diff options
| author | nfenwick <nfenwick@pglaf.org> | 2025-03-08 00:20:07 -0800 |
|---|---|---|
| committer | nfenwick <nfenwick@pglaf.org> | 2025-03-08 00:20:07 -0800 |
| commit | 69cf2822ae30f66308abf415be7bfefda08f612c (patch) | |
| tree | 7d8e494e4249e2ddca66aa9bba217e1d4c410737 /old | |
| parent | 8ae25692d873876bd50f121e257af6e87e0ae616 (diff) | |
Add files from /home/DONE/42512.zip
Diffstat (limited to 'old')
| -rw-r--r-- | old/42512-0.txt | 1650 | ||||
| -rw-r--r-- | old/42512-0.zip | bin | 0 -> 39943 bytes | |||
| -rw-r--r-- | old/42512-h.zip | bin | 0 -> 81893 bytes | |||
| -rw-r--r-- | old/42512-h/42512-h.htm | 1545 | ||||
| -rw-r--r-- | old/42512-h/images/cover.jpg | bin | 0 -> 43631 bytes | |||
| -rw-r--r-- | old/readme.htm | 13 |
6 files changed, 3208 insertions, 0 deletions
diff --git a/old/42512-0.txt b/old/42512-0.txt new file mode 100644 index 0000000..6cd52d6 --- /dev/null +++ b/old/42512-0.txt @@ -0,0 +1,1650 @@ +The Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Death of a Youth + +Author: Kostis Palamas + +Release Date: April 12, 2013 [EBook #42512] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, otherwise the spelling of the book has not been +changed. Words in italics are included in _. + +Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, +κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις +με πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. + + +ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ + + + +ΘΑΝΑΤΟΣ + +ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ + + + + + +ΑΘΗΝΑ +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ "ΕΣΤΙΑ" +Κ. ΜΑΙΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ + +1901 + + + + + + +Ε Ρ Γ Α Τ Ο Υ Ι Δ Ι Ο Υ + +ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ + +Τραγούδια της Πατρίδος μου. +Ύμνος εις την Αθηνάν. +Τα μάτια της Ψυχής μου. +Το έργον τον Κρυστάλλη. +Ίαμβοι και Ανάπαιστοι. +Τάφος. +Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης. + +ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ +Ποιήματα. +Δράματα. Ιστορίες. +Κριτικά. + + + + + Η ιστορία τούτη πρωτοφάνηκεν, εδώ και + δέκα χρόνια, στην «Εστία» του Δροσίνη. + Μικρή και ακοίταχτη, μ' ένα του άρθρο στου + Παρισιού το Figaro, να την προσέξουν έκαμε + ο Ψυχάρης. Όμως θα την ξέχανα, αν δεν + την έσπρωχνε να βγη ξανά στο φως ο φίλος + μου ο Πάλλης. + + + + +_Αυτή την ιστορία την αφιερώνω σ' εσέν', απλή και αγράμματη +γυναίκα, σ' εσέ, καημένη Χαραυγή. Την άκουσα από το στόμα σου, +και κοίταξα να την κρατήσω, κι όσο πιστά μπορούσα, για να είμαι +αντίλαλος δικός σου. Γιατί, κι όταν μιλάς εσύ, ένας λαός +ολόκληρος τα λόγια σου στα ψιθυρίζει. Κάθε σου ιστορία, χωρίς +να το καταλαβαίνης, του γένους είναι ποίημα. Δεν είσαι γυναίκα, +είσαι η Φήμη η διαλαλήτρα δεν έχεις τίποτε σαρκικό, είσαι ψυχή +μονάτη· τα μάτια σου ποτέ δεν ησυχάζουν, ποτέ δε σκοτιδιάζουν. +Όσα λες, τα βλέπεις ολοζώντανα μπροστά σου, κι όσα βλέπεις, +καθώς τα βλέπ' η Φαντασία τα θωρείς. Γι' αυτό είναι και τα +λόγια σου ολοζώντανα, σοφή κ' η γλώσσα σου, απλή κι αγράμματη +γυναίκα. Με μαγνητίζουν τα μάτια σου και με μαγεύουν τα λόγια +σου, και νοιώθω κάτι τι μέρα την ημέρα με δένει πιο σφιχτά μ' +εσένα. Εσύ με πρωτοτραγούδησες μωρό στην κούνια· τα υστερνά τα +λόγια που θακούσω στην κλίνη του θανάτου, θέλω να βγουν απ' το +δικό σου στόμα._ + + + +ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ + + + +Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν +μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Ό,τι +πέρασαν τα μεσάνυχτα, βουβές οι καμπάνες και στις τρεις +εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ' οι καμπάνες για του +Χριστού τα πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δε +απορούν απ' το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα +ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· +τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά σε γειτονιά, κι από πόρτα σε +πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα για την +εκκλησά! Ώρα για την εκκλησά!» Κ' οι λιγοστοί που απομένουν +βάρυπνοι, πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, +θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος. +Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη +Παρασκευή, βουβαίνοντ' οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες +μόνο γιατί, απ' άκρη σ' άκρη, το θαλασσοχώρι σηκώνεται στο +πόδι, για την αγάπη πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη +νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. + +Έτσι κ' εκείνη τη νύχτα· γυναίκες κι άντρες, άλλοι χώρια κι +άλλοι μαζωχτοί, έβγαιναν απ' τα σπίτια, από τους καφενέδες, και +σκορπίζονταν εδώ κ' εκεί κατά τις εκκλησιές. Οι περπατησιές +βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε τους ήχους ο +αντίλαλος της νύχτας. Κ' η νύχτα, δροσοστάλαχτη απριλιάτικη, μ' +ένα φεγγάρι νυστασμένο που πάει να βασιλέψη και χύνει αχνότερη +γι' αυτό τη λάμψη του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και +στα στραβά σοκάκια, που, λίγη, περισσή, ποτέ κ' η λάσπη δεν +τους λείπει. Οι εκκλησιές ολόφωτες, με πόρτες ορθάνοιχτες. +Κάπου κάπου ξεχύνονταν ως έξω η φωνή του αναγνώστη, πριν +αρχίσουν οι _θρήνοι_. Αλλά το μεγάλο το πανηγύρι γίνετ' απ' έξω +απ' τις εκκλησιές. Γύρω σε φωτιές μεγάλες θρεμμένες με ρετσίνα, +με κληματόξυλα, με σανίδια, με φρόκαλα, με σκαφίδια και με +κοφίνια της μπουγάδας, και κάπου κάπου μ' ολόκληρο +παραθυρόφυλλο, — αλλοίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις +ασυλλόγιστες νοικοκυρές, τη νύχτα εκείνη! — γύρω σε φωτιές, του +κόσμου τα παιδιά και τα παλιόπαιδα, και μέσα στα παιδιά κι +άντρες με μουστάκια, πηδούνε, τρέχουν, αλαλάζουν, δαιμονίζονται +κι αστραποβολούν στα σκότη και βροντοχτυπούν στην ησυχία οι +σαλιόρες και τα χοντρά χαλκούνια — Σώσον, Κύριε! — κ' οι +τρακατρούκες και τα χαϊμαλιά, με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι +από χοντρόχαρτα, και γεμισμένα με μπαρούτι, με μπαρούτι +ατέλειωτο. Δίσκος για το μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές. +Άντρες και παιδιά, φωτοκαίγονταν μ' εκείνα, της φωτιάς τα +σύνεργα, για την καλή χρονιά. Μπαρούτι μύριζε το θαλασσοχώρι κ' +οι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο. + +Δεν ήταν μόνον οι εκκλησιές ανοιχτές, την ώρα εκείνη. Εδώ κ' +εκεί πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Όσο +νάρθ' η ώρα που θα βγη ο επιτάφιος, ως τις τρεις το πρωί, όλος +ο κόσμος δε μπορούσε να περνά την ώρα του ολόρθος μέσ' στην +εκκλησιά! Μ' ένα βαρύ γλυκό, με ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές +πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανείς ύστερ' από τη νηστεία και +παίρνει δύναμη για να συντροφέψη τον επιτάφιο. Κ' έτσι σιγά +σιγά οι παρέες τραβειούνταν κατά τις εκκλησιές με δροσισμένο +στομάχι. Τελευταία είχε ξεχαστή στο κρασοπουλειό του Ψημένου +μια συντροφιά χαρούμενη· ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, ο Γιαννάκος ο +Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας, +που κανείς δεν τόκραζε με τόνομά του, όσο που και το ίδιο το +ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον φώναζαν η Ταρία Ταρέλα. Κ' οι +τέσσαρες θαλασσινοί· ο πρώτος είχε ψαροκάικο, ο δεύτερος +δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου, ο τρίτος ταξίδευε με τις +μαούνες, και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς. Και οι τέσσερες +εικοσιπέντε χρόνων κι αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια. Το +κρασί κ' η κουβέντα τους άναψαν το κεφάλι, κι αν δεν ήταν +Μεγάλη Παρασκευή, θα τόσκουζαν. Το τραγούδι μισαγαλινό, απαλά +απαλά κι αθέλητα, ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα. Στα +υστερνά κατάλαβαν πως άργησαν. Στον Άη Νικόλα, λίγα ποδάρια +παρέκει από το κρασοπουλειό, άρχισαν κι έψελναν «Αι γενεαί +πάσαι». Ο Ψημένος έστεκε στο φτερό για να κλείση. Πετάχτηκαν +στη στιγμή. Βρέθηκαν στο δρόμο. + +«Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά!» φωνάζει ο Κανίνιας. + +Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τανάψουν στον επιτάφιο. + +«Στα πόδια του τραπεζιού ταπίθωσα, ζερβά στην αγκωνή, λέει ο +Μήτρος· στάσου και στα φέρνω». + +Και βιαστικός έκαμε να γυρίση στον καφενέ. + +Μα γυρίζοντας γλυστράει στο πεζούλι απάνου, και ξαπλώνεται +μακρύς πλατύς, και γκοπ! ακούστηκ' ένας ξερός κρότος. + +Τρία ξεροσκαστά γέλοια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου, του +Γιαννάκου και της Ταρίας, και μια φωνή, ένα «σκοτώθηκα» από το +στόμα του Μήτρου. + +«Καλά, αδερφέ, πού σκοτώθηκες! σήκω τώρα μήπως χτύπησες; + + — Μωρέ, σκοτώθηκα! δε μπορώ να σηκωθώ! δε με πιστεύετε;» + +Και μ' ένα βογγητό τελείωσεν ο λόγος του, κ' η φωνή χύθηκε +παραπονιάρα, ραγισμένη, σα νάχε πάθει από το πέσιμο κι αυτή. Κ' +έφτασε σταυτιά τους η φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη +από τα φυλλοκάρδια, τόσον έξαφν' αλλαγμένη απ' τον πόνο, +ξεψυχισμένη, που τους περίχυσεν ίδρωτας και τους τρεις. Είδαν +πως δεν ήταν χωρατά. + +«Μωρέ Μήτρο!» απόθεσαν μόνο να ξεφωνίσουν, κ' έτρεξαν να τον +πιάσουν, να του δώσουν χέρι για να σηκωθή. + +«Έτσι για το τίποτε· παραπάτησα . . . γλύστρησα . . . να, σε +μια φλούδ' απάνου· λεμονοκόμματο θα ήταν . . . να πάθω τέτοιο +κακό. . . Αχ! σκοτώθηκα!» + +Και πιο σιγά και πιο παραπονετικά έλεγεν ό,τι έλεγε. Πάλεψε να +σηκωθή μόνος του, δε μπορούσε· τον ανασήκωσαν οι άλλοι. + +«Κουράγιο, Μήτρο!» + +Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθή στα πόδια του· τόνα του πόδι, το +δεξί, δεν τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο, +του στέκονταν ασάλευτο. Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο +Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ' εστέκοταν κι αυτός για να +βοηθήση. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ' έξω από την εκκλησιά +σκορπειούνται και βοΐζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ' η +νύχτα αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από +σπίθες. Από τις πόρτες και τα παράθυρα τ' Άη Νικόλα ταναμμένα +κεριά κ' οι λαμπάδες του επιταφίου φαντάζουν σαν αστέρια· +δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου έαρ, +γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδει σου το κάλλος;» + +«Να τον πάμε στο σπίτι. + + — Κράξε της μάννας μου, Κανίνια· είναι στην εκκλησιά. + + — Καλά λες. Κανίνια, τράβ' απ' την πίσω πορτοπούλα· μίλα της +κλησάρισσας να της πη πως τη γυρεύουν· έτσι, με τρόπο. + + — Μη την τρομάζης, βρε αδερφέ, τη γυναίκα πες της πως τη +γυρεύει ο Μήτρος». + +Η χήρα η Δήμαινα, η μάννα του Μήτρου, ήτανε στην εκκλησιά· +βρίσκονταν αποβραδύς εκεί με τις άλλες τις γυναίκες· είχε +ξενυχτίσει τον επιτάφιο. Έχασε τον άνδρα της προτού να φτάση +στα μισοκοπίσματα. Κι από τότε, αντίο χρυσό κοντογούνι και φέσι +κατακόκκινο με το φουντωτό παπάζι! Μέσα στο σπίτι δεν κάθονταν +παρά για να κοιτάζη το Μήτρο, το γιο της το μονάκριβο, και δεν +άφινε το σπίτι παρά για να κοιτάξη ταμπελάκι που της άφησεν ο +μακαρίτης. Για να πάη στο αμπελάκι περνούσε από τα μνήματα, και +κάπου κάπου άναβεν ένα κερί, κ' έκαιγε λίγο λιβάνι στον τάφο +του μακαρίτη. Κ' ήταν γυναίκα της δουλειάς, άξια γυναίκα. Κι +όταν μεγάλωσεν ο γιος της και ταξίδεψε με τα καΐκια — την τέχνη +του πατέρα — κι αγάλια αγάλια, με των γονέων την ευχή και τη +δική του προκοπή, απόχτησε δικό του καΐκάκι, τότε η χήρα η +Δήμαινα σαν να το συλλογίσθηκε πιο πολύ πως ήταν χριστιανή — το +ξεπεταρούδι της το γνοιάσθηκεν, έπρεπε να γνοιασθή και για την +ψυχή της. Κι από τότε ζύγωνε συχνότερα στην εκκλησιά· κι όσο +που έφευγαν τα χρόνια — τα είχε πατήσει τα εξήντα — τόσο +θεοφοβούμενον έννοιωθε τον εαυτό της. Όμως, να πούμε την +αλήθεια, περσότερο έτρεμε τα μάγια και τα ξωτικά, χωρίς κι αυτή +καλά να το καταλαβαίνη. + +«Κυρά Δήμαινα, σε γυρεύουν έξω, το παιδί σου . . .» τραβώντας +την από το φόρεμα, της ψιθύρισε σταυτί η κλησάρισσα». + +«Το παιδί μου! και τι να με θέλη;» Δεν πρόφτασε να το +συλλογισθή, και ν;a, μπροστά της ο Μάρκος ο Κανίνιας, +ξεσκούφωτος και λαχανιασμένος. + +«Τίποτε, κυρά Δήμαινα, το πόδι του στραγγούλισεν ο Μήτρος». + +Ξεπετάχτηκεν η γριά, σούσουρο γίνηκε τριγύρω της, άρχισαν οι +γυναίκες τα ψιθυρίσματα. «Σιωπή, γυναίκες», έκραζαν με θυμό οι +επίτροποι. Αλλά πού να σωπάσουν; Κάτι έτρεξε· τι στραγγούλισμα +ήταν αυτό; κάποιος θα κάηκεν απ' τα χαλκούνια, κάποιος θα +μαχαιρώθηκε. Στη στιγμή μαθεύτηκε το πράμα· στη στιγμή η μισή +εκκλησιά είχεν αδειάσει! Πού να κρατηθή ο κοσμάκης; Την +εκκλησιά του τη βρίσκει πάλι, μα τέτοια, θεός να μας γλυτώνη, +δε γίνονται κάθε μέρα. + +«Μάτια μου, μάτια μου, o Χριστός! ο Χριστός!» φώναζε τρέχοντας +η γριά. Κι απ' έξω απ' την εκκλησιά βλέπει εκεί μπροστά της το +παιδί, ορθό κι ακκουμπιστό στον τοίχο. Τον παράστεκαν οι +σύντροφοι, κι άλλοι πέντ' έξι. + +«Δεν είναι τίποτε, μάννα παραπάτησα, κ' έπεσα και χτύπησα +λιγάκι στο γόνατο. Πάμε στο σπίτι να βάλω απάνου τίποτε. Μια +μεγάλη πέτρα ξεπλάκωσε τα στήθη της φτωχής. Έβανε με το νου της +χειρότερα, και σαν τον είδε μπροστά της έτσι ορθό, στο +μισοσβυσμένο φως του φεγγαριού, ξανάσανεν. + +«Ο Χριστός! o Χριστός! κακή ώρα, παιδί μου!» + +Και δεν ήξερε πως ο Μήτρος δε μπορούσε να κρατηθή στα πόδια +του, και πως ο ίδιος είχε πει στα παιδιά: + +«Βάλτε με νακκουμπήσω στον τοίχο, για να μη με ιδή άξαφνα η +μάννα μου και φοβηθή». + +Κ' εκεί που τόλεγεν αυτό, μέσα στο νου του είπε και κάτι άλλο +που δε βγήκε από τα χείλη του: «Πώς θα με ιδή η Φροσύνη!» + +Η Φροσύνη ήταν η αρραβωνιαστικειά του. + +Κρατώντας και ξεσέρνοντας κι ανασηκώνοντας, τον πήγανε στο +σπίτι. Εκείνη τη χρονιά η χήρα η Δήμαινα, ο Μάρκος ο Κανίνιας, +ο Γιαννάκος Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα δε χάρηκαν επιτάφιο. +Ξημερώθηκαν στο κρεββάτι του Μήτρου. Δεν έκλεισε μάτι, πονούσε, +μούγγριζε σαν ταύρος. Το πόδι του επρήζοταν, επρήζοταν, γίνηκε +μια κολώνα! + +Έφεραν τον καλήτερο γιατρό του Θαλασσοχωριού. Σπουδασμένος +γιατρός, με τόνομα. Πολλούς είχε γλυτώσει απ' τα χέρια του +Χάρου. Αλήθεια πως οι Θαλασσοχωρίτες τον έπαιρναν πάντα την +τελευταία στιγμή, αφού απελπίζονταν απ' τους κομπογιαννίτες κι +απ' τις γιάτρισσες. Γι' αυτό κ' εκείνος δείχνονταν όλο +θυμωμένος· όχι γιατί έχανε τίποτε που δεν τον γύρευαν +πρωτήτερα, καθώς έλεγεν, αλλά γιατί κιντύνευαν χάρισμα τη ζωή +τους οι κουτεντέδες, που πίστευαν τους τσαρλατάνους. Έκανεν +όμως κ' έτσι τη δουλειά του, και αφού τον γλύτωνε τον άρρωστο, +ξεθύμαινε στο βρισίδι, τον πλήρωνες δεν τον πλήρωνες. Τον +φοβήθηκαν οι άνθρωποι, τους έπαιρνε τον αέρα· στα στερνά τον +συνήθισαν, και δε μπορούσαν να κάμουν χωρίς αυτόν. Έδειχνε +πιώτερο σαν καπετάνιος, παρά σα ντοτόρος. Αυτή τη φορά ο Μάρκος +ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα φέρθηκαν +φιλότιμα και φρόνιμα· στου γιατρού έτρεξαν αμέσως, και δεν +άκουσαν τη Δήμαινα που γύρευε να πάρουν την κοκόνα Μαριγή την +πολίτισσα, που ξόρκιζε το μάτιασμα, πρόφταινε τη βεντερούγα, +ίσαζε τα βγαλμένα κόκκαλα, κ' ήταν καλή για κάθε τι. + +Το είδεν ο γιατρός το πόδι. Μωρέ, τι διαβολεμένο χτύπημα απάνου +στην κούπα, μέσ' στη θηλειά του ποδαριού! Το κοίταξε καλά, κι +αμέσως το έδεσε σφιχτά μέσα στα καλάμια, το καλάμωσε, καθώς +λεν, και του λέει: «Μην το κουνήσης· το πόδι σου θα γίνη καλά, +μα χρειάζεται καμπόσον καιρό και πολλήν υπομονή. Με τον καιρό +θα στρίψη το νεύρο και θα γίνη καλά το πόδι σου. Μόνο, το καλό +που σου θέλω, μην το πειράζης». Κ' έλεγε και ξανάλεγε: «Μην το +πειράζης!» Γνώριζε τι κεφάλια αγύριστα είναι οι Θαλασσοχωρίτες. + +Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης είχε πλατειά καρδιά και μεγάλ' υπομονή. +Αλλά το κακό που τον ηύρε ήταν κατάρα θεού. Οι Θαλασσοχωρίτες +είχαν χίλιες γνώμες για το ίδιο πράμα· για το Μήτρο μια γνώμη +είχαν· ο Μήτρος είναι παλληκάρι! Οι Θαλασσοχωρίτες ταναγελούσαν +τα γράμματα· την παλληκαριά την προσκυνούσαν. Ο Μήτρος δεν +επάτησε το πόδι στο σκολειό. Στον ήλιο, στον αέρα και στα +κύματα δασκάλεψε, κι από μικρός μεγάλωσε. Συνηθισμένην είχε +θωριά. Τα στήθη του δεν ήταν χορταριασμένος πύργος, ουδέ σαν +κάστρο η κεφαλή του. Ούτε ψηλός, ούτε κοντός· λιγνός παρά +παχύς, μελαχρινός μ' ένα λιανό μουστάκι και φουντωμένα +σγουρόμαλλα· στραβά τη σκούφια του, κ' ένα ζουνάρι κόκκινο +χιλιόδιπλο στη μέση του· μ' ένα φανελλένιο πουκάμισο περνούσε +τους χειμώνες και τα καλοκαίρια του. Κι όμως κι από τη +συνηθισμένη αυτή θωριά ξεχυνόταν η λεβεντιά, στον αέρα που +είχε, στην περπατησιά, σε κάθε του ματιά, σε κάθε κούνημα. Και +ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης με τα