diff options
Diffstat (limited to 'old/40478-0.txt')
| -rw-r--r-- | old/40478-0.txt | 9101 |
1 files changed, 0 insertions, 9101 deletions
diff --git a/old/40478-0.txt b/old/40478-0.txt deleted file mode 100644 index 5154027..0000000 --- a/old/40478-0.txt +++ /dev/null @@ -1,9101 +0,0 @@ -The Project Gutenberg EBook of Days of Attica, by Charalambos Anninos - -This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with -almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or -re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included -with this eBook or online at www.gutenberg.org - - -Title: Days of Attica - -Author: Charalambos Anninos - -Release Date: August 11, 2012 [EBook #40478] - -Language: Greek - -Character set encoding: UTF-8 - -*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAYS OF ATTICA *** - - - - -Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for -his major work in proofreading. - - - - - -Note: The tonic system has been changed from polytonic to -monotonic, otherwise the spelling of the book has not been -changed. Words in italics are included in _, while bold -words in &. Footnotes have been converted to endnotes and -are included in (). I have also added explanation of words -in endnotes. These are included in []. - -Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε -μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του -βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με -_, ενώ λέξεις με έντονους με &. Οι υποσημειώσεις έχουν -μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). -Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. -Αυτές έχουν σημειωθεί με []. - - - -ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΑΝΝΙΝΟΥ - - -ΑΤΤΙΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ - - - -ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ -ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΣΙΔΕΡΗ -46 ΟΔΟΣ ΣΤΑΔΙΟΥ — ΜΕΓΑΡΟΝ ΑΡΣΑΚΕΙΟΥ - -1920 - - - - Pro domo et progenie - - - -Ότε προ ημερών, κατ' επιθυμίαν του εκδότου κ. Ιωάννου Ν. -Σιδέρη, ηθέλησα να επιθεωρήσω την παρούσαν δευτέραν έκδοσιν -των _«Αττικών Ημερών»_, αποφασισθείσαν ένεκα της προ πολλού -επελθούσης ολοσχερούς εξαντλήσεως της πρώτης, ευρέθην εις -περιέργως δύσκολον θέσιν. Τα έργα εξ ών αποτελείται ο παρών -τόμος ενεφανίσθησαν μεν προ εικοσιπενταετίας, ότε εγένετο η -πρώτη έκδοσίς των εις βιβλίον, αλλά τα πλείστα εξ αυτών -άγουν ηλικίαν ακόμη μεγαλυτέραν, δημοσιευθέντα μεμονωμένως -εις το «Μη χάνεσαι», εις το «Άστυ», εις την «Εστίαν», εις -την «Εβδομάδα» και εν γένει εις τα διάφορα σατυρικά φύλλα, -τα φιλολογικά περιοδικά και τας εφημερίδας της τότε εποχής. -Επανέβλεπα λοιπόν τους φιλολογικούς μου τούτους γόνους με -το αλλόκοτον συναίσθημα πατρός επαναβλέποντος μετά -μακροχρόνιον απουσίαν τα τέκνα του αμετάβλητα αφ' ότου τα -είχεν αφήσει, λάλα δηλαδή και φλύαρα και άτακτα και -λογοπαικτούντα ανοήτως και μυκτηρίζοντα με περισσήν -ιταμότητα τους πάντας και τα πάντα. - -Δεν με ηνώχλει μόνον η παράκαιρος αύτη ζωηρότης, η -διατελούσα εις τόσον τραγικήν αντίθεσιν προς την στρυφνήν -ακαμψίαν του γεννήτορος, σαβανωμένου μέσα εις τα σύννεφα -της αθυμίας, όσα επεσώρευσαν επάνω του ο διαρρεύσας χρόνος -και αι περιπέτειαι του βίου. Με επτόει και η ιδέα της -ευθύνης, την οποίαν ανελάμβανα εμφανίζων τους μικρούς -αυτούς ασχημονούντας πιερρότους μέσα εις την σεμνήν -πανήγυριν της συνεσφιγμένης σοβαρότητος, με την οποίαν -ποζάρει τόσον αξιοπρεπώς η ελληνική κοινωνία, η ελληνική -διάνοια και η ελληνική τέχνη. - -Το περιβάλλον εντός του οποίου συνελήφθησαν και εγεννήθησαν -τα εν λόγω μικρά ζιζάνια ήλλαξεν έκτοτε σχεδόν καθ' -ολοκληρίαν. Τα πάντα ρει, όπως εγνωμάτευσεν ο αρχαίος -φιλόσοφος, παρεκτός ίσως συχνάκις του νερού της Δεξαμενής. -Εντός του τελευταίου αυτού τετάρτου αιώνος μετεβλήθησαν τα -ήθη, τα έθιμα, αι ιδέαι, η δίαιτα και όλοι οι πρότεροι όροι -της ζωής. Πώς να εμφανισθή, λόγου χάριν, ο αξιότιμος κύριος -Ζαχαρίας παραδαρμένος με το ψηλόν του καπέλλον, το οποίον -σήμερον φορούν μόνον εις τας επισήμους τελετάς και εις τας -κηδείας; Και πώς να παρουσιασθή χωρίς να ωχριάση από -εντροπήν το κόκκινον φέσι της αξιεράστου συνεύνου του -κυρίας Θεοδώρας, το οποίον όχι εις το πολυτελές -μοδιστράδικον του αξιοτίμου κ. Σωκράτη, αλλ' ούτε εις το -Δημοπρατήριον δεν τολμά να εκτεθή προς πώλησιν ανάμεσα εις -τις παληές κλειδαριές και τα σκουριασμένα χαντζάρια; Πώς να -ισχυρισθή ο πτωχός φοιτητής της φιλολογίας ότι τρώγει -τζιεράκια και τουλουμοτύρι, εδέσματα τα οποία διημφισβήτουν -προ ολίγων μηνών οι πεντακοσιομέδιμνοι με τα πεντακοσάρικα -εις τα χέρια; - -Αμή το λεκτικόν; οι δυστυχισμένοι ήρωες των διηγηματίων μου -φθέγονται — Παναγία μου! ποίος λέγει ή ποίος γράφει πλέον -σήμερον <φθέγγονται>! — κάποτε αλλοκότως διά την σημερινήν -εποχήν, μεταχειριζόμενοι εις τας εκφράσεις των και κανένα -ρηματικόν τύπον της αρχαίας γλώσσης, από εκείνους οπού -εμάνθανον αι περασμέναι γενεαί εις την γραμματικήν του -Γενναδίου, και οπού εμεταχειρίζοντο και οι γραμματισμένοι -της εποχής του Αγώνος, και οπού εννοούσαν εξαίρετα και ο -Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης και ο Κανάρης. Αλλ' αυτό -είνε λογιωτατισμός! είνε σχολαστικισμός ! . . . Είνε δόγμα -πλέον ότι με την αρχαιότητα δεν πρέπει να έχωμεν καμμίαν -σχέσιν — άμμες δε γ' εσμέν! — παρά μόνον όταν πρόκειται να -διεκδικήσωμεν εν ονόματι των προγόνων κληρονομικά -δικαιώματα. Έχομεν, βλέπετε, και τους ξένους λογίους και -γλωσσολόγους, οι οποίοι ρητώς μας το απαγορεύουν. Με το -δικαίωμα της φιλικής και συμμαχικής κηδεμονίας δεν μας -επιτρέπουν να πάρωμεν ούτε ένα τύπον ούτε μίαν λέξιν από -την αρχαίαν γλώσσαν, ενώ αυτοί έχουν πάρει από αυτήν, διά -να πλουτίσουν την ιδικήν των, όρους και λέξεις με το -τσουβάλι. - -Ώστε τι έπρεπε να γίνη; Διόρθωσις καμμία εις τέτοιον χάος -δεν εχώρει. Να επιχειρήσω να μεταφέρω τα πρόσωπα και τα -πράγματα εις την σημερινήν εποχήν, ν' αλλάξω την -σκηνοθεσίαν, να τα τοποθετήσω μέσα εις νέον περιβάλλον, με -νέαν αντίληψιν, με νέαν διανοητικότητα, με νέους -κοινωνικούς όρους και νέας συνηθείας; Αλλά το τοιούτο θα -ισοδυνάμει με την παράκρουσιν κάποιου καλλιτέχνου, όστις -διενοήθη κάποτε να ζωγραφίση τους Αποστόλους του περιφήμου -πίνακος του Δα Βίντσι καθημένους περί την τράπεζαν του -Μυστικού Δείπνου με φράκον και με άσπρον λαιμοδέτην! Άρα -δεν έμενε τίποτε άλλο παρά να τα εγκαταλείψω και να τ' -αφήσω ριγμένα εις τους Αποθέτας [1] της αφανείας και της -λήθης. - -Αλλά μία φωνή μυστική προερχομένη από τα βάθη των -φιλοστόργων και μακροθύμων πατρικών σπλάγχνων εσταμάτησε -πάσαν μου απόφασιν. - -«Διατί — μου είπεν η φωνή — να θέλης να φανής σκληρός -τύραννος και να παίξης πρόσωπον Βρούτου, γονέως αδυσωπήτου; -Αυτός δα είνε κι' αν είνε αναχρονισμός, αφού τον δόλον της -Μηδείας δεν στέργουν να παίζουν πλέον ούτε αυταί αι -απηρχαιωμέναι πρωταγωνίστριαι. Κάθε έργον τέχνης, όσον -ταπεινόν και ευτελές και αν είνε, είνε προϊόν της εποχής -οπού εγράφη. Διατηρεί μέσα του κάτι τι από το χρώμα της, -από τον ρυθμόν της ζωής της, από τας έξεις της, από τας -σκέψεις της. Εάν έχη ζωήν να ζήση, θα ζη πάντοτε εντός -εκείνης της ατμοσφαίρας. Σε βεβαιώ ότι και αυτά τ' -αριστουργήματα των αιώνων δεν εξαιρούνται αυτού του -φυσιολογικού κανόνος. Και σου αναφέρω ένα παράδειγμα: Εις -την Ιλιάδα, όταν πρόκειται ν' αλληλοσπαραχθούν δύο ήρωες, -σκυλοβρίζονται πρώτα στα γερά και έπειτα πιάνουν κουβέντα -και διά την γενεαλογίαν των, όπως ο Τυδείδης και ο Γλαύκος -και ο Πάτροκλος και ο Σαρπηδών. Κόπιασε τώρα και εις τα -σημερινά ήθη και φαντάσου δύο λογίους, οι οποίοι πρόκειται -να μονομαχήσουν εις το Γουδί ερίζοντες περί του αριστείου -και πριν εκτείνουν τα ραβδωτά των πιστόλια εναντίον -αλλήλων, αρχίζουν ενώπιον των μαρτύρων των να παινεύωνται -και ο ένας να λέγη τον αντίπαλόν του κατσικοκλέφτην, ο δε -άλλος να κομπάζη ότι είνε απόγονος κάποιας ζακυνθινής -κοντέσσας οπού επωλούσε μαστίχα και δαφνόλαδο! - - -»Βέβαια μερικαί λεπτομέρειαι, μερικοί υπαινιγμοί -αναφερόμενοι εις τα πρόσωπα, εις τα γεγονότα, εις τας -συνηθείας της εποχής οπού υπάρχουν εις το βιβλίον σου, θα -φανούν ακατάληπτοι εις τους σημερινούς αναγνώστας, οι -οποίοι προς διαφώτισίν των θα είνε υποχρεωμένοι — αν αξίζη -τον κόπον — να προστρέχουν εις την μνήμην των πρεσβυτέρων, -ή εις τας εφημερίδας και τα περιοδικά δημοσιεύματα της -εποχής εκείνης. Αλλά τι με τούτο; Μήπως όταν φυλλομετρούμεν -σήμερον παλαιούς τόμους του Charivari, και κυττάζωμεν τας -γελοιογραφίας του Gavarni πρέπει ν' αγανακτούμεν, επειδή -απεικονίζονται εις αυτάς αι κυρίαι φέρουσαι κρινολίνα και -καπελλίνα με φιόγκους και οι κύριοι τα χωνοειδή ψηλά -καπέλλα και τας σφηνοειδείς ρεδιγκότας της εποχής του -Λουδοβίκου Φιλίππου; - -»Όσον διά την γλώσσαν, μη πολυσκοτίζεσαι. Επέρασεν ήδη ένας -αιών και πλέον οπού σπαράσσεται το έθνος με αυτό το ζήτημα, -χωρίς να κατορθώση να το λύση. Είσαι βέβαιος τάχα ότι μετά -μίαν δεκαετίαν θα εξακολουθή να επικρατή η ιδία γλώσσα, η -οποία φαίνεται σήμερον επικρατούσα; Είνε πεπρωμένον κάθε -ελληνική γενεά να πλάττη και ιδικήν της γλώσσαν, έως ότου -κατορθώσωμεν αισίως ν' ανεγείρωμεν αντικρύ του Παρθενώνος -τον πύργον της Βαβέλ προς αΐδιον δόξαν της εθνικής -ενότητος. - -»Παύσε, χριστιανέ μου, τας τραγικότητας και άφησε αυτά τα -κακορρίζικα πλάσματα να ξαναϊδούν το φως του ηλίου». - -Τα επιχειρήματα ταύτα, συνηγορούσης και της πατρικής -μεροληψίας, μ' έπεισαν και έλαβα εις το τέλος την ηρωικήν -απόφασιν ν' αφήσω τα έργα αυτά να εκδοθούν και πάλιν όπως -είχαν. - -« — Ας μείνουν αδιόρθωτα, είπα· μήπως άλλως τε δεν μένουν -αδιόρθωτα χρόνια τώρα τόσα και τόσα πράγματα, όπως οι -Βασιλικοί Σταύλοι, το Ωρολόγιον του Πανεπιστημίου και ο -Ποινικός Νόμος; - -»Δεν θ' αλλάξω από αυτά ούτε ένα _ν_, το οποίον και αυτό, -καθώς φαίνεται, τείνει με τας νέας γλωσσικάς θεωρίας να -εξαλειφθή εκ του ελληνικού αλφαβήτου. - - Αθήναι, Ιανουάριος του 1920. - - &Μπάμπης Άννινος& - - - -Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΜΟΣ - - - -Την επομένην θαυμαστήν και ψυχωφελεστάτην διήγησιν την -ήκουσα από το στόμα του φίλου μου Παρασκευά Ιερεμιάδου, -βοηθού του αριστερού ψάλτου ενός των ναών της πόλεως, -βοηθού ενός φαρμακοποιού και βοηθού του γραμματοδιδασκάλου -εκπαιδευτηρίου τινός. Πλουσιοπάροχος εις βοηθείας προς τον -πλησίον ο φίλος μου αναμένει διά τον εαυτόν του την εξ -ύψους βοήθειαν, και αι οπαί των αγκώνων του με απύλωτον -στόμα διαλαλούν ότι το ισοζύγιον εις τα οικονομικά του είνε -ό,τι θα ήτο περίπου στίχος του Λαμαρτίνου εντός βιβλίου -λογαρίθμων. - -Είχομεν γνωρισθή, διότι εγευματίζομεν εις το αυτό -εστιατόριον. Μας εχώριζε μία τράπεζα και μας συνήνουν η -γενναιότης και η εγκαρτέρησις, μεθ' ής κατηναλίσκομεν τα -προϊόντα της μυστηριώδους μαγειρικής του εστιατορίου. -Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η γενναιότης του φίλου μου ήτο -ασυγκρίτως ηρωικωτέρα της ιδικής μου. Οσάκις ελάμβανεν ανά -χείρας τον κατάλογον, δεν έρριπτε το βλέμμα εις την -απαρίθμησιν των εδεσμάτων, αλλ' εις τας αντικρύ εκάστου -σημειουμένας τιμάς. Τα ψητά, το μπιφτέκι, οι ιχθύες, η -βραστή όρνιθα και τα λοιπά οπωσούν ακριβά φαγητά, ών η τιμή -περιστρέφεται περί την δραχμήν, ήσαν δι' αυτόν το -Διαβαλαγιρί της δαπάνης, ύψος δυσθέατον, μέχρι του οποίου -δεν ετόλμα ν' ανέλθη· κατήρχετο λοιπόν ταπεινώς εις το -χθαμαλόν πεδίον των 40 ή 50 λεπτών, καταβροχθίζων το -περιεχόμενον πινακίων βαθυκοίλων, συνιστάμενον εις τεμάχιον -απαλού και γλοιώδους κρέατος πλέοντος εντός λίμνης -εμβάμματος κοκκινοβαφούς, ως να είχεν αύτη παρασκευασθή διά -μίλτου [2]. Ο ξενοδόχος, οσάκις ηρωτάτο, απεκρίνετο πάντοτε -δογματικώς μετά καθησυχαστικού μειδιάματος ότι το χρώμα -προήρχετο από την σάλτσαν της ντομάτας· εγώ όμως φρονώ -αδιστάκτως ότι το έμβαμμα εκείνο ηρυθρία εξ αισχύνης, -βλέπον τον ασυνείδητον ξενοδόχον εξασκούντα το επάγγελμα -της Λοκούστας εν πλήρει ΙΘ' αιώνι, υπό την σκέπην του -Συντάγματος και του Ποινικού Νόμου. Αι &ουγγαρίαι&, τας -οποίας συχνά και με λαιμαργίαν κατήσθιεν ο κ. Παρασκευάς, -ως να ήτο προσωπικός εχθρός του Φραγκίσκου Ιωσήφ, τις οίδεν -οποίον πληθυσμόν μυστηριώδη μικροσκοπικών Μαγυάρων -περιείχον. Τα δε σηκωτάκια και άλλα εντόσθια, τηγανιστά ή -μαγειρευμένα, ών το υποκοριστικόν όνομα συνεδυάζετο -εναρμονίως με τον υποβιβασμόν της τιμής, ήσαν δι' αυτόν -βρώμα [3] κατ' εξοχήν προτιμητέον. Ώστε μεταξύ των πολλών -αλύτων φιλοσοφικών ζητημάτων των περιδινουμένων εις το -πνεύμα μου κατά τας ώρας της ρέμβης ήσαν και τα εξής δύο -σοβαρώτατα και ανεξιχνίαστα: α') με τι θα ετρέφετο ο κ. -Παρασκευάς Ιερεμιάδης αν η φύσις δεν ήθελε προικίσει τα -εσθιόμενα υπό των ανθρώπων τετράποδα με σπλήνα, με ήπαρ ή -με έντερα; — β') ποίον θα ήτο το ετήσιον έλλειμμα του -φαρμακείου, εις ό παρείχε την βοήθειάν του αν αι -χρησιμεύουσαι προς καθαρισμόν του στομάχου του ποσότητες -καθαρτικών εχορηγούντο εις αυτόν δωρεάν; - -Ετρώγομεν αντικρύ αλλήλων. Πεπροικισμένος ο Παρασκευάς με -οδόντας άρκτου, με φάρυγγα στρουθοκαμήλου και με όρεξιν -πάντοτε Βαρούχ αφυπνιζομένου μετά τον εβδομηκονταετή ύπνον -του προ τραπέζης εστρωμένης, ετελείωνε το γεύμα του πολύ -προ εμού. Δεν έφευγεν όμως· έμενεν εις την θέσιν του -ελλοχών εμέ και μόλις με ήθελεν ιδεί αποθέτοντα οριστικώς -το μαχαίριον, δι' ού είχον καθαρίσει τον τελευταίον καρπόν -και εξάγοντα την σιγαροθήκην μου, επεχείρει τρομακτικήν -έφοδον κατά του ακουστικού μου τυμπάνου, την οποίαν ήτο -αδύνατον ν' αποφύγω, διότι άλλως θα ήμην πραγματικώς άκρον -&άωτον&. - -Την ημέραν εκείνην ο χονδρός υπηρέτης Μανώλης, κάμνων τον -λογαριασμόν παρακαθημένου κυρίου, επέθηκε τας στιβαράς -τυλώδεις [4] χείρας του επί της τραπέζης, ής το έν άκρον -ηνωρθώθη εκ του βάρους και τα εν αυτή σκεύη ανεπήδησαν μετά -παρατεταμένης απηχήσεως. - - — Κινείται το τραπέζι! ανέκραξα εγώ αστεϊζόμενος. Φευ! -ακριβά έμελλον να πληρώσω τον αστεϊσμόν μου. Ο κ. -Παρασκευάς αμέσως ήρπασε την επιφώνησίν μου. - - — Μου συνέβη μία ιστορία πολύ περίεργος χθες με το -τραπέζι, μου είπεν· άκουσέ την. - -Και ο Ιερεμιάδης με ύφος θρηνώδες, όπερ αφεύκτως είχε -μεταδοθή εκ του γενάρχου του, ποιητού των εν Βαβυλώνι -θρήνων, εις όλους τους απογόνους της οικογενείας, ήρχισεν -ως εξής: - -* -** - - — Γνωρίζεις ότι κατοικώ εις Κολωνάκι. - -Δεν εγνώριζα τίποτε, αλλά προς ευχαρίστησίν του και -παρηγορίαν του, διά να φανή ότι υπήρχε και κάποιος γνωρίζων -την κατοικίαν του επισήμου αυτού υποκειμένου, ένευσα -καταφατικώς. - - — Κατοικώ λοιπόν εις το Κολωνάκι, εξηκολούθησεν, εις οδόν -αβάπτιστον ακόμη, την οποίαν όμως προ πολλού εγώ απεκάλεσα -οδόν Γολγοθά. - -Εμάντευσε την απορίαν μου και την ανερχομένην εις τα χείλη -μου ερώτησιν, πριν ανοίξω δε το στόμα απήντησε: - - — Θα μ' ερωτήσης διατί την αποκαλώ τοιουτρόπως; Άκουσε, -φίλε μου, και κρίνε. Είνε πέντε έτη τώρα όπου κατοικώ και -καθ' εκάστην ανανεούται απαράλλακτον το μαρτύριόν μου, -απέναντι του οποίου τα πάθη του Σωτήρος είνε μηδαμινά. -Κανείς δεν υπέφερέ ποτε τόσα καθ' εκάστην! . . . - -Και εστέναξε θλιβερώς. - - — Άφες τας παρεκβάσεις, του είπα. - - — Ανεκδιήγητα είνε τα βάσανά μου, εξηκολούθησεν ο -Ιερεμιάδης, εις την γωνίαν εκείνην της Σιβηρίας, την οποίαν -περιλαμβάνουν αι Αθήναι χωρίς να το γνωρίζουν. Δεν δύναμαι -να σοι διηγηθώ ποσάκις συνέτριψα τους πόδας μου επιστρέφων -την εσπέραν με βαθύτατον σκότος εις την κατοικίαν μου, -ποσάκις συνήψα μάχας εκ του συστάδην με τον άγριον σκύλον -του λαχανοπώλου, ποσάκις ετρόμαξα μη εμπέσω εις συμμορίαν -λωποδυτών. Μίαν φοράν μάλιστα συνελήφθην και εγώ ως -λωποδύτης παρά τινος κλητήρος πλανηθέντος κατ' εκείνα τα -μέρη, όστις μοι εζήτησε σπίρτον διά ν' ανάψη το σιγάρον -του, εγώ δε αφηρημένος του προσέφερα το σπίρτον του -καμινέτου, το οποίον είχον αγοράσει προ ολίγου από τον -μπακάλην. Μίαν φοράν ολίγον έλειψε να κατασυντριβώ υπό τους -τροχούς μιας αμάξης και προς ανταπόδοσιν, αλλά χωρίς να το -θέλω, κατεπλάκωσα εγώ μίαν άμαξαν. - - — Πώς τούτο; ηρώτησα απορών. - - — Ιδού πώς. Ο αμαξηλάτης είχε κατέλθει· οι φανοί της δεν -ήσαν αναμμένοι και έπεσα πλαγίως επάνω εις τ' άλογα, τα -οποία ετρόμαξαν, επήραν τον κατήφορον και η άμαξα πεσούσα -εντός χάνδακος ανετράπη. Αλλά, και αν έλειπε το σκότος και -οι λωποδύται και οι κλητήρες και αι πτερωταί στρατιαί των -κωνώπων και αι αιμοβόροι φάλαγγες των κορέων, μένει η κυρά -Αγγέλω και φθάνει. - - — Ποία είνε αυτή; ηρώτησα. - - — Η σπιτονοικοκυρά μου. Μη πλανηθής από το όνομα· ουδέποτε -έγινε μεγαλυτέρα του ευφημισμού κατάχρησις. Ο Εύξεινος -απέναντί της είνε πινάκιον κρέμας και αι Ευμενίδες αδελφαί -του Ελέους. Ενώπιον αυτής, καθημένης πάντοτε προ της -εισόδου, ως φρούριον εκ σαρκός, είνε ηναγκασμένοι να -διέρχωνται πτήσσοντες οι ταλαίπωροι ενοικιασταί της, Από -της δευτέρας ημέρας του μηνός περιμένει το ενοίκιο του -επιόντος· και ως να είχε σπουδάσει επιμελέστατα την θεωρίαν -του Λαβάτερ, παρατηρεί την φυσιογνωμίαν εκάστου και -προσπαθεί να εξαγάγη χρησμόν περί της πληρωμής του -ενοικίου. Την προτελευταίαν του μηνός το βαρόμετρον της -όψεώς της προμηνύει θύελλαν. Την τελευταίαν το πορφυρούν -πρόσωπον της κυράς Αγγέλως φεγγοβολεί ως ηφαίστειον· προς -την εσπέραν επακολουθεί η έκρηξις και αλλοίμονον εις τον -άθλιον εκείνον, όστις τον όρθρον της πρώτης του νέου μηνός -ευρέθη υπό την λάβαν της οργής της! - -Ήτο λοιπόν προχθές η τελευταία του μηνός. Είπα έν δειλόν -«καλησπέρα» διερχόμενος προ αυτής και έλαβα εις απάντησιν -ένα γρυλλισμόν και έν βλέμμα δυνάμενον να μεταβάλη εις -τέφραν τον ανδριάντα του Φεραίου. Εισήλθον εις το δωμάτιόν -μου μετά φρίκης αναλογιζόμενος την επιούσαν. Μου επήρχοντο -ακουσίως εις το πνεύμα αι αναμνήσεις της πολιορκίας του -Μεσολογγίου, του αποκλεισμού των Παρισίων και άλλαι -παραπλήσιαι ιστορικαί σελίδες. Έπλαττον σχέδια ηρωικής -αντιστάσεως και ήνοιξα μάλιστα το ερμάριόν μου διά να ίδω -την προμήθειαν των τροφίμων μου. Φευ! αχρείος τις ποντικός -είχε καταβροχθίσει το διά το δείπνον μου προωρισμένον -τεμάχιον του τυρού και εξ οίκτου ή εξ υπερηφανείας μοι -είχεν αφήσει την μερίδα του άρτου. Η έξοδος ήτο αναγκαία -την επαύριον. Σημειωτέον ότι ώφειλον τρεις και ημίσειαν -δραχμάς εκ του ενοικίου του παρελθόντος μηνός και ήμην -εντελώς &απένταρος . . . & - - — Λεπτομέρειαι τοιαύται είνε περιτταί, τω παρετήρησα, -διότι υπονοούνται. - - — Αίφνης, εξηκολούθησεν ο κ. Παρασκευάς, ήκουσα κρουομένην -την διά του συρτού κεκλεισμένην επιμελώς θύραν του δωματίου -μου. Ανεσκίρτησα, αλλ' εκ του τρόπου της κρούσεως και της -ηχησάσης όπισθεν της θύρας ηπίας φωνής καθησύχασα. Ήτο η -φωνή του κατοικούντος εις το παρακείμενον δωμάτιον συνοίκου -μου κ. Λεοντίου Λαγουδάκη. Χρηματίσας υπάλληλος είς τι -υπουργείον, έχει τώρα σύνταξιν εκ δραχμών 47 κατά μήνα και, -αφού επί εικοσιπέντε έτη έτρεμε προ του τμηματάρχου του, -τώρα τρέμει προ της οικοδεσποίνης του. Ο κ. Λαγουδάκης -εξοδεύει έξ ώρας και δέκα λεπτά την ημέραν εντός του -καφενείου των &Ευ φρονούντων·& τας έξ ώρας προς ανάγνωσιν -όλων των εφημερίδων, τα δέκα λεπτά προς πληρωμήν ενός καφέ -γλυκούς και βραστού. Καταναλίσκων όλας ανεξαιρέτως τας -στήλας όλων των σελίδων ο κ. Λαγουδάκης γνωρίζει την -παγκόσμιον κίνησιν. Γνωρίζει τι φρονούν εν τω μεγάρω του -Αγίου Ιακώβου περί του ζητήματος του Κόγκου, γνωρίζει πού -πωλείται το καλύτερον χαβιάρι, αν και δεν αγοράζει ποτέ εξ -αυτού, γνωρίζει ποίας τροπολογίας υποβάλλει εις τα -νομοσχέδια η αντιπολίτευσις και πόσους οπαδούς έχει ο κ. -Κανόβα δε Καστίλλο. Έν δεν γνωρίζει μόνον, πώς ν' αποφύγη -την οργήν της κυράς Αγγέλως, όταν χύνη το πρωί την λεκάνην -έξω από το παράθυρον, διά να μη εξέλθη έξω και κρυολογήση. -Διά να την εξευμενίση δε ανακοινοί προς αυτήν τα νέα της -ημέρας. Η κυρά Αγγέλω πλέκει την κάλτσαν της και τον ακούει -μετά προσοχής· επί τέλους τω λέγει: - - — Λοιπόν έτσι! . . . αυτόν τον Κόρδονα . . . πώς τον -είπες; που τον επιάσανε εκεί κοντά στο Μύλο; - - — Όχι δα! εις τον Νείλον. - - — Ας είνε! Σε παρακαλώ πολύ όμως, κύριε Λαγουδάκη, να μη -χύνης νερά μέσα εις την αυλή. Δεν έχεις ποδάρια να πας να -το χύσης έξω, καλότυχε; . . . Μπα!. . . . - -Ήκουσα λοιπόν την μελίρρυτον φωνήν του γείτονός μου -λέγουσαν: - - — Γείτονα! έχεις ένα σπίρτο; - -Φευ! ήτο τούτο το απαράβατον προοίμιον του γείτονός μου, -οσάκις βαρυνόμενος την μόνωσιν επόθει να έλθη εις ομιλίαν -μετ' εμού· ήτο η πρώτη εχθροπραξία κατά της ησυχίας μου. Το -σπίρτον εκείνο εγίνετο πάντοτε αφορμή ν' ανάψη πολύωρος -συζήτησις, παρατεινομένη πολλάκις μέχρι του μεσονυκτίου. - -Του ήνοιξα την θύραν και εισήλθε. - - — Καλησπέρα, κύριε Παρασκευά, μοι είπεν· έχεις εργασίαν; - - — Όχι, απήντησα, κάτι ήθελα να γράψω, αλλά δεν πειράζει. - - — Πάντοτε εις την μελέτην, πάντοτε σιμά εις το τραπέζι -σας, αι; . . . Αλήθεια, δεν μου λέγεις; . . . άκουσες αυτά -οπού γίνονται με τα τραπεζάκια; - - — Κάτι ήκουσα κ' εγώ, πράγματα πολύ παράξενα. - - — Είδα πολλά να γράφουν εις τας εφημερίδας και ήθελα να -κάμω μίαν δοκιμήν. - - — Μα πιστεύεις, κύριε Λαγουδάκη, ότι τα τραπέζια -κινούνται; - - — Να σε ειπώ, φίλε μου, απήντησεν ο κ. Λαγουδάκης, -αναλαβών σοβαρόν ήθος. Έχω λόγους περισσοτέρους από καθένα -να το πιστεύσω. Κανείς δεν είχε ποτε τόσας σχέσεις με -τραπέζι όσας εγώ. Εικοσιπέντε έτη έγραφα επάνω του. Όλα -εκινούντο εκεί μέσα εις το υπουργείον. Εκινούντο οι -βουλευταί, οι οποίοι περιήρχοντο ως αυθένται μέσα εις τα -δωμάτια, εκινείτο ο τμηματάρχης μου, όστις έπασχεν από -νευρικόν νόσημα, εκινείτο το χέρι μου ακατάπαυστα, αλλά το -τραπέζι δεν εκινείτο. Μίαν ημέραν, και εγώ δεν ηξεύρω πώς, -θαρρώ πώς είχα πιθώσει ένα χονδρόν βιβλίον επάνω του, -εκινήθη και αυτό αοράτως, έπεσεν επάνω εις το πόδι μου και -μ' εσακάτεψεν· από τότε χωλαίνω. - -Ήμην έτοιμος να γελάσω διά το κωμικόν επεισόδιον του κ. -Λαγουδάκη, αλλ' ο γέλως επάγωσεν εις τα χείλη μου. Είχα -ακούσει τας συρομένας εμβάδας [5] της κυράς Αγγέλως! . . . - - — Καλώς τα κουβεντιάζετε! είπεν εμφανιζομένη η κυρά -Αγγέλω· τι ομιλίες έχετε; - - — Ορίστε, κυρά Αγγέλω, απήντησα με τόνον όσον το δυνατόν -προσηνή, θέλων δε να εξιλεώσω την Μέγαιραν κατέβαλον -προσπάθειαν υψίστην και προσέθηκα αστεϊζόμένος: Θέλομεν να -κάμωμεν μαγικά με το τραπέζι· ορίστε και σεις, αν αγαπάτε. - -Η κυρά Αγγέλω εισήλθε και η έδρα έτριξε θλιβερώς υπό τον -ελεφάντειον όγκον του σώματός της. - - — Κάτι μου έλεγεν η κυρά Γεώργαινα αντίκρυ, είπε, διά το -τραπεζάκι, πως άλλο δεν κάμνουν εις όλην την Αθήνα το -βράδυ, άλλα τέτοια πράγματα εγώ δεν τα πιστεύω. - - — Πώς! ανεβόησα έκπληκτος, δεν πιστεύεις, κυρά Αγγέλω, ότι -ο μαγνητισμός, ο ηλεκτρισμός, ο ηλεκτρομαγνητισμός εν ενί -λόγω μεταδιδόμενος διά της θερμουργού επαφής των δακτύλων -παράγει αυτήν την πνευματικήν έξαψιν των πνευμάτων; - -Και ο κ. Παρασκευάς προσέθηκε μετριοφρόνως λαλών προς εμέ: - - — Αυτή, ξεύρετε, είνε η ιδική μου θεωρία επί του -φαινομένου τούτου. - - — Είνε εξαίσιος και πρωτότυπος, απήντησα εγώ· -εξακολουθήσατε. - -Ο κ. Παρασκευάς ανέλαβε την διήγησίν του. - - — Χαμπάρι δεν έχω απ' αυτά, είπεν η κυρά Αγγέλω. Τα -τραπέζια δεν κινούνται από τη θέσι τους και άκουσε ένα -πράγμα. Είνε έξ χρόνια τώρα· πριν πιάσης του λόγου σου αυτό -το δωμάτιον, εκατοικούσε ένας φοιτητής της ιατρικής. Έδωκε -εξετάσεις, επήρε το δίπλωμά του και ήθελε να φύγη. Μου -εχρεωστούσε δυόμιση δραχμάς από το νοίκι. — Σαν επιστρέψω, -κυρά Αγγέλω, σου τες δίδω, μου είπεν, ή σου τες στέλνω από -την πατρίδα μου. Ήτον από την Ευρυτανία, σημειώσετε! — Κυρ -Γιάγκο, του λέγω, εγώ δεν τ' ακούω αυτά· ή μου δίδεις τους -παράδες ή σου κρατώ το τραπέζι. Ήθελε να μου κάμη -παλληκαριές. — Θα το πάρω! . . . — Δεν το παίρνεις. — Εις -το ύστερο έβγαλα με τες σπρωξιές από την πόρτα και αυτόν -και τους Μανιάτες, πού είχε φέρει για να σηκώσουν τα -πράγματα. — Δεν θα κινηθή το τραπέζι σου από εκεί, του -λέγω, αν δεν μου φέρης τες δυόμιση. . . . - - — Χμ! Χμ! ανέκραξα ακουσίως εγώ βήχων, διότι ησθάνθην ότι -οι λόγοι της κυράς Αγγέλως ως ρομφαία δίστομος έπλησσον και -εμέ. - - — Κόρακας! απήντησεν αφελώς στρεφομένη προς εμέ η κυρά -Αγγέλω — ήτις είχε την ευγενή συνήθειαν ν' αποτείνη -τοιαύτας χαριεστάτας και τρυφερωτάτας αποστροφάς — -εννοήσασα ίσως την αιτίαν της βηχός μου. Και εξηκολούθησε -με βλέμμα βλοσυρόν και με χειρονομίαν παγώσασαν το αίμα -μου: — Το τραπέζι έμεινεν εις την θέσιν του και δεν εκινήθη -τρεις μήνες, έως ότου μου έφερε τα χρήματα. - -Μετά την ομιλίαν ταύτην εμείναμεν προς στιγμήν σιγώντες. Ο -κ. Λαγουδάκης διέρρηξε την σιγήν. - - — Και δεν κάμνομεν μίαν δοκιμήν και ημείς; είπεν. - - — Ας κάμωμεν· μα πού είνε το τραπέζι; - - — Νά, αυτό. - -Ήτο τραπέζιον ξύλινον απλούστατον, με τέσσαρας πόδας -ανισοσκελείς, κατάστικτον εκ μελάνης, εκ καφέ, εκ λιπαρών -ουσιών, υποβαστάζον κόσμον ολόκληρον εκ παντοίων -αντικειμένων. Επ' αυτού έκειντο τα βιβλία, τα χειρόγραφά -μου, τα προς γραφήν αναγκαία, η λυχνία μου χέουσα δάκρυα -πετρελαίου ένεκα της γεροντικής ηλικίας της, το καμινέτον -του καφέ, το φλυζάνιον, φέρον εις το βάθος πυκνόν στρώμα -υποστάθμης, φλοιοί ξηρού άρτου κλπ. Η ιδέα του να θέσω εις -συγχρώτισιν μετά του αοράτου κόσμου τον τετράποδα εκείνον -και πιστόν σύντροφον των αγρυπνιών μου, του να προκαλέσω -την μαντικήν δύναμιν αυτού του γινώσκοντος όλα της ζωής μου -τα απόκρυφα, μου ενέπνεε φόβον και αποθάρρυνσιν. Αλλ' η -κυρά Αγγέλω ήτο παρούσα· εις την ερυθράν αυτής και -ανθρωποφάγον όψιν διεφαίνετο καθαρά η εκ της προσδοκίας -ευχαρίστησις. Δεν ετόλμησα ν' αντιστώ κατά της αφώνου -επιθυμίας της· ετόλμησα μόνον να παρατηρήσω: - - — Μα . . . διά την δοκιμήν μας χρειάζεται να έχωμεν και -κανένα medium! . . . - - — Και δεν είνε τάχα εδώ η κυρά Αγγέλω; απήντησεν ο -πάνσοφος Λαγουδάκης· ως γυνή νευρική και ευαίσθητος νομίζω -ότι είνε καταλληλοτάτη. - -Κατόπιν της διαβεβαιώσεως ταύτης του παροίκου μου, την -οποίαν απορώ πώς ήκουε και ηνέχθη η στέγη χωρίς να -καταπέση, παρατήρησις άλλη δεν εχώρει. Απέσυρα εκ της -πτωχής μου τραπέζης το ποικίλον φορτίον της, την έσυρα εις -το μέσον του δωματίου και περί αυτήν εκαθίσαμεν και οι -τρεις, αφού ο κ. Λαγουδάκης μας έφερε μίαν καθέκλαν -δανεικήν εκ του δωματίου του. Η κυρά Αγγέλω, μετά το -φιλοφρόνημα του ενοικιαστού της, παρεκάθισεν ακκιζομένη διά -να μη διαψεύση την ιδιότητα της ευαίσθητου και εβίαζε τα -χείλη της εις μειδίαμα αποτρόπαιον ως μορφασμόν -απαγχονιζομένου. - -Ήμεθα έτοιμοι να προβώμεν εις την μυστηριώδη δοκιμήν αλλά -δισταγμός τις υπήρχε και εις των τριών τον νουν. - -Ποίον πνεύμα έμελλε να προσκαλέσωμεν; Κατ' αρχάς λόγω -αβροφροσύνης παρεκαλέσαμεν την οικοδέσποινάν μας να -επικαλεσθή το πνεύμα του συζύγου της, αποβιώσαντος προ -δεκαετίας, εκ περιπνευμονίας, ως έλεγεν αύτη, αλλά -πιθανώτερον εκ των βασάνων, άτινα ο ταλαίπωρος υπέστη συζών -μετά του θήλεος εκείνου Φαλάριδος. Πλην η κυρά Αγγέλω -διεκήρυξε κατηγορηματικώς ότι, «αφού ο Θεός την ελευθέρωσε -μια για πάντα, δεν ήθελε νάχη πλέον νταραβέρια με εκείνον -τον μεθύστακα!». Ο κ. Λαγουδάκης είχε φίλον του τινα -υπουργικόν γραμματέα προ πολλού αποθανόντα, αλλ' ήτο ούτος -τόσον κωφός εν τη ζωή, ώστε, ως μας διεβεβαίου ο κ. -Λαγουδάκης, ήτο αδύνατον και μετά θάνατον ν' ακούση το -πνεύμα του. Έμενα εγώ, ασκέφθην . . . και μία φαεινή ιδέα -επήλθεν εις τον νουν μου. - -Πριν σας ανακοινώσω όμως την ιδέαν ταύτην, εξηκολούθησεν ο -κ. Παρασκευάς, πρέπει να σας καταστήσω γνωστόν κάτι τι -άλλο. Μάθε, φίλε μου, ότι όλοι ημείς οι εξ αρρενογονίας -απόγονοι της οικογενείας μου, πάσχομεν όλοι ανεξαιρέτως από -κληρονομικόν τι πάθος περίεργον . . . - - — Από φλυαρίαν ίσως; είπα εγώ, διακόπτων αυτόν. - - — Όχι, απήντησεν ο κ. Παρασκευάς. Ιδού τι τρέχει. -Αγνοούμεν αν το οικογενειακόν μας όνομα Ιερεμιάδης ψιλούται -ή δασύνεται. Η άγνοια αύτη μεταβιβάζεται από πατρός εις -υιόν, χωρίς κανείς εκ των προγόνων να δυνηθή να λύση το -οικογενειακόν τούτο αίνιγμα. Μη μειδιάτε, σας παρακαλώ! Αν -ηξεύρετε πόσους κόπους, πόσας ερεύνας κατέβαλα διά να -δυνηθώ να σχηματίσω, μίαν οιανδήποτε πεποίθησιν, αλλ' επί -ματαίω! Αν παρατηρήσητε τα οικογενειακά μας έγγραφα, θα -ίδητε ότι αι υπογραφαί μας δεν φέρουν πνεύμα, ή φέρουν -αδιακρίτως ψιλήν ή δασείαν. Εγώ, αφού επί πολύ εβασανίσθην, -εύρον τέλος μέσον τινά όρον, εξασφαλίζοντα την ορθογραφικήν -φήμην μου. Ο όρος ούτος είνε τέχνασμα και συνίσταται εις το -να σημειώ το πνεύμα επί του αρχικού στοιχείου του επωνύμου -με δύο εξοχάς δεξιόθεν και αριστερόθεν· κάμνω έν σχήμα -αόριστον, παρεμφερές, περίπου με το του ανθρωπίνου ωτός, -ούτως ώστε να εκλαμβάνεται και ως ψιλή και, δασεία. Και με -το τέχνασμα τούτο διέσωζον μεν την υπόληψίν μου, αλλ' η -απορία μου ουχ ήττον υφίστατο. Διά τούτο, ότε επρόκειτο να -επικαλεσθώμεν τα πνεύματα, η πρώτη σκέψις μου ευθύς ήτο να -προσκαλέσω τα δύο πνεύματα της Γραμματικής και να μάθω παρ' -αυτών την αλήθειαν. - -Η αγανάκτησίς μου εξερράγη. - - — Και με κρατείς εδώ τόσην ώραν, αθεόφοβε, ανέκραξα, διά -να κάμης τόσον αχρεία λογοπαίγνια; - -Ο κ. Παρασκευάς ωχρίασε και ήρπασε την επί της τραπέζης -μάχαιραν. - - — Λογοπαίγνια! ανεβόησεν· εγώ λογοπαίγνια; και νομίζεις -ότι άνθρωπος ζων με 1,10 την ημέραν έχει όρεξιν να κάμνη -λογοπαίγνια; - - — Φίλε μου, είπα καταπραΰνων αυτόν, μη ταράττεσαι· αυτό -οπού μου λέγεις κατά σύμπτωσιν το έχω αναγνώσει εις μίαν -&Εβδομάδα& περασμένην εις τας &Απαντήσεις άνευ ερωτήσεων.& - - — Αλλ' είνε 500 εβδομάδες όπου εγώ το σκέπτομαι, απήντησεν -ο κ. Παρασκευάς. Άλλως τε τι σημαίνει τάχα; αφού πρόκειται -περί πνευμάτων, εφαρμόζεται κάλλιστα η γαλλική παροιμία les -génies se rencontrent, δηλαδή τα &πνεύματα& συναντώνται. - -Έφριξα διά το μέγεθος της αυθαδείας του, αλλ' εκείνος -απτόητος διά της μαχαίρας την οποίαν εκράτει έκοψε το -εναπομένον μήλον και το έφαγεν. - - — Ανεκοίνωσα λοιπόν την ιδέαν μου εις τον κ. Λαγουδάκην, -είπεν ο κ. Παρασκευάς συνεχίζων την διήγησίν του, ενώ -είχομεν ήδη επιθέσει την χείρα και το μαγνητικόν ρεύμα -είχεν αρχίσει να σχηματίζεται. Αλλ' ο κ. Λαγουδάκης αντέστη -μετ' αξιοπρεπείας. - - — Καραγκιοζλίκια θα κάμωμεν; είπεν· εγώ είμαι σοβαρός -άνθρωπος! Έπειτα τάχα είνε ανάγκη να εξετάσης το τραπέζι -διά να μάθης το πνεύμα του επωνύμου σου; Αφού το Ιερεμίας -παράγεται από το ιερός, δασύνεται και αυτό όπως και τα -άλλα. - - — Και είσθε βέβαιος ότι παράγεται από το ιερός; ηρώτησα. - - — Και αμφιβάλλεις; Ο Ιερεμίας ήτο προφήτης και ως τοιούτος -είχεν ιερόν χαρακτήρα. Άλλως τα Ιερεμίας, Ιεριχώ, -Ιερουσαλήμ, Ιεροβοάμ, όλα αυτά, ονόματα της Ιεράς Ιστορίας, -εξάπαντος πρέπει να δασύνωνται. - -Προσεπάθησα να του αποδείξω ότι ήτο αβάσιμος ο ισχυρισμός -του, αλλ' εκείνος επέμενε φέρων διάφορα επιχειρήματα, εν -οίς και το ότι τα από του &ιερός& παραγόμενα, οίον το -ιερεύς, ιεροδιάκονος κλπ., όχι μόνον δέχονται δασύ πνεύμα, -αλλ' είνε και φύσει δασέα, και απόδειξις ότι όλοι οι -ιερωμένοι φέρουσι πώγωνα. Η συζήτησίς μας διήρκεσεν επί -αρκετήν ώραν και εσφροδρύνθη επί τοσούτον, ώστε κατήντησεν -εκείνος μεν να με αποκαλέση «κορόιδο της φανταρίας», εγώ δε -αυτόν «γέρο ξεκουτιάρη». - -Την λέξιν ταύτην ακούσας ο κ. Λαγουδάκης ηγέρθη εμμανής και -απειλητικός· αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν η κυρά Αγγέλω, -ήτις, μη ενδιαφερομένη ποσώς εις την φιλολογικήν μας -συνδιάλεξιν, είχεν αποκοιμηθή επί της τραπέζης και συνώδευε -με ηχηρούς ρογχασμούς την συνηγορίαν εκάστου, αφυπνίσθη. - - — Τι επάθετε, καλέ; ανέκραξεν ακούσασα τας τελευταίας -ευφήμους λέξεις· τι είν' αυτά; μωρά είσθε να μαλώνετε;: -Τέτοια πράγματα δεν τα θέλω εγώ μέσα εις το σπίτι μου και -να μου κάμετε την χάρι να μου αδειάσετε την γωνιά. - -Και οι οφθαλμοί της ηστραποβόλουν, το δε αποπληκτικόν -πρόσωπον της εφλογίσθη ως κάμινος. Εμείναμεν αμφότεροι -ενεοί, σιγώντες, τρέμοντες ως μαθητάρια ατακτούντα, -καταληφθέντα εξαίφνης υπό του αυστηρού διδασκάλου. - - — Ακούς εκεί! εξηκολούθησεν η οικοδέσποινα μας ωργισμένη -εις άκρον, διότι διεκόψαμεν εις τοιούτον τρόπον την -ανάπαυσίν της, ακούς εκεί να κοντεύσουν να τσακωθούν για -τες δασείες! Και πώς δεν μου σκάσετε! . . . (Η κυρά Αγγέλω -ήτο ενήμερος πάντοτε εις την επικρατούσαν αγοραίαν -φρασεολογίαν). Δεν κυττάζετε την τύφλα σας, λέω εγώ! . . . -Κασιδιαρέοι, αλήθεια κι απ' αλήθεια! , . . - -Και εγερθείσα ώθησε την τράπεζαν βιαίως με τας χονδράς και -τυλώδεις χείρας της. Ο χωλός πους του τραπεζίου ενέδωκε και -η τράπεζα ανετράπη. Το συρτάριον ολισθήσαν εξήλθε της -θέσεώς του και τα εν αυτώ έγγραφα διεσκορπίσθησαν εντός του -δωματίου. - -Τα έγγραφα ταύτα ήσαν ποικίλης ύλης. Επιστολαί, θέματα, -σχέδια υπομνημάτων, σημειώσεις, δοκίμια φιλολογικών έργων . -. . Τα φύλλα διεσπάρησαν αναμίξ επί του εδάφους. Αλλ' ιδού -μεταξύ αυτών διακρίνομεν με έκθαμβον όμμα εγώ και οι άλλοι -τέσσαρα χαρτονομίσματα των 5 φράγκων, εξερχόμενα εκ -κιτρίνου τινός φακέλου, νεόκοπα, αμίαντα ακόμη, διατηρούντα -την ορεκτικήν αυτών στιλπνότητα και ζωηρότητα των -ποικιλμάτων των, φέροντα ευκρινή την ημίσειαν μορφήν του -Γεωργίου Σταύρου πονηρώς μειδιώσαν εκ της γωνίας. Το -τραπεζάκι εθαυματούργει αληθώς. - -Έμεινα κατάπληκτος, αγνοών πώς να εξηγήσω το πράγμα· πώς -ευρισκόμην κάτοχος τοιούτου θησαυρού χωρίς να το γνωρίζω! -Μόνον μετ' αρκετών λεπτών σκέψιν ανεμνήσθην ότι προ δέκα -μηνών είς εξάδελφος μου μοι είχε πέμψει τα είκοσιν εκείνα -φράγκα, άτινα μοι εχρεώστει, ότι τα είχα θέσει αφηρημένος -εντός φακέλου αναμιχθέντος, φαίνεται, μετ' άλλων εγγράφων· -ότι ανεζήτησα ματαίως κατόπιν τα χρήματα και νομίσας ότι τ' -απώλεσα, εδημοσίευσα εις τας εφημερίδας ότι απώλεσα -σπουδαίον χρηματικόν ποσόν και παρεκάλουν τον ευρόντα να -κρατήση τον φάκελον, εάν θέλη, και να μοι φέρη τα χρήματα. -Εννοείται ότι κανείς δεν παρουσιάσθη και το δυστύχημά μου -τούτο υπήρξεν αφορμή να εκτεθώ επί πολλάς ημέρας εις το -δίζυγον πυρ των αγρίων βλεμμάτων της κυράς Αγγέλως και του -ξενοδόχου μου και να παρατείνω την τότε εβδομάδα της -Τυροφάγου επί τέσσαρας άλλας ακόμη εβδομάδας. - -Την εξήγησιν ταύτην ητοιμαζόμην να παράσχω, αλλ' η -οικοδέσποινά μου με προέλαβεν. Έκπληξις ευχάριστος διεχύθη -επί της μορφής της επί τη θέα των χρημάτων· ιλαρύνθη αμέσως -και με φωνήν θωπευτικήν, πραείαν, με μειδίαμα σχεδόν μοι -είπεν: - - — Έτσι λοιπόν, κυρ Παρασκευά! κρύβεις τους παράδες και μας -κάνεις τον μισοκακόμοιρον; - -Και αυτός ο κ. Λαγουδάκης λησμονήσας τους διαπληκτισμούς -μας προσέθηκεν: - - — Εύγε, εύγε! δεν ενόμιζα ότι είσαι τόσον οικονόμος. - -Τι να πράξω; αφού εκ της αγαθής συμπτώσεως εσχημάτιζον -τόσον καλήν περί εμού γνώμην, ενόμισα συμφέρον να τους -αφήσω εις την πλάνην. Ακουσίως μάλιστα ανέλαβον το αγέρωχον -ήθος Κροίσου μεταμφιεσθέντος εις επαίτην και -αναγνωρισθέντος εκ τυχαίας περιστάσεως. Έκυπτα ήδη να λάβω -τα θεόθεν πεμπόμενά μοι χρήματα, αλλά και εις τούτο με -προέλαβεν η προβλεπτική κυρά Αγγέλω, ήτις λαβούσα τον -φάκελον εκράτησε τα τρία εκ των τεσσάρων χαρτονομισμάτων -και μοι έδωκε το έν λέγουσα: - - — Εγώ λοιπόν παίρνω το νοίκι και εκείνα οπού μου -εχρεωστούσες πρωτύτερα και αύριο σου δίνω τα ρέστα. Ως -τόσον για το καλό και για να τα φτιάσετε με τον κ. -Λαγουδάκην, παράγγειλε να μας φέρουν κάτι να πιούμε. - -Αντίρρησιν δεν ηδυνάμην ν' αντιτάξω. Αι επιθυμίαι της ήσαν -προσταγαί. Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το -εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και -αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες -ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον, αναφέροντες -ανέκδοτα περί κεκρυμμένων θησαυρών, περί σιδηροχόρτου, περί -μυστηριωδών ζαπλούτων πενιχρώς ενδεδυμένων και των -τοιούτων. Το κρασί και τα φουντούκια επανελήφθησαν και ούτω -το μόνον εκ της θαυμαστής περιπετείας απομείναν μοι -τάλληρον μετέβη και αυτό «μετά πνευμάτων δικαίων -τετελειωμένων». - -Ο κ. Παρασκευάς εσιώπησεν. - - — Ετελείωσεν η ιστορία σου; τον ηρώτησα απορών. - - — Ναι. - - — Αλλά, φίλε μου, μοι υπεσχέθης ιστορίαν πνευμάτων και δεν -είδα εις αυτήν καθόλου πνεύμα! - - — Αγνοείς λοιπόν ότι το πνεύμα είνε αόρατον. - -Μετά τόσην σοφιστείαν, ηγέρθην καταπαύσας πάσαν συζήτησιν -και προς εκδίκησιν δημοσιεύω την ιστορίαν του απαράλλακτον. - - - -ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΥΓΓΡΙΚΩΝ ΙΠΠΩΝ - - - - &Προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.& - -Οι υποφαινόμενοι εβόσκομεν αμέριμνοι εις τους πίονας αγρούς -και λειμώνας της πατρίδος μας μασσώντες ευδαιμόνως την -νεοθαλή πόαν του φθινοπώρου, ότε μας ήλθεν η είδησις περί -των εξοπλισμών της Ελλάδος και περί του προσεχούς -καταναγκαστικού εκπατρισμού μας. Και κατ' αρχάς η είδησις -δεν επιστεύθη· τόσον ήτο απροσδόκητος, ο δε κομίσας αυτήν -νεαρός πώλος εδέχθη αρκετά λακτίσματα προς σωφρονισμόν, -διότι ενόμισαν ότι ηστεΐζετο. Αλλ' ότε ήλθε μία φορβάς -οδυρομένη και άπελπις επικυρούσα την είδησιν και -διαβεβαιούσα ότι είδε και τους στρατιωτικούς απεσταλμένους -προς ιππωνείαν [6], τότε συνήλθομεν όλοι και διεσκέφθημεν -επί του πρακτέου. - -Αν και έχομεν κοινήν με τους εχθρούς υμών την καταγωγήν, -ημείς οι κάτοικοι της χώρας ταύτης, εν τούτοις με την -υμετέραν χώραν συνδεόμεθα μάλλον φιλικώς. Γνωρίζομεν ότι -εις τα ζυθοπωλεία της πρωτευούσης δεν είνε σπανία η -εμφάνισις της ευσάρκου καλλονής των ημετέρων συμπολιτίδων, -ότι εις τα εστιατόρια το έδεσμα &ουγγαρία& ευφραίνει τον -πεινώντα στόμαχον πολλών πτωχών σπουδαστών και ότι εις τας -ιπποδρομίας σας διέπρεψεν άλλοτε ο συμπατριώτης μας -Νεφελέτζ. Διά τούτο η συνέλευσις απέκλινε μετά συμπαθείας -εις την απόφασιν της μεταναστεύσεως, ότε μας ανεχαίτισε -προβάς εις το μέσον γηραιός τις ομόφυλός μας. Ήτο φρικτός -και ελεεινός την θέαν, το τρίχωμα του έλειπεν εκ του ενός -μέρους και επί των νώτων του εφαίνοντο τα ίχνη φοβερών -πληγών· ο είς των οφθαλμών του ήτο εξωρυγμένος, τα δε ώτα -και η ουρά του ηκρωτηριασμένα. - -«Αδελφοί! είπε, λαμβάνων τον λόγον, ακούσατέ με πριν -προβήτε εις την απόφασίν σας και κατέλθετε εις την Ελλάδα. -Προ έξ ετών καταληφθείς και εγώ υπό ενθουσιασμού ανεχώρησα -μετά πολλών άλλων, ομοφύλων μας αγορασθέντων υπό της -ελληνικής κυβερνήσεως. Υπέφερα πάσαν στέρησιν και κακουχίαν -προθύμως, εφόνευσα δι' ενός λακτίσματος ένα άπιστον -αλγερίνον ίππον, όστις ωρκίζετο εις τον προφήτην του ότι το -ελληνικόν άχυρον δεν ήτο νόστιμον, και αφήκα να μου μαδήση -την χαίτην ο άπειρος νεοσύλλεκτος, όστις μου έτυχεν ως -αναβάτης· έσπασα τας οπλάς μου εις τας παρατάξεις και εις -τας επιθεωρήσεις και τα γυμνάσια, ήκουσα αγορεύσεις και -λόγους και ηυχαρίστησα τον Ύψιστον διότι καλούμεθα και -είμεθα &άλογα&, αλλά μάχης καπνόν δεν είδα. Μετά τινας -μήνας επωλούμην σκληρώς επί δημοπρασίας μετ' άλλων αθλίων -συντρόφων μου, εις τόπον καλούμενον Δημοπρατήριον. -Περιέπεσα εις χείρας ενός καρραγωγέως και η κατάστασις της -ράχεώς μου μαρτυρεί περί της ευσπλαγχνίας του· έπειτα εις -ένα μύλον, τον οποίον ηδύνατό τις εξαίρετα ν' αποκαλέση -μύλον . . . της Έριδος, διότι συχνάκις ηρχόμην εις χείρας . -. . δηλαδή εις πόδας, με ένα αυθάδη όνον όστις διεξεδίκει -τα πρωτεία. Έπειτα εις την εξουσίαν του ιπποδαμαστού -Δερσέν, όστις όμως μ' εξήρεσεν ως σωματικώς ανίκανον και με -μετεπώλησεν εις ένα συμπατριώτην μας αγοράζοντα απομάχους -ίππους διά το σφαγείον, από τας χείρας δε αυτού εξέφυγα και -ευρίσκομαι εδώ. Αδελφοί, αναλογισθήτε τα παθήματά μου και -σκεφθήτε πριν αποφασίσετε!» - -Χρεμετισμοί επιδοκιμασίας υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους -και οι πρόκριτοι της ομηγύρεως συνελθόντες ευθύς -απεφασίσαμεν να υποβάλωμεν την παρούσαν αναφοράν προς την -κυβέρνησιν διά να δηλώσωμεν ότι, αν πρόκειται να -πολεμήσωμεν πράγματι, είμεθα έτοιμοι να κατέλθωμεν. Αν -πρόκειται όμως να υποβληθώμεν εις κακουχίας χάριν -επιδείξεων και παρατάξεων, διά να ποξηρανθή το δέρμα επί -των οστών μας ως η σταφίς επί των σπαγοστοιχιών ενός των -εφευρετών μιας, των χιλίων μεθόδων της αποξηράνσεως της -σταφίδος, αν θα πωληθώμεν εις το Αναβρυτήριον μεταξύ των -παλαιών επίπλων, των μαχαιροπηρούνων και των φιλοσοφικών -συγγραμμάτων, τότε δεν ερχόμεθα και καλύτερα θα κάμη η -κυβέρνησις να προμηθευθή διά μέσου του κ. Μάιφαρτ ίππους εκ -των εργοστασίων της Νυρεμβέργης, καταλληλοτέρους από ημάς -διά τα μικρά καθώς και διά τα μεγάλα παιγνίδια. Ημείς δεν -πωλούμεθα, διότι δεν είμεθα ούτε ψηφοφόροι ούτε -δημοσιογράφοι, ούτε ειρηνοδίκαι· δεν στέργομεν δε να -υποταχθώμεν εις την βίαν. Φωνάζομεν ευχαρίστως: ζήτω η -Ουγγαρία, αλλ' ουδέποτε: ζήτω η Αγγαρεία! - -Ευπειθέστατος εξ ονόματος όλων - - ΑΛΙΤΖΕΣ - - (1885) - -(Μετάφρασις εκ του αυστροουγγρικού). - - - -STATU QUO ANTE - -(Συμφοραί πτωχού γραφέως) - - - -Οικτίρατέ με, φίλοι μου, διότι είμαι δυστυχής άνθρωπος! - -Αφ' ότου ήρχισαν τα σοβαρά εν τη Ανατολή γεγονότα, αφ' ότου -ήρχισαν τα συλλαλητήρια, αφ' ότου ήρχισαν αι θεωρίαι των -εφημερίδων, τα κύρια άρθρα, αι αγορεύσεις εις το ύπαιθρον, -ο βασιλικός λόγος και αι επ' αυτού συζητήσεις, αδιακόπως -βασανίζει τον νουν μου η ιδέα του καθεστώτος, η ιδέα της -ισορροπίας και ανεγείρονται ως σκόπελοι εις το πνεύμα μου -αι τρεις επί κεφαλής λατινικαί λέξεις. - -Ν' αποκατασταθή το καθεστώς! . . . Θεέ μου, Θεέ μου! αλλά -ποίον καθεστώς; το καθεστώς με &ω& ή το καθεστός με &ο&; ή -το καθεστώς με &ο& εις την ονομαστικήν και με &ω& εις την -γενικήν, όπως πρεσβεύουσι μερικοί ότι πρέπει να γράφεται; -Εάν δεν λυθή πρώτον οριστικώς το ορθογραφικόν αυτό ζήτημα, -πώς είνε δυνατόν να λυθή παν άλλο πολιτικόν ή εθνολογικόν; - -Και η ισορροπία;. . . . Καταλαμβάνετε τι είνε η ισορροπία; -Ομολογώ ότι ο εγκέφαλός μου απώλεσε την ιδικήν του -σκεπτόμενος ν' ανεύρη την εξήγησιν. Διότι κατά περίεργον -σύμπτωσιν όλα τα παράγωγα και τα σύνθετα εκ του &ίσος&, όλα -έχουν σημασίαν . . . ανάποδον. Παραδείγματος χάριν το -Σύνταγμα λέγει ότι όλοι οι Έλληνες είνε ίσοι απέναντι του -Νόμου· τι είνε λοιπόν η ισότης; . . . Η ισότης είνε η -ιδιότης εκείνη την οποίαν . . . ο πρώτος υπαστυνόμος -ημπορεί να σου σπάση τα πλευρά, αν τύχη να έλθης εις -διένεξιν μέ τινα εκλογέα βουλευτού συμπολιτευομένου και να -έχης δίκαιον. Ας έλθωμεν εις το ισοζύγιον· επί πολλά έτη -ισοζύγιον εσήμαινε το κατ' έτος εξογκούμενον εν τω -προϋπολογισμώ έλλειμμα πολλών εκατομμυρίων, έως ότου -κατηντήσαμεν να πιστεύσωμεν ότι ήτο τυπογραφικόν λάθος αντί -υποζύγιον — λέξις καταλληλοτάτη προς χαρακτηρισμόν του -ελληνικού λαού, αίροντος μεθ' υπομονής τα φορτία των -εκατομμυρίων των αμαρτιών των προϋπολογισμών των υπουργών -του. Και βλέπετε ότι ομιλώ πολύ &γενικώς&. Θέλετε και άλλο; -ιδού· εις την αρχαιότητα ο Ισοκράτης ήτο μέγας ρήτωρ και -σήμερον, αν εισέλθητε εις τον ναόν της Αγίας Ειρήνης, θα -ίδητε οκτώ ή δέκα Ισοκράτας . . . μικρούς παίδας, οίτινες -«κρατούν το ίσον του ψάλτου». Αλλά μήπως νομίζετε ότι οι -μαθηματικοί κανόνες περί των ίσων ισχύουν; Απατάσθε! -Προχθές μετέβην να επισκεφθώ ένα εξάδελφόν μου, συνήντησα -δε εις την οικίαν του ένα εξάδελφον του εξαδέλφου μου. -Αμέσως μοι επήλθεν εις τον νουν το μαθηματικόν αξίωμα: τα -δύο τινί ίσα, ίσα και προς άλληλα· τείνας λοιπόν την χείρα -οικείως είπον προς τον άγνωστον: - - — Είσαι εξάδελφος του εξαδέλφου μου; άρα και αναμεταξύ μας -είμεθα εξάδελφοι, επειδή είμεθα ίσοι προς αλλήλους. - -Ο εξάδελφος του εξαδέλφου μου έρριψεν επ' εμού βλέμμα -αγέρωχον και οργίλον, ως να τον ύβριζον. Επληροφορήθην -κατόπιν ότι ήτο σύγγαμβρος του αμαξηλάτου ενός των -υπουργών. - -Ω! η ισορροπία! το καθεστώς! μα τας 30 σελίδας των -πρωτοκόλλων της πρώτης συνεδριάσεως της Συνδιασκέψεως, δεν -μου αφήνουν τον νουν ήσυχον ουδ' επί στιγμήν. Χθες περί την -μεσημβρίαν ο προϊστάμενός μου εισελθών εις το γραφείον και -ιδών ότι, αντί να εργάζωμαι, αναγίνωσκον τα κύρια άρθρα των -εφημερίδων, με επέπληξεν αυστηρότατα. - - — Όλο το πρωί καθισιό! . . . μοι είπεν. - - — Κύριε, τω απήντησα αξιοπρεπώς, εγώ αγαπώ το «πρώην -καθιστός». - -Ο προϊστάμενος εξήλθε φρυάττων, αλλ' η αγανάκτησίς του -μετετράπη εις σεληνιασμόν, ότε ανεύρεν εις τα έγγραφα, -άτινα τω υπέβαλα προς υπογραφήν, λέξεις γεγραμμένας ούτω: -«του δήμου Ισ-Ωρωπίων» «του επιstatu quo του ταχυδρομείου» -«anteλήφθη των πραγμάτων» κτλ. - - — Κύριε, τω είπον ιδών το σπινθηροβόλον βλέμμα του, -συγχωρήσατέ με, αν υπάρχη κανένα λάθος. Τα έγραφα τροχάδην -βιαζόμενος να εξέλθω, επειδή έχω αυτήν την ώραν -Συνδιάσκεψιν με ένα φίλον μου! . . . - -Ο προϊστάμενος έξω φρενών εποίησε τοιούτο διάβημα — παν -άλλο ή φιλικόν — προς τα μεσημβρινά μέρη του σώματός μου, -ώστε απώλεσα πραγματικώς την ισορροπίαν. - -Αλγών και απηλπισμένος ετράπην εις φυγήν, εισήλθον δε εις -το πρώτον παρατυχόν ζαχαροπλαστείον διά να ησυχάσω. - -Έκραξα τον ζαχαροπλάστην και τον ηρώτησα: - - — Έχεις ρουμ; - - — Μάλιστα. - - — Έχεις και μέλι; - - — Επίσης. - - — Τότε πολύ σε παρακαλώ να μου κατασκευάσης μίαν Ρουμ- -μελίαν , . . Και ει δυνατόν να είνε Ανατολική. - -Ο ζαχαροπλάστης με προσέβλεψε περιδεώς και απήλθε -σταυροκοπούμενος, - - — Έλα δω! τω είπον. - -Αλλ' εκείνος έσεισε την κεφαλήν μετ' οίκτου και εξηκολούθει -ν' απομακρύνηται. - - — Statu να σου quo ! τω είπον εντόνως. - - — Βρε ante να χαθής! μοι απήντησεν επί τέλους. - - (1885) - - - -ΠΑΙΓΝΙΟΧΑΡΤΩΝ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ - - - -Παρερριμμένα εις μίαν γωνίαν, ξεθωριασμένα εκ της -προστριβής, συντεθλασμένα, ηκρωτηριασμένα μερικά -παιγνιόχαρτα, απομεινάρια οικτρά δέσμης καινουργούς, -αγορασθείσης την προτεραίαν και διασπασθείσης ελεεινώς κατά -τον πυρετόν του χαρτοπαιγνίου, την πρωίαν της επαύριον του -νέου έτους συνωμίλουν ανακοινούντα προς άλληλα τας εκ της -προτεραίας εντυπώσεις των. - - — Πάει κι αυτός ο Άι-Βασίλης! είπε μελαγχολικώς είς άσσος -κούπα μονόφθαλμος προσβλέπων βλοσυρώς ως κύκλωψ με τον -μόνον κόκκινον οφθαλμόν του. - - — Άις-Βασίλης κακορρίζικος! είπεν είς φάντες σπαθί, ού ο -πρασινοκόκκινος χιτών ήτο διεσχισμένος, έλειπε δε και έν -μέρος από την καστανήν κόμην του. - - — Ποιος σ' έκανε σε τέτοιο χάλι, κακομοίρη; τον ηρώτησεν -ευσπλάγχνως μία ξανθή δάμα. - - — Ένας κλητήρας, κακό χρόνο νάχη! απήντησεν ο φάντες. Είχε -πάρει μποναμά από τους χασάπηδες και τους μπακάληδες της -γειτονιάς και ήλθε να τον παίξη εις εμέ. Τον έπαιξε κ' -έχασε και τότε θυμωμένος μ' εκατεξέσχισε χωρίς να ενθυμηθή -ο άθλιος ότι είχαμε και μία μικρά συγγένεια μεταξύ μας. - -Συγγένεια με τον κλητήρα; ηρώτησεν απορών έν πυκνόν -ολόμαυρον δέκα μπαστούνι. - - — Βέβαια· προτού να γίνη κλητήρας εχρημάτισε καπνο . . . -φάντης! - -Τα παιγνιόχαρτα ανεκάγχασαν επί τη αστειότητι ταύτη του -συναδέλφου των. - - — Εμέ, είπε το τρία κούπα, μ' ετυράννησεν όλη την νύκτα -ένας πρώην τμηματάρχης· το όνομά μου τω εφαίνετο καλός -οιωνός, επειδή τω υπενθύμιζε το κόμμα του. Όταν είδεν όμως -ότι ούτε εις τα χαρτιά δεν έκαμνε δουλειά το κόμμα του, -εφουρκίσθη και με συνέστρεψε και μ' εδάγκασε . . . - - — Για να σου πω! κάμε μου τη χάρι πήγαινε πάρα πέρα! είπεν -έν παρακείμενον δύο· κάτι τέτοιοι χαρτοπαίκται είνε -λυσσασμένοι και ξέρω εγώ! . . . μπορεί και συ να λυσσάξης. - - — Εμένα πάλιν, είπε το εννέα, μ' έπιασε ένας βουλευτής -συμπολιτευόμενος. Τον ήκουσα να λέγη: Με τους εννέα του -ένας κάποιος πολιτευόμενος έγινεν εκείνος πού έγινεν· αυτός -ο πούντος έχει τύχη! Αλλά έφυγε ζεματισμένος την ώρα που -έπεφταν τα κανόνια. - - — Κανόνια εφέτος θα πέσουν πάρα πολλά, μου φαίνεται, είπε -το πέντε. Είδα κάτι αξιωματικούς, κάτι υπαλλήλους να -παίζουν απηλπισμένα και να ριψοκινδυνεύουν ποσά μεγαλύτερα -από τας δυνάμεις των. - - — Εφέτος ήτο φτώχεια πολλή, είπε γενειάτης τις και -μακρυπλόκαμος ρήγας, έχων αποτεθειμένον το στέμμα του επί -του καρρώ, ως να είχε κουρασθή να το φέρη επί κεφαλής. Με -είχε πάρει στην τσέπη του ένας παλαιός μου μουστερής και -εγυρίσαμε λέσχας και καφενεία· παντού άκουσα παράπονα, -γκρίνια, κατάρες. Συνηθισμένος εις τες λίρες και τα -χαρτονομίσματα, εθύμωσα όταν είδα να πουντάρουν επάνου μου -δε κάρες και ήλθα &τέρτσος& κ' εγώ δεν ηξεύρω πόσες φορές! -. . . - - — Μεγάλη η &καρρωσύνη& σου! είπεν ο λογοπαίκτης φάντες. - - — Α, εξηκολούθησεν ο ρήγας, αφού προσέβλεψε λοξώς τον -διακόψαντα, παν οι καιροί εκείνοι πού εκυλούσαν άφθονα -επάνω μας τα ναπολεόνια! Το ελληνικό χρυσάφι έφυγε όλο εις -την Ευρώπη, έγινε κανόνια, όπλα, στολαί, ναρκοβόλα, διότι -τώρα οι Έλληνες είνε αποφασισμένοι να παίξουν το μεγάλο -παιγνίδι. - - — Μα θα το παίξουν, ή απλώς έτσι &παίζουν&; ηρώτησεν ο -αδιόρθωτος φάντες. - -Ο ρήγας έλαβεν ήθος αυθεντικόν και ητοιμάσθη ν' απαντήση, -αλλά την στιγμήν εκείνην ο σκουπιδιάρης ελθών διέκοψε την -συνδιάλεξιν και παραλαβών τα παιγνιόχαρτα έρριψεν αυτά εις -το κάρρον. - - (1886) - - - -ΝΟΟΜΑΝΤΕΙΑ - - - -Από τινος μεγάλην μου έχουν προξενήσει αίσθησιν αι νεώτεραι -ανακαλύψεις της επιστήμης, νυχθημερόν δε καταγίνομαι -προσπαθών να εμβαθύνω εις αυτάς. Διότι, δεν το λέγω διά να -καυχηθώ, αλλ' είνε αληθές ότι είμαι άνθρωπος πολύ φιλομαθής -και πολύ περίεργος, δεν δύναμαι δε να εύρω ανάπαυσιν, εάν -δεν ανακαλύψω πρότερον την εξήγησιν φαινομένου τινός -ελκύοντος την προσοχήν μου. Παρηκολούθησα επισταμένως -πάντας τους μέχρι τούδε αναφανέντας επιστημονικούς συρμούς. -Ότε ήτο π. χ. προ δύο ετών η μανία των κινουμένων τραπεζών, -κατέβαλον ατρύτους [7] κόπους περιερχόμενος τας ενταύθα -Τραπέζας όπως συνάψω μικρόν τι δάνειον, οφείλω δε να -ομολογήσω ότι οι κόποι μου απέβησαν μάταιοι, επειδή καμμία -Τράπεζα δεν εκινήθη . . . εις οίκτον υπέρ εμού. Έπειτα ήλθε -το ζήτημα του υπνωτισμού και τόσον επεδόθην εις αυτό, μετά -τόσου ζήλου επελήφθην της εξετάσεώς του, ώστε κατήντησε να -κοιμώμαι είκοσιδύο ώρας το ημερονύκτιον αναγινώσκων τας -περί αυτού γραφομένας διαφόρους πραγματείας. Τώρα δε μετά -την αθρόαν άφιξιν των νοομάντεων, ότε ο Σασσανιών -καταδιώκει τον Μπίσοπ και ο Μπίσοπ καταδιώκει τους θεατάς, -το πνεύμα μου αδιακόπως καταδιώκει και αυτό μίαν ιδέαν, -δηλαδή τίνι τρόπω να γίνω κ' εγώ νοομάντις. - -Τα πάντα κατορθούνται διά της υπομονής και της επιμονής, -χάρις δε εις τους πολλούς κόπους και την επιμονήν μου -κατώρθωσα τω όντι να φθάσω εις ευάρεστα αποτελέσματα, ως -αποδεικνύεται εκ των εξής πειραμάτων, άτινα λαμβάνω την -τιμήν να εκθέσω εις τους ευμενείς αναγνώστας μου. - -Και εν τούτοις ηδυνήθην ν' ανεύρω αντικείμενον, και μάλιστα -βελόνην, κρυμμένην Κύριος οίδε προ πόσου χρόνου εις μέρος -όπου ουδέ κατά διάνοιαν υπώπτευον. Επί τρεις συνεχείς -μήνας, μόλις κατεκλινόμην ησθανόμην οδυνηρόν νυγμόν εις . . -. τας κάτω χώρας του σώματός μου. Την ενενηκοστήν πρώτην -ημέραν απεφάσισα ανάψας το κηρίον να εξετάσω την κλίνην και -μετά λεπτομερή έρευναν κατώρθωσα ν' ανακαλύψω βελόνην -εμπηγμένην εντός του στρώματος. - -Δεύτερον πείραμα σπουδαιότερον. Ανεύρεσις αγνώστου -ημερομηνίας. Πρό τινος καιρού εισήλθε πρωίαν τινά εις το -δωμάτιόν μου η αξιοτίμος κυρά-Ζαφείρω, η οικοδέσποινά μου, -ής την περιγραφήν αναβάλλω, λέγων μόνον ότι, αν εξηρτάτο -από το θέλημά της, ο βίος μου θα συνετέμνετο κατά τα -εικοσιεννέα αυτού τριακοστά· τόσον φλογεράν επιθυμίαν έχει -ν' ανατέλλη καθ' εκάστην, ει δυνατόν, η πρώτη του μηνός. - - — Ξέρετε τι μέρα έχομε σήμερα; μου είπε με ύφος βλοσυρόν. - -Δεν εγίνωσκον ποσώς. Σημειωτέον ότι έχω την συνήθειαν εντός -του δωματίου μου να μη αφήνω ούτε ημερολόγια, ούτε -ημεροδείκτας, ούτε άλλα παρόμοια ενοχλητικά αντικείμενα -υπενθυμίζοντα ανεκπληρώτους υποχρεώσεις. Αλλ' εκ του τρόπου -της εμάντευσα αμέσως την ημερομηνίαν: - - — Έχομεν πρώτην του μηνός, της είπον αδιστάκτως. - - — Καλύτερα οπού το γνωρίζεις, απήντησε και απήλθεν -υπερηφάνως. - -Αλλά θαυμασιώτατον πάντων ήτο το τρίτον πείραμα. - -Εκεί παρά την Νέαν Αγοράν συνήντησα λίαν πρωί ένα γείτονά -μου, μεθ' ού προ ημερών συνεζήτουν, εκμυστηρευμένος εις -αυτόν τας εις την νοομαντείαν καθημερινάς προόδους μου. -Εκράτει εις την χείρα του τεμάχιον ευμέγεθες χονδρού ιχθύος -και δέσμην σκόρδων. Χωρίς να χάσω καιρόν ήρχισα μετ' αυτού -την συνήθη συνομιλίαν και επειδή αυτός προέβαλλε μερικούς -δισταγμούς και αντιρρήσεις, του είπα αλαζονικώς: - - — Πολύ καλά! διά να σε πείσω ιδού, δύναμαι να σου είπω -τώρα, αυτήν την στιγμήν, τι διανοείσαι να πράξης σήμερον. - - — Λέγε, μου απήντησεν εκείνος προκλητικώς. - -Λαμβάνων τότε εγώ επίσημον και εμπνευσμένον ήθος του είπα: - - — Διανοείσαι να φάγης ψάρι μαγιάτικο σκορδαλιά! . . . - -Τόσην έκπληξιν ενεποίησεν εις αυτόν η μαντεία μου, ώστε, -αφού έμεινεν ακίνητος επί αρκετάς στιγμάς, εξέτεινε τους -βραχίονας και μ' ενηγκαλίσθη, ησθάνθην δ' επί της μιας μου -παρειάς την επαφήν του ιχθύος και επί της ετέρας την επαφήν -των σκόρδων. - - — Είσαι μέγας! ανέκραξε και ετράπη δρομαίως εις φυγήν. - -Ενθαρρυνθείς μετά τους τοιούτους θριάμβους απεφάσισα να -μεταβώ απ' ευθείας προς τον κ. Μπίσοπ, διά να πεισθώ κατά -πόσον είνε αυτός υπέρτερος εν τη τέχνη ταύτη. - - — Κύριε, του είπα άμα εισελθών, ήκουσα ότι είσθε ικανός ν' -ανευρίσκετε πράγματα κρυμμένα ή χαμένα. Έχασα χθες το -εσπέρας μίαν παρτίδα σκαμπίλι εις το καφενείον. Ημπορείτε -να την ανεύρετε; - -Ο κ. Μπίσοπ με ητένισεν απορών: - - — Ηξεύρω τι διανοείσθε, εξηκολούθησα αταράχως, διότι και -εγώ είμαι νοομάντις· διανοείσθε ν' ανεύρετε αυτό το -σκαμπίλι και να μου το δώσετε κατά πρόσωπον· αλλά προσέξατε -να μη το πράξετε, διότι θα σας κάμω να φύγετε από την -&μπίσοπ . . . πόρτα!