summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old/40296-h/40296-h.htm
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to 'old/40296-h/40296-h.htm')
-rw-r--r--old/40296-h/40296-h.htm7922
1 files changed, 0 insertions, 7922 deletions
diff --git a/old/40296-h/40296-h.htm b/old/40296-h/40296-h.htm
deleted file mode 100644
index d77b574..0000000
--- a/old/40296-h/40296-h.htm
+++ /dev/null
@@ -1,7922 +0,0 @@
-<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
- "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
-<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
-
-<head>
- <link rel="coverpage" href="images/cover.jpg" />
-<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
-<meta name="keywords"
- content="Ιούλιος Βερν, Παναγιώτης Φέρμος, Ο Σάνσελλορ" />
-
-<title>Πολιτεία</title>
-
-<style type="text/css">
-
-body {
-font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
-line-height: 20px;
-margin-left: 5%;
-margin-right: 5%;
-}
-
-h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; }
-h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; }
-h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; }
-h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; }
-h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; }
-h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; }
-
-p{
- text-align: justify;
- margin-top: 1em;
- margin-bottom: 1em;
-}
-
-hr{
- width: 65%;
-}
-.poem {
- FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%;
-}
-
-.sp{
- letter-spacing:3px
-}
-
-</style>
-
-</head>
-<body>
-
-
-<pre>
-
-The Project Gutenberg EBook of The Chancellor, by Jules Verne
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org/license
-
-
-Title: The Chancellor
-
-Author: Jules Verne
-
-Translator: Panagiotis Ferbos
-
-Release Date: July 22, 2012 [EBook #40296]
-
-Language: Greek
-
-Character set encoding: UTF-8
-
-*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE CHANCELLOR ***
-
-
-
-
-Produced by Sophia Canoni
-
-
-
-
-
-</pre>
-
-
-
-<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic to
-monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have
-been converted to endnotes and are included in (). I have also added explanation of
-words in endnotes. These are included in [].//
-
-Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει
-διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος
-του βιβλίου και περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις
-λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με [].</p>
-
-<h1>Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ</h1>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="429"
-height="650"
-alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p>
-
-<h3 style="margin-top: 5em">ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ</h3>
-
-<h1 style="margin-top: 5em">Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ</h1>
-
-<h3 style="margin-top: 2em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ
-ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ</h3>
-
-<h4>ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ</h4>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">ΘΗΣΕΥΣ Κ. ΛΙΒΕΡΙΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ</h4>
-
-<h5 style="margin-top: 5em">ΕΚΤΑΚΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ</h5>
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">_____</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0003.jpg" width="370"
-height="550"
-alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ
-ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">
-ΚΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΝ<br />
-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">Εκδότης Θησεύς Κ. Λιβέριος</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">1892</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">_____</p>
-
-<h3 style="margin-top: 5em">ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ</h3>
-
-<p>
-</p>
-
-<h3 style="margin-top: 5em">ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΟΥ I. Ρ. ΚΑΖΑΛΛΟΝ</h3>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">Α'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— Κάρλεστον. — <i>Τη 27 Σεπτεμβρίου 1869.</i> — Καταλείπομεν την
-προκυμαίαν του Πυροβολείου τη 3 μ.μ. . εν τη ακμή της παλιρροίας, η δε άμπωτις
-εκφέρει ημάς ταχέως εις το πέλαγος. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκέλευσε να εκπετάσωσι τα
-ανώτερα ιστία και τα κατώτερα, η δε πνοή του Βορρά ωθεί τον <i>Σάνσελλορ</i> ανά
-τον κολπίσκον. Μετ' ου πολύ κάμπτομεν το φρούριον Σόντερ, και αφίνομεν αριστερά
-τα μετωποβόλα πυροβολεία της παραλίας. Την τετάρτην ώραν το στόμιον του λιμένος,
-εξ ού εκφεύγει ταχύ ρεύμα αμπώτιδος, παρέχει δίοδον εις το πλοίον. Αλλά το πέλαγος
-είνε εισέτι μακράν· ίνα δε φθάσωμεν αυτό, οφείλομεν να παρακολουθήσωμεν τους
-στενούς πόρους, ούς το κύμα έσκαψε μεταξύ των όχθων της άμμου. Ο πλοίαρχος
-Χόντλυ εκπίπτει λοιπόν εις την ΝΔ αύλακα, κάμπτων τον φάρον της άκρας διά της
-αριστεράς γωνίας του φρουρίου Σόντερ. Τότε δε τα ιστία του <i>Σάνσελλορ</i>
-ηυθετίσθησαν προς τον άνεμον, και την 7 μ. μ. το πλοίον ημών, παραπλεύσαν την
-εσχάτην αμμώδη άκραν της παραλίας, διά μιας εισβάλλει εις τον Ατλαντικόν.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0005.jpg" width="347"
-height="550"
-alt="Η πνοή του Βορρά ωθεί τον Σάνσελλορ . . . (σελ. 1)" border="2" />
-<br /></p>
-
-<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i>, εύμορφον πλοίον τρίστηλον [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>]
-, ενεακοσίων τόννων, ανήκει τω πλουσίω οίκω των Αδελφών Ληρδ εκ Λιβερπούλης.
-Είνε δύο ετών, έχει επιχάλκωσιν μετά γόμφων [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>]
- χαλκών και είνε ηρμολογημένον εξ αρίστης ξυλείας των Ινδιών· οι κατώτεροι αυτού
-ιστοί, πλην του επιδρόμου [<span style='font-size: small;'><a href='#fn3'
-id='ref3'>3</a></span>]
-, είνε σιδηροί ως και η εξαρτία [<span style='font-size: small;'><a href='#fn4'
-id='ref4'>4</a></span>]
-. Το στερεόν τούτο και κομψόν σκάφος, καταγεγραμμένον εκ των πρώτων εν τω
-<i>Νηιγνώμονι</i>, εκτελεί την στιγμήν ταύτην τον τρίτον αυτού πλουν μεταξύ
-Κάρλεστον και Λιβερπούλης. Εξερχόμενον των πόρων του Κάρλεστον αναπεταννύει
-την βρεττανικήν σημαίαν αλλ' όμως ναυτικός τις βλέπων αυτό δεν θα ηδύνατο να
-απατηθή περί της καταγωγής του, είνε ακριβώς οποίον φαίνεται, τούτ' έστιν είνε
-Αγγλικόν από της ισάλου αυτού γραμμής [<span style='font-size: small;'><a href='#fn5'
-id='ref5'>5</a></span>]
- μέχρι των επιμήλων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn6'
-id='ref6'>6</a></span>]
-.</p>
-
-<p>Ιδού δε ο λόγος δι' όν επεβιβάσθην επί του <i>Σάνσελλορ</i> καταπλέοντος εις
-Αγγλίαν.</p>
-
-<p>Ουδεμία υπάρχει κατ' ευθείαν ατμοπλοϊκή γραμμή μεταξύ της Νοτίου Καρολίνης
-και του Ηνωμένου βασιλείου· ίνα δε λάβη τις γραμμήν υπερωκεάνειον, οφείλει είτε να
-ανέλθη προς βορράν των Ηνωμένων Πολιτειών, εις Νέαν Υόρκην, είτε να κατέλθη προς
-νότον, εις Νέαν Αυρηλίαν. Μεταξύ δε της Νέας Υόρκης και της παλαιάς ηπείρου
-υπάρχουσι πολλαί γραμμαί, Αγγλική, Γαλλική, Αμβουργική και μία <i>Σκωτία</i>, είς
-<i>Περέρ</i>, μία <i>Ολσατία</i> θα με έφερον τάχιστα εις τον προς όν όρον. Μεταξύ
-δε Νέας Αυρηλίας και Ευρώπης τα ατμόπλοα της <i>Εθνικής ατμοπλοϊκής
-Εταιρείας</i>, άτινα συνεχίζουσι την υπερατλάντειον Γαλλικήν από Κολόν μέχρι
-Ασπινουάλ, εκτελούσι ταχείς πλους. Αλλά διατρέχων τας προκυμαίας του Κάρλεστον
-είδον τον <i>Σάνσελλορ</i>· Ο <i>Σάνσελλορ</i> μοι ήρεσε και ουκ οίδα οποίον τι
-ένστιγμά με ώθησεν εις το πλοίον τούτο, ού τινος τα πάντα ήσαν άνετα. Άλλως τε η
-ιστιοφόρος ναυτιλία όταν ευνοήται υπό τε του ανέμου και της θαλάσσης — ταχεία
-σχεδόν όσον και η ατμήρης — είνε προτιμητέα κατά πάντα: Αρχομένου του
-φθινοπώρου, υπό τα γεωγραφικά ταύτα πλάτη, τα νότια ήδη, ο καιρός είνε ακόμη
-καλός. Λοιπόν απεφάσισα να επιβιβασθώ επί του <i>Σάνσελλορ</i>.</p>
-
-<p>Καλώς εποίησα ή κακώς; Άρα γε θα μετανοήσω διά την απόφασίν μου; Το μέλλον
-θα με το διδάξη. Συντάσσω καθ' ημέραν τας σημειώσεις ταύτας, και καθ' ήν στιγμήν
-γράφω, δεν ειξεύρω περισσότερα των αναγινωσκόντων το ημερολόγιον τούτο, — αν
-ίσως και εύρη ποτέ αναγνώστας.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">Β'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>28 Σεπτεμβρίου</i>. — Είπον ότι ο πλοίαρχος του <i>Σάνσελλορ</i>
-επονομάζεται Χόντλυ — τα κύρια δε ονόματα αυτού Τζων Σάιλας. Είνε Σκώτος εκ
-Δούνδης, πεντηκοντούτης, φημιζόμενος ως επιδέξιος του Ατλαντικού γνώστης.
-Ανάστημα έχει μέτριον, ώμους στενούς, κεφαλήν μικράν και εκ συνηθείας ολίγον τι
-κεκλιμένην προς αριστερά. Δεν είμαι πρώτης τάξεως φυσιογνώμων, μοι φαίνεται
-όμως ότι δύναμαι ήδη να κρίνω τον πλοίαρχον Χόντλυ, ει και από τινων μόνον ωρών
-γινώσκω αυτόν.</p>
-
-<p>Ότι ο Σάιλας Χόντλυ φημίζεται ως καλός ναυτικός και ότι γινώσκει εντελώς το
-επάγγελμά του, δεν αντιλέγω· αλλ' ότι όμως ενυπάρχει εν τω ανθρώπω τούτω
-χαρακτήρ σταθερός, δραστηριότης φυσική τε και ηθική, ουχί! τούτο δεν είνε
-παραδεκτόν.</p>
-
-<p>Και όντως, η στάσις του πλοιάρχου Χόντλυ είνε βαρεία, το δε σώμα του εμφαίνει
-τινά ατονίαν. Είνε νωχελής, ως δηλοί το ασταθές του βλέμματός του, η παθητική των
-χειρών του κίνησις, και η ταλάντωσις η φέρουσα αυτόν βραδέως από του ετέρου
-ποδός εις τον έτερον. Δεν είνε, δεν δύναται να είνε ανήρ δραστήριος, ουδέ επίμονος,
-διότι οι οφθαλμοί του δεν συσπώνται, η σιαγών του είνε μαλακή, και αι πυγμαί του
-δεν έχουσι συνήθη τάσιν να κλείωνται. Προς δε τούτοις ανευρίσκω εν αυτώ ήθος
-αλλόκοτον, περί ού δεν δύναμαι ακόμη να εξηγηθώ, αλλά θα τον παρατηρήσω μετά
-προσοχής, ής είνε άξιος ο κυβερνήτης πλοίου, ο καλούμενος «ο μετά Θεόν
-κύριος!»</p>
-
-<p>Αλλ' όμως, αν μη απατώμαι, μεταξύ Θεού και Σάιλα Χόντλυ υπάρχει εν τω πλοίω
-έτερος ανήρ, όστις μου φαίνεται προωρισμένος, τυχούσης περιστάσεως, να καταλάβη
-θέσιν αξίαν λόγου. Είνε ο δεύτερος του <i>Σάνσελλορ</i>, όν ακόμη δεν εσπούδασα
-επαρκώς και περί ού επιφυλάσσομαι να λαλήσω βραδύτερον.</p>
-
-<p>Το πλήρωμα του <i>Σάνσελλορ</i> αποτελείται εκ του πλοιάρχου Χόντλυ, του
-δευτέρου Ροβέρτου Κόρτις, του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του αρχιναύτου και
-δεκατεσσάρων ναυτών, Άγγλων ή Σκώτων, τούτ' έστιν εκ δεκαοκτώ ναυτικών, — όσοι
-εξασκούσιν εις τον χειρισμόν πλοίου τριστήλου ενεακοσίων τόνων. Πάντες δε οι
-άνδρες ούτοι φαίνονται γινώσκοντες το έργον των. Τούτο δε μόνον δύναμαι να
-βεβαιώσω μέχρι τούδε ότι, διευθύνοντος του δευτέρου, εξετέλεσαν επιδεξίως τους
-χειρισμούς εν τοις πόροις του Κάρλεστον.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0012.jpg" width="353"
-height="550"
-alt="ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΚΟΡΤΙΣ, ο δεύτερος πλοίαρχος." border="2" /><br /></p>
-
-<p>Συμπληρών την απαρίθμησιν των επιβαινόντων του <i>Σάνσελλορ</i>, αναφέρω
-τον τροφοδότην Χόμμπαρτ, τον μαύρον μάγειρον Γύγξτροπ, και παρέχω τον κατάλογον
-των επιβατών.</p>
-
-
-<p>Οι επιβάται είνε οκτώ τον αριθμόν και εμού συμπεριλαμβανομένου. Μόλις
-γινώσκω αυτούς, αλλ' η μονοτονία του διάπλου, τα συμβαίνοντα καθ' εκάστην, ο
-καθημερινός διαγκωνισμός ανθρώπων συνεσφιγμένων εν διαστήματι στενώ, η χρεία
-εκείνη η τοσούτον φυσική της ανταλλαγής ιδεών, η έμφυτος τη ανθρωπίνη καρδία
-περιεργία, πάντα ταύτα θα προσελκύσωσι μετ' ου πολύ πάντας ημάς προς αλλήλους,
-διότι μέχρι τούδε ο θόρυβος της επιβιβάσεως, η κατάληψις των θαλάμων, η
-διευθέτησις πάντων των χρειωδών εις ταξείδιον μέλλον να διαρκέση είκοσιν ίσως
-ημέρας μέχρι είκοσι πέντε, ασχολίαι διάφοροι, εκράτησαν ημάς απομεμακρυσμένους
-απ' αλλήλων. Χθες δε και σήμερον πάντες οι δαιτυμόνες ουδέ καν εφάνησαν ακόμη
-εις την τράπεζαν, ίσως δε τινες αυτών κατατρύχονται υπό της ναυτίας. Όθεν δεν τους
-είδον πάντας, αλλά γινώσκω όμως ότι μεταξύ των επιβατών συγκαταριθμούνται δύο
-κυρίαι έχουσαι τους πρυμναίους θαλάμους, ών τα παράθυρα ήσαν επί του άβακος
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn7' id='ref7'>7</a></span>]
- του πλοίου.</p>
-
-<p>Περί πλέον ιδού και ο κατάλογος των επιβατών απαράλλακτος ως τον αντέγραψα
-εκ του επιβατολογίου του <i>Σάνσελλορ</i>:</p>
-
-<p>Ο Κος και η Κα Κηρ, Αμερικανοί, εκ Βουφφάλου.</p>
-
-<p>Μις Χέρμπυ, Αγγλίς, ακόλουθος της Κας Κηρ.</p>
-
-<p>Κος Λετουρνέρ και ο υιός του Ανδρέας Λετουρνέρ, Γάλλοι, εκ Χάβρης.</p>
-
-<p>Ουίλλιαμ Φάλστεν, μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, και Τζων Ρώμπυ μεγαλέμπορος εκ
-Κάρδιφ, αμφότεροι Άγγλοι.</p>
-
-<p>Ι. Ρ. Κάζαλλον, εκ Λονδίνου, — ο συγγραφεύς του ημερολογίου τούτου.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0013.jpg" width="348"
-height="550"
-alt="Οι επιβάται του Σάνσελλορ." border="2" /><br /></p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">Γ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>29 Σεπτεμβρίου</i>. — Η φορτωτική του πλοιάρχου Χόντλυ, τούτ' έστιν η
-πράξις η βεβαιούσα την φόρτωσιν των εμπορευμάτων επί του <i>Σάνσελλορ</i> και
-τους όρους της μεταφοράς αυτών, έχει ώδε:</p>
-
-<p>
-<br />
-ΒΡΟΝΣΦΙΛΔ ΚΑΙ ΣΑ. . ΠΑΡΑΓΓΕΛΕΙΟΔΟΧΟΙ ΚΑΡΛΕΣΤΟΝ</p>
-
-<p>
-<br />
-«Εγώ, Τζων Σάιλας Χόντλυ, εκ Σούνδης (Σκωτία), πλοίαρχος του πλοίου
-<i>Σάνσελλορ</i>, τόνων ενεακοσίων ή ως έγγιστα, ηγκυροβολημένον επί του
-παρόντος εν Κάρλεστον, διά να αποπλεύσω καιρού επιτρέποντος και με την βοήθειαν
-του Θεού και μέχρι προ της πόλεως Λιβερπούλης εκεί όπου θα εκφορτώσω, —
-ομολογώ ότι παρέλαβον εν τω ειρημένω πλοίω μου και υπό το ελεύθερον αυτού
-κατάστρωμα παρ' υμών των κκ. Βρόνσφιλδ και Σα, παραγγελειοδόχων εν Κάρλεστον,
-χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, αξίας εικοσιέξ χιλιάδων λιρών, σώα και εν καλή
-καταστάσει, επιγεγράμμένα διά των εν τω περιθωρείω στοιχείων και αριθμών. Ταύτα
-δε υπισχνούμαι να κομίσω καλώς έχοντα, πλην των θαλασσίων κινδύνων και
-ατυχημάτων, εις Λιβερπούλην, και εκεί να παραδώσω αυτά εις τους κκ. Αδελφούς
-Ληρδ ή εις την διαταγήν αυτών, λαμβάνων ως ναύλον μου το ποσόν δισχιλίων λιρών,
-άνευ τινός προσθήκης, κατά το συμφωνητικόν, προς δε τούτοις και τας ναυφθορίας
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn8' id='ref8'>8</a></span>]
- κατά τα θαλάσσια έθιμα. Προς εκπλήρωσιν δε των ανωτέρω εγγυήθην και εγγυώμαι
-προσωπικώς και διά των υπαρχόντων μου και του ειρημένου πλοίου μετά πάντων των
-εξαρτημάτων αυτού.</p>
-
-<p>»Εις πίστωσιν τούτου υπέγραψα τρεις ομοίας φορτωτικάς, εξ ών της μιας των
-όρων εκπληρωθέντων, αι λοιπαί δύο θα είνε άκυροι.</p>
-
-<p>» Εγένετο εν Κάρλεστον τη 13 Σεπτεμβρίου 1850.</p>
-
-<p style="text-align: right;">Τ. Σ. ΧΟΝΤΛΥ»</p>
-
-<p>Όθεν λοιπόν ο <i>Σάνσελλορ</i> κομίζει εις Λιβερπούλην χίλια επτακόσια δέματα
-βάμβακος, ών αποστολείς μεν οι Βρόνσφιλδ και Σα εν Κάρλεστον, παραλήπται δε οι
-Αδελφοί Ληρδ εκ Λιβερπούλης.</p>
-
-<p>Η φόρτωσις δε αύτη εγένετο μετά μεγίστης επιμελείας, διότι το πλοίον είχεν
-εξεπίτηδες ναυπηγηθή προς μεταφοράν βάμβακος. Τα δέματα κατέχουσιν όλον το
-κύτος, πλην μικρού τινος μέρους προωρισμένου ιδία εις τας αποσκευάς των επιβατών.
-Τα δέματα δε ταύτα, ών η συμπίεσις κατωρθώθη διά μηχανής, αποτελούσι μίαν μάζαν
-συμπαγεστάτην. Λοιπόν ουδείς τόπος του κύτους έμεινεν άχρηστος, — πλεονέκτημα
-σημαντικόν εις πλοίον δυνάμενον ούτω να περιλάβη όσα χωρεί εμπορεύματα.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">Δ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 30 Σεπτεμβρίου μέχρι της 6 Οκτωβρίου</i>. — Ο
-<i>Σάνσελλορ</i> είνε ταχύς δρομεύς, όστις παν άλλο ισομέγεθες πλοίον ακόπως [δεν
-θα] ηδύνατο να υπερβή· αφ' ότου δ' εδρόσισεν ο άνεμος, μακρά αύλαξ ευκρινέστατα
-κεχαραγμένη εκτείνεται έξω βολής οφθαλμών εκ της πρύμνης, ως λευκόν τρίχαπτον
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn9' id='ref9'>9</a></span>]
- ηπλωμένον επί της θαλάσσης, ως επί πεδίου κυανού.</p>
-
-<p>Ο Ατλαντικός Ωκεανός δεν ταράσσεται πολύ υπό των ανέμων. Ουδείς των εν τω
-πλοίω, καθ' όσον γινώσκω, ενοχλείται πλέον ούτε υπό του παρακυλίσματος [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn10' id='ref10'>10</a></span>]
- του πλοίου ούτε υπό του προνευστασμού [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn11' id='ref11'>11</a></span>]
-. Άλλως τε ουδείς των επιβατών είνε πρωτοτάξειδος, και πάντες έχουσι κατά το
-μάλλον ή ήττον εξοικειωθή προς την θάλασσαν. Όθεν ουδεμία θέσις κενή πέριξ της
-τραπέζης την ώραν του φαγητού. <br />
-&nbsp;<br />
-Αι των επιβατών προς αλλήλους σχέσεις άρχονται συναπτόμεναι, και ο επί του πλοίου
-βίος γίνεται ήττον μονότονος. Ο Γάλλος, κ. Λετουρνέρ, και εγώ συνδιαλεγόμεθα
-συχνάκις.</p>
-
-<p>Ο κ. Λετουρνέρ είνε ανήρ πεντηκοντούτης, υψηλός το ανάστημα, πολιός [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn12' id='ref12'>12</a></span>]
- την κόμην, και το γένειον μιξοπόλιος, φαίνεται δε πρεσβύτερος της ηλικίας του —
-αποτελέσματα του πολυπαθούς βίου του. Υπό δεινών εδοκιμάσθη θλίψεων και,
-προσθέτω, δοκιμάζεται ακόμη. Ο ανήρ ούτος φέρει προδήλως εν εαυτώ πηγήν
-ακένωτον δυσθυμίας, ως φαίνεται εκ του καταβεβλημένου πως σώματός του, εκ της
-κεφαλής της συχνότατα κεκλιμένης προς το στήθος. Ουδέποτε γελά, μειδιά μόλις, και
-μόνον προς τον υιόν του. Οι οφθαλμοί του είνε γλυκείς, αλλά μοι φαίνεται ότι το
-βλέμμα του διαφαίνεται διά μέσου σκέπης υγράς. Το πρόσωπόν του ενέχει τι μετέχον
-πικρίας και αγάπης, η δε καθ' όλου έκφρασις της φυσιογνωμίας του είνε έκφρασις
-προσηνείας και αγαθότητος.</p>
-
-<p>Θα έλεγέ τις ότι ο κ. Λετουρνέρ κατατρύχεται υπό των ελέγχων της συνειδήσεως,
-ένεκα ακουσίου τινός δυστυχήματος.</p>
-
-<p>Και όντως!</p>
-
-<p>Αλλά τις δεν θα συγκινηθή βαθύτατα μανθάνων οποίοι τινες είνε οι έλεγχοι ούτοι
-οι υπερβολικοί, βεβαίως, ών ένεκα ο «πατήρ» ούτος ελέγχει αυτός εαυτόν;</p>
-
-<p>Ο κ. Λετουρνέρ είνε μετά του υιού του Ανδρέου, νεανίου είκοσι περίπου ετών
-όψεως γλυκείας και συμπαθητικής. Είνε δε η εικών, ολίγον τι εσβεσμένη, του κ.
-Λετουρνέρ, αλλά — και αύτη είνε η ανίατος του πατρός του λύπη — ο Ανδρέας είνε
-ανάπηρος. Ο αριστερός αυτού πους, ελεεινώς διεστραμμένος προς τα έξω, τον
-αναγκάζει να χωλαίνη, και δεν δύναται να βαδίζη, αν μη στηρίζεται επί της ράβδου
-του.</p>
-
-<p>Ο πατήρ λατρεύει το παιδίον τούτο και πας τις αισθάνεται ότι όλος αυτού ο βίος
-είνε εν τη ατυχή ταύτη υπάρξει. Πάσχει διά την εκ γενετής ασθένειαν του υιού έτι
-μάλλον ή αυτός ο υιός, και ίσως ζητεί παρ' αυτού συγγνώμην. Η προς τον Ανδρέαν
-αφοσίωσις αυτού είνε αδιάλειπτος. Ουδέποτέ τον εγκαταλείπει, και τας ελαχίστας
-αυτού επιθυμίας προλαμβάνων και τας ελαχίστας πράξεις επιτηρών. Οι βραχίονές του
-ανήκουσι μάλλον τω υιώ ή εαυτώ και περιβάλλουσι και υποβαστάζουσι τον νεανίαν
-περιπατούντα επί του καταστρώματος του <i>Σάνσελλορ</i>. </p>
-
-<p>Ο κ. Λετουρνέρ είνε ιδία μάλλον συνδεδεμένος μετ' εμού και αείποτέ μοι ομιλεί
-περί του τέκνου του.</p>
-
-<p>Σήμερον είπον προς αυτόν:</p>
-
-<p>«Τώρα δα ήμην μετά του κ Ανδρέα. Μα έχετε αξιόλογον υιόν, κύριε Λετουρνέρ.
-Είνε νέος ευφυής και ευπαίδευτος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, ου τα χείλη
-υποχαράσσουσι μειδίαμα, είνε ψυχή καλή εν αθλίω σώματι, — η ψυχή της ταλαίνης
-μητρός του, ήτις απέθανε φέρουσα αυτόν εις τον κόσμον!</p>
-
-<p>&nbsp;— Σας αγαπά, κύριε Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αι, το καϊμένον! ψιθυρίζει ο κ. Λετουρνέρ κύπτων την κεφαλήν. Α!
-επαναλαμβάνει, υμείς δεν δύνασθε να νοήσετε τι πάσχει ο πατήρ βλέπων το τέκνον
-του ανάπηρον. . . ανάπηρον εκ γενετής!</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην, της συμφοράς ήτις έπληξε το τέκνον σας
-και, κατ' ακολουθίαν, υμάς, δεν μετέχει εξ ίσου έκαστος υμών. Ο κύριος Ανδρέας είνε
-αξιολύπητος, αναμφιβόλως· αλλ' όμως ολίγον είνε εις αυτόν το να αγαπάται υφ'
-υμών, όπως αγαπάται; Ασθένειαν φυσικήν υπομένει ο άνθρωπος ευκολώτερον ή
-λύπην ηθικήν, εις υμάς δε μάλιστα έλαχεν η ηθική λύπη. Παρατηρώ μετά προσοχής
-τον υιόν σας, και νομίζω ότι δύναμαι να διαβεβαιώσω, ότι, αν είνε πράγμα όπερ ιδία
-τον λυπεί, είνε η ιδία υμών θλίψις. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν τον αφίνω να καταλάβη τίποτε! απεκρίθη ζωηρώς ο κ. Λετουρνέρ.
-Μίαν και μόνην έχω ενασχόλησιν, να τον διασκεδάζω κατά πάσαν στιγμήν του βίου
-του. Ανεγνώρισα δε ότι, παρά την ασθένειάν του, το τέκνον μου είχε μανίαν εις τα
-ταξείδια. Το πνεύμα του έχει πόδας, πτερά μάλιστα, και από πολλών ετών
-συνταξειδεύομεν. Επεσκέφθημεν όλην την Ευρώπην, κατά πρώτον, και προ μικρού
-διήλθομεν τας κυριωτάτας Πολιτείας της Ενώσεως. Εγώ αυτός εξεπαίδευσα τον
-Ανδρέαν, διότι δεν ήθελον να τον στείλω εις σχολείον, και την εκπαίδευσίν του ταύτην
-συμπληρώ διά των περιηγήσεων. Ο Ανδρέας είνε κεκοσμημένος δι' οξείας διανοίας
-και ζωηράς φαντασίας· είνε ευαίσθητος, και ενίοτε μετά χαράς συλλογίζομαι ότι
-λησμονεί, περιπαθώς διακείμενος προ των μεγάλων θεαμάτων της φύσεως!</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, κύριε. . . . αναμφιβόλως. . . . είπον.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλ' εάν λησμονή, υπέλαβεν ο κ. Λετουρνέρ θλίβων μου την χείρα, εγώ
-όμως δεν λησμονώ, ουδέ θα λησμονήσω ποτέ! Κύριε, κύριε, νομίζετε ότι ο υιός μου
-συγχωρεί την μητέρα του και εμέ διότι τον εγεννήσαμεν ασθενή;»</p>
-
-<p>Η λύπη του πατρός τούτου κατηγορούντος εαυτόν διά δυστύχημα, ού η ευθύνη
-ουδένα εβάρυνε, με καταλυπεί δεινώς! Θέλω να τον παρηγορήσω, αλλ' επιφαίνεται ο
-υιός του την στιγμήν εκείνην. Ο κ. Λετουρνέρ τρέχει προς αυτόν και τον βοηθεί να
-αναβή την κλίμακα, ολίγον τι ορθίαν, την καταλήγουσαν εις το επίστεγον [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn13' id='ref13'>13</a></span>]
-.</p>
-
-<p>Εκεί δε ο Ανδρέας Λετουρνέρ κάθηται επί τινος των θρανίων των διατεθειμένων
-επί των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτώ κάθηται ο πατήρ. Αμφότεροι
-συνδιαλέγονται, και εγώ αναμιγνύομαι εις την συνδιάλεξιν. Το υποκείμενον δε της
-συνδιαλέξεως είνε ο πλους του <i>Σάνσελλορ</i>, αι περιπέτειαι του ταξειδίου, το
-πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου. Ο κ. Λετουρνέρ είχεν, ως και εγώ, μετρίαν γνώμην
-περί του πλοιάρχου Χόντλυ. Το αμφίρροπον του ανδρός τούτου, η υπναλέα αυτού
-όψις, αηδώς εκίνησαν την ψυχήν του. Η γνώμη του κ Λετουρνέρ είνε τουναντίον
-ευνοϊκωτάτη προς τον δεύτερον πλοίαρχον, τον Ροβέρτον Κόρτις, νέον τριακοντούτη,
-ευεκτικόν [<span style='font-size: small;'><a href='#fn14' id='ref14'>14</a></span>]
-, μυικής δυνάμεως μεγάλης, αείποτε εν κινήσει διατελούντα, και ού τινος η ζωηρά
-θέλησις φαίνεται αδιαλείπτως ετοίμη διά πράξεων να εκδηλωθή.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις την στιγμήν ταύτην ανήλθεν εις το κατάστρωμα. Τον παρατηρώ
-μετά προσοχής και εκπλήττομαι εκ των συμπτωμάτων, άτινα εμφαίνουσι την ισχύν
-αυτού και την ζωικήν ανάπτυξιν. Είνε εκεί, ευθυτενής, ευκίνητος, υπερήφανος το
-βλέμμα και μόλις συσπών τους οφρυαίους μυς. Είνε ανήρ δραστήριος και θα έχη το
-απαθές εκείνο θάρρος το απαραίτητον εις τον αληθή ναυτικόν.</p>
-
-<p>Αλλ' εν ταυτώ είνε ψυχή αγαθή, διότι φαίνεται συμπαθών προς τον νέον
-Λετουρνέρ και προθυμείται να τω φανή χρήσιμος εν πάση περιστάσει.</p>
-
-<p>Εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν του πλοίου, έρχεται
-προς ημάς και μετέχει της συνδιαλέξεως.</p>
-
-<p>Βλέπω δε ότι ο νέος Λετουρνέρ ευαρεστείται συνομιλών μετ' αυτού.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις δίδει ημίν λεπτομερείς τινας πληροφορίας περί των επιβατών
-προς ούς ατελεστάτας έτι σχέσεις έχομεν συνάψη.</p>
-
-<p>Και ο μεν Μίστερ και η Μίσσιζ Κηρ είνε Αμερικανοί εκ της Βορείου Αμερικής,
-ωφεληθέντες μεγάλως εκ της καλλιεργείας πηγών πετρελαιοφόρων. Γνωστόν όντως
-ότι αύτη είνε η αρχή των νεωτέρων μεγάλων περιουσιών εν ταις Ηνωμέναις
-Πολιτείαις. Αλλ' ο κύριος ούτος Κηρ, ανήρ πεντηκοντούτης, φαινόμενος ως πλουτήσας
-μάλλον ή ως πλούσιος, είνε οχληρός ομοτράπεζος, ουδέν άλλο επιζητών και θέλων, ή
-τας αναπαύσεις του. Ήχος μεταλλικός εξέρχεται κατά πάσαν στιγμήν εκ των θυλακίων
-του, εν οίς αι δύο του χείρες είνε αδιαλείπτως βεβυθυσμέναι. Αλαζών και μάταιος,
-θαυμάζων εαυτόν και καταφρονών τους άλλους, προοσποιείται αδιαφορίαν προς παν
-ό τι δεν είνε εαυτού. Βρενθύεται [<span style='font-size: small;'><a href='#fn15'
-id='ref15'>15</a></span>]
- ως ταώς [<span style='font-size: small;'><a href='#fn16' id='ref16'>16</a></span>]
-, «οσφραίνεται εαυτόν, εντρυφά εαυτώ, απογεύεται εαυτόν», ίνα μεταχειρισθώμεν
-τους όρους του σοφού φυσιογνώμονος Γρατιολέτου. Τέλος είνε μωρός και φίλαυτος.
-Δεν εξηγούμαι δε διατί επεβιβάσθη επί του <i>Σάνσελλορ</i>, απλού εμπορικού
-πλοίου, όπερ δεν δύναται να παράσχη αυτώ τας ανέσεις των Υπερατλαντείων
-σκαφών.</p>
-
-<p>Η δε μίσσιζ Κηρ είνε γυνή άσημος, νωχελής, αδιάφορος, τεσσαρακοντούτις,
-αφυής, άνευ αναγνώσεως, άνευ συνδιαλέξεως. Κυττάζει μεν, αλλά δεν βλέπει,
-ακροάται, αλλά δεν ακούει. Σκέπτεται; δεν δύναμαι να το βεβαιώσω.</p>
-
-<p>Μόνη ασχολία της γυναικός ταύτης είνε να υπηρετήται κατά πάσαν στιγμήν υπό
-της ακολούθου αυτής Αγγλίδος μις Χέρμπυ, νεάνιδος εικοσαέτιδος γλυκείας και
-πράου, κερδαινούσης άνευ ταπεινώσεως τας ολίγας τινάς λίρας άς τη ρίπτει ο
-βαθύπλουτος Πετρέλαιος.</p>
-
-<p>Η νεάνις αυτή είνε κομψοτάτη, και ξανθή μετά βαθυκυάνων οφθαλμών, η δε
-χαρίεσσα αυτής όψις δεν έχει το άσημον εκείνο όπερ απαντά παρά τισι των ομοφύλων
-αυτής. Το στόμα της θα ήτο θελκτικόν, εάν είχε ποτε καιρόν ή αφορμήν να μειδιάση.
-Αλλά προς τίνα και διατί ήθελε μειδιάση η τάλαινα κόρη, υποκειμένη εις τας
-αδιαλείπτους προσβολάς και τας γελοίας ιδιοτροπίας της κυρίας; Αλλ' όμως ει και
-πάσχει ενδομύχως, υποτάσσεται, τουλάχιστον, και φαίνεται υπείκουσα εις την τύχην
-της.</p>
-
-<p>Ο δε Ουίλλιαμ Φάλστεν είνε μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, έχων ήθος αγγλικώτατον.
-Διευθύνει μέγα υδραυλικόν εργαστήριον εν τη Μεσημβρινή Καρολίνη και απέρχεται
-εις Ευρώπην αναζητών τας νεωτάτας συσκευάς, και πλην άλλων τους μύλους μετά
-φυξικέντρου [<span style='font-size: small;'><a href='#fn17' id='ref17'>17</a></span>]
- δυνάμεως του οίκου Κάιλ. Είνε δε ανήρ τεσσαράκοντα πέντε ετών, τρόπον τινά σοφός
-τις, μόνον αυτού μέλημα έχων τας μηχανάς και απορροφώμενος υπό της μηχανικής
-και των υπολογισμών· πέρα δε τούτων δεν βλέπει τίποτε. Ο μετ' αυτού
-συνδιαλεγόμενος είνε των αδυνάτων να απαλλαχθή ευκόλως, περιπλέκεται όλος ως εν
-τροχώ γιγγλυμωτώ [<span style='font-size: small;'><a href='#fn18'
-id='ref18'>18</a></span>]
-.</p>
-
-<p>Ό δε κυρ Ρόμπυ εκπροσωπεί τον κοινόν μεγαλέμπορον άνευ τινός μεγαλείου, άνευ
-πρωτοτυπίας. Από εικοσαετίας ο ανήρ ούτος πωλεί μόνον και αγοράζει. Επειδή δε
-ανεξαιρέτως επώλησεν ακριβότερον παρ' όσον ηγόρασεν, έγινε κάτοχος περιουσίας.
-Τι θα την κάμη, ουδ' αυτός δύναται να είπη. Ο Ρόμπυ ούτος, ού όλος ο βίος
-απεκτηνώθη εν τω κατά μέρος εμπορίω, δεν σκέπτεται, δεν διανοείται πλέον. Ο
-εγκέφαλός του είνε του λοιπού κλειστός εις πάσαν εντύπωσιν, και κατ' ουδένα τρόπον
-δικαιολογεί το υπό του Πασχάλ ειρημένον: «Προδήλως ο άνθρωπος επλάσθη ίνα
-σκέπτεται· εν τούτω πάσα αυτού η αξιοπρέπεια και η αξία.»</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-Ε'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>7 Οκτωβρίου</i>. — Ιδού παρήλθον δέκα ημέραι αφ' ότου απεπλεύσαμεν
-εκ του Κάρλεστον, και μοι φαίνεται ότι διηνύσαμεν την οδόν καλώς και ταχέως.
-Πολλάκις μοι συμβαίνει να συνδιαλέγομαι μετά του δευτέρου πλοιάρχου και μεταξύ
-ημών κατέστη ποια τις οικειότης.</p>
-
-<p>Σήμερον δε ο Ροβέρτος Κόρτις με πληροφορεί ότι δεν πρέπει να είμεθα πολύ
-απομεμακρυσμένοι του συμπλέγματος των Βερμούδων νήσων, τούτ' έστιν απέναντι
-του ακρωτηρίου Χαττεράς. Γενομένης δε παρατηρήσεως ευρέθη πλάτος βόρειον
-32°20', μήκος δε 64°50' προς δυσμάς του μεσημβρινού του Γρηνουιχίου.</p>
-
-<p>«Θα γνωρίσωμεν τας Βερμούδας νήσους, ιδία δε την νήσον του Αγίου Γεωργίου,
-προ της νυκτός, μοι είπεν ο δεύτερος πλοίαρχος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Πώς, απεκρίθην εγώ, προσεγγίζομεν εις τας Βερμούδας; Αλλ' εγώ
-ενόμιζον ότι ο <i>Σάνσελλορ</i> εκπλέων εκ της Κάρλεστον εις Λιβερπούλην, ώφειλε
-να πλεύση προς βορράν και να παρακολουθήση το ρεύμα Γελφ Στρημ [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn19' id='ref19'>19</a></span>]
-!</p>
-
-<p>&nbsp;— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αύτη
-είνε η διεύθυνσις ήν συνήθως λαμβάνουσι τα πλοία, αλλά φαίνεται ότι σήμερον ο
-πλοίαρχος δεν ήτο της γνώμης να την λάβη.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και διατί;</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν ειξεύρω, αλλ' έδωκε την διεύθυνσιν προς ανατολάς, και ο
-<i>Σάνσελλορ</i> πλέει προς ανατολάς.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και δεν τω παρετηρήσατε ότι. . . .</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, τω παρετήρησα ότι δεν ήτο η συνήθης οδός, αλλά μ' απεκρίθη
-ότι «αυτός ειξεύρει τι θα κάμη!»</p>
-
-<p>Και ούτω λαλών ο Ροβέρτος Κόρτις συνοφρυούται, πολλάκις φέρει αυτομάτως την
-χείρα εις το μέτωπον, και νομίζω ότι καταλαμβάνω ότι δεν λέγει παν ό τι ήθελε να
-είπη.</p>
-
-<p>«Εν τούτοις, κύριε Κόρτις, υπέλαβον εγώ, έχομεν ήδη 7 Οκτωβρίου και δεν είνε
-κατάλληλος η περίστασις να δοκιμάζωμεν οδούς νέας. Δεν πρέπει να χάσωμεν ουδέ
-μίαν ημέραν, εάν θέλωμεν να καταπλεύσωμεν εις Ευρώπην προ του χειμώνος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, κύριε Κάζαλλον, ουδέ μίαν ημέραν!</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Κόρτις, θα ήμην πολύ αδιάκριτος εάν σας ηρώτων τι φρονείτε περί
-του πλοιάρχου Χόντλυ;</p>
-
-<p>&nbsp;— Φρονώ, μ' αποκρίνεται ο δεύτερος πλοίαρχος, φρονώ ότι. . . είνε
-πλοίαρχός μου!»</p>
-
-<p>Η δι' υπεκφυγής αύτη απόκρισις εξακολουθεί εμβάλλουσά με εις φροντίδας.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηπατήθη. Περί ώραν τρίτην ο φρουρός ναύτης αναγγέλλει
-γην προς Μέσην (ΒΑ), αλλ' η γη αύτη φαίνεται έτι ως ατμός.</p>
-
-<p>Την έκτην ώραν αναβαίνω εις το κατάστρωμα μετά του κ. Λετουρνέρ και βλέπομεν
-το σύμπλεγμα των Βερμούδων, νήσων σχετικώς ολίγον υψηλών, άς υπερασπίζει σειρά
-φοβερά βράχων.</p>
-
-<p>«Ιδού λοιπόν το εξαίσιον αρχιπέλαγος, είπεν ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το γραφικόν
-τούτο σύμπλεγμα, το οποίον ο ποιητής σας Θωμάς Μουρ, κύριε Κάζαλλον, εξύμνησε
-διά των ωδών του. Ήδη τω 1643, ο εξόριστος Ουάλτερ ένθους περιέγραψε τας νήσους
-ταύτας, και, αν μη απατώμαι, αι Αγγλίδες κυρίαι επί τινα χρόνον δεν ήθελον να
-φορώσι πλέον άλλους πίλους, παρά τους κατασκευαζομένους έκ τινος φύλλου
-φοίνικος βερμουδείου.</p>
-
-<p>&nbsp;— Έχετε δίκαιον, αγαπητέ μοι Ανδρέα, το αρχιπέλαγος των Βερμούδων ήτο
-πολύ του συρμού κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα, αλλά την σήμερον κατέπεσεν εις
-εντελή λήθην.</p>
-
-<p>&nbsp;— Άλλως τε, κύριε Ανδρέα, είπε τότε ο Ροβέρτος Κόρτις, οι ποιηταί οι
-ομιλούντες ενθουσιωδώς περί των νήσων τούτων, δεν θα ευρεθώσι σύμφωνοι μετά
-των ναυτικών, διότι η διαμονή αύτη, της οποίας η θέα εγοήτευσεν αυτούς είνε
-δυσπρόσιτος εις τα πλοία, οι δε σκόπελοι δύο ή τρεις λεύγας από της γης αποτελούσι
-ζώνην ημικυκλικήν, κατακλυζομένην υπό των υδάτων, ήν εξαιρέτως φοβούνται οι
-θαλασσοπόροι. Θα προσθέσω δε ότι το αίθριον του ουρανού, το οποίον επαινούσιν οι
-Βερμούδειοι, συχνότατα συνταράσσεται υπό των θυελλών. Αι νήσοι των δέχονται την
-ουράν των καταιγίδων τούτων, αι οποίαι αφανίζουσι τας Αντίλλας, η δε ουρά αύτη, ως
-ουρά φαλαίνης, είνε ίσα ίσα η μάλιστα επίφοβος. Ουδόλως λοιπόν υποχρεώνω τους
-οδοιπόρους του Ωκεανού να έχωσι πεποίθησιν εις τα παραμύθια του Ουάλτερ και του
-Θωμά Μουρ!</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Κόρτις, υπολαμβάνει μειδιών ο Ανδρέας Λετουρνέρ, θα έχετε
-δίκαιον αλλ' οι ποιηταί είνε ως αι παροιμίαι, ο είς αντικρούει τον άλλον. Εάν ο Θωμάς
-Μουρ και ο Ουάλτερ εξύμνησαν το αρχιπέλαγος τούτο ως θαυμαστήν διαμονήν,
-τουναντίον ο μέγιστος των ποιητών σας, ο Σαιξπείρος, γινώσκων αυτό κάλλιον
-βεβαίως, ενόμισε πρέπον να θέση ενταύθα τας φοβερωτάτας σκηνάς της
-<i>Τρικυμίας</i> του!»</p>
-
-<p>Και όντως, κινδυνωδέστατοι είνε αι ακταί αύται αι γειτνιάζουσαι προς το
-βερμούδειον αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι, οίτινες πάντοτε κατείχον αυτό αφ' ότου
-ανεκαλύφθη, το χρησιμοποιούσιν απλώς ως σταθμόν στρατιωτικόν ερριμμένον μεταξύ
-των Αντιλλών και της Νέας Σκωτίας. Άλλως τε προώρισται να αυξηθή και πιθανώς επί
-ευρείας κλίμακος. Συν τω χρόνω — τη αρχή ταύτη του έργου της φύσεως, — το
-αρχιπέλαγος αποτελούμενον ήδη εξ εκατόν πεντήκοντα νήσων ή νησυδρίων, θα έχη
-έτι μείζονα αριθμόν, διότι τα οστρακώδη ζωόφυτα εργάζονται αδιαλείπτως εις
-κατασκευήν νέων Βερμούδων, αίτινες θα συνδεθώσι προς αλλήλας και θα
-αποτελέσωσι, κατά μικρόν, νέαν ήπειρον.»</p>
-
-<p>Ούτε οι τρεις έτεροι επιβάται ούτε η μίσσιζ Κηρ έλαβον τον κόπον να ανέλθωσιν
-εις το κατάστρωμα να εξετάσωσι το περίεργον τούτο αρχιπέλαγος. Η δε μις Χέρμπυ
-μόλις ήρχετο εις το επίστεγον και παρευθύς η συρομένη φωνή της μίσσιζ Κηρ ηκούετο
-καλούσα την νεάνιδα, και αναγκάζουσα αυτήν να επανέλθη και καθίση πλησίον
-της.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΣΤ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου.</i> — Ο άνεμος άρχεται πνέων από
-του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε <i>Σάνσελλορ</i> υπό τους δόλωνας
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn20' id='ref20'>20</a></span>]
- αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn21' id='ref21'>21</a></span>]
- , εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [<span style='font-size: small;'><a href='#fn22'
-id='ref22'>22</a></span>]
- οιακιστής [<span style='font-size: small;'><a href='#fn23' id='ref23'>23</a></span>]
-.</p>
-
-<p>Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος πολύς γίνεται, οι
-δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το επίστεγον.</p>
-
-<p>Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή λεπτοτάτη με
-διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής.</p>
-
-<p>Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται σφοδρότερος, τα
-επιστήλια [<span style='font-size: small;'><a href='#fn24' id='ref24'>24</a></span>]
- καταβιβάζονται· την στιγμήν ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι
-εξήκοντα την ώραν (<span style='font-size: small;'><a href='#fn25'
-id='ref25'>25</a></span>)
-.</p>
-
-<p>Ει και ο <i>Σάνσελλορ</i> είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως αυτού είνε
-σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις του ουρανού, σκοτισθέντος
-υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν
-είχεν ορισθή, ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν.</p>
-
-<p>Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε, δεν είνε δυνατόν
-να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην
-(ΒΑ), και όμως ημείς τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να
-νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να μεταβάλη τους
-προτόνους [<span style='font-size: small;'><a href='#fn26' id='ref26'>26</a></span>]
- και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο
-άνεμος εξηκολούθει ενάντιος, ο <i>Σάνσελλορ</i> έτι μάλλον βυθίζεται εις τον
-Νότον.</p>
-
-<p>Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του Ροβέρτου Κόρτις, τω
-είπον:</p>
-
-<p>«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας;</p>
-
-<p>&nbsp;— Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο
-Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη.</p>
-
-<p>&nbsp;— Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η
-αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του!. . . Συνεταξειδεύσατε και
-άλλοτε μετ' αυτού;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, τώρα πρώτην φοράν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως προς
-την οποίαν πλέομεν;</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή.</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου;</p>
-
-<p>&nbsp;— Ό τι και εγώ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του εις την
-Κίναν;</p>
-
-<p>&nbsp;— Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον εις
-απώλειαν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλ' αν είνε τρελός;</p>
-
-<p>&nbsp;— Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να κάμω.» </p>
-
-<p>Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί του
-<i>Σάνσελλορ</i>!</p>
-
-<p>Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής καταιγίς ενσκήπτει
-επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn27' id='ref27'>27</a></span>]
- υπό τα συνεσταλμένα ιστία, τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ',
-ως είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς Νότον.</p>
-
-<p>Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο <i>Σάνσελλορ</i>
-εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών.</p>
-
-<p>Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ Στρημ είνε
-ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του είδους εκείνου του υπό των
-Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης
-δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού.</p>
-
-<p>Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών αλλόκοτος
-την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι
-πρότονοι ηχούσι θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως
-αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του σώματος, θα εγίνοντο
-ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν
-επί ταύτης της θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά
-πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [<span style='font-size:
-small;'><a href='#fn28' id='ref28'>28</a></span>]
- διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί ίνες υπό του ανέμου
-αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία ως αι έλικες της αμπέλου και
-σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε
-τούτων φυκών — ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή
-τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα επίμηλα ως
-επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη να αγωνισθώμεν κατά της
-εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά τινας στιγμάς ο <i>Σάνσελλορ</i>, έχων πάντας
-τους ιστούς κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των
-ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν τω μέσω λειμώνος
-απεράντου.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0020.jpg" width="353"
-height="550"
-alt="Ο Σάνσελορ και τα φύκη. (σελ. 18.)" border="2" /><br /></p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-Ζ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>14 Οκτωβρίου.</i> — Ο <i>Σάνσελλορ</i> κατέλιπε τέλος τον φυτικόν
-τούτον Ωκεανόν, και η σφοδρότης του ανέμου ηλαττώθη κατά πολύ, μετατραπείσα εις
-άνεμον εύδιον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn29'
-id='ref29'>29</a></span>]
-, και ήδη βαδίζομεν ταχέως μετά δύο σειρών εις τους δόλωνας.</p>
-
-<p>Ο ήλιος ανεφάνη σήμερον και λάμπει ζωηρώς, η θερμοκρασία γίνεται ήδη
-θερμοτάτη· η δε μαγνητική βελόνη διευθετηθείσα καλώς δεικνύει 21° 33' βορείου
-πλάτους και 50° 17' δυτικού μήκους. Λοιπόν ο <i>Σάνσελλορ</i> κατήλθε πλέον ή
-δέκα μοίρας προς Νότον. Και εξακολουθεί κατευθυνόμενος προς Εύρον (ΝΑ)!</p>
-
-<p>Θέλων να πληροφορηθώ περί της ακαταλήπτου ταύτης ισχυρογνωμοσύνης του
-πλοιάρχου Χόντλυ, πολλάκις συνδιελέχθην μετ' αυτού. Έχει σώας τας φρένας ή ου;
-Αγνοώ τι να πιστεύσω. Καθ' όλου ειπείν ομιλεί λογικώς. Υπόκειται λοιπόν εις μερικήν
-παραφροσύνην, εις είδος τι «απροσεξίας», αναφερομένης ακριβώς εις τα του
-επαγγέλματός του; Παρετηρήθησαν ήδη τινές των φυσιολογικών τούτων
-περιπτώσεων, και λέγω περί τούτου προς τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις με ακροάται
-απαθώς, λέγων μοι και επαναλαμβάνων ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα του
-πλοιάρχου του, εφ' όσον το πλοίον δεν κινδυνεύει να απολεσθή ένεκα πράξεώς τινος
-αυτού αποδεικνυούσης ότι είνε παράφρων. Και όντως τούτο είνε μέτρον σπουδαίον,
-και σπουδαίαν ήθελε καταστήση την ευθύνην αυτού.</p>
-
-<p>Επανήλθον εις τον θάλαμόν μου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν, και εις το φως
-της κρεμαστής λυχνίας μου διήλθον μίαν ώραν αναγινώσκων, αλλά και σκεπτόμενος.
-Έπειτα δε κατακλιθείς απεκοιμήθην.</p>
-
-<p>Αφυπνίσθην μετά τινας ώρας υπό θορύβου ασυνήθους. Βήματα βαρέα αντηχούσιν
-επί του καταστρώματος και ζωηραί παρακελεύσεις ακούονται. Μοι φαίνεται ότι οι
-άνδρες του πληρώματος τρέχουσι μετά τινος σπουδής. Τις άρα γε η αιτία της εκτάκτου
-ταύτης ταραχής; Αναμφιβόλως χειρισμός τις ένεκα στροφής τινος του πλοίου. . . Αλλ'
-ουχί! Δεν είνε ίσως τούτο, διότι το πλοίον εξακολουθεί κλίνον προς τον δεξιόν τοίχον,
-και κατ' ακολουθίαν δεν μετέβαλε διεύθυνσιν.</p>
-
-<p>Σκέπτομαι επί στιγμήν να αναβώ εις το κατάστρωμα, αλλ' ο θόρυβος πάραυτα
-κατέπαυσεν. Ακούω τότε τον πλοίαρχον Χόντλυ εισερχόμενον εις τον θάλαμόν του,
-κείμενον έμπροσθεν του επιστέγου, και εγώ εχώθην πάλιν εις την κρεμαστήν κλίνην
-μου. Χειρισμός τις αναμφιβόλως προεκάλεσε τας διαδρομάς εκείνας. Οπωςδήποτε αι
-κινήσεις του πλοίου δεν ηυξήθησαν, άρα ο άνεμος δεν έπνεε σφοδρός. </p>
-
-<p>Την επιούσαν, 14 του μηνός, αναβαίνω εις το επίστεγον την 6 π. μ. και παρατηρώ
-το πλοίον.</p>
-
-<p>Ουδεμία μεταβολή, — φαινομένη. Ο <i>Σάνσελλορ</i> τρέχει έχων τους
-προτόνους αριστερά, έχων τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn30' id='ref30'>30</a></span>]
-. Στηρίζεται καλώς και φέρεται θαυμασίως επί της θαλάσσης εκείνης ήν υπεγείρει
-πνοή ανέμου δροσερά και ευμεταχείριστος. Η ταχύτης του είνε σημαντική την στιγμήν
-ταύτην, και δεν θα είνε κατωτέρα των ένδεκα μιλίων την ώραν.</p>
-
-<p>Μετ' ού πολύ ο κ. Λετουρνέρ και ο υιός επιφαίνονται επί του καταστρώματος.
-Βοηθώ τον νεανίαν να αναβή εις το επίστεγον. Ο Ανδρέας έρχεται ασμένως να
-αναπνεύση τον πρωινόν αέρα, τον ούτω ζωογόνον και κατάμεστον θαλασσίων
-οσμών.</p>
-
-<p>Ερωτώ τους κυρίους τούτους εάν αφυπνίσθησαν την νύκτα υπό κρότου βημάτων
-δηλούντος ταραχήν τινα εν τω πλοίω.</p>
-
-<p>«Το κατ' εμέ, όχι, απεκρίθη ο Ανδρέας Λετουρνέρ, εγώ εξύπνησα με ένα
-ύπνον.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αγαπητόν μου τέκνον, είπεν ο κ. Λετουρνέρ, συ εκοιμάσο τότε, διότι και
-εγώ εξύπνησα υπό του κρότου, περί του οποίου λέγει ο κ. Κάζαλλον. Μ' εφάνη
-μάλιστα ότι διέκρινα τας λέξεις ταύτας «Γρήγορα! γρήγορα! 'ς τα καπάκια! 'ς τα
-καπάκια!» [<span style='font-size: small;'><a href='#fn31' id='ref31'>31</a></span>]
-</p>
-
-<p>&nbsp;— Αχ! είπον, και τι ώρα ήτο;</p>
-
-<p>&nbsp;— Τρεις περίπου, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και δεν ειξεύρετε την αιτίαν του θορύβου;</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν την ειξεύρω, κύριε Κάζαλλον, αλλά δεν θα ήτο σπουδαία, αφ' ού
-ουδείς ημών προσεκλήθη εις το κατάστρωμα.</p>
-
-<p>Παρατηρώ τους καθέκτας [<span style='font-size: small;'><a href='#fn32'
-id='ref32'>32</a></span>]
- τους έμπροσθεν και όπισθεν του μεγάλου ιστού δι' ών γίνεται η κατάβασις εις το
-κύτος του πλοίου. Είνε κλειστοί, ως συνήθως, αλλά βλέπω ότι τους καλύπτουσιν
-υποβλήματα πυκνά, και ότι έχουσι ληφθή πάσαι αι αναγκαίαι προφυλάξεις όπως η
-κλείσις γίνη στεγανή. Αλλά διατί κατέκλεισαν ούτως επιμελώς τα ανοίγματα ταύτα;
-Ενυπάρχει αιτία, ήν δεν δύναμαι να μαντεύσω, και αναμφιβόλως ο Ροβέρτος Κόρτις
-θα μοι την είπη. Περιμένω λοιπόν να έλθη η σειρά της τετραωρίας του, και κρατώ δι'
-εμαυτόν τας παρατηρήσεις μου, προτιμήσας να μη τας ανακοινώσω τω κ.
-Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε μεγαλοπρεπέστατος και
-φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου
-ορίζοντος ο δίσκος της σελήνης ημίβρωτος [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn33' id='ref33'>33</a></span>]
-, όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ
-μεσημβρίας. Εντός τριών ημερών είνε το τελευταίον τέταρτον της σελήνης, την δε 24
-θα έχωμεν νέαν σελήνην. Παρατηρώ την επετηρίδα και βλέπω ότι την ημέραν εκείνην
-θα έχωμεν λαμπράν παλίρροιαν συζυγίας. Ολίγον διαφέρει ημίν, οίτινες κυμαινόμενοι
-εν μέσω Ωκεανώ δεν θα δυνηθώμεν να ίδωμεν ταποτελέσματα της παλιρροίας ταύτης·
-αλλά κατά πάσας τας ακτάς των τε ηπείρων και των νήσων το φαινόμενον θα είνε
-αξιοπαρατήρητον, διότι η νέα σελήνη θα ανεγείρη τους υδατίνους όγκους εις ύψος
-σημαντικόν.</p>
-
-<p>Είμαι μόνος επί του επιστέγου, διότι οι κκ. Λετουρνέρ κατέβησαν εις το τέιον, και
-περιμένω τον δεύτερον πλοίαρχον.</p>
-
-<p>Τη ογδόη ώρα ο Ροβέρτος Κόρτις έρχεται να αναλάβη την τετραωρίαν, ήν
-παραχωρεί αυτώ ο Ουάλτερ, και προχωρώ να τον δεξιωθώ.</p>
-
-<p>Πριν μοι είπη την καλημέραν, ο Ροβέρτος Κόρτις εξακοντίζει ταχέως έν βλέμμα επί
-του καταστρώματος και συνοφρυούται ελαφρώς. Έπειτα δε εξετάσας την κατάστασιν
-του ουρανού και την ιστιοφορίαν, ήλθε προς τον Ουάλτερ και τον ηρώτησεν:</p>
-
-<p>«Και ο πλοίαρχος Χόντλυ;</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν τον είδον ακόμη, κύριε.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ουδέν νεώτερον;</p>
-
-<p>&nbsp;— Ουδέν.»</p>
-
-<p>Έπειτα δε ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ουάλτερ συνδιελέχθησαν ολίγον ταπεινή τη
-φωνή.</p>
-
-<p>Ερωτήσαντος του Ροβέρτου ερώτησίν τινα, ο Ουάλτερ αποκρίνεται ανανεύων.</p>
-
-<p>«Στείλε μου τον αρχιναύτην,» είπεν ο δεύτερος προς τον Ουάλτερ
-απερχόμενον.</p>
-
-<p>Μετ' ου πολύ φαίνεται ο αρχιναύτης, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ερωτά αυτόν, εκείνος
-δε αποκρίνεται ταπεινή τη φωνή, αλλά σείων την κεφαλήν. Έπειτα δε κελεύσαντος του
-δευτέρου, ο αρχιναύτης προσκαλεί τους ναύτας της τετραωρίας και παραγγέλλει να
-καταβρέξωσι τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τον μέγαν καθέκτην.</p>
-
-<p>Μετ' ολίγας στιγμάς έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις, και η συνδιάλεξις ημών
-περιστρέφεται πρώτον μεν περί ασήμαντά τινα· βλέπων δε ότι ο δεύτερος δεν άπτεται
-του θέματος όπερ εγώ θέλω να πραγματευθώ, τω είπον:</p>
-
-<p>«Αλήθεια, κύριε Κόρτις, τι συνέβη την νύκτα;»</p>
-
-<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις με παρατηρεί μετά προσοχής και δεν αποκρίνεται.</p>
-
-<p>«Μάλιστα, εξηκολούθησα εγώ, εξύπνησα υπό θορύβου ασυνήθους, όστις διέκοψε
-και του κ. Λετουρνέρ τον ύπνον. Τι συνέβη;</p>
-
-<p>&nbsp;— Τίποτε, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις. Σφαλερός
-οιακισμός του πηδαλιούχου μικρού δειν ανέκοψε την πορείαν του πλοίου, και εδέησε
-να κερουλκήσωμεν παρευθύς, ως εκ τούτου δε επήλθε κίνησις επί του
-καταστρώματος. Αλλά το κακόν τάχιστα διωρθώθη, και ο <i>Σάνσελλορ</i> επανέλαβε
-αμέσως τον δρόμον του.»</p>
-
-<p>Μοι φαίνεται ότι ο Ροβέρτος Κόρτις, ο συνήθως ευθύς, δεν μοι λέγει την
-αλήθειαν.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-Η'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου</i> — Ο πλους εξακολουθεί επί ταις
-αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου (ΒΑ). Πας δε μη
-προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν τω πλοίω ανωμαλία.</p>
-
-<p>Και όμως «κάτι τι τρέχει!»</p>
-
-<p>Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως ημείς
-πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την λέξιν «τα καπάκια», ήτις
-είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ. Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του
-<i>Σάνσελλορ</i>, όπερ απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι
-καθέκται είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα πολέμιον,
-καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και
-μάλλον αυστηρότερα ίνα το φυλάττωμεν στενώς!</p>
-
-<p>Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω τον ναύτην
-Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας:</p>
-
-<p>«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την τελευταίαν ώραν.
-Ο καθένας διά τον εαυτόν του.</p>
-
-<p>&nbsp;— Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες φώκες;»</p>
-
-<p>Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω
-περισσότερον.</p>
-
-<p>Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του πλοίου; </p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε επίφοβος
-κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη πειθαρχίαν σιδηράν.</p>
-
-<p>Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το φαινόμενον να
-παρατηρήσω.</p>
-
-<p>Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι συχνάς πυκνάς
-συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι τον Ροβέρτον Κόρτις —
-εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον, όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά
-μοι φαίνεται ότι ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί
-επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι φαίνεται
-κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με διαφεύγει.</p>
-
-<p>Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του φαγητού το
-σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος
-αποπειράται να παρατείνη την συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και
-ούτε ο μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την αναστηλώσωσι,
-πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί
-αλόγως, διά το μήκος του διάπλου. Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν
-ενώπιον αυτού τα στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά
-τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως.</p>
-
-<p>Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης, κατά παραγγελίαν
-του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας.
-Συνήθως δε η εργασία αύτη γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν
-διά της υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ προς
-Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας διατηρούνται εν διαρκεί υγρά
-καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο
-<i>Σάνσελλορ</i> αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος
-αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των πολυτελεστάτων ιδιωτικών
-ημιολιών [<span style='font-size: small;'><a href='#fn34' id='ref34'>34</a></span>]
- δεν υποβάλλεται εις τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το
-πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία, αλλ' όμως «δεν
-παραπονείται».</p>
-
-<p>Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των θαλάμων και της
-κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε και η θάλασσα εταράσσετο υπό
-σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω ανοικτήν την παραφωτίδα [<span style='font-size:
-small;'><a href='#fn35' id='ref35'>35</a></span>]
- του θαλάμου μου κειμένην επί του δεξιού τοίχου του πλοίου.</p>
-
-<p>Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς!</p>
-
-<p>Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς ανεξήγητον, δεν
-εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία
-είνε δροσερά μάλλον, διότι ο ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν
-ηπατήθην, ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω.</p>
-
-<p>Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του καταστρώματος και
-αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ, παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει
-διά των οπών των δύο τοίχων του πλοίου.</p>
-
-<p>Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις αφρίζει κυμαινομένη.
-Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά
-μου και τα περιπόδια, και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι.</p>
-
-<p>Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του <i>Σάνσελλορ</i>,
-επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι να συγκρατήσω
-κραυγήν εκπλήξεως.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και αποκρινόμενος εις
-ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να διατυπώσω, μοι λέγει:</p>
-
-<p>«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!»</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0021.jpg" width="354"
-height="550"
-alt="Πυρκαϊά, κύριε Κάζαλλον.·!...» (σελ. 25)" border="2" /><br /></p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-Θ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>19 Οκτωβρίου</i>. — Τα πάντα, εξηγούνται, τα διαβούλια των ναυτών, το
-τεταραγμένον αυτών ήθος, οι λόγοι του Όουεν, το κατάβρεγμα του καταστρώματος
-όπερ θέλουσι να διατηρήσωσιν εν διαρκεί υγρασία, και τέλος η θερμότης αύτη, ήτις
-διαχέεται νυν εν τη αιθούση και καθίσταται σχεδόν αφόρητος. Οι επιβάται
-ενοχλούνται υπ' αυτής ως και εγώ, αλλ' ουδέν δύνανται να νοήσωσιν εκ της
-ακανονίστου ταύτης θερμοκρασίας.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις μετά την σπουδαίαν ανακοίνωσίν του εσίγησεν, αναμένων
-ερωτήσεις μου. Αλλ' ομολογώ ότι κατ' αρχάς φρικίασις με κατέλαβεν όλον. Ενώπιόν
-μου είχον το φοβερώτατον των ενδεχομένων να συμβώσιν εν διάπλω, ουδείς δε ανήρ,
-όσον και αν είνε κύριος εαυτού, θακούση άνευ φρίκης τας απαισίας ταύτας λέξεις:
-«Πυρκαϊά εν τω πλοίω.»</p>
-
-<p>Εν τούτοις αναλαμβάνω την αταραξίαν μου πάραυτα σχεδόν, και πρώτη μου
-ερώτησις είνε ήδε:</p>
-
-<p>«Και από πότε η πυρκαϊά;. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Από έξ ημερών!</p>
-
-<p>&nbsp;— Από έξ ημερών! ανεφώνησα. Ώστε και την νύκτα;</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, την νύκτα, καθ' ήν η ταραχή
-έγινε μεγάλη επί του καταστρώματος του <i>Σάνσελλορ</i>. Οι ναύται της τετραωρίας
-είχον παρατηρήση ελαφρόν καπνόν εξερχόμενον εκ των σχισμάδων του μεγάλου
-καθέκτου. Ο πλοίαρχος και εγώ ελάβομεν είδησιν παρευθύς. Ουδεμία αμφιβολία
-δυνατή! Τα εμπορεύματα ήναψαν εντός του κύτους του πλοίου, και ουδείς πλέον
-τρόπος ήτο να φθάσωμεν εις την εστίαν της πυρκαϊάς. Εξετελέσαμεν δε το μόνον όπερ
-ηδύνατο να γίνη εν τοιαύτη περιστάσει, τούτ' έστι κατεκλείσαμεν τους καθέκτας,
-εμποδίσαντες την είσοδον του αέρος εις τα ένδον του πλοίου. Ήλπιζον δε ότι
-ηθέλομεν κατορθώση ούτω να καταπνίξωμεν την έναρξιν τοιαύτης πυρκαϊάς, και
-όντως τας πρώτας ημέρας ενόμισα ότι την κατεστείλαμεν! Αλλ' από τριών ημερών
-εβεβαιώθη δυστυχώς ότι το πυρ εκ νέου προώδευεν. Η θερμότης η αναπτυχθείσα υπό
-τους πόδας μας αυξάνει ακαταπαύστως, και άνευ των προφυλακτικών μέσων τα όποια
-έλαβον, του να διατηρήται το κατάστρωμα υγρό ημέρας και νυκτός, το πυρ θα ήτο ήδη
-ακατάσχετον. — Προτιμώ τέλος πάντων, να τα ειξεύρετε όλα υμείς, κύριε Κάζαλλον,
-προσέθηκεν ο Ροβέρτος Κόρτις, και ιδού ο λόγος δι' όν σας τα λέγω.»</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0028.jpg" width="349"
-height="550"
-alt="Οι ναύται διέκριναν ελαφρόν καπνόν (σελ. 27)" border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ήκουσα εν σιγή την διήγησιν του δευτέρου πλοιάρχου. Κατανοώ όλην την
-βαρύτητα της καταστάσεως ενώπιον πυρκαϊάς, ής η έντασις αυξάνει οσημέραι [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn36' id='ref36'>36</a></span>]
-, και ίσως ουδεμία δύναμις ανθρωπίνη δύναται να την εξαλείψη.</p>
-
-<p>«Ειξεύρετε πόθεν προήλθεν η πυρκαϊά; ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις.</p>
-
-<p>&nbsp;— Πιθανώτατα, μοι αποκρίνεται, προέρχεται εξ αυτομάτου αναφλέξεως
-του βάμβακος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και συμβαίνει τούτο συχνάκις;</p>
-
-<p>&nbsp;— Συχνάκις, όχι· αλλ' ενίοτε, διότι όταν ο βάμβαξ δεν είνε εντελώς στεγνός
-την ώραν της φορτώσεως, η ανάφλεξις δύναται να γίνη αυτομάτως, όπως ευρίσκεται
-εντός υγρού κύτους, όπερ είνε δύσκολον να αερίζεται. Άρα, κατ' εμέ τουλάχιστον, είνε
-βέβαιον ότι η πυρκαϊά δεν έχει άλλην αιτίαν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και έπειτα τι σημαίνει η αιτία; απεκρίθην. Είνε δυνατόν να γίνη τίποτε,
-κύριε Κόρτις;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας είπον και σας
-επαναλαμβάνω ότι ελάβομεν τας εν τοιαύτη περιστάσει απαιτουμένας προφυλάξεις.
-Εσκέφθην να θαλασσώσω το πλοίον μέχρι της ισάλου στάθμης διά να εισέλθη ύδωρ
-αρκετόν, το οποίον έπειτα αι αντλίαι ήθελον αντλήση· αλλ' ενομίσαμεν ότι
-ανεκαλύψαμεν ότι η πυρκαϊά διεδόθη μεταξύ των μεσολαβούντων στρωμάτων του
-φορτίου, και διά να το φθάσωμεν, θα έπρεπε να κατακλύσωμεν εντελώς το κύτος. Εν
-τούτοις παρήγγειλα να διατρυπήσωσι το κατάστρωμα εις διάφορα μέρη, και την νύκτα
-χύνουσιν ύδωρ διά των ανοιγμάτων τούτων, αλλά τούτο είνε ανεπαρκές. Όχι, έν μόνον
-πράγμα υπολείπεται να πράξωμεν, — όπερ πράττουσιν εν παρομοία περιστάσει, να
-ενεργήσωμεν διά του πνιγμού, κλείοντες πάσαν είσοδον εις τον εξωτερικόν αέρα, και
-αναγκάζοντες την πυρκαϊάν, ελλείψει οξυγόνου, να σβεσθή αφ' εαυτής.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και η πυρκαϊά εξακολουθεί αυξανομένη;</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα! απόδειξις ότι ο αήρ εισδύει εις το κύτος διά τινος σχισμάδος,
-ήν επανειλημμένως αναζητήσαντες, δεν κατωρθώσαμεν να ανακαλύψωμεν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αναφέρονται παραδείγματα πλοίων, τα οποία ηδυνήθησαν να
-ανθέξωσιν εν τοιαύτη περιστάσει ευρεθέντα, κύριε Κόρτις;</p>
-
-<p>&nbsp;— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, και δεν είνε σπάνιον, πλοία έχοντα
-φορτίον βάμβακα, να καταπλεύσωσιν εις Λιβερπούλην ή εις Άβρην μετά μέρους του
-φορτίου των απηνθρακωμένου. Αλλ' όμως εν τη περιπτώσει ταύτη η πυρκαϊά είχε
-κατορθωθή να σβεσθή, ή τουλάχιστον να περιορισθή κατά τον διάπλουν. Εγνώρισα
-πολλούς πλοιάρχους καταπλεύσαντας εις τον λιμένα μετά καταστρώματος καίοντος
-υπό τους πόδας των. Η εκφόρτωσις εξετελείτο τότε όσον τάχιστα, και το αβλαβές
-μέρος των εμπορευμάτων εσώζετο μετά του πλοίου. Αλλ' ως προς ημάς το πράγμα
-διαφέρει, και αισθάνομαι καλώς ότι το πυρ αντί να ανασταλή, τουναντίον οσημέραι
-προοδεύει. Αναγκαίως θα υπάρχει που οπή ήτις διέφυγε τας ερεύνας μας, και δι'
-αυτής ο έξωθεν αήρ συντηρεί την πυρκαϊάν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και δεν είνε τρόπος να επανέλθωμεν οπίσω όθεν εξεκινήσαμεν, και να
-προσεγγίσωμεν εις την πλησιεστάτην ξηράν;</p>
-
-<p>&nbsp;— Ίσως, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, και το ζήτημα τούτο θα
-συζητήσωμεν σήμερον μετά του πλοιάρχου. Αλλά, κύριε Κάζαλλον, εις υμάς το λέγω
-μόνον, εγώ ήδη ανέλαβον επ' ευθύνει μου να μεταβάλω την διεύθυνσιν την οποίαν
-έχομεν μέχρι τούδε, και πλέομεν, έχοντες ούριον τον άνεμον, προς τον Σκίρωνα (ΝΔ), ό
-έστι προς την ακτήν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Οι επιβάται δεν ειξεύρουσι καθόλου τον κίνδυνον όστις τους
-απειλεί;</p>
-
-<p>&nbsp;— Τίποτε, και σας παρακαλώ να φυλάξετε μυστικήν την ανακοίνωσίν μου.
-Δεν πρέπει ο τρόμος των γυναικών και των μικροψύχων ανδρών να αυξήση έτι μάλλον
-την αμηχανίαν μας. Και το πλήρωμα έλαβε την παραγγελίαν να μη είπη τίποτε.»</p>
-
-<p>Κατανοώ τους σπουδαίους λόγους τους αναγκάζοντας τον δεύτερον πλοίαρνον να
-λαλή ούτω πως, και τω υπισχνούμαι άκραν εχεμυθίαν.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-Ι'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>20 και 21 Οκτωβρίου</i>. — Επί τοις όροις τούτοις ο <i>Σάνσελλορ</i>
-εξακολουθεί τον πλουν, έχων ανεπτυγμένα όσα ιστία δύναται να φέρη η εξαρτία του.
-Ενίοτε τα επιστήλια κάμπτονται ούτως, ώστε επίκειται η θραύσις των, αλλ' ο Ροβέρτος
-Κόρτις γρηγορεί. Διαμένων παρά το οιακοστρόφιον [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn37' id='ref37'>37</a></span>]
-, δεν θέλει να καταλίπη τον οίακα [<span style='font-size: small;'><a href='#fn38'
-id='ref38'>38</a></span>]
- εις μόνον τον πηδαλιούχον. Διά μικρών δε παροιακισμών, επιδεξίως γινομένων,
-υποχωρεί προς την πνοήν του ανέμου, ότε η ασφάλεια του πλοίου θα ηδύνατο να
-κινδυνεύση, και, κατά το δυνατόν, ουδ' ελάχιστον μέρος της ταχύτητος του
-<i>Σάνσελλορ</i> απόλλυται υπό την κυβερνώσαν αυτόν χείρα.</p>
-
-<p>Την ημέραν ταύτην της 20 Οκτωβρίου οι επιβάται ανέβησαν πάντες εις το
-επίστεγον. Θα παρετήρησαν πιθανώς την ανώμαλον ύψωσιν της ατμοσφαίρας εν τη
-μεγάλη αιθούση, αλλ' όμως, αδυνατούντες να υποπτεύσωσι την αλήθειαν, ουδόλως
-ταράσσονται. Άλλως τε οι πόδες των, αρμοδίως υποδεδεμένοι, δεν ησθάνθησαν την
-θερμότητα την διαπερώσαν τας σανίδας του καταστρώματος, καίπερ αδιαλείπτως
-σχεδόν καταβρεχομένας. Ο χειρισμός ούτος των αντλιών ηδύνατο τουλάχιστον να
-προκαλέση την έκπληξιν αυτών αλλ' ουδέν τοιούτον εγένετο, και οι πλείστοι
-εξηπλωμένοι επί των θρανίων όλως αμέριμνοι ελικνίζοντο υπό του διατοιχισμού
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn39' id='ref39'>39</a></span>]
- του πλοίου.</p>
-
-<p>Μόνος ο κ. Λετουρνέρ φαίνεται εκπληττόμενος και παρατηρών ότι το πλήρωμα
-επιδίδεται εις υπερβολικήν καθαριότητα ολίγον συνήθη εις τα εμπορικά πλοία. Μοι
-λέγει δε λέξεις τινάς περί τούτου, και εγώ αποκρίνομαι μετ' αδιαφορίας. Και όμως ο
-Γάλλος ούτος είνε ανήρ δραστήριος, και ηδυνάμην τα πάντα να τω είπω, αλλά σιγώ,
-υποσχεθείς εις τον Ροβέρτον Κόρτις ότι θα σιγήσω.</p>
-
-<p>Έπειτα δε, καθήμενος και αναλογιζόμενος τα επακολουθήματα της ενδεχομένης
-καταστροφής, αισθάνομαι την καρδίαν μου θλιβομένην. Είμεθα εικοσιοκτώ ψυχαί εν
-τω πλοίω, εικοσιοκτώ θύματα ίσως, εις ά η φλοξ μετ' ου πολύ ουδέ μίαν σανίδα θα
-αφήση άθικτον!</p>
-
-<p>Σήμερον εγένετο η σύσκεψις του πλοιάρχου, του δευτέρου, του υποπλοιάρχου και
-του αρχιναύτου, εξ ής κρέμαται η σωτηρία του <i>Σάνσελλορ</i>, των επιβατών και
-του πληρώματος.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις μοι ανεκοίνωσε τα εν αυτή αποφασισθέντα. Ο πλοίαρχος
-Χόντλυ απώλεσεν όλον το ψυχικόν αυτού σθένος, — όπερ ευκόλως ηδύνατό τις να
-προΐδη· ούτε αταραξίαν πλέον έχει, ούτε δραστηριότητα, και καταλείπει σιωπηλώς την
-κυβέρνησιν του πλοίου τω Ροβέρτω Κόρτις. Αι πρόοδοι της πυρκαϊάς εν τοις ένδον του
-πλοίου είνε νυν αδιαφιλονίκητοι, και ήδη εν τη θέσει του πληρώματος, κειμένη εν τη
-πρώρα, είνε δύσκολος η διαμονή. Πρόδηλον ότι το πυρ δεν δύναται να καταδαμασθή,
-και ότι ευθύς ή ύστερον θα εκραγή μετά σφοδρότητος.</p>
-
-<p>Εν δε τη περιστάσει ταύτη τι ποιητέον; μία και μόνη απόφασις είνε δυνατή, ο
-κατάπλους εις την εγγυτάτην γην. Η γη δε αύτη, παρατηρήσεως γενομένης, είνε η των
-Μικρών Αντιλλών, και δυνάμεθα να ελπίζωμεν ότι θα τας φθάσωμεν ταχέως διά του
-επικρατούντος τούτου ανέμου, του Μέσου (ΒΑ).</p>
-
-<p>Της γνώμης ταύτης αποδεκτής γενομένης, ο δεύτερος ουδέν άλλο υπελείπετο να
-πράξη, ή να διατηρήση την από εικοσιτέσσαρων ωρών διεύθυνσιν του πλοίου. Οι δε
-επιβάται, ουδέν σημείον διαγνωστικόν έχοντες επί του απείρου τούτου ωκεανού, και
-ολίγον εξωκειωμένοι προς τας ενδείξεις της πυξίδος, δεν ηδυνήθησαν να
-αναγνωρίσωσι την μεταβολήν της διευθύνσεως του <i>Σάνσελλορ</i>, όστις, έχων
-υψωμένους τους τε σιπάρους [<span style='font-size: small;'><a href='#fn40'
-id='ref40'>40</a></span>]
- και τα παρίστια [<span style='font-size: small;'><a href='#fn41'
-id='ref41'>41</a></span>]
-, σπεύδει προς τας ακτάς των Αντιλλών, ών έτι απέχει πλέον ή εξακόσια μίλια.</p>
-
-<p>Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις, προς τον κ. Λετουρνέρ επερωτήσαντα περί της
-μεταβολής της διευθύνσεως του πλου, αποκρίνεται ότι, επειδή δεν δύναται να
-παλαίση κατά του ανέμου, θα ζητήση προς Ζέφυρον (Δ) ρεύματα ευνοϊκώτερα.</p>
-
-<p>Αύτη δε ήτο η μόνη παρατήρησις, ήν προεκάλεσεν η μεταρρύθμισις η επενεχθείσα
-εις την διεύθυνσιν του <i>Σάνσελλορ</i>.</p>
-
-<p>Την επιούσαν, 21 Οκτωβρίου, η κατάστασις είνε η αυτή. Κατά τους επιβάτας ο
-διάπλους τελείται ως συνήθως, όθεν κατ' ουδέν μετέβαλον το πρόγραμμα του εν τω
-πλοίω βίου των.</p>
-
-<p>Άλλως τε αι πρόοδοι της πυρκαϊάς δεν εκδηλούνται εις τα έξω, σημείον καλόν. Τα
-δε ανοίγματα εφράχθησαν τόσον στεγανώς, ώστε ουδείς καπνός προδίδει την
-εσωτερικήν καύσιν. Ίσως θα γίνη δυνατόν να συγκεντρώσωσι το πυρ εν τω κύτει, και
-ίσως τέλος, δι' έλλειψιν αέρος θα σβεσθή ή θα εξακολουθή εμφωλεύον, και δεν θα
-διαδοθή καθ' όλον το φορτίον. Τούτο ελπίζει και ο Ροβέρτος Κόρτις, και προς πλείονα
-προφύλαξιν εκέλευσε μάλιστα να φράξωσιν επιμελώς το στόμιον των αντλιών, ών ο
-σωλήν, παρατεινόμενος μέχρι του πυθμένος του κύτους, ηδύνατο να παράσχη δίοδον
-εις λεπτά τινα μόρια αέρος.</p>
-
-<p>Είθε να επέλθη ημίν ουρανόθεν βοήθεια, διότι, αληθώς, ουδέν δυνάμεθα ημείς
-αυτοί!</p>
-
-<p>Η ημέρα αύτη θα διήρχετο άνευ τινός συμβάντος, αν μη τυχαίως ήκουον λέξεις
-τινάς συνδιαλέξεως, εξ ών προκύπτει ότι η κατάστασις ημών, η τοσούτον ήδη σοβαρά,
-μέλλει να δεινωθή.</p>
-
-<p>Περί τούτου θα κρίνωσιν οι αναγνώσται.</p>
-
-<p>Εκαθήμην εν τω επιστέγω, δύο δε των επιβατών συνδιελέγοντο ταπεινή τη φωνή,
-ουδόλως υποπτεύοντες ότι λέξεις τινές αυτών ηδύναντο να έλθωσιν εις τα ώτα μου.
-Ήσαν δε ούτοι ο μηχανικός Φάλστεν και ο μεγαλέμπορος Ρόμπυ, συχνά πυκνά
-συνδιαλεγόμενοι κατ' ιδίαν.</p>
-
-<p>Εν πρώτοις επισπώσι την προσοχήν μου έν ή δύο νεύματα εκφραστικά του
-μηχανικού, όστις φαίνεται ελέγχων σφόδρα τον μεθ' ού συνδιαλέγεται.</p>
-
-<p>Δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη παραβάλω το ους, και ακούω τους λόγους
-τούτους.</p>
-
-<p>» Αλλ' όμως είνε άτοπον! επαναλαμβάνει ο Φάλστεν! Δεν υπάρχει μεγαλητέρα
-απερισκεψία!</p>
-
-<p>&nbsp;— Πα! αποκρίνεται ο Ρόμπυ αμέριμνος, δεν θα συμβή τίποτε!</p>
-
-<p>&nbsp;— Τουναντίον μάλιστα, δυνατόν να συμβώσι δεινά δυστυχήματα!
-επαναλαμβάνει ο μηχανικός.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αι, καλά! άπαντα ο έμπορος, δεν είνε δα και η πρώτη φορά όπου το
-κάμνω.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλ' όμως μικρά σύγκρουσις δυνατόν να προκαλέση έκρηξιν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Το έχω στερεά περιτυλιγμένον το δοχείον, κύριε Φάλστεν, και
-επαναλαμβάνω ότι δεν είνε φόβος καθόλου.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και διατί δεν το είπες εις τον πλοίαρχον;</p>
-
-<p>&nbsp;— Αι! διότι δεν θα ήθελε να το παραλάβη.»</p>
-
-<p>Του ανέμου επ' ολίγον κοπάσαντος, δεν ακούω πλέον τίποτε· αλλ' όμως είνε
-φανερόν ότι ο μεν μηχανικός εξακολουθεί επιμένων, ο δε Ρόμπυ απλώς ανυψοί τους
-ώμους.</p>
-
-<p>Και όντως μετ' ου πολύ νέοι λόγοι έρχονται μέχρι εμού.</p>
-
-<p>«Ναι! ναι! λέγει ο Φάλστεν, πρέπει να γίνη γνωστόν εις τον πλοίαρχον! πρέπει να
-ρίψωμεν το δοχείον εις την θάλασσαν! Δεν έχω όρεξιν να ανατιναχθώ εις τον
-αέρα!»</p>
-
-<p>Να ανατιναχθώ εις τον αέρα! Ανατινάσσομαι ακούσας τας λέξεις ταύτας! Τι άρα γε
-νοεί ο μηχανικός; Τι υπαινίσσεται; Και όμως δεν γινώσκει την κατάστασιν του
-<i>Σάνσελλορ</i>, και αγνοεί ότι πυρκαϊά νέμεται το φορτίον!</p>
-
-<p>Αλλά λέξις τις — λέξις «φοβερά» ως έχουσι τα παρόντα πράγματα — μοι φέρει
-σφοδρόν τιναγμόν. </p>
-
-<p>Και η λέξις αύτη ή μάλλον αι λέξεις αύται «πικρικόν κάλι» επαναλαμβάνονται
-πολλάκις.</p>
-
-<p>Εν ριπή οφθαλμού είμαι πλησίον των δύο επιβατών και ακουσίως, μετά δυνάμεως
-ανανταγωνίστου, αρπάζω τον Ρόμπυ από του περιλαιμίου.</p>
-
-<p>«Υπάρχει πικρικόν εντός του πλοίου;</p>
-
-<p>&nbsp;— Ναι! αποκρίνεται ο Φάλστεν, έν δοχείον περιέχον τριάκοντα λίτρας.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και πού;</p>
-
-<p>&nbsp;— Εις το κύτος, μαζί με τα εμπορεύματα!»</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΙΑ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της 21 Οκτωβρίου.</i> — Ακούω την απόκρισιν του Φάλστεν και
-δεν δύναμαι να διηγηθώ τι συμβαίνει εν εμαυτώ! το συναίσθημά μου δεν είνε
-κατάπληξις, αλλά μάλλον ώσπερ τις υποταγή εις το θέλημα του Θεού! Μοι φαίνεται δε
-ότι το απρόοπτον τούτο συμπληροί την κατάστασιν ημών, και μάλιστα ότι δυνατόν να
-είνε και η καταστροφή αυτής! Όθεν μετά πάσης αταραξίας πορεύομαι εις συνάντησιν
-του Ροβέρτου Κόρτις επί του πρωραίου καταστρώματος.</p>
-
-<p>Μαθών ότι δοχείον περικλείον τριάκοντα λίτρας πικρικού, — τούτ' έστιν όσον
-αρκεί να ανατινάξη όρος, — κείται εν τω πλοίω, εν τω πυθμένι του κύτους, εν αυτή τη
-εστία της πυρκαϊάς, και ότι ο <i>Σάνσελλορ</i> δυνατόν να εκραγή όσον ούπω, ο
-Ροβέρτος Κόρτις δεν συνοφρυούται, μόλις δε το μέτωπόν του ρυτιδούται και των
-οφθαλμών του η κόρη διαστέλλεται.</p>
-
-<p>«Έχει καλώς! μοι αποκρίνεται. Μηδέ γρυ περί τούτου. Και πού είνε ο Ρόμπυ;</p>
-
-<p>&nbsp;— Εις το επίστεγον.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ελάτε μαζί μου, κύριε Κάζαλλον.»</p>
-
-<p>Μεταβαίνομεν ομού εις το επίστεγον, ένθα συζητούσιν έτι ο μηχανικός και ο
-έμπορος.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται προς αυτούς και ερωτά τον Ρόμπυ: </p>
-
-<p>«Το εκάμετε σεις αυτό;</p>
-
-<p>&nbsp;— Αι, μάλιστα! το έκαμα!» αποκρίνεται ησύχως ο Ρόμπυ, νομίζων εαυτόν
-ένοχον το πολύ πολύ δόλου και απάτης.</p>
-
-<p>Μοι φαίνεται μίαν στιγμήν, ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα κατασυντρίψη τον άθλιον
-επιβάτην, όστις δεν δύναται να κατανοήση το σπουδαίον της ασυνεσίας του! Αλλά
-κατορθοί να συγκρατήση εαυτόν, και τον βλέπω σφίγγοντα τας χείρας οπίσω των
-νώτων, ίνα μη τω επέλθη ο πειρασμός να αρπάση τον Ρόμπυ από του λαιμού.</p>
-
-<p>Έπειτα δε μετά φωνής ησύχου ερωτά τον Ρόμπυ. Ούτος δε βεβαιοί τα γεγονότα,
-ών ανωτέρω εμνημόνευσα. Μεταξύ των δεμάτων των παρεμπορευμάτων του υπάρχει
-δοχείον περικλείον τριάκοντα περίπου λίτρας της κινδυνώδους ουσίας. Ο επιβάτης
-ούτος προσηνέχθη εν τη περιστάσει ταύτη μετά της ασυνεσίας, ήτις, ομολογητέον,
-είνε έμφυτος ταις αγγλοσαξωνικαίς φυλαίς, και εισήγαγε το εκρηκτικόν τούτο μίγμα
-εις το κύτος του πλοίου ως Γάλλος τις ήθελε εισαγάγη απλήν φιάλην οίνου. Δεν
-εδήλωσε δε το είδος του περιεχομένου, διότι εγίνωσκε κάλλιστα ότι ο πλοίαρχος
-ήθελεν αποποιηθή να το παραλάβη.</p>
-
-<p>«Και τέλος πάντων, προσθέτει υψών τους ώμους, δεν είνε δα και πράξις αξία
-αγχόνης. Και αν το δοχείον μου σας ενοχλή τόσον πολύ, δύνασθε κάλλιστα να το
-ρίψετε εις την θάλασσαν. Διότι τα εμπορεύματά μου τα έχω ησφαλισμένα!»</p>
-
-<p>Την απόκρισιν ταύτην ακούσας, δεν δύναμαι να κρατηθώ, διότι δεν έχω την
-αταραξίαν του Ροβέρτου Κόρτις. Παραφερόμενος υπό της οργής, εφορμώ κατά του
-Ρόμπυ, πριν δυνηθή ο δεύτερος να με αναχαιτίση, και αναφωνώ:</p>
-
-<p>«Άθλιε! Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι είνε πυρκαϊά εντός του πλοίου;»</p>
-
-<p>Άμα εκστομίσας τας λέξεις ταύτας, ευθύς μετενόησα, αλλ' είνε πλέον πολύ αργά!
-Απερίγραπτον αποτέλεσμα παράγουσιν επί του Ρόμπυ. Ο τάλας καταλαμβάνεται υπό
-φόβου νευρικού. Το σώμα έχων παράλυτον υπό τετανικής ακαμψίας, φρίσσουσαν την
-κόμην, το όμμα υπερμέτρως ανοικτόν, την αναπνοήν πνευστιώσαν ως ασθματικού,
-δεν δύναται να λαλήση, και ο φόβος αυτού ανήλθεν εις το έπακρον. Αίφνης οι
-βραχίονες αυτού κινούνται, παρατηρεί το κατάστρωμα τούτο του <i>Σάνσελλορ</i>,
-όπερ από στιγμής εις στιγμήν δυνατόν να ανατιναχθή εις τον αέρα. Εφορμά κάτω του
-επιστέγου, ανεγείρεται, διατρέχει το πλοίον, χειρονομών ως παράφρων. Έπειτα
-αναλαμβάνει τον λόγον, και από του στόματός του εξέρχονται αι απαίσιαι αύται
-λέξεις:</p>
-
-<p>«Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0036.jpg" width="351"
-height="550"
-alt="Τρέχει κράζων: «Πυρκαϊά!» (σελ. 36)" border="2" /><br /></p>
-
-
-<p>Το πλήρωμα, ακούσαν την κραυγήν ταύτην, σπεύδει επί του καταστρώματος, διότι
-ενόμισεν αναμφιβόλως ότι η πυρκαϊά εξώρμησεν εκ των ένδον, και ότι επήλθεν η ώρα
-να φύγωσι διά των εφολκίων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn42'
-id='ref42'>42</a></span>]
-. Επέρχονται και οι επιβάται, ο μίστερ Κηρ, η σύμβιός του μίσιζ Κηρ, η μις Χέρμπυ και
-οι δύο Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να επιβάλη σιγήν εις τον Ρόμπυ, αλλ' αυτός δεν έχει
-πλέον σώας τας φρένας.</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην η αταξία είνε εσχάτη. Η μίσιζ Κηρ κατέπεσεν επί του
-καταστρώματος αναίσθητος, ο δε σύμβιος ουδόλως φροντίζει περί αυτής, καταλείπων
-την μις Χέρμπυ να την περιποιηθή.</p>
-
-<p>Οι δε ναύται έχουσιν ήδη ενάψη τα σύσπαστα [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn43' id='ref43'>43</a></span>]
- της ακάτου, ίνα την καταβιβάσωσιν εις την θάλασσαν.</p>
-
-<p>Κατά τον χρόνον δε τούτον γνωστοποιώ τοις κκ. Λετουρνέρ ό τι αγνοούσι, τούτ'
-έστιν ότι το φορτίον πυρπολείται, ο δε νους του πατρός παρευθύς φέρεται προς τον
-Ανδρέαν, όν περιβάλλει διά των βραχιόνων του· αλλ' ο νέος διατελεί ατάραχος και
-απαθής, και θαρρύνει τον πατέρα του, επαναλαμβάνων ότι ο κίνδυνος δεν είνε
-άμεσος.</p>
-
-<p>Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις βοηθούμενος υπό του υποπλοιάρχου, κατώρθωσε να
-αναχαιτίση τους άνδρας, βεβαιών αυτούς ότι η πυρκαϊά δεν εποίησε νέας προόδους,
-ο δ' επιβάτης Ρόμπυ δεν έχει συνείδησιν ούτε του τι πράττει, ούτε του τι λέγει, ότι δεν
-πρέπει να σπεύδωσι και ότι, όταν έλθη ο καιρός, θα καταλίπωσι πάντες το πλοίον. . .
-</p>
-
-<p>Οι πλείστοι των ναυτών ίστανται ακούοντες την φωνήν του δευτέρου, όν αγαπώσι
-και σέβονται. Ούτος επιτυγχάνει παρ' αυτών ό τι ο πλοίαρχος Χόντλυ δεν ήθελε
-δυνηθή να κατορθώση, η δε άκατος διαμένει επί των υποστατών.</p>
-
-<p>Ευτυχώς πάνυ [<span style='font-size: small;'><a href='#fn44'
-id='ref44'>44</a></span>]
- ο Ρόμπυ ουδέν είπε περί του πικρικού εκείνου, του εγκεκλεισμένου εν τω κύτει του
-πλοίου. Εάν το πλήρωμα εγίνωσκε την αλήθειαν, εάν εμάνθανεν ότι το πλοίον είνε
-αύτο δη τούτο ηφαίστειον έτοιμον να διαρραγή υπό τους πόδας του, το πλήρωμα,
-λέγω, ήθελεν απολέση παν ηθικόν σθένος, δεν θα ήτο δυνατόν να το κρατήσωσι και
-θα έφευγεν εξ άπαντος.</p>
-
-<p>Ο δεύτερος ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ, οι τρεις μόνοι γινώσκωμεν τίνι φοβερώ
-τρόπω ήτο περιπεπλεγμένη η πυρκαϊά του πλοίου, και επάναγκες είνε ημείς μόνοι να
-το γινώσκωμεν.</p>
-
-<p>Της τάξεως αποκαταστάσης, ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ ερχόμεθα εις το επίστεγον
-προς συνάντησιν του Φάλστεν, όν ευρίσκομεν εσταυρωμένας έχοντα τας χείρας και
-σκεπτόμενον ίσως περί τινος προβλήματος της μηχανικής εν τω γενικώ εκείνω φόβω
-και τρόμω. Συνιστώμεν δε αυτώ να μη είπη τίποτε περί της νέας ταύτης περιπλοκής,
-της οφειλομένης εις την απερισκεψίαν του Ρόμπυ.</p>
-
-<p>Και ο μεν Φάλστεν υπισχνείται να τηρήση το απόρρητον. Προς δε τον πλοίαρχον
-Χόντλυ, όστις αγνοεί έτι την εσχάτην σοβαρότητα της καταστάσεως, αναλαμβάνει ο
-Ροβέρτος Κόρτις να την καταστήση γνωστήν.</p>
-
-<p>Αλλά προ τούτου πρέπει να ληφθή πρόνοια περί του Ρόμπυ, διότι ο τάλας διατελεί
-εν παντελεί παραφροσύνη. Δεν έχει πλέον συναίσθησιν των πράξεών του, και τρέχει
-ανά το κατάστρωμα κραυγάζων αδιαλείπτως: Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τους ναύτας να συλλάβωσι τον επιβάτην, όν
-κατορθούσι να φιμώσωσι και προσδέσωσι στερεώς. Έπειτα μεταφέρεται εις τον
-θάλαμόν του, ένθα του λοιπού θα φυλάσσεται φυλακή αδέσμω.</p>
-
-<p>Η φοβερά λέξις δεν εξέφυγε του στόματός του!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΙΒ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>22 και 23 Οκτωβρίου</i>. — Ο Ροβέρτος Κόρτις εγνωστοποίησε τα πάντα
-τω πλοιάρχω Χόντλυ. Ο δε πλοίαρχος Χόντλυ, δικαιώματι, αν μη πράγματι, είνε
-προϊστάμενός του και δεν ηδύνατο να τον αποκρύψη την κατάστασιν των
-πραγμάτων.</p>
-
-<p>Γρυ δεν απήντησεν ο πλοίαρχος εις την ανακοίνωσιν ταύτην και αφ' ού έφερε την
-χείρα επί του μετώπου, ως τις θέλων να αποσοβήση σκέψιν τινά οχληράν, εισήλθεν
-ησύχως εις τον θάλαμόν του ουδέν παραγγείλας.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ συσκεπτόμεθα,
-και εκπλήσσομαι επί τη απαθεία ήν έκαστος ημών έχει εν τη περιστάσει ταύτη. Πάσαι
-αι πιθανότητες της σωτηρίας συνεζητήθησαν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις συνοψίζει την
-κατάστασιν των πραγμάτων ωδέ πως.</p>
-
-<p>«Η πυρκαϊά δεν δύναται να ανασταλή, και ήδη η θερμοκρασία κατά την πρώραν
-κατέστη αφόρητος. Θα επέλθη λοιπόν στιγμή, μετ' ου πολύ ίσως, καθ' ήν η έντασις του
-πυρός θα είνε τοιαύτη, ώστε αι φλόγες θα εξέλθωσι διά του καταστρώματος. Εάν δε
-προ της νέας ταύτης όψεως της καταστροφής η κατάστασις της θαλάσσης επιτρέπη να
-χρησιμοποιήσωμεν τα εφόλκιά μας, θα αφήσωμεν το πλοίον και θα φύγωμεν. Αλλ'
-εάν όμως τουναντίον δεν είνε δυνατόν να αφήσωμεν τον <i>Σάνσελλορ</i>, θα
-αγωνισθώμεν κατά του πυρός μέχρι εσχάτων. Τις οίδεν εάν δεν το καταβάλωμεν όταν
-θα προβάλη έξω! Ίσως θα κατανικήσωμεν ευκολώτερον τον φανερόν εχθρόν ή τον
-κρυπτόμενον.</p>
-
-<p>&nbsp;— Τούτο φρονώ, αποκρίνεται ησύχως ο μηχανικός.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και εγώ, είπον εγώ. Αλλά, κύριε Κόρτις, δεν υπολογίζετε και την
-περίπτωσιν ταύτην, ότι τριάκοντα λίτραι εκρηκτικής ουσίας εγκλείονται εν τω πυθμένι
-του κύτους;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, διότι είνε απλή τις
-λεπτομέρεια, και διά τούτο ουδόλως την υπολογίζω! Και διατί τάχα να κάθημαι και να
-μεριμνώ περί τούτου; Δύναμαι να αναζητήσω την ουσίαν ταύτην εντός φορτίου
-πυρπολουμένου και εντός κύτους, όπου οφείλομεν να μη επιτρέψωμεν την είσοδον
-του αέρος; Όχι! Λοιπόν ουδέ καν το συλλογίζομαι! Πριν τελειώση η φράσις την οποίαν
-προφέρω, δύναται το πικρικόν τούτο να επιφέρη το αποτέλεσμά του; Ναι. Λοιπόν το
-πυρ ή θα το φθάση ή δεν θα το φθάση. Κατ' ακολουθίαν, την περίπτωσιν περί ής
-λέγετε εγώ την θεωρώ ως μη υπάρχουσαν. Εις τον Θεόν και ουχί εις εμέ, εναπόκειται
-πλέον η απαλλαγή ημών από της εσχάτης ταύτης καταστροφής!</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις απήγγειλε τους λόγους τούτους σοβαρώς, ημείς δε κλίνομεν
-την κεφαλήν άναυδοι. Αφ' ού, τοιαύτης ούσης της θαλάσσης, η άμεσος φυγή είνε
-αδύνατος, οφείλομεν να λησμονήσωμεν την περίπτωσιν ταύτην.</p>
-
-<p>«Η έκρηξις δεν είνε αναγκαία, θα έλεγε λεπτολόγος τις, αλλά μόνον
-ενδεχομένη.»</p>
-
-<p>Την παρατήρησιν ταύτην εποίησεν ο μηχανικός μετά απαραμίλλου απαθείας.</p>
-
-<p>«Μίαν ερώτησιν, κύριε Φάλστεν, εις την οποίαν παρακαλώ να μ' απαντήσετε,
-είπον εγώ προς αυτόν. Δύναται να αναφλεχθή το πικρικόν κάλι αν δεν προηγηθή
-σύγκρουσις;</p>
-
-<p>&nbsp;— Βεβαίως, αποκρίνεται ο μηχανικός. Υπό τας συνήθεις περιστάσεις το
-πικρικόν κάλι δεν είνε μεν περισσότερον εύφλεκτον της κοινής πυρίτιδος, αλλ' όμως
-είνε όσον και εκείνη. Άρα,..»</p>
-
-<p>Ο Φάλστεν είπεν «Άρα». Δεν ηθέλετε νομίση ότι λέγει απόδειξίν τινα διδάσκων
-χημείαν;</p>
-
-<p>Έπειτα αναβαίνομεν πάλιν εις το κατάστρωμα. Εν ώ δε εξηρχόμεθα της αιθούσης,
-ο Ροβέρτος Κόρτις λαβών με από της χειρός, μοι είπεν ουδόλως επιχειρών να κρύψη
-την συγκίνησίν του:</p>
-
-<p>«Κύριε Κάζαλλον, τον <i>Σάνσελλορ</i>, τον οποίον τόσον αγαπώ, να τον βλέπω
-βοράν του πυρός και να μη δύναμαι τίποτε, τίποτε!,,</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Κόρτις, η συγκίνησίς σας. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε, λέγει εκείνος, δεν δύναμαι να την καταδαμάσω. Υμείς μόνος θα
-έχετε παρατηρήση τι υποφέρω. — Αλλά τετέλεσται, προσέθηκε προσπαθών βιαίως να
-καταστείλη εαυτόν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Η κατάστασις λοιπόν είνε απελπιστική; ηρώτησα τότε.</p>
-
-<p>&nbsp;— Η κατάστασις, ιδού, αποκρίνεται απαθώς ο Ροβέρτος Κόρτις.
-Ευρισκόμεθα επί υπονόμου και η άπτρα είνε αναμμένη. Υπολείπεται να μάθωμεν
-πόσον είνε το μήκος της άπτρας!»</p>
-
-<p>Και ταύτα ειπών απέρχεται.</p>
-
-<p>Όπως δήποτε το τε πλήρωμα και οι λοιποί επιβάται αγνοούσι μέχρι πόσου έχει
-δεινωθή η κατάστασις ημών.</p>
-
-<p>Αφ' ότου έγινε γνωστή η πυρκαϊά, ο μίστερ Κηρ καταγίνεται συναθροίζων τα
-πολυτιμότατα των πραγμάτων του και, ως εικός, ουδόλως έχει τον νουν του εις την
-γυναίκα του. Αφ' ού δε ανεκοίνωσεν επισήμως τω δευτέρω πλοιάρχω ότι οφείλει να
-προβή εις την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς, και κατέστησεν αυτόν υπεύθυνον παντός
-ενδεχομένου, εισήλθε πάλιν εις τον παρά την πρύμναν θάλαμόν του και ουδέποτε
-πλέον εξήλθε.</p>
-
-<p>Η δε μίσιζ Κηρ εκβάλλει στεναγμούς και η τάλαινα γυνή, ει και γελοία, εμποιεί
-οίκτον. Η μις Χέρμπυ, εν τοις καιροίς τούτοις, νομίζει εαυτήν ολιγώτερον παρά ποτε
-απηλλαγμένην των προς την κυρίαν αυτής καθηκόντων, και την περιποιείται μετ'
-άκρας αφοσιώσεως. Θαυμάζω καθ' υπερβολήν την διαγωγήν της κόρης ταύτης, ήτις
-θεωρεί το καθήκον ως πάντων ανώτατον.</p>
-
-<p>Την επιούσαν, 23 Οκτωβρίου, ο πλοίαρχος Χόντλυ προσκαλεί τον δεύτερον εις τον
-θάλαμόν του και γίνεται μεταξύ αυτών ο εξής διάλογος, όν μοι ανεκοίνωσεν έπειτα ο
-Ροβέρτος Κόρτις.</p>
-
-<p>«Κύριε Κόρτις, λέγει ο πλοίαρχος, ού το βλοσυρόν όμμα δηλοί διατάραξιν των
-διανοητικών δυνάμεων, είμαι ναυτικός, δεν είν' αλήθεια;</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, κύριε.</p>
-
-<p>&nbsp;— Λοιπόν, φαντάσθητε ότι δεν ειξεύρω πλέον το επάγγελμά μου, αγνοώ τι
-συμβαίνει εν εμοί. . . αλλά λησμονώ. . . δεν ειξεύρω πλέον. . . Δεν πλέομεν προς
-Μέσην (ΒΑ), αφ' ότου απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, κύριε, αποκρίνεται ο δεύτερος, πλέομεν προς Εύρον (ΝΑ) κατά τας
-οδηγίας σας.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και όμως εφορτώσαμεν διά Λιβερπούλην!</p>
-
-<p>&nbsp;— Αναμφιβόλως.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και ο;. . . πώς ονομάζεται το πλοίον, κύριε Κόρτις;</p>
-
-<p>&nbsp;— <i>Σάνσελλορ</i>.</p>
-
-<p>&nbsp;— Α, ναι! ο <i>Σάνσελλορ</i>! Και ευρίσκεται τώρα;</p>
-
-<p>&nbsp;— Προς νότον του Τροπικού.</p>
-
-<p>&nbsp;— Λοιπόν, κύριε, δεν αναλαμβάνω να τον επαναφέρω προς βορράν!. . .
-Όχι!. . . δεν θα δυνηθώ. . . Επιθυμώ να μη εξέλθω πλέον εκ του θαλάμου μου. . . Η
-θέα της θαλάσσης με βλάπτει!. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, ελπίζω ότι διά των περιποιήσεων.
-. . </p>
-
-<p>&nbsp;— Ναι, ναι, βλέπομεν αργότερα. — Εν τοσούτω θα σας δώσω μίαν
-διαταγήν, αλλά θα είνε η τελευταία την οποίαν θα λάβετε παρ' εμού.</p>
-
-<p>&nbsp;— Σας ακούω, αποκρίνεται ο δεύτερος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε, επαναλαμβάνει ο πλοίαρχος, από της στιγμής ταύτης δεν είμαι
-πλέον τίποτε εν τω πλοίω, και λαμβάνετε υμείς την κυβέρνησιν του <i>Σάνσελλορ</i>.
-Αι περιστάσεις είνε ισχυρώτεραι εμού, και αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι να ανθέξω,.. Η
-κεφαλή μου είνε άνω κάτω! — Πάσχω πολύ, κύριε Κόρτις,» προσθέτει ο Σάιλας Χόντλυ
-θλίβων το μέτωπόν του δι' αμφοτέρων των χειρών.</p>
-
-<p>Ο δεύτερος εξετάζει μετά προσοχής τον τέως κυβερνώντα το πλοίον και αρκείται
-μόνον αποκρινόμενος: </p>
-
-<p>«Έχει καλώς, κύριε.»</p>
-
-<p>Έπειτα δε ανελθών εις το κατάστρωμα, μοι διηγείται τα διατρέξαντα. «Μάλιστα,
-λέγω, ο άνθρωπος ούτος έχει τουλάχιστον ασθενή τον εγκέφαλον, αν δεν είνε
-παράφρων, και προτιμότερον ότι παρητήθη μόνος του. </p>
-
-<p>&nbsp;— Τον αντικαθιστώ εις περιστάσεις σοβαράς, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος
-Κόρτις· αλλ' αδιάφορον, θα πράξω το καθήκον μου.»</p>
-
-<p>Ταύτα ειπών ο δεύτερος, καλεί ναύτην τινά και τω λέγει να υπάγη να εύρη τον
-αρχιναύτην, όστις πάραυτα έρχεται.</p>
-
-<p>«Να προσκληθή το πλήρωμα, λέγει προς τον αρχιναύτην, παρά την πτέρναν του
-μεγάλου ιστού.»</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης αποχωρεί και μετά τινας στιγμάς οι άνδρες του <i>Σάνσελλορ</i>
-είνε συνηγμένοι εν τω υποδειχθέντι τόπω.</p>
-
-<p>Ο δε Ροβέρτος Κόρτις προσελθών προς αυτούς λέγει μετά φωνής γαληνιαίας:</p>
-
-<p>«Παιδιά, εις την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και διά λόγους οι οποίοι
-είνε εις εμέ γνωστοί, ο κύριος Σάιλας Χόντλυ ενόμισε καθήκον του να παραιτηθή του
-πλοιαρχικού αξιώματος. Όθεν από της ημέρας ταύτης εγώ είμαι ο κυβερνήτης.»</p>
-
-<p>Ούτω πως εξετελέσθη η μεταβολή αύτη, ήτις εξ άπαντος θα αποβή εις καλόν
-πάντων. Έχομεν αρχηγόν άνδρα δραστήριον και ασφαλή, όστις προ ουδενός μέσου θα
-υποχωρήση, τείνοντος εις την κοινήν σωτηρίαν. Οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός
-Φάλστεν και εγώ συγχαίρομεν παρευθύς τω Ροβέρτω Κόρτις, ο δε υποπλοίαρχος και ο
-αρχιναύτης προσθέτουσι τα συγχαρητήριά των εις τα ημέτερα.</p>
-
-<p>Ο πλους του <i>Σάνσελλορ</i> εξακολουθεί προς Λίβα (ΝΔ), ο δε Ροβέρτος Κόρτις
-βιάζων, επιζητεί να προσεγγίση εν τω βραχυτάτω διαστήματι χρόνου εις την εγγυτάτην
-των Μικρών Αντιλλών.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">ΙΓ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 24 μέχρι 29 Οκτωβρίου</i>. — Κατά τας πέντε επομένας ημέρας
-η θάλασσα είνε αγρία. Ο δε <i>Σάνσελλορ</i>, ει και δεν παλαίει πλέον κατ' αυτής και
-τρέχει συν τω ανέμω και τω κύματι, κινείται όμως καθ' υπερβολήν. Κατά τον διάπλουν
-τούτον, τον επί πυρπολικού, ουδ' επί στιγμήν έχομεν ησυχίαν. Παρατηρούμεν μετά
-πόθου το ύδωρ τούτο όπερ, περιβάλλον το πλοίον, έλκει, κατακηλεί.</p>
-
-<p>«Αλλά, είπον προς τον Ροβέρτον Κόρτις, διατί να μη τρυπήσωμεν το κατάστρωμα;
-διατί να μη χύσωμεν τόννους ύδατος εις το κύτος; Και όταν το πλοίον γεμίση, πού
-έγκειται το κακόν; Της πυρκαϊάς σβεσθείσης αι αντλίαι θα χύσωσι πάλιν όλον το ύδωρ
-εις την θάλασσαν!</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας το είπον και σας
-το επαναλαμβάνω, εάν αφήσωμεν τον αέρα να διέλθη, έστω και όσον δήποτε και
-ολίγον, το πυρ θα διαδοθή εν ακαρεί καθ' όλον το πλοίον, αι δε φλόγες θα το
-περιβάλωσιν από της τρόπιδος μέχρι του επιμήλου των ιστίων. Είμεθα
-καταδεδικασμένοι εις απραξίαν και υπάρχουσι περιστάσεις, καθ' άς οφείλει ο
-άνθρωπος να έχη την γενναιότητα του απρακτείν!»</p>
-
-<p>Μάλιστα! Ο μόνος τρόπος του να καταπολεμηθή η πυρκαϊά είνε να φραχθή
-στεγανώς πάσα είσοδος.</p>
-
-<p>Εν τούτοις αι πρόοδοι του πυρός είνε ακατάπαυστοι και ίσως ταχύτεραι ή όσον
-υποθέτομεν. Κατά μικρόν η θερμότης καθίσταται αρκούντως ισχυρά, ώστε οι επιβάται
-εδέησε να καταφύγωσιν επί της γεφύρας οι δε πρυμναίοι θάλαμοι ευρέως
-φωτιζόμενοι διά των παραθύρων του άβακος, είνε έτι κατοικήσιμοι. Αλλ' εκ τούτων
-τον μεν δεν εγκαταλείπει η μίσιζ Κηρ, τον δ' έτερον διέθεσεν ο Ροβέρτος Κόρτις τω
-εμπόρω Ρόμπυ. Πολλάκις μετέβην εις επίσκεψιν του ταλαιπώρου τούτου, όστις είνε
-όλως παράφρων, και ανάγκης να τον κρατώσι δέσμιον, αν μη θέλωσι να θραύση την
-θύραν του θαλάμου του. Πράγμα παράδοξον! Διετήρησεν εν τη παραφροσύνη του
-αίσθημα φρικαλέου τρόμου, και εκβάλλει φρικώδεις κραυγάς, ως εάν υπό την
-επίδρασιν φαινομένου φυσιολογικού, ησθάνετο αληθή καύματα.</p>
-
-<p>Και τον τέως πλοίαρχον πολλάκις επισκέπτομαι και ευρίσκω εν αυτώ άνδρα
-ηρεμώτατον και λαλούντα λογικώς πλην των αναφερομένων εις τα ναυτικά. Ως προς
-τούτο δεν έχει πλέον τον κοινόν νουν. Προσφέρομαι να τον περιποιηθώ, διότι πάσχει,
-αλλά δεν θέλει να δεχθή τας περιποιήσεις μου και δεν εξέρχεται πλέον εκ του
-θαλάμου του.</p>
-
-<p>Σήμερον εισεπήδησεν εις την θέσιν του πληρώματος καπνός δριμύς και ναυτιώδης
-διηθούμενος διά των σχισμάδων του φράγματος. Είνε δε βέβαιον ότι η πυρκαϊά
-προοδεύει προς το μέρος τούτο, παραβάλλοντες δε το ους, ακούομεν υπόκωφον
-βόμβον. Αλλά πόθεν λοιπόν το πυρ λαμβάνει όλον τούτον τον αέρα όστις το τρέφει;
-Ποία τις η ρωγμή η διαφυγούσα τας ερεύνας ημών; Η φρικώδης καταστροφή δεν θα
-ηδύνατο νυν να αποσοβηθή! Ίσως είνε ζήτημά τινων μόνον ημερών, ωρών τινων, και
-δυστυχώς η θάλασσα κυμαίνεται ούτως ώστε δεν είνε δυνατόν να σκεφθώμεν περί
-φυγής διά των εφολκίων.</p>
-
-<p>Κατά παραγγελίαν του Ροβέρτου Κόρτις το φράγμα της θέσεως καλύπτεται διά
-υποβλήματος διαβρεχομένου απαύστως. Αλλά, μάταιαι φροντίδες, ο καπνός
-εξακολουθεί εξερχόμενος εν μέσω θερμότητος υγράς, ήτις διαχεομένη επί της πρώρας
-καθιστά τον αέρα σχεδόν ανεπιτήδειον εις αναπνοήν.</p>
-
-<p>Ευτυχώς ο μέγας ιστός και ο ακάτιος είνε σιδηροί· ει δε μη, καιόμενοι από της
-πτέρνης θα είχον ήδη καταπέση, και ημείς θα είχομεν απολεσθή.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις λοιπόν βιάζει όσον οίον τε, και υπό τον άνεμον τούτον, τον
-Μέσην (ΒΑ), όστις επιτείνεται, ο <i>Σάνσελλορ</i> βαδίζει μετά πολλής
-ταχύτητος.</p>
-
-<p>Ιδού ήδη δεκατέσσαρες ημέραι από της εμφανίσεως της πυρκαϊάς και αι πρόοδοι
-αυτής είνε ακατάπαυστοι, διότι δεν ηδυνήθημεν να καταπαύσωμεν αυτάς. Ήδη ο
-χειρισμός εν τω πλοίω είνε μάλλον και μάλλον δυσχερής. Επί του επιστέγου, ού το
-σανίδωμα δεν συνέχεται αμέσως προς το κύτος δυνάμεθα έτι να σταθώμεν αλλά επί
-του καταστρώματος μέχρι του πρωραίου είνε των αδυνάτων να βαδίσωμεν ουδέ μετά
-χονδρών υποδημάτων. Το ύδωρ δεν εξαρκεί πλέον ίνα δροσίζη τας σανίδας ταύτας, άς
-το πυρ λέχει και ανακυρτούνται επί των ράβδων των. Η ρητίνη του ελατίνου τούτου
-ξύλου κροτεί πέριξ των όζων ως πίπτουσα χάλαζα, οι αρμοί διανοίγονται, η δε πίσσα,
-ρευστοποιουμένη υπό της θερμότητος διαρρέει σχεδιάζουσα παμποίκιλα ιδιόρρυθμα
-σχήματα επί του καταστρώματος κατά τας απαιτήσεις του διατοιχισμού του
-πλοίου.</p>
-
-<p>Το δ' έσχατον της συμφοράς, αίφνης αναπηδά αποτόμως άνεμος Σκίρων (ΒΔ),
-πνέων μετά μανίας! Αυτόχρημα τυφών, οποίος ενίοτε παράγεται εν ταις ακταίς
-ταύταις, και μας απομακρύνει από της γης των Αντιλλών, εις ήν προσπαθούμεν να
-προσεγγίσωμεν! Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να αντισταθή αντιμένων[<span style=
-'font-size: small;'><a href='#fn45' id='ref45'>45</a></span>]
-, αλλ' ο άνεμος είνε ούτω βίαιος, ώστε ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν δύναται να αντιμείνη,
-και ανάγκη είνε μετ' ου πολύ να παραδοθή τω ανέμω, ίν' αποφύγη τους κλύδωνας,
-οίτινες είνε φοβεροί όταν πλήττωσι πλοίον κατά το ισχίον.</p>
-
-<p>Τη 29 η τρικυμία είνε εν όλη αυτής τη βία. Ο Ωκεανός είνε τεταραγμένος και η
-λεπτή βροχή η εκ της συγκρούσεως των κυμάτων κατακαλύπτει τον <i>Σάνσελλορ</i>
-καθ' ολοκληρίαν. Των αδυνάτων να καταβιβασθή εφόλκιον εις την θάλασσαν χωρίς
-πάραυτα να καταποντισθή. Ημείς δε έχομεν καταφύγη οι μεν εις το επίστεγον, οι δε
-εις το πρυμναίον κατάστρωμα. Αποβλέπομεν προς αλλήλους, αλλά δεν τολμώμεν να
-λαλήσωμεν.</p>
-
-<p>Περί δε του δοχείου του πικρικού ουδέ καν διανοούμεθα. Ελησμονήσαμεν «την
-λεπτομέρειαν ταύτην» ίνα κατά Ροβέρτον Κόρτις είπω. Δεν ειξεύρω μα το ναι, αν μη
-ήτο ευκταία η έκρηξις του πλοίου, ήτις έμελλε διά μιας να διαλύση την κατάστασιν
-των πραγμάτων. Την φράσιν ταύτην αναγράφω, διότι θέλω να παραστήσω ακριβώς
-την κατάστασιν των πνευμάτων μας. Ο άνθρωπος επί πολύν χρόνον επαπειλούμενος
-υπό τινος κινδύνου, επιθυμεί τέλος να επέλθη ο κίνδυνος όσον τάχιστα, διότι η
-προσδοκία καταστροφής αναποδράστου είνε φρικωδεστέρα της πραγματικής
-αληθείας!</p>
-
-<p>Εν όσω δε ήτο καιρός, ο πλοίαρχος Κόρτις παρήγγειλε την εξαγωγήν μέρους των
-τροφών των αποτεταμιευμένων εν τω διανομείω, εις ό δεν θα ήτο πλέον δυνατόν να
-εισέλθη τις. Η θερμότης έχει ήδη βλάψη μέγα ποσόν προμηθειών αλλ' όμως βυτία τινά
-διπυρίτου [<span style='font-size: small;'><a href='#fn46' id='ref46'>46</a></span>]
- και κρέατος παστού, είς κόρος ρακής και βυτία ύδατος ετέθησαν επί του
-καταστρώματος, προς δε τούτοις καλύμματα, όργανα, πυξίς, ιστία, ίνα, εάν τύχη,
-δυνηθώμεν να εγκαταλίπωμεν πάραυτα το πλοίον.</p>
-
-<p>Την ογδόην εσπερινήν ώραν, ει και ο πάταγος του τυφώνος είνε μέγας, όμως
-ακούεται βόμβος θορυβώδης. Οι καθέκται του καταστρώματος υπεγείρονται
-πιεζόμενοι έσωθεν υπό του θερμού αέρος, και δίναι καπνού μαύρου διαφεύγουσι διά
-των καθεκτών, ως ο ατμός διαφεύγει υπό την πλάκα της επιστομίδος λέβητος.</p>
-
-<p>Το πλήρωμα σπεύδει προς τον Ροβέρτον Κόρτις και ζητεί τας διαταγάς του. Μία
-και μόνη γνώμη κατέχει πάντας, να φύγωμεν δήλα δή το ηφαίστειον τούτο, όπερ
-μέλλει να εκραγή υπό τους πόδας ημών.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί τον Ωκεανόν ού τα τεράστια κύματα εκχύνονται.
-Ουδέ δύναται τις πλέον να προσεγγίση εις την άκατον την κειμένην επί των
-υποστατών εν τω μέσω του καταστρώματος· αλλ' είνε έτι δυνατόν να
-χρησιμοποιήσωμεν την λέμβον την ανακρεμαμένην από των επωτίδων [<span style=
-'font-size: small;'><a href='#fn47' id='ref47'>47</a></span>]
- του δεξιού τοίχου του πλοίου, ως και την φαλαινίδα [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn48' id='ref48'>48</a></span>]
- κρεμαμένην κατά την πρύμναν. </p>
-
-<p>Οι ναύται ορμώσι προς την λέμβον.</p>
-
-<p>«Όχι, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Μη θυσιάσωμεν και την τελευταίαν μας
-ελπίδα!»</p>
-
-<p>Τινές όμως των ναυτών κατεπτοημένοι, προεξάρχοντος του Όουεν, θέλουσι να
-καταβιβάσωσι το εφόλκιον. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει εις το επίστεγον και
-αρπάσας πέλεκυν αναφωνεί:</p>
-
-<p>«Ο πρώτος όπου θα εγγίση το σύσπαστα, του σχίζω την κεφαλήν!» </p>
-
-<p>Οι ναύται αποχωρούσι. Καί τινες μεν τούτων αναβαίνουσιν εις τας κλιμακίδας των
-επιτόνων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn49' id='ref49'>49</a></span>]
-, τινές δε καταφεύγουσι μέχρι των θωρακίων.[<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn50' id='ref50'>50</a></span>]
-</p>
-
-<p>Την ενδεκάτην της νυκτός ακούονται εν τω κύτει σφοδροί κρότοι εκρήξεως·
-συντρίβονται τα φράγματα και αφίνουσι διέξοδον εις τον θερμόν αέρα και εις τον
-καπνόν. Πάραυτα χείμαρροι ατμού εκθρώσκουσιν από του στομίου της πρωραίας
-θέσεως και γλώσσα φλογός μακρά λείχει τον ακάτιον ιστόν. </p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0037.jpg" width="348"
-height="550"
-alt="Γλώσσα πυρός μακρά!,, (σελ. 44)» (σελ. 36)" border="2" /><br /></p>
-
-<p>Κραυγαί ακούονται τότε.</p>
-
-<p>Η μίσιζ Κηρ υποβασταζομένη υπό της μις Χέρμπυ καταλείπει εσπευσμένως τους
-θαλάμους, ούς το πυρ κατέφθασεν ήδη. Έπειτα ο Σάιλας Χόντλυ επιφαίνεται, το
-πρόσωπόν του είνε κατάμαυρον υπό του καπνού και ησύχως, αφ' ού εχαιρέτισε τον
-Ροβέρτον Κόρτις, κατευθύνεται προς τους επιτόνους, αναβαίνει τας κλιμακίδας και
-εγκαθιδρύεται επί του θωρακίου του επιδρόμου.</p>
-
-<p>Ιδών τον Σάιλας Χόντλυ, ευθύς ενθυμούμαι ότι έτερός τις διαμένει καθειργμένος
-υπό το επίστεγον εν τω θαλάμω εκείνω, όν αι φλόγες μέλλουσιν ίσως να
-καταβροχθίσωσι.</p>
-
-<p>Πρέπει λοιπόν να αφήσωμεν να αποθάνη τον ταλαίπωρον Ρόμπυ; Ορμώ προς την
-κλίμακα. . . . Αλλ' ο παράφρων θραύσας τα δεσμά του φαίνεται την στιγμήν εκείνην,
-έχων την κόμην κεκαυμένην και τα ενδύματα φλεγόμενα. Ουδέν λέγων περιπατεί επί
-του καταστρώματος και οι πόδες του δεν καίονται! Ρίπτεται εις τας συστροφάς του
-καπνού, και ο καπνός δεν τον πνίγει. Ως ανθρωπίνη σαλαμάνδρα διατρέχει αναμέσον
-των φλογών!</p>
-
-<p>Νέος κρότος εκρήγνυται τότε και η άκατος διεσκορπίζεται εις τεμάχια, ο μεσαίος
-καθέκτης ανατινάσσεται διασχίσας το υπόβλημά του, και πίδαξ πυρός επί πολύ
-συμπεπιεσμένος αναπηδά μέχρι του ημίσεος του ιστού.</p>
-
-<p>Την στιγμήν εκείνην ο παράφρων εκβάλλει κραυγάς δυνατάς και εκ του στόματός
-του εκφεύγουσιν αι λέξεις αύται:</p>
-
-<p>«Το πικρικόν! το πικρικόν! Όλοι θα πηδήσωμεν εις τον αέρα! εις τον αέρα! εις τον
-αέρα!»</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0044.jpg" width="356"
-height="550"
-alt="«Το πικρικόν! το πικρικόν!» (σελ. 46)» (σελ. 36)" border="2" /><br /></p>
-
-<p>Έπειτα δε πριν λάβωμεν καιρόν να τον αναχαιτίσωμεν κατακρημνίζεται διά του
-καθέκτου εις την φλεγομένην κάμινον.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΙΔ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Την νύκτα της 29 Οκτωβρίου</i>. — Η σκηνή αύτη υπήρξε φοβερά,
-έκαστος δε, ει και έβλεπε την άνευ τινος ελπίδος κατάπτωσιν εν ή διετέλει,
-συνησθάνθη όμως όλην αυτής την φρίκην.</p>
-
-<p>Ο Ρόμπυ δεν ζη πλέον, αλλ' οι τελευταίοι λόγοι του θα έχωσιν επακολουθήματα
-ολεθριώτατα· διότι οι ναύται τον ήκουσαν κράζοντα: «Το πικρικόν! το πικρικόν!»