εικοσιπέντε χρόνια του, το κορμί +που δεν εφάνταζε, τη ντροπαλή απάνου κάτου όψη, κόσμο μπορούσε +να χαλάση και κόσμο να χτίση. Κανείς δεν του έβγαινε στο δρόμο· +με τη γροθιά του, έρριχνε κάτου βούβαλο. Κάρφωνε τα πόδια του +στη γη, και κανείς δε μπορούσε να τον ταρακουνήση. Μια μέρα ο +Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα +πολεμούσαν ώρα ολόκληρη να τονέ ξετοπίσουν, κουλουριασμένοι στα +πόδια του· τίποτε· βράχος άσειστος όσο που στο τέλος απ' τον +ιδρώτα κι απ' τον αγώνα ζαλίστηκαν οι άνθρωποι και κόντεψε να +τους έρθη κόλπο. Μα τα ποδάρια εκείνα τα σιδερένια, ταλύγιστα, +πετούσαν, ξετιναζόταν και στριφογύριζαν, σαν από φτερό κι από +φλόγα κι από άνεμο πλασμένα, την ώρα που έσερνε το χορό το +παιδί της Δήμαινας. Κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' Άη Λιά, στα +πλάγια του Ζυγού, εκεί που τρέχει το κρύο το νερό και τα +πλατάνια απλώνουν με τα φύλλα τους μια σκέπη ξεκουραστική +πλαμένη από δροσιές, ήσκιους και γλυκοψιθυρίσματα, εκεί στα +κλέφτικα λιμέρια μια φορά, ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, +φουστανελλοφορεμένος, όπως πήγαιναν κι άλλοι πανηγυριώτες, με +τη χρυσήν αρματωσιά του παππούλη του, πρωτοπαλλήκαρου, του +ξακουσμένου του Μακρή, πήγαινε και χόρευε· λες και το είχε +τάμα. Κ' οι πανηγυριώτες άφιναν το δικό τους το γλέντι κ' +έκαναν κύκλο γύρω του κι αγνάντευαν και ξεχνειούνταν. Κάθε του +βήμα στο χορό, γοργό γοργό κι ανάλαφρο, έσταζε γλύκα και +σκορπούσε λεβεντιά. Σ' έφερνε σ' άλλον κόσμο· στον κόσμο των +παραμυθιών και των αντρειωμένων που χόρευαν στον κάμπο με τους +νιους κ' ύστερα παραιτούσαν το χορό και πάλευαν στα μαρμαρένια +αλώνια με το Χάρο. Κ' οι γυναίκες που τον έβλεπαν εκεί, μήνες +ύστερα' απ' το πανηγύρι τον είχαν μέσ' στο νου τους και τον +καμάρωναν· κ' έρχονταν συντροφιές απ' τα χωριά τα πλαγινά, +ακόμα κι απ' τις άλλες πολιτείες, κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' +Άη Λιά, όχι τόσο για το πανηγύρι, όσο για το χορευτή. + +Εκεί τον είδεν η Φροσύνη του Σεβδά, πρώτη νοικοκυροπούλα στο +Μελίσσι, τρεις ώρες μακρειά από το Θαλασσοχώρι. Τον είδε και +την είδε και τα ταίριασαν. Κ' ύστερα' από μήνες, κατά τη +άνοιξη, έστειλε ο γέρο Σεβδάς προξενιά στη Δήμαινα, κ' η +προξενιά τελείωσε με το καλό κ' έγιναν και ταρρεβωνίσια στο +Μελίσσι. Σταρρεβωνίσια επήγεν ο Μήτρος με τη μάννα του, με το +Γιαννάκο τον Ταρνάναμας, με το Μάρκο τον Κανίνια και την Ταρία +Ταρέλα, τους αχώριστους, και μ' όλο το συγγενολόγι. Κ' ύστερ' +από λίγες μέρες ξαναπήγε πάλι με τους ίδιους, για να δώσουν +στην αρρεβωνιαστικειά τα χαρίσματα, κατά τη συνήθεια, παννιά +εξήντα νούμερο και στόφες, κ' ένα βραχιόλι και μια ντουζίνα +ζάρφια ασημένια. Και γλέντησαν δυο μέρες με τα βιολιά, και το +στεφάνωμα θα γίνονταν απόλαμπρα· μα πριν ναρθή η λαμπρή, τον +ηύρε το μεγάλο το κακό. Δεν πρόφτασε να ξαναπάη στο Μελίσσι. + +Πολλές είχαν ζηλέψει την τύχη της Φροσύνης. Και μια κόρη +Θαλασσοχωρίτισσα, μια μικρή μελαχρινή ξεπεταχτή, γεμάτη γέλοια +και καμώματα, η Μόρφω της Γαρουφαλιάς, η Τρελλομόρφω, όπως την +έκραζεν η γειτονιά, κόντεψε να σκάση απ' το κακό της σαν άκουσε +ταρρεβωνίσια^ δεν ξαναφάνηκε στο χαγιάτι για να ποτίση τα +μυριστικά της, ψιθυρίζοντας το «μαύρο γεμενί», ταγαπημένου της +χορού το τραγούδι, και ρίχνοντας τριγύρω της γλυκειές ματιές, +κι όποιον λάχαιναν! Μόνο το βράδυ βράδυ κάποιες γειτόνισσες +ανάμεσ' απ' τα σκούρα των παραθυριών τους την είδαν δύο τρεις +φορές να περνάη, από το σπίτι του Μήτρου σκεπασμένη μ' ένα σάλι +ως την κορφή, να κοντοστέκεται μπροστά στο φωτισμένο παραθύρι +του, να σηκώνη προς αυτό τα μάτια της, κ' ύστερα να κοιτάζη, +γύρω σα φοβισμένη, κ' έξαφνα να φεύγη γοργά σαν ξαφνισμένη +λαφίνα. Την είχε κάψει ο Μήτρος κ' είχε μοσχαναθρέψει μέσα της +την ελπίδα πως θα την έπαιρνε μια μέρα για γυναίκα του. + +Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης ήτον αληθινό παλληκάρι κ' είχεν όλα τα +χαρίσματα του παλληκαριού· τα λόγια, την ορμή, το φιλότιμο, την +ομορφιά και την περηφάνεια, την αγάπη της ζωής και την +καταφρόνια του θανάτου. Επέρασεν από θαλασσοδαρμούς, εγλύτωσεν +από θαλασσοπνιξίματα. Μέσα στο πέλαγο, αμέτρητο ήτον το +κουράγιο του. Στα καλά καθούμενα, δεν έδινεν αφορμή σε κανένα. +Μα να μη τον πειράξης, να μη τον γγίξης εκεί που δεν πρέπει θα +στο ρουφούσε το αίμα με μαχαιριές· δεν έννοιωθε κουμπουριές, +δεν εσυλλογίζονταν. Μια φορά τάβαλε με δέκα ευζωνάκια, +Ρουμελιώτες, ένας κ' ένας τους έφερε κυνηγώντας ως την καζάρμα. + +Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία +Ταρέλα, στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος, +πως γεννήθηκε με ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν· +τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την +λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του +έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε +να μείνη σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε +πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον +εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρά ναπομείνη σημειωμένος. +Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να γιατρευτή χωρίς +να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να +μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, +χωρίς καλά καλά να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την +Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της λεβεντιάς και της υγείας, +πόχει εκκλησιά της το κορμί. Και ας τάβαναν με το κορμί του όλα +του κόσμου τα κακά· φτάνει να μη του άφιναν ταχνάρια τους σα +βρισιά και σα λέρα· κορμί σημαδιακό, κορμί ντροπιασμένο. Για +παλληκάρια σαν το παιδί της Δήμαινας είν' ατιμία η ασχημιά. + +Απ' τη νυχτιά που χτύπησεν ως την ημέρα που πρωτοκατέβη απ' το +κρεββάτι για να περπατήση, πέρασαν τρεις μήνες. Υπομονετικά +τους πέρασε τους τρεις μήνες. Ο γιατρός του είπε πως χωρίς άλλο +θα γιατρεύονταν. Αλλ' αμέσως που είδε πως το πόδι του στράβωσε +και δεν ελύγιζε κ' έστριψε το γόνατο το πονεμένο, και πως αυτός +εκούτσαινε περπατώντας, απελπίστηκε· τον έπιασεν ένα παράπονο +και τον έσφιξεν ένας καημός που δε μπορούσε και γραμματικός να +τον ιστορήση. Έστειλε στον άνεμο το γιατρό με τα γιατροσόφια +του κ' έπεσε βαρειά για να πεθάνη. Του κάκου κοίταζε να τον +παρηγορήση η μαύρη μάννα του, που μέσα στους τρεις εκείνους +μήνες γέρασε για δέκα χρόνια. + +«Άσε τα λόγια, μάννα! Θα σάξη το πόδι μου ή δεν την θέλω τη +ζωή. Σημειωμένο εμένα δε με κράζουνε». + +Κι όταν μια μέρα κάποιος απ' τους δικούς του θέλησε να ειπή: +«Ε! δεν έχεις πια τίποτε! μην είσαι παράξενος· έλα να πάμε στο +Μελίσσι το κορίτσι έκαμε στο μάτι για να σε ιδή», σκύλιασε ο +Μήτρος: «Μωρέ, να μη σώσω να τηνέ ιδώ, αν είναι να τηνέ ιδώ σε +τέτοια χάλια. Κάλλιο στα βουνά καλόγερος και ρημοσπίτης, παρά +γαμπρός με στραβό πόδι!» + +Κ' έτσι της καλής του η ενθύμηση του ξάναψε τον καημό. Πού να +πάη στο Μελίσσι, και τι να τον κάμουν σαν πάη; να τονέ +μπαλσαμώσουν και να τον καμαρώνουν; Να τον κρεμάσουν στον τοίχο +για κόνισμα; Και φαντάζονταν γαμπρό τον εαυτό του να τον +τριγυρίζουν την ώρα του _Ησαΐα_ κουτσό με τόνα πόδι να μη μπορή +να καθίση σταυροπόδι στο φαΐ, να μη μπορή να σύρη το χορό, να +τρέξη, ναντρειευτή, να παλέψη, να χωρατέψη, να γλεντήση. Κ' +έβλεπε τον εαυτό του καραβοκύρη στο καϊκάκι του, να μη μπορή να +βασταχθή στα πόδια του, νακκουμπάη σε ραβδί, να κρατειέται από +τα σχοινιά, να καρτερή από τους άλλους το κάθε τι. Της νύφης +της έταξαν λεβέντη, και θα της έδιναν τώρα σημειωμένον άνθρωπο! +Δεν το καταδέχονταν κι ο ίδιος να τη σκλαβώση· κι αν δεν το +δείξη αυτή, κι αν κάνη την καλόκαρδη, μέσα της θα την τρώη +κρυφό μαράζι. Έτσ' είν' ο κόσμος· κι αυτός το ίδιο θάκανε· +κάλλιο να φορτώνονταν την πανούκλα, παρά σημαδιακή γυναίκα. + +«Θαν το χάσω το παιδάκι μου, έλεγε παραπονετικά η Δήμαινα· όχι +από το πόδι του· απ' το ντέρτι που νοιώθει για το πόδι του». + +Κ' έκλαιγε κ' έκανε το σταυρό της. Κ' οι τρεις οι αχώριστοι +δούλευαν και τον είχαν πάντα στο νου τους τον Αφεντομήτρο, κι +άφιναν τη δουλειά για να τρέξουν στο πλάγι του, και τον +συντρόφευαν και τον παρηγορούσαν. Του κάκου· δεν ήθελε νακούση +τίποτε τρεις μήνες υπόμενε· δεν μπορούσε πια να το νοιώθη +τάτιμο, ξεραμένο απάνω του, κορμί κ' εκείνο απ' το κορμί του. +Θάδραχνε το πριόνι και θα το πριόνιζε, θάρπαζε το τσεκούρι και +θα το πελέκαγε· δεν υπάρχει θεός· τελείωσε! + + +Ήρθεν ο αύγουστος. Ο βαρεμένος μπορούσε να πάρη το πόδι του, μα +να τον πάρη ανθρώπου μάτι δεν ήθελε, κ' έμενε στο σπίτι του +κλεισμένος. Από το παραθύρι του κανείς αντίκρυζε τον ήμερο +γιαλό του Θαλασσοχωριού ναλλάζη χίλια χρώματα, σα χίλια όνειρα +σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ' το πρωί ως το βράδυ· +αντίκρυζε κανείς το πέλαγος ροδογάλανο την αυγή, το μεσημέρι +ασημοχρυσωμένο, μαυροπράσινο σε λιγάκι, μενεξεδένιο μια στιγμή +στο βασίλεμα· και κάποτε τρεμούλιαζε μ' όλα μαζί τα χρώματα σαν +κόσμος ολόκληρος με κάθε λογής έγνοιες και πάθη. Κ' οι άνεμοι +τον έσπρωχναν τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού πότε βαθειά στο +κανάλι, πότε τον ξέχυναν περίσσιο προς τη στεριά· κι άλλην όψη +τούδινε ο βοριάς, άλλη γλυκάδα ο μαΐστρος, άλλη μυρουδιά ο +πονέντες, άλλα κύματα η νοτιά. Κι ο βαρεμένος απ' το παραθύρι +του, κάλλιο απ' τα χρώματα όλα κι απ' τα μουρμουρίσματα κι απ' +τες πνοές κι απ' τα κάλλη όλα εκείνα, έννοιωθε τα μονόξυλα που +έσχιζαν ανάλαφρα τα ήσυχα νερά, με το λευκό παννάκι, πρύμα, και +δύσκολα τα ξεχώριζες από τις μαύρες φαλαρίδες κι απ' τα +γλαρόνια τα βαμπακόφτερα. Κ' έβλεπε τα ψαροκάικα να +πηγαινόρχωνται φορτωμένα στο μόλο· παραπέρα οι μαούνες έπαιρναν +τα πριμαρόλια της σταφίδας, για τη μεγάλη χώρα. Κι από την πίσω +μεριά του σπιτιού ξεχώριζεν η πράσινη γραμμή του κάμπου. +Κεχριμπαρένια γυάλιζαν τα σταφύλια στα κλήματα κ' οι σταφίδες +μαυρολογούσαν σταλώνια. Πώς εμοσχοβολούσεν ο κάμπος ο +πολύκαρπος! Κάθε νοικοκύρης, με το γλυκοχάραμα και με το +σουρούπωμα, βρίσκονταν σε σύρε κ' έλα αδιάκοπο. Κ' η αργατειά, +Κεφαλλονίτες με τσαπιά κι Αμπλανίτισσες με καλάθια, +περνολογούσαν από κάτω απ' το παραθύρι. Κ' η θάλασσα του +έστελνε την άρμη της. Ο κάμπος τη μοσκοβολιά του. Κι όσο τον +έννοιωθε τον εαυτό του σακατεμένο, τόσο του φαινόταν ο κόσμος +ωραιότερος κι όσο τάβλεπε μαραζωμένα τα νιάτα του, τόσο του +φαίνοταν ο κόσμος πως ξανάνιωσε. Πού θα βρισκόταν κι αυτός +τέτοια εποχή; Πού θαρμένιζε και πού θα δούλευε; Ζωή κι αυτή, να +τηνέ πούμε! + +Οι σύντροφοι δεν τον εστένευαν, εκοίταζαν μόνο να τον +καλοκαρδίσουν, και όλο τούλεγαν πως θα σιάξη το πόδι με τον +καιρό, και καθώς δεν ήθελε νακούση τίποτε για τους γιατρούς +τους διαβασμένους πόβγανε η Αθήνα, του μιλούσαν όλο για +κομπογιαννίτες του χωριού, που γιάτρευαν κάθε λογής αρρώστια με +τα δικά τους γιατροσόφια. Και, καθώς τυχαίνει πάντα, καθένας +εύρισκε στα βάθη του μυαλού του μιαν ιστορία μ' έναν άρρωστο +αποφασισμένο απ' το γιατρό και γλυτωμένο απ' τον κομπογιαννίτη. +Μα και νέοι και γέροι, ψαράδες, καραβοκύρηδες, πραγματευτάδες, +ξωμάχοι, γραφιάδες, ο δάσκαλος, ο παπάς και ο δήμαρχος ακόμα, +κι όλοι όσοι έρχονταν και τον έβλεπαν, όλοι τούδιναν γνώμη να +μη το βάλη κατάκαρδα, να κάνη υπομονή, μα και να φεύγη μακρειά +από γιατρούς. Το κάτω κάτω της γραφής, δε χάθηκαν οι πραχτικοί· +αυτοί κάνουν σωστή δουλειά. + +Μια μέρα, το δεκαπενταύγουστο, τρεχάτος ήρθε ταποβραδύς ο +Γιαννάκος ο Ταρνάναμας. Έφτασεν απ' το χωριό της Λυγαριάς ένας +περίφημος γιατρολόγος, ο Κοπανίτσας· καλεσμένος απ' το σπίτι +του Μελέτη, για να του γιατρέψη τη φάγοσσα. Ήταν ακουσμένος σ' +όλη τη Ρούμελη, και πέρ' ακόμα, στο μισό Μωριά. Και καθώς τον +παίρνουν μυρουδιά στο Θαλασσοχώρι, κόσμος και κόσμος τρέχει να +τονέ βρη. Για κάθε αρρώστια ξέρει, και όλες τις γιατρεύει· +χειρουργός μοναδικός. Όσους κι αν ρώτησε γι' αυτόν ο Γιαννάκος, +του είπαν πως κάνει θαύματα. Γιατί να μην τον φέρουν να ιδή το +Μήτρο; Τί θάχαναν; + +Με τον καημό που τραβούσε ο Μήτρος, τους εκατάφερεν αγάλια +όλους εκείνους που τον αγαπούσαν, που τον εσυγύριζαν και τον +παραστέκονταν, τους εκατάφερε και πίστευαν πως το χειρότερο +κακό δεν ήταν πως χτύπησε το πόδι του, άλλα πως θάμενε κουτσό +το πόδι του. Να τα δοκιμάσουν έπρεπε όλα, για να προλάβουν +τέτοια συμφορά! Και να μην τα πολυλογώ, τον έφεραν τον +Κοπανίτσα. Τον ήθελε το παιδί, τον ήθελεν η μάννα, τον ήθελαν +οι τρεις τους κι όλο το συγγενολόγι. Και όσους ρώτησαν τους +είπαν: «Να τον πάρετε!» + +Φουστανελλάς, απάνω κάτω πενηντάρης, ψηλός, ξερακιανός, μυταράς +και σπανός και, μωρέ παιδιά, σημειωμένος. Σαν να του ξυνοφάνηκε +τάρρωστου, καθώς τον αντίκρυσε· μα τι να κάμη πια; Στραβός μ' +ένα μάτι που έβλεπε για δυο αποκάτου απ' τη μαυρίλα των +μαλλιαρών φρυδιών του· μα μπήκε στο σπίτι μ' έναν αέρα, μ' έναν +αέρα! Το κοίταξε το πόδι, το ζούπηξε, το γύρισε. + +«Θα στο γιατρέψω, είπε· θα στο κάμω κατά πως ξέρω γω. + + — Απ' το θεό και στα χέρια σου, γιατρέ. + + — Να περάσουν πρώτα τρεις τέσσερες μέρες. Θα πάμε κατά το φως +του φεγγαριού. Τώρα είναι ημέρες αχαμνές· θα βρούμε την καλή τη +μέρα. Γιατί είναι ημέρες που και απλό αίμα να πάρης απ' τον +άνθρωπο, μπορεί να του φέρης μεγάλην αρρώστια, μπορεί να τον +χαλάσης. Έχουμε τώρα δεκατρείς του μηνός θα ιδούμε στις +δεκάξι». + +Κ' εγύρισε στην Δήμαινα προστάζοντας γοργά: + +«Πέντε δράμια σιναμική, δέκα δράμια μαστίχα, οχτώ δράμια +ρεβέντι, πέντε δράμια αρσενικό λιβάνι, δύο δράμια πιπερόρριζα, +δύο δράμια κανέλλα· κοπάνισέ τα. Πάρε μία οκά μέλι, βγάλε τον +αφρό του, βράσε τα λιγάκι με το μέλι, ύστερ' ανακάτωσέ τα καλά +και δίνε του να τρώη· αυτό είναι το πλέον δυναμωτικό ματζούνι +μ' αυτό μπορεί να βαστάη κάθε τι· έχει ανάγκη να δυναμώση». + +Κι όσο που ναρθούν οι δεκάξι, τόστρωσε βαρειά στο σπίτι· μήτε +από το σπίτι τον άφιναν να φύγη· έπρεπε να τον ευχαριστήσουν με +το παραπάνω το γιατρό· μήτε κι ο γιατρός είχεν όρεξη να γυρνάη +στα μαγειρειά του Θαλασσοχωριού και να ξενυχτάη στα χάνια του. +Κ' ήτον όλο λόγια, κι όλο ιστορούσε τα πράματα και τα θάματα +της ιατροσύνης του. Κι ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο +Κανίνιας και η Ταρία Ταρέλα δεν τον άφιναν απ' το πλάι τους και +τον άκουγαν με στόμα ολάνοιχτο. + +Και ξημέρωσεν η μέρα που την περίμεναν με καρδιοχτύπι. Στις +δεκάξι του τρυγητή, με τους μούστους και τα πρωτοβρόχια, με τα +στερνά τα χελιδόνια και τα στερνά σταφύλια, λέει ο Κοπανίτσας +του Μήτρου: + +«Καρδιά κομμάτι· θα πονέσης λιγάκι, κ' ύστερα όλα θα περάσουν. + + — Από πόνους βαστάω, γιατρέ· μόνο το πόδι μου. . .» + +Ο Κοπανίτσας έκαμε νόημα στο Μάρκο τον Κανίνια και στους άλλους +δυο: + +«Να τον βαστάξετε καλά, μα καλά. Κυρά, το τοίμασες τανακόλι;» + +Στη μέση του οντά έστρωσαν χράμια και παπλώματα, κι απάνω εκεί +τον ξάπλωσαν το Μήτρο. + +«Έτοιμο το ρακί; — Έτοιμο. Πιε, Μήτρο!» + +Κι ο Μήτρος το ρούφηξεν, ως πενήντα δράμια. + +«Γεια σου, θερίο!» + +Και πιάνει και τον βάνει ανάσκελα κι αρπάζει το πόδι το δεξί, +το πονεμένο, και το σταυρώνει απάνου στο ζερβό τον ώμο· κι +αδράχνει και το ζερβί και το σταυρώνει απάνου στο δεξί τον ώμο. +Κ' έπειτα δίνει μια, και πατάει, ναι, πατάει απάνου στο +χτυπημένο πόδι. Ένα _κρακ_ ακούστηκε, κ' ένα μούγγρισμα, ένα +λιονταρήσιο μούγγρισμα του βασανισμένου. Το σπίτι εσείστηκε κ' +οι τρεις δε μπορούσαν να τον κρατήσουν, όπως ανατινάζονταν και +σπαρτάριζε. + +«Βόηθα, Χριστέ και Παναγιά! έκραξε η Δήμαινα. + + — Μωρέ, μη λιγοψυχάς, Μήτρο! έκαναν οι άλλοι. + + — Μ' έφαγες, οχ! μούγγριζεν ο Μήτρος. + + — Τώρα είσαι σαΐνι! σε δεκατέσσερες μέρες θαβγής όξω!» + +Είπεν ο Κοπανίτσας και πάλι εγύρισε στη Δήμαινα προστάζοντας +γοργά: + +«Μολύβι κοπανιστό, βάλε το στο ξίδι, να κάμη δύο μέρες, έπειτα +κάψε το καλά με το θειάφι, να γίνη στάχτη· κι αυτή τη στάχτη +ανακάτωσέ την με χώμα κόκκινο, κερί, λιβάνι, μαστίχα κι +αγουρόλαδο, και βάλε την απάνου στο πόδι την αλοιφή πρωί +βράδυ». + +Κι άλλα λόγια δεν ξανάειπεν, ούτε πρόσταξεν. Έξω στην πόρτα τον +περίμενε το μουλάρι του. + +Έχωσε στο σιλάχι του τα δυο εικοσιπεντάρικα που πήρε κατά τη +συμφωνία στον άρρωστο και τους γερούς άφησε γεια, και κανείς +δεν τον ξανάειδε. + +Από τότε κι ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης δεν ξανάειδε προκοπή. +Πέρασαν οι δεκατέσσερες μέρες κι αυτός δεν είχε σηκωθή από το +στρώμα του, κι ούτε που ξανασηκώθη. Το πόδι επληγίασε κι +αφόρμισε· κι ο Μήτρος μέσ' στο στρώμα σαν παράλυτος, έρρευεν +απ' την αρρώστια κ' έλιωνεν από τον πόνο. Και πέρασαν δυο +μήνες. Μπήκεν ο χειμώνας· νοτιά· σαράντα μερονύχτια αδιάκοπη +βροχή· χορτάριασαν οι τοίχοι, κι ο μολυβένιος ουρανός εβάραινε +την καρδιά, κ' η νοτιά τρυπούσε τα κόκκαλα· αλλοίμονο στον +άρρωστο! + +Έτυχε το χειμώνα εκείνον να διαβή από το θαλασσοχώρι κι άλλος +γιατρολόγος. Αυτή τη φορά τα μαντάτα τάφερεν ο Μάρκος ο +Κανίνιας. Έπεσαν μια φορά στα χέρια των γιατρολόγων· ήταν, +φαίνεται, γραφτό να μη γλυτώσουν απ' τα χέρια τους. Μέσα στη +μαύρη στάχτη του καημού φτάνει μια τιποτένια αφορμή, παραμικρό +άκουσμα, μιαν ελαφρή πνοή, κ' η σπίθα της ελπίδας τινάζεται απ' +τη στάχτη. Κι άλλος γιατρός ήρθε; Λαχτάρησεν ολόκληρο το σπίτι +γύρω στον άρρωστο. Να τον πάρωμε κι αυτόν. Χειρουργός ήταν κι +αυτός, Μωραΐτης, Κουζουνόπουλος εκράζονταν. Φάνηκε με φούμαρα. +Δική του υπόθεση τον έφερε στον τόπο εκεί· βιαστικός ήταν· δεν +τον εσύμφερε να μείνη για έναν άρρωστο· μια φορά πάλι να τον +ιδή, δεν βγαίνει τίποτες. Έπρεπε να το πάρη δουλειά ξεχωριστή, +και να κάμη ταχτική κούρα· μήνες χρειάζονται, καιρός, υπομονή. +Έχουν παρά να του μετρήσουν; έτσι και καλά· ει δε μη, δεν έχει +τίποτ' άλλο να τους πη. Κ' η μάννα του Μήτρου και ταχώριστα +συντρόφια το πήραν απόφαση. Μάζωξαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, +ξεπουλήματ' από δω, δανεικά από κει, ανοίχτηκαν κομποδέματα, +βοήθειες εδόθηκαν — γενναία φέρθηκαν κ' οι θαλασσινοί για τον +κατακαημένο το Μήτρο — κ' έτσι του είπαν του Κουουνόπουλου: + +«Πεντακόσες δραχμές θα σου δώσουμε μα να τον γιατρέψης πρώτα. +Τις βάζουμε σε δεύτερο χέρι. Θα τις πάρης από τον Παπαθύμιο. + + — Ας είναι κ' έτσι, είπεν αυτός, και θρονιάστηκε στο σπίτι του +βαρεμένου. + +Και δος του μαντζούνια στον άνθρωπο, δος του βεντούζες στο πόδι +και βιζιγάντια κι αλοιφές· και σήκωναν καντήλες οι αλοιφές· κ' +οι καντήλες έσπαναν, κ' ετρεχεν ύλη, κι άνοιξε πληγή το πόδι, +κ' έβαζε μέσα φτίλι, και την άλλαζε κάθε μέρα, και την άνοιγε +κάθε αυγή, και την άρμεγε. Πενήντα μέρες το επιχειρίστηκε με +τέτοιον τρόπο. Και τις πενήντα έτρωγε κ' έπινε κ' εκοιμότουν +στο σπίτι σαν πασάς, και ξόδευεν η Δήμαινα. Και πάει καλήτερα, +κι όλο και καλήτερα έλεγε σ' όσους τον ερωτούσαν. Στα στερνά +ζήτησε και καμιά πενηνταριά δραχμές. «Πάει καλήτερα, κι όλο και +καλήτερα!» Και τις πήρε κι ούτε που ξαναφάνηκε. + + +Κι ο βαρεμένος μέρα τη μέρα κι ώραν την ώρα πήγαινε χειρότερα. +Και ξαναφάνηκε στο σπίτι όχι πλέον ο γιατρολόγος της Λυγαριάς, +ούτε ο Μωραΐτης, αλλ' ο γιατρός του Θαλασσοχωριού, ο πρώτος που +τον είχε κοιτάξει. Πάλι στα πόδια του έπεσαν. Αλλ' όταν τον +ξανάειδεν ο γιατρός τον άρρωστον ύστερα' από εφτά οχτώ μήνες +που τον άφησε, τόσο τον λυπήθηκε, που ξέχασε και να θυμώση +ακόμα και να φωνάξη καθώς εσυνήθιζε· λιγάκι και θάκλαιγε· μα +δεν έβγαναν από τα μάτια του δάκρυα. + +«Ακόμα στο στρώμα είσαι; του είπε· κάτι θάκαμες! Αμ' δε μ' +ακούτε, δε μ' ακούτε, μωρέ σκυλιά! Δε σου είπα να μην το +κουνήσης το πόδι;» + +Το κοίταξε το πόδι, το ξανακοίταξε, και καθώς τον είδεν εκείνον +έτσι αμίλητο και αποσωμένο· + +«Ε! δεν έχεις τίποτε, του ξαναλέει, θα γίνης καλά.» + +Αλλά, κρυφά στη μάνα του, και στις άλλες που παράστεκαν, είπε +ξερά και παστρικά: + +«Αδύνατο να γιατρευτή. Οι τσαρλατάνοι που φέρατε τον σκότωσαν +τον άνθρωπο· κόπηκαν τα νεύρα κ' έμασαν· γάγγραινα· δουλεύει +βαθειά· δε γλυτώνει, αν δεν του κοπή το πόδι. Κοιτάχτε το +γληγορώτερο να τον πάτε στην Αθήνα προφτάστε τον». + +Τρεις μέρες και τρεις νύχτες η χήρα η Δήμαινα, τα δυο της +ταδέρφια, ο γυρολόγος κι ο σιδεράς, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο +Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα, ο Παπαθύμιος, ο +δάσκαλος κι ο δήμαρχος πολεμούσαν να τον καταφέρουν. Τρεις +μέρες και τρεις νύχτες όλα τάκουγε, κ' έδινε πάντα μιαν +απόκριση, την ίδια κ' απαράλλαχτη: + +«Κάλλιο θάνατος παρά να περπατώ μ' ένα πόδι!» + +Η αλήθεια είναι πως κι ο δήμαρχος κι ο δάσκαλος κ' η Ταρία +Ταρέλα κι ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κι ο Μάρκος ο Κανίνιας κι ο +σιδεράς κι ο γυρολόγος κ' η χήρα η Δήμαινα τον είχαν +αποφασίσει· δεν πίστευαν σ' ανθρώπου τέχνη πια· γραφτό του +ήταν, έλεγαν, κι απ' του Θεού το θέλημα περίμεναν. Δεν ήθελαν +να τον στενοχωρήσουν και πολύ, κι ούτε να τον ξεγελάσουν, ούτε +να τον πάνε στην Αθήνα στανικά. Το κάτω κάτω, ας μην το +κρύβουμε, όλοι τους ανατρίχιαζαν βαθύτερα από κάθε τι, σαν +εφαντάζονταν το Μήτρο μονοπόδαρο. Τι πεθαμμένος, τι +σακατεμένος! Καλά καλά δεν μπορούσαν να το ξεχωρίσουν τόν' από +τάλλο, τα δυο κακά. Όσο για τη χήρα Δήμαινα, από μήνες τώρα +είχε λίγα λόγια και πολλή συλλογή. Ένας στοχασμός λίγο λίγο +ανέβαινε κι απλώνονταν όσο που ξεχείλισε μέσα στο νου της. Το +παιδί το είχαν μαγεμένο! η αρρώστια του δεν ήταν αρρώστια του +Θεού, το κακό του ήταν ανθρώπινο κακό· εδώ δεν παίζει τύχη, εδώ +είναι μάγια, του άλλου κόσμου σύνεργα. + +Της Μόρφως η μητέρα, η Γαρουφαλιά με τόνομα, που ρίχνει τα +χαρτιά και ξορκάει ταερικά, μάτιασε το παιδί, βάλθηκε να το +ξελογιάση με την κόρη της. Κι αφού είδε πως της ξέφυγε απ' τα +χέρια, κι άλλης θυγατέρα θα το έπαιρνε, βάλθηκε να το +ξεπαστρέψη· σωστά, της είπεν η Αργύρω. Μια βραδειά η Αργύρω, +γυρνώντας από τη βρύση, με τη βαρέλλα της, είδε δυο γυναίκες +μισοσκεπασμένες μπρος απ' το σπίτι της Δήμαινας· κ' είδε στο +φως του φεγγαριού την ψηλότερη να φοβερίζη με το χέρι της +τεντωμένο προς το σπίτι, και την άλλη την κοντούλα να κράζη με +στρίγλικη φωνή: «Καλά σ' έχω!» Και τις γνώρισεν η Αργύρω, τη +Γαρουφαλιά και τη Μόρφω! Καλά της τάχαν πει κ' η Λάμπραινα κ' η +Ντορογιάννενα κ' η Καρασεβδού κ' η Μαριγώ η ζωντοχήρα· βούιζεν +όλο το Θαλασσοχώρι· δεν ήταν πια μυστικό· η Γαρουφαλιά βάλθηκε +να τον επαστρέψη με τα μάγια το Μήτρο της να μην ιδή πια +προκοπή. Τράβηξε κατά την Άρταν η Γαρουφαλιά κ' ηύρε τις +Τούρκισσες, τις μάγισσες, και τις πήρε σημάδια. Κ' η Μόρφω η +σκρόφα, απ' την ημέρα που αρρεβωνιάστηκε στο Μελίσσι ο Μήτρος, +τον έγραψε με τους πεθαμμένους, και του έκανε συλλείτουργο, κ' +έβαλε και τον μνημόνεψαν ζωντανό στις τρεις και στις εννιά, +στις σαράντα, τα τριμήνια, τα ξαμήνια, το χρονιάτικο. Μάννας +κόρη! Κι αυτά τα μάγια είν' αλάθευτα· σ' όποιον τα ρίξουν +ξεπατώνεται. Αχ! η σκύλα η Μόρφω! Είχε στείλει η μάννα της +προξενιά της Δήμαινας, προξενιά για το Μήτρο. Κ' η Δήμαινα είχε +ειπεί στην προξενήτρα: + +«Εγώ τανάθρεψα με την τσίτα της σαΐττας και της χηριάς τα πάθη, +και τόβγαλα παλληκάρι εικοσιοχτώ χρονώ· και τώρα πάρχισα να +βλέπω το καλό του, θα το παντρέψω μικρό μικρό; Και ποιαν να +πάρη; τη Μόρφω!» + +Και πάλι έβαλε κι άλλη προξενήτρα κι αποκρίθη και σ' αυτή: + +«Εγώ νίβομαι κι απονίβομαι· αν τη θέλει, ας την πάρη. Μα στο +σπίτι μου να μην τον ξαναϊδώ!» + +Και σε λιγάκι ο Μήτρος άλλαξε δακτυλίδια με τη Φρόσω του Σεβδά. + +Η χήρα η Δήμαινα άφησε κατά μέρος τους γιατρούς με τα +γιατροσόφια τους, κι αντί να πάρη το παιδί να τρέξη στην Αθήνα, +τάφησε ένα πρωί στο στρώμα και τράβηξε κατά την Πάτρα. Πήγε κ' +ηύρε τη γριά τη μάντισσα, που ζούσ' εκεί ξακουσμένη σ' όλη τη +Ρωμιοσύνη· που μάντευε για την αγάπη και για την έχτρα, για τον +απάνου και για τον κάτου κόσμο, για τη ζωή και για το θάνατο· +που γιάτρευε το μπόδεμα και το μάτιασμα, που είχε γνωριμία με +τις νεράιδες, κ' έπιανε κουβέντες με τα ξωτικά. Την ηύρε στην +απάνω χώρα, μέσα σ' ένα καλύβι, σκυμμένη απάνου σε χαλκωματένια +πέταλα, σε ντύματα φιδιού, σε λύκου δόντια, σε χαρτιά και σε +κόκκαλα, σε μπαλσαμωμένα κοράκια, σε μαγικά βοτάνια, σε μύρια +σύνεργα. Καθώς την είδε τη Δήμαινα, κούνησε το κάτασπρο +μαντιλωμένο κεφάλι της και είπε: + +«Ξέρω γιατ' ήρθες για το παιδί σου. Σημάδια του έφερες;» + +Κ' η Δήμαινα, που ήταν ορμηνεμένη, της έδωσε σημάδια από τα +μαλλιά του. + +«Καλά· αύριο την αυγή ναρθής να πάρης απόκριση.» + +Και γύρισε την αυγή κι άκουσεν από το στόμα της μάντισσας: + +«Αδύνατο να γιατρευτή· τόχουν κάμωμα φοβερό! Την ώρα που έπεσε +και χτύπησε, — πριν πέση — δώδεκ' Αρμένισσες έτρωγαν και +γλεντούσαν· πάτησ' απάνου στο τραπέζι τους. (Και της έδειξε μια +φλούδ' από λεμόνι.) Η μια, καθώς τον είδε, τον ζηλοφθόνησε, τον +έσπρωξε, τον έρριξε, τον τσάκισε. Τον έχουνε στο μάτι οι +Αρμένισσες. — Θεός φυλάξη από τέτοια στοιχειά — γιατ' ήταν από +καιρό μαγεμένο το παιδί σου, και ήταν γραμμένο με τους +πεθαμμένους!» + +Και της έδωσε βοτάνια μαγικά, να του δίνη το ζουμί τους, όταν +τονέ θυμώνει ο πόνος, να του περνά. Κ' έννοιωσεν η Δήμαινα πως +για παρηγοριά της τάδινε κι όχι για γιατρειά. + +Και γύρισε στο Θαλασσοχώρι και στο γιο της έφερε μόνο τα βότανα +της μάντισσας, χωρίς να του φανερώση και τα λόγια της. Και ο +γιος την περίμενε σαν το χελιδόνι του μαρτιού. Δεν άκουγεν από +γιατρούς, αλλά τα μάγια τα πίστευε. Για τούτο κ' ύστερα από +λίγον καιρό, σαν έφεραν από το Μελίσσι για να τον ιδή μια +μάγισσα, μιαν Οβριά, ο Μήτρος την εδέχτηκεν εκεί στο στρώμα +καρφωμένος, όπως δέχονταν καπετάνιος το πρύμο ταεράκι στα +ταξίδια του. Σταχνό του πρόσωπο άστραψαν τα μάτια του, κ' ένα +χαμόγελο, σαν άστρο σε φουρτουνιασμένον ουρανό, του γλύκανε τα +χείλη. Μονάχα μια φορά τον είδεν έτσ' η Φρόσω του, η +αρραβωνιαστικειά του, κι όχι άλλος κανείς. Η Οβριά λίγες μέρες +είχε που εφάνη στο Μελίσσι από τα Γιάννενα. Την είχε κλέψει +ένας Γιαννιώτης και την έφερεν εκεί· βαφτίστηκε και +στεφανώθηκεν. Ερωτοχτυπημένη, νεοφώτιστη, νιόπαντρη, και +μάγισσα! Καθαρομελάχρινη, λυγερή, μορφοκαμωμένη, και γλυκόλογη· +τι χρειάζονταν η μαγική της μπρος στη ματιά της! Έσκυψε και τον +κοίταξε ήμερα και σπλαχνικά, κι ο Μήτρος εφαντάστηκε πως +τελείωσαν τα βάσανά του, και δεν απόμενε άλλο, παρά να τονέ +πάρη από το χέρι και να του ειπή: «Σήκω και περπάτησε!» κι +αυτός να σηκωθή και να περπατήση. Τα πίστευε τα μάγια, τον +μάγευεν η ομορφιά. + +Η Οβριά ζήτησε το δεξί του το πόδημα· και το πήρε κ' έρριξε +κάτι μέσα σ' αυτό, κάτι που έμοιαζε σα διάργυρο, και πρόσταξε +να το βάλουν έξω, πάνω στα κεραμίδια να ξενυχτήση. + +«Ό,τι κι αν ακούσετε τη νύχτ' απόψε, τους είπε, να μη +μιλήσετε.» Και πάλι ξανάειπε στους άλλους του σπιτιού: + +«Για να ιδήτε πως κιντυνεύει το παιδί από κάμωμα! το τσάκισαν +οι νεράιδες το παιδί.» + + +Και διόρισε κι αυτή κάτι χόρτα, να τα πίνη βρασμένα με κρασί. + +Το βράδυ έπεσαν να κοιμηθούν. Χειμώνας ήταν ακόμη, μα η νύχτα +ήταν ανοιξιάτικη, κατάστερη. Η Δήμαινα μονάχη ξενυχτούσε το +Μήτρο· στο πλάγι του έστρωνε κ' έπεφτε· πολλές φορές +ξημερώνονταν στο πόδι. Τη νύχτα εκείνη, κι όλη του κόσμου την +υγεία και την ξεγνιασιά να κρύβαν μέσα τους, πάλι δε θα +κλειούσαν μάτι μάννα και παιδί. Θυμούνταν τα λόγια της Οβριάς: +«Ό,τι κι αν ακούσετ' απόψε, να μη μιλήσετε!» Και τους δυο ένας +φόβος τους ετάραζε και μια ελπίδα τους εζέσταινε. Στον πλατύν +οντά το κρεμαστό καντήλι θαμποφωτά, κι άλλο δεν ξεχώριζαν μέσα +εκεί παρά το εικονοστάσι με το μαυρισμένο το Χριστό και τον +ασημωμένον Άη Νικόλα, κ' ένα τρομπόνι μ' ένα κουπί, και τα δυο +ταραρριχτά σε μια γωνιά του τοίχου. Κι ο Μήτρος κάρφωνε +άγρυπνος το μάτι απ' το καντήλι στα κονίσματα, κι από κει στη +γωνιά, σαν κάτιτι να καρτερούσε νάβγη ακόμα κι απ' αυτά, που +ξάνοιγε μονάχα στο σκοτάδι εκεί, κάτι μυστικό κι ανέλπιστο· και +μέσα στο σκοταδερό το φως, ο ήσκιος πόρριχνε ο Χριστός και +τασημένιο φέγγος τ' Άη Νικόλα και του κουπιού το μάκρος και η +θωριά του τρομπονιού σμίγανε και φάνταζαν, και γίνονταν +μαυράδια αλλόκοτα και σχήματα που σειούνταν, σα να +κρυφομίλαγαν, και πλάσματα αλλόκοτα, που λίγο μόνον έλειπε για +να ξεσκεπασθούν, και να φανερωθούνε ξωτικές και μοίρες και +ψυχές . . . ποιος ξέρει τι θα φανερώνονταν; Κ' είχε χτυπόκαρδο +ο καημένος, κι ο νους του ήταν γεμάτος από ιστορίες άλλου +κόσμου και παραμύθια άλλου καιρού, κ' επρόσμενε σαν κατάδικος +να ιδή: θα τονέ κόψουν ή θα του δώσουν χάρη; Και σαν ήρθαν τα +μεσάνυχτα, εκεί που η νύχτα ήταν ανοιξιάτικη, κατάστερη, γεμάτη +σιγαλιά, ψηλά στα κεραμίδια του σπιτιού ξεσπάει μεγάλη ταραχή, +χαλίκια πέφτουν, σα νάστησαν πετροπόλεμο του σπιτιού, χαλάζι +λες και ρίχνει ο ουρανός απάνω στη σκεπή· σφυρίγματα +γρικειούνται, μιλήματα ακούγονται. Ταράζεται το πάτωμα, βογγούν +τα παράθυρα, τρίζουν οι πόρτες, μπροστά στα μάτια του παιδιού +χοροπηδούν παράξενα καντήλια, και κονίσματα και φώτα και σκιές. +Πιάνετ' ο ανασασμός του· δε μπορεί, αλλ' ούτε και που θέλει να +μιλήση· θυμάται της Οβριάς τα λόγια, τρέμει μην του πάρουν +νεράιδες τη μιλιά· με το μακρύ ραβδί, που κρατούσε στο πλευρό, +κουνάει τη μάννα του μήπως κοιμάται και δεν έννιωσε τι έτρεχε· +κ' η μάννα δίχως να μιλήση χτυπάει το πάτωμα, για να του πη πως +ήταν έξυπνη και τα κατάλαβε. Κι από την ώρα εκείνη μάννα και +παιδί στέκονταν άσειστοι κι αμίλητοι και καρτερούσαν, και κάθε +κρότος είχε πάψει κ' η σιγαλιά ξαναχύθηκε, κ' οι δυο τους +άκουγαν, όλο κι άκουγαν σφυρίγματα, πετροβολιές, φωνές, ως τα +ξημερώματα. + +Και ξημερώνοντας, νά κ' η Οβριά! Της λεν τι έτρεξε τη νύχτα· +ζητάει το πόδημα που ξενύχτησε στα κεραμίδια, το κοιτάει καλά +καλά, λιγάκι συλλογίζεται, γλυκογελάει του Μήτρου και λέει +χωριστά της Δήμαινας: + +«Δε σας το είπα εγώ; το παιδί είναι μαγεμένο· των αδυνάτων να +γιατρευτή. Αν πιάνονταν από την αρχή με τα μαντολόγια και δεν +έμπλεκε με γιατρούς, θα γλύτωνε· αυτό είν' η αλήθεια!» + +Κ' όσο τους απέλπιζαν κ' οι μάντισσες, τόσο στα μαντολόγια +έρριχναν τις ελπίδες τους. Κ' η Δήμαινα με ταδέρφια της, το +γυρολόγο και το σιδερά, πήραν στερνή μεγάλη απόφαση. Στον +Έπαχτο εζούσεν ένας μάντης. Διάβαζε τη σολομονική· δεν ήταν +παίξε γέλασε· μέσα σ' αυτή μάθαινε πως γιατρεύεται κ' η πιο +κακή αρρώστια. Ξόρκιζε τα δαιμόνια, μέσα σε ασκιά τα κλειούσε +και μέσα σε αγγειά τα φυλάκωνε, γιατ' είχε τη σφραγίδα του +Σολομώντος και μ' αυτή τα σφράγιζε. Γνώριζε πού φύτρωνε το +τετράφυλλο τριφύλλι και μ' εκείνο έκανε υποταχτικούς του τα +ξωτικά. Κ' εστείλανε στην Έπαχτο την Ταρία Ταρέλα με χρήματα, +με γράμματα, με σημάδια και με χίλια παρακάλια. Ο μάντης πια +θάλεγε τον τελευταίο λόγο· το πήραν απόφαση· δεν είχαν πλέον να +ελπίσουν από πουθενά. + +Και μ' ένα ψαροκάικο κίνησεν η Ταρία Ταρέλα ίσα κατά την +Έπαχτο. Κ' έφτασεν αποβραδύς, και δίχως να ξανασάνη, να +ξεκουραστή, δίχως να πη κανενός τίποτε, ρωτώντας και +γυρεύοντας, τον ηύρε το μάντη το ίδιο το βράδυ. Κι ο μάντης +ήταν ένας παλιοντυμένος κιτρινιάρης, με κάτι μακρυά γένεια +ολόμαυρα· μιλούσε σιγαλά και ποτέ του δε γελούσε. Του έβαλε στο +χέρι η Ταρία Ταρέλα ένα δεκάρικο και του λέει: + +«Να κοιτάξης ένα πού δε μπορεί, και να τον κάμης καλά.» + +Κι ο μάντης ζήτησε κι αυτός σημάδι, τρίχες από τα μαλλιά του +Μήτρου, κι αποκρίθηκεν ευθύς: + +«Αύριο το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, να βρεθής εδώ.» + +Και το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, ο μάντης έλεγε στο +σύντροφο του Μήτρου: + +«Μήτρο τονέ λεν το βαρεμένο, στο Θαλασσοχώρι κάθεται, το σπίτι +του είναι αντίκρυ από την εκκλησιά· χήρα η μάννα του, Δήμαινα +τηνέ κράζουν..» + +Και τάχασεν η Ταρία Ταρέλα, κι ανατρίχιασε· δεν του είχε ειπεί +τίποτε, μήτε και με κανέναν άλλο είχε μιλήσει εκεί στον Έπαχτο. +Και νά τώρα που τάξερεν όλα ο μάντης! κ' έκαμε το σταυρό του. + +Και γλήγορα γλήγορα ο μάντης του είπε τότε: + +«Να μαυροφορέσετ' από τώρα! Των αδυνάτων αδύνατον να ιδή +προκοπή. Όλα τα μάζωξα κι όλες τις πρόσταξα. Κι από παντού +αγροίκαγα: Ό,τι μέλλει δεν ξεμέλλει, κι ό,τι γράφει δεν +ξεγράφει. Τάχ' η Μοίρα στο χαρτί, πελέκι δεν τα κόβει. Τον +έφαγαν τα μάγια της αγάπης· κακά στοιχειά τονέ χτύπησαν. +Σύντεκνε, πάρ' το απόφαση.» + +Πέρασε κι ο χειμώνας. Έλυωσαν τα χιόνια του Ζυγού, μόνο η κορφή +του πρόβαλλεν ακόμα τυλιγμένη σα μέσα σε ψιλό κατάλευκο +γιασμάκι. Στο Μισόκαμπο λουλούδιζαν οι μυγδαλιές και στα +σπιτάκια του Θαλασσοχωριού, μέσ' από κάθε χαγιάτι και κάθε +λιακωτό, μέσα σε λογής λογής γαστρούλες και κασσελάκια, +πρασίνιζεν ο βασιλικός, το δυόσμο, το δεντρολίβανο, κι άνθιζαν +τα ρόδα, τα γαρούφαλα, τα μανουσάκια και οι βιολέττες. Και το +πιο φτωχόσπιτο το έβλεπες πλούσιο σε μυριστικά, και τα κορίτσια +του Θαλασσοχωριού, με τις θρεμμένες πλεξίδες και τα βοργολυγερά +κορμάκια τους, το είχαν ξεχωριστή δουλειά την άνοιξη να τα +ποτίζουν και να τα ξεδιαλέγουν τα λουλούδια τους. Κ' εκεί κάτω +απ' τα χαγιάτια κι απ' τα λιακωτά, σε πόρτες και σε παράθυρα κι +ανάμεσα στις γάστρες έχτιζαν και τα χελιδόνια τις φωλιές· τι +εύκολα, που εύρισκαν τόπο για να χτίσουν τις φωλιές τους εκεί +πέρα όσο φτωχότερα ήταν χτισμένο το σπίτι, τόσο πλουσιώτερα, +τόσο αφοβώτερα εζούσαν τα χελιδόνια τα καημένα· και θαρρείς το +γνώριζαν κι αυτά. + +Στο σπιτικό του Μήτρου του Ρουμελιώτη κανένα λουλούδι δεν είχε +ανοίξει· δυο τρεις γαστρούλες, εστέκονταν απάνω στο μπαλκόνι +γυμνές, σα να διάβηκεν απάνω τους αράπικο ποδάρι. Στο μυαλό της +Δήμαινας φροντίδες για λουλούδια δε χωρούσαν. Τον περασμένο +χειμώνα έρριξε τανεμόβροχο τις γάστρες με τις τάβλες που τις +εκρατούσαν και στόλιζαν τη