summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old
diff options
context:
space:
mode:
authornfenwick <nfenwick@pglaf.org>2025-03-08 00:20:07 -0800
committernfenwick <nfenwick@pglaf.org>2025-03-08 00:20:07 -0800
commit69cf2822ae30f66308abf415be7bfefda08f612c (patch)
tree7d8e494e4249e2ddca66aa9bba217e1d4c410737 /old
parent8ae25692d873876bd50f121e257af6e87e0ae616 (diff)
Add files from /home/DONE/42512.zip
Diffstat (limited to 'old')
-rw-r--r--old/42512-0.txt1650
-rw-r--r--old/42512-0.zipbin0 -> 39943 bytes
-rw-r--r--old/42512-h.zipbin0 -> 81893 bytes
-rw-r--r--old/42512-h/42512-h.htm1545
-rw-r--r--old/42512-h/images/cover.jpgbin0 -> 43631 bytes
-rw-r--r--old/readme.htm13
6 files changed, 3208 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/42512-0.txt b/old/42512-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..6cd52d6
--- /dev/null
+++ b/old/42512-0.txt
@@ -0,0 +1,1650 @@
+The Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Death of a Youth
+
+Author: Kostis Palamas
+
+Release Date: April 12, 2013 [EBook #42512]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
+changed. Words in italics are included in _.
+
+Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό,
+κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις
+με πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _.
+
+
+ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
+
+
+
+ΘΑΝΑΤΟΣ
+
+ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ
+
+
+
+
+
+ΑΘΗΝΑ
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ "ΕΣΤΙΑ"
+Κ. ΜΑΙΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
+
+1901
+
+
+
+
+
+
+Ε Ρ Γ Α Τ Ο Υ Ι Δ Ι Ο Υ
+
+ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ
+
+Τραγούδια της Πατρίδος μου.
+Ύμνος εις την Αθηνάν.
+Τα μάτια της Ψυχής μου.
+Το έργον τον Κρυστάλλη.
+Ίαμβοι και Ανάπαιστοι.
+Τάφος.
+Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης.
+
+ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ
+Ποιήματα.
+Δράματα. Ιστορίες.
+Κριτικά.
+
+
+
+
+ Η ιστορία τούτη πρωτοφάνηκεν, εδώ και
+ δέκα χρόνια, στην «Εστία» του Δροσίνη.
+ Μικρή και ακοίταχτη, μ' ένα του άρθρο στου
+ Παρισιού το Figaro, να την προσέξουν έκαμε
+ ο Ψυχάρης. Όμως θα την ξέχανα, αν δεν
+ την έσπρωχνε να βγη ξανά στο φως ο φίλος
+ μου ο Πάλλης.
+
+
+
+
+_Αυτή την ιστορία την αφιερώνω σ' εσέν', απλή και αγράμματη
+γυναίκα, σ' εσέ, καημένη Χαραυγή. Την άκουσα από το στόμα σου,
+και κοίταξα να την κρατήσω, κι όσο πιστά μπορούσα, για να είμαι
+αντίλαλος δικός σου. Γιατί, κι όταν μιλάς εσύ, ένας λαός
+ολόκληρος τα λόγια σου στα ψιθυρίζει. Κάθε σου ιστορία, χωρίς
+να το καταλαβαίνης, του γένους είναι ποίημα. Δεν είσαι γυναίκα,
+είσαι η Φήμη η διαλαλήτρα δεν έχεις τίποτε σαρκικό, είσαι ψυχή
+μονάτη· τα μάτια σου ποτέ δεν ησυχάζουν, ποτέ δε σκοτιδιάζουν.
+Όσα λες, τα βλέπεις ολοζώντανα μπροστά σου, κι όσα βλέπεις,
+καθώς τα βλέπ' η Φαντασία τα θωρείς. Γι' αυτό είναι και τα
+λόγια σου ολοζώντανα, σοφή κ' η γλώσσα σου, απλή κι αγράμματη
+γυναίκα. Με μαγνητίζουν τα μάτια σου και με μαγεύουν τα λόγια
+σου, και νοιώθω κάτι τι μέρα την ημέρα με δένει πιο σφιχτά μ'
+εσένα. Εσύ με πρωτοτραγούδησες μωρό στην κούνια· τα υστερνά τα
+λόγια που θακούσω στην κλίνη του θανάτου, θέλω να βγουν απ' το
+δικό σου στόμα._
+
+
+
+ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ
+
+
+
+Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν
+μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Ό,τι
+πέρασαν τα μεσάνυχτα, βουβές οι καμπάνες και στις τρεις
+εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ' οι καμπάνες για του
+Χριστού τα πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δε
+απορούν απ' το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα
+ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια·
+τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά σε γειτονιά, κι από πόρτα σε
+πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα για την
+εκκλησά! Ώρα για την εκκλησά!» Κ' οι λιγοστοί που απομένουν
+βάρυπνοι, πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο,
+θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος.
+Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη
+Παρασκευή, βουβαίνοντ' οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες
+μόνο γιατί, απ' άκρη σ' άκρη, το θαλασσοχώρι σηκώνεται στο
+πόδι, για την αγάπη πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη
+νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής.
+
+Έτσι κ' εκείνη τη νύχτα· γυναίκες κι άντρες, άλλοι χώρια κι
+άλλοι μαζωχτοί, έβγαιναν απ' τα σπίτια, από τους καφενέδες, και
+σκορπίζονταν εδώ κ' εκεί κατά τις εκκλησιές. Οι περπατησιές
+βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε τους ήχους ο
+αντίλαλος της νύχτας. Κ' η νύχτα, δροσοστάλαχτη απριλιάτικη, μ'
+ένα φεγγάρι νυστασμένο που πάει να βασιλέψη και χύνει αχνότερη
+γι' αυτό τη λάμψη του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και
+στα στραβά σοκάκια, που, λίγη, περισσή, ποτέ κ' η λάσπη δεν
+τους λείπει. Οι εκκλησιές ολόφωτες, με πόρτες ορθάνοιχτες.
+Κάπου κάπου ξεχύνονταν ως έξω η φωνή του αναγνώστη, πριν
+αρχίσουν οι _θρήνοι_. Αλλά το μεγάλο το πανηγύρι γίνετ' απ' έξω
+απ' τις εκκλησιές. Γύρω σε φωτιές μεγάλες θρεμμένες με ρετσίνα,
+με κληματόξυλα, με σανίδια, με φρόκαλα, με σκαφίδια και με
+κοφίνια της μπουγάδας, και κάπου κάπου μ' ολόκληρο
+παραθυρόφυλλο, — αλλοίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις
+ασυλλόγιστες νοικοκυρές, τη νύχτα εκείνη! — γύρω σε φωτιές, του
+κόσμου τα παιδιά και τα παλιόπαιδα, και μέσα στα παιδιά κι
+άντρες με μουστάκια, πηδούνε, τρέχουν, αλαλάζουν, δαιμονίζονται
+κι αστραποβολούν στα σκότη και βροντοχτυπούν στην ησυχία οι
+σαλιόρες και τα χοντρά χαλκούνια — Σώσον, Κύριε! — κ' οι
+τρακατρούκες και τα χαϊμαλιά, με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι
+από χοντρόχαρτα, και γεμισμένα με μπαρούτι, με μπαρούτι
+ατέλειωτο. Δίσκος για το μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές.
+Άντρες και παιδιά, φωτοκαίγονταν μ' εκείνα, της φωτιάς τα
+σύνεργα, για την καλή χρονιά. Μπαρούτι μύριζε το θαλασσοχώρι κ'
+οι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο.
+
+Δεν ήταν μόνον οι εκκλησιές ανοιχτές, την ώρα εκείνη. Εδώ κ'
+εκεί πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Όσο
+νάρθ' η ώρα που θα βγη ο επιτάφιος, ως τις τρεις το πρωί, όλος
+ο κόσμος δε μπορούσε να περνά την ώρα του ολόρθος μέσ' στην
+εκκλησιά! Μ' ένα βαρύ γλυκό, με ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές
+πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανείς ύστερ' από τη νηστεία και
+παίρνει δύναμη για να συντροφέψη τον επιτάφιο. Κ' έτσι σιγά
+σιγά οι παρέες τραβειούνταν κατά τις εκκλησιές με δροσισμένο
+στομάχι. Τελευταία είχε ξεχαστή στο κρασοπουλειό του Ψημένου
+μια συντροφιά χαρούμενη· ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, ο Γιαννάκος ο
+Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας,
+που κανείς δεν τόκραζε με τόνομά του, όσο που και το ίδιο το
+ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον φώναζαν η Ταρία Ταρέλα. Κ' οι
+τέσσαρες θαλασσινοί· ο πρώτος είχε ψαροκάικο, ο δεύτερος
+δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου, ο τρίτος ταξίδευε με τις
+μαούνες, και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς. Και οι τέσσερες
+εικοσιπέντε χρόνων κι αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια. Το
+κρασί κ' η κουβέντα τους άναψαν το κεφάλι, κι αν δεν ήταν
+Μεγάλη Παρασκευή, θα τόσκουζαν. Το τραγούδι μισαγαλινό, απαλά
+απαλά κι αθέλητα, ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα. Στα
+υστερνά κατάλαβαν πως άργησαν. Στον Άη Νικόλα, λίγα ποδάρια
+παρέκει από το κρασοπουλειό, άρχισαν κι έψελναν «Αι γενεαί
+πάσαι». Ο Ψημένος έστεκε στο φτερό για να κλείση. Πετάχτηκαν
+στη στιγμή. Βρέθηκαν στο δρόμο.
+
+«Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά!» φωνάζει ο Κανίνιας.
+
+Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τανάψουν στον επιτάφιο.
+
+«Στα πόδια του τραπεζιού ταπίθωσα, ζερβά στην αγκωνή, λέει ο
+Μήτρος· στάσου και στα φέρνω».
+
+Και βιαστικός έκαμε να γυρίση στον καφενέ.
+
+Μα γυρίζοντας γλυστράει στο πεζούλι απάνου, και ξαπλώνεται
+μακρύς πλατύς, και γκοπ! ακούστηκ' ένας ξερός κρότος.
+
+Τρία ξεροσκαστά γέλοια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου, του
+Γιαννάκου και της Ταρίας, και μια φωνή, ένα «σκοτώθηκα» από το
+στόμα του Μήτρου.
+
+«Καλά, αδερφέ, πού σκοτώθηκες! σήκω τώρα μήπως χτύπησες;
+
+ — Μωρέ, σκοτώθηκα! δε μπορώ να σηκωθώ! δε με πιστεύετε;»
+
+Και μ' ένα βογγητό τελείωσεν ο λόγος του, κ' η φωνή χύθηκε
+παραπονιάρα, ραγισμένη, σα νάχε πάθει από το πέσιμο κι αυτή. Κ'
+έφτασε σταυτιά τους η φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη
+από τα φυλλοκάρδια, τόσον έξαφν' αλλαγμένη απ' τον πόνο,
+ξεψυχισμένη, που τους περίχυσεν ίδρωτας και τους τρεις. Είδαν
+πως δεν ήταν χωρατά.
+
+«Μωρέ Μήτρο!» απόθεσαν μόνο να ξεφωνίσουν, κ' έτρεξαν να τον
+πιάσουν, να του δώσουν χέρι για να σηκωθή.
+
+«Έτσι για το τίποτε· παραπάτησα . . . γλύστρησα . . . να, σε
+μια φλούδ' απάνου· λεμονοκόμματο θα ήταν . . . να πάθω τέτοιο
+κακό. . . Αχ! σκοτώθηκα!»
+
+Και πιο σιγά και πιο παραπονετικά έλεγεν ό,τι έλεγε. Πάλεψε να
+σηκωθή μόνος του, δε μπορούσε· τον ανασήκωσαν οι άλλοι.
+
+«Κουράγιο, Μήτρο!»
+
+Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθή στα πόδια του· τόνα του πόδι, το
+δεξί, δεν τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο,
+του στέκονταν ασάλευτο. Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο
+Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ' εστέκοταν κι αυτός για να
+βοηθήση. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ' έξω από την εκκλησιά
+σκορπειούνται και βοΐζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ' η
+νύχτα αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από
+σπίθες. Από τις πόρτες και τα παράθυρα τ' Άη Νικόλα ταναμμένα
+κεριά κ' οι λαμπάδες του επιταφίου φαντάζουν σαν αστέρια·
+δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου έαρ,
+γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδει σου το κάλλος;»
+
+«Να τον πάμε στο σπίτι.
+
+ — Κράξε της μάννας μου, Κανίνια· είναι στην εκκλησιά.
+
+ — Καλά λες. Κανίνια, τράβ' απ' την πίσω πορτοπούλα· μίλα της
+κλησάρισσας να της πη πως τη γυρεύουν· έτσι, με τρόπο.
+
+ — Μη την τρομάζης, βρε αδερφέ, τη γυναίκα πες της πως τη
+γυρεύει ο Μήτρος».
+
+Η χήρα η Δήμαινα, η μάννα του Μήτρου, ήτανε στην εκκλησιά·
+βρίσκονταν αποβραδύς εκεί με τις άλλες τις γυναίκες· είχε
+ξενυχτίσει τον επιτάφιο. Έχασε τον άνδρα της προτού να φτάση
+στα μισοκοπίσματα. Κι από τότε, αντίο χρυσό κοντογούνι και φέσι
+κατακόκκινο με το φουντωτό παπάζι! Μέσα στο σπίτι δεν κάθονταν
+παρά για να κοιτάζη το Μήτρο, το γιο της το μονάκριβο, και δεν
+άφινε το σπίτι παρά για να κοιτάξη ταμπελάκι που της άφησεν ο
+μακαρίτης. Για να πάη στο αμπελάκι περνούσε από τα μνήματα, και
+κάπου κάπου άναβεν ένα κερί, κ' έκαιγε λίγο λιβάνι στον τάφο
+του μακαρίτη. Κ' ήταν γυναίκα της δουλειάς, άξια γυναίκα. Κι
+όταν μεγάλωσεν ο γιος της και ταξίδεψε με τα καΐκια — την τέχνη
+του πατέρα — κι αγάλια αγάλια, με των γονέων την ευχή και τη
+δική του προκοπή, απόχτησε δικό του καΐκάκι, τότε η χήρα η
+Δήμαινα σαν να το συλλογίσθηκε πιο πολύ πως ήταν χριστιανή — το
+ξεπεταρούδι της το γνοιάσθηκεν, έπρεπε να γνοιασθή και για την
+ψυχή της. Κι από τότε ζύγωνε συχνότερα στην εκκλησιά· κι όσο
+που έφευγαν τα χρόνια — τα είχε πατήσει τα εξήντα — τόσο
+θεοφοβούμενον έννοιωθε τον εαυτό της. Όμως, να πούμε την
+αλήθεια, περσότερο έτρεμε τα μάγια και τα ξωτικά, χωρίς κι αυτή
+καλά να το καταλαβαίνη.
+
+«Κυρά Δήμαινα, σε γυρεύουν έξω, το παιδί σου . . .» τραβώντας
+την από το φόρεμα, της ψιθύρισε σταυτί η κλησάρισσα».
+
+«Το παιδί μου! και τι να με θέλη;» Δεν πρόφτασε να το
+συλλογισθή, και ν;a, μπροστά της ο Μάρκος ο Κανίνιας,
+ξεσκούφωτος και λαχανιασμένος.
+
+«Τίποτε, κυρά Δήμαινα, το πόδι του στραγγούλισεν ο Μήτρος».
+
+Ξεπετάχτηκεν η γριά, σούσουρο γίνηκε τριγύρω της, άρχισαν οι
+γυναίκες τα ψιθυρίσματα. «Σιωπή, γυναίκες», έκραζαν με θυμό οι
+επίτροποι. Αλλά πού να σωπάσουν; Κάτι έτρεξε· τι στραγγούλισμα
+ήταν αυτό; κάποιος θα κάηκεν απ' τα χαλκούνια, κάποιος θα
+μαχαιρώθηκε. Στη στιγμή μαθεύτηκε το πράμα· στη στιγμή η μισή
+εκκλησιά είχεν αδειάσει! Πού να κρατηθή ο κοσμάκης; Την
+εκκλησιά του τη βρίσκει πάλι, μα τέτοια, θεός να μας γλυτώνη,
+δε γίνονται κάθε μέρα.
+
+«Μάτια μου, μάτια μου, o Χριστός! ο Χριστός!» φώναζε τρέχοντας
+η γριά. Κι απ' έξω απ' την εκκλησιά βλέπει εκεί μπροστά της το
+παιδί, ορθό κι ακκουμπιστό στον τοίχο. Τον παράστεκαν οι
+σύντροφοι, κι άλλοι πέντ' έξι.
+
+«Δεν είναι τίποτε, μάννα παραπάτησα, κ' έπεσα και χτύπησα
+λιγάκι στο γόνατο. Πάμε στο σπίτι να βάλω απάνου τίποτε. Μια
+μεγάλη πέτρα ξεπλάκωσε τα στήθη της φτωχής. Έβανε με το νου της
+χειρότερα, και σαν τον είδε μπροστά της έτσι ορθό, στο
+μισοσβυσμένο φως του φεγγαριού, ξανάσανεν.
+
+«Ο Χριστός! o Χριστός! κακή ώρα, παιδί μου!»
+
+Και δεν ήξερε πως ο Μήτρος δε μπορούσε να κρατηθή στα πόδια
+του, και πως ο ίδιος είχε πει στα παιδιά:
+
+«Βάλτε με νακκουμπήσω στον τοίχο, για να μη με ιδή άξαφνα η
+μάννα μου και φοβηθή».
+
+Κ' εκεί που τόλεγεν αυτό, μέσα στο νου του είπε και κάτι άλλο
+που δε βγήκε από τα χείλη του: «Πώς θα με ιδή η Φροσύνη!»
+
+Η Φροσύνη ήταν η αρραβωνιαστικειά του.
+
+Κρατώντας και ξεσέρνοντας κι ανασηκώνοντας, τον πήγανε στο
+σπίτι. Εκείνη τη χρονιά η χήρα η Δήμαινα, ο Μάρκος ο Κανίνιας,
+ο Γιαννάκος Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα δε χάρηκαν επιτάφιο.
+Ξημερώθηκαν στο κρεββάτι του Μήτρου. Δεν έκλεισε μάτι, πονούσε,
+μούγγριζε σαν ταύρος. Το πόδι του επρήζοταν, επρήζοταν, γίνηκε
+μια κολώνα!
+
+Έφεραν τον καλήτερο γιατρό του Θαλασσοχωριού. Σπουδασμένος
+γιατρός, με τόνομα. Πολλούς είχε γλυτώσει απ' τα χέρια του
+Χάρου. Αλήθεια πως οι Θαλασσοχωρίτες τον έπαιρναν πάντα την
+τελευταία στιγμή, αφού απελπίζονταν απ' τους κομπογιαννίτες κι
+απ' τις γιάτρισσες. Γι' αυτό κ' εκείνος δείχνονταν όλο
+θυμωμένος· όχι γιατί έχανε τίποτε που δεν τον γύρευαν
+πρωτήτερα, καθώς έλεγεν, αλλά γιατί κιντύνευαν χάρισμα τη ζωή
+τους οι κουτεντέδες, που πίστευαν τους τσαρλατάνους. Έκανεν
+όμως κ' έτσι τη δουλειά του, και αφού τον γλύτωνε τον άρρωστο,
+ξεθύμαινε στο βρισίδι, τον πλήρωνες δεν τον πλήρωνες. Τον
+φοβήθηκαν οι άνθρωποι, τους έπαιρνε τον αέρα· στα στερνά τον
+συνήθισαν, και δε μπορούσαν να κάμουν χωρίς αυτόν. Έδειχνε
+πιώτερο σαν καπετάνιος, παρά σα ντοτόρος. Αυτή τη φορά ο Μάρκος
+ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα φέρθηκαν
+φιλότιμα και φρόνιμα· στου γιατρού έτρεξαν αμέσως, και δεν
+άκουσαν τη Δήμαινα που γύρευε να πάρουν την κοκόνα Μαριγή την
+πολίτισσα, που ξόρκιζε το μάτιασμα, πρόφταινε τη βεντερούγα,
+ίσαζε τα βγαλμένα κόκκαλα, κ' ήταν καλή για κάθε τι.
+
+Το είδεν ο γιατρός το πόδι. Μωρέ, τι διαβολεμένο χτύπημα απάνου
+στην κούπα, μέσ' στη θηλειά του ποδαριού! Το κοίταξε καλά, κι
+αμέσως το έδεσε σφιχτά μέσα στα καλάμια, το καλάμωσε, καθώς
+λεν, και του λέει: «Μην το κουνήσης· το πόδι σου θα γίνη καλά,
+μα χρειάζεται καμπόσον καιρό και πολλήν υπομονή. Με τον καιρό
+θα στρίψη το νεύρο και θα γίνη καλά το πόδι σου. Μόνο, το καλό
+που σου θέλω, μην το πειράζης». Κ' έλεγε και ξανάλεγε: «Μην το
+πειράζης!» Γνώριζε τι κεφάλια αγύριστα είναι οι Θαλασσοχωρίτες.
+
+Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης είχε πλατειά καρδιά και μεγάλ' υπομονή.
+Αλλά το κακό που τον ηύρε ήταν κατάρα θεού. Οι Θαλασσοχωρίτες
+είχαν χίλιες γνώμες για το ίδιο πράμα· για το Μήτρο μια γνώμη
+είχαν· ο Μήτρος είναι παλληκάρι! Οι Θαλασσοχωρίτες ταναγελούσαν
+τα γράμματα· την παλληκαριά την προσκυνούσαν. Ο Μήτρος δεν
+επάτησε το πόδι στο σκολειό. Στον ήλιο, στον αέρα και στα
+κύματα δασκάλεψε, κι από μικρός μεγάλωσε. Συνηθισμένην είχε
+θωριά. Τα στήθη του δεν ήταν χορταριασμένος πύργος, ουδέ σαν
+κάστρο η κεφαλή του. Ούτε ψηλός, ούτε κοντός· λιγνός παρά
+παχύς, μελαχρινός μ' ένα λιανό μουστάκι και φουντωμένα
+σγουρόμαλλα· στραβά τη σκούφια του, κ' ένα ζουνάρι κόκκινο
+χιλιόδιπλο στη μέση του· μ' ένα φανελλένιο πουκάμισο περνούσε
+τους χειμώνες και τα καλοκαίρια του. Κι όμως κι από τη
+συνηθισμένη αυτή θωριά ξεχυνόταν η λεβεντιά, στον αέρα που
+είχε, στην περπατησιά, σε κάθε του ματιά, σε κάθε κούνημα. Και
+ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης με τα εικοσιπέντε χρόνια του, το κορμί
+που δεν εφάνταζε, τη ντροπαλή απάνου κάτου όψη, κόσμο μπορούσε
+να χαλάση και κόσμο να χτίση. Κανείς δεν του έβγαινε στο δρόμο·
+με τη γροθιά του, έρριχνε κάτου βούβαλο. Κάρφωνε τα πόδια του
+στη γη, και κανείς δε μπορούσε να τον ταρακουνήση. Μια μέρα ο
+Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα
+πολεμούσαν ώρα ολόκληρη να τονέ ξετοπίσουν, κουλουριασμένοι στα
+πόδια του· τίποτε· βράχος άσειστος όσο που στο τέλος απ' τον
+ιδρώτα κι απ' τον αγώνα ζαλίστηκαν οι άνθρωποι και κόντεψε να
+τους έρθη κόλπο. Μα τα ποδάρια εκείνα τα σιδερένια, ταλύγιστα,
+πετούσαν, ξετιναζόταν και στριφογύριζαν, σαν από φτερό κι από
+φλόγα κι από άνεμο πλασμένα, την ώρα που έσερνε το χορό το
+παιδί της Δήμαινας. Κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' Άη Λιά, στα
+πλάγια του Ζυγού, εκεί που τρέχει το κρύο το νερό και τα
+πλατάνια απλώνουν με τα φύλλα τους μια σκέπη ξεκουραστική
+πλαμένη από δροσιές, ήσκιους και γλυκοψιθυρίσματα, εκεί στα
+κλέφτικα λιμέρια μια φορά, ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης,
+φουστανελλοφορεμένος, όπως πήγαιναν κι άλλοι πανηγυριώτες, με
+τη χρυσήν αρματωσιά του παππούλη του, πρωτοπαλλήκαρου, του
+ξακουσμένου του Μακρή, πήγαινε και χόρευε· λες και το είχε
+τάμα. Κ' οι πανηγυριώτες άφιναν το δικό τους το γλέντι κ'
+έκαναν κύκλο γύρω του κι αγνάντευαν και ξεχνειούνταν. Κάθε του
+βήμα στο χορό, γοργό γοργό κι ανάλαφρο, έσταζε γλύκα και
+σκορπούσε λεβεντιά. Σ' έφερνε σ' άλλον κόσμο· στον κόσμο των
+παραμυθιών και των αντρειωμένων που χόρευαν στον κάμπο με τους
+νιους κ' ύστερα παραιτούσαν το χορό και πάλευαν στα μαρμαρένια
+αλώνια με το Χάρο. Κ' οι γυναίκες που τον έβλεπαν εκεί, μήνες
+ύστερα' απ' το πανηγύρι τον είχαν μέσ' στο νου τους και τον
+καμάρωναν· κ' έρχονταν συντροφιές απ' τα χωριά τα πλαγινά,
+ακόμα κι απ' τις άλλες πολιτείες, κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ'
+Άη Λιά, όχι τόσο για το πανηγύρι, όσο για το χορευτή.
