μουσική ετυμολογία των λέξεων και<BR> +ίσαμε ποιο σημείο είναι δυνατόν να χειραφετηθή η σκέψη από τις<BR> +ατέλειες της γλώσσας. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p> + +<p>Σοφιστής: Πρόκειται για εξαιρετικά τολμηρή φιλοσοφική έξαρση προς<BR> +εξακρίβωση των ορίων της ανθρωπίνης νοήσεως, γι’ αυτό και<BR> +θεωρείται ως η μεταφυσική του Πλάτωνος. Σ’ ό,τι αφορά στην λογική<BR> +του, είναι ο πιο πολύτροπος και οξύς από τους πλατωνικούς<BR> +διάλογους. Η μετάφραση έγινε από τον Κ. Ζάμπα.</p> + +<p>Πολιτικός : Στον διάλογο τούτο αναλύεται φιλοσοφικά η ανθρώπινη<BR> +ενέργεια στην πράξη και τη θεωρία, κι ο συγγραφέας,<BR> +χρησιμοποιώντας έναν μύθο, παρουσιάζει άλλο είδος, πολιτεύματος<BR> +για να υποδείξη τις ατέλειες των υπαρχόντων πολιτευμάτων. Έτσι, ο<BR> +διάλογος αυτός αποτελεί την κατ’ εξοχήν κοινωνιολογική μελέτη του<BR> +Πλάτωνος. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p> + +<p>Χαρμίδης: 0 «Χαρμίδης» αποτελεί επισκόπηση της ηθικής, κ’<BR> +εξετάζει κυρίως το τι είναι σωφροσύνη, για να συμπεράνη ότι και<BR> +αυτή, όπως τόσες άλλες ηθικές αξίες, είναι σχετική και επομένως<BR> +απροσδιόριστος από πολλές απόψεις. Μετάφραση Άριστου Καμπάνη.</p> + +<p>Ιππίας μείζων και ελάσσων: Στον «Ιππία μείζονα», ο Σωκράτης<BR> +φέρνει σε αντιφάσεις τον σοφιστή Ιππία, προκαλώντας τον να ορίση<BR> +το Ωραίον. Ερευνάται αν Ωραίον είναι το πρέπον η το χρήσιμο η το<BR> +ικανό ή, γενικώτερα ακόμη, αν το Ωραίον είναι το αίτιο του αγαθού<BR> +ή, πιο θετικά, αυτό που ευχαριστεί την δράση και την ακοή. Όλους<BR> +τους ορισμούς αυτούς, ο Σωκράτης τους ελέγχει ως αυτοτελείς,<BR> +υποδεικνύοντας εντούτοις ως κάτι ευχάριστο κ’ επαρκή για τον νου<BR> +μια τέτοια πολλαπλή και διαφορότροπη επισκόπηση των γενικών<BR> +ζητημάτων. Σε παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγει κι ο «Ιππίας<BR> +ελάσσων», ερευνώντας όμως κάτι άλλο: αν και κατά πόσον η αλήθεια<BR> +διαφέρει από το ψέμμα. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p> + +<p>Φαίδρος: Περιμάχητος διάλογος, που από την αρχαιότητα κιόλας πότε<BR> +προκαλούσε τον έπαινο και πότε την επίκριση για τις παράτολμες<BR> +περί ηθικής ιδέες του, οι οποίες αναπτύσσονται τεχνικώτατα και με<BR> +παραστατικό λυρισμό. Πραγματεύεται τον έρωτα, το κάλλος και όλα<BR> +τ’ ανάλογα ψυχικά συναισθήματα, αντικρούοντας και συμπληρώνοντας<BR> +έναν σχετικό λόγο του Λυσίου κι αποδείχνοντας, ταυτόχρονα, πώς η<BR> +ρητορική μόνο με τη φιλοσοφία μπορεί ν’ αναχθή σε τέχνη. Μετάφρ.<BR> +Κ. Γούναρη.</p> + +<p>Αλκιβιάδης Α’ Αλκιβιάδης Β’ : η αυτοεπίγνωση, το «γνώθι σαυτόν»,<BR> +κι ακόμη βαθύτερα η θεώρηση του εσωτερικού κόσμου μας τίθεται<BR> +στον Αλκιβιάδη σαν αφετηρία και βάση της εξύψωσης του άνθρωπου.