summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old/42700-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to 'old/42700-0.txt')
-rw-r--r--old/42700-0.txt9779
1 files changed, 0 insertions, 9779 deletions
diff --git a/old/42700-0.txt b/old/42700-0.txt
deleted file mode 100644
index 7cb20dd..0000000
--- a/old/42700-0.txt
+++ /dev/null
@@ -1,9779 +0,0 @@
-Project Gutenberg's Plutarch's Parallel lives - Volume 3, by Plutarch
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org
-
-
-Title: Plutarch's Parallel lives - Volume 3
- Alcibiades - Coriolanus - Timoleon - Aemilius Paulus -
- Pelopidas - Marcellus
-
-Author: Plutarch
-
-Translator: Alexandros Rangavis
-
-Release Date: May 12, 2013 [EBook #42700]
-
-Language: Greek
-
-Character set encoding: UTF-8
-
-*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PLUTARCH'S PARALLEL LIVES ***
-
-
-
-
-Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
-his major work in proofreading.
-
-
-
-
-
-Note: The tonic system has been changed from polytonic to
-monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
-changed. Footnotes have been converted to endnotes and their
-numbers are included in ().
-
-Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό,
-κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι
-υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι
-αριθμοί τους περικλείονται σε ().
-
-
-
-
-ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ
-
-ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ.
-
-ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
-
-ΥΠΟ
-
-Α. Ρ. ΡΑΓΚΑΒΗ.
-
-ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ.
-
-ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ. — ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ — ΤΙΜΟΛΕΩΝ.
-ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ — ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ — ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
-
-ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ,
-ΤΥΠΟΙΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΡΟΜΗΛΑ.
-
-1864
-
-
-
-
-ΓΕΩΡΓΙΩ ΜΠΗΚΑ.
-
-Η Π Ε Ι Ρ Ω Τ Η
-
-ΦΙΛΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
-
-ΦΙΛΟΤΙΜΙΑΣ ΕΝΕΚΑ.
-
-
-Η ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
-
-
-
-ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ
-
-
-A. ΤΟΥ Αλκιβιάδου η οικογένεια φαίνεται πρώτον έχουσα αρχηγόν
-Ευρυσάκην τον υιόν του Αίαντος (1)· εκ μητρός δ' ήτον
-Αλκμαιωνίδης, γεννηθείς εκ Δεινομάχης, της θυγατρός του
-Μεγακλέους (2). Ο δε πατήρ αυτού Κλεινίας εναυμάχησεν ενδόξως
-εις το Αρτεμίσιον (33), έχων τριήρη ήν ώπλισε δι' ιδίας
-δαπάνης, και εφονεύθη έπειτα πολεμών κατά των Βοιωτών περί την
-Κορώνειαν(4). Επίτροποι δ' ήσαν του Αλκιβιάδου ο Περικλής και
-ο Αρίφρων, υιοί του Ξανθίππου, συγγενείς όντες αυτού (5).
-Ορθώς δε λέγεται ότι ουκ ολίγον συνετέλεσεν εις την δόξαν του η
-προς αυτόν εύνοια και φιλική διάθεσις του Σωκράτους. Και του
-μεν Νικίου και Δημοσθένους και Λαμάχου και Φορμίωνος και
-Θρασυβούλου και Θηραμένους (6), ανδρών οίτινες επί της εποχής
-αυτού επίσημοι ανεδείχθησαν, ουδενός ουδ' η μήτηρ καν
-ονομάζεται· του δ' Αλκιβιάδου ηξεύρομεν και την τροφόν, ότι
-ήτον Λάκαινα το γένος, και εκαλείτο Αμύκλα, και τον παιδαγωγόν,
-ότι ωνομάζετο Ζώπυρος, ως το μεν ο Αντισθένης (73), το δε
-διηγείται ο Πλάτων. Και περί μεν της ωραιότητος του Αλκιβιάδου
-ίσως τίποτε δεν πρέπει να ειπώμεν, εκτός ότι και παις όταν
-ήτον, και νεανίσκος και ανήρ, ήνθει αύτη εις πάσαν ηλικίαν και
-εις πάσαν ώραν του σώματός του, και τον καθίστα εράσμιον και
-γλυκύν. Διότι δεν είναι αληθές, ως ο Ευριπίδης έλεγεν, ότι όλων
-των ωραίων ανθρώπων ωραίον είναι και το φθινόπωρον· αλλά το
-πλεονέκτημα τούτο είχε μετ' ολίγων άλλων ο Αλκιβιάδης διά την
-καλήν φύσιν και κράσιν του σώματός του. Η δε φωνή του λέγουσιν
-ότι είχε και τραυλότητά τινα ήτις την εστόλιζε, και έδιδεν εις
-την πολυλογίαν αυτού επαγωγόν τινα χάριν. Απομνημονεύει δε και
-ο Αριστοφάνης την τραυλότητα αυτού (8) όπου περιπαίζει τον
-Θέωρον (9)·
-
- Και ο Αλκιβιάδης μ' έλεγε τραυλώς·
- «Ο Θέωλος· ιδέ τον, έχει κόλακος (10)
- την κεφαλήν.» Ορθώς αυτά ετραύλισε.
-
-Και ο Άρχιππος (11), χλευάζων τον υιόν του Αλκιβιάδου, λέγει·
-
- «Νωθρώς βαδίζει έλκων το ιμάτιον,
-
-όπως φαίνηται όσον ενδέχεται προς τον πατέρα του ομοιότερος,
-και
-
- τραυλά προφέρει και στραβολαιμίζεται
-
-Β. Και το μεν ήθος αυτού πολλάς μετά ταύτα, ως είναι επόμενον
-εν μέσω μεγάλων πραγμάτων και πολυτρόπων τυχών, έδειξε τας
-ανομοιότητας προς εαυτό και τας μεταβολάς· αλλ' εν ώ πολλά και
-μεγάλα είχεν εκ φύσεως πάθη, το ισχυρότατον αυτών ήτον το
-φιλόνεικον άμα και το φιλόπρωτον, ως φαίνεται εκ των παιδικών
-απομνημονευμάτων του. Παλαίων ποτέ και στενοχωρούμενος, διά να
-μη πέση, έφερεν εις το στόμα του τους δακτύλους του
-στενοχωρούντος αυτόν, και εφαίνετο ως αν ήθελε να τω φάγη τας
-χείρας, ώστε ηναγκάσθη να τον αφήση, και είπε. «Δαγκάνεις, ω
-Αλκιβιάδη, ως αι γυναίκες». «Όχι, απεκρίθη εκείνος, αλλ' ως οι
-λέοντες». Άλλοτε δε, μικρός ων, έπαιζεν αστραγάλους εις την
-οδόν. Όταν δ' ήτον η σειρά του να ρίψη, επήλθε φορτηγός άμαξα·
-και πρώτον μεν είπεν αυτός προς τον οδηγούντα το ζεύγος να
-περιμείνη, διότι έπρεπε να ρίψη τους αστραγάλους εις της αμάξης
-τον δρόμον. Επειδή δ' εκείνος, αγροίκος ων, δεν υπήκουσε και
-επροχώρει, οι μεν άλλοι παίδες απεσύρθησαν, ο δ' Αλκιβιάδης,
-πρηνής πεσών εμπρός του ζεύγους, και εξαπλωθείς, τω είπεν, αν
-θέλη να περάση. Τότε ο άνθρωπος φοβηθείς, ανεχαίτισε το ζεύγος
-του, όσοι δ' είδον τα γενόμενα, έμεινον εκπεπληγμένοι, και
-έτρεξαν μετά βοής προς αυτόν. Όταν δ' έφθασεν εις ηλικίαν να
-μανθάνη, εις μεν τους λοιπούς διδασκάλους προθύμως υπήκουεν,
-απέφευγε δε το μάθημα του αυλού, ως αγενές και ελευθέρων
-ανάξιον, λέγων ότι η χρήσις της λύρας και του πλήκτρου αυτής
-δεν διαφθείρει ούτε το σχήμα ούτε την μορφήν ήτις αρμόζει εις
-άνδρα ελεύθερον· ανθρώπου δε φυσώντος διά του στόματος τους
-αυλούς, ουδ' οι οικειότεροι δύνανται να γνωρίσωσιν ευκόλως το
-πρόσωπον. Προσέτι δε, ότι η μεν λύρα ομιλεί και τραγωδεί ομού
-μετά του παίζοντος αυτήν, ο δ' αυλός ότι αποστομοί και φράττει,
-και αφαιρεί εκάστου την φωνήν και τον λόγον. «Ας αυλώσιν, είπε,
-των Θηβαίων οι παίδες, διότι δεν ηξεύρουσι να διαλέγωνται. Εις
-ημάς δε τους Αθηναίους, καθώς λέγουσιν οι πατέρες ημών,
-αρχηγέτις είναι η Αθηνά, και ο πατρώος (12) Απόλλων. Εξ αυτών
-δε, εκείνη μεν έρριψε τον αυλόν, αυτός δ' έγδαρε τον αυλητήν
-(1).» Τοιαύτα αστειευόμενος ή σπουδαίως λέγων ο Αλκιβιάδης,
-και αυτός παράτησε το μάθημα, και εξ αιτίας αυτού και οι άλλοι·
-διότι ταχέως διεδόθη λόγος εις τους παίδας ότι καλώς ποιών ο
-Αλκιβιάδης αποστρέφεται την αυλητικήν, και χλευάζει τους
-σπουδάζοντας αυτήν. Διά τούτο ο αυλός εξέπεσεν όλως διόλου ως
-διασκέδασις των ελευθέρων, και περιεφρονήθη.
-
-Γ. Μεταξύ διαφόρων άλλων ύβρεων έγραψεν ο Αντιφών (14) και
-ότι, όταν ήτον παις, εδραπέτευσεν εκ της οικίας του πρός τινα
-των εραστών του, Δημοκράτην καλούμενον· και ότι ο μεν Αρίφρων
-ήθελε να τον ζητήση διά κήρυκος, αλλ' ο Περικλής δεν αφήκεν,
-ειπών· «Αν μεν απέθανε, θέλει φανή διά του κηρύγματος μόνον
-κατά μίαν ημέραν πρότερον, αν δ' είναι σώος, η τιμή του δεν
-θέλει είσθαι σώα δι' όλου του βίου του.» Ομοίως διηγείται ότι
-εφόνευσε καί τινα των οπαδών του, κτυπήσας αυτόν διά ξύλου εις
-την παλαίστραν του Σιβυρτίου (15). Αλλ' ίσως ταύτα δεν πρέπει
-να πιστευθώσι, διότι γράφονται υπ' ανθρώπου όστις ο ίδιος
-ομολογεί ότι υβρίζει τον Αλκιβιάδην υπ' έχθρας κινούμενος.
-
-Δ. Ήδη δε πολλοί και επίσημοι συνήγοντο περί αυτόν και τον
-επεριποιούντο· και οι μεν άλλοι ήτον προφανές ότι εξεπλήττοντο
-και τον επεμελούντο διά την λαμπρότητα της καλλονής αυτού· η δ'
-αγάπη του Σωκράτους ήτον μεγίστη απόδειξις της αρετής και της
-ευφυίας του νεανίου· διότι βλέπων αυτήν εμφαινομένην και
-διαλάμπουσαν εις την μορφήν αυτού, αλλά τον πλούτον και την
-επίσημον θέσιν αυτού φοβούμενος, και τον όχλον των πολιτών, των
-ξένων και των συμμάχων, των επιζητούντων την εύνοιαν αυτού διά
-κολακειών και χαρίτων, ήθελε να τον προστατεύση, και να μη τον
-παραβλέψη ως φυτόν ού ο καρπός πίπτει και φθείρεται εις το
-άνθος. Διότι κανένα η τύχη δεν περιεστοίχισε και ωχύρωσε
-τοσούτον διά των λεγομένων αγαθών, ώστε ουδ' υπό της φιλοσοφίας
-να είναι τρωτός, ουδ' η παρρησία ή οι δηκτικοί λόγοι να έχωσι
-λαβήν επ' αυτού. Και ευθύς μεν εξ αρχής εξεθήλυνον τον
-Αλκιβιάδην οι θέλοντες ν' αρέσωσιν εις αυτόν, και τον εκώλυον
-ν' ακούη τον νουθετούντα και εκπαιδεύοντα αυτόν. Εκείνος όμως,
-ευγενές έχων το φρόνημα, εγνώρισε τον Σωκράτην, και εσχετίσθη
-προς αυτόν, απομακρύνας τους πλουσίους και ενδόξους λατρευτάς
-του. Φίλον δ' αποκτήσας αυτόν τυχαίως, και ακούσας των λόγων
-αυτού, ουχί εραστού θέλοντος ηδονάς αναξίας ανδρών, ουδέ
-ζητούντος φιλήματα και εναγκαλισμούς, αλλά σοφού, όστις ήλεγχε
-την σαθρότητα της ψυχής αυτού, και κατέβαλλε τον κενόν και
-ανόητον τύφον αυτού,
-
- Κατακαθίσας ο αλέκτωρ, έκλινεν
- ως δούλον το πτερόν του (16).
-
-Και την μεν του Σωκράτους σχέσιν εξελάμβανεν ότι τω όντι ήτον
-θεών υπηρεσία προς επιμέλειαν και σωτηρίαν των νέων. Περιφρονών
-δ' αυτός εαυτόν, θαυμάζων εκείνον, αγαπών δε την φιλοφροσύνην
-αυτού, και την αρετήν αυτού εντρεπόμενος, αυτός, όστις ήτον
-εικών του έρωτος, ως λέγει ο Πλάτων, κατ' ολίγον απέκτησεν
-αντέρωτα και αυτός· ώστε εξεπλήττοντο πάντες βλέποντες ότι
-αυτός μετά του Σωκράτους συνεδείπνει, και συνεπάλαιε, και
-κατώκει υπό την ιδίαν σκηνήν, προς δε τους άλλους αυτού
-λατρευτάς ήτον απότομος και δύσκολος, και πρός τινας
-προσεφέρετο και διόλου σοβαρώς, καθώς προς Άνυτον τον υιόν του
-Ανθεμίωνος. Ούτος ηγάπα τον Αλκιβιάδην, και καλέσας ποτέ εις
-δείπνον ξένους τινάς, εκάλεσε και εκείνον. Και την μεν
-πρόσκλησιν ηρνήθη ο Αλκιβιάδης· μεθύσας δ' εις τον οίκον του
-μετά των φίλων του, ήλθε κωμάζων (17) προς τον Άνυτον, και
-σταθείς εις του ανδρώνος τας θύρας, και ιδών τας τραπέζας
-κεκαλυμμένας υπό ποτηρίων αργυρών και χρυσών, διέταξε τους
-υπηρέτας του να λάβωσι τα ημίση εξ αυτών, και να τα φέρωσιν εις
-την οικίαν του. Δεν κατεδέχθη δε να εισέλθη, αλλ' αφ' ού έπραξε
-ταύτα, ανεχώρησεν. Επειδή δ' οι ξένοι ωργίζοντο, και έλεγον ότι
-ο Αλκιβιάδης μετεχειρίσθη τον Άνυτον υβριστικώς και υπερηφάνως,
-ο Άνυτος είπεν, «Επιεικώς εξ εναντίας και φιλοφρόνως· διότι εν
-ώ τω ήτον επιτετραμμένον να τα λάβη όλα, μας αφήκε τα ημίση
-(18)».
-
-Ε. Ούτως εφέρετο και προς τους λοιπούς λατρευτάς του, πλην ενός
-μετοίκου (19), όστις λέγουσιν ότι ολίγην είχε περιουσίαν, αλλά
-την επώλησεν όλην, και συνάξας εκατόν στατήρας (20),
-προσέφερεν αυτούς εις τον Αλκιβιάδην, και τον παρεκάλει να τους
-δεχθή. Γελάσας δε, και ευχαριστηθείς διά τούτο ο Αλκιβιάδης,
-εκάλεσεν εις δείπνον αυτόν, και εστιάσας και φιλοξενήσας αυτόν,
-τω απέδωκε το χρυσίον του, και τον επρόσταξε την επαύριον εις
-την δημοπρασίαν των δημοσίων φόρων να παρουσιασθή ως αγοραστής
-και να υπερθεματίση. Αλλ' ο άνθρωπος ήθελε ν' αποφύγη, διότι
-πολλών ταλάντων ήτον η αγορά. Ο Αλκιβιάδης όμως τον ηπείλησεν
-ότι θα τον μαστιγώση αν δεν υπακούση (21), διότι ο ίδιος είχεν
-ιδιαιτέραν τινά δυσαρέσκειαν τότε κατά των τελωνών (22). Ήλθε
-λοιπόν την αυγήν αμέσως εις την αγοράν, και προσέθεσεν εις την
-δημοπρασίαν τάλαντον (23). Τότε οι τελώναι συνήλθον
-αγανακτούντες, και τον έλεγον να ονομάση τον εγγυητήν του,
-πεπεισμένοι όντες ότι δεν θα εύρισκε. Ταραχθείς δ' ο άνθρωπος
-ανεχώρει, όταν ο Αλκιβιάδης, μακρόθεν ιστάμενος, είπε προς τους
-άρχοντας «Εμέ γράψατε, είναι φίλος μου. Εγγυώμαι.» Ταύτα
-ακούσαντες οι τελώναι, έμεινον εις αμηχανίαν, διότι συνήθιζον
-εκ των δευτέρων αγορών να χρεωλυτώσι τας πρώτας, και δεν
-έβλεπον πώς ν' απαλλαγώσι της δυσκολίας. Ήρχησαν λοιπόν να
-παρακαλώσι τον άνθρωπον, και να τω προσφέρωσι χρήματα· ο δ'
-Αλκιβιάδης δεν τον άφησε να λάβη ολιγώτερα του ταλάντου, και
-μόνον όταν τω έδωκαν το τάλαντον, τον διέταξε να παραιτηθή της
-δημοπρασίας. Κατά τούτον τον τρόπον ωφέλησεν αυτόν.
-
-ΣΤ. H δε του Σωκράτους αγάπη, ει και πολλούς και μεγάλους είχεν
-ανταγωνιστάς, ως επί το πλείστον υπερίσχυε παρά τω Αλκιβιάδη,
-διότι οι λόγοι εκείνου είχον επιρροήν επί της ευγενούς αυτού
-φύσεως, και έστρεφον την καρδίαν του, και δάκρυα τω απέσπων
-πολλάκις. Ενίοτε όμως ενέδιδε και εις τους κόλακας, οίτινες
-πολλάς τω προσέφερον ηδονάς, και διέφευγε τον Σωκράτην, και ως
-δραπετεύων εκυνηγείτο· διότι μόνον εκείνον ησχύνετο και
-εφοβείτο, τους δ' άλλους όλους περιεφρόνει. Ο Κλεάνθης (24)
-έλεγεν ότι, ο νέος όν ηγάπα, υπ' αυτού μεν εκρατείτο εκ μόνων
-των ωτίων, εις δε τους άλλους ότι παρέχει πολλάς άλλας λαβάς,
-εννοών την πολυφαγίαν και την ακολασίαν και την οινοποσίαν. Ο
-δ' Αλκιβιάδης ην μεν έκδοτος εις τας ηδονάς· τοιαύτην
-τουλάχιστον υπόνοιαν δίδει η λεγομένη υπό του Θουκυδίδου
-«παρανομία της κατά το σώμα διαίτης του (25).» Αλλά μάλλον διά
-της φιλοτιμίας και φιλοδοξίας κυριεύοντες αυτόν οι διαφθορείς
-του, τον παρέσυρον προ της καταλλήλου ηλικίας εις μεγάλων
-πραγμάτων ενασχολήσεις, πείθοντες αυτόν ότι άμα αρχήση εις τα
-δημόσια αναμιγνύμενος, ου μόνον θέλει αμαυρώσει ευθύς τους
-άλλους στρατηγούς και δημαγωγούς, αλλά θέλει υπερτερήσει και
-του Περικλέους την δύναμιν και την δόξαν μεταξύ των Ελλήνων.
-Καθώς λοιπόν ο σίδηρος εις το πυρ γίνεται μαλακός, υπό του
-ψύχους όμως πυκνούται πάλιν και συστέλλει τα μόριά του, ούτω
-και εκείνον ο Σωκράτης, οσάκις τον κατελάμβανε πλήρη χαυνότητος
-και φιληδονίας, τον συνεπίεζε διά του λόγου και τον συνέστελλε,
-και τον καθίστα ταπεινόν και άτολμον, διδάσκων αυτόν πόσον ήτον
-ελλειπής και κατά πόσον προς την αρετήν ατελής.
-
-Ζ. Ως δ' υπερέβη την παιδικήν ηλικίαν, επήγεν εις
-γραμματοδιδάσκαλον, και τω εζήτησεν έν βιβλίον του Ομήρου.
-Επειδή δ' ο διδάσκαλος τω είπεν ότι ουδέν έχει του Ομήρου, τω
-κατέφερε μίαν διά του γρόνθου και ανεχώρησεν. Εις άλλον δ'
-όστις τω είπεν ότι έχει τον Όμηρον διωρθωμένον υφ' εαυτού· «Και
-πώς, τω απεκρίθη, διδάσκεις γράμματα, όταν είσαι ικανός να
-διορθώνης τον Όμηρον, και δεν ανατρέφεις μάλλον τους νέους;»
-θέλων δε να συντύχη ποτέ μετά του Περικλέους, ήλθεν εις την
-θύραν αυτού, και ακούσας ότι καιρόν δεν έχει, αλλά σκέπτεται
-πώς να δώση απολογισμόν εις τους Αθηναίους, ανεχώρησεν ο
-Αλκιβιάδης ειπών «Και δεν ήτον καλλήτερον να σκεφθή πώς να μη
-δώση λόγον εις τους Αθηναίους;» Εν ώ ήτον εισέτι μειράκιον,
-ηκολούθησε την εις Ποτίδαιαν (26) εκστρατείαν, και είχε τον
-Σωκράτην σύνοικον εις την σκηνήν του, και επολέμει πλησίον
-αυτού εις τους αγώνας. Έγινε δε μάχη ισχυρά, καθ' ήν αμφότεροι
-διεκρίθησαν· ο δ' Αλκιβιάδης επληγώθη, και ο Σωκράτης εστάθη
-εμπρός του και υπερασπίσθη, και προδήλως έσωσεν αυτόν μετά των
-όπλων αυτού. Δικαιότατα επομένως το αριστείον ανήκεν εις τον
-Σωκράτην. Επειδή δ' οι στρατηγοί, εις την κοινωνικήν θέσιν του
-Αλκιβιάδου αποβλέποντες, εφαίνοντο ότι ήθελον εις αυτόν ν'
-αποδώσωσι την δόξαν, ο Σωκράτης, θέλων ν' αυξήση την προς τα
-καλά φιλοτιμίαν αυτού, πρώτος εμαρτύρει και παρεκάλει να τω
-δώσωσι τον στέφανον και την πανοπλίαν (27). Όταν δ' έγινεν η
-εν Δηλίω μάχη (28), και έφευγον οι Αθηναίοι, ο μεν Αλκιβιάδης,
-ήτον έφιππος. Ιδών δε τον Σωκράτην υποχωρούντα πεζόν μετ'
-ολίγων άλλων, δεν επέρασεν εμπρός, αλλά τον συνώδευσε και
-επολέμησεν υπέρ αυτού κατά των εχθρών, οίτινες επέπιπτον και
-πολλούς εφόνευον. Αλλά ταύτα εγένοντο ύστερον (29).
-
-Η. Ήτον δ' ο Ιππόνικος, ο πατήρ του Καλλίου, ανήρ δόξαν έχων
-πολλήν και δύναμιν διά τον πλούτον και την καταγωγήν του (30).
-Τούτον εκτύπησε διά του γρόνθου, ουχί παραφερόμενος υπ' οργής ή
-έριδος, αλλά διά να γελάσωσι, στοιχηματίσας μετά των φίλων του.
-Επειδή δ' η αυθάδειά του αύτη έγινε περιβόητος εις την πόλιν,
-και, ως ήτον επόμενον, όλοι ηγανάκτουν κατ' αυτού, άμα
-εξημέρωσεν, απήλθεν ο Αλκιβιάδης εις την οικίαν του Ιππονίκου,
-εκτύπησε την θύραν, και εισελθών προς αυτόν, απεδύθη το ιμάτιόν
-του, και τω παρέδωκε το σώμα παρακαλών αυτόν να τον μαστιγώση
-και να τον τιμωρήση. Τότε εκείνος τον εσυγχώρησε, και
-κατεπραΰνθη, και μετά ταύτα τω έδωκεν εις γάμον και την κόρην
-του Ιππαρέτην. Τινές δε λέγουσιν ότι ουχί ο Ιππόνικος, αλλά
-Καλλίας ο υιός αυτού έδωκεν εις τον Αλκιβιάδην την Ιππαρέτην
-μετά προικός δέκα ταλάντων (31). Έπειτα δε, όταν αύτη
-εγέννησεν, ότι εισέπραξεν ο Αλκιβιάδης άλλα πάλιν δέκα, την
-απαίτησιν προτείνων ότι ούτω συνεφώνησεν αν γεννηθώσιν υιοί. Ο
-δε Καλλίας, φοβούμενος τας επιβουλάς του, προσήλθεν εις τον
-δήμον και τω εχάρισε τα χρήματα και τον οίκον του (32), εν
-περιπτώσει καθ' ήν ήθελε συμπέσει ν' αποθάνη χωρίς ν' αφήση
-απογόνους. Ήτον δ' εύτακτος γυνή η Ιππαρέτη, και ηγάπα τον
-άνδρα της, και ελυπείτο εις τον γάμον της, βλέπουσα τας σχέσεις
-αυτού μετά ξένων και Αθηναίων εταιρών, δι' ό και εγκαταλείψασα
-την οικίαν, απήλθε προς τον αδελφόν της. Επειδή δ' ο Αλκιβιάδης
-ηδιαφόρει, και εξηκολούθει παραδιδόμενος εις τρυφάς, ανάγκη
-ήτον να παραδώση την έγγραφον αίτησιν του διαζυγίου εις τον
-άρχοντα, ουχί δι' άλλων, άλλα παρουσιαζομένη αυτοπροσώπως. Όταν
-λοιπόν μετέβη προς αυτόν όπως πράξη τούτο κατά τον νόμον,
-επελθών ο Αλκιβιάδης, την ήρπασε, και απήλθε, φέρων αυτήν διά
-της αγοράς, χωρίς ουδείς να εναντιωθή ή να τολμήση να την
-αφαιρέση. Έμεινε δ' ούτω παρ' αυτώ μέχρι του θανάτου της, και
-απέθανε μετ' ολίγον, όταν ο Αλκιβιάδης έπλευσεν εις την Έφεσον.
-Δεν εφάνη δε παντελώς η βία αύτη ούτε παράνομος ούτε
-απάνθρωπος· διότι ο νόμος διά τούτο φαίνεται απαιτών να
-παρουσιάζηται η χωριζομένη γυνή η ιδία εις το δημόσιον, όπως
-δίδηται αφορμή εις τον άνδρα ν' απαιτή αυτήν και να την λαμβάνη
-οπίσω.
-
-Θ. Είχε δ' αυτός κύνα θαυμαστόν διά το μέγεθος και το κάλλος,
-όν είχεν αγοράσει εβδομήκοντα μνας (33). Τούτου έκοψε την
-ουράν, ήτις ήτον ωραιοτάτη· οι δε φίλοι του τον επέπληττον διά
-τούτο, και τω έλεγον ότι όλοι οργίζονται διά τον κύνα και τον
-κακολογούσι. Τότε γελάσας ο Αλκιβιάδης, «Γίνεται λοιπόν, είπεν,
-ό,τι ήθελον. Διότι θέλω οι Αθηναίοι περί τούτου να λαλώσιν,
-όπως μη λέγωσι χειρότερόν τι περί εμού.»
-
-Ι. Λέγεται δ' ότι η πρώτη αυτού είσοδος εις τα πολιτικά εγένετο
-μετά χρηματικής συνεισφοράς, ήν προσέφερεν ουχί εκ προμελέτης·
-αλλ' εν ώ διήρχετο, ακούσας τους Αθηναίους ότι εθορύβουν,
-ηρώτησε τις ην η του θορύβου αιτία· και μαθών ότι εγίνοντο
-επιδόσεις χρημάτων (34), προσήλθε και συνεισέφερεν· ο δε δήμος
-εχειροκρότει και εβόα, και εκείνος υπό χαράς ελησμόνησεν ότι
-είχεν ορτύκιον εις τον κόλπον του ιματίου του (35)· φοβηθέν δ'
-αυτό έφυγε, και τότε έτι μάλλον εβόων οι Αθηναίοι, και πολλοί
-ηγέρθησαν και έτρεχον να το κυνηγήσωσι· το συνέλαβε δ' ο
-κυβερνήτης (36) Αντίοχος, και τω το επέδωκε, δι' ό και έγινε
-προσφιλέστατος εις τον Αλκιβιάδην. Εν ώ δ' η καταγωγή και ο
-πλούτος αυτού, και αι εις τας μάχας ανδραγαθίαι, και οι πολλοί
-φίλοι και οικείοι του τω ήνοιγον ευρείας τας θύρας της
-πολιτείας, αυτός δι' ουδενός άλλου ήθελε τοσούτον να ισχύση
-παρά τω λαώ, ως διά της χάριτος του λόγου αυτού. Και ότι μεν
-είχε δύναμιν ευγλωττίας, και οι κωμικοί μαρτυρούσι τούτο, και ο
-δυνατώτατος των ρητόρων (37) εν τω κατά Μειδίου λόγω του λέγει
-ότι προς τοις άλλοις ο Αλκιβιάδης υπήρχε δεινότατος περί το
-λέγειν. Αν δε πιστεύσωμεν τον Θεόφραστον (38), άνδρα φιλομαθή
-και ιστορικόν υπέρ πάντα φιλόσοφον, ο Αλκιβιάδης ήτον ο πάντων
-ικανώτατος εις το να ευρίσκη επιχειρήματα, και να επινοή τα
-εικότα. Αλλά ζητών ου μόνον τι πρέπει να λέγη, αλλά και πώς και
-τίνας λέξεις και φράσεις πρέπει να μεταχειρίζηται μη έχων δ'
-αυτάς προχείρους, πολλάκις επρόσκοπτε, και εν ώ ωμίλει εσιώπα
-και διεκόπτετο, και όταν η λέξις τον διέφευγεν, επανελάμβανε
-την τελευταίαν και εσκέπτετο.
-
-ΙΑ. Περιβόητοι δ' έγιναν και αι ιπποτροφίαι αυτού διά το πλήθος
-των αμαξών του· διότι ουδείς άλλος ούτε ιδιώτης ούτε βασιλεύς
-έπεμψε ποτέ επτά εις την Ολυμπίαν, αλλά μόνος εκείνος. Ότι δ'
-ενίκησε, και ότι έλαβε και το δεύτερον άθλον και το τέταρτον,
-ως λέγει ο Θουκυδίδης (39), ως δε λέγει ο Ευριπίδης, και το
-τρίτον, τούτο κατά λαμπρότητα και δόξαν υπερβαίνει πάσαν περί
-τα τοιαύτα φιλοτιμίαν. Λέγει δ' ο Ευριπίδης εις το άσμα αυτού
-ταύτα·
-
- Σε, ω υιέ του Κλεινίου θα ψάλλω.
- Καλόν μεν η νίκη, πλην κάλλιστον,
- ό,τι ουδείς των Ελλήνων κατώρθωσε,
- πρώτος μ' άρμα να τρέξη,
- και δεύτερος και τρίτος·
- και νικήσας ακόπως (40),
- τρις στεφθείς μ' ελαίαν,
- υπό κήρυκος ν' ανευφημήσαι (41).
-
-ΙΒ. Τούτο δε το λαμπρόν κατέστησεν έτι ενδοξότερον η φιλοτιμία
-των πόλεων. Διότι οι Εφέσιοι τω έστησαν σκηνήν πολυτελώς
-εστολισμένην, η δε πόλις των Χίων τω προσέφερε τροφάς διά τους
-ίππους του, και πλήθος θυμάτων, οίνον δ' οι Λέσβιοι, και τα
-άλλα προς υποδοχήν αναγκαία, όπως φιλεύη πολλούς αφειδώς. Αλλά
-συκοφαντία τις ή κακοήθεια ίσως συμβάσα κατά τον αγώνα εκείνον,
-έδωκεν αφορμήν πολλών λόγων. Λέγεται ότι εις τας Αθήνας υπήρχε
-Διομήδης τις, άνθρωπος ουχί πονηρός, φίλος δε του Αλκιβιάδου,
-και επιθυμών να κερδήση την νίκην των Ολυμπίων. Ακούσας λοιπόν
-ότι είχον οι Αργείοι δημόσιον άμαξαν, και ηξεύρων ότι ο
-Αλκιβιάδης είχε μεγάλην επιρροήν, και φίλους πολλούς εις το
-Άργος, τον κατέπεισε ν' αγοράση την άμαξαν δι' αυτόν. Την
-ηγόρασε λοιπόν ο Αλκιβιάδης, αλλά την ενέγραψεν εις ίδιον
-εαυτού όνομα, διά δε τον Διομήδην ηδιαφόρησεν εντελώς, και τον
-αφήκε ν' αγανακτή, και να επιμαρτύρηται Θεούς και ανθρώπους.
-Φαίνεται δ' ότι και δίκη προέκυψεν εκ τούτου, και λόγον έγραψεν
-ο Ισοκράτης (42) περί του ζεύγους υπέρ του υιού του
-Αλκιβιάδου· εις αυτόν όμως ο αντίδικος καλείται Τισίας και ουχί
-Διομήδης.
-
-ΙΓ. Αφ' ού δ' επεδόθη εις την πολιτικήν, εν ώ ήτον μειράκιον
-έτι, τους μεν άλλους δημαγωγούς ευθύς εταπείνωσεν· ανταγωνιστάς
-δ' είχε Φαίακα τον Ερασιστράτου (43) και Νικίαν τον Νικηράτου,
-τούτον μεν προβεβηκότα ήδη την ηλικίαν και θεωρούμενον ως
-στρατηγόν άριστον· τον δε Φαίακα αρχίζοντα, ως αυτός, τότε ν'
-αυξάνη, και εξ επισήμων όντα γονέων, αλλά κατώτερον αυτού και
-κατά τ' άλλα και κατά την ευγλωττίαν· διότι εφαίνετο μάλλον
-κοινωνικός και καταπειστικός εις τας ιδιαιτέρας συναναστροφάς,
-παρά ικανός να υποφέρη τους αγώνας εις την εκκλησίαν του δήμου·
-και ως ο Εύπολις (44) λέγει·
-
- καλώς ελάλει, αλλ' ωμίλει ασθενώς.
-
-Υφίσταται δε και λόγος τις κατ' Αλκιβιάδου, γραφείς υπό
-Φαίακος· εν αυτώ δε μεταξύ άλλων λέγεται και ότι η πόλις είχε
-πολλά σκεύη χρυσά και αργυρά διά τας πομπάς, ο δ' Αλκιβιάδης τα
-μετεχειρίζετο όλα ως εδικά του, διά την καθ' ημέραν οικιακήν
-χρήσιν του. Υπήρχε δέ τις τότε Υπέρβολος Περιθοίδης (45) όν
-αναφέρει ως άνθρωπον πονηρόν και ο Θουκυδίδης (46) και όστις
-εις τους κωμικούς όλους εν γένει έδιδεν αφορμήν διασκεδάσεως,
-χλευαζόμενος πάντοτε εις τα θέατρα. Ανάλγητος ούτος προς τας
-κατηγορίας και απαθής ων, εξ αδιαφορίας διά την δόξαν, όπερ
-είναι αναισχυντία και ανοησία, αν καί τινες τ' ονομάζουσιν
-ανδρείαν και ευτολμίαν, εις κανένα μεν δεν ήρεσκε, τον
-μετεχειρίζετο δε πολλάκις ο δήμος, όταν επεθύμει να εξευτελίζη
-τους κατέχοντας τ' αξιώματα και να τους συκοφαντή. Υπό τούτου
-και τότε ο δήμος καταπεισθείς, έμελλε να ρίψη το όστρακον
-(47), δι' ού ταπεινούντες εξορίζουσι πάντοτε τον πολίτην
-εκείνον όστις υπερέχει των πολιτών κατά την δόξαν και δύναμιν,
-τον φθόνον των μάλλον παρηγορούντες παρά τον φόβον των. Επειδή
-δε προφανές ήτον ότι καθ' ενός των τριών θα έρριπτον το
-όστρακον, συνήνωσεν ο Αλκιβιάδης τας φατρίας, και
-συνδιαλλαχθεις μετά του Νικίου, έτρεψε τον οστρακισμόν κατά του
-Υπερβόλου. Ως δέ τινες λέγουσι, συνωμίλησεν ουχί μετά του
-Νικίου, αλλά μετά του Φαίακος, και εκείνου προσλαβών την
-φατρίαν, έδιωξε τον Υπέρβολον, όστις πολύ απείχε του να το
-περιμένη· διότι εις την ποινήν ταύτην ουδείς υπέπιπτε ταπεινός
-και άδοξος, ως είπε και ο Πλάτων ο κωμικός (48), τον Υπέρβολον
-αναφέρων·
-
- Των τρόπων του έπαθ' εκείνος άξια,
- πλην των στιγμάτων κ' εαυτού ανάξια·
- Διά τοιούτους δεν ευρέθη τ' όστρακον.
-
-Αλλά τα περί τούτων ιστορούμενα αλλαχού ερρέθησαν εκτενέστερον
-(49).
-
-ΙΔ. Ελύπει δε τον Αλκιβιάδην επίσης ο Νικίας θαυμαζόμενος υπό
-των εχθρών, ή τιμώμενος υπό των πολιτών· διότι ο Αλκιβιάδης
-ήτον πρόξενος των Λακεδαιμονίων (50), και επεριποιήθη τους
-άνδρας αυτών όσοι είχον αιχμαλωτισθή εις την Πύλον (51).
-Επειδή δ' εκείνοι διά του Νικίου κυρίως επιτυχόντες ειρήνην,
-και λαβόντες τους άνδρας οπίσω, υπερηγάπων αυτόν, και μεταξύ
-των Ελλήνων ελέγετο λόγος ότι ο Περικλής μεν εκίνησεν, ο Νικίας
-δε διέλυσε τον πόλεμον, και οι περισσότεροι ωνόμαζον Νικίειον
-την ειρήνην, διά τούτο δυσηρεστείτο σφοδρώς ο Αλκιβιάδης και
-εφθόνει, και εσκέπτετο πώς να ταράξη τας συνθήκας. Και πρώτον
-μεν εννοήσας ότι οι Αργείοι, μισούντες και φοβούμενοι τους
-Σπαρτιάτας, ήθελον ν' αποσπασθώσιν απ' αυτών, τοις έδιδε
-κρυφίως ελπίδας συμμαχίας μετά των Αθηναίων, και τους
-ενεθάρρυνε, στέλλων και συνεννοούμενος μετά των προεστώτων του
-δήμου, να μη φοβώνται, ουδέ να κλίνωσιν υπό τους
-Λακεδαιμονίους, αλλά να στραφώσι προς τους Αθηναίους, και να
-περιμείνωσι, διότι τάχιστα αυτοί θα μετενόουν και θ' άφηνον την
-ειρήνην. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι συνήψαν συμμαχίαν προς τους
-Βοιωτούς, και παρέδωκαν εις τους Αθηναίους την Πάνακτον (52)
-ουχί, ως έπρεπεν, ορθήν, αλλά κατεδαφίσαντες αυτήν, ιδών τους
-Αθηναίους οργιζομένους, τους ηρέθιζεν έτι μάλλον, και εθορύβει
-περί Νικίου, και τον διέβαλλε, πιθανάς κατηγορίας προτείνων,
-ότι τους εν Σφακτηρία συλληφθέντας εχθρούς, ουδ' ο ίδιος, όταν
-εστρατήγει, ηθέλησε να τους αιχμαλωτίση, και ότε άλλοι τους
-ηχμαλώτισαν, αυτός τους αφήκε και τους απέδωκε, χαριζόμενος εις
-τους Λακεδαιμονίους· και όμως, ότι καί τοι φίλος ων εκείνων,
-δεν τους κατέπεισε να μη συνωμόσωσι μετά των Βοιωτών, ουδέ μετά
-των Κορινθίων, εμποδίζει δε τους Έλληνας όσοι θέλουσι να γίνωσι
-σύμμαχοι και φίλοι των Αθηναίων, αν δεν εγκρίνωσι τούτο οι
-Λακεδαιμόνιοι. Ταύτα κακώς διέθετον κατά του Νικίου, ότε, ως εκ
-τύχης, ήλθον πρέσβεις εκ Λακεδαίμονος, και εκείθεν λόγους
-φέροντες φιλικούς, και λέγοντες ότι έχουσι πληρεξουσιότητα να
-συνομολογήσωσι παν το δίκαιον και συμβιβαστικόν. Ταύτα εγένοντο
-δεκτά υπό της Βουλής, και την επαύριον έμελλε να συνέλθη ο
-δήμος (53). Φοβηθείς δ' ο Αλκιβιάδης, κατώρθωσεν οι πρέσβεις
-να έλθωσιν εις συνέντευξιν μετ' αυτού. Όταν δ' ήλθον, «Τι
-επάθατε, άνδρες Σπαρτιάται; τοις είπε· πώς δεν γνωρίζετε ότι η
-Βουλή είναι πάντοτε μετριοπαθής και φιλάνθρωπος προς πάντας
-τους εις αυτήν παρουσιαζομένους, ο δε δήμος μεγαλοφρονεί και
-μεγάλων ορέγεται, και αν ειπήτε ότι έρχεσθε πληρεξουσιότητα
-έχοντες, θέλει σας κακομεταχειρισθή, προστάζων σας και βίαν εις
-σας επιφέρων ; Μη πράττετε ταύτην την αφροσύνην, και αν θέλητε
-να εύρητε μετριοπαθείς τους Αθηναίους, και να μη βιασθήτε παρά
-την γνώμην σας, ομιλήσατε περί των δικαίων ως να μη έχητε
-πληρεξουσιότητα. Θέλομεν δε συμπράξει και ημείς διά να
-ευχαριστήσωμεν τους Λακεδαιμονίους.» Ταύτα δ' ειπών, έδωκεν
-όρκους εις αυτούς, και τους απέσπασεν εντελώς από του Νικίου,
-εις αυτόν εντελώς εμπιστευομένους, και θαυμάζοντας αυτού την
-μεγάλην ικανότητα και την σύνεσιν, ως ούσαν ανδρός ουχί του
-τυχόντος. Την δ' επαύριον συνήχθη ο δήμος, και εισήλθον προς
-αυτόν οι πρέσβεις. Ερωτηθέντες δε φιλοφρονέστατα υπό του
-Αλκιβιάδου υπό ποίους όρους ήλθον, είπον ότι δεν έχουσι
-πληρεξουσιότητα. Τότε αμέσως ο Αλκιβιάδης επέπεσε κατ' αυτών
-μετά κραυγών και οργής, ως αδικούμενος αυτός και ουχί ως
-αδικών, και τους εκάλει απίστους και παλιμβούλους, και ελθόντας
-επί σκοπώ ούτε να ειπώσιν ούτε να πράξωσί τι ορθόν. Ηγανάκτει
-δε και η βουλή, και ο δήμος ωργίζετο· ο δε Νικίας εκυριεύετο
-υπ' εκπλήξεως και κατηφείας διά των ανδρών την μεταβολήν,
-αγνοών την απάτην και τον δόλον.
-
-ΙΕ. Ούτως απεπέμφθησαν οι Λακεδαιμόνιοι, και στρατηγός
-εκλεχθείς ο Αλκιβιάδης, κατέστησεν ευθύς τους Αργείους και τους
-Μαντινείς και τους Ηλείους (54) συμμάχους των Αθηναίων. Και
-τον μεν τρόπον της πράξεως ουδείς επήνει· το πραχθέν όμως υπ'
-αυτού ήτον μέγα, ότι διαίρεσε και εκλόνισε σχεδόν πάσαν την
-Πελοπόννησον, και εις μίαν ημέραν τόσας ασπίδας αντέταξε περί
-την Μαντίνειαν κατά των Λακεδαιμονίων, και διήγειρεν επ' αυτούς
-μακράν όλως των Αθηνών αγώνα και κίνδυνον, εις όν αν
-υπερίσχυον, η νίκη ουδέν μέγα πλεονέκτημα θα προσέθετεν εις
-αυτούς, αν δ' ενικώντο, δύσκολον θα ήτον η Λακεδαίμων να σωθή.
-Ευθύς δε μετά την μάχην, οι Χίλιοι (55) εν Άργει επιχείρησαν
-να καταλύσωσι τον δήμον και υποτάξωσιν εις εαυτούς την πόλιν.
-Ελθόντες δ' οι Λακεδαιμόνιοι, κατέλυσαν την δημοκρατίαν. Αλλ'
-οπλισθείς πάλιν ο δήμος υπερίσχυσε, και επελθών ο Αλκιβιάδης
-εξησφάλισε την νίκην εις τον δήμον, και τους έπεισε ν'
-ανεγείρωσι τα μακρά τείχη, και ενωθέντες μετά της θαλάσσης, να
-εξαρτήσωσιν εντελώς την πόλιν από της των Αθηναίων δυνάμεως.
-Και έφερε δε και τέκτονας και λιθουργούς εξ Αθηνών, και πάσαν
-εδείκνυε προθυμίαν, ευγνωμοσύνην και δύναμιν αποκτών δι' εαυτόν
-ουχί ήττον ή διά την πατρίδα του. Ομοίως δ' έπεισε και τους
-Πατρείς να συνάψωσι διά μακρών τειχών την πόλιν μετά της
-θαλάσσης. Και επειδή τις έλεγεν εις τους Πατρείς· «Οι Αθηναίοι
-θα σας καταπίωσιν,» «Ίσως, είπεν ο Αλκιβιάδης, κατ' ολίγον, και
-από τους πόδας· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι διά μιας και από την
-κεφαλήν.» Συγχρόνως δε συνεβούλευε τους Αθηναίους να φροντίζωσι
-και κατά ξηράν να είναι ισχυροί, και να κυρώσιν εμπράκτως τον
-όρκον όν οι έφηβοι έδιδον πάντοτε εις της Αγραύλου το ιερόν
-(56). Διότι ομνύουσιν, ως όρια της Αττικής να θεωρώσι τους
-σίτους, τας κριθάς, τας αμπέλους και τας ελαίας, διδασκόμενοι
-να καταστήσωσιν εδικήν των πάσαν την ήμερον και καρποφόρον
-χώραν.
-
-ΙΣΤ. Αλλ' εν τω μέσω τοσούτων έργων πολιτικών, και λόγων, και
-φρονημάτων, και ικανότητος, πολλήν αφ' ετέρου εδείκνυε τρυφήν
-εις τον τρόπον του βίου του, και ακρασίαν εις τα φαγοπότια και
-τους έρωτας, και θηλυπρέπειαν εις την ενδυμασίαν του, έλκων
-πορφυράς εσθήτας διά της αγοράς, και πολιτέλειαν υπερήφανον,
-κόπτων τα καταστρώματα εις τας τριήρεις και απλών τα στρώματα
-εις ζώνας, ουχί εις σανίδας, όπως κοιμάται μαλακώτερον, και την
-ασπίδα του κατασκευάζων διάχρυσον, έχουσαν ως τύπον ουχί
-σημείον τι των πατέρων του, αλλ' έρωτα κεραυνοφόρον. Ταύτα
-βλέποντες, οι μεν επίσημοι πολίται εβδελύττοντο αυτά και
-ηγανάκτουν, αλλά και εφοβούντο συγχρόνως την αδιαφορίαν αυτού
-και την παρανομίαν, ως συμπτώματα τυραννικά και αλλόκοτα.
-Εξηγών δ' ο Αριστοφάνης ουχί κακώς την προς αυτόν διάθεσιν του
-δήμου λέγει ταύτα (57)·
-
- Ποθεί, μισεί, και να τον έχη βούλεται.
-
-Έτι δ' ισχυροτέρα είναι η επομένη αλληγορία·
-
- Ποτέ μη τρέφης εις την πόλιν λέοντα·
- ή εάν τρέφης, κλίνε εις τους τρόπους του.
-
-Διότι αι συνεισφοραί και χορηγίαι αυτού, και όσα, πάσης
-υπερβολής ανώτερα, φιλοτίμως εδαπάνα υπέρ της πόλεως, και των
-προγόνων αυτού η δόξα, και του λόγου η δύναμις, και του σώματος
-το κάλλος, και η ευρωστία και η δύναμις μετά της πολεμικής
-εμπειρίας, έπειθον τους Αθηναίους να συγχωρώσι πάντα τ' άλλα,
-και να υποφέρωσιν αυτά μεθ' υπομονής, αποδίδοντες εις τας
-παρεκτροπάς του τα μετριώτερα ονόματα πάντοτε, και παιγνίδια
-ονομάζοντες αυτάς και φιλανθρωπίας. Τοιούτον τι ήτον και το να
-κατακλείση τον ζωγράφον Αγάθαρχον, και μετά ταύτα, αφ' ού
-εζωγράφησε την οικίαν του, να τον αφήση, πλούσια δώρα δους εις
-αυτόν (58). Και το να ραπίση τον Ταυρέαν (59), όστις
-αντεχορήγει (60), διότι εφιλοτιμείτο να κερδίση την νίκην· και
-το ότι έλαβε γυναίκα Μηλίαν εκ των αιχμαλώτων, και αποκτήσας
-έθρεψε παιδίον εξ αυτής. Τούτο το έλεγον φιλάνθρωπον· και όμως
-αυτός εγένετο αιτιώτατος του ν' αποσφαγώσιν ηβηδόν όλοι οι
-Μήλιοι, υποστηρίξας το περί τούτου ψήφισμα. Όταν δ' ο Αριστοφών
-(61) εξωγράφησε την Νεμέαν, έχουσαν εις τας αγκάλας της
-καθήμενον το Αλκιβιάδην, τότε όλοι έτρεχον και έβλεπον την
-εικόνα χαίροντες. Οι δ' αρχαιότεροι δυσηρεστούντο και διά
-ταύτα, θεωρούντες αυτά ως εις τυράννους ίδια και παράνομα. Και
-ο Αρχέστρατος δε (62) δεν εφαίνετο ατόπως λέγων ότι η Ελλάς
-δεν θα εδύνατο να υποφέρη δύο Θεμιστοκλείς. Απαντήσας δέ ποτε
-Τίμων ο μισάνθρωπος τον Αλκιβιάδην, μετά τινα μεγάλην αυτού
-επιτυχίαν θριαμβευτικώς προπεμπόμενον εκ της εκκλησίας, δεν
-επέρασεν εμπρός του, ουδέ τον απέφυγεν ως συνήθως έπραττε δι'
-άλλους, αλλ' ήλθε προς αυτόν και χαιρετήσας· «Καλά κάμνεις, τω
-είπεν, ω παι, αυξανόμενος, διότι αυξάνεις κακόν μέγα εις όλους
-τούτους.» Τότε μεν άλλοι εγέλων, άλλοι δ' ύβριζον αυτόν· είς
-τινας όμως επροξένησεν ο λόγος πολλήν εντύπωσιν. Ούτως
-αμφίβολος ην η περί αυτού υπόληψις διά του χαρακτήρος αυτού το
-ανώμαλον.
-
-ΙΖ. Έτι δ' επί ζωής του Περικλέους επεθύμουν οι Αθηναίοι την
-Σικελίαν, και ευθύς μετά τον θάνατόν του ήρξαντο της
-επιχειρήσεως, και έστελλον τας λεγομένας βοηθείας και συμμαχίας
-προς τους λαούς όσοι εκάστοτε ηδικούντο υπό των Συρακουσίων, ως
-οχετούς αυτάς προς την μεγάλην εκστρατείαν μεταχειριζόμενοι. Ο
-δε προ πάντων την επιθυμίαν αυτών ταύτην παροξύνας, και
-παρακινήσας αυτούς να επιχειρήσωσι να καταστρέψωσι την νήσον
-ουχί κατά μέρος ουδέ κατ' ολίγον, αλλά διά μεγάλου στόλου
-εκπλεύσαντες, ήτον ο Αλκιβιάδης, τον δήμον μεγάλα να ελπίση
-πείσας, και αυτός μεγαλητέρων όρεξιν έχων· Διότι διενοείτο να
-είναι η Σικελία ως προς τας ελπίδας του, αρχή της εκστρατείας,
-και ουχί τέλος, καθώς οι άλλοι ενόμιζον. Και ο μεν Νικίας,
-θεωρών την άλωσιν των Συρακουσών έργον δύσκολον, απέτρεπε τον
-δήμον· ο δ' Αλκιβιάδης την Καρχηδόνα και την Λιβύην (63)
-ονειροπολών, και αφ' ού αύται εκυριεύοντο, κατέχων ήδη την
-Ιταλίαν και την Πελοπόννησον, εθεώρει την Σικελίαν σχεδόν ως
-απλούν πολέμου εφόδιον. Και οι μεν νέοι αμέσως εξήπτοντο διά
-των ελπίδων, και ήκουον τους γεροντοτέρους πολλά και θαυμάσια
-περί εκστρατείας διηγουμένους, και πολλοί εκάθηντο εις τας
-παλαίστρας και εις τα αμφιθέατρα, διαγράφοντες το σχήμα της
-νήσου, και την θέσιν της Λιβύης και της Καρχηδόνος. Αλλ' ο
-φιλόσοφος Σωκράτης και ο αστρολόγος Μέτων (64) λέγουσιν ότι
-ουδέν καλόν ήλπιζον διά την πόλιν εκ της εκστρατείας εκείνης, ο
-μεν διότι, ως φαίνεται, ήλθε και τον ειδοποίησε το σύνηθες
-αυτού δαιμόνιον (65)· ο δε Μέτων, είτε εκ σκέψεως φοβηθείς το
-μέλλον, είτε μαντείας τινά τρόπον μεταχειρισθείς, επροσποιήθη
-ότι εβλάβη τας φρένας, και λαβών δάδα καίουσαν, επεχείρησε να
-πυρπολήση την οικίαν του. Τινές δε λέγουσιν ότι μανίαν ουδόλως
-επροσποιήθη ο Μέτων, αλλ' ότι έκαυσε την νύκτα τον οίκον του,
-και έπειτα το πρωί εξελθών παρεκάλει και καθικέτευε, μετά την
-τοσαύτην συμφοράν να επιτραπή εις τον υιόν του να μη
-συνεκστρατεύση. Και επέτυχε την επιθυμίαν του, απατήσας τους
-πολίτας.
-
-ΙH. Εξελέγη δε στρατηγός ο Νικίας παρά την θέλησίν του,
-αποφεύγων την αρχήν προς τοις άλλοις και διά τον συνάρχοντά
-του. Διότι εις τους Αθηναίους εφαίνετο ότι ο πόλεμος μάλλον θα
-ευδοκίμει αν δεν εστέλλετο ο Αλκιβιάδης ά κ ρ α τ ο ς, αλλ'
-εις την τόλμην αυτού συνεμίγνυτο και η πρόνοια του Νικίου· καθ'
-όσον ο τρίτος στρατηγός Λάμαχος, καί τοι προβεβηκώς την
-ηλικίαν, δεν εφαίνετο όμως ολιγώτερον του Αλκιβιάδου θερμός και
-φιλοκίνδυνος κατά τους αγώνας. Όταν δ' έγινε διάσκεψις εν τω
-δήμω περί του πλήθους και του τρόπου των προπαρασκευών, ο
-Νικίας και τότε πάλιν επροσπάθει ν' αντισταθή και να εμποδίση
-τον πόλεμον. Αλλ' ο Αλκιβιάδης αντικρούσας αυτόν υπερίσχυσε,
-και τότε ο ρήτωρ Δημόστρατος (66) έγραψε ψήφισμα και είπεν ότι
-εις τους στρατηγούς πρέπει να δοθή πληρεξουσιότης και διά τας
-προπαρασκευάς, και δι' όλον τον πόλεμον. Επεκύρωσε δε τούτο ο
-δήμος, και όλοι ήσαν έτοιμοι ν' αποπλεύσωσιν· αλλά καλοί δεν
-ήσαν ουδέ της εορτής οι οιωνοί· διότι κατά τας ημέρας εκείνας
-συνέπιπτον τ' Αδώνια (67), και αι γυναίκες εξέθετον πολλαχού
-είδωλα όμοια προς νεκρούς ενταφιαζομένους, και ταφάς εμιμούντο
-κλαίουσαι, και έψαλλον θρήνους. Η δε περικοπή των Ερμών (68),
-ών οι πλείστοι, εντός μιάς νυκτός ηκρωτηριάσθησαν κατά τα
-πρόσωπα, συνετάραξε πολλούς εξ εκείνων οίτινες περιεφρόνουν τα
-τοιαύτα. Και ευρέθη μεν ότι οι Κορίνθιοι, αποίκους έχοντες τους
-Συρακουσίους, έπραξαν ταύτα επ' ελπίδι ότι ένεκα των οιωνών θ'
-ανεχαιτίζοντο οι Αθηναίοι, ή θα μετενόουν διά τον πόλεμον. Αλλ'
-εις το πλήθος δεν απετέλει εντύπωσιν ούτε ούτος ο λόγος, ούτ'
-εκείνοι των διισχυριζομένων ότι ουδέν υπήρχε κακόν σημείον,
-αλλ' οινοποσίας ακολάστων νέων αποτελέσματα, αρχομένων από
-παιγνιδίων, και τελευτώντων εις ασέβειαν. Εκλαμβάνοντες δε το
-γεγονός μετ' οργής και φόβου, και φρονούντες ότι ετολμήθη εκ
-συνωμοσίας διά πράγματα μεγάλα, εξετάζον αυστηρώς πάσαν αφορμήν
-υπονοίας, και η βουλή συνεδρίαζε προς τούτο, και ο δήμος
-συνήλθεν εις ολίγας ημέρας πολλάκις.
-
-ΙΘ. Κατά τον αυτόν δε καιρόν ο δημαγωγός Ανδροκλής (69)
-παρουσίασε δούλους τινάς και μετοίκους (70), οίτινες
-κατηγόρουν τον Αλκιβιάδην και τους φίλους αυτού ότι και άλλα
-αγάλματα περιέκοψαν, και μεθύοντες απεμιμήθησαν τα μυστήρια.
-Έλεγον δ' ότι Θεόδωρος μέν τις εξετέλει το μέρος του κήρυκος,
-Πολυτίων (71) δε το του Δαδούχου, το δε του Ιεροφάντου ο
-Αλκιβιάδης, και οι άλλοι σύντροφοί του ότι ήσαν παρόντες, και
-εμυούντο δήθεν, μύστας ονομάζοντες αλλήλους. Ταύτα ήσαν
-γεγραμμένα εις την εισαγγελίαν (72) του Θεσσαλού, υιού του
-Κίμωνος, όστις κατήγγειλε τον Αλκιβιάδην δι' ασέβειαν προς τας
-Θεάς (73). Εκ τούτων ο δήμος ωργίζετο, και πικρώς διάκειτο
-προς τον Αλκιβιάδην, και ο Ανδροκλής, όστις ήτον εκ των
-ασπονδοτέρων εχθρών αυτού, παρώξυνε το πλήθος, ώστε κατ' αρχάς
-εταράχθησαν οι φίλοι του Αλκιβιάδου. Αλλ' ιδόντες ότι οι ναύται
-όσοι έμελλον ν' αποπλεύσωσιν εις Σικελίαν διέκειντο ευνοϊκώς
-προς αυτούς, ομοίως δε και οι στρατιώται, και ακούσαντες ότι οι
-Αργείοι και Μαντινείς, οίτινες ήσαν χίλιοι οπλίται, έλεγον
-αναφανδόν, ότι διά τον Αλκιβιάδην απέρχονται εις εκστρατείαν
-μακράν και υπερθαλάσσιον, αν δε κακώς τις κατ' αυτού προσφερθή,
-ότι αυτοί αμέσως αναχωρούσιν, έλαβον θάρρος, και παρέστησαν,
-όταν ήλθεν ο καιρός, ν' απολογηθώσιν, ώστε οι εχθροί των
-περιέστησαν πάλιν εις αθυμίαν και φόβους, μήπως κατά την κρίσιν
-ο δήμος φανή εξ ανάγκης ηπιώτερος προς αυτόν. Ετεχνάσθησαν
-επομένως να εγερθώσιν εις την εκκλησίαν του δήμου τινές
-ρήτορες, οίτινες εφαίνοντο εχθροί του Αλκιβιάδου, και τον
-εμίσουν ουχ ήττον των ομολογουμένων εχθρών του, και να ειπώσιν
-ότι άτοπον είναι, αφ' ού εξελέγη στρατηγός αυτοκράτωρ (74)
-τοσαύτης δυνάμεως, αφ' ού συνήλθον ο στρατός και οι σύμμαχοι,
-να χρονοτριβή ενόσω αυτοί εκλήρουν δικαστάς (75) και εμέτρουν
-το ύδωρ (76). «Και τώρα μεν, αγαθή τύχη, ας αποπλεύση· αφ' ού
-δε περατωθή ο πόλεμος, τότε ας απολογηθή κατά τους αυτούς
-νόμους.» Και δεν ηπατάτο μεν ο Αλκιβιάδης ως προς την
-κακοήθειαν της αναβολής, και προελθών έλεγεν ότι δεινόν είναι,
-αφήνων οπίσω του κατηγορίας καθ' εαυτού και διαβολάς, να
-στέλληται αβέβαιος μετά τοσαύτης δυνάμεως. Διότι πρέπει να
-θανατωθή μεν αν δεν αθωωθή εκ των κατηγοριών, αν δ' αθωωθή και
-φανή καθαρός, τότε να στραφή κατά των πολεμίων, χωρίς να
-φοβήται τους συκοφάντας.
-
-Κ. Επειδή όμως δεν τους κατέπειθε, και τον διέταττον ν'
-αποπλεύση, ανεχώρησε μετά των συστρατήγων του, έχων τριήρεις
-μεν όχι πολύ ολιγωτέρας των εκατόν τεσσαράκοντα, οπλίτας δε
-πέντε χιλιάδας και εκατόν, τοξότας δε και σφενδονήτας και
-ψιλούς χιλίους τριακόσιους περίπου, και την άλλην ετοιμασίαν
-αξιόλογον. Φθάσας δ' εις την Ιταλίαν, και κυριεύσας το Ρήγιον,
-επρότεινε γνώμην κατά τίνα τρόπον πρέπει ο πόλεμος να
-διευθυνθή. Και ο μεν Νικίας ηναντιούτο· αλλ' ο Λάμαχος
-συνεφώνησε μετ' αυτού, και ούτω πλεύσας εις Σικελίαν εκυρίευσε
-την Κατάνην, άλλο δ' ουδέν έπραξε, διότι προσεκλήθη ευθύς υπό
-των Αθηναίων οπίσω ίνα κριθή. Διότι πρώτον μεν, ως ερρέθη,
-εκινήθησαν κατά του Αλκιβιάδου υπό δούλων και μετοίκων χλιαροί
-τινες υπόνοιαι και διαβολαί· έπειτα δε, οι εχθροί αυτού επί της
-απουσίας του σφοδρότερον καταφερόμενοι, και την εξύβρισιν των
-Ερμών μετά της των μυστηρίων συμπλέκοντες, ως γενομένας εκ μιας
-και της αυτής συνωμοσίας επί σκοπώ νεωτερισμού, τους μεν
-οπωσούν υπόπτους έρριψαν ακρίτους εις το δεσμωτήριον, ελυπούντο
-δε διότι δεν κατεψήφισαν τότε κατά του Αλκιβιάδου, και δεν τον
-έκρινον διά τοιαύτα εγκλήματα. Πας δ' οικείος ή φίλος ή
-σύντροφος αυτού, όστις υπέπεσεν εις την κατ' εκείνου οργήν,
-εύρεν αυτούς αμειλίκτους. Και ο μεν Θουκυδίδης παρέλειψε να
-ονoμάση τους καταμηνυτάς του· άλλοι δε ονομάζουσι τον
-Διοκλείδαν και τον Τεύκρον, και μεταξύ άλλων και ο κωμικός
-Φρύνιχος (77) ταύτα γράφων·
-
- Φίλτατ' Ερμή, φυλάξου μη θραυσθής πεσών,
- κ' αιτίαν πάλιν δώσης εις διαβολάς
- ετέρου Διοκλείδου, όπως κακουργή.
-
- ΕΡΜΗΣ.
- Θα φυλαχθώ· να προμηθεύσω μήνυτρα
- δεν θέλω εις τον Τεύκρον, ξένον βδελυρόν.
-
-Βέβαιον όμως τίποτε ούτε ισχυρόν αι καταμηνύσεις δεν εδείκνυον.
-Είς εξ αυτών ερωτώμενος πώς εγνώρισε τα πρόσωπα των ερμοκοπιδών
-(78), απεκρίθη ότι εις την σελήνην· αλλ' έσφαλε προφανέστατα,
-διότι όταν ταύτα έγιναν, ήτον η τελευταία του μηνός ημέρα
-(79). Και τους μεν νουνεχείς ετάραξε τούτο· αλλά τον δήμον
-κατ' ουδέν διέθεσε μαλακώτερον προς τας συκοφαντίας, αλλ' ως
-ήρχησεν εξ αρχής, δεν έπαυσε φέρων και ρίπτων εις το
-δεσμωτήριον πάντα τον υφ' ούτινος δήποτε καταγγελλόμενον.
-
-ΚΑ. Μεταξύ δε των τότε δεθέντων και φυλακισθέντων όπως
-κριθώσιν, ήτον και ο ρήτωρ Ανδοκίδης (80), όν ο συγγραφεύς
-Ελλάνικος (81) καταριθμεί μετά απογόνων του Οδυσσέως. Εφαίνετο
-δ' ο Ανδοκίδης μισόδημος και ολιγαρχικός. Ύποπτον δε της
-κολοβώσεως των Ερμών κατέστησεν αυτόν προς τοις άλλοις και ο
-μέγας Ερμής όστις ήτον πλησίον της οικίας αυτού ιδρυμένος,
-ανάθημα της Αιγηίδος φυλής, διότι μεταξύ ολιγίστων, και εκ των
-αξιολόγων μόνος έμεινεν ακέραιος. Διά τούτο τώρα ονομάζεται του
-Ανδοκίδου, και όλοι ούτω τον καλούσιν, αν και η επιγραφή
-μαρτυρά τα εναντία. Συνέβη δε, μεταξύ των συγκατηγορουμένων να
-γένη εντός του δεσμωτηρίου οικείος καν φίλος του Ανδοκίδου ανήρ
-ουχί μεν ένδοξος ως εκείνος, αλλά διακεκριμένος διά την σύνεσιν
-και την τόλμην του, ονομαζόμενος Τίμαιος. Ούτος πείθει τον
-Ανδοκίδην να γίνη κατήγορος εαυτού και άλλων τινών ου πολλών,
-διότι κατά ψήφισμα του δήμου εδίδετο χάρις εις τον ομολογούντα,
-εν ώ τα της κρίσεως ήσαν δι' όλους άδηλα, διά δε τους δυνατούς
-φοβερώτατα. Τω απέδειξε δε, ότι προτιμώτερον είναι να σωθή
-ψευδόμενος, παρά, ουχ ήττον ένοχος θεωρούμενος, ν' αποθάνη
-άδοξος· και εις το κοινόν συμφέρον αν προσέτι απέβλεπεν, ότι
-εδύνατο ολίγους και αμφιβόλους παραδίδων ανθρώπους, ν' αποσπάση
-πολλούς και αγαθούς της του δήμου οργής. Ταύτα λέγοντος και
-διδάσκοντος του Τιμαίου, ο Ανδοκίδης επείσθη, και γενόμενος
-καταμηνυτής καθ' εαυτού και κατ' άλλων, έλαβε την κατά το
-ψήφισμα χάριν αυτός· όσους δ' ωνόμασεν, όλοι, πλην των σωθέντων
-διά φυγής, εφονεύθησαν. Όπως δε μάλλον πιστευθή, προσέθηκεν εις
-αυτούς και ιδίους υπηρέτας ο Ανδοκίδης. Αλλά δεν εξεθύμανεν
-ενταύθα όλην την οργήν του ο δήμος· αλλά μάλλον ως αν εσχόλαζεν
-ο θυμός του, απαλλαγείς των ερμοκοπιδών, εχύθη όλος κατά του
-Αλκιβιάδου. Και τέλος έπεμψε την Σαλαμινίαν (82) προς αυτόν,
-προστάξας επιτηδείως να μη τον βιάσωσιν, ουδέ να τον
-συλλάβωσιν, αλλά ν' αποταθώσιν εις αυτόν διά λόγων ηπίων,
-λέγοντες τω να τους ακολουθήση εις την κρίσιν, και να πείση τον
-δήμον· διότι εφοβούντο ταραχάς του στρατεύματος εις γην
-εχθρικήν, και στάσιν, ήν ευκόλως θα κατώρθου αν ήθελεν ο
-Αλκιβιάδης, καθ' όσον οι στρατιώται δυσηρεστούντο διά την
-αναχώρησίν του, και επίστευον ότι υπό τον Νικίαν ο πόλεμος
-ήθελε πολύ παραταθή εις ματαίας χρονοτριβάς, ως αν εξέλειπε το
-κέντρον από των πράξεων. Διότι ο Λάμαχος ήτον μεν πολεμικός και
-ανδρείος, αλλά δεν είχε μεγάλην υπόληψιν ούτε επιρροήν διά την
-πενίαν του.
-
-KB. Αποπλεύσας λοιπόν ο Αλκιβιάδης, ευθύς μεν αφήρεσεν από των
-Αθηναίων την Μεσσήναν· διότι υπήρχον τινές οι μέλλοντες να την
-παραδώσωσι· και τούτους γνωρίζων σαφέστατα, τους κατεμήνυσεν
-εις τους φίλους των Συρακουσίων, και ούτως η πράξις απέτυχε.
-Φθάσας δ' εις Θουρίους (83), και αποβάς του πλοίου, εκρύβη,
-και διέφυγε τους ζητούντας αυτόν. Πρός τινα δε όστις τον
-εγνώρισε και τω είπε· «Δεν εμπιστεύεσαι, ω Αλκιβιάδη, εις την
-πατρίδα σου;» «Ως προς όλα μεν τ' άλλα, απεκρίθη, ναι· αλλά
-περί της ψυχής μου δεν εμπιστεύομαι ουδ' εις την μητέρα μου,
-μήπως παραγνωρίσασα ρίψη την μέλαιναν ψήφον αντί της λευκής.»
-Ύστερον δ' ακούσας ότι η πόλις τον κατεδίκασεν εις θάνατον,
-«Αλλ' εγώ, είπε, θα τοις δείξω ότι ζω.» Η δε κατ' αυτού
-εισαγγελία αναφέρεται ως ούσα ούτω συντεταγμένη· «Θεσσαλός
-Κίμωνος Λακιάδης κατήγγειλεν Αλκιβιάδην τον Κλεινίου
-Σκαμβωνίδην (84), ότι αδίκως προσηνέχθη προς τας Θεάς, την
-Δήμητραν και την κόρην, απομιμούμενος τα μυστήρια, και δεικνύων
-αυτά εις τους φίλους του εντός της οικίας του, φορών στολήν
-οίαν φορεί ο ιεροφάντης όταν δεικνύη τα ιερά, και ονομάζων
-εαυτόν ιεροφάντην, τον δε Πολυτίωνα δαδούχον, κήρυκα δε τον
-Φηγαιέα Θεόδωρον· τους δ' άλλους φίλους του ονομάζων μύστας και
-επόπτας (85), απ' εναντίας των νόμων και των διατάξεων των
-Ευμολπιδών και των Κηρύκων (86) και των ιερέων των εξ
-Ελευσίνος.» Καταδικάσαντες δ' αυτόν ερήμην, και την περιουσίαν
-αυτού δημεύσαντες, εψήφισαν προσέτι να τον καταρώνται όλοι οι
-ιερείς και αι ιέρειαι (87). Εξ αυτών δε λέγουσιν ότι μόνη
-αντέστη εις το ψήφισμα η Θεανώ Μένωνος εξ Αγρυλής (88),
-λέγουσα ότι έγινεν ιέρεια διά να εύχηται όχι διά να καταράται.
-
-ΚΓ. Εν ώ δε τοιαύτα ψηφίσματα και καταδίκαι εγράφοντο κατά του
-Αλκιβιάδου, αυτός διέτριβεν εις το Άργος, διότι άμα αποδράς εκ
-Θουρίων, μετέβη εις την Πελοπόννησον. Φοβούμενος δε τους
-εχθρούς, και εντελώς απελπισθείς από της πατρίδος του, έπεμψεν
-εις την Σπάρτην, ζητών να τω δοθή ασφάλεια, και εζήτησε να τω
-δώσωσι τα πιστά, υποσχόμενος περισσοτέραν βοήθειαν και ωφέλειαν
-εις αυτούς παρ' όσην τοις επροξένησε βλάβην άλλοτε όταν τους
-επολέμει. Τότε έδωκαν και έλαβον υποσχέσεις οι Σπαρτιάται, και
-ελθών προθύμως αυτός, έν μεν ευθύς κατώρθωσεν, ευρών αυτούς
-χρονοτριβούντας και αναβάλλοντας να βοηθήσωσι τους
-Συρακουσίους, να τους διεγείρη και να τους παροξύνη να στείλωσι
-τον Γύλιππον στρατηγόν, και να θραύσωσι την εκεί των Αθηναίων
-δύναμιν· άλλο δε, να κινήση εκείθεν πόλεμον κατά των Αθηναίων·
-και το τρίτον και μέγιστον, να περιτειχίση την Δεκέλειαν (89).
-Του μέτρου τούτου ουδέν ήτον επιβλαβέστερον και φθοροποιότερον
-εις τους κατοίκους της πόλεως. Ήρεσκε δ' αυτός δημοσίως και
-εθαυμάζετο και ιδιωτικώς, και εδημαγώγει το πλήθος και το
-κατεγοήτευε, λακωνίζων κατά τον τρόπον του ζην· ώστε οι
-βλέποντες αυτόν να ξυρίζεται σύρριζα (90), να λούηται εις
-ψυχρόν ύδωρ, να τρώγη μάζαν, και να μεταχειρίζηται τον μέλανα
-ζωμόν, δεν επίστευον, και ηπόρουν αν ποτέ ο άνθρωπος ούτος είχε
-μάγειρον εις την οικίαν του, αν είδε ποτέ μυρεψόν (91) κατά
-πρόσωπον, ή υπέφερέ ποτε να εγγίση Μιλησίαν χλαμύδα (92).
-Διότι, ως λέγουσι, και αύτη ήτον μία των μεγάλων ικανοτήτων
-αυτού, και μηχανή όπως συλλαμβάνη ανθρώπους, το να συνομοιούται
-και να συνομοπαθή μετά των εθίμων και της διαίτης εκάστου
-μέρους, ευμεταβλητότερος ων του χαμαιλέοντος· εκτός ότι εκείνος
-μεν, ως λέγεται, αδυνατεί ν' αφομοιωθή προς έν χρώμα, προς το
-λευκόν, διά δε τον Αλκιβιάδην, όστις διά των καλών επίσης και
-διά των κακών διήρχετο, ουδέν υπήρχεν ό δεν εδύνατο να μιμηθή
-και να επιτηδευθή· αλλ' εν μεν τη Σπάρτη ήτον γυμναστικός,
-ευτελής, σκυθρωπός, εν δ' Ιωνία φιλήδονος, φιλάρεσκος, οκνηρός,
-εν Θράκη προς μέθην, εν Θεσσαλία προς ιππασίαν επιρρεπής· όταν
-δε συνέζη μετά του σατράπου Τισαφέρνους, υπερέβη κατά τον όγκον
-και την πολυτέλειαν την περσικήν μεγαλοπρέπειαν· ουχί ότι
-μετέπιπτε τόσον ευκόλως αφ' ενός τρόπου εις έτερον, ουδ' ότι
-εδέχετο πάσαν μεταβολήν εις τα ήθη του, αλλ' εννοών ότι την
-φύσιν του παρακολουθών θα δυσηρέστει εκείνους μεθ' ών
-συνανεστρέφετο, υπεκρύπτετο και κατέφευγεν εις παν σχήμα και
-παν πλάσμα πρόσφορον εις εκείνους. Όταν διέτριβεν εις την
-Λακεδαίμονα, αποβλέπων τις εις τον εξωτερικόν αυτού βίον,
-ηδύνατο να ειπή· «Δεν είν' υιός του Αχιλλέως, αλλ' ούτος ο
-Αχιλλεύς» (93)· αφορών δ' εις τ' αληθινά αυτού πάθη και εις
-τας πράξεις αυτού, εδύνατο να επιφωνήση· «Είν' η παλαιά γυνή»
-(94). Διότι ούτω διέφθειρε την Τιμαίαν, γυναίκα του Βασιλέως
-Άγιδος, όστις τότε ην εις εκστρατείαν απών, ώστε και τέκνον
-απέκτησεν εκ του Αλκιβιάδου, και δεν το ηρνείτο. Ήτον δε το
-γεννηθέν άρρεν, και έξω μεν ωνομάζετο Λεωτυχίδας, το δ' εντός
-του οίκου υπό της μητρός προς τας φίλας και οπαδούς
-ψιθυριζόμενον όνομα αυτού ήτον Αλκιβιάδης. Τοσούτος ήτον ο έρως
-της γυναικός. Εκείνος δ' εις τούτο ενασμενιζόμενος, έλεγεν ότι
-ούτε όπως υβρίση τον βασιλέα, ούτε εκ φιληδονίας έπραξε τούτο,
-αλλ' όπως απόγονοί του βασιλεύσωσι των Λακεδαιμονίων. Τα
-διατρέχοντα ταύτα πολλοί κατήγγειλον προς τον Άγιν, και
-επίστευσεν εις αυτά, τον καιρόν αναλογιζόμενος· διότι, όταν
-έγινε σεισμός, φοβηθείς, έδραμεν εντός του θαλάμου της γυναικός
-του, και έκτοτε επί δέκα μήνας δεν προσήλθε προς αυτήν. Επειδή
-δ' ο Λεωτυχίδης εγεννήθη μετά τούτο, ηρνήθη ότι ήτον υιός του.
-Διά τούτο έπειτα εστερήθη της βασιλείας ο Λεωτυχίδης.
-
-ΚΑ. Μετά δε την εν Σικελία των Αθηναίων δυστυχίαν (95),
-έπεμψαν πρέσβεις εις Σπάρτην ομού οι Χίοι, και οι Λέσβιοι, και
-οι Κυζικηνοί, όπως αποστατήσωσιν από των Αθηναίων (96). Και
-τους μεν Λεσβίους επροστάτευον οι Βοιωτοί, τους δε Κυζικηνούς ο
-Φαρνάβαζος· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι εις τον Αλκιβιάδην
-πεισθέντες, επροτίμησαν να βοηθήσωσι τους Χίους. Εκπλεύσας δε
-και αυτός, επανεστάτησε παρ' ολίγον πάσαν την Ιωνίαν, και πολλά
-συμπράττων μετά των στρατηγών των Λακεδαιμονίων, έβλαπτε τους
-αθηναίους. Ο δ' Άγις εχθρός μεν ήτον αυτού εξ αιτίας της
-γυναικός του, ως κακοποιηθείς· δυσηρεστείτο δε και διά την
-δόξαν του· διότι λόγος διέτρεχεν ότι τα πλείστα εγίνοντο και
-επετύγχανον διά του Αλκιβιάδου. Και των άλλων δε Σπαρτιατών οι
-δυνατώτατοι και φιλοτιμότατοι εβαρύνοντο ήδη τον Αλκιβιάδην και
-τον εφθόνουν. Υπερίσχυσαν λοιπόν και κατώρθωσαν, να γράψωσιν οι
-εν Σπάρτη άρχοντες εις την Ιωνίαν, όπως τον θανατώσωσιν.
-Εκείνος όμως προϊδών τούτο σιωπηλώς και φοβηθείς, εις όλας μεν
-τας πράξεις συνήργει μετά των Λακεδαιμονίων, αλλ' απέφευγεν
-εντελώς να πέση εις χείρας των. Δοθείς δε προς ασφάλειαν εις
-Τισαφέρνην, τον σατράπην του βασιλέως, εγένετο αμέσως παρ' αυτώ
-πρώτος και μέγιστος· διότι ο βάρβαρος, μη ων απλούς, αλλά
-κακοήθης και πονηρός, εθαύμαζε της ικανότητος αυτού το
-πολύτροπον και πολυποίκιλον. Εις δε την χάριν της καθημερινής
-του συναναστροφής και οικειότητος δεν υπήρχεν ήθος μη ενδίδον,
-ουδέ φύσις μη γοητευομένη· αλλά και οι φοβούμενοι και οι
-φθονούντες αυτόν εύρισκον ηδονήν και θέλγητρα εις το να
-συνδιαιτώνται μετ' αυτού και εις το να τον βλέπωσιν. Εν ώ κατά
-τ' άλλα ήτον σκληρός ο Τισαφέρνης και υπέρ πάντα Πέρσην
-μισέλλην, τοσούτον εθέλγετο κολακευόμενος υπό του Αλκιβιάδου,
-ώστε τον υπερέβαινεν αυτός διά της προς αυτόν κολακείας. Μεταξύ
-άλλων έχων αγροκήπιον απαραμίλλου ωραιότητος και διά τα ύδατα
-και διά τους υγιεινούς του λειμώνας, και διά τους περιπάτους
-και διά τα διαιτήματα αυτού τα βασιλικώς και λαμπρώς
-κεκοσμημένα, έδωκεν εις αυτό το όνομα του Αλκιβιάδου, και όλοι
-επί πολύν καιρόν ούτως εξηκολούθουν να τ' ονομάζωσιν.
-
-ΚΕ. Απίστους δε θεωρών τους Σπαρτιάτας, και απελπισθείς απ'
-αυτών, και τον Άγιν φοβούμενος, τους έβλαπτε και τους διέβαλλε
-παρά τω Τισαφέρνη, και δεν τον αφήκε να τοις βοηθήση προθύμως,
-ουδέ να καταστρέψη τους Αθηναίους, αλλά φειδολάς δίδων τας
-βοηθείας, να θλίβη και κατατρίβη αυτούς βραδέως, και να τους
-καθιστά αμφοτέρους ευποτάκτους εις τον βασιλέα αφ' ού ήθελον
-καταπονηθή υπ' αλλήλων. Εις ταύτα ο Τισαφέρνης ευκόλως
-επείθετο, και προφανές ήτον ότι ευχαριστείτο και τον εθαύμαζεν·
-ώστε εκατέρωθεν οι Έλληνες ήρχισαν πάλιν ν' αποβλέπωσι προς τον
-Αλκιβιάδην, οι δ' Αθηναίοι, κακώς πάσχοντες, και μετενόουν δι'
-όσα κατ' αυτού κατεψήφισαν, και εκείνος δ' ελυπείτο, και
-εφοβείτο μη, αν εντελώς η πόλις αφανισθή, πέση ο ίδιος εις
-χείρας των Λακεδαιμονίων, υφ' ών εμισείτο. Τότε δ' όλα σχεδόν
-τα συμφέροντα των Αθηναίων συνεκεντρούντο εις την Σάμον, και
-εκείθεν εξορμώντες διά της ναυτικής των δυνάμεως, άλλα μεν μέρη
-ανεκτώντο εξ όσων είχον αποστατήσει, άλλα δ' εφύλαττον, μέχρι
-τινός αξιόμαχοι έτι όντες προς τους εχθρούς κατά θάλασσαν,
-φοβούμενοι όμως και τον Τισαφέρνην, και τας Φοινικικάς
-τριήρεις, περί ών ελέγετο ότι όσον ούπω έμελλον να φθάσωσιν,
-ούσαι εκατόν πεντήκοντα, και αν ήρχοντο, ουδεμία σωτηρίας ελπίς
-έμενεν εις την πόλιν. Ταύτα γνωρίζων ο Αλκιβιάδης, έπεμψε
-κρυφίως προς τους εν Σάμω ισχυρούς των Αθηναίων, και τοις
-έδιδεν ελπίδας ότι θέλει τοις καταστήσει φίλον τον Τισαφέρνην,
-ουχί χάριν του πλήθους, και έχων εμπιστοσύνην ουχί εις αυτό,
-αλλ' εις τους αρίστους, αν ήθελον τολμήσει να γίνωσιν άνδρες
-αγαθοί, και παύοντες την αυθάδειαν του δήμου, να σώσωσιν αυτοί
-τα ίδια εαυτών συμφέροντα και την πόλιν. Και οι μεν λοιποί
-πολλήν έδωκαν προσοχήν εις τας προτάσεις του Αλκιβιάδου. Είς
-όμως εκ των στρατηγών, Φρύνιχος ο Δειραδιώτης (97) ανθίστατο,
-υποπτεύσας, την αλήθειαν άλλως τε, ότι τον Αλκιβιάδην δεν
-έμελλε μάλλον υπέρ της ολιγαρχίας ή υπέρ της δημοκρατίας, αλλ'
-ότι θέλων διά παντός τρόπου να επιστρέψη εις τας Αθήνας,
-κατηγόρει τον δήμον διά να περιποιηθή και κερδίση τους
-δυνατούς. Νικηθείς όμως υπό της γνώμης των άλλων, και φανερώς
-ήδη εχθρός του Αλκιβιάδου γενόμενος, κατήγγειλε τα διατρέχοντα
-εις Αστύοχον, τον Ναύαρχον των πολεμίων, και τον παρήγγειλε να
-φυλάττηται, και να συλλάβη τον Αλκιβιάδην ως προς αμφότερα τα
-μέρη απιστούντα. Αλλά δεν ήξευρεν ότι προδότης απετείνετο προς
-προδότην. Διότι ο Αστύοχος, τεθαμβωμένος υπό της δυνάμεως του
-Τισαφέρνους, και βλέπων τον Αλκιβιάδην μέγαν όντα παρ' αυτώ,
-κατεμήνυσε προς αυτόν τα παρά του Φρυνίχου. Ο δ' Αλκιβιάδης
-έπεμψεν ευθύς εις Σάμον να τον κατηγορήση και εν ώ όλοι
-ηγανάκτουν και εξανίσταντο κατά του Φρυνίχου, ούτος, μη βλέπων
-άλλην εκ του κινδύνου διαφυγήν, επεχείρησε να θεραπεύση διά
-μείζονος κακού το κακόν και έπεμψε πάλιν προς τον Αστύοχον,
-παραπονούμενος προς αυτόν ότι τον κατεμήνυσεν, υποσχόμενος δε
-να τω παραδώση τα πλοία και τον στρατόν των Αθηναίων. Αλλ' η
-προδοσία του Φρυνίχου δεν έβλαψε τους Αθηναίους, εξ αιτίας της
-αντιπροδοσίας του Αστυόχου, όστις και ταύτας τας προτάσεις του
-Φρυνίχου κατήγγειλεν εις τον Αλκιβιάδην. Ο δε Φρύνιχος,
-προϊδών, και περιμένων δευτέραν κατηγορίαν παρά του Αλκιβιάδου,
-προέλαβε και είπεν εις τους Αθηναίους ότι μέλλουσι να επέλθωσιν
-οι εχθροί, και τους παρεκίνησε να μένωσιν εις τα πλοία των, και
-να περιστοιχίσωσι το στρατόπεδον. Εν ώ δε ταύτα εγίνοντο, ήλθον
-πάλιν γράμματα παρά του Αλκιβιάδου, όστις τοις έλεγε να
-φυλάττωνται από του Φρυνίχου, διότι προδίδει εις τους πολεμίους
-τον ναύσταθμον· αλλά τότε δεν τον επίστευσαν, νομίσαντες ότι ο
-Αλκιβιάδης, καλώς γνωρίζων των εχθρών την ετοιμασίαν και τους
-σκοπούς, ωφελήθη εξ αυτής ψευδώς, όπως διαβάλη τον Φρύνιχον.
-Ύστερον δε, όταν είς των περιπόλων (98), ο Έρμων, κτυπήσας εις
-την αγοράν δι' εγχειριδίου τον Φρύνιχον, τον εφόνευσεν, οι
-Αθηναίοι, δικάσαντες, εκήρυξαν και αποθανόντα τον Φρύνιχον
-προδότην, εστεφάνωσαν δε τον Έρμωνα και τους συνωμότας του.
-
-ΚΣΤ. Εν δε τη Σάμω τότε υπερισχύσαντες οι φίλοι του Αλκιβιάδου,
-έπεμψαν τον Πείσανδρον εις την πόλιν των Αθηνών, όπως επιφέρη
-μεταβολήν του πολιτεύματος και ενθαρρύνη τους δυνατούς να
-λάβωσιν αυτοί τα πράγματα εις τας χείρας των, και να καταλύσωσι
-τον δήμον, λόγω ότι κατά τούτους μόνον τους όρους ο Αλκιβιάδης
-θέλει τοις καταστήσει τον Τισαφέρνην φίλον και σύμμαχον. Αύτη
-ήτον η πρόφασις, και τούτο ήτον το πρόσχημα των θελόντων να
-εισαγάγωσι την ολιγαρχίαν. Όταν δ' υπερίσχυσαν, και παρέλαβον
-τα πράγματα οι πεντακισχίλιοι μεν λεγόμενοι, τετρακόσιοι δ
-όντες (99), τότε αυτοί πολύ ολίγον εφρόντιζον πλέον περί
-Αλκιβιάδου, και νωθρότερον εξηκολούθουν τον πόλεμον, μέρος μεν
-διότι δεν είχον εισέτι εμπιστοσύνην εις τους πολίτας, δυσμενώς
-διακειμένους προς την μεταβολήν, μέρος δε διότι ενόμιζον ότι
-προς αυτούς θέλουσι μάλλον ενδώσει οι Λακεδαιμόνιοι, ως
-διακείμενοι φιλικώτερον πάντοτε προς την ολιγαρχίαν. Και ο μεν
-κατά την πόλιν δήμος, και άκων υπό φόβου έμενεν ήσυχος· διότι
-εσφάγησαν ουκ ολίγοι εκ των εναντιουμένων εις τους
-τετρακοσίους. Οι δ' εν Σάμω, ακούοντες ταύτα και αγανακτούντες,
-ηθέλησαν να πλεύσωσιν αμέσως κατά του Πειραιώς, και έφερον τον
-Αλκιβιάδην και τον κατέστησαν στρατηγόν των, και ήθελον να τους
-οδηγήση να καταλύσωσι τους τυράννους. Αλλ' αυτός δεν έπαθεν
-ουδ' έπραξεν ό,τι συνήθως ο διά χάριτος του πλήθους μέγας
-γινόμενος, όστις νομίζει ότι πρέπει να ευχαριστή κατά πάντα,
-και κατ' ουδέν να μη αντικρούη τους εκ πλάνητος και φυγάδος
-αναδείξαντας αυτόν τοσούτων πλοίων και στρατοπέδου, και
-τοσαύτης δυνάμεως ηγεμόνα και στρατηγόν. Αλλά, κατά το καθήκον
-ό έχει αρχηγός μέγας, του ν' ανθίσταται εις τους υπ' οργής
-παραφερομένους, εμποδίσας αυτούς ν' αμαρτήσωσιν, έσωσε τότε
-προφανώς τα πράγματα της πόλεως. Διότι, αν κινηθέντες απέπλεον
-οίκαδε, οι μεν εχθροί ευθύς θα εκυρίευον αμαχητί πάσαν την
-Ιωνίαν, τον Ελλήσποντον και τας νήσους, οι δ' Αθηναίοι θα
-εμάχοντο κατά των Αθηναίων, τον πόλεμον εμβάλλοντες εις την
-πόλιν. Τούτο δε μόνος, ή καν υπέρ πάντα άλλον ο Αλκιβιάδης
-εμπόδισε να μη γίνη, ου μόνον πείθων και διδάσκων το πλήθος,
-αλλά και ανά ένα έκαστον, άλλους μεν παρακαλών, άλλους δ'
-επιπλήττων. Συνέπραττε δε μετ' αυτού και Θρασύβουλος ο
-Στειριεύς (100), παρών εκεί και κραυγάζων· διότι ήτον, ως
-λέγεται, όλων των Αθηναίων μεγαλοφωνότατος. Και δεύτερον δε τι
-άλλο είναι καλόν του Αλκιβιάδου, ότι, υποσχεθείς τα εκ Φοινίκης
-πλοία, τα στελλόμενα υπό του βασιλέως και περιμενόμενα υπό των
-Λακεδαιμονίων, ή να τα φέρη προς αυτούς, ή να κατορθώση να μη
-απέλθωσιν ουδέ προς εκείνους, εξέπλευσε μετά πάσης ταχύτητος.
-Και εφάνησαν μεν τα πλοία περί την Άσπενδον (101), αλλά δεν τα
-έφερεν ο Τισαφέρνης, και ηπάτησε τους Λακεδαιμονίους. Εθεωρείτο
-δ' ως αίτιος της επιστροφής των αμφοτέρωθεν ο Αλκιβιάδης, και
-μάλιστα εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, λεγόντων ότι εδίδασκε τον
-βάρβαρον ν' αφήνη τους Έλληνας να καταστρέφονται αυτοί δι'
-εαυτών. Διότι προφανές ήτον ότι, αν εις το έν μέρος προσετίθετο
-τοσαύτη ναυτική δύναμις, αφήρει αμέσως από του ετέρου το κράτος
-της θαλάσσης.
-
-ΚΖ. Αμέσως δε μετά ταύτα κατελύθησαν μεν oι τετρακόσιοι, διότι
-οι φίλοι του Αλκιβιάδου προθύμως εβοήθησαν τους δημοκρατικώς
-φρονούντας. Επειδή δ' οι εν τη πόλει ήθελον και προσεκάλουν τον
-Αλκιβιάδην να επιστρέψη, αυτός ενόμιζεν ότι δεν πρέπει κενάς
-έχων τας χείρας, και απράκτως, και δι' οίκτου και χάριτος του
-λαού, αλλ' ότι πρέπει να κατέλθη ενδόξως. Διά τούτο πρώτον μεν
-μετ' ολίγων πλοίων εκ Σάμου περιέπλεε των Κνιδίων και των Κώων
-την θάλασσαν (102)· εκεί δ' ακούσας ότι ο Σπαρτιάτης Μίνδαρος
-απέπλεε μεθ' όλου του στόλου εις τον Ελλήσποντον, και
-παρηκολούθει τους Αθηναίους, έσπευσε να βοηθήση τους
-στρατηγούς. Κατά τύχην δ' έφθασε πλέων μετά δεκαοκτώ τριήρεων,
-εν ώ τα δύο μέρη μεθ' όλων των πλοίων των συμπλακέντα
-εναυμάχουν περί την Άβυδον (103), και κατά μέρη ενίκων ή
-ενικώντο, και μέγας αγών εξηκολούθει μέχρι της δείλης. Και άμα
-μεν εφάνη, εναντίας ενέπνευσεν εις αμφοτέρους ιδέας, ώστε
-θάρρος μεν ανέλαβον οι εχθροί, εθορυβήθησαν δ' οι Αθηναίοι.
-Αλλ' αμέσως φιλικόν από της ναυαρχίδος υψώσας σημείον, ώρμησεν
-ευθύς κατά των Πελοποννησίων όσοι ενίκων και εδίωκον των
-Αθηναίων τα πλοία. Τρέψας δ' αυτούς εις φυγήν, τους έρριψεν εις
-την γην, και εξακολουθών να τους διώκη, κατέστρεψε τα πλοία
-των, και επλήγωσε τους άνδρας όσοι ερρίπτοντο εις την θάλασσαν
-διά να σωθώσιν, ει και ο Φαρνάβαζος τους εβοήθει, και εμάχετο
-πλησίον της θαλάσσης όπως σώση το ναυτικόν των. Τέλος δε,
-κυριεύσαντες οι Αθηναίοι τριάκοντα εχθρικά πλοία, σώσαντες δε
-τα εδικά των, έστησαν τρόπαιον. Μετά τοιαύτην δε λαμπράν
-ευτυχίαν, φιλοτιμούμενος να επιδειχθή εις τον Τισαφέρνην,
-ητοίμασε προσφοράς και δώρα, και συνοδίαν έχων ηγεμονικήν,
-επορεύθη προς αυτόν, άλλα δεν επέτυχεν ό,τι περιέμενε· διότι
-προ πολλού ο Τισαφέρνης κατηγορούμενος υπό των Λακεδαιμονίων,
-και φοβούμενος μη δώση δυσαρεσκείας αιτίαν εις τον Βασιλέα,
-εύρεν ότι εγκαίρως τω ήλθεν ο Αλκιβιάδης, και συλλαβών αυτόν,
-τον εφυλάκισεν εις τας Σάρδεις (104), ως η αδικία αύτη αν έλυε
-την κατηγορίαν εκείνην.
-
-ΚΗ. Αφ' ού δε παρήλθον τριάκοντα ημέραι, ο Αλκιβιάδης κατώρθωσε
-να προμηθευθή ίππον, και αποδράς εκ των φυλακών, διέφυγεν εις
-Κλαζομενάς. Και διέβαλλε μεν προς τούτοις τον Τισαφέρνην, έτι
-εκείνος τον αφήκε να φύγη· έπλευσε δ' εις το στρατόπεδον των
-Αθηναίων (105), και ακούσας ότι ο Μίνδαρος και ο Φαρνάβαζος
-ήσαν ομού εις την Κύζικον (106), παρώτρυνε τους στρατιώτας,
-λέγων αυτοίς ότι ανάγκη είναι και να ναυμαχήσωσι, και να
-πεζομαχήσωσι, προσέτι και να τειχομαχήσωσι κατά των εχθρών·
-διότι χρήματα δεν έχουσιν, αν δεν νικήσωσι κατά κράτος.
-Επιβιβάσας δ' αυτούς, και πλεύσας εις Προκόνησον, διέταξε να
-περιβάλωσι τα μικρά πλοιάρια εις το μέσον των, όπως μη εννοήση
-παντάπασιν ο εχθρός τον έκπλουν των. Έτυχε δε και πολλή
-αιφνηδίως πεσούσα βροχή, μετά βροντών και σκότους, να συνεργήση
-εις τον σκοπόν του, και να κρύψη τας ετοιμασίας του. Και όχι
-μόνον οι εχθροί δεν τον ενόησαν, αλλά και οι Αθηναίοι είχον
-απολέσει πάσαν ελπίδα, όταν τους διέταξε να επιβιβασθώσι, και
-εκίνησε. Μετ' ολίγον δε διελύθη το σκότος, και εφάνησαν τα
-πλοία των Πελοποννησίων εις το πέλαγος εμπρός του λιμένος των
-Κυζικηνών. Φοβηθείς λοιπόν ο Αλκιβιάδης μήπως εξ αιτίας του
-πλήθους των πλοίων ιδόντες αυτόν προφθάσωσι να καταφύγωσιν εις
-την ξηράν, τους μεν στρατηγούς διέταξε, βραδέως πλέοντες, να
-μείνωσιν οπίσω, αυτός δε, τεσσαράκοντα πλοία έχων, εφαίνετο και
-επροκάλει τους εχθρούς. Και αυτοί μεν εξαπατηθέντες, και
-καταφρονήσαντες τας εχθρικάς δυνάμεις, ότι τόσαι μόνον ήσαν,
-ώρμησαν κατ' αυτών, και ήλθον ευθύς εις χείρας και
-συνεπλέκοντο. Αλλ' εν ώ εμάχοντο, επήλθον και τα λοιπά πλοία
-και τότε εκπλαγέντες, ετράπησαν εις φυγήν. Ο δ' Αλκιβιάδης μετ'
-είκοσι, των αρίστων τριηρών, πλεύσας εμπρός, και προσελθών εις
-την γην και αποβάς, επέπεσε κατά των φευγόντων εκ των πλοίων,
-και πολλούς εφόνευσεν. Επελθών δε κατά του Μινδάρου και του
-Φαρναβάζου, οίτινες ώρμησαν εις βοήθειαν, τον μεν Μίνδαρον
-εθανάτωσεν, ανδρείως αγωνιζόμενον, ο δε Φαρνάβαζος έφυγεν.
-Εκυρίευσαν δε πολλούς νεκρούς (107) και όπλα πολλά, και έλαβον
-όλα τα πλοία· υποτάξαντες δε την Κύζικον, αφ' ού εξέλιπεν ο
-Φαρνάβαζος και κατεστράφησαν οι Πελοποννήσιοι, ου μόνον
-εκράτουν ασφαλώς του Ελλησπόντου, αλλά και της λοιπής θαλάσσης
-εξεδίωξαν κατά κράτος τους Λακεδαιμονίους. Συνελήφθησαν δε και
-γράμματα Λακωνικώς ούτω λέγοντα εις τους εφόρους την συμβάσαν
-δυστυχίαν· «Παρήλθον τα καλά. Ο Μίνδαρος εφονεύθη. Πεινώσ' οι
-άνδρες. Δεν ηξεύρομεν τι να κάμωμεν. (108)».
-
-ΚΘ. Τοσαύτην δ' έπαρσιν έλαβον οι στρατιώται του Αλκιβιάδου,
-και τοσούτον υπερεφρόνησαν, ώστε δεν κατεδέχοντο πλέον ουδέ ν'
-αναμιγώσιν αυτοί, ως αήττητοι, μετά των άλλων στρατιωτών,
-οίτινες πολλάκις ενικήθησαν. Διότι προ ολίγου είχε συμβή ν'
-αποτύχη περί την Έφεσον ο Θρασύλλος (109), και οι Εφέσιοι να
-στήσωσι χαλκούν τρόπαιον προς αισχύνην των Αθηναίων. Ταύτα
-προσήπτον οι μετ' Αλκιβιάδου εις τους μετά του Θρασύλλου,
-μεγαλύνοντες εαυτούς και τον στρατηγόν των, και μη θέλοντες
-μετ' εκείνων ούτε τα γυμνάσια ούτε τον τόπον να έχωσιν από
-κοινού εις το στρατόπεδον. Όταν δ' ο Φαρνάβαζος, πολλούς έχων
-ιππείς και πολλούς πεζούς, ήλθε κατ' αυτών, διότι εισέβαλον εις
-την πόλιν των Αβυδηνών, και ο Αλκιβιάδης, ορμήσας εναντίον του,
-τρις τον έτρεψεν εις φυγήν, και τον εδίωξε μέχρι της νυκτός
-μετά του Θρασύλλου, τότε συνανεμίγησαν, και αμοιβαίως
-φιλοφρονούμενοι και χαίροντες, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον.
-Την δ' επαύριον, στήσας τρόπαιον, ελεηλάτει την χώραν του
-Φαρναβάζου, και ουδείς ετόλμα να τον εμποδίση. Συνέλαβε δ' εκεί
-και ιερείς και ιερείας, αλλά τους αφήκεν άνευ λύτρων. Εκινήθη
-δε να πολεμήση και τους Χαλκηδονίους (110), οίτινες,
-αποστατήσαντες, είχον δεχθή φρουράν και αρμοστήν των
-Λακεδαιμονίων. Ακούσας δ' ότι τα υπάρχοντα πάντα συναγαγόντες
-ούτοι εκ της χώρας, τα έπεμψαν εις τους Βιθυνούς (111),
-οίτινες ήσαν φίλοι των, ήλθε μετά του στρατεύματος εις τούτων
-τα σύνορα, και κήρυκα πέμψας, παρεπονείτο κατά των Βιθυνών.
-Ούτοι δε φοβηθέντες, και τα υπάρχοντα παρέδωκαν, και φιλίαν
-συνωμολόγησαν.
-
-Λ. Εν ώ δε περιετείχιζε την Χαλκηδόνα από θαλάσσης εις θάλασσαν
-(112), ήλθεν ο Φαρνάβαζος, επί σκοπώ να λύση την πολιορκίαν
-και Ιπποκράτης ο αρμοστής, συναγαγών εκ της πόλεως όσην είχε
-δύναμιν, επετίθετο κατά των Αθηναίων. Αλλ' ο Αλκιβιάδης, προς
-αμφοτέρους ομού αντιτάξας το στράτευμα, τον μεν Φαρνάβαζον
-ηνάγκασε να φύγη αισχρώς, τον δ' Ιπποκράτην εφόνευσε, και
-πολλούς των μετ' αυτού, ούς ενίκησεν. Έπειτα δε, αυτός μεν
-εκπλεύσας εις τον Ελλήσποντον, ηργυρολόγει, και εκυρίευσε την
-Σηλυβρίαν (113), εκτεθείς εις μέγαν κίνδυνον παρακαίρως· διότι
-οι μέλλοντες να παραδώσωσι την πόλιν είχον συμφωνήσει να
-εγείρωσι πυρσόν κατά το μεσονύκτιον· αλλ' ηναγκάσθησαν να
-πράξωσι τούτο προ του καιρού, διότι εφοβήθησάν τινα των
-συνωμοτών, όστις εξαίφνης εφάνη μεταβάλλων γνώμην. Ήγειρον
-λοιπόν τον πυρσόν εν ώ το στράτευμα δεν ήτον εισέτι έτοιμον,
-και τότε λαβών ο Αλκιβιάδης ως τριάκοντα των περί αυτόν, ώρμησε
-τρέχων προς τα τείχη, διατάξας τους άλλους να τον ακολουθήσωσι
-κατά τάχος. Ως δε τω ηνεώχθη η πύλη, και εις τους τριάκοντα
-προσετέθησαν είκοσι πελτασταί (114), ώρμησεν αυτός, αλλ' ευθύς
-είδε τους Σηλυβριανούς, οίτινες ένοπλοι ήρχοντο εναντίον του.
-Επειδή δε, εις μεν την αντίστασιν δεν έβλεπε σωτηρίαν, να φύγη
-δε δεν ήθελεν, αφ' ού μέχρι της ημέρας εκείνης ουδέποτε
-στρατηγών ενικήθη, εσήμανε διά της σάλπιγγος σιωπήν, και
-διέταξεν είς των παρόντων ν' ανακηρύξη «ότι οι Αθηναίοι δεν
-κινούσιν όπλα κατά των Σηλυβριανών.» Τούτο το κήρυγμα τινάς μεν
-κατέστησε μάλλον διστάζοντας προς την μάχην, διότι ενόμισαν ότι
-όλοι οι εχθροί ήσαν εντός της πόλεως· οι δε συνέλαβον αγαθάς
-ελπίδας περί συμβιβασμού. Εν ώ δε συνελθόντες μετ' αλλήλων
-εξηγούντο, έφθασε το στράτευμα του Αλκιβιάδου, όστις εικάζων,
-όπερ ήν και η αλήθεια, ότι οι Σηλυβριανοί ήσαν ειρηνικώς
-διατεθειμένοι, εφοβήθη μήπως οι Θράκες διαρπάσωσι την πόλιν.