+
+Εκεί τον είδεν η Φροσύνη του Σεβδά, πρώτη νοικοκυροπούλα στο
+Μελίσσι, τρεις ώρες μακρειά από το Θαλασσοχώρι. Τον είδε και
+την είδε και τα ταίριασαν. Κ' ύστερα' από μήνες, κατά τη
+άνοιξη, έστειλε ο γέρο Σεβδάς προξενιά στη Δήμαινα, κ' η
+προξενιά τελείωσε με το καλό κ' έγιναν και ταρρεβωνίσια στο
+Μελίσσι. Σταρρεβωνίσια επήγεν ο Μήτρος με τη μάννα του, με το
+Γιαννάκο τον Ταρνάναμας, με το Μάρκο τον Κανίνια και την Ταρία
+Ταρέλα, τους αχώριστους, και μ' όλο το συγγενολόγι. Κ' ύστερ'
+από λίγες μέρες ξαναπήγε πάλι με τους ίδιους, για να δώσουν
+στην αρρεβωνιαστικειά τα χαρίσματα, κατά τη συνήθεια, παννιά
+εξήντα νούμερο και στόφες, κ' ένα βραχιόλι και μια ντουζίνα
+ζάρφια ασημένια. Και γλέντησαν δυο μέρες με τα βιολιά, και το
+στεφάνωμα θα γίνονταν απόλαμπρα· μα πριν ναρθή η λαμπρή, τον
+ηύρε το μεγάλο το κακό. Δεν πρόφτασε να ξαναπάη στο Μελίσσι.
+
+Πολλές είχαν ζηλέψει την τύχη της Φροσύνης. Και μια κόρη
+Θαλασσοχωρίτισσα, μια μικρή μελαχρινή ξεπεταχτή, γεμάτη γέλοια
+και καμώματα, η Μόρφω της Γαρουφαλιάς, η Τρελλομόρφω, όπως την
+έκραζεν η γειτονιά, κόντεψε να σκάση απ' το κακό της σαν άκουσε
+ταρρεβωνίσια^ δεν ξαναφάνηκε στο χαγιάτι για να ποτίση τα
+μυριστικά της, ψιθυρίζοντας το «μαύρο γεμενί», ταγαπημένου της
+χορού το τραγούδι, και ρίχνοντας τριγύρω της γλυκειές ματιές,
+κι όποιον λάχαιναν! Μόνο το βράδυ βράδυ κάποιες γειτόνισσες
+ανάμεσ' απ' τα σκούρα των παραθυριών τους την είδαν δύο τρεις
+φορές να περνάη, από το σπίτι του Μήτρου σκεπασμένη μ' ένα σάλι
+ως την κορφή, να κοντοστέκεται μπροστά στο φωτισμένο παραθύρι
+του, να σηκώνη προς αυτό τα μάτια της, κ' ύστερα να κοιτάζη,
+γύρω σα φοβισμένη, κ' έξαφνα να φεύγη γοργά σαν ξαφνισμένη
+λαφίνα. Την είχε κάψει ο Μήτρος κ' είχε μοσχαναθρέψει μέσα της
+την ελπίδα πως θα την έπαιρνε μια μέρα για γυναίκα του.
+
+Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης ήτον αληθινό παλληκάρι κ' είχεν όλα τα
+χαρίσματα του παλληκαριού· τα λόγια, την ορμή, το φιλότιμο, την
+ομορφιά και την περηφάνεια, την αγάπη της ζωής και την
+καταφρόνια του θανάτου. Επέρασεν από θαλασσοδαρμούς, εγλύτωσεν
+από θαλασσοπνιξίματα. Μέσα στο πέλαγο, αμέτρητο ήτον το
+κουράγιο του. Στα καλά καθούμενα, δεν έδινεν αφορμή σε κανένα.
+Μα να μη τον πειράξης, να μη τον γγίξης εκεί που δεν πρέπει θα
+στο ρουφούσε το αίμα με μαχαιριές· δεν έννοιωθε κουμπουριές,
+δεν εσυλλογίζονταν. Μια φορά τάβαλε με δέκα ευζωνάκια,
+Ρουμελιώτες, ένας κ' ένας τους έφερε κυνηγώντας ως την καζάρμα.
+
+Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία
+Ταρέλα, στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος,
+πως γεννήθηκε με ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν·
+τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την
+λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του
+έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε
+να μείνη σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε
+πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον
+εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρά ναπομείνη σημειωμένος.
+Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να γιατρευτή χωρίς
+να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να
+μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης,
+χωρίς καλά καλά να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την
+Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της λεβεντιάς και της υγείας,
+πόχει εκκλησιά της το κορμί. Και ας τάβαναν με το κορμί του όλα
+του κόσμου τα κακά· φτάνει να μη του άφιναν ταχνάρια τους σα
+βρισιά και σα λέρα· κορμί σημαδιακό, κορμί ντροπιασμένο. Για
+παλληκάρια σαν το παιδί της Δήμαινας είν' ατιμία η ασχημιά.
+
+Απ' τη νυχτιά που χτύπησεν ως την ημέρα που πρωτοκατέβη απ' το
+κρεββάτι για να περπατήση, πέρασαν τρεις μήνες. Υπομονετικά
+τους πέρασε τους τρεις μήνες. Ο γιατρός του είπε πως χωρίς άλλο
+θα γιατρεύονταν. Αλλ' αμέσως που είδε πως το πόδι του στράβωσε
+και δεν ελύγιζε κ' έστριψε το γόνατο το πονεμένο, και πως αυτός
+εκούτσαινε περπατώντας, απελπίστηκε· τον έπιασεν ένα παράπονο
+και τον έσφιξεν ένας καημός που δε μπορούσε και γραμματικός να
+τον ιστορήση. Έστειλε στον άνεμο το γιατρό με τα γιατροσόφια
+του κ' έπεσε βαρειά για να πεθάνη. Του κάκου κοίταζε να τον
+παρηγορήση η μαύρη μάννα του, που μέσα στους τρεις εκείνους
+μήνες γέρασε για δέκα χρόνια.
+
+«Άσε τα λόγια, μάννα! Θα σάξη το πόδι μου ή δεν την θέλω τη
+ζωή. Σημειωμένο εμένα δε με κράζουνε».
+
+Κι όταν μια μέρα κάποιος απ' τους δικούς του θέλησε να ειπή:
+«Ε! δεν έχεις πια τίποτε! μην είσαι παράξενος· έλα να πάμε στο
+Μελίσσι το κορίτσι έκαμε στο μάτι για να σε ιδή», σκύλιασε ο
+Μήτρος: «Μωρέ, να μη σώσω να τηνέ ιδώ, αν είναι να τηνέ ιδώ σε
+τέτοια χάλια. Κάλλιο στα βουνά καλόγερος και ρημοσπίτης, παρά
+γαμπρός με στραβό πόδι!»
+
+Κ' έτσι της καλής του η ενθύμηση του ξάναψε τον καημό. Πού να
+πάη στο Μελίσσι, και τι να τον κάμουν σαν πάη; να τονέ
+μπαλσαμώσουν και να τον καμαρώνουν; Να τον κρεμάσουν στον τοίχο
+για κόνισμα; Και φαντάζονταν γαμπρό τον εαυτό του να τον
+τριγυρίζουν την ώρα του _Ησαΐα_ κουτσό με τόνα πόδι να μη μπορή
+να καθίση σταυροπόδι στο φαΐ, να μη μπορή να σύρη το χορό, να
+τρέξη, ναντρειευτή, να παλέψη, να χωρατέψη, να γλεντήση. Κ'
+έβλεπε τον εαυτό του καραβοκύρη στο καϊκάκι του, να μη μπορή να
+βασταχθή στα πόδια του, νακκουμπάη σε ραβδί, να κρατειέται από
+τα σχοινιά, να καρτερή από τους άλλους το κάθε τι. Της νύφης
+της έταξαν λεβέντη, και θα της έδιναν τώρα σημειωμένον άνθρωπο!
+Δεν το καταδέχονταν κι ο ίδιος να τη σκλαβώση· κι αν δεν το
+δείξη αυτή, κι αν κάνη την καλόκαρδη, μέσα της θα την τρώη
+κρυφό μαράζι. Έτσ' είν' ο κόσμος· κι αυτός το ίδιο θάκανε·
+κάλλιο να φορτώνονταν την πανούκλα, παρά σημαδιακή γυναίκα.
+
+«Θαν το χάσω το παιδάκι μου, έλεγε παραπονετικά η Δήμαινα· όχι
+από το πόδι του· απ' το ντέρτι που νοιώθει για το πόδι του».
+
+Κ' έκλαιγε κ' έκανε το σταυρό της. Κ' οι τρεις οι αχώριστοι
+δούλευαν και τον είχαν πάντα στο νου τους τον Αφεντομήτρο, κι
+άφιναν τη δουλειά για να τρέξουν στο πλάγι του, και τον
+συντρόφευαν και τον παρηγορούσαν. Του κάκου· δεν ήθελε νακούση
+τίποτε τρεις μήνες υπόμενε· δεν μπορούσε πια να το νοιώθη
+τάτιμο, ξεραμένο απάνω του, κορμί κ' εκείνο απ' το κορμί του.
+Θάδραχνε το πριόνι και θα το πριόνιζε, θάρπαζε το τσεκούρι και
+θα το πελέκαγε· δεν υπάρχει θεός· τελείωσε!
+
+
+Ήρθεν ο αύγουστος. Ο βαρεμένος μπορούσε να πάρη το πόδι του, μα
+να τον πάρη ανθρώπου μάτι δεν ήθελε, κ' έμενε στο σπίτι του
+κλεισμένος. Από το παραθύρι του κανείς αντίκρυζε τον ήμερο
+γιαλό του Θαλασσοχωριού ναλλάζη χίλια χρώματα, σα χίλια όνειρα
+σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ' το πρωί ως το βράδυ·
+αντίκρυζε κανείς το πέλαγος ροδογάλανο την αυγή, το μεσημέρι
+ασημοχρυσωμένο, μαυροπράσινο σε λιγάκι, μενεξεδένιο μια στιγμή
+στο βασίλεμα· και κάποτε τρεμούλιαζε μ' όλα μαζί τα χρώματα σαν
+κόσμος ολόκληρος με κάθε λογής έγνοιες και πάθη. Κ' οι άνεμοι
+τον έσπρωχναν τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού πότε βαθειά στο
+κανάλι, πότε τον ξέχυναν περίσσιο προς τη στεριά· κι άλλην όψη
+τούδινε ο βοριάς, άλλη γλυκάδα ο μαΐστρος, άλλη μυρουδιά ο
+πονέντες, άλλα κύματα η νοτιά. Κι ο βαρεμένος απ' το παραθύρι
+του, κάλλιο απ' τα χρώματα όλα κι απ' τα μουρμουρίσματα κι απ'
+τες πνοές κι απ' τα κάλλη όλα εκείνα, έννοιωθε τα μονόξυλα που
+έσχιζαν ανάλαφρα τα ήσυχα νερά, με το λευκό παννάκι, πρύμα, και
+δύσκολα τα ξεχώριζες από τις μαύρες φαλαρίδες κι απ' τα
+γλαρόνια τα βαμπακόφτερα. Κ' έβλεπε τα ψαροκάικα να
+πηγαινόρχωνται φορτωμένα στο μόλο· παραπέρα οι μαούνες έπαιρναν
+τα πριμαρόλια της σταφίδας, για τη μεγάλη χώρα. Κι από την πίσω
+μεριά του σπιτιού ξεχώριζεν η πράσινη γραμμή του κάμπου.
+Κεχριμπαρένια γυάλιζαν τα σταφύλια στα κλήματα κ' οι σταφίδες
+μαυρολογούσαν σταλώνια. Πώς εμοσχοβολούσεν ο κάμπος ο
+πολύκαρπος! Κάθε νοικοκύρης, με το γλυκοχάραμα και με το
+σουρούπωμα, βρίσκονταν σε σύρε κ' έλα αδιάκοπο. Κ' η αργατειά,
+Κεφαλλονίτες με τσαπιά κι Αμπλανίτισσες με καλάθια,
+περνολογούσαν από κάτω απ' το παραθύρι. Κ' η θάλασσα του
+έστελνε την άρμη της. Ο κάμπος τη μοσκοβολιά του. Κι όσο τον
+έννοιωθε τον εαυτό του σακατεμένο, τόσο του φαινόταν ο κόσμος
+ωραιότερος κι όσο τάβλεπε μαραζωμένα τα νιάτα του, τόσο του
+φαίνοταν ο κόσμος πως ξανάνιωσε. Πού θα βρισκόταν κι αυτός
+τέτοια εποχή; Πού θαρμένιζε και πού θα δούλευε; Ζωή κι αυτή, να
+τηνέ πούμε!
+
+Οι σύντροφοι δεν τον εστένευαν, εκοίταζαν μόνο να τον
+καλοκαρδίσουν, και όλο τούλεγαν πως θα σιάξη το πόδι με τον
+καιρό, και καθώς δεν ήθελε νακούση τίποτε για τους γιατρούς
+τους διαβασμένους πόβγανε η Αθήνα, του μιλούσαν όλο για
+κομπογιαννίτες του χωριού, που γιάτρευαν κάθε λογής αρρώστια με
+τα δικά τους γιατροσόφια. Και, καθώς τυχαίνει πάντα, καθένας
+εύρισκε στα βάθη του μυαλού του μιαν ιστορία μ' έναν άρρωστο
+αποφασισμένο απ' το γιατρό και γλυτωμένο απ' τον κομπογιαννίτη.
+Μα και νέοι και γέροι, ψαράδες, καραβοκύρηδες, πραγματευτάδες,
+ξωμάχοι, γραφιάδες, ο δάσκαλος, ο παπάς και ο δήμαρχος ακόμα,
+κι όλοι όσοι έρχονταν και τον έβλεπαν, όλοι τούδιναν γνώμη να
+μη το βάλη κατάκαρδα, να κάνη υπομονή, μα και να φεύγη μακρειά
+από γιατρούς. Το κάτω κάτω της γραφής, δε χάθηκαν οι πραχτικοί·
+αυτοί κάνουν σωστή δουλειά.
+
+Μια μέρα, το δεκαπενταύγουστο, τρεχάτος ήρθε ταποβραδύς ο
+Γιαννάκος ο Ταρνάναμας. Έφτασεν απ' το χωριό της Λυγαριάς ένας
+περίφημος γιατρολόγος, ο Κοπανίτσας· καλεσμένος απ' το σπίτι
+του Μελέτη, για να του γιατρέψη τη φάγοσσα. Ήταν ακουσμένος σ'
+όλη τη Ρούμελη, και πέρ' ακόμα, στο μισό Μωριά. Και καθώς τον
+παίρνουν μυρουδιά στο Θαλασσοχώρι, κόσμος και κόσμος τρέχει να
+τονέ βρη. Για κάθε αρρώστια ξέρει, και όλες τις γιατρεύει·
+χειρουργός μοναδικός. Όσους κι αν ρώτησε γι' αυτόν ο Γιαννάκος,
+του είπαν πως κάνει θαύματα. Γιατί να μην τον φέρουν να ιδή το
+Μήτρο; Τί θάχαναν;
+
+Με τον καημό που τραβούσε ο Μήτρος, τους εκατάφερεν αγάλια
+όλους εκείνους που τον αγαπούσαν, που τον εσυγύριζαν και τον
+παραστέκονταν, τους εκατάφερε και πίστευαν πως το χειρότερο
+κακό δεν ήταν πως χτύπησε το πόδι του, άλλα πως θάμενε κουτσό
+το πόδι του. Να τα δοκιμάσουν έπρεπε όλα, για να προλάβουν
+τέτοια συμφορά! Και να μην τα πολυλογώ, τον έφεραν τον
+Κοπανίτσα. Τον ήθελε το παιδί, τον ήθελεν η μάννα, τον ήθελαν
+οι τρεις τους κι όλο το συγγενολόγι. Και όσους ρώτησαν τους
+είπαν: «Να τον πάρετε!»
+
+Φουστανελλάς, απάνω κάτω πενηντάρης, ψηλός, ξερακιανός, μυταράς
+και σπανός και, μωρέ παιδιά, σημειωμένος. Σαν να του ξυνοφάνηκε
+τάρρωστου, καθώς τον αντίκρυσε· μα τι να κάμη πια; Στραβός μ'
+ένα μάτι που έβλεπε για δυο αποκάτου απ' τη μαυρίλα των
+μαλλιαρών φρυδιών του· μα μπήκε στο σπίτι μ' έναν αέρα, μ' έναν
+αέρα! Το κοίταξε το πόδι, το ζούπηξε, το γύρισε.
+
+«Θα στο γιατρέψω, είπε· θα στο κάμω κατά πως ξέρω γω.
+
+ — Απ' το θεό και στα χέρια σου, γιατρέ.
+
+ — Να περάσουν πρώτα τρεις τέσσερες μέρες. Θα πάμε κατά το φως
+του φεγγαριού. Τώρα είναι ημέρες αχαμνές· θα βρούμε την καλή τη
+μέρα. Γιατί είναι ημέρες που και απλό αίμα να πάρης απ' τον
+άνθρωπο, μπορεί να του φέρης μεγάλην αρρώστια, μπορεί να τον
+χαλάσης. Έχουμε τώρα δεκατρείς του μηνός θα ιδούμε στις
+δεκάξι».
+
+Κ' εγύρισε στην Δήμαινα προστάζοντας γοργά:
+
+«Πέντε δράμια σιναμική, δέκα δράμια μαστίχα, οχτώ δράμια
+ρεβέντι, πέντε δράμια αρσενικό λιβάνι, δύο δράμια πιπερόρριζα,
+δύο δράμια κανέλλα· κοπάνισέ τα. Πάρε μία οκά μέλι, βγάλε τον
+αφρό του, βράσε τα λιγάκι με το μέλι, ύστερ' ανακάτωσέ τα καλά
+και δίνε του να τρώη· αυτό είναι το πλέον δυναμωτικό ματζούνι
+μ' αυτό μπορεί να βαστάη κάθε τι· έχει ανάγκη να δυναμώση».
+
+Κι όσο που ναρθούν οι δεκάξι, τόστρωσε βαρειά στο σπίτι· μήτε
+από το σπίτι τον άφιναν να φύγη· έπρεπε να τον ευχαριστήσουν με
+το παραπάνω το γιατρό· μήτε κι ο γιατρός είχεν όρεξη να γυρνάη
+στα μαγειρειά του Θαλασσοχωριού και να ξενυχτάη στα χάνια του.
+Κ' ήτον όλο λόγια, κι όλο ιστορούσε τα πράματα και τα θάματα
+της ιατροσύνης του. Κι ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο
+Κανίνιας και η Ταρία Ταρέλα δεν τον άφιναν απ' το πλάι τους και
+τον άκουγαν με στόμα ολάνοιχτο.
+
+Και ξημέρωσεν η μέρα που την περίμεναν με καρδιοχτύπι. Στις
+δεκάξι του τρυγητή, με τους μούστους και τα πρωτοβρόχια, με τα
+στερνά τα χελιδόνια και τα στερνά σταφύλια, λέει ο Κοπανίτσας
+του Μήτρου:
+
+«Καρδιά κομμάτι· θα πονέσης λιγάκι, κ' ύστερα όλα θα περάσουν.
+
+ — Από πόνους βαστάω, γιατρέ· μόνο το πόδι μου. . .»
+
+Ο Κοπανίτσας έκαμε νόημα στο Μάρκο τον Κανίνια και στους άλλους
+δυο:
+
+«Να τον βαστάξετε καλά, μα καλά. Κυρά, το τοίμασες τανακόλι;»
+
+Στη μέση του οντά έστρωσαν χράμια και παπλώματα, κι απάνω εκεί
+τον ξάπλωσαν το Μήτρο.
+
+«Έτοιμο το ρακί; — Έτοιμο. Πιε, Μήτρο!»
+
+Κι ο Μήτρος το ρούφηξεν, ως πενήντα δράμια.
+
+«Γεια σου, θερίο!»
+
+Και πιάνει και τον βάνει ανάσκελα κι αρπάζει το πόδι το δεξί,
+το πονεμένο, και το σταυρώνει απάνου στο ζερβό τον ώμο· κι
+αδράχνει και το ζερβί και το σταυρώνει απάνου στο δεξί τον ώμο.
+Κ' έπειτα δίνει μια, και πατάει, ναι, πατάει απάνου στο
+χτυπημένο πόδι. Ένα _κρακ_ ακούστηκε, κ' ένα μούγγρισμα, ένα
+λιονταρήσιο μούγγρισμα του βασανισμένου. Το σπίτι εσείστηκε κ'
+οι τρεις δε μπορούσαν να τον κρατήσουν, όπως ανατινάζονταν και
+σπαρτάριζε.
+
+«Βόηθα, Χριστέ και Παναγιά! έκραξε η Δήμαινα.
+
+ — Μωρέ, μη λιγοψυχάς, Μήτρο! έκαναν οι άλλοι.
+
+ — Μ' έφαγες, οχ! μούγγριζεν ο Μήτρος.
+
+ — Τώρα είσαι σαΐνι! σε δεκατέσσερες μέρες θαβγής όξω!»
+
+Είπεν ο Κοπανίτσας και πάλι εγύρισε στη Δήμαινα προστάζοντας
+γοργά:
+
+«Μολύβι κοπανιστό, βάλε το στο ξίδι, να κάμη δύο μέρες, έπειτα
+κάψε το καλά με το θειάφι, να γίνη στάχτη· κι αυτή τη στάχτη
+ανακάτωσέ την με χώμα κόκκινο, κερί, λιβάνι, μαστίχα κι
+αγουρόλαδο, και βάλε την απάνου στο πόδι την αλοιφή πρωί
+βράδυ».
+
+Κι άλλα λόγια δεν ξανάειπεν, ούτε πρόσταξεν. Έξω στην πόρτα τον
+περίμενε το μουλάρι του.
+
+Έχωσε στο σιλάχι του τα δυο εικοσιπεντάρικα που πήρε κατά τη
+συμφωνία στον άρρωστο και τους γερούς άφησε γεια, και κανείς
+δεν τον ξανάειδε.
+
+Από τότε κι ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης δεν ξανάειδε προκοπή.
+Πέρασαν οι δεκατέσσερες μέρες κι αυτός δεν είχε σηκωθή από το
+στρώμα του, κι ούτε που ξανασηκώθη. Το πόδι επληγίασε κι
+αφόρμισε· κι ο Μήτρος μέσ' στο στρώμα σαν παράλυτος, έρρευεν
+απ' την αρρώστια κ' έλιωνεν από τον πόνο. Και πέρασαν δυο
+μήνες. Μπήκεν ο χειμώνας· νοτιά· σαράντα μερονύχτια αδιάκοπη
+βροχή· χορτάριασαν οι τοίχοι, κι ο μολυβένιος ουρανός εβάραινε
+την καρδιά, κ' η νοτιά τρυπούσε τα κόκκαλα· αλλοίμονο στον
+άρρωστο!
+
+Έτυχε το χειμώνα εκείνον να διαβή από το θαλασσοχώρι κι άλλος
+γιατρολόγος. Αυτή τη φορά τα μαντάτα τάφερεν ο Μάρκος ο
+Κανίνιας. Έπεσαν μια φορά στα χέρια των γιατρολόγων· ήταν,
+φαίνεται, γραφτό να μη γλυτώσουν απ' τα χέρια τους. Μέσα στη
+μαύρη στάχτη του καημού φτάνει μια τιποτένια αφορμή, παραμικρό
+άκουσμα, μιαν ελαφρή πνοή, κ' η σπίθα της ελπίδας τινάζεται απ'
+τη στάχτη. Κι άλλος γιατρός ήρθε; Λαχτάρησεν ολόκληρο το σπίτι
+γύρω στον άρρωστο. Να τον πάρωμε κι αυτόν. Χειρουργός ήταν κι
+αυτός, Μωραΐτης, Κουζουνόπουλος εκράζονταν. Φάνηκε με φούμαρα.
+Δική του υπόθεση τον έφερε στον τόπο εκεί· βιαστικός ήταν· δεν
+τον εσύμφερε να μείνη για έναν άρρωστο· μια φορά πάλι να τον
+ιδή, δεν βγαίνει τίποτες. Έπρεπε να το πάρη δουλειά ξεχωριστή,
+και να κάμη ταχτική κούρα· μήνες χρειάζονται, καιρός, υπομονή.
+Έχουν παρά να του μετρήσουν; έτσι και καλά· ει δε μη, δεν έχει
+τίποτ' άλλο να τους πη. Κ' η μάννα του Μήτρου και ταχώριστα
+συντρόφια το πήραν απόφαση. Μάζωξαν ό,τι είχαν και δεν είχαν,
+ξεπουλήματ' από δω, δανεικά από κει, ανοίχτηκαν κομποδέματα,
+βοήθειες εδόθηκαν — γενναία φέρθηκαν κ' οι θαλασσινοί για τον
+κατακαημένο το Μήτρο — κ' έτσι του είπαν του Κουουνόπουλου:
+
+«Πεντακόσες δραχμές θα σου δώσουμε μα να τον γιατρέψης πρώτα.