& - - — Κύριε, μου απήντησεν οργίλος ο βρεττανός νοομάντις, -έχασα πλέον την υπομονήν μου . . . - - — Προσπαθήσατε ν' ανεύρετε και αυτήν, του είπα ψυχρώς· -κάπου εδώ μέσα θα είνε . . . - -Ο κ. Μπίσοπ ηρεύνησε τω όντι εντός της αιθούσης, αλλ' αντί -της υπομονής εύρε χονδράν ράβδον εις μίαν γωνίαν. - - — Ράβδος εν γωνία, άρα θα μου τες βρέξη! . . . ασκέφθην. -Και ούτω χάρις εις την μαντικήν μου δύναμιν εννοήσας τον -σκοπόν του, κατήλθον κατεσπευσμένως την κλίμακα και εξήλθον -σώος. - - (1886) - - - -ΣΤΟΜΑΧΟΣ ΚΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ - - - -Ω! αι εφημερίδες! . . . ω, αύται αι εφημερίδες και μάλιστα -αι νεωστί εκδιδόμεναι και προθυμοποιούμεναι να φανούν με -πάντα τρόπον χρήσιμοι εις το δημόσιον! . . . Είνε -ανυπολόγιστος η ωφέλεια η γινομένη παρ' αυτών εις το -ανθρώπινον γένος και αγνοώ τη αληθεία τι ωφέλησε -περισσότερον τους θνητούς, αι εφημερίδες ή η εκριζοντυλίνη -από της εποχής της εφευρέσεως αμφοτέρων. Κρίνατε. - -Ο φίλος μου κ. Ματθαίος Ψωμοτύρης είνε μαθητευόμενος ράπτου -ιερών ενδυμάτων, διορθωτής μύλων του καφέ, αντιγραφεύς -εκκλησιαστικής μουσικής κλπ., έχει δηλαδή επαγγέλματα -ευυπόληπτα μεν βεβαίως, αλλά μη αποφέροντα εισόδημα -μεγαλύτερον από τα του πρωτοτύπου εκείνου Παρισινού, όστις -ερωτηθείς εις το πλημμελειοδικείον περί του επαγγέλματός -του, απήντησεν αγερώχως ότι πωλεί καπνισμένας υέλους διά -τους θέλοντας να παρατηρήσουν τον δίσκον του ηλίου, όταν -συμβαίνη ηλιακή έκλειψις. Εις τας ώρας της σχόλης του, τας -επί των μύλων μηχανικάς γνώσεις του χρησιμοποιεί αξιεπαίνως -καταγινόμενος εις την μελέτην της εφευρέσεως του πηδαλίου -του αεροστάτου, κηδόμενος της ευημερίας του ανθρωπίνου -γένους, υπέρ του πολλαπλασιασμού του οποίου κατά το ενόν -[8] εμόχθησε, τεκνοποιήσας και κεκτημένος από της νομίμου -αυτού συζύγου κυράς Κονδύλως τέκνα έξ. Ο αγαθός κ. -Ψωμοτύρης είνε ευτυχής, οσάκις δύναται να παρέχη εις την -πολυάριθμον αυτού τεκνογονίαν προς βρώσιν το πολυθέλγητρον -αυτού επώνυμον· τούτο όμως δεν τον εμποδίζει από του να -σταματά διερχόμενος προ των μαγειρείων των μεγάρων πλουσίων -τινών και οσφραινόμενος την κνίσσαν ν' ανακράζη απορών -διατί ο Πανάγαθος Θεός δεν αφήρει εν τη προνοία Του την -αίσθησιν της γεύσεως και της οσφρήσεως από ανθρώπους -καταδεδικασμένους ως αυτός να φέρωσι διαρκώς το ίδιον -επώνυμον εντός του στομάχου. - -Αλλ' όμως προχθές εξυπνήσας ο κ. Ψωμοτύρης και εξοδεύσας -μίαν πεντάραν προς αγοράν μιας των πρωινών εφημερίδων, -ελαττώνων ούτω το προωρισμένον διά την υλικήν τροφήν -κεφάλαιον, αλλ' επαυξάνων την διανοητικήν τροφήν, ανέγνωσεν -αυτήν από άκρου εις άκρον και φθάσας περί το τέλος -εσκίρτησε περιχαρής και έκραξεν αμέσως την σύζυγόν του. - - — Κονδύλω, της είπεν, άκουσε, σε παρακαλώ. - -Και ήρχισε να της αναγινώσκη το εις έν των φύλλων του &ΙΘ' -Αιώνος& περιεχόμενον ημερήσιον γεύμα. «Σούπα ζωμού ιχθύος -με αυγολέμονον, βραστός ιχθύς, όρνιθα ψητή, κοκκινογούλια -βραστά σαλάτα, φράουλαι με ζωμόν πορτοκαλίου και ζάκχαριν». - -Η κυρά Κονδύλω ήκουεν εκπεπληγμένη, αλλ' ο σύζυγός της -απτόητος επεράτωσε τον κατάλογον των φαγητών και έπειτα -είπε: - - — Πρόσεξε! εδώ είνε το σπουδαιότερον· η κατασκευή της -ψητής όρνιθος: «Γέμισε την όρνιθα με το σηκώτι της, -μαϊδανόν, κρομμυδάκια, δύο κρόκους αυγών, άλας και πιπέρι -(όλα ταύτα κοπανισμένα ομού). Ράψε την και βάλε την εις -αγγείον να τηγανισθή με βούτυρον επί τινα λεπτά της ώρας· -έπειτα βάλε την εις την σούβλαν, σκεπασμένην με φέτας -χοιρομηρίου και τεμάχια μικρά ψωμίου και διπλωμένην εις -χαρτίον· άφες την να ψηθή με ολίγην φωτίαν και παρουσίασε -την εις την τράπεζαν με τα τεμάχια του ψωμίου περί το -πινάκιον». - -Εκατάλαβες; εξηκολούθησεν ο κ. Ψωμοτύρης διπλώνων την -εφημερίδα· θα πάρης την όρνιθα και έπειτα θα την κοπανίσης -μαζί με το σηκώτι του μαϊδανού· θα πάρης δύο αυγά, θα τα -ράψης, θα διπλώσης την σούβλαν με φέτας χοιρομηρίου και θα -την βάλης εις το τραπέζι. Εκατάλαβες; - -Οι οφθαλμοί της κυράς Κονδύλως είχον λάβει τερατώδεις -διαστάσεις διαστελλόμενοι εκ της εκπλήξεως. Ηθέλησε να -προβάλη αντιρρήσεις τινάς εις την μαγειρικήν ευφράδειαν του -συζύγου της· αλλ' ούτος δι' αγερώχου ηγεμονικού κινήματος -την απέτρεψε, δεικνύων τεμάχιά τινα μηχανής μύλου του καφέ -επί της τραπέζης, άτινα επρόκειτο να συναρμολογήση, -επαναλαμβάνων το του Αρχιμήδους ηλλοιωμένον καταλλήλως διά -την περίστασιν και αναβοών: - - — Μη μου τους μύλους τάραττε! - -Μετά την εργασίαν ο κ. Ψωμοτύρης εξήλθε και ότε περί την -μεσημβρίαν επέστρεψεν εις την κατοικίαν του, έρριψε -διερχόμενος βλέμμα περιφρονήσεως προς το μαγειρείον του -πλουσίου, εξ ού συνήθως εξήρχετο η τόσον σκανδαλίζουσα -αυτόν κνίσσα. Η πολυάριθμος τεκνογονία του ανέμενε πειναλέα -παρά την τράπεζαν, εστρωμένην μεν, αλλά χωρίς να είνε -παρατεθειμένον επ' αυτής κανέν φαγητόν. Ο κ. Ψωμοτύρης -καθεζόμενος μεγαλοπρεπώς εν τω μέσω είπε μετ' επισημότητος -προς την σύζυγόν του: - - — Γυναίκα, φέρε να φάμε! - -Τα όμματα της κυράς Κονδύλως ήρχισαν πάλιν να λαμβάνουν -διαστάσεις τρομακτικάς, μεγεθυνόμενα ως φανοί ατμαμάξης. - - — Δεν μου λες, επέτυχε καλά η όρνιθα η ψητή; εξηκολούθησεν -αταράχως ο κ. Ματθαίος. - -Αστραπαί τινες οργής εφάνησαν εις τα όμματα της άγαν -υπομονητικής οικοδεσποίνης. - - — Για να σου πω. . . . είπεν επί τέλους προς τον σύζυγόν -της. Τι κοροϊδείες είνε αυτές που μας κάνεις; . . . Έφερες -φαγί για να φάμε; . . . Τι όρνιθα και ξεόρνιθα κάθεσαι και -μου λες; - - — Μα, γυναίκα, παρετήρησεν ο κ. Ψωμοτύρης, δεν σου διάβασα -το πρωί την εφημερίδα; - - — Αι! . . . - - — Δεν είδες ποίον πρέπει να είνε το γεύμα και πώς το -φτιάνουν; - - — Ξεύρω καλύτερα από την εφημερίδα εγώ να τα φτιάσω· μα -μήπως η εφημερίδα μας κάνει πεσκέσι όλ' αυτά πού -παραγγέλνει, ή μας δίνει τους παράδες να τα ψωνίσωμε; . . . - -Η βαθεία αύτη παρατήρησις της κυράς Κονδύλως ήτο τόσον -ορθή, ώστε ο κ. Ψωμοτύρης έμεινεν άναυδος. Εξήγαγε μετά -λύπης το φύλλον της εφημερίδος εκ του θυλακίου του, το -έσχισε μετά πείσματος, εγερθείς δε μετέβη εις το άντικρυ -παντοπωλείον, επρομηθεύθη τα τρόφιμα των οποίων την -αναλλοίωτον κατανάλωσιν καθ' εκάστην του επέβαλλεν ο -προορισμός του επωνύμου του και ωρκίσθη να μη αναγνώση -πλέον εφημερίδας, αίτινες δημοσιεύουν καθημερινά γεύματα. - - (1886) - - - -Η ΜΕΛΑΙΝΑ ΝΥΞ -Ή -ΑΙ ΦΡΙΚΑΛΕΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ1 ΕΝΟΣ ΑΠΟΡΟΥ ΝΕΟΥ -ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΑΥΤΟΥ - -ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ - - -ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - -Το έγκλημα. - - -Ήτο νυξ της 36 Φεβρουαρίου του 188 . . . - -Το έτος ήτο έκτακτον καθ' όλα· ο Φεβρουάριος οργισθείς επί -τέλους διότι επί απειράριθμα έτη ηδικείτο, επί αθεμίτω -ωφελεία των λοιπών συναδέλφων του, απεφάσισε μόλις ήλθεν η -σειρά του, να εξακολουθήση επί αρκετόν χρόνον κυριαρχών -βιαίως, και μολονότι είχε παρέλθει η τριακοστή έκτη από της -ενάρξεώς του ημέρα, δεν εννόει κατ' ουδένα τρόπον να λήξη. -Άλλως τε πλείσται όσαι δεινότεραι συμφοραί είχον ενσκήψει -επί της γης· πλημμύραι είχον συμβή, έμποροι είχον -χρεοκοπήσει, επιζωοτία [9] είχεν αναφανή, βουλευτικαί -εκλογαί εγένοντο, τα ταχυδρομεία επρόκειτο ν' αναμορφωθούν -και μυθιστορήματα γαλλικά περί τα εκατόν είκοσιν είχον -μεταφρασθή υπό διαφόρων λογίων νέων. - -Το ωρολόγιον του Πανεπιστημίου εκτύπα το πέμπτον τέταρτον -της ενδεκάτης νυκτερινής ώρας, ότε είς έφιππος και είς -προσωπιδοφόρος εβάδιζον πεζοί εις μίαν των οδών των αγουσών -προς τας υψηλοτέρας παρά τον Λυκαβητόν συνοικίας της -πόλεως. - -Ο προσωπιδοφόρος ήτο ο φίλος μου Βαρθολομαίος Εξωφρενίδης, -όστις όμως την εσπέραν εκείνην ελέγετο Ροβέρτος. Γόνος -αρχαίου και ευκλεούς οίκου της νήσου Φολεγάνδρου, φέρων τον -τίτλον ιπποκόμητος, επειδή ο πατήρ του είχε χρηματίσει ποτέ -ιπποκόμος, ήλθεν εις την πρωτεύουσαν του βασιλείου διά να -κατακτήση την τύχην και ανέλαβεν εντίμως τον κόπανον του -ιγδίου [10], γενόμενος υπηρέτης έν τινι φαρμακείω. Ούτως, -αφού επί πολύ διάστημα της ημέρας κατέτριβεν εις το ιγδίον -τα φάρμακα τα προωρισμένα διά την ευεξίαν του σώματος, είχε -την γενναιότητα να κατατρίβη κατόπιν τας λοιπάς του ώρας -εις την ανάγνωσιν μυθιστορημάτων, προωρισμένων αναντιρρήτως -εις την ηθικήν μόρφωσιν και την ευεξίαν της ψυχής. - -Εκ της διαίτης ταύτης διεπλάσθη ο χαρακτήρ του Βαρθολομαίου -ευγενής, ευαίσθητος, μεγαλόφρων, ιπποτικός. Ένεκα των -ημερησίων ασχολιών του το ύφος του απέκτησεν ιδιάζουσαν -εικονικότητα. - - — Η ζωή μου υπήρξε πλήρης αλόης, έλεγε συχνάκις, αλλ' η -υπόληψίς μου έμεινε διαυγής ως το πρώτης ποιότητος -κικινέλαιον. Θα κατακτήσω το μέλλον μου κατά δόσεις και θα -κατασυντρίψω τας δυσκολίας ως αραβικόν κόμμι. Θέλω να μάθω -και τα πλέον απόκρυφα μυστήρια της κοινωνίας ως Ροδόλφος. -Ω! υπάρχουσι πολλοί Μορδάουντ εις αυτήν! αλλ' εγώ θ' -ανακαλύψω τας σκευωρίας των κακούργων, ως ο Εδμόνδος -Δαντές, διότι αγαπώ την ανθρωπότητα ως ο Ραούλ ηγάπα την -ωραίαν Γαβριέλλαν! - -Ο έτερος των δύο μυστηριωδών διαβατών ήμην εγώ, έφιππος επί -των νώτων του συντρόφου μου, διότι προσκόψας επί λίθου και -αλγών τον πόδα δεν ηδυνάμην πλέον να βαδίσω. - -Η νυξ ήτο ζοφερά ως η πλατεία του Συντάγματος, όταν -παιανίζη εν αυτή την νύκτα η μουσική. Ο άνεμος πνέων -σφοδρός απέσπα τα φύλλα των δένδρων, των παραθύρων και των -βιβλίων όσα τυχόν ήθελον ευρεθή εις τον δρόμον κατά την -ώραν εκείνην. Κατά διαλείμματα ηκούοντο οι μονότονοι και -θλιβεροί κρωγμοί των μαρμαρίνων γλαυκών του αετώματος της -Ακαδημίας. - -Αίφνης εις την καμπήν της οδού διεγράφη υπό την ασθενή -λάμψιν φανού πνευστιώντος [11] η σκιά γυναικός -μελανειμονούσης [12], ήτις βήματι ταχεί έσπευδεν ανερχομένη -την αυτήν οδόν. - -Αμφότεροι εφρικιάσαμεν. Προς στιγμήν ανεστείλαμεν το βήμα, -δηλαδή, κυρίως ειπείν, το έμψυχον υποζύγιόν μου μόνον -ανέστειλε το ιδικόν του, επειδή μη έχων χαλινόν να το σύρω -έσφιγξα ισχυρώς διά των χειρών τον τράχηλόν του. - - — Τι τρέχει; με ηρώτησεν. - - — Η γυνή εκείνη! . . . εψιθύρισεν. - - — Ω! βεβαίως η γυνή εκείνη, απήντησεν υποκώφως μετά -σαρκαστικού μειδιάματος και μετ' ολίγον απήγγειλε σιγά τους -γνωστούς στίχους: - - &Το ξεύρει, δεν το αγνοεί, γνωρίζει πάσα Φρύνη - Ότι εκείνη η γυνή, ότ' η γυνή εκείνη . . . & - -Και εσιώπησε. - - — Πρόκειται πάντοτε περί του μυστηρίου: - - — Ναι. - - — Έχεις το ρεβόλβερ σου; - - — Έχω εκείνο του φαρμακοποιού. - - — Και ο φαρμακοποιός έχει το ρεβόλβερ του γείτονος της -εξαδέλφης του; - - — Όχι· έχει το εγχειρίδιον του γυναικαδέλφου του -σκυτοτόμου. [13] - -Επροχωρήσαμεν· η άγνωστος εννοήσασα την παρουσίαν μας -έσπευσεν έτι μάλλον το βήμα, σφίγξας δε και εγώ τας κνήμας -μου περί την οσφύν του φίλου μου εβίασα αυτόν να επιταχύνη -το βήμα. - -Ήδη μακρόθεν εφάνη έν παράθυρον φωτισμένον. Η μυστηριώδης -άγνωστος ώδευσε προς αυτό, ημείς δε την παρηκολουθήσαμεν. - -Άκρα ερημία επεκράτει εις την οδόν, ούτε διαβάτης, ούτε -κλητήρ μεθυσμένος, ούτε πτώμα σκύλου δηλητηριασμένου -εφαίνετο πέριξ. - - — Εκεί λοιπόν συμβαίνουσι τα φρικτά πράγματα άτινα μου -διηγήθης; ηρώτησα τον φίλον μου διά φωνής μόλις ακουομένης. - - — Δεν έχω πλήρη βεβαιότητα, μου απήντησεν, αλλ' έχω -πλείστας όσας πιθανότητας. - - — Ροβέρτε! είσαι βέβαιος περί όσων μου είπες; - - — Ναι, σου το ορκίζομαι εις το ύδωρ της Στυγός, Λεοπόλδε! - -Την εσπέραν εκείνην Λεοπόλδος ήμην εγώ. - - — Έχεις χρήματα; τον ηρώτησα. - - — Ναι· έχω εικοσιδύο λουδοβίκεια χάλκινα· και συ; - - — Εγώ είχον έν χαρτονόμισμα της Ηπειροθεσσαλικής Τραπέζης. - - — Αι, λοιπόν; . . . - - — Την νύκτα μία αράχνη οκνηρά, ευρούσα αυτό επί της -τραπέζης, το παρέλαβε και το εχρησιμοποίησεν αντί ιστού. - - — Έστω, ας προχωρήσωμεν! - -Και εκρύβημεν όπισθεν μιας μάνδρας, ενώ η παράδοξος -μελανείμων επλησίαζεν εις την οικίαν και έκρουε το ρόπτρον. - -Βήματα ηκούσθησαν εις την κλίμακα· η θύρα ηνοίχθη και μία -γραία επεφάνη εις την ουδόν, κρατούσα αντί φανού ή κηρίου -ογκώδη πολυέλαιον. Υπό την λάμψιν αυτού εφάνη η κλίμαξ -επεστρωμένη διά πολυτελών κατόπτρων της Βενετίας. Τότε -μεταξύ των δύο γυναικών συνήφθη ο επόμενος διάλογος. - - — Λοιπόν πώς πηγαίνομεν; ηρώτησεν η μελανείμων. - - — Οι πόνοι εξακολουθούν φρικτοί, απηντησεν η γραία. - - — Ώστε είνε καιρός ! - - — Βέβαια· ορίστε επάνω. - - — Βλέπεις μου είπεν ο φίλος μου, σφίγγων τον βραχίονα μου, -ενώ η μελανείμων εισήρχετο εις την οικίαν, κλείουσα -εξόπισθέν της την θύραν βλέπεις ότι δεν ηπατώμην ; . . . -Συμβαίνουν όργια φρικτά, σου είπον ! . . . Ήκουσες ότι -εγένετο λόγος περί φρικτών πόνων. Τις οίδεν εις ποία -βασανιστήρια υπεβλήθη το ατυχές θύμα διά να ενδώση ! . . . -Ω Σαρδανάπαλοι, κακούργοι ! , . . - -Αι τρίχες της κόμης μου ήσαν ηνωρθωμέναι εκ της φρίκης. - - — Τι να πράξωμεν; ηρώτησα μετά φωνής συγκεκινημένης τον -φίλον μου. - - — Εμπρός ! απήντησεν αποφασιστικώς ο Βαρθολομαίος, ο -επιλεγόμενος Ροβέρτος, ας εισέλθωμεν. - - — Αλλ' εάν μας τύχη τίποτε; . . . εάν σε φονεύσουν ; . . . - - — Θα πέσω μάρτυς ευγενούς και αγίας ιδέας, και η νυξ αύτη -θ' αποκληθή υπό της ιστορίας δευτέρα νυξ του Αγίου -Βαρθολομαίου. - - — Έχει καλώς· ας προχωρήσωμεν. - - — Καθ' ήν στιγμήν επλησιάζομεν εις την θύραν, ηκούσθη -εξερχομένη εκ της οικίας τελευταία κραυγή άλγους διάτορος -[14], οξεία, παρατεταμένη και μετά ταύτα βήματα και -κίνησις, μετ ολίγον δε φωναί πολλαί επαναλαμβάνουσαι την -λέξιν: - - — Αρσενικόν ! αρσενικόν! . . . - - — Ω ! ανεβόησεν ο Ροβέρτος· και αυτό το δραστικώτατον -δηλητήριον μεταχειρίζονται λοιπόν οι κακούργοι. - -Και αρπάσας το ρόπτρον έκρουσε την θύραν μανιωδώς. - -Παραχρήμα κατήλθεν η γραία με τον πολυέλαιον και ήνοιξεν -αυτήν. - -Πριν προφθάση καν να ίδη το πρόσωπόν μας, ο φίλος μου την -ηρώτησε: - - — Λοιπόν τι απέγινεν; - - — Ετελείωσεν, απήντησεν η γραία· ελευθερώθηκε, δόξα σοι ο -Θεός, και έκαμε ένα κοτζάμ' αγόρι! . . . - - — Αγόρι! . . . επανέλαβεν έκπληκτος ο Βαρθολομαίος, -ελευθερώθη! . . . λοιπόν η γυνή εκείνη με τα μαύρα; . . . - - — Για τη μαμμή 'ρωτάτε; είπε διακόπτουσα αυτόν η γραία. -Ποίοι είσθε του λόγου σας; - - — Είμεθα η εκδίκησις! ανεβόησεν ο Εξωφρενίδης αφρίζων εκ -του θυμού. Ομολόγησε την αλήθειαν, αναίσχυντε, . . . άλλως -. . . - -Η γραία ανύψωσε μετά κόπου τον πολυέλαιον, διά να μας -παρατηρήση κάλλιον, και ιδούσα την προσωπίδα του φίλου μου -έρρηξε κραυγήν τρόμου. Ο πολυέλαιος εξέφυγε των χειρών της -και ανήλθε την κλίμακα φωνούσα: - - — Χριστέ και Παναγία μου! λωποδύτες!.. βοήθεια!.. - -Οι εν τη οικία ώρμησαν αμέσως κραδαίνοντες ξύλα, πιστόλια, -εγχειρίδια. Ιδών τον κίνδυνον ετράπην αμέσως εις φυγήν, -ουχί όμως πριν καταφέρω διά του υγιούς ποδός σφοδρόν -λάκτισμα εις την στομαχικήν χώραν του φίλου μου, φιλοδώρημα -αντάξιον εις πάντας τους νεαρούς συγγραφείς τους -φανταζομένους ότι συμβαίνουν τοιαύτα πράγματα εις την τόσον -ήσυχον κοινωνίαν μας. - - - -ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΩΣ ΚΑΘΟΛΟΥ - -ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΗΜΕΡΑΝ ΒΙΟΥ - - - -(Η σκηνή εν τω εστιατορίω ο «Αποκλεισμός». Ο ξενοδόχος -&Κυρ-Μιχάλης& καθήμενος παρά το τεζάκι [15] γράφει εις το -βιβλίον, ενίοτε δε αναδιφών τας προηγουμένας σελίδας του -βιβλίου αθροίζει κινών την κεφαλήν θλιβερώς και φυσά -απελπιστικώς. Η ώρα είναι ογδόη της εσπέρας περίπου· οι -πλείστοι πελάται απήλθον ήδη. Εις το μαγειρείον οι υπηρέται -καταγίνονται περί τον καθαρισμόν των χαλκίνων σκευών. Παρά -τινα τράπεζαν κάθηνται οι κ. κ. &Γιαννακός Μούργος, -Λέανδρος Κοκκαλιάρης& και &Θεοφάνης Ασημένιος&. - -ΜΟΥΡΓΟΣ (υπομοίραρχος απόστρατος με φαιόν μύστακα τρώγων -από εικοσαετίας μόνον την εσπέραν εις το ξενοδοχείον). - -Λοιπόν πώς τον είπες αυτόν; . . . Σούτζον; - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ (τελειόφοιτος της νομικής ετοιμαζόμενος να δώση -εξετάσεις από το 1876, έχων προ πολλού οικειοτάτας σχέσεις -με το κυρ Μιχάλην και προ πάντων με το βιβλίον του) . . . - -Όχι, δα!.. Σούτσης ο νηστευτής λέγεται. &(Προς τον -υπηρέτην)& Δημήτρη, μία κοττολέττες, σάλτσα μπόλικη. - -ΥΠΗΡΕΤΗΣ - -Μία κοττολέεεττες! σάλτσα περιπλέεεον! . . - -(Ο κυρ Μιχάλης ρίπτει βλοσυρόν βλέμμα επί του Ασημένιου) - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Όχι, ας μένη . . . - -ΥΠΗΡΕΤΗΣ - -Ας μέεενη! . . . - -ΜΟΥΡΓΟΣ - -Νηστευτής! . . . χα, χα!.. Εγώ ήξευρα ως τώρα πως τον Άι -Γιάννη λέγουν μόνον νηστευτήν. Και τι κάμνει, είπες; - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Νά, μένει πέντε δέκα μέρες χωρίς να φάγη! - -ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ (πρωτοκολλητής εφορίας παυθείς προ ένδεκα -μηνών). - -Αυτό μόνον; . . . &(μειδιά περιφρονητικώς).& - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Ναι, μα ημπορεί να μείνη και τριάντα και σαράντα μέρες το -ίδιο, και χωρίς ν' αδυνατίση &(παρατηρών ασκαρδαμυκτεί το -διαφανές πρόσωπον του Κοκκαλιάρη).& Εκατάλαβες; - -ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ (δεικνύων περισσοτέραν προσοχήν). - -Και με τι τρόπον; έχει καμμίαν μέθοδον; - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Έχει ένα ρευστόν. Το ευρήκεν εις την έρημον της Αφρικής -οπού εταξίδευεν. Ολίγες στάλες απ' αυτό παίρνει και κάμνει -σαράντα μέρες νηστεία. Τον επιβλέπουν άνθρωποι μέρα και -νύκτα μη βάλη τίποτε στο στόμα του . . . &(προς τον -υπηρέτην)&. Σηκωτάκια ολίγα! . . . - -(Ο κυρ Μιχάλης νεύει αυστηρώς προς τον υπηρέτην). - -ΥΠΗΡΕΤΗΣ - -Τα σηκωτάκια ετελείωσαν! - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Καλά . . . Τον επιβλέπουν μη τύχη και φάγη, αλλά τίποτε! . -. . Έχει κερδίσει τόσα στοιχήματα ως τώρα και πρόκειται να -περιέλθη τον κόσμον να τον βλέπουν οι άνθρωποι επί πληρωμή. - - -ΜΟΥΡΓΟΣ - -Να τον βλέπουν; . . . Τι θα καταλάβουν να τον βλέπουν! -πρέπει να καταστήση γνωστήν την μέθοδόν του εις τον κόσμον. - -ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ - -Βέβαια! θα είνε ο μεγαλύτερος ευεργέτης του ανθρωπίνου -γένους. - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Ακούς εκεί ευεργέτης! . . . Η ανθρωπότης ακόμη δεν παρήγαγε -μεγαλύτερον. Να μην τρως καθόλου! . . . ξεύρεις τι θα πη; -Να μην είσαι αναγκασμένος να τρώγης ένα πιάτο με κρέας -τεσσάρων ημερών και σάλτσα δηλητηριασμένη και να το -πληρώνης ακριβά! &(Ο κυρ Μιχάλης μετά πικρού στεναγμού -επαναλαμβάνει την αναδίφησιν και την άθροισιν)&. Να μην -έχης ανάγκην ποτέ να πάθης από το στομάχι σου. Τίποτε -καθάρσια πλέον! . . . Τίποτε ακαθαρσίες εις τους δρόμους! . -. . Ο Σούτσης θα εξαγνίση τον δήμαρχον Σούτσον! . . . Δεν -θα χάνη κανείς τας ώρας του μέσα εις . . . τ' ανώνυμα μέρη -της οικίας. Τίποτε καφέ . . . Διαβάζεις μόνον την εφημερίδα -σου . . . - -ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ - -Μα θα υπάρχουν τότε εφημερίδες; . . . Ποιος θα τας γράφη, -ποιος θα τας τυπώνη, ποιος θα τας πουλή, αφού δεν θα έχη -κανείς ανάγκην; - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Βέβαια! ούτε εφημερίδες! περίπατο, λιακάδα, αμαξάδα. - -ΜΟΥΡΓΟΣ - -Μα τότε δεν θα υπάρχουν ούτε αμάξια! - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Σωστά! . . . Μένεις στο σπίτι σου, μελετάς . . . αγκαλά -ούτε μελέτη ούτε βιβλία! . . . Τι τα θέλεις; προς τι να -γίνης δικηγόρος ή υπάλληλος, αφού δεν θα έχης ανάγκη να -φάγης;. Έξω, διασκέδασι! στες μπιραρίες, στο θέατρο! . . . - -ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ - -Μα πού ζυθοπώλιδες τότε. . . . πού ηθοποιοί; - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Τόσον το καλύτερον! . . . Μένει κανείς στην επαρχία του, -στο σπίτι του· καλλιεργεί τα κτήματά του . . . ψυχή μου, -ζωή και κόττα! - -ΜΟΥΡΓΟΣ - -Αμ' θαρρώ πώς ούτε γεωργία ούτε κτηνοτροφία τότε δεν θα -υπάρχη . . . Πού ναυρής την κόττα; . . . - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Ακόμη καλύτερα! Τότε επιδίδεται κανείς εις την πολιτικήν, -εκλέγεται βουλευτής . . . - -ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ - -Πού εκλογαί πλέον; . . . βουλευτής χωρίς να τρώγη, γίνεται; - -ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ - -Τέλος πάντων δεν κάμνεις τίποτε, νά! . . . Dolce far -niente. Και προ πάντων &(εγειρόμενος μετά των άλλων και -ρίπτων Πάρθιον βλέμμα κατά τον κυρ Μιχάλη, ενώ ο υπηρέτης -σβύνει τα φώτα)& δεν θα έχης ανάγκην να εξοδεύεσαι, και να -δηλητηριάζεσαι εις τα ξενοδοχεία! . . . - -ΚΥΡ ΜΙΧΑΛΗΣ (συλλογιζόμενος). - -Ου να χαθής, λιμοκοντόρε! . . . Τι διάβολο καθόταν και -έλεγε τόση ώρα; . . . Πώς θα καταργήση τα ξενοδοχεία ο -δήμαρχος; Για να τρώγη ο κόσμος σκόνη φυσικά! . . . Μα αν -είν' αληθινό αυτό πού έλεγε για το ρευστόν; . . . Αν -εφευρεθή αυτό και ο κόσμος δεν έχη πλέον ανάγκην φαγητού; . -. . . Τι τέχνη τότε να κάμω διά να βγάλω το ψωμί των -παιδιών μου; - - (1886) - - - -ΤΑ ΔΕΙΝΟΠΑΘΗΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΥ - - - -Την ημέραν καθ' ήν έλαβε το προσκλητήριον του υπουργού των -εσωτερικών διά να πορευθή εις τας επί τη ενηλικιώσει του -διαδόχου εορτάς ο κ. Σωτήριος Καλακαθούμενος δήμαρχος του -δήμου Φασκομηλίων, εδρεύων εν τω χωρίω Χαμομηλίω, αφήρεσε -τα χονδρά ομματοϋάλιά του, έτριψε τους οφθαλμούς και -ανεβόησε: - - — Γαρουφαλλιά! . . . Φώτη! . . . - -Η Γαρουφαλλιά ήτο η σύνευνος του κ. δημάρχου. Αν ήτο νομός -η κυρία Γαρουφαλλιά και όχι σώμα γυναικείον, θα έδιδε κατά -τας βουλευτικάς εκλογάς τουλάχιστον 26 βουλευτάς· τόσον -ευρεία ήτο η περιφέρειά της. Εν τούτοις με όλας τας -διαστάσεις της και τα τεσσαράκοντα έτη της διέσωζεν ακόμη -ίχνη καλλονής, δηλούσης ότι κατά τούτο ο κ. Σωτήριος δεν -υπήρξε σύζυγος αξιολύπητος. Ο Φώτης ήτο ο κλητήρ και -υπηρέτης άμα του δημάρχου, χρηματίσας εκ περιτροπής -στρατιώτης, κρεοπώλης και φυγόδικος πριν εύρη οριστικόν -επάγγελμα υπό την φιλεύσπλαγχνον στέγην της δημαρχίας. - -Κατά σύμπτωσιν, ενώ η κυρία Γαρουφαλλιά εισήρχετο από το έν -μέρος πλέκουσα κάλτσαν, εισήρχετο από το άλλο ο Φώτης -κομίζων τας εφημερίδας, τουτέστιν έν φύλλον του «Αιώνος», -το οποίον του έστελλε προς ανάγνωσιν ο ιατρός του -γειτονικού χωρίου Αψιθιά, κ. Ψαροπούλης. - - — Γαρουφαλλιά! επανέλαβεν ο δήμαρχος, να μου ετοιμάσης τη -φουστανέλλα μου την καλή και τ' ασπρόρρουχά μου όλα εις το -σεντούκι. Θα πάω στας Αθήνας, καταλαμβάνεις; ο βασιλεύς . . -. ο υπουργός . . . ο διάδοχος . . . εις το παλάτι . . . Και -συ, Φώτη, να φροντίσης για δυο καλά μουλάρια, διά να πάμε -όσο με το γιαλό, γιατί θα φύγωμε με το πρώτον ατμόπλοιον. - -Η σύζυγος και ο υπηρέτης του δημάρχου προσέβλεψαν αυτόν -μετ' εκπλήξεως. - -Ο κ. δήμαρχος εξήγησεν εις αυτούς τα περί της προσκλήσεώς -του εις τας εορτάς και η φήμη διέτρεξε παραχρήμα το μικρόν -χωρίον, μεγαλοποιηθείσα βαθμηδόν. Ότε περί την μεσημβρίαν ο -κ. Σωτήριος εθεάθη εις την μικράν πλατείαν του χωρίου, ο -παντοπώλης κυρ Μελέτης και ο δημοδιδάσκαλος κυρ Ανέστης, -οίτινες είχον ακούσει ότι ο βασιλεύς δι' αυτογράφου -επιστολής του προσεκάλει τον δήμαρχόν των εις την -πρωτεύoυσαν διά να του αναθέση έν υπουργείον, προσεφώνησαν -αυτόν λέγοντες: - - — Και εις ανώτερα, κύριε δήμαρχε! - -* -** - -Ο δήμαρχος κατεβρόχθισε μετ' εκτάκτου ευφροσύνης την ημέραν -εκείνην εις το γεύμα το νηστήσιμον εκ φασολίων ρόφημα και -μετά ταύτα καθεσθείς προ του γραφείου του ανέπτυξε το -φύλλον του «Αιώνος» και ήρχισε να το αναγινώσκη βραδέως, -εκμυζών άμα υπερμέγεθες σιγάρον και τρίβων μακαρίως διά του -αντίχειρος το πέλμα του τσαρουχίου του επακκουμβώντος -σχεδόν επί του σκέλους του· πλην μόλις είχε προχωρήσει εις -την ανάγνωσιν, οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν, εξέφερεν -ηχηρόν επιφώνημα και αφήκε την εφημερίδα. - -Πρώτην φοράν εμάνθανε το συνταράττον την πρωτεύουσαν -φλογερόν ζήτημα περί της ενηλικιότητος του διαδόχου· πρώτην -φοράν διέβλεπε την παρανομίαν και την επιβουλήν της Αυλής -και της κυβερνήσεως, την κατά του Συντάγματος και των -ελευθεριών σκευωρίαν και ως Έλλην φιλελεύθερος αγανακτών -ανέκραξεν: - - — Α! γι' αυτό λοιπόν θέλουν να μας κουβαλήσουν στην Αθήνα! -. . . Μας θέλουν όργανα της μηχανορραφίας . . . Δεν τους -γίνεται αυτή η χάρι, όχι! . . . Γαρουφαλλιά! . . . Φώτη! . -. . - - — Έτοιμα είνε, έτοιμα! είπεν εισερχομένη περιχαρής η -εύσαρκος σύζυγος του δημάρχου. Το σεντούκι είνε γεμάτο. - - — Να το αδειάσης πάλιν! είπεν επιτακτικώς ο κ. Σωτήριος. - -Και ενώ η κ. Γαρουφαλλιά έμενεν εμβρόντητος, εισήλθε -κατηυχαριστημένος ο Φώτης. - - — Ευρήκα δύο μουλάρια θεώρατα, αφεντικό! είπε. εσυμφώνησα -να είνε έτοιμα . . . - - — Να πας να τα ξεσυμφωνήσης. - -Ο Φώτης και η κυρία Γαρουφαλλιά προσέβλεπαν αλλήλους, -έκθαμβοι, διότι ήρχισαν ήδη να συλλαμβάνουν υπονοίας περί -της διανοητικής καταστάσεως του δημάρχου, και απήλθον να -εκτελέσουν έκαστος την δευτέραν παραγγελίαν. - - — Πότε λοιπόν για την Αθήνα; ηρώτησε τον περίλυπον -δήμαρχον εισερχόμενος οικείως μετά τινας ώρας εις το -γραφείον του ο κ. Μανώλης Ανοικτομμάτης, δικολάβος εις το -ειρηνοδικείον, τοκιστής, κομματάρχης και κουμπάρος του κ. -Σωτηρίου, έχων μετ' αυτού και προ πάντων μετά της -&κουμπάρας& οικειότητα, ήτις κατά τας κακάς γλώσσας του -χωρίου εδήλου ότι η ευρεία περιφέρεια της κυρίας -Γαρουφαλλιάς δεν ήτο όλως ξένη προς την κομματαρχικήν -δικαιοδοσίαν του κ. Μανώλη. — Πότε για την Αθήνα; Χαρά στην -τύχη σας! Είδα κ' εγώ εις την εφημερίδα τα όσα θα σας -γίνουν. - - — Ποίαν εφημερίδα; ηρώτησε μετά περιεργείας ο δήμαρχος. - -Ο κουμπάρος του έσυρεν εκ του θυλακίου του και του -ενεχείρισε ρικνόν [16] και ερρυπωμένον [17] φύλλον της -«Παλιγγενεσίας», προς το οποίον ο δήμαρχος έρριψεν απλήστως -το βλέμμα και αφού επισταμένως ανέγνωσεν αυτήν ανέκραξεν -αγαλλιών: - - — Μα λοιπόν είνε ενήλιξ! - - — Ποίος; ηρώτησεν απορών ο κ. Μανώλης. - - — Ο διάδοχος! Δόξα σοι ο Θεός! . . . ήλθε η καρδιά μου στη -θέσι της· δεν πρόκειται λοιπόν διά μηχανορραφίας κατά του -Συντάγματος! . . . Τότε θα υπάγω μετά χαράς. - -Και έσπευσε ν' ανακαλέση την προς την σύζυγον δευτέραν -παραγγελίαν και να μηνύση εις τον Φώτην να μη ξεσυμφωνήση -τα μουλάρια. - -Η χαρά του αγαθού δημάρχου διήρκεσε μέχρι της εσπέρας. Αλλά -δεν είχεν αποτελειώσει το δείπνον, ότε ο τηλεγραφικός -διανομεύς ελθών από την πρωτεύουσαν της επαρχίας τού -ενεχείρισε τηλεγράφημα. Ο κ. Σωτήριος το ήνοιξε μετά -σπουδής και είδεν ότι ο τηλεγραφών προς αυτόν εξ Αθηνών ήτο -ο πολιτικός του φίλος τέως βουλευτής και υποψήφιος κ. -Κουνουπίδης. Έλεγε δε το τηλεγράφημα: - -«Μη αναχωρήσης πρωτεύουσαν· πρόσκλησις παγίς· τεκταίνονται -απαίσια· ταχυδρομικώς καθέκαστα». - -Ο δήμαρχος έπεσε βαρύθυμος επί μιας έδρας και με θρηνώδη -φωνήν είπε προς την προσελθούσαν σύζυγον: - - — Γαρουφαλλιά μου! μην ετοιμάσης τίποτε! . . . κοντεύω να -παλαβώσω! . . . Και συ, Φώτη, προσέθηκε στραφείς προς τον -κλητήρα, να πας να πης πως δεν έχομεν πλέον ανάγκην διά τα -μουλάρια. - -* -** - -Φοβεράν νύκτα διήλθεν ο ταλαίπωρος δήμαρχος και φρικτά -όνειρα είδε κατά τας ολίγας ώρας καθ' άς εκοιμήθη. Οτέ μεν -έβλεπεν ότι, ενώ ευρίσκετο εις τας περιχρύσους αιθούσας των -ανακτόρων, το έδαφος αίφνης ηνοίγετο υπό τους πόδας του και -εβυθίζετο εις βάραθρον, οτέ δε ότι συνελαμβάνοντο όλοι ομού -οι δήμαρχοι εντός της Μητροπόλεως υπό χωροφυλάκων και -εξηναγκάζοντο διά της λόγχης ν' αποκηρύξουν το Σύνταγμα. -Ευθύς ως εξύπνησε, δύσθυμος με οφθαλμούς ερυθρούς, έπεμψε -δεξιά και αριστερά εις τα πέριξ χωρία να του φέρουν όσας -εφημερίδας ήθελον εύρει και κατηνάλωσε σχεδόν τα δύο τρίτα -της ημέρας του αναγινώσκων αυτάς. Αι περιγραφαί των εορτών, -αι περί της χρυσής αμάξης του βασιλέως πληροφορίαι, αι -παρατάξεις, οι χοροί εις τα Ανάκτορα, το γεύμα εις το -δημαρχείον και προ πάντων η περί του παρασήμου υπόσχεσις -εξήψαν το πνεύμα του αγαθού κυρίου Σωτηρίου και ενέπνεον -αυτώ ακατανίκητον επιθυμίαν. Αλλ' έπειτα ήρχοντο αι -συζητήσεις περί της ενηλικιότητος ή μη, η κατακραυγή περί -παρανομίας, αι καταγγελίαι περί των κυβερνητικών και -αυλικών σκευωριών, και το αίμα του πάλιν επάγωνε και η -αμφιβολία εισήρχετο εις την ψυχήν του και ηγείρετο -περιπατών και ψιθυρίζων: - - — Είνε άρα ενήλιξ ή όχι; Ποίος τέλος ημπορεί να με -διαφωτίση; - -Και ως να εισήκουσεν αμέσως ο Θεός την επιθυμίαν του, -εισήλθε κατ' εκείνην την στιγμήν ασθμαίνων ο Φώτης φέρων έν -έγγραφον με την σφραγίδα της Νομαρχίας. Ο δήμαρχος το -ήνοιξεν, ανέγνωσεν αυτό μετά σπουδής και η μορφή του -ιλαρύνθη. - - — Α, τους μασκαράδες! ανεβόησεν· επίτηδες λοιπόν τα -γράφουν διά να κάνουν αντιπολίτευσιν! . . . Φώτη! τρέξε -γρήγορα, σε παρακαλώ, να βρης πάλι τα μουλάρια! . . . -Γαρουφαλλιά! . . . - -Αλλ' ο Φώτης αυτήν την φοράν δεν εκινήθη. - - — Αφεντικό, είπεν, αυτός ο κλητήρας που έφερε το έγγραφο, -είπε πως ήταν στο ταχυδρομείο και ένα γράμμα για του λόγου -σας. Για να ιδούμε πρώτα κι αυτό τι λέει! . . . - -Ο Φώτης είχε προαίσθημα. Το γράμμα τω όντι εκομίσθη μετ' -ολίγον, ήτο δε το του αντιπολιτευομένου βουλευτού -Κουνουπίδη, ζωηρώς παριστάνοντος εν αυτώ τας πλεκτάνας της -κυβερνήσεως και αυστηρώς απαγορεύοντος εις τον κ. Σωτήριον -να κινηθή από το χωρίον του. - - — Λοιπόν, αφεντικό, να πάω τώρα; ηρώτησεν ο Φώτης. - - — Όχι, απήντησε περίλυπος ο δήμαρχος, μην πας! . . . - - — Τι με θέλεις πάλιν; είπεν εισερχομένη η σύζυγός του. - - — Ήθελα, είπε με φωνήν σχεδόν τραυλίζουσαν ο κ. Σωτήριος, -να σου πω να ετοιμάσης τα ρούχα . . . αλλά τώρα πάλιν . . . -δεν είνε ανάγκη πλέον! . . . - - — Μα δεν μου λες πως είσαι διά δέσιμον! είπεν η εύσαρκος -κυρά Γαρουφαλλιά αγανακτούσα. Μας έχεις από τα χθες άνω -κάτω όλους με αυτό το ταξίδι. Αποφάσισε τέλος πάντων, θα -πας ή δεν θα πας; . . . - -* -** - -Αλλά μήπως ήτο εύκολον πράγμα αυτό το οποίον τόσον αφελώς -τον διέτασσε να πράξη η σύζυγός του; - -Και επί τη υποθέσει ότι δεν εγαργάλιζον αυτόν αι -διασκεδάσεις και αι τιμαί της πρωτευούσης ούτε επτόουν την -φιλοπατρίαν του τα τεκταινόμενα τυραννικά σχέδια, αν -μετέβαινε θα δυσηρέστει τον προστάτην του βουλευτήν, αν δε -δεν μετέβαινε, θα δυσηρέστει τον νομάρχην και την -κυβέρνησιν, ήτις, ως διεδίδετο, είχε σκοπόν να φέρη -σιδηροδεσμίους διά πολεμικών πλοίων τους απειθείς δημάρχους -εις την πρωτεύουσαν. - -Και το δίλημμα έπρεπε να λυθή μέχρις εσπέρας, διότι την -επαύριον λίαν πρωί ανεχώρει το ατμόπλοιον, η μόνη μέχρι της -ημέρας των εορτών ευκαιρία! - -Αν ήτο δυνατόν να φύγη ενταυτώ και να μείνη! . . . να -ευρίσκεται εις την οικίαν του και ταυτοχρόνως να -παρευρίσκεται εις τας εορτάς της πρωτευούσης! . . . - -Φαεινή ιδέα επήλθεν αίφνης εις το πνεύμα του . . . Έν -ανδρείκελον ηδύνατο να τον σώση, να τον αντικαταστήση, όχι -βεβαίως εις τας Αθήνας, όπου δεν ηδύνατο το ανδρείκελον να -μεταβή μόνον του, αλλ' εις την οικίαν του. Θ' ανεχώρει -κρυφίως, θα διεσκέδαζεν εις Αθήνας, θα διέδιδεν ότι ήτο -ασθενής, και έν ανδρείκελον θ' ανεπλήρου αυτόν προσωρινώς -εις το γραφείον, ή και εις την κλίνην. - -Τόση ήτο η χαρά του, ώστε ενηγκαλίσθη περιπαθώς την κυρίαν -Γαρουφαλλιάν εισελθούσαν εκείνην την στιγμήν εις το -γραφείον, ανακοινώσας παραχρήμα εις αυτήν το σχέδιόν του, - - — Ανδρείκελον! . . . είπεν η εύσαρκος σύζυγος, μα δεν είνε -φόβος να μη ανακαλυφθή; . . . δεν θα ήτο προτιμότερον να -ήτο άνθρωπος αληθινός; . . . - - — Μα ποίος; ηρώτησεν ο κ. Σωτήριος. - - — Ο κουμπάρος μας! . . . είπε διστάζουσα η κυρία -Γαρουφαλλιά. - -Ο δήμαρχος ενθουσιασθείς εκ της ιδέας ησπάσθη την συζυγόν -του, επαινών μεγαλοφώνως την ευφυίαν της, έπεμψεν οριστικώς -τον Φώτην να παραγγείλη τα μουλάρια και προσκαλέσας τον -κουμπάρον κ. Μανώλην ανέθεσεν εις αυτόν την λεπτήν και -σοβαράν άμα εντολήν, ήν εκείνος μετά τινας ενδοιασμούς, -απεδέχθη. - - — Ιδές καλά! είπεν αυτώ ο κ. Σωτήριος· θέλω να τα -καταφέρης καλά! - -. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . - -Την εσπέραν, ενώ δύο γοργοί ημίονοι μετέφερον τον δήμαρχον -και τον κλητήρα του εις την παραλίαν, ο κουμπάρος κρυφίως -ελάμβανε κατοχήν επί πάντων των δικαιωμάτων του κ. -Σωτηρίου, ως του υπεσχέθη. - -Εν τούτοις καθ' οδόν εξ ενός τιναγμού του ζώου είχε πέσει -το φέσιον από της κεφαλής του δημάρχου, με όσας δε -προσπαθείας και αν κατέβαλεν υπήρξεν αδύνατον πλέον να -σταθή επί της κεφαλής του. - - — Τι διάβολο έπαθε το φέσι μου κ' εστένευσε δεν ηξεύρω! -έλεγεν ο κ. Σωτήριος, αλλά δεν πειράζει· θα πάρω ένα -καινούργιο στην Αθήνα. - -Και απέκτησε τω όντι έν φέσιον καινουργές και ευρύχωρον, -μετά εννέα μήνας δε και ένα υιόν επίσης καινουργή, όστις -ενεγράφη μετά πομπής εις το μητρώον του δήμου ως γόνος -αυτού γνήσιος και διάδοχος της ισχύος του παρά τω λαώ των -Φασκομηλίων. - - - -ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ - -ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΚΛΟΓΙΚΟΝ - - - -ΚΕΦΑΔΑΙΟΝ Α' - -(και μόνον) - -Τίνι τρόπω επείσθη να ψηφίση ο κύριος Λουκάς. - - -Η θύρα μου ηνεώχθη εξαίφνης και ως λαίλαψ εισώρμησεν εις το -δωμάτων μου ο φίλος μου Λουκάς. Ευρισκόμην ακόμη εν τη -κλίνη, διό περιβλέψας κύκλω είδεν ότι το μόνον -αντικείμενον, όπερ ηδύνατο να χρησιμοποιήση κάπως ως -κάθισμα, ήτο το παρά την κλίνην κιβώτιόν μου, έπιπλον -σαθρόν, υποστάν πολλάς πραγματικάς και όχι μεταφορικάς -τρικυμίας κατά τον βίον του, προωρισμένον δε υπό της θείας -προνοίας να χρησιμεύη και ως κάθισμα και ως τράπεζα και ως -γραφείον και ως ιματιοθήκη και ως νιπτήρ και ως βιβλιοθήκη· -μόνον ως κάτοπτρον δεν ηδύνατο να χρησιμεύση, διότι είχε -χάσει προ καιρού την στιλπνότητά του. - -Ενόησα αμέσως ότι ο Λουκάς διετέλει υπό το κράτος σφοδράς -ηθικής συγκινήσεως. Και το ενόησα όχι μόνον εκ του τρόπου -καθ' όν εισήλθεν εις το δωμάτιόν μου και εκ της εκφράσεως -της μορφής του, αλλά και εκ της ακινησίας των σιαγόνων του. -Διότι πρέπει να ηξεύρετε ότι ο φίλτατός μου Λουκάς είνε το -τρωκτικώτερον πλάσμα του βασιλείου της φύσεως. Οι τριάκοντα -δύο, πιθανώς δε και περισσότεροι, οδόντες με τους οποίους -τον επροίκισεν ο Ύψιστος διά να συντρίβη την υπερήφανον -στερεότητα παντός σκληροτραχήλου καρύου ή αμυγδάλου, είνε -καθ' όλας τας ώρας της ημέρας αεικίνητοι. Οσάκις δεν θραύει -καρύδια ή λεπτοκάρυα, τρώγει χαλβάν· οσάκις δεν έχει -χαλβάν, ροκανίζει παξιμάδιον ή αναμασσά στραγάλια· οσάκις -και αυτά λείπουν, τρώγει τους όνυχάς του και οσάκις και -αυτό το εφόδιον του λείψη και οι οδόντες του φαγωθούν μέχρι -ρίζης ομού με την άκραν των δακτύλων, τότε τρώγει . . . -ξύλον, διότι αναμιγνυόμενος εις τα πολιτικά και λαλών -απερισκέπτως, ως έχων το στόμα ελεύθερον, προκαλεί έριδας -και επιθέσεις εναντίον του. - - — Τι συμβαίνει, Λουκά; τον ηρώτησα· τι τρέχει; - - — Δεν τρέχει τίποτε, μου απήντησεν· εγώ τρέχω. - - — Και διατί τρέχεις; - - — Τρέχω να σ' εύρω. Η ημέρα της εκλογής εσίμωσε. Με -παρεκίνησες ως φίλος να λάβω μέρος ενεργόν εις αυτήν, -διότι, ως μου είπες, αι περιστάσεις της πατρίδος είνε -κρίσιμοι και το πιστεύω. Και απεφάσισα πράγματι να ριφθώ -εις τον αγώνα με όλην την ζέσιν. Αλλά . . . - - — Αλλά τι; . . . - - — Λείπουν τα σύμβολα, φίλε μου! τα σύμβολα, εννοείς; Αυτή -είνε η υλική παράστασις πάσης αΰλου ιδέας, προκειμένου δε -περί παραστάσεως, καταλαμβάνεις ότι το φιλοθεάμον κοινόν -των εκλογέων δεν δύναται να στερηθή αυτής! Το σύμβολον είνε -η πίστις και διά τούτο, καθώς γνωρίζεις, η εν Νικαία -σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων εφρόντισε προ παντός άλλου -να συντάξη το σύμβολον της πίστεως. - - — Και μήπως δεν υπάρχουν σύμβολα; - - — Ποία; αι κόκκιναι σημαίαι; Μη ομιλής, σε παρακαλώ, περί -σημαιών, διότι αυταί είνε πράγμα ανακόλουθον. Φαντάσου ότι -ο ιστός, επί του οποίου αναρτώνται αι σημαίαι, όστις -ανάγκην πρέπει να είνε υψηλός, λέγεται &κοντός!& - -Ενόμισα ότι εδικαιούμην να γελάσω, πλην ο φίλος μου με -διέκοψεν αυστηρώς. - - — Μη γελάς! μου είπεν· εμέ μου συμβαίνουν πράγματα όλο -τραγικά· σήμερα πρωί πρωί είδα τη γειτόνισσά μου τη μαμμή, -την 'ξεύρεις δα! με κόκκινο φουστάνι και ηθέλησα ν' -αστειευθώ: «Είσαι &συ μαία κόκκινη!&» της εφώναξα· αλλ' ο -σύζυγός της, όστις είνε αστυνομικός κλητήρ, προσεβλήθη -νομίζων ότι τον είπα αντιπολιτευόμενον και μου επετέθη! - - — Τότε λοιπόν να ψηφίσης την ελαίαν! - - — Αστεΐζεσαι; Η ελαία το σύμβολον της Ειρήνης! Της -Ειρήνης, ακούεις; της φρικαλέας εκείνης υπηρετρίας, ήτις -πέρυσιν, ενθυμείσαι, με κατεδίωξε διά του σαρώθρου μέχρι -της πλατείας της Ομονοίας σχεδόν, διότι ετόλμησα να της -αποτείνω ένα ερωτικόν χαιρετισμόν! Όχι, φίλε μου, ας χαρούν -την ελαίαν των, εγώ δεν είμαι βέβαια &φιλελαιήμων.& - -Ήρχισα ν' ανησυχώ, όχι διά τ' αποτρόπαια λογοπαίγνια του -Λουκά, αλλά διά την έκβασιν, ήν ηδύνατο να λάβη το πράγμα. -Σημειωτέον ότι την προτεραίαν είχον παρουσιασθή εις ένα των -ισχυρών υποψηφίων ως κομματάρχης μέγα σημαίνων και του -υπεσχέθην την συνδρομήν μου, αφού μου υπεσχέθη και αυτός -την προστασίαν του όπως επιτύχω δημοσίαν θέσιν ήν προ -καιρού ζηλεύω. Επειδή δεν έχω ψήφον, ως ετεροεπαρχιώτης, -ήλπιζον τουλάχιστον επί την ψήφον του Λουκά, βασιζόμενος -εις την παλαιάν φιλίαν και οικειότητά μας. Αυτή η ψήφος ήτο -το μόνον μου εκλογικόν κεφάλαιον ως ισχυρού κομματάρχου, -είχα δε προσπαθήσει πάση δυνάμει να την εξασφαλίσω. -Αλλοίμονον αν την έχανον και αυτήν! - - — Μα σαν τι σύμβολα ήθελες; τον ηρώτησα. - - — Πλέον ζωντανά, φίλε μου, πλέον πραγματικά, να εμπνέουν! -Τι ωραίον πράγμα θα ήτο έξαφνα αν αντί των γελοίων αυτών -και ασημάντων συμβόλων των σημαιών και της ελαίας εξέλεγαν -αντικείμενα έχοντα πολύ στενωτέραν και επωφελεστέραν σχέσιν -με την ζωήν· π. χ. αν ετίθετο άνωθεν της κάλπης ένας άρτος -λευκότατος, ροδοκόκκινος, καλοψημένος, ο συνδυασμός θα -εφαίνετο &άρτιος& και ακμαίος· έν τεμάχιον εκλεκτού τυρού -θα εδήλου ευγλώττως ότι ο συνδυασμός εμφορείται υπό αρχών -&συν-τυριτικών&· έν καλόν ροδόχρον μήλον θα εσήμαινεν ότι η -εκλογή των διά του σημείου τούτου διακρινομένων ήθελεν -αποφέρει καρπούς αισίους . . . - -Και ενώ έλεγε ταύτα οι ανησύχως περιστρεφόμενοι οφθαλμοί -του διέκριναν εις μίαν άκραν ξηρότατον τεμάχιον άρτου, -λείψανον δείπνου παρελθουσών ημερών· ώρμησεν ως ιέραξ επ' -αυτού, το ήρπασε, το εκαθάρισεν από τους επ' αυτού μύρμηκας -και ήρχισε να το τρώγη μετ' άκρας ορέξεως, μετ' ευδαιμονίας -εμφαινούσης ότι οι τριάκοντα δύο και πλείονες οδόντες του -προ πολλού δεν είχον ασχοληθή εις την αδιάκοπον και -προσφιλή των άσκησιν. - -Φαεινή ιδέα επήλθεν εις τον νουν μου. Επήδησα αμέσως εκ της -κλίνης μου, ενεδύθην εν τάχει και εξήλθον κράζων εις τον -αναμηρυκώμενον φίλον μου: - - — Περίμενέ με! έφθασα. - -Μετέβην εις το άντικρυ παντοπωλείον και επέστρεψα μετ' -ολίγας στιγμάς φέρων εις χείρας τύλιγμα εκ χάρτου, -εμπεριέχον βαρέα τινά οπωσούν αντικείμενα επιμήκη, τα οποία -ενεχείρισα εις αυτόν. - - — Τι είν' αυτό, ηρώτησεν απορών; - -Είνε το σύμβολόν σου! απήντησα με φωνήν επίσημον. - -Ανδρίζου και ύπαγε να μετάσχης του αγώνος: ΕΝ ΤΟΥΤΩ, ΛΟΥΚΑ, -ΝΙΚΑ! - -Ο Λουκάς μη δυνηθείς ν' αντιστή εις την περιέργειαν ήνοιξε -το τύλιγμα και εύρεν εντός αυτού τέσσαρα εξαίρετα -Λουκάνικα. - -Οι οφθαλμοί του εξήστραψαν υπό αίγλης απεριγράπτου. Έθλιψε -την χείρα μου μετ' ευγνωμοσύνης, επέθηκε την άλλην χείρα -επί της καρδίας του και μετά την περιπαθή ταύτην -χειρονομίαν εξήλθε μετά της αυτής ταχύτητος μεθ' ής είχεν -εισέλθει εις το δωμάτιόν μου. - -Και ιδού τίνι τρόπω νομίζω ότι εξησφάλισα την ψήφον του -φίλου μου Λουκά, ενταυτώ δε, αν το αποτέλεσμα των εκλογών -αποβή κατά τας προσδοκίας μου, και την θέσιν ήν από καιρού -επιδιώκω και ήτις είνε — σας το λέγω εμπιστευτικώς — -επιτηρητής της εισπράξεως των διοδίων εις τας οδούς αίτινες -θα χαραχθούν επί της εκτάσεως ήν κατέχει η Κωπαΐς . . . -μετά την αποξήρανσίν της! - - - -ΤΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΩΣ - - - -Ονομάζομαι Θεοφύλακτος Τζερεμές, άρρην, ετών 26, εκ -Καππαδοκίας. Ήλπιζα ότι μίαν ημέραν θ' απέθνησκα εις την -πατρίδα μου σχολάρχης και τίμιος άνθρωπος· η ελπίς μου -διεψεύσθη και ως μόνον αίτιον της συμφοράς μου καταγγέλλω -εις άπαντα τον χριστιανικόν κόσμον την γραμματικήν της -Ελληνικής γλώσσης. - -Ελθών εις Αθήνας όπως σπουδάσω υπό την υψηλήν προστασίαν -του θείου μου Χατζή Σαράντη, μετερχομένου τον έμπορον χαλβά -και στραγαλίων, ενεγράφην εις την φιλοσοφικήν σχολήν του -Πανεπιστημίου και συνήθισα να τρέφω απεριόριστον σεβασμόν -προς τας ιεράς σκιάς των προγόνων, τους αστυνομικούς -κλητήρας και την γενειάδα του καθηγητού μου. - -Την ηρεμίαν των σπουδών μου ήλθε να ταράξη δυστυχώς ο -ανίκατος μάχαν έρως, ο εννυχεύων και εις αυτάς τας μαλακάς, -φευ! πολύ μαλακάς παρειάς της Αγγέλως, υπηρετρίας εν τη -οικία πολιτικού συνταξιούχου, κειμένη αντικρύ της του θείου -μου. Κρίνω περιττόν να επιμείνω εις τας λεπτομερείας περί -του πώς συνελήφθη ο έρως αυτός, όστις, είμαρτο να έχη -τοιαύτην επίδρασιν επί του βίου μου. Θεωρώ όμως επάναγκες -να δηλώσω ότι, αν με απέτρεπον του πάθους μου δύο λόγοι, -ήτοι η υπερβολική ευσαρκία και η υπερβολική ελευθερία, -μεθ' ής συνήπτε τας σχέσεις της η Αγγέλω, συνηγόρουν όμως -υπέρ αυτού έτεροι λόγοι πεντακισχίλιοι, ήτοι αι ισάριθμοι -δραχμαί, ας είχε κατορθώσει να συνάξη εξ οικονομιών και τας -οποίας είχε κατατεθειμένας εις την Εθνικήν Τράπεζαν. Αι -πέντε αύται χιλιάδες δραχμαί, ομού με την εύσαρκον -περίσσειαν του ευρυχώρου κόλπου της και με τον Θησαυρόν του -Ερρίκου Στεφάνου, έμελλον ν' αποτελέσωσι τους μόνους -θησαυρούς του βίου, εάν η Τύχη ήθελε το επιτρέψει. - -Αι μετά της Αγγέλως σχέσεις μου ήσαν ομαλαί, αλλ' αι -σχέσεις της Αγγέλως μετά της Γραμματικής ήσαν όλως -ανώμαλοι. Η &κλίσις& υπήρχεν εκατέρωθεν και η &συζυγία& δεν -θα εβράδυνε να επακολουθήση, αν η κατάρατος προς τους -ιερούς κανόνας της Γραμματικής απέχθειά της δεν -παρενέβαλλον προσκόμματα και δεν εματαίωνον επί τέλους τον -ποθητόν &σύνδεσμον.& - -Η πρώτη μάχη μεταξύ μας εγένετο εξ αιτίας του ονόματος της -τρυφεράς μου φίλης. - - — Αγγέλω, της είπα ημέραν τινά, το όνομά σου είνε πολύ -ανώμαλον· ενώ είνε όνομα κύριον, φαίνεται ρήμα βαρύτονον. -Είνε αληθές ότι δεν μεταβάλλεται ευκόλως, διότι ο -&χαρακτήρ& του είνε &αμετάβολος,& αλλ' όμως πρέπει -οπωσδήποτε να το διορθώσης. - - — Τι κάθεσαι και μου ψάλλεις, βρε χαλδούπη; (Σημειωτέον -ότι η αβροέπεια και η κυριολεξία ήσαν τα χαρακτηριστικά -προσόντα της γλώσσης της Αγγέλως). Δεν κυττάζεις να -διορθώσης τα μούτρα σου; . . . - -Είδα ότι δυσηρεστήθη και ηθέλησα να την εξευμενίσω. Έχουσα -τας χειρίδας ανασηκωμένας μέχρι των ώμων, κατεγίνετο να -πλύνη τα πινάκια εις τον νεροχύτην διά στάκτης. Επλησίασα -και της είπα μειδιών: - - — Μη — &παροξύνεσαι&, αγάπη μου. Θ' απέλθω να σε αφίσω -ήσυχον, διότι &περισπάσαι& περί πολλήν διακονίαν. Επίτρεψέ -μου μόνον ν' ασπασθώ την ωλένην σου. - - — Ποιάν Ελένην μου; . . . - - — Την ωλένην σου! επανέλαβα δεικνύων τους ευτόρνους -βραχίονάς της. - - — Κάνε μου τη χάρι μη με σκοτίζης με την Ελένη και τη -Μαρία, γιατί θα σε περιχύσω . . . - -Ηθέλησα να επιμείνω, αλλ' η Μέγαιρα επραγματοποίησε την -απειλήν. Εκμανείς επέπεσα κατ' αυτής διά των ονύχων και -ολίγον έλειψεν από ρήμα βαρύτονον να την καταστήσω -&απρόσωπον.