-Ήσαν δε πολλοί εξ αυτών, οίτινες χαριζόμενοι προς τον
-Αλκιβιάδην, και εξ αγάπης προς αυτόν, συνεξεστράτευον μετ'
-αυτού προθύμως. Απέπεμψε λοιπόν όλους τούτους εκ της πόλεως,
-τους δε Σηλυβριανούς, ενδούς εις τας παρακλήσεις των, δεν τους
-έβλαψεν, αλλά χρήματα λαβών, και φρουράν εγκαταστήσας, απήλθεν.
-
-ΛΑ. Οι δε πολιορκούντες την Χαλκηδόνα στρατηγοί,
-εσυνθηκολόγησαν μετά του Φαρναβάζου να λάβωσι χρήματα, και οι
-Χαλκηδόνιοι να γίνωσι πάλιν των Αθηναίων υπήκοοι, του
-Φαρναβάζου δε την χώραν να μη βλάπτωσιν· ο δε Φαρνάβαζος να
-εξασφαλίση διά συνοδίας πρέσβεις ούς οι Αθηναίοι ήθελον πέμψει
-προς τον βασιλέα. Ότε δ' επανήλθεν ο Αλκιβιάδης, ο Φαρνάβαζος
-απήτει και αυτός να ομώση περί των συμφωνηθέντων· αλλ' ο
-Αλκιβιάδης είπεν ότι δεν θέλει ομώσει πριν ή εκείνος ορκισθή
-προς αυτούς. Έγιναν λοιπόν οι όρκοι, και τότε απήλθε κατά των
-Βυζαντίων, οίτινες είχον αποστατήσει, και περιτείχιζε την πόλιν
-αυτών. Αλλ' ο Αναξίλαος και ο Λυκούργος και άλλοι τινες
-εσυμφώνησαν μετ' αυτού να τω παραδώσωσι την πόλιν επί τω όρω
-του να μείνη σώα· και τότε διαδούς λόγον, ότι στάσεις κατά την
-Ιωνίαν τον αναγκάζουσι ν' αναχωρήση, εν τω μέσω της ημέρας
-απέπλευσε μεθ' όλων των πλοίων του· αλλά την νύκτα, επιστρέψας
-οπίσω, αυτός μεν μετά των οπλιτών απέβη, και πλησιάσας εις τα
-τείχη, έμεινεν ήσυχος. Τα δε πλοία, πλεύσαντα κατά του λιμένος,
-και εισορμώντα διά βίας, μετά πολλής κραυγής και Θορύβων και
-κρότου, κατετρόμαξαν μεν τους Βυζαντίους διά την απροσδόκητον
-αυτών εμφάνισιν, έδωκαν δ' ευκολίαν εις τους αττικίζοντας να
-δεχθώσι τον Αλκιβιάδην, διότι όλοι έτρεχον προς τα πλοία και
-τον λιμένα. Δεν επέτυχεν όμως όλως αμαχητί· διότι οι εις το
-Βυζάντιον παρόντες Πελοποννήσιοι και Βοιωτοί και Μεγαρείς
-(115), τους μεν ορμώντας από των πλοίων, τους έτρεψαν και τους
-κατέκλεισαν εις τα πλοία πάλιν· εννοήσαντες δ' ότι οι Αθηναίοι
-ήσαν εντός της πόλεως, παρετάχθησαν και ώρμησαν κατ' αυτών.
-Έγινε δ' ισχυρά μάχη, και ενίκησεν ο Αλκιβιάδης, έχων το δεξιό
-κέρας, ο δε Θηραμένης το αριστερόν, και τους εχθρούς, όσοι δεν
-εφονεύθησαν, περί τους τριακοσίους, συνέλαβε ζώντας. Των δε
-Βυζαντίων μετά την μάχην ουδείς εφονεύθη ουδ' εδιώχθη· διότι
-επί τοιαύτη συνθήκη αι άνδρες παρέδοσαν την πόλιν, και ταύτα
-εσυμφώνησαν. Ουδέν ίδιον ωφέλημα δι' αυτούς επιφυλαχθέντες. Διά
-τούτο και δικαζόμενος επί προδοσία ο Αναξίλαος εν Λακεδαίμονι,
-εφάνη διά του λόγου του μη καταισχύνας το έργον του. Διότι
-είπεν ότι, μη ων Λακεδαιμόνιος αλλά Βυζάντιος, και βλέπων εις
-κίνδυνον ουχί την Σπάρτην, αλλά το Βυζάντιον, και την πόλιν ότι
-περιετειχίσθη, και ότι ουδέν εισήγετο εις αυτήν, τον δε σίτον
-όστις ην εντός της πόλεως ότι έτρωγον οι Πελοποννήσιοι και οι
-Βοιωτοί, οι δε Βυζάντιοι ότι επείνων μετά των τέκνων και των
-γυναικών των, δεν επρόδωκε την πόλιν εις τους εχθρούς, αλλά την
-απήλλαξε πολέμων και κακών, μιμούμενος τους αρίστους των
-Λακεδαιμονίων, δι' ούς έν υπάρχει απλώς το καλόν και το
-δίκαιον, το της πατρίδος συμφέρον. Ταύτα ακούσαντες οι
-Λακεδαιμόνιοι, και εντραπέντες, απέλυσαν τους άνδρας.
-
-ΛΒ. Ο δ' Αλκιβιάδης, θέλων ήδη να ιδή την πατρίδα του, και έτι
-μάλλον ποθών να δειχθή εις τους συμπολίτας του, αφού τοσάκις
-ενίκησε τους εχθρούς, απέπλευσεν, έχων διά πολλών ασπίδων και
-λαφύρων πέριξ τας Αττικάς τριήρεις κεκοσμημένας, πολλούς δε
-σύρων αιχμαλώτους, και έτι περισσότερα φέρων στολίσματα των
-όσων αυτός κατέστρεψεν και εκυρίευσε· διότι ομού δεν ήσαν
-ολιγώτεραι των διακοσίων. Όσα δε Δούρις ο Σάμιος (116), όστις
-έλεγεν ότι ήτον απόγονος του Αλκιβιάδου, προστίθησιν εις ταύτα,
-ότι ηύλει μεν διευθύνων την κωπηλασίαν Χρυσόγονος ο Πυθιονίκης
-(117), το κέλευσμα δ' έδιδε Καλλιππίδης, ο τραγωδιών
-υποκριτής, ενδεδυμένοι μακρούς και πολυτελείς χιτώνας και τον
-άλλον θεατριακόν στολισμόν, ότι δ' η ναυαρχίς εισήρχετο εις
-τους λιμένας έχουσα πορφυρούν ιστίον, ως αν εκώμαζον μεθύοντες,
-ταύτα ούτε ο Θεόπομπος (118), ούτε ο Έφορος, ούτε Ξενοφών δεν
-τα έγραψεν. Ούτε πιθανόν είναι να ενεκαυχάτο ούτω προς τους
-Αθηναίους, επιστρέφων μετ' εξορίαν και μετά συμφοράς τοσαύτας.
-Εξ εναντίας ήρχετο πεφοβισμένος, και όταν έφθασε, δεν απέβη της
-τριήρους, πριν από του καταστρώματος εφ' ού ίστατο να ιδή
-προσερχόμενον τον εξάδελφον αυτού Ευρυπτόλεμον, και πολλούς
-άλλους εκ των φίλων και οικείων του, οίτινες τον περιέμενον και
-τον προσεκάλουν. Όταν δ' απέβη, τους μεν άλλους στρατηγούς
-απαντώντες οι άνθρωποι, εφαίνοντο ότι ούτε τους έβλεπον,
-συντρέχοντες δε προς εκείνον, έκραζον, τον εχαιρέτων, τον
-συνώδευον, ήρχοντο πλησίον και τον εστεφάνουν. Όσοι δε δεν
-ηδύναντο να τον πλησιάσωσι, τον έβλεπον μακρόθεν, και οι
-γέροντες τον εδείκνυον εις τους νέους. Μετά δε των χαιρόντων
-καθ' όλην την πόλιν ήσαν πολλοί και οι δακρύοντες, και απέναντι
-της παρούσης ευτυχίας διηγείρετο η μνήμη των αρχαιοτέρων
-ατυχημάτων, και διελογίζοντο ότι ούτε της Σικελίας θα
-εστερούντο, ούτε κανέν άλλο αφ' όσα είχον ελπίσει θα τους
-διέφευγεν, αν είχον αφήσει τον Αλκιβιάδην επί των τότε
-πραγμάτων και επί της δυνάμεως εκείνης, αφ' ού ήδη παραλαβών
-την πόλιν, ήτις παρ' ολίγον είχεν εξωσθή της θαλάσσης, κατά
-ξηράν δε μόλις ήτον κυρία των προαστείων της, και εσωτερικώς
-ήτον εις στάσεις παραδεδομένη, εκ λειψάνων τοσούτων αθλίων και
-ταπεινών ανέστησεν όμως αυτήν, και ου μόνον τη απέδωκε της
-θαλάσσης το κράτος, αλλά και επί της στερεάς την ανέδειξε
-πανταχού τροπαιούχον κατά των εχθρών.
-
-ΛΓ. Και το μεν ψήφισμα της επιστροφής αυτού είχε κυρωθή
-πρότερον ήδη. Είχε δε προτείνει αυτό Κριτίας ο Καλλαίσχρου
-(119), και ο ίδιος έγραψεν εις τας ελεγείας του, ενθυμίζων εις
-τον Αλκιβιάδην την χάριν διά τούτων·
-
- Είπον εγώ εις το πλήθος την γνώμην δι' ής επανήλθες,
- κ' έγραψα ταύτην, εγώ πράξας το έργον αυτό·
- αλλ' επί τούτων σφραγίς σιωπής εις την γλώσσαν μας
- [κείται.
-
-Τότε δε, συνήλθεν ο δήμος εις εκκλησίαν, και προσελθών ο
-Αλκιβιάδης, και κλαίων μεν και ολοφυρόμενος εξέθηκε τα πάθη
-αυτού, απηύθυνε δε και παράπονα ολίγα και μέτρια κατά του
-δήμου, εν γένει δ' απέδωκεν όσα τω συνέβησαν εις τύχην τινα
-πικράν και εις φθονερόν δαίμονα, πολλά δ' είπε και περί των
-ελπίδων των πολιτών, και παρώτρυνεν αυτούς εις θάρρος· ο δε
-δήμος τον εστεφάνωσε διά στεφάνων χρυσών, και τον εχειροτόνησε
-και κατά γην και κατά θάλασσαν, στρατηγόν αυτοκράτορα. Εψήφισε
-δε να τω αποδώσωσι και την περιουσίαν του, και ν' αναιρέσωσι
-πάλιν τας κατάρας οι Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες (120), άς είχον
-προφέρει κατά προσταγήν του δήμου. Όταν δ' οι άλλοι τας
-ανήρουν, ο ιεροφάντης Θεόδωρος, «αλλ' εγώ, είπεν, ούτε τω
-κατηράσθην κακόν ουδέν, αν δεν αδική την πόλιν».
-
-ΛΔ. Αλλ' αν και η ευτυχία του Αλκιβιάδου ήτον τότε τοσούτον
-λαμπρά, ανησύχει όμως τινάς ο καιρός της επιστροφής του. Διότι
-καθ' ήν ημέραν κατέπλευσεν, ετελούντο τα Πλυντήρια της Θεάς
-(121). Εορτάζουσι δε τας τελετάς αυτών μυστικάς οι
-Πραξιεργίδαι (122), κατά την εικοστήν τετάρτην ημέραν του
-Θαργιλιώνος (123), και αφαιρούσιν από του αγάλματος την στολήν
-αυτού, και καλύπτουσιν αυτό το άγαλμα (124). Δια τούτο την
-ημέραν ταύτην θεωρούσιν οι Αθηναίοι ως μίαν των μάλλον
-αποφράδων, και ουδεμίαν πράξιν επιτελούσιν επ' αυτής. Εφαίνετο
-λοιπόν ότι η Θεά δεν εδέχθη τον Αλκιβιάδην φιλοφρόνως και
-ευμενώς, αλλ' ότι συνεκαλύφθη, και τον απεδίωκεν αφ' εαυτής.
-Ουχ ήττον όμως, αφ' ού όλα επέτυχον κατά γνώμην του Αλκιβιάδου,
-και εκατόν τριήρεις ωπλίσθησαν και έμελλον να εκπλεύσωσι πάλιν,
-ευγενής τις φιλοτιμία καταλαβούσα αυτόν, τον απέτρεψε ν'
-αποπλεύση μέχρι των μυστηρίων (125). Αφ' ού καιρού απεκλείσθη
-διά τείχους η Δεκέλεια (126), και οι εχθροί εκεί
-στρατοπεδεύοντες είχον εις την εξουσίαν των τας οδούς προς την
-Ελευσίνα, ουδεμίαν ευπρέπειαν είχε πλέον η τελετή, διότι
-εστέλλετο κατά θάλασσαν, και εξ ανάγκης παρελείποντο και
-θυσίαι, και χοροί, και πολλά εκ των ιερών όσα εγίνοντο όταν
-φέρωσι διά ξηράς τον Ίακχον (127). Καλόν λοιπόν εφαίνετο εις
-τον Αλκιβιάδην, και προς τους Θεούς όσιον και προς τους
-ανθρώπους ένδοξον, ν' αποδώση το πάτριον σχήμα εις τα ιερά, και
-να συνοδεύση πεζή την τελετήν, και να δορυφορήση αυτήν κατά των
-εχθρών. Διότι ή, αν έμενεν ήσυχος ο Άγις (128), θα κατεβίβαζεν
-εντελώς την οφρύν του και θα τον εταπείνου, ή θα εμάχετο μάχην
-ιεράν και θεοφιλή υπέρ των αγιωτάτων και μεγίστων, εν όψει της
-πατρίδος, και θα είχε πάντας τους πολίτας μάρτυρας της
-ανδραγαθίας του. Άμα δ' απεφάσισε ταύτα, και ειδοποίησε τους
-Ευμολπίδας και τους Κήρυκας, έθηκε σκοπούς εις τας κορυφάς, και
-άμα εξημέρωσεν έπεμψεν εμπρός προδρόμους τινάς. Λαβών δε μεθ'
-εαυτού τους ιερείς και μύστας και μυσταγωγούς (129), και
-καλύψας αυτούς πέριξ διά των στρατιωτών, προυχώρει εν τάξει και
-μετά σιωπής, θέαμα επιδεικνύων σεβάσμιον και θεοπρεπές την
-στρατηγίαν εκείνην, ήν άπαντες οι μη φθονούντες αυτόν
-ιεροφαντίαν ωνόμαζον και μυσταγωγίαν. Ουδείς δε των εχθρών
-ετόλμησε να τον προσβάλη, και ασφαλώς επαναγαγών την πομπήν εις
-την πόλιν, επήρθη μεν αυτός κατά το φρόνημα, ενέπλησε δ'
-υπερηφανείας και τον στρατόν, θεωρούντα εαυτόν ακαταμάχητον και
-αήττητον, όταν εστρατήγει εκείνος· τον δ' όχλον και τους
-πένητας ούτω διά τούτων των δημαγωγιών εκέρδησεν υπέρ εαυτού,
-ώστε είχον ισχυράν επιθυμίαν να τυραννώνται υπ' εκείνου, καί
-τινες έλεγον, και ερχόμενον προς αυτούς τον προέτρεπον, να
-υπερισχύση του φθόνου, και ρίπτων κάτω ψηφίσματα, και νόμους,
-και τους φλυάρους οίτινες κατέστρεψαν την πόλιν, ν' αναλάβη και
-διευθύνη τα πράγματα, μη φοβούμενος τους συκοφάντας.
-
-ΑΕ. Και ποίαν μεν ο ίδιος είχε περί της τυραννίδος γνώμην,
-είναι άγνωστον· οι δε δυνατώτατοι των πολιτών, φοβηθέντες,
-επετάχυνον τον έκπλουν αυτού, και τ' άλλα όλα ψηφίσαντες, και
-συνάρχοντας ούς εκείνος ηθέλησεν· Εκπεύσας λοιπόν μετά των
-εκατόν πλοίων, και προσβαλών την Άνδρον, ενίκησε μεν εις μάχην
-τους Λακεδαιμονίους όσοι ήσαν εκεί, την πόλιν όμως δεν
-εκυρίευσε. Και τούτο υπήρξεν η πρώτη κατ' αυτού δημοσία των
-εχθρών του κατηγορία. Φαίνεται δ' ότι υπέρ τινα και άλλον ο
-Αλκιβιάδης μάλιστα κατεστράφη υπό της ιδίας αυτού δόξης, ήτις
-μεγάλη ούσα και πλήρης τόλμης και συνέσεως, καθίστα ως εξ ών
-κατώρθωσεν, ύποπτον πάσαν έλλειψιν αυτού, διότι υπετίθετο ότι
-δεν ήθελε, καθόσον ουδείς επίστευσεν ότι δεν εδύνατο. Ήλπιζον
-δ' ότι και περί των Χίων θ' ακούσωσιν ότι κατετροπώθησαν, και
-περί της λοιπής Ιωνίας. Όθεν ηγανάκτουν όταν δεν επληροφορούντο
-ότι όλα κατωρθούντο ταχέως και ευθύς, καθώς ήθελον· ουδ'
-ανελογίζοντο την αχρηματίαν, υφ' ής περιοριζόμενος, επολέμει
-προς ανθρώπους έχοντας μέγαν πόρον το ταμείον του Βασιλέως, και
-ηναγκάζετο πολλάκις να εκπλέη και να εγκαταλείπη το
-στρατόπεδον, όπως προμηθευθή μισθούς και τροφάς. Και η
-τελευταία δε κατ' αυτού κατηγορία τοιαύτην έλαβε την αιτίαν. Ο
-Λύσανδρος είχε σταλή υπό των Λακεδαιμονίων ναύαρχος, και εκ των
-χρημάτων όσα έλαβε παρά του Κύρου έδιδε τετρώβολον (130) αντί
-τριωβόλου εις έκαστον ναύτην. Ο δ' Αλκιβιάδης μετά δυσκολίας
-δίδων και το τριώβολον, απήλθεν εις την Καρίαν διά ν'
-αργυρολογήση. Ο δ' επιμελητής, όστις έμεινεν εις τα πλοία, ο
-Αντίοχος (131), ήτον μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τ' άλλα
-ήτον ανόητος και υπεροπτικός· έχων δε παραγγελίαν παρά του
-Αλκιβιάδου, ουδ' αν επιπλεύσωσι κατ' αυτού οι εχθροί να
-ναυμαχήση, τοσούτον εθρασύνθη και περιεφρόνησε την διαταγήν,
-ώστε πληρώσας την ιδίαν αυτού τριήρη και μίαν άλλην, έπλευσεν
-εις την Έφεσον, και παραπλέων προς τας πρώρας των εχθρικών
-πλοίων, πολλά έλεγε και έπραττεν ακόλαστα και βωμολόχα. Και
-κατ' αρχάς μεν ο Λύσανδρος μετ' ολίγων πλοίων εξορμήσας κατ'
-αυτού τον εδίωκεν· επειδή όμως και οι Αθηναίοι ήλθον εις
-βοήθειαν, κινηθείς ο Λύσανδρος μεθ' όλων των πλοίων του, και
-τον Αντίοχον εφόνευσε, και πλοία πολλά και ανθρώπους συνέλαβε,
-και τρόπαιον έστησεν. Όταν δ' ήκουσεν αυτά ο Αλκιβιάδης,
-επιστρέψας εις την Σάμον, εκινήθη μεθ' όλου του στόλου και
-επροκάλει τον Λύσανδρον. Εκείνος όμως ηρκείτο εις το ότι
-ενίκησε, και δεν εκινείτο κατ' αυτού.
-
-ΛΣΤ. Εκ δε των κατά το στρατόπεδον μισούντων τον Αλκιβιάδην,
-Θρασύβουλος ο υιός του Θράσωνος (132), εχθρός ων αυτού,
-απήλθεν εις Αθήνας διά να τον κατηγορήση. Και παροξύνας τους
-εκεί, έλεγε προς τον δήμον, ότι ο Αλκιβιάδης κατέστρεψε τα
-πράγματα, και απώλεσε τα πλοία, εντρυφών εις την εξουσίαν, και
-παραδίδων την στρατηγίαν εις ανθρώπους οίτινες ήσαν
-παντοδύναμοι παρ' αυτώ διά τα φαγοπότια και τας βωμολοχίας,
-όπως συλλέγη αυτός χρήματα περιπλέων, και ν' ακολασταίνη
-μεθύων, και συνοικών μεθ' εταίρων εξ Αβύδου και Ιωνίας, εν ώ οι
-εχθροί εισίν εις μικράν απόστασιν ηγκυροβολημένοι. Τω προσήπτον
-δε και την κατασκευήν των τειχών, ά κατεσκεύασεν εις την
-Θράκην, περί την Βισάνθην (133), όπως έχη αυτά καταφύγιον,
-διότι δεν εδύνατο ή δεν ήθελε να ζήση εις την πατρίδα του.
-Πεισθέντες λοιπόν οι Αθηναίοι, εξελέξαντο άλλους στρατηγούς,
-οργήν, και κακήν προς εκείνον δεικνύντες διάθεσιν. Ταύτα μαθών
-ο Αλκιβιάδης, και φοβηθείς, απήλθεν εντελώς εκ του στρατοπέδου·
-και συναγαγών ξένους, επολέμει ιδιαιτέρως κατά των αβασιλεύτων
-Θαρκών (134), και πολλά συνέλεξε χρήματα εκ των λαφύρων, και
-εξησφάλισε συγχρόνως κατά των βαρβάρων τους περιοικούντας
-Έλληνας. Επειδή δ' οι στρατηγοί Τυδεύς, Μένανδρος και
-Αδείμαντος, έχοντες εις τους Αιγός Ποταμούς (135) πάντα ομού
-τα πλοία όσα εκέκτηντο τότε αι Αθήναι, συνείθιζον να επιπλέωσι
-πάσαν αυγήν κατά του Λυσάνδρου, όστις ήτον προσωρμισμένος περί
-την Λάμψακον, και να τον προκαλώσι, και πάλιν να επιστρέφωσιν
-οπίσω, και να διημερεύωσιν ατάκτως και αμελώς, ως
-περιφρονούντες αυτόν, πλησίον ών ο Αλκιβιάδης, δεν παρέβλεψε
-τούτο ουδέ το παρημέλησεν, αλλ' έφιππος ελθών, εδίδασκε τους
-στρατηγούς ότι κακώς ηγκυροβόλουν εις μέρη αλίμενα και πόλιν μη
-έχοντα, λαμβάνοντες μακρόθεν εκ Σηστού τας ζωοτροφίας των, και
-αφήνοντες τους ναύτας, όταν εξέρχωνται εις την γην, να
-πλανώνται όπου έκαστος θέλει, και να διασπείρωνται, εν ώ
-άντικρυς αυτών ίστατο στόλος ειθισμένος να πράττη τα πάντα εν
-σιωπή, εις μοναρχικόν πειθόμενος πρόσταγμα.
-
-ΑΖ. Και ταύτα μεν έλεγεν ο Αλκιβιάδης, και τοις εσυμβούλευε να
-μεταθέσωσι τον στόλον εις την Σηστόν. Αλλ' οι στρατηγοί δεν
-προσείχον εις τας συμβουλάς του. Ο δε Τυδεύς και υβριστικώς τον
-προσεκάλεσε ν' αναχωρήση, διότι άλλοι στρατηγούσι και ουχί
-εκείνος. Επομένως ό Αλκιβιάδης, υποπτεύσας και προδοσίαν τινά
-παρ' αυτοίς, ανεχώρησε, και εις τους επισήμους εκ του
-στρατοπέδου όσοι τον προέπεμπον έλεγεν, ότι αν δεν είχεν ούτω
-προπηλακισθή υπό των στρατηγών, εις ολίγας ημέρας θα είχεν
-αναγκάση τους Λακεδαιμονίους ή να ναυμαχήσωσιν άκοντες, ή ν'
-αφήσωσι τα πλοία των. Εφαίνετο δ' εις μέν τινας ότι εκαυχάτο
-ταύτα λέγων, εις άλλους δ' ότι πιθανά λέγει, διότι αν έφερε
-πολλούς Θράκας ακοντιστάς και ιππείς, εδύνατο να πολεμήση και
-να ταράξη αυτών το στρατόπεδον. Ότι δε τα σφάλματα των Αθηναίων
-ορθώς ενόησε, ταχέως εμαρτύρησαν τα έργα αυτά. Διότι αίφνης και
-απροσδοκήτως επέπεσε κατ' αυτών ο Λύσανδρος, και οκτώ μόνον
-τριήρεις διέφυγον μετά του Κόνωνος, αι δ' άλλαι, διακόσιαι
-περίπου απήχθησαν αιχμάλωτοι· ανθρώπους δε τρισχιλίους ζώντας
-συλλαβών, απέσφαξεν ο Λύσανδρος, εκυρίευσε δε και τας Αθήνας
-εις ολίγον καιρόν, και έκαυσε τα πλοία των, και εκρήμνισε τα
-μακρά τείχη. Τότε φοβηθείς ο Αλκιβιάδης τους Λακεδαιμονίους,
-οίτινες και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν εκυρίευον ήδη, μετέβη
-εις Βιθυνίαν, πολλά μεν χρήματα φέρων μεθ' εαυτού, πολύ δε
-περισσότερα αφήσας εις τα τείχη όπου κατώκει. Και εις την
-Βιθυνίαν δε πολλά των κτημάτων του απολέσας, αρπαγέντα υπό των
-εκεί Θρακών, απεφάσισε ν' αναβή προς τον Αρταξέρξην, νομίζων
-ότι όταν τον δοκιμάση ο Βασιλεύς, αυτός μεν δεν θέλει φανή
-χειρότερος του Θεμιστοκλέους, η δε πρόφασις αυτού ότι θέλει
-φανή καλητέρα· διότι θα ήρχετο, ουχί κατά των συμπολιτών του,
-ως εκείνος, αλλ' όπως συντελέση υπέρ της πατρίδος του και
-ζητήση κατά των εχθρών, του Βασιλέως την δύναμιν. Πιστεύων δ'
-ότι ο Φαρνάβαζος θα τω εχορήγει ευκολίαν και ασφάλειαν όπως
-πορευθή προς τον Βασιλέα, ήλθε προς αυτόν εις Φρυγίαν, και
-διέμεινε μετ' αυτού, περιποιούμενος αυτόν και τιμώμενος.
-
-AH. Οι δ' Αθηναίοι ελυπούντο μεν στερηθέντες της ηγεμονίας· αφ'
-ού δε και της ελευθερίας στερήσας αυτούς ο Λύσανδρος, παρέδωκε
-την πόλιν εις τριάκοντα άνδρας, τότε ενόουν την σπουδαιότητα
-των σκέψεων άς είχον αμελήσει όταν εδύναντο εισέτι να σωθώσιν,
-εις αυτάς επανήρχοντο ήδη όταν τα πράγματα είχον απολεσθή, και
-ολοφυρόμενοι επανέλεγον τα σφάλματα και τας ανοησίας των, ών
-μεγίστην εθεώρουν την δευτέραν προς τον Αλκιβιάδην οργήν των
-διότι τον απέρριψαν, χωρίς εις ουδέν ν' αδικήση· αλλά
-θυμωθέντες καθ' υπηρέτου όστις ολίγα πλοία αισχρώς απώλεσεν,
-έτι αισχότερον αυτοί αφήρεσαν από της πόλεως τον άριστον αυτής
-και πολεμικώτατον στρατηγόν. Και όμως και εις αυτήν έτι την
-κατάστασιν υπέφωσκεν αμυδρά τις ελπίς, ότι των Αθηναίων τα
-πράγματα δεν απωλέσθησαν εντελώς, εν όσω ο Αλκιβιάδης εισέτι
-εσώζετο. «Διότι ούτε άλλοτε ηρκέσθη φεύγων να ζη απραγμόνως και
-εν ησυχία, ούτε ήδη, αν οπωσούν καλώς διάκεινται τα κατ' αυτόν,
-θέλει ανεχθή την υπεροψίαν των Λακεδαιμονίων και των τριάκοντα
-τον εκτραχηλισμόν.» Και δεν ήσαν άτοπα τα τοιαύτα του πλήθους
-ονειροπολήματα· διότι και οι Τριάκοντα πολύ εφρόντιζον και
-ηρεύνων, και πολύν εποιούντο λόγον περί του τι έπραττεν εκείνος
-και τι διενοείτο. Τέλος δ' ο Κριτίας υπέβαλεν εις τον Λύσανδρον
-ότι, ενόσω οι Αθηναίοι εδημοκρατούντο, δεν εδύναντο οι
-Λακεδαιμόνιοι ν' άρχωσιν ασφαλώς της Ελλάδος· τους δ'
-Αθηναίους, και πράως αν διάκεινται και καλώς προς την
-ολιγαρχίαν, ο Αλκιβιάδης εν όσω ζη, δεν θα τους αφήση ποτέ να
-εμμείνωσιν ησύχως εις τα καθεστώτα. Αλλ' ο Λύσανδρος δεν
-επείσθη εις ταύτα πριν παρά των αρχόντων της πατρίδος του έλθη
-σκυτάλη (136) διατάττουσα αυτόν να εξολοθρεύση τον Αλκιβιάδην
-είτε διότι και εκείνοι εφοβήθησαν του ανδρός το επιχειρηματικόν
-και μεγαλοπράγμον, είτε διότι ηθέλησαν εις τον Άγιν να
-χαρισθώσιν.
-
-ΛΘ. Ο Λύσανδρος λοιπόν έστειλε και παρήγγειλε ταύτα εις τον
-Φαρνάβαζον, εκείνος δε προσέταξε το έργον εις Μαγαίον τον
-αδελφόν, και εις Σουσαμίθρην τον θείον του. Τότε δ' έτυχε
-κατοικών ο Αλκιβιάδης εις κώμην τινα της Φρυγίας, έχων μεθ'
-εαυτού και την εταίραν Τιμάνδραν. Είδε δ' εις τον ύπνον του
-όνειρον τοιούτον· ότι εφόρει αυτός το ένδυμα της εταίρας,
-εκείνη δ' ότι είχε την κεφαλήν του εις τας αγκάλας της, και τω
-εστόλιζε το πρόσωπον ως γυναικός, και τω εζωγράφιζε, και τω
-έχριε ψιμμίθιον. Αλλοι δε λέγουσιν ότι είδε καθ' ύπνον τους
-περί τον Μαγαίον κόπτοντας την κεφαλήν του, και το σώμα του
-καιόμενον. Λέγεται δ' ότι ωνειρεύθη ταύτα ολίγον προ του
-θανάτου του. Οι δε σταλέντες κατ' αυτού δεν ετόλμησαν ν'
-εισέλθωσιν, αλλά περικυκλώσαντες την οικίαν ηθέλησαν να την
-καύσωσιν. Εννοήσας δε τούτο ο Αλκιβιάδης, συνήγαγε τα πλείστα
-των ιματίων και των στρωμάτων του, και τα έρριψεν εις το πυρ.
-Περιτυλίξας δε την χλαμύδα του εις την αριστεράν του χείρα, και
-λαβών γυμνόν το εγχειρίδιον εις την δεξιάν, διήλθε διά του
-πυρός χωρίς τι να πάθη. Διότι ουδείς υπέμεινεν εμπρός του, ή
-ήλθε μετ' αυτού εις χείρας, αλλά μακρυνθέντες, τον εκτύπησαν
-δι' ακοντίων και βελών. Ούτως έπεσεν αυτός, και οι βάρβαροι
-ανεχώρησαν· η δε Τιμάνδρα έλαβε τον νεκρόν, και τυλίξασα και
-καλύψασα αυτόν εις τους ιδίους αυτής χιτώνας, εκήδευσεν αυτόν,
-όσον αι περιστάσεις τη επέτρεπον, λαμπρώς και φιλοτίμως. Ταύτης
-λέγουσιν ότι ήτον θυγάτηρ η Λαΐς, η επονομασθείσα Κορινθία,
-αλλ' αιχμαλωτισθείσα εκ των Υκκάρων, μικράς Σικελικής πόλεως
-(137). Τινές δε, διά μεν τα λοιπά του θανάτου του Αλκιβιάδου
-συμφωνούσι προς ταύτα· λέγουσι δ' ότι την αιτίαν δεν έδωκεν
-ούτε ο Φαρνάβαζος, ούτε ο Λύσανδρος, ούτε οι Λακεδαιμόνιοι,
-αλλ' αυτός ο Αλκιβιάδης, διότι διέφθειρε την γυναίκα ενός των
-επισήμων, και την είχε μεθ' εαυτού· οι δ' αδελφοί της γυναικός,
-αγανακτούντες διά την ύβριν, έκαυσαν διά νυκτός την οικίαν ήν
-κατώκει ο Αλκιβιάδης, και εφόνευσαν αυτόν, ως ευρέθη, εν ώ
-επήδα διά του πυρός.
-
-
-
-ΜΑΡΚΙΟΣ ΓΑΪΟΣ
-
-
-
-Α. Ο οίκος των Μαρκίων εν Ρώμη πολλούς έδωκεν ενδόξους άνδρας
-εις των Πατρικίων την τάξιν, και εξ αυτών είς ην και ο Μάρκιος
-Άγκος, ο προς θυγατρός εγγονός του Νουμά (138), ο μετά τον
-Τύλλον Οστίλιον βασιλεύσας. Μάρκιοι δ' ήσαν και ο Πόπλιος, και
-ο Κόιντος, οίτινες έφερον το πλείστον και κάλλιστον ύδωρ εις
-την πόλιν της Ρώμης (139), και Κηνσωρίνος (140), όν δις
-διώρισε τιμητήν (141) ο δήμος των Ρωμαίων και έπειτα, υπ'
-αυτού του ιδίου πεισθείς, έθετο νόμον και εψήφισεν ουδείς να
-δύναται δις να περιέλθη εις την αρχήν ταύτην. Γάιος δ' ο
-Μάρκιος, περί ού ενταύθα ο λόγος, τραφείς υπό χήραν μητέρα, και
-πατρός ορφανός, απέδειξεν ότι η ορφανία άλλα μεν έχει κακά,
-αλλά δεν εμποδίζει τινά να γίνη ανήρ σπουδαίος και
-διακεκριμένος· μόνοι δ' οι φαύλοι προτείνουσιν αυτήν ως τούτου
-αιτίαν, και την κατηγορούσιν ότι αυτή διαφθείρει δι' αμελείας.
-Ο ίδιος όμως εδικαιολόγησε και τους φρονούντας ότι αν φύσις
-γενναία και αγαθή μείνη παιδείας εστερημένη, μετά των καλών
-γεννά και κακά, καθώς ευγενής χώρα εις την γεωργίαν, μη
-αρκούσης τυχούσα καλλιεργίας διότι το κατά πάντα ισχυρόν και
-έντονον της διανοίας αυτού παρήγαγε μεν ορμάς μεγάλας και των
-καλών λειτουργούς· αλλ' αφ' ετέρου τον καθίστα δύσκολον και
-δυσσυμβίβαστον μετά των ανθρώπων, όντα και ακρίτως θυμώδη, και
-αμειλίκτως φιλόνεικον. Αλλά θαυμάζοντες οι άνθρωποι την προς
-ηδονάς και κόπους και προς χρημάτων απόκτησιν απάθειαν αυτού,
-και εγκράτειαν αυτήν ονομάζοντες και ανδρείαν και δικαιοσύνην,
-εις τας πολιτικάς σχέσεις του τον εθεώρουν μετά δυσαρεσκείας
-βαρύν, και άχαριν και ολιγαρχικόν. Ουδ' ωφελούνται ως προς άλλο
-τοσούτον οι άνθρωποι εκ της των Μουσών ευμενείας, όσον ότι διά
-του λογικού και της παιδείας εξημερούται η φύσις των, το ορθόν
-μέτρον δεχομένη εις το λογικόν, και αποβάλλουσα τας υπερβολάς.
-Κατ' εκείνους τους καιρούς εν γένει η Ρώμη εκείνο κυρίως το
-μέρος ετίμα της αρετής, το αφορών τας πολεμικάς και
-στρατιωτικάς πράξεις· και απόδειξις τούτου είναι ότι δι' ενός
-και του αυτού ονόματος εκαλούντο παρ' αυτή και η αρετή και η
-ανδρεία, και το δι' ού ιδίως ονομάζουσι την ανδρείαν έγινεν
-όνομα γένους διά την αρετήν (142).
-
-Β. Επιρρεπέστερος δε των άλλων υπήρξεν ο Μάρκιος προς τους
-πολεμικούς αγώνας, και ευθύς εκ παιδικής ηλικίας είχε τα όπλα
-εις χείρας του. Και φρονών ότι εις ουδέν χρησιμεύουσι τα
-επίκτητα όπλα εις τους μη έχοντας ηκονισμένον και
-παρεσκευασμένον όπλον έμφυτον και συγγενές μετ' αυτών, ούτως
-εξήσκησε το σώμα του προς παν είδος μάχης, ώστε και ελαφρός
-ήτον τρέχων, και βαρύς εις τας συμπλοκάς, και δυσκατάβλητος εις
-του πολέμου την πάλην. Δια τούτο οι προς αυτόν έριν έχοντες
-ανδρείας και γενναιότητος, νικώμενοι επροφασίζοντο του σώματος
-αυτού την δύναμιν, ήτις δεν ελυγίζετο, και εις ουδένα κόπον
-ενέδιδεν.
-
-Γ. Εξεστράτευσε δε κατά πρώτον ενώ ήτον μειράκιον έτι, ότε ο
-Ταρκύνιος, όστις εβασίλευσε της Ρώμης και εξεθρονίσθη, μετά
-πολλάς μάχας και ήττας έρριπτε τον έσχατον ούτως ειπείν κύβον
-αυτού (143), και πολλοί μεν Λατίνοι, πολλοί δ' άλλοι Ιταλιώται
-συνεξεστράτευον, και τον συνώδευον εις την Ρώμην, ουχί τοσούτον
-θέλοντες εκείνον να ευχαριστήσωσιν, όσον επιθυμούντες εκ φόβου
-και φθόνου να καταβάλωσι την αυξάνουσαν δύναμιν των Ρωμαίων.
-Εις την μάχην δε ταύτην, ήτις πολλάκις αμφιβόλως έκλινε προς
-αμφοτέρους, ευρώστως αγωνιζόμενος ο Μάρκιος υπό τους οφθαλμούς
-του Δικτάτωρος (144), και ιδών πλησίον πεσόντα άνδρα Ρωμαίον,
-δεν παρημέλησεν αυτόν, αλλά στας εμπρός, αντετάχθη κατά του
-επερχομένου εχθρού, και τον εθανάτωσεν. Όταν λοιπόν ενίκησεν ο
-στρατηγός, πρώτον εκείνον εστεφάνωσε διά στεφάνου δρυός· διότι
-εις τον όστις ήθελεν υπερασπίσει πολίτην, τούτον αποδίδει ο
-νόμος τον στέφανον, είτε τιμήσας προ πάντων την δρυν εξ αιτίας
-των Αρκάδων, διότι ο χρησμός του θεού τους ωνόμασε βαλανηφάγους
-(145), είτε διότι πανταχού και ταχέως οι εκστρατεύοντες
-δύνανται να προμηθεύωνται δρυν, είτε διότι ενόμιζον ότι ο της
-δρυός στέφανος, ιερός ων του Πολιέως Διός, πρεπόντως εδίδετο
-διά σωτηρίαν πολίτου. Είναι δε η δρυς εκ μεν των αγρίων δένδρων
-το φέρον τους ωραιοτάτους καρπούς, εκ δε των ημέρων (146) το
-ευρωστότατον· και έδιδεν όχι μόνον τροφήν το βαλανίδιον, αλλά
-και ποτόν, το μελίτειον (147). Επρομήθευε δε και παντοία
-κρέατα ζώων και πτηνών, διότι έδιδε τον ιξόν (148), όργανον
-κυνηγετικόν. Κατ' εκείνην δε την μάχην λέγουσιν ότι επεφάνησαν
-και οι Διόσκουροι, και μετά την μάχην ότι εδείχθησαν αμέσως εις
-την αγοράν επί των ίππων των, ών έρρεεν ο ιδρώς, και ανήγγειλε
-την νίκην, καθ' ό μέρος σήμερον υπάρχει ναός αυτών ωκοδομημένος
-περί την κρήνην. Όθεν και την ημέραν καθ' ήν εορτάζεται η νίκη
-εκείνη, κατά τας ειδούς του Ιουλίου μηνός (149), εις τοις
-Διοσκούρους την αφιέρωσαν.
-
-Δ. Αλλ' ως φαίνεται, δόξα και τιμή εις τους νέους αποδιδομένη,
-αποσβέει μεν τας ελαφρώς φιλοτίμους φύσεις, όταν πολύ πρωίμως
-επέρχεται, και ταχέως ευχαριστεί αυτών την δίψαν και το
-αψίκορον· τας δ' εμβριθείς και ασφαλείς διανοίας αυξάνουσι και
-λαμπρύνουσιν αι τιμαί, ως υπό πνεύματος ανέμου προς το
-φαινόμενον καλόν ωθουμένας· διότι αι τοιαύται, ουχί επί σκοπώ
-αμοιβής, αλλ' ως ενέχυρον ήδη δούσαι, αισχύνονται να
-εγκαταλείψωσι την δόξαν αυτών, και να μη υπερβώσιν αυτήν διά
-νέων έργων. Τούτο συνέβη εις τον Μάρκιον, όστις αυτός εις
-εαυτόν προέθετο αγώνα ανδραγαθίας, και θέλων να ήναι κατά τας
-ορέξεις του πάντοτε νέος, προσέθετε κατορθώματα επί
-κατορθωμάτων και λάφυρα επί λαφύρων, και έβλεπε πάντοτε τους
-επομένους στρατηγούς, φιλονεικούντας μετά των προηγουμένων περί
-του τις να τω αποδώση περισσοτέρας τιμάς, και να υπερβή τον
-έτερον ως προς τας υπέρ αυτού μαρτυρίας. Οι Ρωμαίοι είχον τότε
-πολλούς αγώνας και πολλούς πολέμους, και ο Μάρκιος εξ ουδενός
-εξήλθεν αστεφάνωτος και αβράβευτος. Και διά μεν τους άλλους η
-δόξα ην της αρετής ο σκοπός, δι' εκείνον δε ο σκοπός της δόξης
-η ευχαρίστησις της μητρός του· διότι ενόμιζεν ότι εντιμώτατον
-τον καθιστά και μακαριώτατον το να τον ακούη εκείνη
-επαινούμενον, και να τον ιδή στεφανούμενον, και να τον
-εναγκαλισθή υπό χαράς δακρύουσα. Λέγουσι δ' ότι και ο
-Επαμινώνδας ωμολόγησε το ίδιον αίσθημα, ως μεγίστην ευτυχίαν
-του θεωρών, ότι έζων ο πατήρ και η μήτηρ του, και είδον την εν
-Λεύκτροις στρατηγίαν και νίκην του. Αλλ' εκείνος μεν είχε και
-τους δύο γονείς του χαίροντας μετ' αυτού και συνευτυχούντας. Ο
-δε Μάρκιος, φρονών ότι εις την μητέρα του οφείλει και την προς
-τον πατέρα ευγνωμοσύνην, ήτον ακόρεστος ευφραίνων και τιμών την
-Ουολουμνίαν (150), αλλά και κατά θέλησιν και παράκλησιν αυτής
-ενυμφεύθη, και αφ' ού απέκτησε παίδας, κατώκει την αυτήν οικίαν
-μετά της μητρός του.
-
-Ε. Εν ώ δ' ήδη μεγάλην είχε δόξαν και δύναμιν εις την πόλιν διά
-την ανδρείαν του, η βουλή, τους πλουσίους υπερασπίζουσα,
-διεφώνησε προς τον δήμον, όστις φαίνεται ότι πολλά έπασχε και
-δεινά υπό των πλουσίων. Διότι τους μεν μετρίαν περιουσίαν
-έχοντας, τους εστέρουν πάντων των κτημάτων των, εις ενέχυρα
-λαμβάνοντες και πωλούντες αυτά· τους δ' όλως απόρους τους
-συνελάμβανον και τους εφυλάκιζον, ει και είχον τα σώματα
-κεκαλυμμένα υπό πληγών και καταβεβλημένα υπό των κοπών ούς
-υπέστησαν εις τους υπέρ της πατρίδος πολέμους. Τούτων ο
-τελευταίος ην ο κατά των Σαβίνων, όν ανεδέχθησαν διότι και οι
-πλουσιώτατοι είχον υποσχεθή να δειχθώσι μετριώτεροι προς
-αυτούς, και η βουλή εψήφισεν εγγυητήν τον άρχοντα Μάρκον
-Ουαλέριον (151). Αλλ' αφ' ού και εις εκείνην την μάχην
-ηγωνίσθησαν προθύμως και ενίκησαν τους εχθρούς, χωρίς οι
-δανεισταί ουδεμίαν να δείξωσι προς αυτούς επιείκειαν, και η
-βουλή προσεποιείτο λήθην των υποσχέσεών της, και ηδιαφόρει
-βλέπουσα αυτούς συρομένους εις τας φυλακάς, τότε θόρυβος ηγέρθη
-πολύς εις την πόλιν, και συνωμοσίαι εγίνοντο επικίνδυνοι, και
-οι εχθροί εννοήσαντες ότι υπήρχον ταραχαί εις τον δήμον,
-εισώρμησαν και έκαιον την χώραν, και όταν οι άρχοντες εκάλουν
-εις τα όπλα τους έχοντας την στρατεύσιμον ηλικίαν, ουδείς
-υπήκουεν. Ούτω διηρέθησαν πάλιν αι γνώμαι των αρχόντων. Και
-τινές μεν ενόμιζον ότι πρέπει να ενδώσωσι μέχρι τινός εις τους
-πένητας, και να χαλαρώσωσι την υπερβολικήν της νομιμότητος
-αυστηρότητα· άλλοι δ' αντέτεινον, και είς αυτών ήτον και ο
-Μάρκιος, ουχί ότι ενόμιζε μέγιστον το των χρημάτων ζήτημα, αλλά
-παρακινών τους βουλευτάς, να καταπαύσωσιν, αν σωφρονώσι, και να
-σβέσωσι την αρχήν και την πρώτην απόπειραν της αυθαδείας του
-όχλου και της θρασύτητος αυτού, επανισταμένου κατά των νόμων.
-
-ΣΤ. Επειδή δε πολλάκις εις ολίγον καιρόν συνήλθεν η βουλή, αλλ'
-ουδέν απεφάσιζε, συσσωματωθέντες αίφνης οι πένητες, και
-παρακινήσαντες αλλήλους, εγκατέλιπον την πόλιν, και
-καταλαβόντες το όρος το ήδη καλούμενον ιερόν, παρά τον Ανίωνα
-ποταμόν, αποκατέστησαν εκεί, και στασιαστικόν μεν ή βίαιον
-ουδέν έπραττον, έκραζον δ' ότι προ πολλού οι πλούσιοι τους
-εδίωξαν εκ της Ρώμης, πανταχού δ' η Ιταλία ότι θέλει τοις δώσει
-αέρα και ύδωρ και τόπον όπου να ταφώσι, και ότι ουδέν άλλο
-κερδίζουσι κατοικούντες την Ρώμην, παρά να πληγώνωνται και να
-φονεύωνται εκστρατεύοντες υπέρ των πλουσίων. Τότε εφοβήθη η
-βουλή, και έπεμψε τους μετριοπαθεστέρους και δημοτικωτέρους των
-πρεσβυτέρων. Μεταξύ δ' αυτών τον λόγον έλαβεν ο Μενήνιος
-Αγρίππας· και πολλά μεν παρεκάλεσε τον δήμον, πολλά δ' είπε
-μετά θάρρους υπέρ της βουλής, και εις το τέλος του λόγου του
-περιήλθεν εις το σχήμα του μύθου το περίφημον έκτοτε γενόμενον
-«Εστασίασαν, είπε, του ανθρώπου τα μέλη πάντα προς την γαστέρα,
-και την κατηγόρουν ότι μόνη αυτή εκάθητο αργή εις το σώμα, και
-ουδέν συνεισέφερε, τα δ' άλλα διά τας ορέξεις εκείνης υπέμενον
-κόπους πολλούς και υπηρεσίας· η δε γαστήρ ότι εγέλα διά την
-ανοησίαν των, διότι ηγνόουν ότι δέχεται μεν αυτή την τροφήν
-πάσαν, αλλ' αυτή την αναπέμπει πάλιν εξ εαυτής, και την
-διανέμει εις τα λοιπά. Τοιαύτη, είπεν, είναι και της συγκλήτου
-η σχέσις προς σας, ω πολίται· διότι όσα εκείνη βουλεύεται και
-πράττει υπέρ της προσηκούσης οικονομίας, επιφέρουσι και
-διανέμουσιν εις σας παν το χρήσιμον και ωφέλιμον».
-
-Ζ. Έκτοτε διηλλάγησαν, ζητήσαντες παρά της βουλής και
-επιτυχόντες να εκλέγωσι πέντε άνδρας, προστάτας των χρηζόντων
-βοηθείας, τους νυν δημάρχους καλουμένους. Εξελέξαντο δε πρώτους
-αυτούς εκείνους ούς είχον λάβει και ως αρχηγούς της αποστασίας
-των, τον Ιούνιον Βρούτον και τον Σικίννιον Βέλλουτον. Αφ' ού δ'
-η πόλις ηνώθη, ευθύς ωπλίσθη ο λαός, και προσεφέρετο προθύμως
-εις τους άρχοντας διά να εκστρατεύσωσιν. Ο δε Μάρκιος, καίτοι
-ουδόλως ευχαριστούμενος ότι ο δήμος υπερίσχυσε και ενέδωκεν η
-αριστοκρατία, και εκ των άλλων πατρικίων πολλούς βλέπων ότι το
-αυτό ησθάνοντο, τους παρεκάλει όμως να μη μείνωσι κατώτεροι των
-δημοτών εις τους υπέρ πατρίδος αγώνας, αλλά να φανώσιν ότι
-υπερέχουσιν αυτών κατά την αρετήν μάλλον παρά κατά την δύναμιν.
-
-Η. Εις δε το έθνος των Ουολούσκων, προς ούς επολέμουν,
-επισημοτάτη ήτον η πόλις των Κοριολάνων. Περί αυτήν
-εστρατοπέδευσεν ο ύπατος Κομίνιος· οι δ' άλλοι Ουολούσκοι,
-φοβηθέντες, συνέρρεον πανταχόθεν κατά των Ρωμαίων, διά να
-πολεμήσωσι πλησίον της πόλεως και να επιπέσωσι κατ' αυτών εκ
-δύο μερών. Επειδή δ' ο Κομίνιος διήρεσε την δύναμιν, και αυτός
-μεν κατετάχθη κατά των έξωθεν επερχομένων Ουολούσκων, τον δε
-Τίτον Λάρκιον, ένα των ανδρειοτάτων Ρωμαίων, αφήκε να διευθύνη
-την πολιορκίαν, καταφρονήσαντες οι Κοριολάνοι τους μείναντας,
-εξήλθαν, και προσβαλόντες τους Ρωμαίους, τους εδίωξαν μέχρι του
-χάρακος. Αλλ' εκεί εκδραμών μετ' ολίγων ο Μάρκιος, και νικήσας
-τους συμπλακέντας κατ' αρχάς μετ' αυτού, αναχαιτίσας δε τους
-άλλους όσοι εφώρμων, εκάλει τους Ρωμαίους μεγαλοφώνως. Διότι
-ήτον, ως απήτει παρά του στρατιώτου ο Κάτων, ου μόνον η χειρ
-αυτού και αι πληγαί άς κατέφερε φοβεραί εις τους εχθρούς όσοι
-τον απήντων, αλλ' ουδ' εις της φωνής του τον τόνον, ουδ' εις
-του προσώπου του την όψιν ηδύναντο ευκόλως ν' αντισταθώσι. Τότε
-πολλοί ηθροίσθησαν περί αυτόν και τον περιεκύκλωσαν, και οι
-εχθροί φοβηθέντες ανεχώρουν αλλά δεν ευχαριστήθη εκείνος, και
-τους ηκολούθησε, και τρέψας αυτούς, τους εδίωκε, φεύγοντας
-μέχρι των πυλών· εκεί δε, βλέπων ότι οι Ρωμαίοι παρητούντο της
-διώξεως, διότι πολλά εκ του τείχους κατεφέροντο βέλη, ουδείς δ'
-ετόλμα ουδέ την ιδέαν καν να συλλάβη του να ορμήση ομού μετά
-των φευγόντων εις πόλιν πλήρη εχθρών ενόπλων, αυτός εμπρός των
-σταθείς, τους παρεκίνει και τους ενεθάρρυνε, κράζων ότι υπό της
-τύχης ηνεώχθη η πόλις εις τους διώκοντας μάλλον παρά εις τους
-φεύγοντας. Επειδή δε πολλοί δεν ήθελον να τον ακολουθήσωσιν,
-ορμήσας διά μέσου των εχθρών, επήδησεν εις τας πύλας, και
-εισήλθε μετ' αυτών, διότι κατ' αρχάς ουδείς ετόλμησε να τον
-αντικρούση ή να τω αντισταθή· έπειτα όμως, όταν είδον ότι πολύ
-ολίγοι είχον εισέλθει, και πανταχόθεν έτρεχον και εμάχοντο προς
-αναμεμιγμένους ομού φίλους και εχθρούς, τότε λέγεται ότι και
-διά της ανδρείας, και διά της ταχύτητος ως και διά της τόλμης
-του ηγωνίσθη εντός της πόλεως αγώνα απίστευτον, και νικών
-πάντας καθ ών εφώρμα, άλλους μεν εξεδίωξε προς τ' έσχατα μέρη,
-άλλους δ' ηνάγκασεν εν απελπισία να ρίψωσι τα όπλα, και ούτως
-έδωκε καιρόν εις τον Λάρκιον να φέρη έξωθεν μετ' ασφαλείας τους
-Ρωμαίους.
-
-Θ. Ούτως εκυριεύθη η πόλις, και οι πλείστοι επεδόθησαν εις
-αρπαγάς και λεηλασίας· ο δε Μάρκιος εβόα, φοβερόν νομίζων, εν ώ
-ο ύπατος και οι συν αυτώ είχον βεβαίως συμπλακή που ήδη μετά
-των εχθρών και εμάχοντο, αυτοί να περιφέρωνται ζητούντες
-χρήματα να κερδήσωσιν, ή επί προφάσει χρημάτων να δραπετεύσωσιν
-από του κινδύνου. Επειδή δε πολλοί δεν επείθοντο εις αυτόν,
-λαβών τους θελήσαντας να τον ακολουθήσωσι, διευθύνθη προς την
-οδόν καθ' ήν ενόησεν ότι είχε προχωρήσει το στράτευμα. Και
-πολλάκις μεν παρεκίνει τους μετ' αυτού και τους παρεκάλει να μη
-ενδώσωσι, πολλάκις δ' ηύχετο εις τους Θεούς να μη καθυστερήση
-εις την μάχην, αλλά να έλθη εν καιρώ, να συναγωνισθή και
-συγκινδυνεύση μετά των πολιτών. Ήτον δε τότε και συνήθεια παρά
-τοις Ρωμαίοις, όταν παρετάττοντο εις μάχην, και πριν ή λάβωσι
-τας ασπίδας και ζωσθώσι την τήβεννον (152), να κάμνωσι την
-διαθήκην των προφορικώς, εις επήκοον τριών ή τεσσάρων,
-ονομάζοντες τον κληρονόμον των. Εύρε λοιπόν ο Μάρκιος τους
-στρατιώτας εν ώ ταύτα έπραττον, όντες ήδη απέναντι των εχθρών.
-Και κατ' αρχάς μεν εταράχθησάν τινες, όταν τον είδον ελθόντα
-μετ' ολίγων, πλήρη αίματος και ιδρώτος. Όταν όμως δραμών προς
-τον ύπατον περιχαρής, τω έδωσε την δεξιάν, και τω ανήγγειλε την
-της πόλεως άλωσιν, και ο Κομίνιος τον ενηγκαλίσθη και τον
-εφίλησε, τινές μεν ακούσαντες, άλλοι δ' εικάσαντες το γενόμενον
-κατόρθωμα, ενεπλήσθησαν θάρρους, και μετά βοής παρεκάλουν να
-ορμήσωσι κατά των εχθρών και να συμπλακώσιν. Ο δε Μάρκιος
-ηρώτησε τον Κομίνιον, πώς εισιν οι εχθροί παρατεταγμένοι, και
-πού ίστατο το μαχημώτατον μέρος αυτών. Τω είπε δ' εκείνος ότι
-κατά το μέσον, ως ενόμιζεν, ήσαν τα τάγματα των Αντιατών,
-ανθρώπων πολεμικωτάτων, και ουδενός κατωτέρων κατά την
-γενναιότητα. «Σε παρακαλώ λοιπόν, είπεν ο Μάρκιος, και ζητώ
-επιμόνως, απέναντι τούτων να τάξης ημάς.» Και ο ύπατος ενέδωκε,
-θαυμάσας την προθυμίαν αυτού. Ότε δ' ήρχισε των δοράτων η
-συμπλοκή, ώρμησεν εμπρός ο Μάρκιος, και οι κατά μέτωπον
-τεταγμένοι Ουολούσκοι δεν αντέσχον, αλλά το μέρος της φάλαγγος
-καθ' ού επέπεσεν, αμέσως διεσπάσθη. Αι δύο πτέρυγες όμως
-στρεφόμεναι εφ' εαυτάς, περιεκύκλουν διά των οπλών τον άνδρα,
-και τότε φοβηθείς ο ύπατος, έπεμψεν εις βοήθειάν του τους
-ανδρειοτάτους των περί αυτόν. Έγινε δ' ισχυρά μάχη περί τον
-Μάρκιον, εις ήν πολλοί έπεσαν εν ολίγω χρόνω νεκροί, και οι
-Ρωμαίοι, επιμένοντες βιαίως κατά των εχθρών, τους απέκρουσαν,
-και όταν έτρεψαν αυτούς εις φυγήν, απήτουν παρά του Μαρκίου,
-βεβαρυμένου υπό κόπου και υπό πληγών, ν' αναχωρήση εις το
-στρατόπεδον. Αλλ' εκείνος είπεν ότι δεν απαυδούσιν οι νικηταί,
-και επετίθετο κατά των φευγόντων. Ηττήθη δε και το επίλοιπον
-στράτευμα, και πολλοί μεν εφονεύθησαν, πολλοί δ'
-ηχμαλωτίσθησαν.
-
-I. Την δ' επαύριον, αφ' ού ήλθε και ο Λάρκιος (153) και οι
-άλλοι συνηθροίζοντο προς τον ύπατον, αναβάς ούτος το βήμα, και
-εις τους Θεούς αποδούς την πρέπουσαν ευλογίαν διά τα τοιαύτα
-κατορθώματα, εστράφη και προς τον Μάρκιον. Και πρώτον μεν είπε
-θαυμαστόν αυτού έπαινον, διά τα κατορθώματα αυτού, ών τα μεν
-είδεν ο ίδιος εν τη μάχη, τα δε εμαρτύρει ο Λάρκιος. Έπειτα δε,
-εκ των πολλών αιχμαλωτισθέντων χρημάτων και ίππων και ανθρώπων,
-τον προσεκάλεσε να εκλέξη ανά δέκα εξ όλων, πριν ή γίνη η
-διανομή εις τους άλλους, εκτός δε τούτων τω προσέφερε και ως
-αριστείον, ίππον κεκοσμημένον. Ταύτα επήνεσαν οι Ρωμαίοι· αλλ'
-ο Μάρκιος, ελθών εις το μέσον, τον μεν ίππον είπεν ότι δέχεται,
-και χαίρει διά τους επαίνους του άρχοντος· τα δ' άλλα θεωρών ως
-μισθόν και ουχί ως τιμήν, τα εγκαταλείπει, και θα ευχαριστηθή
-εις την διανομήν οία θέλει γίνη εις ένα έκαστον. «Κατ'
-εξαίρεσιν όμως, είπε, μίαν χάριν ζητώ, και παρακαλώ να την
-λάβω. Είχον φίλον μεταξύ των Ουολούσκων, μετ' εμού διά
-φιλοξενίας συνδεδεμένον, άνδρα αγαθόν και μετριοπαθή. Ούτος
-ηχμαλωτίσθη, και εκ πλουσίου και μακαρίου έγινε δούλος. Μεταξύ
-των πολλών κακών υφ' ών περιστοιχίζεται, αρκεί έν να τω
-αφαιρέσω, την πώλησιν.» Ως δ' είπε ταύτα, έτι μείζων βοή
-απήντησεν εις τον Μάρκιον, και περισσότερον τον εθαύμαζον ότι
-δεν ενικάτο υπό των χρημάτων, παρ' ότι ηνδραγάθει εις τους
-πολέμους. Διότι και όσοι όπως δήποτε τον εφθόνουν και
-εζηλοτύπουν διότι έτυχεν εξαισίων τιμών, και εκείνοι, ως ουδέν
-λαβόντα, τον εθεώρουν άξιον μεγάλα να λάβη· και μάλλον
-εθαύμαζον την αρετήν αυτού δι' ής κατεφρόνει τοιούτων αμοιβών,
-παρ' εκείνην δι' ής ηξιούτο αυτών. Διότι καλλήτερον είναι καλώς
-να μεταχειριζώμεθα τα χρήματα μάλλον παρά τα όπλα· ευγενέστερον
-δ' είναι να μη χρειαζώμεθα τα χρήματα, παρά να τα
-μεταχειριζώμεθα.
-
-ΙΑ. Αφ' ού δ' έπαυσε βοών και θορυβούν το πλήθος, αναλαβών τον
-λόγον ο Κομίνιος, «Εκείνας μεν, είπεν, ω συστρατιώται, τας
-δωρεάς δεν ημπορείτε να βιάσητε τον άνδρα να τας λάβη, όταν δεν
-τας δέχηται ουδέ τας θέλη. Ας τω δώσωμεν όμως δωρεάν ήν δεν
-δύναται ν' αποποιηθή, αν ψηφίσωμεν να καλήται Κοριολάνος, αν
-προ ημών ήδη αύτη η πράξις του δεν τω έδωκε τούτο.» Εκ τούτου
-έλαβε τρίτον όνομα το Κοριολάνος. Διό και προφανές είναι ότι εκ
-των ονομάτων του το κύριον μεν ήτον Γάιος· το δε δεύτερον,
-Μάρκιος, ήτον το κοινόν της οικίας ή του γένους αυτού· το δε
-τρίτον προσέλαβεν έπειτα ως επίθετον εκ πράξεως τίνος, ή
-συμβάντος, ή χαρακτήρος της μορφής ή αρετής τινος· ως οι
-Έλληνες εκ πράξεως μεν έδιδον επίθετα Σωτήρα και Καλλίνικον·
-της δε μορφής Φύσκωνα και Γρυπόν, της δ' αρετής Ευεργέτην και
-Φιλάδελφον· της τύχης δ' Ευδαίμονα, ως εκαλείτο ο δεύτερος των
-Βάττων. Είς τινας δε βασιλείς και τα σκώμματα έδωκαν
-επικλήσεις, ως ο Αντίγονος επεκλήθη Δώσων, και ο Πτολεμαίος
-Λάθυρος (154). Έτι δε μάλλον ποιούνται χρήσιν του τοιούτου
-γένους των ονομάτων οι Ρωμαίοι, Διαδήματον (155) καλέσαντές
-τινα των Μετέλλων, διότι πολύν καιρόν, πληγήν έχων, περιεπάτει
-περιδεδεμένος το μέτωπον· άλλον δε Κέλερα (156), διότι
-έσπευσεν ολίγας ημέρας μετά τον θάνατον του πατρός του να
-τελέση επιταφίους μονομάχων αγώνας, και εθαυμάσθη αυτού η
-ταχύτης και η δραστηριότης των προπαρασκευών. Τινάς δε μέχρι
-τούδε καλούσιν, ως εκ της συμπτώσεως της γεννήσεως, Πρόκλον μεν
-αν εγεννήθη απόντος του πατρός του (157) Πόστουμον δε, αν αφ'
-ού ο πατήρ απέθανεν (158), Ουοπίσκον δε, αν εκ διδύμων ο είς
-επιζήση (159). Εκ δε σωματικών αιτιών ονομάζουσιν όχι μόνον
-Σύλλας, ουδέ Νίγρους, ουδέ Ρούφους, αλλά και Καίκους, και
-Κλωδίους (160), καλώς συνηθίζοντες μήτε την τυφλότητα, μήτ'
-άλλην τινά σωματικήν ατυχίαν να θεωρώσιν ως όνειδος ουδ' ως
-λοιδορίαν, αλλά να τ' ακούωσιν ως ίδια εαυτών ονόματα. Αλλά
-ταύτα ανήκουσιν εις άλλο είδος συγγραφής.
-
-ΙΒ. Αφ' ού δ' ο πόλεμος έπαυσε, διήγειρον πάλιν στάσιν οι
-δημαγωγοί, νέαν μεν ουδεμίαν έχοντες αιτίαν, ουδέ δικαίαν
-κατηγορίαν, αλλ' ως πρόφασιν επρότεινον κατά των πατρικίων αυτά
-εκείνα τα κακά, όσα ήσαν αναγκαίαι συνέπειαι των προτέρων αυτών
-ταραχών και ερίδων. Διότι το πλείστον μέρος της χώρας είχε
-μείνει άσπαρτον και αγεώργητον· εξ αιτίας δε του πολέμου ο
-καιρός δεν επέτρεψε να ετοιμασθή αγορά επεισάκτων καρπών.
-Επήλθεν επομένως μεγάλη ένδεια, και οι δημαγωγοί, βλέποντες ότι
-ο δήμος ούτε αγοράν είχε, ούτε, αν αγορά υπήρχεν, είχε χρήματα
-διά ν' αγοράση, διέδιδον λόγους και κατηγορίας κατά των
-πλουσίων, ότι εκείνοι επέφερον την πείναν εις τον λαόν εκ
-μνησικακίας. Ήλθε δ' εν τούτοις πρεσβεία των Οθελιτράνων
-(161), να παραδώση την πόλιν εκ μέρους αυτών, και να
-παρακαλέση να τοις στείλωσιν οι Ρωμαίοι αποίκους· διότι νόσος
-επελθούσα λοιμώδης, τόσην φθοράν επέφερε των ανθρώπων, ώστε
-μόλις έμεινεν αυτών το δέκατον. Εφάνη λοιπόν εις τους νουν
-έχοντας ότι καταλλήλως και εν καιρώ επήλθεν η ανάγκη αύτη των
-Ουελιτράνων, ότε και αυτοί εχρειάζοντο ανακούφισιν της
-αμηχανίας των· και ήλπιζον να διασκεδάσωσι την στάσιν, αν το
-θορυβούν και εξημμένον μέρος μετά των δημαγωγών εκαθαρίζετο ως
-περίττωμα νοσερόν και ταραχώδες της πόλεως. Τούτους λοιπόν
-καταγράφοντες έπεμψαν εις την αποικίαν οι ύπατοι, και
-επιχείρησαν δι' άλλων εκστρατείαν κατά των Ουολούσκων,
-προσπαθούντες να δώσωσιν εις αυτούς άλλην ασχολίαν από των
-εμφυλίων θορύβων, και νομίζοντες ότι αν πλούσιοι ομού και
-πένητες, και δημοτικοί και πατρίκιοι συνήρχοντο πάλιν εις τα
-όπλα και το στρατόπεδον και εις αγώνας κοινούς, ημερώτερον και
-φιλικώτερον θα διετίθεντο προς αλλήλους.
-
-ΙΓ. Αλλ' οι περί τον Σικίννιον Βρούτον δημαγωγοί ανθίσταντο,
-βοώντες ότι το σκληρότατον των έργων ωνόμασαν διά του πραοτάτου
-ονόματος, αποικίαν, και ωθούσιν ανθρώπους πτωχούς ως εις
-βάραθρον, στέλνοντες αυτούς εις πόλιν αέρος νοσερού και νεκρών
-ατάφων γέμουσαν, να συγκατοικήσωσι μετά δαίμονος ξένου και
-εξολοθρευτού (162). Και έπειτα, ως να μη ηρκούντο εις το να
-εξολοθρεύσωσιν άλλους των πολιτών διά της πείνης, και άλλους να
-παραδίδωσιν εις την πανώλην, επιφέρουσι προσέτι και αυθαίρετον
-πόλεμον, όπως ουδενός κακού μείνη η πόλις απηλλαγμένη, διότι
-είχεν αρνηθή να δουλεύη τους πλουσίους. Τοιούτους λόγους
-πανταχόθεν ακούων ο δήμος, ούτε εις τον κατάλογον ενεγράφετο
-των υπάτων (163), και κατά της αποικίας ήτον προκατειλημμένος.
-Και η μεν βουλή ήτον εις απορίαν ο δε Μάρκιος, πλήρης όγκου ήδη
-ων και υψηλοφρονών, και θαυμαζόμενος υπό των ισχυροτάτων,
-ανθίστατο απαρακαλύπτως εις τους δημαγωγούς. Και την μεν
-αποικίαν απέστειλαν, αναγκάσαντες διά μεγάλων ποινών τους διά
-κλήρου τυχόντας ν' απέλθωσιν εις αυτήν. Επειδή δ' εντελώς
-απεποιούντο την εκστρατείαν, ο Μάρκιος, λαβών τους πελάτας
-αυτού (164), και όσους άλλους έπεισεν, επέδραμε την χώραν των
-Αντιατών, και πολύν σίτον εύρε, πολλά δ' επέτυχε λάφυρα
-ποιμνίων και αιχμαλώτων, αλλά δι' εαυτόν ουδέν εκράτησεν,
-επανήλθεν όμως εις την Ρώμην μετά των στρατιωτών του, οίτινες
-πολλά και ποικίλα πράγματα έφερον μεθ' εαυτών εκ της λεηλασίας,
-ώστε μετενόουν οι άλλοι, και εφθόνουν τους πλουτήσαντας, και
-ηγανάκτουν κατά του Μαρκίου, και δυσηρεστούντο διά την δόξαν
-αυτού και την δύναμιν, ής την αύξησιν εθεώρουν ως επιβλαβή εις
-τον δήμον.
-
-ΙΔ. Μετ' ολίγον δε καιρόν (165) επεζήτησε την υπατείαν ο
-Μάρκιος, και οι πλείστοι έκλινον προς αυτόν, και αιδώς τις
-εκυρίευσε τον δήμον, ν' ατιμάση και να ταπεινώση άνδρα και κατά
-το γένος πρώτον και κατά την αρετήν, μετά τοσαύτα και τοιαύτα
-ευεργετήματα. Διότι συνήθεια ήτον, οι επιζητούντες την αρχήν να
-παρακαλώσι, την δεξιάν δίδοντες εις τους πολίτας, και να
-κατέρχωνται εις την αγοράν το ιμάτιον μόνον ενδεδυμένοι, άνευ
-χιτώνος (166), είτε όπως διά του σχήματος τούτου ταπεινώσωσιν
-αυτούς έτι μάλλον κατά την δέησιν, είτε όπως, όσοι είχον
-πληγάς, δεικνύωσι προφανή τα σύμβολα της ανδρείας των. Ο λόγος
-καν δι' όν ήθελον, ο παρακαλών τους πολίτας να προσέρχηται εις
-αυτούς αχίτων και άζωστος, δεν ήτον η υποψία διανομής χρημάτων
-δήθεν και δεκασμού· διότι πολύν καιρόν μετά ταύτα εισήχθη η
-αγορά και η πώλησις, και συνανεμίγη αργύριον εις τας ψήφους της
-εκκλησίας· και έκτοτε και εις τους δικαστάς εκταθείσα και εις
-τα στρατόπεδα η δωροδοκία, έρριψεν εις μοναρχίαν την πόλιν,
-εξανδραποδίσασα διά των χρημάτων τα όπλα. Και φαίνεται τω όντι
-ότι κακώς δεν είπεν ο ειπών ότι την δημοκρατίαν κατέλυσεν όστις
-πρώτος έδωκε συμπόσια και εδωροδόκησε. Φαίνεται δ' ότι κρυφίως
-και κατ' ολίγον ογκούμενον, δεν εφανερώθη ευθύς το κακόν εις
-την Ρώμην· διότι δεν είναι γνωστόν τις είναι εις την Ρώμην
-όστις πρώτος εδωροδόκησε τον δήμον ή το δικαστήριον. Εις τας
-Αθήνας δε λέγεται ότι πρώτος έδωκεν αργύριον εις τους δικαστάς
-Άνυτος ο Ανθεμίωνος (167), κρινόμενος επί προδοσία κατά το
-τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, καθ' ήν εποχήν ο χρυσούς και
-ακηλίδωτος αιών επεκράτει εισέτι εις της Ρώμης την αγοράν.
-
-ΙΕ. Επειδή λοιπόν ο Μάρκιος πολλάς εδείκνυε πληγάς εκ των
-πολλών αγώνων καθ' ούς επρώτευσεν, επί δεκαοκτώ έτη συνεχώς
-εκστρατεύων, σέβας ησθάνετο ο λαός προς την ανδρείαν αυτού, και
-συνενοούντο ήδη προς αλλήλους αυτόν να εκλέξωσιν. Όταν όμως,
-κατά την ημέραν της ψηφοφορίας ο Μάρκιος εισήλθεν εις την
-αγοράν, σοβαρώς υπό της βουλής προπεμπόμενος, και πάντες οι
-πατρίκιοι περί αυτόν φανερώς εδείκνυον ότι ποτέ υπέρ ουδενός
-τοσούτον είχον ενδιαφέρον, τότε ηλαττώθη πάλιν η προς αυτόν
-εύνοια του λαού, και ήρχισαν να οργίζωνται κατ' αυτού και να
-τον φθονώσιν. Εις τα αισθήματα δ' αυτών ταύτα προσετίθετο και ο
-φόβος, αν γίνη κύριος της αρχής άνθρωπος αριστοκρατικός, και
-τοσαύτην έχων παρά τοις πατρικίοις επιρροήν, μη αφαιρέση
-εντελώς την ελευθερίαν του δήμου. Τοιαύτα λοιπόν φρονούντες,
-ηρνήθησαν την ψήφον εις τον Μάρκιον. Όταν δ' ανηγορεύθησαν
-άλλοι, βαρέως μεν δυσαρεστήθη η βουλή, ως φρονούσα ότι αυτή
-μάλλον ή ο Μάρκιος περιεφρονήθη, και αυτός δεν υπέφερε το
-συμβάν μετριοπαθώς και πράως, διότι εκυβερνάτο μάλλον υπό
-θυμώδους και φιλονείκου της ψυχής, ως εκλαμβάνων ότι εις τούτο
-ενέκειτο το μέγεθος και η υψηλοφροσύνη· την εμβρίθειαν δε και
-την πραότητα, τα συντελεστικώτερα ταύτα στοιχεία της πολιτικής
-αρετής, δεν τας είχε προσοικειωθή διά του λόγου και της
-παιδείας, ουδ' ήξευρεν ότι ο επιχειρών ν' αναμιγή εις τα
-δημόσια και εις την των ανθρώπων διοίκησιν, πρέπει επιμελώς ν'
-αποφεύγη την υπεροψίαν, ήν ο Πλάτων έλεγε «της ερημίας
-σύνοικον», και να γίνηται εραστής της υπό τινων πολύ
-χλευαζομένης ανεξικακίας. Αλλ' απλούς τις πάντοτε και άκαμπτος
-ων, και πεποιθώς ότι της ανδρείας μόνον έργον είναι το να νικά
-πάντοτε και αφεύκτως, ουχί δε και της ασθενείας και
-μαλθακότητος, ανεχώρησε ταραχής πλήρης και πικρίας κατά του
-δήμου, θυμόν τρέφων όστις ανεδίδετο ως οίδημα εκ του πονούντος
-μάλιστα και του πάσχοντος μέρους της ψυχής αυτού. Οι δ'
-ενήλικες των πατρικίων, και ό,τι υπήρχεν εν τη πόλει
-επιδεικτικώτερον και μάλλον κομπάζον επ' ευγενεία, πάντοτε μεν
-ήσαν θερμώς εις τον άνδρα αφωσιωμένοι, τότε δ' έτι μάλλον
-προσηλούμενοι εις αυτόν, και περιστοιχίζοντές τον ουχί επ'
-αγαθώ, ηρέθιζον περισσότερον τον θυμόν αυτού, συμπάσχοντες και
-συναγανακτούντες· διότι ήτον οδηγός αυτών και διδάσκαλος
-ευμενής των πολεμικών εις τας εκστρατείας, και επαίρων διά
-ζήλου προς την αρετήν, άνευ δε φθόνου προς αλλήλους, το φρόνημα
-των ικανών να διαπρέψωσι διά κατορθωμάτων.
-
-ΙΣΤ. Εν τούτοις δ' έφθασε σίτος εις την Ρώμην, πολύς μεν
-αγορασθείς εξ Ιταλίας, και ουχί ολιγώτερος χαρισθείς εκ
-Συρακουσών, όν έπεμψεν ο τύραννος Γέλων, ώστε οι πλείστοι
-συνέλαβον ελπίδας καλάς, πεποιθότες ότι μετά της σιτοδίας θα
-λείψωσι και αι έριδες εκ της πόλεως. Ευθύς λοιπόν συνήλθεν η
-βουλή, και σωρευθείς ο δήμος έξωθεν, περιέμενε το τέλος,
-ελπίζων ότι θέλει τύχει τιμών μετριωτάτων προς αγοράν, ή μάλλον
-ότι δωρεάν θέλει τοις διανεμηθή ο σταλείς σίτος· διότι υπήρχον
-εντός της βουλής τινές αναλαβόντες να πείσωσιν αυτήν περί
-τούτου. Αλλ' ο Μάρκιος αναστάς, σφοδρώς κατηγόρησε τους
-χαριζομένους εις τον λαόν, δημαγωγούς αποκαλών αυτούς, και
-προδότας της αριστοκρατίας, και τρέφοντας τα κατ' αυτής εις τον
-όχλον ερριμμένα πονηρά ύβρεως σπέρματα και θρασύτητος, ά καλόν
-ήτον αν δεν τα είχον αφήσει εξ αρχής να φυτρώσωσιν, ουδέ να
-γίνη ισχυρός ο δήμος διά τοιαύτης εξουσίας, και ήδη να είναι
-επίφοβος, διότι έχουσι παν ό,τι θέλουσι, και εις ουδέν παρά την
-θέλησίν των βιάζονται, ουδέ πείθονται εις τους υπάτους, αλλ'
-έχουσιν αναρχίαν, και αναγορεύουσιν ιδίους ηγεμόνας και
-άρχοντας. Προσέθηκε δε, ότι αν καθήσωσι και ψηφίσωσιν επιδόσεις
-και διανομάς, καθώς οι μάλλον δημοκρατούμενοι των Ελλήνων,
-θέλουσι μόνον προς κοινόν όλεθρον υποθάλψει αυτών την
-απείθειαν· διότι δεν θέλουσιν ειπεί ότι λαμβάνουσιν αυτάς εις
-αμοιβήν των εκστρατειών ας εγκατέλιπον, και των αποστασιών
-αυτών δι' ών επρόδοσαν την πατρίδα, και των κατά της βουλής
-διαβολών άς εδέχθησαν· αλλ' ελπίσαντες ότι ενδίδομεν διά φόβον,
-και ότι δίδομεν και επιτρέπομεν ταύτα όπως τους κολακεύσωμεν,
-δεν θέλουσι παύσει βρίζοντες και στασιάζοντες. Ώστε τούτο είναι
-εντελώς άφρον. Αν δε σωφρονώμεν, θέλομεν αφαιρέσει απ' αυτών
-την δημαρχίαν, ήτις είναι της υπατείας καταστροφή, και
-διαίρεσις της πόλεως, μη ούσης πλέον μιας, αλλά λαβούσης τομήν,
-ήτις ουδέτε πλέον θα μας επιτρέψη να συνεννοηθώμεν, ουδέ να
-ομοφρονήσωμεν, ουδέ να παύσωμεν νοσούντες και ταραττόμενοι.
-
-ΙΖ. Πολλά δε τοιαύτα λέγων ο Μάρκιος, εξήγειρε μεγάλως υπέρ
-αυτού ενθουσιώντας τους νέους, και παρ' ολίγον και πάντας τους
-πλουσίους, οίτινες εβόων ότι η πόλις μόνον εκείνον είχεν άνδρα
-ακολάκευτον και ανίκητον. Τινές όμως των πρεσβυτέρων αντέλεγον,
-υποπτεύοντες το αποβησόμενον. Και τω όντι καλόν δεν απέβη·
-διότι οι δήμαρχοι, παρόντες (168) ως ενόησαν ότι υπερίσχυε του
-Μαρκίου η γνώμη, έδραμον έξω προς τον όχλον μετά βοής,
-προοκαλούντες το πλήθος να συνέλθη και βοηθήση αυτούς. Έγινε δ'
-εκκλησία θορυβώδης, και ως διεδόθησαν εις αυτήν οι λόγοι ούς
-είπεν ο Μάρκιος, ολίγον έλειψε μετ' οργής ορμών να επιπέση ο
-δήμος κατά της βουλής· οι δε δήμαρχοι κατηγόρουν τον Μάρκιον
-και τον εκάλουν ν' απολογηθή. Όταν δ' αυτός υβριστικώς απεδίωξε
-τους πεμφθέντας υπηρέτας, τότε ήλθον αυτοί μετά των αγορανόμων
-(169), να τον σύρωσι διά της βίας, και έθηκαν χείρα επί του
-σώματος αυτού. Συνελθόντες όμως περί αυτόν οι πατρίκιοι, τους
-μεν δημάρχους απεδίωξαν, τους δ' αγορανόμους ερράβδισαν. Και
-τότε μεν εσπέρα επελθούσα, διέλυσε την ταραχήν· ως δ'
-εξημέρωσε, βλέποντες οι ύπατοι εξηγριωμένον τον δήμον, και
-συντρέχοντα πανταχόθεν εις την αγοράν, εφοβήθησαν διά την
-πόλιν, και συναθροίσαντες την βουλήν, την παρεκάλουν να σκεφθή
-ως διά λόγων ηπίων και ευμενών αποφάσεων να πραΰνωσι και
-ησυχάσωσι το πλήθος· διότι αν ήσαν φρόνιμοι, έπρεπε ν'
-αναγνωρίσωσιν ότι δεν ήτον πλέον ώρα φιλοτιμίας, ουδ'
-ανταγωνισμού περί δόξης, αλλά καιρός ακροσφαλής και κατεπείγων,
-εσκεμμένην και μετριοπαθή πολιτικήν απαιτών. Εις ταύτα
-υπεχώρησαν οι πλείστοι, και εξελθόντες όσον ηδύναντο,
-κατεπράυνον τον δήμον ομιλούντες προς αυτόν, τας κατ' αυτών
-κατηγορίας αναιρούντες μετά πραότητος, και μετρίαν χρήσιν
-ποιούμενοι της παραινέσεως και της επιπλήξεως ως δε προς την
-τιμήν και την αγοράν των ωνίων, λέγοντες ότι ουδεμία θέλει
-υπάρξει φιλονεικία μεταξύ αυτών.
-
-IH. Επειδή δε το πλείστον μέρος του δήμου ενέδιδε, και,
-σωφρόνως τους λόγους τούτους ακούον, εφαίνετο ότι επείθετο και
-κατηυνάζετο, ανέστησαν οι δήμαρχοι, και είπον ότι, ως η βουλή
-φρονίμως σκέπτεται, θέλει και ο δήμος υποχωρήσει εις όσα είναι
-ορθά· απήτησαν όμως ν' απολογηθή ο Μάρκιος, αν διισχυρίζηται
-ότι δεν παρώξυνε την βουλήν, ουδέ προσκληθείς υπ' αυτών
-ηπείθησεν, όπως συνταράξη την πολιτείαν και καταλύση την
-δημοκρατίαν. Τέλος δ' ότι, κτυπών και υβρίζων τους αγορανόμους
-εν τη αγορά, δεν ήθελεν, όσον εξ αυτού εξηρτάτο, εμφύλιον να
-διεγείρη πόλεμον, και ν' αναγκάση τους πολίτας να λάβωσι τα
-όπλα. Έλεγον δε ταύτα, διότι ήθελον ή να ταπεινώσωσι τον
-Μάρκιον, αναγκάσαντες αυτόν να μετριάση παρά την φύσιν του το
-αγέρωχον της φρενός του και να κολακεύση τον δήμον, ή, αν
-ηκολούθει την φύσιν του, ν' αποβή άσπονδος η κατ' αυτού οργή
-του λαού, και τούτο μάλλον ήλπιζον, ορθώς τον άνδρα
-γνωρίζοντες. Τότε ανέστη αυτός ως ίν' απολογηθή, και ο δήμος
-εσιώπησε και ησύχασε να τον ακούση· όταν όμως προς ανθρώπους
-περιμένοντας λόγους παρακλητικούς ήρχισεν ου μόνον μετ'
-επαχθούς να ομιλή παρρησίας, και μετά της παρρησίας πολλήν
-κατηγορίαν ν' αναμιγνύη, αλλά και διά του τόνου της φωνής αυτού
-και διά της εκφράσεως του προσώπου του να εμφαίνη αφοβίαν ήτις
-υπεροψίαν εδείκνυε μάλλον και περιφρόνησιν, και ο δήμος
-εφαίνετο δυσανασχετών και οργιζόμενος διά τα λεγόμενα, τότε ο
-θρασύτατος των δημάρχων Σικίννιος, ολίγα τινά διαλεχθείς μετά
-των συναρχόντων του, προέβη εις το μέσον, και είπεν ότι οι
-δήμαρχοι κατεδίκασαν τον Μάρκιον εις θάνατον, και διέταξε τους
-αγορανόμους, αναβιβάσαντες αυτόν εις την άκραν, να τον
-κρημνίσωσιν ευθύς εις την υπ' αυτήν χαίνουσαν φάραγγα (170).
-Και οι μεν αγορανόμοι τον συνελάμβανον ήδη· αλλ' εις πολλούς
-των δημοτών εφαίνετο φρικτόν τούτο και υπεροπτικόν εκ μέρους
-του δήμου· οι δε πατρίκιοι, εκτός εαυτών, και πλήρεις οργής,
-ώρμησαν μετά κραυγών να τον βοηθήσωσι, καί τινες μεν διά των
-χειρών απέκρουον τους συλλαμβάνοντας αυτόν, και τον ενέκλειον
-εν τω μέσω των, άλλοι δε, τας χείρας εκτείνοντες, παρεκάλουν το
-πλήθος, επειδή λόγος και φωνή ουδέν κατώρθου εν μέσω τοιαύτης
-συγχύσεως και τοσούτου θορύβου. Τέλος, συνελθόντες οι φίλοι και
-οικείοι των δημάρχων, και εννοήσαντες, ότι άνευ φόνου πολλού
-των πατρικίων δεν εδύναντο ν' αποσπάσωσι και να τιμωρήσωσι τον
-Μάρκιον, κατέπεισαν αυτούς ν' αφαιρέσωσιν από της τιμωρίας ό,τι
-είχεν αλλόκοτον και βαρύ, και να μη τον θανατώσωσι διά βίας και
-άκριτον, αλλά ν' αφήσωσι τον δήμον να ψηφίση περί αυτού. Τότε
-προελθών ο Σικίννιος, ηρώτα τους πατρικίους· «Τι θέλοντες
-αφαιρούσι τον Μάρκιον από του δήμου, όστις θέλει να τον
-τιμωρήση;» Εκείνοι δε πάλιν τον αντηρώτων· «Αλλά τι διανοείσθε,
-και τι θέλετε σεις, φέροντες ούτως άνευ κρίσεως εις τιμωρίαν
-ωμήν και παράνομον ένα των αρίστων Ρωμαίων ανδρών;» «Μη
-λαμβάνετε λοιπόν, είπεν ο Σικίννιος, τούτο ως πρόφασιν έριδος
-και στάσεως προς τον δήμον· διότι σας δίδει ό,τι ζητείτε, το να
-κριθή ο άνθρωπος. Σε δε, Μάρκιε, παραγγέλλομεν, να παρουσιασθής
-εις την τρίτην από της παρούσης του δήμου αγοράν, και να πείσης
-τους πολίτας αν δεν ήσαι ένοχος, διότι θα σε κρίνωσι διά της
-ψήφου αυτών.»
-
-ΙΘ. Και τότε μεν ηρκέσθησαν οι πατρίκιοι εις ταύτην την λύσιν,
-και απήλθον περιχαρείς, έχοντες τον Μάρκιον. Εις δε τον μεταξύ
-της τρίτης αγοράς χρόνον (αι δ' αγοραί γίνονται παρά τοις
-Ρωμαίοις δι' εννέα ημερών, ας καλούσι Νουνδίνας),
-(171)συνέλαβον ελπίδα ν' αποφύγωσιν την κρίσιν, διότι επήλθεν
-εκστρατεία κατά των Αντιατών (172), και ενόμιζον ότι αν αποβή
-πολυχρόνιος και μακρά, ο δήμος θέλει είσθαι ημερώτερος επ'
-αυτής, και ή θέλει χαλαρωθή η οργή του, ή και θέλει όλως
-αποσβεσθή, όταν είναι επιδεδομένος εις του πολέμου τας
-ασχολίας. Αλλ' όταν ταχέως συμβιβασθέντες μετά των Αντιατών
-επέστρεψαν, εγίνοντο συχνά συνεδριάσεις των Πατρικίων, οίτινες
-εφοβούντο, και εσκέπτοντο πώς να μη δώσωσι τον Μάρκιον, και να
-μη αφήσωσι τους δημαγωγούς να ταράττωσι πάλιν τον δήμον. Και ο
-μεν Άππιος Κλαύδιος, όστις κατηγορείτο ως υπέρ πάντας
-μισόδημος, διεμαρτύρετο, λέγων ότι αυτοί οι ίδιοι θα
-καταστρέψωσι την βουλήν και θ' αφανίσωσιν εντελώς την
-πολιτείαν, αν δεχθώσι να γίνη ο δήμος κύριος της ψήφου κατά των
-πατρικίων. Οι πρεσβύτεροι όμως και δημοτικώτατοι (173) εξ
-εναντίας διισχυρίζοντο ότι, αν λάβη την εξουσίαν ο δήμος, θέλει
-γίνει ουχί σκληρός και βαρύς, αλλά πράος μάλιστα και
-φιλάνθρωπος· διότι δεν κατεφρόνει την βουλήν, αλλ' ενόμιζεν ότι
-κατεφρονείτο υπ' αυτής, κει η κρίσις θέλει τω φανή ως τιμή και
-παρηγορία, ώστε άμα λάβη την ψήφον, θέλει απεκδυθή την οργήν.
-
-Κ. Βλέπων λοιπόν o Μάρκιος ότι, εξ ευνοίας μεν προς αυτόν, εκ
-φόβου δε προς τον δήμον η βουλή ήτον εις απορίαν, ηρώτησε τους
-δημάρχους τι κατηγορούσιν αυτόν, και περί τίνος τον φέρουσι να
-κριθή εις τον δήμον. Ως δ' είπον εκείνοι ότι τυραννία είναι το
-έγκλημά του, και ότι θέλουσι τον αποδείξει διανοούμενον να
-τυραννήση, αναστάς αμέσως, είπεν ότι o ίδιος θέλει έλθει προς
-τον δήμον ν' απολογηθή, μη θέλων ν' αποφύγη ουδένα τρόπον
-κρίσεως ούτε τιμωρίας, αν καταδικασθή. «Αρκεί μόνον, είπε, περί
-τούτου να με κατηγορήσητε, και να μη ψευσθήτε προς την βουλήν».
-Ως δ' υπεσχέθησαν, έγινεν επί τοις όροις τούτοις η κρίσις. Ότε
-δε συνήλθεν ο δήμος, εβίαζον οι δήμαρχοι να γίνη η ψηφοφορία
-ουχί κατά λόχους, αλλά κατά φυλάς (174), επιρροήν κατά τας
-ψήφους δίδοντες εις τον άπορον, και πολυπράγμονα, και περί του
-καλού ολίγον φροντίζοντα όχλον, υπέρ τους ευπόρους, και
-επισήμους, και εις τας εκστρατείας υποχρεουμένους πολίτας.
-Έπειτα δε, αφέντες την περί τυραννίδος κατηγορίαν, διότι ήτον
-αναπόδεικτος, εκείνους πάλιν ανέφερον τους λόγους, ούς πρότερον
-είπεν ο Μάρκιος εν τη βουλή, εμποδίζων να καταβιβάσωσι της
-αγοράς τας τιμάς, και ζητών ν' αφαιρεθή η δημαρχία από του
-δήμου. Νέαν δε κατηγορίαν εξέφερον κατ' αυτού, την περί
-διανομής των λαφύρων, ά λαβών εκ της χώρας των Αντιατών, δεν
-έφερεν εις το δημόσιον, αλλά τα διένειμεν εις τους μετ' αυτού
-συνεκστρατεύσαντας (175). Εκ ταύτης δε της κατηγορίας λέγεται
-ότι προ πάντων εταράχθη ο Μάρκιος, διότι δεν την περιέμενεν,
-ουδ' εύρεν εκ του προχείρου λόγους πειστικούς προς τον όχλον,
-αλλ' επαινέσας τους εκστρατεύσαντας, έτι μάλλον διήγειρε
-θόρυβον παρά των μη εκστρατευσάντων, οίτινες ήσαν
-πολυπληθέστεροι. Τέλος δ' εδόθη η ψήφος εις τας φυλάς, και κατ'
-αυτού εκηρύχθη τριών φυλών πλειονοψηφία (176). Ήτον δ' η ποινή
-της καταδίκης αειφυγία. Μετά δε την αναγόρευσιν της αποφάσεως ο
-δήμος απήλθε χαίρων και μεγαλοφρονών όσον ουδέποτε νικήσας εις
-μάχην τους πολεμίους. Η δε βουλή κατείχετο υπό λύπης και δεινής
-κατηφείας, μετανοούσα και αγανακτούσα ότι τα πάντα δεν έπραξε
-και δεν έπαθε πρότερον, πριν ή αφήση τον δήμον να την υβρίση,
-τοσαύτην εξουσίαν αναλαβών. Προς διάγνωσιν δε τότε δεν απητείτο
-ούτε ένδυμα ούτε παράσημον άλλο, αλλ' ευθύς προφανές ήτον ότι ο
-χαίρων ήτον δημότης, ο δε τεθλιμμένος ότι ήτον Πατρίκιος.
-
-ΚΑ. Αλλ' ο Μάρκιος ανέκπληκτος ο ίδιος και αταπείνωτος κατά τε
-το σχήμα, το βάδισμα και του προσώπου την σύστασιν, εν ώ όλοι
-οι άλλοι ισχυρώς επαθαίνοντο, αυτός μόνος εφαίνετο ασυμπαθής
-προς εαυτόν, ουχί υπό φρονήσεως και πραότητος, ουδ' εκ
-μετριοπαθείας προς το συμβάν, αλλά μάλλον διότι τον
-κατεκυρίευεν η οργή και η αγανάκτησις. Τούτο δ' αγνοούσιν οι
-περισσότεροι ότι είναι αληθής λύπη. Διότι το αίσθημα τούτο,
-όταν αναφλεχθή εις θυμόν, αποβάλλει την ταπεινότητα και
-αδράνειαν, και δραστήριος φαίνεται ο οργιζόμενος, ως θερμός
-φαίνεται ο πυρέσσων, καθόσον η ψυχή σφύζει τότε τρόπον τινά,
-και διατείνεται και ογκούται. Την διάθεσιν ταύτην εδήλωσε διά
-των έργων του ευθύς τότε ο Μάρκιος· διότι εισελθών εις την
-οικίαν του, και ασπασθείς την μητέρα και την γυναίκα του,
-αίτινες μετά βοής ωλοφύροντο, και ειπών εις αυτός να υποφέρωσι
-το συμβάν μετά μετριότητος, ανεχώρησεν αμέσως και διευθύνθη
-προς τας πύλας. Εκεί δε πάντες σχεδόν οι πατρίκιοι ομού τον
-προέπεμπον. Αλλ' ούτε τι λαβών ή τι ζητήσας, ανεχώρησε, τρεις
-ή τέσσαρας πελάτας έχων περί αυτόν. Ημέρας δ' ολίγας διέτριψεν
-εις αγρούς τινας μόνος, υπό πολλών αντεφελκόμενος διά λογισμών
-ούς ο θυμός τω υπέβαλλεν, ουχί καλόν ή συμφέρον τι αφορώντας,
-αλλά πώς να εκδικηθή τους Ρωμαίους, και πώς να διεγείρη κατ'
-αυτών βαρύν τον πόλεμον και γειτονικόν. Απεφάσισε λοιπόν ν'
-αποπειραθή κατ' αρχάς των Ουολούσκων, οίτινες ήξευρεν ότι
-ήκμαζον και κατά τα σώματα ακόμη και κατά τα χρήματα, και
-ενόμιζεν ότι αι τελευταίαι των ήτται δεν κατέστρεψαν τοσούτον
-την δύναμιν αυτών, όσον τοις ενέβαλον οργήν φιλοπόλεμον.
-
-ΚΒ. Υπήρχε δέ τις ανήρ εκ της πόλεως του Αντίου, όστις διά τε
-τον πλούτον και την ανδρείαν και του γένους του την λαμπρότητα
-είχε βασιλικήν επιρροήν μεταξύ των Ουολούσκων· ωνομάζετο δε
-Τύλλος Αμφίδιος (177). Ήξευρε δ' ο Μάρκιος ότι υπό τούτου
-εμισείτο υπέρ πάντα άλλον Ρωμαίον, διότι πολλάκις απειλήσαντες
-και προκαλέσαντες αλλήλους κατά τας μάχας, και κομπάσαντες
-διότι ήσαν αλλήλων εφάμιλλοι, ως ταύτα φέρουσιν αι φιλοτιμίαι
-και ζηλοτυπίαι των νέων πολεμιστών, προσέβηκαν εις την κοινήν
-των εθνών αυτών και ιδιαιτέραν κατ' αλλήλων έχθραν. Ουχ ήττον
-όμως, βλέπων ότι ο Τύλλος είχε φρονήματος μέγεθος, και προ
-πάντων ότι επεθύμει να βλάψη τους Ρωμαίους, άμα τω έδιδον
-λαβήν, εδικαίωσε τον ειπόντα (178)· «Δύσκολον να πολεμή τις
-τον θυμόν, διότι και την ψυχήν δίδει, διά ν' απολαύση ό,τι
-επιθυμεί. Λαβών λοιπόν ιμάτιον, και όλην την ενδυμασίαν δι' ής
-εις όντινα ήθελε τον ιδή, να μη φανή ποίος ήτον, ως ο Οδυσσεύς,
-
- Ήλθεν εις πόλιν ανδρών δυσμενών (179).
-
-ΚΓ. Ήτον δ' εσπέρα, και πολλοί μεν τον απήντων, ουδείς δε τον
-εγνώριζεν. Εβάδιζε δε προς την οικίαν του Τύλλου, και εισελθών,
-αίφνης εκάθησεν εις την εστίαν σιωπών (180), και καλύψας την
-κεφαλήν του, έμεινεν ήσυχος. Οι δ' άνθρωποι της οικίας,
-θαυμάσαντες, δεν ετόλμησαν μεν να τον ανεγείρωσι, διότι είχεν
-αξιοπρέπειάν τινα και το σχήμα και η σιωπή αυτού. Είπον δε εις
-τον Τύλλον, όταν εκάθητο εις το δείπνον, το παράδοξον του
-πράγματος. Τότε εγερθείς εκείνος, ήλθε προς αυτόν, και τον
-ανέκρινε, τις ήτον, διατί ήλθε, και τι ήθελεν· ο δε Μάρκιος,
-αποκαλύψας την κεφαλήν του, και ολίγον καιρόν περιμείνας, «Αν
-εισέτι δεν με γνωρίζης, ω Τύλλε, είπε τέλος, ή αν βλέπων με δεν
-πιστεύης τους οφθαλμούς σου, ανάγκη να γίνω εγώ κατήγορος
-εμαυτού. Ειμί ο Γάιος Μάρκιος, όστις έπραξε μεγάλα κακά κατά
-των Ουολούσκων, και περιφέρω την επωνυμίαν ήτις δεν επιτρέπει
-ν' αρνηθώ αυτά, Κοριολάνος καλούμενος. Διότι όλων των κόπων και
-των κινδύνων μου ουδέν άλλο απήλαυσα έπαθλον, πλην του ονόματος
-ό φέρω ως παράσημον της προς υμάς έχθρας. Τούτο μοι έμεινεν
-αναφαίρετον, όλα δε τ' άλλα ομού μοι τα εστέρησεν ο φθόνος και
-η ύβρις του δήμου και η ανανδρεία και προδοσία των αρχών και
-των ισοτίμων μου, και φυγάς εδιώχθην, και εκάθησα ικέτης εις
-την εστίαν σου, ουχί ασφάλειαν και σωτηρίαν ζητών, — διότι προς
-τι θα ηρχόμην εδώ αν εφοβούμην ν' αποθάνω; — αλλά θέλων να λάβω
-εκδίκησιν, και εκδικούμενος ήδη κατά των αποβαλόντων με, δι'
-αυτού τούτου ότι καθιστώ σε κύριον εμαυτού. Αν λοιπόν έχης
-όρεξιν να επιχειρήσης τι κατά των εχθρών σου, άγε, ω γενναίε,
-και ωφελήθητι εκ των συμφορών μου, και κατάστησον την ατυχίαν
-μου κοινόν των Ουολούσκων ευτύχημα· εγώ δε θέλω πολεμήσει υπέρ
-υμών τόσω επιτυχέστερον παρά καθ' υμών, όσω καλήτερον
-πολεμούσιν οι γνωρίζοντες τα κατά τους εχθρούς, παρά οι
-αγνοούντες. Αν όμως απέκαμες πολεμών, ούτ' εγώ θέλω να ζήσω,
-ούτε σύ καλόν είναι να με σώσης, άνδρα έκπαλαι μεν εχθρόν και
-πολέμιον, ήδη δ' ανωφελή και άχρηστον.» Ως λοιπόν ήκουσε ταύτα
-ο Τύλλος, εχάρη θαυμαστώς, και δους την δεξιάν, «Ανάστα, τω
-είπεν, ω Μάρκιε, και θάρρει. Διότι ήλθες μέγα δίδων αγαθόν εις
-ημάς, όταν μας δίδης τον εαυτόν σου. Έλπιζε δε μεγαλήτερα παρά
-των Ουολούσκων.» Και τότε μεν εφιλοξένησε και επεριποιήθη τον
-Μάρκιον· τας δ' επιούσας ημέρας συνεσκέπτοντο περί του πολέμου.
-
-ΚΛ. Την δε Ρώμην ετάραττε μεν η δυσμένεια των πατρικίων κατά
-του δήμου, αφορμήν μεταξύ άλλων έχουσα και του Μαρκίου την
-καταδίκην, πολλά δε ανήγγελλον θαύματα προσοχής άξια και οι
-μάντεις και οι ιερείς και οι ιδιώται. Έν δε λέγεται ότι
-τοιούτον τι υπήρξεν. Υπήρχε Τίτος τις Λατίνος, ανήρ ουχί λίαν
-επίσημος, φιλήσυχος άλλως και μέτριος, και καθαρός
-δεισιδαιμονίας, έτι δε μάλλον αγυρτίας. Ούτος είδεν όνειρον ότι
-τω εφάνη ο Ζευς, και τω διέταξε να ειπή προς την σύγκλητον, ότι
-κακόν και δυσαρεστότατον χορευτήν τω έστειλαν προ της πομπής
-(181). Έλεγε δε ότι ιδών το όνειρον, δεν εφρόντισε πολύ κατ'
-αρχάς. Όταν όμως και εκ δευτέρου το είδε και εκ τρίτου, και
-πάλιν ημέλησε, τότε ότι τω απέθανεν υιός αγαθός, και το σώμα
-του ιδίου ότι έγινεν αιφνιδίως παράλυτον. Ταύτα δ' είπε
-κομισθείς φοράδην επί κλίνης εις την σύγκλητον. Άμα δε τα
-είπεν, ησθάνθη ευθύς, ως λέγουσι, δυνάμεις αναλαμβάνον το σώμα
-του, και αναστάς απήλθε βαδίζων. Θαυμάσαντες λοιπόν οι
-βουλευταί, ηρεύνησαν ακριβώς το πράγμα, και ήτον τοιούτον·
-Παραδούς τις δούλον του εις άλλους δούλους, τους διέταξε να
-φέρωσιν αυτόν εις την αγοράν μαστιγούντες, και έπειτα να τον
-φονεύσωσιν. Εν ώ δε ταύτα έπραττον, και ο άνθρωπος
-βασανιζόμενος, πολλάς και παντοίας εστρέφετο υπό του πόνου
-στροφάς, και κινήσεις άλλας δυσαρέστους εκινείτο πάσχων δεινώς,
-επήλθεν η πομπή κατά τύχην· και πολλοί μεν ηγανάκτουν εκ των
-παρόντων, ούτε θέαμα φαιδρόν βλέποντες, ούτε πρεπούσας
-κινήσεις· ουδείς όμως επεχείρισε να εμποδίση, αλλά
-περιωρίσθησαν όλοι εις ύβρεις και εις κατάρας, κατά του ούτω
-πικρώς τον άνθρωπον τυραννούντος, εν ώ οι τότε μετεχειρίζοντο
-τους δούλους μετά μεγαλητέρας επιεικείας, διότι και οι ίδιοι
-ειργάζοντο εις τας οικιακάς υπηρεσίας, και συνέζων μετ'
-εκείνων, ώστε είχον περισσοτέραν σχέσιν, και ήσαν ημερώτεροι
-προς αυτούς· και μεγάλη τιμωρία δούλου αμαρτήσαντος ήτον, να
-λάβη επ' ώμων το ξύλον της αμάξης εφ' ού στηρίζουσι τον ρυμόν,
-και να περιέλθη ούτω την γειτονίαν· όστις δ' ήθελε πάθει τούτο,
-και τον έβλεπον οι συγκάτοικοι και οι γείτονες, δεν επιστεύετο
-πλέον, και εκαλείτο Φούρκιφερ (182)· διότι καλούσι Φούρκαν οι
-Ρωμαίοι ό,τι οι Έλληνες ονομάζουσιν υποστάτην και στήριγμα.
