summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old/40478-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to 'old/40478-0.txt')
-rw-r--r--old/40478-0.txt9101
1 files changed, 0 insertions, 9101 deletions
diff --git a/old/40478-0.txt b/old/40478-0.txt
deleted file mode 100644
index 5154027..0000000
--- a/old/40478-0.txt
+++ /dev/null
@@ -1,9101 +0,0 @@
-The Project Gutenberg EBook of Days of Attica, by Charalambos Anninos
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org
-
-
-Title: Days of Attica
-
-Author: Charalambos Anninos
-
-Release Date: August 11, 2012 [EBook #40478]
-
-Language: Greek
-
-Character set encoding: UTF-8
-
-*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAYS OF ATTICA ***
-
-
-
-
-Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
-his major work in proofreading.
-
-
-
-
-
-Note: The tonic system has been changed from polytonic to
-monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
-changed. Words in italics are included in _, while bold
-words in &. Footnotes have been converted to endnotes and
-are included in (). I have also added explanation of words
-in endnotes. These are included in [].
-
-Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
-μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του
-βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με
-_, ενώ λέξεις με έντονους με &. Οι υποσημειώσεις έχουν
-μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε ().
-Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων.
-Αυτές έχουν σημειωθεί με [].
-
-
-
-ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΑΝΝΙΝΟΥ
-
-
-ΑΤΤΙΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ
-
-
-
-ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
-ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΣΙΔΕΡΗ
-46 ΟΔΟΣ ΣΤΑΔΙΟΥ — ΜΕΓΑΡΟΝ ΑΡΣΑΚΕΙΟΥ
-
-1920
-
-
-
- Pro domo et progenie
-
-
-
-Ότε προ ημερών, κατ' επιθυμίαν του εκδότου κ. Ιωάννου Ν.
-Σιδέρη, ηθέλησα να επιθεωρήσω την παρούσαν δευτέραν έκδοσιν
-των _«Αττικών Ημερών»_, αποφασισθείσαν ένεκα της προ πολλού
-επελθούσης ολοσχερούς εξαντλήσεως της πρώτης, ευρέθην εις
-περιέργως δύσκολον θέσιν. Τα έργα εξ ών αποτελείται ο παρών
-τόμος ενεφανίσθησαν μεν προ εικοσιπενταετίας, ότε εγένετο η
-πρώτη έκδοσίς των εις βιβλίον, αλλά τα πλείστα εξ αυτών
-άγουν ηλικίαν ακόμη μεγαλυτέραν, δημοσιευθέντα μεμονωμένως
-εις το «Μη χάνεσαι», εις το «Άστυ», εις την «Εστίαν», εις
-την «Εβδομάδα» και εν γένει εις τα διάφορα σατυρικά φύλλα,
-τα φιλολογικά περιοδικά και τας εφημερίδας της τότε εποχής.
-Επανέβλεπα λοιπόν τους φιλολογικούς μου τούτους γόνους με
-το αλλόκοτον συναίσθημα πατρός επαναβλέποντος μετά
-μακροχρόνιον απουσίαν τα τέκνα του αμετάβλητα αφ' ότου τα
-είχεν αφήσει, λάλα δηλαδή και φλύαρα και άτακτα και
-λογοπαικτούντα ανοήτως και μυκτηρίζοντα με περισσήν
-ιταμότητα τους πάντας και τα πάντα.
-
-Δεν με ηνώχλει μόνον η παράκαιρος αύτη ζωηρότης, η
-διατελούσα εις τόσον τραγικήν αντίθεσιν προς την στρυφνήν
-ακαμψίαν του γεννήτορος, σαβανωμένου μέσα εις τα σύννεφα
-της αθυμίας, όσα επεσώρευσαν επάνω του ο διαρρεύσας χρόνος
-και αι περιπέτειαι του βίου. Με επτόει και η ιδέα της
-ευθύνης, την οποίαν ανελάμβανα εμφανίζων τους μικρούς
-αυτούς ασχημονούντας πιερρότους μέσα εις την σεμνήν
-πανήγυριν της συνεσφιγμένης σοβαρότητος, με την οποίαν
-ποζάρει τόσον αξιοπρεπώς η ελληνική κοινωνία, η ελληνική
-διάνοια και η ελληνική τέχνη.
-
-Το περιβάλλον εντός του οποίου συνελήφθησαν και εγεννήθησαν
-τα εν λόγω μικρά ζιζάνια ήλλαξεν έκτοτε σχεδόν καθ'
-ολοκληρίαν. Τα πάντα ρει, όπως εγνωμάτευσεν ο αρχαίος
-φιλόσοφος, παρεκτός ίσως συχνάκις του νερού της Δεξαμενής.
-Εντός του τελευταίου αυτού τετάρτου αιώνος μετεβλήθησαν τα
-ήθη, τα έθιμα, αι ιδέαι, η δίαιτα και όλοι οι πρότεροι όροι
-της ζωής. Πώς να εμφανισθή, λόγου χάριν, ο αξιότιμος κύριος
-Ζαχαρίας παραδαρμένος με το ψηλόν του καπέλλον, το οποίον
-σήμερον φορούν μόνον εις τας επισήμους τελετάς και εις τας
-κηδείας; Και πώς να παρουσιασθή χωρίς να ωχριάση από
-εντροπήν το κόκκινον φέσι της αξιεράστου συνεύνου του
-κυρίας Θεοδώρας, το οποίον όχι εις το πολυτελές
-μοδιστράδικον του αξιοτίμου κ. Σωκράτη, αλλ' ούτε εις το
-Δημοπρατήριον δεν τολμά να εκτεθή προς πώλησιν ανάμεσα εις
-τις παληές κλειδαριές και τα σκουριασμένα χαντζάρια; Πώς να
-ισχυρισθή ο πτωχός φοιτητής της φιλολογίας ότι τρώγει
-τζιεράκια και τουλουμοτύρι, εδέσματα τα οποία διημφισβήτουν
-προ ολίγων μηνών οι πεντακοσιομέδιμνοι με τα πεντακοσάρικα
-εις τα χέρια;
-
-Αμή το λεκτικόν; οι δυστυχισμένοι ήρωες των διηγηματίων μου
-φθέγονται — Παναγία μου! ποίος λέγει ή ποίος γράφει πλέον
-σήμερον <φθέγγονται>! — κάποτε αλλοκότως διά την σημερινήν
-εποχήν, μεταχειριζόμενοι εις τας εκφράσεις των και κανένα
-ρηματικόν τύπον της αρχαίας γλώσσης, από εκείνους οπού
-εμάνθανον αι περασμέναι γενεαί εις την γραμματικήν του
-Γενναδίου, και οπού εμεταχειρίζοντο και οι γραμματισμένοι
-της εποχής του Αγώνος, και οπού εννοούσαν εξαίρετα και ο
-Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης και ο Κανάρης. Αλλ' αυτό
-είνε λογιωτατισμός! είνε σχολαστικισμός ! . . . Είνε δόγμα
-πλέον ότι με την αρχαιότητα δεν πρέπει να έχωμεν καμμίαν
-σχέσιν — άμμες δε γ' εσμέν! — παρά μόνον όταν πρόκειται να
-διεκδικήσωμεν εν ονόματι των προγόνων κληρονομικά
-δικαιώματα. Έχομεν, βλέπετε, και τους ξένους λογίους και
-γλωσσολόγους, οι οποίοι ρητώς μας το απαγορεύουν. Με το
-δικαίωμα της φιλικής και συμμαχικής κηδεμονίας δεν μας
-επιτρέπουν να πάρωμεν ούτε ένα τύπον ούτε μίαν λέξιν από
-την αρχαίαν γλώσσαν, ενώ αυτοί έχουν πάρει από αυτήν, διά
-να πλουτίσουν την ιδικήν των, όρους και λέξεις με το
-τσουβάλι.
-
-Ώστε τι έπρεπε να γίνη; Διόρθωσις καμμία εις τέτοιον χάος
-δεν εχώρει. Να επιχειρήσω να μεταφέρω τα πρόσωπα και τα
-πράγματα εις την σημερινήν εποχήν, ν' αλλάξω την
-σκηνοθεσίαν, να τα τοποθετήσω μέσα εις νέον περιβάλλον, με
-νέαν αντίληψιν, με νέαν διανοητικότητα, με νέους
-κοινωνικούς όρους και νέας συνηθείας; Αλλά το τοιούτο θα
-ισοδυνάμει με την παράκρουσιν κάποιου καλλιτέχνου, όστις
-διενοήθη κάποτε να ζωγραφίση τους Αποστόλους του περιφήμου
-πίνακος του Δα Βίντσι καθημένους περί την τράπεζαν του
-Μυστικού Δείπνου με φράκον και με άσπρον λαιμοδέτην! Άρα
-δεν έμενε τίποτε άλλο παρά να τα εγκαταλείψω και να τ'
-αφήσω ριγμένα εις τους Αποθέτας [1] της αφανείας και της
-λήθης.
-
-Αλλά μία φωνή μυστική προερχομένη από τα βάθη των
-φιλοστόργων και μακροθύμων πατρικών σπλάγχνων εσταμάτησε
-πάσαν μου απόφασιν.
-
-«Διατί — μου είπεν η φωνή — να θέλης να φανής σκληρός
-τύραννος και να παίξης πρόσωπον Βρούτου, γονέως αδυσωπήτου;
-Αυτός δα είνε κι' αν είνε αναχρονισμός, αφού τον δόλον της
-Μηδείας δεν στέργουν να παίζουν πλέον ούτε αυταί αι
-απηρχαιωμέναι πρωταγωνίστριαι. Κάθε έργον τέχνης, όσον
-ταπεινόν και ευτελές και αν είνε, είνε προϊόν της εποχής
-οπού εγράφη. Διατηρεί μέσα του κάτι τι από το χρώμα της,
-από τον ρυθμόν της ζωής της, από τας έξεις της, από τας
-σκέψεις της. Εάν έχη ζωήν να ζήση, θα ζη πάντοτε εντός
-εκείνης της ατμοσφαίρας. Σε βεβαιώ ότι και αυτά τ'
-αριστουργήματα των αιώνων δεν εξαιρούνται αυτού του
-φυσιολογικού κανόνος. Και σου αναφέρω ένα παράδειγμα: Εις
-την Ιλιάδα, όταν πρόκειται ν' αλληλοσπαραχθούν δύο ήρωες,
-σκυλοβρίζονται πρώτα στα γερά και έπειτα πιάνουν κουβέντα
-και διά την γενεαλογίαν των, όπως ο Τυδείδης και ο Γλαύκος
-και ο Πάτροκλος και ο Σαρπηδών. Κόπιασε τώρα και εις τα
-σημερινά ήθη και φαντάσου δύο λογίους, οι οποίοι πρόκειται
-να μονομαχήσουν εις το Γουδί ερίζοντες περί του αριστείου
-και πριν εκτείνουν τα ραβδωτά των πιστόλια εναντίον
-αλλήλων, αρχίζουν ενώπιον των μαρτύρων των να παινεύωνται
-και ο ένας να λέγη τον αντίπαλόν του κατσικοκλέφτην, ο δε
-άλλος να κομπάζη ότι είνε απόγονος κάποιας ζακυνθινής
-κοντέσσας οπού επωλούσε μαστίχα και δαφνόλαδο!
-
-
-»Βέβαια μερικαί λεπτομέρειαι, μερικοί υπαινιγμοί
-αναφερόμενοι εις τα πρόσωπα, εις τα γεγονότα, εις τας
-συνηθείας της εποχής οπού υπάρχουν εις το βιβλίον σου, θα
-φανούν ακατάληπτοι εις τους σημερινούς αναγνώστας, οι
-οποίοι προς διαφώτισίν των θα είνε υποχρεωμένοι — αν αξίζη
-τον κόπον — να προστρέχουν εις την μνήμην των πρεσβυτέρων,
-ή εις τας εφημερίδας και τα περιοδικά δημοσιεύματα της
-εποχής εκείνης. Αλλά τι με τούτο; Μήπως όταν φυλλομετρούμεν
-σήμερον παλαιούς τόμους του Charivari, και κυττάζωμεν τας
-γελοιογραφίας του Gavarni πρέπει ν' αγανακτούμεν, επειδή
-απεικονίζονται εις αυτάς αι κυρίαι φέρουσαι κρινολίνα και
-καπελλίνα με φιόγκους και οι κύριοι τα χωνοειδή ψηλά
-καπέλλα και τας σφηνοειδείς ρεδιγκότας της εποχής του
-Λουδοβίκου Φιλίππου;
-
-»Όσον διά την γλώσσαν, μη πολυσκοτίζεσαι. Επέρασεν ήδη ένας
-αιών και πλέον οπού σπαράσσεται το έθνος με αυτό το ζήτημα,
-χωρίς να κατορθώση να το λύση. Είσαι βέβαιος τάχα ότι μετά
-μίαν δεκαετίαν θα εξακολουθή να επικρατή η ιδία γλώσσα, η
-οποία φαίνεται σήμερον επικρατούσα; Είνε πεπρωμένον κάθε
-ελληνική γενεά να πλάττη και ιδικήν της γλώσσαν, έως ότου
-κατορθώσωμεν αισίως ν' ανεγείρωμεν αντικρύ του Παρθενώνος
-τον πύργον της Βαβέλ προς αΐδιον δόξαν της εθνικής
-ενότητος.
-
-»Παύσε, χριστιανέ μου, τας τραγικότητας και άφησε αυτά τα
-κακορρίζικα πλάσματα να ξαναϊδούν το φως του ηλίου».
-
-Τα επιχειρήματα ταύτα, συνηγορούσης και της πατρικής
-μεροληψίας, μ' έπεισαν και έλαβα εις το τέλος την ηρωικήν
-απόφασιν ν' αφήσω τα έργα αυτά να εκδοθούν και πάλιν όπως
-είχαν.
-
-« — Ας μείνουν αδιόρθωτα, είπα· μήπως άλλως τε δεν μένουν
-αδιόρθωτα χρόνια τώρα τόσα και τόσα πράγματα, όπως οι
-Βασιλικοί Σταύλοι, το Ωρολόγιον του Πανεπιστημίου και ο
-Ποινικός Νόμος;
-
-»Δεν θ' αλλάξω από αυτά ούτε ένα _ν_, το οποίον και αυτό,
-καθώς φαίνεται, τείνει με τας νέας γλωσσικάς θεωρίας να
-εξαλειφθή εκ του ελληνικού αλφαβήτου.
-
- Αθήναι, Ιανουάριος του 1920.
-
- &Μπάμπης Άννινος&
-
-
-
-Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΜΟΣ
-
-
-
-Την επομένην θαυμαστήν και ψυχωφελεστάτην διήγησιν την
-ήκουσα από το στόμα του φίλου μου Παρασκευά Ιερεμιάδου,
-βοηθού του αριστερού ψάλτου ενός των ναών της πόλεως,
-βοηθού ενός φαρμακοποιού και βοηθού του γραμματοδιδασκάλου
-εκπαιδευτηρίου τινός. Πλουσιοπάροχος εις βοηθείας προς τον
-πλησίον ο φίλος μου αναμένει διά τον εαυτόν του την εξ
-ύψους βοήθειαν, και αι οπαί των αγκώνων του με απύλωτον
-στόμα διαλαλούν ότι το ισοζύγιον εις τα οικονομικά του είνε
-ό,τι θα ήτο περίπου στίχος του Λαμαρτίνου εντός βιβλίου
-λογαρίθμων.
-
-Είχομεν γνωρισθή, διότι εγευματίζομεν εις το αυτό
-εστιατόριον. Μας εχώριζε μία τράπεζα και μας συνήνουν η
-γενναιότης και η εγκαρτέρησις, μεθ' ής κατηναλίσκομεν τα
-προϊόντα της μυστηριώδους μαγειρικής του εστιατορίου.
-Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η γενναιότης του φίλου μου ήτο
-ασυγκρίτως ηρωικωτέρα της ιδικής μου. Οσάκις ελάμβανεν ανά
-χείρας τον κατάλογον, δεν έρριπτε το βλέμμα εις την
-απαρίθμησιν των εδεσμάτων, αλλ' εις τας αντικρύ εκάστου
-σημειουμένας τιμάς. Τα ψητά, το μπιφτέκι, οι ιχθύες, η
-βραστή όρνιθα και τα λοιπά οπωσούν ακριβά φαγητά, ών η τιμή
-περιστρέφεται περί την δραχμήν, ήσαν δι' αυτόν το
-Διαβαλαγιρί της δαπάνης, ύψος δυσθέατον, μέχρι του οποίου
-δεν ετόλμα ν' ανέλθη· κατήρχετο λοιπόν ταπεινώς εις το
-χθαμαλόν πεδίον των 40 ή 50 λεπτών, καταβροχθίζων το
-περιεχόμενον πινακίων βαθυκοίλων, συνιστάμενον εις τεμάχιον
-απαλού και γλοιώδους κρέατος πλέοντος εντός λίμνης
-εμβάμματος κοκκινοβαφούς, ως να είχεν αύτη παρασκευασθή διά
-μίλτου [2]. Ο ξενοδόχος, οσάκις ηρωτάτο, απεκρίνετο πάντοτε
-δογματικώς μετά καθησυχαστικού μειδιάματος ότι το χρώμα
-προήρχετο από την σάλτσαν της ντομάτας· εγώ όμως φρονώ
-αδιστάκτως ότι το έμβαμμα εκείνο ηρυθρία εξ αισχύνης,
-βλέπον τον ασυνείδητον ξενοδόχον εξασκούντα το επάγγελμα
-της Λοκούστας εν πλήρει ΙΘ' αιώνι, υπό την σκέπην του
-Συντάγματος και του Ποινικού Νόμου. Αι &ουγγαρίαι&, τας
-οποίας συχνά και με λαιμαργίαν κατήσθιεν ο κ. Παρασκευάς,
-ως να ήτο προσωπικός εχθρός του Φραγκίσκου Ιωσήφ, τις οίδεν
-οποίον πληθυσμόν μυστηριώδη μικροσκοπικών Μαγυάρων
-περιείχον. Τα δε σηκωτάκια και άλλα εντόσθια, τηγανιστά ή
-μαγειρευμένα, ών το υποκοριστικόν όνομα συνεδυάζετο
-εναρμονίως με τον υποβιβασμόν της τιμής, ήσαν δι' αυτόν
-βρώμα [3] κατ' εξοχήν προτιμητέον. Ώστε μεταξύ των πολλών
-αλύτων φιλοσοφικών ζητημάτων των περιδινουμένων εις το
-πνεύμα μου κατά τας ώρας της ρέμβης ήσαν και τα εξής δύο
-σοβαρώτατα και ανεξιχνίαστα: α') με τι θα ετρέφετο ο κ.
-Παρασκευάς Ιερεμιάδης αν η φύσις δεν ήθελε προικίσει τα
-εσθιόμενα υπό των ανθρώπων τετράποδα με σπλήνα, με ήπαρ ή
-με έντερα; — β') ποίον θα ήτο το ετήσιον έλλειμμα του
-φαρμακείου, εις ό παρείχε την βοήθειάν του αν αι
-χρησιμεύουσαι προς καθαρισμόν του στομάχου του ποσότητες
-καθαρτικών εχορηγούντο εις αυτόν δωρεάν;
-
-Ετρώγομεν αντικρύ αλλήλων. Πεπροικισμένος ο Παρασκευάς με
-οδόντας άρκτου, με φάρυγγα στρουθοκαμήλου και με όρεξιν
-πάντοτε Βαρούχ αφυπνιζομένου μετά τον εβδομηκονταετή ύπνον
-του προ τραπέζης εστρωμένης, ετελείωνε το γεύμα του πολύ
-προ εμού. Δεν έφευγεν όμως· έμενεν εις την θέσιν του
-ελλοχών εμέ και μόλις με ήθελεν ιδεί αποθέτοντα οριστικώς
-το μαχαίριον, δι' ού είχον καθαρίσει τον τελευταίον καρπόν
-και εξάγοντα την σιγαροθήκην μου, επεχείρει τρομακτικήν
-έφοδον κατά του ακουστικού μου τυμπάνου, την οποίαν ήτο
-αδύνατον ν' αποφύγω, διότι άλλως θα ήμην πραγματικώς άκρον
-&άωτον&.
-
-Την ημέραν εκείνην ο χονδρός υπηρέτης Μανώλης, κάμνων τον
-λογαριασμόν παρακαθημένου κυρίου, επέθηκε τας στιβαράς
-τυλώδεις [4] χείρας του επί της τραπέζης, ής το έν άκρον
-ηνωρθώθη εκ του βάρους και τα εν αυτή σκεύη ανεπήδησαν μετά
-παρατεταμένης απηχήσεως.
-
- — Κινείται το τραπέζι! ανέκραξα εγώ αστεϊζόμενος. Φευ!
-ακριβά έμελλον να πληρώσω τον αστεϊσμόν μου. Ο κ.
-Παρασκευάς αμέσως ήρπασε την επιφώνησίν μου.
-
- — Μου συνέβη μία ιστορία πολύ περίεργος χθες με το
-τραπέζι, μου είπεν· άκουσέ την.
-
-Και ο Ιερεμιάδης με ύφος θρηνώδες, όπερ αφεύκτως είχε
-μεταδοθή εκ του γενάρχου του, ποιητού των εν Βαβυλώνι
-θρήνων, εις όλους τους απογόνους της οικογενείας, ήρχισεν
-ως εξής:
-
-*
-**
-
- — Γνωρίζεις ότι κατοικώ εις Κολωνάκι.
-
-Δεν εγνώριζα τίποτε, αλλά προς ευχαρίστησίν του και
-παρηγορίαν του, διά να φανή ότι υπήρχε και κάποιος γνωρίζων
-την κατοικίαν του επισήμου αυτού υποκειμένου, ένευσα
-καταφατικώς.
-
- — Κατοικώ λοιπόν εις το Κολωνάκι, εξηκολούθησεν, εις οδόν
-αβάπτιστον ακόμη, την οποίαν όμως προ πολλού εγώ απεκάλεσα
-οδόν Γολγοθά.
-
-Εμάντευσε την απορίαν μου και την ανερχομένην εις τα χείλη
-μου ερώτησιν, πριν ανοίξω δε το στόμα απήντησε:
-
- — Θα μ' ερωτήσης διατί την αποκαλώ τοιουτρόπως; Άκουσε,
-φίλε μου, και κρίνε. Είνε πέντε έτη τώρα όπου κατοικώ και
-καθ' εκάστην ανανεούται απαράλλακτον το μαρτύριόν μου,
-απέναντι του οποίου τα πάθη του Σωτήρος είνε μηδαμινά.
-Κανείς δεν υπέφερέ ποτε τόσα καθ' εκάστην! . . .
-
-Και εστέναξε θλιβερώς.
-
- — Άφες τας παρεκβάσεις, του είπα.
-
- — Ανεκδιήγητα είνε τα βάσανά μου, εξηκολούθησεν ο
-Ιερεμιάδης, εις την γωνίαν εκείνην της Σιβηρίας, την οποίαν
-περιλαμβάνουν αι Αθήναι χωρίς να το γνωρίζουν. Δεν δύναμαι
-να σοι διηγηθώ ποσάκις συνέτριψα τους πόδας μου επιστρέφων
-την εσπέραν με βαθύτατον σκότος εις την κατοικίαν μου,
-ποσάκις συνήψα μάχας εκ του συστάδην με τον άγριον σκύλον
-του λαχανοπώλου, ποσάκις ετρόμαξα μη εμπέσω εις συμμορίαν
-λωποδυτών. Μίαν φοράν μάλιστα συνελήφθην και εγώ ως
-λωποδύτης παρά τινος κλητήρος πλανηθέντος κατ' εκείνα τα
-μέρη, όστις μοι εζήτησε σπίρτον διά ν' ανάψη το σιγάρον
-του, εγώ δε αφηρημένος του προσέφερα το σπίρτον του
-καμινέτου, το οποίον είχον αγοράσει προ ολίγου από τον
-μπακάλην. Μίαν φοράν ολίγον έλειψε να κατασυντριβώ υπό τους
-τροχούς μιας αμάξης και προς ανταπόδοσιν, αλλά χωρίς να το
-θέλω, κατεπλάκωσα εγώ μίαν άμαξαν.
-
- — Πώς τούτο; ηρώτησα απορών.
-
- — Ιδού πώς. Ο αμαξηλάτης είχε κατέλθει· οι φανοί της δεν
-ήσαν αναμμένοι και έπεσα πλαγίως επάνω εις τ' άλογα, τα
-οποία ετρόμαξαν, επήραν τον κατήφορον και η άμαξα πεσούσα
-εντός χάνδακος ανετράπη. Αλλά, και αν έλειπε το σκότος και
-οι λωποδύται και οι κλητήρες και αι πτερωταί στρατιαί των
-κωνώπων και αι αιμοβόροι φάλαγγες των κορέων, μένει η κυρά
-Αγγέλω και φθάνει.
-
- — Ποία είνε αυτή; ηρώτησα.
-
- — Η σπιτονοικοκυρά μου. Μη πλανηθής από το όνομα· ουδέποτε
-έγινε μεγαλυτέρα του ευφημισμού κατάχρησις. Ο Εύξεινος
-απέναντί της είνε πινάκιον κρέμας και αι Ευμενίδες αδελφαί
-του Ελέους. Ενώπιον αυτής, καθημένης πάντοτε προ της
-εισόδου, ως φρούριον εκ σαρκός, είνε ηναγκασμένοι να
-διέρχωνται πτήσσοντες οι ταλαίπωροι ενοικιασταί της, Από
-της δευτέρας ημέρας του μηνός περιμένει το ενοίκιο του
-επιόντος· και ως να είχε σπουδάσει επιμελέστατα την θεωρίαν
-του Λαβάτερ, παρατηρεί την φυσιογνωμίαν εκάστου και
-προσπαθεί να εξαγάγη χρησμόν περί της πληρωμής του
-ενοικίου. Την προτελευταίαν του μηνός το βαρόμετρον της
-όψεώς της προμηνύει θύελλαν. Την τελευταίαν το πορφυρούν
-πρόσωπον της κυράς Αγγέλως φεγγοβολεί ως ηφαίστειον· προς
-την εσπέραν επακολουθεί η έκρηξις και αλλοίμονον εις τον
-άθλιον εκείνον, όστις τον όρθρον της πρώτης του νέου μηνός
-ευρέθη υπό την λάβαν της οργής της!
-
-Ήτο λοιπόν προχθές η τελευταία του μηνός. Είπα έν δειλόν
-«καλησπέρα» διερχόμενος προ αυτής και έλαβα εις απάντησιν
-ένα γρυλλισμόν και έν βλέμμα δυνάμενον να μεταβάλη εις
-τέφραν τον ανδριάντα του Φεραίου. Εισήλθον εις το δωμάτιόν
-μου μετά φρίκης αναλογιζόμενος την επιούσαν. Μου επήρχοντο
-ακουσίως εις το πνεύμα αι αναμνήσεις της πολιορκίας του
-Μεσολογγίου, του αποκλεισμού των Παρισίων και άλλαι
-παραπλήσιαι ιστορικαί σελίδες. Έπλαττον σχέδια ηρωικής
-αντιστάσεως και ήνοιξα μάλιστα το ερμάριόν μου διά να ίδω
-την προμήθειαν των τροφίμων μου. Φευ! αχρείος τις ποντικός
-είχε καταβροχθίσει το διά το δείπνον μου προωρισμένον
-τεμάχιον του τυρού και εξ οίκτου ή εξ υπερηφανείας μοι
-είχεν αφήσει την μερίδα του άρτου. Η έξοδος ήτο αναγκαία
-την επαύριον. Σημειωτέον ότι ώφειλον τρεις και ημίσειαν
-δραχμάς εκ του ενοικίου του παρελθόντος μηνός και ήμην
-εντελώς &απένταρος . . . &
-
- — Λεπτομέρειαι τοιαύται είνε περιτταί, τω παρετήρησα,
-διότι υπονοούνται.
-
- — Αίφνης, εξηκολούθησεν ο κ. Παρασκευάς, ήκουσα κρουομένην
-την διά του συρτού κεκλεισμένην επιμελώς θύραν του δωματίου
-μου. Ανεσκίρτησα, αλλ' εκ του τρόπου της κρούσεως και της
-ηχησάσης όπισθεν της θύρας ηπίας φωνής καθησύχασα. Ήτο η
-φωνή του κατοικούντος εις το παρακείμενον δωμάτιον συνοίκου
-μου κ. Λεοντίου Λαγουδάκη. Χρηματίσας υπάλληλος είς τι
-υπουργείον, έχει τώρα σύνταξιν εκ δραχμών 47 κατά μήνα και,
-αφού επί εικοσιπέντε έτη έτρεμε προ του τμηματάρχου του,
-τώρα τρέμει προ της οικοδεσποίνης του. Ο κ. Λαγουδάκης
-εξοδεύει έξ ώρας και δέκα λεπτά την ημέραν εντός του
-καφενείου των &Ευ φρονούντων·& τας έξ ώρας προς ανάγνωσιν
-όλων των εφημερίδων, τα δέκα λεπτά προς πληρωμήν ενός καφέ
-γλυκούς και βραστού. Καταναλίσκων όλας ανεξαιρέτως τας
-στήλας όλων των σελίδων ο κ. Λαγουδάκης γνωρίζει την
-παγκόσμιον κίνησιν. Γνωρίζει τι φρονούν εν τω μεγάρω του
-Αγίου Ιακώβου περί του ζητήματος του Κόγκου, γνωρίζει πού
-πωλείται το καλύτερον χαβιάρι, αν και δεν αγοράζει ποτέ εξ
-αυτού, γνωρίζει ποίας τροπολογίας υποβάλλει εις τα
-νομοσχέδια η αντιπολίτευσις και πόσους οπαδούς έχει ο κ.
-Κανόβα δε Καστίλλο. Έν δεν γνωρίζει μόνον, πώς ν' αποφύγη
-την οργήν της κυράς Αγγέλως, όταν χύνη το πρωί την λεκάνην
-έξω από το παράθυρον, διά να μη εξέλθη έξω και κρυολογήση.
-Διά να την εξευμενίση δε ανακοινοί προς αυτήν τα νέα της
-ημέρας. Η κυρά Αγγέλω πλέκει την κάλτσαν της και τον ακούει
-μετά προσοχής· επί τέλους τω λέγει:
-
- — Λοιπόν έτσι! . . . αυτόν τον Κόρδονα . . . πώς τον
-είπες; που τον επιάσανε εκεί κοντά στο Μύλο;
-
- — Όχι δα! εις τον Νείλον.
-
- — Ας είνε! Σε παρακαλώ πολύ όμως, κύριε Λαγουδάκη, να μη
-χύνης νερά μέσα εις την αυλή. Δεν έχεις ποδάρια να πας να
-το χύσης έξω, καλότυχε; . . . Μπα!. . . .
-
-Ήκουσα λοιπόν την μελίρρυτον φωνήν του γείτονός μου
-λέγουσαν:
-
- — Γείτονα! έχεις ένα σπίρτο;
-
-Φευ! ήτο τούτο το απαράβατον προοίμιον του γείτονός μου,
-οσάκις βαρυνόμενος την μόνωσιν επόθει να έλθη εις ομιλίαν
-μετ' εμού· ήτο η πρώτη εχθροπραξία κατά της ησυχίας μου. Το
-σπίρτον εκείνο εγίνετο πάντοτε αφορμή ν' ανάψη πολύωρος
-συζήτησις, παρατεινομένη πολλάκις μέχρι του μεσονυκτίου.
-
-Του ήνοιξα την θύραν και εισήλθε.
-
- — Καλησπέρα, κύριε Παρασκευά, μοι είπεν· έχεις εργασίαν;
-
- — Όχι, απήντησα, κάτι ήθελα να γράψω, αλλά δεν πειράζει.
-
- — Πάντοτε εις την μελέτην, πάντοτε σιμά εις το τραπέζι
-σας, αι; . . . Αλήθεια, δεν μου λέγεις; . . . άκουσες αυτά
-οπού γίνονται με τα τραπεζάκια;
-
- — Κάτι ήκουσα κ' εγώ, πράγματα πολύ παράξενα.
-
- — Είδα πολλά να γράφουν εις τας εφημερίδας και ήθελα να
-κάμω μίαν δοκιμήν.
-
- — Μα πιστεύεις, κύριε Λαγουδάκη, ότι τα τραπέζια
-κινούνται;
-
- — Να σε ειπώ, φίλε μου, απήντησεν ο κ. Λαγουδάκης,
-αναλαβών σοβαρόν ήθος. Έχω λόγους περισσοτέρους από καθένα
-να το πιστεύσω. Κανείς δεν είχε ποτε τόσας σχέσεις με
-τραπέζι όσας εγώ. Εικοσιπέντε έτη έγραφα επάνω του. Όλα
-εκινούντο εκεί μέσα εις το υπουργείον. Εκινούντο οι
-βουλευταί, οι οποίοι περιήρχοντο ως αυθένται μέσα εις τα
-δωμάτια, εκινείτο ο τμηματάρχης μου, όστις έπασχεν από
-νευρικόν νόσημα, εκινείτο το χέρι μου ακατάπαυστα, αλλά το
-τραπέζι δεν εκινείτο. Μίαν ημέραν, και εγώ δεν ηξεύρω πώς,
-θαρρώ πώς είχα πιθώσει ένα χονδρόν βιβλίον επάνω του,
-εκινήθη και αυτό αοράτως, έπεσεν επάνω εις το πόδι μου και
-μ' εσακάτεψεν· από τότε χωλαίνω.
-
-Ήμην έτοιμος να γελάσω διά το κωμικόν επεισόδιον του κ.
-Λαγουδάκη, αλλ' ο γέλως επάγωσεν εις τα χείλη μου. Είχα
-ακούσει τας συρομένας εμβάδας [5] της κυράς Αγγέλως! . . .
-
- — Καλώς τα κουβεντιάζετε! είπεν εμφανιζομένη η κυρά
-Αγγέλω· τι ομιλίες έχετε;
-
- — Ορίστε, κυρά Αγγέλω, απήντησα με τόνον όσον το δυνατόν
-προσηνή, θέλων δε να εξιλεώσω την Μέγαιραν κατέβαλον
-προσπάθειαν υψίστην και προσέθηκα αστεϊζόμένος: Θέλομεν να
-κάμωμεν μαγικά με το τραπέζι· ορίστε και σεις, αν αγαπάτε.
-
-Η κυρά Αγγέλω εισήλθε και η έδρα έτριξε θλιβερώς υπό τον
-ελεφάντειον όγκον του σώματός της.
-
- — Κάτι μου έλεγεν η κυρά Γεώργαινα αντίκρυ, είπε, διά το
-τραπεζάκι, πως άλλο δεν κάμνουν εις όλην την Αθήνα το
-βράδυ, άλλα τέτοια πράγματα εγώ δεν τα πιστεύω.
-
- — Πώς! ανεβόησα έκπληκτος, δεν πιστεύεις, κυρά Αγγέλω, ότι
-ο μαγνητισμός, ο ηλεκτρισμός, ο ηλεκτρομαγνητισμός εν ενί
-λόγω μεταδιδόμενος διά της θερμουργού επαφής των δακτύλων
-παράγει αυτήν την πνευματικήν έξαψιν των πνευμάτων;
-
-Και ο κ. Παρασκευάς προσέθηκε μετριοφρόνως λαλών προς εμέ:
-
- — Αυτή, ξεύρετε, είνε η ιδική μου θεωρία επί του
-φαινομένου τούτου.
-
- — Είνε εξαίσιος και πρωτότυπος, απήντησα εγώ·
-εξακολουθήσατε.
-
-Ο κ. Παρασκευάς ανέλαβε την διήγησίν του.
-
- — Χαμπάρι δεν έχω απ' αυτά, είπεν η κυρά Αγγέλω. Τα
-τραπέζια δεν κινούνται από τη θέσι τους και άκουσε ένα
-πράγμα. Είνε έξ χρόνια τώρα· πριν πιάσης του λόγου σου αυτό
-το δωμάτιον, εκατοικούσε ένας φοιτητής της ιατρικής. Έδωκε
-εξετάσεις, επήρε το δίπλωμά του και ήθελε να φύγη. Μου
-εχρεωστούσε δυόμιση δραχμάς από το νοίκι. — Σαν επιστρέψω,
-κυρά Αγγέλω, σου τες δίδω, μου είπεν, ή σου τες στέλνω από
-την πατρίδα μου. Ήτον από την Ευρυτανία, σημειώσετε! — Κυρ
-Γιάγκο, του λέγω, εγώ δεν τ' ακούω αυτά· ή μου δίδεις τους
-παράδες ή σου κρατώ το τραπέζι. Ήθελε να μου κάμη
-παλληκαριές. — Θα το πάρω! . . . — Δεν το παίρνεις. — Εις
-το ύστερο έβγαλα με τες σπρωξιές από την πόρτα και αυτόν
-και τους Μανιάτες, πού είχε φέρει για να σηκώσουν τα
-πράγματα. — Δεν θα κινηθή το τραπέζι σου από εκεί, του
-λέγω, αν δεν μου φέρης τες δυόμιση. . . .
-
- — Χμ! Χμ! ανέκραξα ακουσίως εγώ βήχων, διότι ησθάνθην ότι
-οι λόγοι της κυράς Αγγέλως ως ρομφαία δίστομος έπλησσον και
-εμέ.
-
- — Κόρακας! απήντησεν αφελώς στρεφομένη προς εμέ η κυρά
-Αγγέλω — ήτις είχε την ευγενή συνήθειαν ν' αποτείνη
-τοιαύτας χαριεστάτας και τρυφερωτάτας αποστροφάς —
-εννοήσασα ίσως την αιτίαν της βηχός μου. Και εξηκολούθησε
-με βλέμμα βλοσυρόν και με χειρονομίαν παγώσασαν το αίμα
-μου: — Το τραπέζι έμεινεν εις την θέσιν του και δεν εκινήθη
-τρεις μήνες, έως ότου μου έφερε τα χρήματα.
-
-Μετά την ομιλίαν ταύτην εμείναμεν προς στιγμήν σιγώντες. Ο
-κ. Λαγουδάκης διέρρηξε την σιγήν.
-
- — Και δεν κάμνομεν μίαν δοκιμήν και ημείς; είπεν.
-
- — Ας κάμωμεν· μα πού είνε το τραπέζι;
-
- — Νά, αυτό.
-
-Ήτο τραπέζιον ξύλινον απλούστατον, με τέσσαρας πόδας
-ανισοσκελείς, κατάστικτον εκ μελάνης, εκ καφέ, εκ λιπαρών
-ουσιών, υποβαστάζον κόσμον ολόκληρον εκ παντοίων
-αντικειμένων. Επ' αυτού έκειντο τα βιβλία, τα χειρόγραφά
-μου, τα προς γραφήν αναγκαία, η λυχνία μου χέουσα δάκρυα
-πετρελαίου ένεκα της γεροντικής ηλικίας της, το καμινέτον
-του καφέ, το φλυζάνιον, φέρον εις το βάθος πυκνόν στρώμα
-υποστάθμης, φλοιοί ξηρού άρτου κλπ. Η ιδέα του να θέσω εις
-συγχρώτισιν μετά του αοράτου κόσμου τον τετράποδα εκείνον
-και πιστόν σύντροφον των αγρυπνιών μου, του να προκαλέσω
-την μαντικήν δύναμιν αυτού του γινώσκοντος όλα της ζωής μου
-τα απόκρυφα, μου ενέπνεε φόβον και αποθάρρυνσιν. Αλλ' η
-κυρά Αγγέλω ήτο παρούσα· εις την ερυθράν αυτής και
-ανθρωποφάγον όψιν διεφαίνετο καθαρά η εκ της προσδοκίας
-ευχαρίστησις. Δεν ετόλμησα ν' αντιστώ κατά της αφώνου
-επιθυμίας της· ετόλμησα μόνον να παρατηρήσω:
-
- — Μα . . . διά την δοκιμήν μας χρειάζεται να έχωμεν και
-κανένα medium! . . .
-
- — Και δεν είνε τάχα εδώ η κυρά Αγγέλω; απήντησεν ο
-πάνσοφος Λαγουδάκης· ως γυνή νευρική και ευαίσθητος νομίζω
-ότι είνε καταλληλοτάτη.
-
-Κατόπιν της διαβεβαιώσεως ταύτης του παροίκου μου, την
-οποίαν απορώ πώς ήκουε και ηνέχθη η στέγη χωρίς να
-καταπέση, παρατήρησις άλλη δεν εχώρει. Απέσυρα εκ της
-πτωχής μου τραπέζης το ποικίλον φορτίον της, την έσυρα εις
-το μέσον του δωματίου και περί αυτήν εκαθίσαμεν και οι
-τρεις, αφού ο κ. Λαγουδάκης μας έφερε μίαν καθέκλαν
-δανεικήν εκ του δωματίου του. Η κυρά Αγγέλω, μετά το
-φιλοφρόνημα του ενοικιαστού της, παρεκάθισεν ακκιζομένη διά
-να μη διαψεύση την ιδιότητα της ευαίσθητου και εβίαζε τα
-χείλη της εις μειδίαμα αποτρόπαιον ως μορφασμόν
-απαγχονιζομένου.
-
-Ήμεθα έτοιμοι να προβώμεν εις την μυστηριώδη δοκιμήν αλλά
-δισταγμός τις υπήρχε και εις των τριών τον νουν.
-
-Ποίον πνεύμα έμελλε να προσκαλέσωμεν; Κατ' αρχάς λόγω
-αβροφροσύνης παρεκαλέσαμεν την οικοδέσποινάν μας να
-επικαλεσθή το πνεύμα του συζύγου της, αποβιώσαντος προ
-δεκαετίας, εκ περιπνευμονίας, ως έλεγεν αύτη, αλλά
-πιθανώτερον εκ των βασάνων, άτινα ο ταλαίπωρος υπέστη συζών
-μετά του θήλεος εκείνου Φαλάριδος. Πλην η κυρά Αγγέλω
-διεκήρυξε κατηγορηματικώς ότι, «αφού ο Θεός την ελευθέρωσε
-μια για πάντα, δεν ήθελε νάχη πλέον νταραβέρια με εκείνον
-τον μεθύστακα!». Ο κ. Λαγουδάκης είχε φίλον του τινα
-υπουργικόν γραμματέα προ πολλού αποθανόντα, αλλ' ήτο ούτος
-τόσον κωφός εν τη ζωή, ώστε, ως μας διεβεβαίου ο κ.
-Λαγουδάκης, ήτο αδύνατον και μετά θάνατον ν' ακούση το
-πνεύμα του. Έμενα εγώ, ασκέφθην . . . και μία φαεινή ιδέα
-επήλθεν εις τον νουν μου.
-
-Πριν σας ανακοινώσω όμως την ιδέαν ταύτην, εξηκολούθησεν ο
-κ. Παρασκευάς, πρέπει να σας καταστήσω γνωστόν κάτι τι
-άλλο. Μάθε, φίλε μου, ότι όλοι ημείς οι εξ αρρενογονίας
-απόγονοι της οικογενείας μου, πάσχομεν όλοι ανεξαιρέτως από
-κληρονομικόν τι πάθος περίεργον . . .
-
- — Από φλυαρίαν ίσως; είπα εγώ, διακόπτων αυτόν.
-
- — Όχι, απήντησεν ο κ. Παρασκευάς. Ιδού τι τρέχει.
-Αγνοούμεν αν το οικογενειακόν μας όνομα Ιερεμιάδης ψιλούται
-ή δασύνεται. Η άγνοια αύτη μεταβιβάζεται από πατρός εις
-υιόν, χωρίς κανείς εκ των προγόνων να δυνηθή να λύση το
-οικογενειακόν τούτο αίνιγμα. Μη μειδιάτε, σας παρακαλώ! Αν
-ηξεύρετε πόσους κόπους, πόσας ερεύνας κατέβαλα διά να
-δυνηθώ να σχηματίσω, μίαν οιανδήποτε πεποίθησιν, αλλ' επί
-ματαίω! Αν παρατηρήσητε τα οικογενειακά μας έγγραφα, θα
-ίδητε ότι αι υπογραφαί μας δεν φέρουν πνεύμα, ή φέρουν
-αδιακρίτως ψιλήν ή δασείαν. Εγώ, αφού επί πολύ εβασανίσθην,
-εύρον τέλος μέσον τινά όρον, εξασφαλίζοντα την ορθογραφικήν
-φήμην μου. Ο όρος ούτος είνε τέχνασμα και συνίσταται εις το
-να σημειώ το πνεύμα επί του αρχικού στοιχείου του επωνύμου
-με δύο εξοχάς δεξιόθεν και αριστερόθεν· κάμνω έν σχήμα
-αόριστον, παρεμφερές, περίπου με το του ανθρωπίνου ωτός,
-ούτως ώστε να εκλαμβάνεται και ως ψιλή και, δασεία. Και με
-το τέχνασμα τούτο διέσωζον μεν την υπόληψίν μου, αλλ' η
-απορία μου ουχ ήττον υφίστατο. Διά τούτο, ότε επρόκειτο να
-επικαλεσθώμεν τα πνεύματα, η πρώτη σκέψις μου ευθύς ήτο να
-προσκαλέσω τα δύο πνεύματα της Γραμματικής και να μάθω παρ'
-αυτών την αλήθειαν.
-
-Η αγανάκτησίς μου εξερράγη.
-
- — Και με κρατείς εδώ τόσην ώραν, αθεόφοβε, ανέκραξα, διά
-να κάμης τόσον αχρεία λογοπαίγνια;
-
-Ο κ. Παρασκευάς ωχρίασε και ήρπασε την επί της τραπέζης
-μάχαιραν.
-
- — Λογοπαίγνια! ανεβόησεν· εγώ λογοπαίγνια; και νομίζεις
-ότι άνθρωπος ζων με 1,10 την ημέραν έχει όρεξιν να κάμνη
-λογοπαίγνια;
-
- — Φίλε μου, είπα καταπραΰνων αυτόν, μη ταράττεσαι· αυτό
-οπού μου λέγεις κατά σύμπτωσιν το έχω αναγνώσει εις μίαν
-&Εβδομάδα& περασμένην εις τας &Απαντήσεις άνευ ερωτήσεων.&
-
- — Αλλ' είνε 500 εβδομάδες όπου εγώ το σκέπτομαι, απήντησεν
-ο κ. Παρασκευάς. Άλλως τε τι σημαίνει τάχα; αφού πρόκειται
-περί πνευμάτων, εφαρμόζεται κάλλιστα η γαλλική παροιμία les
-génies se rencontrent, δηλαδή τα &πνεύματα& συναντώνται.
-
-Έφριξα διά το μέγεθος της αυθαδείας του, αλλ' εκείνος
-απτόητος διά της μαχαίρας την οποίαν εκράτει έκοψε το
-εναπομένον μήλον και το έφαγεν.
-
- — Ανεκοίνωσα λοιπόν την ιδέαν μου εις τον κ. Λαγουδάκην,
-είπεν ο κ. Παρασκευάς συνεχίζων την διήγησίν του, ενώ
-είχομεν ήδη επιθέσει την χείρα και το μαγνητικόν ρεύμα
-είχεν αρχίσει να σχηματίζεται. Αλλ' ο κ. Λαγουδάκης αντέστη
-μετ' αξιοπρεπείας.
-
- — Καραγκιοζλίκια θα κάμωμεν; είπεν· εγώ είμαι σοβαρός
-άνθρωπος! Έπειτα τάχα είνε ανάγκη να εξετάσης το τραπέζι
-διά να μάθης το πνεύμα του επωνύμου σου; Αφού το Ιερεμίας
-παράγεται από το ιερός, δασύνεται και αυτό όπως και τα
-άλλα.
-
- — Και είσθε βέβαιος ότι παράγεται από το ιερός; ηρώτησα.
-
- — Και αμφιβάλλεις; Ο Ιερεμίας ήτο προφήτης και ως τοιούτος
-είχεν ιερόν χαρακτήρα. Άλλως τα Ιερεμίας, Ιεριχώ,
-Ιερουσαλήμ, Ιεροβοάμ, όλα αυτά, ονόματα της Ιεράς Ιστορίας,
-εξάπαντος πρέπει να δασύνωνται.
-
-Προσεπάθησα να του αποδείξω ότι ήτο αβάσιμος ο ισχυρισμός
-του, αλλ' εκείνος επέμενε φέρων διάφορα επιχειρήματα, εν
-οίς και το ότι τα από του &ιερός& παραγόμενα, οίον το
-ιερεύς, ιεροδιάκονος κλπ., όχι μόνον δέχονται δασύ πνεύμα,
-αλλ' είνε και φύσει δασέα, και απόδειξις ότι όλοι οι
-ιερωμένοι φέρουσι πώγωνα. Η συζήτησίς μας διήρκεσεν επί
-αρκετήν ώραν και εσφροδρύνθη επί τοσούτον, ώστε κατήντησεν
-εκείνος μεν να με αποκαλέση «κορόιδο της φανταρίας», εγώ δε
-αυτόν «γέρο ξεκουτιάρη».
-
-Την λέξιν ταύτην ακούσας ο κ. Λαγουδάκης ηγέρθη εμμανής και
-απειλητικός· αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν η κυρά Αγγέλω,
-ήτις, μη ενδιαφερομένη ποσώς εις την φιλολογικήν μας
-συνδιάλεξιν, είχεν αποκοιμηθή επί της τραπέζης και συνώδευε
-με ηχηρούς ρογχασμούς την συνηγορίαν εκάστου, αφυπνίσθη.
-
- — Τι επάθετε, καλέ; ανέκραξεν ακούσασα τας τελευταίας
-ευφήμους λέξεις· τι είν' αυτά; μωρά είσθε να μαλώνετε;:
-Τέτοια πράγματα δεν τα θέλω εγώ μέσα εις το σπίτι μου και
-να μου κάμετε την χάρι να μου αδειάσετε την γωνιά.
-
-Και οι οφθαλμοί της ηστραποβόλουν, το δε αποπληκτικόν
-πρόσωπον της εφλογίσθη ως κάμινος. Εμείναμεν αμφότεροι
-ενεοί, σιγώντες, τρέμοντες ως μαθητάρια ατακτούντα,
-καταληφθέντα εξαίφνης υπό του αυστηρού διδασκάλου.
-
- — Ακούς εκεί! εξηκολούθησεν η οικοδέσποινα μας ωργισμένη
-εις άκρον, διότι διεκόψαμεν εις τοιούτον τρόπον την
-ανάπαυσίν της, ακούς εκεί να κοντεύσουν να τσακωθούν για
-τες δασείες! Και πώς δεν μου σκάσετε! . . . (Η κυρά Αγγέλω
-ήτο ενήμερος πάντοτε εις την επικρατούσαν αγοραίαν
-φρασεολογίαν). Δεν κυττάζετε την τύφλα σας, λέω εγώ! . . .
-Κασιδιαρέοι, αλήθεια κι απ' αλήθεια! , . .
-
-Και εγερθείσα ώθησε την τράπεζαν βιαίως με τας χονδράς και
-τυλώδεις χείρας της. Ο χωλός πους του τραπεζίου ενέδωκε και
-η τράπεζα ανετράπη. Το συρτάριον ολισθήσαν εξήλθε της
-θέσεώς του και τα εν αυτώ έγγραφα διεσκορπίσθησαν εντός του
-δωματίου.
-
-Τα έγγραφα ταύτα ήσαν ποικίλης ύλης. Επιστολαί, θέματα,
-σχέδια υπομνημάτων, σημειώσεις, δοκίμια φιλολογικών έργων .
-. . Τα φύλλα διεσπάρησαν αναμίξ επί του εδάφους. Αλλ' ιδού
-μεταξύ αυτών διακρίνομεν με έκθαμβον όμμα εγώ και οι άλλοι
-τέσσαρα χαρτονομίσματα των 5 φράγκων, εξερχόμενα εκ
-κιτρίνου τινός φακέλου, νεόκοπα, αμίαντα ακόμη, διατηρούντα
-την ορεκτικήν αυτών στιλπνότητα και ζωηρότητα των
-ποικιλμάτων των, φέροντα ευκρινή την ημίσειαν μορφήν του
-Γεωργίου Σταύρου πονηρώς μειδιώσαν εκ της γωνίας. Το
-τραπεζάκι εθαυματούργει αληθώς.
-
-Έμεινα κατάπληκτος, αγνοών πώς να εξηγήσω το πράγμα· πώς
-ευρισκόμην κάτοχος τοιούτου θησαυρού χωρίς να το γνωρίζω!
-Μόνον μετ' αρκετών λεπτών σκέψιν ανεμνήσθην ότι προ δέκα
-μηνών είς εξάδελφος μου μοι είχε πέμψει τα είκοσιν εκείνα
-φράγκα, άτινα μοι εχρεώστει, ότι τα είχα θέσει αφηρημένος
-εντός φακέλου αναμιχθέντος, φαίνεται, μετ' άλλων εγγράφων·
-ότι ανεζήτησα ματαίως κατόπιν τα χρήματα και νομίσας ότι τ'
-απώλεσα, εδημοσίευσα εις τας εφημερίδας ότι απώλεσα
-σπουδαίον χρηματικόν ποσόν και παρεκάλουν τον ευρόντα να
-κρατήση τον φάκελον, εάν θέλη, και να μοι φέρη τα χρήματα.
-Εννοείται ότι κανείς δεν παρουσιάσθη και το δυστύχημά μου
-τούτο υπήρξεν αφορμή να εκτεθώ επί πολλάς ημέρας εις το
-δίζυγον πυρ των αγρίων βλεμμάτων της κυράς Αγγέλως και του
-ξενοδόχου μου και να παρατείνω την τότε εβδομάδα της
-Τυροφάγου επί τέσσαρας άλλας ακόμη εβδομάδας.
-
-Την εξήγησιν ταύτην ητοιμαζόμην να παράσχω, αλλ' η
-οικοδέσποινά μου με προέλαβεν. Έκπληξις ευχάριστος διεχύθη
-επί της μορφής της επί τη θέα των χρημάτων· ιλαρύνθη αμέσως
-και με φωνήν θωπευτικήν, πραείαν, με μειδίαμα σχεδόν μοι
-είπεν:
-
- — Έτσι λοιπόν, κυρ Παρασκευά! κρύβεις τους παράδες και μας
-κάνεις τον μισοκακόμοιρον;
-
-Και αυτός ο κ. Λαγουδάκης λησμονήσας τους διαπληκτισμούς
-μας προσέθηκεν:
-
- — Εύγε, εύγε! δεν ενόμιζα ότι είσαι τόσον οικονόμος.
-
-Τι να πράξω; αφού εκ της αγαθής συμπτώσεως εσχημάτιζον
-τόσον καλήν περί εμού γνώμην, ενόμισα συμφέρον να τους
-αφήσω εις την πλάνην. Ακουσίως μάλιστα ανέλαβον το αγέρωχον
-ήθος Κροίσου μεταμφιεσθέντος εις επαίτην και
-αναγνωρισθέντος εκ τυχαίας περιστάσεως. Έκυπτα ήδη να λάβω
-τα θεόθεν πεμπόμενά μοι χρήματα, αλλά και εις τούτο με
-προέλαβεν η προβλεπτική κυρά Αγγέλω, ήτις λαβούσα τον
-φάκελον εκράτησε τα τρία εκ των τεσσάρων χαρτονομισμάτων
-και μοι έδωκε το έν λέγουσα:
-
- — Εγώ λοιπόν παίρνω το νοίκι και εκείνα οπού μου
-εχρεωστούσες πρωτύτερα και αύριο σου δίνω τα ρέστα. Ως
-τόσον για το καλό και για να τα φτιάσετε με τον κ.
-Λαγουδάκην, παράγγειλε να μας φέρουν κάτι να πιούμε.
-
-Αντίρρησιν δεν ηδυνάμην ν' αντιτάξω. Αι επιθυμίαι της ήσαν
-προσταγαί. Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το
-εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και
-αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες
-ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον, αναφέροντες
-ανέκδοτα περί κεκρυμμένων θησαυρών, περί σιδηροχόρτου, περί
-μυστηριωδών ζαπλούτων πενιχρώς ενδεδυμένων και των
-τοιούτων. Το κρασί και τα φουντούκια επανελήφθησαν και ούτω
-το μόνον εκ της θαυμαστής περιπετείας απομείναν μοι
-τάλληρον μετέβη και αυτό «μετά πνευμάτων δικαίων
-τετελειωμένων».
-
-Ο κ. Παρασκευάς εσιώπησεν.
-
- — Ετελείωσεν η ιστορία σου; τον ηρώτησα απορών.
-
- — Ναι.
-
- — Αλλά, φίλε μου, μοι υπεσχέθης ιστορίαν πνευμάτων και δεν
-είδα εις αυτήν καθόλου πνεύμα!
-
- — Αγνοείς λοιπόν ότι το πνεύμα είνε αόρατον.
-
-Μετά τόσην σοφιστείαν, ηγέρθην καταπαύσας πάσαν συζήτησιν
-και προς εκδίκησιν δημοσιεύω την ιστορίαν του απαράλλακτον.
-
-
-
-ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΟΥΓΓΡΙΚΩΝ ΙΠΠΩΝ
-
-
-
- &Προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.&
-
-Οι υποφαινόμενοι εβόσκομεν αμέριμνοι εις τους πίονας αγρούς
-και λειμώνας της πατρίδος μας μασσώντες ευδαιμόνως την
-νεοθαλή πόαν του φθινοπώρου, ότε μας ήλθεν η είδησις περί
-των εξοπλισμών της Ελλάδος και περί του προσεχούς
-καταναγκαστικού εκπατρισμού μας. Και κατ' αρχάς η είδησις
-δεν επιστεύθη· τόσον ήτο απροσδόκητος, ο δε κομίσας αυτήν
-νεαρός πώλος εδέχθη αρκετά λακτίσματα προς σωφρονισμόν,
-διότι ενόμισαν ότι ηστεΐζετο. Αλλ' ότε ήλθε μία φορβάς
-οδυρομένη και άπελπις επικυρούσα την είδησιν και
-διαβεβαιούσα ότι είδε και τους στρατιωτικούς απεσταλμένους
-προς ιππωνείαν [6], τότε συνήλθομεν όλοι και διεσκέφθημεν
-επί του πρακτέου.
-
-Αν και έχομεν κοινήν με τους εχθρούς υμών την καταγωγήν,
-ημείς οι κάτοικοι της χώρας ταύτης, εν τούτοις με την
-υμετέραν χώραν συνδεόμεθα μάλλον φιλικώς. Γνωρίζομεν ότι
-εις τα ζυθοπωλεία της πρωτευούσης δεν είνε σπανία η
-εμφάνισις της ευσάρκου καλλονής των ημετέρων συμπολιτίδων,
-ότι εις τα εστιατόρια το έδεσμα &ουγγαρία& ευφραίνει τον
-πεινώντα στόμαχον πολλών πτωχών σπουδαστών και ότι εις τας
-ιπποδρομίας σας διέπρεψεν άλλοτε ο συμπατριώτης μας
-Νεφελέτζ. Διά τούτο η συνέλευσις απέκλινε μετά συμπαθείας
-εις την απόφασιν της μεταναστεύσεως, ότε μας ανεχαίτισε
-προβάς εις το μέσον γηραιός τις ομόφυλός μας. Ήτο φρικτός
-και ελεεινός την θέαν, το τρίχωμα του έλειπεν εκ του ενός
-μέρους και επί των νώτων του εφαίνοντο τα ίχνη φοβερών
-πληγών· ο είς των οφθαλμών του ήτο εξωρυγμένος, τα δε ώτα
-και η ουρά του ηκρωτηριασμένα.
-
-«Αδελφοί! είπε, λαμβάνων τον λόγον, ακούσατέ με πριν
-προβήτε εις την απόφασίν σας και κατέλθετε εις την Ελλάδα.
-Προ έξ ετών καταληφθείς και εγώ υπό ενθουσιασμού ανεχώρησα
-μετά πολλών άλλων, ομοφύλων μας αγορασθέντων υπό της
-ελληνικής κυβερνήσεως. Υπέφερα πάσαν στέρησιν και κακουχίαν
-προθύμως, εφόνευσα δι' ενός λακτίσματος ένα άπιστον
-αλγερίνον ίππον, όστις ωρκίζετο εις τον προφήτην του ότι το
-ελληνικόν άχυρον δεν ήτο νόστιμον, και αφήκα να μου μαδήση
-την χαίτην ο άπειρος νεοσύλλεκτος, όστις μου έτυχεν ως
-αναβάτης· έσπασα τας οπλάς μου εις τας παρατάξεις και εις
-τας επιθεωρήσεις και τα γυμνάσια, ήκουσα αγορεύσεις και
-λόγους και ηυχαρίστησα τον Ύψιστον διότι καλούμεθα και
-είμεθα &άλογα&, αλλά μάχης καπνόν δεν είδα. Μετά τινας
-μήνας επωλούμην σκληρώς επί δημοπρασίας μετ' άλλων αθλίων
-συντρόφων μου, εις τόπον καλούμενον Δημοπρατήριον.
-Περιέπεσα εις χείρας ενός καρραγωγέως και η κατάστασις της
-ράχεώς μου μαρτυρεί περί της ευσπλαγχνίας του· έπειτα εις
-ένα μύλον, τον οποίον ηδύνατό τις εξαίρετα ν' αποκαλέση
-μύλον . . . της Έριδος, διότι συχνάκις ηρχόμην εις χείρας .
-. . δηλαδή εις πόδας, με ένα αυθάδη όνον όστις διεξεδίκει
-τα πρωτεία. Έπειτα εις την εξουσίαν του ιπποδαμαστού
-Δερσέν, όστις όμως μ' εξήρεσεν ως σωματικώς ανίκανον και με
-μετεπώλησεν εις ένα συμπατριώτην μας αγοράζοντα απομάχους
-ίππους διά το σφαγείον, από τας χείρας δε αυτού εξέφυγα και
-ευρίσκομαι εδώ. Αδελφοί, αναλογισθήτε τα παθήματά μου και
-σκεφθήτε πριν αποφασίσετε!»
-
-Χρεμετισμοί επιδοκιμασίας υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους
-και οι πρόκριτοι της ομηγύρεως συνελθόντες ευθύς
-απεφασίσαμεν να υποβάλωμεν την παρούσαν αναφοράν προς την
-κυβέρνησιν διά να δηλώσωμεν ότι, αν πρόκειται να
-πολεμήσωμεν πράγματι, είμεθα έτοιμοι να κατέλθωμεν. Αν
-πρόκειται όμως να υποβληθώμεν εις κακουχίας χάριν
-επιδείξεων και παρατάξεων, διά να ποξηρανθή το δέρμα επί
-των οστών μας ως η σταφίς επί των σπαγοστοιχιών ενός των
-εφευρετών μιας, των χιλίων μεθόδων της αποξηράνσεως της
-σταφίδος, αν θα πωληθώμεν εις το Αναβρυτήριον μεταξύ των
-παλαιών επίπλων, των μαχαιροπηρούνων και των φιλοσοφικών
-συγγραμμάτων, τότε δεν ερχόμεθα και καλύτερα θα κάμη η
-κυβέρνησις να προμηθευθή διά μέσου του κ. Μάιφαρτ ίππους εκ
-των εργοστασίων της Νυρεμβέργης, καταλληλοτέρους από ημάς
-διά τα μικρά καθώς και διά τα μεγάλα παιγνίδια. Ημείς δεν
-πωλούμεθα, διότι δεν είμεθα ούτε ψηφοφόροι ούτε
-δημοσιογράφοι, ούτε ειρηνοδίκαι· δεν στέργομεν δε να
-υποταχθώμεν εις την βίαν. Φωνάζομεν ευχαρίστως: ζήτω η
-Ουγγαρία, αλλ' ουδέποτε: ζήτω η Αγγαρεία!
-
-Ευπειθέστατος εξ ονόματος όλων
-
- ΑΛΙΤΖΕΣ
-
- (1885)
-
-(Μετάφρασις εκ του αυστροουγγρικού).
-
-
-
-STATU QUO ANTE
-
-(Συμφοραί πτωχού γραφέως)
-
-
-
-Οικτίρατέ με, φίλοι μου, διότι είμαι δυστυχής άνθρωπος!
-
-Αφ' ότου ήρχισαν τα σοβαρά εν τη Ανατολή γεγονότα, αφ' ότου
-ήρχισαν τα συλλαλητήρια, αφ' ότου ήρχισαν αι θεωρίαι των
-εφημερίδων, τα κύρια άρθρα, αι αγορεύσεις εις το ύπαιθρον,
-ο βασιλικός λόγος και αι επ' αυτού συζητήσεις, αδιακόπως
-βασανίζει τον νουν μου η ιδέα του καθεστώτος, η ιδέα της
-ισορροπίας και ανεγείρονται ως σκόπελοι εις το πνεύμα μου
-αι τρεις επί κεφαλής λατινικαί λέξεις.
-
-Ν' αποκατασταθή το καθεστώς! . . . Θεέ μου, Θεέ μου! αλλά
-ποίον καθεστώς; το καθεστώς με &ω& ή το καθεστός με &ο&; ή
-το καθεστώς με &ο& εις την ονομαστικήν και με &ω& εις την
-γενικήν, όπως πρεσβεύουσι μερικοί ότι πρέπει να γράφεται;
-Εάν δεν λυθή πρώτον οριστικώς το ορθογραφικόν αυτό ζήτημα,
-πώς είνε δυνατόν να λυθή παν άλλο πολιτικόν ή εθνολογικόν;
-
-Και η ισορροπία;. . . . Καταλαμβάνετε τι είνε η ισορροπία;
-Ομολογώ ότι ο εγκέφαλός μου απώλεσε την ιδικήν του
-σκεπτόμενος ν' ανεύρη την εξήγησιν. Διότι κατά περίεργον
-σύμπτωσιν όλα τα παράγωγα και τα σύνθετα εκ του &ίσος&, όλα
-έχουν σημασίαν . . . ανάποδον. Παραδείγματος χάριν το
-Σύνταγμα λέγει ότι όλοι οι Έλληνες είνε ίσοι απέναντι του
-Νόμου· τι είνε λοιπόν η ισότης; . . . Η ισότης είνε η
-ιδιότης εκείνη την οποίαν . . . ο πρώτος υπαστυνόμος
-ημπορεί να σου σπάση τα πλευρά, αν τύχη να έλθης εις
-διένεξιν μέ τινα εκλογέα βουλευτού συμπολιτευομένου και να
-έχης δίκαιον. Ας έλθωμεν εις το ισοζύγιον· επί πολλά έτη
-ισοζύγιον εσήμαινε το κατ' έτος εξογκούμενον εν τω
-προϋπολογισμώ έλλειμμα πολλών εκατομμυρίων, έως ότου
-κατηντήσαμεν να πιστεύσωμεν ότι ήτο τυπογραφικόν λάθος αντί
-υποζύγιον — λέξις καταλληλοτάτη προς χαρακτηρισμόν του
-ελληνικού λαού, αίροντος μεθ' υπομονής τα φορτία των
-εκατομμυρίων των αμαρτιών των προϋπολογισμών των υπουργών
-του. Και βλέπετε ότι ομιλώ πολύ &γενικώς&. Θέλετε και άλλο;
-ιδού· εις την αρχαιότητα ο Ισοκράτης ήτο μέγας ρήτωρ και
-σήμερον, αν εισέλθητε εις τον ναόν της Αγίας Ειρήνης, θα
-ίδητε οκτώ ή δέκα Ισοκράτας . . . μικρούς παίδας, οίτινες
-«κρατούν το ίσον του ψάλτου». Αλλά μήπως νομίζετε ότι οι
-μαθηματικοί κανόνες περί των ίσων ισχύουν; Απατάσθε!
-Προχθές μετέβην να επισκεφθώ ένα εξάδελφόν μου, συνήντησα
-δε εις την οικίαν του ένα εξάδελφον του εξαδέλφου μου.
-Αμέσως μοι επήλθεν εις τον νουν το μαθηματικόν αξίωμα: τα
-δύο τινί ίσα, ίσα και προς άλληλα· τείνας λοιπόν την χείρα
-οικείως είπον προς τον άγνωστον:
-
- — Είσαι εξάδελφος του εξαδέλφου μου; άρα και αναμεταξύ μας
-είμεθα εξάδελφοι, επειδή είμεθα ίσοι προς αλλήλους.
-
-Ο εξάδελφος του εξαδέλφου μου έρριψεν επ' εμού βλέμμα
-αγέρωχον και οργίλον, ως να τον ύβριζον. Επληροφορήθην
-κατόπιν ότι ήτο σύγγαμβρος του αμαξηλάτου ενός των
-υπουργών.
-
-Ω! η ισορροπία! το καθεστώς! μα τας 30 σελίδας των
-πρωτοκόλλων της πρώτης συνεδριάσεως της Συνδιασκέψεως, δεν
-μου αφήνουν τον νουν ήσυχον ουδ' επί στιγμήν. Χθες περί την
-μεσημβρίαν ο προϊστάμενός μου εισελθών εις το γραφείον και
-ιδών ότι, αντί να εργάζωμαι, αναγίνωσκον τα κύρια άρθρα των
-εφημερίδων, με επέπληξεν αυστηρότατα.
-
- — Όλο το πρωί καθισιό! . . . μοι είπεν.
-
- — Κύριε, τω απήντησα αξιοπρεπώς, εγώ αγαπώ το «πρώην
-καθιστός».
-
-Ο προϊστάμενος εξήλθε φρυάττων, αλλ' η αγανάκτησίς του
-μετετράπη εις σεληνιασμόν, ότε ανεύρεν εις τα έγγραφα,
-άτινα τω υπέβαλα προς υπογραφήν, λέξεις γεγραμμένας ούτω:
-«του δήμου Ισ-Ωρωπίων» «του επιstatu quo του ταχυδρομείου»
-«anteλήφθη των πραγμάτων» κτλ.
-
- — Κύριε, τω είπον ιδών το σπινθηροβόλον βλέμμα του,
-συγχωρήσατέ με, αν υπάρχη κανένα λάθος. Τα έγραφα τροχάδην
-βιαζόμενος να εξέλθω, επειδή έχω αυτήν την ώραν
-Συνδιάσκεψιν με ένα φίλον μου! . . .
-
-Ο προϊστάμενος έξω φρενών εποίησε τοιούτο διάβημα — παν
-άλλο ή φιλικόν — προς τα μεσημβρινά μέρη του σώματός μου,
-ώστε απώλεσα πραγματικώς την ισορροπίαν.
-
-Αλγών και απηλπισμένος ετράπην εις φυγήν, εισήλθον δε εις
-το πρώτον παρατυχόν ζαχαροπλαστείον διά να ησυχάσω.
-
-Έκραξα τον ζαχαροπλάστην και τον ηρώτησα:
-
- — Έχεις ρουμ;
-
- — Μάλιστα.
-
- — Έχεις και μέλι;
-
- — Επίσης.
-
- — Τότε πολύ σε παρακαλώ να μου κατασκευάσης μίαν Ρουμ-
-μελίαν , . . Και ει δυνατόν να είνε Ανατολική.
-
-Ο ζαχαροπλάστης με προσέβλεψε περιδεώς και απήλθε
-σταυροκοπούμενος,
-
- — Έλα δω! τω είπον.
-
-Αλλ' εκείνος έσεισε την κεφαλήν μετ' οίκτου και εξηκολούθει
-ν' απομακρύνηται.
-
- — Statu να σου quo ! τω είπον εντόνως.
-
- — Βρε ante να χαθής! μοι απήντησεν επί τέλους.
-
- (1885)
-
-
-
-ΠΑΙΓΝΙΟΧΑΡΤΩΝ ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ
-
-
-
-Παρερριμμένα εις μίαν γωνίαν, ξεθωριασμένα εκ της
-προστριβής, συντεθλασμένα, ηκρωτηριασμένα μερικά
-παιγνιόχαρτα, απομεινάρια οικτρά δέσμης καινουργούς,
-αγορασθείσης την προτεραίαν και διασπασθείσης ελεεινώς κατά
-τον πυρετόν του χαρτοπαιγνίου, την πρωίαν της επαύριον του
-νέου έτους συνωμίλουν ανακοινούντα προς άλληλα τας εκ της
-προτεραίας εντυπώσεις των.
-
- — Πάει κι αυτός ο Άι-Βασίλης! είπε μελαγχολικώς είς άσσος
-κούπα μονόφθαλμος προσβλέπων βλοσυρώς ως κύκλωψ με τον
-μόνον κόκκινον οφθαλμόν του.
-
- — Άις-Βασίλης κακορρίζικος! είπεν είς φάντες σπαθί, ού ο
-πρασινοκόκκινος χιτών ήτο διεσχισμένος, έλειπε δε και έν
-μέρος από την καστανήν κόμην του.
-
- — Ποιος σ' έκανε σε τέτοιο χάλι, κακομοίρη; τον ηρώτησεν
-ευσπλάγχνως μία ξανθή δάμα.
-
- — Ένας κλητήρας, κακό χρόνο νάχη! απήντησεν ο φάντες. Είχε
-πάρει μποναμά από τους χασάπηδες και τους μπακάληδες της
-γειτονιάς και ήλθε να τον παίξη εις εμέ. Τον έπαιξε κ'
-έχασε και τότε θυμωμένος μ' εκατεξέσχισε χωρίς να ενθυμηθή
-ο άθλιος ότι είχαμε και μία μικρά συγγένεια μεταξύ μας.
-
-Συγγένεια με τον κλητήρα; ηρώτησεν απορών έν πυκνόν
-ολόμαυρον δέκα μπαστούνι.
-
- — Βέβαια· προτού να γίνη κλητήρας εχρημάτισε καπνο . . .
-φάντης!
-
-Τα παιγνιόχαρτα ανεκάγχασαν επί τη αστειότητι ταύτη του
-συναδέλφου των.
-
- — Εμέ, είπε το τρία κούπα, μ' ετυράννησεν όλη την νύκτα
-ένας πρώην τμηματάρχης· το όνομά μου τω εφαίνετο καλός
-οιωνός, επειδή τω υπενθύμιζε το κόμμα του. Όταν είδεν όμως
-ότι ούτε εις τα χαρτιά δεν έκαμνε δουλειά το κόμμα του,
-εφουρκίσθη και με συνέστρεψε και μ' εδάγκασε . . .
-
- — Για να σου πω! κάμε μου τη χάρι πήγαινε πάρα πέρα! είπεν
-έν παρακείμενον δύο· κάτι τέτοιοι χαρτοπαίκται είνε
-λυσσασμένοι και ξέρω εγώ! . . . μπορεί και συ να λυσσάξης.
-
- — Εμένα πάλιν, είπε το εννέα, μ' έπιασε ένας βουλευτής
-συμπολιτευόμενος. Τον ήκουσα να λέγη: Με τους εννέα του
-ένας κάποιος πολιτευόμενος έγινεν εκείνος πού έγινεν· αυτός
-ο πούντος έχει τύχη! Αλλά έφυγε ζεματισμένος την ώρα που
-έπεφταν τα κανόνια.
-
- — Κανόνια εφέτος θα πέσουν πάρα πολλά, μου φαίνεται, είπε
-το πέντε. Είδα κάτι αξιωματικούς, κάτι υπαλλήλους να
-παίζουν απηλπισμένα και να ριψοκινδυνεύουν ποσά μεγαλύτερα
-από τας δυνάμεις των.