& - -Μετά ένα μήνα συνεφιλιώθημεν. Μ' έκραξεν ενώ διηρχόμην -υπερηφάνως, χωρίς να την κυττάξω, και με παρεκάλεσε να την -συγχωρήσω. Το έπραξα προθύμως και διότι ηδυνάτουν να -θυσιάσω τον προς αυτήν έρωτα και διότι είχα ανάγκην της -συνδρομής της όπως αποκτήσω χρησιμώτατον διά την μελέτην -μου βιβλίον. - -Αγγέλω, είπα, σε συγχωρώ, αλλά μου χρειάζεται ένα -συντακτικόν. - - — Τι είν' αυτό πάλι; - - — Ένα βιβλίον . . . θα το έχη βέβαια ο αφεντικός σου. - - — Πώς το ξεύρεις ότι θα το έχη; . . . - - — Μα . . . δεν παίρνει &σύνταξιν& από την κυβέρνησιν; - - — Α! . . . εκατάλαβα! . . . Το βιβλίον εκείνο για την -σύνταξι! . . . Τώρα αμέσως! . . . - -Και ανελθούσα εις τον κοιτώνα του κυρίου της κατήλθε μετ' -ολίγον θριαμβευτικώς κομίζουσα . . . το φυλλάδιον της -συντάξεώς του. - - — Αγγέλω, της είπα, είσαι αγράμματος, είσαι κεχηναία [18] -και αγελαία [19], αλλά σε συγχωρώ, διότι δεν πταίεις, αν -δεν σ' εδίδαξαν γράμματα· δώσε μου δέκα φράγκα και αγοράζω -εγώ το συντακτικόν. - - — Σου τα δίνω, αλλά με μια συμφωνία. Έχω αρκετόν καιρόν να -ιδώ τον ξάδελφόν μου. (Σημειωτέον δα η Αγγέλω, ως πάσα -καλώς ανατεθραμμένη και καλώς γινώσκουσα τα καθήκοντά της -υπηρέτρια, είχεν αποκτήσει ένα ιδικόν της εξάδελφον, -ούτινος εκάστοτε εδέχετο τας όλως συγγενικάς επισκέψεις). -Σύρε να τον εύρης και να του 'πης πως τον θέλω. - - — Και πώς τον λέγουν τον εξάδελφόν σου; - - — Μανώλη. - - — Τι δουλειά κάνει; - - — Γυρολόγος. - - — Αγγέλω, ανεφώνησα, Αγγέλω . . . πρόσεχε! - - — Τι έπαθες, καλέ; - - — Ο εξάδελφός σου δεν είνε γυρολόγος. - - — Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! δεν ξεύρω τώρα τι δουλειά -κάνει ο ξάδελφός μου; - - — Αγγέλω, είνε αδύνατον να είνε γυρολόγος! είπα με φωνήν -εντονωτέραν. - - — Μα τι θέλεις νάνε; - - — Είνε γυρολόγος. Κατά Κόντον, πρέπει να λέγωμεν -φιλόλογος, ψυχολόγος, γυρολόγος . . . - -Η μορφή της Αγγέλως εγένετο στρυφνή, ως ν' ανεκάλυπτεν -αίφνης το περιεχόμενον του τενεκέ των σκουπιδιών εντός της -χύτρας, όπου έβραζεν η σάλτσα του καπαμά. - - — Έλα, έλα! . . . άφησε, βρε βλάκα, αυτές τες κουταμάρες, -μου είπε, και κύτταξε να κάμης τη δουλειά που σου είπα . . -. - -Υπήκουσα εις το πρόσταγμα της, κατώρθωσα να εύρω τον -Μανώλην και του ανεκοίνωσα την επιθυμίαν της &εξαδέλφης& -του, την οποίαν πιστεύω ότι έσπευσε μετά προθυμίας να -ικανοποιήση. Είχα εκπληρώσει απλούν ερωτικόν καθήκον, -απλούν καθήκον αβροφροσύνης μάλιστα. Και όμως . . . τόσην -ανησυχίαν μου ενεποίει η νυκτερινή αύτη επίσκεψις του -&εξαδέλφου&, ώστε την νύκτα εκείνην, όπως εύρη κάποιαν -ησυχίαν το πνεύμα μου, δεν εμελέτησα τίποτε άλλο ειμή -Ησύχιον. - -Την πρωίαν η Αγγέλω φιλομειδής ευρίσκετο εις το παράθυρον -του μαγειρείου καθαρίζουσα πίσα. Ακριβώς η λέξις αύτη με -είχε τυραννήσει αφ' εσπέρας· ηγνόουν αν η πόλις Πίσα -ωξύνετο ή περιεσπάτο. Ανήλθον εν τάχει όπως συμβουλευθώ τας -γραμματικάς γνώσεις της φίλης μου, αν και εγνώριζα εκ -πείρας πόσον αύται ήσαν περιωρισμέναι. Αλλ' ως με είδε -συνωφρυώθη· ήτο φανερόν ότι η νυκτερινή επίσκεψις του -Μανώλη είχεν επιδράσει εις το πνεύμα της επί ζημία μου. - - — Ήλθεν ο Μανώλης απόψε, μου είπεν άμα με είδε. - - — Και τι σου είπεν; ηρώτησα αδιαφόρως. - - — Μου είπε εκείνο οπού δεν έκοψε το 'δικό σου το κεφάλι. Ο -μισθός που παίρνω εδώ είνε πολύ 'λίγος· θα πω του αφεντικού -μου να τον αυξήση, ειδεμή θα φύγω. - -Ανεσκίρτησα ακούσας την τελευταίαν λέξιν. Να φύγη η Αγγέλω! -. . . να φύγη! . . . αλλά τότε τα όνειρά μου ανετρέποντο -άρδην! τότε τι θα εγίνοντο αι ηδοναί του &ενεστώτος& και τα -σχέδια περί του &μέλλοντος& και αι έντιμοι &προθέσεις& μου -και αι &μετοχαί& άς εσκόπουν ν' αγοράσω διά της προικός; . -. . Ήτο καταστροφή &οριστική&· ήτο &θλίψις& φρικτή. - - — Και τι αύξησιν θα ζητήσης, την ηρώτησα, &συλλαβικήν& ή -&χρονικήν&; - -Οι οφθαλμοί της Αγγέλως εξήστραψαν ως οι άνθρακες του -πυραύνου [20]. - - — Για να σου 'πω, βρε κορόιδο, μου είπε, εβαρέθηκα ν' -ακούω τες σαχλαμάρες σου. Κάνε μου τη χάρι ξεκουμπίσου απ' -εδώ . . . ου να χαθής, λιμοκοντόρε, διαβασμένε! - -Η θέσις ήτο κρίσιμος και πάσα αντίρρησις θα εξώθει τα -πράγματα μέχρις ατοπήματος. Εξήλθον αφού εκίνησα τον -δάκτυλον ποιήσας &σχήμα κατά το νοούμενον& και την ημέραν -εκείνην ούτε καν εις το φροντιστήριον δεν είχα διάθεσιν να -μεταβώ. Εσυλλογιζόμην τον Μανώλην, τον κακοήθη ραδιούργον -και διαβολέα, όστις προδήλως ήτο ο παραίτιος της συμφοράς -μου. Αλλ' αφού περιεπλανήθην ασκόπως όλην την ημέραν δεν -ηδυνήθην να κρατηθώ, και την εσπέραν ευρών ανοικτήν την -θύραν ανήλθα εις το μαγειρείον· και ευρέθην προ της -ασπλάγχνου Αγγέλως. - - — Πάλι μου κόπιασες; ανέκραξε μετά θυμού ευθύς ως με είδε· -δεν σου είπα να με ξεφορτωθής; - - — Λοιπόν επιμένεις; . . . ηρώτησα δειλώς. - - — Σου το είπα και σου το ξαναλέγω παστρικά, ξεφορτώσου με! -. . . Δεν σε θέλω πια για ερωμένο! . . . - - — Έχεις δίκαιον, Αγγέλω· ερωμένος σου ουδέποτε υπήρξα. -Υπήρξα &ερώμενός σου.& - - — Μη με σκοτίζης! - - — Μα λοιπόν είσαι άκαμπτος; . . . Είσαι Μέγαιρα, είσαι -Ερινύς, είσαι Αληκτώ! . . . - - — Αλύκτα όσον θέλεις. - - — Επιμένεις να με αφίσης; . . . - - — Ναι! - - — Τουλάχιστον όμως, άσπλαγχνε, ανεβόησα να με αφίσης με -&ι&, μη με αφίσης με &η&, διότι είνε πολύ σκληρόν. - - — Α! μα 'ξεύρεις πού μ' επαραφορτώθηκες! ανέκραξε μανιώδης -η Αγγέλω. Έξ' από 'δω! . . . - -Και αρπάσασα το τηγάνιον επέπεσε κατ' εμού. Ημύνθην όσον -ηδυνάμην διά μιας πυράγρας [21], αλλ' η αχρεία ήρχισεν -ενταυτώ να βάλλη τοιαύτας κραυγάς, ώστε ώρμησαν οι -γείτονες, ανήλθε δε και είς τυχαίως διαβαίνων αστυνομικός -κλητήρ, όστις με ωδήγησεν εις το κρατητήριον. - - — Κύριε, είπα προς τον αστυνόμον απολογούμενος, δεν πταίω -εγώ. Εκείνος ο αχρείος ο Μανώλης είνε ο αίτιος του -δυστυχήματός μου. Είνε άνθρωπος ελεεινός, φαύλος, είνε -άνθρωπος της τρίτης κλίσεως, ο Μανώλης του Μανώλους, κατά -το η πανώλης, της πανώλους . . . - - — Εκατάλαβα, είπεν ο αστυνόμος μειδιών, θα είνε φοιτητής -της φιλολογίας. - - — Και θα πάσχη από &υποκοντίαν&, προσέθηκεν έτερός τις -υπάλληλος παριστάμενος. - -Διέταξαν να με απολύσουν· αλλ' ο λόγος αυτός του αστυνόμου -μ' έκαμε να συνετισθώ. Σκεφθείς ωριμώτερον επείσθην -πράγματι ότι ο αίτιος της δυστυχίας μου δεν ήτο ο Μανώλης, -αλλ' η προσήλωσίς μου προς τους τύπους της Γραμματικής. -Αυτή ήτο η αφορμή της διαρρήξεως των μετά της Αγγέλως -σχέσεών μου. Διά τούτο έκτοτε παρήτησα την φιλολογίαν και -τα όνειρά μου, έσχισα τον Ησύχιον και τον Πολυδεύκη, έρριψα -εις το πυρ τα Συντακτικά, ώμοσα μίσος ακάθεκτον κατά των -διδασκάλων μου και διά να τους εκδικηθώ θα διαπράττω τας -φρικτοτέρας των ανορθογραφιών. - - - -ΑΛΛΟΦΡΟΣΥΝΗ ΑΙΜΑΤΗΡΑ - -(Εκ των απομνημονευμάτων φοιτητού) - - - -Επικατάρατοι αι εφημερίδες! επικατάρατος ο τύπος! -επικατάρατος ο Γουτεμβέργιος, όστις τον εφεύρε! Κατήντησα -μανιακός τας ημέρας ταύτας. Δεν ημπορώ ν' αναγνώσω -εφημερίδα, χωρίς ν' ανεύρω καρατομήσεις καταδίκων, εικόνας -καταδίκων, συνεντεύξεις μετά δημίων, περιγραφάς κεφαλών -αποτετμημένων, ιστορίας της λαιμητόμου και άλλα πράγματα -φρικώδη και αποτρόπαια. Το λογικόν μου εταράχθη εις -τοιούτον βαθμόν, ώστε βλέπω αιωνίως εμπρός μου πτώματα -ακέφαλα. Νομίζω ότι βλέπω πανταχού αίμα· όλα τα βλέπω -κόκκινα. Απήντησα καθ' οδόν ένα ικτερικόν και μου εφάνη και -αυτός κόκκινος! - -Χθες την νύκτα η αλλοφροσύνη μου δεν είχεν όρια. -Περιηρχόμην έξω φρενών εντός του δωματίου μου και εφώναζα: - - — Αίμα! αίμα! θέλω να πίω αίμα! - - — Αμέσως! ηκούσθη φωνή τις γλυκεία. - -Εσταμάτησα εμβρόντητος, ότε μετ' ολίγον είδα προσερχομένην -παιδίσκην φέρουσαν ποτήριον, όπερ κατ' ευτυχίαν περιείχεν -όχι αίμα αλλά διαυγές και ψυχρότατον ύδωρ εκ της κρήνης. Η -παιδίσκη, υπηρέτρια ξένης οικογενείας κατοικούσης εις το -άνω πάτωμα, εκαλείτο Έμμα. - -Το νερό κατηύνασεν οπωσούν την έξαψίν μου και τούτο με -ωφέλησεν επαισθητώς. Είχα φιλονεικήσει από πρωίας με τον -οικοδεσπότην μου περί του κατηραμένου ενοικίου, το οποίον -είχα την γενναιότητα να καθυστερώ προς αυτόν από μιας όλης -εξαμηνίας. Η νευρική μου έξαψις με είχε κάμει να αυθαδιάσω -προς αυτόν, εκείνος δε οργισθείς με ηπείλησεν ότι «θα φέρη -κανένα κλητήρα να μου κόψη τον βήχα!» - -Και είχα τω όντι βήχα και έπασχα από πόνον του λαιμού, αλλ' -επροτίμων να υφίσταμαι τας ενοχλήσεις ταύτας παρά να -υποβληθώ εις θεραπείαν. Φαντασθήτε, αν επήρχετο εις τον -νουν του κλητήρος ή του ιατρού η ιδέα να μου κόψουν τον -βήχα . . . με την λαιμητόμον! - -Θα μ' ερωτήσετε: Φοβείσαι τόσον την λαιμητόμον; - -Έχω το θάρρος ν' απαντήσω εν πάση ειλικρινεία: Ναι! - -Προ τριακονταετίας ο μακαρίτης θείος μου, όστις ήτο -αξιόλογος άνθρωπος και επί πλέον φίλος στενός του επίσης -αξιολόγου κ. Ζαχαρία Παραδαρμένου, συνήθιζε να μου λέγη -τακτικώς οσάκις εμάνθανε κανέν μου κατόρθωμα εξόχου -αταξίας: - - — Μωρέ παιδί μου, δεν έχεις καθόλου κεφάλι! - -Και προσέθετε με μελαγχολικήν φιλοσοφίαν: - - — Και το χειρότερον είνε ότι όσοι δεν έχουν κεφάλι ημπορεί -να καταντήσουν μίαν ημέραν εις την λαιμητόμον! - -Την αλήθειαν ταύτην του σεβαστού θείου μου πολλάκις -ανελογίσθην μετά φρίκης εις τον κατόπιν βίον· και σήμερον -ακόμη, ότε η φοβερά μηχανή περιοδεύει, την αναλογίζομαι· Τω -όντι συλλογισθήτε τι θα εγινόμην άν ποτε κατεδικαζόμην να -καρατομηθώ ενώ δεν έχω κεφάλι! . . . Τι θα μου έκοπτον -τότε; . . - -** -* - -Καθ' όλην την νύκτα κοιμώμενος είδα όνειρα φρικτά. Έβλεπα -ότι εκάπνιζα διαρκώς με την καπνοσύριγγα του Αρτόζη την -εκτεθειμένην εις το γραφείον της &Καθημερινής&, ότι η -κεφαλή ενός παχυσάρκου ρεπόρτερ της &Ακροπόλεως& απεκόπτετο -ομού με την του Κοτρώνη, μεθ' ού διήλθε θαρραλέως και -φιλοσοφικώς την τελευταίαν νύκτα ως ο Φαίδων με τον -Σωκράτη, εξοδεύσας γενναιοφρόνως εις λεμονάδας μέγα μέρος -των οικονομιών του, και εξύπνησα ακριβώς ενώ ωνειρευόμην -ότι συνεταξίδευα με τον Γαλατάν, μεταβαίνων χάριν -διασκεδάσεως εις Γαλατάν . . . της Κωνσταντινουπόλεως. -Αφυπνίσθην, διότι κάποιος έκρουε σφοδρώς το παράθυρόν μου. - - — Ποίος είνε; ηρώτησα δυσθύμως. - - — Ο γαλατάς. - -Ανεπήδησα έντρομος επί της κλίνης. - - — Ο Γαλατάς! . . . μα δεν τον έκοψαν σήμερα εις τα -Φέρσαλα; - - — Αφεντικό! ηκούσθη φωνή τραχεία έξωθεν, ή πάρε γάλα, ή -δώσε μου εκείνα τα λίγα ψιλά. - - — Φύγε, κακούργε! ανεβόησα έσωθεν· φύγε μη ειδοποιήσω την -αρχήν . . . εάν δεν υπάρχουν εδώ δήμιοι, υπάρχει όμως ο -σπιτονοικοκύρης μου! - -Ο γαλατάς φοβηθείς απήλθεν, αφού όμως μου εδήλωσεν αγρίως -ότι μου &κόβει& εις το εξής την πίστωσιν. - -Η δήλωσις μου προυξένησε ρίγος· ήρχισαν λοιπόν να κόπτουν -και εμέ! - -Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη βρυχηθμός φοβερός. Ήτο η -οικοδέσποινά μου, ήτις εφώναζεν: - - — Έκοψε! έκοψε! πάει! . . . κρίμας! - -Εξήλθα πελιδνός εκ του φόβου εις την αυλήν και την ηρώτησα: - - — Τι συμβαίνει, κυρά Μιχάλαινα; ποίος τον έκοψε; - - — Τίποτε καλέ, μου απήντησε· λέω για το γάλα που ηγόρασα -από τα χθες το βράδυ. - -Εξήλθα και μετέβην εις τας εξετάσεις σχολείου, εις τας -οποίας ήμην προσκεκλημένος. Ο διδάσκαλος με παρεκάλεσε ν' -αποτείνω καμμίαν ερώτησιν προς μαθητήν εξεταζόμενον εν τη -γεωγραφία. - - — Γνωρίζετε, ηρώτησα το παιδίον, να μου ειπήτε πού κείται -ο ισθμός του Παλαμά της Θεσσαλίας, όπου ο Λεσσέψ πρόκειται -να κόψη διά της λαιμητόμου τας πέντε κεφαλάς των κακούργων; -. . . - -Το παιδίον έμεινεν εμβρόντητον ως και πάντες οι -παρευρισκόμενοι· και κατ' αρχάς μεν το πράγμα εφάνη -αστεϊσμός άκαιρος, αλλ' εν τούτοις επωφελούμενος της -ευκαιρίας απηύθυνα και δευτέραν ερώτησιν εις έτερον μαθητήν -εξεταζόμενον εις την αριθμητικήν. - - — Το τετράγωνον του 52 ποίον είνε; του είπον. - -Ο μαθητής έστη διαλογιζόμενος, αλλά χωρίς να τον αφήσω ν' -απαντήση προσέθηκα: - - — Το 52 είνε ο αριθμός ο παριστών το βάρος της μαχαίρας -της λαιμητόμου, ήτις έχει σχήμα Ζ, το τετράγωνον δε το -σχηματίζει η στρατιωτική δύναμις. - -Τοιαύτη θύελλα αγανακτήσεως εξερράγη μετά την εξήγησιν -ταύτην εναντίον μου εν τω ακροατηρίω, ώστε εδέησε να -δραπετεύσω, νομίζων δε ότι κατεδιωκόμην ανήλθα μετά σπουδής -εις το δωμάτιον φίλου μου, τον οποίον ηύρα πρηνή επί της -κλίνης του και γοερώς βοώντα. - - — Τι έχεις; τον ηρώτησα απορών. - - — Πάσχω! απήντησε, με κόβει . . . - - — Σε κόβει! . . . εξαίρετα! - - — Πώς! . . . εξαίρετα; - - — Βέβαια· ας υποθέσωμεν ότι σε κόβει . . . η λαιμητόμος. -Έχω απόλυτον ανάγκην να λάβω μίαν συνέντευξιν μετ' ανθρώπου -καταδικασμένου εις θάνατον. Μετ' ολίγας στιγμάς δεν θα -υπάρχης πλέον . . . - -Ο φίλος μου λησμονήσας τας αλγηδόνας του είχεν ήδη εγερθή -και με παρετήρει με οφθαλμούς εκθάμβους. - - — Σε παρακαλώ, σε ικετεύω να υποβληθής εις έν πείραμα -χάριν της επιστήμης. Εάν ραπισθή η κεφαλή μετά την -αποτομήν, δύναται να ερυθριάση; ιδού το ζήτημα. Γνωρίζω -πολλάς κεφαλάς, αίτινες, καίτοι στερεώς επί των ώμων των -προσκεκολλημέναι, δεν ηρυθρίασαν μετά τα ισχυρότερα -ραπίσματα. Έχομεν όμως αφ' ετέρου το παράδειγμα της -Καρλόττας Κορδαί. Δέξου να γίνη το πείραμα επί της ιδικής -σου κεφαλής· αφού αποκοπή, την ραπίζω εγώ· αν αισθανθής το -ράπισμα μου, κλείεις το ένα μάτι, έπειτα την κολλώ πάλιν -επί του τραχήλου σου καλά. Δεν έχεις να πάθης τίποτε. - -Ο φίλος μου παρακολουθών με διά του βλέμματος εκινήθη προς -την άκραν του δωματίου, όπου ευρίσκετο έν σχοινίον δι' ού -είχε δέσει το κιβώτιόν του. Εννόησα τον φιλάνθρωπον σκοπόν -του. - - — Οφείλεις να &λύσης& πρώτον την απορίαν μου και έπειτα να -με δέσης, του είπον. - - — Μα επί τέλους τι θέλεις; μ' ηρώτησε παραιτηθείς του -σκοπού του. - - — Θέλω να ιδώ να κόβουν. - - — Τίποτε ευκολώτερον· έλα μαζί μου να πάμε εις το -χαρτοπαίγνιον. - - — Και τι κάνουν εκεί; - - — Κόβουν. - - — Τι κόβουν; - - — Την πασσέτα! - -Μετέβημεν τω όντι και το αποτέλεσμα υπήρξεν οδυνηρόν· είχα -τριάκοντα φράγκα να πληρώσω Έν χρέος μου και τα έχασα. -Σημειωτέον ότι την επαύριον, ως είχα μάθει, έμελλε να μ' -εύρη είς δικαστικός κλητήρ να &εκτελέση& εναντίον μου μίαν -δικαστικήν απόφασιν. - - — Δεν πάμε να δειπνήσωμεν; μου είπεν ο φίλος μου, αφού -εξήλθομεν του χαρτοπαικτείου. - -Ηρεύνησα τα θυλάκιά μου μετά πόνου και απήντησα θλιβερώς: - - — Ευχαριστώ· μου &εκόπηκε& η όρεξις. - -Και χωρίς να προφέρω λέξιν άλλην ώδευσα αποφασιστικώς προς -την εναντίαν διεύθυνσιν. Υψίστη απόφασις είχεν επέλθει εις -το πνεύμα μου. - -Ο φίλος μου δεινά υποπτεύων έτρεξε κατόπιν μου. - - — Πού πηγαίνεις; με ηρώτησεν. - - — Εις το τελωνείον. - - — Τι να κάμης; - - — Να εύρω τον Τελώνην. - - — Διατί; - - — Θέλω να μάθω τον χειρισμόν της λαιμητόμου. - - — Δυστυχή! ανεβόησεν ο φίλος μου φρικιών, τοιούτο -κατάρατον επάγγελμα θέλεις ν' ασπασθής; - - — Φίλε μου, απήντησα σοβαρώς και αξιοπρεπώς, είνε σκληρά η -απόφασίς μου, το ομολογώ· αλλ' εις αυτήν με εξωθούν δύο -πράγματα, άτινα έχουσι σχεδόν πάντοτε στενήν προς άλληλα -σχέσιν, η ανάγκη και αι εφημερίδες. Ότι και αν συμβή, έχε -υπ' όψιν σου ότι θα είμαι πάντοτε . . . &δήμιος άνθρωπος&! - -Αλλ' εις το Τελωνείον δεν ηύρα κανένα, έμαθα δε ότι όλοι οι -τελώναι ευρίσκοντο εις την φυλακήν. Φοβηθείς να τους -αναζητήσω εκεί απήλθα εις την οικίαν μου και κατεκλίθην. -Ευτυχώς το πρωί μετέβαλα γνώμην. - - (1887) - - - -ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΕΩΣ - - - -Ερώτ. — Τι είνε ψήφος; - -Απ. — Ψήφος είνε έν τεμάχιον μολύβδου, το οποίον κάθε -πολίτης έχει το δικαίωμα εν καιρώ εκλογής να ρίψη εις την -κάλπην του υποψηφίου διά της χειρός του, ή εις την κοιλίαν -του αντιθέτου διά του πυροβόλου όπλου του. - -Ερώτ. — Πού κατασκευάζονται αι ψήφοι; - -Απ. — Εις το Οπλοστάσιον, διότι και η ψήφος είνε το όπλον -των πολιτών. Εκεί επομένως κατασκευάζονται και εκεί -φυλάσσονται ομού με τα παλαιά όπλα Σασσεπώ και με την -λαιμητόμον. - -Ερώτ. — Διατί η ψήφος είνε στρογγύλη; - -Απ. — Διά να &γυρίζη& εύκολα. - -Ερώτ. — Όλοι οι πολίται έχουν δικαίωμα ψήφου; - -Απ. — Όλοι· διότι η λέξις &ψήφος& και η λέξις &πολίται& -είνε πάντοτε αρρήκτως συνδεδεμένοι. - -Ερώτ. — Πώς τούτο; - -Απ. — Διότι η &ψήφος πωλείται.& - -Ερώτ. — Ευρίσκεται εις κανένα συγγραφέα η τοιαύτη -ετυμολογία; - -Απ. — Ευρίσκεται εις τα συγγράμματα και τα κατάστιχα των -περισσοτέρων εκ των πολιτευομένων. - -Ερώτ. — Έως πότε δύναται να εξασκή το δικαίωμά του ο -εκλογεύς; - -Απ. — Έως ότου ζη και μετά θάνατον ακόμη. - -Ερώτ. — Τίνι τρόπω; - -Απ. — Και αφού ο εκλογεύς αποθάνη, ψηφίζει άλλος υπό το -όνομά του. - -Ερώτ. — Τι είνε κάλπη; - -Απ. — Κάλπη είνε δοχείον εκ τενεκέ, όμοιον περίπου μ' -εκείνο εις το οποίον αποθέτονται αι ακαθαρσίαι και τα -σκουπίδια, με μόνην την διαφοράν ότι εις αυτήν αποθέτονται -αι ελπίδες περί της ευημερίας και του μεγαλείου της -πατρίδος. - -Ερώτ. — Τι ήτο η κάλπη εις την αρχαιότητα; - -Απ. — Αγγείον, εις το οποίον εναπετίθετο η κόνις των -νεκρών. - -Ερώτ. — Και εις τους νεωτέρους χρόνους; - -Απ. — Εις τους νεωτέρους χρόνους η κάλπη χρησιμεύει προς -εναπόθεσιν της κόνεως της δημοτικότητος των αποτυχόντων -υποψηφίων. - -Ερώτ. — Τις ήτο εφευρέτης της κάλπης; - -Απ. — Ο απόστολος Παύλος, όστις ωνομάσθη διά τούτο &σκεύος -εκλογής.& - -Ερώτ. — Εις τι χρησιμεύει η κάλπη; - -Απ. — Άνθρωποι, τέως άγνωστοι, γίνονται δι' αυτής γνωστοί -ως &κάλπικοι παράδες.& - -Ερώτ. — Έχει αναλογίαν η κάλπη με τον υποψήφιον; - -Απ. — Έχει· διότι και η κάλπη, ως ο υποψήφιος, λέγει από το -έν μέρος &ναι& και από το άλλο &όχι&. - -Ερώτ. — Τις είνε ο πρώτος εκλογικός συγγραφεύς; - -Απ. — Ο Βιργίλιος, όστις, εκτός της Αινειάδος, έγραψε και -Γεωργικά και &Εκλογάς.& - -Ερώτ. — Τι είνε ο εκλογεύς; - -Απ. — Άνθρωπος, όστις, αφού ενηλικιωθή και αποκτήση -δικαίωμα ψήφου, χάνει αμέσως την ανθρωπίνην του ιδιότητα -και γίνεται απλούς αριθμός εις τον εκλογικόν κατάλογον. - -Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος εν γένει; - -Απ. — Άνθρωπος πιστοποιών την ύπαρξίν του διά πολυχρόων -προγραμμάτων τοιχοκολλωμένων εις τους δρόμους, - -Ερώτ. — Τίνα τα προσόντα του υποψηφίου; - -Απ. — Να γνωρίζη γράμματα διά να αναγινώσκη τον εκλογικόν -κατάλογον, να έχη πολλούς κουμπάρους και να διατηρή -ανοικτόν σαλόνι κατά τας ημέρας των εκλογών. - -Ερώτ. — Διατί πρέπει να έχη σαλόνι ο υποψήφιος; - -Απ. — Διότι ο εκλογικός &σάλος& απαιτεί να υπάρχη και -εκλογική &σάλα.& - -Ερώτ. — Τι πρέπει απαραιτήτως να πράξη ο υποψήφιος; - -Απ. — Προ της εκλογής να κάμη μίαν διαδήλωσιν, μετά την -εκλογήν να κάμη μίαν δήλωσιν δι' ής να ευχαριστή τους -συμπολίτας του, είτε επιτύχη είτε όχι. - -Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος δήμαρχος; - -Απ. — Άνθρωπος ομοιάζων με την Εκκλησίαν. - -Ερώτ. — Διατί; - -Απ. — Διότι, επειδή συνήθως εις τα προγράμματά του αποκαλεί -εαυτόν &τέκνον του λαού&, έχει, όπως και η Εκκλησία, πολλάς -χιλιάδας &πατέρων&. - -Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος πάρεδρος; - -Απ. — Άνθρωπος όστις συνήθως δεν κάμνει τίποτε και όστις -δεν επιθυμεί να μεταβάλη το επάγγελμά του. - -Ερώτ. — Και υποψήφιος σύμβουλος; - -Απ. — Άνθρωπος διατελών ενίοτε εις κατάστασιν απαγορεύσεως -και όστις επιθυμεί να συμβουλεύη τον δήμον. - -Ερώτ. — Ποίον είνε το συμπέρασμα; - -Απ. — Το συμπέρασμα είνε ότι, αφού αλλάζομεν υποκάμισον -τουλάχιστον καθ' εβδομάδα, πρέπει ν' αλλάζωμεν δήμαρχον -τουλάχιστον κατ' έτος. Επί μίαν τετραετίαν είνε αδύνατον να -υπάρχη δήμαρχος αμέμπτου καθαριότητος. - - (1887) - - - -ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΝ ΚΑΙ ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ - -(Προκαταρκτικαί εικόνες). - - - -Δεν εννοώ ποσώς να ψέξω το μέτρον, περί ού εγένετο κατ' -αυτάς σκέψις, την εισαγωγήν δηλαδή των γυναικών εις την -ταχυδρομικήν υπηρεσίαν του Κράτους. Το μέτρον τούτο από -πολλού εισήχθη εν Ευρώπη και κατεδείχθη αποφέρον εξαίρετα -αποτελέσματα· το θεωρώ δε συντελεστικώτατον αφ' ετέρου εις -την βελτίωσιν της τύχης του παρ' ημίν γυναικείου φύλου, -ούτινος ευρύνεται ούτως ο κύκλος του βιοποριστικού σταδίου, -ενώ εναμίλλως οφείλει μετά του ανδρός ν' αγωνίζεται τον -αγώνα του βίου. Άλλως τε, αφού προ καιρού είνε -παραδεδεγμένον, ότι αι γυναίκες είνε δυνατόν να διαπρέψουν -εις τα γράμματα, δεν βλέπω τον λόγον τον αποκλείοντα αυτάς -από το κατ' εξοχήν βασίλειον των &γραμμάτων.& Λαμβάνων όμως -υπ' όψιν αφ' ετέρου τα ήθη, τα έθιμα, τας ιδέας μας, τας -επικρατούσας εν κοινωνία και εν τη πολιτική συνθήκας, -φαντάζομαι από τούδε μερικάς σκηνάς δυναμένας κάλλιστα, να -συμβούν. - - -ΣΚΗΝΗ Α'. - - -Κατ' οίκον ο πατήρ συλλαμβάνει την θυγατέρα εγχειρίζουσαν -από του παραθύρου επιστολήν εις τον εραστήν. - -Ο ΠΑΤΗΡ (οργίλως). - -Τι κάνεις εκεί; - -Η ΘΥΓΑΤΗΡ (φοβισμένη). - -Μπαμπά! . . . τίποτε! . . . - -Ο ΠΑΤΗΡ - -Πώς τίποτε! . . . Αφού σε είδα που έδιδες γράμμα εις -εκείνον τον φαυλόβιον . . . Ραβασάκι, έ; . . . - -Η ΜΗΤΗΡ (παρεμβαίνουσα). - -Μα, άνδρα μου . . . το κορίτσι μας γυμνάζεται διά την -ταχυδρομικήν υπηρεσίαν . . . Δεν είπαμεν, ότι θα διορισθή -εκεί; . . . - -Ο ΠΑΤΗΡ (κατευναζόμενος). - -Α! . . . έτσι; . . . αλλάζει τότε! . . . - - -ΣΚΗΝΗ Β'. - - -Εις το ταχυδρομείον· πλησιάζει κομψός τις νέος και ερωτά. - -Ο ΝΕΟΣ - -Έχω γράμμα; - -Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (έσωθεν). - -Έχεις, ναι! . . . κακούργε!.. άθλιε! . . . προδότα! . . . - -Ο ΝΕΟΣ (έκπληκτος). - -Καλλιόπη! . . . - -Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ - -Φύγε, τέρας! . . . Έχεις την αναίδειαν να το ζητής από εμέ; -. . . - -Ο ΝΕΟΣ - -Μα τι συμβαίνει λοιπόν; - -Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ - -Κρημνίσου απ' εδώ! . . . Δεν σου το δίδω το γράμμα. - -Ο ΝΕΟΣ - -Καλλιόπη! . . . θα με φέρης εις απελπισίαν! . . . θα σε -καταγγείλω! - -Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ - -Θα με καταγγείλης; . . . Νά, θηρίον! . . . πάρε το γράμμα -σου! - -Ο ΝΕΟΣ (αποσφραγίζων την επιστολήν και δεικνύων αυτήν προς -την υπάλληλον). - -Κύτταξε την υπογραφήν «Παΐσιος ιερομόναχος»· είνε του θείου -μου, όστις μου στέλνει κάλτσες μάλλινες . . . Έχεις ακόμη -υποψίας; - -Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (συγκεκινημένη). - -Παύλε! . . . συγχώρησέ με! Είμαι ζηλότυπος! - - -ΣΚΗΝΗ Γ'. - - -Εις το δωμάτιον του Υπουργού, είς Βουλευτής συνομιλεί μετ' -αυτού - -Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ - -Λοιπόν θα την διορίσωμεν, κύριε Υπουργέ; - -Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ - -Ποίαν; - -Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ - -Την κυρίαν Κλεοπάτραν . . . - -Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ - -Εις την πρωτεύουσαν, αδύνατον! Είνε θέσις πολύ ενδιαφέρουσα -. . . - -Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ - -Μα ίσα ίσα, αυτή είνε καταλληλοτέρα πάσης άλλης . . - -Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ - -Διατί; - -Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ - -Διότι ακριβώς ευρίσκεται εις κατάστασιν ενδιαφέρουσαν! - - -ΣΚΗΝΗ Δ'. - - -Εν τω γραφείω της γενικής διευθύνσεως, ο Διευθυντής -προσκαλεί παρ' αυτώ την υπάλληλον δεσποινίδα Ασπασίαν. - -Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ (σοβαρός) - -Δεσποινίς, υπεπέσετε εις παράπτωμα βαρύ . . . Αυτός ο -φάκελος, τον οποίον μου έστειλαν ανωνύμως, περιείχεν -επιστολάς . . . - -Η ΑΣΠΑΣΙΑ (ερυθριώσα). - -Κύριε Διευθυντά . . . απετείνοντο προς τον αρραβωνιαστικόν -μου . . . - -Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ - -Πολύ καλά, δεσποινίς . . . είσθε κυρία να γράφετε εις -όποιον θέλετε· αλλά κυττάξατε . . . δεν φέρουν -γραμματόσημον. - -ΑΣΠΑΣΙΑ (συνεσταλμένη). - -Αλλ' αφού δεν τα έστειλα με το ταχυδρομείον; - -Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ - -Και αυτό ακριβώς είνε το παράπτωμά σας . . . Η κυβέρνησις, -ήτις προέβη εις το μέτρον του διορισμού γυναικών εις τον -ταχυδρομικόν κλάδον, απέβλεπε διά τούτου εις την ζωηροτέραν -ανάπτυξιν της αλληλογραφίας και την αύξησιν των -ταχυδρομικών τελών. Πηγαίνετε και εις το εξής να είσθε -προσεκτικωτέρα! - - -ΣΚΗΝΗ Ε'. - - -Έξωθεν της θυρίδος του ταχυδρομείου· πλησιάζει δι' εικοστήν -φοράν είς λιμοκοντόρος σταθμεύων διαρκώς εις την στοάν. - -Ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ - -Έχω κανένα γράμμα; - -Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (έσωθεν). - -Μα, κύριε, μ' εσκοτίσατε επί τέλους. Από πού περιμένετε -γράμμα; . . . Από ποίον! . . . - -Ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ (στενάζων φλογερώς). - -Από ποίον; . . . Και μ' ερωτάς, άσπλαγχνε; - -Η υπάλληλος προσκαλεί τους κλητήρας εις βοήθειαν και ο -λιμοκοντόρος αποδιώκεται διά λακτισμών. - - - -Ο ΣΟΦΟΣ ΧΟΙΡΟΣ - - - -Ότε έμαθα, ότι μεταξύ των διαφόρων ησκημένων ζώων, τα οποία -επιδεικνύουν καθ' εσπέραν την μάθησίν των εις το παρά τον -σταθμόν του σιδηροδρόμου Λαυρείου ιπποδρόμιον υπήρχε και -είς χοίρος εξόχου νοημοσύνης και ευφυίας, καταθέλγων το -δημόσιον με τα διάφορα γυμνάσιά του, ανεπέτασα τας χείρας -προς τον ουρανόν και ηυλόγησα τον θρίαμβον του ανθρωπίνου -πνεύματος. - - — Ιδού, είπα, τιθασεύονται τα μάλλον άγρια των θηρίων, -εκπαιδεύονται και τα μάλλον δύσνοα των ζώων. Γυμνάζονται οι -ίπποι, οι πίθηκοι, αι αίγες· εξημερούνται αι άρκτοι και αι -παρδάλεις. Ο ατρόμητος Μπουν, ο αμερικανός συνταγματάρχης, -εισέρχεται καθ' εσπέραν εις τον κλωβόν των λεόντων, -περιέρχεται την Ευρώπην και &πάει λέοντας!& Ιδού ότι -δεικνύουν ευφυίαν οι όνοι και επιδεξιότητα οι χοίροι. Θεέ -μου! υπάρχει λοιπόν ελπίς να ίδωμεν μίαν ημέραν και -τιθασευμένους βουλευτάς; - -Και η πρώτη μου σκέψις υπήρξε να ίδω εκ του πλησίον το -αξιοπερίεργον αυτό τετράποδον, να λάβω, ει δυνατόν, παρ' -αυτού εξηγήσεις τινάς και πληροφορίας περί της ικανότητός -του και των εντυπώσεών του εκ της ενταύθα διαμονής του. - -Το έργον δεν ήτο ευχερές, αλλ' οφείλω να εκφράσω την -ευγνωμοσύνην μου προς τον αξιόλογον λαοφιλή &παλιάτσον& -Αντώνιον, τον προγυμναστήν και αχώριστον σύντροφον του -σοφού χοίρου, προς όν έσχον την ιδέαν ν' αποταθώ και όστις -λίαν ευγενώς ανεδέχθη να διευκολύνη την ποθητήν -συνέντευξιν. - - — Έρχομαι θαρρών, του είπα, διότι είμαι και εγώ &χοιρώναξ& -των γραμμάτων. Μέχρι τούδε εγνώρισα μόνον χοροδιδασκάλους, -οίτινες ομολογώ ότι δεν ήσαν πολύ ευφυείς· χαίρω, διότι μου -παρέχεται η ευκαιρία να γνωρίσω ένα τόσον νοήμονα και -επιτήδειον &χοιροδιδάσκαλον.& - - — Και εις ποίαν γλώσσαν θα εξηγηθήτε; με ηρώτησεν -ευχαριστηθείς εκ της προσαγορεύσεως. - - — Επειδή δεν έτυχέ ποτε να σπουδάσω την γλώσσαν των -κοινοβουλευτικών συνδιαλέξεων και των προσωπικών διατριβών, -η συνεννόησις κατ' ανάγκην θα γίνη διά &χοιρονομιών&. - -Ο Αντώνιος παρεδέχθη, αναδεχόμενος μάλιστα να χρησιμεύση -και ως διερμηνεύς. - - — Έξοχον και προνομιούχον τετράποδον, είπα μόλις -ενεφανίσθην προ του ζώου, σε χαιρετίζω μετά του προσήκοντος -θαυμασμού. Είδα μέχρι τούδε σοφούς, οίτινες πιθανόν να ήσαν -και χοίροι· τα ανώτερα ημών διδακτήρια κάτι γνωρίζουν περί -τούτου. Είδα σοφούς εκδίδοντας &εγχοιρίδια,& αλλά χοίρον -σοφόν ομολογώ ότι δεν είδα ακόμη. - -Ο σοφός χοίρος εθέλχθη εκ της προσφωνήσεώς μου και απήντησε -διά παρατεταμένου γρυλλισμού ευχαριστηρίου. - -Η πρώτη μου ερώτησις ήτο περί των εκ της πόλεώς μας -εντυπώσεών του. Η εις εμέ διαβιβασθείσα διά του Αντωνίου -απάντησις είχεν ως εξής: - - — Τόσον μου ήρεσεν η πόλις σας και ιδίως η κατάστασις των -οδών σας, ώστε, αν ήτο εις την εξουσίαν μου, θα ενεγραφόμην -δημότης διά να διαμένω διαρκώς εδώ. - - — Η επιθυμία σας μας κολακεύει πολύ, απήντησα, και θα -φροντίσω να την διαβιβάσω καταλλήλως εις το δημοτικόν μας -συμβούλιον· αλλ' επειδή ευρισκόμεθα εις το θέμα αυτό, -επιθυμώ να σας ερωτήσω περί ενός αντικειμένου της ειδικής -αρμοδιότητός σας. Τι φρονείτε περί των κατασκευαζομένων -αποχωρητηρίων; - - — Το κατ' εμέ δεν τα εγκρίνω, είπεν ο τετράπους μαθητής -του Αντωνίου· προτιμώμεν τα πράγματα να μένουν εις την -φυσικήν των κατάστασιν. Αλλά βεβαίως θα είνε λόγος -πολιτικός. - - — Πολιτικός! . . . διατί; - - — Διότι, ως ήκουσα, η αντιπολίτευσίς σας έχει το ιδίωμα ν' -αποχωρή συχνά και ο πολλαπλασιασμός των αποχωρητηρίων -έγινεν επίτηδες, όπως διευκολύνη την συνταγματικήν της -ταύτην λειτουργίαν. - -Το &επιχοίρημα& ήτο τόσον ακαταμάχητον, ώστε εδέησε να το -παραδεχθώ. - - — Και περί του ύδατος της πόλεως ποίαν γνώμην έχετε; -εξηκολούθησα. - - — Φανερόν είνε, απήντησεν ο ευφυής χοίρος, ότι το ύδωρ -κλέπτεται από τα υδραγωγεία, εις τα οποία ανοίγουν τρύπας. -Και αύται είνε αι μόναι τρύπαι εις το νερόν, αι οποίαι -έχουν σημασίαν. - - — Και περί της λιθοστρώσεως τι λέγετε; - - — Βλέπω εις τας εφημερίδας..; à propos, σας συγχαίρω και -διά μερικάς εξ αυτών, διότι οι συντάκται των &χοιρίζονται& -τον κάλαμον με πολλήν χάριν και ευρίσκω εις αυτάς άφθονον -τροφήν . . . βλέπω λοιπόν, ότι ο δήμαρχός σας -&λιθοβολείται& καθ' εκάστην παρά διαφόρων εταιρειών. -Ανέγνωσα όμως και όσα έγραψε περί τούτου είς καθηγητής του -Πανεπιστημίου και έχω την τιμήν να συμμερίζωμαι πληρέστατα -την γνώμην του κυρίου καθηγητού. - - — Επιθυμείτε να συνομιλήσωμεν και περί της πολιτικής; -ηρώτησα μετά τινος δισταγμού. - -Ο χοίρος εποίησε κίνημα απαρεσκείας. - - — Διότι ανακατεύομαι εις τον βόρβορον ενίοτε, απήντησε, -δεν έπεται ότι ανακατεύομαι και εις την πολιτικήν. - - — Θα ηκούσατε βεβαίως περί της πολυκρότου υποθέσεως των -ανακαλυφθεισών τελωνειακών και ταμειακών καταχρήσεων; Μου -επιτρέπετε να σας ερωτήσω ποίαν ιδέαν έχετε περί αυτών; - - — Η ιδέα μου, κύριε, είπε μετ' αξιοπρεπείας ο χοίρος, είνε -πολύ παρήγορος και κολακευτική διά το γένος μας. Μέχρι -τούδε ενόμιζα, ότι ημείς είμεθα τα μάλλον λαίμαργα και -μάλλον παμφάγα των ζώων, ότε όμως επληροφορήθην τι έπραττον -οι τελώναι και οι ταμίαι, απέβαλα την πεπλανημένην ταύτην -ιδέαν. - -Εξαντληθέντων των θεμάτων, η συνέντευξις έληγε κατ' -ανάγκην. Ηγέρθην όπως αναχωρήσω και ηυχαρίστησα το ευγενές -ζώον. - - — Διά της ευμενείας σας κατεστήσατε &υποχοίριον& την -ευγνωμοσύνην μου, τω είπα. Εύχομαι να παραταθή όσον το -δυνατόν περισσότερον ο βίος σας, μολονότι αυτός είνε -εξησφαλισμένος ένεκα της σοφίας και της ικανότητός σας, και -το ανθρώπινον γένος ν' αργήση επί πολύ να φάγη τα -χοιρομήριά σας. - -Ο χοίρος με ηυχαρίστησεν επί τη ευχή και προσέθηκε: - - — Σκοπεύω να διατρίψω επί τινας εισέτι ημέρας ενταύθα· -θέλω να επισκεφθώ το Βουλευτήριόν σας, το Χρηματιστήριον, -το Δημαρχείον και το παλαιόν θέατρον του Μπούκουρη, το -οποίον μου λέγουν ότι είνε πολύ εύμορφον και εις το οποίον -απορώ διατί δεν με έφερεν ο εργολάβος μου να δίδω -παραστάσεις. Τας περαιτέρω εντυπώσεις μου, εάν δεν σας ίδω -και δευτέραν φοράν, θα σας τας στείλω εγγράφως διά του -Αντωνίου. - -Εξήλθα καταγοητευμένος και θαυμάζων την διανοητικήν -περιωπήν εις την οποίαν έφθασε το γένος των χοίρων. -Εσκεπτόμην ότι τα δαιμόνια, άτινα έπεμψεν άλλοτε ο Χριστός -εις την αγέλην αυτών εν τη χώρα των Γεργεσηνών, επενήργησαν -εις την μόρφωσιν αυτών. Υπό τοιούτων κατειχόμην -συλλογισμών, όταν συνήντησα ένα φίλον μου περίλυπον και -πενθηφορούντα. - - — Τι σου συνέβη; τον ηρώτησα. - - — Δεν τα έμαθες; απήντησε κατηφής· απέθανεν η σύζυγός μου! - -Ήρπασα την χείρα του και την έθλιψα εγκαρδίως. - - — Σε συγχαίρω! του είπα μετά παραφοράς. - -Ο φίλος μου έμεινεν εμβρόντητος διά τα συγχαρητήριά μου και -με προσέβλεπεν άφωνος και μη δυνάμενος να εννοήση. - - — Ναι, σε συγχαίρω, επανέλαβα. Πρωτύτερο δεν ηξεύρω τι -ήσο, αλλά τώρα είσαι βεβαίως κάτι, αφού έγινες &χήρος&! - - (1888) - - - -Η ΘΟΔΩΡΑ - -ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΣΑΡΔΟΥ ΜΕΤΕΝΕΧΘΕΝ ΕΙΣ ΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ - - - -ΣΚΗΝΗ Α'. - - -Ο στρατιώτης του 3 λόχου του 2 τάγματος του 1 συντάγματος -Σταμάτης Λόρδας εισέρχεται εις το μαγειρείον, ένθα η ποθητή -της καρδίας του Θοδώρα κόπτει αυγολέμονον διά τους -παρασκευασθέντας ντολμάδες, προχωρεί ωχρός και βαρύθυμος, -και με φωνήν πένθιμον ανακράζει: - - — Θοδώρα! σε κατήργησαν. - -Η Θοδώρα χωρίς ν' αφήση την εργασίαν της: - -Τι λες, βρε χάχα; - -Λόρδας ισχυρότερον: — Σου λέγω, ότι σε κατήργησαν, ότι μας -αφάνισαν, μας κατέστρεψαν! . . . - -Και ενταυτώ χώνει τας χείρας εις την λοπάδα [22] και -αρπάζει δύο ντολμάδες, τους οποίους καταβροχθίζει. - -Η Θοδώρα μανιώδης: - - — Βγάλ' τα κούτσουρά σου απ' εκεί! . . . Μίλα, βρε κορόιδο -της φανταρίας, τι έπαθες; - - — Μα δεν ακούς λοιπόν; σε κατήργησαν, σου λέγω! - - — Ποίος με κατήργησε; - - — Ο υπουργός των Στρατιωτικών! - - — Ο υπουργός; . . . Και τι έχω να κάνω μαζί του; - - — Ξέρω κ' εγώ! . . . νά, από ζηλοτυπία φυσικά! . . . - - — Μα τι έκαμα; - - — Πάλι! . . . Σου λέγω πως κατήργησε τη Θοδώρα! . . . - - — Τη σάλπιγγα; - - — Ναι, τη σάλπιγγα, το αποχωρητήριον και μαζί με την -σάλπιγγα και εσέ και τας συνεντεύξεις μας και τον έρωτά -μας! . . . Πώς θα πηγαίνω εγώ τώρα από το Μεταξουργείον εις -τα Παραπήγματα χωρίς σάλπιγγα; . . . Σου λέγω πως μας -αφάνισε! - - — Και γι' αυτό χάνεσαι, βρε βλάκα; . . . Δεν 'μπορείς να -ξέρης την ώρα και να γυρίσης εις τον στρατώνα; - - — Και πού να την ιδώ την ώρα; - - — Εις το ρολόγι; - - — Και πού να ιδώ το ρολόγι; - - — Σε κανένα μπακάλικο . . . σε κανένα καφενείο . . . - - — Και αν πηγαίνη οπίσω το ρολόγι του καφενείου; . . . Δεν -μ' αφήνεις, καλέ!. . . . Αχ! να είχα τουλάχιστον ένα ρολόγι -δικό μου! . . . - -Η Θοδώρα μετά σκέψιν: - - — Ε! . . . ας είνε! Τυχερός ήσουν και σούφεξε. Μου έκαμε -σήμερα χάρισμα η κυρά μου 25 δραχμάς να πάρω φουστάνι. -&(Ερευνά εις τα θυλάκιά της και του εγχειρίζει τας 25 -δραχμάς).& Νά! πάρε εσύ ένα ρολόγι! - -Ο Λόρδας μετά συγκινήσεως: - - — Θοδώρα! με σώζεις! . . . με γλυτώνεις! . . . Είχα -απόφασι ν' αυτοχειριασθώ και θα επήγαινα από &άωρον& -θάνατον! - - -ΣΚΗΝΗ Β'. - - -Εις το αυτό μαγειρείον την επομένην εσπέραν. Ο Λόρδας μετ' -ανησυχίας ερωτά: - - — Τι ώρα είνε; - -Η Θοδώρα απορούσα: - - — Μα δεν επήρες το ρολόγι; - - — Πού ρολόγι! . . . σήμερα όλη μέρα ήμουν αγγαρεία εις την -υπηρεσίαν. Τώρα το βράδυ άρπαξα μια στιγμή να έλθω να σε -ιδώ! . . . Κύτταξε το ρολόγι του αφεντικού σου . . . - -Η Θοδώρα επιστρέφουσα: - - — Είνε έξι και είκοσι. - - — Πίσω θα πηγαίνη . . . Κύτταξε και το ρολόγι που είνε -στην κάμερα της κυράς σου . . . - -Η Θοδώρα μεταβαίνει και επιστρέφει: - - — Αυτό λέει επτά και δέκα! Δεν μπορεί να είνε τόσο! Ας -ρωτήσουμε και τον μπακάλη από το παράθυρον. - -Ερωτάται ο μπακάλης και απαντά: — Επτά παρά τέταρτον. - -Ο Λόρδας εν αμηχανία: - - — Τώρα ποιο να πιστεύσουμε από τα τρία; - -Επαναλαμβάνεται η τρυφερά διένεξις της σκηνής του κήπου -μεταξύ Ρωμαίου και Ιουλιέττας περί της ώρας, κατά την -οποίαν το άσμα του κορυδαλού αντικαθίσταται υπό των ύβρεων -του αφεντικού της Θοδώρας, δυσανασχετούντος διά την -βραδύτητα της υπηρετρίας του. Μεθ' ό ο Λόρδας απέρχεται -εσπευσμένως. - - -ΣΚΗΝΗ Γ'. - - -Εις το οινοπωλείον και ξενοδοχείον ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ. Διάφοροι -στρατιώται του συντάγματος συνδειπνούν ευθύμως. - -Ο Σταμάτης Λόρδας ψάλλει φαιδρώς το άσμα: &Στο ένα χέρι την -Μανιώ και στ' άλλο την κανάτα·& έπειτα μεγαλοφώνως: - - — Κάπελα! . . . μια οκά ακόμη και τον λογαριασμό. - -Ο ξενοδόχος φέρει τον λογαριασμόν: Είκοσι και τριάντα -πέντε. - -Ο Λόρδας μεγαλοπρεπώς: - - — Παιδιά: κερνώ εγώ απόψε! . . . - -Δίδει το χαρτονόμισμα των 25 δραχμών, επευφημούντων μετ' -εκπλήξεως των συνδαιτυμόνων. Οι στρατιώται συγκρούουν τα -ποτήρια: - - — Η ώρα η καλή! . . . - -Ο Λόρδας μελαγχολικώς κατ' ιδίαν: - - — Η ώρα η καλή! . . . αλλά! . . . χωρίς ρολόγι! - - -ΣΚΗΝΗ Δ'. - - -Εις την λεωφόρον Πανεπιστημίου. Ο Σταμάτης σπεύδων το βήμα -και αποτεινόμενος προς ένα διαβάτην: - - — Κύριε . . . παρακαλώ, τι ώρα έχετε; - -Ο διαβάτης φέρων τας χείρας εις τα θυλάκια και κραυγάζων: - - — Λωποδύται! . . . βοήθεια! - -Ο Λόρδας τρέχων βιαίως και κρυπτόμενος εις το προ του -Πανεπιστημίου άλσος; - - — Να σε πάρ' η οργή, μαγκούφη! . . . έβαλε τον κόσμο άνω -κάτω με τες φωνές του! . . . Τι σκοτάδι εδώ πέρα . . . -πίσσα! . . . Να ημπορούσα να ιδώ το ρολόγι! . . . να είχα -φως! . . . Έχω ένα κερί επάνω μου, αλλά σπίρτο; . . . -&(Προχωρεί και διακρίνει εν τω σκότει σκιάν ανθρώπου -καθημένου)&. Πατριώτη, έχεις κανένα σπίρτο; . . . Δεν μιλεί -αυτός! . . . τουλάχιστον δεν μ' επήρε για λωποδύτη! . . . -Δεν ακούς, πατριώτη; &(Πλησιάζει έτι μάλλον)& . . . Μπα, -διάβολε! . . . στον Κοραή μιλούσα! . . . - - -ΣΚΗΝΗ Ε'. - - -Εις τον στρατώνα αναγινώσκεται ο κατάλογος της εσπερινής -προσκλήσεως. - - — Λόρδας Σταμάτης . . . - - — Απών! - -Ο επιλοχίας: - - — Απών, έ; Κ' έμαθα πως είχε τσιμπούσι ο λιμοκοντόρος! . . -. Σημείωσέ τον. Καλό γλέντι τον περιμένει. - - -ΣΚΗΝΗ ΣΤ'. - - -Εις το μαγειρείον. Η Θοδώρα σύννους παρασκευάζουσα το -δείπνον. - - — Τι να έγινε αυτός ο παραλυμένος; Πέντε μέρες έχει να -φανή! - -Ο Σταμάτης εμφανιζόμενος: - - — Θοδώρα μου! . . . δεν σου τάλεγα; Την έφαγα την πεντάρα! -. . . Μ' έχωσαν στη φυλακή γιατί επήγα αργά στην πρόσκλησι -. . . - - — Καλά! . . . μα δεν είχες ρολόγι να ιδής την ώρα; - - — Ρολόγι πού να στα λέγω! . . . Επήρα ένα ρολόγι, μα αυτό -το καταραμένο επήγαινε τόσο εμπρός . . . μα τόσο πολύ -εμπρός . . . ώστε . . . - - — Ώστε; . . . - - — Ώστε . . . δεν ημπορούσα να το ακολουθήσω . . . το έχασα -απ' εμπρός μου . . . - - — Έτσι ε . . . . το έχασες; . . . Και δεν μου χανόσουνε -και συ μαζί μ' αυτό; . . . - - — Θοδώρα! . . . - - — Να χαθής, σου λέω! . . . - - — Θοδώρα! . . . &(προσπαθεί να την εξευμενίση διά τρυφερού -εναγκαλισμού)&. - - — Γκρεμίσου απ' εδώ! . . . &(αρπάζουσα μίαν σιδηράν -εσχάραν και αμυνομένη).& - - — Θοδώρα, είσαι άσπλαγχνη, είσαι θηρίον! . . . - -Εξακολουθεί δεινή σύγκρουσις, κατά την οποίαν ο Λόρδας -δεχόμενος κατά κεφαλής μίαν πληγήν εσχάρας και κατά -πρόσωπον μίαν πατσαβούραν με στάχτην τρέπεται εις φυγήν. - - -ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ - - -Εις την αυλήν του στρατώνος. Ο Σταμάτης Λόρδας αναγινώσκων -κατά μόνας βιβλίον και μονολογών. - - — Ωρκίσθην να πάρω ένα ρολόγι . . . Ιδού! . . . έως ν' -αποκτήσω το απαιτούμενον χρηματικόν ποσόν, ηγόρασα ωστόσον -&Ωρολόγιον το Μέγα!& Διαβάζω με ευσέβειαν τους -παρακλητικούς κανόνας και παρακαλώ να φωτίση ο Θεός το -υπουργείον ή να βάλουν πάλιν σ' ενέργεια την Θοδώρα, ή να -τοποθετήσουν πέντ' έξι ρολόγια εις την πόλι! - - (1889) - - - -Ο ΑΝΤΕΡΟΒΓΑΛΤΗΣ - -(Επιστολή προς το «Άστυ»). - - - -&Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι.& - -Εννοώ κάλλιστα την ανυπομονησίαν και την αγανάκτησίν σας· -συναισθάνομαι το καθήκον, όπερ η προνοητική φύσις έταξεν -εις εμέ, όπως έταξεν εις τους αστυνομικούς κλητήρας το -καθήκον της χαρτοπαιξίας και εις τους επιδόξους υπουργούς -της δημοσίας εκπαιδεύσεως το καθήκον της ανορθογραφίας. Δεν -υπήρξε προσωπικότης οπωσούν έξοχος πατήσασα επί της -κλασικής ταύτης γης και αλευρωθείσα εκ της κόνεώς της, δεν -υπήρξε δίπουν ή τετράπουν, λογικόν ως αγόρευσις συνηγόρου -εις το Πλημμελειοδικείον, ή άλογον ως εκείνα τα οποία -ηγόραζον και μετεπώλουν αενάως κατά το παρελθόν αι -κυβερνήσεις της πατρίδος μας, το οποίον να μη υπεβλήθη εις -καταναγκαστικήν συνέντευξιν μετά του υποφαινομένου εις -αυτάς ταύτας τας στήλας και υπό τον τυραννικόν ζυγόν του -λογοπαιγνίου. Όπου και αν κατώκει, εις ξενοδοχείον ή εις -ιδιωτικήν οικίαν, εις ανάκτορον ή εις χάνι, τον εύρισκα -αμέσως και αι θύραι της κατοικίας του, απρόσιτοι δι' -άλλους, ηνοίγοντο ευχερώς δι' εμέ, ως να ήσαν θύραι -νομισματικού μουσείου. - -Είχετε δίκαιον επομένως να λέγετε απορούντες περί εμού: - - — Ακούς εκεί! . . . να είνε εδώ ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης και -αυτός να μη &τζακισθή& ακόμη να υπάγη να τον ιδή! . . . - -Είχετε δίκαιον, αλλά . . . έχετε άδικον! - -Νομίζετε, ότι δεν το εσκέφθην εγώ; νομίζετε, ότι δεν με -συνεκίνησαν μέχρι δακρύων τα δεινοπαθήματα της κυρά- -Γιάνναινας, τα τόσον τραγικώς περιγραφέντα εις τας -εφημερίδας, και το μαρτύριον εις το οποίον υπεβλήθη ο -φοβερός υπαστυνόμος του Πειραιώς, ηναγκασμένος να διατελή -&επί ποδός&, ένεκα των διαδόσεων περί της αφίξεως του -απαισίου Αντεροβγάλτη; Νομίζετε, ότι δεν με επτόησε το -θάρρος με το οποίον παρέβαινε τας περί γραμματοσήμου -διατάξεις, κολλών εις τα παράθυρα τας επιστολάς του, αντί -να τας στέλλη διά του ταχυδρομείου, και δεν με εξέπληξεν η -ικανότης μετά της οποίας έμαθε την γλώσσαν μας εντός δύο ή -τριών ημερών, ώστε να την γράφη καλύτερον από μερικούς -δημοσιογράφους; - -Ή νομίζετε ότι δεν αντελήφθην και εγώ τον φόβον, όστις -διεσπάρη εις τας τάξεις του λαού μας και δεν ήκουσα τας -τερατώδεις διαδόσεις περί του μυστηριώδους αυτού -επισκέπτου; Ολίγον έλειψε μάλιστα να γίνω αφορμή -δυστυχήματος και ιδού πώς. - -Ειργαζόμην προχθές εντός του δωματίου μου, ενώ έξω εις την -αυλήν εκάθητο εις τον ήλιον η οικοδέσποινά μου κυρά-Πανώρηα -πλέκουσα κάλτσαν και συνδιαλεγομένη μετά της γειτονίσσης -της κυρά-Βασίλαινας και του μπαρμπα-Θεοδόση αποστράτου -ενωμοτάρχου και νοικάρη της. Το θέμα της συνομιλίας των ήτο -ο απαίσιος Αντεροβγάλτης· η κυρά-Πανώρηα διετείνετο, ότι -τον είδαν τες περασμένες εις το νταμάρι του Στρέφη να -ροκανίζη τα κόκκαλα τριών γυναικών οπού είχε σφάξει· η -κυρά-Βασίλαινα, η οποία είχε πλύσιν, έτρεμεν εις την ιδέαν, -ότι έμελλε ν' αφήση έξω εις την αυλήν τα απλωμένα ρούχα και -ο μπαρμπα-Θεοδόσης αρειμανίως στρέφων τον ψαρόν μύστακα -έλεγεν, ότι εις το εξής κάθε βράδυ οπού επήγαινε και -«επέρναγε την ώραν του» εις έν μπακάλικον της συνοικίας, θα -έπαιρνε μαζί του και ένα τουφέκι παλαιόν της Εθνοφυλακής, -οπού είχεν εις το δωμάτιόν του. Διά μιας ήνοιξεν η θύρα του -δωματίου μου και εισήλθε κάποιος. - -Ήτο ο φίλος μου Ησαΐας, φοιτητής εκ Παμφυλίας, όστις, αφού -διήκουσεν επί έν έτος τα μαθήματα της Θεολογικής σχολής, -ενεγράφη το επόμενον εις την Φαρμακευτικήν. Εφόρει πρότερον -ασιατικήν ενδυμασίαν και επειδή κατ' εκείνην την στιγμήν -διά πρώτην φοράν τον έβλεπα ενδεδυμένον ευρωπαϊκά δεν τον -ανεγνώρισα αμέσως. - - — Εσύ είσαι, καλέ; - - — Εγώ, δεν με ανεγνώρισες; - - — Μα τι τα έκαμες τα αντεριά; [23] - - — Τα αντεριά; τα έβγαλα! - - — Τα έβγαλες! ανεβόησα μετά φρίκης, μα τότε λοιπόν είσαι -και συ Αντεριοβγάλτης! - -Μόλις επρόφερα τον κακόν αυτόν αστεϊσμόν και παρευθύς εις -την αυλήν, ένθα οι συνδιαλεγόμενοι ήκουσαν τον ανωτέρω -διάλογον, εξερράγη φοβερός πάταγος. Η κυρά-Βασίλαινα ώρμησε -μετά κραυγών και εκρύφθη υπό τον κάλαθον της αλυσίβας. Ο -μπαρμπα-Θεοδόσης έτρεξε να πάρη το τουφέκι της Εθνοφυλακής· -η κυρά-Πανώρηα ωπλίσθη γενναίως με έν από τα τσόκαρά της· η -Φουντούκω, το κυνάριον της οικοδεσποίνης, υλάκτει μανιωδώς -και αι όρνιθες έτρεχον πτήσσουσαι μετά ισχυρού κακαβισμού -εντός της αυλής, ενώ από τα γειτονικά παράθυρα ηκούοντο -έντρομοι φωναί γυναικών και παίδων: - -«Ο Αντεροβγάλτης! ο Αντεροβγάλτης!» - -Μετά κόπου ηδυνήθην να σώσω τον εμβρόντητον απομείναντα -Ησαΐαν από της μανίας του πλήθους, αναγκασθείς να -δημηγορήσω και να διαβεβαιώσω το ακροατήριον — ότι ο ατυχής -φίλος μου όχι μόνον δεν έτρωγε κρέας ανθρώπινον, αλλ' ουδ' -αυτό το βωδινόν, ειμή κατά τας επισήμους ημέρας, -περιοριζόμενος ολιγαρχικώς εις την καθημερινήν κατανάλωσιν -των φυτικών ουσιών, εις την οποίαν τον είχεν αρχικώς -προορίσει η φύσις, πριν ή μεταμεληθείσα στερήση αυτόν -ασπλάγχνως των άλλων δυο ποδών, ούς εσκόπει πρότερον να του -δώση. - -Όλα ταύτα τα γνωρίζω· αλλά τι τα θέλετε! ανέκαθεν -εσχημάτισα την βαθυτάτην πεποίθησιν, ότι ο απαίσιος αυτός -Τζακ δεν ευρίσκετο εις την Ελλάδα, διότι δεν ηδύνατο να -έλθη. - -Ο άνθρωπος αυτός απέκτησε μίαν φήμην παγκόσμιον διά των -κατορθωμάτων του, την οποίαν υποθέτω ότι επιθυμεί να -διατηρήση. Αλλ' ίσα ίσα η μόνη χώρα όπου η φήμη του θα -κατεστρέφετο είνε η ιδική μας. Η Ελλάς είνε η καθαυτό χώρα -του ξεκοιλιάσματος. Το να βγάλη τις τα έντερα του άλλου -παρ' ημίν είνε το φυσικώτερον πράγμα του κόσμου. Η -συνηθεστέρα σκηνή εξ όσων αναγινώσκεις εις τας εφημερίδας -μας είνε η εξής περίπου: - -Ο Γιάννης και ο Κώστας είνε στενοί φίλοι και πηγαίνουν το -βράδυ μαζί να πιούν ένα κρασί. Εις την συνομιλίαν επάνω -φιλονεικούν. - - — Εκείνο το ρετσινάτο που έπιαμε στην ταβέρνα του Θανάση -ήτο καλύτερο, λέγει ο Κώστας, - - — Α, μπα! καλύτερο είν' αυτό, απαντά ο Γιάννης. - - — Μάλιστα! . . . αγκαλά . . . που ξέρεις εσύ από κρασί! - - — Εγώ δεν ξεύρω; . . . εσύ δεν ξεύρεις τι σου γίνεται, - - — Είσαι βλάκας! - - — Είσαι μασκαράς! . . . - -Εις απάντησιν εξάγει ο Κώστας το μαχαίρι και ξεκοιλιάζει -τον αγαπητόν του φίλον. - -Ύστερα υπό αυτά τα καθημερινά και συνήθη, τι θα ήτο ο Τζακ -εδώ; είς κοινότατος ήρως του αστυνομικού δελτίου, -αναφερόμενος εκάστοτε μεταξύ του αξιοτίμου κυρίου Βη και -του αξιοτίμου κυρίου Ποντική, όστις μίαν ημέραν ήθελε -παραπεμφθή εις το Κακουργιοδικείον, όπου θα είχε συνήγορον -ένα πολιτευόμενον, θα κατεδικάζετο, και . . . θα ελάμβανε -χάριν μετά έξ μήνας από τον υπουργόν της Δικαιοσύνης. - -Ο Αντεροβγάλτης! Και νομίζετε, ότι δεν έχομεν ημείς εδώ -αντεροβγάλτας; Πόσον απατάσθε! - -Προσμείνατε πάλιν να επανέλθη καμμία εμφρακτική υποτροπή -εις την Βουλήν μας, και υπάγετε τότε εις το Βουλευτήριον -και λάβετε τον ηρωισμόν να καθίσετε έως το πρωί διά ν' -ακούσετε την φάλαγγα των διαφόρων ρητόρων ν' αγορεύουν εκ -περιτροπής διά τον έντιμον φυγόδικον κ. -Παπααναγνωστοθεοχριστοδουλοφιλόπουλον και τότε δύνασθε ν’ -αντιμετωπίσετε θαρραλέως ολοζώντανον τον πραγματικόν Τζακ -τον Αντεροβγάλτην, όστις δεν θα ηδύνατο πλέον να σας βλάψη, -διότι τίποτε δεν εύρισκεν εις την γαστέρα σας. - -Δι' όλους αυτούς τους λόγους φρονώ εν πεποιθήσει, ότι ο -Τζακ δεν θα απεφάσιζέ ποτε να έλθη εδώ, διά να υποβάλη εις -επικίνδυνον συναγωνισμόν το έργον και την φήμην του. - -Θα μου παρατηρήσετε ότι, καθά [24] υποτίθεται, ο Τζακ -εκτελεί το αποτρόπαιον έργον του χάριν ανατομικών μελετών, -διότι αφαιρεί τας μήτρας των θυμάτων του και τας -παραλαμβάνει προς σπουδήν. - -Αλλ' εις την παρατήρησίν σας απαντώ, ότι εις τον τόπον μας -αυτή η αφαίρεσις είνε πράγμα δυσκολώτατον. - -Και απόδειξις η Ιερά Σύνοδος, ήτις καίτοι έχει υπ' όψιν της -τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας, τον Ποινικόν -Νόμον και το Καταστατικόν του Δρομοκαϊτείου φρενοκομείου, -ακόμη δεν απεφάσισε ν' αφαιρέση την &μίτραν& πολλών -επισκόπων. - - - -ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ - - - -Ότε αφυπνίσθην προχθές την πρωίαν, ήτο η γλυκεία ώρα της -χαραυγής, κατά την οποίαν δεν ηξεύρω τι βαλσαμώνει η φύσις, -καθά διαβεβαιοί ο Ζαλοκώστας, αλλά κατά την οποίαν βεβαίως -αναπέμπονται προς τον ουρανόν ομού με τους ήχους του -Εωθινού και τα κελαδήματα των πτηνών — επί τη υποθέσει ότι -έχουν όρεξιν τα πτηνά να κελαδούν αυτήν την εποχήν — αι -φοβερώτεραι των βλασφημιών υπ' εκείνων των ταλαιπώρων, των -οποίων τον νήδυμον [25] ύπνον και το παρήγορον όνειρον -διακόπτει η αγρία ωρυγή του &σαλεπτσή&. - -Δεν το λέγω διά να καυχηθώ, αλλά και εγώ ανήκω εις την -τάξιν των ατυχών αυτών μαρτύρων. Παραδόξως όμως την ημέραν -εκείνην δεν με αφύπνιζεν η θηριωδία των περιπλανωμένων -αυτών τεράτων, δεν ήκουον τας λιγυράς [26] φωνάς των -κουλουροπωλών, δεν ήκουον βήματα διαβατών εις την -πολυσύχναστον οδόν. - -Εννόησα ότι κάτι έκτακτον συνέβαινε και προσεκάλεσα τον -υπηρέτην μου Αναξίμανδρον, όστις σπουδάζων άμα και -υπηρετών, προώρισται να κλείση μίαν ημέραν την γενέθλιόν -του νήσον Ωλίαρον, αναρριχώμενος μέχρι του αξιώματος του -υπογραμματέως ειρηνοδικείου και μέχρι της περιωπής βοηθού -αριστερού ψάλτου. Ήθελα να βεβαιωθώ αν είχε χιονίσει. - - — Πήγαινε να ιδής, του είπον, αν μας ήλθεν η Λευκή κόρη -του Βορρά . . . - -Ο Αναξίμανδρος μεταβάς επέστρεψε μετ' ολίγον λίγων: - - — Μας ήλθεν η κυρά-Γιάνναινα. - - — Ποία; - - — Η πλύστρα μας. - - — Μα πώς λοιπόν; η κόρη του Βορρά δεν ετίναξε τα λευκά και -αβρά ως φύλλα ιάσμου πέταλα; . . . - - — Τα πέταλα τα ετίναξεν από το κρύον η κυρά Σταμάτα, η -συντρόφισσα της πλύστρας μας, η οποία ήλθε να της δώσετε τα -λεπτά, οπού της χρεωστείτε, διότι της χρειάζονται διά την -κηδείαν. - -Ερρίγησα τόσον πολύ, ώστε αμέσως εχώθην υπό το εφάπλωμα. - -* -** - -Διότι πρέπει να γνωρίζετε, ότι, οσάκις εμφανίζεται η Λευκή -κόρη του Βορρά εις την πόλιν μας, δύο κυρίως πράγματα -πολλαπλασιάζονται καταπληκτικώς, τα ποιητικά επίθετα εις -τας περιγραφάς των εφημερίδων και αι περιπνευμονίαι. - -Η Λευκή αύτη κόρη του Βορρά έχει έν αποτέλεσμα ιδιαίτερον -επί του οργανισμού μου. Οσάκις παρουσιάζεται αυτή, με όλην -την ποιητικήν λευκότητά της, τα μέλη μου &μελανιάζουν& από -το κρύον. - -Προσεκάλεσα ένα φίλον μου Ασκληπιάδην και τον ηρώτησα να -μου εξηγήση το φαινόμενον. - - — Δεν είνε τίποτε, μου απήντησε μειδιών, αυτά είνε -αποτελέσματα του ψύχους . . . Είνε και αυτό . . . -&ψύχωσις!