-Ενόησαν δε ότι το πλοίον δύναται να ανατιναχθή εις τον αέρα από στιγμής εις στιγμήν,
-και ότι δεν τους απειλεί πλέον μόνον πυρκαϊά, αλλά και φοβερά έκρηξις.</p>
-
-<p>Τινές των ανδρών, ακράτητοι ήδη, θέλουσι να φύγωσιν εξ άπαντος και άνευ
-αναβολής.</p>
-
-<p>«Την λέμβον! την λέμβον!» ανακράζουσι.</p>
-
-<p>Δεν βλέπουσι δε, δεν θέλουσι να ίδωσιν οι άφρονες, ότι η θάλασσα είνε εις άκρον
-τεταραγμένη και ότι ουδέν εφόλκιον δύναται να καταφρονήση τα κύματα εκείνα τα
-ανατινασσόμενα εις ύψος τεράστιον! Ουδέν δύναται να τους συγκρατήση, και δεν
-ακούουσι πλέον την φωνήν του πλοιάρχου των. Ο Ροβέρτος Κόρτις ρίπτεται εις το
-μέσον του πληρώματός του, αλλά μάτην, διότι ο ναύτης Όουεν εξερεθίζει τους
-συνναύτας του. Οι δεσμοί της λέμβου χαλαρούνται, και η λέμβος ωθείται προς τα
-έξω.</p>
-
-<p>Το εφόλκιον αιωρείται μίαν στιγμήν εν τω αέρι, και υπακούον εις το παρακύλισμα
-του πλοίου, προσκόπτει επί του τροπού [<span style='font-size: small;'><a href='#fn51'
-id='ref51'>51</a></span>]
-, και μετά τελευταίαν προσπάθειαν των ναυτών αποσπάται και ήδη άπτεται της
-θαλάσσης· αλλά αίφνης κύμα τεράστιον την καλύπτει, την απομακρύνει μίαν στιγμήν
-και μετά δυνάμεως ακρατήτου την κατασυντρίβει επί της πλευράς του
-<i>Σάνσελλορ</i>.</p>
-
-<p>Η τε άκατος και η λέμβος κατεστράφησαν ήδη και μόνον υπολείπεται ημίν μία
-εύθραυστος και στενή φαλαινίς.</p>
-
-<p>Οι ναύται κατάπληκτοι ίστανται ακίνητοι, και μόνον ακούονται οι συριγμοί του
-ανέμου μεταξύ των αρμένων του πλοίου, και ο βόμβος της πυρκαϊάς. Η κάμινος
-προχωρεί μεγεθυνομένη βαθέως προς το κέντρον του πλοίου, και χείμαρροι ατμών
-λιγνυωδών [<span style='font-size: small;'><a href='#fn52' id='ref52'>52</a></span>]
- εκθρώσκοντες εκ του καθέκτου ανέρχονται προς τον ουρανόν. Από του πρωραίου
-καταστρώματος μέχρι του επιστέγου δεν βλεπόμεθα πλέον, και φραγμός φλογός
-διαχωρίζει εις δύο τον <i>Σάνσελλορ</i>.</p>
-
-<p>Οι επιβάται και δύο ή τρεις των του πληρώματος κατέφυγον εις το όπισθεν του
-επιστέγου. Η μίσιζ Κηρ είνε εξηπλωμένη αναίσθητος επί τινος των κλωβών των
-ορνίθων, και παρ' αυτή κάθηται η μις Χέρμπυ. Ο κ. Λετουρνέρ ήρπασε τον υιόν του και
-τον κρατεί εν ταις αγκάλαις του, θλίβων αυτόν επί του πατρικού στήθους του. Εμέ
-κατέλαβε νευρική ταραχή και δεν δύναμαι να την κατανικήσω. Ο δε μηχανικός
-Φάλστεν παρατηρεί απαθώς το ωρολόγιόν του και σημειοί την ώραν εν τω
-σημειωματαρίω του.</p>
-
-<p>Τι δε συμβαίνει κατά την πρώραν, ένθα ευρίσκονται αναμφιβόλως ο
-υποπλοίαρχος, ο αρχιναύτης και το υπόλοιπον του πληρώματος, ούς ημείς δεν
-δυνάμεθα πλέον να ίδωμεν; Πάσα συγκοινωνία διεκόπη μεταξύ των δύο ημίσεων του
-πλοίου, και ουδείς ηδύνατο να διέλθη το εκ φλογών παραπέτασμα, όπερ ανέρχεται εκ
-του μεγάλου καθέκτου.</p>
-
-<p>Έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις και τον ερωτώ:</p>
-
-<p>«Τα πάντα τετέλεσται;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, μ' αποκρίνεται. Επειδή ο καθέκτης είνε ανοικτός, θα επιχύσωμεν
-χείμαρρον ύδατος εις την κάμινον, και θα κατορθώσωμεν ίσως να την
-κατασβέσωμεν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλά πώς θα γίνη ο χειρισμός των αντλιών επί του καίοντος τούτου
-καταστρώματος, κύριε Κόρτις; Πώς θα δοθώσι διαταγαί εις τους ναύτας διά μέσου των
-φλογών τούτων;</p>
-
-<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μ' αποκρίνεται.</p>
-
-<p>«Τετέλεσται τα πάντα; ηρώτησα και εκ δευτέρου.</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι! κύριε, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Και εφ' όσον μία μόνη σανίς
-του πλοίου τούτου μένει υπό τους πόδας μου, δεν θα απελπισθώ.»</p>
-
-<p>Και όμως η δύναμις της πυρκαϊάς διπλασιάζεται και τα θαλάσσια ύδατα βάφονται
-διά λάμψεως υπερύθρου. Άνωθεν δε τα χαμηλά νέφη αντανακλώσι μεγάλας φλόγας
-ξανθάς. Μακροί πίδακες πύρινοι αναπηδώσι διά των καθόδων, ημείς δε κατεφύγομεν
-εις την κορώνην [<span style='font-size: small;'><a href='#fn53'
-id='ref53'>53</a></span>]
-, όπισθεν του επιστέγου. Η δε μίσιζ Κηρ κατετέθη εν τη φαλαινίδι ήτις κρέμαται από
-των επωτίδων της, και παρ' αυτή έλαβε θέσιν η μις Χέρμπυ.</p>
-
-<p>Ποία νυξ φοβερά! και οποία τις γραφίς θα ηδύνατο να γράψη το φρικαλέον
-αυτής;</p>
-
-<p>Ο τυφών τότε εν όλη αυτού τη σφοδρότητι πνέει επί της ανθρακιάς ταύτης ως
-υπερμέγεθες αεριστήριον. Ο <i>Σάνσελλορ</i> τρέχει εν τω σκότει ως πυρπολικόν
-γιγαντιαίον. Δυοίν δε θάτερον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn54'
-id='ref54'>54</a></span>]
- ή πρέπει να ριφθώμεν εις την θάλασσαν ή να γίνωμεν παρανάλωμα των φλογών!</p>
-
-<p>Αλλά το πικρικόν δεν θα ανάψη λοιπόν; Το ηφαίστείον τούτο δεν θα ανοιχθή υπό
-τους πόδας ημών; Λοιπόν εψεύσθη ο Ρόμπυ; Δεν υπάρχει λοιπόν ουσία εκρηκτική
-εγκεκλεισμένη εν τω κύτει;</p>
-
-<p>Την ενδεκάτην και ημίσειαν, καθ' ήν στιγμήν η θάλασσα είνε φοβερά όσον
-ουδέποτε άλλοτε, προστίθεται εις τον κρότον των μαινομένων στοιχείων βρόμος
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn55' id='ref55'>55</a></span>]
- ιδιάζων, όν οι ναυτικοί σφόδρα φοβούνται· αντηχεί δε κατά την πρώραν η κραυγή
-αύτη·</p>
-
-<p>«Σκόπελοι! σκόπελοι δεξιά!»</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις πηδά επί του παραρρύμματος, ρίπτει βλέμμα ταχύ επί των
-λευκών κυμάτων, και στρεφόμενος προς τον πηδαλιούχον αναφωνεί μετά φωνής
-επιτακτικής:</p>
-
-<p>«Τον οίακα δεξιά, πάντη!»</p>
-
-<p>Αλλ' είνε λίαν αργά.</p>
-
-<p>Αισθάνομαι ότι ανηρπάγημεν επί των νώτων κυμάτων τεραστίων, και αίφνης
-γίνεται σύρραξις. Το πλοίον ψαύει κατά την πρύμναν, πτερνοκοπεί πολλάκις και ο
-ιστός του επιδρόμου, θραυσθείς σύρριζα επί του καταστρώματος, πίπτει εις την
-θάλασσαν.</p>
-
-<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> είνε ακίνητος.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΙΕ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της νυκτός της 29 Οκτωβρίου</i>. — Δεν είνε ακόμη
-μεσονύκτιον, σελήνη δεν υπάρχει και το σκότος είνε βαθύ. Δεν δυνάμεθα να
-γινώσκωμεν πού εκάθισε το πλοίον. Βιαίως απωθούμενον προσήγγισεν άρα γε εις την
-Αμερικανικήν ακτήν και άρα γε φαίνεται η γη;</p>
-
-<p>Είπον ότι ο <i>Σάνσελλορ</i>, αφ' ού επ' ολίγον επτερνοκόπησε, απέμεινεν όλως
-ακίνητος. Μετ' ολίγον κρότος αλύσεων αντηχήσας εν τη πρύμνη, δίδει είδησιν τω
-Ροβέρτω Κόρτις ότι αι άγκυραι εποντίσθησαν.</p>
-
-<p>«Καλά! καλά! είπεν. Ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης επόντισαν τας δύο
-αγκύρας. Πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα εστερεώθησαν!»</p>
-
-<p>Βλέπω τότε τον Ροβέρτον Κόρτις προχωρούντα επί των παραρρυμμάτων μέχρι του
-ορίου όπερ αι φλόγες δεν επιτρέπουσι να υπερβή. Ολισθαίνει επί του δεξιού επιτόνου
-προς το μέρος όπου το πλοίον είχε κλίνη, και ίσταται εκεί επί τινας στιγμάς
-πληττόμενος υπό των βαρέων κυμάτων. Τον βλέπω παραβάλλοντα το ους, ως εάν
-ήκουε ιδιάζοντά τινα θόρυβον εν τω μέσω του θορύβου της τρικυμίας.</p>
-
-<p>Τέλος ο Ροβέρτος Κόρτις επανέρχεται εις το επίστεγον και μοι λέγει: </p>
-
-<p>«Τα νερά εισέρχονται εις το πλοίον, και τα νερά αυτά, Θεού ευδοκούντος, θα
-καταβάλουν ίσως την πυρκαϊάν!</p>
-
-<p>&nbsp;— Και έπειτα; είπον εγώ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, το «έπειτα» είνε
-μέλλον και απόκειται εις το θέλημα του Θεού. Ημείς ας μεριμνώμεν περί του
-παρόντος!»</p>
-
-<p>Και ήδη πρώτον πάντων έπρεπε να καταφύγωμεν εις τους σίφωνας, αλλά την
-στιγμήν εκείνην δεν δύνανται να τους φθάσωσιν εν τω μέσω των φλογών! Πιθανώς
-σανίς τις εθραύσθη εν τω πυθμένι του πλοίου, και δι' αυτής εισέρχεται ύδωρ
-άφθονον, διότι μοι φαίνεται ότι η βία του πυρός ήδη ελαττούται. Ακούονται συριγμοί
-εκκωφωτικοί, τεκμήριον ότι τα δύο στοιχεία παλαίουσι. Βεβαίως δε η βάσις της εστίας
-είνε ήδη κατάκλυστος, και η πρώτη σειρά των δεμάτων του βάμβακος είνε εν τω
-ύδατι. Λοιπόν, το ύδωρ τούτο ας πνίξη την πυρκαϊάν, και ημείς πάλιν έπειτα θα το
-πολεμήσωμεν, και ίσως θα είνε ολιγώτερον φοβερόν του πυρός, διότι το ύδωρ είνε το
-στοιχείον του ναυτικού και αυτός είνε συνηθισμένος να το νικά.</p>
-
-<p>Κατά τας τρεις άλλας ώρας καθ' άς διήρκεσεν έτι η τόσον μακρά αύτη νυξ,
-αναμένομεν μετ' αγωνίας απεριγράπτου. Πού είμεθα; Το μόνον βέβαιον είνε ότι το
-ύδωρ αποσύρεται κατ' ολίγον, και η σφοδρότης των κυμάτων καταπαύει. Ο
-<i>Σάνσελλορ</i> πρέπει να έψαυσε μίαν ώραν μετά την πλημμυρίδα, αλλ' είνε
-δύσκολον να γνωσθή ακριβώς άνευ υπολογισμών και άνευ παρατηρήσεων. Εάν δε
-είνε τούτο, δυνάμεθα να ελπίζωμεν, επί τω λόγω όμως ότι η πυρκαϊά εσβέσθη, ότι ο
-<i>Σάνσελλορ</i> ταχέως θα απαλλαχθή κατά την προσεχή παλίρροιαν.</p>
-
-<p>Περί ώραν τετάρτην και ημίσειαν προ μεσημβρίας το εκ φλογών παραπέτασμα, το
-μεταξύ πρώρας και πρύμνης ηπλωμένον, διασκορπίζεται κατ' ολίγον, και εκείθεν
-διακρίνομεν τέλος όμιλον μαύρον, το πλήρωμα, όπερ είχε καταφύγη εις το πρωραίον
-στενόν κατάστρωμα,, Μετ' ου πολύ αι συγκοινωνίαι αποκαθίστανται αύθις μεταξύ των
-δύο άκρων του πλοίου, και ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης έρχονται προς ημάς, εις
-το επίστεγον, βαδίζοντες επί των τροπών, διότι δεν είνε ακόμη δυνατόν να πατήσωσιν
-επί του καταστρώματος. </p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0045.jpg" width="345"
-height="550"
-alt="Διακρίνομεν όμιλον μαύρον. . . (σελ. 51)" border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης παρόντος μου
-συσκέπτονται και συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι δήλα δή ουδέν πρέπει να
-επιχειρήσωμεν πριν γίνη ημέρα. Και εάν μεν η γη είνε πλησίον, η δε θάλασσα προσιτή,
-θα αποβιβασθώμεν εις την παραλίαν είτε διά της φαλαινίδος είτε διά σχεδίας. Αλλ'
-εάν όμως μηδεμία γη φαίνεται και ο <i>Σάνσελλορ</i> έχη εξοκείλη επί σκοπέλου
-απομεμονωμένου, θα καταβληθή προσπάθεια να τον ανασύρωμεν, ώστε να τον
-καταστήσωμεν ικανόν να καταπλεύση εις τον εγγύτατον λιμένα.</p>
-
-<p>«Αλλά, ο Ροβέρτος Κόρτις, ού την γνώμην συμμερίζεται ο υποπλοίαρχος και ο
-αρχιναύτης, είνε δύσκολον, λέγει, να μαντεύσω που είμεθα, διότι διά των
-βορειοδυτικών τούτων ανέμων ο <i>Σάνσελλορ</i> θα ερρίφθη αρκετά μακράν προς
-νότον. Ιδού ότι επί πολύν χρόνον δεν ηδυνήθην να μετρήσω το ύψος, και όμως επειδή
-δεν γνωρίζω σκόπελόν τινα κατά το μέρος τούτο του Ατλαντικού Ωκεανού, δυνατόν να
-εξοκείλαμεν επί τινος γης της Νοτίου Αμερικής.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλά, είπον εγώ, εξακολουθούμεν απειλούμενοι υπό της εκρήξεως. Δεν
-θα ήτο δυνατόν να εγκαταλίπωμεν τον <i>Σάνσελλορ</i> και να καταφύγωμεν. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Επί του σκοπέλου τούτου; απαντά ο Ροβέρτος Κόρτις. Αλλ' οποία τις είνε
-η κατασκευή του; δεν καλύπτεται υπό της πλημμυρίδος; Δυνάμεθα να τον
-αναγνωρίσωμεν εντός του σκότους τούτου; Ας αφήσωμεν να γίνη ημέρα, και
-βλέπομεν.»</p>
-
-<p>Τους λόγους τούτους του Ροβέρτου Κόρτις αναφέρω πάραυτα προς τους άλλους
-επιβάτας. Και ναι μεν δεν είνε απολύτως θαρρυντικοί, αλλ' ουδείς θέλει να ίδη τον
-νέον κίνδυνον, όν δημιουργεί η κατάστασις του πλοίου, εάν κατά δυστυχίαν έχη ριφθή
-επί αγνώστου σκοπέλου, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης γης. Μία δε μόνη
-παρατήρησις επικρατεί, ότι δήλα δή το ύδωρ νυν μάχεται υπέρ ημών και παλαίει
-επωφελώς κατά της πυρκαϊάς, και κατ' ακολουθίαν κατά των πιθανοτήτων της
-εκρήξεως.</p>
-
-<p>Τω όντι, τας περιαυγείς φλόγας διαδέχεται κατά μικρόν καπνός πυκνός μαύρος,
-εκθρώσκων εκ του καθέκτου εις υγράς περιστροφάς. Γλώσσαι τινες φλογεραί
-ανατινάσσονται έτι μεταξύ σκοτεινών ελίκων, αλλά σβέννυνται σχεδόν παρευθύς. Τον
-δε βόμβον του πυρός διαδέχονται συριγμοί του ύδατος, εξατμιζομένου επί της
-εσωτερικής εστίας. Είνε βέβαιον ότι η θάλασσα πράττει εκεί ό τι ούτε αι αντλίαι ημών
-ούτε οι κάδοι θα ηδύναντο να πράξωσι. Πλημμύρας δε μόνον έργον ώφειλε να είνε η
-κατάσβεσις της πυρκαϊάς ταύτης, της διαδεδομένης μεταξύ χιλίων επτακοσίων
-δεμάτων βάμβακος!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΙΣΤ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>30 Οκτωβρίου</i>. — Αι πρώται πρωιναί λάμψεις ελεύκαναν τον
-ορίζοντα, αλλ' αι ομίχλαι του πελάγους κωλύουσι το βλέμμα επί περιφερείας ικανώς
-περιωρισμένης. Ουδεμία γη φαίνεται ακόμη, και όμως ο οφθαλμός ημών ανερευνά
-μετ' αγωνίας ανυπομόνως όλον το δυτικόν και το μεσημβρινόν μέρος του
-Ωκεανού.</p>
-
-<p>Κατ' εκείνην την στιγμήν η θάλασσα ειχε σχεδόν όλως αποσυρθή και δεν υπάρχει
-έξ ποδών ύδωρ πέριξ του πλοίου, όπερ βυθίζεται εις δεκαπέντε περίπου όταν είνε
-κατάφορτον. Κορυφαί τίνες βράχων προκύπτουσι τήδε κακείσε, και φαίνεται έκ τινων
-χρωμάτων του πυθμένος, ότι ο σκόπελος ούτος αποτελείται εκ βράχων βασαλτικών.
-Πώς ηδυνήθη ο <i>Σάνσελλορ</i> να μετενεχθή τοσούτον εμπρός επί της υφάλου
-ταύτης; Κύμα υπερμέγεθες θα τον ανύψωσεν, αυτό δε τούτο ησθάνθην ολίγας στιγμάς
-πριν εξοκείλη. Όθεν εξετάσας την γραμμήν των βράχων των περικυκλούντων το
-πλοίον, ερωτώ εμαυτόν πώς θα κατορθωθή η εκείθεν ανέλκυσις του. Είνε κεκλιμένον
-από της πρύμνης εις την πρώραν, εξ ού καθίσταται επιπονωτάτη η επί του
-καταστρώματος πορεία, και πλην τούτου, καθ' όσον η του Ωκεανού επιφάνεια
-ταπεινούται, φαίνεται έτι μάλλον αποκλίνον προς αριστερά. Ο Ροβέρτος Κόρτις
-εφοβήθη μάλιστα προς στιγμήν μήπως εξοκείλη εις τα ρηχά. Αλλ' η κλίσις αυτού
-επαγιώθη τέλος οριστικώς και ουδείς υπάρχει ως προς τούτο φόβος.</p>
-
-<p>Την έκτην πρωινήν ώραν συγκρούσεις βίαιαι γίνονται επαισθηταί. Ο ιστός του
-επιδρόμου, όστις πρότερον είχε παρασυρθή υπό των κυμάτων, επανελθών πλήττει τας
-πλευράς του <i>Σάνσελλορ</i>. Ταυτοχρόνως δε κραυγαί αντηχούσι και το όνομα του
-Ροβέρτου Κόρτις πλεονάκις ακούεται προφερόμενον. </p>
-
-<p>Παρατηρούμεν κατά την διεύθυνσιν εκείσε όθεν έρχονται αι κραυγαί, και εν τω
-σκιόφωτι της υποφωσκούσης ημέρας βλέπομεν άνθρωπον συγκρατούμερον από του
-θωρακίου του επιδρόμου, τον Σάιλας Χόντλυ, όστις ειχε συμπαρασυρθή υπό της
-πτώσεως του ιστού και ως εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0052.jpg" width="346"
-height="550"
-alt="Άνθρωπος φαίνεται κρεμάμενος.....(σελ. 53.)" border="2" /><br /></p>
-
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει παρευθύς εις βοήθειαν του πρώην πλοιάρχου του, και
-αψηφών μυρίους όσους κινδύνους, κατορθοί να τον επαναγάγη εις το πλοίον. Ο
-Σάιλας Χόντλυ ουδέ γρυ ειπών, επορεύθη εις την απωτάτην γωνίαν του επιστέγου και
-εκάθισεν. Ο άνθρωπος ούτος γενόμενος όν όλως παθητικόν, περί ουδενός
-μεριμνά.</p>
-
-<p>Επετύχομεν έπειτα να υπηνεμώσωμεν τον ιστόν του επιδρόμου και δέσωμεν
-αυτόν στερεώς εις το πλοίον, ού τας πλευράς δεν απειλεί πλέον. Το διασωθέν τούτο
-ναυάγιον ίσως, χρησιμεύση εις ημάς, τις οίδε;</p>
-
-<p>Ήδη η ημέρα αρκούντως προυχώρησε και η ομίχλη άρχεται υψουμένη. Ήδη το
-βλέμμα δύναται να διαδράμη επαρκώς την περίμετρον του ορίζοντος πλέον των τριών
-μιλίων, αλλ' ουδέν ακόμη φαίνεται ομοιάζον προς ακτήν. Η γραμμή των ρηγμίνων
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn56' id='ref56'>56</a></span>]
- διαθέει προς Λίβα (ΝΔ) και προς Μέσην (ΒΑ) επί έν περίπου μίλιον. Προς Βορράν
-αναδύει ώσπερ τι νησύδριον ακανονίστου σχήματος, ιδιότροπος σύστασις βράχων
-ύψους πεντήκοντα ποδών υψουμένη διακοσίας το πολύ οργυιάς από του μέρους ένθα
-εξώκειλεν ο <i>Σάνσελλορ</i>. Θα υπέρκειται λοιπόν της επιφανείας των υψίστων
-παλιρροιών. Ώσπερ τις οδός κτιστή στενοτάτη μεν αλλά ευδιάβατος εν αμπώτιδι, θα
-επιτρέψη εις ημάς να έλθωμεν εις το νησύδριον τούτο χρείας τυχούσης.</p>
-
-<p>Εκείθεν η θάλασσα αναλαμβάνει το σκοτεινόν αυτής χρώμα. Εκεί το ύδωρ είνε
-βαθύ, εκεί τελευτά ο σκόπελος.</p>
-
-<p>Αμηχανία άπειρος, ήν δικαιολογεί η του πλοίου κατάστασις, καταλαμβάνει τα
-πνεύματα πάντα. Είνε φόβος τω όντι μήπως αι ρηγμίνες αύται δεν συνέχονται προς
-ουδεμίαν ακτήν.</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην, ώραν εβδόμην, η ημέρα είνε φωτεινή η δε ομίχλη
-εξηφανίσθη. Ο ορίζων φαίνεται πέριξ του <i>Σάνσελλορ</i> μετά τελείας διαυγείας,
-αλλ' η γραμμή του ύδατος και η του ουρανού συγχέονται επί της αυτής περιοχής, η δε
-θάλασσα πληροί όλον το διάστημα.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις ακίνητος παρατηρεί τον Ωκεανόν κυρίως προς Ζέφυρον (Δ). Ο
-δε κ. Λετουρνέρ και εγώ όρθιοι πλησίον αλλήλων, εξετάζομεν και τας ελαχίστας αυτού
-κινήσεις, και αναγινώσκομεν σαφώς τας εννοίας τας συνθλιβομένας εν τω εγκεφάλω
-αυτού. Η έκπληξις αυτού μεγάλη, διότι ηδύνατο να πιστεύη ότι ήμεθα πλησίον ακτής,
-αφ' ού σχεδόν πάντοτε εξηκολουθούμεν πλέοντες προς Νότον από της προσορμίσεως
-του πλοίου παρά τας Βερμούδας νήσους, και όμως ουδεμία γη φαίνεταί που.</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, καταλιπών το επίστεγον, μεταβαίνει διά
-των παρραρυμμάτων μέχρι των επιτόνων, ανέρχεται ταχέως τας κλιμακίδας, αρπάζει
-τους επιτόνους του μεγάλου επιστηλίου, υπερβαίνει τα δίζυγα και φθάνει ταχέως το
-ανώτατον του επιστηλίου. Εκείθεν δε επί τινα λεπτά της ώρας εξετάζει επιμελέστατα
-όλον το διάστημα. Έπειτα δε αρπάσας σχοινίον τι ωλίσθησε μέχρι των τροπών και
-επανήλθε πλησίον ημών.</p>
-
-<p>Τον ερωτώμεν διά των βλεμμάτων.</p>
-
-<p>«Ουδεμία γη» αποκρίνεται απαθώς.</p>
-
-<p>Τότε προχωρεί ο μίστερ Κηρ και ερωτά δυσθύμως πως:</p>
-
-<p>«Και πού είμεθα, κύριε;»</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν ειξεύρω τίποτε, κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.</p>
-
-<p>&nbsp;— Έπρεπε να ειξεύρης! αποκρίνεται ανοήτως ο Πετρέλαιος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Έστω, αλλά δεν ειξεύρω.</p>
-
-<p>&nbsp;— Λοιπόν, επαναλαμβάνει ο μίστερ Κηρ, μάθε λοιπόν ότε δεν έχω εγώ
-σκοπόν να μείνω αιωνίως εις το πλοίον σου, κύριε, και. . . »</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις αρκείται υψών τους ώμους.</p>
-
-<p>Έπειτα δε στρεφόμενος προς τον κ. Λετουρνέρ και εμέ λέγει:</p>
-
-<p>«Θα μετρήσω το ύψος, εάν ο ήλιος φανή, και τότε θα μάθωμεν επί τινος σημείου
-του Ατλαντικού Ωκεανού μας έρριψεν η τρικυμία.» </p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις τότε ασχολείται εις την διανομήν τροφών εις τους επιβάτας και
-εις το πλήρωμα, διότι πάντες έχομεν χρείαν τροφής, καταβεβλημένοι υπό του
-καμάτου και της πείνης. Τρώγομεν διπυρίτην και ολίγον κρέας παστόν. Έπειτα δε ο
-πλοίαρχος όσον τάχιστα λαμβάνει διάφορα μέτρα προς επαναφοράν του πλοίου εις
-την πλήμμυραν.</p>
-
-<p>Η πυρκαϊά ηλαττώθη πολύ, και ήδη ουδεμία φλοξ εξέρχεται, ο δε καπνός είνε
-ήττον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn57' id='ref57'>57</a></span>]
- άφθονος ει και μαύρος έτι. Είνε δε βέβαιον ότι ο <i>Σάνσελλορ</i> έχει εν τω κύτει
-ικανήν ποσότητα ύδατος, αλλά δεν είνε δυνατόν να βεβαιωθώμεν περί τούτου, διότι
-το κατάστρωμα δεν είνε προσιτόν.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τότε να καταβρέχωσι τας καιομένας σανίδας, και μετά
-δύο ώρας οι ναύται δύνανται να βαδίζωσιν επί του καταστρώματος.</p>
-
-<p>Πρώτον πάντων γίνεται φροντίς περί βολιδοσκοπήσεως, ήν εκτελεί ο αρχιναύτης.
-Εξελέγξεως δε γενομένης ευρίσκεται ότι υπάρχει εν τω κύτει ύδωρ πέντε ποδών, αλλ'
-ο πλοίαρχος δεν παραγγέλλει ακόμη να το αντλήσωσι, διότι θέλει να το αφήση να
-αποτελειώση το έργον του.</p>
-
-<p>Την πυρκαϊάν πρώτον και έπειτα το ύδωρ.</p>
-
-<p>Και νυν προτιμότερον είνε να εγκαταλίπωμεν ευθύς το πλοίον και να
-καταφύγωμεν επί του σκοπέλου; Ο πλοίαρχος Κόρτις δεν έχει ταύτην την γνώμην,
-συμφωνεί δε ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης. Τω όντι, όπως η θάλασσα είνε
-τρικυμιώδης δεν θα είνε δυνατόν να σταθή τις επί των βράχων τούτων και αυτών έτι
-των υψίστων, ούς θα σαρώνωσι τα μεγάλα κύματα. Αι δε πιθανότητες της εκρήξεως
-ηλαττώθησαν ήδη επαισθητώς, διότι το ύδωρ κατέκλυσε βεβαίως το μέρος του
-κύτους, εν ώ είνε κατατεθειμένον το παρεμπόρευμα του Ρόμπυ, και κατ' ακολουθίαν,
-κατέκλυσε και το δοχείον του πικρικού. Απόφασις λοιπόν εγένετο μήτε οι επιβάται να
-εγκαταλίπωσι το <i>Σάνσελλορ</i> μήτε το πλήρωμα.</p>
-
-<p>Καταγίνονται δε τότε παρασκευάζοντες εν τη πρύμνη επί του επιστέγου ώσπερ
-τινά κατασκήνωσιν, και τινά στρώματα άτινα δεν έχει προσβάλη το πυρ, διατίθενται
-υπέρ των δύο επιβατριών. Οι δε άνδρες του πληρώματος, σώσαντες τους σάκκους
-των, τοποθετούσιν αυτούς υπό το πρωραίον κατάστρωμα και εγκαθίστανται εκεί, διότι
-η θέσις των είνε όλως ακατοίκητος.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0053.jpg" width="355"
-height="550"
-alt="Παρασκευάζουσιν επί του επιστέγου κατασκήνωσιν (σελ. 56)" border="2" /><br
-/></p>
-
-
-<p>Ευτυχώς πάνυ αι βλάβαι εν τω διανομείω δεν εγένοντο μέγισται, τα τρόφιμα κατά
-μέγα μέρος διεσώθησαν ως και αι υδροδόκαι. Ωσαύτως δε άθικτος είνε και η
-ιστιοθήκη κειμένη εν τη πρώρα.</p>
-
-<p>Τέλος ίσως είμεθα περί το τέρμα των δοκιμασιών! θα εκινείτο τις να το πιστεύση,
-διότι από της πρωίας ο άνεμος εξέλιπε κατά το πλείστον, και εν τω πελάγει ο σάλος
-εκόπασε πολύ. Περίπτωσις ευνοϊκή, διότι κύματα μέλλοντα να προσβάλωσι τον
-<i>Σάνσελλορ</i> κατ' εκείνην την στιγμήν, θα τον συνέτριβον αφεύκτως επί των
-σκληρών τούτων βασαλτών.</p>
-
-<p>Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ επί πολύ συνδιελέχθημεν περί των αξιωματικών του
-πλοίου, περί του πληρώματος και περί της διαγωγής πάντων κατά την περίοδον
-ταύτην των κινδύνων. Πάντες επεδείξαντο θάρρος και δραστηριότητα. Ιδία δε
-διεκρίθησαν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, και ο ξυλουργός Δαούλας.
-Υπάρχουσιν εν αυτώ άνδρες γενναίοι, ναυτικοί καλοί εις ούς δύναται τις να έχη
-πεποίθησιν. Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις, ούτος δεν χρήζει εγκωμίων, είνε
-δραστηριώτατος και πανταχού παρών. Ουδεμία δυσχέρεια παρίσταται, ήν δεν είνε
-έτοιμος να διαλύση, παραθαρρύνει τους ναύτας του διά λόγου και διά νεύματος, και
-κατέστη η ψυχή του πληρώματος τούτου όπερ δι' αυτού και μόνου ενεργεί.</p>
-
-<p>Εν τούτοις από της εβδόμης πρωινής ώρας άρχεται η θάλασσα υψουμένη· είνε δε
-ήδη ενδεκάτη και πάσαι αι κορυφαί των ρηγμίνων εξηφανίσθησαν υπό την
-πλημμυρίδα. Πρέπει να αναμένωμεν να ίδωμεν την επιφάνειαν του ύδατος
-ανερχομένην εν τω κύτει του <i>Σάνσελλορ</i>, καθ' όσον και της θαλάσσης η
-επιφάνεια ανέρχεται, όπερ και συμβαίνει. Η βολίς δεικνύει μετ' ου πολύ εννέα πόδας,
-και νέα στρώματα βάμβακος κατεκλύσθησαν υπό του ύδατος, δι' ό είμεθα άξιοι
-συγχαρητηρίων.</p>
-
-<p>Από της ώρας δε της πλημμυρίδος, το πλείστον των πέριξ του πλοίου βράχων
-κατεκλύσθη, και μένει μόνον ορατόν το πλαίσιον μικράς λεκάνης κυκλικής, διαμέτρου
-διακοσίων πεντήκοντα μέχρι τριακοσίων ποδών, ής την βόρειον γωνίαν κατέχει ο
-<i>Σάνσελλορ</i>. Είνε δε εκεί η θάλασσα αρκούντως ήρεμος, τα δε κύματα δεν
-διαδίδονται μέχρι του πλοίου — Περίπτωσις σφόδρα ευάρεστος, διότι το πλοίον ημών
-ιστάμενον ακίνητον, θα επλήττετο υπ' αυτών ως τις σκόπελος.</p>
-
-<p>Την ενδεκάτην και ημίσειαν ο ήλιος, όν νέφη τινά εκάλυπτον από της δεκάτης,
-εφάνη επικαιρότατα. Ο δε πλοίαρχος, όστις είχεν ήδη δυνηθή την πρωίαν να
-υπολογίση μίαν γωνίαν ωρικήν [<span style='font-size: small;'><a href='#fn58'
-id='ref58'>58</a></span>]
-
-, παρασκευάζεται να λάβη ύψος μεσημβρινόν και περί μεσημβρίαν ποιεί παρατήρησιν
-ακριβεστάτην.</p>
-
-<p>Έπειτα δε, κατελθών εις τον θάλαμόν του υπολογίζει τον γενόμενον δρόμον του
-πλοίου, επανέρχεται εις το επίστεγον και λέγει προς ημάς:</p>
-
-<p>«Είμεθα δεκαοκτώ μοίρας και πέντε πλάτους βορείου, και τεσσαράκοντα πέντε
-μοίρας και πεντήκοντα τρία μήκους δυτικού.»</p>
-
-<p>Εξηγήθη δε τότε υπό του πλοιάρχου η κατάστασις προς πάντας όσους οι αριθμοί
-του μήκους και του πλάτους δεν είνε συνήθεις. Ο Ροβέρτος Κόρτις ευλόγως ουδέν
-θέλει να κρύψη, και επιμένει όπως πας τις γινώσκη ακριβώς εις τι να αρκεσθή εν τη
-παρούση καταστάσει.</p>
-
-<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> εκάθισε 18" 5' πλάτους βορείου και 45" 53' μήκους δυτικού
-επί σκοπέλου όν οι ναυτικοί πίνακες δεν δεικνύουσι. Πώς είνε δυνατόν να υπάρχωσι
-τοιούτοι βράχοι κατά τούτο το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού και να μη είνε γνωστοί;
-Λοιπόν το νησύδριον τούτο θα εσχηματίσθη αρτίως και θα είνε προϊόν πλουτωνείου
-τινός εξάρσεως; Δεν βλέπω πώς άλλως δύναται τις να εξηγήση το γεγονός τούτο.</p>
-
-
-<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0060.jpg" width="350"
-height="550"
-alt="Το νησύδριον τούτο. ., (σελ. 58)" border="2" /><br /></p>
-
-<p>Όπως δήποτε το νησύδριον τούτο απέχει οκτακόσια μίλια από των Γουυανών,
-τούτ' έστι των εγγυτάτων γαιών.</p>
-
-<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> λοιπόν παρεσύρθη προς Νότον μέχρι του δεκάτου ογδόου
-παραλλήλου, κατ' αρχάς μεν ένεκα της ασυνέτου επιμονής του Σάιλας Χόντλυ, έπειτα
-δε υπό της σφοδρότητος του Σκίρωνος (ΒΔ), όστις τον ηνάγκασε να φύγη. Κατ'
-ακολουθίαν ο <i>Σάνσελλορ</i> οφείλει να πλεύση έτι υπέρ τα οκτακόσια μίλια πριν
-φθάση την εγγυτάτην ακτήν.</p>
-
-<p>Τοιαύτη η κατάστασις των πραγμάτων. Κατάστασις σπουδαία, αλλ' η εντύπωσις η
-εκ της ανακοινώσεως ταύτης του πλοιάρχου δεν είνε κακή, — την στιγμήν ταύτην
-τουλάχιστον. Ποίοι νέοι κίνδυνοι ηδύναντο νυν να συγκινήσωσιν ημάς, τους άρτι
-διαφυγόντας τον διπλούν κίνδυνον της τε πυρκαϊάς και της εκρήξεως; Λησμονούμεν
-ότι το κύτος του πλοίου είνε κατάκλυστον υπό του ύδατος, ότι η γη είνε
-απομεμακρυσμένη, ότι ο <i>Σάνσελλορ</i>, όταν αναχθή εις το πέλαγος, δύναται να
-καταποντισθή κατά τον διάπλουν. . . Αλλά τα πνεύματα είνε έτι υπό τας εντυπώσεις
-των τρόμων του παρελθόντος, ευρίσκοντα δε ολίγην ηρεμίαν, είνε διατεθειμένα να
-έχωσι πεποίθησιν.</p>
-
-<p>Και νυν τι θα ποιήση ο Ροβέρτος Κόρτις; Απλούστατα ό τι ο ορθός λόγος κελεύει:
-Να σβεσθή τελείως η πυρκαϊά, να ριφθή εις την θάλασσαν όλον το φορτίον ή μέρος
-αυτού, εννοείται δε και το δοχείον του πικρικού, να φραχθώσιν αι οπαί δι' ών το ύδωρ
-εισρέει, και τότε, του πλοίου κουφισθέντος, επωφελούμενοι της πλημμυρίδος, να
-εγκαταλίπωμεν τον σκόπελον όσον τάχιστα.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΙΖ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της 30 Οκτωβρίου</i>. — Συνδιαλεχθείς μετά του κ. Λετουρνέρ
-περί της ημετέρας καταστάσεως, νομίζω ότι ηδυνήθην να τον βεβαιώσω ότι η επί της
-υφάλου διαμονή ημών θα είνε βραχεία, εάν αι περιστάσεις ηυνόουν ημάς. Αλλ' ο κ.
-Λετουρνέρ δεν φαίνεται συμφωνών.</p>
-
-<p>«Τουναντίον μάλιστα φοβούμαι, μοι αποκρίνεται, μήπως επί πολύ μείνωμεν επί
-των βράχων τούτων!</p>
-
-<p>&nbsp;— Και διατί; υπέλαβον εγώ. Δεν είνε δα και δύσκολον πράγμα να ριφθώσιν
-εις την θάλασαν ολίγαι εκατοστύες δεμάτων βάμβακος, και δεν θέλει και πολύ, εντός
-δύο ή τριών ημερών η εργασία τελειώνει.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, θα εγίνετο τάχιστα η εργασία αύτη, εάν
-ηδύνατο το πλήρωμα από σήμερον να την αρχίση. Αλλ' είνε των αδυνάτων να εισδύση
-άνθρωπος εις το κύτος του <i>Σάνσελλορ</i>, διότι ο αήρ είνε εκεί ακατάλληλος εις
-αναπνοήν, και Κύριος οίδε πόσαι ακόμη ημέραι θα παρέλθωσι πριν κατορθωθή τούτο,
-αφ' ού το μεταξύ στρώμα του φορτίου ακόμη καίει. Άλλως τε και αν άπαξ
-καταβάλωμεν το πυρ, θα είμεθα άρα γε εις κατάστασιν να πλεύσωμεν; Όχι!
-Οφείλομεν να φράξωμεν την διαρροήν του ύδατος, ήτις θα είνε μεγάλη και να την
-φράξωμεν μετά μεγίστης επιμελείας, εάν δεν θέλωμεν να καταποντισθώμεν, αφ' ού
-εκινδυνεύσαμεν να καώμεν! Όχι, κύριε Κάζαλλον, δεν κάθημαι εγώ να απατώμαι, και
-θα το θεωρήσω ως ευτυχή περίπτωσιν, εάν εντός τριών εβδομάδων αποπλεύσωμεν εκ
-του σκοπέλου τούτου. Είθε δε να μη εγερθή τρικυμία πριν αναχθώμεν εις το πέλαγος,
-διότι ο <i>Σάνσελλορ</i> ήθελε κατασυντριβή επί της υφάλου ταύτης, ήτις τότε θα
-εγίνετο τάφος ημών!»</p>
-
-<p>Τω όντι απειλούμεθα υπό του μεγίστου των απειλούντων ημάς κινδύνων, διότι την
-μεν πυρκαϊάν θα καταβάλωμεν, το δε πλοίον θα ανελκύσωμεν, τουλάχιστον τα πάντα
-πιθανολογούσι τούτο, αλλ' όμως διατελούμεν εν τη εξουσία μιας πνοής σφοδρού
-ανέμου. Και υποτεθέντος ότι το ύψιστον μέρος του σκοπέλου δύναται να παράσχη
-ημίν καταφύγιον εν ώρα τρικυμίας, αλλά τι θα γίνωσιν οι επιβάται και το πλήρωμα του
-<i>Σάνσελλορ</i>, όταν εκ του πλοίου των ουδέν άλλο θα υπολείπεται ή απλούν
-έκβρασμα ναυαγίου;</p>
-
-<p>«Κύριε Λετουρνέρ, ηρώτησα τότε, έχετε πεποίθησιν εις τον Ροβέρτον Κόρτις;»</p>
-
-<p>&nbsp;— Πεποίθησιν άκραν, κύριε Κάζαλλον, και θεωρώ ως χάριν ουρανόθεν ότι ο
-πλοίαρχος Χόντλυ ανέθηκεν εις αυτόν την κυβέρνησιν του πλοίου. Παν ό τι απαιτείται
-να πράξη διά να μας εξαγάγη του κακού τούτου στενού, είμαι βεβαιότατος ότι ο
-Ροβέρτος Κόρτις θα το πράξη».</p>
-
-<p>Ερωτώ τον πλοίαρχον ως πόσην ορίζει την διάρκειαν της διαμονής ημών επί της
-υφάλου ταύτης, και μοι αποκρίνεται ότι δεν δύναται ακόμη να την υπολογίση, διότι
-προ πάντων εξαρτάται εκ των περιστάσεων, αλλ' ελπίζει ότι η ατμοσφαιρική
-κατάστασις δεν θα είνε δύσνους. Τω όντι το βαρόμετρον εξακολουθεί ανερχόμενον
-αδιαλείπτως και άνευ ταλαντώσεων, όπως ότε τα ατμοσφαιρικά στρώματα δεν είνε
-ακόμη εν καλή ισορροπία. Εν τούτω λοιπόν υπάρχει σύμπτωμα νηνεμίας διαρκούς, και
-κατ' ακολουθίαν οιωνός άριστος υπέρ των εργασιών ημών.</p>
-
-<p>Άλλως τε ουδεμία ώρα απώλετο, και έκαστος επιλαμβάνεται του έργου μετά
-δραστηριότητος.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις προ παντός άλλου διανοείται να κατασβέση την πυρκαϊάν, ήτις
-νέμεται έτι το ανώτερον στρώμα των δεμάτων του βάμβακος υπεράνω της επιφανείας
-του εν τω κύτει ύδατος. Αλλά δεν πρόκειται να γίνεται απώλεια χρόνου προς διάσωσιν
-του φορτίου,, Πρόδηλον είνε ότι ο μόνος τρόπος της ενεργείας είνε να καταπνιγή το
-πυρ μεταξύ δύο στρωμάτων ύδατος. Αι αντλίαι λοιπόν επαναλαμβάνουσι το έργον
-των.</p>
-
-<p>Κατά τας πρώτας ταύτας εργασίας το πλήρωμα εξαρκεί εις τον χειρισμόν των
-αντλιών. Οι επιβάται δεν προσεκλήθησαν, αλλ' όμως είμεθα πάντες έτοιμοι να
-προσφέρωμεν τους βραχίονας ημών, η δε επικουρία ημών δεν είνε
-αξιοκαταφρόνητος, όταν θα προβώμεν εις την εκφόρτωσιν του πλοίου. Όθεν επί του
-παρόντος οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ διερχόμεθα την ώραν είτε συνδιαλεγόμενοι, είτε
-αναγινώσκοντες, και πλην τούτου εγώ διαθέτω ώρας τινάς εις την σύνταξιν του
-ημερολογίου μου. Ο δε μηχανικός Φάλστεν ήττον κοινωνικός, ασχολείται ατενώς περί
-τους αριθμούς του ή χαράσσει σχέδια μηχανών μετά του διαγράμματος, της διατομής
-και της ορθογραφίας αυτών. Είθε να δυνηθή, να επινοήση ισχυρόν τι μηχάνημα δι' ού
-να ανελκυσθή ο <i>Σάνσελλορ</i>. Οι δε σύζυγοι Κηρ κάθηνται κατά μέρος, και
-απαλλάσσουσιν ημάς της ανίας του να ακούωμεν τας αδιαλείπτους αυτών
-αντεγκλήσεις. Δυστυχώς η μις Χέρμπυ είνε ηναγκασμένη να μένη μετ' αυτών, και
-ολίγον τι ή ουδόλως βλέπομεν την νεάνιδα. Ο δε Σάιλας Χόντλυ ουδαμώς
-αναμιγνύεται εις τα της σωτηρίας του πλοίου, εν αυτώ δεν υπάρχει πλέον ο ναυτικός,
-και μόλις σώζεται εν αυτώ ο άνθρωπος, φυτού βίου ζων. Ο τροφοδότης Χόμμπαρτ
-εκτελεί την συνήθη αυτού υπηρεσίαν, ως εάν το πλοίον διετέλει διαπλέον τον
-τακτικόν αυτού διάπλουν. Είνε δε ο Χόμμπαρτ ούτος ανήρ καθ' υπερβολήν φιλόφρων,
-κρυψίνους και καθ' όλου ειπείν ολίγον εν αρμονία προς τον μάγειρον αυτού Γύγξτροπ,
-μαύρον κακοπρόσωπον, κτηνώδη το ήθος και αναιδή, αναμιγνυόμενον δε μετά των
-άλλων ναυτών πέρα του πρέποντος.</p>
-
-<p>Λοιπόν οία δήποτε τέρψις εν τω πλοίω είνε τι σπανιώτατον. Ευτυχώς μοι επέρχεται
-όρεξις να εξέλθω εις εξερεύνησιν της αγνώστου υφάλου, εφ' ής εκάθισεν ο
-<i>Σάνσελλορ</i>. Ο περίπατος αναμφιβόλως ούτε μακρός θα είνε ούτε ποικίλος, αλλ'
-είνε ευκαιρία να καταλίπω το πλοίον επί τινας ώρας, να μελετήσω έδαφος ού η αρχή
-είνε βεβαίως περίεργος.</p>
-
-<p>Άλλως τε είνε επάναγκες να ληφθή μετ' επιμελείας το σχέδιον της υφάλου ταύτης,
-ήτις δεν δεικνύεται εν τοις ναυτικοίς χάρταις. Νομίζω δε ότι οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ
-δυνάμεθα να εκτελέσωμεν μεθ' ικανής ευκολίας την υδρογραφικήν ταύτην εργασίαν,
-καταλείποντες τω πλοιάρχω Κόρτις την φροντίδα της συμπληρώσεως, όταν θα
-υπολογίση εκ νέου το μήκος και το πλάτος του σκοπέλου μετά πάσης της δυνατής
-ακριβείας.</p>
-
-<p>Η πρότασίς μου γίνεται αποδεκτή υπό των κκ. Λετουρνέρ, η δε φαλαινίς κομίζουσα
-βολίδας, μεθ' ενός ναύτου ίνα την κυβερνά, παρεχωρήθη ημίν, και καταλείπομεν τον
-<i>Σάνσελλορ</i> την πρωίαν της 31 Οκτωβρίου.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΙΗ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 31 Οκτωβρίου μέχρι της 5 Νοεμβρίου</i>. — Αρχόμεθα κατά
-πρώτον περιπλέοντες τον σκόπελον, ού το μήκος είνε περίπου τέταρτον μιλίου.</p>
-
-<p>Ο «περίπλους» δε ούτος εκτελείται τάχιστα, ημείς δε ανά χείρας έχοντες την
-βολίδα ανευρίσκομεν ότι αι προσελεύσεις της υφάλου είνε απότομοι και απόκρημνοι,
-το ύδωρ είνε εσχάτως βαθύ παρά τους βράχους και δεν είνε αμφίβολον ότι έξαρσις
-αιφνιδία, ώσις σφοδρά, οφειλομένη εις την ενέργειαν των πλουτωνείων δυνάμεων,
-εξήγαγε τον σκόπελον τούτον έξω της επιφανείας των υδάτων.</p>
-
-<p>Άλλως τε η αρχή του νησυδρίου δεν είνε συζητήσιμος, ούσα καθαρώς
-ηφαιστειακή. Πανταχού υπάρχουσιν όγκοι βασάλτου διατεθειμένοι εν τελεία τάξει,
-και ών τα κανονικά πρίσματα παρέχουσιν όψιν γιγαντιαίας αποκρυσταλλώσεως. Η
-θάλασσα, είνε θαυμασίως διαφανής καθέτως της περιμέτρου του σκοπέλου και
-δεικνύει την περίεργον δέσμην των πρισματικών στύλων ήτις υποβαστάζει την
-υποβρύχιον ταύτην οικοδομήν.</p>
-
-<p>«Ιδού παράδοξον νησύδριον, λέγει ο κ. Λετουρνέρ, και θα ανέδυσε βεβαίως
-νεωστί.»</p>
-
-<p>&nbsp;— Είνε προφανές, αποκρίνεται ο νέος Ανδρέας· προσθέτω δε ότι
-φαινόμενον απαράλλακτον όπως τα φαινόμενα της νήσου Ιουλίας, επί της ακτής της
-Σικελίας, και της νήσου Θήρας εν τω Αιγαίω πελάγει, εδημιούργησε το νησύδριον
-τούτο ακριβώς εις καιρόν κατάλληλον διά να δυνηθή ο <i>Σάνσελλορ</i> να καθίση
-επ' αυτού!</p>
-
-<p>&nbsp;— Τω όντι, προσέθηκα εγώ, πρέπει να συνέβη έξαρσις κατά το μέρος τούτο
-του Ωκεανού, αφ' ού ο σκόπελος ούτος δεν σημειούται εις τους νεωτάτους ναυτικούς
-χάρτας· διότι δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη τους οφθαλμούς των ναυτικών, εις το
-τμήμα τούτο του Ωκεανού το οποίον συχνάζεται τόσον πολύ. Ας τον εξετάσωμεν
-λοιπόν μετά προσοχής και θα τον φέρωμεν εις γνώσιν των ναυτιλλομένων.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλά τις οίδεν εάν δεν εξαφανισθή μετ' ου πολύ ένεκα φαινομένου
-ομοίου προς εκείνο το οποίον τον παρήγαγεν, αποκρίνεται ο Ανδρέας Λετουρνέρ.
-Ειξεύρετε, κύριε Κάζαλλον, των ηφαιστειακών τούτων νήσων η διάρκεια είνε συχνάκις
-εφήμερος και όταν οι γεωγράφοι θα εγγράψουν το νησύδριον τούτο εις τους νέους
-των γεωγραφικούς πίνακας, ίσως δεν θα υπάρχη πλέον!</p>
-
-<p>&nbsp;— Αδιάφορον, αγαπητέ μοι υιέ, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Προτιμότερον
-να καταδείξωμεν κίνδυνον μη υπάρχοντα, παρά να παραλείψωμεν κίνδυνον
-υπάρχοντα. Οι δε ναύται δεν θα έχουν δικαίωμα να παραπονώνται αν δεν ευρίσκουν
-πλέον σκόπελον εκεί όπου θα υπάρχη σημειωμένος!</p>
-
-<p>&nbsp;— Έχετε δίκαιον, λέγει προς τον πατέρα του ο Ανδρέας, και το κάτω κάτω
-της γραφής είνε λίαν δυνατόν το νησύδριον τούτο να είνε προωρισμένον να διαρκέση
-όσον και αι ήπειροί μας. Μόνον εάν μέλλη να εξαφανισθή, ο πλοίαρχος Κόρτις θα
-ήθελε να γίνη τούτο μετά τινας ημέρας, αφ' ού διορθώση τας βλάβας του, διότι ούτω
-πως θα απηλλάσσετο του κόπου να ανελκύση το πλοίον του.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλήθεια, Ανδρέα, ανεφώνησα αστεϊζόμενος, αξιοίς να διαθέτης τα της
-φύσεως ως άρχων! Θέλεις να αναβιβάζη και να καταβιβάζη ένα σκόπελον κατά την
-θέλησίν σου, κατά την ιδίαν σου ανάγκην, και αφ' ού εδημιούργησε τους βράχους
-τούτους εξεπίτηδες διά να βοηθήσωσι να κατασβεσθή η πυρκαϊά του
-<i>Σάνσελλορ</i>, πάλιν να τους εξαφανίση όταν συ κτυπήσης διά της ράβδου σου,
-διά να τον απαλλάξη;</p>
-
-<p>&nbsp;— Τίποτε άλλο δεν θέλλω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται μειδιών ο νέος,
-παρά να ευχαριστήσω τον Θεόν διότι τόσον φανερά μας επροστάτευσε· ηθέλησε να
-ρίψη το πλοίον μας επί της υφάλου ταύτης και πάλιν θα το επαναφέρη εις την
-θάλασσαν όταν έλθη η ώρα.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και θα τον βοηθήσωμεν κατά το μέτρον όλων μας των δυνάμεων· δεν
-έχει ούτω φίλοι μου;</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, διότι νόμος της
-ανθρωπότητος είνε το βοηθείν αλλήλους. Εν τούτοις ο Ανδρέας έχει δίκαιον αναθέτων
-την πεποίθησίν του εις τον Θεόν. Βεβαίως ο άνθρωπος ριψοκινδυνών επί της
-θαλάσσης, ποιείται χρήσιν αξιόλογον των ιδιοτήτων άς έλαβεν εκ φύσεως· αλλά επί
-του απείρου τούτου Ωκεανού, όταν τα στοιχεία ενσκήπτωσι κατ' αυτού, αισθάνεται
-πόσον εύθραστον είνε το φέρον αυτόν πλοίον και αυτός πόσον είνε ανίσχυρος και
-αφοπλισμένος! Όθεν νομίζω ότι το σύμβολον του ναυτικού έπρεπε να είνε: Έχε
-πεποίθησιν εις σεαυτόν και πίστιν εις τον Θεόν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ουδέν αληθέστερον τούτου, κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην εγώ, και
-πιστεύω ότι πολλά ολίγοι ναυτικοί υπάρχουσι, των οποίων η ψυχή να είνε επιμόνως
-κλειστή εις τας εντυπώσεις της θρησκείας!»</p>
-
-<p>Και ούτω πως συνδιαλεγόμενοι εξερευνώμεν τους βράχους τους αποτελούντας την
-βάσιν του νησυδρίου, και τα πάντα πείθουσιν ημάς ότι αρτίως ανεφάνη. Και τω όντι
-ουδέ έν κογχύλιον υπάρχει επ' αυτού, ουδέ θύσανος φυκών είνε προσκεκολλημένος
-επί των πλευρών του βασάλτου. Εραστής της φυσικής ιστορίας μάτην θα ανεσκάλευε
-τον σωρόν τούτον των λίθων, ένθα η φυτική και η ζωική φύσις δεν επέθηκεν ακόμη
-τον τύπον της σφραγίδος της. Τα μαλάκια όλως ελλείπουσιν, ωσαύτως δε και τα
-υδρόφυτα. Ο άνεμος δεν έφερεν ακόμη ουδέ έν σπέρμα, και τα θαλάσσια πτηνά
-ουδόλως εζήτησαν εν αυτοίς καταφύγιον. Μόνος ο γεωλόγος δύναται να εύρη ύλην
-προς αξίαν λόγου μελέτην, εξετάζων την βασαλτικήν ταύτην θεμελιώδη κατασκευήν,
-ήτις φέρει τα ίχνη πλουτωνείου σχηματισμού.</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην η λέμβος ημών επανέρχεται εις την νότιον άκραν του
-νησυδρίου εφ' ής εκάθισεν ο <i>Σάνσελλορ</i> Προτείνω εις τους συντρόφους μου να
-αποβιβασθώμεν, και δέχονται την πρότασίν μου.</p>
-
-<p>«Εάν τυχόν το νησύδριον έμελλε να εξαφανισθή, λέγει ο Ανδρέας γελών, πρέπει
-τουλάχιστον να το έχουν επισκεφθή ανθρώπινα πλάσματα».</p>
-
-<p>Η λέμβος προσεγγίζει εις την ακτήν και αποβαίνομεν επί του βασαλτικού βράχου.
-Και ο μεν Ανδρέας προηγείται, διότι το έδαφος είνε αρκούντως βατόν και ο νέος δεν
-έχει χρείαν βραχίονος ίνα τον υποστηρίξη. Ο πατήρ του μένει ολίγον τι οπίσω πλησίον
-μου, και ιδού αναβαίνομεν εις τον σκόπελον δι' ελαφράς ανωφερείας, αγούσης εις την
-υψίστην των κορυφών του.</p>
-
-<p>Τέταρτον ώρας εξαρκεί ίνα διανύσωμεν το διάστημα τούτο, και καθήμεθα και οι
-τρεις επί βασαλτικού πρίσματος, όπερ επιστέφει τον ύψιστον βράχον του νησυδρίου.
-Ο Ανδρέας Λετουρνέρ εξάγει τότε εκ του θυλακίου του σημειωματάριον και σχεδιάζει
-τον σκόπελον, ού το περίγραμμα φαίνεται καθαρώτατα προ των οφθαλμών ημών εις
-το πράσινον πεδίον των υδάτων.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0061.jpg" width="353"
-height="550"
-alt="Το ιχνογράφημα του Ανδρέου."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ο ουρανός είνε αίθριος, η δε θάλασσα, ταπεινή έτι, αποκαλύπτει τας τελευταίας
-κορυφάς αίτινες αναδύουσι προς Νότον, καταλείπουσαι μεταξύ αυτών τον στενόν
-πόρον όν ηκολούθησεν ο <i>Σάνσελλορ</i> πριν καθίση.</p>
-
-<p>Το σχήμα του σκοπέλου είνε αρκούντως παράδοξον και υπενθυμίζει καθ' όλου το
-του «χοιρομηρίου της Υόρκης», ού το κεντρικόν μέρος εξογκούται μέχρι του
-εξοιδήματος, ού την κορυφήν κατέχομεν.</p>
-
-<p>Όθεν ότε ο Ανδρέας εσχεδίασε την περίμετρον του νησυδρίου, λέγει προς αυτόν ο
-πατήρ:</p>
-
-<p>«Αλλά, παιδί μου, συ εσχεδίασες αυτού χοιρομήριον»</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, πάτερ μου, αποκρίνεται ο Ανδρέας, χοιρομήριον βασαλτικόν
-του οποίου το μέγεθος ήθελεν ευφράνη και τον ακόρεστον Γαργαντούαν. Και εάν ο
-πλοίαρχος Κόρτις συναινή, θα ονομάσωμεν την ύφαλον ταύτην
-Βραχοχοιρομήριον.</p>
-
-<p>&nbsp;— Βέβαια ανεφώνησα, το όνομα επιτυχέστατον, Βραχοχοιρομήριον! Και
-είθε οι ναυτιλλόμενοι να μη το πλησιάζουν πάρα πολύ, διότι δεν είνε διά τα δόντια
-των!»</p>
-
-<p>Κατά την νότιον εσχατιάν του νησυδρίου είχε ψαύση ο <i>Σάνσελλορ</i>, τούτ'
-έστι επί της λαβής αυτής του χοιρομηρίου και εν τω ορμίσκω τω σχηματιζομένω υπό
-της κοιλότητος της λαβής ταύτης. Είνε δε κεκλιμένος επί του δεξιού ισχίου και εις
-μέγιστον βαθμόν την στιγμήν ταύτην, διότι η παλίρροια είνε καθ' υπερβολήν
-ταπεινή.</p>
-
-<p>Αποπερατωθέντος του σχεδίου του Ανδρέου Λετουρνέρ, καταβαίνομεν δι' ετέρας
-κλιτύος ηρέμα κατερχομένης προς δυσμάς, και μετ' ού πολύ παρίσταται προ των
-οφθαλμών ημών άντρον κομψότατον. Βλέπων τις αυτό θα έλεγεν αληθώς ότι είνε
-έργον αρχιτεκτονικόν, ρυθμού εξ εκείνων ούς η φύσις ίδρυσεν ανά τας νήσους
-Εβρίδας και ειδικώτερον εν τη νήσω Στάφφα. Οι κκ. Λετουρνέρ οίτινες έχουσιν
-επισκεφθή το Φιγγάλειον άντρον, ανευρίσκουσιν αυτό ενταύθα, ολόκληρον, αλλά
-μικροτέρων διαστάσεων. Η αυτή διάθεσις των ομοκέντρων πρισμάτων προερχομένη
-εκ του τρόπου της ψύξεως των βασαλτών· το αυτό επιστέγασμα εκ μαύρων δοκών, ών
-αι συναρμογαί είνε πεφραγμέναι διά κίτρινης ύλης· η αυτή ακρίβεια των πρισματικών
-γωνιών, ών τας κόψεις η γλυφίς κοσμηματοποιού δεν ήθελε καλλιτεχνήση
-καθαρώτερον, τέλος ο αυτός βρόμος του αέρος διά μέσου των ηχηρών τούτων
-βασαλτών, εξ ού οι Γαέλσοι, ο αρχαίος ούτος λαός της Ιρλανδίας και Σκωτίας,
-εδημιούργησαν τας άρπας των Φιγγαλείων σκιών.</p>
-
-<p>Κατά τούτο δε μόνον διαφέρει του άντρου της Στάφφας, ότι εκεί μεν το έδαφος
-είνε σινδών υγρά, ενταύθα δε μόνον τα μεγάλα κύματα δύνανται να προσβάλλωσι το
-άντρον και το μεταξύ των πρισματικών στύλων αποτελεί στερεόν λιθόστρωτον.</p>
-
-<p>«Προς τούτοις, παρατηρεί ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το μεν άντρον της Στάφφας είνε
-ευρύχωρος γοτθική εκκλησία, τούτο δε είνε παρεκκλήσιον μόνον της μητροπόλεως
-εκείνης! Αλλά τις θα ήλπιζε ποτε να εύρη τοιούτον θαυμάσιον επί αγνώστου υφάλου
-του Ωκεανού!»</p>
-
-<p>Αναπαυθέντες επί μίαν ώραν εν τω άντρω, πορευόμεθα κατά μήκος της παραλίας
-του νησυδρίου και επανερχόμεθα εις τον <i>Σάνσελλορ</i> Ο Ροβέρτος Κόρτις
-πληροφορείται περί των ανακαλύψεών μας και εγγράφει το νησύδριον επί του χάρτου
-του μετά του ονόματος όπερ έδωκεν αυτώ ο Ανδρέας.</p>
-
-<p>Κατά τας επομένας ημέρας ουδέποτε παρημελήσαμεν να εξερχώμεθα εις
-περίπατον μέχρι του άντρου του Βροχοχοιρομηρίου, ένθα διερχόμεθα ώρας τινάς
-ευαρέστους. Το επεσκέφθη και ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' ως άνθρωπος απησχολημένος
-περί παν άλλο ή περί τον θαυμασμόν φυσικού θαυμασίου. Και ο Φάλστεν ήλθεν άπαξ
-ίνα εξετάση την φύσιν των βράχων και θραύση τεμάχιά τινα μετά της ασπλαγχνίας
-γεωλόγου. Ο μίστερ Κηρ δεν ηθέλησε να ταραχθή, και έμεινε περιωρισμένος εν τω
-πλοίω. Είπον τη μίσιζ Κηρ να μας συνοδεύση εν μια των εκδρομών ημών, αλλ'
-απέκρουσε την πρότασίν μου φοβουμένη μη την ενοχλήση η επιβίβασις εις την
-λέμβον ή την καταλάβη ο ελάχιστος κάματος.</p>
-
-<p>Και ο κ. Λετουρνέρ είπε προς την μις Χέρμπυ εάν ευαρεστήται να επισκεφθή την
-ύφαλον. Η νεάνις ενόμισεν ότι ηδύνατο να αποδεχθή την πρότασίν ταύτην, ευτυχής
-διότι έμελλε να λυτρωθή, έστω και επί μίαν ώραν, της ιδιοτρόπου τυραννίας της
-κυρίας της. Αλλ' ότε παρακάλεσε την μίσιζ Κηρ να τη δώση άδειαν εξόδου, η μίσιζ Κηρ
-αρνείται διαρρήδην.</p>
-
-<p>Πειραχθείς επί τη διαγωγή ταύτη, μεσολαβώ παρά τη μίσιζ Κηρ υπέρ της μις
-Χέρμπυ. Ανάγκη να αγωνισθώ, αλλ' επειδή ήδη είχον τύχη της ευκαιρίας να παράσχω
-υπηρεσίας τινάς εις την φίλαυτον επιβάτριαν, και επειδή δυνατόν να λάβη χρείαν
-εμού εν τω μέλλοντι, υπεχώρησε τέλος εις τας επιμόνους παρακλήσεις μου.</p>
-
-<p>Λοιπόν η μις Χέρμπυ συνοδεύει ημάς πολλάκις εν τοις ανά μέσον των βράχων
-περιπάτοις· πολλάκις ωσαύτως αλιεύομεν εν τη παραλία του νησυδρίου και
-γευματίζομεν φαιδρώς εν τω άντρω, εν ώ αι βασαλτικαί άρπαι δονούνται υπό της
-πνοής του ανέμου. Είμεθα όντως ευτυχείς βλέποντες την μις Χέρμπυ ευφραινομένην,
-διότι αισθάνεται εαυτήν επί τινας ώρας ελευθέραν. Βεβαίως το νησύδριον είνε μικρόν,
-αλλ' ουδέν εν τω κόσμω ουδέποτε εφάνη τη νεάνιδι ούτω μέγα. Και ημείς δε
-αγαπώμεν την άγονον ταύτην ύφαλον, και μετ' ου πολύ δεν θα υπάρχη λίθος όστις να
-μη είνε γνωστός ημίν, ουδέ ατραπός ήν να μη διήλθομεν πολλάκις μετά χαράς. Είνε γη
-ευρεία παραβαλλομένη προς το στενόν κατάστρωμα του <i>Σάνσελλορ</i>, και είμαι
-βέβαιος ότι την ώραν της αναχωρήσεως θα την καταλίπωμεν ουχί άνευ λύπης.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0068.jpg" width="362"
-height="550"
-alt="Οι ναυαγοί αλιεύοντες. . . "
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Περί δε της νήσου Στάφφας ο Ανδρέας Λετουρνέρ πληροφορεί ημάς ότι ανήκει τη
-οικογένεια των Μακ Δόναλδ, οίτινες την εκμισθώνουσιν ετησίως αντί δώδεκα λιρών
-στερλινών, ό έστι τριακοσίων δραχμών.</p>
-
-<p>«Λοιπόν, κύριοι, ερωτά η μις Χέρμπυ, νομίζετε ότι ήθελεν ενοικιάση τις αυτήν εδώ
-περισσότερον του ημίσεος ταλλήρου;</p>
-
-<p>&nbsp;— Ουδέ αντί μιας δεκάρας, μις, είπον εγώ γελών. Μήπως σκοπεύετε να την
-εκμισθώσετε;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται η νεάνις καταστέλλουσα στεναγμόν,
-και όμως εδώ ίσως είνε το μόνον μέρος όπου ησθάνθην ευτυχίαν.</p>
-
-<p>&nbsp;— «Και εγώ!» ψιθυρίζει ο Ανδρέας.</p>
-
-<p>Πολλά εγκρύπτονται δεινά εν τη αποκρίσει ταύτη της μις Χέρμπυ! Η νεάνις,
-άπορος, ορφανή, άνευ φίλων δεν εύρεν ακόμη την ευτυχίαν — ολίγων τινών στιγμών
-ευτυχίαν — , αλλαχού, ή επί αγνώστου βράχου του Ατλαντικού Ωκεανού!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΙΘ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 6 μέχρι της 15 Νοεμβρίου</i> — Τας πρώτας πέντε ημέρας, αφ'
-ότου εκάθισεν ο <i>Σάνσελλορ</i>, ατμοί δριμείς και πυκνοί εκθρώσκουσιν από του
-κύτους αυτού, έπειτα κατά μικρόν ηλαττώθησαν, και τη 6 Νοεμβρίου δυνάμεθα να
-θεωρήσωμεν την πυρκαϊάν ως εσβεσμένην. Εν τούτοις, κατά μέτρον συνετόν ο
-Ροβέρτος Κόρτις κελεύει να εξακολουθήση ο χειρισμός των αντλιών, ώστε το σκάφος
-είνε ήδη τεθαλασσωμένον μέχρι του ύψους του μεταφράγματος. Μόνον δε όταν είνε
-άμπωτις, το ύδωρ ταπεινούται και εν τω κύτει, και αι δύο υγραί επιφάνειαι
-ισορροπούσιν ένδοθεν και έξωθεν.</p>
-
-<p>«Όπερ αποδεικνύει, λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι η διαρροή είνε σημαντική, αφ' ού
-η εκροή γίνεται μετά τοσαύτης ταχύτητος.</p>
-
-<p>Και όντος το ρήγμα το γενόμενον εν τω σκάφει δεν έχει επιφάνειαν ολιγωτέραν
-των τεσσάρων τετραγωνικών ποδών. Εκ των ναυτών ο Φλαιπόλ ριφθείς εις την
-θάλασσαν κατά την ώραν της αμπώτιδος ανεγνώρισε την θέσιν και την σπουδαιότητα
-της ναυφθορίας. Η διαρροή ανοίγεται τριάκοντα πόδας επί του έμπροσθεν του
-πηδαλίου και τρεις επηγκενίδες [<span style='font-size: small;'><a href='#fn59'
-id='ref59'>59</a></span>]
- συνετρίβησαν υπό της οξείας κορυφής βράχου τινός, δύο σχεδόν πόδας υπεράνω του
-κανθού της τρόπιδος. Η σύρραξις εγένετο μετ' άκρας σφοδρότητος, διότι και το πλοίον
-όντως ήτο βαρέως πεφορτισμένον και η θάλασσα εκυμαίνετο. Είνε μάλιστα εκπλήξεως
-άξιον ότι το σκάφος δεν ερράγη πολλαχού. Ως προς δε την διαρροήν θα είνε άρα γε
-εύκολον να φραχθή; τούτο θα γνωσθή όταν, του φορτίου εξαχθέντος ή
-μετατοπισθέντος, θα δυνηθή ο ξυλουργός να εισδύση μέχρι αυτής. Αλλ' απαιτούνται
-δύο έτι ημέραι πριν γίνη δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος του <i>Σάνσελλορ</i> και
-να ανελκύση τα δέματα του βαμβακίου ών εφείσθη το πυρ.</p>
-
-<p>Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μένει αργός, τη μετά ζήλου δε βοηθεία του
-πληρώματος αξιολογώτατα έργα ετελέσθησαν.</p>
-
-<p>Ούτως ο πλοίαρχος αναστηλώνει τον ιστόν του επιδρόμου, όστις είχε καταπέση
-την στιγμήν καθ' ήν εκάθισεν ο <i>Σάνσελλορ</i>, και είχον κατορθώση να τον
-ανελκύσωσιν επί της υφάλου μεθ' όλης αυτού της εξαρτίας. Αμείβοντες
-ετοποθετήθησαν εν τη πρύμνη και η στήλη του ιστού κατωρθώθη να τεθή πάλιν επί
-του παλαιού τεθραυσμένου τεμαχίου, όπερ ο ξυλουργός Δαούλας επίτηδες ενέσκαψε.