<BR> +Αφού διευκρινισθή πρακτικά, ότι χωρίς την αυτεπίγνωση δεν έχουμε<BR> +ορθή αντίληψη του δικαίου και του οφελίμου, μετά γενικεύεται η<BR> +ιδέα της αυτοεπίγνωσης και η ωφέλεια που έχουμε απ’ αυτήν<BR> +παρουσιάζεται σαν εκείνο που κατ’ εξοχήν τελειοποιεί τον άνθρωπο<BR> +και που τον εξυψώνει προς το θείο. Έτσι, οι αντιλήψεις του<BR> +διαλόγου τούτου είναι ο πυρήνας, μπορεί να πη κανείς, της<BR> +Νεοπλατωνικής Φιλοσοφίας. Ο συναπτόμενος διάλογος «Αλκιβιάδης Β’»<BR> +ξεκινώντας από τ’ ότι οι άνθρωποι προσεύχονται για να ζητήσουν<BR> +πολλές φορές επιβλαβή πράγματα, καταλήγει στ’ ότι αγνοούμε το τι<BR> +είναι το ωφέλιμο και τι το αγαθό. Η μετάφραση του Ν. Καζαντζάκη.</p> + +<p>Ίππαρχος, Οι αντεραστές: στον πρώτο από τους δυο αυτούς<BR> +διαλόγους, τον «Ίππαρχο», ερευνάται τι είναι η αγάπη του κέρδους<BR> +και, πιο γενικά, η τάση του άνθρωπου να ωφεληθεί από τον διπλανό<BR> +του και να επικρατήση, και κατά πόσο μια τέτοια τάση είναι<BR> +βλαβερή και άδικη. Αφού αποδειχθή η σχετικότητα των παρόμοιων<BR> +αντιλήψεων, συμπεραίνεται ότι η φιλοκέρδεια είναι μια φυσική<BR> +ανθρώπινη ροπή. Στους «αντεραστές» εξετάζεται τι είναι φιλοσοφία<BR> +και κατά πόσον και πώς ωφελεί, κατακρίνονται δε αυτοί που την<BR> +απλή πολυμάθεια την παρουσιάζουνε σαν σοφία.</p> + +<p>Ερυξίας, Αξίοχος, Αλκυών : Στον πρώτο από τους τρεις αυτούς<BR> +διαλόγους ερευνάται τι είναι πλούτος και κατά πόσον μπορεί να<BR> +είναι ωφέλιμος στον άνθρωπο. Στον δεύτερο, τον «Αξίοχο», γίνεται<BR> +επισκόπηση της εσώτερης πίστης που έχει ο άνθρωπος για την ψυχή<BR> +και η πίστη τούτη προβάλλεται έμμεσα σαν εκμηδένιση του φόβου του<BR> +θανάτου. Στην «Αλυόνα», ποιητικά και με κάποιον μυστικισμό,<BR> +ερμηνεύεται η μεταμορφωτική δύναμη της ύλης της φύσεως. Η<BR> +μετάφραση έγινε από τον Γ. Μάνεση.</p> + +<p>Παρμενίδης: Ο Παρμενίδης και ο Ζήνων ο Ελεάτης υποστηρίζουν<BR> +δογματικά το ενιαίο του σύμπαντος, αποδείχνοντας με πλήθος<BR> +μεταφυσικούς ισχυρισμούς το αδύνατο της πολλαπλότητας των όντων.<BR> +Μα ο Σωκράτης, με αλλεπάλληλες ερωτήσεις τους φέρνει σε<BR> +αντιφάσεις, για να προκύψη τελικά ως βαθύτερο συμπέρασμα του<BR> +διαλόγου, η σχετικότητα των ανθρωπίνων γνώσεων και το σφαλερό<BR> +κάθε δογματικής θεωρίας.</p> + +<p>Συμπόσιον: Σε συμπόσιο, όπου γιορτάζεται η νίκη του πλουσίου<BR> +δραματικού ποιητού Αγάθωνος, οι συνδαιτυμόνες αποφασίζουν να<BR> +εγκωμιάσουν, κάθε ένας χωριστά, τον έρωτα. Τελευταίος μιλεί ο<BR> +Σωκράτης για να ορίση ότι ο έρωτας, όπως τον εννοούν όλοι, είναι<BR> +η επιθυμία του άνθρωπου για την ομορφιά. Στην διήγηση του<BR> +περιλαμβάνει τον μύθο της γένεσης του Έρωτα, γεμάτον βαθύ και<BR> +υψηλόν μυστικισμό, και παρουσιάζει ιδεολογικά τον ερωτικό πόθο<BR> +σαν φιλοσοφική έφεση, ως τάση προς ευδαιμονία και, μαζί,<BR> +αθανασία. Ο ξαφνικός ερχομός του Αλκιβιάδη, μεθυσμένου, που<BR> +πειράζει φιλικά τον Σωκράτη, επιβεβαιώνει παραστατικά τη<BR> +σωκρατική ιδεολογία. Μεταφραστής ο Ν. Κουντουριώτης.