-
-ΚΕ. Όταν λοιπόν ο Λατίνος τοις διηγήθη το δράμα τούτο, και
-ηπόρουν τις ήτον ο τότε της πομπής προηγούμενος δυσάρεστος και
-κακός χορευτής, ανεμνήσθησάν τινες την άτοπον τιμωρίαν του
-δούλου εκείνου, όν μαστιγούντες εδίωκον διά της αγοράς, και
-μετά ταύτα τον εθανάτωσαν. Eσυμφώνησαν λοιπόν οι ιερείς, και ο
-μεν δεσπότης του δούλου ετιμωρήθη, και εις τον Θεόν ετέλεσαν εξ
-αρχής πάλιν την πομπήν και τα θεάματα. Φαίνεται δ' ο Νουμάς και
-κατά τα άλλα ότι υπήρξε σοφώτατος των ιερών εξηγητής, και τούτο
-ότι άριστα ενομοθέτησε προς ευλάβειαν, ότι, όταν οι άρχοντες
-και οι ιερείς εκτελώσι τι των αφορώντων τα θεία, προβαίνει ο
-κήρυξ μεγαλοφώνως βοών· «Οκ άγε (183)» Σημαίνει δ' η λέξις·
-«Τούτο πράττε,» προσκαλούσα να προσέχωσιν εις τα ιερά, και
-μηδέν έργον να παρεμβάλλωσι, μηδ' ασχολίαν τινα βιωτικήν, καθώς
-τα πλείστα των ανθρωπίνων γίνονται τρόπον τινά κατ' ανάγκην και
-διά βίας. Είναι δε συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις να
-επαναλαμβάνωσι τας ουσίας και τας πομπάς και τα θεάματα ου
-μόνον διά τοσούτον σπουδαίαν αιτίαν, αλλά και διά μικροτάτας.
-Αν είς των ίππων οίτινες είλκον τας καλουμένας Θήσσας (184)
-ήθελε ατονήσει, ή αν ο ηνίοχος ήθελε λάβει τας νίας εις την
-αριστεράν χείρα, αμέσως εψήφιζον ν' αρχίση η πομπή εκ νέου· και
-εις τους μεταγενεστέρους χρόνους τριακοντάκις επανέλαβον μίαν
-θυσίαν, διότι τοις εφαίνετο πάντοτε ότι επήλθε τι κώλυμα, ή ότι
-προσέκρουσεν είς τι η τελετή. Τοσαύτη ήτον των Ρωμαίων η προς
-το θείον ευλάβεια.
-
-ΚΣΤ. Ο δε Μάρκιος και ο Τύλλος εις το Άντιον συνωμίλουν κρυφίως
-μετά των δυνατωτάτων, και τους παρεκίνουν, εν ώ οι Ρωμαίοι
-διετέλουν στασιάζοντες προς αλλήλους, να κινήσωσι πόλεμον. Και
-τινές μεν εδίσταζον, διότι είχον διετείς σπονδάς και ανακωχήν
-μετά των Ρωμαίων· αλλά την πρόφασιν τοις επρομήθευσαν αυτοί οι
-Ρωμαίοι, ένεκα υποψίας τινός ή διαβολής κηρύξαντες εις τα
-θεάματα και τους αγώνας ν' αναχωρώσιν οι Ουολούσκοι εκ της
-πόλεως πριν της δύσεως του ηλίου. Τινές δε λέγουσιν ότι τούτο
-έγινε δι' απάτης και δόλου του Μαρκίου, πέμψαντος εις την Ρώμην
-προς τους άρχοντας άνθρωπον να κατηγορήση ψευδώς τους
-Ουολούσκους, ότι διανοούνται εις τα θεάματα να επιτεθώσι κατά
-των Ρωμαίων, και να καύσωσι την πόλιν. Το κήρυγμα τούτο τους
-κατέστησεν όλους δυσμενεστέρους προς τους Ρωμαίους· ο δε Τύλλος
-έτι μάλλον αυξάνων το πράγμα και παροξύνων αυτούς, τους έπεισε
-τέλος να πέμψωσιν εις την Ρώμην, και ν' απαιτήσωσι την χώραν
-και τας πόλεις όσας διά πολέμου αφήρεσαν οι Ρωμαίοι από των
-Ουολούσκων. Οι δε Ρωμαίοι, ακούσαντες τους πρέσβεις,
-ηγανάκτησαν, και απεκρίθησαν, ότι πρώτοι μεν θα λάβωσι τα όπλα
-οι Ουολούσκοι, τελευταίοι όμως θα τα καταθέσωσιν οι Ρωμαίοι.
-Μετά ταύτα, συναγαγών πάντα τον δήμον εις εκκλησίαν ο Τύλλος,
-αφ' ού εψήφησαν τον πόλεμον, τοις εσυμβούλευσε να καλέσωσι τον
-Μάρκιον, μη μνησικακούντες κατ' αυτού, και πιστεύοντες ότι
-συμμαχών θέλει τους ωφελήσει περισσότερον αφ' ό,τι τους
-έβλαψεν.
-
-ΚΖ. Επειδή δε, προσκληθείς ο Μάρκιος, και ομιλήσας προς το
-πλήθος, εφάνη επίσης και διά των λόγων ως και διά των όπλων
-ανήρ ικανός και πολεμικός, και έξοχος κατά τε το φρόνημα και
-την τόλμην, ανηγορεύθη μετά του Τύλλου στρατηγός αυτοκράτωρ
-(185) εις τον πόλεμον. Φοβούμενος δε μη ο αναγκαίος καιρός
-προς προπαρασκευήν των Ουολούσκων γίνη πολύς, και αφαιρέση την
-ευκαιρίαν της πράξεως, τα μεν άλλα διέταξε να συνάξωσι και
-χορηγήσωσιν οι κατά την πόλιν δυνατοί και οι άρχοντες· αυτός δε
-τους προθυμοτάτους άνευ καταλόγου πείσας να ταχθώσιν υπ' αυτόν
-εκουσίως, εισώρμησεν εις την χώραν των Ρωμαίων αιφνιδίως, και
-όταν ουδείς τον επρόσμενεν· όθεν τοσαύτα ήρπασε λάφυρα, ώστε
-απηύδησαν άγοντες και φέροντες αυτά οι Ουολούσκοι, και
-μεταχειριζόμενοι αυτά εις το στρατόπεδον. Ήτον δ' η τοσαύτη
-ευπορία, και το ότι έβλαψε και κατέστρεψε την χώραν, το
-μικρότατον δι' αυτόν ωφέλημα εκ της εκστρατείας εκείνης. Ο δε
-σκοπός δι' όν έπραττε ταύτα, ο μέγας, ήτον ότι καθίστα τους
-πατρικίους έτι μισητοτέρους προς τον δήμον· διότι, εν ώ
-εκακοποίει και διέφθειρε τ' άλλα πάντα, εκείνων τους αγρούς
-εφύλαττεν ισχυρώς, και δεν άφηνε να τους εγγίσωσιν, ούτε να
-λάβωσι τίποτε εξ αυτών. Όθεν έτι μάλλον ύποπτοι εγένοντο προς
-αλλήλους, και εταράττοντο, οι μεν πατρίκιοι κατηγορούντες το
-πλήθος, ότι εξεδίωξεν αδίκως άνδρα δυνατόν, ο δε δήμος
-αιτιώμενος εκείνους ότι εκ μνησικακίας αυτοί φέρουσι τον
-Μάρκιον, και ότι εν ώ πoλεμούνται οι άλλοι, αυτοί κάθηνται
-θεαταί, φύλακα του πλούτου και των κτημάτων των έχοντες έξω
-αυτόν τον πόλεμον. Ταύτα κατορθώσας ο Μάρκιος, και μεγάλως
-βοηθήσας τους Ουολούσκους εις το να λάβωσι θάρρος και να
-καταφρονώσι τους εχθρούς, επέστρεψεν ασφαλώς.
-
-ΚΗ. Ως δε συνηθροίσθη ταχέως και προθύμως όλη η δύναμις, και
-εφάνη πολλή, απεφάσισαν μέρος μεν αυτής ν' αφήσωσιν εις τας
-πόλεις προς ασφάλειαν, μετά του λοιπού δε μέρους να
-εκστρατεύσωσι κατά των Ρωμαίων. Αφήκαν δ' ο Μάρκιος να εκλέξη
-οίαν ήθελεν εκ των δύω στρατηγιών. Αλλ' ο Τύλλος, ειπών ότι
-κατά μεν την ανδρείαν δεν βλέπει κατώτερόν του τον Μάρκιον, τον
-βλέπει όμως να έχη τύχην καλητέραν εις όλας τας μάχας,
-προσεκάλεσεν αυτόν ν' αναλάβη την ηγεμονίαν των εκστρατευόντων·
-αυτός δ' είπεν ότι μένων οπίσω, θα φυλάξη τας πόλεις, και διά
-τους εκστρατεύοντας θέλει φροντίζει τα πρόσφορα. Έτι μάλλον
-λοιπόν ενθαρρυνθείς ο Μάρκιος, επροχώρησε πρώτον προς το
-Κίρκαιον, πόλιν άποικον των Ρωμαίων (186) και επειδή αύτη
-παρεδόθη εκουσίως, ουδόλως την έβλαψε. Μετά δε ταύτα ελεηλάτει
-των Λατίνων την χώραν, πιστεύων ότι ενταύθα θα ήρχοντο να
-πολεμήσωσι προς αυτόν οι Ρωμαίοι υπέρ των Λατίνων, οίτινες ήσαν
-σύμμαχοι αυτών, και πολλάκις τους επεκαλούντο. Επειδή δε το
-πλήθος εφάνη πρόθυμον, και οι ύπατοι, ολίγον έτι έχοντες της
-αρχής χρόνον, δεν ήθελον να κινδυνεύωσιν επ' αυτού, και
-επομένως απέπεμψαν τους Λατίνους, ο Μάρκιος προέβη κατ' αυτών
-των πόλεων, και κυριεύσας κατά κράτος τους Τολερίνους και τους
-Λαουικάνους και τους Πεδάνους, προσέτι δε τους Βωλάνους, διότι
-αντεστάθησαν εις αυτόν, και τους ανθρώπους αιχμαλώτισε και τα
-χρήματα αυτών διήρπασε. Των δε παραδιδομένων ελάμβανε μεγίστην
-επιμέλειαν, όπως ουδέ παρά την θέλησιν αυτού βλάπτωνται, και
-διά τούτο εστρατοπέδευεν απώτατα απ' αυτών, και απέφευγε την
-χώραν των εντελώς.
-
-ΚΘ. Όταν δε, κυριεύσας τας Βόλλας, πόλιν μη απέχουσαν υπέρ τους
-εκατόν σταδίους (187) της Ρώμης, πολλά μεν ελαφυραγώγησε
-πράγματα, σχεδόν δ' όλους εφόνευσε τους ενήλικας, και οι
-Ουολούσκοι, ουδ' όσοι διωρίσθησαν να μένωσιν εις τας πόλεις,
-συγκατένευον εις τούτο, αλλ' όλοι ένοπλοι συνέρρεον περί τον
-Μάρκιον, λέγοντες ότι εκείνον μόνον ηξεύρουσιν άρχοντά των,
-τότε μέγα εφημίσθη το όνομά του καθ' όλην την Ιταλίαν, και
-θαυμαστή ήτον της αρετής αυτού η υπόληψις, διότι ενός μόνου
-ατόμου μετάθεσις κατώρθωσε στροφήν των πραγμάτων τοσούτον
-παράδοξον. Των δε Ρωμαίων αι υποθέσεις ήσαν εις δεινήν
-κατάστασιν, διότι είχον μεν απελπισθή από του πολέμου,
-κατέτριβον δε τας ημέρας των εις συνωμοσίας και στασιαστικούς
-λόγους προς αλλήλους, έως ότου ανηγγέλθη ότι οι εχθροί
-πολιορκητικόν τείχος ωκοδόμουν περί το Λαουίνιον, όπου και θεών
-πατρώων των Ρωμαίων έκειντο ιερά, και ήτον η του γένους αυτών
-αρχή, διότι πρώτην εκείνην την πόλιν έχτισεν ο Αινείας. Έκτοτε
-δε διά μιας θαυμαστώς μετεβλήθη η γνώμη του δήμου, παραδόξως δε
-και απροσδοκήτως μετετράπη και η των πατρικίων και ο μεν δήμος
-επροθυμήθη ν' ακυρώση του Μαρκίου την καταδίκην, και να
-προσκαλέση αυτόν εις την πόλιν, η δε βουλή συναχθείσα, και
-σκεφθείσα περί του βουλεύματος, απέρριψεν αυτό, και εμπόδισε
-την εκτέλεσίν του, είτε διότι φιλονείκως ηναντιούτο εις όλα όσα
-ο δήμος εζήτει, είτε άλλως μη θέλουσα να επιστρέψη αυτός διά
-χάριτος του λαού, είτε και κατ' αυτού εκείνου ήδη οργιζομένη,
-διότι αυτός όλους εκακοποίει, εν ώ όλοι δεν εδείχθησαν
-αγνώμονες προς αυτόν, και εφάνη εχθρός της πατρίδος του, εν ώ
-ήξευρεν ότι το κυριώτατον και άριστον μέρος αυτής έτρεφε προς
-αυτόν συμπαθείας, και ηδικείτο ομού μετ' αυτού. Ως δ' η
-απόφασις αύτη εκοινοποιήθη προς τον λαόν, ο μεν δήμος δεν είχε
-δικαίωμα να ψηφίση τι νομίμως άνευ προδουλεύματος.
-
-Λ. Ο δε Μάρκιος, ακούσας ταύτα, έτι μάλλον ετραχύνθη, και αφείς
-την πολιορκίαν, εβάδιζε μετ' οργής κατά της πόλεως, και
-εστρατοπέδευσε περί τας λεγομένας Κλοιλίας τάφρους,
-τεσσαράκοντα μόνον σταδίους απέχων της πόλεως. Εφάνη δε
-φοβερός, και πολύν εξήγειρε θόρυβον, αλλά και προς το παρόν
-έπαυσε την διχογνωμίαν· διότι κανείς, ούτε άρχων, ούτε
-βουλευτής ετόλμησε πλέον ν' αντειπή εις το πλήθος ότι δεν
-πρέπει να φέρωσιν οπίσω τον Μάρκιον· αλλά βλέποντες τας
-γυναίκας να τρέχωσιν άνω και κάτω της πόλεως, και προσευχάς και
-δάκρυα και δεήσεις των γερόντων εις τα ιερά, και πανταχού
-έλλειψιν τόλμης και λογισμών σωτηρίων, ωμολόγησαν ότι ορθώς ο
-δήμος επεχείρησε συνδιάλλαξιν μετά του Μαρκίου, η δε βουλή ότι
-εντελώς έσφαλεν όταν έδειξεν οργήν και μνησικακίαν, εν ώ καλόν
-ήτον να παύση μάλλον αυτήν. Απεφάσισαν λοιπόν όλοι να πέμψωσι
-πρέσβεις προς τον Μάρκιον, και να τω προτείνωσι να επανέλθη εις
-την πατρίδα του, να τον παρακαλέσωσι δε συγχρόνως να παύση τον
-πόλεμον. Οι δε πεμφθέντες βουλευταί ήσαν σχετικοί του Μαρκίου,
-και ήλπιζον πολλήν φιλοφροσύνην κατά τας πρώτας αυτών
-συνεντεύξεις μετ' ανδρός οικείου και φίλου. Δεν συνέβη όμως
-ούτως, αλλά, διά του στρατοπέδου των εχθρών οδηγηθέντες, εύρον
-αυτόν καθήμενον μετ' όγκου και υπεροψίας ανυποφόρου. Έχων δε
-τους πρώτους των Ουολούσκων περί εαυτόν, διέταξε τους πρέσβεις
-να ειπώσι τι θέλουσιν. Ως δ' είπον αυτοί μετά του πρέποντος
-ήθους λόγους επιεικείς και φιλόφρονας, και έπειτα εσιώπησαν,
-αυτός απεκρίθη μέρος μεν πικρώς υπέρ εαυτού, και μετ' οργής δι'
-όσα έπαθε, μέρος δ' υπέρ των Ουολούσκων, ως στρατηγός,
-προσκαλών ν' αποδώσωσι τας πόλεις και την χώραν όσην διά του
-πολέμου απέκοψαν, και να δώσωσιν εις τους Οδολούσκους
-ισοπολιτείαν οποίαν είχον και οι Λατίνοι· διότι άλλη ασφαλής
-κατάλυσις του πολέμου δεν υπήρχε, παρά η επί τη βάσει ισότητος
-και δικαιοσύνης. Τοις έδωκε δε τριάκοντα ημέρας καιρόν να
-σκεφθώσι. Και άμα αναχώρησαν οι πρέσβεις, ευθύς απεσύρθη και
-αυτός εκ της Ρωμαϊκής χώρας.
-
-ΛΑ. Ταύτην έλαβον ως πρώτην αιτίαν δυσαρεσκείας κατ' αυτού όσοι
-των Ουολούσκων προ πολλού βαρείαν ησθάνοντο και εφθόνουν αυτού
-την δύναμιν. Είς τούτων ην και ο Τύλλος, ιδίως μεν κατ' ουδέν
-αδικηθείς υπό του Μαρκίου, αλλ' εις πάθος υποπεσών τοις
-ανθρώποις κοινόν. Διότι ελυπείτο βλέπων ότι η δόξα του εντελώς
-ημαυρούτο, και ότι παρεβλέπετο υπό των Ουολούσκων, φρονούντων
-ότι ο Μάρκιος ήτον το παν δι' αυτούς, απαιτούντων δε ν'
-αρκώνται οι άλλοι εις μόνον το μέρος της αρχής και της δυνάμεως
-όσον ήθελε τοις δώσει εκείνος. Εκ τούτου διεσπείροντο κρυφίως
-αι πρώται κατηγορίαι, και συνερχόμενοι μεταξύ των ηγανάκτουν,
-και την αναχώρησίν του ωνόμαζον προδοσίαν, διότι αν δεν έδωκεν
-όπλα και τείχη, έδωκεν όμως καιρόν, εφ' ού τα λοιπά δύνανται
-και να σώζωνται και πάλιν να καταστρέφωνται, έδωκε τριάκοντα
-ημέρας εις τον πόλεμον, εν ώ δεν υπάρχει τι ως αυτόν
-μεγαλητέρας μεταβολάς εις μικρότερον λαμβάνον καιρόν. Ο Μάρκιος
-όμως δεν αφήκε το διάστημα τούτο του χρόνου να παρέλθη ματαίως,
-αλλά, περιερχόμενος, έφθειρε και κατέστρεφε τους συμμάχους των
-πολεμίων, και εκυρίευσεν επτά πόλεις μεγάλας και πολυανθρώπους.
-Οι δε Ρωμαίοι δεν ετόλμων μεν να βοηθήσωσιν αυτούς, αλλ' αι
-ψυχαί των ήσαν καταβεβλημέναι, και ομοίως διέκειντο προς τον
-πόλεμον και τα υπό νάρκης ήδη καταληφθέντα και παραλελυμένα
-σώματα αυτών. Αφ' ού δ' ο καιρός παρήλθε, και ο Μάρκιος
-επέστρεψεν εκ νέου μεθ' όλης της δυνάμεως, έπεμψαν πάλιν
-πρεσβείαν να παρακαλέση τον Μάρκιον να μετριάση την οργήν του,
-και μακρύνας τους Ουολούσκους εκ της χώρας, να πράξη και
-προτείνη ό,τι νομίζει συμφέρον εις αμφοτέρους· διότι εκ φόβου
-μεν ουδόλως θα ενέδιδον οι Ρωμαίοι· αν όμως νομίζη ότι πρέπει
-να τύχωσιν ευγενούς τινος υποχωρήσεως οι Ουολούσκοι, ότι όλα
-δύνανται να εγκριθώσιν υπέρ αυτών, αφ' ού καταθέσωσι τα όπλα.
-Προς ταύτα δ' ο Μάρκιος είπεν, ότι ως στρατηγός μεν των
-Ουολούσκων ουδέν αποκρίνεται, ως συμπολίτης δε των Ρωμαίων ότι
-τους συμβουλεύει και τους παρακαλεί, μετριοφρονέστερον περί του
-δικαίου σκεφθέντες, να επιστρέψωσι προς αυτόν μετά τρεις
-ημέρας, φέροντες το ζητούμενον ψήφισμα· αν δ' άλλως
-αποφασίσωσι, να ηξεύρωσιν ότι δεν θέλουσιν έχει άδειαν να
-επανέλθωσι φέροντες κενούς λόγου εις το στρατόπεδον.
-
-ΛΒ. Όταν δ' επέστρεψαν εις την Ρώμην οι πρέσβεις, και ταύτα
-ήκουσεν η βουλή, ως αν είχεν η πόλις εμπέσει εις χειμώνα και
-τρικυμίαν, ανέσυρε και έρριψε την ιεράν άγκυραν (188),
-ψηφίσασα, όσοι ήσαν ιερείς θεών, ή μυστικών οργίων εκτελεσταί,
-ή των οιωνών την μαντικήν μετερχόμενοι τέχνην, ήτις ήτον
-παλαιόθεν πατροπαράδοτος παρά τοις Ρωμαίοις, όλοι ούτοι ν'
-απέλθωσι προς τον Μάρκιον, φέροντες τας στολάς, άς δι' εκάστον
-προσδιώριζεν ο νόμος κατά τας ιερουργίας, και να προτείνωσι και
-παρακαλέσωσιν αυτόν να παύση τον πόλεμον πρότερον, και μετά
-ταύτα να συνδιαλεχθή μετά των πολιτών περί των Ουολούσκων. Και
-εδέχθη μεν τους άνδρες εις το στρατόπεδον, ουδ' υπεχώρησεν
-όμως, ουδ' έπραξεν, ουδ' είπε τι μαλακώτερον, αλλά τους
-προσεκάλεσεν ή να κλείσωσι την ειρήνην επί τοις όροις ούς τοις
-είπε και πρότερον, ή να δεχθώσι τον πόλεμον. Αφ' ού λοιπόν
-επέστρεψαν οι ιερείς, απεφασίσθη να μένωσιν ακίνητοι εις την
-πόλιν, και να φυλάττωσι τα τείχη, αποκρούοντες τους εχθρούς
-όταν τους προσβάλλωσι, και πάσαν των την ελπίδα στηρίζοντες
-μάλλον εις τον καιρόν και εις τας απροσδοκήτους της τύχης
-φοράς, διότι ήξευρον ότι εξ ιδίων ουδέν έπραττον προς σωτηρίαν
-των, αλλά την πόλιν κατείχε ταραχή, και φόβος, και φήμαι κακαί,
-μέχρις ού συνέβη πράγμα τι όμοιον προς το πολλάκις υπό του
-Ομήρου λεγόμενον, μη πείθον όμως πολύ τους ανθρώπους. Όταν
-εκείνος εις τας μεγάλας και απροσδοκήτους πράξεις λέγη και
-αναφωνή·
-
- «Τω το ενέβαλε δε η Θεά Αθηνά εις τας φρένας·» (189)
- «Έτρεψε δε τις αθάνατος τούτων τας φρένας, την φήμην
- θεις εις του δήμου τον νουν· (190)
-
-και το
-
- «Ταύτα ενόμισεν, ή τω διέταξε ταύτα Θεός τις.» (191).
-
-καταφρονούσι ταύτα πολλοί, διισχυριζόμενοι ότι διά πραγμάτων
-αδυνάτων και δι' απιστεύτων μυθευμάτων, καθιστά απίστευτον την
-λελογισμένην και ελευθέραν εκάστου προαίρεσιν. Αλλά δεν πράττει
-τούτο ο Όμηρος· εξ εναντίας τα πιθανά και συνήθη και λογικώς
-περαιούμενα αποδίδει εις την ημετέραν ενέργειαν, ώστε και λέγει
-πολλάκις·
-
- «Τότε εσκέφθην εγώ εντός της μεγάλης ψυχής μου» (192).
-
-και
-
- «Είπε, κ' εθλίβη πικρώς ο Πηλείδης, διπλώς δ' η ψυχή
-του
- εις λογισμούς εκυμάτει εντός του λασίου του στήθους»
-(193)
-
-και πάλιν
-
- «Δεν έπεισεν όμως
- τον αγαθόν εις τας σκέψεις, τον έμφρονα Βελλεροφόντην.» (194)
-
-Εις δε τας εκτάκτους και παραδόξους πράξεις, όσαι ανάγκην
-έχουσιν ενθουσιώδους τινός ορμής και θάρρους, παρεισάγει τον
-Θεόν ουχί ως αφαιρούντα την ελευθέραν θέλησιν, αλλ' ως κινούντα
-αυτήν, ούτε εμποιούντα τας ορμάς, αλλά μόνον τας φαντασίας υφ'
-ών αι ορμαί διεγείρονται· και διά τούτων δεν παριστά την πράξιν
-ακούσιον, αλλά δίδει την αρχήν της εκουσίου ενεργείας,
-προσθέτων θάρρος εις αυτήν και ελπίδα. Διότι ή πρέπει να
-θεωρήσωμεν τα θεία ως ξένα πάσης αρχής και αιτίας των καθ' ημάς
-συμβαινόντων, ή τις άλλος υπάρχει τρόπος δι' ού να βοηθώσι τους
-ανθρώπους και να συνεργώσιν υπέρ αυτών; Τούτο δεν κατορθούσι
-βεβαίως πλάττοντες το σώμα ημών, ουδέ μεταστρέφοντες οι ίδιοι
-εις ό,τι χρειάζεται τας χείρας ημών και τους πόδας, αλλά διά
-τινων αρχών και φαντασιών και επινοιών διεγείροντες της ψυχής
-ημών τας πρακτικάς ή προαιρετικάς δυνάμεις, ή εκ του εναντίου
-αποτρέποντες αυτάς και συνέχοντες.
-
-ΛΓ. Εν Ρώμη δε τότε και αι γυναίκες, άλλαι μεν εις άλλα ιερά,
-αι δε πλείσται, και επισημόταται προσέφευγον ικετεύουσαι εις
-τον βωμόν του Καπιτωλίου Διός. Μεταξύ δ' αυτών ήτον και η
-Ουαλερία, αδελφή του Ποπλικόλα, του πολλά και μεγάλα και εν
-πολέμοις και εν τη πολιτεία ωφελήσαντος τους Ρωμαίους. Και ο
-μεν Ποπλικόλας είχεν αποθάνει πριν, ως διηγήθημεν εις εκείνου
-τον βίον· η δε Ουαλερία ήτον ένδοξος εις την πόλιν και
-τιμωμένη, διότι εφαίνετο ότι διά του βίου της δεν κατήσχυνε το
-γένος αυτής. Αύτη, παθούσα εξαίφνης το πάθος ό λέγω, και κατ'
-επίνοιαν, εις ήν βεβαίως δεν ήτον ξένη η θεία έμπνευσις, το
-συμφέρον κατανοήσασα, ηγέρθη η ιδία, και εγείρασα και όλας τας
-άλλας, ήλθεν εις την οικίαν της μητρός του Μαρκίου Ουολουμνίας.
-Ως δ' εισήλθε, και εύρεν αυτήν καθημένην μετά της νύμφης της,
-και εις τα γόνατά της έχουσαν τα παιδία του Μαρκίου, στήσασα
-τας γυναίκας κύκλω πέριξ αυτής, «Ημείς, είπεν, ω Ουολουμνία,
-και συ ω Ουεργιλία (195), ερχόμεθα γυναίκες προς γυναίκας,
-ούτε κατά ψήφισμα της βουλής, ούτε κατά διαταγήν άρχοντος. Αλλ'
-ο θεός οικτείρας, ως φαίνεται, τας ικεσίας ημών, μας εκίνησε να
-διευθυνθώμεν εδώ προς σας, και να ζητήσωμεν παρ' υμών ό,τι εις
-ημάς μεν και τους άλλους πολίτας θέλει γίνει αίτιον σωτηρίας,
-εις σας δε, αν πεισθήτε, θέλει φέρει δόξαν λαμπροτέραν εκείνης,
-ής απήλαυσαν των Σαβίνων αι θυγατέρες, όταν εις φιλίαν και
-ειρήνην συνήνωσαν τους πολεμούντας πατέρας και άνδρας των
-(196). Έλθετε, πορευθήτε μεθ' ημών προς τον Μάρκιον, και
-ενώσατε τας δεήσεις υμών μετά των ημετέρων, και μαρτυρήσατε
-υπέρ της πατρίδος σας μαρτυρίαν αληθή και δικαίαν, ότι καί τοι
-πολλά βλαπτομένη, ουδέν κακόν έπραξεν ή εσκέφθη καθ' υμών
-οργιζομένη, αλλά σας αποδίδει εις εκείνον, και αν ουδεμίαν
-επιεική παραχώρησιν μέλλη παρ' αυτού ν' απολαύση.» Ταύτα είπεν
-η Ουαλερία, ανεβόησαν δ' αι άλλαι γυναίκες, και η Ουολουμνία
-απήντησε· «Και των κοινών συμφορών, ω γυναίκες, εξ ίσου
-μετέχομεν, και ιδίως κακώς διακείμεθα, απολέσασαι του Μαρκίου
-την δόξαν και αρετήν, και βλέπουσαι ως και το σώμα αυτού
-φρουρούμενον μάλλον παρά σωζόμενον υπό των εχθρικών όπλων. Το
-μέγιστον δε δι' ημάς των δυστυχημάτων είναι, αν η πατρίς ημών
-ούτως εξησθένησεν, ώστε εις ημάς να στηρίζη τας ελπίδας της·
-διότι δεν ηξεύρω αν θέλη φροντίσει δι' ημάς εκείνος, αφ' ού δεν
-φροντίζει διά την πατρίδα του, ήν πάντοτε προετίμησε και μητρός
-και γυναικός και παιδίων. Ουχ ήττον όμως λάβετε και φέρετε ημάς
-προς εκείνον, διότι αν όχι άλλο, δυνάμεθα την τελευταίαν πνοήν
-ημών να εκπνεύσωμεν εν ικεσίαις υπέρ της πατρίδος.»
-
-ΛΑ. Και τότε αναστήσασα τα παιδία και την Ουεργιλίαν, μετά των
-άλλων γυναικών επορεύθη προς το στρατόπεδον των Ουολούσκων· η
-δ' όψις αυτών ενέπνευσε και εις τους εχθρούς οίκτον, αιδώ και
-σιωπήν. Έτυχε δ' ο Μάρκιος να κάθηται τότε επί του βήματος μετά
-των ανωτέρων αξιωματικών, και ως είδε προερχομένας τας
-γυναίκας, εθαύμασεν· όταν δ' εγνώρισε την μητέρα του, ήτις
-εβάδιζε πρώτη, ήθελε να εμμείνη εις τους μεν αμετατρέπτους και
-ακάμπτους του διαλογισμούς, αλλά νικηθείς υπό του πάθους και
-συνταραχθείς υπό του θεάματος, δεν υπέμεινε να πλησιάση εν ώ
-αυτός εκάθητο, και καταβάς μετά βίας, την προϋπάντησε, και
-ησπάσθη πρώτον και επί μακρόν χρόνον την μητέρα του, έπειτα την
-γυναίκα και τα παιδία του, ούτε δακρύων ούτε φιλοφροσύνης πλέον
-φειδόμενος, αλλ' εις του πάθους το ρεύμα όλον εαυτόν παραδούς.
-
-ΛΕ. Κορεσθείς δε τούτων, όταν ενόησεν ότι η μήτηρ του ήθελε ν'
-αρχήση να ομιλή, περιστοιχισθείς υπό των προβούλων των
-Ουολούσκων, ήκουσε την Ουολουμνίαν ταύτα λέγουσαν· «Βλέπεις, ω
-υιέ μου, και χωρίς ημείς να σοι το ειπώμεν, και εννοείς εκ των
-ενδυμάτων και εκ της μορφής των αθλίων σωμάτων ημών, εις ποίαν
-οικουρίαν μας κατεδίκασεν η φυγή σου. Σκέφθητι τώρα πόσον
-είμεθα πασών των γυναικών ατυχέσταται ημείς αι ενταύθα
-ελθούσαι, δι' άς η τύχη μετέβαλε το γλυκύτατον των θεαμάτων εις
-φοβερώτατον, διότι εγώ μεν βλέπω τον υιόν μου, αυτή δε τον
-άνδρα της εχθρικώς απειλούντα της πατρίδος τα τείχη. Ό,τι δ'
-εις τους άλλους είναι παρηγορία πάσης δυστυχίας και
-κακοπραγίας, το να προσεύχωνται εις τους θεούς, και τούτο
-κατήντησε δυσχερέστατον δι' ημάς· διότι δεν δυνάμεθα να ζητώμεν
-νίκην συγχρόνως διά την πατρίδα και σωτηρίαν διά σε παρά των
-Θεών· αλλ' ό,τι ήθελε καταρασθή τις των εχθρών εναντίον ημών,
-ταύτα περιέχουσιν αι ημέτεραι ευχαί. Διότι ανάγκη η γυνή και τα
-τέκνα σου να στερηθώσιν ή σου ή της πατρίδος των. Εγώ δε δεν θα
-περιμείνω να κρίνη ο πόλεμος εν ώ ζω την τύχην μου κατά τούτο.
-Αλλ' αν δεν σε πείσω αντί έριδος και κακών να φέρης ομόνοιαν
-και φιλίαν, και να γίνης αμφοτέρων ευεργέτης μάλλον παρά του
-ενός μέρους καταστροφεύς, ήξευρε και έσω προειδοποιημένος, ότι
-δεν θα επέλθης κατά της πατρίδος σου, πριν πατήσης νεκρόν της
-μητρός σου το σώμα· διότι δεν πρέπει να περιμείνω την ημέραν
-καθ' ήν θέλω ιδή ή τους πολίτας θριαμβεύοντας κατά του υιού
-μου, ή τον υιόν μου θριαμβεύοντα κατά της πατρίδος του. Και αν
-μεν σοι ζητώ να σώσης την πατρίδα σου καταστρέφων τους
-Ουολούσκους, τότε βεβαίως, υιέ μου, δύσκολος σοι προτείνεται
-και δυσδιάλυτος σκέψις· διότι ούτε τους πολίτας ν' αφανίσης
-είναι καλόν, ούτε τους εις σε εμπιστευθέντας είναι δίκαιον να
-προδώσης. Τώρα δε ζητούμεν απαλλαγήν των κακών, σωτήριον μεν
-εις αμφοτέρους επίσης, ένδοξον δε μάλλον και καλήν εις τους
-Ουολούσκους, διότι, όντες ισχυρότεροι, θέλουσι φανή ότι αυτοί
-δίδουσιν, εν ώ τα λαμβάνουσι, τα μέγιστα των αγαθών, την
-ειρήνην και την φιλίαν. Τούτων, αν γίνωσι, συ θέλεις είσθαι προ
-πάντων αίτιος, αν δε δεν γίνωσι, συ θέλεις έχει μόνος την
-μομφήν παρ' αμφοτέρων. Εν ώ δε ο πόλεμος είναι άδηλος πάντοτε,
-τούτο όμως έχει το πρόδηλον, ότι εις σε άλλο δεν μένει, παρ' αν
-νικήσης, να ήσαι ο κακός της πατρίδος σου δαίμων, αν νικηθής,
-να φανής ότι διά της οργής σου έγινες εις άνδρας φίλους και
-ευεργέτας αίτιος των μεγίστων συμφορών.»
-
-ΛΣΤ. Εν ώ δε ταύτα έλεγεν η Ουολουμνία, ο Μάρκιος ηκροάτο ουδέν
-αποκρινόμενος. Επειδή δε και αφ' ού εσιώπησεν αύτη, έμεινεν έτι
-σιωπών επί χρόνον πολύν, πάλιν η Ουολουμνία «Τι σιγάς, ω υιέ
-μου; τω είπε. Τι; καλόν είναι να παραδίδηταί τις εντελώς εις
-την οργήν και την μνησικακίαν; και δεν είναι καλόν να κάμνη
-τινά χάριν εις την μητέρα όταν περί τοιούτων παρακαλή. Ή
-αρμόζει εις μέγαν άνδρα να ενθυμήται ότι εκακοποιήθη, το δε να
-σέβηται και τιμά τους γονείς του διά τας ευεργεσίας δι' ών τα
-παιδία υπ' αυτών ευεργετούνται, δεν είναι ίδιον ανδρός μεγάλου
-και αγαθού; Αλλ' εις ουδένα μάλλον ήρμοζε ν' αποδώση χάριν, ως
-εις σε, όστις ούτω πικρώς ενεργείς την αχαριστίαν. Άλλως τε
-κατά μεν της πατρίδος μεγάλως ήδη εξεδικήθης, εις δε την μητέρα
-σου ουδεμίαν χάριν απέδωκας. Και οσιώτατον μεν θα ήτον, και
-χωρίς τινος ανάγκης, όταν ούτω σε παρακαλώ, να τύχω παρά σου
-των καλών και δικαίων. Αλλ' αν συ δεν πείθησαι, διατί να μη
-προσφύγω και εις την εσχάτην ελπίδα;» Και ταύτα ειπούσα,
-προσπίπτει εις τους πόδας αυτού, ομού μετά της γυναικός και των
-τέκνων του. Ο δε Μάρκιος, «Τι μ' έκαμες, ω μήτερ» αναβοήσας,
-την ανήγειρε, και σφοδρώς πιέσας την δεξιάν της, «Ενίκησας,
-είπε, νίκην ευτυχή μεν διά την πατρίδα, εις εμέ δ' ολεθρίαν,
-και απέρχομαι νικηθείς υπό σου μόνης.» Ως δ' είπε ταύτα, ολίγα
-συνομιλήσας ιδίως μετά της μητρός και της γυναικός του, αυτάς
-μεν απέπεμψεν οπίσω εις Ρώμην, ως τον παρεκάλεσαν· άμα δε
-παρήλθεν η νυξ, απήγαγε τους Ουολούσκους, οίτινες διέκειντο
-ουχί κατά τον ίδιον τρόπον πάντες, ουδ' ομοίως, αλλ' οι μεν
-αυτών εμέμφοντο και τον άνθρωπον και την πράξιν του, οι δε ούτε
-τούτον ουδ' εκείνον, διότι επεθύμουν την φιλίωσιν και την
-ειρήνην. Τινές δε, δυσαρεστούμενοι προς τα γινόμενα, εθεώρουν
-όμως τον Μάρκιον ουχί ως άνθρωπον πονηρόν, αλλά συγγνώμης
-άξιον, διότι εις τοιαύτην πίεσιν μόνον ενέδωκεν. Ουδείς δ'
-αντέστη, αλλ' όλοι τον ηκολούθησαν, την αρετήν μάλλον παρά εις
-την εξουσίαν αυτού σεβόμενοι.
-
-ΛΖ. Το δε μέγεθος του φόβου και του κινδύνου των Ρωμαίων ως εκ
-του πολέμου, απεδείχθη μάλιστα όταν κατελύθη ο πόλεμος. Διότι
-ως οι τα τείχη φυλάττοντες είδον εκείθεν τους Ουολούσκους
-αναχωρούντας, ανεώχθησαν ευθύς πάντα τα ιερά, και πάντες
-εφόρεσαν στεφάνους, ως αν είχον νικήσει, και ετέλουν θυσίας.
-Μάλιστα δ' η προς τας γυναίκας αγάπη και τιμή της τε βουλής και
-του πλήθους άπαντος εδήλωσε την χαράν της πόλεως, και όλοι εν
-πάση πεποιθήσει έλεγον και εφρόνουν ότι εκείναι έγινον της
-κοινής σωτηρίας αίτιαι. Και η μεν βουλή εψήφισεν, παν ό,τι
-αύται ήθελον ζητήσει προς δόξαν ή προς χάριν, να το πράξωσι και
-το χορηγήσωσιν αυταίς οι άρχοντες· αλλ' αύται ουδέν άλλο
-εζήτησαν, εκτός του να οικοδομηθή ιερόν της Γυναικείας τύχης,
-και το μεν ανάλωμα να καταβάλωσιν εξ εαυτών διά συνεισφοράς,
-τας δ' ιερουργίας και τας τιμάς όσαι ανήκουσιν εις τους Θεούς
-ν' αναλάβη δημοσίως η πόλις. Η βουλή επήνεσε τότε την
-φιλοτιμίαν αυτών, και διά δημοσίας δαπάνης ίδρυσε τον ναόν και
-το άγαλμα (197)· αύται όμως ουχ ήττον συνεισέφερον, και
-κατασκεύασαν δεύτερον άγαλμα. Περί αυτού δε λέγουσιν οι Ρωμαίοι
-ότι, όταν το έστηνον εντός του ναού, ωμίλησε και είπε τοιαύτα
-τινά·
-
-«Μ' ε δ ό σ α τ ε, γ υ ν α ί κ ε ς, κ α τ ά θ ε σ μ ό ν
-θ ε ο φ ι λ ή.»
-
-ΛΗ. Μυθολογούσι δε μάλιστα ότι δις ηκούσθη η φωνή αυτή,
-πείθοντες ημάς περί πραγμάτων άτινα φαίνονται ως ποτέ να μη
-έγιναν, και περί ών είναι δύσκολον να πεισθώμεν. Αδύνατον δεν
-είναι τω όντι να φανώσιν αγάλματα ιδρούντα, δακρύοντα, ή
-υγρασίαν τινά σταλάζοντα αιματώδη· διότι τα ξύλα και οι λίθοι
-πολλάκις μεν συνάγουσι σήψιν τινά, εξ υγρασίας προκύπτουσαν,
-πολλά δ' εκπέμπουσιν αφ' εαυτών χρώματα, και δέχονται βαφάς εκ
-των περί αυτά· και ουδέν φαίνεται υπάρχον εμπόδιον εις το να
-δίδη ο Θεός ενίοτε σημεία τινά διά των τοιούτων. Δυνατόν δ'
-είναι προσέτι όταν ρήγνυνται τα αγάλματα να εκβάλλωσι και
-κρότον τινά ομοιάζοντα γογγισμόν ή στεναγμόν, ή όταν
-διαστέλλωνται κατά το βάθος τα μόρια αυτών βιαιότερον· αλλ' εις
-άψυχον να ενυπάρχη φωνή έναρθρος, και διάλεκτος ούτω σαφής και
-αξιόλογος, και εντελής κατά την προφοράν, τούτο είναι όλως
-ακατανόητον· αφ' ού ουδ' η ψυχή, ουδ' ο Θεός δύναται να ηχή και
-να ομιλή άνευ σώματος οργανικού, και έχοντος τα προς τον λόγον
-αρμόδια μέρη. Όπου δ' η ιστορία διά πολλών και αξιοπίστων
-μαρτύρων βιάζει ημάς να πιστεύσωμεν, εκεί το φαινόμενον μας
-πείθει ότι πάθος τι ανόμοιον προς την αίσθησιν προσέβαλε την
-φανταστικήν της ψυχής ημών δύναμιν (198)· καθώς καθ' ύπνους
-νομίζομεν ότι βλέπομεν όσα δεν βλέπομεν, και ακούομεν όσα δεν
-ακούομεν. Ουχ ήττον όμως οι λίαν εμπαθές έχοντες το αίσθημα της
-προς τον Θεόν αγάπης και φιλίας αυτών, και μηδέν των τοιούτων
-δυνάμενοι να διαμφισβητήσωσιν ή ν' αρνηθώσι, στηρίζουσι κυρίως
-την πίστιν αυτών εις το θαυμάσιον, και εις την ιδέαν ότι η
-δύναμις του Θεού είναι εκ των ου καθ' ημάς· διότι ουδέν αυτής
-ουδαμώς ομοιάζει την δύναμιν του ανθρώπου, ούτε η φύσις, ούτε η
-τέχνη, ούτε η ισχύς· ούτε παράλογον είναι οσάκις πράττει τι εκ
-των όσων δεν πράττονται υφ' ημών, και κατορθοί τ' ακατόρθωτα·
-αλλά μάλλον κατά πάντα ο Θεός διαφέρων, προ πάντων είναι
-ανόμοιος του ανθρώπου και αλλοίος ως προς τα έργα. Αλλά των μεν
-θείων τα πλείστα, καθ' Ηρακλείτου (199), διαφεύγουσιν εξ
-απιστίας την γνώσιν ημών.
-
-ΛΘ. Τον δε Μάρκιον, ως επανήλθεν εις το Άντιον εκ της
-εκστρατείας, μισών μεγάλως ο Τύλλος, και δυσμενώς εκ φόβου προς
-αυτόν διακείμενος, υπεβουλεύετο να τον φονεύση ευθύς, φρονών
-ότι αν διέφευγε τότε, λαβήν άλλην δεν θα τω έδιδε. Πολλούς δε
-συναγαγών και ετοιμάσας κατ' αυτού, διέταξε ν' αποδώση την
-αρχήν, δίδων εις τους Ουολούσκους και λόγον των πράξεών του.
-Εκείνος δε, φοβούμενος να γίνη ιδιώτης εν ώ εστρατήγει ο Τύλλος
-και είχε μεγίστην δύναμιν μεταξύ των συμπολιτών του, έλεγεν ότι
-την μεν αρχήν θέλει αποδώση εις τους Ουολούσκους εάν διατάξωσι,
-διότι και διά της διαταγής όλων αυτών την έλαβεν^ ευθύνας όμως
-και λόγον να δώση εις τους Αντιάτας όσοι επιθυμούσιν, ουδέ τώρα
-το αποφεύγει. Έγινεν επομένως εκκλησία, και εκεί οι
-προητοιμασμένοι δημαγωγοί εγειρόμενοι παρώξυνον το πλήθος. Όταν
-δ' ανέστη ο Μάρκιος, και οι μεν λίαν θορυβούντες ενέδιδον υπ'
-αιδούς, και τον άφηνον να ομιλήση αφόβως, οι δε άριστοι των
-Αντιατών, οι προ πάντων χαίροντες διά την ειρήνην, εφαίνοντο
-ότι θα τον ήκουον μετ' ευνοίας και θα τον έκρινον μετά
-δικαιοσύνης, εφοβήθη ο Τύλλος του ανδρός την απολογίαν, διότι
-ήτον περί το λέγειν δεινότατος, και τα πρότερα αυτού έργα τω
-περιποίουν εύνοιαν νικώσαν την μετά ταύτα κατηγορίαν του· ή
-μάλλον αυτή η κατηγορία ήτον απόδειξις του μεγέθους της
-οφειλομένης χάριτος εις αυτόν διότι δεν θα εφαίνοντο
-αδικούμενοι ως μη κατακτήσαντες την Ρώμην, αν, εξ αιτίας του
-Μαρκίου, δεν ήσαν εγγύς να την κατακτήσωσιν. Έκρινον λοιπόν ότι
-δεν πρέπει ν' αργήσωσι περισσότερον, ή ν' αποπειραθώσι του
-πλήθους· αλλά κραυγάζοντες οι θρασύτατοι των συνωμοτών ότι δεν
-πρέπει να τον ακούσωσιν, ουδέ ν' αφήσωσι να τυραννή ο προδότης
-τους Ουολούσκους, και να μη καταθέτη την αρχήν, επέπεσαν όλοι
-ομού και τον εφόνευσαν, και ουδείς των παρόντων τον
-υπερησπίσθη. Ότι όμως τούτο εγένετο παρά την γνώμην των
-πλείστων, τούτο αμέσως το έδειξαν, συνδραμόντες εξ όλων των
-πόλεων, και θάψαντες εντίμως αυτόν, και δι' όπλων και λαφύρων
-κοσμήσαντες τον τάφον αυτού, ως ανδρός εξόχου και στρατηγού. Οι
-δε Ρωμαίοι τον θάνατον αυτού ακούσαντες, άλλο μεν ουδέν έδειξαν
-σημείον ουδέ τιμής, ουδ' οργής κατ' αυτού· αλλ' έδωκαν εις τας
-γυναίκας την άδειαν ήν εζήτησαν να πενθήσωσιν αυτόν επί δέκα
-μήνας, ως ήτον συνήθεια να πενθή εκάστη τον πατέρα, τον υιόν ή
-τον αδελφόν της, και τούτο ήτον το όριον του μακροτάτου
-πένθους, ορισθέν υπό του Νουμά Πομπιλίου, ως εδηλώσαμεν εις όσα
-περί εκείνου εγράψαμεν (200). Του δε Μαρκίου την έλλειψιν
-ευθύς συνησθάνθησαν των Ρωμαίων τα πράγματα. Διότι πρώτον μεν
-διαιρεθέντες περί ηγεμονίας προς τους Αικανούς, οίτινες ήσαν
-φίλοι αυτών και σύμμαχοι, προέβησαν μέχρι τραυμάτων και φόνων
-(201). Έπειτα δε, νικηθέντες υπό των Ρωμαίων εις μάχην, εις ήν
-και ο Τύλλος απέθανε, και το άνθος της δυνάμεως αυτών
-κατεστράφη, ηρκέσθησαν εις συνθήκας αισχίστας, υπήκοοι
-γενόμενοι, να υπακούωσιν εις της Ρώμης τας προσταγάς.
-
-
-
-
-ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
-ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ
-ΚAI
-MAPKIOΥ ΓΑΪΟΥ
-
-
-
-A. Αφ' ού δ' εξετέθησαν αι πράξεις όσας ενομίσαμεν λόγου και
-μνείας αξίας, προφανές είναι ότι αι μεν πολεμικαί υπέρ
-ουδετέρου κλίνουσι την πλάστιγγα ισχυρώς· διότι επίσης
-αμφότεροι πολλά μεν εις τας στρατηγίας των στρατιωτικής
-ανδρείας και τόλμης, πολλά δε τέχνης και προνοίας επέδειξαν
-έργα· εκτός αν θέλη τις να ειπή τον Αλκιβιάδην στρατηγόν
-τελειότερον, διά τας κατά γην και κατά θάλασσαν και εις πολλούς
-αγώνας διηνεκείς νίκας αυτού και τα κατορθώματα. Κοινόν δ'
-είχον αμφότεροι ότι όταν αυτοπροσώπως διώκουν τους στρατούς,
-ανώρθουν πάντοτε και προδήλως τα πράγματα της πατρίδος των, και
-όταν πάλιν απεσύροντο, ότι έτι προδηλότερον έβλαπτον. Ως προς
-την πολιτικήν δε διαγωγήν, την μεν του Αλκιβιάδου, την λίαν
-εκλελυμένην, και μη καθαρεύουσαν αναγωγίας και βωμολοχίας,
-διότι εθήρευε την εύνοιαν του λαού, ταύτην οι σώφρονες
-εβδελύττοντο· την δε του Μαρκίου, διότι ήτον χάριτος
-εστερημένη, υπερήφανος και ολιγαρχική, εμίσησεν ο δήμος των
-Ρωμαίων. Και επαινετή μεν ουδεμία είναι· αλλ' ο δημαγωγών και
-προς χάριν του δήμου πολιτευόμενος είναι αμεμπτότερος των κακώς
-μεταχειριζομένων τον λαόν, όπως μη φαίνωνται ότι δημαγωγούν
-διότι, αισχρόν μεν είναι το να κολακεύη τις τον δήμον όπως
-αποκτά δύναμιν, αλλά το να ισχύη διά του φόβου, και κακοποιών
-και πιέζων, είναι ου μόνον αισχρόν, αλλά προσέτι και άδικον.
-
-Β. Κατά δε τον τρόπον, ως γνωστόν, ο μεν Μάρκιος υπολαμβάνεται
-ότι ήτον απλούς και ακέραιος, ο δ' Αλκιβιάδης πανούργος την
-διαγωγήν και μη σεβόμενος την αλήθειαν. Μάλιστα δε κατηγορούσιν
-αυτόν και δι' απάτην και κακοήθειαν, μεθ' ής δολιευθείς τους
-πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, ως διηγείται ο Θουκυδίδης (202),
-διέλυσε την ειρήνην. Αλλά τούτο μεν το πολιτικόν αυτού
-τέχνασμα, ει και έρριψε πάλιν την πόλιν εις πόλεμον, την
-κατέστησεν όμως ισχυράν συγχρόνως και φοβεράν, διότι διά του
-Αλκιβιάδου απέκτησε την συμμαχίαν των Μαντινέων και των
-Αργείων. Ότι δε και ο Μάρκιος κατέστησε και αυτός δι' απάτης
-εις πόλεμον τους Ρωμαίους και τους Ουολούσκους, ψευδώς διαβαλών
-τους ερχομένους εις την θεωρίαν, τούτο διηγείται ο Διονύσιος
-(203)· η δ' αιτία καθιστά το έργον αυτού έτι χειρότερον διότι
-ουχί εκ φιλονεικίας, ή πολιτικής έριδος ή αμίλλης, ως εκείνος,
-αλλ' εις οργήν ενδίδων, παρ' ής, ως λέγει ο Δίων (204), ουδείς
-ουδέν ποτε απολαμβάνει ευχάριστον, πολλά της Ιταλίας μέρη
-συνετάραξε, και πολλάς πόλεις, αίτινες κατ' ουδέν τον ηδίκησαν,
-κατέστησε παρανάλωμα του κατά της πατρίδος θυμού. Και ο
-Αλκιβιάδης μεν κατέστη εξ οργής αίτιος μεγάλων συμφορών εις
-τους συμπολίτας του· αλλ' άμα είδε μετανοούντας αυτούς,
-κατεπραΰνθη· και ότε πάλιν απερρίφθη, δεν ενέκρινε των
-στρατηγών τα σφάλματα, ουδ' ημέλησεν όταν τους είδε κακώς να
-σκέπτωνται και να κινδυνεύωσιν· αλλ' ό,τι τοσούτον επαινείται ο
-Αριστείδης πράξας προς τον Θεμιστοκλέα, τούτο έπραξε και αυτός
-προς τους τότε άρχοντας, ελθών, αν και δεν ήσαν φίλοι του, και
-ειπών και διδάξας τα δέοντα. Ο δε Μάρκιος, πρώτον μεν
-εκακοποίησεν όλην την πόλιν, αν και υφ' όλης δεν εκακοποιήθη,
-εξ εναντίας μάλιστα η αρίστη και ισχυροτάτη μερίς των πολιτών
-συνηδικήθη μετ' αυτού και συνέπαθεν. Έπειτα δε, όταν διά πολλών
-πρεσβειών και παρακλήσεων επροσπάθησαν να κατευνάσωσι την οργήν
-και την λύπην του, δεν συνεκινήθη, ουδ' ενέδωκε, και απέδειξεν
-ότι εκίνησε βαρύν και άσπονδον πόλεμον όπως καταβάλη και
-καταστρέψη την πατρίδα του, όχι όπως επιστρέψη εις αυτήν και
-την απολαύση. Και κατά τούτο δεν δύναταί τις να τους ειπή
-διαφέροντας, ότι ο μεν Αλκιβιάδης, όταν επεβουλεύθη υπό των
-Σπαρτιατών, εκ φόβου συγχρόνως και μίσους αυτών μετέβη προς
-τους Αθηναίους· ο δε Μάρκιος, προς όν οι Ουολούσκοι
-προσεφέροντο μετά πάσης δικαιοσύνης, δεν ήτον καλόν να
-εγκαταλείψη αυτούς· διότι και αρχηγός αυτών ανηγορεύθη, και
-μεγίστην δύναμιν είχε, και πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην, εν ώ
-εκείνου κατεχρώντο μάλλον ή ό,τι τον μετεχειρίζοντο οι
-Λακεδαιμόνιοι, μέχρις ού, περιφερόμενος εις την πόλιν, και
-κυλινδούμενος εις το στρατόπεδον, μέχρι τέλους ερρίφθη εις του
-Τισαφέρνου τας χείρας· εκτός αν τον επεριποιείτο, διά να μη
-φθαρώσιν εντελώς αι Αθήναι, εις άς επόθει να επιστρέψη.
-
-Γ. Χρήματα δε ο μεν Αλκιβιάδης ότι και έλαβε πολλάκις ουχί
-πρεπόντως εκ δωροδοκιών λέγεται, και ότι εδαπάνησε κακώς εις
-τρυφήν και ακολασίαν. Εις δε τον Μάρκιον έδωκαν οι στρατηγοί
-προς τιμήν, αλλά δεν τον έπεισαν να τα δεχθή. Διά τούτο και προ
-πάντων δυσηρέστει το πλήθος εις τας περί χρεών του δήμου
-διαφοράς του, διότι επίστευον ότι έβλαπτε τους πένητας ουχί
-προς κέρδος, αλλά προς ύβριν και περιφρόνησιν. Ο Αντίπατρος
-(205) έν τινι επιστολή του, γράφων περί του θανάτου του
-φιλοσόφου Αριστοτέλους, προς τοις άλλοις λέγει ότι ο ανήρ
-εκείνος είχε και του πείθειν την δύναμιν. Εκ των πράξεων όμως
-και των αρετών του Μαρκίου ελλείπον το προσόν τούτο, καθίστα
-αυτάς επαχθείς και εις αυτούς τους υπ' αυτού ευεργετουμένους,
-διότι δεν υπέφερον την υπερηφάνειαν αυτού, και την αυθάδειαν,
-της ερημίας σύνοικον, ως λέγει ο Πλάτων (206). Ο δ' Αλκιβιάδης
-εξ εναντίας ήξευρε να μεταχειρίζηται οικείως τους υποθέσεις
-έχοντας μετ' αυτού, ώστε θαυμαστόν δεν είναι ότι εις όσα
-κατώρθου ήνθει η δόξα του ενισχυομένη υπό της αγάπης και της
-τιμής των ανθρώπων· διότι και αυτών των σφαλμάτων του τινά
-ευχαρίστουν πολλάκις και ήρεσκον. Όθεν ούτος μεν, εν ώ ου
-μικράς ουδ' ολίγας βλάβας επέφερεν εις την πόλιν, εξελέγετο
-όμως πολλάκις αρχηγός και στρατηγός· Εκείνος δ' εν ώ διά πολλών
-κατορθωμάτων και ανδραγαθιών απέκτησεν αρχήν ήτις τω ανήκεν,
-απεβλήθη όμως αυτής. Ούτω τον μεν, ουδέ κακοποιούμενοι υπ'
-αυτού εδύναντο να μισώσιν οι πολίται, ο δε συνέβαινε να μισήται
-καίτοι θαυμαζόμενος.
-
-Δ. Προσέτι δε, ο μεν Μάρκιος ουδέν έπραξε μέγα όταν ήτον της
-πόλεως στρατηγός, αλλ' όταν εστρατήγει των εχθρών κατά της
-πατρίδος του. Ο δ' Αλκιβιάδης και ως στρατιώτης και ως
-στρατηγός ωφέλησε τους Αθηναίους, και παρών εν Αθήναις
-υπερίσχυσε πάντοτε των εχθρών του όσον ήθελεν, και αι κατ'
-αυτού διαβολαί ίσχυον μόνον επί της απουσίας του. Ο Μάρκιος
-όμως παρών κατεδικάσθη υπό των Ρωμαίων, και παρόντα τον
-εφόνευσαν οι Ουολούσκοι, ανοσίως, ει και δικαίως. Αιτίαν δ'
-ευλογοφανή έδωκεν ο ίδιος, ότι μη δεχθείς δημοσίως τας
-συνθηκολογίας, επείσθη ιδίως υπό των γυναικών, και δεν διήλλαξε
-μεν την έχθραν, αλλ' εν ώ εξηκολούθει ο πόλεμος, απώλεσε τον
-καιρόν και τον κατεδαπάνησε. Διότι έπρεπε να καταπείση τους εις
-αυτόν εμπιστευθέντας, και ούτω ν' απέλθη, αν λόγου άξιον
-εθεώρει να τηρήση δικαίαν διαγωγήν προς αυτούς. Αν δ' ολίγον
-περί των Ουολούσκων εφρόντιζε, και εκίνησε τον πόλεμον όπως
-κορέση την ιδίαν οργήν του, και μετά ταύτα τον έπαυσε, δεν ήτον
-καλόν να φεισθή της πατρίδος του ένεκα της μητρός του, αλλ'
-έπρεπε να φεισθή της μητρός του ομού μετά της πατρίδος του·
-διότι και η μήτηρ και η γυνή του ήσαν μέρος της πατρίδος ήν
-επολιόρκει. Το δε, απηνώς μεν ν' αποκρούση τας δημοσίας ικεσίας
-και την δέησιν των πρέσβεων και τας παρακλήσεις των ιερέων,
-έπειτα δε να χαρισθή εις την μητέρα του και ν' αναχωρήση, δεν
-ήτον τιμή της μητρός του, αλλά της πατρίδος του ατιμία, ήτις
-εσώζετο εξ οίκτου και εκ παρακλήσεων, ένεκα μιας γυναικός, ως
-αν δεν ήτον αξία να σωθή ένεκα εαυτής. Η χάρις αύτη φθόνον
-διήγειρε, και ήτον ωμή και άχαρις, και προς ουδέν των δύο μερών
-εύνοιαν μαρτυρούσα· διότι αναχώρησεν ούτε πεισθείς υπό των
-πολεμουμένων, ούτε πείσας τους συμπολίτας του. Τούτων δε πάντων
-αίτιον ήτον του τρόπου του το ακοινώτητον, το λίαν υπερήφανον
-και αύθαδες· διότι αυτό καθ' εαυτό δυσάρεστον όν εις το πλήθος,
-όταν συνδυάζηται και μετά της φιλοδοξίας, γίνεται εντελώς
-άγριον και ανυπόφορον. Οι έχοντες αυτό, εν ώ δεν περιποιούνται
-το πλήθος, ως αν δεν είχον ανάγκην τιμής, οργίζονται όμως ότι
-τιμή δεν τοις αποδίδεται. Και το να μη είναι μέν τις
-κολακευτικός και περιποιητικός των όχλων, τούτο το είχε και ο
-Μέτελλος, και ο Αριστείδης, και ο Επαμινώνδας· αλλ' ούτοι,
-καταφρονούντες αληθώς όσα ο δήμος είναι κύριος να δίδη και ν'
-αφαιρή, και εξοστρακιζόμενοι πολλάκις, και εις τας χειροτονίας
-αποτυγχάνοντες, και καταδικαζόμενοι, δεν ωργίζοντο κατά των
-πολιτών ότι δυσμενώς διέκειντο προς αυτούς, αλλ' ηγάπων αυτούς
-άμα μετενόουν, και εφιλιούντο προς αυτούς όταν τους παρεκάλουν.
-Όστις δεν περιποιείται το πλήθος πολύ, ούτος δεν αρμόζει ουδέ
-πολύ να το τιμωρή· διότι η αγανάκτησις δι' αποτυχίαν τιμής
-προέρχεται μάλιστα εκ της μεγάλης επιθυμίας προς επιτυχίαν
-αυτής.
-
-Ε. Και ο μεν Αλκιβιάδης δεν ηρνείτο ότι τιμώμενος έχαιρε, και
-ότι παραβλεπόμενος ελυπείτο· όθεν επροσπάθει ν' αγαπάται υπό
-των περί αυτόν και να τους ευχαριστή. Τον δε Μάρκιον δεν άφηνεν
-η υπερηφάνειά του να περιποιήται τους δυναμένους να τιμήσωσιν
-αυτόν και να τον προαγάγωσι, και όμως η φιλοδοξία του τω
-ενέπνεεν οργήν και λύπην όταν παρημελείτο. Ταύτα είναι όσα
-δύναταί τις να εύρη ψεκτά εις τον άνδρα· τα δ' άλλα όλα εισί
-λαμπρά. Ως προς την σωφροσύνην δε και την περί τα χρήματα
-εγκράτειαν άξιος είναι να παραβληθή προς τους αρίστους και
-καθαρωτάτους των Ελλήνων, ουχί δε τω όντι προς τον Αλκιβιάδην,
-όστις ως προς ταύτα υπήρξε πάντων θρασύτατος, και υπέρ πάντας
-προς το καλόν αδιαφορώτατος.
-
-
-
-ΤΙΜΟΛΕΩΝ
-
-
-
-Α. Η κατάστασις των πραγμάτων των Συρακουσών ήτον προ της
-αποστολής του Τιμολέοντος εις Σικελίαν τοιαύτη. Ο Δίων,
-αποδιώξας Διονύσιον τον τύραννον (207), ευθύς εφονεύθη δολίως,
-και διηρέθησαν οι μετά του Δίωνος τους Συρακουσίους
-ελευθερώσαντες. Η δε πόλις άλλον μετ' άλλον μεταβαλούσα συνεχώς
-τύραννον, υπό πλήθους κακών παρ' ολίγον να μείνη εντελώς
-έρημος. Της δε λοιπής Σικελίας μέρος μεν ήτον εντελώς
-ανεστατωμένον και εστερημένον πόλεων εξ αιτίας των πολέμων, αι
-δε πλείσται πόλεις κατείχοντο υπό βαρβάρων μιγάδων και
-στρατιωτών αμίσθων, οίτινες πρόθυμοι ήσαν εις τας μεταβολάς των
-δυναστειών. Τότε, δέκα έτη μετά την αποδίωξίν του, ο Διονύσιος,
-ξένους συλλέξας, και εκδιώξας τον Νυσαίον (208), όστις τότε
-εκυρίευε των Συρακουσών, ανέλαβε τα πράγματα πάλιν, και
-εγκατέστη εκ νέου τύραννος, ανελπίστως μεν διά μικράς δυνάμεως
-την μεγίστην των τυραννίδων αίτινες ποτέ υπήρξαν απολέσας, έτι
-δ' ανελπιστότερον από φυγάδος και ταπεινού γενόμενος πάλιν
-κύριος εκείνων οίτινες τον εδίωξαν. Όσοι λοιπόν Συρακούσιοι
-έμεινον εις την πόλιν, εδούλευον τον τύραννον όστις ούτε άλλως
-ήτον ήπιος, τότε δ' είχεν εντελώς εξαγριωθή την ψυχήν υπό των
-συμφορών του. Οι δ' άριστοι και οι επισημότατοι, απευθυνθέντες
-προς τον Ικέτην, όστις ήτον των Λεοντίων δυνάστης, παρεδόθησαν
-εις εκείνον, και τον ανηγόρευσαν στρατηγόν εις τον πόλεμον, αν
-και δεν ήτον καλήτερος ουδενός των ομολογουμένως τυράννων, αλλά
-διότι δεν είχον πού αλλαχού να στραφώσι, και ενεπιστεύθησαν εις
-αυτόν, ως όντα εκ γενετής Συρακούσιον, και έχοντα δύναμιν αξίαν
-ν' αντιταχθή εις την του τυράννου.
-
-Β. Εν τω μεταξύ δ' ήλθον Καρχηδόνιοι μετά στόλου μεγάλου, και
-εγένοντο απειλητικοί· ώστε φοβηθέντες οι Σικελιώται, ήθελον να
-στείλωσι πρεσβείαν εις την Ελλάδα, και να ζητήσωσι παρά των
-Κορινθίων βοήθειαν, ου μόνον διά την συγγένειαν, ουδέ διότι
-πολλάκις εμπιστευθέντες εις εκείνους ευηργετήθησαν, αλλά προ
-πάντων διότι έβλεπον την πόλιν φιλελεύθερον και μισοτύραννον,
-και πολεμήσασαν τους πλείστους και μεγίστους πολέμους ουχί διά
-πλεονεξίαν και υπέρ εκτάσεως της εξουσίας της, αλλ' υπέρ της
-των Ελλήνων ελευθερίας. Ο δ' Ικέτης, της στρατηγίας σκοπόν έχων
-την τυραννίδα, ουχί δε την ελευθερίαν των Συρακουσίων, είχε μεν
-ήδη συνεννοηθή κρυφίως προς τους Καρχηδονίους, φανερώς δ'
-επήνει τους Συρακουσίους, και έπεμψεν ομού μετ' αυτών τους
-πρέσβεις εις την Πελοπόννησον, ουχί διότι ήθελε να έλθη
-συμμαχία εκείθεν, αλλ' αν, ως ήτον επόμενον, οι Κορίνθιοι, διά
-τας ελληνικάς ταραχάς και ασχολίας ηρνούντο την βοήθειαν,
-ήλπιζεν ότι ευκολώτερον θα παρέδιδε τα πράγματα εις τους
-Καρχηδονίους, όπως έχη αυτούς συμμάχους και συναγωνιστάς κατά
-των Συρακουσίων μάλλον παρά κατά του τυράννου. Αλλά ταύτα
-ολίγον μετέπειτα απεδείχθησαν.
-
-Γ. Όταν δ' έφθασαν οι πρέσβεις, οι Κορίνθιοι, συνήθειαν έχοντες
-να φροντίζωσι πάντοτε υπέρ των αποίκων αυτών, προ πάντων δ'
-υπέρ της πόλεως των Συρακουσίων (209), επειδή συνέπεσε και
-τότε κατά τύχην ουδεμία των ελληνικών υποθέσεων να τους
-ενασχολή, αλλ' έζων εν ειρήνη και εν αργία, εψήφισαν προθύμως
-να τους βοηθήσωσιν. Εζητείτο δε στρατηγός, και εν ώ οι άρχοντες
-έγραφον και επρόβαλλον τους σπουδαρχούντας των πολιτών, είς εκ
-του πλήθους αναστάς ωνόμασε τον Τιμολέοντα, υιόν του Τιμοδήμου,
-όστις ούτε είχεν εισέτι αρχίσει να πράττη τα κοινά, ούτ' ελπίδα
-ή προαίρεσιν είχε τοιαύτην· αλλά Θεός τις, ως φαίνεται, ενέβαλε
-την πρότασιν εις του ανθρώπου τον νουν τοσαύτη και περί την
-εκλογήν αυτού έλαμψεν ευθύς εξ αρχής ευμένεια τύχης, και
-τοσαύτη όλας τας πράξεις του επηκολούθησε χάρις, επικοσμούσα
-του ανδρός την ανδρείαν. Και ήτον μεν υιός γονέων εις την πόλιν
-ενδόξων, του Τιμοδήμου και της Δημαρίστης, φιλόπατρις δ' εις
-άκρον και πράος, αλλ' ενταυτώ σφόδρα μισοτύραννος και
-μισοπόνηρος. Προς δε τους πολέμους είχε φύσιν τοσούτον καλώς
-και ομαλώς συγκεκερασμένην, ώστε πολλήν μεν, νέος ων, εδείκνυεν
-εις τας πράξεις του σύνεσιν, ουχί ολιγωτέραν δ' ανδρείαν αφ' ού
-εγήρασεν. Αδελφόν δ' είχε τον Τιμοφάνην, πρεσβύτερον, κατ'
-ουδέν αυτόν ομοιάζοντα, αλλά παράφορον και εκ πόθου της
-μοναρχίας διεφθαρέντα υπό φίλων φαύλων και υπό ξένων
-στρατιωτικών, ούς είχε πάντοτε περί εαυτόν, φαινόμενον όμως
-ορμητικόν κατά τι εις τας εκστρατείας και φιλοκίνδυνον. Διά
-τούτο και κερδίζων την εύνοιαν των πολιτών, ως ανήρ πολεμικός
-και δραστήριος, εξελέγετο αρχηγός πολλάκις. Εις ταύτα δε
-συνείργει μετ' αυτού και ο Τιμολέων, κρύπτων μεν αυτού τα
-ελαττώματα εντελώς, ή κατορθών να φαίνωνται μικρά, όσα δ' η
-φύσις τω έδωκε προτερήματα, ταύτα ως ωραιότερα και ανώτερα
-παριστών.
-
-Δ. Όταν δε μάχη συνεκροτήθη των Κορινθίων κατά των Αργείων και
-Κλεωναίων (210), ο μεν Τιμολέων έτυχεν εις τους οπλίτας
-τεταγμένος, ο δε Τιμοφάνης, όστις ωδήγει τους ιππείς,
-περιέπεσεν εις δεινόν κίνδυνον· διότι ο ίππος του πληγωθείς,
-τον έρριψεν εις τους πολεμίους, και εκ των συντρόφων του οι μεν
-ευθύς εκορπίσθησαν φοβηθέντες, οι δε παραμείναντες, ολίγοι προς
-πολλούς μαχόμενοι, δυσκόλως αντείχον. Ως λοιπόν ο Τιμολέων είδε
-το συμβεβηκός, ορμήσας εις βοήθειαν, και προτείνας την ασπίδα
-του εμπρός του Τιμοφάνους, όστις έκειτο κατά γης, και πολλά μεν
-ακοντίσματα, πολλάς δ' εκ του πλησίον πληγάς λαβών εις το σώμα
-και εις τα όπλα, μόλις απέκρουσε τους εχθρούς και διέσωσε τον
-αδελφόν του. Εν τούτοις οι Κορίνθιοι φοβηθέντες μη πάθωσιν ό,τι
-και πριν είχον πάθει, στερηθέντες, εξ αιτίας των συμμάχων, της
-πόλεως των, εψήφισαν να μισθώσωσι τετρακοσίους ξένους, και
-κατέστησαν αρχηγόν αυτών τον Τιμοφάνην. Ούτος δε, παν καλόν και
-δίκαιον παραβλέψας, ευθύς ήρξατο έργων δι' ών εμελέτα να
-υποτάξη την πόλιν, και πολλούς φονεύσας ακρίτους εκ των πρώτων
-πολιτών, ανεδείχθη τύραννος. Βαθέως δε διά τούτο λυπούμενος ο
-Τιμολέων, και συμφοράν εαυτού θεωρών την εκείνου κακίαν,
-επεχείρησε μεν να ομιλήση μετ' αυτού, και να τον παρακαλέση ν'
-αφήση την μανίαν και την δυστυχίαν της επιθυμίας εκείνης, και
-να ζητήση να επανορθώση διά τινος τρόπου το κατά των πολιτών
-έγκλημά του. Επειδή δ' εκείνος τον απέκρουσε και τον
-κατεφρόνησε, παραλαβών αυτός εκ μεν των οικείων του τον
-Αισχύλον, αδελφόν της γυναικός του Τιμοφάνους, εκ δε των φίλων
-του τον μάντιν όν Σάτυρον μεν ο Θεόπομπος (211), Ορθαγόραν δ'
-ο Έφορος και ο Τίμαιος (212) ονομάζουσι, και αφείς να
-παρέλθωσιν ολίγαι ημέραι, ανέβη προς τον αδελφόν του, και
-στάντες περί αυτόν οι τρεις, τον καθικέτευον, ήδη καν συνελθών
-και σωφρονήσας, να μεταβάλη την διαγωγήν του. Αλλ' ο Τιμοφάνης
-πρώτον μεν τους κατεγέλα· έπειτα δ' εξετράπη παραφερόμενος εις
-οργήν. Τότε ο Τιμολέων εμακρύνθη ολίγον αυτού, και καλύψας το
-πρόσωπόν του, εστάθη δακρύων· οι δ' άλλοι, τα ξίφη σύραντες,
-ταχέως τον εθανάτωσαν (213).
-
-Ε. Ως δ' η πράξις διεβοήθη, οι μεν επισημότατοι των Κορινθίων
-επήνουν την μισοπονηρίαν και μεγαλοψυχίαν του Τιμολέοντος,
-διότι εν ώ ήτον ανήρ χρηστός και αγαπών τους οικείους του,
-προυτίμησεν όμως την πατρίδα της οικίας, και το καλόν και το
-δίκαιον του συμφέροντος, σώσας μεν τον αδελφόν του όταν
-ηνδραγάθει υπέρ της πατρίδος του, φονεύσας δ' αυτόν όταν την
-επεβουλεύθη και την υπεδούλωσεν. Όσοι δε δεν εδύναντο να ζώσιν
-εις δημοκρατίαν, και ήσαν συνειθισμένοι ν' αποβλέπωσι προς
-δυνάστας, προσεποιούντο μεν ότι χαίρουσι διά τον θάνατον του
-τυράννου, ύβριζον όμως τον Τιμολέοντα, ως πράξαντα έργον ασεβές
-και μυσαρόν, και τον έρριψαν εις λύπην βαθείαν. Ακούσας δ' ότι
-και η μήτηρ του ηγανάκτει, και ότι φοβεράς φωνάς και κατάρας
-φρικώδεις εξέπεμπε κατ' αυτού, επορεύθη προς αυτήν να την
-παρηγορήση· Εκείνη όμως δεν υπέφερε να τον ιδή κατά πρόσωπον,
-αλλά τω έκλεισε την οικίαν, και τότε, όλως περίλυπος γενόμενος,
-και συνταραχθείς την διάνοιαν, απεφάσισε ν' αποθάνη εξ ασιτίας.
-Οι φίλοι του όμως δεν τον αφήκαν, αλλά μετεχειρίσθησαν πάσαν
-δέησιν προς αυτόν και πάσαν βίαν, και ούτως απεφάσισε μεν να
-ζήση, αλλά μόνος και μεμακρυσμένος· και αφήκε πάσαν ανάμιξιν
-εις την πολιτικήν, τους δε πρώτους χρόνους ουδέ κατήλθε
-παντάπασιν εις την πόλιν, αλλ' αδημονών και πλανώμενος,
-διέτριβεν εις των αγρών τους ερημοτάτους.
-
-ΣΤ. Ούτως αι κρίσεις ημών, αν μη λάβωσι στερεότητα και δύναμιν
-εκ της λογικής και της φιλοσοφίας, όταν εις πράξεις καθοδηγώσι,
-σείονται και παραφέρονται ευκόλως υπό των τυχόντων επαίνων ή
-κατηγοριών, από των ιδίων αυτών λογισμών μακρυνόμεναι. Διότι
-πρέπει, ως φαίνεται, όχι μόνον η πράξις να ήναι καλή και
-δικαία, αλλά και η γνώμη δ' ήν πράττεται να είναι μόνιμος και
-αμετάτρεπτος, και να πράττωμεν αφ' ού σκεπτόμεθα, ουδέ, καθώς
-οι λαίμαργοι επιζητούσι μετά σφοδράς επιθυμίας τα φαγητά όσα
-φέρουσι κόρον, και ταχέως εμπλησθέντες τα αποστρέφονται, ούτω
-και ημείς να λυπώμεθα εξ ασθενείας διά τας πράξεις αίτινες
-ετελέσθησαν, διότι μαραίνεται του καλού η ιδέα. Η μετάνοια
-αισχρόν καθιστά και το καλώς πεπραγμένον· απόφασις δ' εκ
-γνώσεως και εκ σκέψεως ορμωμένη, ουδ' αν αποτύχωσιν αι πράξεις,
-μεταβάλλεται. Ούτω Φωκίων ο Αθηναίος, εναντιωθείς εις όσα ο
-Λεωσθένης (214) έπραττεν, όταν εκείνος εφαίνετο επιτυγχάνων,
-βλέπων τους Αθηναίους θύοντας και μεγαλαυχούντας διά την νίκην,
-είπεν ότι «ήθελε να είχε μεν πράξει ταύτα, να είχε δε σκεφθή
-εκείνα.» Σφοδρότερον δ' απεκρίθη ο Λοκρός (215) Αριστείδης,
-είς των εταίρων του Πλάτωνος, όταν Διονύσιος ο πρεσβύτερος τω
-εζήτει εις γυναίκα μίαν των θυγατέρων του, και εκείνος είπεν
-ότι προτιμά να την ιδή νεκράν, παρά σύζυγον του τυράννου. Μετ'
-ολίγον δε χρόνον ο Διονύσιος εφόνευσε τους υιούς του, και προς
-ύβριν ηρώτησεν αν έχη πάντοτε την ιδίαν γνώμην περί του γάμου
-των θυγατέρων του· ο δ' Αριστείδης απεκρίθη ότι λυπείται μεν
-διά τα γενόμενα, δεν μετανοεί δε διά τα ρηθέντα. Αλλά ταύτα
-ίσως εισίν συμπτώματα αρετής μείζονος και τελειοτέρας.
-
-Ζ. Το δε πάθος του Τιμολέοντος διά την πράξιν αυτού, είτε λύπη
-ήτον διά τον αποθανόντα, είτε συστολή διά την μητέρα του,
-τοσούτον κατέβαλε και συνέτριψεν αυτού την διάνοιαν, ώστε εις
-είκοσι σχεδόν ετών διάστημα ουδεμίαν επεχείρησε πράξιν επίσημον
-ή πολιτικήν. Ως λοιπόν τότε ανηγορεύθη, και ο δήμος προθύμως
-τον εδέχθη και τον εχειροτόνησεν, αναστάς ο Τηλεκλείδης, ο τότε
-και κατά δύναμιν και κατά δόξαν πρωτεύων εις την πόλιν,
-παρεκάλει τον Τιμολέοντα να δειχθή εις τας πράξεις ανήρ αγαθός
-και γενναίος. «Διότι αν, είπε, καλώς αγωνισθής, θα νομίσωμεν
-ότι εφόνευσας τύραννον, αν δε κακώς, αδελφόν». Ενώ δ' ητοίμαζεν
-ο Τιμολέων τον πλουν, και συνέλεγε στρατιώτας, ήλθον γράμματα
-του Ικέτου προς τους Κορινθίους, μηνύοντα την μεταβολήν αυτού
-και την προδοσίαν· Διότι, άμα εξέπεμψε τους πρέσβεις, ηνώθη
-αναφανδόν μετά των Καρχηδονίων, και συνέπραττε μετ' εκείνων,
-επί σκοπώ του ν' αποβάλη τον Διονύσιον εκ των Συρακουσών, και
-αυτός να γίνη τύραννος. Φοβούμενος όμως μη έλθη πρότερον
-δύναμις και στρατηγός εκ Κορίνθου, και επιφέρη των σκοπών του
-την αποτυχίαν, έπεμψεν επιστολήν προς τους Κορινθίους, λέγουσαν
-ότι δεν είναι ανάγκη να εκτεθώσιν εις φροντίδας και εις
-δαπάνας, εκπλέοντες εις την Σικελίαν και κινδυνεύοντες, αφ' ού
-μάλιστα και οι Καρχηδόνιοι δεν επέτρεπον τούτο, και πολλά πλοία
-έχοντες παρεμόνευον τον στόλον, αυτός δε, διότι εκείνοι
-εβράδυνον, ηναγκάσθη να δεχθή αυτούς ως συμμάχους κατά του
-τυράννου. Ως δ' ανεγνώσθησαν ταύτα τα γράμματα, αν καί τις ήτον
-αμφιταλαντευόμενος προς την εκστρατείαν, τότε παρώξυνε πάντας η
-κατά του Ικέτου οργή, ώστε προθύμως εχορήγησαν εις τον
-Τιμολέοντα και συμπαρεσκεύασαν όλα τα εις τον έκπλουν χρήσιμα.
-
-Η. Ως δ' έγινον τα πλοία έτοιμα, και επρομηθεύθησαν όλα τ'
-αναγκαία εις τους στρατιώτας, εις τας ιερείας της Κόρης (216)
-εφάνη ότι είδαν κατ' όναρ τας Θεάς ετοιμαζομένας ως δι'
-αποδημίαν τινά, και λεγούσας ότι μέλλουσι να συμπλεύσωσι μετά
-του Τιμολέοντος εις την Σικελίαν δι' ό και κατασκευάσαντες
-τριήρη ιεράν οι Κορίνθιοι, την επωνόμασαν «Των δύο Θεών
-(217).» Ο ίδιος δε, μεταβάς εις Δελφούς, προσέφερε θυσίαν εις
-τον Θεόν (218), και όταν κατέβαινεν εις τον χρησμόν (219),
-έγινε σημείον, ότι εκ των κρεμαμένων αναθημάτων ελύθη ταινία
-τις, έχουσα και κεντήματα παριστώντα στεφάνους και νίκας, και
-ελθούσα έπεσεν εις την κεφαλήν του Τιμολέοντος, ώστε εφάνη ως
-αν αυτός εστέλλετο εις τας μελλούσας του πράξεις υπό του Θεού
-στεφανούμενος. Ανεχώρησε δε, έχων πλοία Κορίνθια μεν επτά,
-Κερκυραία δε δύο, και έν δέκατον, ό έδωκαν οι Λευκάδιοι.
-Εξέπλευσε δε διά νυκτός εις το πέλαγος, και καλόν είχεν άνεμον,
-όταν αιφνιδίως εφάνη ως αν ανεώχθη ο ουρανός υπέρ το πλοίον
-αυτού, και έχυσε πυρ πολύ και λαμπρόν. Εξ αυτού δ' υψωθείσα
-λαμπάς ομοία προς τας των μυστηρίων, και τρέχουσα μετ' αυτών
-τον ίδιον δρόμον όν ηκολούθουν οι κυβερνώντες προς την Ιταλίαν,
-έπεσε τέλος κάτω (220). Οι δε μάντεις είπον ότι το φαινόμενον
-επεκύρου τα όνειρα των ιερειών, και ότι βοηθούσαι αι Θεαί την
-εκστρατείαν, έστελλον το φως εκ του ουρανού· διότι η Σικελία
-ήτον ιερά της Κόρης, και εκεί μυθολογούσιν ότι έγινεν η αρπαγή
-αυτής (221), και ότι η νήσος τη εδόθη εις τους γάμους της ως
-δώρον ανακαλυπτήριον (222).
-
-Θ. Υπό των Θεών λοιπόν ούτως ενεθαρρύνετο η εκστρατεία αυτών,
-και μετά σπουδής το πέλαγος διαπλέοντες, διευθύνοντο προς την
-Ιταλίαν. Τα δ' από της Σικελίας αγγελλόμενα πολλήν αμηχανίαν
-έφερον εις τον Τιμολέντα, και πολλήν αθυμίαν εις τους
-στρατιώτας. Διότι ο Ικέτης ενίκησε πολεμήσας τον Διονύσιον, και
-κατέλαβε τα πλείστα μέρη των Συρακουσών, και περιορίσας αυτόν
-εις την ακρόπολιν, την καλουμένην Νήσον (223), τον επολιόρκει
-εκεί και τον περιετείχιζε. Τους δε Καρχηδονίους προσεκάλει να
-φροντίσωσι να μη επιβή ο Τιμολέων εις την Σικελίαν, αλλ' αφ' ού
-εκείνος αποκρουσθή, αυτοί τότε να διανεμηθώσι μεταξύ των την
-νήσον. Έπεμψαν λοιπόν οι Καρχηδόνιοι είκοσι τριήρεις εις Ρήγιον
-(224), και μετ' αυτών πρέσβεις του Ικέτου προς τον Τιμολέοντα,
-φέροντας λόγους ομοίους προς όσα επράττοντο. Ήσαν δ' απάται
-ομοιαλήθεις και προφάσεις πονηρών βουλευμάτων, και έλεγον να
-έλθη, αν θέλη, αυτός ο Τιμολέων σύμβουλος εις τον Ικέτην, και
-συμμέτοχος όλων των μέχρι τούδε ευπραγιών του· τας δε ναυς και
-τους στρατιώτας να στείλη οπίσω εις την Κόρινθον, διότι ο
-πόλεμος μετ' ολίγον επερατούτο, οι δε Καρχηδόνιοι ήσαν έτοιμοι
-να εμποδίσωσι την διάβασιν, και να τον πολεμήσωσιν αν ήθελε να
-διαβή διά βίας. Όταν λοιπόν, καταπλεύσαντες οι Κορίνθιοι εις το
-Ρήγιον, απήντησαν τας προτάσεις ταύτας των πρέσβεων, και είδον
-τους Φοίνικας παραμονεύοντας ου μακράν, ηγανάκτουν μεν ότι
-υβρίσθησαν, και πάντας κατελάμβανεν οργή κατά του Ικέτου, και
-φόβος υπέρ των Σικελιωτών, διότι σαφώς έβλεπον ότι κατελείποντο
-αυτοί ως άθλον και μισθός εις τον Ικέτην της προδοσίας, εις δε
-τους Καρχηδονίους της τυραννίας ήν ούτοι τω επρομήθευον. Τοις
-εφαίνετο δ' αδύνατον να νικήσωσι και τα ενταύθα ηγκυροβολημένα
-πλοία των βαρβάρων, διπλάσια όντα των εδικών των, και του
-Ικέτου την δύναμιν, ής ήρχοντο να στρατηγήσωσιν.
-
-Ι. Εν τούτοις ο Τιμολέων εις συνέντευξιν ελθών μετά των
-πρεσβευτών και των αρχόντων των Καρχηδονίων, και πράως μετ'
-αυτών ομιλήσας, τους είπεν ότι πείθεται μεν εις όσα
-προτείνουσι, διότι τι θα κατώρθου αν δεν επείθετο; ότι όμως
-θέλει ν' ακούση και να ειπή ταύτα εμπρός πόλεως Ελληνικής και
-κοινής φίλης, της των Ρηγίνων, και ούτω ν' αναχωρήση· τούτο καν
-ότι ενδιαφέρει εις αυτού την ασφάλειαν, και εκείνοι ότι
-πιστότεροι θέλουσιν εμμείνει εις όσα περί Συρακουσίων
-υπόσχονται, όταν λάβωσι τον δήμον ως μάρτυρα των υποχρεώσεών
-των. Αλλά τοις επρότεινε ταύτα απάτην τεχναζόμενος διά την
-διάβασιν. Συνετεχνάζοντο δε μετ' αυτού και πάντες οι στρατηγοί
-των Ριγίνων, επιθυμούντες να γίνωσι οι Κορίνθιοι κύριοι των
-πραγμάτων εν Σικελία, και φοβούμενοι την γειτνίασιν των
-βαρβάρων. Διά τούτο συνεκάλεσαν εκκλησίαν, και έκλεισαν τας
-πύλας, επί λόγω δήθεν να μη τραπώσιν οι πολίται εις άλλας
-ενασχολήσεις· ελθόντες δ' εις το πλήθος, μακρούς έλεγον λόγους,
-και άλλος εις άλλον παρέδιδε την ιδίαν υπόθεσιν, προς ουδέν
-τέλος, και μόνον τον καιρόν κατατρίβοντες, έως ού κινήσωσιν αι
-τριήρεις των Κορινθίων. Είχον δε και τους Καρχηδονίους όλως
-ανυπόπτως παρόντας εις την εκκλησίαν, διότι και ο Τιμολέων ήτον
-παρών, και εφαίνετο ότι όσον ούπω έμελλε να εγερθή και να
-ομιλήση. Ως δ' ανήγγειλε τις εις αυτόν κρυφίως ότι αι άλλαι
-τριήρεις εκίνησαν, μία δ' ότι έμεινεν οπίσω και περιέμενεν, η
-εδική του, διασχίσας τον όχλον, εν ώ τον έκρυπτον και οι περί
-το βήμα Ρηγίνοι, και καταβάς εις την θάλασσαν, απέπλευσε διά
-τάχους· και προσωρμίσθησαν εις το Ταυρομένιον (225), όπου τους
-εδέχθη, και προ πολλού προθύμως τους εκάλει ο Ανδρόμαχος, όστις
-είχε την πόλιν, και ήτον δυνάστης αυτής. Ούτος ήτον πατήρ
-Τιμαίου του ιστορικού (226) και επισημότατος πολύ γενόμενος
-όλων των τότε εν Σικελία δυναστευόντων, ου μόνον τους
-συμπολίτας αυτού διώκει νομίμως και δικαίως, αλλά και προς τους
-τυράννους προφανής ην αυτού η απέχθεια και το μίσος. Διά τούτο
-επέτρεψε τότε και εις τον Τιμολέοντα να λάβη την πόλιν εκείνην
-ως ορμητήριον, και τους πολίτας έπεισε να συναγωνισθώσι μετά
-των Κορινθίων, και να συντελέσωσι μετ' εκείνων εις την
-ελευθερίαν της Σικελίας.
-
-ΙΑ. Οι δ' εν Ρηγίω Καρχηδόνιοι, αφ' ού ο Τιμολέων απέπλευσε,
-και διελύθη η εκκλησία, αγανακτούντες διότι διά του
-στρατηγήματος τούτου εξηπατήθησαν, αστείοι εφαίνοντο εις τους
-Ρηγίνους, ότι Φοίνικες όντες δεν ηρέσκοντο εις τα δι' απάτης
-γινόμενα (227). Έπεμψαν δ' εις Ταυρομένιον τριήρην μετά
-πρεσβευτού, όστις πολλά ομιλήσας προς τον Ανδρόμαχον, και
-αυθαδώς και βαρβάρως αυτόν απειλήσας, αν δεν αποδιώξη όσον
-τάχος τους Κορινθίους, τέλος τω έδειξεν υπτίαν την χείρα του,
-και έπειτα την ανέστρεψε, λέγων ότι τοιαύτη ήτον η πόλις του,
-και τοιαύτην θέλουσι την κάμει. Γελάσας δ' ο Ανδρόμαχος, άλλο
-μεν ουδέν απεκρίθη, αλλά την χείρα του, ως εκείνος, πρώτον μεν
-υπτίαν, έπειτα δ' ανεστραμμένην προτείνας, τον διέταξε ν'
-αποπλεύση, αν δεν θέλη το πλοίον του, τοιούτον όν, να γίνη
-τοιούτον. Ο δ' Ικέτης, ακούσας του Τιμολέοντος την διάβασιν και
-φοβηθείς, εμήνυσε και τω ήλθον πολλαί των Καρχηδονίων τριήρεις.
-Τότε οι Συρακούσιοι απώλεσαν πάσαν σωτηρίας ελπίδα, βλέποντες
-τον μεν λιμένα αυτών εις την εξουσίαν των Καρχηδονίων, την δε
-πόλιν κατέχοντα τον Ικέτην, την δ' ακρόπολιν εις την εξουσίαν
-του Διονυσίου, τον δε Τιμολέοντα προσηρτημένον εις την Σικελίαν
-ως εκ κρασπέδου τινός λεπτού, εκ της κωμοπόλεως των
-Ταυρομενιτών, μετ' ασθενούς ελπίδος και ολίγης δυνάμεως· διότι
-είχε χιλίους στρατιώτας και την αναγκαίαν τροφήν δι' αυτούς,
-άλλο δε τίποτε. Ουδ' ενεπιστεύοντο εις αυτόν αι πόλεις, διότι
-ήσαν πλήρεις κακών, και απηγριωμέναι προς πάντας τους αρχηγούς
-των στρατοπέδων, προ πάντων διά την απιστίαν του Καλλίππου και
-Φάρακος (228), ών ο είς, Αθηναίος ων, ο δ' έτερος
-Λακεδαιμόνιος, αμφότεροι δε λέγοντες ότι ήλθον υπέρ της
-ελευθερίας και ίνα καταλύσωσι τους μονάρχας, χρυσούν αιώνα
-έδειξαν εις την Σικελίαν της τυραννίδος τας συμφοράς, και
-έκαμον να νομίζωνται μακαριώτεροι οι αποθανόντες εν δουλεία των
-ιδόντων την αυτονομίαν.
-
-ΙΒ. Μη προσδοκώντες λοιπόν ότι ο Κορίνθιος θα ήτον κατ' ουδέν
-αυτών καλήτερος, αλλ' ότι θέλει έλθει τα ίδια σοφίσματα εις
-αυτούς φέρων και τα ίδια δελεάσματα μετ' ελπίδων χρηστών, όπως
-τους καταφέρη εις μεταβολήν νέου δεσπότου, υπώπτευον και
-απέκρουον τας προσκλήσεις των Κορινθίων, εκτός μόνον των
-Αδρανιτών (229), οίτινες πόλιν μικράν μεν κατοικούντες, αλλ'
-ιεράν του Αδρανού, Θεού τινος μεγάλως τιμωμένου καθ' όλην την
-Σικελίαν, εστασίασαν προς αλλήλους, και άλλοι μεν προσεκάλουν
-τον Ικέτην και τους Καρχηδονίους, άλλοι δ' έστελλον και
-διεπραγματεύοντο μετά του Τιμολέοντος. Συνέπεσε δ' αυτομάτως
-πως, ως έσπευδον αμφότεροι, να προφθάσωσι και δύο οι κατά τον
-ίδιον καιρόν. Αλλ' ο μεν Ικέτης ήλθεν έχων στρατιώτας
-πεντακισχιλίους, του δε Τιμολέοντος όλοι ομού δεν ήσαν
-περισσότεροι των χιλίων διακοσίων. Τούτους είχε λάβει εκ του
-Ταυρομενίου, απέχοντος του Αδρανού σταδίους τριακοσίους
-τεσσαράκοντα (230)· και την μεν πρώτην ημέραν δεν επροχώρησε
-πολύ, και κατεσκήνωσε· την δ' επαύριον, ταχέως οδοιπορήσας, και
-δυσβάτους τόπους διελθών, περί το τέλος ήδη της ημέρας ήκουσεν
-ότι ο ικέτες είχε φθάσει αρτίως εις την κωμόπολιν, και είχε
-στρατοπεδεύσει. Και οι μεν λοχαγοί και ταξίαρχοι (231)
-εσταμάτησαν τους πρώτους διά να φάγωσι και ν' αναπαυθώσιν, ίνα
-ώσιν ούτω προθυμότεροι εις τον πόλεμον. Αλλ' ο Τιμολέων,
-περιερχόμενος μεταξύ αυτών, τους παρακάλει να μη πράξωσιν
-ούτως, αλλά να προχωρήσωσι ταχέως, και να έλθωσιν εις χείρας
-μετά των εχθρών οίτινες δεν ήσαν παρατεταγμένοι, ως ήτον
-επόμενον, διότι μόλις έπαυσαν οδοιπορούντες, και ησχολούντο εις
-τας σκηνάς και το δείπνον. Και λέγων ταύτα, έλαβε συγχρόνως την
-ασπίδα του, και προηγείτο πρώτος, ως εις νίκην βεβαίαν. Τον
-ηκολούθουν δ' οι λοιποί, θάρρος αναλαβόντες, και ολιγώτερον των
-τριάκοντα σταδίων (232) απέχοντες από των εχθρών. Αφ' ού δε
-διήλθον και την απόστασιν ταύτην, επιπίπτουσι κατ' αυτών, και
-ταράττονται οι εχθροί, και τρέπονται εις φυγήν άμα τους ενόησαν
-πλησιάσαντας. Τότε εφονεύθησαν ολίγοι περισσότεροι των
-τριακοσίων, ηχμαλωτίσθησαν δε δις τόσοι ζώντες, και εκυριεύθη
-και το στρατόπεδον. Οι δε Αδρανίται, ανοίξαντες τας πύλας,
-προσετέθησαν εις τον Τιμολέοντα, μετά φρίκης και θαυμασμού
-κηρύτοντες, ότι εν ώ συνεκροτείτο η μάχη, ανεώχθησαν αυτομάτως
-οι ιεροί του ναού πυλώνες, και εφάνη του Θεού (233) το μεν
-δόρυ εκ του άκρου της αιχμής σειόμενον, το δε πρόσωπον υπό
-πολλού ιδρώτος βρεχόμενον.
-
-ΙΓ. Ταύτα δε, ως φαίνεται, εσήμαινον όχι την τότε νίκην μόνον,
-αλλά και τας μετά ταύτα πράξεις, ών ο αγών εκείνος εγένετο αρχή
-ευτυχής. Διότι πόλεις ευθύς πρεσβείας στέλλουσαι, προσετίθεντο
-εις τον Τιμολέοντα, και Μάμερκος (234), ο τύραννος της
-Κατάνης, ανήρ πολεμικός, και διά του πλούτου του ισχυρός,
-προσέφερε την συμμαχίαν του. Το δε μέγιστον, αυτός ο Διονύσιος,
-απελπιζόμενος ήδη, και κινδυνεύων να παραδοθή πολιορκούμενος,
-τον μεν Ικέτην κατεφρόνησε διότι αισχρώς ενικήθη, θαυμάζων δε
-τον Τιμολέοντα, έπεμψε να παραδώση εις εκείνον και εις τους
-Κορινθίους εαυτόν και την ακρόπολιν (235). Δεχθείς δ' ο
-Τιμολέων την ανέλπιστον ευτυχίαν, αποστέλλει τον Ευκλείδην και
-τον Τηλέμαχον, άνδρας Κορινθίους, εις την ακρόπολιν, και
-στρατιώτας τετρακοσίους, όχι όλους ομού, ουδέ φανερώς· τούτο
-ήτον αδύνατον, διότι οι εχθροί ήσαν έτοιμοι να ορμήσωσι κατ'
-αυτών αλλά κρυφίως, και κατ' ολίγους ριπτομένους εις το
-φρούριον. Και οι μεν στρατιώται παρέλαβον λοιπόν την ακρόπολιν
-και του τυράννου την κατοικίαν μεθ' όλης της αποσκευής αυτής,
-και μεθ' όλων των εις πόλεμον χρησίμων· διότι και ίπποι ήσαν
-εις την ακρόπολιν ουκ ολίγοι, και παν μηχανών είδος, και βελών
-πλήθος· όπλων δ' έκειντο αυτόθι επτά μυριάδες εκ παλαιού χρόνου
-τεθησαυρισμένοι. Στρατιώτας δ' είχε δισχιλίους ο Διονύσιος, ούς
-παρέδωκεν, ως όλα τα λοιπά, εις τον Τιμολέοντα. Αυτός δ' ο
-Διονύσιος, χρήματα λαβών και ολίγους των φίλων του, εξέπλευσε
-χωρίς ο Ικέτης να τον εννοήση, και ελθών εις του Τιμολέοντος το
-στρατόπεδον, και κατά πρώτον τότε ιδιώτης και ταπεινός φανείς,
-επί πλοίου ενός και μετ' ολίγων χρημάτων εστάλη εις Κόρινθον,
-γεννηθείς μεν και τραφείς εις την τυραννικήν αξίαν, την πασών
-ενδοξοτάτην και μεγίστην, κατασχών δ' αυτήν έτη δέκα, άλλα δε
-δώδεκα μετά την εκστρατείαν του Δίωνος εις αγώνας και εις
-πολέμους κακοπαθήσας, και παθών δεινότερα αφ' όσα τυράννων
-έπραξε. Διότι είδε και τους ενήλικας υιούς του θανατωθέντας,
-και τας παρθένους θυγατέρας του ατιμασθείσας, και την αδελφήν
-του, ήτις ήτον και γυνή του συγχρόνως, επί ζωής της μεν εις
-ασελγεστάτας των εχθρών ηδονάς παρανόμως παραδοθείσαν, βίαιον
-δε θάνατον αποθανούσαν μετά των τέκνων της, και εις το πέλαγος
-καταποντισθείσαν (236). Αλλά ταύτα εγράφησαν ακριβώς εις τον
-βίον του Δίωνος.
-
-ΙΔ. Όταν δ' ο Διονύσιος έφθασεν εις την Κόρινθον, ουδείς υπήρχε
-των Ελλήνων όστις δεν επεθύμει να τον ιδή και να τον ομιλήση.
-Και άλλοι μεν, χαίροντες διά τας συμφοράς του, εκ μίσους μετ'
-ευχαριστήσεως συνήλθον διά να τον πατήσωσιν ως ερριμμένον υπό
-της τύχης· οι δε διά την μεταβολήν συγκινούμενοι και
-συμπαθούντες, έβλεπον επί των ασθενών και προδήλων ανθρωπίνων
-πραγμάτων μεγάλην των αδήλων και θείων αιτιών την δύναμιν.
-Διότι οι τότε καιροί ουδέν είχον να επιδείξωσιν ούτε φύσεως
-προϊόν ούτε τέχνης τοσούτον περίεργον, όσον το έργον της τύχης,
-εκείνον, τον της Σικελίας ολίγον πρότερον τύραννον, τότε εν
-Κορίνθω διατρίβοντα παρά την οψόπωλιν, ή καθήμενον εις το
-μυροπώλιον, πίνοντα κρασίον εκ των καπηλείων, και εν τω μεταξύ
-διαπληκτιζόμενον μετά δημοσίων γυναίων, και τας τραγωδιστρίας
-εις τας ωδάς διδάσκοντα, και φιλονεικούντα μετά σπουδής προς
-εκείνας περί θεατρικών ασμάτων και περί αρμονίας του μέλους.
-Ταύτα δέ τινες μεν ενόμιζον ότι εποίει ο Διονύσιος διότι ήτον
-οκνηρός την φύσιν και αμελής και ακόλαστος· άλλοι δε, ότι θέλων
-να καταφρονήται, και να μη ήναι φοβερός εις τους Κορινθίους,
-ουδ' ύποπτος ότι βαρέως έφερε του βίου την μεταβολήν και ότι
-επεθύμει τα δημόσια πράγματα, επετηδεύετο ταύτα, και υπεκρίνετο
-παρά φύσιν, και πάσαν επεδείκνυε φιλοτιμίας έλλειψιν εις την
-τοιαύτην αργίαν παραδιδόμενος.
-
-ΙΕ. Αναφέρονται δε και λόγοι τινες αυτού, οίτινες φαίνονται
-αποδεικνύοντες ότι υπέφερεν ουχί αγεννώς τας παρούσας αυτού
-καταστροφάς. Καταπλεύσας εις την Λευκάδα, πόλιν άποικον των
-Κορινθίων, ως ήτον και η των Συρακουσών, είπεν ότι τω συμβαίνει
-το αυτό ό,τι και εις τους σφάλλοντας νεανίσκους· διότι καθώς
-εκείνοι μετά μεν των αδελφών των φαιδρώς συγκατοικούσι, τους δε
-πατέρας των αισχυνόμενοι αποφεύγουσιν, ούτω και αυτός,
-εντρεπόμενος την μητρόπολιν, ευχαρίστως θα κατώκει μεταξύ
-αυτών. Εις δε την Κόρινθον, προς ξένον τινα αγροίκως πως
-χλευάζοντα αυτόν διά τας μετά των φιλοσόφων συναναστροφάς του,
-αίτινες τον ευχαρίστουν όταν ήτον τύραννος, και τέλος
-ερωτήσαντα, τι άρα απήλαυσεν εκ της σοφίας του Πλάτωνος, «Και
-σοι φαίνεται, τω είπεν, ότι ουδέν ωφελήθημεν εκ του Πλάτωνος,
-όταν ούτως υποφέρωμεν της τύχης την μεταβολήν;» Προς δε τον
-μουσικόν Αριστόξενον (237) καί τινας άλλους, οίτινες τον
-ηρώτησαν πόθεν προήλθε και τις ήτον η κατά του Πλάτωνος
-δυσαρέσκειά του, είπεν αυτός ότι, κακών μεν πολλών μεστή είναι
-η τυραννίς, αλλά κανέν αυτών δεν είναι τόσον μέγα, όσον το ότι
-κανείς των λεγομένων φίλων δεν ομιλεί προς αυτήν μετά
-παρρησίας· ότι δε και αυτός υπ' εκείνων εστερήθη της ευνοίας
-του Πλάτωνος. Όταν δε τις των θελόντων ευφυίαν να δείξη,
-περιπαίζων τον Διονύσιον, ετίνασσε το ιμάτιόν του εισερχόμενος
-προς αυτόν, ως εισερχόμενος δήθεν προς τύραννον (238), τω
-είπεν ο Διονύσιος, αντισκώπτων αυτόν, να πράττη τούτο όταν
-εξέρχηται, διά να δείξη ότι δεν απέρχεται κλέψας τι εκ του
-δωματίου. Φίλιππος δ' ο Μακεδών, εις συμπόσιον καθήμενος
-(239), έρριψεν ειρωνικόν τινα λόγον περί των μελών και των
-τραγωδιών άς κατέλιπεν ο πρεσβύτερος Διονύσιος, και επροσποιήθη
-ότι ηπόρει πότε εύρισκεν εκείνος καιρόν να συνθέτη ταύτα· Τω
-απήντησε δ' ο Διονύσιος ουχί αστόχως· «Όταν συ και εγώ, και
-όλοι οι μακάριοι νομιζόμενοι, διετρίβομεν περί το ποτήριον.»