-Κατάλληλα δε άμβολα, συγκρατούμενα δι' ισχυρών επιδέσμων και γόμφων σιδηρών,
-εξασφαλίζουσι την ένωσιν των δύο τεθραυσμένων τεμαχίων.</p>
-
-<p>Τούτου δε γενομένου, όλη η εξαρτία εξετάζεται επιμελώς, οι επίτονοι, οι
-παράτονοι, οι πρότονοι εντείνονται εκ νέου, ιστία τινά αλλάσσονται, και τα σχοινιά
-των τροχίλων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn60'
-id='ref60'>60</a></span>]
- καταλλήλως αποκατασταθέντα θα καταστήσωσι τον πλουν ημών ασφαλέστερον.</p>
-
-<p>Πλείστη όση εργασία γίνεται κατά τε την πρύμναν και την πρώραν του πλοίου,
-διότι το επίστεγον και η θέσις του πληρώματος εβλάβησαν δεινώς υπό των φλογών.
-Εντεύθεν επάναγκες τα πάντα να αποκατασταθώσιν, όπερ απαιτεί χρόνον και
-φροντίδας. Χρόνος δεν ελλείπει, και δυνάμεθα μετ' ου πολύ να εισέλθωμεν πάλιν εις
-τους θαλάμους ημών.</p>
-
-<p>Την ογδόην του μηνός μόνον κατωρθώθη να γίνη επωφελώς αρχή της
-εκφορτώσεως. Επειδή δε τα δέματα του βάμβακος είνε τεθαλασσωμένα εν τω ύδατι,
-όπερ πληροί το κύτος εν ώρα πλημμυρίδος, τα σύσπαστα ετοποθετήθησαν υπεράνω
-των καθεκτών, και παρέχομεν χείρα βοηθείας εις τους άνδρας του πληρώματος προς
-ανέλκυσιν των βαρέων τούτων δεμάτων, άτινα κατά το πλείστον είνε όλως
-εφθαρμένα. Τα επιβιβάζομεν ανά έν επί της φαλαινίδος — και μεταβιβάζονται επί του
-νησυδρίου.</p>
-
-<p>Αφαιρεθέντος ούτω του πρώτου στρώματος του φορτίου, δέον να φροντίσωμεν
-όπως αντλήσωμεν, εν μέρει τουλάχιστον, το ύδωρ το πληρούν το κύτος. Εντεύθεν
-επάναγκες να φράξωμεν όσον οίον τε στεγανώς την οπήν, ήν ο βράχος εποίησεν εν τω
-σκάφει του πλοίου. Έργον δυσχερές μεν, αλλ' όπερ ο τε ναύτης Φλαιπόλ και ο
-αρχιναύτης εκτελούσι μετά ζήλου κρείττονος οίου δήποτε επαίνου, κατά την ώραν της
-αμπώτιδος, βυθιζόμενοι μέχρι υπό το δεξιόν ισχίον, ίνα καθηλώσωσι φύλλον χαλκού
-επί της οπής· αλλ' επειδή το φύλλον τούτο δεν θα δυνηθή να υπομείνη την πίεσιν,
-όταν η εν τω πλοίω επιφάνεια του ύδατος θα κατέλθη διά της ενεργείας των αντλιών,
-ο Ροβέρτος Κόρτις αποπειράται να εξασφαλίση την έμφραξιν της οπής, επισωρεύων
-δέματα βάμβακος επί των τεθραυσμένων επηγκενίδων. Το υλικόν είνε άφθονον και
-μετ' ου πολύ ο πυθμήν του <i>Σάνσελλορ</i> είνε ως υπεστρωμένος διά των βαρέων
-και αδιαβρόχων τούτων δεμάτων, άτινα, ελπίζομεν, θα επιτρέψωσιν εις το φύλλον του
-χαλκού να ανθέξη έτι μάλλον.</p>
-
-<p>Η επίνοια του πλοιάρχου επέτυχεν, ως τούτο καταφαίνεται άμα τη κινήσει των
-αντλιών, διότι η επιφάνεια του ύδατος εν τω κύτει κατέρχεται κατά μικρόν και οι
-άνδρες δύνανται να εξακολουθήσωσι την εκφόρτωσιν.</p>
-
-<p>«Είνε λοιπόν πιθανόν, λέγει ημίν ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι θα δυνηθώμεν να
-επιτύχωμεν την βλάβην και να την διορθώσωμεν εσωτερικώς. Βεβαίως προτιμότερον
-θα ήτο να κατακλίνωμεν το πλοίον και να αντικαταστήσωμεν τας επηγκενίδας, αλλά μ'
-ελλείπουν τα μέσα διά να επιχειρήσω τόσον μέγα έργον. Έπειτα δε θα μ' εμπόδιζεν ο
-φόβος μήπως επέλθη κακοκαιρία εν ώ το πλοίον θα είνε πλαγιασμένον, και τότε θα
-εξετίθετο εις την διάθεσιν των κυμάτων. Εν τούτοις νομίζω καθήκον μου να σας
-διαβεβαιώσω ότι η διαρροή θα φραχθή δεόντως και θα δυνηθώμεν εντός ολίγου να
-δοκιμάσωμεν να καταπλεύσωμεν εις την ακτήν μετ' ασφαλείας ικανής.</p>
-
-<p>Μετά διήμερον εργασίαν το ύδωρ κατά μέγα μέρος είχεν εξαντληθή, και η
-εκφόρτωσις των τελευταίων δεμάτων του φορτίου εγένετο άνευ δυσχερείας. Εδέησε
-δε να βοηθήσωμεν και ημείς εις τον χειρισμόν των αντλιών προς ανακούφισιν του
-πληρώματος, εξετελέσαμεν δε τούτο μετ' ευσυνειδησίας. Και ο Ανδρέας Λετουρνέρ,
-και φιλάσθενος ών, ηνώθη μεθ' ημών και έκαστος εξετέλεσε κατά δύναμιν το καθήκον
-του.</p>
-
-<p>Και όμως αύτη είνε κοπιώδης εργασία και δεν δυνάμεθα να την εξακολουθήσωμεν
-πολλήν ώραν άνευ διακοπής προς ανάπαυσιν. Η χειρ και οι νεφροί τάχιστα
-κατακόπτωνται υπό της διαδρομής των μοχλών της αντλίας και εννοώ ότι οι ναύται
-δυσχεραίνουσι το έργον τούτο. Προσέτι δε εκτελούμεν αυτό επί όροις ευνοϊκοίς, καθ'
-όσον το πλοίον κείται επί βυθού στερεού, και δεν είνε υπό τους πόδας ημών
-βάραθρον. Δεν υπερασπίζομεν την ζωήν ημών εναντίον θαλάσσης εισβαλλούσης, και
-δεν πρόκειται αγών μεταξύ ημών και ύδατος εισρέοντος καθ' όσον ημείς εξάγομεν
-αυτό. Είθε να μη υποβληθώμεν ποτε εις τοιαύτην δοκιμασίαν επί πλοίου
-βυθιζομένου!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">Κ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 15 μέχρι της 20 Νοεμβρίου</i>. — Σήμερον καθωρθώθη να γίνη
-η επίσκεψις του κύτους. Τέλος ανεκαλύφθη και το δοχείον του πικρικού κατά την
-πρύμναν, έν τινι μέρει όπου δεν είχεν ευτυχώς φθάση το πυρ, το δοχείον είνε άθικτον,
-ουδέ εβλάβη υπό του ύδατος το περιεχόμενον. Απετέθη δε εν ασφαλεί τόπω κατά την
-εσχατιάν του νησυδρίου. Αλλά διατί δεν το ρίπτουσι παρευθύς εις την θάλασσαν;
-αγνοώ, αλλά τέλος δεν το έρριψαν.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας κατά την επίσκεψιν αυτών βεβαιούσιν ότι το
-κατάστρωμα και τα υποστηρίγματα αυτού έχουσι πάθη ολιγώτερον ή όσον
-ενομίζομεν. Η μεγίστη θερμότης εις ήν αι παχείαι αύται σανίδες και αι ισχυραί δοκοί
-υπεβλήθησαν, τας εκύρτωσε μεν, αλλά δεν τας έφαγε βαθέως, και η ενέργεια του
-πυρός φαίνεται ότι ειδικώτερον κατηυθύνθη προς τας πλευράς του σκάφους.</p>
-
-<p>Τω όντι επί μέγιστον μήκος η εντερόνεια, τούτ' έστιν αι σανίδες της εσωτερικής
-επιφανείας του πλοίου, κατεβροχθίσθη υπό των φλογών, άκραι γόμφων ξυλίνων
-απηνθρακωμένων εξέχουσι τήδε κακείσε, και δυστυχώς τα εγκοίλια είνε τα μάλιστα
-εφθαρμένα, το στυπείον των γομφώσεων και των αρμών έχει χαλαρωθή, και
-δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως θαύμα ότι το πλοίον από πολλού δεν διερράγη.</p>
-
-<p>Ομολογητέον δυσάρεστοι περιστάσεις είνε αύται. Ο <i>Σάνσελλορ</i> υπέστη
-βλάβας τοιαύτας, ώστε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται προφανώς να τας θεραπεύση
-διά των περιορισμένων μέσων ά διαθέτει, και δεν θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον
-του στερεόν προς μακρόν διάπλουν.</p>
-
-<p>Όθεν ο πλοίαρχος και ο ξυλουργός επανέρχονται σφόδρα εμφρόντιδες. Αι βλάβαι
-είνε αληθώς ούτω σπουδαίαι, ώστε ο πλοίαρχος εάν ήτο επί νήσου και ουχί επί
-σκοπέλου, όν η θάλασσα δύναται να σαρώση από ώρας εις ώραν, δεν ήθελε διστάση
-να διαλύση το πλοίον και να ναυπηγήση άλλο μικρότερον, εις ό θα ηδύνατο να έχη
-τουλάχιστον πεποίθησιν.</p>
-
-<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις αποφασίζει τάχιστα, και καλέσας πάντας, επιβάτας τε και
-πλήρωμα, επί του καταστρώματος του <i>Σάνσελλορ</i>, λέγει.</p>
-
-<p>«Φίλοι μου, αι βλάβαι είνε σπουδαιότεραι παρ' όσον υπεθέτομεν, και το σκάφος
-του πλοίου είνε πολύ βεβλαμμένον. Επειδή δε το μεν, ουδέν μέσον έχομεν προς
-επισκευήν, το δε, όντες επί του νησυδρίου τούτου εις την διάκρισιν της ελαχίστης
-τρικυμίας, δεν έχομεν τον καιρόν να ναυπηγήσωμεν άλλο, ιδού τι προτίθεμαι να
-πράξω. Να φραχθή η διαρροή όσον οίον τε στερεώς και να καταπλεύσωμεν εις τον
-εγγύτατον λιμένα. Απέχομεν οκτακόσια μόνον μίλια από της ακτής του Παραμαρίβου,
-της βορείου παραλίας της Ολλανδικής Γουυάνης, και εντός δώδεκα ημερών, καιρού
-βοηθούντος, θα εύρωμεν εκεί καταφύγιον!»</p>
-
-<p>Τι άλλο ηδυνάμεθα να πράξωμεν; Όθεν η απόφασις του Ροβέρτου Κόρτις εγένετο
-αποδεκτή ομοθύμως.</p>
-
-<p>Τότε δε ο Δαούλας και οι βοηθοί καταγίνονται να φράξωσιν εσωτερικώς την
-διαρροήν και στερεώσωσι κατά το δυνατόν τα πυρίβρωτα ζεύγη των εγκοιλίων. Αλλ'
-είνε πολύ προφανές ότι ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν παρέχει ασφάλειαν επαρκή προς
-μακρόν πως διάπλουν, και ότι θα κηρυχθή άχρηστος άμα προσορμισθείς εις τον
-πρώτον τυχόντα λιμένα.</p>
-
-<p>Ο ξυλουργός διανάπει και τους εξωτερικούς αρμούς των επηγκενίδων εν τω μέρει
-του σκάφους, όπερ μένει έξω των υδάτων κατά την ώραν της αμπώτιδος· αλλά δεν
-δύναται να επισκεφθή το μέρος το μένον υπό το ύδωρ και κατά την ώραν της
-αμπώτιδος, οφείλει δε να αρκεσθή εις εσωτερικήν τινα επισκευήν.</p>
-
-<p>Αι διάφοροι αύται εργασίαι διήρκεσαν μέχρι της 20 του μηνός. Την ημέραν δε
-ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, ποιήσας ήδη παν ό τι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν προς
-επισκευήν του πλοίου του, αποφασίζει να το εξαγάγη αύθις.</p>
-
-<p>Περιττόν δε να είπωμεν ότι, από της στιγμής καθ' ήν το κύτος εκενώθη του τε
-φορτίου και του περιεχομένου ύδατος, ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν έπαυσεν επιπλέων και
-προ της πλημμυρίδος. Επειδή δε προνοήσαντες είχον αγκυρώση αυτόν κατά τε την
-πρώραν και την πρύμναν, δεν ενέπεσεν εις την ύφαλον, αλλά διέμεινεν εν τη μικρά
-εκείνη φυσική λεκάνη, προφυλαττόμενος δεξιόθεν και αριστερόθεν υπό των βράχων
-ούς δεν κατακλύζει ουδέ η μεγίστη παλίρροια. Αλλ' ευρίσκεται όμως ότι η λεκάνη
-αύτη κατά το ευρύτατον αυτής δύναται να επιτρέψη τω <i>Σάνσελλορ</i> να εκτελέση
-ελιγμόν πλήρη, ο δε χειρισμός ούτος γίνεται ευκόλως διά ρυμάτων προσδεθέντων επί
-του σκοπέλου ούτως, ώστε το πλοίον έχει νυν εστραμμένην την πρώραν προς
-Νότον.</p>
-
-<p>Φαίνεται λοιπόν ότι θα είνε εύκολον να απαλλάξωμεν τον <i>Σάνσελλορ</i> είτε
-επαιρομένων των ιστίων εάν ο άνεμος είνε ούριος, είτε, εάν είνε εναντίος,
-προέλκοντες αυτόν μέχρι έξω του πόρου. Εν τούτοις η εργασία παρέχει τινάς
-δυσχερείας, περί ών θα γίνη ανάγκη να προνοήσωμεν. Τω όντι η είσοδος του πόρου
-φράσσεται υπό τινος τρόπον τινά καμάρας εκ βασάλτου, ής άνωθεν, εν ώρα
-πλημμυρίδος, υψούται το ύδωρ μόλις όσον απαιτείται εις το βύθισμα του
-<i>Σάνσελλορ</i>, ει και είνε αφερμάτιστος. Διήλθε δε υπεράνω της καμάρας ταύτης
-πριν καθίση, διότι, επαναλαμβάνω, επήρθη υπό κύματος υπερμεγέθους και υπ' αυτού
-ερρίφθη εις την λεκάνην. Άλλως τε την ημέραν ταύτην ήτο ού μόνον παλίρροια
-νουμηνίας, αλλά και η σημαντικωτάτη του έτους, πολλοί δε μήνες δέον να παρέλθωσι
-πριν επαναληφθή τοσούτον ισχυρά παλίρροια ισημεριακή.</p>
-
-<p>Λοιπόν είνε προφανές ότι ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να αναμένη πλείονας
-μήνας. Σήμερον είνε μεγάλη παλίρροια συζυγίας και οφείλει να ωφεληθή αυτήν εις
-απαλλαγήν του πλοίου του. Έπειτα δε, άπαξ εξαχθέν της λεκάνης, θα το ερματίση
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn61' id='ref61'>61</a></span>]
-, ώστε να δύναται να φέρη ιστία, και θα αρμενίση.</p>
-
-<p>Ακριβώς ο άνεμος είνε καλός, διότι είνε Μέσης (ΒΑ), και κατ' ακολουθίαν, προς την
-διεύθυνσιν του πόρου. Αλλ' ο πλοίαρχος ελλόγως δεν σπεύδει να καθελκύση
-πλησίστιον και εναντίον κωλύματος δυναμένου κάλλιστα να το αναχαιτίση, πλοίον ού
-η στερεότης είνε νυν τα μάλιστα προβληματώδης. Λοιπόν συσκεψάμενος μετά του
-υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του ξυλουργού και του αρχιναύτου, αποφασίζει ίνα ο
-<i>Σάνσελλορ</i> προελκυσθή. Κατ' ακολουθίαν προστίθεται κατά την πρύμναν
-άγκυρα, εάν τυχόν, της επιχειρήσεως αποτυχούσης, γίνη χρεία να επαναχθή το πλοίον
-εις το αγκυροβόλιον έπειτα δε δύο άλλαι άγκυραι φέρονται έξω του πόρου, ού το
-μήκος δεν υπερβαίνει τους διακοσίους πόδας. Τότε δε αλύσεις προστίθενται εις το
-βαρουλκόν, το πλήρωμα επιλαμβάνεται των σκυταλών του βαρούλκου, και την
-τετάρτην ώραν μετά μεσημβρίαν ο <i>Σάνσελλορ</i> άρχεται κινούμενος.</p>
-
-<p>Τη 4 ώρα και 23' η παλίρροια θα είνε πλήρης. Όθεν δέκα λεπτά πρότερον το
-πλοίον ειλκύσθη όσον επέτρετε το βύθισμά του· αλλά το πρόσθιον της τρόπιδος μετ'
-ου πολύ ήγγισεν ελαφρά επί της καμάρας και εδέησε να σταθή εκεί.</p>
-
-<p>Και νυν, επειδή η κατωτέρα άκρα της στείρας [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn62' id='ref62'>62</a></span>]
- υπερέβη το κώλυμα, ουδείς πλέον λόγος υπάρχει ίνα ο Ροβέρτος Κόρτις μη ενώση την
-ενέργειαν του ανέμου προς την μηχανικήν δύναμιν του βαρούλκου. Όθεν τα τε
-κατώτερα και τα ανώτερα ιστία αναπτύσσονται και ευθετίζονται προς τον ούριον
-άνεμον.</p>
-
-<p>Και ήδη είνε η κατάλληλος στιγμή, η θάλασσα νηνεμεί. Επιβάται και ναύται
-επιλαμβάνονται των σκυταλών του βαρούλκου. Και οι κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και
-εγώ κρατούμεν την προς τα δεξιά σκυτάλην, ο δε Ροβέρτος Κόρτις είνε επί του
-επιστέγου επιτηρών την ιστιοφορίαν, ο δε υποπλοίαρχος επί του πρωραίου
-καταστρώματος, ο δε αρχιναύτης επί του πηδαλίου.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0069.jpg" width="347"
-height="550"
-alt="Επιστατούντος του Φάλστεν, οι ναύται. . . "
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> αισθάνεταί τινας κλονισμούς και η εξοιδουμένη θάλασσα
-υπεγείρει αυτόν ελαφρά, αλλ' ευτυχώς είνε ήρεμος.</p>
-
-<p>«Εμπρός, φίλοι μου, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις διά της ηρεμαίας και πεποίθησιν
-εμποιούσης φωνής του. Δύναμιν, και όλοι μαζί, εμπρός!»</p>
-
-<p>Αι σκυτάλαι του βαρούλκου κινούνται, ακούεται ο οξύς τριγμός των κατακλείδων
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn63' id='ref63'>63</a></span>]
-, αι δε αλύσεις εντεινόμεναι κατά μικρόν κατατρίβουσι τους οφθαλμούς της πρώρας.
-Ο άνεμος επιτείνεται και επειδή το πλοίον δεν δύναται να λάβη ταχύτητα επαρκή, οι
-ιστοί κάμπτονται ωθούμενοι υπό των ιστίων. Το πλοίον προέβη εικοστύν τινα ποδών.
-Και τις των ναυτών άδει τι εκ των λαρυγγωδών εκείνων ασμάτων, ών ο ρυθμός
-επιβοηθεί εις το να καταστήση τας κινήσεις των εργαζομένων ταυτοχρόνους.</p>
-
-<p>Αι προσπάθειαι ημών διπλασιάζονται και ο <i>Σάνσελλορ</i> τρέμει. . . </p>
-
-<p>Αλλά μάταιαι προσπάθειαι. Ήδη άρχεται η άμπωτις και δεν θα δυνηθώμεν να
-διέλθωμεν.</p>
-
-<p>Αλλά, αφ' ής στιγμής το πλοίον δεν δύναται να διαβή, δεν δύναται να μείνη
-ταλαντευόμενον επί της καμάρας ταύτης, διότι κατά την άμπωτιν ήθελε συντριβή.
-Κελεύσαντος του πλοιάρχου, τα ιστία συστέλλονται ταχέως, η δε άγκυρα η κατά την
-πρύμναν ευθύς ήδη θα χρησιμεύση. Στιγμή δεν πρέπει να παρέλθη μάτην. Στρέφομεν
-προς ανάκρουσιν και επίκειται στιγμή δεινής αγωνίας. . . Αλλ' ο <i>Σάνσελλορ</i>
-ολισθαίνει επί της τρόπιδος και επαναπίπτει εις την λεκάνην, ήτις νυν χρησιμεύει ως
-ειρκτή αυτού.</p>
-
-<p>«Λοιπόν, πλοίαρχε, ερωτά τότε ο αρχιναύτης, πώς θα περάσωμεν;</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν ειξεύρω, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' όμως θα
-περάσωμεν.»</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΚΑ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 21 μέχρι της 23 Νοεμβρίου</i> — Τω όντι επάναγκες είνε να
-εγκαταλίπωμεν την στενήν ταύτην λεκάνην και άνευ αναβολής, διότι ο καιρός ο
-ευνοήσας ημάς καθ' όλον τον μήνα Νοέμβριον κινδυνεύει να μεταβληθή. Το
-βαρόμετρον κατήλθε από της χθες και σάλος άρχεται εγειρόμενος περί το νησύδριον,
-όπερ δεν είνε κατάλληλος και ασφαλής διαμονή εν ώρα τρικυμίας, διότι ο
-<i>Σάνσελλορ</i> θα κατεκερματίζετο.</p>
-
-<p>Την εσπέραν ταύτην μάλιστα κατά την άμπωτιν ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο
-αρχιναύτης, ο Δαούλας και εγώ μετέβημεν εις εξέτασιν της καμάρας, ήτις είνε νυν έξω
-των υδάτων. Είς μόνος τρόπος διαβάσεως υπάρχει, να φάγωμεν την επιφάνειαν της
-καμάρας διά σιδηρών μοχλών εις πλάτος δέκα ποδών και μήκος έξ· οκτώ δε ή εννέα
-δακτύλων ταπείνωσις της επιφανείας θα αρκή εις το βύθισμα το <i>Σάνσελλορ</i>· θα
-διέλθη δε την μικράν ταύτην διώρυχα, βάλλων μετά προσοχής σημεία εντός αυτής, και
-θα ευρεθή αύθις πέραν των υδάτων, άτινα αμέσως γίνονται βαθέα.</p>
-
-<p>«Αλλά ο βασάλτης αυτός ήνε σκληρός σαν γρανίτης, παρατηρεί ο αρχιναύτης, και
-θα χρειασθή πολύ εργασία, αφ' ού μάλιστα μόνον όταν χαμηλώνουν τα νερά θα
-ειμπορή να γίνη, ό έστι μόλις δύο ώρας εις τας είκοσιτέσσαρας.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ίσα ίσα είς λόγος διά να μη χάσωμεν μίαν στιγμήν, αποκρίνεται ο
-Ροβέρτος Κόρτις.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αι, καπετάνιε, λέγει ο Δαούλας, θα έχωμεν διά ένα μήνα! Τάχα δεν θα
-ήτο δυνατόν να ανατινάξωμεν τους βράχους; Πυρίτιδα έχομεν εις το πλοίον.</p>
-
-<p>&nbsp;— Πολύ ολίγην, αποκρίνεται ο αρχιναύτης!»</p>
-
-<p>Η κατάστασις ημών είνε εις άκρον σπουδαία. Ενός μηνός εργασία! Αλλά εντός ενός
-μηνός το πλοίον θα είνε διαλελυμένον υπό της θαλάσσης! </p>
-
-<p>«Έχομεν καλλίτερον παρά πυρίτιδα, λέγει τότε ο Φάλστεν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Τι; ερωτά ο Ροβέρτος Κόρτις, στρεφόμενος προς τον μηχανικόν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Πικρικόν κάλι!» αποκρίνεται ο Φάλστεν.</p>
-
-<p>Πικρικόν κάλι, τω όντι! Το δοχείον το επιβιβασθέν υπό του μακαρίτου Ρόμπυ, η
-εκρηκτική ουσία ήτις μικρού δειν ανετίναξε το πλοίον, θα ανατινάξη αξιόλογα το
-κώλυμα! Μία οπή αρκεί να ανοιχθή επί του βασάλτου και η καμάρα δεν θα υπάρχη
-πλέον!</p>
-
-<p>Το δοχείον του πικρικού, ως είπον ανωτέρω, απετέθη επί της υφάλου εν τόπω
-ασφαλεί. Ευτυχώς πάνυ, θεία φώτισις ήτο και δεν το ερρίψαμεν εις την θάλασσαν ότε
-εξήχθη εκ του κύτους.</p>
-
-<p>Και οι μεν ναύται μεταβαίνουσιν εις εύρεσιν μοχλών, ο δε Δαούλας οδηγούμενος
-υπό του Φάλστεν επιχειρεί να ανοίξη οπήν υπονόμου κατά την διεύθυνσιν ήτις
-οφείλει να παραγάγη το άριστον αποτέλεσμα. Τα πάντα δε επιτρέπουσιν ημίν να
-ελπίζωμεν ότι η υπόνομος θα αποπερατωθή εντός της νυκτός και ότι αύριον άμα τη
-ημέρα, της εκρήξεως παραγαγούσης το ποθούμενον αποτέλεσμα, ο πόρος θα
-κατασταθή ελεύθερος.</p>
-
-<p>Γνωστόν ότι το πικρικόν οξύ είνε προϊόν κρυσταλλώδες και πικρόν, εξαγόμενον εκ
-της ζωπίσσης των γαιανθράκων, συνδυαζόμενον δε μετά του καλίου, ήτοι της
-ποτάσσης, αποτελεί άλας κίτρινον, όπερ είνε το πικρικόν κάλι, ή άλλως λεγομένη
-πικρική πότασσα. Η εκρηκτική δε δύναμις της ουσίας ταύτης είνε κατωτέρα μεν της
-βαμβακοπυρίτιδος και της δυναμίτιδος, αλλ' είνε όμως πολύ ανωτέρα της συνήθους
-πυρίτιδος, διότι έν γραμμάριον πικρικού παράγει αποτέλεσμα δεκατριών γραμμαρίων
-συνήθους πυρίτιδος. Την δε ανέφλεξιν αυτής ευκόλως δύναται τις να προκαλέση διά
-σφοδράς και ξηράς κρούσεως, και θα το κατορθώσωμεν ευκόλως διά καψυλίων
-πυροκροτικού άλατος.</p>
-
-<p>Το έργον του Δαούλα βοηθουμένου υπό των βοηθών αυτού, διεξάγεται μετά
-ζήλου, αλλ' επήλθεν όμως η ημέρα και εκείνο ακόμη δεν ετελειώθη· τω όντι δεν είνε
-δυνατόν να εργάζωνται εις την οπήν άλλην ώραν παρά κατά την άμπωτιν, ό έστι επί
-μίαν μόλις ώραν. Έπεται λοιπόν ότι απαιτούνται να παρέλθωσι τέσσαρες παλίρροιαι
-ίνα η οπή λάβη το προσήκον βάθος.</p>
-
-<p>Μόνον την 23 του μηνός, την πρωίαν, απεπερατώθη τέλος το έργον. Ο εκ
-βασάλτου όγκος έχει ήδη οπήν πλαγίαν, δυναμένην να περιλάβη δεκάδα λιτρών
-εκρηκτικού άλατος, ήτις και θα πληρωθή πάραυτα.</p>
-
-<p>Είνε περίπου ογδόη ώρα.</p>
-
-<p>Την στιγμήν της εισαγωγής του πικρικού εις την οπήν, ο Φάλστεν λέγει ημίν·</p>
-
-<p>«Φρονώ ότι έπρεπε να το αναμίξωμεν μετά κοινής πυρίτιδος, διότι τούτο θα μας
-επιτρέψη να ανάψωμεν την υπόνομον διά άπτρας, αντί διά καψυλίου, του οποίου η
-έκρηξις πρέπει να γίνη διά κρούσεως, είνε δε και ευκολώτερον. Προς δε τούτοις είνε
-βέβαιον ότι η ταυτόχρονος χρήσις πυρίτιδος και πικρικού είνε καλλιτέρα εις
-παραγωγήν εκρήξεως σκληρών βράχων, το πικρικόν φύσει σφοδρότατον θα προλεάνη
-την οδόν της πυρίτιδος, ήτις βραδύτερον αναφλεγομένη και κανονικώτερον, θα
-διασπάση έπειτα τον βασάλτην τούτον.»</p>
-
-<p>Ο μηχανικός Φάλστεν δεν ομιλεί συχνάκις, αλλ' ομολογητέον όμως ότι οσάκις
-ομιλεί, ομιλεί καλώς. Εκτελείται η συμβουλή του, αναμιγνύονται αι δύο ουσίαι, και
-εισαχθείσης προηγουμένως άπτρας μέχρι του πυθμένος της οπής, χύνεται εις την
-οπήν το μίγμα και πιέζεται προσηκόντως.</p>
-
-<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> απέχων αρκούντως από της υπονόμου ουδέν φοβείται εκ της
-εκρήξεως. Εν τούτοις, χάριν ασφαλείας, επιβάται και πλήρωμα κατεφύγομεν εις την
-εσχατιάν της υφάλου, εις το άντρον. Και ο μίστερ Κηρ εδέησε να καταλίπη το πλοίον
-παρά τας αντεγκλήσεις του.</p>
-
-<p>Έπειτα δε ο Φάλστεν, ανάψας την άπτραν, ήτις θα καίη επί δέκα περίπου λεπτά
-της ώρας, έρχεται προς ημάς.</p>
-
-<p>Η έκρηξις εγένετο· υπόκωφος δε και μετά πολύ ολιγωτέρου κρότου ή όσον θα
-υπέθετέ τις. Αλλά τούτο συμβαίνει πάντοτε οσάκις η οπή είνε βαθεία.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0076.jpg" width="345"
-height="550"
-alt="Εγένετο η έκρηξις"
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Σπεύδομεν εις το κώλυμα. . . Το έργον επέτυχε πληρέστατα. Ο εκ βασάλτου
-βράχος εγένετο κατά γράμμα κόνις, και νυν μικρά αύλαξ πληρουμένη ήδη υπό της
-πλημμυρίδος, αφαιρεί το κώλυμα και καθιστά τον πόρον ελεύθερον.</p>
-
-<p>Επεφημίαι μια φωνή εξερράγησαν. Η θύρα της ειρκτής είνε ανοικτή και οι
-καθειργμένοι ουδέν άλλο υπολείπεται να πράξωσιν ή να φύγωσι!</p>
-
-<p>Κατά την ακμήν της παλιρροίας ο <i>Σάνσελλορ</i>, ελκυσθείς επί των αγκύρων
-του διαβαίνει τον πόρον και πλέει επί της ελευθέρας θαλάσσης.</p>
-
-<p>Αλλ' επί μίαν έτι ημέραν δέον να παραμείνη παρά το νησύδριον, διότι δεν δύναται
-να πλεύση εν ή καταστάσει διατελεί, και είν' επάναγκες να επιβιβάσωμεν έρμα προς
-εξασφάλισιν της ισορροπίας του. Λοιπόν κατά τας επομένας είκοσι τεσσάρας ώρας το
-πλήρωμα καταγίνεται επιβιβάζον λίθους και τα ήττον εφθαρμένα εκ των δεμάτων του
-βάμβακος.</p>
-
-<p>Κατά την ημέραν ταύτην οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ εξερχόμεθα άπαξ
-έτι εις περίπατον μεταξύ των βασαλτών της υφάλου ταύτης ήν ουδέποτε θα
-επανίδωμεν και εφ' ής διετρίψαμεν τρεις εβδομάδας. Το όνομα του <i>Σάνσελλορ</i>,
-το του σκοπέλου, η ημερομηνία της καθίσεως του πλοίου εχαράχθησαν εντέχνως υπό
-του Ανδρέου επί τινος των τοίχων του άντρου, και προσαγορεύομεν το ύστατον τον
-βράχον τούτον, εφ' ού διήλθομεν πολλάς ημέρας, ών τινας θα συγκαταριθμώμεν
-μεταξύ των αρίστων του βίου ημών!</p>
-
-<p>Τέλος τη 14 Νοεμβρίου, κατά την πρωινήν παλίρροιαν, ο <i>Σάνσελλορ</i> απαίρει
-υπό τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας, και μετά δύο ώρας, η
-τελευταία κορυφή του Βραχοχοιρομηρίου εξηφανίσθη υπό τον ορίζοντα.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΚΒ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 24 Νοεμβρίου μέχρι της 1 Δεκεμβρίου</i>. — Ιδού λοιπόν είμεθα
-εν τη θαλάσση, επιβαίνοντες πλοίου ού η στερεότης έπαθε μεν, αλλ' ευτυχώς πάνυ
-δεν πρόκειται πλέον περί μακρού διάπλου. Έχομεν να διανύσωμεν οκτακόσια μόνον
-μίλια. Εάν δε ο άνεμος Μέσης (ΒΑ) διατηρηθή επί τινας ημέρας, ο <i>Σάνσελλορ</i>
-ουριοδρομών [<span style='font-size: small;'><a href='#fn64'
-id='ref64'>64</a></span>]
- θα κοπιάση ολίγον και θα φθάση ασφαλώς την παραλίαν της Γουυάνης.</p>
-
-<p>Το πλοίον λαμβάνει διεύθυνσιν προς Λίβα (ΝΔ), και ο εν αυτώ βίος λαμβάνει τον
-κανονικόν αυτού ρουν.</p>
-
-<p>Αι πρώται ημέραι παρέρχονται άνευ τινος συμβάντος. Η διεύθυνσις του ανέμου
-εξακολουθεί μεν ούσα καλή· αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν θέλει να αυξήση τα ιστία,
-μήπως επιβάλλων υπερβολικήν ταχύτητα εις το πλοίον, προκαλέση νέον άνοιγμα της
-διαρροής.</p>
-
-<p>Ανιαρός, ενί λόγω, διάπλους ο γινόμενος επί τοιούτοις όροις, όταν δεν έχωμεν
-πεποίθησιν εις το πλοίον όπερ φέρει ημάς! Έπειτα δε πλέομεν προς τα οπίσω αντί να
-προχωρώμεν! Όθεν έκαστος ημών κατέχεται υπό των σκέψεων τούτων, και το πλοίον
-δεν έχει την μεταδοτικήν εκείνην ζωηρότητα ήν προκαλεί ασφαλής και ταχύς
-πλους.</p>
-
-<p>Κατά την ημέραν της 29 του μηνός ο άνεμος ανέρχεται κατά έν τέταρτον προς
-Βορράν· όθεν η πνοή του ουρίου ανέμου δεν δύναται να διατηρηθή. Δέον να
-κερουλκήσωσι και να ευθετίσωσι τα ιστία και να ποδώσωσι δεξιά. Τούτου δ' ένεκα το
-πλοίον τοιχίζει εις μέγιστον βαθμόν.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις αισθανόμενος πόσον καταπονεί η έγκλισις την τρόπιν του
-<i>Σάνσελλορ</i>, συστέλλει τους φώσωνας. Και ευλόγως, αφ' ού δεν πρόκειται τόσον
-να εκτελέση ταχέως τον διάπλουν, όσον να καταπλεύση άνευ νέου δυστυχήματος εις
-στερεάν.</p>
-
-<p>Η νυξ της 29 προς την 30 είνε σκοτεινή και ομιχλώδης. Ο άνεμος επιτείνεται
-οσημέραι και δυστυχώς προσεγγίζει προς Σκίρωνα (ΒΔ). Οι πλείστοι των επιβατών
-επανέρχονται εις τους θαλάμους των, αλλ' ο πλοίαρχος Κόρτις δεν καταλείπει το
-επίστεγον, το δε πλήρωμα όλον διαμένει επί του καταστρώματος. Το πλοίον
-εξακολουθεί κεκλιμένον ισχυρώς, ει και δεν φέρει πλέον ουδέν των ανωτέρων αυτού
-ιστίων.</p>
-
-<p>Περί την δευτέραν πρωινήν ώραν ετοιμαζόμενος να καταβώ εις τον θάλαμον,
-βλέπων ναύτην, τον Βάρκε, ανερχόμενον εσπευσμένως εκ του κύτους και
-αναφωνούντα·</p>
-
-<p>«Δύο πόδας νερά!»</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης κατέρχονται εις το κύτος και εξακριβούσιν ότι
-η απαισία είδησις είνε αληθεστάτη. Και ή η διαρροή εκ νέου ήνοιξεν, ει και είχε ληφθή
-πάσα ασφάλεια, ή αρμοί τίνες κακώς φραχθέντες εχαλαρώθησαν και το ύδωρ εισδύει
-μεθ' ορμής εις το κύτος.</p>
-
-<p>Ο πλοίαρχος επανελθών εις το κατάστρωμα επαναφέρει το πλοίον κατά τον ούριον
-άνεμον, ίνα ολιγώτερον καταπονήται, και αναμένομεν την ημέραν.</p>
-
-<p>Την αυγήν γίνεται καταμέτρησις και ευρίσκονται τρεις πόδες ύδατος.</p>
-
-<p>Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. Ωχρότης παροδική ελεύκανε τα χείλη του, αλλά
-διατηρεί όλην αυτού την απάθειαν. Οι επιβάται, ών πλείονες έχουσιν αναβή επί του
-καταστρώματος, μανθάνουσι τι συμβαίνει, άλλως τε ήτο δυσχερές να το αποκρύψη
-τις.</p>
-
-<p>«Νέον δυστύχημα; μοι λέγει ο κ. Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ήτο επόμενον, απεκρίθην εγώ, αλλά δεν θα είμεθα πολύ μακράν της
-ξηράς, και ελπίζω ότι θα την φθάσωμεν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ο Θεός να δώση! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και μήπως ο Θεός είν' εδώ μέσα; αναφωνεί ο Φάλστεν υψών τους
-ώμους.</p>
-
-<p>&nbsp;— «Είνε, κύριε,» αποκρίνεται η μις Χέρμπυ.</p>
-
-<p>Ο δε μηχανικός εσίγησε μετά σεβασμού προ της αποκρίσεως ταύτης, της μεστής
-πίστεως αδιαφιλονικήτου.</p>
-
-<p>Εν τούτοις, κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις, κατηρτίσθη η υπηρεσία των
-αντλιών, το δε πλήρωμα εργάζεται μετά μείζονος καρτερίας ή προθυμίας· αλλ' ήδη
-πρόκειται ζήτημα περί σωτηρίας, οι δε ναύται διηρημένοι εις δύο, μεταλλάσσονται εις
-τας σκυτάλας των αντλιών.</p>
-
-<p>Κατά το διάστημα της ημέρας ο αρχιναύτης εκτελεί νέας καταμετρήσεις και
-εξακριβούται ότι η θάλασσα εισδύει βραδέως μεν, αλλ' αδιαλείπτως εις τα ένδον του
-πλοίου.</p>
-
-<p>Αλλά δυστυχώς αι αντλίαι εκ της πολλής χρήσεως βλάπτονται και κατ' ανάγκην
-χρήζουσιν επισκευής. Προσέτι δε φράσσονται είτε υπό τέφρας είτε υπό κλωνίων
-βάμβακος, ών έτι είνε πλήρες το κάτω μέρος του κύτους· τούτου ένεκα ανάγκη
-επανειλημμένου καθαρισμού, όστις γίνεται αιτία απωλείας μέρους του εκτελεσθέντος
-έργου.</p>
-
-<p>Την επιούσαν πρωίαν μετά νέαν καταμέτρησιν εβεβαιώθη ότι η επιφάνεια του
-ύδατος είνε εις ύψος πέντε ποδών. Εάν λοιπόν δι' οίον δήποτε λόγον ο χειρισμός των
-αντλιών διεκόπτετο, το πλοίον ήθελε πληρωθή ύδατος. Τούτο δε θα ήτο απλούστατον
-ζήτημα χρόνου βραχυτάτου. Η ίσαλος στάθμη του <i>Σάνσελλορ</i>, είνε ήδη
-τεθαλασσωμένη ένα πόδα και το σκάφος προνευστάζει [<span style='font-size:
-small;'><a href='#fn65' id='ref65'>65</a></span>]
- μάλλον-μάλλον αμβλύτερον, διότι δυσχερέστατα υψούται υπό του κύματος. Βλέπω
-τον πλοίαρχον Κόρτις συνοφρυούμενον οσάκις ο αρχιναύτης ή ο υποπλοίαρχος
-κομίζουσιν αυτώ είδησίν τινα.</p>
-
-<p>Κακός οιωνός.</p>
-
-<p>Ο χειρισμός των αντλιών εξηκολούθησεν όλην την ημέραν και όλην την νύκτα, αλλ'
-η θάλασσα υπερτερεί ημών. Το πλήρωμα είνε εξησθενωμένον και συμπτώματα
-αποθαρρύνσεως ακυρούται μεταξύ των ανδρών. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο
-δεύτερος δίδουσι το καλόν παράδειγμα και οι επιβάται προσέρχονται και
-τοποθετούνται προ των σκυταλών των αντλιών.</p>
-
-<p>Η κατάστασις ημών δεν είνε πλέον η αυτή και ότε ο <i>Σάνσελλορ</i> είχε καθίση
-επί του στερεού εδάφους του Βραχοχοιρομηρίου. Το πλοίον ημών επιπλέει επί
-αβύσου, εις ήν δύναται κατά πάσαν στιγμήν να εξαφανισθή.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΚΓ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— Από της 2 μέχρι της 3 Δεκεμβρίου. — Επί είκοσι και τεσσάρας έτι ώρας
-αγωνιζόμεθα δραστηρίως και παρακωλύομεν την επιφάνειαν του ύδατος να ανέλθη
-εν τω εσωτερικώ του πλοίου· αλλ' είνε προφανές ότι θα επέλθη μετ' ου πολύ στιγμή,
-καθ' ήν αι αντλίαι δεν θα επαρκώσι να αφαιρέσωσι ύδατος ποσότητα ίσην προς το
-εισρέον διά της διαρραγής του σκάφους.</p>
-
-<p>Κατά την ημέραν ταύτην ο πλοίαρχος Κόρτις, ουδ' επ' ελάχιστον αναπαυόμενος,
-κατέρχεται αυτός εις εξέτασιν του σκάφους και τον ακολουθώ και εγώ μετά του
-ξυλουργού και του αρχιναύτου. Δέματά τινά βάμβακος εξετοπίσθησαν και
-εξακριβούμεν παραβάλλοντες το ους, ότι ακούεται ώσπερ κυματισμός τις, «κλου
-κλου», ακριβέστερον ειπείν. Άρα γε η διαρροή ήνοιξεν εκ νέου ή συνέβη εξάρθρωσις
-γενική όλου του σκάφους; Αδύνατον είνε να εξακριβωθή. Όπως δήποτε ο Ροβέρτος
-Κόρτις θα δοκιμάση να καταστήση το σκάφος στεγανώτερον κατά την πρύμναν,
-περικαλύπτων αυτό έξωθεν διά κεδρωτών ιστίων. Ίσως δε ούτω κατορθώση να
-διακόψη πάσαν συγκοινωνίαν, προσωρινώς τουλάχιστον, μεταξύ των ένδον και των
-εκτός.</p>
-
-<p>Και εάν η εισροή του ύδατος στιγμιαίως κωλυθή, θα δύνανται να αντλώσι
-λυσιτελέστερον και αναμφιβόλως να ανορθώσωσι το πλοίον.</p>
-
-<p>Αλλ' η εκτέλεσις είνε δυσχερεστέρα παρ' όσον φανταζόμεθα αυτήν διότι πρέπει
-πρώτον να ελαττωθή ο δρόμος του πλοίου, έπειτα δε, αφ' ού εβυθίσθησαν υπό την
-τρόπιν ιστία ισχυρά, συγκρατούμενα δι' επαρτών [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn66' id='ref66'>66</a></span>]
-, προσωθήθησαν μέχρι της παλαιάς διαρροής, ώστε να καλύψωσι τελείως το μέρος
-τούτο του σκάφους του <i>Σάνσελλορ</i>.</p>
-
-<p>Από της στιγμής δε ταύτης αι αντλίαι υπερτερούσιν ολίγον τι και ημείς
-επιλαμβανόμεθα αύθις του έργου μετά θάρρους. Αναμφιβόλως το ύδωρ εισρέει έτι,
-αλλά εν ελάσσονι ποσότητι, και περί το τέλος της ημέρας είνε βέβαιον ότι η επιφάνεια
-του ύδατος κατήλθε τινας δακτύλους. Δακτύλους τινάς μόνον! Αδιάφορον! Αι αντλίαι
-νυν εκρίπτουσι διά των σωλήνων ύδωρ περισσότερον του εισρέοντος εις το κύτος, και
-δεν τας εγκαταλείπομεν ουδ' επί στιγμήν.</p>
-
-<p>Ο άνεμος επιτείνεται αρκούντως σφοδρός την νύκτα, νύκτα σκοτεινήν. Εν τούτοις
-ο πλοίαρχος Κόρτις ηθέλησε να διατηρήση όσον οίον τε πλείονα ιστία. Γινώσκει καλώς
-ότι το σκάφος του <i>Σάνσελλορ</i> είνε ανεπαρκέστατα εξησφαλισμένον και σπεύδει
-να καταπλεύση απέναντι ξηράς. Εάν πλοίον εφαίνετο πλέον εις το πέλαγος, δεν θα
-εδίσταζεν ο Ροβέρτος Κόρτις να σημάνη αυτώ σημεία αμηχανίας, να επιβιβάση εις
-αυτό τους επιβάτας του και αυτό το πλήρωμά του, και εάν έμελλε να μείνη αυτός
-μόνος εν τω πλοίω μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο <i>Σάνσελλορ</i> ήθελε καταποντισθή
-υπό τους πόδας του.</p>
-
-<p>Αλλά πάντα τα μέτρα ταύτα δεν έμελλον να καταλήξωσιν εις τίποτε.</p>
-
-<p>Τω όντι την νύκτα το εξ υφάσματος περίβλημα υπεχώρησεν εις την έξωθεν πίεσιν,
-την δ' επιούσαν, 3 Δεκεμβρίου, ο αρχιναύτης μετά την καταμέτρησιν δεν ηδυνήθη να
-αναστείλη τας λέξεις ταύτας συνοδευομένας υπό βλασφημιών.</p>
-
-<p>«Ακόμη έξ πόδες νερόν εις το κύτος!»</p>
-
-<p>Το πράγμα είνε βέβαιον και υπερβέβαιον! Το πλοίον εκ νέου πληρούται, βυθίζεται
-προφανώς και ήδη η ίσαλος είνε επαισθητώς τεθαλασσωμένη.</p>
-
-<p>Εν τούτοις χειριζόμεθα τας αντλίας μετά θάρρους ει πέρ ποτε μείζονος και
-εξαντλούμεν τας υστάτας ημών δυνάμεις. Οι βραχίονες ημών κατεπονήθησαν, οι
-δάκτυλοι αιμάσσουσιν, αλλά μάτην κοπιώμεν! καταβαλλόμεθα υπό του ύδατος. Ο
-Ροβέρτος Κόρτις κελεύει και τοποθετείται άλυσις κατά το άνοιγμα του μεγάλου
-καθέκτου και οι κάδοι μεταδίδονται τάχιστα από χειρός εις χείρα.</p>
-
-<p>Αλλά τα πάντα ανωφελή!</p>
-
-<p>Την ογδόην και ημίσειαν προ μεσημβρίας βεβαιούται και νέα αύξησις του ύδατος
-εν τω κύτει. Ο απελπισμός τότε καταλαμβάνει τινάς των ναυτών, ο Ροβέρτος Κόρτις
-κελεύει αυτούς να εξακολουθήσωσιν εργαζόμενοι, αλλ' αυτοί αρνούνται.</p>
-
-<p>Μεταξύ των ανδρών τούτων είς είνε πνεύμα επιρρεπές εις στάσιν, οχλαγωγός,
-περί ού είπον ήδη ανωτέρω, ο ναύτης Όουεν. Είνε περίπου τεσσαρακοντούτης, το
-πρόσωπόν του καταλήγει εις οξύ υπέρυθρον γένειον, αι δε παρειαί του είνε σπαναί ή
-εξυρημέναι, τα χείλη του αναδιπλούνται προς τα έσω, οι δε υπόξανθοι οφθαλμοί του
-σημειούνται δι' ερυθρού στίγματος εν τη ενώσει των βλεφάρων. Ρίνα έχει ευθείαν,
-ώτα λίαν διεστώτα, το δε μέτωπον κατερρυτιδωμένον βαθέως υπό ρυτίδων
-εμφαινουσών κακεντρέχειαν.</p>
-
-<p>Πρώτος αυτός εγκαταλείπει την θέσιν του.</p>
-
-<p>Πέντε ή έξ των εταίρων μιμούνται αυτόν, εν οίς παρατηρώ τον μάγειρον Γύγξτροπ,
-άνθρωπον κακόν και αυτόν.</p>
-
-<p>Κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις τους ναύτας να επανέλθωσιν εις τας αντλίας, ο
-Όουεν αποκρίνεται διά ρητής αρνήσεως.</p>
-
-<p>Ο πλοίαρχος επαναλαμβάνει το κέλευσμα.</p>
-
-<p>Ο δε Όουεν επαναλαμβάνει την άρνησιν.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις προσέρχεται προς τον αποστάντα ναύτην.</p>
-
-<p>«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου!» λέγει απαθώς ο Όουεν ανερχόμενος
-εις το πρωραίον κατάστρωμα.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0077.jpg" width="341"
-height="550"
-alt="«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου,,»"
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται τότε προς το επίστεγον, εισέρχεται εις τον
-θάλαμόν του και εξέρχεται ωπλισμένος διά περιστρόφου.</p>
-
-<p>Ο Όουεν παρατηρεί μίαν στιγμήν τον Ροβέρτον Κόρτις, αλλά, νεύσαντος αυτώ του
-Γύγξτροπ, αναλαμβάνουσι πάντες την εργασίαν των.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΚΔ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 4 Δεκεμβρίου</i> — Το πρώτον κίνημα της αποστασίας ανεστάλη διά
-της δραστηρίου στάσεως του πλοιάρχου. Ο Ροβέρτος Κόρτις θα είνε και εν τω μέλλοντι
-ούτως ευτυχής; Πρέπει να ελπίζωμεν, διότι η απείθεια του πληρώματος ήθελε
-καταστήση φοβεράν κατάστασιν ήδη ούτω δεινήν.</p>
-
-<p>Την νύκτα αι αντλίαι δεν δύνανται πλέον να υπερτερήσωσιν. Αι κινήσεις του
-πλοίου είνε βαρείαι, και επειδή μετά δυσχερείας υψούται υπό του κύματος, δέχεται
-όγκους θαλάσσης καταβάλλονται αυτό και εισδύοντας διά των καθεκτών ούτω δε
-προστίθεται εις το κύτος ύδωρ ίσον προς το εν αυτώ υπάρχον.</p>
-
-<p>Η κατάστασις ημών μετ' ου πολύ θα γίνη απειλητική όσον κατά τας υστάτας ώρας
-της πυρκαϊάς. Οι επιβάται, το πλήρωμα, πάντες αισθάνονται ότι το πλοίον υποχωρεί
-κατά μικρόν υπό τους πόδας των. Βλέπουσιν απερχόμενα βραδέως μεν αλλ'
-αδιαλείπτως τα κύματα, άτινα φαίνονται αύτοις φοβερά όσον και αι φλόγες.</p>
-
-<p>Και όμως το πλήρωμα εξακολουθεί εργαζόμενον απειλούντος του Ροβέρτου Κόρτις
-και, εκόντες αέκοντες, οι ναύται αγωνίζονται μετά δραστηριότητος, αλλ' είνε
-εξηντλημένοι. Άλλως τε δεν δύνανται να εξαντλήσωσι το ύδωρ τούτο, όπερ απαύστως
-ανανεούται και ού η επιφάνεια υψούται από ώρας εις ώραν. Οι δε χειριζόμενοι τους
-κάδους αναγκάζονται μετ' ου πολύ να καταλίπωσι το κύτος, εν ώ βεβυθισμένοι ήδη
-μέχρι της ζώνης κινδυνεύουσι να πνιγώσι και ανέρχονται εις το κατάστρωμα.</p>
-
-<p>Μία μόνη καταφυγή υπολείπεται τότε, και την επιούσαν, 4 του μηνός μετά
-συμβούλιον συγκροτηθέν υπό του υποπλοιάρχου, του αρχιναύτου και του πλοιάρχου
-Κόρτις, εγένετο αποδεκτή η απόφασις περί εγκαταλείψεως του πλοίου. Αφ' ού η
-φαλαινίς, το μόνον υπολειπόμενον εφόλκιον δεν δύναται να περιλάβη τους πάντας,
-σχεδία παρευθύς θα πηχθή. Το πλήρωμα θα εξακολουθήση χειριζόμενον τας αντλίας
-μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κελεύση ο πλοίαρχος την επιβίβασιν.</p>
-
-<p>Ο ξυλουργός Δαούλας έλαβε γνώσιν του πράγματος και συνεφωνήθη να
-ναυπηγηθή η σχεδία άνευ αναβολής διά των εν τη αποθήκη κεραιών και των
-διαφόρων ξύλων, πριονισθέντων πρότερον εις το προσήκον μήκος. Η θάλασσα,
-σχετικώς ήρεμος την ώραν εκείνην θα διηυκόλυνε την εργασίαν ταύτην την αείποτε
-δύσκολον και όταν αι περιστάσεις είνε ευνοϊκαί.</p>
-
-<p>Λοιπόν πάραυτα ο Ροβέρτος Κόρτις, ο μηχανικός Φάλστεν, ο ξυλουργός και δέκα
-ναύται μετά πριόνων και πελέκεων διαθέτουσι και πελεκώσι τας κεραίας πριν τας
-ρίψωσιν εις την θάλασσαν. Ούτω δε μόνον θα υπολείπεται να τας δέσωσιν ισχυρώς
-και να κατασκευάσωσι στερεόν συγκρότημα εφ' ού θα επιτεθή το κρηπίδωμα της
-σχεδίας, ήτις θα είνε τεσσαράκοντα μεν περίπου ποδών μήκους, είκοσι δε μέχρι
-εικοσιτέσσαρων πλάτους.</p>
-
-<p>Οι δε άλλοι επιβάται και το υπόλοιπον του πληρώματος είμεθα ακόμη επί των
-αντλιών. Παρ' εμοί ίσταται ο Ανδρέας, όν ο πατήρ αδιαλείπτως παρατηρεί μετά
-βαθείας συγκινήσεως. Τι θα γίνη ο υιός του, εάν αναγκασθή να παλαίση κατά των
-κυμάτων, εν περιστάσεσι καθ' άς και ο υγιέστατος δεν θα εσώζετο άνευ δυσχερείας;
-Όπως δήποτε θα είμεθα δύο οίτινες δεν θα τον εγκαταλίπωμεν.</p>
-
-<p>Ουδέν είπομεν περί του επικειμένου κινδύνου προς την μίσιζ Κηρ, ήν μακρά
-κάρωσις [<span style='font-size: small;'><a href='#fn67' id='ref67'>67</a></span>]
- καθιστά σχεδόν αναίσθητον.</p>
-
-<p>Πολλάκις η μις Χέρμπυ εφάνη επί του καταστρώματος, αλλ' επί τινας στιγμάς
-μόνον. Οι κάματοι κατέστησαν αυτήν ωχράν, αλλά διατελεί ακμαιοτάτη, τη συνιστώ δε
-να είνε έτοιμη προς παν ενδεχόμενον.</p>
-
-<p>«Πάντοτε είμαι έτοιμη, κύριε», μοι αποκρίνεται η θαρραλέα νεάνις επανερχομένη
-πάραυτα πλησίον της μίσιζ Κηρ. </p>
-
-<p>Ο Ανδρέας Λετουρνέρ παρακολουθεί διά του βλέμματος την νεάνιδα και
-συναίσθημα λύπης επιφαίνεται επί του προσώπου του.</p>
-
-<p>Περί την ογδόην ώραν μετά μεσημβρίαν το συγκρότημα της σχεδίας σχεδόν
-απεπερατώθη. Ασχολούνται δε εις την καταβίβασιν βυτίων κενών και στεγανώς
-κεκλεισμένων, άτινα θα χρησιμεύσωσι να εξασφαλίσωσι την ίσαλον της συσκευής και
-τα συνδέουσι στερεώς.</p>
-
-<p>Μετά δύο ώρας κραυγαί ισχυραί ακούονται εν τω επιστέγω. Ο μίστερ Κηρ
-επιφαίνεται κράζων:</p>
-
-<p>«Καταποντιζόμεθα! καταποντιζόμεθα!»</p>
-
-<p>Πάραυτα βλέπω την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν μεταφέροντας την μίσιζ Κηρ
-άπνουν.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις δραμών εις τον θάλαμόν του επανέρχεται παρευθύς κρατών
-χάρτην, εξάντα και πυξίδα.</p>
-
-<p>Κραυγαί αμηχανίας αντηχούσι, και σύγχυσις επικρατεί εν τω πλοίω. Το πλήρωμα
-ορμά εις την σχεδίαν, ής το συγκρότημα, ελλείποντος έτι του κρηπιδώματος, δεν
-δύναται να τους περιλάβη. . . . </p>
-
-<p>Αδύνατον να εκθέσω οποίαι τινες σκέψεις διήλθον του νου μου την στιγμήν
-εκείνην, ουδέ να ζωγραφήσω την εν εμοί ταχείαν οπτασίαν περί του όλου μου βίου!
-Μοι φαίνεται ότι όλη μου η ύπαρξις συγκεντρούται εν τη υστάτη ταύτη στιγμή, ήτις
-είνε και το τέρμα αυτής. Αισθάνομαι τας σανίδας του καταστρώματος καμπτομένας
-υπό τους πόδας μου, βλέπω το ύδωρ ανερχόμενον πέριξ του πλοίου, ως εάν ο
-Ωκεανός εσκάπτετο κάτωθεν αυτού!</p>
-
-<p>Τινές των ναυτών καταφεύγουσιν εις τους επιτόνους κραυγάζοντες εκ τρόμου.
-Ετοιμάζομαι να τους ακολουθήσω . . Αλλά αισθάνομαι χείρα κωλύουσάν με.</p>
-
-<p>Ο κ. Λετουρνέρ μοι δεικνύει τον υιόν του και δάκρυα αδρά ρέουσιν από των
-οφθαλμών του.</p>
-
-<p>«Μάλιστα, λέγω θλίβων τον βραχίονά του σπασμωδικώς. Ημείς οι δύο θα τον
-σώσωμεν!»</p>
-
-<p>Αλλά προ εμού ο Ροβέρτος Κόρτις προσήλθε προς τον Ανδρέαν και θα τον
-αναβιβάση επί των επιτονίων του μεγάλου ιστού, ότε ο <i>Σάνσελλορ</i> ωθούμενος
-τότε ταχέως υπό του ανέμου, ίσταται αίφνης και αισθανόμεθα σφοδρόν τιναγμόν.</p>
-
-<p>Το πλοίον καταβυθίζεται! Το ύδωρ φθάνει τους πόδας μου. Αυτομάτως αρπάζω
-σχοινίον τι. . . Αλλά διά μιας ο καταποντισμός αναστέλλεται, και ότε το κατάστρωμα
-είνε ήδη δύο πόδας υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, ο <i>Σάνσελλορ</i> μένει
-ακίνητος.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0084.jpg" width="348"
-height="550"
-alt="Αλλ' αίφνης ο καταποντισμός αναστέλλεται. . . ."