+Τις βάζουμε σε δεύτερο χέρι. Θα τις πάρης από τον Παπαθύμιο.
+
+ — Ας είναι κ' έτσι, είπεν αυτός, και θρονιάστηκε στο σπίτι του
+βαρεμένου.
+
+Και δος του μαντζούνια στον άνθρωπο, δος του βεντούζες στο πόδι
+και βιζιγάντια κι αλοιφές· και σήκωναν καντήλες οι αλοιφές· κ'
+οι καντήλες έσπαναν, κ' ετρεχεν ύλη, κι άνοιξε πληγή το πόδι,
+κ' έβαζε μέσα φτίλι, και την άλλαζε κάθε μέρα, και την άνοιγε
+κάθε αυγή, και την άρμεγε. Πενήντα μέρες το επιχειρίστηκε με
+τέτοιον τρόπο. Και τις πενήντα έτρωγε κ' έπινε κ' εκοιμότουν
+στο σπίτι σαν πασάς, και ξόδευεν η Δήμαινα. Και πάει καλήτερα,
+κι όλο και καλήτερα έλεγε σ' όσους τον ερωτούσαν. Στα στερνά
+ζήτησε και καμιά πενηνταριά δραχμές. «Πάει καλήτερα, κι όλο και
+καλήτερα!» Και τις πήρε κι ούτε που ξαναφάνηκε.
+
+
+Κι ο βαρεμένος μέρα τη μέρα κι ώραν την ώρα πήγαινε χειρότερα.
+Και ξαναφάνηκε στο σπίτι όχι πλέον ο γιατρολόγος της Λυγαριάς,
+ούτε ο Μωραΐτης, αλλ' ο γιατρός του Θαλασσοχωριού, ο πρώτος που
+τον είχε κοιτάξει. Πάλι στα πόδια του έπεσαν. Αλλ' όταν τον
+ξανάειδεν ο γιατρός τον άρρωστον ύστερα' από εφτά οχτώ μήνες
+που τον άφησε, τόσο τον λυπήθηκε, που ξέχασε και να θυμώση
+ακόμα και να φωνάξη καθώς εσυνήθιζε· λιγάκι και θάκλαιγε· μα
+δεν έβγαναν από τα μάτια του δάκρυα.
+
+«Ακόμα στο στρώμα είσαι; του είπε· κάτι θάκαμες! Αμ' δε μ'
+ακούτε, δε μ' ακούτε, μωρέ σκυλιά! Δε σου είπα να μην το
+κουνήσης το πόδι;»
+
+Το κοίταξε το πόδι, το ξανακοίταξε, και καθώς τον είδεν εκείνον
+έτσι αμίλητο και αποσωμένο·
+
+«Ε! δεν έχεις τίποτε, του ξαναλέει, θα γίνης καλά.»
+
+Αλλά, κρυφά στη μάνα του, και στις άλλες που παράστεκαν, είπε
+ξερά και παστρικά:
+
+«Αδύνατο να γιατρευτή. Οι τσαρλατάνοι που φέρατε τον σκότωσαν
+τον άνθρωπο· κόπηκαν τα νεύρα κ' έμασαν· γάγγραινα· δουλεύει
+βαθειά· δε γλυτώνει, αν δεν του κοπή το πόδι. Κοιτάχτε το
+γληγορώτερο να τον πάτε στην Αθήνα προφτάστε τον».
+
+Τρεις μέρες και τρεις νύχτες η χήρα η Δήμαινα, τα δυο της
+ταδέρφια, ο γυρολόγος κι ο σιδεράς, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο
+Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα, ο Παπαθύμιος, ο
+δάσκαλος κι ο δήμαρχος πολεμούσαν να τον καταφέρουν. Τρεις
+μέρες και τρεις νύχτες όλα τάκουγε, κ' έδινε πάντα μιαν
+απόκριση, την ίδια κ' απαράλλαχτη:
+
+«Κάλλιο θάνατος παρά να περπατώ μ' ένα πόδι!»
+
+Η αλήθεια είναι πως κι ο δήμαρχος κι ο δάσκαλος κ' η Ταρία
+Ταρέλα κι ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κι ο Μάρκος ο Κανίνιας κι ο
+σιδεράς κι ο γυρολόγος κ' η χήρα η Δήμαινα τον είχαν
+αποφασίσει· δεν πίστευαν σ' ανθρώπου τέχνη πια· γραφτό του
+ήταν, έλεγαν, κι απ' του Θεού το θέλημα περίμεναν. Δεν ήθελαν
+να τον στενοχωρήσουν και πολύ, κι ούτε να τον ξεγελάσουν, ούτε
+να τον πάνε στην Αθήνα στανικά. Το κάτω κάτω, ας μην το
+κρύβουμε, όλοι τους ανατρίχιαζαν βαθύτερα από κάθε τι, σαν
+εφαντάζονταν το Μήτρο μονοπόδαρο. Τι πεθαμμένος, τι
+σακατεμένος! Καλά καλά δεν μπορούσαν να το ξεχωρίσουν τόν' από
+τάλλο, τα δυο κακά. Όσο για τη χήρα Δήμαινα, από μήνες τώρα
+είχε λίγα λόγια και πολλή συλλογή. Ένας στοχασμός λίγο λίγο
+ανέβαινε κι απλώνονταν όσο που ξεχείλισε μέσα στο νου της. Το
+παιδί το είχαν μαγεμένο! η αρρώστια του δεν ήταν αρρώστια του
+Θεού, το κακό του ήταν ανθρώπινο κακό· εδώ δεν παίζει τύχη, εδώ
+είναι μάγια, του άλλου κόσμου σύνεργα.
+
+Της Μόρφως η μητέρα, η Γαρουφαλιά με τόνομα, που ρίχνει τα
+χαρτιά και ξορκάει ταερικά, μάτιασε το παιδί, βάλθηκε να το
+ξελογιάση με την κόρη της. Κι αφού είδε πως της ξέφυγε απ' τα
+χέρια, κι άλλης θυγατέρα θα το έπαιρνε, βάλθηκε να το
+ξεπαστρέψη· σωστά, της είπεν η Αργύρω. Μια βραδειά η Αργύρω,
+γυρνώντας από τη βρύση, με τη βαρέλλα της, είδε δυο γυναίκες
+μισοσκεπασμένες μπρος απ' το σπίτι της Δήμαινας· κ' είδε στο
+φως του φεγγαριού την ψηλότερη να φοβερίζη με το χέρι της
+τεντωμένο προς το σπίτι, και την άλλη την κοντούλα να κράζη με
+στρίγλικη φωνή: «Καλά σ' έχω!» Και τις γνώρισεν η Αργύρω, τη
+Γαρουφαλιά και τη Μόρφω! Καλά της τάχαν πει κ' η Λάμπραινα κ' η
+Ντορογιάννενα κ' η Καρασεβδού κ' η Μαριγώ η ζωντοχήρα· βούιζεν
+όλο το Θαλασσοχώρι· δεν ήταν πια μυστικό· η Γαρουφαλιά βάλθηκε
+να τον επαστρέψη με τα μάγια το Μήτρο της να μην ιδή πια
+προκοπή. Τράβηξε κατά την Άρταν η Γαρουφαλιά κ' ηύρε τις
+Τούρκισσες, τις μάγισσες, και τις πήρε σημάδια. Κ' η Μόρφω η
+σκρόφα, απ' την ημέρα που αρρεβωνιάστηκε στο Μελίσσι ο Μήτρος,
+τον έγραψε με τους πεθαμμένους, και του έκανε συλλείτουργο, κ'
+έβαλε και τον μνημόνεψαν ζωντανό στις τρεις και στις εννιά,
+στις σαράντα, τα τριμήνια, τα ξαμήνια, το χρονιάτικο. Μάννας
+κόρη! Κι αυτά τα μάγια είν' αλάθευτα· σ' όποιον τα ρίξουν
+ξεπατώνεται. Αχ! η σκύλα η Μόρφω! Είχε στείλει η μάννα της
+προξενιά της Δήμαινας, προξενιά για το Μήτρο. Κ' η Δήμαινα είχε
+ειπεί στην προξενήτρα:
+
+«Εγώ τανάθρεψα με την τσίτα της σαΐττας και της χηριάς τα πάθη,
+και τόβγαλα παλληκάρι εικοσιοχτώ χρονώ· και τώρα πάρχισα να
+βλέπω το καλό του, θα το παντρέψω μικρό μικρό; Και ποιαν να
+πάρη; τη Μόρφω!»
+
+Και πάλι έβαλε κι άλλη προξενήτρα κι αποκρίθη και σ' αυτή:
+
+«Εγώ νίβομαι κι απονίβομαι· αν τη θέλει, ας την πάρη. Μα στο
+σπίτι μου να μην τον ξαναϊδώ!»
+
+Και σε λιγάκι ο Μήτρος άλλαξε δακτυλίδια με τη Φρόσω του Σεβδά.
+
+Η χήρα η Δήμαινα άφησε κατά μέρος τους γιατρούς με τα
+γιατροσόφια τους, κι αντί να πάρη το παιδί να τρέξη στην Αθήνα,
+τάφησε ένα πρωί στο στρώμα και τράβηξε κατά την Πάτρα. Πήγε κ'
+ηύρε τη γριά τη μάντισσα, που ζούσ' εκεί ξακουσμένη σ' όλη τη
+Ρωμιοσύνη· που μάντευε για την αγάπη και για την έχτρα, για τον
+απάνου και για τον κάτου κόσμο, για τη ζωή και για το θάνατο·
+που γιάτρευε το μπόδεμα και το μάτιασμα, που είχε γνωριμία με
+τις νεράιδες, κ' έπιανε κουβέντες με τα ξωτικά. Την ηύρε στην
+απάνω χώρα, μέσα σ' ένα καλύβι, σκυμμένη απάνου σε χαλκωματένια
+πέταλα, σε ντύματα φιδιού, σε λύκου δόντια, σε χαρτιά και σε
+κόκκαλα, σε μπαλσαμωμένα κοράκια, σε μαγικά βοτάνια, σε μύρια
+σύνεργα. Καθώς την είδε τη Δήμαινα, κούνησε το κάτασπρο
+μαντιλωμένο κεφάλι της και είπε:
+
+«Ξέρω γιατ' ήρθες για το παιδί σου. Σημάδια του έφερες;»
+
+Κ' η Δήμαινα, που ήταν ορμηνεμένη, της έδωσε σημάδια από τα
+μαλλιά του.
+
+«Καλά· αύριο την αυγή ναρθής να πάρης απόκριση.»
+
+Και γύρισε την αυγή κι άκουσεν από το στόμα της μάντισσας:
+
+«Αδύνατο να γιατρευτή· τόχουν κάμωμα φοβερό! Την ώρα που έπεσε
+και χτύπησε, — πριν πέση — δώδεκ' Αρμένισσες έτρωγαν και
+γλεντούσαν· πάτησ' απάνου στο τραπέζι τους. (Και της έδειξε μια
+φλούδ' από λεμόνι.) Η μια, καθώς τον είδε, τον ζηλοφθόνησε, τον
+έσπρωξε, τον έρριξε, τον τσάκισε. Τον έχουνε στο μάτι οι
+Αρμένισσες. — Θεός φυλάξη από τέτοια στοιχειά — γιατ' ήταν από
+καιρό μαγεμένο το παιδί σου, και ήταν γραμμένο με τους
+πεθαμμένους!»
+
+Και της έδωσε βοτάνια μαγικά, να του δίνη το ζουμί τους, όταν
+τονέ θυμώνει ο πόνος, να του περνά. Κ' έννοιωσεν η Δήμαινα πως
+για παρηγοριά της τάδινε κι όχι για γιατρειά.
+
+Και γύρισε στο Θαλασσοχώρι και στο γιο της έφερε μόνο τα βότανα
+της μάντισσας, χωρίς να του φανερώση και τα λόγια της. Και ο
+γιος την περίμενε σαν το χελιδόνι του μαρτιού. Δεν άκουγεν από
+γιατρούς, αλλά τα μάγια τα πίστευε. Για τούτο κ' ύστερα από
+λίγον καιρό, σαν έφεραν από το Μελίσσι για να τον ιδή μια
+μάγισσα, μιαν Οβριά, ο Μήτρος την εδέχτηκεν εκεί στο στρώμα
+καρφωμένος, όπως δέχονταν καπετάνιος το πρύμο ταεράκι στα
+ταξίδια του. Σταχνό του πρόσωπο άστραψαν τα μάτια του, κ' ένα
+χαμόγελο, σαν άστρο σε φουρτουνιασμένον ουρανό, του γλύκανε τα
+χείλη. Μονάχα μια φορά τον είδεν έτσ' η Φρόσω του, η
+αρραβωνιαστικειά του, κι όχι άλλος κανείς. Η Οβριά λίγες μέρες
+είχε που εφάνη στο Μελίσσι από τα Γιάννενα. Την είχε κλέψει
+ένας Γιαννιώτης και την έφερεν εκεί· βαφτίστηκε και
+στεφανώθηκεν. Ερωτοχτυπημένη, νεοφώτιστη, νιόπαντρη, και
+μάγισσα! Καθαρομελάχρινη, λυγερή, μορφοκαμωμένη, και γλυκόλογη·
+τι χρειάζονταν η μαγική της μπρος στη ματιά της! Έσκυψε και τον
+κοίταξε ήμερα και σπλαχνικά, κι ο Μήτρος εφαντάστηκε πως
+τελείωσαν τα βάσανά του, και δεν απόμενε άλλο, παρά να τονέ
+πάρη από το χέρι και να του ειπή: «Σήκω και περπάτησε!» κι
+αυτός να σηκωθή και να περπατήση. Τα πίστευε τα μάγια, τον
+μάγευεν η ομορφιά.
+
+Η Οβριά ζήτησε το δεξί του το πόδημα· και το πήρε κ' έρριξε
+κάτι μέσα σ' αυτό, κάτι που έμοιαζε σα διάργυρο, και πρόσταξε
+να το βάλουν έξω, πάνω στα κεραμίδια να ξενυχτήση.
+
+«Ό,τι κι αν ακούσετε τη νύχτ' απόψε, τους είπε, να μη
+μιλήσετε.» Και πάλι ξανάειπε στους άλλους του σπιτιού:
+
+«Για να ιδήτε πως κιντυνεύει το παιδί από κάμωμα! το τσάκισαν
+οι νεράιδες το παιδί.»
+
+
+Και διόρισε κι αυτή κάτι χόρτα, να τα πίνη βρασμένα με κρασί.
+
+Το βράδυ έπεσαν να κοιμηθούν. Χειμώνας ήταν ακόμη, μα η νύχτα
+ήταν ανοιξιάτικη, κατάστερη. Η Δήμαινα μονάχη ξενυχτούσε το
+Μήτρο· στο πλάγι του έστρωνε κ' έπεφτε· πολλές φορές
+ξημερώνονταν στο πόδι. Τη νύχτα εκείνη, κι όλη του κόσμου την
+υγεία και την ξεγνιασιά να κρύβαν μέσα τους, πάλι δε θα
+κλειούσαν μάτι μάννα και παιδί. Θυμούνταν τα λόγια της Οβριάς:
+«Ό,τι κι αν ακούσετ' απόψε, να μη μιλήσετε!» Και τους δυο ένας
+φόβος τους ετάραζε και μια ελπίδα τους εζέσταινε. Στον πλατύν
+οντά το κρεμαστό καντήλι θαμποφωτά, κι άλλο δεν ξεχώριζαν μέσα
+εκεί παρά το εικονοστάσι με το μαυρισμένο το Χριστό και τον
+ασημωμένον Άη Νικόλα, κ' ένα τρομπόνι μ' ένα κουπί, και τα δυο
+ταραρριχτά σε μια γωνιά του τοίχου. Κι ο Μήτρος κάρφωνε
+άγρυπνος το μάτι απ' το καντήλι στα κονίσματα, κι από κει στη
+γωνιά, σαν κάτιτι να καρτερούσε νάβγη ακόμα κι απ' αυτά, που
+ξάνοιγε μονάχα στο σκοτάδι εκεί, κάτι μυστικό κι ανέλπιστο· και
+μέσα στο σκοταδερό το φως, ο ήσκιος πόρριχνε ο Χριστός και
+τασημένιο φέγγος τ' Άη Νικόλα και του κουπιού το μάκρος και η
+θωριά του τρομπονιού σμίγανε και φάνταζαν, και γίνονταν
+μαυράδια αλλόκοτα και σχήματα που σειούνταν, σα να
+κρυφομίλαγαν, και πλάσματα αλλόκοτα, που λίγο μόνον έλειπε για
+να ξεσκεπασθούν, και να φανερωθούνε ξωτικές και μοίρες και
+ψυχές . . . ποιος ξέρει τι θα φανερώνονταν; Κ' είχε χτυπόκαρδο
+ο καημένος, κι ο νους του ήταν γεμάτος από ιστορίες άλλου
+κόσμου και παραμύθια άλλου καιρού, κ' επρόσμενε σαν κατάδικος
+να ιδή: θα τονέ κόψουν ή θα του δώσουν χάρη; Και σαν ήρθαν τα
+μεσάνυχτα, εκεί που η νύχτα ήταν ανοιξιάτικη, κατάστερη, γεμάτη
+σιγαλιά, ψηλά στα κεραμίδια του σπιτιού ξεσπάει μεγάλη ταραχή,
+χαλίκια πέφτουν, σα νάστησαν πετροπόλεμο του σπιτιού, χαλάζι
+λες και ρίχνει ο ουρανός απάνω στη σκεπή· σφυρίγματα
+γρικειούνται, μιλήματα ακούγονται. Ταράζεται το πάτωμα, βογγούν
+τα παράθυρα, τρίζουν οι πόρτες, μπροστά στα μάτια του παιδιού
+χοροπηδούν παράξενα καντήλια, και κονίσματα και φώτα και σκιές.
+Πιάνετ' ο ανασασμός του· δε μπορεί, αλλ' ούτε και που θέλει να
+μιλήση· θυμάται της Οβριάς τα λόγια, τρέμει μην του πάρουν
+νεράιδες τη μιλιά· με το μακρύ ραβδί, που κρατούσε στο πλευρό,
+κουνάει τη μάννα του μήπως κοιμάται και δεν έννιωσε τι έτρεχε·
+κ' η μάννα δίχως να μιλήση χτυπάει το πάτωμα, για να του πη πως
+ήταν έξυπνη και τα κατάλαβε. Κι από την ώρα εκείνη μάννα και
+παιδί στέκονταν άσειστοι κι αμίλητοι και καρτερούσαν, και κάθε
+κρότος είχε πάψει κ' η σιγαλιά ξαναχύθηκε, κ' οι δυο τους
+άκουγαν, όλο κι άκουγαν σφυρίγματα, πετροβολιές, φωνές, ως τα
+ξημερώματα.
+
+Και ξημερώνοντας, νά κ' η Οβριά! Της λεν τι έτρεξε τη νύχτα·
+ζητάει το πόδημα που ξενύχτησε στα κεραμίδια, το κοιτάει καλά
+καλά, λιγάκι συλλογίζεται, γλυκογελάει του Μήτρου και λέει
+χωριστά της Δήμαινας:
+
+«Δε σας το είπα εγώ; το παιδί είναι μαγεμένο· των αδυνάτων να
+γιατρευτή. Αν πιάνονταν από την αρχή με τα μαντολόγια και δεν
+έμπλεκε με γιατρούς, θα γλύτωνε· αυτό είν' η αλήθεια!»
+
+Κ' όσο τους απέλπιζαν κ' οι μάντισσες, τόσο στα μαντολόγια
+έρριχναν τις ελπίδες τους. Κ' η Δήμαινα με ταδέρφια της, το
+γυρολόγο και το σιδερά, πήραν στερνή μεγάλη απόφαση. Στον
+Έπαχτο εζούσεν ένας μάντης. Διάβαζε τη σολομονική· δεν ήταν
+παίξε γέλασε· μέσα σ' αυτή μάθαινε πως γιατρεύεται κ' η πιο
+κακή αρρώστια. Ξόρκιζε τα δαιμόνια, μέσα σε ασκιά τα κλειούσε
+και μέσα σε αγγειά τα φυλάκωνε, γιατ' είχε τη σφραγίδα του
+Σολομώντος και μ' αυτή τα σφράγιζε. Γνώριζε πού φύτρωνε το
+τετράφυλλο τριφύλλι και μ' εκείνο έκανε υποταχτικούς του τα
+ξωτικά. Κ' εστείλανε στην Έπαχτο την Ταρία Ταρέλα με χρήματα,
+με γράμματα, με σημάδια και με χίλια παρακάλια. Ο μάντης πια
+θάλεγε τον τελευταίο λόγο· το πήραν απόφαση· δεν είχαν πλέον να
+ελπίσουν από πουθενά.
+
+Και μ' ένα ψαροκάικο κίνησεν η Ταρία Ταρέλα ίσα κατά την
+Έπαχτο. Κ' έφτασεν αποβραδύς, και δίχως να ξανασάνη, να
+ξεκουραστή, δίχως να πη κανενός τίποτε, ρωτώντας και
+γυρεύοντας, τον ηύρε το μάντη το ίδιο το βράδυ. Κι ο μάντης
+ήταν ένας παλιοντυμένος κιτρινιάρης, με κάτι μακρυά γένεια
+ολόμαυρα· μιλούσε σιγαλά και ποτέ του δε γελούσε. Του έβαλε στο
+χέρι η Ταρία Ταρέλα ένα δεκάρικο και του λέει:
+
+«Να κοιτάξης ένα πού δε μπορεί, και να τον κάμης καλά.»
+
+Κι ο μάντης ζήτησε κι αυτός σημάδι, τρίχες από τα μαλλιά του
+Μήτρου, κι αποκρίθηκεν ευθύς:
+
+«Αύριο το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, να βρεθής εδώ.»
+
+Και το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, ο μάντης έλεγε στο
+σύντροφο του Μήτρου:
+
+«Μήτρο τονέ λεν το βαρεμένο, στο Θαλασσοχώρι κάθεται, το σπίτι
+του είναι αντίκρυ από την εκκλησιά· χήρα η μάννα του, Δήμαινα
+τηνέ κράζουν..»
+
+Και τάχασεν η Ταρία Ταρέλα, κι ανατρίχιασε· δεν του είχε ειπεί
+τίποτε, μήτε και με κανέναν άλλο είχε μιλήσει εκεί στον Έπαχτο.
+Και νά τώρα που τάξερεν όλα ο μάντης! κ' έκαμε το σταυρό του.
+
+Και γλήγορα γλήγορα ο μάντης του είπε τότε:
+
+«Να μαυροφορέσετ' από τώρα! Των αδυνάτων αδύνατον να ιδή
+προκοπή. Όλα τα μάζωξα κι όλες τις πρόσταξα. Κι από παντού
+αγροίκαγα: Ό,τι μέλλει δεν ξεμέλλει, κι ό,τι γράφει δεν
+ξεγράφει. Τάχ' η Μοίρα στο χαρτί, πελέκι δεν τα κόβει. Τον
+έφαγαν τα μάγια της αγάπης· κακά στοιχειά τονέ χτύπησαν.
+Σύντεκνε, πάρ' το απόφαση.»
+
+Πέρασε κι ο χειμώνας. Έλυωσαν τα χιόνια του Ζυγού, μόνο η κορφή
+του πρόβαλλεν ακόμα τυλιγμένη σα μέσα σε ψιλό κατάλευκο
+γιασμάκι. Στο Μισόκαμπο λουλούδιζαν οι μυγδαλιές και στα
+σπιτάκια του Θαλασσοχωριού, μέσ' από κάθε χαγιάτι και κάθε
+λιακωτό, μέσα σε λογής λογής γαστρούλες και κασσελάκια,
+πρασίνιζεν ο βασιλικός, το δυόσμο, το δεντρολίβανο, κι άνθιζαν
+τα ρόδα, τα γαρούφαλα, τα μανουσάκια και οι βιολέττες. Και το
+πιο φτωχόσπιτο το έβλεπες πλούσιο σε μυριστικά, και τα κορίτσια
+του Θαλασσοχωριού, με τις θρεμμένες πλεξίδες και τα βοργολυγερά
+κορμάκια τους, το είχαν ξεχωριστή δουλειά την άνοιξη να τα
+ποτίζουν και να τα ξεδιαλέγουν τα λουλούδια τους. Κ' εκεί κάτω
+απ' τα χαγιάτια κι απ' τα λιακωτά, σε πόρτες και σε παράθυρα κι
+ανάμεσα στις γάστρες έχτιζαν και τα χελιδόνια τις φωλιές· τι
+εύκολα, που εύρισκαν τόπο για να χτίσουν τις φωλιές τους εκεί
+πέρα όσο φτωχότερα ήταν χτισμένο το σπίτι, τόσο πλουσιώτερα,
+τόσο αφοβώτερα εζούσαν τα χελιδόνια τα καημένα· και θαρρείς το
+γνώριζαν κι αυτά.
