diff options
Diffstat (limited to 'old/42512-0.txt')
| -rw-r--r-- | old/42512-0.txt | 1650 |
1 files changed, 0 insertions, 1650 deletions
diff --git a/old/42512-0.txt b/old/42512-0.txt deleted file mode 100644 index 6cd52d6..0000000 --- a/old/42512-0.txt +++ /dev/null @@ -1,1650 +0,0 @@ -The Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas - -This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with -almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or -re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included -with this eBook or online at www.gutenberg.org - - -Title: Death of a Youth - -Author: Kostis Palamas - -Release Date: April 12, 2013 [EBook #42512] - -Language: Greek - -Character set encoding: UTF-8 - -*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH *** - - - - -Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for -his major work in proofreading. - - - - - -Note: The tonic system has been changed from polytonic to -monotonic, otherwise the spelling of the book has not been -changed. Words in italics are included in _. - -Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, -κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις -με πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. - - -ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ - - - -ΘΑΝΑΤΟΣ - -ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ - - - - - -ΑΘΗΝΑ -ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ "ΕΣΤΙΑ" -Κ. ΜΑΙΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ - -1901 - - - - - - -Ε Ρ Γ Α Τ Ο Υ Ι Δ Ι Ο Υ - -ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ - -Τραγούδια της Πατρίδος μου. -Ύμνος εις την Αθηνάν. -Τα μάτια της Ψυχής μου. -Το έργον τον Κρυστάλλη. -Ίαμβοι και Ανάπαιστοι. -Τάφος. -Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης. - -ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ -Ποιήματα. -Δράματα. Ιστορίες. -Κριτικά. - - - - - Η ιστορία τούτη πρωτοφάνηκεν, εδώ και - δέκα χρόνια, στην «Εστία» του Δροσίνη. - Μικρή και ακοίταχτη, μ' ένα του άρθρο στου - Παρισιού το Figaro, να την προσέξουν έκαμε - ο Ψυχάρης. Όμως θα την ξέχανα, αν δεν - την έσπρωχνε να βγη ξανά στο φως ο φίλος - μου ο Πάλλης. - - - - -_Αυτή την ιστορία την αφιερώνω σ' εσέν', απλή και αγράμματη -γυναίκα, σ' εσέ, καημένη Χαραυγή. Την άκουσα από το στόμα σου, -και κοίταξα να την κρατήσω, κι όσο πιστά μπορούσα, για να είμαι -αντίλαλος δικός σου. Γιατί, κι όταν μιλάς εσύ, ένας λαός -ολόκληρος τα λόγια σου στα ψιθυρίζει. Κάθε σου ιστορία, χωρίς -να το καταλαβαίνης, του γένους είναι ποίημα. Δεν είσαι γυναίκα, -είσαι η Φήμη η διαλαλήτρα δεν έχεις τίποτε σαρκικό, είσαι ψυχή -μονάτη· τα μάτια σου ποτέ δεν ησυχάζουν, ποτέ δε σκοτιδιάζουν. -Όσα λες, τα βλέπεις ολοζώντανα μπροστά σου, κι όσα βλέπεις, -καθώς τα βλέπ' η Φαντασία τα θωρείς. Γι' αυτό είναι και τα -λόγια σου ολοζώντανα, σοφή κ' η γλώσσα σου, απλή κι αγράμματη -γυναίκα. Με μαγνητίζουν τα μάτια σου και με μαγεύουν τα λόγια -σου, και νοιώθω κάτι τι μέρα την ημέρα με δένει πιο σφιχτά μ' -εσένα. Εσύ με πρωτοτραγούδησες μωρό στην κούνια· τα υστερνά τα -λόγια που θακούσω στην κλίνη του θανάτου, θέλω να βγουν απ' το -δικό σου στόμα._ - - - -ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ - - - -Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν -μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Ό,τι -πέρασαν τα μεσάνυχτα, βουβές οι καμπάνες και στις τρεις -εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ' οι καμπάνες για του -Χριστού τα πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δε -απορούν απ' το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα -ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· -τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά σε γειτονιά, κι από πόρτα σε -πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα για την -εκκλησά! Ώρα για την εκκλησά!» Κ' οι λιγοστοί που απομένουν -βάρυπνοι, πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, -θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος. -Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη -Παρασκευή, βουβαίνοντ' οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες -μόνο γιατί, απ' άκρη σ' άκρη, το θαλασσοχώρι σηκώνεται στο -πόδι, για την αγάπη πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη -νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. - -Έτσι κ' εκείνη τη νύχτα· γυναίκες κι άντρες, άλλοι χώρια κι -άλλοι μαζωχτοί, έβγαιναν απ' τα σπίτια, από τους καφενέδες, και -σκορπίζονταν εδώ κ' εκεί κατά τις εκκλησιές. Οι περπατησιές -βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε τους ήχους ο -αντίλαλος της νύχτας. Κ' η νύχτα, δροσοστάλαχτη απριλιάτικη, μ' -ένα φεγγάρι νυστασμένο που πάει να βασιλέψη και χύνει αχνότερη -γι' αυτό τη λάμψη του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και -στα στραβά σοκάκια, που, λίγη, περισσή, ποτέ κ' η λάσπη δεν -τους λείπει. Οι εκκλησιές ολόφωτες, με πόρτες ορθάνοιχτες. -Κάπου κάπου ξεχύνονταν ως έξω η φωνή του αναγνώστη, πριν -αρχίσουν οι _θρήνοι_. Αλλά το μεγάλο το πανηγύρι γίνετ' απ' έξω -απ' τις εκκλησιές. Γύρω σε φωτιές μεγάλες θρεμμένες με ρετσίνα, -με κληματόξυλα, με σανίδια, με φρόκαλα, με σκαφίδια και με -κοφίνια της μπουγάδας, και κάπου κάπου μ' ολόκληρο -παραθυρόφυλλο, — αλλοίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις -ασυλλόγιστες νοικοκυρές, τη νύχτα εκείνη! — γύρω σε φωτιές, του -κόσμου τα παιδιά και τα παλιόπαιδα, και μέσα στα παιδιά κι -άντρες με μουστάκια, πηδούνε, τρέχουν, αλαλάζουν, δαιμονίζονται -κι αστραποβολούν στα σκότη και βροντοχτυπούν στην ησυχία οι -σαλιόρες και τα χοντρά χαλκούνια — Σώσον, Κύριε! — κ' οι -τρακατρούκες και τα χαϊμαλιά, με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι -από χοντρόχαρτα, και γεμισμένα με μπαρούτι, με μπαρούτι -ατέλειωτο. Δίσκος για το μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές. -Άντρες και παιδιά, φωτοκαίγονταν μ' εκείνα, της φωτιάς τα -σύνεργα, για την καλή χρονιά. Μπαρούτι μύριζε το θαλασσοχώρι κ' -οι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο. - -Δεν ήταν μόνον οι εκκλησιές ανοιχτές, την ώρα εκείνη. Εδώ κ' -εκεί πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Όσο -νάρθ' η ώρα που θα βγη ο επιτάφιος, ως τις τρεις το πρωί, όλος -ο κόσμος δε μπορούσε να περνά την ώρα του ολόρθος μέσ' στην -εκκλησιά! Μ' ένα βαρύ γλυκό, με ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές -πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανείς ύστερ' από τη νηστεία και -παίρνει δύναμη για να συντροφέψη τον επιτάφιο. Κ' έτσι σιγά -σιγά οι παρέες τραβειούνταν κατά τις εκκλησιές με δροσισμένο -στομάχι. Τελευταία είχε ξεχαστή στο κρασοπουλειό του Ψημένου -μια συντροφιά χαρούμενη· ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, ο Γιαννάκος ο -Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας, -που κανείς δεν τόκραζε με τόνομά του, όσο που και το ίδιο το -ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον φώναζαν η Ταρία Ταρέλα. Κ' οι -τέσσαρες θαλασσινοί· ο πρώτος είχε ψαροκάικο, ο δεύτερος -δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου, ο τρίτος ταξίδευε με τις -μαούνες, και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς. Και οι τέσσερες -εικοσιπέντε χρόνων κι αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια. Το -κρασί κ' η κουβέντα τους άναψαν το κεφάλι, κι αν δεν ήταν -Μεγάλη Παρασκευή, θα τόσκουζαν. Το τραγούδι μισαγαλινό, απαλά -απαλά κι αθέλητα, ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα. Στα -υστερνά κατάλαβαν πως άργησαν. Στον Άη Νικόλα, λίγα ποδάρια -παρέκει από το κρασοπουλειό, άρχισαν κι έψελναν «Αι γενεαί -πάσαι». Ο Ψημένος έστεκε στο φτερό για να κλείση. Πετάχτηκαν -στη στιγμή. Βρέθηκαν στο δρόμο. - -«Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά!» φωνάζει ο Κανίνιας. - -Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τανάψουν στον επιτάφιο. - -«Στα πόδια του τραπεζιού ταπίθωσα, ζερβά στην αγκωνή, λέει ο -Μήτρος· στάσου και στα φέρνω». - -Και βιαστικός έκαμε να γυρίση στον καφενέ. - -Μα γυρίζοντας γλυστράει στο πεζούλι απάνου, και ξαπλώνεται -μακρύς πλατύς, και γκοπ! ακούστηκ' ένας ξερός κρότος. - -Τρία ξεροσκαστά γέλοια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου, του -Γιαννάκου και της Ταρίας, και μια φωνή, ένα «σκοτώθηκα» από το -στόμα του Μήτρου. - -«Καλά, αδερφέ, πού σκοτώθηκες! σήκω τώρα μήπως χτύπησες; - - — Μωρέ, σκοτώθηκα! δε μπορώ να σηκωθώ! δε με πιστεύετε;» - -Και μ' ένα βογγητό τελείωσεν ο λόγος του, κ' η φωνή χύθηκε -παραπονιάρα, ραγισμένη, σα νάχε πάθει από το πέσιμο κι αυτή. Κ' -έφτασε σταυτιά τους η φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη -από τα φυλλοκάρδια, τόσον έξαφν' αλλαγμένη απ' τον πόνο, -ξεψυχισμένη, που τους περίχυσεν ίδρωτας και τους τρεις. Είδαν -πως δεν ήταν χωρατά. - -«Μωρέ Μήτρο!» απόθεσαν μόνο να ξεφωνίσουν, κ' έτρεξαν να τον -πιάσουν, να του δώσουν χέρι για να σηκωθή. - -«Έτσι για το τίποτε· παραπάτησα . . . γλύστρησα . . . να, σε -μια φλούδ' απάνου· λεμονοκόμματο θα ήταν . . . να πάθω τέτοιο -κακό. . . Αχ! σκοτώθηκα!» - -Και πιο σιγά και πιο παραπονετικά έλεγεν ό,τι έλεγε. Πάλεψε να -σηκωθή μόνος του, δε μπορούσε· τον ανασήκωσαν οι άλλοι. - -«Κουράγιο, Μήτρο!» - -Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθή στα πόδια του· τόνα του πόδι, το -δεξί, δεν τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο, -του στέκονταν ασάλευτο. Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο -Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ' εστέκοταν κι αυτός για να -βοηθήση. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ' έξω από την εκκλησιά -σκορπειούνται και βοΐζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ' η -νύχτα αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από -σπίθες. Από τις πόρτες και τα παράθυρα τ' Άη Νικόλα ταναμμένα -κεριά κ' οι λαμπάδες του επιταφίου φαντάζουν σαν αστέρια· -δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου έαρ, -γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδει σου το κάλλος;» - -«Να τον πάμε στο σπίτι. - - — Κράξε της μάννας μου, Κανίνια· είναι στην εκκλησιά. - - — Καλά λες. Κανίνια, τράβ' απ' την πίσω πορτοπούλα· μίλα της -κλησάρισσας να της πη πως τη γυρεύουν· έτσι, με τρόπο. - - — Μη την τρομάζης, βρε αδερφέ, τη γυναίκα πες της πως τη -γυρεύει ο Μήτρος». - -Η χήρα η Δήμαινα, η μάννα του Μήτρου, ήτανε στην εκκλησιά· -βρίσκονταν αποβραδύς εκεί με τις άλλες τις γυναίκες· είχε -ξενυχτίσει τον επιτάφιο. Έχασε τον άνδρα της προτού να φτάση -στα μισοκοπίσματα. Κι από τότε, αντίο χρυσό κοντογούνι και φέσι -κατακόκκινο με το φουντωτό παπάζι! Μέσα στο σπίτι δεν κάθονταν -παρά για να κοιτάζη το Μήτρο, το γιο της το μονάκριβο, και δεν -άφινε το σπίτι παρά για να κοιτάξη ταμπελάκι που της άφησεν ο -μακαρίτης. Για να πάη στο αμπελάκι περνούσε από τα μνήματα, και -κάπου κάπου άναβεν ένα κερί, κ' έκαιγε λίγο λιβάνι στον τάφο -του μακαρίτη. Κ' ήταν γυναίκα της δουλειάς, άξια γυναίκα. Κι -όταν μεγάλωσεν ο γιος της και ταξίδεψε με τα καΐκια — την τέχνη -του πατέρα — κι αγάλια αγάλια, με των γονέων την ευχή και τη -δική του προκοπή, απόχτησε δικό του καΐκάκι, τότε η χήρα η -Δήμαινα σαν να το συλλογίσθηκε πιο πολύ πως ήταν χριστιανή — το -ξεπεταρούδι της το γνοιάσθηκεν, έπρεπε να γνοιασθή και για την -ψυχή της. Κι από τότε ζύγωνε συχνότερα στην εκκλησιά· κι όσο -που έφευγαν τα χρόνια — τα είχε πατήσει τα εξήντα — τόσο -θεοφοβούμενον έννοιωθε τον εαυτό της. Όμως, να πούμε την -αλήθεια, περσότερο έτρεμε τα μάγια και τα ξωτικά, χωρίς κι αυτή -καλά να το καταλαβαίνη. - -«Κυρά Δήμαινα, σε γυρεύουν έξω, το παιδί σου . . .» τραβώντας -την από το φόρεμα, της ψιθύρισε σταυτί η κλησάρισσα». - -«Το παιδί μου! και τι να με θέλη;» Δεν πρόφτασε να το -συλλογισθή, και ν;a, μπροστά της ο Μάρκος ο Κανίνιας, -ξεσκούφωτος και λαχανιασμένος. - -«Τίποτε, κυρά Δήμαινα, το πόδι του στραγγούλισεν ο Μήτρος». - -Ξεπετάχτηκεν η γριά, σούσουρο γίνηκε τριγύρω της, άρχισαν οι -γυναίκες τα ψιθυρίσματα. «Σιωπή, γυναίκες», έκραζαν με θυμό οι -επίτροποι. Αλλά πού να σωπάσουν; Κάτι έτρεξε· τι στραγγούλισμα -ήταν αυτό; κάποιος θα κάηκεν απ' τα χαλκούνια, κάποιος θα -μαχαιρώθηκε. Στη στιγμή μαθεύτηκε το πράμα· στη στιγμή η μισή -εκκλησιά είχεν αδειάσει! Πού να κρατηθή ο κοσμάκης; Την -εκκλησιά του τη βρίσκει πάλι, μα τέτοια, θεός να μας γλυτώνη, -δε γίνονται κάθε μέρα. - -«Μάτια μου, μάτια μου, o Χριστός! ο Χριστός!» φώναζε τρέχοντας -η γριά. Κι απ' έξω απ' την εκκλησιά βλέπει εκεί μπροστά της το -παιδί, ορθό κι ακκουμπιστό στον τοίχο. Τον παράστεκαν οι -σύντροφοι, κι άλλοι πέντ' έξι. - -«Δεν είναι τίποτε, μάννα παραπάτησα, κ' έπεσα και χτύπησα -λιγάκι στο γόνατο. Πάμε στο σπίτι να βάλω απάνου τίποτε. Μια -μεγάλη πέτρα ξεπλάκωσε τα στήθη της φτωχής. Έβανε με το νου της -χειρότερα, και σαν τον είδε μπροστά της έτσι ορθό, στο -μισοσβυσμένο φως του φεγγαριού, ξανάσανεν. - -«Ο Χριστός! o Χριστός! κακή ώρα, παιδί μου!» - -Και δεν ήξερε πως ο Μήτρος δε μπορούσε να κρατηθή στα πόδια -του, και πως ο ίδιος είχε πει στα παιδιά: - -«Βάλτε με νακκουμπήσω στον τοίχο, για να μη με ιδή άξαφνα η -μάννα μου και φοβηθή». - -Κ' εκεί που τόλεγεν αυτό, μέσα στο νου του είπε και κάτι άλλο -που δε βγήκε από τα χείλη του: «Πώς θα με ιδή η Φροσύνη!» - -Η Φροσύνη ήταν η αρραβωνιαστικειά του. - -Κρατώντας και ξεσέρνοντας κι ανασηκώνοντας, τον πήγανε στο -σπίτι. Εκείνη τη χρονιά η χήρα η Δήμαινα, ο Μάρκος ο Κανίνιας, -ο Γιαννάκος Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα δε χάρηκαν επιτάφιο. -Ξημερώθηκαν στο κρεββάτι του Μήτρου. Δεν έκλεισε μάτι, πονούσε, -μούγγριζε σαν ταύρος. Το πόδι του επρήζοταν, επρήζοταν, γίνηκε -μια κολώνα! - -Έφεραν τον καλήτερο γιατρό του Θαλασσοχωριού. Σπουδασμένος -γιατρός, με τόνομα. Πολλούς είχε γλυτώσει απ' τα χέρια του -Χάρου. Αλήθεια πως οι Θαλασσοχωρίτες τον έπαιρναν πάντα την -τελευταία στιγμή, αφού απελπίζονταν απ' τους κομπογιαννίτες κι -απ' τις γιάτρισσες. Γι' αυτό κ' εκείνος δείχνονταν όλο -θυμωμένος· όχι γιατί έχανε τίποτε που δεν τον γύρευαν -πρωτήτερα, καθώς έλεγεν, αλλά γιατί κιντύνευαν χάρισμα τη ζωή -τους οι κουτεντέδες, που πίστευαν τους τσαρλατάνους. Έκανεν -όμως κ' έτσι τη δουλειά του, και αφού τον γλύτωνε τον άρρωστο, -ξεθύμαινε στο βρισίδι, τον πλήρωνες δεν τον πλήρωνες. Τον -φοβήθηκαν οι άνθρωποι, τους έπαιρνε τον αέρα· στα στερνά τον -συνήθισαν, και δε μπορούσαν να κάμουν χωρίς αυτόν. Έδειχνε -πιώτερο σαν καπετάνιος, παρά σα ντοτόρος. Αυτή τη φορά ο Μάρκος -ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα φέρθηκαν -φιλότιμα και φρόνιμα· στου γιατρού έτρεξαν αμέσως, και δεν -άκουσαν τη Δήμαινα που γύρευε να πάρουν την κοκόνα Μαριγή την -πολίτισσα, που ξόρκιζε το μάτιασμα, πρόφταινε τη βεντερούγα, -ίσαζε τα βγαλμένα κόκκαλα, κ' ήταν καλή για κάθε τι. - -Το είδεν ο γιατρός το πόδι. Μωρέ, τι διαβολεμένο χτύπημα απάνου -στην κούπα, μέσ' στη θηλειά του ποδαριού! Το κοίταξε καλά, κι -αμέσως το έδεσε σφιχτά μέσα στα καλάμια, το καλάμωσε, καθώς -λεν, και του λέει: «Μην το κουνήσης· το πόδι σου θα γίνη καλά, -μα χρειάζεται καμπόσον καιρό και πολλήν υπομονή. Με τον καιρό -θα στρίψη το νεύρο και θα γίνη καλά το πόδι σου. Μόνο, το καλό -που σου θέλω, μην το πειράζης». Κ' έλεγε και ξανάλεγε: «Μην το -πειράζης!» Γνώριζε τι κεφάλια αγύριστα είναι οι Θαλασσοχωρίτες. - -Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης είχε πλατειά καρδιά και μεγάλ' υπομονή. -Αλλά το κακό που τον ηύρε ήταν κατάρα θεού. Οι Θαλασσοχωρίτες -είχαν χίλιες γνώμες για το ίδιο πράμα· για το Μήτρο μια γνώμη -είχαν· ο Μήτρος είναι παλληκάρι! Οι Θαλασσοχωρίτες ταναγελούσαν -τα γράμματα· την παλληκαριά την προσκυνούσαν. Ο Μήτρος δεν -επάτησε το πόδι στο σκολειό. Στον ήλιο, στον αέρα και στα -κύματα δασκάλεψε, κι από μικρός μεγάλωσε. Συνηθισμένην είχε -θωριά. Τα στήθη του δεν ήταν χορταριασμένος πύργος, ουδέ σαν -κάστρο η κεφαλή του. Ούτε ψηλός, ούτε κοντός· λιγνός παρά -παχύς, μελαχρινός μ' ένα λιανό μουστάκι και φουντωμένα -σγουρόμαλλα· στραβά τη σκούφια του, κ' ένα ζουνάρι κόκκινο -χιλιόδιπλο στη μέση του· μ' ένα φανελλένιο πουκάμισο περνούσε -τους χειμώνες και τα καλοκαίρια του. Κι όμως κι από τη -συνηθισμένη αυτή θωριά ξεχυνόταν η λεβεντιά, στον αέρα που -είχε, στην περπατησιά, σε κάθε του ματιά, σε κάθε κούνημα. Και -ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης με τα εικοσιπέντε χρόνια του, το κορμί -που δεν εφάνταζε, τη ντροπαλή απάνου κάτου όψη, κόσμο μπορούσε -να χαλάση και κόσμο να χτίση. Κανείς δεν του έβγαινε στο δρόμο· -με τη γροθιά του, έρριχνε κάτου βούβαλο. Κάρφωνε τα πόδια του -στη γη, και κανείς δε μπορούσε να τον ταρακουνήση. Μια μέρα ο -Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα -πολεμούσαν ώρα ολόκληρη να τονέ ξετοπίσουν, κουλουριασμένοι στα -πόδια του· τίποτε· βράχος άσειστος όσο που στο τέλος απ' τον -ιδρώτα κι απ' τον αγώνα ζαλίστηκαν οι άνθρωποι και κόντεψε να -τους έρθη κόλπο. Μα τα ποδάρια εκείνα τα σιδερένια, ταλύγιστα, -πετούσαν, ξετιναζόταν και στριφογύριζαν, σαν από φτερό κι από -φλόγα κι από άνεμο πλασμένα, την ώρα που έσερνε το χορό το -παιδί της Δήμαινας. Κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' Άη Λιά, στα -πλάγια του Ζυγού, εκεί που τρέχει το κρύο το νερό και τα -πλατάνια απλώνουν με τα φύλλα τους μια σκέπη ξεκουραστική -πλαμένη από δροσιές, ήσκιους και γλυκοψιθυρίσματα, εκεί στα -κλέφτικα λιμέρια μια φορά, ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, -φουστανελλοφορεμένος, όπως πήγαιναν κι άλλοι πανηγυριώτες, με -τη χρυσήν αρματωσιά του παππούλη του, πρωτοπαλλήκαρου, του -ξακουσμένου του Μακρή, πήγαινε και χόρευε· λες και το είχε -τάμα. Κ' οι πανηγυριώτες άφιναν το δικό τους το γλέντι κ' -έκαναν κύκλο γύρω του κι αγνάντευαν και ξεχνειούνταν. Κάθε του -βήμα στο χορό, γοργό γοργό κι ανάλαφρο, έσταζε γλύκα και -σκορπούσε λεβεντιά. Σ' έφερνε σ' άλλον κόσμο· στον κόσμο των -παραμυθιών και των αντρειωμένων που χόρευαν στον κάμπο με τους -νιους κ' ύστερα παραιτούσαν το χορό και πάλευαν στα μαρμαρένια -αλώνια με το Χάρο. Κ' οι γυναίκες που τον έβλεπαν εκεί, μήνες -ύστερα' απ' το πανηγύρι τον είχαν μέσ' στο νου τους και τον -καμάρωναν· κ' έρχονταν συντροφιές απ' τα χωριά τα πλαγινά, -ακόμα κι απ' τις άλλες πολιτείες, κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' -Άη Λιά, όχι τόσο για το πανηγύρι, όσο για το χορευτή. - -Εκεί τον είδεν η Φροσύνη του Σεβδά, πρώτη νοικοκυροπούλα στο -Μελίσσι, τρεις ώρες μακρειά από το Θαλασσοχώρι. Τον είδε και -την είδε και τα ταίριασαν. Κ' ύστερα' από μήνες, κατά τη -άνοιξη, έστειλε ο γέρο Σεβδάς προξενιά στη Δήμαινα, κ' η -προξενιά τελείωσε με το καλό κ' έγιναν και ταρρεβωνίσια στο -Μελίσσι. Σταρρεβωνίσια επήγεν ο Μήτρος με τη μάννα του, με το -Γιαννάκο τον Ταρνάναμας, με το Μάρκο τον Κανίνια και την Ταρία -Ταρέλα, τους αχώριστους, και μ' όλο το συγγενολόγι. Κ' ύστερ' -από λίγες μέρες ξαναπήγε πάλι με τους ίδιους, για να δώσουν -στην αρρεβωνιαστικειά τα χαρίσματα, κατά τη συνήθεια, παννιά -εξήντα νούμερο και στόφες, κ' ένα βραχιόλι και μια ντουζίνα -ζάρφια ασημένια. Και γλέντησαν δυο μέρες με τα βιολιά, και το -στεφάνωμα θα γίνονταν απόλαμπρα· μα πριν ναρθή η λαμπρή, τον -ηύρε το μεγάλο το κακό. Δεν πρόφτασε να ξαναπάη στο Μελίσσι. - -Πολλές είχαν ζηλέψει την τύχη της Φροσύνης. Και μια κόρη -Θαλασσοχωρίτισσα, μια μικρή μελαχρινή ξεπεταχτή, γεμάτη γέλοια -και καμώματα, η Μόρφω της Γαρουφαλιάς, η Τρελλομόρφω, όπως την -έκραζεν η γειτονιά, κόντεψε να σκάση απ' το κακό της σαν άκουσε -ταρρεβωνίσια^ δεν ξαναφάνηκε στο χαγιάτι για να ποτίση τα -μυριστικά της, ψιθυρίζοντας το «μαύρο γεμενί», ταγαπημένου της -χορού το τραγούδι, και ρίχνοντας τριγύρω της γλυκειές ματιές, -κι όποιον λάχαιναν! Μόνο το βράδυ βράδυ κάποιες γειτόνισσες -ανάμεσ' απ' τα σκούρα των παραθυριών τους την είδαν δύο τρεις -φορές να περνάη, από το σπίτι του Μήτρου σκεπασμένη μ' ένα σάλι -ως την κορφή, να κοντοστέκεται μπροστά στο φωτισμένο παραθύρι -του, να σηκώνη προς αυτό τα μάτια της, κ' ύστερα να κοιτάζη, -γύρω σα φοβισμένη, κ' έξαφνα να φεύγη γοργά σαν ξαφνισμένη -λαφίνα. Την είχε κάψει ο Μήτρος κ' είχε μοσχαναθρέψει μέσα της -την ελπίδα πως θα την έπαιρνε μια μέρα για γυναίκα του. - -Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης ήτον αληθινό παλληκάρι κ' είχεν όλα τα -χαρίσματα του παλληκαριού· τα λόγια, την ορμή, το φιλότιμο, την -ομορφιά και την περηφάνεια, την αγάπη της