-
- — Εφέτος ήτο φτώχεια πολλή, είπε γενειάτης τις και
-μακρυπλόκαμος ρήγας, έχων αποτεθειμένον το στέμμα του επί
-του καρρώ, ως να είχε κουρασθή να το φέρη επί κεφαλής. Με
-είχε πάρει στην τσέπη του ένας παλαιός μου μουστερής και
-εγυρίσαμε λέσχας και καφενεία· παντού άκουσα παράπονα,
-γκρίνια, κατάρες. Συνηθισμένος εις τες λίρες και τα
-χαρτονομίσματα, εθύμωσα όταν είδα να πουντάρουν επάνου μου
-δε κάρες και ήλθα &τέρτσος& κ' εγώ δεν ηξεύρω πόσες φορές!
-. . .
-
- — Μεγάλη η &καρρωσύνη& σου! είπεν ο λογοπαίκτης φάντες.
-
- — Α, εξηκολούθησεν ο ρήγας, αφού προσέβλεψε λοξώς τον
-διακόψαντα, παν οι καιροί εκείνοι πού εκυλούσαν άφθονα
-επάνω μας τα ναπολεόνια! Το ελληνικό χρυσάφι έφυγε όλο εις
-την Ευρώπη, έγινε κανόνια, όπλα, στολαί, ναρκοβόλα, διότι
-τώρα οι Έλληνες είνε αποφασισμένοι να παίξουν το μεγάλο
-παιγνίδι.
-
- — Μα θα το παίξουν, ή απλώς έτσι &παίζουν&; ηρώτησεν ο
-αδιόρθωτος φάντες.
-
-Ο ρήγας έλαβεν ήθος αυθεντικόν και ητοιμάσθη ν' απαντήση,
-αλλά την στιγμήν εκείνην ο σκουπιδιάρης ελθών διέκοψε την
-συνδιάλεξιν και παραλαβών τα παιγνιόχαρτα έρριψεν αυτά εις
-το κάρρον.
-
- (1886)
-
-
-
-ΝΟΟΜΑΝΤΕΙΑ
-
-
-
-Από τινος μεγάλην μου έχουν προξενήσει αίσθησιν αι νεώτεραι
-ανακαλύψεις της επιστήμης, νυχθημερόν δε καταγίνομαι
-προσπαθών να εμβαθύνω εις αυτάς. Διότι, δεν το λέγω διά να
-καυχηθώ, αλλ' είνε αληθές ότι είμαι άνθρωπος πολύ φιλομαθής
-και πολύ περίεργος, δεν δύναμαι δε να εύρω ανάπαυσιν, εάν
-δεν ανακαλύψω πρότερον την εξήγησιν φαινομένου τινός
-ελκύοντος την προσοχήν μου. Παρηκολούθησα επισταμένως
-πάντας τους μέχρι τούδε αναφανέντας επιστημονικούς συρμούς.
-Ότε ήτο π. χ. προ δύο ετών η μανία των κινουμένων τραπεζών,
-κατέβαλον ατρύτους [7] κόπους περιερχόμενος τας ενταύθα
-Τραπέζας όπως συνάψω μικρόν τι δάνειον, οφείλω δε να
-ομολογήσω ότι οι κόποι μου απέβησαν μάταιοι, επειδή καμμία
-Τράπεζα δεν εκινήθη . . . εις οίκτον υπέρ εμού. Έπειτα ήλθε
-το ζήτημα του υπνωτισμού και τόσον επεδόθην εις αυτό, μετά
-τόσου ζήλου επελήφθην της εξετάσεώς του, ώστε κατήντησε να
-κοιμώμαι είκοσιδύο ώρας το ημερονύκτιον αναγινώσκων τας
-περί αυτού γραφομένας διαφόρους πραγματείας. Τώρα δε μετά
-την αθρόαν άφιξιν των νοομάντεων, ότε ο Σασσανιών
-καταδιώκει τον Μπίσοπ και ο Μπίσοπ καταδιώκει τους θεατάς,
-το πνεύμα μου αδιακόπως καταδιώκει και αυτό μίαν ιδέαν,
-δηλαδή τίνι τρόπω να γίνω κ' εγώ νοομάντις.
-
-Τα πάντα κατορθούνται διά της υπομονής και της επιμονής,
-χάρις δε εις τους πολλούς κόπους και την επιμονήν μου
-κατώρθωσα τω όντι να φθάσω εις ευάρεστα αποτελέσματα, ως
-αποδεικνύεται εκ των εξής πειραμάτων, άτινα λαμβάνω την
-τιμήν να εκθέσω εις τους ευμενείς αναγνώστας μου.
-
-Και εν τούτοις ηδυνήθην ν' ανεύρω αντικείμενον, και μάλιστα
-βελόνην, κρυμμένην Κύριος οίδε προ πόσου χρόνου εις μέρος
-όπου ουδέ κατά διάνοιαν υπώπτευον. Επί τρεις συνεχείς
-μήνας, μόλις κατεκλινόμην ησθανόμην οδυνηρόν νυγμόν εις . .
-. τας κάτω χώρας του σώματός μου. Την ενενηκοστήν πρώτην
-ημέραν απεφάσισα ανάψας το κηρίον να εξετάσω την κλίνην και
-μετά λεπτομερή έρευναν κατώρθωσα ν' ανακαλύψω βελόνην
-εμπηγμένην εντός του στρώματος.
-
-Δεύτερον πείραμα σπουδαιότερον. Ανεύρεσις αγνώστου
-ημερομηνίας. Πρό τινος καιρού εισήλθε πρωίαν τινά εις το
-δωμάτιόν μου η αξιοτίμος κυρά-Ζαφείρω, η οικοδέσποινά μου,
-ής την περιγραφήν αναβάλλω, λέγων μόνον ότι, αν εξηρτάτο
-από το θέλημά της, ο βίος μου θα συνετέμνετο κατά τα
-εικοσιεννέα αυτού τριακοστά· τόσον φλογεράν επιθυμίαν έχει
-ν' ανατέλλη καθ' εκάστην, ει δυνατόν, η πρώτη του μηνός.
-
- — Ξέρετε τι μέρα έχομε σήμερα; μου είπε με ύφος βλοσυρόν.
-
-Δεν εγίνωσκον ποσώς. Σημειωτέον ότι έχω την συνήθειαν εντός
-του δωματίου μου να μη αφήνω ούτε ημερολόγια, ούτε
-ημεροδείκτας, ούτε άλλα παρόμοια ενοχλητικά αντικείμενα
-υπενθυμίζοντα ανεκπληρώτους υποχρεώσεις. Αλλ' εκ του τρόπου
-της εμάντευσα αμέσως την ημερομηνίαν:
-
- — Έχομεν πρώτην του μηνός, της είπον αδιστάκτως.
-
- — Καλύτερα οπού το γνωρίζεις, απήντησε και απήλθεν
-υπερηφάνως.
-
-Αλλά θαυμασιώτατον πάντων ήτο το τρίτον πείραμα.
-
-Εκεί παρά την Νέαν Αγοράν συνήντησα λίαν πρωί ένα γείτονά
-μου, μεθ' ού προ ημερών συνεζήτουν, εκμυστηρευμένος εις
-αυτόν τας εις την νοομαντείαν καθημερινάς προόδους μου.
-Εκράτει εις την χείρα του τεμάχιον ευμέγεθες χονδρού ιχθύος
-και δέσμην σκόρδων. Χωρίς να χάσω καιρόν ήρχισα μετ' αυτού
-την συνήθη συνομιλίαν και επειδή αυτός προέβαλλε μερικούς
-δισταγμούς και αντιρρήσεις, του είπα αλαζονικώς:
-
- — Πολύ καλά! διά να σε πείσω ιδού, δύναμαι να σου είπω
-τώρα, αυτήν την στιγμήν, τι διανοείσαι να πράξης σήμερον.
-
- — Λέγε, μου απήντησεν εκείνος προκλητικώς.
-
-Λαμβάνων τότε εγώ επίσημον και εμπνευσμένον ήθος του είπα:
-
- — Διανοείσαι να φάγης ψάρι μαγιάτικο σκορδαλιά! . . .
-
-Τόσην έκπληξιν ενεποίησεν εις αυτόν η μαντεία μου, ώστε,
-αφού έμεινεν ακίνητος επί αρκετάς στιγμάς, εξέτεινε τους
-βραχίονας και μ' ενηγκαλίσθη, ησθάνθην δ' επί της μιας μου
-παρειάς την επαφήν του ιχθύος και επί της ετέρας την επαφήν
-των σκόρδων.
-
- — Είσαι μέγας! ανέκραξε και ετράπη δρομαίως εις φυγήν.
-
-Ενθαρρυνθείς μετά τους τοιούτους θριάμβους απεφάσισα να
-μεταβώ απ' ευθείας προς τον κ. Μπίσοπ, διά να πεισθώ κατά
-πόσον είνε αυτός υπέρτερος εν τη τέχνη ταύτη.
-
- — Κύριε, του είπα άμα εισελθών, ήκουσα ότι είσθε ικανός ν'
-ανευρίσκετε πράγματα κρυμμένα ή χαμένα. Έχασα χθες το
-εσπέρας μίαν παρτίδα σκαμπίλι εις το καφενείον. Ημπορείτε
-να την ανεύρετε;
-
-Ο κ. Μπίσοπ με ητένισεν απορών:
-
- — Ηξεύρω τι διανοείσθε, εξηκολούθησα αταράχως, διότι και
-εγώ είμαι νοομάντις· διανοείσθε ν' ανεύρετε αυτό το
-σκαμπίλι και να μου το δώσετε κατά πρόσωπον· αλλά προσέξατε
-να μη το πράξετε, διότι θα σας κάμω να φύγετε από την
-&μπίσοπ . . . πόρτα!&
-
- — Κύριε, μου απήντησεν οργίλος ο βρεττανός νοομάντις,
-έχασα πλέον την υπομονήν μου . . .
-
- — Προσπαθήσατε ν' ανεύρετε και αυτήν, του είπα ψυχρώς·
-κάπου εδώ μέσα θα είνε . . .
-
-Ο κ. Μπίσοπ ηρεύνησε τω όντι εντός της αιθούσης, αλλ' αντί
-της υπομονής εύρε χονδράν ράβδον εις μίαν γωνίαν.
-
- — Ράβδος εν γωνία, άρα θα μου τες βρέξη! . . . ασκέφθην.
-Και ούτω χάρις εις την μαντικήν μου δύναμιν εννοήσας τον
-σκοπόν του, κατήλθον κατεσπευσμένως την κλίμακα και εξήλθον
-σώος.
-
- (1886)
-
-
-
-ΣΤΟΜΑΧΟΣ ΚΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
-
-
-
-Ω! αι εφημερίδες! . . . ω, αύται αι εφημερίδες και μάλιστα
-αι νεωστί εκδιδόμεναι και προθυμοποιούμεναι να φανούν με
-πάντα τρόπον χρήσιμοι εις το δημόσιον! . . . Είνε
-ανυπολόγιστος η ωφέλεια η γινομένη παρ' αυτών εις το
-ανθρώπινον γένος και αγνοώ τη αληθεία τι ωφέλησε
-περισσότερον τους θνητούς, αι εφημερίδες ή η εκριζοντυλίνη
-από της εποχής της εφευρέσεως αμφοτέρων. Κρίνατε.
-
-Ο φίλος μου κ. Ματθαίος Ψωμοτύρης είνε μαθητευόμενος ράπτου
-ιερών ενδυμάτων, διορθωτής μύλων του καφέ, αντιγραφεύς
-εκκλησιαστικής μουσικής κλπ., έχει δηλαδή επαγγέλματα
-ευυπόληπτα μεν βεβαίως, αλλά μη αποφέροντα εισόδημα
-μεγαλύτερον από τα του πρωτοτύπου εκείνου Παρισινού, όστις
-ερωτηθείς εις το πλημμελειοδικείον περί του επαγγέλματός
-του, απήντησεν αγερώχως ότι πωλεί καπνισμένας υέλους διά
-τους θέλοντας να παρατηρήσουν τον δίσκον του ηλίου, όταν
-συμβαίνη ηλιακή έκλειψις. Εις τας ώρας της σχόλης του, τας
-επί των μύλων μηχανικάς γνώσεις του χρησιμοποιεί αξιεπαίνως
-καταγινόμενος εις την μελέτην της εφευρέσεως του πηδαλίου
-του αεροστάτου, κηδόμενος της ευημερίας του ανθρωπίνου
-γένους, υπέρ του πολλαπλασιασμού του οποίου κατά το ενόν
-[8] εμόχθησε, τεκνοποιήσας και κεκτημένος από της νομίμου
-αυτού συζύγου κυράς Κονδύλως τέκνα έξ. Ο αγαθός κ.
-Ψωμοτύρης είνε ευτυχής, οσάκις δύναται να παρέχη εις την
-πολυάριθμον αυτού τεκνογονίαν προς βρώσιν το πολυθέλγητρον
-αυτού επώνυμον· τούτο όμως δεν τον εμποδίζει από του να
-σταματά διερχόμενος προ των μαγειρείων των μεγάρων πλουσίων
-τινών και οσφραινόμενος την κνίσσαν ν' ανακράζη απορών
-διατί ο Πανάγαθος Θεός δεν αφήρει εν τη προνοία Του την
-αίσθησιν της γεύσεως και της οσφρήσεως από ανθρώπους
-καταδεδικασμένους ως αυτός να φέρωσι διαρκώς το ίδιον
-επώνυμον εντός του στομάχου.
-
-Αλλ' όμως προχθές εξυπνήσας ο κ. Ψωμοτύρης και εξοδεύσας
-μίαν πεντάραν προς αγοράν μιας των πρωινών εφημερίδων,
-ελαττώνων ούτω το προωρισμένον διά την υλικήν τροφήν
-κεφάλαιον, αλλ' επαυξάνων την διανοητικήν τροφήν, ανέγνωσεν
-αυτήν από άκρου εις άκρον και φθάσας περί το τέλος
-εσκίρτησε περιχαρής και έκραξεν αμέσως την σύζυγόν του.
-
- — Κονδύλω, της είπεν, άκουσε, σε παρακαλώ.
-
-Και ήρχισε να της αναγινώσκη το εις έν των φύλλων του &ΙΘ'
-Αιώνος& περιεχόμενον ημερήσιον γεύμα. «Σούπα ζωμού ιχθύος
-με αυγολέμονον, βραστός ιχθύς, όρνιθα ψητή, κοκκινογούλια
-βραστά σαλάτα, φράουλαι με ζωμόν πορτοκαλίου και ζάκχαριν».
-
-Η κυρά Κονδύλω ήκουεν εκπεπληγμένη, αλλ' ο σύζυγός της
-απτόητος επεράτωσε τον κατάλογον των φαγητών και έπειτα
-είπε:
-
- — Πρόσεξε! εδώ είνε το σπουδαιότερον· η κατασκευή της
-ψητής όρνιθος: «Γέμισε την όρνιθα με το σηκώτι της,
-μαϊδανόν, κρομμυδάκια, δύο κρόκους αυγών, άλας και πιπέρι
-(όλα ταύτα κοπανισμένα ομού). Ράψε την και βάλε την εις
-αγγείον να τηγανισθή με βούτυρον επί τινα λεπτά της ώρας·
-έπειτα βάλε την εις την σούβλαν, σκεπασμένην με φέτας
-χοιρομηρίου και τεμάχια μικρά ψωμίου και διπλωμένην εις
-χαρτίον· άφες την να ψηθή με ολίγην φωτίαν και παρουσίασε
-την εις την τράπεζαν με τα τεμάχια του ψωμίου περί το
-πινάκιον».
-
-Εκατάλαβες; εξηκολούθησεν ο κ. Ψωμοτύρης διπλώνων την
-εφημερίδα· θα πάρης την όρνιθα και έπειτα θα την κοπανίσης
-μαζί με το σηκώτι του μαϊδανού· θα πάρης δύο αυγά, θα τα
-ράψης, θα διπλώσης την σούβλαν με φέτας χοιρομηρίου και θα
-την βάλης εις το τραπέζι. Εκατάλαβες;
-
-Οι οφθαλμοί της κυράς Κονδύλως είχον λάβει τερατώδεις
-διαστάσεις διαστελλόμενοι εκ της εκπλήξεως. Ηθέλησε να
-προβάλη αντιρρήσεις τινάς εις την μαγειρικήν ευφράδειαν του
-συζύγου της· αλλ' ούτος δι' αγερώχου ηγεμονικού κινήματος
-την απέτρεψε, δεικνύων τεμάχιά τινα μηχανής μύλου του καφέ
-επί της τραπέζης, άτινα επρόκειτο να συναρμολογήση,
-επαναλαμβάνων το του Αρχιμήδους ηλλοιωμένον καταλλήλως διά
-την περίστασιν και αναβοών:
-
- — Μη μου τους μύλους τάραττε!
-
-Μετά την εργασίαν ο κ. Ψωμοτύρης εξήλθε και ότε περί την
-μεσημβρίαν επέστρεψεν εις την κατοικίαν του, έρριψε
-διερχόμενος βλέμμα περιφρονήσεως προς το μαγειρείον του
-πλουσίου, εξ ού συνήθως εξήρχετο η τόσον σκανδαλίζουσα
-αυτόν κνίσσα. Η πολυάριθμος τεκνογονία του ανέμενε πειναλέα
-παρά την τράπεζαν, εστρωμένην μεν, αλλά χωρίς να είνε
-παρατεθειμένον επ' αυτής κανέν φαγητόν. Ο κ. Ψωμοτύρης
-καθεζόμενος μεγαλοπρεπώς εν τω μέσω είπε μετ' επισημότητος
-προς την σύζυγόν του:
-
- — Γυναίκα, φέρε να φάμε!
-
-Τα όμματα της κυράς Κονδύλως ήρχισαν πάλιν να λαμβάνουν
-διαστάσεις τρομακτικάς, μεγεθυνόμενα ως φανοί ατμαμάξης.
-
- — Δεν μου λες, επέτυχε καλά η όρνιθα η ψητή; εξηκολούθησεν
-αταράχως ο κ. Ματθαίος.
-
-Αστραπαί τινες οργής εφάνησαν εις τα όμματα της άγαν
-υπομονητικής οικοδεσποίνης.
-
- — Για να σου πω. . . . είπεν επί τέλους προς τον σύζυγόν
-της. Τι κοροϊδείες είνε αυτές που μας κάνεις; . . . Έφερες
-φαγί για να φάμε; . . . Τι όρνιθα και ξεόρνιθα κάθεσαι και
-μου λες;
-
- — Μα, γυναίκα, παρετήρησεν ο κ. Ψωμοτύρης, δεν σου διάβασα
-το πρωί την εφημερίδα;
-
- — Αι! . . .
-
- — Δεν είδες ποίον πρέπει να είνε το γεύμα και πώς το
-φτιάνουν;
-
- — Ξεύρω καλύτερα από την εφημερίδα εγώ να τα φτιάσω· μα
-μήπως η εφημερίδα μας κάνει πεσκέσι όλ' αυτά πού
-παραγγέλνει, ή μας δίνει τους παράδες να τα ψωνίσωμε; . . .
-
-Η βαθεία αύτη παρατήρησις της κυράς Κονδύλως ήτο τόσον
-ορθή, ώστε ο κ. Ψωμοτύρης έμεινεν άναυδος. Εξήγαγε μετά
-λύπης το φύλλον της εφημερίδος εκ του θυλακίου του, το
-έσχισε μετά πείσματος, εγερθείς δε μετέβη εις το άντικρυ
-παντοπωλείον, επρομηθεύθη τα τρόφιμα των οποίων την
-αναλλοίωτον κατανάλωσιν καθ' εκάστην του επέβαλλεν ο
-προορισμός του επωνύμου του και ωρκίσθη να μη αναγνώση
-πλέον εφημερίδας, αίτινες δημοσιεύουν καθημερινά γεύματα.
-
- (1886)
-
-
-
-Η ΜΕΛΑΙΝΑ ΝΥΞ
-ΑΙ ΦΡΙΚΑΛΕΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ1 ΕΝΟΣ ΑΠΟΡΟΥ ΝΕΟΥ
-ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΑΥΤΟΥ
-
-ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
-
-
-ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
-
-Το έγκλημα.
-
-
-Ήτο νυξ της 36 Φεβρουαρίου του 188 . . .
-
-Το έτος ήτο έκτακτον καθ' όλα· ο Φεβρουάριος οργισθείς επί
-τέλους διότι επί απειράριθμα έτη ηδικείτο, επί αθεμίτω
-ωφελεία των λοιπών συναδέλφων του, απεφάσισε μόλις ήλθεν η
-σειρά του, να εξακολουθήση επί αρκετόν χρόνον κυριαρχών
-βιαίως, και μολονότι είχε παρέλθει η τριακοστή έκτη από της
-ενάρξεώς του ημέρα, δεν εννόει κατ' ουδένα τρόπον να λήξη.
-Άλλως τε πλείσται όσαι δεινότεραι συμφοραί είχον ενσκήψει
-επί της γης· πλημμύραι είχον συμβή, έμποροι είχον
-χρεοκοπήσει, επιζωοτία [9] είχεν αναφανή, βουλευτικαί
-εκλογαί εγένοντο, τα ταχυδρομεία επρόκειτο ν' αναμορφωθούν
-και μυθιστορήματα γαλλικά περί τα εκατόν είκοσιν είχον
-μεταφρασθή υπό διαφόρων λογίων νέων.
-
-Το ωρολόγιον του Πανεπιστημίου εκτύπα το πέμπτον τέταρτον
-της ενδεκάτης νυκτερινής ώρας, ότε είς έφιππος και είς
-προσωπιδοφόρος εβάδιζον πεζοί εις μίαν των οδών των αγουσών
-προς τας υψηλοτέρας παρά τον Λυκαβητόν συνοικίας της
-πόλεως.
-
-Ο προσωπιδοφόρος ήτο ο φίλος μου Βαρθολομαίος Εξωφρενίδης,
-όστις όμως την εσπέραν εκείνην ελέγετο Ροβέρτος. Γόνος
-αρχαίου και ευκλεούς οίκου της νήσου Φολεγάνδρου, φέρων τον
-τίτλον ιπποκόμητος, επειδή ο πατήρ του είχε χρηματίσει ποτέ
-ιπποκόμος, ήλθεν εις την πρωτεύουσαν του βασιλείου διά να
-κατακτήση την τύχην και ανέλαβεν εντίμως τον κόπανον του
-ιγδίου [10], γενόμενος υπηρέτης έν τινι φαρμακείω. Ούτως,
-αφού επί πολύ διάστημα της ημέρας κατέτριβεν εις το ιγδίον
-τα φάρμακα τα προωρισμένα διά την ευεξίαν του σώματος, είχε
-την γενναιότητα να κατατρίβη κατόπιν τας λοιπάς του ώρας
-εις την ανάγνωσιν μυθιστορημάτων, προωρισμένων αναντιρρήτως
-εις την ηθικήν μόρφωσιν και την ευεξίαν της ψυχής.
-
-Εκ της διαίτης ταύτης διεπλάσθη ο χαρακτήρ του Βαρθολομαίου
-ευγενής, ευαίσθητος, μεγαλόφρων, ιπποτικός. Ένεκα των
-ημερησίων ασχολιών του το ύφος του απέκτησεν ιδιάζουσαν
-εικονικότητα.
-
- — Η ζωή μου υπήρξε πλήρης αλόης, έλεγε συχνάκις, αλλ' η
-υπόληψίς μου έμεινε διαυγής ως το πρώτης ποιότητος
-κικινέλαιον. Θα κατακτήσω το μέλλον μου κατά δόσεις και θα
-κατασυντρίψω τας δυσκολίας ως αραβικόν κόμμι. Θέλω να μάθω
-και τα πλέον απόκρυφα μυστήρια της κοινωνίας ως Ροδόλφος.
-Ω! υπάρχουσι πολλοί Μορδάουντ εις αυτήν! αλλ' εγώ θ'
-ανακαλύψω τας σκευωρίας των κακούργων, ως ο Εδμόνδος
-Δαντές, διότι αγαπώ την ανθρωπότητα ως ο Ραούλ ηγάπα την
-ωραίαν Γαβριέλλαν!
-
-Ο έτερος των δύο μυστηριωδών διαβατών ήμην εγώ, έφιππος επί
-των νώτων του συντρόφου μου, διότι προσκόψας επί λίθου και
-αλγών τον πόδα δεν ηδυνάμην πλέον να βαδίσω.
-
-Η νυξ ήτο ζοφερά ως η πλατεία του Συντάγματος, όταν
-παιανίζη εν αυτή την νύκτα η μουσική. Ο άνεμος πνέων
-σφοδρός απέσπα τα φύλλα των δένδρων, των παραθύρων και των
-βιβλίων όσα τυχόν ήθελον ευρεθή εις τον δρόμον κατά την
-ώραν εκείνην. Κατά διαλείμματα ηκούοντο οι μονότονοι και
-θλιβεροί κρωγμοί των μαρμαρίνων γλαυκών του αετώματος της
-Ακαδημίας.
-
-Αίφνης εις την καμπήν της οδού διεγράφη υπό την ασθενή
-λάμψιν φανού πνευστιώντος [11] η σκιά γυναικός
-μελανειμονούσης [12], ήτις βήματι ταχεί έσπευδεν ανερχομένη
-την αυτήν οδόν.
-
-Αμφότεροι εφρικιάσαμεν. Προς στιγμήν ανεστείλαμεν το βήμα,
-δηλαδή, κυρίως ειπείν, το έμψυχον υποζύγιόν μου μόνον
-ανέστειλε το ιδικόν του, επειδή μη έχων χαλινόν να το σύρω
-έσφιγξα ισχυρώς διά των χειρών τον τράχηλόν του.
-
- — Τι τρέχει; με ηρώτησεν.
-
- — Η γυνή εκείνη! . . . εψιθύρισεν.
-
- — Ω! βεβαίως η γυνή εκείνη, απήντησεν υποκώφως μετά
-σαρκαστικού μειδιάματος και μετ' ολίγον απήγγειλε σιγά τους
-γνωστούς στίχους:
-
- &Το ξεύρει, δεν το αγνοεί, γνωρίζει πάσα Φρύνη
- Ότι εκείνη η γυνή, ότ' η γυνή εκείνη . . . &
-
-Και εσιώπησε.
-
- — Πρόκειται πάντοτε περί του μυστηρίου:
-
- — Ναι.
-
- — Έχεις το ρεβόλβερ σου;
-
- — Έχω εκείνο του φαρμακοποιού.
-
- — Και ο φαρμακοποιός έχει το ρεβόλβερ του γείτονος της
-εξαδέλφης του;
-
- — Όχι· έχει το εγχειρίδιον του γυναικαδέλφου του
-σκυτοτόμου. [13]
-
-Επροχωρήσαμεν· η άγνωστος εννοήσασα την παρουσίαν μας
-έσπευσεν έτι μάλλον το βήμα, σφίγξας δε και εγώ τας κνήμας
-μου περί την οσφύν του φίλου μου εβίασα αυτόν να επιταχύνη
-το βήμα.
-
-Ήδη μακρόθεν εφάνη έν παράθυρον φωτισμένον. Η μυστηριώδης
-άγνωστος ώδευσε προς αυτό, ημείς δε την παρηκολουθήσαμεν.
-
-Άκρα ερημία επεκράτει εις την οδόν, ούτε διαβάτης, ούτε
-κλητήρ μεθυσμένος, ούτε πτώμα σκύλου δηλητηριασμένου
-εφαίνετο πέριξ.
-
- — Εκεί λοιπόν συμβαίνουσι τα φρικτά πράγματα άτινα μου
-διηγήθης; ηρώτησα τον φίλον μου διά φωνής μόλις ακουομένης.
-
- — Δεν έχω πλήρη βεβαιότητα, μου απήντησεν, αλλ' έχω
-πλείστας όσας πιθανότητας.
-
- — Ροβέρτε! είσαι βέβαιος περί όσων μου είπες;
-
- — Ναι, σου το ορκίζομαι εις το ύδωρ της Στυγός, Λεοπόλδε!
-
-Την εσπέραν εκείνην Λεοπόλδος ήμην εγώ.
-
- — Έχεις χρήματα; τον ηρώτησα.
-
- — Ναι· έχω εικοσιδύο λουδοβίκεια χάλκινα· και συ;
-
- — Εγώ είχον έν χαρτονόμισμα της Ηπειροθεσσαλικής Τραπέζης.
-
- — Αι, λοιπόν; . . .
-
- — Την νύκτα μία αράχνη οκνηρά, ευρούσα αυτό επί της
-τραπέζης, το παρέλαβε και το εχρησιμοποίησεν αντί ιστού.
-
- — Έστω, ας προχωρήσωμεν!
-
-Και εκρύβημεν όπισθεν μιας μάνδρας, ενώ η παράδοξος
-μελανείμων επλησίαζεν εις την οικίαν και έκρουε το ρόπτρον.
-
-Βήματα ηκούσθησαν εις την κλίμακα· η θύρα ηνοίχθη και μία
-γραία επεφάνη εις την ουδόν, κρατούσα αντί φανού ή κηρίου
-ογκώδη πολυέλαιον. Υπό την λάμψιν αυτού εφάνη η κλίμαξ
-επεστρωμένη διά πολυτελών κατόπτρων της Βενετίας. Τότε
-μεταξύ των δύο γυναικών συνήφθη ο επόμενος διάλογος.
-
- — Λοιπόν πώς πηγαίνομεν; ηρώτησεν η μελανείμων.
-
- — Οι πόνοι εξακολουθούν φρικτοί, απηντησεν η γραία.
-
- — Ώστε είνε καιρός !
-
- — Βέβαια· ορίστε επάνω.
-
- — Βλέπεις μου είπεν ο φίλος μου, σφίγγων τον βραχίονα μου,
-ενώ η μελανείμων εισήρχετο εις την οικίαν, κλείουσα
-εξόπισθέν της την θύραν βλέπεις ότι δεν ηπατώμην ; . . .
-Συμβαίνουν όργια φρικτά, σου είπον ! . . . Ήκουσες ότι
-εγένετο λόγος περί φρικτών πόνων. Τις οίδεν εις ποία
-βασανιστήρια υπεβλήθη το ατυχές θύμα διά να ενδώση ! . . .
-Ω Σαρδανάπαλοι, κακούργοι ! , . .
-
-Αι τρίχες της κόμης μου ήσαν ηνωρθωμέναι εκ της φρίκης.
-
- — Τι να πράξωμεν; ηρώτησα μετά φωνής συγκεκινημένης τον
-φίλον μου.
-
- — Εμπρός ! απήντησεν αποφασιστικώς ο Βαρθολομαίος, ο
-επιλεγόμενος Ροβέρτος, ας εισέλθωμεν.
-
- — Αλλ' εάν μας τύχη τίποτε; . . . εάν σε φονεύσουν ; . . .
-
- — Θα πέσω μάρτυς ευγενούς και αγίας ιδέας, και η νυξ αύτη
-θ' αποκληθή υπό της ιστορίας δευτέρα νυξ του Αγίου
-Βαρθολομαίου.
-
- — Έχει καλώς· ας προχωρήσωμεν.
-
- — Καθ' ήν στιγμήν επλησιάζομεν εις την θύραν, ηκούσθη
-εξερχομένη εκ της οικίας τελευταία κραυγή άλγους διάτορος
-[14], οξεία, παρατεταμένη και μετά ταύτα βήματα και
-κίνησις, μετ ολίγον δε φωναί πολλαί επαναλαμβάνουσαι την
-λέξιν:
-
- — Αρσενικόν ! αρσενικόν! . . .
-
- — Ω ! ανεβόησεν ο Ροβέρτος· και αυτό το δραστικώτατον
-δηλητήριον μεταχειρίζονται λοιπόν οι κακούργοι.
-
-Και αρπάσας το ρόπτρον έκρουσε την θύραν μανιωδώς.
-
-Παραχρήμα κατήλθεν η γραία με τον πολυέλαιον και ήνοιξεν
-αυτήν.
-
-Πριν προφθάση καν να ίδη το πρόσωπόν μας, ο φίλος μου την
-ηρώτησε:
-
- — Λοιπόν τι απέγινεν;
-
- — Ετελείωσεν, απήντησεν η γραία· ελευθερώθηκε, δόξα σοι ο
-Θεός, και έκαμε ένα κοτζάμ' αγόρι! . . .
-
- — Αγόρι! . . . επανέλαβεν έκπληκτος ο Βαρθολομαίος,
-ελευθερώθη! . . . λοιπόν η γυνή εκείνη με τα μαύρα; . . .
-
- — Για τη μαμμή 'ρωτάτε; είπε διακόπτουσα αυτόν η γραία.
-Ποίοι είσθε του λόγου σας;
-
- — Είμεθα η εκδίκησις! ανεβόησεν ο Εξωφρενίδης αφρίζων εκ
-του θυμού. Ομολόγησε την αλήθειαν, αναίσχυντε, . . . άλλως
-. . .
-
-Η γραία ανύψωσε μετά κόπου τον πολυέλαιον, διά να μας
-παρατηρήση κάλλιον, και ιδούσα την προσωπίδα του φίλου μου
-έρρηξε κραυγήν τρόμου. Ο πολυέλαιος εξέφυγε των χειρών της
-και ανήλθε την κλίμακα φωνούσα:
-
- — Χριστέ και Παναγία μου! λωποδύτες!.. βοήθεια!..
-
-Οι εν τη οικία ώρμησαν αμέσως κραδαίνοντες ξύλα, πιστόλια,
-εγχειρίδια. Ιδών τον κίνδυνον ετράπην αμέσως εις φυγήν,
-ουχί όμως πριν καταφέρω διά του υγιούς ποδός σφοδρόν
-λάκτισμα εις την στομαχικήν χώραν του φίλου μου, φιλοδώρημα
-αντάξιον εις πάντας τους νεαρούς συγγραφείς τους
-φανταζομένους ότι συμβαίνουν τοιαύτα πράγματα εις την τόσον
-ήσυχον κοινωνίαν μας.
-
-
-
-ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΩΣ ΚΑΘΟΛΟΥ
-
-ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΗΜΕΡΑΝ ΒΙΟΥ
-
-
-
-(Η σκηνή εν τω εστιατορίω ο «Αποκλεισμός». Ο ξενοδόχος
-&Κυρ-Μιχάλης& καθήμενος παρά το τεζάκι [15] γράφει εις το
-βιβλίον, ενίοτε δε αναδιφών τας προηγουμένας σελίδας του
-βιβλίου αθροίζει κινών την κεφαλήν θλιβερώς και φυσά
-απελπιστικώς. Η ώρα είναι ογδόη της εσπέρας περίπου· οι
-πλείστοι πελάται απήλθον ήδη. Εις το μαγειρείον οι υπηρέται
-καταγίνονται περί τον καθαρισμόν των χαλκίνων σκευών. Παρά
-τινα τράπεζαν κάθηνται οι κ. κ. &Γιαννακός Μούργος,
-Λέανδρος Κοκκαλιάρης& και &Θεοφάνης Ασημένιος&.
-
-ΜΟΥΡΓΟΣ (υπομοίραρχος απόστρατος με φαιόν μύστακα τρώγων
-από εικοσαετίας μόνον την εσπέραν εις το ξενοδοχείον).
-
-Λοιπόν πώς τον είπες αυτόν; . . . Σούτζον;
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ (τελειόφοιτος της νομικής ετοιμαζόμενος να δώση
-εξετάσεις από το 1876, έχων προ πολλού οικειοτάτας σχέσεις
-με το κυρ Μιχάλην και προ πάντων με το βιβλίον του) . . .
-
-Όχι, δα!.. Σούτσης ο νηστευτής λέγεται. &(Προς τον
-υπηρέτην)& Δημήτρη, μία κοττολέττες, σάλτσα μπόλικη.
-
-ΥΠΗΡΕΤΗΣ
-
-Μία κοττολέεεττες! σάλτσα περιπλέεεον! . .
-
-(Ο κυρ Μιχάλης ρίπτει βλοσυρόν βλέμμα επί του Ασημένιου)
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Όχι, ας μένη . . .
-
-ΥΠΗΡΕΤΗΣ
-
-Ας μέεενη! . . .
-
-ΜΟΥΡΓΟΣ
-
-Νηστευτής! . . . χα, χα!.. Εγώ ήξευρα ως τώρα πως τον Άι
-Γιάννη λέγουν μόνον νηστευτήν. Και τι κάμνει, είπες;
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Νά, μένει πέντε δέκα μέρες χωρίς να φάγη!
-
-ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ (πρωτοκολλητής εφορίας παυθείς προ ένδεκα
-μηνών).
-
-Αυτό μόνον; . . . &(μειδιά περιφρονητικώς).&
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Ναι, μα ημπορεί να μείνη και τριάντα και σαράντα μέρες το
-ίδιο, και χωρίς ν' αδυνατίση &(παρατηρών ασκαρδαμυκτεί το
-διαφανές πρόσωπον του Κοκκαλιάρη).& Εκατάλαβες;
-
-ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ (δεικνύων περισσοτέραν προσοχήν).
-
-Και με τι τρόπον; έχει καμμίαν μέθοδον;
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Έχει ένα ρευστόν. Το ευρήκεν εις την έρημον της Αφρικής
-οπού εταξίδευεν. Ολίγες στάλες απ' αυτό παίρνει και κάμνει
-σαράντα μέρες νηστεία. Τον επιβλέπουν άνθρωποι μέρα και
-νύκτα μη βάλη τίποτε στο στόμα του . . . &(προς τον
-υπηρέτην)&. Σηκωτάκια ολίγα! . . .
-
-(Ο κυρ Μιχάλης νεύει αυστηρώς προς τον υπηρέτην).
-
-ΥΠΗΡΕΤΗΣ
-
-Τα σηκωτάκια ετελείωσαν!
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Καλά . . . Τον επιβλέπουν μη τύχη και φάγη, αλλά τίποτε! .
-. . Έχει κερδίσει τόσα στοιχήματα ως τώρα και πρόκειται να
-περιέλθη τον κόσμον να τον βλέπουν οι άνθρωποι επί πληρωμή.
-
-
-ΜΟΥΡΓΟΣ
-
-Να τον βλέπουν; . . . Τι θα καταλάβουν να τον βλέπουν!
-πρέπει να καταστήση γνωστήν την μέθοδόν του εις τον κόσμον.
-
-ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ
-
-Βέβαια! θα είνε ο μεγαλύτερος ευεργέτης του ανθρωπίνου
-γένους.
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Ακούς εκεί ευεργέτης! . . . Η ανθρωπότης ακόμη δεν παρήγαγε
-μεγαλύτερον. Να μην τρως καθόλου! . . . ξεύρεις τι θα πη;
-Να μην είσαι αναγκασμένος να τρώγης ένα πιάτο με κρέας
-τεσσάρων ημερών και σάλτσα δηλητηριασμένη και να το
-πληρώνης ακριβά! &(Ο κυρ Μιχάλης μετά πικρού στεναγμού
-επαναλαμβάνει την αναδίφησιν και την άθροισιν)&. Να μην
-έχης ανάγκην ποτέ να πάθης από το στομάχι σου. Τίποτε
-καθάρσια πλέον! . . . Τίποτε ακαθαρσίες εις τους δρόμους! .
-. . Ο Σούτσης θα εξαγνίση τον δήμαρχον Σούτσον! . . . Δεν
-θα χάνη κανείς τας ώρας του μέσα εις . . . τ' ανώνυμα μέρη
-της οικίας. Τίποτε καφέ . . . Διαβάζεις μόνον την εφημερίδα
-σου . . .
-
-ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ
-
-Μα θα υπάρχουν τότε εφημερίδες; . . . Ποιος θα τας γράφη,
-ποιος θα τας τυπώνη, ποιος θα τας πουλή, αφού δεν θα έχη
-κανείς ανάγκην;
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Βέβαια! ούτε εφημερίδες! περίπατο, λιακάδα, αμαξάδα.
-
-ΜΟΥΡΓΟΣ
-
-Μα τότε δεν θα υπάρχουν ούτε αμάξια!
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Σωστά! . . . Μένεις στο σπίτι σου, μελετάς . . . αγκαλά
-ούτε μελέτη ούτε βιβλία! . . . Τι τα θέλεις; προς τι να
-γίνης δικηγόρος ή υπάλληλος, αφού δεν θα έχης ανάγκη να
-φάγης;. Έξω, διασκέδασι! στες μπιραρίες, στο θέατρο! . . .
-
-ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ
-
-Μα πού ζυθοπώλιδες τότε. . . . πού ηθοποιοί;
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Τόσον το καλύτερον! . . . Μένει κανείς στην επαρχία του,
-στο σπίτι του· καλλιεργεί τα κτήματά του . . . ψυχή μου,
-ζωή και κόττα!
-
-ΜΟΥΡΓΟΣ
-
-Αμ' θαρρώ πώς ούτε γεωργία ούτε κτηνοτροφία τότε δεν θα
-υπάρχη . . . Πού ναυρής την κόττα; . . .
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Ακόμη καλύτερα! Τότε επιδίδεται κανείς εις την πολιτικήν,
-εκλέγεται βουλευτής . . .
-
-ΚΟΚΚΑΛΙΑΡΗΣ
-
-Πού εκλογαί πλέον; . . . βουλευτής χωρίς να τρώγη, γίνεται;
-
-ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ
-
-Τέλος πάντων δεν κάμνεις τίποτε, νά! . . . Dolce far
-niente. Και προ πάντων &(εγειρόμενος μετά των άλλων και
-ρίπτων Πάρθιον βλέμμα κατά τον κυρ Μιχάλη, ενώ ο υπηρέτης
-σβύνει τα φώτα)& δεν θα έχης ανάγκην να εξοδεύεσαι, και να
-δηλητηριάζεσαι εις τα ξενοδοχεία! . . .
-
-ΚΥΡ ΜΙΧΑΛΗΣ (συλλογιζόμενος).
-
-Ου να χαθής, λιμοκοντόρε! . . . Τι διάβολο καθόταν και
-έλεγε τόση ώρα; . . . Πώς θα καταργήση τα ξενοδοχεία ο
-δήμαρχος; Για να τρώγη ο κόσμος σκόνη φυσικά! . . . Μα αν
-είν' αληθινό αυτό πού έλεγε για το ρευστόν; . . . Αν
-εφευρεθή αυτό και ο κόσμος δεν έχη πλέον ανάγκην φαγητού; .
-. . . Τι τέχνη τότε να κάμω διά να βγάλω το ψωμί των
-παιδιών μου;
-
- (1886)
-
-
-
-ΤΑ ΔΕΙΝΟΠΑΘΗΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΥ
-
-
-
-Την ημέραν καθ' ήν έλαβε το προσκλητήριον του υπουργού των
-εσωτερικών διά να πορευθή εις τας επί τη ενηλικιώσει του
-διαδόχου εορτάς ο κ. Σωτήριος Καλακαθούμενος δήμαρχος του
-δήμου Φασκομηλίων, εδρεύων εν τω χωρίω Χαμομηλίω, αφήρεσε
-τα χονδρά ομματοϋάλιά του, έτριψε τους οφθαλμούς και
-ανεβόησε:
-
- — Γαρουφαλλιά! . . . Φώτη! . . .
-
-Η Γαρουφαλλιά ήτο η σύνευνος του κ. δημάρχου. Αν ήτο νομός
-η κυρία Γαρουφαλλιά και όχι σώμα γυναικείον, θα έδιδε κατά
-τας βουλευτικάς εκλογάς τουλάχιστον 26 βουλευτάς· τόσον
-ευρεία ήτο η περιφέρειά της. Εν τούτοις με όλας τας
-διαστάσεις της και τα τεσσαράκοντα έτη της διέσωζεν ακόμη
-ίχνη καλλονής, δηλούσης ότι κατά τούτο ο κ. Σωτήριος δεν
-υπήρξε σύζυγος αξιολύπητος. Ο Φώτης ήτο ο κλητήρ και
-υπηρέτης άμα του δημάρχου, χρηματίσας εκ περιτροπής
-στρατιώτης, κρεοπώλης και φυγόδικος πριν εύρη οριστικόν
-επάγγελμα υπό την φιλεύσπλαγχνον στέγην της δημαρχίας.
-
-Κατά σύμπτωσιν, ενώ η κυρία Γαρουφαλλιά εισήρχετο από το έν
-μέρος πλέκουσα κάλτσαν, εισήρχετο από το άλλο ο Φώτης
-κομίζων τας εφημερίδας, τουτέστιν έν φύλλον του «Αιώνος»,
-το οποίον του έστελλε προς ανάγνωσιν ο ιατρός του
-γειτονικού χωρίου Αψιθιά, κ. Ψαροπούλης.
-
- — Γαρουφαλλιά! επανέλαβεν ο δήμαρχος, να μου ετοιμάσης τη
-φουστανέλλα μου την καλή και τ' ασπρόρρουχά μου όλα εις το
-σεντούκι. Θα πάω στας Αθήνας, καταλαμβάνεις; ο βασιλεύς . .
-. ο υπουργός . . . ο διάδοχος . . . εις το παλάτι . . . Και
-συ, Φώτη, να φροντίσης για δυο καλά μουλάρια, διά να πάμε
-όσο με το γιαλό, γιατί θα φύγωμε με το πρώτον ατμόπλοιον.
-
-Η σύζυγος και ο υπηρέτης του δημάρχου προσέβλεψαν αυτόν
-μετ' εκπλήξεως.
-
-Ο κ. δήμαρχος εξήγησεν εις αυτούς τα περί της προσκλήσεώς
-του εις τας εορτάς και η φήμη διέτρεξε παραχρήμα το μικρόν
-χωρίον, μεγαλοποιηθείσα βαθμηδόν. Ότε περί την μεσημβρίαν ο
-κ. Σωτήριος εθεάθη εις την μικράν πλατείαν του χωρίου, ο
-παντοπώλης κυρ Μελέτης και ο δημοδιδάσκαλος κυρ Ανέστης,
-οίτινες είχον ακούσει ότι ο βασιλεύς δι' αυτογράφου
-επιστολής του προσεκάλει τον δήμαρχόν των εις την
-πρωτεύoυσαν διά να του αναθέση έν υπουργείον, προσεφώνησαν
-αυτόν λέγοντες:
-
- — Και εις ανώτερα, κύριε δήμαρχε!
-
-*
-**
-
-Ο δήμαρχος κατεβρόχθισε μετ' εκτάκτου ευφροσύνης την ημέραν
-εκείνην εις το γεύμα το νηστήσιμον εκ φασολίων ρόφημα και
-μετά ταύτα καθεσθείς προ του γραφείου του ανέπτυξε το
-φύλλον του «Αιώνος» και ήρχισε να το αναγινώσκη βραδέως,
-εκμυζών άμα υπερμέγεθες σιγάρον και τρίβων μακαρίως διά του
-αντίχειρος το πέλμα του τσαρουχίου του επακκουμβώντος
-σχεδόν επί του σκέλους του· πλην μόλις είχε προχωρήσει εις
-την ανάγνωσιν, οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν, εξέφερεν
-ηχηρόν επιφώνημα και αφήκε την εφημερίδα.
-
-Πρώτην φοράν εμάνθανε το συνταράττον την πρωτεύουσαν
-φλογερόν ζήτημα περί της ενηλικιότητος του διαδόχου· πρώτην
-φοράν διέβλεπε την παρανομίαν και την επιβουλήν της Αυλής
-και της κυβερνήσεως, την κατά του Συντάγματος και των
-ελευθεριών σκευωρίαν και ως Έλλην φιλελεύθερος αγανακτών
-ανέκραξεν:
-
- — Α! γι' αυτό λοιπόν θέλουν να μας κουβαλήσουν στην Αθήνα!
-. . . Μας θέλουν όργανα της μηχανορραφίας . . . Δεν τους
-γίνεται αυτή η χάρι, όχι! . . . Γαρουφαλλιά! . . . Φώτη! .
-. .
-
- — Έτοιμα είνε, έτοιμα! είπεν εισερχομένη περιχαρής η
-εύσαρκος σύζυγος του δημάρχου. Το σεντούκι είνε γεμάτο.
-
- — Να το αδειάσης πάλιν! είπεν επιτακτικώς ο κ. Σωτήριος.
-
-Και ενώ η κ. Γαρουφαλλιά έμενεν εμβρόντητος, εισήλθε
-κατηυχαριστημένος ο Φώτης.
-
- — Ευρήκα δύο μουλάρια θεώρατα, αφεντικό! είπε. εσυμφώνησα
-να είνε έτοιμα . . .
-
- — Να πας να τα ξεσυμφωνήσης.
-
-Ο Φώτης και η κυρία Γαρουφαλλιά προσέβλεπαν αλλήλους,
-έκθαμβοι, διότι ήρχισαν ήδη να συλλαμβάνουν υπονοίας περί
-της διανοητικής καταστάσεως του δημάρχου, και απήλθον να
-εκτελέσουν έκαστος την δευτέραν παραγγελίαν.
-
- — Πότε λοιπόν για την Αθήνα; ηρώτησε τον περίλυπον
-δήμαρχον εισερχόμενος οικείως μετά τινας ώρας εις το
-γραφείον του ο κ. Μανώλης Ανοικτομμάτης, δικολάβος εις το
-ειρηνοδικείον, τοκιστής, κομματάρχης και κουμπάρος του κ.
-Σωτηρίου, έχων μετ' αυτού και προ πάντων μετά της
-&κουμπάρας& οικειότητα, ήτις κατά τας κακάς γλώσσας του
-χωρίου εδήλου ότι η ευρεία περιφέρεια της κυρίας
-Γαρουφαλλιάς δεν ήτο όλως ξένη προς την κομματαρχικήν
-δικαιοδοσίαν του κ. Μανώλη. — Πότε για την Αθήνα; Χαρά στην
-τύχη σας! Είδα κ' εγώ εις την εφημερίδα τα όσα θα σας
-γίνουν.
-
- — Ποίαν εφημερίδα; ηρώτησε μετά περιεργείας ο δήμαρχος.
-
-Ο κουμπάρος του έσυρεν εκ του θυλακίου του και του
-ενεχείρισε ρικνόν [16] και ερρυπωμένον [17] φύλλον της
-«Παλιγγενεσίας», προς το οποίον ο δήμαρχος έρριψεν απλήστως
-το βλέμμα και αφού επισταμένως ανέγνωσεν αυτήν ανέκραξεν
-αγαλλιών:
-
- — Μα λοιπόν είνε ενήλιξ!
-
- — Ποίος; ηρώτησεν απορών ο κ. Μανώλης.
-
- — Ο διάδοχος! Δόξα σοι ο Θεός! . . . ήλθε η καρδιά μου στη
-θέσι της· δεν πρόκειται λοιπόν διά μηχανορραφίας κατά του
-Συντάγματος! . . . Τότε θα υπάγω μετά χαράς.
-
-Και έσπευσε ν' ανακαλέση την προς την σύζυγον δευτέραν
-παραγγελίαν και να μηνύση εις τον Φώτην να μη ξεσυμφωνήση
-τα μουλάρια.
-
-Η χαρά του αγαθού δημάρχου διήρκεσε μέχρι της εσπέρας. Αλλά
-δεν είχεν αποτελειώσει το δείπνον, ότε ο τηλεγραφικός
-διανομεύς ελθών από την πρωτεύουσαν της επαρχίας τού
-ενεχείρισε τηλεγράφημα. Ο κ. Σωτήριος το ήνοιξε μετά
-σπουδής και είδεν ότι ο τηλεγραφών προς αυτόν εξ Αθηνών ήτο
-ο πολιτικός του φίλος τέως βουλευτής και υποψήφιος κ.
-Κουνουπίδης. Έλεγε δε το τηλεγράφημα:
-
-«Μη αναχωρήσης πρωτεύουσαν· πρόσκλησις παγίς· τεκταίνονται
-απαίσια· ταχυδρομικώς καθέκαστα».
-
-Ο δήμαρχος έπεσε βαρύθυμος επί μιας έδρας και με θρηνώδη
-φωνήν είπε προς την προσελθούσαν σύζυγον:
-
- — Γαρουφαλλιά μου! μην ετοιμάσης τίποτε! . . . κοντεύω να
-παλαβώσω! . . . Και συ, Φώτη, προσέθηκε στραφείς προς τον
-κλητήρα, να πας να πης πως δεν έχομεν πλέον ανάγκην διά τα
-μουλάρια.
-
-*
-**
-
-Φοβεράν νύκτα διήλθεν ο ταλαίπωρος δήμαρχος και φρικτά
-όνειρα είδε κατά τας ολίγας ώρας καθ' άς εκοιμήθη. Οτέ μεν
-έβλεπεν ότι, ενώ ευρίσκετο εις τας περιχρύσους αιθούσας των
-ανακτόρων, το έδαφος αίφνης ηνοίγετο υπό τους πόδας του και
-εβυθίζετο εις βάραθρον, οτέ δε ότι συνελαμβάνοντο όλοι ομού
-οι δήμαρχοι εντός της Μητροπόλεως υπό χωροφυλάκων και
-εξηναγκάζοντο διά της λόγχης ν' αποκηρύξουν το Σύνταγμα.
-Ευθύς ως εξύπνησε, δύσθυμος με οφθαλμούς ερυθρούς, έπεμψε
-δεξιά και αριστερά εις τα πέριξ χωρία να του φέρουν όσας
-εφημερίδας ήθελον εύρει και κατηνάλωσε σχεδόν τα δύο τρίτα
-της ημέρας του αναγινώσκων αυτάς. Αι περιγραφαί των εορτών,
-αι περί της χρυσής αμάξης του βασιλέως πληροφορίαι, αι
-παρατάξεις, οι χοροί εις τα Ανάκτορα, το γεύμα εις το
-δημαρχείον και προ πάντων η περί του παρασήμου υπόσχεσις
-εξήψαν το πνεύμα του αγαθού κυρίου Σωτηρίου και ενέπνεον
-αυτώ ακατανίκητον επιθυμίαν. Αλλ' έπειτα ήρχοντο αι
-συζητήσεις περί της ενηλικιότητος ή μη, η κατακραυγή περί
-παρανομίας, αι καταγγελίαι περί των κυβερνητικών και
-αυλικών σκευωριών, και το αίμα του πάλιν επάγωνε και η
-αμφιβολία εισήρχετο εις την ψυχήν του και ηγείρετο
-περιπατών και ψιθυρίζων:
-
- — Είνε άρα ενήλιξ ή όχι; Ποίος τέλος ημπορεί να με
-διαφωτίση;
-
-Και ως να εισήκουσεν αμέσως ο Θεός την επιθυμίαν του,
-εισήλθε κατ' εκείνην την στιγμήν ασθμαίνων ο Φώτης φέρων έν
-έγγραφον με την σφραγίδα της Νομαρχίας. Ο δήμαρχος το
-ήνοιξεν, ανέγνωσεν αυτό μετά σπουδής και η μορφή του
-ιλαρύνθη.
-
- — Α, τους μασκαράδες! ανεβόησεν· επίτηδες λοιπόν τα
-γράφουν διά να κάνουν αντιπολίτευσιν! . . . Φώτη! τρέξε
-γρήγορα, σε παρακαλώ, να βρης πάλι τα μουλάρια! . . .
-Γαρουφαλλιά! . . .
-
-Αλλ' ο Φώτης αυτήν την φοράν δεν εκινήθη.
-
- — Αφεντικό, είπεν, αυτός ο κλητήρας που έφερε το έγγραφο,
-είπε πως ήταν στο ταχυδρομείο και ένα γράμμα για του λόγου
-σας. Για να ιδούμε πρώτα κι αυτό τι λέει! . . .
-
-Ο Φώτης είχε προαίσθημα. Το γράμμα τω όντι εκομίσθη μετ'
-ολίγον, ήτο δε το του αντιπολιτευομένου βουλευτού
-Κουνουπίδη, ζωηρώς παριστάνοντος εν αυτώ τας πλεκτάνας της
-κυβερνήσεως και αυστηρώς απαγορεύοντος εις τον κ. Σωτήριον
-να κινηθή από το χωρίον του.
-
- — Λοιπόν, αφεντικό, να πάω τώρα; ηρώτησεν ο Φώτης.
-
- — Όχι, απήντησε περίλυπος ο δήμαρχος, μην πας! . . .
-
- — Τι με θέλεις πάλιν; είπεν εισερχομένη η σύζυγός του.
-
- — Ήθελα, είπε με φωνήν σχεδόν τραυλίζουσαν ο κ. Σωτήριος,
-να σου πω να ετοιμάσης τα ρούχα . . . αλλά τώρα πάλιν . . .
-δεν είνε ανάγκη πλέον! . . .
-
- — Μα δεν μου λες πως είσαι διά δέσιμον! είπεν η εύσαρκος
-κυρά Γαρουφαλλιά αγανακτούσα. Μας έχεις από τα χθες άνω
-κάτω όλους με αυτό το ταξίδι. Αποφάσισε τέλος πάντων, θα
-πας ή δεν θα πας; . . .
-
-*
-**
-
-Αλλά μήπως ήτο εύκολον πράγμα αυτό το οποίον τόσον αφελώς
-τον διέτασσε να πράξη η σύζυγός του;
-
-Και επί τη υποθέσει ότι δεν εγαργάλιζον αυτόν αι
-διασκεδάσεις και αι τιμαί της πρωτευούσης ούτε επτόουν την
-φιλοπατρίαν του τα τεκταινόμενα τυραννικά σχέδια, αν
-μετέβαινε θα δυσηρέστει τον προστάτην του βουλευτήν, αν δε
-δεν μετέβαινε, θα δυσηρέστει τον νομάρχην και την
-κυβέρνησιν, ήτις, ως διεδίδετο, είχε σκοπόν να φέρη
-σιδηροδεσμίους διά πολεμικών πλοίων τους απειθείς δημάρχους
-εις την πρωτεύουσαν.
-
-Και το δίλημμα έπρεπε να λυθή μέχρις εσπέρας, διότι την
-επαύριον λίαν πρωί ανεχώρει το ατμόπλοιον, η μόνη μέχρι της
-ημέρας των εορτών ευκαιρία!
-
-Αν ήτο δυνατόν να φύγη ενταυτώ και να μείνη! . . . να
-ευρίσκεται εις την οικίαν του και ταυτοχρόνως να
-παρευρίσκεται εις τας εορτάς της πρωτευούσης! . . .
-
-Φαεινή ιδέα επήλθεν αίφνης εις το πνεύμα του . . . Έν
-ανδρείκελον ηδύνατο να τον σώση, να τον αντικαταστήση, όχι
-βεβαίως εις τας Αθήνας, όπου δεν ηδύνατο το ανδρείκελον να
-μεταβή μόνον του, αλλ' εις την οικίαν του. Θ' ανεχώρει
-κρυφίως, θα διεσκέδαζεν εις Αθήνας, θα διέδιδεν ότι ήτο
-ασθενής, και έν ανδρείκελον θ' ανεπλήρου αυτόν προσωρινώς
-εις το γραφείον, ή και εις την κλίνην.
-
-Τόση ήτο η χαρά του, ώστε ενηγκαλίσθη περιπαθώς την κυρίαν
-Γαρουφαλλιάν εισελθούσαν εκείνην την στιγμήν εις το
-γραφείον, ανακοινώσας παραχρήμα εις αυτήν το σχέδιόν του,
-
- — Ανδρείκελον! . . . είπεν η εύσαρκος σύζυγος, μα δεν είνε
-φόβος να μη ανακαλυφθή; . . . δεν θα ήτο προτιμότερον να
-ήτο άνθρωπος αληθινός; . . .
-
- — Μα ποίος; ηρώτησεν ο κ. Σωτήριος.
-
- — Ο κουμπάρος μας! . . . είπε διστάζουσα η κυρία
-Γαρουφαλλιά.
-
-Ο δήμαρχος ενθουσιασθείς εκ της ιδέας ησπάσθη την συζυγόν
-του, επαινών μεγαλοφώνως την ευφυίαν της, έπεμψεν οριστικώς
-τον Φώτην να παραγγείλη τα μουλάρια και προσκαλέσας τον
-κουμπάρον κ. Μανώλην ανέθεσεν εις αυτόν την λεπτήν και
-σοβαράν άμα εντολήν, ήν εκείνος μετά τινας ενδοιασμούς,
-απεδέχθη.
-
- — Ιδές καλά! είπεν αυτώ ο κ. Σωτήριος· θέλω να τα
-καταφέρης καλά!
-
-. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
-
-Την εσπέραν, ενώ δύο γοργοί ημίονοι μετέφερον τον δήμαρχον
-και τον κλητήρα του εις την παραλίαν, ο κουμπάρος κρυφίως
-ελάμβανε κατοχήν επί πάντων των δικαιωμάτων του κ.
-Σωτηρίου, ως του υπεσχέθη.
-
-Εν τούτοις καθ' οδόν εξ ενός τιναγμού του ζώου είχε πέσει
-το φέσιον από της κεφαλής του δημάρχου, με όσας δε
-προσπαθείας και αν κατέβαλεν υπήρξεν αδύνατον πλέον να
-σταθή επί της κεφαλής του.
-
- — Τι διάβολο έπαθε το φέσι μου κ' εστένευσε δεν ηξεύρω!
-έλεγεν ο κ. Σωτήριος, αλλά δεν πειράζει· θα πάρω ένα
-καινούργιο στην Αθήνα.
-
-Και απέκτησε τω όντι έν φέσιον καινουργές και ευρύχωρον,
-μετά εννέα μήνας δε και ένα υιόν επίσης καινουργή, όστις
-ενεγράφη μετά πομπής εις το μητρώον του δήμου ως γόνος
-αυτού γνήσιος και διάδοχος της ισχύος του παρά τω λαώ των
-Φασκομηλίων.
-
-
-
-ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ
-
-ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΚΛΟΓΙΚΟΝ
-
-
-
-ΚΕΦΑΔΑΙΟΝ Α'
-
-(και μόνον)
-
-Τίνι τρόπω επείσθη να ψηφίση ο κύριος Λουκάς.
-
-
-Η θύρα μου ηνεώχθη εξαίφνης και ως λαίλαψ εισώρμησεν εις το
-δωμάτων μου ο φίλος μου Λουκάς. Ευρισκόμην ακόμη εν τη
-κλίνη, διό περιβλέψας κύκλω είδεν ότι το μόνον
-αντικείμενον, όπερ ηδύνατο να χρησιμοποιήση κάπως ως
-κάθισμα, ήτο το παρά την κλίνην κιβώτιόν μου, έπιπλον
-σαθρόν, υποστάν πολλάς πραγματικάς και όχι μεταφορικάς
-τρικυμίας κατά τον βίον του, προωρισμένον δε υπό της θείας
-προνοίας να χρησιμεύη και ως κάθισμα και ως τράπεζα και ως
-γραφείον και ως ιματιοθήκη και ως νιπτήρ και ως βιβλιοθήκη·
-μόνον ως κάτοπτρον δεν ηδύνατο να χρησιμεύση, διότι είχε
-χάσει προ καιρού την στιλπνότητά του.
-
-Ενόησα αμέσως ότι ο Λουκάς διετέλει υπό το κράτος σφοδράς
-ηθικής συγκινήσεως. Και το ενόησα όχι μόνον εκ του τρόπου
-καθ' όν εισήλθεν εις το δωμάτιόν μου και εκ της εκφράσεως
-της μορφής του, αλλά και εκ της ακινησίας των σιαγόνων του.
-Διότι πρέπει να ηξεύρετε ότι ο φίλτατός μου Λουκάς είνε το
-τρωκτικώτερον πλάσμα του βασιλείου της φύσεως. Οι τριάκοντα
-δύο, πιθανώς δε και περισσότεροι, οδόντες με τους οποίους
-τον επροίκισεν ο Ύψιστος διά να συντρίβη την υπερήφανον
-στερεότητα παντός σκληροτραχήλου καρύου ή αμυγδάλου, είνε
-καθ' όλας τας ώρας της ημέρας αεικίνητοι. Οσάκις δεν θραύει
-καρύδια ή λεπτοκάρυα, τρώγει χαλβάν· οσάκις δεν έχει
-χαλβάν, ροκανίζει παξιμάδιον ή αναμασσά στραγάλια· οσάκις
-και αυτά λείπουν, τρώγει τους όνυχάς του και οσάκις και
-αυτό το εφόδιον του λείψη και οι οδόντες του φαγωθούν μέχρι
-ρίζης ομού με την άκραν των δακτύλων, τότε τρώγει . . .
-ξύλον, διότι αναμιγνυόμενος εις τα πολιτικά και λαλών
-απερισκέπτως, ως έχων το στόμα ελεύθερον, προκαλεί έριδας
-και επιθέσεις εναντίον του.
-
- — Τι συμβαίνει, Λουκά; τον ηρώτησα· τι τρέχει;
-
- — Δεν τρέχει τίποτε, μου απήντησεν· εγώ τρέχω.
-
- — Και διατί τρέχεις;
-
- — Τρέχω να σ' εύρω. Η ημέρα της εκλογής εσίμωσε. Με
-παρεκίνησες ως φίλος να λάβω μέρος ενεργόν εις αυτήν,
-διότι, ως μου είπες, αι περιστάσεις της πατρίδος είνε
-κρίσιμοι και το πιστεύω. Και απεφάσισα πράγματι να ριφθώ
-εις τον αγώνα με όλην την ζέσιν. Αλλά . . .
-
- — Αλλά τι; . . .
-
- — Λείπουν τα σύμβολα, φίλε μου! τα σύμβολα, εννοείς; Αυτή
-είνε η υλική παράστασις πάσης αΰλου ιδέας, προκειμένου δε
-περί παραστάσεως, καταλαμβάνεις ότι το φιλοθεάμον κοινόν
-των εκλογέων δεν δύναται να στερηθή αυτής! Το σύμβολον είνε
-η πίστις και διά τούτο, καθώς γνωρίζεις, η εν Νικαία
-σύνοδος των 318 θεοφόρων πατέρων εφρόντισε προ παντός άλλου
-να συντάξη το σύμβολον της πίστεως.
-
- — Και μήπως δεν υπάρχουν σύμβολα;
-
- — Ποία; αι κόκκιναι σημαίαι; Μη ομιλής, σε παρακαλώ, περί
-σημαιών, διότι αυταί είνε πράγμα ανακόλουθον. Φαντάσου ότι
-ο ιστός, επί του οποίου αναρτώνται αι σημαίαι, όστις
-ανάγκην πρέπει να είνε υψηλός, λέγεται &κοντός!&
-
-Ενόμισα ότι εδικαιούμην να γελάσω, πλην ο φίλος μου με
-διέκοψεν αυστηρώς.
-
- — Μη γελάς! μου είπεν· εμέ μου συμβαίνουν πράγματα όλο
-τραγικά· σήμερα πρωί πρωί είδα τη γειτόνισσά μου τη μαμμή,
-την 'ξεύρεις δα! με κόκκινο φουστάνι και ηθέλησα ν'
-αστειευθώ: «Είσαι &συ μαία κόκκινη!&» της εφώναξα· αλλ' ο
-σύζυγός της, όστις είνε αστυνομικός κλητήρ, προσεβλήθη
-νομίζων ότι τον είπα αντιπολιτευόμενον και μου επετέθη!
-
- — Τότε λοιπόν να ψηφίσης την ελαίαν!
-
- — Αστεΐζεσαι; Η ελαία το σύμβολον της Ειρήνης! Της
-Ειρήνης, ακούεις; της φρικαλέας εκείνης υπηρετρίας, ήτις
-πέρυσιν, ενθυμείσαι, με κατεδίωξε διά του σαρώθρου μέχρι
-της πλατείας της Ομονοίας σχεδόν, διότι ετόλμησα να της
-αποτείνω ένα ερωτικόν χαιρετισμόν! Όχι, φίλε μου, ας χαρούν
-την ελαίαν των, εγώ δεν είμαι βέβαια &φιλελαιήμων.&
-
-Ήρχισα ν' ανησυχώ, όχι διά τ' αποτρόπαια λογοπαίγνια του
-Λουκά, αλλά διά την έκβασιν, ήν ηδύνατο να λάβη το πράγμα.
-Σημειωτέον ότι την προτεραίαν είχον παρουσιασθή εις ένα των
-ισχυρών υποψηφίων ως κομματάρχης μέγα σημαίνων και του
-υπεσχέθην την συνδρομήν μου, αφού μου υπεσχέθη και αυτός
-την προστασίαν του όπως επιτύχω δημοσίαν θέσιν ήν προ
-καιρού ζηλεύω. Επειδή δεν έχω ψήφον, ως ετεροεπαρχιώτης,
-ήλπιζον τουλάχιστον επί την ψήφον του Λουκά, βασιζόμενος
-εις την παλαιάν φιλίαν και οικειότητά μας. Αυτή η ψήφος ήτο
-το μόνον μου εκλογικόν κεφάλαιον ως ισχυρού κομματάρχου,
-είχα δε προσπαθήσει πάση δυνάμει να την εξασφαλίσω.
-Αλλοίμονον αν την έχανον και αυτήν!
-
- — Μα σαν τι σύμβολα ήθελες; τον ηρώτησα.
-
- — Πλέον ζωντανά, φίλε μου, πλέον πραγματικά, να εμπνέουν!
-Τι ωραίον πράγμα θα ήτο έξαφνα αν αντί των γελοίων αυτών
-και ασημάντων συμβόλων των σημαιών και της ελαίας εξέλεγαν
-αντικείμενα έχοντα πολύ στενωτέραν και επωφελεστέραν σχέσιν
-με την ζωήν· π. χ. αν ετίθετο άνωθεν της κάλπης ένας άρτος
-λευκότατος, ροδοκόκκινος, καλοψημένος, ο συνδυασμός θα
-εφαίνετο &άρτιος& και ακμαίος· έν τεμάχιον εκλεκτού τυρού
-θα εδήλου ευγλώττως ότι ο συνδυασμός εμφορείται υπό αρχών
-&συν-τυριτικών&· έν καλόν ροδόχρον μήλον θα εσήμαινεν ότι η
-εκλογή των διά του σημείου τούτου διακρινομένων ήθελεν
-αποφέρει καρπούς αισίους . . .
-
-Και ενώ έλεγε ταύτα οι ανησύχως περιστρεφόμενοι οφθαλμοί
-του διέκριναν εις μίαν άκραν ξηρότατον τεμάχιον άρτου,
-λείψανον δείπνου παρελθουσών ημερών· ώρμησεν ως ιέραξ επ'
-αυτού, το ήρπασε, το εκαθάρισεν από τους επ' αυτού μύρμηκας
-και ήρχισε να το τρώγη μετ' άκρας ορέξεως, μετ' ευδαιμονίας
-εμφαινούσης ότι οι τριάκοντα δύο και πλείονες οδόντες του
-προ πολλού δεν είχον ασχοληθή εις την αδιάκοπον και
-προσφιλή των άσκησιν.
-
-Φαεινή ιδέα επήλθεν εις τον νουν μου. Επήδησα αμέσως εκ της
-κλίνης μου, ενεδύθην εν τάχει και εξήλθον κράζων εις τον
-αναμηρυκώμενον φίλον μου:
-
- — Περίμενέ με! έφθασα.
-
-Μετέβην εις το άντικρυ παντοπωλείον και επέστρεψα μετ'
-ολίγας στιγμάς φέρων εις χείρας τύλιγμα εκ χάρτου,
-εμπεριέχον βαρέα τινά οπωσούν αντικείμενα επιμήκη, τα οποία
-ενεχείρισα εις αυτόν.
-
- — Τι είν' αυτό, ηρώτησεν απορών;
-
-Είνε το σύμβολόν σου! απήντησα με φωνήν επίσημον.
-
-Ανδρίζου και ύπαγε να μετάσχης του αγώνος: ΕΝ ΤΟΥΤΩ, ΛΟΥΚΑ,
-ΝΙΚΑ!
-
-Ο Λουκάς μη δυνηθείς ν' αντιστή εις την περιέργειαν ήνοιξε
-το τύλιγμα και εύρεν εντός αυτού τέσσαρα εξαίρετα
-Λουκάνικα.
-
-Οι οφθαλμοί του εξήστραψαν υπό αίγλης απεριγράπτου. Έθλιψε
-την χείρα μου μετ' ευγνωμοσύνης, επέθηκε την άλλην χείρα
-επί της καρδίας του και μετά την περιπαθή ταύτην
-χειρονομίαν εξήλθε μετά της αυτής ταχύτητος μεθ' ής είχεν
-εισέλθει εις το δωμάτιόν μου.
-
-Και ιδού τίνι τρόπω νομίζω ότι εξησφάλισα την ψήφον του
-φίλου μου Λουκά, ενταυτώ δε, αν το αποτέλεσμα των εκλογών
-αποβή κατά τας προσδοκίας μου, και την θέσιν ήν από καιρού
-επιδιώκω και ήτις είνε — σας το λέγω εμπιστευτικώς —
-επιτηρητής της εισπράξεως των διοδίων εις τας οδούς αίτινες
-θα χαραχθούν επί της εκτάσεως ήν κατέχει η Κωπαΐς . . .
-μετά την αποξήρανσίν της!
-
-
-
-ΤΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΩΣ
-
-
-
-Ονομάζομαι Θεοφύλακτος Τζερεμές, άρρην, ετών 26, εκ
-Καππαδοκίας. Ήλπιζα ότι μίαν ημέραν θ' απέθνησκα εις την
-πατρίδα μου σχολάρχης και τίμιος άνθρωπος· η ελπίς μου
-διεψεύσθη και ως μόνον αίτιον της συμφοράς μου καταγγέλλω
-εις άπαντα τον χριστιανικόν κόσμον την γραμματικήν της
-Ελληνικής γλώσσης.
-
-Ελθών εις Αθήνας όπως σπουδάσω υπό την υψηλήν προστασίαν
-του θείου μου Χατζή Σαράντη, μετερχομένου τον έμπορον χαλβά
-και στραγαλίων, ενεγράφην εις την φιλοσοφικήν σχολήν του
-Πανεπιστημίου και συνήθισα να τρέφω απεριόριστον σεβασμόν
-προς τας ιεράς σκιάς των προγόνων, τους αστυνομικούς
-κλητήρας και την γενειάδα του καθηγητού μου.
-
-Την ηρεμίαν των σπουδών μου ήλθε να ταράξη δυστυχώς ο
-ανίκατος μάχαν έρως, ο εννυχεύων και εις αυτάς τας μαλακάς,
-φευ! πολύ μαλακάς παρειάς της Αγγέλως, υπηρετρίας εν τη
-οικία πολιτικού συνταξιούχου, κειμένη αντικρύ της του θείου
-μου. Κρίνω περιττόν να επιμείνω εις τας λεπτομερείας περί
-του πώς συνελήφθη ο έρως αυτός, όστις, είμαρτο να έχη
-τοιαύτην επίδρασιν επί του βίου μου. Θεωρώ όμως επάναγκες
-να δηλώσω ότι, αν με απέτρεπον του πάθους μου δύο λόγοι,
-ήτοι η υπερβολική ευσαρκία και η υπερβολική ελευθερία,
-μεθ' ής συνήπτε τας σχέσεις της η Αγγέλω, συνηγόρουν όμως
-υπέρ αυτού έτεροι λόγοι πεντακισχίλιοι, ήτοι αι ισάριθμοι
-δραχμαί, ας είχε κατορθώσει να συνάξη εξ οικονομιών και τας
-οποίας είχε κατατεθειμένας εις την Εθνικήν Τράπεζαν. Αι
-πέντε αύται χιλιάδες δραχμαί, ομού με την εύσαρκον
-περίσσειαν του ευρυχώρου κόλπου της και με τον Θησαυρόν του
-Ερρίκου Στεφάνου, έμελλον ν' αποτελέσωσι τους μόνους
-θησαυρούς του βίου, εάν η Τύχη ήθελε το επιτρέψει.