& - -Ορίστε αι νέαι ιδέαι εις την επιστήμην! - -* -** - -« — Δεν ηξεύρεις τι έκαμα!» μου έλεγε θριαμβευτικώς χθες ο -αξιοτίμος φίλος μου κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος. «Αφού επήρα -την σύνταξίν μου, έτρεξα και την ηγόρασα όλην κάρβουνα και -εγέμισα την αποθήκην, εις στιγμήν κατά την οποίαν η -αξιότιμος συμβία και σύνευνός μου έλειπεν από την οικίαν, -ένεκα επισκέψεων. Όταν επανήλθε και μου εζήτησε τα χρήματα -— ξεύρετε δα, ότι η κυρία Θεοδώρα είνε κομμάτι ευερέθιστος! -— την επήρα από το χέρι και της είπα μυστηριωδώς: - - — Σώπα, καλέ, σώπα και έχομεν θησαυρόν! . . . - -Η αξιοτίμος και αγαπητή συμβία με παρηκολούθησε περίεργος -μέχρι της αποθήκης. - - — Ιδού, είπα, δεικνύων εις αυτήν τον ογκώδη σωρόν, -άνθρακες ο θησαυρός! - -Δεν ηξεύρω ποίαν απάντησιν έδωκεν η κυρία Θεοδώρα, αλλά μου -φαίνεται, ότι είδα ζωηράν και εύγλωττον την απάντησιν εις -το πλήρες αμυχών πρόσωπον του αξιοτίμου κ. Ζαχαρία. - -* -** - -Δεν ακολουθώ ακριβώς το σύστημα του αξιοτίμου φίλου μου κ. -Παραδαρμένου κατά τας ημέρας ταύτας του υπερβολικού ψύχους, -εφαρμόζω όμως έν άλλο ανάλογον. - -Κλείομαι εντός της κατοικίας μου και φροντίζω ν' αφαιρέσω ή -ν' απομακρύνω εξ αυτής παν ό,τι έχει σχέσιν με το ψύχος. - -Οσάκις κρούεται η θύρα, ο Αναξίμανδρος ίσταται εκεί -άγρυπνος φρουρός. - - — Ποίος είνε; - - — Κάποιος εκ μέρους του κ. Ψύχα, όστις θέλει κάτι να -αναγγείλη διά την υπόθεσιν του υπογείου σιδηροδρόμου. - - — Ο κύριος δεν δέχεται. - - — Μπουμ! . . . μπουμ! . . . - - — Ποίος είνε; - - — Ο κ. Παγώνης . . . - - — Μακρυά δι' όνομα Θεού! - -Κτυπούν πάλιν. Είνε ο κ. Θερμογιαννόπουλος. - - — Η ευγενεία σας ημπορείτε να εισέλθετε. - -Έπειτα εκτελείται γενική εκκαθάρισις εις την βιβλιοθήκην. - -Τα βιβλία εξετάζονται έν προς έν. - - — Τα δράματα ενός βραβευμένου ποιητού . . . - - — Μακράν! . . . - - — Η νομολογία του Αρείου Πάγου . . . - - — Πέταξέ την! - -Τα μόνα τα οποία διασώζονται εκ της αυστηράς απογραφής είνε -μερικά φύλλα του &Ηλίου& του κ. Πύρλα καί τινες τόμοι της -&Εστίας&. - -Τα θέτω κατά σειράν και τοποθετούμαι εν τω μέσω αυτών. Αν -και αυτή η μέθοδος δεν ισχύση, τότε καταφεύγω εις το -τελευταίον μέσον· τα αντικαθιστώ όλα διά μιας φιάλης καλού -ρωμίου της Ιαμαϊκής. - -Εν ελλείψει, καταφεύγω εις το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . . . - -* -** - -Το εξής είνε το τελευταίον κατόρθωμα του Αναξιμάνδρου· το -παραδίδω εις την αθανασίαν. - -Γράφων μια των ημερών τούτων ελησμόνησα το πραγματικόν -γένος της λέξεως ο Πάρνης, του γνωστού όρους της Αττικής, -διότι είνε γνωστόν, ότι ο κ. Κόντος έχει προ πολλού -επιφέρει αληθή αναστάτωσιν εις τα γένη των ονομάτων. - -Έκραξα τον αγαθόν όσον και ευφυά νέον και του είπα: - - — Κάμε μου την χάριν, σε παρακαλώ, κύτταξε ποίου γένους -είνε το όρος Πάρνης. - -Ο Αναξίμανδρος εξήλθε και μετά επισταμένην παρατήρησιν μου -απήντησε: - - — Δεν ημπόρεσα να διακρίνω, επειδή είνε σκεπασμένο από -χιόνι. - - (1889) - - - -ΟΙ ΚΥΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - - - - «Λάσπη, σκυλιά, χαμάληδες, αυτά τα τρία όντα - «Της Κωνσταντινουπόλεως τα μόνα προϊόντα». - -Αύτη ήτο η αφόρητος επί τέλους καταστάσα επωδός, το -αναπόφευκτον πάσης συνδιαλέξεως τέρμα, οσάκις κατά την -βραχείαν εν Κωνσταντινουπόλει διαμονήν μου ετύχαινε να -παραπονούμαι διά τον παχύν βόρβορον, τον κατακλύζοντα τας -στενάς και σκολιάς οδούς της μεγαλοπόλεως εκείνης, κατά τας -απαισίως πληκτικάς ημέρας των φθινοπωρινών βροχών, ή -εκινδύνευα να καταπλακωθώ από τους ατελευτήτους καλπάζοντας -ουλαμούς των αχθοφόρων, κλιμακηδόν τεταγμένων και -μετακομιζόντων εν βοή δυσκίνητα βάρη εξαρτώμενα εκ μακρών -ξύλων, ή τανάπαλιν εκινδύνευα να καταπλακώσω εγώ ολόκληρον -οικογένειαν κυνικήν κατέχουσαν αυθαιρέτως μέγα μέρος της -δυσβάτου οδού ή του στενού πεζοδρομίου. Εις τα παράπονά -μου, εις τας παρατηρήσεις μου, εις τα επιφωνήματα της -εκπλήξεώς μου ήκουα στερεοτύπως προς απάντησιν τους δύο -ανωτέρω στίχους με έμφασιν απαγγελλομένους και μέ τινα -δόσιν χαιρεκάκου φιλοσκωμμοσύνης. Σημειωτέον ότι οι δύο -αυτοί εξαμβλωματικοί στίχοι φέρονται επ' ονόματι του -Αλεξάνδρου Σούτσου και εις αυτόν τους αποδίδουν πάντες -αδιστάκτως, είτε λόγιοι είνε, είτε χειρώνακτες, είτε -επιστήμονες, είτε παντοπώλαι οι απαγγέλλοντες αυτούς. Ο -ποιητής του &Περιπλανωμένου& και της &Τουρκομάχου Ελλάδος& -έχει βεβαίως πολλάς ποιητικάς αμαρτίας εις την ράχιν του, -αλλά δεν είνε δίκαιον, νομίζω, να επιβαρύνεται η μνήμη του -και με αυτήν την έμμετρον χυδαιότητα. Αν δε μερικά εκ των -ποιητικών του έργων δεν ανταποκρίνονται εις τας σημερινάς -καλαισθητικάς αξιώσεις, ήτο όμως αναντιρρήτως αρκετά δεξιός -στιχουργός ώστε να συνθέτη στίχους αρτιωτέρους του ραιβού -αυτού ζεύγους και αρκετά λογικός ώστε να γινώσκη ότι η -λάσπη δεν ανήκει εις τας τάξεις των &όντων&. Και εν τούτοις -η ποιητική του φήμη παρά τω ελληνικώ λαώ του Βυζαντίου επί -αυτού του επιγράμματος και μόνου θεμελιούται, όπως παρά τω -αμαθεί λαώ της ελευθέρας Ελλάδος διαιωνίζεται το όνομά του -χάρις εις έν έμμετρον αισχρολόγημα· και ενώ πολλοί ολίγοι -γνωρίζουν τας ενθουσιώδεις αποστροφάς του προς το «άγιον -και παντοκράτορ πνεύμα της Ελευθερίας», όλοι τον -ενθυμούνται χάρις εις έν στιχουργικόν βαναυσοτέχνημα, το -οποίον πιθανώτατα δεν είνε ιδικόν του! Αυτάς τας αλλοκότους -περιπετείας έχει ενίοτε η υστεροφημία· και όμως υπάρχουν -άνθρωποι ταλαιπωρούμενοι εν τη ζωή χάριν αυτού και μόνου -του προβληματικού αγαθού! - -Οπωσδήποτε, διά ν' αποδειχθή ότι κανέν πράγμα εις τον -κόσμον τούτον δεν είνε ανωφελές, το ατυχές αυτό δίστιχον -μου εχρησίμευσεν ως αφετηρία εις την παρούσαν διατριβήν, εν -τη οποία θα διαλάβω περί ενός εκ των τριών εν αυτώ -μνημονευομένων &όντων.& Την λάσπην αφήνω κατά μέρος· δεν θα -εξετάσω κατά πόσον τα συστατικά της ομοιάζουν με τα της -κασιγνήτου [27] των αθηναϊκών οδών, διότι το θέμα, ως -αρκετά γλοιώδες και ολισθηρόν, ενδέχεται να με παρασύρη -πολύ μακράν. Τους αχθοφόρους παραδίδω εις τους ιεροκήρυκας, -διότι ουδαμού θα εύρουν συνομοταξίαν τόσον εμπράκτως -εφαρμόζουσαν το ευαγγελικόν παράγγελμα του αίρειν μετ' -αυταπαρνησίας και αντί ελαχίστης αμοιβής όλα τα βάρη του -πλησίον. Εκλέγω τους κύνας και επιχειρώ εκ του προχείρου να -εκθέσω τας εντυπώσεις, τας οποίας μου επροξένησαν ο -ιδιόρρυθμος οργανισμός και τα περίεργα ήθη και έθιμα της -πολυπληθούς παρά τον Βόσπορον κοινότητος των τετραπόδων -τούτων, κολακεύομαι δε πιστεύων ότι το φιλόμουσον -ακροατήριον θα μου φανή επιεικές αν υπολειφθώ των -προσδοκιών του, αναλογιζόμενον ότι χάριν της παροδικής -αυτού τέρψεως αποπειρώμαι την εσπέραν ταύτην να βάλω, κατά -το κοινώς λεγόμενον, τα σκυλιά εις την αγγάρεια. - -Μη τις νομίση δε ότι θέλω διά της εκλογής του θέματος -τούτου να φανώ νεωτερίζων· διότι πάντες οι επισκεφθέντες -την βασιλίδα των πόλεων και θελήσαντες να εκθέσουν τας -εαυτών εντυπώσεις ησχολήθησαν ο μεν εκτενέστερον, ο δ' -επιτροχάδην και περί των κυνών. Άλλως τε το θέμα είνε -τοιούτο εκ φύσεως, ώστε δεν δύναταί τις να το αποφύγη. -Διότι, όσον τις και αν θαμβωθή από το εξαίσιον θέαμα του -Βοσπόρου, όσον και αν μαγευθή από το κάλλος της εκ του -Κερατίου θέας, όσον, και αν συγκινηθή εκ της μεγαλοπρεπείας -του ναού της Αγίας Σοφίας και των υπό τους θεσπεσίους -θόλους αυτής φωλευουσών ιστορικών και ποιητικών αναμνήσεων, -όσον και αν καταθελχθή εκ της ατέρμονος παρελάσεως των -περικαλλών σουλτανικών ανακτόρων και αισθανθή εν εαυτώ -αναζωογονουμένας τας εκ των παραμυθιών εντυπώσεις της -παιδικής ηλικίας, όσον και αν ιλιγγιάση εκ της αενάου -τύρβης και του φαντασμαγορικού φυρμού [28] ποικίλων φύλων, -ποικίλων φθόγγων, ποικίλων χρωμάτων, αδύνατον είνε επί -τέλους το βλέμμα του να μη σταματήση επί της πολυπληθούς -στρατιάς των αδεσπότων τετραπόδων, τα οποία νέμονται ως -κατακτηταί τας αγυιάς, τας οδούς, την παραλίαν, τας -γεφύρας, αυτόν τον ουδόν των οίκων, μόλις επιτρέποντα την -διάβασιν εις τα δίποδα, όντα σκελετωδη, φασματώδη, ρυπαρά, -ψωραλέα, κοιμώμενα, υλακτούντα, χαριεντιζόμενα, -αλληλομαχούντα, ασχημονούντα. Και επί τη υποθέσει δε ότι ο -ποιητικός οίστρος του ξένου επισκέπτου είνε τοιούτος, ώστε -εν τη προσηλώσει του προς τα ινδάλματα, όσα γεννούν εν τη -φαντασία τα απαράμιλλα εκείνα θεάματα, αναισθητεί προς -πάντα τα κύκλω του συμβαίνοντα, πολύ ταχέως θ' αναγκασθή να -επανέλθη εις την πραγματικότητα εκ του γοερού ολολυγμού ή -του απειλητικού γρυλλισμού μανδροσκύλου, του οποίου -επάτησεν απροσέκτως την ουράν ή άλλο τι μέλος, καθ' ήν -στιγμήν ωνειροπόλει τους θησαυρούς των Καλιφών ή παρετήρει -μετά θαυμασμού διά μέσου του διαφανούς πέπλου τους γόητας -οφθαλμούς Οθωμανίδος, ή το επίχαρι και προκλητικόν βάδισμα -Αρμενίας. - -Η πρώτη σκέψις η επερχομένη εις το πνεύμα του ξένου επί τη -θέα της αναριθμήτου πληθύος των εν λόγω τετραπόδων είνε πώς -κατώρθωσε να πολλαπλασιασθή επί τοσούτον το γένος αυτών. Ο -Βυζάντιος εν τη &Κωνσταντινουπόλει& αυτού (29) αναβιβάζει -τον αριθμόν αυτών εις 50 χιλιάδας· αλλ' η ακρίβεια του -υπολογισμού του είνε προβληματική, πρώτον διότι η -απαρίθμησις δεν είνε εύκολος και δεύτερον διότι βεβαίως ο -αριθμός αυτός ηυξήθη κατά πολύ ένεκα της επεκτάσεως και της -συμπυκνώσεως των κατωκημένων μερών της πόλεως. Έπειτα -αμέσως προβάλλεται το ερώτημα: είνε άρα γε επήλυδες ή -αυτόχθονες; Ο ειρημένος συγγραφεύς της &Κωνσταντινουπόλεως& -φρονεί ότι τα ζώα ταύτα, ιερά της Εκάτης, ήσαν επί των -αρχαίων Βυζαντίων εις μέγα πλήθος εντός του άστεος και εις -τας ωρυγάς [30] αυτών έμεινεν οφειλέτις η πόλις, σωθείσα εκ -του πολιορκούντος αυτήν Φιλίππου, ετοίμου ήδη να εισχωρήση -εις αυτήν δι' υπονόμου. Δεν είνε λοιπόν απίθανον, επιλέγει, -να έλαβον έκτοτε προς αμοιβήν το δικαίωμα τούτο της -ασυλίας. Πλην και ούτως αν έχη το πράγμα, επί των -βυζαντινών αυτοκρατόρων βεβαίως δεν υπήρχε τοιαύτη πληθώρα -κυνών εις την βασιλεύουσαν πόλιν, διότι άλλως οι -χρονογράφοι της εποχής θα την ανέφερον. Ουδέ πάλιν -μνημονεύεται επιδρομή αγέλης κυνών, ορμηθείσης εκ των -στεππών της κεντρώας Ασίας και αναζητησάσης βίον ανετότερον -παρά τας ευκραείς [31] ακτάς του Βοσπόρου κατ' απομίμησιν -των Ούννων, των Αβάρων και των παντοίων άλλων βαρβάρων -φύλων, των οποίων αι ατίθασοι ορδαί ως χείμαρροι κατέκλυζαν -το σαθρόν κράτος των Καισάρων της Ανατολής και ών η -ακατάσχετος φορά μόλις ανεκόπτετο από τα οχυρά της -πρωτευούσης τείχη. Κατ' ανάγκην άρα πρέπει να παραδεχθώμεν -ότι ο υπερβολικός πλεονασμός αυτών ήρξατο από της τουρκικής -κατακτήσεως· η εικασία δε αύτη καθίσταται βασιμωτέρα, αν -αληθεύη το λεγόμενον, ότι εις το στρατόπεδον Μωάμεθ του -Πορθητού υπήρχε μέγας αριθμός τοιούτων ζώων, τα οποία -εισήλασαν εις την πόλιν μετά των νικητών κατά την αποφράδα -ημέραν της αλώσεως διά της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Εν -τοιαύτη περιπτώσει οι κύνες του Βυζαντίου είνε κατά μέγα -μέρος απόγονοι κατακτητών και ως τοιούτοι κέκτηνται επί του -εδάφους, το οποίον κατέχουν δικαιώματα πολύ βασιμώτερα -τουλάχιστον από τα των Βουλγάρων. Έκτοτε παρέμειναν -ευρίσκοντες προστασίαν και περίθαλψιν παρά τοις Οθωμανοίς, -οίτινες, ως γνωστόν, καίτοι η θρησκεία των θεωρεί τους -κύνας ακαθάρτους, ιδιαιτέρως αγαπούν και περιθάλπουν εξ -αισθήματος ευσπλαγχνίας τα ζώα ταύτα. Αλλά και πάλιν η -τεραστία αύξησις του αριθμού των δεν εξηγείται διά τούτου -και μόνου, καθότι και εις άλλας πόλεις καθαρώς τουρκικάς, -τας οποίας επεσκέφθην, δεν έτυχε να παρατηρήσω τοσαύτην -καταπληκτικήν περίσσειαν κυνών. Άλλως τε και εις αυτήν την -Κωνσταντινούπολιν το εξαιρετικόν πλήθος των κυνών -παρατηρείται όχι μόνον εις τας καθαρώς οθωμανικάς -συνοικίας, αλλά και εις εκείνας εις τας οποίας υπερτερεί ή -κυριαρχεί αποκλειστικώς ο χριστιανικός πληθυσμός, και εις -τας παρά τη διπλή όχθη του Βοσπόρου κώμας και εις αυτάς τας -νήσους της Προποντίδος. Ώστε πρέπει να παραδεχθώμεν ότι -παρεκτός της ιδιαιτέρας περιθάλψεως οι κύνες ευρίσκουν και -κλιματολογικάς και άλλης φύσεως συνθήκας ευνοούσας την εν -Κωνσταντινουπόλει καταπληκτικήν ανάπτυξιν του γένους των. - -Το γένος τούτο των κυνών της Κωνσταντινουπόλεως είνε όλως -ιδιάζον. Το ανάστημά των είνε μέτριον, η κεφαλή των -απολήγει εις οξύ ρύγχος, τα ώτα των είνε βραχέα και -ηνωρθωμένα· είνε δασύμαλλοι, ομοιάζουν πολύ προς τους -ημετέρους ποιμενικούς κύνας, έχουν δε όλοι τρίχωμα -μονόχρουν, φαιόν ή κιτρινόφαιον, ουδέποτε στικτόν, ως να -ηρνείτο προνοητικώς η φύσις την πολυτέλειαν αυτήν εις δέρμα -προωρισμένον να κυλίεται εντός του βορβόρου και ν' αποκτά -εξ αυτού ρυπαράν ομοιομορφίαν. Ο ιδιαιτέρως σπουδάσας τα -ήθη και έθιμα αυτών και γράψας περιεργοτάτην μονογραφίαν -πολυμαθής ομογενής και αρχίατρος του Σουλτάνου Μαυρογένης -πασάς (32) λέγει ότι το είδος αυτών αποτελεί ιδιαιτέραν -απόχρωσιν μεταξύ του θωός [33] και του λύκου· ο δε διάσημος -ζωολόγος Brehme τους κατατάσσει εις το είδος των chiens -marrons. Το κύριόν των γνώρισμα είνε η οκνηρία· ότε ήκουα -άλλοτε τους ναυτικούς συμπολίτας μου ν' αποκαλούν τους -οκνηρούς και αναλγήτους «σκυλιά του Καράκιοϊ», ηπόρουν διά -την παρομοίωσιν· πλην ότε αποβιβασθείς εις Γαλατάν ίδα το -απερίγραπτον θέαμα της ραθυμίας των ζώων αυτών, επείσθην -ότι η παραβολή ήτο ευστοχωτάτη. Εξηπλωμένοι νωχελώς εις το -μέσον συνήθως του δρόμου, ανά είς, ανά δύο, ανά πέντε, ανά -δέκα, με το ρύγχος χωσμένον μεταξύ των οπισθίων σκελών, -κοιμώνται επί ώρας ολοκλήρους, αποτελούντες συμπλέγματα -ποικίλα, ιδιότροπα, σωρούς νεκροζώους, οίτινες αγνοεί τις -αν αποτελούνται εκ σωμάτων ζώντων ή εκ θνησιμαίων. Η ζωή -τυρβάζει ποικιλόμορφος, σφριγηλή εν εκκωφαντική βοή πέριξ -αυτών· διέρχονται διαβάται πεζοί και έφιπποι, Οθωμανοί -σοβαροί με τον ποδήρη χιτώνα και με την κίδαριν [34], -χανούμισσαι με εσθήτας ευρείας μεταξίνας, θροούσας ανά παν -βήμα, και με το αλεξιβρόχιον πάντοτε ανοικτόν. Αρμένιοι και -Έλληνες έμποροι πολυφρόντιδες και βιαστικοί, πλανόδιοι -πωληταί Ιουδαίοι με κάνιστρα αβαθή και ευρύχωρα επί -κεφαλής, στρατιωτικοί, ευνούχοι, κυρίαι κομψαί της -ευρωπαϊκής συνοικίας του Πέραν, κλητήρες χρυσοστόλιστοι των -πρεσβειών και των προξενείων, Πέρσαι με κωνοειδείς -τριχωτούς πίλους, δερβίσαι, ξένοι περιηγηταί, λόχοι -αχθοφόρων ωρυομένων, και εν τούτοις αυτοί μένουν ακίνητοι -και τα κύματα του πλήθους αναγκάζονται να παρακάμπτουν -ένθεν και ένθεν της οδού διά να μη προσκρούσουν επί των -αδρανών εκείνων όγκων. Διότι πάντες φαίνονται σεβόμενοι την -ανάπαυσιν των ακηδών [35] αυτών ζώων, ιδιαίτατα δε οι -Οθωμανοί, και το σέβας τούτο προέρχεται ως λέγεται, εκ -παραδόσεως, καθ' ήν ο Μωάμεθ προκληθείς ποτε ν' απαντήση -εις θεολογικόν πρόβλημα και θέλων να εγερθή επροτίμησε ν' -αποκόψη την ευρείαν χειρίδα [36] του ιματίου του, επί της -οποίας εκοιμάτο ο αίλουρός του, παρά να ταράξη την ησυχίαν -του προσφιλούς του ζώου. Μόνον όταν διέρχεται άμαξα -ελαύνουσα από ρυτήρος ή αμάξιον ογκώδες φορτηγόν, γοερώς -τρίζον και στένον εκ του βάρους, μόνον τότε αποφασίζουν να -μετακινηθούν, αλλά κατά τόσους μόνον δακτύλους όσοι -απαιτούνται όπως αποφύγουν τους επικειμένους να διέλθουν εκ -του σώματός των τροχούς. Ενίοτε το κίνημά των αυτό δεν -εκτελείται εγκαίρως· ακούεται τότε θρηνώδης ολολυγμός, ο -παθών εγείρεται σύρων το τραυματισμένον σκέλος του διά να -κατακλιθή ολίγα βήματα απωτέρω και να συνεχίση τον ύπνον -του, ενώ οι άλλοι μόλις αρκούνται ν' ανοίξουν τους -νυσταλέους οφθαλμούς διά να ίδουν μετ' απαθείας την -συμφοράν του συντρόφου των. - -Οι κύριοι της οδού εν Κωνσταντινουπόλει είνε οι κύνες -έχοντες δικαιώματα μονίμου κατοχής. Καταλαμβάνουν το -πεζοδρόμιον και το δάπεδον των οδών και μένουν ακηδείς, -είτε βροχή τους λούει, είτε ο ήλιος τους πυρακτώνει, είτε ο -άνεμος τους μαστίζει, είτε η χιών τους περικαλύπτει με -παγερόν στρώμα. Οι μάλλον προβλεπτικοί εκλέγουν εν ώρα -χειμώνος ως μέρος διαμονής το έδαφος της οδού το κείμενον -υπό τους προέχοντας υελοφράκτους εξώστας των οικιών, τους -λεγομένους εν Κωνσταντινουπόλει &σαχνισί&· άλλοι, όταν η -χιών είνε παχεία, ορύσσουν διά των ονύχων μικρούς λάκκους -και συσπειρούνται εντός αυτών· την πρόνοιαν δε ταύτην ιδίως -δεικνύουν αι θήλειαι, εγκυμονούσαι ή αρτίτοκοι, αι έχουσαι -να περιθάλψουν πολυμελή και απροστάτευτον οικογένειαν. Οι -λοιποί εντελώς αδιαφορούν περί των ατμοσφαιρικών επηρειών, -εκ των οποίων μένουν απρόσβλητοι· το πολύ πολύ κατά τας -χιονώδεις νύκτας εκλέγουν ως κοίτην το μέσον ακριβώς της -οδού, όπου η χιών, ένθεν και ένθεν παρά τους τοίχους -συνήθως στοιβαζομένη, είνε ολιγωτέρα. Επειδή δε αυτήν την -οιονεί φάραγγα προτιμούν και οι πεζοί διαβάται, όχι σπανίως -πατούν τους κοιμωμένους κύνας, μη διακρινομένους εν τω -σκότει, και η περίπτωσις αύτη δεν είνε ακίνδυνος, διότι -τότε οι την ημέραν συνήθως χειροήθεις [37] και άκακοι -τετράποδες την ώραν εκείνην εν τη μοναξία εξαγριούνται και -επιτίθενται κατά των απροσέκτων. Αφού κορεσθούν ύπνου, -εγείρονται, αποτινάσσουν ομού με την νάρκην των και τον -παχύν βόρβορον ή την κόνιν, εκ της οποίας περιβάλλονται, -και αρχίζουν την ανά την οδόν περιπολίαν των. Ερευνούν όλας -τας γωνίας· ίστανται προ των θυρών αναμένοντες να ριφθούν -εις την οδόν αι ακαθαρσίαι, επί τον οποίων ορμούν -βουλιμιώντες, ανασκάπτοντες αυτάς μανιωδώς προς ανεύρεσιν -των αποφαγίων· σχηματίζουν κύκλον, ερωτικώς προσβλέποντες -τα σφάγια, τα οποία εκθέτει προς πώλησιν ο κρεοπώλης, της -συνοικίας, λείχοντες το αίμα ή ελλοχώντες τα απορριπτόμενα -άχρηστα τεμάχια των εντοσθίων. Σταθμεύουν προ των -εδωδιμοπωλείων επί τη ελπίδι μικράς ελεημοσύνης. Συνάπτουν -κρατερούς αγώνας περί της κατοχής ενός απογυμνωμένου οστού, -ή περί της ερωτικής προτιμήσεως φιλαρέσκου θηλείας, παίζουν -μεταξύ των — διότι έχουν ενίοτε όρεξιν να παίζουν οι -ταλαίπωροι! Έπειτα πάλιν συσπειρούνται καθ' ομίλους και -κοιμώνται, ο μεν με κενόν τον στόμαχον, ο δε μόλις -κατορθώσας να φάγη τόσον, ώστε να μη αποθάνη της πείνης. -Την νύκτα ηχούν αδιάκοποι αι υλακαί των, παρακολουθούσαι τα -βήματα υπόπτου διαβάτου. Αι υλακαί αύται καθίστανται άγριαι -και λυσσώδεις, οσάκις φανή ανατέλλουσα εις την οδόν η -αμυδρά λάμψις του φανού του ρακοσυλλέκτου. Ωπλισμένος δι' -ακοντίου φέροντος εις το άκρον αρπάγιον ο ρακοσυλλέκτης -περιέρχεται τας οδούς, όταν ο θόρυβος και η κίνησις -κοπάζουν, και διά της ράβδου του ερευνά και αναμοχλεύει -τους σωρούς των σαρωμάτων. Οι κύνες, οίτινες έχουν ήδη -ενεργήσει ανασκαφάς και εξαντλήσει παν το φαγώσιμον, -εφορμούν κατ' αυτού και τον υλακτούν εμμανώς, διότι τρέφουν -ακατανίκητον έχθραν προς αυτόν, υποπτευόμενοι ότι υπεξαιρεί -την πενιχράν και ελλιπεστάτην τροφήν των. Ενίοτε η οργή των -είνε τοιαύτη, ώστε συνάπτεται πεισματώδης μάχη μεταξύ του -δίποδος επιδρομέως και των τετραπόδων, κατά την οποίαν -εξέρχεται μεν νικητής ο πρώτος χάρις εις το αρπάγιόν του, -αποκομίζων όμως ουκ ολίγα ίχνη των πειναλέων οδόντων των -εχθρών του. Άλλην έκφρασιν όλως ιδιάζουσαν έχουν αι υλακαί -των τας νύκτας κατά τας οποίας συμβαίνει πυρκαϊά. Από του -ύψους του ενετικού πύργου του Γαλατά ο κατοπτεύων φρουρός -δίδει το σύνθημα, οι δε &μπεκτσήδες&, οι νυχτοφύλακες της -συνοικίας, οι περιερχόμενοι τας οδούς και διά βαρείας -ράβδου κρουομένης ερρύθμως επί του λιθοστρώτου -απαριθμούντες τας ώρας, εκφέρουν την κραυγήν &γιαγκίν βαρ,& -αναγγέλλοντες και την συνοικίαν και την οδόν εν τη οποία -εξερράγη η πυρκαϊά με φωνήν θρηνητικήν, τρομώδη, -παρατεταμένην. Εις την φωνήν ταύτην απαντούν αμέσως οι -κύνες της οδού με ωρυγάς θρηνώδεις και οξείας· η γοερά δε -αύτη συναυλία, της οποίας οι εναλλάσσοντες ήχοι δονούνται -παλμώδεις εν τη σιγή της νυκτός, έχει τι το απαισίως -πένθιμον. - -Πώς τρέφονται όλαι αύται αι λεγεώνες των ενδεών τετραπόδων -είνε αληθώς μυστήριον. Φευ! Εκ της ισχνότητός των είνε -κατάδηλον ότι δι' αυτούς τουλάχιστον ουδέποτε υπήρξεν η -φημιζομένη ευδαίμων εποχή του χρυσού αιώνος, κατά την -οποίαν έδενον τους σκύλους με τα λουκάνικα! Τρέφονται με -όλα και με τίποτε, πρέπει δε να παραδεχθώμεν ότι ο αήρ της -Κωνσταντινουπόλεως περιέχει ιδιαίτερα στοιχεία ικανά προς -θρέψιν των σκύλων, διότι άλλως έπρεπε κατά εκατοντάδας να -αποθνήσκουν την ημέραν εξ ασιτίας. Παν ό,τι ρίπτεται εις -την οδόν είνε κτήμα των. Αποφάγια, λείψανα κρέατος, κόκκαλα -ιχθύων, εντόσθια οδωδότα [38], καρποί σαπροί, τεμάχια άρτου -απολιθωμένου, φύλλα λαχάνων, όλα καταβροχθίζονται. Βλέπετε -συναπτομένους αγώνας φονικούς περί της κατοχής οστού, εκ -του οποίου παν μόριον σαρκός έχει προ πολλού αφαιρεθή και -το οποίον μολαταύτα περιλείχει ο δι' αγώνος και αίματος -αποκτήσας αυτό μετά τρυφής ίσης προς εκείνην την οποίαν -δοκιμάζει γαστρίμαργος καταβροχθίζων εκλεκτόν κατασκεύασμα -πεφημισμένου πλακουντοποιού [39]. Ο φοβερός αγών περί του -βίου παρέχει κατά πάσαν στιγμήν θεάματα φρικτά εις τας -οδούς της Κωνσταντινουπόλεως. Το ρητόν του Βίσμαρκ beati -possidentes δεν ισχύει παρά τον Βόσπορον, τουλάχιστον ως -προς τον κυνικόν πληθυσμόν, παρά τω οποίω ο κανών ο -ρυθμίζων τας σχέσεις συνοψίζεται εις το φοβερόν λόγιον: -ουαί τοις ασθενεστέροις! Ο κύων εν Κωνσταντινουπόλει δεν -είνε ζώον σαρκοβόρον, αλλά παμφάγον. Παν αντικείμενον -δυνάμενον να περιέχη έστω και εις αδιόρατον ποσότητα μερικά -θρεπτικά στοιχεία καθίσταται βορά αυτών. Το επ' εμοί δεν -ήθελον συγκατατεθή ποτέ ν' αφήσω ούτε καν τα υποδήματά μου -εις την οδόν επί μίαν ώραν, διότι ήθελα αναγκασθή κατόπιν -ν' αναζητώ τα τεμάχιά των εις τον στόμαχον είκοσι κυνών. -Μόνον τας πέτρας δεν τρώγουν και τούτο είνε ευτύχημα, -καθόσον άλλως το λιθόστρωτον των οδών της πόλεως έπρεπε ν' -ανανεούται κατά πάσαν εβδομάδα. - -Αλλ' ακριβώς αυτή η παμφαγία των είνε και το προτέρημά των. -Χάρις εις αυτήν εκτελούν το έργον των οδοκαθαριστών μετά -παραδειγματικής ευσυνειδησίας. Η υπηρεσία της καθαριότητος -είνε ανατεθειμένη εν Κωνσταντινουπόλει εις αυτάς τας -λεγεώνας των πειναλέων ζώων, οψέποτε δε ταύτα ήθελον -εκλίπει, ο δήμος της πρωτευούσης του οθωμανικού κράτους θα -υπεβάλλετο εις σημαντικήν δαπάνην δι' εργασίαν εκτελουμένην -σήμερον και αμισθί και μετ' επιμελείας. Ούτος δε είνε είς -εκ των κυριωτέρων λόγων διά τους οποίους η οχληρά των κυνών -πληθύς τυγχάνει όχι μόνον ανοχής αλλά και προστασίας. -Διατρίψας υπέρ τον μήνα εν Κωνσταντινουπόλει δεν έτυχε ν' -απαντήσω ουδ' έν θνησιμαίον ελαχίστου ζώου, ενώ εις τας -οδούς του ιοστεφάνου ημών άστεως ο έχων ανεκτικήν την -όσφρησιν δύναται να σπουδάση την ζωολογίαν επί των δαψιλώς -[40] διεσπαρμένων πτωμάτων εκ πάντων των γενών του ζωικού -βασιλείου. Σημειωτέον ότι ως προς αυτό το ζήτημα μ' -εξέπληξε και μία άλλη παρατήρησις. Ουδέποτε έτυχε να ίδω -εις τας οδούς πτώμα κυνός. Τώρα οι ταλαίπωροι αυτοί κύνες -δεν είνε βεβαίως αθάνατοι· μάλιστα, ως εκ των συνθηκών του -εστερημένου βίου τον οποίον διάγουν, η θνησιμότης παρ' -αυτοίς θα είνε μεγάλη. Τι γίνονται λοιπόν τα ελεεινά των -λείψανα; αποκομίζονται υπό της αστυνομίας ή οι ομόφυλοί των -μετά στωικής απαθείας τα χρησιμοποιούν εις τα εκαταία -δείπνα των, διά να πληρωθή κατά γράμμα το λεγόμενον -«τρώγονται ωσάν σκυλιά»; Ομολογώ ότι δεν έλαβα καιρόν ούτε -όρεξιν όπως ενδιατρίψω περί την λύσιν της απορίας μου. - -Οι κατοικούντες εις καθαρώς οθωμανικάς συνοικίας κύνες -τρέφονται κάλλιον, χάρις εις την ευσπλαγχνίαν των κατοίκων. -Από πάσης οικίας ρίπτονται εις την οδόν αποφάγια επαρκή, -πολλάκις δε Οθωμανοί ελεήμονες, εξερχόμενοι των οικιών των -μετά το γεύμα, διανέμουν ιδιοχείρως την τροφήν εις το -αναμένον έξωθεν πειναλέον στίφος. Αγγείον ύδατος ευρίσκεται -παρά πάσαν θύραν, ιδίως κατά το θέρος, όπως σβύνουν την -δίψαν των εξ αυτού οι κύνες, οίτινες εις τας άλλας -συνοικίας ποτίζονται εκ του λιμνάζοντος παρά τας δημοσίας -κρήνας ύδατος ή εκ του ακαθάρτου ρείθρου των οδών. Ευτυχείς -επίσης είνε οι κύνες οι κατοικούντες παρά τα οθωμανικά -τεμένη και ιδίως τα κοινόβια τα λεγόμενα &τεκέδες&. Η τροφή -των εκεί είνε τακτική και σχεδόν επαρκής, τυγχάνουν δε -ιδιαζούσης προστασίας παρά των εν τω ναώ βιούντων. Εις τι -παρά τον Γαλατάν τζαμίον είδα ημέραν τινά ιερόπαιδα -εξελθόντα οργίλον και καταδιώξαντα επί πολύ διάστημα διά -ράβδου αυθάδη κύνα, όστις εισήλασεν εντός του περιβόλου και -απεπειράθη ν' αρπάση το γεύμα του τροφίμου του τεμένους -κυνός. Αλλ' ακόμη ευτυχέστεροι είνε οι βιούντες παρά τους -στρατώνας. Το συσσίτιον αυτών είνε άφθονον και τα -απομεινάρια του γεύματος πλούσια. Περί την μεσημβρίαν -συμβαίνει τακτικώς εκεί σκηνή αξιοθέατος. Οι κύνες των -πέριξ, οι έχοντες κεκτημένα δικαιώματα ως εκ της -γειτνιάσεώς των εις την τροφοδοσίαν ταύτην, ακριβείς ως -χρονόμετρα, συνέρχονται εις μέγαν αριθμόν και αναμένουν. -Μετά προσδοκίαν λεπτών τινων ανοίγεται τέλος μία πύλη και -εμφανίζεται στρατιώτης κομίζων εντός χειραμάξης το -προωρισμένον διά την αγέλην γεύμα. Το φορτίον αποτίθεται -χαμαί και τότε όλος ο συρφετός ορμά και αποτελεί κύκλον και -τα ρύγχη βυθίζονται βουλιμιώντα εντός του σωρού της -πανδαισίας. Αλλά υπάρχουν κύνες εύσωμοι και κύνες μικροί, -κύνες ρωμαλέοι και κύνες ασθενικοί. Οι τελευταίοι δεν -τολμούν οι δυστυχείς να πλησιάσουν, αλλ' αποτελούν δεύτερον -κύκλον πέριξ των ισχυροτέρων. Τώρα τι νομίζετε ότι είνε -φυσικόν και επακόλουθον; να φάγουν μέχρι κορεσμού οι -ισχυρότεροι και να μείνουν νήστεις οι άλλοι. Και όμως -απατάσθε· τρώγουν όλοι εξ ίσου και ιδού πώς. Οι -ρωμαλεώτεροι τρώγοντες υποβλέπουν αλλήλους, έως ότου -παρουσιάζεται μεταξύ του σωρού ογκώδες τι και ορεκτικόν -τεμάχιον· την κατοχήν αυτού διαφιλονεικούν δύο ή τρεις, και -εις το τέλος συμπλέκονται· αυτήν την ευκαιρίαν αναμένουν οι -εν τη δευτέρα γραμμή αποκλεισθέντες, οίτινες ορμούν τότε, -αρπάζουν ό,τι δυνηθή έκαστος και τρέπονται δρομαίοι εις -φυγήν. Διά της μεθόδου ταύτης ζουν μικροί και μεγάλοι, δεν -δύναμαι δε να βεβαιώσω αν την μέθοδον αυτήν εδιδάχθησαν οι -κύνες από την πολιτικήν των μικρών και μεγάλων ευρωπαϊκών -κρατών, οποία εφηρμόσθη εις προσφάτους περιστάσεις, ή -τανάπαλιν αν εδανείσθησαν αυτήν τα ευρωπαϊκά κράτη από τα -θυμόσοφα ταύτα ζώα. Τέλος οι κατοικούντες παρά τινας -παραλίους συνοικίας της πόλεως δύνανται να συγκαταλεχθούν -ωσαύτως, μεταξύ των ευνοημένων υπό της μοίρας·, επειδή -εκτός της εν τη συνοικία διά του συνήθους τρόπου -αποκτωμένης τροφής έχουν και τα τυχερά των, ούτως ειπείν, -συνιστάμενα εις την εκμετάλλευσιν των εις το παράλιον -κομιζομένων και εις την θάλασσαν ριπτομένων κάρρων των -ακαθαρσιών. Είνε αληθές ότι τα φορτία ταύτα έχουν ήδη -υποστή την λεπτομερή έρευναν των κυνών των διαφόρων οδών, -εκ των οποίων αποκομίζονται. Αλλά διά της ακαταπονήτου -επιμονής των πάντοτε ουχ ήττον κατορθούν ν' ανεύρουν έν -οστούν λησμονηθέν, ή άλλο τι φαγώσιμον αντικείμενον -παροραθέν. Διό καραδοκούν την άφιξιν των αμαξίων, -συνοδεύουν αυτά περιχαρείς μέχρι του μέρους της -εκφορτώσεως, οι δε μάλλον ανυπόμονοι διά ν' αποκτήσουν -δικαιώματα προτεραιότητος πηδούν επί του κάρρου και -αρχίζουν εκείθεν τας ανασκαφάς. - -Υπό τοιαύτας συνθήκας βίου και με τοιαύτην δίαιταν η -ευρωστία και η ευεξία δεν είνε πλεονεκτήματα συνήθη εις τα -ατυχή ταύτα ζώα. Απορίας άξιον είνε μάλιστα πώς αντέχουν -επί τοσούτον εις τόσας στερήσεις και κακουχίας. Ευρίσκονται -βεβαίως και τινες εύρωστοι και ρωμαλέοι και σφριγηλοί -μεταξύ των, αλλ' οι πλείστοι είνε αξιοθρήνητοι την θέαν, -καχεκτικοί, ασθενικοί, με το δέρμα κολλημένον επί των -οστών, με τας πλευράς προεχούσας, φάσματα αληθή τετραπόδων· -η ψωρίασις τους μαστίζει οικτρώς· οι πλείστοι -ταλαιπωρούνται από ειδεχθή έλκη, αηδώς επιδεικνύμενα εν -μέση οδώ, υπό τον φλέγοντα ήλιον, επί των οποίων -περιίπτανται βομβούντα σύννεφα μυιών. Ολίγοι είνε οι -άρτιοι, οι περισσότεροι είνε ανάπηροι, χωλοί, στρεβλοί, -μονόφθαλμοι· του ενός λείπει το έν ωτίον, του άλλου λείπει -ολόκληρον τεμάχιον σαρκός εκ των νώτων, και άλλος τις -φαίνεται οιονεί ζώσα και κινουμένη περγαμηνή, διότι η δορά -του απώλεσεν ολόκληρον το τρίχωμα. Ως προς την ουράν, αυτή -είνε το συνηθέστερον ελλείπον μέλος και τόση είνε η πληθύς -των κολούρων, ώστε άγεταί τις να πιστεύση κατ' αρχάς ότι εκ -γενετής φέρουν αυτό το διακριτικόν γνώρισμα, την έλλειψιν -κέρκου. Η ουρά, λέγει επιχαρίτως ο &Δε Αμίτσης&, εις τους -κύνας της Κωνσταντινουπόλεως είνε αντικείμενον πολυτελείας -μετά δίμηνον δημόσιον βίον. Όλα ταύτα τα τραύματα και αι -ακρωτηριάσεις προέρχονται μεν εκ των καθημερινών -δεινοπαθημάτων, των ραβδισμών, των τυχαίων συμβάντων, αλλ' -είνε ως επί το πολύ και αποτελέσματα των εμφυλίων ερίδων. -Ουδέποτε είδα κύνας μάλλον φιλέριδας, και αύται δε αι -θήλειαι διακρίνονται διά το ευέξαπτον και μάχιμον αυτών. -Ενώ παίζουν και αστεΐζονται και ανταλλάσσουν ως ασπασμούς -ελαφρά δήγματα, κυλιόμενοι εντός του κονιορτού ή του -βορβόρου, αίφνης διά την παραμικράν αιτίαν συμπλέκονται. -Ορθούνται επί των οπισθίων ποδών, ακροβατούντες επί πολλά -λεπτά της ώρας και προσπαθούν να κατασπαράξουν αλλήλους, -ενώ το αίμα εκρέει άφθονον από τους φλογισμένους αυτών -φάρυγγας. Μάρτυς της σκηνής ταύτης, εθεώμην πολλάκις -ιστάμενος μετά περιεργείας τας διαφόρους περιπετείας της -εμμανούς πάλης και τοιαύτη ήτο η λύσσα των μαχομένων, ώστε -ανέμενα να ίδω πραγματοποιούμενον το απίθανον συμβάν το -αναφερόμενον υπό του τερατολόγου βαρώνου Μυγχάουζεν, περί -των δύο ανταγωνιζομένων λεόντων, οίτινες τέλος -αλληλεφαγώθησαν τόσον τελείως, ώστε δεν απέμεινεν εξ -αμφοτέρων ειμή η ουρά. Και όταν είνε μονομαχία, υπομονή· -αλλ' ενίοτε συμβαίνει να προστρέχουν εις βοήθειαν των -μαχομένων πολλοί εκατέρωθεν αγωνισταί και η συμπλοκή -λαμβάνει τότε χαρακτήρα μάχης εκ του συστάδην. Πυκνός -κονιορτός περιβάλλει τας διαμαχομένας στρατιάς, ως η νεφέλη -η αποκρύπτουσα άλλοτε τους εις τα πεδία της Τροίας -μαχομένους ήρωας και ημιθέους. Τηλικούτος δε προσγίνεται -θόρυβος εκ της οιμωγής και ευχωλής ολλύντων τε ολλυμένων, -ώστε οι γείτονες αναγκάζονται να εξέλθουν εις την οδόν και -με τα προστυχόντα όπλα ανηλεώς παίοντες ν' αποδιώξουν την -μανιώδη αγέλην. - -Γεννώνται εν τη οδώ και εν αυτή αποθνήσκουν. Ο δρομίσκος εν -τω οποίω ετέχθη έκαστος και ηυξήθη, ή η τρίοδος, ή η αγυιά, -ή η γέφυρα, ή το χλοάζον νεκροταφείον με τας επικλινείς -βρυοσκεπείς επιτυμβίους στήλας είνε η πατρίς των, ορίζων δε -μόνος αυτών πολλάκις η πληκτική σειρά των υψορόφων οικιών, -εξ ών φράσσεται η στενή οδός. Οι κύνες του Σταυροδρομίου -αγνωούν την ύπαρξιν του Γαλατά και τούτου πάλιν οι κύνες -βλέπουν μεν εξελισσόμενον εις την αντίπεραν όχθην του -Κερατίου το εξαίσιον πανόραμα της Σταμπούλ με τα -μεγαλοπρεπή τζαμία και τους χαρίεντας ευθυτενείς μιναράδες, -αλλά δι' αυτούς ο μαγικός εκείνος χώρος είνε απροσπέλαστος -αντικατοπτρισμός. Το ανήκον εις εκάστην οδόν στίφος -αποτελεί ιδίαν δημοκρατίαν, διεπομένην υπό νόμων αγράφων, -αλλ' απαραβάτων, έχουσαν τα όρια της δικαιοδοσίας της -ακριβώς απ' αιώνων ίσως διαγεγραμμένα. Αυτή η αυστηρά -τήρησις των αμοιβαίων ορίων μεταξύ των διαφόρων κυνικών -δημοκρατιών της μεγαλοπόλεως αποτελεί εν των περιεργοτάτων -εθίμων των ζώων τούτων. Οι τετράποδες κάτοικοι μιας οδού -έχουν απόλυτον δικαίωμα κατοχής και διαμονής εφ' απάσης της -εκτάσεως αυτής, αλλ' όχι και πέραν. Όταν φθάσουν εις τα -σύνορα, οπόθεν άρχεται η δικαιοδοσία ετέρας πατριάς, -σταματούν και επιστρέφουν εις τα ίδια. Οι παραβάται -τιμωρούνται αυστηρότατα. Είνε απερίγραπτος η προσοχή και η -επιμέλεια μετά της οποίας φρουρείται το πάτριον έδαφος από -πάσης εισβολής, όπως είνε αξιοθαύμαστος η συναίσθησις του -αδικήματος, υπό της οποίας καταλαμβάνεται ο επιδρομεύς. -Οσάκις κύων τυχοδιώκτης εξωθούμενος εκ της πείνης ή -παρασυρόμενος εξ ερωτικής περιπετείας υπερβή τα σύνορα και -εισχωρήση τολμηρώς εις ξένον έδαφος, ευθύς ως εννοήση ότι -εφωράθη, συστέλλεται περιδεής και κρύπτει την ουράν μεταξύ -των σκελών, και βλέπεις τότε το περίεργον φαινόμενον να -επιτίθεται κύων τις αποσκελετωμένος, μόλις κρατούμενος εις -τους πόδας του, κατά του επιδρομέως διπλασίου το ανάστημα -και ασυγκρίτως ρωμαλεωτέρου, αρυόμενος το θάρρος εκ του -δικαιώματός του και εκ της αλληλεγγύης. Εις τας υλακάς του -προσέρχονται τροχάδην επίκουροι πάντες οι κύνες της οδού· -οι οκνηροί διακόπτουν τον ύπνον των, αι θήλειαι καταλείπουν -τα γαλουχούμενα τέκνα των και πάντες μικροί και μεγάλοι -επιπίπτουν κατά του εχθρού, οιονεί υπείκοντες εις το -κέλευσμα αοράτου τινός Αισχύλου της φυλής των, έως ότου -προσέρχεται ο ανεγνωρισμένος αρχηγός της αγέλης, ο -παλληκαράς της οδού. Είνε ούτος ο απόλυτος κυριάρχης της -πατριάς. Οι άρρενες τον φοβούνται, αι θήλειαι τον -περιποιούνται ερωτοτρόπως και το υπήκοον αναγνωρίζει εν -παντί και πάντοτε την υπεροχήν του, ερειδομένην επί της -ισχύος του. Ο λείχων αμερίμνως οστούν τι εγείρεται και -καταλείπει το γεύμα του άμα τη προσεγγίσει του. Πάσαι αι -ωραίαι της οδού ανήκουν εις αυτόν δικαιωματικώς και ουαί -εις τον αυθάδη, όστις ήθελε τολμήσει να εγγίση το -αφρούρητον χαρέμιόν του άνευ της συγκαταθέσεώς του. Ο -αρχηγός ούτος επιπίπτει μανιώδης κατά του επιδρομέως, όστις -πτήσσων και ολολύζων μάτην προσπαθεί ν' αμυνθή κατά τόσων -οδόντων· τέλος εξηντλημένος πίπτει χαμαί ύπτιος, ωσεί -αναγνωρίζων το αδίκημά του και εξαιτούμενος έλεος. Τι -νομίζετε δε ότι ενίοτε πράττει τότε ο αρχηγός; Εγείρει ο -αναιδής τον πόδα και . . . τον περιλούει διά θερμού υγρού -εις ένδειξιν εσχάτης περιφρονήσεως, μετά τούτο δε τον -αφήνει να επανακάμψη κακώς έχοντα εις τα ίδια και -απηλλαγμένον πάσης επιθυμίας όπως επαναλάβη εις το εξής το -πείραμα. Ουχ ήττον υπάρχουν παραδείγματα ότι μετά την -αυστηράν ταύτην τιμωρίαν η κοινότης δεικνύεται μάλλον -οικτίρμων προς τον πταίστην και του επιτρέπει να παραμείνη -εντός των συνόρων της, πολιτογραφούμενος ούτως ειπείν και -αποτελών εις το εξής μέλος της ομάδος. Επίσης υπάρχουν -παραδείγματα μεταναστεύσεως· κύνες, τινές τυχοδιώκται εκ -των παραλίων συνοικιών, βαρυνόμενοι τας κακουχίας, -εισέρχονται λάθρα εις τα μικρά ατμόπλοια τα ακαταπαύστως -αποπλέοντα εκ της γεφύρας του Γαλατά, και χωρίς, εννοείται, -να πληρώσουν ναύλον αποβιβάζονται είς τινα των παρά τον -Βόσπορον θελκτικών χωρίων ή εις τας Πριγκιπονήσους, προς -εύρεσιν καλυτέρας τύχης. - -Αυτή η καταναγκαστική συμβίωσις και η ομοαίμων καταγωγή και -η συνταύτισις της τύχης γεννά μεταξύ των τετραπόδων -κατοίκων της αυτής συνοικίας αισθήματα φιλίας και -αφοσιώσεως, τα οποία είνε αληθές όμως ότι σπανίως αντέχουν -εις τους πειρασμούς του συμφέροντος ή της αντιζηλίας. Εν -τούτοις είνε πάντοτε συγκινητικόν το θέαμα γέροντος τινος -και κατεσκληκότος κυνός, απομάχου μυρίων αγώνων εξωτερικών -και εμφυλίων, παίζοντος νωθρώς και συγκαταβατικώς με -σκύλακα μικρόν, ίσως απόγονόν του, εύελπιν βλαστόν της -φυλής. Ο γέρων σκύλος θ' αναλογίζεται ίσως νοερώς το &άμμες -ποκ' ήμες& των αρχαίων Σπαρτιατών, ενώ το κυνάριον θα του -ψιθυρίζη εις την γλώσσαν του το &άμμες δε γ' εσσόμεθα.& -Είναι συγκινητική η κοινή εν τω πλήρει στερήσεων βίω -εγκαρτέρησις και η πραότης μετά της οποίας υπομένουν πάσας -τας συμφοράς. Νομίζεις ότι το κλίμα του τόπου εμπνέει και -εις αυτούς την ασιατικήν των μοιρολατρών αναλγησίαν. Ο -οίκτος είνε το αίσθημα το οποίον μετά την περιέργειαν -καταλαμβάνει πάντα ξένον επί τη θέα των. Ο Δε Αμίτσης -βλέπων αυτούς ενεθυμείτο τους θηρευτικούς κύνας του -Βαγιαζήτ, οίτινες εκ πορφύρας φέροντες επινώτια και -μαργαριτοκόσμητα περιδέραια επλήρουν κραυγών τας φάραγγας -του Ολύμπου, και ανελογίζετο την διαφοράν της τύχης. Εγώ -όμως ανελογιζόμην ότι, εάν ποτε το φοβερόν κοινωνικόν -ζήτημα, το συνταράσσον την Ευρώπην, φθάση και μέχρι των -οχθών του Βοσπόρου, ο ερεθισμός ιδίως θα εκδηλωθή μεταξύ -της αναριθμήτου ταύτης πληθύος των τετραπόδων Παριών, των -ανεστίων και αλητών, την οποίαν καταμαστίζουν και τυραννούν -αι συνθήκαι της ανισότητος. Κατά την φοβεράν εκείνην ημέραν -ουαί εις τους δυνάστας! αι υλακαί της οργής αι οποίοι θ' -αντηχήσουν παρά τον Κεράτιον θα καταπνίξουν πάντα άλλον -θόρυβον και η Ευρώπη περίφοβος θα ίδη σκηνήν φανταστικώς -τραγικήν, την οποίαν ελησμόνησε να καταλέξη εις τας -προρρήσεις του ο οιστρηλατούμενος ιερός συγγραφεύς της -Αποκαλύψεως. Ίσως μάλιστα η απάθεια και η εγκαρτέρησις των -δυναστευομένων σήμερον ζώων αυτών είνε φαινομενική. Ίσως -ενίοτε συνέρχονται κρύφα και ανακοινούν προς αλλήλους τον -πόνον των και τα σχέδιά των, λησμονούντες τας -πατροπαραδότους έριδας περί της κατοχής του εδάφους και -αδελφοποιούμενοι εν τη συμφορά, Έχω άλλως τε διδόμενα να -πιστεύω τοιούτο τι εκ του εξής περιστατικού. Εσπέραν τινά -είχα εξέλθει εκ φιλικής οικίας κειμένης εν τη συνοικία -Ταξιμίου. Έβρεχε ραγδαίως και η πνευστιώσα λάμψις των φανών -του φωταερίου αντενακλάτο θαμβή επί των καθύγρων και -ολισθηρών πλακών της λιθοστρώτου μικράς αγυιάς. Αίφνης εν -τω μέσω της ερημίας βλέπω ανακύπτον ενώπιον μου ένα -στράτευμα, έν στίφος μέλαν, απειλητικόν, απαίσιον. Ήτο -ομήγυρις αποτελουμένη τουλάχιστον εκ πεντακοσίων κυνών. -Έστην εμβρόντητος και κατεπτοημένος. Εις τον νουν μου -επήλθεν η εικών του θανάτου του Ακταίωνος, της Ιεζάβελ και -πάσαι αι ζοφεραί αναμνήσεις ανθρώπων καταβροχθισθέντων υπό -κυνών. Έκλεισα το αλεξιβρόχιόν μου, έτοιμος ν' αμυνθώ δι' -αυτού ελλείψει άλλου όπλου και να πωλήσω τουλάχιστον ακριβά -το δέρμα μου. Ηκούσθησαν οργίλοι τινές γρυλλισμοί, πένθιμοί -τινες υλακαί. Μερικοί μ' επλησίασαν και με ωσφράνθησαν -υπόπτως, αλλά δεν με ηνώχλησαν· κατώρθωσα να διέλθω εκ του -μέσου της αμαυράς εκείνης αγέλης διασώζων ακέραια όλα μου -τα μέλη. Ότε συνήλθα εκ του φόβου μου, επείσθην ότι η -παράδοξος εκείνη ομήγυρις ήτο βεβαίως συλλαλητήριον άφωνον -και μυστηριώδες, συγκροτηθέν κατ' εκείνην την ώραν και εις -εκείνο το μέρος διά να μη λάβη γνώσιν η φιλύποπτος εξουσία. - -Εις τας σοσιαλιστικός ταύτας ιδέας πρέπει ν' αποδοθή και η -απέχθεια, την οποίαν τρέφουν οι περίεργοι αυτοί κύνες κατά -των οικοσίτων ομοίων των. Μισούν εμφύτως όλα τα λοιπά ζώα, -πλην των ίππων, καταδιώκουν τους γάττους και υλακτούν -εμμανώς τας καμήλους ή τας ψωραλέας άρκτους, τας οποίας -σύρει εξόπισθέν του διά κλοιού εκ του ρύγχους ρυπαρός τις -Αθίγγανος εις τας οδούς. Αλλ' ιδιαίτερον τρέφουν και -δικαιολογημένον μίσος κατά των ιδιωτικών κυνών, των οποίων -ο βίος εν Κωνσταντινουπόλει είνε αυτόχρημα αφόρητος. Οι -παρά της τύχης ηυνοημένοι ιχνηλάται και τα μαμμόθρεπτα των -δεσποίνων κυνάρια αναγκάζονται να διαιτώνται εντός των -οικιών, ο δε κύριός των, οσάκις θελήση να εξέλθη μετ' -αυτών, οφείλει να τα κρατή πλησίον του δεδεμένα δι' αλύσεως -και να τα προασπίζη πάσαν στιγμήν διά της ράβδου του από -των αγρίων επιθέσεων των φθονερών αποκλήρων. Φίλος μου τις -φιλόκυνος, διατρέφων εις τον οίκον του δύο εξαιρέτους -θηρευτικούς κύνας, μου διηγήθη ότι ημέραν τινά εν Γαλατά -πελώριος μολοσσός εκ των αδεσπότων ώρμησεν εξαίφνης εκ των -όπισθεν κατ' αυτού και διά των οδόντων του κατέσχισε το -επανωφόριόν του. Η επίθεσις επανελήφθη μετά τινας ημέρας -μετά του αυτού αποτελέσματος, ο δε φίλος μου, αφού επί πολύ -ηπόρησε διά την ασυνήθη ταύτην και ανεξήγητον μήνιν, -εσυλλογίσθη επιτέλους και επείσθη ότι προήρχετο αύτη εκ της -οσμής, την οποίαν έφερον τα ιμάτιά του ως εκ της -συγχρωτίσεώς του μετά των οικοσίτων του κυνών. Η οσμή αυτή -και μόνη ήρκεσε να εξεγείρη όλην την οργήν του αλήτου -εκείνου, όστις μη δυνάμενος να βλάψη τους μισητούς -ομοφύλους του εξεδικήθη κατά του κυρίου των. Εν τούτοις -υπάρχουν περιστάσεις, κατά τας οποίας επέρχεται είδος τι -συμβιβασμού και ο αυτός φίλος μου διηγήθη ότι αυτοί οι δύο -ανωτέρω θηρευτικοί κύνες είχον συνάψει ποτέ φιλικάς σχέσεις -μεθ' ενός αδεσπότου κυνός διαιτωμένου εις την οδόν, όστις -συνέπαιζε μετ' αυτών, οσάκις εις αυτούς παρείχετο η άδεια -να εξέλθουν επ' ολίγην ώραν έξωθεν της οικίας, και τους -επροστάτευεν από της έχθρας των άλλων. Διά του τρόπου -τούτου κατώρθωσε να προσελκύση την εύνοιαν του -οικοδεσπότου, όστις εψώμιζεν [41] αυτόν, έως ότου ημέραν -τινά έγινεν άφαντος, αποθανών ίσως εκ γηρατείων. - -Διότι δεν είνε παντελώς εστερημένοι νοημοσύνης οι αδέσποτοι -κύνες· απεναντίας ο βίος τον οποίον διάγουν οξύνει τα -αισθητήριά των και τας διανοητικάς των δυνάμεις. Γνωρίζουν -όλους τους κατοίκους της συνοικίας και ευγνώμονες προς τους -τυχόν περιποιουμένους αυτούς τους συνοδεύουν με σκιρτήματα -και με σπασμωδικά κινήματα της κολοβής ουράς των μέχρι των -συνόρων της οδού. Εννοούν τους κλέπτας και φαυλοβίους και -τους καταδιώκουν δι' υλακών, συντελούντες ούτως όχι ολίγον -εις την τήρησιν της τάξεως και ασφαλείας. Αναγνωρίζουν -αμέσως τους ξένους, φαίνεται δε ότι δεν είνε προς αυτούς -λίαν εύνοι. Άλλοτε μάλιστα εις τας καθαρώς τουρκικάς -συνοικίας η διέλευσις ξένου μη φεσοφορούντος ήτο επιχείρημα -όχι επικίνδυνον. Αλλά τώρα ως εκ της προόδου του πολιτισμού -και της απαραιτήτου ισοπεδώσεως και ομοιομορφίας του ο -τοιούτος κίνδυνος ή ολοτελώς εξέλιπεν, η εμειώθη -επαισθητώς. Είναι πράοι και ικανοί προς άσκησιν, απορώ δε -αληθώς πώς δεν ευρέθη τις να χρησιμοποιήση τας δυνάμεις των -ευρωστοτέρων εις την κίνησιν μικρών φορτηγών αμαξίων, όπως -γίνεται εν Ευρώπη· αλλ' ίσως η παροιμιώδης οκνηρία των -αποθαρρύνει τους επιχειρηματίας. Οι ειδήμονες βεβαιούν ότι -έχουν την όσφρησιν λίαν ανεπτυγμένην και δύνανται διά της -εξασκήσεως να καταστούν εξαίρετοι θηρευτικοί κύνες. Περί -της εκτάκτου μάλιστα νοημοσύνης τινών εξ αυτών και περί της -προς αλλήλους αγάπης ο κ. Μαυρογένης αναφέρει το εξής -ανέκδοτον. Άμαξα έθραυσε ποτε την κνήμην ενός των κυνών, -ιατρός δε Ευρωπαίος κατοικών εν τη συνοικία, ιδών το συμβάν -και ευσπλαγχνισθείς το παθόν ζώον, παρέλαβεν αυτό εις τον -οίκον του και το εθεράπευσε. Μετά πολύν καιρόν ο ιατρός -ήκουσε την εξώθυραν του οίκου του κρουομένην, ή μάλλον -ξεομένην, προβάς δε μετά περιεργείας παρετήρησε δύο κύνας, -εκ των οποίων ο είς ήτο ο παρ' αυτού θεραπευθείς, όστις προ -πολλού είχεν επαναλάβει τον αλήτην βίον του, και ο έτερος -έσυρεν αλγεινώς τον τραυματισμένον πόδα του, παθόντα θλάσιν -εκ των τροχών αμάξης. Φανερόν ήτο ότι ο θεραπευθείς παρ' -αυτού κύων, μνήμων της ευεργεσίας, ωδήγει τον παθόντα εις -την οικίαν του ιατρού χάριν θεραπείας, ο δε Ασκληπιάδης -συγκινηθείς περιέθαλψε και ίασε και τον απροσδόκητον αυτόν -πελάτην. Το ανέκδοτον θα ήτο περιεργότατον αληθώς, αν δεν -υπήρχον μερικαί αμφιβολίαι περί της ακριβείας του, διότι το -έχω αναγνώσει τουλάχιστον δεκάκις μέχρι τούδε ως συμβάν εν -Λονδίνω. Να είχεν αναγνώσει άραγε τας εφημερίδας ο κύων των -οδών της Κωνσταντινουπόλεως και εμιμήθη τον εν Λονδίνω -ομόφυλόν του; Πιθανωτέρα είνε η εξήγησις ότι τας εφημερίδας -είχεν αναγνώσει ο κ. Μαυρογένης. - -Η φιλοστοργία των θηλειών είνε αξιοθαύμαστος· μετά -συγκινήσεως έβλεπα πολλάκις τας δυστυχείς ταύτας μητέρας -εξηπλωμένας επί του παγερού εδάφους υπό την ανωφελή σχεδόν -σκέπην εξώστου τινός, τρεμούσας υπό τον σφοδρόν βορράν, -μαστιζομένας εκ της βροχής και όμως προσπαθούσας να -καλύψουν με τα λιπόσαρκα σκέλη των τα οιμώζοντα νεογνά των -και να γαλουχήσουν αυτά με τους στείρους εκ της ασιτίας -μαστούς των. Ο μνημονευθείς Μαυρογένης αναφέρει ότι είδε -ποτε εν τη οδώ τοιαύτην ατυχή μητέρα, ήτις είχεν απολέσει -τα νεογνά της και επί τέσσαρας όλας ημέρας τα διετήρει παρ' -εαυτή νεκρά, μη εννοούσα να αποχωρισθή αυτών, ουδ' -επιτρέπουσα να ταποκομίσουν, μάτην δε προσπαθούσα διά -θωπειών και ασπασμών να μεταδώση εις αυτά θάλπος και να τα -επαναφέρη εις την ζωήν. Παρήγορον είνε ότι οι κάτοικοι -ανεξαρτήτως της εθνικότητος και του θρησκεύματος παρέχουν -εξ αισθήματος ευσπλαγχνίας εις τας φιλοστόργους ταύτας -λεχούς επαινετήν περίθαλψιν. Πάντοτε σχεδόν παρατηρεί τις -ότι η θήλεια μετά τον τοκετόν αποκτά κοίτην εκ σωρού αχύρων -ή ρακών δωρηθείσαν εις αυτήν υπό φιλευσπλάγχνου γείτονος. -Εις αυτήν την μεγάλην οδόν του Πέραν, όπου συνωστίζεται το -πλήθος της εκλεκτής κοινωνίας κατά τας ώρας του περιπάτου -την χειμερινήν εποχήν και όπου διαγκωνίζεται ο ξένος -διπλωμάτης με την αριστοκράτιδα φαναριώτισσαν δέσποιναν και -ο αρμένιος τραπεζίτης με την γαλλίδα εταίραν της υψηλής -περιωπής, ως θλιβερός τόνος εν τω μέσω του ποικίλου βόμβου -διεκρίνοντο αι οιμωγαί των μικρών γόνων κυνός τεκούσης επί -του στενού πεζοδρομίου εγγύς ενός φαρμακείου. Και όμως ούτε -κατεπατήθησαν ούτε απεδιώχθησαν εκείθεν τα ταλαίπωρα αυτά -πλάσματα, ότε δε την επομένην ανεζήτησα την άστεγον αυτήν -οικογένειαν, ανεκάλυψα την μητέρα εντός του κοιλώματος -παραθύρου του υπογείου, εξηπλωμένην μετά των τέκνων της επί -παχέος στρώματος ρινισμάτων ξύλου, και το σωστικόν αυτό -καταφύγιον βεβαίως είχε χορηγηθή υπό του ελεήμονος -καταστηματάρχου. Μου διηγήθησαν ωσαύτως ότι κύων έτεκέ ποτε -εντός της σκοπιάς φρουρού, ο δε αγαθός στρατιώτης -επροτίμησε να μείνη εις το ύπαιθρον τρέμων εκ του ψύχους -παρά ν' αποδιώξη εκείθεν το δυστυχές ζώον. - -Ως προς τας ερωτικάς προς αλλήλους σχέσεις υπάρχει πολλή -ελευθερία ένεκα της πληθύος εξ αμφοτέρων των φύλων, και τα -διαπραττόμενα φανερά εις τας οδούς κατά πάσαν στιγμήν -σκανδαλίζουν τους σεμνοτέρους. Αντί όμως ν' αναφέρω κρίσεις -και παρατηρήσεις ιδικάς μου, αι οποίαι πιθανόν, αν και το -θέμα μου είνε κυνικόν, να ήσαν παρακινδυνευμέναι και -απροσδιόνυσοι, προτιμώ να παραθέσω μίαν περικοπήν γλαφυράν -και πνευματώδη εκ της μονογραφίας, την οποίαν πολλάκις -προανέφερα. Ιδού αυτή: « Έχω κύνα καταγόμενον εκ του γένους -τούτου, γεννηθέντα όμως εντός του κήπου μου και γόνον -μητρός καταγωγής μη χυδαίας μέχρι της τετάρτης γενεάς. Ο -κύων ούτος, τον οποίον κατέστησα φύλακα του κήπου μου, -έγινεν εξαίρετος, εύσωμος, ρωμαλέος· μη υποστάς ποτε -κακουχίας κατέστη σχεδόν ευγενής, αλλ' ευγενής νωπής -χρονολογίας, ως οι &ιδαλγοί& της Ισπανίας. Είνε -ανδρειότατος, φέρει ουράν ακεραίαν και πυκνήν, ανυψουμένην -εν είδει λοφίου. Έχει το ήθος υπερήφανον. Εξέλεξε δύο -θηλείας κίτρινου χρώματος (διότι αυτό το χρώμα, φαίνεται, -προτιμά) καθαρίους και ευσάρκους. Τας τρέφει καλώς, κομίζων -εις αυτάς εκλεκτά εδέσματα εκ του μαγειρείου, ένθα συχνάζει -μετ' οικειότητος. Αι θήλειαι οφείλουν εις αυτόν υπακοήν. -Είνε ηναγκασμέναι να μένουν εις το πρόθυρον του οίκου μου -επί στρωμνής την οποίαν αυτός έσυρεν εκεί και έθεσεν εις -την διάθεσίν των. Οψέποτε θέλουν να εξέλθουν διά να -αναπνεύσουν και να κινηθούν ολίγον, πρέπει να συνοδεύωνται -παρ' αυτού· ενώ αυτός απεναντίας δικαιούται να εξέρχεται -μόνος, να ερωτοτροπή προς άλλας θηλείας της συνοικίας και -να συνάπτη αιματηράς μάχας μετά των αντιζήλων». Ως βλέπετε, -τα ήθη των τετραπόδων ως προς το κεφάλαιον τούτο δεν -διαφέρουν από τα των διπόδων κατοίκων του τόπου, η δε -ύπαρξις του χαρεμίου επιβάλλεται εις πάντα τα έμψυχα. - -Αλλ' όμως αυτή η περί τα ήθη ακρασία [42] κέκτηται -σπουδαίαν ευεργετικήν επίδρασιν επί της δημοσίας υγείας. -Μολονότι το πλήθος των κυνών είνε τοσούτο μέγα, η φοβερά -νόσος της λύσσης είνε εν τούτοις σπανιωτάτη μεταξύ αυτών, -ενώ παρ' ημίν, παρά τον περιωρισμένον αριθμόν και την κατ' -έτος εξολοθρευτικήν περιοδείαν του κυνοθήρα, ολόκληρα -καραβάνια λυσσώντων πέμπονται εκάστοτε προς τον Παστέρ. Ο -διακεκριμένος επιστήμων συγγραφεύς της περί των κυνών -μονογραφίας αποδίδει τούτο εις την οπωσδήποτε εύρεσιν της -καθημερινής των τροφής, εις την αφθονίαν του ύδατος και προ -πάντων εις την εύκολον και ακώλυτον εκπλήρωσιν των φυσικών -ορμών. Διότι πανταχού, όπου οι κύνες υπόκεινται υπό την -άμεσον εποπτείαν των ανθρώπων, οι οικοδεσπόται έργα Ηρώδου -εκτελούντες, απορρίπτουν και εξαφανίζουν μετά πάντα τοκετόν -κατά προτίμησιν τα θήλεα εκ των νεογνών, επειδή η -συντήρησις των θηλέων είνε οπωσδήποτε οχληροτέρα εις τον -οίκον. Τούτου ένεκα υπάρχει μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του -αριθμού των δύο φύλων και συχνάκις βλέπομεν -επαναλαμβανόμενον το θέαμα τεσσαράκοντα μνηστήρων -καταδιωκόντων μίαν και μόνην Πηνελόπην. Ενώ εν -Κωνσταντινουπόλει ο πληθυσμός αμφοτέρων των φύλων μένει -άθικτος εν τη ισορροπία, την οποίαν ώρισεν η προνοητική -φύσις. Ώστε η αγνεία [43] και η εγκράτεια δεν είνε -προφυλακτικά κατά της λύσσης. Ας λάβουν, παρακαλώ, υπό -σημείωσιν το πειστικώτατον αυτό παράδειγμα οι ευμενείς -ακροαταί μου και ιδιαιτέρως εξ αυτών οι άγαμοι και οι -εμφορούμενοι από ασκητικάς διαθέσεις. - -Πολλάκις εν τη ιστορία μνημονεύονται απόπειραι περί -ελαττώσεως του οχληρού αριθμού των ζώων τούτων. Αλλ' -ουδεμία αυτών, φαίνεται, ηυδοκίμησεν. «Επί Σουλτάνου Αχμέτ -του Α', διηγείται ο Βυζάντιος (44), συμβάντος μεγίστου -θανατικού, οι ιατροί, όλοι τότε σχεδόν Εβραίοι, επρότειναν -ότι έπρεπε να ληφθή κατ' αυτών μέτρον, ως διαδιδόντων το -μόλυσμα. Διέταξε λοιπόν ο Σουλτάνος να φονευθούν, αφού -πρώτον ερωτηθή ο Σεϊχουλισλάμ· αλλ' εκείνος απήντησεν ότι -τα ζώα έχουν ψυχήν και επομένως δεν δύναται τις ανεγκλήτως -να τα φονεύση. Απεφασίσθη τότε να τα περιορίσουν είς τινα -των παρακειμένων ερημονήσων κ' εκεί να τρέφωνται υπό των -βυρσοδεψών, εις τους οποίους χρησιμεύουν τα περιττώματά -των, και μετεκομίσθησαν χιλιάδες». Το αυτό έγινε και κατά -τον παρόντα αιώνα επί της βασιλείας του Μαχμούτ. Ο -μεγαλεπήβολος μονάρχης και πρώτος εισηγητής του πολιτισμού -εις το οθωμανικόν κράτος, αφού επάταξε τους Γενιτσάρους, -ηθέλησε να απαλλάξη την πρωτεύουσαν και απ' αυτής της -ασχημίας. Αλλ', ως η παράδοσις διηγείται, έν των πλοίων των -μετακομιζόντων το αλλόκοτον αυτό φορτίον εις τας -ερημονήσους κατεποντίσθη, πολλοί δε των εξορίστων έσχον την -τόλμην να διαπεραιωθούν νηχόμενοι [45], καίτοι η απόστασις -είνε μεγάλη, εις το προσφιλές πάτριον έδαφος. Όθεν εξ -οίκτου εφείσθησαν των λοιπών. Λέγεται ότι το πείραμα -επανελήφθη μετά τινα χρόνον και μέγας αριθμός αυτών -μετεκομίσθη είς τι παρά τον Ελλήσποντον μέρος, πλησίον της -Καλλιπόλεως. Το πειναλέον στίφος αφεθέν ελεύθερον εις την -ξηράν ερρίφθη εις τους πλησιοχώρους αμπελώνας της χώρας, -σταφυλοβριθείς ένεκα της ώρας του έτους, και τους -ελεηλάτησεν. Οι κάτοικοι αντεπεξήλθον κατά των επιδρομέων -και παρεπονέθησαν κατά της πρωτοφανούς ταύτης κτηνοτροφίας, -η οποία απέβαινε τόσον καταστρεπτική εις την γεωργίαν, διό -διεκόπη η καταναγκαστική μετανάστευσις. Ήκουσα ωσαύτως εν -Κωνσταντινουπόλει ότι προ ετών Ευρωπαίος τις επρότεινεν εις -την κυβέρνησιν ν' αναλάβη τον καθαρισμόν της πρωτευούσης -από των κυνών, πληρώνων μάλιστα και μικρόν τι τίμημα δι' -έκαστον ωρισμένον αριθμόν αυτών, σκοπεύων να χρησιμοποιήση -τα δέρματά των εις βυρσοδεψικήν βιομηχανίαν, αλλ' ο -οθωμανικός πληθυσμός εξηγέρθη κατά της ασεβούς ταύτης -εξωνήσεως, επενόησε δε τέχνασμα ευφυές προς ματαίωσιν -αυτής. Την ημέραν του προσκυνήματος του Σουλτάνου -ετοποθετήθη εις τον δρόμον, εκ του οποίου επρόκειτο να -διέλθη η αυτοκρατορική συνοδία, κύων φέρων εξηρτημένην εκ -του τραχήλου πινακίδα, εν είδει ικετηρίου αναφοράς των -κυνών της πρωτευούσης, παραπονουμένων ότι αυτοί οι -διακρινόμενοι διά την πίστιν των δεν ήτο δίκαιον να -παραδοθούν εις χείρας απίστων. Ο άναξ εγέλασε και η άδεια -της εξολοθρεύσεως δεν παρεχωρήθη. - -Ο Δε Αμίτσης αναφέρει ότι συχνάκις ενεργείται μερική -εξολόθρευσις αυτών διά δηλητηρίου εις τας ευρωπαϊκάς της -πόλεως συνοικίας, υπό των ιατρών και επιστημόνων, των -οποίων τας νυκτερινάς μελέτας ταράσσει ο αέναος αυτών -θόρυβος. Το τοιούτο όμως δεν αληθεύει, καθά επιτοπίως -επληροφορήθην, διότι άλλως τε τον αθρόον αυτόν όλεθρον κατ' -ουδένα λόγον θα ηνείχετο το οθωμανικόν στοιχείον. Το μέτρον -εφηρμόσθη μόνον εν τη νήσω Πριγκίπω πρό τινων ετών υπό του -έλληνος δημάρχου, φιλοπροόδου και δραστηρίου, απαλλάξαντος -την περικαλή νησίδα από της αηδούς ταύτης λέπρας. Αλλ' εν -τη ειρημένω νήσω ο πληθυσμός είνε αμιγής χριστιανικός. Οι -Οθωμανοί, παρεκτός της οικτίρμονος προστασίας και -περιθάλψεως, δεικνύουν προς τα ζώα ταύτα μακροθυμίαν και -ανοχήν πολλάκις ακατανόητον. Ουδέποτε θα λησμονήσω σκηνήν -τινα της οποίας παρέστην μάρτυς και ήτις κατέλιπεν εις το -πνεύμα μου ανεξαλείπτους εντυπώσεις. Ήτο Παρασκευή, ημέρα -του προσκυνήματος, τη ευμενεί δε συστάσει της ημετέρας -προξενικής αρχής ηυτύχησα να εισαχθώ και να τοποθετηθώ εις -το κομψόν παρά τα Ανάκτορα περίπτερον των ξένων, όπως -απολαύσω κάλλιον του θεάματος. Το περίπτερον ήτο πλήρες -ξένων περιηγητών και μελών του διπλωματικού σώματος, βόμβος -δε ποικίλων γλωσσών αντήχει εν αυτώ. Το θέαμα ήτο εξαίσιον. -Ο θαλπερός ήλιος του φθινοπώρου ήστραπτεν εις στερέωμα -σαπφείρινον· πέραν εμάρμαιρε γαλανή η ακύμων Προποντίς και -ο αργυροδίνης Βόσπορος, του οποίου τα νερά ηυλακούντο από -μυριάδας ακατίων και μικρών ατμήρων σκαφών· αμαυρά δάση -κυπαρίσσων διεχώριζον τους λευκάζοντας όγκους των διαφόρων -συνοικισμών της ασιατικής όχθης, εκ των οποίων εξέφευγον -κατ' αποστάσεις ευπετώς ως βέλη οι χαρίεντες μιναρέδες, -άνωθεν δ' αυτών διά γραμμών μαλακών, διά κλίσεων νωχελών -κατήρχοντο οι λόφοι οι επιστέφοντες τας μαγικάς ακτάς, -περιβεβλημένοι στολήν χλοεράν αναπροσωπεύουσαν πάσας τας -αποχρώσεις του πρασίνου. Ενώπιον ημών ωρθούτο νεοστιλβές -και ελαφρόν ως αβροτέχνημα το σουλτανικόν τέμενος. Εις τα -πέριξ ήσαν παρατεταγμένα τα διάφορα σώματα της επιλέκτου -φρουράς της πρωτευούσης. Αι λόγχαι των στρατιωτών και τα -χρυσά σειρήτια και αι επωμίδες των αξιωματικών ελαμποκόπουν -εις τον ήλιον. Όπισθεν αυτών συνωστίζετο το πλήθος, τα -ερυθρά δε φέσια των στρατιωτών και οι λευκοί πέπλοι των -πυκνών ομίλων των Οθωμανίδων ωμοίαζον με εναλλασσούσας -πρασιάς μηκώνων [46] και λευκανθέμων. Ήτο αληθής πανήγυρις -αίγλης και χρωμάτων. Μία παρισινή κυρία, σύζυγος Γάλλου -προξένου εν τη Ανατολή, ανήκουσα εις τον φιλικόν όμιλον εις -τον οποίον και εγώ συμπεριελαμβανόμην και διά πρώτην φοράν -βλέπουσα ως και εγώ το θέαμα, δεν έπαυε να μου επαναλαμβάνη -ενθουσιώσα: — C'est merveilleus! C'est féérique! - -Η ώρα της τελετής προσήγγιζεν. Είχον ήδη προσέλθει -λαμπροστόλιστοι ο μέγας βεζύρης, οι υπουργοί και πάντες οι -ανώτεροι λειτουργοί του Κράτους. Ανεμένετο η άφιξις του -άνακτος και κατά το έθιμον ερρίπτετο διά πτύων μετά σπουδής -υπό εργατών χώμα εκ μικρού φορτηγού αμαξίου εις το -προαύλιον του ναού, όπως διέλθη επί απατήτου χώρου η -Μεγαλειότης Του. Αίφνης το όμμα μου θαμβωμένον εκ τόσης -λάμψεως έπεσεν επί τινος αντικειμένου αμαυρού, κειμένου -ακριβώς εν τω μέσω της ηλιοφωτίστου οδού και αντικρύ της -εισόδου του προαυλίου· ήτο κύων εύσωμος, χρώματος -υπομέλανος, όστις είχε κατακλιθή εκεί, συνεσπειρωμένος με -το ρύγχος παρά την ουράν, υπνώττων μακαρίως. Ανέμενα να ίδω -τινά εκ των τόσων στρατιωτών, εκ των τόσων εκεί φυλάκων της -τάξεως και επιτηρητών της ευπρεπείας μεταβαίνοντα και -αποδιώκοντα αυτόν· αλλ' ουδείς εκινήθη. Εν τω μεταξύ -αφίκετο ο Παδισάχ εφ' αμάξης ανοικτής, εν τω μέσω διπλού -στοίχου στραταρχών και πασσάδων με στολάς καταχρύσους, με -στήθη διάστερα εκ παρασήμων, πεζή βαινόντων, ενώ όπισθεν -της αμάξης έβαινε μετά σπουδής σμήνος ευνούχων και -ιπποκόμων, με τας χείρας ευσεβάστως συμπεπλεγμένας. Η -λαμπρά συνοδία παρήλθεν ως οπτασία, ενώ δε αντήχουν ακόμη -βροντώδεις αι κραυγαί των στρατιωτών &Παδισαχήμ τσοκ -γιασά.!