μπροστινή την όψη του σπιτιού απ' +άκρη σ' άκρη, και μαζί μ' αυτά και τις φωλιές που καρτερούσανε +τα χελιδόνια. Κανείς δε συλλογίστηκε να τις ξαναστυλώση. Και +σαν ήρθεν η άνοιξη και γύρισαν και τα πουλιά της, δε στάθηκαν +στο σπίτι κ' έφυγαν το χαλασμό, ανήσυχα χτυπώντας τα φτερά. + +Πέρασαν οι αποκριές, κ' η Μεγάλη Σαρακοστή, με το καλό, ήταν +στα τελευταία. Κ' η εβδομάδα των Παθών ξαναγύρισεν. Ο απρίλης, +νιόφερτος, ξανάνιωσε τη ζωή και νέα δύναμη σκορπούσε για της +ζωής τον αγώνα· νέες χαρές έννοιωθεν η ψυχή, νέες φροντίδες +ξεφύτρωναν στο νου· σαν τάνθη ξάνοιγαν οι αγάπες, οι εκκλησιές +ανοιχτές μοσχοβολούσαν από λιβάνι, κ' οι καρδιές, ανοιχτότερες, +μοσχοβολούσαν από ελπίδες. Τέτοια εποχή γλυκαίνεται κι ο +βασανισμένος· κι ο απελπισμένος παίρνει ορμή· κι αυτός που είν' +έτοιμος να ξεψυχήση, την αγκαλιάζει σφιχτότερα τη ζωή, κοιτάει +να την πουλήση όσο μπορεί ακριβώτερα. + +Ο Μήτρος δεν είχε πλέον γλυτωμό. Μετρημένες ήταν οι μέρες του. +Πάνε κ' οι γιατροί με τα γιατρικά, πάνε κ' οι μάγισσες με τα +μαντολόγια. Γαγγραίνιασε το πόδι. Το φαρμάκι ανέβαινε ολοένα κι +απλωνόταν στο αίμα. Κ' εκείνος αμίλητος, άσειστος, μόνο τα +μάτια του μιλούσαν, γοργοκίνητα, γυαλιστερά, λες και περίμενε +το Χάρο, για να λογαριαστούν. Η δόλια η Δήμαινα είχε καταντήσει +αγνώριστη από την αγρύπνια κι από τη λύπη, σωστό σαράβαλο. Ο +Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα +ούτε μιλούσαν ούτε το κουνούσαν απ' το πλευρό του. Τη Μεγάλη +Πέμπτη έφεραν τον παπά Θύμιο και τον μετάλαβε. + +Η Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσεν όχι σαν τις άλλες χρονιές, με +μαύρον ουρανό. Ξημέρωσε καταγάλανη κι ολόξανθη. Με την πρώτη +αχτίνα του φωτός που γλύστρησεν από τη χαραμάδα στο στρώμα του +Μήτρου, ο Μήτρος εσπαρτάρησε κ' έβγαλε φωνή τρανή κ' έκραξε: + +«Μάννα, ήλιο θέλω, αέρα θέλω· άνοιξε το παράθυρο!» + + +Κι ανοίγει το παράθυρο κι ο ήλιος πλημμυρίζει το σκοτιδιασμένο, +το έρμο σπίτι. Σαν πανηγύρι χύνεται το φως του σε πάτωμα, σε +τοίχους, και σε κάθε τι. Τον περιχύνει τον άρρωστο, και θάλεγες +πως ήταν αυτός ο μόνος γιατρός κι ο μόνος μάγος. Τα μακρειά κι +αχτένιστα μαλλιά του ταναταράζει το πρωινό ταγέρι που με βία +χύθηκεν απ' τανοιχτό παράθυρο. Κι απ' τανοιχτό παράθυρο τα +μάτια του τραβάνε ίσα ολόισα κι ανταμώνονται με τον ήμερο γιαλό +του Θαλασσοχωριού· τον ίδιο το γιαλό που αλλάζει χίλια χρώματα +σα χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ' το πρωί ως το +βράδυ. Μόνο πως ο αύγουστος δε μπορούσε τότε να του δώση τη +μυστική εμορφιά που σήμερα του δίνει ο απρίλης, πλασμένη απ' +όλες τις πνοές κι απ' όλες τις λαχτάρες της ζωής. Και σε μιαν +άκρη του μόλου, τα μάτια του ξανοίγουν ένα καϊκάκι, το ίδιο το +καϊκάκι του, ξαρματωμένο εκεί, παραρριμένο. Και σα να φώτισεν ο +ήλιος το λογισμό του πιο βαθειά κι από το σπίτι του, κατάλαβε +κι αυτός πως ήρθεν η στερνή του η ώρα, πως ο Χάρος πλάκωσε, και +πως έπρεπε να παραδοθή σαν άξιο παλληκάρι, μα τον κυρ Ήλιο που +του φώτιζε τον υστερνό του δρόμο. Κι ο μάγος ο ήλιος τον +εμάγεψε· τον εμέθυσε με ένα παράξενο κι απάντεχο κρασί, +καμωμένο από ζωή κι από θάνατο. + +«Ένα καθρέφτη, μάννα, ένα καθρέφτη!» + +Του ξάναψεν έξαφνα η έγνοια του στολιδιού· ήθελε να συγυρίση τη +λεβεντιά του για το ταξίδι του κάτου κόσμου. Του φαίνονταν πως +ετοιμάζονταν να πάη στο πανηγύρι του Άη Λιά, στα πλάγια του +Ζυγού. Κ' η μάννα που αλάλιασεν απ' τη συμφορά, που αγρικούσε +και δεν έννοιωθε, που έννοιωθε χωρίς να συλλογίζεται, του +φέρνει τον καθρέφτη. + +Επήρε τον καθρέφτη, κι άρχισε να κοιτάζεται μέσα σ' αυτόν· όχι +να κοιτάζεται, μα να κοιτάζη μέσα σ' αυτόν χίλιες ενθύμησες, +χίλιες εικόνες απ' τα μικρά του χρόνια ως τα τωρινά· εικόνες κ' +ενθύμησες, θαφτές μέσα στο νου του, που ξεθάφτονταν για υστερνή +φορά κι ανασταίνονταν και σαν πουλάκια γοργόφτερα τις έβλεπε με +τα σβυσμένα μάτια του να σπαρταρούνε μέσα στο γυαλί. Κ' έλεγε +πως ήτον ο καθρέφτης ωσάν εκείνον το μαγικό, τον περίφημο, που +μέσα του ξάνοιγες όλα τα μακρυνά τα περασμένα και όλα τα +μακρυνά τα μελλόμενα. + +Κ' ύστερα με μιας δεν αντίκρυσε άλλο τίποτε μέσα στον καθρέφτη +παρά το κατάχλωμο πρόσωπό του και το σωμένο του κορμί. Και πάλι +ακούστηκε να λέη μ εκείνον τον αλάλητο καημό της λεβεντιάς: + +«Αχ! ωραία νιάτα που θα φάη η γης!» + +Και καθώς είπεν «ωραία νιάτα», έτσι τον πήρε για στερνή φορά κ' +η φροντίδα της νιότης, του στολισμού και της εμορφιάς, η +φροντίδα, που δεν ταφίνει τα παλληκάρια και μέσα στην αγκαλιά +του Χάρου. Κι άρχισε να τα χτενίζη, να τα χτενίζη τα σγουρά +μαλλιά, τα φουντωμένα κι ολόμακρα, που είχαν ρουφήξει, +θαρρούσες, όλη τη φρεσκάδα και τη δύναμη του κορμιού, γι' αυτό +φούντωσαν έτσι και μάκρυναν. Κι έστριβε το μουστάκι του σα να +ήταν έτοιμος για δεύτερ' αρραβωνήσια. Κι όταν απόκαμε πια, σα +να του φώτισεν άξαφνο φως το νου του, έτσι καθώς ήταν +ακουμπιστός, είπε στη μάνα του: + +«Τώρα, δυστυχισμένη μάννα, τόσον καιρό έκανα κουράγιο, έλεγα +πως δε θα πεθάνω . . . Μια χάρη τώρα σου ζητάω. Κλάψε με να σ' +ακούσω.» + + — Μπα! παιδί μου, τι λόγια είν' αυτά; Να σε κλάψω; Ίσα μ' +αυτού ήρθες; τραύλιζεν αλαλιασμένη η μάννα. + + — Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται +κ' η λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το +πατούνε! Όπου πάς και σταθής, μάννα, να το λες». + +Σώπασε λιγάκι, κ' έξαφν' ανατινάχτηκε απελπισμένα και φώναξε: + +«Δε θέλω να πεθάνω μοναχικά· κόσμο θέλω. Άνοιξε, μάννα, την +πόρτα, να μπη κόσμος μέσα.» + +Θα κόντευε το μεσημέρι. Γύριζαν οι Θαλασοχωρίτες απ' την +εκκλησιάν. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κρατούσαν άνθη στο χέρι, +τάνθη του επιταφίου. Όταν άξαφνα φτάνει σταυτιά των ανθρώπων, +όλων εκείνων, που έβγαιναν απ' τον Άη Νικόλα, κι όλων εκείνων +που περνούσαν από κει, — κ' ήταν αδιάκοπο το διάβα κατά την +ώραν εκείνη, — φτάνει ένας ήχος αργός, βραχνός, λυπητερός που +σήκωνε τις τρίχες και σε σπάραζεν, ήχος βγαλμένος σαν από +ζωντόβολο, σαν από άνθρωπον· ήχος που κατέβαινε και υψώνονταν, +κ' επνίγονταν, και χύνονταν και δέρνονταν ήχος που ήταν και +μίλημα, και ούρλιασμα, και θρήνος, και παράπονο, και κλάψιμο, +και γέλιο, και βρισιά, και τραγούδι· τραγούδι τρομασμένης, +ξετρελλαμένης, απελπισμένης ψυχής. Κ' οι διαβάτες άκουγαν, +στέκονταν, ανατρίχιαζαν, αυτιάζονταν, ένοιωθαν, κουνούσαν τα +κεφάλια κ' έλεγαν ο ένας του άλλου: + +«Μυρολόι! ποιος να πέθανε;» + +Κάποιος έδειξε τότε το σπίτι της Δήμαινας, κ' έκραξε. + +«Δεν το ξέρετε; από το σπίτι της Δήμαινας βγαίνει το μοιρολόι. +Πέθανε ο Αφεντομήτρος!» + +Πέθανε ο Μήτρος! ο Μήτρος ο λεβέντης, που βασανίζονταν ένα +χρόνο στο στρώμα. Ο Μήτρος ο χτυπημένος, ο ζηλοφθονεμένος, ο +μαγεμένος, ο αδικοσκοτωμένος! Σα χαλάζι έπεσε το μαντάτο στο +Θαλασσοχώρι. Κι όσοι τάκουγαν, αναστέναζαν, έσμιγαν με βία τις +απαλάμες, κ' οι γυναίκες τραβούσαν τα μάγουλα σα να μη το +περίμεναν από τόσους μήνες. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν. Όταν +πεθαίνει παλληκάρι σαν το Μήτρο, πεθαίνει ολόκληρη ζωή, +σβειέται ο ήλιος! Και τότε στάθηκεν ένα πράμα, που δε θυμούνται +οι γεροντότεροι να ξαναστάθηκε κι άλλη φορά στο Θαλασσοχώρι. +Καθένας που άκουγε το νέο, το έλεγε του άλλου και αμέσως, όπως +ήταν κι όπου βρίσκονταν, τραβούσε γοργά κατά το σπίτι του +Μήτρου. Πού μαζεύτηκεν όλος εκείνος ο κόσμος; γυναίκες +ομορφοσυγυρισμένες με τα μαύρα φακιόλια· γυναίκες ανάλλαγες, +όπως βρίσκονταν στα σπίτια τους^ κάθε λογής άντρες, +νοικοκυραίοι, δουλευτάδες της θάλασσας και της στεριάς παιδάκια +που τα κρατούσαν απ' το χέρι και παιδάκια στο βυζί της μάννας· +όλοι από την εκκλησιά τραβούσαν ίσια εκεί. Έλεγες πως μέσα στο +σπίτι εκείνο γίνονταν τα Πάθη του Χριστού, κ' έχει στηθή ένας +άλλος επιτάφιος. Και πολλοί κρατούσαν ακόμα στα χέρια τους +άνθη, άνθη από τον επιτάφιο, κ' έλεγες πως πήγαιναν να τα +ρίξουν απάνω στο στρώμα του πεθαμμένου, μ' αυτά να του +ευωδιάσουν τον τελευταίο ύπνο, να τον αγιάσουν το νεκρό. + +Το σπίτι επρόβαλλε μ' ανοιχτά παραθύρια, με πόρτα ολάνοιχτη. +Τόλουζεν ο ήλιος του μεσημεριού. Να μην ήξερε κάνεις τίποτε, να +μη γρικούσε τον ήχο, θα στοχάζονταν, όχι πως διάβαινεν ο Χάρος +από κει, μα πως είχε στηθή μεγάλο πανηγύρι. Κανείς δεν τον +κρατούσε τον κόσμο εκείνον. Όσοι έτρεξαν πρώτοι, δρασκέλησαν το +κατώφλι, ανέβηκαν, τράβηξαν ίσα μέσα, σκόρπισαν σ' όλα του +σπιτιού τα χωρίσματα. Οι άλλοι καρτερούσαν απ' όξω. Κι όλο +έρχονταν. Κι όλο κατέβαιναν, κι όλο άραζαν άνθρωποι μπροστά στο +σπίτι. Κ' έξαφνα πάλι όσοι πρόφτασαν και πρωτανέβηκαν στο +σπίτι, πρόβαλαν στα παράθυρα, κατέβηκαν πάλι, λαχανιασμένοι, +αποσωμένοι, κίτρινοι, και έφεραν νέο μαντάτο: «Δεν πέθανεν +ακόμα, δεν πέθανε. Ψυχομαχάει· κ' έβαλε να τον μυρολογήσουν +ζωντανό! Μωρέ, ακούς; δεν ξαναστάθηκε τέτοιο πράμα!» + +Κι αλήθεια ήταν· όσοι έμπαιναν μέσα στο σπίτι μαρμάρωναν. Εκεί +που περίμεναν να τον ιδούν πεθαμμένο και να τον νεκροφιλήσουν, +τον αντίκρυζαν ανακαθισμένο στο στρώμ' απάνου, μ' ορργισμένη +όψη, με γουρλωμένα μάτια, με τεντωμένα αυτιά, σαν άτι ανυπόμονο +να τρέξη στον κάμπο, σαν παλληκάρι που καρτερούσε να του +φορέσουν τάρματα για να χυθή. Και σε μια γωνιά μαζωχτή η γρηά +Δήμαινα και ασάλευτη, με λείψανο κορμιού μονάχα, με δίχως ψυχή, +με δίχως δάκρυα· όλη της η ζωή είχε γίνει φωνή, μα όχι φωνή +γυναίκας, η φωνή της ίδιας της απελπισιάς. Και τραγουδούσε σ' +ένα σκοπό δικό της, που δεν ξανακούστηκε κ' έλεγε: + + Ομορφονιός ψυχομαχάει, ομορφονιός πεθαίνει, + ανάψτε πράσινα κεριά και κίτρινες λαμπάδες, + να φέξουνε τομορφονιού να κατεβή, στον άδη. + Σκαλί σκαλί κατέβαινε, σκαλί σκαλί ανεβαίνει. + +Η Βασίλω η συμπεθέρα της, πού δεν μπορούσε να βαστάξη, κάτι +θέλησε να της ειπή: + +«Καημένη Δήμαινα, δεν ξαναστάθηκε τέτοιο στην οικουμένη, το +παιδί σου να ζη και να το μυρολογάς!» + +Αλλ' αντί ναποκριθή η μάννα, το παιδί αποκρίθηκε: + +«Πήγαινε στη δουλειά σου· τώρα θέλω να με κλάψη!» + +Και γυρίζοντας προς τη μικροπαντρεμένη τη Λόλω, στην ξαδερφούλα +του, που έστεκε γονατιστή κ' έκρυβε τα σιγαλά της δάκρυα μέσα +στο μαντίλι της, την αγριοκοίταξε και της λέει: + +«Μωρή Λόλω, γιατί δεν κλαις και συ;» + +Κι ακολουθούσε το μυρολόγι: + + Κ' ηύρεν τον ένας σκώληκας, μα και τον ερωτάει: + Πού πας, ασήμι, να χαθής, μάλαμα, να θολέψης; + Πού πας, αργυροκούδουνο, να χάσης τη λαλιά σου; + +Κι από τα χείλη της μάννας το μυρολόγι ξεφύτρωσε στα χείλη των +γυναικών των άλλων, καθώς τα δάκρυα φέρνουν δάκρυα και τα +γέλοια γέλοια, καθώς το κερί ανάφτει από άλλο κερί, καθώς +απλώνονταν κάποτε κ' η πλυμμύρα του γιαλού και σκέπαζε το +Θαλασσοχώρι. Και μέσα στις γυναίκες που μυρολογούσαν, άλλες +γυναίκες πρόβαλαν μ' ανθοστέφανα και με χλωρά μπουκέττα, κι +άλλες παραπέρα, στάλλα χωρίσματα, κασσέλλες άνοιγαν κ' +ετοίμαζαν ρούχα για το νεκρό που ακόμ' ανάσαινε, κι ολοένα +κόσμος, κόσμος ατέλειωτος ανέβαινε και κατέβαινε. Και μέσα στον +κόσμο ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία +Ταρέλα, αποσωμένοι απ' τις αγρύπνιες, κι από τον πόνο +συντριμμένοι, είχαν στυλώσει τα μάτια σαν τυφλοί και τίποτε λες +δεν έβλεπαν, τίποτε δεν έλεγαν. Αντίκρυ από το σπίτι ο μαραγγός +κάρφωνε με δακρυσμένα μάτια τα ξύλα της κάσσας, κι απάνω η +Βασίλω με τη Γυφτογιάνναινα ξεδίπλωναν το σάβανο· σ' ένα +τραπέζι έστεκεν η κεντιστή κι ολόχρυση σκούφια, στερνό χάρισμα +της αρραβωνιαστικειάς στον άκληρο που της έφυγε για πάντα· μ' +εκείνη θα τον στόλιζαν στο νεκροκρέβατο. + +Από το μεσημέρι κ' εκείθε άρχισεν ο χαροπόλεμος. Το ψυχομαχητό +κράτησεν όλο το δειλινό. Και το παλληκάρι βογγούσε βαθειά κι +αναταραζόταν, σα χώρα που κάθε λίγο και λιγάκι την ανατίναζεν +από της γης τα έγκατα σεισμός δαιμονισμένος. Και μέσα στο +ψυχομαχητό, στερνά ξεσπιθίσματα του καντηλιού της ζωής, τέτοια +λόγια ξεπετειόνταν ανάρια ανάρια: + +«Αχ! μωρέ, τι έπαθα! . . . Φουστανέλλα φορείς. . . Σιγά σιγά. . +. μην πατήσης τα πόδια μου. . . Μπα! μπα! τι κόσμος είναι +τούτος;. . . Ορίστε! ορίστε!. . . Μάννα. . . Μην πατήσης +παραπάνω!. . . . Τόπο! τόπο! Αέρα θέλω!. . . Γλυκειά ζωή. . . +Μη μου κρύβης τον ήλιο. . . Παραδόθηκα!» + +Και με το «παραδόθηκα» παράδοσε στο Χάρο τη ζωή. Ξεψύχησε +μπροστά στα μάτια του κόσμου, μέσα στου Θαλασσοχωριού την +αγκαλιά, σα λεύκα που τη ρίχνει ο ξυλοκόπος, ύστερα από βαρύν +αγώνα, στανοιχτά, μπροστά στην όψη ολόκληρου του λόγγου του +ανήμπορου. Την ίδιαν ώραν ο ανθρώπινος εκείνος λόγγος που +απλώνονταν απ' το στρώμα του νεκρού ίσια στο δρόμον έξω +σκόρπισε μια βοή, που την είχε γεννήσει βαρύς καημός κι αλαφρό +ξανάσασμα: «Κρίμα στο παλληκάρι που πάει άδικα! Δόξα σοι, +Κύριε, που τον ανάπαψες!» + +Την ίδια εκείνην ώρα, πέρα στης θάλασσας την άκρη, ξανοίγονταν +από το σπίτι του νεκρού κι ο ήλιος που βασίλευεν ολοπύρινος. Το +ήμερο ακρογιάλι δεν εσούφρωνε πνοή. Τι γλύκα που είχεν η φύση! +Στεριά και πέλαγο ησύχαζαν να μη ταράξουν τον πρόσκαιρον ύπνο +του παντοτεινού Θεού, τον ύπνο τον αιώνιο του πρόσκαιρου +τανθρώπου. + +Όμως την ίδια εκείνην ώρα, όσοι παράστεκαν, μέσα στον πλατύν +οντά, το νεκρό μ' ανοιγμένα μάτια ακόμα, είδαν κάτιτι παράξενο. +Είδαν τη γριά τη Δήμαινα απ' το στρώμα του παιδιού της, που +είχε καρφωθή εκεί ξεψυχισμένη, χωρίς αίσθηση και χωρίς δάκρυα, +και πλέον και χωρίς φωνή, την είδαν να ορμήση αγριωπή, μέσα +στον κόσμο, σαν αγριόγατα μ' ολόρριχτα μαλλιά, με χέρια +τεντωμένα, με δάχτυλα ολάνυχτα, σαν κάποιον νάθελε να πνίξη. +Μέσα στη μέση του σπιτιού αθώρητη σα φίδ' είχε γλυστρήσει κ' +έστεκεν ακίνητη, κι αμίλητη, κ' έστεκεν ολογάληνη, σα +μαρμαρωμένη, κ' εκοίταζε προς το κρεβάτι του νεκρού, μια κόρη. +Μια μυστική χαρά λαμπίριζε στα μάτια της, και το κλεισμένο +στόμα της δεν τάνοιγεν, όμως το χάραζ' ελαφρότατα μιαν αδιόρατη +γραμμή που έμοιαζε χαμόγελο. Τανάστημά της δεν ήταν ψηλό, αλλ' +υψώνονταν αλύγιστο, το πρόσωπό της φάνταζε ωραιότερο, καθώς +επρόβαλε μονάχα εκείνο από το μαύρο σάλι που σκέπαζε όλο το +κεφάλι της. Σ' αυτήν απάνου ώρμησεν η γριά. Ψιθυρισμοί +ακούστηκαν τριγύοω: + +«Μπα! την παλιοβρώμα! την αδιάντροπη! + + — Μωρέ την είδατε την Τρελλομόρφω; + +Αλλά προτού προφτάσ' η Δήμαινα να την αρπάξη, εκείνη αφανίστηκε +γοργά, σαν όνειρο κακό, σαν πειρασμός ολόγλυκος. Κι απόμειν' η +γριά σπαράζοντας και φοβερίζοντας με το χέρι τον αέρα, και πριν +μακρειά πλατειά ξαπλωθή στο πάτωμα, πρόφτασε και ξεφώνησε: + +«Αχ! μωρή στρίγγλα! Ως κ' εδώ βγήκες, μπόισσα! Μου τον έφαγες! +αχ! αν είχα κουμπούρι σ' εσκότωνα! Ας είναι! δεν τον πήρες μια +φορά, κι ας τον πήρε ο Χάρος!» + + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH *** + +***** This file should be named 42512-0.txt or 42512-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/4/2/5/1/42512/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License available with this file or online at + www.gutenberg.org/license. + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation information page at www.gutenberg.org + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at 809 +North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email +contact links and up to date contact information can be found at the +Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit www.gutenberg.org/donate + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For forty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + diff --git a/old/42512-0.zip b/old/42512-0.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..e23185c --- /dev/null +++ b/old/42512-0.zip diff --git a/old/42512-h.zip b/old/42512-h.zip Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..d2d8537 --- /dev/null +++ b/old/42512-h.zip diff --git a/old/42512-h/42512-h.htm b/old/42512-h/42512-h.htm new file mode 100644 index 0000000..852d0e8 --- /dev/null +++ b/old/42512-h/42512-h.htm @@ -0,0 +1,1545 @@ +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" + "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> + +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Κωστής Παλαμάς, Θάνατος Παλληκαριού" /> + +<title>Θάνατος Παλληκαριού</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 5%; +margin-right: 5%; +} + +h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; } +h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; } +h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; } +h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; } +h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; } +h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; } + +p{ + text-align: justify; + margin-top: 1em; + margin-bottom: 1em; +} + +hr{ + width: 65%; +} +.poem { + FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%; +} + +.sp{ + letter-spacing:3px +} + +</style> + +</head> +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Death of a Youth + +Author: Kostis Palamas + +Release Date: April 12, 2013 [EBook #42512] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + + + + + +</pre> + + + +<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic +to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.