-
-Αι μετά της Αγγέλως σχέσεις μου ήσαν ομαλαί, αλλ' αι
-σχέσεις της Αγγέλως μετά της Γραμματικής ήσαν όλως
-ανώμαλοι. Η &κλίσις& υπήρχεν εκατέρωθεν και η &συζυγία& δεν
-θα εβράδυνε να επακολουθήση, αν η κατάρατος προς τους
-ιερούς κανόνας της Γραμματικής απέχθειά της δεν
-παρενέβαλλον προσκόμματα και δεν εματαίωνον επί τέλους τον
-ποθητόν &σύνδεσμον.&
-
-Η πρώτη μάχη μεταξύ μας εγένετο εξ αιτίας του ονόματος της
-τρυφεράς μου φίλης.
-
- — Αγγέλω, της είπα ημέραν τινά, το όνομά σου είνε πολύ
-ανώμαλον· ενώ είνε όνομα κύριον, φαίνεται ρήμα βαρύτονον.
-Είνε αληθές ότι δεν μεταβάλλεται ευκόλως, διότι ο
-&χαρακτήρ& του είνε &αμετάβολος,& αλλ' όμως πρέπει
-οπωσδήποτε να το διορθώσης.
-
- — Τι κάθεσαι και μου ψάλλεις, βρε χαλδούπη; (Σημειωτέον
-ότι η αβροέπεια και η κυριολεξία ήσαν τα χαρακτηριστικά
-προσόντα της γλώσσης της Αγγέλως). Δεν κυττάζεις να
-διορθώσης τα μούτρα σου; . . .
-
-Είδα ότι δυσηρεστήθη και ηθέλησα να την εξευμενίσω. Έχουσα
-τας χειρίδας ανασηκωμένας μέχρι των ώμων, κατεγίνετο να
-πλύνη τα πινάκια εις τον νεροχύτην διά στάκτης. Επλησίασα
-και της είπα μειδιών:
-
- — Μη — &παροξύνεσαι&, αγάπη μου. Θ' απέλθω να σε αφίσω
-ήσυχον, διότι &περισπάσαι& περί πολλήν διακονίαν. Επίτρεψέ
-μου μόνον ν' ασπασθώ την ωλένην σου.
-
- — Ποιάν Ελένην μου; . . .
-
- — Την ωλένην σου! επανέλαβα δεικνύων τους ευτόρνους
-βραχίονάς της.
-
- — Κάνε μου τη χάρι μη με σκοτίζης με την Ελένη και τη
-Μαρία, γιατί θα σε περιχύσω . . .
-
-Ηθέλησα να επιμείνω, αλλ' η Μέγαιρα επραγματοποίησε την
-απειλήν. Εκμανείς επέπεσα κατ' αυτής διά των ονύχων και
-ολίγον έλειψεν από ρήμα βαρύτονον να την καταστήσω
-&απρόσωπον.&
-
-Μετά ένα μήνα συνεφιλιώθημεν. Μ' έκραξεν ενώ διηρχόμην
-υπερηφάνως, χωρίς να την κυττάξω, και με παρεκάλεσε να την
-συγχωρήσω. Το έπραξα προθύμως και διότι ηδυνάτουν να
-θυσιάσω τον προς αυτήν έρωτα και διότι είχα ανάγκην της
-συνδρομής της όπως αποκτήσω χρησιμώτατον διά την μελέτην
-μου βιβλίον.
-
-Αγγέλω, είπα, σε συγχωρώ, αλλά μου χρειάζεται ένα
-συντακτικόν.
-
- — Τι είν' αυτό πάλι;
-
- — Ένα βιβλίον . . . θα το έχη βέβαια ο αφεντικός σου.
-
- — Πώς το ξεύρεις ότι θα το έχη; . . .
-
- — Μα . . . δεν παίρνει &σύνταξιν& από την κυβέρνησιν;
-
- — Α! . . . εκατάλαβα! . . . Το βιβλίον εκείνο για την
-σύνταξι! . . . Τώρα αμέσως! . . .
-
-Και ανελθούσα εις τον κοιτώνα του κυρίου της κατήλθε μετ'
-ολίγον θριαμβευτικώς κομίζουσα . . . το φυλλάδιον της
-συντάξεώς του.
-
- — Αγγέλω, της είπα, είσαι αγράμματος, είσαι κεχηναία [18]
-και αγελαία [19], αλλά σε συγχωρώ, διότι δεν πταίεις, αν
-δεν σ' εδίδαξαν γράμματα· δώσε μου δέκα φράγκα και αγοράζω
-εγώ το συντακτικόν.
-
- — Σου τα δίνω, αλλά με μια συμφωνία. Έχω αρκετόν καιρόν να
-ιδώ τον ξάδελφόν μου. (Σημειωτέον δα η Αγγέλω, ως πάσα
-καλώς ανατεθραμμένη και καλώς γινώσκουσα τα καθήκοντά της
-υπηρέτρια, είχεν αποκτήσει ένα ιδικόν της εξάδελφον,
-ούτινος εκάστοτε εδέχετο τας όλως συγγενικάς επισκέψεις).
-Σύρε να τον εύρης και να του 'πης πως τον θέλω.
-
- — Και πώς τον λέγουν τον εξάδελφόν σου;
-
- — Μανώλη.
-
- — Τι δουλειά κάνει;
-
- — Γυρολόγος.
-
- — Αγγέλω, ανεφώνησα, Αγγέλω . . . πρόσεχε!
-
- — Τι έπαθες, καλέ;
-
- — Ο εξάδελφός σου δεν είνε γυρολόγος.
-
- — Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! δεν ξεύρω τώρα τι δουλειά
-κάνει ο ξάδελφός μου;
-
- — Αγγέλω, είνε αδύνατον να είνε γυρολόγος! είπα με φωνήν
-εντονωτέραν.
-
- — Μα τι θέλεις νάνε;
-
- — Είνε γυρολόγος. Κατά Κόντον, πρέπει να λέγωμεν
-φιλόλογος, ψυχολόγος, γυρολόγος . . .
-
-Η μορφή της Αγγέλως εγένετο στρυφνή, ως ν' ανεκάλυπτεν
-αίφνης το περιεχόμενον του τενεκέ των σκουπιδιών εντός της
-χύτρας, όπου έβραζεν η σάλτσα του καπαμά.
-
- — Έλα, έλα! . . . άφησε, βρε βλάκα, αυτές τες κουταμάρες,
-μου είπε, και κύτταξε να κάμης τη δουλειά που σου είπα . .
-.
-
-Υπήκουσα εις το πρόσταγμα της, κατώρθωσα να εύρω τον
-Μανώλην και του ανεκοίνωσα την επιθυμίαν της &εξαδέλφης&
-του, την οποίαν πιστεύω ότι έσπευσε μετά προθυμίας να
-ικανοποιήση. Είχα εκπληρώσει απλούν ερωτικόν καθήκον,
-απλούν καθήκον αβροφροσύνης μάλιστα. Και όμως . . . τόσην
-ανησυχίαν μου ενεποίει η νυκτερινή αύτη επίσκεψις του
-&εξαδέλφου&, ώστε την νύκτα εκείνην, όπως εύρη κάποιαν
-ησυχίαν το πνεύμα μου, δεν εμελέτησα τίποτε άλλο ειμή
-Ησύχιον.
-
-Την πρωίαν η Αγγέλω φιλομειδής ευρίσκετο εις το παράθυρον
-του μαγειρείου καθαρίζουσα πίσα. Ακριβώς η λέξις αύτη με
-είχε τυραννήσει αφ' εσπέρας· ηγνόουν αν η πόλις Πίσα
-ωξύνετο ή περιεσπάτο. Ανήλθον εν τάχει όπως συμβουλευθώ τας
-γραμματικάς γνώσεις της φίλης μου, αν και εγνώριζα εκ
-πείρας πόσον αύται ήσαν περιωρισμέναι. Αλλ' ως με είδε
-συνωφρυώθη· ήτο φανερόν ότι η νυκτερινή επίσκεψις του
-Μανώλη είχεν επιδράσει εις το πνεύμα της επί ζημία μου.
-
- — Ήλθεν ο Μανώλης απόψε, μου είπεν άμα με είδε.
-
- — Και τι σου είπεν; ηρώτησα αδιαφόρως.
-
- — Μου είπε εκείνο οπού δεν έκοψε το 'δικό σου το κεφάλι. Ο
-μισθός που παίρνω εδώ είνε πολύ 'λίγος· θα πω του αφεντικού
-μου να τον αυξήση, ειδεμή θα φύγω.
-
-Ανεσκίρτησα ακούσας την τελευταίαν λέξιν. Να φύγη η Αγγέλω!
-. . . να φύγη! . . . αλλά τότε τα όνειρά μου ανετρέποντο
-άρδην! τότε τι θα εγίνοντο αι ηδοναί του &ενεστώτος& και τα
-σχέδια περί του &μέλλοντος& και αι έντιμοι &προθέσεις& μου
-και αι &μετοχαί& άς εσκόπουν ν' αγοράσω διά της προικός; .
-. . Ήτο καταστροφή &οριστική&· ήτο &θλίψις& φρικτή.
-
- — Και τι αύξησιν θα ζητήσης, την ηρώτησα, &συλλαβικήν& ή
-&χρονικήν&;
-
-Οι οφθαλμοί της Αγγέλως εξήστραψαν ως οι άνθρακες του
-πυραύνου [20].
-
- — Για να σου 'πω, βρε κορόιδο, μου είπε, εβαρέθηκα ν'
-ακούω τες σαχλαμάρες σου. Κάνε μου τη χάρι ξεκουμπίσου απ'
-εδώ . . . ου να χαθής, λιμοκοντόρε, διαβασμένε!
-
-Η θέσις ήτο κρίσιμος και πάσα αντίρρησις θα εξώθει τα
-πράγματα μέχρις ατοπήματος. Εξήλθον αφού εκίνησα τον
-δάκτυλον ποιήσας &σχήμα κατά το νοούμενον& και την ημέραν
-εκείνην ούτε καν εις το φροντιστήριον δεν είχα διάθεσιν να
-μεταβώ. Εσυλλογιζόμην τον Μανώλην, τον κακοήθη ραδιούργον
-και διαβολέα, όστις προδήλως ήτο ο παραίτιος της συμφοράς
-μου. Αλλ' αφού περιεπλανήθην ασκόπως όλην την ημέραν δεν
-ηδυνήθην να κρατηθώ, και την εσπέραν ευρών ανοικτήν την
-θύραν ανήλθα εις το μαγειρείον· και ευρέθην προ της
-ασπλάγχνου Αγγέλως.
-
- — Πάλι μου κόπιασες; ανέκραξε μετά θυμού ευθύς ως με είδε·
-δεν σου είπα να με ξεφορτωθής;
-
- — Λοιπόν επιμένεις; . . . ηρώτησα δειλώς.
-
- — Σου το είπα και σου το ξαναλέγω παστρικά, ξεφορτώσου με!
-. . . Δεν σε θέλω πια για ερωμένο! . . .
-
- — Έχεις δίκαιον, Αγγέλω· ερωμένος σου ουδέποτε υπήρξα.
-Υπήρξα &ερώμενός σου.&
-
- — Μη με σκοτίζης!
-
- — Μα λοιπόν είσαι άκαμπτος; . . . Είσαι Μέγαιρα, είσαι
-Ερινύς, είσαι Αληκτώ! . . .
-
- — Αλύκτα όσον θέλεις.
-
- — Επιμένεις να με αφίσης; . . .
-
- — Ναι!
-
- — Τουλάχιστον όμως, άσπλαγχνε, ανεβόησα να με αφίσης με
-&ι&, μη με αφίσης με &η&, διότι είνε πολύ σκληρόν.
-
- — Α! μα 'ξεύρεις πού μ' επαραφορτώθηκες! ανέκραξε μανιώδης
-η Αγγέλω. Έξ' από 'δω! . . .
-
-Και αρπάσασα το τηγάνιον επέπεσε κατ' εμού. Ημύνθην όσον
-ηδυνάμην διά μιας πυράγρας [21], αλλ' η αχρεία ήρχισεν
-ενταυτώ να βάλλη τοιαύτας κραυγάς, ώστε ώρμησαν οι
-γείτονες, ανήλθε δε και είς τυχαίως διαβαίνων αστυνομικός
-κλητήρ, όστις με ωδήγησεν εις το κρατητήριον.
-
- — Κύριε, είπα προς τον αστυνόμον απολογούμενος, δεν πταίω
-εγώ. Εκείνος ο αχρείος ο Μανώλης είνε ο αίτιος του
-δυστυχήματός μου. Είνε άνθρωπος ελεεινός, φαύλος, είνε
-άνθρωπος της τρίτης κλίσεως, ο Μανώλης του Μανώλους, κατά
-το η πανώλης, της πανώλους . . .
-
- — Εκατάλαβα, είπεν ο αστυνόμος μειδιών, θα είνε φοιτητής
-της φιλολογίας.
-
- — Και θα πάσχη από &υποκοντίαν&, προσέθηκεν έτερός τις
-υπάλληλος παριστάμενος.
-
-Διέταξαν να με απολύσουν· αλλ' ο λόγος αυτός του αστυνόμου
-μ' έκαμε να συνετισθώ. Σκεφθείς ωριμώτερον επείσθην
-πράγματι ότι ο αίτιος της δυστυχίας μου δεν ήτο ο Μανώλης,
-αλλ' η προσήλωσίς μου προς τους τύπους της Γραμματικής.
-Αυτή ήτο η αφορμή της διαρρήξεως των μετά της Αγγέλως
-σχέσεών μου. Διά τούτο έκτοτε παρήτησα την φιλολογίαν και
-τα όνειρά μου, έσχισα τον Ησύχιον και τον Πολυδεύκη, έρριψα
-εις το πυρ τα Συντακτικά, ώμοσα μίσος ακάθεκτον κατά των
-διδασκάλων μου και διά να τους εκδικηθώ θα διαπράττω τας
-φρικτοτέρας των ανορθογραφιών.
-
-
-
-ΑΛΛΟΦΡΟΣΥΝΗ ΑΙΜΑΤΗΡΑ
-
-(Εκ των απομνημονευμάτων φοιτητού)
-
-
-
-Επικατάρατοι αι εφημερίδες! επικατάρατος ο τύπος!
-επικατάρατος ο Γουτεμβέργιος, όστις τον εφεύρε! Κατήντησα
-μανιακός τας ημέρας ταύτας. Δεν ημπορώ ν' αναγνώσω
-εφημερίδα, χωρίς ν' ανεύρω καρατομήσεις καταδίκων, εικόνας
-καταδίκων, συνεντεύξεις μετά δημίων, περιγραφάς κεφαλών
-αποτετμημένων, ιστορίας της λαιμητόμου και άλλα πράγματα
-φρικώδη και αποτρόπαια. Το λογικόν μου εταράχθη εις
-τοιούτον βαθμόν, ώστε βλέπω αιωνίως εμπρός μου πτώματα
-ακέφαλα. Νομίζω ότι βλέπω πανταχού αίμα· όλα τα βλέπω
-κόκκινα. Απήντησα καθ' οδόν ένα ικτερικόν και μου εφάνη και
-αυτός κόκκινος!
-
-Χθες την νύκτα η αλλοφροσύνη μου δεν είχεν όρια.
-Περιηρχόμην έξω φρενών εντός του δωματίου μου και εφώναζα:
-
- — Αίμα! αίμα! θέλω να πίω αίμα!
-
- — Αμέσως! ηκούσθη φωνή τις γλυκεία.
-
-Εσταμάτησα εμβρόντητος, ότε μετ' ολίγον είδα προσερχομένην
-παιδίσκην φέρουσαν ποτήριον, όπερ κατ' ευτυχίαν περιείχεν
-όχι αίμα αλλά διαυγές και ψυχρότατον ύδωρ εκ της κρήνης. Η
-παιδίσκη, υπηρέτρια ξένης οικογενείας κατοικούσης εις το
-άνω πάτωμα, εκαλείτο Έμμα.
-
-Το νερό κατηύνασεν οπωσούν την έξαψίν μου και τούτο με
-ωφέλησεν επαισθητώς. Είχα φιλονεικήσει από πρωίας με τον
-οικοδεσπότην μου περί του κατηραμένου ενοικίου, το οποίον
-είχα την γενναιότητα να καθυστερώ προς αυτόν από μιας όλης
-εξαμηνίας. Η νευρική μου έξαψις με είχε κάμει να αυθαδιάσω
-προς αυτόν, εκείνος δε οργισθείς με ηπείλησεν ότι «θα φέρη
-κανένα κλητήρα να μου κόψη τον βήχα!»
-
-Και είχα τω όντι βήχα και έπασχα από πόνον του λαιμού, αλλ'
-επροτίμων να υφίσταμαι τας ενοχλήσεις ταύτας παρά να
-υποβληθώ εις θεραπείαν. Φαντασθήτε, αν επήρχετο εις τον
-νουν του κλητήρος ή του ιατρού η ιδέα να μου κόψουν τον
-βήχα . . . με την λαιμητόμον!
-
-Θα μ' ερωτήσετε: Φοβείσαι τόσον την λαιμητόμον;
-
-Έχω το θάρρος ν' απαντήσω εν πάση ειλικρινεία: Ναι!
-
-Προ τριακονταετίας ο μακαρίτης θείος μου, όστις ήτο
-αξιόλογος άνθρωπος και επί πλέον φίλος στενός του επίσης
-αξιολόγου κ. Ζαχαρία Παραδαρμένου, συνήθιζε να μου λέγη
-τακτικώς οσάκις εμάνθανε κανέν μου κατόρθωμα εξόχου
-αταξίας:
-
- — Μωρέ παιδί μου, δεν έχεις καθόλου κεφάλι!
-
-Και προσέθετε με μελαγχολικήν φιλοσοφίαν:
-
- — Και το χειρότερον είνε ότι όσοι δεν έχουν κεφάλι ημπορεί
-να καταντήσουν μίαν ημέραν εις την λαιμητόμον!
-
-Την αλήθειαν ταύτην του σεβαστού θείου μου πολλάκις
-ανελογίσθην μετά φρίκης εις τον κατόπιν βίον· και σήμερον
-ακόμη, ότε η φοβερά μηχανή περιοδεύει, την αναλογίζομαι· Τω
-όντι συλλογισθήτε τι θα εγινόμην άν ποτε κατεδικαζόμην να
-καρατομηθώ ενώ δεν έχω κεφάλι! . . . Τι θα μου έκοπτον
-τότε; . .
-
-**
-*
-
-Καθ' όλην την νύκτα κοιμώμενος είδα όνειρα φρικτά. Έβλεπα
-ότι εκάπνιζα διαρκώς με την καπνοσύριγγα του Αρτόζη την
-εκτεθειμένην εις το γραφείον της &Καθημερινής&, ότι η
-κεφαλή ενός παχυσάρκου ρεπόρτερ της &Ακροπόλεως& απεκόπτετο
-ομού με την του Κοτρώνη, μεθ' ού διήλθε θαρραλέως και
-φιλοσοφικώς την τελευταίαν νύκτα ως ο Φαίδων με τον
-Σωκράτη, εξοδεύσας γενναιοφρόνως εις λεμονάδας μέγα μέρος
-των οικονομιών του, και εξύπνησα ακριβώς ενώ ωνειρευόμην
-ότι συνεταξίδευα με τον Γαλατάν, μεταβαίνων χάριν
-διασκεδάσεως εις Γαλατάν . . . της Κωνσταντινουπόλεως.
-Αφυπνίσθην, διότι κάποιος έκρουε σφοδρώς το παράθυρόν μου.
-
- — Ποίος είνε; ηρώτησα δυσθύμως.
-
- — Ο γαλατάς.
-
-Ανεπήδησα έντρομος επί της κλίνης.
-
- — Ο Γαλατάς! . . . μα δεν τον έκοψαν σήμερα εις τα
-Φέρσαλα;
-
- — Αφεντικό! ηκούσθη φωνή τραχεία έξωθεν, ή πάρε γάλα, ή
-δώσε μου εκείνα τα λίγα ψιλά.
-
- — Φύγε, κακούργε! ανεβόησα έσωθεν· φύγε μη ειδοποιήσω την
-αρχήν . . . εάν δεν υπάρχουν εδώ δήμιοι, υπάρχει όμως ο
-σπιτονοικοκύρης μου!
-
-Ο γαλατάς φοβηθείς απήλθεν, αφού όμως μου εδήλωσεν αγρίως
-ότι μου &κόβει& εις το εξής την πίστωσιν.
-
-Η δήλωσις μου προυξένησε ρίγος· ήρχισαν λοιπόν να κόπτουν
-και εμέ!
-
-Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη βρυχηθμός φοβερός. Ήτο η
-οικοδέσποινά μου, ήτις εφώναζεν:
-
- — Έκοψε! έκοψε! πάει! . . . κρίμας!
-
-Εξήλθα πελιδνός εκ του φόβου εις την αυλήν και την ηρώτησα:
-
- — Τι συμβαίνει, κυρά Μιχάλαινα; ποίος τον έκοψε;
-
- — Τίποτε καλέ, μου απήντησε· λέω για το γάλα που ηγόρασα
-από τα χθες το βράδυ.
-
-Εξήλθα και μετέβην εις τας εξετάσεις σχολείου, εις τας
-οποίας ήμην προσκεκλημένος. Ο διδάσκαλος με παρεκάλεσε ν'
-αποτείνω καμμίαν ερώτησιν προς μαθητήν εξεταζόμενον εν τη
-γεωγραφία.
-
- — Γνωρίζετε, ηρώτησα το παιδίον, να μου ειπήτε πού κείται
-ο ισθμός του Παλαμά της Θεσσαλίας, όπου ο Λεσσέψ πρόκειται
-να κόψη διά της λαιμητόμου τας πέντε κεφαλάς των κακούργων;
-. . .
-
-Το παιδίον έμεινεν εμβρόντητον ως και πάντες οι
-παρευρισκόμενοι· και κατ' αρχάς μεν το πράγμα εφάνη
-αστεϊσμός άκαιρος, αλλ' εν τούτοις επωφελούμενος της
-ευκαιρίας απηύθυνα και δευτέραν ερώτησιν εις έτερον μαθητήν
-εξεταζόμενον εις την αριθμητικήν.
-
- — Το τετράγωνον του 52 ποίον είνε; του είπον.
-
-Ο μαθητής έστη διαλογιζόμενος, αλλά χωρίς να τον αφήσω ν'
-απαντήση προσέθηκα:
-
- — Το 52 είνε ο αριθμός ο παριστών το βάρος της μαχαίρας
-της λαιμητόμου, ήτις έχει σχήμα Ζ, το τετράγωνον δε το
-σχηματίζει η στρατιωτική δύναμις.
-
-Τοιαύτη θύελλα αγανακτήσεως εξερράγη μετά την εξήγησιν
-ταύτην εναντίον μου εν τω ακροατηρίω, ώστε εδέησε να
-δραπετεύσω, νομίζων δε ότι κατεδιωκόμην ανήλθα μετά σπουδής
-εις το δωμάτιον φίλου μου, τον οποίον ηύρα πρηνή επί της
-κλίνης του και γοερώς βοώντα.
-
- — Τι έχεις; τον ηρώτησα απορών.
-
- — Πάσχω! απήντησε, με κόβει . . .
-
- — Σε κόβει! . . . εξαίρετα!
-
- — Πώς! . . . εξαίρετα;
-
- — Βέβαια· ας υποθέσωμεν ότι σε κόβει . . . η λαιμητόμος.
-Έχω απόλυτον ανάγκην να λάβω μίαν συνέντευξιν μετ' ανθρώπου
-καταδικασμένου εις θάνατον. Μετ' ολίγας στιγμάς δεν θα
-υπάρχης πλέον . . .
-
-Ο φίλος μου λησμονήσας τας αλγηδόνας του είχεν ήδη εγερθή
-και με παρετήρει με οφθαλμούς εκθάμβους.
-
- — Σε παρακαλώ, σε ικετεύω να υποβληθής εις έν πείραμα
-χάριν της επιστήμης. Εάν ραπισθή η κεφαλή μετά την
-αποτομήν, δύναται να ερυθριάση; ιδού το ζήτημα. Γνωρίζω
-πολλάς κεφαλάς, αίτινες, καίτοι στερεώς επί των ώμων των
-προσκεκολλημέναι, δεν ηρυθρίασαν μετά τα ισχυρότερα
-ραπίσματα. Έχομεν όμως αφ' ετέρου το παράδειγμα της
-Καρλόττας Κορδαί. Δέξου να γίνη το πείραμα επί της ιδικής
-σου κεφαλής· αφού αποκοπή, την ραπίζω εγώ· αν αισθανθής το
-ράπισμα μου, κλείεις το ένα μάτι, έπειτα την κολλώ πάλιν
-επί του τραχήλου σου καλά. Δεν έχεις να πάθης τίποτε.
-
-Ο φίλος μου παρακολουθών με διά του βλέμματος εκινήθη προς
-την άκραν του δωματίου, όπου ευρίσκετο έν σχοινίον δι' ού
-είχε δέσει το κιβώτιόν του. Εννόησα τον φιλάνθρωπον σκοπόν
-του.
-
- — Οφείλεις να &λύσης& πρώτον την απορίαν μου και έπειτα να
-με δέσης, του είπον.
-
- — Μα επί τέλους τι θέλεις; μ' ηρώτησε παραιτηθείς του
-σκοπού του.
-
- — Θέλω να ιδώ να κόβουν.
-
- — Τίποτε ευκολώτερον· έλα μαζί μου να πάμε εις το
-χαρτοπαίγνιον.
-
- — Και τι κάνουν εκεί;
-
- — Κόβουν.
-
- — Τι κόβουν;
-
- — Την πασσέτα!
-
-Μετέβημεν τω όντι και το αποτέλεσμα υπήρξεν οδυνηρόν· είχα
-τριάκοντα φράγκα να πληρώσω Έν χρέος μου και τα έχασα.
-Σημειωτέον ότι την επαύριον, ως είχα μάθει, έμελλε να μ'
-εύρη είς δικαστικός κλητήρ να &εκτελέση& εναντίον μου μίαν
-δικαστικήν απόφασιν.
-
- — Δεν πάμε να δειπνήσωμεν; μου είπεν ο φίλος μου, αφού
-εξήλθομεν του χαρτοπαικτείου.
-
-Ηρεύνησα τα θυλάκιά μου μετά πόνου και απήντησα θλιβερώς:
-
- — Ευχαριστώ· μου &εκόπηκε& η όρεξις.
-
-Και χωρίς να προφέρω λέξιν άλλην ώδευσα αποφασιστικώς προς
-την εναντίαν διεύθυνσιν. Υψίστη απόφασις είχεν επέλθει εις
-το πνεύμα μου.
-
-Ο φίλος μου δεινά υποπτεύων έτρεξε κατόπιν μου.
-
- — Πού πηγαίνεις; με ηρώτησεν.
-
- — Εις το τελωνείον.
-
- — Τι να κάμης;
-
- — Να εύρω τον Τελώνην.
-
- — Διατί;
-
- — Θέλω να μάθω τον χειρισμόν της λαιμητόμου.
-
- — Δυστυχή! ανεβόησεν ο φίλος μου φρικιών, τοιούτο
-κατάρατον επάγγελμα θέλεις ν' ασπασθής;
-
- — Φίλε μου, απήντησα σοβαρώς και αξιοπρεπώς, είνε σκληρά η
-απόφασίς μου, το ομολογώ· αλλ' εις αυτήν με εξωθούν δύο
-πράγματα, άτινα έχουσι σχεδόν πάντοτε στενήν προς άλληλα
-σχέσιν, η ανάγκη και αι εφημερίδες. Ότι και αν συμβή, έχε
-υπ' όψιν σου ότι θα είμαι πάντοτε . . . &δήμιος άνθρωπος&!
-
-Αλλ' εις το Τελωνείον δεν ηύρα κανένα, έμαθα δε ότι όλοι οι
-τελώναι ευρίσκοντο εις την φυλακήν. Φοβηθείς να τους
-αναζητήσω εκεί απήλθα εις την οικίαν μου και κατεκλίθην.
-Ευτυχώς το πρωί μετέβαλα γνώμην.
-
- (1887)
-
-
-
-ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΕΚΛΟΓΕΩΣ
-
-
-
-Ερώτ. — Τι είνε ψήφος;
-
-Απ. — Ψήφος είνε έν τεμάχιον μολύβδου, το οποίον κάθε
-πολίτης έχει το δικαίωμα εν καιρώ εκλογής να ρίψη εις την
-κάλπην του υποψηφίου διά της χειρός του, ή εις την κοιλίαν
-του αντιθέτου διά του πυροβόλου όπλου του.
-
-Ερώτ. — Πού κατασκευάζονται αι ψήφοι;
-
-Απ. — Εις το Οπλοστάσιον, διότι και η ψήφος είνε το όπλον
-των πολιτών. Εκεί επομένως κατασκευάζονται και εκεί
-φυλάσσονται ομού με τα παλαιά όπλα Σασσεπώ και με την
-λαιμητόμον.
-
-Ερώτ. — Διατί η ψήφος είνε στρογγύλη;
-
-Απ. — Διά να &γυρίζη& εύκολα.
-
-Ερώτ. — Όλοι οι πολίται έχουν δικαίωμα ψήφου;
-
-Απ. — Όλοι· διότι η λέξις &ψήφος& και η λέξις &πολίται&
-είνε πάντοτε αρρήκτως συνδεδεμένοι.
-
-Ερώτ. — Πώς τούτο;
-
-Απ. — Διότι η &ψήφος πωλείται.&
-
-Ερώτ. — Ευρίσκεται εις κανένα συγγραφέα η τοιαύτη
-ετυμολογία;
-
-Απ. — Ευρίσκεται εις τα συγγράμματα και τα κατάστιχα των
-περισσοτέρων εκ των πολιτευομένων.
-
-Ερώτ. — Έως πότε δύναται να εξασκή το δικαίωμά του ο
-εκλογεύς;
-
-Απ. — Έως ότου ζη και μετά θάνατον ακόμη.
-
-Ερώτ. — Τίνι τρόπω;
-
-Απ. — Και αφού ο εκλογεύς αποθάνη, ψηφίζει άλλος υπό το
-όνομά του.
-
-Ερώτ. — Τι είνε κάλπη;
-
-Απ. — Κάλπη είνε δοχείον εκ τενεκέ, όμοιον περίπου μ'
-εκείνο εις το οποίον αποθέτονται αι ακαθαρσίαι και τα
-σκουπίδια, με μόνην την διαφοράν ότι εις αυτήν αποθέτονται
-αι ελπίδες περί της ευημερίας και του μεγαλείου της
-πατρίδος.
-
-Ερώτ. — Τι ήτο η κάλπη εις την αρχαιότητα;
-
-Απ. — Αγγείον, εις το οποίον εναπετίθετο η κόνις των
-νεκρών.
-
-Ερώτ. — Και εις τους νεωτέρους χρόνους;
-
-Απ. — Εις τους νεωτέρους χρόνους η κάλπη χρησιμεύει προς
-εναπόθεσιν της κόνεως της δημοτικότητος των αποτυχόντων
-υποψηφίων.
-
-Ερώτ. — Τις ήτο εφευρέτης της κάλπης;
-
-Απ. — Ο απόστολος Παύλος, όστις ωνομάσθη διά τούτο &σκεύος
-εκλογής.&
-
-Ερώτ. — Εις τι χρησιμεύει η κάλπη;
-
-Απ. — Άνθρωποι, τέως άγνωστοι, γίνονται δι' αυτής γνωστοί
-ως &κάλπικοι παράδες.&
-
-Ερώτ. — Έχει αναλογίαν η κάλπη με τον υποψήφιον;
-
-Απ. — Έχει· διότι και η κάλπη, ως ο υποψήφιος, λέγει από το
-έν μέρος &ναι& και από το άλλο &όχι&.
-
-Ερώτ. — Τις είνε ο πρώτος εκλογικός συγγραφεύς;
-
-Απ. — Ο Βιργίλιος, όστις, εκτός της Αινειάδος, έγραψε και
-Γεωργικά και &Εκλογάς.&
-
-Ερώτ. — Τι είνε ο εκλογεύς;
-
-Απ. — Άνθρωπος, όστις, αφού ενηλικιωθή και αποκτήση
-δικαίωμα ψήφου, χάνει αμέσως την ανθρωπίνην του ιδιότητα
-και γίνεται απλούς αριθμός εις τον εκλογικόν κατάλογον.
-
-Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος εν γένει;
-
-Απ. — Άνθρωπος πιστοποιών την ύπαρξίν του διά πολυχρόων
-προγραμμάτων τοιχοκολλωμένων εις τους δρόμους,
-
-Ερώτ. — Τίνα τα προσόντα του υποψηφίου;
-
-Απ. — Να γνωρίζη γράμματα διά να αναγινώσκη τον εκλογικόν
-κατάλογον, να έχη πολλούς κουμπάρους και να διατηρή
-ανοικτόν σαλόνι κατά τας ημέρας των εκλογών.
-
-Ερώτ. — Διατί πρέπει να έχη σαλόνι ο υποψήφιος;
-
-Απ. — Διότι ο εκλογικός &σάλος& απαιτεί να υπάρχη και
-εκλογική &σάλα.&
-
-Ερώτ. — Τι πρέπει απαραιτήτως να πράξη ο υποψήφιος;
-
-Απ. — Προ της εκλογής να κάμη μίαν διαδήλωσιν, μετά την
-εκλογήν να κάμη μίαν δήλωσιν δι' ής να ευχαριστή τους
-συμπολίτας του, είτε επιτύχη είτε όχι.
-
-Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος δήμαρχος;
-
-Απ. — Άνθρωπος ομοιάζων με την Εκκλησίαν.
-
-Ερώτ. — Διατί;
-
-Απ. — Διότι, επειδή συνήθως εις τα προγράμματά του αποκαλεί
-εαυτόν &τέκνον του λαού&, έχει, όπως και η Εκκλησία, πολλάς
-χιλιάδας &πατέρων&.
-
-Ερώτ. — Τι είνε υποψήφιος πάρεδρος;
-
-Απ. — Άνθρωπος όστις συνήθως δεν κάμνει τίποτε και όστις
-δεν επιθυμεί να μεταβάλη το επάγγελμά του.
-
-Ερώτ. — Και υποψήφιος σύμβουλος;
-
-Απ. — Άνθρωπος διατελών ενίοτε εις κατάστασιν απαγορεύσεως
-και όστις επιθυμεί να συμβουλεύη τον δήμον.
-
-Ερώτ. — Ποίον είνε το συμπέρασμα;
-
-Απ. — Το συμπέρασμα είνε ότι, αφού αλλάζομεν υποκάμισον
-τουλάχιστον καθ' εβδομάδα, πρέπει ν' αλλάζωμεν δήμαρχον
-τουλάχιστον κατ' έτος. Επί μίαν τετραετίαν είνε αδύνατον να
-υπάρχη δήμαρχος αμέμπτου καθαριότητος.
-
- (1887)
-
-
-
-ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΝ ΚΑΙ ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
-
-(Προκαταρκτικαί εικόνες).
-
-
-
-Δεν εννοώ ποσώς να ψέξω το μέτρον, περί ού εγένετο κατ'
-αυτάς σκέψις, την εισαγωγήν δηλαδή των γυναικών εις την
-ταχυδρομικήν υπηρεσίαν του Κράτους. Το μέτρον τούτο από
-πολλού εισήχθη εν Ευρώπη και κατεδείχθη αποφέρον εξαίρετα
-αποτελέσματα· το θεωρώ δε συντελεστικώτατον αφ' ετέρου εις
-την βελτίωσιν της τύχης του παρ' ημίν γυναικείου φύλου,
-ούτινος ευρύνεται ούτως ο κύκλος του βιοποριστικού σταδίου,
-ενώ εναμίλλως οφείλει μετά του ανδρός ν' αγωνίζεται τον
-αγώνα του βίου. Άλλως τε, αφού προ καιρού είνε
-παραδεδεγμένον, ότι αι γυναίκες είνε δυνατόν να διαπρέψουν
-εις τα γράμματα, δεν βλέπω τον λόγον τον αποκλείοντα αυτάς
-από το κατ' εξοχήν βασίλειον των &γραμμάτων.& Λαμβάνων όμως
-υπ' όψιν αφ' ετέρου τα ήθη, τα έθιμα, τας ιδέας μας, τας
-επικρατούσας εν κοινωνία και εν τη πολιτική συνθήκας,
-φαντάζομαι από τούδε μερικάς σκηνάς δυναμένας κάλλιστα, να
-συμβούν.
-
-
-ΣΚΗΝΗ Α'.
-
-
-Κατ' οίκον ο πατήρ συλλαμβάνει την θυγατέρα εγχειρίζουσαν
-από του παραθύρου επιστολήν εις τον εραστήν.
-
-Ο ΠΑΤΗΡ (οργίλως).
-
-Τι κάνεις εκεί;
-
-Η ΘΥΓΑΤΗΡ (φοβισμένη).
-
-Μπαμπά! . . . τίποτε! . . .
-
-Ο ΠΑΤΗΡ
-
-Πώς τίποτε! . . . Αφού σε είδα που έδιδες γράμμα εις
-εκείνον τον φαυλόβιον . . . Ραβασάκι, έ; . . .
-
-Η ΜΗΤΗΡ (παρεμβαίνουσα).
-
-Μα, άνδρα μου . . . το κορίτσι μας γυμνάζεται διά την
-ταχυδρομικήν υπηρεσίαν . . . Δεν είπαμεν, ότι θα διορισθή
-εκεί; . . .
-
-Ο ΠΑΤΗΡ (κατευναζόμενος).
-
-Α! . . . έτσι; . . . αλλάζει τότε! . . .
-
-
-ΣΚΗΝΗ Β'.
-
-
-Εις το ταχυδρομείον· πλησιάζει κομψός τις νέος και ερωτά.
-
-Ο ΝΕΟΣ
-
-Έχω γράμμα;
-
-Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (έσωθεν).
-
-Έχεις, ναι! . . . κακούργε!.. άθλιε! . . . προδότα! . . .
-
-Ο ΝΕΟΣ (έκπληκτος).
-
-Καλλιόπη! . . .
-
-Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
-
-Φύγε, τέρας! . . . Έχεις την αναίδειαν να το ζητής από εμέ;
-. . .
-
-Ο ΝΕΟΣ
-
-Μα τι συμβαίνει λοιπόν;
-
-Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
-
-Κρημνίσου απ' εδώ! . . . Δεν σου το δίδω το γράμμα.
-
-Ο ΝΕΟΣ
-
-Καλλιόπη! . . . θα με φέρης εις απελπισίαν! . . . θα σε
-καταγγείλω!
-
-Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
-
-Θα με καταγγείλης; . . . Νά, θηρίον! . . . πάρε το γράμμα
-σου!
-
-Ο ΝΕΟΣ (αποσφραγίζων την επιστολήν και δεικνύων αυτήν προς
-την υπάλληλον).
-
-Κύτταξε την υπογραφήν «Παΐσιος ιερομόναχος»· είνε του θείου
-μου, όστις μου στέλνει κάλτσες μάλλινες . . . Έχεις ακόμη
-υποψίας;
-
-Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (συγκεκινημένη).
-
-Παύλε! . . . συγχώρησέ με! Είμαι ζηλότυπος!
-
-
-ΣΚΗΝΗ Γ'.
-
-
-Εις το δωμάτιον του Υπουργού, είς Βουλευτής συνομιλεί μετ'
-αυτού
-
-Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ
-
-Λοιπόν θα την διορίσωμεν, κύριε Υπουργέ;
-
-Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ
-
-Ποίαν;
-
-Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ
-
-Την κυρίαν Κλεοπάτραν . . .
-
-Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ
-
-Εις την πρωτεύουσαν, αδύνατον! Είνε θέσις πολύ ενδιαφέρουσα
-. . .
-
-Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ
-
-Μα ίσα ίσα, αυτή είνε καταλληλοτέρα πάσης άλλης . .
-
-Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ
-
-Διατί;
-
-Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ
-
-Διότι ακριβώς ευρίσκεται εις κατάστασιν ενδιαφέρουσαν!
-
-
-ΣΚΗΝΗ Δ'.
-
-
-Εν τω γραφείω της γενικής διευθύνσεως, ο Διευθυντής
-προσκαλεί παρ' αυτώ την υπάλληλον δεσποινίδα Ασπασίαν.
-
-Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ (σοβαρός)
-
-Δεσποινίς, υπεπέσετε εις παράπτωμα βαρύ . . . Αυτός ο
-φάκελος, τον οποίον μου έστειλαν ανωνύμως, περιείχεν
-επιστολάς . . .
-
-Η ΑΣΠΑΣΙΑ (ερυθριώσα).
-
-Κύριε Διευθυντά . . . απετείνοντο προς τον αρραβωνιαστικόν
-μου . . .
-
-Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
-
-Πολύ καλά, δεσποινίς . . . είσθε κυρία να γράφετε εις
-όποιον θέλετε· αλλά κυττάξατε . . . δεν φέρουν
-γραμματόσημον.
-
-ΑΣΠΑΣΙΑ (συνεσταλμένη).
-
-Αλλ' αφού δεν τα έστειλα με το ταχυδρομείον;
-
-Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
-
-Και αυτό ακριβώς είνε το παράπτωμά σας . . . Η κυβέρνησις,
-ήτις προέβη εις το μέτρον του διορισμού γυναικών εις τον
-ταχυδρομικόν κλάδον, απέβλεπε διά τούτου εις την ζωηροτέραν
-ανάπτυξιν της αλληλογραφίας και την αύξησιν των
-ταχυδρομικών τελών. Πηγαίνετε και εις το εξής να είσθε
-προσεκτικωτέρα!
-
-
-ΣΚΗΝΗ Ε'.
-
-
-Έξωθεν της θυρίδος του ταχυδρομείου· πλησιάζει δι' εικοστήν
-φοράν είς λιμοκοντόρος σταθμεύων διαρκώς εις την στοάν.
-
-Ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ
-
-Έχω κανένα γράμμα;
-
-Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ (έσωθεν).
-
-Μα, κύριε, μ' εσκοτίσατε επί τέλους. Από πού περιμένετε
-γράμμα; . . . Από ποίον! . . .
-
-Ο ΛΙΜΟΚΟΝΤΟΡΟΣ (στενάζων φλογερώς).
-
-Από ποίον; . . . Και μ' ερωτάς, άσπλαγχνε;
-
-Η υπάλληλος προσκαλεί τους κλητήρας εις βοήθειαν και ο
-λιμοκοντόρος αποδιώκεται διά λακτισμών.
-
-
-
-Ο ΣΟΦΟΣ ΧΟΙΡΟΣ
-
-
-
-Ότε έμαθα, ότι μεταξύ των διαφόρων ησκημένων ζώων, τα οποία
-επιδεικνύουν καθ' εσπέραν την μάθησίν των εις το παρά τον
-σταθμόν του σιδηροδρόμου Λαυρείου ιπποδρόμιον υπήρχε και
-είς χοίρος εξόχου νοημοσύνης και ευφυίας, καταθέλγων το
-δημόσιον με τα διάφορα γυμνάσιά του, ανεπέτασα τας χείρας
-προς τον ουρανόν και ηυλόγησα τον θρίαμβον του ανθρωπίνου
-πνεύματος.
-
- — Ιδού, είπα, τιθασεύονται τα μάλλον άγρια των θηρίων,
-εκπαιδεύονται και τα μάλλον δύσνοα των ζώων. Γυμνάζονται οι
-ίπποι, οι πίθηκοι, αι αίγες· εξημερούνται αι άρκτοι και αι
-παρδάλεις. Ο ατρόμητος Μπουν, ο αμερικανός συνταγματάρχης,
-εισέρχεται καθ' εσπέραν εις τον κλωβόν των λεόντων,
-περιέρχεται την Ευρώπην και &πάει λέοντας!& Ιδού ότι
-δεικνύουν ευφυίαν οι όνοι και επιδεξιότητα οι χοίροι. Θεέ
-μου! υπάρχει λοιπόν ελπίς να ίδωμεν μίαν ημέραν και
-τιθασευμένους βουλευτάς;
-
-Και η πρώτη μου σκέψις υπήρξε να ίδω εκ του πλησίον το
-αξιοπερίεργον αυτό τετράποδον, να λάβω, ει δυνατόν, παρ'
-αυτού εξηγήσεις τινάς και πληροφορίας περί της ικανότητός
-του και των εντυπώσεών του εκ της ενταύθα διαμονής του.
-
-Το έργον δεν ήτο ευχερές, αλλ' οφείλω να εκφράσω την
-ευγνωμοσύνην μου προς τον αξιόλογον λαοφιλή &παλιάτσον&
-Αντώνιον, τον προγυμναστήν και αχώριστον σύντροφον του
-σοφού χοίρου, προς όν έσχον την ιδέαν ν' αποταθώ και όστις
-λίαν ευγενώς ανεδέχθη να διευκολύνη την ποθητήν
-συνέντευξιν.
-
- — Έρχομαι θαρρών, του είπα, διότι είμαι και εγώ &χοιρώναξ&
-των γραμμάτων. Μέχρι τούδε εγνώρισα μόνον χοροδιδασκάλους,
-οίτινες ομολογώ ότι δεν ήσαν πολύ ευφυείς· χαίρω, διότι μου
-παρέχεται η ευκαιρία να γνωρίσω ένα τόσον νοήμονα και
-επιτήδειον &χοιροδιδάσκαλον.&
-
- — Και εις ποίαν γλώσσαν θα εξηγηθήτε; με ηρώτησεν
-ευχαριστηθείς εκ της προσαγορεύσεως.
-
- — Επειδή δεν έτυχέ ποτε να σπουδάσω την γλώσσαν των
-κοινοβουλευτικών συνδιαλέξεων και των προσωπικών διατριβών,
-η συνεννόησις κατ' ανάγκην θα γίνη διά &χοιρονομιών&.
-
-Ο Αντώνιος παρεδέχθη, αναδεχόμενος μάλιστα να χρησιμεύση
-και ως διερμηνεύς.
-
- — Έξοχον και προνομιούχον τετράποδον, είπα μόλις
-ενεφανίσθην προ του ζώου, σε χαιρετίζω μετά του προσήκοντος
-θαυμασμού. Είδα μέχρι τούδε σοφούς, οίτινες πιθανόν να ήσαν
-και χοίροι· τα ανώτερα ημών διδακτήρια κάτι γνωρίζουν περί
-τούτου. Είδα σοφούς εκδίδοντας &εγχοιρίδια,& αλλά χοίρον
-σοφόν ομολογώ ότι δεν είδα ακόμη.
-
-Ο σοφός χοίρος εθέλχθη εκ της προσφωνήσεώς μου και απήντησε
-διά παρατεταμένου γρυλλισμού ευχαριστηρίου.
-
-Η πρώτη μου ερώτησις ήτο περί των εκ της πόλεώς μας
-εντυπώσεών του. Η εις εμέ διαβιβασθείσα διά του Αντωνίου
-απάντησις είχεν ως εξής:
-
- — Τόσον μου ήρεσεν η πόλις σας και ιδίως η κατάστασις των
-οδών σας, ώστε, αν ήτο εις την εξουσίαν μου, θα ενεγραφόμην
-δημότης διά να διαμένω διαρκώς εδώ.
-
- — Η επιθυμία σας μας κολακεύει πολύ, απήντησα, και θα
-φροντίσω να την διαβιβάσω καταλλήλως εις το δημοτικόν μας
-συμβούλιον· αλλ' επειδή ευρισκόμεθα εις το θέμα αυτό,
-επιθυμώ να σας ερωτήσω περί ενός αντικειμένου της ειδικής
-αρμοδιότητός σας. Τι φρονείτε περί των κατασκευαζομένων
-αποχωρητηρίων;
-
- — Το κατ' εμέ δεν τα εγκρίνω, είπεν ο τετράπους μαθητής
-του Αντωνίου· προτιμώμεν τα πράγματα να μένουν εις την
-φυσικήν των κατάστασιν. Αλλά βεβαίως θα είνε λόγος
-πολιτικός.
-
- — Πολιτικός! . . . διατί;
-
- — Διότι, ως ήκουσα, η αντιπολίτευσίς σας έχει το ιδίωμα ν'
-αποχωρή συχνά και ο πολλαπλασιασμός των αποχωρητηρίων
-έγινεν επίτηδες, όπως διευκολύνη την συνταγματικήν της
-ταύτην λειτουργίαν.
-
-Το &επιχοίρημα& ήτο τόσον ακαταμάχητον, ώστε εδέησε να το
-παραδεχθώ.
-
- — Και περί του ύδατος της πόλεως ποίαν γνώμην έχετε;
-εξηκολούθησα.
-
- — Φανερόν είνε, απήντησεν ο ευφυής χοίρος, ότι το ύδωρ
-κλέπτεται από τα υδραγωγεία, εις τα οποία ανοίγουν τρύπας.
-Και αύται είνε αι μόναι τρύπαι εις το νερόν, αι οποίαι
-έχουν σημασίαν.
-
- — Και περί της λιθοστρώσεως τι λέγετε;
-
- — Βλέπω εις τας εφημερίδας..; à propos, σας συγχαίρω και
-διά μερικάς εξ αυτών, διότι οι συντάκται των &χοιρίζονται&
-τον κάλαμον με πολλήν χάριν και ευρίσκω εις αυτάς άφθονον
-τροφήν . . . βλέπω λοιπόν, ότι ο δήμαρχός σας
-&λιθοβολείται& καθ' εκάστην παρά διαφόρων εταιρειών.
-Ανέγνωσα όμως και όσα έγραψε περί τούτου είς καθηγητής του
-Πανεπιστημίου και έχω την τιμήν να συμμερίζωμαι πληρέστατα
-την γνώμην του κυρίου καθηγητού.
-
- — Επιθυμείτε να συνομιλήσωμεν και περί της πολιτικής;
-ηρώτησα μετά τινος δισταγμού.
-
-Ο χοίρος εποίησε κίνημα απαρεσκείας.
-
- — Διότι ανακατεύομαι εις τον βόρβορον ενίοτε, απήντησε,
-δεν έπεται ότι ανακατεύομαι και εις την πολιτικήν.
-
- — Θα ηκούσατε βεβαίως περί της πολυκρότου υποθέσεως των
-ανακαλυφθεισών τελωνειακών και ταμειακών καταχρήσεων; Μου
-επιτρέπετε να σας ερωτήσω ποίαν ιδέαν έχετε περί αυτών;
-
- — Η ιδέα μου, κύριε, είπε μετ' αξιοπρεπείας ο χοίρος, είνε
-πολύ παρήγορος και κολακευτική διά το γένος μας. Μέχρι
-τούδε ενόμιζα, ότι ημείς είμεθα τα μάλλον λαίμαργα και
-μάλλον παμφάγα των ζώων, ότε όμως επληροφορήθην τι έπραττον
-οι τελώναι και οι ταμίαι, απέβαλα την πεπλανημένην ταύτην
-ιδέαν.
-
-Εξαντληθέντων των θεμάτων, η συνέντευξις έληγε κατ'
-ανάγκην. Ηγέρθην όπως αναχωρήσω και ηυχαρίστησα το ευγενές
-ζώον.
-
- — Διά της ευμενείας σας κατεστήσατε &υποχοίριον& την
-ευγνωμοσύνην μου, τω είπα. Εύχομαι να παραταθή όσον το
-δυνατόν περισσότερον ο βίος σας, μολονότι αυτός είνε
-εξησφαλισμένος ένεκα της σοφίας και της ικανότητός σας, και
-το ανθρώπινον γένος ν' αργήση επί πολύ να φάγη τα
-χοιρομήριά σας.
-
-Ο χοίρος με ηυχαρίστησεν επί τη ευχή και προσέθηκε:
-
- — Σκοπεύω να διατρίψω επί τινας εισέτι ημέρας ενταύθα·
-θέλω να επισκεφθώ το Βουλευτήριόν σας, το Χρηματιστήριον,
-το Δημαρχείον και το παλαιόν θέατρον του Μπούκουρη, το
-οποίον μου λέγουν ότι είνε πολύ εύμορφον και εις το οποίον
-απορώ διατί δεν με έφερεν ο εργολάβος μου να δίδω
-παραστάσεις. Τας περαιτέρω εντυπώσεις μου, εάν δεν σας ίδω
-και δευτέραν φοράν, θα σας τας στείλω εγγράφως διά του
-Αντωνίου.
-
-Εξήλθα καταγοητευμένος και θαυμάζων την διανοητικήν
-περιωπήν εις την οποίαν έφθασε το γένος των χοίρων.
-Εσκεπτόμην ότι τα δαιμόνια, άτινα έπεμψεν άλλοτε ο Χριστός
-εις την αγέλην αυτών εν τη χώρα των Γεργεσηνών, επενήργησαν
-εις την μόρφωσιν αυτών. Υπό τοιούτων κατειχόμην
-συλλογισμών, όταν συνήντησα ένα φίλον μου περίλυπον και
-πενθηφορούντα.
-
- — Τι σου συνέβη; τον ηρώτησα.
-
- — Δεν τα έμαθες; απήντησε κατηφής· απέθανεν η σύζυγός μου!
-
-Ήρπασα την χείρα του και την έθλιψα εγκαρδίως.
-
- — Σε συγχαίρω! του είπα μετά παραφοράς.
-
-Ο φίλος μου έμεινεν εμβρόντητος διά τα συγχαρητήριά μου και
-με προσέβλεπεν άφωνος και μη δυνάμενος να εννοήση.
-
- — Ναι, σε συγχαίρω, επανέλαβα. Πρωτύτερο δεν ηξεύρω τι
-ήσο, αλλά τώρα είσαι βεβαίως κάτι, αφού έγινες &χήρος&!
-
- (1888)
-
-
-
-Η ΘΟΔΩΡΑ
-
-ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΣΑΡΔΟΥ ΜΕΤΕΝΕΧΘΕΝ ΕΙΣ ΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ
-
-
-
-ΣΚΗΝΗ Α'.
-
-
-Ο στρατιώτης του 3 λόχου του 2 τάγματος του 1 συντάγματος
-Σταμάτης Λόρδας εισέρχεται εις το μαγειρείον, ένθα η ποθητή
-της καρδίας του Θοδώρα κόπτει αυγολέμονον διά τους
-παρασκευασθέντας ντολμάδες, προχωρεί ωχρός και βαρύθυμος,
-και με φωνήν πένθιμον ανακράζει:
-
- — Θοδώρα! σε κατήργησαν.
-
-Η Θοδώρα χωρίς ν' αφήση την εργασίαν της:
-
-Τι λες, βρε χάχα;
-
-Λόρδας ισχυρότερον: — Σου λέγω, ότι σε κατήργησαν, ότι μας
-αφάνισαν, μας κατέστρεψαν! . . .
-
-Και ενταυτώ χώνει τας χείρας εις την λοπάδα [22] και
-αρπάζει δύο ντολμάδες, τους οποίους καταβροχθίζει.
-
-Η Θοδώρα μανιώδης:
-
- — Βγάλ' τα κούτσουρά σου απ' εκεί! . . . Μίλα, βρε κορόιδο
-της φανταρίας, τι έπαθες;
-
- — Μα δεν ακούς λοιπόν; σε κατήργησαν, σου λέγω!
-
- — Ποίος με κατήργησε;
-
- — Ο υπουργός των Στρατιωτικών!
-
- — Ο υπουργός; . . . Και τι έχω να κάνω μαζί του;
-
- — Ξέρω κ' εγώ! . . . νά, από ζηλοτυπία φυσικά! . . .
-
- — Μα τι έκαμα;
-
- — Πάλι! . . . Σου λέγω πως κατήργησε τη Θοδώρα! . . .
-
- — Τη σάλπιγγα;
-
- — Ναι, τη σάλπιγγα, το αποχωρητήριον και μαζί με την
-σάλπιγγα και εσέ και τας συνεντεύξεις μας και τον έρωτά
-μας! . . . Πώς θα πηγαίνω εγώ τώρα από το Μεταξουργείον εις
-τα Παραπήγματα χωρίς σάλπιγγα; . . . Σου λέγω πως μας
-αφάνισε!
-
- — Και γι' αυτό χάνεσαι, βρε βλάκα; . . . Δεν 'μπορείς να
-ξέρης την ώρα και να γυρίσης εις τον στρατώνα;
-
- — Και πού να την ιδώ την ώρα;
-
- — Εις το ρολόγι;
-
- — Και πού να ιδώ το ρολόγι;
-
- — Σε κανένα μπακάλικο . . . σε κανένα καφενείο . . .
-
- — Και αν πηγαίνη οπίσω το ρολόγι του καφενείου; . . . Δεν
-μ' αφήνεις, καλέ!. . . . Αχ! να είχα τουλάχιστον ένα ρολόγι
-δικό μου! . . .
-
-Η Θοδώρα μετά σκέψιν:
-
- — Ε! . . . ας είνε! Τυχερός ήσουν και σούφεξε. Μου έκαμε
-σήμερα χάρισμα η κυρά μου 25 δραχμάς να πάρω φουστάνι.
-&(Ερευνά εις τα θυλάκιά της και του εγχειρίζει τας 25
-δραχμάς).& Νά! πάρε εσύ ένα ρολόγι!
-
-Ο Λόρδας μετά συγκινήσεως:
-
- — Θοδώρα! με σώζεις! . . . με γλυτώνεις! . . . Είχα
-απόφασι ν' αυτοχειριασθώ και θα επήγαινα από &άωρον&
-θάνατον!
-
-
-ΣΚΗΝΗ Β'.
-
-
-Εις το αυτό μαγειρείον την επομένην εσπέραν. Ο Λόρδας μετ'
-ανησυχίας ερωτά:
-
- — Τι ώρα είνε;
-
-Η Θοδώρα απορούσα:
-
- — Μα δεν επήρες το ρολόγι;
-
- — Πού ρολόγι! . . . σήμερα όλη μέρα ήμουν αγγαρεία εις την
-υπηρεσίαν. Τώρα το βράδυ άρπαξα μια στιγμή να έλθω να σε
-ιδώ! . . . Κύτταξε το ρολόγι του αφεντικού σου . . .
-
-Η Θοδώρα επιστρέφουσα:
-
- — Είνε έξι και είκοσι.
-
- — Πίσω θα πηγαίνη . . . Κύτταξε και το ρολόγι που είνε
-στην κάμερα της κυράς σου . . .
-
-Η Θοδώρα μεταβαίνει και επιστρέφει:
-
- — Αυτό λέει επτά και δέκα! Δεν μπορεί να είνε τόσο! Ας
-ρωτήσουμε και τον μπακάλη από το παράθυρον.
-
-Ερωτάται ο μπακάλης και απαντά: — Επτά παρά τέταρτον.
-
-Ο Λόρδας εν αμηχανία:
-
- — Τώρα ποιο να πιστεύσουμε από τα τρία;
-
-Επαναλαμβάνεται η τρυφερά διένεξις της σκηνής του κήπου
-μεταξύ Ρωμαίου και Ιουλιέττας περί της ώρας, κατά την
-οποίαν το άσμα του κορυδαλού αντικαθίσταται υπό των ύβρεων
-του αφεντικού της Θοδώρας, δυσανασχετούντος διά την
-βραδύτητα της υπηρετρίας του. Μεθ' ό ο Λόρδας απέρχεται
-εσπευσμένως.
-
-
-ΣΚΗΝΗ Γ'.
-
-
-Εις το οινοπωλείον και ξενοδοχείον ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ. Διάφοροι
-στρατιώται του συντάγματος συνδειπνούν ευθύμως.
-
-Ο Σταμάτης Λόρδας ψάλλει φαιδρώς το άσμα: &Στο ένα χέρι την
-Μανιώ και στ' άλλο την κανάτα·& έπειτα μεγαλοφώνως:
-
- — Κάπελα! . . . μια οκά ακόμη και τον λογαριασμό.
-
-Ο ξενοδόχος φέρει τον λογαριασμόν: Είκοσι και τριάντα
-πέντε.
-
-Ο Λόρδας μεγαλοπρεπώς:
-
- — Παιδιά: κερνώ εγώ απόψε! . . .
-
-Δίδει το χαρτονόμισμα των 25 δραχμών, επευφημούντων μετ'
-εκπλήξεως των συνδαιτυμόνων. Οι στρατιώται συγκρούουν τα
-ποτήρια:
-
- — Η ώρα η καλή! . . .
-
-Ο Λόρδας μελαγχολικώς κατ' ιδίαν:
-
- — Η ώρα η καλή! . . . αλλά! . . . χωρίς ρολόγι!
-
-
-ΣΚΗΝΗ Δ'.
-
-
-Εις την λεωφόρον Πανεπιστημίου. Ο Σταμάτης σπεύδων το βήμα
-και αποτεινόμενος προς ένα διαβάτην:
-
- — Κύριε . . . παρακαλώ, τι ώρα έχετε;
-
-Ο διαβάτης φέρων τας χείρας εις τα θυλάκια και κραυγάζων:
-
- — Λωποδύται! . . . βοήθεια!
-
-Ο Λόρδας τρέχων βιαίως και κρυπτόμενος εις το προ του
-Πανεπιστημίου άλσος;
-
- — Να σε πάρ' η οργή, μαγκούφη! . . . έβαλε τον κόσμο άνω
-κάτω με τες φωνές του! . . . Τι σκοτάδι εδώ πέρα . . .
-πίσσα! . . . Να ημπορούσα να ιδώ το ρολόγι! . . . να είχα
-φως! . . . Έχω ένα κερί επάνω μου, αλλά σπίρτο; . . .
-&(Προχωρεί και διακρίνει εν τω σκότει σκιάν ανθρώπου
-καθημένου)&. Πατριώτη, έχεις κανένα σπίρτο; . . . Δεν μιλεί
-αυτός! . . . τουλάχιστον δεν μ' επήρε για λωποδύτη! . . .
-Δεν ακούς, πατριώτη; &(Πλησιάζει έτι μάλλον)& . . . Μπα,
-διάβολε! . . . στον Κοραή μιλούσα! . . .
-
-
-ΣΚΗΝΗ Ε'.
-
-
-Εις τον στρατώνα αναγινώσκεται ο κατάλογος της εσπερινής
-προσκλήσεως.
-
- — Λόρδας Σταμάτης . . .
-
- — Απών!
-
-Ο επιλοχίας:
-
- — Απών, έ; Κ' έμαθα πως είχε τσιμπούσι ο λιμοκοντόρος! . .
-. Σημείωσέ τον. Καλό γλέντι τον περιμένει.
-
-
-ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.
-
-
-Εις το μαγειρείον. Η Θοδώρα σύννους παρασκευάζουσα το
-δείπνον.
-
- — Τι να έγινε αυτός ο παραλυμένος; Πέντε μέρες έχει να
-φανή!
-
-Ο Σταμάτης εμφανιζόμενος:
-
- — Θοδώρα μου! . . . δεν σου τάλεγα; Την έφαγα την πεντάρα!
-. . . Μ' έχωσαν στη φυλακή γιατί επήγα αργά στην πρόσκλησι
-. . .
-
- — Καλά! . . . μα δεν είχες ρολόγι να ιδής την ώρα;
-
- — Ρολόγι πού να στα λέγω! . . . Επήρα ένα ρολόγι, μα αυτό
-το καταραμένο επήγαινε τόσο εμπρός . . . μα τόσο πολύ
-εμπρός . . . ώστε . . .
-
- — Ώστε; . . .
-
- — Ώστε . . . δεν ημπορούσα να το ακολουθήσω . . . το έχασα
-απ' εμπρός μου . . .
-
- — Έτσι ε . . . . το έχασες; . . . Και δεν μου χανόσουνε
-και συ μαζί μ' αυτό; . . .
-
- — Θοδώρα! . . .
-
- — Να χαθής, σου λέω! . . .
-
- — Θοδώρα! . . . &(προσπαθεί να την εξευμενίση διά τρυφερού
-εναγκαλισμού)&.
-
- — Γκρεμίσου απ' εδώ! . . . &(αρπάζουσα μίαν σιδηράν
-εσχάραν και αμυνομένη).&
-
- — Θοδώρα, είσαι άσπλαγχνη, είσαι θηρίον! . . .
-
-Εξακολουθεί δεινή σύγκρουσις, κατά την οποίαν ο Λόρδας
-δεχόμενος κατά κεφαλής μίαν πληγήν εσχάρας και κατά
-πρόσωπον μίαν πατσαβούραν με στάχτην τρέπεται εις φυγήν.
-
-
-ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
-
-
-Εις την αυλήν του στρατώνος. Ο Σταμάτης Λόρδας αναγινώσκων
-κατά μόνας βιβλίον και μονολογών.
-
- — Ωρκίσθην να πάρω ένα ρολόγι . . . Ιδού! . . . έως ν'
-αποκτήσω το απαιτούμενον χρηματικόν ποσόν, ηγόρασα ωστόσον
-&Ωρολόγιον το Μέγα!& Διαβάζω με ευσέβειαν τους
-παρακλητικούς κανόνας και παρακαλώ να φωτίση ο Θεός το
-υπουργείον ή να βάλουν πάλιν σ' ενέργεια την Θοδώρα, ή να
-τοποθετήσουν πέντ' έξι ρολόγια εις την πόλι!
-
- (1889)
-
-
-
-Ο ΑΝΤΕΡΟΒΓΑΛΤΗΣ
-
-(Επιστολή προς το «Άστυ»).
-
-
-
-&Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι.&
-
-Εννοώ κάλλιστα την ανυπομονησίαν και την αγανάκτησίν σας·
-συναισθάνομαι το καθήκον, όπερ η προνοητική φύσις έταξεν
-εις εμέ, όπως έταξεν εις τους αστυνομικούς κλητήρας το
-καθήκον της χαρτοπαιξίας και εις τους επιδόξους υπουργούς
-της δημοσίας εκπαιδεύσεως το καθήκον της ανορθογραφίας. Δεν
-υπήρξε προσωπικότης οπωσούν έξοχος πατήσασα επί της
-κλασικής ταύτης γης και αλευρωθείσα εκ της κόνεώς της, δεν
-υπήρξε δίπουν ή τετράπουν, λογικόν ως αγόρευσις συνηγόρου
-εις το Πλημμελειοδικείον, ή άλογον ως εκείνα τα οποία
-ηγόραζον και μετεπώλουν αενάως κατά το παρελθόν αι
-κυβερνήσεις της πατρίδος μας, το οποίον να μη υπεβλήθη εις
-καταναγκαστικήν συνέντευξιν μετά του υποφαινομένου εις
-αυτάς ταύτας τας στήλας και υπό τον τυραννικόν ζυγόν του
-λογοπαιγνίου. Όπου και αν κατώκει, εις ξενοδοχείον ή εις
-ιδιωτικήν οικίαν, εις ανάκτορον ή εις χάνι, τον εύρισκα
-αμέσως και αι θύραι της κατοικίας του, απρόσιτοι δι'
-άλλους, ηνοίγοντο ευχερώς δι' εμέ, ως να ήσαν θύραι
-νομισματικού μουσείου.
-
-Είχετε δίκαιον επομένως να λέγετε απορούντες περί εμού:
-
- — Ακούς εκεί! . . . να είνε εδώ ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης και
-αυτός να μη &τζακισθή& ακόμη να υπάγη να τον ιδή! . . .
-
-Είχετε δίκαιον, αλλά . . . έχετε άδικον!
-
-Νομίζετε, ότι δεν το εσκέφθην εγώ; νομίζετε, ότι δεν με
-συνεκίνησαν μέχρι δακρύων τα δεινοπαθήματα της κυρά-
-Γιάνναινας, τα τόσον τραγικώς περιγραφέντα εις τας
-εφημερίδας, και το μαρτύριον εις το οποίον υπεβλήθη ο
-φοβερός υπαστυνόμος του Πειραιώς, ηναγκασμένος να διατελή
-&επί ποδός&, ένεκα των διαδόσεων περί της αφίξεως του
-απαισίου Αντεροβγάλτη; Νομίζετε, ότι δεν με επτόησε το
-θάρρος με το οποίον παρέβαινε τας περί γραμματοσήμου
-διατάξεις, κολλών εις τα παράθυρα τας επιστολάς του, αντί
-να τας στέλλη διά του ταχυδρομείου, και δεν με εξέπληξεν η
-ικανότης μετά της οποίας έμαθε την γλώσσαν μας εντός δύο ή
-τριών ημερών, ώστε να την γράφη καλύτερον από μερικούς
-δημοσιογράφους;
-
-Ή νομίζετε ότι δεν αντελήφθην και εγώ τον φόβον, όστις
-διεσπάρη εις τας τάξεις του λαού μας και δεν ήκουσα τας
-τερατώδεις διαδόσεις περί του μυστηριώδους αυτού
-επισκέπτου; Ολίγον έλειψε μάλιστα να γίνω αφορμή
-δυστυχήματος και ιδού πώς.
-
-Ειργαζόμην προχθές εντός του δωματίου μου, ενώ έξω εις την
-αυλήν εκάθητο εις τον ήλιον η οικοδέσποινά μου κυρά-Πανώρηα
-πλέκουσα κάλτσαν και συνδιαλεγομένη μετά της γειτονίσσης
-της κυρά-Βασίλαινας και του μπαρμπα-Θεοδόση αποστράτου
-ενωμοτάρχου και νοικάρη της. Το θέμα της συνομιλίας των ήτο
-ο απαίσιος Αντεροβγάλτης· η κυρά-Πανώρηα διετείνετο, ότι
-τον είδαν τες περασμένες εις το νταμάρι του Στρέφη να
-ροκανίζη τα κόκκαλα τριών γυναικών οπού είχε σφάξει· η
-κυρά-Βασίλαινα, η οποία είχε πλύσιν, έτρεμεν εις την ιδέαν,
-ότι έμελλε ν' αφήση έξω εις την αυλήν τα απλωμένα ρούχα και
-ο μπαρμπα-Θεοδόσης αρειμανίως στρέφων τον ψαρόν μύστακα
-έλεγεν, ότι εις το εξής κάθε βράδυ οπού επήγαινε και
-«επέρναγε την ώραν του» εις έν μπακάλικον της συνοικίας, θα
-έπαιρνε μαζί του και ένα τουφέκι παλαιόν της Εθνοφυλακής,
-οπού είχεν εις το δωμάτιόν του. Διά μιας ήνοιξεν η θύρα του
-δωματίου μου και εισήλθε κάποιος.
-
-Ήτο ο φίλος μου Ησαΐας, φοιτητής εκ Παμφυλίας, όστις, αφού
-διήκουσεν επί έν έτος τα μαθήματα της Θεολογικής σχολής,
-ενεγράφη το επόμενον εις την Φαρμακευτικήν. Εφόρει πρότερον
-ασιατικήν ενδυμασίαν και επειδή κατ' εκείνην την στιγμήν
-διά πρώτην φοράν τον έβλεπα ενδεδυμένον ευρωπαϊκά δεν τον
-ανεγνώρισα αμέσως.
-
- — Εσύ είσαι, καλέ;
-
- — Εγώ, δεν με ανεγνώρισες;
-
- — Μα τι τα έκαμες τα αντεριά; [23]
-
- — Τα αντεριά; τα έβγαλα!
-
- — Τα έβγαλες! ανεβόησα μετά φρίκης, μα τότε λοιπόν είσαι
-και συ Αντεριοβγάλτης!
-
-Μόλις επρόφερα τον κακόν αυτόν αστεϊσμόν και παρευθύς εις
-την αυλήν, ένθα οι συνδιαλεγόμενοι ήκουσαν τον ανωτέρω
-διάλογον, εξερράγη φοβερός πάταγος. Η κυρά-Βασίλαινα ώρμησε
-μετά κραυγών και εκρύφθη υπό τον κάλαθον της αλυσίβας. Ο
-μπαρμπα-Θεοδόσης έτρεξε να πάρη το τουφέκι της Εθνοφυλακής·
-η κυρά-Πανώρηα ωπλίσθη γενναίως με έν από τα τσόκαρά της· η
-Φουντούκω, το κυνάριον της οικοδεσποίνης, υλάκτει μανιωδώς
-και αι όρνιθες έτρεχον πτήσσουσαι μετά ισχυρού κακαβισμού
-εντός της αυλής, ενώ από τα γειτονικά παράθυρα ηκούοντο
-έντρομοι φωναί γυναικών και παίδων:
-
-«Ο Αντεροβγάλτης! ο Αντεροβγάλτης!»
-
-Μετά κόπου ηδυνήθην να σώσω τον εμβρόντητον απομείναντα
-Ησαΐαν από της μανίας του πλήθους, αναγκασθείς να
-δημηγορήσω και να διαβεβαιώσω το ακροατήριον — ότι ο ατυχής
-φίλος μου όχι μόνον δεν έτρωγε κρέας ανθρώπινον, αλλ' ουδ'
-αυτό το βωδινόν, ειμή κατά τας επισήμους ημέρας,
-περιοριζόμενος ολιγαρχικώς εις την καθημερινήν κατανάλωσιν
-των φυτικών ουσιών, εις την οποίαν τον είχεν αρχικώς
-προορίσει η φύσις, πριν ή μεταμεληθείσα στερήση αυτόν
-ασπλάγχνως των άλλων δυο ποδών, ούς εσκόπει πρότερον να του
-δώση.
-
-Όλα ταύτα τα γνωρίζω· αλλά τι τα θέλετε! ανέκαθεν
-εσχημάτισα την βαθυτάτην πεποίθησιν, ότι ο απαίσιος αυτός
-Τζακ δεν ευρίσκετο εις την Ελλάδα, διότι δεν ηδύνατο να
-έλθη.
-
-Ο άνθρωπος αυτός απέκτησε μίαν φήμην παγκόσμιον διά των
-κατορθωμάτων του, την οποίαν υποθέτω ότι επιθυμεί να
-διατηρήση. Αλλ' ίσα ίσα η μόνη χώρα όπου η φήμη του θα
-κατεστρέφετο είνε η ιδική μας. Η Ελλάς είνε η καθαυτό χώρα
-του ξεκοιλιάσματος. Το να βγάλη τις τα έντερα του άλλου
-παρ' ημίν είνε το φυσικώτερον πράγμα του κόσμου. Η
-συνηθεστέρα σκηνή εξ όσων αναγινώσκεις εις τας εφημερίδας
-μας είνε η εξής περίπου:
-
-Ο Γιάννης και ο Κώστας είνε στενοί φίλοι και πηγαίνουν το
-βράδυ μαζί να πιούν ένα κρασί. Εις την συνομιλίαν επάνω
-φιλονεικούν.
-
- — Εκείνο το ρετσινάτο που έπιαμε στην ταβέρνα του Θανάση
-ήτο καλύτερο, λέγει ο Κώστας,
-
- — Α, μπα! καλύτερο είν' αυτό, απαντά ο Γιάννης.
-
- — Μάλιστα! . . . αγκαλά . . . που ξέρεις εσύ από κρασί!
-
- — Εγώ δεν ξεύρω; . . . εσύ δεν ξεύρεις τι σου γίνεται,
-
- — Είσαι βλάκας!
-
- — Είσαι μασκαράς! . . .
-
-Εις απάντησιν εξάγει ο Κώστας το μαχαίρι και ξεκοιλιάζει
-τον αγαπητόν του φίλον.
-
-Ύστερα υπό αυτά τα καθημερινά και συνήθη, τι θα ήτο ο Τζακ
-εδώ; είς κοινότατος ήρως του αστυνομικού δελτίου,
-αναφερόμενος εκάστοτε μεταξύ του αξιοτίμου κυρίου Βη και
-του αξιοτίμου κυρίου Ποντική, όστις μίαν ημέραν ήθελε
-παραπεμφθή εις το Κακουργιοδικείον, όπου θα είχε συνήγορον
-ένα πολιτευόμενον, θα κατεδικάζετο, και . . . θα ελάμβανε
-χάριν μετά έξ μήνας από τον υπουργόν της Δικαιοσύνης.