& έστρεψα πάλιν το βλέμμα εις την οδόν . . . Ο κύων -ήτο ακόμη εκεί εξηπλωμένος. Έπειτα εγένετο στρατιωτική -παρέλασις. Τα τύμπανα εδούπησαν, αι σάλπιγγες ήχησαν οξέως, -τα σείστρα διά των οποίων είνε εφωδιασμέναι κατ' εξαίρεσιν -αι τουρκικαί στρατιωτικαί μουσικαί εκωδώνισαν. Εκινήθησαν -οι λόχοι και τα τάγματα με τας σημαίας αναπεπταμένας, οι -γιγάντειοι σωματοφύλακες, οι ζουάβοι με τας πρασίνας -κιδάρεις, οι νευρικοί και ευκίνητοι Αλβανοί με τα σελάχια -[47], οι ηλιοκαείς Σύροι, οι άλκιμοι [48] πεζοναύται· -διήρχοντο πάντες ευθυτενώς με βήμα έρρυθμον, υπό τους -ενθουσιώδεις ήχους των εμβατηρίων και αι σημαίαι -προσέκλινον και οι άνδρες ανεφώνουν προ του μονάρχου, -θεωμένου από τινος των παραθύρων του τεμένους. Έπειτα ήλθεν -η θύελλα του ιππικού· αι ίλαι προέβησαν καλπάδην, και -παρήλασαν· οι λογχοφόροι με τα μικρά σημαιοστεφή δόρατα, οι -ελαφροί ιππείς με τους μέλανας κιρκασιανούς σκούφους, με τα -ξίφη γυμνά και σελαγίζοντα υπό τον ήλιον. Ακολούθως η -αυτοκρατορική συνοδία επανήλθε μετά της αυτής πομπής εις τα -ανάκτορα, επομένου μακρού στοίχου αμαξών, ζηλοτύπως -εγκλειουσών τας τιμαφλείς και απροσίτους καλλονάς του -γυναικωνίτου. Και ο κύων εξηκολούθει να μένη εκεί ακίνητος· -η δόξα, ο πλούτος, η ισχύς, το κάλλος, όλα τα μεγαλεία του -κόσμου τούτου παρήρχοντο ενώπιόν του, και αυτός ο πλάνης -και ανέστιος, ώς τις φακίρης ή φιλόσοφος κυνικός, ουδέ -κατεδέχετο να εγείρη τους οφθαλμούς και να τα παρατηρήση! -Ότε μετ' ολίγην ώραν επέστρεφα ιλιγγιών εκ της λαμπρότητος -του θεάματος και ανεπόλουν πάσας αυτού τας λεπτομερείας, η -σκιαγραφία του παραδόξου και φανταστικού εκείνου ζώου -παρέμενεν ως μελανόν στίγμα εις όλην την εικόνα και -ενεθυμούμην τα πενιχράς παρατάξεις μας κατά τας εθνικάς ή -βασιλικάς εορτάς και ανελογιζόμην εν τη συμπαραβολή πόσα -άρα γε άγρια λακτίσματα κλητήρων και πόσους σπαθισμούς θα -εδέχετο όχι μόνον ο αυθάδης κύων, αλλά και ο ελεύθερος -πολίτης, ο εκλογεύς και ο εκλέξιμος, ο οποίος ήθελε -τολμήσει να τοποθετηθή εν μέση οδώ Ερμού κατά τοιαύτην -ημέραν. - -Το κράτος των κυνών εν Κωνσταντινουπόλει θα διαρκέση άραγε -επί πολύ; ο πληθυσμός αυτών θα προβαίνη διαρκώς -πολλαπλασιαζόμενος; Το επ' εμοί πολύ αμφιβάλλω. Ο -πολιτισμός εισχωρεί ραγδαίος και ακατάσχετος εις την -γηραιάν καθέδραν των Σουλτάνων. Ο ατμός, ο δαίμων ο -κυρίαρχος του αιώνος, βρέμει [49] ολίγα βήματα μακράν της -Υψηλής Πύλης, όπου άλλοτε ωδηγούντο ταπεινωμένοι και -περιδεείς οι πρέσβεις των ευρωπαϊκών κρατών, σύρων την -επιμήκη αμαξοστοιχίαν, εκ της οποίας αποβιβάζεται απευθείας -εκ Παρισίων προερχόμενος ο ξένος περιηγητής, με τον μακρόν -αυτού αδιάβροχον μανδύαν και την θήκην των διόπτρων -εξηρτημένην διά τελαμώνος [50] εκ των ώμων. Ο πολιτισμός -παρορών τας ιστορικάς παραδόσεις, καταργών τα έθιμα, -εκριζών τας προλήψεις θα επιβάλη και εκεί μίαν ημέραν -συνθήκας κρείττονος δημοσίας υγιεινής και ευπρεπείας. Τότε -το ταλαίπωρον των αδεσπότων κυνών γένος θα ελαττωθή -επαισθητώς και ίσως εκλίπη παντελώς, μετ' αυτού δε θα -συνεκλίπη και μία αφορμή αναμνήσεων, περιγραφών και -δημοσίων αναγνωσμάτων. - - - -ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ - -Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ - - - -Ο κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος είνε έγγαμος, ετών 55, απολαύει -του δικαιώματος της Ελληνικής ιθαγενείας, ως γεννηθείς υπό -γονέων κλπ. - -Είνε αρχαίος ειρηνοδίκης, έχων σύνταξιν εκ δραχ. 73,27. -Κερδίζει άλλας τόσας περίπου διοριζόμενος, χάρις εις το -αρχαίον του αξίωμα, πραγματογνώμων υπό του δικαστηρίου, και -— αλλά τούτο να μένη μεταξύ μας, επειδή ο κ. Ζαχαρίας δεν -επιθυμεί να γίνη γνωστόν — ετέρας 50 δραχμάς περίπου κατά -μήνα, αντιγράφων οίκοι δικαστικά έγγραφα, τα οποία του -δίδει δικηγόρος τις, όστις προ δεκαπέντε ετών είχεν υπάρξει -δεύτερος εξάδελφος της Παραδαρμένου, συχνάζων κατά -συγγενικόν καθήκον εις την οικίαν, καθ' ήν εποχήν ο σύζυγος -εξετέλει την &ελλειπτικήν& τροχιάν, ευρισκόμενος υπό τον -αστερισμόν του Αιγόκερω. - -Διά των πόρων τούτων κατορθοί η οικογένεια να καταναλίσκη -το ανάλογον μέρος καθ' εκάστην των θρεπτικών ουσιών, αι -οποίαι ώρισται υπό της Προνοίας να διέρχωνται διά του -πεπτικού σωλήνος αυτής, πριν ή φθάσουν εις την μητέρα γην. -Δεν ηξεύρω όμως αν διά λόγους υγιεινής ή ένεκα ορμής -φυλετικής η οικογένεια προτιμά ιδίως τας φυτικάς ουσίας· ο -δε γάιδαρος του πλάνητος μανάβη, οσάκις διαβαίνει το πρωί -εκ της οδού, ίσταται αυτομάτως προ της οικίας του κ. -Ζαχαρία, βέβαιος ότι θα ελαφρυνθή εκείθεν ικανώς εκ του -χλωρού αυτού φορτίου. - -Η γεωγραφική θέσις του κ. Παραδαρμένου είνε η εξής περίπου. -Περιορίζεται προς βορράν υπό του κυλινδρικού πίλου του, -ενδόξως αγωνισθέντος κατά εννέα χειμώνων και φέροντος τα -ίχνη της ανδρείας του, και όστις, ενώ εγνώρισε πάντας τους -δικολάβους της Στερεάς και της Πελοποννήσου, ουδέποτε -ηθέλησε να σχετισθή και μετά τινος επιδιορθωτού πίλων· προς -ανατολάς υπό της συζύγου του κ. Θεοδώρας και του μικρού -γόνου αυτής Μιμίκου, προς δυσμάς υπό της θυγατρός του -Ουρανίας, και προς νότον υπό της υπηρετρίας Βασίλως και του -σκύλου του Μαύρου. - -Ο μαθηματικός ορισμός της οικογενείας Παραδαρμένου είνε -περίπου ο εξής: Θεοδώρα: Ζαχαρίαν + Μιμίκω + Ουρανία + -Βασίλω + Μαύρω = 10 : 5, το οποίον δηλοί ότι η εν τη -οικογενεία αξία της κ. Θεοδώρας είνε διπλασία του συνόλου -της αξίας πάσης της λοιπής οικογενείας. - -Σκιαγραφήσωμεν. - -Η κ. Θεοδώρα — σχήμα σφαιρικόν, πρόσωπον επίπεδον. Εκ των -45 ετών αυτής εκράτησε 37, αγκυροβολήσασα εις αυτά και μη -εννοούσα να εξέλθη. Αι δύο πλευραί αυτής, εις ικανήν -απόστασιν απ' αλλήλων κείμεναι και στερούμεναι μέσων -συγκοινωνίας, δεν έχουν πολλάς σχέσεις, και η μία αγνοεί τι -πράττει η άλλη. Αγαπά τα κοπλιμέντα, τας όρνιθας και τα -παγωτά. - -Η δεσποινίς Ουρανία — κόρη χλωρωτική και ισχνή ως τσίρος· -μύτη επικίνδυνος, στόμα σουφρωτόν. Αγαπά τας καραμέλας και -τα μυθιστορήματα. - -Ο Μιμίκος — ετών εννέα, χρώματος μεταξύ λάσπης και -σοκολάτας, με δύο οφθαλμούς μεγάλους, με δύο μυκτήρας -αείποτε καλλιρρόους, με δύο γόνατα πάντοτε χρωματισμένα. -Αγαπά τα πάντα, ως και τα άωρα δαμάσκηνα της γειτόνισσας, -και δεν αγαπά μόνον την Κατήχησιν και το καθάρσιον, το -οποίον τακτικώς του χορηγεί ο πατήρ, διότι ανά πάσαν -δεκαπενθημερίαν έχει και νέαν δυσπεψίαν. - -Η Βασίλω — πρόσωπον στρογγύλον ως πανσέληνος, κολλημένον -αμέσως εις τον κορμόν, άνευ της επεμβάσεως του λαιμού, κόμη -εν αταξία πάντοτε ως νεοσυλλέκτων τάγμα, φουστάνια κοντά, -πους φιλελεύθερος, μη αναγνωρίζων τον περιορισμόν του -υποδήματος. Αγαπά τα μπαρμπατσόνια και τα κοκκινογούλια. - -Ο κ. Ζαχαρίας εκέρδισεν εκτάκτως προ δύο ημερών εκ μιας -πραγματογνωμοσύνης 33 δραχμάς· επειδή δε είχεν υποσχεθή εις -την οικογένειαν μίαν διασκέδασιν, μετά τον οικονομολογικόν -τούτον θρίαμβον, έγιναν διαβούλια περί του είδους της -διασκεδάσεως. Ο κ. Ζαχαρίας επρότεινε να μεταβούν δι' -αμάξης εις την Κηφισιάν, όπου εγνώριζεν ένα κουμπάρον, ν' -αγοράσουν τα τρόφιμα και να πάρουν μαζί των και την Βασίλω -διά να μαγειρεύση, αφού δε ήθελον διέλθει την ημέραν εις -την εξοχήν, να επιστρέψουν το εσπέρας πεζοί. Η Ουρανία, άμα -ήκουσε την ρομαντικήν ταύτην διασκέδασιν, κατεβίβασε τας -κόρας και εστέναξεν. Ο Μιμίκος επρότεινε ν' αγοράσουν ένα -ταψί μπακλαβάδες και ένα καλάθι ροδάκινα. Αλλ' η κυρία -Θεοδώρα επεμβάσα επισήμως διεκήρυξεν ότι, επειδή είχεν -ακούσει παρά μιας φιλαινάδας της, της οποίας η γυναικαδέλφη -είχε μεταβή μίαν εσπέραν εις τον &«Απόλλωνα»,& ότι ο -Φαύστος έπαιξε περίφημα την Τραβιάτα, διά τούτο έπρεπε να -υπάγουν την Κυριακήν το εσπέρας εις τον &«Απόλλωνα& και δεν -θέλει άλλα λόγια. - -Ήδη από του Σαββάτου λοιπόν τα πάντα ήσαν άνω κάτω εν τη -οικία. Η κυρία Θεοδώρα ετακτοποίει έν φόρεμα μελιτζανί, το -οποίον, ως η ιερά σημαία του Προφήτου, εξεθάπτετο μόνον εις -ωρισμένας ημέρας από του κιβωτίου, παραστάν ως μάρτυς καθ' -απάσας τας επισήμους περιστάσεις της οικογενείας -Παραδαρμένου. Η δεσποινίς Ουρανία ίστατο πολλάκις προ του -κατόπτρου, στριφογυρίζουσα το πρόσωπον, ίνα ίδη εις οποίαν -στάσιν η μύτη της εφαίνετο ολιγώτερον σουβλερή. Η Βασίλω, -αφού εκαθάρισε τεσσαράκοντα επτά κολοκύνθια, έπλυνεν ένα -πανταλόνι του κ. Ζαχαρία, χρώματος κιτρίνου. Ο Μιμίκος -εζήτει επιμόνως να μάθη αν εντός του θεάτρου επώλουν -κουραμπιέδες, έτρεχε δι' όλης της ημέρας εις τον δρόμον, -πετροβολών την δαμασκηνέαν του αντικρύ κήπου, ότε δε -εισήρχετο εις την οικίαν, έκοπτε πάντοτε υπερμέγεθες -τεμάχιον άρτου, προς μεγίστην απελπισίαν της κ. Θεοδώρας. - -Την εσπέραν, ότε ήλθεν ο κ. Ζαχαρίας, παρεκάθισαν εις το -δείπνον, και μετά τούτο εξήλθον προ της οικίας αφόβως και -απαθώς την εσπέραν εκείνην, διότι από πρωίας είχον πληρώσει -τα οφειλόμενα εις τον αντικρυνόν μπακάλην. Προ της θύρας -της οικίας ήτο συνήθεια να γίνεται μικρά συναναστροφή, εις -την οποίαν ελάμβανε μέρος είς απόστρατος ανθυπασπιστής, μία -μαία και μία σύζυγος δικαστικού κλητήρος. Η κυρία Θεοδώρα -έστρεψεν επίτηδες την συνομιλίαν επί το θέμα των -διασκεδάσεων, διά να αναγγείλη εις την ομήγυριν την μεγάλην -απόφασιν. Ο γέρων ανθυπασπιστής εγρύλλισεν, ειπών ότι -προτιμά έν εκατοστάρι ρητινίτου από το καλύτερον θέατρον -του κόσμου. Η σύζυγος του κλητήρος είπεν ότι μίαν ημέραν -κατά τύχην μετέβη εις το Φάληρον μετά τινος κυρίας, όπου -είδε τας Γαλλίδας δεικνυούσας τον πόδα γυμνόν μέχρι του -γόνατος και εσταυροκοπήθη. Τότε παρεμβάς ο κ. Ζαχαρίας -ανέφερεν ότι προ ένδεκα ετών είχεν ίδει εις έν μέρος της -Πελοποννήσου ένα των σπουδαιοτέρων θεατρικών θιάσων, -συγκείμενον εκ τριών άρκτων και τεσσάρων πιθήκων, προσέθηκε -δ' ότι το θέατρον είνε η διανοητική συγχρώτισις της -αλληλουχίας του πνεύματος, συνδυαζομένη μετά της -συνθηματικής αποσκιρτήσεως του ανθρωπίνου γένους. - -Με αυτήν την γλώσσαν ωμίλει συνήθως κατά τας επισήμους -στιγμάς ο κ. Ζαχαρίας, την δε γνώμην ταύτην επεδοκίμασεν η -μαία, κλίνουσα επανειλημμένως την κεφαλήν. - -Μετά την λέσχην η συναναστροφή διελύθη, η δε οικογένεια -εισήλθεν εντός του οίκου. Την εσπέραν εκείνην είχε λάβει -προς αντιγραφήν δεκατρία έγγραφα, και ότε η εργασία ήτο -υπερβάλλουσα, η αξιέραστος Ουρανία συνήθιζε να βοηθή τον -γεννήτορα, αντιγράφουσα και αυτή. - -Ο Μιμίκος εκάθητο πλησίον των μελετών το μάθημα της -Κατηχήσεως, αλλ' εις το πνεύμα του ανεκυκάτο η ιδέα του -θεάτρου και των κουραμπιέδων. - -Ο κ. Ζαχαρίας υπαγορεύει: - - — «Ο αντίδικος διά της από 11 Μαρτίου εφέσεώς του . . . » - -Αίφνης ο Μιμίκος διακόπτει: - - — Μπαμπά, διατί λέγεται Σύμβολον της Πίστεως; - - — Σύμβολον της Πίστεως λέγεται διότι συμβάλλει εις την -Χριστιανικήν πίστιν, ήτις διαιρείται εις την Κατήχησιν και -την Χρηστομάθειαν . . . το οποίον τα καλά παιδία δεν πρέπει -να σκοτίζουν τον πατέρα των, όταν γράφη . . . . . «εφέσεως -ενώπιον των εν Παρνασίδι . . . » - -Ο Μιμίκος ψιθυρίζει αποστηθίζων: - - — Το Σύμβολον της Πίστεως διαιρείται εις άρθρα . . . -Αιφνιδίως αποτεινόμενος προς τον κ. Ζαχαρίαν λέγει -υψηλοφώνως: - - — Μπαμπά, εχθές είδα που εκόλλησαν ένα χαρτί κόκκινο και -έλεγε «Ριγολέττος». Τι θα ειπή Ριγολέττος; - - — «Των εν Παρνασίδι Πρωτοδικών . . . ». Ριγολέττος είνε -λέξις σύνθετος. &Ριγώ& ελληνιστί σημαίνει &κρυώνω&, letto -δε ιταλιστί σημαίνει &κρεββάτι&. Αρά Ριγολέττος είνε -εκείνος, όστις κρυώνει εις το &κρεββάτι&. - - — Ας σκεπασθή με το πάπλωμα, λέγει η κυρία Θεοδώρα -παρακαθημένη και πλέκουσα κάλτσαν. Και η Βασίλω ακούσασα -απέρχεται καγχάζουσα επί τη αστειότητι ταύτη της κυρίας -της. - -Και ούτως εξακολουθεί η σκηνή, μέχρις ότου ο μεν Μιμίκος -αποκοιμάται επί της τραπέζης και φέρεται υπό της μητρός του -εις την κλίνην, η δε δεσποινίς Ουρανία θέτει το τελευταίον -«πληρεξούσιος δικηγόρος». Η οικογένεια τότε κατακλίνεται. - -Την επαύριον άμα τη εξεγέρσει επικρατεί αληθής αναστάτωσις -εν τη οικία. Η κυρία ηγέρθη επίτηδες πρωί και μετέβη εις -την εκκλησίαν, όπως επιδείξη το &μελιτζανί&, εύρε δε -ταυτοχρόνως τον τρόπον μεταξύ δύο σταυροκοπημάτων ν' -αναγγείλη την έκτακτον απόφασιν εις μίαν φίλην. Μετά την -επάνοδόν της εκ της εκκλησίας ο κ. Ζαχαρίας εξέρχεται όπως -αγοράση τα εισιτήρια. Η κυρία Θεοδώρα προβαίνουσα από του -παραθύρου φωνάζει εις τον σύζυγόν της μεγαλοφώνως, όπως -ακουσθή υπό των γειτόνων, να εκλέξη τέσσαρα καλά εισιτήρια, -και να είνε μεσαία, διότι αυτά είνε καλύτερα. Ο κ. Ζαχαρίας -στρέφεται και την καθησυχάζει. Ο πίλος του υπό τας ακτίνας -του ηλίου αποκτά χροιάν αιματόχρουν, το δε πανταλόνιόν του -θαμβώνει τον κόσμον, αντανακλών τον ήλιον ως κάτοπτρον. Υπό -θέρμην 36 βαθμών μεταβαίνει εις τον &«Απόλλωνα»&, αλλ' εκεί -μανθάνει ότι κατά την ώραν εκείνην τα εισιτήρια πωλούνται -εις το καφενείον &«Παρθενώνα»&. Επιστρέφει λοιπόν -βλασφημών, οπτός ως &ροσμπίφ&, αγοράζει τα εισιτήρια εις -τον &«Παρθενώνα»& και φθάνει εις την οικίαν του περίρρυτος -εκ του ιδρώτος, όστις διαφεύγει και μέσον των υποδημάτων -αυτού. - -Η κυρία Θεοδώρα παρατηρούσα τα εισιτήρια και βλέπουσα 95, -97 κλπ. αρχίζει να επιτιμά τον σύζυγόν της ότι δεν είνε -κατά σειράν. Ο κ. Ζαχαρίας ουδ' αυτός δύναται να εξηγήση το -φαινόμενον· αλλ' επειδή τον διεβεβαίωσαν ότι οι αριθμοί -ήσαν συνεχείς, υποθέτει ότι εις τα θέατρα, κατά το νεώτερον -σύστημα, κατήργησαν τους διπλούς αριθμούς διά να φαίνωνται -περισσότεροι οι θεαταί. - -Η ημέρα παρήλθεν άνευ ετέρων επεισοδίων. Μόνον σφοδρά -λογομαχία ηγέρθη περί της αιφνιδίου απωλείας 30 λεπτών, -προωρισμένων διά πετρέλαιον, τα οποία είχε κλέψει ο Μιμίκος -και εξοδεύσει ήδη εξ αυτών 15 διά ροδάκινα. Η κυρία Θεοδώρα -υπώπτευεν ως ένοχον της κλοπής την Βασίλων και επεφυλάσσετο -να κάμη την επαύριον τας ανακρίσεις φοβουμένη μη την ημέραν -εκείνην ζητήση η υπηρέτρια να φύγη, αν της εγίνετο -παρατήρησις, και ματαιωθή ούτως η διασκέδασις. Η δεσποινίς -Ουρανία ανέγνωσεν είκοσι σελίδας του μυθιστορήματος, το -οποίον ανεγίνωσκεν ολόκληρον τακτικώς κατά διμηνίαν. Η -Βασίλω έχαιρε κρυφά και ηγαλλία διότι έμελλε την εσπέραν να -μείνη μόνη, πράγμα σπάνιον και ασύνηθες εις την οικίαν -εκείνην. Είχε δε λόγους να χαίρη περισσότερον, διότι την -πρωίαν μεταβάσα εις του μπακάλη προς αγοράν βουτύρου, -ανήγγειλε γεγωνυία τη φωνή την μέλλουσαν νυκτερινήν έξοδον -της οικογενείας, και τούτο καθότι ευρίσκετο εντός Ανδριός -τις επίστρατος, συμπατριώτης, πολλάκις διά λόγων και διά -βλεμμάτων θερμών εκφράσας εις αυτήν την φλόγα του, όστις -εκέρασεν επί τω ακούσματι 15 λεπτών μαστίχαν τους -συντρόφους του. - -Προς το εσπέρας η οικογένεια, κατά πάντα ενδυμένη και -καλλωπισμένη, εδείπνησεν εν βία, διότι η ώρα της -αναχωρήσεως προσήγγιζεν. Ο κ. Ζαχαρίας δι' όλου του -απογεύματος κατείχετο υπό μελομανίας και εξετέλεσεν εξάκις -ταπεινοφώνως έν &χερουβικόν&. Εις την τράπεζαν δεν είχεν -όρεξιν πολλήν, διό παρήγγειλεν εις την Βασίλων να του -φυλάξη το δείπνον, διά να το φάγη μετά το θέατρον. Τέλος -εξεκίνησαν εν πομπή και παρατάξει μετά θορύβου τοιούτου, ως -να εξεκίνει διά τα σύνορα τοπομαχική πυροβολαρχία. Η Βασίλω -προέβη από του παραθύρου, στηριζομένη επί των χονδρών -αγκώνων και μειδιώσα ηλιθίως, ο δε κ. Ζαχαρίας εκ της οδού -συνέστησεν εις αυτήν μεγαλοφώνως να φυλάττη το σπίτι, μη -τύχη και συμβή τίποτε. Οι γείτονες, η μαία, η σύζυγος του -κλητήρος, ο μπακάλης προέβησαν από του παραθύρου, -παριστάμενοι εις την παρέλασιν. Η κυρία Θεοδώρα εχαιρέτα -εναβρυνομένη [51], ο δε κ. Ζαχαρίας προσεπάθει να -καταβιβάση το κίτρινον πανταλόνιον, το οποίον βραχυνθέν -κατά το πλύσιμον εξικνείτο μέχρι του μέσου της κνήμης, -αφήνον να φαίνωνται ολόκληρα τα χάσματα των υποδημάτων. -Παρά το κίτρινον πανταλόνιον ήστραπτεν εις τας τελευταίας -λάμψεις του λυκαυγούς το &μελιτζανί& της κυρίας Θεοδώρας -και τα δύο εφαίνοντο εντός της αμφιλύκης [52] ως φωτεινά -μετέωρα, απέναντι των οποίων ωχρία η λευκή εσθής της -Ουρανίας, περιπατούσης με οφθαλμούς ημικλείστους και -διαγραφούσης καμπύλας διά της ρινός εις τον αέρα. Ο Μιμίκος -εξηκολούθει ροκανίζων τεμάχιον άρτου, μη προφθάσας να ρίψη -την τελευταίαν πέτραν κατά της δαμασκηνέας. Ο σκύλος της -οικογενείας Μαύρος ητοιμάσθη σαίνων την ουράν, να τους -ακολουθήση, αλλ' ο κ. Ζαχαρίας και ο Μιμίκος κατεδίωξαν -αυτόν διά ραβδισμών και λιθοβολισμών μέχρι της οικίας. - -Από την συνοικίαν του αγίου Κωνσταντίνου, όπου κατώκουν, -έφθασαν εις την πλατείαν της Ομονοίας. Εκεί η κυρία -Θεοδώρα, κατανοήσασα το μήκος της οδού, εξέφρασε την -επιθυμίαν περί αμάξης. Αλλ' ο αμαξηλάτης, προς τον οποίον -απετάθη ο κ. Ζαχαρίας δεικνύων εν τη παλάμη τέσσαρα -εικοσιπενταράκια, απήντησε μετά σπανίας ευγενείας ότι -ημπορούσε να τα κρεμάση εις τον λαιμόν της γυναικός του. Η -απάντησις εξήψε την οργήν του κ. Ζαχαρία και του ήλθεν -όρεξις να εκπλύνη δι' αίματος την ύβριν. Αλλά, συλλογισθείς -ότι, αν συνέβαινέ τι εις τον ηνίοχον, τα άλογα έμελλον να -μείνουν ορφανά, εκινήθη εις τον οίκτον και υπέμεινε -χριστιανικώς την αυθάδειαν. - -Ήρχισαν λοιπόν την πεζοπορίαν υπό οιωνούς κακούς, και διά -τούτο τα επεισόδια καθ' οδόν ήσαν θλιβερά. Κυκλοτερές ήμισυ -λεμονίου ριφθέν υπό μιας μάγκας καθ' ετέρας επέτυχεν -απεναντίας και κατεσπίλωσε το &μελιτζανί& φόρεμα της κυρίας -Θεοδώρας, ήτις αφήκε κραυγήν λεαίνης πληγείσης. Ενώ δε ο κ. -Ζαχαρίας έστρεφε τα νώτα όπως παρατηρήση, μικρός πωλητής -του &«Εθνικού Πνεύματος»&, ελαύνων από ρυτήρος, συνεκρούσθη -μετ' αυτού, και εκ του τιναγμού ο σεβάσμιος πίλος έπεσε -κατά αυτού, κυλισθείς εντός του βορβόρου. Η ρις της -δεσποινίδος Ουρανίας παρ' ολίγον συνεκρούετο με μίαν -άμαξαν. Ο Μιμίκος κατά πάντα πέντε λεπτά ηφανίζετο καθ' -οδόν, όπως αγοράση αχλάδια ή κώνους αραβοσίτου ψητούς, η δε -οικογένεια ηναγκάζετο να στέκη και να τον αναζητή μετά -φωνών· την τρίτην φοράν μάλιστα οι σύζυγοι Παραδαρμένου -ήρχισαν ν' ανησυχούν σπουδαίως, διότι ο Μιμίκος δεν -ευρίσκετο. Η κυρία Θεοδώρα ωρύετο ότι τον κατεπλάκωσεν -άμαξα· ο κ, Ζαχαρίας εγύριζεν ωσάν σβούρα κράζων το τεκνίον -και ερωτών τους διαβάτας. Εκ του κανθού του οφθαλμού της -Ουρανίας έν δάκρυ επειράθη να εξέλθη επί ματαίω. Τέλος ο -άρρην απόγονος της οικογενείας Παραδαρμένου ανευρέθη ερίζων -μετά τινος κουλουρτζή και ζητών ν' αγοράση τρεις κουλούρας -αντί δέκα λεπτών. Ο κ. Ζαχαρίας συνέλαβεν αυτόν εκ του -ωτίου και το άκρον του πέλματός του απετέθη τότε ως εξ -ενστίκτου ουχί πολύ απαλώς επί των νώτων του γόνου αυτού. - -Τέλος μεθ' όλας τας περιπετείας ταύτας η οικογένεια αφίκετο -σώα εις τον κήπον του &«Απόλλωνος»&. Ηναγκάσθησαν να -περιμένουν, διότι αι θύραι ήσαν ακόμη κλεισταί· και -μετέβησαν περιπατούντες μέχρι της γέφυρας του Ιλισσού. Ο κ. -Ζαχαρίας έδειξεν εις την οικογένειαν το Στάδιον, εξηγήσας -εις αυτήν ότι εις την αρχαιότητα έκειτο εκεί η οδός -Σταδίου, ήτις είνε σήμερον παρακάτω, και εις την ερώτησιν -του Μιμίκου απήντησεν ότι εκαλείτο ούτω διότι και οι -αρχαίοι συνήθιζον να πίνουν &μισή στα δύο&. Αφού -περιειργάσθησαν, επέστρεψαν και εισήλθον εις το θέατρον. -Σύμπασα η οικογένεια είχε καταστή επιμήκης. Το πρόσωπον της -κυρίας Θεοδώρας είχε καταβιβασθή· η κοιλία του Μιμίκου είχε -προεκταθή· η ρις της δεσποινίδος Ουρανίας είχει λάβει -διαστάσεις τολμηράς ως το κωδωνοστάσιον του Στρασβούργου. -Το μόνον πράγμα το οποίον είχε βραχυνθή ήτο το κίτρινον -πανταλόνιον του κ. Ζαχαρία, φωσφορίζον υπό την λάμψιν του -φωταερίου. - -Εκάθισαν τέλος εις τα θρανία και ήρχισαν να ρίπτουν -περίεργα βλέμματα. Ο Μιμίκος, όπως εύρη το ιδικόν του -κάθισμα, ήρχισε να μετρά μεγαλοφώνως τους αριθμούς, πατών -δεξιά και αριστερά τους παρακαθημένους, οι οποίοι τον -απεδίωκον σπρώχνοντες μετ' αγανακτήσεως. Η κυρία Θεοδώρα -ήρχισε να παραπονήται ότι το φανάρι την εμποδίζει να βλέπη, -και απήτει να μεταβή ο σύζυγός της να ειπή να το εκβάλουν -εκείθεν. Η δεσποινίς Ουρανία, ιδούσα επίκουρόν τινα ιατρόν -καθίσαντα ολίγον απωτέρω και περιέργως ενατενίσαντα αυτήν, -αφήκε στεναγμόν, εξυπνίσαντα γέροντά τινα παρ' αυτήν -καθήμενον και υπνώττοντα ησύχως. Κατ' αρχάς ωμίλουν -ταπεινοφώνως, αλλ' άμα είδον ότι πάντες ωμίλουν υψηλή τη -φωνή, ήρχισαν και αυτοί να ωρύωνται συνομιλούντες και -σχολιάζοντες. Ο κ. Ζαχαρίας ενεθυμήθη την Βασίλων, τι να -κάμνη κατ' εκείνην την ώραν. Ακούσασα το όνομα της -υπηρετρίας η κυρία Θεοδώρα ενθυμήθη την κλοπήν των -τριάκοντα λεπτών και πορφυρά γενομένη εκ της οργής, εδήλωσε -μεγαλοφώνως ότι αύριον θα την πνίξη με τα χέρια της. Τόσον -δε φοβερά ήσαν και η όψις της και οι λόγοι της, ώστε νέα -κυρία, εισερχομένη κατ' εκείνην την στιγμήν εις την αυτήν -σειράν των θρανίων, ετρόμαξε και εφοβείτο να προχωρήση. Ο -Μιμίκος κατεβασάνιζε τον γεννήτορα δι' ερωτήσεων: - - — Μπαμπά, αυτό που είνε ζωγραφισμένο είνε η Τραβιάτα; . . -. - - — Σιώπα, ανόητε· αυταί είνε αι τρεις Χάριτες, ήγουν η -Ατροπός, η Κλεοπάτρα . . . και η Καλλιόπη. - - — Μπαμπά, διατί παίζει η μουσική; - - — Η μουσική παίζει διά να διασκεδάζουν αυτοί οπού -τραγουδούν, και διά να ακούη ο κόσμος. - - — Μπαμπά, εκείνη είνε η Καλλιόπη η κόρη της κυρά- -Χρίσταινας; . . . - - — Η Καλλιόπη ήτο βασίλισσα των Αργοναυτών και σύζυγος του -Οιδίποδος, η οποία . . . μου εσκότισες το κεφάλι. - -Τέλος η αυλαία ανεσύρθη. Η οικογένεια Παραδαρμένου -επίστευεν ότι εδίδετο η &Τραβιάτα&, ενώ απεναντίας -παριστάνετο το Ballo in Maschera. Επομένως εζήτουν να -μάθουν πού είνε η Τραβιάτα. Ότε ετελείωσεν η πρώτη πράξις, -ο κ. Ζαχαρίας απεφάνθη δογματικώς ότι αυτό το παιδί, εννοών -τον Οσκάρ, έκαμε πολύ καλά το μέρος του. Μόλις εφάνη κατά -την δευτέραν πράξιν η Αμαλία, και η κυρία Θεοδώρα ανεβόησεν -ότι αυτή πρέπει να ήτο η Τραβιάτα, αλλά δεν της εφαίνετο -πολύ φθισική, ως είχεν ακούσει παρά της Ουρανίας, ήτις -είχεν αναγνώσει το μυθιστόρημα. Η παρατήρησις αύτη -υψηλοφώνως γενομένη εν τω μέσω της σιγής εφείλκυσε την -προσοχήν των παρακαθημένων, στραφέντων και παρατηρούντων -αυτούς μετά περιέργου μειδιάματος. Τέλος είς των γειτόνων -ευσπλαγχνίσθη αυτούς και εξήγησεν εις τον κύριον Ζαχαρίαν -το λάθος των, ομιλήσας εις αυτόν περί των μελοδραμάτων, τα -οποία είχον δοθή εις τον &«Απόλλωνα»& διότι ήτο θαμών του -&« Απόλλωνος»&, συχνάζων τακτικώς πάσαν Κυριακήν, και -ηθέλησε να δείξη την περί τα θεατρικά υπεροχήν του. Ο κ. -Ζαχαρίας, προσέχων εις το μελόδραμα και ακούων ταυτοχρόνως -τους λόγους του κυρίου εκείνου, μετεβίβασε τας πληροφορίας -ταύτας εις την οικογένειαν, ειπών ότι το παριστανόμενον -μελόδραμα δεν ήτο η &Τραβιάτα& αλλά το Ballo in Maschera, -ήγουν &Χορός Μεταχειρισμένων&, εις το οποίον λαμβάνει μέρος -η Λίνδα, της οποίας ο σύζυγος δεν θέλει να της επιτρέψη να -χορεύση και διά τούτο φονεύει τον καταστηματάρχην του -χορού, η δε Λίνδα τρελλαίνεται. Ο Μιμίκος ηρώτησε πώς -τρελλαίνεται, ο δε κ. Ζαχαρίας απήντησεν ότι ο εγκέφαλος -της ανθρωπίνης διανοίας είνε αφετηρία, διά της οποίας το -μουσικόν αίσθημα εγκαθίσταται εις το πνεύμα του ανθρώπου, -όταν προσέχη εις το μελόδραμα. - -Εις έν των διαλειμμάτων η οικογένεια ηθέλησε να εξέλθη έξω -εις τον κήπον. Ενώ δε ητοιμάζοντο να παρακαθίσουν εις έν -τραπέζιον, ήκουσαν φωνάς γοεράς. Έδραμον και είδον τον -Μιμίκον παλαίοντα μεταξύ των χειρών του καφεπώλου, διότι -είχε φωραθή κλέπτων έν γλύκυσμα. Ο πατήρ ηναγκάσθη να -πληρώση αυτό και να ελευθερώση τον μικρόν κλέπτην, -φιλοδωρήσας αυτόν μέ τινα ραπίσματα. Η σκηνή αύτη ενέβαλε -την οικογένειαν εις μεγίστην σύγχυσιν και ταραχήν. Η κ. -Θεοδώρα ήρχισε να καταράται την ώραν. Ο κ. Ζαχαρίας παρ' -ολίγον ήρχετο εις χείρας μετά του υπηρέτου, διότι, ότε -εζήτησε νερά, εκείνος έφυγε χωρίς καν να δώση ακρόασιν. -Ένεκα της ζάλης αυτών, ότε εισήλθον εις το θέατρον, -κατέλαβον κατά λάθος, τας θέσεις άλλων, και ότε ήλθον -ούτοι, ενώ ήδη η πράξις είχεν αρχίσει, ηναγκάσθησαν να -εγερθούν ερίζοντες, προκαλούντες τας επανειλημμένας του -κοινού αποδοκιμασίας. Αλλ' ενώ ηγείροντο, έν κατάρατον -καρφίον σχίζει τας κάτω επιπέδους χώρας του πανταλονίου του -κ. Ζαχαρία, όστις φέρει την χείρα εις τα αιδήμονα εκείνα -μέρη, αφήσας οιμωγήν απεριγράπτου πόνου, και εν τω θορύβω -του και τη συγχύσει πατεί το κράσπεδον του &μελιτζανιού& -φορέματος της κυρίας Θεοδώρας, το οποίον αποσπάται της -ζώνης αυτής μετά τριγμού θλιβερού. Η κυρία Θεοδώρα -στρέφεται και εξακοντίζει κατ' αυτού βλέμμα πλήρες -νιτρογλυκερίνης, φωνάζουσα ταυτοχρόνως: - - — Στραβομάρα! - -Ο κ. Ζαχαρίας, έμφοβος ως ο Αδάμ υπό την πυρίνην ρομφαίαν -του αγγέλου, αποσύρεται άγων εκ της χειρός τον Μιμίκον, και -κρατών διά της ετέρας την υπό τους νεφρούς χώραν, σύμπασα -δε η οικογένεια τον ακολουθεί και κάθηται είς τινα θρανία -παρά την γωνίαν άναυδος και άφωνος. Μόνη η κυρία Θεοδώρα -κοχλάζει ως βυτίον πλήρες νεογενούς γλεύκους [53]. Αλλά -μετά τινας στιγμάς ο Μιμίκος, όστις εκάθητο παραδόξως -ησυχάζων, αρχίζει να κινήται, να μορφάζη, να προσβλέπη μετ' -αγωνίας τους γονείς και να γρυλλίζη υποκώφως. Η μύτη της -δεσποινίδος Ουρανίας, στρεφομένη αποτόμως ως λόγχη, του -επιβάλλει σιωπήν, ο δε πατήρ τον συγκρατεί διά των χειρών. -Εκείνος όμως εξακολουθεί περιστρεφόμενος και επί τέλους -αναφωνεί οδυνηρώς: - - — Μπαμπά, μπαμπά! . . . - - — Σιωπή! - - — Μπαμπά, μπαμπά . . . δεν ημπορώ . . . - -Και συστρέφεται και ωχριά. Η κυρία Θεοδώρα στρέφεται και, -βλέπουσα την οδύνην του σκύμνου αυτής, ορμά αφήνουσα -σπαρακτικήν κραυγήν: - - — Το παιδί μου! - -Η φωνή αύτη εμβάλλει εις αναστάτωσιν το ακροατήριον, το -οποίον φωνάζει, επιβάλλει σιωπήν, εγείρεται επί των θρανίων -και παρατηρεί. Οι αοιδοί διακόπτουν το άσμα· η μουσική -παύει. Τρέχουν κλητήρες και υπαστυνόμοι. Οι αξιωματικοί -ξιφουλκούν και πηδούν από τα θρανία. Η δεσποινίς Ουρανία, -βλέπουσα όλην αυτήν την ταραχήν, καταλαμβάνεται υπό -νευρικών σπασμών. Η μήτηρ της τρέχει και την υποστηρίζει· -προσέρχεται και εν σπουδή, είς επίκουρος ιατρός, αλλά δι' -ενός τινάγματός της η πάσχουσα χώνει την αιχμήν της μύτης -της εντός του οφθαλμού του ιατρού και σχεδόν τον τυφλώνει. -Ο κ. Ζαχαρίας μένει ως άγαλμα κρατών εκ της χειρός τον -Μιμίκον, όστις ταράσσεται ως δαιμονιών και κραυγάζει: - - — Μπαμπά, δεν βαστώ . . . η κοιλιά μου . . . - -Τότε ο κ. Ζαχαρίας εννοεί ότι ο γόνος του πάσχει εκ των -αποτελεσμάτων της αδηφαγίας του και ζητεί να τον φέρη έξω. -Η κυρία Θεοδώρα του φωνάζει λυσσώσα: - - — Τι στέκεσαι, κρεμανταλά; πάρε το παιδί έξω σε μίαν άκρη. - -Ο Μιμίκος ουρλιάζει. - - — Μπαμπά, μπαμπά . . . - -Ο κ. Ζαχαρίας εννοών το κρίσιμον της θέσεως εξέρχεται -δρομαίως, φέρων, κατ' ιστορικήν αντίθεσιν, αυτός Αγχίσης -τον μικρόν Αινείαν επί των ώμων. Αλλά πριν ή προφθάση να -εξέλθη, η όσφρησίς του μανθάνει πρώτη ότι το διάβημά του -γίνεται αργά· επομένως καταθέτει κατά γης τον Αινείαν μετά -μορφασμού αποστροφής. - - — Διατί δεν το πηγαίνεις έξω; του φωνάζει με -σπινθηροβολούντος οφθαλμούς η κυρία Θεοδώρα. - - — Δεν είνε πλέον ανάγκη! απαντά μετά τόνου απελπιστικού ο -σύζυγος. - -Η κυρία Θεοδώρα εννόησε το πολυσήμαντον τούτο &τετέλεσται&. -Εγείρεται λοιπόν μετά της Ουρανίας, της οποίας έπαυσαν οι -σπασμοί, και εξέρχονται εν τω μέσω διπλού στοίχου -περιέργων, οίτινες καγχάζουν επί τη περιέργω ιστορία. Όλοι -κρατούν κάτι τι. Η δεσποινίς Ουρανία κρατεί την μύτην της, -ήτις εκτύπησε κατά τους νευρικούς σπασμούς της· η κυρία -Θεοδώρα κρατεί το &μελιτζανί&, ο κ. Ζαχαρίας κρατεί τα -μεσημβρινά μέρη του σώματός του, ο Μιμίκος κρατεί την -κοιλίαν του, ήτις εκφέρει φρικώδεις βορβορυγμούς. - -Εξέρχονται του θεάτρου. Λόγος περί αμάξης δεν γίνεται, -διότι εις τα θυλάκια του κ. Ζαχαρία υπολείπονται μόνον -ολίγαι δεκάραι. Κινούν λοιπόν πεζοί προς τον Γολγοθάν -αυτών. Η κυρία Θεοδώρα εκινείτο κυλινδουμένη και μυκωμένη -ως ταύρος· ο κ. Ζαχαρίας εστέναζεν υποκώφως, κρατών εκ της -χειρός τον γρυλλίζοντα Μιμίκον, και μορφάζων από καιρού εις -καιρόν. Η δεσποινίς Ουρανία εξέπεμπεν υποκώφους λυγμούς. Οι -διαβάται παρεμέριζον εις την διάβασιν αυτών. Εφαίνετο -συνοδία φυγούσα εκ της κοιλάδος του κλαυθμώνος. - -Ότε έφθασαν εις την οικίαν, ο κ. Ζαχαρίας υπεδέχθη με έν -λάκτισμα τον προσελθόντα να υποδεχθή αυτούς Μαύρον, όστις -έφυγεν ολολύζων. Εξύπνισαν την Βασίλων, ήτις εκοιμάτο. -Πτώματά τινα σιγάρων και η αταξία των επίπλων εμαρτύρουν -ότι ο &ανδρείος& της Άνδρου Άρης επεχείρησε νύκτωρ έφοδον -επιτυχή κατά του κεστού της Αφροδίτης. - -Ο κ. Ζαχαρίας επείνα· ανεζήτησε το δείπνον του, αλλά το -πινάκιον ευρέθη καθαρόν, ως αν είχε πλυθή δι' ύδατος -θερμού. Η Βασίλω απέδωκε την κλοπήν εις τον Μαύρον, όστις -και πάλιν εδέχθη δύο καλά λακτίσματα, αλλά κατά πάσαν -πιθανότητα, επειδή ταυτοχρόνως έλειπε και ο οίνος, και -επειδή ο Μαύρος ήτο εκ γενετής νηφάλιος, το δείπνον του κ. -Ζαχαρία εχρησίμευσεν όπως επιρρώση τας εξαντληθείσας -δυνάμεις, του φοβερού θεού του πολέμου. - -Ο κ. Ζαχαρίας ηναγκάσθη να κατακλιθή νήστις. Καθ' ύπνους -είδεν δράμα φρικτόν, ότι καταδικασθείς υπό του -Κακουργιοδικείου να μεταβή εις το θέατρον του &«Απόλλωνος»& -απεφάσιζε ν' αυτοκτονήση, πνιγόμενος με το πανταλόνιον του -Μιμίκου. - - (1881) - - -Ο ΨΕΥΤΟΠΟΛΕΜΟΣ - - -ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' - -Η εξέγερσις. - - -&Του ψευτοπολέμου ημέρ' ανατέλλει& και όπως εις τα τρία -τέταρτα των Αθηναϊκών οικιών, επικρατεί μεγάλη αναστάτωσις -και εις το όλβιον ενδιαίτημα της οικογενείας Παραδαρμένου. -Εξύπνησαν όλοι ομού, ο αλέκτωρ, αι όρνιθες, η υπηρέτρια, ο -σκύλος υλακτών μανιωδώς τον διερχόμενον κουλουροπώλην, ο -Μιμίκος, όστις αντί καφέ έφαγεν εις το μαγειρείον -επωφεληθείς της γενικής συγχύσεως έν πινάκιον πλήρες -κραμβολαχάνου βραστού, απομειναρίου του δείπνου. Ο κ. -Ζαχαρίας εξύπνησε τελευταίος αφυπνισθείς εκ της εξής -αβροφρονεστάτης φράσεως της αξιολατρεύτου συνεύνου του -κυρίας Θεοδώρας: - - — Ψοφολογάς ακόμη; σήκω, βρε κρεμανταλά, σήκω επί τέλους! - - — Μα, γυναίκα! . . . αποπειράται να είπη ο κ. Ζαχαρίας, -βλέπων μέσον του παραθύρου ότι το σκότος είνε ακόμη -βαθύτερον και από αυτάς τας σκέψεις των θεωρητικών -πολιτειολόγων μας. - - — Τι γυναίκα και ξεγυναίκα! σήμερα είνε ο ψευτοπόλεμος. Το -είπε χθες το βράδυ στη γειτόνισσα ο &υπολοχίας& ο ξάδελφος -της Αννίκας της μοδίστρας. - -Ο κ. Ζαχαρίας γνωρίζει εκ μακράς πείρας, ότι πάσα -αντίρρησις είνε ματαία. Εγείρεται λοιπόν, τρίβει τους -οφθαλμούς, ενδύεται και αποφασίζει να υποστή και αυτός κατά -μίμησιν του Σωτήρος το μαρτύριον του &Σταυρού&. - - -ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' -Το ταξείδιον. - - -Η έξοδος και η οδοιπορία της οικογενείας Παραδαρμένου -εκτελείται υπό τα εξής αξιοσημείωτα περιστατικά εν συντόμω -εκτιθέμενα: - -Φιλονεικία μεταξύ Μιμίκου και Βασίλως ισχυριζομένης ότι ο -πρώτος έπιε το μισόν γάλα και έκλεψε μίαν πεντάραν εκ των -προωρισμένων διά το οψώνιον χρημάτων. Επέμβασις του κ. -Ζαχαρία και υπεράσπισις του αξίου αυτού και προσφιλούς -γόνου δι' ενός λακτίσματος επί των κατωτέρων σαρκωδών και -σφαιρικών μερών του σώματος της υπηρετρίας. - -Φιλονεικία μεταξύ κυρίας Θεοδώρας και αμαξηλάτου διά το -αγώγιον. Η κυρία Παραδαρμένου εκφέρει τον ορισμόν ότι όλοι -οι αμαξηλάται είνε &πλεομπαίκται&! - -Έρις μετά κραυγών και παρεμβάσεως κλητήρων εις τον σταθμόν -του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, όπου κατά λάθος έφερε την -οικογένειαν ο αμαξηλάτης. - -Οδοιπορία αποστολική υπό θερμοκρασίαν σιβηριανήν μέχρι του -σταθμού Λαυρείου. Φιλοσοφική σκέψις του κ. Ζαχαρία: αφού ο -ψευτοπόλεμος έχει τόσα βάσανα, φαντάσου ο αληθινός! - -Ανταλλαγή ζωηροτάτων λέξεων μεταξύ ενός υπαλλήλου του -σιδηροδρόμου και της κυρίας Θεοδώρας, διατεινομένης ότι, -όταν έρχεται κόσμος, ο σιδηρόδρομος πρέπει να ξεκινά αμέσως -και να μη της λέγουν για μηχανές και ξεμηχανές γιατί έχει -κι αυτή μία μηχανή του ραψίματος σπίτι και ξεύρει από -τέτοιες δουλειές! - -Συνωστισμός φρικτός· καταπάτησις αγροίκος του μόνου κάλου -του κ. Ζαχαρία· κατάπτωσις του φεσίου της κυρίας Θεοδώρας· -διαστροφή αποτρόπαιος της άκρας της ρινός της δεσποινίδος -Ουρανίας υπό του αγκώνος ρωμαλέου χωρικού· υπεξαίρεσις -τριών πορτοκαλλίων εκ του καλάθου οπωροπώλου υπό του -Μιμίκου, επωφεληθέντος της ευκαιρίας. - -Ερώτησις του Μιμίκου προς τον πατέρα του· — Διατί ο -σιδηρόδρομος τρέχει; - -Απάντησις περιεκτική και ηθική του κ. Ζαχαρία· — Ημπορούσα -να σου αποτείνω κ' εγώ την αυτήν ερώτησιν και διά την μύτην -σου· μάθε όμως ότι κάθε πράγμα το οποίον μένει αργόν και -ακίνητον τρέχει εις τον όλεθρόν του. - -Μετά την πατρικήν ταύτην παραίνεσιν και εξήγησιν ο Μιμίκος -σιωπά, κρύπτεται εις μίαν γωνίαν και δεν αναφαίνεται· καθ' -όλην την διάρκειαν του ταξειδίου μένει αφανής. Η εξήγησις -του μυστηρίου εις το επόμενον κεφάλαιον. - - -ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ' - -Η διασκέδασις. - - -Μετά οξύν συριγμόν η αμαξοστοιχία σταματά εις Γέρακα, -μετόχιον της Πεντέλης. Ο κ. Ζαχαρίας απορεί πώς λέγεται -Μετόχιον, ενώ η λέξις φαίνεται μάλλον έχουσα τύπον -παρακειμένου. Η δεσποινίς Ουρανία μετά ρομαντικού στεναγμού -εκφράζει τον θαυμασμόν της διά την πρασινάδαν των πεύκων. -Οι επιβάται κατέρχονται αθρόοι. Διασταυρούνται αι ερωτήσεις -και απαντήσεις: - - — Πού θα γίν' η μάχη; — Εις τον Σταυρόν. — Πού είν' αυτό -το μέρος; — Πόσον απέχει; — Τρεις ώρας. — Μισή ώρα. — Μία -και τέταρτον. — Δυο και τρία τέταρτα. — Εδώ δεξιά είνε. — -Όχι· εκεί κάτω αριστερά. — Καλέ, οπίσω απ' αυτό το βουνό. - -Και το πλήθος διασπείρεται, διαχύνεται τήδε κακείσε αγνοούν -πού να μεταβή και τι να πράξη. Ο κ. Ζαχαρίας ερωτά αν -φαίνεται πουθενά καπνός και ο Μιμίκος τριγυρίζει να ίδη, -ότε επανερχόμενος ασθμαίνων μετά μικράν απουσίαν ειδοποιεί -τον πατέρα του ότι είδε καπνόν και ο πατήρ περιχαρής ερωτά -πού τον είδεν, ο δε Μιμίκος απαντά αφελώς ότι τον είδεν εις -έν καπνοπωλείον, καθώς διήρχοντο παρά το χωρίον Χαλάνδρι. Ο -πατήρ φιλοδωρεί το τέκνον του με ισχυρόν κόλαφον [54] διά -την ανακάλυψίν του ταύτην. - - — Μα ο σταυρός! . . . πού είνε ο Σταυρός; . . . αναφωνούν -όλοι. - - — Νά, νά! εδώ . . . νά τον! - -Ο ούτως ομιλών είνε ο αδιόρθωτος Μιμίκος, όστις δεικνύει -τον σιδηρούν σταυρόν . . . μιας εκκλησίας, αμειβόμενος εκ -νέου δι' ισχυρού λακτίσματος του πατρικού ποδός. - -Χωρικός τις φιλεύσπλαγχνος ερχόμενος εκ των αγρών επί της -όνου του ειδοποιεί τέλος το αμηχανούν, περιπλανώμενον και -ταραγμένον πλήθος ότι η πλαστή μάχη ανεβλήθη. - -Ο κ. Ζαχαρίας μένει εμβρόντητος· η κυρία Θεοδώρα μαίνεται. - - — Εσύ τα φταις, βρε μπούφο! λέγει προς τον σύζυγόν της· -έπρεπε να το καταλάβης ότι αυτά τα κάμνει επίτηδες η -ψωροκυβέρνησις για να γελάνε τον κόσμον και να μαζεύουν -λεπτά μαζί με τους σιδηροδρόμους! . . . - - — Μα ίσως . . . δεν θα ήτο έτοιμον το σύνταγμα . . . τολμά -να παρατηρήση ο κ. Ζαχαρίας. - - — Το Σύνταγμα! αναφωνεί η κυρία Θεοδώρα. Επάληωσε κι αυτό -από τα 1843, εκλούβιανε σαν το μυαλό σου. Ας πάη να χαθή κι -αυτό! - -Το απογοητευμένον πλήθος εν τούτοις αρχίζει να πεινά. -Μεταξύ τόσων εκατοντάδων επιβατών είς μόνος πωλητής -τρωγαλίων υπάρχει και αυτός πωλεί . . . &μέντες&, παραδόξως -δε ο Μιμίκος δεν τον περιτριγυρίζει. Σπεύδουν όλοι ομαδόν -διά των αγρών και φθάνουν κατόπιν εις το χωρίον Χαλάνδρι· -αλλά τρόφιμα δεν υπάρχουν εκεί· δηλαδή οι χωρικοί δεν -εννοούν να ίδουν καταλυομένην την Τεσσαρακοστήν υπό των -αιρετικών επισκεπτών, φοβούμενοι την θείαν οργήν, ήτις -ενέσκηψε κατ' αυτών εν είδει διφθερίτιδος και της οποίας -μόλις ηδυνήθησαν ν' απαλλαγούν διά λιτανειών. Ούτε όρνιθες, -ούτε αυγά, ούτε τυρός υπάρχει διαθέσιμος· μόνον ελαίαι και -βρεχτάδια και κρόμμυα και ρητινίτης. - -Αίφνης ακούεται κραυγή διάτορος: - - — Πού είνε το πανέρι;! - -Τα μέλη της οικογενείας Παραδαρμένου προσβλέπουν άλληλα -μετ' εκπλήξεως και απογνώσεως. Το κάνιστρον μετά των εν -αυτώ ζωοτροφιών, κεφτέδων δηλαδή παρασκευασθέντων επίτηδες -παρά της κυρίας Θεοδώρας, τυρού, άρτου και καστάνων, -ελησμονήθη εν τη βία και τη ταραχή εντός της σιδηροδρομικής -αμάξης. Αλλ' ό,τι ηγνόει η οικογένεια είνε τούτο, ότι το -κάνιστρον εταξείδευε κενόν πλέον, διότι το περιεχόμενον -είχε φροντίσει να καταναλώση ο Μιμίκος απαρατήρητος κατά το -ταξείδιον. Και αύτη είνε η εξήγησις του μυστηρίου! - - -ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ' - -Η επιστροφή. - - -Ο μηχανικός ο διευθύνων την μετά τρεις ώρας επιστρέψασαν -αμαξοστοιχίαν διέκρινεν επί των σιδηρών ράβδων της γραμμής -πολύ προ του σταθμού όμιλον συμπαγή ανθρώπων, οι οποίοι -εφαίνοντο έχοντες σταθεράν απόφασιν να συντριβούν υπό τους -τροχούς κάλλιον παρά να μείνουν εκεί επί πλέον. Ήσαν οι -δυστυχείς απηλπισμένοι επιβάται οι εκδραμόντες χάριν του -ψευτοπολέμου. - -Η οικογένεια Παραδαρμένου συγκατελέγετο μεταξύ τούτων. Η -απελπισία επιδρά επί της όψεως ιδίως και του χρώματος -εκάστου των μελών. Η κυρία Θεοδώρα είνε ερυθρά ως αστακός -βρασμένος· η δεσποινίς Ουρανία είνε χλωμή, ο κ. Ζαχαρίας -χαλκοπράσινος, ο Μιμίκος δεν έχει κανέν χρώμα, διότι όσα -έφαγεν είχον τόσα διάφορα χρώματα, ώστε εξ αυτών δεν -ηδύνατο ν' αποτελεσθή κανέν συμμιγές. - -Την συνείδησιν και το βαλάντιον του κ. Ζαχαρία ιδίως -επιβαρύνει ο λογαριασμός του παντοπώλου διά το εν Χαλανδρίω -οικογενειακόν γεύμα, έχων ως εξής· - -Δι' έν κουτίον σαρδελλών του βαρελίου . . . Δρ. 4. — - -Διά 4 δωδεκάδας ελαίας μαύρας.. . . . . . . .» 2.40 - -Διά 3 κρόμμυα . . . . . . . . . . . . . . . .» .60 - -Δι' άρτον, οίνον κλπ . . . . . . . . . . . . » 3.75 - -Δι' επτά κουρκέτα, τα οποία επήρεν αυθαιρέ- -τως ο μικρός. . . . . . . . . . . . . . . . .» 2.80 - - Δρ. 13.55 - - -Ο κ. Παραδαρμένος δίδων από καιρού εις καιρόν και ένα γιακά -εις τον αγαπητόν του γόνον εψιθύριζε θλιβερώς μετά -οικονομικού και ιστορικού πόνου: - - — Κατηραμένος να είνε ο Γουλιέλμος Τελλ, όστις θαρρώ ότι -είνε ο εφευρέτης των σιδηροδρόμων. Κατηραμένος ο Όμηρος, -όστις εφεύρε τον Τρωικόν πόλεμον. Να υφίσταται κανείς -θυσίας διά τον πόλεμον υπομονή, αλλά διά τον ψευτοπόλεμον! -. . . - -Υ.Γ. Χθες το Σάββατον ο κ. Ζαχαρίας ανέγνωσεν εις τας -εφημερίδας ότι η πλαστή μάχη έγινε την προτεραίαν, αλλά δεν -το επίστευσεν. - - — Αλλού να παν να τα πουν αυτά! είπεν, αλλού! - -Αφού όμως ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας τας περιγραφάς και -επείσθη, ιδού πώς διηγήθη και πώς εξήγησε το σχέδιον της -μάχης κατά το γεύμα εις την αξιέραστον σύζυγον και τα τέκνα -του: - -Ο εχθρός παρετάχθη εις τρία κέρατα και δύο πτέρυγας, ενώ ο -άλλος εχθρός εσχηματίσθη εις δύο κέντρα. Αμέσως τότε το -ιππικόν κατεσκεύασε τα ταχύσκαπτα και το πυροβολικόν -εφώρμησε διά της λόγχης. Ευθύς το έν κέντρον απεσπάσθη -ένεκα της κεντρόφυγος δυνάμεως και συνέλαβεν αιχμαλώτους -όλους τους επικούρους ιατρούς. Και οι δύο εχθροί ηττήθησαν -κατά κράτος. Ο Σταυρός έγινεν ερυθρός από το αίμα και διά -τούτο οι νοσοκόμοι ωνομάσθησαν του Ερυθρού Σταυρού. - - (1885) - - -Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ - - -&Εικών α'.&. Η ροδοδάκτυλος Ηώς ακόμη δεν ήνοιξε τας πύλας -του ουρανού, ότε η κυρία Θεοδώρα ελέγχει ούτω πώς τον -αξιότιμον αυτής σύνευνον: - - — Βρε μπούφο! δεν ντρέπεσαι εσύ, ειρηνοδίκης άνθρωπος, να -μην εύρης εισιτήριο να πάμε το βράδυ στην Ακαδημία! Και για -ποιους, βρε ξόανο, έγινεν η Ακαδημία παρά διά τους -διαβασμένους και διά τους νοικοκυραίους; - - — Μα, γυναίκα!.. από ποίον να το προμηθευθώ; - - — Να το προμηθευθής . . . από αυτόν τον Προμηθέα που -γράφουν! - -* -** - -&Εικών β'.& Επτά και τέταρτον μ.μ. Η οικογένεια -Παραδαρμένου αναμένει εις τα προπύλαια. Ο κ. Ζαχαρίας -επρομηθεύθη εισιτήριον από ένα φίλον του νεκροσκόπον [55], -συγγενή ενός επαρχιακού συμβούλου. Η δεσποινίς Ουρανία -κυττάζει περιπαθώς εις τα ύψη τον Μουσηγέτην, επιδεικνύοντα -αγερώχως την ανδρικήν αυτού καλλονήν ολόκληρον. Η κυρία -Θεοδώρα μετά πολύωρον κόπωσιν εκφράζει την επιθυμίαν να -καθίση. - - — Μπαμπά! φωνάζει ο Μιμίκος, σήκωσε εκείνους τους δύο να -καθίσουμ' εμείς! . . . - - -Και δεικνύει τους μακαρίως αναπαυομένους επί των μαρμαρίνων -εδρών των Πλάτωνα και Σωκράτη. - -* -** - -&Εικών γ'.