//Σημείωση: Ο +τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα +άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.</p> + +<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="439" +height="660" +alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 6em"> +ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ</h3> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΘΑΝΑΤΟΣ</h2> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ</h1> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 13em">ΑΘΗΝΑ<br /> +ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ "ΕΣΤΙΑ"</h4> +<h5 style="text-align: center; margin-top: 3em">Κ. ΜΑΙΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ<br +/> +1901</h5> + +<p> +</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 7em">ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ</h4> + +<p>ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ</p> + +<p>Τραγούδια της Πατρίδος μου. <br /> +Ύμνος εις την Αθηνάν.<br /> +Τα μάτια της Ψυχής μου.<br /> +Το έργον τον Κρυστάλλη. <br /> +Ίαμβοι και Ανάπαιστοι.<br /> +Τάφος.<br /> +Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης.</p> + +<p>ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ <br /> +Ποιήματα.<br /> +Δράματα. Ιστορίες.<br /> +Κριτικά.</p> + +<p class="poem"><br /><br /> +Η ιστορία τούτη πρωτοφάνηκεν, εδώ και<br /> +δέκα χρόνια, στην «Εστία» του Δροσίνη.<br /> +Μικρή και ακοίταχτη, μ' ένα του άρθρο στου<br /> +Παρισιού το Figaro, να την προσέξουν έκαμε<br /> +ο Ψυχάρης. Όμως θα την ξέχανα, αν δεν<br /> +την έσπρωχνε να βγη ξανά στο φως ο φίλος<br /> +μου ο Πάλλης.</p> + +<p style="margin-top: 9em"><i>Αυτή την ιστορία την αφιερώνω σ' εσέν', απλή και αγράμματη γυναίκα, σ' εσέ, +καημένη Χαραυγή. Την άκουσα από το στόμα σου, και κοίταξα να την κρατήσω, κι +όσο πιστά μπορούσα, για να είμαι αντίλαλος δικός σου. Γιατί, κι όταν μιλάς εσύ, +ένας λαός ολόκληρος τα λόγια σου στα ψιθυρίζει. Κάθε σου ιστορία, χωρίς να το +καταλαβαίνης, του γένους είναι ποίημα. Δεν είσαι γυναίκα, είσαι η Φήμη η +διαλαλήτρα δεν έχεις τίποτε σαρκικό, είσαι ψυχή μονάτη· τα μάτια σου ποτέ δεν +ησυχάζουν, ποτέ δε σκοτιδιάζουν. Όσα λες, τα βλέπεις ολοζώντανα μπροστά σου, +κι όσα βλέπεις, καθώς τα βλέπ' η Φαντασία τα θωρείς. Γι' αυτό είναι και τα λόγια +σου ολοζώντανα, σοφή κ' η γλώσσα σου, απλή κι αγράμματη γυναίκα. Με +μαγνητίζουν τα μάτια σου και με μαγεύουν τα λόγια σου, και νοιώθω κάτι τι μέρα +την ημέρα με δένει πιο σφιχτά μ' εσένα. Εσύ με πρωτοτραγούδησες μωρό στην +κούνια· τα υστερνά τα λόγια που θακούσω στην κλίνη του θανάτου, θέλω να βγουν +απ' το δικό σου στόμα.</i></p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 9em">ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ</h3> + +<p> +<br /> +Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν μάτι τέτοια +χρονιάρα νύχτα; Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Ό,τι πέρασαν τα μεσάνυχτα, +βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ' +οι καμπάνες για του Χριστού τα πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δε +απορούν απ' το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια +ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά +σε γειτονιά, κι από πόρτα σε πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα +για την εκκλησά! Ώρα για την εκκλησά!» Κ' οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι, +πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, θαρρώντας πως γλυκοχαράζει +και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος. Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο, +τη Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ' οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες +μόνο γιατί, απ' άκρη σ' άκρη, το θαλασσοχώρι σηκώνεται στο πόδι, για την αγάπη +πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής.</p> + +<p>Έτσι κ' εκείνη τη νύχτα· γυναίκες κι άντρες, άλλοι χώρια κι άλλοι μαζωχτοί, +έβγαιναν απ' τα σπίτια, από τους καφενέδες, και σκορπίζονταν εδώ κ' εκεί κατά τις +εκκλησιές. Οι περπατησιές βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε +τους ήχους ο αντίλαλος της νύχτας. Κ' η νύχτα, δροσοστάλαχτη απριλιάτικη, μ' ένα +φεγγάρι νυστασμένο που πάει να βασιλέψη και χύνει αχνότερη γι' αυτό τη λάμψη +του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και στα στραβά σοκάκια, που, λίγη, +περισσή, ποτέ κ' η λάσπη δεν τους λείπει. Οι εκκλησιές ολόφωτες, με πόρτες +ορθάνοιχτες. Κάπου κάπου ξεχύνονταν ως έξω η φωνή του αναγνώστη, πριν +αρχίσουν οι <i>θρήνοι</i>. Αλλά το μεγάλο το πανηγύρι γίνετ' απ' έξω απ' τις εκκλησιές. +Γύρω σε φωτιές μεγάλες θρεμμένες με ρετσίνα, με κληματόξυλα, με σανίδια, με +φρόκαλα, με σκαφίδια και με κοφίνια της μπουγάδας, και κάπου κάπου μ' +ολόκληρο παραθυρόφυλλο, — αλλοίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις +ασυλλόγιστες νοικοκυρές, τη νύχτα εκείνη! — γύρω σε φωτιές, του κόσμου τα +παιδιά και τα παλιόπαιδα, και μέσα στα παιδιά κι άντρες με μουστάκια, πηδούνε, +τρέχουν, αλαλάζουν, δαιμονίζονται κι αστραποβολούν στα σκότη και +βροντοχτυπούν στην ησυχία οι σαλιόρες και τα χοντρά χαλκούνια — Σώσον, Κύριε! +— κ' οι τρακατρούκες και τα χαϊμαλιά, με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι από +χοντρόχαρτα, και γεμισμένα με μπαρούτι, με μπαρούτι ατέλειωτο. Δίσκος για το +μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές. Άντρες και παιδιά, φωτοκαίγονταν μ' εκείνα, +της φωτιάς τα σύνεργα, για την καλή χρονιά. Μπαρούτι μύριζε το θαλασσοχώρι κ' +οι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο.</p> + +<p>Δεν ήταν μόνον οι εκκλησιές ανοιχτές, την ώρα εκείνη. Εδώ κ' εκεί πρόβαλλε +μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Όσο νάρθ' η ώρα που θα βγη ο +επιτάφιος, ως τις τρεις το πρωί, όλος ο κόσμος δε μπορούσε να περνά την ώρα του +ολόρθος μέσ' στην εκκλησιά! Μ' ένα βαρύ γλυκό, με ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές +πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανείς ύστερ' από τη νηστεία και παίρνει δύναμη +για να συντροφέψη τον επιτάφιο. Κ' έτσι σιγά σιγά οι παρέες τραβειούνταν κατά τις +εκκλησιές με δροσισμένο στομάχι. Τελευταία είχε ξεχαστή στο κρασοπουλειό του +Ψημένου μια συντροφιά χαρούμενη· ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, ο Γιαννάκος ο +Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας, που κανείς δεν +τόκραζε με τόνομά του, όσο που και το ίδιο το ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον +φώναζαν η Ταρία Ταρέλα. Κ' οι τέσσαρες θαλασσινοί· ο πρώτος είχε ψαροκάικο, ο +δεύτερος δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου, ο τρίτος ταξίδευε με τις μαούνες, +και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς. Και οι τέσσερες εικοσιπέντε χρόνων κι +αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια. Το κρασί κ' η κουβέντα τους άναψαν το +κεφάλι, κι αν δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή, θα τόσκουζαν. Το τραγούδι +μισαγαλινό, απαλά απαλά κι αθέλητα, ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα. Στα +υστερνά κατάλαβαν πως άργησαν. Στον Άη Νικόλα, λίγα ποδάρια παρέκει από το +κρασοπουλειό, άρχισαν κι έψελναν «Αι γενεαί πάσαι». Ο Ψημένος έστεκε στο +φτερό για να κλείση. Πετάχτηκαν στη στιγμή. Βρέθηκαν στο δρόμο.</p> + +<p>«Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά!» φωνάζει ο Κανίνιας.</p> + +<p>Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τανάψουν στον επιτάφιο.</p> + +<p>«Στα πόδια του τραπεζιού ταπίθωσα, ζερβά στην αγκωνή, λέει ο Μήτρος· +στάσου και στα φέρνω». </p> + +<p>Και βιαστικός έκαμε να γυρίση στον καφενέ. </p> + +<p>Μα γυρίζοντας γλυστράει στο πεζούλι απάνου, και ξαπλώνεται μακρύς πλατύς, +και γκοπ! ακούστηκ' ένας ξερός κρότος.</p> + +<p>Τρία ξεροσκαστά γέλοια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου, του Γιαννάκου +και της Ταρίας, και μια φωνή, ένα «σκοτώθηκα» από το στόμα του Μήτρου.</p> + +<p>«Καλά, αδερφέ, πού σκοτώθηκες! σήκω τώρα μήπως χτύπησες;</p> + +<p> — Μωρέ, σκοτώθηκα! δε μπορώ να σηκωθώ! δε με πιστεύετε;»</p> + +<p>Και μ' ένα βογγητό τελείωσεν ο λόγος του, κ' η φωνή χύθηκε παραπονιάρα, +ραγισμένη, σα νάχε πάθει από το πέσιμο κι αυτή. Κ' έφτασε σταυτιά τους η φωνή +του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη από τα φυλλοκάρδια, τόσον έξαφν' +αλλαγμένη απ' τον πόνο, ξεψυχισμένη, που τους περίχυσεν ίδρωτας και τους τρεις. +Είδαν πως δεν ήταν χωρατά.</p> + +<p>«Μωρέ Μήτρο!» απόθεσαν μόνο να ξεφωνίσουν, κ' έτρεξαν να τον πιάσουν, να +του δώσουν χέρι για να σηκωθή.</p> + +<p>«Έτσι για το τίποτε· παραπάτησα . . . γλύστρησα . . . να, σε μια φλούδ' απάνου· +λεμονοκόμματο θα ήταν . . . να πάθω τέτοιο κακό. . . Αχ! σκοτώθηκα!»</p> + +<p>Και πιο σιγά και πιο παραπονετικά έλεγεν ό,τι έλεγε. Πάλεψε να σηκωθή μόνος +του, δε μπορούσε· τον ανασήκωσαν οι άλλοι.</p> + +<p>«Κουράγιο, Μήτρο!»</p> + +<p>Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθή στα πόδια του· τόνα του πόδι, το δεξί, δεν +τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο, του στέκονταν ασάλευτο. +Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ' εστέκοταν κι +αυτός για να βοηθήση. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ' έξω από την εκκλησιά +σκορπειούνται και βοΐζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ' η νύχτα +αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από σπίθες. Από τις πόρτες και +τα παράθυρα τ' Άη Νικόλα ταναμμένα κεριά κ' οι λαμπάδες του επιταφίου +φαντάζουν σαν αστέρια· δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου +έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδει σου το κάλλος;» </p> + +<p>«Να τον πάμε στο σπίτι.»</p> + +<p> — Κράξε της μάννας μου, Κανίνια· είναι στην εκκλησιά.</p> + +<p> — Καλά λες. Κανίνια, τράβ' απ' την πίσω πορτοπούλα· μίλα της +κλησάρισσας να της πη πως τη γυρεύουν· έτσι, με τρόπο.</p> + +<p> — Μη την τρομάζης, βρε αδερφέ, τη γυναίκα πες της πως τη γυρεύει ο +Μήτρος».</p> + +<p>Η χήρα η Δήμαινα, η μάννα του Μήτρου, ήτανε στην εκκλησιά· βρίσκονταν +αποβραδύς εκεί με τις άλλες τις γυναίκες· είχε ξενυχτίσει τον επιτάφιο. Έχασε τον +άνδρα της προτού να φτάση στα μισοκοπίσματα. Κι από τότε, αντίο χρυσό +κοντογούνι και φέσι κατακόκκινο με το φουντωτό παπάζι! Μέσα στο σπίτι δεν +κάθονταν παρά για να κοιτάζη το Μήτρο, το γιο της το μονάκριβο, και δεν άφινε το +σπίτι παρά για να κοιτάξη ταμπελάκι που της άφησεν ο μακαρίτης. Για να πάη στο +αμπελάκι περνούσε από τα μνήματα, και κάπου κάπου άναβεν ένα κερί, κ' έκαιγε +λίγο λιβάνι στον τάφο του μακαρίτη. Κ' ήταν γυναίκα της δουλειάς, άξια γυναίκα. Κι +όταν μεγάλωσεν ο γιος της και ταξίδεψε με τα καΐκια — την τέχνη του πατέρα — κι +αγάλια αγάλια, με των γονέων την ευχή και τη δική του προκοπή, απόχτησε δικό +του καΐκάκι, τότε η χήρα η Δήμαινα σαν να το συλλογίσθηκε πιο πολύ πως ήταν +χριστιανή — το ξεπεταρούδι της το γνοιάσθηκεν, έπρεπε να γνοιασθή και για την +ψυχή της. Κι από τότε ζύγωνε συχνότερα στην εκκλησιά· κι όσο που έφευγαν τα +χρόνια — τα είχε πατήσει τα εξήντα — τόσο θεοφοβούμενον έννοιωθε τον εαυτό +της. Όμως, να πούμε την αλήθεια, περσότερο έτρεμε τα μάγια και τα ξωτικά, χωρίς +κι αυτή καλά να το καταλαβαίνη.</p> + +<p>«Κυρά Δήμαινα, σε γυρεύουν έξω, το παιδί σου . . .» τραβώντας την από το +φόρεμα, της ψιθύρισε σταυτί η κλησάρισσα».</p> + +<p>«Το παιδί μου! και τι να με θέλη;» Δεν πρόφτασε να το συλλογισθή, και ν;a, +μπροστά της ο Μάρκος ο Κανίνιας, ξεσκούφωτος και λαχανιασμένος.</p> + +<p>«Τίποτε, κυρά Δήμαινα, το πόδι του στραγγούλισεν ο Μήτρος».</p> + +<p>Ξεπετάχτηκεν η γριά, σούσουρο γίνηκε τριγύρω της, άρχισαν οι γυναίκες τα +ψιθυρίσματα. «Σιωπή, γυναίκες», έκραζαν με θυμό οι επίτροποι. Αλλά πού να +σωπάσουν; Κάτι έτρεξε· τι στραγγούλισμα ήταν αυτό; κάποιος θα κάηκεν απ' τα +χαλκούνια, κάποιος θα μαχαιρώθηκε. Στη στιγμή μαθεύτηκε το πράμα· στη στιγμή +η μισή εκκλησιά είχεν αδειάσει! Πού να κρατηθή ο κοσμάκης; Την εκκλησιά του τη +βρίσκει πάλι, μα τέτοια, θεός να μας γλυτώνη, δε γίνονται κάθε μέρα.</p> + +<p>«Μάτια μου, μάτια μου, o Χριστός! ο Χριστός!» φώναζε τρέχοντας η γριά. Κι απ' +έξω απ' την εκκλησιά βλέπει εκεί μπροστά της το παιδί, ορθό κι ακκουμπιστό στον +τοίχο. Τον παράστεκαν οι σύντροφοι, κι άλλοι πέντ' έξι.</p> + +<p>«Δεν είναι τίποτε, μάννα παραπάτησα, κ' έπεσα και χτύπησα λιγάκι στο γόνατο. +Πάμε στο σπίτι να βάλω απάνου τίποτε. Μια μεγάλη πέτρα ξεπλάκωσε τα στήθη +της φτωχής. Έβανε με το νου της χειρότερα, και σαν τον είδε μπροστά της έτσι +ορθό, στο μισοσβυσμένο φως του φεγγαριού, ξανάσανεν.</p> + +<p>«Ο Χριστός! o Χριστός! κακή ώρα, παιδί μου!»</p> + +<p>Και δεν ήξερε πως ο Μήτρος δε μπορούσε να κρατηθή στα πόδια του, και πως ο +ίδιος είχε πει στα παιδιά:</p> + +<p>«Βάλτε με νακκουμπήσω στον τοίχο, για να μη με ιδή άξαφνα η μάννα μου και +φοβηθή».</p> + +<p>Κ' εκεί που τόλεγεν αυτό, μέσα στο νου του είπε και κάτι άλλο που δε βγήκε +από τα χείλη του: «Πώς θα με ιδή η Φροσύνη!»</p> + +<p>Η Φροσύνη ήταν η αρραβωνιαστικειά του.</p> + +<p>Κρατώντας και ξεσέρνοντας κι ανασηκώνοντας, τον πήγανε στο σπίτι. Εκείνη τη +χρονιά η χήρα η Δήμαινα, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος Ταρνάναμας κ' η Ταρία +Ταρέλα δε χάρηκαν επιτάφιο. Ξημερώθηκαν στο κρεββάτι του Μήτρου. Δεν έκλεισε +μάτι, πονούσε, μούγγριζε σαν ταύρος. Το πόδι του επρήζοταν, επρήζοταν, γίνηκε +μια κολώνα!</p> + +<p>Έφεραν τον καλήτερο γιατρό του Θαλασσοχωριού. Σπουδασμένος γιατρός, με +τόνομα. Πολλούς είχε γλυτώσει απ' τα χέρια του Χάρου. Αλήθεια πως οι +Θαλασσοχωρίτες τον έπαιρναν πάντα την τελευταία στιγμή, αφού απελπίζονταν +απ' τους κομπογιαννίτες κι απ' τις γιάτρισσες. Γι' αυτό κ' εκείνος δείχνονταν όλο +θυμωμένος· όχι γιατί έχανε τίποτε που δεν τον γύρευαν πρωτήτερα, καθώς έλεγεν, +αλλά γιατί κιντύνευαν χάρισμα τη ζωή τους οι κουτεντέδες, που πίστευαν τους +τσαρλατάνους. Έκανεν όμως κ' έτσι τη δουλειά του, και αφού τον γλύτωνε τον +άρρωστο, ξεθύμαινε στο βρισίδι, τον πλήρωνες δεν τον πλήρωνες. Τον φοβήθηκαν +οι άνθρωποι, τους έπαιρνε τον αέρα· στα στερνά τον συνήθισαν, και δε μπορούσαν +να κάμουν χωρίς αυτόν. Έδειχνε πιώτερο σαν καπετάνιος, παρά σα ντοτόρος. Αυτή +τη φορά ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα +φέρθηκαν φιλότιμα και φρόνιμα· στου γιατρού έτρεξαν αμέσως, και δεν άκουσαν +τη Δήμαινα που γύρευε να πάρουν την κοκόνα Μαριγή την πολίτισσα, που ξόρκιζε +το μάτιασμα, πρόφταινε τη βεντερούγα, ίσαζε τα βγαλμένα κόκκαλα, κ' ήταν καλή +για κάθε τι. </p> + +<p>Το είδεν ο γιατρός το πόδι. Μωρέ, τι διαβολεμένο χτύπημα απάνου στην +κούπα, μέσ' στη θηλειά του ποδαριού! Το κοίταξε καλά, κι αμέσως το έδεσε σφιχτά +μέσα στα καλάμια, το καλάμωσε, καθώς λεν, και του λέει: «Μην το κουνήσης· το +πόδι σου θα γίνη καλά, μα χρειάζεται καμπόσον καιρό και πολλήν υπομονή. Με τον +καιρό θα στρίψη το νεύρο και θα γίνη καλά το πόδι σου. Μόνο, το καλό που σου +θέλω, μην το πειράζης». Κ' έλεγε και ξανάλεγε: «Μην το πειράζης!» Γνώριζε τι +κεφάλια αγύριστα είναι οι Θαλασσοχωρίτες.