</p> + +<p>Ευθύδημος : Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και<BR> +επίκριση των αμφιγνωμιών, των σφαλερών συλλογισμών και της<BR> +κενότητας της σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των<BR> +επιφανών και φιλοσοφούντων, όσο των κοινών και ρητορευόντων.<BR> +Ορισμένοι υπαινιγμοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη.<BR> +Μεταφραστής ο Α. Χαροκόπος.</p> + +<p>Μένων : Από τους πιο λιτούς πλατωνικούς διάλογους, που δείχνει,<BR> +εντούτοις, την ευρύτητα και την πολυμέρεια του μεγάλου φιλοσόφου.<BR> +Εξετάζει και αναλύει την αρετή, αν και κατά πόσον είναι έμφυτη<BR> +στον άνθρωπο. η μαθηματικά διατυπωμένη σκέψη, η αλληλουχία και η<BR> +ακρίβεια των συλλογιστικών επιχειρημάτων καθώς και η οικονομία<BR> +του, που περιορίζει αυστηρά το θέμα του, πλησιάζουν τον διάλογο<BR> +αυτόν στην λεγομένη, κιόλας, θετική φιλοσοφία. Η μετάφραση έγινε<BR> +από τον Χαρίλαο Παπαντωνίου.</p> + +<p>Θεάγης. Περί δικαίου. Περί αρετής : στον πρώτον από τους τρεις<BR> +αυτούς διαλόγους, ο Πλάτων εξετάζει το τι είναι σοφία και αν<BR> +μπορή να διδαχτή, και θέτει σαν βάση της μόρφωσης και της<BR> +επίδοσης του ανθρώπου την εσωτερική φυσική κλίση του. Στον<BR> +διάλογο τούτο γίνεται πολύς λόγος από τον Σωκράτη για το γνωστό<BR> +δαιμόνιο του. Στον δεύτερο ερευνάται αν η αντίληψη του δικαίου<BR> +είναι έμφυτη η επίκτητη, και στον τρίτο αν μπορή να διδαχτή ή όχι<BR> +η αρετή, για να κατάληξη στο συμπέρασμα, ότι η αρετή είναι θείο<BR> +δώρο. Μετάφραση του Σ. Λιμπεροπούλου.</p> + +<p>Φίληβος : Στην ερώτηση, που βασίζεται το αγαθό, ο Φίληβος άπαντα<BR> +προβάλλοντας την ηδονή κι ο Σωκράτη αντιπαραβάλλει τη φρόνηση. Κι<BR> +αφού δειχτή, ότι για τον άνθρωπο είναι σημαντικώτερη η φρόνηση,<BR> +ως κάτι πεπερασμένο και αντιληπτό συμπεραίνεται ότι ο συνδυασμός<BR> +φρονήσεως και αρετής οδηγεί στο αγαθό. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.</p> + +<p>Πρωταγόρας : Ύστερα από ωραία και ειρωνική περιγραφή των<BR> +επιδειχτικών και φαντασμένων τρόπων των σοφιστών, γίνεται<BR> +συζήτηση, ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Πρωταγόρα, περί αρετής.<BR> +Επιδέξια φέρνοντας σε αδιέξοδο τον σοφιστή, ο Σωκράτης αποδείχνει<BR> +πως η αρετή είναι αυτοδίδαχτη κ’ ύστερα, μεταστρέφοντας τους<BR> +συλλογισμούς του την παρουσιάζει σαν αποτέλεσμα γνώσης. Μετάφραση<BR> +Α. Χαροκόπου.</p> + +<p>Κριτίας : Αναφερόμενος στη μυθολογούμενη χώρα της Ατλαντίδος, της<BR> +οποίας μας δίδεται ποιητική και εξαιρετικά παραστατική περιγραφή,<BR> +ο Ελάτων διατυπώνει εδώ το ιδανικό, κατά την αντίληψη του<BR> +πολιτικό και κοινωνικό σύστημα: έναν συνδυασμό μοναρχίας και<BR> +ομοσπονδιακής οργάνωσης. Μετάφραση Α. Χαροκόπου.