& Τιτανομαχία φρικτή παρά την θύραν της εισόδου. -Οι αποτελούντες όγκον νεοπλάσματος άνθρωποι τρέμοντες -καραδοκούν να εισέλθουν. Ο Ζευς αστυνόμος φωνεί: Άρατε -πύλας οι άρχοντες υμών! και εισορμά όλον το ανθρώπινον -γένος, καθηγηταί, κουλουρτζήδες, ιεραπόστολοι, -οδοντοϊατροί, αρχιμανδρίται. Το πλήθος ως συμπυκνωμένη μάζα -σταματά ασφυκτιών, διότι νομίζει ότι ο εις το βάθος -ιστάμενος ανδριάς του Σίνα θ' απαγγείλη τον εναρκτήριον. -Αλλ' οι κλητήρες φωνάζουν; - - — Δεν έχει λόγο! όποιος είδε να βγαίνη! - -* -** - -&Εικών δ'&. Πλήρης διάσπασις της οικογενείας Παραδαρμένου. -Το σφαιρικόν σώμα της κυρίας Θεοδώρας κυλινδείται ως -θωρηκτόν εν ώρα τρικυμίας, κατά την στιγμήν δε κατά την -οποίαν ο κ. Ζαχαρίας πειράται να της δείξη τον ανδριάντα -του Σίνα, αποσπάται εκ του συνωστισμού είς των -&φαλμπαλάδων& της εσθήτος της και η κυρία Παραδαρμένου -αναφωνεί μετά μανίας προς τον σύζυγόν της: — Τύφλες νάχης -κ' εσύ κι ο Σινανάς! . . . Ο Ζαχαρίας ευρίσκεται -στηριζόμενος επί του κατεσκληκότος κόλπου πρεσβύτιδος, ήτις -του μειδιά φιλαρέσκως, ενώ εκείνος διαμαρτύρεται -μεγαλοφώνως περί της αγνότητος των προθέσεών του. Την -στιγμήν εκείνην ακούεται φωνή στεντορεία κλητήρος: Κύριοι, -προσέξατε εις τα 'ρολόγια σας! Ο κ. Ζαχαρίας εξάγει -παραχρήμα το ιδικόν του, νομίζων ότι έφθασεν η στιγμή του -θεάματος, αλλά το ωρολόγιον γίνεται αυθωρεί ανάρπαστον υπό -επιτηδείου λωποδύτου, Η δεσποινίς Ουρανία λεπτυνθείσα εκ -της πιέσεως και μηκυνθείσα ρίπτει χαμαί διά μιας στροφής -της ρινός τον πίλον κλητήρος, όστις βλασφημεί μανιωδώς. Ο -Μιμίκος υφίσταται το πάθημα του Προμηθέως θέλων να κλέψη το -πυρ, δηλαδή έν κουτίον φωσφορίων κηρίνων έκ τινος θυλακίου, -και εισαγαγών την χείρα δεν δύναται πλέον να την αποσύρη -και μένει δέσμιος ως εις παγίδα φερόμενος εν αγνοία υπό του -κυρίου εντός του πλήθους και αναβοών: Μπαμπά! μπαμπά! έως -ότου ο κ. Ζαχαρίας ως Ηρακλής μαινόμενος τρέχει και τον -ελευθερώνει. - -* -** - -&Εικών ε' και τελευταία& Οικτρά συνάντησις της οικογενείας -Παραδαρμένου μετά πολύωρον αναζήτησιν εις τον Τάρταρον του -κήπου της Ακαδημίας, όπου ευτυχώς λείπουν οι Κέρβεροι, οι -Ακαδημαϊκοί μανδρόσκυλοι. - - — Μη μου ματαπής, μωρέ κασίδη, λέγει η κυρία Θεοδώρα προς -τον σύζυγόν της, να ξαναπάμε σε Ακαδημίες και τέτοια -καραγκιοζλίκια, γιατί θα σου βγάλω τα μάτια! - -Ο κ. Ζαχαρίας απέρχεται κεκυφώς περιστρέφων μεταξύ των -δακτύλων του το εισιτήριον και εις την ερώτησιν του Μιμίκου -τι είνε εισιτήριον απήντησε σοβαρώς και αποφθεγματικώς: - - — Το εισιτήριον είνε εκείνο το πράγμα με το οποίον -εισέρχεσαι εις τας τελετάς και όταν το έχης . . . και όταν -δεν το έχης. - - -ΕΣΠΕΡΙΣ ΕΝ ΦΑΛΗΡΩ - - -Ότε ο σωματικός όγκος της κυρίας Θεοδώρας εισήλθε -κυλινδούμενος εις έν των βαγονίων της Β' θέσεως, η ατμάμαξα -αφήκεν οξύν συριγμόν οδύνης, οι δε συνθλιβόμενοι επιβάται -ωχρίασαν, ως ν' ανεσπάσθη τμήμα τι του πλησιοχώρου βράχου -και να κατέπεσεν εντός του διαμερίσματος. - -Ήδη ο κώδων της αναχωρήσεως αντήχει και μόλις το τέταρτον -της αξιαγάστου οικογενείας Παραδαρμένου ευρίσκεται εντός -του βαγονίου. Μετά πολλούς αγώνας κατορθούν να εισέλθουν η -δεσποινίς Ουρανία και ο κ. Ζαχαρίας, αλλ' ο Μιμίκος -πλανάται ακόμη επί του πεζοδρομίου, περιτριγυρίζων μικρόν -πωλητήν φιστικίων. - - — Μωρέ μαγκούφη, δεν μπάζεις το παιδί μέσα; . . . φωνεί -αγρίως η κυρία Θεοδώρα. - -Και ο κ. Ζαχαρίας εκτείνει τας χείρας, αλλ' επειδή ήδη η -αμαξοστοιχία εκκινά, κινδυνεύει να χάση την ισορροπίαν· διά -τούτο σπεύδει να τον κρατήση η Ουρανία, την οποίαν σπεύδει -να συγκρατήση η κυρία Θεοδώρα. Διά της ανθρωπίνης ταύτης -αλύσεως αναρπάζεται ο Μιμίκος κρατών μίαν δράκα [56] -φιστικιών, την οποίαν ήρπασεν από το κάνιστρον του πωλητού, -εξερευγομένου φρικτάς αράς και βλασφημίας και σύρεται εντός -του βαγονίου, προς απελπισμόν των επιβατών. - - — Κουνήσου ντε, να μας εύρης καμμίαν θέσιν! βοά η κυρία -Θεοδώρα. Καλά που δεν κατορθώνεις να σου δώσουν μία θέσι -στην υπηρεσία τώρα τόσα χρόνια, δεν βρίσκεις τουλάχιστον -εδώ μία να καθίσωμε; - -Το ανάρμοστον λογοπαίγνιον της παχείας συνεύνου ταράσσει -όχι ολίγον τα νεύρα του υπομονητικού Ζαχαρία, αλλ' εννοεί -ότι δεν είνε κατάλληλον το μέρος δι' οικογενειακάς έριδας. -Εις μάτην όμως κινείται προς ανεύρεσιν θέσεως, εις μάτην -κινείται ισταμένη ορθία όλη η οικογένεια και μάλιστα η -κυρία Θεοδώρα, ήτις σείεται ως βάρις [57] κλυδωνιζομένη υπό -σφοδρού σάλου. Οι επιβάται ούτε κινούνται ούτε συγκινούνται -και συνομολογήσαντες αφώνως συμμαχίαν αμυντικήν και -επιθετικήν περισφίγγουν εντός αδιεξόδου κύκλου χειρών, -ποδών και γονάτων την οικογένειαν, συμπεριλαμβανομένης και -αυτής της αΰλου Ουρανίας, κατά της οποίας κυρίως θα -διηυθύνετο η πολιορκία, αν δεν ανεχαίτιζον τους πολιορκητάς -αι απειλητικαί διαθέσεις της ρινός της ρομαντικής -δεσποινίδος, εχούσης μήκος μακεδονικής σαρίσσης. - -Ο κ. Ζαχαρίας πάσχει εκτός τούτου τα πάνδεινα και υπό της -φιλομαθείας του Μιμίκου, όστις εξάγων εκάστοτε τον -κατάλογον των λαχνών αποτείνει παντοίας ερωτήσεις εις τον -γεννήτορα: - - — Μπαμπά, θα έχη και κουραμπιέδες το λαχείον; - - — Θα έχη. - - — Μπαμπά, τι είνε η εκριζοντυλίνη; - - — Η εκριζοντυλίνη είνε μία νέα οπού μοιράζει τα κέρδη του -λαχείου. - - — Μπαμπά, τι θα πη φιλανθρωπία; - - — Φιλανθρωπία είνε ν' αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν . -. . και να μη πετάς τα τσώφλοια των φιστικιών εις τα μούτρα -των άλλων, γιατί θα σου σπάσω τα χέρια. - -Η περιέργεια του Μιμίκου κατευνάζεται τοσούτο μάλλον -καθόσον από της θυρίδος του βαγονίου βλέπει ήδη τας οικίας -του Φαλήρου προσπελαζούσας προς αυτόν μετά καταπληκτικής -ταχύτητος. Διότι το ζήτημα αυτό της καθόδου εις Φάληρον -χάριν του λαχείου είχε λάβει εις τους κόλπους της -οικογενείας Παραδαρμένου διαστάσεις σοβαράς και σχεδόν -διεθνείς, ως επεκταθέν και εκτός της οικογενειακής εστίας. - - — Βρε, ρεζίλη, δεν θα μας πάρης κ' εμάς κάμποσα απ' αυτά -τα λαχεία για τους σκοτωμένους, να κατεβούν και τα παιδιά -ν' αναπνεύσουν λιγάκι εις το Φάληρον; είπεν η κυρία Θεοδώρα -προς τον σύζυγόν της. - -Και ο κ. Ζαχαρίας υπείκων εις την αβράν πρόσκλησιν της -αξιεράστου συμβίας ηγόρασε τέσσαρα γραμμάτια του λαχείου, -έν δι' έκαστον μέλος της οικογενείας. Η κυρία Θεοδώρα το -διελάλησε κατά το σύνηθες εις τα τέσσαρα σημεία της -συνοικίας, ο δε Μιμίκος είχεν εκμάθει σχεδόν από στήθους -όλον τον κατάλογον των αντικειμένων του λαχείου. Αι μετά -τον δείπνον αθώαι εσπεριναί ομηγύρεις της οικογενείας -εταράσσοντο επί ημέρας πολλάς υπό αδιακόπων συζητήσεων περί -του ενδεχομένου εκ του λαχείου κέρδους. Ο Μιμίκος ήθελεν -όλοι οι αριθμοί να κερδίσουν γλυκύσματα και παγωτά, η -Ουρανία καμμίαν ομπρέλλαν ή τουλάχιστον κανέν μυθιστόρημα, -ο μετριόφρων Ζαχαρίας έν ζεύγος εμβάδων, διότι το μόνον -ζεύγος το οποίον είχε διατελούν εν ενεργεία από της εποχής -της Μεταπολιτεύσεως είχεν αρκετά φθαρή, η δε κυρία Θεοδώρα -εδήλωσεν ότι επεθύμει να κερδίσουν «τίποτε κεντήματα για τη -ρημαδιακή τη σάλα και δεν θέλει ν' ακούση άλλα λόγια». Αι -συζητήσεις αύται τόσον σφοδράς διαστάσεις έλαβον εσπέραν -τινά, ώστε η άχολος Ουρανία απεκάλεσε τον πείσμονα Μιμίκον -&μυξιάρην& ούτος δε ανταποδίδων τα ίσα την απεκάλεσε -&ταβανόσκουπαν& και η έρις θ' απέληγεν εις σοβαρώτερα, αν -δεν παρενετίθετο εις το μέσον η πατρική χειρ φιλοδωρήσασα -ένα κόλαφον επί του αυχένος του μικρού αυθάδους. - -* -** - -Τέλος η αμαξοστοιχία απεβίβασεν ασθμαίνουσα το εκ συμπαγούς -σαρκός φορτίον της εις την αποβάθραν του Φαλήρου. Ηγουμένου -του Μιμίκου, ευκινήτου ως σκιούρου, η οικογένεια -Παραδαρμένου ανέρχεται διά της μιας κλίμακος της σιδηράς -γεφύρας και κατέρχεται διά της άντικρυ ευρισκομένης εις το -αυτό πεζοδρόμιον. Το πείραμα επαναλαμβάνεται δις και τρις -μετά του αυτού αποτελέσματος, ενώ το άσθμα της κυρίας -Θεοδώρας αντηχεί ηχηρότερον και των ήδη αντιθέτως βαινουσών -δυο ατμομηχανών. Τέλος ανακαλύπτουν τον τρόπον της διόδου -και διαπεραιούνται εις το άντικρυ πεζοδρόμιον, μετά κόπου -δε εισδύοντες και διαγκωνιζόμενοι συμφύρονται μετά της εκ -σαρκός πυκνής μάζης, ήτις κατέχει τον στενόν της φαληρικής -παραλίας χώρον. - -Η εκκύβευσις [58] του λαχείου έχει ήδη αρχίσει, αλλ' οι -εκκυβευόμενοι αριθμοί δεν περιέρχονται εις γνώσιν της -απώτατα ευρισκομένης οικογενείας, ένεκα του πολλού θορύβου -και της συγχύσεως. Η κυρία αρχίζει μεγαλοφώνως να εκφέρη -τας υπονοίας της ότι συμβαίνουν &μπιρμπαντοδουλειές&. Ο -Μιμίκος αναγινώσκει μεγάλη τη φωνή τον κατάλογον των -αντικειμένων του λαχείου προς μεγίστην αγανάκτησιν των -παρεστώτων, εκφράζων εν τούτω και τας γαστριμάργους -επιθυμίας του. - -Αλλ' ενόσω προχωρεί η εκκύβευσις άνευ αποτελέσματος, και -ενόσω μάλιστα τυχηροί τινες των παρεστώτων ανακοινούν εις -τους άλλους ότι εκέρδισαν, η αδημονία της οικογενείας -κορυφούται. Ο Μιμίκος, θέλων οπωσδήποτε να θέση τέρμα εις -την ανησυχίαν, αποσπάται εκ του ομίλου της οικογενείας, -κρυφίως συναποφέρων και τον θησαυρόν των δύο γραμματίων του -λαχείου, τα οποία ζηλοτύπως φρουρεί από τινων ημερών, και -προχωρεί προσπαθών να προσεγγίση εις τον τόπον της -εκκυβεύσεως. Αλλ' ότε μετ' ολίγον η κυρία Θεοδώρα -στρεφομένη δεν βλέπει τον γόνον της αναβοά μετ' άλγους: - - — Το παιδί μου, το παιδί μου! . . . - -Ο Ζαχαρίας ταράσσεται, συστρέφεται, ερωτά τους πέριξ -απορών, ενώ η σύζυγος του βαθμηδόν οργιζομένη δίδει εις -αυτόν βίαιον ωθισμόν κράζουσα: - - — Τι στριφογυρίζεις σα σβούρα, μωρέ ζευζέκη; . . . πήγαινε -ναύρης το παιδί γρήγορα. - -Ο ταλαίπωρος πατήρ, υπείκων μάλλον εις την παλάμην της -συζύγου ή εις το πατρικόν φίλτρον, προχωρεί αναμέσον του -πλήθους ωθών και ωθούμενος, αποτείνων ερωτήσεις και -αποδεχόμενος χλευασμούς και λοιδορίας [59]. Μετά ενός -τετάρτου της ώρας οδυνηράν αλλ' άσκοπον έρευναν επιστρέφει -εις το σημείον από του οποίου εξεκίνησε και θωρακίζεται δι' -υπομονής όπως δεχθή το άγριον βλέμμα και τας εμμανείς -αποστροφάς της φρυαττούσης συζύγου, ότε κατ' εκείνην -ακριβώς την στιγμήν αντηχούν θρηνώδεις φωναί του Μιμίκου -επιστρέφοντος. - - — Μπαμπά! . . . μαμμά! . . . μου έπεσαν! . . . φωνεί ο -μικρός δακρύων. - -Η οικογένεια νομίζει ότι του έπεσαν τα λαχεία και ότι τα -δάκρυά του προέρχονται εκ συγκινήσεως. - - — Τι σου έπεσαν; τον ερωτούν μετά σπουδής. - - — Μου έπεσαν . . . τα λαχεία εις τη θάλασσα! - -Ιδού τι είχε συμβή. Ο Μιμίκος αποσπασθείς όπως προσεγγίση -εις το μέρος της εκκυβεύσεως απεπλανήθη εκ της λαιμαργίας -του, παρακολουθήσας πωλητήν μικρών πλακούντων μέχρι της -όχθης της θαλάσσης. Εκεί, ενώ συνήπτε συμφωνίας και εξήγεν -εκ του θυλακίου του τα κέρματα να πληρώση τον πωλητήν, -ισχυρά ριπή ανέμου πνεύσασα αιφνιδίως αφήρπασεν εκ της -χειρός του τα γραμμάτια και τα παρέσυρεν εις την θάλασσαν. - -Η οικογένεια Παραδαρμένου οδηγηθείσα υπό του Μιμίκου είδε -τωόντι εις μακράν από της ακτής απόστασιν τα χαρτία πλέοντα -ακόμη ως λευκά νησσάρια, έκαστον δε των μελών της -οικογενείας με δακρυβρέκτους οφθαλμούς εν τη αλλοφροσύνη -του έβλεπεν αυτά αλλάσσοντα διαρκώς είδος και σχήμα και -μεταβαλλόμενα άλλοτε μεν εις πολυτελή κεντήματα, άλλοτε δε -εις ερυθρά και διανθή αλεξήλια, εις φιάλας ροσολίων [60], -εις στίλβοντα σκεύη, εις παν ό,τι τέλος είχε ποθήσει και -ονειρευθή η φαντασία των. - - -** -* - -Η εσπέρα ήτο προκεχωρημένη, ότε η οικογένεια έφθασεν πεζή -προ της κατοικίας της, τα αυτά και χείρονα δεινοπαθήματα -υποστάσα κατά την επάνοδον. Ο σφαιρικός όγκος της κυρίας -Θεοδώρας εφαίνετο κυλιόμενος μετά βοής ως οβούζιον έτοιμον -να εκραγή, ενώ ο Ζαχαρίας έβαινε σιγών και κεκυφώς. - - — Λοιπόν τι σας έπεσεν; ηρώτησεν αυτούς μια γειτόνισσα, -αφού τους εκαλησπέρισε. - - — Τι μας έπεσε; . . . μας έπεσαν τα νεφρά έως να έλθωμεν, -απήντησε με γρυλλισμόν οργής η κυρία. Εγώ του τα είπα -αυτουνού του μαγκούφη, εξηκολούθησε στρεφομένη και -δεικνύουσα τον ατυχή Ζαχαρίαν, οπού μου ήθελε λαχεία. -Επίτηδες τα κάνει η ψωροκυβέρνησις διά να ληστεύη τον -κόσμον και τον μαζεύει μες στον αέρα να χάνη τα λαχεία του! -. . . - -Την θύραν της οικίας ήνοιξεν η υπηρέτρια Βασίλω, κατηφής -και σχεδόν ένδακρυς. - - — Τι τρέχει, μωρή; . . . ηρώτησεν η κυρία, είνε έτοιμο το -φαγί; . . . - - — Κυρία, απαντά με φωνήν θρηνώδη η Βασίλω, έπεσε μες στον -τέντζερη . . . η λάμπα με το πετρέλαιον. - -Το όνομα μόνον του ευφλέκτου υγρού αρκεί όπως επιφέρη την -έκρηξιν. - - — Α! . . . αναβοά αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, έπεσε και η -λάμπα . . . ! Όλα πέφτουν λοιπόν σήμερον! . . . Τώρα θα -ιδής τι άλλο θα πέση . . . - -Και έδραμε προς μίαν γωνίαν του μαγειρείου, οπλοθήκην αφανή -των σαρώθρων και των κοντοξύλων. - -Αν μετά ημίσειαν ώραν ήθελε διέλθει από της οδού εκείνης η -περιπολία των ευζώνων, οι ατρόμητοι ορεινοί θα ετρέποντο -εις φυγήν σταυροκοπούμενοι· τόσον σατανικός ήτο ο θόρυβος -των φωνών, των ιαχών, των ολολυγμών, οι οποίοι εξήρχοντο εκ -της οικίας Παραδαρμένου! - - -ΦΟΡΟΦΟΒΙΑ - - - — Ζαχαρία! . . . ε, Ζαχαρία! . . . μωρέ που είσαι: . . . - -Ούτως εβόα η αξιότιμος κυρία Θεοδώρα περιερχομένη την -οικίαν προς ανεύρεσιν του συζύγου της, αλλ' ουκ ην φωνή και -ουκ ην ακρόασις. - - — Μα τι έγινες, αναθεματισμένε . . . μαγκούφη! εξηκολούθει -βοώσα η σύνευνος του κ. Παραδαρμένου ερυθρά εξ οργής, -εξετάζουσα εις τα δωμάτια, έως ότου εύρε τον κ. Ζαχαρίαν, -δειλόν, συνεσπειρωμένον, ωχριώντα, προ του γραφείου του -καθήμενον και αναγινώσκοντα εφημερίδα. - - — Μα γυναίκα! . . . ε, γυναίκα! . . . είπε μόλις την είδε· -τι κάθεσαι και φωνάζεις «Ζαχαρία, Ζαχαρία! . . . »; Θέλεις -λοιπόν να με καταστρέψης; - -Η κυρία Θεοδώρα προσέβλεψεν έκπληκτος τον σύζυγόν της και -παρετήρησε μετά προσοχής αυτόν επί στιγμήν διά να πεισθή αν -είχε σώας τας φρένας. - - — Καλέ, δεν μου λες, στα σωστά σου είσαι, Ζαχαρία, σήμερα; -του είπεν επί τέλους, - - — Πάλιν! ανεβόησεν ο κύριος Παραδαρμένος θρηνωδώς πάλιν! -λοιπόν εβάλθηκες χωρίς άλλο να με αφανίσης - -Και η φωνή του ήρχισε να τρέμη. - - — Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! είπε σταυροκοπουμένη η -κυρία Θεοδώρα, ή μέθυσε πρωί πρωί ο άνδρας μου ή τούστριψε -η βίδα χωρίς άλλο! - -Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις την κλίμακα· ήτο -μία των γειτονισσών, ήτις ανήρχετο εις την οικίαν της -οικογενείας Παραδαρμένου και η οποία ακούσασα τους λόγους -της οικοδεσποίνης εσταμάτησεν αμηχανούσα. - - — Ορίστε μέσα, ορίστε μέσα, κυρά-Ζαχαρούλα! εφώνησεν η -κυρία Παραδαρμένου ιδούσα αυτήν. - -Ο κ. Παραδαρμένος κατελήφθη υπό σπασμών ακούσας το όνομα -τούτο. - - — Ζαχαρούλα! εψιθύρισε, προσηλών οφθαλμούς πυριφλεγείς επί -της γειτονίσσης, μα αυτό είνε συνωμοσία! . . . - - — Τι του ήλθε, καλέ; είπεν η γειτόνισσα έκθαμβος· δεν -βλέπετε πως είνε αχνός σαν το πανί; . . γρήγορα, φέρτε λίγο -ξείδι . . . λίγο γλυκάδι! . . . - - — Και επλησίασε προς τον κ. Ζαχαρίαν, όστις την απώθησε -μετά φρίκης. - - — Όχι γλυκάδι! . . . όχι γλυκάδι! . . . είπε με τρόμον, -μη, δι' όνομα Θεού! . . . - -Αι δύο γυναίκες παρετήρησαν αλλήλας εν αμηχανία. - - — Εγώ μου φαίνεται, κυρά, πως κάτι θα τούλθε, είπεν η -γειτόνισσα· βάλτε τον στο κρεββάτι και δώστε του κανένα -ζεστό . . . Ίσα ίσα κ' εγώ ήλθα να σας ζητήσω λίγο -γλυκάνισο . . . - -Ο Ζαχαρίας ηγέρθη βλοσυρός και απειλητικός. - - — Μα και του λόγου σου εκόπιασες στο σπίτι μου να με -βασανίσης; είπε προς την κυρά-Ζαχαρούλαν . . . Και σεις, -προσέθηκε στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, και σεις εδώ -μέσα έχετε γλυκάνισον; . . . Να το πετάξετε αμέσως! . . . - -Η κοχλάζουσα εις τα ευρέα στέρνα της κυρίας Θεοδώρας οργή -ήρχιζεν ήδη να εκσπά, διότι όντως η υπομονή της είχεν -υποβληθή εις βαρείαν δοκιμασίαν. - - — Για να σου πω, βρε χαμάλη, του είπε με οφθαλμούς -σπινθηροβολούντας και προσεγγίζουσα τους αιχμηρούς -δακτύλους της εις τα όμματα του συζύγου, όστις ωπισθοχώρει -επτοημένος, δεν μου λες τι σ' έπιασε και μας κάνεις το -δαιμονισμένο; . . . Έλα στα λογικά σου, κακομοίρη, γιατί -σου βγάζω τα στραβά σου! - - — Μα, γυναίκα! . . . απήντησε ψελλίζων ο ατυχής Ζαχαρίας -προσπαθών να μαλάξη διά μειλιχίων λόγων την παρωργισμένην -μέγαιραν, μην είσαι τίγρις, καϊμένη! θα σου 'πω γιατί -φοβούμαι! Δεν το έμαθες και συ πως η κυβέρνησις . . . το -ισοζύγιον . . . - -Αλλ' η οργή της κυρίας Παραδαρμένου άπαξ εξαφθείσα δεν -κατηυνάζετο ευκόλως. Την ημέραν εκείνην ιδίως κατά -σύμπτωσιν πολλά περιστατικά είχον συντείνει να εξάψουν την -ευερέθιστον αυτής φύσιν. Ο αδιόρθωτος Μιμίκος είχεν -επιτηδείως υπεξαιρέσει την πρωίαν, πριν απέλθη εις το -σχολείον, δυο κεφτέδες, τους οποίους η κυρία Θεοδώρα είχεν -αφ' εσπέρας θέσει κατά μέρος εκ του δείπνου διά το πρόγευμά -της. Η Βασίλω η υπηρέτρια είχε χύσει εξ απροσεξίας εντός -του μαγειρείου το βούτυρον, το οποίον είχε φέρει ο -μπακάλης. Η ρομαντική Ουρανία επιμόνως εζήτησε παρ' αυτής -την πρωίαν μιάμιση δραχμή λόγω μεν όπως αγοράση μαλλιά διά -πλέξιμον, πράγματι δε όπως αποκτήση την Ανθοδέσμην, ήτοι -συλλογήν ερωτικών ασμάτων· και αυτός δε ο πιστός φύλαξ της -οικίας, ο κύων Μαύρος, κλεισθείς κατά λάθος εντός του οίκου -την νύκτα, είχε το θράσος, «ο αφιλοτίμος», ως τον -απεκάλεσεν η κυρία Θεοδώρα, να εκπληρώση όλας τας φυσικάς -του ανάγκας εντός της σάλας, την οποίαν ακριβώς προ δύο -ημερών είχε σφουγγαρίσει επιμελώς η κυρία Θεοδώρα. Είχε -λοιπόν ήδη λυγίσει διά των ραβδισμών την σπονδυλικήν στήλην -του Μαύρου· είχε καταφέρει τρεις κολάφους ισχυρούς επί του -ρυπαρού αυχένος της Βασίλως· είχεν απειλήσει να «καρυδώση» -την Ουρανίαν, την οποίαν απεκάλεσε ταβανόσκουπαν, και -προητοίμαζε γενναίαν δόσιν ραπισμάτων διά τον λαίμαργον -υιόν. Αλλά δεν ήρκουν πάντα ταύτα προς εξιλασμόν της οργής -της, επεζήτει έριν διά να ξεθυμάνη κατά του συζύγου της και -την αφορμήν της έριδος παρέσχε προς αυτήν εν πάση αθωότητι -ο πτωχός Ζαχαρίας. - - — Τι μεσοζύγιο και διαζύγιο! . . . κάθεσαι και μου -κοπανάς, μωρέ ψωριάρη; . . . Τι σου πέρασε από το νου, να -μας κάμης ρεζίλι πρωί πρωί στη γειτονιά με τες σαχλαμέρες -σου; ε; . . . - -Και η φωνή της κυρίας Θεοδώρας είχεν ήδη φθάσει εις τους -διατόρους εκείνους τόνους των εκτάκτων περιστάσεων, οι -οποίοι διέσπειρον τον φόβον εις δέκα λεύγων απόστασιν, ως -οι βρυχηθμοί του βασιλέως της ερήμου. - -Η Ουρανία ακούσασα τας φωνάς προσέδραμε καταλιπούσα το -φύλλον της εφημερίδος, της οποίας ανεγίνωσκε την -επιφυλλίδα. - - — Γλυκύτατε μου πάτερ! είπε διατηρούσα ακόμη την -φρασεολογίαν του μυθιστορήματος το οποίον ανεγίνωσκεν, -ιδούσα την ταραχήν του γεννήτορος . . . - - — Ω Θεέ μου! . . . και συ ακόμη! . . . γλυκύτατος . . . -εγώ γλυκύτατος . . . φύγε! . . . είπεν ο ατυχής πατήρ -απομακρύνων αυτήν ζητούσαν να τον περιπτυχθή. - -Οι οφθαλμοί της ευαισθήτου κόρης επλήσθησαν δακρύων. Την -έξαλλον οργήν της κυρίας Θεοδώρας ήρχισεν ήδη να διαδέχεται -ο φόβος. - - — Βασίλω! εφώναξε . . . πού είνε πάλι αυτή η βρώμα! μη -στέκεται κάτω και ζαχαρώνει με τον αγαπητικόν της; - - — Ως και αυτή ζαχαρώνει . . . . ω, μα είνε ανυπόφορον! . . -. εψιθύρισεν ο κ, Ζαχαρίας με φωνήν ομοιάζουσαν προς -επιθανάτιον ρόγχον. - -Αλλά το άκρον άωτον της ταραχής παρήγαγεν η εμφάνισις του -Μιμίκου, όστις εξελθών εκ του σχολείου εισεπήδησε θορυβών -εις την οικίαν, ροκανίζων γλύκυσμα, το οποίον είχεν -υπεξαιρέσει εκ της &σάκκας& συμμαθητού του και κραυγάζων -δήθεν προς δικαιολογίαν ίν' αποφύγη τας επιπλήξεις: - - — Μπαμπά, μπαμπά! . . . μούδωσαν ένα γλυκό! - -Ο κ, Ζαχαρίας κατέπεσεν ύπτιος επί ενός ανακλίντρου. - - — Ένα γιατρό! εφώναξεν η κυρία Θεοδώρα ταραχθείσα, ένα -γιατρό γρήγορα. - - — Είδα να έλθη εδώ αντικρύ ο γιατρός, ο κ. Ζαχαρίδης! -είπεν η Βασίλω. - -Και έσπευσε να τον καλέση, ενώ ο ταλαίπωρος κ. Ζαχαρίας δι' -ενός σπασμού έδειξεν ότι ήκουσε και ησθάνθη ως τελευταίαν -πληγήν μαχαίρας το όνομα του ιατρού. - - — Τι επάθατε; ηρώτησεν ο ιατρός, αφού διά προχείρου -θεραπείας εβοήθησε τον κ. Ζαχαρίαν να συνέλθη. - - — Τι έπαθα; απήντησε με φωνήν ασθενή ο κ. Παραδαρμένος. Μα -δεν γνωρίζετε, ιατρέ, τον προϋπολογισμόν της Κυβερνήσεως -και τον φοβερόν φόρον επί της ζακχάρεως; Φαντάσου την θέσιν -ενός πτωχού οικογενειάρχου! Να με λέγουν Ζαχαρίαν και να με -φωνάζη η σύζυγός μου δυνατά διά να τα ακούσουν οι -εισπράκτορες! Και ενώ συλλογίζομαι τίνι τρόπω ν' αλλάξω το -όνομά μου και να απομακρύνω εκ της οικίας μου παν είδος -γλυκού, να έρχεται η Ζαχαρούλα να ζητή γλυκάδι, να θέλη -γλυκάνισον, να με καλούν γλυκύτατον, να φέρη το τέκνον μου -γλυκύσματα, να ζαχαρώνη η υπηρέτριά μου! . . . - -Ο ιατρός κατελήφθη υπό ασβέστου γέλωτος και απερχόμενος -είπε προς τον πολυπαθή οικοδεσπότην σοβαρώς: - - — Έχετε όμως ανάγκην από προφύλαξιν, διότι αλλέως τρέχετε -τον κίνδυνον να πάθετε από σακχαρώδη διαβήτην! - - — Μπαμπά, τι θα πη σακχαρώδης διαβήτης; ηρώτησεν ο Μιμίκος -τον πατέρα του, αφού απήλθεν ο ιατρός. - - — Σακχαρώδης διαβήτης, απήντησε με ύφος επίσημον ο κ. -Ζαχαρίας, είνε το μέτρον εκείνο με το οποίον μετρούμεν την -ζάκχαριν, και το οποίον θα σου βγάλω τα αυτιά, εάν τολμήσης -εις το εξής να την κλέψης από το βάζο! - - -Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΥ - - - — Βρε μαγκούφη! τεμπελχανά! . . . είνε 'μέρα μεσημέρι και -ακόμη δεν εσηκώθηκες; - -Την αβρόφρονα ταύτην αποστροφήν επέτεινεν η κυρία Θεοδώρα -Παραδαρμένου προς τον πλησίον της κοιμώμενον αξιοτίμον -σύνευνόν της. - -Ο κ. Ζαχαρίας ήνοιξε τους οφθαλμούς. Το αληθές είνε ότι η -διαβεβαίωσις της συζύγου του ότι ήτο δήθεν «'μέρα μεσημέρι» -ήτο οπωσούν υπερβολική. Διά των ραγάδων των παραθύρων -έβλεπε βασιλεύον ακόμη πυκνόν επί της γης το νυκτερινόν -σκότος και εν τω μέσω της βαθυτάτης σιγής άλλο τι δεν -ηκούετο ειμή η οξεία λαλιά των περιπλανωμένων σαλεπτζήδων. - -Οπωσδήποτε όμως, αφού αφυπνίσθη, εδέησε να εγερθή, άλλως τε -η ανατέλλουσα ημέρα ήτο πολυάσχολος. Ήτο η τελευταία του -έτους. Έν έτος εβυθίζετο εις την αιωνιότητα, έν έτος το -οποίον έφερεν εις την μυστηριώδη αυτού ανακεφαλαίωσιν -αορίστως μεν πολλάς περιπετείας και βασάνους εγγεγραμμένος -εις την μερίδα του κ. Ζαχαρία, ωρισμένως δε: τέσσαρας -αγωγάς ενώπιον του ειρηνοδικείου, υπό του ψωμά, του -παντοπώλου και άλλων ανηλεών δανειστών, δύο αποτυχόντα -συνοικέσια διά την δεσποινίδα Ουρανίαν, μίαν δραχμήν διά -τον Μαύρον, τον κύνα της οικογενείας, συλληφθέντα υπό του -κυνοκτόνου και εξαγορασθέντα διά λύτρων, πέντε δεκανείς του -πυροβολικού λαβόντας σχέσεις μετά της Βασίλως, εκατόν -πεντήκοντα συγκρούσεις προς τους γείτονας εξ αιτίας του -Μιμίκου και τριακοσίας εξήκοντα έξ μάχας εκ του συστάδην -μετά της αξιεράστου Θεοδώρας, καθότι συνέπεσε το έτος να -είνε δίσεκτον. - -Ο κ. Ζαχαρίας ήτο απερροφημένος εκ της επισημότητος της -ημέρας και εκ των παμπληθών υποχρεώσεων, τας οποίας -συνεπήγετο διά τούτο, ότε ο Μιμίκος αναγινώσκων έν των -εμμέτρων συγχαρητηρίων των σκουπιδιαραίων τον ηρώτησε τι -εσήμαινεν η λέξις αιωνιότης, ο γεννήτωρ, αντί να διατυπώση -τινά των συνήθων σχοινοτενών [61] όσον και μεταφυσικών -ορισμών, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η αιωνιότης ήτο εκείνο το -πράγμα, το οποίον δεν συνεβιβάζετο με την διάρκειαν των -υποδημάτων του Μιμίκου και το οποίον, αν ήθελεν εξακολουθεί -να τρίβη τες μύτες των παπουτσιών του, ήθελε του σπάσει την -ιδικήν του μύτην. - -Η πρωία κατηναλώθη ολόκληρος εις αγοράς παντοίων τροφίμων, -μία δε των σπουδαιοτάτων μεριμνών της ημέρας ήτο και η -βασιλόπιττα. Έπρεπε να ίδη τις μετά ποίας υπερηφανείας η -κυρία Θεοδώρα απέπεμψε τους υπηρέτας όλων των παντοπωλών -και χαλβατζήδων της συνοικίας, έως να εκλέξη την καλυτέραν -ποιότητα του βουτύρου, μετά ποίας καρτερίας απέκρουε τας -επανειλημμένας εφόδους του Μιμίκου κατά του μέλιτος, μετά -ποίας θηριωδίας επέπληττε την Βασίλων διότι δεν εζύμωνε -καλά. Έπρεπε να ίδη τις κατόπιν μετά ποίας επισημότητος -εκομίσθη εις τον φούρνον η πίττα της οικογενείας. Εις το -μέσον εβάδιζεν η Βασίλω κρατούσα υψηλά το ταψίον ως ιερόν -κειμήλιον. Εκατέρωθεν αυτής έβαινον αγερώχως ως άγγελοι -φύλακες ο Ζαχαρίας μετά του γόνου αυτού, είπετο δε ο -Μαύρος. Από του παραθύρου η κυρία Θεοδώρα μετά της -δεσποινίδος Ουρανίας έβλεπον το θέαμα και η κυρία -Παραδαρμένου μεγαλοφώνως συνίστα προς τον σύζυγόν της: - - — Πρόσεχε καλά, αυτήν την ξεμυαλισμένη να μη της πέση! - -Η πομπή αύτη εφείλκυσε την προσοχήν της συνοικίας και -πολλοί γείτονες εξήλθον εις τα παράθυρα διά να την ίδουν, -ευχόμενοι «και του χρόνου», «και εις έτη πολλά» εις τον κ. -Ζαχαρίαν, όστις απήντα μειδιών διά παρομοίων ευχών. - -Ήδη απέκλινεν η ημέρα προς την δύσιν, ότε ο κ. Ζαχαρίας -μετά της κυρίας Θεοδώρας, της δεσποινίδος Ουρανίας και του -Μιμίκου — τον οποίον απηλευθέρωσεν από τας χείρας του -γείτονός των γηραιού ανθυπασπιστού, αγανακτήσαντος διότι ο -Μιμίκος πετροβολών την γάτταν είχε σπάσει μίαν γλάστραν -ιδικήν του — εξεκίνησε διά την πανήγυριν της παραμονής της -πρωτοχρονιάς. Εκ των κεντρικών οδών ηκούετο προερχόμενος -υπόκωφος, συνεχής, αδιάλειπτος ο ποικίλος θόρυβος των -Κρονίων, άτινα ευρίσκοντο εις το κατακόρυφον του -παροξυσμού, ότε το μελιτζανί φόρεμα της κυρίας Παραδαρμένου -και το κίτρινον πανταλόνιον του αξιοτίμου συμβίου της -ήστραψαν ως μετέωρα εις την οδόν Ερμού. Ο απεψιλωμένος -υψηλός πίλος του κ. Ζαχαρία δεν εβράδυνε να γίνη ο σκοπός, -κατά του οποίου δαψιλώς ερρίπτοντο τα πυροκρόταλα προς -μέγιστον τρόμον της ευαισθήτου δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ -αφ' ετέρου ο Μιμίκος κρατών εκ του κρασπέδου του επενδύτου -τον γεννήτορα καθίστατο αληθής βάσανος διά των ερωτήσεων -και των αποριών του. Ο μικρός εσταμάτα ανά παν βήμα -περιεργαζόμενος τα εκτεθειμένα εμπορεύματα και αποτείνων -προς τον πατέρα του παντοίας ερωτήσεις, εις τας οποίας -ανεμιγνύοντο αι προσφάτως εκ των παραδόσεων του σχολείου -του αντληθείσαι συγκεχυμέναι ιστορικαί και μυθολογικαί -γνώσεις: - - — Μπαμπά, αυτό το μεγάλον ξύλινον άλογον είνε ο Δούρειος -ίππος; - - — Ναι. - - — Μπαμπά, τι ήτο ο Δούρειος ίππος; - - — Ο Δούρειος ίππος ήτο η καμήλα, την οποίαν κατεσκεύασεν ο -Αλκιβιάδης εις την πολιορκίαν της Ερετρίας. - - — Της υπηρετρίας; . . . Μπαμπά, της υπηρετρίας οπού έχει ο -κυρ-Λεωνίδας ο δικηγόρος; - - — Σου είπα της Ερετρίας, η οποία είνε πόλις της Σαμοθράκης -και η οποία . . . να μη ξανασκουπισθής με τα μανίκια σου -αλλά με το μανδήλι, διότι θα σου ξεκολλήσω ταυτιά. - -Αίφνης κύμα βίαιον του πλήθους ανέκοψε την πορείαν των. - -Η συμπαγής μάζα των κατερχομένων εκ της πλατείας του -Συντάγματος συνεκρούσθη με την ετέραν συμπαγή μάζαν των -ανερχομένων εκεί παρά την Καπνικαρέαν και εν τη -σχηματισθείση δίνη διεσπάσθη η ενότης της οικογενείας -Παραδαρμένου. Αφού περιεστράφησαν επί ικανήν ώραν, τα -μεγάλα μέλη της οικογενείας ανεύρον άλληλα, αλλ' ο Μιμίκος -είχε γίνει άφαντος. - -Φωνή σπαρακτική εξήλθεν εκ του μητρικού στήθους της κυρίας -Θεοδώρας, βρυχηθμός λεαίνης αναζητούσης τον απολεσθέντα -σκύμνον της. - - — Το παιδί μου! ανεβόησε, το παιδί μου. - -Η Ουρανία επεχείρησεν απόπειραν λιποθυμίας και κλονισθείσα -ευρέθη εις τας αγκάλας νεαρού ανθυπολοχαγού του -πυροβολικού, τυχόντος εκ συμπτώσεως πλησίον της. Ο κ. -Ζαχαρίας πελιδνός περιεπλανήθη εντός του κυκεώνος εκείνου -του πλήθους όπως ανεύρη τον απολεσθέντα μικρόν, -περιερχόμενος από τα καταστήματα των αθυρματοπωλών [62] εις -τα τραπέζια των πωλητών των γλυκυσμάτων, ερευνών και -εξετάζων· αλλ' εις μάτην, το τέκνον της δεν ανευρέθη. - -Αι κραυγαί της κυρίας Θεοδώρας επετάθησαν, ευθύς ως είδε -τον σύζυγον επανερχόμενον άπρακτον. - - — Το παιδί μου! εβόα ολοφυρομένη, το παιδί μου . . . θα -μου το 'πήραν οι Εβραίοι! - -Αι φωναί της κυρίας Παραδαρμένου και η παράδοξος αυτή -εικασία ότι οι Εβραίοι εύρον την ευκαιρίαν ν' αρπάσουν το -τέκνον της την παραμονήν της πρώτης του έτους εις το -κεντρικώτατον μέρος της πόλεως και επί παρουσία μυριάδων -λαού εκίνησαν την περιέργειαν πολλών και ήρχισεν ήδη να -σχηματίζεται συνάθροισις περί την απορφανισθείσαν -οικογένειαν. Ο ατυχής πατήρ παραλαβών την απαρηγόρητον -σύζυγον και την θυγατέρα του, ήτις ανεπόλει μετά τρόμου -κατ' εκείνην την στιγμήν διάφορα τραγικά επεισόδια αρπαγής -παιδίων, τα οποία είχεν αναγνώσει εις τας επιφυλλίδας των -εφημερίδων, επορεύθη εις την κατοικίαν του με την αμυδράν -ελπίδα ότι ίσως είχεν επιστρέψει εκεί ο υιός του μετά την -εξαφάνισίν του. Καθ' οδόν αντήχουν γοεροί οι λυγμοί της -κυρίας Θεοδώρας, ήτις εν τω μέσω του πένθους της εύρισκε -καιρόν ν' αποτείνη πικράς παρατηρήσεις προς τον σύζυγόν -της: - - — Εσύ, μωρέ κακομοίρη, τα φταις! . . . Πού τα είχες τα -στραβά σου και άφησες να χαθή το παιδί; - -Η αγωνία ευτυχώς δεν διήρκεσε πολύ. Ο κ. Ζαχαρίας -προπορευθείς, αφού κατέφερεν ισχυρόν λάκτισμα κατά του -Μαύρου, όστις προσήλθε σείων την ουράν διά να υποδεχθή -αυτόν, είδε τον Μιμίκον εις την είσοδον της οικίας. Ο πατήρ -εξέφερε στεναγμόν ανακουφίσεως, φιλοδωρών άμα και δι' ενός -κολάφου τον ανευρεθέντα υιόν· δύο δάκρυα ανέβλυσαν από τους -ικτερικούς οφθαλμούς της δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ η μήτηρ -δραμούσα ανήγειρε και ησπάζετο μετά φιλοστόργου περιπαθείας -το τέκνον της, ερωτώσα: - - — Σου εκάμανε τίποτε; . . . σου εκάμανε τίποτε; . . . - -Και ήτο τόση η συγκίνησις και η ταραχή της, ώστε δεν -εννόησεν, ότε τον ανήγειρεν, ότι το βάρος του Μιμίκου ήτο -εκτάκτως ανώτερον του συνήθους και ότι η γαστήρ του είχε -λάβει επιφόβους διαστάσεις. - -Εν τοσούτω οι από της πρωίας κόποι, οι δρόμοι, αι -αλλεπάλληλοι συγκινήσεις είχον κινήσει την όρεξιν της -οικογενείας. Άλλως τε ο αξιότιμος κ. Ζαχαρίας έπρεπε να -δειπνήση ενωρίς, διότι ήτο προσκεκλημένος εις την οικίαν -παλαιού του φίλου, αρχαίου συμβολαιογράφου, και είχε -φροντίσει μάλιστα να εφοδιασθή από πρωίας δι' ενός φυσεκίου -γαζετών, επειδή έμελλον να παίξουν και χαρτιά «διά το καλόν -του χρόνου». Διό η Βασίλω διετάχθη να στρώση το τραπέζι και -να φέρη την πίτταν. - -Είχεν ήδη συναχθή περί την τράπεζαν η οικογένεια και -ανέμενεν, ότε η Βασίλω επανήλθεν έντρομος, τραυλίζουσα, -ωχρά υπό την καλύπτουσαν το πρόσωπόν της ακαθαρσίαν. - - — Η πίττα, είπε, δεν ηξεύρω τι έγινε . . . δεν υπάρχει -πλέον! . . . - -Ο Ξέρξης βλέπων την καταστροφήν του στόλου του, ο Αύγουστος -μανθάνων την σφαγήν των λεγεώνων του Ουάρρου δεν ησθάνθησαν -έκπληξιν και οργήν μεγαλυτέραν αφ' όσην ησθάνθη η κυρία -Παραδαρμένου διά το αιφνίδιον άκουσμα. - - — Τι λες, μωρή δαιμονισμένη; ανέκραξε και ώρμησεν εις το -μαγειρείον, παρακολουθουμένη υπό των λοιπών. - -Η πίττα είχε τω όντι εξαφανισθή. Το ταψίον κομισθέν υπό του -υπηρέτου του φούρναρη κατά την απουσίαν της οικογενείας -ευρίσκετο επί της τραπέζης, αλλ' εντός αυτού μόλις -διεσώζοντο ολίγα ελεεινά ψιχία, μόλις απέμενον ολίγα -ελεεινά ίχνη εκ της ροδοκοκκίνης και καλοψημένης κρούστας. - - — Εσύ την έφαγες! ανεβόησεν η οικοδέσποινα και επέπεσε -κατά της Βασίλως με διαθέσεις καννιβαλικάς. - -Και αι τρίχες της κόμης της υπηρετρίας απεσπώντο μανιωδώς -και κατέπιπτον βροχηδόν ως κάρφη ανατινασσόμενα εις το -αλώνιον υπό του δικράνου, και αι οξείαι και αλγειναί -κραυγαί της προυκάλουν την συρροήν περιέργων εκ του -παρακειμένου παντοπωλείου. - - — Εσύ την έφαγες μαζί με τον αγαπητικό σου, με εκείνον τον -βρωμιάρη! . . . εβόα αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, ενώ οι -στιβαροί γρόνθοι της κατέπιπτον επί της ράχεως του θύματός -της. - - — Εγώ την έφαγα ή ο γυιόκας σου; απήντα η Βασίλω, ήτις -βαρυνθείσα επί τέλους ήρχισε ν' ανταποδίδη τα ίσα προς την -κυρίαν της. · - -Ο γυιόκας σου! . . η λέξις αύτη εφώτισε διά μιας την -κατάστασιν και πρώτος ο κύριος Ζαχαρίας εννόησε τα -διατρέχοντα. Κατ' αρχάς και αυτός είχεν υποπτεύσει την -Βασίλων ως ένοχον του στυγερού εγκλήματος, αλλ' η στάσις -και αι διαμαρτυρίαι αυτής εκλόνισαν την πεποίθησίν του, αι -υποψίαι του τότε μετέπεσον επί του Μαύρου και οι πόδες του -προ των ομμάτων ανεζήτησαν το κακούργον τετράποδον. Αλλ' ο -ατυχής Μαύρος ευρίσκετο εις μίαν γωνίαν, αμεριμνών δι' όλην -εκείνην την τιτανομαχίαν, διότι ήτο, φαίνεται, συνηθισμένος -εις τας τοιαύτας σκηνάς και εμάσσα έν ξεροκόμματον με τόσην -όρεξιν, ώστε ο δικαιοκρίτης κ. Ζαχαρίας, ο ακέραιος -λειτουργός της Θέμιδος, δεν ηδύνατο να παραδεχθή ότι ο -σκύλος του ήτο τόσον πανούργος, ώστε να υποκρίνεται τον -πεινασμένον, ενώ προ ολίγης ώρας είχεν ευφρανθή διά -πλουσίας και εκλεκτής ευωχίας. Ο γυιόκας του! . . . αυτός -θα ήτο βέβαια ο δράστης τοσούτω μάλλον, όσον από της -ενάρξεως της σκηνής είχε γίνει άφαντος. - -Και ήτο αυτός πράγματι ο ένοχος. Αποχωρισθείς κατά τύχην -των γονέων του εν τη οδώ Ερμού και μη ανευρών αυτούς μετά -τινας ερεύνας ο μικρός κατεργάρης επανήλθε μόνος του εις -τον οίκον, ιδών δε κατ' εκείνην την ώραν κομισθείσαν πίτταν -κατελήφθη υπό του πειρασμού. Η Βασίλω αγνοούσα την -επιστροφήν του ευρίσκετο κατ' εκείνην την ώραν εις τρυφεράν -συνέντευξιν μετά του συμπατριώτου της στρατιώτου και η -ευκαιρία τον ενεθάρρυνεν. Έκοψε κατ' αρχάς έν μικρόν -τεμάχιον και επειδή η όρεξίς του κατά το λόγιον τόσον -μάλλον ηύξανεν όσον μάλλον έτρωγε, την έφαγεν όλην, μεθ' ό -ανέμενε θαρραλέως τα γενησόμενα: - - — Γυναίκα, γυναίκα! . . . είπεν ο κ. Ζαχαρίας παρεμβαίνων, -έλα τώρα άφησέ την. - -Και μετά κόπου βοηθούμενος και υπό της Ουρανίας κατώρθωσε -ν' αποχωρίση τας δύο συμπλακείσας, αι οποίαι διά των -περιστροφών του εαυτών σώματος είχον αποτελέσει σύμπλεγμα -πλαστικόν αξιοθέατον, ανάλογον προς το του Λαοκόοντος. -Εννοείται ότι τον Δράκοντα δεν αντεπροσώπευεν εν αυτώ η -Βασίλω. - -Ο ένοχος ανευρέθη και συνελήφθη, μετά σύντομον δε -διαδικασίαν κατά την οποίαν το ους αυτού ήλθεν εις συχνήν -επαφήν μετά της πατρικής χειρός, η ενοχή του εξηκριβώθη. -Ήδη ο κ. Ζαχαρίας ητοιμάζετο να αποτείνη διά της παλάμης -ευγλώττους παραινέσεις επί του αυχένος του γόνου του· ήδη η -κυρία Θεοδώρα εξέτεινεν επιτακτικώς την χείρα λέγουσα προς -τον σύζυγον να της κάμη την χάριν να μη πειράξη το παιδί -«διότι έκαμε και αυτό μίαν αταξίαν ωσάν παιδί», αλλέως θα -είχε να κάμη μαζί της· ήδη η Ουρανία προβλέπουσα νέαν -οικογενειακήν ρήξιν εβίαζε τους δακρυχόους αδένας των -οφθαλμών της να χύσουν δάκρυα ικεσίας, ότε διά μιας ο κ. -Ζαχαρίας έστη ως ηθοποιός καταλαμβανόμενος εν τω μέσω της -πράξεώς του υπό αιφνιδίου λογισμού και αφήκε φωνήν -σπαρακτικήν. - - — Και το φλωρί; είπεν. - -Ε, βέβαια, και το φλωρί; . . . τι είχε γίνει το φλωρί; -Εκείνο, καλέ, το κωνσταντινάτον, το οποίον του είχε χαρίσει -ο φίλος του ο έφορος εις το Μελιγαλά και το οποίον τακτικά -από του πρώτου έτους του γάμου του εχρησίμευε διά την -πίτταν της Πρωτοχρονιάς, εξαγοραζόμενον τακτικώς κατ' έτος -διά τριάκοντα λεπτών, τα οποία γενναιοδώρως έδιδεν ο -Ζαχαρίας προς τον ευτυχή κάτοχον του τμήματος της πίττας, -εν ώ περιείχετο; Τι είχε γίνει το φλωρί, το ιερόν -κειμήλιον, το παλλάδιον [63] της οικογενείας; Βεβαίως -κατεβροχθίσθη μετά της πίττας και κατά την στιγμήν εκείνην -εξετέλει μυστηριώδη πορείαν εντός των εσωτερικών λαβυρίνθων -του οργανισμού του λαιμάργου υιού του. Οία βεβήλωσις! - -Χωρίς να θέλη ο πράος κ. Ζαχαρίας, ο ειρηνικός κ. Ζαχαρίας -ήρπασεν από της εστρωμένης τραπέζης έν μαχαίριον και διά -της άλλης χειρός ανέτρεψε τον υιόν του σπαρακτικώς -οιμώζοντα. - -Ήτο εξαισία η στάσις εκείνη του πατρός, στάσις Αβραάμ -ετοίμου να φονεύση τον Ισαάκ του, ενώ η Ουρανία ερρίπτετο -ικετευτικώς παρά τα γόνατά του επικαλουμένη το έλεός του. -Αλλά την χείρα του νέου Αβραάμ δεν ανεχαίτισεν άγγελος εξ -ουρανού· απεναντίας η αποτρέψασα την αιματοχυσίαν ήτο η -κυρία Θεοδώρα. Ο σάρκινος όγκος της κυρίας Παραδαρμένου -ανετινάχθη, όταν είδε τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχεν ο -υιός της, και με την φωνήν εκείνην την επιτακτικήν, εις την -οποίαν προ εικοσαετίας ήτο συνηθισμένος να υπακούη ο -πειθήνιος σύζυγος, εβόησεν: - - — Άφησε, βρε ξεκουτιάρη, αυτάς τας ανοησίας να μη τρομάξη -το παιδί . . . Αύριον το ευρίσκεις το φλωρί σου! . . . - -Η μάχαιρα κατέπεσεν από τας χείρας του μιαιφόνου πατρός. -Αύριον! . . . η κυρία Θεοδώρα είχε δίκαιον. Κατά τους -αναλλοιώτους φυσικούς νόμους το φλωρίον έμελλε την επομένην -να ίδη πάλιν το φως της ημέρας. - -Η ιδέα αύτη κατεπράυνε την μήνιν του κ. Ζαχαρία, όστις, -αφού ησπάσθη τον Μιμίκον, επλήρωσεν οίνου το ποτήριόν του -και υψώσας αυτό εύχαρις είπε προς την σύζυγον και την -θυγατέρα: - - — Έλα! . . . και του χρόνου! - - (1890) - - - -Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ - - - - — Κυρ Μωυσή! . . . Ε, κυρ Μωυσή! . . . πού είνε; . . . Η -φωνή του γηραιού Σαβαώθ αντήχησε βροντώδης εις τον -Παράδεισον, του οποίου η ηλιοφεγγής και διαυγεστάτη -ατμόσφαιρα εσείσθη εκ του ήχου. - -Ο ταξιάρχης Γαβριήλ παρέστη μετά φόβου και σεβασμού ενώπιον -του Υψίστου. - - — Αγιώτατε, είπεν ο αρχάγγελος, ο Μωυσής προ ολίγου ήτο -εκεί κάτω μαζί με τον Ηλίαν και με τον Νώε . . . - - — Να έλθη εδώ αμέσως! - -Ο Γαβριήλ εξεκίνησε και σχεδόν εν ακαρεί έφθασεν εις την -άλλην άκραν του αχανούς Παραδείσου, χάρις εις τα τεράστια -εκείνα βήματα, τα οποία απέδωκεν εις αυτόν η φαντασία του -ποιητού μας Παναγιώτου Σούτσου, περιγράφοντος αυτόν εις τον -&Μεσσίαν& ως διανύοντα δι' ενός μόνου βήματος την απόστασιν -την υπάρχουσαν μεταξύ του Ηλίου και του Αραράτ! - -Ο Σαβαώθ ανέμενεν εν τούτοις σύννους και μετρών το -κομβολόγιόν του. - - — Βάρυπνος εξύπνησε σήμερα ο Πανάγαθος! είπε πονηρώς έν -μικρόν Χερουβείμ. - - — Κάνε τη δουλειά σου εσύ! είπεν επιτιμήσας αυτό αυστηρώς -ο διευθύνων την ουράνιον ορχήστραν αρχάγγελος. - -Ότε ο προφήτης με την μεγάλην λευκήν του γενειάδα -ενεφανίσθη ενώπιον του Σαβαώθ, ενόησεν εκ του βλοσυρού -βλέμματος το οποίον έρριψεν επ' αυτού ο Αιώνιος, ότι περί -σοβαρού τινος επρόκειτο. - - — Πού μου ήσουν, κυρ Μωυσή, οπού σ' εζητούσα; ηρώτησεν -αυτόν δυσθύμως και σχεδόν αποτόμως. - - — Εκεί κάτω, Αγιώτατε, συνωμιλούσαμεν μαζί με . . . - - — Συνωμιλούσατε; . . . βέβαια! κουβέντα και ραχάτι! . . . - -Και τι σας μέλει την ευγένειά σας! . . . Και τι τον μέλει -τον κυρ Ηλία! . . . πάει ο καιρός οπού του επήγαιναν τροφή -τα κοράκια εις το σπήλαιον! Εδώ εις τον Παράδεισον έχει -καλό χουζούρι! . . . - - — Αγιώτατε! . . . - - — Σιωπή και άκουε. Δεν πάμε καλά, κυρ Μωυσή· είνε πολύς -καιρός οπού το βλέπω· εχθές είδα και τας μηνιαίας -καταστάσεις της κινήσεως του Παραδείσου . . . Λίγος κόσμος, -πολύς λίγος μπαίνει. Οι στερεότυποι και οι συνηθισμένοι -κανένας επαίτης σακάτης, κανένας γέρος μοναχός, κανένας -δυστυχισμένος μέτοχος χρεοκοπησάσης εταιρείας, κανένας -ταλαίπωρος συνταξιούχος των 15 δραχμών . . . - - — Το βλέπω κ' εγώ! είπε περιλύπως ο Μωυσής. - - — Ενώ εκεί κάτω, εξηκολούθησεν ο Άναρχος ρίπτων βλέμμα -φθόνου σχεδόν προς το εν τω μέσω των νεφελών διαφαινόμενον -χάος, όπου ήστραπτεν εκ διαλειμμάτων η ερυθρά αντανάκλασις -των φλογών της Κολάσεως, εκεί κάτω φαίνεται ότι κάμνουν -δουλειά χρυσή. Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης· δεν -μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς· πηγαίνουν -μόνοι τους οι μουστερήδες! [64] Άλλοτε ήρχετο κάπου κάπου -να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανένα, τον Ιώβ, τον -Φάουστ . . . τώρα ούτε δεν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά! - - — Αυτό ελέγαμε και ημείς με τον Νώε και τον Ηλίαν! - - — Ε, και τι ελέγατε; . . . - - — Ότι πρέπει να γίνη ρεκλάμα, όπως κάμνει η Εταιρεία του -Σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς διά το Φάληρον, να -διοργανώσουν τίποτε ιπποδρομίας ο άγ. Γεώργιος και ο άγ. -Δημήτριος . . . - - — Καλό κι αυτό, είπεν, αφού εσκέφθη ολίγον ο Σαβαώθ, αλλά -δεν αρκεί. Χρειάζονται μέτρα ριζικώτερα !! . . . Δεν μου -λέγεις, Μωυσή, πόσος καιρός είνε που εδημοσιεύσαμεν τον -Δεκάλογον; - - — Μα! . . . ξεύρω κ' εγώ; Πού μπορεί κανείς να υπολογίση -τώρα με την νέαν επιστήμην! - - — Επάνω κάτω! . . . - - — Επάνω κάτω . . . πέντε χιλιάδες χρόνια! . . . - - — Πέντε χιλιάδες χρόνια! επανέλαβε σείων την κεφαλήν ο -Σαβαώθ. Εκατάλαβες! πέντε χιλιάδες χρόνια! . . . ένας λόγος -είνε! πολλά πράγματα ημπορούν να γηράσουν μέσα εις αυτό το -διάστημα. Κοντεύω να γηράσω εγώ από τότε . . . και ας με -λέγουν Αιώνιον! προσέθηκε μειδιών και παρατηρών την -κατάλευκον γενειάδα του: - - — Λοιπόν τι λέγετε, Αγιώτατε; - - — Ο Δεκάλογός μας εγήρασε πολύ, Μωυσή, από τότε . . · -Πρέπει να επιφέρωμεν μεταρρυθμίσεις εις αυτόν . . . -μεταρρυθμίσεις ριζικάς. Ας κάμωμεν μίαν δοκιμήν εκ του -προχείρου. Λέγε μου, σε παρακαλώ, μίαν μίαν τας εντολάς. - -Ο Μωυσής ήρχισε να ξέη το ους. - - — Εκατάλαβα! είπεν ο Ύψιστος, στοιχηματίζω πως τας -εξέχασες! . . . - - — Μα! . . . ύστερα από πέντε χιλιάδες χρόνια! είπεν ο -Μωυσής μειδιών. - - — Και έχουμε την απαίτησιν να τας ενθυμήται ο κόσμος, αφού -δεν τας ενθυμείσαι συ οπού τας έγραψες! Φέρε γρήγορα τας -πλάκας. - -Ο Μωυσής απελθών εκόμισε τη βοηθεία δύο αγγέλων τας δύο -βαρυτάτας πλάκας του δεκάλογου, τας οποίας έλαβεν επί του -Σινά. - - — Φαντάσου καιρός που επέρασε από τότε, είπεν ο Πανάγαθος· -εγράφαμεν ακόμη εις την &πλάκα&! - -Το παρεστώς πλήθος του Χερουβείμ και Σεραφείμ ανεκάγχασε -διά το λογοπαίγνιον του Κυρίου. - -Ο Μωυσής ήρχισε ν' αναγινώσκη μίαν προς μίαν τας εντολάς -του θείου νόμου: - - — Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου κτλ. - - — Αυτό είναι το μόνον άρθρον οπού εξασφαλίζει την -δυναστείαν μου, μολονότι . . . ας είνε· παρακάτω! - - — Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα . . . - - — Ας είνε και αυτό! . . . Φθάνει να κάμνουν τα ομοιώματα -με τέχνην, διότι έτυχε να ιδώ κάτι Πλάτωνας εμπρός εις την -Ακαδημίαν των Αθηνών! . . . Δεν πειράζει· λέγε παρακάτω. - - — Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω . . . - - — Τώρα το προκόψαμε! ανέκραξεν ο Άναρχος· το όνομά μου; -Αχ! πόσα ακούει κάθε μέρα το κακόμοιρο! . . . Αλλά πάλι τι -θ' ακούσω αν δεν ήτο και αυτή η απαγόρευσις! . . . -Εξακολούθει. - - — Μνήσθητι την ημέραν των Σαββάτων αγιάζειν αυτήν . . . - - — Ναίσκε! . . . Αλλά έχομεν τους Διαμαρτυρομένους, -βλέπεις, οπού εμβαίνουν εις τον Παράδεισον μόνον και μόνον -διότι δεν γδύνουν τον πλησίον την ημέραν του Σαββάτου. . . -. δηλαδή της Κυριακής. Εδώ τα μπλέξαμε με το Σάββατον και -την Κυριακήν, σαν να ήμεθα συντάκται ελληνικών νομοσχεδίων. -Αν αποκλείσωμεν και αυτήν την αρετήν, όλοι οι λόρδοι θα -πηγαίνουν εις την Κόλασιν και δεν μας συμφέρει. Παρακάτω. - - — Ου φονεύσεις. . . . - - — Α, μάλιστα! . . . Αλλά για να ιδούμε τώρα με την -απαγόρευσιν της οπλοφορίας. - - — Ου . . . - - — Εμπρός! - - — Ου . . . ου . . . ! επανέλαβεν ο Μωυσής διστάζων. - - — Ούξις και ξερός! είπεν ο Σαβαώθ ανυπομονών, λέγε! . . . - - — Αλλά, Αγιώτατε. . . . - - — Εκατάλαβα, είπεν ο Σαβαώθ· είνε η εβδόμη εντολή! . . . -Μουρντάρικη δουλειά! . . . Και μολονότι έχομεν εδώ μέσα τον -Προφητάνακτα, ο οποίος τα έψησε με τη γυναίκα του Ουρία . . -. οπωσδήποτε η ηθική! . . . Πάρα πέρα! . . . - - — Ου κλέψεις . . . - - — Α! στάσου εδώ! . . . είπεν ο Ύψιστος. Εδώ δεν έχει -καμμίαν δικαιολογίαν. Προ καιρού το έβλεπα ότι αυτή η -εντολή ήτο περιττή. Τώρα επαράγινε το πράγμα! Μη πας -μακριά· πιάσε την Ελλάδα· εκεί πέρα κλέφτουν ως και τα -έμβρυα από την κοιλιά της μάννας των. Είνε τώρα κάμποσοι -μήνες μάλιστα οπού δεν βλέπεις τίποτε άλλο παρά σειράν -ατελευτήτων κλοπών. Από εκείνην την ευλογημένην χώραν οπού -είχαμεν άλλοτε τους καλυτέρους μας πελάτας, τώρα δεν -ημπορεί ούτε ένας να εμβή εις τον Παράδεισον. Άνθρωποι οι -οποίοι εγήρασαν εις την αρετήν και την τιμιότητα, άνθρωποι -οι οποίοι ως και εις τον εσπερινόν επήγαιναν, ακούς! -απεδείχθησαν εις το ύστερον κλέπται! Είνε απελπισία!. . . . -αυτή η εντολή πρέπει να καταργηθή. - -Ο Μωυσής ηθέλησε ν' αντιτείνη συνηγορών υπέρ της -ακεραιότητος του δεκαλόγου του, ότε αίφνης θόρυβος μέγας -ηκούσθη παρά την είσοδον του Παραδείσου και πριν ή προφθάση -ο Ύψιστος να ερωτήση τι τρέχει ενεφανίσθη ο Πέτρος -ολοπόρφυρος εκ του θυμού. - - — Μ' έκλεψαν, Θεέ μου! εβόα θρηνωδώς ο Απόστολος μ' -έκλεψαν! . . . Ολίγας μετοχάς οπού είχα . . . τας -οικονομίας μου! . . . - - — Ποίος σ' έκλεψεν; ηρώτησεν ο Σαβαώθ. - - — Ένας πρώην υπουργός Έλλην και ένας πρώην ταμίας! . . . - - — Ορίστε! είπεν ο Ύψιστος αποτεινόμενος προς τον Μωυσήν, -τα βλέπεις; Ως κ' εδώ μέσα! Αν δεν καταργήσωμεν την -εντολήν, θα διώξωμεν και αυτούς οπού υπάρχουν μέσα! - -Και επειδή ο Μωυσής ακόμη εδίσταζεν, ο Ύψιστος ενέτεινε την -δεξιάν και διά του θείου του δακτύλου διέγραψεν από της -πλακός την ογδόην εντολήν. - -Και ταυτοχρόνως διέταξε ν' αναγγείλουν το γεγονός εις την -Ιεράν Σύνοδον, διά να το ανακοινώση αύτη εις τους εκδότας -των Κατηχήσεων. - - - -ΤΟ ΣΦΑΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ - - - -Το θερμόμετρον είχεν ανέλθει πολύ την ημέραν εκείνην εις -την επουράνιον χώραν. Ο Ύψιστος, αφού ηκροάσθη νωχελώς την -μεταμεσημβρινήν συναυλίαν των αγγέλων, εξήλθε προς -περιδιάβασιν, διηυθύνθη εις μέρος τι σκιερόν και ευάερον -και εξαγαγών το εξ ηλέκτρου κομβολόγιόν του ήρχισεν -αναγινώσκων την ιεράν Σύνοψιν. - -Ήδη τα βλέφαρα του Παντοδυνάμου ήρχισαν να βαρύνωνται εκ -της αναγνώσεως, ότε εγείρας το βλέμμα είδε κάποιον -πλησιάζοντα. Ο κάποιος ούτος ήτο το πονηρόν πνεύμα, διότι, -με όσα και αν λέγουν οι θεολόγοι, ο Σατανάς από της εποχής -του Ιώβ διατελεί εις σχέσεις οικειοτάτας μετά του -Δημιουργού και έχει ελευθέραν την είσοδον εις τον -Παράδεισον. - - — Εσύ είσαι, Παμπόνηρε; είπεν ο Ύψιστος. - - — Εγώ, Αγιώτατε. - - — Κάτι απ' εδώ; . . τι μαντάτα; θα σ' έσφιξε η ζέστη, -φαίνεται· φαντάζομαι τι καμίνι θα έχετ' εκεί κάτω! - - — Δεν με μέλει και πολύ· εσυνήθισα. Έπειτα εγώ δεν μένω -και διαρκώς εκεί· τριγυρίζω. - - — Και από πού έρχεσαι τώρα, με το καλό; - - — Από την Ελλάδα. - - — Μπα! είπεν ο Θεός· και τι επήγες να κάμης εκεί; - - — Είχα μερικάς υποθέσεις ετελείωνεν ο μην και ήθελα να -ξεκαθαρίσω μερικούς λογαριασμούς . . . ·έπειτα είχομεν και -δημοτικάς εκλογάς . . . - -Και ο Σατανάς εθώπευσε κρυφίως μετά πικρού μειδιάματος την -εις το θυλάκιόν του εφημερίδα, την περιέχουσαν τον μηνιαίον -εγκληματικόν απολογισμόν. - - — Μήπως ήσουν υποψήφιος; ηρώτησε σκωπτικώς ο Πανάγαθος. - - — Όχι, απήντησεν ο Διάβολος· μόνος εγώ δεν ήμουν. - - — Ξεύρεις όμως ότι μου επαραμπήκες εκεί πέρα εις την -Ελλάδα; είπεν ο Θεός οπωσούν ωργισμένος. - - — Ε, κάμνω κ' εγώ μερικές δουλίτσες! απήντησε μετά πονηράς -μετριοφροσύνης ο Σατανάς. - - — Να μου κάμης την χάριν να βγάλης την ουράν σου απ' εκεί· -ξεύρεις ότι εγώ ιδιαζόντως αγαπώ αυτόν τον τόπον. - - — Τι λόγος! είπεν ο Διάβολος. - -Και εμειδίασε σαρδωνικώς. - - — Δεν το πιστεύεις, μασκαρά; εξηκολούθησεν ο Παντοδύναμος· -και όμως ιδού, εφέτος τους έκαμα τόσα καλά. Έρριψα βροχήν -άφθονον διά να γίνη ευφορία σιτηρών· η σταφίς επήγε -περίφημα και αν τα οικονομικά του τόπου δεν ευοδούνται δεν -πταίω εγώ. - - — Ούτ' εγώ, υπέλαβεν ο υιός του σκότους. - - — Όσον ημπορώ τους προστατεύω και με το παραπάνω, -εξηκολούθησεν ο Ύψιστος. Είνε τώρα χρόνια οπού μου -υποβάλλει αίτησιν θεραπείας η χολέρα να υπάγη να κατοικήση -εκεί καμπόσους μήνας και μολονότι είχε τόσα συστατικά από -διαφόρους δημάρχους και νομάρχας και διευθυντάς αστυνομίας -δεν ενέκρινα την αίτησίν της. Σου επαναλαμβάνω ότι αγαπώ -τον τόπον αυτόν, διότι εκεί εδοξάσθη περισσότερον το όνομά -μου. Μου αρέσει η ιστορία του λαού του, μου αρέσει η γλώσσα -του . . . μολονότι παρατηρώ ότι ήρχισε και αυτή να -μουρδαρεύη και φαίνεται ότι θα είνε ιδική σου ενέργεια. - - — Όχι, είπε διακόπτων αυτόν εντόνως και διαμαρτυρόμενος ο -Πονηρός. Εις αυτό δεν έχετε διόλου δίκαιον, Αγιώτατε. Αυτήν -την ευθύνην δεν την αναλαμβάνω και απόδειξις είνε ότι εις -την κόλασιν επιβάλλω ως βασανιστήριον εις τους βαρυποίνους -την ανάγνωσιν μερικών ελληνικών πεζογραφιών και ποιημάτων. - - — Τέλος πάντων καλά θα κάμης να τραβήξης απ' εκεί το χέρι -σου. Έπειτα χάνεις άδικα τον κόπον σου, κακομοίρη μου· -πήγαινε πάρα πέρα να κάμης τα δικά σου· εις την Βουλγαρίαν, -παραδείγματος χάριν, οπού είνε σχισματικοί. - -Μειδίαμα χλευαστικόν διεγράφη επί του ευρέος στόματος του -Διαβόλου. - - — Δεν πιστεύεις; τον ηρώτησεν ο Θεός πεισμωμένος. - - — Τι να σας ειπώ! Αναγνωρίζω την πανσοφίαν σας, αλλά -καμμίαν φοράν πάσχει και αυτή διαλείψεις . . . Τα χρόνια -βλέπετε, τα γηρατειά! - - — Τι λέγεις, αυθάδη! ανέκραξεν ο Ύψιστος παραφερόμενος. - - — Μη θυμώνετε, Αγιώτατε, είπεν ο Σατανάς μετά φλέγματος· -ας θέσωμεν καθαρά το ζήτημα, νομίζετε ότι εις τον τόπον -αυτόν υπερισχύει αποκλειστικώς η Αγιότης σας; - - — Αναμφιβόλως· έχεις κ' εσύ ένα μικρόν μερίδιον, δεν σου -λέγω, κάτι φόνους, κάτι ληστείας, κάτι βιασμούς . . . σε -άφησα κ' επήρες λιγάκι επάνω σου, διότι είχα αλλού τον νουν -μου. Αλλά και πάλιν τι είν' αυτά απέναντι εις τόσας αρετάς, -εις τόσην φιλοπατρίαν, εις τόσην φιλογένειαν, εις τόσην -φιλανθρωπίαν, εις τόσην ευσέβειαν! . . . Το γνωρίζεις -κύριε, ότι το παρελθόν έτος κατηναλώθησαν εις την Ελλάδα -πεντακόσιοι χιλιάδες οκάδες ταραμά; - - — Τι λύσσα ευσεβείας! είπε καθ' εαυτόν ο Σατανάς μετά -μειδιάματος. Και όμως, προσέθηκεν, ημπορώ να σας αποδείξω -ότι πλανάσθε. - - — Θα ήμουν πολύ περίεργος να το ιδώ. - - — Ημπορούμεν και τώρα να κάμωμεν το πείραμα. - - — Τίνι τρόπω; - - — Απλούστατα· διατάξατε να φέρουν μίαν ζυγαριάν πολύ -μεγάλην. - - — Ζυγαριάν; . . . τι να την κάμωμεν! - - — Να ζυγίσωμεν τα κεφάλαιά μας και να ιδούμεν τίνος είνε -τα μεγαλύτερα. - - — Με προκαλείς; . . . Ας είνε! θα διατάξω τώρα αμέσως να -φέρουν την ζυγαριάν, αλλά κύτταξε καλά μη την πάθης! . . . -Έχω πέντε κεραυνούς ετοίμους να σε ζεματίσω διά την -αυθάδειάν σου, τραγογένη! - -Και διά της μεγάλης αργυράς συρίκτρας του ο Πανάγιος -προσεκάλεσε τα Χερουβείμ και τα διέταξε να κομίσουν αμέσως -μίαν μεγάλην ζυγαριάν. - - — Να είνε όσον το δυνατόν μεγαλυτέρα! είπεν ο Σατανάς προς -τα Χερουβείμ απερχόμενα. - -Η θεία διαταγή εξετελέσθη παραχρήμα· μετ' ολίγον εθεάθη -λόχος αγγέλων κομίζων μετά πολλού κόπου υπερμεγέθη -πλάστιγγα, την οποίαν έστησεν ενώπιον του Δημιουργού. - - — Έχετε τα πρωτεία, είπεν ο Διάβολος ευγενώς, βάλετε τα -κεφάλαιά σας εις το ένα μέρος. - -Ο Παντοδύναμος μετά περιεργείας, αλλά και μετά πείσματος -ήρχισε να τοποθετή όλα τα αντικείμενα, τα αντιπροσωπεύοντα -την μερίδα του, νοσοκομεία, σχολεία, ορφανοτροφεία, δωρεάς, -αρχιερείς και πρεσβυτέρους, ιεροκήρυκας, μοναστήρια και -ηγουμενοσυμβούλια, εν Χριστώ αδελφότητας, ηθικά και -θεολογικά συγγράμματα, βαρέλια ταραμά και σάκκους φασολίων -και παντοία άλλα, των οποίων απετελέσθη πυραμίς τεραστία -και αλλόκοτος. - -Ο Διάβολος εθεάτο απαθώς τον όγκον αυτόν ολονέν -ανυψούμενον. - - — Έχετε άλλα; ηρώτησε μετά την αποπεράτωσιν της -τοποθετήσεως. - - — Έχω και μερικούς επιτρόπους εκκλησιών αρκετά -καλοθρεμμένους, είπεν ο Θεός. - - — Βάλετε και αυτούς, είπεν αταράχως ο Διάβολος. - -Και ο όγκος της πυραμίδος ηυξήθη επαισθητώς διά της -προσθήκης των επιτρόπων. - - — Μήπως εξεχάσατε τίποτε; ηρώτησεν ο Σατανάς. - - — Εξέχασα πραγματικώς ένα καθηγητήν της Θεολογίας, αλλά -σου τον χαρίζω. Είνε τόσον πολύσαρκος εκ της καλοφαγίας, -ώστε αυτός μοναχός κάμνει δι' όλα τα ιδικά σου κεφάλαια. - - — Να τον προσθέσετε και αυτόν! - -Και επειδή ο Σατανάς επέμενεν, ετέθη τέλος εις την κορυφήν -του σωρού και ο καθηγητής και η πλάστιγξ έτριξε γοερώς υπό -το βάρος του. - - — Ορίστε τώρα και η ευγένειά σας, είπεν ο Ύψιστος -μυκτηριστικώς [65], βάλετε τα κεφάλαιά σας. - -Ο Διάβολος έχωσε την τριχωτήν χείρα με τους οξείς όνυχας -εις το θυλάκιόν του και εξήγαγε μικρόν αντικείμενον -σφαιρικόν, τεφρόχρουν. - - — Τι είν' αυτό; ηρώτησεν ο Ύψιστος παρατηρών διά των -διοπτρών του μετά περιεργείας το αντικείμενον. - - — Είνε εκλογικόν σφαιρίδιον, απήντησεν αταράχως και -σοβαρώς ο Πειρασμός. - - — Αυτό είνε όλα σου τα κεφάλαια; - - — Αυτό. - - — Δεν έχεις άλλα; - - — Όχι· αυτό αρκεί. - - — Κοροϊδεύεις; - - — Διόλου. - - — Έλα, Χριστέ και Παναγία! είπεν ο Ύψιστος -σταυροκοπούμενος. - - — Λοιπόν· ιδού οπού το θέτω εις την πλάστιγγα. - - — Ας ιδούμεν και αυτό το θαύμα! - -Και το αποτέλεσμα πραγματικώς υπήρξε θαυμάσιον· διότι ευθύς -ως το μικροσκοπικόν μολύβδινον σφαιρίδιον απετέθη επί της -πλάστιγγος, αύτη ήρχισε να κλίνη μετά καταπληκτικής ροπής -προς το μέρος του σφαιριδίου, ενώ εις το αντίθετον μέρος η -τεραστία συμμιγής πυραμίς ανυψούτο ελαφρά, ως ν' απετελείτο -εκ πτίλων. - - — Μπα που να σε πάρη ο εαυτός σου! ανέκραξεν ο Πάνσοφος -έκπληκτος και πεισμωθείς εν ταυτώ. Κάτι καλπονόθευσιν θα -έκαμες . . . αφού μάλιστα έρχεσαι από την Ελλάδα . . . -Στάσου να σε διορθώσω εγώ! - -Και ητοιμάσθη να εξακοντίση κατ' αυτού ένα κεραυνόν. - - — Κρίμα εις την πανσοφίαν σου, αφού δεν ηξεύρεις την -δύναμιν αυτού του σφαιριδίου! είπεν ο Διάβολος μετά -θριαμβευτικού και χλευαστικού γέλωτος. - -Και ετράπη εν τάχει εις φυγήν. - -Ο Ύψιστος έμεινε σύννους και μετ' ολίγον παραλαβών το -σφαιρίδιον επέστρεψεν εις τον Παράδεισον σύνοφρυς και -βλοσυρός και διέταξεν αμέσως να προσέλθη ο άγιος Πέτρος. - - — Κύτταξε καλά τα κατάστιχά σου, είπεν ο Ύψιστος προς τον -επουράνιον θυρωρόν, και αν τυχόν ευρίσκεται εδώ πέρα αυτός -οπού εφεύρεν αυτό εδώ το αντικείμενον — και έδειξε το -σφαιρίδιον — να μου τον στείλης άναυλα εις την Κόλασιν, με -όσα καλά και αν έχη καμωμένα. Έγινα ρεζίλι σήμερον με αυτό -το πράγμα! . . . Είνε του Διαβόλου συνεργεία. Εις τον -Παράδεισον ούτε επέτρεψα ούτε θα επιτρέψω να υπάρχη· όσον -αφορά την Γην, θα σκεφθώ! . . . - -Και έμεινε μέχρι βαθείας νυκτός αναγινώσκων το -Συνταγματικόν δίκαιον του μακαρίτου Σαριπόλου. - - - -Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΑΜΙΣΟΝ - - - -Σήμερον είνε η ημέρα των ευχών. Απ' όρθρου βαθέος αν -ακούσητε τον κώδωνα της θύρας σας κρουόμενον, εστέ βέβαιοι -ότι κάποιος έρχεται να σας προσφέρη ευχάς. Οι οδοκαθαρισταί -οι καθορίζοντες τας οδούς, εις τας οποίας πνίγεσθε τον -χειμώνα εκ του βορβόρου, ασφυκτιάτε δε το θέρος εκ του -κονιορτού· οι ανάπτοντες τους φανούς επί των οποίων -προσκρούοντες θραύετε την ρίνα σας τας νύκτας, κατά τας -οποίας η πανσέληνος λησμονεί τα δημοτικά της καθήκοντα και -δεν επιφαίνεται εις το συννεφώδες στερέωμα· οι υδρονομείς, -οίτινες κατά την ημέραν του καύσωνος σας αφήνουν να πάθετε -εκ λύσσης, πριν επιτρέψουν εις το ύδωρ να διοχετευθή εις -την κρήνην της συνοικίας σας· οι καμιναδοκαθαρισταί, -οίτινες προσέρχονται επίσης ζητούντες φιλοδώρημα, αν και -εις την οικίαν σας δεν υπάρχει άλλη εστία εκτός των φύλλων -του ομωνύμου περιοδικού, εις το οποίον είσθε συνδρομητής· -όλη τέλος η πολυώνυμος γενεά των Ειλώτων, όσοι εν τη -καταμερίσει της κοινωνικής εργασίας ανέλαβον την επιστασίαν -των μάλλον πεζών και αχαρίτων αναγκών του βίου, θα -προσέλθουν προσφέροντες φύλλα πολύχροα χάρτου, εις τα οποία -διά στίχων χωλών ή υπερτροφικών θα σας εύχωνται υγείαν και -ευτυχίαν. Και η λιτανεία των ευχών θα σας καταδιώξη και -εκτός του οίκου σας, θα σας ευχηθή ο βοηθός του κουρέως -σας, ο υπηρέτης του καφενείου εις το οποίον συχνάζετε, ο -υπηρέτης του εστιατορίου ένθα γευματίζετε. Εννοείται ότι -όλαι αι ευχαί πληρώνονται κατά το μάλλον ή ήττον γενναίως· -αλλ' ερωτώ· ποίαι είνε αι ευχαί αι οποίαι δεν πληρώνονται, -αφού και αυταί αι προς τον Ύψιστον αποτεινόμεναι έχουν -τιμολόγιον ωρισμένον, απαραβάτως τηρούμενον υπό των -λειτουργών του; - -Λοιπόν υγεία και ευτυχία!.. Αλλά δεν μου λέγετε, παρακαλώ, -τι πράγμα είνε η ευτυχία; Όλοι περίπου γνωρίζομεν τι είνε -υγεία. Όταν πάσχης μεν από ημικρανίαν, βασανίζεσαι μεν υπό -αλγούντος οδόντος, νύττεσαι [66] μεν οδυνηρώς υπ' οξυτάτου -ρευματισμού, όταν μεταβάλλονται μεν οι μυκτήρες σου εις -εννεακρούνους εκ της καταρροής, αλλ' ο ιατρός αστεΐζεται -μαζί σου και οι κληρονόμοι σου δεν έρχωνται προς επίσκεψίν -σου, τότε θεωρείσαι υγιής. Αλλ' ευτυχής πότε είσαι; Τι -πράγμα είνε αυτή η ευτυχία; Την είδετέ ποτε εις την οικίαν -σας; την συνηντήσατέ ποτε καθ' οδόν; γνωρίζετε πού κείται η -κατοικία της; ανεγνώσατέ ποτε εις την 4ην σελίδα των -εφημερίδων ότι πωλείται που εις τας αποθήκας εκείνας των -παντοειδών προμηθειών, όπου πωλούνται αυγοτάραχα, μυάγραι -[67], καστόρειοι πίλοι, πετρέλαιον και μυθιστορήματα; Αν -σας ερωτήσουν δε τι είνε ευτυχία, τι θ' απαντήσετε; ή θα -δώσετε ορισμόν εκ των τετριμμένων εκείνων και ανοήτων, των -οποίων το υπόδειγμα παρέχουν τα νερόβραστα της μεταφυσικής -συγγράμματα, ή θα σιωπήσετε, ως θα εσιώπα κοινοβιάρχης, ας -υποθέσωμεν, ερωτώμενος τι είνε &πόλκα μαζούρκα.