</p> + +<p>Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης είχε πλατειά καρδιά και μεγάλ' υπομονή. Αλλά το +κακό που τον ηύρε ήταν κατάρα θεού. Οι Θαλασσοχωρίτες είχαν χίλιες γνώμες για +το ίδιο πράμα· για το Μήτρο μια γνώμη είχαν· ο Μήτρος είναι παλληκάρι! Οι +Θαλασσοχωρίτες ταναγελούσαν τα γράμματα· την παλληκαριά την προσκυνούσαν. +Ο Μήτρος δεν επάτησε το πόδι στο σκολειό. Στον ήλιο, στον αέρα και στα κύματα +δασκάλεψε, κι από μικρός μεγάλωσε. Συνηθισμένην είχε θωριά. Τα στήθη του δεν +ήταν χορταριασμένος πύργος, ουδέ σαν κάστρο η κεφαλή του. Ούτε ψηλός, ούτε +κοντός· λιγνός παρά παχύς, μελαχρινός μ' ένα λιανό μουστάκι και φουντωμένα +σγουρόμαλλα· στραβά τη σκούφια του, κ' ένα ζουνάρι κόκκινο χιλιόδιπλο στη μέση +του· μ' ένα φανελλένιο πουκάμισο περνούσε τους χειμώνες και τα καλοκαίρια του. +Κι όμως κι από τη συνηθισμένη αυτή θωριά ξεχυνόταν η λεβεντιά, στον αέρα που +είχε, στην περπατησιά, σε κάθε του ματιά, σε κάθε κούνημα. Και ο Μήτρος ο +Ρουμελιώτης με τα εικοσιπέντε χρόνια του, το κορμί που δεν εφάνταζε, τη +ντροπαλή απάνου κάτου όψη, κόσμο μπορούσε να χαλάση και κόσμο να χτίση. +Κανείς δεν του έβγαινε στο δρόμο· με τη γροθιά του, έρριχνε κάτου βούβαλο. +Κάρφωνε τα πόδια του στη γη, και κανείς δε μπορούσε να τον ταρακουνήση. Μια +μέρα ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα +πολεμούσαν ώρα ολόκληρη να τονέ ξετοπίσουν, κουλουριασμένοι στα πόδια του· +τίποτε· βράχος άσειστος όσο που στο τέλος απ' τον ιδρώτα κι απ' τον αγώνα +ζαλίστηκαν οι άνθρωποι και κόντεψε να τους έρθη κόλπο. Μα τα ποδάρια εκείνα +τα σιδερένια, ταλύγιστα, πετούσαν, ξετιναζόταν και στριφογύριζαν, σαν από φτερό +κι από φλόγα κι από άνεμο πλασμένα, την ώρα που έσερνε το χορό το παιδί της +Δήμαινας. Κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' Άη Λιά, στα πλάγια του Ζυγού, εκεί που +τρέχει το κρύο το νερό και τα πλατάνια απλώνουν με τα φύλλα τους μια σκέπη +ξεκουραστική πλαμένη από δροσιές, ήσκιους και γλυκοψιθυρίσματα, εκεί στα +κλέφτικα λιμέρια μια φορά, ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, φουστανελλοφορεμένος, +όπως πήγαιναν κι άλλοι πανηγυριώτες, με τη χρυσήν αρματωσιά του παππούλη +του, πρωτοπαλλήκαρου, του ξακουσμένου του Μακρή, πήγαινε και χόρευε· λες και +το είχε τάμα. Κ' οι πανηγυριώτες άφιναν το δικό τους το γλέντι κ' έκαναν κύκλο +γύρω του κι αγνάντευαν και ξεχνειούνταν. Κάθε του βήμα στο χορό, γοργό γοργό κι +ανάλαφρο, έσταζε γλύκα και σκορπούσε λεβεντιά. Σ' έφερνε σ' άλλον κόσμο· στον +κόσμο των παραμυθιών και των αντρειωμένων που χόρευαν στον κάμπο με τους +νιους κ' ύστερα παραιτούσαν το χορό και πάλευαν στα μαρμαρένια αλώνια με το +Χάρο. Κ' οι γυναίκες που τον έβλεπαν εκεί, μήνες ύστερα' απ' το πανηγύρι τον είχαν +μέσ' στο νου τους και τον καμάρωναν· κ' έρχονταν συντροφιές απ' τα χωριά τα +πλαγινά, ακόμα κι απ' τις άλλες πολιτείες, κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ' Άη Λιά, όχι +τόσο για το πανηγύρι, όσο για το χορευτή.</p> + +<p>Εκεί τον είδεν η Φροσύνη του Σεβδά, πρώτη νοικοκυροπούλα στο Μελίσσι, +τρεις ώρες μακρειά από το Θαλασσοχώρι. Τον είδε και την είδε και τα ταίριασαν. Κ' +ύστερα' από μήνες, κατά τη άνοιξη, έστειλε ο γέρο Σεβδάς προξενιά στη Δήμαινα, +κ' η προξενιά τελείωσε με το καλό κ' έγιναν και ταρρεβωνίσια στο Μελίσσι. +Σταρρεβωνίσια επήγεν ο Μήτρος με τη μάννα του, με το Γιαννάκο τον Ταρνάναμας, +με το Μάρκο τον Κανίνια και την Ταρία Ταρέλα, τους αχώριστους, και μ' όλο το +συγγενολόγι. Κ' ύστερ' από λίγες μέρες ξαναπήγε πάλι με τους ίδιους, για να +δώσουν στην αρρεβωνιαστικειά τα χαρίσματα, κατά τη συνήθεια, παννιά εξήντα +νούμερο και στόφες, κ' ένα βραχιόλι και μια ντουζίνα ζάρφια ασημένια. Και +γλέντησαν δυο μέρες με τα βιολιά, και το στεφάνωμα θα γίνονταν απόλαμπρα· μα +πριν ναρθή η λαμπρή, τον ηύρε το μεγάλο το κακό. Δεν πρόφτασε να ξαναπάη στο +Μελίσσι.</p> + +<p>Πολλές είχαν ζηλέψει την τύχη της Φροσύνης. Και μια κόρη Θαλασσοχωρίτισσα, +μια μικρή μελαχρινή ξεπεταχτή, γεμάτη γέλοια και καμώματα, η Μόρφω της +Γαρουφαλιάς, η Τρελλομόρφω, όπως την έκραζεν η γειτονιά, κόντεψε να σκάση απ' +το κακό της σαν άκουσε ταρρεβωνίσια^ δεν ξαναφάνηκε στο χαγιάτι για να ποτίση +τα μυριστικά της, ψιθυρίζοντας το «μαύρο γεμενί», ταγαπημένου της χορού το +τραγούδι, και ρίχνοντας τριγύρω της γλυκειές ματιές, κι όποιον λάχαιναν! Μόνο το +βράδυ βράδυ κάποιες γειτόνισσες ανάμεσ' απ' τα σκούρα των παραθυριών τους +την είδαν δύο τρεις φορές να περνάη, από το σπίτι του Μήτρου σκεπασμένη μ' ένα +σάλι ως την κορφή, να κοντοστέκεται μπροστά στο φωτισμένο παραθύρι του, να +σηκώνη προς αυτό τα μάτια της, κ' ύστερα να κοιτάζη, γύρω σα φοβισμένη, κ' +έξαφνα να φεύγη γοργά σαν ξαφνισμένη λαφίνα. Την είχε κάψει ο Μήτρος κ' είχε +μοσχαναθρέψει μέσα της την ελπίδα πως θα την έπαιρνε μια μέρα για γυναίκα +του.</p> + +<p>Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης ήτον αληθινό παλληκάρι κ' είχεν όλα τα χαρίσματα +του παλληκαριού· τα λόγια, την ορμή, το φιλότιμο, την ομορφιά και την +περηφάνεια, την αγάπη της ζωής και την καταφρόνια του θανάτου. Επέρασεν από +θαλασσοδαρμούς, εγλύτωσεν από θαλασσοπνιξίματα. Μέσα στο πέλαγο, αμέτρητο +ήτον το κουράγιο του. Στα καλά καθούμενα, δεν έδινεν αφορμή σε κανένα. Μα να +μη τον πειράξης, να μη τον γγίξης εκεί που δεν πρέπει θα στο ρουφούσε το αίμα με +μαχαιριές· δεν έννοιωθε κουμπουριές, δεν εσυλλογίζονταν. Μια φορά τάβαλε με +δέκα ευζωνάκια, Ρουμελιώτες, ένας κ' ένας τους έφερε κυνηγώντας ως την +καζάρμα.</p> + +<p>Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα, +στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος, πως γεννήθηκε με +ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν· τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την +αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του +έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη +σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε +συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, +παρά ναπομείνη σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να +γιατρευτή χωρίς να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να +μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά +να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της +λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί. Και ας τάβαναν με το κορμί +του όλα του κόσμου τα κακά· φτάνει να μη του άφιναν ταχνάρια τους σα βρισιά και +σα λέρα· κορμί σημαδιακό, κορμί ντροπιασμένο. Για παλληκάρια σαν το παιδί της +Δήμαινας είν' ατιμία η ασχημιά.</p> + +<p>Απ' τη νυχτιά που χτύπησεν ως την ημέρα που πρωτοκατέβη απ' το κρεββάτι +για να περπατήση, πέρασαν τρεις μήνες. Υπομονετικά τους πέρασε τους τρεις +μήνες. Ο γιατρός του είπε πως χωρίς άλλο θα γιατρεύονταν. Αλλ' αμέσως που είδε +πως το πόδι του στράβωσε και δεν ελύγιζε κ' έστριψε το γόνατο το πονεμένο, και +πως αυτός εκούτσαινε περπατώντας, απελπίστηκε· τον έπιασεν ένα παράπονο και +τον έσφιξεν ένας καημός που δε μπορούσε και γραμματικός να τον ιστορήση. +Έστειλε στον άνεμο το γιατρό με τα γιατροσόφια του κ' έπεσε βαρειά για να +πεθάνη. Του κάκου κοίταζε να τον παρηγορήση η μαύρη μάννα του, που μέσα +στους τρεις εκείνους μήνες γέρασε για δέκα χρόνια.</p> + +<p>«Άσε τα λόγια, μάννα! Θα σάξη το πόδι μου ή δεν την θέλω τη ζωή. Σημειωμένο +εμένα δε με κράζουνε».</p> + +<p>Κι όταν μια μέρα κάποιος απ' τους δικούς του θέλησε να ειπή: «Ε! δεν έχεις πια +τίποτε! μην είσαι παράξενος· έλα να πάμε στο Μελίσσι το κορίτσι έκαμε στο μάτι +για να σε ιδή», σκύλιασε ο Μήτρος: «Μωρέ, να μη σώσω να τηνέ ιδώ, αν είναι να +τηνέ ιδώ σε τέτοια χάλια. Κάλλιο στα βουνά καλόγερος και ρημοσπίτης, παρά +γαμπρός με στραβό πόδι!»</p> + +<p>Κ' έτσι της καλής του η ενθύμηση του ξάναψε τον καημό. Πού να πάη στο +Μελίσσι, και τι να τον κάμουν σαν πάη; να τονέ μπαλσαμώσουν και να τον +καμαρώνουν; Να τον κρεμάσουν στον τοίχο για κόνισμα; Και φαντάζονταν γαμπρό +τον εαυτό του να τον τριγυρίζουν την ώρα του <i>Ησαΐα</i> κουτσό με τόνα πόδι να μη +μπορή να καθίση σταυροπόδι στο φαΐ, να μη μπορή να σύρη το χορό, να τρέξη, +ναντρειευτή, να παλέψη, να χωρατέψη, να γλεντήση. Κ' έβλεπε τον εαυτό του +καραβοκύρη στο καϊκάκι του, να μη μπορή να βασταχθή στα πόδια του, +νακκουμπάη σε ραβδί, να κρατειέται από τα σχοινιά, να καρτερή από τους άλλους +το κάθε τι. Της νύφης της έταξαν λεβέντη, και θα της έδιναν τώρα σημειωμένον +άνθρωπο! Δεν το καταδέχονταν κι ο ίδιος να τη σκλαβώση· κι αν δεν το δείξη αυτή, +κι αν κάνη την καλόκαρδη, μέσα της θα την τρώη κρυφό μαράζι. Έτσ' είν' ο κόσμος· +κι αυτός το ίδιο θάκανε· κάλλιο να φορτώνονταν την πανούκλα, παρά σημαδιακή +γυναίκα.</p> + +<p>«Θαν το χάσω το παιδάκι μου, έλεγε παραπονετικά η Δήμαινα· όχι από το πόδι +του· απ' το ντέρτι που νοιώθει για το πόδι του».</p> + +<p>Κ' έκλαιγε κ' έκανε το σταυρό της. Κ' οι τρεις οι αχώριστοι δούλευαν και τον +είχαν πάντα στο νου τους τον Αφεντομήτρο, κι άφιναν τη δουλειά για να τρέξουν +στο πλάγι του, και τον συντρόφευαν και τον παρηγορούσαν. Του κάκου· δεν ήθελε +νακούση τίποτε τρεις μήνες υπόμενε· δεν μπορούσε πια να το νοιώθη τάτιμο, +ξεραμένο απάνω του, κορμί κ' εκείνο απ' το κορμί του. Θάδραχνε το πριόνι και θα +το πριόνιζε, θάρπαζε το τσεκούρι και θα το πελέκαγε· δεν υπάρχει θεός· +τελείωσε!</p> + +<p> +Ήρθεν ο αύγουστος. Ο βαρεμένος μπορούσε να πάρη το πόδι του, μα να τον πάρη +ανθρώπου μάτι δεν ήθελε, κ' έμενε στο σπίτι του κλεισμένος. Από το παραθύρι του +κανείς αντίκρυζε τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού ναλλάζη χίλια χρώματα, σα +χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του ήλιου απ' το πρωί ως το βράδυ· αντίκρυζε +κανείς το πέλαγος ροδογάλανο την αυγή, το μεσημέρι ασημοχρυσωμένο, +μαυροπράσινο σε λιγάκι, μενεξεδένιο μια στιγμή στο βασίλεμα· και κάποτε +τρεμούλιαζε μ' όλα μαζί τα χρώματα σαν κόσμος ολόκληρος με κάθε λογής έγνοιες +και πάθη. Κ' οι άνεμοι τον έσπρωχναν τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού πότε +βαθειά στο κανάλι, πότε τον ξέχυναν περίσσιο προς τη στεριά· κι άλλην όψη +τούδινε ο βοριάς, άλλη γλυκάδα ο μαΐστρος, άλλη μυρουδιά ο πονέντες, άλλα +κύματα η νοτιά. Κι ο βαρεμένος απ' το παραθύρι του, κάλλιο απ' τα χρώματα όλα κι +απ' τα μουρμουρίσματα κι απ' τες πνοές κι απ' τα κάλλη όλα εκείνα, έννοιωθε τα +μονόξυλα που έσχιζαν ανάλαφρα τα ήσυχα νερά, με το λευκό παννάκι, πρύμα, και +δύσκολα τα ξεχώριζες από τις μαύρες φαλαρίδες κι απ' τα γλαρόνια τα +βαμπακόφτερα. Κ' έβλεπε τα ψαροκάικα να πηγαινόρχωνται φορτωμένα στο μόλο· +παραπέρα οι μαούνες έπαιρναν τα πριμαρόλια της σταφίδας, για τη μεγάλη χώρα. +Κι από την πίσω μεριά του σπιτιού ξεχώριζεν η πράσινη γραμμή του κάμπου. +Κεχριμπαρένια γυάλιζαν τα σταφύλια στα κλήματα κ' οι σταφίδες μαυρολογούσαν +σταλώνια. Πώς εμοσχοβολούσεν ο κάμπος ο πολύκαρπος! Κάθε νοικοκύρης, με το +γλυκοχάραμα και με το σουρούπωμα, βρίσκονταν σε σύρε κ' έλα αδιάκοπο. Κ' η +αργατειά, Κεφαλλονίτες με τσαπιά κι Αμπλανίτισσες με καλάθια, περνολογούσαν +από κάτω απ' το παραθύρι. Κ' η θάλασσα του έστελνε την άρμη της. Ο κάμπος τη +μοσκοβολιά του. Κι όσο τον έννοιωθε τον εαυτό του σακατεμένο, τόσο του +φαινόταν ο κόσμος ωραιότερος κι όσο τάβλεπε μαραζωμένα τα νιάτα του, τόσο του +φαίνοταν ο κόσμος πως ξανάνιωσε. Πού θα βρισκόταν κι αυτός τέτοια εποχή; Πού +θαρμένιζε και πού θα δούλευε; Ζωή κι αυτή, να τηνέ πούμε!</p> + +<p>Οι σύντροφοι δεν τον εστένευαν, εκοίταζαν μόνο να τον καλοκαρδίσουν, και +όλο τούλεγαν πως θα σιάξη το πόδι με τον καιρό, και καθώς δεν ήθελε νακούση +τίποτε για τους γιατρούς τους διαβασμένους πόβγανε η Αθήνα, του μιλούσαν όλο +για κομπογιαννίτες του χωριού, που γιάτρευαν κάθε λογής αρρώστια με τα δικά +τους γιατροσόφια. Και, καθώς τυχαίνει πάντα, καθένας εύρισκε στα βάθη του +μυαλού του μιαν ιστορία μ' έναν άρρωστο αποφασισμένο απ' το γιατρό και +γλυτωμένο απ' τον κομπογιαννίτη. Μα και νέοι και γέροι, ψαράδες, +καραβοκύρηδες, πραγματευτάδες, ξωμάχοι, γραφιάδες, ο δάσκαλος, ο παπάς και ο +δήμαρχος ακόμα, κι όλοι όσοι έρχονταν και τον έβλεπαν, όλοι τούδιναν γνώμη να +μη το βάλη κατάκαρδα, να κάνη υπομονή, μα και να φεύγη μακρειά από γιατρούς. +Το κάτω κάτω της γραφής, δε χάθηκαν οι πραχτικοί· αυτοί κάνουν σωστή +δουλειά.</p> + +<p>Μια μέρα, το δεκαπενταύγουστο, τρεχάτος ήρθε ταποβραδύς ο Γιαννάκος ο +Ταρνάναμας. Έφτασεν απ' το χωριό της Λυγαριάς ένας περίφημος γιατρολόγος, ο +Κοπανίτσας· καλεσμένος απ' το σπίτι του Μελέτη, για να του γιατρέψη τη +φάγοσσα. Ήταν ακουσμένος σ' όλη τη Ρούμελη, και πέρ' ακόμα, στο μισό Μωριά. +Και καθώς τον παίρνουν μυρουδιά στο Θαλασσοχώρι, κόσμος και κόσμος τρέχει να +τονέ βρη. Για κάθε αρρώστια ξέρει, και όλες τις γιατρεύει· χειρουργός μοναδικός. +Όσους κι αν ρώτησε γι' αυτόν ο Γιαννάκος, του είπαν πως κάνει θαύματα. Γιατί να +μην τον φέρουν να ιδή το Μήτρο; Τί θάχαναν;</p> + +<p>Με τον καημό που τραβούσε ο Μήτρος, τους εκατάφερεν αγάλια όλους +εκείνους που τον αγαπούσαν, που τον εσυγύριζαν και τον παραστέκονταν, τους +εκατάφερε και πίστευαν πως το χειρότερο κακό δεν ήταν πως χτύπησε το πόδι του, +άλλα πως θάμενε κουτσό το πόδι του. Να τα δοκιμάσουν έπρεπε όλα, για να +προλάβουν τέτοια συμφορά! Και να μην τα πολυλογώ, τον έφεραν τον Κοπανίτσα. +Τον ήθελε το παιδί, τον ήθελεν η μάννα, τον ήθελαν οι τρεις τους κι όλο το +συγγενολόγι. Και όσους ρώτησαν τους είπαν: «Να τον πάρετε!»</p> + +<p>Φουστανελλάς, απάνω κάτω πενηντάρης, ψηλός, ξερακιανός, μυταράς και +σπανός και, μωρέ παιδιά, σημειωμένος. Σαν να του ξυνοφάνηκε τάρρωστου, καθώς +τον αντίκρυσε· μα τι να κάμη πια; Στραβός μ' ένα μάτι που έβλεπε για δυο +αποκάτου απ' τη μαυρίλα των μαλλιαρών φρυδιών του· μα μπήκε στο σπίτι μ' έναν +αέρα, μ' έναν αέρα! Το κοίταξε το πόδι, το ζούπηξε, το γύρισε.</p> + +<p>«Θα στο γιατρέψω, είπε· θα στο κάμω κατά πως ξέρω γω.»</p> + +<p> — Απ' το θεό και στα χέρια σου, γιατρέ.</p> + +<p> — Να περάσουν πρώτα τρεις τέσσερες μέρες. Θα πάμε κατά το φως του +φεγγαριού. Τώρα είναι ημέρες αχαμνές· θα βρούμε την καλή τη μέρα. Γιατί είναι +ημέρες που και απλό αίμα να πάρης απ' τον άνθρωπο, μπορεί να του φέρης +μεγάλην αρρώστια, μπορεί να τον χαλάσης. Έχουμε τώρα δεκατρείς του μηνός θα +ιδούμε στις δεκάξι». </p> + +<p>Κ' εγύρισε στην Δήμαινα προστάζοντας γοργά: </p> + +<p>«Πέντε δράμια σιναμική, δέκα δράμια μαστίχα, οχτώ δράμια ρεβέντι, πέντε +δράμια αρσενικό λιβάνι, δύο δράμια πιπερόρριζα, δύο δράμια κανέλλα· κοπάνισέ +τα. Πάρε μία οκά μέλι, βγάλε τον αφρό του, βράσε τα λιγάκι με το μέλι, ύστερ' +ανακάτωσέ τα καλά και δίνε του να τρώη· αυτό είναι το πλέον δυναμωτικό +ματζούνι μ' αυτό μπορεί να βαστάη κάθε τι· έχει ανάγκη να δυναμώση».</p> + +<p>Κι όσο που ναρθούν οι δεκάξι, τόστρωσε βαρειά στο σπίτι· μήτε από το σπίτι +τον άφιναν να φύγη· έπρεπε να τον ευχαριστήσουν με το παραπάνω το γιατρό· +μήτε κι ο γιατρός είχεν όρεξη να γυρνάη στα μαγειρειά του Θαλασσοχωριού και να +ξενυχτάη στα χάνια του. Κ' ήτον όλο λόγια, κι όλο ιστορούσε τα πράματα και τα +θάματα της ιατροσύνης του. Κι ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας +και η Ταρία Ταρέλα δεν τον άφιναν απ' το πλάι τους και τον άκουγαν με στόμα +ολάνοιχτο.</p> + +<p>Και ξημέρωσεν η μέρα που την περίμεναν με καρδιοχτύπι. Στις δεκάξι του +τρυγητή, με τους μούστους και τα πρωτοβρόχια, με τα στερνά τα χελιδόνια και τα +στερνά σταφύλια, λέει ο Κοπανίτσας του Μήτρου:</p> + +<p>«Καρδιά κομμάτι· θα πονέσης λιγάκι, κ' ύστερα όλα θα περάσουν.</p> + +<p> — Από πόνους βαστάω, γιατρέ· μόνο το πόδι μου. . .»</p> + +<p>Ο Κοπανίτσας έκαμε νόημα στο Μάρκο τον Κανίνια και στους άλλους δυο:</p> + +<p>«Να τον βαστάξετε καλά, μα καλά. Κυρά, το τοίμασες τανακόλι;»</p> + +<p>Στη μέση του οντά έστρωσαν χράμια και παπλώματα, κι απάνω εκεί τον +ξάπλωσαν το Μήτρο.</p> + +<p>«Έτοιμο το ρακί; — Έτοιμο. Πιε, Μήτρο!» </p> + +<p>Κι ο Μήτρος το ρούφηξεν, ως πενήντα δράμια.</p> + +<p>«Γεια σου, θερίο!»</p> + +<p>Και πιάνει και τον βάνει ανάσκελα κι αρπάζει το πόδι το δεξί, το πονεμένο, και +το σταυρώνει απάνου στο ζερβό τον ώμο· κι αδράχνει και το ζερβί και το +σταυρώνει απάνου στο δεξί τον ώμο. Κ' έπειτα δίνει μια, και πατάει, ναι, πατάει +απάνου στο χτυπημένο πόδι. Ένα <i>κρακ</i> ακούστηκε, κ' ένα μούγγρισμα, ένα +λιονταρήσιο μούγγρισμα του βασανισμένου. Το σπίτι εσείστηκε κ' οι τρεις δε +μπορούσαν να τον κρατήσουν, όπως ανατινάζονταν και σπαρτάριζε.</p> + +<p>«Βόηθα, Χριστέ και Παναγιά!» έκραξε η Δήμαινα.</p> + +<p> — Μωρέ, μη λιγοψυχάς, Μήτρο! έκαναν οι άλλοι.</p> + +<p> — Μ' έφαγες, οχ! μούγγριζεν ο Μήτρος.</p> + +<p> — Τώρα είσαι σαΐνι! σε δεκατέσσερες μέρες θαβγής όξω!»</p> + +<p>Είπεν ο Κοπανίτσας και πάλι εγύρισε στη Δήμαινα προστάζοντας γοργά:</p> + +<p>«Μολύβι κοπανιστό, βάλε το στο ξίδι, να κάμη δύο μέρες, έπειτα κάψε το καλά +με το θειάφι, να γίνη στάχτη· κι αυτή τη στάχτη ανακάτωσέ την με χώμα κόκκινο, +κερί, λιβάνι, μαστίχα κι αγουρόλαδο, και βάλε την απάνου στο πόδι την αλοιφή +πρωί βράδυ».</p> + +<p>Κι άλλα λόγια δεν ξανάειπεν, ούτε πρόσταξεν. Έξω στην πόρτα τον περίμενε το +μουλάρι του.</p> + +<p>Έχωσε στο σιλάχι του τα δυο εικοσιπεντάρικα που πήρε κατά τη συμφωνία στον +άρρωστο και τους γερούς άφησε γεια, και κανείς δεν τον ξανάειδε.</p> + +<p>Από τότε κι ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης δεν ξανάειδε προκοπή. Πέρασαν οι +δεκατέσσερες μέρες κι αυτός δεν είχε σηκωθή από το στρώμα του, κι ούτε που +ξανασηκώθη. Το πόδι επληγίασε κι αφόρμισε· κι ο Μήτρος μέσ' στο στρώμα σαν +παράλυτος, έρρευεν απ' την αρρώστια κ' έλιωνεν από τον πόνο. Και πέρασαν δυο +μήνες. Μπήκεν ο χειμώνας· νοτιά· σαράντα μερονύχτια αδιάκοπη βροχή· +χορτάριασαν οι τοίχοι, κι ο μολυβένιος ουρανός εβάραινε την καρδιά, κ' η νοτιά +τρυπούσε τα κόκκαλα· αλλοίμονο στον άρρωστο!