-Και ο μεν Πλάτων δεν είδεν εν Κορίνθω τον Διονύσιον, αλλ' είχεν
-ήδη αποθάνει· ο δε Σινωπεύς Διογένης (240), όταν απήντησεν
-αυτόν κατά πρώτον, «Ποσόν αναξίως, τω είπεν, ω Διονύσιε ζης!».
-Τότε δ' εστάθη εκείνος, και τω απεκρίθη· «Καλά κάμνεις, ω
-Διόγενες, λυπούμενος μετ' εμού διά τα δυστυχήματά μου.» «Και
-πώς; είπεν ο Διογένης· Νομίζεις ότι συμπάσχω μετά σου, και ότι
-πολύ μάλλον δεν αγανακτώ διότι τοιούτον ανδράποδον ων, και
-άξιος να γηράσης, ως ο πατήρ σου, και ν' αποθάνης εις τα
-καταγώγια των τυράννων, συ διατρίβεις ενταύθα, παίζων και
-τρυφών μεθ' ημών;» Ώστε όταν παραβάλλω προς ταύτα τας φωνάς του
-Φιλίστου, άς εκπέμπει περί των Θυγατέρων του Λεπτίνου
-ολοφυρόμενος (241), ότι εκ μεγάλων αγαθών, των της τυραννίδος,
-εις βίον κατέπεσαν ταπεινόν, μοι φαίνονται εκείναι ως θρήνοι
-γυναικός αλαβάστρους (242) ποθούσης και πορφύρας και χρυσά
-κοσμήματα. Ταύτα δεν νομίζομεν ξένα εις βιογραφίας, και
-ελπίζομεν να μη φανώσιν άχρηστα εις ακροατάς μη σπεύδοντας ή μη
-πολυασχόλους.
-
-ΙΣΤ. Και η μεν δυστυχία του Διονυσίου εφάνη παράδοξος·
-θαυμαστόν δε ότι είχεν η επιτυχία του Τιμολέοντος. Διότι, αφ'
-ού επάτησε την Σικελίαν, εντός πεντήκοντα ημερών και την
-ακρόπολιν των Συρακουσών παρέλαβε, και τον Διονύσιον εις την
-Πελοπόννησον απέπεμψεν. Εκ τούτων εμψυχωθέντες οι Κορίνθιοι, τω
-έπεμψαν δισχιλίους οπλίτας και διακοσίους ιππείς, οίτινες
-φθάσαντες μέχρι Θουρίων (243), επειδή αδύνατον έβλεπον να
-περάσωσιν εκείθεν, διότι οι Καρχηδόνιοι μετά πολλών πλοίων
-κατείχον την θάλασσαν, αναγκαζόμενοι να μείνωσιν αυτόθι αργοί
-και να περιμείνωσιν εύθετον καιρόν, μετεχειρίσθησαν εις
-κάλλιστον έργον της απραξίας των τον καιρόν. Οι Θούριοι
-εξεστράτευον τότε κατά των Βρεττίων (244)· παραλαβόντες δ'
-αυτοί την πόλιν αυτών, την διεφύλαξαν ως ιδίαν αυτών πατρίδα,
-καθαρώς και πιστώς. Ο δ' Ικέτης την μεν ακρόπολιν των
-Συρακουσών επολιόρκει, και εμπόδιζε να εισπλεύση σίτος διά τους
-Κορινθίους. Παρασκευάσας δε δύο ξένους, έπεμψεν αυτούς κρυφίως
-εις Αδρανόν, διά να δολοφονήσωσι τον Τιμολέοντα, όστις ούτε
-άλλως είχεν ωργανισμένην σωματοφυλακήν, και τότε, ένεκα της
-θείας προστασίας, όλως ελευθέρως και ανυπόπτως συνέζη μετά των
-Αδρανιτών. Οι δε σταλέντες, κατά τύχην ακούσαντες ότι έμελλεν
-αυτός να προσφέρη θυσίαν, ήλθον εις το ιερόν, εγχειρίδια υπό τα
-ιμάτια έχοντες, και συναναμιχθέντες μετά των ισταμένων πέριξ
-του βωμού, επλησίαζον κατά μικρόν επί μάλλον και μάλλον. Ήδη δε
-προέτρεπον αλλήλους ν' αρχήσωσιν όσον ούπω, όταν τον ένα αυτών
-εκτύπησέ τις διά ξίφους κατά της κεφαλής, και άμα ούτος έπεσεν,
-ούτ' εκείνος έμεινεν, όστις τον εκτύπησεν, ούτε ο ελθών μετά
-του πληγωθέντος· αλλ' εκείνος μεν το ξίφος κρατών και φεύγων,
-εις πέτραν υψηλήν ανεπήδησεν· ο δ' άλλος, τον βωμόν
-εναγκαλισθείς, εζήτει χάριν παρά του Τιμολέοντος, υποσχόμενος
-τα πάντα να τω καταμηνύση. Λαβών δ' αυτήν, εμαρτύρησε καθ'
-εαυτού και κατά του αποθανόντος, ότι εστάλησαν διά να τον
-φονεύσωσιν. Εν τούτοις δε και τον εις την πέτραν καταφυγόντα
-κατεβίβασαν άλλοι, βοώντα άτι ουδέν κακόν έπραξεν, αλλ' ότι
-δικαίως εφόνευσε τον άνθρωπον, εκδικών τον αποθανόντα πατέρα
-του, όν εκείνος πριν είχε θανατώσει εν Λεοντίνοις (245). Και
-εμαρτύρουν υπέρ αυτού τινες των παρόντων, θαυμάζοντες συγχρόνως
-της τύχης το μηχάνημα, ήτις άλλα δι' άλλων ενεργούσα, και
-συνάγουσα πάντα μακρόθεν και συγκαταπλέκουσα τα φαινόμενα όλως
-διάφορα και ουδέν προς άλληλα κοινόν έχοντα, μεταχειρίζεται των
-μεν τα τέλη εις άλλων αρχάς. Και τον μεν άνθρωπον τούτον
-εστεφάνωσαν οι Κορίνθιοι διά στεφάνου αξίας δέκα μνων (246),
-διότι εδάνεισε πάθος δίκαιον εις τον δαίμονα τον φύλακα του
-Τιμολέοντος, και δεν κατηνάλωσε πρότερον τον θυμόν όν έτρεφε
-προ πολλού, αλλ' εξ ιδίων αιτιών, και συνάρσει της τύχης,
-διετήρησεν αυτόν προς σωτηρίαν εκείνου. Η δε του παρόντος
-καιρού ευτυχία, και προς τα μέλλοντα ανεπτέρωσε τας ελπίδας
-αυτών, και έβλεπον ως ιερόν άνδρα τον Τιμολέοντα, όν ως εκ Θεού
-πεμφθέντα βοηθόν εις την Σικελίαν, ώφειλον να σέβωνται και να
-προφυλάττωσιν.
-
-ΙΖ. Ως δ' απέτυχεν εις την απόπειραν ταύτην ο Ικέτης, και
-έβλεπε πολλούς περί τον Τιμολέοντα συνασπιζομένους, μεμφθείς
-εαυτόν, ότι εν ώ τοσαύτην είχε δύναμιν των Καρχηδονίων,
-μετεχειρίζετο αυτήν ως αισχυνόμενος, κατά μικρά σώματα και
-λαθραίως υποκλέπτων και παρέργως δεχόμενος την συμμαχίαν αυτών,
-εμήνυσε τον στρατηγόν αυτών Μάγωνα να έλθη μεθ' όλου του στόλου
-του. Εισέπλευσε δ' αυτός τότε φοβερός, δι' εκατόν πεντήκοντα
-πλοίων καταλαμβάνων τον λιμένα, πεζών δ' έξ μυριάδας
-αποβιβάζων, και στρατοπεδεύων εις την πόλιν των Συρακουσίων·
-ώστε η έκπαλαι λεγομένη και περιμενομένη εκβαρβάρωσις ήλθεν εις
-την Σικελίαν. Διότι ποτέ πρότερον δεν είχον κατορθώσει οι
-Καρχηδόνιοι, αν και μυρίους επολέμησαν πολέμους εις την
-Σικελίαν, να λάβωσι τας Συρακούσας· τότε δε, όταν τους εδέχθη ο
-Ικέτης και τοις παρέδωκε την πόλιν, εφαίνετο αύτη εις βαρβάρων
-μεταβληθείσα στρατόπεδον. Οι δε Κορίνθιοι όσοι είχον την
-ακρόπολιν, δεινώς διέκειντο και επικινδύνως, τροφήν ικανήν μη
-έχοντες πλέον, και ένδειαν πάσχοντες, διότι εφρουρούντο οι
-λιμένες, κατεμερίζοντο δε πάντοτε εις αγώνας και μάχας περί τα
-τείχη, και εις παν μηχάνημα και εις πάσαν επίνοιαν
-πολιορκητικήν.
-
-ΙΗ. Ουχ ήττον όμως ο Τιμολέων τους εβοήθει, στέλλων εις αυτούς
-σίτον εκ Κατάνης διά μικρών αλιευτικών πλοιαρίων και δι'
-ακατίων λεπτών, άτινα κατώρθουν εν καιρώ τρικυμίας μάλιστα να
-εισπλέωσι διά των βαρβαρικών τριηρών, περώντα κάτωθεν αυτών,
-όταν τας εχώριζεν ο κυματισμός και ο σάλος. Ταύτα βλέποντες οι
-περί τον Μάγωνα και Ικέτην, ηθέλησαν να κυριεύσωσι την Κατάνην
-εξ ής ήρχοντο διά θαλάσσης αι τροφαί εις τους πολιορκουμένους,
-και λαβόντες της δυνάμεως αυτών το μαχιμώτατον, εξέπλευσαν εκ
-των Συρακουσών. Ο δε Κορίνθιος Νέων, (ήτον δ' ούτος ο αρχηγός
-των πολιορκουμένων), ιδών από της κορυφής τους εχθρούς όσοι
-έμειναν, ότι απροσέκτως και αμελώς εφύλαττον, επέπεσεν εξαίφνης
-επ' αυτούς εν ώ ήσαν διεσπαρμένοι, και άλλους μεν φονεύσας
-άλλους δε τρέψας εις φυγήν, εκυρίευσε και κατέλαβε την θέσιν
-την λεγομένην Αχραδινήν, ήτις εφαίνετο ότι ήτον το ισχυρότατον
-και μάλλον απρόσβλητον μέρος της πόλεως των Συρακουσών,
-συγκειμένης τρόπον τινα εκ πολλών πόλεων. Κυριεύσας δε πολύν
-σίτον και πολλά χρήματα, δεν αφήκε τον τόπον, ουδ' ανεχώρησε
-πάλιν εις την άκραν, αλλά περιφράξας τον περίβολον της
-Αχραδινής, και συνάψας αυτήν διά των περιτειχισμάτων μετά της
-ακροπόλεως, την εφύλαττε. Τους δε μετά του Μάγωνος και του
-Ικέτου, όντας ήδη πλησίον της Κατάνης, προφθάσας ιππεύς εκ
-Συρακουσών, τοις ανήγγειλε την άλωσιν της Αχραδινής.
-Ταραχθέντες δ' αυτοί, ανεχώρησαν διά τάχους, ούτε την πόλιν
-κυριεύσαντες καθ' ής εξήλθον, ούτε φυλάξαντες εκείνην ήν είχον.
-
-ΙΘ. Και ταύτα μεν η πρόνοια και η ανδρεία δύναται μέχρι τινός
-να τ' αμφισβητήση προς την τύχην· το δε μετά ταύτα γενόμενον
-φαίνεται εντελώς ότι εξ ευνοίας της τύχης συνέβη. Οι στρατιώται
-των Κορινθίων όσοι διέτριβον εν Θουρίοις, φοβούμενοι τας
-τριήρεις των Καρχηδονίων αίτινες τους παρεφύλαττον μετά του
-Άννωνος, και επειδή συγχρόνως διά την σφοδρότητα του ανέμου προ
-πολλών ημερών ήτον εξηγριωμένη η θάλασσα, εκίνησαν να πορευθώσι
-πεζή διά της χώρας των Βρεττίων (247). Και μέρος μεν πείθοντες
-τους βαρβάρους, μέρος δε διά της βίας διερχόμενοι, κατέβαινον
-προς το Ρήγιον, εν ώ το πέλαγος ήτον έτι τρικυμιώδες. Ο δε των
-Καρχηδονίων ναύαρχος επειδή δεν περιέμενε τους Κορινθίους, και
-ενόμιζεν ότι ματαίως εκεί εκάθητο, πείσας εαυτόν ότι επενόησε
-σοφόν ότι και πανούργον προς απάτην, διέταξε τους ναύτας να
-στεφανωθώσι, και κοσμήσας τας τριήρεις δι' ελληνικών ασπίδων
-και φοινίκων καλυμμάτων, έπλεε προς τας Συρακούσας· και παρά
-την ακρόπολιν, ισχυρώς τας κώπας κτυπών, και μετά κρότου και
-γέλωτος, εβόα ότι έρχεται νικήσας και κατατροπώσας τους
-Κορινθίους, ούς κατέλαβεν εις την θάλασσαν διαπλέοντας. Ήλπιζε
-δε διά τούτων να προξενήση δυσθυμίαν εις τους πολιορκουμένους.
-Αλλ' εν ώ ταύτα εφλυάρει και γελοίαν απάτην μετεχειρίζετο, οι
-Κορίνθιοι, καταβάντες εκ των Βρεττίων εις το Ρήγιον, επειδή
-ουδείς εφύλαττε, και είχε πέσει ο άνεμος ανελπίστως, και ο
-πορθμός εφαίνετο ακύμαντος και λείος, πληρώσαντες ταχέως τα
-περάματα και τα αλιευτικά πλοιάρια όσα ήσαν εκεί, απέπλευσαν,
-και διέβησαν εις την Σικελίαν τοσούτον ασφαλώς και μετά
-τοσαύτης γαλήνης, ώστε έσειρον και τους ίππους εκ των χαλεινών,
-κολυμπώντας πλησίον των πλοίων.
-
-Κ. Αφ' ού δ' όλοι διήλθον, ο Τιμολέων δεχθείς αυτούς,
-εκυρίευσεν ευθύς την Μεσσήνην (248), και παραταχθείς,
-εξεστράτευσε κατά των Συρακουσών, πεποιθώς μάλλον εις την καλήν
-τύχην δι' ής τοσαύτα επετύγχανε και κατώρθου, παρά εις την
-δύναμίν του· διότι δεν είχε μεθ' εαυτού περισσοτέρους των
-τετρακισχιλίων. Ως δ' ανηγγέλθη η έφοδος αυτού εις τον Μάγωνα,
-θορυβούμενος ούτος και φοβηθείς, έτι μάλλον συνέλαβεν υποψίας
-εξ αιτίας τοιαύτης. Οι περί την πόλιν βάλτοι πολύ μεν δέχονται
-εκ βρύσεων πότιμον ύδωρ, πολύ δ' εξ ελών και ποταμών, οίτινες
-καταρρέουσιν εις την θάλασσαν, και εις αυτούς τρέφεται πλήθος
-εγχέλεων, και υπάρχει πάντοτε άφθονος άγρα αυτών. Ταύτας δ'
-εθήρευον ομού οι μισθωτοί στρατιώται και των δύο μερών, επειδή
-ήσαν εις αργίαν και εις ανακωχήν. Ως όντες δ' εκατέρωθεν
-Έλληνες, και προς αλλήλους μη έχοντες αφορμήν ιδίων απεχθειών,
-εις μεν τας μάχας εκινδύνευον προς αλλήλους ευρώστως, επί δε
-της ανακωχής ερχόμενοι προς αλλήλους, συνδιελέγοντο. Και τότε
-κοινόν έχοντες το έργον της αλιείας, συνωμίλουν, θαυμάζοντες
-της θαλάσσης εκείνης την ωραιότητα, και την αξιολογότητα των
-χωρών. Και τις εκ των συνεκστρατευόντων μετά των Κορινθίων,
-είπε· «Πόλιν τόσον μεγάλην και τόσα καλά έχουσαν, σεις, Έλληνες
-όντες, θέλετε να την εκβαρβαρώσητε, κατοικίζοντες πλησιέστερον
-ημών τους κακίστους και φονικωτάτους Καρχηδονίους, εν ώ έπρεπε
-να εύχεσθε πολλαί Σικελίαι να κείνται μεταξύ αυτών και της
-Ελλάδος. Ή νομίζετε ότι ούτοι συνήθροισαν στρατόν και ήλθον από
-των Ηρακλείων στηλών και της Αντλαντικής θαλάσσης διά να
-κινδυνεύσωσιν υπέρ της δυναστείας του Ικέτου, όστις, αν
-εσκέπτεπο ως ηγεμών, δεν θ' απέκρουε τους πατέρας (249) ουδέ
-θα έφερε τους εχθρούς κατά της πατρίδος του, αλλά θ' απελάμβανε
-και τιμήν και δύναμιν όσην πρέπει, πείσας τους Κορινθίους και
-τον Τιμολέοντα;» Τούτους τους λόγους οι μισθοφόροι διέδωκαν εις
-το στρατόπεδον, και ενέπνευσαν υποψίαν εις τον Μάγωνα, ότι
-προδίδεται. Εζήτει δε και προ πολλού πρόφασιν. Επομένως, ει και
-τον παρεκάλει ο Ικέτης να παραμείνη, και τω έλεγε πόσον
-ανώτεροι εισί των εχθρών, αυτός όμως, νομίζων ότι εισί κατά την
-ανδρείαν μάλλον και κατά την τύχην κατώτεροι του Τιμολέοντος,
-παρ' ό,τι υπερισχύουσι κατά το πλήθος της δυνάμεως, απέπλευσεν
-ευθύς εις Λιβύαν, αισχρώς και κατ' ουδεμίαν ανθρωπίνην
-προσδοκίαν αφείς εκ των χειρών του την Σικελίαν.
-
-ΚΑ. Την δ' επαύριον παρέστη ο Τιμολέων παρατεταγμένος εις
-μάχην. Ως δ' ήκουσαν την φυγήν, και είδαν την ερημίαν των
-νεωρίων, τοις ήλθε να γελάσωσι διά την ανανδρίαν του Μάγωνος,
-και περιερχόμενοι, εκήρυττον εις την πόλιν αμοιβήν εις όν τινα
-τοις κατήγγελλε πού απέδρα ο στόλος των Καρχηδονίων. Επειδή
-όμως ο Ικέτης ήθελε μάχην εισέτι, και δεν παρητείτο της
-εξουσίας επί της πόλεως, αλλ' ενέμενε πεισματωδώς εις τα μέρη
-όσα κατείχε, διότι ήσαν ισχυρά και δυσάλωτα, διαιρέσας ο
-Τιμολέων την δύναμίν του, ο ίδιος μεν προσέβαλλε παρά το
-ρείθρον του Ανάπου ποταμού, όπου ήτον βιαιότερον, τους δ'
-άλλους διέταξε να επιτεθώσιν εκ της Αχραδινής, και τούτων
-αρχηγός ήτον Ισίας ο Κορίνθιος. Τους δε τρίτους έφερον κατά των
-Επιπολών (250) ο Δείναρχος και ο Δημάρετος, εκείνοι οίτινες
-έφερον την τελευταίαν βοήθειαν εκ Κορίνθου. Ως επέπεσαν λοιπόν
-ούτοι πανταχόθεν συνάμα, και οι περί τον Ικέτην τραπέντες
-έφευγον, η πόλις εκυριεύθη κατά κράτος, και ταχέως έγινεν
-υποχείριος, και οι εχθροί εδιώχθησαν. Και ταύτα μεν είναι
-δίκαιον ν' αποδώσωμεν εις την των μαχομένων ανδρείαν και εις
-του στρατηγού την ικανότητα. Το δ' ότι ουδείς των Κορινθίων
-ουδ' εφονεύθη ουδ' ετραυματίσθη, εφάνη κατόρθωμα ίδιον αυτής
-της τύχης του Τιμολέοντος, ήτις διηγωνίζετο τρόπον τινα προς
-την αρετήν του ανδρός, όπως θαυμάζωοιν οι ακούοντες τα
-μακαριζόμενα έργα αυτού έτι μάλλον των επαινουμένων. Διότι ου
-μόνον εις την Σικελίαν πάσαν και εις την Ιταλίαν διεδόθη ευθύς
-η φήμη, αλλ' εντός ολίγων ημερών αντήχει καθ' όλην την Ελλάδα
-το μέγεθος του κατορθώματος· ώστε, εν ώ η πόλις των Κορινθίων
-δεν επίστευεν έτι ότι ο στόλος αυτής διέπλευσεν, ήκουσε
-συγχρόνως ότι εσώθη και ενίκησεν ο στρατός της. Ούτως άριστα αι
-πράξεις επέτυχον, και εις το τόσον κάλλος των έργων προσέθηκεν
-η τύχη και την ταχύτητα.
-
-ΚΒ. Ως δ' έγινε της άκρας κύριος, δεν έπαθε το ίδιον πάθος μετά
-του Δίωνος, ουδ' εφείσθη του τόπου διά το κάλλος αυτού και την
-πολυτέλειαν της κατασκευής, αλλά φυλαχθείς από της υποψίας δι'
-ήν πρώτον διεβλήθη και μετά ταύτα κατεστράφη εκείνος, εκήρυξε
-να έλθη όστις θέλει των Συρακουσίων μετά σιδήρου, και να
-βοηθήση εις το να κατασκαφώσι τα τυραννικά οχυρώματα. Όλοι δ'
-ανέβησαν, αρχήν ελευθερίας ασφαλεστάτην θεωρήσαντες το κήρυγμα
-και την ημέραν εκείνην, και ου μόνον την άκραν, αλλά και τας
-οικίας και τα μνήματα των τυράννων ανέτρεψαν και κατέσκαψαν.
-Ευθύς δ' ομαλύνας τον τόπον, ωκοδόμησε τα δικαστήρια εις αυτόν,
-να ευχαριστήση ζητών τους πολίτας, και της τυραννίδος ανωτέραν
-αναδεικνύων την δημοκρατίαν. Αφ' ού, όμως εκυρίευσε την πόλιν,
-δεν είχε πολίτας, διότι άλλοι μεν εφονεύθησαν εις τας στάσεις
-και τους πολέμους, άλλοι δ' έφυγον την τυραννίαν και η μεν των
-Συρακουσών αγορά διά την ερημίαν υπό τόσον βαθέος εκαλύφθη
-χόρτου, ώστε οι ίπποι έβοσκον εν αυτή, και οι ιπποκόμοι
-κατέκειντο εις την χλόην, αι δ' άλλαι πόλεις, πλην ολιγίστων,
-εγένοντο πλήρεις ελάφων και αγριοχοίρων, και εις τα προάστεια
-και περί τα τείχη πολλάκις οι αργοί εκυνήγουν. Δεν υπήκουε δε
-κανείς των εις τα οχυρώματα και τα φρούρια κατοικούντων, ουδέ
-κατέβησαν δις την πόλιν, αλλά φρίκη και μίσος εκυρίευσε πάντας
-διά τας εκκλησίας του δήμου, και διά την πολιτικήν, και διά των
-ρητόρων το βήμα, εξ ών προέκυψαν εις αυτούς οι πλείστοι των
-τυράννων. Διά τούτο απεφάσισεν ο Τιμολέων και οι Συρακούσιοι να
-γράψη προς τους Κορινθίους, αυτοί να στείλωσι κατοίκους εις τας
-Συρακούσας εκ της Ελλάδος, διότι άλλως η χώρα έμελλε να μείνη
-ακαλλιέργητος, και πολύν πόλεμον περιέμενον εκ Λιβύας,
-ακούσαντες ότι ο Μάγων ηυτοχειριάσθη, και οι Καρχηδόνιοι
-εσταύρωσαν το σώμα του, οργισθέντες διά την στρατηγίαν του, και
-συνήγον μεγάλην δύναμιν, προτιθέμενοι την άνοιξιν να διαβώσιν
-εις Σικελίαν.
-
-ΚΓ. Ως δ' εκομίσθησαν τα γράμματα ταύτα του Τιμολέοντος, και
-ήλθον και των Συρακουσίων οι πρέσβεις, και παρεκάλουν να
-επιμεληθώσι της πόλεως οι Κορίνθιοι, και να γίνωσιν εκ νέου
-πάλιν αυτής οικισταί, δεν ήρπασαν ούτοι ευθύς την ευκαιρίαν
-προς κόρεσιν της πλεονεξίας, ουδ' έλαβον την πόλιν αλλά πρώτον
-μεν, περιερχόμενοι τους ιερούς αγώνας εις την Ελλάδα και τας
-μεγίστας των πανηγύρεων, ανηγόρευον διά κηρύκων, ότι οι
-Κορίνθιοι καταλύσαντες την εν Συρακούσαις τυραννίδα, και
-διώξαντες τον τύραννον, καλούσι τους Συρακουσίους, και όν τινα
-θέλει των άλλων Σικελιωτών, να κατοικήσωσι την πόλιν, ελεύθεροι
-και αυτόνομοι, και την χώραν εξ ίσου και δικαίως διανεμηθέντες.
-Έπειτα δε, αγγελιαφόρους στέλλοντες εις την Ασίαν και τας
-νήσους, όπου ήκουσαν ότι κατώκουν διεσπαρμένοι φυγάδες, τους
-προσεκάλουν όλους να έλθωσιν εις την Κόρινθον, όθεν οι
-Κορίνθιοι έμελλον να τους πέμψωσιν ασφαλώς εις τας Συρακούσας,
-και πλοία και στρατηγούς να τοις χορηγήσωσιν ιδίαις δαπάναις.
-Ως δε ταύτα εκηρύττοντο, η μεν πόλις τον δικαιότατον και
-κάλλιστον απελάμβανεν έπαινον, και εζηλεύετο διότι ηλευθέρωσε
-μεν από των τυράννων, έσωσε δ' από των βαρβάρων και απέδιδεν
-εις τους πολίτας την χώραν οι δε συνελθόντες εις Κόρινθον, μη
-όντες αρκετοί το πλήθος, παρεκάλεσαν να λάβωσι συνοίκους εκ
-Κορίνθου και της άλλης Ελλάδος· και γενόμενοι ουχί ολιγώτεροι
-των δεκακισχιλίων, κατέπλευσαν εις τας Συρακούσας. Ήδη δε και
-εκ των διεσπαρμένων εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν πολλοί
-συνήχθησαν περί τον Τιμολέοντα, και τότε εις αυτούς, εξήκοντα
-χιλιάδας γενομένους τον αριθμόν, ως λέγει ο Άθανις (251)
-διένειμε μεν την χώραν, επώλησε δε τας οικίας διά χίλια τάλαντα
-(252) δίδων ούτω συγχρόνως εις τους αρχαίους Συρακουσίους
-αφορμήν να εξαγοράσωσι τας εδικάς των, και ενταυτώ προμηθεύων
-ευπορίαν χρημάτων εις τον δήμους, όστις ούτως επένετο και προς
-όλα τ' άλλα και προς τον πόλεμον, ώστε και τους ανδριάντας
-επώλησε, και ψηφοφορία εγένετο περί εκάστου και κατηγορία, ως
-περί ανθρώπων εις ευθύνην υποβαλλομένων. Τότε δε λέγεται ότι οι
-Συρακούσιοι διετήρησαν τον ανδριάντα του παλαιού τυράννου
-Γέλωνος, εν ώ τους άλλους όλους κατεδίκασαν εν τη χειροτονία,
-διότι εσέβοντο και ετίμων τον άνδρα εκείνον ένεκα της νίκης ήν
-ενίκησε πλησίον της Ιμέρας κατά των Καρχηδονίων (253).
-
-ΚΔ. Εν ώ δ' ούτως ανέζη και επληρούτο η πόλις, και πανταχόθεν
-συνέρρεον εις αυτήν πολίται, θέλων ο Τιμολέων και τας άλλας
-πόλεις να ελευθερώση, και εντελώς να εκριζώση εκ της Σικελίας
-τας τυραννίδας, εξεστράτευσεν εις τας χώρας αυτών, και τον μεν
-Ικέτην ηνάγκασε να χωρισθή από των Καρχηδονίων, και να
-συμφωνήση να κατεδαφίση τας ακροπόλεις, και να ζήση ως ιδιώτης
-εις τους Λεοντίνους· τον δε Λεπτίνην, όστις ετυράννει της
-Απολλωνίας (254) και πολλών άλλων κωμοπόλεων, επειδή παραδόθη
-όταν εκινδύνευεν ήδη να συλληφθή, δεν τον εθανάτωσεν, αλλά τον
-έπεμψεν εις την Κόρινθον, καλόν νομίζων να βλέπωσιν οι Έλληνες
-εν τη μητροπόλει ως φυγάδας και ταπεινώς ζώντας τους τυράννους
-της Σικελίας. Θέλων δε να ωφελώνται οι μισθοφόροι εκ της
-εχθρικής χώρας, και να μη μένωσιν αργοί, αυτός μεν επέστρεψεν
-εις τας Συρακούσας, όπως προσέξη εις της πολιτείας την
-αποκατάστασιν, και συνδιαθέση τα κυριώτατα και τα κάλλιστα μετά
-του Κεφάλου και του Διονυσίου, των νομοθετών οίτινες ήρχοντο εκ
-Κορίνθου· έπεμψε δε και τον Δείναρχον και τον Δημάρετον εις των
-Καρχηδονίων την επικράτειαν (255). Ούτοι δε, πόλεις πολλάς
-αποσπάσαντες από των βαρβάρων, ου μόνον αυτοί έζων εν αφθονία,
-αλλά και χρήματα παρεσκεύαζον διά τον πόλεμον, εξ όσων
-ελαφυραγώγουν.
-
-ΚΕ. Εν τούτοις δ' οι Καρχηδόνιοι καταπλέουσιν εις το Λιλύβαιον
-(256), φέροντες εβδομήκοντα χιλιάδας στρατού, και τριήρεις
-διακοσίας, και πλοία άλλα χίλια, μηχανάς έχοντα και τέθριππα
-και σίτον άφθονον και τ' άλλα εφόδια, ως μέλλοντες να
-πολεμήσωσιν ουχί κατά μέρος πλέον, αλλά να διώξωσιν εξ όλης της
-Σικελίας τους Έλληνας· διότι η δύναμις εκείνη ήτον αρκούσα όπως
-καταβάλη τους Σικελιώτας και αν νοσηρώς δεν διέκειντο, και αν
-δεν είχον δι' αλλήλων εξαφανισθή. Ακούσαντες δ' ότι ελεηλατείτο
-η επικράτειά των, ευθύς μετ' οργής εκινήθησαν κατά των
-Κορινθίων, στρατηγούς έχοντες τον Ασδρούβαν και τον Αμίλκαν.
-Έφθασε δε ταχέως η αγγελία εις Συρακούσας, και τόσον
-κατεπλάγησαν οι Συρακούσιοι διά το μέγεθος της δυνάμεως, ώστε
-εκ τοσούτων μυριάδων μόλις τρισχίλιοι ετόλμησαν, λαβόντες τα
-όπλα, να ταχθώσιν υπό τον Τιμολέοντα· οι δε μισθοφόροι ήσαν
-τετρακισχίλιοι τον αριθμόν, και εκ τούτων πάλιν περί τους
-χιλίους δειλιάσαντες καθ' οδόν ανεχώρησαν, φρονούντες ότι δεν
-είχεν υγιείς ο Τιμολέων τας φρένας, αλλ' εμαίνετο παρ' ηλικίαν,
-και προς επτά μυριάδας εχθρών εβάδιζε μετά πεντακισχιλίων πεζών
-και χιλίων ιππέων, και έφερε την τοσαύτην δύναμιν οκτώ ημερών
-δρόμον μακράν των Συρακουσών, όθεν ούτε σωτηρίαν εδύναντο να
-ελπίσωσιν οι φεύγοντες, ούτε τάφον καν οι πεσόντες. Ενόμιζε δε
-κέρδος ο Τιμολέων ότι ούτοι φανεροί εγένοντο προ της μάχης·
-τους δε λοιπούς ενθαρρύνας, ταχέως επορεύθη προς τον Κρίμησον
-ποταμόν, όπου ήκουσεν ότι συνέρχονται οι Καρχιδόνιοι.
-
-ΚΣΤ. Εν ώ δ' αυτός ανέβαινε τον λόφον, μεθ' όν έμελλον να ιδώσι
-το στράτευμα και την δύναμιν των εχθρών, τον απήντησαν
-ερχόμενοι ημίονοι φέροντες σέλινα· και εις τους στρατιώτας
-εφάνη ως αν ήτον κακόν το σημείον, διότι τα μνήματα των νεκρών
-συνηθίζομεν ως επί το πλείστον διά σελίνων να στεφανώμεν, και
-παροιμία τις επεκράτησεν εκ τούτου διά τον επικινδύνως
-νοσούντα, ότι χρειάζεται σέλινον. Θέλων λοιπόν ν' απαλλάξη
-αυτούς από της δεισιδαιμονίας, και να τοις αφαιρέση τους φόβους
-ο Τιμολέων, εσταμάτησε την πορείαν, και άλλα πολλά πρόσφορα
-προς τον καιρόν εις αυτούς ομιλήσας, είπεν ότι ο στέφανος
-φερόμενος εις αυτούς προ της νίκης, αυτομάτως ήλθεν εις χείρας
-των· διότι οι Κορίνθιοι στεφανούσι διά σελίνου τους νικώντας τα
-Ίσθμια, ως ιερόν, και πάτριον θεωρούντες τούτο το στέμμα, και
-τότε ακόμη, των Ισθμίων, ως τώρα των Νεμείων (257), σέλινον
-ήτον ο στέφανος. Το πάλαι δε δεν εγίνετο χρήσις της πεύκης.
-Ομιλήσας λοιπόν ο Τιμολέων, ως ερρέθη, προς τους στρατιώτας,
-έλαβε σέλινα και εστέφη πρώτος αυτός, και έπειτα οι περί αυτόν
-αρχηγοί και το πλήθος. Οι δε μάντεις ιδόντες δύο αετούς οίτινες
-επέτων προς αυτούς, και ο μεν είς έφερε δράκοντα εις τους
-όνυχάς του, ο δ' έτερος επέτα μεγαλοφώνως κλαγκάζων και
-θαρραλέως, έδειξαν αυτούς εις τους στρατιώτας, και όλοι
-ετρέποντο εις προσευχάς των θεών και εις παρακλήσεις.
-
-ΚΖ. Το έτος ήτον τότε κατά την αρχήν του θέρους, και λήγων ο
-Θαργηλίων (258), επλησίαζεν ήδη εις τας τροπάς του ηλίου.
-Επειδή δε πολλήν ανέδιδεν ομίχλην ο ποταμός, κατ' αρχάς μεν
-εκρύπτετο υπό σκότος η πεδιάς, και ουδέν εφαίνετο των εχθρών·
-βοή δ' αμφίβολος και συγκεχυμένη ανέβαινε προς τον λόφον επάνω,
-όταν ανίστατο τοσούτος στρατός. Ως δ' αναβάντες εις τον λόφον
-εστάθησαν οι Κορίνθιοι, και κατά γης αφέντες τας ασπίδας
-ανεπαύοντο, ο ήλιος προχωρών ανεβίβαζε την αναθυμίασιν, και ο
-θολός αήρ αθροιζόμενος πρός τα υψηλά και συμπυκνούμενος,
-εκάλυψεν υπό νέφη τας ακρωρείας. Εκαθαρίσθησαν δ' οι τόποι υπό
-τους πόδας αυτών, και εφάνη ο Κρίμησος, και είδον τους εχθρούς
-διαβαίνοντας αυτόν, πρώτα μεν τα τέθριππα, καταπληκτικώς προς
-τον αγώνα παρεσκευασμένα, κατόπιν δε τούτων δεκακισχίλιοι
-οπλίται λευκάσπιδες. Τούτους εξέλαβον ως Καρχηδονίους ως εκ της
-λαμπρότητος του οπλισμού, και εκ της βραδύτητος και της τάξεως
-της πορείας αυτών. Μετά δε τούτους ήρχετο ο χείμαρος των άλλων
-εθνών, και διέβαινον αντωθούμενοι και μετά πολλής ταραχής· ώστε
-εννοήσας ο Τιμολέων ότι ο ποταμός τω έδιδε την αφορμήν να λάβη
-εκ των εχθρών τόσους μεθ' όσων θέλει να πολεμήση, και ειπών εις
-τους στρατιώτας να ιδώσι την φάλαγγα ότι είχε διαλυθή υπό του
-ρεύματος, και άλλοι μεν είχον ήδη διαβή, άλλοι δ' έμελλον να
-διαβώσι, διέταξε τον Δημάρετον να λάβη τους ιππείς και να
-ορμήση κατά των Καρχηδονίων, και να συνταράξη τας γραμμάς αυτών
-πριν έτι παραταχθώσιν. Ο ίδιος δε, καταβάς εις την πεδιάδα, τα
-μεν κέρατα έδωκεν εις τους άλλους Σικελιώτας, εγκαταμίξας εις
-εκάτερον καί τινας ξένους. Εν τω μέσω δε, λαβών πέριξ του τους
-Συρακουσίους και των μισθοφόρων το μαχιμώτατον, ολίγον μεν
-περιέμνεινε, παρατηρών των ιππέων το κίνημα. Ως δ' είδεν ότι τα
-άρματα, τρέχοντα εμπρός της τάξεως, δεν άφηνον αυτούς να
-προσβάλωσι τους Καρχηδονίους, και ότι όπως μη συνταραχθώσιν
-ηναγκάζοντο εις συνεχείς εξελιγμούς, και εις πυκνάς επιστροφάς
-και εφόδους, λαβών την ασπίδα του, και κράξας προς τους πεζούς
-να τον ακολουθήσωσι και να έχωσι θάρρος, εφάνη ότι εξέπεμπε
-φωνήν υπερφυσικήν και μείζονα της συνήθους, είτε διότι εις το
-πάθος κατά των αγώνα και τον ενθουσιασμόν ούτω την επέτεινεν,
-είτε διότι, ως τότε οι πλείστοι επίστευσαν, θεός τις ανέκραζε
-μετ' αυτού. Απέδωκε δε ταχέως την κραυγήν ο στρατός, και τον
-προέτρεψε να τους οδηγήση και να μην αργή. Τότε διά σημείου
-διέταξε τους ιππείς να παρελάσωσιν έξω παρά την τάξιν των
-αρμάτων, και να προσβάλωσι κατά πλευράν τους εχθρούς· αυτός δε,
-τους προμάχους πυκνώσας και συνασπίσας, και κελεύσας την
-σάλπιγγα να ηχήση, ώρμησε κατά των Καρχηδονίων.
-
-ΚΗ. Ούτοι δε, την μεν πρώτην προσβολήν υπέμεινον ανδρείως, και
-απέφευγον τας πληγάς των δοράτων, διότι είχον κατάφρακτα τα
-σώματά των εις σιδηρούς θώρακας και χαλκάς περικεφαλαίας, και
-εκαλύπτοντο υπό μεγάλας ασπίδας. Όταν δ' εις ξίφη κατήντησεν ο
-αγών, απαιτών τέχνην ουχ ήττον ή ρώμην, εξαίφνης από των βουνών
-βρονταί φοβεραί εξερρήγνυντο, και πυρώδεις κατήρχοντο αστραπαί.
-Έπειτα δε το σκότος καταβάν από των λόφων και των κορυφών εις
-την μάχην μετά βροχής και ανέμου και χαλάζης, εις μεν τους
-Έλληνας επέπιπτεν όπισθεν και κατά νώτον, των δε βαρβάρων
-εκτύπα τα πρόσωπα, και ήστραπτεν εις τους οφθαλμούς των, και
-λαίλαψ υγρά και συνεχής κατεφέρετο συγχρόνως από των συννέφων.
-Ταύτα δε πολύ τους ενώχλουν, και μάλιστα τους απείρους· ουχ
-ήττον δε φαίνεται ότι τους έβλαψαν αι βρονταί, και των όπλων ο
-πάταγος, όταν εκτύπα αυτά η ραγδαία βροχή και η χάλαζα, διότι
-δεν ηκούοντο των αρχηγών τα προστάγματα. Προσέτι δε, επειδή οι
-Καρχηδόνιοι δεν ήσαν ελαφροί κατά τον οπλισμόν, αλλά, καθώς
-είπομεν, όλοι κατάφρακτοι, εμπόδιον ήτον εις αυτούς ο πηλός,
-και οι κόλποι των χιτώνων των πληρούμενοι ύδατος, ώστε ήσαν
-βαρείς εις τον αγώνα και δυσκίνητοι, ευκόλως δ' ερρίπτοντο κατά
-γης υπό των Ελλήνων, και αφ' ού έπιπτον, δεν εδύναντο πλέον να
-ανεγερθώσιν εκ του πηλού μετά των όπλων των. Προσέτι και ο
-Κρίμησος εξεχείλισε διά το πλήθος των διαβαινόντων, μεγάλως ήδη
-και υπό των βροχών αυξηθείς, και η περί αυτόν πεδιάς,
-διατεμνομένη υπ' αυλάκων και φαράγγων πολλών, επληρούτο
-ρευμάτων μη εχόντων εκροήν, και εις αυτά κατακυλιόμενοι οι
-Καρχηδόνιοι, δυσκόλως εξήρχοντο. Τέλος δε, εν ώ η κακοκαιρία
-εξηκολούθει, οι Έλληνες κατέβαλον την πρώτην τάξιν αυτών,
-άνδρας τετρακοσίους, και τότε το πλήθος όλον ετράπη εις φυγήν.
-Και πολλούς μεν επρόφθανον εις την πεδιάδα και τους εφόνευον,
-πολλούς δ' ο ποταμός, απαντωμένους μετά των έτι διαβαινόντων,
-τους κατέβαλλε, και παρασύρων αυτούς τους έπνιγε, πλείστους δε
-θέλοντας να σωθώσιν εις τους λόφους, τρέχοντες κατόπιν οι
-ψιλοί, τους εθανάτουν. Λέγεται δ' ότι δέκα χιλιάδες
-εφονεύθησαν, και ότι εξ αυτών τρισχίλιοι ήσαν Καρχηδόνιοι
-(259)· μέγα πένθος εις την πόλιν αυτών! διότι ούτε κατά το
-γένος, ούτε κατά τον πλούτον, ούτε κατά την δόξαν δεν υπήρχον
-άλλοι εκείνων ανώτεροι, ούτε μνημονεύεται ότι απέθανον πρότερον
-ποτέ εις μίαν μάχην τοσούτοι εξ αυτών των Καρχηδονίων· αλλά
-Λίβυας ως επί το πλείστον και Ίβηρας και Νομάδας μετεχειρίζοντο
-εις τας μάχας, ώστε όταν ενικώντο, άλλοι εβλάπτοντο.
-
-ΚΘ. Γνωστή δ' έγινεν εις τους Έλληνας η δόξα των πεσόντων, από
-των λαφύρων. Οι λαφυραγωγούντες ουδ' εφρόντιζον καν περί των
-σιδηρών και χαλκών αντικειμένων· τοσούτον άφθονος ήτον ο
-άργυρος, άφθονος δε και ο χρυσός, ότε, διαβάντες τον ποταμόν,
-εκυρίευσαν το στρατόπεδον μετά των υποζυγίων. Εκ δε των
-αιχμαλώτων οι μεν περισσότεροι εκλάπησαν υπό των στρατιωτών,
-εις το κοινόν δ' εδείχθησαν πεντακισχίλιοι τον αριθμόν.
-Εκυριεύθησαν δε και διακόσια τέθριππα. Καλλίστην δε και
-μεγαλοπρεπεστάτην θέαν εδείκνυε του Τιμολέοντος η σκηνή, διότι
-πέριξ αυτής εσωρεύθησαν παντοδαπά λάφυρα, και μεταξύ αυτών
-εξετέθησαν χίλιοι μεν θώρακες εξαίρετοι το κάλλος και την
-εργασίαν, ασπίδων δε δέκα χιλιάδες. Και ολίγοι πολλούς
-λαφυραγωγούντες και πολλάς έχοντες ωφελείας, μόλις την τρίτην
-ημέραν μετά την μάχην έστησαν τρόπαιον. Ομού δε μετά της φήμης
-της νίκης, έπεμψεν, ο Τιμολέων εις Κόρινθον τα ωραιότατα των
-αιχμαλώτων όπλων, θέλων η πατρίς του να γίνη ζηλωτή εις όλους
-τους ανθρώπους, και όλοι να βλέπωσιν εις εκείνην μόνην μεταξύ
-των ελληνικών πόλεων τους επιφανεστάτους ναούς ουχί δι'
-ελληνικών κεκοσμημένους λαφύρων, ουδέ λυπηρά έχοντας μνημόσυνα
-αναθημάτων εκ φόνου ομοφύλων και συγγενών, αλλά βαρβαρικά
-λάφυρα, διά καλλίστων επιγραφών δηλούντα την ανδρείαν και την
-δικαιοσύνην των νικητών, ότι «οι Κορίνθιοι και Τιμολέων ο
-στρατηγός, ελευθερώσαντες από των Καρχηδονίων τους Έλληνας τους
-κατοικούντας την Σικελίαν, αφιέρωσαν ταύτα εις τους Θεούς ως
-ευχαριστήρια.»
-
-Λ. Μετά ταύτα αφήσας εις την εχθρικήν χώραν τους μισθοφόρους να
-λεηλατώσι των Καρχηδονίων την επικράτειαν, επέστρεψεν ο ίδιος
-εις τας Συρακούσας, και τους χιλίους μισθοφόρους εκείνους
-οίτινες τον εγκατέλιπον προ της μάχης επεκήρυξεν από της
-Σικελίας, και πριν ή δύση ο ήλιος τους ηνάγκασε να εξέλθωσι των
-Συρακουσών. Και ούτοι μεν, διαπλεύσαντες εις την Ιταλίαν,
-εφονεύθησαν δι' απιστίας των Βρεττίων, και τοιαύτην τιμωρίαν
-τοις επέβαλεν ο Θεός διά την προδοσίαν των. Ο δε Μάμερκος, ο
-τύραννος της Κατάνης, και ο Ικέτης, είτε φθονούντες τα
-κατορθώματα του Τιμολέοντος, είτε φοβούμενοι αυτόν, και μη
-εμπιστευόμενοι εις αυτόν, ως άσπονδον εχθρόν των τυράννων,
-συνεμάχησαν προς τους Καρχηδονίους, και τους προσεκάλεσαν να
-στείλωσι δύναμιν και στρατηγόν, αν δεν θέλωσι ν' απολέσωσιν
-όλως διόλου την Σικελίαν. Ούτως έπλευσεν ο Γέσκων, πλοία μεν
-έχων εβδομήκοντα, μισθοφόρους δε προσλαβών Έλληνας, εν ώ πριν
-ποτέ οι Καρχηδόνιοι δεν είχον μεταχειρισθή Έλληνας· τότε δε
-τους εθαύμασαν ως ακαταμαχήτους, και μαχιμωτάτους όλων των
-ανθρώπων. Συνενωθέντες δ' όλοι ομού εις την Μεσσηνίαν (260)
-εφόνευσαν τετρακοσίους ξένους επικούρους, ούς είχε στείλει ο
-Τιμολέων. Εις δε των Καρχηδονίων την επικράτειαν, περί τας
-καλουμένας Ιεράς (261), ενεδρεύσαντες, εφόνευσαν τους μετ'
-Ευθύμου του Λευκαδίου μισθοφόρους. Εκ τούτων δε προ πάντων
-έγινε περίφημος η ευτυχία του Τιμολέοντος. Διότι ούτοι ήσαν εξ
-εκείνων οίτινες μετά Φιλοδήμου του Φωκέως και μετά του
-Ονομάρχου κατέλαβον τους Δελφούς και μετέσχον της ιεροσυλίας
-(262). Επειδή δε πάντες τους εμίσουν, και εφυλάττοντο απ'
-αυτών ως επικαταράτων, επλανώντο εις την Πελοπόννησον, και
-παρέλαβεν αυτούς ο Τιμολέων, μη έχων άλλους στρατιώτας.
-Φθάσαντες δ' εις Σικελίαν, ενίκησαν μεν εις όλας τας μάχας όσας
-επολέμησαν μετ' εκείνου. Αφ' ού δ' ετελείωσαν οι πλείστοι και
-μέγιστοι των αγώνων, σταλέντες υπ' αυτού άλλου να βοηθήσωσι,
-κατεστράφησαν και εξολοθρεύθησαν, όχι όλοι ομού, αλλά κατά
-
-μέρος, και η εις αυτούς προφανώς επιβληθείσα καταδίκη ήτον προς
-ευτυχίαν του Τιμολέοντος τοιαύτη, ώστε να μη αποβαίνη εις
-βλάβην των αγαθών ή των πονηρών τιμωρία. Επομένως των θεών η
-ευμένεια προς τον Τιμολέοντα απεδείχθη θαυμασίως ου μόνον εις
-τα κατορθώματα αυτού, αλλά προσέτι και εις τας πράξεις εις άς
-απέτυχεν.
-
-ΛΑ. Αλλ' ο λαός των Συρακουσίων ωργίζετο υπό των τυράννων
-περιοριζόμενος· διότι ο Μάμερκος, όστις εμεγαλοφρόνει ως γράφων
-ποιήματα και τραγωδίας, εκόμπαζε και διά την νίκην του επί των
-μισθοφόρων· και τας ασπίδας αναθείς εις τους Θεούς, επέγραψεν
-εις αυτάς ελεγείον υβριστικόν·
-
- «Ταύτας, ασπίδας οστρειογραφείς (263), χρυσελεφαντηλέκτρους (264),
- έχομεν δι' ευτελών λάβει ασπίδων ημείς.»
-
-Αφ' ού δε ταύτα έγινον, και ο Τιμολέων εξεστράτευσεν εις
-Καλαυρίαν (265), ο Ικέτης εισώρμησεν εις την Συρακουσίαν, και
-πολλά λαβών λάφυρα, και πολλά αυτήν βλάψας και υβρίσας, απήλθε
-παρ' αυτήν την Καλαυρίαν, καταφρονών τον Τιμολέοντα διότι
-ολίγους είχε στρατιώτας. Εκείνος δε, αφείς αυτόν να προχωρήση,
-τον παρηκολούθησε διώκων αυτόν μετά ψιλών και ιππέων. Ως δ'
-ενόησε τούτο ο Ικέτης, αφ' ού διέβη τον Δαμυρίαν ποταμόν,
-εστάθη αμυντικήν θέσιν λαμβάνων· διότι θάρρος τω έδιδεν η
-δυσκολία της διαβάσεως και το κρημνώδες της εκατέρωθεν όχθης.
-Εις δε τους ιλάρχους (266) του Τιμολέοντος ενέπεσε δεινή έρις
-και φιλονεικία, ήτις επέφερε της μάχης αναβολήν· διότι ουδείς
-αυτών ήθελε να διαβή ύστερος των άλλων κατά των εχθρών, αλλ'
-έκαστος ήθελεν αυτός να προταγωνιστήση· και τάξιν ουδεμίαν
-είχεν η διάβασις, ως ωθούντο και παρέτρεχον ο είς τον άλλον.
-Θέλων επομένως ο Τιμολέων να κληρώση τους αρχηγούς, έλαβε παρ'
-εκάστου δακτύλιον, και αφ' ού έβαλεν όλους τους δακτυλίους εις
-την χλαμύδα του και τους ανέμιξε, έδειξε τον πρώτον, όστις κατά
-τύχην είχε γλυφήν της σφραγίδος τρόπαιον. Ως δ' είδον τούτο οι
-νεανίσκοι, μετά χαράς ανακράζοντες, δεν περιέμεινον πλέον τον
-άλλον κλήρον, και όσον ταχύτερον εδύνατο έκαστος διαβάντες τον
-ποταμόν, ήλθον εις χείρας μετά των εχθρών. Ούτοι δε δεν
-υπέμεινον την βίαν αυτών, αλλά φεύγοντες, έρριπτον, όλοι
-ανεξαιρέτως τα όπλα των, και έπεσαν και χίλιοι φονευθέντες.
-
-AΒ. Ολίγον δε μετά ταύτα, εις των Λεοντίνων την χώραν
-στρατεύσας ο Τιμολέων, συλλαμβάνει τον Ικέτην ζώντα, και τον
-υιόν αυτού Ευπόλεμον, και τον ίππαρχον Εύθυμον, υπό των
-στρατιωτών δεθέντας και εις αυτόν κομισθέντας. Και ο μεν Ικέτης
-και ο νεανίσκος, ως τύραννοι και προδόται τιμωρηθέντες,
-εθανατώθησαν. Ο δ' Εύθυμος, ανήρ αγαθός ων εις τους πολέμους,
-και διά της τόλμης αυτού διακρινόμενος, δεν έτυχεν οίκτου,
-διότι κατηγορήθη ως ειπών βλασφημίαν τινά κατά των Κορινθίων.
-Ερρέθη δηλαδή ότι, όταν οι Κορίνθιοι εξεστράτευσαν κατ' αυτών,
-δημηγορών εις τους Λεοντίνους, είπεν ότι ουδέν έγινε φοβερόν ή
-δεινόν αν
-
- «Κορίνθιαι γυναίκες εκ του οίκου των
- εξήλθον. (267)»
-
-Ούτως οι πολλοί των ανθρώπων αγανακτούσιν εκ λόγων μάλλον ή εκ
-πράξεων πονηρών, και δυσκολώτερον υποφέρουσι την ύβριν παρά την
-βλάβην. Και η μεν δι' έργων άμυνα επιτρέπεται ως αναγκαία εις
-τους πολεμούντας· αι δ' ύβρεις, αποτέλεσμα φαίνονται ούσαι
-πολλού μίσους ή πολλής κακίας.
-
-ΛΓ. Αφ' ού δ' επανήλθεν ο Τιμολέων, οι Συρακούσιοι δικάσαντες
-τα θυγατέρας του Ικέτου επ' εκκλησίας, τας εθανάτωσαν (268).
-Τούτο δε το έργον φαίνεται πάντων των του Τιμολέοντος
-αξιομεμπτότερον διότι, αν εκείνος ήθελε να το εμποδίση, δεν θα
-εφονεύοντο ούτως αύται. Φαίνεται δ' ότι τας παρέβλεψε, και τας
-αφήκεν εις τον θυμόν των πολιτών, οίτινες εξεδίκησαν επ' αυτών
-τον Δίωνα, τον αποβαλόντα τον Διονύσιον. Διότι ο Ικέτης ήτον ο
-καταποντίσας ζώσας την γυναίκα του Δίωνος Αρετήν, και την
-αδελφήν αυτού Αριστομάχην, και τον υιόν του, παίδα έτι όντα, ως
-εγράψαμεν εις τον βίον του Δίωνος.
-
-ΛΔ. Μετά δε ταύτα, στρατεύσας κατά του Μαμέρκου εις την
-Κατάνην, εύρεν αυτόν εις αντίστασιν παραταχθέντα περί το ρεύμα
-την Άβολον (269), και νικήσας, τον έτρεψεν εις φυγήν, και
-εφόνευσεν υπέρ τους δισχιλίους, ων μέρος ουκ ολίγον ήσαν οι υπό
-Γέσκωνος πεμφθέντες επίκουροι Φοίνικες. Μετά ταύτας τας πράξεις
-οι Καρχηδόνιοι μετά παρακλήσεων έκλεισαν ειρήνην μετ' αυτού,
-επί συμφωνία αυτοί μεν να έχωσι την εντός του Αλύκου χώραν
-(270), εις δε τους θέλοντας να μετοικώσι προς τους
-Συρακουσίους να δίδωσι τας περιουσίας και τας οικογενείας των,
-και να παύσωσι πάσαν συμμαχίαν μετά των τυράννων. Ο δε
-Μάμερκος, το θάρρος απολέσας και τας ελπίδας, απέπλευσεν εις
-την Ιταλίαν, όπως φέρη Λευκανούς (271) κατά του Τιμολέοντος
-και των Συρακουσίων. Αλλ' οι μετ' αυτού εκπλεύσαντες,
-στρέψαντες τας τριήρεις οπίσω, επανήλθον εις Σικελίαν, και
-παρέδωκαν εις τον Τιμολέοντα την Κατάνην. Τότε, αναγκασθείς και
-αυτός, κατέφυγεν εις Μεσσήνην προς τον Ίππωνα, όστις ήτον της
-πόλεως τύραννος. Αλλ' ο Τιμολέων επήλθε κατ' αυτών και τους
-επολιόρκησε κατά γην και κατά θάλασσαν· και ο μεν Ίππων,
-αποδιδράσκων επί πλοίου, συνελήφθη, και παραλαβόντες αυτόν οι
-Μεσσήνιοι, και τους υιούς αυτού εκ των σχολείων, και ως θέαμα
-κάλλιστον του τυράννου την τιμωρίαν νομίζοντες, τους έφερον εις
-το θέατρον, και βασανίσαντες αυτούς, τους εφόνευσαν. Ο δε
-Μάμερκος παρεδόθη εις τον Τιμολέοντα, επί τω όρω του να δικασθή
-υπό των Συρακουσίων, χωρίς όμως να τον κατηγορήση ο Τιμολέων.
-Εκομίσθη επομένως εις Συρακούσας, και προελθών εις τον δήμον,
-επεχείρησε ν' απαγγείλη λόγον τινά ον είχε προ πολλού συνθέσει
-ο ίδιος. Αλλ' επειδή θόρυβος ηγείρετο, και έβλεπε την εκκλησίαν
-ανένδοτον, ώρμησε, ρίψας το ιμάτιόν του, διά μέσου του θεάτρου
-(272), και τρέχων έθραυσε την κεφαλήν του εις έν εκ των βάθρων
-διά ν' αποθάνη. Δεν έτυχεν όμως τοιούτου τέλους, αλλ' απήχθη
-ζων έτι, και υπέστη των ληστών την ποινήν (273).
-
-ΛΕ. Τας τυραννίδας λοιπόν κατά τούτον τον τρόπον εξήλειψεν ο
-Τιμολέων, και έπαυσε τους πολέμους. Την όλην δε νήσον
-εξηγριωμένην εκ των κακών παραλαβών, και υπ' αυτών των ιδίων
-αυτής κατοίκων μεμισημένην, εις τοσούτον βαθμόν την εξημέρωσε
-και την κατέστησε ποθητήν εις όλους, ώστε και ξένοι ήρχοντο να
-κατοικήσωσιν εκεί, όθεν πριν απεδίδρασκον αυτοί οι πολίται.
-Διότι την Ακράγαντα και την Γέλαν (274), πόλεις μεγάλας,
-ερημωθείσας υπό των Καρχηδονίων μετά τον αττικόν πόλεμον
-(275), κατώκησαν τότε, την μεν ο Μέγελλος και ο Φέριστος
-πλεύσαντες εξ Ελέας (276), την δε ο Γοργός εκ Κέου (277), και
-συναγαγόντες τους αρχαίους πολίτας, υπό τούτων δ' ηγαπάτο ο
-Τιμολέων, διότι ου μόνον παρέσχεν εις τας ιδρύσεις αυτών
-ασφάλειαν και γαλήνην, αλλά και τ' άλλα πάντα συμπαρεσκεύασε
-μετά πάσης προθυμίας, ως αν ήτον ο ίδιος οικιστής αυτών. Και
-πάντες δ' οι άλλοι ομοίως διέκειντο προς αυτόν, ώστε ούτε
-πολέμου κατάλυσις, ούτε νόμων θέσις, ούτε χώρας κατοικισμός,
-ούτε πολιτείας διάταξις εφαίνετο καλώς έχουσα, αν εκείνος δεν
-συνέπραττε και δεν συνδιέθετεν, ως ανώτατος καλλιτέχνης εις του
-έργου την αποπεράτωσιν θεοφιλή τινα και πρέπουσαν χάριν
-προσθέτων.
-
-ΛΣΤ. Επί των χρόνων αυτού πολλοί μεγάλοι εγένοντο Έλληνες και
-μεγάλα κατώρθωσαν, ως ο Τιμόθεος (278), και ο Αγησίλαος, και ο
-Πελοπίδας, και ο Επαμινώνδας, όν προ πάντων εφιλοτιμείτο ο
-Τιμολέων να μιμηθή. Αλλ' αι πράξεις εκείνων είχον την
-λαμπρότητα μετά βίας τινός και μετά κόπου συναναμεμιγμένην, καί
-τινες αυτών δεν έμεινον άνευ μομφής και άνευ μετανοίας. Εις δε
-τα έργα του Τιμολέοντος, εξαιρουμένης της πράξεως εις ήν εξ
-ανάγκης εκινήθη κατά του αδελφού του, ουδέν υπάρχει εφ' ού να
-μη πρέπη, ως λέγει ο Τίμαιος, το του Σοφοκλέους επιφώνημα
-(279).
-
- «Θεοί! τις Αφροδίτη, ή τις Ίμερος (280)
- συνέπραξε μ' εκείνον; (281)»
-
-Διότι, ως η μεν ποίησις του Αντιμάχου (282) και τα ζωγραφήματα
-του Διονυσίου (283), των Κολοφωνίων (284), ισχύν έχοντα και
-τόνον, φαίνονται βεβιασμένα και μετά κόπου γενόμενα, εις δε τας
-εικόνας του Νικομάχου (285) και εις του Ομήρου τους στίχους,
-εν ώ έχουσι δύναμιν και χάριν, φαίνεται όμως αριδήλως ότι
-ευκόλως και φυσικώς εξειργάσθησαν, ούτω προς τας στρατηγίας του
-Επαμινώνδου και του Αγησιλάου, αίτινες υπήρξαν πολύπονοι, και
-επετύγχανον δι' αγώνων δυσκόλων, ανεξεταζομένη η του
-Τιμολέοντος, και πολύ έχουσα το κάλλος συγχρόνως και την
-ευκολίαν, φαίνεται ουχί έργον τέχνης, αλλ' ικανότητος
-ευτυχούσης. Εκείνος όμως πάντα τα κατορθώματα αυτού απέδιδεν
-εις την τύχην, και εις την πατρίδα του προς τους φίλους γράφων,
-και δημηγορών προς τους Συρακουσίους, πολλάκις είπεν ότι
-γνωρίζει χάριν εις τον Θεόν, διότι, θέλων να σώση την Σικελίαν,
-αυτού προς τούτο μετεχειρίσθη το όνομα. Εις δε την οικίαν του
-ίδρυσεν ιερόν της Α υ τ ο μ α τ ί α ς (286), και εθυσίασεν
-εις αυτήν· αυτήν δε την οικίαν καθιέρωσεν εις τον ιερόν
-Δαίμονα. Κατώκει δ' οικίαν εκλεχθείσαν δι' αυτόν ως βραβείον
-της στρατηγίας του υπό των Συρακουσίων, ως τω έδωκαν και το
-τερπνότερον μέρος και κάλλιστον των αγρών. Εις τούτους δε
-διέμενε τον περισσότερον καιρόν, και εκεί έφερεν εξ Ελλάδος και
-την γυναίκα και τα παιδία του. Ποτέ δε δεν επέστρεψεν εις την
-Κόρινθον, ουδ' ανεμίγη εις τους ελληνικούς θορύβους, ουδέ
-παρεδόθη εις τον πολιτικόν φθόνον, εις όν ναυαγούσιν οι
-πλείστοι των στρατηγών, εξ απληστίας τιμών και δυνάμεων αλλά
-διεβίωσεν εκεί, απολαμβάνων τα καλά όσα αυτός κατώρθωσε. Τούτων
-δε το μέγιστον ήτον το να βλέπη να ευδαιμονώσιν εξ αιτίας του
-τοσαύται πόλεις και μυριάδες ανθρώπων.
-
-ΛΖ. Επειδή δε πρέπει, ως φαίνεται, ου μόνον πας κορυδαλός να
-έχη λόφον εις την κεφαλήν, αλλά και πάσα δημοκρατία συκοφάντην,
-επετέθησαν και κατά του Τιμολέοντος δυο των δημαγωγών, ο
-Λαφύστιος και ο Δημαίνετος. Και ο μεν Λαφύστιος εις δίκην τινά
-τω εζήτει εγγύησιν, διό οι πολίται εθορύβουν και ήθελον να τον
-εμποδίσωσιν· αλλ' ο Τιμολέων δεν τους αφήκεν, ειπών ότι εκών
-αυτός υπέστη τοσούτους πόνους και τοσούτους κινδύνους, όπως
-δύναται ο βουλόμενος των Συρακουσίων να ποιήται χρήσιν των
-νόμων. Προς δε τον Δημαίνετον, όστις τον κατηγόρησε πολύ εις
-την εκκλησίαν διά την στρατηγίαν του, ουδέν απήντησεν· είπε δ'
-ότι χάριν εις τους Θεούς χρεωστεί, αυτήν εκείνην ήν τοις
-εζήτησε, βλέπων τους Συρακουσίους γενομένους κυρίους της
-ελευθερίας του λόγου. Αφ' ού δ' ομολογουμένως κατώρθωσεν έργα
-μέγιστα και κάλλιστα όλων των συγχρόνων αυτού Ελλήνων, και
-μόνος ηρίστευσεν εις τας πράξεις εκείνας εις άς παρεκίνουν
-πάντοτε οι σοφισταί διά πανηγυρικών λόγων τους Έλληνας· και εκ
-μεν των εγχωρίων κακών, άτινα κατείχον την αρχαίαν Ελλάδα,
-εκομίσθη υπό της τύχης μακράν, αναίμακτος και καθαρός, την δ'
-ικανότητα και την ανδρείαν του επέδειξεν εις τους βαρβάρους και
-τους τυράννους, εις τους Έλληνας δε και εις τους φίλους την
-πραότητα και την δικαιοσύνην του· τα δε πλείστα τρόπαια των
-αγώνων του έστησεν άνευ δακρύων και άνευ πένθους των πολιτών,
-παραδούς την Σικελίαν εις τους εγκατοίκους αυτής, εντός
-ολιγωτέρων των οκτώ ετών, καθαράν κακών και νόσων αιωνίων και
-συμφυών. Εις δε την πρεσβυτικήν ηλικίαν του ησθάνθη
-αμβλυνομένην την όρασίν του, και μετ' ολίγον εντελώς ετυφλώθη,
-ούτε δους αυτός αφορμήν, ούτε εξ ιδιοτρόπου καταδρομής της
-τύχης, αλλ', ως φαίνεται, εξ αιτίας τινός και διαθέσεως
-οικογενειακής, ήτις ενείργησε μετά του καιρού· διότι λέγεται
-ότι και πολλοί των συγγενών του απώλεσαν ούτω την όρασιν εις το
-γήρας απομαρανθείσαν. Ο δ' Άθανις (287) λέγει ότι επί του
-πολέμου έτι του προς τον Ίππωνα και τον Μάμερκον, εις το
-στρατόπεδον το κατά τας Μυλλάς (288), τω επήλθε γλαύκωμα εις
-τους οφθαλμούς, και όλοι προφανώς προείδον την τύφλωσιν· αλλ'
-ότι διά τούτο δεν εγκατέλιπε την πολιορκίαν, αλλ' επιμείνας εις
-τον πόλεμον, συνέλαβε τους τυράννους· άμα δ' επανήλθεν εις τας
-Συρακούσας, ότι παρητήθη της υπερτάτης αρχηγίας, και παρεκάλεσε
-τους πολίτας να τον απαλλάξωσιν, αφ' ού τα πράγματα είχον
-φθάσει εις κάλλιστον τέλος.
-
-ΛH. Και ολιγώτερον πρέπει να θαυμάση τις αυτόν ότι υπέμεινε την
-συμφοράν αλύπως· αξιοθαύμαστοι δε μάλιστα ήσαν οι Συρακούσιοι
-διά την τιμήν και την ευγνωμοσύνην ήν απέδειξαν προς τον άνδρα
-αφ' ού ετυφλώθη, ότε ήρχοντο μεν και αυτοί εις τας θύρας του,
-έφερον δε και τους παρεπιδημούντας ξένους εις την οικίαν και το
-χωρίον του, ίνα ιδώσι τον ευεργέτην αυτών, αγαλλόμενοι και
-μεγαλοφρονούντες ότι επροτίμησε παρ' αυτοίς να εγκαταβιώση,
-καταφρονήσας την λαμπροτάτην επάνοδον εις την Ελλάδα, ήν τα
-κατορθώματά του τω παρεσκεύασαν. Και πολλά μεν και μεγάλα εις
-τιμήν εκείνου και εγράφοντο και επράττοντο· ουδενός δ' αυτών
-κατώτερον ήτον ότι εψήφισεν ο δήμος των Συρακουσίων, οσάκις
-συμπέση πόλεμος αυτών προς αλλοφύλους, να λαμβάνωσι Κορίνθιον
-στρατηγόν. Ωραίον δε θέαμα, και έντιμον δι' αυτόν παρίστα και
-το εις τας εκκλησίας γινόμενον· διότι τ' άλλα όλα δι' εαυτών
-κρίνοντες, εις τας μεγίστας διασκέψεις εκείνον εκάλουν. Ούτος
-δε, διά της αγοράς υπό ζεύγους συρόμενος, εκομίζετο εις το
-θέατρον, και εισήγετο επ' αυτής της αμάξης, καθώς εκάθητο. Και
-ο μεν δήμος τον ησπάζετο, ομοφώνως προσαγορεύων αυτόν· εκείνος
-δε, αντασπαζόμενος το πλήθος, και καιρόν τινα αφήνων διά τας
-ευφημίας και τους επαίνους, έπειτα ήκουε το συζητούμενον, και
-έδιδε γνώμην. Αφ' ού δ' αύτη ενεκρίνετο διά χειροτονίας, οι μεν
-υπηρέται πάλιν απεκόμιζον διά του θεάτρου το ζεύγος, οι δε
-πολίται, διά βοής και κρότου προπέμψαντες αυτόν, τας λοιπάς
-δημοσίας αποφάσεις διεπραγματεύοντο καθ' εαυτούς.
-
-ΛΘ. Ενώ δ' ούτως εγηροτροφείτο εν τιμή και ευνοία, ως πατήρ
-κοινός, εκ μικράς αφορμής προστεθείσης εις την ηλικίαν,
-απέθανεν. Εδόθησαν δ' ημέραι τινές εις μεν τους Συρακουσίους
-όπως παρασκευάσωσι τα της ταφής του, εις δε τους περιοίκους και
-ξένους όπως συνέλθωσι· και κατά τ' άλλα λαμπράς έτυχε κηδείας,
-και νεανίσκοι διά ψήφου εκλεχθέντες, έφερον κεκοσμημένον τον
-νεκρικόν κράββατον διά των ανακτόρων του Διονύσου, άτινα δεν
-ήσαν κατεδαφισμένα, και πολλαί μυριάδες ανδρών και γυναικών τον
-προέπεμπον. Ήτον δ' η θέα αυτών εορτάσιμος, διότι πάντες ήσαν
-εστεφανωμένοι, και εφόρουν ενδύματα καθαρά, φωναί δε και
-δάκρυα, συγκεκραμένα μετά μακαρισμού του αποθανόντος, ενέφαινον
-ουχί τιμής τυπικήν ένδειξιν, ουδέ λειτουργίαν τινά εκ συνθήκης,
-αλλά πόθον δίκαιον, και αφοσίωσιν ευνοίας αληθινής. Τέλος δε,
-όταν η κλίνη ετέθη εις την πυράν, ο Δημήτριος, όστις ήτον ο
-μεγαλοφωνότατος των τότε κηρύκων, ανεκήρυξε τοιούτον κήρυγμα,
-πρότερον γεγραμμένον· «Ο δήμος των Συρακουσίων τούτον τον
-Τιμολέοντα Τιμοδήμου, Κορίνθιον, θάπτει διά διακοσίων μνων
-(289)· ετίμησε δ' αυτόν εις αιώνα τον άπαντα δι' αγώνων
-μουσικών, ιππικών, γυμνικών διότι τους τυράννους καταλύσας, και
-τους βαρβάρους καταπολεμήσας, και τας μεγίστας των
-κατεστραμμένων πόλεων κατοικίσας, απέδωκε τους νόμους εις τους
-Σικελιώτας.» Ενεταφίασαν δε το σώμα εις την αγοράν, και στοάς
-ύστερον περιεγείραντες, και παλαίστρας ενοικοδομήσαντες,
-προσδιώρισαν ταύτα εις γυμνάσιον των νέων, και ωνόμασαν αυτό
-Τιμολεόντειον. Αυτοί δε το πολίτευμα και τους νόμους
-μεταχειριζόμενοι τους υπ' αυτού τεθέντας, έμειναν επί πολύν
-χρόνον ευδαιμονούντες.
-
-
-
-ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
-
-
-
-Α. Δι' άλλους μεν συνέβη ν' αρχίσω γράφων τους βίους εγώ,
-επέμεινα δε και εξηκολούθησα ήδη δι' εμαυτόν, προσπαθών ως εις
-κάτοπρον να βλέπω εις την ιστορίαν, και να διακοσμώ όσον
-δύναμαι και ν' αφομοιώ τον βίον μου προς εκείνων τας αρετάς·
-διότι συνδιαίτησιν και συμβίωσιν ομοιάζει προ πάντων το πράγμα,
-όταν δεχόμενοι και παραλαμβάνοντες έκαστον αυτών διά της
-ιστορίας ως εις φιλοξενίαν, αναθεωρώμεν «πόσος και ποίος τις
-ήτον» (290) τα κυριώτερα και τα κάλλιστα των πράξεων αυτού
-προς γνώσιν λαμβάνοντες.
-
- «Φευ! ποία ταύτης έστι μείζων ηδονή (291)»,
-
-και ενεργότερα προς ηθών επανόρθωσιν; Και ο μεν Δημόκριτος
-(292) λέγει ότι πρέπει να ευχώμεθα όπως τυγχάνωμεν ειδώλων
-ευτυχών, και όπως κατέρχονται προς ημάς εκ του περιέχοντος τα
-συμφωνούντα μεθ' ημών και χρηστά μάλλον παρά τα φαύλα και τα
-μοχθηρά (293), εισαγαγών εις την φιλοσοφίαν λόγον ουχί αληθή,
-και παρεκτρέποντα προς απεράντους δεισιδαιμονίας. Ημείς δε, διά
-της περί την ιστορίαν ενασχολήσεως, και διά της συνηθείας της
-συγγραφής, παρασκευάζομεν ημάς αυτούς εις το να δεχώμεθα
-πάντοτε εις τας ψυχάς ημών τας μνήμας των αρίστων και
-δοκιμωτάτων· και αν η σχέσις των ανθρώπων μεθ' ών διαιτώμεθα εξ
-ανάγκης, φαύλον τι έχουσα ή αγενές ή κακόηθες, προσβάλλη ημάς
-δι' αυτού, ν' αποκρούωμεν αυτό και να το αποβάλλωμεν,
-στρέφοντες προς τα κάλλιστα των παραδειγμάτων ιλαράν την
-διάνοιαν και πραείαν. Εκ τούτων σοι πέμπω διά του παρόντος τον
-βίον Τιμολέοντος του Κορινθίου και τον του Αιμιλίου Παύλου,
-ανδρών ών ου μόνον αι προαιρέσεις αλλά και αι τύχαι υπήρξαν
-αγαθαί προς τα πράγματα, ώστε θέλει αμφισβητηθή αν δι' ευτυχίας
-μάλλον ή διά φρονήσεως κατώρθωσαν των έργων αυτών τα μέγιστα.
-
-Β. Οι πλείστοι συγγραφείς ομολογούσιν ότι ο οίκος των Αιμιλίων
-ήτον εκ των ευπατριδών και των παλαιών. Ότι δ' ο πρώτος αυτών,
-όστις και εις το γένος κατέλιπε την επωνυμίαν του, ήτον ο
-Μάμερκος, υιός Πυθαγόρου του σοφού (294) διά την γλυκύτητα και
-χάριν του λόγου του Αιμύλιος (295) προσαγορευθείς, είπον
-τινές, οίτινες απέδωκαν εις τον Πυθαγόραν την εκπαίδευσιν του
-βασιλέως Νουμά (296). Και οι πλείστοι μεν των εκ της οικίας
-ταύτης εις δόξαν προαχθέντων ευτύχησαν διά της αρετής ήν
-εζήλωσαν. Του δε Λευκίου Παύλου το κατά τας Κάννας ατύχημα
-έδειξε και την φρόνησιν συγχρόνως και την ανδρείαν αυτού, διότι
-μη δυνηθείς να πείση τον συνάρχοντα αυτού, και να τον εμποδίση
-του να πολεμήση, εις μεν την μάχην άκων συνέπραξε μετ' αυτού,
-της δε φυγής δεν συμμετέσχεν, αλλ' όταν ο συνάψας την μάχην
-εγκατέλιπεν αυτήν, αυτός σταθείς και μαχόμενος κατά των εχθρών
-εφονεύθη. Τούτου η μεν θυγάτηρ Αιμιλία ενυμφεύθη τον μέγαν
-Σκηπίωνα· ο δ' υιός Παύλος Αιμίλιος, περί ού ταύτα γράφονται,
-εις ηλικίαν ελθών κατά καιρόν εφ' ού ήνθουν δόξαι και αρεταί
-επιφανεστάτων ανδρών και μεγίστων, διέλαμψεν ουχί ζηλώσας τα
-επιτηδεύματα των νέων οίτινες ευδοκιμούσιν, ουδέ την ιδίαν μετ'
-αυτών οδόν απ' αρχής πορευθείς· διότι ούτε εις λόγους ησχολείτο
-δικαστικούς, και τους ασπασμούς και τας δεξιώσεις και
-φιλοφροσύνας, δι' ών κολακεύοντες πολλοί τον δήμον απέκτων
-αυτού την εύνοιαν, θεραπευτικοί και σπουδαίοι λεγόμενοι,
-παρέλιπεν εντελώς, αν και προς αμφότερα ήτον ευφυής· αλλ'
-επιζητών μάλλον την απ' ανδρείας και δικαιοσύνης και πίστεως
-δόξαν, ως εκατέρου κρείττονα, και κατά τούτο διέφερε των
-ομηλίκων του απ' αρχής.
-
-Γ. Η πρώτη δε των επισήμων αρχών ήν εζήτησεν υπήρξεν η
-αγορανομία (297), και προεκρίθη εκ δώδεκα υποψηφίων, οίτινες
-λέγεται ότι μετά ταύτα πάντες υπάτευσαν. Γενόμενος δ' ιερεύς
-των Αυγούρων ονομαζομένων (298), ούς οι Ρωμαίοι αναδεικνύουσιν
-επισκόπους και φύλακας της δι' ορνίθων και διοσημειών μαντικής,
-ούτως εσεβάσθη τα πάτρια ήθη, και κατενόησε την των παλαιών
-περί τα θεία ευλάβειαν, ώστε την ιερωσύνην, ήτις εφαίνετο
-έντιμός τις υπηρεσία, και επιζήτητουν άλλοι ένεκα δόξης,
-ανέδειξε μίαν των υπερτάτων τεχνών, και εδικαίωσε τους
-φιλοσόφους, όσοι ώρισαν την ευσέβειαν επιστήμην της των θεών
-θεραπείας. Διότι τα πάντα ετελούντο υπ' αυτού μετά σπουδής και
-μετ' εμπειρίας, και απείχε πάσης άλλης εργασίας όταν περί αυτής
-επρόκειτο, και ουδέν παρέλειπεν ή εκαινοτόμει, μετά των
-συνιερέων πάντοτε και περί των μικρών φιλονεικών, και διδάσκων
-ότι, αν νομίζη τις ότι το θείον είναι εύκολον και δεν
-δυσαρεστείται διά τας τοιαύτας αμελείας, εις την πόλιν όμως
-δύσκολον είναι να συγχωρή τα τοιαύτα και να τα παραβλέπη. Διότι
-ουδείς εξ αρχής αμέσως διά μεγάλου παρανομήματος μετακινεί την
-πολιτείαν, αλλά και αυτήν των μεγίστων την τήρησιν
-καταστρέφουσιν οι παραμελούντες την ακρίβειαν περί τα μικρά.
-Ουχ ήττον δ' απεδείκνυτο και των στρατιωτικών ηθών και
-παραδόσεων εξεταστής και φύλαξ, και στρατηγών δεν εδημαγώγει,
-ουδέ, ως οι πλείστοι τότε, εθήρευε δευτέρας αρχάς χαριζόμενος
-εις των πρώτων την διαχείρησιν, και πράως προσφερόμενος προς
-τους αρχομένους, αλλ' ως τις άλλων οργίων έμπειρος ιερεύς,
-εξήγει τα καθ' έκαστα των κατά τας στρατείας εθίμων, και
-φοβερός ών εις τους απειθούντας και παραβαίνοντας, ανώρθου την
-πατρίδα, και σχεδόν εθεώρει την επί των εχθρών νίκην ως
-πάρεργον της των πολιτών παιδεύσεως.
-
-Δ. Επεκράτει τότε ο πόλεμος όν είχον οι Ρωμαίοι προς Αντίοχον
-τον μέγαν (299), και οι επιτηδειότατοι των στρατηγών αυτών
-ήσαν κατ' εκείνου απεσταλμένοι, όταν άλλος πόλεμος ηγέρθη εκ
-δυσμών, και μεγάλα κινήματα έγιναν εις την Ιβηρίαν. Εις τούτον
-εστάλη ο Αιμίλιος στρατηγός, έχων ουχί έξ πελέκεις (300),
-όσους έχουσιν οι στρατηγούντες, αλλά προσλαβών άλλους τόσους,
-ώστε η επισημότης της εξουσίας αυτού ωμοίασε την υπατικήν.
-Ενίκησε δε δις τους βαρβάρους εκ παρατάξεως, και εφόνευσε περί
-τας τριάκοντα χιλιάδας αυτών. Φαίνεται δ' ότι τούτο υπήρξε
-προφανές της στρατηγικής αυτού ικανότητος κατόρθωμα, διότι
-ωφεληθείς εκ της καταλληλότητος των χωρίων, και διάβασίν τινα
-ποταμού ενεργήσας, διευκόλυνε την νίκην εις τους στρατιώτας.
-Υπέταξε δε πόλεις διακοσίας πεντήκοντα, δεχθείσας αυτόν
-εκουσίως. Αφείς δε την επαρχίαν κατηρτισμένην εν ειρήνη και
-πίστει, επανήλθεν εις Ρώμην, ουδέ κατά μίαν δραχμήν εκ της
-εκστρατείας γενόμενος ευπορώτερος. Ήτον δε και κατά τ' άλλα
-αργός μεν εις το ν' αποκτά, δαπανηρός δε και αφειδής της
-περιουσίας του. Αύτη δε δεν ήτον πολλή, αλλά μόλις εξήρκεσε
-μετά τον θάνατον αυτού εις απόδοσιν της οφειλομένης προικός εις
-την γυναίκα του.
-
-Ε. Ενυμφεύθη δε την Παπιρίαν, θυγατέρα του Μάσωνος (301),
-ανδρός υπατικού, και αφ' ού πολύν καιρόν συνώκησε μετ' αυτής,
-αφήκε τον γάμον, ει και άριστα τέκνα απ' αυτής αποκτήσας. Διότι
-αύτη τω εγέννησε τον κλεινότατον Σκηπίωνα και τον Μάξιμον
-Φάβιον. Αιτία δε γραπτή της διαξεύξεως αυτού δεν περιήλθεν εις
-ημάς, αλλά φαίνεται ότι αληθής είναι λόγος τις όστις ερρέθη
-περί της των γάμων διαλύσεως. Ανήρ Ρωμαίος εχώριζε την γυναίκα
-του· οι δε φίλοι του ενουθέτουν αυτόν· «Δεν είναι σώφρων; τω
-έλεγον, δεν είναι εύμορφος; δεν είναι γόνιμος;» Αλλ' εκείνος,
-δείξας το υπόδημά του (κάλτιον (302) καλούσαν αυτό οι
-Ρωμαίοι)· «Δεν είναι ωραίον αυτό; απήντησε, δεν είναι
-καινούργιον; Αλλά τις εξ υμών ημπορεί να γνωρίζη ποίον μέρος
-του ποδός μου θλίβει;» Και τω όντι μεγάλα μεν και πασίγνωστα
-σφάλματα εγένοντο αιτίαι διαζυγίων άλλων γυναικών· δι' άλλας
-δε, αηδία τις, και των ηθών δυσαρμοστία, και μικρά τινα και
-πυκνά παραπτώματα, άγνωστα εις τους άλλους, απεχθείας
-επιφέρουσιν ασυμβιβάστους εις τα συνοικέσια. Ούτω λοιπόν ο
-Αιμίλιος, χωρισθείς της Παπιρίας, ενυμφεύθη άλλην, και τους δύο
-παίδας ούς αυτή εγέννησεν είχεν εις την οικίαν του, τους δε
-προτέρους έδωκε θετούς εις τους μεγίστους οίκους και εις τα
-επιφανέστατα γένη, τον μεν πρεσβύτερον εις το του Μαξίμου
-Φαβίου, του πεντάκις υπατεύσαντος· τον δε νεώτερον υιοθετήσας ο
-υιός του Αφρικανού Σκηπίωνος, εξάδελφόν του όντα, ωνόμασε
-Σκηπίωνα. Εκ δε των θυγατέρων του Αιμιλίου την μεν ενυμφεύθη ο
-υιός του Κάτωνος, την δ' άλλην ο Αίλιος Τουβέρων, ανήρ άριστος,
-και εκείνος μεταξύ των Ρωμαίων, όστις την πενίαν υπέμεινε
-μεγαλοπρεπέστατα· διότι δεκαέξ ήσαν οι συγγενείς, Αίλιοι όλοι·
-είχον δ' οικίσκον μικρότατον, και έν χωρίον ήρκει εις όλους,
-μίαν έχοντας εστίαν μετά πολλών παίδων και γυναικών. Μεταξύ
-τούτων ήτον και η θυγάτηρ τούτου του Αιμιλίου, του δις
-υπατεύσαντος και δις θριαμβεύσαντος, μη αισχυνομένη την πενίαν
-του ανδρός της, αλλά θαυμάζουσα την αρετήν αυτού δι' ήν ήτον
-πένης. Οι σημερινοί δ' αδελφοί και συγγενείς, αν διά κλιμάτων
-(303) και ποταμών και διατειχισμάτων δεν χωρίσωσι τα κοινά
-κτήματα, και ευρύχωρον δεν λάβωσιν απ' αλλήλων απόστασιν, δεν
-παύουσι φιλονεικούντες. Ταύτα παρέχει η ιστορία άξια
-παρατηρήσεως και σκέψεως εις τους θέλοντας και αυτοί να
-σωθώσιν.
-
-ΣΤ. Ο δ' Αιμίλιος, ύπατος εκλεχθείς (304), εξεστράτευσε κατά
-των παρά τας Άλπεις Αιγύων, ούς τινες και Λιγυστίνους
-ονομάζουσιν, έθνος μάχιμον και θυμοειδές, πείραν δε του πολέμου
-λαμβάνον παρά των Ρωμαίων διά την γειτνίασιν· διότι νέμονται τα
-έσχατα και προς τας Άλπεις καταλήγοντα μέρη της Ιταλίας, και εξ
-αυτών των Άλπεων όσα βρέχονται υπό του Τυρρηνικού πελάγους και
-αντικρύζουσι την Λιβύαν (305), μεμιγμένοι μετά Γαλατών και των
-παραλίων Ιβήρων. Τότε δε, περιτρέχοντες την θάλασσαν εις σκάφη
-πειρατικά, αφήρουν και διήρπαζον τα εμπορεύματα μέχρι των
-Ηρακλείων στηλών αναπλέοντες. Όταν λοιπόν επήλθε κατ' αυτών ο
-Αιμίλιος, τεσσαράκοντα χιλιάδες γενόμενοι, αντέστησαν κατ'
-αυτού· έχων δ' εκείνος μόνον οκτακισχιλίους, προσέβαλεν αυτούς,
-αν και πενταπλασίους, τους έτρεψεν εις φυγήν, και εις τα τείχη
-κατακλείσας αυτούς, τοις απεύθυνε προτάσεις φιλανθρώπους και
-συμβιβαστικάς· διότι οι Ρωμαίοι δεν ήθελον να εξολοθρεύσωσιν
-εντελώς το έθνος των Λιγύων, κείμενον ως περίφραγμα εμπρός
-αυτών η προπύργιον, και εμποδίζον τα κινήματα δι' ών οι Γαλάται
-πάντοτε ηπείλουν την Ιταλίαν. Εμπιστευθέντες λοιπόν εις τον
-Αιμίλιον, τω παρέδωσαν και τα πλοία των και τας πόλεις· και
-αυτός τας μεν πόλεις ουδόλως ηδίκησε, και τα τείχη μόνον
-κρημνίσας, τας απέδωκεν εις αυτούς· τα πλοία όμως τοις αφήρεσεν
-όλα, και ουδέν τοις αφήκε τρισκάλμου (306) μεγαλήτερον· τους
-δε συλληφθέντος υπ' αυτών διέσωσε, πολλούς ευρεθέντας και
-Ρωμαίους και ξένους. Ύστερον δε, ει και πολλάκις εφάνη ότι
-ήθελε πάλιν να υπατεύση, και άπαξ μάλιστα ετέθη και υποψήφιος,
-αποτυχών όμως και παροραθείς, έμενεν ήσυχος του λοιπού, εις των
-ιερών αφιερωμένος την επιμέλειαν, και εξασκών τους υιούς του
-εις μεν την επιχώριον και πάτριον παιδείαν, καθώς αυτός
-εξησκείτο, εις δε την ελληνικήν έτι φιλοτιμότερον. Διότι ου
-μόνον γραμματικοί, και σοφισταί, και ρήτορες, αλλά και πλάσται,
-και ζωγράφοι, και ίππων και σκύλων επιστάται, και κυνηγίου
-διδάσκαλοι Έλληνες ήσαν περί τους νεανίσκους. Ο δε πατήρ αυτών,
-αν δεν υπήρχε δημόσιόν τι εμπόδιον, παρευρίσκετο πάντοτε εις
-τας μελέτας και τα γυμνάσια αυτών, φιλότεχνος ών ως ουδείς
-έτερος των Ρωμαίων.
-
-Ζ. Ήτον δε τότε των δημοσίων πράξεων ο καιρός, καθ' όν
-πολεμούντες κατά Περσέως, του βασιλέως των Μακεδόνων,
-κατηγόρουν τους στρατηγούς, ότι εξ απειρίας και ατολμίας
-διεχειρίζοντο αισχρώς και καταγελάστως τα πράγματα, και
-εκακοποιούντο μάλλον υπό των εχθρών ή ό,τι τους εκακοποίουν.
-Αφ' ού Αντίοχον, τον επικληθέντα Μέγαν, υποχωρήσαντα εκ της
-άλλης Ασίας, εδίωξαν επέκεινα του Ταύρου και τον κατέκλεισαν
-εις την Συρίαν, ευχαρίστως διά δεκαπέντε χιλιάδων ταλάντων τας
-συνθήκας ταύτας εξαγοράσαντα· αφ' ού ολίγον πρότερον εν
-Θεσσαλία συνέτριψαν τον Φίλιππον (307) και ηλευθέρωσαν τους
-Έλληνας από των Μακεδόνων· αφ' ού και τον Αννίβαν
-κατεπολέμησαν, προς όν ουδείς βασιλεύς εδύνατο να παραβληθή
-κατά τόλμην ή κατά δύναμιν, ενόμιζον ουχί ανεκτόν να είν'
-εμπεπλεγμένοι μετά του Περσέως, ως ίσοι προς ίσον της Ρώμης
-αντίπαλον, και επί πολύν χρόνον να πολεμή αυτός τους Ρωμαίους
-διά των λειψάνων της πατρικής ήττης· αγνοούντες ότι νικηθείς ο
-Φίλιππος, κατέστησε των Μακεδόνων την δύναμιν πολύ ισχυροτέραν
-και μαχιμωτέραν. Ταύτα θέλω βραχέως διηγηθή, αρχόμενος άνωθεν.
-
-II. Αντίγονος, ο κραταιότατος των Αλεξάνδρου διαδόχων και
-στρατηγών, αποκτήσας δι' εαυτόν και τους απογόνους του την
-προσηγορίαν του βασιλέως, έσχεν υιόν Δημήτριον, (308) ού υιός
-εγένετο ο Αντίγονος, ο επονομασθείς Γονατάς. Τούτου δ' υιός ην
-ο Δημήτριος, όστις ολίγον βασιλεύσας καιρόν, και υιόν εις
-παιδικήν ηλικίαν απολιπών τον Φίλιππον, απέθανε. Φοβηθέντες δ'
-οι πρώτοι των Μακεδόνων την αναρχίαν, εκάλεσαν τον Αντίγονον,
-εξάδελφον του αποθανόντος, και νυμφεύσαντες μετ' αυτού την
-μητέρα του Φιλίππου, πρώτον μεν τον ωνόμασαν επίτροπον και
-στρατηγόν, έπειτα δε, γνωρίσαντες αυτόν μετριοπαθή και
-χρήσιμον, τον ανηγόρευσαν βασιλέα. Επεκλήθη δε Δ ώ σ ω ν,
-ως υποσχόμενος μεν πάντοτε, μη εκτελών δε τας υποσχέσεις του
-(309). Μετά τούτον δε βασιλεύσας ο Φίλιππος, διέπρεψε μεγάλως
-μεταξύ των βασιλέων, έτι μειράκιον ων, και εφαίνετο ως μέλλων
-ν' αναστήση την Μακεδονίαν εις την παλαιάν αυτής περιοπήν, και
-ως μέλλων μόνος ν' αναχαιτήση των Ρωμαίων την δύναμιν, κατά
-πάντων ήδη εγειρομένην. Νικηθείς δ' εις μεγάλην μάχην περί την
-Σκοτούσσαν υπό Τίτου Φλαμινίνου, τότε μεν υπέκυψε, και πάντων
-των καθ' εαυτόν κυρίους ανεγνώρισε τους Ρωμαίους, και μετρίου
-προστίμου τυχών, έμεινεν ευχαριστημένος. Ύστερον δε,
-δυσανασχετών, και το να οφείλη την βασιλείαν εις χάριν των
-Ρωμαίων θεωρών ίδιον αιχμαλώτου μάλλον την τρυφήν αγαπώντος,
-παρ' ανδρός έχοντος φρόνημα και μεγαλοψυχίαν, έστρεψε την
-γνώμην του προς τον πόλεμον, και παρεσκευάζετο λαθραίως και
-πανούργως. Και τας μεν πόλεις τας κειμένας επί των μεγάλων οδών
-και τας παραθαλασσίους εγκατέλειπεν ασθενείς και σχεδόν
-ερήμους, ώστε να καταφρονώνται, συνήγε δε δύναμιν πολλήν εις τα
-άνω μέρη, και τα μεσόγεια χωρία και φρούρια και πόλεις πληρών
-όπλων και χρημάτων πολλών και ακμαίων στρατιωτών, εγύμναζε τον
-πόλεμον, και τον συνείχεν ως κεκρυμμένον αδήλως· διότι όπλων
-αποτεταμιευμένων, και εν αχρηστία μενόντων είχε τριάκοντα
-χιλιάδας, οκτώ δ' εκατομμύρια μεδίμνων σίτου ήσαν
-εγκατωκοδομημένα εντός των τειχών, και πλήθος χρημάτων, όσον
-ήρκει όπως επί δέκα έτη τρέφη δεκακισχιλίους μισθοφόρους,
-πολεμούντας υπέρ της χώρας. Αλλ' εκείνος μεν δεν επρόφθασε να
-κινήση τας δυνάμεις ταύτας και να εκτελέση το σχέδιό του,
-αποθανών εκ λύπης και αθυμίας, διότι ενόησεν ότι αδίκως
-εθανάτωσε τον ένα των υιών του, Δημήτριον, πεισθείς εις του
-άλλου, του χειροτέρου τας διαβολάς. Ο δε μένων των υιών του, ο
-Περσεύς, μετά της βασιλείας διεδέχθη και την κατά των Ρωμαίων
-έχθραν αυτού. Αλλά τοιούτο βάρος να φέρη ήτον ανίκανος διά την
-μικρότητα και την μοχθηρίαν του ήθους του, πλήρης ων παθών και
-ελαττωμάτων, εν οίς επρώτευεν η φιλαργυρία. Λέγεται δ' ότι ουδέ
-γνήσιος ην την καταγωγήν, αλλ' ότι τον εγέννησε ράπτριά τις εξ
-Άργους, Γναθαινία ονομαζομένη, τον έλαβε δ' αρτιγέννητον η
-σύζυγος του Φιλίππου, και κρυφίως τον εδέχθη υποβολιμαίον. Διά
-τούτο φαίνεται προ πάντων ότι εφοβήθη και εφόνευσε τον
-Δημήτριον, μήπως έχων γνήσιον ο οίκος διάδοχον, αποκαλύψη την
-νοθείαν εκείνου.
-
-Θ. Αλλά καί τοι αγεννής ών και ταπεινός, υπό των δυνάμεων άς
-διέθετεν παρακινούμενος, απεδύθη προς τον πόλεμον, και αντέσχε
-πολύν καιρόν, νικήσας υπατικούς αρχηγούς των Ρωμαίων, και
-στρατεύματα και στόλους μεγάλους, και κυριεύσας τινάς αυτών.
-Και τον πρώτον μεν εισβαλόντα εις την Μακεδονίαν, Πόπλιον
-Λικίννιον, ενίκησεν εις ιππομαχίαν και τον έτρεψεν εις φυγήν,
-και δισχιλίους και πεντακοσίους γενναίους άνδρας εφόνευσε, και
-ζώντας άλλους εξακοσίους συνέλαβεν. Εις δε τον στόλον, όστις
-ήτον προσωρμισμένος εις τον Ωρεόν, επιπλεύσας απροσδοκήτως,
-είκοσι μεν εκυρίευσεν ολκάδας (310) μετ' αυτού του φορτίου,
-των, τα δ' επίλοιπα, σίτου πλήρη, κατεβύθισεν. Εκυρίευσε δε και
-τέσσαρα πλοία πεντηρικά (311). Και μάχην συνήψεν εκ δευτέρου,
-καθ' ήν απέκρουσε τον υπατικόν Οστίλιον, θέλοντα διά βίας να
-εισβάλη κατά τας Ελιμίας (312) Εισβαλόντα δε λαθραίως διά της
-Θεσσαλίας, τον προσεκάλεσεν εις μάχην, αλλ' εφοβήθη εκείνος να
-την δεχθή. Εκστρατεύσας δε, παρέργως του πολέμου, κατά των
-Δαρδανέων (313), ως περιφρονών δήθεν τους Ρωμαίους και ως έχων
-καιρόν ν' ασχοληθή αλλαχού, κατέκοψε δέκα χιλιάδας εκ των
-βαρβάρων τούτων, και έλαβε πολλά λάφυρα, Υπεκίνει δε και τους
-Γαλάτας τους περί τον Ίστρον κατοικούντας, οίτινες καλούνται
-Βαστάρναι (314), στρατόν ιππικόν και μάχιμον· εκάλει δε και
-τους Ιλλυρίους (315), διά Γενθίου, του βασιλέως αυτών, να
-βοηθήσωσιν εις τον πόλεμον και αυτοί. Και λόγος διέτρεξεν ότι
-διά μισθού υπ' αυτού πεισθέντες οι βάρβαροι, έμελλον διά της
-κάτω Γαλατίας παρά τον Αδρίαν να εισβάλωσιν εις την Ιταλίαν.
-
-I. Ταύτα μανθάνοντες οι Ρωμαίοι, ενέκρινον ν' αφήσωσι τας
-χάριτας και τας υποψηφιότητας ως προς τας στρατηγίας, και να
-καλέσωσιν εις την αρχηγίαν άνδρα νουν έχοντα, και ηξεύροντα πώς
-να διεξαγάγη μεγάλα πράγματα. Ούτος ήτον ο Παύλος Αιμίλιος,
-ηλικίας, μεν ήδη προκεχωρημένης και εξηκοντούτης σχεδόν,
-ακμάζων δε κατά την σωματικήν δύναμιν, υπό νέων υιών και
-γαμβρών περιστοιχιζόμενος, και υπό φίλων και συγγενών πολλήν
-εχόντων δύναμιν, οίτινες πάντες τον έπειθον να υπακούση εις τον
-δήμον, καλούντα αυτόν εις την υπατείαν. Αλλ' εκείνος κατ' αρχάς
-μεν απεποιείτο δήθεν προς το πλήθος, και απέκρουε την προθυμίαν
-αυτών, ως μη επιθυμών την αρχήν. Επειδή δε καθ' ημέραν
-επανήρχοντο και τον προσεκάλουν εις την αγοράν, και κατεβόων
-κατ' αυτού, επείσθη· και άμα παρουσιάσθη μεταξύ των
-επιζητούντων την υπατείαν, εφάνη ουχί ερχόμενος όπως λάβη
-αρχήν, αλλ' όπως φέρη νίκην και του πολέμου επιτυχίαν, και όπως
-δώση εις τους πολίτας το ενδόσιμον να καταβώσιν εις το πεδίον·
-μετά τοσαύτης ελπίδος και προθυμίας εδέχθησαν πάντες αυτόν, και
-κατέστησαν ύπατον αυτόν εκ δευτέρου, μη αφήσαντες να τεθή, κατά
-την συνήθειαν, κλήρος επί των επαρχιών, αλλά ψηφίσαντες ευθύς
-δι' αυτόν του Μακεδονικού πολέμου την αρχηγίαν. Λέγεται δ' ότι,
-ως ανηγορεύθη στρατηγός κατά του Περσέως, προπεμφθείς εις την
-οικίαν του λαμπρώς υπό του δήμου παντός, εύρε την θυγατέρα του
-Τερτίαν, ήτις ήτον παιδίον έτι, δακρύουσαν, και ασπασθείς αυτήν
-την ηρώτησε διατί λυπείται. Εκείνη δ' εναγκαλισθείσα και
-φιλούσα αυτόν, «Δεν ηξεύρεις, ω πάτερ, τω είπεν, ότι μας
-απέθανεν ο Περσεύς;» «Ενόει δε κυνάριον τρεφόμενον υπ' αυτής,
-και ούτως ονομαζόμενον. Ο δ' Αιμίλιος, «Αγαθή τύχη, είπεν, ω
-θύγατερ, και δέχομαι τον οιωνόν.» Ταύτα ιστορεί Κικέρων ο ρήτωρ
-εν τοις περί μαντικής (316).
-
-ΙΑ. Ήτον δε συνήθεια, οι λαμβάνοντες την υπατείαν ν' αποδίδωσι
-χάριν τρόπον τινά εις τον δήμον, και διά τούτο να
-προσαγορεύσωσιν αυτόν φιλοφρόνως από του βήματος. Ο Αιμίλιος
-λοιπόν εις εκκλησίαν συναγαγών τους πολίτας, είπεν ότι την μεν
-πρώτην υπατείαν αυτός επεζήτησε, διότι ήθελεν εξουσίαν, την δε
-δευτέραν, διότι εκείνοι ήθελον στρατηγόν. Επομένως ότι ουδεμίαν
-τοις γνωρίζει χάριν, και παραχωρεί την αρχηγίαν, αν νομίζωσιν
-ότι δι' άλλου τινός καλήτερον θα διεξαχθώσι τα του πολέμου. Αν
-δ' εμπιστεύωνται εις αυτόν, ούτε να στρατηγώσι και αυτοί παρά
-τον στρατηγόν, ουδ' εις λόγους να δαπανώνται, αλλά να εκτελώσιν
-εν σιωπή τα δέοντα προς τον πόλεμον· διότι αν ζητώσι ν' άρχωσι
-του άρχοντος, θέλουσι γίνει έτι μάλλον καταγέλαστοι παρά
-σήμερον. Ταύτα ειπών, πολλήν μεν αιδώ προς εαυτόν ενέπνευσεν
-εις τους πολίτας, μεγάλην δε προσδοκίαν του μέλλοντος, και όλοι
-έχαιρον ότι αφέντες τους κολακεύοντας, εξελέξαντο στρατηγόν
-έχοντα παρρησίαν και γενναιοφροσύνην. Ούτως ο δήμος των
-Ρωμαίων, όπως άρχη των άλλων και αναδείκνυται πάντων μέγιστος,
-εγίνετο δούλος του καλού και της αρετής.