ζωής και την -καταφρόνια του θανάτου. Επέρασεν από θαλασσοδαρμούς, εγλύτωσεν -από θαλασσοπνιξίματα. Μέσα στο πέλαγο, αμέτρητο ήτον το -κουράγιο του. Στα καλά καθούμενα, δεν έδινεν αφορμή σε κανένα. -Μα να μη τον πειράξης, να μη τον γγίξης εκεί που δεν πρέπει θα -στο ρουφούσε το αίμα με μαχαιριές· δεν έννοιωθε κουμπουριές, -δεν εσυλλογίζονταν. Μια φορά τάβαλε με δέκα ευζωνάκια, -Ρουμελιώτες, ένας κ' ένας τους έφερε κυνηγώντας ως την καζάρμα. - -Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία -Ταρέλα, στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος, -πως γεννήθηκε με ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν· -τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την -λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του -έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε -να μείνη σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε -πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον -εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρά ναπομείνη σημειωμένος. -Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να γιατρευτή χωρίς -να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να -μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, -χωρίς καλά καλά να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την -Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της λεβεντιάς και της υγείας, -πόχει εκκλησιά της το κορμί. Και ας τάβαναν με το κορμί του όλα -του κόσμου τα κακά· φτάνει να μη του άφιναν ταχνάρια τους σα -βρισιά και σα λέρα· κορμί σημαδιακό, κορμί ντροπιασμένο. Για -παλληκάρια σαν το παιδί της Δήμαινας είν' ατιμία η ασχημιά. - -Απ' τη νυχτιά που χτύπησεν ως την ημέρα που πρωτοκατέβη απ' το -κρεββάτι για να περπατήση, πέρασαν τρεις μήνες. Υπομονετικά -τους πέρασε τους τρεις μήνες. Ο γιατρός του είπε πως χωρίς άλλο -θα γιατρεύονταν. Αλλ' αμέσως που είδε πως το πόδι του στράβωσε -και δεν ελύγιζε κ' έστριψε το γόνατο το πονεμένο, και πως αυτός -εκούτσαινε περπατώντας, απελπίστηκε· τον έπιασεν ένα παράπονο -και τον έσφιξεν ένας καημός που δε μπορούσε και γραμματικός να -τον ιστορήση. Έστειλε στον άνεμο το γιατρό με τα γιατροσόφια -του κ' έπεσε βαρειά για να πεθάνη. Του κάκου κοίταζε να τον -παρηγορήση η μαύρη μάννα του, που μέσα στους τρεις εκείνους -μήνες γέρασε για δέκα χρόνια. - -«Άσε τα λόγια, μάννα! Θα σάξη το πόδι μου ή δεν την θέλω τη -ζωή. Σημειωμένο εμένα δε με κράζουνε». - -Κι όταν μια μέρα κάποιος απ' τους δικούς του θέλησε να ειπή: -«Ε! δεν έχεις πια τίποτε! μην είσαι παράξενος· έλα να πάμε στο -Μελίσσι το κορίτσι έκαμε στο μάτι για να σε ιδή», σκύλιασε ο -Μήτρος: «Μωρέ, να μη σώσω να τηνέ ιδώ, αν είναι να τηνέ ιδώ σε -τέτοια χάλια. Κάλλιο στα βουνά καλόγερος και ρημοσπίτης, παρά -γαμπρός με στραβό πόδι!» - -Κ' έτσι της καλής του η ενθύμηση του ξάναψε τον καημό. Πού να -πάη στο Μελίσσι, και τι να τον κάμουν σαν πάη; να τονέ -μπαλσαμώσουν και να τον καμαρώνουν; Να τον κρεμάσουν στον τοίχο -για κόνισμα; Και φαντάζονταν γαμπρό τον εαυτό του να τον -τριγυρίζουν την ώρα του _Ησαΐα_ κουτσό με τόνα πόδι να μη μπορή -να καθίση σταυροπόδι στο φαΐ, να μη μπορή να σύρη το χορό, να -τρέξη, ναντρειευτή, να παλέψη, να χωρατέψη, να γλεντήση. Κ' -έβλεπε τον εαυτό του καραβοκύρη στο καϊκάκι του, να μη μπορή να -βασταχθή στα πόδια του, νακκουμπάη σε ραβδί, να κρατειέται από -τα σχοινιά, να καρτερή από τους άλλους το κάθε τι. Της νύφης -της έταξαν λεβέντη, και θα της έδιναν τώρα σημειωμένον άνθρωπο! -Δεν το καταδέχονταν κι ο ίδιος να τη σκλαβώση· κι αν δεν το -δείξη αυτή, κι αν κάνη την καλόκαρδη, μέσα της θα την τρώη -κρυφό μαράζι. Έτσ' είν' ο κόσμος· κι αυτός το ίδιο θάκανε· -κάλλιο να φορτώνονταν την πανούκλα, παρά σημαδιακή γυναίκα. - -«Θαν το χάσω το παιδάκι μου, έλεγε παραπονετικά η Δήμαινα· όχι -από το πόδι του· απ' το ντέρτι που νοιώθει για το πόδι του». - -Κ' έκλαιγε κ' έκανε το σταυρό της. Κ' οι τρεις οι αχώριστοι -δούλευαν και τον είχαν πάντα στο νου τους τον Αφεντομήτρο, κι -άφιναν τη δουλειά για να τρέξουν στο πλάγι του, και τον -συντρόφευαν και τον παρηγορούσαν. Του κάκου· δεν ήθελε νακούση -τίποτε τρεις μήνες υπόμενε· δεν μπορούσε πια να το νοιώθη -τάτιμο, ξεραμένο απάνω του, κορμί κ' εκείνο απ' το κορμί του. -Θάδραχνε το πριόνι και θα το πριόνιζε, θάρπαζε το τσεκούρι και -θα το πελέκαγε· δεν υπάρχει θεός· τελείωσε! - - -Ήρθεν ο αύγουστος. Ο βαρεμένος μπορούσε να πάρη το πόδι του, μα -να τον πάρη ανθρώπου μάτι δεν ήθελε, κ' έμενε στο σπίτι του -κλεισμένος. Από το παραθύρι του κανείς αντίκρυζε τον ήμερο -γιαλό του Θαλασσοχωριού ναλλάζη χίλια χρώματα, σα χίλια όνειρα -σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ' το πρωί ως το βράδυ· -αντίκρυζε κανείς το πέλαγος ροδογάλανο την αυγή, το μεσημέρι -ασημοχρυσωμένο, μαυροπράσινο σε λιγάκι, μενεξεδένιο μια στιγμή -στο βασίλεμα· και κάποτε τρεμούλιαζε μ' όλα μαζί τα χρώματα σαν -κόσμος ολόκληρος με κάθε λογής έγνοιες και πάθη. Κ' οι άνεμοι -τον έσπρωχναν τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού πότε βαθειά στο -κανάλι, πότε τον ξέχυναν περίσσιο προς τη στεριά· κι άλλην όψη -τούδινε ο βοριάς, άλλη γλυκάδα ο μαΐστρος, άλλη μυρουδιά ο -πονέντες, άλλα κύματα η νοτιά. Κι ο βαρεμένος απ' το παραθύρι -του, κάλλιο απ' τα χρώματα όλα κι απ' τα μουρμουρίσματα κι απ' -τες πνοές κι απ' τα κάλλη όλα εκείνα, έννοιωθε τα μονόξυλα που -έσχιζαν ανάλαφρα τα ήσυχα νερά, με το λευκό παννάκι, πρύμα, και -δύσκολα τα ξεχώριζες από τις μαύρες φαλαρίδες κι απ' τα -γλαρόνια τα βαμπακόφτερα. Κ' έβλεπε τα ψαροκάικα να -πηγαινόρχωνται φορτωμένα στο μόλο· παραπέρα οι μαούνες έπαιρναν -τα πριμαρόλια της σταφίδας, για τη μεγάλη χώρα. Κι από την πίσω -μεριά του σπιτιού ξεχώριζεν η πράσινη γραμμή του κάμπου. -Κεχριμπαρένια γυάλιζαν τα σταφύλια στα κλήματα κ' οι σταφίδες -μαυρολογούσαν σταλώνια. Πώς εμοσχοβολούσεν ο κάμπος ο -πολύκαρπος! Κάθε νοικοκύρης, με το γλυκοχάραμα και με το -σουρούπωμα, βρίσκονταν σε σύρε κ' έλα αδιάκοπο. Κ' η αργατειά, -Κεφαλλονίτες με τσαπιά κι Αμπλανίτισσες με καλάθια, -περνολογούσαν από κάτω απ' το παραθύρι. Κ' η θάλασσα του -έστελνε την άρμη της. Ο κάμπος τη μοσκοβολιά του. Κι όσο τον -έννοιωθε τον εαυτό του σακατεμένο, τόσο του φαινόταν ο κόσμος -ωραιότερος κι όσο τάβλεπε μαραζωμένα τα νιάτα του, τόσο του -φαίνοταν ο κόσμος πως ξανάνιωσε. Πού θα βρισκόταν κι αυτός -τέτοια εποχή; Πού θαρμένιζε και πού θα δούλευε; Ζωή κι αυτή, να -τηνέ πούμε! - -Οι σύντροφοι δεν τον εστένευαν, εκοίταζαν μόνο να τον -καλοκαρδίσουν, και όλο τούλεγαν πως θα σιάξη το πόδι με τον -καιρό, και καθώς δεν ήθελε νακούση τίποτε για τους γιατρούς -τους διαβασμένους πόβγανε η Αθήνα, του μιλούσαν όλο για -κομπογιαννίτες του χωριού, που γιάτρευαν κάθε λογής αρρώστια με -τα δικά τους γιατροσόφια. Και, καθώς τυχαίνει πάντα, καθένας -εύρισκε στα βάθη του μυαλού του μιαν ιστορία μ' έναν άρρωστο -αποφασισμένο απ' το γιατρό και γλυτωμένο απ' τον κομπογιαννίτη. -Μα και νέοι και γέροι, ψαράδες, καραβοκύρηδες, πραγματευτάδες, -ξωμάχοι, γραφιάδες, ο δάσκαλος, ο παπάς και ο δήμαρχος ακόμα, -κι όλοι όσοι έρχονταν και τον έβλεπαν, όλοι τούδιναν γνώμη να -μη το βάλη κατάκαρδα, να κάνη υπομονή, μα και να φεύγη μακρειά -από γιατρούς. Το κάτω κάτω της γραφής, δε χάθηκαν οι πραχτικοί· -αυτοί κάνουν σωστή δουλειά. - -Μια μέρα, το δεκαπενταύγουστο, τρεχάτος ήρθε ταποβραδύς ο -Γιαννάκος ο Ταρνάναμας. Έφτασεν απ' το χωριό της Λυγαριάς ένας -περίφημος γιατρολόγος, ο Κοπανίτσας· καλεσμένος απ' το σπίτι -του Μελέτη, για να του γιατρέψη τη φάγοσσα. Ήταν ακουσμένος σ' -όλη τη Ρούμελη, και πέρ' ακόμα, στο μισό Μωριά. Και καθώς τον -παίρνουν μυρουδιά στο Θαλασσοχώρι, κόσμος και κόσμος τρέχει να -τονέ βρη. Για κάθε αρρώστια ξέρει, και όλες τις γιατρεύει· -χειρουργός μοναδικός. Όσους κι αν ρώτησε γι' αυτόν ο Γιαννάκος, -του είπαν πως κάνει θαύματα. Γιατί να μην τον φέρουν να ιδή το -Μήτρο; Τί θάχαναν; - -Με τον καημό που τραβούσε ο Μήτρος, τους εκατάφερεν αγάλια -όλους εκείνους που τον αγαπούσαν, που τον εσυγύριζαν και τον -παραστέκονταν, τους εκατάφερε και πίστευαν πως το χειρότερο -κακό δεν ήταν πως χτύπησε το πόδι του, άλλα πως θάμενε κουτσό -το πόδι του. Να τα δοκιμάσουν έπρεπε όλα, για να προλάβουν -τέτοια συμφορά! Και να μην τα πολυλογώ, τον έφεραν τον -Κοπανίτσα. Τον ήθελε το παιδί, τον ήθελεν η μάννα, τον ήθελαν -οι τρεις τους κι όλο το συγγενολόγι. Και όσους ρώτησαν τους -είπαν: «Να τον πάρετε!» - -Φουστανελλάς, απάνω κάτω πενηντάρης, ψηλός, ξερακιανός, μυταράς -και σπανός και, μωρέ παιδιά, σημειωμένος. Σαν να του ξυνοφάνηκε -τάρρωστου, καθώς τον αντίκρυσε· μα τι να κάμη πια; Στραβός μ' -ένα μάτι που έβλεπε για δυο αποκάτου απ' τη μαυρίλα των -μαλλιαρών φρυδιών του· μα μπήκε στο σπίτι μ' έναν αέρα, μ' έναν -αέρα! Το κοίταξε το πόδι, το ζούπηξε, το γύρισε. - -«Θα στο γιατρέψω, είπε· θα στο κάμω κατά πως ξέρω γω. - - — Απ' το θεό και στα χέρια σου, γιατρέ. - - — Να περάσουν πρώτα τρεις τέσσερες μέρες. Θα πάμε κατά το φως -του φεγγαριού. Τώρα είναι ημέρες αχαμνές· θα βρούμε την καλή τη -μέρα. Γιατί είναι ημέρες που και απλό αίμα να πάρης απ' τον -άνθρωπο, μπορεί να του φέρης μεγάλην αρρώστια, μπορεί να τον -χαλάσης. Έχουμε τώρα δεκατρείς του μηνός θα ιδούμε στις -δεκάξι». - -Κ' εγύρισε στην Δήμαινα προστάζοντας γοργά: - -«Πέντε δράμια σιναμική, δέκα δράμια μαστίχα, οχτώ δράμια -ρεβέντι, πέντε δράμια αρσενικό λιβάνι, δύο δράμια πιπερόρριζα, -δύο δράμια κανέλλα· κοπάνισέ τα. Πάρε μία οκά μέλι, βγάλε τον -αφρό του, βράσε τα λιγάκι με το μέλι, ύστερ' ανακάτωσέ τα καλά -και δίνε του να τρώη· αυτό είναι το πλέον δυναμωτικό ματζούνι -μ' αυτό μπορεί να βαστάη κάθε τι· έχει ανάγκη να δυναμώση». - -Κι όσο που ναρθούν οι δεκάξι, τόστρωσε βαρειά στο σπίτι· μήτε -από το σπίτι τον άφιναν να φύγη· έπρεπε να τον ευχαριστήσουν με -το παραπάνω το γιατρό· μήτε κι ο γιατρός είχεν όρεξη να γυρνάη -στα μαγειρειά του Θαλασσοχωριού και να ξενυχτάη στα χάνια του. -Κ' ήτον όλο λόγια, κι όλο ιστορούσε τα πράματα και τα θάματα -της ιατροσύνης του. Κι ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο -Κανίνιας και η Ταρία Ταρέλα δεν τον άφιναν απ' το πλάι τους και -τον άκουγαν με στόμα ολάνοιχτο. - -Και ξημέρωσεν η μέρα που την περίμεναν με καρδιοχτύπι. Στις -δεκάξι του τρυγητή, με τους μούστους και