-border="2" /><br /></p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΚΕ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Νυξ της 4 προς την 5 Δεκεμβρίου</i>. — Ο Ροβέρτος Κόρτις ήρπασε τον
-νέον Λετουρνέρ, και τρέχων επί του κατακλύστου καταστρώματος, τον αποθέτει επί
-των δεξιών επιτόνων. Ο δε πατήρ του και εγώ αναρριχόμεθα πλησίον αυτού.</p>
-
-<p>Έπειτα, αποβλέπω περί εμαυτόν. Η νυξ είνε ικανώς διαυγής ώστε να δύναμαι να
-διακρίνω τα συμβαίνοντα.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις, επανελθών εις την θέσιν του, ίσταται όρθιος επί του
-επιστέγου. Όλως εν τη πρύμνη παρά τη κορώνη, ήτις δεν εβυθίσθη ακόμη, διακρίνω εν
-τη σκιά τον μίστερ Κηρ, την γυναίκα του, την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν επί δε της
-εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος τον υποπλοίαρχον και τον αρχιναύτην, επί δε
-των θωρακίων και των επιτόνων το λοιπόν του πληρώματος.</p>
-
-<p>Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ανερριχήθη εις το μέγα θωράκιον τη βοηθεία του πατρός
-του, όστις εδέησε να θέτη τον πόδα του υιού του εφ' εκάστης βαθμίδος, και τέλους
-ανέβη ο νέος άνευ τινός απευκταίου, καί τοι ο σάλος ήτο μέγας. Αλλά των αδυνάτων
-να καταπεισθή η μίσιζ Κηρ, ήτις διαμένει εν τω επιστέγω κινδυνεύουσα να σαρωθή
-υπό των κυμάτων, εάν επιταθή η σφοδρότης του ανέμου. Όθεν και η μις Χέρμπυ
-απέμεινε παρ' αυτή και δεν ήθελε να την εγκαταλίπη μόνην.</p>
-
-<p>Πρώτη φροντίς του Ροβέρτου Κόρτις άμα τη αναστολή του καταποντισμού ήτο να
-παραγγείλη να υποστείλωσι πάραυτα όλην την ιστιοφορίαν, έπειτα δε να αποστείλη
-κάτω τας κεραίας και τους ιστούς του φώσωνος ίνα μη διαταραχθή η ευστάθεια του
-πλοίου. Ελπίζει δε ότι μετά τας προφυλάξεις ταύτας ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν θα
-περιτραπή. Αλλά δεν δύναται να βυθισθή από μιας στιγμής εις άλλην; Έρχομαι
-πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις και τον ερωτώ.</p>
-
-<p>«Δεν ειμπορώ να το ειξεύρω, αποκρίνεται μετά φωνής γαληνιαίας, διότι τούτο
-εξαρτάται προ πάντων εκ της καταστάσεως της θαλάσσης. Το βέβαιον είνε ότι το
-πλοίον διατελεί εν ισορροπία ως έχουσι νυν τα πράγματα, αλλά ταύτα δυνατόν να
-μεταβληθώσιν εν ριπή οφθαλμού!</p>
-
-<p>&nbsp;— Και δύναται τώρα ο <i>Σάνσελλορ</i> να ταξειδεύση με δύο ποδών
-ύδωρ εις το κατάστρωμα;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αλλά δύναται να εκπέση, φερόμενος υπό του
-ρεύματος και του ανέμου, και εάν συγκρατηθή ούτω πως επί τινας ημέρας, να
-προσγειώση εις σημείον τι της ακτής. Άλλως τε έχομεν ως τελευταίον καταφύγιον την
-σχεδίαν, ήτις θα αποπερατωθή μετά τινας ώρας, και επί της οποίας θα είνε δυνατόν
-να επιβιβασθώμεν καθώς εξημερώση.</p>
-
-<p>&nbsp;— Λοιπόν δεν εχάσατε πάσαν ελπίδα; ηρώτησα θαυμάζων διά την ηρεμίαν
-του Ροβέρτου Κόρτις.</p>
-
-<p>&nbsp;— Η ελπίς δεν είνε δυνατόν να χαθή εντελώς, κύριε Κάζαλλον, και κατά τας
-δεινοτάτας έτι περιστάσεις. Παν ό τι δύναμαι να σας είπω είνε ότι, εάν ενενήκοντα
-εννέα τοις εκατόν είνε καθ' ημών, το εκατοστόν όμως είνε υπέρ ημών. Άλλως τε αν δεν
-μ' απατά η μνήμη, ο <i>Σάνσελλορ</i>, ως ευρίσκεται τώρα σχεδόν βεβυθισμένος,
-διατελεί ακριβώς υπό τας αυτάς περιστάσεις υπό τας οποίας ευρέθη το τριίστιον Ήρα
-τω 1795. Επί είκοσιν ημέρας και πλέον έμεινεν η Ήρα κρεμαμένη μεταξύ δύο υδάτων,
-και επιβάται και πλήρωμα είχον καταφύγη εις τα θωράκια· και τέλος ότε ανεφάνη γη,
-όσοι των ναυαγών ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις τας ταλαιπωρίας και την πείναν,
-εσώθησαν· το γεγονός τούτο είνε γνωστότατον εις τα ναυτικά χρονικά και δεν ήτο
-δυνατόν να μη το ενθυμηθώ. Λοιπόν ουδείς λόγος υπάρχει ώστε, όσοι επιζήσωσιν εκ
-των του <i>Σάνσελλορ</i>, να μη είνε ευτυχείς όσον και οι της Ήρας.»</p>
-
-<p>Και ίσως μεν θα είχε τις πολλά να απαντήση εις τους λόγους του Ροβέρτου Κόρτις,
-αλλ' όμως εκ της συνδιαλέξεως ταύτης εξάγεται ότι ο πλοίαρχος ημών δεν απώλεσε
-πάσαν ελπίδα.</p>
-
-<p>Εν τούτοις επειδή οι όροι της ισορροπίας δυνατόν κατά πάσαν στιγμήν να
-διακοπώσιν, επάναγκες είνε τάχιον ή βραδύτερον να εγκαταλίπωμεν τον
-<i>Σάνσελλορ</i>. Όθεν απεφασίσθη ότι αύριον ευθύς ως αποπερατώση ο ξυλουργός
-την σχεδίαν θα επιβιβασθώμεν επ' αυτής.</p>
-
-<p>Αλλά κρίνατε περί του δεινού απελπισμού του πληρώματος, ότε περί το
-μεσονύκτιον ο Δαούλας παρατηρεί ότι η ξύλωσις της σχεδίας εξηφανίσθη! Τα
-πείσματα [<span style='font-size: small;'><a href='#fn68' id='ref68'>68</a></span>]
-, ει και ήσαν στερεά, εκόπησαν ένεκα του καθέτου εκτοπισμού του πλοίου, και το
-συγκρότημα από μιας και πλέον ώρας αναμφιβόλως, εξέπεσε και παρεσύρθη!</p>
-
-<p>Οι ναύται άμα μανθάνοντες την νέαν ταύτην συμφοράν ρηγνύουσι κραυγάς
-αμηχανίας.</p>
-
-<p>«Εις την θάλασσαν! εις την θάλασσαν, τα κατάρτια!» επαναλαμβάνουσιν οι
-ταλαίπωροι εκμανείς.</p>
-
-<p>Και θέλουσι να κόψωσι την εξαρτίαν, διά να ρίψωσι τα επιστήλια και
-ναυπηγήσωσι πάραυτα νέαν σχεδίαν.</p>
-
-<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις παρεμβαίνων αναφωνεί:</p>
-
-<p>«Εις την θέσιν σας, παιδιά! Κλωστή να μη κοπή άνευ της διαταγής μου. Ο
-<i>Σάνσελλορ</i> ισορροπεί! Ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν θα καταποντισθή ακόμη!»</p>
-
-<p>Εν τη φωνή του πλοιάρχου του, τη ούτω σταθερά, το πλήρωμα ανευρίσκει την
-απάθειάν του, και παρά την εθελοκακίαν τινών ναυτών έκαστος λαμβάνει την
-υποδεικνυομένην αυτώ θέσιν. </p>
-
-<p>Επελθούσης της ημέρας ο Ροβέρτος Κόρτις ανέρχεται μέχρι των διζύγων και το
-βλέμμα του διατρέχει μετ' επιμελείας καθ' όλην την θάλασσαν επί μεγάλης ακτίνος
-περί το πλοίον. Ανωφελής έρευνα! Η σχεδία είνε ήδη αφανής! Πρέπει να ετοιμάσωμεν
-την φαλαινίδα και να επιχειρήσωμεν έρευναν ίσως μεν μακράν, πάντως δε κινδυνώδη;
-Αδύνατον, διότι ο σάλος είνε ισχυρότερος ή ώστε να τον αψηφήση εφόλκιον
-εύθραυστον. Επιχειρητέα λοιπόν η ναυπήγησις νέας σχεδίας, και παραχρήμα
-επιδίδονται εις το έργον. Των κυμάτων γενομένων ισχυροτέρων, η μίσιζ Κηρ
-αποφασίζει τέλος να καταλίπη την θέσιν, ήν κατείχεν εν τη εσχατιά του επιστέγου, και
-ηδυνήθη να έλθη εις το μέγα θωράκιον, εφ' ού κατεκλίθη εν τελεία εκλύσει των
-δυνάμεών της. Ο δε μίστερ Κηρ ετοποθετήθη μετά του Σάιλας Χόντλυ εν τω θωρακίω
-του ακατίου ιστού. Παρά δε τη μίσιζ Κηρ και τη μις Χέρμπυ ετέθησαν οι κκ. Λετουρνέρ
-εν πολλή στενοχωρία, εννοείται, επί του κρηπιδώματος τούτου, ού η μείζων διάμετρος
-είνε δώδεκα ποδών αλλ' όμως σχοινία εδέθησαν από επιτόνου εις επίτονον, δι' ών
-προεφυλάσσοντο κατά των κλονισμών του διατοιχούντος πλοίου. Πλην δε τούτου ο
-Ροβέρτος Κόρτις εμερίμνησε να εκταθή υπεράνω του θωρακίου ιστίον στεγάζον τας
-δύο γυναίκας.</p>
-
-<p>Βυτία τινά επιπλέοντα μεταξύ των ιστών του πλοίου μετά την κατάκλυσιν, και εν
-καιρώ συλλεγέντα, ανεβιβάσθησαν επί των θωρακίων και εδέθησαν στερεώς επί των
-προτόνων. Πάσα δε η προμήθεια ημών αποτελείται νυν εκ κιβωτίων ταριχηρών [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn69' id='ref69'>69</a></span>]
- και διπύρων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn70' id='ref70'>70</a></span>]
- ως και βυτίων ύδατος ποσίμου.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΚΣΤ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 5 Δεκεμβρίου</i>. — Η ημέρα, είνε θερμή. Ο Δεκέμβριος υπό τον
-δέκατον έκτον παράλληλον δεν είνε πλέον μην φθινοπωρινός, αλλ' αυτόχρημα [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn71' id='ref71'>71</a></span>]
- εαρινός. Οφείλομεν δε να αναμένωμεν ότι θα υπομείνωμεν δεινούς καύσωνας αν μη
-άνεμος δροσερός μετριάση τας ηλιακάς καυστικάς ακτίνας.</p>
-
-<p>Εν τούτοις η θάλασσα διατελεί σαλεύουσα. Το σκάφος τεθαλασσωμένον κατά τα
-τρία τέταρτα πλήττεται υπό της θαλάσσης ως σκόπελος. Ο αφρός των κυμάτων
-αναπηδά μέχρι του ύψους των θωρακίων, και τα ενδύματα ημών διαβρέχονται υπό
-της άχνης ως υπό λεπτής βροχής.</p>
-
-<p>Σώζονται δε εκ του <i>Σάνσελλορ</i>, τούτ' έστιν εξέχουσιν άνω της επιφανείας
-της θαλάσσης, μόνον τρεις στήλαι ιστού μετά των επιστηλίων, ο πρόβολος [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn72' id='ref72'>72</a></span>]
- εξ ού κρέμαται η φαλαινίς, ίνα μη συντριβή υπό των κυμάτων, έπειτα δε το επίστεγον
-και το πρωραίον κατάστρωμα, συνδεόμενα μόνον διά του στενού πλαισίου των
-αιωροθεσίων. Το δε κατάστρωμα είνε τελείως υποβρύχιον.</p>
-
-<p>Η μεταξύ των θωρακίων συγκοινωνία είνε δυσχερεστάτη. Μόνοι δε οι ναύται
-αναρριχώμενοι διά των προτόνων δύνανται να μεταβώσιν υπό του ετέρου εις το
-έτερον. Κάτωθεν δε μεταξύ των ιστών, από της κορώνης μέχρι του πρωραίου
-καταστρώματος η θάλασσα εκχύνεται ως επί ρηγμίνος και αποσπά κατά μικρόν τας
-παρειάς του πλοίου, ών τας σανίδας καταγίνονται να περισυναγάγωσι. Δεινότατον
-αληθώς θέαμα εις τους επιβάτας, συνεσπειραμένους επί στενών κρηπιδωμάτων, να
-βλέπωσι και να ακούωσι τον Ωκεανόν μυκώμενον υπό τους πόδας των! Οι ιστοί ούτοι
-οι εξέχοντες του ύδατος τρέμουσιν εις εκάστην επίθεσιν της θαλάσσης, και δύναταί τις
-να πιστεύση ότι θα σαρωθώσι.</p>
-
-<p>Βεβαίως προτιμότερον να μη βλέπη τις, να μη σκέπτεται, διότι η άβυσσος αύτη
-έλκει και επέρχεται όρεξις να κατακρημνισθή τις εις αυτήν!</p>
-
-<p>Εν τούτοις το πλήρωμα εργάζεται ανενδότως εις κατασκευήν της δευτέρας
-σχεδίας. Μεταχειρίζονται επιστήλια και τας κεραίας, και υπό την διεύθυνσιν του
-Ροβέρτου Κόρτις το έργον εκτελείται μετά πλείστης όσης επιμελείας. Ο
-<i>Σάνσελλορ</i> δεν φαίνεται μέλλων να καταποντισθή· ως δε είπεν ο πλοίαρχος,
-πιθανόν επί τινα χρόνον να μείνη ούτω πως ισορροπών μεταξύ δύο υδάτων. Ο
-Ροβέρτος Κόρτις επιμένει ίνα η σχεδία ναυπηγηθή όσον οίον τε στερεά. Ο διάπλους
-μέλλει να είνε μακρός, αφ' ού η εγγυτάτη ακτή, η της Γουυάνης απέχει έτι πλείονας
-εκατοστύας μιλίων. Λοιπόν προτιμότερον να διημερεύσωμεν μίαν έτι ημέραν
-περισσότερον επί των θωρακίων και να λάβωμεν καιρόν να κατασκευάσωμεν
-συσκευήν πλωτήν, εφ' ήν να δύναται τις να έχη πεποίθησιν.</p>
-
-<p>Ως προς τούτο δε πάντες είμεθα σύμφωνοι.</p>
-
-<p>Οι ναύται ανέλαβον πως θάρρος και ήδη η εργασία γίνεται εν τάξει. </p>
-
-<p>Μόνος δε γέρων ναυτικός, εξηκοντούτης, ού η γενειάς και η κόμη ελευκάνθησαν
-εν ταις τρικυμίαις, δεν είνε της γνώμης να εγκαταλίπωμεν τον <i>Σάνσελλορ</i>. Είνε
-δε ούτος Ιρλανδός ονόματι Ο Ρέδυ.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0085.jpg" width="350"
-height="550"
-alt="Μόνος, γέρων ναυτικός. . . "
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Καθ' ήν στιγμήν ήμην επί του επιστέγου ήλθε προς με και είπε μασών την
-καπνομαστίχην του μετά εξαισίας αδιαφορίας.</p>
-
-<p>«Οι σύντροφοι είνε της γνώμης να αφήσωμεν το πλοίον, εγώ όμως όχι. </p>
-
-<p>Εννέα φοράς εναυάγησα, τέσσαρες εις το πέλαγος και πέντε εις παράλια. Το
-αληθινόν επάγγελμά μου είνε να είμαι ναυαγός. Έχω πείραν. Λοιπόν! Ο Θεός να με
-κολάση αν δεν είδα πάντα να χαθούν κακοί κακώς όλοι όσοι καταφεύγουν εις σχεδίας
-ή λέμβους. Όσον το πλοίον επιπλέει πρέπει να μένουν μέσα οι άνθρωποι. Ακούστε
-όπου σας το λέγω εγώ!»</p>
-
-<p>Τους λόγους τούτους ειπών μετά τρόπου πειστικωτάτου ο γηραιός Ιρλανδός, όστις
-εζήτει αναμφιβόλως να ανακοινώση την παρατήρησίν του προς ανακούφισιν της
-συνειδήσεώς του, περιπίπτει εις τελείαν αφασίαν.</p>
-
-<p>Την ημέραν εκείνην περί ώραν τρίτην μετά μεσημβρίαν βλέπω τον μίστερ Κηρ και
-τον πρώην πλοίαρχον Σάιλας Χόντλυ συνδιαλεγομένους μετά πολλής ζωηρότητος επί
-του θωρακίου του ιστού. Ο Πετρέλαιος φαίνεται πιέζων σφόδρα των προς όν
-συνδιαλέγεται, ούτος δε μοι φαίνεται αντιτάσσων παρατηρήσεις τινάς εις πρότασίν
-τινα του περί ού ο λόγος μίστερ Κηρ. Επανειλημμένως δε ο Σάιλας Χόντλυ παρατηρεί
-επί μακρόν την τε θάλασσαν και τον ουρανόν σείων την κεφαλήν. Τέλος μετά μιας
-ώρας συνδιάλεξιν κατέρχεται ολισθαίνων διά του προτόνου μέχρι της εσχατιάς του
-πρωραίου καταστρώματος, αναμιγνύεται εις τον όμιλον των ναυτών και γίνεται
-αφανής από των οφθαλμών μου.</p>
-
-<p>Άλλως τε ελαχίστην σημασίαν αποδίδω εις το γεγονός τούτο, και ανέρχομαι αύθις
-εις το μέγα θωράκιον, ένθα οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και εγώ
-διαμένομεν συνδιαλεγόμενοι επί τινας ώρας. Ο ήλιος είνε θερμότατος και άνευ του
-ιστίου του χρησιμεύοντος ως σκηνή δεν θα ηδυνάμεθα να μείνωμεν εν τη θέσει
-ταύτη.</p>
-
-<p>Την πέμπτην ώραν γευόμεθα από κοινού, το δε φαγητόν απετελείτο εκ διπυρίτου,
-κρέατος παστού και ημίσεος ποτηρίου ύδατος, κατ' άνθρωπον. Αλλ' η μίσιζ Κηρ
-σφόδρα καταβεβλημένη υπό του πυρετού δεν τρώγει. Η δε μις Χέρμπυ δεν δύναται να
-τη παράσχη ανακούφισίν τινα άλλως πως ή βρέχουσα εκ διαλειμμάτων τα καίοντα
-χείλη της. Η τάλαινα πάσχει πολύ, και αμφιβάλλω εάν θα δυνηθή να υπομείνη πολύν
-χρόνον τοιαύτας κακοδαιμονίας.</p>
-
-<p>Ο σύμβιος ουδέ καν άπαξ ηρώτησε περί αυτής. Εν τούτοις περί ώραν έκτην παρά
-τέταρτον ερωτώ εμαυτόν εάν καλή τις προαίρεσις συνεκίνησε τέλος την καρδίαν του
-φιλαύτου τούτου άνθρωπου. Και τω όντι ο μίστερ Κηρ καλεί τινας ναύτας του
-πρωραίου καταστρώματος, παρακαλών αυτούς να τον βοηθήσωσι να καταβή εκ του
-θωρακίου. Θέλει λοιπόν να μεταβή εις συνάντησιν της γυναικός του, εις το μέγα
-θωράκιον;</p>
-
-<p>Οι ναύται δεν αποκρίνονται κατ' αρχάς εις την πρόσκλησιν του μίστερ Κηρ· αλλ'
-αυτός επιμένει ζωηρότερον και υπόσχεται ότι θα «καλοπληρώση» όσους τω
-παράσχωσι την υπηρεσίαν ταύτην.</p>
-
-<p>Πάραυτα δύο ναύται, ο Βάρκε και ο Σάντων, σπεύδουσιν επί των παραρρυμάτων,
-αναβαίνουσιν εις τους ακατίους επιτόνους και φθάνουσιν εις το θωράκιον.</p>
-
-<p>Ελθόντες πλησίον του μίστερ Κηρ συζητούσιν επί μακρόν μετ' αυτού τους όρους
-της συμφωνίας. Πρόδηλον δε ότι αυτοί μεν απαιτούσι πολλά, ο δε μίστερ Κηρ θέλει να
-δώση ολίγα. Εγώ δε βλέπω την στιγμήν καθ' ήν οι δύο ναύται θα εγκαταλίπωσι τον
-επιβάτην εν τω θωρακίω. Τέλος τα διαφερόμενα μέρη συμφωνούσιν, ο δε μίστερ Κηρ
-εξάγων εκ της ζώνης δέσμην χαρτίνων δολλαρίων, την εγχειρίζει εις τον έτερον των
-ναυτών. Ούτος δε μετρεί μετά προσοχής το ποσόν και υπολογίζω ότι δεν θα έχη εις
-χείρας του ολιγώτερα των εκατόν δολλαρίων.</p>
-
-<p>Πρόκειται δε τότε να καταβιβάσωσι τον μίστερ Κηρ μέχρι του πρωραίου
-καταστρώματος διά του ακατίου προτόνου. Ο Βάρκε και ο Σάνδων προσδένουσι περί
-το σώμα αυτού επιχειρίαν, ήν περιελίσσουσιν έπειτα επί του προτόνου, και αφίνουσιν
-αυτόν να κατολισθήση ως δέμα, ουχί άνευ τιναγμών τινων ισχυρών, οίτινες
-προκαλούσι τας βωμολοχίας των συντρόφων των.</p>
-
-<p>Αλλ' ηπατήθην. Ο μίστερ Κηρ ουδεμίαν ειχε πρόθεσιν να μεταβή εις συνάντησιν
-της γυναικός του. Διαμένει εν τω πρωραίω καταστρώματι παρά τω Σάιλας Χόντλυ,
-όστις τον ανέμενεν εκεί. Το σκότος εξαφανίζει αμφοτέρους μετ' ου πολύ από των
-οφθαλμών μου.</p>
-
-<p>Επανήλθεν η νυξ τελεία, ο άνεμος εκόπασεν, αλλ' η θάλασσα διατελεί έτι
-σαλεύουσα. Η δε σελήνη ήτις είχεν ανατείλη από της τετάρτης μετά μεσημβρίαν ώρας,
-διαφαίνεται κατά σπάνια διαλείμματα μεταξύ στενών ταινιών νεφών. Τινές των ατμών
-τούτων, διατεθειμένοι ανά τον ορίζοντα ως μακραί στοιβάδες, χρωματίζονται ερυθροί,
-προμηνύοντες ότι αύριον θα έχωμεν σφοδρόν άνεμον. Είθε ο άνεμος ούτος να είνε
-πάλιν ο Μέσης (ΒΑ) και να μας ωθήση προς την γην! Διότι οία δήποτε μεταβολή της
-διευθύνσεως αυτού θα ήτο ολεθρία, όταν θα επιβιβασθώμεν επί της σχεδίας, ήτις
-μόνον δι' ουρίου ανέμου δύναται να πλεύση.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις ανέβη επί του μεγάλου θωρακίου περί την ογδόην εσπερινήν
-ώραν. Διανοούμαι ότι απασχολεί αυτόν η κατάστασις του ουρανού και ότι θέλει να
-προσπαθήση να προμαντεύση οποία τις έσται η προσδοκωμένη επιούσα. Επί τέταρτον
-ώρας ίσταται παρατηρών· έπειτα δε πριν κατέλθη, θλίβει την χείρα μου ουδέ λέξιν
-εκστομίσας, και απελθών καταλαμβάνει την όπισθεν του επιστέγου θέσιν του.</p>
-
-<p>Προσπαθώ να κοιμηθώ επί του στενού διαστήματος, όπερ υπελείπετο εις εμέ εν
-τω θωρακίω, αλλά δεν δύναμαι όμως να το κατορθώσω. Δυσάρεστα προαισθήματα με
-περιστοιχίζουσι, και η παρούσα ηρεμία της ατμοσφαίρας μ' εμβάλλει εις φροντίδας,
-και μοι φαίνεται άγαν ήρεμος· διότι μόλις που εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου εισδύει
-εις την εξαρτίαν και δονεί το μετάλλινον αυτής σχοινίον. Άλλως τε η θάλασσα
-«αισθάνεται» τι. Ταράσσεται υπό μακρού σάλου και προφανώς δοκιμάζει τον
-αντίκτυπον τρικυμίας τινος αφεστώσης.</p>
-
-<p>Περί ώραν ενδεκάτην της νυκτός εν τω αραιώματι μεταξύ δύο νεφών η σελήνη
-λάμπει διά λάμψεως ζωηράς, τα δε κύματα αναλάμπουσιν ως φωτιζόμενα υπό
-λάμψεως υποβρυχίου. </p>
-
-<p>Εγείρομαι και παρατηρώ. Παράξενον πράγμα, μοι φαίνεται ότι διακρίνω επί τινα
-λεπτά της ώρας σημείον μέλαν ανυψούμενον και ταπεινούμενον εν τω μέσω της
-επιτεταμένης λευκότητος των υδάτων. Δεν είνε δυνατόν να είνε βράχος, διότι
-παρακολουθεί τας κινήσεις του σάλου. </p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0092.jpg" width="351"
-height="550"
-alt="Μοι φαίνεται ότι διακρίνω μέλαν σημείον."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Τι είνε λοιπόν;</p>
-
-<p>Έπειτα η σελήνη καλύπτεται εκ νέου, το σκότος γίνεται αύθις βαθύ και εγώ
-κατακλίνομαι πλησίον των αριστερών επιτόνων.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΚΖ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 6 Δεκεμβρίου</i>. — Κατόρθωσα να κοιμηθώ επί τινας ώρας, αλλά την
-τετάρτην πρωινήν ώραν ο συριγμός του ανέμου μ' αφυπνίζει αποτόμως. Ακούω την
-φωνήν του Ροβέρτου Κόρτις αντηχούσαν εν τω μέσω των συστροφών του ανέμου, ών
-οι τιναγμοί κλονούσι την εξαρτίαν.</p>
-
-<p>Εγείρομαι και συγκρατούμενος ισχυρώς από του νεύρου, προσπαθώ να ίδω τι
-συμβαίνει υποκάτω μου και πέριξ.</p>
-
-<p>Εν τω σκότει βλέπω την θάλασσαν μυκωμένην. Μεγάλαι οθόναι αφρού
-μολυβδόχροι μάλλον ή λευκαί διέρχονται μεταξύ των ιστών, οίτινες υπόκεινται εις
-μεγάλας ταλαντώσεις ένεκα του διατοιχούντος πλοίου. Δύο σκιαί μαύραι εν τη
-πρύμνη διακρίνονται καθαρά επί του υπολεύκου χρώματος της θαλάσσης. Είνε δε
-αύται ο πλοίαρχος Κόρτις και ο αρχιναύτης. Αι φωναί των, ολίγον διακρινόμεναι
-μεταξύ του θορύβου των κυμάτων και των συριγμών του ανέμου, έρχονται εις τα ώτα
-μου ως ασθενής στεναγμός.</p>
-
-<p>Την στιγμήν εκείνην ναύτης ανελθών εις το θωράκιον να δέση σχοινίον διέρχεται
-πλησίον μου.</p>
-
-<p>«Τι τρέχεις τον ερωτώ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Άλλαξ' ο άνεμος.....»</p>
-
-<p>Προσέθηκε δε ο ναύτης και άλλας τινάς λέξεις, άς δεν ηδυνήθην να ακούσω
-καθαρά· αλλά μοι φαίνεται ότι είπεν «αντίπρωρος».</p>
-
-<p>Αντίπρωρος! Αλλά τότε ο άνεμος μετετράπη όλως από Μέσου (ΒΑ) εις Λίβα (ΝΔ)
-και νυν θα μας ωθή προς το πέλαγος! Λοιπόν τα προαισθήματά μου δεν με
-ηπάτησαν!</p>
-
-<p>Τω όντι η ημέρα ανατέλλει κατ' ολίγον και ναι μεν ο άνεμος δεν μετεβλήθη όλως
-αντίπρωρος, αλλά — περίστασις ωσαύτως ολεθρία εις ημάς, — πνέει Σκίρων (ΒΔ), και
-λοιπόν μας απομακρύνει από της γης. Προσέτι δε το επί του καταστρώματος ύδωρ
-είνε νυν πέντε ποδών, ώστε τα παραρρύματα εξηφανίσθησαν τελείως. Το πλοίον
-εβυθίσθη την νύκτα, και το πρωραίον κατάστρωμα, ως και το επίστεγον, είνε νυν ίσα
-τη επιφανεία της θαλάσσης, ήτις τα σαρώνει ακαταπαύστως. Υπό τον άνεμον δε ο
-Ροβέρτος Κόρτις και το πλήρωμά του εργάζεται εις αποπεράτωσιν της σχεδίας, αλλά
-το έργον δεν δύναται να προβή ταχέως, ένεκα της σφοδρότητος του σάλου και δέον
-να ληφθώσιν αι σπουδαιόταται προφυλάξεις, ίνα μη το συγκρότημα, εξαρθρωθή, πριν
-στερεωθή τελείως.</p>
-
-<p>Και ήδη οι κκ. Λετουρνέρ είνε όρθιοι πλησίον μου, ο δε πατήρ συγκρατεί τον υιόν
-κατά της σφοδρότητος του διατοιχούντος πλοίου.</p>
-
-<p>«Αλλά το θωράκιον τούτο θα σπάση!» αναφωνεί ο κ. Λετουρνέρ, ακούων τους
-τριγμούς του στενού κρηπιδώματος όπερ φέρει ημάς.</p>
-
-<p>Τους λόγους τούτους ακούσασα η μις Χέρμπυ ανεγείρεται, και δεικνύουσα την
-μίσιζ Κηρ, εξηπλωμένην προ των ποδών της:</p>
-
-<p>«Και τι να κάμωμεν, κύριοι; ερωτά.</p>
-
-<p>&nbsp;— Να μείνωμεν εδώ όπου είμεθα, απεκρίθην εγώ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Μις Χέρμπυ, προσθέτει ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και εδώ είνε το
-ασφαλέστατον καταφύγιόν μας. Μη φοβείσθε τίποτε.»</p>
-
-<p>&nbsp;— Δι' εμέ δεν φοβούμαι, αποκρίνεται η νεάνις διά της ηρέμου φωνής της,
-αλλά δι' εκείνους οι οποίοι έχουν λόγον τινά να θέλουν την ζωήν!»</p>
-
-<p>Την ογδόην και τέταρτον ο αρχιναύτης αναφωνεί προς τους άνδρας του
-πληρώματος:</p>
-
-<p>«Ε, από την πρώραν!</p>
-
-<p>&nbsp;— Ορίστε, αναφωνεί τις των ναυτών, ο Ο Ρέδυς, πιστεύω.</p>
-
-<p>&nbsp;— Την έχετε την φαλαινίδα;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι.</p>
-
-<p>&nbsp;— Τότε θα μας έφυγε!»</p>
-
-<p>Και όντως η φαλαινίς δεν κρατείται πλέον από του προβόλου, και σχεδόν πάραυτα
-βεβαιούται η εξαφάνισις του μίστερ Κηρ, του Σάιλας Χόντλυ και τριών ανδρών του
-πληρώματος, ενός Σκώτου και δύο Άγγλων· τότε κατανοώ οποίον τι ήτο την
-προτεραίαν το θέμα της συνδιαλέξεως του μίστερ Κηρ και του Σάιλας Χόντλυ.
-Φοβούμενοι δήλα δή μη ο <i>Σάνσελλορ</i> καταποντισθή προ της αποπερατώσεως
-της σχεδίας, συνώμοσαν να φύγωσι, και κατέπεισαν διά χρημάτων τους τρεις ναύτας
-να παραλάβωσι την φαλαινίδα. Εξηγώ τότε τι ήτο το μέλαν εκείνο σημείον όπερ
-διείδον την νύκτα. Τον άθλιον! εγκατέλιπε την γυναίκα του! Ο ανάξιος πλοίαρχος
-εγκατέλιπε το πλοίον του! Και μας επήραν την λέμβον, τούτ' έστι το μόνον
-υπολειπόμενον ημίν εφόλκιον!</p>
-
-<p>«Πέντε σωσμένοι! είπεν ο αρχιναύτης.</p>
-
-<p>&nbsp;— Πέντε χαμένοι!» αποκρίνεται ο γέρων Ιρλανδός.</p>
-
-<p>Τω όντι η κατάστασις της θαλάσσης πληρέστατα δικαιολογεί τους λόγους του
-γηραιού Ο Ρέδυ.</p>
-
-<p>Είκοσι και δυο είμεθα πλέον εν τω πλοίω. Άρα γε κατά πόσους έτι ο αριθμός ούτος
-θα ελαττωθή;</p>
-
-<p>Το πλήρωμα μαθόν την άνανδρον ταύτην λιποταξίαν και την κλοπήν της
-φαλαινίδος, υβρίζει δεινώς τους δραπέτας. Αν δε η τύχη ήθελεν επαναφέρη αυτούς
-εις το πλοίον, θα πληρώσωσιν ακριβά την προδοσίαν των.</p>
-
-<p>Συνιστώ να κρύψωσι την μίσιζ Κηρ την φυγήν του ανδρός της. Η δυστυχής γυνή
-κατατρύχεται υπό αδιαλείπτου πυρετού, καθ' ού ουδέν δυνάμεθα, διότι η βύθισις του
-πλοίου εγένετο τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων δεν ηδυνήθη να
-σωθή. Άλλως τε και φάρμακα αν είχομεν, οποίον τι αποτέλεσμα να προσδοκώμεν εν
-τη καταστάσει εν η διατελεί η μίσιζ Κηρ;</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">ΚΗ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της 6 Δεκεμβρίου</i>. — Εν τούτοις ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν
-συγκρατείται πλέον εν ισορροπία εν τω μέσω των στρωμάτων του ύδατος. Πιθανώς το
-σκάφος του εξαρθρούται και αισθανόμεθα ότι κατ' ολίγον βυθίζεται.</p>
-
-<p>Ευτυχώς η σχεδία θα αποπερατωθή εντός της εσπέρας, και θα δυνηθώμεν να
-εγκαθιδρυθώμεν επ' αυτής, πλην εάν ο Ροβέρτος Κόρτις προτιμά να επιβιβασθώμεν
-την επιούσαν άμα τη ημέρα. Το συγκρότημα εγένετο στερεόν. </p>
-
-<p>Τα δε αποτελούντα αυτήν ξύλα συνεδέθησαν διά σχοινίων δυνατών, και επειδή
-ταύτα διασταυρούνται μεταξύ των υπεράλληλα, το όλον υψούται κατά δύο πόδας
-άνω της επιφανείας της θαλάσσης. </p>
-
-<p>Το δε κρηπίδωμα είνε κατεσκευασμένον διά σανίδων άς είχον αποσπάση τα
-κύματα και ημείς εχρησιμοποιήσαμεν επιμελώς. Μετά μεσημβρίαν άρχεται η
-φόρτωσις των διασωθέντων τροφίμων, ιστίων, οργάνων, εργαλείων. Επάναγκες δε να
-σπεύσωμεν, διότι την στιγμήν ταύτην το μέγα θωράκιον μόλις δέκα πόδας υπερέχει
-της θαλάσσης, του δε προβόλου το άκρον μόνον της κεραίας υπολείπεται υψούμενον
-πλαγίως.</p>
-
-<p>Θα εκπλαγώ σφόδρα αν μη είνε η αύριον η εσχάτη ημέρα του
-<i>Σάνσελλορ</i>!</p>
-
-<p>Και νυν, εν τίνι ηθική καταστάσει διατελούμεν; Προσπαθώ να ορίσω τι συμβαίνει
-εν εμοί. Μοι φαίνεται ότι τούθ' όπερ αισθάνομαι είνε αδιαφορία τις ασυνείδητος
-μάλλον ή συναίσθημα καρτερίας. Ο κ. Λετουρνέρ ζη όλος εν τω υιώ αυτού, όστις και
-αυτός τον πατέρα του μόνον συλλογίζεται. Ο Ανδρέας δεικνύει καρτερίαν μεστήν
-γενναιότητος, χριστιανικήν καρτερίαν, ήν δεν δύναμαι κάλλιον να παραβάλω ή προς
-την καρτερίαν της μις Χέρμπυ. Ο δε Φάλστεν είνε αείποτε Φάλστεν, και, Θεέ μου,
-συγχώρησόν μοι, ο μηχανικός ούτος εξακολουθεί γράφων αριθμούς εν τω
-σημειωματαρίω του! Η δε μίσιζ Κηρ αποθνήσκει παρά τας περιποιήσεις της νεάνιδος,
-παρά τας εμάς.</p>
-
-<p>Οι δε ναύται, τούτων δύο ή τρεις είνε ήρεμοι, αλλά οι άλλοι είνε σχεδόν
-παράφρονες. Τινές αγόμενοι υπό της χυδαίας αυτών φύσεως, φαίνονται
-διατεθειμένοι να προβώσιν εις υπερβολάς. Θα είνε δυσήνιοι [<span style='font-size:
-small;'><a href='#fn73' id='ref73'>73</a></span>]
- οι άνθρωποι ούτοι οι διατελούντες υπό την φαύλην επίδρασιν του Όουεν και του
-Γύγξτροπ, όταν συμβιώμεν μετ' αυτών επί στενής σχεδίας!</p>
-
-<p>Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ είνε καταβεβλημένος σφόδρα· ει και γενναίος, αλλ'
-όμως θα αναγκασθή να απόσχη της υπηρεσίας του. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο
-αρχιναύτης, δραστήριοι, ακλόνητοι, είνε άνδρες ούς η φύσις «εσφυρηλάτησε δι' όλης
-αυτών της σκληρότητος». ίνα κατά μεταλλουργούς είπω, χαρακτηρίζει δε αυτούς
-καλώς η έκφρασις αύτη.</p>
-
-<p>Περί ώραν πέμπτην μετά μεσημβρίαν ανεπαύθη είς εκ των εν δυστυχία
-συναδέλφων μας, η μίσιζ Κηρ απέθανε μετά οδυνηράν αγωνίαν, ίσως ουδεμίαν
-έχουσα συνείδησιν της καταστάσεώς της. Εξέβαλέ τινας στεναγμούς και τετέλεσται.
-Μέχρι της τελευταίας στιγμής η μις Χέρμπυ δαψιλώς [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn74' id='ref74'>74</a></span>]
- περιέθαλψεν αυτήν μετ' αφοσιώσεως, ήτις βαθέως μας συνεκίνησε!</p>
-
-<p>Παρήλθεν η νυξ άνευ τινός συμβεβηκότος. Την πρωίαν περί τα χαράγματα έλαβον
-της νεκράς την χείρα, ήτις ήτο ψυχρά και τα μέλη της απεξυλωμένα. Το πτώμα δεν
-δύναται να διαμείνη πλέον εν τω θωρακίω. Η μις Χέρμπυ και εγώ την περιτυλίσσομεν
-διά των ενδυμάτων της, έπειτα δε ευχαί τινες απηγγέλθησαν υπέρ αναπαύσεως της
-ψυχής της ταλαίνης γυναικός, και το πρώτον θύμα τοσούτων συμφορών
-κατακρημνίζεται εις τα κύματα.</p>
-
-<p>Την στιγμήν εκείνην εκστομίζει τις των εν τοις θωρακίοις ανδρών τους φοβερούς
-τούτους λόγους;</p>
-
-<p>«Νά ένα πτώμα. . . κρίμα 'ς το! κρίμα 'ς το!»</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0093.jpg" width="354"
-height="550"
-alt="«Νά, και ένα πτώμα!,,» είπεν ο Όουεν."
-border="2" /><br /></p>
-
-
-<p>Στρέφομαι προς την φωνήν. Ο Όουεν είνε ο λαλήσας ούτω.</p>
-
-<p>Έπειτα μοι επέρχεται εις τον νουν ότι τω όντι θα έχωμεν ίσως ημέραν τινά έλλειψιν
-τροφίμων!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΚΘ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 7 Δεκεμβρίου</i>. — Το πλοίον εξακολουθεί βυθιζόμενον, η δε
-θάλασσα ανήλθε νυν εις το διάδετον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn75'
-id='ref75'>75</a></span>]
- του ακατίου θωρακίου. Το δε επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα είνε όλως
-υποβρύχια του δε προβόλου το άκρον της κεραίας εξηφανίσθη. Ουδέν δε πλέον
-σώζεται ή αι τρεις στήλαι των ιστών, εξέχουσαι του Ωκεανού.</p>
-
-<p>Αλλ' η σχεδία είνε ετοίμη και φέρει φορτίον παν ό τι ηδυνήθημεν να διασώσωμεν.
-Μία υποπτερνίς [<span style='font-size: small;'><a href='#fn76'
-id='ref76'>76</a></span>]
- παρασκευασθείσα κατά την πρώραν της σχεδίας, είνε προωρισμένη να δεχθή ιστόν,
-όν θα υποστηρίξωσιν επίτονοι στερεούμενοι επί των πλευρών του κρηπιδώματος. Το
-ιστίον του μεγάλου σιπάρου θα αναδεθή και θα μας ωθήση ίσως προς την ακτήν.</p>
-
-<p>Τις οίδεν εάν το εύθραυστον τούτο εκ σανίδων συγκρότημα, ήττον ευβύθιστον,
-κατορθώση ό τι ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν ηδυνήθη; Η ελπίς είνε ούτως ερριζωμένη εν τη
-καρδία του ανθρώπου, ώστε εισέτι ελπίζω!</p>
-
-<p>Είνε εβδόμη ώρα προ μεσημβρίας. Εν ώ δε μέλλομεν να επιβιβασθώμεν, αίφνης το
-πλοίον βυθίζεται ούτω ταχέως, ώστε ο ξυλουργός και οι άνδρες οι απησχολημένοι επί
-της σχεδίας αναγκάζονται να κόψωσι το πείσμα των ίνα μη παρασυρθώσιν εις την
-δίνην του ύδατος.</p>
-
-<p>Αισθανόμεθα τότε αγωνίαν οξυτάτην, διότι ακριβώς την στιγμήν καθ' ήν το πλοίον
-κατέρχεται εις την άβυσσον, η μόνη ημών σανίς της σωτηρίας απομακρύνεται
-εκπίπτουσα!</p>
-
-<p>Δύο ναύται και είς μαθητευόμενος έξω φρενών ρίπτονται εις την θάλασσαν, αλλά
-μάτην προσπαθούσι να παλαίσωσι προς τον σάλον.</p>
-
-<p>Μετ' ου πολύ είνε προφανές ότι ούτε εις την σχεδίαν να προφθάσωσι θα
-δυνηθώσιν, ούτε να επανέλθωσιν εις το πλοίον, έχοντες εναντίον αυτών τα τε κύματα
-και τον άνεμον. Ο Ροβέρτος Κόρτις δέσας περί την οσφύν σχοινίον σπεύδει εις
-βοήθειάν των. Αλλ' ανωφελής προθυμία! Διότι πριν δυνηθή να πλησιάση προς
-αυτούς, οι τρεις ατυχείς ούτοι, ούς βλέπω αγωνιζομένους, εξαφανίζονται, αφ' ού
-μάτην έτειναν τας χείρας προς ημάς.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0108.jpg" width="354"
-height="550"
-alt="Μάτην έτεινον τας χείρας προς ημάς. . . "
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Αποσύρομεν τον Ροβέρτον Κόρτις όλον μεμωλωπισμένον υπό του είδους εκείνου
-της ανακοπής των κυμάτων ήτις
-πλήττει την κορυφήν των ιστών.</p>
-
-<p>Εν τούτοις ο Δαούλας και οι ναύται, μεταχειριζόμενοι δύο μακρά ξύλα ως κώπας,
-προσπαθούσι να επανέλθωσιν εις το πλοίον, αλλά μόνον μετά μιας ώρας
-προσπαθείας, — ώρας ήτις εφάνη ημίν αιών όλος, ώρας καθ' ήν η θάλασσα ανήλθε
-μέχρι της επιφανείας των θωρακίων, — η σχεδία, ήτις είχεν απομακρυνθή δύο μόνον
-στάδια, ό έστι τετρακόσια μέτρα, ηδυνήθη να έλθη παρά την πλευράν του
-<i>Σάνσελλορ</i>. Ο αρχιναύτης ρίπτει πείσμα προς τον Δαούλαν και η σχεδία
-προσδένεται εκ νέου εις το τραχήλωμα του μεγάλου ιστού.</p>
-
-<p>Ουδεμία πλέον στιγμή χρονοτριβής υπολείπεται, διότι σφοδρά δίνη ανοίγεται περί
-τον εμβεβαπτισμένον σκελετόν του πλοίου, και υπερμεγέθεις φυσαλίδες αέρος
-ανέρχονται απειροπληθείς εις την επιφάνειαν του ύδατος.</p>
-
-<p>«Επιβαίνετε! επιβαίνετε!» αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις.</p>
-
-<p>Εφορμώμεν μετά σπουδής εις την σχεδίαν. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ, αφ' ού
-επεστάτησεν εις την εγκατάστασιν της μις Χέρμπυ, έρχεται αισίως εις το κρηπίδωμα,
-μετ' ου πολύ δε και ο πατήρ είνε πλησίον του. Μετά μίαν στιγμήν οι πάντες έχομεν
-επιβιβασθή, — οι πάντες πλην του πλοιάρχου Κόρτις και του γηραιού ναύτου Ο
-Ρέδυ.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιος επί του μεγάλου θωρακίου δεν θέλει να καταλίπη το
-πλοίον του, αλλά τότε μόνον, όταν το πλοίον του εξαφανισθή εν τη αβύσσω· τούτο δε
-είνε καθήκον άμα και δικαίωμά του. Τον <i>Σάνσελλορ</i> τούτον όν αγαπά, όν
-κυβερνά έτι, πας τις αισθάνεται οποία τις συγκίνησις συντρίβει την καρδίαν του καθ'
-ήν στιγμήν μέλλει να τον εγκαταλίπη!</p>
-
-<p>Ο Ιρλανδός έμεινεν επί του ακατίου θωρακίου.</p>
-
-<p>«Εμπρός, γέρον, κράζει προς αυτόν ο πλοίαρχος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Βουλιάζει το πλοίον; ερωτά ο επίμονος γέρων μετά της μεγίστης
-απαθείας.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ναι. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Εμπρός τότε.» αποκρίνεται ο Ο Ρέδυ, ότε το ύδωρ ανέβη ήδη μέχρι της
-ζώνης του.</p>
-
-<p>Και σείων την κεφαλήν πηδά εις την σχεδίαν.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις διαμένει επί μίαν έτι στιγμήν επί του θωρακίου, περιφέρει το
-βλέμμα πέριξ αυτού, έπειτα έσχατος αυτός εγκαταλείπει το πλοίον του.</p>
-
-<p>Είνε καιρός. Το πείσμα κόπτεται και η σχεδία απομακρύνεται βραδέως. </p>
-
-<p>Πάντες αποβλέπομεν προς το μέρος τούτο όπου το πλοίον καταποντίζεται. Το
-άκρον του ακατίου ιστού εξαφανίζεται κατ' αρχάς, έπειτα το άκρον του μεγάλου ιστού,
-μετ' ου πολύ δε ουδέν υπολείπεται πλέον του κομψού εκείνου πλοίου όπερ υπήρξεν ο
-<i>Σάνσελλορ</i>.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">Λ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου.</i> — Νέα πλωτή συσκευή φέρει ημάς, ήτις
-δεν δύναται μεν να καταποντισθή, διότι τα ξύλα ταποτελούντα αυτήν θα επιπλέωσιν ό
-τι δήποτε και αν συμβή, αλλά η θάλασσα δεν θα την διαλύση; Δεν θα θραύση τους
-δεσμούς τους συνδέοντας αυτήν; Δεν θα αφανίση τέλος τους ναυαγούς τους επί της
-επιφανείας αυτής σεσωρευμένους;</p>
-
-<p>Εκ των εικοσιοκτώ ψυχών άς είχεν ο <i>Σάνσελλορ</i> αποπλέων εκ του
-Κάρλεστον, δέκα είχον ήδη απολεσθή.</p>
-
-<p>Είμεθα λοιπόν δεκαοκτώ έτι, — δεκαοκτώ επί της σχεδίας ταύτης της αποτελούσης
-τρόπον τινά τετράπλευρον ακανόνιστον, τεσσαράκοντα περίπου ποδών μήκους και
-είκοσι πλάτους.</p>
-
-<p>Τα δε ονόματα των επιζώντων εκ του <i>Σάνσελλορ</i> είνε τάδε: οι κκ.
-Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν, η μις Χέρμπυ και εγώ, επιβάται. — Ο πλοίαρχος
-Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, ο μάγειρος Γύγξτροπ ο μαύρος, ο
-ξυλουργός Δαούλας, — οι επτά ναύται Ώστιν, Όουεν, Ουίλσων, Ο Ρέδυ, Βάρκε, Σάνδων
-και Φλαίπολ.</p>
-
-<p>Ο Ύψιστος εδοκίμασεν ημάς αρκούντως από εβδομήκοντα δύο ημερών, αφ' ής
-κατελίπομεν την Αμερικανικήν ακτήν, και η χειρ αυτού αρκούντως εβάρυνεν εφ' ημών;
-Και ουδ' ο μάλιστα εύελπις ήθελε τολμήση να ελπίση.</p>
-
-<p>Αλλ' ας αφήσωμεν το μέλλον και περί του παρόντος ας σκεπτώμεθα, και
-εξακολουθήσωμεν καταγράφοντες τας συμφοράς του δράματος τούτου καθ' όσον
-εμφανίζονται.</p>
-
-<p>Γνωστοί οι επιβάται της σχεδίας, τα δε προς συντήρησιν αυτών έχουσιν ως
-εξής.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις είχε δυνηθή να επιβιβάση μόνον ό τι υπελείπετο εκ των
-προμηθειών άς είχον αναβιβάση εκ του διανομείου, ών το πλείστον μέρος ηφανίσθη
-κατά την στιγμήν της εμβαπτίσεως του καταστρώματος του <i>Σάνσελλορ</i>. Είνε δε
-ολίγον άφθονοι αι προμήθειαι αύται, εάν ληφθή υπ' όψει ότι είμεθα δεκαοκτώ
-στόματα, και πολλαί ημέραι δυνατόν να παρέλθωσιν έτι πριν φανή πλοίον τι ή γη. Έν
-βυτίον διπυρίτου, έτερον κρέατος παστού, μικρός κόρος [<span style='font-size:
-small;'><a href='#fn77' id='ref77'>77</a></span>]
- βρανδεβίνου [<span style='font-size: small;'><a href='#fn78'
-id='ref78'>78</a></span>]
-, δύο βυτία ύδατος, ταύτα είνε τα περισωθέντα και ουδέν πλέον. Λοιπόν έργον
-φρονήσεως είνε να ορισθώσιν αι μερίδες ευθύς από της πρώτης ημέρας.</p>
-
-<p>Εκ των ενδυμάτων της αποθήκης ουδέν απολύτως έχομεν· ιστία δέ τινα θα
-χρησιμεύσωσιν ως καλύμματα άμα και ως στέγη. Τα εργαλεία, ανήκοντα εις τον
-Δαούλαν, ο εκτάς και η πυξίς, είς χάρτης, τα εγκόλπια μαχαίρια ημών, λέβης
-μετάλλινος, κύπελλον εκ λευκοσιδήρου, ούτινος ουδέποτε αποχωρίζεται ο γέρων
-Ιρλανδός Ο Ρέδυ, τοιαύτα είνε τα υπολειπόμενα ημίν όργανα και σκεύη. Πάντα δε τα
-κιβώτια, τα επί του καταστρώματος αποκείμενα και προωρισμένα εις την πρώτην
-σχεδίαν, κατεποντίσθησαν κατά την επί μέρους εμβάπτισιν του πλοίου, απ' εκείνης δε
-της στιγμής δεν ήτο πλέον δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος.</p>
-
-<p>Αύτη λοιπόν η ημετέρα κατάστασις, σοβαρά μεν, αλλ' ουχί και απελπιστική.
-Δυστυχώς φόβος είνε μη πλείονες ημών απολέσωμεν το τε ηθικόν σθένος και το
-φυσικόν. Άλλως τε υπάρχουσι μεταξύ ημών τινες, ών τα φαύλα ενστίγματα θα
-αποβώσι δυσκράτητα!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΑ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου</i>. — Την πρώτην ημέραν ουδέν
-αξιοσημείωτον.</p>
-
-<p>Σήμερον δε την ογδόην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος Κόρτις συγκαλέσας πάντας
-επιβάτας τε και ναυτικούς:</p>
-
-<p>«Φίλοι μου, είπε, κατανοήσατε το εξής. Είμαι κυβερνήτης της σχεδίας ως ήμην και
-του <i>Σάνσελλορ</i>. Λέγω λοιπόν ότι θα με υπακούωσι πάντες ανεξαιρέτως. Περί
-της κοινής σωτηρίας ας σκεπτώμεθα, ας είμεθα ηνωμένοι, και έχει ο Θεός.»</p>
-
-<p>Οι λόγοι ούτοι έτυχον καλής αποδοχής.</p>
-
-<p>Ο λεπτός άνεμος ο πνέων κατά την στιγμήν ταύτην και ού την διεύθυνσιν ο
-πλοίαρχος προσδιορίζει διά της πυξίδος, επετάθη προσεγγίζων προς τον Βορράν,
-περίπτωσις ευοίωνος. Οφείλομεν δε να σπεύσωμεν να επωφεληθώμεν ίνα
-καταπλεύσωμεν όσον τάχιστα εις τας Αμερικανικάς ακτάς. Ο ξυλουργός Δαούλας τότε
-καταγίνεται να στήση τον ιστόν, ού την υποπτερνίδα είχομεν παρασκευάση κατά την
-πρώραν της σχεδίας, προσέθηκε δε και δύο πτερύγια, είδος προώστου, δι' ών θα
-συγκρατήται στερεώτερον. Εν ώ δε αυτός εργάζεται, ο αρχιναύτης και οι ναύται
-αναδένουσι το σιπάριον επί της κεραίας ήν προς τούτο έχομεν φυλάξη.</p>
-
-<p>Την ενάτην και ημίσειαν ο ιστός ίσταται όρθιος. Επίτονοι εντεταμένοι επί των
-πλευρών της σχεδίας ασφαλίζουσι την στερεότητα αυτού. Το ιστίον επαίρεται,
-ποδούται και η συσκευή έχουσα τον άνεμον ούριον εκτοπίζεται επαισθητώς υπό την
-ενέργειαν του ανέμου, όστις επιτείνεται επαισθητώς έτι.</p>
-
-<p>Του έργου τούτου άπαξ περατωθέντος, ο Δαούλας προσπαθεί να εγκαταστήση
-πηδάλιον, δι' ού να δύναται η σχεδία να έχη ήν θέλει διεύθυνσιν. Διά των συμβουλών
-δε του Ροβέρτου Κόρτις και του μηχανικού Φάλστεν μετά δίωρον εργασίαν ιδρύεται
-κατά την πρώραν της σχεδίας ώσπερ τι ουράδιον, παρεμφερές προς τα εν χρήσει παρά
-τοις Μαλαίοις.</p>
-
-<p>Κατά τον χρόνον δε τούτον ο πλοίαρχος Κόρτις εκτελεί τας αναγκαίας
-παρατηρήσεις προς εύρεσιν ακριβώς του μήκους του, και της μεσημβρίας ελθούσης,
-λαμβάνει καλόν ύψος του ηλίου.</p>
-
-<p>Το δε στίγμα όπερ λαμβάνει μεθ' ικανώς μεγάλης ακριβείας έχει ώδε:</p>
-
-<p class="poem">$Πλάτος, 15° 7' βόρειον<br />
-Μήκος, 49° 35' προς δυσμάς του Γρηνουίχου.</p>
-
-<p>Το στίγμα, τούτο, μετενεχθέν επί του χάρτου, δεικνύει ότι απέχομεν εξακόσια
-πεντήκοντα μίλια της βορειοανατολικής ακτής του Παραμαρίβου, τούτ' έστι του
-εγγυτάτου τμήματος της Αμερικής ηπείρου, ήτις, ως ήδη ερρήθη, αποτελεί το
-παράλιον της Ολλανδικής Γουυάνης.</p>
-
-<p>Όθεν, λαμβάνοντες τον μέσον όρον των περιπτώσεων, δεν δυνάμεθα να
-ελπίζωμεν, και αν διαρκώς βοηθώσιν ημάς οι ετησίοι άνεμοι, ότι θα διανύσωμεν
-πλείονα των δέκα ή δώδεκα μιλίων την ημέραν, επί συσκευής ούτως ατελούς ως η
-σχεδία, ήτις δεν δύναται να πλαγιοδρομή προς τον άνεμον. Τούτο λοιπόν θα απαιτήση
-δίμηνον διάπλουν, επί τη υποθέσει ότι αι περιστάσεις θα είνε αισιώταται, — πλην της
-περιπτώσεως, της ολίγον πιθανής, ότι ήθελε συναντήση ημάς πλοίον τι. Αλλ' εις τούτο
-το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού ολιγώτερον φοιτώσι πλοία παρά εις το βορειότερον
-ή το νοτιώτερον. Ερρίφθημεν δυστυχώς μεταξύ των γραμμών των Αντιλλών και των
-της Βρασιλίας, ας ακολουθούσιν τα υπερωκεάνεια Αγγλικά ή Γαλλικά, και
-προτιμότερον να μη αναθέτωμεν τας ελπίδας ημών εις το τυχαίον της συναντήσεως
-πλοίου. Άλλως τε, εάν αι νηνεμίαι επέλθωσιν, εάν ο άνεμος μεταβληθείς ωθήση ημάς
-προς Ανατολάς, ουχί πλέον δύο μήνες, αλλά τέσσαρες, αλλά έξ απαιτούνται, αι δε
-τροφαί ήθελον σωθή προ της λήξεως της τριμηνίας.</p>
-
-<p>Η σύνεσις λοιπόν απαιτεί από τούδε να καταναλίσκωμεν το απολύτως αναγκαίον.
-Ο πλοίαρχος Κόρτις εζήτησε την γνώμην μας περί τούτου, ημείς δε αυστηρώς
-ωρίσαμεν το πρόγραμμα. Αι μερίδες υπελογίσθησαν εις πάντας αδιακρίτως ούτως,
-ώστε ή τε πείνα και η δίψα να κορέννυνται κατά το ήμισυ. Ο χειρισμός της σχεδίας δεν
-χρήζει μεγάλης δαπάνης φυσικών δυνάμεων, όθεν τροφή μεμετρημένη θα είνε
-επαρκής. Το δε βρανδεβίνον, ού το βυτίον δεν περιέχει πλείονα των πέντε γαλλονίων,
-ό έστι είκοσι τρεις περίπου λίτρας Γαλλικάς, ήτοι δεκαοκτώ οκάδας, θα διανεμηθή
-μετά της εσχάτης φειδούς. Ουδείς θα έχη δικαίωμα να το εγγίση άνευ της αδείας του
-πλοιάρχου.</p>
-
-<p>Λοιπόν τα της διαίτης εν τω πλοίω εκανονίσθησαν ώδε: Πέντε ουγκίαι κρέατος και
-πέντε διπυρίτου καθ' εκάστην και κατ' άνθρωπον. Και ναι μεν είνε ολίγον, αλλ' όμως
-δεν ήτο δυνατόν η μερίς να είνε περισσοτέρα των πέντε λιτρών εξ εκάστης ουσίας, ό
-έστι εν μια τριμηνία λίτραι εξακόσιαι. Αλλά εν συνόλω δεν έχομεν πλέον των
-εξακοσίων λιτρών κρέατος και διπυρίτου, επάναγκες λοιπόν να σταθώμεν εν τω
-αριθμώ τούτω. Του δε ύδατος η ποσότης δύναται να εκτιμηθή εις εκατόν τριάκοντα
-δύο γαλλόνια, ό έστι περί τας τετρακοσίας εβδομήκοντα οκάδας, συνεφωνήθη δε να
-περιορισθή η ημερησία κατανάλωσις εις μίαν πίνταν, τούτ' έστι πεντήκοντα έξ
-εκατόλιτρα, εκατόν εβδομήκοντα πέντε δράμια κατ' άνθρωπον, όπερ θα εξασφαλίση
-ημίν και τριών μηνών ύδωρ.</p>
-
-<p>Η διανομή των τροφών θα γίνεται κατά πάσαν πρωίαν την δεκάτην ώραν διά του
-αρχιναύτου. Έκαστος θα λαμβάνη την μερίδα όλης της ημέρας, και διπυρίτην και
-κρέας, και θα την καταναλίσκη οπόταν και όπως θέλη, το δε ύδωρ, ελλείψει επαρκών
-σκευών προς διαφύλαξιν αυτού, διότι δεν έχομεν άλλα σκεύη ή την χύτραν και το
-κύπελλον του Ιρλανδού, το ύδωρ θα διανέμεται δις της ημέρας, την δεκάτην προ
-μεσημβρίας και την έκτην μετά μεσημβρίαν, έκαστος δε οφείλει να το πίνη
-αμέσως.</p>
-
-<p>Παρατηρητέον δε ότι έχομεν πάντοτε δύο άλλας πιθανότητας, αίτινες δύνανται να
-επαυξήσωσι τας προμηθείας ημών, την βροχήν προς πόσιν και την αλιείαν προς
-βρώσιν. Όθεν δύο βυτία κενά διετέθησαν, ίνα περιλάβωσι το βρόχινον ύδωρ. Ως προς
-δε τα αλιευτικά όργανα, οι ναύται ασχολούνται παρασκευάζοντες αυτά, ίνα ρίψωσιν
-ορμιάς [<span style='font-size: small;'><a href='#fn79' id='ref79'>79</a></span>]
- τινας συρομένας.</p>
-
-<p>Τοιαύτα τα ληφθέντα μέτρα. Επεδοκιμάσθησαν και θα τηρώνται αυστηρώς. Μόνον
-εάν τηρώμεν κανόνα αυστηρόν, δυνάμεθα να ελπίσωμεν ότι θα δυνηθώμεν να
-αποφύγωμεν τας φρικαλεότητας της πείνης. Πλείστα όσα παραδείγματα εδίδαξαν
-ημάς να είμεθα προμηθείς, περιήλθομεν δε εις τας εσχάτας των στερήσεων διά τον
-απλούστατον λόγον ότι η τύχη δεν παύεται πλήττουσα ημάς!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΒ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 8 μέχρι της 17 Δεκεμβρίου</i>. — Επελθούσης της νυκτός
-εχώθημεν υπό τα ιστία. Καταπεπονημένος εκ των μακρών ωρών άς είχον διέλθη επί
-της εξαρτίας, ηδυνήθην να κοιμηθώ επί τινας ώρας. Η σχεδία σχετικώς ολιγώτερον
-πεφορτισμένη, υψούται μεθ' ικανής ευχερείας. Επειδή δε η θάλασσα δεν εκχύνεται,
-δεν μας προσβάλλουσι τα κύματα. Δυστυχώς, εάν ο σάλος κοπάση, θα συμβή τούτο,
-διότι ο άνεμος πραΰνεται και περί την πρωίαν αναγκάζομαι να σημειώσω εν τω
-ημερολογίω μου: γαλήνη.</p>
-
-<p>Ότε δε ανεφάνη η ημέρα, ουδέν νέον είχον να βεβαιώσω, και οι κκ. Λετουρνέρ
-εκοιμήθησαν μέρος τι της νυκτός και άπαξ έτι συνεθλίψαμεν τας χείρας αλλήλων, και
-η μις Χέρμπυ ηδυνήθη να αναπαυθή, οι δε χαρακτήρες αυτής, ήττον κεκμηκότες,
-ανέλαβον την συνήθη αυτών ηρεμίαν.</p>
-
-<p>Είμεθα υπό τον ενδέκατον παράλληλον. Ο καύσων την ημέραν είνε εις άκρον
-σφοδρός και ο ήλιος λάμπει ζωηρός, και εν τη ατμοσφαίρα είνε αναμεμιγμένος ατμός
-τρόπον τινά διάπυρος. Επειδή δε ο άνεμος πνέει εκ διαλειμμάτων, το ιστίον κρέμαται
-επί του ιστού κατά τας ώρας της νηνεμίας αίτινες παρατείνονται λίαν. Αλλ' ο Ροβέρτος
-Κόρτις και ο αρχιναύτης έκ τινων τεκμηρίων, άτινα μόνοι οι ναυτικοί δύνανται να
-διακρίνωσι, νομίζουσιν ότι ρεύμα δύο ή τριών μιλίων καθ' ώραν παρασύρει ημάς προς
-δυσμάς. Τούτο βεβαίως θα ήτο περίστασις ευνοϊκή, δυναμένη να βραχύνη σημαντικά
-τον διάπλουν ημών. Είθε ο πλοίαρχος και αρχιναύτης να μη απατώνται, διότι ευθύς
-από των πρώτων τούτων ημερών και εν τη υψηλή ταύτη θερμοκρασία, η μερίς του
-ύδατος μόλις εξαρκεί να πραΰνη την δίψαν!</p>
-
-<p>Και όμως αφ' ότου, εγκαταλιπόντες τον <i>Σάνσελλορ</i> ή μάλλον ειπείν τα
-θωράκια του πλοίου, επεβιβάσθημεν επί της σχεδίας ταύτης, η κατάστασις ημών
-εβελτιώθη. Ο <i>Σάνσελλορ</i> ηδύνατο κατά πάσαν στιγμήν να καταποντισθή, και
-τουλάχιστον το κρηπίδωμα τούτο όπερ νυν κατέχομεν, είνε σχετικώς στερεόν.
-Μάλιστα το επαναλαμβάνω, η κατάστασις επαισθητώς εμετριάσθη και συγκριτικώς
-έκαστος διατελεί εν κρείσσονι καταστάσει. Είμεθα σχεδόν εν ανέσει, δυνάμεθα να
-κινώμεθα και να μετατοπιζώμεθα. Και την μεν ημέραν συνερχόμεθα, συνδιαλεγόμεθα,
-συζητούμεν, παρατηρούμεν την θάλασσαν, την δε νύκτα κοιμώμεθα στεγαζόμενοι υπό
-των ιστίων. Η δε παρατήρησις του ορίζοντος, η επιτήρησις των ορμιών άς ερρίψαμεν
-εις την θάλασσαν, τα πάντα διαφέρουσιν ημίν.</p>
-
-<p>«Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ανδρέας Λετουρνέρ ημέρας τινάς μετά την
-εγκατάστασιν ημών επί της νέας ταύτης συσκευής, μοι φαίνεται ότι ανευρίσκομεν εδώ
-τας γαληνιαίας εκείνας ημέρας, αι οποίαι παρετηρήθησαν κατά την διαμονήν μας επί
-του Βραχοχοιρομηρίου.</p>
-
-<p>&nbsp;— Τω όντι, αγαπητέ μου Ανδρέα, απεκρίθην.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλ' όμως προσθέτω ότι η σχεδία έχει πλεονέκτημα σημαντικώτατον, το
-οποίον δεν είχε το νησύδριον, δήλα δή αυτή βαδίζει.</p>
-
-<p>&nbsp;— Εφ' όσον ο άνεμος είνε ούριος, Ανδρέα μου, η σχεδία βεβαιότατα
-πλεονεκτεί, αλλ' εάν ο άνεμος μεταβληθή;. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Καλά, κύριε Κάζαλλον! αποκρίνεται ο νέος. Ας προσπαθώμεν να μη
-καταβαλλώμεθα, και ας έχωμεν πεποίθησιν!»</p>
-
-<p>Λοιπόν, την πεποίθησιν ταύτην πάντες την έχομεν! Μάλιστα! Φαίνεται ότι
-απηλλάγημεν φοβερών δοκιμασιών εις άς δεν θα εμπέσωμεν πλέον! Αι περιστάσεις
-εγένοντο ευνοϊκώτεραι. Ουδείς μεταξύ ημών υπάρχει όστις να μη αισθάνεται εαυτόν
-σχεδόν αναθαρρήσαντα!</p>
-
-<p>Δεν ειξεύρω τι συμβαίνει εν τη ψυχή του Ροβέρτου Κόρτις, και δεν δύναμαι να
-είπω εάν συμμερίζεται τας παρούσας ημών ιδέας. Ως επί το πλείστον ίσταται μακράν
-ημών μόνος. Η ευθύνη αυτού μεγάλη! Είνε ο αρχηγός και έχει να σώση ου μόνον την
-ζωήν του, αλλά και τας ημετέρας! Γινώσκω ότι ούτω πως νοεί το καθήκον του. Όθεν
-συχνάκις έχουσιν αυτόν όλον αι σκέψεις του, έκαστος δε ημών αποφεύγει να τον
-ταράξη.</p>
-
-<p>Κατά τας μακράς ταύτας ώρας οι πλείστοι των ναυτών κοιμώνται εν τη πρώρα της
-σχεδίας. Κατά παραγγελίαν του πλοιάρχου την πρύμναν θα κατέχωσι μόνον οι
-επιβάται, και ιδρύθη επί κιόνων σκηνή παρέχουσα ημίν ολίγην τινά σκιάν. Εν
-κεφαλαίω διατελούμεν εν ευαρέστω υγιεινή καταστάσει. Μόνος δε ο υποπλοίαρχος
-Ουάλτερ δεν κατορθώνει να επανεύρη τας δυνάμεις του. Αι περιθάλψεις, άς δαψιλώς
-παρέχομεν αυτώ, εις ουδέν ωφελούσι και οσημέραι ελαττούνται αι δυνάμεις του.</p>
-
-<p>Ουδέποτε εξετίμησα κάλλιον τον Ανδρέαν Λετουρνέρ ή κατά τας παρούσας
-περιστάσεις. Ο αξιέραστος ούτος νέος είνε η ψυχή της μικράς ημών κοινωνίας, έχει
-πνεύμα πρωτότυπον και αι νέαι αυτού επόψεις και αι απρόοπτοι θεωρίαι αφθονούσιν
-εν τω ιδίω αυτού τρόπω καθ' όν εξετάζει τα πράγματα. Η συνδιάλεξίς του διασκεδάζει
-ημάς, συχνάκις δε και διδάσκει. Εν ώ δε ο Ανδρέας λαλεί, η ασθενική πως όψις του
-εμψυχούται, ο δε πατήρ φαίνεται πίνων τους λόγους του. Ενίοτε δε λαμβάνων την
-χείρα αυτού ατενίζει προς αυτόν επί ώρας ολοκλήρους.</p>
-
-<p>Η μις Χέρμπυ μετέχει ενίοτε των συνδιαλέξεων ημών μετά πολλής όμως
-επιφυλάξεως. Έκαστος ημών προσπαθεί διά των περιποιήσεων να την κάμη να
-λησμονήση, ότι απώλεσεν εκείνους, οίτινες θα έμελλον να είνε οι φυσικοί αυτής
-προστάται. Η νεάνις αύτη εύρεν εν τω κ. Λετουρνέρ φίλον ασφαλή, ως πατέρα, και
-λαλεί προς αυτόν μετά οικειότητος, ήν η ηλικία του συγχωρεί. Τη επιμόνω αυτού
-προτροπή διηγήθη τον βίον της, — βίον μεστόν θάρρους και αυταπαρνησίας, οποίου
-έλαχον οι άποροι ορφανοί. Διέμενεν από διετίας εν τη οικία του μίστερ Κηρ, και νυν
-απομένει άνευ τινος πόρου εν τω παρόντι, άνευ τύχης εις το μέλλον, αλλά πλήρης
-πεποιθήσεως, διότι είνε παρεσκευασμένη εις πάσαν δοκιμασίαν. Η μις Χέρμπυ διά του
-χαρακτήρος της, της ηθικής δραστηριότητος, επιβάλλει σέβας, και ουδέν σχήμα,
-ουδείς λόγος, δυνάμενος να εκφύγη του στόματός τινος των εν τω πλοίω χυδαίων
-ανδρών, επείραξεν αυτήν μέχρι τούδε.</p>
-
-<p>Η 12, 13 και 14 του μηνός ουδεμίαν επήνεγκον μεταβολήν της καταστάσεως ημών.