-
-Ο Αντεροβγάλτης! Και νομίζετε, ότι δεν έχομεν ημείς εδώ
-αντεροβγάλτας; Πόσον απατάσθε!
-
-Προσμείνατε πάλιν να επανέλθη καμμία εμφρακτική υποτροπή
-εις την Βουλήν μας, και υπάγετε τότε εις το Βουλευτήριον
-και λάβετε τον ηρωισμόν να καθίσετε έως το πρωί διά ν'
-ακούσετε την φάλαγγα των διαφόρων ρητόρων ν' αγορεύουν εκ
-περιτροπής διά τον έντιμον φυγόδικον κ.
-Παπααναγνωστοθεοχριστοδουλοφιλόπουλον και τότε δύνασθε ν’
-αντιμετωπίσετε θαρραλέως ολοζώντανον τον πραγματικόν Τζακ
-τον Αντεροβγάλτην, όστις δεν θα ηδύνατο πλέον να σας βλάψη,
-διότι τίποτε δεν εύρισκεν εις την γαστέρα σας.
-
-Δι' όλους αυτούς τους λόγους φρονώ εν πεποιθήσει, ότι ο
-Τζακ δεν θα απεφάσιζέ ποτε να έλθη εδώ, διά να υποβάλη εις
-επικίνδυνον συναγωνισμόν το έργον και την φήμην του.
-
-Θα μου παρατηρήσετε ότι, καθά [24] υποτίθεται, ο Τζακ
-εκτελεί το αποτρόπαιον έργον του χάριν ανατομικών μελετών,
-διότι αφαιρεί τας μήτρας των θυμάτων του και τας
-παραλαμβάνει προς σπουδήν.
-
-Αλλ' εις την παρατήρησίν σας απαντώ, ότι εις τον τόπον μας
-αυτή η αφαίρεσις είνε πράγμα δυσκολώτατον.
-
-Και απόδειξις η Ιερά Σύνοδος, ήτις καίτοι έχει υπ' όψιν της
-τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας, τον Ποινικόν
-Νόμον και το Καταστατικόν του Δρομοκαϊτείου φρενοκομείου,
-ακόμη δεν απεφάσισε ν' αφαιρέση την &μίτραν& πολλών
-επισκόπων.
-
-
-
-ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
-
-
-
-Ότε αφυπνίσθην προχθές την πρωίαν, ήτο η γλυκεία ώρα της
-χαραυγής, κατά την οποίαν δεν ηξεύρω τι βαλσαμώνει η φύσις,
-καθά διαβεβαιοί ο Ζαλοκώστας, αλλά κατά την οποίαν βεβαίως
-αναπέμπονται προς τον ουρανόν ομού με τους ήχους του
-Εωθινού και τα κελαδήματα των πτηνών — επί τη υποθέσει ότι
-έχουν όρεξιν τα πτηνά να κελαδούν αυτήν την εποχήν — αι
-φοβερώτεραι των βλασφημιών υπ' εκείνων των ταλαιπώρων, των
-οποίων τον νήδυμον [25] ύπνον και το παρήγορον όνειρον
-διακόπτει η αγρία ωρυγή του &σαλεπτσή&.
-
-Δεν το λέγω διά να καυχηθώ, αλλά και εγώ ανήκω εις την
-τάξιν των ατυχών αυτών μαρτύρων. Παραδόξως όμως την ημέραν
-εκείνην δεν με αφύπνιζεν η θηριωδία των περιπλανωμένων
-αυτών τεράτων, δεν ήκουον τας λιγυράς [26] φωνάς των
-κουλουροπωλών, δεν ήκουον βήματα διαβατών εις την
-πολυσύχναστον οδόν.
-
-Εννόησα ότι κάτι έκτακτον συνέβαινε και προσεκάλεσα τον
-υπηρέτην μου Αναξίμανδρον, όστις σπουδάζων άμα και
-υπηρετών, προώρισται να κλείση μίαν ημέραν την γενέθλιόν
-του νήσον Ωλίαρον, αναρριχώμενος μέχρι του αξιώματος του
-υπογραμματέως ειρηνοδικείου και μέχρι της περιωπής βοηθού
-αριστερού ψάλτου. Ήθελα να βεβαιωθώ αν είχε χιονίσει.
-
- — Πήγαινε να ιδής, του είπον, αν μας ήλθεν η Λευκή κόρη
-του Βορρά . . .
-
-Ο Αναξίμανδρος μεταβάς επέστρεψε μετ' ολίγον λίγων:
-
- — Μας ήλθεν η κυρά-Γιάνναινα.
-
- — Ποία;
-
- — Η πλύστρα μας.
-
- — Μα πώς λοιπόν; η κόρη του Βορρά δεν ετίναξε τα λευκά και
-αβρά ως φύλλα ιάσμου πέταλα; . . .
-
- — Τα πέταλα τα ετίναξεν από το κρύον η κυρά Σταμάτα, η
-συντρόφισσα της πλύστρας μας, η οποία ήλθε να της δώσετε τα
-λεπτά, οπού της χρεωστείτε, διότι της χρειάζονται διά την
-κηδείαν.
-
-Ερρίγησα τόσον πολύ, ώστε αμέσως εχώθην υπό το εφάπλωμα.
-
-*
-**
-
-Διότι πρέπει να γνωρίζετε, ότι, οσάκις εμφανίζεται η Λευκή
-κόρη του Βορρά εις την πόλιν μας, δύο κυρίως πράγματα
-πολλαπλασιάζονται καταπληκτικώς, τα ποιητικά επίθετα εις
-τας περιγραφάς των εφημερίδων και αι περιπνευμονίαι.
-
-Η Λευκή αύτη κόρη του Βορρά έχει έν αποτέλεσμα ιδιαίτερον
-επί του οργανισμού μου. Οσάκις παρουσιάζεται αυτή, με όλην
-την ποιητικήν λευκότητά της, τα μέλη μου &μελανιάζουν& από
-το κρύον.
-
-Προσεκάλεσα ένα φίλον μου Ασκληπιάδην και τον ηρώτησα να
-μου εξηγήση το φαινόμενον.
-
- — Δεν είνε τίποτε, μου απήντησε μειδιών, αυτά είνε
-αποτελέσματα του ψύχους . . . Είνε και αυτό . . .
-&ψύχωσις!&
-
-Ορίστε αι νέαι ιδέαι εις την επιστήμην!
-
-*
-**
-
-« — Δεν ηξεύρεις τι έκαμα!» μου έλεγε θριαμβευτικώς χθες ο
-αξιοτίμος φίλος μου κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος. «Αφού επήρα
-την σύνταξίν μου, έτρεξα και την ηγόρασα όλην κάρβουνα και
-εγέμισα την αποθήκην, εις στιγμήν κατά την οποίαν η
-αξιότιμος συμβία και σύνευνός μου έλειπεν από την οικίαν,
-ένεκα επισκέψεων. Όταν επανήλθε και μου εζήτησε τα χρήματα
-— ξεύρετε δα, ότι η κυρία Θεοδώρα είνε κομμάτι ευερέθιστος!
-— την επήρα από το χέρι και της είπα μυστηριωδώς:
-
- — Σώπα, καλέ, σώπα και έχομεν θησαυρόν! . . .
-
-Η αξιοτίμος και αγαπητή συμβία με παρηκολούθησε περίεργος
-μέχρι της αποθήκης.
-
- — Ιδού, είπα, δεικνύων εις αυτήν τον ογκώδη σωρόν,
-άνθρακες ο θησαυρός!
-
-Δεν ηξεύρω ποίαν απάντησιν έδωκεν η κυρία Θεοδώρα, αλλά μου
-φαίνεται, ότι είδα ζωηράν και εύγλωττον την απάντησιν εις
-το πλήρες αμυχών πρόσωπον του αξιοτίμου κ. Ζαχαρία.
-
-*
-**
-
-Δεν ακολουθώ ακριβώς το σύστημα του αξιοτίμου φίλου μου κ.
-Παραδαρμένου κατά τας ημέρας ταύτας του υπερβολικού ψύχους,
-εφαρμόζω όμως έν άλλο ανάλογον.
-
-Κλείομαι εντός της κατοικίας μου και φροντίζω ν' αφαιρέσω ή
-ν' απομακρύνω εξ αυτής παν ό,τι έχει σχέσιν με το ψύχος.
-
-Οσάκις κρούεται η θύρα, ο Αναξίμανδρος ίσταται εκεί
-άγρυπνος φρουρός.
-
- — Ποίος είνε;
-
- — Κάποιος εκ μέρους του κ. Ψύχα, όστις θέλει κάτι να
-αναγγείλη διά την υπόθεσιν του υπογείου σιδηροδρόμου.
-
- — Ο κύριος δεν δέχεται.
-
- — Μπουμ! . . . μπουμ! . . .
-
- — Ποίος είνε;
-
- — Ο κ. Παγώνης . . .
-
- — Μακρυά δι' όνομα Θεού!
-
-Κτυπούν πάλιν. Είνε ο κ. Θερμογιαννόπουλος.
-
- — Η ευγενεία σας ημπορείτε να εισέλθετε.
-
-Έπειτα εκτελείται γενική εκκαθάρισις εις την βιβλιοθήκην.
-
-Τα βιβλία εξετάζονται έν προς έν.
-
- — Τα δράματα ενός βραβευμένου ποιητού . . .
-
- — Μακράν! . . .
-
- — Η νομολογία του Αρείου Πάγου . . .
-
- — Πέταξέ την!
-
-Τα μόνα τα οποία διασώζονται εκ της αυστηράς απογραφής είνε
-μερικά φύλλα του &Ηλίου& του κ. Πύρλα καί τινες τόμοι της
-&Εστίας&.
-
-Τα θέτω κατά σειράν και τοποθετούμαι εν τω μέσω αυτών. Αν
-και αυτή η μέθοδος δεν ισχύση, τότε καταφεύγω εις το
-τελευταίον μέσον· τα αντικαθιστώ όλα διά μιας φιάλης καλού
-ρωμίου της Ιαμαϊκής.
-
-Εν ελλείψει, καταφεύγω εις το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . . .
-
-*
-**
-
-Το εξής είνε το τελευταίον κατόρθωμα του Αναξιμάνδρου· το
-παραδίδω εις την αθανασίαν.
-
-Γράφων μια των ημερών τούτων ελησμόνησα το πραγματικόν
-γένος της λέξεως ο Πάρνης, του γνωστού όρους της Αττικής,
-διότι είνε γνωστόν, ότι ο κ. Κόντος έχει προ πολλού
-επιφέρει αληθή αναστάτωσιν εις τα γένη των ονομάτων.
-
-Έκραξα τον αγαθόν όσον και ευφυά νέον και του είπα:
-
- — Κάμε μου την χάριν, σε παρακαλώ, κύτταξε ποίου γένους
-είνε το όρος Πάρνης.
-
-Ο Αναξίμανδρος εξήλθε και μετά επισταμένην παρατήρησιν μου
-απήντησε:
-
- — Δεν ημπόρεσα να διακρίνω, επειδή είνε σκεπασμένο από
-χιόνι.
-
- (1889)
-
-
-
-ΟΙ ΚΥΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
-
-
-
- «Λάσπη, σκυλιά, χαμάληδες, αυτά τα τρία όντα
- «Της Κωνσταντινουπόλεως τα μόνα προϊόντα».
-
-Αύτη ήτο η αφόρητος επί τέλους καταστάσα επωδός, το
-αναπόφευκτον πάσης συνδιαλέξεως τέρμα, οσάκις κατά την
-βραχείαν εν Κωνσταντινουπόλει διαμονήν μου ετύχαινε να
-παραπονούμαι διά τον παχύν βόρβορον, τον κατακλύζοντα τας
-στενάς και σκολιάς οδούς της μεγαλοπόλεως εκείνης, κατά τας
-απαισίως πληκτικάς ημέρας των φθινοπωρινών βροχών, ή
-εκινδύνευα να καταπλακωθώ από τους ατελευτήτους καλπάζοντας
-ουλαμούς των αχθοφόρων, κλιμακηδόν τεταγμένων και
-μετακομιζόντων εν βοή δυσκίνητα βάρη εξαρτώμενα εκ μακρών
-ξύλων, ή τανάπαλιν εκινδύνευα να καταπλακώσω εγώ ολόκληρον
-οικογένειαν κυνικήν κατέχουσαν αυθαιρέτως μέγα μέρος της
-δυσβάτου οδού ή του στενού πεζοδρομίου. Εις τα παράπονά
-μου, εις τας παρατηρήσεις μου, εις τα επιφωνήματα της
-εκπλήξεώς μου ήκουα στερεοτύπως προς απάντησιν τους δύο
-ανωτέρω στίχους με έμφασιν απαγγελλομένους και μέ τινα
-δόσιν χαιρεκάκου φιλοσκωμμοσύνης. Σημειωτέον ότι οι δύο
-αυτοί εξαμβλωματικοί στίχοι φέρονται επ' ονόματι του
-Αλεξάνδρου Σούτσου και εις αυτόν τους αποδίδουν πάντες
-αδιστάκτως, είτε λόγιοι είνε, είτε χειρώνακτες, είτε
-επιστήμονες, είτε παντοπώλαι οι απαγγέλλοντες αυτούς. Ο
-ποιητής του &Περιπλανωμένου& και της &Τουρκομάχου Ελλάδος&
-έχει βεβαίως πολλάς ποιητικάς αμαρτίας εις την ράχιν του,
-αλλά δεν είνε δίκαιον, νομίζω, να επιβαρύνεται η μνήμη του
-και με αυτήν την έμμετρον χυδαιότητα. Αν δε μερικά εκ των
-ποιητικών του έργων δεν ανταποκρίνονται εις τας σημερινάς
-καλαισθητικάς αξιώσεις, ήτο όμως αναντιρρήτως αρκετά δεξιός
-στιχουργός ώστε να συνθέτη στίχους αρτιωτέρους του ραιβού
-αυτού ζεύγους και αρκετά λογικός ώστε να γινώσκη ότι η
-λάσπη δεν ανήκει εις τας τάξεις των &όντων&. Και εν τούτοις
-η ποιητική του φήμη παρά τω ελληνικώ λαώ του Βυζαντίου επί
-αυτού του επιγράμματος και μόνου θεμελιούται, όπως παρά τω
-αμαθεί λαώ της ελευθέρας Ελλάδος διαιωνίζεται το όνομά του
-χάρις εις έν έμμετρον αισχρολόγημα· και ενώ πολλοί ολίγοι
-γνωρίζουν τας ενθουσιώδεις αποστροφάς του προς το «άγιον
-και παντοκράτορ πνεύμα της Ελευθερίας», όλοι τον
-ενθυμούνται χάρις εις έν στιχουργικόν βαναυσοτέχνημα, το
-οποίον πιθανώτατα δεν είνε ιδικόν του! Αυτάς τας αλλοκότους
-περιπετείας έχει ενίοτε η υστεροφημία· και όμως υπάρχουν
-άνθρωποι ταλαιπωρούμενοι εν τη ζωή χάριν αυτού και μόνου
-του προβληματικού αγαθού!
-
-Οπωσδήποτε, διά ν' αποδειχθή ότι κανέν πράγμα εις τον
-κόσμον τούτον δεν είνε ανωφελές, το ατυχές αυτό δίστιχον
-μου εχρησίμευσεν ως αφετηρία εις την παρούσαν διατριβήν, εν
-τη οποία θα διαλάβω περί ενός εκ των τριών εν αυτώ
-μνημονευομένων &όντων.& Την λάσπην αφήνω κατά μέρος· δεν θα
-εξετάσω κατά πόσον τα συστατικά της ομοιάζουν με τα της
-κασιγνήτου [27] των αθηναϊκών οδών, διότι το θέμα, ως
-αρκετά γλοιώδες και ολισθηρόν, ενδέχεται να με παρασύρη
-πολύ μακράν. Τους αχθοφόρους παραδίδω εις τους ιεροκήρυκας,
-διότι ουδαμού θα εύρουν συνομοταξίαν τόσον εμπράκτως
-εφαρμόζουσαν το ευαγγελικόν παράγγελμα του αίρειν μετ'
-αυταπαρνησίας και αντί ελαχίστης αμοιβής όλα τα βάρη του
-πλησίον. Εκλέγω τους κύνας και επιχειρώ εκ του προχείρου να
-εκθέσω τας εντυπώσεις, τας οποίας μου επροξένησαν ο
-ιδιόρρυθμος οργανισμός και τα περίεργα ήθη και έθιμα της
-πολυπληθούς παρά τον Βόσπορον κοινότητος των τετραπόδων
-τούτων, κολακεύομαι δε πιστεύων ότι το φιλόμουσον
-ακροατήριον θα μου φανή επιεικές αν υπολειφθώ των
-προσδοκιών του, αναλογιζόμενον ότι χάριν της παροδικής
-αυτού τέρψεως αποπειρώμαι την εσπέραν ταύτην να βάλω, κατά
-το κοινώς λεγόμενον, τα σκυλιά εις την αγγάρεια.
-
-Μη τις νομίση δε ότι θέλω διά της εκλογής του θέματος
-τούτου να φανώ νεωτερίζων· διότι πάντες οι επισκεφθέντες
-την βασιλίδα των πόλεων και θελήσαντες να εκθέσουν τας
-εαυτών εντυπώσεις ησχολήθησαν ο μεν εκτενέστερον, ο δ'
-επιτροχάδην και περί των κυνών. Άλλως τε το θέμα είνε
-τοιούτο εκ φύσεως, ώστε δεν δύναταί τις να το αποφύγη.
-Διότι, όσον τις και αν θαμβωθή από το εξαίσιον θέαμα του
-Βοσπόρου, όσον και αν μαγευθή από το κάλλος της εκ του
-Κερατίου θέας, όσον, και αν συγκινηθή εκ της μεγαλοπρεπείας
-του ναού της Αγίας Σοφίας και των υπό τους θεσπεσίους
-θόλους αυτής φωλευουσών ιστορικών και ποιητικών αναμνήσεων,
-όσον και αν καταθελχθή εκ της ατέρμονος παρελάσεως των
-περικαλλών σουλτανικών ανακτόρων και αισθανθή εν εαυτώ
-αναζωογονουμένας τας εκ των παραμυθιών εντυπώσεις της
-παιδικής ηλικίας, όσον και αν ιλιγγιάση εκ της αενάου
-τύρβης και του φαντασμαγορικού φυρμού [28] ποικίλων φύλων,
-ποικίλων φθόγγων, ποικίλων χρωμάτων, αδύνατον είνε επί
-τέλους το βλέμμα του να μη σταματήση επί της πολυπληθούς
-στρατιάς των αδεσπότων τετραπόδων, τα οποία νέμονται ως
-κατακτηταί τας αγυιάς, τας οδούς, την παραλίαν, τας
-γεφύρας, αυτόν τον ουδόν των οίκων, μόλις επιτρέποντα την
-διάβασιν εις τα δίποδα, όντα σκελετωδη, φασματώδη, ρυπαρά,
-ψωραλέα, κοιμώμενα, υλακτούντα, χαριεντιζόμενα,
-αλληλομαχούντα, ασχημονούντα. Και επί τη υποθέσει δε ότι ο
-ποιητικός οίστρος του ξένου επισκέπτου είνε τοιούτος, ώστε
-εν τη προσηλώσει του προς τα ινδάλματα, όσα γεννούν εν τη
-φαντασία τα απαράμιλλα εκείνα θεάματα, αναισθητεί προς
-πάντα τα κύκλω του συμβαίνοντα, πολύ ταχέως θ' αναγκασθή να
-επανέλθη εις την πραγματικότητα εκ του γοερού ολολυγμού ή
-του απειλητικού γρυλλισμού μανδροσκύλου, του οποίου
-επάτησεν απροσέκτως την ουράν ή άλλο τι μέλος, καθ' ήν
-στιγμήν ωνειροπόλει τους θησαυρούς των Καλιφών ή παρετήρει
-μετά θαυμασμού διά μέσου του διαφανούς πέπλου τους γόητας
-οφθαλμούς Οθωμανίδος, ή το επίχαρι και προκλητικόν βάδισμα
-Αρμενίας.
-
-Η πρώτη σκέψις η επερχομένη εις το πνεύμα του ξένου επί τη
-θέα της αναριθμήτου πληθύος των εν λόγω τετραπόδων είνε πώς
-κατώρθωσε να πολλαπλασιασθή επί τοσούτον το γένος αυτών. Ο
-Βυζάντιος εν τη &Κωνσταντινουπόλει& αυτού (29) αναβιβάζει
-τον αριθμόν αυτών εις 50 χιλιάδας· αλλ' η ακρίβεια του
-υπολογισμού του είνε προβληματική, πρώτον διότι η
-απαρίθμησις δεν είνε εύκολος και δεύτερον διότι βεβαίως ο
-αριθμός αυτός ηυξήθη κατά πολύ ένεκα της επεκτάσεως και της
-συμπυκνώσεως των κατωκημένων μερών της πόλεως. Έπειτα
-αμέσως προβάλλεται το ερώτημα: είνε άρα γε επήλυδες ή
-αυτόχθονες; Ο ειρημένος συγγραφεύς της &Κωνσταντινουπόλεως&
-φρονεί ότι τα ζώα ταύτα, ιερά της Εκάτης, ήσαν επί των
-αρχαίων Βυζαντίων εις μέγα πλήθος εντός του άστεος και εις
-τας ωρυγάς [30] αυτών έμεινεν οφειλέτις η πόλις, σωθείσα εκ
-του πολιορκούντος αυτήν Φιλίππου, ετοίμου ήδη να εισχωρήση
-εις αυτήν δι' υπονόμου. Δεν είνε λοιπόν απίθανον, επιλέγει,
-να έλαβον έκτοτε προς αμοιβήν το δικαίωμα τούτο της
-ασυλίας. Πλην και ούτως αν έχη το πράγμα, επί των
-βυζαντινών αυτοκρατόρων βεβαίως δεν υπήρχε τοιαύτη πληθώρα
-κυνών εις την βασιλεύουσαν πόλιν, διότι άλλως οι
-χρονογράφοι της εποχής θα την ανέφερον. Ουδέ πάλιν
-μνημονεύεται επιδρομή αγέλης κυνών, ορμηθείσης εκ των
-στεππών της κεντρώας Ασίας και αναζητησάσης βίον ανετότερον
-παρά τας ευκραείς [31] ακτάς του Βοσπόρου κατ' απομίμησιν
-των Ούννων, των Αβάρων και των παντοίων άλλων βαρβάρων
-φύλων, των οποίων αι ατίθασοι ορδαί ως χείμαρροι κατέκλυζαν
-το σαθρόν κράτος των Καισάρων της Ανατολής και ών η
-ακατάσχετος φορά μόλις ανεκόπτετο από τα οχυρά της
-πρωτευούσης τείχη. Κατ' ανάγκην άρα πρέπει να παραδεχθώμεν
-ότι ο υπερβολικός πλεονασμός αυτών ήρξατο από της τουρκικής
-κατακτήσεως· η εικασία δε αύτη καθίσταται βασιμωτέρα, αν
-αληθεύη το λεγόμενον, ότι εις το στρατόπεδον Μωάμεθ του
-Πορθητού υπήρχε μέγας αριθμός τοιούτων ζώων, τα οποία
-εισήλασαν εις την πόλιν μετά των νικητών κατά την αποφράδα
-ημέραν της αλώσεως διά της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Εν
-τοιαύτη περιπτώσει οι κύνες του Βυζαντίου είνε κατά μέγα
-μέρος απόγονοι κατακτητών και ως τοιούτοι κέκτηνται επί του
-εδάφους, το οποίον κατέχουν δικαιώματα πολύ βασιμώτερα
-τουλάχιστον από τα των Βουλγάρων. Έκτοτε παρέμειναν
-ευρίσκοντες προστασίαν και περίθαλψιν παρά τοις Οθωμανοίς,
-οίτινες, ως γνωστόν, καίτοι η θρησκεία των θεωρεί τους
-κύνας ακαθάρτους, ιδιαιτέρως αγαπούν και περιθάλπουν εξ
-αισθήματος ευσπλαγχνίας τα ζώα ταύτα. Αλλά και πάλιν η
-τεραστία αύξησις του αριθμού των δεν εξηγείται διά τούτου
-και μόνου, καθότι και εις άλλας πόλεις καθαρώς τουρκικάς,
-τας οποίας επεσκέφθην, δεν έτυχε να παρατηρήσω τοσαύτην
-καταπληκτικήν περίσσειαν κυνών. Άλλως τε και εις αυτήν την
-Κωνσταντινούπολιν το εξαιρετικόν πλήθος των κυνών
-παρατηρείται όχι μόνον εις τας καθαρώς οθωμανικάς
-συνοικίας, αλλά και εις εκείνας εις τας οποίας υπερτερεί ή
-κυριαρχεί αποκλειστικώς ο χριστιανικός πληθυσμός, και εις
-τας παρά τη διπλή όχθη του Βοσπόρου κώμας και εις αυτάς τας
-νήσους της Προποντίδος. Ώστε πρέπει να παραδεχθώμεν ότι
-παρεκτός της ιδιαιτέρας περιθάλψεως οι κύνες ευρίσκουν και
-κλιματολογικάς και άλλης φύσεως συνθήκας ευνοούσας την εν
-Κωνσταντινουπόλει καταπληκτικήν ανάπτυξιν του γένους των.
-
-Το γένος τούτο των κυνών της Κωνσταντινουπόλεως είνε όλως
-ιδιάζον. Το ανάστημά των είνε μέτριον, η κεφαλή των
-απολήγει εις οξύ ρύγχος, τα ώτα των είνε βραχέα και
-ηνωρθωμένα· είνε δασύμαλλοι, ομοιάζουν πολύ προς τους
-ημετέρους ποιμενικούς κύνας, έχουν δε όλοι τρίχωμα
-μονόχρουν, φαιόν ή κιτρινόφαιον, ουδέποτε στικτόν, ως να
-ηρνείτο προνοητικώς η φύσις την πολυτέλειαν αυτήν εις δέρμα
-προωρισμένον να κυλίεται εντός του βορβόρου και ν' αποκτά
-εξ αυτού ρυπαράν ομοιομορφίαν. Ο ιδιαιτέρως σπουδάσας τα
-ήθη και έθιμα αυτών και γράψας περιεργοτάτην μονογραφίαν
-πολυμαθής ομογενής και αρχίατρος του Σουλτάνου Μαυρογένης
-πασάς (32) λέγει ότι το είδος αυτών αποτελεί ιδιαιτέραν
-απόχρωσιν μεταξύ του θωός [33] και του λύκου· ο δε διάσημος
-ζωολόγος Brehme τους κατατάσσει εις το είδος των chiens
-marrons. Το κύριόν των γνώρισμα είνε η οκνηρία· ότε ήκουα
-άλλοτε τους ναυτικούς συμπολίτας μου ν' αποκαλούν τους
-οκνηρούς και αναλγήτους «σκυλιά του Καράκιοϊ», ηπόρουν διά
-την παρομοίωσιν· πλην ότε αποβιβασθείς εις Γαλατάν ίδα το
-απερίγραπτον θέαμα της ραθυμίας των ζώων αυτών, επείσθην
-ότι η παραβολή ήτο ευστοχωτάτη. Εξηπλωμένοι νωχελώς εις το
-μέσον συνήθως του δρόμου, ανά είς, ανά δύο, ανά πέντε, ανά
-δέκα, με το ρύγχος χωσμένον μεταξύ των οπισθίων σκελών,
-κοιμώνται επί ώρας ολοκλήρους, αποτελούντες συμπλέγματα
-ποικίλα, ιδιότροπα, σωρούς νεκροζώους, οίτινες αγνοεί τις
-αν αποτελούνται εκ σωμάτων ζώντων ή εκ θνησιμαίων. Η ζωή
-τυρβάζει ποικιλόμορφος, σφριγηλή εν εκκωφαντική βοή πέριξ
-αυτών· διέρχονται διαβάται πεζοί και έφιπποι, Οθωμανοί
-σοβαροί με τον ποδήρη χιτώνα και με την κίδαριν [34],
-χανούμισσαι με εσθήτας ευρείας μεταξίνας, θροούσας ανά παν
-βήμα, και με το αλεξιβρόχιον πάντοτε ανοικτόν. Αρμένιοι και
-Έλληνες έμποροι πολυφρόντιδες και βιαστικοί, πλανόδιοι
-πωληταί Ιουδαίοι με κάνιστρα αβαθή και ευρύχωρα επί
-κεφαλής, στρατιωτικοί, ευνούχοι, κυρίαι κομψαί της
-ευρωπαϊκής συνοικίας του Πέραν, κλητήρες χρυσοστόλιστοι των
-πρεσβειών και των προξενείων, Πέρσαι με κωνοειδείς
-τριχωτούς πίλους, δερβίσαι, ξένοι περιηγηταί, λόχοι
-αχθοφόρων ωρυομένων, και εν τούτοις αυτοί μένουν ακίνητοι
-και τα κύματα του πλήθους αναγκάζονται να παρακάμπτουν
-ένθεν και ένθεν της οδού διά να μη προσκρούσουν επί των
-αδρανών εκείνων όγκων. Διότι πάντες φαίνονται σεβόμενοι την
-ανάπαυσιν των ακηδών [35] αυτών ζώων, ιδιαίτατα δε οι
-Οθωμανοί, και το σέβας τούτο προέρχεται ως λέγεται, εκ
-παραδόσεως, καθ' ήν ο Μωάμεθ προκληθείς ποτε ν' απαντήση
-εις θεολογικόν πρόβλημα και θέλων να εγερθή επροτίμησε ν'
-αποκόψη την ευρείαν χειρίδα [36] του ιματίου του, επί της
-οποίας εκοιμάτο ο αίλουρός του, παρά να ταράξη την ησυχίαν
-του προσφιλούς του ζώου. Μόνον όταν διέρχεται άμαξα
-ελαύνουσα από ρυτήρος ή αμάξιον ογκώδες φορτηγόν, γοερώς
-τρίζον και στένον εκ του βάρους, μόνον τότε αποφασίζουν να
-μετακινηθούν, αλλά κατά τόσους μόνον δακτύλους όσοι
-απαιτούνται όπως αποφύγουν τους επικειμένους να διέλθουν εκ
-του σώματός των τροχούς. Ενίοτε το κίνημά των αυτό δεν
-εκτελείται εγκαίρως· ακούεται τότε θρηνώδης ολολυγμός, ο
-παθών εγείρεται σύρων το τραυματισμένον σκέλος του διά να
-κατακλιθή ολίγα βήματα απωτέρω και να συνεχίση τον ύπνον
-του, ενώ οι άλλοι μόλις αρκούνται ν' ανοίξουν τους
-νυσταλέους οφθαλμούς διά να ίδουν μετ' απαθείας την
-συμφοράν του συντρόφου των.
-
-Οι κύριοι της οδού εν Κωνσταντινουπόλει είνε οι κύνες
-έχοντες δικαιώματα μονίμου κατοχής. Καταλαμβάνουν το
-πεζοδρόμιον και το δάπεδον των οδών και μένουν ακηδείς,
-είτε βροχή τους λούει, είτε ο ήλιος τους πυρακτώνει, είτε ο
-άνεμος τους μαστίζει, είτε η χιών τους περικαλύπτει με
-παγερόν στρώμα. Οι μάλλον προβλεπτικοί εκλέγουν εν ώρα
-χειμώνος ως μέρος διαμονής το έδαφος της οδού το κείμενον
-υπό τους προέχοντας υελοφράκτους εξώστας των οικιών, τους
-λεγομένους εν Κωνσταντινουπόλει &σαχνισί&· άλλοι, όταν η
-χιών είνε παχεία, ορύσσουν διά των ονύχων μικρούς λάκκους
-και συσπειρούνται εντός αυτών· την πρόνοιαν δε ταύτην ιδίως
-δεικνύουν αι θήλειαι, εγκυμονούσαι ή αρτίτοκοι, αι έχουσαι
-να περιθάλψουν πολυμελή και απροστάτευτον οικογένειαν. Οι
-λοιποί εντελώς αδιαφορούν περί των ατμοσφαιρικών επηρειών,
-εκ των οποίων μένουν απρόσβλητοι· το πολύ πολύ κατά τας
-χιονώδεις νύκτας εκλέγουν ως κοίτην το μέσον ακριβώς της
-οδού, όπου η χιών, ένθεν και ένθεν παρά τους τοίχους
-συνήθως στοιβαζομένη, είνε ολιγωτέρα. Επειδή δε αυτήν την
-οιονεί φάραγγα προτιμούν και οι πεζοί διαβάται, όχι σπανίως
-πατούν τους κοιμωμένους κύνας, μη διακρινομένους εν τω
-σκότει, και η περίπτωσις αύτη δεν είνε ακίνδυνος, διότι
-τότε οι την ημέραν συνήθως χειροήθεις [37] και άκακοι
-τετράποδες την ώραν εκείνην εν τη μοναξία εξαγριούνται και
-επιτίθενται κατά των απροσέκτων. Αφού κορεσθούν ύπνου,
-εγείρονται, αποτινάσσουν ομού με την νάρκην των και τον
-παχύν βόρβορον ή την κόνιν, εκ της οποίας περιβάλλονται,
-και αρχίζουν την ανά την οδόν περιπολίαν των. Ερευνούν όλας
-τας γωνίας· ίστανται προ των θυρών αναμένοντες να ριφθούν
-εις την οδόν αι ακαθαρσίαι, επί τον οποίων ορμούν
-βουλιμιώντες, ανασκάπτοντες αυτάς μανιωδώς προς ανεύρεσιν
-των αποφαγίων· σχηματίζουν κύκλον, ερωτικώς προσβλέποντες
-τα σφάγια, τα οποία εκθέτει προς πώλησιν ο κρεοπώλης, της
-συνοικίας, λείχοντες το αίμα ή ελλοχώντες τα απορριπτόμενα
-άχρηστα τεμάχια των εντοσθίων. Σταθμεύουν προ των
-εδωδιμοπωλείων επί τη ελπίδι μικράς ελεημοσύνης. Συνάπτουν
-κρατερούς αγώνας περί της κατοχής ενός απογυμνωμένου οστού,
-ή περί της ερωτικής προτιμήσεως φιλαρέσκου θηλείας, παίζουν
-μεταξύ των — διότι έχουν ενίοτε όρεξιν να παίζουν οι
-ταλαίπωροι! Έπειτα πάλιν συσπειρούνται καθ' ομίλους και
-κοιμώνται, ο μεν με κενόν τον στόμαχον, ο δε μόλις
-κατορθώσας να φάγη τόσον, ώστε να μη αποθάνη της πείνης.
-Την νύκτα ηχούν αδιάκοποι αι υλακαί των, παρακολουθούσαι τα
-βήματα υπόπτου διαβάτου. Αι υλακαί αύται καθίστανται άγριαι
-και λυσσώδεις, οσάκις φανή ανατέλλουσα εις την οδόν η
-αμυδρά λάμψις του φανού του ρακοσυλλέκτου. Ωπλισμένος δι'
-ακοντίου φέροντος εις το άκρον αρπάγιον ο ρακοσυλλέκτης
-περιέρχεται τας οδούς, όταν ο θόρυβος και η κίνησις
-κοπάζουν, και διά της ράβδου του ερευνά και αναμοχλεύει
-τους σωρούς των σαρωμάτων. Οι κύνες, οίτινες έχουν ήδη
-ενεργήσει ανασκαφάς και εξαντλήσει παν το φαγώσιμον,
-εφορμούν κατ' αυτού και τον υλακτούν εμμανώς, διότι τρέφουν
-ακατανίκητον έχθραν προς αυτόν, υποπτευόμενοι ότι υπεξαιρεί
-την πενιχράν και ελλιπεστάτην τροφήν των. Ενίοτε η οργή των
-είνε τοιαύτη, ώστε συνάπτεται πεισματώδης μάχη μεταξύ του
-δίποδος επιδρομέως και των τετραπόδων, κατά την οποίαν
-εξέρχεται μεν νικητής ο πρώτος χάρις εις το αρπάγιόν του,
-αποκομίζων όμως ουκ ολίγα ίχνη των πειναλέων οδόντων των
-εχθρών του. Άλλην έκφρασιν όλως ιδιάζουσαν έχουν αι υλακαί
-των τας νύκτας κατά τας οποίας συμβαίνει πυρκαϊά. Από του
-ύψους του ενετικού πύργου του Γαλατά ο κατοπτεύων φρουρός
-δίδει το σύνθημα, οι δε &μπεκτσήδες&, οι νυχτοφύλακες της
-συνοικίας, οι περιερχόμενοι τας οδούς και διά βαρείας
-ράβδου κρουομένης ερρύθμως επί του λιθοστρώτου
-απαριθμούντες τας ώρας, εκφέρουν την κραυγήν &γιαγκίν βαρ,&
-αναγγέλλοντες και την συνοικίαν και την οδόν εν τη οποία
-εξερράγη η πυρκαϊά με φωνήν θρηνητικήν, τρομώδη,
-παρατεταμένην. Εις την φωνήν ταύτην απαντούν αμέσως οι
-κύνες της οδού με ωρυγάς θρηνώδεις και οξείας· η γοερά δε
-αύτη συναυλία, της οποίας οι εναλλάσσοντες ήχοι δονούνται
-παλμώδεις εν τη σιγή της νυκτός, έχει τι το απαισίως
-πένθιμον.
-
-Πώς τρέφονται όλαι αύται αι λεγεώνες των ενδεών τετραπόδων
-είνε αληθώς μυστήριον. Φευ! Εκ της ισχνότητός των είνε
-κατάδηλον ότι δι' αυτούς τουλάχιστον ουδέποτε υπήρξεν η
-φημιζομένη ευδαίμων εποχή του χρυσού αιώνος, κατά την
-οποίαν έδενον τους σκύλους με τα λουκάνικα! Τρέφονται με
-όλα και με τίποτε, πρέπει δε να παραδεχθώμεν ότι ο αήρ της
-Κωνσταντινουπόλεως περιέχει ιδιαίτερα στοιχεία ικανά προς
-θρέψιν των σκύλων, διότι άλλως έπρεπε κατά εκατοντάδας να
-αποθνήσκουν την ημέραν εξ ασιτίας. Παν ό,τι ρίπτεται εις
-την οδόν είνε κτήμα των. Αποφάγια, λείψανα κρέατος, κόκκαλα
-ιχθύων, εντόσθια οδωδότα [38], καρποί σαπροί, τεμάχια άρτου
-απολιθωμένου, φύλλα λαχάνων, όλα καταβροχθίζονται. Βλέπετε
-συναπτομένους αγώνας φονικούς περί της κατοχής οστού, εκ
-του οποίου παν μόριον σαρκός έχει προ πολλού αφαιρεθή και
-το οποίον μολαταύτα περιλείχει ο δι' αγώνος και αίματος
-αποκτήσας αυτό μετά τρυφής ίσης προς εκείνην την οποίαν
-δοκιμάζει γαστρίμαργος καταβροχθίζων εκλεκτόν κατασκεύασμα
-πεφημισμένου πλακουντοποιού [39]. Ο φοβερός αγών περί του
-βίου παρέχει κατά πάσαν στιγμήν θεάματα φρικτά εις τας
-οδούς της Κωνσταντινουπόλεως. Το ρητόν του Βίσμαρκ beati
-possidentes δεν ισχύει παρά τον Βόσπορον, τουλάχιστον ως
-προς τον κυνικόν πληθυσμόν, παρά τω οποίω ο κανών ο
-ρυθμίζων τας σχέσεις συνοψίζεται εις το φοβερόν λόγιον:
-ουαί τοις ασθενεστέροις! Ο κύων εν Κωνσταντινουπόλει δεν
-είνε ζώον σαρκοβόρον, αλλά παμφάγον. Παν αντικείμενον
-δυνάμενον να περιέχη έστω και εις αδιόρατον ποσότητα μερικά
-θρεπτικά στοιχεία καθίσταται βορά αυτών. Το επ' εμοί δεν
-ήθελον συγκατατεθή ποτέ ν' αφήσω ούτε καν τα υποδήματά μου
-εις την οδόν επί μίαν ώραν, διότι ήθελα αναγκασθή κατόπιν
-ν' αναζητώ τα τεμάχιά των εις τον στόμαχον είκοσι κυνών.
-Μόνον τας πέτρας δεν τρώγουν και τούτο είνε ευτύχημα,
-καθόσον άλλως το λιθόστρωτον των οδών της πόλεως έπρεπε ν'
-ανανεούται κατά πάσαν εβδομάδα.
-
-Αλλ' ακριβώς αυτή η παμφαγία των είνε και το προτέρημά των.
-Χάρις εις αυτήν εκτελούν το έργον των οδοκαθαριστών μετά
-παραδειγματικής ευσυνειδησίας. Η υπηρεσία της καθαριότητος
-είνε ανατεθειμένη εν Κωνσταντινουπόλει εις αυτάς τας
-λεγεώνας των πειναλέων ζώων, οψέποτε δε ταύτα ήθελον
-εκλίπει, ο δήμος της πρωτευούσης του οθωμανικού κράτους θα
-υπεβάλλετο εις σημαντικήν δαπάνην δι' εργασίαν εκτελουμένην
-σήμερον και αμισθί και μετ' επιμελείας. Ούτος δε είνε είς
-εκ των κυριωτέρων λόγων διά τους οποίους η οχληρά των κυνών
-πληθύς τυγχάνει όχι μόνον ανοχής αλλά και προστασίας.
-Διατρίψας υπέρ τον μήνα εν Κωνσταντινουπόλει δεν έτυχε ν'
-απαντήσω ουδ' έν θνησιμαίον ελαχίστου ζώου, ενώ εις τας
-οδούς του ιοστεφάνου ημών άστεως ο έχων ανεκτικήν την
-όσφρησιν δύναται να σπουδάση την ζωολογίαν επί των δαψιλώς
-[40] διεσπαρμένων πτωμάτων εκ πάντων των γενών του ζωικού
-βασιλείου. Σημειωτέον ότι ως προς αυτό το ζήτημα μ'
-εξέπληξε και μία άλλη παρατήρησις. Ουδέποτε έτυχε να ίδω
-εις τας οδούς πτώμα κυνός. Τώρα οι ταλαίπωροι αυτοί κύνες
-δεν είνε βεβαίως αθάνατοι· μάλιστα, ως εκ των συνθηκών του
-εστερημένου βίου τον οποίον διάγουν, η θνησιμότης παρ'
-αυτοίς θα είνε μεγάλη. Τι γίνονται λοιπόν τα ελεεινά των
-λείψανα; αποκομίζονται υπό της αστυνομίας ή οι ομόφυλοί των
-μετά στωικής απαθείας τα χρησιμοποιούν εις τα εκαταία
-δείπνα των, διά να πληρωθή κατά γράμμα το λεγόμενον
-«τρώγονται ωσάν σκυλιά»; Ομολογώ ότι δεν έλαβα καιρόν ούτε
-όρεξιν όπως ενδιατρίψω περί την λύσιν της απορίας μου.
-
-Οι κατοικούντες εις καθαρώς οθωμανικάς συνοικίας κύνες
-τρέφονται κάλλιον, χάρις εις την ευσπλαγχνίαν των κατοίκων.
-Από πάσης οικίας ρίπτονται εις την οδόν αποφάγια επαρκή,
-πολλάκις δε Οθωμανοί ελεήμονες, εξερχόμενοι των οικιών των
-μετά το γεύμα, διανέμουν ιδιοχείρως την τροφήν εις το
-αναμένον έξωθεν πειναλέον στίφος. Αγγείον ύδατος ευρίσκεται
-παρά πάσαν θύραν, ιδίως κατά το θέρος, όπως σβύνουν την
-δίψαν των εξ αυτού οι κύνες, οίτινες εις τας άλλας
-συνοικίας ποτίζονται εκ του λιμνάζοντος παρά τας δημοσίας
-κρήνας ύδατος ή εκ του ακαθάρτου ρείθρου των οδών. Ευτυχείς
-επίσης είνε οι κύνες οι κατοικούντες παρά τα οθωμανικά
-τεμένη και ιδίως τα κοινόβια τα λεγόμενα &τεκέδες&. Η τροφή
-των εκεί είνε τακτική και σχεδόν επαρκής, τυγχάνουν δε
-ιδιαζούσης προστασίας παρά των εν τω ναώ βιούντων. Εις τι
-παρά τον Γαλατάν τζαμίον είδα ημέραν τινά ιερόπαιδα
-εξελθόντα οργίλον και καταδιώξαντα επί πολύ διάστημα διά
-ράβδου αυθάδη κύνα, όστις εισήλασεν εντός του περιβόλου και
-απεπειράθη ν' αρπάση το γεύμα του τροφίμου του τεμένους
-κυνός. Αλλ' ακόμη ευτυχέστεροι είνε οι βιούντες παρά τους
-στρατώνας. Το συσσίτιον αυτών είνε άφθονον και τα
-απομεινάρια του γεύματος πλούσια. Περί την μεσημβρίαν
-συμβαίνει τακτικώς εκεί σκηνή αξιοθέατος. Οι κύνες των
-πέριξ, οι έχοντες κεκτημένα δικαιώματα ως εκ της
-γειτνιάσεώς των εις την τροφοδοσίαν ταύτην, ακριβείς ως
-χρονόμετρα, συνέρχονται εις μέγαν αριθμόν και αναμένουν.
-Μετά προσδοκίαν λεπτών τινων ανοίγεται τέλος μία πύλη και
-εμφανίζεται στρατιώτης κομίζων εντός χειραμάξης το
-προωρισμένον διά την αγέλην γεύμα. Το φορτίον αποτίθεται
-χαμαί και τότε όλος ο συρφετός ορμά και αποτελεί κύκλον και
-τα ρύγχη βυθίζονται βουλιμιώντα εντός του σωρού της
-πανδαισίας. Αλλά υπάρχουν κύνες εύσωμοι και κύνες μικροί,
-κύνες ρωμαλέοι και κύνες ασθενικοί. Οι τελευταίοι δεν
-τολμούν οι δυστυχείς να πλησιάσουν, αλλ' αποτελούν δεύτερον
-κύκλον πέριξ των ισχυροτέρων. Τώρα τι νομίζετε ότι είνε
-φυσικόν και επακόλουθον; να φάγουν μέχρι κορεσμού οι
-ισχυρότεροι και να μείνουν νήστεις οι άλλοι. Και όμως
-απατάσθε· τρώγουν όλοι εξ ίσου και ιδού πώς. Οι
-ρωμαλεώτεροι τρώγοντες υποβλέπουν αλλήλους, έως ότου
-παρουσιάζεται μεταξύ του σωρού ογκώδες τι και ορεκτικόν
-τεμάχιον· την κατοχήν αυτού διαφιλονεικούν δύο ή τρεις, και
-εις το τέλος συμπλέκονται· αυτήν την ευκαιρίαν αναμένουν οι
-εν τη δευτέρα γραμμή αποκλεισθέντες, οίτινες ορμούν τότε,
-αρπάζουν ό,τι δυνηθή έκαστος και τρέπονται δρομαίοι εις
-φυγήν. Διά της μεθόδου ταύτης ζουν μικροί και μεγάλοι, δεν
-δύναμαι δε να βεβαιώσω αν την μέθοδον αυτήν εδιδάχθησαν οι
-κύνες από την πολιτικήν των μικρών και μεγάλων ευρωπαϊκών
-κρατών, οποία εφηρμόσθη εις προσφάτους περιστάσεις, ή
-τανάπαλιν αν εδανείσθησαν αυτήν τα ευρωπαϊκά κράτη από τα
-θυμόσοφα ταύτα ζώα. Τέλος οι κατοικούντες παρά τινας
-παραλίους συνοικίας της πόλεως δύνανται να συγκαταλεχθούν
-ωσαύτως, μεταξύ των ευνοημένων υπό της μοίρας·, επειδή
-εκτός της εν τη συνοικία διά του συνήθους τρόπου
-αποκτωμένης τροφής έχουν και τα τυχερά των, ούτως ειπείν,
-συνιστάμενα εις την εκμετάλλευσιν των εις το παράλιον
-κομιζομένων και εις την θάλασσαν ριπτομένων κάρρων των
-ακαθαρσιών. Είνε αληθές ότι τα φορτία ταύτα έχουν ήδη
-υποστή την λεπτομερή έρευναν των κυνών των διαφόρων οδών,
-εκ των οποίων αποκομίζονται. Αλλά διά της ακαταπονήτου
-επιμονής των πάντοτε ουχ ήττον κατορθούν ν' ανεύρουν έν
-οστούν λησμονηθέν, ή άλλο τι φαγώσιμον αντικείμενον
-παροραθέν. Διό καραδοκούν την άφιξιν των αμαξίων,
-συνοδεύουν αυτά περιχαρείς μέχρι του μέρους της
-εκφορτώσεως, οι δε μάλλον ανυπόμονοι διά ν' αποκτήσουν
-δικαιώματα προτεραιότητος πηδούν επί του κάρρου και
-αρχίζουν εκείθεν τας ανασκαφάς.
-
-Υπό τοιαύτας συνθήκας βίου και με τοιαύτην δίαιταν η
-ευρωστία και η ευεξία δεν είνε πλεονεκτήματα συνήθη εις τα
-ατυχή ταύτα ζώα. Απορίας άξιον είνε μάλιστα πώς αντέχουν
-επί τοσούτον εις τόσας στερήσεις και κακουχίας. Ευρίσκονται
-βεβαίως και τινες εύρωστοι και ρωμαλέοι και σφριγηλοί
-μεταξύ των, αλλ' οι πλείστοι είνε αξιοθρήνητοι την θέαν,
-καχεκτικοί, ασθενικοί, με το δέρμα κολλημένον επί των
-οστών, με τας πλευράς προεχούσας, φάσματα αληθή τετραπόδων·
-η ψωρίασις τους μαστίζει οικτρώς· οι πλείστοι
-ταλαιπωρούνται από ειδεχθή έλκη, αηδώς επιδεικνύμενα εν
-μέση οδώ, υπό τον φλέγοντα ήλιον, επί των οποίων
-περιίπτανται βομβούντα σύννεφα μυιών. Ολίγοι είνε οι
-άρτιοι, οι περισσότεροι είνε ανάπηροι, χωλοί, στρεβλοί,
-μονόφθαλμοι· του ενός λείπει το έν ωτίον, του άλλου λείπει
-ολόκληρον τεμάχιον σαρκός εκ των νώτων, και άλλος τις
-φαίνεται οιονεί ζώσα και κινουμένη περγαμηνή, διότι η δορά
-του απώλεσεν ολόκληρον το τρίχωμα. Ως προς την ουράν, αυτή
-είνε το συνηθέστερον ελλείπον μέλος και τόση είνε η πληθύς
-των κολούρων, ώστε άγεταί τις να πιστεύση κατ' αρχάς ότι εκ
-γενετής φέρουν αυτό το διακριτικόν γνώρισμα, την έλλειψιν
-κέρκου. Η ουρά, λέγει επιχαρίτως ο &Δε Αμίτσης&, εις τους
-κύνας της Κωνσταντινουπόλεως είνε αντικείμενον πολυτελείας
-μετά δίμηνον δημόσιον βίον. Όλα ταύτα τα τραύματα και αι
-ακρωτηριάσεις προέρχονται μεν εκ των καθημερινών
-δεινοπαθημάτων, των ραβδισμών, των τυχαίων συμβάντων, αλλ'
-είνε ως επί το πολύ και αποτελέσματα των εμφυλίων ερίδων.
-Ουδέποτε είδα κύνας μάλλον φιλέριδας, και αύται δε αι
-θήλειαι διακρίνονται διά το ευέξαπτον και μάχιμον αυτών.
-Ενώ παίζουν και αστεΐζονται και ανταλλάσσουν ως ασπασμούς
-ελαφρά δήγματα, κυλιόμενοι εντός του κονιορτού ή του
-βορβόρου, αίφνης διά την παραμικράν αιτίαν συμπλέκονται.
-Ορθούνται επί των οπισθίων ποδών, ακροβατούντες επί πολλά
-λεπτά της ώρας και προσπαθούν να κατασπαράξουν αλλήλους,
-ενώ το αίμα εκρέει άφθονον από τους φλογισμένους αυτών
-φάρυγγας. Μάρτυς της σκηνής ταύτης, εθεώμην πολλάκις
-ιστάμενος μετά περιεργείας τας διαφόρους περιπετείας της
-εμμανούς πάλης και τοιαύτη ήτο η λύσσα των μαχομένων, ώστε
-ανέμενα να ίδω πραγματοποιούμενον το απίθανον συμβάν το
-αναφερόμενον υπό του τερατολόγου βαρώνου Μυγχάουζεν, περί
-των δύο ανταγωνιζομένων λεόντων, οίτινες τέλος
-αλληλεφαγώθησαν τόσον τελείως, ώστε δεν απέμεινεν εξ
-αμφοτέρων ειμή η ουρά. Και όταν είνε μονομαχία, υπομονή·
-αλλ' ενίοτε συμβαίνει να προστρέχουν εις βοήθειαν των
-μαχομένων πολλοί εκατέρωθεν αγωνισταί και η συμπλοκή
-λαμβάνει τότε χαρακτήρα μάχης εκ του συστάδην. Πυκνός
-κονιορτός περιβάλλει τας διαμαχομένας στρατιάς, ως η νεφέλη
-η αποκρύπτουσα άλλοτε τους εις τα πεδία της Τροίας
-μαχομένους ήρωας και ημιθέους. Τηλικούτος δε προσγίνεται
-θόρυβος εκ της οιμωγής και ευχωλής ολλύντων τε ολλυμένων,
-ώστε οι γείτονες αναγκάζονται να εξέλθουν εις την οδόν και
-με τα προστυχόντα όπλα ανηλεώς παίοντες ν' αποδιώξουν την
-μανιώδη αγέλην.
-
-Γεννώνται εν τη οδώ και εν αυτή αποθνήσκουν. Ο δρομίσκος εν
-τω οποίω ετέχθη έκαστος και ηυξήθη, ή η τρίοδος, ή η αγυιά,
-ή η γέφυρα, ή το χλοάζον νεκροταφείον με τας επικλινείς
-βρυοσκεπείς επιτυμβίους στήλας είνε η πατρίς των, ορίζων δε
-μόνος αυτών πολλάκις η πληκτική σειρά των υψορόφων οικιών,
-εξ ών φράσσεται η στενή οδός. Οι κύνες του Σταυροδρομίου
-αγνωούν την ύπαρξιν του Γαλατά και τούτου πάλιν οι κύνες
-βλέπουν μεν εξελισσόμενον εις την αντίπεραν όχθην του
-Κερατίου το εξαίσιον πανόραμα της Σταμπούλ με τα
-μεγαλοπρεπή τζαμία και τους χαρίεντας ευθυτενείς μιναράδες,
-αλλά δι' αυτούς ο μαγικός εκείνος χώρος είνε απροσπέλαστος
-αντικατοπτρισμός. Το ανήκον εις εκάστην οδόν στίφος
-αποτελεί ιδίαν δημοκρατίαν, διεπομένην υπό νόμων αγράφων,
-αλλ' απαραβάτων, έχουσαν τα όρια της δικαιοδοσίας της
-ακριβώς απ' αιώνων ίσως διαγεγραμμένα. Αυτή η αυστηρά
-τήρησις των αμοιβαίων ορίων μεταξύ των διαφόρων κυνικών
-δημοκρατιών της μεγαλοπόλεως αποτελεί εν των περιεργοτάτων
-εθίμων των ζώων τούτων. Οι τετράποδες κάτοικοι μιας οδού
-έχουν απόλυτον δικαίωμα κατοχής και διαμονής εφ' απάσης της
-εκτάσεως αυτής, αλλ' όχι και πέραν. Όταν φθάσουν εις τα
-σύνορα, οπόθεν άρχεται η δικαιοδοσία ετέρας πατριάς,
-σταματούν και επιστρέφουν εις τα ίδια. Οι παραβάται
-τιμωρούνται αυστηρότατα. Είνε απερίγραπτος η προσοχή και η
-επιμέλεια μετά της οποίας φρουρείται το πάτριον έδαφος από
-πάσης εισβολής, όπως είνε αξιοθαύμαστος η συναίσθησις του
-αδικήματος, υπό της οποίας καταλαμβάνεται ο επιδρομεύς.
-Οσάκις κύων τυχοδιώκτης εξωθούμενος εκ της πείνης ή
-παρασυρόμενος εξ ερωτικής περιπετείας υπερβή τα σύνορα και
-εισχωρήση τολμηρώς εις ξένον έδαφος, ευθύς ως εννοήση ότι
-εφωράθη, συστέλλεται περιδεής και κρύπτει την ουράν μεταξύ
-των σκελών, και βλέπεις τότε το περίεργον φαινόμενον να
-επιτίθεται κύων τις αποσκελετωμένος, μόλις κρατούμενος εις
-τους πόδας του, κατά του επιδρομέως διπλασίου το ανάστημα
-και ασυγκρίτως ρωμαλεωτέρου, αρυόμενος το θάρρος εκ του
-δικαιώματός του και εκ της αλληλεγγύης. Εις τας υλακάς του
-προσέρχονται τροχάδην επίκουροι πάντες οι κύνες της οδού·
-οι οκνηροί διακόπτουν τον ύπνον των, αι θήλειαι καταλείπουν
-τα γαλουχούμενα τέκνα των και πάντες μικροί και μεγάλοι
-επιπίπτουν κατά του εχθρού, οιονεί υπείκοντες εις το
-κέλευσμα αοράτου τινός Αισχύλου της φυλής των, έως ότου
-προσέρχεται ο ανεγνωρισμένος αρχηγός της αγέλης, ο
-παλληκαράς της οδού. Είνε ούτος ο απόλυτος κυριάρχης της
-πατριάς. Οι άρρενες τον φοβούνται, αι θήλειαι τον
-περιποιούνται ερωτοτρόπως και το υπήκοον αναγνωρίζει εν
-παντί και πάντοτε την υπεροχήν του, ερειδομένην επί της
-ισχύος του. Ο λείχων αμερίμνως οστούν τι εγείρεται και
-καταλείπει το γεύμα του άμα τη προσεγγίσει του. Πάσαι αι
-ωραίαι της οδού ανήκουν εις αυτόν δικαιωματικώς και ουαί
-εις τον αυθάδη, όστις ήθελε τολμήσει να εγγίση το
-αφρούρητον χαρέμιόν του άνευ της συγκαταθέσεώς του. Ο
-αρχηγός ούτος επιπίπτει μανιώδης κατά του επιδρομέως, όστις
-πτήσσων και ολολύζων μάτην προσπαθεί ν' αμυνθή κατά τόσων
-οδόντων· τέλος εξηντλημένος πίπτει χαμαί ύπτιος, ωσεί
-αναγνωρίζων το αδίκημά του και εξαιτούμενος έλεος. Τι
-νομίζετε δε ότι ενίοτε πράττει τότε ο αρχηγός; Εγείρει ο
-αναιδής τον πόδα και . . . τον περιλούει διά θερμού υγρού
-εις ένδειξιν εσχάτης περιφρονήσεως, μετά τούτο δε τον
-αφήνει να επανακάμψη κακώς έχοντα εις τα ίδια και
-απηλλαγμένον πάσης επιθυμίας όπως επαναλάβη εις το εξής το
-πείραμα. Ουχ ήττον υπάρχουν παραδείγματα ότι μετά την
-αυστηράν ταύτην τιμωρίαν η κοινότης δεικνύεται μάλλον
-οικτίρμων προς τον πταίστην και του επιτρέπει να παραμείνη
-εντός των συνόρων της, πολιτογραφούμενος ούτως ειπείν και
-αποτελών εις το εξής μέλος της ομάδος. Επίσης υπάρχουν
-παραδείγματα μεταναστεύσεως· κύνες, τινές τυχοδιώκται εκ
-των παραλίων συνοικιών, βαρυνόμενοι τας κακουχίας,
-εισέρχονται λάθρα εις τα μικρά ατμόπλοια τα ακαταπαύστως
-αποπλέοντα εκ της γεφύρας του Γαλατά, και χωρίς, εννοείται,
-να πληρώσουν ναύλον αποβιβάζονται είς τινα των παρά τον
-Βόσπορον θελκτικών χωρίων ή εις τας Πριγκιπονήσους, προς
-εύρεσιν καλυτέρας τύχης.
-
-Αυτή η καταναγκαστική συμβίωσις και η ομοαίμων καταγωγή και
-η συνταύτισις της τύχης γεννά μεταξύ των τετραπόδων
-κατοίκων της αυτής συνοικίας αισθήματα φιλίας και
-αφοσιώσεως, τα οποία είνε αληθές όμως ότι σπανίως αντέχουν
-εις τους πειρασμούς του συμφέροντος ή της αντιζηλίας. Εν
-τούτοις είνε πάντοτε συγκινητικόν το θέαμα γέροντος τινος
-και κατεσκληκότος κυνός, απομάχου μυρίων αγώνων εξωτερικών
-και εμφυλίων, παίζοντος νωθρώς και συγκαταβατικώς με
-σκύλακα μικρόν, ίσως απόγονόν του, εύελπιν βλαστόν της
-φυλής. Ο γέρων σκύλος θ' αναλογίζεται ίσως νοερώς το &άμμες
-ποκ' ήμες& των αρχαίων Σπαρτιατών, ενώ το κυνάριον θα του
-ψιθυρίζη εις την γλώσσαν του το &άμμες δε γ' εσσόμεθα.&
-Είναι συγκινητική η κοινή εν τω πλήρει στερήσεων βίω
-εγκαρτέρησις και η πραότης μετά της οποίας υπομένουν πάσας
-τας συμφοράς. Νομίζεις ότι το κλίμα του τόπου εμπνέει και
-εις αυτούς την ασιατικήν των μοιρολατρών αναλγησίαν. Ο
-οίκτος είνε το αίσθημα το οποίον μετά την περιέργειαν
-καταλαμβάνει πάντα ξένον επί τη θέα των. Ο Δε Αμίτσης
-βλέπων αυτούς ενεθυμείτο τους θηρευτικούς κύνας του
-Βαγιαζήτ, οίτινες εκ πορφύρας φέροντες επινώτια και
-μαργαριτοκόσμητα περιδέραια επλήρουν κραυγών τας φάραγγας
-του Ολύμπου, και ανελογίζετο την διαφοράν της τύχης. Εγώ
-όμως ανελογιζόμην ότι, εάν ποτε το φοβερόν κοινωνικόν
-ζήτημα, το συνταράσσον την Ευρώπην, φθάση και μέχρι των
-οχθών του Βοσπόρου, ο ερεθισμός ιδίως θα εκδηλωθή μεταξύ
-της αναριθμήτου ταύτης πληθύος των τετραπόδων Παριών, των
-ανεστίων και αλητών, την οποίαν καταμαστίζουν και τυραννούν
-αι συνθήκαι της ανισότητος. Κατά την φοβεράν εκείνην ημέραν
-ουαί εις τους δυνάστας! αι υλακαί της οργής αι οποίοι θ'
-αντηχήσουν παρά τον Κεράτιον θα καταπνίξουν πάντα άλλον
-θόρυβον και η Ευρώπη περίφοβος θα ίδη σκηνήν φανταστικώς
-τραγικήν, την οποίαν ελησμόνησε να καταλέξη εις τας
-προρρήσεις του ο οιστρηλατούμενος ιερός συγγραφεύς της
-Αποκαλύψεως. Ίσως μάλιστα η απάθεια και η εγκαρτέρησις των
-δυναστευομένων σήμερον ζώων αυτών είνε φαινομενική. Ίσως
-ενίοτε συνέρχονται κρύφα και ανακοινούν προς αλλήλους τον
-πόνον των και τα σχέδιά των, λησμονούντες τας
-πατροπαραδότους έριδας περί της κατοχής του εδάφους και
-αδελφοποιούμενοι εν τη συμφορά, Έχω άλλως τε διδόμενα να
-πιστεύω τοιούτο τι εκ του εξής περιστατικού. Εσπέραν τινά
-είχα εξέλθει εκ φιλικής οικίας κειμένης εν τη συνοικία
-Ταξιμίου. Έβρεχε ραγδαίως και η πνευστιώσα λάμψις των φανών
-του φωταερίου αντενακλάτο θαμβή επί των καθύγρων και
-ολισθηρών πλακών της λιθοστρώτου μικράς αγυιάς. Αίφνης εν
-τω μέσω της ερημίας βλέπω ανακύπτον ενώπιον μου ένα
-στράτευμα, έν στίφος μέλαν, απειλητικόν, απαίσιον. Ήτο
-ομήγυρις αποτελουμένη τουλάχιστον εκ πεντακοσίων κυνών.
-Έστην εμβρόντητος και κατεπτοημένος. Εις τον νουν μου
-επήλθεν η εικών του θανάτου του Ακταίωνος, της Ιεζάβελ και
-πάσαι αι ζοφεραί αναμνήσεις ανθρώπων καταβροχθισθέντων υπό
-κυνών. Έκλεισα το αλεξιβρόχιόν μου, έτοιμος ν' αμυνθώ δι'
-αυτού ελλείψει άλλου όπλου και να πωλήσω τουλάχιστον ακριβά
-το δέρμα μου. Ηκούσθησαν οργίλοι τινές γρυλλισμοί, πένθιμοί
-τινες υλακαί. Μερικοί μ' επλησίασαν και με ωσφράνθησαν
-υπόπτως, αλλά δεν με ηνώχλησαν· κατώρθωσα να διέλθω εκ του
-μέσου της αμαυράς εκείνης αγέλης διασώζων ακέραια όλα μου
-τα μέλη. Ότε συνήλθα εκ του φόβου μου, επείσθην ότι η
-παράδοξος εκείνη ομήγυρις ήτο βεβαίως συλλαλητήριον άφωνον
-και μυστηριώδες, συγκροτηθέν κατ' εκείνην την ώραν και εις
-εκείνο το μέρος διά να μη λάβη γνώσιν η φιλύποπτος εξουσία.
-
-Εις τας σοσιαλιστικός ταύτας ιδέας πρέπει ν' αποδοθή και η
-απέχθεια, την οποίαν τρέφουν οι περίεργοι αυτοί κύνες κατά
-των οικοσίτων ομοίων των. Μισούν εμφύτως όλα τα λοιπά ζώα,
-πλην των ίππων, καταδιώκουν τους γάττους και υλακτούν
-εμμανώς τας καμήλους ή τας ψωραλέας άρκτους, τας οποίας
-σύρει εξόπισθέν του διά κλοιού εκ του ρύγχους ρυπαρός τις
-Αθίγγανος εις τας οδούς. Αλλ' ιδιαίτερον τρέφουν και
-δικαιολογημένον μίσος κατά των ιδιωτικών κυνών, των οποίων
-ο βίος εν Κωνσταντινουπόλει είνε αυτόχρημα αφόρητος. Οι
-παρά της τύχης ηυνοημένοι ιχνηλάται και τα μαμμόθρεπτα των
-δεσποίνων κυνάρια αναγκάζονται να διαιτώνται εντός των
-οικιών, ο δε κύριός των, οσάκις θελήση να εξέλθη μετ'
-αυτών, οφείλει να τα κρατή πλησίον του δεδεμένα δι' αλύσεως
-και να τα προασπίζη πάσαν στιγμήν διά της ράβδου του από
-των αγρίων επιθέσεων των φθονερών αποκλήρων. Φίλος μου τις
-φιλόκυνος, διατρέφων εις τον οίκον του δύο εξαιρέτους
-θηρευτικούς κύνας, μου διηγήθη ότι ημέραν τινά εν Γαλατά
-πελώριος μολοσσός εκ των αδεσπότων ώρμησεν εξαίφνης εκ των
-όπισθεν κατ' αυτού και διά των οδόντων του κατέσχισε το
-επανωφόριόν του. Η επίθεσις επανελήφθη μετά τινας ημέρας
-μετά του αυτού αποτελέσματος, ο δε φίλος μου, αφού επί πολύ
-ηπόρησε διά την ασυνήθη ταύτην και ανεξήγητον μήνιν,
-εσυλλογίσθη επιτέλους και επείσθη ότι προήρχετο αύτη εκ της
-οσμής, την οποίαν έφερον τα ιμάτιά του ως εκ της
-συγχρωτίσεώς του μετά των οικοσίτων του κυνών. Η οσμή αυτή
-και μόνη ήρκεσε να εξεγείρη όλην την οργήν του αλήτου
-εκείνου, όστις μη δυνάμενος να βλάψη τους μισητούς
-ομοφύλους του εξεδικήθη κατά του κυρίου των. Εν τούτοις
-υπάρχουν περιστάσεις, κατά τας οποίας επέρχεται είδος τι
-συμβιβασμού και ο αυτός φίλος μου διηγήθη ότι αυτοί οι δύο
-ανωτέρω θηρευτικοί κύνες είχον συνάψει ποτέ φιλικάς σχέσεις
-μεθ' ενός αδεσπότου κυνός διαιτωμένου εις την οδόν, όστις
-συνέπαιζε μετ' αυτών, οσάκις εις αυτούς παρείχετο η άδεια
-να εξέλθουν επ' ολίγην ώραν έξωθεν της οικίας, και τους
-επροστάτευεν από της έχθρας των άλλων. Διά του τρόπου
-τούτου κατώρθωσε να προσελκύση την εύνοιαν του
-οικοδεσπότου, όστις εψώμιζεν [41] αυτόν, έως ότου ημέραν
-τινά έγινεν άφαντος, αποθανών ίσως εκ γηρατείων.
-
-Διότι δεν είνε παντελώς εστερημένοι νοημοσύνης οι αδέσποτοι
-κύνες· απεναντίας ο βίος τον οποίον διάγουν οξύνει τα
-αισθητήριά των και τας διανοητικάς των δυνάμεις. Γνωρίζουν
-όλους τους κατοίκους της συνοικίας και ευγνώμονες προς τους
-τυχόν περιποιουμένους αυτούς τους συνοδεύουν με σκιρτήματα
-και με σπασμωδικά κινήματα της κολοβής ουράς των μέχρι των
-συνόρων της οδού. Εννοούν τους κλέπτας και φαυλοβίους και
-τους καταδιώκουν δι' υλακών, συντελούντες ούτως όχι ολίγον
-εις την τήρησιν της τάξεως και ασφαλείας. Αναγνωρίζουν
-αμέσως τους ξένους, φαίνεται δε ότι δεν είνε προς αυτούς
-λίαν εύνοι. Άλλοτε μάλιστα εις τας καθαρώς τουρκικάς
-συνοικίας η διέλευσις ξένου μη φεσοφορούντος ήτο επιχείρημα
-όχι επικίνδυνον. Αλλά τώρα ως εκ της προόδου του πολιτισμού
-και της απαραιτήτου ισοπεδώσεως και ομοιομορφίας του ο
-τοιούτος κίνδυνος ή ολοτελώς εξέλιπεν, η εμειώθη
-επαισθητώς. Είναι πράοι και ικανοί προς άσκησιν, απορώ δε
-αληθώς πώς δεν ευρέθη τις να χρησιμοποιήση τας δυνάμεις των
-ευρωστοτέρων εις την κίνησιν μικρών φορτηγών αμαξίων, όπως
-γίνεται εν Ευρώπη· αλλ' ίσως η παροιμιώδης οκνηρία των
-αποθαρρύνει τους επιχειρηματίας. Οι ειδήμονες βεβαιούν ότι
-έχουν την όσφρησιν λίαν ανεπτυγμένην και δύνανται διά της
-εξασκήσεως να καταστούν εξαίρετοι θηρευτικοί κύνες. Περί
-της εκτάκτου μάλιστα νοημοσύνης τινών εξ αυτών και περί της
-προς αλλήλους αγάπης ο κ. Μαυρογένης αναφέρει το εξής
-ανέκδοτον. Άμαξα έθραυσε ποτε την κνήμην ενός των κυνών,
-ιατρός δε Ευρωπαίος κατοικών εν τη συνοικία, ιδών το συμβάν
-και ευσπλαγχνισθείς το παθόν ζώον, παρέλαβεν αυτό εις τον
-οίκον του και το εθεράπευσε. Μετά πολύν καιρόν ο ιατρός
-ήκουσε την εξώθυραν του οίκου του κρουομένην, ή μάλλον
-ξεομένην, προβάς δε μετά περιεργείας παρετήρησε δύο κύνας,
-εκ των οποίων ο είς ήτο ο παρ' αυτού θεραπευθείς, όστις προ
-πολλού είχεν επαναλάβει τον αλήτην βίον του, και ο έτερος
-έσυρεν αλγεινώς τον τραυματισμένον πόδα του, παθόντα θλάσιν
-εκ των τροχών αμάξης. Φανερόν ήτο ότι ο θεραπευθείς παρ'
-αυτού κύων, μνήμων της ευεργεσίας, ωδήγει τον παθόντα εις
-την οικίαν του ιατρού χάριν θεραπείας, ο δε Ασκληπιάδης
-συγκινηθείς περιέθαλψε και ίασε και τον απροσδόκητον αυτόν
-πελάτην. Το ανέκδοτον θα ήτο περιεργότατον αληθώς, αν δεν
-υπήρχον μερικαί αμφιβολίαι περί της ακριβείας του, διότι το
-έχω αναγνώσει τουλάχιστον δεκάκις μέχρι τούδε ως συμβάν εν
-Λονδίνω. Να είχεν αναγνώσει άραγε τας εφημερίδας ο κύων των
-οδών της Κωνσταντινουπόλεως και εμιμήθη τον εν Λονδίνω
-ομόφυλόν του; Πιθανωτέρα είνε η εξήγησις ότι τας εφημερίδας
-είχεν αναγνώσει ο κ. Μαυρογένης.
-
-Η φιλοστοργία των θηλειών είνε αξιοθαύμαστος· μετά
-συγκινήσεως έβλεπα πολλάκις τας δυστυχείς ταύτας μητέρας
-εξηπλωμένας επί του παγερού εδάφους υπό την ανωφελή σχεδόν
-σκέπην εξώστου τινός, τρεμούσας υπό τον σφοδρόν βορράν,
-μαστιζομένας εκ της βροχής και όμως προσπαθούσας να
-καλύψουν με τα λιπόσαρκα σκέλη των τα οιμώζοντα νεογνά των
-και να γαλουχήσουν αυτά με τους στείρους εκ της ασιτίας
-μαστούς των. Ο μνημονευθείς Μαυρογένης αναφέρει ότι είδε
-ποτε εν τη οδώ τοιαύτην ατυχή μητέρα, ήτις είχεν απολέσει
-τα νεογνά της και επί τέσσαρας όλας ημέρας τα διετήρει παρ'
-εαυτή νεκρά, μη εννοούσα να αποχωρισθή αυτών, ουδ'
-επιτρέπουσα να ταποκομίσουν, μάτην δε προσπαθούσα διά
-θωπειών και ασπασμών να μεταδώση εις αυτά θάλπος και να τα
-επαναφέρη εις την ζωήν. Παρήγορον είνε ότι οι κάτοικοι
-ανεξαρτήτως της εθνικότητος και του θρησκεύματος παρέχουν
-εξ αισθήματος ευσπλαγχνίας εις τας φιλοστόργους ταύτας
-λεχούς επαινετήν περίθαλψιν. Πάντοτε σχεδόν παρατηρεί τις
-ότι η θήλεια μετά τον τοκετόν αποκτά κοίτην εκ σωρού αχύρων
-ή ρακών δωρηθείσαν εις αυτήν υπό φιλευσπλάγχνου γείτονος.