τα πρωτοβρόχια, με τα -στερνά τα χελιδόνια και τα στερνά σταφύλια, λέει ο Κοπανίτσας -του Μήτρου: - -«Καρδιά κομμάτι· θα πονέσης λιγάκι, κ' ύστερα όλα θα περάσουν. - - — Από πόνους βαστάω, γιατρέ· μόνο το πόδι μου. . .» - -Ο Κοπανίτσας έκαμε νόημα στο Μάρκο τον Κανίνια και στους άλλους -δυο: - -«Να τον βαστάξετε καλά, μα καλά. Κυρά, το τοίμασες τανακόλι;» - -Στη μέση του οντά έστρωσαν χράμια και παπλώματα, κι απάνω εκεί -τον ξάπλωσαν το Μήτρο. - -«Έτοιμο το ρακί; — Έτοιμο. Πιε, Μήτρο!» - -Κι ο Μήτρος το ρούφηξεν, ως πενήντα δράμια. - -«Γεια σου, θερίο!» - -Και πιάνει και τον βάνει ανάσκελα κι αρπάζει το πόδι το δεξί, -το πονεμένο, και το σταυρώνει απάνου στο ζερβό τον ώμο· κι -αδράχνει και το ζερβί και το σταυρώνει απάνου στο δεξί τον ώμο. -Κ' έπειτα δίνει μια, και πατάει, ναι, πατάει απάνου στο -χτυπημένο πόδι. Ένα _κρακ_ ακούστηκε, κ' ένα μούγγρισμα, ένα -λιονταρήσιο μούγγρισμα του βασανισμένου. Το σπίτι εσείστηκε κ' -οι τρεις δε μπορούσαν να τον κρατήσουν, όπως ανατινάζονταν και -σπαρτάριζε. - -«Βόηθα, Χριστέ και Παναγιά! έκραξε η Δήμαινα. - - — Μωρέ, μη λιγοψυχάς, Μήτρο! έκαναν οι άλλοι. - - — Μ' έφαγες, οχ! μούγγριζεν ο Μήτρος. - - — Τώρα είσαι σαΐνι! σε δεκατέσσερες μέρες θαβγής όξω!» - -Είπεν ο Κοπανίτσας και πάλι εγύρισε στη Δήμαινα προστάζοντας -γοργά: - -«Μολύβι κοπανιστό, βάλε το στο ξίδι, να κάμη δύο μέρες, έπειτα -κάψε το καλά με το θειάφι, να γίνη στάχτη· κι αυτή τη στάχτη -ανακάτωσέ την με χώμα κόκκινο, κερί, λιβάνι, μαστίχα κι -αγουρόλαδο, και βάλε την απάνου στο πόδι την αλοιφή πρωί -βράδυ». - -Κι άλλα λόγια δεν ξανάειπεν, ούτε πρόσταξεν. Έξω στην πόρτα τον -περίμενε το μουλάρι του. - -Έχωσε στο σιλάχι του τα δυο εικοσιπεντάρικα που πήρε κατά τη -συμφωνία στον άρρωστο και τους γερούς άφησε γεια, και κανείς -δεν τον ξανάειδε. - -Από τότε κι ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης δεν ξανάειδε προκοπή. -Πέρασαν οι δεκατέσσερες μέρες κι αυτός δεν είχε σηκωθή από το -στρώμα του, κι ούτε που ξανασηκώθη. Το πόδι επληγίασε κι -αφόρμισε· κι ο Μήτρος μέσ' στο στρώμα σαν παράλυτος, έρρευεν -απ' την αρρώστια κ' έλιωνεν από τον πόνο. Και πέρασαν δυο -μήνες. Μπήκεν ο χειμώνας· νοτιά· σαράντα μερονύχτια αδιάκοπη -βροχή· χορτάριασαν οι τοίχοι, κι ο μολυβένιος ουρανός εβάραινε -την καρδιά, κ' η νοτιά τρυπούσε τα κόκκαλα· αλλοίμονο στον -άρρωστο! - -Έτυχε το χειμώνα εκείνον να διαβή από το θαλασσοχώρι κι άλλος -γιατρολόγος. Αυτή τη φορά τα μαντάτα τάφερεν ο Μάρκος ο -Κανίνιας. Έπεσαν μια φορά στα χέρια των γιατρολόγων· ήταν, -φαίνεται, γραφτό να μη γλυτώσουν απ' τα χέρια τους. Μέσα στη -μαύρη στάχτη του καημού φτάνει μια τιποτένια αφορμή, παραμικρό -άκουσμα, μιαν ελαφρή πνοή, κ' η σπίθα της ελπίδας τινάζεται απ' -τη στάχτη. Κι άλλος γιατρός ήρθε; Λαχτάρησεν ολόκληρο το σπίτι -γύρω στον άρρωστο. Να τον πάρωμε κι αυτόν. Χειρουργός ήταν κι -αυτός, Μωραΐτης, Κουζουνόπουλος εκράζονταν. Φάνηκε με φούμαρα. -Δική του υπόθεση τον έφερε στον τόπο εκεί· βιαστικός ήταν· δεν -τον εσύμφερε να μείνη για έναν άρρωστο· μια φορά πάλι να τον -ιδή, δεν βγαίνει τίποτες. Έπρεπε να το πάρη δουλειά ξεχωριστή, -και να κάμη ταχτική κούρα· μήνες χρειάζονται, καιρός, υπομονή. -Έχουν παρά να του μετρήσουν; έτσι και καλά· ει δε μη, δεν έχει -τίποτ' άλλο να τους πη. Κ' η μάννα του Μήτρου και ταχώριστα -συντρόφια το πήραν απόφαση. Μάζωξαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, -ξεπουλήματ' από δω, δανεικά από κει, ανοίχτηκαν κομποδέματα, -βοήθειες εδόθηκαν — γενναία φέρθηκαν κ' οι θαλασσινοί για τον -κατακαημένο το Μήτρο — κ' έτσι του είπαν του Κουουνόπουλου: - -«Πεντακόσες δραχμές θα σου δώσουμε μα να τον γιατρέψης πρώτα. -Τις βάζουμε σε δεύτερο χέρι. Θα τις πάρης από τον Παπαθύμιο. - - — Ας είναι κ' έτσι, είπεν αυτός, και θρονιάστηκε στο σπίτι του -βαρεμένου. - -Και δος του μαντζούνια στον άνθρωπο, δος του βεντούζες στο πόδι -και βιζιγάντια κι αλοιφές· και σήκωναν καντήλες οι αλοιφές· κ' -οι καντήλες έσπαναν, κ' ετρεχεν ύλη, κι άνοιξε πληγή το πόδι, -κ' έβαζε μέσα φτίλι, και την άλλαζε κάθε μέρα, και την άνοιγε -κάθε αυγή, και την άρμεγε. Πενήντα μέρες το επιχειρίστηκε με -τέτοιον τρόπο. Και τις πενήντα έτρωγε κ' έπινε κ' εκοιμότουν -στο σπίτι σαν πασάς, και ξόδευεν η Δήμαινα. Και πάει καλήτερα, -κι όλο και καλήτερα έλεγε σ' όσους τον ερωτούσαν. Στα στερνά -ζήτησε και καμιά πενηνταριά δραχμές. «Πάει καλήτερα, κι όλο και -καλήτερα!» Και τις πήρε κι ούτε που ξαναφάνηκε. - - -Κι ο βαρεμένος μέρα τη μέρα κι ώραν την ώρα πήγαινε χειρότερα. -Και ξαναφάνηκε στο σπίτι όχι πλέον ο γιατρολόγος της Λυγαριάς, -ούτε ο Μωραΐτης, αλλ' ο γιατρός του Θαλασσοχωριού, ο πρώτος που -τον είχε κοιτάξει. Πάλι στα πόδια του έπεσαν. Αλλ' όταν τον -ξανάειδεν ο γιατρός τον άρρωστον ύστερα' από εφτά οχτώ μήνες -που τον άφησε, τόσο τον λυπήθηκε, που ξέχασε και να θυμώση -ακόμα και να φωνάξη καθώς εσυνήθιζε· λιγάκι και θάκλαιγε· μα -δεν έβγαναν από τα μάτια του δάκρυα. - -«Ακόμα στο στρώμα είσαι; του είπε· κάτι θάκαμες! Αμ' δε μ' -ακούτε, δε μ' ακούτε, μωρέ σκυλιά! Δε σου είπα να μην το -κουνήσης το πόδι;» - -Το κοίταξε το πόδι, το ξανακοίταξε, και καθώς τον είδεν εκείνον -έτσι αμίλητο και αποσωμένο· - -«Ε! δεν έχεις τίποτε, του ξαναλέει, θα γίνης καλά.» - -Αλλά, κρυφά στη μάνα του, και στις άλλες που παράστεκαν, είπε -ξερά και παστρικά: - -«Αδύνατο να γιατρευτή. Οι τσαρλατάνοι που φέρατε τον σκότωσαν -τον άνθρωπο· κόπηκαν τα νεύρα κ' έμασαν· γάγγραινα· δουλεύει -βαθειά· δε γλυτώνει, αν δεν του κοπή το πόδι. Κοιτάχτε το -γληγορώτερο να τον πάτε στην Αθήνα προφτάστε τον». - -Τρεις μέρες και τρεις νύχτες η χήρα η Δήμαινα, τα δυο της -ταδέρφια, ο γυρολόγος κι ο σιδεράς, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο -Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα, ο Παπαθύμιος, ο -δάσκαλος κι ο δήμαρχος πολεμούσαν να τον καταφέρουν. Τρεις -μέρες και τρεις νύχτες όλα τάκουγε, κ' έδινε πάντα μιαν -απόκριση, την ίδια κ' απαράλλαχτη: - -«Κάλλιο θάνατος παρά να περπατώ μ' ένα πόδι!» - -Η αλήθεια είναι πως κι ο δήμαρχος κι ο δάσκαλος κ' η Ταρία -Ταρέλα κι ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κι ο Μάρκος ο Κανίνιας κι ο -σιδεράς κι ο γυρολόγος κ' η χήρα η Δήμαινα τον είχαν -αποφασίσει· δεν πίστευαν σ' ανθρώπου τέχνη πια· γραφτό του -ήταν, έλεγαν, κι απ' του Θεού το θέλημα περίμεναν. Δεν ήθελαν -να τον στενοχωρήσουν και πολύ, κι ούτε να τον ξεγελάσουν, ούτε -να τον πάνε στην Αθήνα στανικά. Το κάτω κάτω, ας μην το -κρύβουμε, όλοι τους ανατρίχιαζαν βαθύτερα από κάθε τι, σαν -εφαντάζονταν το Μήτρο μονοπόδαρο. Τι πεθαμμένος, τι -σακατεμένος! Καλά καλά δεν μπορούσαν να το ξεχωρίσουν τόν' από -τάλλο, τα δυο κακά. Όσο για τη χήρα Δήμαινα, από μήνες τώρα -είχε λίγα λόγια και πολλή συλλογή. Ένας στοχασμός λίγο λίγο -ανέβαινε κι απλώνονταν όσο που ξεχείλισε μέσα στο νου της. Το -παιδί το είχαν μαγεμένο! η αρρώστια του δεν ήταν αρρώστια του -Θεού, το κακό του ήταν ανθρώπινο κακό· εδώ δεν παίζει τύχη, εδώ -είναι μάγια, του άλλου κόσμου σύνεργα. - -Της Μόρφως η μητέρα, η Γαρουφαλιά με τόνομα, που ρίχνει τα -χαρτιά και ξορκάει ταερικά, μάτιασε το παιδί, βάλθηκε να το -ξελογιάση με την κόρη της. Κι αφού είδε πως της ξέφυγε απ' τα -χέρια, κι άλλης θυγατέρα θα το έπαιρνε, βάλθηκε να το -ξεπαστρέψη· σωστά, της είπεν η Αργύρω. Μια βραδειά η Αργύρω, -γυρνώντας από τη βρύση, με τη βαρέλλα της, είδε δυο γυναίκες -μισοσκεπασμένες μπρος απ' το σπίτι της Δήμαινας· κ' είδε στο -φως του φεγγαριού την ψηλότερη να φοβερίζη με το χέρι της -τεντωμένο προς το σπίτι, και την άλλη την κοντούλα να κράζη με -στρίγλικη φωνή: «Καλά σ' έχω!» Και τις γνώρισεν η Αργύρω, τη -Γαρουφαλιά και τη Μόρφω! Καλά της τάχαν πει κ' η Λάμπραινα κ' η -Ντορογιάννενα κ' η Καρασεβδού κ' η Μαριγώ η ζωντοχήρα· βούιζεν -όλο το Θαλασσοχώρι· δεν ήταν πια μυστικό· η Γαρουφαλιά βάλθηκε -να τον επαστρέψη με τα μάγια το Μήτρο της να μην ιδή πια -προκοπή. Τράβηξε κατά την Άρταν η Γαρουφαλιά κ' ηύρε τις -Τούρκισσες, τις μάγισσες, και τις πήρε σημάδια. Κ' η Μόρφω η -σκρόφα, απ' την ημέρα που αρρεβωνιάστηκε στο Μελίσσι ο Μήτρος, -τον έγραψε με τους πεθαμμένους, και του έκανε συλλείτουργο, κ' -έβαλε και τον μνημόνεψαν ζωντανό στις τρεις και στις εννιά, -στις σαράντα, τα τριμήνια, τα ξαμήνια, το χρονιάτικο. Μάννας -κόρη! Κι αυτά τα μάγια είν' αλάθευτα· σ' όποιον τα ρίξουν -ξεπατώνεται. Αχ! η σκύλα η Μόρφω! Είχε στείλει η μάννα της -προξενιά της Δήμαινας, προξενιά για το Μήτρο. Κ' η Δήμαινα είχε -ειπεί στην προξενήτρα: - -«Εγώ τανάθρεψα με την τσίτα της σαΐττας και της χηριάς τα πάθη, -και τόβγαλα παλληκάρι εικοσιοχτώ χρονώ· και τώρα πάρχισα να -βλέπω το καλό του, θα το παντρέψω μικρό μικρό; Και ποιαν να -πάρη; τη Μόρφω!» - -Και πάλι έβαλε κι άλλη προξενήτρα κι αποκρίθη και σ' αυτή: - -«Εγώ νίβομαι κι απονίβομαι· αν τη θέλει, ας την πάρη. Μα στο -σπίτι μου να μην τον ξαναϊδώ!» - -Και σε λιγάκι ο Μήτρος άλλαξε δακτυλίδια με τη Φρόσω του Σεβδά. - -Η χήρα η Δήμαινα άφησε κατά μέρος τους γιατρούς με τα -γιατροσόφια τους, κι αντί να πάρη το παιδί να τρέξη στην Αθήνα, -τάφησε ένα πρωί στο στρώμα και τράβηξε κατά την Πάτρα. Πήγε κ' -ηύρε τη γριά τη μάντισσα, που ζούσ' εκεί ξακουσμένη σ' όλη τη -Ρωμιοσύνη· που μάντευε για την αγάπη και για την έχτρα, για τον -απάνου και για τον κάτου κόσμο, για τη ζωή και για το θάνατο· -που γιάτρευε το μπόδεμα και το μάτιασμα, που είχε γνωριμία με -τις νεράιδες, κ' έπιανε κουβέντες με τα ξωτικά. Την ηύρε στην -απάνω χώρα, μέσα σ' ένα καλύβι, σκυμμένη απάνου σε χαλκωματένια -πέταλα, σε ντύματα φιδιού, σε λύκου δόντια, σε χαρτιά και σε -κόκκαλα, σε μπαλσαμωμένα κοράκια, σε μαγικά βοτάνια, σε μύρια -σύνεργα. Καθώς την είδε τη Δήμαινα, κούνησε το κάτασπρο -μαντιλωμένο κεφάλι της και είπε: - -«Ξέρω γιατ' ήρθες για το παιδί σου. Σημάδια του έφερες;» - -Κ' η Δήμαινα, που ήταν ορμηνεμένη, της έδωσε σημάδια από τα -μαλλιά του. - -«Καλά· αύριο την αυγή ναρθής να πάρης απόκριση.» - -Και γύρισε την αυγή κι άκουσεν από το στόμα της μάντισσας: - -«Αδύνατο να γιατρευτή· τόχουν κάμωμα φοβερό! Την ώρα που έπεσε -και χτύπησε, — πριν πέση — δώδεκ' Αρμένισσες έτρωγαν και -γλεντούσαν· πάτησ' απάνου στο τραπέζι τους. (Και της έδειξε μια -φλούδ' από λεμόνι.) Η μια, καθώς τον είδε, τον ζηλοφθόνησε, τον -έσπρωξε, τον έρριξε, τον