-Εξηκολούθει πνέων άνεμος Απηλιώτης (Α). Ουδέν συμβάν αναφερόμενον εις τον
-διάπλουν. Χειρισμούς δεν έχομεν να εκτελέσωμεν εν τη σχεδία. Ο οίαξ ή μάλλον το
-ουράδιον ουδέ χρήζει καν μετακινήσεως. Η συσκευή ουριοδρομεί, και δεν είνε
-αρκούντως ασταθής, ώστε να στρέφεται προς την ετέραν των πλευρών ή προς την
-ετέραν. Ναύται τινες της τετραωρίας, διαμένοντες διαρκώς εν τη πρώρα, είνε
-εντεταλμένοι να επιβλέπωσι την θάλασσαν μετά πάσης της δυνατής προσοχής.</p>
-
-<p>Επτά ημέραι παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν τον <i>Σάνσελλορ</i>. Παρατηρώ δε
-ότι συνηθίζομεν εις τον επιβληθέντα ημίν κανονισμόν, — τουλάχιστον ως προς τα της
-τροφής αλλ' είνε όμως αληθές ότι αι δυνάμεις ημών δεν υπεβάλλοντο εις φυσικόν τινα
-κόπον. Η μεγίστη των στερήσεων ημών είνε η σχετική στέρησις του ύδατος, διότι κατά
-τους σφοδρούς τούτους καύσωνας η χορηγουμένη ημίν ποσότης είνε προφανώς
-ανεπαρκής.</p>
-
-<p>Την 15 του μηνός αγέλη ιχθύων εκ του είδους των σπάρων προσήλθε παμπληθής
-περί την σχεδίαν. Ει και τα αλιευτικά ημών όργανα αποτελούνται μόνον εκ μακρών
-σχοινίων εχόντων κατά το άκρον καρφίον κεκυρτωμένον μετά τεμαχίου παστού
-κρέατος ως δέλεαρ, συλλαμβάνομεν μέγαν τινά αριθμόν σπάρων, τοσούτον είνε
-αδηφάγοι. Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! πανήγυρις νομίζει τις ότι τελείται εν
-τη σχεδία. Των ιχθύων δε τούτων οι μεν εγένοντο οπτοί, οι δε βραστοί εν θαλασσίω
-ύδατι επί πυράς εκ ξύλων αναφθείσης εν τη πρώρα. Οποία ευωχία! Οποία δε
-οικονομία των προμηθειών μας! Ούτω δε άφθονοι είνε οι σπάροι ούτοι, ώστε επί δύο
-ημέρας συλλαμβάνομεν πλέον των διακοσίων λιτρών, ό έστι πλέον των εκατόν
-πεντήκοντα οκάδων. Μία βροχή να έλθη τώρα πλέον, και τα πάντα θα έχωσι
-κάλλιστα.</p>
-
-<p>Δυστυχώς η αγέλη αύτη των ιχθύων δεν διέμεινε πολύ εν τοις ύδασιν ημών· Την 17
-καρχαρίαι τινές μεγάλοι — του τεραστίου εκείνου είδους των στικτών εχόντων μήκος
-τεσσάρων ή μέχρι πέντε μέτρων, ανεφάνησαν επί της επιφανείας της θαλάσσης. Τα
-πτερύγια και τα επάνω του σώματος είνε μαύρα μετά στιγμάτων και λοξών ταινιών
-λευκών. Τα φοβερά ταύτα σκυλόψαρα εμφανιζόμενα, αείποτε είνε επίφοβα ένεκα του
-ολίγου ύψους αυτών, πολλάκις δε η ουρά των πλήττει τους σφηκίσκους [<span
-style='font-size: small;'><a href='#fn80' id='ref80'>80</a></span>]
- μετά φρικαλέας βίας. Εν τούτοις οι ναύται κατώρθωσαν να τους απομακρύνωσι
-πλήττοντες διά μοχλών. Θα εκπλαγώ πολύ αν μη ακολουθώσιν ημάς επιμόνως ως
-βοράν επιφυλασσομένην αυτοίς. Δεν αγαπώ τα τέρατα ταύτα τα προκαλούντα
-προαισθήσεις.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΓ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 18 μέχρι 20 Δεκεμβρίου</i>. — Σήμερον η κατάστασις της
-ατμοσφαίρας μετεβλήθη και ο άνεμος επετάθη· αλλά μη παραπονώμεθα, διότι είνε
-εύνους. Προνοούντες όμως σπεύδομεν να στερεώσωμεν τον ιστόν, ίνα μη δύναται η
-τάσις του ιστίου να τον διαρρήξη. Τούτου δε γενομένου η βαρεία μηχανή εκτοπίζεται
-μετά ταχύτητος ολίγον τι μείζονος, και καταλείπει όπισθέν της ώσπερ ολκόν
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn81' id='ref81'>81</a></span>]
- τινα μακρόν.</p>
-
-<p>Μετά μεσημβρίαν νέφη τινά εκάλυψαν τον ουρανόν, ο δε καύσων κατέστη ολίγον
-τι μετριώτερος. Ο σάλος εταλάντωσε σφοδρότερον την σχεδίαν και δύο ή τρία κύματα
-εισήλθον εις αυτήν. Ευτυχώς ο ξυλουργός κατώρθωσε διά τινων επηγκενίδων να
-στήση δρύφακτα [<span style='font-size: small;'><a href='#fn82'
-id='ref82'>82</a></span>]
- υψηλά δύο ποδών, άτινα μάλλον υπερασπίζουσιν ημάς κατά της θαλάσσης.</p>
-
-<p>Στερεούμεν ωσαύτως διά διπλών σχοινίων τα βυτία τα περιέχοντα τας προμηθείας
-και το ύδωρ. Εάν τα εσάρωνε κύμα θαλάσσης ήθελε καταστήση ημάς εις την
-φρικωδεστάτην των αμηχανιών. Το ενδεχόμενον τούτο αναλογιζόμενος τις δεν
-δύναται να μη φρικιάση.</p>
-
-<p>Την 18 οι ναύται συνέλεξαν τινα των θαλασίων εκείνων φυτών άτινα λέγονται
-κοινώς σαργάσα σχεδόν όμοια προς εκείνα ά εύρωμεν εν ταις νήσοις Βερμούνδαις και
-τω Βραχοχοιρομηρίω. Είνε δε ταύτα ζαχαροφόρα ενέχοντα στοιχείον ζαχαρώδες.
-Προτρέπω τους συμπλωτήρας μου να μασήσωσι τους βλαστούς, ποιούσι τούτο και η
-μάσησις δροσίζει επαισθητώς τον λάρυγγα και τα χείλη.</p>
-
-<p>Την ημέραν ταύτην ουδέν νέον. Παρατηρώ μόνον ότι τινές των ναυτών, μάλιστα δε
-ο Όουεν, ο Βάρκε, ο Φλαιπόλ ο Ουίλσων και ο μαύρος Γύγξτροπ συσκέπτονται δις την
-ώραν, αλλά με λανθάνει περί τίνος συσκέπτονται. Ωσαύτως παρατηρώ ότι σιωπώσιν
-οσάκις έρχεται πλησίον αυτών αξιωματικός τις ή τις των επιβατών. Αυτό τούτο
-παρετήρησε προ εμού και ο Ροβέρτος Κόρτις και δεν τω αρέσκουσιν αι μυστικαί αύται
-συνδιαλέξεις· έχει δε απόφασιν να επιβλέπη μετά προσοχής τους άνδρας τούτους·
-διότι ο μαύρος Γύγξτροπ και ο ναύτης Όουεν είνε προφανώς δύο αχρείοι, ούς
-οφείλομεν να φυλαττώμεθα, διότι δύνανται να παρασύρωσι τους συντρόφους
-των.</p>
-
-<p>Την 19 ο καύσων υπήρξεν υπερβολικός, εν δε τω ουρανώ ουδέν νέφος. Ο άνεμος
-δεν δύναται να πληρώση το ιστίον και η σχεδία μένει στάσιμος. Ναύται τινες
-ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, το δε λουτρόν ενεποίησεν αυτοίς αληθή ανακούφισιν,
-ελάττωσαν την δίψαν των έν τινι αναλογία. Αλλά μέγας ο κίνδυνος να ρίπτεται τις
-παραβόλως [<span style='font-size: small;'><a href='#fn83' id='ref83'>83</a></span>]
- εις τα κύματα ταύτα, άτινα λυμαίνονται καρχαρίαι, ουδείς δε ημών εμιμήθη τους
-ακηδείς [<span style='font-size: small;'><a href='#fn84' id='ref84'>84</a></span>]
- τούτους ανθρώπους. Αλλά τις οίδεν όμως εάν βραδύτερον θα διστάσωμεν έτι να τους
-μιμηθώμεν; Βλέπων τις ακίνητον την σχεδίαν, τας ευρείας κυμάνσεις του Ωκεανού
-άνευ ουδεμιάς ρυτίδος, το ιστίον αδρανές επί του ιστού, δεν οφείλει να φοβήται μη
-παραταθή η κατάστασις αύτη;</p>
-
-<p>Η υγίεια του υποπλοιάρχου Ουάλτερ αδιαλείπτως απασχολεί ημάς τα μέγιστα. Ο
-νέος ούτος τήκεται υπό πυρετού βραδέως και ατάκτου. Ίσως η κινίνη θα κατέβαλλε
-τον πυρετόν τούτον, αλλ', επαναλαμβάνω η κατάκλυσις του επιστέγου εγένετο
-τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων εξηφανίσθη εν τοις κύμασι. Έπειτα
-ο τάλας ούτος είνε φθισικός και από τινος η ανίατος νόσος προώδευσεν εν αυτώ
-τεραστίως. Τα εξωτερικά συμπτώματα δεν δύνανται να μας απατήσωσι. Ο Ουάλτερ
-κατελήφθη υπό μικράς και ξηράς βηχός, η αναπνοή του είνε βραχεία, και οι ιδρώτες
-άφθονοι, μάλιστα δε την πρωίαν. Γίνεται ισχνός, η ρις λεπτύνεται, τα δε μήλα των
-παρειών, εξέχοντα, είνε ρόδινα και το χρώμα αυτών ποιεί αντίθεσιν προς την καθ'
-όλου ωχρότητα του προσώπου, αι παρειαί είνε κοίλαι και τα χείλη συνεσταλμένα, οι
-επιπεφυκότες υμένες των οφθαλμών λάμποντες και υποκυανίζοντες. Αλλά και εν
-καλλιτέρα εάν ήτο καταστάσει ο τάλας υποπλοίαρχος, η ιατρική θα ήτο ανίσχυρος προ
-της αδυσωπήτου ταύτης νόσου.</p>
-
-<p>Την 20 η αυτή κατάστασις της θερμοκρασίας, η αυτή ακινησία της σχεδίας. Αι
-καυστικαί του ήλιου ακτίνες διαπερώσι τα υφάσματα της σκηνής μας και
-καταβεβλημένοι υπό της θερμότητος ασθμαίνομεν ενίοτε. Μετά πάσης αγωνίας
-αναμένομεν την στιγμήν καθ' ήν ο αρχιναύτης επιχειρεί την ευτελή διανομήν του
-ύδατος! Μετά ποίας απληστίας εφορμώμεν κατά των ολίγων τινών σταγόνων υγρού
-θερμού! Ο ουδέποτε υπό δίψης ταλαιπωρηθείς δεν θα δυνηθή να με νοήση.</p>
-
-<p>Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ κατατρύχεται υπό δίψης και ταλαιπωρείται είπερ τις και
-άλλος εκ της λειψυδρίας ταύτης. Είδον την μις Χέρμπυ φυλάττουσαν αυτώ όλην αυτής
-την μερίδα του ύδατος. Συμπαθής και εύσπλαγχνος η νεάνις αύτη πράττει ό τι
-δύναται, αν μη προς τελείαν κατάπαυσιν, αλλά τουλάχιστον προς ανακούφισιν των
-αλγηδόνων του ατυχούς ημών εταίρου.</p>
-
-<p>Σήμερον η μις Χέρμπυ μοι λέγει:</p>
-
-<p>«Ο ατυχής αδυνατίζει καθ' ημέραν, κύριε Κάζαλλον.</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, μις, απεκρίθην, και δεν δυνάμεθα τίποτε υπέρ αυτού,
-τίποτε!</p>
-
-<p>&nbsp;— Ας προσέχωμεν, είπεν η μις Χέρμπυ, ειμπορεί να μας ακούση».</p>
-
-<p>Έπειτα υπάγει και κάθηται εις το άκρον της σχεδίας, και την κεφαλήν έχουσα
-εστηριγμένην επί των χειρών της διαμένει σύννους.</p>
-
-<p>Σήμερον συνέβη τι λυπηρόν όπερ οφείλω να καταγράψω.</p>
-
-<p>Επί μίαν σχεδόν ώραν οι ναύται Όουεν, Φλαίπολ, Βάρκε και ο μαύρος Γύγξτροπ
-συνδιελέγοντο ζωηρότατα. Συνεζήτουν ταπεινή τη φωνή, και τα σχήματά των εδήλουν
-μέγαν υπερερεθισμόν. Μετά τον διάλογον τούτον ο Όουεν εγείρεται και κατευθύνεται
-θρασέως προς την πρύμναν, εις το μέρος της σχεδίας το προωρισμένον εις τους
-επιβάτας.</p>
-
-<p>«Πού πηγαίνεις, Όουεν; ερωτά ο αρχιναύτης.</p>
-
-<p>&nbsp;— Όπου έχω δουλειά.» αποκρίνεται αυθαδώς ο ναύτης.</p>
-
-<p>Την χυδαίαν ταύτην απόκρισιν ακούσας ο αρχιναύτης, εγκαταλείπει την θέσιν του,
-αλλά προλαβών ο Ροβέρτος Κόρτις είνε αντιμέτωπος τω Όουεν.</p>
-
-<p>Ο ναύτης υπομένει το βλέμμα του πλοιάρχου του και μετά τρόπου ιταμού
-λέγει:</p>
-
-<p>«Καπετάνιε, έχω να σου 'μιλήσω από μέρος των συντρόφων.</p>
-
-<p>&nbsp;— Λέγε, είπε ψυχρώς ο Ροβέρτος Κόρτις.</p>
-
-<p>&nbsp;— Για το μπράντεβιν θέλω να ειπώ, επαναλαμβάνει ο Όουεν. 'Ξέρεις,
-εκείνο δα το βαρελάκι. . . Τι το φυλάτε; για της φώκες ή για τους αξιωματικούς;</p>
-
-<p>&nbsp;— Και έπειτα; λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ζητούμεν να μας μοιράζουν κάθε πρωί το συνηθισμένο μας ποτηράκι
-όπως και πρώτα.</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, αποκρίνεται ο πλοίαρχος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Τι είπες;,, αναφωνεί ο Όουεν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Είπα; όχι.»</p>
-
-<p>Ο ναύτης παρατηρεί ατενώς τον Ροβέρτον Κόρτις και μειδίαμα κακεντρεχές
-αναπτύσσει τα χείλη του. Διστάζει επί στιγμήν, ερωτών εαυτόν εάν οφείλη να
-επιμείνη, αλλά συγκρατείται, και ουδέ λέξιν ειπών, επανέρχεται προς τους εταίρους,
-οίτινες διαβουλεύονται ταπεινή τη φωνή.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις καλώς εποίησεν άρα γε αρνηθείς ούτως αυθεντικώς; </p>
-
-<p>Το μέλλον θα μας το διδάξη. Ότε δε είπον προς αυτόν περί του συμβάντος τούτου,
-μοι λέγει:</p>
-
-<p>«Ποτόν εις τους ανθρώπους τούτους! Προτιμώ να το ρίψωμεν εις την
-θάλασσαν!»</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΔ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 21 Δεκεμβρίου</i>. — Ουδέν ακόμη αποτέλεσμα του ανωτέρω
-συμβάντος, σήμερον τουλάχιστον.</p>
-
-<p>Επί τινας ώρας εκ νέου αναφαίνονται σπάροι κατά μήκος της σχεδίας και
-δυνάμεθα έτι να συλλάβωμεν μέγιστον αριθμόν. Τους στοιβάζομεν εντός βυτίου
-κενού, και η επαύξησις αύτη των προμηθειών παρέχει ημίν ελπίδας ότι υπό της πείνης
-τουλάχιστον δεν θα ταλαιπωρηθώμεν.</p>
-
-<p>Η εσπέρα επήλθεν, αλλ' άνευ της συνήθους δροσερότητος. Συνήθως αι νύκτες είνε
-δροσεραί υπό τους τροπικούς, αλλ' αύτη προμηνύεται ότι θα είνε πνιγηρά. Όγκοι
-ατμού περιστρέφονται βαρέως υπεράνω των κυμάτων. Την πρώτην δε ώραν και
-τριάκοντα λεπτά της πρωίας θα έχωμεν νουμηνίαν· όθεν το σκότος είνε βαθύ μέχρι της
-ώρας καθ' ήν αστραπαί θερμότητος, ών η έντασις θαμβώνει, φωτίζουσα τον ορίζοντα.
-Είνε δε αύται μακραί και ευρείαι ηλεκτρικαί εκκενώσεις, άνευ ωρισμένου σχήματος
-πυρπολούσαι μέγα διάστημα. Αλλά περί κεραυνού ουδείς λόγος και δύναταί τις
-μάλιστα ειπείν ότι η άκρα ηρεμία της ατμοσφαίρας εμποιεί φόβον.</p>
-
-<p>Επί δύο ώρας αναζητούντες εν τω αέρι πνοήν τινα ήττον καυστικήν η μις Χέρμπυ, ο
-Ανδρέας Λετουρνέρ και εγώ, παρατηρούμεν τα προοίμια ταύτα της καταιγίδος, άτινα
-είνε ως τι δοκίμιον της φύσεως, και λησμονούντες την παρούσαν κατάστασιν,
-θαυμάζομεν το ύψιστον τούτο θέαμα της μάχης ηλεκτρικών νεφών, άτινα φαίνονται
-ως φρούρια μετά επάλξεων, ών η οφρύς στέφεται υπό πυρών. Και των αγριωτάτων
-ανθρώπων η ψυχή είνε ευαίσθητος εις τας μεγάλας σκηνάς, και βλέπω τους ναύτας
-παρατηρούντας μετά προσοχής την ακατάπαυστον ταύτην των νεφών κατάφλεξιν.
-Αναμφιβόλως παρατηρούσι δι' οφθαλμού τεταραγμένου τα «σκόρπια» ταύτα ως
-κοινώς λέγονται, διότι δεν διαμένουσιν επί ουδενός σημείου του διαστήματος,
-προαναγγέλλοντα προσεχή πάλην των στοιχείων. Τω όντι τι έμελλε να γίνη η σχεδία
-μεταξύ της μανίας του ουρανού και της θαλάσσης;</p>
-
-<p>Μέχρι του μεσονυκτίου μένομεν καθήμενοι εν τη πρύμνη. Αι φωτειναί δε αύται
-εκροαί, ών την λευκότητα η νυξ διπλασιάζει, διαχέουσιν εφ' ημών βαφήν τινα
-πελιδνήν, ομοίαν προς το φασματώδες εκείνο χρώμα, όπερ λαμβάνουσι τα
-αντικείμενα φωτιζόμενα υπό της φλογός οινοπνεύματος περιέχοντος άλας.</p>
-
-<p>«Φοβείσθε την καταιγίδα, μις Χέρμπυ; ερωτά ο Ανδρέας Λετουρνέρ την
-νεάνιδα.</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, κύριε, αποκρίνεται η μις Χέρμπυ, το δε συναίσθημά μου είνε μάλλον
-σέβας. Δεν είνε εκ των ωραιοτάτων φαινομένων τα οποία δυνάμεθα να
-θαυμάσωμεν;</p>
-
-<p>&nbsp;— Ουδέν αληθέστερον, μις Χέρμπυ, υπολαμβάνει ο Ανδρέας Λετουρνέρ·
-μάλιστα δε όταν βροντά. Δύναται το ους να ακούση κρότον μεγαλοπρεπέστερον; Τι
-είνε προς αυτόν αι εκπυρσοκροτήσεις του πυροβολικού, οι ψόφοι εκείνοι οι ξηροί και
-άνευ βόμβου παρατεταμένου; Η βροντή γεμίζει την ψυχήν και είνε ήχος μάλλον ή
-κρότος, ήχος όστις αυξάνει και ελαττούται ως λεπτός φθόγγος αοιδού. Και διά να είπω
-το παν, μις Χέρμπυ, ουδέποτε φωνή καλλιτέχνου με συνεκίνησεν, όσον η μεγάλη αύτη
-και απαράμιλλος φωνή της φύσεως.</p>
-
-<p>&nbsp;— Φωνή βαθυφώνου, είπον εγώ γελών.</p>
-
-<p>&nbsp;— Τω όντι, αποκρίνεται ο Ανδρέας, και είθε να την ακούσωμεν εντός
-ολίγου, διότι αι άκροτοι αστραπαί είνε μονότονοι!</p>
-
-<p>&nbsp;— Νομίζεις, αγαπητέ μου Ανδρέα; απεκρίθην. Υπόμενε την καταιγίδα αν
-έλθη, αλλά μη την ποθής.</p>
-
-<p>&nbsp;— Καλά! αλλ' η καταιγίς είνε άνεμος!</p>
-
-<p>&nbsp;— Και νερόν, αναμφιβόλως, προσθέτει η μις Χέρμπυ, νερόν του οποίου
-έχομεν έλλειψιν!»</p>
-
-<p>Πολλά θα είχε τις να απαντήση προς τους δύο τούτους νέους, αλλά δεν θέλω να
-αναμίξω τον λυπηρόν πεζόν λόγον μου προς την ποίησίν των. Θεωρούσι την καταιγίδα
-εξ ειδικής όλως απόψεως, και επί μίαν ώραν τους ακούω ποιητικώς περί αυτής
-λαλούντας και επικαλουμένους αυτήν εξ όλης καρδίας.</p>
-
-<p>Εν τούτοις το στερέωμα κατά μικρόν εκρύβη όπισθεν του πάχους των νεφών. Τα
-άστρα σβέννυνται ανά έν εν τω ζενίθ, ολίγον μετά την εξαφάνισιν των ζωδιακών
-αστερισμών υπό τας ομίχλας του ορίζοντος. Οι μαύροι και βαρείς ατμοί
-στρογγυλούνται υπεράνω των κεφαλών μας και καλύπτουσι τους τελευταίους
-αστέρας του ουρανού. Κατά πάσαν στιγμήν ο όγκος ούτος διαχέει μεγάλας λάμψεις
-υπολεύκους, εφ' ών αποτυπούνται νεφύδρια υπότεφρα.</p>
-
-<p>Όλον τούτο το δοχείον του ηλεκτρισμού, το ιδρυμένον εν ταις υψηλαίς χώραις της
-ατμοσφαίρας, εκενώθη μέχρι της ώρας ταύτης αθορύβως. Αλλ' επειδή ο αήρ είνε
-ξηρός και ως εκ τούτου μάλιστα, κακός αγωγός, το ρευστόν θα δυνηθή να εκφύγη
-μόνον διά φοβερών συγκρούσεων, και μοι φαίνεται αδύνατον να μη εκραγή μετ' ου
-πολύ η καταιγίς μετ' άκρας σφοδρότητος.</p>
-
-<p>Την αυτήν γνώμην έχει και ο Κόρτις και ο αρχιναύτης, όστις ως μόνον οδηγόν έχει
-το ναυτικόν αυτού ένστιγμα όπερ είνε αλάθητον. Ο δε πλοίαρχος προς τω ενστίγματι
-τούτω του «ουέδερ ουάιζ», του μάντεως του καιρού, έχει και τας γνώσεις
-πεπαιδευμένου ανδρός. Μοι δεικνύει άνωθεν ημών σωρείαν πυκνών νεφών, άτινα οι
-μετεωρολόγοι καλούσι «κλουδ ριγγ» ό έστι δακτυλιόσχημα νέφη, σχηματιζόμενα
-σχεδόν μόνον εν ταις χώραις της διακεκαυμένης ζώνης, κεκορεσμένα δε όλα του
-ατμού, όν φέρουσιν οι ετησίαι εκ διαφόρων σημείων του Ωκεανού.</p>
-
-<p>«Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, είμεθα εν τη χώρα των
-καταιγίδων, διότι ο άνεμος ώθησε την σχεδίαν μας μέχρι ταύτης της ζώνης, όπου
-παρατηρητής έχων όργανα ευαίσθητα ήθελεν ακούη συνεχώς τους βόμβους της
-βροντής. Η παρατήρησις αύτη έχει γίνει προ πολλού ήδη, και εγώ την νομίζω
-ορθήν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Μοι φαίνεται, απεκρίθην παραβάλλων το ους, ότι ακούω τους συνεχείς
-τούτους βόμβους περί ών λέγετε.</p>
-
-<p>&nbsp;— Πράγματι, είπεν ο Ροβέρτος Κόρτις, είνε οι πρώτοι βρόντοι της
-καταιγίδος, ήτις εντός δύο ωρών θα είνε σφοδροτάτη. Λοιπόν, θα είμεθα έτοιμοι εις
-υποδοχήν της!»</p>
-
-<p>Ουδείς ημών διανοείται να κοιμηθή, και δεν θα ηδύνατο, διότι ο αήρ είνε
-αποπνυκτικός. Αι αστραπαί ευρύνονται, αναπτυσσόμεναι ανά τον ορίζοντα εκτάσεως
-εκατόν μέχρι εκατόν πεντήκοντα μοιρών, και πυρπολούσι κατά διαδοχήν όλην την
-περιφέρειαν του ουρανού, εν ώ από της ατμοσφαίρας εκπέμπεται ως τις λάμψις
-φωσφορίζουσα.</p>
-
-<p>Τέλος οι βόμβοι των βροντών επιτείνονται και γίνονται οξύτεροι, αλλ' εάν δύναται
-τις να εκφρασθή ούτω, είνε έτι κρότοι στρογγύλοι, άνευ γωνιών εκρήξεως, βρόντοι ούς
-η ηχώ δεν διατρέφει ακόμη, θα ενόμιζέ τις ότι ο ουράνιος θόλος είν' επεστρωμένος
-διά των νεφών τούτων, ών το ελαστικόν καταπνίγει το εύηχον των ηλεκτρικών
-εκκενώσεων. </p>
-
-<p>Η θάλασσα μέχρι τούδε διατελεί ήρεμος, βαρεία, και μάλιστα στάσιμος. Εν τούτοις
-εκ των ευρειών διακυμάνσεων αίτινες υπεγείρουσιν ήδη αυτήν, οι ναυτικοί δεν
-απατώνται. Κατ' αυτούς η θάλασσα είνε «εν τω γίνεσθαι», αισθανομένη τον
-αντίκτυπον τρικυμίας τινός ενσκηψάσης εις το πέλαγος. Ο δεινός άνεμος δεν είνε
-μακράν και, κατά μέτρον συνετόν, εάν ήτο πλοίον τι, ήδη θα εστρέφετο πλάγιον, αλλ'
-η σχεδία δεν δύναται να χειρισθή, και θα καταντήση να παραδοθή τω ανέμω.</p>
-
-<p>Την πρώτην πρωινήν ώραν αστραπή ζωηρά συνοδευομένη υπό εκκενώσεως μετά
-διάλειμμά τινων δευτερολέπτων δεικνύει ότι η καταιγίς σχεδόν υπέρκειται ημών. Ο
-ορίζων εξαφανίζεται αίφνης εν υγρά ομίχλη και ήθελέ τις νομίση ότι καταπίπτει
-μεγαλωστί επί της σχεδίας.</p>
-
-<p>Πάραυτα φωνή ναύτου ακούεται:</p>
-
-<p>«Καταιγίς! καταιγίς!»</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0117.jpg" width="342"
-height="550"
-alt="«Καταιγίς! καταιγίς!»" border="2" /><br /></p>
-
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΕ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Νυξ της 21 προς την 22 Δεκεμβρίου</i>. — Ο αρχιναύτης, ορμά προς την
-υπέραν την συγκρατούσαν το ιστίον, και η κεραία υποστέλλεται πάραυτα. Ήτο δε
-καιρός, διότι η καταιγίς διέρχεται ως ανεμοστρόβιλος. Άνευ της κραυγής του ναύτου
-όστις έδωκεν ημίν είδησιν, θα ανετρεπόμεθα, ίσως δε και θα κατεκρημνιζόμεθα εις
-την θάλασσαν. Η δε σκηνή η κατά την πρύμναν ανηρπάγη υπό της ορμής της
-καταιγίδος.</p>
-
-<p>Αλλ' η σχεδία αν μη φοβήται αμέσως τον άνεμον, εάν είνε λίαν ταπεινή ώστε να μη
-δίδη λαβήν εις αυτόν, αλλ' όμως έχει να φοβήται τα τεράστια κύματα τα
-υπεγειρόμενα υπό της θυέλλης. Τα κύματα δε ταύτα επί τινα λεπτά της ώρας ήσαν
-πεπλατυσμένα και ως συντεθλιμμένα υπό την πίεσιν των στρωμάτων της
-ατμοσφαίρας· έπειτα δε ανηγέρθησαν σφοδρότερον, το δε ύψος των αυξάνει κατά
-λόγον μάλιστα της συμπιέσεως ήν υφίστανται.</p>
-
-<p>Πάραυτα η σχεδία ακολουθεί τας ατάκτους κινήσεις του σάλου τούτου και δεν
-εκτοπίζεται μεν περισσότερον αυτού, αλλ' ακατάπαυστος διαδρομή επιφέρει
-τουλάχιστον εις αυτήν ταλαντώσεις από της ετέρας πλευράς εις την ετέραν και από
-των έμπροσθεν εις τα όπισθεν.</p>
-
-<p>«Δεθήτε! δεθήτε!» αναφωνεί ο αρχιναύτης ρίπτων προ ημάς σχοινία. </p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις ήλθεν εις βοήθειαν ημών, και μετ' ου πολύ οι κκ. Λετουρνέρ, ο
-Φάλστεν και εγώ είμεθα στερεώς προσδεδεμένοι επί του συγκροτήματος, και θα
-σαρωθώμεν μόνον εάν το συγκρότημα θραυσθή. Η δε μις Χέρμπυ εδέθη από της
-οσφύος επί τινος των κιόνων, οίτινες συνεκράτουν την σκηνήν. Εν τη λάμψει δε των
-αστραπών βλέπω το πρόσωπον αυτής γαλήνιον.</p>
-
-<p>Ήδη ο κεραυνός αποκαλύπτεται αδιαλείπτως διά του φωτός και της βροντής, οι δε
-οφθαλμοί ημών και τα ώτα είνε μεστά. Η βροντή δεν αναμένει την βροντήν, και την
-αστραπήν πριν σβεσθή διαδέχεται ετέρα αστραπή. Εν τω μέσω δε των
-εξαστραπτουσών τούτων εκλάμψεων, ο εξ ατμών θόλος φαίνεται όλος
-πυρπολούμενος. Θα ενόμιζε δέ τις ότι και ο Ωκεανός πυρπολείται ως ο ουρανός, και
-βλέπω πολλάς αστραπάς ανιούσας, αίτινες υψούμεναι από της οφρύος των κυμάτων,
-διασταυρούνται προς τας των νεφών. Δριμεία δε θειώδης οσμή διαχέεται εν τη
-ατμοσφαίρα, αλλά μέχρι του νυν ο κεραυνός φειδόμενος ημών έπληξε μόνον τα
-κύματα. </p>
-
-<p>Την δευτέραν πρωινήν ώραν η θύελλα διατελεί εν όλη αυτής τη μανία. Ο άνεμος
-μετετράπη εις λαίλαπα, ο δε σάλος, φοβερός ών, κινδυνεύει να εξαρθρώση την
-σχεδίαν. Ο ξυλουργός Δαούλας, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο αρχιναύτης, άλλοι ναύται,
-επιχειρούσι να στερεώσωσιν αυτήν διά σχοινίων. Υπερμεγέθεις όγκοι θαλάσσης
-πίπτουσι καθέτως, και αι βαρείαι αύται καταιονήσεις διαβρέχουσιν ημάς μέχρι
-οστέων δι' ύδατος σχεδόν χλιαρού. Ο κ. Λετουρνέρ ρίπτεται προ των μαινομένων
-τούτων κυμάτων, ως θέλων να προασπίση τον υιόν του εκ συγκρούσεως καθ'
-υπερβολήν σφοδράς. Η δε μις Χέρμπυ είνε ακίνητος· ήθελεν υπολάβη τις αυτήν ως
-άγαλμα της καρτερίας.</p>
-
-<p>Την στιγμήν δε ταύτην εν τη οξεία των αστραπών λάμψει διακρίνω χονδρά νέφη,
-τα μάλα εκτεταμένα, και πιθανώς βαθύτατα, την χροιάν υπόπυρρα [<span style=
-'font-size: small;'><a href='#fn85' id='ref85'>85</a></span>]
-, και κρότος συνεχής ως όπλων εκπυρσοκρότησις αντήχησεν εν τη ατμοσφαίρα. Είνε δε
-ο κρότος ούτος ιδιάζων τις βρόμος, παραγόμενος εκ σειράς ηλεκτρικών εκκενώσεων,
-εις άς χονδροί κόκκοι χαλάζης χρησιμεύουσιν ως διάμεσα μεταξύ των αντικειμένων
-νεφών. Και τω όντι διά της συναντήσεως νέφους θυελλώδους και ρεύματος αέρος
-ψυχρού σχηματίζεται χάλαζα και καταπίπτει μεθ' υπερβολικής σφοδρότητος.
-Σφαιροβολούμεθα υπό των κόκκων τούτων της χαλάζης το μέγεθος καρύου, οίτινες
-πλήττουσι το κρηπίδωμα μετά λαμπρού μεταλλικού ήχου.</p>
-
-<p>Το μετέωρον τούτο επιμένει ούτω επί ημίσειαν ώραν και συντελεί εις τον
-κοπασμόν του ανέμου· αλλ' ούτος, αφ' ού μετεπήδησεν εις πάντα τα σημεία της
-πυξίδος, αναλαμβάνει έπειτα μετ' απαραμίλλου σφοδρότητος. Ο ιστός της σχεδίας
-θραυσθέντων των επιτόνων κλίνει πλαγίως, και σπεύδουσι να τον αποσπάσωσι της
-υποπτερνίδος του, ίνα μη θραυσθή σύρριζα. Το δε πηδάλιον εξαρθρούται υπό
-κύματος, και το ουράδιον εκπεσόν εκφεύγει και των αδυνάτων να το συγκρατήσωσι.
-Ταυτοχρόνως δε τα του αριστερού τοίχου δρύφακτα αποσπώνται και τα κύματα
-εισπίπτουσι διά του ρήγματος τούτου.</p>
-
-<p>Ο ξυλουργός και οι ναύται θέλουσι να διορθώσωσι την βλάβην, αλλά κωλυόμενοι
-υπό των τιναγμών, συγκυλίονται επ' αλλήλους, ότε η σχεδία ανεγειρομένη υπό
-τεραστίων κυμάτων κλίνει, σχηματίζουσα γωνίαν πλέον των τεσσαράκοντα πέντε
-μοιρών. Πώς οι άνδρες ούτοι δεν παρεσύρθησαν; Πώς δεν θραύονται τα σχοινία τα
-συγκρατούντα ημάς; Πώς δεν ερρίφθημεν πάντες εις την θάλασσαν; Ανεξήγητον. Εγώ
-δε, μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη ανατραπή η σχεδία κατά τινα των ατάκτων
-τούτων κινήσεων, και τότε, ως είμεθα δεδεμένοι επί των σανίδων τούτων, θα
-αποθάνωμεν εξ ασφυξίας μετά σπασμών!</p>
-
-<p>Τω όντι περί την τρίτην πρωινήν ώραν, καθ' ήν στιγμήν η λαίλαψ μαίνεται υπέρ
-ποτε σφοδρότερον, η σχεδία, ανάρπαστος γενομένη επί των νώτων κύματος, κλίνει
-προς την ετέραν πλευράν και κραυγαί φρίκης ρήγνυνται! Μέλλομεν να
-περιτραπώμεν!. . . Όχι. . . Η σχεδία συνεκρατήθη επί της οφρύος του κύματος εις
-ύψος ακατάληπτον, και υπό την επιτεταμένην λάμψιν των αστραπών, αίτινες
-πολυτρόπως διασταυρούνται, κατεπτοημένοι, έντρομοι, ηδυνήθημεν να περιλάβωμεν
-διά του βλέμματος την θάλασσαν ταύτην, την αφρίζουσαν ως εάν εθραύετο επί
-σκοπέλων.</p>
-
-<p>Έπειτα η σχεδία αναλαμβάνει σχεδόν πάραυτα την οριζόντειον αυτής θέσιν, αλλά
-κατά την πλαγίαν ταύτην εκτόπισιν τα εχμάτια [<span style='font-size: small;'>
-<a href='#fn86' id='ref86'>86</a></span>]
- των βυτίων εθραύσθησαν· έν δε των βυτίων τούτων είδον διερχόμενον υπεράνω της
-σχεδίας, του δ' ετέρου απεσπάσθη ο πυθμήν και εξεχύθη το εν αυτώ ύδωρ.</p>
-
-<p>Ναύται ορμώσιν ίνα συγκρατήσωσι το δεύτερον βυτίον το περιέχον το παστόν
-κρέας· αλλά τινος αυτών ο πους συλλαμβάνεται μεταξύ των αραιωθεισών σανίδων
-του κρηπιδώματος, αίτινες πάλιν συσφίγγονται, ο δε τάλας ωρύεται υπό των
-αλγηδόνων.</p>
-
-<p>Θέλω να σπεύσω προς αυτόν και κατορθώ να λύσω τα συνέχοντά με σχοινία. . .
-Αλλά κατόπιν εορτής, και εν αστραπή θαμβούση το βλέμμα μου, βλέπω τον
-ταλαίπωρον, ού ο πους είχεν απαλλαγή, σαρωνόμενον υπό κύματος όπερ
-κατεκάλυψεν ημάς εξ ολοκλήρου. Και ο εταίρος αυτού συνεξηφανίσθη συν αυτώ,
-ουδενός ημών δυνηθέντος να σπεύση εις βοήθειαν αυτών.</p>
-
-<p>Εμέ δε το κύμα της θαλάσσης εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος, η κεφαλή μου
-προσέκρουσεν επί της γωνίας σφηκίσκου και ελιποθύμησα.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0124a.jpg" width="345"
-height="550"
-alt="«Μ' εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος. . . »"
-border="2" /><br /></p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΣΤ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 22 Δεκεμβρίου</i>. — Η ημέρα ήλθε τέλος, και ο ήλιος εφάνη μεταξύ
-των τελευταίων νεφών, ά κατέλιπεν η καταιγίς όπισθεν αυτής. Η πάλη αύτη των
-στοιχείων διήρκεσεν ώρας τινάς μόνον, αλλ' ήτο φρικώδης, αήρ και ύδωρ
-συνεκρούσθησαν μετ' απαραμίλλου βίας.</p>
-
-<p>Τα κυριώτατα των συμβάντων ηδυνήθην να καταδείξω, διότι η μετά την πτώσιν
-μου λιποθυμία δεν μ' αφήκε να παρατηρήσω το τέλος του κατακλυσμού τούτου.
-Ειξεύρω δε μόνον ότι, ολίγον μετά το μέγα κύμα, η καταιγίς εκόπασεν υπό βροχής
-ραγδαίας, και η ηλεκτρική της ατμοσφαίρας έντασις ηλαττώθη, ώστε η καταιγίς δεν
-παρετάθη πέρα της νυκτός. Αλλά κατά το χρονικόν τούτο διάστημα πόσας βλάβας
-επήνεγκεν ημίν, ποίας ανεπανορθώτους απωλείας, και κατ' ακολουθίαν πόσαι
-συμφοραί αναμένουσιν ημάς! Ουδέ καν ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν μίαν σταγόνα εκ
-των χειμάρρων εκείνων της βροχής!</p>
-
-<p>Συνήλθον μεν διά των περιθάλψεων των κκ. Λετουρνέρ και της μις Χέρμπυ, αλλ' εις
-τον Ροβέρτον Κόρτις οφείλω ότι δεν εσαρώθην υπό δευτέρου τινός κύματος.</p>
-
-<p>Ο έτερος των απολεσθέντων δύο ναυτών κατά την τρικυμίαν είνε ο Ώστιν, νέος
-εικοσιοκτώ ετών, χρηστός, φιλόπονος και γενναίος, ο δ' έτερος είνε ο γηραιός
-Ιρλανδός Ο Ρέδυ, ο επιζήσας τοσούτοις ναυαγίοις.</p>
-
-<p>Δεκαέξ μόνον υπολειπόμεθα επί της σχεδίας, τούτ' έστι το ήμισυ σχεδόν των επί
-του <i>Σάνσελλορ</i> επιβιβασθέντων εξηφανίσθη ήδη!</p>
-
-<p>Και νυν τι υπολείπεται ημίν ως προς τας τροφάς;</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις ηθέλησε να πληροφορηθή ακριβώς περί των προμηθειών. Εις τι
-συνίστανται και πόσον θα διαρκέσωσι.</p>
-
-<p>Το ύδωρ δεν θα λείψη ακόμη, διότι υπολείπονται έτι εν τω θραυσθέντι βυτίω
-δεκατέσσαρα γαλλόνια, — εξήκοντα πέντε λίτραι, — ό έστι υπέρ τας πεντήκοντα
-οκάδας, το δ' έτερον βυτίον είνε άθικτον. Αλλά το περιέχον το παστόν κρέας και τους
-ιχθύς ούς είχομεν αλιεύση, εσαρώθησαν αμφότερα, ουδενός όλως υπολειφθέντος.
-Διπυρίτου δε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν υπολογίζει πλέον των εξήκοντα λιτρών, τούτ' έστι
-τεσσαράκοντα επτά οκάδων, το σωθέν εκ των προσβολών της θαλάσσης.</p>
-
-<p>Εξήκοντα δε λίτραι διά δεκαέξ ψυχάς, είνε οκτώ ημερών τροφή προς ημίσειαν
-λίτραν, ό έστι προς εκατόν πεντήκοντα έξ δράμια τον άνθρωπον.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις γνωστοποιεί ημίν όλην την κατάστασιν των πραγμάτων, τον
-ηκούσαμεν δε εν σιωπή. Εν σιωπή ωσαύτως διήλθεν η ημέρα αύτη της 22 Δεκεμβρίου.
-Έκαστος διανοείται καθ' εαυτόν, αλλ' είνε προφανές ότι τα αυτά διανοήματα
-παράγονται εν τω πνεύματι πάντων. Μοι φαίνεται ότι βλέπομεν αλλήλους μετά
-οφθαλμών διαφόρων, και το φάσμα της πείνης επιφαίνεται ήδη. Μέχρι τούδε δεν
-εστερήθημεν ακόμη εντελώς πόσεως και βρώσεως· αλλά νυν η μερίς του ύδατος θα
-ελαττωθή κατ' ανάγκην, η δε του διπυρίτου. . . !</p>
-
-<p>Κατά τινα στιγμήν ελθών πλησίον του ομίλου των ναυτών, εξηπλωμένων εν τη
-πρώρα, ήκουσα τον Φλαίπολ λέγοντα μετά τινος ειρωνείας.</p>
-
-<p>«Όσοι έχουν σκοπόν ν' αποθάνουν, θα κάνουν καλά ν' αποθάνουν από τώρα.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ναι, απεκρίθη ο Όουεν. Το ελάχιστον θ' αφήσουν το μερτικό τους 'ς τους
-άλλους!».</p>
-
-<p>Η ημέρα διήλθεν εν καταπτώσει και αθυμία πάντων. Έκαστος έλαβε το
-κεκανονισμένον ημίλιτρον του διπυρίτου. Καί τινες μεν κατεβρόχθισαν αυτό
-παραχρήμα, ούτως ειπείν, μετά λύσσης, τινές δε συνετώς ποιούντες, διέθεσαν αυτό
-μετά φειδούς. Μοι φαίνεται ότι ο μηχανικός Φάλστεν διήρεσε την μερίδα του εις τόσα
-μέρη οσάκις συνήθως τρώγει την ημέραν.</p>
-
-<p>Εάν τις μέλλη να επιζήση, ούτος θα είνε ο Φάλστεν.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΖ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 23 μέχρι 30 Δεκεμβρίου</i>. — Μετά την καταιγίδα ο άνεμος
-μετετράπη εις Μέσην (ΒΑ) και διατηρείται ως αύρα. Δέον δε να επωφεληθώμεν, διότι
-τείνει εις το να φέρη ημάς πλησίον της γης. Ο ιστός ιδρυθείς εκ νέου επιμελεία του
-Δαούλα, στερεούται καλώς, το ιστίον επαίρεται εις το άκρον του ιστού, και η σχεδία
-ουριοδρομεί προς δυο μίλια μέχρι δύο και ήμισυ, την ώραν.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0109.jpg" width="357"
-height="550"
-alt="Η σχεδία ουριοδρομεί. . . "
-border="2" /><br /></p>
-
-
-<p>Ενησχολήθησαν ωσαύτως εις το να προσαρμόσωσιν ουράδιον κατασκευασθέν εκ
-σφηκίσκων και πλατείας σανίδος. Ενεργεί δε το ουράδιον μετρίως πως, αλλ' όμως, ως
-τρέχει η σχεδία ωθουμένη υπό του ανέμου, δεν είνε χρεία μεγάλης προσπαθείας προς
-συγκράτησιν αυτής.</p>
-
-<p>Και το κρηπίδωμα επεσκευάσθη διά σφηνών και σχοινίων, δι' ών συσφίγγονται αι
-αποχωρισθείσαι σανίδες, τα δε της αριστεράς πλευράς δρύφακτα τα υπό κύματος
-ανάρπαστα γενόμενα, αναπληρούνται και σώζωσιν ημάς από των προσβολών της
-θαλάσσης. Ενί λόγω παν ό τι ήτο δυνατόν να γίνη προς στερέωσιν του εξ ιστών και
-κεραιών συγκροτήματος τούτου, εγένετο, αλλ' ο χείριστος των κίνδυνων δεν έγκειται
-εν τούτω.</p>
-
-<p>Μετά του αιθρίου ουρανού επανήλθε και ο τροπικός εκείνος καύσων, εξ ού
-τοσούτον εταλαιπωρήθημεν τας προηγουμένας ημέρας αλλά σήμερον ευτυχώς
-μετριάζεται υπό της πνοής του ανέμου. Της δε σκηνής αποκατασταθείσης εν τη
-πρύμνη της σχεδίας, καταφεύγομεν υπό την σκέπην αυτής εξ υπαμοιβής [<span style=
-'font-size: small;'><a href='#fn87' id='ref87'>87</a></span>]
-.</p>
-
-<p>Εν τούτοις το ανεπαρκές της διατροφής άρχεται γινόμενον μάλλον
-επαισθητότερον. Προφανώς πάσχομεν υπό πείνης. Αι παρειαί είνε κοίλαι, τα
-πρόσωπα λελεπτυσμένα. Των πλείστον ημών το κεντρικόν νευρικόν σύστημα
-προσεβλήθη απ' ευθείας, και η του στομάχου συστολή παράγει αίσθησιν αλγεινήν.
-Εάν προς φενακισμόν της πείνης ταύτης, εάν προς αποκοίμισιν αυτής είχομεν
-ναρκωτικόν τι, όπιον, φέρ' ειπείν, ή καπνόν, ίσως θα ήτο μάλλον ανεκτή. Όχι! των
-πάντων στερούμεθα!</p>
-
-<p>Ημών είς μόνος διαφεύγει την επιβάλλουσαν ταύτην ανάγκην, ο υποπλοίαρχος
-Ουάλτερ, κατατρυχόμενος υπό σφοδρού πυρετού, όστις και τον «τρέφει», αλλά δίψα
-φλογερά τον βασανίζει. Η μις Χέρμπυ, εν ώ εφύλαττε μέρος της μερίδος της υπέρ του
-ασθενούς, επέτυχε παρά του πλοιάρχου και συμπλήρωμα ύδατος· κατά παν δε
-τέταρτον ώρας εμβρέχει τα χείλη του υποπλοιάρχου. Ο Ουάλτερ μόλις και μετά βίας
-δύναται να προφέρη λέξιν, και δια του βλέμματος ευχαριστεί την ελεήμονα νεάνιδα. Ο
-τάλας! είνε καταδεδικασμένος, και αι επιμονώταται δε των περιθάλψεων δεν θα τον
-σώσωσιν. Εκείνος, τουλάχιστον, δεν μέλλει να ταλαιπωρηθή περισσότερον.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0124b.jpg" width="348"
-height="550"
-alt="Κατά παν τέταρτον εμβρέχει τα χείλη του. .,"
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Προς δε τούτοις φαίνεται σήμερον έχων συναίσθησιν της καταστάσεώς του, διότι
-με καλεί διά νεύματος. Έρχομαι και κάθημαι πλησίον του, εκείνος δε συναθροίζων
-όλας αυτού τας δυνάμεις και διά λέξεων διακεκομμένων μοι λέγει.</p>
-
-<p>«Κύριε Κάζαλλον, έχω ακόμη πολύ,,»</p>
-
-<p>Όσον ολίγον και αν ενδοιάζω να αποκριθώ, ο Ουάλτερ το παρατηρεί και
-επαναλαμβάνει;</p>
-
-<p>«Την αλήθειαν, όλην την αλήθειαν!</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν είμαι ιατρός και δεν δύναμαι. .,</p>
-
-<p>Δεν πειράζει! Αποκριθήτε μου σας παρακαλώ!,,»</p>
-
-<p>Παρατηρώ επί μακρόν τον άρρωστον, έπειτα θέτω το ους μου επί του στήθους
-του. Από τινων ημερών η φθίσις επροώδευσε προφανώς γιγαντίοις βήμασιν, είνε δε
-πολύ βέβαιον ότι ο έτερος των πνευμόνων δεν εργάζεται, ο δ' έτερος μόλις δύναται να
-επαρκέση εις τας χρείας της αναπνοής. Ο Ουάλτερ κατατρύχεται υπό πυρετού, όστις
-θα είνε το σημείον προσεχούς θανάτου εν ταις φυματικαίς νόσοις.</p>
-
-<p>Τι έχω ν' αποκριθώ εις το ερώτημα του υποπλοιάρχου;</p>
-
-<p>Το βλέμμα του όμως είνε τόσον ερωτηματικόν, ώστε αμηχανών επιζητώ
-υπεκφυγήν τινα!</p>
-
-<p>«Φίλε μου, τω λέγω, ουδείς εξ ημών, εν τη καταστάσει εν τη οποία διατελούμεν,
-δύναται να ελπίζη ότι θα ζήση πολύ. Τις οίδεν εάν εντός οκτώ ημερών πάντες όσους
-φέρει η σχεδία. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Εντός οκτώ ημερών!» ψιθυρίζει ο υποπλοίαρχος, ού το φλογερόν
-βλέμμα προσηλούται επάνω μου.</p>
-
-<p>Έπειτα στρέφει την κεφαλήν και φαίνεται αποκοιμιζόμενος.</p>
-
-<p>Τη 24, 25, και 26 Δεκεμβρίου ουδεμία μεταβολή της καταστάσεως ημών.
-Γυμναζόμεθα δε να μη αποθάνωμεν της πείνης, ει και λεγόμενον τούτο φαίνεται
-απίθανον. Αι διηγήσεις ναυαγίων συνεχώς αναφέρουσι γεγονότα συμφωνούντα προς
-όσα παρατηρώ ενταύθα, αλλ' αναγινώσκων εθεώρουν αυτάς υπερβολικάς. Και όμως
-δεν ήσαν· βλέπω δε καλώς ότι την έλλειψιν τροφής δύναται τις να υπομείνη πλέον ή
-όσον διενοούμην. Άλλως τε προς τη ημισεία λίτρα του διπυρίτου ο πλοίαρχος ενόμισε
-δέον να προσθέση τινάς σταγόνας βρανδεβίνου, αύτη δε η δίαιτα στηρίζει τας
-δυνάμεις ημών πλέον ή όσον θα ηδύνατό τις να φαντασθή. Αν ήμεθα εξησφαλισμένοι
-δι' ομοίας μερίδος επί δύο μήνας, επί ένα! Αλλ' η προμήθεια εξαντλείται, και έκαστος
-δύναται ήδη να προΐδη την στιγμήν καθ' ήν η λιτή αύτη διατροφή θα εκλίπη
-ολοσχερώς.</p>
-
-<p>Ανάγκη λοιπόν παντί σθένει να ζητήσωμεν από της θαλάσσης συμπληρωματικήν
-τροφήν, όπερ πολύ δυσχερές νυν. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο ξυλουργός
-κατασκευάζουσι νέας ορμιάς διά σχοινιού εξελιχθέντος, τη προσθήκη καρφίων
-εξαχθέντων εκ των σανίδων του κρηπιδώματος.</p>
-
-<p>Τελειωθέντων των μηχανημάτων τούτων, ο αρχιναύτης φαίνεται αρκούντως
-ευηρεστημένος εκ του έργου του.</p>
-
-<p>«Δεν είνε δα και περίφημα αγκίστρια αυτά τα καρφιά, αλλά τέλος πάντων θα
-ειμπορούσαν να πιάσουν όπως και κάθε άλλο αγκίστρι, αν δεν μας έλειπε το δόλωμα!
-Αλλά 'μείς μόνον διπυρίτην έχομεν, και αυτός δεν πιάνει. Το πρώτον ψάρι που θα
-πιάσωμε, δεν θα δυσκολευθώ να δολώσω το αγκίστρι με το ζωντανό κρέας του.
-Λοιπόν εδώ είνε όλη η δυσκολία: πώς να πιάσωμε το πρώτο ψάρι!».</p>
-
-<p>Ορθώς λέγει ο αρχιναύτης, και πιθανώς η αλιεία θα αποβή άκαρπος. Τέλος
-αναρρίπτει τον κύβον, αι ορμιαί ρίπτονται, αλλ', ως ηδύνατό τις να προΐδη, ουδείς
-ιχθύς «δαγκάνει». Είνε δε άλλως τε πρόδηλον ότι αι θάλασσαι αύται ολίγον είνε
-ιχθυοτρόφοι.</p>
-
-<p>Κατά τας ημέρας της 28 και της 29 αι απόπειραι ημών μάτην εξηκολούθησαν διότι
-τα τεμάχια του διπυρίτου, δι' ών εδολώθησαν αι ορμιαί, διαλύονται εν τω ύδατι, ώστε
-ανάγκη να παραιτηθώμεν. Άλλως τε και μάτην δαπανώμεν την ουσίαν ταύτην, ήτις
-αποτελεί την μόνην ημών τροφήν, και ήδη περιήλθομεν εις το σημείον να μετρώμεν
-και τα ψιχία αυτής.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης, στερούμενος άλλου μέσου, επινοεί τότε να προσαρμόση επί του
-καρφίου των ορμιών ράκος υφάσματος. Η μις Χέρμπυ τω δίδει τεμάχιον εκ του
-περικαλύπτοντος αυτήν ερυθρού περιωμίου. Ίσως δε το ράκος τούτο, στίλβον υπό το
-ύδωρ, ελκύση αδηφάγον τινά ιχθύν.</p>
-
-<p>Η νέα αύτη δοκιμή εγένετο την 30 του μηνός. Επί πολλάς ώρας αι ορμιαί είνε
-βεβυθισμέναι, αλλ' ότε τας ανασύρουσι, το ερυθρόν ράκος διατελεί άθικτον.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης είνε όλως άθυμος, διότι και το δόλωμα τούτο απέτυχε. Τι δεν θα
-εδίδομεν ίνα συλλάβωμεν τον πρώτον τούτον ιχθύν, όστις θα επέτρεπεν ίσως να
-αλιεύσωμεν και άλλους!</p>
-
-<p>«Άλλο έν μέσον θα εχρησίμευε διά να δολώσωμεν τας ορμιάς μας, μοι είπεν ο
-αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ποίον; ηρώτησα.</p>
-
-<p>&nbsp;— Θα το μάθετε αργότερα!», αποκρίνεται ο αρχιναύτης ατενίζων με μετά
-παραδόξου τρόπου.</p>
-
-<p>Τι να σημαίνωσιν οι λόγοι ούτοι, λεγόμενοι υπ' ανδρός όστις αείποτε μ' εφάνη λίαν
-επιφυλακτικός; Όλην νύκτα εσκεπτόμην περί τούτου.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΗ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 1 μέχρι της 5 Ιανουαρίου</i>. — Τρεις μήνες και πλέον παρήλθον
-αφ' ότου κατελίπομεν το Κάρλεστον επί του <i>Σάνσελλορ</i>, επί είκοσι δε ημέρας
-φερόμεθα επί της σχεδίας ταύτης, παίγνια των ανέμων και των ρευμάτων. Προέβημεν
-άρα γε προς δυσμάς προς την Αμερικανικήν ακτήν, ή μάλλον μας έρριψεν η τρικυμία
-εις το πέλαγος μακράν πάσης γης; Ουδ' είνε καν πλέον δυνατόν να το εξακριβώσωμεν,
-διότι κατά την τελευταίαν θύελλαν, ήτις εγένετο ημίν ούτως ολεθρία, τα όργανα του
-πλοιάρχου συνετρίβησαν, ει και κατεβλήθη πάσα πρόνοια περί διαφυλάξεως αυτών.
-Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν έχει πλέον ούτε πυξίδα, ίνα εύρη την διεύθυνσιν ήν έχομεν,
-ούτε εξάντα ίνα λάβη ύψος. Είμεθα άρα γε πλησίον ακτής ή απέχομεν εκατοστύας
-μιλίων; Αδύνατον να το ειξεύρωμεν αλλ' αφ' ού πάσαι αι περιπτώσεις είνε εναντίον
-ημών, είνε πολύς φόβος μήπως είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι.</p>
-
-<p>Εν τη άκρα ταύτη άγνοια περί της καταστάσεως ημών ενυπάρχει τι το
-απελπιστικόν, αναμφιβόλως· αλλ' όμως, επειδή η ελπίς ουδέποτε εγκαταλείπει την
-ανθρωπίνην καρδίαν, αγόμεθα ενίοτε να πιστεύωμεν, παρά πάντα λόγον, ότι η ακτή
-είνε εγγύς. Όθεν έκαστος παρατηρεί τον ορίζοντα και αναζητεί να διακρίνη επί της
-καθαρωτάτης εκείνης γραμμής σχήμα τι γης. Προς τούτο οι οφθαλμοί ημών, ημών των
-επιβατών, εξαπατώσιν ημάς αδιαλείπτως και καθιστώσι την πλάνην ημών
-αλγεινοτέραν. Νομίζομεν ότι βλέπομεν. ., αλλά δεν είνε τίποτε, είνε νέφος, είνε
-ομίχλη, είνε κυματισμός του σάλου. Ουδεμία γη είνε εκεί πέραν, ουδέν πλοίον
-αποτυπούται επί της υποτέφρου εκείνης περιμέτρου, ένθα συγχέονται θάλασσα και
-ουρανός. Η σχεδία είνε αείποτε το κέντρον της ερήμου ταύτης περιφερείας.</p>
-
-
-<p>Την 1 Ιανουαρίου εφάγομεν τον τελευταίον ημών διπυρίτην, ή μάλλον ειπείν, τα
-τελευταία ψυχία του διπυρίτου. Την 1 Ιανουαρίου! Ποίας αναμνήσεις η ημέρα αύτη
-ενθυμίζει, και εν αντιπαραβολή πόσον μας φαίνεται αξιοθρήνητος! Η ανανέωσις του
-έτους και αι ευχαί άς η «πρώτη του έτους» προκαλεί, αι οικογενειακαί διαχύσεις άς
-επιφέρει, η ελπίς ής πληρούται η καρδία, ουδέν τούτων είνε πλέον εις ημάς! Αι δε
-λέξεις «Σας εύχομαι αίσιον το νέον έτος» άς προφέρει τις μειδιών, τις ημών ήθελε
-τολμήση να τας εκστομίση; Τις ήθελε τολμήση να ελπίση μίαν και μόνην ημέραν δι'
-εαυτόν καν;</p>
-
-<p>Και όμως ο αρχιναύτης ελθών προς με και ατενίζων με κατά τρόπον
-αλλόκοτον:</p>
-
-<p>«Κύριε Κάζαλλον, μοι είπε, σας εύχομαι να διέλθετε αισίως. .,</p>
-
-<p>&nbsp;— Το νέον έτος;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, την σημερινήν ημέραν και μάλιστα είνε πολύ γενναιότης από
-μέρους μου, διότι, μάθετε, δεν υπάρχει πλέον τίποτε τρόφιμον, εις την σχεδίαν.»</p>
-
-<p>Τίποτε πλέον, πάντες γινώσκομεν τούτο, και όμως την επιούσαν, ότε ήλθεν η ώρα
-της ημερησίας διανομής, εκπληττόμεθα ως εάν μη είχομεν είδησιν του πράγματος.
-Δεν δύναταί τις να πιστεύση εις την τελείαν ταύτην σιτοδείαν.</p>
-
-<p>Περί την εσπέραν αισθάνομαι στροφούς εν τω στομάχω σφοδροτάτους, οίτινες
-προκαλούσι χασμήματα αλγεινά. Έπειτα δε πραΰνονται κατά τι μετά δύο ώρας.</p>
-
-<p>Την επιούσαν, 3 του μηνός, εκπλήττομαι, διότι δεν πάσχω περισσότερον.
-Αισθάνομαι δε εν εμοί κενόν άπειρον, αλλά το συναίσθημα τούτο είνε τουλάχιστον
-ηθικόν τε και φυσικόν. Η κεφαλή μου βαρεία και δυσκόλως ισορροπούσα, μοι
-φαίνεται σαλεύουσα επί των ώμων μου, και αισθάνομαι τους ιλίγγους εκείνους, ούς
-γεννά η άβυσσος όταν κύπτωμεν υπεράνω αυτής.</p>
-
-<p>Αλλά τα συμπτώματα ταυτά δεν είνε τα αυτά εις πάντας. Τινές των συμπλωτήρων
-μου πάσχουσιν ήδη δεινώς. Μεταξύ άλλων ο ξυλουργός και ο αρχιναύτης, οίτινες είνε
-φύσει πολυφάγοι. Αι βάσανοι αναγκάζουσιν αυτούς να κραυγάζωσιν ακουσίως, και
-είνε αναγκασμένοι να σφιγχθώσι διά σχοινίου. Και είμεθα εν τη δευτέρα μόνον
-ημέρα!</p>
-
-<p>Α! το ημίλιτρον εκείνο του διπυρίτου, την ισχνήν εκείνην μερίδα ήτις εφαίνετο άρτι
-λίαν ανεπαρκής, πώς την εμεγέθυνεν τότε η επιθυμία ημών! Πόσον ήτο υπερμεγέθης,
-φαίνεται ημίν νυν ότε ουδέν έχομεν πλέον! Το τεμάχιον εκείνο του διπυρίτου εάν
-διενέμετο έτι, εάν έδιδον ημίν το ήμισυ, το τέταρτον μόνον, θα επήρκει εις συντήρησιν
-πολλών ημερών! θα το ετρώγομεν ψίχα ψίχα!</p>
-
-<p>Εν πόλει πολιορκουμένη, περιελθούση εν τη εσχάτη σιτοδεία, δύναταί τις έτι εν
-τοις ερειπίοις, εν τοις ρυακίοις, εν ταις γωνίαις να εύρη οστούν λιπόσαρκον, ρίζαν τινά
-ερριμμένην, εξαπατώσαν στιγμιαίως την πείναν! Αλλ' επί των σανίδων τούτων, άς
-τοσάκις τα κύματα εσάρωσαν, ών τα αραιώματα ανεσκελεύθησαν ήδη, ών εξέσθησαν
-αι γωνίαι, ένθα ο άνεμος πιθανόν να είχεν ωθήση τινά περισσεύματα, τι θα ηδύνατό
-τις να αναζητήση πλέον;</p>
-
-<p>Το μήκος των νυκτών είνε μέγα — μείζον και των ημερών! Μάτην ζητεί τις εν τω
-ύπνω στιγμιαίαν ανακούφισιν! Ο ύπνος, και εάν κατορθώνη να κλείη τους οφθαλμούς
-ημών, ουδέν άλλο είνε η πυρετώδης νάρκωσις μεστή εφιαλτών.</p>
-
-<p>Εν τούτοις την νύκτα ταύτην, καταβαλλόμενος υπό του καμάτου έν τινι στιγμή καθ'
-ήν και η πείνα μου εκοιμάτο, ηδυνήθην να αναπαυθώ επί τινας ώρας.</p>
-
-<p>Την επιούσαν, ώρα έκτη, αφυπνίσθην υπό αλαλαγμών εξηχούντων επί της
-σχεδίας. Εξεγείρομαι διά μιας και κατά την πρώραν βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ και
-τους ναύτας Όουεν, Φλαίπολ Ουίλσων, Βάρκε, Σάνδων συνηθροισμένους εν στάσει
-επιθετική. Οι άθλιοι ούτοι ήρπασαν εργαλεία του ξυλουργού, πέλεκυν, σφύραν,
-σμίλην, και απειλούσι τον πλοίαρχον, τον αρχιναύτην και τον Δαούλαν. Πάραυτα δε
-σπεύδω εκεί ένθα ίστατο ο Ροβέρτος Κόρτις και οι μετ' αυτού, με παρακολουθεί δε και
-ο Φάλστεν. Ημείς δε μόνα όπλα έχομεν τα μαχαίριά μας, αλλ' ουδέν ήττον έχομεν
-ακράδαντον απόφασιν να αμυνθώμεν.</p>
-
-<p>Ο Όουεν και ο όχλος του βαίνουσιν εναντίον ημών. Οι άθλιοι είνε οινοβαρείς, διότι
-την νύκτα έθραυσαν τον κόρον του βρανδεβίνου και έπιον κατά κόρον.</p>
-
-<p>Αλλά τι θέλουσι;</p>
-
-<p>Ο Όουεν και ο μαύρος Γύγξτροπ, οι ήττον μεθύοντες, εξερεθίζουσι τους άλλους να
-σφάξωσιν ημάς, εκείνοι δε υπείκουσιν εις οινοπνευματώδη τινά μανίαν.</p>
-
-<p>«Κάτω ο Κόρτις! αναφωνούσι. 'Σ την θάλασσαν ο πλοίαρχος! Όουεν αρχηγός!