</p> + +<p>Λάχης: Ο διάλογος αυτός θέτει σαν βάση ανατροφής την ανδρεία, κι<BR> +από ηθική κι από υλική άποψη. Εξετάζοντας το τι είναι η ανδρεία<BR> +και μην καταλήγοντας σε κανέναν ορισμό, καταλήγει στο συμπέρασμα<BR> +ότι οι αρετές δεν μπορούν να καθοριστούν θεωρητικά και απόλυτα.<BR> +Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης</p> + +<p>Λύσις : Διάλογος μεταξύ Σωκράτους και ωραίων εφήβων στην<BR> +παλαίστρα, που ερευνά τα σχετικά με την φιλία που αρμόζει στους<BR> +νέους απέναντι των μεγαλυτέρων τους και, πιο γενικά, την φιλία<BR> +σαν ατομική και κοινωνικήν αρετή. Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης.</p> + +<p>Απολογία Σωκράτους: Το δράμα της δίκης και της καταδίκης του<BR> +Σωκράτους, και κυρίως η απλή και σοφή εξιστόριση της ζωής και της<BR> +διδασκαλίας του, όπως μας δίδεται από τον ίδιο το Σωκράτη, ενώ<BR> +απολογείται, σαν υπεράσπιση του εαυτού του κατά των κατηγόρων<BR> +του. Η μετάφραση έγινε από τον Αλ. Μωραϊτίδη.</p> + +<p>Ευθύφρων: Στον διάλογο τούτο εξετάζεται και αναλύεται με βαθύτητα<BR> +φιλοσοφική και φιλελευθερισμό το τι είναι οσιότης, δηλαδή<BR> +ευσέβεια, αρετή και νομιμοφροσύνη. Επικρίνοντας την πρόληψη και<BR> +την κατά τύπους μόνον και παράδοσιν ευσέβεια, θέτει σαν αφετηρία<BR> +και γνώμονα της αληθινής ηθικής την έμφυτη και κατά συνείδησιν<BR> +ηθικότητα. Μετάφραση Αλ. Μωραϊτίδη.</p> + +<p>Γοργίας: Συζήτηση του Σωκράτους με τον διάσημο σοφιστή της<BR> +αρχαιότητος Γοργία, που δίδασκε πως η τυπική μόρφωση - η<BR> +επιστημονική πολυμάθεια, όπως λέγεται σήμερα - αρκεί για ν’<BR> +αναδειχτή ένας άνθρωπος. θέμα της συζητήσεως είναι, αν η ρητορική<BR> +πετυχαίνει να δώση την υπεροχή, πράγμα που αποκρούει ο Σωκράτης,<BR> +αποδείχνοντας πώς η αληθινή μόρφωση είναι αυτή που θεμελιώνεται<BR> +πάνω στην φιλοσοφία. Μετάφραση Αλ. Φιλαδελφέως.</p> + +<p>Μενέξενος : Μοναδικός στο είδος του διάλογος, γιατί αποτελώντας<BR> +τάχα εγκώμιο για Αθηναίους που έπεσαν στον πόλεμο, γραμμένο από<BR> +την Ασπασία, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά λεπτή κ’ ειρωνική<BR> +σάτυρα της φλύαρης ρητορείας και των ρητόρων της εποχής εκείνης,<BR> +των οποίων μιμείται με θαυμαστή τέχνη το ύφος και την<BR> +παραλογιζόμενη σοφιστεία. Η μετάφραση έγινε από τον Ι. Ζερβό.</p> + +<p>Τίμαιος : Αποτελεί σύστημα μεταφυσικής φιλοσοφίας περί γενέσεως<BR> +του κόσμου και περί φύσεως του άνθρωπου, που παρουσιάζει πολλή<BR> +συγγένεια με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. Ο Τίμαιος αναπτύσσει<BR> +βαθύτατες ιδέες για τον χαρακτήρα του κόσμου και ο Σωκράτης<BR> +διευκρινίζει, συντελώντας στην ενάργεια και την παραστικότητα του<BR> +πλατωνικού ύφους. Η μετάφραση έγινε από τον Π. Γρατσιάτο.