-Εις αυτήν την μεγάλην οδόν του Πέραν, όπου συνωστίζεται το
-πλήθος της εκλεκτής κοινωνίας κατά τας ώρας του περιπάτου
-την χειμερινήν εποχήν και όπου διαγκωνίζεται ο ξένος
-διπλωμάτης με την αριστοκράτιδα φαναριώτισσαν δέσποιναν και
-ο αρμένιος τραπεζίτης με την γαλλίδα εταίραν της υψηλής
-περιωπής, ως θλιβερός τόνος εν τω μέσω του ποικίλου βόμβου
-διεκρίνοντο αι οιμωγαί των μικρών γόνων κυνός τεκούσης επί
-του στενού πεζοδρομίου εγγύς ενός φαρμακείου. Και όμως ούτε
-κατεπατήθησαν ούτε απεδιώχθησαν εκείθεν τα ταλαίπωρα αυτά
-πλάσματα, ότε δε την επομένην ανεζήτησα την άστεγον αυτήν
-οικογένειαν, ανεκάλυψα την μητέρα εντός του κοιλώματος
-παραθύρου του υπογείου, εξηπλωμένην μετά των τέκνων της επί
-παχέος στρώματος ρινισμάτων ξύλου, και το σωστικόν αυτό
-καταφύγιον βεβαίως είχε χορηγηθή υπό του ελεήμονος
-καταστηματάρχου. Μου διηγήθησαν ωσαύτως ότι κύων έτεκέ ποτε
-εντός της σκοπιάς φρουρού, ο δε αγαθός στρατιώτης
-επροτίμησε να μείνη εις το ύπαιθρον τρέμων εκ του ψύχους
-παρά ν' αποδιώξη εκείθεν το δυστυχές ζώον.
-
-Ως προς τας ερωτικάς προς αλλήλους σχέσεις υπάρχει πολλή
-ελευθερία ένεκα της πληθύος εξ αμφοτέρων των φύλων, και τα
-διαπραττόμενα φανερά εις τας οδούς κατά πάσαν στιγμήν
-σκανδαλίζουν τους σεμνοτέρους. Αντί όμως ν' αναφέρω κρίσεις
-και παρατηρήσεις ιδικάς μου, αι οποίαι πιθανόν, αν και το
-θέμα μου είνε κυνικόν, να ήσαν παρακινδυνευμέναι και
-απροσδιόνυσοι, προτιμώ να παραθέσω μίαν περικοπήν γλαφυράν
-και πνευματώδη εκ της μονογραφίας, την οποίαν πολλάκις
-προανέφερα. Ιδού αυτή: « Έχω κύνα καταγόμενον εκ του γένους
-τούτου, γεννηθέντα όμως εντός του κήπου μου και γόνον
-μητρός καταγωγής μη χυδαίας μέχρι της τετάρτης γενεάς. Ο
-κύων ούτος, τον οποίον κατέστησα φύλακα του κήπου μου,
-έγινεν εξαίρετος, εύσωμος, ρωμαλέος· μη υποστάς ποτε
-κακουχίας κατέστη σχεδόν ευγενής, αλλ' ευγενής νωπής
-χρονολογίας, ως οι &ιδαλγοί& της Ισπανίας. Είνε
-ανδρειότατος, φέρει ουράν ακεραίαν και πυκνήν, ανυψουμένην
-εν είδει λοφίου. Έχει το ήθος υπερήφανον. Εξέλεξε δύο
-θηλείας κίτρινου χρώματος (διότι αυτό το χρώμα, φαίνεται,
-προτιμά) καθαρίους και ευσάρκους. Τας τρέφει καλώς, κομίζων
-εις αυτάς εκλεκτά εδέσματα εκ του μαγειρείου, ένθα συχνάζει
-μετ' οικειότητος. Αι θήλειαι οφείλουν εις αυτόν υπακοήν.
-Είνε ηναγκασμέναι να μένουν εις το πρόθυρον του οίκου μου
-επί στρωμνής την οποίαν αυτός έσυρεν εκεί και έθεσεν εις
-την διάθεσίν των. Οψέποτε θέλουν να εξέλθουν διά να
-αναπνεύσουν και να κινηθούν ολίγον, πρέπει να συνοδεύωνται
-παρ' αυτού· ενώ αυτός απεναντίας δικαιούται να εξέρχεται
-μόνος, να ερωτοτροπή προς άλλας θηλείας της συνοικίας και
-να συνάπτη αιματηράς μάχας μετά των αντιζήλων». Ως βλέπετε,
-τα ήθη των τετραπόδων ως προς το κεφάλαιον τούτο δεν
-διαφέρουν από τα των διπόδων κατοίκων του τόπου, η δε
-ύπαρξις του χαρεμίου επιβάλλεται εις πάντα τα έμψυχα.
-
-Αλλ' όμως αυτή η περί τα ήθη ακρασία [42] κέκτηται
-σπουδαίαν ευεργετικήν επίδρασιν επί της δημοσίας υγείας.
-Μολονότι το πλήθος των κυνών είνε τοσούτο μέγα, η φοβερά
-νόσος της λύσσης είνε εν τούτοις σπανιωτάτη μεταξύ αυτών,
-ενώ παρ' ημίν, παρά τον περιωρισμένον αριθμόν και την κατ'
-έτος εξολοθρευτικήν περιοδείαν του κυνοθήρα, ολόκληρα
-καραβάνια λυσσώντων πέμπονται εκάστοτε προς τον Παστέρ. Ο
-διακεκριμένος επιστήμων συγγραφεύς της περί των κυνών
-μονογραφίας αποδίδει τούτο εις την οπωσδήποτε εύρεσιν της
-καθημερινής των τροφής, εις την αφθονίαν του ύδατος και προ
-πάντων εις την εύκολον και ακώλυτον εκπλήρωσιν των φυσικών
-ορμών. Διότι πανταχού, όπου οι κύνες υπόκεινται υπό την
-άμεσον εποπτείαν των ανθρώπων, οι οικοδεσπόται έργα Ηρώδου
-εκτελούντες, απορρίπτουν και εξαφανίζουν μετά πάντα τοκετόν
-κατά προτίμησιν τα θήλεα εκ των νεογνών, επειδή η
-συντήρησις των θηλέων είνε οπωσδήποτε οχληροτέρα εις τον
-οίκον. Τούτου ένεκα υπάρχει μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του
-αριθμού των δύο φύλων και συχνάκις βλέπομεν
-επαναλαμβανόμενον το θέαμα τεσσαράκοντα μνηστήρων
-καταδιωκόντων μίαν και μόνην Πηνελόπην. Ενώ εν
-Κωνσταντινουπόλει ο πληθυσμός αμφοτέρων των φύλων μένει
-άθικτος εν τη ισορροπία, την οποίαν ώρισεν η προνοητική
-φύσις. Ώστε η αγνεία [43] και η εγκράτεια δεν είνε
-προφυλακτικά κατά της λύσσης. Ας λάβουν, παρακαλώ, υπό
-σημείωσιν το πειστικώτατον αυτό παράδειγμα οι ευμενείς
-ακροαταί μου και ιδιαιτέρως εξ αυτών οι άγαμοι και οι
-εμφορούμενοι από ασκητικάς διαθέσεις.
-
-Πολλάκις εν τη ιστορία μνημονεύονται απόπειραι περί
-ελαττώσεως του οχληρού αριθμού των ζώων τούτων. Αλλ'
-ουδεμία αυτών, φαίνεται, ηυδοκίμησεν. «Επί Σουλτάνου Αχμέτ
-του Α', διηγείται ο Βυζάντιος (44), συμβάντος μεγίστου
-θανατικού, οι ιατροί, όλοι τότε σχεδόν Εβραίοι, επρότειναν
-ότι έπρεπε να ληφθή κατ' αυτών μέτρον, ως διαδιδόντων το
-μόλυσμα. Διέταξε λοιπόν ο Σουλτάνος να φονευθούν, αφού
-πρώτον ερωτηθή ο Σεϊχουλισλάμ· αλλ' εκείνος απήντησεν ότι
-τα ζώα έχουν ψυχήν και επομένως δεν δύναται τις ανεγκλήτως
-να τα φονεύση. Απεφασίσθη τότε να τα περιορίσουν είς τινα
-των παρακειμένων ερημονήσων κ' εκεί να τρέφωνται υπό των
-βυρσοδεψών, εις τους οποίους χρησιμεύουν τα περιττώματά
-των, και μετεκομίσθησαν χιλιάδες». Το αυτό έγινε και κατά
-τον παρόντα αιώνα επί της βασιλείας του Μαχμούτ. Ο
-μεγαλεπήβολος μονάρχης και πρώτος εισηγητής του πολιτισμού
-εις το οθωμανικόν κράτος, αφού επάταξε τους Γενιτσάρους,
-ηθέλησε να απαλλάξη την πρωτεύουσαν και απ' αυτής της
-ασχημίας. Αλλ', ως η παράδοσις διηγείται, έν των πλοίων των
-μετακομιζόντων το αλλόκοτον αυτό φορτίον εις τας
-ερημονήσους κατεποντίσθη, πολλοί δε των εξορίστων έσχον την
-τόλμην να διαπεραιωθούν νηχόμενοι [45], καίτοι η απόστασις
-είνε μεγάλη, εις το προσφιλές πάτριον έδαφος. Όθεν εξ
-οίκτου εφείσθησαν των λοιπών. Λέγεται ότι το πείραμα
-επανελήφθη μετά τινα χρόνον και μέγας αριθμός αυτών
-μετεκομίσθη είς τι παρά τον Ελλήσποντον μέρος, πλησίον της
-Καλλιπόλεως. Το πειναλέον στίφος αφεθέν ελεύθερον εις την
-ξηράν ερρίφθη εις τους πλησιοχώρους αμπελώνας της χώρας,
-σταφυλοβριθείς ένεκα της ώρας του έτους, και τους
-ελεηλάτησεν. Οι κάτοικοι αντεπεξήλθον κατά των επιδρομέων
-και παρεπονέθησαν κατά της πρωτοφανούς ταύτης κτηνοτροφίας,
-η οποία απέβαινε τόσον καταστρεπτική εις την γεωργίαν, διό
-διεκόπη η καταναγκαστική μετανάστευσις. Ήκουσα ωσαύτως εν
-Κωνσταντινουπόλει ότι προ ετών Ευρωπαίος τις επρότεινεν εις
-την κυβέρνησιν ν' αναλάβη τον καθαρισμόν της πρωτευούσης
-από των κυνών, πληρώνων μάλιστα και μικρόν τι τίμημα δι'
-έκαστον ωρισμένον αριθμόν αυτών, σκοπεύων να χρησιμοποιήση
-τα δέρματά των εις βυρσοδεψικήν βιομηχανίαν, αλλ' ο
-οθωμανικός πληθυσμός εξηγέρθη κατά της ασεβούς ταύτης
-εξωνήσεως, επενόησε δε τέχνασμα ευφυές προς ματαίωσιν
-αυτής. Την ημέραν του προσκυνήματος του Σουλτάνου
-ετοποθετήθη εις τον δρόμον, εκ του οποίου επρόκειτο να
-διέλθη η αυτοκρατορική συνοδία, κύων φέρων εξηρτημένην εκ
-του τραχήλου πινακίδα, εν είδει ικετηρίου αναφοράς των
-κυνών της πρωτευούσης, παραπονουμένων ότι αυτοί οι
-διακρινόμενοι διά την πίστιν των δεν ήτο δίκαιον να
-παραδοθούν εις χείρας απίστων. Ο άναξ εγέλασε και η άδεια
-της εξολοθρεύσεως δεν παρεχωρήθη.
-
-Ο Δε Αμίτσης αναφέρει ότι συχνάκις ενεργείται μερική
-εξολόθρευσις αυτών διά δηλητηρίου εις τας ευρωπαϊκάς της
-πόλεως συνοικίας, υπό των ιατρών και επιστημόνων, των
-οποίων τας νυκτερινάς μελέτας ταράσσει ο αέναος αυτών
-θόρυβος. Το τοιούτο όμως δεν αληθεύει, καθά επιτοπίως
-επληροφορήθην, διότι άλλως τε τον αθρόον αυτόν όλεθρον κατ'
-ουδένα λόγον θα ηνείχετο το οθωμανικόν στοιχείον. Το μέτρον
-εφηρμόσθη μόνον εν τη νήσω Πριγκίπω πρό τινων ετών υπό του
-έλληνος δημάρχου, φιλοπροόδου και δραστηρίου, απαλλάξαντος
-την περικαλή νησίδα από της αηδούς ταύτης λέπρας. Αλλ' εν
-τη ειρημένω νήσω ο πληθυσμός είνε αμιγής χριστιανικός. Οι
-Οθωμανοί, παρεκτός της οικτίρμονος προστασίας και
-περιθάλψεως, δεικνύουν προς τα ζώα ταύτα μακροθυμίαν και
-ανοχήν πολλάκις ακατανόητον. Ουδέποτε θα λησμονήσω σκηνήν
-τινα της οποίας παρέστην μάρτυς και ήτις κατέλιπεν εις το
-πνεύμα μου ανεξαλείπτους εντυπώσεις. Ήτο Παρασκευή, ημέρα
-του προσκυνήματος, τη ευμενεί δε συστάσει της ημετέρας
-προξενικής αρχής ηυτύχησα να εισαχθώ και να τοποθετηθώ εις
-το κομψόν παρά τα Ανάκτορα περίπτερον των ξένων, όπως
-απολαύσω κάλλιον του θεάματος. Το περίπτερον ήτο πλήρες
-ξένων περιηγητών και μελών του διπλωματικού σώματος, βόμβος
-δε ποικίλων γλωσσών αντήχει εν αυτώ. Το θέαμα ήτο εξαίσιον.
-Ο θαλπερός ήλιος του φθινοπώρου ήστραπτεν εις στερέωμα
-σαπφείρινον· πέραν εμάρμαιρε γαλανή η ακύμων Προποντίς και
-ο αργυροδίνης Βόσπορος, του οποίου τα νερά ηυλακούντο από
-μυριάδας ακατίων και μικρών ατμήρων σκαφών· αμαυρά δάση
-κυπαρίσσων διεχώριζον τους λευκάζοντας όγκους των διαφόρων
-συνοικισμών της ασιατικής όχθης, εκ των οποίων εξέφευγον
-κατ' αποστάσεις ευπετώς ως βέλη οι χαρίεντες μιναρέδες,
-άνωθεν δ' αυτών διά γραμμών μαλακών, διά κλίσεων νωχελών
-κατήρχοντο οι λόφοι οι επιστέφοντες τας μαγικάς ακτάς,
-περιβεβλημένοι στολήν χλοεράν αναπροσωπεύουσαν πάσας τας
-αποχρώσεις του πρασίνου. Ενώπιον ημών ωρθούτο νεοστιλβές
-και ελαφρόν ως αβροτέχνημα το σουλτανικόν τέμενος. Εις τα
-πέριξ ήσαν παρατεταγμένα τα διάφορα σώματα της επιλέκτου
-φρουράς της πρωτευούσης. Αι λόγχαι των στρατιωτών και τα
-χρυσά σειρήτια και αι επωμίδες των αξιωματικών ελαμποκόπουν
-εις τον ήλιον. Όπισθεν αυτών συνωστίζετο το πλήθος, τα
-ερυθρά δε φέσια των στρατιωτών και οι λευκοί πέπλοι των
-πυκνών ομίλων των Οθωμανίδων ωμοίαζον με εναλλασσούσας
-πρασιάς μηκώνων [46] και λευκανθέμων. Ήτο αληθής πανήγυρις
-αίγλης και χρωμάτων. Μία παρισινή κυρία, σύζυγος Γάλλου
-προξένου εν τη Ανατολή, ανήκουσα εις τον φιλικόν όμιλον εις
-τον οποίον και εγώ συμπεριελαμβανόμην και διά πρώτην φοράν
-βλέπουσα ως και εγώ το θέαμα, δεν έπαυε να μου επαναλαμβάνη
-ενθουσιώσα: — C'est merveilleus! C'est féérique!
-
-Η ώρα της τελετής προσήγγιζεν. Είχον ήδη προσέλθει
-λαμπροστόλιστοι ο μέγας βεζύρης, οι υπουργοί και πάντες οι
-ανώτεροι λειτουργοί του Κράτους. Ανεμένετο η άφιξις του
-άνακτος και κατά το έθιμον ερρίπτετο διά πτύων μετά σπουδής
-υπό εργατών χώμα εκ μικρού φορτηγού αμαξίου εις το
-προαύλιον του ναού, όπως διέλθη επί απατήτου χώρου η
-Μεγαλειότης Του. Αίφνης το όμμα μου θαμβωμένον εκ τόσης
-λάμψεως έπεσεν επί τινος αντικειμένου αμαυρού, κειμένου
-ακριβώς εν τω μέσω της ηλιοφωτίστου οδού και αντικρύ της
-εισόδου του προαυλίου· ήτο κύων εύσωμος, χρώματος
-υπομέλανος, όστις είχε κατακλιθή εκεί, συνεσπειρωμένος με
-το ρύγχος παρά την ουράν, υπνώττων μακαρίως. Ανέμενα να ίδω
-τινά εκ των τόσων στρατιωτών, εκ των τόσων εκεί φυλάκων της
-τάξεως και επιτηρητών της ευπρεπείας μεταβαίνοντα και
-αποδιώκοντα αυτόν· αλλ' ουδείς εκινήθη. Εν τω μεταξύ
-αφίκετο ο Παδισάχ εφ' αμάξης ανοικτής, εν τω μέσω διπλού
-στοίχου στραταρχών και πασσάδων με στολάς καταχρύσους, με
-στήθη διάστερα εκ παρασήμων, πεζή βαινόντων, ενώ όπισθεν
-της αμάξης έβαινε μετά σπουδής σμήνος ευνούχων και
-ιπποκόμων, με τας χείρας ευσεβάστως συμπεπλεγμένας. Η
-λαμπρά συνοδία παρήλθεν ως οπτασία, ενώ δε αντήχουν ακόμη
-βροντώδεις αι κραυγαί των στρατιωτών &Παδισαχήμ τσοκ
-γιασά.!& έστρεψα πάλιν το βλέμμα εις την οδόν . . . Ο κύων
-ήτο ακόμη εκεί εξηπλωμένος. Έπειτα εγένετο στρατιωτική
-παρέλασις. Τα τύμπανα εδούπησαν, αι σάλπιγγες ήχησαν οξέως,
-τα σείστρα διά των οποίων είνε εφωδιασμέναι κατ' εξαίρεσιν
-αι τουρκικαί στρατιωτικαί μουσικαί εκωδώνισαν. Εκινήθησαν
-οι λόχοι και τα τάγματα με τας σημαίας αναπεπταμένας, οι
-γιγάντειοι σωματοφύλακες, οι ζουάβοι με τας πρασίνας
-κιδάρεις, οι νευρικοί και ευκίνητοι Αλβανοί με τα σελάχια
-[47], οι ηλιοκαείς Σύροι, οι άλκιμοι [48] πεζοναύται·
-διήρχοντο πάντες ευθυτενώς με βήμα έρρυθμον, υπό τους
-ενθουσιώδεις ήχους των εμβατηρίων και αι σημαίαι
-προσέκλινον και οι άνδρες ανεφώνουν προ του μονάρχου,
-θεωμένου από τινος των παραθύρων του τεμένους. Έπειτα ήλθεν
-η θύελλα του ιππικού· αι ίλαι προέβησαν καλπάδην, και
-παρήλασαν· οι λογχοφόροι με τα μικρά σημαιοστεφή δόρατα, οι
-ελαφροί ιππείς με τους μέλανας κιρκασιανούς σκούφους, με τα
-ξίφη γυμνά και σελαγίζοντα υπό τον ήλιον. Ακολούθως η
-αυτοκρατορική συνοδία επανήλθε μετά της αυτής πομπής εις τα
-ανάκτορα, επομένου μακρού στοίχου αμαξών, ζηλοτύπως
-εγκλειουσών τας τιμαφλείς και απροσίτους καλλονάς του
-γυναικωνίτου. Και ο κύων εξηκολούθει να μένη εκεί ακίνητος·
-η δόξα, ο πλούτος, η ισχύς, το κάλλος, όλα τα μεγαλεία του
-κόσμου τούτου παρήρχοντο ενώπιόν του, και αυτός ο πλάνης
-και ανέστιος, ώς τις φακίρης ή φιλόσοφος κυνικός, ουδέ
-κατεδέχετο να εγείρη τους οφθαλμούς και να τα παρατηρήση!
-Ότε μετ' ολίγην ώραν επέστρεφα ιλιγγιών εκ της λαμπρότητος
-του θεάματος και ανεπόλουν πάσας αυτού τας λεπτομερείας, η
-σκιαγραφία του παραδόξου και φανταστικού εκείνου ζώου
-παρέμενεν ως μελανόν στίγμα εις όλην την εικόνα και
-ενεθυμούμην τα πενιχράς παρατάξεις μας κατά τας εθνικάς ή
-βασιλικάς εορτάς και ανελογιζόμην εν τη συμπαραβολή πόσα
-άρα γε άγρια λακτίσματα κλητήρων και πόσους σπαθισμούς θα
-εδέχετο όχι μόνον ο αυθάδης κύων, αλλά και ο ελεύθερος
-πολίτης, ο εκλογεύς και ο εκλέξιμος, ο οποίος ήθελε
-τολμήσει να τοποθετηθή εν μέση οδώ Ερμού κατά τοιαύτην
-ημέραν.
-
-Το κράτος των κυνών εν Κωνσταντινουπόλει θα διαρκέση άραγε
-επί πολύ; ο πληθυσμός αυτών θα προβαίνη διαρκώς
-πολλαπλασιαζόμενος; Το επ' εμοί πολύ αμφιβάλλω. Ο
-πολιτισμός εισχωρεί ραγδαίος και ακατάσχετος εις την
-γηραιάν καθέδραν των Σουλτάνων. Ο ατμός, ο δαίμων ο
-κυρίαρχος του αιώνος, βρέμει [49] ολίγα βήματα μακράν της
-Υψηλής Πύλης, όπου άλλοτε ωδηγούντο ταπεινωμένοι και
-περιδεείς οι πρέσβεις των ευρωπαϊκών κρατών, σύρων την
-επιμήκη αμαξοστοιχίαν, εκ της οποίας αποβιβάζεται απευθείας
-εκ Παρισίων προερχόμενος ο ξένος περιηγητής, με τον μακρόν
-αυτού αδιάβροχον μανδύαν και την θήκην των διόπτρων
-εξηρτημένην διά τελαμώνος [50] εκ των ώμων. Ο πολιτισμός
-παρορών τας ιστορικάς παραδόσεις, καταργών τα έθιμα,
-εκριζών τας προλήψεις θα επιβάλη και εκεί μίαν ημέραν
-συνθήκας κρείττονος δημοσίας υγιεινής και ευπρεπείας. Τότε
-το ταλαίπωρον των αδεσπότων κυνών γένος θα ελαττωθή
-επαισθητώς και ίσως εκλίπη παντελώς, μετ' αυτού δε θα
-συνεκλίπη και μία αφορμή αναμνήσεων, περιγραφών και
-δημοσίων αναγνωσμάτων.
-
-
-
-ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ
-
-Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ
-
-
-
-Ο κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος είνε έγγαμος, ετών 55, απολαύει
-του δικαιώματος της Ελληνικής ιθαγενείας, ως γεννηθείς υπό
-γονέων κλπ.
-
-Είνε αρχαίος ειρηνοδίκης, έχων σύνταξιν εκ δραχ. 73,27.
-Κερδίζει άλλας τόσας περίπου διοριζόμενος, χάρις εις το
-αρχαίον του αξίωμα, πραγματογνώμων υπό του δικαστηρίου, και
-— αλλά τούτο να μένη μεταξύ μας, επειδή ο κ. Ζαχαρίας δεν
-επιθυμεί να γίνη γνωστόν — ετέρας 50 δραχμάς περίπου κατά
-μήνα, αντιγράφων οίκοι δικαστικά έγγραφα, τα οποία του
-δίδει δικηγόρος τις, όστις προ δεκαπέντε ετών είχεν υπάρξει
-δεύτερος εξάδελφος της Παραδαρμένου, συχνάζων κατά
-συγγενικόν καθήκον εις την οικίαν, καθ' ήν εποχήν ο σύζυγος
-εξετέλει την &ελλειπτικήν& τροχιάν, ευρισκόμενος υπό τον
-αστερισμόν του Αιγόκερω.
-
-Διά των πόρων τούτων κατορθοί η οικογένεια να καταναλίσκη
-το ανάλογον μέρος καθ' εκάστην των θρεπτικών ουσιών, αι
-οποίαι ώρισται υπό της Προνοίας να διέρχωνται διά του
-πεπτικού σωλήνος αυτής, πριν ή φθάσουν εις την μητέρα γην.
-Δεν ηξεύρω όμως αν διά λόγους υγιεινής ή ένεκα ορμής
-φυλετικής η οικογένεια προτιμά ιδίως τας φυτικάς ουσίας· ο
-δε γάιδαρος του πλάνητος μανάβη, οσάκις διαβαίνει το πρωί
-εκ της οδού, ίσταται αυτομάτως προ της οικίας του κ.
-Ζαχαρία, βέβαιος ότι θα ελαφρυνθή εκείθεν ικανώς εκ του
-χλωρού αυτού φορτίου.
-
-Η γεωγραφική θέσις του κ. Παραδαρμένου είνε η εξής περίπου.
-Περιορίζεται προς βορράν υπό του κυλινδρικού πίλου του,
-ενδόξως αγωνισθέντος κατά εννέα χειμώνων και φέροντος τα
-ίχνη της ανδρείας του, και όστις, ενώ εγνώρισε πάντας τους
-δικολάβους της Στερεάς και της Πελοποννήσου, ουδέποτε
-ηθέλησε να σχετισθή και μετά τινος επιδιορθωτού πίλων· προς
-ανατολάς υπό της συζύγου του κ. Θεοδώρας και του μικρού
-γόνου αυτής Μιμίκου, προς δυσμάς υπό της θυγατρός του
-Ουρανίας, και προς νότον υπό της υπηρετρίας Βασίλως και του
-σκύλου του Μαύρου.
-
-Ο μαθηματικός ορισμός της οικογενείας Παραδαρμένου είνε
-περίπου ο εξής: Θεοδώρα: Ζαχαρίαν + Μιμίκω + Ουρανία +
-Βασίλω + Μαύρω = 10 : 5, το οποίον δηλοί ότι η εν τη
-οικογενεία αξία της κ. Θεοδώρας είνε διπλασία του συνόλου
-της αξίας πάσης της λοιπής οικογενείας.
-
-Σκιαγραφήσωμεν.
-
-Η κ. Θεοδώρα — σχήμα σφαιρικόν, πρόσωπον επίπεδον. Εκ των
-45 ετών αυτής εκράτησε 37, αγκυροβολήσασα εις αυτά και μη
-εννοούσα να εξέλθη. Αι δύο πλευραί αυτής, εις ικανήν
-απόστασιν απ' αλλήλων κείμεναι και στερούμεναι μέσων
-συγκοινωνίας, δεν έχουν πολλάς σχέσεις, και η μία αγνοεί τι
-πράττει η άλλη. Αγαπά τα κοπλιμέντα, τας όρνιθας και τα
-παγωτά.
-
-Η δεσποινίς Ουρανία — κόρη χλωρωτική και ισχνή ως τσίρος·
-μύτη επικίνδυνος, στόμα σουφρωτόν. Αγαπά τας καραμέλας και
-τα μυθιστορήματα.
-
-Ο Μιμίκος — ετών εννέα, χρώματος μεταξύ λάσπης και
-σοκολάτας, με δύο οφθαλμούς μεγάλους, με δύο μυκτήρας
-αείποτε καλλιρρόους, με δύο γόνατα πάντοτε χρωματισμένα.
-Αγαπά τα πάντα, ως και τα άωρα δαμάσκηνα της γειτόνισσας,
-και δεν αγαπά μόνον την Κατήχησιν και το καθάρσιον, το
-οποίον τακτικώς του χορηγεί ο πατήρ, διότι ανά πάσαν
-δεκαπενθημερίαν έχει και νέαν δυσπεψίαν.
-
-Η Βασίλω — πρόσωπον στρογγύλον ως πανσέληνος, κολλημένον
-αμέσως εις τον κορμόν, άνευ της επεμβάσεως του λαιμού, κόμη
-εν αταξία πάντοτε ως νεοσυλλέκτων τάγμα, φουστάνια κοντά,
-πους φιλελεύθερος, μη αναγνωρίζων τον περιορισμόν του
-υποδήματος. Αγαπά τα μπαρμπατσόνια και τα κοκκινογούλια.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας εκέρδισεν εκτάκτως προ δύο ημερών εκ μιας
-πραγματογνωμοσύνης 33 δραχμάς· επειδή δε είχεν υποσχεθή εις
-την οικογένειαν μίαν διασκέδασιν, μετά τον οικονομολογικόν
-τούτον θρίαμβον, έγιναν διαβούλια περί του είδους της
-διασκεδάσεως. Ο κ. Ζαχαρίας επρότεινε να μεταβούν δι'
-αμάξης εις την Κηφισιάν, όπου εγνώριζεν ένα κουμπάρον, ν'
-αγοράσουν τα τρόφιμα και να πάρουν μαζί των και την Βασίλω
-διά να μαγειρεύση, αφού δε ήθελον διέλθει την ημέραν εις
-την εξοχήν, να επιστρέψουν το εσπέρας πεζοί. Η Ουρανία, άμα
-ήκουσε την ρομαντικήν ταύτην διασκέδασιν, κατεβίβασε τας
-κόρας και εστέναξεν. Ο Μιμίκος επρότεινε ν' αγοράσουν ένα
-ταψί μπακλαβάδες και ένα καλάθι ροδάκινα. Αλλ' η κυρία
-Θεοδώρα επεμβάσα επισήμως διεκήρυξεν ότι, επειδή είχεν
-ακούσει παρά μιας φιλαινάδας της, της οποίας η γυναικαδέλφη
-είχε μεταβή μίαν εσπέραν εις τον &«Απόλλωνα»,& ότι ο
-Φαύστος έπαιξε περίφημα την Τραβιάτα, διά τούτο έπρεπε να
-υπάγουν την Κυριακήν το εσπέρας εις τον &«Απόλλωνα& και δεν
-θέλει άλλα λόγια.
-
-Ήδη από του Σαββάτου λοιπόν τα πάντα ήσαν άνω κάτω εν τη
-οικία. Η κυρία Θεοδώρα ετακτοποίει έν φόρεμα μελιτζανί, το
-οποίον, ως η ιερά σημαία του Προφήτου, εξεθάπτετο μόνον εις
-ωρισμένας ημέρας από του κιβωτίου, παραστάν ως μάρτυς καθ'
-απάσας τας επισήμους περιστάσεις της οικογενείας
-Παραδαρμένου. Η δεσποινίς Ουρανία ίστατο πολλάκις προ του
-κατόπτρου, στριφογυρίζουσα το πρόσωπον, ίνα ίδη εις οποίαν
-στάσιν η μύτη της εφαίνετο ολιγώτερον σουβλερή. Η Βασίλω,
-αφού εκαθάρισε τεσσαράκοντα επτά κολοκύνθια, έπλυνεν ένα
-πανταλόνι του κ. Ζαχαρία, χρώματος κιτρίνου. Ο Μιμίκος
-εζήτει επιμόνως να μάθη αν εντός του θεάτρου επώλουν
-κουραμπιέδες, έτρεχε δι' όλης της ημέρας εις τον δρόμον,
-πετροβολών την δαμασκηνέαν του αντικρύ κήπου, ότε δε
-εισήρχετο εις την οικίαν, έκοπτε πάντοτε υπερμέγεθες
-τεμάχιον άρτου, προς μεγίστην απελπισίαν της κ. Θεοδώρας.
-
-Την εσπέραν, ότε ήλθεν ο κ. Ζαχαρίας, παρεκάθισαν εις το
-δείπνον, και μετά τούτο εξήλθον προ της οικίας αφόβως και
-απαθώς την εσπέραν εκείνην, διότι από πρωίας είχον πληρώσει
-τα οφειλόμενα εις τον αντικρυνόν μπακάλην. Προ της θύρας
-της οικίας ήτο συνήθεια να γίνεται μικρά συναναστροφή, εις
-την οποίαν ελάμβανε μέρος είς απόστρατος ανθυπασπιστής, μία
-μαία και μία σύζυγος δικαστικού κλητήρος. Η κυρία Θεοδώρα
-έστρεψεν επίτηδες την συνομιλίαν επί το θέμα των
-διασκεδάσεων, διά να αναγγείλη εις την ομήγυριν την μεγάλην
-απόφασιν. Ο γέρων ανθυπασπιστής εγρύλλισεν, ειπών ότι
-προτιμά έν εκατοστάρι ρητινίτου από το καλύτερον θέατρον
-του κόσμου. Η σύζυγος του κλητήρος είπεν ότι μίαν ημέραν
-κατά τύχην μετέβη εις το Φάληρον μετά τινος κυρίας, όπου
-είδε τας Γαλλίδας δεικνυούσας τον πόδα γυμνόν μέχρι του
-γόνατος και εσταυροκοπήθη. Τότε παρεμβάς ο κ. Ζαχαρίας
-ανέφερεν ότι προ ένδεκα ετών είχεν ίδει εις έν μέρος της
-Πελοποννήσου ένα των σπουδαιοτέρων θεατρικών θιάσων,
-συγκείμενον εκ τριών άρκτων και τεσσάρων πιθήκων, προσέθηκε
-δ' ότι το θέατρον είνε η διανοητική συγχρώτισις της
-αλληλουχίας του πνεύματος, συνδυαζομένη μετά της
-συνθηματικής αποσκιρτήσεως του ανθρωπίνου γένους.
-
-Με αυτήν την γλώσσαν ωμίλει συνήθως κατά τας επισήμους
-στιγμάς ο κ. Ζαχαρίας, την δε γνώμην ταύτην επεδοκίμασεν η
-μαία, κλίνουσα επανειλημμένως την κεφαλήν.
-
-Μετά την λέσχην η συναναστροφή διελύθη, η δε οικογένεια
-εισήλθεν εντός του οίκου. Την εσπέραν εκείνην είχε λάβει
-προς αντιγραφήν δεκατρία έγγραφα, και ότε η εργασία ήτο
-υπερβάλλουσα, η αξιέραστος Ουρανία συνήθιζε να βοηθή τον
-γεννήτορα, αντιγράφουσα και αυτή.
-
-Ο Μιμίκος εκάθητο πλησίον των μελετών το μάθημα της
-Κατηχήσεως, αλλ' εις το πνεύμα του ανεκυκάτο η ιδέα του
-θεάτρου και των κουραμπιέδων.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας υπαγορεύει:
-
- — «Ο αντίδικος διά της από 11 Μαρτίου εφέσεώς του . . . »
-
-Αίφνης ο Μιμίκος διακόπτει:
-
- — Μπαμπά, διατί λέγεται Σύμβολον της Πίστεως;
-
- — Σύμβολον της Πίστεως λέγεται διότι συμβάλλει εις την
-Χριστιανικήν πίστιν, ήτις διαιρείται εις την Κατήχησιν και
-την Χρηστομάθειαν . . . το οποίον τα καλά παιδία δεν πρέπει
-να σκοτίζουν τον πατέρα των, όταν γράφη . . . . . «εφέσεως
-ενώπιον των εν Παρνασίδι . . . »
-
-Ο Μιμίκος ψιθυρίζει αποστηθίζων:
-
- — Το Σύμβολον της Πίστεως διαιρείται εις άρθρα . . .
-Αιφνιδίως αποτεινόμενος προς τον κ. Ζαχαρίαν λέγει
-υψηλοφώνως:
-
- — Μπαμπά, εχθές είδα που εκόλλησαν ένα χαρτί κόκκινο και
-έλεγε «Ριγολέττος». Τι θα ειπή Ριγολέττος;
-
- — «Των εν Παρνασίδι Πρωτοδικών . . . ». Ριγολέττος είνε
-λέξις σύνθετος. &Ριγώ& ελληνιστί σημαίνει &κρυώνω&, letto
-δε ιταλιστί σημαίνει &κρεββάτι&. Αρά Ριγολέττος είνε
-εκείνος, όστις κρυώνει εις το &κρεββάτι&.
-
- — Ας σκεπασθή με το πάπλωμα, λέγει η κυρία Θεοδώρα
-παρακαθημένη και πλέκουσα κάλτσαν. Και η Βασίλω ακούσασα
-απέρχεται καγχάζουσα επί τη αστειότητι ταύτη της κυρίας
-της.
-
-Και ούτως εξακολουθεί η σκηνή, μέχρις ότου ο μεν Μιμίκος
-αποκοιμάται επί της τραπέζης και φέρεται υπό της μητρός του
-εις την κλίνην, η δε δεσποινίς Ουρανία θέτει το τελευταίον
-«πληρεξούσιος δικηγόρος». Η οικογένεια τότε κατακλίνεται.
-
-Την επαύριον άμα τη εξεγέρσει επικρατεί αληθής αναστάτωσις
-εν τη οικία. Η κυρία ηγέρθη επίτηδες πρωί και μετέβη εις
-την εκκλησίαν, όπως επιδείξη το &μελιτζανί&, εύρε δε
-ταυτοχρόνως τον τρόπον μεταξύ δύο σταυροκοπημάτων ν'
-αναγγείλη την έκτακτον απόφασιν εις μίαν φίλην. Μετά την
-επάνοδόν της εκ της εκκλησίας ο κ. Ζαχαρίας εξέρχεται όπως
-αγοράση τα εισιτήρια. Η κυρία Θεοδώρα προβαίνουσα από του
-παραθύρου φωνάζει εις τον σύζυγόν της μεγαλοφώνως, όπως
-ακουσθή υπό των γειτόνων, να εκλέξη τέσσαρα καλά εισιτήρια,
-και να είνε μεσαία, διότι αυτά είνε καλύτερα. Ο κ. Ζαχαρίας
-στρέφεται και την καθησυχάζει. Ο πίλος του υπό τας ακτίνας
-του ηλίου αποκτά χροιάν αιματόχρουν, το δε πανταλόνιόν του
-θαμβώνει τον κόσμον, αντανακλών τον ήλιον ως κάτοπτρον. Υπό
-θέρμην 36 βαθμών μεταβαίνει εις τον &«Απόλλωνα»&, αλλ' εκεί
-μανθάνει ότι κατά την ώραν εκείνην τα εισιτήρια πωλούνται
-εις το καφενείον &«Παρθενώνα»&. Επιστρέφει λοιπόν
-βλασφημών, οπτός ως &ροσμπίφ&, αγοράζει τα εισιτήρια εις
-τον &«Παρθενώνα»& και φθάνει εις την οικίαν του περίρρυτος
-εκ του ιδρώτος, όστις διαφεύγει και μέσον των υποδημάτων
-αυτού.
-
-Η κυρία Θεοδώρα παρατηρούσα τα εισιτήρια και βλέπουσα 95,
-97 κλπ. αρχίζει να επιτιμά τον σύζυγόν της ότι δεν είνε
-κατά σειράν. Ο κ. Ζαχαρίας ουδ' αυτός δύναται να εξηγήση το
-φαινόμενον· αλλ' επειδή τον διεβεβαίωσαν ότι οι αριθμοί
-ήσαν συνεχείς, υποθέτει ότι εις τα θέατρα, κατά το νεώτερον
-σύστημα, κατήργησαν τους διπλούς αριθμούς διά να φαίνωνται
-περισσότεροι οι θεαταί.
-
-Η ημέρα παρήλθεν άνευ ετέρων επεισοδίων. Μόνον σφοδρά
-λογομαχία ηγέρθη περί της αιφνιδίου απωλείας 30 λεπτών,
-προωρισμένων διά πετρέλαιον, τα οποία είχε κλέψει ο Μιμίκος
-και εξοδεύσει ήδη εξ αυτών 15 διά ροδάκινα. Η κυρία Θεοδώρα
-υπώπτευεν ως ένοχον της κλοπής την Βασίλων και επεφυλάσσετο
-να κάμη την επαύριον τας ανακρίσεις φοβουμένη μη την ημέραν
-εκείνην ζητήση η υπηρέτρια να φύγη, αν της εγίνετο
-παρατήρησις, και ματαιωθή ούτως η διασκέδασις. Η δεσποινίς
-Ουρανία ανέγνωσεν είκοσι σελίδας του μυθιστορήματος, το
-οποίον ανεγίνωσκεν ολόκληρον τακτικώς κατά διμηνίαν. Η
-Βασίλω έχαιρε κρυφά και ηγαλλία διότι έμελλε την εσπέραν να
-μείνη μόνη, πράγμα σπάνιον και ασύνηθες εις την οικίαν
-εκείνην. Είχε δε λόγους να χαίρη περισσότερον, διότι την
-πρωίαν μεταβάσα εις του μπακάλη προς αγοράν βουτύρου,
-ανήγγειλε γεγωνυία τη φωνή την μέλλουσαν νυκτερινήν έξοδον
-της οικογενείας, και τούτο καθότι ευρίσκετο εντός Ανδριός
-τις επίστρατος, συμπατριώτης, πολλάκις διά λόγων και διά
-βλεμμάτων θερμών εκφράσας εις αυτήν την φλόγα του, όστις
-εκέρασεν επί τω ακούσματι 15 λεπτών μαστίχαν τους
-συντρόφους του.
-
-Προς το εσπέρας η οικογένεια, κατά πάντα ενδυμένη και
-καλλωπισμένη, εδείπνησεν εν βία, διότι η ώρα της
-αναχωρήσεως προσήγγιζεν. Ο κ. Ζαχαρίας δι' όλου του
-απογεύματος κατείχετο υπό μελομανίας και εξετέλεσεν εξάκις
-ταπεινοφώνως έν &χερουβικόν&. Εις την τράπεζαν δεν είχεν
-όρεξιν πολλήν, διό παρήγγειλεν εις την Βασίλων να του
-φυλάξη το δείπνον, διά να το φάγη μετά το θέατρον. Τέλος
-εξεκίνησαν εν πομπή και παρατάξει μετά θορύβου τοιούτου, ως
-να εξεκίνει διά τα σύνορα τοπομαχική πυροβολαρχία. Η Βασίλω
-προέβη από του παραθύρου, στηριζομένη επί των χονδρών
-αγκώνων και μειδιώσα ηλιθίως, ο δε κ. Ζαχαρίας εκ της οδού
-συνέστησεν εις αυτήν μεγαλοφώνως να φυλάττη το σπίτι, μη
-τύχη και συμβή τίποτε. Οι γείτονες, η μαία, η σύζυγος του
-κλητήρος, ο μπακάλης προέβησαν από του παραθύρου,
-παριστάμενοι εις την παρέλασιν. Η κυρία Θεοδώρα εχαιρέτα
-εναβρυνομένη [51], ο δε κ. Ζαχαρίας προσεπάθει να
-καταβιβάση το κίτρινον πανταλόνιον, το οποίον βραχυνθέν
-κατά το πλύσιμον εξικνείτο μέχρι του μέσου της κνήμης,
-αφήνον να φαίνωνται ολόκληρα τα χάσματα των υποδημάτων.
-Παρά το κίτρινον πανταλόνιον ήστραπτεν εις τας τελευταίας
-λάμψεις του λυκαυγούς το &μελιτζανί& της κυρίας Θεοδώρας
-και τα δύο εφαίνοντο εντός της αμφιλύκης [52] ως φωτεινά
-μετέωρα, απέναντι των οποίων ωχρία η λευκή εσθής της
-Ουρανίας, περιπατούσης με οφθαλμούς ημικλείστους και
-διαγραφούσης καμπύλας διά της ρινός εις τον αέρα. Ο Μιμίκος
-εξηκολούθει ροκανίζων τεμάχιον άρτου, μη προφθάσας να ρίψη
-την τελευταίαν πέτραν κατά της δαμασκηνέας. Ο σκύλος της
-οικογενείας Μαύρος ητοιμάσθη σαίνων την ουράν, να τους
-ακολουθήση, αλλ' ο κ. Ζαχαρίας και ο Μιμίκος κατεδίωξαν
-αυτόν διά ραβδισμών και λιθοβολισμών μέχρι της οικίας.
-
-Από την συνοικίαν του αγίου Κωνσταντίνου, όπου κατώκουν,
-έφθασαν εις την πλατείαν της Ομονοίας. Εκεί η κυρία
-Θεοδώρα, κατανοήσασα το μήκος της οδού, εξέφρασε την
-επιθυμίαν περί αμάξης. Αλλ' ο αμαξηλάτης, προς τον οποίον
-απετάθη ο κ. Ζαχαρίας δεικνύων εν τη παλάμη τέσσαρα
-εικοσιπενταράκια, απήντησε μετά σπανίας ευγενείας ότι
-ημπορούσε να τα κρεμάση εις τον λαιμόν της γυναικός του. Η
-απάντησις εξήψε την οργήν του κ. Ζαχαρία και του ήλθεν
-όρεξις να εκπλύνη δι' αίματος την ύβριν. Αλλά, συλλογισθείς
-ότι, αν συνέβαινέ τι εις τον ηνίοχον, τα άλογα έμελλον να
-μείνουν ορφανά, εκινήθη εις τον οίκτον και υπέμεινε
-χριστιανικώς την αυθάδειαν.
-
-Ήρχισαν λοιπόν την πεζοπορίαν υπό οιωνούς κακούς, και διά
-τούτο τα επεισόδια καθ' οδόν ήσαν θλιβερά. Κυκλοτερές ήμισυ
-λεμονίου ριφθέν υπό μιας μάγκας καθ' ετέρας επέτυχεν
-απεναντίας και κατεσπίλωσε το &μελιτζανί& φόρεμα της κυρίας
-Θεοδώρας, ήτις αφήκε κραυγήν λεαίνης πληγείσης. Ενώ δε ο κ.
-Ζαχαρίας έστρεφε τα νώτα όπως παρατηρήση, μικρός πωλητής
-του &«Εθνικού Πνεύματος»&, ελαύνων από ρυτήρος, συνεκρούσθη
-μετ' αυτού, και εκ του τιναγμού ο σεβάσμιος πίλος έπεσε
-κατά αυτού, κυλισθείς εντός του βορβόρου. Η ρις της
-δεσποινίδος Ουρανίας παρ' ολίγον συνεκρούετο με μίαν
-άμαξαν. Ο Μιμίκος κατά πάντα πέντε λεπτά ηφανίζετο καθ'
-οδόν, όπως αγοράση αχλάδια ή κώνους αραβοσίτου ψητούς, η δε
-οικογένεια ηναγκάζετο να στέκη και να τον αναζητή μετά
-φωνών· την τρίτην φοράν μάλιστα οι σύζυγοι Παραδαρμένου
-ήρχισαν ν' ανησυχούν σπουδαίως, διότι ο Μιμίκος δεν
-ευρίσκετο. Η κυρία Θεοδώρα ωρύετο ότι τον κατεπλάκωσεν
-άμαξα· ο κ, Ζαχαρίας εγύριζεν ωσάν σβούρα κράζων το τεκνίον
-και ερωτών τους διαβάτας. Εκ του κανθού του οφθαλμού της
-Ουρανίας έν δάκρυ επειράθη να εξέλθη επί ματαίω. Τέλος ο
-άρρην απόγονος της οικογενείας Παραδαρμένου ανευρέθη ερίζων
-μετά τινος κουλουρτζή και ζητών ν' αγοράση τρεις κουλούρας
-αντί δέκα λεπτών. Ο κ. Ζαχαρίας συνέλαβεν αυτόν εκ του
-ωτίου και το άκρον του πέλματός του απετέθη τότε ως εξ
-ενστίκτου ουχί πολύ απαλώς επί των νώτων του γόνου αυτού.
-
-Τέλος μεθ' όλας τας περιπετείας ταύτας η οικογένεια αφίκετο
-σώα εις τον κήπον του &«Απόλλωνος»&. Ηναγκάσθησαν να
-περιμένουν, διότι αι θύραι ήσαν ακόμη κλεισταί· και
-μετέβησαν περιπατούντες μέχρι της γέφυρας του Ιλισσού. Ο κ.
-Ζαχαρίας έδειξεν εις την οικογένειαν το Στάδιον, εξηγήσας
-εις αυτήν ότι εις την αρχαιότητα έκειτο εκεί η οδός
-Σταδίου, ήτις είνε σήμερον παρακάτω, και εις την ερώτησιν
-του Μιμίκου απήντησεν ότι εκαλείτο ούτω διότι και οι
-αρχαίοι συνήθιζον να πίνουν &μισή στα δύο&. Αφού
-περιειργάσθησαν, επέστρεψαν και εισήλθον εις το θέατρον.
-Σύμπασα η οικογένεια είχε καταστή επιμήκης. Το πρόσωπον της
-κυρίας Θεοδώρας είχε καταβιβασθή· η κοιλία του Μιμίκου είχε
-προεκταθή· η ρις της δεσποινίδος Ουρανίας είχει λάβει
-διαστάσεις τολμηράς ως το κωδωνοστάσιον του Στρασβούργου.
-Το μόνον πράγμα το οποίον είχε βραχυνθή ήτο το κίτρινον
-πανταλόνιον του κ. Ζαχαρία, φωσφορίζον υπό την λάμψιν του
-φωταερίου.
-
-Εκάθισαν τέλος εις τα θρανία και ήρχισαν να ρίπτουν
-περίεργα βλέμματα. Ο Μιμίκος, όπως εύρη το ιδικόν του
-κάθισμα, ήρχισε να μετρά μεγαλοφώνως τους αριθμούς, πατών
-δεξιά και αριστερά τους παρακαθημένους, οι οποίοι τον
-απεδίωκον σπρώχνοντες μετ' αγανακτήσεως. Η κυρία Θεοδώρα
-ήρχισε να παραπονήται ότι το φανάρι την εμποδίζει να βλέπη,
-και απήτει να μεταβή ο σύζυγός της να ειπή να το εκβάλουν
-εκείθεν. Η δεσποινίς Ουρανία, ιδούσα επίκουρόν τινα ιατρόν
-καθίσαντα ολίγον απωτέρω και περιέργως ενατενίσαντα αυτήν,
-αφήκε στεναγμόν, εξυπνίσαντα γέροντά τινα παρ' αυτήν
-καθήμενον και υπνώττοντα ησύχως. Κατ' αρχάς ωμίλουν
-ταπεινοφώνως, αλλ' άμα είδον ότι πάντες ωμίλουν υψηλή τη
-φωνή, ήρχισαν και αυτοί να ωρύωνται συνομιλούντες και
-σχολιάζοντες. Ο κ. Ζαχαρίας ενεθυμήθη την Βασίλων, τι να
-κάμνη κατ' εκείνην την ώραν. Ακούσασα το όνομα της
-υπηρετρίας η κυρία Θεοδώρα ενθυμήθη την κλοπήν των
-τριάκοντα λεπτών και πορφυρά γενομένη εκ της οργής, εδήλωσε
-μεγαλοφώνως ότι αύριον θα την πνίξη με τα χέρια της. Τόσον
-δε φοβερά ήσαν και η όψις της και οι λόγοι της, ώστε νέα
-κυρία, εισερχομένη κατ' εκείνην την στιγμήν εις την αυτήν
-σειράν των θρανίων, ετρόμαξε και εφοβείτο να προχωρήση. Ο
-Μιμίκος κατεβασάνιζε τον γεννήτορα δι' ερωτήσεων:
-
- — Μπαμπά, αυτό που είνε ζωγραφισμένο είνε η Τραβιάτα; . .
-.
-
- — Σιώπα, ανόητε· αυταί είνε αι τρεις Χάριτες, ήγουν η
-Ατροπός, η Κλεοπάτρα . . . και η Καλλιόπη.
-
- — Μπαμπά, διατί παίζει η μουσική;
-
- — Η μουσική παίζει διά να διασκεδάζουν αυτοί οπού
-τραγουδούν, και διά να ακούη ο κόσμος.
-
- — Μπαμπά, εκείνη είνε η Καλλιόπη η κόρη της κυρά-
-Χρίσταινας; . . .
-
- — Η Καλλιόπη ήτο βασίλισσα των Αργοναυτών και σύζυγος του
-Οιδίποδος, η οποία . . . μου εσκότισες το κεφάλι.
-
-Τέλος η αυλαία ανεσύρθη. Η οικογένεια Παραδαρμένου
-επίστευεν ότι εδίδετο η &Τραβιάτα&, ενώ απεναντίας
-παριστάνετο το Ballo in Maschera. Επομένως εζήτουν να
-μάθουν πού είνε η Τραβιάτα. Ότε ετελείωσεν η πρώτη πράξις,
-ο κ. Ζαχαρίας απεφάνθη δογματικώς ότι αυτό το παιδί, εννοών
-τον Οσκάρ, έκαμε πολύ καλά το μέρος του. Μόλις εφάνη κατά
-την δευτέραν πράξιν η Αμαλία, και η κυρία Θεοδώρα ανεβόησεν
-ότι αυτή πρέπει να ήτο η Τραβιάτα, αλλά δεν της εφαίνετο
-πολύ φθισική, ως είχεν ακούσει παρά της Ουρανίας, ήτις
-είχεν αναγνώσει το μυθιστόρημα. Η παρατήρησις αύτη
-υψηλοφώνως γενομένη εν τω μέσω της σιγής εφείλκυσε την
-προσοχήν των παρακαθημένων, στραφέντων και παρατηρούντων
-αυτούς μετά περιέργου μειδιάματος. Τέλος είς των γειτόνων
-ευσπλαγχνίσθη αυτούς και εξήγησεν εις τον κύριον Ζαχαρίαν
-το λάθος των, ομιλήσας εις αυτόν περί των μελοδραμάτων, τα
-οποία είχον δοθή εις τον &«Απόλλωνα»& διότι ήτο θαμών του
-&« Απόλλωνος»&, συχνάζων τακτικώς πάσαν Κυριακήν, και
-ηθέλησε να δείξη την περί τα θεατρικά υπεροχήν του. Ο κ.
-Ζαχαρίας, προσέχων εις το μελόδραμα και ακούων ταυτοχρόνως
-τους λόγους του κυρίου εκείνου, μετεβίβασε τας πληροφορίας
-ταύτας εις την οικογένειαν, ειπών ότι το παριστανόμενον
-μελόδραμα δεν ήτο η &Τραβιάτα& αλλά το Ballo in Maschera,
-ήγουν &Χορός Μεταχειρισμένων&, εις το οποίον λαμβάνει μέρος
-η Λίνδα, της οποίας ο σύζυγος δεν θέλει να της επιτρέψη να
-χορεύση και διά τούτο φονεύει τον καταστηματάρχην του
-χορού, η δε Λίνδα τρελλαίνεται. Ο Μιμίκος ηρώτησε πώς
-τρελλαίνεται, ο δε κ. Ζαχαρίας απήντησεν ότι ο εγκέφαλος
-της ανθρωπίνης διανοίας είνε αφετηρία, διά της οποίας το
-μουσικόν αίσθημα εγκαθίσταται εις το πνεύμα του ανθρώπου,
-όταν προσέχη εις το μελόδραμα.
-
-Εις έν των διαλειμμάτων η οικογένεια ηθέλησε να εξέλθη έξω
-εις τον κήπον. Ενώ δε ητοιμάζοντο να παρακαθίσουν εις έν
-τραπέζιον, ήκουσαν φωνάς γοεράς. Έδραμον και είδον τον
-Μιμίκον παλαίοντα μεταξύ των χειρών του καφεπώλου, διότι
-είχε φωραθή κλέπτων έν γλύκυσμα. Ο πατήρ ηναγκάσθη να
-πληρώση αυτό και να ελευθερώση τον μικρόν κλέπτην,
-φιλοδωρήσας αυτόν μέ τινα ραπίσματα. Η σκηνή αύτη ενέβαλε
-την οικογένειαν εις μεγίστην σύγχυσιν και ταραχήν. Η κ.
-Θεοδώρα ήρχισε να καταράται την ώραν. Ο κ. Ζαχαρίας παρ'
-ολίγον ήρχετο εις χείρας μετά του υπηρέτου, διότι, ότε
-εζήτησε νερά, εκείνος έφυγε χωρίς καν να δώση ακρόασιν.
-Ένεκα της ζάλης αυτών, ότε εισήλθον εις το θέατρον,
-κατέλαβον κατά λάθος, τας θέσεις άλλων, και ότε ήλθον
-ούτοι, ενώ ήδη η πράξις είχεν αρχίσει, ηναγκάσθησαν να
-εγερθούν ερίζοντες, προκαλούντες τας επανειλημμένας του
-κοινού αποδοκιμασίας. Αλλ' ενώ ηγείροντο, έν κατάρατον
-καρφίον σχίζει τας κάτω επιπέδους χώρας του πανταλονίου του
-κ. Ζαχαρία, όστις φέρει την χείρα εις τα αιδήμονα εκείνα
-μέρη, αφήσας οιμωγήν απεριγράπτου πόνου, και εν τω θορύβω
-του και τη συγχύσει πατεί το κράσπεδον του &μελιτζανιού&
-φορέματος της κυρίας Θεοδώρας, το οποίον αποσπάται της
-ζώνης αυτής μετά τριγμού θλιβερού. Η κυρία Θεοδώρα
-στρέφεται και εξακοντίζει κατ' αυτού βλέμμα πλήρες
-νιτρογλυκερίνης, φωνάζουσα ταυτοχρόνως:
-
- — Στραβομάρα!
-
-Ο κ. Ζαχαρίας, έμφοβος ως ο Αδάμ υπό την πυρίνην ρομφαίαν
-του αγγέλου, αποσύρεται άγων εκ της χειρός τον Μιμίκον, και
-κρατών διά της ετέρας την υπό τους νεφρούς χώραν, σύμπασα
-δε η οικογένεια τον ακολουθεί και κάθηται είς τινα θρανία
-παρά την γωνίαν άναυδος και άφωνος. Μόνη η κυρία Θεοδώρα
-κοχλάζει ως βυτίον πλήρες νεογενούς γλεύκους [53]. Αλλά
-μετά τινας στιγμάς ο Μιμίκος, όστις εκάθητο παραδόξως
-ησυχάζων, αρχίζει να κινήται, να μορφάζη, να προσβλέπη μετ'
-αγωνίας τους γονείς και να γρυλλίζη υποκώφως. Η μύτη της
-δεσποινίδος Ουρανίας, στρεφομένη αποτόμως ως λόγχη, του
-επιβάλλει σιωπήν, ο δε πατήρ τον συγκρατεί διά των χειρών.
-Εκείνος όμως εξακολουθεί περιστρεφόμενος και επί τέλους
-αναφωνεί οδυνηρώς:
-
- — Μπαμπά, μπαμπά! . . .
-
- — Σιωπή!
-
- — Μπαμπά, μπαμπά . . . δεν ημπορώ . . .
-
-Και συστρέφεται και ωχριά. Η κυρία Θεοδώρα στρέφεται και,
-βλέπουσα την οδύνην του σκύμνου αυτής, ορμά αφήνουσα
-σπαρακτικήν κραυγήν:
-
- — Το παιδί μου!
-
-Η φωνή αύτη εμβάλλει εις αναστάτωσιν το ακροατήριον, το
-οποίον φωνάζει, επιβάλλει σιωπήν, εγείρεται επί των θρανίων
-και παρατηρεί. Οι αοιδοί διακόπτουν το άσμα· η μουσική
-παύει. Τρέχουν κλητήρες και υπαστυνόμοι. Οι αξιωματικοί
-ξιφουλκούν και πηδούν από τα θρανία. Η δεσποινίς Ουρανία,
-βλέπουσα όλην αυτήν την ταραχήν, καταλαμβάνεται υπό
-νευρικών σπασμών. Η μήτηρ της τρέχει και την υποστηρίζει·
-προσέρχεται και εν σπουδή, είς επίκουρος ιατρός, αλλά δι'
-ενός τινάγματός της η πάσχουσα χώνει την αιχμήν της μύτης
-της εντός του οφθαλμού του ιατρού και σχεδόν τον τυφλώνει.
-Ο κ. Ζαχαρίας μένει ως άγαλμα κρατών εκ της χειρός τον
-Μιμίκον, όστις ταράσσεται ως δαιμονιών και κραυγάζει:
-
- — Μπαμπά, δεν βαστώ . . . η κοιλιά μου . . .
-
-Τότε ο κ. Ζαχαρίας εννοεί ότι ο γόνος του πάσχει εκ των
-αποτελεσμάτων της αδηφαγίας του και ζητεί να τον φέρη έξω.
-Η κυρία Θεοδώρα του φωνάζει λυσσώσα:
-
- — Τι στέκεσαι, κρεμανταλά; πάρε το παιδί έξω σε μίαν άκρη.
-
-Ο Μιμίκος ουρλιάζει.
-
- — Μπαμπά, μπαμπά . . .
-
-Ο κ. Ζαχαρίας εννοών το κρίσιμον της θέσεως εξέρχεται
-δρομαίως, φέρων, κατ' ιστορικήν αντίθεσιν, αυτός Αγχίσης
-τον μικρόν Αινείαν επί των ώμων. Αλλά πριν ή προφθάση να
-εξέλθη, η όσφρησίς του μανθάνει πρώτη ότι το διάβημά του
-γίνεται αργά· επομένως καταθέτει κατά γης τον Αινείαν μετά
-μορφασμού αποστροφής.
-
- — Διατί δεν το πηγαίνεις έξω; του φωνάζει με
-σπινθηροβολούντος οφθαλμούς η κυρία Θεοδώρα.
-
- — Δεν είνε πλέον ανάγκη! απαντά μετά τόνου απελπιστικού ο
-σύζυγος.
-
-Η κυρία Θεοδώρα εννόησε το πολυσήμαντον τούτο &τετέλεσται&.
-Εγείρεται λοιπόν μετά της Ουρανίας, της οποίας έπαυσαν οι
-σπασμοί, και εξέρχονται εν τω μέσω διπλού στοίχου
-περιέργων, οίτινες καγχάζουν επί τη περιέργω ιστορία. Όλοι
-κρατούν κάτι τι. Η δεσποινίς Ουρανία κρατεί την μύτην της,
-ήτις εκτύπησε κατά τους νευρικούς σπασμούς της· η κυρία
-Θεοδώρα κρατεί το &μελιτζανί&, ο κ. Ζαχαρίας κρατεί τα
-μεσημβρινά μέρη του σώματός του, ο Μιμίκος κρατεί την
-κοιλίαν του, ήτις εκφέρει φρικώδεις βορβορυγμούς.
-
-Εξέρχονται του θεάτρου. Λόγος περί αμάξης δεν γίνεται,
-διότι εις τα θυλάκια του κ. Ζαχαρία υπολείπονται μόνον
-ολίγαι δεκάραι. Κινούν λοιπόν πεζοί προς τον Γολγοθάν
-αυτών. Η κυρία Θεοδώρα εκινείτο κυλινδουμένη και μυκωμένη
-ως ταύρος· ο κ. Ζαχαρίας εστέναζεν υποκώφως, κρατών εκ της
-χειρός τον γρυλλίζοντα Μιμίκον, και μορφάζων από καιρού εις
-καιρόν. Η δεσποινίς Ουρανία εξέπεμπεν υποκώφους λυγμούς. Οι
-διαβάται παρεμέριζον εις την διάβασιν αυτών. Εφαίνετο
-συνοδία φυγούσα εκ της κοιλάδος του κλαυθμώνος.
-
-Ότε έφθασαν εις την οικίαν, ο κ. Ζαχαρίας υπεδέχθη με έν
-λάκτισμα τον προσελθόντα να υποδεχθή αυτούς Μαύρον, όστις
-έφυγεν ολολύζων. Εξύπνισαν την Βασίλων, ήτις εκοιμάτο.
-Πτώματά τινα σιγάρων και η αταξία των επίπλων εμαρτύρουν
-ότι ο &ανδρείος& της Άνδρου Άρης επεχείρησε νύκτωρ έφοδον
-επιτυχή κατά του κεστού της Αφροδίτης.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας επείνα· ανεζήτησε το δείπνον του, αλλά το
-πινάκιον ευρέθη καθαρόν, ως αν είχε πλυθή δι' ύδατος
-θερμού. Η Βασίλω απέδωκε την κλοπήν εις τον Μαύρον, όστις
-και πάλιν εδέχθη δύο καλά λακτίσματα, αλλά κατά πάσαν
-πιθανότητα, επειδή ταυτοχρόνως έλειπε και ο οίνος, και
-επειδή ο Μαύρος ήτο εκ γενετής νηφάλιος, το δείπνον του κ.
-Ζαχαρία εχρησίμευσεν όπως επιρρώση τας εξαντληθείσας
-δυνάμεις, του φοβερού θεού του πολέμου.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας ηναγκάσθη να κατακλιθή νήστις. Καθ' ύπνους
-είδεν δράμα φρικτόν, ότι καταδικασθείς υπό του
-Κακουργιοδικείου να μεταβή εις το θέατρον του &«Απόλλωνος»&
-απεφάσιζε ν' αυτοκτονήση, πνιγόμενος με το πανταλόνιον του
-Μιμίκου.
-
- (1881)
-
-
-Ο ΨΕΥΤΟΠΟΛΕΜΟΣ
-
-
-ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
-
-Η εξέγερσις.
-
-
-&Του ψευτοπολέμου ημέρ' ανατέλλει& και όπως εις τα τρία
-τέταρτα των Αθηναϊκών οικιών, επικρατεί μεγάλη αναστάτωσις
-και εις το όλβιον ενδιαίτημα της οικογενείας Παραδαρμένου.
-Εξύπνησαν όλοι ομού, ο αλέκτωρ, αι όρνιθες, η υπηρέτρια, ο
-σκύλος υλακτών μανιωδώς τον διερχόμενον κουλουροπώλην, ο
-Μιμίκος, όστις αντί καφέ έφαγεν εις το μαγειρείον
-επωφεληθείς της γενικής συγχύσεως έν πινάκιον πλήρες
-κραμβολαχάνου βραστού, απομειναρίου του δείπνου. Ο κ.
-Ζαχαρίας εξύπνησε τελευταίος αφυπνισθείς εκ της εξής
-αβροφρονεστάτης φράσεως της αξιολατρεύτου συνεύνου του
-κυρίας Θεοδώρας:
-
- — Ψοφολογάς ακόμη; σήκω, βρε κρεμανταλά, σήκω επί τέλους!
-
- — Μα, γυναίκα! . . . αποπειράται να είπη ο κ. Ζαχαρίας,
-βλέπων μέσον του παραθύρου ότι το σκότος είνε ακόμη
-βαθύτερον και από αυτάς τας σκέψεις των θεωρητικών
-πολιτειολόγων μας.
-
- — Τι γυναίκα και ξεγυναίκα! σήμερα είνε ο ψευτοπόλεμος. Το
-είπε χθες το βράδυ στη γειτόνισσα ο &υπολοχίας& ο ξάδελφος
-της Αννίκας της μοδίστρας.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας γνωρίζει εκ μακράς πείρας, ότι πάσα
-αντίρρησις είνε ματαία. Εγείρεται λοιπόν, τρίβει τους
-οφθαλμούς, ενδύεται και αποφασίζει να υποστή και αυτός κατά
-μίμησιν του Σωτήρος το μαρτύριον του &Σταυρού&.
-
-
-ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
-Το ταξείδιον.
-
-
-Η έξοδος και η οδοιπορία της οικογενείας Παραδαρμένου
-εκτελείται υπό τα εξής αξιοσημείωτα περιστατικά εν συντόμω
-εκτιθέμενα:
-
-Φιλονεικία μεταξύ Μιμίκου και Βασίλως ισχυριζομένης ότι ο
-πρώτος έπιε το μισόν γάλα και έκλεψε μίαν πεντάραν εκ των
-προωρισμένων διά το οψώνιον χρημάτων. Επέμβασις του κ.
-Ζαχαρία και υπεράσπισις του αξίου αυτού και προσφιλούς
-γόνου δι' ενός λακτίσματος επί των κατωτέρων σαρκωδών και
-σφαιρικών μερών του σώματος της υπηρετρίας.
-
-Φιλονεικία μεταξύ κυρίας Θεοδώρας και αμαξηλάτου διά το
-αγώγιον. Η κυρία Παραδαρμένου εκφέρει τον ορισμόν ότι όλοι
-οι αμαξηλάται είνε &πλεομπαίκται&!
-
-Έρις μετά κραυγών και παρεμβάσεως κλητήρων εις τον σταθμόν
-του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, όπου κατά λάθος έφερε την
-οικογένειαν ο αμαξηλάτης.
-
-Οδοιπορία αποστολική υπό θερμοκρασίαν σιβηριανήν μέχρι του
-σταθμού Λαυρείου. Φιλοσοφική σκέψις του κ. Ζαχαρία: αφού ο
-ψευτοπόλεμος έχει τόσα βάσανα, φαντάσου ο αληθινός!
-
-Ανταλλαγή ζωηροτάτων λέξεων μεταξύ ενός υπαλλήλου του
-σιδηροδρόμου και της κυρίας Θεοδώρας, διατεινομένης ότι,
-όταν έρχεται κόσμος, ο σιδηρόδρομος πρέπει να ξεκινά αμέσως
-και να μη της λέγουν για μηχανές και ξεμηχανές γιατί έχει
-κι αυτή μία μηχανή του ραψίματος σπίτι και ξεύρει από
-τέτοιες δουλειές!
-
-Συνωστισμός φρικτός· καταπάτησις αγροίκος του μόνου κάλου
-του κ. Ζαχαρία· κατάπτωσις του φεσίου της κυρίας Θεοδώρας·
-διαστροφή αποτρόπαιος της άκρας της ρινός της δεσποινίδος
-Ουρανίας υπό του αγκώνος ρωμαλέου χωρικού· υπεξαίρεσις
-τριών πορτοκαλλίων εκ του καλάθου οπωροπώλου υπό του
-Μιμίκου, επωφεληθέντος της ευκαιρίας.
-
-Ερώτησις του Μιμίκου προς τον πατέρα του· — Διατί ο
-σιδηρόδρομος τρέχει;
-
-Απάντησις περιεκτική και ηθική του κ. Ζαχαρία· — Ημπορούσα
-να σου αποτείνω κ' εγώ την αυτήν ερώτησιν και διά την μύτην
-σου· μάθε όμως ότι κάθε πράγμα το οποίον μένει αργόν και
-ακίνητον τρέχει εις τον όλεθρόν του.
-
-Μετά την πατρικήν ταύτην παραίνεσιν και εξήγησιν ο Μιμίκος
-σιωπά, κρύπτεται εις μίαν γωνίαν και δεν αναφαίνεται· καθ'
-όλην την διάρκειαν του ταξειδίου μένει αφανής. Η εξήγησις
-του μυστηρίου εις το επόμενον κεφάλαιον.
-
-
-ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
-
-Η διασκέδασις.
-
-
-Μετά οξύν συριγμόν η αμαξοστοιχία σταματά εις Γέρακα,
-μετόχιον της Πεντέλης. Ο κ. Ζαχαρίας απορεί πώς λέγεται
-Μετόχιον, ενώ η λέξις φαίνεται μάλλον έχουσα τύπον
-παρακειμένου. Η δεσποινίς Ουρανία μετά ρομαντικού στεναγμού
-εκφράζει τον θαυμασμόν της διά την πρασινάδαν των πεύκων.
-Οι επιβάται κατέρχονται αθρόοι. Διασταυρούνται αι ερωτήσεις
-και απαντήσεις:
-
- — Πού θα γίν' η μάχη; — Εις τον Σταυρόν. — Πού είν' αυτό
-το μέρος; — Πόσον απέχει; — Τρεις ώρας. — Μισή ώρα. — Μία
-και τέταρτον. — Δυο και τρία τέταρτα. — Εδώ δεξιά είνε. —
-Όχι· εκεί κάτω αριστερά. — Καλέ, οπίσω απ' αυτό το βουνό.
-
-Και το πλήθος διασπείρεται, διαχύνεται τήδε κακείσε αγνοούν
-πού να μεταβή και τι να πράξη. Ο κ. Ζαχαρίας ερωτά αν
-φαίνεται πουθενά καπνός και ο Μιμίκος τριγυρίζει να ίδη,
-ότε επανερχόμενος ασθμαίνων μετά μικράν απουσίαν ειδοποιεί
-τον πατέρα του ότι είδε καπνόν και ο πατήρ περιχαρής ερωτά
-πού τον είδεν, ο δε Μιμίκος απαντά αφελώς ότι τον είδεν εις
-έν καπνοπωλείον, καθώς διήρχοντο παρά το χωρίον Χαλάνδρι. Ο
-πατήρ φιλοδωρεί το τέκνον του με ισχυρόν κόλαφον [54] διά
-την ανακάλυψίν του ταύτην.
-
- — Μα ο σταυρός! . . . πού είνε ο Σταυρός; . . . αναφωνούν
-όλοι.
-
- — Νά, νά! εδώ . . . νά τον!
-
-Ο ούτως ομιλών είνε ο αδιόρθωτος Μιμίκος, όστις δεικνύει
-τον σιδηρούν σταυρόν . . . μιας εκκλησίας, αμειβόμενος εκ
-νέου δι' ισχυρού λακτίσματος του πατρικού ποδός.
-
-Χωρικός τις φιλεύσπλαγχνος ερχόμενος εκ των αγρών επί της
-όνου του ειδοποιεί τέλος το αμηχανούν, περιπλανώμενον και
-ταραγμένον πλήθος ότι η πλαστή μάχη ανεβλήθη.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας μένει εμβρόντητος· η κυρία Θεοδώρα μαίνεται.
-
- — Εσύ τα φταις, βρε μπούφο! λέγει προς τον σύζυγόν της·
-έπρεπε να το καταλάβης ότι αυτά τα κάμνει επίτηδες η
-ψωροκυβέρνησις για να γελάνε τον κόσμον και να μαζεύουν
-λεπτά μαζί με τους σιδηροδρόμους! . . .
-
- — Μα ίσως . . . δεν θα ήτο έτοιμον το σύνταγμα . . . τολμά
-να παρατηρήση ο κ. Ζαχαρίας.
-
- — Το Σύνταγμα! αναφωνεί η κυρία Θεοδώρα. Επάληωσε κι αυτό
-από τα 1843, εκλούβιανε σαν το μυαλό σου. Ας πάη να χαθή κι
-αυτό!
-
-Το απογοητευμένον πλήθος εν τούτοις αρχίζει να πεινά.
-Μεταξύ τόσων εκατοντάδων επιβατών είς μόνος πωλητής
-τρωγαλίων υπάρχει και αυτός πωλεί . . . &μέντες&, παραδόξως
-δε ο Μιμίκος δεν τον περιτριγυρίζει. Σπεύδουν όλοι ομαδόν
-διά των αγρών και φθάνουν κατόπιν εις το χωρίον Χαλάνδρι·
-αλλά τρόφιμα δεν υπάρχουν εκεί· δηλαδή οι χωρικοί δεν
-εννοούν να ίδουν καταλυομένην την Τεσσαρακοστήν υπό των
-αιρετικών επισκεπτών, φοβούμενοι την θείαν οργήν, ήτις
-ενέσκηψε κατ' αυτών εν είδει διφθερίτιδος και της οποίας
-μόλις ηδυνήθησαν ν' απαλλαγούν διά λιτανειών. Ούτε όρνιθες,
-ούτε αυγά, ούτε τυρός υπάρχει διαθέσιμος· μόνον ελαίαι και
-βρεχτάδια και κρόμμυα και ρητινίτης.
-
-Αίφνης ακούεται κραυγή διάτορος:
-
- — Πού είνε το πανέρι;!