τσάκισε. Τον έχουνε στο μάτι οι -Αρμένισσες. — Θεός φυλάξη από τέτοια στοιχειά — γιατ' ήταν από -καιρό μαγεμένο το παιδί σου, και ήταν γραμμένο με τους -πεθαμμένους!» - -Και της έδωσε βοτάνια μαγικά, να του δίνη το ζουμί τους, όταν -τονέ θυμώνει ο πόνος, να του περνά. Κ' έννοιωσεν η Δήμαινα πως -για παρηγοριά της τάδινε κι όχι για γιατρειά. - -Και γύρισε στο Θαλασσοχώρι και στο γιο της έφερε μόνο τα βότανα -της μάντισσας, χωρίς να του φανερώση και τα λόγια της. Και ο -γιος την περίμενε σαν το χελιδόνι του μαρτιού. Δεν άκουγεν από -γιατρούς, αλλά τα μάγια τα πίστευε. Για τούτο κ' ύστερα από -λίγον καιρό, σαν έφεραν από το Μελίσσι για να τον ιδή μια -μάγισσα, μιαν Οβριά, ο Μήτρος την εδέχτηκεν εκεί στο στρώμα -καρφωμένος, όπως δέχονταν καπετάνιος το πρύμο ταεράκι στα -ταξίδια του. Σταχνό του πρόσωπο άστραψαν τα μάτια του, κ' ένα -χαμόγελο, σαν άστρο σε φουρτουνιασμένον ουρανό, του γλύκανε τα -χείλη. Μονάχα μια φορά τον είδεν έτσ' η Φρόσω του, η -αρραβωνιαστικειά του, κι όχι άλλος κανείς. Η Οβριά λίγες μέρες -είχε που εφάνη στο Μελίσσι από τα Γιάννενα. Την είχε κλέψει -ένας Γιαννιώτης και την έφερεν εκεί· βαφτίστηκε και -στεφανώθηκεν. Ερωτοχτυπημένη, νεοφώτιστη, νιόπαντρη, και -μάγισσα! Καθαρομελάχρινη, λυγερή, μορφοκαμωμένη, και γλυκόλογη· -τι χρειάζονταν η μαγική της μπρος στη ματιά της! Έσκυψε και τον -κοίταξε ήμερα και σπλαχνικά, κι ο Μήτρος εφαντάστηκε πως -τελείωσαν τα βάσανά του, και δεν απόμενε άλλο, παρά να τονέ -πάρη από το χέρι και να του ειπή: «Σήκω και περπάτησε!» κι -αυτός να σηκωθή και να περπατήση. Τα πίστευε τα μάγια, τον -μάγευεν η ομορφιά. - -Η Οβριά ζήτησε το δεξί του το πόδημα· και το πήρε κ' έρριξε -κάτι μέσα σ' αυτό, κάτι που έμοιαζε σα διάργυρο, και πρόσταξε -να το βάλουν έξω, πάνω στα κεραμίδια να ξενυχτήση. - -«Ό,τι κι αν ακούσετε τη νύχτ' απόψε, τους είπε, να μη -μιλήσετε.» Και πάλι ξανάειπε στους άλλους του σπιτιού: - -«Για να ιδήτε πως κιντυνεύει το παιδί από κάμωμα! το τσάκισαν -οι νεράιδες το παιδί.» - - -Και διόρισε κι αυτή κάτι χόρτα, να τα πίνη βρασμένα με κρασί. - -Το βράδυ έπεσαν να κοιμηθούν. Χειμώνας ήταν ακόμη, μα η νύχτα -ήταν ανοιξιάτικη, κατάστερη. Η Δήμαινα μονάχη ξενυχτούσε το -Μήτρο· στο πλάγι του έστρωνε κ' έπεφτε· πολλές φορές -ξημερώνονταν στο πόδι. Τη νύχτα εκείνη, κι όλη του κόσμου την -υγεία και την ξεγνιασιά να κρύβαν μέσα τους, πάλι δε θα -κλειούσαν μάτι μάννα και παιδί. Θυμούνταν τα λόγια της Οβριάς: -«Ό,τι κι αν ακούσετ' απόψε, να μη μιλήσετε!» Και τους δυο ένας -φόβος τους ετάραζε και μια ελπίδα τους εζέσταινε. Στον πλατύν -οντά το κρεμαστό καντήλι θαμποφωτά, κι άλλο δεν ξεχώριζαν μέσα -εκεί παρά το εικονοστάσι με το μαυρισμένο το Χριστό και τον -ασημωμένον Άη Νικόλα, κ' ένα τρομπόνι μ' ένα κουπί, και τα δυο -ταραρριχτά σε μια γωνιά του τοίχου. Κι ο Μήτρος κάρφωνε -άγρυπνος το μάτι απ' το καντήλι στα κονίσματα, κι από κει στη -γωνιά, σαν κάτιτι να καρτερούσε νάβγη ακόμα κι απ' αυτά, που -ξάνοιγε μονάχα στο σκοτάδι εκεί, κάτι μυστικό κι ανέλπιστο· και -μέσα στο σκοταδερό το φως, ο ήσκιος πόρριχνε ο Χριστός και -τασημένιο φέγγος τ' Άη Νικόλα και του κουπιού το μάκρος και η -θωριά του τρομπονιού σμίγανε και φάνταζαν, και γίνονταν -μαυράδια αλλόκοτα και σχήματα που σειούνταν, σα να -κρυφομίλαγαν, και πλάσματα αλλόκοτα, που λίγο μόνον έλειπε για -να ξεσκεπασθούν, και να φανερωθούνε ξωτικές και μοίρες και -ψυχές . . . ποιος ξέρει τι θα φανερώνονταν; Κ' είχε χτυπόκαρδο -ο καημένος, κι ο νους του ήταν γεμάτος από ιστορίες άλλου -κόσμου και παραμύθια άλλου καιρού, κ' επρόσμενε σαν κατάδικος -να ιδή: θα τονέ κόψουν ή θα του δώσουν χάρη; Και σαν ήρθαν τα -μεσάνυχτα, εκεί που η νύχτα ήταν ανοιξιάτικη, κατάστερη, γεμάτη -σιγαλιά, ψηλά στα κεραμίδια του σπιτιού ξεσπάει μεγάλη ταραχή, -χαλίκια πέφτουν, σα νάστησαν πετροπόλεμο του σπιτιού, χαλάζι -λες και ρίχνει ο ουρανός απάνω στη σκεπή· σφυρίγματα -γρικειούνται, μιλήματα ακούγονται. Ταράζεται το πάτωμα, βογγούν -τα παράθυρα, τρίζουν οι πόρτες, μπροστά στα μάτια του παιδιού -χοροπηδούν παράξενα καντήλια, και κονίσματα και φώτα και σκιές. -Πιάνετ' ο ανασασμός του· δε μπορεί, αλλ' ούτε και που θέλει να -μιλήση· θυμάται της Οβριάς τα λόγια, τρέμει μην του πάρουν -νεράιδες τη μιλιά· με το μακρύ ραβδί, που κρατούσε στο πλευρό, -κουνάει τη μάννα του μήπως κοιμάται και δεν έννιωσε τι έτρεχε· -κ' η μάννα δίχως να μιλήση χτυπάει το πάτωμα, για να του πη πως -ήταν έξυπνη και τα κατάλαβε. Κι από την ώρα εκείνη μάννα και -παιδί στέκονταν άσειστοι κι αμίλητοι και καρτερούσαν, και κάθε -κρότος είχε πάψει κ' η σιγαλιά ξαναχύθηκε, κ' οι δυο τους -άκουγαν, όλο κι άκουγαν σφυρίγματα, πετροβολιές, φωνές, ως τα -ξημερώματα. - -Και ξημερώνοντας, νά κ' η Οβριά! Της λεν τι έτρεξε τη νύχτα· -ζητάει το πόδημα που ξενύχτησε στα κεραμίδια, το κοιτάει καλά -καλά, λιγάκι συλλογίζεται, γλυκογελάει του Μήτρου και λέει -χωριστά της Δήμαινας: - -«Δε σας το είπα εγώ; το παιδί είναι μαγεμένο· των αδυνάτων να -γιατρευτή. Αν πιάνονταν από την αρχή με τα μαντολόγια και δεν -έμπλεκε με γιατρούς, θα γλύτωνε· αυτό είν' η αλήθεια!» - -Κ' όσο τους απέλπιζαν κ' οι μάντισσες, τόσο στα μαντολόγια -έρριχναν τις ελπίδες τους. Κ' η Δήμαινα με ταδέρφια της, το -γυρολόγο και το σιδερά, πήραν στερνή μεγάλη απόφαση. Στον -Έπαχτο εζούσεν ένας μάντης. Διάβαζε τη σολομονική· δεν ήταν -παίξε γέλασε· μέσα σ' αυτή μάθαινε πως γιατρεύεται κ' η πιο -κακή αρρώστια. Ξόρκιζε τα δαιμόνια, μέσα σε ασκιά τα κλειούσε -και μέσα σε αγγειά τα φυλάκωνε, γιατ' είχε τη σφραγίδα του -Σολομώντος και μ' αυτή τα σφράγιζε. Γνώριζε πού φύτρωνε το -τετράφυλλο τριφύλλι και μ' εκείνο έκανε υποταχτικούς του τα -ξωτικά. Κ' εστείλανε στην Έπαχτο την Ταρία Ταρέλα με χρήματα, -με γράμματα, με σημάδια και με χίλια παρακάλια. Ο μάντης πια -θάλεγε τον τελευταίο λόγο· το πήραν απόφαση· δεν είχαν πλέον να -ελπίσουν από πουθενά. - -Και μ' ένα ψαροκάικο κίνησεν η Ταρία Ταρέλα ίσα κατά την -Έπαχτο. Κ' έφτασεν αποβραδύς, και δίχως να ξανασάνη, να -ξεκουραστή, δίχως να πη κανενός τίποτε, ρωτώντας και -γυρεύοντας, τον ηύρε το μάντη το ίδιο το βράδυ. Κι ο μάντης -ήταν ένας παλιοντυμένος κιτρινιάρης, με κάτι μακρυά γένεια -ολόμαυρα· μιλούσε σιγαλά και ποτέ του δε γελούσε. Του έβαλε στο -χέρι η Ταρία Ταρέλα ένα δεκάρικο και του λέει: - -«Να κοιτάξης ένα πού δε μπορεί, και να τον κάμης καλά.» - -Κι ο μάντης ζήτησε κι αυτός σημάδι, τρίχες από τα μαλλιά του -Μήτρου, κι αποκρίθηκεν ευθύς: - -«Αύριο το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, να βρεθής εδώ.» - -Και το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, ο μάντης έλεγε στο -σύντροφο του Μήτρου: - -«Μήτρο τονέ λεν το βαρεμένο, στο Θαλασσοχώρι κάθεται, το σπίτι -του είναι αντίκρυ από την εκκλησιά· χήρα η μάννα του, Δήμαινα -τηνέ κράζουν..» - -Και τάχασεν η Ταρία Ταρέλα, κι ανατρίχιασε· δεν του είχε ειπεί -τίποτε, μήτε και με κανέναν άλλο είχε μιλήσει εκεί στον Έπαχτο. -Και νά τώρα που τάξερεν όλα ο μάντης! κ' έκαμε το σταυρό του. - -Και γλήγορα γλήγορα ο μάντης του είπε τότε: - -«Να μαυροφορέσετ' από τώρα! Των αδυνάτων αδύνατον να ιδή -προκοπή. Όλα τα μάζωξα κι όλες τις πρόσταξα. Κι από παντού -αγροίκαγα: Ό,τι μέλλει δεν ξεμέλλει, κι ό,τι γράφει δεν -ξεγράφει. Τάχ' η Μοίρα στο χαρτί, πελέκι δεν τα κόβει. Τον -έφαγαν τα μάγια της αγάπης· κακά στοιχειά τονέ χτύπησαν. -Σύντεκνε, πάρ' το απόφαση.» - -Πέρασε κι ο χειμώνας. Έλυωσαν τα χιόνια του Ζυγού, μόνο η κορφή -του πρόβαλλεν ακόμα τυλιγμένη σα μέσα σε ψιλό κατάλευκο -γιασμάκι. Στο Μισόκαμπο λουλούδιζαν οι μυγδαλιές και στα -σπιτάκια του Θαλασσοχωριού, μέσ' από κάθε χαγιάτι και κάθε -λιακωτό, μέσα σε λογής λογής γαστρούλες και κασσελάκια, -πρασίνιζεν ο βασιλικός, το δυόσμο, το δεντρολίβανο, κι άνθιζαν -τα ρόδα, τα γαρούφαλα, τα μανουσάκια και οι βιολέττες. Και το -πιο φτωχόσπιτο το έβλεπες πλούσιο σε μυριστικά, και τα κορίτσια -του Θαλασσοχωριού, με τις θρεμμένες πλεξίδες και τα βοργολυγερά -κορμάκια τους, το είχαν ξεχωριστή δουλειά την άνοιξη να τα -ποτίζουν και να τα ξεδιαλέγουν τα λουλούδια τους. Κ' εκεί κάτω -απ' τα χαγιάτια κι απ' τα λιακωτά, σε πόρτες και σε παράθυρα κι -ανάμεσα στις γάστρες έχτιζαν και τα χελιδόνια τις φωλιές· τι -εύκολα, που εύρισκαν τόπο για να χτίσουν τις φωλιές τους εκεί -πέρα όσο φτωχότερα ήταν χτισμένο το σπίτι, τόσο πλουσιώτερα, -τόσο αφοβώτερα εζούσαν τα χελιδόνια τα καημένα· και θαρρείς το -γνώριζαν κι αυτά. - -Στο σπιτικό του Μήτρου του Ρουμελιώτη κανένα λουλούδι δεν είχε -ανοίξει· δυο τρεις γαστρούλες, εστέκονταν απάνω στο μπαλκόνι -γυμνές, σα να διάβηκεν απάνω τους αράπικο ποδάρι. Στο μυαλό της -Δήμαινας φροντίδες για λουλούδια δε χωρούσαν. Τον περασμένο -χειμώνα έρριξε τανεμόβροχο τις γάστρες με τις τάβλες που τις -εκρατούσαν και στόλιζαν τη μπροστινή την όψη του σπιτιού απ' -άκρη σ' άκρη, και μαζί μ' αυτά και τις φωλιές που καρτερούσανε -τα χελιδόνια. Κανείς δε συλλογίστηκε να τις ξαναστυλώση. Και -σαν ήρθεν η άνοιξη και γύρισαν και τα πουλιά της, δε στάθηκαν -στο σπίτι κ' έφυγαν το χαλασμό, ανήσυχα χτυπώντας τα φτερά. - -Πέρασαν οι αποκριές, κ' η Μεγάλη Σαρακοστή, με το καλό, ήταν -στα τελευταία. Κ' η εβδομάδα των Παθών ξαναγύρισεν. Ο απρίλης, -νιόφερτος, ξανάνιωσε τη ζωή και νέα δύναμη σκορπούσε για της -ζωής τον αγώνα· νέες χαρές έννοιωθεν η ψυχή, νέες φροντίδες -ξεφύτρωναν στο νου· σαν τάνθη ξάνοιγαν οι αγάπες, οι εκκλησιές -ανοιχτές μοσχοβολούσαν από λιβάνι, κ' οι καρδιές, ανοιχτότερες, -μοσχοβολούσαν από ελπίδες. Τέτοια εποχή γλυκαίνεται κι ο -βασανισμένος· κι ο απελπισμένος παίρνει ορμή· κι αυτός που είν' -έτοιμος να ξεψυχήση, την αγκαλιάζει σφιχτότερα τη ζωή, κοιτάει -να την πουλήση όσο μπορεί ακριβώτερα. - -Ο Μήτρος δεν είχε πλέον γλυτωμό. Μετρημένες ήταν οι μέρες του. -Πάνε κ' οι γιατροί με τα γιατρικά, πάνε κ' οι μάγισσες με τα -μαντολόγια. Γαγγραίνιασε το πόδι. Το φαρμάκι ανέβαινε ολοένα κι -απλωνόταν στο αίμα. Κ' εκείνος αμίλητος, άσειστος, μόνο τα -μάτια του μιλούσαν, γοργοκίνητα, γυαλιστερά, λες και περίμενε -το Χάρο, για να λογαριαστούν. Η δόλια η Δήμαινα είχε καταντήσει -αγνώριστη από την αγρύπνια κι από τη λύπη, σωστό σαράβαλο. Ο -Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα -ούτε μιλούσαν ούτε το κουνούσαν απ' το πλευρό του. Τη Μεγάλη -Πέμπτη έφεραν τον παπά Θύμιο και τον