+
+Στο σπιτικό του Μήτρου του Ρουμελιώτη κανένα λουλούδι δεν είχε
+ανοίξει· δυο τρεις γαστρούλες, εστέκονταν απάνω στο μπαλκόνι
+γυμνές, σα να διάβηκεν απάνω τους αράπικο ποδάρι. Στο μυαλό της
+Δήμαινας φροντίδες για λουλούδια δε χωρούσαν. Τον περασμένο
+χειμώνα έρριξε τανεμόβροχο τις γάστρες με τις τάβλες που τις
+εκρατούσαν και στόλιζαν τη μπροστινή την όψη του σπιτιού απ'
+άκρη σ' άκρη, και μαζί μ' αυτά και τις φωλιές που καρτερούσανε
+τα χελιδόνια. Κανείς δε συλλογίστηκε να τις ξαναστυλώση. Και
+σαν ήρθεν η άνοιξη και γύρισαν και τα πουλιά της, δε στάθηκαν
+στο σπίτι κ' έφυγαν το χαλασμό, ανήσυχα χτυπώντας τα φτερά.
+
+Πέρασαν οι αποκριές, κ' η Μεγάλη Σαρακοστή, με το καλό, ήταν
+στα τελευταία. Κ' η εβδομάδα των Παθών ξαναγύρισεν. Ο απρίλης,
+νιόφερτος, ξανάνιωσε τη ζωή και νέα δύναμη σκορπούσε για της
+ζωής τον αγώνα· νέες χαρές έννοιωθεν η ψυχή, νέες φροντίδες
+ξεφύτρωναν στο νου· σαν τάνθη ξάνοιγαν οι αγάπες, οι εκκλησιές
+ανοιχτές μοσχοβολούσαν από λιβάνι, κ' οι καρδιές, ανοιχτότερες,
+μοσχοβολούσαν από ελπίδες. Τέτοια εποχή γλυκαίνεται κι ο
+βασανισμένος· κι ο απελπισμένος παίρνει ορμή· κι αυτός που είν'
+έτοιμος να ξεψυχήση, την αγκαλιάζει σφιχτότερα τη ζωή, κοιτάει
+να την πουλήση όσο μπορεί ακριβώτερα.
+
+Ο Μήτρος δεν είχε πλέον γλυτωμό. Μετρημένες ήταν οι μέρες του.
+Πάνε κ' οι γιατροί με τα γιατρικά, πάνε κ' οι μάγισσες με τα
+μαντολόγια. Γαγγραίνιασε το πόδι. Το φαρμάκι ανέβαινε ολοένα κι
+απλωνόταν στο αίμα. Κ' εκείνος αμίλητος, άσειστος, μόνο τα
+μάτια του μιλούσαν, γοργοκίνητα, γυαλιστερά, λες και περίμενε
+το Χάρο, για να λογαριαστούν. Η δόλια η Δήμαινα είχε καταντήσει
+αγνώριστη από την αγρύπνια κι από τη λύπη, σωστό σαράβαλο. Ο
+Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα
+ούτε μιλούσαν ούτε το κουνούσαν απ' το πλευρό του. Τη Μεγάλη
+Πέμπτη έφεραν τον παπά Θύμιο και τον μετάλαβε.
+
+Η Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσεν όχι σαν τις άλλες χρονιές, με
+μαύρον ουρανό. Ξημέρωσε καταγάλανη κι ολόξανθη. Με την πρώτη
+αχτίνα του φωτός που γλύστρησεν από τη χαραμάδα στο στρώμα του
+Μήτρου, ο Μήτρος εσπαρτάρησε κ' έβγαλε φωνή τρανή κ' έκραξε:
+
+«Μάννα, ήλιο θέλω, αέρα θέλω· άνοιξε το παράθυρο!»
+
+
+Κι ανοίγει το παράθυρο κι ο ήλιος πλημμυρίζει το σκοτιδιασμένο,
+το έρμο σπίτι. Σαν πανηγύρι χύνεται το φως του σε πάτωμα, σε
+τοίχους, και σε κάθε τι. Τον περιχύνει τον άρρωστο, και θάλεγες
+πως ήταν αυτός ο μόνος γιατρός κι ο μόνος μάγος. Τα μακρειά κι
+αχτένιστα μαλλιά του ταναταράζει το πρωινό ταγέρι που με βία
+χύθηκεν απ' τανοιχτό παράθυρο. Κι απ' τανοιχτό παράθυρο τα
+μάτια του τραβάνε ίσα ολόισα κι ανταμώνονται με τον ήμερο γιαλό
+του Θαλασσοχωριού· τον ίδιο το γιαλό που αλλάζει χίλια χρώματα
+σα χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ' το πρωί ως το
+βράδυ. Μόνο πως ο αύγουστος δε μπορούσε τότε να του δώση τη
+μυστική εμορφιά που σήμερα του δίνει ο απρίλης, πλασμένη απ'
+όλες τις πνοές κι απ' όλες τις λαχτάρες της ζωής. Και σε μιαν
+άκρη του μόλου, τα μάτια του ξανοίγουν ένα καϊκάκι, το ίδιο το
+καϊκάκι του, ξαρματωμένο εκεί, παραρριμένο. Και σα να φώτισεν ο
+ήλιος το λογισμό του πιο βαθειά κι από το σπίτι του, κατάλαβε
+κι αυτός πως ήρθεν η στερνή του η ώρα, πως ο Χάρος πλάκωσε, και
+πως έπρεπε να παραδοθή σαν άξιο παλληκάρι, μα τον κυρ Ήλιο που
+του φώτιζε τον υστερνό του δρόμο. Κι ο μάγος ο ήλιος τον
+εμάγεψε· τον εμέθυσε με ένα παράξενο κι απάντεχο κρασί,
+καμωμένο από ζωή κι από θάνατο.
+
+«Ένα καθρέφτη, μάννα, ένα καθρέφτη!»
+
+Του ξάναψεν έξαφνα η έγνοια του στολιδιού· ήθελε να συγυρίση τη
+λεβεντιά του για το ταξίδι του κάτου κόσμου. Του φαίνονταν πως
+ετοιμάζονταν να πάη στο πανηγύρι του Άη Λιά, στα πλάγια του
+Ζυγού. Κ' η μάννα που αλάλιασεν απ' τη συμφορά, που αγρικούσε
+και δεν έννοιωθε, που έννοιωθε χωρίς να συλλογίζεται, του
+φέρνει τον καθρέφτη.
+
+Επήρε τον καθρέφτη, κι άρχισε να κοιτάζεται μέσα σ' αυτόν· όχι
+να κοιτάζεται, μα να κοιτάζη μέσα σ' αυτόν χίλιες ενθύμησες,
+χίλιες εικόνες απ' τα μικρά του χρόνια ως τα τωρινά· εικόνες κ'
+ενθύμησες, θαφτές μέσα στο νου του, που ξεθάφτονταν για υστερνή
+φορά κι ανασταίνονταν και σαν πουλάκια γοργόφτερα τις έβλεπε με
+τα σβυσμένα μάτια του να σπαρταρούνε μέσα στο γυαλί. Κ' έλεγε
+πως ήτον ο καθρέφτης ωσάν εκείνον το μαγικό, τον περίφημο, που
+μέσα του ξάνοιγες όλα τα μακρυνά τα περασμένα και όλα τα
+μακρυνά τα μελλόμενα.
+
+Κ' ύστερα με μιας δεν αντίκρυσε άλλο τίποτε μέσα στον καθρέφτη
+παρά το κατάχλωμο πρόσωπό του και το σωμένο του κορμί. Και πάλι
+ακούστηκε να λέη μ εκείνον τον αλάλητο καημό της λεβεντιάς:
+
+«Αχ! ωραία νιάτα που θα φάη η γης!»
+
+Και καθώς είπεν «ωραία νιάτα», έτσι τον πήρε για στερνή φορά κ'
+η φροντίδα της νιότης, του στολισμού και της εμορφιάς, η
+φροντίδα, που δεν ταφίνει τα παλληκάρια και μέσα στην αγκαλιά
+του Χάρου. Κι άρχισε να τα χτενίζη, να τα χτενίζη τα σγουρά
+μαλλιά, τα φουντωμένα κι ολόμακρα, που είχαν ρουφήξει,
+θαρρούσες, όλη τη φρεσκάδα και τη δύναμη του κορμιού, γι' αυτό
+φούντωσαν έτσι και μάκρυναν. Κι έστριβε το μουστάκι του σα να
+ήταν έτοιμος για δεύτερ' αρραβωνήσια. Κι όταν απόκαμε πια, σα
+να του φώτισεν άξαφνο φως το νου του, έτσι καθώς ήταν
+ακουμπιστός, είπε στη μάνα του:
+
+«Τώρα, δυστυχισμένη μάννα, τόσον καιρό έκανα κουράγιο, έλεγα
+πως δε θα πεθάνω . . . Μια χάρη τώρα σου ζητάω. Κλάψε με να σ'
+ακούσω.»
+
+ — Μπα! παιδί μου, τι λόγια είν' αυτά; Να σε κλάψω; Ίσα μ'
+αυτού ήρθες; τραύλιζεν αλαλιασμένη η μάννα.
+
+ — Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται
+κ' η λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το
+πατούνε! Όπου πάς και σταθής, μάννα, να το λες».
+
+Σώπασε λιγάκι, κ' έξαφν' ανατινάχτηκε απελπισμένα και φώναξε:
+
+«Δε θέλω να πεθάνω μοναχικά· κόσμο θέλω. Άνοιξε, μάννα, την
+πόρτα, να μπη κόσμος μέσα.»
+
+Θα κόντευε το μεσημέρι. Γύριζαν οι Θαλασοχωρίτες απ' την
+εκκλησιάν. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κρατούσαν άνθη στο χέρι,
+τάνθη του επιταφίου. Όταν άξαφνα φτάνει σταυτιά των ανθρώπων,
+όλων εκείνων, που έβγαιναν απ' τον Άη Νικόλα, κι όλων εκείνων
+που περνούσαν από κει, — κ' ήταν αδιάκοπο το διάβα κατά την
+ώραν εκείνη, — φτάνει ένας ήχος αργός, βραχνός, λυπητερός που
+σήκωνε τις τρίχες και σε σπάραζεν, ήχος βγαλμένος σαν από
+ζωντόβολο, σαν από άνθρωπον· ήχος που κατέβαινε και υψώνονταν,
+κ' επνίγονταν, και χύνονταν και δέρνονταν ήχος που ήταν και
+μίλημα, και ούρλιασμα, και θρήνος, και παράπονο, και κλάψιμο,
+και γέλιο, και βρισιά, και τραγούδι· τραγούδι τρομασμένης,
+ξετρελλαμένης, απελπισμένης ψυχής. Κ' οι διαβάτες άκουγαν,
+στέκονταν, ανατρίχιαζαν, αυτιάζονταν, ένοιωθαν, κουνούσαν τα
+κεφάλια κ' έλεγαν ο ένας του άλλου:
+
+«Μυρολόι! ποιος να πέθανε;»
+
+Κάποιος έδειξε τότε το σπίτι της Δήμαινας, κ' έκραξε.
+
+«Δεν το ξέρετε; από το σπίτι της Δήμαινας βγαίνει το μοιρολόι.
+Πέθανε ο Αφεντομήτρος!»
+
+Πέθανε ο Μήτρος! ο Μήτρος ο λεβέντης, που βασανίζονταν ένα
+χρόνο στο στρώμα. Ο Μήτρος ο χτυπημένος, ο ζηλοφθονεμένος, ο
+μαγεμένος, ο αδικοσκοτωμένος! Σα χαλάζι έπεσε το μαντάτο στο
+Θαλασσοχώρι. Κι όσοι τάκουγαν, αναστέναζαν, έσμιγαν με βία τις
+απαλάμες, κ' οι γυναίκες τραβούσαν τα μάγουλα σα να μη το
+περίμεναν από τόσους μήνες. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν. Όταν
+πεθαίνει παλληκάρι σαν το Μήτρο, πεθαίνει ολόκληρη ζωή,
+σβειέται ο ήλιος! Και τότε στάθηκεν ένα πράμα, που δε θυμούνται
+οι γεροντότεροι να ξαναστάθηκε κι άλλη φορά στο Θαλασσοχώρι.
+Καθένας που άκουγε το νέο, το έλεγε του άλλου και αμέσως, όπως
+ήταν κι όπου βρίσκονταν, τραβούσε γοργά κατά το σπίτι του
+Μήτρου. Πού μαζεύτηκεν όλος εκείνος ο κόσμος; γυναίκες
+ομορφοσυγυρισμένες με τα μαύρα φακιόλια· γυναίκες ανάλλαγες,
+όπως βρίσκονταν στα σπίτια τους^ κάθε λογής άντρες,
+νοικοκυραίοι, δουλευτάδες της θάλασσας και της στεριάς παιδάκια
+που τα κρατούσαν απ' το χέρι και παιδάκια στο βυζί της μάννας·
+όλοι από την εκκλησιά τραβούσαν ίσια εκεί. Έλεγες πως μέσα στο
+σπίτι εκείνο γίνονταν τα Πάθη του Χριστού, κ' έχει στηθή ένας
+άλλος επιτάφιος. Και πολλοί κρατούσαν ακόμα στα χέρια τους
+άνθη, άνθη από τον επιτάφιο, κ' έλεγες πως πήγαιναν να τα
+ρίξουν απάνω στο στρώμα του πεθαμμένου, μ' αυτά να του
+ευωδιάσουν τον τελευταίο ύπνο, να τον αγιάσουν το νεκρό.
+
+Το σπίτι επρόβαλλε μ' ανοιχτά παραθύρια, με πόρτα ολάνοιχτη.
+Τόλουζεν ο ήλιος του μεσημεριού. Να μην ήξερε κάνεις τίποτε, να
+μη γρικούσε τον ήχο, θα στοχάζονταν, όχι πως διάβαινεν ο Χάρος
+από κει, μα πως είχε στηθή μεγάλο πανηγύρι. Κανείς δεν τον
+κρατούσε τον κόσμο εκείνον. Όσοι έτρεξαν πρώτοι, δρασκέλησαν το
+κατώφλι, ανέβηκαν, τράβηξαν ίσα μέσα, σκόρπισαν σ' όλα του
+σπιτιού τα χωρίσματα. Οι άλλοι καρτερούσαν απ' όξω. Κι όλο
+έρχονταν. Κι όλο κατέβαιναν, κι όλο άραζαν άνθρωποι μπροστά στο
+σπίτι. Κ' έξαφνα πάλι όσοι πρόφτασαν και πρωτανέβηκαν στο
+σπίτι, πρόβαλαν στα παράθυρα, κατέβηκαν πάλι, λαχανιασμένοι,
+αποσωμένοι, κίτρινοι, και έφεραν νέο μαντάτο: «Δεν πέθανεν
+ακόμα, δεν πέθανε. Ψυχομαχάει· κ' έβαλε να τον μυρολογήσουν
+ζωντανό! Μωρέ, ακούς; δεν ξαναστάθηκε τέτοιο πράμα!»
+
+Κι αλήθεια ήταν· όσοι έμπαιναν μέσα στο σπίτι μαρμάρωναν. Εκεί
+που περίμεναν να τον ιδούν πεθαμμένο και να τον νεκροφιλήσουν,
+τον αντίκρυζαν ανακαθισμένο στο στρώμ' απάνου, μ' ορργισμένη
+όψη, με γουρλωμένα μάτια, με τεντωμένα αυτιά, σαν άτι ανυπόμονο
+να τρέξη στον κάμπο, σαν παλληκάρι που καρτερούσε να του
+φορέσουν τάρματα για να χυθή. Και σε μια γωνιά μαζωχτή η γρηά
+Δήμαινα και ασάλευτη, με λείψανο κορμιού μονάχα, με δίχως ψυχή,
+με δίχως δάκρυα· όλη της η ζωή είχε γίνει φωνή, μα όχι φωνή
+γυναίκας, η φωνή της ίδιας της απελπισιάς. Και τραγουδούσε σ'
+ένα σκοπό δικό της, που δεν ξανακούστηκε κ' έλεγε:
+
+ Ομορφονιός ψυχομαχάει, ομορφονιός πεθαίνει,
+ ανάψτε πράσινα κεριά και κίτρινες λαμπάδες,
+ να φέξουνε τομορφονιού να κατεβή, στον άδη.
+ Σκαλί σκαλί κατέβαινε, σκαλί σκαλί ανεβαίνει.
+
+Η Βασίλω η συμπεθέρα της, πού δεν μπορούσε να βαστάξη, κάτι
+θέλησε να της ειπή:
+
+«Καημένη Δήμαινα, δεν ξαναστάθηκε τέτοιο στην οικουμένη, το
+παιδί σου να ζη και να το μυρολογάς!»
+
+Αλλ' αντί ναποκριθή η μάννα, το παιδί αποκρίθηκε:
+
+«Πήγαινε στη δουλειά σου· τώρα θέλω να με κλάψη!»
+
+Και γυρίζοντας προς τη μικροπαντρεμένη τη Λόλω, στην ξαδερφούλα
+του, που έστεκε γονατιστή κ' έκρυβε τα σιγαλά της δάκρυα μέσα
+στο μαντίλι της, την αγριοκοίταξε και της λέει:
+
+«Μωρή Λόλω, γιατί δεν κλαις και συ;»
+
+Κι ακολουθούσε το μυρολόγι:
+
+ Κ' ηύρεν τον ένας σκώληκας, μα και τον ερωτάει:
+ Πού πας, ασήμι, να χαθής, μάλαμα, να θολέψης;
+ Πού πας, αργυροκούδουνο, να χάσης τη λαλιά σου;
+
+Κι από τα χείλη της μάννας το μυρολόγι ξεφύτρωσε στα χείλη των
+γυναικών των άλλων, καθώς τα δάκρυα φέρνουν δάκρυα και τα
+γέλοια γέλοια, καθώς το κερί ανάφτει από άλλο κερί, καθώς
+απλώνονταν κάποτε κ' η πλυμμύρα του γιαλού και σκέπαζε το
+Θαλασσοχώρι. Και μέσα στις γυναίκες που μυρολογούσαν, άλλες
+γυναίκες πρόβαλαν μ' ανθοστέφανα και με χλωρά μπουκέττα, κι
+άλλες παραπέρα, στάλλα χωρίσματα, κασσέλλες άνοιγαν κ'
+ετοίμαζαν ρούχα για το νεκρό που ακόμ' ανάσαινε, κι ολοένα
+κόσμος, κόσμος ατέλειωτος ανέβαινε και κατέβαινε. Και μέσα στον
+κόσμο ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία
+Ταρέλα, αποσωμένοι απ' τις αγρύπνιες, κι από τον πόνο
+συντριμμένοι, είχαν στυλώσει τα μάτια σαν τυφλοί και τίποτε λες
+δεν έβλεπαν, τίποτε δεν έλεγαν. Αντίκρυ από το σπίτι ο μαραγγός
+κάρφωνε με δακρυσμένα μάτια τα ξύλα της κάσσας, κι απάνω η
+Βασίλω με τη Γυφτογιάνναινα ξεδίπλωναν το σάβανο· σ' ένα
+τραπέζι έστεκεν η κεντιστή κι ολόχρυση σκούφια, στερνό χάρισμα
+της αρραβωνιαστικειάς στον άκληρο που της έφυγε για πάντα· μ'
+εκείνη θα τον στόλιζαν στο νεκροκρέβατο.
+
+Από το μεσημέρι κ' εκείθε άρχισεν ο χαροπόλεμος. Το ψυχομαχητό
+κράτησεν όλο το δειλινό. Και το παλληκάρι βογγούσε βαθειά κι
+αναταραζόταν, σα χώρα που κάθε λίγο και λιγάκι την ανατίναζεν
+από της γης τα έγκατα σεισμός δαιμονισμένος. Και μέσα στο
+ψυχομαχητό, στερνά ξεσπιθίσματα του καντηλιού της ζωής, τέτοια
+λόγια ξεπετειόνταν ανάρια ανάρια:
+
+«Αχ! μωρέ, τι έπαθα! . . . Φουστανέλλα φορείς. . . Σιγά σιγά. .
+. μην πατήσης τα πόδια μου. . . Μπα! μπα! τι κόσμος είναι
+τούτος;. . . Ορίστε! ορίστε!. . . Μάννα. . . Μην πατήσης
+παραπάνω!. . . . Τόπο! τόπο! Αέρα θέλω!. . . Γλυκειά ζωή. . .
+Μη μου κρύβης τον ήλιο. . . Παραδόθηκα!»
+
+Και με το «παραδόθηκα» παράδοσε στο Χάρο τη ζωή. Ξεψύχησε
+μπροστά στα μάτια του κόσμου, μέσα στου Θαλασσοχωριού την
+αγκαλιά, σα λεύκα που τη ρίχνει ο ξυλοκόπος, ύστερα από βαρύν
+αγώνα, στανοιχτά, μπροστά στην όψη ολόκληρου του λόγγου του
+ανήμπορου. Την ίδιαν ώραν ο ανθρώπινος εκείνος λόγγος που
+απλώνονταν απ' το στρώμα του νεκρού ίσια στο δρόμον έξω
+σκόρπισε μια βοή, που την είχε γεννήσει βαρύς καημός κι αλαφρό
+ξανάσασμα: «Κρίμα στο παλληκάρι που πάει άδικα! Δόξα σοι,
+Κύριε, που τον ανάπαψες!»
+
+Την ίδια εκείνην ώρα, πέρα στης θάλασσας την άκρη, ξανοίγονταν
+από το σπίτι του νεκρού κι ο ήλιος που βασίλευεν ολοπύρινος. Το
+ήμερο ακρογιάλι δεν εσούφρωνε πνοή. Τι γλύκα που είχεν η φύση!
+Στεριά και πέλαγο ησύχαζαν να μη ταράξουν τον πρόσκαιρον ύπνο
+του παντοτεινού Θεού, τον ύπνο τον αιώνιο του πρόσκαιρου
+τανθρώπου.
+
+Όμως την ίδια εκείνην ώρα, όσοι παράστεκαν, μέσα στον πλατύν
+οντά, το νεκρό μ' ανοιγμένα μάτια ακόμα, είδαν κάτιτι παράξενο.
+Είδαν τη γριά τη Δήμαινα απ' το στρώμα του παιδιού της, που
+είχε καρφωθή εκεί ξεψυχισμένη, χωρίς αίσθηση και χωρίς δάκρυα,
+και πλέον και χωρίς φωνή, την είδαν να ορμήση αγριωπή, μέσα
+στον κόσμο, σαν αγριόγατα μ' ολόρριχτα μαλλιά, με χέρια
+τεντωμένα, με δάχτυλα ολάνυχτα, σαν κάποιον νάθελε να πνίξη.
+Μέσα στη μέση του σπιτιού αθώρητη σα φίδ' είχε γλυστρήσει κ'
+έστεκεν ακίνητη, κι αμίλητη, κ' έστεκεν ολογάληνη, σα
+μαρμαρωμένη, κ' εκοίταζε προς το κρεβάτι του νεκρού, μια κόρη.
+Μια μυστική χαρά λαμπίριζε στα μάτια της, και το κλεισμένο
+στόμα της δεν τάνοιγεν, όμως το χάραζ' ελαφρότατα μιαν αδιόρατη
+γραμμή που έμοιαζε χαμόγελο. Τανάστημά της δεν ήταν ψηλό, αλλ'
+υψώνονταν αλύγιστο, το πρόσωπό της φάνταζε ωραιότερο, καθώς
+επρόβαλε μονάχα εκείνο από το μαύρο σάλι που σκέπαζε όλο το
+κεφάλι της. Σ' αυτήν απάνου ώρμησεν η γριά. Ψιθυρισμοί
+ακούστηκαν τριγύοω:
+
+«Μπα! την παλιοβρώμα! την αδιάντροπη!
+
+ — Μωρέ την είδατε την Τρελλομόρφω;
+
+Αλλά προτού προφτάσ' η Δήμαινα να την αρπάξη, εκείνη αφανίστηκε
+γοργά, σαν όνειρο κακό, σαν πειρασμός ολόγλυκος. Κι απόμειν' η
+γριά σπαράζοντας και φοβερίζοντας με το χέρι τον αέρα, και πριν
+μακρειά πλατειά ξαπλωθή στο πάτωμα, πρόφτασε και ξεφώνησε:
+
+«Αχ! μωρή στρίγγλα! Ως κ' εδώ βγήκες, μπόισσα! Μου τον έφαγες!
+αχ! αν είχα κουμπούρι σ' εσκότωνα! Ας είναι! δεν τον πήρες μια
+φορά, κι ας τον πήρε ο Χάρος!»