</p> + +<p>Έτυχε το χειμώνα εκείνον να διαβή από το θαλασσοχώρι κι άλλος γιατρολόγος. +Αυτή τη φορά τα μαντάτα τάφερεν ο Μάρκος ο Κανίνιας. Έπεσαν μια φορά στα +χέρια των γιατρολόγων· ήταν, φαίνεται, γραφτό να μη γλυτώσουν απ' τα χέρια +τους. Μέσα στη μαύρη στάχτη του καημού φτάνει μια τιποτένια αφορμή, +παραμικρό άκουσμα, μιαν ελαφρή πνοή, κ' η σπίθα της ελπίδας τινάζεται απ' τη +στάχτη. Κι άλλος γιατρός ήρθε; Λαχτάρησεν ολόκληρο το σπίτι γύρω στον άρρωστο. +Να τον πάρωμε κι αυτόν. Χειρουργός ήταν κι αυτός, Μωραΐτης, Κουζουνόπουλος +εκράζονταν. Φάνηκε με φούμαρα. Δική του υπόθεση τον έφερε στον τόπο εκεί· +βιαστικός ήταν· δεν τον εσύμφερε να μείνη για έναν άρρωστο· μια φορά πάλι να +τον ιδή, δεν βγαίνει τίποτες. Έπρεπε να το πάρη δουλειά ξεχωριστή, και να κάμη +ταχτική κούρα· μήνες χρειάζονται, καιρός, υπομονή. Έχουν παρά να του +μετρήσουν; έτσι και καλά· ει δε μη, δεν έχει τίποτ' άλλο να τους πη. Κ' η μάννα του +Μήτρου και ταχώριστα συντρόφια το πήραν απόφαση. Μάζωξαν ό,τι είχαν και δεν +είχαν, ξεπουλήματ' από δω, δανεικά από κει, ανοίχτηκαν κομποδέματα, βοήθειες +εδόθηκαν — γενναία φέρθηκαν κ' οι θαλασσινοί για τον κατακαημένο το Μήτρο — +κ' έτσι του είπαν του Κουουνόπουλου:</p> + +<p>«Πεντακόσες δραχμές θα σου δώσουμε μα να τον γιατρέψης πρώτα. Τις +βάζουμε σε δεύτερο χέρι. Θα τις πάρης από τον Παπαθύμιο.»</p> + +<p> — Ας είναι κ' έτσι, είπεν αυτός, και θρονιάστηκε στο σπίτι του +βαρεμένου.</p> + +<p>Και δος του μαντζούνια στον άνθρωπο, δος του βεντούζες στο πόδι και +βιζιγάντια κι αλοιφές· και σήκωναν καντήλες οι αλοιφές· κ' οι καντήλες έσπαναν, κ' +ετρεχεν ύλη, κι άνοιξε πληγή το πόδι, κ' έβαζε μέσα φτίλι, και την άλλαζε κάθε +μέρα, και την άνοιγε κάθε αυγή, και την άρμεγε. Πενήντα μέρες το επιχειρίστηκε με +τέτοιον τρόπο. Και τις πενήντα έτρωγε κ' έπινε κ' εκοιμότουν στο σπίτι σαν πασάς, +και ξόδευεν η Δήμαινα. Και πάει καλήτερα, κι όλο και καλήτερα έλεγε σ' όσους τον +ερωτούσαν. Στα στερνά ζήτησε και καμιά πενηνταριά δραχμές. «Πάει καλήτερα, κι +όλο και καλήτερα!» Και τις πήρε κι ούτε που ξαναφάνηκε.</p> + +<p> +Κι ο βαρεμένος μέρα τη μέρα κι ώραν την ώρα πήγαινε χειρότερα. Και ξαναφάνηκε +στο σπίτι όχι πλέον ο γιατρολόγος της Λυγαριάς, ούτε ο Μωραΐτης, αλλ' ο γιατρός +του Θαλασσοχωριού, ο πρώτος που τον είχε κοιτάξει. Πάλι στα πόδια του έπεσαν. +Αλλ' όταν τον ξανάειδεν ο γιατρός τον άρρωστον ύστερα' από εφτά οχτώ μήνες που +τον άφησε, τόσο τον λυπήθηκε, που ξέχασε και να θυμώση ακόμα και να φωνάξη +καθώς εσυνήθιζε· λιγάκι και θάκλαιγε· μα δεν έβγαναν από τα μάτια του +δάκρυα.</p> + +<p>«Ακόμα στο στρώμα είσαι; του είπε· κάτι θάκαμες! Αμ' δε μ' ακούτε, δε μ' +ακούτε, μωρέ σκυλιά! Δε σου είπα να μην το κουνήσης το πόδι;»</p> + +<p>Το κοίταξε το πόδι, το ξανακοίταξε, και καθώς τον είδεν εκείνον έτσι αμίλητο +και αποσωμένο·</p> + +<p>«Ε! δεν έχεις τίποτε, του ξαναλέει, θα γίνης καλά.»</p> + +<p>Αλλά, κρυφά στη μάνα του, και στις άλλες που παράστεκαν, είπε ξερά και +παστρικά:</p> + +<p>«Αδύνατο να γιατρευτή. Οι τσαρλατάνοι που φέρατε τον σκότωσαν τον +άνθρωπο· κόπηκαν τα νεύρα κ' έμασαν· γάγγραινα· δουλεύει βαθειά· δε γλυτώνει, +αν δεν του κοπή το πόδι. Κοιτάχτε το γληγορώτερο να τον πάτε στην Αθήνα +προφτάστε τον».</p> + +<p>Τρεις μέρες και τρεις νύχτες η χήρα η Δήμαινα, τα δυο της ταδέρφια, ο +γυρολόγος κι ο σιδεράς, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κ' η +Ταρία Ταρέλα, ο Παπαθύμιος, ο δάσκαλος κι ο δήμαρχος πολεμούσαν να τον +καταφέρουν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες όλα τάκουγε, κ' έδινε πάντα μιαν +απόκριση, την ίδια κ' απαράλλαχτη:</p> + +<p>«Κάλλιο θάνατος παρά να περπατώ μ' ένα πόδι!»</p> + +<p>Η αλήθεια είναι πως κι ο δήμαρχος κι ο δάσκαλος κ' η Ταρία Ταρέλα κι ο +Γιαννάκος ο Ταρνάναμας κι ο Μάρκος ο Κανίνιας κι ο σιδεράς κι ο γυρολόγος κ' η +χήρα η Δήμαινα τον είχαν αποφασίσει· δεν πίστευαν σ' ανθρώπου τέχνη πια· +γραφτό του ήταν, έλεγαν, κι απ' του Θεού το θέλημα περίμεναν. Δεν ήθελαν να τον +στενοχωρήσουν και πολύ, κι ούτε να τον ξεγελάσουν, ούτε να τον πάνε στην Αθήνα +στανικά. Το κάτω κάτω, ας μην το κρύβουμε, όλοι τους ανατρίχιαζαν βαθύτερα από +κάθε τι, σαν εφαντάζονταν το Μήτρο μονοπόδαρο. Τι πεθαμμένος, τι σακατεμένος! +Καλά καλά δεν μπορούσαν να το ξεχωρίσουν τόν' από τάλλο, τα δυο κακά. Όσο για +τη χήρα Δήμαινα, από μήνες τώρα είχε λίγα λόγια και πολλή συλλογή. Ένας +στοχασμός λίγο λίγο ανέβαινε κι απλώνονταν όσο που ξεχείλισε μέσα στο νου της. +Το παιδί το είχαν μαγεμένο! η αρρώστια του δεν ήταν αρρώστια του Θεού, το κακό +του ήταν ανθρώπινο κακό· εδώ δεν παίζει τύχη, εδώ είναι μάγια, του άλλου +κόσμου σύνεργα.</p> + +<p>Της Μόρφως η μητέρα, η Γαρουφαλιά με τόνομα, που ρίχνει τα χαρτιά και +ξορκάει ταερικά, μάτιασε το παιδί, βάλθηκε να το ξελογιάση με την κόρη της. Κι +αφού είδε πως της ξέφυγε απ' τα χέρια, κι άλλης θυγατέρα θα το έπαιρνε, βάλθηκε +να το ξεπαστρέψη· σωστά, της είπεν η Αργύρω. Μια βραδειά η Αργύρω, γυρνώντας +από τη βρύση, με τη βαρέλλα της, είδε δυο γυναίκες μισοσκεπασμένες μπρος απ' +το σπίτι της Δήμαινας· κ' είδε στο φως του φεγγαριού την ψηλότερη να φοβερίζη +με το χέρι της τεντωμένο προς το σπίτι, και την άλλη την κοντούλα να κράζη με +στρίγλικη φωνή: «Καλά σ' έχω!» Και τις γνώρισεν η Αργύρω, τη Γαρουφαλιά και τη +Μόρφω! Καλά της τάχαν πει κ' η Λάμπραινα κ' η Ντορογιάννενα κ' η Καρασεβδού κ' +η Μαριγώ η ζωντοχήρα· βούιζεν όλο το Θαλασσοχώρι· δεν ήταν πια μυστικό· η +Γαρουφαλιά βάλθηκε να τον επαστρέψη με τα μάγια το Μήτρο της να μην ιδή πια +προκοπή. Τράβηξε κατά την Άρταν η Γαρουφαλιά κ' ηύρε τις Τούρκισσες, τις +μάγισσες, και τις πήρε σημάδια. Κ' η Μόρφω η σκρόφα, απ' την ημέρα που +αρρεβωνιάστηκε στο Μελίσσι ο Μήτρος, τον έγραψε με τους πεθαμμένους, και του +έκανε συλλείτουργο, κ' έβαλε και τον μνημόνεψαν ζωντανό στις τρεις και στις +εννιά, στις σαράντα, τα τριμήνια, τα ξαμήνια, το χρονιάτικο. Μάννας κόρη! Κι αυτά +τα μάγια είν' αλάθευτα· σ' όποιον τα ρίξουν ξεπατώνεται. Αχ! η σκύλα η Μόρφω! +Είχε στείλει η μάννα της προξενιά της Δήμαινας, προξενιά για το Μήτρο. Κ' η +Δήμαινα είχε ειπεί στην προξενήτρα:</p> + +<p>«Εγώ τανάθρεψα με την τσίτα της σαΐττας και της χηριάς τα πάθη, και τόβγαλα +παλληκάρι εικοσιοχτώ χρονώ· και τώρα πάρχισα να βλέπω το καλό του, θα το +παντρέψω μικρό μικρό; Και ποιαν να πάρη; τη Μόρφω!»</p> + +<p>Και πάλι έβαλε κι άλλη προξενήτρα κι αποκρίθη και σ' αυτή:<br /> + <br /> +«Εγώ νίβομαι κι απονίβομαι· αν τη θέλει, ας την πάρη. Μα στο σπίτι μου να μην τον +ξαναϊδώ!»</p> + +<p>Και σε λιγάκι ο Μήτρος άλλαξε δακτυλίδια με τη Φρόσω του Σεβδά.</p> + +<p>Η χήρα η Δήμαινα άφησε κατά μέρος τους γιατρούς με τα γιατροσόφια τους, κι +αντί να πάρη το παιδί να τρέξη στην Αθήνα, τάφησε ένα πρωί στο στρώμα και +τράβηξε κατά την Πάτρα. Πήγε κ' ηύρε τη γριά τη μάντισσα, που ζούσ' εκεί +ξακουσμένη σ' όλη τη Ρωμιοσύνη· που μάντευε για την αγάπη και για την έχτρα, +για τον απάνου και για τον κάτου κόσμο, για τη ζωή και για το θάνατο· που +γιάτρευε το μπόδεμα και το μάτιασμα, που είχε γνωριμία με τις νεράιδες, κ' έπιανε +κουβέντες με τα ξωτικά. Την ηύρε στην απάνω χώρα, μέσα σ' ένα καλύβι, σκυμμένη +απάνου σε χαλκωματένια πέταλα, σε ντύματα φιδιού, σε λύκου δόντια, σε χαρτιά +και σε κόκκαλα, σε μπαλσαμωμένα κοράκια, σε μαγικά βοτάνια, σε μύρια σύνεργα. +Καθώς την είδε τη Δήμαινα, κούνησε το κάτασπρο μαντιλωμένο κεφάλι της και +είπε:</p> + +<p>«Ξέρω γιατ' ήρθες για το παιδί σου. Σημάδια του έφερες;»</p> + +<p>Κ' η Δήμαινα, που ήταν ορμηνεμένη, της έδωσε σημάδια από τα μαλλιά +του.</p> + +<p>«Καλά· αύριο την αυγή ναρθής να πάρης απόκριση.»</p> + +<p>Και γύρισε την αυγή κι άκουσεν από το στόμα της μάντισσας:<br /> + <br /> +«Αδύνατο να γιατρευτή· τόχουν κάμωμα φοβερό! Την ώρα που έπεσε και χτύπησε, +— πριν πέση — δώδεκ' Αρμένισσες έτρωγαν και γλεντούσαν· πάτησ' απάνου στο +τραπέζι τους. (Και της έδειξε μια φλούδ' από λεμόνι.) Η μια, καθώς τον είδε, τον +ζηλοφθόνησε, τον έσπρωξε, τον έρριξε, τον τσάκισε. Τον έχουνε στο μάτι οι +Αρμένισσες. — Θεός φυλάξη από τέτοια στοιχειά — γιατ' ήταν από καιρό μαγεμένο +το παιδί σου, και ήταν γραμμένο με τους πεθαμμένους!»</p> + +<p>Και της έδωσε βοτάνια μαγικά, να του δίνη το ζουμί τους, όταν τονέ θυμώνει ο +πόνος, να του περνά. Κ' έννοιωσεν η Δήμαινα πως για παρηγοριά της τάδινε κι όχι +για γιατρειά.</p> + +<p>Και γύρισε στο Θαλασσοχώρι και στο γιο της έφερε μόνο τα βότανα της +μάντισσας, χωρίς να του φανερώση και τα λόγια της. Και ο γιος την περίμενε σαν το +χελιδόνι του μαρτιού. Δεν άκουγεν από γιατρούς, αλλά τα μάγια τα πίστευε. Για +τούτο κ' ύστερα από λίγον καιρό, σαν έφεραν από το Μελίσσι για να τον ιδή μια +μάγισσα, μιαν Οβριά, ο Μήτρος την εδέχτηκεν εκεί στο στρώμα καρφωμένος, όπως +δέχονταν καπετάνιος το πρύμο ταεράκι στα ταξίδια του. Σταχνό του πρόσωπο +άστραψαν τα μάτια του, κ' ένα χαμόγελο, σαν άστρο σε φουρτουνιασμένον +ουρανό, του γλύκανε τα χείλη. Μονάχα μια φορά τον είδεν έτσ' η Φρόσω του, η +αρραβωνιαστικειά του, κι όχι άλλος κανείς. Η Οβριά λίγες μέρες είχε που εφάνη +στο Μελίσσι από τα Γιάννενα. Την είχε κλέψει ένας Γιαννιώτης και την έφερεν εκεί· +βαφτίστηκε και στεφανώθηκεν. Ερωτοχτυπημένη, νεοφώτιστη, νιόπαντρη, και +μάγισσα! Καθαρομελάχρινη, λυγερή, μορφοκαμωμένη, και γλυκόλογη· τι +χρειάζονταν η μαγική της μπρος στη ματιά της! Έσκυψε και τον κοίταξε ήμερα και +σπλαχνικά, κι ο Μήτρος εφαντάστηκε πως τελείωσαν τα βάσανά του, και δεν +απόμενε άλλο, παρά να τονέ πάρη από το χέρι και να του ειπή: «Σήκω και +περπάτησε!» κι αυτός να σηκωθή και να περπατήση. Τα πίστευε τα μάγια, τον +μάγευεν η ομορφιά.</p> + +<p>Η Οβριά ζήτησε το δεξί του το πόδημα· και το πήρε κ' έρριξε κάτι μέσα σ' αυτό, +κάτι που έμοιαζε σα διάργυρο, και πρόσταξε να το βάλουν έξω, πάνω στα +κεραμίδια να ξενυχτήση.</p> + +<p>«Ό,τι κι αν ακούσετε τη νύχτ' απόψε, τους είπε, να μη μιλήσετε.» Και πάλι +ξανάειπε στους άλλους του σπιτιού:</p> + +<p>«Για να ιδήτε πως κιντυνεύει το παιδί από κάμωμα! το τσάκισαν οι νεράιδες το +παιδί.»</p> + +<p> +Και διόρισε κι αυτή κάτι χόρτα, να τα πίνη βρασμένα με κρασί.</p> + +<p>Το βράδυ έπεσαν να κοιμηθούν. Χειμώνας ήταν ακόμη, μα η νύχτα ήταν +ανοιξιάτικη, κατάστερη. Η Δήμαινα μονάχη ξενυχτούσε το Μήτρο· στο πλάγι του +έστρωνε κ' έπεφτε· πολλές φορές ξημερώνονταν στο πόδι. Τη νύχτα εκείνη, κι όλη +του κόσμου την υγεία και την ξεγνιασιά να κρύβαν μέσα τους, πάλι δε θα +κλειούσαν μάτι μάννα και παιδί. Θυμούνταν τα λόγια της Οβριάς: «Ό,τι κι αν +ακούσετ' απόψε, να μη μιλήσετε!» Και τους δυο ένας φόβος τους ετάραζε και μια +ελπίδα τους εζέσταινε. Στον πλατύν οντά το κρεμαστό καντήλι θαμποφωτά, κι άλλο +δεν ξεχώριζαν μέσα εκεί παρά το εικονοστάσι με το μαυρισμένο το Χριστό και τον +ασημωμένον Άη Νικόλα, κ' ένα τρομπόνι μ' ένα κουπί, και τα δυο ταραρριχτά σε +μια γωνιά του τοίχου. Κι ο Μήτρος κάρφωνε άγρυπνος το μάτι απ' το καντήλι στα +κονίσματα, κι από κει στη γωνιά, σαν κάτιτι να καρτερούσε νάβγη ακόμα κι απ' +αυτά, που ξάνοιγε μονάχα στο σκοτάδι εκεί, κάτι μυστικό κι ανέλπιστο· και μέσα +στο σκοταδερό το φως, ο ήσκιος πόρριχνε ο Χριστός και τασημένιο φέγγος τ' Άη +Νικόλα και του κουπιού το μάκρος και η θωριά του τρομπονιού σμίγανε και +φάνταζαν, και γίνονταν μαυράδια αλλόκοτα και σχήματα που σειούνταν, σα να +κρυφομίλαγαν, και πλάσματα αλλόκοτα, που λίγο μόνον έλειπε για να +ξεσκεπασθούν, και να φανερωθούνε ξωτικές και μοίρες και ψυχές . . . ποιος ξέρει τι +θα φανερώνονταν; Κ' είχε χτυπόκαρδο ο καημένος, κι ο νους του ήταν γεμάτος από +ιστορίες άλλου κόσμου και παραμύθια άλλου καιρού, κ' επρόσμενε σαν κατάδικος +να ιδή: θα τονέ κόψουν ή θα του δώσουν χάρη; Και σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, εκεί +που η νύχτα ήταν ανοιξιάτικη, κατάστερη, γεμάτη σιγαλιά, ψηλά στα κεραμίδια του +σπιτιού ξεσπάει μεγάλη ταραχή, χαλίκια πέφτουν, σα νάστησαν πετροπόλεμο του +σπιτιού, χαλάζι λες και ρίχνει ο ουρανός απάνω στη σκεπή· σφυρίγματα +γρικειούνται, μιλήματα ακούγονται. Ταράζεται το πάτωμα, βογγούν τα παράθυρα, +τρίζουν οι πόρτες, μπροστά στα μάτια του παιδιού χοροπηδούν παράξενα +καντήλια, και κονίσματα και φώτα και σκιές. Πιάνετ' ο ανασασμός του· δε μπορεί, +αλλ' ούτε και που θέλει να μιλήση· θυμάται της Οβριάς τα λόγια, τρέμει μην του +πάρουν νεράιδες τη μιλιά· με το μακρύ ραβδί, που κρατούσε στο πλευρό, κουνάει +τη μάννα του μήπως κοιμάται και δεν έννιωσε τι έτρεχε· κ' η μάννα δίχως να +μιλήση χτυπάει το πάτωμα, για να του πη πως ήταν έξυπνη και τα κατάλαβε. Κι από +την ώρα εκείνη μάννα και παιδί στέκονταν άσειστοι κι αμίλητοι και καρτερούσαν, +και κάθε κρότος είχε πάψει κ' η σιγαλιά ξαναχύθηκε, κ' οι δυο τους άκουγαν, όλο κι +άκουγαν σφυρίγματα, πετροβολιές, φωνές, ως τα ξημερώματα.</p> + +<p>Και ξημερώνοντας, νά κ' η Οβριά! Της λεν τι έτρεξε τη νύχτα· ζητάει το πόδημα +που ξενύχτησε στα κεραμίδια, το κοιτάει καλά καλά, λιγάκι συλλογίζεται, +γλυκογελάει του Μήτρου και λέει χωριστά της Δήμαινας:</p> + +<p>«Δε σας το είπα εγώ; το παιδί είναι μαγεμένο· των αδυνάτων να γιατρευτή. Αν +πιάνονταν από την αρχή με τα μαντολόγια και δεν έμπλεκε με γιατρούς, θα +γλύτωνε· αυτό είν' η αλήθεια!»</p> + +<p>Κ' όσο τους απέλπιζαν κ' οι μάντισσες, τόσο στα μαντολόγια έρριχναν τις +ελπίδες τους. Κ' η Δήμαινα με ταδέρφια της, το γυρολόγο και το σιδερά, πήραν +στερνή μεγάλη απόφαση. Στον Έπαχτο εζούσεν ένας μάντης. Διάβαζε τη +σολομονική· δεν ήταν παίξε γέλασε· μέσα σ' αυτή μάθαινε πως γιατρεύεται κ' η πιο +κακή αρρώστια. Ξόρκιζε τα δαιμόνια, μέσα σε ασκιά τα κλειούσε και μέσα σε +αγγειά τα φυλάκωνε, γιατ' είχε τη σφραγίδα του Σολομώντος και μ' αυτή τα +σφράγιζε. Γνώριζε πού φύτρωνε το τετράφυλλο τριφύλλι και μ' εκείνο έκανε +υποταχτικούς του τα ξωτικά. Κ' εστείλανε στην Έπαχτο την Ταρία Ταρέλα με +χρήματα, με γράμματα, με σημάδια και με χίλια παρακάλια. Ο μάντης πια θάλεγε +τον τελευταίο λόγο· το πήραν απόφαση· δεν είχαν πλέον να ελπίσουν από +πουθενά.</p> + +<p>Και μ' ένα ψαροκάικο κίνησεν η Ταρία Ταρέλα ίσα κατά την Έπαχτο. Κ' έφτασεν +αποβραδύς, και δίχως να ξανασάνη, να ξεκουραστή, δίχως να πη κανενός τίποτε, +ρωτώντας και γυρεύοντας, τον ηύρε το μάντη το ίδιο το βράδυ. Κι ο μάντης ήταν +ένας παλιοντυμένος κιτρινιάρης, με κάτι μακρυά γένεια ολόμαυρα· μιλούσε σιγαλά +και ποτέ του δε γελούσε. Του έβαλε στο χέρι η Ταρία Ταρέλα ένα δεκάρικο και του +λέει:</p> + +<p>«Να κοιτάξης ένα πού δε μπορεί, και να τον κάμης καλά.»</p> + +<p>Κι ο μάντης ζήτησε κι αυτός σημάδι, τρίχες από τα μαλλιά του Μήτρου, κι +αποκρίθηκεν ευθύς:</p> + +<p>«Αύριο το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, να βρεθής εδώ.»</p> + +<p>Και το πρωί, στις τέσσερεις, με το σαλέπι, ο μάντης έλεγε στο σύντροφο του +Μήτρου:</p> + +<p>«Μήτρο τονέ λεν το βαρεμένο, στο Θαλασσοχώρι κάθεται, το σπίτι του είναι +αντίκρυ από την εκκλησιά· χήρα η μάννα του, Δήμαινα τηνέ κράζουν..»</p> + +<p>Και τάχασεν η Ταρία Ταρέλα, κι ανατρίχιασε· δεν του είχε ειπεί τίποτε, μήτε και +με κανέναν άλλο είχε μιλήσει εκεί στον Έπαχτο. Και νά τώρα που τάξερεν όλα ο +μάντης! κ' έκαμε το σταυρό του.</p> + +<p>Και γλήγορα γλήγορα ο μάντης του είπε τότε: </p> + +<p>«Να μαυροφορέσετ' από τώρα! Των αδυνάτων αδύνατον να ιδή προκοπή. Όλα +τα μάζωξα κι όλες τις πρόσταξα. Κι από παντού αγροίκαγα: Ό,τι μέλλει δεν +ξεμέλλει, κι ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Τάχ' η Μοίρα στο χαρτί, πελέκι δεν τα κόβει. +Τον έφαγαν τα μάγια της αγάπης· κακά στοιχειά τονέ χτύπησαν. Σύντεκνε, πάρ' το +απόφαση.»</p> + +<p>Πέρασε κι ο χειμώνας. Έλυωσαν τα χιόνια του Ζυγού, μόνο η κορφή του +πρόβαλλεν ακόμα τυλιγμένη σα μέσα σε ψιλό κατάλευκο γιασμάκι. Στο Μισόκαμπο +λουλούδιζαν οι μυγδαλιές και στα σπιτάκια του Θαλασσοχωριού, μέσ' από κάθε +χαγιάτι και κάθε λιακωτό, μέσα σε λογής λογής γαστρούλες και κασσελάκια, +πρασίνιζεν ο βασιλικός, το δυόσμο, το δεντρολίβανο, κι άνθιζαν τα ρόδα, τα +γαρούφαλα, τα μανουσάκια και οι βιολέττες. Και το πιο φτωχόσπιτο το έβλεπες +πλούσιο σε μυριστικά, και τα κορίτσια του Θαλασσοχωριού, με τις θρεμμένες +πλεξίδες και τα βοργολυγερά κορμάκια τους, το είχαν ξεχωριστή δουλειά την +άνοιξη να τα ποτίζουν και να τα ξεδιαλέγουν τα λουλούδια τους. Κ' εκεί κάτω απ' τα +χαγιάτια κι απ' τα λιακωτά, σε πόρτες και σε παράθυρα κι ανάμεσα στις γάστρες +έχτιζαν και τα χελιδόνια τις φωλιές· τι εύκολα, που εύρισκαν τόπο για να χτίσουν +τις φωλιές τους εκεί πέρα όσο φτωχότερα ήταν χτισμένο το σπίτι, τόσο +πλουσιώτερα, τόσο αφοβώτερα εζούσαν τα χελιδόνια τα καημένα· και θαρρείς το +γνώριζαν κι αυτά.