-
-ΙΒ. Ότι δ' ο Αιμίλιος Παύλος, άμα εκίνησεν εις εκστρατείαν,
-είχε πλουν ευτυχή και πάσαν ευκολίαν προς οδοιπορίαν, ώστε
-ταχέως και ασφαλώς έφθασεν εις το στρατόπεδον, τούτο αποδίδω
-εις την καλήν αυτού τύχην. Εις δε τον πόλεμον και την
-στρατηγίαν αυτού, βλέπων άλλα μεν κατορθωθέντα διά της μεγάλης
-τόλμης αυτού, άλλα δε διά των φρονίμων αυτού βουλευμάτων, άλλα
-διά προθύμων υπηρεσιών των φίλων του, και άλλα διότι εις τας
-δεινάς περιστάσεις είχε θάρρος και σκέψιν ορθήν, ουδέν δύναμαι
-των λαμπρών και διασήμων έργων αυτού ν' αποδώσω εις την
-λεγομένην του ανδρός ευτυχίαν, ως επ' άλλων στρατηγών, εκτός αν
-τις ειπή ότι τύχη ήτον αγαθή εις του Αιμιλίου τας επιχειρήσεις
-η φιλαργυρία του Περσέως, όστις το αργύριον φειδωλευθείς,
-ανέτρεψε και κατέβαλε των Μακεδόνων τας εκ του πολέμου τούτου
-εξαρθείσας λαμπράς και μεγάλας ελπίδας. Διότι κατά παράκλησιν
-αυτού τω ήλθαν Βαστάρναι, ιππείς μεν δεκακισχίλιοι,
-δεκακισχίλιοι δε και παραβάται (317) μισθοφόροι πάντες, άνδρες
-μη ηξεύροντες ούτε να γεωργώσιν, ούτε να πλέωσιν, ούτε να ζώσι
-ποίμνια βόσκοντες, αλλ' έν έργον μελετώντες και μίαν τέχνην, να
-πολεμώσι πάντοτε και να νικώσι τους αντιταττομένους. Όταν δε
-στρατοπεδεύσαντες παρά την Μαιδικήν (318), συνανεμίγησαν μετά
-των στρατευμάτων του βασιλέως, άνδρες υψηλοί μεν τα σώματα,
-θαυμαστοί δ' εις τα γυμνάσια αυτών, καυχηματίαι δε και λαμπροί
-εις τας κατά των εχθρών απειλάς, ενέβαλον θάρρος εις τους
-Μακεδόνας, και την πεποίθησιν ότι οι Ρωμαίοι δεν θέλουσι τους
-υπομείνει, αλλ' ότι θέλουσιν εκπλαγή προς την όψιν αυτών και
-την κίνησιν, ούσαν φοβεράν και ξενοφανή. Αφ' ού όμως ούτω
-διέθεσε τους ανθρώπους ο Περσεύς, και τοσούτων ενέπλησεν αυτούς
-ελπίδων, επειδή δι' έκαστον των αρχηγών αυτών τω εζητούντο ανά
-χίλιοι στατήρες (319), ζαλισθείς και παραφρονήσας διά το
-συμποσούμενον του χρυσίου πλήθος, εκ μικρολολογίας ηρνήθη, και
-εγκατέλιπε την συμμαχίαν, ως αν επρόκειτο να οικονομήση, ουχί
-να πολεμήση, κατά των Ρωμαίων, και να δώση ακριβή απολογισμόν
-της του πολέμου δαπάνης εις εκείνους καθ' ών επολέμει· και
-ταύτα εν ώ διδασκάλους είχεν εκείνους, συλλέξαντας, και έχοντας
-ετοίμους εις πάσαν χρείαν, πλην της άλλης παρασκευής, και
-εκατόν χιλιάδας στρατιωτών. Εκείνος δε, προς τοιαύτην
-αντιταττόμενος δύναμιν, και εις πόλεμον καταβαίνων δι' όν τόσοι
-υπεράριθμοι ετρέφοντο στρατιώται, εμέτρει το χρυσίον και το
-εσφράγιζε και εφοβείτο να το εγγίση, ως αν ήτον ξένον. Και
-έπραττε ταύτα ουχί εκ Λυδών γεννηθείς ουδ' εκ Φοινίκων, αλλά
-κατά συγγένειαν την αρετήν αντιποιούμενος του Φιλίππου και
-Αλεξάνδρου, οίτινες τα πάντα ενίκησαν, θεωρήσαντες τα πράγματα
-διά χρημάτων αγοραζόμενα, και ουχί τα χρήματα διά των
-πραγμάτων, δι' ό και ερρέθη ότι τας πόλεις των Ελλήνων κυριεύει
-ουχί ο Φίλιππος, αλλ' ο χρυσός του Φιλίππου· όταν δ' ο
-Αλέξανδρος ήρχισε την κατά των Ινδών εκστρατείαν, και είδε τους
-Μακεδόνας βαρύν κατόπιν των και δυσκίνητον σύροντας του
-περσικού πλούτου τον όγκον, πρώτας επυρπόλησε τας βασιλικάς
-αμάξας, έπειτα δε κατέπεισε και τους άλλους να πράξωσι το
-ίδιον, και ελαφροί να κινήσωσι προς τον πόλεμον, ως αν είχον
-απολυθή. Ο δε Περσεύς εις τον χρυσόν πνίξας εαυτόν και τα τέκνα
-και την βασιλείαν του, δεν ηθέλησε να σωθή δι' ολίγων χρημάτων,
-αλλά μετά πολλών εις αλύσεις συρθείς ο πλούσιος αιχμάλωτος,
-προυτίμησε να επιδείξη εις τους Ρωμαίους πόσων εφείσθη,
-διατηρήσας αυτά δι' αυτούς.
-
-ΙΓ. Και ου μόνον απέπεμψε τους Γαλάτας, ψευσθείς προς αυτούς,
-αλλά και Γένθιον τον Ιλλυριόν παρακινήσας να συμπράξη εις τον
-πόλεμον επί πληρωμή τριακοσίων ταλάντων, τα μεν χρήματα
-εξέθηκεν ηριθμημένα εις τους υπ' αυτού πεμφθέντας, και τους
-αφήκε να τα σφραγίσωσιν. Όταν δ' ο Γένθιος, πεισθείς ότι είχε
-τα ζητηθέντα, έπραξεν έργον ασεβές και απαίσιον, συλλαβών και
-δέσας τους προς αυτόν ελθόντας πρέσβεις των Ρωμαίων, τότε ο
-Περσεύς, φρονών ότι δεν εχρειάζοντο πλέον χρήματα όπως τον
-καταστήσωσιν εις πόλεμον προς τους Ρωμαίους, αφ' ού ο Γένθιος
-έδωκε διά της προδοσίας του αδιάλυτα έχθρας ενέχυρα, και αφ' ού
-διά τοιαύτης αδικίας ερρίφθη εις τον πόλεμον, εστέρησε τον
-δυστυχή των τριακοσίων ταλάντων, και τον αφήκεν αδιαφόρως ν'
-αρπαγή εντός ολίγου χρόνου μετά γυναικός και τέκνων από της
-βασιλείας του, ως από φωλεάς, υπό Λευκίου Ανικίου, του
-στρατηγού του κατ' αυτού πεμφθέντος μετά δυνάμεως. Κατά
-τοιούτου λοιπόν αντιπάλου ελθών ο Αιμίλιος, αυτόν μεν
-κατεφρόνει, την δ' υπ' αυτόν στρατιωτικήν προμήθειαν και
-δύναμιν εθαύμαζε· διότι ήσαν ιππείς μεν τετρακισχίλιοι, πεζοί
-δ' εις φάλαγγα σχεδόν τεσσαράκοντα χιλιάδες. Στρατοπεδεύων δε
-παρά την θάλασσαν υπό την υπώρειαν του Ολύμπου, εις τόπους
-ουδαμόθεν προσιτούς, και πανταχόθεν καταφραχθέντες υπ' αυτού
-διά χαρακωμάτων και προτειχισμάτων ξυλίνων, έμεινεν εν εντελεί
-αργία, νομίζων ότι ο καιρός και η των χρημάτων δαπάνη θα
-εξήντλουν εντελώς τον Αιμίλιον. Αλλ' ούτος άγρυπνον έχων την
-φρένα, εβουλεύετο αδιακόπως, και τα πάντα εξέταζε και ηρεύνα.
-Βλέπων δ' ότι οι στρατιώται δυσηρεστούντο διά την έως τότε
-αργίαν, και έκαμνον τους στρατηγούς διά των λόγων,
-γνωμοδοτούντες ότι έπρεπε να γίνη, τους επέπληξε, και τοις
-παρήγγειλε να μη επεμβαίνωσιν, ουδέ να φροντίζωσι παρά πώς
-έκαστος να καταστήση το σώμα και την πανοπλίαν του όσον το
-δυνατόν χρησιμωτέραν, και ρωμαϊκούς να μεταχειρισθώσι την
-μάχαιράν των, όταν τοις προσδιορίση ο στρατηγός τον καιρόν.
-Τους δε νυκτερινούς φύλακας διέταξε να φυλάττωσιν άνευ λόγχης
-(320), διότι ούτως θα προσείχον μάλλον, και θ' ανθίστατο κατά
-του ύπνου, αν δεν εδύναντο ν' αντισταθώσι κατά των εχθρών όταν
-επλησίαζον.
-
-ΙΔ. Επειδή δ' οι άνθρωποι προ πάντων ηνοχλούντο εκ της
-ελλείψεως του ποτού, διότι ολίγον και κακόν επήγαζε και έτρεχε
-παρ' αυτήν την θάλασσαν, βλέπων ο Αιμίλιος μέγα και σύμφυτον
-όρος τον Όλυμπον υπερκείμενον, και εκ της χλωρότητος των φυτών
-εννοών ότι πρέπει να έχη πηγάς ύδατος βαθέως ρέοντος, έσκαψε
-πολλάς αναπνοάς δι' αυτάς και πολλά φρέατα κατά την υπώρειαν.
-Και ταύτα επληρώθησαν αμέσως ρευμάτων καθαρών, άτινα υπό του
-βάρους των θλιβόμενα, και διά της φυσικής των ορμής, εφέροντο
-προς το κενούμενον μέρος. Τινές λέγουσιν ότι εις τους τόπους εξ
-ών τα ύδατα ρέουσι δεν εναπόκεινται πηγαί αυτών κεκρυμμέναι και
-έτοιμοι, ουδ' είναι η εκβολή αυτών αποκάλυψις η ρήξις αυτών,
-αλλά γέννησις και σύστασις, διότι η όλη ενταύθα υγραίνεται.
-Υγραίνεται δε διά της πυκνότητος και ψυχρότητος η υδατώδης
-αναθυμίασις, όταν εις το βάθος καταθλιβείσα, γίνη ρευστή.
-Διότι, καθώς οι μαστοί των γυναικών δεν είναι, ως αγγεία,
-πλήρεις ετοίμου γάλατος καταρρέοντος, αλλά μεταβάλλουσι την
-τροφήν εντός των, και κατασκευάζουσι γάλα και το χύνουσιν,
-ούτως οι δροσεροί και πηγοτρόφοι τόποι της γης δεν καλύπτουσι
-μεν ύδωρ, ουδέ κοιλώματα εκχέοντα ρεύματα και βάθη ποταμών
-τοσούτων εκ πηγής ετοίμης και υπογείου, αλλά διά της πιέσεως
-και της καταπυκνώσεως αποθλίβοντες τον ατμόν και τον αέρα,
-τρέπουσιν αυτόν εις ύδωρ. Οι τόποι λοιπόν οίτινες σκάπτονται,
-αναδίδουσι μάλλον και αναβλύζουσιν ύδωρ εις την τοσαύτην
-ψηλάφησιν, καθώς οι μαστοί των γυναικών εις τον θηλασμόν,
-υγραίνοντες και μαλάττοντες την αναθυμίασιν. Όσα δε μέρη της
-γης εισί πεφραγμένα και ακατέργαστα, αυτά μένουσι τυφλά προς
-γένεσιν ύδατος, διότι δεν έχουσι την κίνησιν, ήτις παρέχει
-υγρόν. Οι δε ταύτα λέγοντες, αφορμήν έδωκαν εις τους
-απορητικούς (321) να προτείνωσιν ότι ουδέ το αίμα ενυπάρχει
-εις τα ζώα, αλλά γεννάται όταν γίνωσι τραύματα, διά μεταβολής
-πνεύματος τίνος ή σαρκών, ήτις παράγει ρύσιν και αναλύει. Αλλά
-την απάτην αυτών αποδεικνύουσιν οι εντός των υπονόμων και των
-μεταλλείων απαντώμενοι εις τα βάθη ποταμοί, οίτινες δεν
-συλλέγονται κατ' ολίγον, ως θα ήτον επόμενον αν εγεννώντο τότε
-διά της κινήσεως της γης, αλλ' αθρόοι εκχεόμενοι ρέουσιν. Εις
-δε τα όρη, όταν πέτρα κτυπηθή και ραγή, εκπηδά άφθονον ρεύμα
-ύδατος, και έπειτα πάλιν εκλείπει. Και ταύτα μεν περί τούτων.
-
-ΙΕ. Ο δ' Αιμίλιος, ημέρας μέν τινας ηρέμει, και λέγεται ότι
-ποτέ τόσον μεγάλα στρατόπεδα, τοσούτον εγγύς αλλήλων ιδρυμένα,
-τοσαύτην δεν ετήρησαν ησυχίαν. Εξετάζων δε τα πάντα και
-διερευνών, ήκουσεν ότι μία μόνη εκ των διόδων έμενεν
-αφρούρητος, η διά της Περραιβίας, παρά το Πύθιον (322) και την
-Πέτραν (323), και εκ του ότι ο τόπος δεν εφυλάττετο ελπίσας
-μάλλον ή ό,τι εφοβήθη την κακοτοπίαν και την τραχύτητα ής ένεκα
-δεν εφυλάττετο, συνεκρότησε περί τούτου συμβούλιον. Πρώτος δ'
-εκ των παρόντων ο Νασικάς επικαλούμενος Σκηπίων, γαμβρός
-Σκηπίωνος του Αφρικανού, ύστερον δ' ισχυρότατος γενόμενος εις
-την σύγκλητον, εδέχθη να γίνη της κυκλώσεως αρχηγός. Δεύτερος
-δ' ο Φάβιος Μάξιμος, ο πρεσβύτατος των υιών του Αιμιλίου,
-μειράκιον ων εισέτι, ηγέρθη προθυμότατος και αυτός.
-Ευχαριστηθείς λοιπόν διά τούτο ο Αιμίλιος, τοις έδωκεν ουχί
-όσους ο Πολύβιος είπεν, αλλ' όσους ο ίδιος Νασικάς λέγει ότι
-έλαβε, γράψας περί των πράξεων τούτων επιστολήν πρός τινα των
-βασιλέων. Ήσαν δε Ιταλοί μεν εκτός τάξεως των λεγεώνων
-τρισχίλιοι, το δ' αριστερόν κέρας περί τους πεντακισχιλίους.
-Εκτός τούτων λαβών ο Νασικάς ιππείς εκατόν είκοσι, και
-διακοσίους εκ των μετά του Αρπάλου αναμεμιγμένων Θρακών και
-Κρητών, εκίνησε κατά τον δρόμον της θαλάσσης, και
-εστρατοπέδευσε παρά το Ηράκλειον, ως μέλλων δήθεν να πλεύση,
-και διά των πλοίων να κυκλώση των εχθρών το στρατόπεδον. Αφ' ού
-δ' εδείπνησαν οι στρατιώται και έγινε σκότος, ειπών εις τους
-αρχηγούς την αλήθειαν, τους έφερε διά νυκτός εις τον δρόμον τον
-εναντίον της θαλάσσης, και καταλύσας ανέπαυσε το στράτευμά του
-υπό το Πύθιον. Εδώ του Ολύμπου το ύψος είναι ανώτερον των δέκα
-σταδίων (324). Δηλούται δε δι' επιγράμματος του μετρήσαντος
-αυτόν, ούτω·
-
- «Της κορυφής του Ολύμπου το ύψος, εκεί όπου κείται
- ο του Πυθίου (325) ναός (κάθετον πλην μετρηθέν)
- Έχει σταδίων μεν πλήρη δεκάδα, αλλά επί ταύτη
- Έτι και πλέθρον, εκτός μόνον τεσσάρων ποδών.
- Ο Ξεναγόρας δ' υιός του Ευμήλου ανεύρε τα μέτρα.
- Χαίρε δε συ, βασιλεύ (326), δίδων πληθύν αγαθών.
-
-Ει και λέγουσιν οι γεωμέτραι ότι ούτε ύψος όρους ούτε βάθος
-θαλάσσης υπερβαίνει τους δέκα σταδίους. Φαίνεται δ' ότι ο
-Ξεναγόρας έλαβε την καταμέτρησιν ουχί περιέργως, αλλά μεθοδικώς
-και δι' οργάνων.
-
-ΙΣΤ. Ο μεν Νασικάς λοιπόν ενταύθα διενυκτέρευσεν· ο δε Περσεύς,
-βλέπων τον Αιμίλιον ακίνητον εις την θέσιν του, δεν εφαντάζετο
-το γινόμενον. Κρης δ' αυτόμολος, αποδράς καθ' οδόν, ήλθε και τω
-ανήγγειλε των Ρωμαίων την περικύκλωσιν. Τότε δε ταραχθείς, το
-μεν στρατόπεδον δεν μετεκίνησε· παραδούς δ' εις τον Μίλωνα
-δεκακισχιλίους ξένους μισθοφόρους και δισχιλίους Μακεδόνας,
-τους έπεμψε και τους διέταξε να σπεύσωσι και να καταλάβωσι την
-διάβασιν. Εις τούτους ο μεν Πολύβιος λέγει ότι επέπεσαν οι
-Ρωμαίοι εν ώ εκοιμώντο ακόμη· ο δε Νασικάς, ότι σφοδρός έγινε
-προς αυτούς αγών και κίνδυνος εις τας κορυφάς, και ότι αυτός
-Θράκα μισθοφόρον, προσβαλόντα αυτόν στήθος προς στήθος, τον
-εκτύπησε διά της λόγχης του εις το στήθος και τον εφόνευσεν.
-Ούτως εδιώχθησαν οι εχθροί διά βίας, και ο Μίλων έφυγεν
-αίσχιστα άνευ όπλων, μόνον τον χιτώνα φορών, ο Αιμίλιος
-ηκολούθει ασφαλώς, καταβιβάζων εις την χώραν το στράτευμα. Ως
-δ' ήκουσε ταύτα ο Περσεύς, αμέσως αναχωρήσας, απεσύρθη προς τα
-οπίσω, περίφοβος γενόμενος, και βλέπων τας ελπίδας του
-καταστρεφομένας. Αλλ' ανάγκη ήτον να μείνη εμπρός της Πύδνης
-(327) και να δοκιμάση την τύχην της μάχης, ή να σκορπίση τον
-στρατόν εις τας πόλεις, και να δεχθή τον εχθρόν όστις, αφ' ού
-άπαξ εμβήκεν εις την χώραν, δεν εδύνατο να εκδιωχθή χωρίς
-πολλού φόνου και πολλών νεκρών. Αλλ' οι φίλοι του ενεθάρρυνον
-τον Περσέα, λέγοντες εις αυτόν ότι ενταύθα είχε πλήθος
-στρατιωτών ανώτερον, ότι δ' αυτοί θέλουσι δείξει πολλήν
-προθυμίαν, μαχόμενοι υπέρ των τέκνων και των γυναικών των, εν ώ
-μάλιστα τους επέβλεπεν ο βασιλεύς και εκινδύνευεν επί κεφαλής
-αυτών. Εστρατοπέδευσαν επομένως και παρετάττοντο εις μάχην, και
-κατεσκόπει τάς θέσεις, και διήρει τας αρχηγίας, ως μέλλων ευθύς
-εξ εφόδου ν' αντικρούση τους Ρωμαίους. Ο δε τόπος ήτον πεδιάς,
-κατάλληλος διά την φάλαγγα, ήτις έχει ανάγκην βάσεως επιπέδου
-και χωρίων ομαλών, και λόφοι υπήρχον συνέχεις, αλλήλους
-διαδεχόμενοι, εις τους γυμνήτας και ψιλούς στρατιώτας
-παρέχοντες καταφύγια και περιδρομάς. Διά μέσου δε ποταμοί
-ρέοντες, ο Αίσων και ο Λεύκος, ουχί λίαν βαθείς τότε, διότι
-ήτον περί τα τέλη του θέρους, εφαίνοντο ως δυνάμενοι δυσχέρειάν
-τινα να επιφέρωσιν εις τους Ρωμαίους.
-
-ΙΖ. Ο Αιμίλιος, ενωθείς μετά του Νασικά, κατέβαινε
-παρατεταγμένος κατά του εχθρού. Ως δ' είδε την παράταξιν αυτών
-και το πλήθος, θαυμάσας ανέστειλε την πορείαν του, και
-εσκέπτετο καθ' εαυτόν. Οι δε νέοι αξιωματικοί, προθυμίαν
-έχοντες να πολεμήσωσι, προυχώρουν εμπρός αυτού, και τον
-παρεκάλουν να μη χρονοτριβή, και υπέρ πάντας ο Νασικάς, θάρρος
-λαβών εκ της κατά τον Όλυμπον επιτυχίας. Ο Αιμίλιος όμως
-μειδιάσας, «Αν είχον, είπε, την ηλικίαν σου. Αλλ' αι πολλαί μου
-νίκαι, διδάσκουσί μοι των νικωμένων τα σφάλματα, μ' εμποδίζουσι
-μετά μακράν οδόν να συγκροτήσω μάχην προς φάλαγγα
-παρατεταγμένην ήδη και ετοίμην.» Μετά ταύτα, τα μεν πρώτα
-τάγματα, όσα ήσαν υπ' όψιν του εχθρού, διέταξε να συνέλθωσιν
-εις σπείρας, και να φανώσιν ως εις μάχην παραταττόμενα, τους δε
-κατά την ουράν να μείνωσιν επιτοπίως, να περιστοιχισθώσιν υπό
-χάρακος, και να στρατοπεδεύσωσιν. Ούτως οι προσεχέστεροι εις
-τους τελευταίους εξετέλουν αφανώς τους εξελιγμούς των, και,
-χωρίς οι εχθροί να το εννοήσωσιν, ελύθη η παράταξις, και
-εισήλθον πάντες αθορύβως εις τον χάρακα. Αφ' ού δ' έγινε νυξ,
-και μετά το δείπνον ετράπησαν εις ύπνον και ανάπαυσιν,
-αιφνιδίως η σελήνη, ήτις ήτο πλήρης και υψηλά εις τον ουρανόν,
-έγινε μελανή, εξέλιπε το φως της, και αφ' ού διάφορα μετέβαλε
-χρώματα, έπαυσε του να φαίνηται. Και οι μεν Ρωμαίοι, ως
-συνηθίζουσιν, ανεκάλουν το φως αυτής διά πατάγων χαλκού, και
-πολλά ύψουν πυρά και δαυλούς και δάδας προς τον ουρανόν· οι δε
-Μακεδόνες ουδέν όμοιον έπραττον, αλλά φρίκη και θάμβος
-εκυρίευσε το στρατόπεδον, και λόγος διά πολλών κρυφίως
-διεδίδετο, ότι το φαινόμενον σημαίνει του βασιλέως έκλειψιν
-(328). Ο δ' Αιμίλιος, όχι ότι δεν ήκουσεν ουδ' εγνώριζε τας
-εκλειπτικάς ανωμαλίας, αίτινες την σελήνην περιφερομένην
-εμβάλλουσι κατά τεταγμένας περιόδους εις της γης την σκιάν και
-την αποκρύπτουσι, μέχρις ού παρελθούσα το εσκοτισμένον μέρος,
-πάλιν αναλάμψη απέναντι του ηλίου· αλλ' επειδή πολλά απέδιδεν
-εις τους θεούς, και ήτον φιλοθύτης και φίλος των μαντείων, ότε
-είδε κατά πρώτον την σελήνην καθαιρομένην, έθυσεν εις αυτήν
-ένδεκα μόσχους. Αμα δ' εξημέρωσεν, εθυσίασε βους εις τον
-Ηρακλήν, αλλά τα ιερά δεν ήσαν καλά μέχρι του εικοστού· εις δε
-το εικοστόν πρώτον εφάνησαν τα σημεία, και προεμήνυσαν εις
-αυτούς νίκην, αν έμενον αμυνόμενοι. Υποσχεθείς επομένως εκατόν
-βους και ιερόν αγώνα εις τον Θεόν, διέταξε τους αρχηγούς να
-παρατάξωσι τον στρατόν εις μάχην. Αυτός δε, περιμένων να στραφή
-και κλίνη το φως, όπως μη την αυγήν λάμπη ο ήλιος κατά πρόσωπον
-αυτών εν ώ επολέμουν, παρήρχετο τον χρόνον εις την σκηνήν του
-ανεωγμένην προς την πεδιάδα και προς το εχθρικόν στρατόπεδον.
-
-ΙΗ. Περί δε δείλην τινές λέγουσιν ότι διά τεχνάσματος αυτού του
-Αιμιλίου προήλθεν η πρώτη προσβολή εκ μέρους των εχθρών, και
-ότι οι Ρωμαίοι, απολύσαντες αχαλίνωτον ίππον, τον εδίωξαν προς
-αυτούς, και ούτος διωκόμενος έγινε πρώτη αρχή της μάχης. Κατ'
-άλλους δε, υποζύγια ρωμαϊκά, φέροντα χόρτον προσεβλήθησαν υπό
-Θρακών, ών αρχηγός ήτον ο Αλέξανδρος· κατ' αυτών δ' ότι σφοδρώς
-επέπεσαν επτακόσιοι Λίγυοι, και ως αμφοτέρωθεν ήλθεν
-περισσοτέρων βοήθεια, ούτω συνήφθη η μάχη. Και ο μεν Αιμίλιος,
-ως έμπειρος κυβερνήτης, εκ του πολλού σάλου και της κινήσεως
-προβλέπων το μέγεθος του αγώνος, εξήλθε της σκηνής, και
-περιερχόμενος των οπλιτών τα τάγματα, τα ενεθάρρυνεν. Ο δε
-Νασικάς, ιππεύσας προς τους ακροβολιζομένους, βλέπει σχεδόν
-όλους τους εχθρούς ελθόντας εις χείρας. Πρώτοι δ' εβάδιζον οι
-Θράκες, ών, ως λέγει, η θέα προ πάντων τον εξέπληξεν, άνδρες
-υψηλοί τα σώματα, λευκόν έχοντες και λάμποντα ασπίδων οπλισμόν
-και περικνημίδων, μέλανας δ' υπ' αυτόν ενδεδυμένοι χιτώνας, και
-ορθάς ρομφαίας βαρυσιδήρους εκ των δεξιών ώμων επισείοντες.
-Πλησίον δε των Θρακών ετάττοντο οι μισθοφόροι, ών το ένδυμα
-ήτον παντοδαπόν, και μεθ' ών ήσαν Παίονες μεμιγμένοι. Μέτ'
-αυτούς δ' είπετο τάγμα τρίτον, οι επίλεκτοι, το κατά την
-ανδρείαν και την ηλικίαν καθαρώτερον των Μακεδόνων,
-αστράπτοντες μ' επίχρυσα όπλα και νεουργείς φοινικίδας. Εν ώ δ'
-ούτοι παρετάττοντο, αναφαινόμεναι εκ των χαρακωμάτων αι
-φάλαγγες των χαλκασπίδων, επλήρωσαν ακτίνων σιδήρου και λάμψεως
-χαλκού το πεδίον, και κραυγής και θορύβου το όρος ως παρεκίνουν
-αλλήλας. Τόσον δε θρασέως και μετά τάχους προυχώρουν, ώστε οι
-πρώτοι νεκροί έπεσαν δύο μόνον σταδίους μακράν του χαρακώματος
-των Ρωμαίων.
-
-ΙΘ. Εν ώ δ' εγίνετο η έφοδος, επρόφθασεν ο Αιμίλιος, και εύρε
-τους εκ των ταγμάτων Μακεδόνας ότι ήγγιζον τας σαρίσας (329)
-αυτών εις τας ασπίδας των Ρωμαίων, οίτινες δεν τους έφθανον διά
-των μαχαιρών των. Αφ' ού δε είδε και τους άλλους Μακεδόνας ότι
-εξεκρέμασαν τας πέλτας των (330) εκ των ώμων, και εις έν
-πρόσταγμα κλίναντες τας σαρίσσας, αντέστησαν εις τους
-ασπιδοφόρους, και την δύναμιν είδε του συνασπισμού και την
-τραχύτητα της αντιστάσεως, εκυριεύθη υπ' εκπλήξεως και φόβου,
-διότι ποτέ δεν είχεν ιδή θέαμα φοβερώτερον, και πολλάκις έκτοτε
-ενθυμείτο την εντύπωσιν εκείνην και την όψιν. Τότε δε, δεικνύων
-εαυτόν προς τους μαχομένους ιλαρόν και φαιδρόν, διήρχετο εμπρός
-των έφιππος, χωρίς περικεφαλαίας και θώρακος. Ο δε των
-Μακεδόνων βασιλεύς, ως λέγει ο Πολύβιος, όταν ήρχισεν η μάχη,
-δειλιάσας, έφυγεν έφιππος εις την πόλιν (331), προσποιηθείς
-ότι θέλει να θύση εις τον Ηρακλέα, όστις όμως δεν δέχεται δειλά
-παρά δειλών, ουδ' εκτελεί ευχάς αθεμίτους. Διότι δεν είναι
-θεμιτόν ούτε ο μη ρίπτων να ευθυβολή, ούτε ο μη υπομένων να
-υπερισχύη, ούτε ο μηδέν πράττων να ευπραγή, ούτε ο κακός να
-ευδαιμονή. Αλλά του Παύλου Αιμιλίου εδέχθη τας ευχάς ο Θεός,
-διότι ούτος εζήτει του πολέμου το κράτος και την νίκην το δόρυ
-κρατών, και πολεμών επεκαλείτο σύμμαχον τον Θεόν. Εν τούτοις
-Ποσειδώνιός τις, όστις λέγει ότι έζη επ' εκείνων των καιρών και
-των πράξεων, και έγραψεν ιστορίαν περί Περσέως εις πολλά βιβλία
-(332), λέγει ότι απήλθεν αυτός ουχί υπό δειλίας, ουδέ πρόφασιν
-θυσίας προτείνας, αλλά διότι την προτεραίαν της μάχης έτυχεν
-ίππος να λακτίση αυτόν εις το σκέλος· κατά δε την μάχην, ει και
-ενοχλούμενος, και κωλυόμενος υπό των φίλων, διέταξεν όμως να τω
-φέρωσι φορτηγόν ίππον, και αναβάς αυτόν, συνετάχθη αθωράκιστος
-εις την φάλαγγα. Έπιπτον δε πανταχόθεν βέλη παντοία, και δόρυ
-έπεσεν ολοσίδηρον εις αυτόν, χωρίς διά της αιχμής να τον
-εγγίση, αλλά πλάγιον επέρασε περί την αριστεράν του πλευράν.
-Διά της ορμής του δε διέσχισε τον χιτώνα του, και τυφλόν θλάσμα
-εκοκκίνισε το σώμα του, διατηρήσαν επί πολύν χρόνον τον τύπον.
-Ταύτα απολογείται ο Ποσειδώνιος υπέρ του Περσέως.
-
-Κ. Αλλ' επειδή οι Ρωμαίοι, οίτινες αντετάχθησαν εις την
-φάλαγγα, δεν εδύναντο να βιάσωσιν αυτήν, ο Σάλιος, αρχηγός των
-Πελιγνών (333) αρπάσας την σημαίαν των υφ' εαυτόν, την έρριψεν
-εις τους εχθρούς. Τότε δ' οι Πελιγνοί, (διότι παρά τοις Ιταλοίς
-δεν είναι θεμιτόν ουδ' όσιον να εγκαταλείψωσι την σημαίαν),
-συνέδραμον προς εκείνον τον τόπον, και έργα φοβερά και φόνοι
-συνέβησαν εκατέρωθεν όταν συνεκρούσθησαν. Διότι οι μεν
-επροσπάθουν να κόψωσι διά των μαχαιρών τας σαρίσσας, και ν'
-αποκρούσωσιν αυτάς διά των ασπίδων, και συλλαμβάνοντες αυτάς
-διά των χειρών να τας μακρύνωσιν· οι δε Μακεδόνες, δι'
-αμφοτέρων των χειρών ισχυρώς κρατούντες τας λόγχας, και
-διατρυπώντες τους κατ' αυτών επιπίπτοντας, χωρίς ούτε ασπίς
-ούτε θώραξ ν' αντιστή εις της σαρίσσης την βίαν, ανέτρεπον κατά
-κεφαλήν τους Πελιγνούς και Μαρρρουκινούς, οίτινες χωρίς ουδέν
-να λογίζωνται, και μετά θυμού θηριώδους, ερρίπτοντο εις τας
-πληγάς και εις βέβαιον θάνατον. Ως δ' εφονεύθησαν ούτως οι
-πρόμαχοι, ωπισθοδρόμησαν οι οπίσω τεταγμένοι· δεν ήτον δε τούτο
-φυγή, αλλ' υποχώρησις προς το όρος το καλούμενον Ολόκρον, ώστε,
-ως λέγει ο Ποσσειδώνιος, ο Αιμίλιος διέρρηξε τον χιτώνα του,
-ιδών ότι ούτοι μεν ενέδιδον, οι δ' άλλοι Ρωμαίοι απέφευγον την
-φάλαγγα, ήτις ουδαμόθεν εδύνατο να προσβληθή και πανταχόθεν
-παρίστατο ακαταμάχητος, το πύκνωμα των σαρισσών έχουσα ως
-χαράκωμα. Αλλ' επειδή τα χωρία ήσαν ανώμαλα και η παράταξις διά
-το μήκος της δεν εφύλαττε συνεχή τον συνασπισμόν, είδεν ο
-Αιμίλιος ότι η φάλαγξ των Μακεδόνων παρίστα διαστήματα και
-διασπάσματα, ως είναι επόμενον εις μεγάλους στρατούς και εις
-τας ποικίλας των μαχομένων ορμάς, και ότι εις άλλα μεν μέρη
-προυχώρει εμπρός θλιβομένη, εις άλλα δ' υπεχώρει. Τότε, ταχέως
-περιελθών τον στρατόν, και διαιρέσας αυτόν εις σπείρας, διέταξε
-να παρεμπίπτωσιν εις τα διαλείμματα και τα κενά της τάξεως των
-εχθρών, και να συμπλέκωνται ουχί πάντες προς πάντας μίαν
-συγκροτούντες μάχην, αλλά πολλάς κατά μέρος και μεμιγμένας.
-Ταύτα ωδήγησεν ο Αιμίλιος τους αξιωματικούς, οι δ' αξιωματικοί
-πάλιν τους στρατιώτας· και ως πρώτον εισεχώρησαν και διέδυσαν
-εντός των οπλιτών, επί των μεν εκ πλαγίου και εις τα γυμνά
-επιπίπτοντες, τους δε περικυκλούντες και όπισθεν λαμβάνοντες,
-διερράγη η φάλαγξ, και απωλέσθη αυτής ευθύς η δύναμις και η
-κοινή ενέργεια. Εις δε τας καθ' ένα και κατ' ολίγους
-συγκρούσεις, οι Μακεδόνες διά μικρών εγχειριδίων κτυπώντες τας
-στερεάς και μέχρι των ποδών καλυπτούσας ασπίδας, διά των
-ελαφρών δε και μικρών πελταρίων αυτών κακώς αντέχοντες προς τας
-μαχαίρας εκείνων, αίτινες, βαρείαι καταφερόμεναι, διέσχιζον παν
-όπλον μέχρι του σώματος, ετράπησαν εις φυγήν.
-
-ΚΑ. Εις τούτο το μέρος μέγας ην ο αγών. Εκεί και Μάρκιος ο υιός
-του Κάτωνος, γαμβρός του Αιμιλίου, μεγάλην αναπτύξας ανδρείαν,
-απώλεσε το ξίφος του. Ως δε νεανίας άριστα εκπαιδευθείς, και
-εις τον μέγαν πατέρα του μεγάλης αρετής αποδείξεις οφείλων,
-φρονών ότι ο θάνατος ήτον προτιμότερος παρά ζων αυτός ν' αφήση
-λάφυρον εαυτού εις τους εχθρούς, έτρεχε διά της μάχης, και αν
-έβλεπε που φίλον τινά ή οικείον, τω έλεγε το συμβάν εις αυτόν,
-και τον παρεκάλει να τον βοηθήση. Πολλοί δε και ανδρείοι ούτω
-συνελθόντες, και μεθ' ορμής υπό την οδηγίαν αυτού τους λοιπούς
-διασχίσαντες, ώρμησαν εις τους εναντίους. Διά μεγάλου δ' αγώνος
-και φόνου πολλού και τραυμάτων εκδιώξαντες αυτούς εκ της θέσεώς
-των, και τόπον έρημον και γυμνόν καταλαβόντες, ετράπησαν εις
-του ξίφους την αναζήτησιν. Ως δε μόλις εν μέσω πολλών όπλων και
-πτωμάτων νεκρών ανευρέθη κεκρυμμένον, περιχαρείς γενόμενοι και
-παιανίσαντες, έτι λαμπρότερον εφορμώσι κατά των εισέτι
-ανθισταμένων εχθρών. Και τέλος oι τρισχίλιοι επίλεκτοι, εις τας
-τάξεις των μένοντες και μαχόμενοι, κατεκόπησαν πάντες· οι δ'
-άλλοι έφευγον, και πολύς ην ο φόνος αυτών, ώστε η μεν πεδιάς
-και η υπώρεια κατεπληρώθησαν νεκρών^ του δε Λεύκου ποταμού το
-ρεύμα διέβησαν οι Ρωμαίοι την μετά την μάχην ημέραν μεμιγμένον
-έτι μεθ' αίματος· διότι λέγεται ότι απέθανον υπέρ τας
-εικοσιπέντε χιλιάδας. Εκ δε των Ρωμαίων έπεσαν, ως μεν ο
-Ποσειδώνιος λέγει, εκατόν, ως δ' ο Νασικάς, ογδοήκοντα.
-
-KB. Και κρίσιν μεν έλαβε ταχυτάτην ο μέγιστος ούτος αγών διότι
-αρχήσαντες την εννάτην (334) ώραν να πολεμώσιν, ενίκησαν προ
-της δεκάτης. Το δ' επίλοιποι της ημέρας μετεχειρίσθησαν εις την
-δίωξιν, και διώξαντες τους φυγάδας μέχρι σταδίων εκατόν είκοσι,
-μόλις αφ' ού εντελώς ενύχτωσεν εστράφησαν οπίσω. Και τους μεν
-άλλους οι θεράποντες μετά λαμπάδων προϋπαντώντες, μετά χαράς
-και βοής τους έφερον εις τας σκηνάς, καταφώτους και
-κεκοσμημένας διά στεφάνων κισσού και δάφνης. Τον στρατηγόν δε
-τον ίδιον μέγα πένθος κατείχε· διότι εκ των δύο υιών του
-οίτινες συνεξεστράτευον μετ' αυτού, ο νεώτερος ουδαμού
-εφαίνετο, εκείνος όν ηγάπα περισσότερον, και όν έβλεπεν εκ
-φύσεως μάλλον των αδελφών του κλίνοντα προς την αρετήν. Επειδή
-δ' ήτον γενναίος την ψυχήν και φιλότιμος, και αντίπαις εις την
-ηλικίαν (335) εφρόνει ότι εχάθη εντελώς, εξ απειρίας
-αναμιχθείς κατά την μάχην μετά των εχθρών. Αλλ' άμα το
-στράτευμα όλον ήκουσε περί της ανησυχίας αυτού και της θλίψεως,
-αφήνοντες το δείπνον, ανεπήδων και έτρεχον μετά λαμπάδων,
-πολλοί μεν εις την σκηνήν του Αιμιλίου, πολλοί δ' εμπρός του
-χαρακώματος, ζητούντες αυτόν μεταξύ των πρώτων νεκρών. Κατήφεια
-δε κατείχε το στρατόπεδον, και κραυγή ηκούετο εις παν το
-πεδίον, ως εκάλουν τον Σκηπίωνα· διότι όλοι τον εθαύμαζον ευθύς
-εξ αρχής, βλέποντες το ήθος του, ως ουδενός άλλου των συγγενών
-του, πάσας έχον τας αρετάς του στρατηγού και του πολιτικού
-ανδρός· Εξώρας δε, αφ' ού πάντες σχεδόν είχον απελπισθή περί
-αυτού, επανήλθεν εκ της διώξεως, μετά δύο ή τριών φίλων του,
-πλήρης αίματος και φόνου των πολεμίων, ως σκύλαξ γενναίος υφ'
-ηδονής της νίκης ακρατήτως παρασυρθείς. Ούτος είναι ο Σκηπίων,
-όστις μετά ταύτα κατέσκαψε την Καρχηδόνα και Νομαντίαν, και
-πολύ επρώτευσε των Ρωμαίων, και μεγάλην έλαβε δύναμιν. Εις τον
-Αιμίλιον λοιπόν, αναβαλούσα η τύχη δι' άλλον καιρόν τον φθόνον
-αυτής διά το τότε κατόρθωμα, απέδωκε τότε εντελή της νίκης την
-ηδονήν.
-
-ΚΓ. Ο δε Περσεύς φυγών, ανεχώρησεν εκ Πύδνας εις Πέλλαν μετά
-των ιππέων, οίτινες σχεδόν πάντες εσώθησαν από της μάχης.
-Επειδή δε, προφθάνοντες οι πεζοί τους ιππείς, και λοιδορούντες
-αυτούς ως ανάνδρους και προδότας, τους έρριπτον κάτω των ίππων
-των και τους εκτύπων, φοβηθείς τον θόρυβον, έστρεψε τον ίππον
-του εκτός της οδού, και διά να μη διακριθή, αποδυθείς την
-πορφύραν του, την έθεσεν εμπρός του, και το διάδημά του εκράτει
-εις τας χείρας του. Συνδιαλεγόμενος δε μετά των φίλων του εν ώ
-εβάδιζε, κατέβη και έσυρε τον ίππον του· αλλ' εξ αυτών, άλλος
-μεν προσποιούμενος ότι δένει το υπόδημά του λυθέν, άλλος ότι
-ποτίζει τον ίππον του, άλλος ότι θέλει να πίη, έμενον κατ'
-ολίγον οπίσω και απεδίδρασκον, μη φοβούμενοι τοσούτον τους
-εχθρούς, όσον εκείνου την αγριότητα· Διότι υπό των κακών
-τεταραγμένος, εζήτει ν' αποκυλίση αφ' εαυτού εις πάντα άλλον
-την αιτίαν της ήττης. Την δε νύκτα, όταν εισήλθεν εις την
-Πέλλαν, ο Εύκτος και ο Εύδαιος, οι νομισματοφύλακες αυτού,
-ελθόντες εις προϋπάντησίν του, τον ήλεγχον διά τα γενόμενα, και
-μετ' ακαίρου παρρησίας τω ωμίλουν και τον εσυμβούλευον. Εκείνος
-δ' οργισθείς, τους εκτύπησεν ο ίδιος διά του ξιφιδίου του και
-τους εφόνευσε. Τότε ουδείς πλέον έμεινε πλησίον του, παρεκτός
-Ευάνδρου του Κρητός και Αρχιδάμου του Αιτωλού, και του Βοιωτού
-Νέωνος. Εκ δε των στρατιωτών τον ηκολούθησαν οι Κρήτες, ουχί εξ
-αγάπης, αλλά διά τα χρήματα προσκολλώμενοι εις αυτόν, ως εις το
-κηρίον αι μέλισσαι. Διότι έφερε πάμπολλα μεθ' εαυτού, και
-αφήκεν εξ αυτών ν' αρπάσωσιν οι Κρήτες εκπώματα και κρατήρας,
-και τ' άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, ως τριάκοντα ταλάντων
-αξίας. Φθάσας δ' εις Αμφίπολιν πρώτον, έπειτα δ' εκείθεν εις
-Γαληψόν, και αφ' ού ολίγον επραΰνθη ο φόβος του, επανήλθε πάλιν
-εις το έμφυτον και πρεσβύτατον των νοσημάτων αυτού, την
-μικρολογίαν, και ωδύρετο προς τους φίλους του ότι, εξ αγνοίας
-εσκόρπησεν εις τους Κρήτας τινά εκ των χρυσωμάτων του Μεγάλου
-Αλεξάνδρου, και παρεκάλει τους έχοντας αυτά, μεθ' ικεσιών και
-δακρύων, να τ' ανταλλάξωσι προς νόμισμα. Και όσοι μεν καλώς τον
-εγνώριζον, ενόησαν ότι εκρήτιζε προς Κρήτας (336). Εκείνοι δε
-πεισθέντες, και δόντες τα χρυσώματα, εστερήθησαν της τιμής των,
-διότι δεν τοις έδωκε το αργύριον, αλλά τριάκοντα τάλαντα
-κερδήσας από των φίλων του, άτινα έμελλον μετ' ολίγον να λάβωσι
-οι εχθροί, έπλευσε μετ' αυτών εις την Σαμοθράκην, και κατέφυγεν
-ως ικέτης εις τους Διοσκούρους (337)
-
-ΚΑ. Και πάντοτε μεν λέγονται φίλοι των βασιλέων οι Μακεδόνες.
-Τότε δε, ως αν είχε θραυσθή ο στύλος, έπεσαν πάντες ομού, και
-παραδοθέντες εις τον Αιμίλιον, εντός δύο ημερών τον κατέστησαν
-κύριον όλης της Μακεδονίας. Και τούτο φαίνεται δικαιολογούν
-τους λέγοντας ότι πόσαι αι πράξεις εκείναι εγένοντο δι' ευνοίας
-της τύχης. Προσέτι δε και η κατά την θυσίαν σύμπτωσις ήτον εκ
-Θεού και αυτή· διότι εν ώ ο Αιμίλιος εθυσίαζεν εν Αμφιπόλει,
-και το θύμα είχε σφαγή, κεραυνός ενσκήψας εις τον βωμόν, έβαλε
-πυρ, και ηγίασε την ιερουργίαν. Αλλ' έτι μάλλον αποδεικνύουσι
-την εύνοιαν των θεών και της τύχης τ' αφορώντα την φήμην^ διότι
-τετάρτη ήτον ημέρα αφ' ότου ενικήθη ο Περσεύς περί την Πύδναν,
-όταν ο δήμος εν Ρώμη εκάθητο εις ιππικών αγώνων θεωρίαν. Αίφνης
-διεδόθη λόγος εις το πρώτον του θεάτρου μέρος, ότι ο Αιμίλιος
-εις μεγάλην μάχην νικήσας τον Περσέα κατέστρεψε πάσαν την
-Μακεδονίαν. Ταχέως δε διεσπάρη η φήμη εις όλον το πλήθος, και
-χαρά εξέλαμψε μετά κρότου και βοής, δι' όλης της ημέρας εκείνης
-κατασχούσα την πόλιν. Έπειτα όμως, επειδή ο λόγος δεν εδύνατο
-ν' αναχθή εις αρχήν βεβαίαν, αλλ' εις όλους εν γένει εφαίνετο
-πλανώμενος, τότε μεν διεσκεδάσθη και εξέλιπεν η φήμη. Ολίγας δ'
-ημέρας μετά ταύτα, μαθόντες σαφώς, εθαύμαζον πώς η αγγελία
-προέδραμε, και πώς το ψεύδος περιείχε την αλήθειαν.
-
-ΚΕ. Λέγεται δ' ότι και της επί του Σάγρα ποταμού μάχης των
-Ιταλιωτών (338) έγινεν αυθημερόν λόγος εν Πελοποννήσω, και εις
-τας Πλαταιάς της εν Μυκάλη κατά των Μήδων (339). Την δε νίκην
-ήν ενίκησαν οι Ρωμαίοι κατά των Ταρκυνίων, επιστρατευσάντων
-μετά Λατίνων, εφάνησαν ολίγον μετά ταύτα δύο καλοί και μεγάλοι
-άνδρες, ελθόντες οι ίδιοι από του στρατοπέδου να την
-αναγγείλωσι, και εξελείφθη ότι ήσαν οι Διόσκουροι ούτοι. Ο δε
-πρώτος όστις τους απήντησεν εις την αγοράν εμπρός της κρήνης να
-δροσίζωσι τους ίππους των, καταβρόχους από πολλού ιδρώτος,
-εθαύμαζε τον περί της νίκης λόγον αυτών. Εκείνοι δε λέγεται ότι
-έψαυσαν το γένειον αυτού διά των χειρών των ελαφρώς μειδιώντες,
-και αι τρίχες του ευθύς, μέλαιναι ούσαι, μετεβλήθησαν εις
-πυρράς. Τούτο δ' έδωκε πίστιν εις λόγον αυτών, εις δε τον άνδρα
-την επίκλησιν Αινόβαρβος, όπερ εστί χαλκοπώγων. Όλα δε ταύτα
-κατέστησαν αξιόπιστα το εφ' ημών γενόμενον. Όταν ο Αντώνιος
-απεστάτησε του Δομετιανού, και πολύς πόλεμος εκ Γερμανίας
-περιεμένετο, και η Ρώμη ήτον εν ταραχή, αιφνιδίως και αυτομάτως
-ο δήμος αφ' εαυτού φήμην διέδωκε νίκης, και την Ρώμην επέδραμε
-λόγος ότι εφονεύθη ο Αντώνιος, ότι ηττήθη το υπ' αυτόν
-στράτευμα, και ότι ουδέν μέρος αυτού έμεινε. Τόσον δ' εντελώς
-και γενικώς επιστεύθη η φήμη αύτη, ώστε και θυσίας προσέφερον
-πολλοί των εν ταις αρχαίς. Ότε δ' εζήτησαν τις ήτον όστις
-πρώτος το είπε, και ουδείς ευρίσκετο, και ο λόγος, απ' άλλου
-εις άλλον κυνηγούμενος έφευγε, και τέλος βυθισθείς, ως εις
-πέλαγος αχανές εις τον άπειρον όχλον, εφάνη ότι ουδεμίαν είχε
-βεβαίαν αρχήν, αυτή μεν η φήμη διελύθη εκ της πόλεως ταχέως.
-Επορεύετο δ' ο Δομετιανός, μετά της δυνάμεως εις τον πόλεμον,
-και καθ' οδόν τον απήντησεν αγγελία και γράμματα λέγοντα εις
-αυτόν την νίκην. Ήτον δ' η ιδία ημέρα του κατορθώματος και της
-φήμης, εν ώ οι τόποι απείχον υπέρ τας είκοσι χιλιάδας σταδίων
-(340). Ταύτα ουδείς των εφ' ημών αγνοεί.
-
-ΚΣΤ. Ο δε Γναίος Οκτάβιος, ο ναύαρχος του Αιμιλίου,
-προσορμισθείς εις την Σαμοθράκην, ασυλίαν μεν έδωκεν εις τον
-Περσέα ένεκα των Θεών (341), τον εκώλυε δε να εκπλεύση και να
-φύγη. Κατώρθωσεν όμως ο Περσεύς κρυφίως αυτού να πείση Ορυάνδην
-τινά, Κρήτα, λέμβον έχοντα, να παραλάβη αυτόν μετά των χρημάτων
-του. Εκείνος όμως, κρητισμόν μεταχειρισθείς, τα μεν χρήματα
-έλαβε το εσπέρας, μηνύσας δ' εκείνον να έλθη την νύχτα εις τον
-λιμένα πλησίον του Δημητρείου (342) μετά των τέκνων και των
-αναγκαίων υπηρετών του, ευθύς αφ' εσπέρας απέπλευσεν. Ο δε
-Περσεύς οικτρά μεν έπασχε, και διά στενού παραθύρου παρά το
-τείχος κατέβη διά σχοινίου αυτός και τα παιδία και η γυνή του,
-μη έχοντες έως τότε πείραν πόνων και πλάνης. Οικτρότατον δε
-στεναγμόν αφήκεν όταν εν ώ επλανάτο παρά τον αιγιαλόν, ιδών τις
-τω έδειξε τον Οροάνδην όστις έτρεχεν εις το πέλαγος ήδη· διότι
-υπέλαμπεν η ημέρα, ώστε πάσαν απολέσας ελπίδα, επέστρεφε φεύγων
-προς το τείχος· και ενοήθη μεν, επρόλαβεν όμως τους Ρωμαίους
-μετά της γυναικός του. Τα δε παιδία του λαβών, τα ενεχείρισεν ο
-ίδιος εις τον Ίωνα, όστις ήτον ποτέ ερωμένος του Περσέως, τότε
-δε προδότης γενόμενος, έγινεν αιτία ν' αναγκασθή ο άνθρωπος, ως
-θηρίον όταν συλλαμβάνωνται τα παιδία του, να παραδώση το σώμα
-του εις τας χείρας εκείνων αίτινες είχον αυτά εις την εξουσίαν
-των. Είχε δε περισσοτέραν εμπιστοσύνην εις τον Νασικάν, και
-εκείνον εκάλει· επειδή δ' εκείνος δεν ήτον παρών, κλαύσας την
-τύχην του, και την ανάγκην ιδών, παρεδόθη εις την διάκρισιν του
-Γναίου, τότε μάλιστα φανερώς αποδείξας ότι υπήρχε ότι εν αυτώ
-κακόν αγενέστερον της φιλαργυρίας, η φιλοψυχία, δι' ής εστερήθη
-του μόνου ό η τύχη δεν αφαιρεί από των δυστυχησάντων, την
-συμπάθειαν. Διότι παρεκάλεσε να τον φέρωσι προς τον Αιμίλιον,
-όστις αναστάς τον προϋπάντησε μετά των φίλων του δακρύων, ως
-άνδρα μέγαν, πεσόντα πτώσιν υπό των Θεών επιβληθείσαν και
-δυστυχή. Εκείνος δε, αίσχιστον θέαμα! πεσών κατά γης, και τα
-γόνατα αυτού εναγκαλισθείς, εξέπεμψε φωνάς αγενείς, και δεήσεις
-άς δεν υπέμεινεν ουδ' ήκουσεν ο Αιμίλιος, αλλά προσβλέψας αυτόν
-μετά προσώπου αλγούντος και λελυπημένου· «Τι, ω ταλαίπωρε, τω
-είπε ταύτα πράττων, αφαιρείς από της τύχης το μέγιστον των προς
-σε εγκλημάτων της, και φαίνεσαι ότι πάσχεις ουχί παρ' αξίαν,
-και ότι ανάξιος είσαι ουχί ταύτης, αλλά της αρχαίας σου τύχης;
-Διατί δε ταπεινοίς και την νίκην μου, και το κατώρθωμά μου
-κάμνεις μικρόν, δεικνύων σεαυτόν ούτε γενναίον ούτε άξιον των
-Ρωμαίων ανταγωνιστήν;» Των δυστυχούντων η αρετή απαιτεί
-σεβασμού φόρον και παρά των πολεμίων. Η δειλεία δε, και όταν
-ευημερή, θεωρείται ατιμοτάτη παρά τοις Ρωμαίοις.
-
-ΚΖ. Ουχ ήττον όμως αναστήσας και εκ της δεξιάς λαμβάνων αυτόν,
-τον παρέδωκεν εις τον Τουβέρωνα. Έπειτα δε τους υιούς και τους
-γαμβρούς του και των άλλων αξιωματικών τους νεωτάτους καλέσας
-εντός της σκηνής, πολύν καιρόν έμεινεν εν σιωπή και σκέψει
-καθήμενος, ώστε όλοι εθαύμαζον. Αρξάμενος δε περί της τύχης να
-ομιλή και περί των ανθρωπίνων πραγμάτων· «Άραγε, είπεν, άξιον
-είναι να κομπάζη ο άνθρωπος και να μεγαλοφρονή διά τας
-επιτυχίας του, όταν κατέστρεψεν έθνος ή πόλιν ή βασιλείαν; ή
-μάλλον την μεταβολήν ταύτην να διανοήται της τύχης, ήτις
-παράδειγμα προτάτουσα εις τους πολεμούντας, διδάσκει αυτούς ότι
-ουδέν είναι μόνιμον και βέβαιον; Τις καιρός δύναται θάρρος να
-εμπνεύση εις τους ανθρώπους, όταν η επί των άλλων νίκη, αυτή
-προ πάντων τοις δίδει αφορμήν να φοβώνται την τύχην, και εις
-τον χαίροντα επιφέρει αθυμίαν τοσαύτην ο αναλογισμός της
-ειμαρμένης ήτις περιστρέφεται και άλλοτε άλλους ευνοεί. Ή, όταν
-υπό τους πόδας ημών επατήσαμεν εντός ουδέ μιας ώρας πεσούσαν
-του Αλεξάνδρου την διαδοχήν, όστις εις υπερτάτην υψώθη δύναμιν
-και μέγιστον είχε κράτος, και όταν τους μέχρις εσχάτων διά
-τοσούτων μυριάδων πεζών και χιλιάδων ιππέων δοριφορουμένους
-βασιλείς βλέπωμεν εξ εχθρικών χειρών εφήμερον τροφήν και ποτόν
-λαμβάνοντας, νομίζετε ότι τα καθ' ημάς έχουσι διαρκή τινα
-βεβαιότητα περιεχομένου του χρόνου; Καταστείλατε σεις οι νέοι
-την ματαίαν υπεροψίαν και το γαυρίαμα της νίκης, και ταπεινοί
-κλίνατε την κεφαλήν, εις το μέλλον αποβλέποντες πάντοτε μετά
-προσδοκίας του τέλους, ότε ο Θεός θέλει ρίψει εφ' ημών την
-νέμεσιν της παρούσης ευημερίας.» Toιαύτα πολλά λέγουσιν ότι
-είπεν ο Αιμίλιος, και απέπεμψε τους νέους, καλώς, ως διά
-χαλινού, διά του αναχαιτίζοντος λόγου κολάσας το καύχημα αυτών
-και την ύβριν.
-
-ΚΗ. Μετά δε τούτο έτρεψε τον μεν στρατόν εις ανάπαυσιν, αυτός
-δ' απήλθε ν' επισκεφθή την Ελλάδα, διατριβήν ποιούμενος ένδοξον
-ενταυτώ και φιλάνθρωπον. Διότι παριερχόμενος ανεκούφιζε τους
-δήμους, και συνίστα τα πολιτεύματα, και δωρεάς έδιδε, είς τινας
-μεν σίτον εκ του βασιλικού, εις άλλους δε έλαιον· εξ' ού
-λέγεται ότι τοσούτον ευρέθη εν ταις αποθήκαις, ώστε εξέλιπον οι
-λαμβάνοντες αυτά και χρείαν αυτού έχοντες, πριν ή καταναλωθή το
-πλήθος των ευρεθέντων. Εις τους Δελφούς δ' ιδών στήλην
-τετράγωνον μεγάλην εκ λίθων λευκών συναρμοσμένην, εις ήν έμελλε
-να στηθή του Περσέως ο χρυσούς ανδριάς, προσέταξε να θέσωσι τον
-εδικόν του, διότι δέον είναι οι νικώμενοι να υποχωρώσιν εις
-τους νικώντας. Εις δε την Ολυμπίαν λέγεται ότι ανέκραξε το
-πολυθρύλλητον εκείνο, ότι του Ομήρου τον Δία ο Φειδίας απέπλασε
-(343). Όταν δ' εκ Ρώμης έφθασαν οι δέκα πρέσβεις, τότε
-απέδωκεν εις τους Μακεδόνας την χώραν και τας πόλεις αυτών να
-τας κατοικώσιν ελευθέρας και αυτονόμους, φόρον δε να δίδωσιν
-εις τους Ρωμαίους εκατόν τάλαντα, ών υπερδιπλάσια (344) έδιδον
-άλλοτε εις τους βασιλείς των. Τελών δε θεωρίας παντοίων αγώνων
-και θυσίας εις τους θεούς, προσέφερεν εστιάσεις και δείπνα,
-αφθόνως μεν τα βασιλικά χρήματα εις ταύτα δαπανών, ως δε προς
-την τάξιν αυτών, και την διακόσμησιν, και τας θέσεις εις άς
-έκαστος κατεκλίνετο, και τας δεξιώσεις προς τους
-προσκεκλημένους, και την τιμήν και την φιλοφροσύνην ήτις έπρεπε
-κατ' αξίαν εις έκαστον, ούτως ακριβή την περί ταύτα γνώσιν
-αποδεικνύων, και τοσαύτην καταβάλλων φροντίδα, ώστε εθαύμαζον
-οι Έλληνες ότι ουδέ τας διασκεδάσεις άφηνεν άνευ σπουδής, και
-άνθρωπος πράγματα κατορθών τοσούτον μεγάλα, ότι και εις τα
-μικρά επέδιδε την πρέπουσαν επιμέλειαν. Εκείνος δ' έχαιρε προ
-πάντων ότι εν μέσω των πολλών εκείνων και λαμπρών παρασκευών,
-αυτός ήτον η γλυκυτάτη απόλαυσις και θέα εις πάντας. Εις δε
-τους θαυμάζοντας διά την τοσαύτην του επιμέλειαν έλεγεν ότι της
-αυτής ψυχής έργον ήτον και παράταξιν να διευθύνη καλώς και
-συμπόσιον, ώστε η μεν να φανή φοβερωτάτη εις τους εχθρούς, το
-δε ευχαριστότατον εις τους συνεστιωμένους. Προ πάντων δ'
-επήνουν οι άνθρωποι αυτού την ελευθεριότητα και την
-μεγαλοψυχίαν, διότι ουδ' ηθέλησε καν να ιδή το πολύ ηθροισμένον
-βασιλικόν αργύριον και χρυσίον, αλλά παρέδωκεν αυτά εις τους
-ταμίας διά το δημόσιον. Μόνα δε τα βιβλία του βασιλέως επέτρεψε
-να λάβωσιν οι υιοί του, οίτινες ηγάπων τα γράμματα· και
-διανέμων αριστεία της μάχης, έδωκεν εις τον γαμβρόν του Αίλιον
-Τουβέρωνα φιάλην βάρος έχουσαν πέντε λύτρων. Ούτος είναι ο
-Τουβέρων, περί ού είπωμεν ότι κατώκει μετά δεκαπέντε άλλων
-συγγενών του, και ότι όλοι ομού ετρέφοντο εξ ευτελούς τινός
-κτηματιδίου. Και λέγουσιν ότι ούτος είναι ο πρώτος εις τον
-οίκον των Αιλίων εισελθών άργυρος, υπό της αρετής και της τιμής
-εισαγόμενος· καθ' όλον δε τον λοιπόν καιρόν ότι ούτε ούτοι,
-ούτε αι γυναίκες των είχον ανάγκην χρυσού και αργύρου.
-
-ΚΘ. Αφ' ού δ' ωργάνισε τα πάντα καλώς, αποχαιρετίσας τους
-Έλληνας, και παρακαλέσας τους Μακεδόνας να ενθυμώνται την
-ελευθερίαν ήν τοις έδωκαν οι Ρωμαίοι, και να διατηρώσιν αυτήν
-δι' ευνομίας και ομονοίας, απήλθεν εις την Ήπειρον, έχων
-ψήφισμα της συγκλήτου να ωφελήση εκ λεηλασίας των εκεί πόλεων
-τους στρατιώτας όσοι επολέμησαν μετ' αυτού κατά του Περσέως.
-Θέλων δε να επιπέση καθ' όλων συγχρόνως, και εν ώ ουδείς τον
-περιέμενεν, εμήνυσε και ήλθον προς αυτόν δέκα οι πρώτοι εξ
-εκάστης πόλεως, και διέταξεν αυτούς όσος άργυρος και χρυσός
-υπήρχεν εις τας οικίας και τα ιερά, να τον φέρωσιν εις αυτόν εν
-ημέρα ρητή. Μεθ' εκάστων δ' εξ αυτών έστειλεν, ως δι' αυτό
-τούτο δήθεν, και φρουράν στρατιωτών, και ταξίαρχον
-προσποιούμενον ότι ζητεί και παραλαμβάνει το χρυσίον. Όταν δ'
-έφθασεν η ημέρα, εις ένα και τον αυτόν καιρόν ορμήσαντες όλοι
-ομού, ετράπησαν εις επιδρομήν και διαρπαγήν των πόλεων· ώστε
-εντός μιάς ώρας εξηνδραποδίσθησαν εκατόν πεντήκοντα χιλιάδες
-ανθρώπων, επορθήθησαν δε πόλεις εβδομήκοντα· από τόσης δε
-φθοράς και τοσούτου ολέθρου έκαστος στρατιώτης δεν έλαβε
-περισσοτέρας των ένδεκα δραχμών. Έφριξαν δ' όλοι οι άνθρωποι
-διά το τέλος του πολέμου, καθ' ό κατεκερματίσθη ολόκληρον
-έθνος, όπως προμηθευθή εις έκαστον τόσον μικρόν μέρισμα και
-κέρδος.
-
-Λ. Πράξας δε τούτο ο Αιμίλιος, όλως παρά την φύσιν αυτού, ήτις
-ήτον χρηστή και επιεικής, κατέβη εις Ωρικόν (345) και εκείθεν
-διαβάς εις την Ιταλίαν μετά των δυνάμεων, ανέπλευσε τον Θύβριν
-(346) ποταμόν επί της βασιλικής εκκαιδεκήρους (347),
-κατακεκοσμημένης δι' όπλων αιχμαλώτων, διά φοινικίδων και
-πορφυρών, ώστε οι Ρωμαίοι, παρακολουθούντες την ναόν ήτις προς
-τον κτύπον των κωπίων βραδέως επροχώρει, την προέπεμπον ών
-πανηγυρίζοντες έξωθεν θριαμβευτικήν τινα θέαν πομπής. Οι δε
-στρατιώται, εποφθαλμιάσαντες τα βασιλικά χρήματα, επειδή δεν
-έτυχον τόσων όσα ηξίουν, ωργίζοντο μεν κρυφίως διά τούτο, και
-ηγανάκτουν κατά του Αιμιλίου· φανερώς δε τον κατηγόρουν ότι
-ήτον προς αυτούς αρχών βαρύς και δεσποτικός, και δεν
-ανταπεκρίθησαν πολύ προθύμως εις την επιθυμίαν ήν είχε να
-τελέση θρίαμβον. Εννοήσας δε τούτο ο Σέρβιος Γάλβας, όστις ήτον
-του Αιμιλίου εχθρός, και είς των υπ' αυτόν χιλιάρχων, ετόλμησεν
-αναφανδόν να ειπή ότι δεν πρέπει να τω δοθή ο θρίαμβος. Πολλάς
-δε διασπείρας εις το πλήθος των στρατιωτών διαβολάς κατά του
-στρατηγού, και την κατ' αυτού οργήν έτι μάλλον διερεθίσας,
-εζήτει παρά των δημάρχων και άλλην ημέραν, διότι δεν τω ήρκει
-εκείνη προς την κατηγορίαν, αν και είχε τέσσαρας έτι ώρας
-επιλοίπους. Οι δε δήμαρχοι τω είπον να ειπή ό,τι θέλει· και
-τότε αρχίσας λόγον μακρόν και ύβρεων πλήρη παντοδαπών,
-κατηνάλωσε της ημέρας τον χρόνον. Ως δ' έγινε σκότος, οι μεν
-δήμαρχοι έλυσαν την εκκλησίαν, οι δε στρατιώται θρασύτεροι
-γενόμενοι, συνέδραμον προς τον Γάλβαν, και συνασπισθέντες, περί
-την αυγήν κατέλαβον το Καπιτώλιον διότι οι δήμαρχοι εκεί
-έμελλον να συναθροίσωσι την εκκλησίαν.
-
-ΛΑ. Άμα δ' εξημέρωσε, προέβησαν εις την ψηφοφορίαν, και η πρώτη
-φυλή εψήφισε κατά του θριάμβου. Ως δ' ενόησε το πράγμα ο άλλος
-δήμος και η σύγκλητος, το μεν πλήθος, λυπούμενον ότι υβρίζετο ο
-Αιμίλιος, φωνάς εξέπεμπεν απράκτους· οι δ' επισημότατοι των
-βουλευτών, βοώντες ότι το γινόμενον ήτον δεινόν, παρεκίνουν
-αλλήλους να επιληφθώσι της αναιδείας και της θρασύτητος των
-στρατιωτών, ήτις έμελλεν εις παν άνομον και βίαιον έργον να
-εκτραχηλισθή, αν ουδέν τους εκώλυε ν' αφαιρέσωσιν από του
-Αιμιλίου Παύλου τας επινικίους τιμάς. Διασχίσαντες επομένως τον
-όχλον και αναβάντες αθρόοι, είπον εις τους δημάρχους ν'
-αναβάλωσι την ψηφοφορίαν μέχρις ού εκθέσωσιν όσα θέλουσιν εις
-το πλήθος. Ως δ' έπαυσαν πάντες, και έγινε σιωπή, ανελθών ανήρ
-υπατικός, όστις διά προκλήσεων είχε φονεύσει εικοσιτρείς
-εχθρούς, ο Μάρκος Σερβίλιος, είπεν ότι, «πόσον μέγας στρατηγός
-ήτον ο Αιμίλιος Παύλος, ήδη προ πάντων το εννοεί, βλέπων ότι
-στράτευμα έχων τόσης γέμον κακίας και απειθείας, τόσω καλάς και
-μεγάλας πράξεις κατώρθωσε δι' αυτού· θαυμάζει δε τον δήμον, αν
-χαίρων διά τους κατά των Ιλλυριών και Λιγύων θριάμβους, στερή
-εαυτόν εκ φθόνου της ευχαριστήσεως του να ιδή ζώντα τον βασιλέα
-των Μακεδόνων, και του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου την δόξαν
-αιχμάλωτον φερομένην υπό των ρωμαϊκών όπλων. Διότι, είπε, πώς
-δεν είναι δεινόν, ότι πριν, όταν διεδόθη φήμη αβέβαιος εις την
-πόλιν περί της νίκης, σεις εθύσατε εις τους θεούς, ευχόμενοι
-τον λόγον τούτον ταχέως να ιδήτε πραγματοποιούμενον· όταν δ'
-ήλθεν ο στρατηγός μετά της αληθούς νίκης, αφαιρείτε ήδη από μεν
-των θεών την τιμήν, αφ' υμών δ' αυτών την χαράν, ως φοβούμενοι
-να ιδήτε το μέγεθος των κατορθωμάτων σας, ή φειδόμενοι εχθρού
-βασιλέως; Τότε καν καλλήτερον θα ήτον αν απεκρούετε τον
-θρίαμβον εξ οίκτου προς εκείνον, ουχί εκ φθόνου προς τον
-στρατηγόν. Αλλ' εις τοσαύτην, είπεν, εξουσίαν προάγεται δι'
-ημών, ώστε περί στρατηγίας και θριάμβου τολμά να ομιλή άνθρωπος
-άτρωτος, και το σώμα έχων στίλβον εκ λειότητος και σκιατραφίας,
-προς ημάς οίτινες διά τοσούτων τραυμάτων επαιδεύθημεν να
-κρίνωμεν τας αρετάς και τας κακίας των στρατηγών.» Και ταύτα
-λέγων, ανέωξε τον χιτώνα του, και έδειξεν εις το στήθος του
-πληγών πλήθος απίστευτον. Έπειτα δε στραφείς, ανεκάλυψε μέρη
-τινά του σώματος, άτινα η ευπρέπεια δεν επιτρέπει να δείκνυνται
-γυμνά εις τον όχλον. Και προς τον Γάλβαν στραφείς, «Συ μεν,
-είπε, γελάς διά ταύτα· εγώ δε σεμνύνομαι απέναντι των πολιτών·
-διότι υπέρ αυτών ημέραν και νύκτα έφιππος τρέχων, έλαβον ταύτα.
-Αλλ' ελθέ και κάλεσον αυτούς εις την ψηφοφορίαν· εγώ δε
-καταβάς, θέλω τους παρακολουθήσει πάντας, και θέλω γνωρίσει
-τους κακούς και τους αχαρίστους, τους θέλοντας να δημαγωγώνται
-και ουχί να στρατηγώνται εις τους πολέμους.»
-
-ΛΒ. Ούτω λέγουσιν ότι υπό, των λόγων τούτων ανεχαιτίσθη και
-μετεπείσθη το στρατιωτικόν, ώστε πάσαι αι φυλαί επεκύρωσαν τον
-θρίαμβον υπέρ του Αιμιλίου. Λέγεται δ' ότι ούτως ετελέσθη
-αυτός. Ο μεν δήμος, εις τα ιππικά θέατρα, τα καλούμενα Κίρκους,
-και εις την αγοράν στήσαντες ικριώματα, και τ' άλλα μέρη
-καταλαβόντες της πόλεως, όσα κατάλληλα εις θέσιν της πομπής,
-εκάθηντο να ιδώσιν αυτήν εστολισμένοι, και καθαρά ενδύματα
-φέροντες. Πας δε ναός ανεώχθη, και ην πλήρης στεφάνων και
-θυμιαμάτων. Υπηρέται δε, πολλοί και ραβδούχοι, εμποδίζοντες
-τους ατάκτως συρρέοντας και τρέχοντας εις το μέσον, ετήρουν
-ανοικτάς και καθαράς τας οδούς. Διηρέθη δ' η πομπή εις ημέρας
-τρεις, και εξ αυτών η μεν πρώτη παρέστησε την θέαν, μόλις
-εξαρκέσασα εις αυτήν, των αιχμαλώτων ανδριάντων και εικόνων,
-και κολοσσών, κομιζομένων επί ζευγών διακοσίων πεντήκοντα. Την
-δ' επαύριον διέβησαν εν πομπή τα κάλλιστα και πολυτελέστατα των
-Μακεδονικών όπλων εντός πολλών αμαξών, αστράπτοντα όλα εκ
-νεοχύτου χαλκού και σιδήρου, και ούτως εντέχνως διατεθειμένα
-και συναρμοσμένα, ώστε να φαίνωνται ως αν είχον σωρευθή
-ανωμάλως και αυτομάτως, περικεφαλαίαι πλησίον ασπίδων, και
-θώρακες επί κνημίδων, και Κρητικαί πέλται, και Θράκια δόρατα,
-και φαρέτραι μεθ' ιππικών αναμεμιγμέναι χαλινών, και ξίφη γυμνά
-μεταξύ τούτων προκύπτοντα, και σάρισσαι παραπεπηγμέναι· και
-ήσαν δεδεμένα χαλαρώς, όσον απητείτο ώστε η προς άλληλα
-κρούσις, όταν εσύροντο υπό των αμαξών, να ηχή τραχέως και
-φοβερώς, και η όψις αυτών και νενικημένων να εμπνέη φόβον τινά.
-Μετά δε τας οπλοφόρους αμάξας είποντο άνδρες τρισχίλιοι,
-νόμισμα φέροντες αργυρούν εντός αγγείων επτακοσίων πεντήκοντα
-τριταλάντων, ών έκαστον εκόμιζον ανά τέσσαρες. Άλλοι δ' έφερον
-κρατήρας αργυρούς, και κέρατα (348) και φιάλας, και ποτήρια,
-και καλώς διατεθειμένα όλα διά την πομπήν, και αξιόλογα διά το
-μέγεθος και την παχύτητα των τορευμάτων αυτών.
-
-ΛΓ. Την δε τρίτην ημέραν ευθύς την αυγήν επορεύοντο σαλπιγκταί,
-παίζοντες μέλος ουχί προσόδων (349) ούτε πομπικόν, αλλ' όμοιον
-εκείνου δι' ού παροτρύνονται εις τας μάχας. Μετά δε τούτων
-ωδηγούντο εκατόν είκοσι οικότροφοι βόες χρυσόκεροι,
-κεκοσμημένοι διά ταινιών και στεμμάτων. Οι δ' οδηγοί αυτών
-νεανίσκοι προυχώρουν περιζώματα φορούντες ευπάρυφα, ως προς
-ιερουργίαν, και μετ' αυτών ήσαν παίδες, σπονδής αγγεία αργυρά
-κομίζοντες και χρυσά. Είποντο δε μετά τούτους οι το χρυσούν
-νόμισμα φέροντες εις αγγεία τριταλαντιαία διηρημένον, ως και το
-αργυρούν. Το δε πλήθος των αγγείων ήτον ογδοήκοντα, πλην τριών.
-Τούτους παρηκολούθουν οι κρατούντες την ιεράν φιάλην, ήν
-κατεσκεύασεν ο Αιμίλιος εκ χρυσού δεκατάλαντον, και διά
-πολυτίμων λίθων κεκοσμημένην, ως και οι επιδεικνύντες τας
-Αντιγονίδας και Σελευκίδας και τα Θηρίκλεια (350) και όλα τα
-κατά το δείπνον χρυσώματα του Περσέως. Τούτους παρηκολούθει το
-άρμα του Περσέως, και τα όπλα αυτού, και το διάδημα επί των
-όπλων του κείμενον. Έπειτα, μετά μικράν απόστασιν, εφέροντο
-δούλα τα τέκνα του βασιλέως, και μετ' αυτών όχλος τροφέων και
-διδασκάλων και παιδαγωγών, οίτινες εδάκρυον, και εξέτεινον μεν
-και αυτοί τας χείρας προς τους θεατάς, εδίδασκον δε και τα
-παιδία να παρακαλώσι και να ικετεύωσιν. Ήσαν δε, άρρενα μεν
-δύο, θήλυ δ' έν, μη εννοούντα εντελώς το μέγεθος των κακών,
-ένεκα της ηλικίας των· και καθίστα αυτά έτι μάλλον άξια ελέους
-η αναισθησία των προς την μεταβολήν, ώστε παρ' ολίγον να
-παρέλθη παροραθείς ο Περσεύς, διότι οι Ρωμαίοι υπ' οίκτου
-προσείχον εις τα νήπια, και εις πολλούς και δάκρυα συνέβη να
-χύσωσιν. Δι' όλους δε ην πλήρης λύπης και χάριτος η θέα, έως
-ότου τα παιδία παρήλθον.
-
-ΛΔ. Κατόπιν δε των τέκνων και της ακολουθίας αυτών επορεύετο
-αυτός ο Περσεύς, ιμάτιον ενδεδυμένος χρώματος σκοτεινού, και
-εμβάδας επιχωρίας μακεδονικάς· εφαίνετο δ' ως υπό του μεγέθους
-των κακών τεθαμβωμένος και στερηθείς της χρήσεως του λογικού
-του. Μετά τούτων δ' είπετο χορός φίλων και οικείων αυτού,
-οίτινες είχον υπό πένθους βεβαρημένα τα πρόσωπα, βλέποντες δ'
-αδιακόπως προς τον Περσέα, εδάκρυον, ώστε προφανές ήτον εις
-τους θεατάς ότι διά την τύχην εκείνου έκλαιον, ολίγον
-φροντίζοντες περί της εδικής των. Ο Περσεύς είχε πριν πέμψει
-εις το Αιμίλιον, και τον παρεκάλεσε να μη πομπευθή, και ν'
-αποφύγη τον θρίαμβον. Εκείνος δε την ανανδρίαν αυτού, ως
-φαίνεται, και την φιλοψυχίαν καταγελών, «Αλλά τούτο, είπε, και
-πρότερον απ' αυτού εξηρτάτο, και ήδη εξαρτάται εισέτι,» δηλών
-τον προ της αισχύνης θάνατον, όν δεν υπέμεινεν ο ταλαίπωρος,
-αλλ' υπ' ελπίδων τινών δελεασθείς, έγινε μέρος των ιδίων αυτού
-λαφύρων. Μετά ταύτα δ' εκομίζοντο χρυσοί στέφανοι τετρακόσιοι
-το πλήθος, ούς αι πόλεις έπεμψαν μετά πρεσβειών εις τον
-Αιμίλιον, ως αριστεία της νίκης του. Έπειτα δ' ηκολούθει αυτός
-εις άρμα κεκοσμημένον μεγαλοπρεπώς επιβαίνων, ανήρ και άνευ της
-τοσαύτης εξουσίας αξιοθέατος, πορφύραν φέρων χρυσόστικτον, και
-δάφνης κλάδον προτείνων εις την δεξιάν του. Εδαφνηφόρει δε και
-πας ο στρατός, κατά λόχους και τάξεις επόμενος εις το άρμα του
-στρατηγού, άδων δε οτέ μεν πατρίους τινάς ωδάς, αίτινες είχον
-και μέρη προς γέλωτα, οτέ δ' επινικίους παιάνας, και επαίνους
-των κατορθωμάτων του Αιμιλίου, όστις ήτον περίβλεπτος και
-ζηλωτός υπό πάντων, και ουδενός εστερείτο των αγαθών· εκτός αν
-υπάρχη δαιμόνιόν τι προσδιωρισμένον ν' αφαιρή μέρος των μεγάλων
-και υπερόγκων ευτυχιών, και να μιγνύη ούτω τον ανθρώπινον βίον,
-ώστε ουδείς να έχη αυτόν άκρατον κακών και καθαρόν, αλλά, καθ'
-Όμηρον, εκείνοι να φαίνωνται μάλιστα ευτυχούντες δι' ούς αι
-τύχαι των πραγμάτων επ' αμφότερα τρέπονται (351).
-
-ΛΕ. Διότι είχε τέσαρας υιούς, δύο μεν εις άλλας μετατεθέντας
-συγγενείας, ως ήδη ευρέθη, τον Σκηπίωνα και τον Φάβιον, δύο δε,
-παίδας έτι την ηλικίαν, ούς έτρεφεν εις την οικίαν του,
-γεννηθέντος εξ άλλης γυναικός. Εκ τούτων ο μεν ετελεύτησε πέντε
-ημέρας πριν ή θριαμβεύση ο Αιμίλιος, και ην ετών δεκατεσσάρων·
-ο δε, δωδεκαετής, απέθανε τρεις ημέρας μετά τον θρίαμβον· ώστε
-ουδείς έμεινε ρωμαίος μη λυπηθείς αυτόν διά το πάθος, και
-πάντες έφριξαν διά της τύχης την ωμότητα, ότι δεν εδίστασε
-τοσούτον πένθος να ρίψη εις οικίαν ζηλευομένην, και χαράς και
-θυσιών γέμουσαν, και ν' αναμίξη θρήνους και δάκρυα εις παιάνας
-επινικίους και εις θριάμβους.
-
-ΛΣΤ. Αλλ' ο Αιμίλιος ορθώς φρονών ότι η ανδρία και το θάρρος
-εισί χρήσιμα εις τους ανθρώπους ουχί μόνον κατά των όπλων και
-των σαρισσών, αλλ' επίσης προς πάσαν της τύχης αντίστασιν,
-ούτως ήρμοσε και διέθεσε τον συγκερασμόν των εις αυτόν
-συμβαινόντων, ώστε εντός των αγαθών ηφανίσθησαν τα κακά, και τα
-οικεία εντός των δημοσίων, και δεν εταπεινώθη της νίκης το
-μέγεθος, ουδέ καθυβρίσθη αυτής η αξιοπρέπεια. Και τον μεν
-πρώτον των υιών του αποθανόντα θάψας, ευθύς εθριάμβευσεν, ως
-ερρέθη· αφ' ού δε μετά τον θρίαμβον απέθανε και ο δεύτερος,
-συναγαγών εις εκκλησίαν των Ρωμαίων τον δήμον, είπε λόγους
-ανδρός μη χρήζοντος παρηγορίας, αλλά παρηγορούντος τους πολίτας
-θλιβομένους δι' όσα εκείνος υπέφερε. Προς ουδέν ουδέποτε, τοις
-είπε, δειλιάσας των ανθρωπίνων, εκ των θείων εφοβήθη πάντοτε
-την τύχην, ως απιστότατον και ποικιλώτατον πράγμα· μάλιστα δε,
-βλέπων αυτήν ως πνεύμα λαμπρόν να βοηθή πάσας τας πράξεις του
-εις τούτον τον πόλεμον, περιέμενε μεταβολήν αυτής τινά και
-παλίρροιαν· «Διότι εις μίαν, είπεν, ημέραν τον Ιόνιον κόλπον
-από Βρεντεσίου (352) περάσας, έφθασα εις την Κέρκυραν· πέντε
-δ' ημέρας μετά ταύτα ήμην εις Δελφούς και έθυον εις τον Θεόν,
-και μετ' άλλας πέντε ημέρας παρέλαβον τον στρατόν εν Μακεδονία,
-και τελέσας τον συνήθη καθαρμόν αυτού (353), και αρχίσας τας
-πράξεις, εντός άλλων δεκαπέντε ημερών επέθηκα εις τον πόλεμον
-το κάλλιστον τέλος. Απιστών δε προς την τύχην, διότι πάντα κατά
-ρουν εχώρουν, και ουδείς ήτον φόβος και ουδείς κίνδυνος από των
-εχθρών, προ πάντων κατά τον πλουν εφοβούμην την μεταβολήν της
-μοίρας, διότι έφερον ευτυχώς τοσούτον στρατόν νικήσαντα, και
-λάφυρα και βασιλείς αιχμαλώτους. Αλλά και αφ' ού σώος ήλθον
-προς υμάς, και είδα την πόλιν χαράς γέμουσαν και προθυμίας και
-θυσιών, πάντοτε υπώπτευον την τύχην, ηξεύρων ότι ουδέν μέγα
-χαρίζει εις τους ανθρώπους ειλικρινώς και άνευ φθόνου. Η δε
-ψυχή μου αγωνιώσα, και υπέρ της πόλεως το μέλλον επισκοπούσα,
-δεν αφήκε τούτον τον φόβον, ειμή αφ' ού τοσαύτη μοι επέπεσε
-δυστυχία εις τον οίκον, και ηναγκάσθην να θάψω αλλεπαλλήλως, εν
-ημέραις ιεραίς, υιούς αρίστους, τους μόνους ούς κατέλιπον εις
-εμαυτόν διαδόχους. Τώρα πλέον είμαι όλως ακίνδυνος, και θάρρος
-έχω, και νομίζω ότι η τύχη θέλει σας μείνει αβλαβής και βεβαία.
-Διότι ικανώς ανταπέδωκεν εις εμέ και διά των εμών κακών τα
-γενόμενα κατορθώματα, τον θριαμβεύοντα ουχ ήττον προφανές
-παράδειγμα της ανθρωπίνης παραστήσασα ασθενείας παρά τον εν
-θριάμβω συρόμενον· εκτός ότι ο Περσεύς μεν και νικηθείς έχει
-τους υιούς του, ο δ' Αιμίλιος, νικήσας, εστερήθη των εδικών
-του.»
-
-ΛΖ. Τοιούτους ευγενείς και μεγάλους λόγους λέγουσιν ότι
-επρόφερεν ο Αιμίλιος εις τον δήμον, εξ αληθινού και απλάστου
-φρονήματος. Ως προς τον Περσέα δεν ει και οικτείρων της τύχης
-την μεταβολήν, και προθυμηθείς να τον βοηθήση, ουδέν
-κατώρθωσεν, εκτός του να τον μεταφέρη εκ του καλουμένου κάρκερε
-παρ' αυτοίς (354) εις τόπον καθαρόν και εις φιλανθρωποτέραν
-δίαιταν. Εκεί φρουρούμενος, ως μεν οι πλείστοι έγραψαν,
-απέθανεν εκουσίως εξ ασιτίας. Τινές όμως ιστορούσιν ίδιόν τινα
-και διάφορον του θανάτου του τρόπον. Λέγουσιν ότι
-δυσαρεστηθέντες κατά τι και θυμώσαντες κατ' αυτού οι
-φυλάττοντες αυτόν στρατιώται, επειδή κατ' άλλο δεν εδύναντο να
-τον ενοχλήσωσι και τον βλάψωσι, του αφήρουν τον ύπνον, και
-προσέχοντες ακριβώς, τον εμπόδιζον ν' αποκοιμηθή, και διά
-παντός τρόπου τον διετήρουν έξυπνον, και ούτω βασανισθείς
-ετελεύτησεν. Απέθανον δε και τα δύο εκ των παιδίων του. Ο δε
-τρίτος, ο Αλέξανδρος, λέγουσιν ότι έγινεν επιτήδειος εις την
-τορευτικήν και την λεπτουργικήν, και ότι μαθών τα ρωμαϊκά
-γράμματα και την διάλεκτον, έγινεν υπογραμματεύς των αρχόντων,
-και ότι εις την υπηρεσίαν ταύτην έδειξεν ευφυίαν και
-επιτηδειότητα.
-
-ΛH. Μεταξύ δε των Μακεδονικών κατορθωμάτων του Αιμιλίου
-προσαναφέρεται η δημοτικωτάτη και τον λαόν μεγάλως
-ευχαριστήσασα πράξις, ότι τοσαύτα κατετέθησαν υπ' αυτού χρήματα
-εις το δημόσιον, ώστε δεν εχρειάσθη έκτοτε πλέον να πληρώση
-φόρον ο δήμος μέχρι των καιρών του Ιρτίου και Πάνσα, οίτινες
-ήσαν ύπατοι επί του πρώτου πολέμου του Αντωνίου και Καίσαρος.
-Και εκείνο δε ιδίον είναι και αξιόλογον του Αιμιλίου, ότι εν ώ
-ηγαπάτο και ετιμάτο διαφερόντως υπό του δήμου, επέμεινεν όμως
-εις τας αριστοκρατικάς του αρχάς, και ουδ' είπεν ουδ' έπραξε τι
-χαριζόμενος εις τους πολλούς, αλλά μετά των πρώτων και
-ισχυροτάτων συνειργάζετο πάντοτε τα της πολιτείας. Τούτο
-μάλιστα και προσήψε μετά καιρόν ο Άππιος εις τον Αφρικανόν
-Σκηπίωνα, ότι μέγιστοι όντες ούτοι εις την πόλιν, εζήτουν την
-τιμητικήν αρχήν (355), ο μεν την βουλήν έχων και τους αρίστους
-περί αυτόν (διότι αύτη ήτον η πατροπαράδοτος των Αππίων
-πολιτική), ο δε, μέγας μεν ων αφ' εαυτού, μεγάλως όμως
-σπουδάζων πάντοτε και να ευχαριστή τον δήμον. Όταν λοιπόν είδε
-ποτέ ο Αππιος τον Σκηπίωνα να εισέλθη εις την αγοράν, έχων παρά
-την πλευράν αυτού ανθρώπους αγεννείς και αρχαίους δούλους,
-ανθρώπους αγοραίους και δυναμένους να συναθροίσωσιν όχλον, και
-να βιάσωσι πράγματα διά κραυγής και διά σπουδαρχίας, αναβοήσας,
-«Ω Παύλε, είπεν, Αιμίλιε, στέναξον υπό την γην, βλέπων ότι τον
-υιόν σου φέρουσιν εις την τιμητίαν ο κήρυξ Αιμίλιος και ο
-Λικίννιος και ο Φιλόνεικος (356)». Αλλ' ο Σκηπίων απελάμβανε
-της ευνοίας ταύτης του δήμου, ωφελών μεγάλως αυτόν. Ο δ'
-Αιμίλιος, καί τοι ων αριστοκρατικός, ηγαπάτο όμως υπό του
-πλήθους ουχί ολιγώτερον εκείνου όστις δημαγωγικώς εφαίνετο
-κολακεύων αυτό, και ομιλών ούτως ώστε να τω ευχαριστή. Εδήλωσε
-δε τούτο και διά του ότι, εκτός των άλλων καλών τον ηξίωσαν και
-της τιμητίας, ήτις είναι των αρχών η ιερωτάτη, και μεγάλης
-απολαμβάνουσα δυνάμεως και ως προς τ' άλλα, και ως προς την των
-βίων εξέτασιν διότι οι τιμηταί έχουσι το δικαίωμα να εκβάλωσι
-της συγκλήτου τον απρεπώς ζώντα, και να προγράφωσι τον άριστον,
-και ν' ατιμάζωσι τον ακολασταίνοντα νέον δι' αφαιρέσως του
-ίππου αυτού. Προσέτι αυτοί επιβλέπουσι των περιουσιών τας
-εκτιμήσεις, και του πληθυσμού τας απογραφάς. Απεγράφησαν δ' επ'
-αυτού χιλιάδες ανθρώπων τριακόσιοι τριάκοντα επτά, και
-τετρακόσιοι πεντήκοντα δύο. Προέγραψε δ' εκ της βουλής τον
-Μάρκον Αιμίλιον Λέπιδον, τετράκις ήδη καρπούμενον την ανωτάτην
-ταύτην τιμήν· εξέβαλε δε τρεις συγκλητικούς εκ των μη επισήμων,
-και εις την των ιππέων εξέτασιν εδείχθη μετριώτατος και αυτός,
-και ο συνάρχων αυτού Μάρκιος Φίλιππος.
-
-ΛΘ. Αφ' ού δε διευθέτησε τα πλείστα και μέγιστα, ενόσησε νόσον
-κατ' αρχάς μεν δεινήν, έπειτα δ' ακίνδυνον, αλλά μακράν και
-δυσθεράπευτον γενομένην. Πεισθείς δ' υπό των ιατρών, έπλευσεν
-εις την Ελέαν της Ιταλίας, και διέτριβεν εκεί πολύν χρόνον εις
-παραλίους αγρούς εν μέσω ησυχίας βαθείας. Τότε δ' επόθησαν
-αυτόν οι Ρωμαίοι, και φωνάς πολλάκις εξέπεμπον εις τα θέατρα,
-ως ευχόμενοι και ανυπόμονοι όντες να τον ιδώσιν. Επειδή δε τις
-ιερουργία ετελείτο, και η υγεία αυτού εφαίνετο ικανώς
-αναλαβούσα, επανήλθεν εις την Ρώμην. Και εκείνην μεν την θυσίαν
-έθυσε μετά των άλλων ιερέων, εν ώ ο λαός όλος χαίρων τον
-περιεστοίχιζε. Την δ' επαύριον έθυσε πάλιν ο ίδιος εις τους
-Θεούς ευχαριστήρια διά την σωτηρίαν του. Ως δ' ετελείωσεν η
-θυσία, επιστρέψας εις την οικίαν του, και εις την κλίνην
-ριφθείς, πριν ή αισθανθή και νοήση την μεταβολήν, τω επήλθεν
-έκστασις και παραφορά των φρενών, και απέθανε την τρίτην
-ημέραν, ουδενός στερηθείς και πάντων απολαύσας όσα θεωρούνται
-εις ευδαιμονίαν συντείνοντα· διότι και η περί την εκφοράν αυτού
-πομπή θαυμασία εγένετο, μετά προθυμίας ήτις εκόσμησε την αρετήν
-του ανδρός διά των αρίστων και μακαριωτάτων ενταφίων δώρων.
-Ήσαν δε ταύτα ουχί χρυσός, ουδ' ελέφας, ουδ' η λοιπή πολυτέλεια
-και επίδειξις της παρασκευής, αλλ' εύνοια, και τιμή, και
-ευγνωμοσύνη, ου μόνον παρά των πολιτών, αλλά και παρά των
-εχθρών. Και όσοι κατά τύχην παρήσαν Ίβηρες και Λίγυοι και
-Μακεδόνες, οι μεν ισχυροί κατά τα σώματα και νέοι, λαβόντες την
-νεκρικήν κλίνην, την ύψωσαν επί των ώμων των και την έφερον· οι
-δε πρεσβύτεροι παρηκολούθουν καλούντες τον Αιμίλιον ευεργέτην
-και σωτήρα των πατρίδων των· διότι ου μόνον κατά τους καιρούς
-των κατακτήσεών του μετεχειρίσθη πάντας ηπίως και φιλανθρώπως,
-αλλά και καθ' όλον τον λοιπόν βίον του διετέλεσε πάντοτε
-ευεργετών αυτούς, και φροντίζων υπέρ αυτών ως υπέρ οικείων και
-συγγενών. Η δε περιουσία αυτού λέγουσιν ότι μόλις συνεποσούτο
-εις τριακοσίας εβδομήκοντα χιλιάδας δραχμών, και ότι
-κληρονόμους αυτής αφήκε τους δύο υιούς του· αλλ' ο νεώτερος
-Σπηκίων την παρεχώρησεν όλην εις τον αδελφόν του, διότι αυτός
-είχε δοθή εις οίκον ευπορώτερον, τον του Αφρικανού Σκηπίωνος.
-Τοιούτος λέγεται ο τρόπος και ο βίος του Παύλου Αιμιλίου.
-
-
-
-ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
-
-ΤΙΜΟΛΕΝΤΟΣ
-
-ΚΑΙ
-
-ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
-
-
-
-A. Ταύτα διηγείται η ιστορία, και προφανές είναι ότι δεν έχει
-πολλάς διαφοράς ουδ' ανομοιότητας η σύγκρισις. Διότι αμφότεροι
-επολέμησαν προς ενδόξους ανταγωνιστάς, ο μεν προς Μακεδόνας, ο
-δε προς Καρχηδονίους· και αι νίκαι αυτών υπήρξαν περιβόητοι,
-διότι ο είς εκυρίευσε την Μακεδονίαν, και έπαυσε την απ'
-Αντιγόνου διαδοχήν εις τον έβδομον Βασιλέα· ο δε εξήλειψε τας
-τυραννίδας πάσας εκ Σικελίας, και ηλευθέρωσε την νήσον. Εκτός
-μόνον αν θελήση τις να προτείνη την ένστασιν, ότι ο μεν
-Αιμίλιος επολέμησε προς τον Περσέα ακμαίον και νικήσαντα τους
-Ρωμαίους, ο δε Τιμολέων προς τον Διονύσιον απηυδημένον και
-κατασυντετριμμένον· και πάλιν υπέρ του Τιμολέοντος ότι πολλούς
-μεν τυράννους, μεγάλην δε δύναμιν, την των Καρχηδονίων, διά του
-τυχόντος στρατεύματος ενίκησε, και ουχί, ως ο Αιμίλιος, έχων
-άνδρας εμπειροπολέμους και μαθόντας να διοικώνται, αλλά διά
-μισθοφόρων, και ανδρών ατάκτων, και συνειθισμένων να
-εκστρατεύωσι προς ιδίαν αυτών ευχαρίστησιν. Διότι ίσα
-κατορθώματα δι' ανίσου δυνάμεως τιμήν προσθέτουσιν εις τον
-στρατηγόν.
-
-Β. Ήσαν δε και οι δύο καθαροί και δίκαιοι εις την διοίκησιν των
-πραγμάτων· αλλ' ο μεν Αιμίλιος φαίνεται ότι ήλθεν εξ αρχής
-αμέσως ούτω παρεσκευασμένος υπό των νόμων της πατρίδος του· ο
-δε Τιμολέων εμόρφωσεν ούτως αυτός εαυτόν. Τούτου δε τεκμήριον
-είναι ότι οι μεν Ρωμαίοι κατά τους τότε καιρούς ήσαν όλοι
-επίσης εύκτατοι, και εις τα έθιμα υποκείμενοι, και τους νόμους
-σεβόμενοι και τους πολίτας· εκ δε των Ελλήνων ουδείς υπάρχει
-αρχηγός ή στρατηγός, όστις διοικήσας εν Σικελία δεν διεφθάρη,
-εκτός μόνου του Δίωνος· αν και αυτόν τον Δίωνα υπώπτευόν τινες
-ότι της μοναρχίας ωρέγετο, και ωνειροπόλει βασιλείαν τινά
-λακωνικήν. Ο δε Τίμαιος (357) λέγει ότι και τον Γύλιππον
-(358) αδόξως και ατίμως απέπεμψαν οι Συρακούσιοι,
-κατηγορήσαντες αυτόν διά φιλοπλουτίαν και απληστίαν κατά την
-στρατηγίαν του. Όσα δε παρενόμησαν και ηπίστησαν Φάραξ ο
-Σπαρτιάτης και Κάλλιππος ο Αθηναίος (359), ελπίσαντες να
-άρξωσι της Σικελίας, ταύτα υπό πολλών ιστορήθησαν. Αλλά τίνες
-ήσαν ούτοι, και τίνων πραγμάτων κύριοι, ώστε τοιαύτα να
-ελπίσωσιν; Ο είς εξ αυτών υπηρέτει τον Διονύσιον διωχθέντα των
-Συρακουσών, ο δε Κάλλιππος ήτον είς των αρχηγών των ξένων,
-οίτινες εβοήθουν τον Δίωνα. Αλλ' ο Τιμολέων, στρατηγός
-αυτοκράτωρ σταλείς εις τους Συρακουσίους κατ' αίτησιν και
-παράκλησιν αυτών, και οφείλων ουχί να ζητή δύναμιν αλλά να έχη
-όσην εκείνοι τω έδωκαν οικειοθελώς, ως τέρμα εθεώρησε της
-στρατηγίας και της αρχής του την κατάλυσιν των παρανόμων
-αρχόντων. Εκείνο όμως του Αιμιλίου είναι θαυμαστόν, ότι
-τοσαύτην βασιλείαν καταστρέψας, ουδέ κατά μίαν δραχμήν ηύξησε
-την περιουσίαν του, ουδ' είδεν, ουδ' ήγγισε τα χρήμματα, καίτοι
-πολλά εις άλλους δους και χαρίσας. Δεν λέγω δ' ότι ο Τιμολέων
-είναι αξιόμεμπτος, καλήν οικίαν λαβών και χωρίον διότι αισχρόν
-δεν είναι το να λάβη τις τοιαύτα, αλλά να μη λάβη είναι
-καλήτερον, και άκρας αρετής επίδειξις είναι το ν' αρνήται
-εκείνα, όσα τω είναι επιτετραμμένον να λάβη. Καθώς δε το σώμα
-δύναται μεν να υποφέρη ή το ψύχος ή την ζέστην, αλλά
-ρωμαλεώτερον είναι το ανεχόμενον αμφοτέρας ομού τας μεταβολάς,
-ούτως άκρα είναι της ψυχής η ευρωστία και η ισχύς, όταν ούτε αι
-ευτυχίαι την εξογκώσιν εις ύβριν και υπεροψίαν, ούτε αι
-συμφοραί την ταπεινώσι. Διά τούτο φαίνεται τελειότερος ο
-Αιμίλιος, όστις επί της καταδρομής της τύχης και κατά το μέγα
-πάθημα του θανάτου των υιών αυτού ουδέ μικρότερος ουδ' ήττον
-αξιοπρεπής εφάνη παρά επί των ευτυχημάτων του. Ο δε Τιμολέων,
-μετά την γενναίαν του πράξιν κατά του αδελφού του, δεν αντέσχε
-διά της φρονήσεως προς την συμφοράν, αλλ' υπό μετανοίας και
-λύπης ταπεινωθείς, επί είκοσι έτη δεν υπέμεινε να ιδή το βήμα
-και την αγοράν (360). Πρέπει δε τα αισχρά ν' αποφεύγη τις, και
-δι' αυτά να αισχύνηται· το δε να φοβήται πάσαν αδοξίαν είναι
-ίδιον ήθους ημέρου μεν και απλού, αλλά μη έχοντος μέγεθος.
-
-
-
-
-ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ
-
-
-
-Α. Κάτων ο πρεσβύτερος, πρός τινας επαινούντας άνθρωπον
-ασυλλογίστως παράφορον και τολμηρόν εις τον πόλεμον, είπεν ότι
-διαφέρει το να νομίζη τις την αρετήν πολλού λόγου αξίαν του να
-θεωρή μικρού λόγου αξίαν την ζωήν. Και ορθώς έλεγε ταύτα. Εις
-το στρατόπεδον του Αντιγόνου υπήρχε ριψοκίνδυνός τις
-στρατιώτης, αλλά καχεκτικός και ασθενής το σώμα. Ερωτηθείς δ'
-υπό του βασιλέως περί της αιτίας της ωχρότητος αυτού,
-ωμολόγησεν ότι είχε νόσον τινά εκ των αποκρύφων. Φιλοτιμηθείς
-λοιπόν ο βασιλεύς, διέταξεν εις τους ιατρούς, αν υπήρχε τις
-βοήθεια, να τω δαψιλεύσωσι πάσαν επιμέλειαν. Ούτω θεραπευθείς ο
-γενναίος εκείνος, έπαυσε να είναι φιλοκίνδυνος και ορμητικός
-εις τους αγώνας, ώστε και ο Αντίγονος τον επέπληττε διά τούτο,
-και εθαύμαζε διά την μεταβολήν. Ο δ' άνθρωπος δεν έκρυψε το
-αίτιον, αλλ' είπεν «Ω βασιλεύ, συ μ' έκαμες ατολμότερον,
-απαλλάξας με των κακών εκείνων, δι' ά μοι ην η ζωή αδιάφορος.»
-Προς τούτο συμφώνως φαίνεται ότι είπε και Συβαρίτης τις ανήρ
-(361) περί των Σπαρτιατών, ότι μέγα πράγμα δεν κάμνουσι
-ζητούντες τον θάνατον εις τους πολέμους, διά ν' αποφεύγωσι
-τοσούτους κόπους και τοιαύτην δίαιταν. Αλλ' εις μεν τους
-Συβαρίτας, οίτινες ήσαν εξηντλημένοι εκ μαλθακότητος και
-τρυφής, φυσικόν ήτον να φαίνωνται ως τον βίον μισούντες όσοι εξ
-ορμής προς το καλόν και εκ φιλοτιμίας δεν εφοβούντο τον
-θάνατον. Εις δε τους Λακεδαιμονίους η αρετή εδίδασκε και να
-ζώσι και ν' αποθνήσκωσιν ευχαρίστως, ως δηλοί το επικήδειον
-τούτο επίγραμμα·
-
- «Έθνηξαν, όχι καλόν θεωρούντας το ζην ή το θνήσκειν,
- αλλά καλόν το καλώς πράττειν αμφότερ' αυτά.»
-
-Διότι ούτε το ν' αποφεύγη τις τον θάνατον είναι μεμπτόν, αν
-ορέγεται του βίου ουχί αισχρώς, ούτε το να υπομένη αυτόν είναι
-καλόν, αν τούτο γίνηται εξ αηδίας προς την ζωήν. Διά τούτο ο
-Όμηρος τους θαρραλεωτάτους και μαχιμωτάτους άνδρας εξάγει
-πάντοτε προς τας μάχας καλώς και καταλλήλως ωπλισμένους· οι δε
-των Ελλήνων νομοθέται τιμωρούσι τον ρίψασπιν, ουχί τον ρίπτοντα
-το ξίφος ή την λόγχην του, διδάσκοντες ότι έκαστος πρέπει να
-φροντίζη μάλλον να μη πάθη παρά να κακοποιήση τους εχθρούς, και
-μάλιστα οι άρχοντες πόλεως ή στρατεύματος.