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH ***
+
+***** This file should be named 42512-0.txt or 42512-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/4/2/5/1/42512/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
diff --git a/old/42512-0.zip b/old/42512-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..e23185c
--- /dev/null
+++ b/old/42512-0.zip
Binary files differ
diff --git a/old/42512-h.zip b/old/42512-h.zip
new file mode 100644
index 0000000..d2d8537
--- /dev/null
+++ b/old/42512-h.zip
Binary files differ
diff --git a/old/42512-h/42512-h.htm b/old/42512-h/42512-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..852d0e8
--- /dev/null
+++ b/old/42512-h/42512-h.htm
@@ -0,0 +1,1545 @@
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
+ "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Κωστής Παλαμάς, Θάνατος Παλληκαριού" />
+
+<title>Θάνατος Παλληκαριού</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 5%;
+margin-right: 5%;
+}
+
+h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; }
+h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; }
+
+p{
+ text-align: justify;
+ margin-top: 1em;
+ margin-bottom: 1em;
+}
+
+hr{
+ width: 65%;
+}
+.poem {
+ FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%;
+}
+
+.sp{
+ letter-spacing:3px
+}
+
+</style>
+
+</head>
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Death of a Youth
+
+Author: Kostis Palamas
+
+Release Date: April 12, 2013 [EBook #42512]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+
+<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic
+to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.//Σημείωση: Ο
+τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα
+άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.</p>
+
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="439"
+height="660"
+alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 6em">
+ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ</h3>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΘΑΝΑΤΟΣ</h2>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ</h1>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 13em">ΑΘΗΝΑ<br />
+ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ "ΕΣΤΙΑ"</h4>
+<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em">Κ. ΜΑΙΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ<br
+/>
+1901</h5>
+
+<p>
+</p>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 7em">ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ</h4>
+
+<p>ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ</p>
+
+<p>Τραγούδια της Πατρίδος μου. <br />
+Ύμνος εις την Αθηνάν.<br />
+Τα μάτια της Ψυχής μου.<br />
+Το έργον τον Κρυστάλλη. <br />
+Ίαμβοι και Ανάπαιστοι.<br />
+Τάφος.<br />
+Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης.</p>
+
+<p>ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ <br />
+Ποιήματα.<br />
+Δράματα. Ιστορίες.<br />
+Κριτικά.</p>
+
+<p class="poem"><br /><br />
+Η ιστορία τούτη πρωτοφάνηκεν, εδώ και<br />
+δέκα χρόνια, στην «Εστία» του Δροσίνη.<br />
+Μικρή και ακοίταχτη, μ' ένα του άρθρο στου<br />
+Παρισιού το Figaro, να την προσέξουν έκαμε<br />
+ο Ψυχάρης. Όμως θα την ξέχανα, αν δεν<br />
+την έσπρωχνε να βγη ξανά στο φως ο φίλος<br />
+μου ο Πάλλης.</p>
+
+<p style="margin-top: 9em"><i>Αυτή την ιστορία την αφιερώνω σ' εσέν', απλή και αγράμματη γυναίκα, σ' εσέ,
+καημένη Χαραυγή. Την άκουσα από το στόμα σου, και κοίταξα να την κρατήσω, κι
+όσο πιστά μπορούσα, για να είμαι αντίλαλος δικός σου. Γιατί, κι όταν μιλάς εσύ,
+ένας λαός ολόκληρος τα λόγια σου στα ψιθυρίζει. Κάθε σου ιστορία, χωρίς να το
+καταλαβαίνης, του γένους είναι ποίημα. Δεν είσαι γυναίκα, είσαι η Φήμη η
+διαλαλήτρα δεν έχεις τίποτε σαρκικό, είσαι ψυχή μονάτη· τα μάτια σου ποτέ δεν
+ησυχάζουν, ποτέ δε σκοτιδιάζουν. Όσα λες, τα βλέπεις ολοζώντανα μπροστά σου,
+κι όσα βλέπεις, καθώς τα βλέπ' η Φαντασία τα θωρείς. Γι' αυτό είναι και τα λόγια
+σου ολοζώντανα, σοφή κ' η γλώσσα σου, απλή κι αγράμματη γυναίκα. Με
+μαγνητίζουν τα μάτια σου και με μαγεύουν τα λόγια σου, και νοιώθω κάτι τι μέρα
+την ημέρα με δένει πιο σφιχτά μ' εσένα. Εσύ με πρωτοτραγούδησες μωρό στην
+κούνια· τα υστερνά τα λόγια που θακούσω στην κλίνη του θανάτου, θέλω να βγουν
+απ' το δικό σου στόμα.</i></p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 9em">ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ</h3>
+
+<p>
+<br />
+Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν μάτι τέτοια
+χρονιάρα νύχτα; Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Ό,τι πέρασαν τα μεσάνυχτα,
+βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ'
+οι καμπάνες για του Χριστού τα πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δε
+απορούν απ' το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια
+ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά
+σε γειτονιά, κι από πόρτα σε πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα
+για την εκκλησά! Ώρα για την εκκλησά!» Κ' οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι,
+πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, θαρρώντας πως γλυκοχαράζει
+και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος. Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο,
+τη Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ' οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες
+μόνο γιατί, απ' άκρη σ' άκρη, το θαλασσοχώρι σηκώνεται στο πόδι, για την αγάπη
+πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής.</p>
+
+<p>Έτσι κ' εκείνη τη νύχτα· γυναίκες κι άντρες, άλλοι χώρια κι άλλοι μαζωχτοί,
+έβγαιναν απ' τα σπίτια, από τους καφενέδες, και σκορπίζονταν εδώ κ' εκεί κατά τις
+εκκλησιές. Οι περπατησιές βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε
+τους ήχους ο αντίλαλος της νύχτας. Κ' η νύχτα, δροσοστάλαχτη απριλιάτικη, μ' ένα
+φεγγάρι νυστασμένο που πάει να βασιλέψη και χύνει αχνότερη γι' αυτό τη λάμψη
+του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και στα στραβά σοκάκια, που, λίγη,
+περισσή, ποτέ κ' η λάσπη δεν τους λείπει. Οι εκκλησιές ολόφωτες, με πόρτες
+ορθάνοιχτες. Κάπου κάπου ξεχύνονταν ως έξω η φωνή του αναγνώστη, πριν
+αρχίσουν οι <i>θρήνοι</i>. Αλλά το μεγάλο το πανηγύρι γίνετ' απ' έξω απ' τις εκκλησιές.
+Γύρω σε φωτιές μεγάλες θρεμμένες με ρετσίνα, με κληματόξυλα, με σανίδια, με
+φρόκαλα, με σκαφίδια και με κοφίνια της μπουγάδας, και κάπου κάπου μ'
+ολόκληρο παραθυρόφυλλο, — αλλοίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις
+ασυλλόγιστες νοικοκυρές, τη νύχτα εκείνη! — γύρω σε φωτιές, του κόσμου τα
+παιδιά και τα παλιόπαιδα, και μέσα στα παιδιά κι άντρες με μουστάκια, πηδούνε,
+τρέχουν, αλαλάζουν, δαιμονίζονται κι αστραποβολούν στα σκότη και
+βροντοχτυπούν στην ησυχία οι σαλιόρες και τα χοντρά χαλκούνια — Σώσον, Κύριε!
+— κ' οι τρακατρούκες και τα χαϊμαλιά, με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι από
+χοντρόχαρτα, και γεμισμένα με μπαρούτι, με μπαρούτι ατέλειωτο. Δίσκος για το
+μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές. Άντρες και παιδιά, φωτοκαίγονταν μ' εκείνα,
+της φωτιάς τα σύνεργα, για την καλή χρονιά. Μπαρούτι μύριζε το θαλασσοχώρι κ'
+οι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο.</p>
+
+<p>Δεν ήταν μόνον οι εκκλησιές ανοιχτές, την ώρα εκείνη. Εδώ κ' εκεί πρόβαλλε
+μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Όσο νάρθ' η ώρα που θα βγη ο
+επιτάφιος, ως τις τρεις το πρωί, όλος ο κόσμος δε μπορούσε να περνά την ώρα του
+ολόρθος μέσ' στην εκκλησιά! Μ' ένα βαρύ γλυκό, με ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές
+πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανείς ύστερ' από τη νηστεία και παίρνει δύναμη
+για να συντροφέψη τον επιτάφιο. Κ' έτσι σιγά σιγά οι παρέες τραβειούνταν κατά τις
+εκκλησιές με δροσισμένο στομάχι. Τελευταία είχε ξεχαστή στο κρασοπουλειό του
+Ψημένου μια συντροφιά χαρούμενη· ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, ο Γιαννάκος ο
+Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας, που κανείς δεν
+τόκραζε με τόνομά του, όσο που και το ίδιο το ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον
+φώναζαν η Ταρία Ταρέλα. Κ' οι τέσσαρες θαλασσινοί· ο πρώτος είχε ψαροκάικο, ο
+δεύτερος δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου, ο τρίτος ταξίδευε με τις μαούνες,
+και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς. Και οι τέσσερες εικοσιπέντε χρόνων κι
+αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια. Το κρασί κ' η κουβέντα τους άναψαν το
+κεφάλι, κι αν δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή, θα τόσκουζαν. Το τραγούδι
+μισαγαλινό, απαλά απαλά κι αθέλητα, ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα. Στα
+υστερνά κατάλαβαν πως άργησαν. Στον Άη Νικόλα, λίγα ποδάρια παρέκει από το
+κρασοπουλειό, άρχισαν κι έψελναν «Αι γενεαί πάσαι». Ο Ψημένος έστεκε στο
+φτερό για να κλείση. Πετάχτηκαν στη στιγμή. Βρέθηκαν στο δρόμο.</p>
+
+<p>«Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά!» φωνάζει ο Κανίνιας.</p>
+
+<p>Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τανάψουν στον επιτάφιο.</p>
+
+<p>«Στα πόδια του τραπεζιού ταπίθωσα, ζερβά στην αγκωνή, λέει ο Μήτρος·
+στάσου και στα φέρνω». </p>
+
+<p>Και βιαστικός έκαμε να γυρίση στον καφενέ. </p>
+
+<p>Μα γυρίζοντας γλυστράει στο πεζούλι απάνου, και ξαπλώνεται μακρύς πλατύς,
+και γκοπ! ακούστηκ' ένας ξερός κρότος.</p>
+
+<p>Τρία ξεροσκαστά γέλοια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου, του Γιαννάκου
+και της Ταρίας, και μια φωνή, ένα «σκοτώθηκα» από το στόμα του Μήτρου.</p>
+
+<p>«Καλά, αδερφέ, πού σκοτώθηκες! σήκω τώρα μήπως χτύπησες;</p>
+
+<p>&nbsp;— Μωρέ, σκοτώθηκα! δε μπορώ να σηκωθώ! δε με πιστεύετε;»</p>
+
+<p>Και μ' ένα βογγητό τελείωσεν ο λόγος του, κ' η φωνή χύθηκε παραπονιάρα,
+ραγισμένη, σα νάχε πάθει από το πέσιμο κι αυτή. Κ' έφτασε σταυτιά τους η φωνή
+του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη από τα φυλλοκάρδια, τόσον έξαφν'
+αλλαγμένη απ' τον πόνο, ξεψυχισμένη, που τους περίχυσεν ίδρωτας και τους τρεις.
+Είδαν πως δεν ήταν χωρατά.</p>
+
+<p>«Μωρέ Μήτρο!» απόθεσαν μόνο να ξεφωνίσουν, κ' έτρεξαν να τον πιάσουν, να
+του δώσουν χέρι για να σηκωθή.</p>
+
+<p>«Έτσι για το τίποτε· παραπάτησα . . . γλύστρησα . . . να, σε μια φλούδ' απάνου·
+λεμονοκόμματο θα ήταν . . . να πάθω τέτοιο κακό. . . Αχ! σκοτώθηκα!»</p>
+
+<p>Και πιο σιγά και πιο παραπονετικά έλεγεν ό,τι έλεγε. Πάλεψε να σηκωθή μόνος
+του, δε μπορούσε· τον ανασήκωσαν οι άλλοι.</p>
+
+<p>«Κουράγιο, Μήτρο!»</p>
+
+<p>Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθή στα πόδια του· τόνα του πόδι, το δεξί, δεν
+τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο, του στέκονταν ασάλευτο.
+Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ' εστέκοταν κι
+αυτός για να βοηθήση. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ' έξω από την εκκλησιά
+σκορπειούνται και βοΐζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ' η νύχτα
+αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από σπίθες. Από τις πόρτες και
+τα παράθυρα τ' Άη Νικόλα ταναμμένα κεριά κ' οι λαμπάδες του επιταφίου
+φαντάζουν σαν αστέρια· δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου
+έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδει σου το κάλλος;» </p>
+
+<p>«Να τον πάμε στο σπίτι.»</p>
+
+<p>&nbsp;— Κράξε της μάννας μου, Κανίνια· είναι στην εκκλησιά.</p>
+
+<p>&nbsp;— Καλά λες. Κανίνια, τράβ' απ' την πίσω πορτοπούλα· μίλα της
+κλησάρισσας να της πη πως τη γυρεύουν· έτσι, με τρόπο.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μη την τρομάζης, βρε αδερφέ, τη γυναίκα πες της πως τη γυρεύει ο
+Μήτρος».</p>
+
+<p>Η χήρα η Δήμαινα, η μάννα του Μήτρου, ήτανε στην εκκλησιά· βρίσκονταν
+αποβραδύς εκεί με τις άλλες τις γυναίκες· είχε ξενυχτίσει τον επιτάφιο. Έχασε τον
+άνδρα της προτού να φτάση στα μισοκοπίσματα. Κι από τότε, αντίο χρυσό
+κοντογούνι και φέσι κατακόκκινο με το φουντωτό παπάζι! Μέσα στο σπίτι δεν
+κάθονταν παρά για να κοιτάζη το Μήτρο, το γιο της το μονάκριβο, και δεν άφινε το
+σπίτι παρά για να κοιτάξη ταμπελάκι που της άφησεν ο μακαρίτης. Για να πάη στο
+αμπελάκι περνούσε από τα μνήματα, και κάπου κάπου άναβεν ένα κερί, κ' έκαιγε
+λίγο λιβάνι στον τάφο του μακαρίτη. Κ' ήταν γυναίκα της δουλειάς, άξια γυναίκα. Κι
+όταν μεγάλωσεν ο γιος της και ταξίδεψε με τα καΐκια — την τέχνη του πατέρα — κι
+αγάλια αγάλια, με των γονέων την ευχή και τη δική του προκοπή, απόχτησε δικό
+του καΐκάκι, τότε η χήρα η Δήμαινα σαν να το συλλογίσθηκε πιο πολύ πως ήταν
+χριστιανή — το ξεπεταρούδι της το γνοιάσθηκεν, έπρεπε να γνοιασθή και για την
+ψυχή της. Κι από τότε ζύγωνε συχνότερα στην εκκλησιά· κι όσο που έφευγαν τα
+χρόνια — τα είχε πατήσει τα εξήντα — τόσο θεοφοβούμενον έννοιωθε τον εαυτό
+της. Όμως, να πούμε την αλήθεια, περσότερο έτρεμε τα μάγια και τα ξωτικά, χωρίς
+κι αυτή καλά να το καταλαβαίνη.</p>
+
+<p>«Κυρά Δήμαινα, σε γυρεύουν έξω, το παιδί σου . . .» τραβώντας την από το
+φόρεμα, της ψιθύρισε σταυτί η κλησάρισσα».</p>
+
+<p>«Το παιδί μου! και τι να με θέλη;» Δεν πρόφτασε να το συλλογισθή, και ν;a,
+μπροστά της ο Μάρκος ο Κανίνιας, ξεσκούφωτος και λαχανιασμένος.</p>
+
+<p>«Τίποτε, κυρά Δήμαινα, το πόδι του στραγγούλισεν ο Μήτρος».</p>
+
+<p>Ξεπετάχτηκεν η γριά, σούσουρο γίνηκε τριγύρω της, άρχισαν οι γυναίκες τα
+ψιθυρίσματα. «Σιωπή, γυναίκες», έκραζαν με θυμό οι επίτροποι. Αλλά πού να
+σωπάσουν; Κάτι έτρεξε· τι στραγγούλισμα ήταν αυτό; κάποιος θα κάηκεν απ' τα
+χαλκούνια, κάποιος θα μαχαιρώθηκε. Στη στιγμή μαθεύτηκε το πράμα· στη στιγμή
+η μισή εκκλησιά είχεν αδειάσει! Πού να κρατηθή ο κοσμάκης; Την εκκλησιά του τη
+βρίσκει πάλι, μα τέτοια, θεός να μας γλυτώνη, δε γίνονται κάθε μέρα.</p>
+
+<p>«Μάτια μου, μάτια μου, o Χριστός! ο Χριστός!» φώναζε τρέχοντας η γριά. Κι απ'
+έξω απ' την εκκλησιά βλέπει εκεί μπροστά της το παιδί, ορθό κι ακκουμπιστό στον
+τοίχο. Τον παράστεκαν οι σύντροφοι, κι άλλοι πέντ' έξι.</p>
+
+<p>«Δεν είναι τίποτε, μάννα παραπάτησα, κ' έπεσα και χτύπησα λιγάκι στο γόνατο.
+Πάμε στο σπίτι να βάλω απάνου τίποτε. Μια μεγάλη πέτρα ξεπλάκωσε τα στήθη
+της φτωχής. Έβανε με το νου της χειρότερα, και σαν τον είδε μπροστά της έτσι
+ορθό, στο μισοσβυσμένο φως του φεγγαριού, ξανάσανεν.</p>
+
+<p>«Ο Χριστός! o Χριστός! κακή ώρα, παιδί μου!»</p>
+
+<p>Και δεν ήξερε πως ο Μήτρος δε μπορούσε να κρατηθή στα πόδια του, και πως ο
+ίδιος είχε πει στα παιδιά:</p>
+
+<p>«Βάλτε με νακκουμπήσω στον τοίχο, για να μη με ιδή άξαφνα η μάννα μου και
+φοβηθή».</p>
+
+<p>Κ' εκεί που τόλεγεν αυτό, μέσα στο νου του είπε και κάτι άλλο που δε βγήκε
+από τα χείλη του: «Πώς θα με ιδή η Φροσύνη!»</p>
+
+<p>Η Φροσύνη ήταν η αρραβωνιαστικειά του.</p>
+
+<p>Κρατώντας και ξεσέρνοντας κι ανασηκώνοντας, τον πήγανε στο σπίτι. Εκείνη τη
+χρονιά η χήρα η Δήμαινα, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος Ταρνάναμας κ' η Ταρία
+Ταρέλα δε χάρηκαν επιτάφιο. Ξημερώθηκαν στο κρεββάτι του Μήτρου. Δεν έκλεισε
+μάτι, πονούσε, μούγγριζε σαν ταύρος. Το πόδι του επρήζοταν, επρήζοταν, γίνηκε
+μια κολώνα!</p>
+
+<p>Έφεραν τον καλήτερο γιατρό του Θαλασσοχωριού. Σπουδασμένος γιατρός, με
+τόνομα. Πολλούς είχε γλυτώσει απ' τα χέρια του Χάρου. Αλήθεια πως οι
+Θαλασσοχωρίτες τον έπαιρναν πάντα την τελευταία στιγμή, αφού απελπίζονταν
+απ' τους κομπογιαννίτες κι απ' τις γιάτρισσες. Γι' αυτό κ' εκείνος δείχνονταν όλο
+θυμωμένος· όχι γιατί έχανε τίποτε που δεν τον γύρευαν πρωτήτερα, καθώς έλεγεν,
+αλλά γιατί κιντύνευαν χάρισμα τη ζωή τους οι κουτεντέδες, που πίστευαν τους
+τσαρλατάνους. Έκανεν όμως κ' έτσι τη δουλειά του, και αφού τον γλύτωνε τον
+άρρωστο, ξεθύμαινε στο βρισίδι, τον πλήρωνες δεν τον πλήρωνες. Τον φοβήθηκαν
+οι άνθρωποι, τους έπαιρνε τον αέρα· στα στερνά τον συνήθισαν, και δε μπορούσαν
+να κάμουν χωρίς αυτόν. Έδειχνε πιώτερο σαν καπετάνιος, παρά σα ντοτόρος. Αυτή
+τη φορά ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα
+φέρθηκαν φιλότιμα και φρόνιμα· στου γιατρού έτρεξαν αμέσως, και δεν άκουσαν
+τη Δήμαινα που γύρευε να πάρουν την κοκόνα Μαριγή την πολίτισσα, που ξόρκιζε
+το μάτιασμα, πρόφταινε τη βεντερούγα, ίσαζε τα βγαλμένα κόκκαλα, κ' ήταν καλή
+για κάθε τι. </p>
+
+<p>Το είδεν ο γιατρός το πόδι. Μωρέ, τι διαβολεμένο χτύπημα απάνου στην
+κούπα, μέσ' στη θηλειά του ποδαριού! Το κοίταξε καλά, κι αμέσως το έδεσε σφιχτά
+μέσα στα καλάμια, το καλάμωσε, καθώς λεν, και του λέει: «Μην το κουνήσης· το
+πόδι σου θα γίνη καλά, μα χρειάζεται καμπόσον καιρό και πολλήν υπομονή. Με τον
+καιρό θα στρίψη το νεύρο και θα γίνη καλά το πόδι σου. Μόνο, το καλό που σου
+θέλω, μην το πειράζης». Κ' έλεγε και ξανάλεγε: «Μην το πειράζης!» Γνώριζε τι
+κεφάλια αγύριστα είναι οι Θαλασσοχωρίτες.</p>
+
+<p>Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης είχε πλατειά καρδιά και μεγάλ' υπομονή. Αλλά το
+κακό που τον ηύρε ήταν κατάρα θεού. Οι Θαλασσοχωρίτες είχαν χίλιες γνώμες για
+το ίδιο πράμα· για το Μήτρο μια γνώμη είχαν· ο Μήτρος είναι παλληκάρι! Οι
+Θαλασσοχωρίτες ταναγελούσαν τα γράμματα· την παλληκαριά την προσκυνούσαν.
+Ο Μήτρος δεν επάτησε το πόδι στο σκολειό. Στον ήλιο, στον αέρα και στα κύματα
+δασκάλεψε, κι από μικρός μεγάλωσε. Συνηθισμένην είχε θωριά. Τα στήθη του δεν
+ήταν χορταριασμένος πύργος, ουδέ σαν κάστρο η κεφαλή του. Ούτε ψηλός, ούτε
+κοντός· λιγνός παρά παχύς, μελαχρινός μ' ένα λιανό μουστάκι και φουντωμένα
+σγουρόμαλλα· στραβά τη σκούφια του, κ' ένα ζουνάρι κόκκινο χιλιόδιπλο στη μέση
+του· μ' ένα φανελλένιο πουκάμισο περνούσε τους χειμώνες και τα καλοκαίρια του.
+Κι όμως κι από τη συνηθισμένη αυτή θωριά ξεχυνόταν η λεβεντιά, στον αέρα που
+είχε, στην περπατησιά, σε κάθε του ματιά, σε κάθε κούνημα. Και ο Μήτρος ο
+Ρουμελιώτης με τα εικοσιπέντε χρόνια του, το κορμί που δεν εφάνταζε, τη
+ντροπαλή απάνου κάτου όψη, κόσμο μπορούσε να χαλάση και κόσμο να χτίση.
+Κανείς δεν του έβγαινε στο δρόμο· με τη γροθιά του, έρριχνε κάτου βούβαλο.
+Κάρφωνε τα πόδια του στη γη, και κανείς δε μπορούσε να τον ταρακουνήση. Μια
+μέρα ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα
+πολεμούσαν ώρα ολόκληρη να τονέ ξετοπίσουν, κουλουριασμένοι στα πόδια του·
+τίποτε· βράχος άσειστος όσο που στο τέλος απ' τον ιδρώτα κι απ' τον αγώνα
+ζαλίστηκαν οι άνθρωποι και κόντεψε να τους έρθη κόλπο. Μα τα ποδάρια εκείνα
+τα σιδερένια, ταλύγιστα, πετούσαν, ξετιναζόταν και στριφογύριζαν, σαν από φτερό
+κι από φλόγα κι από άνεμο πλασμένα, την ώρα που έσερνε το χορό το παιδί της
+Δήμαινας. Κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' Άη Λιά, στα πλάγια του Ζυγού, εκεί που
+τρέχει το κρύο το νερό και τα πλατάνια απλώνουν με τα φύλλα τους μια σκέπη
+ξεκουραστική πλαμένη από δροσιές, ήσκιους και γλυκοψιθυρίσματα, εκεί στα
+κλέφτικα λιμέρια μια φορά, ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, φουστανελλοφορεμένος,
+όπως πήγαιναν κι άλλοι πανηγυριώτες, με τη χρυσήν αρματωσιά του παππούλη
+του, πρωτοπαλλήκαρου, του ξακουσμένου του Μακρή, πήγαινε και χόρευε· λες και
+το είχε τάμα. Κ' οι πανηγυριώτες άφιναν το δικό τους το γλέντι κ' έκαναν κύκλο
+γύρω του κι αγνάντευαν και ξεχνειούνταν. Κάθε του βήμα στο χορό, γοργό γοργό κι
+ανάλαφρο, έσταζε γλύκα και σκορπούσε λεβεντιά. Σ' έφερνε σ' άλλον κόσμο· στον
+κόσμο των παραμυθιών και των αντρειωμένων που χόρευαν στον κάμπο με τους
+νιους κ' ύστερα παραιτούσαν το χορό και πάλευαν στα μαρμαρένια αλώνια με το
+Χάρο. Κ' οι γυναίκες που τον έβλεπαν εκεί, μήνες ύστερα' απ' το πανηγύρι τον είχαν
+μέσ' στο νου τους και τον καμάρωναν· κ' έρχονταν συντροφιές απ' τα χωριά τα
+πλαγινά, ακόμα κι απ' τις άλλες πολιτείες, κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' Άη Λιά, όχι
+τόσο για το πανηγύρι, όσο για το χορευτή.</p>
+
+<p>Εκεί τον είδεν η Φροσύνη του Σεβδά, πρώτη νοικοκυροπούλα στο Μελίσσι,
+τρεις ώρες μακρειά από το Θαλασσοχώρι. Τον είδε και την είδε και τα ταίριασαν. Κ'
+ύστερα' από μήνες, κατά τη άνοιξη, έστειλε ο γέρο Σεβδάς προξενιά στη Δήμαινα,
+κ' η προξενιά τελείωσε με το καλό κ' έγιναν και ταρρεβωνίσια στο Μελίσσι.