-Όουεν αρχηγός!»</p>
-
-<p>Ηγέτης αυτών είνε ο Όουεν, ο δε μαύρος είνε ο δεύτερος. Το μίσος των δύο
-τούτων ανθρώπων κατά των ιδίων αξιωματικών εκδηλούται την στιγμήν ταύτην διά
-βιαιοπραγίας, ήτις και αν επετύγχανε δεν θα έσωζεν όμως την ημετέραν κατάστασιν.
-Αλλ' οι οπαδοί αυτών, ανίκανοι όντες προς ορθήν σκέψιν και ωπλισμένοι, ημών
-αόπλων όντων, καθιστώσιν αυτούς επιφόβους.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις βλέπων αυτούς προχωρούντας, έρχεται προς αυτούς και μετά
-φωνής ισχυράς αναφωνεί:</p>
-
-<p>«Κάτω τα όπλα!</p>
-
-<p>&nbsp;— Κτυπάτε τον τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0131.jpg" width="357"
-height="550"
-alt="«Κτυπάτε τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν. . . "
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ο άθλιος παροξύνει τους συνενόχους του διά σχήματος, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις,
-απωθών τον μεθύοντα όμιλον, πορεύεται κατ' ευθείαν προς τον Όουεν και τον
-ερωτά:</p>
-
-<p>«Τι θέλεις;</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν θέλομεν ανώτερον εδώ μέσα! αποκρίνεται ο Όουεν. Όλοι είμαστε
-ένα πράγμα!»</p>
-
-<p>Κτήνος ηλίθιον! Ως εάν μη ήμεθα τάχα πάντες ίσοι ενώπιον της δυστυχίας!</p>
-
-<p>«Όουεν, αναφωνεί εκ δευτέρου ο πλοίαρχος, κάτω τα όπλα!</p>
-
-<p>&nbsp;— Απάνω τους, παιδιά!» αναφωνεί ο Όουεν.</p>
-
-<p>Αγών συνάπτεται. Ο Όουεν και ο Ουίλσων εφορμώσι κατά του Ροβέρτου Κόρτις,
-όστις αποκρούει τας πληγάς των διά τεμαχίου σφηκίσκου, ο δε Βάρκε και ο Φλαίπολ
-επιπίπτουσι κατά του Φάλστεν και του αρχιναύτου. Εγώ δε ενώπιόν μου έχω τον
-μαύρον Γύγξτροπ, όστις κραδαίνων σφύραν θέλει να με πλήξη. Προσπαθώ να τον
-περιβάλω διά των βραχιόνων μου, ίνα παραλύσω τας κινήσεις του, αλλ' η μυική ισχύς
-του αχρείου είνε ανωτέρα της εμής. Παλαίσας επί τινας στιγμάς, αισθάνομαι ότι θα
-καταβληθώ, ότε ο Γύγξτροπ κατακυλίεται επί του κρηπιδώματος συμπαρασύρων και
-εμέ. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ειχε συλλάβη αυτόν από του ποδός και τον έρριψε κατά
-γης.</p>
-
-<p>Η επέμβασις αύτη μ' έσωσεν. Ο μαύρος πίπτων αφήκε το όπλον του, εγώ δε
-αρπάσας αυτό κινούμαι να του συντρίψω την κεφαλήν. . . Αλλ' η χειρ του Ανδρέα
-κρατεί ήδη και εμέ.</p>
-
-<p>Τω όντι οι στασιάζοντες κατετροπώθησαν εις την πρώραν της σχεδίας. </p>
-
-<p>Ο δε Ροβέρτος Κόρτις εκκλίνας τας επιθέσεις του Όουεν, αρπάζει πέλεκυν και
-υψώσας την χείρα καταφέρει αυτόν.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0132.jpg" width="349"
-height="550"
-alt="Ο Ροβέρτος Κόρης καταφέρει τον πέλεκυν. . . "
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Αλλ' ο Όουεν αποσύρεται πλαγίως, ο δε πέλεκυς ευρίσκει τον Ουίλσων κατάστηθα.
-Ο άθλιος ανατρέπεται, και πεσών εκτός της σχεδίας γίνεται άφαντος.</p>
-
-<p>«Σώσατέ τον! σώσατέ τον! αναφωνεί ο αρχιναύτης.</p>
-
-<p>&nbsp;— Είνε νεκρός! αποκρίνεται ο Δαούλας.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αι! ίσα ίσα δι' αυτό.. . . !» αναφωνεί ο αρχιναύτης και δεν συμπληροί
-την φράσιν του.</p>
-
-<p>Αλλ' ο θάνατος του Ουίλσων καταπαύει τον αγώνα. Ο Φλαίπολ και ο Βάρκε εν τω
-εσχάτω βαθμώ της μέθης αμφότεροι κατάκεινται ακίνητοι· ημείς δε εφορμώμεν επί
-του Γύγξτροπ και τον δένομεν στερεώς επί της ρίζης του ιστού.</p>
-
-<p>Ο δε Όουεν κατεβλήθη υπό του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Τότε δε ο
-Ροβέρτος ελθών πλησίον, λέγει προς αυτόν: </p>
-
-<p>«Την προσευχήν σου, διότι θ' αποθάνης!</p>
-
-<p>&nbsp;— Έχετε λοιπόν και καλά όρεξιν να με φάτε!» είπεν ο Όουεν μετ'
-απαραμίλλου αναιδείας.</p>
-
-<p>Η σκληρά αύτη απόκρισις σώζει την ζωήν του. Ο Ροβέρτος Κόρτις απορρίπτει τον
-πέλεκυν, όν είχεν υψώση κατά του Όουεν, και ωχρότατος απέρχεται και κάθηται εν τη
-πρύμνη της σχεδίας.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΛΘ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 5 και 6 Ιανουαρίου</i>. — Η σκηνή αύτη ενεποίησε βαθείαν
-εντύπωσιν. Η απόκρισις του Όουεν, εν αις περιστάσεσι διατελούμεν, είνε τοιαύτη,
-ώστε κατέβαλε και τους δραστηριωτάτους.</p>
-
-<p>Ευθύς ως επήλθε τις γαλήνη εις το πνεύμα μου, ηυχαρίστησα ενθέρμως τον νέον
-Λετουρνέρ, ού η επέμβασίς μοι έσωσε την ζωήν.</p>
-
-<p>«Μ' ευχαριστείτε, αποκρίνεται ο Ανδρέας, εν ώ έπρεπεν ίσως να με
-καταράσθε.</p>
-
-<p>&nbsp;— Σε, Ανδρέα;</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Κάζαλλον, ουδέν άλλο έπραξα ή μόνον παρέτεινα τας ταλαιπωρίας
-σας!</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν πειράζει, κύριε Λετουρνέρ, λέγει τότε η μις Χέρμπυ, ερχομένη
-πλησίον ημών, επράξατε το καθήκον σας!».</p>
-
-<p>Αείποτε το συναίσθημα του καθήκοντος στηρίζει την νεάνιδα ταύτην.</p>
-
-<p>Έγινε κάτισχνος υπό των στερήσεων. Τα ενδύματά της εκβαφέντα υπό της
-υγρασίας, κατεσχισμένα υπό των συγκρούσεων, κυμαίνονται αθλίως, αλλ' ουδέν
-παράπονον εξέρχεται του στόματός της, και δεν θα καταβληθή ευχερώς.</p>
-
-<p>«Κύριε Κάζαλλον, μ' ερωτά, είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν της πείνης;</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, μις Χέρμπυ, αποκρίνομαι σκληρώς πως.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και πόσον ειμπορεί να ζήση ο άνθρωπος χωρίς να τρώγη;</p>
-
-<p>&nbsp;— Περισσότερον παρ' όσον νομίζει. Ίσως μακράς ατελευτήτους ημέρας
-</p>
-
-<p>&nbsp;— Οι έχοντες καλήν κράσιν υποφέρουσι περισσότερον, δεν είν'
-αλήθεια;</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, αλλά και αποθνήσκουσι ταχύτερον, προς αποζημίωσιν τρόπον
-τινά!».</p>
-
-<p>Πώς ηδυνήθην να αποκριθώ ούτω προς την νεάνιδα; Τι! δεν εύρον λόγον τινά
-παραμυθητικόν να τη είπω! Τη έρριψα κατά πρόσωπον την κτηνώδη αλήθειαν! Άρα γε
-παν συναίσθημα φιλανθρωπίας απεσβέσθη εν εμοί; Ο Ανδρέας Λετουρνέρ και ο
-πατήρ του, ακούοντές με, ατενίζουσί με επανειλημμένως διά των μεγάλων λαμπρών
-οφθαλμών των, ούς η πείνα διαστέλλει. Και ερωτώσιν εαυτούς εάν εγώ τω όντι είμαι ο
-λαλών ούτω.</p>
-
-<p>Μετ' ολίγας στιγμάς ότε είμεθα μόνοι, η μις Χέρμπυ μοι λέγει ταπεινή τη
-φωνή.</p>
-
-<p>«Κύριε Κάζαλλον, μοι κάμνετε, παρακαλώ, μίαν χάριν;</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα, μις, απεκρίθην συγκεκινημένος ήδη, και έτοιμος τα πάντα να
-πράξω χάριν της νεάνιδος.</p>
-
-<p>&nbsp;— Αν αποθάνω προ υμών, εξακολουθεί η μις Χέρμπυ, — και τούτο δυνατόν
-να συμβή αν και είμαι ασθενεστέρα, δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα ρίψετε το πτώμα μου
-εις την θάλασσαν.</p>
-
-<p>&nbsp;— Μις Χέρμπυ, έπταισα. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι, όχι προσθέτει υπομειδιώσα, επράξατε άριστα και μοι ελαλήσατε
-όπως ελαλήσατε. Αλλά υπόσχεσθε ότι θα πράξετε ό τι σας ζητώ; Είνε αδυναμία μου.
-Ζώσα δεν φοβούμαι τίποτε,, , αλλά νεκρά. . . Δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα με ρίψετε εις
-την θάλασσαν».</p>
-
-<p>Έδωκα υπόσχεσιν, η δε μις Χέρμπυ μοι τείνει την δεξιάν, και αισθάνομαι τους
-ισχνούς δακτύλους της θλίβοντας ασθενώς τους εμούς.</p>
-
-<p>Μία έτι νυξ παρήλθεν. Εκ διαλειμμάτων αι αλγηδόνες μου είνε ούτω δειναί, ώστε
-μ' εκφεύγουσι κραυγαί· έπειτα πραΰνονται και μένω βεβυθισμένος τρόπον τινά εν
-νάρκη. Συνερχόμενος δε εκπλήττομαι ανευρίσκων ζώντας έτι τους συμπλωτήρας
-μου.</p>
-
-<p>Ο μάλιστα πάντων ημών ευχερέστατα υφιστάμενος τας στερήσεις ταύτας είνε ο
-τροφοδότης Χόμμπαρτ, περί ού ελάχιστος μέχρι τούδε λόγος εγένετο. Ούτος είνε
-μικρός το ανάστημα, έχων φυσιογνωμίαν κοθόρνου, βλέμμα θωπευτικόν, μειδιών
-συνεχώς μειδίαμα «όπερ μόνον τα χείλη του κινεί», ημικλείστους συνήθως έχων τους
-οφθαλμούς, ως θέλων να αποκρύπτη τους διαλογισμούς του, το όλον δε του ανδρός
-αποπνέει το κίβδηλον αυτού. Είνε υποκριτής, δύναμαι να ομόσω περί τούτου. Και τω
-όντι, ειπών ότι αι στερήσεις επιδρώσιν επ' αυτού ολιγώτερον, δεν λέγω ότι δεν
-παραπονείται δι' αυτό, τουναντίον μάλιστα στενάζει αδιαλείπτως, αλλ' ουκ οίδα διατί
-οι στεναγμοί του μοι φαίνονται προσπεποιημένοι. Θα το ίδωμεν. Θα επιτηρώ τον
-άνθρωπον τούτον, διότι έχω περί αυτού υποψίας, αίτινες καλόν είνε να
-διαλευκανθώσι.</p>
-
-<p>Σήμερον, 6 Ιανουαρίου, ο κ. Λετουρνέρ λαβών με κατ' ιδίαν, προς την πρύμναν της
-σχεδίας, φαίνεται επιθυμών να μοι ανακοινώση «ανακοίνωσίν τινα μυστικήν».
-Επιθυμεί δε ούτε να τον ίδη τις ούτε να τον ακούση.</p>
-
-<p>Μεταβαίνομεν εις την γωνίαν του αριστερού τοίχου, και επειδή ήδη άρχεται η νυξ,
-ουδείς δύναται να μας ίδη.</p>
-
-<p>«Κύριε, μοι λέγει ταπεινή τη φωνή ο κ. Λετουρνέρ, ο Ανδρέας είνε πολύ αδύνατος.
-Ο υιός μου αποθνήσκει της πείνης! Κύριε, δεν ειμπορώ πλέον να βλέπω τούτο το
-πράγμα, όχι, δεν ειμπορώ να το βλέπω.»</p>
-
-<p>Ο κ. Λετουρνέρ λαλεί διά τρόπου, εν ώ αισθάνομαι οργήν καταστελλομένην, και η
-φωνή του έχει τι το άγριον. Α! κατανοώ τι θα υποφέρη ο πατήρ ούτος!</p>
-
-<p>«Κύριε, τω λέγω λαμβάνων την χείρα του, μη απελπιζώμεθα ίσως πλοίον τι. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε, επαναλαμβάνει ο πατήρ διακόπτων με, δεν έρχομαι να σας
-ζητήσω παραμυθίας τετριμμένας. Δεν θα περάση πλοίον, το ειξεύρετε κάλλιστα. Όχι,
-περί άλλου πρόκειται. Από πότε ο υιός μου, σεις ο ίδιος και οι άλλοι έχετε να
-φάγετε;»</p>
-
-<p>Εις την ερώτησιν ταύτην ήν ακούω μετ' εκπλήξεως, αποκρίνομαι: </p>
-
-<p>«Την 2 Ιανουαρίου εξέλιπεν ο διπυρίτης, και σήμερον έχομεν 6 Ιανουαρίου.
-Τεσσάρας λοιπόν ημέρας. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Έχετε να φάγετε! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Εγώ λοιπόν έχω οκτώ!</p>
-
-<p>&nbsp;— Οκτώ ημέρας!</p>
-
-<p>&nbsp;— Μάλιστα! οικονόμισα διά τον υιόν μου!»</p>
-
-<p>Ως ήκουσα τους λόγους τούτους, δάκρυα εκχύνονται εκ των οφθαλμών μου.
-Αρπάζω τας χείρας του κ Λετουρνέρ, . . μόλις δυνάμενος να αρθρώσω λέξιν. Τον
-ατενίζω!,, οκτώ ημέρας!</p>
-
-<p>«Κύριε, τω λέγω τέλος, τι θέλετε απ' εμέ;</p>
-
-<p>&nbsp;— Σουτ! όχι τόσον δυνατά! Ψυχή να μη μας ακούση!</p>
-
-<p>&nbsp;— Λέγετε λοιπόν!,,</p>
-
-<p>&nbsp;— Θέλω. . . είπε ταπεινών την φωνήν. . . να προσφέρετε εις τον Ανδρέαν. .
-. </p>
-
-<p>&nbsp;— Αλλά σεις ο ίδιος δεν ειμπορείτε;. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι! όχι!,, θα νομίση ότι εγώ εστερήθην χάριν αυτού. . . και θα μ'
-αποποιηθή. . . Όχι! πρέπει να προέλθη από σας. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Λετουρνέρ!,,</p>
-
-<p>&nbsp;— Εξ οίκτου! κάμετέ μου αυτήν την χάριν. . . την μεγίστην χάριν την οποίαν
-δύναμαι να σας ζητήσω, . . Άλλως τε. . . διά τον κόπον σας,,»</p>
-
-<p>Και λαβών την χείρα μου εθώπευσεν αυτήν ελαφρώς.</p>
-
-<p>«Διά τον κόπον σας. . . Ναι. . . θα φάγετε και σεις. . . ολίγον!,,»</p>
-
-<p>Ταλαίπωρε πάτερ! Ακούων αυτόν τρέμω ως παιδίον. Το όλον μου φρικιά και η
-καρδία μου πάλλει σφοδρότατα! Ταυτοχρόνως αισθάνομαι ότι ο κ. Λετουρνέρ
-παρεισάγει εις την χείρα μου μικρόν τεμάχιον διπυρίτου.</p>
-
-<p>«Προσοχή μη σας ίδη ψυχή!, μοι λέγει, διότι τα τέρατα θα σας εδολοφόνουν! Έχω
-ακόμη δι' άλλην μίαν ημέραν . ., αλλά αύριον. . . θα σας παραδώσω άλλο τόσον!»</p>
-
-<p>Ο τάλας δυσπιστεί προς με! και ίσως έχει δίκαιον, διότι, αισθανόμενος εγώ το
-τεμάχιον του διπυρίτου μεταξύ των χειρών μου, μικρού δειν εκινήθην να το βάλω εις
-το στόμα μου!</p>
-
-<p>Αλλ' αντέσχον· οι δε αναγινώσκοντές με ας νοήσωσι παν ό τι η γραφίς μου
-αδυνατεί ενταύθα να εκφράση.</p>
-
-<p>Επελθούσης της νυκτός μετά της ιδιαζούσης εκείνης ταχύτητος εις τα ταπεινά
-πλάτη, παρεισδύω πλησίον του Ανδρέου και τω υποβάλλω το μικρόν εκείνο τεμάχιον
-του διπυρίτου «ως εξ εμού προερχόμενον».</p>
-
-<p>Ο νέος ρίπτεται επ' αυτού και έπειτά μοι λέγει:</p>
-
-<p>«Και ο πατήρ μου;»</p>
-
-<p>Εγώ δε τω αποκρίνομαι ότι και ο κ. Λετουρνέρ έλαβε το μερίδιόν του,, και εγώ το
-εμόν. . . και ότι αύριον. . . τας επομένας ημέρας, θα δύναμαι αναμφιβόλως να τω
-παρέχω έτι. . . ας λάβη. . . ας λάβη. .,!</p>
-
-<p>Ο Ανδρέας δεν μ' ηρώτησε πόθεν προήρχετο ο διπυρίτης εκείνος, και απλήστως
-έβαλε το τεμάχιον εις το στόμα του.</p>
-
-<p>Και την εσπέραν εκείνην, ει και ο κ. Λετουρνέρ μοι προσέφερεν, δεν έφαγον
-τίποτε!,, τίποτε!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">Μ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 7 Ιανουαρίου</i> — Από τινων ημερών το θαλάσσιον ύδωρ, το
-σαρώνον αδιαλείπτως σχεδόν το κρηπίδωμα της σχεδίας, άμα εγειρομένου του σάλου,
-εξηρέθισε το δέρμα των ποδών και των κνημών τινων εκ του πληρώματος. Ο Όουεν,
-όν ο αρχιναύτης κρατεί δέσμιον εν τη πρώρα από της σκηνής της στάσεως, διατελεί εν
-οικτρά καταστάσει, κατ' αίτησιν δε ημών λύεται των δεσμών. Και ο Σάνδων δε και ο
-Βάρκε ωσαύτως διεβρώθησαν υπό της διαβρωτικής δυνάμεως των αλμυρών τούτων
-υδάτων και ημείς δε οι άλλοι εσώθημεν μέχρι τούδε, μόνον διότι η πρύμνα της
-σχεδίας ολιγώτερον δέρεται υπό των κυμάτων.</p>
-
-<p>Σήμερον ο αρχιναύτης, εκμανείς υπό της πείνης, επέπεσε κατά των ρακών των
-ιστίων και των τεμαχίων των ξύλων. Ακούω έτι τους οδόντας του εισδύοντας μετά
-κρότου εις τας ουσίας ταύτας. Ο τάλας, ωθούμενος υπό της δεινής πείνης, προσπαθεί
-να γεμίση τον στόμαχόν του, όπως διαταθή η βλεννώδης αυτού μεμβράνα. Τέλος μετά
-πολλάς αναζητήσεις, ευρίσκει επί τινος των ιστών των συγκρατούντων το κρηπίδωμα,
-τεμάχιον δέρματος. Αποσπά το δέρμα τούτο, επειδή είνε ουσία ζωική, και το
-καταβροχθίζει μετ' ανεκφράστου απληστίας, φαίνεται δε ότι η κατάποσις της ύλης
-ταύτης παρέχει αυτώ ανακούφισίν τινα. Πάραυτα πάντες τον μιμούμεθα μετά
-σπουδής. Πίλος δερμάτινος βρασθείς, τα δερμάτινα γείσα των πηληκίων, παν ό τι είνε
-ζωική ουσία κατατρώγεται. Ένστιγμα κτηνώδες παρασύρει ημάς, όπερ ουδείς δύναται
-να καταστείλη. Φαίνεται δε ότι την στιγμήν ταύτην ουδέν ανθρώπινον έχομεν πλέον.
-Ουδέποτε θα λησμονήσω την σκηνήν ταύτην!</p>
-
-<p>Και αν η πείνα μη εκορέσθη, τουλάχιστον οι στρόφοι του στομάχου στιγμιαίως
-εκόπασαν. Αλλ' όμως τινές ημών δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι την απεχθή ταύτην
-τροφήν και κατελήφθησαν υπό ναυτίας.</p>
-
-<p>Ας μοι συγχωρηθώσιν αι λεπτομέρειαι αύται! Ουδέν οφείλω να αποκρύψω εξ ών
-έπαθον οι ναυαγοί του <i>Σάνσελλορ</i>! Διά της διηγήσεως ταύτης θα μάθωσιν οι
-άνθρωποι όσας δυστυχίας ηθικάς τε και φυσικάς δύνανται να υπομείνωσιν ανθρώπινα
-όντα! Τούτο έστω το δίδαγμα του ημερολογίου τούτου! τα πάντα θα είπω, και
-δυστυχώς προαισθάνομαι ότι δεν εφθάσαμεν ακόμη εις το ανώτατον σημείον των
-δοκιμασιών ημών!</p>
-
-<p>Κατά την ανωτέρω σκηνήν παρετήρησά τι επικυρούν τας υποψίας μου περί του
-τροφοδότου. Ο Χόμμπαρτ, δήλα δή, εξακολουθών τους στεναγμούς του, μεγαλοποιών
-μάλιστα αυτούς, δεν μετέχει του αγώνος. Ακούων τις αυτόν πείθεται ότι αποθνήσκει
-εξ ασιτίας, βλέπων δε όμως τον νομίζει απηλλαγμένον των κοινών βασάνων. Λοιπόν ο
-υποκριτής ούτος έχει κρύφιόν τι αποταμίευμα, εξ ού αντλεί έτι; τον επιτηρώ, αλλ'
-ουδέν ηδυνήθην να ανακαλύψω.</p>
-
-<p>Ο καύσων είνε έτι δυνατός και μάλιστα αφόρητος, οσάκις ο άνεμος δεν τον
-μετριάζει. Η μερίς του ύδατος είνε βεβαίως ανεπαρκής, αλλ' η πείνα καταστέλλει εν
-ημίν την δίψαν. Λέγω δε ότι η έλλειψις του ύδατος ήθελε ταλαιπωρήση ημάς
-δεινότερον παρά την της τροφής, δεν δύναμαι να το πιστεύσω, ή τουλάχιστον να το
-φαντασθώ την στιγμήν ταύτην. Εν τούτοις η παρατήρησις αύτη πολλάκις εγένετο. Είθε
-να ευδοκήση ο Θεός να μη περιέλθωμεν εις την νέαν ταύτην εσχάτην των
-αμηχανιών.</p>
-
-<p>Ευτυχώς υπολείπονται πίνται τινές ύδατος εν τω ημιθραύστω υπό της τρικυμίας
-βυτίω, το δε έτερον βυτίον είνε έτι άθικτον. Ει δε και ο αριθμός ημών ηλαττώθη, ο
-πλοίαρχος όμως, κωφεύων εις τινας διαμαρτυρίας, ηλάττωσε την ημερησίαν μερίδα
-εις ημίσειαν πίνταν, ενενήκοντα σχεδόν δράμια, κατ' άνθρωπον. Εγώ τον επιδοκιμάζω
-ως προς τούτο.</p>
-
-<p>Του δε βρανδεβίνου υπολείπεται τέταρτον μόνον γαλλονίου, ό έστι τριακόσια
-πεντήκοντα πέντε μόνον δράμια, άτινα απετέθησαν ασφαλώς εν τη πρύμνη της
-σχεδίας.</p>
-
-<p>Σήμερον, 7 του μηνός, περί ώραν εβδόμην και ημίσειαν μετά μεσημβρίαν, είς εξ
-ημών έπαυσεν του ζην. Δεκατέσσαρες είμεθα πλέον! Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ
-εξέπνευσεν εν ταις αγκάλαις μου, φρούδαι απέβησαν και της μις Χέρμπυ αι
-περιθάλψεις και αι εμαί. . . Δεν πάσχει πλέον.</p>
-
-<p>Ολίγον πριν αποθάνη ο Ουάλτερ ηυχαρίστησε την μις Χέρμπυ και εμέ μετά φωνής
-ήν μόλις ηδυνάμεθα να ακούσωμεν. . . </p>
-
-<p>«Κύριε, είπεν, αφίνων εκ της τρεμούσης χειρός του επιστολήν συμπεπιεσμένην,
-την επιστολήν ταύτην. . . της μητρός μου. . . . δεν έχω δύναμιν. . . Είνε η τελευταία
-όπου έλαβα!. . . Μου λέγει: «Σε περιμένω, παιδί μου, θέλω να σ' επανίδω!» Όχι,
-μητέρα μου, δεν θα μ' επανίδης πλέον! — Κύριε!. . . την επιστολήν ταύτην. . . βάλετε
-την εις τα χείλη μου. . . Εκεί, εκεί!. . . Να αποθάνω ασπαζόμενος αυτήν. . . Μητέρα
-μου. . . Θεέ μου!. . . »</p>
-
-<p>Θέτω την επιστολήν του υποπλοιάρχου Ουάλτερ εντός της ψυχράς ήδη χειρός του,
-και την επιθέτω επί των χειλέων του. Το βλέμμα του εμψυχούται επί μίαν στιγμήν και
-ακούομεν ως ασθενή ήχον φιλήματος!</p>
-
-<p>Απέθανεν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ! Ο Θεός αναπαύσαι την ψυχήν του!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΑ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 8 Ιανουαρίου</i> — Καθ' όλην την νύκτα διέμεινα παρά τω νεκρώ του
-ατυχούς, και η μις Χέρμπυ ήλθεν επανειλημμένως ίνα δεηθή υπέρ αναπαύσεως
-αυτού.</p>
-
-<p>Ότε δε εφάνη η ημέρα, το λείψανον ήτο όλως ψυχρόν. Έσπευδον. ., μάλιστα!
-έσπευδον να το ρίψω εις την θάλασσαν. Είπον τω Ροβέρτω Κόρτις να με βοηθήση εν
-τω λυπηρώ τούτω έργω. Αφ' ού περιτυλίξωμεν το λείψανον εντός των αθλίων του
-ενδυμάτων, θα το βυθίσωμεν εις τα κύματα και επειδή είνε κάτισχνον ελπίζω ότι δεν
-θα επιπλέη.</p>
-
-<p>Όρθρου βαθέως ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ, λαμβάνοντές τινας προφυλάξεις ίνα
-μη μας ίδωσι, παραλαμβάνομεν εκ των θυλακίων του υποπλοιάρχου πράγματά τινα ά
-θα παραδοθώσιν εις την μητέρα του, αν τις εξ ημών επιζήση.</p>
-
-<p>Εν ώ δε έμελλον να ρίψω επί του λειψάνου τα ενδύματα, άτινα θα τω
-χρησιμεύσωσιν ως σάβανον, δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0139.jpg" width="342"
-height="550"
-alt="Δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης"
-border="2" /><br /></p>
-
-
-<p>Ελλείπει ο δεξιός πους, η δε κνήμη είνε ηκρωτηριασμένη και αιματόφυρτος.</p>
-
-<p>Τις ο εργάτης της βεβηλώσεως ταύτης; Λοιπόν κατεβλήθην υπό του καμάτου την
-νύκτα ταύτην και ωφεληθέντες εκ του ύπνου μου εκολώβωσαν το λείψανον; Αλλά τις
-έπραξε τούτο;</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί πέριξ αυτού, είνε δε τα βλέμματά του φοβερά. Αλλά
-τα πάντα εν τη σχεδία έχουσιν ως συνήθως, η δε σιωπή διακόπτεται μόνον υπό τινων
-στεναγμών. Ίσως μας παραφυλάττουσι! Σπεύσωμεν να ρίψωμεν το λείψανον εις την
-θάλασσαν προς αποφυγήν φρικαλεωτάτων σκηνών!</p>
-
-<p>Απαγγείλαντες λοιπόν ευχάς τινας, ρίπτομεν το λείψανον εις τα κύματα, αυτό δε
-πάραυτα καταβυθίζεται.</p>
-
-<p>«Να πάρ' η ευχή! Κύτταξε πώς τους τρέφουν τους καρχαρίας!» </p>
-
-<p>Τις ελάλησεν ούτω; Στρέφομαι και βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης την στιγμήν εκείνην είνε πλησίον μου.</p>
-
-<p>«Τον πόδα, τω λέγω, νομίζεις ότι οι άθλιοι ούτοι. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Τον πόδα;. . . Α, ναι! αποκρίνεται ο αρχιναύτης μετά τρόπου φωνής
-παραδόξου. Και έπειτα ήτο δικαίωμά των!</p>
-
-<p>&nbsp;— Δικαίωμά των! ανεφώνησα.</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε, μοι λέγει ο αρχιναύτης, προτιμότερον να φάγη κανείς νεκρόν
-παρά ζωντανόν!»</p>
-
-<p>Εις την απόκρισιν ταύτην την μετ' απαθείας γενομένην, δεν ειξεύρω τι να
-αποκριθώ, και απελθών εις την πρύμναν της σχεδίας κατακλίνομαι.</p>
-
-<p>Περί ώραν ενδεκάτην συμβαίνει τι ευάρεστον. Ο αρχιναύτης, όστις από πρωίας
-έχει ερριμμένας τας ορμιάς, επέτυχε την φοράν ταύτην. Τω όντι τρεις ιχθύς
-συνελήφθησαν, τρεις γάδοι μεγάλου μεγέθους και μήκους ογδοήκοντα
-υφεκατομέτρων, ανήκοντες εις το είδος εκείνο, όπερ αποξηραινόμενον είνε γνωστόν
-διά του ονόματος «στοκοφίσι».</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0116.jpg" width="344"
-height="550"
-alt="Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη!"
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Μόλις ο αρχιναύτης ανέσυρεν επί της σχεδίας τους τρεις τούτους ιχθύς και οι
-ναύται ρίπτονται επ' αυτών. Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο Φάλστεν και εγώ ορμώμεν ίνα τους
-συγκρατήσωμεν, και πάραυτα η τάξις αποκαθίσταται. Ολίγον είνε τρεις γάδοι εις
-δεκατέσσαρας ψυχάς, αλλά τέλος έκαστος έλαβε το μέρος του.</p>
-
-<p>Και οι μεν καταβροχθίζουσιν τους ιχθύς τούτους ωμούς, δυνατόν ειπείν ζώντας, οι
-πλείστοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ έχουσι την
-δύναμιν να προσμένωσιν. Ανάψαντες έν τινι γωνία της σχεδίας πυρ έκ τινων τεμαχίων
-ξύλων, οπτούσι την μερίδα των. Αλλ' εγώ δεν έσχον την γενναιότητα ταύτην και
-έφαγον την αιμοσταγή εκείνην σάρκα!</p>
-
-<p>Ο κ. Λετουρνέρ δεν εφάνη μάλλον υπομονητικός εμού και τοσούτων άλλων, αλλ'
-επέπεσεν ως λύκος πειναλέος επί της ιχθυομερίδος του. Ο τάλας ούτος όστις δεν έχει
-φάγη από τοσούτων ημερών, πώς ζη έτι; Δεν δύναμαι να το νοήσω.</p>
-
-<p>Είπον ανωτέρω ότι χαράν μεγάλην ο αρχιναύτης εχάρη ότε ανέσυρε τας ορμιάς
-του, η δε χαρά αύτη επετάθη μέχρι παραφροσύνης· διότι είνε βέβαιον ότι, εάν η
-αλιεία ευδοκιμήση έτι, δύναται να σώση ημάς από θανάτου φρικαλέου.</p>
-
-<p>Έρχομαι λοιπόν προς τον αρχιναύτην, και λαλών προς αυτόν, τον προτρέπω να
-επαναλάβω την απόπειράν του.</p>
-
-<p>«Ναι! μοι λέγει, ναι. . . αναμφιβόλως. . . θα επαναλάβω!. . . . θα επαναλάβω!. . .
-</p>
-
-<p>&nbsp;— Και διατί δεν ρίπτεις πάλιν τας ορμιάς σου; ηρώτησα.</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι τώρα, μ' αποκρίνεται μετά τρόπου υπεκφυγής· την νύκτα διά τα
-μεγάλα ψάρια η επιτυχία είνε μεγαλητέρα παρά την ημέραν, και πρέπει να κάμνωμεν
-και οικονομίαν εις το δόλωμά μας. Τι κουτοί άνθρωποι! να μη κρατήσωμεν τίποτε
-αποφάγια διά δόλωμα!»</p>
-
-<p>Αληθώς και το σφάλμα είνε ίσως ανεπανόρθωτον.</p>
-
-<p>«Αλλ' όμως, είπον αυτώ, αφ' ού επέτυχες την πρώτην φοράν χωρίς δόλωμα. . .
-</p>
-
-<p>&nbsp;— Είχα. . . </p>
-
-<p>&nbsp;— Καλόν;</p>
-
-<p>&nbsp;— Εξαίρετον, κύριε, αφ' ού τα ψάρια εδάγκασαν!» </p>
-
-<p>Αποβλέπω προς τον αρχιναύτην και αυτός προς με.</p>
-
-<p>«Δεν σου επερίσσευσε καθόλου να δολώσης τας ορμιάς σου;</p>
-
-<p>&nbsp;— Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή, και ουδέ λέξιν
-επειπών μ' εγκαταλείπει.</p>
-
-<p>Εν τούτοις η γλίσχρα εκείνη τροφή έδωκεν ημίν δυνάμεις και μετ' αυτών μικράν
-τινα ελπίδα. Λαλούμεν περί της αλιείας του αρχιναύτου και φαίνεται ημίν αδύνατον
-να επιτύχη και εκ δευτέρου. Η Μοίρα ήθελε τέλος απαυδήση δοκιμάζουσα ημάς;</p>
-
-<p>Απόδειξις δε αναντίρρητος ότι επήλθεν εις τα πνεύματα ημών άνεσις, είνε η
-σπουδή μεθ' ής επαναλαμβάνομεν τας περί του παρελθόντος συνδιαλέξεις ημών. Η
-διάνοια ημών δεν είνε προσηλωμένη πλέον και μόνον επί του λυπηρού τούτου
-ενεστώτος και του απειλούντος ημάς φοβερού μέλλοντος. Οι κκ. Λετουρνέρ, Φάλστεν,
-ο πλοίαρχος και εγώ αναπολούμεν τα από του ναυαγίου ημών συντελεσθέντα,
-επαναβλέπομεν τους απολωλότας ημών συμπλωτήρας, τα καθ' έκαστα της πυρκαϊάς,
-το κάθισμα του πλοίου, την ύφαλον του Βραχοχοιρομηρίου, την διαρροήν, τον
-φοβερόν εν τοις θωρακίοις διάπλουν, την σχεδίαν, την καταιγίδα, πάντα τα απρόοπτα
-εκείνα συμβάντα, ά νυν φαίνονται ούτως απομεμακρυσμένα. Ναι! Ταύτα πάντα
-παρήλθον, και ημείς ζώμεν έτι!</p>
-
-<p>Ζώμεν! Αλλά τούτο δύναται να ονομασθή ζωή; Εξ εικοσιοκτώ ψυχών
-δεκατέσσαρες μόνον υπολειπόμεθα, μετ' ου πολύ δε ίσως γίνωμεν και δεκατρείς.</p>
-
-<p>«Κακός αριθμός! λέγει ο νέος Λετουρνέρ, αλλά μετά πολλής δυσχερείας θα
-εύρωμεν τον δέκατον τέταρτον!»</p>
-
-<p>Την νύκτα της 8 προς την 9 του μηνός, ο αρχιναύτης έρριψεν εκ νέου τας ορμιάς
-από της πρύμνης, και έμεινε μόνος φυλάττων αυτάς, εις ουδένα άλλον θελήσας να
-επιτρέψη την φροντίδα ταύτην.</p>
-
-<p>Το πρωί έρχομαι προς αυτόν. Επειδή δε μόλις φέγγει και διά των διαπύρων αυτού
-οφθαλμών προσπαθεί να διεισδύση εις το σκότος των υδάτων, δεν με είδεν, ουδέ καν
-με ήκουσεν ερχόμενον.</p>
-
-<p>Έψαυσα ελαφρώς τον ώμον του, εκείνος δε στρέφεται προς με.</p>
-
-<p>«Ε; τι έχομεν, αρχιναύτα;</p>
-
-<p>&nbsp;— Τι νάχωμεν! οι τρισκατάρατοι οι καρχαρίαι μούφαγαν τα δολώματά μου!
-απεκρίθη μετά φωνής υποκώφου.</p>
-
-<p>&nbsp;— Και δεν έχεις άλλα;</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι! και ειξεύρετε τι καταλαμβάνω, κύριε, από όλα αυτάς προσθέτει
-σφίγγων μου τον βραχίονα, ότι δεν πρέπει να κάμνη κανείς τα πράγματά του 'μισά. . .
-»</p>
-
-<p>Φράσσω το στόμα του διά της χειρός μου! Ενόησα. . . </p>
-
-<p>Ταλαίπωρε Ουάλτερ!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΒ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 9 μέχρι της 10 Ιανουαρίου</i>. — Σήμερον κατελήφθημεν αύθις
-υπό της νηνεμίας. Ο ήλιος καίει, ο άνεμος εκόπασε τελείως και ουδέ μία ρυτίς
-αλλοιώνει τους μακρούς κυματισμούς της θαλάσσης, ήτις υπεγείρεται ανεπαισθήτως.
-Αν δε μη υπάρχη ρεύμα τι, ού την διεύθυνσιν αδύνατον να εξακριβώσωμεν, η σχεδία
-θα είνε όλως στάσιμος.</p>
-
-<p>Είπον ότι η θερμότης είνε αφόρητος σήμερον, κατ' ακολουθίαν δε και η δίψα ημών
-είνε έτι μάλλον αφόρητος. Το ανεπαρκές του ύδατος ταλαιπωρεί ημάς δεινώς το
-πρώτον ήδη, προβλέπω δε ότι θα γίνη αιτία βασάνων μάλλον αφορήτων των της
-πείνης. Ήδη παρά τοις πλείστοις ημών το στόμα, ο λαιμός, η φάρυγξ συστέλλονται υπό
-της ξηρασίας, αι βλενώδεις μεμβράναι αποξηραίνονται υπό τον θερμόν τούτον αέρα,
-όν φέρει εις αυτάς η αναπνοή.</p>
-
-<p>Εμού λιπαρούντος [<span style='font-size: small;'><a href='#fn88'
-id='ref88'>88</a></span>]
- ο πλοίαρχος μετερρύθμισε την συνήθη δίαιταν. Χορηγεί διπλήν μερίδα ύδατος και
-ηδυνήθημεν να δροσιζώμεθα όπως δήποτε τετράκις της ημέρας. Λέγω δε «όπως
-δήποτε», διότι το ύδωρ τούτο φυλαττόμενον εν τω πυθμένι του βυτίου, ει και
-καλύπτεται δι' υφάσματος, είνε αληθώς χλιαρόν.</p>
-
-<p>Εν κεφαλαίω η ημέρα είνε κακή· οι δε ναύται υπό την επήρειαν της πείνης
-καταλαμβάνονται εκ νέου υπό απελπισμού.</p>
-
-<p>Άνεμος δεν ηγέρθη μετά της ανατολής της σελήνης, ήτις είνε σχεδόν πανσέληνος.
-Εν τούτοις επειδή αι νύκτες των τροπικών είνε δροσεραί, αισθανόμεθ' ανακούφισίν
-τινα, αλλά την ημέραν η θερμοκρασία είνε αφόρητος. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν
-προ τοιαύτης υψώσεως ούτω σταθεράς, ότι η σχεδία παρεσύρθη λίαν προς
-Νότον.</p>
-
-<p>Περί δε της γης, ουδέ καν επιχειρεί τις να αναζητήση αυτήν, διότι φαίνεται ότι η
-γηίνη σφαίρα είνε πλέον . . σφαίρα υγρά. Αείποτε και πανταχού ο άπειρος ούτος
-Ωκεανός!</p>
-
-<p>Την 10 του μηνός η αυτή νηνεμία, η αυτή θερμοκρασία. Βροχήν πυρίνην μας
-βρέχει ο ουρανός, αέρα πυρπολούμενον αναπνέομεν. Η δίψα ημών είνε
-ακαταμάχητος και καταντά να λησμονώμεν τα δεινά της πείνης, και να προσδοκώμεν
-μετά μανιώδους επιθυμίας την στιγμήν, καθ' ήν ο Ροβέρτος Κόρτις διανέμει τας ολίγας
-τινάς σταγόνας ύδατος της μερίδος ημών. Α! να πίωμεν κατά κόρον άπαξ και διά μιας,
-έστω και εξαντλούντες την προμήθειαν όλην, και έπειτα ας αποθάνωμεν!</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην, είνε δε μεσημβρία, καταλαμβάνεταί τις των συμπλωτήρων
-υπό αλγηδόνων οξυτάτων και αναφωνεί. Είνε δε ούτος ο άθλιος Όουεν, όστις, εν τη
-πρώρας κατακείμενος, συστρέφεται μετά φοβερών σπασμών.</p>
-
-<p>Έρπω μέχρι του Όουεν διότι οία δήποτε και αν εγένετο η διαγωγή του, η
-φιλανθρωπία επιτάσσει να ίδωμεν εάν είνε δυνατόν να τω παράσχωμεν ανακούφισίν
-τινα.</p>
-
-<p>Αλλά ταυτοχρόνως ο ναύτης Φλαίπολ αναφωνεί. Στρέφω και βλέπω αυτόν όρθιον
-επί των πτερυγίων του ιστού και τείνοντα την χείρα προς ανατολάς προς σημείον τι
-του ορίζοντος.</p>
-
-<p>«Πλοίον!» ανακράζει.</p>
-
-<p>Πάντες ανορθούμεθα· σιωπή τελεία επικρατεί επί της σχεδίας. Και ο Όουεν
-καταστέλλων τας κραυγάς του ανορθούται και αυτός.</p>
-
-<p>Κατά την διεύθυνσιν την υποδεικνυομένην υπό του Φλαίπολ φαίνεται αληθώς
-σημείον λευκόν, αλλά το σημείον εκείνο μετατοπίζεται; Είνε ιστίον; Τι γνώμην έχουσι
-περί αυτού οι ναυτικοί ούτοι, οι τόσον οξυδερκείς;</p>
-
-<p>Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις όστις, τους βραχίονας έχων εσταυρωμένους,
-εξετάζει το λευκόν σημείον. Αι παρειαί του εξέχουσι, πάντα δε τα μέρη του προσώπου
-του ανέρχονται ένεκα της συστολής του περιφερούς μυός, συνοφρυούται, καμμύει
-τους οφθαλμούς, και συγκεντροί εν τω βλέμματί του όλην την οπτικήν αυτού δύναμιν.
-Εάν το λευκόν εκείνο σημείον είνε ιστίον, δεν θα απατηθή.</p>
-
-<p>Αλλ' όμως σείει την κεφαλήν και οι βραχίονες αυτού λύονται και
-καταπίπτουσι.</p>
-
-<p>Παρατηρώ, και δεν είνε πλοίον εκείνο το λευκόν σημείον. Δεν είνε πλοίον, είνε
-ανταύγειά τις οία δήποτε, οφρύς κύματος εκχυνομένου, ή εάν είνε πλοίον, το πλοίον
-εξηφανίσθη!</p>
-
-<p>Οποία κατάπτωσις επηκολούθησε την στιγμιαίαν εκείνην ελπίδα! Πάντες
-επανήλθομεν εις την συνήθη ημών θέσιν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ίσταται ακίνητος, αλλά
-δεν παρατηρεί πλέον τον ορίζοντα.</p>
-
-<p>Τότε αι κραυγαί του Όουεν επαναλαμβάνονται μετά σφοδρότητος είπερ ποτέ και
-άλλοτε μείζονος. Όλον του το σώμα συστρέφεται υπό δεινής αλγηδόνος και η θέα του
-είνε όντως φοβερά. Ο λαιμός του στενούται υπό συστολής σπασμωδικής, η γλώσσα
-ξηραίνεται, η κοιλία επαίρεται, ο δε σφυγμός είνε μικρός, συχνός, άτακτος. Ο τάλας
-υφίσταται σφοδράς σπασμωδικάς κινήσεις άμα δε και τιναγμούς τετανώδεις, Εκ των
-συμπτωμάτων δε τούτων ουδεμία αμφιβολία ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη υπό
-οξειδίου του χαλκού.</p>
-
-<p>Δεν έχομεν δε τα αναγκαιούντα φάρμακα προς εξουδετέρωοιν των
-αποτελεσμάτων του δηλητηρίου τούτου. Αλλά δύναταί τις να προκαλέση εμέσεις προς
-εκκένωσιν των υλών των περιεχομένων εν τω στομάχω του Όουεν διά χλιαρού ύδατος.
-Ζητώ παρά του πλοιάρχου Κόρτις ολίγον ύδωρ, όντως δε συναινεί, και επειδή το ύδωρ
-του πρώτου βυτίου εξηντλήθη, μεταβαίνω να αντλήσω εκ του δευτέρου, όπερ είνε
-άθικτον έτι· αλλ' ο Όουεν ορθούται επί των γονάτων, και διά φωνής ήτις δεν είνε
-πλέον φωνή ανθρωπίνη, αναφωνεί:</p>
-
-<p>«Όχι! όχι! όχι!»</p>
-
-<p>Διατί το όχι τούτο; Επανέρχομαι παρά τω Όουεν και τω εξηγώ τι θέλω να πράξω·
-αλλ' αυτός έτι σφοδρότερον μ' αποκρίνεται ό τι δεν θέλει να πίη εκ του ύδατος
-τούτου.</p>
-
-<p>Επιχειρώ τότε να προκαλέσω εμέσεις γαργαλίζων την σταφυλήν αυτού, και μετ' ου
-πολύ εξεμεί ύλας υποκυάνους. Είνε δε υπερβέβαιον ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη διά
-θειούχου χαλκού, διά χαλκάνθου, και ό τι δήποτε πράξη τις, ο Όουεν δεν σώζεται!</p>
-
-<p>Αλλά πώς εδηλητηριάσθη; Αι εμέσεις επήνεγκον αυτώ αναψυχήν τινα και τέλος
-δύναται να λαλήση. Ο πλοίαρχος και εγώ τον ερωτώμεν. . . </p>
-
-<p>Δεν θα πειραθώ να περιγράψω την εντύπωσιν, ήν ενεποίησεν ημίν η απόκρισις
-του ταλαιπώρου τούτου!</p>
-
-<p>Ο Όουεν ωθούμενος υπό δίψης δεινής, έκλεψε πίντας τινάς ύδατος εκ του αθίκτου
-βυτίου!. . . Ώστε το ύδωρ του βυτίου τούτου είνε δεδηλητηριασμένον!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΓ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-<i>Από της 11 μέχρι της 14 Ιανουαρίου.</i> — Ο Όουεν απέθανε την νύκτα μετά
-τιναγμών τετανωδών, ών η σφοδρότης επετάθη εις βαθμόν σπάνιον.</p>
-
-<p>Είνε αληθέστατον! Το δηλητηριώδες βυτίον περιείχεν άλλοτε χάλκανθον. Γεγονός
-προδηλότατον. Αλλά νυν ποία τινί κακή Μοίρα το βυτίον τούτο μετετράπη εις
-υδροφόρον δοχείον, και ποία τινί έτι μάλλον αξιοθρηνήτω Μοίρα παρελάβομεν αυτό
-επί της σχεδίας;. . . Αδιάφορον το βέβαιον είνε ότι ύδωρ πλέον δεν έχομεν.</p>
-
-<p>Το πτώμα του Όουεν εδέησε να ριφθή εις την θάλασσαν, διότι πάραυτα
-αποσυνετέθη. Ουδέ θα ήτο καν δυνατόν να δολώση ο αρχιναύτης τας ορμιάς του διά
-σαρκός ήτις ουδεμίαν είχε πλέον σύστασιν. Ο θάνατος του αθλίου τούτου εις ουδέν
-θα ωφελήση ημάς!</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0140.jpg" width="344"
-height="550"
-alt="Ο Όουεν εις την θάλασσαν."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Πάντες γινώσκομεν την κατάστασιν των πραγμάτων οποία είνε εν τω παρόντι και
-διατελούμεν σιωπηλοί. Αλλά και τι θα ηδυνάμεθα να είπωμεν; Άλλως τε ο ήχος της
-φωνής ημών είνε σφόδρα ανιαρός εις την ακοήν. Γενόμενοι ευερέθιστοι,
-προτιμότερον να μη λαλώμεν πλέον, διότι η ελαχίστη λέξις, έν βλέμμα, έν σχήμα,
-δύναται κάλλιστα να προκαλέση παραφοράς λυσσώδεις ακατασχέτους. Δεν δύναμαι
-να νοήσω πώς δεν παρεφρονήσαμεν ήδη!</p>
-
-<p>Την 12 Ιανουαρίου ουδεμίαν ελάβομεν μερίδα ύδατος, εξαντληθείσης χθες της
-τελευταίας σταγόνος. Δεν υπάρχει δε νέφος εν τω ουρανώ δυνάμενον να βρέξη
-ολίγον, το δε θερμόμετρον θα εδείκνυε εκατόν τεσσάρας βαθμούς (<span style=
-'font-size: small;'><a href='#fn89' id='ref89'>89</a></span>)
- εν τη σκιά, εάν υπήρχε σκιά επί της σχεδίας.</p>
-
-<p>Την 13 του μηνός η αυτή κατάστασις. Το θαλάσσιον ύδωρ άρχεται κατατρώγον
-μου τους πόδας, αλλ' εγώ σχεδόν δεν προσέχω. Και των άλλων δε των υπό του αυτού
-κακού πασχόντων η κατάστασις δεν εδεινώθη.</p>
-
-<p>Α! Το περιβάλλον ημάς ύδωρ τούτο, ότε συλλογίζομαι ότι εξατμίζοντες ή
-στερεοποιούντες ηθέλομεν καταστήση αυτό πόσιμον! Μεταβαλλόμενον εις ατμόν ή
-εις πάγον, δεν θα περιείχε πλέον ουδέν μόριον άλατος, και θα ηδυνάμεθα να το
-πίωμεν. Αλλ' αι συσκευαί ελλείπουσιν, ουδέ δυνάμεθα να κατασκευάσωμεν.</p>
-
-<p>Σήμερον ο αρχιναύτης και δύο εκ των ναυτών εβυθίσθησαν εις την θάλασσαν μετά
-κινδύνου να καταβροχθισθώσιν υπό των καρχαριών. Το λουτρόν τούτο ανακουφίζει
-πως αυτούς και δροσίζει έν τινι μέτρω. Τρεις δε των συμπλωτήρων και εγώ, μόλις
-γινώσκοντες να κολυμβώμεν, εδέθημεν από σχοινίου και εμείναμεν εν τη θαλάσση επί
-ημίσειαν σχεδόν ώραν, επιτηρούντος του Ροβέρτου Κόρτις. Αλλ' ευτυχώς πάνυ ουδείς
-καρχαρίας επλησίασε.</p>
-
-<p>Εκλιπαρούμεν την μις Χέρμπυ να μιμηθή το παράδειγμα ημών, αλλ' αυτή, ει και
-ταλαιπωρείται δεινώς, δεν ηθέλησε.</p>
-
-<p>Την 14 του μηνός περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος ελθών προς
-με, μοι λέγει σιγά εις το ωτίον:</p>
-
-<p>«Μη κινηθήτε και σας νοήσουν, κύριε Κάζαλλον, διότι ενδεχόμενον να απατώμαι,
-και δεν θέλω να εμβάλω εις τους συντρόφους μας κενάς ελπίδας εκ νέου.</p>
-
-<p>Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις.</p>
-
-<p>«Τώρα, μοι λέγει, διέκρινα τω όντι πλοίον!»</p>
-
-<p>Ο πλοίαρχος καλώς ποιών με προδιέθεσε, διότι δεν θα ηδυνάμην να καταστείλω
-την πρώτην μου κίνησιν.</p>
-
-<p>«Κυττάξατε, προσέθηκε. Εκεί προς τον αριστερόν τοίχον της πρύμνης».</p>
-
-<p>Εγείρομαι προσποιούμενος αδιαφορίαν, ήν ουδόλως αισθάνομαι, και διατρέχω το
-τόξον του ορίζοντος το υποδειχθέν υπό του Ροβέρτου Κόρτις.</p>
-
-<p>Οι οφθαλμοί μου δεν είνε οφθαλμοί ναυτικού, αλλ' εν απωτάτω τινί
-σκιαγραφήματι δυσδιακρίτω αναγνωρίζω πλοίον αρμενίζον.</p>
-
-<p>Πάραυτα σχεδόν ο αρχιναύτης, ού τα βλέμματα ήσαν εστραμμένα προς το μέρος
-τούτο από τινων στιγμών, αναφωνεί: </p>
-
-<p>«Πλοίον!»</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0147.jpg" width="349"
-height="550"
-alt="«Πλοίον! πλοίον!»"
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Η παρουσία του σημανθέντος πλοίου δεν παράγει πάραυτα το αναμενόμενον
-αποτέλεσμα, ουδεμίαν συγκίνησιν προκαλεί είτε διότι δεν πιστεύουσιν, είτε διότι αι
-δυνάμεις των είνε εξηντλημέναι. Όθεν ουδείς ανεγείρεται. Αλλ' αφ' ού ο αρχιναύτης
-επανέλαβεν επανειλημμένως «Πλοίον! πλοίον!» πάντων τα βλέμματα προσηλούνται
-τέλος επί του ορίζοντος.</p>
-
-<p>Νυν το γεγονός δεν είνε αρνήσιμον. Το βλέπομεν, το πλοίον τούτο το ανέλπιστον!
-Αλλ' άρα γε αυτό θα μας ίδη;</p>
-
-<p>Εν τούτοις οι ναύται προσπαθούσι να αναγνωρίσωσι το σχήμα και την διεύθυνσιν
-αυτού, μάλιστα την διεύθυνσιν.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρήσας μετά μεγίστης επιμελείας, είπε:</p>
-
-<p>«Το πλοίον είνε βρίκιον και πλέει προς τον άνεμον, έχον αυτόν δεξιά. Εάν επί δύο
-ώρας εξακολουθήση την διεύθυνσιν ταύτην, κατ' ανάγκην θα μας κόψη τον
-δρόμον».</p>
-
-<p>Δύο ώραι! δύο αιώνες! Αλλ' η διεύθυνσις του πλοίου δύναται να μεταβληθή από
-στιγμής εις στιγμήν, καθ' όσον μάλιστα υπό την εγγυτάτην εκ κεραίας ιστιοδρομίαν
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn90' id='ref90'>90</a></span>]
- ταύτην ενδεχόμενον να πλαγιοδρομή [<span style='font-size: small;'><a href='#fn91'
-id='ref91'>91</a></span>]
- μόνον και μόνον διά να προσηνεμώση [<span style='font-size: small;'><a href='#fn92'
-id='ref92'>92</a></span>]
-. Αλλ' όμως, εάν το πράγμα έχη ούτω, μετά την πλαγιοδρομίαν θα γίνη αριστερήνεμον
-[<span style='font-size: small;'><a href='#fn93' id='ref93'>93</a></span>]
- και θα απομακρυνθή. Α! εάν ουριοδρόμει ή καν έπλεε μετά φορού [<span style=
-'font-size: small;'><a href='#fn94' id='ref94'>94</a></span>]
- ανέμου, θα εδικαιούμεθα να ελπίζωμεν!</p>
-
-<p>Ανάγκη λοιπόν να γίνωμεν ορατοί υπό του πλοίου, ανάγκη το παν να πράξωμεν ίνα
-μας διακρίνη! Ο Ροβέρτος Κόρτις παραγγέλλει να γίνη χρήσις πάντων των δυνατών
-σημείων, διότι ο πάρων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn95'
-id='ref95'>95</a></span>]
- είνε έτι μίαν δωδεκάδα μιλίων προς Απηλιώτην (Αν.) και αι κραυγαί ημών δεν θα ήτο
-δυνατόν να ακουσθώσι. Ουδέν δε πυροβόλον έχομεν ού αι εκπυρσοκροτήσεις να
-δυνηθώσι να προσελκύσωσι την προσοχήν. Ας άρωμεν λοιπόν σήμα τι οίον δήποτε εις
-την κορυφήν του ιστού. Το περιώμιον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn96'
-id='ref96'>96</a></span>]
- της μις Χέρμπυ είνε ερυθρόν, το χρώμα δε τούτο είνε το μάλιστα άπαδον προς τους
-ορίζοντας της θαλάσσης και του ουρανού.</p>
-
-<p>Το περιώμιον της μις Χέρμπυ επαίρεται και ελαφρός άνεμος, ρυτιδών την στιγμήν
-εκείνην την επιφάνειαν των κυμάτων αναπτύσσει τας πτυχάς του περιωμίου. Εκ
-διαλειμμάτων διανεμούται και αι καρδίαι ημών είνε μεσταί ελπίδος. Γνωστόν δε είνε
-μετά πόσης προθυμίας ο πνιγόμενος προσπαθεί να συγκρατηθή και από του
-ελαχίστου πράγματος εφ' ού δύναται να στηριχθή, τοιούτον τι είνε εις ημάς η σημαία
-αύτη!</p>
-
-<p>Επί μίαν ώραν διήλθομεν διά μυρίων αποριών. Ο πάρων προφανώς προσήγγιζε
-προς την σχεδίαν, αλλ' ενίοτε φαίνεται ιστάμενος, και ερωτώμεν καθ' εαυτούς μήπως
-μέλλει να αναστρέψη.</p>
-
-<p>Πόσον βραδέως βαδίζει το πλοίον τούτο! Και όμως έχει αναπετάση πάντα τα ιστία,
-και τους σιπάρους του, και τα προΐστιά του, το δε σκάφος του είνε σχεδόν ορατόν
-υπεράνω του ορίζοντος. Αλλ' ο άνεμος είνε αδύνατος, εάν δε έτι μάλλον ελαττωθή!. . .
-Προθύμως θα εδίδομεν έτη όλα υπάρξεως ίνα ήμεθα πρεσβύτεροι κατά μίαν
-ώραν!</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης και ο πλοίαρχος περί ώραν ημίσειαν μετά μεσημβρίαν
-υπολογίζουσιν ότι ο πάρων απέχει της σχεδίας εννέα μίλια· λοιπόν εν διαστήματι μιας
-και ημισείας ώρας διήνυσε τρία μόνον μίλια. Μόλις δε και μετά βίας φθάνει μέχρι
-αυτού ο άνεμος ο διερχόμενος άνωθεν των κεφαλών ημών. Μη φαίνεται δε νυν ότι τα
-ιστία του δεν κολπούνται πλέον, αλλά κρέμανται κατά μήκος των ιστών. Παρατηρώ
-εάν εγείρεται πνοή τις ανέμου, αλλά η θάλασσα είνε ως νεναρκωμένη, η δε πνοή η
-τοσούτον ευελπίσασα ημάς εκπνέει ανά το πέλαγος.</p>
-
-<p>Κάθημαι κατά την πρύμναν παρά τοις κκ. Λετουρνέρ και τη μις Χέρμπυ, και τα
-βλέμματα ημών φέρονται απαύστως από του πλοίου προς τον πλοίαρχον. Ο Ροβέρτος
-Κόρτις είνε ακίνητος εν τη πρώρα, εστηριγμένος επί του ιστού, παρ' αυτώ δε ίσταται ο
-αρχιναύτης, ουδέ στιγμήν αποτρέποντες το βλέμμα των από του πάρωνος.