-
-Τα μέλη της οικογενείας Παραδαρμένου προσβλέπουν άλληλα
-μετ' εκπλήξεως και απογνώσεως. Το κάνιστρον μετά των εν
-αυτώ ζωοτροφιών, κεφτέδων δηλαδή παρασκευασθέντων επίτηδες
-παρά της κυρίας Θεοδώρας, τυρού, άρτου και καστάνων,
-ελησμονήθη εν τη βία και τη ταραχή εντός της σιδηροδρομικής
-αμάξης. Αλλ' ό,τι ηγνόει η οικογένεια είνε τούτο, ότι το
-κάνιστρον εταξείδευε κενόν πλέον, διότι το περιεχόμενον
-είχε φροντίσει να καταναλώση ο Μιμίκος απαρατήρητος κατά το
-ταξείδιον. Και αύτη είνε η εξήγησις του μυστηρίου!
-
-
-ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
-
-Η επιστροφή.
-
-
-Ο μηχανικός ο διευθύνων την μετά τρεις ώρας επιστρέψασαν
-αμαξοστοιχίαν διέκρινεν επί των σιδηρών ράβδων της γραμμής
-πολύ προ του σταθμού όμιλον συμπαγή ανθρώπων, οι οποίοι
-εφαίνοντο έχοντες σταθεράν απόφασιν να συντριβούν υπό τους
-τροχούς κάλλιον παρά να μείνουν εκεί επί πλέον. Ήσαν οι
-δυστυχείς απηλπισμένοι επιβάται οι εκδραμόντες χάριν του
-ψευτοπολέμου.
-
-Η οικογένεια Παραδαρμένου συγκατελέγετο μεταξύ τούτων. Η
-απελπισία επιδρά επί της όψεως ιδίως και του χρώματος
-εκάστου των μελών. Η κυρία Θεοδώρα είνε ερυθρά ως αστακός
-βρασμένος· η δεσποινίς Ουρανία είνε χλωμή, ο κ. Ζαχαρίας
-χαλκοπράσινος, ο Μιμίκος δεν έχει κανέν χρώμα, διότι όσα
-έφαγεν είχον τόσα διάφορα χρώματα, ώστε εξ αυτών δεν
-ηδύνατο ν' αποτελεσθή κανέν συμμιγές.
-
-Την συνείδησιν και το βαλάντιον του κ. Ζαχαρία ιδίως
-επιβαρύνει ο λογαριασμός του παντοπώλου διά το εν Χαλανδρίω
-οικογενειακόν γεύμα, έχων ως εξής·
-
-Δι' έν κουτίον σαρδελλών του βαρελίου . . . Δρ. 4. —
-
-Διά 4 δωδεκάδας ελαίας μαύρας.. . . . . . . .» 2.40
-
-Διά 3 κρόμμυα . . . . . . . . . . . . . . . .» .60
-
-Δι' άρτον, οίνον κλπ . . . . . . . . . . . . » 3.75
-
-Δι' επτά κουρκέτα, τα οποία επήρεν αυθαιρέ-
-τως ο μικρός. . . . . . . . . . . . . . . . .» 2.80
-
- Δρ. 13.55
-
-
-Ο κ. Παραδαρμένος δίδων από καιρού εις καιρόν και ένα γιακά
-εις τον αγαπητόν του γόνον εψιθύριζε θλιβερώς μετά
-οικονομικού και ιστορικού πόνου:
-
- — Κατηραμένος να είνε ο Γουλιέλμος Τελλ, όστις θαρρώ ότι
-είνε ο εφευρέτης των σιδηροδρόμων. Κατηραμένος ο Όμηρος,
-όστις εφεύρε τον Τρωικόν πόλεμον. Να υφίσταται κανείς
-θυσίας διά τον πόλεμον υπομονή, αλλά διά τον ψευτοπόλεμον!
-. . .
-
-Υ.Γ. Χθες το Σάββατον ο κ. Ζαχαρίας ανέγνωσεν εις τας
-εφημερίδας ότι η πλαστή μάχη έγινε την προτεραίαν, αλλά δεν
-το επίστευσεν.
-
- — Αλλού να παν να τα πουν αυτά! είπεν, αλλού!
-
-Αφού όμως ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας τας περιγραφάς και
-επείσθη, ιδού πώς διηγήθη και πώς εξήγησε το σχέδιον της
-μάχης κατά το γεύμα εις την αξιέραστον σύζυγον και τα τέκνα
-του:
-
-Ο εχθρός παρετάχθη εις τρία κέρατα και δύο πτέρυγας, ενώ ο
-άλλος εχθρός εσχηματίσθη εις δύο κέντρα. Αμέσως τότε το
-ιππικόν κατεσκεύασε τα ταχύσκαπτα και το πυροβολικόν
-εφώρμησε διά της λόγχης. Ευθύς το έν κέντρον απεσπάσθη
-ένεκα της κεντρόφυγος δυνάμεως και συνέλαβεν αιχμαλώτους
-όλους τους επικούρους ιατρούς. Και οι δύο εχθροί ηττήθησαν
-κατά κράτος. Ο Σταυρός έγινεν ερυθρός από το αίμα και διά
-τούτο οι νοσοκόμοι ωνομάσθησαν του Ερυθρού Σταυρού.
-
- (1885)
-
-
-Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
-
-
-&Εικών α'.&. Η ροδοδάκτυλος Ηώς ακόμη δεν ήνοιξε τας πύλας
-του ουρανού, ότε η κυρία Θεοδώρα ελέγχει ούτω πώς τον
-αξιότιμον αυτής σύνευνον:
-
- — Βρε μπούφο! δεν ντρέπεσαι εσύ, ειρηνοδίκης άνθρωπος, να
-μην εύρης εισιτήριο να πάμε το βράδυ στην Ακαδημία! Και για
-ποιους, βρε ξόανο, έγινεν η Ακαδημία παρά διά τους
-διαβασμένους και διά τους νοικοκυραίους;
-
- — Μα, γυναίκα!.. από ποίον να το προμηθευθώ;
-
- — Να το προμηθευθής . . . από αυτόν τον Προμηθέα που
-γράφουν!
-
-*
-**
-
-&Εικών β'.& Επτά και τέταρτον μ.μ. Η οικογένεια
-Παραδαρμένου αναμένει εις τα προπύλαια. Ο κ. Ζαχαρίας
-επρομηθεύθη εισιτήριον από ένα φίλον του νεκροσκόπον [55],
-συγγενή ενός επαρχιακού συμβούλου. Η δεσποινίς Ουρανία
-κυττάζει περιπαθώς εις τα ύψη τον Μουσηγέτην, επιδεικνύοντα
-αγερώχως την ανδρικήν αυτού καλλονήν ολόκληρον. Η κυρία
-Θεοδώρα μετά πολύωρον κόπωσιν εκφράζει την επιθυμίαν να
-καθίση.
-
- — Μπαμπά! φωνάζει ο Μιμίκος, σήκωσε εκείνους τους δύο να
-καθίσουμ' εμείς! . . .
-
-
-Και δεικνύει τους μακαρίως αναπαυομένους επί των μαρμαρίνων
-εδρών των Πλάτωνα και Σωκράτη.
-
-*
-**
-
-&Εικών γ'.& Τιτανομαχία φρικτή παρά την θύραν της εισόδου.
-Οι αποτελούντες όγκον νεοπλάσματος άνθρωποι τρέμοντες
-καραδοκούν να εισέλθουν. Ο Ζευς αστυνόμος φωνεί: Άρατε
-πύλας οι άρχοντες υμών! και εισορμά όλον το ανθρώπινον
-γένος, καθηγηταί, κουλουρτζήδες, ιεραπόστολοι,
-οδοντοϊατροί, αρχιμανδρίται. Το πλήθος ως συμπυκνωμένη μάζα
-σταματά ασφυκτιών, διότι νομίζει ότι ο εις το βάθος
-ιστάμενος ανδριάς του Σίνα θ' απαγγείλη τον εναρκτήριον.
-Αλλ' οι κλητήρες φωνάζουν;
-
- — Δεν έχει λόγο! όποιος είδε να βγαίνη!
-
-*
-**
-
-&Εικών δ'&. Πλήρης διάσπασις της οικογενείας Παραδαρμένου.
-Το σφαιρικόν σώμα της κυρίας Θεοδώρας κυλινδείται ως
-θωρηκτόν εν ώρα τρικυμίας, κατά την στιγμήν δε κατά την
-οποίαν ο κ. Ζαχαρίας πειράται να της δείξη τον ανδριάντα
-του Σίνα, αποσπάται εκ του συνωστισμού είς των
-&φαλμπαλάδων& της εσθήτος της και η κυρία Παραδαρμένου
-αναφωνεί μετά μανίας προς τον σύζυγόν της: — Τύφλες νάχης
-κ' εσύ κι ο Σινανάς! . . . Ο Ζαχαρίας ευρίσκεται
-στηριζόμενος επί του κατεσκληκότος κόλπου πρεσβύτιδος, ήτις
-του μειδιά φιλαρέσκως, ενώ εκείνος διαμαρτύρεται
-μεγαλοφώνως περί της αγνότητος των προθέσεών του. Την
-στιγμήν εκείνην ακούεται φωνή στεντορεία κλητήρος: Κύριοι,
-προσέξατε εις τα 'ρολόγια σας! Ο κ. Ζαχαρίας εξάγει
-παραχρήμα το ιδικόν του, νομίζων ότι έφθασεν η στιγμή του
-θεάματος, αλλά το ωρολόγιον γίνεται αυθωρεί ανάρπαστον υπό
-επιτηδείου λωποδύτου, Η δεσποινίς Ουρανία λεπτυνθείσα εκ
-της πιέσεως και μηκυνθείσα ρίπτει χαμαί διά μιας στροφής
-της ρινός τον πίλον κλητήρος, όστις βλασφημεί μανιωδώς. Ο
-Μιμίκος υφίσταται το πάθημα του Προμηθέως θέλων να κλέψη το
-πυρ, δηλαδή έν κουτίον φωσφορίων κηρίνων έκ τινος θυλακίου,
-και εισαγαγών την χείρα δεν δύναται πλέον να την αποσύρη
-και μένει δέσμιος ως εις παγίδα φερόμενος εν αγνοία υπό του
-κυρίου εντός του πλήθους και αναβοών: Μπαμπά! μπαμπά! έως
-ότου ο κ. Ζαχαρίας ως Ηρακλής μαινόμενος τρέχει και τον
-ελευθερώνει.
-
-*
-**
-
-&Εικών ε' και τελευταία& Οικτρά συνάντησις της οικογενείας
-Παραδαρμένου μετά πολύωρον αναζήτησιν εις τον Τάρταρον του
-κήπου της Ακαδημίας, όπου ευτυχώς λείπουν οι Κέρβεροι, οι
-Ακαδημαϊκοί μανδρόσκυλοι.
-
- — Μη μου ματαπής, μωρέ κασίδη, λέγει η κυρία Θεοδώρα προς
-τον σύζυγόν της, να ξαναπάμε σε Ακαδημίες και τέτοια
-καραγκιοζλίκια, γιατί θα σου βγάλω τα μάτια!
-
-Ο κ. Ζαχαρίας απέρχεται κεκυφώς περιστρέφων μεταξύ των
-δακτύλων του το εισιτήριον και εις την ερώτησιν του Μιμίκου
-τι είνε εισιτήριον απήντησε σοβαρώς και αποφθεγματικώς:
-
- — Το εισιτήριον είνε εκείνο το πράγμα με το οποίον
-εισέρχεσαι εις τας τελετάς και όταν το έχης . . . και όταν
-δεν το έχης.
-
-
-ΕΣΠΕΡΙΣ ΕΝ ΦΑΛΗΡΩ
-
-
-Ότε ο σωματικός όγκος της κυρίας Θεοδώρας εισήλθε
-κυλινδούμενος εις έν των βαγονίων της Β' θέσεως, η ατμάμαξα
-αφήκεν οξύν συριγμόν οδύνης, οι δε συνθλιβόμενοι επιβάται
-ωχρίασαν, ως ν' ανεσπάσθη τμήμα τι του πλησιοχώρου βράχου
-και να κατέπεσεν εντός του διαμερίσματος.
-
-Ήδη ο κώδων της αναχωρήσεως αντήχει και μόλις το τέταρτον
-της αξιαγάστου οικογενείας Παραδαρμένου ευρίσκεται εντός
-του βαγονίου. Μετά πολλούς αγώνας κατορθούν να εισέλθουν η
-δεσποινίς Ουρανία και ο κ. Ζαχαρίας, αλλ' ο Μιμίκος
-πλανάται ακόμη επί του πεζοδρομίου, περιτριγυρίζων μικρόν
-πωλητήν φιστικίων.
-
- — Μωρέ μαγκούφη, δεν μπάζεις το παιδί μέσα; . . . φωνεί
-αγρίως η κυρία Θεοδώρα.
-
-Και ο κ. Ζαχαρίας εκτείνει τας χείρας, αλλ' επειδή ήδη η
-αμαξοστοιχία εκκινά, κινδυνεύει να χάση την ισορροπίαν· διά
-τούτο σπεύδει να τον κρατήση η Ουρανία, την οποίαν σπεύδει
-να συγκρατήση η κυρία Θεοδώρα. Διά της ανθρωπίνης ταύτης
-αλύσεως αναρπάζεται ο Μιμίκος κρατών μίαν δράκα [56]
-φιστικιών, την οποίαν ήρπασεν από το κάνιστρον του πωλητού,
-εξερευγομένου φρικτάς αράς και βλασφημίας και σύρεται εντός
-του βαγονίου, προς απελπισμόν των επιβατών.
-
- — Κουνήσου ντε, να μας εύρης καμμίαν θέσιν! βοά η κυρία
-Θεοδώρα. Καλά που δεν κατορθώνεις να σου δώσουν μία θέσι
-στην υπηρεσία τώρα τόσα χρόνια, δεν βρίσκεις τουλάχιστον
-εδώ μία να καθίσωμε;
-
-Το ανάρμοστον λογοπαίγνιον της παχείας συνεύνου ταράσσει
-όχι ολίγον τα νεύρα του υπομονητικού Ζαχαρία, αλλ' εννοεί
-ότι δεν είνε κατάλληλον το μέρος δι' οικογενειακάς έριδας.
-Εις μάτην όμως κινείται προς ανεύρεσιν θέσεως, εις μάτην
-κινείται ισταμένη ορθία όλη η οικογένεια και μάλιστα η
-κυρία Θεοδώρα, ήτις σείεται ως βάρις [57] κλυδωνιζομένη υπό
-σφοδρού σάλου. Οι επιβάται ούτε κινούνται ούτε συγκινούνται
-και συνομολογήσαντες αφώνως συμμαχίαν αμυντικήν και
-επιθετικήν περισφίγγουν εντός αδιεξόδου κύκλου χειρών,
-ποδών και γονάτων την οικογένειαν, συμπεριλαμβανομένης και
-αυτής της αΰλου Ουρανίας, κατά της οποίας κυρίως θα
-διηυθύνετο η πολιορκία, αν δεν ανεχαίτιζον τους πολιορκητάς
-αι απειλητικαί διαθέσεις της ρινός της ρομαντικής
-δεσποινίδος, εχούσης μήκος μακεδονικής σαρίσσης.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας πάσχει εκτός τούτου τα πάνδεινα και υπό της
-φιλομαθείας του Μιμίκου, όστις εξάγων εκάστοτε τον
-κατάλογον των λαχνών αποτείνει παντοίας ερωτήσεις εις τον
-γεννήτορα:
-
- — Μπαμπά, θα έχη και κουραμπιέδες το λαχείον;
-
- — Θα έχη.
-
- — Μπαμπά, τι είνε η εκριζοντυλίνη;
-
- — Η εκριζοντυλίνη είνε μία νέα οπού μοιράζει τα κέρδη του
-λαχείου.
-
- — Μπαμπά, τι θα πη φιλανθρωπία;
-
- — Φιλανθρωπία είνε ν' αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν .
-. . και να μη πετάς τα τσώφλοια των φιστικιών εις τα μούτρα
-των άλλων, γιατί θα σου σπάσω τα χέρια.
-
-Η περιέργεια του Μιμίκου κατευνάζεται τοσούτο μάλλον
-καθόσον από της θυρίδος του βαγονίου βλέπει ήδη τας οικίας
-του Φαλήρου προσπελαζούσας προς αυτόν μετά καταπληκτικής
-ταχύτητος. Διότι το ζήτημα αυτό της καθόδου εις Φάληρον
-χάριν του λαχείου είχε λάβει εις τους κόλπους της
-οικογενείας Παραδαρμένου διαστάσεις σοβαράς και σχεδόν
-διεθνείς, ως επεκταθέν και εκτός της οικογενειακής εστίας.
-
- — Βρε, ρεζίλη, δεν θα μας πάρης κ' εμάς κάμποσα απ' αυτά
-τα λαχεία για τους σκοτωμένους, να κατεβούν και τα παιδιά
-ν' αναπνεύσουν λιγάκι εις το Φάληρον; είπεν η κυρία Θεοδώρα
-προς τον σύζυγόν της.
-
-Και ο κ. Ζαχαρίας υπείκων εις την αβράν πρόσκλησιν της
-αξιεράστου συμβίας ηγόρασε τέσσαρα γραμμάτια του λαχείου,
-έν δι' έκαστον μέλος της οικογενείας. Η κυρία Θεοδώρα το
-διελάλησε κατά το σύνηθες εις τα τέσσαρα σημεία της
-συνοικίας, ο δε Μιμίκος είχεν εκμάθει σχεδόν από στήθους
-όλον τον κατάλογον των αντικειμένων του λαχείου. Αι μετά
-τον δείπνον αθώαι εσπεριναί ομηγύρεις της οικογενείας
-εταράσσοντο επί ημέρας πολλάς υπό αδιακόπων συζητήσεων περί
-του ενδεχομένου εκ του λαχείου κέρδους. Ο Μιμίκος ήθελεν
-όλοι οι αριθμοί να κερδίσουν γλυκύσματα και παγωτά, η
-Ουρανία καμμίαν ομπρέλλαν ή τουλάχιστον κανέν μυθιστόρημα,
-ο μετριόφρων Ζαχαρίας έν ζεύγος εμβάδων, διότι το μόνον
-ζεύγος το οποίον είχε διατελούν εν ενεργεία από της εποχής
-της Μεταπολιτεύσεως είχεν αρκετά φθαρή, η δε κυρία Θεοδώρα
-εδήλωσεν ότι επεθύμει να κερδίσουν «τίποτε κεντήματα για τη
-ρημαδιακή τη σάλα και δεν θέλει ν' ακούση άλλα λόγια». Αι
-συζητήσεις αύται τόσον σφοδράς διαστάσεις έλαβον εσπέραν
-τινά, ώστε η άχολος Ουρανία απεκάλεσε τον πείσμονα Μιμίκον
-&μυξιάρην& ούτος δε ανταποδίδων τα ίσα την απεκάλεσε
-&ταβανόσκουπαν& και η έρις θ' απέληγεν εις σοβαρώτερα, αν
-δεν παρενετίθετο εις το μέσον η πατρική χειρ φιλοδωρήσασα
-ένα κόλαφον επί του αυχένος του μικρού αυθάδους.
-
-*
-**
-
-Τέλος η αμαξοστοιχία απεβίβασεν ασθμαίνουσα το εκ συμπαγούς
-σαρκός φορτίον της εις την αποβάθραν του Φαλήρου. Ηγουμένου
-του Μιμίκου, ευκινήτου ως σκιούρου, η οικογένεια
-Παραδαρμένου ανέρχεται διά της μιας κλίμακος της σιδηράς
-γεφύρας και κατέρχεται διά της άντικρυ ευρισκομένης εις το
-αυτό πεζοδρόμιον. Το πείραμα επαναλαμβάνεται δις και τρις
-μετά του αυτού αποτελέσματος, ενώ το άσθμα της κυρίας
-Θεοδώρας αντηχεί ηχηρότερον και των ήδη αντιθέτως βαινουσών
-δυο ατμομηχανών. Τέλος ανακαλύπτουν τον τρόπον της διόδου
-και διαπεραιούνται εις το άντικρυ πεζοδρόμιον, μετά κόπου
-δε εισδύοντες και διαγκωνιζόμενοι συμφύρονται μετά της εκ
-σαρκός πυκνής μάζης, ήτις κατέχει τον στενόν της φαληρικής
-παραλίας χώρον.
-
-Η εκκύβευσις [58] του λαχείου έχει ήδη αρχίσει, αλλ' οι
-εκκυβευόμενοι αριθμοί δεν περιέρχονται εις γνώσιν της
-απώτατα ευρισκομένης οικογενείας, ένεκα του πολλού θορύβου
-και της συγχύσεως. Η κυρία αρχίζει μεγαλοφώνως να εκφέρη
-τας υπονοίας της ότι συμβαίνουν &μπιρμπαντοδουλειές&. Ο
-Μιμίκος αναγινώσκει μεγάλη τη φωνή τον κατάλογον των
-αντικειμένων του λαχείου προς μεγίστην αγανάκτησιν των
-παρεστώτων, εκφράζων εν τούτω και τας γαστριμάργους
-επιθυμίας του.
-
-Αλλ' ενόσω προχωρεί η εκκύβευσις άνευ αποτελέσματος, και
-ενόσω μάλιστα τυχηροί τινες των παρεστώτων ανακοινούν εις
-τους άλλους ότι εκέρδισαν, η αδημονία της οικογενείας
-κορυφούται. Ο Μιμίκος, θέλων οπωσδήποτε να θέση τέρμα εις
-την ανησυχίαν, αποσπάται εκ του ομίλου της οικογενείας,
-κρυφίως συναποφέρων και τον θησαυρόν των δύο γραμματίων του
-λαχείου, τα οποία ζηλοτύπως φρουρεί από τινων ημερών, και
-προχωρεί προσπαθών να προσεγγίση εις τον τόπον της
-εκκυβεύσεως. Αλλ' ότε μετ' ολίγον η κυρία Θεοδώρα
-στρεφομένη δεν βλέπει τον γόνον της αναβοά μετ' άλγους:
-
- — Το παιδί μου, το παιδί μου! . . .
-
-Ο Ζαχαρίας ταράσσεται, συστρέφεται, ερωτά τους πέριξ
-απορών, ενώ η σύζυγος του βαθμηδόν οργιζομένη δίδει εις
-αυτόν βίαιον ωθισμόν κράζουσα:
-
- — Τι στριφογυρίζεις σα σβούρα, μωρέ ζευζέκη; . . . πήγαινε
-ναύρης το παιδί γρήγορα.
-
-Ο ταλαίπωρος πατήρ, υπείκων μάλλον εις την παλάμην της
-συζύγου ή εις το πατρικόν φίλτρον, προχωρεί αναμέσον του
-πλήθους ωθών και ωθούμενος, αποτείνων ερωτήσεις και
-αποδεχόμενος χλευασμούς και λοιδορίας [59]. Μετά ενός
-τετάρτου της ώρας οδυνηράν αλλ' άσκοπον έρευναν επιστρέφει
-εις το σημείον από του οποίου εξεκίνησε και θωρακίζεται δι'
-υπομονής όπως δεχθή το άγριον βλέμμα και τας εμμανείς
-αποστροφάς της φρυαττούσης συζύγου, ότε κατ' εκείνην
-ακριβώς την στιγμήν αντηχούν θρηνώδεις φωναί του Μιμίκου
-επιστρέφοντος.
-
- — Μπαμπά! . . . μαμμά! . . . μου έπεσαν! . . . φωνεί ο
-μικρός δακρύων.
-
-Η οικογένεια νομίζει ότι του έπεσαν τα λαχεία και ότι τα
-δάκρυά του προέρχονται εκ συγκινήσεως.
-
- — Τι σου έπεσαν; τον ερωτούν μετά σπουδής.
-
- — Μου έπεσαν . . . τα λαχεία εις τη θάλασσα!
-
-Ιδού τι είχε συμβή. Ο Μιμίκος αποσπασθείς όπως προσεγγίση
-εις το μέρος της εκκυβεύσεως απεπλανήθη εκ της λαιμαργίας
-του, παρακολουθήσας πωλητήν μικρών πλακούντων μέχρι της
-όχθης της θαλάσσης. Εκεί, ενώ συνήπτε συμφωνίας και εξήγεν
-εκ του θυλακίου του τα κέρματα να πληρώση τον πωλητήν,
-ισχυρά ριπή ανέμου πνεύσασα αιφνιδίως αφήρπασεν εκ της
-χειρός του τα γραμμάτια και τα παρέσυρεν εις την θάλασσαν.
-
-Η οικογένεια Παραδαρμένου οδηγηθείσα υπό του Μιμίκου είδε
-τωόντι εις μακράν από της ακτής απόστασιν τα χαρτία πλέοντα
-ακόμη ως λευκά νησσάρια, έκαστον δε των μελών της
-οικογενείας με δακρυβρέκτους οφθαλμούς εν τη αλλοφροσύνη
-του έβλεπεν αυτά αλλάσσοντα διαρκώς είδος και σχήμα και
-μεταβαλλόμενα άλλοτε μεν εις πολυτελή κεντήματα, άλλοτε δε
-εις ερυθρά και διανθή αλεξήλια, εις φιάλας ροσολίων [60],
-εις στίλβοντα σκεύη, εις παν ό,τι τέλος είχε ποθήσει και
-ονειρευθή η φαντασία των.
-
-
-**
-*
-
-Η εσπέρα ήτο προκεχωρημένη, ότε η οικογένεια έφθασεν πεζή
-προ της κατοικίας της, τα αυτά και χείρονα δεινοπαθήματα
-υποστάσα κατά την επάνοδον. Ο σφαιρικός όγκος της κυρίας
-Θεοδώρας εφαίνετο κυλιόμενος μετά βοής ως οβούζιον έτοιμον
-να εκραγή, ενώ ο Ζαχαρίας έβαινε σιγών και κεκυφώς.
-
- — Λοιπόν τι σας έπεσεν; ηρώτησεν αυτούς μια γειτόνισσα,
-αφού τους εκαλησπέρισε.
-
- — Τι μας έπεσε; . . . μας έπεσαν τα νεφρά έως να έλθωμεν,
-απήντησε με γρυλλισμόν οργής η κυρία. Εγώ του τα είπα
-αυτουνού του μαγκούφη, εξηκολούθησε στρεφομένη και
-δεικνύουσα τον ατυχή Ζαχαρίαν, οπού μου ήθελε λαχεία.
-Επίτηδες τα κάνει η ψωροκυβέρνησις διά να ληστεύη τον
-κόσμον και τον μαζεύει μες στον αέρα να χάνη τα λαχεία του!
-. . .
-
-Την θύραν της οικίας ήνοιξεν η υπηρέτρια Βασίλω, κατηφής
-και σχεδόν ένδακρυς.
-
- — Τι τρέχει, μωρή; . . . ηρώτησεν η κυρία, είνε έτοιμο το
-φαγί; . . .
-
- — Κυρία, απαντά με φωνήν θρηνώδη η Βασίλω, έπεσε μες στον
-τέντζερη . . . η λάμπα με το πετρέλαιον.
-
-Το όνομα μόνον του ευφλέκτου υγρού αρκεί όπως επιφέρη την
-έκρηξιν.
-
- — Α! . . . αναβοά αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, έπεσε και η
-λάμπα . . . ! Όλα πέφτουν λοιπόν σήμερον! . . . Τώρα θα
-ιδής τι άλλο θα πέση . . .
-
-Και έδραμε προς μίαν γωνίαν του μαγειρείου, οπλοθήκην αφανή
-των σαρώθρων και των κοντοξύλων.
-
-Αν μετά ημίσειαν ώραν ήθελε διέλθει από της οδού εκείνης η
-περιπολία των ευζώνων, οι ατρόμητοι ορεινοί θα ετρέποντο
-εις φυγήν σταυροκοπούμενοι· τόσον σατανικός ήτο ο θόρυβος
-των φωνών, των ιαχών, των ολολυγμών, οι οποίοι εξήρχοντο εκ
-της οικίας Παραδαρμένου!
-
-
-ΦΟΡΟΦΟΒΙΑ
-
-
- — Ζαχαρία! . . . ε, Ζαχαρία! . . . μωρέ που είσαι: . . .
-
-Ούτως εβόα η αξιότιμος κυρία Θεοδώρα περιερχομένη την
-οικίαν προς ανεύρεσιν του συζύγου της, αλλ' ουκ ην φωνή και
-ουκ ην ακρόασις.
-
- — Μα τι έγινες, αναθεματισμένε . . . μαγκούφη! εξηκολούθει
-βοώσα η σύνευνος του κ. Παραδαρμένου ερυθρά εξ οργής,
-εξετάζουσα εις τα δωμάτια, έως ότου εύρε τον κ. Ζαχαρίαν,
-δειλόν, συνεσπειρωμένον, ωχριώντα, προ του γραφείου του
-καθήμενον και αναγινώσκοντα εφημερίδα.
-
- — Μα γυναίκα! . . . ε, γυναίκα! . . . είπε μόλις την είδε·
-τι κάθεσαι και φωνάζεις «Ζαχαρία, Ζαχαρία! . . . »; Θέλεις
-λοιπόν να με καταστρέψης;
-
-Η κυρία Θεοδώρα προσέβλεψεν έκπληκτος τον σύζυγόν της και
-παρετήρησε μετά προσοχής αυτόν επί στιγμήν διά να πεισθή αν
-είχε σώας τας φρένας.
-
- — Καλέ, δεν μου λες, στα σωστά σου είσαι, Ζαχαρία, σήμερα;
-του είπεν επί τέλους,
-
- — Πάλιν! ανεβόησεν ο κύριος Παραδαρμένος θρηνωδώς πάλιν!
-λοιπόν εβάλθηκες χωρίς άλλο να με αφανίσης
-
-Και η φωνή του ήρχισε να τρέμη.
-
- — Έλα, Χριστέ και Παναγιά μου! είπε σταυροκοπουμένη η
-κυρία Θεοδώρα, ή μέθυσε πρωί πρωί ο άνδρας μου ή τούστριψε
-η βίδα χωρίς άλλο!
-
-Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα εις την κλίμακα· ήτο
-μία των γειτονισσών, ήτις ανήρχετο εις την οικίαν της
-οικογενείας Παραδαρμένου και η οποία ακούσασα τους λόγους
-της οικοδεσποίνης εσταμάτησεν αμηχανούσα.
-
- — Ορίστε μέσα, ορίστε μέσα, κυρά-Ζαχαρούλα! εφώνησεν η
-κυρία Παραδαρμένου ιδούσα αυτήν.
-
-Ο κ. Παραδαρμένος κατελήφθη υπό σπασμών ακούσας το όνομα
-τούτο.
-
- — Ζαχαρούλα! εψιθύρισε, προσηλών οφθαλμούς πυριφλεγείς επί
-της γειτονίσσης, μα αυτό είνε συνωμοσία! . . .
-
- — Τι του ήλθε, καλέ; είπεν η γειτόνισσα έκθαμβος· δεν
-βλέπετε πως είνε αχνός σαν το πανί; . . γρήγορα, φέρτε λίγο
-ξείδι . . . λίγο γλυκάδι! . . .
-
- — Και επλησίασε προς τον κ. Ζαχαρίαν, όστις την απώθησε
-μετά φρίκης.
-
- — Όχι γλυκάδι! . . . όχι γλυκάδι! . . . είπε με τρόμον,
-μη, δι' όνομα Θεού! . . .
-
-Αι δύο γυναίκες παρετήρησαν αλλήλας εν αμηχανία.
-
- — Εγώ μου φαίνεται, κυρά, πως κάτι θα τούλθε, είπεν η
-γειτόνισσα· βάλτε τον στο κρεββάτι και δώστε του κανένα
-ζεστό . . . Ίσα ίσα κ' εγώ ήλθα να σας ζητήσω λίγο
-γλυκάνισο . . .
-
-Ο Ζαχαρίας ηγέρθη βλοσυρός και απειλητικός.
-
- — Μα και του λόγου σου εκόπιασες στο σπίτι μου να με
-βασανίσης; είπε προς την κυρά-Ζαχαρούλαν . . . Και σεις,
-προσέθηκε στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, και σεις εδώ
-μέσα έχετε γλυκάνισον; . . . Να το πετάξετε αμέσως! . . .
-
-Η κοχλάζουσα εις τα ευρέα στέρνα της κυρίας Θεοδώρας οργή
-ήρχιζεν ήδη να εκσπά, διότι όντως η υπομονή της είχεν
-υποβληθή εις βαρείαν δοκιμασίαν.
-
- — Για να σου πω, βρε χαμάλη, του είπε με οφθαλμούς
-σπινθηροβολούντας και προσεγγίζουσα τους αιχμηρούς
-δακτύλους της εις τα όμματα του συζύγου, όστις ωπισθοχώρει
-επτοημένος, δεν μου λες τι σ' έπιασε και μας κάνεις το
-δαιμονισμένο; . . . Έλα στα λογικά σου, κακομοίρη, γιατί
-σου βγάζω τα στραβά σου!
-
- — Μα, γυναίκα! . . . απήντησε ψελλίζων ο ατυχής Ζαχαρίας
-προσπαθών να μαλάξη διά μειλιχίων λόγων την παρωργισμένην
-μέγαιραν, μην είσαι τίγρις, καϊμένη! θα σου 'πω γιατί
-φοβούμαι! Δεν το έμαθες και συ πως η κυβέρνησις . . . το
-ισοζύγιον . . .
-
-Αλλ' η οργή της κυρίας Παραδαρμένου άπαξ εξαφθείσα δεν
-κατηυνάζετο ευκόλως. Την ημέραν εκείνην ιδίως κατά
-σύμπτωσιν πολλά περιστατικά είχον συντείνει να εξάψουν την
-ευερέθιστον αυτής φύσιν. Ο αδιόρθωτος Μιμίκος είχεν
-επιτηδείως υπεξαιρέσει την πρωίαν, πριν απέλθη εις το
-σχολείον, δυο κεφτέδες, τους οποίους η κυρία Θεοδώρα είχεν
-αφ' εσπέρας θέσει κατά μέρος εκ του δείπνου διά το πρόγευμά
-της. Η Βασίλω η υπηρέτρια είχε χύσει εξ απροσεξίας εντός
-του μαγειρείου το βούτυρον, το οποίον είχε φέρει ο
-μπακάλης. Η ρομαντική Ουρανία επιμόνως εζήτησε παρ' αυτής
-την πρωίαν μιάμιση δραχμή λόγω μεν όπως αγοράση μαλλιά διά
-πλέξιμον, πράγματι δε όπως αποκτήση την Ανθοδέσμην, ήτοι
-συλλογήν ερωτικών ασμάτων· και αυτός δε ο πιστός φύλαξ της
-οικίας, ο κύων Μαύρος, κλεισθείς κατά λάθος εντός του οίκου
-την νύκτα, είχε το θράσος, «ο αφιλοτίμος», ως τον
-απεκάλεσεν η κυρία Θεοδώρα, να εκπληρώση όλας τας φυσικάς
-του ανάγκας εντός της σάλας, την οποίαν ακριβώς προ δύο
-ημερών είχε σφουγγαρίσει επιμελώς η κυρία Θεοδώρα. Είχε
-λοιπόν ήδη λυγίσει διά των ραβδισμών την σπονδυλικήν στήλην
-του Μαύρου· είχε καταφέρει τρεις κολάφους ισχυρούς επί του
-ρυπαρού αυχένος της Βασίλως· είχεν απειλήσει να «καρυδώση»
-την Ουρανίαν, την οποίαν απεκάλεσε ταβανόσκουπαν, και
-προητοίμαζε γενναίαν δόσιν ραπισμάτων διά τον λαίμαργον
-υιόν. Αλλά δεν ήρκουν πάντα ταύτα προς εξιλασμόν της οργής
-της, επεζήτει έριν διά να ξεθυμάνη κατά του συζύγου της και
-την αφορμήν της έριδος παρέσχε προς αυτήν εν πάση αθωότητι
-ο πτωχός Ζαχαρίας.
-
- — Τι μεσοζύγιο και διαζύγιο! . . . κάθεσαι και μου
-κοπανάς, μωρέ ψωριάρη; . . . Τι σου πέρασε από το νου, να
-μας κάμης ρεζίλι πρωί πρωί στη γειτονιά με τες σαχλαμέρες
-σου; ε; . . .
-
-Και η φωνή της κυρίας Θεοδώρας είχεν ήδη φθάσει εις τους
-διατόρους εκείνους τόνους των εκτάκτων περιστάσεων, οι
-οποίοι διέσπειρον τον φόβον εις δέκα λεύγων απόστασιν, ως
-οι βρυχηθμοί του βασιλέως της ερήμου.
-
-Η Ουρανία ακούσασα τας φωνάς προσέδραμε καταλιπούσα το
-φύλλον της εφημερίδος, της οποίας ανεγίνωσκε την
-επιφυλλίδα.
-
- — Γλυκύτατε μου πάτερ! είπε διατηρούσα ακόμη την
-φρασεολογίαν του μυθιστορήματος το οποίον ανεγίνωσκεν,
-ιδούσα την ταραχήν του γεννήτορος . . .
-
- — Ω Θεέ μου! . . . και συ ακόμη! . . . γλυκύτατος . . .
-εγώ γλυκύτατος . . . φύγε! . . . είπεν ο ατυχής πατήρ
-απομακρύνων αυτήν ζητούσαν να τον περιπτυχθή.
-
-Οι οφθαλμοί της ευαισθήτου κόρης επλήσθησαν δακρύων. Την
-έξαλλον οργήν της κυρίας Θεοδώρας ήρχισεν ήδη να διαδέχεται
-ο φόβος.
-
- — Βασίλω! εφώναξε . . . πού είνε πάλι αυτή η βρώμα! μη
-στέκεται κάτω και ζαχαρώνει με τον αγαπητικόν της;
-
- — Ως και αυτή ζαχαρώνει . . . . ω, μα είνε ανυπόφορον! . .
-. εψιθύρισεν ο κ, Ζαχαρίας με φωνήν ομοιάζουσαν προς
-επιθανάτιον ρόγχον.
-
-Αλλά το άκρον άωτον της ταραχής παρήγαγεν η εμφάνισις του
-Μιμίκου, όστις εξελθών εκ του σχολείου εισεπήδησε θορυβών
-εις την οικίαν, ροκανίζων γλύκυσμα, το οποίον είχεν
-υπεξαιρέσει εκ της &σάκκας& συμμαθητού του και κραυγάζων
-δήθεν προς δικαιολογίαν ίν' αποφύγη τας επιπλήξεις:
-
- — Μπαμπά, μπαμπά! . . . μούδωσαν ένα γλυκό!
-
-Ο κ, Ζαχαρίας κατέπεσεν ύπτιος επί ενός ανακλίντρου.
-
- — Ένα γιατρό! εφώναξεν η κυρία Θεοδώρα ταραχθείσα, ένα
-γιατρό γρήγορα.
-
- — Είδα να έλθη εδώ αντικρύ ο γιατρός, ο κ. Ζαχαρίδης!
-είπεν η Βασίλω.
-
-Και έσπευσε να τον καλέση, ενώ ο ταλαίπωρος κ. Ζαχαρίας δι'
-ενός σπασμού έδειξεν ότι ήκουσε και ησθάνθη ως τελευταίαν
-πληγήν μαχαίρας το όνομα του ιατρού.
-
- — Τι επάθατε; ηρώτησεν ο ιατρός, αφού διά προχείρου
-θεραπείας εβοήθησε τον κ. Ζαχαρίαν να συνέλθη.
-
- — Τι έπαθα; απήντησε με φωνήν ασθενή ο κ. Παραδαρμένος. Μα
-δεν γνωρίζετε, ιατρέ, τον προϋπολογισμόν της Κυβερνήσεως
-και τον φοβερόν φόρον επί της ζακχάρεως; Φαντάσου την θέσιν
-ενός πτωχού οικογενειάρχου! Να με λέγουν Ζαχαρίαν και να με
-φωνάζη η σύζυγός μου δυνατά διά να τα ακούσουν οι
-εισπράκτορες! Και ενώ συλλογίζομαι τίνι τρόπω ν' αλλάξω το
-όνομά μου και να απομακρύνω εκ της οικίας μου παν είδος
-γλυκού, να έρχεται η Ζαχαρούλα να ζητή γλυκάδι, να θέλη
-γλυκάνισον, να με καλούν γλυκύτατον, να φέρη το τέκνον μου
-γλυκύσματα, να ζαχαρώνη η υπηρέτριά μου! . . .
-
-Ο ιατρός κατελήφθη υπό ασβέστου γέλωτος και απερχόμενος
-είπε προς τον πολυπαθή οικοδεσπότην σοβαρώς:
-
- — Έχετε όμως ανάγκην από προφύλαξιν, διότι αλλέως τρέχετε
-τον κίνδυνον να πάθετε από σακχαρώδη διαβήτην!
-
- — Μπαμπά, τι θα πη σακχαρώδης διαβήτης; ηρώτησεν ο Μιμίκος
-τον πατέρα του, αφού απήλθεν ο ιατρός.
-
- — Σακχαρώδης διαβήτης, απήντησε με ύφος επίσημον ο κ.
-Ζαχαρίας, είνε το μέτρον εκείνο με το οποίον μετρούμεν την
-ζάκχαριν, και το οποίον θα σου βγάλω τα αυτιά, εάν τολμήσης
-εις το εξής να την κλέψης από το βάζο!
-
-
-Η ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΥ
-
-
- — Βρε μαγκούφη! τεμπελχανά! . . . είνε 'μέρα μεσημέρι και
-ακόμη δεν εσηκώθηκες;
-
-Την αβρόφρονα ταύτην αποστροφήν επέτεινεν η κυρία Θεοδώρα
-Παραδαρμένου προς τον πλησίον της κοιμώμενον αξιοτίμον
-σύνευνόν της.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας ήνοιξε τους οφθαλμούς. Το αληθές είνε ότι η
-διαβεβαίωσις της συζύγου του ότι ήτο δήθεν «'μέρα μεσημέρι»
-ήτο οπωσούν υπερβολική. Διά των ραγάδων των παραθύρων
-έβλεπε βασιλεύον ακόμη πυκνόν επί της γης το νυκτερινόν
-σκότος και εν τω μέσω της βαθυτάτης σιγής άλλο τι δεν
-ηκούετο ειμή η οξεία λαλιά των περιπλανωμένων σαλεπτζήδων.
-
-Οπωσδήποτε όμως, αφού αφυπνίσθη, εδέησε να εγερθή, άλλως τε
-η ανατέλλουσα ημέρα ήτο πολυάσχολος. Ήτο η τελευταία του
-έτους. Έν έτος εβυθίζετο εις την αιωνιότητα, έν έτος το
-οποίον έφερεν εις την μυστηριώδη αυτού ανακεφαλαίωσιν
-αορίστως μεν πολλάς περιπετείας και βασάνους εγγεγραμμένος
-εις την μερίδα του κ. Ζαχαρία, ωρισμένως δε: τέσσαρας
-αγωγάς ενώπιον του ειρηνοδικείου, υπό του ψωμά, του
-παντοπώλου και άλλων ανηλεών δανειστών, δύο αποτυχόντα
-συνοικέσια διά την δεσποινίδα Ουρανίαν, μίαν δραχμήν διά
-τον Μαύρον, τον κύνα της οικογενείας, συλληφθέντα υπό του
-κυνοκτόνου και εξαγορασθέντα διά λύτρων, πέντε δεκανείς του
-πυροβολικού λαβόντας σχέσεις μετά της Βασίλως, εκατόν
-πεντήκοντα συγκρούσεις προς τους γείτονας εξ αιτίας του
-Μιμίκου και τριακοσίας εξήκοντα έξ μάχας εκ του συστάδην
-μετά της αξιεράστου Θεοδώρας, καθότι συνέπεσε το έτος να
-είνε δίσεκτον.
-
-Ο κ. Ζαχαρίας ήτο απερροφημένος εκ της επισημότητος της
-ημέρας και εκ των παμπληθών υποχρεώσεων, τας οποίας
-συνεπήγετο διά τούτο, ότε ο Μιμίκος αναγινώσκων έν των
-εμμέτρων συγχαρητηρίων των σκουπιδιαραίων τον ηρώτησε τι
-εσήμαινεν η λέξις αιωνιότης, ο γεννήτωρ, αντί να διατυπώση
-τινά των συνήθων σχοινοτενών [61] όσον και μεταφυσικών
-ορισμών, ηρκέσθη ν' απαντήση ότι η αιωνιότης ήτο εκείνο το
-πράγμα, το οποίον δεν συνεβιβάζετο με την διάρκειαν των
-υποδημάτων του Μιμίκου και το οποίον, αν ήθελεν εξακολουθεί
-να τρίβη τες μύτες των παπουτσιών του, ήθελε του σπάσει την
-ιδικήν του μύτην.
-
-Η πρωία κατηναλώθη ολόκληρος εις αγοράς παντοίων τροφίμων,
-μία δε των σπουδαιοτάτων μεριμνών της ημέρας ήτο και η
-βασιλόπιττα. Έπρεπε να ίδη τις μετά ποίας υπερηφανείας η
-κυρία Θεοδώρα απέπεμψε τους υπηρέτας όλων των παντοπωλών
-και χαλβατζήδων της συνοικίας, έως να εκλέξη την καλυτέραν
-ποιότητα του βουτύρου, μετά ποίας καρτερίας απέκρουε τας
-επανειλημμένας εφόδους του Μιμίκου κατά του μέλιτος, μετά
-ποίας θηριωδίας επέπληττε την Βασίλων διότι δεν εζύμωνε
-καλά. Έπρεπε να ίδη τις κατόπιν μετά ποίας επισημότητος
-εκομίσθη εις τον φούρνον η πίττα της οικογενείας. Εις το
-μέσον εβάδιζεν η Βασίλω κρατούσα υψηλά το ταψίον ως ιερόν
-κειμήλιον. Εκατέρωθεν αυτής έβαινον αγερώχως ως άγγελοι
-φύλακες ο Ζαχαρίας μετά του γόνου αυτού, είπετο δε ο
-Μαύρος. Από του παραθύρου η κυρία Θεοδώρα μετά της
-δεσποινίδος Ουρανίας έβλεπον το θέαμα και η κυρία
-Παραδαρμένου μεγαλοφώνως συνίστα προς τον σύζυγόν της:
-
- — Πρόσεχε καλά, αυτήν την ξεμυαλισμένη να μη της πέση!
-
-Η πομπή αύτη εφείλκυσε την προσοχήν της συνοικίας και
-πολλοί γείτονες εξήλθον εις τα παράθυρα διά να την ίδουν,
-ευχόμενοι «και του χρόνου», «και εις έτη πολλά» εις τον κ.
-Ζαχαρίαν, όστις απήντα μειδιών διά παρομοίων ευχών.
-
-Ήδη απέκλινεν η ημέρα προς την δύσιν, ότε ο κ. Ζαχαρίας
-μετά της κυρίας Θεοδώρας, της δεσποινίδος Ουρανίας και του
-Μιμίκου — τον οποίον απηλευθέρωσεν από τας χείρας του
-γείτονός των γηραιού ανθυπασπιστού, αγανακτήσαντος διότι ο
-Μιμίκος πετροβολών την γάτταν είχε σπάσει μίαν γλάστραν
-ιδικήν του — εξεκίνησε διά την πανήγυριν της παραμονής της
-πρωτοχρονιάς. Εκ των κεντρικών οδών ηκούετο προερχόμενος
-υπόκωφος, συνεχής, αδιάλειπτος ο ποικίλος θόρυβος των
-Κρονίων, άτινα ευρίσκοντο εις το κατακόρυφον του
-παροξυσμού, ότε το μελιτζανί φόρεμα της κυρίας Παραδαρμένου
-και το κίτρινον πανταλόνιον του αξιοτίμου συμβίου της
-ήστραψαν ως μετέωρα εις την οδόν Ερμού. Ο απεψιλωμένος
-υψηλός πίλος του κ. Ζαχαρία δεν εβράδυνε να γίνη ο σκοπός,
-κατά του οποίου δαψιλώς ερρίπτοντο τα πυροκρόταλα προς
-μέγιστον τρόμον της ευαισθήτου δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ
-αφ' ετέρου ο Μιμίκος κρατών εκ του κρασπέδου του επενδύτου
-τον γεννήτορα καθίστατο αληθής βάσανος διά των ερωτήσεων
-και των αποριών του. Ο μικρός εσταμάτα ανά παν βήμα
-περιεργαζόμενος τα εκτεθειμένα εμπορεύματα και αποτείνων
-προς τον πατέρα του παντοίας ερωτήσεις, εις τας οποίας
-ανεμιγνύοντο αι προσφάτως εκ των παραδόσεων του σχολείου
-του αντληθείσαι συγκεχυμέναι ιστορικαί και μυθολογικαί
-γνώσεις:
-
- — Μπαμπά, αυτό το μεγάλον ξύλινον άλογον είνε ο Δούρειος
-ίππος;
-
- — Ναι.
-
- — Μπαμπά, τι ήτο ο Δούρειος ίππος;
-
- — Ο Δούρειος ίππος ήτο η καμήλα, την οποίαν κατεσκεύασεν ο
-Αλκιβιάδης εις την πολιορκίαν της Ερετρίας.
-
- — Της υπηρετρίας; . . . Μπαμπά, της υπηρετρίας οπού έχει ο
-κυρ-Λεωνίδας ο δικηγόρος;
-
- — Σου είπα της Ερετρίας, η οποία είνε πόλις της Σαμοθράκης
-και η οποία . . . να μη ξανασκουπισθής με τα μανίκια σου
-αλλά με το μανδήλι, διότι θα σου ξεκολλήσω ταυτιά.
-
-Αίφνης κύμα βίαιον του πλήθους ανέκοψε την πορείαν των.
-
-Η συμπαγής μάζα των κατερχομένων εκ της πλατείας του
-Συντάγματος συνεκρούσθη με την ετέραν συμπαγή μάζαν των
-ανερχομένων εκεί παρά την Καπνικαρέαν και εν τη
-σχηματισθείση δίνη διεσπάσθη η ενότης της οικογενείας
-Παραδαρμένου. Αφού περιεστράφησαν επί ικανήν ώραν, τα
-μεγάλα μέλη της οικογενείας ανεύρον άλληλα, αλλ' ο Μιμίκος
-είχε γίνει άφαντος.
-
-Φωνή σπαρακτική εξήλθεν εκ του μητρικού στήθους της κυρίας
-Θεοδώρας, βρυχηθμός λεαίνης αναζητούσης τον απολεσθέντα
-σκύμνον της.
-
- — Το παιδί μου! ανεβόησε, το παιδί μου.
-
-Η Ουρανία επεχείρησεν απόπειραν λιποθυμίας και κλονισθείσα
-ευρέθη εις τας αγκάλας νεαρού ανθυπολοχαγού του
-πυροβολικού, τυχόντος εκ συμπτώσεως πλησίον της. Ο κ.
-Ζαχαρίας πελιδνός περιεπλανήθη εντός του κυκεώνος εκείνου
-του πλήθους όπως ανεύρη τον απολεσθέντα μικρόν,
-περιερχόμενος από τα καταστήματα των αθυρματοπωλών [62] εις
-τα τραπέζια των πωλητών των γλυκυσμάτων, ερευνών και
-εξετάζων· αλλ' εις μάτην, το τέκνον της δεν ανευρέθη.
-
-Αι κραυγαί της κυρίας Θεοδώρας επετάθησαν, ευθύς ως είδε
-τον σύζυγον επανερχόμενον άπρακτον.
-
- — Το παιδί μου! εβόα ολοφυρομένη, το παιδί μου . . . θα
-μου το 'πήραν οι Εβραίοι!
-
-Αι φωναί της κυρίας Παραδαρμένου και η παράδοξος αυτή
-εικασία ότι οι Εβραίοι εύρον την ευκαιρίαν ν' αρπάσουν το
-τέκνον της την παραμονήν της πρώτης του έτους εις το
-κεντρικώτατον μέρος της πόλεως και επί παρουσία μυριάδων
-λαού εκίνησαν την περιέργειαν πολλών και ήρχισεν ήδη να
-σχηματίζεται συνάθροισις περί την απορφανισθείσαν
-οικογένειαν. Ο ατυχής πατήρ παραλαβών την απαρηγόρητον
-σύζυγον και την θυγατέρα του, ήτις ανεπόλει μετά τρόμου
-κατ' εκείνην την στιγμήν διάφορα τραγικά επεισόδια αρπαγής
-παιδίων, τα οποία είχεν αναγνώσει εις τας επιφυλλίδας των
-εφημερίδων, επορεύθη εις την κατοικίαν του με την αμυδράν
-ελπίδα ότι ίσως είχεν επιστρέψει εκεί ο υιός του μετά την
-εξαφάνισίν του. Καθ' οδόν αντήχουν γοεροί οι λυγμοί της
-κυρίας Θεοδώρας, ήτις εν τω μέσω του πένθους της εύρισκε
-καιρόν ν' αποτείνη πικράς παρατηρήσεις προς τον σύζυγόν
-της:
-
- — Εσύ, μωρέ κακομοίρη, τα φταις! . . . Πού τα είχες τα
-στραβά σου και άφησες να χαθή το παιδί;
-
-Η αγωνία ευτυχώς δεν διήρκεσε πολύ. Ο κ. Ζαχαρίας
-προπορευθείς, αφού κατέφερεν ισχυρόν λάκτισμα κατά του
-Μαύρου, όστις προσήλθε σείων την ουράν διά να υποδεχθή
-αυτόν, είδε τον Μιμίκον εις την είσοδον της οικίας. Ο πατήρ
-εξέφερε στεναγμόν ανακουφίσεως, φιλοδωρών άμα και δι' ενός
-κολάφου τον ανευρεθέντα υιόν· δύο δάκρυα ανέβλυσαν από τους
-ικτερικούς οφθαλμούς της δεσποινίδος Ουρανίας, ενώ η μήτηρ
-δραμούσα ανήγειρε και ησπάζετο μετά φιλοστόργου περιπαθείας
-το τέκνον της, ερωτώσα:
-
- — Σου εκάμανε τίποτε; . . . σου εκάμανε τίποτε; . . .
-
-Και ήτο τόση η συγκίνησις και η ταραχή της, ώστε δεν
-εννόησεν, ότε τον ανήγειρεν, ότι το βάρος του Μιμίκου ήτο
-εκτάκτως ανώτερον του συνήθους και ότι η γαστήρ του είχε
-λάβει επιφόβους διαστάσεις.
-
-Εν τοσούτω οι από της πρωίας κόποι, οι δρόμοι, αι
-αλλεπάλληλοι συγκινήσεις είχον κινήσει την όρεξιν της
-οικογενείας. Άλλως τε ο αξιότιμος κ. Ζαχαρίας έπρεπε να
-δειπνήση ενωρίς, διότι ήτο προσκεκλημένος εις την οικίαν
-παλαιού του φίλου, αρχαίου συμβολαιογράφου, και είχε
-φροντίσει μάλιστα να εφοδιασθή από πρωίας δι' ενός φυσεκίου
-γαζετών, επειδή έμελλον να παίξουν και χαρτιά «διά το καλόν
-του χρόνου». Διό η Βασίλω διετάχθη να στρώση το τραπέζι και
-να φέρη την πίτταν.
-
-Είχεν ήδη συναχθή περί την τράπεζαν η οικογένεια και
-ανέμενεν, ότε η Βασίλω επανήλθεν έντρομος, τραυλίζουσα,
-ωχρά υπό την καλύπτουσαν το πρόσωπόν της ακαθαρσίαν.
-
- — Η πίττα, είπε, δεν ηξεύρω τι έγινε . . . δεν υπάρχει
-πλέον! . . .
-
-Ο Ξέρξης βλέπων την καταστροφήν του στόλου του, ο Αύγουστος
-μανθάνων την σφαγήν των λεγεώνων του Ουάρρου δεν ησθάνθησαν
-έκπληξιν και οργήν μεγαλυτέραν αφ' όσην ησθάνθη η κυρία
-Παραδαρμένου διά το αιφνίδιον άκουσμα.
-
- — Τι λες, μωρή δαιμονισμένη; ανέκραξε και ώρμησεν εις το
-μαγειρείον, παρακολουθουμένη υπό των λοιπών.
-
-Η πίττα είχε τω όντι εξαφανισθή. Το ταψίον κομισθέν υπό του
-υπηρέτου του φούρναρη κατά την απουσίαν της οικογενείας
-ευρίσκετο επί της τραπέζης, αλλ' εντός αυτού μόλις
-διεσώζοντο ολίγα ελεεινά ψιχία, μόλις απέμενον ολίγα
-ελεεινά ίχνη εκ της ροδοκοκκίνης και καλοψημένης κρούστας.
-
- — Εσύ την έφαγες! ανεβόησεν η οικοδέσποινα και επέπεσε
-κατά της Βασίλως με διαθέσεις καννιβαλικάς.
-
-Και αι τρίχες της κόμης της υπηρετρίας απεσπώντο μανιωδώς
-και κατέπιπτον βροχηδόν ως κάρφη ανατινασσόμενα εις το
-αλώνιον υπό του δικράνου, και αι οξείαι και αλγειναί
-κραυγαί της προυκάλουν την συρροήν περιέργων εκ του
-παρακειμένου παντοπωλείου.
-
- — Εσύ την έφαγες μαζί με τον αγαπητικό σου, με εκείνον τον
-βρωμιάρη! . . . εβόα αφρίζουσα η κυρία Θεοδώρα, ενώ οι
-στιβαροί γρόνθοι της κατέπιπτον επί της ράχεως του θύματός
-της.
-
- — Εγώ την έφαγα ή ο γυιόκας σου; απήντα η Βασίλω, ήτις
-βαρυνθείσα επί τέλους ήρχισε ν' ανταποδίδη τα ίσα προς την
-κυρίαν της. ·
-
-Ο γυιόκας σου! . . η λέξις αύτη εφώτισε διά μιας την
-κατάστασιν και πρώτος ο κύριος Ζαχαρίας εννόησε τα
-διατρέχοντα. Κατ' αρχάς και αυτός είχεν υποπτεύσει την
-Βασίλων ως ένοχον του στυγερού εγκλήματος, αλλ' η στάσις
-και αι διαμαρτυρίαι αυτής εκλόνισαν την πεποίθησίν του, αι
-υποψίαι του τότε μετέπεσον επί του Μαύρου και οι πόδες του
-προ των ομμάτων ανεζήτησαν το κακούργον τετράποδον. Αλλ' ο
-ατυχής Μαύρος ευρίσκετο εις μίαν γωνίαν, αμεριμνών δι' όλην
-εκείνην την τιτανομαχίαν, διότι ήτο, φαίνεται, συνηθισμένος
-εις τας τοιαύτας σκηνάς και εμάσσα έν ξεροκόμματον με τόσην
-όρεξιν, ώστε ο δικαιοκρίτης κ. Ζαχαρίας, ο ακέραιος
-λειτουργός της Θέμιδος, δεν ηδύνατο να παραδεχθή ότι ο
-σκύλος του ήτο τόσον πανούργος, ώστε να υποκρίνεται τον
-πεινασμένον, ενώ προ ολίγης ώρας είχεν ευφρανθή διά
-πλουσίας και εκλεκτής ευωχίας. Ο γυιόκας του! . . . αυτός
-θα ήτο βέβαια ο δράστης τοσούτω μάλλον, όσον από της
-ενάρξεως της σκηνής είχε γίνει άφαντος.
-
-Και ήτο αυτός πράγματι ο ένοχος. Αποχωρισθείς κατά τύχην
-των γονέων του εν τη οδώ Ερμού και μη ανευρών αυτούς μετά
-τινας ερεύνας ο μικρός κατεργάρης επανήλθε μόνος του εις
-τον οίκον, ιδών δε κατ' εκείνην την ώραν κομισθείσαν πίτταν
-κατελήφθη υπό του πειρασμού. Η Βασίλω αγνοούσα την
-επιστροφήν του ευρίσκετο κατ' εκείνην την ώραν εις τρυφεράν
-συνέντευξιν μετά του συμπατριώτου της στρατιώτου και η
-ευκαιρία τον ενεθάρρυνεν. Έκοψε κατ' αρχάς έν μικρόν
-τεμάχιον και επειδή η όρεξίς του κατά το λόγιον τόσον
-μάλλον ηύξανεν όσον μάλλον έτρωγε, την έφαγεν όλην, μεθ' ό
-ανέμενε θαρραλέως τα γενησόμενα:
-
- — Γυναίκα, γυναίκα! . . . είπεν ο κ. Ζαχαρίας παρεμβαίνων,
-έλα τώρα άφησέ την.
-
-Και μετά κόπου βοηθούμενος και υπό της Ουρανίας κατώρθωσε
-ν' αποχωρίση τας δύο συμπλακείσας, αι οποίαι διά των
-περιστροφών του εαυτών σώματος είχον αποτελέσει σύμπλεγμα
-πλαστικόν αξιοθέατον, ανάλογον προς το του Λαοκόοντος.
-Εννοείται ότι τον Δράκοντα δεν αντεπροσώπευεν εν αυτώ η
-Βασίλω.
-
-Ο ένοχος ανευρέθη και συνελήφθη, μετά σύντομον δε
-διαδικασίαν κατά την οποίαν το ους αυτού ήλθεν εις συχνήν
-επαφήν μετά της πατρικής χειρός, η ενοχή του εξηκριβώθη.
-Ήδη ο κ. Ζαχαρίας ητοιμάζετο να αποτείνη διά της παλάμης
-ευγλώττους παραινέσεις επί του αυχένος του γόνου του· ήδη η
-κυρία Θεοδώρα εξέτεινεν επιτακτικώς την χείρα λέγουσα προς
-τον σύζυγον να της κάμη την χάριν να μη πειράξη το παιδί
-«διότι έκαμε και αυτό μίαν αταξίαν ωσάν παιδί», αλλέως θα
-είχε να κάμη μαζί της· ήδη η Ουρανία προβλέπουσα νέαν
-οικογενειακήν ρήξιν εβίαζε τους δακρυχόους αδένας των
-οφθαλμών της να χύσουν δάκρυα ικεσίας, ότε διά μιας ο κ.
-Ζαχαρίας έστη ως ηθοποιός καταλαμβανόμενος εν τω μέσω της
-πράξεώς του υπό αιφνιδίου λογισμού και αφήκε φωνήν
-σπαρακτικήν.
-
- — Και το φλωρί; είπεν.
-
-Ε, βέβαια, και το φλωρί; . . . τι είχε γίνει το φλωρί;
-Εκείνο, καλέ, το κωνσταντινάτον, το οποίον του είχε χαρίσει
-ο φίλος του ο έφορος εις το Μελιγαλά και το οποίον τακτικά
-από του πρώτου έτους του γάμου του εχρησίμευε διά την
-πίτταν της Πρωτοχρονιάς, εξαγοραζόμενον τακτικώς κατ' έτος
-διά τριάκοντα λεπτών, τα οποία γενναιοδώρως έδιδεν ο
-Ζαχαρίας προς τον ευτυχή κάτοχον του τμήματος της πίττας,
-εν ώ περιείχετο; Τι είχε γίνει το φλωρί, το ιερόν
-κειμήλιον, το παλλάδιον [63] της οικογενείας; Βεβαίως
-κατεβροχθίσθη μετά της πίττας και κατά την στιγμήν εκείνην
-εξετέλει μυστηριώδη πορείαν εντός των εσωτερικών λαβυρίνθων
-του οργανισμού του λαιμάργου υιού του. Οία βεβήλωσις!
-
-Χωρίς να θέλη ο πράος κ. Ζαχαρίας, ο ειρηνικός κ. Ζαχαρίας
-ήρπασεν από της εστρωμένης τραπέζης έν μαχαίριον και διά
-της άλλης χειρός ανέτρεψε τον υιόν του σπαρακτικώς
-οιμώζοντα.
-
-Ήτο εξαισία η στάσις εκείνη του πατρός, στάσις Αβραάμ
-ετοίμου να φονεύση τον Ισαάκ του, ενώ η Ουρανία ερρίπτετο
-ικετευτικώς παρά τα γόνατά του επικαλουμένη το έλεός του.
-Αλλά την χείρα του νέου Αβραάμ δεν ανεχαίτισεν άγγελος εξ
-ουρανού· απεναντίας η αποτρέψασα την αιματοχυσίαν ήτο η
-κυρία Θεοδώρα. Ο σάρκινος όγκος της κυρίας Παραδαρμένου
-ανετινάχθη, όταν είδε τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχεν ο
-υιός της, και με την φωνήν εκείνην την επιτακτικήν, εις την
-οποίαν προ εικοσαετίας ήτο συνηθισμένος να υπακούη ο
-πειθήνιος σύζυγος, εβόησεν:
-
- — Άφησε, βρε ξεκουτιάρη, αυτάς τας ανοησίας να μη τρομάξη
-το παιδί . . . Αύριον το ευρίσκεις το φλωρί σου! . . .
-
-Η μάχαιρα κατέπεσεν από τας χείρας του μιαιφόνου πατρός.
-Αύριον! . . . η κυρία Θεοδώρα είχε δίκαιον. Κατά τους
-αναλλοιώτους φυσικούς νόμους το φλωρίον έμελλε την επομένην
-να ίδη πάλιν το φως της ημέρας.
-
-Η ιδέα αύτη κατεπράυνε την μήνιν του κ. Ζαχαρία, όστις,
-αφού ησπάσθη τον Μιμίκον, επλήρωσεν οίνου το ποτήριόν του
-και υψώσας αυτό εύχαρις είπε προς την σύζυγον και την
-θυγατέρα:
-
- — Έλα! . . . και του χρόνου!
-
- (1890)
-
-
-
-Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ
-
-
-
- — Κυρ Μωυσή! . . . Ε, κυρ Μωυσή! . . . πού είνε; . . . Η
-φωνή του γηραιού Σαβαώθ αντήχησε βροντώδης εις τον
-Παράδεισον, του οποίου η ηλιοφεγγής και διαυγεστάτη
-ατμόσφαιρα εσείσθη εκ του ήχου.
-
-Ο ταξιάρχης Γαβριήλ παρέστη μετά φόβου και σεβασμού ενώπιον
-του Υψίστου.
-
- — Αγιώτατε, είπεν ο αρχάγγελος, ο Μωυσής προ ολίγου ήτο
-εκεί κάτω μαζί με τον Ηλίαν και με τον Νώε . . .
-
- — Να έλθη εδώ αμέσως!
-
-Ο Γαβριήλ εξεκίνησε και σχεδόν εν ακαρεί έφθασεν εις την
-άλλην άκραν του αχανούς Παραδείσου, χάρις εις τα τεράστια
-εκείνα βήματα, τα οποία απέδωκεν εις αυτόν η φαντασία του
-ποιητού μας Παναγιώτου Σούτσου, περιγράφοντος αυτόν εις τον
-&Μεσσίαν& ως διανύοντα δι' ενός μόνου βήματος την απόστασιν
-την υπάρχουσαν μεταξύ του Ηλίου και του Αραράτ!
-
-Ο Σαβαώθ ανέμενεν εν τούτοις σύννους και μετρών το
-κομβολόγιόν του.
-
- — Βάρυπνος εξύπνησε σήμερα ο Πανάγαθος! είπε πονηρώς έν
-μικρόν Χερουβείμ.
-
- — Κάνε τη δουλειά σου εσύ! είπεν επιτιμήσας αυτό αυστηρώς
-ο διευθύνων την ουράνιον ορχήστραν αρχάγγελος.
-
-Ότε ο προφήτης με την μεγάλην λευκήν του γενειάδα
-ενεφανίσθη ενώπιον του Σαβαώθ, ενόησεν εκ του βλοσυρού
-βλέμματος το οποίον έρριψεν επ' αυτού ο Αιώνιος, ότι περί
-σοβαρού τινος επρόκειτο.
-
- — Πού μου ήσουν, κυρ Μωυσή, οπού σ' εζητούσα; ηρώτησεν
-αυτόν δυσθύμως και σχεδόν αποτόμως.
-
- — Εκεί κάτω, Αγιώτατε, συνωμιλούσαμεν μαζί με . . .
-
- — Συνωμιλούσατε; . . . βέβαια! κουβέντα και ραχάτι! . . .
-
-Και τι σας μέλει την ευγένειά σας! . . . Και τι τον μέλει
-τον κυρ Ηλία! . . . πάει ο καιρός οπού του επήγαιναν τροφή
-τα κοράκια εις το σπήλαιον! Εδώ εις τον Παράδεισον έχει
-καλό χουζούρι! . . .
-
- — Αγιώτατε! . . .
-
- — Σιωπή και άκουε. Δεν πάμε καλά, κυρ Μωυσή· είνε πολύς
-καιρός οπού το βλέπω· εχθές είδα και τας μηνιαίας
-καταστάσεις της κινήσεως του Παραδείσου . . . Λίγος κόσμος,
-πολύς λίγος μπαίνει. Οι στερεότυποι και οι συνηθισμένοι
-κανένας επαίτης σακάτης, κανένας γέρος μοναχός, κανένας
-δυστυχισμένος μέτοχος χρεοκοπησάσης εταιρείας, κανένας
-ταλαίπωρος συνταξιούχος των 15 δραχμών . . .
-
- — Το βλέπω κ' εγώ! είπε περιλύπως ο Μωυσής.
-
- — Ενώ εκεί κάτω, εξηκολούθησεν ο Άναρχος ρίπτων βλέμμα
-φθόνου σχεδόν προς το εν τω μέσω των νεφελών διαφαινόμενον
-χάος, όπου ήστραπτεν εκ διαλειμμάτων η ερυθρά αντανάκλασις
-των φλογών της Κολάσεως, εκεί κάτω φαίνεται ότι κάμνουν
-δουλειά χρυσή. Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης· δεν
-μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς· πηγαίνουν
-μόνοι τους οι μουστερήδες! [64] Άλλοτε ήρχετο κάπου κάπου
-να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανένα, τον Ιώβ, τον
-Φάουστ . . . τώρα ούτε δεν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά!
-
- — Αυτό ελέγαμε και ημείς με τον Νώε και τον Ηλίαν!
-
- — Ε, και τι ελέγατε; . . .
-
- — Ότι πρέπει να γίνη ρεκλάμα, όπως κάμνει η Εταιρεία του
-Σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς διά το Φάληρον, να
-διοργανώσουν τίποτε ιπποδρομίας ο άγ. Γεώργιος και ο άγ.
-Δημήτριος . . .
-
- — Καλό κι αυτό, είπεν, αφού εσκέφθη ολίγον ο Σαβαώθ, αλλά
-δεν αρκεί. Χρειάζονται μέτρα ριζικώτερα !! . . . Δεν μου
-λέγεις, Μωυσή, πόσος καιρός είνε που εδημοσιεύσαμεν τον
-Δεκάλογον;
-
- — Μα! . . . ξεύρω κ' εγώ; Πού μπορεί κανείς να υπολογίση
-τώρα με την νέαν επιστήμην!
-
- — Επάνω κάτω! . . .
-
- — Επάνω κάτω . . . πέντε χιλιάδες χρόνια! . . .
-
- — Πέντε χιλιάδες χρόνια! επανέλαβε σείων την κεφαλήν ο
-Σαβαώθ. Εκατάλαβες! πέντε χιλιάδες χρόνια! . . . ένας λόγος
-είνε! πολλά πράγματα ημπορούν να γηράσουν μέσα εις αυτό το
-διάστημα. Κοντεύω να γηράσω εγώ από τότε . . . και ας με
-λέγουν Αιώνιον! προσέθηκε μειδιών και παρατηρών την
-κατάλευκον γενειάδα του:
-
- — Λοιπόν τι λέγετε, Αγιώτατε;
-
- — Ο Δεκάλογός μας εγήρασε πολύ, Μωυσή, από τότε . . ·
-Πρέπει να επιφέρωμεν μεταρρυθμίσεις εις αυτόν . . .
-μεταρρυθμίσεις ριζικάς. Ας κάμωμεν μίαν δοκιμήν εκ του
-προχείρου. Λέγε μου, σε παρακαλώ, μίαν μίαν τας εντολάς.
-
-Ο Μωυσής ήρχισε να ξέη το ους.
-
- — Εκατάλαβα! είπεν ο Ύψιστος, στοιχηματίζω πως τας
-εξέχασες! . . .
-
- — Μα! . . . ύστερα από πέντε χιλιάδες χρόνια! είπεν ο
-Μωυσής μειδιών.
-
- — Και έχουμε την απαίτησιν να τας ενθυμήται ο κόσμος, αφού
-δεν τας ενθυμείσαι συ οπού τας έγραψες! Φέρε γρήγορα τας
-πλάκας.
-
-Ο Μωυσής απελθών εκόμισε τη βοηθεία δύο αγγέλων τας δύο
-βαρυτάτας πλάκας του δεκάλογου, τας οποίας έλαβεν επί του
-Σινά.
-
- — Φαντάσου καιρός που επέρασε από τότε, είπεν ο Πανάγαθος·
-εγράφαμεν ακόμη εις την &πλάκα&!
-
-Το παρεστώς πλήθος του Χερουβείμ και Σεραφείμ ανεκάγχασε
-διά το λογοπαίγνιον του Κυρίου.
-
-Ο Μωυσής ήρχισε ν' αναγινώσκη μίαν προς μίαν τας εντολάς
-του θείου νόμου:
-
- — Εγώ είμι Κύριος ο Θεός σου κτλ.
-
- — Αυτό είναι το μόνον άρθρον οπού εξασφαλίζει την
-δυναστείαν μου, μολονότι . . . ας είνε· παρακάτω!
-
- — Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα . . .
-
- — Ας είνε και αυτό! . . . Φθάνει να κάμνουν τα ομοιώματα
-με τέχνην, διότι έτυχε να ιδώ κάτι Πλάτωνας εμπρός εις την
-Ακαδημίαν των Αθηνών! . . . Δεν πειράζει· λέγε παρακάτω.
-
- — Ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω . . .
-
- — Τώρα το προκόψαμε! ανέκραξεν ο Άναρχος· το όνομά μου;
-Αχ! πόσα ακούει κάθε μέρα το κακόμοιρο! . . . Αλλά πάλι τι
-θ' ακούσω αν δεν ήτο και αυτή η απαγόρευσις! . . .
-Εξακολούθει.
-
- — Μνήσθητι την ημέραν των Σαββάτων αγιάζειν αυτήν . . .
-
- — Ναίσκε! . . . Αλλά έχομεν τους Διαμαρτυρομένους,
-βλέπεις, οπού εμβαίνουν εις τον Παράδεισον μόνον και μόνον
-διότι δεν γδύνουν τον πλησίον την ημέραν του Σαββάτου. . .
-. δηλαδή της Κυριακής. Εδώ τα μπλέξαμε με το Σάββατον και
-την Κυριακήν, σαν να ήμεθα συντάκται ελληνικών νομοσχεδίων.
-Αν αποκλείσωμεν και αυτήν την αρετήν, όλοι οι λόρδοι θα
-πηγαίνουν εις την Κόλασιν και δεν μας συμφέρει. Παρακάτω.
-
- — Ου φονεύσεις. . . .
-
- — Α, μάλιστα! . . . Αλλά για να ιδούμε τώρα με την
-απαγόρευσιν της οπλοφορίας.
-
- — Ου . . .
-
- — Εμπρός!
-
- — Ου . . . ου . . . ! επανέλαβεν ο Μωυσής διστάζων.
-
- — Ούξις και ξερός! είπεν ο Σαβαώθ ανυπομονών, λέγε! . . .
-
- — Αλλά, Αγιώτατε. . . .