+Σταρρεβωνίσια επήγεν ο Μήτρος με τη μάννα του, με το Γιαννάκο τον Ταρνάναμας,
+με το Μάρκο τον Κανίνια και την Ταρία Ταρέλα, τους αχώριστους, και μ' όλο το
+συγγενολόγι. Κ' ύστερ' από λίγες μέρες ξαναπήγε πάλι με τους ίδιους, για να
+δώσουν στην αρρεβωνιαστικειά τα χαρίσματα, κατά τη συνήθεια, παννιά εξήντα
+νούμερο και στόφες, κ' ένα βραχιόλι και μια ντουζίνα ζάρφια ασημένια. Και
+γλέντησαν δυο μέρες με τα βιολιά, και το στεφάνωμα θα γίνονταν απόλαμπρα· μα
+πριν ναρθή η λαμπρή, τον ηύρε το μεγάλο το κακό. Δεν πρόφτασε να ξαναπάη στο
+Μελίσσι.</p>
+
+<p>Πολλές είχαν ζηλέψει την τύχη της Φροσύνης. Και μια κόρη Θαλασσοχωρίτισσα,
+μια μικρή μελαχρινή ξεπεταχτή, γεμάτη γέλοια και καμώματα, η Μόρφω της
+Γαρουφαλιάς, η Τρελλομόρφω, όπως την έκραζεν η γειτονιά, κόντεψε να σκάση απ'
+το κακό της σαν άκουσε ταρρεβωνίσια^ δεν ξαναφάνηκε στο χαγιάτι για να ποτίση
+τα μυριστικά της, ψιθυρίζοντας το «μαύρο γεμενί», ταγαπημένου της χορού το
+τραγούδι, και ρίχνοντας τριγύρω της γλυκειές ματιές, κι όποιον λάχαιναν! Μόνο το
+βράδυ βράδυ κάποιες γειτόνισσες ανάμεσ' απ' τα σκούρα των παραθυριών τους
+την είδαν δύο τρεις φορές να περνάη, από το σπίτι του Μήτρου σκεπασμένη μ' ένα
+σάλι ως την κορφή, να κοντοστέκεται μπροστά στο φωτισμένο παραθύρι του, να
+σηκώνη προς αυτό τα μάτια της, κ' ύστερα να κοιτάζη, γύρω σα φοβισμένη, κ'
+έξαφνα να φεύγη γοργά σαν ξαφνισμένη λαφίνα. Την είχε κάψει ο Μήτρος κ' είχε
+μοσχαναθρέψει μέσα της την ελπίδα πως θα την έπαιρνε μια μέρα για γυναίκα
+του.</p>
+
+<p>Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης ήτον αληθινό παλληκάρι κ' είχεν όλα τα χαρίσματα
+του παλληκαριού· τα λόγια, την ορμή, το φιλότιμο, την ομορφιά και την
+περηφάνεια, την αγάπη της ζωής και την καταφρόνια του θανάτου. Επέρασεν από
+θαλασσοδαρμούς, εγλύτωσεν από θαλασσοπνιξίματα. Μέσα στο πέλαγο, αμέτρητο
+ήτον το κουράγιο του. Στα καλά καθούμενα, δεν έδινεν αφορμή σε κανένα. Μα να
+μη τον πειράξης, να μη τον γγίξης εκεί που δεν πρέπει θα στο ρουφούσε το αίμα με
+μαχαιριές· δεν έννοιωθε κουμπουριές, δεν εσυλλογίζονταν. Μια φορά τάβαλε με
+δέκα ευζωνάκια, Ρουμελιώτες, ένας κ' ένας τους έφερε κυνηγώντας ως την
+καζάρμα.</p>
+
+<p>Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα,
+στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος, πως γεννήθηκε με
+ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν· τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την
+αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του
+έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη
+σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε
+συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες,
+παρά ναπομείνη σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να
+γιατρευτή χωρίς να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να
+μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά
+να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της
+λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί. Και ας τάβαναν με το κορμί
+του όλα του κόσμου τα κακά· φτάνει να μη του άφιναν ταχνάρια τους σα βρισιά και
+σα λέρα· κορμί σημαδιακό, κορμί ντροπιασμένο. Για παλληκάρια σαν το παιδί της
+Δήμαινας είν' ατιμία η ασχημιά.</p>
+
+<p>Απ' τη νυχτιά που χτύπησεν ως την ημέρα που πρωτοκατέβη απ' το κρεββάτι
+για να περπατήση, πέρασαν τρεις μήνες. Υπομονετικά τους πέρασε τους τρεις
+μήνες. Ο γιατρός του είπε πως χωρίς άλλο θα γιατρεύονταν. Αλλ' αμέσως που είδε
+πως το πόδι του στράβωσε και δεν ελύγιζε κ' έστριψε το γόνατο το πονεμένο, και
+πως αυτός εκούτσαινε περπατώντας, απελπίστηκε· τον έπιασεν ένα παράπονο και
+τον έσφιξεν ένας καημός που δε μπορούσε και γραμματικός να τον ιστορήση.
+Έστειλε στον άνεμο το γιατρό με τα γιατροσόφια του κ' έπεσε βαρειά για να
+πεθάνη. Του κάκου κοίταζε να τον παρηγορήση η μαύρη μάννα του, που μέσα
+στους τρεις εκείνους μήνες γέρασε για δέκα χρόνια.</p>
+
+<p>«Άσε τα λόγια, μάννα! Θα σάξη το πόδι μου ή δεν την θέλω τη ζωή. Σημειωμένο
+εμένα δε με κράζουνε».</p>
+
+<p>Κι όταν μια μέρα κάποιος απ' τους δικούς του θέλησε να ειπή: «Ε! δεν έχεις πια
+τίποτε! μην είσαι παράξενος· έλα να πάμε στο Μελίσσι το κορίτσι έκαμε στο μάτι
+για να σε ιδή», σκύλιασε ο Μήτρος: «Μωρέ, να μη σώσω να τηνέ ιδώ, αν είναι να
+τηνέ ιδώ σε τέτοια χάλια. Κάλλιο στα βουνά καλόγερος και ρημοσπίτης, παρά
+γαμπρός με στραβό πόδι!»</p>
+
+<p>Κ' έτσι της καλής του η ενθύμηση του ξάναψε τον καημό. Πού να πάη στο
+Μελίσσι, και τι να τον κάμουν σαν πάη; να τονέ μπαλσαμώσουν και να τον
+καμαρώνουν; Να τον κρεμάσουν στον τοίχο για κόνισμα; Και φαντάζονταν γαμπρό
+τον εαυτό του να τον τριγυρίζουν την ώρα του <i>Ησαΐα</i> κουτσό με τόνα πόδι να μη
+μπορή να καθίση σταυροπόδι στο φαΐ, να μη μπορή να σύρη το χορό, να τρέξη,
+ναντρειευτή, να παλέψη, να χωρατέψη, να γλεντήση. Κ' έβλεπε τον εαυτό του
+καραβοκύρη στο καϊκάκι του, να μη μπορή να βασταχθή στα πόδια του,
+νακκουμπάη σε ραβδί, να κρατειέται από τα σχοινιά, να καρτερή από τους άλλους
+το κάθε τι. Της νύφης της έταξαν λεβέντη, και θα της έδιναν τώρα σημειωμένον
+άνθρωπο! Δεν το καταδέχονταν κι ο ίδιος να τη σκλαβώση· κι αν δεν το δείξη αυτή,
+κι αν κάνη την καλόκαρδη, μέσα της θα την τρώη κρυφό μαράζι. Έτσ' είν' ο κόσμος·
+κι αυτός το ίδιο θάκανε· κάλλιο να φορτώνονταν την πανούκλα, παρά σημαδιακή
+γυναίκα.</p>
+
+<p>«Θαν το χάσω το παιδάκι μου, έλεγε παραπονετικά η Δήμαινα· όχι από το πόδι
+του· απ' το ντέρτι που νοιώθει για το πόδι του».</p>
+
+<p>Κ' έκλαιγε κ' έκανε το σταυρό της. Κ' οι τρεις οι αχώριστοι δούλευαν και τον
+είχαν πάντα στο νου τους τον Αφεντομήτρο, κι άφιναν τη δουλειά για να τρέξουν
+στο πλάγι του, και τον συντρόφευαν και τον παρηγορούσαν. Του κάκου· δεν ήθελε
+νακούση τίποτε τρεις μήνες υπόμενε· δεν μπορούσε πια να το νοιώθη τάτιμο,
+ξεραμένο απάνω του, κορμί κ' εκείνο απ' το κορμί του. Θάδραχνε το πριόνι και θα
+το πριόνιζε, θάρπαζε το τσεκούρι και θα το πελέκαγε· δεν υπάρχει θεός·
+τελείωσε!</p>
+
+<p>
+Ήρθεν ο αύγουστος. Ο βαρεμένος μπορούσε να πάρη το πόδι του, μα να τον πάρη
+ανθρώπου μάτι δεν ήθελε, κ' έμενε στο σπίτι του κλεισμένος. Από το παραθύρι του
+κανείς αντίκρυζε τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού ναλλάζη χίλια χρώματα, σα
+χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ' το πρωί ως το βράδυ· αντίκρυζε
+κανείς το πέλαγος ροδογάλανο την αυγή, το μεσημέρι ασημοχρυσωμένο,
+μαυροπράσινο σε λιγάκι, μενεξεδένιο μια στιγμή στο βασίλεμα· και κάποτε
+τρεμούλιαζε μ' όλα μαζί τα χρώματα σαν κόσμος ολόκληρος με κάθε λογής έγνοιες
+και πάθη. Κ' οι άνεμοι τον έσπρωχναν τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού πότε
+βαθειά στο κανάλι, πότε τον ξέχυναν περίσσιο προς τη στεριά· κι άλλην όψη
+τούδινε ο βοριάς, άλλη γλυκάδα ο μαΐστρος, άλλη μυρουδιά ο πονέντες, άλλα
+κύματα η νοτιά. Κι ο βαρεμένος απ' το παραθύρι του, κάλλιο απ' τα χρώματα όλα κι
+απ' τα μουρμουρίσματα κι απ' τες πνοές κι απ' τα κάλλη όλα εκείνα, έννοιωθε τα
+μονόξυλα που έσχιζαν ανάλαφρα τα ήσυχα νερά, με το λευκό παννάκι, πρύμα, και
+δύσκολα τα ξεχώριζες από τις μαύρες φαλαρίδες κι απ' τα γλαρόνια τα
+βαμπακόφτερα. Κ' έβλεπε τα ψαροκάικα να πηγαινόρχωνται φορτωμένα στο μόλο·
+παραπέρα οι μαούνες έπαιρναν τα πριμαρόλια της σταφίδας, για τη μεγάλη χώρα.
+Κι από την πίσω μεριά του σπιτιού ξεχώριζεν η πράσινη γραμμή του κάμπου.
+Κεχριμπαρένια γυάλιζαν τα σταφύλια στα κλήματα κ' οι σταφίδες μαυρολογούσαν
+σταλώνια. Πώς εμοσχοβολούσεν ο κάμπος ο πολύκαρπος! Κάθε νοικοκύρης, με το
+γλυκοχάραμα και με το σουρούπωμα, βρίσκονταν σε σύρε κ' έλα αδιάκοπο. Κ' η
+αργατειά, Κεφαλλονίτες με τσαπιά κι Αμπλανίτισσες με καλάθια, περνολογούσαν
+από κάτω απ' το παραθύρι. Κ' η θάλασσα του έστελνε την άρμη της. Ο κάμπος τη
+μοσκοβολιά του. Κι όσο τον έννοιωθε τον εαυτό του σακατεμένο, τόσο του
+φαινόταν ο κόσμος ωραιότερος κι όσο τάβλεπε μαραζωμένα τα νιάτα του, τόσο του
+φαίνοταν ο κόσμος πως ξανάνιωσε. Πού θα βρισκόταν κι αυτός τέτοια εποχή; Πού
+θαρμένιζε και πού θα δούλευε; Ζωή κι αυτή, να τηνέ πούμε!</p>
+
+<p>Οι σύντροφοι δεν τον εστένευαν, εκοίταζαν μόνο να τον καλοκαρδίσουν, και
+όλο τούλεγαν πως θα σιάξη το πόδι με τον καιρό, και καθώς δεν ήθελε νακούση
+τίποτε για τους γιατρούς τους διαβασμένους πόβγανε η Αθήνα, του μιλούσαν όλο
+για κομπογιαννίτες του χωριού, που γιάτρευαν κάθε λογής αρρώστια με τα δικά
+τους γιατροσόφια. Και, καθώς τυχαίνει πάντα, καθένας εύρισκε στα βάθη του
+μυαλού του μιαν ιστορία μ' έναν άρρωστο αποφασισμένο απ' το γιατρό και
+γλυτωμένο απ' τον κομπογιαννίτη. Μα και νέοι και γέροι, ψαράδες,
+καραβοκύρηδες, πραγματευτάδες, ξωμάχοι, γραφιάδες, ο δάσκαλος, ο παπάς και ο
+δήμαρχος ακόμα, κι όλοι όσοι έρχονταν και τον έβλεπαν, όλοι τούδιναν γνώμη να
+μη το βάλη κατάκαρδα, να κάνη υπομονή, μα και να φεύγη μακρειά από γιατρούς.
+Το κάτω κάτω της γραφής, δε χάθηκαν οι πραχτικοί· αυτοί κάνουν σωστή
+δουλειά.</p>
+
+<p>Μια μέρα, το δεκαπενταύγουστο, τρεχάτος ήρθε ταποβραδύς ο Γιαννάκος ο
+Ταρνάναμας. Έφτασεν απ' το χωριό της Λυγαριάς ένας περίφημος γιατρολόγος, ο
+Κοπανίτσας· καλεσμένος απ' το σπίτι του Μελέτη, για να του γιατρέψη τη
+φάγοσσα. Ήταν ακουσμένος σ' όλη τη Ρούμελη, και πέρ' ακόμα, στο μισό Μωριά.
+Και καθώς τον παίρνουν μυρουδιά στο Θαλασσοχώρι, κόσμος και κόσμος τρέχει να
+τονέ βρη. Για κάθε αρρώστια ξέρει, και όλες τις γιατρεύει· χειρουργός μοναδικός.
+Όσους κι αν ρώτησε γι' αυτόν ο Γιαννάκος, του είπαν πως κάνει θαύματα. Γιατί να
+μην τον φέρουν να ιδή το Μήτρο; Τί θάχαναν;</p>
+
+<p>Με τον καημό που τραβούσε ο Μήτρος, τους εκατάφερεν αγάλια όλους
+εκείνους που τον αγαπούσαν, που τον εσυγύριζαν και τον παραστέκονταν, τους
+εκατάφερε και πίστευαν πως το χειρότερο κακό δεν ήταν πως χτύπησε το πόδι του,
+άλλα πως θάμενε κουτσό το πόδι του. Να τα δοκιμάσουν έπρεπε όλα, για να
+προλάβουν τέτοια συμφορά! Και να μην τα πολυλογώ, τον έφεραν τον Κοπανίτσα.
+Τον ήθελε το παιδί, τον ήθελεν η μάννα, τον ήθελαν οι τρεις τους κι όλο το
+συγγενολόγι. Και όσους ρώτησαν τους είπαν: «Να τον πάρετε!»</p>
+
+<p>Φουστανελλάς, απάνω κάτω πενηντάρης, ψηλός, ξερακιανός, μυταράς και
+σπανός και, μωρέ παιδιά, σημειωμένος. Σαν να του ξυνοφάνηκε τάρρωστου, καθώς
+τον αντίκρυσε· μα τι να κάμη πια; Στραβός μ' ένα μάτι που έβλεπε για δυο
+αποκάτου απ' τη μαυρίλα των μαλλιαρών φρυδιών του· μα μπήκε στο σπίτι μ' έναν
+αέρα, μ' έναν αέρα! Το κοίταξε το πόδι, το ζούπηξε, το γύρισε.</p>
+
+<p>«Θα στο γιατρέψω, είπε· θα στο κάμω κατά πως ξέρω γω.»</p>
+
+<p>&nbsp;— Απ' το θεό και στα χέρια σου, γιατρέ.</p>
+
+<p>&nbsp;— Να περάσουν πρώτα τρεις τέσσερες μέρες. Θα πάμε κατά το φως του
+φεγγαριού. Τώρα είναι ημέρες αχαμνές· θα βρούμε την καλή τη μέρα. Γιατί είναι
+ημέρες που και απλό αίμα να πάρης απ' τον άνθρωπο, μπορεί να του φέρης
+μεγάλην αρρώστια, μπορεί να τον χαλάσης. Έχουμε τώρα δεκατρείς του μηνός θα
+ιδούμε στις δεκάξι». </p>
+
+<p>Κ' εγύρισε στην Δήμαινα προστάζοντας γοργά: </p>
+
+<p>«Πέντε δράμια σιναμική, δέκα δράμια μαστίχα, οχτώ δράμια ρεβέντι, πέντε
+δράμια αρσενικό λιβάνι, δύο δράμια πιπερόρριζα, δύο δράμια κανέλλα· κοπάνισέ
+τα. Πάρε μία οκά μέλι, βγάλε τον αφρό του, βράσε τα λιγάκι με το μέλι, ύστερ'
+ανακάτωσέ τα καλά και δίνε του να τρώη· αυτό είναι το πλέον δυναμωτικό
+ματζούνι μ' αυτό μπορεί να βαστάη κάθε τι· έχει ανάγκη να δυναμώση».</p>
+
+<p>Κι όσο που ναρθούν οι δεκάξι, τόστρωσε βαρειά στο σπίτι· μήτε από το σπίτι
+τον άφιναν να φύγη· έπρεπε να τον ευχαριστήσουν με το παραπάνω το γιατρό·
+μήτε κι ο γιατρός είχεν όρεξη να γυρνάη στα μαγειρειά του Θαλασσοχωριού και να
+ξενυχτάη στα χάνια του. Κ' ήτον όλο λόγια, κι όλο ιστορούσε τα πράματα και τα
+θάματα της ιατροσύνης του. Κι ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας
+και η Ταρία Ταρέλα δεν τον άφιναν απ' το πλάι τους και τον άκουγαν με στόμα
+ολάνοιχτο.</p>
+
+<p>Και ξημέρωσεν η μέρα που την περίμεναν με καρδιοχτύπι. Στις δεκάξι του
+τρυγητή, με τους μούστους και τα πρωτοβρόχια, με τα στερνά τα χελιδόνια και τα
+στερνά σταφύλια, λέει ο Κοπανίτσας του Μήτρου:</p>
+
+<p>«Καρδιά κομμάτι· θα πονέσης λιγάκι, κ' ύστερα όλα θα περάσουν.</p>
+
+<p>&nbsp;— Από πόνους βαστάω, γιατρέ· μόνο το πόδι μου. . .»</p>
+
+<p>Ο Κοπανίτσας έκαμε νόημα στο Μάρκο τον Κανίνια και στους άλλους δυο:</p>
+
+<p>«Να τον βαστάξετε καλά, μα καλά. Κυρά, το τοίμασες τανακόλι;»</p>
+
+<p>Στη μέση του οντά έστρωσαν χράμια και παπλώματα, κι απάνω εκεί τον
+ξάπλωσαν το Μήτρο.</p>
+
+<p>«Έτοιμο το ρακί; — Έτοιμο. Πιε, Μήτρο!» </p>
+
+<p>Κι ο Μήτρος το ρούφηξεν, ως πενήντα δράμια.</p>
+
+<p>«Γεια σου, θερίο!»</p>
+
+<p>Και πιάνει και τον βάνει ανάσκελα κι αρπάζει το πόδι το δεξί, το πονεμένο, και
+το σταυρώνει απάνου στο ζερβό τον ώμο· κι αδράχνει και το ζερβί και το
+σταυρώνει απάνου στο δεξί τον ώμο. Κ' έπειτα δίνει μια, και πατάει, ναι, πατάει
+απάνου στο χτυπημένο πόδι. Ένα <i>κρακ</i> ακούστηκε, κ' ένα μούγγρισμα, ένα
+λιονταρήσιο μούγγρισμα του βασανισμένου. Το σπίτι εσείστηκε κ' οι τρεις δε
+μπορούσαν να τον κρατήσουν, όπως ανατινάζονταν και σπαρτάριζε.</p>
+
+<p>«Βόηθα, Χριστέ και Παναγιά!» έκραξε η Δήμαινα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μωρέ, μη λιγοψυχάς, Μήτρο! έκαναν οι άλλοι.</p>
+
+<p>&nbsp;— Μ' έφαγες, οχ! μούγγριζεν ο Μήτρος.</p>
+
+<p>&nbsp;— Τώρα είσαι σαΐνι! σε δεκατέσσερες μέρες θαβγής όξω!»</p>
+
+<p>Είπεν ο Κοπανίτσας και πάλι εγύρισε στη Δήμαινα προστάζοντας γοργά:</p>
+
+<p>«Μολύβι κοπανιστό, βάλε το στο ξίδι, να κάμη δύο μέρες, έπειτα κάψε το καλά
+με το θειάφι, να γίνη στάχτη· κι αυτή τη στάχτη ανακάτωσέ την με χώμα κόκκινο,
+κερί, λιβάνι, μαστίχα κι αγουρόλαδο, και βάλε την απάνου στο πόδι την αλοιφή
+πρωί βράδυ».</p>
+
+<p>Κι άλλα λόγια δεν ξανάειπεν, ούτε πρόσταξεν. Έξω στην πόρτα τον περίμενε το
+μουλάρι του.</p>
+
+<p>Έχωσε στο σιλάχι του τα δυο εικοσιπεντάρικα που πήρε κατά τη συμφωνία στον
+άρρωστο και τους γερούς άφησε γεια, και κανείς δεν τον ξανάειδε.</p>
+
+<p>Από τότε κι ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης δεν ξανάειδε προκοπή. Πέρασαν οι
+δεκατέσσερες μέρες κι αυτός δεν είχε σηκωθή από το στρώμα του, κι ούτε που
+ξανασηκώθη. Το πόδι επληγίασε κι αφόρμισε· κι ο Μήτρος μέσ' στο στρώμα σαν
+παράλυτος, έρρευεν απ' την αρρώστια κ' έλιωνεν από τον πόνο. Και πέρασαν δυο
+μήνες. Μπήκεν ο χειμώνας· νοτιά· σαράντα μερονύχτια αδιάκοπη βροχή·
+χορτάριασαν οι τοίχοι, κι ο μολυβένιος ουρανός εβάραινε την καρδιά, κ' η νοτιά
+τρυπούσε τα κόκκαλα· αλλοίμονο στον άρρωστο!</p>
+
+<p>Έτυχε το χειμώνα εκείνον να διαβή από το θαλασσοχώρι κι άλλος γιατρολόγος.
+Αυτή τη φορά τα μαντάτα τάφερεν ο Μάρκος ο Κανίνιας. Έπεσαν μια φορά στα
+χέρια των γιατρολόγων· ήταν, φαίνεται, γραφτό να μη γλυτώσουν απ' τα χέρια
+τους. Μέσα στη μαύρη στάχτη του καημού φτάνει μια τιποτένια αφορμή,
+παραμικρό άκουσμα, μιαν ελαφρή πνοή, κ' η σπίθα της ελπίδας τινάζεται απ' τη
+στάχτη. Κι άλλος γιατρός ήρθε; Λαχτάρησεν ολόκληρο το σπίτι γύρω στον άρρωστο.
+Να τον πάρωμε κι αυτόν. Χειρουργός ήταν κι αυτός, Μωραΐτης, Κουζουνόπουλος
+εκράζονταν. Φάνηκε με φούμαρα. Δική του υπόθεση τον έφερε στον τόπο εκεί·
+βιαστικός ήταν· δεν τον εσύμφερε να μείνη για έναν άρρωστο· μια φορά πάλι να
+τον ιδή, δεν βγαίνει τίποτες. Έπρεπε να το πάρη δουλειά ξεχωριστή, και να κάμη
+ταχτική κούρα· μήνες χρειάζονται, καιρός, υπομονή. Έχουν παρά να του
+μετρήσουν; έτσι και καλά· ει δε μη, δεν έχει τίποτ' άλλο να τους πη. Κ' η μάννα του
+Μήτρου και ταχώριστα συντρόφια το πήραν απόφαση. Μάζωξαν ό,τι είχαν και δεν
+είχαν, ξεπουλήματ' από δω, δανεικά από κει, ανοίχτηκαν κομποδέματα, βοήθειες
+εδόθηκαν — γενναία φέρθηκαν κ' οι θαλασσινοί για τον κατακαημένο το Μήτρο —
+κ' έτσι του είπαν του Κουουνόπουλου:</p>
+
+<p>«Πεντακόσες δραχμές θα σου δώσουμε μα να τον γιατρέψης πρώτα. Τις
+βάζουμε σε δεύτερο χέρι. Θα τις πάρης από τον Παπαθύμιο.»</p>
+
+<p>&nbsp;— Ας είναι κ' έτσι, είπεν αυτός, και θρονιάστηκε στο σπίτι του
+βαρεμένου.</p>
+
+<p>Και δος του μαντζούνια στον άνθρωπο, δος του βεντούζες στο πόδι και
+βιζιγάντια κι αλοιφές· και σήκωναν καντήλες οι αλοιφές· κ' οι καντήλες έσπαναν, κ'
+ετρεχεν ύλη, κι άνοιξε πληγή το πόδι, κ' έβαζε μέσα φτίλι, και την άλλαζε κάθε
+μέρα, και την άνοιγε κάθε αυγή, και την άρμεγε. Πενήντα μέρες το επιχειρίστηκε με
+τέτοιον τρόπο. Και τις πενήντα έτρωγε κ' έπινε κ' εκοιμότουν στο σπίτι σαν πασάς,
+και ξόδευεν η Δήμαινα. Και πάει καλήτερα, κι όλο και καλήτερα έλεγε σ' όσους τον
+ερωτούσαν. Στα στερνά ζήτησε και καμιά πενηνταριά δραχμές. «Πάει καλήτερα, κι
+όλο και καλήτερα!» Και τις πήρε κι ούτε που ξαναφάνηκε.</p>
+
+<p>
+Κι ο βαρεμένος μέρα τη μέρα κι ώραν την ώρα πήγαινε χειρότερα. Και ξαναφάνηκε
+στο σπίτι όχι πλέον ο γιατρολόγος της Λυγαριάς, ούτε ο Μωραΐτης, αλλ' ο γιατρός
+του Θαλασσοχωριού, ο πρώτος που τον είχε κοιτάξει. Πάλι στα πόδια του έπεσαν.