& - -Εις παρομοίαν απορίαν ευρέθη ποτέ προ αιώνων ο Καλίφης του -Βαγδατίου, του οποίου την ιστορίαν εν συντόμω θα -διηγηθώμεν. - -Έρρεον τα πλούτη εις το ανάκτορόν του αφθονώτερα από τα -νάματα [68] του παραρρέοντος Τίγρητος. Οι αδάμαντες των -Ινδιών και οι μαργαρίται του Οφίρ εστόλιζον τας κιδάρεις -του ηγεμόνος και τα φάλαρα των ίππων του, των εκλεκτοτάτων -εξ όσων ανετρέφοντο εις τους παρά τον Ευφράτην λειμώνας. -Αλλ' οι αδάμαντες δεν είχον την λάμψιν των αμυγδαλωτών -οφθαλμών των κορών της Γεωργίας και οι μαργαρίται -υπελείποντο ως προς την γλυκείαν ωχρότητα της μορφής των -χαύνων γυναικών της Συρίας, εκ των οποίων επληρούτο ο -γυναικωνίτης του. Τα βαρυτιμότατα των αρωμάτων της Αραβίας -καιόμενα ανέδιδον μεθυστικάς ευωδίας. Τάπητες χνοώδεις της -Περσίας απεσβέννυον τον κρότον, τον οποίον παρήγον -συρόμεναι αι χρυσοκέντητοι εμβάδες του. Ο Σαρδανάπαλος δεν -θα εγίνετο ολοκαύτωμα, αν είχε το ευτύχημα να του -απομείνουν μετά την απώλειαν του θρόνου μάγειροι έχοντες -την δεξιότητα των μαγείρων του Καλίφου. Ο δαμασκηνός -ακινάκης [69] του εδιχοτόμει δι' ενός κτυπήματος παχείαν -σιδηράν ράβδον. Οι λέοντές του ωρύοντο ρωμαλέοι εις -θηριοτροφείον του και η εξημερωμένη πάρδαλις έλειχε -ταπεινώς την χείρα του εξηπλωμένη παρ' αυτώ. Οι γείτονες -του ηγεμόνος επεζήτουν διά δώρων πλουσίων την φιλίαν του. Ο -λαός του τον εσέβετο ως απόγονον του Προφήτου και τον ηγάπα -ως απονέμοντα εξίσου την δικαιοσύνην. Βουλή δεν υπήρχεν εις -το κράτος του, ούτε Σύνταγμα· δεν επωλούντο μετοχαί -τραπεζών χρεοκοπημένων, δεν συνέβαινον γλωσσολογικαί -διαμάχαι, δεν εξεδίδοντο ημερολόγια μετ' εικόνων, δεν -υπήρχον ένορκοι, ουδέ οδοντοϊατροί, ουδέ υφηγηταί, δεν -ελάμβανεν ανακοινώσεις περί εφευρέσεων· ουδέ τηλεγραφήματα -περί καταθλίψεως των πολιτών υπό των εισπρακτόρων. - -Εν τούτοις ο ηγεμών ούτος, τον οποίον όλοι εθεώρουν -ευδαιμονέστατον, ησθάνετο ακατανίκητον ανίαν. Εις μάτην -έτρωγε και εκορέννυτο πολλάκις της ημέρας παρακαθήμενος εις -την πλουσιοπάροχον τράπεζάν του. Εις μάτην εχείρει -μυστηριώδεις εκδρομάς εις τα άδυτα του γυναικωνίτου του, -όπου φυλάσσετο ζηλοτύπως ο πλούσιος της καλλονής θησαυρός. -Εις μάτην βαϋαδέραι γοήτιδες ωρχούντο ενώπιόν του και -ψάλται λιγείς [70] και έντεχνοι έτερπον την ακοήν του διά -των ασμάτων των. Εις μάτην μετέβαινεν εις θήραν τοξεύων και -ακοντίζων επιτηδείως τα παντοειδή θηράματα. Η ανία, η -θανάσιμος ανία, κατέτρωγε την ψυχήν του και ετάρασσε τον -ύπνον του. Καθ' εκάστην επαισθητώς ωχρία και έφθινε — διά -να είπω μίαν παρομοίωσιν πρωτότυπον — ως μήλον, του οποίου -την σάρκα κατατρώγει ο εντός κεκρυμμένος σκώληξ. - -Ο ηγεμών είχεν αναγνώσει εν των ποιητικών βιβλίων, τα οποία -μετ' αγάπης εμελέτα, ότι η ευτυχία είνε αγαθόν ανέφικτον -και ότι ουδείς εν τω κόσμω δύναται ν' αποκληθή ευτυχής. - - — Πώς! έλεγε καθ' εαυτόν, εγώ τον οποίον φθονούν όλοι, εγώ -όστις είμαι ο κύριος όλων των επί γης αγαθών, δεν είμαι -λοιπόν ευτυχής; Αλλά τι είνε λοιπόν η ευτυχία; Θέλω ν' -αποκτήσω αυτό το ανέφικτον αγαθόν, όπως το αποκαλεί ο -ποιητής. - -Τοιαύτη ήτο η αφορμή της μελαγχολίας του ηγεμόνος. Ο -Βεζύρης, ήτοι ο υπουργός του, άνθρωπος έξυπνος και φρόνιμος -— διότι κατ' εκείνην την εποχήν οι υπουργοί ήσαν άνθρωποι -έξυπνοι και φρόνιμοι — παρετήρησεν ότι ο κύριός του έφθινεν -από ημέρας εις ημέραν, εννόησεν ότι έκτακτόν τι συνέβαινεν -εν τη ψυχή του και ηθέλησε να μάθη παρ' αυτού το αίτιον. - - — Αρχηγέ των πιστών, του είπε, διατί η μορφή σου -μαραίνεται ως φύλλον ρόδου, επί του οποίου διήλθε κοχλίας -και κατέλιπε τον αγενή σίελόν του; - -Ο ηγεμών του διηγήθη ειλικρινώς την αιτίαν της θλίψεώς του. - -Ο υπουργός ήτο ανήρ επιτήδειος — διότι τότε ήσαν επιτήδειοι -οι υπουργοί, ενώ σήμερον είνε επιτήδειοι οι περί τους -υπουργούς — και εσκέφθη ότι ο ηγεμών είχεν ανάγκην εκτάκτων -διασκεδάσεων διά να του παρέλθη η μελαγχολία. Εσυλλογίσθη -λοιπόν και κατόπιν υπέβαλεν εις αυτόν διαφόρους προτάσεις. - - — Επιθυμείς, ω μέγιστε Καλίφη, να διατάξω τους -ιερακοτρόφους να προετοιμασθούν, διά να εξέλθωμεν αύριον -εις θήραν; - - — Φευ! οι ιέρακες δύνανται να συλλάβουν την λείαν των, -αλλ' η ψυχή μου δεν θα αποκτήση την εκπλήρωσιν της -επιθυμίας της. - - — Ενδοξότατε Καλίφη, εξηκολούθησεν ο Βεζύρης με πονηρόν -μειδίαμα, έφεραν εις τον γυναικωνίτην μου μίαν δούλην εξ -Αιγύπτου εξαισίας καλλονής· επιθυμείς να την ίδης; - - — Οίμοι! απήντησε θρηνωδώς ο Καλίφης, είς ποιητής λέγει -ότι ο πεινών τρώγει και βαλάνους, αλλά διά τον κεκορεσμένον -και το παρασκευαζόμενον εις τον παράδεισον των πιστών -πιλάφι προκαλεί αηδίαν! - -Ο Βεζύρης εξήλθεν αθυμών διά την κατάστασιν του πνεύματος -του ηγεμόνος. Εσκέφθη να επινοήση μέσον τι διά να του -καταπραΰνη την θλίψιν και αποδιώξη την μελαγχολίαν του και -μετά δύο ημέρας ενεφανίσθη πάλιν ενώπιόν του. - -Αλλά κατά το διάστημα τούτο η μελαγχολία του ηγεμόνος είχεν -επιταθή, τα νεύρα του είχον εξεγερθή. Ήτο ανήσυχος, -ηρεθισμένος, και τον υπεδέχθη κατηφής και βλοσυρός. - - — Έχεις τίποτε να μου προτείνης; τον ηρώτησεν. - - — Αρχηγέ των πιστών, εσκέφθην μίαν λαμπράν διασκέδασιν. - - — Δηλαδή; - - — Να διατάξωμεν τον ανασκολοπισμόν των διακοσίων -αιχμαλώτων, τους οποίους συνελάβομεν κατά τον τελευταίον -πόλεμον. - - — Καλά, είπεν ο μονάρχης, αλλ' υπό τον όρον να υποστής και -συ διακοσιοστός πρώτος τον ανασκολοπισμόν, εάν δεν μου -παρέλθη η μελαγχολία. - -Ο Βεζύρης εφρικίασε. - - — Τότε, είπε δειλώς να προσκαλέσωμεν όλους τους ποιητάς -τους ευρισκομένους εις το απέραντον κράτος σου και να -ιδρύσωμεν ποιητικόν διαγωνισμόν. - - — Τους ποιητάς! ανέκραξεν εξαγριούμενος ο Καλίφης, αλλ' -αυτοί μ' έφεραν εις αυτήν την κατάστασιν με τα ρητά των! - -Και οι οφθαλμοί του εσπινθηροβόλησαν εξ οργής. - - — Δεν εσκέφθης άλλο τίποτε να μου προτείνης; εξηκολούθησεν -οργίλως ερωτών ο Καλίφης. - - — Όχι, ισχυρότατε Καλίφη, απήντησε τρέμων ο Βεζύρης. - -Ο ηγεμών ήρπασε παρακείμενον σκεύος και το έρριψε κατά της -κεφαλής του. Έπειτα αταράχως χωρίς να στρέψη το βλέμμα, -ηρώτησε: - - — Ποίον από τα δύο έσπασε; - - — Το σκεύος, ενδοξότατε, απήντησεν ο Βεζύρης, συνάζων τα -συντρίμματα αυτού. - -Την εποχήν εκείνην οι υπουργοί είχον δυνατόν κεφάλι. - - — Πάρε το να το διορθώσης, είπεν ο Καλίφης, και να μη -παρουσιασθής πλέον ενώπιόν μου, αν δεν μου υποδείξης κανέν -ασφαλές μέσον περί της θεραπείας μου. - -Ο Βεζύρης εξήλθεν αλγών την κεφαλήν. Κατ' αρχάς υπό το -κράτος της οργής και του πόνου ασκέφθη μνησικακών να αφήση -τον ηγεμόνα του έρμαιον της θλίψεως και της απογνώσεώς του, -διά ν' αποθάνη θάττον ή βράδιον εκ μαρασμού. Αλλά κατόπιν -εσυλλογίσθη ότι ο διάδοχος, εις τον οποίον θα περιήρχετο το -στέμμα, ήτο θανάσιμος προσωπικός του εχθρός, και επείσθη -ότι προτιμότερον ήτο να φέρη επί του τραχήλου του την -κεφαλήν έστω και διερρηγμένην, παρά να μη φέρη διόλου. - -Συνεκάλεσε λοιπόν συμβούλιον εκ των εξοχωτέρων σοφών, εκ -των μάλλον διακεκριμένων πολιτών, εκ πάντων των επί πείρα -και συνέσει διαπρεπόντων και καθυπέβαλεν εις αυτούς τα περί -της ψυχικής καταστάσεως του Καλίφου, προσκαλών να -συσκεφθούν και να εξεύρουν μέσον θεραπείας. Διάφοροι γνώμαι -εξηνέχθησαν, αλλ' εν τη συζητήσει πάσαι εθεωρήθησαν φρούδαι -και αλυσιτελείς. Η συνέλευσις ηπόρει, ότε αίφνης ανηγγέλθη -εις αυτήν ότι Δερβίσης χαίρων φήμην αγίου και σοφωτάτου -ανδρός, ελθών κατ' εκείνην την ημέραν εκ Κανδαχάρ, μακράν -και πολυήμερον διανύσας πορείαν, και μαθών την γενομένην -σύσκεψιν, εζήτησε την άδειαν να προσέλθη όπως υποβάλη και -αυτός την γνώμην του. - -Η αίτησις εγένετο παραχρήμα δεκτή και ο ανυπόδητος Δερβίσης -προσελθών είπε προς την ομήγυριν: - - — Φωστήρες του Βαγδατίου, ταμεία πάσης σοφίας, αστέρες του -στερεώματος της φρονήσεως, ακούσατε και την ταπεινήν μου -γνώμην. Διά να γίνη ευτυχής ο πανένδοξος ημών ηγεμών, όπως -επιθυμεί, έν μόνον μέσον υπάρχει, να φορέση το υποκάμισον -ενός ευτυχούς ανθρώπου και να κοιμηθή μίαν νύκτα φέρων -αυτό. - -Και ταύτα ειπών απήλθεν. Η παράδοξος πρότασις ενεποίησεν -εντύπωσιν εις την ομήγυριν, αλλ' η φήμη της αγιότητος και -της σοφίας του Δερβίση ήτο μεγάλη· άλλως τε καμμία άλλη -γνώμη δεν επεκράτει και η ομήγυρις την παρεδέχθη εξ -ανάγκης. - -Ο Βεζύρης περιχαρής ανεκοίνωσε το αποτέλεσμα εις τον -Καλίφην, όστις διέταξεν αυτόν αμέσως να εξετάση τίνες ήσαν -οι ευδαιμονέστατοι κατά την κοινήν πεποίθησιν των κατοίκων -του Βαγδατίου και να προσκαλέση αυτούς. - -Αμ' έπος άμ' έργον· διά κήρυκος ανηγγέλθη εις τον λαόν της -πρωτευούσης η θέλησις του ηγεμόνος, να προσέλθουν όσοι -νομίζουν εαυτούς ευτυχείς· αλλά κανείς δεν παρουσιάσθη -αυθόρμητος. Εδέησε να γίνουν έρευναι, νέαι εξετάσεις, και -υπεδείχθησαν εις τον Βεζύρην τρεις άνθρωποι, οίτινες παρά -πάντων εθεωρούντο ευδαιμονέστατοι. - -Ο πρώτος ήτο ο πλουσιώτατος των εμπόρων της πόλεως. - -Ουδέποτε είχεν αποτύχει εις τας επιχειρήσεις του· συνοδίαι -καμήλων μετέφερον εις τα πέρατα της Ασίας τα πλούσια -εμπορεύματά του και επέστρεφον με φορτίον χρυσίου. Έζη -μεγαλοπρεπέστατα δαψιλώς διατρέφων εις τον οίκον του -οικείους και ξένους και ποιούμενος εν γένει αρίστην και -φιλάνθρωπον χρήσιν του πλούτου. - -Ο Βεζύρης τον προσεκάλεσε και του ανήγγειλε την επιθυμίαν -του Καλίφου. - - — Ω κραταιέ Βεζύρη, απήντησεν ο έμπορος, μη κρίνης ποτέ εκ -του εξωτερικού τον ευτυχή άνθρωπον. Ιδέ! . . . - -Και γυμνώσας τον πόδα του έδειξε πληγήν αιμάσσουσαν, έλκος -βδελυρόν, αποτρόπαιον την θέαν. - - — Θα έδιδα όλον μου τον πλούτον και ακόμη όσον θα εσύναζα -μέχρι τέλους της ζωής μου, εξηκολούθησε στενάζων ο έμπορος, -αν ηδυνάμην να θεραπεύσω την πληγήν ταύτην, η οποία είνε -ανίατος. - -Ο Βεζύρης τον απέπεμψε και προσεκάλεσε τον δεύτερον. - -Ήτο ούτος σοφός τις πρεσβύτης, ζων εν ερημία και μονώσει -και καταγινόμενος ανενδότως εις την μελέτην των αποκρύφων -επιστημών εν τω μέσω χοανών, φιαλών, πυραύνων [71], -χειρογράφων και των τοιούτων. - - — Θα ήμην τωόντι ευτυχής, απήντησεν ο πρεσβύτης, αν -κατώρθουν ν' ανεύρω εκείνο, το οποίον ζητώ. - - — Και τι ζητείς; ηρώτησεν ο Βεζύρης. - - — Την φιλοσοφικήν λίθον. Έτη πολλά εργάζομαι αδιαλείπτως -προς τούτο· παρήτησα πάσαν χαράν και απόλαυσιν του βίου, -απεχωρίσθην των ομοίων μου, κατέκαυσα μυριάκις τας χείρας -μου, εδαπάνησα όλην μου την περιουσίαν εις πειράματα και -δεν ήλθα εις εξαγόμενον κανέν. Ενώ νομίζω, καθ' εκάστην ότι -φθάνω εις το επιθυμητόν τέρμα, η επιτυχία εκφεύγει των -χειρών μου. Βλέπεις αυτό; είπε δεικνύων φιαλίδιον το οποίον -εξήγαγεν εκ του κόλπου του, είνε δραστικώτατον δηλητήριον, -το οποίον ιδίαις χερσί κατεσκεύασα. Ολίγαι δοκιμαί μου -απομένουν ακόμη· αν και εις αυτάς αποτύχω, αυτό θα μου δώση -την ανάπαυσιν. - -Ο Βεζύρης απέπεμψε και τον αλχημιστήν και προσεκάλεσε τον -τρίτον σιδηρουργόν πλήρη ασβόλης, όστις είχε προσδράμει εις -την πρόσκλησιν απορών διά την τιμήν και ελπίζων μήπως, -ήθελον να τον επιφορτίσουν με επικερδή εργασίαν, διό και -παρουσιάσθη με όψιν φαιδράν. - - — Έμαθον, του είπεν ο Βεζύρης, ότι είσαι ευτυχισμένος -άνθρωπος. Εις διάστημα έξ ετών, αφότου ενυμφεύθης, -απέκτησες δώδεκα τέκνα άρρενα, διότι η γυνή σου έτικτε κατ' -έτος δίδυμα. Είνε χάρις την οποίαν σπανίως χορηγεί ο -ουρανός. Τι λέγεις; . . . - -Ο σιδηρουργός εσκυθρώπασε και με γέλωτα πικρόν απήντησεν: - - — Ευτυχισμένος εγώ! Ω Υψηλότατε, δεν γνωρίζεις τα βάσανά -μου· είνε αληθές ότι ενόμιζον τον εαυτόν μου ευδαίμονα και -εθεώρουν εξαιρετικήν χάριν την κατ' έτος αύξησιν της -οικογενείας μου κατά δύο μέλη. Ήμην υπερήφανος διά την -γονιμότητα της συζύγου μου· ειργαζόμην με διπλασίαν ζέσιν -και τα κέρδη μου επήρκουν αφθόνως προς διατροφήν των τέκνων -μου, και όταν ακόμη ταύτα έγιναν από δύο τέσσαρα και από -τέσσαρα έξ. Αλλ' όταν τα έξ έγιναν οκτώ και τα οκτώ δέκα, -τότε η στενοχώρια ήρχισε να με βασανίζη, εγένετο δε -ανυπόφορος ότε διά του τελευταίου τοκετού συνεπληρώθη η -δωδεκάς. Τα καθ' ημέραν κέρδη μου δεν επαρκούν πλέον προς -διατροφήν των δώδεκα γόνων μου. Όταν την εσπέραν -επανέρχωμαι κατάκοπος, με τους βραχίονας κεκμηκότας εκ της -σφύρας, με την όψιν πυρακτωμένην εκ της καμίνου, η καρδία -μου συντρίβεται, διότι ο άρτος τον οποίον φέρω δεν -θεραπεύει την όρεξιν των τέκνων μου. Υψηλότατε, άκουσόν με! -Αν η σύζυγός μου εξακολουθήση την μέθοδον να με προικίζη -κατ' έτος με νέον ζεύγος τέκνων, αι δυνάμεις μου δεν θ' -ανθέξουν πλέον και οι ιχθύες του Τίγρητος θα κορέσουν την -πείναν των με τας σάρκας μου. - -Αγανακτών ο Βεζύρης διά την αποτυχίαν απέπεμψε και τον -σιδηρουργόν, αφού οικτίρας εφιλοδώρησεν αυτόν. Ήτο δυνατόν -εις την πολυάνθρωπον πόλιν του Βαγδατίου να μη ευρίσκεται -είς και μόνος άνθρωπος ευτυχής; Και όμως εγνώριζεν εκ -πείρας ότι τούτο ήτο η αλήθεια! Το κράτος όμως του Καλίφου -δεν εξετείνετο μόνον επί του Βαγδατίου· υπήρχον ακόμη χώραι -πολλαί, πόλεις μεγάλαι και πλούσιαι υποτασσόμεναι υπό το -σκήπτρον του αρχηγού των πιστών. Απεφάσισε λοιπόν να πέμψη -απεσταλμένους να περιέλθουν πάσας τας χώρας και πόλεις του -κράτους και όπου αν εύρουν ένα άνθρωπον ευτυχή να λάβουν το -υποκάμισόν του και να το φέρουν έν τάχει εις την -πρωτεύουσαν. - -Οι απεσταλμένοι εφοδιασθέντες με συστατικά γράμματα προς -τους διοικητάς εξεκίνησαν εκ της πρωτευούσης και μετά τινας -ημέρας έφθασαν εις Δαμασκόν, όπου ανεκοίνωσαν εις τον -διοικητήν τον σκοπόν της ελεύσεώς των. - - — Ένα μόνον άνθρωπον γνωρίζω ευτυχή, απήντησεν ο -διοικητής, και ούτος είνε ο Αμπτούλ. Ο πατήρ του τού αφήκε -μικράν οικίαν ως μόνην κληρονομίαν, και αυτός ηναγκάζετο να -εργάζεται ως αχθοφόρος διά να κερδίζη τα προς το ζην. Μίαν -ημέραν επισκευάζων την οικίαν του εύρε θησαυρόν. Έκτοτε -εγκατέλιπε το βάναυσον έργον του και θεωρείται είς των -πλουσιωτάτων κατοίκων της πόλεώς μας. - -Οι απεσταλμένοι επορεύθησαν προς επίσκεψιν του Αμπτούλ, -όστις τους εδέχθη εντός θαλάμου τόσον πενιχρού, φέρων -ενδύματα τόσον τετριμμένα και μέχρι ρυπαρίας ακάθαρτα, ώστε -κατ' αρχάς ενόμισαν ότι ηπατήθησαν και ότι ο ενώπιόν των -ευρισκόμενος δεν ήτο ο ευτυχής ευρέτης του θησαυρού. Αλλ' -ούτος τους εξήγαγε της πλάνης μετ' ολίγον. - - — Βέβαια εκπλήττεσθε, είπε, διά το πενιχρόν της κατοικίας -και των ενδυμάτων μου, και αμφιβάλλετε αν πράγματι είμαι -εγώ ο Αμπτούλ, περί του οποίου σας ωμίλησαν, ο κάτοχος του -θησαυρού, τον οποίον μου έπεμψεν ο ουρανός. Κατηραμένη να -είνε η ώρα, κατά την οποίαν ανεκάλυπτα τον θησαυρόν -εκείνον, όστις υπήρξεν η αιτία της δυστυχίας μου. Αληθώς -ευτυχής ήμην πριν εύρω αυτόν! Πού είσθε τώρα, ευδαίμονες -και φαιδραί ημέραι, κατά τας οποίας κερδίζων τον άρτον διά -του ιδρώτος μου έζων αμέριμνος και εκοιμώμην γαλήνιος; Τώρα -φοβούμαι και την σκιάν μου. Ο ύπνος δεν κατέρχεται να -κλείση τα βλέφαρά μου, διότι φοβούμαι μη με ληστεύσουν. Η -οκνηρία κατέλαβε την ψυχήν μου, και εκ φόβου μη αναγκασθώ -πάλιν να αναλάβω το κοπιώδες έργον μου, αν ο θησαυρός μου -εξαντληθή, δεν τολμώ να τον εγγίσω και προτιμώ να υποφέρω -στενοχωρίας φρικτάς μάλλον παρά ν' αρχίσω να εξοδεύω -γενναίως. Είμαι δυστυχής άνθρωπος· οικτίρατέ με! - -Οι απεσταλμένοι αφήσαντες τον φιλάργυρον γοερώς έτι -παραπονούμενον ανεχώρησαν και μετέβησαν εις άλλην πόλιν, -της οποίας ο διοικητής, εις άκρον φιλήδονος, ανέκραξε μαθών -το αίτιον της περιοδείας των: - - — Και τίνος εις τον κόσμον η ευτυχία δύναται να συγκριθή -με την ευτυχίαν του Ομάρ, όστις προ τριών ημερών ενυμφεύθη -τον μαργαρίτην της Ασίας, το ρόδον το εύοσμον της χάριτος, -την βασίλισσαν της καλλονής, την ωραία Φατμέ; - -Αλλ' ο ευτυχής νυμφίος Ομάρ δεν ήτο σύμφωνος ως προς την -διθυραμβικήν ταύτην εκτίμησιν της χαριτοβρύτου συζύγου του. -Ηναγκάσθη να ομολογήση προς τους απεσταλμένους ότι ο -μαργαρίτης, το ρόδον, η βασιλίς ήτο δύστροπος γυνή και -αλαζών και, όπερ χείρον, μη διατηρήσασα ακηλίδωτον το -παρελθόν της. Η τελευταία ιδιότης της συζύγου του περιήλθεν -εις γνώσιν του μετά τον γάμον, αλλά δεν ηδύνατο να διαλύση -το συνοικέσιον, διότι σπαταλήσας αυτός την ιδικήν του -περιουσίαν εδέησε να πληρώση εκ της προικός τους αγρίους -δανειστάς του. Ο Ομάρ ήτο μία μονάς απλουστάτη εν τω -απεράντω μαρτυρολογίω των συζύγων και ουδέν πλέον. - -Εν άλλη τινί πόλει των θνητών ευτυχέστατος εθεωρείτο ο -Γεζίδ. Φαιδρότερος ανήρ αυτού δεν υπήρχεν εις την -οικουμένην· αλλεπάλληλα ήσαν τα συμπόσια εν τη οικία του· -χοροί και άσματα ακαταπαύστως αντήχουν εντός αυτής, μίμοι -παράσιτοι, ορχηστρίδες έζων αυτόθι διαρκώς, και ο ευδαίμων -οικοδεσπότης ουδέποτε εθεάθη θρηνών ή μελαγχολών, εξοδεύων -αφειδώς τα πλούτη, το οποία κατέλιπεν εις αυτόν άτεκνός τις -θείος του. - -Τω όντι, ότε επλησίασαν εις την κατοικίαν του Γεζίδ, -άκουσαν βοήν οργάνων και ηχηρών γελώτων. Τράπεζα με -πολυποίκιλα εδέσματα ήτο εστρωμένη εις το μέσον της στοάς· -πολυπληθείς οικέται περιήρχοντο κομίζοντες επί παροψίδων -γλυκύσματα εκλεκτά και αναψυκτικά ποτά. Ο ευδαίμων Γεζίδ εν -τω μέσω ευθύμου ομίλου φίλων υπεδέχθη τους απεσταλμένους -πάνυ αβροφρόνως και εγκαρδίως, τους ηνάγκασε να καθίσουν -εις την τράπεζάν του και να ευθυμήσουν επί πολλάς ώρας. -Τόση δε ήτο του οικοδεσπότου η άδολος γαλήνη και η -φαιδρότης, ώστε οι απεσταλμένοι μετά χαράς επίστευσαν ότι -έφθασαν εις το τέρμα της οδοιπορίας των, και ότι εύρον τον -ανεύρετον φοίνικα, ένα άνθρωπον δηλαδή αληθώς ευτυχή. Αλλ' -οποία υπήρξεν η έκπληξίς των, ότε μετά το γεύμα ο -οικοδεσπότης προσεκάλεσεν αυτούς εις ιδιαίτερον θάλαμον και -εκεί τους εξεμυστηρεύθη την αλήθειαν, διά να μη φανή, ως -έλεγεν, απειθών εις την πρόσκλησιν του κραταιοτάτου -Καλίφου! Ο θείος του πλούσιος, αλλά κακότροπος και -μισάνθρωπος, διανύσας βίον άστοργον και έρημον, έσχε κατά -την στιγμήν του θανάτου του την σκληράν ιδιοτροπίαν να -καταλίπη μεν εις αυτόν την περιουσίαν του, αλλ' υπό τον -ρητόν όρον να είνε πάντοτε φαιδρός και να ευθυμή αδιακόπως. -Αν μίαν ημέραν ήθελε φανή δακρύων, δύσθυμος απλώς έστω, η -περιουσία θα περιήρχετο εις άλλους συγγενείς. Ένεκα τούτου -διαρκής κατασκοπεία ενηργείτο υπό των συγγενών, οι οποίοι -είχον αδιαλείπτως τα όμματα προσηλωμένα επί της μορφής του, -καραδοκούντες να ίδουν το μειδίαμα εξαλειφόμενον εκ των -χειλέων του και τους οφθαλμούς του υγραινομένους εκ της -λύπης. - - — Είνε αγών υπεράνθρωπος, εξηκολούθησε λέγων ο Γεζίδ. -Πολλάκις, ενώ αιμάσσουν τα σπλάγχνα μου, είμαι ηναγκασμένος -να φέρω εις την μορφήν μου το προσωπείον της χαράς· ενώ με -τυραννούν απερίγραπτοι ψυχικοί αλγηδόνες, το στόμα μου είνε -ηναγκασμένον να φέρη τον μορφασμόν του μειδιάματος. Η λύπη, -την οποίαν μου είνε απηγορευμένον να εκδηλώσω, κρύπτεται -εις τα βάθη της καρδίας και υποσκάπτει τον βίον μου· η -παρηγορία των δακρύων μου είνε αποκλεισμένη. Οικτίρατέ με, -αυθένται! είμαι το αθλιώτατον των επί γης πλασμάτων! - -Πλήρεις απογοητεύσεως απήλθον οι απεσταλμένοι, πεισθέντες -πλέον περί της ολοσχερούς αποτυχίας της αποστολής των. Ουχ -ήττον περιήλθον πολλάς έτι πόλεις και κώμας ματαίως -αναζητούντες τον ανύπαρκτον ευτυχή άνθρωπον. Οι -υποδεικνυόμενοι ως ευτυχείς ήσαν απεναντίας δυστυχέστατοι. -Θλίψις τις απόκρυφος, οδύνη βαθεία, απάτη πικρά, πόθος -ανεκπλήρωτος, μη προκύπτοντα εις τα όμματα του πλήθους, -υπεκρύπτοντο υπό πάσαν επιφάνειαν ευτυχίας. Ο ένδοξος και -τροπαιούχος πολεμιστής είχεν υιόν λεπρόν. Ο πολυμαθής -φιλόσοφος ωδύρετο διότι το έργον των πολυετών του κόπων, η -ακριβής απαρίθμησις των αστέρων του ουρανού, κατεστράφη υπό -των ποντικών. Ο πλούσιος κτηματίας και γεωπόνος είχε -σύζυγον στείραν, ο δε έξοχος ιατρός έπασχεν εκ τοιαύτης -κωφώσεως, ώστε πολλούς πελάτας του έπεμψεν εις την -αιωνιότητα, διότι, άλλ' αντ' άλλων ακούσας, διώρισεν -αντίθετα φάρμακα. - -Ουδείς ήτο ευχαριστημένος κατά πάντα· ουδείς ήτο ευτυχής. -Οι απεσταλμένοι επέστρεφον αθυμούντες και κατά την -επιστροφήν διενυκτέρευσαν είς τινα κώμην, εκ της οποίας δεν -είχον πρότερον διέλθει. Ο φιλοξενήσας αυτούς προεστώς του -χωρίου κατά το γεύμα τοις είπεν: - - — Αυθένται, έχομεν ημείς εδώ ένα άνθρωπον, όστις όχι μόνον -φαίνεται αλλ' είνε και πράγματι ευτυχής. - - — Ποίος είν' αυτός; ανέκραξαν περιχαρείς οι απεσταλμένοι. - - — Είς επαίτης! . . . - -Οι απεσταλμένοι εσκυθρώπασαν. Αφού οι ισχυρότατοι, οι -πλουσιώτατοι, οι σοφώτατοι, οι φαιδρότατοι των υπηκόων του -Καλίφου δεν ήσαν ευτυχείς, ήτο δυνατόν να είνε τοιούτος είς -άθλιος επαίτης, αποζών εκ του ελέους των άλλων; . . - -Ουχ ήττον επορεύθησαν την άλλην ημέραν και εύρον τον -επαίτην καθήμενον παρά την οδόν χαμαί, ερείδοντα [72] τα -νώτα επί παλαιού τοίχου. Ήτο ρακένδυτος, εκράτει εις χείρας -βακτηρίαν και παρά τους πόδας του εκείτο εξηπλωμένος ο κύων -του. Μόλις τους είδεν ο επαίτης έτεινε την χείρα ζητών -έλεος και προφέρων τας συνήθεις ευχάς και επικλήσεις. Το -πρόσωπόν του δεν έφερεν ίχνη αλγηδόνος τινός· ήτο γέρων, -αλλ' είχεν όψιν θαλεράν, μη φέρουσαν τον τύπον εκείνον, τον -οποίον καταλείπουν συνήθως αι στερήσεις και αι συμφοραί. -Ενθαρρυνθέντες εκ του εξωτερικού τούτου οι απεσταλμένοι -επλησίασαν και συνήψαν μετ' αυτού ομιλίαν. - - — Είσαι ευχαριστημένος από την ζωήν σου; τον ηρώτησαν. - - — Ναι, αυθένται, ευχαριστημένος κατά πάντα. - - — Και με τι μέσα ζης; - - — Με τα ελέη των πιστών. - - — Και σε αρκούν; - - — Με αρκούν. - - — Αλλ' αν καμμίαν ημέραν δεν κερδίσης τίποτε; - - — Επιφυλάσσομαι να γευθώ με διπλασίαν όρεξιν την επαύριον. - - — Έχεις κανένα σύντροφον; - - — Έχω αυτόν τον σκύλον, όστις είνε ο πιστότατος των -συντρόφων. - - — Και δεν έχεις κανένα πόθον, καμμίαν ελπίδα, της οποίας -να επιθυμής την πραγματοποίησιν; - - — Τίποτε. - - — Είσαι λοιπόν ευτυχής άνθρωπος; - - — Ευτυχέστατος. - -Οι απεσταλμένοι ηυχαρίστησαν μεγαλοφώνως τον Προφήτην και -εζήτησαν παρά του επαίτου το υποκάμισόν του. Ούτος ησχύνθη, -αλλά πεισθείς εκ της παραινέσεως του προεστώτος μάλλον ή εκ -του χρυσίου, το οποίον προσέφερον εις αυτόν οι -απεσταλμένοι, εξεδύθη και το έδωκεν. Οι απεσταλμένοι έθηκαν -το ρυπαρόν ιμάτιον εντός πολυτελούς χρυσής θήκης και -αυθωρεί ανεχώρησαν εις Βαγδάτην. Ο Βεζύρης, όστις -ανυπομόνος τους ανέμενεν, εδέχθη αυτούς μετ' αγαλλιάσεως -και εκόμισεν αυτοπροσώπως εις τον μονάρχην του το πολύτιμον -εύρημα. Ο ηγεμών, όστις εν τω μεταξύ είχε καταντήσει ως -φάσμα εκ της ανησυχίας, ηυχαρίστησεν αυτόν διά τον ζήλον -του και την εσπέραν ενεδύθη μετά τινος αποστροφής το -υποκάμισον του επαίτου και κατεκλίθη. - -Τι συνέβη άραγε; Η προσδοκία και η συγκίνησις ημπόδισαν τον -Καλίφην να κοιμηθή ή μήπως αι πτυχαί του χιτώνος του -επαίτου έκρυπτον κόσμον δυσώνυμον ζωυφίων, άτινα εύρον την -ανέλπιστον ηδονήν να εντρυφήσουν εις τας αβράς σάρκας του -μαλθακού ηγεμόνος; Οι χρονογράφοι δεν αναφέρουν τίποτε περί -τούτου, αν και η δευτέρα εικασία φαίνεται πιθανωτέρα. Το -βέβαιον είνε ότι ο Καλίφης έμεινεν άγρυπνος όλην εκείνην -την νύκτα, και ότε την πρωίαν ο Βεζύρης, από του όρθρου -αναμένων την έγερσίν του, τον ηρώτησεν ανυπομόνως τι ήτο η -ευτυχία, ο Καλίφης κάτωχρος, με οφθαλμούς ερυθρούς και -οιδαλέους [73] απήντησε δυσθύμως: - - — Η ευτυχία είνε &φαγούρα&. - -Και εκβαλών ευθύς τον χιτώνα μετέβη εις το λουτρόν. - -Έκτοτε απεφάσισε να εγκαρτερήση εν τη ατυχία του και να μη -επιδιώξη πλέον να κατακτήση την ευτυχίαν. Ο ατυχής ούτος -ηγεμών έζησεν απολαύων όλων των επί γης αγαθών μέχρι του -ενενηκοστού ογδόου έτους της ηλικίας του. Ο επίδοξος -διάδοχος, εις μάτην αναμένων τον θρόνον, απεβίωσε προ -αυτού, και ο βεζύρης απεβίωσεν έν έτος μετά τον θάνατον του -διαδόχου, χαίρων διότι έφερε την κεφαλήν και το σώμα -συνηνωμένα εις τον τάφον του. - -** -* - -Και το επιμύθιον; - -Επιμύθιον δεν υπάρχει· αλλ' επειδή, κατά την συνήθειαν, -πρέπει να θέσω έν, εκλέγω ως τοιούτο την γενικήν σημερινήν -ευχήν: - -Εύχομαι υγείαν και ευτυχίαν προς τους αναγνώστας, αλλά, -εννοείται, υγείαν άνευ οδονταλγίας και ευτυχίαν άνευ -&φαγούρας&. - - - -Ο ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ - -(Υποτιθεμένη αγόρευσις ενώπιον του Δικαστηρίου της Κοινής -Γνώμης) - - - -Κύριοι· - -Αναλαμβάνω θαρραλέως και αυτοβούλως ενώπιον του υμετέρου -δικαστηρίου την υπεράσπισιν ανδρός κατηγορηθέντος προ -εικοσιτριών αιώνων. Το χρονικόν τούτο διάστημα ας μη σας -πτοήση· πρόκειται περί δίκης ελληνικής, δισχίλια δε και -τριακόσια έτη είνε διάστημα μηδαμινόν απέναντι της -αιωνιότητος και των ελληνικών δικαστηρίων. - -Του πελάτου μου δυστυχώς δεν γνωρίζω το όνομα. Αλλά και -τούτο δεν είνε εκπληκτικόν. Η ιστορία υπήρξεν ανέκαθεν -άδικος και, ενώ περιέλαβεν εις το απέραντον αυτής πάνθεον -ονόματα ασήμων και διά την ανθρωπότητα όλως αδιαφόρων -υποκειμένων, παρέλειψε μεροληπτικώς ή επιπολαίως άλλα, -ανθρώπων οι οποίοι έπρεπε να μένωσιν ονομαστί γνωστοί εις -αιώνα τον άπαντα. Όλοι, επί παραδείγματι, γνωρίζουν τον -δόκτωρα Γκιλλοτίνον ως εφευρέτην της λαιμητόμου, ενώ -πραγματικώς ο φιλάνθρωπος ιατρός δεν ευθύνεται διόλου διά -την εφεύρεσιν της ανθρωποκτόνου μηχανής, ουδείς δε εξ όσων -ηρώτησα ηδυνήθη να μου είπη το όνομα του εφευρόντος τα -μακαρόνια. Η ιστορία ηυδόκησε να διασώση το όνομα του -παράφρονος Θρασύλλου, ο οποίος κατερχόμενος εις Πειραιά -εμέτρει ως ιδικά του τα καταπλέοντα πλοία, απηξίωσε δε ν' -αναφέρη πώς εκαλείτο ο αγαθός εκείνος και συνετός χωρικός, -ο μετά των άλλων εξοστρακίσας τον Αριστείδην. - -Ούτος είνε, κύριοι, ο πελάτης μου. Η ιστορία προ τόσων ετών -τώρα τον κρατεί εις τον κύφωνα [74] της χλεύης και του -ονείδους, δεν υπάρχει δε μαθητάριον παρερχόμενον περιδεές -προ των ακανθωδών δι' αυτό περιόδων των «Παραλλήλων Βίων» -και μη ρίπτον εναντίον του, τη ηθική εισηγήσει του -διδασκάλου, την αράν του αναθέματος. Και ουδείς υπάρχει -μέχρι τούδε ο σκεφθείς ότι ο άνθρωπος αυτός ο απεχθής και -κατάρατος ίσως είνε άξιος κρείττονος εκτιμήσεως. - -Το κατηγορητήριον αποτελείται από το γνωστόν ανέκδοτον το -αναφερόμενον υπό του Πλουτάρχου εν τω βίω του Αριστείδου: -«Γραφομένων ουν τότε των οστράκων, λέγεταί τινα των -αγραμμάτων και παντελώς αγροίκων, αναδόντα τω Αριστείδη το -όστρακον, ως ενί των τυχόντων, παρακαλείν όπως Αριστείδην -εγγράψη· του δε θαυμάσαντος και πυθομένου μη τι κακόν αυτώ -Αριστείδης πεποίηκεν ουδέν, είπεν ουδέ γινώσκω τον -άνθρωπον, αλλ' ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων. -Ταύτ' ακούσαντα τον Αριστείδην αποκρίνασθαι μεν ουδέν, -εγγράψαι δε τούνομα τω οστράκω και αποδούναι». [75] - -Αύτη είνε η πράξις του ανωνύμου κατηγορουμένου, -ευαρεστήθητε δε, κύριοι, όπως αναλύσωμεν και εξετάσωμεν -αυτήν ομού εν πνεύματι απαθείας και αμεροληψίας. Αλλ' όπως -εκτιμήσωμεν αυτήν καλώς και της αποδώσωμεν τον πρέποντα -χαρακτηρισμόν, οφείλομεν να εξετάσωμεν πρότερον την -διαγωγήν του παθόντος. Δεν προτίθεμαι να εκθέσω ενταύθα τον -πασίγνωστον βίον του Αριστείδου, επικαλούμαι όμως την -υμετέραν προσοχήν επί τινων περιστατικών. Δύο μερίδες -διηγωνίζοντο τότε εν Αθήναις, διαφιλονεικούσαι την αρχήν, -ηγούντο δε αυτών ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης. Οι δύο -ούτοι άνδρες ήσαν εκ παιδικής ηλικίας φίλοι, αλλ' έπειτα -ερίσαντες και χωρισθέντες ετράπησαν ιδίαν έκαστος οδόν. Η -αφορμή της έριδος ταύτης δεν είνε γνωστή εις πολλούς, διότι -πολλοί μανθάνουν τα κατά τον Αριστείδην από το κείμενον του -Πλουτάρχου το περιεχόμενον εις τας Χρηστομαθείας, αι οποίαι -συντασσόμεναι ad usun Delphini, πολλά παραλείπουν τα σκολιά -[76] και εις την ηθικήν μόρφωσιν των μαθητών αντικείμενα. -Όστις όμως θέλει να ίδη αυτήν εν εκτάσει, ας ανατρέξη εις -το β' εδάφιον του βίου του Αριστείδου και εις το γ' του -βίου του Θεμιστοκλέους εν οιαδήποτε αρτία εκδόσει των -Παραλλήλων, ένθα αναφέρεται η μαρτυρία του Χίου ή Κείου -Αρίστωνος και το μέρος το οποίον διεδραμάτισε κατά την -έριδα το μειράκιον [77] Στησίλεως, «ός ην γένει Κείος, ιδέα -τε και μορφή σώματος πολύ των εν ώρα λαμπρότατος». Βλέπετε -λοιπόν, κύριοι, ότι ο υιός του Λυσιμάχου, ο θεωρούμενος ως -υπογραμμός της ηθικής και της αρετής, ήτο επιρρεπής εις -μερικάς έξεις, αι οποίαι, όσον και αν δικαιολογούνται από -τα ήθη της εποχής, πάντοτε καταλείπουν στίγμα δυσεξίτηλον, -εις πάντα μεν εν γένει, αλλά περισσότερον εις τον αξιούντα -να προΐσταται και να ηγήται των άλλων. Αλλ' έστω, αφήνομεν -και τούτο κατά μέρος, επειδή πιθανόν να εγερθή ο ισχυρισμός -ότι η ιστορική μαρτυρία του Αρίστωνος δεν έχει μέγα κύρος· -ας ίδωμεν τα περαιτέρω. - -Ο Θεμιστοκλής, μάλλον ευφυής, μάλλον πανούργος, μάλλον -επιτήδειος, Έλλην νεώτερος σχεδόν κατά τον χαρακτήρα, -επεδίωξε την προαγωγήν διά του συνεταιρισμού, διά της -δημοκοπίας και της συναλλαγής. Η απάντησίς του προς τον -παρατηρήσαντα εις αυτόν ότι καλώς θ' άρχη των Αθηναίων, αν -φέρηται προς πάντας ίσος: «Μηδέποτ' εις τούτον εγώ -καθίσαιμι τον θρόνον, εν ώ πλέον ουδέν έξουσιν οι φίλοι -παρ' εμοί των αλλοτρίων», είνε ο κανών τον οποίον -ηκολούθησαν οι πολιτικοί πάσης εποχής εν Ελλάδι. Ο -Αριστείδης φυσικώ τω λόγω ετράπη εις την αντίθετον οδόν και -ηθέλησε να επιβληθή διά της αρετής. Προσεκολλήθη εις την -αριστοκρατικήν μερίδα, τόσον επιδεικτικώς και τόσον άμα -επιτηδείως, ώστε δεν εβράδυνε να επισύρη την προσοχήν και -την υπόληψιν του επιπολαίως πάντοτε κρίνοντος πλήθους. -Δόσις τις φαρισαϊσμού εντέχνου υπελάνθανεν εις πάντα αυτού -τα διαβήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον επεβλήθη εις την κοινήν -συνείδησιν και ίσχυσε να συγκεντρώση εις εαυτόν πάσαν την -εξουσίαν, παρασκευάσας εις εαυτόν, κατά την επιτυχή -έκφρασιν του Θεμιστοκλέους, μοναρχίαν αδορυφόρητον. Το -επίθετον &δίκαιος& περιεβλήθη ως ιμάτιον αναφαίρετον, ως -επωνυμίαν αναπόσπαστον του ατόμου του, ότε δε εις το -θέατρον απηγγέλλοντο στίχοι του Αισχύλου περί της -δικαιοσύνης του Αμφιαράου, ο δήμος χειροκροτών έστρεφε τα -βλέμματα προς τον Αριστείδην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην -εξήσκει κατά τρόπον περίεργον, οι λόγοι του δε και αι -πράξεις του διετέλουν πολλάκις εις κατάφορον και σκανδαλώδη -αντίθεσιν με τους στοιχειώδεις κανόνας του ορθού και του -δικαίου. Εν πρώτοις η πεφημισμένη αυτού ένδεια δεν είνε -εξηκριβωμένη· μεθ' όσα δε και αν λέγει ο ένθερμος αυτού -συνήγορος και θαυμαστής, ο αγαθός Πλούταρχος, φαίνεται ότι -υπάρχουν παρά τοις συγχρόνοις ιστορικοίς σοβαραί περί -τούτου αντιρρήσεις. Έπειτα κατηγορήθη και κατεδικάσθη επί -κλοπή, καθά μαρτυρεί ο Ιδομενεύς, ο υπό του Πλουτάρχου -αναφερόμενος ιστορικός. Είνε αληθές ότι την κατηγορίαν και -την καταδίκην ταύτην διενήργησεν ο Θεμιστοκλής, ο πολιτικός -αυτού αντίπαλος· αλλά τι να σας ειπώ, κύριοι! όσον και αν -υποθέσωμεν κακοήθη τον Θεμιστοκλή, όσον και αν φαντασθώμεν -άδικον τον δήμον των Αθηναίων, άνθρωπος υποπίπτων εις -τοιαύτην κατηγορίαν και καταδίκην δεν συνηθίζει βεβαίως να -νίπτη δεκάκις της ημέρας τας χείρας του δι' αγγλικού -σάπωνος. Άλλως τε, και αν παραδεχθώμεν ότι ταύτα ήσαν -συκοφαντίαι των εχθρών του, βέβαιον και αναμφισβήτητον είνε -ότι, αν δεν έκλεψεν αυτός, επέτρεπεν όμως εις άλλους να -κλέπτουν. Μετά την καταδίκην του «προσποιούμενος των -προτέρων μεταμέλειν αυτώ και μαλακώτερον ενδιδούς εαυτόν -ήρεσκε τοις τα κοινά κλέπτουσιν, ουκ εξελέγχων ουδέ -ακριβολογούμενος, ώστε καταπιμπλαμένους των δημοσίων -υπερεπαινείν τον Αριστείδην και δεξιούσθαι τον δήμον υπέρ -αυτού σπουδάζοντας άρχοντα πάλιν αιρεθήναι». Θα μου -παρατηρήσητε ότι έπραξε τούτο όπως ελέγξη κατόπιν τους -Αθηναίους και ανακράξη κομπαστικώς, ότε έμελλε να -χειροτονηθή εκ νέου άρχων: «Ότε μεν πιστώς και καλώς υμίν -ήρξα, προυπηλακίσθην επεί δε πολλά των κοινών καταπροείμαι -τοις κλέπτουσι, θαυμαστός είναι δοκώ πολίτης· αυτός μεν ουν -αισχύνομαι τη νυν τιμή μάλλον ή τη πρώην καταδίκη». Αλλά -δεν νομίζετε ότι είνε αρκετά περίεργος και αρκετά φίλαυτος, -αν μη τι άλλο, ο κυβερνήτης εκείνος ή ο πολιτικός, όστις εν -γνώσει αφήνει να διαπράττεται το κακόν και το ενθαρρύνει -μάλιστα, διά να λάβη κατόπιν την ευχαρίστησιν να ελέγξη -τους εχθρούς του; - -Εκτός τούτου, κύριοι, έχομεν και άλλας τινάς σοβαράς -μαρτυρίας, επί των οποίων εφιστώ την προσοχήν υμών και -επικαλούμαι την ευσυνείδητον και πεφωτισμένην κρίσιν σας. -Έχομεν την μαρτυρίαν του φιλοσόφου Θεοφράστου λέγοντος ότι -ο Αριστείδης, άκρως δίκαιος ων περί τα οικεία, εις τα κοινά -έπραξε πολλά ασυμβίβαστα με το δίκαιον χάριν του -συμφέροντος της πατρίδος, &«ως συχνής αδικίας δεομένης»,& -αναφέροντος δε το συμβάν της μετακομίσεως των εν Δήλω -χρημάτων, τη εισηγήσει των Σαμίων και παρά τας συνθήκας, -εις Αθήνας, ότε ο Αριστείδης εγνωμάτευσεν ότι το τοιούτο -δεν ήτο μεν δίκαιον, ήτο όμως συμφέρον, ήτοι εν άλλοις -λόγοις προέτρεπε τον δήμον να το πράξη, διασώζων άμα -υποκριτικώς και την ιδίαν περί χρηστότητος φήμην. Η -δικαιοσύνη άρα διά τον υιόν του Λυσιμάχου δεν ήτο απολύτως -σεβαστή, αλλ' εμετρείτο με τον πήχυν του συμφέροντος· αλλ' -εν τοιαύτη περιπτώσει, σας ερωτώ, κύριοι, κατά τι είνε -ανηθικώτερον το περιβόητον ρητόν των οπαδών του Λαϊόλα ο -&σκοπός εξαγιάζει τα μέσα;& Έχομεν κατόπιν την μαρτυρίαν -αυτού του Πλουτάρχου, βεβαιούντος ότι καταφερόμενος -εναντίον του Θεμιστοκλέους ηναγκάζετο ενίοτε, όπως -περιορίση την δύναμιν του πολιτικού του αντιπάλου, να -εναντιούται εις όσα εκείνος έπραττε «βέλτιον ηγούμενος -παρελθείν ένα των συμφερόντων τω δήμω ή το κρατούντ' -εκείνον εν πάσιν ισχυρόν γενέσθαι». Ιδού λοιπόν η -περιλάλητος χρηστότης του Αριστείδου! ιδού η αμώμητος -δικαιοσύνη του. Το πολιτικόν πάθος τον ετύφλωνεν επί -τοσούτον, ώστε προυτίμα να ζημιωθή μάλλον η πατρίς του παρά -να υπερισχύση ο αντίπαλός του. Τα τοιαύτα παραδείγματα -πωρώσεως της συνειδήσεως προερχομένης εξ ασβέστου και -αλόγου φατριαστικού πάθους είδομεν δυστυχώς -επαναλαμβανόμενα και εις τους νεωτέρους χρόνους, με την -διαφοράν όμως ότι οι μέχρις αυτού του σημείου -παρεκτρεπόμενοι δεν είχον την αξίωσιν να θεωρώνται και ν' -αποκαλώνται δίκαιοι. - -Αλλά τίνα ανάγκην έχομεν μαρτύρων, αφού έχομεν την -ομολογίαν αυτού του παθόντος, του Αριστείδου αυτού! Ναι, -κύριοι ο παθών εν στιγμή τινι εξάψεως, εν στιγμή ιδιαιτέρας -ψυχολογικής καταστάσεως, κατά την οποίαν και η μάλλον -πεπωρωμένη καρδία αισθάνεται την ανάγκην να λαλήση εν -ειλικρινεία, ωμολόγησεν αβιάστως την αλήθειαν. Προ μικρού -είχε λήξει η εκκλησία του λαού· οι δύο αντίπαλοι είχον -παραστή και παλαίσει διά του λόγου ενώπιον του πλήθους. Ο -Θεμιστοκλής προέτεινε φρόνιμόν τι μέτρον και ο Αριστείδης -κατά το σύστημά του τον αντέκρουσεν, η δε γνώμη του -υπερίσχυσε παρά τω αστάτω και παλιμβούλω δήμω. Και ηυφράνθη -μεν αμέσως επί τη νίκη, αλλ' ότε απήρχετο μετά των φίλων -του, η συναίσθησις της αξιομέμπτου πράξεώς του εκυρίευσεν -αίφνης την ψυχήν του και μία ειλικρινής ομολογία εξήλθεν -από τα χείλη του: «Δεν υπάρχει σωτηρία, είπε, διά τα -πράγματα των Αθηναίων, αν δεν αποφασίσουν να ρίψουν εις το -βάραθρον και εμέ και τον Θεμιστοκλή». Προσέξετε εις τους -βαρυσημάντους τούτους λόγους, κύριοι· αναμετρήσατέ τους -καλώς. Ο δίκαιος Αριστείδης θεωρεί εαυτόν άξιον του -βαράθρου· εάν ήτο τω όντι άξιος τοιαύτης καταδίκης -επιβαλλομένης εις τους κακούργους, τότε κατά πόσον ήτο -δίκαιος; και αν δεν ήτο άξιος, τότε διατί ο δίκαιος αυτός -να καταδικάση εαυτόν; Από το δίλημμα τούτο εις το οποίον -τον ενέβαλεν η ιδία αυτού ομολογία, δεν δύναται να διαφύγη -ο Αριστείδης με όλην την ιησουιτικήν ευστροφίαν του -πνεύματός του. - -Τας σκέψεις ταύτας δεν κάμνω μόνος εγώ, ο αυτόκλητος -συνήγορος· εγεννήθησαν βεβαίως αύται και εις το πνεύμα των -Αθηναίων, οι οποίοι σύγχρονοι όντες και ενήμεροι εις τα -συμβαίνοντα, οξύνοι δε και ευφυέστατοι υπέρ πάντας τους -προϋπάρξαντας και επιγενομένους λαούς, ηδύναντο να εκτιμούν -τα πρόσωπα και τα πράγματα πολύ ορθότερον ημών, των -εξεταζόντων αυτά μετά πάροδον εικοσιτριών όλων αιώνων. Ο -δήμος μετά τα Μηδικά, μεγαλοφρονών, ως λέγει ο Πλούταρχος, -και συναισθανόμενος ότι ήτο εξευτελιστικόν δι' αυτόν είς -ανήρ ανακόλουθος εν τη αρετή του να διευθύνη κατά βούλησιν -τα κοινά, απεφάσισε να τον εξοστρακίση. Πρέπει δε να ήτο -πολύ διαδεδομένη η τοιαύτη ιδέα, αφού διά να εξοστρακισθή -τις απητείτο να δώσουν περί τούτου την ψήφον των -εξακισχίλιοι πολίται. Τούτο και εγένετο· ο λαός συνελθών -εξοστράκισε τον Αριστείδην, κατά την ψηφοφορίαν δε συνέβη -το πολυθρύλητον ανέκδοτον, ένεκα του οποίου ο πελάτης μου -εκαθέσθη επί τοσούτον ήδη χρόνον εις το εδώλιον του -κατηγορουμένου. #Ήτο ούτος «των αγραμμάτων τις και παντελώς -αγροίκων», κατά την έκφρασιν του Πλουτάρχου, εκ των -κατοικούντων ίσως εις τους αγροτικούς των Αθηνών δήμους, -ανήρ άξεστος και τους τρόπους απέριττος, αλλά κεκτημένος -εμφύτως σύνεσιν και πνεύμα πρακτικόν, εκ των τύπων τους -οποίους απηθανάτισεν ο Αριστοφάνης, και εις το χονδρόν -κρανίον των οποίων κατέφευγεν η φρόνησις, ότε τα άλογα -πολιτικά πάθη επεσκότιζον την διάνοιαν των Αθηναίων αστών. -Παρευρίσκετο μετά των άλλων πολιτών εκεί και, επειδή ήτο -αγράμματος, παρεκάλεσε τον πρώτον εντυχόντα να εγγράψη αντ' -αυτού εις το όστρακόν του το όνομα του Αριστείδου. Η -σύμπτωσις ηθέλησεν ώστε ο πρώτος ούτος εντυχών να είνε ο -ίδιος Αριστείδης, όστις απορήσας τον ηρώτησεν αν ο ανήρ τον -οποίον ήθελε να εξοστρακίση τον έβλαψέ ποτε. «Όχι, -απήντησεν ο πελάτης μου, ουδέ γινώσκω τον άνθρωπον, αλλ' -ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων». - -Αυτό, κύριοι, είνε το μόνον έγκλημα του κατηγορουμένου. Δι' -αυτό το μόνον επί τόσους αιώνας υπέστη τα σκώμματα, την -χλεύην, το όνειδος σύμπαντος του μετέπειτα πολιτισθέντος -κόσμου. Και όμως μελετήσατε τους λόγους αυτούς, εμβαθύνατε -εις την ενεχομένην εις αυτούς έννοιαν και κρίνατε αν ο -ατυχής ανώνυμος πελάτης μου ήτο άξιος τοιαύτης καταδίκης. - -Τι είπεν επί τέλους; ότι ηνωχλείτο τον Δίκαιον πανταχού -ακούων. Και δεν είνε τάχα ορθόν; δεν είνε φυσικόν τούτο; -δεν είνε το ανθρωπινώτατον των αισθημάτων; Όταν εν πόλει -περιεχούση τόσους εξόχους νόας, τόσους εναρέτους και -μεγαλοπράγμονας πολίτας, είς μόνος ανήρ προβάλλη εις το -μέσον επιδεικτικώς αντιποιούμενος τον τίτλον του Δικαίου, -δεν κηρύττει αναφανδόν ότι πάντες οι λοιποί συμπολίται του -είνε άδικοι; Έπειτα, κύριοι, αυτοί οι τιμητικοί τίτλοι, -αυτά τα πομπώδη επίθετα, αυτά τα χρυσόβουλλα τα αποδιδόμενα -παρά των συγχρόνων κολάκων είτε παρά του συναρπαζομένου εκ -των κατ' επιφάνειαν φαινομένων και πάντοτε επιπολαίως -κρίνοντος πλήθους προς επιφανείς πολιτικούς άνδρας, πάντοτε -σχεδόν απεδείχθησαν ψευδή και ανάρμοστα, η δε αμερόληπτος -Ιστορία έρχεται κατόπιν και τα σχίζει και τα μυκτηρίζει. -Εάν από τους χρόνους της αθηναϊκής ευκλείας μεταπηδήσωμεν -εις εποχήν περίφημον και θυελλώδη των νεωτέρων χρόνων, θα -ίδωμεν ότι από της αρχής της Γαλλικής Επαναστάσεως μέχρι -της 9 Θερμιδώρου όλοι οι Γάλλοι απεκάλουν τον Μαξιμιλιανόν -Ροβεσπιέρρον αδιάφθορον. Αλλά τα έγγραφα τα εξετασθέντα -παρά του Κουρτοά και η Κριτική Ιστορία απέδειξαν αυτόν -απεναντίας λίαν διεφθαρμένον. Κατά την αυτήν εποχήν έτερός -τις πολιτικός ανήρ, δευτερεύον διαδραματίσας, αλλ' επίσης -αιματηρόν μέρος, ο Βαδιέ, απεκαλείτο κοινώς l' homme aux -soixante ans de vertu· και όμως ο επί εξηκονταετίαν -ενάρετος αυτός ανήρ απεδείχθη ότι έπεμψεν εις το ικρίωμα -ολόκληρον αθώαν οικογένειαν διότι ηρνήθη να συγγενεύση δι' -αγχιστείας μετά του υιού του! Την πλάνην του πλήθους -εγίνωσκεν ο φύσει ορθοφρονών πελάτης μου, καίτοι δεν είχε, -κατά πάσαν πιθανότητα, αναγνώσει την ιστορίαν της Γαλλικής -Επαναστάσεως, πρώτον διότι ήτο αγράμματος και δεύτερον -διότι την εποχήν εκείνην δεν είχεν εκδοθή το βιβλίον του -ακαδημαϊκού Ταιν. Την εγίνωσκεν εκ πείρας, εξ ορθής -αντιλήψεως και σαφούς εκτιμήσεως των πραγμάτων και ήχθετο -και ηνωχλείτο διά την επωνυμίαν. Και πώς ήτο δυνατόν, -κύριοι, να μη ενοχληθή, να μη δυσανασχετήση ακούων -πανταχού, εν ταις εκκλησίαις, εν τοις ναοίς, εν τη αγορά, -εν τοις θεάτροις, εν τοις θερμοπωλείοις, εν τοις κουρείοις -την φήμην αυτήν περί του Δικαίου, την τόσω ασυμβίβαστον -πολλάκις με τα πράγματα, το επίθετον αυτό το απανταχού -περιβομβούν και πλήττον δυσαρέστως την ακοήν του ως -διασύρον την υπόληψιν ολοκλήρου πόλεως; Πώς ήτο δυνατόν ο -τίμιος αυτός και μετριόφρων πολίτης να μη αγανακτήση επί -τέλους διά την ύβριν την γινομένην προς τους συμπολίτας -του, όπως ηγανάκτησαν και τόσαι άλλαι χιλιάδες Αθηναίων, -οίτινες μολονότι ενέγραψαν επίσης το όνομα του Αριστείδου -εις τα όστρακά των, δεν εκακίσθησαν τοσούτον απηνώς υπό της -Ιστορίας όσον ο ταλαίπωρος πελάτης μου; εάν ήτο πράγματι -δίκαιος και μεγαλόφρων ο Αριστείδης, πρώτος αυτός ώφειλε να -ενοχληθή και πρώτος να επιζητήση παντί σθένει την -παρακώλυσιν της διαδόσεως του τόσον προσβλητικού διά τους -άλλους τίτλου. Η Σύγκλητος της Ρώμης θέλουσά ποτε να -βραβεύση τον ύπατον Δουίλιον, πρώτον εκ των Ρωμαίων -ναυμαχήσαντα και κατατροπώσαντα τους Καρχηδονίους, -απένειμεν εις αυτόν έκτακτον και παράδοξον τιμήν, ορίσασα -όπως, κατά την έξοδον αυτού εκ της οικίας του εν οιαδήποτε -ώρα, διαρκώς παρακολουθή αυτόν αυλητής &φυσών& τον αυλόν -του. Ο νικηφόρος στρατηγός κατ' αρχάς τα μάλα επήρετο και -ενηβρύνετο διά την τιμητικήν ταύτην συνοδίαν αλλά του -χρόνου προϊόντος η αδιάκοπος αύτη μελωδία ήρχισε να -καθίσταται οχληρά και εις αυτόν τον ίδιον και εις τους -γείτονας και εις τους διαβάτας· ότε δε είδεν ότι δεν -ηδύνατο ούτε εν ώρα νυκτός να εξέλθη, δι' ερωτικήν, -υποτεθείσθω, και μυστηριώδη εκδρομήν, χωρίς να τον -παρακολούθηση η θορυβώδης αύτη σκιά και να εξέλθουν όλοι οι -παροικούντες εις τα παράθυρα διά να τον ανευφημήσουν, -εδέησε να ζητήση ως χάριν παρά της Συγκλήτου όπως τον -απαλλάξη της τιμής ταύτης. Αλλ' ο Δουίλιος ήτο φιλότιμος -στρατιώτης, ενώ ο Αριστείδης ήτο επιτήδειος πολιτικός και -με την πολιτικήν ποτέ δεν συμβαδίζουν η μετριοφροσύνη και η -ειλικρίνεια, ειμή όταν πρόκειται να οδηγήσουν αυτήν εις την -δυσμένειαν και την απώλειαν. - -Διότι, κύριοι, ο θέλων να διακριθή διά των πράξεών του -οφείλει ν' αποβλέπη όχι μόνον εις το εξ αυτών ηθικόν -κέρδος, αλλά και εις τα καθήκοντα, τα οποία η θέσις αυτού -του επιβάλλει. Το πρώτον δε και στοιχειωδέστατον των -καθηκόντων τούτων είνε να τηρή απέναντι των άλλων στάσιν -τοιαύτην, ώστε να μη τιτρώσκεται διά της υπεροχής του η -φιλοτιμία και η αξιοπρέπεια αυτών. Παραδέχομαι προς στιγμήν -ότι ο Αριστείδης ήτο ο δικαιότατος των ανθρώπων, ότι τα -διαδοθέντα περί αυτού ήσαν στυγεραί συκοφαντίαι των εχθρών -του, ότι ήσκησεν αδόλως την αρετήν, ότι ενήργησεν αείποτε -εν χρηστώ τω συνειδότι, ότι προσηνέχθη εντίμως προς τους -πολιτικούς του αντιπάλους, ότι ευηργέτησε πολυειδώς και -πολυτρόπως την πατρίδα του· Έστω· αλλ' ήτο τάχα ανάγκη -αυτάς τας εκδουλεύσεις και τας αρετάς του να τας -διατυμπανίζη αενάως, να τας κηρύττη διαρκώς διά στόματος -των φίλων και οπαδών του — κρίμα ότι δεν είχε και ιδικήν -του εφημερίδα! — να διατηρή επιτηδείως διαρκή και οχληράν -&ρεκλάμαν& θαυμασμού προς το υποκείμενόν του; Είνε αληθές -ότι πολλάκις η αγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τον -ευεργέτην είνε οκνηρά και απρόθυμος και έχει ανάγκην -κινήτρου. Κάποτε μάλιστα αι σχέσεις της ευγνωμοσύνης προς -την ευεργεσίαν είνε όλως διόλου χαλαραί και το ποιόν αυτών -εχαρακτήρισε δι' ευφυεστάτου μύθου ο Τουργκένιεφ. Εώρταζέ -ποτε ο Ύψιστος εν ουρανοίς και προσεκάλεσεν εις εσπερίδα -πάσας τας Αρετάς. Πάσαι συνδιελέγοντο οικείως και -φιλοφρόνως, εκτός δύο αι οποίαι ουδεμίαν αντήλλασσον προς -αλλήλας λέξιν. Ο επουράνιος οικοδεσπότης το παρετήρησε και -επλησίασεν αυτάς. - - — Πώς! δεν γνωρίζεσθε; ηρώτησε μετ' απορίας. Να σας κάμω -να γνωρισθήτε. - -Και λαμβάνων την χείρα εκατέρας είπε παρουσιάζων την μίαν -προς την άλλην: - - — Απ' εδώ είνε η κυρία Αγαθοεργία και απ' εδώ η κυρία -Ευγνωμοσύνη. - -Πλην αν τούτο συμβαίνη ενίοτε, πολύ συνηθέστερον συμβαίνει -το σντίθετον. Ο ευεργετών υπερτιμών την αξίαν της πράξεώς -του επαίρεται αναρμόστως και υψηλοφρονεί δι' αυτήν. -Περιφρονών το ευαγγελικόν παράγγελμα, την διασαλπίζει -πανταχού διατόρως [78], την εξυμνεί, την μεγαλοποιεί και -απαιτεί αγερώχως το θυμίαμα των εγκωμίων. Προς ουδέν -λογιζόμενος την φιλοτιμίαν του ευεργετουμένου αξιοί να -βλέπη αυτόν αιωνίως κύπτοντα υπό το βάρος της ευγνωμοσύνης. -Εν τοιαύτη δε περιπτώσει, κύριοι, η υπερήφανος αγανάκτησις -του καταπιεζομένου εξεγειρομένου και ζητούντος ν' απαλλαγή -παντοιοτρόπως του αφορήτου αυτού ζυγού της ευγνωμοσύνης, -δεν είνε αχαριστία, όπως δεν είνε αρετή η υπό τοιαύτας -συνθήκας, με τοιαύτας αξιώσεις και εκ τοιούτων σκοπών -γινομένη αγαθοεργία. Και αν ο έξοχος ρώσος συγγραφεύς -έπλασεν ένα ευφυά μύθον περί της πρώτης περιστάσεως, ο -ευφυέστατος ελληνικός λαός έπλασε περί της δευτέρας άλλον -μύθον, επίσης χαρίεντα. Πλούσιός τις και κενόδοξος επορεύθη -εις την αγοράν την παραμονήν της επισήμου θρησκευτικής -εορτής, όπως αγοράση τα χρειώδη της εορτασίμου ευωχίας. Ενώ -ηγόραζεν άφθονα και εκλεκτά τα όψα, παρετήρησεν εκεί που -ιστάμενον πτωχόν γείτονά του, όστις έβλεπε περιλύπως την -θορυβώδη της αγοράς κίνησιν και εθλίβετο διότι εστερείτο -χρημάτων όπως προμηθευθή και αυτός κάτι. Η καρδία του -πλουσίου συνεκινήθη, αγοράσας δ' εκ του κρεοπωλείου τα -εντόσθια αμνού τα έδωσε προς τον πένητα λέγων: - - — Πάρε και συ αυτά να πασχάσης αύριον. - -Ο πτωχός άνθρωπος έλαβε το δώρον ευχαριστών τον γείτονά -του. Μετά δύο ημέρας τον συνήντησεν ούτος και τον ηρώτησεν: - - — Ε! πώς επεράσατε με τα εντόσθια; - - — Καλά, αυθέντη μου, απήντησε ταπεινώς ο πτωχός. Εφάγαμεν -με την οικογένειάν μου χάρις εις την γενναιοδωρίαν σας και -ήπιαμεν ένα ποτήρι κρασί εις την υγείαν σας. - -Το πράγμα έως εδώ ηδύνατο να λήξη. Αλλ' όχι· ο πλούσιος -επέμενεν. Εξηκολούθει να του υπομιμνήσκη διαρκώς την -ευεργεσίαν του. Οσάκις τον συνήντα, τον ηρώτα μεγαλοφώνος — -Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . . - -Ο ταλαίπωρος ευεργετηθείς κατ' αρχάς εμειδία και απήντα -ευχαριστών, έπειτα εστενοχωρήθη, κατόπιν ησχύνθη, μετά -ταύτα ηγανάκτησε και εις το τέλος εξηγριώθη. Επήγεν εις -τους γνωρίμους του, εδανείσθη, εχρεώθη, εζήτησεν ως επαίτης -ολίγα χρήματα, ηγόρασε τα εντόσθια του αμνού και κρατών -αυτά όπισθέν του και εστάθη εις την οδόν καραδοκών την -διέλευσιν του ευεργέτου του. Ότε εφάνη ούτος, τον ηρώτησε -με την συνήθη προστατευτικήν του έπαρσιν: - - — Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . . - - — Πάρε τα οπίσω, ανέκραξεν ο πένης ρίπτων κατά πρόσωπον -του αφορήτου δωρητού τα εντόσθια· πάρε τα και ξεφορτώσου -με. - -Ούτω περίπου έχουν τα πράγματα και κατά την υπόθεσιν του -Αριστείδου. Η υπόθεσις αύτη ανειλίχθη ενώπιον υμών, κύριοι, -εν πάσα λεπτομερεία. Έχετε υπ' όψιν υμών πάντα τα γεγονότα· -σταθμίσατε αυτά καλώς και κρίνατε. Το επ' εμοί είμαι -βέβαιος ότι η πεφωτισμένη υμών κρίσις θ' αθωώση τον πελάτην -μου και θ' απαλλάξη αυτόν της καταισχύνης, η οποία τον -βαρύνει επί τόσους αιώνας. Ανέλαβον εν πεποιθήσει και άνευ -συμφέροντος την υπεράσπισιν του αδικουμένου. Εάν ημάρτησα, -εάν η πράξις μου θεωρηθή ιερόσυλος ασέβεια προς την μνήμην -ενός των ενδοξοτάτων προγόνων μας, τιμωρήσατέ με, -εξοστρακίσατέ με. Εν ημέραις κατά τας οποίας ο δήμος -Αθηναίων αποφασίζει να δαπανήση υπέρ της καθαριότητος της -πόλεως πεντακισχιλίας δραχμάς και να μας προφυλάξη διά του -ποσού τούτου από την χολέραν, η ιδέα του εξοστρακισμού -διόλου δεν με πτοεί. Άλλως τε έχω την ελπίδα ότι μετά -εικοσιτρείς αιώνας θα ευρεθή τις ως εγώ, μη έχων τι -καλύτερον να πράξη και θ' αναλάβη εις μέλλον &ημερολόγιον& -μέλλοντος Σκόκου την υπεράσπισιν του διά της αποφάσεώς σας -αδικηθησομένου τυχόν συνηγόρου. - - - -ΟΠΟΙΟΣ ΦΥΛΑΕΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ - -ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ - - - -Δωμάτιον φοιτητού. Θύρα εις το βάθος και παρ' αυτήν -παράθυρον· προς τα δεξιά έτερον παράθυρον ανοικτόν· προς τ' -αριστερά θύρα κλεισμένη. Μία κλίνη εις μίαν γωνίαν -αποκρυπτομένη εν μέρει από έν paravent. Τραπέζιον με -βιβλία, δύο καρέκλαι, ένα σεντούκι. - -(Αιρομένης της αυλαίας φαίνεται ο ΝΙΚΟΣ φορών κοιτωνίτην -παλαιόν, περιερχόμενος τα διάφορα μέρη του δωματίου και -ερευνών μετ' άκρας ανησυχίας και δυσφορίας) - -ΝΙΚΟΣ - -Τίποτε! πουθενά . . . έγιναν άφαντα! &(Ερευνά υπό την -κλίνην, υπό το τραπέζιον, όπισθεν του κιβωτίου)&. Ούτε -ίχνος! . . . Μα τι έγιναν επί τέλους τ' αναθεματισμένα; -&(Προχωρεί εις την θύραν και σύρει τον μοχλόν)&. Η θύρα ήτο -κλειστή! . . . ο σύρτης βαλμένος. Κανείς δεν εμβήκε μέσα! . -. . Μα αυτό καταντά μαγεία, λεκανομαντεία, υπνωτισμός! . . -. Καλέ, τα ρούχα μου! . . . τα ρούχα μου τα καινούργια . . -. τα μονάκριβα, ποίος μου τα επήρε; . . . τι έγιναν; -&(Τριγυρίζει πάλιν)&. - -Θεέ μου! μου έρχεται να χάσω τον νουν μου. Είμαι έξυπνος ή -κοιμούμαι; είμαι στα σωστά μου ή μου έστριψε η βίδα; Ας -σκεφθώ λιγάκι διά να ενθυμηθώ. &(Στέκει και συλλογίζεται)&. -Χθες το βράδυ οπού επέστρεψα εις το δωμάτιόν μου, τα -εφορούσα ή δεν τα εφορούσα; Πώς δεν τα εφορούσα! . . . Αμ' -τι! ήθελα να γυρίζω εις τους δρόμους ωσάν τον πρωτόπλαστον; -ε! από εκείνην την εποχήν της κοσμογονίας, οπού μία συκιά -εχρησίμευεν ως εμπορορραπτικόν κατάστημα, ο Θεός έπλασε -χίλια δυο πράγματα καινούργια και μεταξύ των άλλων τα -κρατητήρια της Αστυνομίας και το Φρενοκομείον. Λοιπόν είχα -τα ρούχα μου . . . Τα είχα, είμαι βέβαιος, αδελφέ! ήλθα -μέσα σιγά σιγά μάλιστα, διά να μη με πάρη μυρωδιά η -σπιτονοικοκυρά μου, η οποία όμως μ' εκατάλαβε κ' εξερόβηξε -. . . ας είνε! άναψα το κερί και τα έβγαλα, εδώ τα ρούχα -μου. &(Δεικνύει έν μέρος εντός του δωματίου)&. Και με τι -προσοχήν μάλιστα τα έβγαλα, διά να μη τσαλακωθούν, επειδή -ήσαν βρεγμένα! . . . Ενθυμούμαι κάλλιστα ότι ήθελα να τ' -απλώσω έξω να στεγνώσουν, αλλά έπειτα διά παν ενδεχόμενον -τα ετοποθέτησα εδώ, επάνω εις την καρέκλαν . . . σιμά εις -το παράθυρον, το οποίον αφήκα ανοικτόν. &(Τύπτει το μέτωπον -διά της παλάμης, ως να του επήλθεν αιφνιδίως σκέψις).