μετάλαβε. - -Η Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσεν όχι σαν τις άλλες χρονιές, με -μαύρον ουρανό. Ξημέρωσε καταγάλανη κι ολόξανθη. Με την πρώτη -αχτίνα του φωτός που γλύστρησεν από τη χαραμάδα στο στρώμα του -Μήτρου, ο Μήτρος εσπαρτάρησε κ' έβγαλε φωνή τρανή κ' έκραξε: - -«Μάννα, ήλιο θέλω, αέρα θέλω· άνοιξε το παράθυρο!» - - -Κι ανοίγει το παράθυρο κι ο ήλιος πλημμυρίζει το σκοτιδιασμένο, -το έρμο σπίτι. Σαν πανηγύρι χύνεται το φως του σε πάτωμα, σε -τοίχους, και σε κάθε τι. Τον περιχύνει τον άρρωστο, και θάλεγες -πως ήταν αυτός ο μόνος γιατρός κι ο μόνος μάγος. Τα μακρειά κι -αχτένιστα μαλλιά του ταναταράζει το πρωινό ταγέρι που με βία -χύθηκεν απ' τανοιχτό παράθυρο. Κι απ' τανοιχτό παράθυρο τα -μάτια του τραβάνε ίσα ολόισα κι ανταμώνονται με τον ήμερο γιαλό -του Θαλασσοχωριού· τον ίδιο το γιαλό που αλλάζει χίλια χρώματα -σα χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ' το πρωί ως το -βράδυ. Μόνο πως ο αύγουστος δε μπορούσε τότε να του δώση τη -μυστική εμορφιά που σήμερα του δίνει ο απρίλης, πλασμένη απ' -όλες τις πνοές κι απ' όλες τις λαχτάρες της ζωής. Και σε μιαν -άκρη του μόλου, τα μάτια του ξανοίγουν ένα καϊκάκι, το ίδιο το -καϊκάκι του, ξαρματωμένο εκεί, παραρριμένο. Και σα να φώτισεν ο -ήλιος το λογισμό του πιο βαθειά κι από το σπίτι του, κατάλαβε -κι αυτός πως ήρθεν η στερνή του η ώρα, πως ο Χάρος πλάκωσε, και -πως έπρεπε να παραδοθή σαν άξιο παλληκάρι, μα τον κυρ Ήλιο που -του φώτιζε τον υστερνό του δρόμο. Κι ο μάγος ο ήλιος τον -εμάγεψε· τον εμέθυσε με ένα παράξενο κι απάντεχο κρασί, -καμωμένο από ζωή κι από θάνατο. - -«Ένα καθρέφτη, μάννα, ένα καθρέφτη!» - -Του ξάναψεν έξαφνα η έγνοια του στολιδιού· ήθελε να συγυρίση τη -λεβεντιά του για το ταξίδι του κάτου κόσμου. Του φαίνονταν πως -ετοιμάζονταν να πάη στο πανηγύρι του Άη Λιά, στα πλάγια του -Ζυγού. Κ' η μάννα που αλάλιασεν απ' τη συμφορά, που αγρικούσε -και δεν έννοιωθε, που έννοιωθε χωρίς να συλλογίζεται, του -φέρνει τον καθρέφτη. - -Επήρε τον καθρέφτη, κι άρχισε να κοιτάζεται μέσα σ' αυτόν· όχι -να κοιτάζεται, μα να κοιτάζη μέσα σ' αυτόν χίλιες ενθύμησες, -χίλιες εικόνες απ' τα μικρά του χρόνια ως τα τωρινά· εικόνες κ' -ενθύμησες, θαφτές μέσα στο νου του, που ξεθάφτονταν για υστερνή -φορά κι ανασταίνονταν και σαν πουλάκια γοργόφτερα τις έβλεπε με -τα σβυσμένα μάτια του να σπαρταρούνε μέσα στο γυαλί. Κ' έλεγε -πως ήτον ο καθρέφτης ωσάν εκείνον το μαγικό, τον περίφημο, που -μέσα του ξάνοιγες όλα τα μακρυνά τα περασμένα και όλα τα -μακρυνά τα μελλόμενα. - -Κ' ύστερα με μιας δεν αντίκρυσε άλλο τίποτε μέσα στον καθρέφτη -παρά το κατάχλωμο πρόσωπό του και το σωμένο του κορμί. Και πάλι -ακούστηκε να λέη μ εκείνον τον αλάλητο καημό της λεβεντιάς: - -«Αχ! ωραία νιάτα που θα φάη η γης!» - -Και καθώς είπεν «ωραία νιάτα», έτσι τον πήρε για στερνή φορά κ' -η φροντίδα της νιότης, του στολισμού και της εμορφιάς, η -φροντίδα, που δεν ταφίνει τα παλληκάρια και μέσα στην αγκαλιά -του Χάρου. Κι άρχισε να τα χτενίζη, να τα χτενίζη τα σγουρά -μαλλιά, τα φουντωμένα κι ολόμακρα, που είχαν ρουφήξει, -θαρρούσες, όλη τη φρεσκάδα και τη δύναμη του κορμιού, γι' αυτό -φούντωσαν έτσι και μάκρυναν. Κι έστριβε το μουστάκι του σα να -ήταν έτοιμος για δεύτερ' αρραβωνήσια. Κι όταν απόκαμε πια, σα -να του φώτισεν άξαφνο φως το νου του, έτσι καθώς ήταν -ακουμπιστός, είπε στη μάνα του: - -«Τώρα, δυστυχισμένη μάννα, τόσον καιρό έκανα κουράγιο, έλεγα -πως δε θα πεθάνω . . . Μια χάρη τώρα σου ζητάω. Κλάψε με να σ' -ακούσω.» - - — Μπα! παιδί μου, τι λόγια είν' αυτά; Να σε κλάψω; Ίσα μ' -αυτού ήρθες; τραύλιζεν αλαλιασμένη η μάννα. - - — Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται -κ' η λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το -πατούνε! Όπου πάς και σταθής, μάννα, να το λες». - -Σώπασε λιγάκι, κ' έξαφν' ανατινάχτηκε απελπισμένα και φώναξε: - -«Δε θέλω να πεθάνω μοναχικά· κόσμο θέλω. Άνοιξε, μάννα, την -πόρτα, να μπη κόσμος μέσα.» - -Θα κόντευε το μεσημέρι. Γύριζαν οι Θαλασοχωρίτες απ' την -εκκλησιάν. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κρατούσαν άνθη στο χέρι, -τάνθη του επιταφίου. Όταν άξαφνα φτάνει σταυτιά των ανθρώπων, -όλων εκείνων, που έβγαιναν απ' τον Άη Νικόλα, κι όλων εκείνων -που περνούσαν από κει, — κ' ήταν αδιάκοπο το διάβα κατά την -ώραν εκείνη, — φτάνει ένας ήχος αργός, βραχνός, λυπητερός που -σήκωνε τις τρίχες και σε σπάραζεν, ήχος βγαλμένος σαν από -ζωντόβολο, σαν από άνθρωπον· ήχος που κατέβαινε και υψώνονταν, -κ' επνίγονταν, και χύνονταν και δέρνονταν ήχος που ήταν και -μίλημα, και ούρλιασμα, και θρήνος, και παράπονο, και κλάψιμο, -και γέλιο, και βρισιά, και τραγούδι· τραγούδι τρομασμένης, -ξετρελλαμένης, απελπισμένης ψυχής. Κ' οι διαβάτες άκουγαν, -στέκονταν, ανατρίχιαζαν, αυτιάζονταν, ένοιωθαν, κουνούσαν τα -κεφάλια κ' έλεγαν ο ένας του άλλου: - -«Μυρολόι! ποιος να πέθανε;» - -Κάποιος έδειξε τότε το σπίτι της Δήμαινας, κ' έκραξε. - -«Δεν το ξέρετε; από το σπίτι της Δήμαινας βγαίνει το μοιρολόι. -Πέθανε ο Αφεντομήτρος!» - -Πέθανε ο Μήτρος! ο Μήτρος ο λεβέντης, που βασανίζονταν ένα -χρόνο στο στρώμα. Ο Μήτρος ο χτυπημένος, ο ζηλοφθονεμένος, ο -μαγεμένος, ο αδικοσκοτωμένος! Σα χαλάζι έπεσε το μαντάτο στο -Θαλασσοχώρι. Κι όσοι τάκουγαν, αναστέναζαν, έσμιγαν με βία τις -απαλάμες, κ' οι γυναίκες τραβούσαν τα μάγουλα σα να μη το -περίμεναν από τόσους μήνες. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν. Όταν -πεθαίνει παλληκάρι σαν το Μήτρο, πεθαίνει ολόκληρη ζωή, -σβειέται ο ήλιος! Και τότε στάθηκεν ένα πράμα, που δε θυμούνται -οι γεροντότεροι να ξαναστάθηκε κι άλλη φορά στο Θαλασσοχώρι. -Καθένας που άκουγε το νέο, το έλεγε του άλλου και αμέσως, όπως -ήταν κι όπου βρίσκονταν, τραβούσε γοργά κατά το σπίτι του -Μήτρου. Πού μαζεύτηκεν όλος εκείνος ο κόσμος; γυναίκες -ομορφοσυγυρισμένες με τα μαύρα φακιόλια· γυναίκες ανάλλαγες, -όπως βρίσκονταν στα σπίτια τους^ κάθε λογής άντρες, -νοικοκυραίοι, δουλευτάδες της θάλασσας και της στεριάς παιδάκια -που τα κρατούσαν απ' το χέρι και παιδάκια στο βυζί της μάννας· -όλοι από την εκκλησιά τραβούσαν ίσια εκεί. Έλεγες πως μέσα στο -σπίτι εκείνο γίνονταν τα Πάθη του Χριστού, κ' έχει στηθή ένας -άλλος επιτάφιος. Και πολλοί κρατούσαν ακόμα στα χέρια τους -άνθη, άνθη από τον επιτάφιο, κ' έλεγες πως πήγαιναν να τα -ρίξουν απάνω στο στρώμα του πεθαμμένου, μ' αυτά να του -ευωδιάσουν τον τελευταίο ύπνο, να τον αγιάσουν το νεκρό. - -Το σπίτι επρόβαλλε μ' ανοιχτά παραθύρια, με πόρτα ολάνοιχτη. -Τόλουζεν ο ήλιος του μεσημεριού. Να μην ήξερε κάνεις τίποτε, να -μη γρικούσε τον ήχο, θα στοχάζονταν, όχι πως διάβαινεν ο Χάρος -από κει, μα πως είχε στηθή μεγάλο πανηγύρι. Κανείς δεν τον -κρατούσε τον κόσμο εκείνον. Όσοι έτρεξαν πρώτοι, δρασκέλησαν το -κατώφλι, ανέβηκαν, τράβηξαν ίσα μέσα, σκόρπισαν σ' όλα του -σπιτιού τα χωρίσματα. Οι άλλοι καρτερούσαν απ' όξω. Κι όλο -έρχονταν. Κι όλο κατέβαιναν, κι όλο άραζαν άνθρωποι μπροστά στο -σπίτι. Κ' έξαφνα πάλι όσοι πρόφτασαν και πρωτανέβηκαν στο -σπίτι, πρόβαλαν στα παράθυρα, κατέβηκαν πάλι, λαχανιασμένοι, -αποσωμένοι, κίτρινοι, και έφεραν νέο μαντάτο: «Δεν πέθανεν -ακόμα, δεν πέθανε. Ψυχομαχάει· κ' έβαλε να τον μυρολογήσουν -ζωντανό! Μωρέ, ακούς; δεν ξαναστάθηκε τέτοιο πράμα!» - -Κι αλήθεια ήταν· όσοι έμπαιναν μέσα στο σπίτι μαρμάρωναν. Εκεί -που περίμεναν να τον ιδούν πεθαμμένο και να τον νεκροφιλήσουν, -τον αντίκρυζαν ανακαθισμένο στο στρώμ' απάνου, μ' ορργισμένη -όψη, με γουρλωμένα μάτια, με τεντωμένα αυτιά, σαν άτι ανυπόμονο -να τρέξη στον κάμπο, σαν παλληκάρι που καρτερούσε να του -φορέσουν τάρματα για να χυθή. Και σε μια γωνιά μαζωχτή η γρηά -Δήμαινα και ασάλευτη, με λείψανο κορμιού μονάχα, με δίχως ψυχή, -με δίχως δάκρυα· όλη της η ζωή είχε γίνει φωνή, μα όχι φωνή -γυναίκας, η φωνή της ίδιας της απελπισιάς. Και τραγουδούσε σ' -ένα σκοπό δικό της, που δεν ξανακούστηκε κ' έλεγε: - - Ομορφονιός ψυχομαχάει, ομορφονιός πεθαίνει, - ανάψτε πράσινα κεριά και κίτρινες λαμπάδες, - να φέξουνε τομορφονιού να κατεβή, στον άδη. - Σκαλί σκαλί κατέβαινε, σκαλί σκαλί ανεβαίνει. - -Η Βασίλω η συμπεθέρα της, πού δεν μπορούσε να βαστάξη, κάτι -θέλησε να της ειπή: - -«Καημένη Δήμαινα, δεν ξαναστάθηκε τέτοιο στην οικουμένη, το -παιδί σου να ζη και να το μυρολογάς!» - -Αλλ' αντί ναποκριθή η μάννα, το παιδί αποκρίθηκε: - -«Πήγαινε στη δουλειά σου· τώρα θέλω να με κλάψη!» - -Και γυρίζοντας προς τη μικροπαντρεμένη τη Λόλω, στην ξαδερφούλα -του, που έστεκε γονατιστή κ' έκρυβε τα σιγαλά της δάκρυα μέσα -στο μαντίλι της, την αγριοκοίταξε και της λέει: - -«Μωρή Λόλω, γιατί δεν κλαις και συ;» - -Κι ακολουθούσε το μυρολόγι: - - Κ' ηύρεν τον ένας σκώληκας, μα και τον ερωτάει: - Πού πας, ασήμι, να χαθής, μάλαμα, να θολέψης; - Πού πας, αργυροκούδουνο, να χάσης τη λαλιά σου; - -Κι από τα χείλη της μάννας το μυρολόγι ξεφύτρωσε στα χείλη των -γυναικών των άλλων, καθώς τα δάκρυα φέρνουν δάκρυα και τα -γέλοια γέλοια, καθώς το κερί ανάφτει από άλλο κερί, καθώς -απλώνονταν κάποτε κ' η πλυμμύρα του γιαλού και σκέπαζε το -Θαλασσοχώρι. Και μέσα στις γυναίκες που μυρολογούσαν, άλλες -γυναίκες πρόβαλαν μ' ανθοστέφανα και με χλωρά μπουκέττα, κι -άλλες παραπέρα, στάλλα χωρίσματα, κασσέλλες άνοιγαν κ' -ετοίμαζαν ρούχα για το νεκρό που ακόμ' ανάσαινε, κι ολοένα -κόσμος, κόσμος ατέλειωτος ανέβαινε και κατέβαινε. Και μέσα στον -κόσμο ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία -Ταρέλα, αποσωμένοι απ' τις αγρύπνιες, κι από τον πόνο -συντριμμένοι, είχαν στυλώσει τα μάτια σαν τυφλοί και τίποτε λες -δεν έβλεπαν, τίποτε δεν έλεγαν. Αντίκρυ από το σπίτι ο μαραγγός -κάρφωνε με δακρυσμένα μάτια τα ξύλα της κάσσας, κι απάνω η -Βασίλω με τη Γυφτογιάνναινα ξεδίπλωναν το σάβανο· σ' ένα -τραπέζι έστεκεν η κεντιστή κι ολόχρυση σκούφια, στερνό χάρισμα -της αρραβωνιαστικειάς στον άκληρο που της έφυγε για πάντα· μ' -εκείνη θα τον στόλιζαν στο νεκροκρέβατο. - -Από το μεσημέρι κ' εκείθε άρχισεν ο χαροπόλεμος. Το ψυχομαχητό -κράτησεν όλο το δειλινό. Και το παλληκάρι βογγούσε βαθειά κι -αναταραζόταν, σα χώρα που κάθε λίγο και λιγάκι την ανατίναζεν -από της γης τα έγκατα σεισμός δαιμονισμένος. Και μέσα στο -ψυχομαχητό, στερνά ξεσπιθίσματα του καντηλιού της ζωής, τέτοια -λόγια ξεπετειόνταν ανάρια ανάρια: - -«Αχ! μωρέ, τι έπαθα! . . . Φουστανέλλα