+Αλλ' όταν τον ξανάειδεν ο γιατρός τον άρρωστον ύστερα' από εφτά οχτώ μήνες που
+τον άφησε, τόσο τον λυπήθηκε, που ξέχασε και να θυμώση ακόμα και να φωνάξη
+καθώς εσυνήθιζε· λιγάκι και θάκλαιγε· μα δεν έβγαναν από τα μάτια του
+δάκρυα.</p>
+
+<p>«Ακόμα στο στρώμα είσαι; του είπε· κάτι θάκαμες! Αμ' δε μ' ακούτε, δε μ'
+ακούτε, μωρέ σκυλιά! Δε σου είπα να μην το κουνήσης το πόδι;»</p>
+
+<p>Το κοίταξε το πόδι, το ξανακοίταξε, και καθώς τον είδεν εκείνον έτσι αμίλητο
+και αποσωμένο·</p>
+
+<p>«Ε! δεν έχεις τίποτε, του ξαναλέει, θα γίνης καλά.»</p>
+
+<p>Αλλά, κρυφά στη μάνα του, και στις άλλες που παράστεκαν, είπε ξερά και
+παστρικά:</p>
+
+<p>«Αδύνατο να γιατρευτή. Οι τσαρλατάνοι που φέρατε τον σκότωσαν τον
+άνθρωπο· κόπηκαν τα νεύρα κ' έμασαν· γάγγραινα· δουλεύει βαθειά· δε γλυτώνει,
+αν δεν του κοπή το πόδι. Κοιτάχτε το γληγορώτερο να τον πάτε στην Αθήνα
+προφτάστε τον».</p>
+
+<p>Τρεις μέρες και τρεις νύχτες η χήρα η Δήμαινα, τα δυο της ταδέρφια, ο
+γυρολόγος κι ο σιδεράς, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η
+Ταρία Ταρέλα, ο Παπαθύμιος, ο δάσκαλος κι ο δήμαρχος πολεμούσαν να τον
+καταφέρουν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες όλα τάκουγε, κ' έδινε πάντα μιαν
+απόκριση, την ίδια κ' απαράλλαχτη:</p>
+
+<p>«Κάλλιο θάνατος παρά να περπατώ μ' ένα πόδι!»</p>
+
+<p>Η αλήθεια είναι πως κι ο δήμαρχος κι ο δάσκαλος κ' η Ταρία Ταρέλα κι ο
+Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κι ο Μάρκος ο Κανίνιας κι ο σιδεράς κι ο γυρολόγος κ' η
+χήρα η Δήμαινα τον είχαν αποφασίσει· δεν πίστευαν σ' ανθρώπου τέχνη πια·
+γραφτό του ήταν, έλεγαν, κι απ' του Θεού το θέλημα περίμεναν. Δεν ήθελαν να τον
+στενοχωρήσουν και πολύ, κι ούτε να τον ξεγελάσουν, ούτε να τον πάνε στην Αθήνα
+στανικά. Το κάτω κάτω, ας μην το κρύβουμε, όλοι τους ανατρίχιαζαν βαθύτερα από
+κάθε τι, σαν εφαντάζονταν το Μήτρο μονοπόδαρο. Τι πεθαμμένος, τι σακατεμένος!
+Καλά καλά δεν μπορούσαν να το ξεχωρίσουν τόν' από τάλλο, τα δυο κακά. Όσο για
+τη χήρα Δήμαινα, από μήνες τώρα είχε λίγα λόγια και πολλή συλλογή. Ένας
+στοχασμός λίγο λίγο ανέβαινε κι απλώνονταν όσο που ξεχείλισε μέσα στο νου της.
+Το παιδί το είχαν μαγεμένο! η αρρώστια του δεν ήταν αρρώστια του Θεού, το κακό
+του ήταν ανθρώπινο κακό· εδώ δεν παίζει τύχη, εδώ είναι μάγια, του άλλου
+κόσμου σύνεργα.</p>
+
+<p>Της Μόρφως η μητέρα, η Γαρουφαλιά με τόνομα, που ρίχνει τα χαρτιά και
+ξορκάει ταερικά, μάτιασε το παιδί, βάλθηκε να το ξελογιάση με την κόρη της. Κι
+αφού είδε πως της ξέφυγε απ' τα χέρια, κι άλλης θυγατέρα θα το έπαιρνε, βάλθηκε
+να το ξεπαστρέψη· σωστά, της είπεν η Αργύρω. Μια βραδειά η Αργύρω, γυρνώντας
+από τη βρύση, με τη βαρέλλα της, είδε δυο γυναίκες μισοσκεπασμένες μπρος απ'
+το σπίτι της Δήμαινας· κ' είδε στο φως του φεγγαριού την ψηλότερη να φοβερίζη
+με το χέρι της τεντωμένο προς το σπίτι, και την άλλη την κοντούλα να κράζη με
+στρίγλικη φωνή: «Καλά σ' έχω!» Και τις γνώρισεν η Αργύρω, τη Γαρουφαλιά και τη
+Μόρφω! Καλά της τάχαν πει κ' η Λάμπραινα κ' η Ντορογιάννενα κ' η Καρασεβδού κ'
+η Μαριγώ η ζωντοχήρα· βούιζεν όλο το Θαλασσοχώρι· δεν ήταν πια μυστικό· η
+Γαρουφαλιά βάλθηκε να τον επαστρέψη με τα μάγια το Μήτρο της να μην ιδή πια
+προκοπή. Τράβηξε κατά την Άρταν η Γαρουφαλιά κ' ηύρε τις Τούρκισσες, τις
+μάγισσες, και τις πήρε σημάδια. Κ' η Μόρφω η σκρόφα, απ' την ημέρα που
+αρρεβωνιάστηκε στο Μελίσσι ο Μήτρος, τον έγραψε με τους πεθαμμένους, και του
+έκανε συλλείτουργο, κ' έβαλε και τον μνημόνεψαν ζωντανό στις τρεις και στις
+εννιά, στις σαράντα, τα τριμήνια, τα ξαμήνια, το χρονιάτικο. Μάννας κόρη! Κι αυτά
+τα μάγια είν' αλάθευτα· σ' όποιον τα ρίξουν ξεπατώνεται. Αχ! η σκύλα η Μόρφω!
+Είχε στείλει η μάννα της προξενιά της Δήμαινας, προξενιά για το Μήτρο. Κ' η
+Δήμαινα είχε ειπεί στην προξενήτρα:</p>
+
+<p>«Εγώ τανάθρεψα με την τσίτα της σαΐττας και της χηριάς τα πάθη, και τόβγαλα
+παλληκάρι εικοσιοχτώ χρονώ· και τώρα πάρχισα να βλέπω το καλό του, θα το
+παντρέψω μικρό μικρό; Και ποιαν να πάρη; τη Μόρφω!»</p>
+
+<p>Και πάλι έβαλε κι άλλη προξενήτρα κι αποκρίθη και σ' αυτή:<br />
+&nbsp;<br />
+«Εγώ νίβομαι κι απονίβομαι· αν τη θέλει, ας την πάρη. Μα στο σπίτι μου να μην τον
+ξαναϊδώ!»</p>
+
+<p>Και σε λιγάκι ο Μήτρος άλλαξε δακτυλίδια με τη Φρόσω του Σεβδά.</p>
+
+<p>Η χήρα η Δήμαινα άφησε κατά μέρος τους γιατρούς με τα γιατροσόφια τους, κι
+αντί να πάρη το παιδί να τρέξη στην Αθήνα, τάφησε ένα πρωί στο στρώμα και
+τράβηξε κατά την Πάτρα. Πήγε κ' ηύρε τη γριά τη μάντισσα, που ζούσ' εκεί
+ξακουσμένη σ' όλη τη Ρωμιοσύνη· που μάντευε για την αγάπη και για την έχτρα,
+για τον απάνου και για τον κάτου κόσμο, για τη ζωή και για το θάνατο· που
+γιάτρευε το μπόδεμα και το μάτιασμα, που είχε γνωριμία με τις νεράιδες, κ' έπιανε
+κουβέντες με τα ξωτικά. Την ηύρε στην απάνω χώρα, μέσα σ' ένα καλύβι, σκυμμένη
+απάνου σε χαλκωματένια πέταλα, σε ντύματα φιδιού, σε λύκου δόντια, σε χαρτιά
+και σε κόκκαλα, σε μπαλσαμωμένα κοράκια, σε μαγικά βοτάνια, σε μύρια σύνεργα.
+Καθώς την είδε τη Δήμαινα, κούνησε το κάτασπρο μαντιλωμένο κεφάλι της και
+είπε:</p>
+
+<p>«Ξέρω γιατ' ήρθες για το παιδί σου. Σημάδια του έφερες;»</p>
+
+<p>Κ' η Δήμαινα, που ήταν ορμηνεμένη, της έδωσε σημάδια από τα μαλλιά
+του.</p>
+
+<p>«Καλά· αύριο την αυγή ναρθής να πάρης απόκριση.»</p>
+
+<p>Και γύρισε την αυγή κι άκουσεν από το στόμα της μάντισσας:<br />
+&nbsp;<br />
+«Αδύνατο να γιατρευτή· τόχουν κάμωμα φοβερό! Την ώρα που έπεσε και χτύπησε,
+— πριν πέση — δώδεκ' Αρμένισσες έτρωγαν και γλεντούσαν· πάτησ' απάνου στο
+τραπέζι τους. (Και της έδειξε μια φλούδ' από λεμόνι.) Η μια, καθώς τον είδε, τον
+ζηλοφθόνησε, τον έσπρωξε, τον έρριξε, τον τσάκισε. Τον έχουνε στο μάτι οι
+Αρμένισσες. — Θεός φυλάξη από τέτοια στοιχειά — γιατ' ήταν από καιρό μαγεμένο
+το παιδί σου, και ήταν γραμμένο με τους πεθαμμένους!»</p>
+
+<p>Και της έδωσε βοτάνια μαγικά, να του δίνη το ζουμί τους, όταν τονέ θυμώνει ο
+πόνος, να του περνά. Κ' έννοιωσεν η Δήμαινα πως για παρηγοριά της τάδινε κι όχι
+για γιατρειά.</p>
+
+<p>Και γύρισε στο Θαλασσοχώρι και στο γιο της έφερε μόνο τα βότανα της
+μάντισσας, χωρίς να του φανερώση και τα λόγια της. Και ο γιος την περίμενε σαν το
+χελιδόνι του μαρτιού. Δεν άκουγεν από γιατρούς, αλλά τα μάγια τα πίστευε. Για
+τούτο κ' ύστερα από λίγον καιρό, σαν έφεραν από το Μελίσσι για να τον ιδή μια
+μάγισσα, μιαν Οβριά, ο Μήτρος την εδέχτηκεν εκεί στο στρώμα καρφωμένος, όπως
+δέχονταν καπετάνιος το πρύμο ταεράκι στα ταξίδια του. Σταχνό του πρόσωπο
+άστραψαν τα μάτια του, κ' ένα χαμόγελο, σαν άστρο σε φουρτουνιασμένον
+ουρανό, του γλύκανε τα χείλη. Μονάχα μια φορά τον είδεν έτσ' η Φρόσω του, η
+αρραβωνιαστικειά του, κι όχι άλλος κανείς. Η Οβριά λίγες μέρες είχε που εφάνη
+στο Μελίσσι από τα Γιάννενα. Την είχε κλέψει ένας Γιαννιώτης και την έφερεν εκεί·
+βαφτίστηκε και στεφανώθηκεν. Ερωτοχτυπημένη, νεοφώτιστη, νιόπαντρη, και
+μάγισσα! Καθαρομελάχρινη, λυγερή, μορφοκαμωμένη, και γλυκόλογη· τι
+χρειάζονταν η μαγική της μπρος στη ματιά της! Έσκυψε και τον κοίταξε ήμερα και
+σπλαχνικά, κι ο Μήτρος εφαντάστηκε πως τελείωσαν τα βάσανά του, και δεν
+απόμενε άλλο, παρά να τονέ πάρη από το χέρι και να του ειπή: «Σήκω και
+περπάτησε!» κι αυτός να σηκωθή και να περπατήση. Τα πίστευε τα μάγια, τον
+μάγευεν η ομορφιά.</p>
+
+<p>Η Οβριά ζήτησε το δεξί του το πόδημα· και το πήρε κ' έρριξε κάτι μέσα σ' αυτό,
+κάτι που έμοιαζε σα διάργυρο, και πρόσταξε να το βάλουν έξω, πάνω στα
+κεραμίδια να ξενυχτήση.</p>
+
+<p>«Ό,τι κι αν ακούσετε τη νύχτ' απόψε, τους είπε, να μη μιλήσετε.» Και πάλι
+ξανάειπε στους άλλους του σπιτιού:</p>
+
+<p>«Για να ιδήτε πως κιντυνεύει το παιδί από κάμωμα! το τσάκισαν οι νεράιδες το
+παιδί.»</p>
+
+<p>
+Και διόρισε κι αυτή κάτι χόρτα, να τα πίνη βρασμένα με κρασί.</p>
+
+<p>Το βράδυ έπεσαν να κοιμηθούν. Χειμώνας ήταν ακόμη, μα η νύχτα ήταν
+ανοιξιάτικη, κατάστερη. Η Δήμαινα μονάχη ξενυχτούσε το Μήτρο· στο πλάγι του
+έστρωνε κ' έπεφτε· πολλές φορές ξημερώνονταν στο πόδι. Τη νύχτα εκείνη, κι όλη
+του κόσμου την υγεία και την ξεγνιασιά να κρύβαν μέσα τους, πάλι δε θα
+κλειούσαν μάτι μάννα και παιδί. Θυμούνταν τα λόγια της Οβριάς: «Ό,τι κι αν
+ακούσετ' απόψε, να μη μιλήσετε!» Και τους δυο ένας φόβος τους ετάραζε και μια
+ελπίδα τους εζέσταινε. Στον πλατύν οντά το κρεμαστό καντήλι θαμποφωτά, κι άλλο
+δεν ξεχώριζαν μέσα εκεί παρά το εικονοστάσι με το μαυρισμένο το Χριστό και τον
+ασημωμένον Άη Νικόλα, κ' ένα τρομπόνι μ' ένα κουπί, και τα δυο ταραρριχτά σε
+μια γωνιά του τοίχου. Κι ο Μήτρος κάρφωνε άγρυπνος το μάτι απ' το καντήλι στα
+κονίσματα, κι από κει στη γωνιά, σαν κάτιτι να καρτερούσε νάβγη ακόμα κι απ'
+αυτά, που ξάνοιγε μονάχα στο σκοτάδι εκεί, κάτι μυστικό κι ανέλπιστο· και μέσα
+στο σκοταδερό το φως, ο ήσκιος πόρριχνε ο Χριστός και τασημένιο φέγγος τ' Άη
+Νικόλα και του κουπιού το μάκρος και η θωριά του τρομπονιού σμίγανε και
+φάνταζαν, και γίνονταν μαυράδια αλλόκοτα και σχήματα που σειούνταν, σα να
+κρυφομίλαγαν, και πλάσματα αλλόκοτα, που λίγο μόνον έλειπε για να
+ξεσκεπασθούν, και να φανερωθούνε ξωτικές και μοίρες και ψυχές . . . ποιος ξέρει τι
+θα φανερώνονταν; Κ' είχε χτυπόκαρδο ο καημένος, κι ο νους του ήταν γεμάτος από
+ιστορίες άλλου κόσμου και παραμύθια άλλου καιρού, κ' επρόσμενε σαν κατάδικος
+να ιδή: θα τονέ κόψουν ή θα του δώσουν χάρη; Και σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, εκεί
+που η νύχτα ήταν ανοιξιάτικη, κατάστερη, γεμάτη σιγαλιά, ψηλά στα κεραμίδια του
+σπιτιού ξεσπάει μεγάλη ταραχή, χαλίκια πέφτουν, σα νάστησαν πετροπόλεμο του
+σπιτιού, χαλάζι λες και ρίχνει ο ουρανός απάνω στη σκεπή· σφυρίγματα
+γρικειούνται, μιλήματα ακούγονται. Ταράζεται το πάτωμα, βογγούν τα παράθυρα,
+τρίζουν οι πόρτες, μπροστά στα μάτια του παιδιού χοροπηδούν παράξενα
+καντήλια, και κονίσματα και φώτα και σκιές. Πιάνετ' ο ανασασμός του· δε μπορεί,
+αλλ' ούτε και που θέλει να μιλήση· θυμάται της Οβριάς τα λόγια, τρέμει μην του
+πάρουν νεράιδες τη μιλιά· με το μακρύ ραβδί, που κρατούσε στο πλευρό, κουνάει
+τη μάννα του μήπως κοιμάται και δεν έννιωσε τι έτρεχε· κ' η μάννα δίχως να
+μιλήση χτυπάει το πάτωμα, για να του πη πως ήταν έξυπνη και τα κατάλαβε. Κι από
+την ώρα εκείνη μάννα και παιδί στέκονταν άσειστοι κι αμίλητοι και καρτερούσαν,
+και κάθε κρότος είχε πάψει κ' η σιγαλιά ξαναχύθηκε, κ' οι δυο τους άκουγαν, όλο κι
+άκουγαν σφυρίγματα, πετροβολιές, φωνές, ως τα ξημερώματα.</p>
+
+<p>Και ξημερώνοντας, νά κ' η Οβριά! Της λεν τι έτρεξε τη νύχτα· ζητάει το πόδημα
+που ξενύχτησε στα κεραμίδια, το κοιτάει καλά καλά, λιγάκι συλλογίζεται,
+γλυκογελάει του Μήτρου και λέει χωριστά της Δήμαινας:</p>
+
+<p>«Δε σας το είπα εγώ; το παιδί είναι μαγεμένο· των αδυνάτων να γιατρευτή. Αν
+πιάνονταν από την αρχή με τα μαντολόγια και δεν έμπλεκε με γιατρούς, θα
+γλύτωνε· αυτό είν' η αλήθεια!»</p>
+
+<p>Κ' όσο τους απέλπιζαν κ' οι μάντισσες, τόσο στα μαντολόγια έρριχναν τις
+ελπίδες τους. Κ' η Δήμαινα με ταδέρφια της, το γυρολόγο και το σιδερά, πήραν
+στερνή μεγάλη απόφαση. Στον Έπαχτο εζούσεν ένας μάντης. Διάβαζε τη
+σολομονική· δεν ήταν παίξε γέλασε· μέσα σ' αυτή μάθαινε πως γιατρεύεται κ' η πιο
+κακή αρρώστια. Ξόρκιζε τα δαιμόνια, μέσα σε ασκιά τα κλειούσε και μέσα σε
+αγγειά τα φυλάκωνε, γιατ' είχε τη σφραγίδα του Σολομώντος και μ' αυτή τα
+σφράγιζε. Γνώριζε πού φύτρωνε το τετράφυλλο τριφύλλι και μ' εκείνο έκανε
+υποταχτικούς του τα ξωτικά. Κ' εστείλανε στην Έπαχτο την Ταρία Ταρέλα με
+χρήματα, με γράμματα, με σημάδια και με χίλια παρακάλια. Ο μάντης πια θάλεγε
+τον τελευταίο λόγο· το πήραν απόφαση· δεν είχαν πλέον να ελπίσουν από
+πουθενά.</p>
+
+<p>Και μ' ένα ψαροκάικο κίνησεν η Ταρία Ταρέλα ίσα κατά την Έπαχτο. Κ' έφτασεν
+αποβραδύς, και δίχως να ξανασάνη, να ξεκουραστή, δίχως να πη κανενός τίποτε,
+ρωτώντας και γυρεύοντας, τον ηύρε το μάντη το ίδιο το βράδυ. Κι ο μάντης ήταν
+ένας παλιοντυμένος κιτρινιάρης, με κάτι μακρυά γένεια ολόμαυρα· μιλούσε σιγαλά
+και ποτέ του δε γελούσε. Του έβαλε στο χέρι η Ταρία Ταρέλα ένα δεκάρικο και του
+λέει:</p>
+
+<p>«Να κοιτάξης ένα πού δε μπορεί, και να τον κάμης καλά.»</p>
+
+<p>Κι ο μάντης ζήτησε κι αυτός σημάδι, τρίχες από τα μαλλιά του Μήτρου, κι
+αποκρίθηκεν ευθύς:</p>
+
+<p>«Αύριο το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, να βρεθής εδώ.»</p>
+
+<p>Και το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, ο μάντης έλεγε στο σύντροφο του
+Μήτρου:</p>
+
+<p>«Μήτρο τονέ λεν το βαρεμένο, στο Θαλασσοχώρι κάθεται, το σπίτι του είναι
+αντίκρυ από την εκκλησιά· χήρα η μάννα του, Δήμαινα τηνέ κράζουν..»</p>
+
+<p>Και τάχασεν η Ταρία Ταρέλα, κι ανατρίχιασε· δεν του είχε ειπεί τίποτε, μήτε και
+με κανέναν άλλο είχε μιλήσει εκεί στον Έπαχτο. Και νά τώρα που τάξερεν όλα ο
+μάντης! κ' έκαμε το σταυρό του.</p>
+
+<p>Και γλήγορα γλήγορα ο μάντης του είπε τότε: </p>
+
+<p>«Να μαυροφορέσετ' από τώρα! Των αδυνάτων αδύνατον να ιδή προκοπή. Όλα
+τα μάζωξα κι όλες τις πρόσταξα. Κι από παντού αγροίκαγα: Ό,τι μέλλει δεν
+ξεμέλλει, κι ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Τάχ' η Μοίρα στο χαρτί, πελέκι δεν τα κόβει.
+Τον έφαγαν τα μάγια της αγάπης· κακά στοιχειά τονέ χτύπησαν. Σύντεκνε, πάρ' το
+απόφαση.»</p>
+
+<p>Πέρασε κι ο χειμώνας. Έλυωσαν τα χιόνια του Ζυγού, μόνο η κορφή του
+πρόβαλλεν ακόμα τυλιγμένη σα μέσα σε ψιλό κατάλευκο γιασμάκι. Στο Μισόκαμπο
+λουλούδιζαν οι μυγδαλιές και στα σπιτάκια του Θαλασσοχωριού, μέσ' από κάθε
+χαγιάτι και κάθε λιακωτό, μέσα σε λογής λογής γαστρούλες και κασσελάκια,
+πρασίνιζεν ο βασιλικός, το δυόσμο, το δεντρολίβανο, κι άνθιζαν τα ρόδα, τα
+γαρούφαλα, τα μανουσάκια και οι βιολέττες. Και το πιο φτωχόσπιτο το έβλεπες
+πλούσιο σε μυριστικά, και τα κορίτσια του Θαλασσοχωριού, με τις θρεμμένες
+πλεξίδες και τα βοργολυγερά κορμάκια τους, το είχαν ξεχωριστή δουλειά την
+άνοιξη να τα ποτίζουν και να τα ξεδιαλέγουν τα λουλούδια τους. Κ' εκεί κάτω απ' τα
+χαγιάτια κι απ' τα λιακωτά, σε πόρτες και σε παράθυρα κι ανάμεσα στις γάστρες
+έχτιζαν και τα χελιδόνια τις φωλιές· τι εύκολα, που εύρισκαν τόπο για να χτίσουν
+τις φωλιές τους εκεί πέρα όσο φτωχότερα ήταν χτισμένο το σπίτι, τόσο
+πλουσιώτερα, τόσο αφοβώτερα εζούσαν τα χελιδόνια τα καημένα· και θαρρείς το
+γνώριζαν κι αυτά.</p>
+
+<p>Στο σπιτικό του Μήτρου του Ρουμελιώτη κανένα λουλούδι δεν είχε ανοίξει· δυο
+τρεις γαστρούλες, εστέκονταν απάνω στο μπαλκόνι γυμνές, σα να διάβηκεν απάνω
+τους αράπικο ποδάρι. Στο μυαλό της Δήμαινας φροντίδες για λουλούδια δε
+χωρούσαν. Τον περασμένο χειμώνα έρριξε τανεμόβροχο τις γάστρες με τις τάβλες
+που τις εκρατούσαν και στόλιζαν τη μπροστινή την όψη του σπιτιού απ' άκρη σ'
+άκρη, και μαζί μ' αυτά και τις φωλιές που καρτερούσανε τα χελιδόνια. Κανείς δε
+συλλογίστηκε να τις ξαναστυλώση. Και σαν ήρθεν η άνοιξη και γύρισαν και τα
+πουλιά της, δε στάθηκαν στο σπίτι κ' έφυγαν το χαλασμό, ανήσυχα χτυπώντας τα
+φτερά.</p>
+
+<p>Πέρασαν οι αποκριές, κ' η Μεγάλη Σαρακοστή, με το καλό, ήταν στα τελευταία.