-
- — Εκατάλαβα, είπεν ο Σαβαώθ· είνε η εβδόμη εντολή! . . .
-Μουρντάρικη δουλειά! . . . Και μολονότι έχομεν εδώ μέσα τον
-Προφητάνακτα, ο οποίος τα έψησε με τη γυναίκα του Ουρία . .
-. οπωσδήποτε η ηθική! . . . Πάρα πέρα! . . .
-
- — Ου κλέψεις . . .
-
- — Α! στάσου εδώ! . . . είπεν ο Ύψιστος. Εδώ δεν έχει
-καμμίαν δικαιολογίαν. Προ καιρού το έβλεπα ότι αυτή η
-εντολή ήτο περιττή. Τώρα επαράγινε το πράγμα! Μη πας
-μακριά· πιάσε την Ελλάδα· εκεί πέρα κλέφτουν ως και τα
-έμβρυα από την κοιλιά της μάννας των. Είνε τώρα κάμποσοι
-μήνες μάλιστα οπού δεν βλέπεις τίποτε άλλο παρά σειράν
-ατελευτήτων κλοπών. Από εκείνην την ευλογημένην χώραν οπού
-είχαμεν άλλοτε τους καλυτέρους μας πελάτας, τώρα δεν
-ημπορεί ούτε ένας να εμβή εις τον Παράδεισον. Άνθρωποι οι
-οποίοι εγήρασαν εις την αρετήν και την τιμιότητα, άνθρωποι
-οι οποίοι ως και εις τον εσπερινόν επήγαιναν, ακούς!
-απεδείχθησαν εις το ύστερον κλέπται! Είνε απελπισία!. . . .
-αυτή η εντολή πρέπει να καταργηθή.
-
-Ο Μωυσής ηθέλησε ν' αντιτείνη συνηγορών υπέρ της
-ακεραιότητος του δεκαλόγου του, ότε αίφνης θόρυβος μέγας
-ηκούσθη παρά την είσοδον του Παραδείσου και πριν ή προφθάση
-ο Ύψιστος να ερωτήση τι τρέχει ενεφανίσθη ο Πέτρος
-ολοπόρφυρος εκ του θυμού.
-
- — Μ' έκλεψαν, Θεέ μου! εβόα θρηνωδώς ο Απόστολος μ'
-έκλεψαν! . . . Ολίγας μετοχάς οπού είχα . . . τας
-οικονομίας μου! . . .
-
- — Ποίος σ' έκλεψεν; ηρώτησεν ο Σαβαώθ.
-
- — Ένας πρώην υπουργός Έλλην και ένας πρώην ταμίας! . . .
-
- — Ορίστε! είπεν ο Ύψιστος αποτεινόμενος προς τον Μωυσήν,
-τα βλέπεις; Ως κ' εδώ μέσα! Αν δεν καταργήσωμεν την
-εντολήν, θα διώξωμεν και αυτούς οπού υπάρχουν μέσα!
-
-Και επειδή ο Μωυσής ακόμη εδίσταζεν, ο Ύψιστος ενέτεινε την
-δεξιάν και διά του θείου του δακτύλου διέγραψεν από της
-πλακός την ογδόην εντολήν.
-
-Και ταυτοχρόνως διέταξε ν' αναγγείλουν το γεγονός εις την
-Ιεράν Σύνοδον, διά να το ανακοινώση αύτη εις τους εκδότας
-των Κατηχήσεων.
-
-
-
-ΤΟ ΣΦΑΙΡΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
-
-
-
-Το θερμόμετρον είχεν ανέλθει πολύ την ημέραν εκείνην εις
-την επουράνιον χώραν. Ο Ύψιστος, αφού ηκροάσθη νωχελώς την
-μεταμεσημβρινήν συναυλίαν των αγγέλων, εξήλθε προς
-περιδιάβασιν, διηυθύνθη εις μέρος τι σκιερόν και ευάερον
-και εξαγαγών το εξ ηλέκτρου κομβολόγιόν του ήρχισεν
-αναγινώσκων την ιεράν Σύνοψιν.
-
-Ήδη τα βλέφαρα του Παντοδυνάμου ήρχισαν να βαρύνωνται εκ
-της αναγνώσεως, ότε εγείρας το βλέμμα είδε κάποιον
-πλησιάζοντα. Ο κάποιος ούτος ήτο το πονηρόν πνεύμα, διότι,
-με όσα και αν λέγουν οι θεολόγοι, ο Σατανάς από της εποχής
-του Ιώβ διατελεί εις σχέσεις οικειοτάτας μετά του
-Δημιουργού και έχει ελευθέραν την είσοδον εις τον
-Παράδεισον.
-
- — Εσύ είσαι, Παμπόνηρε; είπεν ο Ύψιστος.
-
- — Εγώ, Αγιώτατε.
-
- — Κάτι απ' εδώ; . . τι μαντάτα; θα σ' έσφιξε η ζέστη,
-φαίνεται· φαντάζομαι τι καμίνι θα έχετ' εκεί κάτω!
-
- — Δεν με μέλει και πολύ· εσυνήθισα. Έπειτα εγώ δεν μένω
-και διαρκώς εκεί· τριγυρίζω.
-
- — Και από πού έρχεσαι τώρα, με το καλό;
-
- — Από την Ελλάδα.
-
- — Μπα! είπεν ο Θεός· και τι επήγες να κάμης εκεί;
-
- — Είχα μερικάς υποθέσεις ετελείωνεν ο μην και ήθελα να
-ξεκαθαρίσω μερικούς λογαριασμούς . . . ·έπειτα είχομεν και
-δημοτικάς εκλογάς . . .
-
-Και ο Σατανάς εθώπευσε κρυφίως μετά πικρού μειδιάματος την
-εις το θυλάκιόν του εφημερίδα, την περιέχουσαν τον μηνιαίον
-εγκληματικόν απολογισμόν.
-
- — Μήπως ήσουν υποψήφιος; ηρώτησε σκωπτικώς ο Πανάγαθος.
-
- — Όχι, απήντησεν ο Διάβολος· μόνος εγώ δεν ήμουν.
-
- — Ξεύρεις όμως ότι μου επαραμπήκες εκεί πέρα εις την
-Ελλάδα; είπεν ο Θεός οπωσούν ωργισμένος.
-
- — Ε, κάμνω κ' εγώ μερικές δουλίτσες! απήντησε μετά πονηράς
-μετριοφροσύνης ο Σατανάς.
-
- — Να μου κάμης την χάριν να βγάλης την ουράν σου απ' εκεί·
-ξεύρεις ότι εγώ ιδιαζόντως αγαπώ αυτόν τον τόπον.
-
- — Τι λόγος! είπεν ο Διάβολος.
-
-Και εμειδίασε σαρδωνικώς.
-
- — Δεν το πιστεύεις, μασκαρά; εξηκολούθησεν ο Παντοδύναμος·
-και όμως ιδού, εφέτος τους έκαμα τόσα καλά. Έρριψα βροχήν
-άφθονον διά να γίνη ευφορία σιτηρών· η σταφίς επήγε
-περίφημα και αν τα οικονομικά του τόπου δεν ευοδούνται δεν
-πταίω εγώ.
-
- — Ούτ' εγώ, υπέλαβεν ο υιός του σκότους.
-
- — Όσον ημπορώ τους προστατεύω και με το παραπάνω,
-εξηκολούθησεν ο Ύψιστος. Είνε τώρα χρόνια οπού μου
-υποβάλλει αίτησιν θεραπείας η χολέρα να υπάγη να κατοικήση
-εκεί καμπόσους μήνας και μολονότι είχε τόσα συστατικά από
-διαφόρους δημάρχους και νομάρχας και διευθυντάς αστυνομίας
-δεν ενέκρινα την αίτησίν της. Σου επαναλαμβάνω ότι αγαπώ
-τον τόπον αυτόν, διότι εκεί εδοξάσθη περισσότερον το όνομά
-μου. Μου αρέσει η ιστορία του λαού του, μου αρέσει η γλώσσα
-του . . . μολονότι παρατηρώ ότι ήρχισε και αυτή να
-μουρδαρεύη και φαίνεται ότι θα είνε ιδική σου ενέργεια.
-
- — Όχι, είπε διακόπτων αυτόν εντόνως και διαμαρτυρόμενος ο
-Πονηρός. Εις αυτό δεν έχετε διόλου δίκαιον, Αγιώτατε. Αυτήν
-την ευθύνην δεν την αναλαμβάνω και απόδειξις είνε ότι εις
-την κόλασιν επιβάλλω ως βασανιστήριον εις τους βαρυποίνους
-την ανάγνωσιν μερικών ελληνικών πεζογραφιών και ποιημάτων.
-
- — Τέλος πάντων καλά θα κάμης να τραβήξης απ' εκεί το χέρι
-σου. Έπειτα χάνεις άδικα τον κόπον σου, κακομοίρη μου·
-πήγαινε πάρα πέρα να κάμης τα δικά σου· εις την Βουλγαρίαν,
-παραδείγματος χάριν, οπού είνε σχισματικοί.
-
-Μειδίαμα χλευαστικόν διεγράφη επί του ευρέος στόματος του
-Διαβόλου.
-
- — Δεν πιστεύεις; τον ηρώτησεν ο Θεός πεισμωμένος.
-
- — Τι να σας ειπώ! Αναγνωρίζω την πανσοφίαν σας, αλλά
-καμμίαν φοράν πάσχει και αυτή διαλείψεις . . . Τα χρόνια
-βλέπετε, τα γηρατειά!
-
- — Τι λέγεις, αυθάδη! ανέκραξεν ο Ύψιστος παραφερόμενος.
-
- — Μη θυμώνετε, Αγιώτατε, είπεν ο Σατανάς μετά φλέγματος·
-ας θέσωμεν καθαρά το ζήτημα, νομίζετε ότι εις τον τόπον
-αυτόν υπερισχύει αποκλειστικώς η Αγιότης σας;
-
- — Αναμφιβόλως· έχεις κ' εσύ ένα μικρόν μερίδιον, δεν σου
-λέγω, κάτι φόνους, κάτι ληστείας, κάτι βιασμούς . . . σε
-άφησα κ' επήρες λιγάκι επάνω σου, διότι είχα αλλού τον νουν
-μου. Αλλά και πάλιν τι είν' αυτά απέναντι εις τόσας αρετάς,
-εις τόσην φιλοπατρίαν, εις τόσην φιλογένειαν, εις τόσην
-φιλανθρωπίαν, εις τόσην ευσέβειαν! . . . Το γνωρίζεις
-κύριε, ότι το παρελθόν έτος κατηναλώθησαν εις την Ελλάδα
-πεντακόσιοι χιλιάδες οκάδες ταραμά;
-
- — Τι λύσσα ευσεβείας! είπε καθ' εαυτόν ο Σατανάς μετά
-μειδιάματος. Και όμως, προσέθηκεν, ημπορώ να σας αποδείξω
-ότι πλανάσθε.
-
- — Θα ήμουν πολύ περίεργος να το ιδώ.
-
- — Ημπορούμεν και τώρα να κάμωμεν το πείραμα.
-
- — Τίνι τρόπω;
-
- — Απλούστατα· διατάξατε να φέρουν μίαν ζυγαριάν πολύ
-μεγάλην.
-
- — Ζυγαριάν; . . . τι να την κάμωμεν!
-
- — Να ζυγίσωμεν τα κεφάλαιά μας και να ιδούμεν τίνος είνε
-τα μεγαλύτερα.
-
- — Με προκαλείς; . . . Ας είνε! θα διατάξω τώρα αμέσως να
-φέρουν την ζυγαριάν, αλλά κύτταξε καλά μη την πάθης! . . .
-Έχω πέντε κεραυνούς ετοίμους να σε ζεματίσω διά την
-αυθάδειάν σου, τραγογένη!
-
-Και διά της μεγάλης αργυράς συρίκτρας του ο Πανάγιος
-προσεκάλεσε τα Χερουβείμ και τα διέταξε να κομίσουν αμέσως
-μίαν μεγάλην ζυγαριάν.
-
- — Να είνε όσον το δυνατόν μεγαλυτέρα! είπεν ο Σατανάς προς
-τα Χερουβείμ απερχόμενα.
-
-Η θεία διαταγή εξετελέσθη παραχρήμα· μετ' ολίγον εθεάθη
-λόχος αγγέλων κομίζων μετά πολλού κόπου υπερμεγέθη
-πλάστιγγα, την οποίαν έστησεν ενώπιον του Δημιουργού.
-
- — Έχετε τα πρωτεία, είπεν ο Διάβολος ευγενώς, βάλετε τα
-κεφάλαιά σας εις το ένα μέρος.
-
-Ο Παντοδύναμος μετά περιεργείας, αλλά και μετά πείσματος
-ήρχισε να τοποθετή όλα τα αντικείμενα, τα αντιπροσωπεύοντα
-την μερίδα του, νοσοκομεία, σχολεία, ορφανοτροφεία, δωρεάς,
-αρχιερείς και πρεσβυτέρους, ιεροκήρυκας, μοναστήρια και
-ηγουμενοσυμβούλια, εν Χριστώ αδελφότητας, ηθικά και
-θεολογικά συγγράμματα, βαρέλια ταραμά και σάκκους φασολίων
-και παντοία άλλα, των οποίων απετελέσθη πυραμίς τεραστία
-και αλλόκοτος.
-
-Ο Διάβολος εθεάτο απαθώς τον όγκον αυτόν ολονέν
-ανυψούμενον.
-
- — Έχετε άλλα; ηρώτησε μετά την αποπεράτωσιν της
-τοποθετήσεως.
-
- — Έχω και μερικούς επιτρόπους εκκλησιών αρκετά
-καλοθρεμμένους, είπεν ο Θεός.
-
- — Βάλετε και αυτούς, είπεν αταράχως ο Διάβολος.
-
-Και ο όγκος της πυραμίδος ηυξήθη επαισθητώς διά της
-προσθήκης των επιτρόπων.
-
- — Μήπως εξεχάσατε τίποτε; ηρώτησεν ο Σατανάς.
-
- — Εξέχασα πραγματικώς ένα καθηγητήν της Θεολογίας, αλλά
-σου τον χαρίζω. Είνε τόσον πολύσαρκος εκ της καλοφαγίας,
-ώστε αυτός μοναχός κάμνει δι' όλα τα ιδικά σου κεφάλαια.
-
- — Να τον προσθέσετε και αυτόν!
-
-Και επειδή ο Σατανάς επέμενεν, ετέθη τέλος εις την κορυφήν
-του σωρού και ο καθηγητής και η πλάστιγξ έτριξε γοερώς υπό
-το βάρος του.
-
- — Ορίστε τώρα και η ευγένειά σας, είπεν ο Ύψιστος
-μυκτηριστικώς [65], βάλετε τα κεφάλαιά σας.
-
-Ο Διάβολος έχωσε την τριχωτήν χείρα με τους οξείς όνυχας
-εις το θυλάκιόν του και εξήγαγε μικρόν αντικείμενον
-σφαιρικόν, τεφρόχρουν.
-
- — Τι είν' αυτό; ηρώτησεν ο Ύψιστος παρατηρών διά των
-διοπτρών του μετά περιεργείας το αντικείμενον.
-
- — Είνε εκλογικόν σφαιρίδιον, απήντησεν αταράχως και
-σοβαρώς ο Πειρασμός.
-
- — Αυτό είνε όλα σου τα κεφάλαια;
-
- — Αυτό.
-
- — Δεν έχεις άλλα;
-
- — Όχι· αυτό αρκεί.
-
- — Κοροϊδεύεις;
-
- — Διόλου.
-
- — Έλα, Χριστέ και Παναγία! είπεν ο Ύψιστος
-σταυροκοπούμενος.
-
- — Λοιπόν· ιδού οπού το θέτω εις την πλάστιγγα.
-
- — Ας ιδούμεν και αυτό το θαύμα!
-
-Και το αποτέλεσμα πραγματικώς υπήρξε θαυμάσιον· διότι ευθύς
-ως το μικροσκοπικόν μολύβδινον σφαιρίδιον απετέθη επί της
-πλάστιγγος, αύτη ήρχισε να κλίνη μετά καταπληκτικής ροπής
-προς το μέρος του σφαιριδίου, ενώ εις το αντίθετον μέρος η
-τεραστία συμμιγής πυραμίς ανυψούτο ελαφρά, ως ν' απετελείτο
-εκ πτίλων.
-
- — Μπα που να σε πάρη ο εαυτός σου! ανέκραξεν ο Πάνσοφος
-έκπληκτος και πεισμωθείς εν ταυτώ. Κάτι καλπονόθευσιν θα
-έκαμες . . . αφού μάλιστα έρχεσαι από την Ελλάδα . . .
-Στάσου να σε διορθώσω εγώ!
-
-Και ητοιμάσθη να εξακοντίση κατ' αυτού ένα κεραυνόν.
-
- — Κρίμα εις την πανσοφίαν σου, αφού δεν ηξεύρεις την
-δύναμιν αυτού του σφαιριδίου! είπεν ο Διάβολος μετά
-θριαμβευτικού και χλευαστικού γέλωτος.
-
-Και ετράπη εν τάχει εις φυγήν.
-
-Ο Ύψιστος έμεινε σύννους και μετ' ολίγον παραλαβών το
-σφαιρίδιον επέστρεψεν εις τον Παράδεισον σύνοφρυς και
-βλοσυρός και διέταξεν αμέσως να προσέλθη ο άγιος Πέτρος.
-
- — Κύτταξε καλά τα κατάστιχά σου, είπεν ο Ύψιστος προς τον
-επουράνιον θυρωρόν, και αν τυχόν ευρίσκεται εδώ πέρα αυτός
-οπού εφεύρεν αυτό εδώ το αντικείμενον — και έδειξε το
-σφαιρίδιον — να μου τον στείλης άναυλα εις την Κόλασιν, με
-όσα καλά και αν έχη καμωμένα. Έγινα ρεζίλι σήμερον με αυτό
-το πράγμα! . . . Είνε του Διαβόλου συνεργεία. Εις τον
-Παράδεισον ούτε επέτρεψα ούτε θα επιτρέψω να υπάρχη· όσον
-αφορά την Γην, θα σκεφθώ! . . .
-
-Και έμεινε μέχρι βαθείας νυκτός αναγινώσκων το
-Συνταγματικόν δίκαιον του μακαρίτου Σαριπόλου.
-
-
-
-Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΑΜΙΣΟΝ
-
-
-
-Σήμερον είνε η ημέρα των ευχών. Απ' όρθρου βαθέος αν
-ακούσητε τον κώδωνα της θύρας σας κρουόμενον, εστέ βέβαιοι
-ότι κάποιος έρχεται να σας προσφέρη ευχάς. Οι οδοκαθαρισταί
-οι καθορίζοντες τας οδούς, εις τας οποίας πνίγεσθε τον
-χειμώνα εκ του βορβόρου, ασφυκτιάτε δε το θέρος εκ του
-κονιορτού· οι ανάπτοντες τους φανούς επί των οποίων
-προσκρούοντες θραύετε την ρίνα σας τας νύκτας, κατά τας
-οποίας η πανσέληνος λησμονεί τα δημοτικά της καθήκοντα και
-δεν επιφαίνεται εις το συννεφώδες στερέωμα· οι υδρονομείς,
-οίτινες κατά την ημέραν του καύσωνος σας αφήνουν να πάθετε
-εκ λύσσης, πριν επιτρέψουν εις το ύδωρ να διοχετευθή εις
-την κρήνην της συνοικίας σας· οι καμιναδοκαθαρισταί,
-οίτινες προσέρχονται επίσης ζητούντες φιλοδώρημα, αν και
-εις την οικίαν σας δεν υπάρχει άλλη εστία εκτός των φύλλων
-του ομωνύμου περιοδικού, εις το οποίον είσθε συνδρομητής·
-όλη τέλος η πολυώνυμος γενεά των Ειλώτων, όσοι εν τη
-καταμερίσει της κοινωνικής εργασίας ανέλαβον την επιστασίαν
-των μάλλον πεζών και αχαρίτων αναγκών του βίου, θα
-προσέλθουν προσφέροντες φύλλα πολύχροα χάρτου, εις τα οποία
-διά στίχων χωλών ή υπερτροφικών θα σας εύχωνται υγείαν και
-ευτυχίαν. Και η λιτανεία των ευχών θα σας καταδιώξη και
-εκτός του οίκου σας, θα σας ευχηθή ο βοηθός του κουρέως
-σας, ο υπηρέτης του καφενείου εις το οποίον συχνάζετε, ο
-υπηρέτης του εστιατορίου ένθα γευματίζετε. Εννοείται ότι
-όλαι αι ευχαί πληρώνονται κατά το μάλλον ή ήττον γενναίως·
-αλλ' ερωτώ· ποίαι είνε αι ευχαί αι οποίαι δεν πληρώνονται,
-αφού και αυταί αι προς τον Ύψιστον αποτεινόμεναι έχουν
-τιμολόγιον ωρισμένον, απαραβάτως τηρούμενον υπό των
-λειτουργών του;
-
-Λοιπόν υγεία και ευτυχία!.. Αλλά δεν μου λέγετε, παρακαλώ,
-τι πράγμα είνε η ευτυχία; Όλοι περίπου γνωρίζομεν τι είνε
-υγεία. Όταν πάσχης μεν από ημικρανίαν, βασανίζεσαι μεν υπό
-αλγούντος οδόντος, νύττεσαι [66] μεν οδυνηρώς υπ' οξυτάτου
-ρευματισμού, όταν μεταβάλλονται μεν οι μυκτήρες σου εις
-εννεακρούνους εκ της καταρροής, αλλ' ο ιατρός αστεΐζεται
-μαζί σου και οι κληρονόμοι σου δεν έρχωνται προς επίσκεψίν
-σου, τότε θεωρείσαι υγιής. Αλλ' ευτυχής πότε είσαι; Τι
-πράγμα είνε αυτή η ευτυχία; Την είδετέ ποτε εις την οικίαν
-σας; την συνηντήσατέ ποτε καθ' οδόν; γνωρίζετε πού κείται η
-κατοικία της; ανεγνώσατέ ποτε εις την 4ην σελίδα των
-εφημερίδων ότι πωλείται που εις τας αποθήκας εκείνας των
-παντοειδών προμηθειών, όπου πωλούνται αυγοτάραχα, μυάγραι
-[67], καστόρειοι πίλοι, πετρέλαιον και μυθιστορήματα; Αν
-σας ερωτήσουν δε τι είνε ευτυχία, τι θ' απαντήσετε; ή θα
-δώσετε ορισμόν εκ των τετριμμένων εκείνων και ανοήτων, των
-οποίων το υπόδειγμα παρέχουν τα νερόβραστα της μεταφυσικής
-συγγράμματα, ή θα σιωπήσετε, ως θα εσιώπα κοινοβιάρχης, ας
-υποθέσωμεν, ερωτώμενος τι είνε &πόλκα μαζούρκα.&
-
-Εις παρομοίαν απορίαν ευρέθη ποτέ προ αιώνων ο Καλίφης του
-Βαγδατίου, του οποίου την ιστορίαν εν συντόμω θα
-διηγηθώμεν.
-
-Έρρεον τα πλούτη εις το ανάκτορόν του αφθονώτερα από τα
-νάματα [68] του παραρρέοντος Τίγρητος. Οι αδάμαντες των
-Ινδιών και οι μαργαρίται του Οφίρ εστόλιζον τας κιδάρεις
-του ηγεμόνος και τα φάλαρα των ίππων του, των εκλεκτοτάτων
-εξ όσων ανετρέφοντο εις τους παρά τον Ευφράτην λειμώνας.
-Αλλ' οι αδάμαντες δεν είχον την λάμψιν των αμυγδαλωτών
-οφθαλμών των κορών της Γεωργίας και οι μαργαρίται
-υπελείποντο ως προς την γλυκείαν ωχρότητα της μορφής των
-χαύνων γυναικών της Συρίας, εκ των οποίων επληρούτο ο
-γυναικωνίτης του. Τα βαρυτιμότατα των αρωμάτων της Αραβίας
-καιόμενα ανέδιδον μεθυστικάς ευωδίας. Τάπητες χνοώδεις της
-Περσίας απεσβέννυον τον κρότον, τον οποίον παρήγον
-συρόμεναι αι χρυσοκέντητοι εμβάδες του. Ο Σαρδανάπαλος δεν
-θα εγίνετο ολοκαύτωμα, αν είχε το ευτύχημα να του
-απομείνουν μετά την απώλειαν του θρόνου μάγειροι έχοντες
-την δεξιότητα των μαγείρων του Καλίφου. Ο δαμασκηνός
-ακινάκης [69] του εδιχοτόμει δι' ενός κτυπήματος παχείαν
-σιδηράν ράβδον. Οι λέοντές του ωρύοντο ρωμαλέοι εις
-θηριοτροφείον του και η εξημερωμένη πάρδαλις έλειχε
-ταπεινώς την χείρα του εξηπλωμένη παρ' αυτώ. Οι γείτονες
-του ηγεμόνος επεζήτουν διά δώρων πλουσίων την φιλίαν του. Ο
-λαός του τον εσέβετο ως απόγονον του Προφήτου και τον ηγάπα
-ως απονέμοντα εξίσου την δικαιοσύνην. Βουλή δεν υπήρχεν εις
-το κράτος του, ούτε Σύνταγμα· δεν επωλούντο μετοχαί
-τραπεζών χρεοκοπημένων, δεν συνέβαινον γλωσσολογικαί
-διαμάχαι, δεν εξεδίδοντο ημερολόγια μετ' εικόνων, δεν
-υπήρχον ένορκοι, ουδέ οδοντοϊατροί, ουδέ υφηγηταί, δεν
-ελάμβανεν ανακοινώσεις περί εφευρέσεων· ουδέ τηλεγραφήματα
-περί καταθλίψεως των πολιτών υπό των εισπρακτόρων.
-
-Εν τούτοις ο ηγεμών ούτος, τον οποίον όλοι εθεώρουν
-ευδαιμονέστατον, ησθάνετο ακατανίκητον ανίαν. Εις μάτην
-έτρωγε και εκορέννυτο πολλάκις της ημέρας παρακαθήμενος εις
-την πλουσιοπάροχον τράπεζάν του. Εις μάτην εχείρει
-μυστηριώδεις εκδρομάς εις τα άδυτα του γυναικωνίτου του,
-όπου φυλάσσετο ζηλοτύπως ο πλούσιος της καλλονής θησαυρός.
-Εις μάτην βαϋαδέραι γοήτιδες ωρχούντο ενώπιόν του και
-ψάλται λιγείς [70] και έντεχνοι έτερπον την ακοήν του διά
-των ασμάτων των. Εις μάτην μετέβαινεν εις θήραν τοξεύων και
-ακοντίζων επιτηδείως τα παντοειδή θηράματα. Η ανία, η
-θανάσιμος ανία, κατέτρωγε την ψυχήν του και ετάρασσε τον
-ύπνον του. Καθ' εκάστην επαισθητώς ωχρία και έφθινε — διά
-να είπω μίαν παρομοίωσιν πρωτότυπον — ως μήλον, του οποίου
-την σάρκα κατατρώγει ο εντός κεκρυμμένος σκώληξ.
-
-Ο ηγεμών είχεν αναγνώσει εν των ποιητικών βιβλίων, τα οποία
-μετ' αγάπης εμελέτα, ότι η ευτυχία είνε αγαθόν ανέφικτον
-και ότι ουδείς εν τω κόσμω δύναται ν' αποκληθή ευτυχής.
-
- — Πώς! έλεγε καθ' εαυτόν, εγώ τον οποίον φθονούν όλοι, εγώ
-όστις είμαι ο κύριος όλων των επί γης αγαθών, δεν είμαι
-λοιπόν ευτυχής; Αλλά τι είνε λοιπόν η ευτυχία; Θέλω ν'
-αποκτήσω αυτό το ανέφικτον αγαθόν, όπως το αποκαλεί ο
-ποιητής.
-
-Τοιαύτη ήτο η αφορμή της μελαγχολίας του ηγεμόνος. Ο
-Βεζύρης, ήτοι ο υπουργός του, άνθρωπος έξυπνος και φρόνιμος
-— διότι κατ' εκείνην την εποχήν οι υπουργοί ήσαν άνθρωποι
-έξυπνοι και φρόνιμοι — παρετήρησεν ότι ο κύριός του έφθινεν
-από ημέρας εις ημέραν, εννόησεν ότι έκτακτόν τι συνέβαινεν
-εν τη ψυχή του και ηθέλησε να μάθη παρ' αυτού το αίτιον.
-
- — Αρχηγέ των πιστών, του είπε, διατί η μορφή σου
-μαραίνεται ως φύλλον ρόδου, επί του οποίου διήλθε κοχλίας
-και κατέλιπε τον αγενή σίελόν του;
-
-Ο ηγεμών του διηγήθη ειλικρινώς την αιτίαν της θλίψεώς του.
-
-Ο υπουργός ήτο ανήρ επιτήδειος — διότι τότε ήσαν επιτήδειοι
-οι υπουργοί, ενώ σήμερον είνε επιτήδειοι οι περί τους
-υπουργούς — και εσκέφθη ότι ο ηγεμών είχεν ανάγκην εκτάκτων
-διασκεδάσεων διά να του παρέλθη η μελαγχολία. Εσυλλογίσθη
-λοιπόν και κατόπιν υπέβαλεν εις αυτόν διαφόρους προτάσεις.
-
- — Επιθυμείς, ω μέγιστε Καλίφη, να διατάξω τους
-ιερακοτρόφους να προετοιμασθούν, διά να εξέλθωμεν αύριον
-εις θήραν;
-
- — Φευ! οι ιέρακες δύνανται να συλλάβουν την λείαν των,
-αλλ' η ψυχή μου δεν θα αποκτήση την εκπλήρωσιν της
-επιθυμίας της.
-
- — Ενδοξότατε Καλίφη, εξηκολούθησεν ο Βεζύρης με πονηρόν
-μειδίαμα, έφεραν εις τον γυναικωνίτην μου μίαν δούλην εξ
-Αιγύπτου εξαισίας καλλονής· επιθυμείς να την ίδης;
-
- — Οίμοι! απήντησε θρηνωδώς ο Καλίφης, είς ποιητής λέγει
-ότι ο πεινών τρώγει και βαλάνους, αλλά διά τον κεκορεσμένον
-και το παρασκευαζόμενον εις τον παράδεισον των πιστών
-πιλάφι προκαλεί αηδίαν!
-
-Ο Βεζύρης εξήλθεν αθυμών διά την κατάστασιν του πνεύματος
-του ηγεμόνος. Εσκέφθη να επινοήση μέσον τι διά να του
-καταπραΰνη την θλίψιν και αποδιώξη την μελαγχολίαν του και
-μετά δύο ημέρας ενεφανίσθη πάλιν ενώπιόν του.
-
-Αλλά κατά το διάστημα τούτο η μελαγχολία του ηγεμόνος είχεν
-επιταθή, τα νεύρα του είχον εξεγερθή. Ήτο ανήσυχος,
-ηρεθισμένος, και τον υπεδέχθη κατηφής και βλοσυρός.
-
- — Έχεις τίποτε να μου προτείνης; τον ηρώτησεν.
-
- — Αρχηγέ των πιστών, εσκέφθην μίαν λαμπράν διασκέδασιν.
-
- — Δηλαδή;
-
- — Να διατάξωμεν τον ανασκολοπισμόν των διακοσίων
-αιχμαλώτων, τους οποίους συνελάβομεν κατά τον τελευταίον
-πόλεμον.
-
- — Καλά, είπεν ο μονάρχης, αλλ' υπό τον όρον να υποστής και
-συ διακοσιοστός πρώτος τον ανασκολοπισμόν, εάν δεν μου
-παρέλθη η μελαγχολία.
-
-Ο Βεζύρης εφρικίασε.
-
- — Τότε, είπε δειλώς να προσκαλέσωμεν όλους τους ποιητάς
-τους ευρισκομένους εις το απέραντον κράτος σου και να
-ιδρύσωμεν ποιητικόν διαγωνισμόν.
-
- — Τους ποιητάς! ανέκραξεν εξαγριούμενος ο Καλίφης, αλλ'
-αυτοί μ' έφεραν εις αυτήν την κατάστασιν με τα ρητά των!
-
-Και οι οφθαλμοί του εσπινθηροβόλησαν εξ οργής.
-
- — Δεν εσκέφθης άλλο τίποτε να μου προτείνης; εξηκολούθησεν
-οργίλως ερωτών ο Καλίφης.
-
- — Όχι, ισχυρότατε Καλίφη, απήντησε τρέμων ο Βεζύρης.
-
-Ο ηγεμών ήρπασε παρακείμενον σκεύος και το έρριψε κατά της
-κεφαλής του. Έπειτα αταράχως χωρίς να στρέψη το βλέμμα,
-ηρώτησε:
-
- — Ποίον από τα δύο έσπασε;
-
- — Το σκεύος, ενδοξότατε, απήντησεν ο Βεζύρης, συνάζων τα
-συντρίμματα αυτού.
-
-Την εποχήν εκείνην οι υπουργοί είχον δυνατόν κεφάλι.
-
- — Πάρε το να το διορθώσης, είπεν ο Καλίφης, και να μη
-παρουσιασθής πλέον ενώπιόν μου, αν δεν μου υποδείξης κανέν
-ασφαλές μέσον περί της θεραπείας μου.
-
-Ο Βεζύρης εξήλθεν αλγών την κεφαλήν. Κατ' αρχάς υπό το
-κράτος της οργής και του πόνου ασκέφθη μνησικακών να αφήση
-τον ηγεμόνα του έρμαιον της θλίψεως και της απογνώσεώς του,
-διά ν' αποθάνη θάττον ή βράδιον εκ μαρασμού. Αλλά κατόπιν
-εσυλλογίσθη ότι ο διάδοχος, εις τον οποίον θα περιήρχετο το
-στέμμα, ήτο θανάσιμος προσωπικός του εχθρός, και επείσθη
-ότι προτιμότερον ήτο να φέρη επί του τραχήλου του την
-κεφαλήν έστω και διερρηγμένην, παρά να μη φέρη διόλου.
-
-Συνεκάλεσε λοιπόν συμβούλιον εκ των εξοχωτέρων σοφών, εκ
-των μάλλον διακεκριμένων πολιτών, εκ πάντων των επί πείρα
-και συνέσει διαπρεπόντων και καθυπέβαλεν εις αυτούς τα περί
-της ψυχικής καταστάσεως του Καλίφου, προσκαλών να
-συσκεφθούν και να εξεύρουν μέσον θεραπείας. Διάφοροι γνώμαι
-εξηνέχθησαν, αλλ' εν τη συζητήσει πάσαι εθεωρήθησαν φρούδαι
-και αλυσιτελείς. Η συνέλευσις ηπόρει, ότε αίφνης ανηγγέλθη
-εις αυτήν ότι Δερβίσης χαίρων φήμην αγίου και σοφωτάτου
-ανδρός, ελθών κατ' εκείνην την ημέραν εκ Κανδαχάρ, μακράν
-και πολυήμερον διανύσας πορείαν, και μαθών την γενομένην
-σύσκεψιν, εζήτησε την άδειαν να προσέλθη όπως υποβάλη και
-αυτός την γνώμην του.
-
-Η αίτησις εγένετο παραχρήμα δεκτή και ο ανυπόδητος Δερβίσης
-προσελθών είπε προς την ομήγυριν:
-
- — Φωστήρες του Βαγδατίου, ταμεία πάσης σοφίας, αστέρες του
-στερεώματος της φρονήσεως, ακούσατε και την ταπεινήν μου
-γνώμην. Διά να γίνη ευτυχής ο πανένδοξος ημών ηγεμών, όπως
-επιθυμεί, έν μόνον μέσον υπάρχει, να φορέση το υποκάμισον
-ενός ευτυχούς ανθρώπου και να κοιμηθή μίαν νύκτα φέρων
-αυτό.
-
-Και ταύτα ειπών απήλθεν. Η παράδοξος πρότασις ενεποίησεν
-εντύπωσιν εις την ομήγυριν, αλλ' η φήμη της αγιότητος και
-της σοφίας του Δερβίση ήτο μεγάλη· άλλως τε καμμία άλλη
-γνώμη δεν επεκράτει και η ομήγυρις την παρεδέχθη εξ
-ανάγκης.
-
-Ο Βεζύρης περιχαρής ανεκοίνωσε το αποτέλεσμα εις τον
-Καλίφην, όστις διέταξεν αυτόν αμέσως να εξετάση τίνες ήσαν
-οι ευδαιμονέστατοι κατά την κοινήν πεποίθησιν των κατοίκων
-του Βαγδατίου και να προσκαλέση αυτούς.
-
-Αμ' έπος άμ' έργον· διά κήρυκος ανηγγέλθη εις τον λαόν της
-πρωτευούσης η θέλησις του ηγεμόνος, να προσέλθουν όσοι
-νομίζουν εαυτούς ευτυχείς· αλλά κανείς δεν παρουσιάσθη
-αυθόρμητος. Εδέησε να γίνουν έρευναι, νέαι εξετάσεις, και
-υπεδείχθησαν εις τον Βεζύρην τρεις άνθρωποι, οίτινες παρά
-πάντων εθεωρούντο ευδαιμονέστατοι.
-
-Ο πρώτος ήτο ο πλουσιώτατος των εμπόρων της πόλεως.
-
-Ουδέποτε είχεν αποτύχει εις τας επιχειρήσεις του· συνοδίαι
-καμήλων μετέφερον εις τα πέρατα της Ασίας τα πλούσια
-εμπορεύματά του και επέστρεφον με φορτίον χρυσίου. Έζη
-μεγαλοπρεπέστατα δαψιλώς διατρέφων εις τον οίκον του
-οικείους και ξένους και ποιούμενος εν γένει αρίστην και
-φιλάνθρωπον χρήσιν του πλούτου.
-
-Ο Βεζύρης τον προσεκάλεσε και του ανήγγειλε την επιθυμίαν
-του Καλίφου.
-
- — Ω κραταιέ Βεζύρη, απήντησεν ο έμπορος, μη κρίνης ποτέ εκ
-του εξωτερικού τον ευτυχή άνθρωπον. Ιδέ! . . .
-
-Και γυμνώσας τον πόδα του έδειξε πληγήν αιμάσσουσαν, έλκος
-βδελυρόν, αποτρόπαιον την θέαν.
-
- — Θα έδιδα όλον μου τον πλούτον και ακόμη όσον θα εσύναζα
-μέχρι τέλους της ζωής μου, εξηκολούθησε στενάζων ο έμπορος,
-αν ηδυνάμην να θεραπεύσω την πληγήν ταύτην, η οποία είνε
-ανίατος.
-
-Ο Βεζύρης τον απέπεμψε και προσεκάλεσε τον δεύτερον.
-
-Ήτο ούτος σοφός τις πρεσβύτης, ζων εν ερημία και μονώσει
-και καταγινόμενος ανενδότως εις την μελέτην των αποκρύφων
-επιστημών εν τω μέσω χοανών, φιαλών, πυραύνων [71],
-χειρογράφων και των τοιούτων.
-
- — Θα ήμην τωόντι ευτυχής, απήντησεν ο πρεσβύτης, αν
-κατώρθουν ν' ανεύρω εκείνο, το οποίον ζητώ.
-
- — Και τι ζητείς; ηρώτησεν ο Βεζύρης.
-
- — Την φιλοσοφικήν λίθον. Έτη πολλά εργάζομαι αδιαλείπτως
-προς τούτο· παρήτησα πάσαν χαράν και απόλαυσιν του βίου,
-απεχωρίσθην των ομοίων μου, κατέκαυσα μυριάκις τας χείρας
-μου, εδαπάνησα όλην μου την περιουσίαν εις πειράματα και
-δεν ήλθα εις εξαγόμενον κανέν. Ενώ νομίζω, καθ' εκάστην ότι
-φθάνω εις το επιθυμητόν τέρμα, η επιτυχία εκφεύγει των
-χειρών μου. Βλέπεις αυτό; είπε δεικνύων φιαλίδιον το οποίον
-εξήγαγεν εκ του κόλπου του, είνε δραστικώτατον δηλητήριον,
-το οποίον ιδίαις χερσί κατεσκεύασα. Ολίγαι δοκιμαί μου
-απομένουν ακόμη· αν και εις αυτάς αποτύχω, αυτό θα μου δώση
-την ανάπαυσιν.
-
-Ο Βεζύρης απέπεμψε και τον αλχημιστήν και προσεκάλεσε τον
-τρίτον σιδηρουργόν πλήρη ασβόλης, όστις είχε προσδράμει εις
-την πρόσκλησιν απορών διά την τιμήν και ελπίζων μήπως,
-ήθελον να τον επιφορτίσουν με επικερδή εργασίαν, διό και
-παρουσιάσθη με όψιν φαιδράν.
-
- — Έμαθον, του είπεν ο Βεζύρης, ότι είσαι ευτυχισμένος
-άνθρωπος. Εις διάστημα έξ ετών, αφότου ενυμφεύθης,
-απέκτησες δώδεκα τέκνα άρρενα, διότι η γυνή σου έτικτε κατ'
-έτος δίδυμα. Είνε χάρις την οποίαν σπανίως χορηγεί ο
-ουρανός. Τι λέγεις; . . .
-
-Ο σιδηρουργός εσκυθρώπασε και με γέλωτα πικρόν απήντησεν:
-
- — Ευτυχισμένος εγώ! Ω Υψηλότατε, δεν γνωρίζεις τα βάσανά
-μου· είνε αληθές ότι ενόμιζον τον εαυτόν μου ευδαίμονα και
-εθεώρουν εξαιρετικήν χάριν την κατ' έτος αύξησιν της
-οικογενείας μου κατά δύο μέλη. Ήμην υπερήφανος διά την
-γονιμότητα της συζύγου μου· ειργαζόμην με διπλασίαν ζέσιν
-και τα κέρδη μου επήρκουν αφθόνως προς διατροφήν των τέκνων
-μου, και όταν ακόμη ταύτα έγιναν από δύο τέσσαρα και από
-τέσσαρα έξ. Αλλ' όταν τα έξ έγιναν οκτώ και τα οκτώ δέκα,
-τότε η στενοχώρια ήρχισε να με βασανίζη, εγένετο δε
-ανυπόφορος ότε διά του τελευταίου τοκετού συνεπληρώθη η
-δωδεκάς. Τα καθ' ημέραν κέρδη μου δεν επαρκούν πλέον προς
-διατροφήν των δώδεκα γόνων μου. Όταν την εσπέραν
-επανέρχωμαι κατάκοπος, με τους βραχίονας κεκμηκότας εκ της
-σφύρας, με την όψιν πυρακτωμένην εκ της καμίνου, η καρδία
-μου συντρίβεται, διότι ο άρτος τον οποίον φέρω δεν
-θεραπεύει την όρεξιν των τέκνων μου. Υψηλότατε, άκουσόν με!
-Αν η σύζυγός μου εξακολουθήση την μέθοδον να με προικίζη
-κατ' έτος με νέον ζεύγος τέκνων, αι δυνάμεις μου δεν θ'
-ανθέξουν πλέον και οι ιχθύες του Τίγρητος θα κορέσουν την
-πείναν των με τας σάρκας μου.
-
-Αγανακτών ο Βεζύρης διά την αποτυχίαν απέπεμψε και τον
-σιδηρουργόν, αφού οικτίρας εφιλοδώρησεν αυτόν. Ήτο δυνατόν
-εις την πολυάνθρωπον πόλιν του Βαγδατίου να μη ευρίσκεται
-είς και μόνος άνθρωπος ευτυχής; Και όμως εγνώριζεν εκ
-πείρας ότι τούτο ήτο η αλήθεια! Το κράτος όμως του Καλίφου
-δεν εξετείνετο μόνον επί του Βαγδατίου· υπήρχον ακόμη χώραι
-πολλαί, πόλεις μεγάλαι και πλούσιαι υποτασσόμεναι υπό το
-σκήπτρον του αρχηγού των πιστών. Απεφάσισε λοιπόν να πέμψη
-απεσταλμένους να περιέλθουν πάσας τας χώρας και πόλεις του
-κράτους και όπου αν εύρουν ένα άνθρωπον ευτυχή να λάβουν το
-υποκάμισόν του και να το φέρουν έν τάχει εις την
-πρωτεύουσαν.
-
-Οι απεσταλμένοι εφοδιασθέντες με συστατικά γράμματα προς
-τους διοικητάς εξεκίνησαν εκ της πρωτευούσης και μετά τινας
-ημέρας έφθασαν εις Δαμασκόν, όπου ανεκοίνωσαν εις τον
-διοικητήν τον σκοπόν της ελεύσεώς των.
-
- — Ένα μόνον άνθρωπον γνωρίζω ευτυχή, απήντησεν ο
-διοικητής, και ούτος είνε ο Αμπτούλ. Ο πατήρ του τού αφήκε
-μικράν οικίαν ως μόνην κληρονομίαν, και αυτός ηναγκάζετο να
-εργάζεται ως αχθοφόρος διά να κερδίζη τα προς το ζην. Μίαν
-ημέραν επισκευάζων την οικίαν του εύρε θησαυρόν. Έκτοτε
-εγκατέλιπε το βάναυσον έργον του και θεωρείται είς των
-πλουσιωτάτων κατοίκων της πόλεώς μας.
-
-Οι απεσταλμένοι επορεύθησαν προς επίσκεψιν του Αμπτούλ,
-όστις τους εδέχθη εντός θαλάμου τόσον πενιχρού, φέρων
-ενδύματα τόσον τετριμμένα και μέχρι ρυπαρίας ακάθαρτα, ώστε
-κατ' αρχάς ενόμισαν ότι ηπατήθησαν και ότι ο ενώπιόν των
-ευρισκόμενος δεν ήτο ο ευτυχής ευρέτης του θησαυρού. Αλλ'
-ούτος τους εξήγαγε της πλάνης μετ' ολίγον.
-
- — Βέβαια εκπλήττεσθε, είπε, διά το πενιχρόν της κατοικίας
-και των ενδυμάτων μου, και αμφιβάλλετε αν πράγματι είμαι
-εγώ ο Αμπτούλ, περί του οποίου σας ωμίλησαν, ο κάτοχος του
-θησαυρού, τον οποίον μου έπεμψεν ο ουρανός. Κατηραμένη να
-είνε η ώρα, κατά την οποίαν ανεκάλυπτα τον θησαυρόν
-εκείνον, όστις υπήρξεν η αιτία της δυστυχίας μου. Αληθώς
-ευτυχής ήμην πριν εύρω αυτόν! Πού είσθε τώρα, ευδαίμονες
-και φαιδραί ημέραι, κατά τας οποίας κερδίζων τον άρτον διά
-του ιδρώτος μου έζων αμέριμνος και εκοιμώμην γαλήνιος; Τώρα
-φοβούμαι και την σκιάν μου. Ο ύπνος δεν κατέρχεται να
-κλείση τα βλέφαρά μου, διότι φοβούμαι μη με ληστεύσουν. Η
-οκνηρία κατέλαβε την ψυχήν μου, και εκ φόβου μη αναγκασθώ
-πάλιν να αναλάβω το κοπιώδες έργον μου, αν ο θησαυρός μου
-εξαντληθή, δεν τολμώ να τον εγγίσω και προτιμώ να υποφέρω
-στενοχωρίας φρικτάς μάλλον παρά ν' αρχίσω να εξοδεύω
-γενναίως. Είμαι δυστυχής άνθρωπος· οικτίρατέ με!
-
-Οι απεσταλμένοι αφήσαντες τον φιλάργυρον γοερώς έτι
-παραπονούμενον ανεχώρησαν και μετέβησαν εις άλλην πόλιν,
-της οποίας ο διοικητής, εις άκρον φιλήδονος, ανέκραξε μαθών
-το αίτιον της περιοδείας των:
-
- — Και τίνος εις τον κόσμον η ευτυχία δύναται να συγκριθή
-με την ευτυχίαν του Ομάρ, όστις προ τριών ημερών ενυμφεύθη
-τον μαργαρίτην της Ασίας, το ρόδον το εύοσμον της χάριτος,
-την βασίλισσαν της καλλονής, την ωραία Φατμέ;
-
-Αλλ' ο ευτυχής νυμφίος Ομάρ δεν ήτο σύμφωνος ως προς την
-διθυραμβικήν ταύτην εκτίμησιν της χαριτοβρύτου συζύγου του.
-Ηναγκάσθη να ομολογήση προς τους απεσταλμένους ότι ο
-μαργαρίτης, το ρόδον, η βασιλίς ήτο δύστροπος γυνή και
-αλαζών και, όπερ χείρον, μη διατηρήσασα ακηλίδωτον το
-παρελθόν της. Η τελευταία ιδιότης της συζύγου του περιήλθεν
-εις γνώσιν του μετά τον γάμον, αλλά δεν ηδύνατο να διαλύση
-το συνοικέσιον, διότι σπαταλήσας αυτός την ιδικήν του
-περιουσίαν εδέησε να πληρώση εκ της προικός τους αγρίους
-δανειστάς του. Ο Ομάρ ήτο μία μονάς απλουστάτη εν τω
-απεράντω μαρτυρολογίω των συζύγων και ουδέν πλέον.
-
-Εν άλλη τινί πόλει των θνητών ευτυχέστατος εθεωρείτο ο
-Γεζίδ. Φαιδρότερος ανήρ αυτού δεν υπήρχεν εις την
-οικουμένην· αλλεπάλληλα ήσαν τα συμπόσια εν τη οικία του·
-χοροί και άσματα ακαταπαύστως αντήχουν εντός αυτής, μίμοι
-παράσιτοι, ορχηστρίδες έζων αυτόθι διαρκώς, και ο ευδαίμων
-οικοδεσπότης ουδέποτε εθεάθη θρηνών ή μελαγχολών, εξοδεύων
-αφειδώς τα πλούτη, το οποία κατέλιπεν εις αυτόν άτεκνός τις
-θείος του.
-
-Τω όντι, ότε επλησίασαν εις την κατοικίαν του Γεζίδ,
-άκουσαν βοήν οργάνων και ηχηρών γελώτων. Τράπεζα με
-πολυποίκιλα εδέσματα ήτο εστρωμένη εις το μέσον της στοάς·
-πολυπληθείς οικέται περιήρχοντο κομίζοντες επί παροψίδων
-γλυκύσματα εκλεκτά και αναψυκτικά ποτά. Ο ευδαίμων Γεζίδ εν
-τω μέσω ευθύμου ομίλου φίλων υπεδέχθη τους απεσταλμένους
-πάνυ αβροφρόνως και εγκαρδίως, τους ηνάγκασε να καθίσουν
-εις την τράπεζάν του και να ευθυμήσουν επί πολλάς ώρας.
-Τόση δε ήτο του οικοδεσπότου η άδολος γαλήνη και η
-φαιδρότης, ώστε οι απεσταλμένοι μετά χαράς επίστευσαν ότι
-έφθασαν εις το τέρμα της οδοιπορίας των, και ότι εύρον τον
-ανεύρετον φοίνικα, ένα άνθρωπον δηλαδή αληθώς ευτυχή. Αλλ'
-οποία υπήρξεν η έκπληξίς των, ότε μετά το γεύμα ο
-οικοδεσπότης προσεκάλεσεν αυτούς εις ιδιαίτερον θάλαμον και
-εκεί τους εξεμυστηρεύθη την αλήθειαν, διά να μη φανή, ως
-έλεγεν, απειθών εις την πρόσκλησιν του κραταιοτάτου
-Καλίφου! Ο θείος του πλούσιος, αλλά κακότροπος και
-μισάνθρωπος, διανύσας βίον άστοργον και έρημον, έσχε κατά
-την στιγμήν του θανάτου του την σκληράν ιδιοτροπίαν να
-καταλίπη μεν εις αυτόν την περιουσίαν του, αλλ' υπό τον
-ρητόν όρον να είνε πάντοτε φαιδρός και να ευθυμή αδιακόπως.
-Αν μίαν ημέραν ήθελε φανή δακρύων, δύσθυμος απλώς έστω, η
-περιουσία θα περιήρχετο εις άλλους συγγενείς. Ένεκα τούτου
-διαρκής κατασκοπεία ενηργείτο υπό των συγγενών, οι οποίοι
-είχον αδιαλείπτως τα όμματα προσηλωμένα επί της μορφής του,
-καραδοκούντες να ίδουν το μειδίαμα εξαλειφόμενον εκ των
-χειλέων του και τους οφθαλμούς του υγραινομένους εκ της
-λύπης.
-
- — Είνε αγών υπεράνθρωπος, εξηκολούθησε λέγων ο Γεζίδ.
-Πολλάκις, ενώ αιμάσσουν τα σπλάγχνα μου, είμαι ηναγκασμένος
-να φέρω εις την μορφήν μου το προσωπείον της χαράς· ενώ με
-τυραννούν απερίγραπτοι ψυχικοί αλγηδόνες, το στόμα μου είνε
-ηναγκασμένον να φέρη τον μορφασμόν του μειδιάματος. Η λύπη,
-την οποίαν μου είνε απηγορευμένον να εκδηλώσω, κρύπτεται
-εις τα βάθη της καρδίας και υποσκάπτει τον βίον μου· η
-παρηγορία των δακρύων μου είνε αποκλεισμένη. Οικτίρατέ με,
-αυθένται! είμαι το αθλιώτατον των επί γης πλασμάτων!
-
-Πλήρεις απογοητεύσεως απήλθον οι απεσταλμένοι, πεισθέντες
-πλέον περί της ολοσχερούς αποτυχίας της αποστολής των. Ουχ
-ήττον περιήλθον πολλάς έτι πόλεις και κώμας ματαίως
-αναζητούντες τον ανύπαρκτον ευτυχή άνθρωπον. Οι
-υποδεικνυόμενοι ως ευτυχείς ήσαν απεναντίας δυστυχέστατοι.
-Θλίψις τις απόκρυφος, οδύνη βαθεία, απάτη πικρά, πόθος
-ανεκπλήρωτος, μη προκύπτοντα εις τα όμματα του πλήθους,
-υπεκρύπτοντο υπό πάσαν επιφάνειαν ευτυχίας. Ο ένδοξος και
-τροπαιούχος πολεμιστής είχεν υιόν λεπρόν. Ο πολυμαθής
-φιλόσοφος ωδύρετο διότι το έργον των πολυετών του κόπων, η
-ακριβής απαρίθμησις των αστέρων του ουρανού, κατεστράφη υπό
-των ποντικών. Ο πλούσιος κτηματίας και γεωπόνος είχε
-σύζυγον στείραν, ο δε έξοχος ιατρός έπασχεν εκ τοιαύτης
-κωφώσεως, ώστε πολλούς πελάτας του έπεμψεν εις την
-αιωνιότητα, διότι, άλλ' αντ' άλλων ακούσας, διώρισεν
-αντίθετα φάρμακα.
-
-Ουδείς ήτο ευχαριστημένος κατά πάντα· ουδείς ήτο ευτυχής.
-Οι απεσταλμένοι επέστρεφον αθυμούντες και κατά την
-επιστροφήν διενυκτέρευσαν είς τινα κώμην, εκ της οποίας δεν
-είχον πρότερον διέλθει. Ο φιλοξενήσας αυτούς προεστώς του
-χωρίου κατά το γεύμα τοις είπεν:
-
- — Αυθένται, έχομεν ημείς εδώ ένα άνθρωπον, όστις όχι μόνον
-φαίνεται αλλ' είνε και πράγματι ευτυχής.
-
- — Ποίος είν' αυτός; ανέκραξαν περιχαρείς οι απεσταλμένοι.
-
- — Είς επαίτης! . . .
-
-Οι απεσταλμένοι εσκυθρώπασαν. Αφού οι ισχυρότατοι, οι
-πλουσιώτατοι, οι σοφώτατοι, οι φαιδρότατοι των υπηκόων του
-Καλίφου δεν ήσαν ευτυχείς, ήτο δυνατόν να είνε τοιούτος είς
-άθλιος επαίτης, αποζών εκ του ελέους των άλλων; . .
-
-Ουχ ήττον επορεύθησαν την άλλην ημέραν και εύρον τον
-επαίτην καθήμενον παρά την οδόν χαμαί, ερείδοντα [72] τα
-νώτα επί παλαιού τοίχου. Ήτο ρακένδυτος, εκράτει εις χείρας
-βακτηρίαν και παρά τους πόδας του εκείτο εξηπλωμένος ο κύων
-του. Μόλις τους είδεν ο επαίτης έτεινε την χείρα ζητών
-έλεος και προφέρων τας συνήθεις ευχάς και επικλήσεις. Το
-πρόσωπόν του δεν έφερεν ίχνη αλγηδόνος τινός· ήτο γέρων,
-αλλ' είχεν όψιν θαλεράν, μη φέρουσαν τον τύπον εκείνον, τον
-οποίον καταλείπουν συνήθως αι στερήσεις και αι συμφοραί.
-Ενθαρρυνθέντες εκ του εξωτερικού τούτου οι απεσταλμένοι
-επλησίασαν και συνήψαν μετ' αυτού ομιλίαν.
-
- — Είσαι ευχαριστημένος από την ζωήν σου; τον ηρώτησαν.
-
- — Ναι, αυθένται, ευχαριστημένος κατά πάντα.
-
- — Και με τι μέσα ζης;
-
- — Με τα ελέη των πιστών.
-
- — Και σε αρκούν;
-
- — Με αρκούν.
-
- — Αλλ' αν καμμίαν ημέραν δεν κερδίσης τίποτε;
-
- — Επιφυλάσσομαι να γευθώ με διπλασίαν όρεξιν την επαύριον.
-
- — Έχεις κανένα σύντροφον;
-
- — Έχω αυτόν τον σκύλον, όστις είνε ο πιστότατος των
-συντρόφων.
-
- — Και δεν έχεις κανένα πόθον, καμμίαν ελπίδα, της οποίας
-να επιθυμής την πραγματοποίησιν;
-
- — Τίποτε.
-
- — Είσαι λοιπόν ευτυχής άνθρωπος;
-
- — Ευτυχέστατος.
-
-Οι απεσταλμένοι ηυχαρίστησαν μεγαλοφώνως τον Προφήτην και
-εζήτησαν παρά του επαίτου το υποκάμισόν του. Ούτος ησχύνθη,
-αλλά πεισθείς εκ της παραινέσεως του προεστώτος μάλλον ή εκ
-του χρυσίου, το οποίον προσέφερον εις αυτόν οι
-απεσταλμένοι, εξεδύθη και το έδωκεν. Οι απεσταλμένοι έθηκαν
-το ρυπαρόν ιμάτιον εντός πολυτελούς χρυσής θήκης και
-αυθωρεί ανεχώρησαν εις Βαγδάτην. Ο Βεζύρης, όστις
-ανυπομόνος τους ανέμενεν, εδέχθη αυτούς μετ' αγαλλιάσεως
-και εκόμισεν αυτοπροσώπως εις τον μονάρχην του το πολύτιμον
-εύρημα. Ο ηγεμών, όστις εν τω μεταξύ είχε καταντήσει ως
-φάσμα εκ της ανησυχίας, ηυχαρίστησεν αυτόν διά τον ζήλον
-του και την εσπέραν ενεδύθη μετά τινος αποστροφής το
-υποκάμισον του επαίτου και κατεκλίθη.
-
-Τι συνέβη άραγε; Η προσδοκία και η συγκίνησις ημπόδισαν τον
-Καλίφην να κοιμηθή ή μήπως αι πτυχαί του χιτώνος του
-επαίτου έκρυπτον κόσμον δυσώνυμον ζωυφίων, άτινα εύρον την
-ανέλπιστον ηδονήν να εντρυφήσουν εις τας αβράς σάρκας του
-μαλθακού ηγεμόνος; Οι χρονογράφοι δεν αναφέρουν τίποτε περί
-τούτου, αν και η δευτέρα εικασία φαίνεται πιθανωτέρα. Το
-βέβαιον είνε ότι ο Καλίφης έμεινεν άγρυπνος όλην εκείνην
-την νύκτα, και ότε την πρωίαν ο Βεζύρης, από του όρθρου
-αναμένων την έγερσίν του, τον ηρώτησεν ανυπομόνως τι ήτο η
-ευτυχία, ο Καλίφης κάτωχρος, με οφθαλμούς ερυθρούς και
-οιδαλέους [73] απήντησε δυσθύμως:
-
- — Η ευτυχία είνε &φαγούρα&.
-
-Και εκβαλών ευθύς τον χιτώνα μετέβη εις το λουτρόν.
-
-Έκτοτε απεφάσισε να εγκαρτερήση εν τη ατυχία του και να μη
-επιδιώξη πλέον να κατακτήση την ευτυχίαν. Ο ατυχής ούτος
-ηγεμών έζησεν απολαύων όλων των επί γης αγαθών μέχρι του
-ενενηκοστού ογδόου έτους της ηλικίας του. Ο επίδοξος
-διάδοχος, εις μάτην αναμένων τον θρόνον, απεβίωσε προ
-αυτού, και ο βεζύρης απεβίωσεν έν έτος μετά τον θάνατον του
-διαδόχου, χαίρων διότι έφερε την κεφαλήν και το σώμα
-συνηνωμένα εις τον τάφον του.
-
-**
-*
-
-Και το επιμύθιον;
-
-Επιμύθιον δεν υπάρχει· αλλ' επειδή, κατά την συνήθειαν,
-πρέπει να θέσω έν, εκλέγω ως τοιούτο την γενικήν σημερινήν
-ευχήν:
-
-Εύχομαι υγείαν και ευτυχίαν προς τους αναγνώστας, αλλά,
-εννοείται, υγείαν άνευ οδονταλγίας και ευτυχίαν άνευ
-&φαγούρας&.
-
-
-
-Ο ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
-
-(Υποτιθεμένη αγόρευσις ενώπιον του Δικαστηρίου της Κοινής
-Γνώμης)
-
-
-
-Κύριοι·
-
-Αναλαμβάνω θαρραλέως και αυτοβούλως ενώπιον του υμετέρου
-δικαστηρίου την υπεράσπισιν ανδρός κατηγορηθέντος προ
-εικοσιτριών αιώνων. Το χρονικόν τούτο διάστημα ας μη σας
-πτοήση· πρόκειται περί δίκης ελληνικής, δισχίλια δε και
-τριακόσια έτη είνε διάστημα μηδαμινόν απέναντι της
-αιωνιότητος και των ελληνικών δικαστηρίων.
-
-Του πελάτου μου δυστυχώς δεν γνωρίζω το όνομα. Αλλά και
-τούτο δεν είνε εκπληκτικόν. Η ιστορία υπήρξεν ανέκαθεν
-άδικος και, ενώ περιέλαβεν εις το απέραντον αυτής πάνθεον
-ονόματα ασήμων και διά την ανθρωπότητα όλως αδιαφόρων
-υποκειμένων, παρέλειψε μεροληπτικώς ή επιπολαίως άλλα,
-ανθρώπων οι οποίοι έπρεπε να μένωσιν ονομαστί γνωστοί εις
-αιώνα τον άπαντα. Όλοι, επί παραδείγματι, γνωρίζουν τον
-δόκτωρα Γκιλλοτίνον ως εφευρέτην της λαιμητόμου, ενώ
-πραγματικώς ο φιλάνθρωπος ιατρός δεν ευθύνεται διόλου διά
-την εφεύρεσιν της ανθρωποκτόνου μηχανής, ουδείς δε εξ όσων
-ηρώτησα ηδυνήθη να μου είπη το όνομα του εφευρόντος τα
-μακαρόνια. Η ιστορία ηυδόκησε να διασώση το όνομα του
-παράφρονος Θρασύλλου, ο οποίος κατερχόμενος εις Πειραιά
-εμέτρει ως ιδικά του τα καταπλέοντα πλοία, απηξίωσε δε ν'
-αναφέρη πώς εκαλείτο ο αγαθός εκείνος και συνετός χωρικός,
-ο μετά των άλλων εξοστρακίσας τον Αριστείδην.
-
-Ούτος είνε, κύριοι, ο πελάτης μου. Η ιστορία προ τόσων ετών
-τώρα τον κρατεί εις τον κύφωνα [74] της χλεύης και του
-ονείδους, δεν υπάρχει δε μαθητάριον παρερχόμενον περιδεές
-προ των ακανθωδών δι' αυτό περιόδων των «Παραλλήλων Βίων»
-και μη ρίπτον εναντίον του, τη ηθική εισηγήσει του
-διδασκάλου, την αράν του αναθέματος. Και ουδείς υπάρχει
-μέχρι τούδε ο σκεφθείς ότι ο άνθρωπος αυτός ο απεχθής και
-κατάρατος ίσως είνε άξιος κρείττονος εκτιμήσεως.
-
-Το κατηγορητήριον αποτελείται από το γνωστόν ανέκδοτον το
-αναφερόμενον υπό του Πλουτάρχου εν τω βίω του Αριστείδου:
-«Γραφομένων ουν τότε των οστράκων, λέγεταί τινα των
-αγραμμάτων και παντελώς αγροίκων, αναδόντα τω Αριστείδη το
-όστρακον, ως ενί των τυχόντων, παρακαλείν όπως Αριστείδην
-εγγράψη· του δε θαυμάσαντος και πυθομένου μη τι κακόν αυτώ
-Αριστείδης πεποίηκεν ουδέν, είπεν ουδέ γινώσκω τον
-άνθρωπον, αλλ' ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων.
-Ταύτ' ακούσαντα τον Αριστείδην αποκρίνασθαι μεν ουδέν,
-εγγράψαι δε τούνομα τω οστράκω και αποδούναι». [75]
-
-Αύτη είνε η πράξις του ανωνύμου κατηγορουμένου,
-ευαρεστήθητε δε, κύριοι, όπως αναλύσωμεν και εξετάσωμεν
-αυτήν ομού εν πνεύματι απαθείας και αμεροληψίας. Αλλ' όπως
-εκτιμήσωμεν αυτήν καλώς και της αποδώσωμεν τον πρέποντα
-χαρακτηρισμόν, οφείλομεν να εξετάσωμεν πρότερον την
-διαγωγήν του παθόντος. Δεν προτίθεμαι να εκθέσω ενταύθα τον
-πασίγνωστον βίον του Αριστείδου, επικαλούμαι όμως την
-υμετέραν προσοχήν επί τινων περιστατικών. Δύο μερίδες
-διηγωνίζοντο τότε εν Αθήναις, διαφιλονεικούσαι την αρχήν,
-ηγούντο δε αυτών ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης. Οι δύο
-ούτοι άνδρες ήσαν εκ παιδικής ηλικίας φίλοι, αλλ' έπειτα
-ερίσαντες και χωρισθέντες ετράπησαν ιδίαν έκαστος οδόν. Η
-αφορμή της έριδος ταύτης δεν είνε γνωστή εις πολλούς, διότι
-πολλοί μανθάνουν τα κατά τον Αριστείδην από το κείμενον του
-Πλουτάρχου το περιεχόμενον εις τας Χρηστομαθείας, αι οποίαι
-συντασσόμεναι ad usun Delphini, πολλά παραλείπουν τα σκολιά
-[76] και εις την ηθικήν μόρφωσιν των μαθητών αντικείμενα.
-Όστις όμως θέλει να ίδη αυτήν εν εκτάσει, ας ανατρέξη εις
-το β' εδάφιον του βίου του Αριστείδου και εις το γ' του
-βίου του Θεμιστοκλέους εν οιαδήποτε αρτία εκδόσει των
-Παραλλήλων, ένθα αναφέρεται η μαρτυρία του Χίου ή Κείου
-Αρίστωνος και το μέρος το οποίον διεδραμάτισε κατά την
-έριδα το μειράκιον [77] Στησίλεως, «ός ην γένει Κείος, ιδέα
-τε και μορφή σώματος πολύ των εν ώρα λαμπρότατος». Βλέπετε
-λοιπόν, κύριοι, ότι ο υιός του Λυσιμάχου, ο θεωρούμενος ως
-υπογραμμός της ηθικής και της αρετής, ήτο επιρρεπής εις
-μερικάς έξεις, αι οποίαι, όσον και αν δικαιολογούνται από
-τα ήθη της εποχής, πάντοτε καταλείπουν στίγμα δυσεξίτηλον,
-εις πάντα μεν εν γένει, αλλά περισσότερον εις τον αξιούντα
-να προΐσταται και να ηγήται των άλλων. Αλλ' έστω, αφήνομεν
-και τούτο κατά μέρος, επειδή πιθανόν να εγερθή ο ισχυρισμός
-ότι η ιστορική μαρτυρία του Αρίστωνος δεν έχει μέγα κύρος·
-ας ίδωμεν τα περαιτέρω.
-
-Ο Θεμιστοκλής, μάλλον ευφυής, μάλλον πανούργος, μάλλον
-επιτήδειος, Έλλην νεώτερος σχεδόν κατά τον χαρακτήρα,
-επεδίωξε την προαγωγήν διά του συνεταιρισμού, διά της
-δημοκοπίας και της συναλλαγής. Η απάντησίς του προς τον
-παρατηρήσαντα εις αυτόν ότι καλώς θ' άρχη των Αθηναίων, αν
-φέρηται προς πάντας ίσος: «Μηδέποτ' εις τούτον εγώ
-καθίσαιμι τον θρόνον, εν ώ πλέον ουδέν έξουσιν οι φίλοι
-παρ' εμοί των αλλοτρίων», είνε ο κανών τον οποίον
-ηκολούθησαν οι πολιτικοί πάσης εποχής εν Ελλάδι. Ο
-Αριστείδης φυσικώ τω λόγω ετράπη εις την αντίθετον οδόν και
-ηθέλησε να επιβληθή διά της αρετής. Προσεκολλήθη εις την
-αριστοκρατικήν μερίδα, τόσον επιδεικτικώς και τόσον άμα
-επιτηδείως, ώστε δεν εβράδυνε να επισύρη την προσοχήν και
-την υπόληψιν του επιπολαίως πάντοτε κρίνοντος πλήθους.
-Δόσις τις φαρισαϊσμού εντέχνου υπελάνθανεν εις πάντα αυτού
-τα διαβήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον επεβλήθη εις την κοινήν
-συνείδησιν και ίσχυσε να συγκεντρώση εις εαυτόν πάσαν την
-εξουσίαν, παρασκευάσας εις εαυτόν, κατά την επιτυχή
-έκφρασιν του Θεμιστοκλέους, μοναρχίαν αδορυφόρητον. Το
-επίθετον &δίκαιος& περιεβλήθη ως ιμάτιον αναφαίρετον, ως
-επωνυμίαν αναπόσπαστον του ατόμου του, ότε δε εις το
-θέατρον απηγγέλλοντο στίχοι του Αισχύλου περί της
-δικαιοσύνης του Αμφιαράου, ο δήμος χειροκροτών έστρεφε τα
-βλέμματα προς τον Αριστείδην. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην
-εξήσκει κατά τρόπον περίεργον, οι λόγοι του δε και αι
-πράξεις του διετέλουν πολλάκις εις κατάφορον και σκανδαλώδη
-αντίθεσιν με τους στοιχειώδεις κανόνας του ορθού και του
-δικαίου. Εν πρώτοις η πεφημισμένη αυτού ένδεια δεν είνε
-εξηκριβωμένη· μεθ' όσα δε και αν λέγει ο ένθερμος αυτού
-συνήγορος και θαυμαστής, ο αγαθός Πλούταρχος, φαίνεται ότι
-υπάρχουν παρά τοις συγχρόνοις ιστορικοίς σοβαραί περί
-τούτου αντιρρήσεις. Έπειτα κατηγορήθη και κατεδικάσθη επί
-κλοπή, καθά μαρτυρεί ο Ιδομενεύς, ο υπό του Πλουτάρχου
-αναφερόμενος ιστορικός. Είνε αληθές ότι την κατηγορίαν και
-την καταδίκην ταύτην διενήργησεν ο Θεμιστοκλής, ο πολιτικός
-αυτού αντίπαλος· αλλά τι να σας ειπώ, κύριοι! όσον και αν
-υποθέσωμεν κακοήθη τον Θεμιστοκλή, όσον και αν φαντασθώμεν
-άδικον τον δήμον των Αθηναίων, άνθρωπος υποπίπτων εις
-τοιαύτην κατηγορίαν και καταδίκην δεν συνηθίζει βεβαίως να
-νίπτη δεκάκις της ημέρας τας χείρας του δι' αγγλικού
-σάπωνος. Άλλως τε, και αν παραδεχθώμεν ότι ταύτα ήσαν
-συκοφαντίαι των εχθρών του, βέβαιον και αναμφισβήτητον είνε
-ότι, αν δεν έκλεψεν αυτός, επέτρεπεν όμως εις άλλους να
-κλέπτουν. Μετά την καταδίκην του «προσποιούμενος των
-προτέρων μεταμέλειν αυτώ και μαλακώτερον ενδιδούς εαυτόν
-ήρεσκε τοις τα κοινά κλέπτουσιν, ουκ εξελέγχων ουδέ
-ακριβολογούμενος, ώστε καταπιμπλαμένους των δημοσίων
-υπερεπαινείν τον Αριστείδην και δεξιούσθαι τον δήμον υπέρ
-αυτού σπουδάζοντας άρχοντα πάλιν αιρεθήναι». Θα μου
-παρατηρήσητε ότι έπραξε τούτο όπως ελέγξη κατόπιν τους
-Αθηναίους και ανακράξη κομπαστικώς, ότε έμελλε να
-χειροτονηθή εκ νέου άρχων: «Ότε μεν πιστώς και καλώς υμίν
-ήρξα, προυπηλακίσθην επεί δε πολλά των κοινών καταπροείμαι
-τοις κλέπτουσι, θαυμαστός είναι δοκώ πολίτης· αυτός μεν ουν
-αισχύνομαι τη νυν τιμή μάλλον ή τη πρώην καταδίκη». Αλλά
-δεν νομίζετε ότι είνε αρκετά περίεργος και αρκετά φίλαυτος,
-αν μη τι άλλο, ο κυβερνήτης εκείνος ή ο πολιτικός, όστις εν
-γνώσει αφήνει να διαπράττεται το κακόν και το ενθαρρύνει
-μάλιστα, διά να λάβη κατόπιν την ευχαρίστησιν να ελέγξη
-τους εχθρούς του;
-
-Εκτός τούτου, κύριοι, έχομεν και άλλας τινάς σοβαράς
-μαρτυρίας, επί των οποίων εφιστώ την προσοχήν υμών και
-επικαλούμαι την ευσυνείδητον και πεφωτισμένην κρίσιν σας.