</p> + +<p>Ίων. Μίνως. Δημόδοκος. Σίσυφος. Κλειτοφών: Ο πρώτος από τους<BR> +διάλογους αυτούς ελέγχει την επιπόλαιη γνώση. Ο δεύτερος<BR> +αναφέρεται στις περί του δικαίου και της αρετής γενικές και<BR> +σχετικές αντιλήψεις. Ο «Δημόδοκος», ξεκινώντας από το ερώτημα, αν<BR> +και από ποιους πρέπει να ζητούμε συμβουλές, ανάγεται, πιο γενικά,<BR> +στην εξέταση του τρόπου και του ποιού της επίκτητης μόρφωσης. Ο<BR> +«Σίσυφος» αναλύει τι είναι πρακτική και τι θεωρητική σκέψη και<BR> +πόσον είναι ωφέλιμη. Ο «Κλειτοφών», τέλος επισκοπώντας τις περί<BR> +ηθικής αντιλήψεις, αποδείχνει τη σχετικότητα τους. Μεταφραστής ο<BR> +Ν. Καζαντζάκης.</p> + +<p>Πολιτεία: Το πρωτοτυπώτερο και πλαστικώτερο από τα πλατωνικά<BR> +έργα, αποτελούμενο από δέκα βιβλία. Το πρώτο βιβλίο, που<BR> +αναφέρεται στην δικαιοσύνη, γίνεται η αφετηρία για να διατυπωθή<BR> +μετά η ιδέα του ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζόμενη ισότητα<BR> +δικαιωμάτων των πολιτών, ο διακανονισμός ίσης εργασίας, η<BR> +κατανομή των πολιτών σε τρεις τάξεις, η εξίσωση ανδρών και<BR> +γυναικών, η κοινογαμία κ’ η κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των<BR> +ποιητών, ο περιορισμός της αύξηση του πληθυσμού, οι πρωτόρρυθμες<BR> +γενικές αρχές του κοινωνικού και αστικού δικαίου, συνδυαζόμενες<BR> +σε οργανικό σύστημα στο έργο αυτό, αποτέλεσανε την αφετηρία<BR> +πολλών φιλοσοφικών, κοινονιωλογικών και πολιτικών θεωριών. Έτσι,<BR> +που και από την άποψη αυτή αποτελή ένα από τα σημαντικώτερα<BR> +δημιουργήματα της ανθρώπινης σκέψης. Η μετάφραση οφείλεται στον<BR> +Ιωάννη Γρυπάρη. Τόμοι τρεις.</p> + +<p>Νόμοι και Επινομίς : Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε<BR> +δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια,<BR> +διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος<BR> +Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας<BR> +πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον<BR> +διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός<BR> +Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία πολιτεύματα,<BR> +το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα συναντήσουμε περιγραφές<BR> +χαρακτήρων και επεισόδια. Κάθε συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν<BR> +εκπρόσωπος μιας ωρισμένης θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η<BR> +ώριμη φιλοσοφική αντίληψη του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα,<BR> +επιδεχτικό εφαρμογής. Η «Έπινομίς», αποτελώντας συνέχεια των<BR> +«Νόμων» είναι ταυτόχρονα και μια επεξήγηση τους συχνά.<BR> +Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι τέσσερις.