-
-Β. Διότι αν, ως ο Ιφικράτης (362) διήρει, οι μεν ψιλοί
-ομοιάζωσι τας χείρας, το δ' ιππικόν τους πόδας, αύτη δ' η
-φάλαγξ το στήθος και τον θώρακα, και ο στρατηγός την κεφαλήν, ο
-ριψοκινδυνεύων και αυθαδώς τολμών δεν φαίνεται εαυτού μόνον
-παραμελών, αλλ' όλων όσων η σωτηρία απ' αυτού εξαρτάται, και
-τουναντίον. Όθεν ο Καλλικρατίδας (363), ει και μέγας ων κατά
-τ' άλλα, δεν απεκρίθη όμως καλώς προς τον μάντιν. Ότε ούτος τον
-παρεκάλει να φυλαχθή από του θανάτου, όν τα ιερά τω ανήγγελλον,
-εκείνος απήντησεν ότι η Σπάρτη δεν κατεστρέφετο παρά ένα. Είς
-τω όντι ήτον ο Καλλικρατίδας μαχόμενος, και πλέων, και πολεμών,
-αλλά στρατηγών, περιελάμβανεν εν εαυτώ όλην την δύναμιν, ώστε
-δεν ήτον είς, εκείνος μεθ' ού τοσαύτα εδύναντο να
-συναπολεσθώσι. Καλήτερα δ' ωμίλησεν ο γέρων Αντίγονος (364),
-όταν έμελλε να ναυμαχήση περί την Ανδρον. Τότε είς τινα όστις
-τω είπεν ότι πολύ περισσότερα ήσαν τα πλοία των εχθρών, «Εμέ
-δε, απεκρίθη, προς πόσα με υπολογίζεις;» μέγα λέγων το αξίωμα
-της αρχής, ως και είναι, όταν βοηθήται υπ' εμπειρίας και
-αρετής. Ταύτης δε πρώτον έργον είναι σώζη τον σώζοντα όλους
-τους άλλους. Διά τούτο καλώς ο Τιμόθεος, όταν ο Χάρης (365)
-επεδείκνυέ ποτε εις τους Αθηναίους πληγάς τινάς εις το σώμα
-του, και την ασπίδα του διά λόγχης τετρυπημένην! «Εγώ δε, είπε,
-πόσον ησχύνθην όταν κατά την πολιορκίαν της Σάμου έπεσε βέλος
-πλησίον μου, διότι παιδαριωδέστερον εφέρθην αφ' ό,τι έπρεπεν
-εις στρατηγόν και αρχηγόν τοσαύτης δυνάμεως.» Διότι όπου εις
-την κρίσιν της μάχης μεγάλως συντελεί του στρατηγού ο κίνδυνος,
-εκεί πρέπει αφειδώς να προσφέρει την χείρα του και το σώμα του,
-αφήνων να λέγωσιν οι διισχυριζόμενοι ότι πρέπει ο καλός
-στρατηγός κυρίως μεν διά γήρας, ειδέ μη, γέρων ν' αποθνήσκη.
-Όπου όμως μικρόν περιμένεται αποτέλεσμα εκ του κατορθώματος,
-απόλλυται δε το παν αν αποτύχη ο στρατηγός, ουδείς απαιτεί παρά
-του στρατηγού πράξιν στρατιώτου πραττομένην διά κινδύνου. Ταύτα
-είχον αφορμήν να προοιμιάσω, γράφων του Πελοπίδου τον βίον και
-τον του Μαρκέλλου, μεγάλων ανδρών, οίτινες έπεσαν παραλόγως.
-Διότι μαχιμώτατοι και ανδρειότατοι αμφότεροι χρηματίσαντες, και
-κοσμήσαντες τας πατρίδας των διά λαμπροτάτων στρατηγιών, έπειτα
-δε, ισχυροτάτους έχοντες ανταγωνιστάς, και ο μεν πρώτος, ως
-λέγεται, τρέψας εις φυγήν τον Αννίβαν, όστις ήτον αήττητος, ο
-δε τους Λακεδαιμονίους, άρχοντας της γης και θαλάσσης, νικήσας
-εκ παρατάξεως, δεν εφείσθησαν όμως εαυτών, και ασυλλογίστως
-εθυσίασαν την ζωήν των, όταν μάλιστα οι καιροί απήτουν τοιούτοι
-άνδρες, σωζόμενοι να άρχωσι. Διά τούτα ημείς, εις την ομοιότητα
-αυτών αφορώντες, εγράψαμεν παραλλήλους τους βίους αυτών.
-
-Γ. Ο Πελοπίδας, υιός του Ιππόκλου, ήτον, ως και ο Επαμινώνδας,
-εξ επισήμου γένους των Θηβών. Τραφείς δ' εις πλούτον μέγαν, και
-παραλαβών, έτι νέος, λαμπρόν οίκον, ήρχισε βοηθών τους βοηθείας
-αξίους εκ των ενδεών, όπως φαίνηται αληθώς κύριος των χρημάτων
-και ουχί δούλος. Διότι οι πλείστοι, ως λέγει ο Αριστοτέλης, ή
-δεν μεταχειρίζονται τον πλούτον εκ φιλαργυρίας, ή καταχρώνται
-αυτόν εξ ασωτίας, και διάγουσι διηνεκείς δούλοι, ούτοι μεν των
-ηδονών, εκείνοι δε των ενασχολήσεων. Και οι μεν άλλοι,
-ευγνωμονούντες εις τον Πελοπίδαν, ωφελούντο εκ της προς αυτούς
-ελευθεριότητος και φιλανθρωπίας· μόνον δ' εκ των φίλων του τον
-Επαμινώνδαν δεν έπειθε να λαμβάνη του πλούτου του μέρους, εξ
-εναντίας δε μετείχεν αυτός της πενίας εκείνου διά της αφελείας
-των ενδυμάτων του, της λιτότητος της τραπέζης του, άοκνος ων
-εις τους κόπους, και εις τας εκστρατείας επιδεικνύων απλότητα,
-καθώς του Ευριπίδου ο Καπανεύς (366)
-
- «..όστις βίον είχε μεν πολύν
- ολίγον επί πλούτω πλην εκόμπαζεν,»
-
-αισχυνόμενος αν εφαίνετο περισσότερα εις το σώμα του δαπανών
-παρά ό τα ελάχιστα κεκτημένος Θηβαίος. Και ο μεν Επαμινώνδας,
-πατρικήν σύντροφον έχων την πενίαν, έτι ελαφροτέραν και
-ολιγώτερον οχληράν την κατέστησε διά της φιλοσοφίας, και απλούν
-και μονότροπον βίον απ' αρχής παραδεχθείς. Ο δε Πελοπίδας
-συνήλθεν εις γάμον λαμπρόν, απέκτησε δε και παίδας, και όμως μη
-φροντίζων να κερδαίνη αφιερών, δ' όλον του τον καιρόν εις την
-υπηρεσίαν της πόλεως, ηλάττωσε την περιουσίαν του. Όταν δ' οι
-φίλοι του τον ενουθέτουν, και τω έλεγον ότι παραμελεί πράγμα
-αναγκαίον, το να έχη χρήματα, «Αναγκαίον, μα τον Δία, είπεν,
-εις τον Νικόδημον (367) τούτον», δείξας χωλόν τινα και τυφλόν.
-
-Δ. Ήσαν δε και προς πάσαν αρετήν προσφυείς ομοίως, πλην ότι ο
-μεν Πελοπίδας επροτίμα να γυμνάζηται, ο δ' Επαμινώνδας να
-μανθάνη· και όταν εσχόλαζον, ο μεν διέτριβεν εις παλαίστρας και
-κυνηγέσια, ο δε ακούων τι και φιλοσοφών. Είχον δ' αμφότεροι
-πολλά και καλά εις δόξαν συντείνοντα. Οι δε νουν έχοντες ουδέν
-νομίζουσι μεγαλήτερον του ότι διά τοσούτων αγώνων και
-στρατηγιών και πολιτικών ενεργειών, διετήρησαν απ' αρχής μέχρι
-τέλους απρόσβλητον την προς αλλήλους εύνοιαν και φιλίαν. Διότι,
-άν τις αποβλέψας εις την πολιτικήν διαγωγήν του Αριστείδου, του
-Θεμιστοκλέους, του Κίμωνος, του Περικλέους, του Νικίου, του
-Αλκιβιάδου, πόσων ήτον μεστή ερίδων και φθόνων και ζηλοτυπιών
-προς αλλήλους, και παρατηρήση πάλιν την του Πελοπίδου προς τον
-Επαμινώνδαν ευμένειαν και τιμήν, τούτους πολύ ορθότερον και
-δικαιότερον θα ονομάση συνάρχοντας και συστρατήγους, παρά
-εκείνους, οίτινες διετέλεσαν αγωνιζόμενοι πώς να υπερισχύσωσι
-κατ' αλλήλων μάλλον, παρά κατά των εχθρών. Αιτία δ' αληθινή μεν
-ήτον η αρετή, ής ένεκα δεν εθήρευον από των πράξεων αυτών
-πλούτον ή δόξαν, τας πηγάς ταύτας του δεινού και φιλέριδος
-φθόνου, αλλ' ηράσθησαν αμφότεροι εξ αρχής έρωτα θείον, του να
-ιδώσι την πατρίδα των μεγίστην γινομένην και λαμπροτάτην διά
-της ενεργείας αυτών, και προς τούτο ως ίδια εαυτού
-μετεχειρίζετε έκαστος τα του άλλου κατορθώματα. Οι πλείστοι
-όμως νομίζουσιν ότι η σφοδρά προς αλλήλους φιλία εγεννήθη από
-της εν Μαντινεία εκστρατείας, όταν συνεξεστράτευσαν μετά των
-Λακεδαιμονίων, εις ούς, φίλους έτι όντας και συμμάχους, είχον
-πέμψει οι Θηβαίοι βοήθειαν. Διότι τεταγμένοι μετ' αλλήλων εις
-τους οπλίτας, και μαχόμενοι κατά των Αρκάδων, όταν ενέδωκε το
-προς αυτούς κέρας των Λακεδαιμονίων, και οι πλείστοι ετράπησαν
-εις φυγήν, αυτοί συνασπισθέντες απέκρουον τους εφορμώντας· και
-ο μεν Πελοπίδας, επτά τραύματα λαβών κατά στήθος, έπεσεν επί
-πολλών νεκρών φίλων ομού και εχθρών. Ο δ' Επαμινώνδας, ει και
-νομίζων ότι δεν είχε πλέον αυτός ζωήν, προέβη και εστάθη εμπρός
-του σώματος και των όπλων του, και εκινδύνευσε πολεμών μόνος
-πολλούς, προτιμών ν' αποθάνη παρά ν' αφήση κείμενον τον
-Πελοπίδαν εκεί· Εν ώ δε ήδη και αυτός κακώς διέκειτο, και είχε
-πληγήν μεν λόγχης εις το στήθος, ξίφους δ' εις τον βραχίονα,
-έφθασε βοηθών από του ετέρου κέρως ο Αγησίπολις, ο βασιλεύς των
-Σπαρτιατών, και έσωσεν ανελπίστως αυτός αμφοτέρους.
-
-Ε. Μετά δε ταύτα, επειδή οι Σπαρτιάται διά μεν των λόγων
-προσεφέροντο ως φίλοι και σύμμαχοι των Θηβαίων, πραγματικώς δ'
-υπέβλεπον της πόλεως το φρόνημα και την δύναμιν, και προ πάντων
-εμίσουν την εταιρίαν (368) του Ισμηνίου και Ανδροκλείδου, εις
-ήν ανήκε και ο Πελοπίδας, και ήτις εφαίνετο φιλελεύθερος
-συγχρόνως και δημοτική, ο Αρχίας, και ο Λεοντίδας (369) και ο
-Φίλιππος, άνδρες ολιγαρχικοί και πλούσιοι, και ξένοι προς πάσαν
-μετριοφροσύνην, καταπείθουσι Φοιβίδαν τον Λάκωνα, όστις μετά
-στρατεύματος διήρχετο την χώραν, να καταλάβη εξαίφνης την
-Καδμείαν (370) και εκδιώξας τους εναντιουμένους, να καταστήση
-την πολιτείαν υπήκοον των Λακεδαιμονίων. Πεισθείς λοιπόν
-εκείνος, επετέθη, εν ώ οι Θηβαίοι δεν τον περιέμενον, επί της
-εορτής των Θεσμοφορίων, και εκυρίευσε την ακρόπολιν. Αρπαγείς
-δ' ο Ισμηνίας, και κομισθείς εις την Λακεδαίμονα, μετ' ολίγον
-καιρόν εφονεύθη· ο δε Πελοπίδας και ο Φερένικος και ο
-Ανδροκλείδας, μετά πολλών άλλων φεύγοντες, απεκηρύχθησαν. Ο δ'
-Επαμινώνδας έμεινεν εις την πόλιν, διότι κατεφρονείτο, ένεκα
-μεν της φιλοσοφίας, ως μη εις τα πράγματα αναμιγνύμενος, ένεκα
-δε της πενίας του, ως αδύνατος.
-
-ΣΤ. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι τον μεν Φοιβίδαν έπαυσαν από της
-αρχής, και τω επέβαλον εκατόν χιλιάδων δραχμών πρόστιμον, την
-Καδμείαν όμως ουχ' ήττον εξηκολούθουν φρουρούντες, όλοι μεν οι
-άλλοι Έλληνες εθαύμαζον διά το άτοπον του πράγματος, ότι
-ετιμώρουν μεν τον πράξαντα, την δε πράξιν επεδοκίμαζον. Οι δε
-Θηβαίοι, στερηθέντες του πατρίου πολιτεύματος, και δουλωθέντες
-υπό του Αρχίου και Λεοντίδου, ουδεμίαν διετήρουν ελπίδα να
-σωθώσιν από της τυραννίας, ήν έβλεπον δορυφορουμένην υπό της
-δυνάμεως των Σπαρτιατών, και μη δυναμένην να καταλυθή αν δεν
-έπαυέ τις και εκείνους της κατά γην και θάλασσαν ηγεμονίας. Οι
-περί τον Λεοντίδαν όμως, μανθάνοντες ότι οι φυγάδες διέτριβον
-εν Αθήναις, προσφιλείς όντες εις το πλήθος, και τιμώμενοι υπό
-των καλών καγαθών πολιτών, ήρχισαν κρυφίως να επιβουλεύωνται
-αυτούς· και πέμψαντες ανθρώπους αγνώστους, τον μεν Ανδροκλείδαν
-φονεύουσι διά δόλου, των δ' άλλων αποτυγχάνουσιν. Ήλθον δε και
-παρά Λακεδαιμονίων γράμματα προς τους Αθηναίους, διατάττοντα να
-μη δέχωνται, ουδέ να παροξύνωσι τους φυγάδας, αλλά να τους
-αποδιώξωσιν, ως κοινούς εχθρούς καταδειχθέντας υπό των συμμάχων
-των. Οι Αθηναίοι όμως, εκτός του ότι έχουσι πάτριον και έμφυτον
-αίσθημα την φιλανθρωπίαν, ηθέλησαν ν' ανταμείψωσι προσέτι τους
-Θηβαίους, διότι ούτοι προ πάντων συνετέλεσαν εις της
-δημοκρατίας την αποκατάστασιν (371) και είχον ψηφίσει· «Αν τις
-Αθηναίος κατά των τυράννων κινή όπλα διά της Βοιωτίας, ουδείς
-Βοιωτός ούτε να το ακούη, ούτε να το βλέπη.» Ένεκα τούτων δεν
-ηδίκησαν τους Θηβαίους.
-
-Ζ. Ο δε Πελοπίδας, καί τοι ων είς εκ των νεωτάτων, παρεκίνει
-όμως ιδίως και έκαστον των φυγάδων, και προς το πλήθος ωμίλησε
-λέγων, ότι ούτε καλόν είναι ούτε όσιον την μεν πατρίδα να
-παραβλέπωσιν υπό δουλείαν ούσαν και φρουράν ξένην έχουσαν,
-αυτοί δε ν' αρκώνται ότι έσωσαν την ζωήν των, και να κρέμανται
-από των ψηφισμάτων των Αθηναίων, και να κολακεύωσι
-προσκυνούντες πάντοτε τους δυναμένους να ομιλώσι και να πείθωσι
-τον όχλον. Αλλά, τοις είπεν, ότι πρέπει και να κινδυνεύωσιν
-υπέρ των μεγίστων, παράδειγμα προτιθέμενοι του Θρασυβούλου την
-τόλμην και αρετήν και, ως εκείνος πρότερον, εκ Θηβών ορμηθείς,
-κατέλυσε τους εν Αθήναις τυράννους, ούτω και αυτοί πάλιν, εξ
-Αθηνών προελθόντες, να ελευθερώσωσι τας Θήβας. Ως λοιπόν τους
-έπεισε ταύτα λέγων, πέμπουσιν εις τας Θήβας κρυφίως προς τους
-υπολειπομένους των φίλους, να τοις ειπώσι τ' αποφασισθέντα.
-Εκείνοι δ' ενέκρινον ταύτα, και ο Χάρων, όστις ήτον ο όλων
-επισημότατος, υπεσχέθη να δώση την οικίαν του· ο δε Φυλλίδας
-κατώρθωσε να γίνη γραμματεύς του Αρχίου και του Φιλίππου,
-οίτινες ήσαν πολέμαρχοι (372). Ο δ' Επαμινώνδας προ πολλού
-επλήρου τους νέους γενναίου φρονήματος· και προς τούτο τοις
-έλεγεν εις τα γυμνάσια να προκαλώσι τους Λακεδαιμονίους και να
-παλαίωσι κατ' αυτών έπειτα δε, βλέπων αυτούς κομπάζοντας όταν
-ενίκων και υπερίσχυον, τους επέπληττεν ότι έπρεπε να
-αισχύνωνται μάλλον διότι δι' ανανδρίαν εισί δούλοι ανθρώπων ών
-κατά την δύναμιν του σώματος τοσούτον διαφέρουσιν.
-
-Η. Ωρίσθη δε προς την πράξιν ημέρα, και απεφάσισαν οι φυγάδες
-τους μεν άλλους να συνάξη ο Φερένικος και να περιμένη εις το
-Θριάσιον (373), ολίγοι δε των νεωτάτων να ριψοκινδυνεύσωσιν
-εισερχόμενοι πρώτοι εις την πόλιν· αν δε τι πάθωσιν ούτοι υπό
-των εχθρών, να επιμεληθώσιν όλοι οι άλλοι όπως μήτε οι παίδες
-μήτε οι γονείς αυτών μείνωσί ποτε εστερημένοι των αναγκαίων.
-Ανέλαβε δε την πράξιν ο Πελοπίδας πρώτος, έπειτα δ' ο Μέλων
-(374) και ο Δαμοκλείδας και ο Θεόπομπος, άνδρες εκ των πρώτων
-οίκων, και προς αλλήλους κατά μεν τ' άλλα πιστοί όντες και
-φίλοι, περί δόξης όμως και ανδρείας πάντοτε φιλονεικούντες.
-Γενόμενοι δ' όλοι δώδεκα, και τους απολειπομένους ασπασθέντες,
-και αγγελιαφόρον πέμψαντες εμπρός προς τον Χάρωνα, επροχώρησαν
-χλαμύδια μικρά φέροντες, και σκύλους θηρευτικούς, και πάλους
-(375), ώστε ουδείς των όσοι καθ' οδόν τους απήντα να τους
-υποπτεύση, αλλά να φαίνωνται ως ασκόπως περιφερόμενοι και
-κυνηγούντες. Όταν δ' έφθασεν ο πεμφθείς προς τον Χάρωνα
-αγγελιαφόρος, και τω είπεν ότι είναι αυτοί καθ' οδόν, του μεν
-Χάρωνος ουδόλως μετέβαλε την γνώμην η προσέγγισις του δεινού,
-αλλ' ήτον ανήρ γενναίος, και έδωκε την οικίαν του. Ιπποσθενίδας
-δε τις, άνθρωπος ουχί πονηρός, αλλά και φιλόπατρις μάλιστα, και
-ευνοϊκώς προς τους φυγάδας διακείμενος, στερούμενος όμως της
-τόλμης ην απήτει ο επικίνδυνος εκείνος καιρός, και αι
-προκείμεναι πράξεις, ως ζαλισθείς απέναντι του αγώνος όστις
-επέκειτο, και μόλις τότε συλλογισθείς ότι τρόπον τινά σαλεύουσι
-την αρχήν των Λακεδαιμονίων, και επιχειρούσι την ανατροπήν της
-εκείνων δυνάμεως, εις μόνας τας από φυγάδων τινών ασθενείς
-ελπίδας στηριζόμενοι, απελθών εις την οικίαν του εν σιωπή,
-πέμπει τινά των φίλων του προς τον Μέλωνα και Πελοπίδαν, να
-τοις ειπή ν' αναβάλωσι προς το παρόν, και επιστρέψαντες εις
-Αθήνας να περιμείνωσι καιρόν καταλληλότερον. Ωνομάζετο δε
-Χλίδων ο πεμφθείς, και αμέσως εις την οικίαν του πορευθείς, και
-τον ίππον του εκ του ιπποστασίου εξαγαγών, εζήτει τον χαλινόν.
-Η γυνή του όμως δεν τον είχε, και μη ηξεύρουσα πού ήτον, τω
-είπεν ότι τον έδωκεν εις ένα των οικείων των, και τότε ήρχισαν
-ύβρεις μεταξύ των, και μετά ταύτα βλασφημίας και η γυνή τω
-κατηράτο κακήν οδόν, εις αυτόν και εις εκείνους οίτινες τον
-έπεμπον· ώστε ο Χλίδων εν τη οργή του καταναλώσας πολύ της
-ημέρας εις ταύτα, προσέτι δε και ως οιωνόν το συμβάν θεωρήσας,
-αφήκε διόλου την οδόν, και ετράπη προς άλλα. Ούτως, ολίγον
-έλειψεν της μεγίστης και καλλίστης των πράξεων ευθύς εξ αρχής
-να διαφύγη η ευκαιρία.
-
-Θ. Οι δε περί τον Πελοπίδαν, ενδύματα γεωργών φορέσαντες, και
-διαιρεθέντες, εισήλθον αγνώστως άλλοι δι' άλλων μερών της
-πόλεως, εν ώ έτι ήτον ημέρα. Ήτον δε τότε του έαρος η αρχή, και
-έπνεεν άνεμος και έπιπτε χιών, ώστε ευκολώτερον διέφυγον, διότι
-εξ αιτίας της τρικυμίας οι πλείστοι είχον καταφύγει ήδη εις τας
-οικίας των. Όσοι δ' είχον συμφέρον να γνωρίζωσι τα πραττόμενα,
-εκείνοι εδέχοντο τους προσερχομένους και τους έφερον ευθύς εις
-την οικίαν του Χάρωνος. Συνεποσώθησαν δ' αυτόθι μετά των
-φυγάδων εις πεντήκοντα, παρά δύο. Τα δε περί τους τυράννους
-ούτως είχον. Φυλλίδας ο γραμματεύς συνέπραττε μεν, ως ερρέθη,
-καθ' όλα, και εβοήθει τους φυγάδας. Διά δε την ημέραν εκείνην
-προ πολλού είχεν υποσχεθή εις τον Αρχίαν και τους μετ' αυτού
-συμπόσιόν τι και συναναστροφήν, και γυναίκας τινάς εκ των
-υπάνδρων, και έπραττεν ό,τι εδύνατο όπως τους παραδώση εις την
-επιχείρησιν των επιτιθεμένων, εκλελυμένους υπό των ηδονών και
-μεθύοντας. Πριν δ' έτι μεθυσθώσιν αυτοί εντελώς, έφθασε μήνυσίς
-τις εις αυτούς ουχί ψευδής μεν, αλλ' αβέβαιος, και πολλήν
-ασάφειαν έχουσα περί των φυγάδων, ότι εκρύπτοντο εις την πόλιν.
-Και ο μεν Φυλλίδας έστρεψε τον λόγον αλλαχού· ο Αργίας όμως
-έπεμψέ τινα των υπηρετών του προς τον Χάρωνα, προστάττων αυτόν
-να έλθη αμέσως. Ήτον δ' εσπέρα, και ητοιμάζοντο εντός οι περί
-τον Πελοπίδαν, φέροντες ήδη τους θώρακας, και τας μαχαίρας
-λαβόντες. Εξαίφνης ήκουσαν ότι εκτύπα η θύρα, και τρέξας τις,
-και μαθών παρά του υπηρέτου έτι οι πολέμαρχοι εζήτουν τον
-Χάρωνα να έλθη προς αυτούς, επανήλθε και το ανήγγειλε
-τεθορυβημένος, και πάντες ευθύς υπενόησαν ότι κατεμηνύθη η
-πράξις των, και ότι απωλέσθησαν πάντες, ουδέν καν πράξαντες της
-αρετής των άξιον. Ουχ ήττον όμως ενέκριναν να υπακούση ο Χάρων
-και ν' απέλθη ως ανυπόπτως δήθεν προς τους άρχοντας. Ήτον δ'
-άλλως ανδρώδης, και ακατάβλητον έχων θάρρος εις τα δεινά· αλλά
-δι' εκείνους τότε ήτον καταπεπληγμένος και εφοβείτο μη τις
-υποψία προδοσίας έλθη επ' αυτόν, αν τοσούτοι και τοιούτοι
-πολίται απολεσθώσιν. Όταν λοιπόν έμελλε ν' αναχωρήση, λαβών εκ
-της γυναικωνίτιδος τον υιόν του, παιδίον έτι τότε, αλλά πρώτον
-των ομηλίκων του κατά το κάλλος και την ρώμην του σώματος, τον
-ενεχείρισεν εις τους περί τον Πελοπίδαν, λέγων εις αυτούς, αν
-εννοήσωσί τινα δόλον και προδοσίαν εκ μέρους του, να τον
-μεταχειρισθώσιν ως εχθρόν, και να μη φεισθώσιν αυτού. Και
-πολλοί μεν αυτών εδάκρυον προς του Χάρωνος το φρόνημα και το
-πάθος· πάντες δ' ηγανάκτουν ότι εδύνατο να νομίση τινά τοσούτον
-δειλόν ή διεφθαρμένον υπό του παρόντος κινδύνου, ώστε να
-υποθέση εκείνον, ή να τω αποδώση την αιτίαν των συμβαινόντων
-και τον παρεκάλουν να μη αναμίξη μετ' αυτών τον υιόν του, αλλά
-να τον θέση εν ασφαλεί κατά του μέλλοντος, όπως αυτός καν
-αυξήση εκδικητής της πόλεως και των φίλων, περισωθείς και
-διαφυγών τους τυράννους. Ο δε Χάρων τον μεν υιόν του είπεν ότι
-δεν μακρύνει απ' αυτών, διότι ποίον βίον ή τίνα σωτηρίαν βλέπει
-καλητέραν δι' αυτόν, του ν' αποθάνη ανύβριστος μετά του πατρός
-και τοσούτων φίλων των; Ευχηθείς δ' εις τους Θεούς, και
-ασπασθείς πάντας και ενθαρρύνας, ανεχώρησε, προσέχων εις
-εαυτόν, και ρυθμίζων το σχήμα του προσώπου του και τον τόνον
-της φωνής του, ώστε να φανή ανομοιότατος προς ά έπραττεν.
-
-I. Όταν δ' έφθασεν εις την θύραν της οικίας, προήλθον ο Αρχίας
-και ο Φυλλίδας, και είπον· «Ω Χάρων, ήκουσα ότι τινές ήλθον
-κρυφίως και κρύπτονται εις την πόλιν, και ότι μετ' αυτών
-συμπράττουσί τινες των πολιτών.» Ο δε Χάρων εταράχθη το πρώτον,
-έπειτα δ' ηρώτησε τίνες ήσαν οι κρυφίως ελθόντες, και τίνες οι
-κρύπτοντες αυτούς, διότι έβλεπεν ότι ουδέν σαφές είπεν ο
-Αρχίας, και υπενόησεν ότι η μήνυσις δεν έγινεν υπ' ουδενός τω
-όσοι ήσαν εν γνώσει. «Ίδετε, είπε, μη μάταιος ότι σας ταράττη
-λόγος. Ουχ' ήττον όμως θέλω προσέξει διότι ίσως τίποτε δεν
-πρέπει να καταφρονήσωμεν.» Ταύτα και ο Φυλλίδας, όστις ήτον
-παρών, ενέκρινε, και μετά του Αρχίου επιστρέψας πάλιν εις την
-οικίαν, τον εβύθισεν εις πολύν άκρατον, και διά των ελπίδων των
-γυναικών παρέτεινε το συμπόσιον. Ως δ' επανήλθεν ο Χάρων
-οίκαδε, και εύρε τους άνδρας διεσκευασμένους, ουχί ως
-ελπίζοντας νίκην σωτηρίαν τινά, αλλ' ως μέλλοντας ν' αποθάνωσι
-λαμπρώς και μετά φόνου πολλού των εχθρών, την μεν αλήθειαν
-είπεν εις μόνον τον Πελοπίδαν, προς δε τους άλλους εψεύσθη,
-πλάσας λόγους τινάς ούς τω είπε δήθεν ο Αρχίας περί άλλων
-πραγμάτων. Μόλις δε παρήρχετο η πρώτη τρικυμία, και δευτέραν
-επέφερεν η τύχη κατά των ανδρών. Απεσταλμένος τις ήλθεν εξ
-Αθηνών παρ' Αρχίου του ιεροφάντου (376) προς τον ομώνυμον
-αυτού Αρχίαν, διά δεσμών φιλίας και φιλοξενίας συνδεδεμένον
-όντα μετ' αυτού, επιστολήν φέρων, ήτις δεν περιείχε ματαίαν
-ουδέ πεπλασμένην υπόνοιαν, αλλ' έλεγε σαφώς όλα τα γινόμενα, ως
-μετά ταύτα εγνώσθη. Τότε δε παρουσιασθείς ο γραμματοκομιστής
-εις τον Αρχίαν όστις εμέθυε, και δους την επιστολήν, τω είπεν
-ότι ο πέμψας αυτήν τω παραγγέλλει ευθύς να την αναγνώση, διότι
-τω γράφει περί σπουδαίων τινών. Ο δ' Αρχίας μειδιάσας, «Λοιπόν,
-είπεν, εις αύριον τα σπουδαία·» και λαβών την επιστολήν, την
-έθηκεν υπό το προσκεφάλαιον, και εξηκολούθησε προσέχων προς τον
-Φυλλίδαν περί ών έτυχε να συνομιλώσι. Και ο λόγος ούτος ως
-παροιμία περιφερόμενος, μέχρι τούδε σώζεται παρά τοις Έλλησιν.
-
-ΙΛ. Ως δ' εφάνη ότι έφθασεν ο κατάλληλος διά την πράξιν καιρός,
-εξήλθον εις δύο διαιρεθέντες, και οι μεν περί τον Πελοπίδαν και
-Δαμοκλείδαν επορεύθησαν εις του Λεοντίδου και του Υπάτου,
-οίτινες κατώκουν εγγύς αλλήλων· ο δε Χάρων και ο Μέλων κατά του
-Αρχίου και του Φιλίππου, φέροντες γυναικεία φορέματα επί των
-θωράκων των, και δασείς στεφάνους ελάτης και πεύκης εις τας
-κεφαλάς, κατασκιάζοντας αυτών τα πρόσωπα. Δι' ό και άμα
-εφάνησαν εις τας θύρας του συμποσίου, οι εστιώμενοι τους
-εδέχθησαν μετά θορύβου και κρότου, νομίζοντες ότι ήσαν αι
-γυναίκες άς προ πολλού περιέμενον. Όταν όμως κύκλω εις το
-συμπόσιον τα βλέμματα περιφέροντες, και ακριβώς παρατηρήσαντες
-έκαστον των κατακεκλιμένων (377),έσυρον τας μαχαίρας, ορμώντες
-διά των τραπεζών κατά του Αρχίου και του Φιλίππου, τότε
-εφάνησαν τίνες ήσαν. Και ολίγους μεν εκ των συμποσιαζόντων
-έπεισεν ο Φυλλίδας να μείνωσιν ήσυχοι· τους δ' άλλους,
-επιχειρούντας ν' αντισταθώσι μετά των πολεμάρχων, και
-ανισταμένους μετ' αυτών, τους εφόνευσαν άνευ πολλής δυσκολίας,
-διότι εμέθυον. Οι δε περί τον Πελοπίδαν δυσχερέστερον είχον
-έργον, διότι εκινούντο κατά του Λεοντίδου, ανδρός νήφοντος και
-ανδρείου. Εκοιμάτο δ' αυτός, και εύρον την οικίαν του
-κεκλεισμένην, και πολλήν καιρόν εκτύπων χωρίς να τους ακούση
-ουδείς. Μόλις δ' ακούσας ο υπηρέτης, ήλθε και αφήρεσε τον
-μοχλόν, και ενδούσαι αι θύραι ανεώχθησαν, και ευθύς επιπεσόντες
-όλοι ομού, και τον οικέτην ανατρέψαντες, ώρμησαν εις τον
-θάλαμον. Ο δε Λεοντίδας, εξ αυτού του κτύπου και εκ της ορμής
-των εννοήσας το γινόμενον, εγύμνωσε το εγχειρίδιον του αναστάς,
-ελησμόνησε δε να σβύση τους λύχνους, και να κάμη ώστε εις το
-σκότος να επισέσωσιν αυτοί καθ' εαυτών οι άνδρες. Εις πολύ δε
-φως ορώμενος, ώρμησε προς τας θύρας του θαλάμου εναντίον αυτών,
-και κτυπήσας τον πρώτον όστις εισήρχετο, τον Κηφισόδωρον, τον
-έρριψε κάτω. Αφ' ού δ' αυτός έπεσε, συνεπλάκη μετά του
-δευτέρου, του Πελοπίδου· και την μάχην δεινήν καθίστα και
-δύσκολον η στενότης των θυρών και το εμπόδιον του κειμένου
-νεκρού του Κηφισοδώρου. Ενίκησε δε τέλος ο Πελοπίδας, και
-φονεύσας τον Λεοντίδαν, εκινήθη αμέσως κατά του Υπάτου μετά των
-συντρόφων του. Και εισήλθε μεν ομοίως εις την οικίαν του· τους
-ενόησεν όμως εκείνος, και κατέφυγε προς τους γείτονας· αλλ'
-εκείνοι διώξαντες αυτόν κατά πόδας, τον συνέλαβον και τον
-εθανάτωσαν.
-
-ΙΒ. Αφ' ού δε κατώρθωσαν ταύτα, ενωθέντες μετά των περί τον
-Μέλωνα, έπεμψαν εις την Αττικήν προς τους μείναντας εκεί των
-φυγάδων, και συγχρόνως εκάλουν τους πολίτας εις ελευθερίαν, και
-ώπλιζον τους προσερχομένους, αφαιρούντες τα εις τας στοάς
-κρεμάμενα λάφυρα, και ανοίγοντες διά βίας τα περί την οικίαν
-εργαστήρια των δορυξόων και μαχαιροποιών. Ήλθον δ' εις βοήθειαν
-αυτών ένοπλοι οι περί τον Επαμινώνδαν και Γοργίδαν, συλλέξαντες
-ουχ ολίγους των νέων, και των πρεσβυτέρων τους αρίστους. Η δε
-πόλις ήδη μεν πάσα ηγέρθη επτοημένη, και πολύς ην ο θόρυβος,
-και φώτα ανήπτοντο εις τας οικίας, και πολίται έτρεχον προς
-αλλήλους. Δεν είχε δ' έτι συνέλθει το πλήθος, αλλ'
-εκπεπληγμένοι διά τα γινόμενα, και σαφές ουδέν γνωρίζοντες,
-περιέμενον την ημέραν. Όθεν φαίνεται ότι έσφαλον οι άρχοντες
-των Λακεδαιμονίων, ότι δεν επέδραμον αμέσως και δεν επέπεσαν
-κατ' αυτών· διότι αυτή μεν η φρουρά ήτον περί τους χίλιους
-πεντακοσίους, πολλοί δ' εκ της πόλεως συνέτρεχον προς αυτούς.
-Αλλά την βοήν φοβηθέντες και τα πυρά, και τον όχλον όστις
-πανταχόθεν πολύς εφέρετο, ησυχάζον μόνην κατέχοντες την
-Καδμείαν. Ως δ' εξημέρωσεν, έφθασαν μεν εκ της Αττικής οι
-φυγάδες ωπλισμένοι, συνηθροίσθη δε και ο δήμος εις την
-εκκλησίαν. Εισήγον δ' εις αυτήν τους περί τον Πελοπίδαν ο
-Επαμινώνδας και ο Γοργίδας, περιστοιχισμένους υπό των ιερέων,
-οίτινες επρότεινον στέμματα, και παρεκάλουν τους πολίτας να
-βοηθήσωσι την πατρίδα και τους θεούς. Η δ' εκκλησία, προς την
-όψιν ταύτην ανέστη ορθή μετά βοής και κρότου, και εδέχθη τους
-άνδρας ως σωτήρας και ευεργέτας.
-
-ΙΓ. Μετά ταύτα ο Πελοπίδας εκλεχθείς Βοιωτάρχης (378) μετά του
-Μέλωνος και του Χάρωνος, ευθύς πολιορκών περιετείχιζε την
-ακρόπολιν, και την προσέβαλλε πανταχόθεν, σπεύδων να εκδιώξη
-τους Λακεδαιμονίους, και να ελευθερώση την Καδμείαν, πριν έλθη
-στρατός εκ της Σπάρτης. Και προέλαβε παρ' ολίγον, αφείς
-υποσπόνδους τους άνδρας, ώστε εν ώ ούτοι ήσαν εις Μέγαρα,
-απήντησαν τον Κλεόμβροτον εκστρατεύοντα κατά των Θηβών μετά
-μεγάλης δυνάμεως. Οι δε Σπαρτιάται, εκ των τριών αρμοστών
-(379) ούς είχον εν Θήβαις, τον μεν Ηριππίδαν και τον Άρκεσον
-εφόνευσαν αφ' ού τους έκρινον. Ο δε τρίτος, Λυσανορίδας, διά
-μεγάλου προστίμου τιμωρηθείς, ανεχώρησεν εκ της Πελοποννήσου.
-Ταύτην την πράξιν, ήτις κατά τας αρετάς των ανδρών, κατά τους
-κινδύνους και τους αγώνας εγένετο παραπλησία προς την του
-Θρασυβούλου, και εβραβεύθη ομοίως υπό της τύχης, αδελφήν
-εκείνης ωνόμαζον οι Έλληνες. Διότι δεν είν' εύκολον ν' αναφέρη
-τις άλλους οίτινες διά τόλμης και ικανότητος ολιγώτεροι να
-ενίκησαν περισσοτέρους, και ασθενέστεροι δυνατωτέρους, και να
-έγινον αίτιοι αγαθών μεγαλητέρων εις την πατρίδα. Ενδοξοτέραν
-δ' ανέδειξε ταύτην η μεταβολή των πραγμάτων. Διότι ο πόλεμος
-όστις κατέλυσε της Σπάρτης την επισημότητα, και έπαυσε την επί
-της γης και της θαλάσσης εξουσίαν αυτής, εξ εκείνης της νυκτός
-προήλθε, καθ' ήν ο Πελοπίδας, ουχί κυριεύσας φρούριον, ουδέ
-τείχος, ουδ' ακρόπολιν, αλλ' εις οικίαν μετ' άλλων ένδεκα
-εισελθών, αν πρέπη διά μεταφοράς να εκφράσωμεν την αλήθειαν,
-διέλυσε και διέκοψε τους δεσμούς της των Λακεδαιμονίων
-ηγεμονίας, οίτινες ενομίζοντο άλυτοι πριν και άρρηκτοι.
-
-ΙΔ. Επειδή δ' οι Λακεδαιμόνιοι εισέβαλον μετά μεγάλου στρατού
-εις την Βοιωτίαν, οι Αθηναίοι, περίφοβοι γενόμενοι, ηρνήθησαν
-την συμμαχίαν εις τους Θηβαίους, και εκ των βοιωτιαζόντων
-(380) τινάς μεν εισαγαγόντες εις το δικαστήριον εθανάτωσαν,
-άλλους δ' εφυγάδευσαν, άλλους δε διά χρημάτων εζημίωσαν, και τα
-πράγματα των Θηβαίων εφαίνοντο κακώς διακείμενα, διότι ουδείς
-εβοήθει αυτούς. Έτυχε δε τότε να βοιωταρχή ο Πελοπίδας μετά του
-Γοργίδου· και σκεφθέντες να συγκρούσωσι πάλιν τους Αθηναίους
-προς τους Λακεδαιμονίους, τοιούτον τι μηχανώνται. Σφοδρίας,
-ανήρ Σπαρτιάτης, ευδόκιμος μεν εις τα πολεμικά και λαμπρός,
-κουφός δ' ολίγον την γνώμην, και κενών ελπίδων και φιλοτιμίας
-ανοήτου μεστός, εγκατελείφθη περί τας Θεσπιάς μετά δυνάμεως,
-ίνα δέχηται και βοηθή τους επαναστατούντας εκ των Θηβαίων. Προς
-τούτον έπεμψε κρυφίως ο Πελοπίδας χρήματα, και λόγους οίτινες
-μάλλον των χρημάτων τον έπεισαν, ότι πρέπει μεγάλα πράγματα να
-επιχειρήση, και να καταλάβη τον Πειραιά, επιπεσών απροσδοκήτως
-κατά των Αθηναίων οίτινες δεν εφυλάττοντο· διότι τίποτε δεν θα
-ηυχαρίστει τοσούτον τους Λακεδαιμονίους όσον το να κυριεύσωσι
-τας Αθήνας· οι δε Θηβαίοι, δυσηρεστημένοι όντες κατ' αυτών, και
-προδότας αυτούς νομίζοντες, δεν θέλουσι τους βοηθήσει. Τέλος
-λοιπόν, καταπεισθείς ο Σφοδρίας, και τους στρατιώτας αυτού
-λαβών, εισέβαλε διά νυκτός εις την Αττικήν, και προυχώρησε
-μέχρι της Ελευσίνος· εκεί δ' εδειλίασαν οι στρατιώται του, και
-ανακαλυφθείς, ανεχώρησεν εις Θεσπιάς αφ' ού εξήγειρεν ουχί
-μικρόν ουδ' εύκολον πόλεμον κατά των Σπαρτιατών.
-
-ΙΕ. Έκτοτε πάλιν προθυμότατα οι Αθηναίοι συνεμάχουν μετά των
-Θηβαίων, και επεδόθησαν εις την θάλασσαν, και περιφερόμενοι
-εδέχοντο και είλκυον εις εαυτούς εκείνους των Ελλήνων όσοι
-είχον διαθέσεις αποστατικάς. Οι δε Θηβαίοι ιδίως εν τη Βοιωτία
-συμπλεκόμενοι μετά των Λακεδαιμονίων, και μάχας συγκροτούντες,
-ουχί μεν μεγάλας καθ' εαυτάς, αλλά σπουδαίας διότι τοις
-εχρησίμευον εις μελέτην και άσκησιν, ανερριπίζοντο τας ψυχάς
-και ενεδυνάμουν τα σώματά των, εμπειρίαν εκ της συνηθείας
-λαμβάνοντες, και πεποίθησιν εις εαυτούς. Δι' ό και λέγουσιν,
-ότι ο Σπαρτιάτης Ανταλκίδας, όταν ο Αγησίλαος επανήλθεν εκ της
-Βοιωτίας τετρωμένος, είπεν εις αυτόν· «Τω όντι καλά δίδακτρα
-λαμβάνεις παρά των Θηβαίων, διότι, χωρίς να θέλωσι, τοις
-εδίδαξας την τέχνην του πολέμου και των μαχών.» Ήτον δ' αληθώς
-διδάσκαλος ουχί ο Αγησίλαος, αλλ' οι εν καιρώ και μετά
-φρονήσεως ως κυνηγετικούς σκύλους εμπείρως φέροντες αυτούς κατά
-των εχθρών, και έπειτα, αφ' ού εγεύοντο νίκης και επληρούντο
-πεποιθήσεως, τους επανέφερον ασφαλώς. Μεταξύ τούτων μεγίστην
-δόξαν είχεν ο Πελοπίδας· διότι αφ' ότου εξελέξαντο αυτόν πρώτον
-αρχηγόν των όπλων, δεν έπαυσαν να χειροτονώσιν αυτόν καθ'
-έκαστον έτος άρχοντα, και εξακολούθησε μέχρι του θανάτου του ή
-διοικών τον ιερόν λόχον, ή βοιωταρχών. Συνέβησαν δε και περί
-τας Πλαταιάς και περί τας Θεσπιάς (381) ήτται και φυγαί των
-Λακεδαιμονίων, όπου και ο Φοιβίδας, ο την Καδμείαν καταλαβών,
-εφονεύθη. Πολλούς δε τρέψας εις φυγήν και πλησίον της Τανάγρας
-(382), εφόνευσε και Πανθοίδαν τον αρμοστήν. Αλλ' οι αγώνες
-ούτοι αναπτερούντες τους νικώντας εις υπερφροσύνην και εις
-θάρρος, δεν υπεδούλουν όμως εντελώς των νικημένων την γνώμην·
-διότι δεν ήσαν εκ παρατάξεως, ουδ' εις μάχην έχουσαν καταφανή
-και κανονικήν την διάταξιν. Αλλ' επετύγχανον εκδράμοντες
-αιφνιδίως, και φυγάς και διώξεις επιχειρούντες, και ούτω μετ'
-αυτών συμπλεκόμενοι.
-
-ΙΣΤ. Η δε περί τας Ταγύρας μάχη, ήτις ήτον τρόπον τινά του
-Λευκτρικού προαγών, ηύξησε μεγάλως την δόξαν του Πελοπίδου,
-διότι ούτε εις τους συστρατήγους του αφήκε πώς να τω
-αμφισβητήσωσι το κατόρθωμα, ούτε εις τους εχθρούς πρόφασιν της
-ήττης τινά. Κατά της πόλεως των Ορχομενίων (383), ήτις είχε
-κηρυχθή υπέρ των Σπαρτιατών, και δεχθή δύο μόρας (384) αυτών
-προς ασφάλειαν, έτρεφεν αυτός σχέδια πάντοτε, και παρεφύλαττε
-τον καιρόν. Όταν δ' ήκουσεν ότι οι φρουροί αυτής εξεστράτευσαν
-εις την Λοκρίδα (385), ελπίσας να καταλάβη αφρούρητον τον
-Ορχομενόν, εξεστράτευσεν έχων μεθ' εαυτού τον ιερόν λόχον και
-ολίγους ιππείς. Επειδή όμως, εις την πόλιν πλησιάσας, εύρεν ότι
-έφθανεν εκ Σπάρτης φρουρά της πρώτης διάδοχος, ωδήγησε πάλιν
-οπίσω το στράτευμα διά των Τεγυρών, καθ' ό μέρος και μόνον
-πέριξ επατείτο ο τόπος παρά την υπώρειαν διότι την μεταξύ χώραν
-πάσαν καθίστα άβατον ο Μέλας ποταμός, ευθύς από των πηγών του
-εις βάλτους πλωτάς και εις λίμνας διασπειρόμενος (386). Ολίγον
-δ' υπό τα έλη υπάρχει ναός του Τεγυραίου Απόλλωνος, και
-μαντείον προ ολίγου καιρού εγκαταλελειμμένον. Μέχρι των Μηδικών
-όμως ήκμαζε, και προφήτης αυτού ήτον ο Εχεκράτης. Εδώ
-μυθολογούσιν ότι εγεννήθη ο Θεός, και το μεν πλησίον όρος Δήλος
-ονομάζεται, και προς αυτό καταλήγουσιν αι εκβολαί του Μέλανος.
-Οπίσω δε του ναού αναβρύουσι δυο πηγαί, ύδωρ έχουσαι θαυμαστόν
-διά την γλυκύτητα, το πλήθος και την ψυχρότητα, και εξ αυτών
-την μεν ονομάζομεν μέχρι τούδε Φοίνικα, την δε Ελαίαν· όθεν
-υποτίθεται ότι η Θεά εγέννησεν ουχί μεταξύ δύο δένδρων, αλλά
-μεταξύ δύο ρείθρων. Διότι και το Πτώον (387) είναι εγγύς, εφ'
-ού λέγεται ότι αύτη επτοήθη, όταν εφάνη εξαίφνης ο κάπρος. Και
-τα περί Πύθωνος δε και Τιτυού διηγήματα συνοικειούσιν επίσης
-τους τόπους μετά της γενέσεως του Θεού. Παραλείπω δε πλείστα
-άλλα τεκμήρια· διότι η αρχαία παράδοσις δεν κατατάττει τον Θεόν
-τούτον μετά τον γεννητών μεν δαιμόνων, είτα δ' εκ μεταβολής
-αθανάτων γενομένων, καθώς τον Ηρακλέα και τον Διόνυσον, οίτινες
-διά την αρετήν των απώλεσαν την θνητήν και εις πάθη υπείκουσαν
-φύσιν. Αλλ' είναι είς των αγεννήτων και αϊδίων, αν πρέπει να
-συμπεραίνωμεν περί των τοιούτων εξ όσων οι φρονιμώτατοι και οι
-αρχαιότατοι λέγουσιν (388).
-
-ΙΖ. Κατά τον ίδιον λοιπόν καιρόν συνέπιπτον οι Θηβαίοι εις τας
-Τεγύρας, εκ της Ορχομενίας αναχωρούντες, και οι Λακεδαιμόνιοι,
-απέναντι αυτών εκ της Λοκρίδος, επιστρέφοντες. Ως δε πρώτον
-έφθασαν διερχόμενοι τα στενά, και τις προσδραμών είπε προς τον
-Πελοπίδαν· «Ενεπέσαμεν εις τους εχθρούς·» «Διατί, απεκρίθη,
-ουχί μάλλον αυτοί εις ημάς;» Και ευθύς διέταξε να προχωρήση το
-ιππικόν από της ουράς, ως διά να προσβάλη πρώτον αυτούς· αυτός
-δε τους οπλίτας, τριακοσίους όντας συνεπύκνωσεν, ελπίζων, όπου
-αν οι αυτών προσβάλη, να διακόψη τους εχθρούς, καί τοι κατά τον
-αριθμόν υπερέχοντας. Ήσαν δε δύο μόραι των Λακεδαιμονίων. Η δε
-μόρα λέγει ο Έφορος ότι σύγκειται εξ ανδρών πεντακοσίων, ο δε
-Καλλισθένης (389) επτακοσίων, άλλοι δε τινες εννεακοσίων, εν
-οίς και ο Πολύβιος (390). Και μετά θάρρους οι πολέμαρχοι των
-Σπαρτιατών Γοργολέων και Θεόπομπος ώρμησαν κατά των Θηβαίων.
-Έγινε δ' η έφοδος μετά βίας και προθυμίας κυρίως όπου ίσταντο
-οι άρχοντες αμφοτέρων· και πρώτον οι πολέμαρχοι των
-Λακεδαιμονίων, συγκρουσθέντες μετά του Πελοπίδου, έπεσαν·
-έπειτα δε, επειδή οι περί αυτούς προσεβάλλοντο και απέθνησκον,
-όλον το στράτευμα ενέπεσεν εις φόβον, και διεσχίσθη μεν εις τα
-δύο, ως ίν' αφήση ελευθέραν την δίοδον εις τους Θηβαίους, αν
-ήθελον να διέλθωσιν εμπρός και να διαφύγωσιν· αλλ' ο Πελοπίδας,
-αφείς την δοθείσαν δίοδον εις αυτόν, εστράφη κατά των εχθρών
-όπου συνεσωματούντο, και ερρίφθη κατ' αυτών φονεύων. Τότε όλοι
-ετράπησαν εις φυγήν· η δίωξις όμως δεν εγένετο μακράν, διότι οι
-Θηβαίοι εφοβούντο τους Ορχομενίους όντας εγγύς, και των
-Λακεδαιμονίων την νέαν φρουράν· αλλ' επετέθησαν μόνον έως ού
-τους ενίκησαν κατά κράτος, και διήλθον δι' όλου του
-στρατεύματος νικηθέντος· και στήσαντες τρόπαιον, και τους
-εχθρούς λαφυραγωγήσαντες, απήλθον εις την πόλιν των μέγα
-φρονούντες. Διότι εις τοσούτους πολέμους ελληνικούς και
-βαρβαρικούς, ποτέ, ως φαίνεται, πρότερον περισσότεροι
-Λακεδαιμόνιοι δεν εφονεύθησαν υπ' ολιγωτέρων, ουδ' ίσοι προς
-ίσους εκ παρατάξεως πολεμήσαντες. Όθεν ήσαν οι Σπαρτιάται
-ανυπόφοροι κατά την υπεροψίαν, και ήρχοντο εις χείρας
-καταπλήττοντες διά της δόξης των τους εις αυτούς
-αντιταττομένους, οίτινες ουδ' οι ίδιοι είχον την αξίωσιν μετ'
-ίσης δυνάμεως να εξισώνται προς τους Σπαρτιάτας. Εκείνη δ' η
-μάχη εδίδαξε πρώτη και τους άλλους Έλληνας ότι ουχί ο Ευρώτας,
-ουδ' ο μεταξύ Βαβύκας και Κνακίωνος τόπος (391) παράγει άνδρας
-μαχητάς και πολεμικούς, αλλ' εκείνοι εισίν εις τους εχθρούς
-φοβερώτατοι, όσοι τρέφουσι νέους θέλοντας να αισχύνωνται μεν
-διά τα αισχρά, να τολμώσι δε διά τα καλά, και ν' αποφεύγωσι την
-μομφήν μάλλον παρά τον κίνδυνον.
-
-ΙΗ. Τον δ' ιερόν λόχον, ως λέγουσιν, ωργάνισε πρώτος ο Γοργίδας
-εξ ανδρών επιλέκτων τριακοσίων, εις ούς η πόλις εχορήγει
-κατοικίαν και τροφήν, όπως στρατοπεδεύσωσιν εις την Καδμείαν,
-και διά τούτο ωνομάζετο ο εκ της πόλεως λόχος· διότι τότε τας
-ακροπόλεις ως επί το πλείστον πόλεις ωνόμαζον. Τινές δε
-λέγουσιν ότι το σύνταγμα τούτο συνέκειτο εξ εραστών και
-ερωμένων (392). Και λόγος τις αστείος μνημονεύεται του
-Παμμένους, ειπόντος ότι ο Νέστωρ του Ομήρου δεν εγνώριζε την
-τακτικήν όταν διέταττε να παρατάττωνται οι Έλληνες κατά φύλα
-και φρήτρας (393),
-
- «Όπως στηρίζωσι, φρήτραι τας φρήτρας και φύλα τα φύλα, (394)»
-
-εν ώ έπρεπε να τάξη εραστήν παρ' ερώμενον. Διότι οι φυλέται
-περί των φυλετών και φράτορες περί των φρατόρων πολύ δεν
-φροντίζουσιν εις τους κινδύνους· στίφος όμως εξ ερωτικής φιλίας
-συνηρμοσμένον, είναι αδιάλυτον και άρρηκτον, όταν οι μεν
-αγαπώντες τους ερωμένους, οι δε αισχυνόμενοι τους ερώντας,
-εμμένωσιν εις τους κινδύνους υπέρ αλλήλων. Και θαυμαστόν τούτο
-δεν είναι, αφ' ού και μη παρόντας τους εντρέπονται περισσότερον
-παρ' άλλους παρόντας, καθώς εκείνος όστις, πεσών εις τον
-πόλεμον, παρεκάλει τον εχθρόν, όστις έμελλε να τον σφάξη, να τω
-βυθίση εις το στήθος το ξίφος του, «Όπως, είπε, μη ιδών με
-νεκρόν ο ερώμενος εις την ράχιν φέροντα πληγήν, εντραπή.»
-Λέγεται δ' ότι και ο Ιόλεως, ερώμενος ων του Ηρακλέους, μετείχε
-των άθλων αυτού. Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι και επ' αυτού έτι
-εις του Ιόλεω τον τάφον ώμνυον τους όρκους της πίστεως οι
-ερωμένοι και οι ερασταί (395). Επόμενον ήτον λοιπόν και ο
-λόχος ιερός να ονομάζεται, καθότι και ο Πλάτων ένθεον φίλον
-ωνόμασε τον εραστήν. Λέγεται δ' ότι έμεινεν ο λόχος μέχρι της
-εν Χαιρωνεία μάχης. Όταν δε μετά την μάχην, επιθεωρών τους
-νεκρούς ο Φίλιππος, εστάθη εις το μέρος όπου έκειντο ομού
-πεσόντες οι τριακόσιοι, κατά στήθος άντικρυς απαντήσαντες τας
-σαρίσσας, μετ' αλλήλων αναμεμιγμένοι, θαυμάσας, και ακούσας ότι
-ούτος είναι ο λόχος των εραστών και των ερωμένων, εδάκρυσε και
-είπε· «Κακώς να χαθή όστις υποπτεύει ότι οι τοιούτοι έπραττον ή
-έπασχόν τι αισχρόν.»
-
-ΙΘ. Εν γένει δ' αρχήν της περί τους εραστάς συνηθείας δεν
-έδωκεν εις τους Θηβαίους, ως οι ποιηταί λέγουσι, το πάθος του
-Λαΐου (396), αλλ' οι νομοθέται, οίτινες θέλοντες να πραΰνωσι
-και μαλάξωσιν ευθύς εκ παίδων το φύσει θυμοειδές και ακράτητον
-του χαρακτήρος αυτών, πολλήν μεν ανέμιξαν την χρήσιν του αυλού
-και εις τα σπουδαία έργα αυτών και εις τα παιγνίδια, τιμήν και
-αξίαν εις αυτόν αποδίδοντες, λαμπρόν δε συνανέθρεψαν τον έρωτα
-εις των παλαιστρών την ανατροφήν, συγκιρνώντες τα ήθη των νέων.
-Ορθώς δ' ως προς τούτο συνωκείωσαν μετά της πόλεως και την Θεάν
-ήτις λέγεται ότι εγεννήθη εκ του Άρεως και της Αφροδίτης
-(397), διότι όπου το μάχιμον και πολεμικόν των ανθρώπων μέρος
-συνοικειούται και ζη μετά του μετέχοντος πειθούς και χαρίτων,
-εκεί τα πάντα μεθ' αρμονίας συνδυάζονται εις εύτακτον πολιτείαν
-και κοσμιωτάτην. Τον ιερόν λοιπόν τούτον λόχον ο μεν Γοργίδας
-είχε διαιρέσει εις τας πρώτας τάξεις, τάττων αυτόν καθ' όλον το
-μήκος της φάλαγγος των οπλιτών, δι' ό η ανδρεία αυτών δεν
-εδύνατο να εκδηλωθή, ουδέ να γίνη της δυνάμεως αυτών χρήσις
-προς έργον κοινόν, διότι ήσαν διαλελυμένοι, και κατά πολύ
-μεμιγμένοι μετά των ανανδροτέρων. Ο δε Πελοπίδας, ως εξέλαμψεν
-η ανδρεία αυτών περί τας Τεγύρας, όπου ηγωνίσθησαν περί αυτόν
-και υπό τα βλέμματά του, δεν τους διήρεσεν ουδέ τους διεχώρισε
-πλέον, αλλά τους μετεχειρίζετο ως σώμα αυτοτελές, και δι' αυτών
-προεκινδύνευεν εις τους μεγίστους αγώνας. Διότι, ως οι ίπποι
-ταχύτερον τρέχουσιν όταν ζευχθώσιν εις άρμα παρά καθ' εαυτούς,
-ουχί διότι πολλοί ομού ορμώντες διαρρηγνύουσι μάλλον διά του
-πλήθους των και βιάζουσι τον αέρα, αλλά διότι παροξύνει την
-προθυμίαν αυτών η προς αλλήλους άμιλλα και φιλονεικία· ούτως
-ενόμιζεν ότι οι αγαθοί ζήλον καλών έργων εις αλλήλους
-εμπνέοντες, ωφελιμώτατοι γίνονται εις κοινόν έργον και
-προθυμότατοι.
-
-Κ. Επειδή δ' οι Λακεδαιμόνιοι, προς όλους τους Έλληνας ειρήνην
-συνομολογήσαντες, προς μόνους τους Θηβαίους είχον πόλεμον, και
-Κλεόμβροτος, ο βασιλεύς αυτών εισέβαλε φέρων δεκακισχιλίους
-οπλίτας, και χιλίους ιππείς, και εις τους Θηβαίους επέκειτο
-ουχί ο πριν κίνδυνος, αλλ' απειλή και προμήνυσις εξολοθρεύσεως,
-και φόβος κατείχε την Βοιωτίαν οίος ουδέποτε πριν, εξερχόμενος
-εκ της οικίας του ο Πελοπίδας, είπε προς την γυναίκα του, ήτις
-δακρύουσα τον προέπεμπε, και τον παρεκάλει να σώζη εαυτόν,
-«Ταύτα, ω γύναι, πρέπει να συμβουλεύης εις ιδιώτας, εις δε τους
-άρχοντας, πώς τους άλλους να σώζωσιν.» Ελθών δ' εις το
-στρατόπεδον, και ευρών τους Βοιωτάρχας μη ομονοούντας, πρώτος
-προσέθηκε την ψήφον του εις την του Επαμινώνδου, όστις
-εγνωμοδότει να συγκροτήσωσι μάχην κατά των εχθρών, ων ουχί
-Βοιωτάρχης, αλλ' αρχηγός του ιερού λόχου, και εμπιστοσύνην
-εμπνέων, ως ήτον δίκαιον δι' άνδρα όστις τοσαύτα έδωκεν εις την
-πατρίδα του ελευθερίας εχέγγυα. Ως απεφασίσθη λοιπόν να
-διακινδυνεύσωσι, και αντεστρατοπέδευσε περί τα Λεύκτρα (398)
-κατά των Λακεδαιμονίων, είδεν όνειρον καθ' ύπνους ο Πελοπίδας,
-και τούτο πολύ τον ετάραξεν. Εις το Λευκτρικόν πεδίον υπάρχουσι
-τα μνήματα των θυγατέρων του Σκεδάσου, άς καλούσι Λευκτρίδας,
-ένεκα του τόπου· διότι εκεί ετάφησαν, βιασθείσαι υπό ξένων
-Σπαρτιατών. Αφ' ού δ' έγινεν η φοβερά αυτή και παράνομος
-πράξις, ο μεν πατήρ, μη δικαιωθείς εν Σπάρτη, κατηράσθη τους
-Σπαρτιάτας, και εσφάγη επί των τάφων των παρθένων, χρησμοί δε
-και προφητείαι ειδοποίουν πάντοτε τους Σπαρτιάτας να
-φυλάττωνται από της λευκτρικής οργής. Πολλοί όμως δεν εννόουν,
-και είχον αμφιβολίας ως προς την θέσιν του τόπου· διότι και εις
-την Λακωνικήν πολύχνιόν τι παραθαλάσσιον ονομάζεται Λεύκτρα,
-και παρά την μεγάλην πόλιν της Αρκαδίας υπάρχει τόπος ομώνυμος.
-Αλλά το τραγικόν τούτο συμβάν ήτον πολύ των Λευκτρικών
-παλαιότερον.
-
-ΚΑ, Ο δε Πελοπίδας, εις το στρατόπεδον κοιμηθείς, είδε καθ'
-ύπνον τας κόρας θρηνούσας περί τα μνήματα, και καταρωμένας τους
-Σπαρτιάτας, και τον Σκέδασον διατάττοντα να σφαγιάση εις τας
-θυγατέρας του παρθένον ξανθήν, αν θέλη να νικήση τους εχθρούς.
-Επειδή δε το πρόσταγμα τω εφάνη δεινόν και παράνομον, εξυπνήσας
-το εκοινοποίησεν εις τους μάντεις και εις τους άρχοντας. Εξ
-αυτών δε, οι μεν τω έλεγον να μη παραμελήση τα προσταχθέντα,
-ουδέ ν' απειθήση, και εκ μεν των παλαιών ανέφερον Μενοικέα τον
-υιόν του Κρέοντος, και Μακαρίαν την θυγατέρα του Ηρακλέους
-(399), εκ δε των ύστερον, τον σοφόν Φερεκύδην, φονευθέντα υπό
-των Λακεδαιμονίων, και το δέρμα αυτού, κατά προφητείαν τινά,
-φρουρούμενον υπό των βασιλέων, και τον Λεωνίδαν όστις τρόπον
-τινά έθυσε, κατά τον χρησμόν, εαυτόν υπέρ της Ελλάδος· προσέτι
-δε τους υπό του Θεμιστοκλέους σφαγιασθέντας εις τον ωμηστήν
-Διόνυσον προ της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας (400). Και υπέρ εκείνων
-μεν ότι μαρτυρούσι τα κατορθώματα αυτών· Όταν δ' ο Αγησίλαος
-εξεστράτευεν αφ' ών τόπων είχεν εκστρατεύσει και ο Αγαμέμνων,
-και κατά των ιδίων εχθρών, και η Θεά τω εζήτησε την θυγατέρα
-του σφάγιον, είδε δ' αυτάς την όψιν εις την Αυλίδα (401)
-κοιμώμενος, αλλά δεν την έδωκε, και εις μαλακόν ενέδωκεν
-αίσθημα, τότε διέλυσε την εκστρατείαν, άδοξον και ατελή
-γενομένην. Άλλοι όμως εξ εναντίας απηγόρευον θυσίαν τοσούτον
-βάρβαρον και παράνομον, ως εις ουδένα των κρειττόνων και υπέρ
-ημάς όντων δυναμένην ν' αρέση· διότι δεν άρχουσι του κόσμου οι
-Τυφώνες ουδέ οι Γίγαντες, αλλ' ο πάντων πατήρ των Θεών και
-ανθρώπων. Και να πιστεύωμεν μεν ότι Θεοί χαίρουσιν εις αίμα και
-φόνον ανθρώπων, είναι ίσως αβέλτερον· αν όμως είναι τοιούτοι,
-εισίν ανάξιοι επιμελείας, ως αδύνατοι· διότι εις ασθενείς μόνον
-και εις μοχθηράς ψυχάς φύονται και παραμένουσιν άτοποι και
-σκληραί επιθυμίαι.
-
-KB. Εν ώ λοιπόν οι πρώτοι τοιαύτα διελέγοντο, και προ πάντων ο
-Πελοπίδας ηπόρει, νέα φοράς εξ αγέλης ίππων φυγούσα, και
-τρέχουσα διά των όπλων, όταν έφθασε πλησίον εκείνων, εστάθη,
-και οι μεν άλλοι εθαύμαζον το χρώμα της χαίτης της στίλβον
-πυρρότατον, προσέτι δε και το γαύρον και σοβαρόν αυτής βάδισμα,
-και της φωνής της το θάρρος. Θεόκριτος δ' ο μάντις, σκεφθείς
-τότε, ανεβόησε προς τον Πελοπίδαν· «Ιδού, σοι έρχεται το θύμα,
-ω δαιμόνιε. Άλλην παρθένον ας μη περιμένωμεν, αλλά δέξαι και
-θύσον αυτήν ήν ο Θεός σοι δίδωσι.» Τότε λαβόντες την φοράδα,
-την έφερον εις των παρθένων τους τάφους, ηυχήθησαν και έστεψαν
-αυτήν, και την εθυσίασαν χαίροντες, και λόγον διαδίδοντες εις
-το στρατόπεδον περί του ονείρου του Πελοπίδου και της θυσίας.
-
-ΚΓ. Εις δε την μάχην ο Επαμινώνδας παρέταξε την φάλαγγα λοξήν
-εις το αριστερόν, όπως το δεξιόν των Σπαρτιατών απέχη ό,τι
-πλείστον από των άλλων Ελλήνων, και ίνα εξώση τον Κλεόμβροτον
-επιπεσών μεθ' όλων του των δυνάμεων κατά πλευράν, και βιάση
-αυτόν. Αλλ' οι εχθροί, εννοήσαντες το γινόμενον, ήρχισαν να
-μετακινώσι την τάξιν των, και ανέπτυσον και εξέτεινον πέριξ το
-δεξιό αυτών κέρας, ως θέλοντες να περικυκλώσωσι διά του πλήθους
-των τον Επαμινώνδαν. Εν τούτοις όμως ο Πελοπίδας προέλαβε, και
-συλλέξας περί εαυτόν τους τριακοσίους, επρόφθασε δράμων πριν ο
-Κλεόμβροτος εκτείνη το κέρας, ή πριν πάλιν το συγκεντρώση και
-κλείση την τάξιν, και εφώρμησεν εν ώ δεν ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι
-εις γραμμήν παρατεταγμένοι, αλλ' ήσαν εισέτι συγκεχυμένοι δι'
-αλλήλων· ει και οι Σπαρτιάται, οίτινες πάντων των πολεμικών
-ήσαν άκροι και σοφώτατοι τεχνίται, εις ουδέν τοσούτον
-εγυμνάζοντο και συνείθιζον, ως εις το να μη πλανώνται ουδέ να
-ταράττωνται όταν η τάξις των διαλύηται, αλλά να μεταχειρίζωνται
-όλοι όλους ως επιστάτας και παραστάτας (402) όπου επέλθη ο
-κίνδυνος, και να λαμβάνωσι τας θέσεις των, και να
-παρατάττωνται, και να μάχωνται πλησίον αλλήλων. Τότε δε του
-Επαμινώνδου η φάλαγξ προσβάλλουσα μόνους εκείνους, και
-διερχομένη εμπρός των άλλων, και ο Πελοπίδας μετά τάχους
-απίστου και τόλμης εις τους οπλίτας ριφθείς, εσύγχυσαν εις
-τοιούτον βαθμόν τα φρονήματα και τας επιστήμας αυτών, ώστε
-έγινε φυγή και φόνος των Σπαρτιατών οποίος ουδέποτε πριν. Διά
-τούτο ο Πελοπίδας απέκτησε διά την νίκην εκείνην ίσον μέρος
-δόξης μετά του Επαμινώνδου, βοιωταρχούντος, αυτός μη
-βοιωταρχών, και διοικούντος πάσαν την δύναμιν, μικρού μέρους
-άρχων αυτός.
-
-ΚΔ. Εις την Πελοπόννησον δ' εισέβαλον Βοιωτάρχαι όντες
-αμφότεροι, και παρέσυρον τα πλείστα των εθνών, αποσπάσαντες από
-των Λακεδαιμονίων την Ήλιν, το Άργος, πάσαν την Αρκαδίαν και
-αυτής της Λακωνικής τα πλείστα. Ο καιρός ήτον τότε περί τας
-χειμερινάς τροπάς (403), και ολίγαι έμενον ημέραι μέχρι της
-λήξεως του τελευταίου μηνός. Άμα δ' ήρχιζεν ο πρώτος, έπρεπεν
-άλλοι να παραλάβωσι την αρχήν, ή κατεδικάζοντο εις θάνατον οι
-μη παραδίδοντες αυτήν. Τον νόμον τούτον φοβούμενοι οι άλλοι
-Βοιωτάρχαι, και τον χειμώνα φεύγοντες, έσπευδον να μεταφέρωσι
-το στράτευμα οπίσω, εις Βοιωτίαν. Πρώτος δ' ο Πελοπίδας, και
-του Επαμινώνδου έχων την ψήφον, και τους άλλους προτρέψας
-πολίτας, αντί τούτου ήγε τον στρατόν κατά της Σπάρτης, και
-διέβαινε μετ' αυτού τον Ευρώταν. Και πολλάς μεν εκυρίευσε
-πόλεις, πάσαν δε την χώραν ελεηλάτει μέχρι θαλάσσης, οδηγών
-εβδομήκοντα χιλιάδας ελληνικής στρατιάς, ής ουδέ το δωδέκατον
-ήσαν αυτοί οι Θηβαίοι· αλλ' η δόξα των ανδρών τούτων έκαμνεν,
-άνευ κοινής αποφάσεως και ψηφίσματος, ν' ακολουθώσιν όλοι οι
-σύμμαχοι εν σιωπή την αρχηγίαν εκείνων. Διότι, ως φαίνεται, ο
-πρώτος και κυριώτατος νόμος εις τον θέλοντα να σωθή δίδει
-φυσικώς ως άρχοντα τον δυνάμενον να τον σώση· ως οι πλέοντες
-οίτινες, και αν εν ευδία, η όταν ώσι προσωρμισμένοι εις την
-παραλίαν, προσφερθώσιν αυθαδώς και θρασέως κατά των κυβερνητών,
-άμα όμως επέλθη τρικυμία και κίνδυνος, στρέφουσι τα βλέμματα
-προς εκείνους, κει εις αυτούς στηρίζουσι τας ελπίδας των. Ούτως
-οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Αρκάδες, αντιφερόμενοι και
-φιλονεικούντες εις τα συνέδρια προς τους Θηβαίους περί της
-ηγεμονίας, όταν έφθασεν η στιγμή των αγώνων και των κινδύνων,
-οικειοθελώς επείθοντο εις τους στρατηγούς εκείνων, και τους
-ηκολούθουν. Κατά την εκστρατείαν λοιπόν εκείνην συνήνωσαν πάσαν
-την Αρκαδίαν εις μίαν δύναμιν, την δε Μεσσηνίαν αφαιρέσαντες
-από των Σπαρτιατών, οίτινες ενέμοντο την χώραν αυτής, εκάλεσαν
-και επανέφερον εις αυτήν τους παλαιούς Μεσσηνίους, και
-κατώκισαν την Ιθώμην. Ότε δ' ανεχώρουν εις την Βοιωτίαν διά των
-Κεγχρειών (404), ενίκησαν τους Αθηναίους, οίτινες ηθέλησαν να
-τους προσβάλωσιν εις τα στενά, και να τοις κλείσωσι την
-διάβασιν.
-
-ΚΕ. Μετά ταύτα τα έργα πάντες μεν οι άλλοι υπερηγάπων τα
-προτερήματα των ανδρών τούτων, και εθαύμαζον την τύχην αυτών. Ο
-συγγενής όμως και πολιτικός φθόνος, συναυξάνων μετά της δόξης
-αυτών, παρεσκεύαζεν εις αυτούς υποδοχήν ούτε καλήν ούτε
-πρέπουσαν· Αλλ' επανελθόντες, υπεβλήθησαν εις δίκην αμφότεροι
-επί ποινή θανάτου, διότι, εν ώ ο νομός διέταττε να παραδώσωσι
-την Βοιωταρχίαν εις άλλους εντός του πρώτου μηνός, όν
-ονομάζουσι Βουκάτιον, αυτοί την κατέσχον επί τέσσαρας όλους
-μήνας έτι, καθ' ούς ενείργησαν τα κατά την Μεσσηνίαν, την
-Αρκαδίαν και την Λακωνικήν. Και πρώτος μεν εισήχθη εις το
-δικαστήριον ο Πελοπίδας, δι' ό και μάλλον εκινδύνευσεν·
-απελύθησαν όμως αμφότεροι. Την δε συκοφαντίαν και την
-δοκιμασίαν υπέμεινε πράως ο Επαμινώνδας· ως μέγα μέρος της
-ανδρείας και μεγαλοψυχίας θεωρών την πολιτικήν ανεξικακίαν. Ο
-δε Πελοπίδας, και φύσει θυμοειδέστερος ων, και παροξυνόμενος
-υπό των φίλων του να εκδικηθή τους εχθρούς, ωφελήθη εξ αιτίας
-τοιαύτης. Μενεκλείδας ο ρήτωρ ήτον εκ των συνελθόντων μετά του
-Πελοπίδου και του Μέλωνος εις την οικίαν του Χάρωνος. Επειδή
-όμως οι Θηβαίοι δεν απέδιδον ίσην υπόληψιν εις αυτόν,
-δεινότατος ων περί το λέγειν, ακόλαστος δε και κακοήθης τον
-τρόπον, μετεχειρίζετο την ευφυίαν αυτού εις το να διαβάλλη τους
-καλλητέρους του, και δεν έπαυσε μετά την δίκην εκείνην. Και τον
-μεν Επαμινώνδαν απέβαλε της Βοιωταρχίας, και αντιπολιτευόμενος
-τον κατέτρεξε πολύν χρόνον. Τον δε Πελοπίδαν δεν κατίσχυσε να
-διαβάλη προς τον δήμον, επεχείρησεν όμως να συγκρούση αυτόν
-μετά του Χάρωνος. Επειδή δε κοινώς παρηγορίαν τινά ευρίσκουσιν
-οι φθονεροί ν' αποδεικνύωσιν όπως δήποτε άλλων χειροτέρους
-εκείνους ών αυτοί δεν ημπορούσι να φανώσι καλήτεροι, διά παντός
-τρόπου επροσπάθει εις τον δήμον να μεγαλύνη τα έργα του
-Χάρωνος, και τας στρατηγίας εκείνου και τας νίκας εγκωμιάζων.
-Επεχείρησε δε και της ιππομαχίας ήν ενίκησαν υπό τον Χάρωνα εις
-τας Πλαταιάς προ των Λευκτρικών να κατορθώση τοιούτον τι
-μνημείον ν' ανατεθή. Ανδροκύδης ο Κυζικηνός, παραγγελθείς υπό
-της πόλεως να ζωγραφήση άλλης τινός μάχης εικόνα, ετελείονε το
-έργον αυτού εν Θήβαις. Όταν δ' έγινεν η κατά της Σπάρτης
-αποστασία, και συνέπεσεν ο πόλεμος, οι Θηβαίοι κατέσχον παρ'
-εαυτοίς την εικόνα, μη πολύ του τέλους απέχουσαν. Ταύτην λοιπόν
-έπεισε τους Θηβαίους ο Μενεκλείδας ν' αναθέσωσι, τ' όνομα του
-Χάρωνος επιγράφοντες, όπως διά τούτου αμαυρώση του Πελοπίδου
-και Επαμινώνδου την δόξαν. Ήτον δε κακόζηλος η φιλοτιμία, το να
-προτιμηθή υπέρ τοσούτους και τοιούτους αγώνας έν έργον και μία
-νίκη, καθ' ήν λέγουσιν ότι άσημος μόνον τις Σπαρτιάτης,
-Γεράνδας καλούμενος, και τεσσαράκοντα άλλοι έπεσον μετ' αυτού,
-άλλο δ' ουδέν μέγα επράχθη. Το ψήφισμα τούτο προσέβαλεν ο
-Πελοπίδας ως παράνομον, διισχυριζόμενος ότι δεν ήτον πάτριον τα
-τιμώσιν ιδίως άνδρα τινά, αλλ' ότι απέδιδον της νίκης τ' όνομα
-εις την πατρίδα κοινώς. Και τον μεν Χάρωνα δι' όλης της δίκης
-εξηκολούθησεν αφθόνως εγκωμιάζων, τον δε Μενεκλείδαν φθονερόν
-εξελέγχων και πονηρόν, και τους Θηβαίους ερωτών αν και αυτός
-ουδέν καλόν έπραξε. Κατεδικάσθη δ' ο Μενεκλείδας εις πρόστιμον,
-ό μη δυνηθείς να πληρώση, επεχείρησεν έπειτα να μεταβάλη και ν'
-αναστατώση την πολιτείαν. Ταύτα δεν είναι άχρηστα εις την
-ακριβεστέραν γνώσιν του βίου τούτου.
-
-ΚΣΤ. Επειδή δε τότε Αλέξανδρος, ο τύραννος των Φερών (405),
-επολέμει μεν προδήλως πολλούς των Θεσσαλών, επεβουλεύετο δε
-πάντας, και αι Θεσσαλικαί πόλεις έπεμψαν πρεσβείαν εις Θήβας,
-στρατηγόν ζητούσαι και δύναμιν, βλέπων ο Πελοπίδας ότι ο
-Επαμινώνδας διεύθυνε τας εν Πελοποννήσω πράξεις, εδόθη αυτός
-εις τους Θεσσαλούς, ούτε την ιδίαν επιστήμην και δύναμιν
-υπομένων να βλέπη αργούσαν, ούτε, όπου ήτον ο Επαμινώνδας,
-νομίζων ότι ήτον και άλλος στρατηγός αναγκαίος. Ως λοιπόν
-εξεστράτευσεν εις την Θεσσαλίαν μετά δυνάμεως, παρέλαβεν ευθύς
-την Λάρισσαν, και τον Αλέξανδρον, όστις ήλθε προς αυτόν και τον
-παρεκάλει, επροσπάθει να τον διαλλάξη, και από τυράννου να
-καταστήση αυτόν άρχοντα των Θεσσαλών πράον και νόμιμον. Επειδή
-όμως ήτον άνθρωπος αδιόρθωτος και θηριώδης, και πολλή μεν ήτον
-η ωμότης αυτού, διά πολλήν δε κατηγορείτο ακολασίαν και
-πλεονεξίαν, και ο Πελοπίδας προσεφέρθη προς αυτόν μετά
-τραχύτητος και οργής, αποδράς ανεχώρησε μετά των δορυφόρων. Ο
-δε Πελοπίδας, αφείς τους Θεσσαλούς μη φοβουμένους πλέον τον
-τύραννον, και προς αλλήλους ομονοούντας, απήλθεν εις
-Μακεδονίαν, όπου ο Πτολεμαίος επολέμει προς Αλέξανδρον, τον
-τότε βασιλεύοντα των Μακεδόνων. Τον εκάλουν δ' αμφότεροι όπως
-γίνη διαλλακτής και δικαστής και σύμμαχος και βοηθός εκείνου
-όστις ήθελε νομισθή ότι αδικείται. Ελθών δε, και διαλύσας τας
-έριδας, και διενεργήσας των εξορίστων των επιστροφήν, έλαβεν ως
-όμηρον τον αδελφόν του βασιλέως Φίλιππον (406), και τριάκοντα
-παίδας άλλους εκ των επισημοτάτων, και τους έφερεν εις τας
-Θήβας, επιδεικνύων εις τους Έλληνας πόσον μακράν φθάνουσι των
-Θηβαίων τα πράγματα διά την εκ της δυνάμεως αυτών δόξαν, και
-διά την εμπιστοσύνην ήν ενέπνευσεν η δικαιοσύνη των. Ούτος ην ο
-Φίλιππος, όστις μετά ταύτα επολέμησε κατά των Ελλήνων όπως τοις
-αφαιρέση την ελευθερίαν των. Τότε δε παις ων, έζη παρά τω
-Παμμένει· μετά δε ταύτα εφάνη ότι και ζηλωτής έγινε του
-Επαμινώνδου, ίσως την κατά τους πολέμους και τας στρατηγίας
-δραστηριότητα αυτού εννοήσας, ήτις όμως ήτον μικρόν μέρος των
-προτερημάτων του ανδρός εκείνου. Της εγκρατείας όμως και της
-δικαιοσύνης και της μεγαλοψυχίας και της πραότητος, δι' ών ήτον
-αληθώς μέγας εκείνος, κατ' ουδέν ουδ' εκ φύσεως ουδ' εκ
-μιμήσεως μετέσχεν ο Φίλιππος.
-
-ΚΖ. Μετά δε ταύτα, επειδή πάλιν οι Θεσσαλοί κατηγόρουν τον
-Φεραίον Αλέξανδρον, ότι τοις ετάραττε τας πόλεις, απεστάλη
-πρέσβυς μετά του Ισμηνίου ο Πελοπίδας· και απήλθεν, ούτε
-δύναμιν φέρων, ούτε πόλεμον προσδοκών, αλλά προς τα
-κατεπείγοντα των πραγμάτων ηναγκάζετο να μεταχειρισθή αυτούς
-τους Θετταλούς. Εν τούτοις δ' εταράττοντο εκ νέου πάλιν τα κατά
-την Μακεδονίαν, διότι ο Πτολεμαίος είχε φονεύσει τον βασιλέα,
-και καταλάβει την εξουσίαν, οι δε φίλοι του αποθανόντος εκάλουν
-τον Πελοπίδαν. Θέλων λοιπόν να φανή εις τα πράγματα, αλλ'
-ιδίους στρατιώτας μη έχων, έλαβεν αυτόθεν μισθοφόρους τινάς,
-και ευθύς εκινήθη κατά του Πτολεμαίου. Όταν δ' έφθασαν πλησίον
-αλλήλων, τους μεν μισθοφόρους διά χρημάτων διαφθείρας ο
-Πτολεμαίος, τους έπεισε να μεταβώσι περί αυτόν του δε Πελοπίδου
-φοβηθείς την δόξαν και τ' όνομα, ήλθε προς αυτόν ως προς
-καλήτερόν του, και δους εις αυτόν την δεξιάν, και παρακαλέσας
-αυτόν, υπεσχέθη την μεν εξουσίαν να διαφυλάξη εις του
-αποθανόντος τους αδελφούς, να έχη δε τον αυτόν εχθρόν και φίλον
-μετά των Θηβαίων. Έδωκε δε περί τούτων ομήρους τον υιόν του
-Φιλόξενον, και πεντήκοντα εκ των φίλων του. Και τούτους μεν
-έστειλεν εις Θήβας ο Πελοπίδας. Αυτός δε, βαρέως λυπούμενος διά
-των μισθοφόρων την προδοσίαν, και ακούσας ότι τα πλείστα των
-χρημάτων αυτών, και τα παιδία και αι γυναίκες των ήσαν περί την
-Φάρσαλον, ώστε, αν εκυρίευε ταύτα, ήθελεν ικανώς εκδικηθή δι'
-ήν υπέστη ύβριν, συνήγαγε Θεσσαλούς τινας, και τους έφερε προς
-την Φάρσαλον. Μόλις δ' επέρασεν αυτός, και εφάνη Αλέξανδρος ο
-τύραννος μετά της δυνάμεως. Νομίσαντες δ' ο Πελοπίδας και οι
-περί αυτόν ότι έρχεται ν' απολογηθή, επροχώρησαν προς αυτόν,
-ηξεύροντες μεν ότι ήτον αυτός εξώλης και μιαιφόνος, αλλ' ένεκα
-του μεγέθους των Θηβών, και της επισημότητος και της δόξης
-αυτών μη νομίζοντες ότι εδύναντο τι να πάθωσιν. Εκείνος δε, ως
-είδεν ότι ήρχοντο άοπλοι και μόνοι, εκείνους μεν ευθύς
-συνέλαβε, κατέσχε δε την Φάρσαλον. Φρίκην δε και φόβον
-ενέπνευσεν εις πάντας τους υπηκόους, διότι ήσαν πεπεισμένοι ότι
-μετά τοσαύτην αδικίαν και τόλμην ουδενός θα εφείδετο πλέον,
-αλλά πράγματα και ανθρώπους, όσοι ενέπιπτον εις τας χείρας του,
-θα μετεχειρίζετο ως άνθρωπος απηλπισμένος περί της ιδίας αυτού
-ζωής.
-
-ΚΗ. Και οι μεν Θηβαίοι, ταύτα ακούσαντες, βαρέως ωργίζοντο, και
-στρατιάν εξέπεμψαν ευθύς· επειδή δε είχον αιτίαν τινά οργής
-κατά του Επαμινώνδου, διώρισαν άλλους άρχοντας. Τον δε
-Πελοπίδαν εις τας Φεράς απαγαγών ο τύραννος, το μεν πρώτον
-άφηνεν όσους ήθελον να ομιλώσι μετ' αυτού, νομίζων ότι ήθελε
-γίνει ελεεινός και ταπεινός υπό της συμφοράς. Επειδή όμως τους
-μεν Φεραίους ο Πελοπίδας οδυρομένους παρεκίνει να έχωσι θάρρος,
-διότι τώρα μάλιστα ο τύραννος θέλει τιμωρηθή, προς αυτόν δ'
-εκείνον αποστείλας, τω είπεν, ότι ήτον ασυνεπής στρεβλών και
-φονεύων καθ' εκάστην τους αθλίους και μηδέν αδικούντας πολίτας,
-φειδόμενος δ' αυτού, περί ού ηξεύρει ότι βεβαίως θέλει τον
-τιμωρήση εάν τον διαφύγη, «Διατί, είπεν ούτος, σπεύδει ν'
-αποθάνη ο Πελοπίδας;» Ακούσας δ' εκείνος, «Όπως, είπε,
-καταστραφής έτι ταχύτερον, τώρα μάλλον μισητός εις τους θεούς
-γενόμενος.» Έκτοτε απηγόρευσε να έρχωνται προς αυτόν οι εκτός.
-Ακούουσα δε η Θήβη, ήτις ήτον θυγάτηρ του Ιάσονος και γυνή του
-Αλεξάνδρου, παρά των φυλαττόντων τον Πελοπίδαν, τον θαρραλέον
-και γενναίον αυτού χαρακτήρα, επεθύμησε να ιδή τον άνδρα και να
-τον ομιλήση. Ως δ' ήλθε προς αυτόν, δεν εγνώρισε μεν ευθύς,
-καθό γυνή, εν τοιαύτη συμφορά το μέγεθος του ήθους αυτού, εκ
-της κουράς όμως και της ενδυμασίας και της διαίτης του
-εσυμπέρανεν ότι εταλαιπωρείτο αναξίως της δόξης αυτού, και
-εδάκρυσεν. Ως δε την εγνώρισε, την προσεφώνησε διά του ονόματος
-του πατρός της, διότι ήτον φίλος του Ιάσονος και οικείος.
-«Λυπούμαι την γυναίκα σου», τω είπεν εκείνη. «Και εγώ λυπούμαι
-σε, απεκρίθη ο Πελοπίδας, διότι άδετος ούσα, υποφέρεις τον
-Αλέξανδρον.» Τον λόγον δε τούτον ησθάνθη η γυνή, διότι
-απεστρέφετο την ωμότητα και την ύβριν του τυράννου, όστις, πλην
-άλλης ασελγείας, εις τας ηδονάς του εθυσίαζε και τον νεώτατον
-των αδελφών αυτής. Συνεχώς επομένως ερχομένη προς τον
-Πελοπίδαν, και μετά παρρησίας ομιλούσα προς αυτόν περί ών
-έπασχεν, επληρούτο θυμού και θάρρους και δυσμενείας κατά του
-Αλεξάνδρου.
-
-ΚΘ. Επειδή δ' οι στρατηγοί των Θηβαίων, εις την Θεσσαλίαν
-εμβαλόντες, ουδέν έπραξαν, αλλά δι' απειρίαν ή δυστυχίαν
-αισχρώς ανεχώρησαν, εις έκαστον μεν εξ αυτών η πόλις επέβαλε
-δέκα χιλιάδων δραχμών πρόστιμον· απέστειλε δε τον Επαμινώνδαν
-μετά δυνάμεως. Ευθύς λοιπόν κίνησις έγινε μεγάλη των Θεσσαλών,
-διότι τους εξήγειρεν η δόξα του στρατηγού, και τα πράγματα του
-τυράννου παρ' ολίγον να καταστραφώσι· τοσούτος ενέπεσε φόβος
-εις τους φίλους αυτού και τους περί αυτόν αρχηγούς, τοσαύτη δε
-κατέλαβε τους υπηκόους αυτού ορμή προς αποστασίαν και χαρά διά
-το μέλλον, διότι ήλπιζον να ιδώσι τον τύραννον τιμωρούμενον.
-Και όμως ο Επαμινώνδας, της δόξης προτιμών την σωτηρίαν του
-Πελοπίδου, και φοβηθείς μη, αν ταραχθώσι τα πράγματα,
-απελπισθείς ο Αλέξανδρος, ως θηρίον στραφή κατ' εκείνου,
-παρέτεινε τον πόλεμον, και κύκλω περί αυτόν στρεφόμενος, διά
-μακρών προπαρασκευών και δι' αναβολών ητοίμαζε και συνέστελλε
-τον τύραννον, χωρίς ούτε μεν την αυθάδειαν αυτού και την
-θρασύτητα να ταπεινώση, αλλ' ούτε και την αγριότητα και την
-βιαιότητα αυτού να διερεθίση, ει και εγνώριζε την ωμότητα
-αυτού, και ότι όλων των καλών και δικαίων περιφρονητής, έθαπτε
-μεν ζώντας ανθρώπους, άλλους δ' ενδύων δέρματα αγριοχοίρων και
-άρκτων, και φέρων κατ' αυτών τους θηρευτικούς αυτού κύνας, τους
-κατεσπάραττε και τους κατηκόντιζεν, ως παιγνίδιον τούτο
-μεταχειριζόμενος· εις δε την Μελίβοιαν και την Σκότουσαν,
-πόλεις φίλας και συμμάχους, εν ώ ήσαν εις συνέλευσιν του λαού,
-στήσας πέριξ αμφοτέρων τους δορυφόρους του, απέσφαξεν όλον
-αυτών τον λαόν υβηδόν, την δε λόγχην, δι' ής εφόνευσε τον θείον
-του Πολύφρονα, καθιερώσας και στέψας, προσέφερεν εις αυτήν
-θυσίας ως εις Θεόν, και την ωνόμασε Τύχωνα (407). Ιδών δέ ποτε
-τραγωδόν υποκρινόμενον τας Τρωάδας του Ευριπίδου, ανεχώρησεν εκ
-του θεάτρου, και πέμψας προς αυτόν, τω εμήνυσε να μη
-δυσαρεστηθή, και να εξακολουθήση ουχ ήττον καλώς την
-παράστασιν, διότι απέρχεται ουχί εκείνον καταφρονών, αλλ'
-εντρεπόμενος τους πολίτας, ότι, εν ώ κανένα πώποτε των υπ'
-αυτού φονευομένων δεν ηλέησεν, ήθελον τον ιδή δακρύοντα διά τα
-κακά της Εκάβης και Ανδρομάχης. Ούτος λοιπόν καταπλαγείς διά
-την δόξαν και το όνομα και την φήμην της στρατηγίας του
-Επαμινώνδου,
-
- «εζάρωσεν ο πετεινός, και έκλινεν
- ως δούλον το πτερόν του, (408)»
-
-και έστειλεν αμέσως προς αυτόν ανθρώπους ν' απολογηθώσιν.
-Εκείνος δε να συνδέσωσι μεν ειρήνην και φιλίαν οι Θηβαίοι προς
-τοιούτον άνδρα δεν υπέμεινε· παραχωρήσας δ' εις αυτόν
-τριακονθήμερον ανακωχήν του πολέμου, και λαβών τον Πελοπίδαν
-και τον Ισμηνίαν, ανεχώρησεν.
-
-Λ. Οι δε Θηβαίοι, πληροφορηθέντες ότι εκ μέρους των
-Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων ανέβαινον πρέσβεις προς τον
-μέγαν βασιλέα να προτείνωσι συμμαχίαν, έπεμψαν και αυτοί τον
-Πελοπίδαν, άριστα βουλευθέντες, διότι απέβλεψαν προς την δόξαν
-αυτού. Και πρώτον μεν ανέβαινε διά των επαρχιών του βασιλέως,
-ονομαστός ήδη και περιβόητος· διότι η δόξα του κατά των
-Λακεδαιμονίων αγώνος δεν προυχώρησε βραδέως ουδέ κατά μικρόν
-διά της Ασίας, αλλ' ως ο πρώτος διεδόθη λόγος περί τις εν
-Λεύκτροις μάχης, προσετίθετο νέον τι κατόρθωμα πάντοτε, και
-ούτως έφθασε μακρότατα αναβαίνουσα και αυξανομένη. Έπειτα, όταν
-τον είδον οι εν τοις ανακτόροις σατράπαι και στρατηγοί και
-ηγεμόνες, εθαύμασαν, και λόγος διέτρεχε μεταξύ αυτών, ότι ούτος
-εστίν ο ανήρ όστις εξέβαλεν εκ της ξηράς και της θαλάσσης τους
-Λακεδαιμονίους, συστείλας υπό τον Ταΰγετον και τον Ευρώταν την
-Σπάρτην, ήτις ολίγον πριν είχε κινήσει διά του Αγησιλάου
-πόλεμον κατά του μεγάλου βασιλέως και των Περσών περί των
-Σούσων και Εκβατάνων. Διά ταύτα έχαιρεν ο Αρταξέρξης, και τον
-Πελοπίδαν έτι μάλλον εθαύμαζε, και τον εμεγάλυνε διά των τιμών,
-θέλων να φαίνηται υπό των μεγίστων ανδρών περιποιούμενος και
-θεραπευόμενος. Ότε δε και την όψιν αυτού είδε και τους λόγους
-ήκουσεν, ασφαλεστέρους μεν των Αττικών, αφελεστέρους δε των
-Λακεδαιμονίων, έτι μάλλον τον ηγάπησε· και, ως συμβαίνει
-συνήθως εις τους βασιλείς, δεν έκρυψε την προς τον άνδρα τιμήν
-αυτού,, ουδ' έμεινεν άγνωστος εις τους άλλους πρέσβεις η προς
-εκείνον προτίμησις· αν και φαίνεται ότι υπέρ πάντας τους
-Έλληνας ετίμησε μάλλον τον Λακεδαιμόνιον Ανταλκίδαν, εις όν
-απέστειλε τον στέφανον όν εφόρει εν ώ έπινε, βρέξας αυτόν εις
-μύρον. Εις τον Πελοπίδαν δε τοιαύτας μεν οικειότητας δεν
-έδειξε, δώρα δε λαμπρότατα και μέγιστα εκ των εν συνηθεία τω
-έπεμψε, και τας απαιτήσεις αυτού επεκύρωσεν, αυτόνομοι μεν να
-είναι οι Έλληνες, να κατοικηθή δ' η Μεσσήνη, και οι Θηβαίοι να
-θεωρώνται πατρικοί φίλοι του βασιλέως. Ταύτας λαβών τας
-αποκρίσεις, ουδέν δε των δώρων δεχθείς, όσα δεν ήσαν σύμβολα
-ευνοίας ή φιλοφροσύνης, ανεχώρησε. Τούτο δε κυρίως εκίνησε την
-οργήν κατά των άλλων πρέσβεων, και οι Αθηναίοι, κρίναντες τον
-Τιμαγόραν, τον εφόνευσαν· αν μεν διά το πλήθος των δωρεών,
-ορθώς και δικαίως· διότι ου μόνον χρυσίον έλαβε και αργύριον,
-αλλά και κλίνην πολυτελή και θεράποντας διά να την στρόνωσιν,
-ως να μη ήξευρον οι Έλληνες· προσέτι δε βους ογδοήκοντα και
-βουκόλους, επί λόγω ότι δήθεν δι' αρρωστίαν τινών είχεν ανάγκην
-γάλακτος βοείου. Τέλος δε κατέβη εις την θάλασσαν εις φορείον
-κομιζόμενος, και τέσσαρα τάλαντα εδόθησαν υπό του βασιλέως
-μισθός εις τους κομίζοντας αυτόν. Φαίνεται όμως ότι δεν
-παρώξυνε κυρίως η δωροδοκία τους Αθηναίους· διότι, όταν
-Επικράτης ο Σακεσφόρος (409) ουδ' ηρνήθη ότι έλαβε δώρα παρά
-του βασιλέως, και είπεν ότι γράφει ψήφισμα αντί των εννέα
-αρχόντων να χειροτονώνται κατ' έτος εννέα πρέσβεις προς τον
-βασιλέα εκ των δημοτικών και πενήτων, όπως δώρα λαμβάνοντες
-ευπορώσιν, ο δήμος εγέλασεν. Αλλ' ωργίζοντο οι Αθηναίοι διότι
-ενεκρίθησαν πάσαι αι προτάσεις των Θηβαίων, μη αναλογιζόμενοι
-του Πελοπίδου την δόξαν, πόσον ανωτέρα ήτον πασών των ρητορειών
-και πάντων των λόγων πλησίον ανθρώπου όστις επεριποιείτο
-πάντοτε τους διά των όπλων υπερισχύοντας.
-
-ΛΑ. Και η μεν πρεσβεία προσέθηκεν εις τον Πελοπίδαν ου μικράν
-εύνοιαν, αφ' ού επέστρεψε, διά τον συνοικισμόν της Μεσσήνης και
-των άλλων Ελλήνων την αυτονομίαν. Επειδή δ' Αλέξανδρος ο
-Φεραίος, εις την αρχαίαν φύσιν του επανελθών, των Θεσσαλών μεν
-ουκ ολίγας κατέστρεφε πόλεις, εις δε τας των Φθιωτών, τας των
-Αχαιών όλας (410), και εις τας των Μαγνήτων έθετε φρουράς,
-ακούσασαι ότι ο Πελοπίδας επέστρεψεν, ευθύς αι πόλεις έπεμψαν
-πρεσβείας εις Θήβας, ζητούσαι δύναμιν, και εκείνον ως
-στρατηγόν. Εψήφισαν δ' οι Θηβαίοι προθύμως, και τα πάντα
-εγένοντο ταχέως έτοιμα. Όταν δ' ο στρατηγός ήτον περί την
-έξοδον, εξέλιπεν ο ήλιος (411) και σκότος εν ημέρα κατέλαβε
-την πόλιν. Ο δε Πελοπίδας, βλέπων όλους τεταραγμένους διά το
-φαινόμενον τούτο, ενόμισεν ότι δεν πρέπει να τους βιάση, εν ώ
-ήσαν κατάφοβοι και μη έχοντες ελπίδας καλάς, ουδέ να
-ριψοκινδυνεύση μετά πολιτών επτακισχιλίων· αλλά δοθείς μόνος
-εις τους Θεσσαλούς, και τριακοσίους ιππείς αναλαβών εθελοντάς
-και ξένους, εκίνησεν, εν ώ ουδ' οι μάντεις τον άφηνον, ουδ' οι
-άλλοι πολίται εδείκνυον προθυμίαν· διότι εφαίνετο ότι προς
-άνδρα λαμπρόν μέγα εγένετο σημείον εξ ουρανού. Εκείνος όμως
-ήτον μεν και θερμότερος κατά του Αλεξάνδρου, υπ' οργής
-κατεχόμενος δι' όσα καθυβρίσθη· ήλπιζε δε και την οικίαν αυτού
-να εύρη νοσούσαν και ανάστατον δι' όσα είχεν ομιλήσει μετά της
-Θήβης. Προ πάντων δε τον προυκάλει το κάλλος της πράξεως, διότι
-επεθύμει και εφιλοτιμείτο, καθ' ούς καιρούς οι Λακεδαιμόνιοι
-έπεμπον στρατηγούς και αρμοστάς εις τον Διονύσιον, τον τύραννον
-της Σικελίας, οι δ' Αθηναίοι μισθόν εδέχοντο παρά του
-Αλεξάνδρου, και ήγειρον χαλκούν ανδριάντα αυτού ως ευεργέτου,
-τότε να επιδείξη εις τους Έλληνας τους Θηβαίους μόνους
-εκστρατεύοντας υπέρ των τυραννουμένων, και καταλύοντας μεταξύ
-των Ελλήνων τας παρανόμους και βιαίας δυναστείας.
-
-ΑΒ. Ως λοιπόν, ελθών εις Φάρσαλον, ήθροισε την δύναμιν, ευθύς
-εβάδισε κατά του Αλεξάνδρου. Εκείνος δε, Θηβαίους μεν ολίγους
-περί τον Πελοπίδαν βλέπων, αυτός δε περισσοτέρους των διπλασίων
-έχων οπλίτας Θεσσαλούς, αντετάχθη κατ' αυτού παρά το Θετίδιον.
-Είς τινα δ' όστις είπε προς τον Πελοπίδαν ότι πολλούς έχων ο
-τύραννος έρχεται· «Καλήτερον, απεκρίθη αυτός· διότι
-περισσοτέρους θα νικήσωμεν.» Προς το μέσον, κατά τας καλουμένας
-Κυνός κεφαλάς, προέχουσι λόφοι απότομοι και υψηλοί. Τούτους
-ώρμησαν αμφότεροι να καταλάβωσι διά των πεζών των. Τους δ'
-ιππείς ο Πελοπίδας, πολλούς όντας και αγαθούς, αφήκε κατά των
-ιππέων του εχθρού, και νικώντες ούτοι, ώρμησαν εις το πεδίον
-ομού μετά των φευγόντων· ο δ' Αλέξανδρος εφάνη τους λόφους
-καταλαβών, και ορμών κατά των Θεσσαλών οπλιτών, οίτινες
-ανέβαινον ύστερον, και επροσπάθουν να βιάσωσι θέσεις ισχυράς
-και ανάντεις, εφόνευε τους πρώτους, οι δ' άλλοι πληγάς
-ελάμβανον, ουδέν κατορθούντες. Ιδών λοιπόν ταύτα ο Πελοπίδας,
-τους μεν ιππείς ανεκάλει οπίσω, και τους διέταξε να ορμήσωσι
-προς τους παρατεταγμένους εκ των εχθρών. Αυτός δε, την ασπίδα
-ευθύς λαβών, δράμων ανέβη προς τους επί των λόφων μαχομένους·
-και διά των όπισθεν ορμήσας προς τους πρώτους, τοσαύτην
-ενέπνευσε γενναιότητα και προθυμίαν εις όλους, ώστε οι εχθροί
-ενόμισαν ότι επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι γενόμενοι κατά τα
-σώματα και κατά τας ψυχάς. Και δύο μεν ή τρεις προσβολάς
-απέκρουσαν βλέποντες δ' αυτούς ευρώστως εφορμώντας, και το
-ιππικόν επιστρέφον από της διώξεως, υπεχώρησαν, και ανεχώρησαν
-βήμα προς βήμα. Ο δε Πελοπίδας, από των υψωμάτων ιδών όλον το
-στρατόπεδον των εχθρών ότι δεν είχε μεν έτι τραπή εις φυγήν,
-αλλ' ότι επληρούτο ήδη θορύβου και ταραχής, εστάθη, και
-περιέφερε πέριξ τα βλέμματά του, αυτόν ζητών τον Αλέξανδρον. Ως
-δ' είδεν αυτόν εις το δεξιό χέρας ενθαρρύνοντα και παρατάττοντα
-τους μισθοφόρους, δεν ανεχαίτισε την οργήν του, ουδ'
-εσυλλογίσθη, αλλά προς την όψιν ταύτην αναφλεχθείς, και εις το
-πάθος του παραδούς το σώμα και της πράξεως αυτού την
-διεύθυνσιν, επήδησε πολύ των άλλων εμπρός, και έτρεχε βοών και
-προκαλών τον τύραννον. Και εκείνος μεν δεν εδέχθη την ορμήν του
-ουδ' υπέμεινεν, αλλ' έφυγε προς τους δορυφόρους του, και εκρύβη
-μεταξύ αυτών. Των δε μισθοφόρων, οι μεν πρώτοι ελθόντες εις
-χείρας ανεχαιτίσθησαν υπό του Πελοπίδου, τινές δε και
-πληγωθέντες ετελεύτησαν. Οι δε περισσότεροι, μακρόθεν διά των
-δοράτων κτυπώντες αυτόν, τον κατετραυμάτιζον διά μέσου των
-όπλων αυτού, έως ότου οι Θεσσαλοί, συγκινηθέντες, έδραμον από
-των λόφων εις βοήθειαν αυτού. Αφ' ού δε ήδη έπεσεν, επελθόντες
-οι ιππείς, έτρεψαν όλην την φάλαγγα, και διώξαντες αυτήν
-μακράν, ενέπλησαν νεκρών την χώραν, υπέρ τους τρισχιλίους
-φονεύσαντες.