+Κ' η εβδομάδα των Παθών ξαναγύρισεν. Ο απρίλης, νιόφερτος, ξανάνιωσε τη ζωή
+και νέα δύναμη σκορπούσε για της ζωής τον αγώνα· νέες χαρές έννοιωθεν η ψυχή,
+νέες φροντίδες ξεφύτρωναν στο νου· σαν τάνθη ξάνοιγαν οι αγάπες, οι εκκλησιές
+ανοιχτές μοσχοβολούσαν από λιβάνι, κ' οι καρδιές, ανοιχτότερες, μοσχοβολούσαν
+από ελπίδες. Τέτοια εποχή γλυκαίνεται κι ο βασανισμένος· κι ο απελπισμένος
+παίρνει ορμή· κι αυτός που είν' έτοιμος να ξεψυχήση, την αγκαλιάζει σφιχτότερα τη
+ζωή, κοιτάει να την πουλήση όσο μπορεί ακριβώτερα.</p>
+
+<p>Ο Μήτρος δεν είχε πλέον γλυτωμό. Μετρημένες ήταν οι μέρες του. Πάνε κ' οι
+γιατροί με τα γιατρικά, πάνε κ' οι μάγισσες με τα μαντολόγια. Γαγγραίνιασε το
+πόδι. Το φαρμάκι ανέβαινε ολοένα κι απλωνόταν στο αίμα. Κ' εκείνος αμίλητος,
+άσειστος, μόνο τα μάτια του μιλούσαν, γοργοκίνητα, γυαλιστερά, λες και περίμενε
+το Χάρο, για να λογαριαστούν. Η δόλια η Δήμαινα είχε καταντήσει αγνώριστη από
+την αγρύπνια κι από τη λύπη, σωστό σαράβαλο. Ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος
+ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα ούτε μιλούσαν ούτε το κουνούσαν απ' το πλευρό
+του. Τη Μεγάλη Πέμπτη έφεραν τον παπά Θύμιο και τον μετάλαβε.</p>
+
+<p>Η Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσεν όχι σαν τις άλλες χρονιές, με μαύρον ουρανό.
+Ξημέρωσε καταγάλανη κι ολόξανθη. Με την πρώτη αχτίνα του φωτός που
+γλύστρησεν από τη χαραμάδα στο στρώμα του Μήτρου, ο Μήτρος εσπαρτάρησε κ'
+έβγαλε φωνή τρανή κ' έκραξε:</p>
+
+<p>«Μάννα, ήλιο θέλω, αέρα θέλω· άνοιξε το παράθυρο!»</p>
+
+<p>
+Κι ανοίγει το παράθυρο κι ο ήλιος πλημμυρίζει το σκοτιδιασμένο, το έρμο σπίτι.
+Σαν πανηγύρι χύνεται το φως του σε πάτωμα, σε τοίχους, και σε κάθε τι. Τον
+περιχύνει τον άρρωστο, και θάλεγες πως ήταν αυτός ο μόνος γιατρός κι ο μόνος
+μάγος. Τα μακρειά κι αχτένιστα μαλλιά του ταναταράζει το πρωινό ταγέρι που με
+βία χύθηκεν απ' τανοιχτό παράθυρο. Κι απ' τανοιχτό παράθυρο τα μάτια του
+τραβάνε ίσα ολόισα κι ανταμώνονται με τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού· τον
+ίδιο το γιαλό που αλλάζει χίλια χρώματα σα χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του
+ήλιου απ' το πρωί ως το βράδυ. Μόνο πως ο αύγουστος δε μπορούσε τότε να του
+δώση τη μυστική εμορφιά που σήμερα του δίνει ο απρίλης, πλασμένη απ' όλες τις
+πνοές κι απ' όλες τις λαχτάρες της ζωής. Και σε μιαν άκρη του μόλου, τα μάτια του
+ξανοίγουν ένα καϊκάκι, το ίδιο το καϊκάκι του, ξαρματωμένο εκεί, παραρριμένο. Και
+σα να φώτισεν ο ήλιος το λογισμό του πιο βαθειά κι από το σπίτι του, κατάλαβε κι
+αυτός πως ήρθεν η στερνή του η ώρα, πως ο Χάρος πλάκωσε, και πως έπρεπε να
+παραδοθή σαν άξιο παλληκάρι, μα τον κυρ Ήλιο που του φώτιζε τον υστερνό του
+δρόμο. Κι ο μάγος ο ήλιος τον εμάγεψε· τον εμέθυσε με ένα παράξενο κι απάντεχο
+κρασί, καμωμένο από ζωή κι από θάνατο.</p>
+
+<p>«Ένα καθρέφτη, μάννα, ένα καθρέφτη!» </p>
+
+<p>Του ξάναψεν έξαφνα η έγνοια του στολιδιού· ήθελε να συγυρίση τη λεβεντιά
+του για το ταξίδι του κάτου κόσμου. Του φαίνονταν πως ετοιμάζονταν να πάη στο
+πανηγύρι του Άη Λιά, στα πλάγια του Ζυγού. Κ' η μάννα που αλάλιασεν απ' τη
+συμφορά, που αγρικούσε και δεν έννοιωθε, που έννοιωθε χωρίς να συλλογίζεται,
+του φέρνει τον καθρέφτη.</p>
+
+<p>Επήρε τον καθρέφτη, κι άρχισε να κοιτάζεται μέσα σ' αυτόν· όχι να κοιτάζεται,
+μα να κοιτάζη μέσα σ' αυτόν χίλιες ενθύμησες, χίλιες εικόνες απ' τα μικρά του
+χρόνια ως τα τωρινά· εικόνες κ' ενθύμησες, θαφτές μέσα στο νου του, που
+ξεθάφτονταν για υστερνή φορά κι ανασταίνονταν και σαν πουλάκια γοργόφτερα
+τις έβλεπε με τα σβυσμένα μάτια του να σπαρταρούνε μέσα στο γυαλί. Κ' έλεγε
+πως ήτον ο καθρέφτης ωσάν εκείνον το μαγικό, τον περίφημο, που μέσα του
+ξάνοιγες όλα τα μακρυνά τα περασμένα και όλα τα μακρυνά τα μελλόμενα.</p>
+
+<p>Κ' ύστερα με μιας δεν αντίκρυσε άλλο τίποτε μέσα στον καθρέφτη παρά το
+κατάχλωμο πρόσωπό του και το σωμένο του κορμί. Και πάλι ακούστηκε να λέη μ
+εκείνον τον αλάλητο καημό της λεβεντιάς:</p>
+
+<p>«Αχ! ωραία νιάτα που θα φάη η γης!» </p>
+
+<p>Και καθώς είπεν «ωραία νιάτα», έτσι τον πήρε για στερνή φορά κ' η φροντίδα
+της νιότης, του στολισμού και της εμορφιάς, η φροντίδα, που δεν ταφίνει τα
+παλληκάρια και μέσα στην αγκαλιά του Χάρου. Κι άρχισε να τα χτενίζη, να τα
+χτενίζη τα σγουρά μαλλιά, τα φουντωμένα κι ολόμακρα, που είχαν ρουφήξει,
+θαρρούσες, όλη τη φρεσκάδα και τη δύναμη του κορμιού, γι' αυτό φούντωσαν έτσι
+και μάκρυναν. Κι έστριβε το μουστάκι του σα να ήταν έτοιμος για δεύτερ'
+αρραβωνήσια. Κι όταν απόκαμε πια, σα να του φώτισεν άξαφνο φως το νου του,
+έτσι καθώς ήταν ακουμπιστός, είπε στη μάνα του:</p>
+
+<p>«Τώρα, δυστυχισμένη μάννα, τόσον καιρό έκανα κουράγιο, έλεγα πως δε θα
+πεθάνω . . . Μια χάρη τώρα σου ζητάω. Κλάψε με να σ' ακούσω.»</p>
+
+<p>&nbsp;— Μπα! παιδί μου, τι λόγια είν' αυτά; Να σε κλάψω; Ίσα μ' αυτού ήρθες;
+τραύλιζεν αλαλιασμένη η μάννα.</p>
+
+<p>&nbsp;— Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται κ' η
+λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το πατούνε! Όπου πάς και σταθής,
+μάννα, να το λες».</p>
+
+<p>Σώπασε λιγάκι, κ' έξαφν' ανατινάχτηκε απελπισμένα και φώναξε:</p>
+
+<p>«Δε θέλω να πεθάνω μοναχικά· κόσμο θέλω. Άνοιξε, μάννα, την πόρτα, να μπη
+κόσμος μέσα.»</p>
+
+<p>Θα κόντευε το μεσημέρι. Γύριζαν οι Θαλασοχωρίτες απ' την εκκλησιάν. Άντρες,
+γυναίκες, παιδιά, κρατούσαν άνθη στο χέρι, τάνθη του επιταφίου. Όταν άξαφνα
+φτάνει σταυτιά των ανθρώπων, όλων εκείνων, που έβγαιναν απ' τον Άη Νικόλα, κι
+όλων εκείνων που περνούσαν από κει, — κ' ήταν αδιάκοπο το διάβα κατά την ώραν
+εκείνη, — φτάνει ένας ήχος αργός, βραχνός, λυπητερός που σήκωνε τις τρίχες και
+σε σπάραζεν, ήχος βγαλμένος σαν από ζωντόβολο, σαν από άνθρωπον· ήχος που
+κατέβαινε και υψώνονταν, κ' επνίγονταν, και χύνονταν και δέρνονταν ήχος που
+ήταν και μίλημα, και ούρλιασμα, και θρήνος, και παράπονο, και κλάψιμο, και γέλιο,
+και βρισιά, και τραγούδι· τραγούδι τρομασμένης, ξετρελλαμένης, απελπισμένης
+ψυχής. Κ' οι διαβάτες άκουγαν, στέκονταν, ανατρίχιαζαν, αυτιάζονταν, ένοιωθαν,
+κουνούσαν τα κεφάλια κ' έλεγαν ο ένας του άλλου:</p>
+
+<p>«Μυρολόι! ποιος να πέθανε;»</p>
+
+<p>Κάποιος έδειξε τότε το σπίτι της Δήμαινας, κ' έκραξε.</p>
+
+<p>«Δεν το ξέρετε; από το σπίτι της Δήμαινας βγαίνει το μοιρολόι. Πέθανε ο
+Αφεντομήτρος!»</p>
+
+<p>Πέθανε ο Μήτρος! ο Μήτρος ο λεβέντης, που βασανίζονταν ένα χρόνο στο
+στρώμα. Ο Μήτρος ο χτυπημένος, ο ζηλοφθονεμένος, ο μαγεμένος, ο
+αδικοσκοτωμένος! Σα χαλάζι έπεσε το μαντάτο στο Θαλασσοχώρι. Κι όσοι
+τάκουγαν, αναστέναζαν, έσμιγαν με βία τις απαλάμες, κ' οι γυναίκες τραβούσαν τα
+μάγουλα σα να μη το περίμεναν από τόσους μήνες. Δεν μπορούσαν να το
+χωνέψουν. Όταν πεθαίνει παλληκάρι σαν το Μήτρο, πεθαίνει ολόκληρη ζωή,
+σβειέται ο ήλιος! Και τότε στάθηκεν ένα πράμα, που δε θυμούνται οι γεροντότεροι
+να ξαναστάθηκε κι άλλη φορά στο Θαλασσοχώρι. Καθένας που άκουγε το νέο, το
+έλεγε του άλλου και αμέσως, όπως ήταν κι όπου βρίσκονταν, τραβούσε γοργά κατά
+το σπίτι του Μήτρου. Πού μαζεύτηκεν όλος εκείνος ο κόσμος; γυναίκες
+ομορφοσυγυρισμένες με τα μαύρα φακιόλια· γυναίκες ανάλλαγες, όπως
+βρίσκονταν στα σπίτια τους^ κάθε λογής άντρες, νοικοκυραίοι, δουλευτάδες της
+θάλασσας και της στεριάς παιδάκια που τα κρατούσαν απ' το χέρι και παιδάκια στο
+βυζί της μάννας· όλοι από την εκκλησιά τραβούσαν ίσια εκεί. Έλεγες πως μέσα στο
+σπίτι εκείνο γίνονταν τα Πάθη του Χριστού, κ' έχει στηθή ένας άλλος επιτάφιος. Και
+πολλοί κρατούσαν ακόμα στα χέρια τους άνθη, άνθη από τον επιτάφιο, κ' έλεγες
+πως πήγαιναν να τα ρίξουν απάνω στο στρώμα του πεθαμμένου, μ' αυτά να του
+ευωδιάσουν τον τελευταίο ύπνο, να τον αγιάσουν το νεκρό.</p>
+
+<p>Το σπίτι επρόβαλλε μ' ανοιχτά παραθύρια, με πόρτα ολάνοιχτη. Τόλουζεν ο
+ήλιος του μεσημεριού. Να μην ήξερε κάνεις τίποτε, να μη γρικούσε τον ήχο, θα
+στοχάζονταν, όχι πως διάβαινεν ο Χάρος από κει, μα πως είχε στηθή μεγάλο
+πανηγύρι. Κανείς δεν τον κρατούσε τον κόσμο εκείνον. Όσοι έτρεξαν πρώτοι,
+δρασκέλησαν το κατώφλι, ανέβηκαν, τράβηξαν ίσα μέσα, σκόρπισαν σ' όλα του
+σπιτιού τα χωρίσματα. Οι άλλοι καρτερούσαν απ' όξω. Κι όλο έρχονταν. Κι όλο
+κατέβαιναν, κι όλο άραζαν άνθρωποι μπροστά στο σπίτι. Κ' έξαφνα πάλι όσοι
+πρόφτασαν και πρωτανέβηκαν στο σπίτι, πρόβαλαν στα παράθυρα, κατέβηκαν
+πάλι, λαχανιασμένοι, αποσωμένοι, κίτρινοι, και έφεραν νέο μαντάτο: «Δεν πέθανεν
+ακόμα, δεν πέθανε. Ψυχομαχάει· κ' έβαλε να τον μυρολογήσουν ζωντανό! Μωρέ,
+ακούς; δεν ξαναστάθηκε τέτοιο πράμα!»</p>
+
+<p>Κι αλήθεια ήταν· όσοι έμπαιναν μέσα στο σπίτι μαρμάρωναν. Εκεί που
+περίμεναν να τον ιδούν πεθαμμένο και να τον νεκροφιλήσουν, τον αντίκρυζαν
+ανακαθισμένο στο στρώμ' απάνου, μ' ορργισμένη όψη, με γουρλωμένα μάτια, με
+τεντωμένα αυτιά, σαν άτι ανυπόμονο να τρέξη στον κάμπο, σαν παλληκάρι που
+καρτερούσε να του φορέσουν τάρματα για να χυθή. Και σε μια γωνιά μαζωχτή η
+γρηά Δήμαινα και ασάλευτη, με λείψανο κορμιού μονάχα, με δίχως ψυχή, με δίχως
+δάκρυα· όλη της η ζωή είχε γίνει φωνή, μα όχι φωνή γυναίκας, η φωνή της ίδιας της
+απελπισιάς. Και τραγουδούσε σ' ένα σκοπό δικό της, που δεν ξανακούστηκε κ'
+έλεγε:</p>
+
+<p class="poem">Ομορφονιός ψυχομαχάει, ομορφονιός πεθαίνει,<br />
+ανάψτε πράσινα κεριά και κίτρινες λαμπάδες,<br />
+να φέξουνε τομορφονιού να κατεβή, στον άδη.<br />
+Σκαλί σκαλί κατέβαινε, σκαλί σκαλί ανεβαίνει.</p>
+
+<p>Η Βασίλω η συμπεθέρα της, πού δεν μπορούσε να βαστάξη, κάτι θέλησε να της
+ειπή:</p>
+
+<p>«Καημένη Δήμαινα, δεν ξαναστάθηκε τέτοιο στην οικουμένη, το παιδί σου να
+ζη και να το μυρολογάς!»</p>
+
+<p>Αλλ' αντί ναποκριθή η μάννα, το παιδί αποκρίθηκε:</p>
+
+<p>«Πήγαινε στη δουλειά σου· τώρα θέλω να με κλάψη!»</p>
+
+<p>Και γυρίζοντας προς τη μικροπαντρεμένη τη Λόλω, στην ξαδερφούλα του, που
+έστεκε γονατιστή κ' έκρυβε τα σιγαλά της δάκρυα μέσα στο μαντίλι της, την
+αγριοκοίταξε και της λέει:</p>
+
+<p>«Μωρή Λόλω, γιατί δεν κλαις και συ;»</p>
+
+<p>Κι ακολουθούσε το μυρολόγι:</p>
+
+<p class="poem">Κ' ηύρεν τον ένας σκώληκας, μα και τον ερωτάει:<br />
+Πού πας, ασήμι, να χαθής, μάλαμα, να θολέψης;<br />
+Πού πας, αργυροκούδουνο, να χάσης τη λαλιά σου;</p>
+
+<p>Κι από τα χείλη της μάννας το μυρολόγι ξεφύτρωσε στα χείλη των γυναικών των
+άλλων, καθώς τα δάκρυα φέρνουν δάκρυα και τα γέλοια γέλοια, καθώς το κερί
+ανάφτει από άλλο κερί, καθώς απλώνονταν κάποτε κ' η πλυμμύρα του γιαλού και
+σκέπαζε το Θαλασσοχώρι. Και μέσα στις γυναίκες που μυρολογούσαν, άλλες
+γυναίκες πρόβαλαν μ' ανθοστέφανα και με χλωρά μπουκέττα, κι άλλες παραπέρα,
+στάλλα χωρίσματα, κασσέλλες άνοιγαν κ' ετοίμαζαν ρούχα για το νεκρό που ακόμ'
+ανάσαινε, κι ολοένα κόσμος, κόσμος ατέλειωτος ανέβαινε και κατέβαινε. Και μέσα
+στον κόσμο ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα,
+αποσωμένοι απ' τις αγρύπνιες, κι από τον πόνο συντριμμένοι, είχαν στυλώσει τα
+μάτια σαν τυφλοί και τίποτε λες δεν έβλεπαν, τίποτε δεν έλεγαν. Αντίκρυ από το
+σπίτι ο μαραγγός κάρφωνε με δακρυσμένα μάτια τα ξύλα της κάσσας, κι απάνω η
+Βασίλω με τη Γυφτογιάνναινα ξεδίπλωναν το σάβανο· σ' ένα τραπέζι έστεκεν η
+κεντιστή κι ολόχρυση σκούφια, στερνό χάρισμα της αρραβωνιαστικειάς στον
+άκληρο που της έφυγε για πάντα· μ' εκείνη θα τον στόλιζαν στο νεκροκρέβατο.</p>
+
+<p>Από το μεσημέρι κ' εκείθε άρχισεν ο χαροπόλεμος. Το ψυχομαχητό κράτησεν
+όλο το δειλινό. Και το παλληκάρι βογγούσε βαθειά κι αναταραζόταν, σα χώρα που
+κάθε λίγο και λιγάκι την ανατίναζεν από της γης τα έγκατα σεισμός δαιμονισμένος.
+Και μέσα στο ψυχομαχητό, στερνά ξεσπιθίσματα του καντηλιού της ζωής, τέτοια
+λόγια ξεπετειόνταν ανάρια ανάρια:</p>
+
+<p>«Αχ! μωρέ, τι έπαθα! . . . Φουστανέλλα φορείς. . . Σιγά σιγά. . . μην πατήσης τα
+πόδια μου. . . Μπα! μπα! τι κόσμος είναι τούτος;. . . Ορίστε! ορίστε!. . . Μάννα. . .
+Μην πατήσης παραπάνω!. . . . Τόπο! τόπο! Αέρα θέλω!. . . Γλυκειά ζωή. . . Μη μου
+κρύβης τον ήλιο. . . Παραδόθηκα!»</p>
+
+<p>Και με το «παραδόθηκα» παράδοσε στο Χάρο τη ζωή. Ξεψύχησε μπροστά στα
+μάτια του κόσμου, μέσα στου Θαλασσοχωριού την αγκαλιά, σα λεύκα που τη ρίχνει
+ο ξυλοκόπος, ύστερα από βαρύν αγώνα, στανοιχτά, μπροστά στην όψη ολόκληρου
+του λόγγου του ανήμπορου. Την ίδιαν ώραν ο ανθρώπινος εκείνος λόγγος που
+απλώνονταν απ' το στρώμα του νεκρού ίσια στο δρόμον έξω σκόρπισε μια βοή, που
+την είχε γεννήσει βαρύς καημός κι αλαφρό ξανάσασμα: «Κρίμα στο παλληκάρι που
+πάει άδικα! Δόξα σοι, Κύριε, που τον ανάπαψες!»</p>
+
+<p>Την ίδια εκείνην ώρα, πέρα στης θάλασσας την άκρη, ξανοίγονταν από το σπίτι
+του νεκρού κι ο ήλιος που βασίλευεν ολοπύρινος. Το ήμερο ακρογιάλι δεν
+εσούφρωνε πνοή. Τι γλύκα που είχεν η φύση! Στεριά και πέλαγο ησύχαζαν να μη
+ταράξουν τον πρόσκαιρον ύπνο του παντοτεινού Θεού, τον ύπνο τον αιώνιο του
+πρόσκαιρου τανθρώπου.</p>
+
+<p>Όμως την ίδια εκείνην ώρα, όσοι παράστεκαν, μέσα στον πλατύν οντά, το νεκρό
+μ' ανοιγμένα μάτια ακόμα, είδαν κάτιτι παράξενο. Είδαν τη γριά τη Δήμαινα απ' το
+στρώμα του παιδιού της, που είχε καρφωθή εκεί ξεψυχισμένη, χωρίς αίσθηση και
+χωρίς δάκρυα, και πλέον και χωρίς φωνή, την είδαν να ορμήση αγριωπή, μέσα στον
+κόσμο, σαν αγριόγατα μ' ολόρριχτα μαλλιά, με χέρια τεντωμένα, με δάχτυλα
+ολάνυχτα, σαν κάποιον νάθελε να πνίξη. Μέσα στη μέση του σπιτιού αθώρητη σα
+φίδ' είχε γλυστρήσει κ' έστεκεν ακίνητη, κι αμίλητη, κ' έστεκεν ολογάληνη, σα
+μαρμαρωμένη, κ' εκοίταζε προς το κρεβάτι του νεκρού, μια κόρη. Μια μυστική
+χαρά λαμπίριζε στα μάτια της, και το κλεισμένο στόμα της δεν τάνοιγεν, όμως το
+χάραζ' ελαφρότατα μιαν αδιόρατη γραμμή που έμοιαζε χαμόγελο. Τανάστημά της
+δεν ήταν ψηλό, αλλ' υψώνονταν αλύγιστο, το πρόσωπό της φάνταζε ωραιότερο,
+καθώς επρόβαλε μονάχα εκείνο από το μαύρο σάλι που σκέπαζε όλο το κεφάλι της.
+Σ' αυτήν απάνου ώρμησεν η γριά. Ψιθυρισμοί ακούστηκαν τριγύοω:</p>
+
+<p>«Μπα! την παλιοβρώμα! την αδιάντροπη!»</p>
+
+<p>&nbsp;— Μωρέ την είδατε την Τρελλομόρφω;</p>
+
+<p>Αλλά προτού προφτάσ' η Δήμαινα να την αρπάξη, εκείνη αφανίστηκε γοργά,
+σαν όνειρο κακό, σαν πειρασμός ολόγλυκος. Κι απόμειν' η γριά σπαράζοντας και
+φοβερίζοντας με το χέρι τον αέρα, και πριν μακρειά πλατειά ξαπλωθή στο πάτωμα,
+πρόφτασε και ξεφώνησε:</p>
+
+<p>«Αχ! μωρή στρίγγλα! Ως κ' εδώ βγήκες, μπόισσα! Μου τον έφαγες! αχ! αν είχα
+κουμπούρι σ' εσκότωνα! Ας είναι! δεν τον πήρες μια φορά, κι ας τον πήρε ο
+Χάρος!»</p>
+
+<p>
+</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH ***
+
+***** This file should be named 42512-h.htm or 42512-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/4/2/5/1/42512/
+
+Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
+his major work in proofreading.
+
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
+
diff --git a/old/42512-h/images/cover.jpg b/old/42512-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..921812c
--- /dev/null
+++ b/old/42512-h/images/cover.jpg
Binary files differ
diff --git a/old/readme.htm b/old/readme.htm
new file mode 100644
index 0000000..f6b0e69
--- /dev/null
+++ b/old/readme.htm
@@ -0,0 +1,13 @@
+<!DOCTYPE html>
+<html lang="en">
+<head>
+ <meta charset="utf-8">
+</head>
+<body>
+<div>
+Versions of this book's files up to October 2024 are here.<br>
+More recent changes, if any, are reflected in the GitHub repository:
+<a href="https://github.com/gutenbergbooks/42512">https://github.com/gutenbergbooks/42512</a>
+</div>
+</body>
+</html>