</p> + +<p>Επιστολές και Όροι: Οι αποδιδόμενες, από την αρχαιότητα κιόλας,<BR> +επιστολές στον Πλάτωνα, αναφέρονται στις φιλοσοφικές αντιλήψεις<BR> +του και δίδουν πλείστες όσες λεπτομέρειες για την ζωή του μεγάλου<BR> +φιλοσόφου. Με τις «Επιστολές» συνεκδίδονται και οι «‘Όροι», -<BR> +ερμηνεία, δηλαδή, ειδικών λέξεων και φιλοσοφικών όρων που<BR> +συναντούνται στα διάφορα έργα του Πλάτωνος.</p> + +<p>ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ</p> + +<p>ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36</p> + +<p>(ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ Ο.Τ.Ε.)</p> + +<p> +</p> + +<p> +Αίθουσα 1.000 τετραγωνικών μέτρων. Χιλιάδες είδη βιβλίων στις<BR> +μισές τιμές και με μεγάλες ΕΥΚΟΛΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ</p> + +<p> +</p> + +<p> Γ. ΛΑΔΙΑΣ & ΣΙΑ Ε.Π.Ε</p> + +<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,<BR> +υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά<BR> +προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία<BR> +ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και<BR> +πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους<BR> +μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε<BR> +εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο<BR> +Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο<BR> +Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο<BR> +Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις<BR> +κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,<BR> +Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,<BR> +Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,<BR> +Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά<BR> +εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη<BR> +φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.<BR> +Από τα πιο συγκλονιστικά δράματα του παγκοσμίου θεάτρου. το έργο<BR> +αυτό παρουσιάζει αντίμαχο τον φυσικό νόμο -τη φωνή του αίματος-<BR> +προς τον νόμο της Πολιτείας, που επικρατεί βέβαια και συντρίβει,<BR> +αλλά δεν μπορεί να ταπεινώση την ευγένεια του φυσικού νόμου της<BR> +στοργής. Η θαυμασία μετάφραση, οφείλεται στον Κων. Χρηστομάνο.</p> + +<p>Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ<BR> +ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.<BR> +ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p> + +<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<p> +</p> + +<p> +<BR> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Antigoni, by Sophocles + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ANTIGONI *** + +***** This file should be named 26731-h.htm or 26731-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/2/6/7/3/26731/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</BODY> +</HTML> + diff --git a/26731-h/images/cover.jpg b/26731-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..0b3fc2d --- /dev/null +++ b/26731-h/images/cover.jpg |