-
-ΑΓ. Και ότι μεν οι Θηβαίοι βαθέως εθλίβοντο όσοι παρήσαν εις
-του Πελοπίδου τον θάνατον, και ότι τον ωνόμαζον πατέρα και
-σωτήρα και διδάσκαλον των μεγίστων και καλλίστων αγαθών, δεν
-είχε τι το πολλού θαυμασμού άξιον. Οι δε Θεσσαλοί και οι
-σύμμαχοι, υπερβαλόντες διά των ψηφισμάτων των πάσαν τιμήν
-πρέπουσαν εις αρετήν ανθρωπίνην, έτι μάλλον απέδειξαν διά της
-λύπης των την προς αυτόν εύνοιάν των. Διότι λέγουσιν ότι οι
-παρευρεθέντες εις την μάχην ούτε θώρακα απεδόθησαν, ούτε ίππον
-εξεχαλίνωσαν, ούτε πληγήν έδεσαν πρότερον, αφ' ότου ήκουσαν
-εκείνου τον θάνατον, αλλά μετά των όπλων θερμοί ερχόμενοι προς
-τον νεκρόν, ως αισθανόμενον, εσώρευσαν πέριξ του τα εχθρικά
-λάφυρα, έκοψαν δε τας χαίτας των ίππων των, και έκοψαν και την
-ιδίαν των κόμην. Αφ' ού δ' απήλθον εις τας σκηνάς των, πολλοί
-ουδέ πυρ ανήψαν, ουδέ δείπνον έλαβον, σιγή δε και κατήφεια
-κατείχε παν το στρατόπεδον, ως αν δεν είχον νικήσει
-επιφανεστάτην νίκην και μεγίστην, αλλ' αν είχον ηττηθή και
-υποδουλωθή υπό του τυράννου. Εκ δε των πόλεων, ως ανηγγέλθησαν
-ταύτα, ήλθον αι αρχαί, και μετ' αυτών οι έφηβοι και οι παίδες
-και οι ιερείς, προς υποδοχήν του σώματος, τρόπαια και στεφάνους
-και πανοπλίας χρυσάς φέροντες. Όταν δ' έμελλε να γίνη του
-σώματος η εκφορά, προσελθόντες οι πρεσβύτατοι των Θεσσαλών,
-παρεκάλουν τους Θηβαίους αυτοί να θάψωσι τον νεκρόν. Είς δ'
-αυτών έλεγεν· «Άνδρες σύμμαχοι, χάριν ζητούμεν παρ' υμών, ήτις
-επί της τοσαύτης δυστυχίας θέλει μας φέρει τιμήν και
-παρηγορίαν. Δεν θα προπέμψωσιν οι Θεσσαλοί ζώντα τον Πελοπίδαν,
-ουδέ θα αισθανθή τας αξίας τιμάς ας θέλομεν τω αποδώσει· αλλ'
-αν μας επιτρέψητε να εγγίσωμεν τον νεκρόν, και ημείς αυτοί να
-κοσμήσωμεν και να θάψωμεν το σώμα αυτού, θα δείξωμεν ότι
-αναγνωρίζομεν πόσον μεγαλητέρα είναι των Θεσσαλών η συμφορά
-παρά η των Θηβαίων· διότι σεις μεν εστερήθητε μόνον αγαθού
-αρχηγού· ημείς δε και τούτου και της ελευθερίας. Και τω όντι
-πώς θα τολμήσωμεν πλέον να σας ζητήσωμεν άλλον στρατηγόν, όταν
-δεν σας απεδώσαμεν τον Πελοπίδαν;» Και οι Θηβαίοι επέτρεψαν
-ταύτα.
-
-ΛΔ. Εκείνων δε των ταφών δεν θεωρούσι γενομένας λαμπροτέρας
-ποτ' άλλας όσοι δεν νομίζουσι την λαμπρότητα συνισταμένην εις
-τον ελέφαντα και τον χρυσόν και τας πορφύρας, ως ο Φίλιστος
-(412), υμνών και θαυμάζων την του Διονυσίου ταφήν, ήτις
-υπήρξεν η από της τυραννίας εξοδός του ως μεγάλης τραγωδίας
-θεατρική καταστροφή. Ο δε μέγας Αλέξανδρος, όταν απέθανεν ο
-Ηφαιστίων, ου μόνον ίππους εκούρευσε και ημιόνους, αλλά και τας
-επάλξεις εκρήμνισε των τειχών, ώστε και αι πόλεις αύται να
-φαίνωνται ως πενθούσαι, αντί της προτέρας μορφής των κουράς
-λαβούσαι άτιμον σχήμα. Και ταύτα μεν, προστάγματα δεσποτών
-όντα, και διά βίας εκτελούμενα, και φθόνον προκαλούντα επί τους
-τυγχάνοντας αυτών, μίσος δ' επί των βιαζομένων, δεν ήσαν
-επίδειξις ευνοίας ουδέ τιμής, αλλά βαρβαρικού όγκου και
-πολυτελείας και αλαζονείας, και σπατάλη της περιουσίας εις
-μάταια και κακόζηλα. Ανήρ όμως δημοτικής καταγωγής, εις ξένην
-γην αποθανών, χωρίς ουδ' η γυνή, ουδ οι παίδες, ουδ' οι
-συγγενείς του να παρευρίσκωνται, χωρίς ουδείς να παρακαλέση
-περί τούτου, ή εις αυτό ν' αναγκάση, προπεμπόμενος υπό τοσούτων
-δήμων και πόλεων αμιλλωμένων, και συνοδευόμενος και
-στεφανούμενος, ευλόγως εφαίνετο της τελειοτάτης ευδαιμονίας
-τυχών. Ως έλεγεν ο Αίσωπος, δεν είναι λυπηρότατος των
-ευτυχούντων ο θάνατος, αλλά μακαριώτατος μάλιστα, διότι
-κατέθετεν εις ασφαλή τόπον τας ευτυχίας των αγαθών, μη αφήνων
-την τύχην να μεταβάλη αυτάς. Διά τούτο έτι ορθότερον Λάκων τις,
-ασπασθείς τον Ολυμπιονίκην Διαγόραν, όστις είδε και τους υιούς
-του στεφανουμένους εις τα Ολύμπια, είδε δε και τους υιούς των
-υιών και των θυγατέρων του, «Απόθανε, τω είπεν, ω Διαγόρα! Δεν
-θ' αναβής εις τον Όλυμπον.» Νομίζω δ' ότι αν τις όλας ομού
-προσέθετε τας Ολυμπιακάς και Πυθικάς νίκας, δεν θα τας έκρινεν
-αξίας να παραβληθώσι προς ένα των αγώνων του Πελοπίδου.
-Ηγωνίσθη δε πολλούς και κατώρθωσε πολλά, και το πλείστον του
-βίου του εν δόξη ζήσας και τιμή, τέλος επί της δεκάτης τρίτης
-βοιωταρχίας του απέθανεν αριστεύων υπέρ της ελευθερίας των
-Θεσσαλών, εις νίκην μετέχουσαν τυραννοκτονίας.
-
-ΑΕ. Ο δε θάνατος αυτού μεγάλως μεν ελύπησε τους συμμάχους, έτι
-δε περισσότερον τους ωφέλησε. Διότι οι Θηβαίοι, ως ήκουσαν του
-Πελοπίδου τον θάνατον, χωρίς ουδόλως ν' αναβάλωσι την τιμωρίαν,
-εν τάχει απέστειλαν επτακισχιλίους οπλίτας ιππείς δ'
-επτακοσίους, υπό στρατηγούς τον Μάλκιτον και τον Διογείτονα.
-Ευρόντες δε τεταπεινωμένον και εξησθενημένον τον Αλέξανδρον,
-τον ηνάγκασαν εις τους Θεσσαλούς μεν ν' αποδώση τας πόλεις όσας
-κατείχε, τους δε Μάγνητας και τους Φθιώτας και Αχαιούς ν' αφήση
-ελευθέρους, αποσύρων την φρουράν, να ομώση δε ν' ακολουθή τους
-Θηβαίους καθ ών αν αυτοί τον οδηγώσιν ή τον διατάττωσιν. Εις
-ταύτα ηρκέσθησαν οι Θηβαίοι, θέλω δε διηγηθή πώς ολίγον μετά
-ταύτα εξεδίκησαν επ' αυτού οι Θεοί τον θάνατον του Πελοπίδου.
-Θήβην, την σύζυγον αυτού, πρώτον μεν, ως ευρέθη, ο Πελοπίδας
-εδίδαξε να μη φοβήται την έξω λαμπρότητα και την επίδειξιν της
-τυραννίδος, ήτις εφρουρείτο υπό φυλάκων και όπλων. Έπειτα δε,
-φοβουμένη την απιστίαν αυτού και μισούσα αυτού την ωμότητα,
-συνεφώνησε μετά των αδελφών της, οίτινες ήσαν τρεις, ο
-Τισίφονος, ο Πυθόλαος και ο Λυκόφρων, και επεχείρησε ταύτα· Την
-μεν άλλην οικίαν του τυράννου κατείχον αι φυλακαί των
-διανυκτερευόντων· ο δε θάλαμος εις όν συνείθιζον να κοιμώνται,
-ήτον υπερώος, και εμπρός αυτού εφύλαττε κύων δεδεμένος, φοβερός
-εις όλους, εκτός εις μόνους εκείνους και εις ένα εκ των
-οικετών, εκείνον όστις τον έτρεφεν. Όταν λοιπόν ήλθεν ο καιρός
-του επιχειρήματος, η Θήβη είχεν από της ημέρας ήδη κεκρυμμένους
-τους αδελφούς της εις παρακείμενον οίκον τινα. Εισελθούσα δε,
-ως συνείθιζε, μόνη προς τον Αλέξανδρον, κοιμώμενον ήδη, και
-μετ' ολίγον πάλιν εξελθούσα, εις μεν τον υπηρέτην διέταξε να
-λάβη έξω τον κύνα, διότι ήθελε ν' αναπαυθή μεθ' ησυχίας
-εκείνος· αυτή δ' εις την κλίμακα, φοβουμένη μη κροτή όταν
-αναβαίνωσιν οι νεανίσκοι, κατέστρωσε μαλλία· έπειτα δ'
-ανεβίβασεν ούτω τους αδελφούς της ξιφήρεις, και στήσασα αυτούς
-εμπρός των θυρών, εισήλθεν η ιδία, έλαβε το ξίφος του,
-κρεμμάμενον υπέρ την κεφαλήν του, και τοις το έδειξεν ως
-σημείον ότι εκοιμάτο ο τύραννος. Αλλ' επειδή οι νεανίσκοι ήσαν
-εκπεπληγμένοι και εδίσταζον, επιπλήττουσα αυτούς, τοις ώμνυε
-μετ' οργής ότι θέλει εξυπνήση τον Αλέξανδρον και τω καταμηνύσει
-την πράξιν. Ούτως αισχυνθέντας αυτούς συγχρόνως και φοβηθέντας,
-τους εισήγαγε, και τους έφερεν εις την κλίνην, κρατούσα και τον
-λύχνον. Εξ αυτών δε, ο μεν, πιέσας τους πόδας του, τους
-εκράτει, ο δε συλλαβών αυτόν εκ των τριχών, έστρεψεν οπίσω την
-κεφαλήν του, και ο τρίτος, κτυπών αυτόν διά του ξίφους, τον
-εφόνευσεν. Ούτως απέθανεν αυτός, θάνατον ταχύν, και διά τούτο
-ίσως πραότερον αφ' ό,τι προσήκεν. Επειδή όμως ην ο μόνος ή
-πρώτος των τυράννων όστις υπό της ιδίας αυτού γυναικός
-εφονεύθη, και το σώμα του μετά θάνατον παντοίως αικισθέν,
-ερρίφθη και κατεπατήθη υπό των Φεραίων, φαίνεται άξια των
-παρανομιών του παθών.
-
-
-
-ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
-
-
-
-Α. Ο δε Μάρκιος Κλαύδιος, όστις πεντάκις ην ύπατος εν Ρώμη,
-λέγουσιν ότι υπήρξεν υιός Μάρκου, πρώτος δ' εκ της οικογενείας
-ωνομάσθη Μάρκελλος, όπερ εστίν Αρήιος (413) ως λέγει ο
-Ποσειδώνιος (414)· διότι είχε πολεμικήν εμπειρίαν, σώμα δε
-ρωμαλέον, χείρα δ' ανδρείαν, φύσιν δε φιλοπόλεμον, ήτον σώφρων,
-φιλάνθρωπος, εραστής της ελληνικής παιδείας και των ελληνικών
-γραμμάτων επί τοσούτον, ώστε να τιμά και να θαυμάζη τους εις
-ταύτα ευδοκιμούντας· ο ίδιος όμως, ένεκα των ασχολιών του, μη
-κατορθώσας να εξασκή και να μάθη αυτά καθ' όσον επροθυμείτο·
-Διότι αν εις άλλους ανθρώπους ο Θεός, ως είπεν ο Όμηρος,
-
- έδωκεν, εκ νεαράς ηλικίας εις γήρας, να πλέκουν
- ανθρωποκτόνους πολέμους,
-
-πολύ μάλλον επέκλωσε τούτο εις τους τότε πρωτεύοντας των
-Ρωμαίων, οίτινες, όταν μεν ήσαν νέοι, εις την Σικελίαν
-επολέμουν κατά των Καρχηδονίων, εν ακμαία δ' ηλικία κατά των
-Γαλατών υπέρ αυτής της Ιταλίας, και εις το γήρας των εμάχοντο
-πάλιν κατά του Αννίβα και των Καρχηδονίων, μη έχοντες, ως οι
-άλλοι, διά το γήρας ανάπαυσιν εκ των εκστρατειών, αλλ'
-εκαλούντο εις στρατηγίας πολέμων και εις αρχηγίας, εκλεγόμενοι
-διά την ευγένειαν και τα προτερήματά των.
-
-Β. Ο δε Μάρκελλος, ουδενός μεν είδους μάχης ήτον άπειρος και
-ανάσκητος· αλλ' υπέρ πάντα εις την μονομαχίαν διακρινόμενος,
-ουδεμίαν απέφυγε ποτε πρόκλησιν, και πάντας, όσοι τον
-προυκάλεσαν, τους εφόνευσεν. Εις δε την Σικελίαν έσωσε τον
-αδελφόν του Οτακίλιον κινδυνεύοντα, υπερασπίσας αυτόν και
-φονεύσας τους προσβαλόντας αυτόν. Διά ταύτα νέος έτι έλαβεν
-αμοιβάς και στεφάνους παρά των στρατηγών. Γινόμενον δ' επί
-μάλλον και μάλλον επίσημον, ανέδειξεν αυτόν ο δήμος αγορανόμον
-της επιφανεστέρας τάξεως, οι δ' ιερείς Αύγουρα· είναι δε τούτο
-είδος ιερωσύνης, εις ήν ιδίως έδωκεν ο νόμος να επιβλέπη και
-παραφυλάττη των οιωνών την μαντικήν. Ηναγκάσθη δ' όταν
-ηγορανόμει να εισαγάγη παρά την θέλησίν του δίκην τοιαύτην.
-Είχεν υιόν ομώνυμον, νεαρού κάλλους εξαισίου, περίβλεπτον δ'
-υπό των πολιτών διά την σωφροσύνην και την ανατροφήν του. Εις
-τούτον ο Καπετωλίνος, ο συνάρχων του Μαρκέλλου, ανήρ ασελγής
-και θρασύς, επρότεινε λόγους ατίμους. Και το μεν πρώτον τον
-απέκρουσε μόνον του· επειδή δ' επανήλθε πάλιν αυτός, το είπε
-προς τον πατέρα του. Διά τούτο αγανακτήσας ο Μάρκελλος,
-κατήγγειλεν εις την βουλήν τον άνθρωπον. Εκείνος δε διαφόρους
-εμηχανάτο αποφυγάς και αναβολάς, τους δημάρχους επικαλούμενος,
-οίτινες όμως δεν εδέχθησαν την επίκλησιν αυτού, δι' ό αντέταξεν
-άρνησιν εις την κατηγορίαν. Αλλ' επειδή ουδείς υπήρξε των λόγων
-μάρτυς, απεφάσισεν η βουλή να φέρη εμπρός της τον παίδα. Ως δ'
-ήλθε, και είδον αυτού το ερύθημα και τα δάκρυα, και την αιδώ
-ανεμεμιγμένην μετ' ακατασχέτου θυμού, δεν εχρειάσθησαν άλλο
-τεκμήριον, και καταψηφίσαντες επέβαλον πρόστιμον εις τον
-Καπετωλίνον. Εκ δε των χρημάτων τούτων ο Μάρκελλος αργυρά
-σπονδής αγγεία κατασκευάσας, τ' αφιέρωσεν εις τους Θεούς.
-
-Γ. Ο πρώτος των Καρχηδονίων πόλεμος, επί εικοσιδύο έτη
-διαρκέσας, είχεν ήδη περατωθή, όταν επήλθε νέος αγών εις την
-Ρώμην, ο Γαλατικός. Οι Ίνσομβρες, έθνος Κελκτικόν, κάτοικοι του
-υπό τας Άλπεις μέρους της Ιταλίας, και καθ' εαυτούς όντες
-μεγάλοι, εκάλουν και δυνάμεις, και εμήνυσαν εκ των Γαλατών τους
-επί μισθώ εκστρατεύοντας, οίτινες ωνομάζοντο Γεσσάται. Και
-θαυμαστόν μεν εφαίνετο, και τύχης αγαθής πρόνοια, ότι ο
-Κελτικός πόλεμος δεν εξερράγη συγχρόνως μετά του Λιβυκού· αλλ'
-ως αν έμενον οι Γαλάται εις εφεδρείαν, και ορθώς και δικαίως
-ησύχαζον εν όσω εκείνοι εμάχοντο, μετά ταύτα τότε εκηρύχθησαν
-κατά των νικητών, και τους επροκάλεσαν όταν τους είδον μη
-έχοντας πλέον ασχολίαν. Εν τούτοις όμως και η χώρα ενέπνεε
-φόβον, διότι η γειτνίασις έφερεν όμορον και οικιακόν ούτως
-ειπείν τον πόλεμον, και προσέτι η παλαιά των Γαλατών υπόληψις,
-ούς υπέρ πάντας άλλους φαίνονται φοβούμενοι οι Ρωμαίοι, διότι
-και η πόλις των υπ' αυτών εκυριεύθη, και έκτοτε νόμον έθεντο να
-μη είναι στρατεύσιμοι οι ιερείς, εκτός πάλιν αν επέλθη
-Γαλατικός πόλεμος. Εδήλουν δε τον φόβον αυτών και αι
-ετοιμασίαι, διότι τοσαύται μυριάδες Ρωμαίων ούτε πριν ούτε μετά
-ταύτα λέγονται τα όπλα λαβούσαι, προσέτι δε και η κατά τας
-θυσίας καινοτομία, διότι ενώ ουδέν ετέλουν βαρβαρικόν ουδέ
-ξενικόν, αλλά διέκειντο ως προς τας περί τα θεία δοξασίας των
-ελληνικώς και πράως όσον ενδέχεται, τότε, όταν συνέπεσεν ο
-πόλεμος ούτος, ηναγκάσθησαν να υπακούσωσιν εις λόγιά τινα εκ
-των Σιβυλλείων, και δυο μεν Έλληνας, άνδρα και γυναίκα, δύο δε
-Γαλάτας ομοίως έθαψαν ζώντας εις την καλουμένην βοών αγοράν,
-και διά τούτους μέχρι τούδε έτι τελούσιν εν Νοεμβρίω μηνί εις
-τους Έλληνας και Γαλάτας απορρήτους και αθεάτους ιερουργίας.
-
-Δ. Και οι μεν πρώτοι αγώνες και νίκας μεγάλας και σφάλματα
-αναδείξασαι των Ρωμαίων, εις ουδέν απέληξαν βέβαιον. Όταν δ' οι
-ύπατοι Φλαμίνιος και Φούριος εξεστράτευσαν μετά μεγάλων
-δυνάμεων κατά των Ινσόμβρων, τότε εφάνη αίμα ρέων ο ποταμός
-όστις βρέχει την Πικηνίδα χώραν, ευρέθη δε και ότι τρεις
-σελήναι εφάνησαν περί την πόλιν Αρίμινον. Οι δ' ιερείς, οίτινες
-κατά τας επί των εκλογών των υπάτων ψηφοφορίας παρεφύλαττον
-τους οιωνούς, εβεβαίουν ότι κακαί τοις εφάνησαν, και εις των
-ορνίθων τας προρρήσεις εναντίαι αι των υπάτων αναγορεύσεις.
-Ευθύς λοιπόν έπεμψεν η σύγκλητος εις το στρατόπεδον γράμματα,
-και εμήνυσε τοις υπάτοις να επιστρέψωσιν όσον τάχιον και να
-παραιτηθώσι της αρχής, και ουδέν να επιχειρήσωσι πριν ως ύπατοι
-κατά των εχθρών. Ταύτα δε τα γράμματα λαβών ο Φλαμίνιος, δεν τα
-ηνέωξε πριν ή συνάψας μάχην προς τους βαρβάρους, τους έτρεψεν
-εις φυγήν, και επέδραμε την χώραν αυτών. Όταν όμως επανήλθε
-μετά πολλών λαφύρων, δεν τον προϋπάντησεν ο δήμος, αλλά διότι
-προσκληθείς ευθύς δεν υπήκουσεν, ουδ' επείσθη εις τα γράμματα,
-αλλά περιΰβρισε και κατεφρόνησεν αυτά, παρ' ολίγον να ψηφίσωσιν
-άρνησιν του θριάμβου αυτού· αφ' ού δ' εθριάμβευσε, τον
-κατέστησαν ιδιώτην, αναγκάσαντες αυτόν να παραιτηθή της
-υπατείας μετά του συνάρχοντος. Ούτω παρά Ρωμαίοις εις τον Θεόν
-ανήγοντο πάντα τα πράγματα. Παράβλεψιν δε των μαντείων και των
-πατρίων εθίμων ουδ' εις τας μεγίστας επιτυχίας εδέχοντο,
-συντελεστικώτερον νομίζοντες προς σωτηρίαν της πόλεως το να
-σέβωνται τα θεία οι άρχοντες, παρά το να υπερισχύωσι των
-εχθρών.
-
-Ε. Και Τιβέριος μεν ο Σεμπρώνιος, ανήρ και διά την ανδρείαν και
-διά την καλοκαγαθίαν του ουδενός ολιγώτερον αγαπηθείς υπό των
-Ρωμαίων, ανέδειξεν ο ίδιος, υπατεύων, ως διαδόχους του, τον
-Σκηπίωνα Νασικάν και τον Γάιον Μάρκιον. Εν ώ δ' ήσαν αυτοί ήδη
-εις τας επαρχίας και επί κεφαλής των στρατευμάτων, κατά τύχην
-ιδών αυτός ιερατικά τινα υπομνήματα, εύρεν εις αυτά πάτριόν τι
-έθιμον ό ηγνόει. Ήτον δε τούτο· Όταν αρχων, εις ορνιθοσκοπίαν
-καθεζόμενος εις οίκον όν έχει εκτός της πόλεως ή εις
-μεμισθωμένην σκηνήν, υπ' αιτίας τινός αναγκασθή, πριν ή δοθώσιν
-ασφαλή σημεία, να επανέλθη εις την πόλιν, έπρεπε ν' αφήση την
-προμεμισθωμένην οικίαν, και να λάβη άλλην, εξ ής να επαναλάβη
-απ' αρχής πάλιν την θέαν. Τούτο δεν εγνώριζε, φαίνεται, ο
-Τιβέριος, και δις εις τον ίδιον οίκον καθήμενος, ανέδειξε τους
-ειρημένους υπάτους. Ύστερον δε, γνώρισας το σφάλμα του,
-ανέφερεν αυτό εις την σύγκλητον. Εκείνη δε, αν και μικρά ήτον η
-έλλειψις, δεν την κατεφρόνησεν, αλλ' έγραψεν εις τους άνδρας,
-και εκείνοι, εγκαταλιπόντες τάς επαρχίας, επέστρεψαν εις την
-Ρώμην, και κατέθεσαν την αρχήν. Αλλά ταύτα μεν ύστερον
-επράχθησαν. Περί δε τους αυτούς εκείνους χρόνους, και δύο
-ιερείς επιφανέστατοι εστερήθησαν της ιερωσύνης των, ο Κορνήλιος
-Κέθηγος, διότι έδωκε τα σπλάγνα του ιερείου παρά την τάξιν, και
-ο Κούιντος Σουλπίκιος, διότι, εν ώ ετέλει θυσίαν, έπεσεν από
-της κεφαλής του ο οξύς πίλος, όν οι καλούμενοι Φλαμίνιοι
-φορούσιν. Ότε δ' ο Δικτάτωρ Μινούκιος κατέστησεν ίππαρχον τον
-Γάιον Φλαμίνιον, επειδή ηκούσθη να τρίζη ποντικός, όν καλούσι
-Σόρικα (415), καθαίρεσαν τούτους διά ψήφου, και κατέστησαν
-άλλους. Φυλάττοντες δ' ούτως εν μικροίς την ακρίβειαν, μετ'
-ουδεμιάς ανεμίγνυον αυτήν δεισιδαιμονίας, αλλά μόνον επέμενον
-ουδέν ν' αλλάττωσιν ουδέ τα παρεκβαίνωσιν εκ των πατρίων.
-
-ΣΤ. Όταν λοιπόν παρητήθη της αρχής ο Φλαμίνιος, διά των
-καλουμένων μεσοβασιλέων απεδείχθη ύπατος ο Μάρκελλος. Και
-παραλαβών την αρχήν, εκλέγει συνάρχοντά του τον Γναίον
-Κορνήλιον. Ελέχθη δ' ότι πολλά μεν συμβιβαστικά επρότεινον οι
-Γαλάται, έκλινε δε και η βουλή προς ειρήνην, αλλ' ο Μάρκελλος
-ότι ετράχυνε τον δήμον προς τον πόλεμον. Αλλά και αφ' ού έγινεν
-ειρήνη φαίνεται ότι ανεκαίνισαν τον πόλεμον οι Γαισσάται,
-υπερβάντες τας Άλπεις, και τους Ινσόμβρους διεγείραντες, διότι
-τριάκοντα χιλιάδες αυτοί προσετέθησαν εις εκείνους όντας
-πολλαπλασίους, και υπερηφανευόμενοι, ώρμησαν ευθύς εις τας
-Ακέρρας, πόλιν επέκεινα του Πάδου κειμένην. Εκείθεν δε, μυρίους
-Γεσσάτας ο βασιλεύς Βριτόμαρτος (416) λαβών, ελεηλάτει την
-περί τον Πάδον χώραν. Ταύτα ακούσας ο Μάρκελλος, τον μεν
-συνάρχοντα αυτού κατέλιπε παρά τας Ακέρρας, έχοντα μεθ' εαυτού
-πάσαν την πεζήν και βαρείαν δύναμιν, και των ιππέων το τρίτον
-μέρος· αυτός δε τους λοιπούς ιππείς λαβών, και τους
-ελαφροτάτους των πεζών, περί τους εξακοσίους, προυχώρει, ούτε
-ημέραν ούτε νύκτα αναστέλλων την πορείαν του, έως ού απήντησε
-τους δεκακισχιλίους Γεσσάτας, περί το καλούμενον Κλαστίδιον
-(417), κώμην Γαλατικήν, προ ολίγου των Ρωμαίων υπήκοον
-γενομένην. Δεν τω επετράπη δε ν' αναπαύση τον στρατόν του και
-να τον αφήση ν' αναλάβη· διότι, άμα έφθασε, ταχέως ενοήθη υπό
-των βαρβάρων, και κατεφρονήθη, ως έχων ολίγους πεζούς μεθ'
-εαυτού, και επειδή περί του ιππικού ολίγον εφρόντιζον οι
-Κελτοί. Καθότι, άριστοι όντες ιππομάχοι, και κατά τούτο μάλιστα
-φαινόμενοι ότι υπερέχουσι, τότε και κατά το πλήθος ήσαν πολύ
-του Μαρκέλλου υπέρτεροι. Ευθύς λοιπόν ώρμησαν επ' αυτόν, ως διά
-να τον αρπάσωσι, μετά βίας πολλής και δεινών απειλών, και ο
-βασιλεύς ίππευεν εμπρός των άλλων. Ο δε Μάρκελλος, όπως μη
-προλάβωσι και τον περικυκλώσωσι, και εκταθώσι πέριξ του
-ολιγοστού του στρατού, παρέτεινε μακράν τας ίλας των ιππέων,
-λεπτόν εκτείνων το κέρας, έως ότου ολίγον απείχε των εχθρών.
-Ήδη δε, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να προσβάλη, συνέβη να τρομάξη ο
-ίππος του εκ των αλαλαγμών των εχθρών, και στραφείς μετά βίας
-να φέρη οπίσω τον Μάρκελλον. Ούτος δε, φοβηθείς μη φέρη τούτο
-ταραχήν εις τους Ρωμαίους εκ δεισιδαιμονίας, σύρει ταχέως τον
-χαλινόν προς τ' αριστερά, και περιστρέψας τον ίππον απέναντι
-των εχθρών, προσεκύνησε τον ήλιον, ως στραφείς δήθεν ένεκα
-τούτου, και ουχί κατά τύχην. Διότι τοιαύτην έχουσιν οι Ρωμαίοι
-συνήθειαν, να προσκυνώσι τους Θεούς περιστρεφόμενοι (418)·
-όταν δε συγκρούωνται μετά των εχθρών, να προσεύχωνται εις τον
-Φερέτριον Δία (419) υποσχόμενοι ν' αφιερώσωσιν εις αυτόν τα
-ωραιότερα των όπλων ά ήθελον κυριεύσει επί των εχθρών.
-
-Ζ. Κατά την στιγμήν ταύτην ιδών αυτόν ο των Γαλατών βασιλεύς,
-και από των συμβόλων αυτού τεκμαιρόμενος ότι άρχων τις είναι
-ούτος, εκέντησε τον ίππον του πολύ προ των άλλων, και ώρμησεν
-εναντίον του, μετά μεγάλης φωνής αλαλάζων προκλητικώς, και το
-δόρυ του σείων, ανήρ κατά το μέγεθος του σώματος εξέχων όλων
-των Γαλατών, και διαλάμπων εν πανοπλία, ήτις έστιλβεν ως
-αστραπή υπό χρυσού και αργύρου και βαφών και ποικιλμάτων
-παντοίων. Επειδή δ' όταν περιέφερε τα βλέμματά του εις την
-εχθρικήν φάλαγγα ο Μάρκελλος, ταύτα τω εφάνησαν ως τα κάλλιστα
-των όπλων, και υπέλαβεν ότι ταύτα εισίν εκείνα ά ηυχήθη να
-προσφέρη εις τον Θεόν, ώρμησε κατά του ανδρός, και διά του
-δόρατος διαπεράσας αυτού τον θώρακα, και διά της ορμής του
-ίππου του την προσβολήν επιτείνας, τον ανέτρεψε ζώντα, και
-επιφέρων δευτέραν και τρίτην πληγήν, τον εφόνευσε. Πηδήσας δ'
-από του ίππου του, και διά των χειρών του εγγίσας τα όπλα του
-νεκρού, είπε προς τον ουρανόν· «Ω μεγάλα στρατηγών και ηγεμόνων
-έργα και πράξεις επιβλέπων εν πολέμοις Φερέτριε Ζευ, σ'
-επικαλούμαι ως μάρτυρα ότι τρίτος εγώ άρχων των Ρωμαίων
-άρχοντα, και στρατηγός βασιλέα, τον άνδρα τούτον ιδιοχείρως
-κατατροπώσας και κτείνας, αφιερώ εις σε τα πρώτα και κάλλιστα
-των λαφύρων. Συ δε δος εις ημάς ομοίαν τύχην, ότε και εις τα
-λοιπά του πολέμου τρεπώμεθα.» Μετά ταύτα δ' εφώρμησαν οι
-Ρωμαίοι ιππείς ουχί προς τους ιππείς κεχωρισμένους, αλλά και
-προς τους πεζούς μαχόμενοι, οίτινες ομού αντετάττοντο. Και
-νικώσι νίκην κατά τρόπον αξιόλογον και παράδοξον· διότι ούτε
-πρότερον ούτε ύστερον ποτε λέγονται τοσούτοι ιππείς, τοσούτους
-ιππείς ομού και πεζούς νικήσαντες. Φονεύσας δε τους πλείστους,
-και όπλα και χρήματα κυριεύσας, επανήλθε προς τον συνάρχοντά
-του, εναγωνίως πολεμούντα κατά των Κελτών περί πόλιν μίαν των
-μεγίστων και πολυανθρωποτάτων εκ των Γαλατικών. Καλείται δε
-Μεδιόλανον, και έχουσι μητρόπολιν αυτήν οι κατά τούτο το μέρος
-Κελτοί, όθεν ζωηρότατα μαχόμενοι υπέρ αυτής, αντεπολιόρκουν τον
-Κορνήλιον. Ως όμως επήλθεν ο Μάρκελλος, ακούσαντες οι Γεσσάται
-την ήτταν και τον θάνατον του βασιλέως των, απήλθον, και το μεν
-Μεδιόλανον κυριεύεται, τας δ' άλλας πόλεις παρέδοσαν οι Κελτοί,
-πάντα τα καθ' εαυτούς αφέντες εις την διάκρισιν των Ρωμαίων.
-Και εις αυτούς μεν εδόθη ειρήνη επί συμφωνίαις μετρίαις.
-
-Η. Εψήφισε δ' η σύγκλητος υπέρ μόνου του Μαρκέλλου θρίαμβον,
-και εισήλασεν ούτος κατά μεν την άλλην λαμπρότητα και τον
-πλούτον και τα λάφυρα και τα εξαίσια των αιχμαλώτων σώματα,
-θαυμαστός ως ολίγοι άλλοι εφάνησαν. Ευαρεστότατον δε πάντων και
-νεώτατον θέαμα επεδείκνυεν αυτός εαυτόν, φέροντα εις τον θεόν
-του βαρβάρου την πανοπλίαν. Κόψας ωραίας δρυός όρθιον και μέγαν
-κορμόν, και διασκευάσας αυτόν ως τρόπαιον, έδεσε και εκρέμασεν
-εις αυτόν τα λάφυρα, ευκόσμως διαβείς και περιαρμόσας έκαστον.
-Ως δε προυχώρει η πομπή, λαβών αυτόν εις τας χείρας του, ανέβη
-εις το τέθριππον, και επόμπευεν ούτω διά της πόλεως, ως
-τροπαιοφόρον άγαλμα της ιδίας αυτού νίκης κάλλιστον και
-αξιοπρεπέστατον. Ο δε στρατός είπετο δι' ωραιοτάτων όπλων
-κεκοσμημένος, και ψάλλων και αλλά επίτηδες ποιηθέντα μέλη, και
-παιάνας επινικίους εις τον Θεόν και τον στρατηγόν. Ούτω δε
-προβάς και φθάσας εις τον ναόν του Φερετρίου Διός, έστησε και
-καθιέρωσε το τρόπαιον, τρίτος και τελευταίος μέχρι των καθ'
-ημάς καιρών. Διότι πρώτος αφιέρωσεν όπλα φονευθέντος εχθρού ο
-Ρωμύλος, απ' Άκρωνος του Καινινήτου, δεύτερος δ' ο Κόσσος
-Κορνήλιος, από Τολουμνίου του Τυρρηνού· μετά δε τούτους ο
-Μάρκελλος από Βριτομάρτου, του βασιλέως των Γαλατών· μετά δε
-Μάρκελλον ουδέ είς (420). Καλείται δ' ο μεν Θεός εις όν
-γίνεται η πομπή Φερέτριος Ζευς, ως μέν τινες λέγουσιν από του
-εις φέρετρον περιαγομένου τροπαίου, κατά την Ελληνικήν γλώσσαν,
-ήτις τότε ήτον πολύ έτι συναναμεμιγμένη μετά της Λατινικής. Ως
-δ' άλλοι φρονούσιν, είναι αύτη επωνυμία του κεραυνοβολούντος
-Διός, διότι Φερίρε (421) καλούσι το κτυπάν οι Ρωμαίοι. Άλλοι
-δε λέγουσιν ότι το όνομα έγινεν εκ της πληγής του πολέμου·
-διότι τώρα εις τας μάχας, όταν διώκωσι τους εχθρούς, φωνάζουσι
-προς αλλήλους συνεχώς το Φέρι, τουτέστι κτύπα. Τα δ' όπλα των
-φονευθέντων εχθρών κοινώς μεν Σπόλια, ιδίως δε ταύτα Οπίμια
-καλούσιν· αν και εν τοις υπομνήμασι λέγεται ότι ο Νουμάς
-Πομπίλιος και πρώτων Οπιμίων και δευτέρων και τρίτων
-μνημονεύει, λέγων, τα μεν πρώτα όσα κυριευθώσι ν' αφιερώνται
-εις τον Φερέτριον Δία, τα δε δεύτερα εις τον Άρην, και τα τρίτα
-εις τον Κυρίνον· και να λαμβάνη ως αμοιβήν ασσάρια (422)
-τριακόσια ο πρώτος, ο δε δεύτερος διακόσια, και ο τρίτος
-εκατόν. Επικρατεί όμως μάλλον ο λόγος ότι εκείνα μόνα εισίν
-οπίμια, όσα λαμβάνει εις μάχην εκ παρατάξεως και πρώτα
-στρατηγός στρατηγόν φονεύσας. Αλλά περί τούτων τοσαύτα. Οι δε
-Ρωμαίοι διά την νίκην και του πολέμου την παύσιν ούτως
-ηυχαριστήθησαν, ώστε και εις τον Πύθιον Απόλλωνα εις τους
-Δελφούς έπεμψαν χαριστήριον κρατήρα χρυσούν από λιτρών . .
-(423), και εκ των λαφύρων λαμπρώς μετέδωκαν εις τας συμμαχίδας
-πόλεις, και προς τον Ιέρωνα πολλά έπεμψαν, των Συρακουσών
-βασιλέα, φίλον όντα και σύμμαχον.
-
-Θ. Όταν ο Αννίβας εισέβαλεν εις την Ιταλίαν, επέμφθη ο
-Μάρκελλος εις Σικελίαν, στόλον άγων. Και αφ' ού έγινεν η κατά
-τας Κάννας ήττα (424), και των Ρωμαίων ουκ ολίγαι χιλιάδες
-εφονεύθησαν εις την μάχην, ολίγοι δε σωθέντες εις το Κανύσιον
-κατέφυγον, και περιεμένετο ότι ο Αννίβας θέλει ορμήσει ευθύς
-κατά της Ρώμης, καταστρέψας το άριστον μέρος της δυνάμεως των
-Ρωμαίων· πρώτον μεν έστειλεν ο Μάρκελλος εκ των πλοίων φυλακήν
-εις την πόλιν, άνδρας χιλίους πεντακοσίους· έπειτα, λαβών
-ψήφισμα της βουλής, ήλθεν εις Κανύσιον, και τους εκεί
-συνειλεγμένους παραλαβών, τους εξήγαγε των φρουρίων, ως μη έχων
-σκοπόν να εγκαταλείψη την χώραν εις των εχθρών την διάκρισιν.
-Παρά δε τοις Ρωμαίοις οι πρώτιστοι αρχηγοί και οι δυνατώτεροι
-άνδρες είχον αποθάνει εις τας μάχας. Τον Φάβιον δε Μάξιμον, τον
-έχοντα την μεγίστην υπόληψιν πίστεως και συνέσεως, κατηγόρουν
-ένεκα της πολλής ακριβείας των σκέψεών του όπως μη πάθη τι ο
-στρατός, ως αργόν εις τας πράξεις του και ως άτολμον. Και
-νομίζοντες ότι ο στρατηγός ούτος ήρκει μεν διά την ασφάλειαν,
-ουχί δε και διά την άμυναν, κατέφευγον εις τον Μάρκελλον, και
-το θαρραλέον αυτού και δραστήριον συγκιρνώντες και
-συναρμόττοντες μετά της περισκέψεως και της προνοίας εκείνου,
-ότε μεν τους εχειροτόνουν ομού υπάτους, ότε δ' εν μέρει τον ένα
-ύπατον και τον άλλον ανθύπατον, και ούτω τους έστελλον. Ο δε
-Ποσειδώνιος (425) λέγει ότι ο μεν Φάβιος ωνομάζετο ασπίς, ο δε
-Μάρκελος ξίφος. Αυτός δ' ο Αννίβας έλεγεν ότι τον μεν Φάβιον
-εφοβείτο ως παιδαγωγόν, τον δε Μάρκελλον ως ανταγωνιστήν διότι
-ο μεν τον εμπόδιζε να πράξη τι κακόν, ο δ' έπραττε κατ' αυτού.
-
-I. Και πρώτον μεν, επειδή εκ της νίκης του Αννίβου πολλήν οι
-στρατιώται του συνέλαβον αφοβίαν και θρασύτητα, επιτιθέμενος ο
-Μάρκελλος κατά των σκορπιζομένων εκ του στρατοπέδου, και
-επιδραμόντων την χώραν, τους κατέκοπτε, και εξησθένει ούτω του
-εχθρού τας δυνάμεις. Έπειτα δε, προς την Νέαν πόλιν (426) και
-την Νώλαν κινηθείς, των μεν Νεαπολιτών ενίσχυσε την προς τους
-Ρωμαίους προσήλωσιν, εις δε την Νώλαν εισελθών, εύρεν αυτήν
-στασιάζουσαν, διότι η βουλή δεν εδύνατο να διαχειρισθή και να
-ρυθμίση τον δήμον Αννιβίζοντα. Εις την πόλιν εκείνην υπήρχεν
-ανήρ πρωτεύων, και κατ' ανδρείαν επιφανής, ονομαζόμενος
-Βάνδιος. Ούτος εν Κάνναις ενδόξως αγωνισθείς, και πολλούς
-Καρχηδονίους φονεύσας, ευρέθη τέλος μεταξύ των νεκρών, βελών
-πλήρης. Τούτον θαυμάσας ο Αννίβας, ου μόνον τον αφήκεν άνευ
-λύτρων, αλλά και δώρα προσέθηκε, και φίλον τον εδέχθη και
-ξένον. Αποδίδων λοιπόν ταύτην την χάριν ο Βάνδιος, εγένετο
-προθύμως είς των αννιβιζόντων, και ισχύων, εκίνει τον δήμον εις
-αποστασίαν. Ο δε Μάρκελλος, να φονεύση μεν άνθρωπον ούτω
-λαμπρόν την τύχην, και κοινωνήσαντα των μεγίστων αγώνων των
-Ρωμαίων, δεν το ενόμισεν όσιον. Ων δε φύσει φιλάνθρωπος, είχε
-προσέτι και της πειθούς το προτέρημα, ώστε διά της ομιλίας του
-να κερδίζη υπέρ εαυτού τους έχοντας ήθος φιλότιμον. Ότε λοιπόν
-τον εχαιρέτισέ ποτε ο Βάνδιος, ηρώτησεν αυτόν τι άνθρωπος
-είναι, γνωρίζων μεν αυτόν προ πολλού, αλλ' αρχήν και πρόφασιν
-γνωριμίας τούτο ζητών Διότι άμα εκείνος είπε, Λεύκιος Βάνδιος,
-ως χαρείς και θαυμάσας ο Μάρκελλος, «Εκείνος λοιπόν, είπεν,
-είσαι συ ο Βάνδιος, περί ού τοσαύτα διηγούνται εν Ρώμη οι εις
-τας Κάννας αγωνισθέντες, ότι δεν εγκατέλιπες τον στρατηγόν
-Παύλον Αιμίλιον, αλλ' ότι εις τα πλείστα των βελών όσα κατ'
-αυτού ερρίπτοντο αντετάχθης, και εδέχθης αυτά εις το σώμα σου;
-Όταν δ' ο Βάνδιος τω είπεν ότι εκείνος είναι, και τω έδειξε
-μίαν εκ των πληγών του, «Και λοιπόν, τω είπε, τοιαύτα φέρων
-γνωρίσματα της προς ημάς φιλίας, δεν ήρχεσο αμέσως; ή σοι
-φαινόμεθα κακοί εις το ν' αμείβωμεν αρετήν φίλων, όταν τιμώμεν
-αυτήν και παρά τοις εχθροίς;» Τοιαύτα φιλόφρονα και κολακευτικά
-ειπών εις αυτόν, τω εχάρισεν ίππον πολεμιστήν, και πεντακοσίας
-δραχμάς αργυρίου.
-
-ΙΑ. Έκτοτε έγινεν ο Βάνδιος ασφαλέστερος του Μαρκέλλου
-συμπράκτωρ και σύμμαχος, και δεινότατος μηνυτής και κατήγορος
-των τα εναντία φρονούντων. Ήσαν δε πολλοί, και διενοούντο, όταν
-οι Ρωμαίοι εξήρχοντο κατά των εχθρών, να διαρπάσωσιν αυτοί τας
-αποσκευάς. Δι' ό, παρατάξας ο Μάρκελλος την δύναμιν εντός περί
-τας πύλας, έστησε μετ' αυτής και τα σκευοφόρα, και εις τους
-Νωλαίους διά κήρυκος απηγόρευσε να πλησιάσωσιν εις τα τείχη.
-Ήτον λοιπόν όπλων ερημία επί των τειχών, και είλκυσε τον
-Αννίβαν να πλησιάση ατακτότερον, νομίζων ότι οι εν τη πόλει
-είχον ταραχάς. Τότε διατάξας ο Μάρκελλος ν' ανοίξωσι την πύλην
-εις ήν αυτός ίστατο, εξώρμησεν έχων μεθ' εαυτού των ιπποτών
-τους λαμπροτάτους, και ριφθείς κατά μέτωπον, συνεπλάκη μετά των
-εχθρών. Κατ' ολίγον δ' οι πεζοί δι' ετέρας πύλης προυχώρουν
-τρέχοντες και βοώντες, και εν ώ ο Αννίβας εχώριζε και κατ'
-αυτών την δύναμίν του, ηνεώχθη η τρίτη των πυλών, και δι' αυτής
-δράμοντες εξήρχοντο οι λοιποί, και επέπιπτον πανταχόθεν κατά
-των εχθρών, οίτινες, εκπεπληγμένοι διά το απροσδόκητον, κακώς
-ανθίσταντο ήδη και προς τους πρώτους συμπλακέντας, εξ αιτίας
-των έπειτα επελθόντων. Ενταύθα κατά πρώτον ο στρατός του
-Αννίβου ενέδωκεν εις τους Ρωμαίους, μετά φόνου πολλού και
-τραυμάτων προς το στρατόπεδον απωθούμενος. Διότι λέγονται ότι
-απέθανον υπέρ τους πενταχισχιλίους, ότι δ' εφόνευσαν ουχί
-περισσοτέρους των πεντακοσίων. Ο Λίβιος όμως δεν βεβαιοί ότι
-τοσούτον μεγάλη έγινεν αύτη η ήττα, ουδ' ότι τοσούτοι έπεσαν
-νεκροί των εχθρών, αλλ' ότι μεγάλην έλαβε δόξαν ο Μάρκελλος από
-της μάχης εκείνης, και θαυμαστόν θάρρος ότι έδειξαν οι Ρωμαίοι
-μετά τα προγενέστερα αυτών κακά, εννοήσαντες ότι ηγωνίζοντο
-προς εχθρόν ουχί ακαταμάχητον ουδ' αήττητον, αλλά δυνάμενον και
-αυτόν να πάθη.
-
-ΙΒ. Διά τούτο, ως απέθανεν ο είς των υπάτων, ο δήμος εκάλει εις
-την διαδοχήν τον Μάρκελλον απόντα, και διά της βίας ανέβαλε την
-αποκατάστασιν των αρχόντων, έως ότου ήλθεν εκείνος από του
-στρατοπέδου. Και ανεδείχθη μεν ύπατος δι' όλων των ψήφων.
-Επειδή όμως εβρόντησεν ο Θεός, και οι ιερείς δεν εθεώρησαν
-αίσιον το σημείον, εδίσταζον όμως να τον εμποδίσωσι φανερώς,
-και εφοβούντο τον δήμον, παρητήθη αυτός της αρχής, αλλά δεν
-απέφυγεν ουχ ήττον την στρατηγίαν, και αναγορευθείς ανθύπατος,
-και πάλιν εις το στρατόπεδον της Νώλας επανελθών, εκακοποίει
-τους προστεθέντες εις την φατρίαν του Φοίνικος. Όταν δ' εκείνος
-ήλθε δράμων εις βοήθειαν αυτών, και τον επροκάλει, ο Mάρκελλος
-δεν ηθέλησε να διαγωνισθή εκ παρατάξεως προς αυτόν^ αλλ' όταν ο
-Αννίβας έτρεψε το πλείστον του στρατού εις αρπαγήν, και δεν
-περιέμενε μάχην, τότε εκινήθη κατ' αυτού, δους εις τους πεζούς
-μεγάλα δόρατα των ναυμάχων, και διδάξας αυτούς να κτυπώσι δι'
-αυτών μοκρόθεν τους Καρχηδονίους, οίτινες δεν ήσαν ακοντισταί,
-αλλά μετεχειρίζοντο βραχέα και αγχέμαχα όπλα. Όθεν και φαίνεται
-ότι όσοι τότε συνεκρούσθησαν μετά των Ρωμαίων, έδειξαν εις
-αυτούς τα νώτα, και έφυγον φυγήν απροφάσιστον, απολέσαντες εξ
-εαυτών νεκρούς μεν πεντακισχιλίους, ελέφαντας δε τέσσαρας μεν
-φονευθέντας, δύο δε ζωντανούς αιχμαλωτισθέντας. Το δε μέγιστον,
-την τρίτην ημέραν μετά την μάχην, ιππείς φυγάδες εξ Ιβήρων και
-Νομάδων αυτομολούσιν υπέρ τους χίλιους τριακοσίους (427) εν ώ
-ποτέ πριν ο Αννίβας δεν έπαθε τοιούτον τι, αλλ' επί πλείστον
-χρόνον είχε διαφυλάξει εις μίαν γνώμην στράτευμα βαρβαρικόν εκ
-ποικίλων και πολυτρόπων εθνών συνηρμοσμένον. Και αυτοί μεν
-πιστοί παρέμειναν δι' όλου του καιρού και εις αυτόν τον
-Μάρκελλον και εις τους μετ' αυτόν στρατηγούς.
-
-ΙΓ. Ο δε Μάρκελλος, ύπατος το τρίτον αναδειχθείς, έπλευσεν εις
-την Σικελίαν διότι υπό των περί τον πόλεμον επιτυχιών του
-Αννίβου επαρθέντες οι Καρχηδόνιοι, επεχείρησαν την άλωσιν της
-νήσου, εν ώ ήσαν μεγάλως τεταραγμένα τα πράγματα των
-Συρακουσών, μετά τον θάνατον του τυράννου Ιερωνύμου· διά τούτο
-υπήρχεν εκεί δύναμις των Ρωμαίων προαπεσταλμένη, και στρατηγός
-ο Άππιος. Εν ώ δε παρελάμβανε ταύτην ο Μάρκελλος, πολλοί
-Ρωμαίοι ελθόντες προσέπεσαν εις αυτόν, διότι τοιαύτη τοις είχε
-συμβή συμφορά· Εκ των περί τας Κάννας αντιταχθέντων εις τον
-Αννίβαν, άλλοι μεν έφυγον, άλλοι δε ζώντες ηχμαλωτίσθησαν,
-τόσοι το πλήθος, ώστε εφαίνετο εις τους Ρωμαίους ότι ουδ'
-έμενόν τινες να φυλάξωσι τα τείχη. Διετήρησαν όμως τοσαύτην
-μεγαλοψυχίαν και φρονήματος ύψος ώστε τους μεν αιχμαλώτους δεν
-έλαβον, ει και επώλει διά μικρά λύτρα αυτούς ο Αννίβας, αλλ'
-εψήφισαν αρνητικώς, και αφήκαν άλλοι μεν να φονευθώσιν, άλλοι
-δε να πωληθώσιν εκτός της Ιταλίας· το δε πλήθος των σωθέντων
-διά φυγής έστειλαν εις Σικελίαν, διατάξαντες να μη επιστρέψωσιν
-εις την Ιταλίαν, εν όσω η Ρώμη πολεμεί κατά του Αννίβου. Ούτοι,
-προσπεσόντες αθρόοι εις τον Μάρκελλον άμα έφθασε, και
-γονυπετείς ριφθέντες, εζήτουν μετά πολλής βοής και δακρύων να
-καταταχθώσιν εντίμως εις τον στρατόν, υποσχόμενοι να δείξωσι
-διά των έργων ότι κατ' ατυχίαν τινά μάλλον παρά δι' ανανδρίαν
-αυτών συνέβη η ήττα εκείνη. Οικτείρας λοιπόν αυτούς ο
-Μάρκελλος, έγραψεν εις την σύγκλητον ζητήσας εξ αυτών να
-συμπληροί πάντοτε του στρατού το ελλείπον. Αφ' ού δε πολλοί
-έγινον λόγοι, απόφασιν εξέδωκεν η βουλή, ότι οι Ρωμαίοι δεν
-έχουσι διά τα δημόσια πράγματα ανάγκην ανθρώπων ανάνδρων ανίσως
-δ' ο Μάρκελλος θέλη να μεταχειρισθή αυτούς, ότι ουδείς άρχων
-θέλει τοις απονείμη τινά των στεφάνων ή των δωρεών όσαι
-δίδονται δι' ανδρείαν. Το ψήφισμα τούτο ελύπησε τον Μάρκελλον,
-και επιστρέψας μετά τον εν Σικελία πόλεμον, εμέμφθη την βουλήν
-ότι αντί πολλών και μεγάλων έργων αυτού δεν τω παρεχώρησε να
-επανορθώση την δυστυχίαν τοσούτων πολιτών.
-
-ΙΔ. Τότε δ' εις την Σικελίαν πρώτον μεν εκδικούμενος κατά του
-στρατηγού των Συρακουσίων Ιπποκράτους, όστις, χαριζόμενος εις
-τους Καρχηδονίους, και την τυραννίδα θέλων να κατακτήση,
-πολλούς Ρωμαίους εφόνευσε πλησίον των Λεοντίνων, εκυρίευσε κατά
-κράτος την πόλιν των Λεοντίνων, και τους μεν Λεοντίνους δεν
-ηδίκησεν, όσους όμως αυτομόλους συνέλαβε, τους εμαστίγωσε και
-τους εθανάτωσεν. Ο δ' Ιπποκράτης πρώτον μεν έπεμψεν εμπρός
-λόγον εις τας Συρακούσας, ότι ο Μάρκελλος σφάζει ηβηδόν τους
-Λεοντίνους, έπειτα δε, ενώ ήσαν εκ τούτου τεταραγμένοι οι
-Συρακούσιοι, επιπεσών κατέλαβε την πόλιν. Τότε ο Μάρκελλος,
-κινηθείς μετά παντός του στρατού, προυχώρει προς τας
-Συρακούσας, και στρατοπεδεύσας πλησίον, έπεμψεν εις την πόλιν
-πρέσβεις να τοις ειπώσι τα περί των Λεοντίνων. Επειδή όμως
-τούτο εις ουδέν ωφελεί, και δεν επείθοντο οι Συρακούσιοι, διότι
-επεκράτουν οι περί τον Ιπποκράτην, προσέβαλε την πόλιν κατά γην
-συγχρόνως και κατά θάλασσαν και το μεν πεζικόν ωδήγει ο Άππιος·
-ο ίδιος δ' είχεν εξήκοντα πεντήρεις (428) πλήρεις παντοίων
-όπλων και βελών. Επί μεγάλου δε ζεύγματος οκτώ πλοίων μετ'
-αλλήλων συνδεδεμένων υψώσας μηχανήν, επέπλει κατά του τείχους,
-εις το πλήθος και εις την λαμπρότητα των ετοιμασιών του και εις
-την περιστοιχίζουσαν αυτόν δόξαν πεποιθώς. Αλλ' η μηχανή αύτη
-ην ουδέν προς τον Αρχιμήδην και προς τ' Αρχιμήδεια μηχανήματα,
-εξ ών ουδέν εθεώρει ο ανήρ ούτος ως έργον εμβριθούς σπουδής
-άξιον· αλλά τα πλείστα παρήχθησαν ως πάρεργα παιζούσης
-γεωμετρίας· Και πρώτον εφιλοτιμήθη ο βασιλεύς Ιέρων και έπεισε
-τον Αρχιμήδην να τρέψη μέρος της τέχνης του από των νοητών εις
-τα σωματικά, και τον λόγον τρόπον τινά δι' αισθήσεως αναμίξας
-εις τας ανάγκας, να καταστήση αυτόν νοητότερον εις τους κοινούς
-των ανθρώπων· Διότι την αγαπωμένην ταύτην και περιβόητον
-οργανικήν ήρχισαν μεν ν' ασκώσιν οι περί τον Εύδοξον και
-Αρχύταν, ποικίλλοντες διά του ευαρέστου την γεωμετρίαν, και δι'
-αισθητών και οργανικών παραδειγμάτων στηρίζοντες προβλήματα
-στερούμενα λογικής και πραγματικής αποδείξεως. Καθώς το περί
-των δύο μέσων αναλόγων πρόβλημα, στοιχείον αναγκαίον όν διά
-πολλάς των διαγραφών, έλυσαν αμφότεροι δι' οργανικών
-κατασκευών, γραμμάς τινας συναρμολογούντες μεσογράφους εκ
-καμπύλων και εκ τμημάτων (429). Επειδή δ' ο Πλάτων ηγανάκτησε
-και διισχυρίζετο προς αυτούς ότι κατέστρεφαν και διέφθειρον το
-αγαθόν της Γεωμετρίας, από των ασωμάτων και νοητών
-αποδιδρασκούσης προς τα αισθητά, και μεταχειρισμένης πάλιν σώμα
-πολλής και φορτικής βαναυσουργίας έχον ανάγκην, εχωρίσθη τότε
-και διεκρίθη της γεωμετρίας η μηχανική, και περιφρονουμένη επί
-πολύν καιρόν υπό της φιλοσοφίας, έγινε μία των στρατιωτικών
-τεχνών. Ο Αρχιμήδης, συγγενής ων και φίλος του βασιλέως
-Ιέρωνος, έγραψεν ότι, δοθείσης δυνάμεως, δύναταί τις να κινήση
-παν δοθέν βάρος· και εις την δύναμιν της αποδείξεως του
-πεποιθώς, εκόμπασεν, ως λέγουσι, ποτέ επί το νεανικώτερον, ότι
-αν είχε γην, θα εκίνει ταύτην, μεταβάς εις εκείνην (430).
-Επειδή δ' εθαύμασεν ο Ιέρων, και τον παρεκάλεσε να εφαρμόση
-εμπράκτως το πρόβλημα, και να δείξη τι των μεγάλων κινούμενον
-υπό μικράς δυνάμεως, πορισθείς ολκάδα τινά των βασιλικών, ήτις
-διά μεγάλου κόπου και πολλών χειρών είχε νεωλκηθή, και εμβαλών
-πολλούς ανθρώπους και το σύνηθες φορτίον, αυτός μακρόθεν
-καθήμενος, χωρίς αγώνος, αλλά δι' ηρέμου χειρός σείων αρχήν
-τινα μηχανήματος πολυσπάστου (431), έφερε την ολκάδα ομαλώς
-και απροσκόπτως, ως διά θαλάσσης τρέχουσαν. Εκπλαγείς λοιπόν ο
-βασιλεύς, και εννοήσας της τέχνης την δύναμιν, έπεισε τον
-Αρχιμήδην να τω κατασκευάση μηχανήματα διά παν είδος
-πολιορκίας, είτε αμυντικής, είτε επιθετικής. Και αυτός μεν δεν
-μετεχειρίσθη αυτά, διότι έζησε το πλείστον του βίου του
-απολέμως και πανηγυρικώς· τότε δ' υπήρχε παρά τοις Συρακουσίοις
-εν δέοντι η παρασκευή, και μετά της παρασκευής και ο
-παρασκευάσας.
-
-ΙΕ. Ως λοιπόν προσέβαλον οι Ρωμαίοι εκ δύο μερών, έκπληξις
-κατέλαβε τους Συρακουσίους, και σιγή διά φόβον, νομίζοντας ότι
-δεν θ' ανθέξωσι προς βίαν και δύναμιν τοσαύτην. Εκίνησεν όμως
-τας μηχανάς του ο Αρχιμήδης, και συγχρόνως επέπεσαν διά μιας
-κατά των πεζών τοξεύματα παντοδαπά, και λίθων υπέρογκα μεγέθη,
-μετά κρότου και μετά τάχους απίστου καταφερόμενα, και επειδή
-ουδέν ανεχαίτιζε το βάρος αυτών, ανατρέποντα αθρόους τους εφ'
-ών κατέπιπτον, και πάσας τας τάξεις συγχέοντα. Κατά δε των
-πλοίων από των τειχών εξαίφνης επικρεμάμεναι κεραίαι, άλλα μεν
-επίεζον υπό το βάρος των άνωθεν και τα κατέδυον εις τον βυθόν
-της θαλάσσης, αλλά δε διά σιδηρών χειρών, ή διά μηχανών αίτινες
-ωμοίαζον γερανών στόματα, ανασύρουσαι εκ της πρώρας, ορθά τα
-εβύθιζον κατά πρύμνην, ή διά σχοινίων εντός αυτών κατ' εναντίαν
-διεύθυνσιν ενεργούντων περιστρέφουσαι αυτά και κύκλω φέρουσαι,
-τα προσέκρουον εις τους υπό το τείχος υψουμένους κρημνούς και
-σκοπέλους, μεγάλην επιφέρουσαι φθοράν και εις τους επιβάτας
-συντριβομένους. Πολλάκις δε πλοίον υψούτο μετέωρον από της
-θαλάσσης, και θέαμα ήτον φρικώδες ως εκρέματο τήδε κακείσε
-περιδινούμενον, μέχρις ού οι άνδρες εξερρίπτοντο
-αποσφενδονισθέντες, και το πλοίον κατέπιπτε κενόν εις τα τείχη,
-ή κατεκρημνίζετο ολισθαίνον, άμα ηνοίγετο η λαβή. Η δε μηχανή
-ήν ο Μάρκελλος έφερεν επί του ζεύγματος, ωνομάζετο σαμβύκη,
-διότι ωμοίαζέ πως το ούτω καλούμενον μουσικόν όργανον (432).
-Εν ώ δ' αυτή μακρόθεν έτι προσήγετο προς το τείχος,
-εξεσφενδονίσθη εξ αυτής λίθος δέκα ταλάντων έχων ολκήν (433),
-και μετά τούτον έπειτα άλλος, και τρίτος. Τούτων τινές,
-πεσόντες επ' αυτήν την μηχανήν μετά μεγάλου κτύπου και σεισμού,
-συνέτριψαν την βάσιν αυτής, και τας γομφώσεις του ζεύγματος
-διέσπειραν και εχώρισαν· ώστε ο Μάρκελλος, εις απορίαν
-περιελθών, και ο ίδιος μετά των πλοίων του απέπλευσε κατά
-τάχος, και εις τους πεζούς παρήγγειλε ν' αναχωρήσωσι.
-Συσκεφθέντες δ' απεφάσισαν την νύκτα, αν δυνηθώσι, να
-προσβάλωσι τα τείχη· διότι τα σχοινία ών χρήσιν εποιείτο ο
-Αρχιμήδης, πολλήν δύναμιν έχοντα, θα εσφενδόνιζον τα βέλη
-υπεράνω των κεφαλών των· εκ του πλησίον δε θα ήσαν εντελώς
-άπρακτα, διότι η βολή δεν είχε διάστημα. Εκείνος όμως είχεν, ως
-φαίνεται, προ πολλού και διά ταύτα παρασκευάσει των οργάνων
-συμμέτρους κινήσεις προς παν διάστημα, και βέλη βραχέα, και
-δοκούς ουχί μεγάλας. Εις πολλάς δε και συνεχείς τρύπας ήσαν
-τεθειμένοι σκορπίοι (434), οίτινες εις βραχύ μεν διάστημα και
-εγγύθεν έπληττον, αλλ' έμενον αόρατοι εις τους πολεμίους.
-
-ΙΣΤ. Όταν λοιπόν επλησίασαν, νομίζοντες ότι δεν ενοήθησαν,
-πάλιν εκ νέου υπέπεσαν εις βέλη πολλά και πληγάς, και πέτραι
-κατεφέροντο κατά κάθετον επί της κεφαλής αυτών, και το τείχος
-ανέπεμπε τοξεύματα πανταχόθεν, ώστε ανεχώρησαν οπίσω. Αλλά και
-ενταύθα, ως ήσαν εις απόστασιν τεταγμένοι, εξώρμων βέλη, και
-έπιπτον κατ' αυτών εν ώ απήρχοντο, και πολλή εγίνετο αυτών η
-φθορά, πολλή δε των πλοίων η σύγκρουσις, χωρίς αυτοί να
-δύνανται ουδέν να πράξωσι κατά των εχθρών· διότι τα πλείστα των
-οργάνων κατεσκεύαζεν ο Αρχιμήδης υπ' αυτά τα τείχη· και
-εφαίνοντο οι Ρωμαίοι ως αν εμάχοντο κατά των θεών, διότι μυρία
-κακά επεχέοντο εξ αφανούς επ' αυτούς.
-
-ΙΖ. Ουχ ήττον όμως ο Μάρκελλος απέφυγε ταύτα, και σκώπτων τους
-τεχνίτας και μηχανοποιούς όσους είχε μεθ' εαυτού, τοις έλεγε·
-«Δεν θα παύσωμεν προς τον γεωμετρικόν τούτον Βριάρεων (435)
-πολεμούντες, όστις τα μεν πλοία μας ως ποτήρια βυθίζει εις την
-θάλασσαν, και παίζων αποβάλλει αυτά μετ' αισχύνης (436), τους
-δε μυθικούς εκατόγχειρας υπερτερεί, τοσαύτα συγχρόνως βέλη καθ'
-ημών τοξεύων;» Διότι τω όντι πάντες οι λοιποί Συρακούσιοι ήσαν
-σώμα των του Αρχιμήδους επινοιών, μία δ' ήτον η τα πάντα
-κινούσα και στρέφουσα ψυχή, και τα μεν άλλα όπλα ησύχαζον, μόνα
-δε τα εδικά του μετεχειρίζετο τότε η πόλις και προς άμυναν και
-προς ασφάλειαν. Τέλος δε τους Ρωμαίους ούτω πεφοβισμένους
-βλέπων ο Μάρκελλος, ώστε αν ανεφαίνετο καλώδιον ή ξύλον
-προτεινόμενον υπεράνω του τείχους, εβόων εκείνο, ότι ο
-Αρχιμήδης κινεί μηχανήν τινα κατ' αυτών, και τραπέντες έφευγον·
-απέσχε πάσης μάχης και προσβολής του λοιπού, αναθεμένος εις τον
-καιρόν την έκβασιν της πολιορκίας. Τοσούτον δε φρόνημα και
-βάθος ψυχής, και τόσον είχε θεωρημάτων πλούτον ο Αρχιμήδης,
-ώστε περί έργων εξ ών απέκτησεν όνομα και δόξαν ουχί ανθρωπίνης
-αλλά θείας τινός συνέσεως, ουδέν ηθέλησε ν' αφήση σύγγραμμα,
-αλλά την περί τα μηχανικά πραγματείαν και πάσαν τέχνην ένεκα
-χρείας εξασκουμένην ως αγεννή και βάναυσον θεωρών, εις εκείνα
-μόνα κατέβαλλε την ιδίαν αυτού φιλοτιμίαν, εις όσα το καλόν και
-εντελές αμιγές μένει του αναγκαίου, και εις ά, ασύγκριτα όντα
-προς τα λοιπά πάντα, αμιλλάται η ύλη προς την απόδειξιν, καθ'
-όσον η μεν παρέχει το κάλλος και μέγεθος, η δε την ακρίβειαν
-και την δύναμιν την υπερφυή. Διότι εις όλην την γεωμετρίαν δεν
-δύνανται ν' ευρεθώσι δυσκολώτερα και βαθύτερα ζητήματα κατά
-μέθοδον απλουστέραν και καθαρωτέραν της του Αρχιμήδου
-γεγραμμένα. Και τούτο τινές μεν αποδίδουσιν εις ευφυίαν του
-ανδρός, άλλοι δε νομίζουσιν ότι δι' υπερβολής κόπου φαίνεται
-έκαστον ως ακόπως και ευκόλως γενόμενον. Διότι, ζητών τις,
-δύναται να εύρη αφ' εαυτού την απόδειξιν, όταν δε παρ' εκείνω
-την μανθάνη, τω φαίνεται ως αν και αυτός ο ίδιος την ευρίσκη.
-Διά τοσούτον λείας και ταχείας οδού φέρει προς το
-αποδεικνόμενον, ουδέ πρέπει ν' απιστήσωμεν εις τα περί αυτού
-λεγόμενα, ότι ως υπ' οικείας τινός και συνοίκου σειρήνος
-θελγόμενος, ελησμόνει να τρώγη, και παρέλειπε του σώματός του
-την επιμέλειαν· Όταν δε πολλάκις τον είλκυον διά της βίας ν'
-αλειφθή (437) και λουσθή, εις της εσχάρας την τέφραν έγραφε
-σχήματα γεωμετρικά, και επί του ηλειμμένου σώματός του έφερε
-διά του δακτύλου γραμμάς, υφ' ηδονής μεγάλης κατεχόμενος, και
-μουσόληπτος ων αληθώς. Πολλών δε και καλών ευρέτης γενόμενος,
-λέγεται ότι παρεκάλεσε τους φίλους και συγγενείς του να τω
-στήσωσι μετά θάνατον επί του τάφου του τον κύλινδρον
-περιλαμβάνοντα την σφαίραν, επιγράψαντες τον λόγον της υπεροχής
-του περιέχοντος στερεού προς το περιεχόμενον (438).
-
-ΙΗ. Τοιούτος λοιπόν ο Αρχιμήδης γενόμενος, διεφύλαξεν αήττητον
-εαυτόν και την πόλιν, καθ' όσον απ' αυτού εξηρτάτο. Εν τω
-μεταξύ δε της πολιορκίας ο Μάρκελλος εκυρίευσε μεν τους
-Μεγαρέας, πόλιν εκ των παλαιοτάτων μεταξύ των Σικελικών,
-εκυρίευσε δε του Ιπποκράτους το κατά τας Ακίλας (439)
-στρατόπεδον, και εφόνευσεν υπέρ τους οκτακισχιλίους, επιπεσών
-εν ώ κατεσκεύαζον χαρακώματα. Επέδραμε δε πολύ μέρος της
-Σικελίας, και πόλεις απεστάτησεν από των Καρχηδονίων, και εις
-όλας τας μάχας ενίκησε τους τολμήσαντας ν' αντισταθώσι. Μετά
-παρέλευσιν δε καιρού, λαβών αιχμάλωτον Δάμιππόν τινα
-Σπαρτιάτην, όστις εξέπλευσεν εκ Συρακουσών, επειδή οι
-Συρακούσιοι απήτουν ν' αναλάβωσι διά λύτρων τον άνδρα, πολλάκις
-περί τούτου συνομιλών και διαπραγματευόμενος, κατεσκόπευε
-πύργον τινά, όστις δεν εφυλάττετο μεν αμελώς, εδύνατο δε να
-δεχθή κρυφίως άνδρας, διότι πλησίον αυτού το τείχος ήτον
-ευεπίβατον. Αφ' ού λοιπόν, πολλάκις πλησιάσας τον πύργον όπως
-διαλεχθή, εσυμπέρανε καλώς το ύψος αυτού, και κλίμακες
-ητοιμάσθησαν, παραφυλάξας όταν οι Συρακούσιοι ετέλουν εορτήν
-της Αρτέμιδος, και είχον τραπή εις οίνον και εις παιγνίδια,
-κατώρθωσεν ου μόνον τον πύργον κρυφίως να καταλάβη, αλλά και να
-περικυκλώση το τείχος δι' όπλων πριν ανατείλη η ημέρα, και να
-διαρρήξη τα Εξάπυλα. Ως δ' εννοήσαντες ταύτα, ήρχισαν να
-κινώνται και να ταράττωνται οι Συρακούσιοι, διέταξε να
-σαλπίσωσι πανταχόθεν, και πολλήν επροξένησε φυγήν και φόβον,
-διότι ενομίσθη ότι δεν έμεινε κανέν μέρος ανάλωτον. Έμεινε δε
-το ισχυρότατον και κάλλιστον και μέγιστον, το καλούμενον
-Αχραδινή, διότι ήτον τετειχισμένον προς την έξω πόλιν, ής το έν
-μέρος ονομάζουσι Νέαν, και το έτερον Τύχην.
-
-IΘ. Αφ' ού δε και ταύτα εκυριεύθησαν, άμα έφεξεν, ο Μάρκελλος
-κατέβη διά των Εξαπύλων, μακαριζόμενος υπό των υπ' αυτόν
-αρχηγών. Και αυτός μεν λέγεται ότι ιδών άνωθεν και κατοπτεύσας
-της πόλεως το μέγεθος και το κάλλος, επί πολύ εδάκρυσε,
-συμπαθών δι' ό,τι έμελλε να συμβή, και εννοήσας εκ ποίου εις
-ποίον σχήμα έμελλε να μεταβληθή μετά μικρόν, υπό του
-στρατοπέδου διαρπαγείσα. Διότι εκ των αρχηγών ουδείς ήτον ο
-τολμών να εναντιωθή εις τους στρατιώτας, οίτινες εζήτουν να
-ωφεληθώσιν εκ της αρπαγής. Πολλοί δε παρεκίνουν και να την
-πυρπολήσωσι και να την κατασκάψωσιν. Αλλά τον λόγον τούτον ουδέ
-ν' ακούση καν ηθέλησεν ο Μάρκελλος, και όλως άκων βιασθείς,
-τοις επέτρεψε να ωφεληθώσιν από χρημάτων και ανδραπόδων, τοις
-απηγόρευσε δε να εκτείνωσι χείρα εις ελεύθερα σώματα, και τοις
-διέταξεν ούτε να φονεύσωσιν, ούτε να καταισχύνωσιν, ούτε ν'
-ανδραποδίσωσί τινα των Συρακουσίων. Αλλ' ει και τοιαύτα μέτρα
-αποφασίσας, ενόμιζεν όμως ουχ ήττον ότι οικτρά πάσχει η πόλις,
-και εις τοσούτον χαράς μέγεθος η ψυχή του διεφαίνετο και
-συμπαθούσα και συναλγούσα, όταν έβλεπε πολλής και λαμπράς
-ευδαιμονίας τον αφανισμόν εις ολίγον καιρόν επερχόμενον.
-Λέγεται δ' ότι ο πλούτος ούτος υπήρξεν ουχί ολιγώτερος του
-ύστερον αρπαγέντος από της Καρχηδόνος. Καθότι και την άλλην
-πόλιν, μετ' ολίγον χρόνον κυριευθείσαν διά προδοσίας, τον
-εβίασαν να την διαρπάση, πλην των βασιλικών χρημάτων, άτινα
-επεφυλάχθησαν εις το δημόσιον ταμείον. Μάλιστα δε του Αρχιμήδου
-ο θάνατος ελύπησε τον Μάρκελλον. Ούτος έτυχε μελετών τι καθ'
-εαυτόν επί διαγράμματος· και εις την θεωρίαν έχων προσηλωμένον
-και τον νουν και το βλέμμα του, δεν ενόησε την επιδρομήν των
-Ρωμαίων, ουδέ την άλωσιν της πόλεως. Αιφνιδίως δ' επήλθε κατ'
-αυτού στρατιώτης, και τον διέταξε να τον ακολουθήση προς τον
-Μάρκελλον· αλλ' εκείνος δεν ήθελε πριν ή τελειώση το πρόβλημα,
-και το φέρη εις την απόδειξιν. Οργισθείς δε τότε ο στρατιώτης
-και σύρας το ξίφος, τον εφόνευσεν. Άλλοι δε λέγουσιν ότι επήλθε
-μεν ευθύς ξιφήρης ο Ρωμαίος να τον φονεύση· εκείνος δ' ότε τον
-είδε, τον παρεκάλει και τον ικέτευε να περιμείνη ολίγον καιρόν,
-ώστε να μη αφήση το ζητούμενον ατελές και άλυτον, αλλ' ότι
-αυτός ηδιαφόρησε και τον εθανάτωσε. Λέγεται δε και τρίτος
-λόγος, ότι στρατιώται, απαντήσαντες αυτόν φέροντα προς τον
-Μάρκελλον όργανα μαθηματικά, σκιόθηρα (440) και σφαίρας και
-γωνίας, δι' ών γίνεται αισθητόν εις την όψιν το μέγεθος του
-ηλίου, και νομίσαντες ότι εις την θήκην φέρει χρυσίον, τον
-εθανάτωσαν. Ομολογείται όμως ότι ελυπήθη ο Μάρκελλος, και
-απεστράφη τον φονέα του ανδρός ως ανόσιον, τους δ' οικείους του
-Αρχιμήδους ανευρών ετίμησεν.
-
-Κ· Έως τότε οι Ρωμαίοι ενομίζοντο υπό των άλλων ανθρώπων δεινοί
-μεν εις τον πόλεμον και φοβεροί εις τας μάχας· καλής δε και
-φιλανθρώπου γνώμης και εν γένει πολιτικής αρετής υποδείγματα
-δεν είχον δώσει, και πρώτος τότε φαίνεται υποδείξας εις τους
-Έλληνας ο Μάρκελλος ότι δικαιότεροι ήσαν οι Ρωμαίοι. Διότι ούτω
-μετεχειρίζετο τους συμβαλλομένους, και τοσαύτας πόλεις και
-ιδιώτας ευηργέτησεν, ώστε αν εις την Ένναν, ή προς τους
-Μεγαρείς ή τους Συρακουσίους επράχθη έργον τι μη επιεικές,
-εφαίνετο ότι ήτον εξ αιτίας των παθόντων μάλλον παρά των
-πραξάντων αυτό. Θέλω δ' αναφέρει έν μεταξύ πολλών. Υπάρχει
-πόλις της Σικελίας Εγγύιον, ουχί μεγάλη, αρχαιοτάτη δε, και
-ένδοξος, διότι επεφάνησαν εις αυτήν Θεαί άς καλούσι Ματέρας.
-Λέγεται δ' ότι το ιερόν αυτών είναι Κρητών ίδρυμα, και λόγχας
-τινας εδείκνυον και περικεφαλαίας χαλκάς, έχουσας τας μεν
-Μηριόνου (441), τας δε Ουλίξου (442), τουτέστιν Οδυσσέως
-επιγραφάς, των αναθέντων αυτάς εις τας Θεάς. Αύτη έκλινε
-προθυμότατα προς τους Καρχηδονίους· ο δε Νικίας, ανήρ πρώτος
-μεταξύ των πολιτών, έπειθεν αυτήν να στραφή προς τους Ρωμαίους,
-αναφανδόν και μετά παρρησίας ομιλών εις τας εκκλησίας, και ως
-κακώς φρονούντας ελέγχων τους υπεναντίους. Εκείνοι δε
-φοβούμενοι την δύναμιν αυτού και την δόξαν, επεβεύλευσαν να τον
-αρπάσωσι και να τον παραδώσωσιν εις τους Φοίνικας. Εννοήσας
-λοιπόν ο Νικίας ότι αδήλως παρεφυλάττετο, εξέφερεν εν φανερώ
-λόγους περί των Ματέρων ανεπιτηδείους, και πολλά έπραττεν ως
-απιστών προς την νομιζομένην εμφάνισιν αυτών, και ως καταφρονών
-την κοινήν πεποίθησιν. Έχαιρον δε διά τούτο οι εχθροί του,
-διότι παρείχεν αυτός καθ' εαυτού την μεγίστην αιτίαν των όσα
-έμελλε να πάθη. Αφ' ού δ' ητοιμάσθησαν τα πάντα διά την
-σύλληψιν, οι πολίται ήσαν εις εκκλησίαν, και ο Νικίας, εν ώ
-έλεγέ τι και εσυμβούλευεν εις τον δήμον, εξαίφνης έπεσε κατά
-γης, και μετ' ολίγον, αφ' ού, ως ήτον επόμενον, ησυχία έγινε
-μετ' εκπλήξεως, εγείρας την κεφαλήν, και περιφέρων αυτήν, μετά
-φωνής βαρείας και υποτρόμου, κατά μικρόν επιτείνων και οξύτερον
-εκπέμπων τον ήχον, ως είδεν υπό φρίκης και σιωπής κατεχομένους
-τους θεατάς, απορρίψας το ιμάτιόν του, και τον χιτωνίσκον του
-διαρρήξας, ανεπήδησεν ημίγυμνος, και έτρεχε προς την έξοδον του
-θεάτρου (443), βοών ότι υπό των Ματέρων διώκεται. Επειδή δε
-ουδείς, εκ δεισιδαιμονίας, ετόλμα να τον εγγίση ουδέ να τον
-απαντήση, αλλ' εξέκλινον της οδού του, έδραμεν εκτός των πυλών,
-ούτε φωνήν τινα ούτε κίνησιν παραλείψας όσαι πρέπουσιν εις
-δαιμονιώντα και εις παράφρονα. Η δε γυνή του, εν γνώσει του
-τεχνάσματος ούσα, και ομού μηχανωμένη αυτό, έλαβε τα παιδία
-της, και πρώτον μεν ικέτις εκυλίετο εμπρός του ναού των Θεών,
-έπειτα δε, προσποιουμένη ότι ζητεί εκείνον πλανώμενον, χωρίς
-ουδείς να την εμποδίση, απήλθε της πόλεως ασφαλώς. Και
-διεσώθησαν μεν ούτως εις Συρακούσας προς τον Μάρκελλον. Κατά δε
-των Εγγυίων, οίτινες πολλά και ύβρισαν και επλημμέλησαν, ελθών
-ο Μάρκελλος, τους έδεσε πάντας διά να τους τιμωρήση. Ο δε
-Νικίας, παραστάς εις αυτόν, εδάκρυσε, και τέλος εκ των χειρών
-και εκ των γονάτων λαμβάνων αυτόν, τον παρεκάλει υπέρ των
-πολιτών, αρχόμενος από των εχθρών του. Τότε συγκινηθείς ο
-Μάρκελλος, τους αφήκε πάντας, και την πόλιν κατ' ουδέν έβλαψεν,
-εις δε τον Νικίαν και χώραν πολλήν και δωρεάς πολλάς έδωκε.
-Ταύτα διηγείται Ποσειδώνιος ο φιλόσοφος (444).
-
-ΚΑ. Όταν δ' οι Ρωμαίοι ανεκάλεσαν τον Μάρκελλον, πόλεμον
-εγχώριον έχοντες προ των θυρών αυτών, επανερχόμενος συμπαρέλαβε
-τα πλείστα και κάλλιστα των εν Συρακούσαις αναθημάτων, όπως
-χρησιμεύσωσιν εις επίδειξιν του θριάμβου αυτού και εις κόσμησιν
-της πόλεως, ήτις ουδέν είχεν ουδ' εγνώριζε πρότερον των κομψών
-αριστουργημάτων, ουδ' ηγαπάτο εν αυτή το χάριεν και το
-γλαφυρόν. Πλήρης δ' ούσα όπλων βαρβαρικών και λαφύρων
-καθημαγμένων, και εστεφανωμένη δι' απομνημονεύσεων θριάμβων και
-διά τροπαίων, παρείχε θέαμα ουδ' ιλαρόν, ουδ' άφοβον, ουδ' εις
-δειλούς και τρυφώντας θεατάς αρέσκον· αλλά, καθώς ο Επαμινώνδας
-εκάλει το Βοιώτιον πεδίον Άρεως ορχήστραν, ο δε Ξενοφών την
-Έφεσον πολέμου εργαστήριον, ούτω νομίζω ότι εδύνατό τις τότε να
-ονομάση την Ρώμην, κατά τον Πίνδαρον, «Τέμενος Άρεως
-βαθυπλούτου (445)». Διά τούτο περισσότερον ηυδοκίμησε παρά μεν
-τω δήμω ο Μάρκελλος, διαποικίλας την πόλιν διά θεαμάτων, ηδονήν
-παρεχόντων και χάριν και φιλοκαλίαν ελληνικήν, παρά δε τοις
-πρεσβυτέροις ο Φάβιος Μάξιμος, όστις ουδέν τοιούτον
-μετεκίνησεν, ουδέν μετέφερεν εκ της Ταραντίνων πόλεως όταν
-εκυριεύθη, αλλά τα μεν άλλα χρήματα και τον πλούτον ήρπασε, τα
-δ' αγάλματα αφήκε να μένωσιν, ειπών εκείνο το μνημονευόμενον·
-«Ας αφήσωμεν, είπεν, εις τους Ταραντίνους τους Θεούς τούτους
-παρωργισμένους.» Κατηγόρουν δε τον Μάρκελλον, πρώτον μεν ότι
-καθίστα την πόλιν επίφθονον, διότι ου μόνον ανθρώπους, αλλά και
-Θεούς αιχμαλώτους έφερεν εις αυτήν και επόμπευεν· έπειτα δ' ότι
-τον δήμον, συνειθισμένον όντα να πολεμή ή να γεωργή, άπειρον δε
-τρυφής και μαλθακότητος, και κατά τον Ευριπίδειον Ηρακλέα
-(446)
-
- «άκομψον, φαύλον (447), εις τα μέγιστ' αγαθόν,»
-
-τον ενέπλησεν αργίας και λαλιάς, περί τεχνών και τεχνιτών
-ασχολούμενον, και πολύ μέρος της ημέρας εις ταύτα διατρίβοντα.
-Εκείνος όμως διά ταύτα εκαυχάτο και προς τους Έλληνας, ότι
-εδίδαξε τους Ρωμαίους να τιμώσι και να θαυμάζωσι τα καλά και τα
-θαυμαστά της Ελλάδος, εν ώ πριν δεν ήξευρον τούτο.
-
-ΚΒ. Επειδή δ' οι εχθροί του Μαρκέλλου ηναντιούντο προς τον
-θρίαμβον, και προσέτι πράξεις τινές ήσαν έτι ελλιπείς κατά την
-Σικελίαν, και ο τρίτος θρίαμβος εφθονείτο, συγκατένευσε, τον
-μεν εντελή και μέγαν θρίαμβον να τελέση εις το όρος Αλβανόν,
-τον δε μικρόν να φέρη εις την πόλιν. Τούτον οι Έλληνες καλούσιν
-Εύαν, οι δε Ρωμαίοι Όβαν (448). Εκτελεί δ' αυτόν τις ουχί
-βαίνων επί του τεθρίππου, ουδέ δάφνης έχων στέφανον, ουδέ
-σάλπιγγας περί αυτόν, αλλά πεζός, συρτά φορών σανδάλια, υπό
-πολλών αυλητών περιστοιχιζόμενος, και μυρσίνης στέφανον φορών,
-ως απόλεμος, και γλυκύς την όψιν μάλλον παρά καταπληκτικός.
-Τούτο δε μοι φαίνεται μέγιστον τεκμήριον ότι το πάλαι ώρισαν
-τους θριάμβους κατά τον τρόπον και ουχί κατά το μέγεθος της
-πράξεως. Διότι οι υπερισχύσαντες των εχθρών μετά μάχης και
-φόνου, επόμπευον, ως φαίνεται, τον πολεμικόν εκείνον και
-φοβερόν, ως συνηθίζουσιν εις των στρατοπέδων τους καθαρμούς,
-διά δάφνης πολλής στέψαντες τα όπλα και τους άνδρας. Εις δε
-τους στρατηγούς όσοι πολέμου δεν έλαβον ανάγκην, μόνον δε διά
-σχέσεως και πειθούς και λόγου διέθεσαν τα πάντα καλώς, ο νόμος
-επέτρεπε διά παιάνων να συνοδεύσωσι την απόλεμον ταύτην και
-πανηγυρικήν πομπήν· διότι ο αυλός είναι μουσική της ειρήνης,
-και το μύρτον της Αφροδίτης φυτόν, ήτις υπέρ πάντας τους θεούς
-αποστρέφεται την βίαν και τους πολέμους. Όβας δ' ονομάζεται ο
-θρίαμβος ούτος ουχί εκ του Ευασμού (449), διότι και τον άλλον
-παραπέμπουσιν ευάζοντες και άδοντες· αλλ' οι Έλληνες έδωκαν εις
-την λέξιν παραγωγήν εις αυτούς συνήθη, πεπεισμένοι ότι μέρος
-της του θριάμβου τιμής ανήκε και εις τον Διόνυσον, όν Εύιον και
-Θρίαμβον ωνόμαζον. Δεν είναι όμως τούτο το αληθές· αλλ' εις τον
-μέγαν θρίαμβον ήτον πάτριον εις τους στρατηγούς να θύωσι βόα,
-εις δε τούτον έθυον πρόβατον. Όβα δε τα πρόβατα οι Ρωμαίοι
-καλούσι (450) και εκ τούτου τον θρίαμβον Όβαν ωνόμασαν. Άξιον
-δε λόγου είναι ν' αναμνησθώμεν και του λακωνικού νομοθέτου,
-όστις διέταξε τας θυσίας εναντίας προς τον ρωμαϊκόν. Τω όντι εν
-Σπάρτη εκ των επανελθόντων στρατηγών ο μεν δι' απάτης ή πειθούς
-κατορθώσας ό,τι θέλει, θύει βουν, ο δε διά μάχης, αλεκτρυόνα.
-Διότι, ει και όντες πολεμικώτατοι, ουχ ήττον ενόμιζον μείζονα
-και μάλλον εις άνθρωπον πρέπουσαν την διά λόγου και συνέσεως
-πράξιν, παρά την μετά βίας και ανδρείας. Και ταύτα μεν πως
-καλώς έχουσιν, ας σκεφθή έκαστος.
-
-ΚΓ. Όταν δ' ήτον ο Μάρκελλος εκ τετάρτου ύπατος, έπεισαν οι
-εχθροί του τους Συρακουσίους να έλθωσιν εις Ρώμην και να
-κατηγορήσωσιν αυτόν, και να καταβοήσωσι προς την σύγκλητον, ότι
-δεινά έπαθον παρά τας συνθήκας. Έτυχε δε τότε εις το Καπιτώλιον
-θυσίαν τινα τελών ο Μάρκελλος· εν ώ δ' έτι εσυνεδρίαζεν η
-γερουσία, προσπεσόντες οι Συρακούσιοι, παρεκάλουν να τοις
-επιτραπή να ομιλήσωσι και να τοις αποδοθή δικαιοσύνη. Ο δε
-συνάρχων τους απέβαλλεν, αγανακτών υπέρ του Μαρκέλλου μη
-παρόντος. Ακούσας όμως περί τούτου ο Μάρκελλος, ήλθεν αμέσως,
-και πρώτον μεν εις τον δίφρον καθήσας, ήρχισε την εξέτασιν των
-υποθέσεων ως ύπατος. Έπειτα δε, αφ' ού τ' άλλα ετελείωσαν,
-καταβάς από του δίφρου, και μεταβάς ως ιδιώτης εις τον τόπον
-αφ' ού συνηθίζουσι να ομιλώσιν οι κρινόμενοι, αφήκε να τον
-κατηγορήσωσιν οι Συρακούσιοι. Ούτοι δε μεγάλως εταράχθησαν διά
-την αξιοπρέπειαν και την πεποίθησιν του ανδρός, και
-ακαταμάχητον ευρόντες αυτόν ότε εκράτει τα όπλα, έτι μάλλον
-φοβερόν τον ενόμιζον φέροντα την περιπόρφυρον χλαμύδα, και δεν
-ετόλμησαν ν' αναβλέψωσι προς αυτόν· ουχ ήττον όμως,
-ενθαρρυνόμενοι υπό των διαφερομένων προς τον Μάρκελλον, ήρχισαν
-την κατηγορίαν, και διεξήλθον δικαιολογίαν τινά μετ' ολοφυρμού
-μεμιγμένην. Ήτον δε το συμπέρασμα αυτής ότι σύμμαχοι όντες και
-φίλοι των Ρωμαίων, έπαθον όσα εις πολλούς των εχθρών άλλοι
-στρατηγοί επέτρεψαν να μη πάθωσι. Προς ταύτα δ' ο Μάρκελλος
-απεκρίθη ότι, αναλόγως των κακών όσα έπραξαν κατά των Ρωμαίων,
-ουδέν έπαθον, πλην όσων δεν δύναταί τις να εμποδίση να πάθωσιν
-άνθρωποι εις πόλεμον και κατά κράτος νικηθέντες· ότι δ' ούτοι
-ενικήθησαν εξ αιτίας αυτών των ιδίων, διότι δεν ηθέλησαν να
-πεισθώσιν, εν ώ πολλάκις τους παρεκίνησε· και δεν επολέμησαν
-βιασθέντες υπό των τυράννων, αλλ' εξελέξαντο εκείνοι τυράννους
-διά να πολεμήσωσιν. Αφ' ού δ' ερρέθησαν οι λόγοι, και, κατά την
-συνήθειαν, ανεχώρουν οι Συρακούσιοι εκ της βουλής, εξήλθε μετ'
-αυτών και ο Μάρκελλος, παραδούς εις τον συνάρχοντά του την
-σύγκλητον, και έμεινε προ των θυρών του βουλευτηρίου, κατ'
-ουδέν μεταβαλών τον συνήθη του τρόπον, ούτ' εκ φόβου διά την
-δίκην, ούτ' εκ θυμού κατά των Συρακουσίων, αλλά πράως και
-κοσμιώτατα περιμένων της δίκης το τέλος. Αφ' ού δε διεκρίθησαν
-αι γνώμαι, και νικών απεδείχθη, προσπίπτουσιν εις αυτόν οι
-Συρακούσιοι, και τον παρακαλούσι μετά δακρύων να καταστείλη την
-οργήν του κατ' αυτών των παρόντων, να οικτείρη δε και την άλλην
-πόλιν, ήτις ενθυμείται τας ευεργεσίας του, και ευγνωμονεί δι'
-αυτάς. Συγκινηθείς λοιπόν ο Μάρκελλος, και αυτούς εσυγχώρησε,
-και τους άλλους Συρακουσίους εξηκολούθησεν ευεργετών πάντοτε·
-και η σύγκλητος τοις εξησφάλισε την ελευθερίαν ήν ο Μάρκελλος
-απέδωκεν εις αυτούς, και τους νόμους, και όσα διεσώθησαν των
-κτημάτων των. Ένεκα τούτων και άλλας τιμάς έλαβε παρ' αυτών,
-και νόμον έθεντο, οψέποτε επιβαίνει της Σικελίας ο Μάρκελλος,
-ήτις των εγγόνων αυτού, να στεφανηφορώσιν οι Συρακούσιοι και να
-θύωσιν εις τους Θεούς.
-
-ΚΔ. Έκτοτε δε τρέπεται κατά του Αννίβου, και εν ώ οι άλλοι
-ύπατοι και αρχηγοί σχεδόν όλοι μετά τα εν Κάνναις έν μόνον
-μετεχειρίζοντο στρατήγημα κατά του ανδρός, το ν' αποφεύγωσι τας
-μάχας, ουδείς δ' ετόλμα να παραταχθή κατ' αυτού και να έλθη εις
-χείρας, αυτός την εναντίαν εβάδισεν οδόν, πιστεύων ότι κατά τον
-καιρόν όστις ενομίζετο ότι θέλει καταστρέψει τον Αννίβαν, ήθελε
-καταστραφή πρότερον υπ' εκείνου ανεπαισθήτως η Ιταλία· και
-φρονών ότι ο Φάβιος, όστις πάντοτε προς την ασφάλειαν απέβλεπε,
-δεν ιάτρευε καλώς εκείνης το νόσημα, περιμένων να συναποσβεσθή
-ο πόλεμος μετά της μαραινομένης δυνάμεως της πατρίδος, ως οι
-των ιατρών άτολμοι και δειλοί ως προς τα βοηθήματα,
-εκλαμβάνουσιν ως της νόσου παρακμήν την της δυνάμεως
-εξανάλωσιν. Πρώτον μεν λοιπόν κυριεύσας τας μεγάλας Σαυνιτικάς
-πόλεις (451) αίτινες είχον αποστατήσει, έλαβεν εν αυταίς και
-πολύν σίτον αποτεταμιευμένον, και χρήματα, και τους φυλάττοντας
-αυτάς στρατιώτας του Αννίβου, όντας τρισχιλίους. Έπειτα δε, αφ'
-ού ο Αννίβας εφόνευσεν εν Απουλία τον ανθύπατον Φούλβιον Γναίον
-μετά ένδεκα χιλιάρχων, κατέκοψε δε και του στρατού το πλείστον,
-έπεμψεν εις την Ρώμην γράμματα, παρακινών τους πολίτας να έχωσι
-θάρρος, διότι αυτός εβάδιζεν ήδη να κόψη την χαράν του Αννίβου.
-Λέγει δ' ο Λίβιος ότι αναγνωσθέντα τα γράμματα ταύτα, δεν
-ηλάττωσαν μεν την λύπην, ηύξησαν όμως τον φόβον^ διότι οι
-Ρωμαίοι του συμβάντος ατυχήματος μεγαλήτερον ενόμιζον τον
-προκείμενον κίνδυνον, καθ' όσον ο Μάρκελλος ήτον κρείττων του
-Φουλβίου. Αλλ' αυτός, καθώς έγραψεν, ευθύς, διώκων τον Αννίβαν,
-εισέβαλεν εις την Λευκανίαν, και ευρών αυτόν καθήμενον επί
-λόφων οχυρών περί την πόλιν Νομίστρωνα, κατεστρατοπέδευσεν ο
-ίδιος εις την πεδιάδα. Την δ' επαύριον, πρώτον εις μάχην
-παρατάξας το στράτευμα, αφ' ού κατέβη και ο Αννίβας,
-συνεκρότησε μάχην, ήτις κρίσιν δεν έλαβεν, αλλ' όμως έγινεν
-ισχυρά και μεγάλη· διότι από της τρίτης ώρας (452) ελθόντες
-εις χείρας, μόλις αφ' ού επήλθε το σκότος διελύθησαν. Ως δ'
-εξημέρωσεν, έφερε πάλιν το στράτευμα, και παρατάξας αυτό μεταξύ
-των νεκρών, προυκάλει τον Αννίβαν να διαγωνισθώσι περί της
-νίκης. Επειδή όμως εκείνος ανεχώρησε, συλήσας τους νεκρούς των
-εχθρών, και θάψας τους φίλους, τον εδίωκεν εκ νέου· και εις
-ουδεμίαν μεν υπέπεσε των ενεδρών όσας εκείνος τω έστησεν,
-υπερίσχυσε δε εις πάντας τους ακροβολισμούς, και διά τούτο
-εθαυμάζετο. Ώττε και, επειδή επείγον αι αρχαιρεσίας ενέκρινεν η
-βουλή τον άλλον ύπατον να φέρη μάλλον οπίσω εκ Σικελίας, παρά
-να μετακινήση τον Μάρκελλον, όστις ήτον ησχολημένος κατά του
-Αννίβου. Όταν δ' ήλθε, τον παρεκίνει ν' αναγορεύση Δικτάτωρα
-τον Κόιντον Φούλβιον· διότι ο Δικτάτωρ δεν εκλέγεται υπό του
-πλήθους ουδ' υπό της βουλής, αλλά τις των υπάτων ή των
-στρατηγών, προελθών εις τον δήμον, αναγορεύει δικτάτωρα όντινα
-αυτός εγκρίνει· και διά τούτο Δικτάτωρ ο ρηθείς καλείται· διότι
-το λέγειν ή αγορεύειν Δίκερε (453) οι Ρωμαίοι καλούσι. Τινές
-δε λέγουσιν ότι ο Δικτάτωρ ωνομάσθη εκ του ότι δεν προκαλεί
-ψήφον ή χειροτονίαν, αλλ' αφ' εαυτού προστάττει όσα αποφασίση·
-διότι τας διαταγάς των αρχόντων οι μεν Έλληνες διατάγματα, οι
-δε Ρωμαίοι έδικτα ονομάζουσιν.
-
-ΚΕ. Επειδή όμως ελθών εκ Σικελίας ο του Μαρκέλλου συνάρχων,
-άλλον ήθελε ν' αναγορεύση συνάρχοντα, διά να μη βιασθή παρά την
-γνώμην του, εξέπλευσε διά νυκτός εις Σικελίαν. Ούτως ωνόμασεν ο
-δήμος Δικτάτωρα τον Κόιντον Φούλβιον· η δε βουλή έγραψεν εις
-τον Μάρκελλον, τούτον ν' αναγορεύση· και ούτος πεισθείς,
-ανηγόρευσεν αυτόν, και συνεπεκύρωσε του δήμου την γνώμην· αυτός
-δε πάλιν ανθύπατος ανεδείχθη και διά το επόμενον έτος.
-Συμφωνήσας δε μετά του Φαβίου Μαξίμου, εκείνος μεν να κινηθή
-κατά των Ταραντίνων, αυτός δε συμπλεκόμενος μετά του Αννίβου
-και επασχολών αυτόν, να τον εμποδίζη να τοις βοηθή εναντίον
-εκείνου, επορεύθη κατ' αυτού περί το Καννύσιον, και τω
-επεφαίνετο πανταχόθεν, εν ώ εκείνος πολλάς ήλλασε
-στρατοπεδείας, και απέφευγε την μάχην. Τέλος δε, επιπεσών κατ'
-αυτού άμα εστρατοπέδευσε, τον εξανέστησε δι' ακροβολισμών, και
-παρετάχθη ο Αννίβας εις μάχην, ήν εδέχθη ο Μάρκελλος, αλλ' η
-νυξ τους εχώρισεν. Άμα δ' επήλθεν η ημέρα, εφάνη πάλιν ένοπλον
-έχων τον στρατόν και παρατεταγμένον· ώστε ο Αννίβας δυσθύμως
-συναθροίσας τους Καρχηδονίους, τους παρεκάλεσε ν' αγωνισθώσι
-την μάχην εκείνην υπέρ πασών των προγενεστέρων· «Διότι βλέπετε,
-είπεν, ότι ουδέ ν' αναπνεύσωμεν μετά τοσαύτας νίκας μας
-επιτρέπεται, ουδέ να ησυχάσωμεν ει και υπερισχύσαμεν, αν δεν
-αποκρούσωμεν τούτον τον άνθρωπον.» Και τότε συμπλακέντες
-εμάχοντο. Και φαίνεται ότι επί της μάχης άκαιρον στρατήγημα
-μεταχειρισθείς ο Μάρκελλος, απέτυχε· Διότι βλέπων ότι το δεξιό
-αυτού κέρας υπέφερε, διέταξεν έν των ταγμάτων να προχωρήση
-εμπρός. Η δε μετακίνησις αύτη ταράξασα τους μαχομένους,
-παρέδωκε την νίκην εις τους εχθρούς, και έπεσαν δισχίλιοι
-επτακόσιοι Ρωμαίοι. Αναχωρήσας δ' ο Μάρκελλος εις το χαράκωμά
-του, και συναγαγών τον στρατόν, είπεν ότι βλέπει πολλά Ρωμαίων
-όπλα και σώματα, Ρωμαίον δε ουδένα βλέπει. Επειδή δ' εζήτουν
-συγγνώμην, είπεν ότι δεν την δίδει εις νενικημένους, αν δε
-νικήσωσι θέλει την δώσει· αύριον δ' ότι θέλει πολεμήσει πάλιν,
-όπως οι πολίται ακούσωσι την νίκην πρότερον παρά την φυγήν.
-Ειπών δε ταύτα, διέταξε να διανείμωσιν εις τους ηττηθέντας
-λόχους κριθάριον αντί σίτου. Αν δε και πολλοί εκ της μάχης
-διέκειντο επικινδύνως και αθλίως, λέγεται όμως ότι δεν υπήρξε
-κανείς όν να μη ελύπησαν του Μαρκέλλου οι λόγοι μάλλον παρά τα
-τραύματα.
-
-ΚΣΤ. Ως δ' εξημέρωσεν, εξετέθη μεν ο φοινικούς χιτών, ως ήτον
-συνήθεια, σύμβολον ότι μάχη έτι έμελλε να δοθή. Οι δ'
-ατιμασθέντες λόχοι παρακαλέσαντες κατέλαβον την πρώτην τάξιν·
-και τον άλλον στρατόν εξάγοντες οι χιλίαρχοι, τον παρέταττον.
-Ακούσας δε τούτο ο Αννίβας, «Ω Ηράκλεις, είπε, ότι να κάμη τις
-άνθρωπον όστις ούτε την κακήν ούτε την καλήν τύχην ηξεύρει να
-υποφέρη; διότι μόνος αυτός ούτε νικών δίδει ανάπαυσιν, ούτε
-λαμβάνει νικώμενος· αλλά πάντοτε, ως φαίνεται, θα μαχώμεθα προς
-αυτόν, όστις και το θάρρος εν επιτυχίαις και την αισχύνην εν
-αποτυχίαις μεταχειρίζεται πάντοτε ως πρόφασιν διά να τολμά.»
-Μετά τούτο συνεπλάκησαν αι δυνάμεις, και οι μεν άνδρες
-επολέμουν μετ' ίσης ανδρείας, διέταξε δ' ο Αννίβας να φέρωσι τα
-θηρία εις την πρώτην τάξιν και να τ' αντιτάξωσιν εις των
-Ρωμαίων τα όπλα. Επειδή δ' ευθύς μέγας έγινεν ωθισμός και
-ταραχή μεταξύ των πρώτων, είς των χιλιάρχων, ονόματι Φλάβιος,
-σημαίαν αρπάσας, ώρμησε κατ' αυτών, και διά του ακοντίου της
-σημαίας τύψας τον πρώτον ελέφαντα, τον έστρεψεν οπίσω. Εκείνος
-δε, φερόμενος προς τον κατόπιν αυτού ερχόμενον, συνετάραξε και
-τούτον και τους επομένους. Ιδών δε τούτο ο Μάρκελλος, διέταξεν
-οι ιππείς να ορμήσωσι μετά πάσης ταχύτητος προς τους
-θορυβουμένους, και να κάμωσιν ώστε οι εχθροί έτι μάλλον να
-επιπέσωσιν επ' αλλήλους· ούτοι δε τότε λαμπρώς προσβαλόντες,
-κατέκοπτον μέχρι του στρατοπέδου τους εχθρούς, και τον
-περισσότερον φόνον επροξένουν τα φονευόμενα και πίπτοντα θηρία.
-Λέγεται δ' ότι απέθανον υπέρ τους οκτακισχιλίους· Ρωμαίοι δ'
-εφονεύθησαν μεν τρισχίλιοι, επληγώθησαν δε πάντες σχεδόν, και
-τούτο επέτρεψεν εις τον Αννίβαν, αναστάς την νύκτα, να μεταφέρη
-τον στρατόν του μακράν του Μαρκέλλου· διότι εις τούτον ήτον
-αδύνατον να τον διώξη, εξ αιτίας του πλήθους των τετρωμένων·
-αλλά βραδέως και αυτός μετέβη εις Καμπανίαν, και το θέρος
-διέμεινεν εν Σινοέσση, αναψυχήν δίδων εις τους στρατιώτας.