φορείς. . . Σιγά σιγά. . -. μην πατήσης τα πόδια μου. . . Μπα! μπα! τι κόσμος είναι -τούτος;. . . Ορίστε! ορίστε!. . . Μάννα. . . Μην πατήσης -παραπάνω!. . . . Τόπο! τόπο! Αέρα θέλω!. . . Γλυκειά ζωή. . . -Μη μου κρύβης τον ήλιο. . . Παραδόθηκα!» - -Και με το «παραδόθηκα» παράδοσε στο Χάρο τη ζωή. Ξεψύχησε -μπροστά στα μάτια του κόσμου, μέσα στου Θαλασσοχωριού την -αγκαλιά, σα λεύκα που τη ρίχνει ο ξυλοκόπος, ύστερα από βαρύν -αγώνα, στανοιχτά, μπροστά στην όψη ολόκληρου του λόγγου του -ανήμπορου. Την ίδιαν ώραν ο ανθρώπινος εκείνος λόγγος που -απλώνονταν απ' το στρώμα του νεκρού ίσια στο δρόμον έξω -σκόρπισε μια βοή, που την είχε γεννήσει βαρύς καημός κι αλαφρό -ξανάσασμα: «Κρίμα στο παλληκάρι που πάει άδικα! Δόξα σοι, -Κύριε, που τον ανάπαψες!» - -Την ίδια εκείνην ώρα, πέρα στης θάλασσας την άκρη, ξανοίγονταν -από το σπίτι του νεκρού κι ο ήλιος που βασίλευεν ολοπύρινος. Το -ήμερο ακρογιάλι δεν εσούφρωνε πνοή. Τι γλύκα που είχεν η φύση! -Στεριά και πέλαγο ησύχαζαν να μη ταράξουν τον πρόσκαιρον ύπνο -του παντοτεινού Θεού, τον ύπνο τον αιώνιο του πρόσκαιρου -τανθρώπου. - -Όμως την ίδια εκείνην ώρα, όσοι παράστεκαν, μέσα στον πλατύν -οντά, το νεκρό μ' ανοιγμένα μάτια ακόμα, είδαν κάτιτι παράξενο. -Είδαν τη γριά τη Δήμαινα απ' το στρώμα του παιδιού της, που -είχε καρφωθή εκεί ξεψυχισμένη, χωρίς αίσθηση και χωρίς δάκρυα, -και πλέον και χωρίς φωνή, την είδαν να ορμήση αγριωπή, μέσα -στον κόσμο, σαν αγριόγατα μ' ολόρριχτα μαλλιά, με χέρια -τεντωμένα, με δάχτυλα ολάνυχτα, σαν κάποιον νάθελε να πνίξη. -Μέσα στη μέση του σπιτιού αθώρητη σα φίδ' είχε γλυστρήσει κ' -έστεκεν ακίνητη, κι αμίλητη, κ' έστεκεν ολογάληνη, σα -μαρμαρωμένη, κ' εκοίταζε προς το κρεβάτι του νεκρού, μια κόρη. -Μια μυστική χαρά λαμπίριζε στα μάτια της, και το κλεισμένο -στόμα της δεν τάνοιγεν, όμως το χάραζ' ελαφρότατα μιαν αδιόρατη -γραμμή που έμοιαζε χαμόγελο. Τανάστημά της δεν ήταν ψηλό, αλλ' -υψώνονταν αλύγιστο, το πρόσωπό της φάνταζε ωραιότερο, καθώς -επρόβαλε μονάχα εκείνο από το μαύρο σάλι που σκέπαζε όλο το -κεφάλι της. Σ' αυτήν απάνου ώρμησεν η γριά. Ψιθυρισμοί -ακούστηκαν τριγύοω: - -«Μπα! την παλιοβρώμα! την αδιάντροπη! - - — Μωρέ την είδατε την Τρελλομόρφω; - -Αλλά προτού προφτάσ' η Δήμαινα να την αρπάξη, εκείνη αφανίστηκε -γοργά, σαν όνειρο κακό, σαν πειρασμός ολόγλυκος. Κι απόμειν' η -γριά σπαράζοντας και φοβερίζοντας με το χέρι τον αέρα, και πριν -μακρειά πλατειά ξαπλωθή στο πάτωμα, πρόφτασε και ξεφώνησε: - -«Αχ! μωρή στρίγγλα! Ως κ' εδώ βγήκες, μπόισσα! Μου τον έφαγες! -αχ! αν είχα κουμπούρι σ' εσκότωνα! Ας είναι! δεν τον πήρες μια -φορά, κι ας τον πήρε ο Χάρος!» - - - - - - - - -End of the Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas - -*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH *** - -***** This file should be named 42512-0.txt or 42512-0.zip ***** -This and all associated files of various formats will be found in: - http://www.gutenberg.org/4/2/5/1/42512/ - -Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for -his major work in proofreading. - - -Updated editions will replace the previous one--the old editions -will be renamed. - -Creating the works from public domain print editions means that no -one owns a United States copyright in these works, so the Foundation -(and you!) can copy and distribute it in the United States without -permission and without paying copyright royalties. Special rules, -set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to -copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to -protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project -Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you -charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you -do not charge anything for copies of this eBook, complying with the -rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose -such as creation of derivative works, reports, performances and -research. They may be modified and printed and given away--you may do -practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is -subject to the trademark license, especially commercial -redistribution. - - - -*** START: FULL LICENSE *** - -THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE -PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK - -To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free -distribution of electronic works, by using or distributing this work -(or any other work associated in any way with the phrase "Project -Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project -Gutenberg-tm License available with this file or online at - www.gutenberg.org/license. - - -Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm -electronic works - -1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm -electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to -and accept all the terms of this license and intellectual property -(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all -the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy -all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. -If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project -Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the -terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or -entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. - -1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be -used on or associated in any way with an electronic work by people who -agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few -things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works -even without complying with the full terms of this agreement. See -paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project -Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement -and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic -works. See paragraph 1.E below. - -1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" -or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project -Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the -collection are in the public domain in the United States. If an -individual work is in the public domain in the United States and you are -located in the United States, we do not claim a right to prevent you from -copying, distributing, performing, displaying or creating derivative -works based on the work as long as all references to Project Gutenberg -are removed. Of course, we hope that you will support the Project -Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by -freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of -this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with -the work. You can easily comply with the terms of this agreement by -keeping this work in the same format with its attached full Project -Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. - -1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern -what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in -a constant state of change. If you are outside the United States, check -the laws of your country in addition to the terms of this agreement -before downloading, copying, displaying, performing, distributing or -creating derivative works based on this work or any other Project -Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning -the copyright status of any work in any country outside the United -States. - -1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: - -1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate -access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently -whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the -phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project -Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, -copied or distributed: - -This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with -almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or -re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included -with this eBook or online at www.gutenberg.org - -1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived -from the public domain (does not contain a notice indicating that it is -posted with permission of the copyright holder), the work can be copied -and distributed to anyone in the United States without paying any fees -or charges. If you are redistributing or providing access to a work -with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the -work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 -through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the -Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or -1.E.9. - -1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted -with the permission of the copyright holder, your use and distribution -must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional -terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked -to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the -permission of the copyright holder found at the beginning of this work. - -1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm -License terms from this work, or any files containing a part of this -work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. - -1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this -electronic work, or any part of this electronic work, without -prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with -active links or immediate access to the full terms of the Project -Gutenberg-tm License. - -1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, -compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any -word processing or hypertext form. However, if you provide access to or -distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than -"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version -posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), -you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a -copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon -request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other -form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm -License as specified