-Έχομεν την μαρτυρίαν του φιλοσόφου Θεοφράστου λέγοντος ότι
-ο Αριστείδης, άκρως δίκαιος ων περί τα οικεία, εις τα κοινά
-έπραξε πολλά ασυμβίβαστα με το δίκαιον χάριν του
-συμφέροντος της πατρίδος, &«ως συχνής αδικίας δεομένης»,&
-αναφέροντος δε το συμβάν της μετακομίσεως των εν Δήλω
-χρημάτων, τη εισηγήσει των Σαμίων και παρά τας συνθήκας,
-εις Αθήνας, ότε ο Αριστείδης εγνωμάτευσεν ότι το τοιούτο
-δεν ήτο μεν δίκαιον, ήτο όμως συμφέρον, ήτοι εν άλλοις
-λόγοις προέτρεπε τον δήμον να το πράξη, διασώζων άμα
-υποκριτικώς και την ιδίαν περί χρηστότητος φήμην. Η
-δικαιοσύνη άρα διά τον υιόν του Λυσιμάχου δεν ήτο απολύτως
-σεβαστή, αλλ' εμετρείτο με τον πήχυν του συμφέροντος· αλλ'
-εν τοιαύτη περιπτώσει, σας ερωτώ, κύριοι, κατά τι είνε
-ανηθικώτερον το περιβόητον ρητόν των οπαδών του Λαϊόλα ο
-&σκοπός εξαγιάζει τα μέσα;& Έχομεν κατόπιν την μαρτυρίαν
-αυτού του Πλουτάρχου, βεβαιούντος ότι καταφερόμενος
-εναντίον του Θεμιστοκλέους ηναγκάζετο ενίοτε, όπως
-περιορίση την δύναμιν του πολιτικού του αντιπάλου, να
-εναντιούται εις όσα εκείνος έπραττε «βέλτιον ηγούμενος
-παρελθείν ένα των συμφερόντων τω δήμω ή το κρατούντ'
-εκείνον εν πάσιν ισχυρόν γενέσθαι». Ιδού λοιπόν η
-περιλάλητος χρηστότης του Αριστείδου! ιδού η αμώμητος
-δικαιοσύνη του. Το πολιτικόν πάθος τον ετύφλωνεν επί
-τοσούτον, ώστε προυτίμα να ζημιωθή μάλλον η πατρίς του παρά
-να υπερισχύση ο αντίπαλός του. Τα τοιαύτα παραδείγματα
-πωρώσεως της συνειδήσεως προερχομένης εξ ασβέστου και
-αλόγου φατριαστικού πάθους είδομεν δυστυχώς
-επαναλαμβανόμενα και εις τους νεωτέρους χρόνους, με την
-διαφοράν όμως ότι οι μέχρις αυτού του σημείου
-παρεκτρεπόμενοι δεν είχον την αξίωσιν να θεωρώνται και ν'
-αποκαλώνται δίκαιοι.
-
-Αλλά τίνα ανάγκην έχομεν μαρτύρων, αφού έχομεν την
-ομολογίαν αυτού του παθόντος, του Αριστείδου αυτού! Ναι,
-κύριοι ο παθών εν στιγμή τινι εξάψεως, εν στιγμή ιδιαιτέρας
-ψυχολογικής καταστάσεως, κατά την οποίαν και η μάλλον
-πεπωρωμένη καρδία αισθάνεται την ανάγκην να λαλήση εν
-ειλικρινεία, ωμολόγησεν αβιάστως την αλήθειαν. Προ μικρού
-είχε λήξει η εκκλησία του λαού· οι δύο αντίπαλοι είχον
-παραστή και παλαίσει διά του λόγου ενώπιον του πλήθους. Ο
-Θεμιστοκλής προέτεινε φρόνιμόν τι μέτρον και ο Αριστείδης
-κατά το σύστημά του τον αντέκρουσεν, η δε γνώμη του
-υπερίσχυσε παρά τω αστάτω και παλιμβούλω δήμω. Και ηυφράνθη
-μεν αμέσως επί τη νίκη, αλλ' ότε απήρχετο μετά των φίλων
-του, η συναίσθησις της αξιομέμπτου πράξεώς του εκυρίευσεν
-αίφνης την ψυχήν του και μία ειλικρινής ομολογία εξήλθεν
-από τα χείλη του: «Δεν υπάρχει σωτηρία, είπε, διά τα
-πράγματα των Αθηναίων, αν δεν αποφασίσουν να ρίψουν εις το
-βάραθρον και εμέ και τον Θεμιστοκλή». Προσέξετε εις τους
-βαρυσημάντους τούτους λόγους, κύριοι· αναμετρήσατέ τους
-καλώς. Ο δίκαιος Αριστείδης θεωρεί εαυτόν άξιον του
-βαράθρου· εάν ήτο τω όντι άξιος τοιαύτης καταδίκης
-επιβαλλομένης εις τους κακούργους, τότε κατά πόσον ήτο
-δίκαιος; και αν δεν ήτο άξιος, τότε διατί ο δίκαιος αυτός
-να καταδικάση εαυτόν; Από το δίλημμα τούτο εις το οποίον
-τον ενέβαλεν η ιδία αυτού ομολογία, δεν δύναται να διαφύγη
-ο Αριστείδης με όλην την ιησουιτικήν ευστροφίαν του
-πνεύματός του.
-
-Τας σκέψεις ταύτας δεν κάμνω μόνος εγώ, ο αυτόκλητος
-συνήγορος· εγεννήθησαν βεβαίως αύται και εις το πνεύμα των
-Αθηναίων, οι οποίοι σύγχρονοι όντες και ενήμεροι εις τα
-συμβαίνοντα, οξύνοι δε και ευφυέστατοι υπέρ πάντας τους
-προϋπάρξαντας και επιγενομένους λαούς, ηδύναντο να εκτιμούν
-τα πρόσωπα και τα πράγματα πολύ ορθότερον ημών, των
-εξεταζόντων αυτά μετά πάροδον εικοσιτριών όλων αιώνων. Ο
-δήμος μετά τα Μηδικά, μεγαλοφρονών, ως λέγει ο Πλούταρχος,
-και συναισθανόμενος ότι ήτο εξευτελιστικόν δι' αυτόν είς
-ανήρ ανακόλουθος εν τη αρετή του να διευθύνη κατά βούλησιν
-τα κοινά, απεφάσισε να τον εξοστρακίση. Πρέπει δε να ήτο
-πολύ διαδεδομένη η τοιαύτη ιδέα, αφού διά να εξοστρακισθή
-τις απητείτο να δώσουν περί τούτου την ψήφον των
-εξακισχίλιοι πολίται. Τούτο και εγένετο· ο λαός συνελθών
-εξοστράκισε τον Αριστείδην, κατά την ψηφοφορίαν δε συνέβη
-το πολυθρύλητον ανέκδοτον, ένεκα του οποίου ο πελάτης μου
-εκαθέσθη επί τοσούτον ήδη χρόνον εις το εδώλιον του
-κατηγορουμένου. #Ήτο ούτος «των αγραμμάτων τις και παντελώς
-αγροίκων», κατά την έκφρασιν του Πλουτάρχου, εκ των
-κατοικούντων ίσως εις τους αγροτικούς των Αθηνών δήμους,
-ανήρ άξεστος και τους τρόπους απέριττος, αλλά κεκτημένος
-εμφύτως σύνεσιν και πνεύμα πρακτικόν, εκ των τύπων τους
-οποίους απηθανάτισεν ο Αριστοφάνης, και εις το χονδρόν
-κρανίον των οποίων κατέφευγεν η φρόνησις, ότε τα άλογα
-πολιτικά πάθη επεσκότιζον την διάνοιαν των Αθηναίων αστών.
-Παρευρίσκετο μετά των άλλων πολιτών εκεί και, επειδή ήτο
-αγράμματος, παρεκάλεσε τον πρώτον εντυχόντα να εγγράψη αντ'
-αυτού εις το όστρακόν του το όνομα του Αριστείδου. Η
-σύμπτωσις ηθέλησεν ώστε ο πρώτος ούτος εντυχών να είνε ο
-ίδιος Αριστείδης, όστις απορήσας τον ηρώτησεν αν ο ανήρ τον
-οποίον ήθελε να εξοστρακίση τον έβλαψέ ποτε. «Όχι,
-απήντησεν ο πελάτης μου, ουδέ γινώσκω τον άνθρωπον, αλλ'
-ενοχλούμαι πανταχού τον Δίκαιον ακούων».
-
-Αυτό, κύριοι, είνε το μόνον έγκλημα του κατηγορουμένου. Δι'
-αυτό το μόνον επί τόσους αιώνας υπέστη τα σκώμματα, την
-χλεύην, το όνειδος σύμπαντος του μετέπειτα πολιτισθέντος
-κόσμου. Και όμως μελετήσατε τους λόγους αυτούς, εμβαθύνατε
-εις την ενεχομένην εις αυτούς έννοιαν και κρίνατε αν ο
-ατυχής ανώνυμος πελάτης μου ήτο άξιος τοιαύτης καταδίκης.
-
-Τι είπεν επί τέλους; ότι ηνωχλείτο τον Δίκαιον πανταχού
-ακούων. Και δεν είνε τάχα ορθόν; δεν είνε φυσικόν τούτο;
-δεν είνε το ανθρωπινώτατον των αισθημάτων; Όταν εν πόλει
-περιεχούση τόσους εξόχους νόας, τόσους εναρέτους και
-μεγαλοπράγμονας πολίτας, είς μόνος ανήρ προβάλλη εις το
-μέσον επιδεικτικώς αντιποιούμενος τον τίτλον του Δικαίου,
-δεν κηρύττει αναφανδόν ότι πάντες οι λοιποί συμπολίται του
-είνε άδικοι; Έπειτα, κύριοι, αυτοί οι τιμητικοί τίτλοι,
-αυτά τα πομπώδη επίθετα, αυτά τα χρυσόβουλλα τα αποδιδόμενα
-παρά των συγχρόνων κολάκων είτε παρά του συναρπαζομένου εκ
-των κατ' επιφάνειαν φαινομένων και πάντοτε επιπολαίως
-κρίνοντος πλήθους προς επιφανείς πολιτικούς άνδρας, πάντοτε
-σχεδόν απεδείχθησαν ψευδή και ανάρμοστα, η δε αμερόληπτος
-Ιστορία έρχεται κατόπιν και τα σχίζει και τα μυκτηρίζει.
-Εάν από τους χρόνους της αθηναϊκής ευκλείας μεταπηδήσωμεν
-εις εποχήν περίφημον και θυελλώδη των νεωτέρων χρόνων, θα
-ίδωμεν ότι από της αρχής της Γαλλικής Επαναστάσεως μέχρι
-της 9 Θερμιδώρου όλοι οι Γάλλοι απεκάλουν τον Μαξιμιλιανόν
-Ροβεσπιέρρον αδιάφθορον. Αλλά τα έγγραφα τα εξετασθέντα
-παρά του Κουρτοά και η Κριτική Ιστορία απέδειξαν αυτόν
-απεναντίας λίαν διεφθαρμένον. Κατά την αυτήν εποχήν έτερός
-τις πολιτικός ανήρ, δευτερεύον διαδραματίσας, αλλ' επίσης
-αιματηρόν μέρος, ο Βαδιέ, απεκαλείτο κοινώς l' homme aux
-soixante ans de vertu· και όμως ο επί εξηκονταετίαν
-ενάρετος αυτός ανήρ απεδείχθη ότι έπεμψεν εις το ικρίωμα
-ολόκληρον αθώαν οικογένειαν διότι ηρνήθη να συγγενεύση δι'
-αγχιστείας μετά του υιού του! Την πλάνην του πλήθους
-εγίνωσκεν ο φύσει ορθοφρονών πελάτης μου, καίτοι δεν είχε,
-κατά πάσαν πιθανότητα, αναγνώσει την ιστορίαν της Γαλλικής
-Επαναστάσεως, πρώτον διότι ήτο αγράμματος και δεύτερον
-διότι την εποχήν εκείνην δεν είχεν εκδοθή το βιβλίον του
-ακαδημαϊκού Ταιν. Την εγίνωσκεν εκ πείρας, εξ ορθής
-αντιλήψεως και σαφούς εκτιμήσεως των πραγμάτων και ήχθετο
-και ηνωχλείτο διά την επωνυμίαν. Και πώς ήτο δυνατόν,
-κύριοι, να μη ενοχληθή, να μη δυσανασχετήση ακούων
-πανταχού, εν ταις εκκλησίαις, εν τοις ναοίς, εν τη αγορά,
-εν τοις θεάτροις, εν τοις θερμοπωλείοις, εν τοις κουρείοις
-την φήμην αυτήν περί του Δικαίου, την τόσω ασυμβίβαστον
-πολλάκις με τα πράγματα, το επίθετον αυτό το απανταχού
-περιβομβούν και πλήττον δυσαρέστως την ακοήν του ως
-διασύρον την υπόληψιν ολοκλήρου πόλεως; Πώς ήτο δυνατόν ο
-τίμιος αυτός και μετριόφρων πολίτης να μη αγανακτήση επί
-τέλους διά την ύβριν την γινομένην προς τους συμπολίτας
-του, όπως ηγανάκτησαν και τόσαι άλλαι χιλιάδες Αθηναίων,
-οίτινες μολονότι ενέγραψαν επίσης το όνομα του Αριστείδου
-εις τα όστρακά των, δεν εκακίσθησαν τοσούτον απηνώς υπό της
-Ιστορίας όσον ο ταλαίπωρος πελάτης μου; εάν ήτο πράγματι
-δίκαιος και μεγαλόφρων ο Αριστείδης, πρώτος αυτός ώφειλε να
-ενοχληθή και πρώτος να επιζητήση παντί σθένει την
-παρακώλυσιν της διαδόσεως του τόσον προσβλητικού διά τους
-άλλους τίτλου. Η Σύγκλητος της Ρώμης θέλουσά ποτε να
-βραβεύση τον ύπατον Δουίλιον, πρώτον εκ των Ρωμαίων
-ναυμαχήσαντα και κατατροπώσαντα τους Καρχηδονίους,
-απένειμεν εις αυτόν έκτακτον και παράδοξον τιμήν, ορίσασα
-όπως, κατά την έξοδον αυτού εκ της οικίας του εν οιαδήποτε
-ώρα, διαρκώς παρακολουθή αυτόν αυλητής &φυσών& τον αυλόν
-του. Ο νικηφόρος στρατηγός κατ' αρχάς τα μάλα επήρετο και
-ενηβρύνετο διά την τιμητικήν ταύτην συνοδίαν αλλά του
-χρόνου προϊόντος η αδιάκοπος αύτη μελωδία ήρχισε να
-καθίσταται οχληρά και εις αυτόν τον ίδιον και εις τους
-γείτονας και εις τους διαβάτας· ότε δε είδεν ότι δεν
-ηδύνατο ούτε εν ώρα νυκτός να εξέλθη, δι' ερωτικήν,
-υποτεθείσθω, και μυστηριώδη εκδρομήν, χωρίς να τον
-παρακολούθηση η θορυβώδης αύτη σκιά και να εξέλθουν όλοι οι
-παροικούντες εις τα παράθυρα διά να τον ανευφημήσουν,
-εδέησε να ζητήση ως χάριν παρά της Συγκλήτου όπως τον
-απαλλάξη της τιμής ταύτης. Αλλ' ο Δουίλιος ήτο φιλότιμος
-στρατιώτης, ενώ ο Αριστείδης ήτο επιτήδειος πολιτικός και
-με την πολιτικήν ποτέ δεν συμβαδίζουν η μετριοφροσύνη και η
-ειλικρίνεια, ειμή όταν πρόκειται να οδηγήσουν αυτήν εις την
-δυσμένειαν και την απώλειαν.
-
-Διότι, κύριοι, ο θέλων να διακριθή διά των πράξεών του
-οφείλει ν' αποβλέπη όχι μόνον εις το εξ αυτών ηθικόν
-κέρδος, αλλά και εις τα καθήκοντα, τα οποία η θέσις αυτού
-του επιβάλλει. Το πρώτον δε και στοιχειωδέστατον των
-καθηκόντων τούτων είνε να τηρή απέναντι των άλλων στάσιν
-τοιαύτην, ώστε να μη τιτρώσκεται διά της υπεροχής του η
-φιλοτιμία και η αξιοπρέπεια αυτών. Παραδέχομαι προς στιγμήν
-ότι ο Αριστείδης ήτο ο δικαιότατος των ανθρώπων, ότι τα
-διαδοθέντα περί αυτού ήσαν στυγεραί συκοφαντίαι των εχθρών
-του, ότι ήσκησεν αδόλως την αρετήν, ότι ενήργησεν αείποτε
-εν χρηστώ τω συνειδότι, ότι προσηνέχθη εντίμως προς τους
-πολιτικούς του αντιπάλους, ότι ευηργέτησε πολυειδώς και
-πολυτρόπως την πατρίδα του· Έστω· αλλ' ήτο τάχα ανάγκη
-αυτάς τας εκδουλεύσεις και τας αρετάς του να τας
-διατυμπανίζη αενάως, να τας κηρύττη διαρκώς διά στόματος
-των φίλων και οπαδών του — κρίμα ότι δεν είχε και ιδικήν
-του εφημερίδα! — να διατηρή επιτηδείως διαρκή και οχληράν
-&ρεκλάμαν& θαυμασμού προς το υποκείμενόν του; Είνε αληθές
-ότι πολλάκις η αγνωμοσύνη των ευεργετουμένων προς τον
-ευεργέτην είνε οκνηρά και απρόθυμος και έχει ανάγκην
-κινήτρου. Κάποτε μάλιστα αι σχέσεις της ευγνωμοσύνης προς
-την ευεργεσίαν είνε όλως διόλου χαλαραί και το ποιόν αυτών
-εχαρακτήρισε δι' ευφυεστάτου μύθου ο Τουργκένιεφ. Εώρταζέ
-ποτε ο Ύψιστος εν ουρανοίς και προσεκάλεσεν εις εσπερίδα
-πάσας τας Αρετάς. Πάσαι συνδιελέγοντο οικείως και
-φιλοφρόνως, εκτός δύο αι οποίαι ουδεμίαν αντήλλασσον προς
-αλλήλας λέξιν. Ο επουράνιος οικοδεσπότης το παρετήρησε και
-επλησίασεν αυτάς.
-
- — Πώς! δεν γνωρίζεσθε; ηρώτησε μετ' απορίας. Να σας κάμω
-να γνωρισθήτε.
-
-Και λαμβάνων την χείρα εκατέρας είπε παρουσιάζων την μίαν
-προς την άλλην:
-
- — Απ' εδώ είνε η κυρία Αγαθοεργία και απ' εδώ η κυρία
-Ευγνωμοσύνη.
-
-Πλην αν τούτο συμβαίνη ενίοτε, πολύ συνηθέστερον συμβαίνει
-το σντίθετον. Ο ευεργετών υπερτιμών την αξίαν της πράξεώς
-του επαίρεται αναρμόστως και υψηλοφρονεί δι' αυτήν.
-Περιφρονών το ευαγγελικόν παράγγελμα, την διασαλπίζει
-πανταχού διατόρως [78], την εξυμνεί, την μεγαλοποιεί και
-απαιτεί αγερώχως το θυμίαμα των εγκωμίων. Προς ουδέν
-λογιζόμενος την φιλοτιμίαν του ευεργετουμένου αξιοί να
-βλέπη αυτόν αιωνίως κύπτοντα υπό το βάρος της ευγνωμοσύνης.
-Εν τοιαύτη δε περιπτώσει, κύριοι, η υπερήφανος αγανάκτησις
-του καταπιεζομένου εξεγειρομένου και ζητούντος ν' απαλλαγή
-παντοιοτρόπως του αφορήτου αυτού ζυγού της ευγνωμοσύνης,
-δεν είνε αχαριστία, όπως δεν είνε αρετή η υπό τοιαύτας
-συνθήκας, με τοιαύτας αξιώσεις και εκ τοιούτων σκοπών
-γινομένη αγαθοεργία. Και αν ο έξοχος ρώσος συγγραφεύς
-έπλασεν ένα ευφυά μύθον περί της πρώτης περιστάσεως, ο
-ευφυέστατος ελληνικός λαός έπλασε περί της δευτέρας άλλον
-μύθον, επίσης χαρίεντα. Πλούσιός τις και κενόδοξος επορεύθη
-εις την αγοράν την παραμονήν της επισήμου θρησκευτικής
-εορτής, όπως αγοράση τα χρειώδη της εορτασίμου ευωχίας. Ενώ
-ηγόραζεν άφθονα και εκλεκτά τα όψα, παρετήρησεν εκεί που
-ιστάμενον πτωχόν γείτονά του, όστις έβλεπε περιλύπως την
-θορυβώδη της αγοράς κίνησιν και εθλίβετο διότι εστερείτο
-χρημάτων όπως προμηθευθή και αυτός κάτι. Η καρδία του
-πλουσίου συνεκινήθη, αγοράσας δ' εκ του κρεοπωλείου τα
-εντόσθια αμνού τα έδωσε προς τον πένητα λέγων:
-
- — Πάρε και συ αυτά να πασχάσης αύριον.
-
-Ο πτωχός άνθρωπος έλαβε το δώρον ευχαριστών τον γείτονά
-του. Μετά δύο ημέρας τον συνήντησεν ούτος και τον ηρώτησεν:
-
- — Ε! πώς επεράσατε με τα εντόσθια;
-
- — Καλά, αυθέντη μου, απήντησε ταπεινώς ο πτωχός. Εφάγαμεν
-με την οικογένειάν μου χάρις εις την γενναιοδωρίαν σας και
-ήπιαμεν ένα ποτήρι κρασί εις την υγείαν σας.
-
-Το πράγμα έως εδώ ηδύνατο να λήξη. Αλλ' όχι· ο πλούσιος
-επέμενεν. Εξηκολούθει να του υπομιμνήσκη διαρκώς την
-ευεργεσίαν του. Οσάκις τον συνήντα, τον ηρώτα μεγαλοφώνος —
-Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . .
-
-Ο ταλαίπωρος ευεργετηθείς κατ' αρχάς εμειδία και απήντα
-ευχαριστών, έπειτα εστενοχωρήθη, κατόπιν ησχύνθη, μετά
-ταύτα ηγανάκτησε και εις το τέλος εξηγριώθη. Επήγεν εις
-τους γνωρίμους του, εδανείσθη, εχρεώθη, εζήτησεν ως επαίτης
-ολίγα χρήματα, ηγόρασε τα εντόσθια του αμνού και κρατών
-αυτά όπισθέν του και εστάθη εις την οδόν καραδοκών την
-διέλευσιν του ευεργέτου του. Ότε εφάνη ούτος, τον ηρώτησε
-με την συνήθη προστατευτικήν του έπαρσιν:
-
- — Εκείνα τα εντόσθια, ε; . . .
-
- — Πάρε τα οπίσω, ανέκραξεν ο πένης ρίπτων κατά πρόσωπον
-του αφορήτου δωρητού τα εντόσθια· πάρε τα και ξεφορτώσου
-με.
-
-Ούτω περίπου έχουν τα πράγματα και κατά την υπόθεσιν του
-Αριστείδου. Η υπόθεσις αύτη ανειλίχθη ενώπιον υμών, κύριοι,
-εν πάσα λεπτομερεία. Έχετε υπ' όψιν υμών πάντα τα γεγονότα·
-σταθμίσατε αυτά καλώς και κρίνατε. Το επ' εμοί είμαι
-βέβαιος ότι η πεφωτισμένη υμών κρίσις θ' αθωώση τον πελάτην
-μου και θ' απαλλάξη αυτόν της καταισχύνης, η οποία τον
-βαρύνει επί τόσους αιώνας. Ανέλαβον εν πεποιθήσει και άνευ
-συμφέροντος την υπεράσπισιν του αδικουμένου. Εάν ημάρτησα,
-εάν η πράξις μου θεωρηθή ιερόσυλος ασέβεια προς την μνήμην
-ενός των ενδοξοτάτων προγόνων μας, τιμωρήσατέ με,
-εξοστρακίσατέ με. Εν ημέραις κατά τας οποίας ο δήμος
-Αθηναίων αποφασίζει να δαπανήση υπέρ της καθαριότητος της
-πόλεως πεντακισχιλίας δραχμάς και να μας προφυλάξη διά του
-ποσού τούτου από την χολέραν, η ιδέα του εξοστρακισμού
-διόλου δεν με πτοεί. Άλλως τε έχω την ελπίδα ότι μετά
-εικοσιτρείς αιώνας θα ευρεθή τις ως εγώ, μη έχων τι
-καλύτερον να πράξη και θ' αναλάβη εις μέλλον &ημερολόγιον&
-μέλλοντος Σκόκου την υπεράσπισιν του διά της αποφάσεώς σας
-αδικηθησομένου τυχόν συνηγόρου.
-
-
-
-ΟΠΟΙΟΣ ΦΥΛΑΕΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ
-
-ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ
-
-
-
-Δωμάτιον φοιτητού. Θύρα εις το βάθος και παρ' αυτήν
-παράθυρον· προς τα δεξιά έτερον παράθυρον ανοικτόν· προς τ'
-αριστερά θύρα κλεισμένη. Μία κλίνη εις μίαν γωνίαν
-αποκρυπτομένη εν μέρει από έν paravent. Τραπέζιον με
-βιβλία, δύο καρέκλαι, ένα σεντούκι.
-
-(Αιρομένης της αυλαίας φαίνεται ο ΝΙΚΟΣ φορών κοιτωνίτην
-παλαιόν, περιερχόμενος τα διάφορα μέρη του δωματίου και
-ερευνών μετ' άκρας ανησυχίας και δυσφορίας)
-
-ΝΙΚΟΣ
-
-Τίποτε! πουθενά . . . έγιναν άφαντα! &(Ερευνά υπό την
-κλίνην, υπό το τραπέζιον, όπισθεν του κιβωτίου)&. Ούτε
-ίχνος! . . . Μα τι έγιναν επί τέλους τ' αναθεματισμένα;
-&(Προχωρεί εις την θύραν και σύρει τον μοχλόν)&. Η θύρα ήτο
-κλειστή! . . . ο σύρτης βαλμένος. Κανείς δεν εμβήκε μέσα! .
-. . Μα αυτό καταντά μαγεία, λεκανομαντεία, υπνωτισμός! . .
-. Καλέ, τα ρούχα μου! . . . τα ρούχα μου τα καινούργια . .
-. τα μονάκριβα, ποίος μου τα επήρε; . . . τι έγιναν;
-&(Τριγυρίζει πάλιν)&.
-
-Θεέ μου! μου έρχεται να χάσω τον νουν μου. Είμαι έξυπνος ή
-κοιμούμαι; είμαι στα σωστά μου ή μου έστριψε η βίδα; Ας
-σκεφθώ λιγάκι διά να ενθυμηθώ. &(Στέκει και συλλογίζεται)&.
-Χθες το βράδυ οπού επέστρεψα εις το δωμάτιόν μου, τα
-εφορούσα ή δεν τα εφορούσα; Πώς δεν τα εφορούσα! . . . Αμ'
-τι! ήθελα να γυρίζω εις τους δρόμους ωσάν τον πρωτόπλαστον;
-ε! από εκείνην την εποχήν της κοσμογονίας, οπού μία συκιά
-εχρησίμευεν ως εμπορορραπτικόν κατάστημα, ο Θεός έπλασε
-χίλια δυο πράγματα καινούργια και μεταξύ των άλλων τα
-κρατητήρια της Αστυνομίας και το Φρενοκομείον. Λοιπόν είχα
-τα ρούχα μου . . . Τα είχα, είμαι βέβαιος, αδελφέ! ήλθα
-μέσα σιγά σιγά μάλιστα, διά να μη με πάρη μυρωδιά η
-σπιτονοικοκυρά μου, η οποία όμως μ' εκατάλαβε κ' εξερόβηξε
-. . . ας είνε! άναψα το κερί και τα έβγαλα, εδώ τα ρούχα
-μου. &(Δεικνύει έν μέρος εντός του δωματίου)&. Και με τι
-προσοχήν μάλιστα τα έβγαλα, διά να μη τσαλακωθούν, επειδή
-ήσαν βρεγμένα! . . . Ενθυμούμαι κάλλιστα ότι ήθελα να τ'
-απλώσω έξω να στεγνώσουν, αλλά έπειτα διά παν ενδεχόμενον
-τα ετοποθέτησα εδώ, επάνω εις την καρέκλαν . . . σιμά εις
-το παράθυρον, το οποίον αφήκα ανοικτόν. &(Τύπτει το μέτωπον
-διά της παλάμης, ως να του επήλθεν αιφνιδίως σκέψις).& Α! .
-. . α! τώρα εκατάλαβα! . . . δυστυχία μου! . . . μου τα
-έκλεψαν οι λωποδύται με την νέαν μέθοδον του αγκιστρίου!
-Έτσι είνε χωρίς άλλο! . . . τι σκοτίζομαι! . . .
-Εφευρετικοί άνθρωποι ως τόσον αυτοί οι λωποδύται! κάθε
-ημέραν και από μίαν μέθοδον ξετρυπώνουν! Σου λέγουν ότι
-έχομεν αστυνομικούς κλητήρας οπού δεν αξίζουν· μα, αν
-ήξιζαν τίποτε οι κλητήρες μας, να είσθε βέβαιοι ότι οι
-λωποδύται θα εύρισκαν καμμίαν μέθοδον να τους κλέψουν και
-αυτούς!
-
-Ορίστε! όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά, λέγει μια
-παροιμία· αμ δε; . . . ιδού οπού οποίος φυλάει τα ρούχα του
-τα χάνει όλα! . . . Αχ! . . . εκείνη κακό χρόνο νάχη,
-εκείνη η Σταματίνα . . , η Σταυρούλα . . . η Μαρίκα . . .
-πώς περίδρομο τη λένε; η υπηρέτρια, καλέ, του δικηγόρου εδώ
-παρακάτω η Σοφία . . . α ναι! . . . εκείνη μου τα φταίει
-όλα! Μία εργολάβα! . . . Θεέ, φύλαττε ! . . . Ενώ τα είχε
-τόσο καλά μ' εμένα και τα είχε ψημένα μαζί μου, έκανε γλυκά
-μάτια και με τον Δήμον, ένα επιλοχίαν, και Κύριος οίδε με
-πόσους άλλους ουλαμούς και ενωμοτίες! . . . Καλά οπού
-είμεθα φίλοι με τον Δήμον και μου το εξεμυστηρεύθη.
-Απεφασίσαμεν να λύσωμεν την διαφοράν μας δι'
-αντιπαραστάσεως, δηλαδή να ερωτήσωμε την ιδίαν ποίον από
-τους δύο μας θέλει να εκλέξη, εμέ τον Νίκον, ή τον Δήμον,
-και τα εν Νίκω μη εν Δήμω. Την επεριμέναμεν εις το
-αντικρυνό καφενείον και ήλπιζα να κάμω φιγούρα με τη
-ρημαδιακή την καινούργια φορεσιά! . . . Όταν την είδα εις
-το παράθυρον της κουζίνας, ήτον επάνω που βράδυαζε, έδωσα
-το σύνθημα: Σοφία, ορθοί! . . . και επροχωρήσαμεν εν
-παρατάξει μάχης και εσταθήκαμεν αποκάτω από το παράθυρον.
-Πιάνομεν το τραγούδι: &Γαλιάνδρα μου, χρυσό πουλί! . . . &
-προβαίνει αυτή εις το παράθυρον. Τότε αρχίζει ο Δήμος; —
-Αχ! μου μάρανες τα τζιέρια! . . . — Αρχίζω εγώ: — Αχ! μ'
-έφαγες! — Να χαθήτε, σιχαμένοι! . . . απαντά η Σοφία απ'
-επάνω. Φαίνεται ότι αυτή η συμμαχία δεν της άρεσε διόλου
-και όταν ηθελήσαμεν να προκαλέσωμεν την εξήγησιν, δεν
-εβράδυνε διόλου να μας δώση την απάντησιν, η οποία
-συνίστατο . . . εις μίαν τόσην μεγάλην λεκάνην, με την
-οποίαν μας επερίχυσε. Τι περιείχεν η λεκάνη, μάρτυς μου ο
-Θεός ότι δεν είδα, αλλά βεβαίως δεν ήτο ανθόνερον! Ο Δήμος
-έγινε μούσκεμα· ωμοίαζε με έμψυχον σιντριβάνι. Εγώ, κάτι
-λιγώτερο, αλλά τέλος πάντων αρκετά λουσμένος και εγώ. Τι να
-κάμωμε τότε; ήτο και φόβος μην το πάρη χαμπάρι η γειτονιά
-και γίνωμε ρεζίλι. Επήραμε τα βρεμένα μας κι' από δώθε παν
-οι άλλοι! . . . Τώρα, αν αυτή η στρίγγλα μας έδιδε καμμίαν
-άλλην απάντησιν, στερεάν και όχι υγράν, δεν θ' αναγκαζόμουν
-να βάλω τα ρούχα μου εις το παράθυρο διά να στεγνώσουν και
-να πάθω αυτήν την συμφοράν. Αχ! . . . έννοια σου, καϊμένη,
-και θα μου την πληρώσης! &(Περιπατεί σκεπτικός εντός του
-δωματίου)&
-
-Καϊμένα ρούχα! . . . τόσον εύμορφα, τόσον καλοφτιασμένα,
-τόσον κομψά! . . . Και να συλλογίζωμαι ότι δεν τα επλήρωσα
-ακόμη και Κύριος οίδε πότε θα τα πληρώσω! . . . και να
-συλλογίζωμαι ότι από τα χθες επρόσθεσα μίαν ακόμη γραμμήν
-εις το λαβυρινθώδες λοξοειδές δρομολόγιον, το οποίον
-ακολουθώ καθ' εκάστην εις τας εξόδους μου! . . . Ο καϊμένος
-ο θείος μου, άνθρωπος αγαθός και θεοφοβούμενος, άλλο δεν
-μου έλεγεν έως την τελευταίαν στιγμήν της αναχωρήσεώς μου,
-παρά να κάμνω πάντοτε τα χρέη μου και ν' ακολουθώ την
-ευθείαν οδόν. Την πρώτην συμβουλήν την ηκολούθησα πιστώς κ'
-έκαμα χρέη πολλά . . . όσα ημπορούσα ! . . . Αλλά ύστερ'
-απ' αυτό δεν μου ήτο δυνατόν να εκπληρώσω την δευτέραν του
-συμβουλήν περί της ευθείας οδού. Όταν εξέρχωμαι, πιάνω
-πραγματικώς τον ίσιον δρόμον και φθάνω μέχρις ενός σημείου,
-ότε διά μιας ενθυμούμαι ότι δεν πρέπει να περάσω απ' εμπρός
-από το ξενοδοχείον, διότι εκεί χρεωστώ μερικά ψιλά. Λοιπόν
-— στροφή επί δεξιά! Παίρνω τότε τον άλλον δρόμον ύστερα από
-ολίγα βήματα είνε το ζαχαροπλαστείον· άλλο οδόφραγμα. —
-Στροφή επ' αριστερά! Προχωρώ . . . παρακάτω, είνε ο
-παπουτσής μου! . . . μεταβολή! . . . Υστερώτερα είνε το
-κουρείον . . . άλλος ελιγμός! . . . Απ' εδώ πάλιν είνε το
-καφενείον, οπού έπαιζα μπιλλιάρδο . . . υποχώρησις! . . .
-&(Ενώ ομιλεί, ταυτοχρόνως εκτελεί επί της σκηνής διαφόρους
-στροφάς και ελιγμούς).& Και τοιουτοτρόπως αποτελείται μία
-γραμμή ατελεύτητος από ζιγκ-ζαγκ, ώστε, διά να υπάγω από
-την Νεάπολιν εις το Πανεπιστήμιον, καταντώ πολλάκις να
-περάσω από τον Αγιον Φίλιππον.
-
-Και τώρα τι να πράξω; . . . Πώς θα εξέλθω; πώς θα καταβώ
-εις τον Πειραιά, διά να υποδεχθώ τον κυρ Θεοφύλακτον και
-την δεσποινίδα Θεοδώραν, την μέλλουσαν μνηστήν μου; Μα τι
-μου ήλθε χθες να πωλήσω εις τον Εβραίον τα παληά μου ρούχα
-διά να έχω χαρτζιλίκι! . . . Δεν ήτο περίφημη η φορεσιά,
-αλλά τέλος πάντων, εις την ανάγκην! . . . Και πρέπει να
-είνε και αργά! . . Ω Θεέ των πατέρων μου! . . . συ όστις
-ωδήγησες τους Εβραίους να περάσουν από την Ερυθράν
-θάλασσαν, φώτισε και αυτό το τέκνον του Ισραήλ να περάση
-πάλιν απ' αυτόν τον δρόμον. &(Ακούεται εις την οδόν φωνή
-πλανοδίου Ιουδαίου:&Π α λ η ά ρ ο ύ χ' α γ ο ρ ά ζ ω). Α!
-νάτος! . . . Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! σ' ευχαριστώ, διότι με
-εισήκουσες, σ' ευχαριστώ, διότι επιτρέπεις να ευρεθή ένας
-άνθρωπος, ο οποίος γδύνει όλον τον κόσμον, διά να ενδύση
-εμέ! &(Ορμά εις το ανοικτόν παράθυρον και φωνάζει).& Ε συ!
-. . . Ανανία! . . . Μελχισεδέκ! . . . Ιεροβοάμ! πώς σε λεν!
-. . . έλα εδώ! . . . Εδώ ναι! . . . Μπα! είνε ο ίδιος ο
-χθεσινός . . . νά και η παληά μου φορεσιά, που την έχει
-στον ώμον του. Τι ευτύχημα! τουλάχιστον θα είνε τα ιδικά
-μου ρούχα και θα μου ταιριάζουν! . . . Πόσον θέλεις δι'
-αυτά τα ρούχα; . . . Αυτά ναι! . . . Τριάντα πέντε φράγκα;
-. . . Τρομάρα να σούλθη! . . . Δεν σου τα επούλησα, βρε,
-εγώ ο ίδιος εχθές διά δεκαπέντε; Αν ήξευρα πως η αξία των
-ρούχων μου αυξάνει καθ' εκάστην κατά ένα εικοσόφραγκον, θα
-τ' άφηνα επάνω μου σαράντα χρόνια! Δεν κάνει είκοσι; . . .
-Εικοσιπέντε; Όχι; . . . Τι να γίνη! . . . Δεν είνε τώρα ώρα
-για παζάρια . . ας είνε! . . . στάσου! . . . &(Στρέφεται
-και παρατηρεί προς την θέσιν, ένθα υπήρχαν τα κλαπέντα
-ενδύματά του).& Ω! . . . και το πορτοφόλι; . . . Ήτο μέσα
-εις την τσέπη του ρούχου οπού μου έκλεψαν . . . Πάει κι'
-αυτό! . . Και το ρολόγι μου; . . . και αυτό το είχα αφήσει
-εις το γελέκο μου! . . . Ω δυστυχία μου! . . . &(Τραβά τα
-μαλλιά του).& Τώρα τι θα κάμω; &(Επιστρέφει πάλιν εις το
-παράθυρον).& Δεν μου τα δίνεις και να περάσης αύριον να σε
-πληρώσω; Στάσου, βρε, μη φεύγης! . . . &(Στρέφεται πάλιν).&
-Τι να του δώσω! . . . &(Επιστρέφει εις το παράθυρον).& Σου
-δίνω το στρώμα μου . . . &(Στρέφεται πάλιν, αρπάζει βιβλία
-τινά από το τραπέζι και επιστρέφει εκ νέου εις το
-παράθυρον).& Νά! . . . σου δίδω και το Ρωμαϊκόν Δίκαιον . .
-. να μάθης, κακομοίρη, και ολίγη δικαιοσύνη, οπού δεν
-ηξεύρεις από που κρατεί η σκούφια της . . . Σου υπόσχομαι
-να σου δώσω και είκοσι φράγκα ακόμη . . . σου δίδω
-συνάλλαγμα!.. Σου το ορκίζομαι εις την Παλαιάν Διαθήκην . .
-. εις εκείνην την διαθήκην, οπού έχει κάμει ο θείος μου προ
-πέντε ετών και μου αφήνει όλα τα υπάρχοντά του . . .
-Φεύγεις στάσου, βρε, στάσου. . . . Αχ, ο τσιφούτης του
-διαβόλου, έφυγε! . . . Που να έχης την λέπραν του Γιεζεΐ
-και την αγχόνην του Ιούδα! . . . &(Επιστρέφει εκ του
-παραθύρου και καταπίπτει εξαντλημένος επί μιας έδρας).&
-Ορίστε τύχη! . . . ορίστε συμβάν! . . . μα αυτό καταντά
-φαντασμαγορία! . . , Και το ατμόπλοιον τώρα πρέπει να
-έφθασεν εις τον Πειραιά. Δεν ηξεύρω τι ώρα είνε ακριβώς,
-επειδή μου επήραν και το ρολόγι, αλλά βέβαια πρέπει να είνε
-αργά; Θα ήλθε αφεύκτως ο κύριος Θεοφύλακτος και η κόρη του,
-αφού μου ετηλεγράφησαν από χθες ότι επεβιβάσθησαν. Τι θα
-ειπούν, οπού δεν επήγα να τους υποδεχθώ εις το ατμόπλοιον,
-όπως είχαμεν συμφωνήσει; . . . Μα μπορεί να χαλάση και ο
-γάμος. . . . Να χάσω την προίκα, να χάσω και την Θεοδώραν!
-. . . τέτοιο κορίτσι αφράτο. Δεν πιστεύω ν' ασχήμισε από τα
-πέρυσι οπού την είδα! . . . μόνον πως είνε κομματάκι
-προωδευμένη εις τες ερωτοδουλειές . . . Εντός τεσσάρων
-ημερών αντηλλάξαμεν έξ ραβασάκια . . . Και να ιδής οπού
-ημπορούν να ξεκινήσουν να έλθουν εδώ εις το δωμάτιόν μου,
-διότι είχα την ανοησίαν να τους γράψω την διεύθυνσίν μου .
-. . Να έλθουν να με ιδούν εις αυτό το χάλι σαν τον Ιώβ! . .
-, και μάλιστα ύστερα από τας συστάσεις του θείου μου . . .
-Διότι φαντάζομαι πώς εσυμφωνήθη αυτό το συνοικέσιον! . . .
-Μου φαίνεται πως τους βλέπω τους δύο γέρους εις το
-καφενείον του Χατζη-Στάθη, ύστερα από δεκατέσσαρες παρτίδες
-τάβλι να συνομιλούν . . . &(Μιμείται)&. Ο θείος μου βγάζει
-την ταμπακέραν του, παίρνει μίαν πρέζαν κ' ύστερα μ' ένα
-μειδίαμα και με καμάρι αρχίζει:
-
- — Σούχω, π' ορίζεις, κυρ Θεοφύλακτε, έναν ανιψιόν! . . .
-μα δεν ηξεύρεις τι πράγμα! . . . μάλαμα! . . . Τι επαίνους
-μου λέγουν γι' αυτόν όσοι έρχονται από την Αθήνα! . . . τι
-χρυσός νέος! . . . επιμελής, φρόνιμος, οικονόμος . . . όλη
-μέρα στη μελέτη . . . από το Πανεπιστήμιο και στο δωμάτιό
-του.
-
-Ο κυρ-Θεοφύλακτος, ο οποίος εξασκεί το επάγγελμά του
-κηροποιού προ πολλών ετών και έχει καζαντήσει αρκετές
-χιλιάδες, και καμμιά φορά αναπληρώνει και τον αριστερόν
-ψάλτην εις την Μητρόπολιν, αρχίζει μ' εκείνη τη φωνή, σαν
-να έψαλλε το Χερουβικόν.
-
- — Αμ' η κόρη μου, καπετάν Κωνσταντή; τι κορίτσι, ε! . . .
-τι τζοβαΐρι! . . , έχει να πη η γειτονιά διά τα προτερήματά
-της . . . τι φρονιμάδα! . . . το κατώφλι του σπιτιού της,
-που λέγει ο λόγος, δεν το είδε ακόμη! . . .
-
-Ο θείος μου:
-
- — Ε, αφού είν' έτσι, κυρ Θεοφύλακτε, δεν κάμνουμε μια
-δουλειά; να τους ταιριάξωμε και να συμπεθερέψωμε; Σαν
-παληοί φίλοι που είμαστε να ιδούμε και αυτή τη χαρά στα
-γηρατειά μας! . . . Ξεύρεις ότι όλη την περιουσία μου σ'
-αυτό το παιδί, τον Νίκον, θα την αφήσω.
-
-Ο κυρ-Θεοφύλακτος με συγκίνησιν:
-
- — Καπετάν Κωσταντή! . . . ευλογημένη νάνε η ώρα οπού το
-ακούω από το στόμα σου, γιατί ελογάριαζα εγώ να σου κάμω
-αυτήν την ομιλίαν . . . Ξεύρεις ότι κ' εγώ ό,τι εδούλευα
-τόσον καιρόν για τη Θεοδώρα μου τα έχω . . .
-
- — Τόκα λοιπόν! — Τόκα! — Οι δύο γέροι μένουν
-κατευχαριστημένοι· τραβούν καμπόσες μαστίχες και
-αποφασίζουν να κάμη ένα ταξείδι τώρα τον Μάιον ο κύριος
-Θεοφύλακτος έως τας Αθήνας, οπού έχει κάτι υποθέσεις και να
-πάρη μαζί του και το κορίτσι, «για να ιδή και αυτό μια
-σταλιά κόσμο» κ' έρχονται εδώ να ιδούν τον Παρθενώνα, την
-Ακαδημίαν και τον γαμβρόν! . . . τον υποφαινόμενον! . . .
-Και να έλθουν να μ' εύρουν εις αυτήν την κατάστασιν! . . .
-&(Εγείρεται και περιπατεί μετ' αγανακτήσεως).& Α, όχι! . .
-. όχι! . . . δεν γίνεται! . . . Το βασίλειόν μου δι' ένα
-ίππον! έλεγε κάποιος βασιλεύς. Δίδω κ' εγώ το δίπλωμά μου .
-. . εκείνο οπού θα πάρω . . . δι' ένα σουρτούκο και δι' ένα
-πανταλόνι . . . Τουλάχιστον να ημπορέσω να εξέλθω, να
-δανεισθώ καμμίαν ενδυμασίαν, ολίγα χρήματα . . . Ναι, αλλά
-πού να εύρω το σουρτούκο και το παντελόνι; &(Σκέπτεται).&
-Μία ιδέα! . . , να ζητήσω από την σπιτονοικοκυρά μου; αυτή
-είχε μίαν φοράν άνδρα, όπως λέγει, και τώρα ο συχωρεμένος
-θα παρακαλή τον Θεόν εις τον άλλον κόσμον να τον διορίση
-επιστάτην εις την πίσσαν της Κολάσεως, διά ν' ανταποδώση
-εκεί κάτω εις την καλή του γυναίκα όσα μαρτύρια ετράβηξε
-σιμά της εδώ εις την ζωήν! . . . Να της ζητήσω να μου δώση
-δανεικό κανένα παληό ρούχο του μακαρίτη; . . . Μα που δεν
-έχω το θάρρος; Είνε δυο μέρες περασμένες από το μήνα και
-είνε ευκολώτερον να πιάσης φιλία με όλας τας Γοργόνας και
-τας Ερινύας της Μυθολογίας παρά με αυτήν, άμα είνε
-περασμένος ο μήνας . . . Αυτή, μωρέ μάτια μου, αν εζούσε
-στην εποχή του Ιουλίου Καίσαρος, θα τον εμαχαίρωνε πριν του
-Βρούτου, διότι έκαμε το έτος να έχη δώδεκα μήνας και όχι
-εικοσιτέσσαρας διά να παίρνη νοίκι κάθε δεκαπέντε 'μέρες! ,
-. . Αλλά τώρα τι να κάμω;. . ένεκα της ανάγκης θα έμβαινα
-και μέσα εις θηριοτροφείον . . . Ας κάμω τον σταυρόν μου
-και ας αποταθώ προς αυτήν! . . . Συχωράτε με και ο Θεός
-σχωρέσ' σας! . . , &(Σταυροκοπείται και μεταβαίνων ανοίγει
-το παρά την θύραν του βάθους παράθυρον).& Κυρα-Μιχάλαινα! .
-. . ξεύρεις, μου επήραν τα ρούχα . . . Όχι, καλέ, η
-πλύστρα! . . . (Είνε και κουφή ανάθεμά την!) οι λωποδύται!
-, . . ναι! . . . Τώρα τι να γίνη! . . . βέβαια! . . . Σε
-παρακαλώ, κύτταξε να βρης να μου δώσης δανεικά ό,τι ρούχα
-ανδρίκια έχεις του μακαρίτη . . . και κανένα καπέλλο . . .
-Έχω ανάγκην να έβγω έξω . . . να καταβώ εις τον Πειραιά,
-οπού έρχεται ένας συγγενής μου και μου φέρνει χρήματα . . .
-(Ας της είπω αυτό διά να την καλοπιάσω) . . . Τι ώρισες; .
-. . το νοίκι; (Στο νου της το έχει η στρίγγλα!). Ακούς
-εκεί! . . . τι λόγος! . . . θα σου πληρώσω και μία εξαμηνία
-εμπρός! . . . Δεν μπορώ να καταβώ· να μου τα δώσης, σε
-παρακαλώ, μ' ένα καλάμι από κάτω . . . από το παράθυρον . .
-. &(Στρέφεται και επανέρχεται εις την σκηνήν).& Το έχει,
-βλέπετε, η ημέρα, να μπαίνουν και να βγαίνουν τα ρούχα από
-το παράθυρον! . . . Μα δεν έχω κ' εγώ κανένα ρούχο; . . .
-Μήπως υπάρχει κανένα παληό γιλέκο τουλάχιστον εις το
-σεντούκι μου; &(Τρέχει μετά σπουδής και ανοίγει το
-κιβώτιον)& Τίποτε! . . . όλο ασπρόρρουχα! . . . ναι και μία
-βελάδα [79] . . . &(Εξάγει μίαν παλαιάν βελάδαν
-σχισμένην)&. Είνε εκείνη που άφησε ο Λεωνίδας από τις
-Απόκριες! . . . Καλά που δεν την ενθυμήθηκα χθες, ειδεμή θα
-την έδιδα και αυτήν εις τον Εβραίον, ο οποίος σήμερα θα μου
-εζητούσε δι' αυτήν εκατόν φράγκα! . . . Μα τι να την κάμω
-την βελάδαν; . . μπορώ να έβγω έξω μασκαράς τώρα τον Μάη;
-&(Στρέφεται προς το παράθυρον του βάθους και διακρίνει επί
-της άκρας ξύλου μίαν βράκαν και έν κασκέτον της
-Εθνοφυλακής)&. Ου! . . . νά τες οι Απόκριες που εγύρισαν
-οπίσω! . . . &(Πλησιάζει και τα παραλαμβάνει)&. Μία βράκα!
-. . . ένα καπέλλο της Εθνοφυλακής! . . . αυτή είνε όλη η
-κληρονομιά του μακαρίτης;. . . τίποτε επωμίδας δεν έχει; .
-. . αμφιμασχάλια; αρβύλας; . . . Τι να γίνη, κυρα-
-Μιχάλαινα! . . . αφού δεν έχεις άλλο! . . . ευχαριστώ! . .
-. &(κατ' ιδίαν)&. Ω! που να σε πνίξουν στο γιαλό, μέσα σε
-δαύτη! . . . &(Επιστρέφει εις το προσκήνιον)&. Βράκα! . . .
-έλα, Χριστέ και Παναγιά! . . . Μου έρχεται η όρεξις να την
-φορέσω για να ιδώ πώς μου πάει . . . &(Αποσύρεται όπισθεν
-του paravent, εξάγει τον κοιτωνίτην και την φορεί, ενώ
-ταυτοχρόνως ομιλεί).& Μου ήτανε γραφτό και αυτό να το
-φορέσω βράκα! . . . Ποίος να μου το έλεγε χθες που εφορούσα
-τα καινούργια ρούχα κ' έκανα τον λιμοκοντόρον! Μωρ' αυτό
-είνε αερόστατον! . . . &(Εξέρχεται εις την σκηνήν).& Πώς θα
-φαίνωμαι! . . . Ε! και ύστερα τι θα βάλω από πάνω; την
-βελάδαν; &(Φορεί την βελάδαν)&. Και ακολούθως φυσικά το
-καπέλλον της Εθνοφυλακής. &(Φορεί το καπέλλον).& Τώρα είμαι
-σωστός! . . . Ορίστε, κύριοι, εις το αξιοπερίεργον τέρας! .
-. . μια δεκάρα η είσοδος! . . . Μα μπορεί να έβγω έξω στον
-δρόμον έτσι; . . . Εκτός αν θέλω να μη φάνε εις την Αθήνα
-αυγολέμονο για ένα μήνα, επειδή όλα τα αυγά και τα λεμόνια
-θα πέσουν επάνω μου! . . . Θεέ μου, τι να κάμω και η ώρα
-προχωρεί! . . . Τώρα το ατμόπλοιον θα είνε όχι στον
-Πειραιά, αλλά στες Παράγκες . . . Δεν υπάρχει κανέν άλλο
-μέσον; &(Στρέφεται και κυττάζει την προς αριστερά θύραν)&.
-Α! . . . εκεί μέσα, εις το δωμάτιον του γείτονά μου του
-Διάκου . . . κάτι ημπορεί να υπάρχη . . , πιθανόν να έχη
-τίποτε ρούχα ο Διάκος, διά να εξέρχεται καμμία φορά το
-βράδυ χάριν . . . πολιτικής υπηρεσίας. &(Πλησιάζει εις την
-θύραν).& Είνε κλειστή . . . αλλά τι με μέλει; θα την σπάσω!
-. . . αυτήν την ώραν είμαι ικανός να διαπράξω και κλοπήν
-διά ρήξεως, &(Ωθεί βιαίως την θύραν και ανοίγει, εισέρχεται
-και εξέρχεται πάραυτα, κρατών έν ράσον και έν
-καλυμμαύχιον).& Αλλοίμονον! . . . ατυχία! . . . δεν
-υπάρχουν άλλα παρά αυτά! . . . Να μεταμφιεσθώ ως παπάς;
-(Εξάγει την βελάδαν και φορεί το ράσον). Δεν μου πηγαίνει .
-. . θα με καταλάβουν και τότε θα με σύρουν εις το
-κρατητήριον ότι εβγήκα έξω να κλέψω διά της μεθόδου του
-παπά! &(Εξάγει το ράσον και φορεί πάλιν την βελάδαν)&. Έτσι
-πρέπει να έβγω και ο Θεός βοηθός! . . , έως να καταφύγω εις
-το δωμάτιον κανενός φίλου μου και να πάρω δανεικόν κανένα
-ρούχον. Έπειτα, το κυριώτερο, πρέπει να μη με εύρουν εδώ,
-αν έλθουν έξαφνα ο κυρ-Θεοφύλακτος και η κόρη του . . .
-Ναι, αλλ' αυτό το καπέλλον; Να επαναφέρω εγώ τον θεσμόν της
-Εθνοφυλακής, αφού κατηργήθη. Τότε θα θεωρηθώ ως επαναστάτης
-. . . Άλλος κίνδυνος . . . &(Εξάγει το καπέλλο της
-Εθνοφυλακής)&. Ας φορέσω αυτό . . . &(Φορεί το
-καλυμμαύχιον)&. Τουλάχιστον αυτό είνε κάλυμμα ειρηνικόν . .
-. Ας προσαρμόσω καλά την βράκαν! . . . &(Ενώ διευθετεί την
-βράκαν, ακούονται αίφνης βήματα εις την έξω κλίμακα. Ο
-Νίκος στρέφεται έντρομος, ότε διά μιας ανοίγεται η θύρα του
-βάθους και εμφανίζεται πρεσβύτης φέρων παρά το πλευρόν
-τσάνταν και οδοιπορικόν σάκκον εις την χείρα και μία
-νεάνις. Ο κύριος επί τη θέα του Νίκου μένει εμβρόντητος,
-κραυγάζων: Α, α, α! . . . η νεάνις κρύπτει τα όμματα διά
-της χειρός κραυγάζουσα: Ι, ι, ι! . . . Ο Νίκος αναφωνεί:
-Ου!.. ου . . . ου . . .) Ο κ. Θεοφύλακτος . . . Ω, ω, ω! .
-. . &(Τρέχει να κρυφθή. Πίπτει η αυλαία)&.
-
-
-
-ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
-
-
-
- Σελ.
- Ο πνευματισμός. . . . . . . . . . . 9
- Αναφορά των ουγγρικών ίππων. . . . 25
- Statu quo ante . . . . . . . . . . 28
- Παιγνιοχάρτων συνδιάλεξις . . . . .31
- Νοομαντεία . . . . . . . . . . . . 34
- Στόμαχος και εφημερίδες. . . . . . 38
- Η μέλαινα νυξ . . . . . . . . . . .40
- Να μην τρως καθόλου . . . . . . . .48
- Τα δεινοπαθήματα ενός δημάρχου . . 52
- Τα σύμβολα . . . . . . . . . . . . 60
- Τα κακουργήματα της Αγγέλως . . . .65
- Αλλοφροσύνη αιματηρά . . . . . . . 73
- Εγχειρίδιον του εκλογέως . . . . . 79
- Το Ταχυδρομείον και αι γυναίκες . .82
- Ο σοφός χοίρος . . . . . . . . . . 86
- Η Θοδώρα . . . . . . . . . . . . . 91
- Ο Αντεροβγάλτης . . . . . . . . . .97
- Ψυχολογία . . . . . . . . . . . . 102
- Οι κύνες της Κωνσταντινουπόλεως . 108
-
- ΟΙ ΠΑΡΑΔΑΡΜΕΝΟΙ
- Η οικογένεια διασκεδάζει . . . 136
- Ο ψευτοπόλεμος . . . . . . . . .151
- Η εορτή της Ακαδημίας . . . . . 158
- Εσπερίς εν Φαλήρω . . . . . . . 161
- Φοροφοβία . . . . . . . . . . . 168
- Η Βασιλόπιττα του Παραδαρμένου. 173
-
- Ο Δεκάλογος εν ουρανοίς. . . . . .182
- Το σφαιρίδιον του Διαβόλου. . . . 188
- Η ευτυχία και το υποκάμισον. . . 194
- Ο εξοστρακισμός του Αριστείδου. . 210
- Όποιος φυλάει τα ρούχα του
- (μονόλογος) . . . . . . .223
-
-
-
-ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΗΣ — ΑΘΗΝΑΙ
-ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ
-ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
-ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ
-
-ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. Αττικαί ημέραι (διηγήματα και ευθυμογραφήματα
-Δρ. 5. —
-
- — Ζητείται υπηρέτης (κωμωδία
-μονόπρακτος) 1. —
-
-ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. Ανάλεκτα (κρίσεις και εντυπώσεις 2
-τόμ.) 8. —
-
-ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. Ποίος ήτο ο φονεύς τον αδελφού μου. 5. —
-
-ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. I. Σκαραβαίοι και Τερρακόττες 5. —
-
-ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I. Ο Λυχνοστάτης (κωμωδία) μονόπρακτος 1. —
-
-ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα) 5. —
-
- — Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα) 5. —
-
- — Αμαρυλλίς (διήγημα) 5. —
-
- — Αγροτικαί επιστολαί 5. —
-
- — Ο Μπαρμπαδήμος. Διηγήσεις Αγωνιστού (μετά πολλών
-εικόνων) Δ. Μπισκίνη 5. —
-
-ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛ. Η Σιδηρά Διαθήκη (Κοινωνική
-Φυσιολογία) 6. —
-
-ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ (διηγήματα) 5. —
-
- — Όλοι μαζί 3.50
-
- — Ο Βάτραχος που βαριέται 1.40
-
-ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ Μύθοι και Θρύλοι 5. —
-
-ΘΕΡΟΥ ΑΓ. Δημοτικά τραγούδια (εκλογή) 3. —
-
-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. Ελληνική Μυθολογία 5. —
-
-ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. Κοντά ατή φωτιά (δράμα μονόπρακτον) 1. —
-
-ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. Διηγήματα 6. —
-
-ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. Ασφόδελοι (ποιήματα) 5. —
-
- — Πεπρωμένα (ποιήματα) 5. —
-
-ΜΑΡΗ Μ. Το θάρρος της αγνοίας (κωμωδ. μονόπρακτος) 1. —
-
-ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. Τα κατά συνθήκην ψεύδη 4. — .
-
-ΠΑΛΑΜΑ Κ. Τα παράκαιρα (ποιήματα) 5. —
-
- — Διηγήματα 5. —
-
-ΠΟΛΕΜΗ I. Σπασμένα μάρμαρα (ποιήματα) 6. —
-
- — Λύρα (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ.
-ποιήσεως) 6. —
-
- — Η Γυναίκα (κωμωδία μονόπρακτος) 1. —
-
- — Ειρηνικά (ποιήματα) 3. —
-
-ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α. Η Φαίδρα 4. —
-
-ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. Τραγούδια του νησιού 5. —
-
-ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου (διηγήματα) 5. —
-
- — Μακεδονικαί Ραψωδίαι (διηγήματα) Δρ. 2.50
-
- — Η Μεγαλόχαρη (διήγημα) 2.50
-
- — Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμ. διήγ.1912-13) 3. —
-
- — Μαύρες Πεταλούδες 5. —
-
-ΊΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. Ο Βασιλεύς της Ρέγκας (μονόπρ.
-παιγνίδι) 1. —
-
- — Βυζαντιναί γυναίκες (διηγήματα) 5. —
-
-ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Φάουστ του Γκαίτε (έμμ. μετάφρασις) 5. —
-
- — Ιφιγένεια εν Ταύροις (εμμ. μετάφρασις) 2.50
-
- — Ηλέκτρα του Οφμαννατάλ (τραγωδία) 2.50
-
- — Φθινόπωρο (μυθιστόρημα) 4. —
-
- — Τάσω, Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα 3.25
-
- — Τραγούδια της Ερημιάς 3.50
-
- — Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια (ποιήματα) 3.50
-
- — Αγάπη στο χωριό (διήγημα) 2.10
-
- — Απλοί Τρόποι (ποιήματα) 5. —
-
-Ο Βασιλεύς Όθων. Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι του
-θανάτου του 3. —
-
-Κωνσταντινούπολις και Αγία Σοφία θρύλοι και παραδόσεις
-(Ιστορία) 3. —
-
-ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα
-διηγήματα (εκ του Γαλλ., Γερμαν. και Ρωσ.) 2.50
-
-ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) Η Κυρία με τας Καμελίας
-(μυθιστόρημα) 4· —
-
-ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ Quo Vadis (μυθιστόρημα) 4. —
-
-ΦΕΓΙΕ ΟΚ. Ιστορία ενός πτωχού νέου
-(μυθιστόρημα) 5. —
-
- ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
- (ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ)
-
- Δρ.
-ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ Μ. Ελληνικότης των Νομών Προύσσης και
-Σμύρνης 4. —
-
-ΨΑΛΤΟΥ Σ. Η Θράκη και η δύναμις του εν αυτή Ελληνικού
-στοιχείου τόμ. Α 5. —
-
-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α. Ο υπόδουλος Ελληνισμός της Ασιατικής
-Ελλάδος εθνικώς και γλωσσικώς εξεταζόμενος 4.
-
-ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ ΣΤ. Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι 5. —
-
-ΑΜΑΝΤΟΥ Κ. Ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας κατά τον
-Μεσαίωνα 4. —
-
-ΔΕΝΔΙΑ Μ. Αι Ελληνικαί Παροικίαι ανά τον κόσμον . . 5. —
-
-
-
-1] Αποθέτης:Καλάθι των αχρήστων.
-
-2] Μίλτος: α. Κόκκινος μόλυβδος, μίνιο β. Η κόκκινη
-ασθένεια του καλαμποκιού γ. παρασιτικός μικρομύκητας φυτών.
-
-3] το βρώμα: τροφή
-
-4] Τυλώδης: με κάλους.
-
-5] Εμβάδιον: Παπούτσι ή σανδάλι.
-
-6] Ιππωνία: η αγορά των αλόγων
-
-7] Άτρυτος-ου: ασταμάτητος, άφθορος.
-
-8] Κατά το ενόν: όσο είναι δυνατό.
-
-9]Επιζωοτία: Λοιμώδης ή παρασιτική ασθένεια που προσβάλλει
-συγχρόνως μεγάλο αριθμό κατοικιδίων ζώων και ορίζεται ως
-τέτοια από τον νόμο (π. χ. λύσσα, αφθώδεις πυρετός, κτλ).
-
-10] Ιγδίον: Μικρό γουδί.
-
-11] Πνευστιώ: Ασθμαίνω, λαχανιάζω, κοντανασαίνω.
-
-12] Μελανείμων: Μαυροντυμένος.
-
-13] Αυτός που επεξεργάζεται δέρματα και κατασκευάζει
-δερμάτινα είδη.
-
-14] Διάτορος: Διαπεραστικός, οξύς.
-
-15] Τεζάκι: Πάγκος μαγαζιού για την έκθεση προϊόντων ή την
-διευκόλυση εργασιών.
-
-16] Ρικνός: Γεμάτος ρυτίδες, ζαρωμένος.
-
-17] Ερρυπωμένος: Λερωμένος.
-
-18] Κεχηνώς-υία-ός: αυτός που χάσκει, κατάπληκτος.
-
-19] Αγελαίος: Χαμηλού επιπέδου, του σωρού.
-
-20] Πύραυνον: Μαγκάλι ή φουφού.
-
-21] Πυράγρα: Μασιά, τσιμπίδα.
-
-22] Λοπάς-άδος: Ρηχό πιάτο.
-
-23] το αντερί: ένδυμα με μανίκια που φορούν οι ιερείς κάτω
-από το ράσο, εσωτερικός χιτώνας, πουκάμισο.
-
-24] καθά: σύμφωνα με όσα.
-
-25] Νήδυμος: Ήρεμος, αδιατάρακτος, (περί ύπνου) γλυκύς
-
-26] Λιγυρός: Μελωδικός, εύηχος.
-
-27] Κασίγνητος: Αδελφή.
-
-28] Φυρμός: Μίγμα, μπέρδεμα.
-
-29) Σ. Βυζαντίου Κωνσταντινούπολις. Τόμ. Α', σελ. 92.
-
-30] Ωρυγή: Μούγκρισμα, ούρλιασμα, μουκάνισμα, γκάρισμα.
-
-31] Ευκραής: Εύκρατος
-
-32) Les chiens errants du Constantinople, Êtude des Mœurs.
-
-33] ο θώς: το τσακάλι.
-
-34] η κίδαρης: Τουρμπάνι.
-
-35] Ακηδής: Αμέριμνος, ξέγνοιαστος, αδιάφορος.
-
-36] Χειρίδα: Μανίκι.
-
-37] Χειροήθης-εος: Ήμερος, εξημερωμένος.
-
-38] Που μυρίζουν (οδμάω: μυρίζω – παθ.)
-
-39] Πλακουντοποιός: Φούρναρης.
-
-40] Δαψιλώς: Με αφθονία
-
-41] Ψωμίζω: Ταίζω στο στόμα, κακομαθαίνω.
-
-42] Ακρασία: ακολασία.
-
-43] Αγνεία: η παρθενία των αγάμων και η ηθική διαβίωση των
-εγγάμων.
-
-44) &Κωνσταντινούπολις&, τόμ. Α' σελ. 92.
-
-45] Νήχομαι: Κολυμπώ.
-
-46] ο/η Μήκων: Παπαρούνα.
-
-47] Σελάχι: Δεμάτινη ζώνη στην οποία τοποθετούσαν τα όπλα
-τους οι φουστανελοφόροι.
-
-48] Άλκιμος: Εύρωστος, ρωμαλέος, ακμαίος.
-
-49] Βρέμω: βρυχώμαι
-
-50] Τελαμώνας: Δερμάτινο ή υφασμάτινο λουρί.
-
-51] Εναβρύνομαι: Υπερηφανεύομαι, κομπάζω.
-
-52] Αμφιλύκη: Λυκαυγές ή λυκόφως.
-
-53] Γλεύκος: Κρασί νέας εσοδείας.
-
-54] Κόλαφος: Χαστούκι.
-
-55] Νεκροσκόπος: Γιατός ή αρμόδιος υπάλληλος ο οποίος κάνει
-νεκροψία.
-
-56] Δράκα: Ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κανείς στην
-χούφτα του.
-
-57] Βάρης ή βάρις ιος/ιδος : μικρή αιγυπτιακή βάρκα.
-
-58] Εκκυβεύω: παίζω στα ζάρια, διακινδυνεύω, δοκιμάζω την
-τύχη μου.
-
-59] Λοιδορία: Βρισιά, χλευασμός.
-
-60] Ροσόλι: λικέρ αρωματισμένο με απόσταγμα τριαντάφυλλου.
-
-61] Σχοινοτενής: Μακροσκελής, που διαρκεί περισσότερο από
-όσο πρέπει.
-
-62] Άθυρμα: Παιχνίδι.
-
-63] Παλλάδιο: οποιοδήποτε προσταατευτικό μέσο.
-
-64] Μουστερής: Πελάτης, αγοραστής.
-
-65] Μυκτηρίζω: Εμπαίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω.
-
-66] Νύττω – νύσσω: Τσιμπώ, κεντρίζω.
-
-67] Μυάγρα: Ποντικοπαγίδα.
-
-68] Νάμα: Τρεχούμενο νερό, βρύση, κρουνός.
-
-69] Ακινάκης: Είδος μικρού σπαθιού.
-
-70] Λιγύς – λιγυρός: μελωδικός, εύηχος.
-
-71] Πύραυνον: δοχείο στο οποίο φυλάν αναμμένα κάρβουνα,
-αγγείο στο οποίο μεταφέρεται ή ανάβεται μικρή φωτιά.
-
-72] Ερείδομαι: Στηρίζομαι.
-
-73] Οιδαλέος: Εξογκωμένος, πρισμένος.
-
-74] Κύφων: Ζυγός, εργαλείο βασανιστηρίου εγκληματιών.
-
-75] Η επεξήγηση εντός του κειμένου σημειούται με #.
-
-76] Σκολιά: στραβά.
-
-77] Μειράκιον: Νεανίας.
-
-78] Διατόρως: Διαπεραστικώς.
-
-79] η βελάδα: Επίσημο ανδρικό ένδυμα, παρόμοιο με το φράκο.
-
-
-
-
-
-
-
-
-End of the Project Gutenberg EBook of Days of Attica, by Charalambos Anninos
-
-*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK DAYS OF ATTICA ***
-
-***** This file should be named 40478-0.txt or 40478-0.zip *****
-This and all associated files of various formats will be found in:
- http://www.gutenberg.org/4/0/4/7/40478/
-
-Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
-his major work in proofreading.
-
-
-Updated editions will replace the previous one--the old editions
-will be renamed.
-
-Creating the works from public domain print editions means that no
-one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
-(and you!) can copy and distribute it in the United States without
-permission and without paying copyright royalties. Special rules,
-set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
-copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
-protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
-Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
-charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
-do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
-rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
-such as creation of derivative works, reports, performances and
-research. They may be modified and printed and given away--you may do
-practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
-subject to the trademark license, especially commercial
-redistribution.
-
-
-
-*** START: FULL LICENSE ***
-
-THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
-PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
-
-To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
-distribution of electronic works, by using or distributing this work
-(or any other work associated in any way with the phrase "Project
-Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
-Gutenberg-tm License available with this file or online at
- www.gutenberg.org/license.
-
-
-Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
-electronic works
-
-1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
-electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
-and accept all the terms of this license and intellectual property
-(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
-the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
-all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
-If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
-Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
-terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
-entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
-
-1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
-used on or associated in any way with an electronic work by people who
-agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
-things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
-even without complying with the full terms of this agreement. See
-paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
-Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
-and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
-works. See paragraph 1.E below.
-
-1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
-or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
-Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
-collection are in the public domain in the United States. If an
-individual work is in the public domain in the United States and you are
-located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
-copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
-works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
-are removed. Of course, we hope that you will support the Project
-Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
-freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
-this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
-the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
-keeping this work in the same format with its attached full Project
-Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
-
-1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
-what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
-a constant state of change. If you are outside the United States, check
-the laws of your country in addition to the terms of this agreement
-before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
-creating derivative works based on this work or any other Project
-Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
-the copyright status of any work in any country outside the United
-States.
-
-1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
-
-1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
-access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
-whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
-phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
-Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
-copied or distributed:
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org
-
-1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
-from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
-posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
-and distributed to anyone in the United States without paying any fees
-or charges. If you are redistributing or providing access to a work
-with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
-work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
-through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
-Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
-1.E.9.
-
-1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
-with the permission of the copyright holder, your use and distribution
-must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
-terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
-to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
-permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
-
-1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
-License terms from this work, or any files containing a part of this
-work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
-
-1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
-electronic work, or any part of this electronic work, without
-prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
-active links or immediate access to the full terms of the Project
-Gutenberg-tm License.
-
-1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
-compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
-word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
-distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
-"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
-posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
-you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
-copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
-request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
-form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
-License as specified in paragraph 1.E.1.
-
-1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
-performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
-unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
-
-1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
-access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
-that
-
-- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
- the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
- you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
- owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
- has agreed to donate royalties under this paragraph to the
- Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
- must be paid within 60 days following each date on which you
- prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
- returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
- sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
- address specified in Section 4, "Information about donations to
- the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
-
-- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
- you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
- does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
- License. You must require such a user to return or
- destroy all copies of the works possessed in a physical medium
- and discontinue all use of and all access to other copies of
- Project Gutenberg-tm works.
-
-- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
- money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
- electronic work is discovered and reported to you within 90 days
- of receipt of the work.
-
-- You comply with all other terms of this agreement for free
- distribution of Project Gutenberg-tm works.
-
-1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
-electronic work or group of works on different terms than are set
-forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
-both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
-Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
-Foundation as set forth in Section 3 below.
-
-1.F.
-
-1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
-effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
-public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
-collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
-works, and the medium on which they may be stored, may contain
-"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
-corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
-property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
-computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
-your equipment.
-
-1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
-of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
-Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
-Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
-liability to you for damages, costs and expenses, including legal
-fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
-LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
-PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
-TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
-LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
-INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
-DAMAGE.
-
-1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
-defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
-receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
-written explanation to the person you received the work from. If you
-received the work on a physical medium, you must return the medium with
-your written explanation. The person or entity that provided you with
-the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
-refund. If you received the work electronically, the person or entity
-providing it to you may choose to give you a second opportunity to
-receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
-is also defective, you may demand a refund in writing without further
-opportunities to fix the problem.
-
-1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
-in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
-WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
-WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
-
-1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
-warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
-If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
-law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
-interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
-the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
-provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
-
-1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
-trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
-providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
-with this agreement, and any volunteers associated with the production,
-promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
-harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
-that arise directly or indirectly from any of the following which you do
-or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
-work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
-Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
-
-
-Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
-
-Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
-electronic works in formats readable by the widest variety of computers
-including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
-because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
-people in all walks of life.
-
-Volunteers and financial support to provide volunteers with the
-assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
-goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
-remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
-and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
-To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
-and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
-and the Foundation information page at www.gutenberg.org
-
-
-Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
-Foundation
-
-The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
-501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
-state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
-Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
-number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
-permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
-
-The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
-Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
-throughout numerous locations. Its business office is located at 809
-North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
-contact links and up to date contact information can be found at the
-Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
-
-For additional contact information:
- Dr. Gregory B. Newby
- Chief Executive and Director
- gbnewby@pglaf.org
-
-Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation
-
-Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
-spread public support and donations to carry out its mission of
-increasing the number of public domain and licensed works that can be
-freely distributed in machine readable form accessible by the widest
-array of equipment including outdated equipment. Many small donations
-($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
-status with the IRS.
-
-The Foundation is committed to complying with the laws regulating
-charities and charitable donations in all 50 states of the United
-States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
-considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
-with these requirements. We do not solicit donations in locations
-where we have not received written confirmation of compliance. To
-SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
-particular state visit www.gutenberg.org/donate
-
-While we cannot and do not solicit contributions from states where we
-have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
-against accepting unsolicited donations from donors in such states who
-approach us with offers to donate.
-
-International donations are gratefully accepted, but we cannot make
-any statements concerning tax treatment of donations received from
-outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
-
-Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
-methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
-ways including checks, online payments and credit card donations.
-To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
-
-
-Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
-works.
-
-Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
-concept of a library of electronic works that could be freely shared
-with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
-Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
-
-Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
-editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
-unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
-keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
-
-Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
-
- www.gutenberg.org
-
-This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
-including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
-Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
-subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
-