& Α! . -. . α! τώρα εκατάλαβα! . . . δυστυχία μου! . . . μου τα -έκλεψαν οι λωποδύται με την νέαν μέθοδον του αγκιστρίου! -Έτσι είνε χωρίς άλλο! . . . τι σκοτίζομαι! . . . -Εφευρετικοί άνθρωποι ως τόσον αυτοί οι λωποδύται! κάθε -ημέραν και από μίαν μέθοδον ξετρυπώνουν! Σου λέγουν ότι -έχομεν αστυνομικούς κλητήρας οπού δεν αξίζουν· μα, αν -ήξιζαν τίποτε οι κλητήρες μας, να είσθε βέβαιοι ότι οι -λωποδύται θα εύρισκαν καμμίαν μέθοδον να τους κλέψουν και -αυτούς! - -Ορίστε! όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά, λέγει μια -παροιμία· αμ δε; . . . ιδού οπού οποίος φυλάει τα ρούχα του -τα χάνει όλα! . . . Αχ! . . . εκείνη κακό χρόνο νάχη, -εκείνη η Σταματίνα . . , η Σταυρούλα . . . η Μαρίκα . . . -πώς περίδρομο τη λένε; η υπηρέτρια, καλέ, του δικηγόρου εδώ -παρακάτω η Σοφία . . . α ναι! . . . εκείνη μου τα φταίει -όλα! Μία εργολάβα! . . . Θεέ, φύλαττε ! . . . Ενώ τα είχε -τόσο καλά μ' εμένα και τα είχε ψημένα μαζί μου, έκανε γλυκά -μάτια και με τον Δήμον, ένα επιλοχίαν, και Κύριος οίδε με -πόσους άλλους ουλαμούς και ενωμοτίες! . . . Καλά οπού -είμεθα φίλοι με τον Δήμον και μου το εξεμυστηρεύθη. -Απεφασίσαμεν να λύσωμεν την διαφοράν μας δι' -αντιπαραστάσεως, δηλαδή να ερωτήσωμε την ιδίαν ποίον από -τους δύο μας θέλει να εκλέξη, εμέ τον Νίκον, ή τον Δήμον, -και τα εν Νίκω μη εν Δήμω. Την επεριμέναμεν εις το -αντικρυνό καφενείον και ήλπιζα να κάμω φιγούρα με τη -ρημαδιακή την καινούργια φορεσιά! . . . Όταν την είδα εις -το παράθυρον της κουζίνας, ήτον επάνω που βράδυαζε, έδωσα -το σύνθημα: Σοφία, ορθοί! . . . και επροχωρήσαμεν εν -παρατάξει μάχης και εσταθήκαμεν αποκάτω από το παράθυρον. -Πιάνομεν το τραγούδι: &Γαλιάνδρα μου, χρυσό πουλί! . . . & -προβαίνει αυτή εις το παράθυρον. Τότε αρχίζει ο Δήμος; — -Αχ! μου μάρανες τα τζιέρια! . . . — Αρχίζω εγώ: — Αχ! μ' -έφαγες! — Να χαθήτε, σιχαμένοι! . . . απαντά η Σοφία απ' -επάνω. Φαίνεται ότι αυτή η συμμαχία δεν της άρεσε διόλου -και όταν ηθελήσαμεν να προκαλέσωμεν την εξήγησιν, δεν -εβράδυνε διόλου να μας δώση την απάντησιν, η οποία -συνίστατο . . . εις μίαν τόσην μεγάλην λεκάνην, με την -οποίαν μας επερίχυσε. Τι περιείχεν η λεκάνη, μάρτυς μου ο -Θεός ότι δεν είδα, αλλά βεβαίως δεν ήτο ανθόνερον! Ο Δήμος -έγινε μούσκεμα· ωμοίαζε με έμψυχον σιντριβάνι. Εγώ, κάτι -λιγώτερο, αλλά τέλος πάντων αρκετά λουσμένος και εγώ. Τι να -κάμωμε τότε; ήτο και φόβος μην το πάρη χαμπάρι η γειτονιά -και γίνωμε ρεζίλι. Επήραμε τα βρεμένα μας κι' από δώθε παν -οι άλλοι! . . . Τώρα, αν αυτή η στρίγγλα μας έδιδε καμμίαν -άλλην απάντησιν, στερεάν και όχι υγράν, δεν θ' αναγκαζόμουν -να βάλω τα ρούχα μου εις το παράθυρο διά να στεγνώσουν και -να πάθω αυτήν την συμφοράν. Αχ! . . . έννοια σου, καϊμένη, -και θα μου την πληρώσης! &(Περιπατεί σκεπτικός εντός του -δωματίου)& - -Καϊμένα ρούχα! . . . τόσον εύμορφα, τόσον καλοφτιασμένα, -τόσον κομψά! . . . Και να συλλογίζωμαι ότι δεν τα επλήρωσα -ακόμη και Κύριος οίδε πότε θα τα πληρώσω! . . . και να -συλλογίζωμαι ότι από τα χθες επρόσθεσα μίαν ακόμη γραμμήν -εις το λαβυρινθώδες λοξοειδές δρομολόγιον, το οποίον -ακολουθώ καθ' εκάστην εις τας εξόδους μου! . . . Ο καϊμένος -ο θείος μου, άνθρωπος αγαθός και θεοφοβούμενος, άλλο δεν -μου έλεγεν έως την τελευταίαν στιγμήν της αναχωρήσεώς μου, -παρά να κάμνω πάντοτε τα χρέη μου και ν' ακολουθώ την -ευθείαν οδόν. Την πρώτην συμβουλήν την ηκολούθησα πιστώς κ' -έκαμα χρέη πολλά . . . όσα ημπορούσα ! . . . Αλλά ύστερ' -απ' αυτό δεν μου ήτο δυνατόν να εκπληρώσω την δευτέραν του -συμβουλήν περί της ευθείας οδού. Όταν εξέρχωμαι, πιάνω -πραγματικώς τον ίσιον δρόμον και φθάνω μέχρις ενός σημείου, -ότε διά μιας ενθυμούμαι ότι δεν πρέπει να περάσω απ' εμπρός -από το ξενοδοχείον, διότι εκεί χρεωστώ μερικά ψιλά. Λοιπόν -— στροφή επί δεξιά! Παίρνω τότε τον άλλον δρόμον ύστερα από -ολίγα βήματα είνε το ζαχαροπλαστείον· άλλο οδόφραγμα. — -Στροφή επ' αριστερά! Προχωρώ . . . παρακάτω, είνε ο -παπουτσής μου! . . . μεταβολή! . . . Υστερώτερα είνε το -κουρείον . . . άλλος ελιγμός! . . . Απ' εδώ πάλιν είνε το -καφενείον, οπού έπαιζα μπιλλιάρδο . . . υποχώρησις! . . . -&(Ενώ ομιλεί, ταυτοχρόνως εκτελεί επί της σκηνής διαφόρους -στροφάς και ελιγμούς).& Και τοιουτοτρόπως αποτελείται μία -γραμμή ατελεύτητος από ζιγκ-ζαγκ, ώστε, διά να υπάγω από -την Νεάπολιν εις το Πανεπιστήμιον, καταντώ πολλάκις να -περάσω από τον Αγιον Φίλιππον. - -Και τώρα τι να πράξω; . . . Πώς θα εξέλθω; πώς θα καταβώ -εις τον Πειραιά, διά να υποδεχθώ τον κυρ Θεοφύλακτον και -την δεσποινίδα Θεοδώραν, την μέλλουσαν μνηστήν μου; Μα τι -μου ήλθε χθες να πωλήσω εις τον Εβραίον τα παληά μου ρούχα -διά να έχω χαρτζιλίκι! . . . Δεν ήτο περίφημη η φορεσιά, -αλλά τέλος πάντων, εις την ανάγκην! . . . Και πρέπει να -είνε και αργά! . . Ω Θεέ των πατέρων μου! . . . συ όστις -ωδήγησες τους Εβραίους να περάσουν από την Ερυθράν -θάλασσαν, φώτισε και αυτό το τέκνον του Ισραήλ να περάση -πάλιν απ' αυτόν τον δρόμον. &(Ακούεται εις την οδόν φωνή -πλανοδίου Ιουδαίου:&Π α λ η ά ρ ο ύ χ' α γ ο ρ ά ζ ω). Α! -νάτος! . . . Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! σ' ευχαριστώ, διότι με -εισήκουσες, σ' ευχαριστώ, διότι επιτρέπεις να ευρεθή ένας -άνθρωπος, ο οποίος γδύνει όλον τον κόσμον, διά να ενδύση -εμέ! &(Ορμά εις το ανοικτόν παράθυρον και φωνάζει).& Ε συ! -. . . Ανανία! . . . Μελχισεδέκ! . . . Ιεροβοάμ! πώς σε λεν! -. . . έλα εδώ! . . . Εδώ ναι! . . . Μπα! είνε ο ίδιος ο -χθεσινός . . . νά και η παληά μου φορεσιά, που την έχει -στον ώμον του. Τι ευτύχημα! τουλάχιστον θα είνε τα ιδικά -μου ρούχα και θα μου ταιριάζουν! . . . Πόσον θέλεις δι' -αυτά τα ρούχα; . . . Αυτά ναι! . . . Τριάντα πέντε φράγκα; -. . . Τρομάρα να σούλθη! . . . Δεν σου τα επούλησα, βρε, -εγώ ο ίδιος εχθές διά δεκαπέντε; Αν ήξευρα πως η αξία των -ρούχων μου αυξάνει καθ' εκάστην κατά ένα εικοσόφραγκον, θα -τ' άφηνα επάνω μου σαράντα χρόνια! Δεν κάνει είκοσι; . . . -Εικοσιπέντε; Όχι; . . . Τι να γίνη! . . . Δεν είνε τώρα ώρα -για παζάρια . . ας είνε! . . . στάσου! . . . &(Στρέφεται -και παρατηρεί προς την θέσιν, ένθα υπήρχαν τα κλαπέντα -ενδύματά του).& Ω! . . . και το πορτοφόλι; . . . Ήτο μέσα -εις την τσέπη του ρούχου οπού μου έκλεψαν . . . Πάει κι' -αυτό! . . Και το ρολόγι μου; . . . και αυτό το είχα αφήσει -εις το γελέκο μου! . . . Ω δυστυχία μου! . . . &(Τραβά τα -μαλλιά του).& Τώρα τι θα κάμω; &(Επιστρέφει πάλιν εις το -παράθυρον).& Δεν μου τα δίνεις και να περάσης αύριον να σε -πληρώσω; Στάσου, βρε, μη φεύγης! . . . &(Στρέφεται πάλιν).& -Τι να του δώσω! . . . &(Επιστρέφει εις το παράθυρον).& Σου -δίνω το στρώμα μου . . . &(Στρέφεται πάλιν, αρπάζει βιβλία -τινά από το τραπέζι και επιστρέφει εκ νέου εις το -παράθυρον).& Νά! . . . σου δίδω και το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . . -. να μάθης, κακομοίρη, και ολίγη δικαιοσύνη, οπού δεν -ηξεύρεις από που κρατεί η σκούφια της . . . Σου υπόσχομαι -να σου δώσω και είκοσι φράγκα ακόμη . . . σου δίδω -συνάλλαγμα!.. Σου το ορκίζομαι εις την Παλαιάν Διαθήκην . . -. εις εκείνην την διαθήκην, οπού έχει κάμει ο θείος μου προ -πέντε ετών και μου αφήνει όλα τα υπάρχοντά του . . . -Φεύγεις στάσου, βρε, στάσου. . . . Αχ, ο τσιφούτης του -διαβόλου, έφυγε! . . . Που να έχης την λέπραν του Γιεζεΐ -και την αγχόνην του Ιούδα! . . . &(Επιστρέφει εκ του -παραθύρου και καταπίπτει εξαντλημένος επί μιας έδρας).& -Ορίστε τύχη! . . . ορίστε συμβάν! . . . μα αυτό καταντά -φαντασμαγορία! . . , Και το ατμόπλοιον τώρα πρέπει να -έφθασεν εις τον Πειραιά. Δεν ηξεύρω τι ώρα είνε ακριβώς, -επειδή μου επήραν και το ρολόγι, αλλά βέβαια πρέπει να είνε -αργά; Θα ήλθε αφεύκτως ο κύριος Θεοφύλακτος και η κόρη του, -αφού μου ετηλεγράφησαν από χθες ότι επεβιβάσθησαν. Τι θα -ειπούν, οπού δεν επήγα να τους υποδεχθώ εις το ατμόπλοιον, -όπως είχαμεν συμφωνήσει; . . . Μα μπορεί να χαλάση και ο -γάμος. . . . Να χάσω την προίκα, να χάσω και την Θεοδώραν! -. . . τέτοιο κορίτσι αφράτο. Δεν πιστεύω ν' ασχήμισε από τα -πέρυσι οπού την είδα! . . . μόνον πως είνε κομματάκι -προωδευμένη εις τες ερωτοδουλειές . . . Εντός τεσσάρων -ημερών αντηλλάξαμεν έξ ραβασάκια . . . Και να ιδής οπού -ημπορούν να ξεκινήσουν να έλθουν εδώ εις το δωμάτιόν μου, -διότι είχα την ανοησίαν να τους γράψω την διεύθυνσίν μου . -. . Να έλθουν να με ιδούν εις αυτό το χάλι σαν τον Ιώβ! . . -, και μάλιστα ύστερα από τας συστάσεις του θείου μου . . . -Διότι φαντάζομαι πώς εσυμφωνήθη αυτό το συνοικέσιον! . . . -Μου φαίνεται πως τους βλέπω τους δύο γέρους εις το -καφενείον του Χατζη-Στάθη, ύστερα από δεκατέσσαρες παρτίδες -τάβλι να συνομιλούν . . . &(Μιμείται)&. Ο θείος μου βγάζει -την ταμπακέραν του, παίρνει μίαν πρέζαν κ' ύστερα μ' ένα -μειδίαμα και με καμάρι αρχίζει: - - — Σούχω, π' ορίζεις, κυρ Θεοφύλακτε, έναν ανιψιόν! . . . -μα δεν ηξεύρεις τι πράγμα! . . . μάλαμα! . . . Τι επαίνους -μου λέγουν γι' αυτόν όσοι έρχονται από την Αθήνα! . . . τι -χρυσός νέος! . . . επιμελής, φρόνιμος, οικονόμος . . . όλη -μέρα στη μελέτη . . . από το Πανεπιστήμιο και στο δωμάτιό -του. - -Ο κυρ-Θεοφύλακτος, ο οποίος εξασκεί το επάγγελμά του -κηροποιού προ πολλών ετών και έχει καζαντήσει αρκετές -χιλιάδες, και καμμιά φορά αναπληρώνει και τον αριστερόν -ψάλτην εις την Μητρόπολιν, αρχίζει μ' εκείνη τη φωνή, σαν -να έψαλλε το Χερουβικόν. - - — Αμ' η κόρη μου, καπετάν Κωνσταντή; τι κορίτσι, ε! . . . -τι τζοβαΐρι! . . , έχει να πη η γειτονιά διά τα προτερήματά -της . . . τι φρονιμάδα! . . . το κατώφλι του σπιτιού της, -που λέγει ο λόγος, δεν το είδε ακόμη! . . . - -Ο θείος μου: - - — Ε, αφού είν' έτσι, κυρ Θεοφύλακτε, δεν κάμνουμε μια -δουλειά; να τους ταιριάξωμε και να συμπεθερέψωμε; Σαν -παληοί φίλοι που είμαστε να ιδούμε και αυτή τη χαρά στα -γηρατειά μας! . . . Ξεύρεις ότι όλη την περιουσία μου σ' -αυτό το παιδί, τον Νίκον, θα την αφήσω. - -Ο κυρ-Θεοφύλακτος με συγκίνησιν: - - — Καπετάν Κωσταντή! . . . ευλογημένη νάνε η ώρα οπού το -ακούω από το στόμα σου, γιατί ελογάριαζα εγώ να σου κάμω -αυτήν την ομιλίαν . . . Ξεύρεις ότι κ' εγώ ό,τι εδούλευα -τόσον καιρόν για τη Θεοδώρα μου τα έχω . . . - - — Τόκα λοιπόν! — Τόκα! — Οι δύο γέροι μένουν -κατευχαριστημένοι· τραβούν καμπόσες μαστίχες και -αποφασίζουν να κάμη ένα ταξείδι τώρα τον Μάιον ο κύριος -Θεοφύλακτος έως τας Αθήνας, οπού έχει κάτι υποθέσεις και να -πάρη μαζί του και το κορίτσι, «για να ιδή και αυτό μια -σταλιά κόσμο» κ' έρχονται εδώ να ιδούν τον Παρθενώνα, την -Ακαδημίαν και τον γαμβρόν! . . . τον υποφαινόμενον! . . . -Και να έλθουν να μ' εύρουν εις αυτήν την κατάστασιν! . . . -&(Εγείρεται και περιπατεί μετ' αγανακτήσεως).& Α, όχι! . . -. όχι! . . . δεν γίνεται! . . . Το βασίλειόν μου δι' ένα -ίππον! έλεγε κάποιος βασιλεύς. Δίδω κ' εγώ το δίπλωμά μου . -. . εκείνο οπού θα πάρω . . . δι' ένα σουρτούκο και δι' ένα -πανταλόνι . . . Τουλάχιστον να ημπορέσω να εξέλθω, να -δανεισθώ καμμίαν ενδυμασίαν, ολίγα χρήματα . . . Ναι, αλλά -πού να εύρω το σουρτούκο και το παντελόνι; &(Σκέπτεται).& -Μία ιδέα! . . , να ζητήσω από την σπιτονοικοκυρά μου; αυτή -είχε μίαν φοράν άνδρα, όπως λέγει, και τώρα ο συχωρεμένος -θα παρακαλή τον Θεόν εις τον άλλον κόσμον να τον διορίση -επιστάτην εις την πίσσαν της Κολάσεως, διά ν' ανταποδώση -εκεί κάτω εις την καλή του γυναίκα όσα μαρτύρια ετράβηξε -σιμά της εδώ εις την ζωήν! . . . Να της ζητήσω να μου δώση -δανεικό κανένα παληό ρούχο του μακαρίτη; . . . Μα που δεν -έχω το θάρρος; Είνε δυο μέρες περασμένες από το μήνα και -είνε ευκολώτερον να πιάσης φιλία με όλας τας Γοργόνας και -τας Ερινύας της Μυθολογίας παρά με αυτήν, άμα είνε -περασμένος ο μήνας . . . Αυτή, μωρέ μάτια μου, αν εζούσε -στην εποχή του Ιουλίου Καίσαρος, θα τον εμαχαίρωνε πριν του -Βρούτου, διότι έκαμε το έτος να έχη δώδεκα μήνας και όχι -εικοσιτέσσαρας διά να παίρνη νοίκι κάθε δεκαπέντε 'μέρες! , -. . Αλλά τώρα τι να κάμω;. . ένεκα της ανάγκης θα έμβαινα -και μέσα εις θηριοτροφείον . . . Ας κάμω τον σταυρόν μου -και ας αποταθώ προς αυτήν! . . . Συχωράτε με και ο Θεός -σχωρέσ' σας! . . , &(Σταυροκοπείται και μεταβαίνων ανοίγει -το παρά την θύραν του βάθους παράθυρον).& Κυρα-Μιχάλαινα! . -. . ξεύρεις, μου επήραν τα ρούχα . . . Όχι, καλέ, η -πλύστρα! . . . (Είνε και κουφή ανάθεμά την!) οι λωποδύται! -, . . ναι! . . . Τώρα τι να γίνη! . . . βέβαια! . . . Σε -παρακαλώ, κύτταξε να βρης να μου δώσης δανεικά ό,τι ρούχα -ανδρίκια έχεις του μακαρίτη . . . και κανένα καπέλλο . . . -Έχω ανάγκην να έβγω έξω . . . να καταβώ εις τον Πειραιά, -οπού έρχεται ένας συγγενής μου και μου φέρνει χρήματα . . . -(Ας της είπω αυτό διά να την καλοπιάσω) . . . Τι ώρισες; . -. . το νοίκι; (Στο νου της το έχει η στρίγγλα!). Ακούς -εκεί! . . . τι λόγος! . . . θα σου πληρώσω και μία εξαμηνία -εμπρός! . . . Δεν μπορώ να καταβώ· να μου τα δώσης, σε -παρακαλώ, μ' ένα καλάμι από κάτω . . . από το παράθυρον . . -. &(Στρέφεται και επανέρχεται εις την σκηνήν).& Το έχει, -βλέπετε, η ημέρα, να μπαίνουν και να βγαίνουν τα ρούχα από -το παράθυρον! . . . Μα δεν έχω κ' εγώ κανένα ρούχο; . . . -Μήπως υπάρχει κανένα παληό γιλέκο τουλάχιστον εις το -σεντούκι μου; &(Τρέχει μετά σπουδής και ανοίγει το -κιβώτιον)& Τίποτε! . . . όλο ασπρόρρουχα! . . . ναι και μία -βελάδα [79] . . . &(Εξάγει μίαν παλαιάν βελάδαν -σχισμένην)&. Είνε εκείνη που άφησε ο Λεωνίδας από τις -Απόκριες! . . . Καλά που δεν την ενθυμήθηκα χθες, ειδεμή θα -την έδιδα και αυτήν εις τον Εβραίον, ο οποίος σήμερα θα μου -εζητούσε δι' αυτήν εκατόν φράγκα! . . . Μα τι να την κάμω -την βελάδαν; . . μπορώ να έβγω έξω μασκαράς τώρα τον Μάη; -&(Στρέφεται προς το παράθυρον του βάθους και διακρίνει επί -της άκρας ξύλου μίαν βράκαν και έν κασκέτον της -Εθνοφυλακής)&. Ου! . . . νά τες οι Απόκριες που εγύρισαν -οπίσω! . . . &(Πλησιάζει και τα παραλαμβάνει)&. Μία βράκα! -. . . ένα καπέλλο της Εθνοφυλακής! . . . αυτή είνε όλη η -κληρονομιά του μακαρίτης;. . . τίποτε επωμίδας δεν έχει; . -. . αμφιμασχάλια; αρβύλας; . . . Τι να γίνη, κυρα- -Μιχάλαινα! . . . αφού δεν έχεις άλλο! . . . ευχαριστώ! . . -. &(κατ' ιδίαν)&. Ω! που να σε πνίξουν στο γιαλό, μέσα σε -δαύτη! . . . &(Επιστρέφει εις το προσκήνιον)&. Βράκα! . . . -έλα, Χριστέ και Παναγιά! . . . Μου έρχεται η όρεξις να την -φορέσω για να ιδώ πώς μου πάει . . . &(Αποσύρεται όπισθεν -του paravent, εξάγει τον κοιτωνίτην και την φορεί, ενώ -ταυτοχρόνως ομιλεί).& Μου ήτανε γραφτό και αυτό να το -φορέσω βράκα! . . . Ποίος να μου το έλεγε χθες που εφορούσα -τα καινούργια ρούχα κ' έκανα τον λιμοκοντόρον! Μωρ' αυτό -είνε αερόστατον! . . . &(Εξέρχεται εις την σκηνήν).& Πώς θα -φαίνωμαι! . . . Ε! και ύστερα τι θα βάλω από πάνω; την -βελάδαν; &(Φορεί την βελάδαν)&. Και ακολούθως φυσικά το -καπέλλον της Εθνοφυλακής. &(Φορεί το καπέλλον).& Τώρα είμαι -σωστός! . . . Ορίστε, κύριοι, εις το αξιοπερίεργον τέρας! . -. . μια δεκάρα η είσοδος! . . . Μα μπορεί να έβγω έξω στον -δρόμον έτσι; . . . Εκτός αν θέλω να μη φάνε εις την Αθήνα -αυγολέμονο για ένα μήνα, επειδή όλα τα αυγά και τα λεμόνια -θα πέσουν επάνω μου! . . . Θεέ μου, τι να κάμω και η ώρα -προχωρεί! . . . Τώρα το ατμόπλοιον θα είνε όχι στον -Πειραιά, αλλά στες Παράγκες . . . Δεν υπάρχει κανέν άλλο -μέσον; &(Στρέφεται και κυττάζει την προς αριστερά θύραν)&. -Α! . . . εκεί μέσα, εις το δωμάτιον του γείτονά μου του -Διάκου . . . κάτι ημπορεί να υπάρχη . . , πιθανόν να έχη -τίποτε ρούχα ο Διάκος, διά να εξέρχεται καμμία φορά το -βράδυ χάριν . . . πολιτικής υπηρεσίας. &(Πλησιάζει εις την -θύραν).& Είνε κλειστή . . . αλλά τι με μέλει; θα την σπάσω! -. . . αυτήν την ώραν είμαι ικανός να διαπράξω και κλοπήν -διά ρήξεως, &(Ωθεί βιαίως την θύραν και ανοίγει, εισέρχεται -και εξέρχεται πάραυτα, κρατών έν ράσον και έν -καλυμμαύχιον).& Αλλοίμονον! . . . ατυχία! . . . δεν -υπάρχουν άλλα παρά αυτά! . . . Να μεταμφιεσθώ ως παπάς; -(Εξάγει την βελάδαν και φορεί το ράσον). Δεν μου πηγαίνει . -. . θα με καταλάβουν και τότε θα με σύρουν εις το -κρατητήριον ότι εβγήκα έξω να κλέψω διά της μεθόδου του -παπά! &(Εξάγει το ράσον και φορεί πάλιν την βελάδαν)&. Έτσι -πρέπει να έβγω και ο Θεός βοηθός! . . , έως να καταφύγω εις -το δωμάτιον κανενός φίλου μου και να πάρω δανεικόν κανένα -ρούχον. Έπειτα, το κυριώτερο, πρέπει να μη με εύρουν εδώ, -αν έλθουν έξαφνα ο κυρ-Θεοφύλακτος και η κόρη του . . . -Ναι, αλλ' αυτό το καπέλλον; Να επαναφέρω εγώ τον θεσμόν της -Εθνοφυλακής, αφού κατηργήθη. Τότε θα θεωρηθώ ως επαναστάτης -. . . Άλλος κίνδυνος . . . &(Εξάγει το καπέλλο της -Εθνοφυλακής)&. Ας φορέσω αυτό . . . &(Φορεί το -καλυμμαύχιον)&. Τουλάχιστον αυτό είνε κάλυμμα ειρηνικόν . . -. Ας προσαρμόσω καλά την βράκαν! . . . &(Ενώ διευθετεί την -βράκαν, ακούονται αίφνης βήματα εις την έξω κλίμακα. Ο -Νίκος στρέφεται έντρομος, ότε διά μιας ανοίγεται η θύρα του -βάθους και εμφανίζεται πρεσβύτης φέρων παρά το πλευρόν -τσάνταν και οδοιπορικόν σάκκον εις την χείρα και μία -νεάνις. Ο κύριος επί τη θέα του Νίκου μένει εμβρόντητος, -κραυγάζων: Α, α, α! . . . η νεάνις κρύπτει τα όμματα διά -της χειρός κραυγάζουσα: Ι, ι, ι! . . . Ο Νίκος αναφωνεί: -Ου!.. ου . . . ου . . .) Ο κ. Θεοφύλακτος . . . Ω, ω, ω! . -. . &(Τρέχει να κρυφθή. Πίπτει η αυλαία)&. - - - -ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ - - - - Σελ. - Ο πνευματισμός. . . . . . . . . . . 9 - Αναφορά των ουγγρικών ίππων. . . . 25 - Statu quo ante . . . . . . . . . . 28 - Παιγνιοχάρτων συνδιάλεξις . . . . .31 - Νοομαντεία . . . . . . . . . . . . 34 - Στόμαχος και εφημερίδες. . . . . . 38 - Η μέλαινα νυξ . . . . . . . . . . .40 - Να μην τρως καθόλου . . . . . . . .48 - Τα δεινοπαθήματα ενός δημάρχου . . 52 - Τα σύμβολα . . . . . . . . . . . . 60 - Τα κακουργήματα της Αγγέλως . . . .65 - Αλλοφροσύνη αιματηρά . . . . . . . 73 - Εγχειρίδιον του εκλογέως . . . . . 79 - Το Ταχυδρομείον και αι γυναίκες . .82 - Ο σοφός χοίρος . . . . . . . . . . 86 - Η Θοδώρα . . . . . . . . . . . . . 91 - Ο Αντεροβγάλτης . . . . . . . . . .97 - Ψυχολογία . . . . . . . . . . . . 102 - Οι κύνες της Κωνσταντινουπόλεως . 108 - - ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ - Η οικογένεια διασκεδάζει . . . 136 - Ο ψευτοπόλεμος . . . . . . . . .151 - Η εορτή της Ακαδημίας . . . . . 158 - Εσπερίς εν Φαλήρω . . . . . . . 161 - Φοροφοβία . . . . . . . . . . . 168 - Η Βασιλόπιττα του Παραδαρμένου. 173 - - Ο Δεκάλογος εν ουρανοίς. . . . . .182 - Το σφαιρίδιον του Διαβόλου. . . . 188 - Η ευτυχία και το υποκάμισον. . . 194 - Ο εξοστρακισμός του Αριστείδου. . 210 - Όποιος φυλάει τα ρούχα του - (μονόλογος) . . . . . . .223 - - - -ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ -ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ -ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ -ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ - -ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. Αττικαί ημέραι (διηγήματα και ευθυμογραφήματα -Δρ. 5. — - - — Ζητείται υπηρέτης (κωμωδία -μονόπρακτος) 1. — - -ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. Ανάλεκτα (κρίσεις και εντυπώσεις 2 -τόμ.) 8. — - -ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. Ποίος ήτο ο φονεύς τον αδελφού μου. 5. — - -ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. I. Σκαραβαίοι και Τερρακόττες 5. — - -ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I. Ο Λυχνοστάτης (κωμωδία) μονόπρακτος 1. — - -ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα) 5. — - - — Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα) 5. — - - — Αμαρυλλίς (διήγημα) 5. — - - — Αγροτικαί επιστολαί 5. — - - — Ο Μπαρμπαδήμος. Διηγήσεις Αγωνιστού (μετά πολλών -εικόνων) Δ. Μπισκίνη 5. — - -ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ. Η Σιδηρά Διαθήκη (Κοινωνική -Φυσιολογία) 6. — - -ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ (διηγήματα) 5. — - - — Όλοι μαζί 3.50 - - — Ο Βάτραχος που βαριέται 1.40 - -ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ Μύθοι και Θρύλοι 5. — - -ΘΕΡΟΥ ΑΓ. Δημοτικά τραγούδια (εκλογή) 3. — - -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. Ελληνική Μυθολογία 5. — - -ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. Κοντά ατή φωτιά (δράμα μονόπρακτον) 1. — - -ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. Διηγήματα 6. — - -ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. Ασφόδελοι (ποιήματα) 5. — - - — Πεπρωμένα (ποιήματα) 5. — - -ΜΑΡΗ Μ. Το θάρρος της αγνοίας (κωμωδ. μονόπρακτος) 1. — - -ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. Τα κατά συνθήκην ψεύδη 4. — . - -ΠΑΛΑΜΑ Κ. Τα παράκαιρα (ποιήματα) 5. — - - — Διηγήματα 5. — - -ΠΟΛΕΜΗ I. Σπασμένα μάρμαρα (ποιήματα) 6. — - - — Λύρα (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ. -ποιήσεως) 6. — - - — Η Γυναίκα (κωμωδία μονόπρακτος) 1. — - - — Ειρηνικά (ποιήματα) 3. — - -ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α. Η Φαίδρα 4. — - -ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. Τραγούδια του νησιού 5. — - -ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου (διηγήματα) 5. — - - — Μακεδονικαί Ραψωδίαι (διηγήματα) Δρ. 2.50 - - — Η Μεγαλόχαρη (διήγημα) 2.50 - - — Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμ. διήγ.1912-13) 3. — - - — Μαύρες Πεταλούδες 5. — - -ΊΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. Ο Βασιλεύς της Ρέγκας (μονόπρ. -παιγνίδι) 1. — - - — Βυζαντιναί γυναίκες (διηγήματα) 5. — - -ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Φάουστ του Γκαίτε (έμμ. μετάφρασις) 5. — - - — Ιφιγένεια εν Ταύροις (εμμ. μετάφρασις) 2.50 - - — Ηλέκτρα του Οφμαννατάλ (τραγωδία) 2.50 - - — Φθινόπωρο (μυθιστόρημα) 4. — - - — Τάσω, Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα 3.25 - - — Τραγούδια της Ερημιάς 3.50 - - — Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια (ποιήματα) 3.50 - - — Αγάπη στο χωριό (διήγημα) 2.10 - - — Απλοί Τρόποι (ποιήματα) 5. — - -Ο Βασιλεύς Όθων. Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι του -θανάτου του 3. — - -Κωνσταντινούπολις και Αγία Σοφία θρύλοι και παραδόσεις -(Ιστορία) 3. — - -ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα -διηγήματα (εκ του Γαλλ., Γερμαν. και Ρωσ.) 2.50 - -ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) Η Κυρία με τας Καμελίας -(μυθιστόρημα) 4· — - -ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ Quo Vadis (μυθιστόρημα) 4. — - -ΦΕΓΙΕ ΟΚ. Ιστορία ενός πτωχού νέου -(μυθιστόρημα) 5. — - - ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ - (ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ) - - Δρ. -ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ Μ. Ελληνικότης των Νομών Προύσσης και -Σμύρνης 4. — - -ΨΑΛΤΟΥ Σ. Η Θράκη και η δύναμις του εν αυτή Ελληνικού -στοιχείου τόμ. Α 5. — - -ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α. Ο υπόδουλος Ελληνισμός της Ασιατικής -Ελλάδος εθνικώς και γλωσσικώς εξεταζόμενος 4. - -ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ ΣΤ. Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι 5. — - -ΑΜΑΝΤΟΥ Κ. Ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας κατά τον -Μεσαίωνα 4. — - -ΔΕΝΔΙΑ Μ. Αι Ελληνικαί Παροικίαι ανά τον κόσμον . . 5. — - - - -1] Αποθέτης:Καλάθι των αχρήστων. - -2] Μίλτος: α. Κόκκινος μόλυβδος, μίνιο β. Η κόκκινη -ασθένεια του καλαμποκιού γ. παρασιτικός μικρομύκητας φυτών. - -3] το βρώμα: τροφή - -4] Τυλώδης: με κάλους. - -5] Εμβάδιον: Παπούτσι ή σανδάλι. - -6] Ιππωνία: η αγορά των αλόγων - -7] Άτρυτος-ου: ασταμάτητος, άφθορος. - -8] Κατά το ενόν: όσο είναι δυνατό. - -9]Επιζωοτία: Λοιμώδης ή παρασιτική ασθένεια που προσβάλλει -συγχρόνως μεγάλο αριθμό κατοικιδίων ζώων και ορίζεται ως -τέτοια από τον νόμο (π. χ. λύσσα, αφθώδεις πυρετός, κτλ). - -10] Ιγδίον: Μικρό γουδί. - -11] Πνευστιώ: Ασθμαίνω, λαχανιάζω, κοντανασαίνω. - -12] Μελανείμων: Μαυροντυμένος. - -13] Αυτός που επεξεργάζεται δέρματα και κατασκευάζει -δερμάτινα είδη. - -14] Διάτορος: Διαπεραστικός, οξύς. - -15] Τεζάκι: Πάγκος μαγαζιού για την έκθεση προϊόντων ή την -διευκόλυση εργασιών. - -16] Ρικνός: Γεμάτος ρυτίδες, ζαρωμένος. - -17] Ερρυπωμένος: Λερωμένος. - -18] Κεχηνώς-υία-ός: αυτός που χάσκει, κατάπληκτος. - -19] Αγελαίος: Χαμηλού επιπέδου, του σωρού. - -20] Πύραυνον: Μαγκάλι ή φουφού. - -21] Πυράγρα: Μασιά, τσιμπίδα. - -22] Λοπάς-άδος: Ρηχό πιάτο. - -23] το αντερί: ένδυμα με μανίκια που φορούν οι ιερείς κάτω -από το ράσο, εσωτερικός χιτώνας, πουκάμισο. - -24] καθά: σύμφωνα με όσα. - -25] Νήδυμος: Ήρεμος, αδιατάρακτος, (περί ύπνου) γλυκύς - -26] Λιγυρός: Μελωδικός, εύηχος. - -27] Κασίγνητος: Αδελφή. - -28] Φυρμός: Μίγμα, μπέρδεμα. - -29) Σ. Βυζαντίου Κωνσταντινούπολις. Τόμ. Α', σελ. 92. - -30] Ωρυγή: Μούγκρισμα, ούρλιασμα, μουκάνισμα, γκάρισμα. - -31] Ευκραής: Εύκρατος - -32) Les chiens errants du Constantinople, Êtude des Mœurs. - -33] ο θώς: το τσακάλι. - -34] η κίδαρης: Τουρμπάνι. - -35] Ακηδής: Αμέριμνος, ξέγνοιαστος, αδιάφορος. - -36] Χειρίδα: Μανίκι. - -37] Χειροήθης-εος: Ήμερος, εξημερωμένος. - -38] Που μυρίζουν (οδμάω: μυρίζω – παθ.) - -39] Πλακουντοποιός: Φούρναρης. - -40] Δαψιλώς: Με αφθονία - -41] Ψωμίζω: Ταίζω στο στόμα, κακομαθαίνω. - -42] Ακρασία: ακολασία. - -43] Αγνεία: η παρθενία των αγάμων και η ηθική διαβίωση των -εγγάμων. - -44) &Κωνσταντινούπολις&, τόμ. Α' σελ. 92. - -45] Νήχομαι: Κολυμπώ. - -46] ο/η Μήκων: Παπαρούνα. - -47] Σελάχι: Δεμάτινη ζώνη στην οποία τοποθετούσαν τα όπλα -τους οι φουστανελοφόροι. - -48] Άλκιμος: Εύρωστος, ρωμαλέος, ακμαίος. - -49] Βρέμω: βρυχώμαι - -50] Τελαμώνας: Δερμάτινο ή υφασμάτινο λουρί. - -51] Εναβρύνομαι: Υπερηφανεύομαι, κομπάζω. - -52] Αμφιλύκη: Λυκαυγές ή λυκόφως. - -53] Γλεύκος: Κρασί νέας εσοδείας. - -54] Κόλαφος: Χαστούκι. - -55] Νεκροσκόπος: Γιατός ή αρμόδιος υπάλληλος ο οποίος κάνει -νεκροψία. - -56] Δράκα: Ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κανείς στην -χούφτα του. - -57] Βάρης ή βάρις ιος/ιδος : μικρή αιγυπτιακή βάρκα. - -58] Εκκυβεύω: παίζω στα ζάρια, διακινδυνεύω, δοκιμάζω την -τύχη μου. - -59] Λοιδορία: Βρισιά, χλευασμός. - -60] Ροσόλι: λικέρ αρωματισμένο με απόσταγμα τριαντάφυλλου. - -61] Σχοινοτενής: Μακροσκελής, που διαρκεί περισσότερο από -όσο πρέπει. - -62] Άθυρμα: Παιχνίδι. - -63] Παλλάδιο: οποιοδήποτε προσταατευτικό μέσο. - -64] Μουστερής: Πελάτης, αγοραστής. - -65] Μυκτηρίζω: Εμπαίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω. - -66] Νύττω – νύσσω: Τσιμπώ, κεντρίζω. - -67] Μυάγρα: Ποντικοπαγίδα. - -68] Νάμα: Τρεχούμενο νερό, βρύση, κρουνός. - -69] Ακινάκης: Είδος μικρού σπαθιού. - -70] Λιγύς – λιγυρός: μελωδικός, εύηχος. - -71] Πύραυνον: δοχείο στο οποίο φυλάν αναμμένα κάρβουνα, -αγγείο στο οποίο μεταφέρεται ή ανάβεται μικρή φωτιά. - -72] Ερείδομαι: Στηρίζομαι. - -73] Οιδαλέος: Εξογκωμένος, πρισμένος. - -74] Κύφων: Ζυγός, εργαλείο βασανιστηρίου εγκληματιών. - -75] Η επεξήγηση εντός του κειμένου σημειούται με #. - -76] Σκολιά: στραβά. - -77] Μειράκιον: Νεανίας. - -78] Διατόρως: Διαπεραστικώς. - -79] η βελάδα: Επίσημο ανδρικό ένδυμα, παρόμοιο με το φράκο. - - - - - - - - -End of the Project Gutenberg EBook of Days of Attica, by Charalambos Anninos - -*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAYS OF ATTICA *** - -***** This file should be named 40478-0.txt or 40478-0.zip ***** -This and all associated files of various formats will be found in: - http://www.gutenberg.org/4/0/4/7/40478/ - -Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for -his major work in proofreading. - - -Updated editions will replace the previous one--the old editions -will be renamed. - -Creating the works from public domain print editions means that no -one owns a United States copyright in these works, so the Foundation -(and you!) can copy and distribute it in the United States without -permission and without paying copyright royalties. Special rules, -set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to -copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to -protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project -Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you -charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you -do not charge anything for copies of this eBook, complying with the -rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose -such as creation of derivative works, reports, performances and -research. They may be modified and printed and given away--you may do -practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is -subject to the trademark license, especially commercial -redistribution. - - - -*** START: FULL LICENSE *** - -THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE -PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK - -To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free -distribution of electronic works, by using or distributing this work -(or any other work associated in any way with the phrase "Project -Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project -Gutenberg-tm License available with this file or online at - www.gutenberg.org/license. - - -Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm -electronic works - -1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm -electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to -and accept all the terms of this license and intellectual property -(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all -the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy -all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. -If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project -Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the -terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or -entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. - -1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be -used on or associated in any way with an electronic work by people who -agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few -things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works -even without complying with the full terms of this agreement. See -paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project -Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement -and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic -works. See paragraph 1.E below. - -1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" -or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project -Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the -collection are in the public domain in the United States. If an -individual work is in the public domain in the United States and you are -located in the United States, we do not claim a right to prevent you from -copying, distributing, performing, displaying or creating derivative -works based on the work as long as all references to Project Gutenberg -are removed. Of course, we hope that you will support the Project -Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by -freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of -this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with -the work. You can easily comply with the terms of this agreement by -keeping this work in the same format with its attached full Project -Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. - -1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern -what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in -a constant state of change. If you are outside the United States, check -the laws of your country in addition to the terms of this agreement -before downloading, copying, displaying, performing, distributing or -creating derivative works based on this work or any other Project -Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning -the copyright status of any work in any country outside the United -States. - -1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: - -1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate -access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently -whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the -phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project -Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, -copied or distributed: - -This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with -almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or -re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included -with this eBook or online at www.gutenberg.org - -1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived -from the public domain (does not contain a notice indicating that it is -posted with permission of the copyright holder), the work can be copied -and distributed to anyone in the United States without paying any fees -or charges. If you are redistributing or providing access to a work -with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the -work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 -through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the -Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or -1.E.9. - -1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted -with the permission of the copyright holder, your use and distribution -must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional -terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked -to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the -permission of the copyright holder found at the beginning of this work. - -1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm -License terms from this work, or any files containing a part of this -work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. - -1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this -electronic work, or any part of this electronic work, without -prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with -active links or immediate access to the full terms of the Project -Gutenberg-tm License. - -1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, -compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any -word processing or hypertext form. However, if you provide access to or -distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than -"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version -posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), -you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a -copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon -request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other -form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm -License as specified in paragraph 1.E.1. - -1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, -performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works -unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. - -1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing -access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided -that - -- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from - the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method - you already use to calculate your applicable taxes. The fee is - owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he - has agreed to donate royalties under this paragraph to the - Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments - must be paid within 60 days following each date on which you - prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax - returns. Royalty payments should be clearly marked as such and - sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the - address specified in Section 4, "Information about donations to - the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." - -- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies - you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he - does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm - License. You must require such a user to return or - destroy all copies of the works possessed in a physical medium - and discontinue all use of and all access to other copies of - Project Gutenberg-tm works. - -- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any - money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the - electronic work is discovered and reported to you within 90 days - of receipt of the work. - -- You comply with all other terms of this agreement for free - distribution of Project Gutenberg-tm works. - -1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm -electronic work or group of works on different terms than are set -forth in this agreement, you must obtain permission in writing from -both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael -Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the -Foundation as set forth in Section 3 below. - -1.F. - -1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable -effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread -public domain works in creating the Project Gutenberg-tm -collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic -works, and the medium on which they may be stored, may contain -"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or -corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual -property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a -computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by -your equipment. - -1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right -of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project -Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project -Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project -Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all -liability to you for damages, costs and expenses, including legal -fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT -LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE -PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE -TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE -LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR -INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH -DAMAGE. - -1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a -defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can -receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a -written explanation to the person you received the work from. If you -received the work on a physical medium, you must return the medium with -your written explanation. The person or entity that provided you with -the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a -refund. If you received the work electronically, the person or entity -providing it to you may choose to give you a second opportunity to -receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy -is also defective, you may demand a refund in writing without further -opportunities to fix the problem. - -1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth -in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER -WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO -WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. - -1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied -warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. -If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the -law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be -interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by -the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any -provision of this agreement shall not void the remaining provisions. - -1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the -trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone -providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance -with this agreement, and any volunteers associated with the production, -promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, -harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, -that arise directly or indirectly from any of the following which you do -or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm -work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any -Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. - - -Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm - -Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of -electronic works in formats readable by the widest variety of computers -including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists -because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from -people in all walks of life. - -Volunteers and financial support to provide volunteers with the -assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's -goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will -remain freely available for generations to come. In 2001, the Project -Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure -and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. -To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation -and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 -and the Foundation information page at www.gutenberg.org - - -Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive -Foundation - -The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit -501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the -state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal -Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification -number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg -Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent -permitted by U.S. federal laws and your state's laws. - -The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. -Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered -throughout numerous locations. Its business office is located at 809 -North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email -contact links and up to date contact information can be found at the -Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact - -For additional contact information: - Dr. Gregory B. Newby - Chief Executive and Director - gbnewby@pglaf.org - -Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg -Literary Archive Foundation - -Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide -spread public support and donations to carry out its mission of -increasing the number of public domain and licensed works that can be -freely distributed in machine readable form accessible by the widest -array of equipment including outdated equipment. Many small donations -($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt -status with the IRS. - -The Foundation is committed to complying with the laws regulating -charities and charitable donations in all 50 states of the United -States. Compliance requirements are not uniform and it takes a -considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up -with these requirements. We do not solicit donations in locations -where we have not received written confirmation of compliance. To -SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any -particular state visit www.gutenberg.org/donate - -While we cannot and do not solicit contributions from states where we -have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition -against accepting unsolicited donations from donors in such states who -approach us with offers to donate. - -International donations are gratefully accepted, but we cannot make -any statements concerning tax treatment of donations received from -outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. - -Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation -methods and addresses. Donations are accepted in a number of other -ways including checks, online payments and credit card donations. -To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate - - -Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic -works. - -Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm -concept of a library of electronic works that could be freely shared -with anyone. For forty years, he produced and distributed Project -Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. - -Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed -editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. -unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily -keep eBooks in compliance with any particular paper edition. - -Most people start at our Web site which has the main PG search facility: - - www.gutenberg.org - -This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, -including how to make donations to the Project Gutenberg Literary -Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to -subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. - |