in paragraph 1.E.1. - -1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, -performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works -unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. - -1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing -access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided -that - -- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from - the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method - you already use to calculate your applicable taxes. The fee is - owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he - has agreed to donate royalties under this paragraph to the - Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments - must be paid within 60 days following each date on which you - prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax - returns. Royalty payments should be clearly marked as such and - sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the - address specified in Section 4, "Information about donations to - the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." - -- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies - you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he - does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm - License. You must require such a user to return or - destroy all copies of the works possessed in a physical medium - and discontinue all use of and all access to other copies of - Project Gutenberg-tm works. - -- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any - money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the - electronic work is discovered and reported to you within 90 days - of receipt of the work. - -- You comply with all other terms of this agreement for free - distribution of Project Gutenberg-tm works. - -1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm -electronic work or group of works on different terms than are set -forth in this agreement, you must obtain permission in writing from -both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael -Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the -Foundation as set forth in Section 3 below. - -1.F. - -1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable -effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread -public domain works in creating the Project Gutenberg-tm -collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic -works, and the medium on which they may be stored, may contain -"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or -corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual -property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a -computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by -your equipment. - -1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right -of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project -Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project -Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project -Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all -liability to you for damages, costs and expenses, including legal -fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT -LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE -PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE -TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE -LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR -INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH -DAMAGE. - -1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a -defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can -receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a -written explanation to the person you received the work from. If you -received the work on a physical medium, you must return the medium with -your written explanation. The person or entity that provided you with -the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a -refund. If you received the work electronically, the person or entity -providing it to you may choose to give you a second opportunity to -receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy -is also defective, you may demand a refund in writing without further -opportunities to fix the problem. - -1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth -in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER -WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO -WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. - -1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied -warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. -If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the -law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be -interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by -the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any -provision of this agreement shall not void the remaining provisions. - -1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the -trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone -providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance -with this agreement, and any volunteers associated with the production, -promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, -harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, -that arise directly or indirectly from any of the following which you do -or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm -work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any -Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. - - -Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm - -Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of -electronic works in formats readable by the widest variety of computers -including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists -because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from -people in all walks of life. - -Volunteers and financial support to provide volunteers with the -assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's -goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will -remain freely available for generations to come. In 2001, the Project -Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure -and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. -To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation -and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 -and the Foundation information page at www.gutenberg.org - - -Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive -Foundation - -The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit -501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the -state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal -Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification -number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg -Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent -permitted by U.S. federal laws and your state's laws. - -The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. -Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered -throughout numerous locations. Its business office is located at 809 -North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email -contact links and up to date contact information can be found at the -Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact - -For additional contact information: - Dr. Gregory B. Newby - Chief Executive and Director - gbnewby@pglaf.org - -Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg -Literary Archive Foundation - -Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide -spread public support and donations to carry out its mission of -increasing the number of public domain and licensed works that can be -freely distributed in machine readable form accessible by the widest -array of equipment including outdated equipment. Many small donations -($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt -status with the IRS. - -The Foundation is committed to complying with the laws regulating -charities and charitable donations in all 50 states of the United -States. Compliance requirements are not uniform and it takes a -considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up -with these requirements. We do not solicit donations in locations -where we have not received written confirmation of compliance. To -SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any -particular state visit www.gutenberg.org/donate - -While we cannot and do not solicit contributions from states where we -have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition -against accepting unsolicited donations from donors in such states who -approach us with offers to donate. - -International donations are gratefully accepted, but we cannot make -any statements concerning tax treatment of donations received from -outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. - -Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation -methods and addresses. Donations are accepted in a number of other -ways including checks, online payments and credit card donations. -To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate - - -Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic -works. - -Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm -concept of a library of electronic works that could be freely shared -with anyone. For forty years, he produced and distributed Project -Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. - -Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed -editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. -unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily -keep eBooks in compliance with any particular paper edition. - -Most people start at our Web site which has the main PG search facility: - - www.gutenberg.org - -This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, -including how to make donations to the Project Gutenberg Literary -Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to -subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. - |