-
-ΚΖ. Ο δ' Αννίβας, άμα απηλλάγη του Μαρκέλλου, θεωρών ήδη το
-στράτευμα εκείνου ως διαλελυμένον, και άφοβος περιερχόμενος,
-έφλεγε κύκλω πάσαν την Ιταλίαν· και εκακολογείτο εις την Ρώμην
-ο Μάρκελλος· και οι εχθροί του εξήγειρον εις κατηγορίαν του τον
-Πουβλίκιον Βίβλον, ένα των δημάρχων, άνδρα δεινόν εις τους
-λόγους και βίαιον. Ούτος πολλάκις συναγαγών τον δήμον, έπεισεν
-αυτόν να παραδώση εις άλλον στρατηγόν την δύναμιν· «Διότι ο
-Μάρκελλος, είπεν, ολίγον εις τον πόλεμον γυμνασθείς, ως εκ
-παλαίστρας εις θερμά λουτρά ετράπη διά ν' αναπαυθή.» Ταύτα
-ακούσας ο Μάρκελλος, εις μεν το στρατόπεδον αφήκε τους
-αντιστρατήγους· αυτός δ' επανήλθεν εις την Ρώμην ν' απολογηθή
-διά τας κατ' αυτού κατηγορίας. Εκ των διαβολών δε τούτων εύρε
-δίκην κατ αυτού παρεσκευασμένην. Όταν λοιπόν ωρίσθη η ημέρα,
-και ο δήμος συνήλθεν εις τον Φλαμίνιον ιππόδρομον, ο μεν Βίβλος
-αναβάς κατηγόρησεν· ο δε Μάρκελλος απελογείτο βραχέα και απλά ο
-ίδιος ομιλήσας. Μετά πολλής όμως και λαμπράς παρρησίας οι
-επισημότατοι και πρώτοι των πολιτών παρεκάλουν τους δημότας να
-μη φανώσι χειρότεροι κριταί παρά τον εχθρόν, δειλόν ψηφίζοντες
-τον Μάρκελλον, όν μόνον μεταξύ των αρχηγών φεύγει εκείνος, και
-διατελεί μη μαχόμενος κατ' αυτού, ως κατ' άλλου στρατηγού
-μαχόμενος. Αφ' ού δ' οι λόγοι ούτοι ερρέθησαν, τοσούτον η
-έκβασις της δίκης έψευσε τας ελπίδας του κατηγόρου, ώστε ου
-μόνον αφέθη των κατηγοριών ο Μάρκελλος, αλλ' ανεδείχθη και το
-πέμπτον ύπατος.
-
-KH. Παραλαβών δε την αρχήν, πρώτον μεν εν Τυρρηνία κατέπαυσε
-μέγα κίνημα προς αποστασίαν, και επελθών κατεπράυνε τας πόλεις.
-Έπειτα δ' ηθέλησε να καθιερώση εις την Δόξαν και την Αρετήν
-ναόν υπ' αυτού οικοδομηθέντα εκ των Σικελικών λαφύρων, αλλ'
-εκωλύθη υπό των ιερέων, οίτινες δεν ήθελον εις ένα ναόν να
-περιέχωνται δύο θεοί· δι' ό ήρχισε πάλιν να οικοδομή και άλλον,
-μη υποφέρων ευκόλως την γενομένην κατ' αυτού αντίκρουσιν, και
-θεωρών αυτήν ως κακόν οιωνόν· διότι και άλλα πολλά σημεία
-ετάραττον αυτόν, ιερών τινων κεραυνώσεις, και ποντικοί
-διαφαγόντες τον χρυσόν εις τον ναόν του Διός. Ελέχθη δ' ότι και
-βους αφήκε φωνήν ανθρώπου, και παιδίον ότι εγεννήθη έχον
-ελέφαντος κεφαλήν, και ότι έζησε· και εις τας θυσίας των
-εξιλασμών και της αποτροπής των κακών μη ευρίσκοντες oι μάντεις
-καλά τα ιερά, τον εκράτουν εις την Ρώμην, ει και διαφλεγόμενον
-υπό πόθου και ανυπομονησίας· διότι ουδείς ποτε ηράσθη τοσούτον
-έρωτα πράγματος ουδενός, όσον ο άνθρωπος ούτος του να κριθή διά
-μάχης προς τον Αννίβαν. Τούτο και διά νυκτός ήτον το όνειρόν
-του, και μετά των φίλων και συναρχόντων του περί ενός
-εβουλεύετο, και προς τους Θεούς μίαν, μόνον ανέπεμπε φωνήν, να
-καταλάβη τον Αννίβαν εις μάχης παράταξιν. Νομίζω δ' ότι μετά
-πλείστης ευχαριστήσεως θα διηγωνίζετο εντός τείχους ή
-χαρακώματος περιτεθέντος εις αμφότερα τα στρατεύματα. Και αν
-ήδη δεν ήτον κεκαλυμμένος οπό δόξης πολλής, και διά πολλών δεν
-είχεν αποδείξει ότι υπέρ πάντα άλλον στρατηγόν υπήρχεν εμβριθής
-και φρόνιμος, θα έλεγον ότι τον κατέλαβε μιρακιώδες τι πάθος
-και φιλοδοξία μη πρέπουσα εις πρεσβύτην τοιούτον. Διότι είχεν
-ηλικίαν υπέρ τα εξήκοντα έτη, και ήτον το πέμπτον ήδη ύπατος.
-
-ΚΘ. Αφ' ού λοιπόν έγινον θυσίαι και καθαρμοί, ως υπηγόρευον οι
-μάντεις, εξήλθε μετά του συνάρχοντος αυτού εις τον πόλεμον, και
-μεταξύ Βαντίας πόλεως και Βενυσίας καθήμενος, ηρέθιζε συνεχώς
-τον Αννίβαν. Εκείνος δε, εις μάχην μεν δεν κατέβαινεν· εννοήσας
-δ' ότι έστελλον στρατόν κατά Λοκρών των Επιζεφυρίων (454)
-έστησεν ενέδρας, και εφόνευσε δισχιλίους και πεντακοσίους.
-Τούτο παρέφερεν υπό θυμού τον Μάρκελλον προς την μάχην, και
-εγείρας την δύναμιν την έφερε πλησιέστερα. Υπήρχε δε μεταξύ των
-στρατοπέδων λόφος, ικανώς μεν οχυρός, πλήρης δε θάμνων
-παντοδαπών, και είχε και σκοπιάς προκλινείς προς αμφοτέρας τας
-πλευράς, και υδάτων υπεφαίνοντο πηγαί καταρρεόντων. Εθαύμαζον
-επομένως οι Ρωμαίοι τον Αννίβαν, ότι πρώτος καταλαβών τόπον
-τοσούτον κατάλληλον, δεν τον διετήρησεν, αλλά τον αφήκεν εις
-τους εχθρούς. Εις εκείνον όμως καλός μεν εφαίνετο ο τόπος εις
-στρατοπέδευσιν, πολύ καλήτερος όμως εις ενέδραν, και προς τούτο
-θέλων μάλλον να μεταχειρισθή αυτόν, ενέπλησε τους θάμνους και
-τας κοιλάδας ακοντιστών πολλών και λογχοφόρων, πεπεισμένος ότι
-η θέσις αύτη διά την καταλληλότητα αυτής ήθελεν ελκύσει τους
-Ρωμαίους. Ουδ' εψεύσθη δε της ελπίδος του· διότι ευθύς πολύς
-έγινε λόγος εις το στρατόπεδον των Ρωμαίων ότι πρέπει να
-καταλάβωσι τον τόπον, και στρατηγικάς έλεγον θεωρίας, κατά
-πόσον θέλουσιν υπερισχύσει των εχθρών, προ πάντων μεν αν εκεί
-στρατοπεδεύσωσιν, ειδεμή, αν τειχίσωσι τον λόφον. Απεφάσισεν
-επομένως ο Μάρκελλος, μετ' ολίγων ιππέων περιελθών αυτόν, να
-τον παρατηρήση· και λαβών τον μάντιν, ετέλει θυσίαν· ως δε το
-πρώτον έπεσεν ιερείον, τω έδειξεν ο μάντις το ήπαρ ότι κεφαλήν
-δεν είχεν· ως δ' έθυσε το δεύτερον, η κεφαλή του ήπατος είχε το
-μέγεθος υπερφυές, και τ' άλλα εφάνησαν φαιδρά θαυμαστώς, και ο
-φόβος των πρώτων εφάνη διαλυθείς. Οι δε μάντεις τούτο μάλιστα
-έλεγον ότι φοβούνται, και ότι διά ταύτα ταράττονται· διότι
-λαμπρότατα ιερά διαδεχόμενα τ' απαισιώτατα εκείνα και
-σκυθροπώτατα, ύποπτον καθίστων την ατοπίαν της μεταβολής. Αλλ'
-όμως
-
- «Tο πεπρωμένον ουδέ πυρ oυδέ τείχος σιδήρου κωλύει»
-
-κατά Πίνδαρον. Εξήλθεν επομένως παραλαβών τον συνάρχοντα αυτού
-Κρισπίνον, και τον ίδιον υιόν του, όντα χιλίαρχον τότε, και
-ιππείς εν όλοις διακοσίους είκοσιν, ών ουδείς ην Ρωμαίος, αλλ'
-οι μεν άλλοι Τυρρηνοί, τεσσαράκοντα δε Φρεγελλάνοι, δείγματα
-ανδρείας και πίστεως δόντες εις τον Μάρκελλον πάντοτε. Επειδή
-δ' ο τόπος ήτον θαμνώδης και σύδενδρος, ανήρ καθήμενος άνω
-κατεσκόπευε, αυτός μεν μη φαινόμενος εις τους εχθρούς, βλέπων
-δε το στρατόπεδον των Ρωμαίων. Ως δ' αυτός είπε τα γινόμενα εις
-τους ενεδρεύοντας, αφέντες να έλθη πλησίον ο Μάρκελλος,
-ανέστησαν αιφνηδίως, και περικυκλώσαντες αυτόν πανταχόθεν,
-ηκόντιζον, εχτύπων, εδίωκον τους φεύγοντας, συνεπλέκοντο προς
-τους ανθισταμένους. Ήσαν δ' ούτοι οι τεσσαράκοντα Φρεγελλάνοι.
-Και οι μεν Τυρρηνοί ευθύς κατ' αρχάς ετράπησαν δειλιάσαντες·
-αυτοί δε συμπυκνωθέντες επολέμουν προ των υπάτων, έως ού ο
-Κρισπίνος υπό δύο ακοντισμάτων τρωθείς, έστρεψεν εις φυγήν τον
-ίππον, τον δε Μάρκελλον διατρύπησέ τις εις τα πλευρά διά λόγχης
-πλατείας, ήν καλούσι Λαγκίαν (455). Τότε και οι ολίγιστοι
-περισωθέντες των Φρεγελλάνων, αφήκαν αυτόν πεσόντα, αρπάσαντες
-δε τον υιόν του τετρωμένον, φεύγουσιν εις το στρατόπεδον.
-Απέθανον δ' ουχί περισσότεροι των τεσσαράκοντα, ηχμαλωτίσθησαν
-δε, εκ μεν των ραβδούχων πέντε, εκ δε των ιππέων δεκαοκτώ.
-Απεβίωσε δε και ο Κρισπίνος εκ των πληγών, ολίγας επιζήσας
-ημέρας· και δυστύχημα τοιούτον ουδέποτε πριν συνέβη εις τους
-Ρωμαίους, εις μίαν μάχην ν' αποθάνωσι και οι δύο αυτών ύπατοι.
-
-Λ. Ο δ' Αννίβας περί μεν των άλλων ολίγον εφρόντισεν· ακούσας
-όμως ότι έπεσεν ο Μάρκελλος, εξήλθεν εν σπουδή αυτός εις τον
-τόπον, και σταθείς παρά τον νεκρόν, και πολλήν καιρόν την
-δύναμιν θεωρήσας του σώματος του και την μορφήν αυτού, ούτε
-φωνήν αφήκεν υπερήφανον, ούτε εις την όψιν του έδειξε χαράν, ως
-τις φονεύσας εχθρόν φοβερόν και επικίνδυνον· αλλά θαυμάσας διά
-το απροσδόκητον του θανάτου του, έλαβε μεν τον δακτύλιόν του,
-κοσμήσας δε το σώμα του, και διαθέσας εντίμως, το έκαυσε, και
-συνάξας τα λείψανα εις κάλπην αργυράν, και θεις εντός αυτής και
-χρυσούν στέφανον, τα έστειλε προς τον υιόν του. Απαντήσαντες δε
-των νομάδων τινές τους φέροντας αγγείον, ώρμησαν να το
-αφαιρέσωσι· και επειδή ανθίσταντο εκείνοι, βιάζοντες και
-μαχόμενοι, εσκόρπισαν τα οστά. Ακούσας δε τούτο ο Αννίβας,
-«Ουδέν λοιπόν, είπε προς τους παρόντας, δύναται να γίνη παρά
-την θέλησιν του Θεού»· και τους μεν νομάδας ετιμώρησε, δεν
-εφρόντισε δε πλέον περί της αποστολής ή της λογής των λειψάνων,
-ως φρονών ότι κατά την θέλησιν Θεού τινος ο Μάρκελλος και
-εφονεύθη ούτω παραδόξως και έμεινεν άταφος. Και ταύτα μεν
-ιστορούσιν οι περί τον Κορνήλιον Νέπωτα και τον Ουαλέριον
-Μάξιμον (456). Ο δε Λίβιος, και Καίσαρ ο Σεβαστός (457)
-λέγουσιν ότι εκομίσθη η υδρία προς τον υιόν του, και ετάφη
-λαμπρώς. Υπήρχε δ' αφιέρωμα του Μαρκέλλου, εκτός των εν Ρώμη,
-και γυμνάσιον προσέτι εν Κατάνη της Σικελίας· και ανδριάντες δε
-και εικόνες εξ όσων έλαβεν εν Συρακούσαις, ανετέθησαν υπ' αυτού
-εν Σαμοθράκη παρά τοις Θεοίς ούς Καβείρους ωνόμαζον, και περί
-την Λίνδον (458) εις το ιερόν της Αθηνάς. Εκεί υπήρχε και
-ανδριάς αυτού έχων ταύτα επιγεγραμμένα, ως λέγει ο Ποσειδώνιος
-(459)·
-
- Ούτος, ω ξένε, ο μέγας αστήρ της πατρίδος του Ρώμης
- Μάρκελλος είναι, κλεινής Κλαύδιος εκ γενεάς·
- Την υπατείαν επτάκις εν μέσω πολέμων φυλάξας,
- κ' εις των εχθρών τους στρατούς φόνον προχύσας πολύν.
-
-Διότι ο ποιήσας το επίγραμμα συγκατηρίθμησεν εις τας πέντε
-υπατείας του και την ανθύπατον αρχήν, ήν ήρξε δις. Το δε γένος
-αυτού λαμπρόν διέμενε μέχρι Μαρκέλλου του ανεψιού του Καίσαρος
-(460), υιού της Οκταβίας, αδελφής του Καίσαρος, και του Γαΐου
-Μαρκέλλου. Ούτος δ' αγορανόμος ων εν Ρώμη, απέθανε μόλις
-νυμφευθείς την θυγατέρα του Καίσαρος, και μετ' αυτής ολίγον
-καιρόν συνοικήσας. Εις τιμήν δε και μνήμην αυτού η μεν μήτηρ
-του Οκταβία ανέθηκε την βιβλιοθήκην, ο δε Καίσαρ θέατρον,
-επιγράψας αυτό εις όνομα του Μαρκέλλου.
-
-
-
-
-ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
-ΠΕΛΟΠΙΔΟΥ
-ΚΑΙ
-ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ
-
-
-
-Α. Όσα λοιπόν μας εφάνησαν αναγραφής άξια εκ των περί Πελοπίδου
-και Μαρκέλλου ιστορημένων, ταύτα εισίν. Ήσαν δε και αι φύσεις
-και τα ήθη αυτών όμοιαι, και ούτως ειπείν εφάμιλλοι, διότι
-αμφότεροι και ανδρείοι ήσαν, και φιλόπονοι, και θυμοειδείς, και
-μεγαλόφρονες· αλλά κατά τούτο φαίνονται μόνον διαφοράν έχοντες,
-ότι ο μεν Μάρκελλος εις πολλάς κυριευθείσας πόλεις ενήργησε
-σφαγάς, ο δ' Επαμινώνδας και ο Πελοπίδας ουδένα ποτέ εξ όσων
-ενίκησαν εθανάτωσαν, ουδέ πόλεις εξηνδραπόδισαν. Λέγεται δ' ότι
-οι Θηβαίοι ουδέ τους Ορχομενίους θα μετεχειρίζοντο ούτως, αν
-εκείνοι ήσαν παρόντες. Ως δε προς τας πράξεις, θαυμαστά μεν και
-μεγάλα του Μαρκέλλου ήσαν τα κατά των Κελτών, ότι ολίγους έχων
-περί αυτόν ιππείς, απέκρουσε τοσούτον πλήθος ιππέων και πεζών,
-όπερ σπανίως ιστορείται υπ' άλλου κατορθωθέν στρατηγού, και
-εφόνευσε και τον αρχηγόν αυτών· εν ώ ο Πελοπίδας απέτυχεν εις
-ομοίαν επιχείρησιν, και εφονεύθη υπό του τυράννου, και έπαθε
-πριν ή πράξη. Αλλ' εις ταύτα δυνάμεθα να παραβάλωμεν τα Λεύκτρα
-και τας Ταγύρας, των αγώνων αυτού τους λαμπροτάτους και τους
-μεγίστους. Κατόρθωμα δε του Μαρκέλλου διά κρυφίας ενέδρας δεν
-έχομεν να παραβάλωμεν προς την πράξιν του Πελοπίδου όταν
-επανήλθεν εκ της φυγής, και όταν εφόνευσε τους εν Θήβαις
-τυράννους. Εκείνο δε το έργον φαίνεται πάντων πρωτεύον των
-γενομένων ποτέ εν σκότει και δι' απάτης. Και τους Ρωμαίους μεν
-επολέμει φοβερός και τρομερός τότε ο Αννίβας, καθώς τους
-Θηβαίους οι Λακεδαιμόνιοι. Ότι δ' ενέδωκαν ούτοι και εις τον
-Πελοπίδαν περί τας Τεγύρας και περί τα Λεύκτρα είναι βέβαιον·
-τον Αννίβαν όμως ο Μάρκελλος, ως μεν ο Πολύβιος λέγει, ουδ'
-άπαξ ενίκησε και φαίνεται ότι ο άνθρωπος ούτος έμεινεν αήττητος
-μέχρι Σκηπίωνος. Ημείς δε πιστεύομεν εις τον Λίβιον, εις τον
-Καίσαρα, εις τον Νέπωτα, και μεταξύ των Ελλήνων εις τον βασιλέα
-Ιόβαν (461) ότι οι περί τον Αννίβαν ηττήθησαν ενίοτε και
-ετράπησαν εις φυγήν υπό του Μαρκέλλου, χωρίς όμως σπουδαίου
-αποτελέσματος· και εφαίνετο μάλλον ότι ψευδείς τινας πτώσεις
-έπιπτεν ο Λίβυς κατά τας συμπλοκάς εκείνας. Ό,τι δ' ευλόγως και
-προσηκόντως εθαυμάσθη, ήτον ότι μετά τοσαύτας τροπάς
-στρατοπέδων και φόνους στρατηγών, και σύγχυσιν όλης ομού της
-των Ρωμαίων ηγεμονίας, οι Ρωμαίοι διά του θάρρους των
-καθίσταντο πάλιν ισόπαλοι του εχθρού· διότι ο εμποιήσας ζήλον
-φιλοπόλεμον κατά των εχθρών εις το στράτευμα, αντί του φόβου
-και της καταπλήξεως υφ' ών κατείχετο πριν, και φρονηματίσας και
-ενθαρρύνας αυτό εις το να μη παραιτήται ευκόλως της νίκης, αλλά
-και ν' αμφισβητή αυτήν, και να φιλοτιμήται να την κερδήση, είς
-ήτον ανήρ, ο Μάρκελλος. Και εν ώ συνειθισμένοι ήσαν υπό των
-συμφορών να ευχαριστώνται αν διά της φυγής διέφευγον τον
-Αννιβαν, τοις εδίδαξε να αισχύνωνται αν μεθ' ήττης εσώζοντο, να
-συστέλλωνται δε και αν κατ' ολίγον ενέδιδον, και να λυπώνται αν
-δεν ενίκων.
-
-Β. Επειδή δ' ο μεν Πελοπίδας ουδεμίαν ηττήθη μάχην εν όσω
-εστρατήγει, ο δε Μάρκελλος ενίκησε περισσοτέρας όλων των επ'
-αυτού Ρωμαίων, ίσως δύναται να φανή, ότι του μεν το δυσνίκητον,
-διά το πλήθος των κατορθωμάτων, δύναται να εξισωθή προς το
-αήττητον του ετέρου. Και ούτος μεν εκυρίευσε τας Συρακούσας,
-εκείνος δ' απέτυχε της πόλεως των Λακεδαιμονίων. Αλλά νομίζω
-ότι υπέρ την κατάκτησιν της Σικελίας μεγαλήτερον κατόρθωμα ήτον
-ότι επλησίασεν ο άλλος την Σπάρτην, και διέβη πρώτος ανθρώπων
-εμπολέμως τον Ευρώταν. Εκτός αν ειπή τις ότι το έργον τούτο
-ανήκει μάλλον εις τον Επαμινώνδαν παρά εις τον Πελοπίδαν, καθώς
-και τα Λεύκτρα, εν ώ αδιαίρετος είναι η δόξα των έργων του
-Μαρκέλλου· διότι μόνος εκυρίευσε τας Συρακούσας, και τους
-Κελτούς ενίκησε χωρίς του συνάρχοντός του, και εις τον Αννίβαν
-αντιταχθείς χωρίς ουδείς να τον βοηθή, εν ώ μάλιστα τον
-απέτρεπον πάντες, και μεταβαλών την μορφήν του πολέμου, πρώτος
-έγινε της τόλμης διδάσκαλος.
-
-Γ. Τον δε θάνατον ουδενός των δύο τούτων ανδρών επαινώ· αλλά
-λυπούμαι και αγανακτώ διά το παράλογον του συμβάντος. Και
-θαυμάζω μεν ότι εις μάχας τοσαύτας, όσας ήθελεν αποκάμει τις
-απαριθμών, ο Αννίβας ουδ' επληγώθη ποτέ· μοι αρέσκει δε και ο
-εν τη Κυροπαιδεία Χρυσάντας (462), όστις έχων υψωμένον τον
-πέλεκυν, και έτοιμος ων να κτυπήση τον εχθρόν, άμα η σάλπιγξ
-εσήμανε την ανάκλησιν, αφήκε τον άνδρα, και πράως και κοσμίως
-ανεχώρησε. Συγγνωστόν όμως καθιστά τον Πελοπίδαν, ότι ενώ
-διεφλέγετο υπό του ενθουσιασμού της μάχης, συγχρόνως τον
-παρέφερε και ευγενής ορμή εκδικήσεως. Διότι άριστον μεν είναι
-νικών να σώζηται ο στρατηγός· αν δε πρέπη ν' αποθάνη, να
-εγκαταλείπη τον βίον μετ' αρετής, ως λέγει ο Ευριπίδης (463).
-Ούτως ο θάνατος αυτού γίνεται πράξις και ουχί πάθος. Εκτός δε
-του θυμού, έβλεπε προσέτι ο Πελοπίδας και την επιτυχίαν της
-νίκης εις του τυράννου τον θάνατον, και τούτο ουχί αλόγως
-εκίνησε την ορμήν του. Διότι δύσκολον είναι να εύρη τις άλλο
-κατόρθωμα τοσούτον καλήν και λαμπράν έχον την αφορμήν· Ο δε
-Μάρκελλος, εν ώ ουδ' ανάγκη μεγάλη επέκειτο, ουδ' ο
-ενθουσιασμός υπήρχεν όστις εις τας δεινάς περιστάσεις πολλάκις
-παραφέρει τον λογισμόν, ριφθείς απερισκέπτως εις κίνδυνον,
-απέθανε θάνατον ουχί στρατηγού, αλλά προδρόμου ή κατασκόπου
-τινός, τας πέντε υπατείας του και τρεις θριάμβους, και λάφυρα,
-και τρόπαια από βασιλέων παραδούς εις τους Ίβηρας και τους
-Νομάδας, τους αποθνήσκοντας υπέρ των Καρχηδονίων· ώστε και
-αυτοί οι ίδιοι ωργίζοντο καθ' εαυτών διά το κατόρθωμα, ότι ανήρ
-Ρωμαίος, ο άριστος διά την αρετήν, ο κατά την δύναμιν μέγιστος,
-και κατά την δόξαν λαμπρότατος, απώλετο μεταξύ Φρεγελλάνων
-προδιερευνητών. Ταύτα όμως δεν πρέπει να εκληφθώσιν ως
-κατηγορίαι κατά των δύο εκείνων ανδρών, αλλ' ως αγανάκτησις και
-ειλικρινής έλεγχος υπέρ αυτών των ιδίων προς αυτούς και την
-ανδρείαν αυτών, εις ήν εθυσίασαν τας άλλας αυτών αρετάς, μη
-φεισθέντες του βίου και της ψυχής των, ως αν εχάνοντο δι'
-εαυτούς και ουχί διά τας πατρίδας των μάλλον, και διά τους
-φίλους και συμμάχους των. Μετά δε τον θάνατον, ο μεν Πελοπίδας
-ταφείς είχε τους συμμάχους υπέρ ών απέθανεν, ο δε Μάρκελλος
-τους εχθρούς υφ' ών απέθανε. Και ζηλωτόν μεν είναι εκείνο και
-μακάριον· καλήτερον δε και μεγαλήτερον υπέρ την φιλίαν την
-αποδίδουσαν χάριν δι' ευεργεσίας άς έλαβεν, είναι η έχθρα
-θαυμάζουσα την αρετήν ήτις την έβλαψε. Διότι εις ταύτην μεν την
-περίστασιν την τιμήν έχει μόνον αυτό το καλόν· εις εκείνην δε
-το ωφέλιμον και η χρεία αγαπάται υπέρ την αρετήν.
-
-
-
-ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Γ'. ΤΟΜΟΥ.
-
-
-
-1) Ευρυσάκης, υιός Αίαντος του Τελαμώνος, βασιλέως της
-Σαλαμίνος, ελατρεύετο ως ήρως εν Αθήναις, όπου είχε και ιερόν
-λεγόμενον Ευρυσάκειον.
-
-2) Αλκμαιωνίδαι, επίσημον και πλούσιον γένος εν Αθήναις, απ'
-Αλκμαίωνος καταγόμενοι, του τελευταίου ισοβίου άρχοντος.
-Απόγονος εκείνου και προπάτωρ του πατρός του Αλκιβιάδου ην ο
-Μεγακλής, όστις επέσυρεν εις εαυτόν το Κυλώνειον άγος, και περί
-ού ίδ. βίον Σόλωνος, § ΙΒ.
-
-3) Κατά του Ξέρξου. Ίδ. βίον Θεμιστοκλ. §Η.
-
-4) Υπό στρατηγόν τον Τολμίδην, εν Ολ. 83 β'.
-
-5) Ο μέγας Περικλής. Η δε συγγένεια ήτον αύτη· Δεινομάχη η
-μήτηρ του Αλκιβιάδου, ήτον πρώτη εξαδέλφη του Περικλέους, διότι
-ο πατήρ αυτής Μεγακλής ο Ιπποκράτους, Αλκμαιωνίδης, ήτον
-αδελφός της Αγαρίστης, μητρός του Περικλέους.
-
-6) Νικίας και Δημοσθένης, οι επί του Πελοποννησιακού πολέμου
-περίφημοι στρατηγοί, Λάμαχος, ο μετά του Νικίου εις Σικελίαν
-σταλείς στρατηγήσας. Φορμίων, και ούτος επί του Πελοποννησιακού
-πολέμου στρατηγήσας (Θουκ. Α. 65). Θρασύβουλος, ο ελευθερωτής
-των Αθηνών από των Τριάκοντα· Θηραμένης είς των Τριάκοντα.
-
-7) Ο ιδρυτής της κυνικής φιλοσοφίας, γράψας βίον Αλκιβιάδου.
-Κατ' άλλους Ρόδιος ιστορικός. Ίδ. Περικλ. § Α.
-
-8) Σφήκ. Στ. 44 επ.
-
-9) Τούτον ως επίορκον και χαμερπή κωμωδεί και αλλαχού ο
-Αριστοφάνης, εν Νεφ. 397.
-
-10) Είπε κ ό λ α κ ο ς διά την τραυλότητα αντί κ ό ρ α κ ο ς.
-
-11) Κωμικός ποιητής και αυτός, σύγχρονος του Αλκιβιάδου.
-
-12) Επίθετον υφ' ό ο Απόλλων ελατρεύετο αρχαιότατα εν Αθήναις
-ως Θεός των προπατόρων, διότι ο Απόλλων ήτον πατήρ του Ξούθου
-και πάππος του Ίωνος, γενάρχου των Ιώνων Αθηναίων.
-
-13) Η Αθηνά εφεύρε τους αυλούς. Αλλ' ότε αυλούσα είδεν εις τον
-καθρέπτην του ύδατος ότι τούτο διέστρεφε την μορφήν της, έρριψε
-τους αυλούς εις τον ποταμόν. Τούτους δε ευρών ο Σάτυρος
-Μαρσύας, τους ανέλαβε, και εκαυχάτο ότι αυλεί εντεχνότερον του
-Απόλλωνος. Αλλ' ο Θεός νικήσας αυτόν, τον εξέδειρε ζώντα.
-
-14) Ρήτωρ εκ Ραμνούντος, δήμου της Αττικής, γράψας κατ'
-Αλκιβιάδου.
-
-15) Ιδιώτης τις έχων κατάστημα εν ώ οι νέοι εγυμνάζοντο εις
-την πάλην.
-
-16) Άγνωστον πόθεν τούτο το χωρίον.
-
-17) Ψάλλων μετά των φίλων του, κάμνων π α τ ι ν ά δ α ν.
-
-18) Κατ' Αθήναιον τα χρυσά και αργυρά ποτήρια έφερεν εις την
-οικίαν ουχί εαυτού, αλλ' απόρου τινός πολίτου, όν εβοήθησε. δι'
-αυτών.
-
-19) Μέτοικος, ο εν Αθήναις εγκατεστημένος ξένος.
-
-20) Ο αργυρούς στατήρ ήτον τετράδραχμον· συνήθως όμως
-απεκάλουν ούτω τους χρυσούς, οίτινες δύο δραχμών σταθμόν
-άγοντες ήξιζον 20, ήτοι περίπου 96 του σημερινού νομίσματος.
-
-21) Τούτο εδύνατο ο Αλκιβιάδης, διότι η θέσις των μετοίκων
-ήτον πολύ κατωτέρα εν Αθήναις παρά η των πολιτών, και μέτοικος
-ουδ' εις το δικαστήριον εδύνατο να παρουσιασθή, ειμή δι' ενός
-Αθηναίου προστάτου.
-
-22) Τελώναι ήσαν οι ενοικιασταί των δημοσίων εισοδημάτων,
-άτινα πάλιν ουχί κατ' ευθείαν, αλλά δι' ενοικιάσεως
-εισεπράττοντο.
-
-23) 6000 των τότε δραχμών, περί τας 28800 των σημερινών.
-
-24) Κλεάνθης, ο μαθητής και διάδοχος του Ζήνωνος, περίφημος
-φιλόσοφος στωικός.
-
-25) Θουκ. ΣΤ. l3.
-
-26) Ποτίδαια, πόλις Θρακική, υποκειμένη εις των Αθηναίων την
-ηγεμονίαν και επαναστατήσασα. Η εκστρατεία αύτη εγένετο έν έτος
-προ του Πελοποννησιακού πολέμου.
-
-27) Το βραβείον της ανδρείας.
-
-28) Δήλιον, ναός του Δηλίου Απόλλωνος, παρά την Αυλίδα,
-απέναντι της Ευβοίας, κατά την θέσιν ήτις διετήρησε το αρχαίον
-όνομα, παραφθείρουσα αυτό εις Δήλισι. Εις την μάχην ηττήθησαν
-οι Αθηναίοι, στρατηγούμενοι υπό του Ιπποκράτους.
-
-29) Μετά 12 έτη, το όγδοον του Πελοποννησιακού πολέμου.
-
-30) Οι Καλλίαι και Ιππόνικοι, αρχαιοτάτη και ευπορωτάτη
-οικογένεια Δαδούχων.
-
-31) 60,000 δραχμών αρχαίων.
-
-32) Εν τω κειμένω («π ρ ο σ ή λ θ ε τ ω δ ή μ ω τ α
-χ ρ ή μ α τ α δ ι δ ο ύ ς») μένει επίσης αμφίβολον, ως εν τη
-μεταφράσει, αν εχάρισε ταύτα τω Αλκιβιάδη, ίν' απαλλαγή
-επιβουλής τινος κατ' αυτής της ζωής του, ως ενόησεν ο Γάλλος
-μεταφραστής Αμιόττος, ή αν εις τον δήμον, ως μετέφρασεν ο
-Γερμανός Έυθ, και ως πιθανώτερον.
-
-33) 7,000 δραχμών των τότε, 33,000 των σημερινών δραχμών.
-
-34) Η Ε π ί δ ο σ ι ς ήτον έκτακτος εκουσία συνεισφορά εις
-ήν εκαλούντο οι πολίται δι' εκτάκτους ανάγκας της πόλεως.
-
-35) Οι αρχαίοι έτρεφον όρτυγας, και έχαιρον εις τας μάχας
-αυτών, ως και των αλεκτρυόνων.
-
-36) Πλοίαρχος τριήρεως. Ο αυτός όστις ηττήθη μετά ταύτα εν
-Εφέσω υπό Λυσάνδρου. Ίδ. κατωτ. § ΛΕ.
-
-37) Δημοσθένης.
-
-38) Ο μαθητής και διάδοχος του Αριστοτέλους, φιλόσοφος και
-ιστορικός, Ίδ. Σολ. Δ.
-
-39) Θουκ. ΣΤ, 15.
-
-40) Διότι άλλοι επέβαινον των αρμάτων.
-
-41) Μέτρον ασυνάρτητον, εξ ωδής απολεσθείσης του Ευριπίδου.
-
-42) Ο Ισοκράτης ως συνήγορος. Ο λόγος ούτος σώζεται.
-
-43) Ερασίστρατος εκαλείτο και είς των Τριάκοντα. Ίσως εκείνου
-ήτον υιός ο Φαίαξ.
-
-44) Κωμικός ποιητής. Ίδ. Περικλ. Γ.
-
-45) Περιθοίδαι, δήμος της Οινηίδος φυλής, ού η θέσις άγνωστος.
-
-46) Θουκ. Η, 73.
-
-47) Δηλαδή ν' αποφασίση εξοστρακισμόν. Εψηφίζετο εν γένει ότι
-θέλει ενεργηθή εξοστρακισμός, και τότε έκαστος πολίτης έφερε
-γεγραμμένον επί οστράκου το όνομα εκείνου όν εθεώρει ως
-εξοριστέον, καθ' ό κεκτημένον δύναμιν επικίνδυνον εις την
-ελευθερίαν. Το όστρακον δε ήτον σύντριμμα κεράμου.
-
-48) Κωμικός ποιητής, άλλος του φιλοσόφου.
-
-49) Εν βίω Αριστείδου, Ζ.
-
-50) Ο πρόξενος διωρίζετο υπό τινος πόλεως εκ των πολιτών της
-ετέρας, όπως περιοιήται τα συμφέροντα της πρώτης, και τους εις
-την πατρίδα του επιδημούντας πολίτας αυτής· εθεωρείτο δε τούτο
-ως τιμή υπό των πόλεων αποδιδομένη.
-
-51) Όταν ο Κλέων εκυρίευσε την Σφακτηρίαν, την νήσον παρά την
-Πύλον.
-
-52) Φρούριον εν τοις μεθορίοις της Αττικής και Βοιωτίας,
-αποδοθέν τοις Αθηναίοις κατά τας συνθήκας.
-
-53) Τους ξένους πρέσβεις εδέχετο η Βουλή ως σώμα
-προβουλευτικόν, και παρουσίαζεν εις τον δήμον.
-
-54) Μαντινείς, οι κάτοικοι της Μαντινείας, πόλεως αρκαδικής,
-Πλείοι, οι της Ηλίδος εις την δυτικήν παραλίαν της
-Πελοποννήσου.
-
-55) Τάγμα προνομοιούχων οπλιτών εν Άργει, περί ού ίδ. Θουκυδ.
-Ε, 81. — Διόδ. Σικ. ΙΒ, 79 — Παυσ. Β, 1.
-
-56) Άγραυλος, θυγάτηρ του Κέκροπος, κρημνισθείσα οικειοθελώς
-εκ των βράχων της Ακροπόλεως, ότε ο χρησμός προς κατάπαυσιν
-μακρού πολέμου απήτησε τοιαύτην ανθρωποκτονίαν. Διά τούτο
-ιδρύθη αυτή ιερόν, εις ό ώμνυον οι έφηβοι. Αλλά τον όρκον αυτόν
-αλλαχόθεν δεν γνωρίζομεν.
-
-57) Αριστοφ. Βάτραχ 1425. Και το κατωτέρω αυτόθεν 1431.
-
-58) Θέλων ο Αλκιβιάδης να ζωγραφήση την οικίαν του διά του
-επισήμου ζωγράφου Αγαθάρχου, όστις ηρνείτο, τον προσεκάλεσεν
-εις την οικίαν του, και δι' απάτης εγκλείσας αυτόν, δεν τον
-αφήκε να εξέλθη πριν τοιχογραφήση τον οίκον.
-
-59) Ταυρέας, είχε παλαίστραν, εις ήν εφοίτα και ο Σωκράτης.
-Πλατ. Χαρίδ. Σ, 153.
-
-60) Εις τας θεατρικάς παραστάσεις οι εύποροι πολίται εδαπάνων
-υπέρ του καταρτισμού των χορών, και ημείβετο εκείνος ου ο χορός
-ενίκα. Ίδ. Β. Θεμιστ. § Ε. Ο Ταυρέας αντηγωνίζετο προς τον
-Αλκιβιάδην.
-
-61) Αριστοφών, επίσημος ζωγράφος. Παρέστησε δ' εν
-προσωποποιήσει γυναικός περιποιουμένης τον Αλκιβιάδην την
-πανήγυριν των Νεμέων, εις ά φαίνεται ότι παις ενίκησεν ο
-Αλκιβιάδης.
-
-62) Ποιητής Σικελός, τότε εν Αθήναις επιδημών. Αλλαχού δε τ'
-αυτά λέγει ο Πλούταρχος ότι είπεν ο Ετεοκλής περί Λυσάνδρου Β.
-Λυσάνδρ. § ΙΘ.
-
-63) Την βόρειον Αφρικήν.
-
-64) Ο Μέτων ήτον επίσημος αστρονόμος, καν ταύτην την σημασίαν
-έχει ενταύθα το «αστρολόγος.» Δεν εγίνετο δε τότε η δέουσα
-διάκρισις μεταξύ της αληθούς επιστήμης και της αγυρτικής
-καταχρήσεως αυτής.
-
-65) Ο Σωκράτης έλεγε, και οι σύγχρονοι επίστευον ότι δαιμόνιόν
-τι, ίσως ενόει εκείνος τον ορθόν λόγον του, ήρχετο προς αυτόν
-εις σπουδαίας περιστάσεις, και τω έλεγε τι πρέπει να πράττη,
-και έτι μάλλον τι πρέπει ν' αποφεύγη.
-
-66) Άλλως άγνωστος.
-
-67) Άδωνις, ο εραστής της Αφροδίτης, φονευθείς εις κυνήγιον
-υπό κάπρου. Η εορτή αυτού ην διήμερος, και η μεν πρώτη ημέρα ην
-πένθους και θρήνου, η δε δευτέρα ευθυμίας, διότι η Περσεφόνη
-επέτρεψεν, αναστηθείς ο Άδωνις, να διατρίβη το ήμισυ του έτους
-παρά τη Αφροδίτη.
-
-68) Οι Ερμείς, τετράγωνοι στήλαι έχουσαι κεφαλήν Θεού τινος,
-συνηθέστερον Ερμού πωγωνοφόρου, μεταγενέστερον δε και ανθρώπων,
-ιδρύοντο συνήθως κατά τας οδούς, ως οδοδείκται μάλιστα.
-
-69) Ίδ. Θουκυδ. Η, 65.
-
-70) Ίδ. ανωτ. § Ε.
-
-71) Περί της οικίας του Πολυτίωνος τούτου, μεταξύ της
-πειραϊκής πύλης και του έσω Κεραμεικού, παρά την μικράν
-εκκλησίαν των Αγίων Ασωμάτων. Ίδ. Παυσ. Λ. 2.
-
-72) Εισαγγελία ήτον η ουχί τυρός άρχοντα τινα ή προς
-δικαστήριον, αλλ' αμέσως προς τον δήμον καταγγελία. Αν ο δήμος
-την εδέχετο, ώφειλε να παραπέμψη τον κατηγορούμενον εις το
-δικαστήριον. Εις εκτάκτους όμως περιστάσεις εδίκαζεν αυτός ο
-δήμος.
-
-73) Τας Ελευσινιακάς Θεάς, Δήμητραν και Κόρην, προς άς
-ετελούντο τα μυστήρια.
-
-74) Πληρεξούσιος.
-
-75) Οι δικασταί εν Αθήναις ήσαν 6,000 κατ' έτος κληρούμενοι,
-και διαιρούμενοι, εις δικαστήρια εκ 500, πλειόνων ή ολιγωτέρων
-κατά τας υποθέσεις. Δι' εκάστην δ' υπόθεσιν απεφασίζετο διά
-κλήρου ποίον των δικαστηρίων τούτων θέλει την κρίνει υπό την
-προεδρείαν του ανήκοντος άρχοντος.
-
-76) Εις τας δίκας προσδιωρίζετο δι' υδραυλικού ωρολογίου
-(κλεψύδρας) η έκτασις της αγορεύσεως εκάστου ρήτορος. Τούτο ην
-το «προς ύδωρ μετρείν».
-
-77) Ποιητής της αρχαίας κωμωδίας σύγχρονος του Αριστοφάνους.
-
-78) Ούτως ωνομάσθησαν oι ακρωτηριάσαντες τους Ερμείς.
-
-79) Όταν σελήνη δεν φαίνεται.
-
-80) Ίδ. Θεμιστ. ΛΒ.
-
-81) Αρχαίος ιστορικός. Ίδ. Θησ. ΙΖ.
-
-82) Σαλαμινία και Πάραλος, δύο δημόσιοι τριήρεις, άς έπεμπον
-εις υπηρεσίας, και ιδίως την πρώτην διά να φέρη υποδίκους. Ίδ.
-Περικλ. Ζ.
-
-83) Πόλις της κάτω Ιταλίας, αποικισθείσα υπό των Αθηναίων 12
-έτη προ του Πελοποννησιακού πολέμου. Ίδ. Νικ. Ζ.
-
-84) Λακιάδαι, και Σκαμβωνίδαι, δήμοι της Αττικής, ο μεν της
-Οινηίδος φυλής, εκείτο, ως φαίνεται, περί τον Βοτανικόν κήπον,
-ο δε της Λεοντίδος, ην προάστειον της πόλεως, ίσως άνω του
-Κεραμεικού. Φηγαίου δε δήμος της Πανδικίδος, και άλλος της
-Αιαντίδος. Ο είς παρά τω Μαραθώνι.
-
-85) Τα μυστήρια της Ελευσίνος περιείχον δύο βαθμούς μυήσεως.
-Οι το πρώτον μυούμενοι εκαλούντο μ ύ σ τ α ι, οι δ' εκ
-δευτέρου μετά έν έτος, ε π ό π τ α ι. Ο μυούμενος έμενε
-κατ' αρχάς βεβυθισμένος εις φοβερά σκότη, αφ' ών μετά ταύτα
-έβλεπε φως καθαρόν περιλάμπον το άγαλμα της Θεάς.
-
-86) Ευμολπίδαι, ιερατική τάξις και γένος εν Ελευσίνι,
-καταγόμενον απ' Ευμόλπου, αρχαιοτάτου βασιλέως. Και οι κήρυκες
-ήσαν επίσης τάξις ιερατική.
-
-87) Σώζεται κατ' Ανδοκίδου κατηγορία υπό Λυσίου, ότι άτιμος
-γενόμενος ο Ανδοκίδης διά των Ερμών την κατηγορίαν, δεν απέσχε
-των ιερών. Κατ' αυτήν (δ'. 6, έκδ. Δουκ.), ιερείς και ιέρειαι
-όρθιοι, το εσπέρας, και τας φοινικίδας των σείοντες, επρόφερον
-την αράν.
-
-88) Αγρυλή, δήμος της Ερεχθηίδος φυλής παρά το στάδιον. Το
-κείμενον φέρει Αγραυλήθεν, εσφαλμένως αντί Αγρυλήθεν, διότι
-Αγραυλή δήμος δεν υπήρχεν, Αγραύλιον δ' ήτον μόνον το σπήλαιον
-το κατά την βόρειον κλιτύν της Ακροπόλεως.
-
-89) Δήμος της Ιπποθοοντίδος φυλής, βορείως των Αθηνών επί της
-οδού του Μαραθώνος, εις χωρίον Ταττόι. Η τειχισθείσα άκρα
-λέγεται Κατσιμίδι.
-
-90) Ούτως οι νέοι Σπαρτιάται. Ίδ. Λυκούργ. § ΙΣΤ.
-
-91) Μυρεψός είναι ο κατασκευάζων τα μύρα, ών πολλήν εποιούντο
-χρήσιν οι Έλληνες, αλειφόμενοι ου μόνον την κόμην, αλλά το όλον
-σώμα.
-
-92) Εν γένει εις την Ιωνίαν, μάλιστα δ' εις την Μίλητον πρέπον
-εις την υφαντικήν των πολυτελών ενδυμάτων.
-
-93) Έμμετρός τις παροιμία, ής μνημονεύει και αλλαχού ο
-Πλούταρχος (Πώς αν τις διακρ. § Ε.)
-
-94) Ευριπίδης, εν Ορέστη, (στοιχ. 129) περί Ελένης.
-
-95) Γνωστοτάτη και περίφημος η εν Σικελία φοβερά ήττα των
-Αθηναίων. Ίδ. Θουκ.
-
-96) Υπέκειντο εις την ηγεμονίαν των Αθηναίων, ως σύμμαχοι,
-φόρου υποτελείς.
-
-97) Δειράς, δήμος της Λεοντίδος φυλής. Πιθανώς εις το χωρίον
-Κερατιά, εις ού την εκκλησίαν και επιγραφή σώζεται περιέχουσα
-το δημοτικόν Δ ε ι ρ α δ ι ώ τ η ς, ού παραφθορά
-προφανεστάτη είναι το Κ ε ρ α τ ι ώ τ η ς.
-
-98) Περίπολοι ήσαν οι από 18 μέχρι 20 ετών νέοι. Ούτοι
-εξήρχοντο εις υπερορίους εκστρατείας.
-
-99) Διά των περί τον Πείσανδρον κατελύθη η δημοκρατία, και τα
-πράγματα ανετέθησαν εις πεντακισχιλίους των ευπορωτέρων και
-επισημοτέρων πολιτών· εν ονόματι όμως αυτών ήρχον τετρακόσιοι
-μόνον, και ούτοι είχον εις χείρας των πάσαν την εξουσίαν.
-
-100) Στειρία, δήμος της Πανδιονίδος φυλής, κατά την ανατολικήν
-παραλίαν της Αττικής, διατηρών το αυτό, όνομα σήμερον, καί τινα
-ερείπια. Ούτος ην ο περίφημος Θρασύβουλος, ο ελευθερώσας έπειτα
-τας Αθήνας από των τριάκοντα.
-
-101) Πόλις επίσημος της Παμφυλίας, εις τα νότια της Μικράς
-Ασίας, επί του Ευρυμέδοντος ποταμού.
-
-102) Η Κνίδος ελληνική πόλις της Καριάς, η Κως, νήσος
-απέναντι, της Καρίας.
-
-103) Πόλις εις τον Ελλήσποντον.
-
-104) Πρωτεύουσα της Λυδίας.
-
-105) Ήτον τότε εις Καρδίαν, πόλιν της Θρακικής χερσονήσου.
-
-106) Η Κύζικος, υπεράνω του Ελλησπόντου εις την Ασιατικήν
-παραλίαν της Προποντίδος. Η Προκόνησος, νήσος εμπρός της
-Κυζίκου.
-
-107) Εις άλλας εκδόσεις διωρθώθη ν ε ώ ν αντί ν ε κ ρ ώ ν,
-αλλά κακώς, διότι επιφέρεται τας ν α υ ς π ά σ α ς
-έ λ α β ο ν. Το να κυριεύωσι τους νεκρούς των εχθρών, ήτον παρά
-τοις αρχαίοις η μεγίστη της νίκης απόδειξις.
-
-108) Έ ρ ρ ε ι τ α κ α λ ά· Μ ίν δ α ρ ο ς α π ε σ σ ο ύ α·
-π ε ιν ώ ν τ ι τ ώ ν δ ρ ε ς· α π ο ρ έ ο μ ε ς τ ι χ ρ η
-δ ρ α ν.
-
-109) Θρασύλλος, στρατηγός, ο πατήρ του Κριτίου, ενός των λ'.
-τυράννων.
-
-110) Χαλκηδών, πόλις άντικρυ του Βυζαντίου.
-
-111) Βιθυνία, η ανατολικωτέρα ασιατική επαρχία της Προποντίδος
-κατά τον κόλπον της Κίου, και το αρχαίον της επαρχίας όνομα εν
-παραφθορά διατηρήσασα εις τα Β ο υ θ α ν ι ά.
-
-112) Η Χαλκηδών ήτον επί ακρωτηρίου. Την απεμόνου, τειχίζων
-τον ισθμόν. Αύτη ήτον μία των πολιορκητικών μεθόδων των
-αρχαίων, να περιτειχίζωσι τους πολιορκουμένους.
-
-113) Επί της Θρακικής παραλίας, εις την Προποντίδα.
-
-114) Στρατιώται φέροντες πέλτας, μικράς στρογγύλας ασπίδας.
-
-115) Οι Βυζάντιοι, ήσαν άποικοι των Μεγαρέων.
-
-116) Ιστορικός. Ίδ. Περικλ. ΚΗ.
-
-117) Νικητής εις τους αγώνας των Πυθίων. Εις τ' αρχαία πλοία
-εκωπηλάτουν συνήθως προς άσμα και προς πρόσταγμά τι κατά ρυθμόν
-επαναλαμβανόμενον υπό του λεγομένου κελευστού.
-
-118) Θεόπομπος, ιστορικός. Ίδ. Λυκ. Λ.
-
-119) Ο μετά ταύτα είς, ο επισημότερος των τριάκοντα τυράννων,
-ήτον και ποιητής.
-
-120) Ιερείς των Ελευσινίων.
-
-121) Τ' αρχαία αγάλματα επλύνοντο πολλάκις, μάλιστα δε τα
-ξύλινα και χρυσελεφάντινα, διότι τούτο ήτον αναπόφευκτον διά
-την διατήρησίν των. Τα Πλυντήρια ήσαν η εορτή καθ' ήν εγίνετο η
-περιποίησις αύτη του αγάλματος.
-
-122) Ούτως ελέγοντο οι ιερείς οι επιτετραμμένοι την
-περιποίησιν του αγάλματος.
-
-123) Απριλίου — Μαΐου.
-
-124) Ή το χρυσελεφάντηνον του Φειδίου εν τω Παρθενώνι, ή
-πιθανώτερον το αρχαίον ξόανον, το καθήμενον (το κυρίως
-έ δ ο ς λεγόμενον) εν τω ναώ της Πολιάδος.
-
-125) Τα τελούμενα εις την Ελευσίνα διά πομπής εξ Αθηνών.
-
-126) Τατόι. Ίδ. § ΚΓ.
-
-127) Αύτη η πομπή ούτως ελέγετο, διότι επ' αυτής εψάλλοντο
-ύμνοι διονυσιακοί εις τον Ίακχον.
-
-128) Ο κατ' Αθηνών εκστρατεύων βασιλεύς της Σπάρτης, ο
-προσωπικός εχθρός του Αλκιβιάδου.
-
-129) Τους τελούντας και τους φέροντας τα μυστήρια.
-
-130) Έξ οβολοί απετέλουν μίαν δραχμήν, ήτις είχε σχεδόν
-τριπλασίαν αξίαν της σημερινής.
-
-131) Ίδ. ανωτ. § I.
-
-132) Ουχί ο ελευθερωτής των Αθηνών, όστις ήτον υιός του Λύκου.
-
-133) Θρακική πόλις επί της Προποντίδος, αποικία της Σάμου.
-
-134) Των θρακικών δηλαδή φυλών, αίτινες ήσαν ανεξάρτητοι και
-αυτόνομοι.
-
-135) Αιγός ποταμοί, μικρός ποταμός και πολύχνιον παρά την
-Σηστόν επί του Ελλησπόντου.
-
-136) Σκυτάλη, ούτως εκαλούντο αι επίσημοι διαταγαί, διότι
-εγράφοντο επί χάρτου ειλιγμένου περί ράβδον, ήν διετήρουν οι
-έφοροι, και ής ομοίαν ελάμβανον και οι εκστρατεύοντες
-στρατηγοί. Μόνον ο έχων αυτήν ηδύνατο ν' αναγνώση την διαταγήν,
-ελίσσων αυτήν περί την ιδίαν σκυτάλην.
-
-137) Ίδ. βίον Νικίου.
-
-138) Ίδ. Νουμ. Κ. Α. Η θυγάτηρ του Νουμά ήτον η Πομπιλία,
-νυμφευθείσα Μάρκιον, τον υιόν του Μαρκίου, του προτρέψαντος τον
-Νουμάν να δεχθή τον θρόνον.
-
-139) Το υδραγωγείον τούτο, Μάρκιον καλούμενον (Aqua Marcia),
-συνετέλεσεν ο Δήμαρχος Lucius Marcius Titius Rex.
-
-140) Γάιος Μάρκιος Ρουτίλιος, το όλον όνομα.
-
-141) Censor, Τιμητής το δεύτερον εν έτει 489 α. κ. Ρ'., 85
-π.X.
-
-142) Virtus εκ του vir, ανήρ.
-
-143) Κατά τα 499 π. Χ. Το αυτό έτος απέθανεν ο Ταρκύνιος.
-
-144) Δικτάτωρ των Ρωμαίων ήτον τότε ο Αυλός Ποστούμιος Άλβος.
-
-145) Ίδε τον χρησμόν εν Προδ. Α., 66. «Πολλοί εν Αρκαδίη
-βαλανηφάγοι άνδρες έασιν». Οι Αρκάδες περιγράφονται ως
-ημιάγριοι, εις τα όρη και τα δάση διαιτώμενοι εκ των
-αρχαιοτάτων χρόνων. Είχον δ' αρχαιότατα πέμψει αποικίας εις
-Ιταλίαν.
-
-146) Ως ήμερον θεωρούμενον διότι φέρει τα γλυκά βαλανίδια, τα
-χρησιμεύοντα εις τροφήν των ζώων, και αυτών των ανθρώπων.
-
-147) Υδρόμελι, δριμύ γινόμενον διά ζωμού βαλάνων. Ίδ. Πλούτ.
-Συμπόσ. Δ, 5, και Ησυχ. 7. Δ ι ά β α λ ον, ήν ο Κοραής
-ευφυώς διορθοί εις Δ ι ά β ά λ αν ο ν.
-
-148) Ο ιξός κατεσκευάζετο τότε, φαίνεται, εξ επί τινος της
-δρυός.
-
-149) Την 13 Ιουλίου.
-
-150) Κατά Διον. Αλικ. και Τ. Λίβιον, ωνομάζετο Βετουρία, και
-Ουολουμνία ελέγετο η γυνή του.
-
-151) Αδελφός του Πουβλ. Βαλερίου Πουπλικώλα, γέρων σεβάσμιος
-όστις όταν η Βουλή παρεσπόνδισεν, εγκατέλιπε το βουλευτήριον,
-κηρυττόμενος δημοσίως εναντίον της απάτης ταύτης.
-
-152) Τον στρατιωτικόν χιτώνα.
-
-153) Κατ' αλλάς γραφάς Μ α ρ κ ί ο υ αντί Λ α ρ κ ί ο υ
-
-154) Σωτήρ, ο Πτολεμαίος Α, 323 π. Χ. — Καλλίνικος, ο Σέλευκος
-Β, 247 — Φύσκοων, ο Πτολεμαίος II, 145, διότι ήτον προγάστωρ
-και πεφυσημένος το σώμα. — Γρυπός ο Αντίοχος εν Συρία, 125. —
-Ευεργέτης, ο Πτολεμ. Γ, 246. — Φιλάδελφος, ο Πτολεμ. Β', 284. —
-Ευδαίμων, ο Βάττος δεύτερος, ηγεμών της Κυρήνης. — Δώσων, ως
-μέλλων πάντοτε να δώση, αλλά μη δίδων. — Αντίγονος Β'. εκ
-Μακεδονίας, 233. — Λάθυρος, ως έχων όγκον ή ακροχορδόνα ως
-λαθούριον εις το πρόσωπον, ο Πτολεμ. Θ'.
-
-155) Ίσως Δ ι α δ η μ ά τ ο ν, κατά την συνήθη λατινικήν
-κατάληξιν, ως τα πωγωνάτος, βαρβάτος, κτλ.
-
-156) Coler, ταχύς.
-
-157) Procul, μακράν.
-
-158) Υστερογεννής Post, ύστερον.
-
-159) Vopiscus = αγνώστου ή αμφιβόλου παραγωγής.
-
-160) Sulla, Sylla Sula. ίσως ωχρός εκ του Sil, της ώχρας, ή
-σιμός, εκ του Silus. — Νίγρος, μέλας. — Ρούφος, πυρρός, —
-Καίκος, τυφλός. — Κλώδιος, χωλός.
-
-161) Ουελίτραι, ήδη Βελέτρι, πόλις των Ουολόσκων.
-
-162) Της πανώλους.
-
-163) Τον στρατολογικόν.
-
-164) Δηλαδή τους εκ του λαού όσοι ήσαν υπό την προστασίαν του,
-καλλιεργούντες τα κτήματά του.
-
-165) Το επόμενον έτος 263 α. κ. Ρ'.
-
-166) Το ιμάτιον ήτον το επί του χιτώνος ένδυμα.
-
-167) Ο κατήγορος του Σωκράτους.
-
-168) Οι δήμαρχοι είχον το δικαίωμα, παρά την θύραν καθήμενοι
-της Βουλής ν' ακούωσι τας συζητήσεις.
-
-169) Aediles, κατ' αρχάς βοηθοί των δημάρχων, έχοντες την
-αστυνομίαν των οικοδομών, των οδών, του σίτου κτλ.
-
-170) Την Ταρπηίαν πέτραν υπό το Καπιτώλιον.
-
-171) Nundinæ, εκ του Nono die, εννάτη ημέρα.
-
-172) Οι Αντιάται είχον συλλάβει τα παρά του Γέλωνος πεμπόμενα
-τοις Ρωμαίοις σιτοφόρα πλοία, και αιχμαλωτίσει τους ναύτας. Οι
-Ρωμαίοι έπεμψαν προς αυτούς πρεσβείαν επί ματαίω, και τότε
-εξεστράτευσαν και επέτυχον του ποθουμένου.
-
-173) Ιδίως ο Μάνιος, Ουαλέριoς.
-
-174) Λόχος Centuria. Φυλή Tribus. Λόχοι υπήρχον 193, και εις
-αυτούς ην διηρρημένον το πλήθος κατά περιουσίας, ώστε αι
-πλουσιώτεραι τάξεις εξήσκουν εν αυτοίς πάσαν επιρροήν. Φυλαί δ'
-ήσαν τότε 21, και έπειτα ηυξήθησαν εις 38. Εν αυταίς ήσαν
-κατατεταγμένοι πάντες αναμίξ, πλούσιοι και πτωχοί, ώστε οι
-τελευταίοι, ως πολυπληθέστεροι, ήσαν και επικρατέστεροι.
-
-175) Ο Δήμαρχος Δέκιος διισχυρίσθη ότι διά των στρατιωτών
-τούτων ήθελε να υποτάξη την Ρώμην.
-
-176) Υπέρ αυτού εκηρύχθησαν 9 φυλαί, και 12 κατ' αυτού.
-
-177) Αφίδιος, κατ' άλλας ορθοτέρας γραφάς. Άττιος παρά Λιβίω
-και Δ. Αλικαρνασσεί.
-
-178) Ο ειπών είναι ο Ηράκλειτος, ως αναφέρει και Αριστοτ.
-(Πολιτ. Ε, 1') και αυτός ο Πλούταρχος αλλαχού (Π. Λοργ. § 9.
-Ερωτ. § 11.). Το χωρίον είναι πεζόν.
-
-179) Οδύσσ. Δ, 246.
-
-180) Η Εστία ήτον άσυλον. Εις αυτήν εκάθησεν ως ικέτης.
-
-181) Η πομπή αύτη ήτον η των ludi magni circenses, των
-αγομένων προς τιμήν του Καπιτωλίου Διός.
-
-182) Furcifer, Δικρανοφόρος, κύλων.
-
-183) Hoc age. Ίδ. Νουμ. ΙΔ.
-
-184) Thensæ (του ν προ του σ μεταβληθέντος εις σ κατά τον
-ελληνικόν κανόνα) ήσαν αργυραί ή ελεφάντιναι άμαξαι, φέρουσαι
-των θεών αγάλματα.
-
-185) Αυτεξούσιος.
-
-186) Αποικία από Ταρκυνίου Σουπέρβου, κληθείσα κατά την
-ομηρικήν Κίρκην, ήτις υπετίθετο ότι ενταύθα κατώκει.
-
-187) Σχεδόν 5 ώρας.
-
-188) «Ά ρ α σ α τ η ν α φ' ι ε ρ ά ς α φ ή κ ε ν.» Ως
-και ο Κοραής παρατηρεί, συγχέει ενταύθα δύω παροιμίας ο
-Πλούταρχος· διότι, έλεγον «ιεράν» μίαν των αγκύρων ήν έρριπτον
-τελευταίαν, και οπότε πάσα άλλη ελπίς εξέλειπεν. Έλεγον δε
-πάλιν «κ ι ν ε ί ν τ η ν α φ' ι ε ρ ά ς», υπονούντες γ
-ρ α μ μ ή ς, επί των παιζόντων πεττούς. Ήτον δ' η ι ε ρ ά
-η μέση του πεττείου γραμμή, αφ' ής τον έσχατον πεττόν εκίνει ο
-ηττώμενος, δι' ό και η παροιμία ελέγετο επί των εν κινδύνοις
-εις τα έσχατα προσφευγόντων.
-
-189) Ομήρ. Οδύσσ. Φ. 1, όπου φέρεται «Τη δ' αρ» αντί «Τω δ'
-αρ»
-
-190) Ομ. Οδ. Σ, 178, όπου όμως άλλως ο στίχος φέρεται, και
-είτε εκ λήθης, είτε εξ άλλου αντιγράφου έγραψεν ούτως ο
-Πλούταρχος.
-
-191) Ομ. Οδύσσ. 1, 339.
-
-192) Αυτ. 299.
-
-193) Ομ. Ιλιάδ. Α, 188
-
-194) Ομ. Ζ. 162.
-
-195) Ουολουμνίαν λέγει, την γυναίκα του Κοριολάνου Διονύσιος ο
-Αλικαρνασσεύς, την μητέρα αυτού καλών Ουατουρίαν. Ίδ. και §Δ.
-
-196) Ίδ. Βίον Ρωμύλου, § ΙΘ.
-
-197) Ανηγέρθη ο ναός της Γυναικείας Τύχης επί της λ α τ ι ν ι κ ή ς
-ο δ ο ύ (via latina), τετρακισχίλια βήματα μακράν
-της πόλεως, εις αυτήν εκείνην την θέσιν εφ' ής ο Κοριολάνος
-επραΰνθη υπό της μητρός του. Αύτη δε υπήρξεν η πρώτη του ναού
-ιέρεια.
-
-198) Το χωρίον ενταύθα φαίνεται βεβλαμμένον, και η έννοια
-βεβιασμένη.
-
-199) Φιλόσοφος. Ίδ. Ρωμύλ. ΚΗ.
-
-200) Βίος Νουμά, § ΙΒ. Κατ' άλλους επένθησαν τον Μάριον όλοι
-οι Ρωμαίοι· και πάλιν κατ' άλλας ειδήσεις εγκατεβίωσεν αυτός
-μέχρις εσχάτου γήρως παρά τοις Ουολούσκοις.
-
-201) Τούτο, εν ώ εξεστράτευον κατά των Ρωμαίων, δι' ό και υπ'
-αυτών κατεστράφησαν.
-
-202) Θουκ. Bιβλ. Ε.
-
-203) Ο Αλικαρνασεύς, Βιβλ. II, 1.
-
-204) Άγνωστος συγγραφεύς· ίσως ο Συρακούσιος. Τινές υπέλαβον
-γραπτέον ο Ίων, εννοούντες τον Χίον ιστοριογράφον. Ίδ. Β. Θησ.
-§ Κ.
-
-205) Εκ Ταρσού, στωικός φιλόσοφος, ζήσας εν Αθήναις επί
-Καίσαρος, και πολλά περί φιλοσοφίας συγγράψας, εξ ών ουδέν
-διεσώθη.
-
-206) Ίδ. Βίον Κοριολ. § ΙΕ.
-
-207) Διονύσιος ο νεώτερος. Τούτον έρριψεν εν έτει 357 π. Χ.
-Δίων, ο γυναικάδελφος του πατρός του Διονυσίου του προσβυτέρου,
-τον δε Δίωνα ο Αθηναίος Κάλλιππος, δολοφονηθείς και αυτός, μετά
-έν έτος. Επανήλθε δ' ο νεώτερος Διονύσιος εν έτει 346 π. Χ. εκ
-Λοκρών των εν Σικελία, παρ' οίς είχε καταφύγει, και επιπεσών
-εις τας Συρακούσας, τας εκυρίευσε.
-
-208) Πιθανώς υιόν του πρεσβυτέρου Διονυσίου, και Αριστομάχης
-της αδελφής του Δίωνος.
-
-209) Οι Συρακούσιοι ήσαν άποικοι των Κορινθίων από του έτους
-732 π. Χ.
-
-210) Κλεωμεναί, πόλις μεταξύ Άργους και Κορίνθου
-
-211) Θεόπομπος, ιστορικός. Ίδ. Λυκούργον Λ.
-
-212) Έφορος, ομοίως. Ίδ. Θεμιστ. § ΚΖ. Τίμαιος, ομοίως, ίδε
-Λυκούργον § Α.
-
-213) Κατά Διόδωρον τον εθανάτωσεν αυτός ο Τιμολέων εν τη αγορά
-και ολίγον μετά τούτο εξελέγη στρατηγός.
-
-214) Λεωσθένης, στρατηγός των Αθηναίων εις τον Λαμιακόν
-πόλεμον, επιτυχών μεν κατ' αρχάς κατ' Αντιπάτρου, είτα δε κατά
-κράτος ηττηθείς και φονευθείς εις της Λαμίας την πολιορκίαν.
-
-215) Εκ των Λοκρών των εν Σικελία.
-
-216) Της Περσεφόνης.
-
-217) Της Δήμητρος και της Περσεφόνης.
-
-218) Τον Απόλλωνα.
-
-219) Το μέρος εις ό εχρησμοδότει η Πυθία ήτον χάσμα, εις ό
-κατέβαινον, ως φαίνεται εκ του χωρίου τούτου.
-
-220) Κατά το Μεταπόντιον.
-
-221) Υπό του Πλούτωνος, όστις την ενυμφεύθη.
-
-222) Ούτως ελέγετο δώρον την τρίτην ημέραν του γάμου υπό του
-νυμφίου διδόμενον εις την νύμφην, αφ' ού αυτή εφαίνετο εμπρός
-του αποβαλούσα της κεφαλής το κάλυμμα.
-
-223) Νάσος ή Ορτυγία, μία των πρωτίστων συνοικιών των
-Συρρακουσών.
-
-224) Εν Καλαβρία, εις το στενόν της Μεσσήνης.
-
-225) Πόλις μεταξύ Μεσσήνης και Κατάνης, οικισθείσα, κατά
-Διόδωρον, υπ' αυτού τον Ανδρομάχου. Διατηρεί το αρχαίον όνομα.
-
-226) Ίδ. βίον Λυκούργ. § Α.
-
-227) Η Φοινικική πίστις, Punica fides, ήτον παροιμιακή, επί
-κακού, παρά τοις αρχαίοις.
-
-228) Ο μεν Κάλλιππος είναι του Δίωνος ο φονεύς, ο δε Φάραξ
-αλλαχόθεν άγνωστος. Ίδ, βίον Δίωνος, περί το τέλος.
-
-229) Άδρανος, πόλις εις τους πρόποδας της Αίτνης, υπό
-Διονυσίου του πρεσβυτέρου κτισθείσα.
-
-230) Ώρας 17.
-
-231) Ταγματάρχαι.
-
-232) Μίαν και ημίσειαν ώραν.
-
-233) Του Αδράνου, όστις φαίνεται ότι ήτον πολεμικός Θεός, ο
-επιχώριος Άρης.
-
-234) Μάρκος, κατά τον Διόδωρον. Φαίνεται δ' ότι είναι το αυτό
-όνομα.
-
-235) Εν έτει 313 π. Χ.
-
-236) Την αποτρόπαιον ταύτην εκδίκησιν ενήργησαν οι Λοκροί,
-παρ' οίς επί πολύ είχε διατρίψει ο Διονύσιος. Κατ' Αιλιανόν δ'
-εβασάνισαν τας θυγατέρας αυτού, διά βελονών τρυπώντες αυτάς υπό
-τους όνυχας μέχρις ού απέθανον, και τα οστά αυτών εις κόνιν
-συνέτριψαν εν ιγδίω, και τας σάρκας αυτών διαλύσαντες
-κατέφαγον!
-
-237) Μαθητής του Αριστοτέλους, συγγράψας περί μουσικής.
-
-238) Διά να δείξη ότι δεν έχει όπλα.
-
-239) Εν Κορίνθω βεβαίως, όταν έγινεν εκεί η γενική των Ελλήνων
-συνέλευσις, η αναγορεύσασα τον Φίλιππον στρατηγόν.
-
-240) Ο κυνικός.
-
-241) Ο Φίλιστος, στρατηγός και συγγραφεύς Συρακούσιος επί των
-δύο Διονυσίων. Ο δε Λεπτίνης άγνωστος. Ίσως αδελφός Διονυσίου
-του πρεσβυτέρου.
-
-242) Αλαβάστρινα μυροφόρα αγγεία.
-
-243) Θούριοι, πόλις ιταλική, εις τον κόλπον της Τάραντος. Η
-αρχαία Σύβαρις.
-
-244) Βρέττιοι, πόλις ιταλική της Καλαβρίας, μη εξελληνισθείσα.
-
-245) Πόλις μεταξύ Κατάνης και Συρακουσών.
-
-246) Χιλίων δραχμών, αίτινες αντιστοιχούσι προς τετρακισχιλίας
-των σημερινών. Αντί των στεφάνων κατά την εποχήν εκείνην έδιδον
-αυτάς τας ποσότητας.
-
-247) Ίδε ΙΣΤ, 2.
-
-248) Η Μεσσήνη επί της Σικελίας, κείται κατάντικρυ του Ρηγίου,
-κειμένου εις τον πορθμόν επί της ιταλικής ακτής.
-
-249) Τους Κορινθίους, διότι άποικοι αυτών ήσαν οι Συρακούσιοι.
-
-250) Επιπολαί, άκρα τραχεία και σχεδόν απρόσβατος προς βοράν
-των Συρακουσών, οχυρωθείσα επί Διονυσίου του πρεσβυτέρου, και
-συνδεθείσα μετά της πόλεως.
-
-251) Σικελός ιστοριογράφος, εξακολουθήσας του Φιλίστου την
-ιστορίαν.
-
-252) 6,000,000 των τότε 24,000,000 των νυν δραχμών.
-
-253) Ιμέρα, πόλις Σικελική, επί ποταμού ομωνύμου. Η δε νίκη
-εγένετο κατά το αυτό έτος της εν Θερμοπύλαις και Σαλαμίνι, το
-480 π. Χ.
-
-254) Πόλις της βορείας Σικελικής παραλίας.
-
-255) Δηλαδή το μέρος της Σικελίας το υποκείμενον εις τους
-Καρχηδονίους.
-
-256) Λιλύβαιον, ακρωτήριον και πόλις εις την δυτικήν πλευράν
-της Σικελίας.
-
-257) Νέμεια, ό αγώνες οι τελούμενοι εις την Νεμέαν, ου μακράν
-της Κορίνθου, προς τον ναόν του Διός· και Ίσθμια οι αγώνες οι
-τελούμενοι εις τον Κορινθιακόν ισθμόν, περί τον ναόν του
-Ποσειδώνος.
-
-258) Περί τας αρχάς Ιουνίου.
-
-259) Κατά Λιόδωρον τον Σικελιώτην (ΙΣΤ, 80) 2500
-
-260) Την επαρχίαν δηλαδή της Σικελιακής Μεσσήνης.
-
-261) Τινές προτείνουσιν Ι ε τ ό ν, φρούριον της Σικελίας
-παρά τον Κρίμηυον.
-
-262) Οι Φωκείς, υπό των Αμφικτυόνων εις πρόστιμόν τι μέγα
-καταδικασθέντες, και μη δυνηθέντες να πληρώσωσιν αυτό,
-ελεηλάτησαν τον ναόν των Δελφών, Εκ τούτου προήλθεν ο δεκαετής
-ιερός πόλεμος, όν κατέπαυσε Φίλιππος ο Μακεδών εν έτει 344 π.
-Χ. Αρχηγοί των Φωκέων ήταν αλληλοδιαδόχως ο Φιλόμηλος, ο
-Ονόμαρχος, ο Φαύλλος και ο Φάλαικος.
-
-263) Δηλαδή εζωγραφημένας διά της βαφής ήτις εξάγεται εκ του
-οστράκου της πορφύρας.
-
-264) Ήλεκτρον ήτον μέταλλον εκ χρυσού και αργύρου μεμιγμένον.
-
-265) Πόλις άγνωστος της Σικελίας, δι' ό και γράφουσί τινες
-Καυλωνίαν ή Γαλερίαν.
-
-266) Λοχαγός του ιππικού.
-
-267) Παρωδία της Ευριπίδου Μηδείας στοιχ. 214, όπου η Μήδεια
-λέγει κλητικώς: «Κ ο ρ ί ν θ ι α ι γ υ ν α ί κ ε ς, ε ξ ή λ θ ο ν
-δ ό μ ω ν», το δ' ε ξ ή λ θ ο ν ενικώς εις πρώτον
-πρόσωπον, περί εαυτής, εν ώ ενταύθα ο Εύθυμος ευφυώς το
-παρώδησεν εις τρίτον πληθυντικόν πρόσωπον, εφαρμόζων αυτό εις
-τους Κορινθίους.
-
-268) Οι Συρακούσιοι φαίνεται ότι ήσαν τότε άξιοι των όσων
-έπασχον, διότι ηθικώς ήσαν τόσον εξηχρειωμένοι, ώστε
-εξεδικούντο επί γυναικών και παρθένων, φονεύοντες αυτάς διά
-δικαστικής ανοσιουργίας.
-
-269) Άλαβον γράφουσί τινες, διότι ούτω καλούμενον σικελικόν
-ποταμόν αναφέρει ο Πτολεμαίος. Κατ' άλλας γραφάς, Άμβολον.
-
-270) Τινά χειρόγραφα φέρουσι «Λύκου.»
-
-271) Λευκανία, επαρχία της κάτω Ιταλίας.
-
-272) Αι εκκλησίαι του δήμου συνήρχοντο πολλάκις εις τα θέατρα,
-ως τούτο, κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους εγίνετο και εν
-Αθήναις.
-
-273) Άραγε αντί α π α χ θ ε ί ς, δεν είχε το κείμενον
-α π α γ χ θ ε ί ς, λέγον ότι ζων εκρεμάσθη, και ορίζον ούτω τις
-ήτον η ήν υπέστη ποινή των ληστών;
-
-274) Ακράγας, την σήμερον Grigenti, πόλις περιέχουσα αξιόλογα
-λείψανα αρχαίων μνημείων. Γέλα, την σήμερον Terra nuova,
-αμφότεραι, εις την μεσημβρινήν παραλίαν της νήσου.
-
-275) Δηλαδή την επί του Πελοποννησιακού πολέμου εκστρατείαν
-του Νικίου, εφ' ής δεινώς ηττήθησαν οι Αθηναίοι.
-
-276) Ελέα, πόλις της Λευκανίας, εν τη κάτω Ιταλία, άποικος των
-Φωκαέων.
-
-277) Η νήσος του Αιγαίου, η Ζέα.
-
-278) Ο υιός του Κόνωνος, Αθηναίος στρατηγός.
-
-279) Εξ αγνώστου χωρίου.
-
-280) Επίθετον του έρωτος.
-
-281) Θέλει να είπη, πόση χάρις επί των έργων του.
-
-282) Ποιητής Κολοφώνιος, κατά τα 400 π. Χ. γράψας ποίημα
-επικόν, επιγραφόμενον Θηβαΐς.
-
-283) Διονύσιος, ζωγράφος περίφημος, εφάμιλλος του Πολυγνώτου.
-
-284) Κολοφών, πόλις της Ιωνίας εν τη μικρά Ασία.
-
-285) Ίδ. Ραγκ. Ιστορ. της αρχ. καλλιτεχνίας, Τόμ. Α'. σ. 478
-
-286) Δηλ. της αυτομάτου τύχης, της μη βοηθουμένης υπ'
-ανθρωπίνης φρονήσεως.
-
-287) Ίδ. ανωτ. ΚΓ.
-
-288) Πόλις εις τα βόρεια κειμένη της Σικελίας.
-
-289) Η Αττική μνα ήτον 100, η δε σικελική 40 αττικών δραχμών.
-
-290) Εξ Ομήρ. Ιλιάδ. Ω. 630.
-
-291) Στίχος εξ αγνώστου τραγικού χωρίου.
-
-292) Ο Αβδηρίτης φιλόσοφος, ακμάσας περί Ολ. 72.
-
-293) Και εξ ετέρου χωρίου του Πλουτάρχου (Περί εκλελοιπ.
-χρηστηρίων § 17), και εκ Κικέρωνος (Epist. ad C. Cassium)
-εξάγεται ότι κατά το δόγμα του Δημοκρίτου και του Επικούρου,
-εφέροντο εκ του περιέχοντος αέρος προς τους ανθρώπους είδωλά
-τινα, ή εικόνες, χρηστά ή πονηρά, αποτελούντα τας φαντασίας και
-τας ιδέας αυτών.
-
-294) Ο Πυθαγόρας, φεύγων την πατρίδα του Σάμον, διότι
-ετυραννείτο υπό του Πολυκράτους, ήλθεν εις Ιταλίαν, και
-εσύστησεν εν Κρότωνι την φιλοσοφικήν αυτού σχολήν. Οι Ρωμαίοι
-συγγραφείς τω αποδίδουσιν ως υιόν τον Μάμερκον.
-
-295) Γλυκύς.
-
-296) Ίδ. βίον Νουμά. § Α.
-
-297) Aedilitas.
-
-298) Augures, οιωνοσκόποι. Την οιωνοσκοπίαν έλαβον οι Ρωμαίοι
-παρά των Τυρρηνών.
-
-299)Υιός Σελεύκου του Καλλινίκου, βασιλεύσας της Συρίας κατά
-τα έτη 246 — 210 π. Χ.
-
-300) Οι πελέκεις, ή πελεκυφόροι, lictores, ήταν σωματοφύλακες
-διδόμενοι έξ μεν εις τους στρατηγούς, δώδεκα δ' εις τους
-υπάτους.
-
-301) Ούτω και ο Τίτ. Λίβιος. Κατ' άλλους Μνάσων.
-
-302) Όθεν παρ' ημίν η κάλτσα. Η λέξις δε ουχί λατινική, αλλά
-του σικελικού ελληνισμού.
-
-303) Δηλαδή γεωγραφικών θέσεων, προς δυσμάς, ανατολάς κ.τ.λ.
-
-304) Κατά Τ. Λίβιον εξελέγη ύπατος εν έτει 572 α. κ, Ρ. (182
-π. Χ.), και εξεστράτευσε κατά το επιόν έτος.
-
-305) Από του ποταμού της Γενούης, μέχρι Μονάκου.
-
-306) Έχοντος τρεις παλμούς, τρία ζεύγη κωπίων.
-
-307) Φίλιππον τον Γ', πατέρα του Περσέως.
-
-308) Τον Πολιορκητήν.
-
-309) Ίδ. Κοριολ. ο ΙΑ.
-
-310) Πλοία φορτηγά. Ο Ωρεός, πόλις ές την βορείαν παραλίαν της
-Ευβοίας.
-
-311) Πλοία πολεμικά, πέντε σειράς κωπών έχοντα.
-
-312) Κατ' άλλους Ελίμεια ή Ελιμεία, ενικώς, πόλις της
-Μακεδονίας, υπό την Απολλωνίαν.
-
-313) Δαρδανείς, έθνος Θρακικόν κατά την Μοίσιαν, την νυν
-Σερβίαν, μεταξύ Ορβήλου και Σκόδρου.
-
-314) Έθνος Γερμανικόν κατά τας όχθας του Δουνάβεως.
-
-315) Κατά την άνω Αλβανίαν.
-
-316) De divinatione I, 46.
-
-317) Α μ ί π π ο υ ς τους λέγουσιν ο, Θουκυδίδης και ο
-Ξενοφών, και ήσαν πεζοί συνοδεύοντες τους ιππείς, και έτοιμοι
-ν' αναβώσι τους ίππους αυτών, άμα των ιππέων τις έπιπτε (page).
-
-318) Οι Μαιδοί, έθνος Θρακικόν πλησίον της Μακεδονίας (Στράβ.
-318). Εις τα χειρόγραφα φέρεται κακώς Μ η δ ι κ ή ν.
-
-319) Χ ι λ ί ο υ ς, λέγει το κείμενον, υπονοούν τους
-στατήρας. Είχε δ' ο χρυσούς στατήρ 2 δραχμών βάρος καν 20
-δραχμών αξίαν.
-
-320) Ο Τ. Λίβυος (33) λέγει άνευ ασπίδος, διά να μη κοιμώνται
-όρθιοι επ' αυτών. Τότε ενεωτέρισε και ως προς την αλλαγήν των
-φυλακών.
-
-321) Οι και εφεκτικοί λεγόμενοι, και ζητητικοί και σκεπτικοί
-φιλόσοφοι, οι του Πύρρωνος οπαδοί.
-
-322) Ναός του Απόλλωνος. Αλλ' ως πόλις της Μακεδονίας,
-αναφέρεται υπό Στεφάνου του Βυζαντίου.
-
-323) Αναφέρεται και υπό Λιβίου, 44, 32.
-
-324) Ημίσεια ώρα.
-
-325) Λέγει τον Πύθιον Απόλλωνα, εις ού το ιερόν ην το
-επίγραμμα αναγεγραμμένον.
-
-326) Ο Ξεναγόρας λοιπόν εύρε το κάθετον ύψος του Ολύμπου 6096
-πόδας υπέρ το Πύνθιον. Το δ' ότι τα υψηλότερα βουνά και αι
-βαθύτεραι θάλασσαι δεν υπερβαίνουσι τους 6000 πόδας
-αποδείκνυται εσφαλμένον υπό των νεωτέρων καταμετρήσεων.
-
-327) Πόλις της Πιερίας εν Μακεδονία, επί του Θερμαϊκού κόλπου.
-
-328) Ο Τ. Λίβιος (Μ Δ, 37) δεν συμφωνεί προς ταύτα τα περί της
-εκλείψεως.
-
-329) Μακεδονικάς λόγχας μακράς 11, ή 15 πήχεις.
-
-330) Μικράς στρογγυλάς ασπίδας.
-
-331) Την Πύδναν, ως είπεν εν ΙΣΤ.
-
-332) Ίδ. Φαβ. Μάξ. ΙΘ.
-
-333) Ίδ. και T. Liv. 44. Duac cohoriæ a parte Romanorum
-erant, Peligna et Maruccina.
-
-334) Την τρίτην περίπου μετά μεσημβρίαν.
-
-335) Μόλις 17 ετών.
-
-336) Οι Κρήτες είχον παρά τοις αρχαίοις κακήν υπόληψιν ως
-ψεύσται. «Κρήτες αεί ψεύσται» έγραφεν ο Επιμενίδης 500 έτη π.
-Χ. και τον στίχον αυτού αναφέρει ο απόστολος Παύλος.
-
-337) Τους εν Σαμοθράκη λατρευομένους Καββείρους, οίτινες υπό
-των Ελλήνων εθεωρούντο ως αυτοί οι Διόσκουροι.
-
-338) Σάγρας, ποταμός της Μεγάλης Ελλάδος, ρέων διά της χώρας
-των Λοκρών. Ενταύθα οι Λοκροί, μυρίους έχοντες στρατιώτας,
-ενίκησαν κατά κράτος τους Κροτωνιάτας, έχοντας 130,000, και
-αυθημερόν έφθασε της νίκης η είδησις εις Ολυμπίαν, Σπάρτην,
-Κόρινθον και Αθήνας.
-
-339) Και εις Μυκάλην της εν Πλαταιαίς κατά Μήδων έπρεπε να
-ειπή. Ίδ. Πολυαίνου. Στρατηγημ. Α, 33.
-
-340) 20,000 στάδια αποτελούσι χιλίας ώρας.
-
-341) Των Καββείρων δηλαδή ως ανωτέρω ο Περσεύς εκάθησεν
-ικέτης.
-
-342) Ακρωτήριον εις τα βόρεια της Σαμοθράκης.
-
-343) Ως γνωστόν ο Φειδίας έπλασεν εν Ολυμπία χρυσελεφάντινον
-το άγαλμα του Διός, όν περιγράφει μεγαλοπρεπώς ο Όμηρος, Ο
-Αιμίλιος λοιπόν εννόει ότι πρώτος διέγραψεν αυτόν ο Όμηρος, και
-την περιγραφήν εκείνου ότι συνεπλήρωσεν ο Φειδίας.
-
-344) Τινές υπώπτευαν υπερδεκαπλάσια.
-
-345) Λιμήν και πόλις της Ηπείρου, επί των συνόρων της
-Ιλλυρικής Μακεδονίας.
-
-346) Τον Τίβεριν.
-
-347) Πλοίον δεκαέξ ζεύγη κωπίων έχον, κτήμα του βασιλέως
-Περσέως.
-
-348) Είδος ποτηρίων, εχόντων σχήμα κέρατος, κατά μίμησιν των
-αρχαιοτάτων χρόνων, ότε τα κέρατα των ζώων εχρησίμευον ως
-ποτήρια. Εντεύθεν, κατ' Αθήναιον (ΙΑ, 476) και το κεράσαι.
-
-349) Οδοιπορικόν. Διετήρησα την λέξιν του κειμένου, ως
-κατάλληλον ίνα μείνη εν χρήσει, εκφράζουσα το γαλλικόν marche.
-
-350) Αντιγονίδες, Σελευκίδες και Θηρίκλεια, εκπώματα, ούτως
-ονομασθέντα τα μεν από των δύο βασιλέων, τα δε από του
-κατασκευάσαντος αυτά Θηρικλέους του Κορινθίου (Αθήν. ΙΑ, 222,
-και 470.)
-
-351) Ιλιάδ. Ω. 525-533.
-
-352) Το νοτιανατολικόν ακρωτήριον της Ιταλίας, την σήμερον
-Brindisi.
-
-353) Τον θρησκευτικόν.
-
-354) Carcere, η φυλακή, και του Σικελικού Κάρκαρον.
-
-355) Την των τιμητών, Censores.
-
-356) Εις το κείμενον εγράφετο Λικίννιος Φιλόνεικος, ως αν η
-δευτέρα λέξις ήτον της πρώτης επίθετον. Αλλ' ο Κοραής έγραψε Λ.
-και Φιλόνεικος, διότι του Φιλονείκου τούτου μνημονεύει ο
-Πλούταρχος και εν πολιτ. παραγγέλμ. §. 14.
-
-357) Ο ιστορικός, Ίδ. Λυκ. Α.
-
-358) Ο στρατηγός των Λακεδαιμονίων, όστις επί Πελοποννησ.
-πολέμου εστάλη εις Συρακούσας και κατέστρεψε τους Αθηναίους.
-
-359) Τιμολ. §. ΙΑ.
-
-360) Επαινετός μάλιστα διά τούτο είναι ο Τιμολέων. Δεν τον
-κατέβαλε της τύχης καταφορά· αλλ' εβαρυθύμει δι' ό,τι περιείχε
-στυγερόν και ανόσιον η ιδία αυτού πράξις, ήν τω υπηγόρευσεν
-ηρωισμός πατριωτικός.
-
-361) Σύβαρις, πόλις της Ιταλίας, διαβόητος διά την τρυφηλότητά
-της.
-
-362) Στρατηγός Αθηναίος, νέους εισαγαγών κανόνας εις την
-τακτικήν.
-
-363) Στρατηγός των Λακεδαιμονίων, ο φονευθείς εις την εν
-Αργινούσαις ναυμαχίαν.
-
-364) Ο Στρατηγός του Αλεξάνδρου.
-
-365) Τιμόθεος, υιός του Κόνωνος, και Χάρης, στρατηγοί των
-Αθηναίων.
-
-366) Ευριπ. Ικέτ. 864.
-
-367) Νικομήδην λέγει τούτο εν Αποφθέγμασι.
-
-368) Πολιτικήν μερίδα.
-
-369) Λεοντιάδας, γράφει ο Ξενοφών.
-
-370) Ακρόπολιν των Θηβών.
-
-371) Επί Θρασυβούλου, μετά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον, κατά
-των τριάκοντα τυράννων.
-
-372) Μία των ανωτάτων αξιών εν Θήβαις.
-
-373) Η προ της Ελευσίνος πεδιάς, όθεν διέρχεται η οδός προς
-τας Θήβας.
-
-374) Μέλλων, κατά Ξενοφώντα.
-
-375) Σ τ ά λ ι κ α ς, λέγει το κείμενον, ό οι σχολιασταί
-εξηγούσιν ως πασσάλους εφ' ών στηρίζουσι τα θηρευτικά δίκτυα.
-Ίσως δε γενικώς τους θηρευτικούς πάλους. Σταλίκια ονομάζει η
-συνήθεια τους οροθετικούς πασσάλους.
-
-376) Ανώτατον ιερατικόν αξίωμα.
-
-377) Οι αρχαίοι δεν εκάθηντο, αλλ' ήταν κατακεκλιμένοι εις τας
-τραπέζας.
-
-378) Ότε επεκράτει το δημοκρατικόν πολίτευμα εν Θήβαις, οι
-ανώτατοι άρχοντες της πολιτείας ήσαν τρεις, καλούμενοι
-Βοιωτάρχαι.
-
-379) Ούτως ωνομάζοντο οι υπό των Σπαρτιατών εις ξένας πόλεις
-πεμπόμενοι διοικηταί.
-
-380) Τα των Βοιωτών φρονούντων.
-
-381) Πλαταιαί η νυν Κόκλα. Θεσπιαί, το Ερημόκαστρον.
-
-382) Τανάγρα, το Κακοσάλεσι, άντικρυ της Ευβοίας, μεταξύ
-Αττικής και Βοιωτίας.
-
-383) Όπου σήμερον το χωρίον και μοναστήριον της Σκριπούς.
-
-384) Διαίρεσις του σπαρτιακού στρατού.
-
-385) Πλησιάζουσαν εις την Ορχομενίαν, προς τα βορειανατολικά.
-
-386) Την Κωπαΐδα λίμνην, εις ήν εκρέει ο Μέλας, ενούμενος μετά
-του Κηφισού.
-
-387) Το υπέρ τον Ορχομενόν όρος.
-
-388) Ο Πλούταρχος, καίτοι ιερεύς του Απόλλωνος φαίνεται όμως
-εφεκτικός.
-
-389) Ίδ. Κάμιλλ. § . . .
-
-390) Ο γνωστός Αρκάς ιστορικός, υιός του Λυκόρτα. Ο αριθμός
-των αποτελούντων την μόραν φαίνεται ότι δεν ήτον
-προσδιωρισμένος.
-
-391) Ίδ. Λυκούργ. §ΣΤ.
-
-392) Δηλαδή των συνδεδεμένων διά στενωτάτων δεσμών φιλίας.
-
-393) Φυλάς και φρατρίας, υποδιαίρεσιν των φυλών, γένη.
-
-394) Ιλιάδ. Β. 363.
-
-395) Εν Βοιωτία και Φωκίδι ελατρεύετο ιδίως ο έρως, και
-ετελούντο τα ε ρ ώ τ ι α. Ο έρως ούτος ην η θερμή φιλία των
-νέων προς τους άνδρας παρ' ών εδιδάσκοντο τα μαθήματα και
-ελάμβανον τα παραδείγματα της αρετής και ανδρείας. Ως πρότυπον
-δε της τοιαύτης φιλίας προύκειτο αυτοίς ο Ηρακλής και ο Ιόλαος.
-Τον άμωμον της φιλίας ταύτης χαρακτήρα ανεγνώρισεν, ως
-κατωτέρω, αυτός ο Φίλιππος, ο εχθρός των Θηβαίων.
-
-396) Ο Λάιος, πατήρ του Οιδίπου, ήρπασε τον Χρύσιππον υιόν του
-Πέλοπος.
-
-397) Την Αρμονίαν.
-
-398) Λεύκτρα, χωρίον εις την Βοιωτίαν, ου μακράν των Πλαταιών.
-
-399) Περί Μενοικέως ίδ. Ευριπ. Φοινίσσας. Περί Μακαρίας ίδ.
-Ευριπ. Ηρακλείδ. Τα περί Φερεκύδου αλλαχόθεν άγνωστα.
-
-400) Ίδ. Θεμιστοκλ. §. ΙΓ
-
-401) Ο λιμήν της Βοιωτίας, άντικρυ της Χαλκίδος, όθεν
-εξέπλευσαν οι Έλληνες κατά της Τρωάδος. Ίδε βίον Αγησιλ.
-
-402) Παραστάται (Ζευγίται εις το κείμενον) λέγονται οι πλησίον
-αλλήλων ιστάμενοι στρατιώται· επιστάται δ' οπίσω αλλήλων.
-
-403) Αρχάς δεκεμβρίου.
-
-404) Το Καλαμάκι εις τον Ισθμόν της Κορίνθου.
-
-405) Πόλις της Θεσσαλίας.
-
-406) Τον πατέρα του μεγάλου Αλεξάνδρου.
-
-407) Δηλαδή αγαθήν Τύχην.
-
-408) Ίδ. και Αλκιβ. Δ.
-
-409) Τούτο σημαίνει ασπιδοφόρος. Ελέγετο δ' ούτω χλευαστικώς
-διά τον μακρόν και δασύν πώγωνά του, όστις εκάλυπτε το στήθος
-του ως ασπίς. (Αριστοφ. Εκκλησ. 71 και Σχολ.)
-
-410) Των Θεσσαλών Αχαιών.
-
-411) Η έκλειψις συνέβη κατά το έτος 364 ή 365 π. Χ.
-
-412) Ιστορικός. Ίδ. Τιμολ. ΙΕ.
-
-413) Εκ του Mars, του Άρεως.
-
-414) Ιστορικός, Ίδ. Φάβ. Μάξ. ΙΘ.
-
-415) Sorex Soricem, εκ του αιολικού Ύραξ, ο μυς.
-
-416) Άλλοι γράφουσι Βιρδόμαρος· ούτω και οι πλείστοι των
-Ρωμαίων συγγραφέων Virdomares ή Viridomares. Το δε Βριτόμαρτος
-είναι εξελληνισμός κατά την Βριτόμαρτυν, την θυγατέρα του Διός.
-
-417) Μεταξύ Μεδιολάνου και Πλακεντίας.
-
-418) Ίδ. Β. Νουμά.
-
-419) Ίδ. Ρωμύλ.
-
-420) Ίδ. Ρωμύλ.
-
-421) Ferire.
-
-422) Ασσάριον ή Ας, ίσον αιγινητικώ οβολώ ή 1 2[3 του αττικού
-οβολού.
-
-423) Ελλείπει ο αριθμός.
-
-424) Ιδέ Παύλ. Αιμύλ.
-
-425) Ίδ. §. Α.
-
-426) Την Νεάπολιν, Νώλα, πόλις της αυτής επαρχίας.
-
-427) Τριακοσίους λέγει το κείμενον. Αλλ' ο Κοραής προσέθηκεν
-την λέξιν χ ι λ ί ο υ ς κατά Liv. ΧΧΙΙΙΙ, 46.
-
-428) Πλοία έχοντα πέντε σειράς κωπίων.
-
-429) Το χωρίον τούτο εις το κείμενον έχει πολλά τα
-αμφιβαλλόμενα.
-
-430) Ειπών «Δος μοι πα στω, και ταν γαν κινήσω».
-
-431) Πολύσπαστος μηχανή είναι η έχουσα πολλούς κοχλίας
-(μακαράδες).
-
-432) Όργανον έγχορδον, τριγωνικόν, είδος άρπης.
-
-433) Το τάλαντον ήτον βάρος είκοσι οκάδων περίπου.
-
-434) Μηχανή βέλη τοξεύουσα.
-
-435) Τον εκατόγχειρα γίγαντα.
-
-436) Το χωρίον φαίνεται παρεφθαρμένον. Ίδ. Πολύβ. ΙΙ. 270.
-Αθήν. ΙΔ, 634.
-
-437) Mέρoς της διαίτης των αρχαίων ήτον ν' αλείφωνται διά
-μύρων.
-
-438) Ο λόγος ούτος είναι 2:1.
-
-439) Ακρέλλας κατά Λίβ. XXIV, 35.
-
-440) Ηλιακόν ωρολόγιον.
-
-441) Μετά του Ιδομενέως κατά του Ιλίου εκ Κρήτης
-συνεκστρατεύσαντος, υιού Μολιού και Μέλφιδος.
-
-442) Ο Ρωμαϊκός τύπος του ονόματος του Οδυσσέως, ίσως και εις
-ελληνικήν τινα διάλεκτον ανήκων.
-
-443) Αι εκκλησίαι του δήμου πολλαχού εγίνοντο εις τα θέατρα.
-
-444) Ίδ. Φάβ. Μάξ. ΙΘ.
-
-445) Πίνδ. Πύθ. Β. αρχ.
-
-446) Απόσπασμα της απολεσθείσης τραγωδίας, της επιγραφομένης
-Λικύμνιος.
-
-447) Δηλαδή, πενιχρόν.
-
-448) Ovatio.
-
-449) Βακχικού αλαλαγμού.
-
-450) Oves εκ του ενικού Ovis ουχί Ova, σημαίνον τα ωά.
-
-451) Σαυνίται ή Σαμνίται, λαός της μέσης Ιταλίας.
-
-452) Τρίτης από της ανατολής του ηλίου.
-
-453) Dicere.
-
-454) Οι εν Ιταλία Λοκροί, εις την Καλαβρίαν, των Οζολών αποικ.
-
-455) Lancea, ίσως εκ του λόγχη.
-
-456) Ιστορικός ζήσας επί Τιβερίου.
-
-457) Ο αυτοκράτωρ Αύγουστος, γράψας και ιστορίαν.
-
-458) Πόλις της Ρόδου.
-
-459) Ίδ. § Α.
-
-460) Του Αυγούστου.
-
-461) Ίδ. Ρώμ. ΙΔ.
-
-462) Ξενοφ. Kυρ. παιδ. Δ, α'.
-
-463) Eις δράμα μη σωζόμενον.
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-End of Project Gutenberg's Plutarch's Parallel lives - Volume 3, by Plutarch
-
-*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PLUTARCH'S PARALLEL LIVES ***
-
-***** This file should be named 42700-0.txt or 42700-0.zip *****
-This and all associated files of various formats will be found in:
- http://www.gutenberg.org/4/2/7/0/42700/
-
-Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
-his major work in proofreading.
-
-
-Updated editions will replace the previous one--the old editions
-will be renamed.
-
-Creating the works from public domain print editions means that no
-one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
-(and you!) can copy and distribute it in the United States without
-permission and without paying copyright royalties. Special rules,
-set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
-copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
-protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
-Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
-charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
-do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
-rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
-such as creation of derivative works, reports, performances and
-research. They may be modified and printed and given away--you may do
-practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
-subject to the trademark license, especially commercial
-redistribution.
-
-
-
-*** START: FULL LICENSE ***
-
-THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
-PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
-
-To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
-distribution of electronic works, by using or distributing this work
-(or any other work associated in any way with the phrase "Project
-Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
-Gutenberg-tm License available with this file or online at
- www.gutenberg.org/license.
-
-
-Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
-electronic works
-
-1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
-electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
-and accept all the terms of this license and intellectual property
-(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
-the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
-all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
-If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
-Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
-terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
-entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
-
-1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
-used on or associated in any way with an electronic work by people who
-agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
-things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
-even without complying with the full terms of this agreement. See
-paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
-Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
-and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
-works. See paragraph 1.E below.
-
-1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
-or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
-Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
-collection are in the public domain in the United States. If an
-individual work is in the public domain in the United States and you are
-located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
-copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
-works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
-are removed. Of course, we hope that you will support the Project
-Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
-freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
-this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
-the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
-keeping this work in the same format with its attached full Project
-Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
-
-1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
-what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
-a constant state of change. If you are outside the United States, check
-the laws of your country in addition to the terms of this agreement
-before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
-creating derivative works based on this work or any other Project
-Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
-the copyright status of any work in any country outside the United
-States.
-
-1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
-
-1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
-access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
-whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
-phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
-Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
-copied or distributed:
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org
-
-1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
-from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
-posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
-and distributed to anyone in the United States without paying any fees
-or charges. If you are redistributing or providing access to a work
-with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
-work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
-through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
-Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
-1.E.9.
-
-1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
-with the permission of the copyright holder, your use and distribution
-must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
-terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
-to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
-permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
-
-1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
-License terms from this work, or any files containing a part of this
-work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
-
-1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
-electronic work, or any part of this electronic work, without
-prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
-active links or immediate access to the full terms of the Project
-Gutenberg-tm License.
-
-1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
-compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
-word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
-distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
-"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
-posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
-you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
-copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
-request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
-form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
-License as specified in paragraph 1.E.1.
-
-1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
-performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
-unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
-
-1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
-access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
-that
-
-- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
- the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
- you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
- owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
- has agreed to donate royalties under this paragraph to the
- Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
- must be paid within 60 days following each date on which you
- prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
- returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
- sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
- address specified in Section 4, "Information about donations to
- the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
-
-- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
- you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
- does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
- License. You must require such a user to return or
- destroy all copies of the works possessed in a physical medium
- and discontinue all use of and all access to other copies of
- Project Gutenberg-tm works.
-
-- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
- money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
- electronic work is discovered and reported to you within 90 days
- of receipt of the work.
-
-- You comply with all other terms of this agreement for free
- distribution of Project Gutenberg-tm works.
-
-1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
-electronic work or group of works on different terms than are set
-forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
-both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
-Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
-Foundation as set forth in Section 3 below.
-
-1.F.
-
-1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
-effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
-public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
-collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
-works, and the medium on which they may be stored, may contain
-"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
-corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
-property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
-computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
-your equipment.
-
-1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
-of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
-Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
-Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
-liability to you for damages, costs and expenses, including legal
-fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
-LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
-PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
-TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
-LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
-INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
-DAMAGE.
-
-1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
-defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
-receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
-written explanation to the person you received the work from. If you
-received the work on a physical medium, you must return the medium with
-your written explanation. The person or entity that provided you with
-the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
-refund. If you received the work electronically, the person or entity
-providing it to you may choose to give you a second opportunity to
-receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
-is also defective, you may demand a refund in writing without further
-opportunities to fix the problem.
-
-1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
-in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
-WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
-WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
-
-1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
-warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
-If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
-law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
-interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
-the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
-provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
-
-1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
-trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
-providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
-with this agreement, and any volunteers associated with the production,
-promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
-harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
-that arise directly or indirectly from any of the following which you do
-or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
-work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
-Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
-
-
-Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
-
-Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
-electronic works in formats readable by the widest variety of computers
-including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
-because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
-people in all walks of life.
-
-Volunteers and financial support to provide volunteers with the
-assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
-goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
-remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
-and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
-To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
-and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
-and the Foundation information page at www.gutenberg.org
-
-
-Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
-Foundation
-
-The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
-501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
-state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
-Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
-number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
-permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
-
-The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
-Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
-throughout numerous locations. Its business office is located at 809
-North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
-contact links and up to date contact information can be found at the
-Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
-
-For additional contact information:
- Dr. Gregory B. Newby
- Chief Executive and Director
- gbnewby@pglaf.org
-
-Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation
-
-Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
-spread public support and donations to carry out its mission of
-increasing the number of public domain and licensed works that can be
-freely distributed in machine readable form accessible by the widest
-array of equipment including outdated equipment. Many small donations
-($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
-status with the IRS.
-
-The Foundation is committed to complying with the laws regulating
-charities and charitable donations in all 50 states of the United
-States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
-considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
-with these requirements. We do not solicit donations in locations
-where we have not received written confirmation of compliance. To
-SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
-particular state visit www.gutenberg.org/donate
-
-While we cannot and do not solicit contributions from states where we
-have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
-against accepting unsolicited donations from donors in such states who
-approach us with offers to donate.
-
-International donations are gratefully accepted, but we cannot make
-any statements concerning tax treatment of donations received from
-outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
-
-Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
-methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
-ways including checks, online payments and credit card donations.
-To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
-
-
-Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
-works.
-
-Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
-concept of a library of electronic works that could be freely shared
-with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
-Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
-
-Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
-editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
-unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
-keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
-
-Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
-
- www.gutenberg.org
-
-This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
-including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
-Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
-subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
-