</p> + +<p>Στο σπιτικό του Μήτρου του Ρουμελιώτη κανένα λουλούδι δεν είχε ανοίξει· δυο +τρεις γαστρούλες, εστέκονταν απάνω στο μπαλκόνι γυμνές, σα να διάβηκεν απάνω +τους αράπικο ποδάρι. Στο μυαλό της Δήμαινας φροντίδες για λουλούδια δε +χωρούσαν. Τον περασμένο χειμώνα έρριξε τανεμόβροχο τις γάστρες με τις τάβλες +που τις εκρατούσαν και στόλιζαν τη μπροστινή την όψη του σπιτιού απ' άκρη σ' +άκρη, και μαζί μ' αυτά και τις φωλιές που καρτερούσανε τα χελιδόνια. Κανείς δε +συλλογίστηκε να τις ξαναστυλώση. Και σαν ήρθεν η άνοιξη και γύρισαν και τα +πουλιά της, δε στάθηκαν στο σπίτι κ' έφυγαν το χαλασμό, ανήσυχα χτυπώντας τα +φτερά.</p> + +<p>Πέρασαν οι αποκριές, κ' η Μεγάλη Σαρακοστή, με το καλό, ήταν στα τελευταία. +Κ' η εβδομάδα των Παθών ξαναγύρισεν. Ο απρίλης, νιόφερτος, ξανάνιωσε τη ζωή +και νέα δύναμη σκορπούσε για της ζωής τον αγώνα· νέες χαρές έννοιωθεν η ψυχή, +νέες φροντίδες ξεφύτρωναν στο νου· σαν τάνθη ξάνοιγαν οι αγάπες, οι εκκλησιές +ανοιχτές μοσχοβολούσαν από λιβάνι, κ' οι καρδιές, ανοιχτότερες, μοσχοβολούσαν +από ελπίδες. Τέτοια εποχή γλυκαίνεται κι ο βασανισμένος· κι ο απελπισμένος +παίρνει ορμή· κι αυτός που είν' έτοιμος να ξεψυχήση, την αγκαλιάζει σφιχτότερα τη +ζωή, κοιτάει να την πουλήση όσο μπορεί ακριβώτερα.</p> + +<p>Ο Μήτρος δεν είχε πλέον γλυτωμό. Μετρημένες ήταν οι μέρες του. Πάνε κ' οι +γιατροί με τα γιατρικά, πάνε κ' οι μάγισσες με τα μαντολόγια. Γαγγραίνιασε το +πόδι. Το φαρμάκι ανέβαινε ολοένα κι απλωνόταν στο αίμα. Κ' εκείνος αμίλητος, +άσειστος, μόνο τα μάτια του μιλούσαν, γοργοκίνητα, γυαλιστερά, λες και περίμενε +το Χάρο, για να λογαριαστούν. Η δόλια η Δήμαινα είχε καταντήσει αγνώριστη από +την αγρύπνια κι από τη λύπη, σωστό σαράβαλο. Ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος +ο Ταρνάναμας κ' η Ταρία Ταρέλα ούτε μιλούσαν ούτε το κουνούσαν απ' το πλευρό +του. Τη Μεγάλη Πέμπτη έφεραν τον παπά Θύμιο και τον μετάλαβε.</p> + +<p>Η Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσεν όχι σαν τις άλλες χρονιές, με μαύρον ουρανό. +Ξημέρωσε καταγάλανη κι ολόξανθη. Με την πρώτη αχτίνα του φωτός που +γλύστρησεν από τη χαραμάδα στο στρώμα του Μήτρου, ο Μήτρος εσπαρτάρησε κ' +έβγαλε φωνή τρανή κ' έκραξε:</p> + +<p>«Μάννα, ήλιο θέλω, αέρα θέλω· άνοιξε το παράθυρο!»</p> + +<p> +Κι ανοίγει το παράθυρο κι ο ήλιος πλημμυρίζει το σκοτιδιασμένο, το έρμο σπίτι. +Σαν πανηγύρι χύνεται το φως του σε πάτωμα, σε τοίχους, και σε κάθε τι. Τον +περιχύνει τον άρρωστο, και θάλεγες πως ήταν αυτός ο μόνος γιατρός κι ο μόνος +μάγος. Τα μακρειά κι αχτένιστα μαλλιά του ταναταράζει το πρωινό ταγέρι που με +βία χύθηκεν απ' τανοιχτό παράθυρο. Κι απ' τανοιχτό παράθυρο τα μάτια του +τραβάνε ίσα ολόισα κι ανταμώνονται με τον ήμερο γιαλό του Θαλασσοχωριού· τον +ίδιο το γιαλό που αλλάζει χίλια χρώματα σα χίλια όνειρα σε κάθε χρυσοφίλημα του +ήλιου απ' το πρωί ως το βράδυ. Μόνο πως ο αύγουστος δε μπορούσε τότε να του +δώση τη μυστική εμορφιά που σήμερα του δίνει ο απρίλης, πλασμένη απ' όλες τις +πνοές κι απ' όλες τις λαχτάρες της ζωής. Και σε μιαν άκρη του μόλου, τα μάτια του +ξανοίγουν ένα καϊκάκι, το ίδιο το καϊκάκι του, ξαρματωμένο εκεί, παραρριμένο. Και +σα να φώτισεν ο ήλιος το λογισμό του πιο βαθειά κι από το σπίτι του, κατάλαβε κι +αυτός πως ήρθεν η στερνή του η ώρα, πως ο Χάρος πλάκωσε, και πως έπρεπε να +παραδοθή σαν άξιο παλληκάρι, μα τον κυρ Ήλιο που του φώτιζε τον υστερνό του +δρόμο. Κι ο μάγος ο ήλιος τον εμάγεψε· τον εμέθυσε με ένα παράξενο κι απάντεχο +κρασί, καμωμένο από ζωή κι από θάνατο.</p> + +<p>«Ένα καθρέφτη, μάννα, ένα καθρέφτη!» </p> + +<p>Του ξάναψεν έξαφνα η έγνοια του στολιδιού· ήθελε να συγυρίση τη λεβεντιά +του για το ταξίδι του κάτου κόσμου. Του φαίνονταν πως ετοιμάζονταν να πάη στο +πανηγύρι του Άη Λιά, στα πλάγια του Ζυγού. Κ' η μάννα που αλάλιασεν απ' τη +συμφορά, που αγρικούσε και δεν έννοιωθε, που έννοιωθε χωρίς να συλλογίζεται, +του φέρνει τον καθρέφτη.</p> + +<p>Επήρε τον καθρέφτη, κι άρχισε να κοιτάζεται μέσα σ' αυτόν· όχι να κοιτάζεται, +μα να κοιτάζη μέσα σ' αυτόν χίλιες ενθύμησες, χίλιες εικόνες απ' τα μικρά του +χρόνια ως τα τωρινά· εικόνες κ' ενθύμησες, θαφτές μέσα στο νου του, που +ξεθάφτονταν για υστερνή φορά κι ανασταίνονταν και σαν πουλάκια γοργόφτερα +τις έβλεπε με τα σβυσμένα μάτια του να σπαρταρούνε μέσα στο γυαλί. Κ' έλεγε +πως ήτον ο καθρέφτης ωσάν εκείνον το μαγικό, τον περίφημο, που μέσα του +ξάνοιγες όλα τα μακρυνά τα περασμένα και όλα τα μακρυνά τα μελλόμενα.</p> + +<p>Κ' ύστερα με μιας δεν αντίκρυσε άλλο τίποτε μέσα στον καθρέφτη παρά το +κατάχλωμο πρόσωπό του και το σωμένο του κορμί. Και πάλι ακούστηκε να λέη μ +εκείνον τον αλάλητο καημό της λεβεντιάς:</p> + +<p>«Αχ! ωραία νιάτα που θα φάη η γης!» </p> + +<p>Και καθώς είπεν «ωραία νιάτα», έτσι τον πήρε για στερνή φορά κ' η φροντίδα +της νιότης, του στολισμού και της εμορφιάς, η φροντίδα, που δεν ταφίνει τα +παλληκάρια και μέσα στην αγκαλιά του Χάρου. Κι άρχισε να τα χτενίζη, να τα +χτενίζη τα σγουρά μαλλιά, τα φουντωμένα κι ολόμακρα, που είχαν ρουφήξει, +θαρρούσες, όλη τη φρεσκάδα και τη δύναμη του κορμιού, γι' αυτό φούντωσαν έτσι +και μάκρυναν. Κι έστριβε το μουστάκι του σα να ήταν έτοιμος για δεύτερ' +αρραβωνήσια. Κι όταν απόκαμε πια, σα να του φώτισεν άξαφνο φως το νου του, +έτσι καθώς ήταν ακουμπιστός, είπε στη μάνα του:</p> + +<p>«Τώρα, δυστυχισμένη μάννα, τόσον καιρό έκανα κουράγιο, έλεγα πως δε θα +πεθάνω . . . Μια χάρη τώρα σου ζητάω. Κλάψε με να σ' ακούσω.»</p> + +<p> — Μπα! παιδί μου, τι λόγια είν' αυτά; Να σε κλάψω; Ίσα μ' αυτού ήρθες; +τραύλιζεν αλαλιασμένη η μάννα.</p> + +<p> — Αχ! και πάλι αχ! Κλάψε, μάννα, κλάψε! Τα νιάτα χώμα γίνονται κ' η +λεβεντιά χορτάρι, και το σαΐνικο κορμί χώμα και το πατούνε! Όπου πάς και σταθής, +μάννα, να το λες».</p> + +<p>Σώπασε λιγάκι, κ' έξαφν' ανατινάχτηκε απελπισμένα και φώναξε:</p> + +<p>«Δε θέλω να πεθάνω μοναχικά· κόσμο θέλω. Άνοιξε, μάννα, την πόρτα, να μπη +κόσμος μέσα.»</p> + +<p>Θα κόντευε το μεσημέρι. Γύριζαν οι Θαλασοχωρίτες απ' την εκκλησιάν. Άντρες, +γυναίκες, παιδιά, κρατούσαν άνθη στο χέρι, τάνθη του επιταφίου. Όταν άξαφνα +φτάνει σταυτιά των ανθρώπων, όλων εκείνων, που έβγαιναν απ' τον Άη Νικόλα, κι +όλων εκείνων που περνούσαν από κει, — κ' ήταν αδιάκοπο το διάβα κατά την ώραν +εκείνη, — φτάνει ένας ήχος αργός, βραχνός, λυπητερός που σήκωνε τις τρίχες και +σε σπάραζεν, ήχος βγαλμένος σαν από ζωντόβολο, σαν από άνθρωπον· ήχος που +κατέβαινε και υψώνονταν, κ' επνίγονταν, και χύνονταν και δέρνονταν ήχος που +ήταν και μίλημα, και ούρλιασμα, και θρήνος, και παράπονο, και κλάψιμο, και γέλιο, +και βρισιά, και τραγούδι· τραγούδι τρομασμένης, ξετρελλαμένης, απελπισμένης +ψυχής. Κ' οι διαβάτες άκουγαν, στέκονταν, ανατρίχιαζαν, αυτιάζονταν, ένοιωθαν, +κουνούσαν τα κεφάλια κ' έλεγαν ο ένας του άλλου:</p> + +<p>«Μυρολόι! ποιος να πέθανε;»</p> + +<p>Κάποιος έδειξε τότε το σπίτι της Δήμαινας, κ' έκραξε.</p> + +<p>«Δεν το ξέρετε; από το σπίτι της Δήμαινας βγαίνει το μοιρολόι. Πέθανε ο +Αφεντομήτρος!»</p> + +<p>Πέθανε ο Μήτρος! ο Μήτρος ο λεβέντης, που βασανίζονταν ένα χρόνο στο +στρώμα. Ο Μήτρος ο χτυπημένος, ο ζηλοφθονεμένος, ο μαγεμένος, ο +αδικοσκοτωμένος! Σα χαλάζι έπεσε το μαντάτο στο Θαλασσοχώρι. Κι όσοι +τάκουγαν, αναστέναζαν, έσμιγαν με βία τις απαλάμες, κ' οι γυναίκες τραβούσαν τα +μάγουλα σα να μη το περίμεναν από τόσους μήνες. Δεν μπορούσαν να το +χωνέψουν. Όταν πεθαίνει παλληκάρι σαν το Μήτρο, πεθαίνει ολόκληρη ζωή, +σβειέται ο ήλιος! Και τότε στάθηκεν ένα πράμα, που δε θυμούνται οι γεροντότεροι +να ξαναστάθηκε κι άλλη φορά στο Θαλασσοχώρι. Καθένας που άκουγε το νέο, το +έλεγε του άλλου και αμέσως, όπως ήταν κι όπου βρίσκονταν, τραβούσε γοργά κατά +το σπίτι του Μήτρου. Πού μαζεύτηκεν όλος εκείνος ο κόσμος; γυναίκες +ομορφοσυγυρισμένες με τα μαύρα φακιόλια· γυναίκες ανάλλαγες, όπως +βρίσκονταν στα σπίτια τους^ κάθε λογής άντρες, νοικοκυραίοι, δουλευτάδες της +θάλασσας και της στεριάς παιδάκια που τα κρατούσαν απ' το χέρι και παιδάκια στο +βυζί της μάννας· όλοι από την εκκλησιά τραβούσαν ίσια εκεί. Έλεγες πως μέσα στο +σπίτι εκείνο γίνονταν τα Πάθη του Χριστού, κ' έχει στηθή ένας άλλος επιτάφιος. Και +πολλοί κρατούσαν ακόμα στα χέρια τους άνθη, άνθη από τον επιτάφιο, κ' έλεγες +πως πήγαιναν να τα ρίξουν απάνω στο στρώμα του πεθαμμένου, μ' αυτά να του +ευωδιάσουν τον τελευταίο ύπνο, να τον αγιάσουν το νεκρό.</p> + +<p>Το σπίτι επρόβαλλε μ' ανοιχτά παραθύρια, με πόρτα ολάνοιχτη. Τόλουζεν ο +ήλιος του μεσημεριού. Να μην ήξερε κάνεις τίποτε, να μη γρικούσε τον ήχο, θα +στοχάζονταν, όχι πως διάβαινεν ο Χάρος από κει, μα πως είχε στηθή μεγάλο +πανηγύρι. Κανείς δεν τον κρατούσε τον κόσμο εκείνον. Όσοι έτρεξαν πρώτοι, +δρασκέλησαν το κατώφλι, ανέβηκαν, τράβηξαν ίσα μέσα, σκόρπισαν σ' όλα του +σπιτιού τα χωρίσματα. Οι άλλοι καρτερούσαν απ' όξω. Κι όλο έρχονταν. Κι όλο +κατέβαιναν, κι όλο άραζαν άνθρωποι μπροστά στο σπίτι. Κ' έξαφνα πάλι όσοι +πρόφτασαν και πρωτανέβηκαν στο σπίτι, πρόβαλαν στα παράθυρα, κατέβηκαν +πάλι, λαχανιασμένοι, αποσωμένοι, κίτρινοι, και έφεραν νέο μαντάτο: «Δεν πέθανεν +ακόμα, δεν πέθανε. Ψυχομαχάει· κ' έβαλε να τον μυρολογήσουν ζωντανό! Μωρέ, +ακούς; δεν ξαναστάθηκε τέτοιο πράμα!»</p> + +<p>Κι αλήθεια ήταν· όσοι έμπαιναν μέσα στο σπίτι μαρμάρωναν. Εκεί που +περίμεναν να τον ιδούν πεθαμμένο και να τον νεκροφιλήσουν, τον αντίκρυζαν +ανακαθισμένο στο στρώμ' απάνου, μ' ορργισμένη όψη, με γουρλωμένα μάτια, με +τεντωμένα αυτιά, σαν άτι ανυπόμονο να τρέξη στον κάμπο, σαν παλληκάρι που +καρτερούσε να του φορέσουν τάρματα για να χυθή. Και σε μια γωνιά μαζωχτή η +γρηά Δήμαινα και ασάλευτη, με λείψανο κορμιού μονάχα, με δίχως ψυχή, με δίχως +δάκρυα· όλη της η ζωή είχε γίνει φωνή, μα όχι φωνή γυναίκας, η φωνή της ίδιας της +απελπισιάς. Και τραγουδούσε σ' ένα σκοπό δικό της, που δεν ξανακούστηκε κ' +έλεγε:</p> + +<p class="poem">Ομορφονιός ψυχομαχάει, ομορφονιός πεθαίνει,<br /> +ανάψτε πράσινα κεριά και κίτρινες λαμπάδες,<br /> +να φέξουνε τομορφονιού να κατεβή, στον άδη.<br /> +Σκαλί σκαλί κατέβαινε, σκαλί σκαλί ανεβαίνει.</p> + +<p>Η Βασίλω η συμπεθέρα της, πού δεν μπορούσε να βαστάξη, κάτι θέλησε να της +ειπή:</p> + +<p>«Καημένη Δήμαινα, δεν ξαναστάθηκε τέτοιο στην οικουμένη, το παιδί σου να +ζη και να το μυρολογάς!»</p> + +<p>Αλλ' αντί ναποκριθή η μάννα, το παιδί αποκρίθηκε:</p> + +<p>«Πήγαινε στη δουλειά σου· τώρα θέλω να με κλάψη!»</p> + +<p>Και γυρίζοντας προς τη μικροπαντρεμένη τη Λόλω, στην ξαδερφούλα του, που +έστεκε γονατιστή κ' έκρυβε τα σιγαλά της δάκρυα μέσα στο μαντίλι της, την +αγριοκοίταξε και της λέει:</p> + +<p>«Μωρή Λόλω, γιατί δεν κλαις και συ;»</p> + +<p>Κι ακολουθούσε το μυρολόγι:</p> + +<p class="poem">Κ' ηύρεν τον ένας σκώληκας, μα και τον ερωτάει:<br /> +Πού πας, ασήμι, να χαθής, μάλαμα, να θολέψης;<br /> +Πού πας, αργυροκούδουνο, να χάσης τη λαλιά σου;</p> + +<p>Κι από τα χείλη της μάννας το μυρολόγι ξεφύτρωσε στα χείλη των γυναικών των +άλλων, καθώς τα δάκρυα φέρνουν δάκρυα και τα γέλοια γέλοια, καθώς το κερί +ανάφτει από άλλο κερί, καθώς απλώνονταν κάποτε κ' η πλυμμύρα του γιαλού και +σκέπαζε το Θαλασσοχώρι. Και μέσα στις γυναίκες που μυρολογούσαν, άλλες +γυναίκες πρόβαλαν μ' ανθοστέφανα και με χλωρά μπουκέττα, κι άλλες παραπέρα, +στάλλα χωρίσματα, κασσέλλες άνοιγαν κ' ετοίμαζαν ρούχα για το νεκρό που ακόμ' +ανάσαινε, κι ολοένα κόσμος, κόσμος ατέλειωτος ανέβαινε και κατέβαινε. Και μέσα +στον κόσμο ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ' η Ταρία Ταρέλα, +αποσωμένοι απ' τις αγρύπνιες, κι από τον πόνο συντριμμένοι, είχαν στυλώσει τα +μάτια σαν τυφλοί και τίποτε λες δεν έβλεπαν, τίποτε δεν έλεγαν. Αντίκρυ από το +σπίτι ο μαραγγός κάρφωνε με δακρυσμένα μάτια τα ξύλα της κάσσας, κι απάνω η +Βασίλω με τη Γυφτογιάνναινα ξεδίπλωναν το σάβανο· σ' ένα τραπέζι έστεκεν η +κεντιστή κι ολόχρυση σκούφια, στερνό χάρισμα της αρραβωνιαστικειάς στον +άκληρο που της έφυγε για πάντα· μ' εκείνη θα τον στόλιζαν στο νεκροκρέβατο.</p> + +<p>Από το μεσημέρι κ' εκείθε άρχισεν ο χαροπόλεμος. Το ψυχομαχητό κράτησεν +όλο το δειλινό. Και το παλληκάρι βογγούσε βαθειά κι αναταραζόταν, σα χώρα που +κάθε λίγο και λιγάκι την ανατίναζεν από της γης τα έγκατα σεισμός δαιμονισμένος. +Και μέσα στο ψυχομαχητό, στερνά ξεσπιθίσματα του καντηλιού της ζωής, τέτοια +λόγια ξεπετειόνταν ανάρια ανάρια:</p> + +<p>«Αχ! μωρέ, τι έπαθα! . . . Φουστανέλλα φορείς. . . Σιγά σιγά. . . μην πατήσης τα +πόδια μου. . . Μπα! μπα! τι κόσμος είναι τούτος;. . . Ορίστε! ορίστε!. . . Μάννα. . . +Μην πατήσης παραπάνω!. . . . Τόπο! τόπο! Αέρα θέλω!. . . Γλυκειά ζωή. . . Μη μου +κρύβης τον ήλιο. . . Παραδόθηκα!»</p> + +<p>Και με το «παραδόθηκα» παράδοσε στο Χάρο τη ζωή. Ξεψύχησε μπροστά στα +μάτια του κόσμου, μέσα στου Θαλασσοχωριού την αγκαλιά, σα λεύκα που τη ρίχνει +ο ξυλοκόπος, ύστερα από βαρύν αγώνα, στανοιχτά, μπροστά στην όψη ολόκληρου +του λόγγου του ανήμπορου. Την ίδιαν ώραν ο ανθρώπινος εκείνος λόγγος που +απλώνονταν απ' το στρώμα του νεκρού ίσια στο δρόμον έξω σκόρπισε μια βοή, που +την είχε γεννήσει βαρύς καημός κι αλαφρό ξανάσασμα: «Κρίμα στο παλληκάρι που +πάει άδικα! Δόξα σοι, Κύριε, που τον ανάπαψες!»</p> + +<p>Την ίδια εκείνην ώρα, πέρα στης θάλασσας την άκρη, ξανοίγονταν από το σπίτι +του νεκρού κι ο ήλιος που βασίλευεν ολοπύρινος. Το ήμερο ακρογιάλι δεν +εσούφρωνε πνοή. Τι γλύκα που είχεν η φύση! Στεριά και πέλαγο ησύχαζαν να μη +ταράξουν τον πρόσκαιρον ύπνο του παντοτεινού Θεού, τον ύπνο τον αιώνιο του +πρόσκαιρου τανθρώπου.</p> + +<p>Όμως την ίδια εκείνην ώρα, όσοι παράστεκαν, μέσα στον πλατύν οντά, το νεκρό +μ' ανοιγμένα μάτια ακόμα, είδαν κάτιτι παράξενο. Είδαν τη γριά τη Δήμαινα απ' το +στρώμα του παιδιού της, που είχε καρφωθή εκεί ξεψυχισμένη, χωρίς αίσθηση και +χωρίς δάκρυα, και πλέον και χωρίς φωνή, την είδαν να ορμήση αγριωπή, μέσα στον +κόσμο, σαν αγριόγατα μ' ολόρριχτα μαλλιά, με χέρια τεντωμένα, με δάχτυλα +ολάνυχτα, σαν κάποιον νάθελε να πνίξη. Μέσα στη μέση του σπιτιού αθώρητη σα +φίδ' είχε γλυστρήσει κ' έστεκεν ακίνητη, κι αμίλητη, κ' έστεκεν ολογάληνη, σα +μαρμαρωμένη, κ' εκοίταζε προς το κρεβάτι του νεκρού, μια κόρη. Μια μυστική +χαρά λαμπίριζε στα μάτια της, και το κλεισμένο στόμα της δεν τάνοιγεν, όμως το +χάραζ' ελαφρότατα μιαν αδιόρατη γραμμή που έμοιαζε χαμόγελο. Τανάστημά της +δεν ήταν ψηλό, αλλ' υψώνονταν αλύγιστο, το πρόσωπό της φάνταζε ωραιότερο, +καθώς επρόβαλε μονάχα εκείνο από το μαύρο σάλι που σκέπαζε όλο το κεφάλι της. +Σ' αυτήν απάνου ώρμησεν η γριά. Ψιθυρισμοί ακούστηκαν τριγύοω:</p> + +<p>«Μπα! την παλιοβρώμα! την αδιάντροπη!»</p> + +<p> — Μωρέ την είδατε την Τρελλομόρφω;</p> + +<p>Αλλά προτού προφτάσ' η Δήμαινα να την αρπάξη, εκείνη αφανίστηκε γοργά, +σαν όνειρο κακό, σαν πειρασμός ολόγλυκος. Κι απόμειν' η γριά σπαράζοντας και +φοβερίζοντας με το χέρι τον αέρα, και πριν μακρειά πλατειά ξαπλωθή στο πάτωμα, +πρόφτασε και ξεφώνησε:</p> + +<p>«Αχ! μωρή στρίγγλα! Ως κ' εδώ βγήκες, μπόισσα! Μου τον έφαγες! αχ! αν είχα +κουμπούρι σ' εσκότωνα! Ας είναι! δεν τον πήρες μια φορά, κι ας τον πήρε ο +Χάρος!»</p> + +<p> +</p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Death of a Youth, by Kostis Palamas + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DEATH OF A YOUTH *** + +***** This file should be named 42512-h.htm or 42512-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/4/2/5/1/42512/ + +Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for +his major work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License available with this file or online at + www.gutenberg.org/license. + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation information page at www.gutenberg.org + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at 809 +North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email +contact links and up to date contact information can be found at the +Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit www.gutenberg.org/donate + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For forty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + + +</pre> + +</body> +</html> + + + diff --git a/old/42512-h/images/cover.jpg b/old/42512-h/images/cover.jpg Binary files differnew file mode 100644 index 0000000..921812c --- /dev/null +++ b/old/42512-h/images/cover.jpg diff --git a/old/readme.htm b/old/readme.htm new file mode 100644 index 0000000..f6b0e69 --- /dev/null +++ b/old/readme.htm @@ -0,0 +1,13 @@ +<!DOCTYPE html> +<html lang="en"> +<head> + <meta charset="utf-8"> +</head> +<body> +<div> +Versions of this book's files up to October 2024 are here.<br> +More recent changes, if any, are reflected in the GitHub repository: +<a href="https://github.com/gutenbergbooks/42512">https://github.com/gutenbergbooks/42512</a> +</div> +</body> +</html> |