-Αναγινώσκομεν δε επί της όψεως αυτών, ήτις δεν δύναται να μείνη απαθής, πάσας
-τας συγκινήσεις άς αισθάνονται. Ουδέ γρυ δε ηκούσθη εν τη σχεδία μέχρι της στιγμής
-καθ' ήν ο ξυλουργός Δαούλας ανακράζει μετά τρόπου απεριγράπτου:</p>
-
-<p>«Αναστρέφει!»</p>
-
-<p>Όλη ημών η ύπαρξις είνε την στιγμήν ταύτην εν τοις οφθαλμοίς! Ανορθούμεθα οι
-μεν επί των γονάτων, οι δε ορθοί. Βλασφημία δε φοβερά διέφυγε το έρκος των
-οδόντων του αρχιναύτου. Το πλοίον τούτο απέχει εννέα μίλια, και εκ της αποστάσεως
-ταύτης δεν ηδυνήθη να διακρίνη τα σήματα ημών! Η δε σχεδία είνε απλώς σημείον τι
-εν τω διαστήματι, αφανές ένεκα δυνατής ακτινοβολίας των ηλιακών ακτίνων. Είνε
-αόρατος! δεν εγένετο ορατή! Ο πλοίαρχος του πλοίου τούτου, οίον δήποτε και αν είνε,
-εάν διέκρινεν ημάς, ήθελε φανή τοσούτον απάνθρωπος, ώστε να φύγη ουδόλως
-βοηθήσας ημάς! Ουχί. Τούτο είνε απαράδεκτον! Δεν μας είδε!</p>
-
-<p>«Φωτιάν! καπνόν! αναφωνεί τότε ο Ροβέρτος Κόρτις. Ας καύσωμεν τας σανίδας
-της σχεδίας! Φίλοι μου! φίλοι μου! Τούτο είνε το έσχατον μέσον διά του οποίου είνε
-ελπίς να γίνωμεν ορατοί!»</p>
-
-<p>Σανίδες τινές ερρίφθησαν εις την πρώραν και εσχηματίσθη πυρά. Ανάπτονται δε
-ουχί άνευ κόπου, διότι είνε υγραί, αλλ' η υγρότης αύτη θα καταστήση τον καπνόν
-πυκνότερον και κατ' ακολουθίαν ορατότερον. Μετ' ου πολύ στήλη υπομέλαινα
-αναβαίνει κατ' ευθείαν εις τον αέρα. Εάν ήτο νυξ, εάν το σκότος επήρχετο πριν
-εξαφανισθή ο πάρων, η φλοξ αύτη θα ήτο ορατή και εκ της αποστάσεως της
-αποχωριζούσης ημάς απ' εκείνου!</p>
-
-<p>Αλλ' αι ώραι παρέρχονται, το δε πυρ σβέννυται!. . . </p>
-
-<p>Εν τοιαύταις περιστάσεσιν, ίνα φανή τις καρτερικός, ίνα υποταχθή εις το θέλημα
-του Θεού, επάναγκες να έχη εφ' εαυτού δύναμιν ήν εγώ δεν έχω πλέον! Ουχί! δεν
-δύναμαι να έχω πεποίθησιν εις τον Θεόν τούτον, όστις καθιστά τας δοκιμασίας ημών
-δεινοτέρας, αναμιγνύων και εναλλάξ ελπίδας. Βλασφημώ ως εβλασφήμησεν ο
-αρχιναύτης!,, Χειρ ασθενής στηρίζεται επ' εμού και η μις Χέρμπυ μοι δεικνύει τον
-ουρανόν!</p>
-
-<p>Αλλ' αρκεί πλέον! Δεν θέλω πλέον τίποτε να ίδω, εισδύω υπό το ιστίον, κρύπτομαι
-και λυγμοί εκφεύγουσιν εκ του στήθους μου. . . </p>
-
-<p>Κατά τον χρόνον τούτον το πλοίον μεταβάλλει ποδίσκους [<span style='font-size:
-small;'><a href='#fn97' id='ref97'>97</a></span>]
-, έπειτα δε απομακρύνεται βραδέως προς Απηλιώτην ( Αν.) και μετά τρεις ώρας ουδέ ο
-οξύτατος οφθαλμός θα ηδύνατο να ανακαλύψη υπεράνω του ορίζοντος τα άνω αυτού
-ιστία.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΔ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-<i>Τη 15 Ιανουαρίου</i>. — Μετά το τελευταίον τούτο ατύχημα, ουδέν πλέον
-υπολείπεται ή να αναμένωμεν τον θάνατον. Και θα είνε μεν μάλλον ή ήττον βραδύς,
-αλλά θα επέλθη.</p>
-
-<p>Σήμερον νέφη υψώθησαν προς Ζέφυρον (Δ) και έφερον ριπάς τινας ανέμου όθεν
-και η θερμοκρασία είνε πως ανεκτοτέρα. Ημείς δε ει και εξησθενωμένοι, όμως
-αισθανόμεθα την μεταβολήν ταύτην. Ο λαιμός μου αναπνέει αέρα ήττον ξηρόν, αλλ'
-από της αλιείας του αρχιναύτου, τούτ' έστιν από επτά ημερών δεν εφάγομεν, και
-ουδέν υπάρχει πλέον επί της σχεδίας. Έδωκα χθες τω Ανδρέα Λετουρνέρ το τελευταίον
-τεμάχιον του διπυρίτου όπερ ο πατήρ είχε φυλάξη και μοι το ενεχείρισε κλαίων.</p>
-
-<p>Από της χθες ο μαύρος Γύγξτροπ κατώρθωσε να απαλλαγή των δεσμών του, ο δε
-Ροβέρτος Κόρτις δεν είπε να τον δέσωσιν εκ νέου. Αλλως τε προς τι; Ο άθλιος ούτος
-και οι συνένοχοι αυτού είνε εξησθενωμένοι εκ μακράς νηστείας. Τι θα ηδύναντο να
-επιχειρήσωσι νυν;</p>
-
-<p>Σήμερον πολλοί καρχαρίαι μεγάλου μεγέθους εμφανίζονται, και βλέπομεν τα
-μαύρα αυτών πτερύγια διασχίζοντα τα ύδατα μετ' άκρας ταχύτητος. Δεν δύναμαι να
-κρατηθώ και να μη τους θεωρήσω ως ζωντανά φέρετρα, μέλλοντα μετ' ου πολύ να
-καταβροχθίσωσι τα άθλια ημών λείψανα. Δεν με φοβίζουσι πλέον, αλλά μάλλον με
-έλκουσι. Προσεγγίζουσι δε μέχρι των χειλέων της σχεδίας, η δε χειρ του Φλαίπολ
-κρεμαμένη έξω, μικρού δειν ηρπάγη υπό τινος των τεράτων τούτων.</p>
-
-<p>Αλλ' ο αρχιναύτης το όμμα έχων ατενές και υπερμέτρως διεσταλμένον, τους δε
-οδόντας συνεσφιγμένους και φαινομένους υπό τα ανυψωμένα αυτού χείλη, θεωρεί
-τους καρχαρίας τούτους υπό έποψιν όλως αλλοίαν της εμής. Αυτός θέλει να τους
-καταβροχθίση, ουχί δε να καταβροχθισθή υπ' αυτών. Εάν δε ηδύνατο να συλλάβη ένα,
-δεν θα εσικχαίνετο την σκληράν αυτού σάρκα· αλλ' ουδέ ημείς.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης θα επιχειρήση. Επειδή δε δεν έχει μέγα άγκιστρον εις ό να δυνηθή
-να δέση σχοινίον, θα προσπαθήση να κατασκευάση. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο
-Δαούλας νοήσαντες την πρόθεσιν αυτού συσκέπτονται, ρίπτοντες εν ταυτώ
-σφηκίσκους ή σχοινία, ίνα συγκρατώσι τους καρχαρίας πέριξ της σχεδίας.</p>
-
-<p>Ο Δαούλας πορευθείς έλαβε την ξυλουργικήν αυτού σφύραν, σκοπόν έχων να την
-μεταχειρισθή ως άγκιστρον. Είτε διά της κόψεως αυτής, είτε διά του αντιθέτου μέρους
-είνε δυνατόν να εμπηχθή μεταξύ των σιαγόνων τινός καρχαρίου, εάν την καταπίη. Ο
-δε στειλεός της σφύρας όστις είνε ξύλινος προσεδέθη εις ισχυρόν τόνον, δεθέντα και
-αυτόν επί τινος των στηριγμάτων της σχεδίας.</p>
-
-<p>Αι επιθυμίαι ημών εξεκαύθησαν εκ των παρασκευών τούτων. Ασθμαίνομεν εξ
-αγωνίας, και διά πάντων των δυνατών μέσων προκαλούμεν την προσοχήν των
-καρχαριών, οίτινες δεν θα φύγωσι πλέον.</p>
-
-<p>Το μέγα άγκιστρον είν' έτοιμον αλλά δεν έχομεν τίποτε να το δολώσωμεν. Ο
-αρχιναύτης όστις περιπατεί επί της σχεδίας λαλών καθ' εαυτόν, ερευνά κατά πάσας
-τας γωνίας, και φαίνεται ως αναζητών πτώμα τι μεταξύ ημών! . .,</p>
-
-<p>Ανάγκη λοιπόν καταφυγής εις το μέσον ού εγίνετο η χρήσις, και ο σίδηρος της
-σφύρας περιτυλίσσεται εντός ράκους μαλλίνου ερυθρού, όπερ και πάλιν χορηγεί το
-περιώμιον της μις Χέρμπυ.</p>
-
-<p>Αλλ' ο αρχιναύτης δεν θέλει να επιχειρήση πριν ληφθώσι πάσαι αι αναγκαίαι
-προφυλάξεις. Το μέγα άγκιστρον είνε στερεώς προσδεδεμένον. Ο επίδεσμος ο
-προσηλών την ορμιάν επί της σχεδίας θα ανθέξη κατά των τιναγμών; Ο τόνος είνε
-αρκούντως στερεός ίνα ανθέξη; Ο αρχιναύτης εξελέγχει τα σπουδαία ταύτα ζητήματα,
-και τούτου γενομένου απολύει το μηχάνημά του υπό την θάλασσαν.</p>
-
-<p>Η θάλασσα είνε διαφανής, και θα ήτο ευδιάκριτον πράγμα κείμενον εκατόν πόδας
-υπό την επιφάνειαν αυτής. Βλέπω κατερχόμενον βραδέως το άγκιστρον
-περιτετυλιγμένον εντός του ερυθρού ράκους, ού το χρώμα απάδει καθαρά επί του
-κυανού όγκου των υδάτων.</p>
-
-<p>Επιβάται και ναύται πάντες κύπτομεν άνωθεν των δρυφάκτων τηρούντες άκραν
-σιωπήν. Αλλά, φαίνεται, οι καρχαρίαι αφ' ότου το δέλεαρ τούτο προσηνέχθη εις την
-αδηφαγίαν των, εξηφανίσθησαν κατά μικρόν. Αλλ' όμως είνε δυνατόν να έχωσιν
-απομακρυνθή, και πάσα λεία οία δήποτε πεσούσα εις την θέσιν ταύτην θα
-κατεβροχθίζετο εν ακαρεί!</p>
-
-<p>Αίφνης ο αρχιναύτης νεύει διά της χειρός, δεικνύων όγκον υπερμεγέθη ερχόμενον
-προς την σχεδίαν, και πλέοντα ευθύς υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης. Είνε
-καρχαρίας το μήκος δωδεκάπους καταλιπών τα βαθέα ύδατα και επιπλέων εφ' ημών
-κατ' ευθείαν γραμμήν.</p>
-
-<p>Ότε δε το ζώον απέχει της σχεδίας ουχί πλέον των τεσσάρων οργυιών, ο
-αρχιναύτης ανασύρει την ορμιάν ηρέμα, ώστε να τρέχη το άγκιστρον επί της οδού
-αυτού· μεταδίδει δε εις το ερυθρόν ράκος ελαφράν κίνησιν και φαίνεται ως
-ζωντανόν.</p>
-
-<p>Αισθάνομαι την καρδίαν μου παλλομένην μετ' άκρας σφοδρότητος, ως εάν
-διεκυβεύετο η ζωή μου.</p>
-
-<p>Εν τούτοις ο καρχαρίας προσεγγίζει, οι δε εξέρυθροι αυτού οφθαλμοί λάμπουσιν
-επί της επιφανείας των υδάτων, αι δε σιαγόνες υπερμέτρως ανοικταί, δεικνύουσιν,
-ότε το ζώον στρέφεται ολίγον, τον ουρανίσκον αυτού επεστρωμένον δι' οδόντων
-οξέων.</p>
-
-<p>Κραυγή ακούεται!,, Ο καρχαρίας ίσταται και εξαφανίζεται εις το βάθος των
-υδάτων.</p>
-
-<p>Τις εξ ημών εξέβαλε την κραυγήν ταύτην, ακουσίως εννοείται;</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην ο αρχιναύτης εγείρεται ωχρός υπ' οργής και λέγει:</p>
-
-<p>«Ο πρώτος που θα 'μιλήση, τον σκοτώνω!»</p>
-
-<p>Και επαναλαμβάνει το έργον του.</p>
-
-<p>Και έπειτα, έχει δίκαιον ο αρχιναύτης!</p>
-
-<p>Το άγκιστρον καταβιβάζεται εκ νέου· αλλ' επί ημίωρον ουδείς καρχαρίας
-επιφαίνεται, και εδέησε να βυθισθή το αλιευτικόν μηχάνημα είκοσι οργυιάς.</p>
-
-<p>Εν τούτοις μοι φαίνεται ότι εν τω βάθει τούτω τα ύδατα είνε τεθολωμένα, όπερ
-δεικνύει την παρουσίαν των καρχαριών.</p>
-
-<p>Τω όντι η ορμιά υφίσταται αίφνης τιναγμόν σφοδρόν, και το σχοινίον διέφυγε των
-χειρών του αρχιναύτου, αλλά, στερεώς συγκρατούμενον εκ των στηριγμάτων της
-σχεδίας, δεν εξέφυγεν εντελώς.</p>
-
-<p>Καρχαρίας δάκνει και συλλαμβάνεται.</p>
-
-<p>«Βοήθειαν, παιδιά, βοήθειαν! ανακράζει ο αρχιναύτης.</p>
-
-<p>Πάραυτα επιβάται και ναυτικοί, πάντες επιλαμβανόμεθα της ορμιάς· αι δυνάμεις
-ημών ζωογονούνται υπό της ελπίδος, αλλά μόλις και μετά βίας επαρκούσι, διότι το
-τέρας ανθίσταται βιαίως. Ανέλκομεν πάντες ομού. Κατά μικρόν τα κατώτερα
-στρώματα της θαλάσσης ταράσσοντα υπό της σφοδράς ριπής της ουράς και των
-στηθιαίων πτερυγίων του καρχαρίου. Κύψας παρατηρώ το υπερμέγεθες σώμα
-κινούμενον σπασμωδικώς εν τω μέσω των καθημαγμένων υδάτων.</p>
-
-<p>«Θάρρος! Θάρρος!» αναφωνεί ο αρχιναύτης.</p>
-
-<p>Τέλος η κεφαλή του ζώου αναδύεται. Διά των ημιανοίκτων σιαγόνων το άγκιστρον
-εισέδυσε μέχρι των βαθέων του λάρυγγος και ενεπάγη εκεί, ουδενός τιναγμού
-δυναμένου νυν να το αποσπάση εκείθεν. Ο Δαούλας αρπάζει τον πέλεκύν του ίνα το
-αποτελειώση, άμα ανασυρθέν μέχρι της επιφανείας του κρηπιδώματος της
-σχεδίας.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0148.jpg" width="343"
-height="550"
-alt="«Η κεφαλή τον ζώου αναδύεται."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Αλλά την στιγμήν ταύτην κρότος ξηρός ακούεται. Ο καρχαρίας έκλεισε βιαίως τας
-σιαγόνας, αίτινες έκοψαν διά μιας τον στειλεόν της σφύρας, και εξαφανίζεται υπό τα
-ύδατα.</p>
-
-<p>Ωρυγή απελπισμού εξήλθεν εκ του στήθους ημών!</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Δαούλας προσεπάθησαν έτι να συλλάβωσί
-τινα των καρχαριών τούτων, ει και δεν έχουσι πλέον άγκιστρον, ουδ' εργαλεία προς
-κατασκευήν αγκίστρου. Εκσφενδονίζουσι σχοινία μετά βρόχων, αλλά ταύτα
-ολισθαίνουσιν επί του ιξώδους δέρματος των ζώων. Ο δε αρχιναύτης επιχειρεί
-μάλιστα να τους προσελκύση, κρεμών έξω της σχεδίας τον πόδα του γυμνόν, και
-κινδυνεύων να ακρωτηριασθή διά των οδόντων . .,</p>
-
-<p>Αι άγονοι αύται απόπειραι καταπαύουσι τέλος, και έκαστος απέρχεται εις την
-προτέραν θέσιν του αναμένων θάνατον, όν ουδέν δύναται του λοιπού να
-αποτρέψη.</p>
-
-<p>Αλλ' ει και ταχέως απομακρύνομαι, ακούω όμως τον αρχιναύτην λέγοντα προς τον
-Ροβέρτον Κόρτις:</p>
-
-<p>«Πλοίαρχε, πότε θα βάλωμεν κλήρον;»</p>
-
-<p>Και ο μεν Ροβέρτος Κόρτις δεν απεκρίθη, αλλά το ζήτημα όμως προυτάθη εις
-συζήτησιν.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΕ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 16 Ιανουαρίου</i>. — Πάντες είμεθα εξηπλωμένοι επί των ιστίων. Εάν
-διήρχετο πλοίον τι, το πλήρωμα αυτού θα ενόμιζεν ότι βλέπει ναυάγια κεκαλυμμένα
-υπό νεκρών.</p>
-
-<p>
-Πάσχω δεινώς· ως έχουσι τα χείλη μου, η γλώσσα μου, ο λάρυγξ μου, θα ηδυνάμην να
-φάγω; Δεν πιστεύω· και όμως οι συμπλωτήρες μου και εγώ αποβλέπομεν προς
-αλλήλους μετά βλεμμάτων αγρίων.</p>
-
-<p>Ο καύσων σήμερον είνε τοσούτον μάλλον ισχυρός, καθ' όσον ο ουρανός είνε
-θυελλώδης. Ανυψούνται πυκνοί ατμοί, αλλά μοι φαίνεται αληθώς ότι είνε δυνατόν να
-βρέξη παντού αλλού, πλην επί της σχεδίας ταύτης.</p>
-
-<p>Και όμως πας τις παρατηρεί μετ' απλήστων οφθαλμών τα νέφη ανυψούμενα, και
-τα χείλη ημών τείνουσι προς αυτά. Ο δε κ. Λετουρνέρ τείνει τας χείρας αυτού ικέτιδας
-προς τον ουρανόν τούτον τον ανίλεων!</p>
-
-<p>Ακροώμαι εάν μακρόθεν βρόμος τις αναγγέλλη θύελλαν. Είνε δε ώρα ενδεκάτη
-προ μεσημβρίας. Οι ατμοί εκώλυσαν τας ηλιακάς ακτίνας, αλλ' ήδη δεν έχουσι πλέον
-όψιν ηλεκτρικήν. Πρόδηλον δε ότι η θύελλα δεν θα εκραγή, διότι ο όγκος των ατμών
-έλαβε χροιάν ομοιόμορφον και τα περιγράμματα αυτού, τόσον ευδιάκριτα κατά την
-ανατολήν του ηλίου, συνεχωνεύθησαν εις έν όλον υπότεφρον. Και νυν είνε απλή
-ομίχλη.</p>
-
-<p>Αλλ' η βροχή δεν δύναται να απολυθή εκ της ομίχλης ταύτης, όσον δήποτε ολίγη,
-τινές σταγόνες μόνον!</p>
-
-<p>«Βροχή!» αναφωνεί αίφνης ο Δαούλας.</p>
-
-<p>Τω όντι, ήμισυ μίλιον μακράν της σχεδίας ο ουρανός χαράσσεται υπό παραλλήλων
-γραμμών. Βρέχει και βλέπω σταγόνας αναπηδώσας επί της επιφανείας του Ωκεανού.
-Ο άνεμος επιταθείς πνέει προς ημάς· μόνον να μη εξαντληθή το νέφος τούτο πριν
-διέλθη άνωθεν των κεφαλών ημών!</p>
-
-<p>Ο Θεός τέλος ηλέησεν ημάς. Βρέχει κατά χονδράς σταγόνας, οποίας ρίπτουσι τα
-θυελλώδη νέφη. Αλλ' η ραγδαία αύτη βροχή δεν θα διαρκέση, και οφείλομεν να
-συναγάγωμεν όσον ύδωρ δυνηθή να χορηγήση, διότι ήδη ζωηρός ολκός φωτός φλέγει
-το νέφος κατά το κατώτερον αυτού άκρον υπεράνω του ορίζοντος.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις είπε και έστησαν το τεθραυσμένον βυτίον, ώστε να συγκρατήση
-όσον οίον τε πλειότερον ύδωρ, και τα ιστία εκδιπλούνται ίνα δέχωνται την βροχήν επί
-μείζονος επιφανείας.</p>
-
-<p>Κατακλινόμεθα ύπτιοι έχοντες ανοικτόν το στόμα. Το ύδωρ καταβρέχει το
-πρόσωπόν μου, τα χείλη μου, και αισθάνομαι αυτό εισρέον μέχρι εν τω λαιμώ μου. Α!
-απόλαυσις ανεκλάλητος! Η ζωή ρέει εν εμοί. Αι βλενώδεις μεμβράναι του λάρυγγός
-μου απαλύνονται εκ της επαφής ταύτης. Αναπνέω καθ' όσον πίνω το ζωογόνον τούτο
-ύδωρ, το εισδύον μέχρι των ενδοτάτων της υπάρξεώς μου!</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0155.jpg" width="358"
-height="550"
-alt="Κατακείμεθα ύπτιοι και πίνομεν. . . "
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Η βροχή διήρκεσεν είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, έπειτα δε το νέφος εξαντληθέν
-κατά το ήμισυ, διελύθη εν τω διαστήματι.</p>
-
-<p>Ανηγέρθημεν καλλίτεροι, μάλιστα! «καλλίτεροι». Θλίβομεν τας χείρας αλλήλων,
-λαλούμεν! Φαίνεται ότι εσώθημεν! Ο Θεός εν τη ευσπλαγχνία αυτού θ' αποστείλη και
-άλλα νέφη, άτινα και αύθις θα κομίσωσι το ύδωρ, ού τοσούτον χρόνον
-στερούμεθα!</p>
-
-<p>Και έπειτα το ύδωρ τούτο το πεσόν επί της σχεδίας δεν θα απολεσθή, διότι το
-βυτίον και τα ιστία τι συνήγαγον, αλλά επάναγκες να το διατηρήσωμεν επιμελώς και
-να το διανέμωμεν κατά σταγόνα.</p>
-
-<p>Τω όντι το βυτίον συνεκράτησε δυο περίπου πίντας μέχρι τριών, εκθλίβοντες δε το
-απορροφηθέν υπό των ιστίων, θα δυνηθώμεν να επαυξήσωμεν την προμήθειαν ημών
-έν τινι αναλογία.</p>
-
-<p>Οι ναύται κινούνται εις έργον, αλλ' ο Ροβέρτος διά νεύματος αναχαιτίζει
-αυτούς.</p>
-
-<p>«Μίαν στιγμήν! λέγει. Το ύδωρ τούτο είνε πόσιμον;»</p>
-
-<p>Τον παρατηρώ. Διατί το ύδωρ τούτο, όπερ είνε βρόχινον, διατί τάχα δύναται να μη
-είνε πόσιμον;</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις εκθλίβει εν τω λευκοσιδηρώ κυπέλλω ολίγον ύδωρ εκ του
-περιεχομένου εντός των πτυχών ιστίου τινός, έπειτα το απογεύεται, και παρευθύς το
-χύνει προς μεγίστην μου έκπληξιν.</p>
-
-<p>Απογεύομαι και εγώ, το ύδωρ τούτο είνε πλέον ή υφάλμυρον! Ήθελέ τις υποθέση
-αυτό ύδωρ θαλάσσιον.</p>
-
-<p>Ο δε λόγος είνε ότι τα ιστία, από τοσούτου ήδη χρόνου εκτεθειμένα εις την
-επίδρασιν των κυμάτων, μετέδωκαν εις το συναχθέν ύδωρ αλμυρότητα υπερβολικήν.
-Δυστύχημα ανεπανόρθωτον! Αλλ' αδιάφορον! Έχομεν πεποίθησιν! Άλλως τε
-υπολείπονται τινες πίνται πόσιμοι εν τω βυτίω! Και έπειτα η βροχή ήλθε! Και θα
-επανέλθη.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΣΤ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 17 Ιανουαρίου</i>. — Εάν η δίψα ημών επί μικρόν επραΰνθη, η πείνα
-κατ' ακολουθίαν φυσικήν κατέλαβεν ημάς εκ νέου μετά μείζονος σφοδρότητος. Δεν
-υπάρχει λοιπόν άλλος τρόπος, άνευ αγκίστρου και δολώματος να συλλάβωμέν τινα
-των καρχαριών, ών γέμει η πέριξ της σχεδίας θάλασσα; Ουχί, πλην εάν ριφθή τις εις
-την θάλασσαν, ίνα προσβάλη διά πληγών μαχαίρας τα τέρατα ταύτα εν τω ιδίω αυτών
-στοιχείω, ως ποιούσιν οι Ινδοί εν τη αλιεία των μαργαριτών. Ο Ροβέρτος Κόρτις
-διενοήθη να διακινδυνεύση· αλλ' ημείς τον εκωλύσαμεν, διότι οι καρχαρίαι είνε καθ'
-υπερβολήν πολυάριθμοι και ήθελεν εκτεθή δωρεάν εις θάνατον βέβαιον.</p>
-
-<p>Παρατηρώ δ' ενταύθα ότι, εάν είνε δυνατόν να κατορθώση τις να διαφύγη την
-δίψαν, είτε βυθιζόμενος εις την θάλασσαν, είτε μασών πράγμα τι μετάλλινον, ουχ
-ούτως όμως και την πείναν, διότι ουδέν δύναται να αντικαταστήση την θρεπτικήν
-ουσίαν. Άλλως τε το ύδωρ δύναται πάντοτε να παραχθή εκ φυσικού τινος γεγονότος,
-της βροχής φέρ' ειπείν. Άρα, εάν οφείλη τις να μη απελπίζεται τελείως περί της
-πόσεως, αλλά δύναται όμως να απελπίζεται παντελώς περί της βρώσεως.</p>
-
-<p>Και ημείς λοιπόν εν τούτω δη τω σημείω διατελούμεν. Ίνα δε τα πάντα
-ομολογήσω, τινές των εταίρων μου αποβλέπουσι προς αλλήλους μετά οφθαλμού
-απλήστου. Ας νοήση έκαστος επί τίνος κλιτύος ολισθαίνουσιν αι σκέψεις ημών, και εις
-οποίαν αγριότητα δύναται να ωθήση η δυστυχία εγκεφάλους υπό ενός και του αυτού
-μελήματος ενδελεχώς πειραζομένους!</p>
-
-<p>Αφ' ότου παρήλθον τα θυελλώδη νέφη τα δόντα ημίν το ημίωρον της βροχής, ο
-ουρανός εγένετο πάλιν αίθριος. Ο άνεμος επετάθη επ' ολίγον, αλλά μετ' ου πολύ
-εκόπασε, το δε ιστίον κρέμαται κατά μήκος του ιστού. Άλλως τε δεν θεωρούμεν πλέον
-τον άνεμον ως κινητήρα. Πού είνε η σχεδία; τα ρεύματα πού του Ατλαντικού Ωκεανού
-ώθησαν αυτήν; Ουδείς δύναται ειπείν, ουδέ να εύχεται να πνέη Απηλιώτης μάλλον ή
-Βορράς ή Νότος. Έν μόνον ζητούμεν παρά του ανέμου, να δροσίζη τα στήθη ημών, να
-αναμιγνύη και ολίγον τι ατμού εις τον ξηρόν αέρα τον κατατρύχοντα ημάς, να μετριάζη
-τέλος τον καύσωνα τούτον, όν καταχέει από του ζενίθ ήλιος πύρινος.</p>
-
-<p>Επήλθεν η εσπέρα, η δε νυξ θα είνε σκοτεινή μέχρι του μεσονυκτίου, ότε θ'
-ανατείλη η σελήνη, εισερχομένη εις το τελευταίον αυτής τέταρτον. Οι δε αστερισμοί,
-ολίγον τι κεκαλυμμένοι υπό ομίχλης, δεν προβάλλουσι την εξαισίαν εκείνην
-σπινθηροβολίαν την φωτίζουσαν τας ψυχράς νύκτας.</p>
-
-<p>Κατατρυχόμενος ώσπερ υπό παραφροσύνης, κατεχόμενος υπό πείνης δεινής, ήτις
-συνήθως διπλασιάζεται ληγούσης της ημέρας, μεταβαίνω και κατακλίνομαι επί
-δέματος ιστίων, κειμένου κατά τον δεξιόν τοίχον της σχεδίας και εκεί κύπτω υπεράνω
-της θαλάσσης όπως αναπνεύσω την εξ αυτών δρόσον.</p>
-
-<p>Εκ των εταίρων μου οίτινες είνε κατακεκλιμένοι εν τη συνήθει αυτών θέσει, πόσοι
-άρα γε ευρίσκουσιν εν τω ύπνω λήθην των δεινών; Ουδείς ίσως· Εγώ δε; τον κενόν
-εγκέφαλόν μου πολιορκούσιν εφιάλται.</p>
-
-<p>Εν τούτοις με κατέλαβεν ασθενική τις κάρωσις, ήτις ούτε εγρήγορσις είνε ούτε
-ύπνος. Δεν θα ηδυνάμην να είπω πόσον χρόνον έμεινα εν τη εκλυτική ταύτη
-καταστάσει. Το μόνον δε όπερ ενθυμούμαι είνε ότι κατά τινα στιγμήν ιδιάζουσα τις
-αίσθησις μ' εξήγαγεν εξ αυτής.</p>
-
-<p>Δεν ειξεύρω εάν βλέπω όνειρον, αλλ' η όσφρησίς μου ερεθίζεται υπό οσμής, ήν
-κατ' αρχάς δεν αναγνωρίζω. Φαίνεται ως αναθυμίασις αόριστος, ήν μοι φέρει εκ
-διαλειμμάτων υπόλοιπόν τι του ανέμου. Οι ρώθωνές μου εξογκούνται και εισπνέουσι.
-«Τι μυρίζει»; εκινήθην να αναφωνήσω. . . Αλλ' ώσπερ τι ένστιγμά με κωλύει, και
-αναζητώ ως αναζητή τις εν τη μνήμη του λέξιν τινα ή όνομα λησμονηθέν.</p>
-
-<p>Παρέρχονται στιγμαί τινες. Η δε έντασις της αναθυμιάσεως, ζωηρότερον
-εκδηλουμένη, προκαλεί ζωηροτέρας εισπνοάς.</p>
-
-<p>«Αλλά, λέγω αίφνης, και ως άνθρωπος ενθυμούμενος, είνε οσμή κρέατος
-ψητού!»</p>
-
-<p>Εισπνοή δυνατωτέρα με βεβαιοί ότι αι αισθήσεις μου δεν μ' εξηπάτησαν, και όμως
-επί της σχεδίας ταύτης,, .</p>
-
-<p>Εγείρομαι επί των γονάτων, εισπνέω εκ νέου και, συγχωρηθήτω μοι η έκφρασις,
-μυχθίζω τον περιέχοντα αέρα! Η αυτή αναθυμίασις προσβάλλει έτι τους ρώθωνάς
-μου. Είμαι λοιπόν εις το ρεύμα του αντικειμένου του παράγοντος την οσμήν ταύτην,
-και κατ' ακολουθίαν το αντικείμενον τούτο ευρίσκεται εν τη πρώρα της σχεδίας.</p>
-
-<p>Και ιδού εγώ εγκαταλείπων την θέσιν μου, έρπων ως ζώον, ανερευνών ουχί διά
-των οφθαλμών αλλά διά της ρινός, εισδύων υπό τα ιστία, μεταξύ των σφηκίσκων, ως
-γάτος προσέχων, και κατ' ουδένα λόγον επιθυμών να διεγείρω την προσοχήν των
-εταίρων μου.</p>
-
-<p>Επί τινα λεπτά της ώρας σύρομαι ούτως εις πάσας τας γωνίας, οδηγούμενος υπό
-της οσφρήσεως ως κύων ρινηλάτης. Και νυν μεν το ίχνος με διαφεύγει, είτε διότι εγώ
-απομακρύνομαι του σκοπού, είτε διότι ο άνεμος κοπάζει, νυν δε η αναθυμίασις μ'
-έρχεται μετά νέας εντάσεως. Κατέχω τέλος το ίχνος τούτο, το ακολουθώ, και
-αισθάνομαι ότι βαίνω κατ' ευθείαν προς το ζητούμενον.</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην αφικνούμαι εις την γωνίαν του δεξιού τοίχου της πρώρας και
-αναγνωρίζω ότι η οσμή είνε κνίσα λίπους καπνιστού. Δεν απατώμαι. Όλαι αι θηλαί της
-γλώσσης μου φρίσσουσιν υπό επιθυμίας!</p>
-
-<p>Ανάγκη τότε να κρυφθώ υπό πυκνήν πτυχήν ιστίων, ψυχή δεν με βλέπει, ψυχή δεν
-μ' ακούει. Ολισθαίνω επί των γονάτων και των αγκώνων. Εκτείνω την χείρα και
-λαμβάνω πράγμα τι τετυλιγμένον εντός χαρτίου, το σύρω ταχέως, και βλέπω εις το
-φως της σελήνης, ήτις ανατέλλει την στιγμήν εκείνην υπεράνω του ορίζοντος.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0156.jpg" width="360"
-height="550"
-alt="Παρατηρώ εις το φως της σελήνης."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Δεν είνε απάτη. Κρατώ τεμάχιον λίπους, μόλις τέταρτον της λίτρας, αλλ' ικανόν να
-κατασιγάσω δι' αυτού επί όλην ημέραν τα δεινά μου. Φέρω εις το στόμα μου. . . </p>
-
-<p>Χειρ αρπάζει την χείρα μου. Στρέφομαι, μόλις συγκρατών μυκηθμόν. </p>
-
-<p>Αναγνωρίζω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ.</p>
-
-<p>Τα πάντα εξηγούνται, η ιδιάζουσα κατάστασις του Χόμμπαρτ, η υγεία αυτού η
-σχετικώς διαμείνασα καλλιτέρα των άλλων, τα υποκριτικά αυτού παράπονα. Την
-στιγμήν του ναυαγίου ηδυνήθη να σώση τρόφιμά τινα, τα εφύλαξε, και αυτός είχε
-τροφήν εν ώ ημείς απεθνήσκομεν της πείνης! Ω! τον άθλιον!</p>
-
-<p>Αλλ' όχι! Ο Χόμμπαρτ έπραξε φρονίμως. Φρονώ ότι είνε άνθρωπος συνετός,
-προμηθής, και εάν εφύλαξε τροφήν τινα εν αγνοία πάντων, άριστα έπραξε, τόσον
-καλλίτερα δι' αυτόν. . . και δι' εμέ.</p>
-
-<p>Αλλ' ο Χόμμπαρτ δεν νοεί το πράγμα ούτω πως.</p>
-
-<p>Αρπάζει την χείρα μου και προσπαθεί να λάβη οπίσω το τεμάχιον του λίπους, αλλά
-δεν λέγει τίποτε, διότι δεν θέλει να προσελκύση την προσοχήν των συντρόφων
-του.</p>
-
-<p>Αλλά και εμού συμφέρον είνε να σιωπώ, διότι δεν είνε καλόν να έλθωσιν άλλοι και
-να μ' αρπάσωσι την λείαν ταύτην! Παλαίω λοιπόν σιωπηλώς, αλλά μετά τοσαύτης
-μάλλον λύσσης, καθ' όσον ακούω τον Χόμμπαρτ λέγοντα μεταξύ των οδόντων του «το
-τελευταίον μου κομμάτι! η τελευταία μου βουκιά!»</p>
-
-<p>Η τελευταία του «βουκιά!». Μοι χρειάζεται πάση θυσία, την θέλω, θα την λάβω!
-Αρπάζω από τον λαιμόν τον αντίπαλόν μου, όστις αγωνιά υπό την χείρα μου και μετ'
-ου πολύ απομένει ακίνητος!</p>
-
-<p>Και εγώ θραύω το τεμάχιον τούτο του λίπους διά των οδόντων μου, κρατών
-ταυτοχρόνως τον Χόμμπαρτ ανατετραμμένον. . . . </p>
-
-<p>Έπειτα καταλείπων τον ταλαίπωρον, σύρομαι εκ νέου και επανελθών
-καταλαμβάνω την εν τη πρύμνη θέσιν μου.</p>
-
-<p>Ψυχή δεν με είδε! Έφαγον!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΖ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 18 Ιανουαρίου</i>. — Αναμένω την ημέραν εν αγωνία εξάλλω. Τι θα
-είπη ο Χόμμπαρτ; Μοι φαίνεται ότι θα έχη το δικαίωμα να με καταγγείλη! Ουχί! Είνε
-άτοπον διότι, εάν διηγηθώ τι συνέβη, εάν είπω πώς ο Χόμμπαρτ έζησεν, εν ώ ημείς
-απεθνήσκομεν της πείνης, πώς ετράφη εν αγνοία και επί βλάβη ημών, οι σύντροφοί
-του θα τον κατασφάξωσιν αλύπητα.</p>
-
-<p>Αλλά δεν πειράζει! Επεθύμουν να είμαι εν πλήρει μεσημβρία.</p>
-
-<p>Η πείνα στιγμιαίως ανεχαιτίσθη εν εμοί, ει και το τεμάχιον εκείνο του λίπους ήτο
-μικρόν πράγμα, μία «βουκιά» και η «τελευταία» ως είχεν είπη ο τάλας εκείνος. Εν
-τούτοις δεν πάσχω, και το λέγω εκ των μυχίων της καρδίας μου, αισθάνομαι τρόπον
-τινά τύψιν του συνειδότος, διότι δεν διένειμα το άθλιον τούτο λείψανον μετά των
-συμπλωτήρων μου. Ώφειλον να ενθυμηθώ την μις Χέρμπυ, τον Ανδρέαν, τον πατέρα
-του. ., εγώ δε μόνον περί εμαυτού εφρόντισα!</p>
-
-<p>Εν τούτοις η σελήνη ανατέλλει, και μετ' ου πολύ παρακολουθούσιν αυτήν αι
-πρώται λευκαί λάμψεις της πρωίας, ταχέως δε θα γίνη ημέρα, διότι είμεθα υπό τα
-ταπεινά ταύτα πλάτη, άτινα ούτε αυγήν γινώσκουσιν ούτε λυκαυγές.</p>
-
-<p>Δεν έκλεισα οφθαλμόν. Ότε δε υπεφαίνετο ημέρα, ενόμισα ότι βλέπω όγκον
-άμορφον αιωρούμενον μεσίστιον.</p>
-
-<p>Τι είνε το πράγμα τούτο; Δεν δύναμαι ακόμη να το διακρίνω, και μένω
-εξηπλωμένος επί του δέματος των ιστίων.</p>
-
-<p>Αλλ' αι πρώται ακτίνες του ήλιου ολισθαίνουσι τέλος επί της θαλάσσης, και μετ' ου
-πολύ διακρίνω σώμα όπερ, αιωρούμενον από του άκρου του σχοινίου, υπείκει εις τας
-κινήσεις της σχεδίας.</p>
-
-<p>Προαίσθημα ακράτητόν με έλκει προς το σώμα τούτο, και έρχομαι εις την ρίζαν
-του ιστού. . . </p>
-
-<p>Το σώμα τούτο είνε απηγχονισμένου ανθρώπου. Ο απηγχονισμένος δε ούτος είνε
-ο τροφοδότης Χόμμπαρτ! Τον ταλαίπωρον! εγώ, μάλιστα εγώ! τον ώθησα εις την
-αυτοκτονίαν!</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0163.jpg" width="349"
-height="550"
-alt="Είνε σώμα απηγχονισμένου."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Κραυγή φρίκης μ' εκφεύγει. Οι συμπλωτήρες μου εγείρονται, βλέπουσι το σώμα,
-εφορμώσιν επ' αυτού. . . αλλ' ουχί ίνα μάθωσιν εάν υπολείπεται έτι σπινθήρ ζωής!. . .
-Άλλως τε ο Χόμμπαρτ είνε νεκρός πλέον, το δε πτώμα του ήδη ψυχρόν.</p>
-
-<p>Εν ακαρεί το σχοινίον κόπτεται και ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Γύγξτροπ, ο
-Φάλστεν, άλλοι τινές είνε εκεί κεκλιμένοι επί του πτώματος τούτου. . . . </p>
-
-<p>Ουχί! δεν είδον!. . . Δεν ηθέλησα να ίδω! Δεν μετέσχον του βδελυρού τούτου
-συμποσίου. Ούτε η μις Χέρμπυ, ούτε ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ουδέ ο πατήρ του
-ηθέλησαν να εξαγοράσωσιν ανακούφισιν των δεινών των επί τη τιμή ταύτη!</p>
-
-<p>Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις. . . αγνοώ. . . Δεν ετόλμησα να τον ερωτήσω.</p>
-
-<p>Ως προς δε τους άλλους, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τον Φάλστεν, τους ναύτας!
-Ω! ο άνθρωπος μεταβαλλόμενος εις άγριον θηρίον. . . . Φοβερόν πράγμα!</p>
-
-<p>Οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ κρυπτόμεθα υπό την σκηνήν, ουδέν
-θελήσαντες να ίδωμεν! Αρκεί ότι ηκούομεν!</p>
-
-<p>Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ήθελε να επιπέση κατά των καννιβάλων τούτων να τους
-αποσπάση τα φρικαλέα ταύτα λείψανα! Εδέησε δε να παλαίσω προς αυτόν ίνα τον
-συγκρατήσω.</p>
-
-<p>Και όμως ήτο δικαίωμά των των ταλαίπωρων τούτων! Διότι ο Χόμμπαρτ ήτο
-νεκρός! δεν τον εφόνευσαν! Και ως είπε ποτε ο αρχιναύτης «προτιμότερον να φάγη τις
-νεκρόν ή ζωντανόν!»</p>
-
-<p>Τις οίδε νυν εάν η σκηνή αύτη μη είνε ο πρόλογος δράματός τινος αποτροπαίου,
-μέλλοντος να καθαιμάξη την σχεδίαν!</p>
-
-<p>Πάσας τας παρατηρήσεις ταύτας είπον προς τον Ανδρέαν Λετουρνέρ, αλλά δεν
-ηδυνήθην να διασκεδάσω την φρίκην αυτού, ήτις είχε κορυφωθή εις το έπακρον!</p>
-
-<p>Εν τούτοις σκέφθητε ότι αποθνήσκομεν της πείνης, οκτώ δε των συμπλωτήρων
-ημών θα διαφύγωσιν ίσως τον φρικαλέον τούτον θάνατον!</p>
-
-<p>Ο Χόμμπαρτ διά των προμηθειών άς είχε κρύψη ήτο ο ακμαιότατος πάντων ημών,
-ουδεμία δε οργανική νόσος είχεν αλλοιώση τους ιστούς αυτού. Απηλλάγη δε του ζην
-εν πληρεστάτη υγιεία υπό κτηνώδους αποφάσεως!</p>
-
-<p>Αλλ' εις τίνας φρικαλέους διαλογισμούς το πνεύμα μου παρασύρεται; Οι
-καννίβαλοι ούτοι μοι εμποιούσιν μάλλον φθόνον ή φρίκην;</p>
-
-<p>Τούτων τις την στιγμήν ταύτην εγείρει φωνήν. Ο ξυλουργός Δαούλας.</p>
-
-<p>Λέγει δε να εξατμίσωσι θαλάσσιον ύδωρ εις τον ήλιον, ίνα συλλέξωσιν άλας.</p>
-
-<p>«Και θα αλατίσωμεν το υπόλοιπον, λέγει.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης.</p>
-
-<p>Έπειτα ουδέν πλέον. Αναμφιβόλως η πρότασις του ξυλουργού εγένετο αποδεκτή,
-διότι δεν ακούω πλέον τίποτε. Σιωπή βαθεία αποκαθίσταται εν τη σχεδία, και εικάζω
-ότι οι συμπλωτήρες μου υπνώττουσι.</p>
-
-<p>Δεν πεινώσι πλέον.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΗ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 10 Ιανουαρίου</i>. — Την 19 Ιανουαρίου ο αυτός ουρανός, η αυτή
-θερμοκρασία. Η νυξ ουδεμίαν επιφέρουσα μεταρρύθμισιν εν τη καταστάσει της
-ατμοσφαίρας. Ουδέ ολίγας ώρας ηδυνήθην να κοιμηθώ.</p>
-
-<p>Περί την πρωίαν ακούω κραυγάς οργής εκρηγνυμένας εν τη σχεδία.</p>
-
-<p>Οι κκ. Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ, διατρίβοντες μετ' εμού υπό την σκηνήν,
-εγείρονται. Αποσύρω την οθόνην και βλέπω τι συμβαίνει.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός Δαούλας, οι άλλοι ναύται είνε εις το έπακρον
-εξηρεθισμένοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, καθήμενος εν τη πρύμνη, εγείρεται, και μαθών
-τι εξάπτει την οργήν των προσπαθεί να τους πραΰνη.</p>
-
-<p>«Όχι! όχι! θα μάθωμεν ποιος το έκαμεν, είπεν ο Δαούλας περιφέρων βλέμμα
-άγριον.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ναι, επαναλαμβάνει ο αρχιναύτης, εδώ μέσα είνε κλέπτης, εχάθη εκείνο
-που μας ειχε περισσεύση.</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν είμ' εγώ! — Ουδ' εγώ!» αποκρίνονται κατά σειράν οι ναύται. </p>
-
-<p>Και βλέπω τους ταλαιπώρους ανερευνώντας πάσας τας γωνίας, εγείροντας τα
-ιστία, μετατοπίζοντας τους σφηκίσκους. Η δε οργή των αυξάνει καθ' όσον βλέπουσι
-τας ερεύνας των άνευ τινός αποτελέσματος. </p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης έρχεται προς με και μοι λέγει:</p>
-
-<p>«Θα τον ειξεύρετε τον κλέπτην.</p>
-
-<p>&nbsp;— Δεν ειξεύρω τι μου λέγεις», αποκρίνομαι εγώ. </p>
-
-<p>Ο Δαούλας καί τινες των ναυτών έρχονται πλησίον.</p>
-
-<p>«Εψάξαμεν παντού, είπεν ο Δαούλας. Τώρα μένει μόνον αυτή η σκηνή.</p>
-
-<p>&nbsp;— Κανείς από 'μας δεν εξήλθεν από την σκηνήν, Δαούλα.</p>
-
-<p>&nbsp;— Πρέπει να ιδούμεν!</p>
-
-<p>&nbsp;— Όχι! αφήσατε ησύχους αυτούς που αποθνήσκουν της πείνης.</p>
-
-<p>&nbsp;— Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο αρχιναύτης κρατούμενος, δεν σας
-κατηγορούμεν. . . . Αν τυχόν και επήρε κανείς από σας το μερτικόν του, που δεν το
-ήθελε χθες, είνε δικαίωμά του, και το έχει καλά παρμένο. Αλλά εχάθη όλον το
-κομμάτι, εκαταλάβατε;</p>
-
-
-<p>&nbsp;— Να ψάξωμε 'ς την σκηνήν!» αναφωνεί ο Σάνδων. </p>
-
-<p>Οι ναύται προβαίνουσιν, εγώ δε δεν δύναμαι να αντισταθώ εις τους ταλαιπώρους
-τούτους, ούς η οργή τυφλώνει. Δεινός φόβος με καταλαμβάνει. Μήπως ο κ.
-Λετουρνέρ, ουχί δι' εαυτόν, αλλά χάριν του υιού του, προέβη μέχρι του να λάβη. . .
-Εάν το έπραξε, θα κατασπαραχθή υπό των μαινομένων τούτων.</p>
-
-<p>Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρης, ως ζητών παρ' αυτού προστασίαν. Ο Ροβέρτος
-Κόρτις ελθών ίσταται πλησίον μου. Αι δύο χείρες του είνε βεβυθισμέναι εντός των
-θυλακίων, αλλά μαντεύω ότι είνε ωπλισμέναι.</p>
-
-<p>Εν τούτοις τη προσταγή του αρχιναύτου η μις Χέρμπυ και οι κκ. Λετουρνέρ
-ηναγκάσθησαν να καταλίπωσι την σκηνήν, ήν οι ναύται ηρεύνησαν μέχρι και των
-αποκρυφωτάτων γωνιών, αλλά μάτην ευτυχώς.</p>
-
-<p>Είνε δε πρόδηλον ότι, αφ' ού το λείψανον του Χόμμπαρτ εγένετο άφαντον, είχε
-ριφθή εις την θάλασσαν.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός, οι ναύται κατατρύχονται υπό φρικαλέου
-απελπισμού.</p>
-
-<p>Αλλά τις εποίησε τούτο; Αποβλέπω προς την μις Χέρμπυ και τον κ. Λετουρνέρ·
-αλλά το βλέμμα των αποκρίνεται ότι δεν είνε αυτοί.</p>
-
-<p>Οι οφθαλμοί μου φέρονται προς τον Ανδρέαν, όστις αποστρέφει επί στιγμήν την
-κεφαλήν.</p>
-
-<p>Ταλαίπωρε νεανία! Αυτός; Και εάν αυτός, άρα γε κατανοεί τα παρακολουθήματα
-της πράξεως ταύτης;</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΜΘ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Από της 20 μέχρι της 22 Ιανουαρίου</i>. — Κατά τας επομένας ημέρας οι
-μετασχόντες του αποτροπαίου δείπνου της 18 Ιανουαρίου ολίγον ταλαιπωρούνται,
-αφ' ού έφαγον και έπιον.</p>
-
-<p>Αλλά η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ο πατήρ του, εγώ είνε δυνατόν να
-περιγραφή τι πάσχομεν! Δεν είμεθα αξιολύπητοι διά την απώλειαν των λειψάνων
-τούτων!. . . Εάν τις ημών αποθάνη, θα ανθέξωμεν;. . . </p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης Δαούλας και οι άλλοι μετ' ου πολύ κατελήφθησαν αύθις υπό της
-πείνης, και παρατηρούσιν ημάς μετά οφθαλμών πεπλανημένων. Είμεθα λοιπόν λεία
-βεβαία αυτών;</p>
-
-<p>Αληθώς ότι μάλιστα κατατρύχει ημάς δεν είνε η πείνα, αλλ' η δίψα. Μάλιστα!
-Μεταξύ σταγόνων τινών ύδατος και ψιχίων τινών διπυρίτου ουδείς ημών ήθελε
-διστάση. Τούτο ερρήθη πάντοτε υπό ναυαγών διατελούντων εν αίς και ημείς
-περιστάσεσι, και είνε αληθές. Πάσχει τις μάλλον υπό της δίψης ή υπό της πείνης, και
-ταχύτερον αποθνήσκει.</p>
-
-<p>Και, ω του φοβερού δεινού! έχει τις πέριξ αυτού το θαλάσσιον τούτο ύδωρ, όπερ ο
-οφθαλμός βλέπει ούτως ομοιάζον προς το γλυκύ ύδωρ! Πολλάκις προσεπάθησα να
-πίω σταγόνας τινάς, αλλά προεκάλεσεν εν εμοί αφορήτους ναυτίας και δίψαν
-δεινοτέραν μετά ταύτα ή πρότερον.</p>
-
-<p>Α! Αρκεί, αρκεί! Τεσσαράκοντα δύο ημέραι είνε αφ' ότου κατελίπομεν το πλοίον!
-Τις ημών δύναται να εξαπατηθή του λοιπού; Δεν είμεθα προωρισμένοι να
-αποθάνωμεν μετ' αλλήλους και δια του χειρίστου των θανάτων!</p>
-
-<p>Αισθάνομαι ότι ώσπερ τις ομίχλη συμπυκνούται περί τον εγκέφαλόν μου.
-Προσεγγίζει να με καταλάβη ως παραφροσύνη. Αγωνίζομαι να συγκρατήσω την
-φεύγουσαν διάνοιάν μου. Η παραφροσύνη αύτη με φοβίζει! Πού θα με οδηγήση; Θα
-είμαι αρκούντως ισχυρός ίνα αναλάβω το λογικόν μου;,,</p>
-
-<p>Συνήλθον, — μετά πόσας ώρας δεν θα ηδυνάμην να είπω. Το μέτωπόν μου ήτο
-κεκαλυμμένον υπό σπληνίων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn98'
-id='ref98'>98</a></span>]
- θαλασσοβρέκτων τη φροντίδι της μις Χέρμπυ. Αλλ' αισθάνομαι ότι ολίγος έτι χρόνος
-ζωής μοι υπολείπεται!</p>
-
-<p>Σήμερον, 22 του μηνός, σκηνή φρικαλέα. Ο μαύρος Γύγξτροπ, καταληφθείς αίφνης
-υπό σφοδράς μανιώδους παραφροσύνης, διατρέχει την σχεδίαν ωρυόμενος. Ο
-Ροβέρτος Κόρτις θέλει να τον συγκρατήση, αλλά μάτην! Επιπίπτει καθ' ημών θέλων να
-μας καταβροχθίση, και αναγκαζόμεθα να αμυνώμεθα κατά των επιθέσεων του άγριου
-τούτου θηρίου. Ο Γύγξτροπ ήρπασε μοχλόν και είνε δυσχερές να αποκρούη τις τα
-κτυπήματά του.</p>
-
-<p>Αλλ' αίφνης υπό τροπής ήν μόνος ο παροξυσμός της παραφροσύνης εξηγεί, η
-λύσσα του Γύγξτροπ στρέφεται καθ' εαυτού. Σπαράσσει τας σάρκας του διά των
-οδόντων, διά των ονύχων, ρίπτων το αίμα του κατά πρόσωπον ημών και
-κραυγάζων:</p>
-
-<p>«Πιέτε! πιέτε!»</p>
-
-<p>Επί τινας στιγμάς αγωνιά ούτω πως και κατευθύνεται προς την πρύμναν της
-σχεδίας κράζων αδιαλείπτως: </p>
-
-<p>«Πιέτε! πιέτε!»</p>
-
-<p>Έπειτα ορμά και ακούω το σώμα του καταπίπτον εις την θάλασσαν. </p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0164.jpg" width="341"
-height="550"
-alt="Έπειτα ορμά και πίπτει εις την θάλασσαν."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης, ο Φάλστεν, ο Δαούλας σπεύδουσιν ίνα παραλάβωσι το πτώμα, αλλ'
-ουδέν άλλο βλέπουσιν ή κύκλον ευρύν κόκκινον, και εν μέσω αυτού παλαίοντας
-καρχαρίας τεραστίους!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-Ν'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 22 και 23 Ιανουαρίου</i>. — Ένδεκα πλέον συμπλωτήρες είμεθα, και
-νυν μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη μετρή εκάστη ημέρα και νέον θύμα. Το οίον
-δήποτε τέλος του δράματος τούτου προσεγγίζει. Εντός οκτώ ημερών ή θα έχωμεν
-προσορμισθή εις την γην, ή πλοίον τι θα έχη διασώση τους ναυαγούς. Ει δε μη, ο
-έσχατος των επιζώντων επιβατών του <i>Σάνσελλορ</i> θα ζήση.</p>
-
-<p>Την 23 η όψις του ουρανού μετεβλήθη, ο άνεμος διαφερόντως επετάθη,
-γενόμενος την νύκτα Μέσης (ΒΑ). Το ιστίον της σχεδίας εκολπώθη και ολκός
-αρκούντως διακρινόμενος δεικνύει ότι η σχεδία μετατοπίζεται επαισθητώς, τρία μίλια
-την ώραν κατά τους υπολογισμούς του πλοιάρχου.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο μηχανικός Φάλστεν είνε βεβαίως οι σθεναρώτατοι μεταξύ
-ημών. Ει και η ισχνότης αυτών είνε εσχάτη, υπομένουσιν όμως τας στερήσεις ταύτας
-εις τρόπον θαυμαστόν. Των αδυνάτων να παραστήσω εις οποίον έσχατον βαθμόν
-κατήντησεν η τλήμων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn99'
-id='ref99'>99</a></span>]
- μις Χέρμπυ. Είνε ψυχή πλέον, αλλά ψυχή ακμαία έτι, και όλη αυτής η ζωή φαίνεται
-καταφυγούσα εις τους οφθαλμούς, οίτινες λάμπουσιν ασυνήθως. Ζη εν τω ουρανώ,
-ουχί επί της γης!</p>
-
-<p>Και όμως, ανήρ ζωηρότατος, νυν όλως καταβεβλημένος είνε ο αρχιναύτης. Είνε δε
-αγνώριστος. Την κεφαλήν έχων νεύουσαν επί του στήθους, τας μακράς οστεώδεις
-χείρας ηπλωμένας επί των γονάτων, ών αι οξείαι επιγονατίδες εξέχουσιν υπό την
-τετριμμένην περισκελίδα, διατελεί καθήμενος έν τινι γωνία της σχεδίας, ουδόλως
-εγείρων τους οφθαλμούς. Πολύ δε διάφορος της μις Χέρμπυ, αυτός ζη μόνον διά του
-σώματος· τοιαύτη δε είνε η ακινησία του, ώστε υποθέτω ενίοτε ότι έπαυσε του
-ζην.</p>
-
-<p>Ούτε λόγοι, ούτε καν στεναγμοί επί της σχεδίας ταύτης. Σιγή άκρα. Λέξεις
-διαμείβονται καθ' εκάστην ουδέ καν δέκα. Άλλως τε αι ολίγαι τινές λέξεις άς θα
-ηδύναντο να προφέρωσιν η γλώσσα ημών, τα οιδαλέα και απεσκληρυμένα χείλη, θα
-ήσαν όλως ακατάληπτοι. Η σχεδία πλέον φέρει φάσματα κατεσκληκότα [<span style=
-'font-size: small;'><a href='#fn100' id='ref100'>100</a></span>]
-, έξαιμα, ουδέν έχοντα το ανθρώπινον!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΝΑ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 24 Ιανουαρίου</i>. — Πού είμεθα; Πού του Ατλαντικού Ωκεανού
-παρεσύρθη η σχεδία; Δις ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις αορίστως μόνον
-ηδυνήθη να μ' αποκριθή. Αλλ' όμως, επειδή εξηκολούθει σημειών την διεύθυνσιν των
-ρευμάτων και των ανέμων, νομίζει ότι θα ήχθημεν πάλιν προς Ζέφυρον (Δ), τούτ' έστι
-προς το μέρος της ξηράς.</p>
-
-<p>Σήμερον ο άνεμος εκόπασε τέλεον. Εν τούτοις υπάρχει επί της επιφανείας της
-θαλάσσης σάλος ευρύς, δεικνύων ότι ταραχή τις των υδάτων συνέβη προς Απηλιώτην
-(Α). Τρικυμία αναμφιβόλως θα ανέτρεψε το μέρος τούτο του Ατλαντικού. Η σχεδία
-καταπονείται πολύ υπό των κυμάτων, ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο ξυλουργός
-καταβάλλουσι το υπολειπόμενον των δυνάμεων αυτών προς στερέωσιν των μερών της
-σχεδίας, των κινδυνευόντων να διαλυθώσι.</p>
-
-<p>Αλλά προς τι κοπιώσιν. Ας διαλυθώσι τέλος αι σανίδες αύται εις τα εξ ών
-συνετέθησαν. Ας μας καταπίη ο Ωκεανός ούτος! λίαν πολύν χρόνον αμφισβητούμεν
-αυτώ την αθλίαν ημών ζωήν!</p>
-
-<p>Αληθώς τα δεινά ημών εκορυφώθησαν εις τον ύπατον βαθμόν όν δύναται να
-υπομένη ο άνθρωπος. Αδύνατον δε να γίνωσιν έτι δεινότερα. Ο καύσων είνε
-αφόρητος. Τηκτόν μόλυβδον διαχέει ο ουρανός εφ' ημών. Ο ιδρώς πλημμυρεί ημάς
-διά των ρακωδών ενδυμάτων ημών, η δε διαπνοή αύτη αυξάνει έτι μάλλον την δίψαν.
-Ουχί, δεν δύναμαι να παραστήσω ό τι συναισθάνομαι! Αι λέξεις ελλείπουσιν όταν τις
-θέλη να εκφράση δεινά υπεράνθρωπα!</p>
-
-<p>Ο μόνος τρόπος αναψυχής, εις όν ενίοτε ηδυνάμεθα να καταφεύγωμεν, είνε ήδη
-απηγορευμένος ημίν, και ουδείς διανοείται να λουσθή εν τη θαλάσση, διότι από του
-θανάτου του Γύγξτροπ οι καρχαρίαι προσερχόμενοι αγεληδόν περικυκλούσι την
-σχεδίαν.</p>
-
-<p>Προσεπάθησα σήμερον να πορισθώ ολίγον ύδωρ πόσιμον, εξατμίζων ύδωρ
-θαλάσσιον. Αλλά, ει και κατέβαλον πλείστην υπομονήν, μόλις επιτυγχάνω να υγράνω
-τεμάχιον υφάσματος. Άλλως τε το προς βράσιν του ύδατος αγγείον δεν ηδυνήθη ν'
-ανθέξη εις το πυρ, διερράγη, και ηναγκάσθην να παραιτηθώ της εργασίας ταύτης.</p>
-
-<p>Ο μηχανικός Φάλστεν είνε ήδη σχεδόν απειρηκώς [<span style='font-size:
-small;'><a href='#fn101' id='ref101'>101</a></span>]
- και ολίγας τινάς ημέρας θα επιζήση. Εγείρων τους οφθαλμούς δεν τον βλέπω καν
-πλέον. Κατεκλίθη υπό τα ιστία ή απέθανε; Μόνος ο δραστήριος Κόρτις ίσταται όρθιος
-κατά την πρώραν της σχεδίας και παρατηρεί! Όταν συλλογίζωμαι ότι ο ανήρ ούτος. . . .
-ελπίζει έτι!</p>
-
-<p>Εγώ απέρχομαι να κατακλιθώ κατά την πρύμναν, αναμένων εκεί τον θάνατον.
-Όσον τάχιστα, τόσον καλλίτερον.</p>
-
-<p>Πόσαι παρήλθον ώραι, αγνοώ. . . . Αίφνης ακούω καγχασμούς. Εξ άπαντος
-παρεφρόνησέ τις ημών!</p>
-
-<p>Οι καγχασμοί ούτοι διπλασιάζονται. Εγώ δε δεν ανεγείρω την κεφαλήν. Ολίγον μοι
-μέλει. Εν τούτοις λέξεις τινές ασυνάρτητοι έρχονται μέχρι εμού.</p>
-
-<p>«Ένα λιβάδι! ένα λιβάδι! Πράσινα δένδρα! και από κάτω από τα δένδρα μία
-ταβέρνα! γρήγορα! γρήγορα! Φέρτε μπράντεβιν, τζιν, νερό μία λίρα τη σταλαγματιά.!
-Πληρώνω! Έχω χρήματα! έχω χρήματα!»</p>
-
-<p>Ω! τον ταλαίπωρον παρακρούοντα! Όλον το χρήμα της Τραπέζης δεν θα ηδύνατο
-να σοι δώση μίαν σταγόνα ύδατος επί του παρόντος!</p>
-
-<p>Ο ναύτης Φλαίπολ είνε ο καταληφθείς υπό παραφροσύνης, και ανακράζει:</p>
-
-<p>«Γη! γη είνε εκεί!»</p>
-
-<p>Η λέξις αύτη και νεκρόν ήθελε γαλβανίση. Καταβάλλω επώδυνον προσπάθειαν και
-ανορθούμαι. Ουδεμία γη! Ο Φλαίπολ περιπατεί επί του κρηπιδώματος και γελά. Άδει
-νεύων προς παραλίαν τινά φανταστικήν. Βεβαίως αι άμεσοι αντιλήψεις της ακοής
-αυτού, της όψεως, της γεύσεως εξέλιπον, αλλ' αναπληροί αυτάς φαινόμενόν τι
-καθαρώς εγκεφαλικόν. Όθεν λαλεί προς φίλους απόντας, παρασύρων αυτούς εις το εν
-Κάρδιφ καπηλείον του, <i>Εις τα όπλα του Γεωργίου</i>, εκεί δε προσφέρει τζιν,
-ουίσκυ, ύδωρ — ύδωρ προ πάντων, ύδωρ όπερ τον μεθύσκει! Βαδίζει επί των
-εξηπλωμένων τούτων σωμάτων, προσκόπτων κατά παν βήμα, καταπίπτων,
-ανεγειρόμενος, άδων διά φωνής μεθύοντος ανθρώπου. Φαίνεται διατελών εν τω
-ανωτάτω βαθμώ της μέθης. Κατεχόμενος δε υπό της παραφροσύνης αυτού, δεν
-πάσχει πλέον, η δε δίψα του κατεσιγάσθη! Α! επεθύμουν να ήμην και εγώ
-κατειλημμένος υπό παρακρούσεως ως αυτός!</p>
-
-<p>Ο τάλας λοιπόν θα τελευτήση όπως ο μαύρος Γύγξτροπ, ριπτόμενος εις τα
-κύματα;</p>
-
-<p>Τούτο φαίνονται διανοηθέντες ο Δαούλας, ο Φάλστεν και ο αρχιναύτης, διότι, εάν
-ο Φλαίπολ θέλη να φονευθή, δεν θα τον αφήσωσι να το πράξη «άνευ ίδιας αυτών
-ωφελείας!» Όθεν παρευθύς ανεγείρονται, και τον παρακολουθούσι
-παραφυλάττοντες. Εάν ο Φλαίπολ θέλη να ριφθή εις την θάλασσαν, θα
-διαμφισβητήσωσιν αυτόν προς τους καρχαρίας!</p>
-
-<p>Αλλά δεν έμελλε να γίνωσιν ούτω τα πράγματα. Κατά την παράκρουσιν αυτού ο
-Φλαίπολ έφθασε πράγματι εις τον ύπατον βαθμόν της μέθης, ως εάν είχε μεθυσθή εκ
-των ποτών, άτινα προσέφερεν εν τη παραφροσύνη του, και καταπεσών ως όγκος
-απεκοιμήθη ύπνον μολύβδινον.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΝΒ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 25 Ιανουαρίου</i>. — Η νυξ της 24 προς την 25 Ιανουαρίου εγένετο
-ομιχλώδης και, ουκ οίδα τινος ένεκα φαινομένου, εκ των θερμοτάτων νυκτών άς
-δύναταί τις να φαντασθή. Η ομίχλη αύτη είνε πνιγηρά. Νομίζει τις ότι είς σπινθήρ
-ήθελεν εξαρκέση να μεταδώση εις αυτήν το πυρ, ως εις εκρηκτικήν τινα ουσίαν. Η
-σχεδία ου μόνον είνε στάσιμος, αλλ' ουδεμίαν πλέον κίνησιν αισθάνεται. Ενίοτε
-ερωτώ εμαυτόν εάν έτι επιπλέη.</p>
-
-<p>Κατά την νύκτα ταύτην προσπαθώ να μετρήσω πόσοι είμεθα επί της σχεδίας. Μοι
-φαίνεται δε ότι είμεθα ένδεκα, αλλά μόλις δύναμαι να συγκεντρώσω τας αναγκαίας
-εννοίας, ίνα καταρτίσω τον υπολογισμόν τούτον, διότι οτέ μεν ευρίσκω δέκα, οτέ δε
-δώδεκα, αλλά θα είνε ένδεκα, μετά τον θάνατον του Γύγξτροπ. Αύριον θα είνε μόνον
-δέκα, διότι εγώ θα είμαι νεκρός.</p>
-
-<p>Αισθάνομαι καλώς τω όντι ότι εγγίζω εις το τέρμα των δεινών μου, διότι όλος μου
-ο βίος διέρχεται προ της μνήμης μου. Την πατρίδα μου, τους φίλους μου, την
-οικογένειάν μου εδόθη μοι να επανίδω το ύστατον ήδη εν ονείρω.</p>
-
-<p>Περί την πρωίαν εξηγέρθην, εάν δύναταί τις να αποκαλέση ύπνον την νοσηράν
-ταύτην κάρωσιν εν ή είμαι βεβυθισμένος. Ο Θεός να με συγχωρήση, αλλά διανοούμαι
-σπουδάζων να θέσω τέρμα εις τον βίον μου. Η ιδέα αύτη εντυπούται εν τω εγκεφάλω
-μου, και αισθάνομαι ηδονήν τινα, λέγων κατ' εμαυτόν ότι τα δεινά ταύτα θα λήξωσιν
-όταν εγώ θελήσω.</p>
-
-<p>Ανακοινώ την απόφασίν μου τω Ροβέρτω Κόρτις μετά μοναδικής ηρεμίας
-πνεύματος. Ο δε πλοίαρχος εις απάντησιν νεύει καταφατικώς.</p>
-
-<p>Έπειτα δε μοι λέγει:</p>
-
-<p>
-«Εγώ τουλάχιστον δεν θα φονευθώ, διότι η πράξις μου θα ήτο εγκατάλειψις της
-θέσεώς μου. Εάν ο θάνατος δεν με 'πάρη προ των συντρόφων μου, θα μείνω ο
-έσχατος επί της σχεδίας ταύτης!»</p>
-
-<p>Η ομίχλη επιμένει. Πλέομεν δε εν τω μέσω ατμοσφαίρας υποτέφρου, ουδέ την
-επιφάνειαν του ύδατος δυνάμενοι πλέον να ίδωμεν. Η ομίχλη ανέρχεται εκ του
-Ωκεανού ως νεφέλη πυκνή, αλλ' αισθανόμεθα καλώς ότι υπεράνω αυτής λάμπει ήλιος
-φλογερός, όστις μετ' ου πολύ θα αντλήση όλους τούτους τους ατμούς.</p>
-
-<p>Περί ώραν εβδόμην νομίζω ότι ακούω φωνάς πτηνών υπεράνω της κεφαλής μου.
-Ο δε Ροβέρτος Κόρτις διατελών όρθιος, ακροάται απλήστως των φωνών τούτων. Αι
-φωναί δε αύται επαναλαμβάνονται τρις.</p>
-
-<p>Την τρίτην φοράν πλησιάζω και ακούω τον πλοίαρχον ψιθυρίζοντα
-υποκώφως:</p>
-
-<p>«Πτηνά. ., αλλά τότε. . . η γη θα είνε εδώ πλησίον!,,» </p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις πιστεύει λοιπόν ακόμη εις την γην. Αλλ' εγώ όμως δεν πιστεύω!
-Ούτε ήπειροι υπάρχουσιν, ούτε νήσοι. Η δε σφαίρα ουδέν άλλο είνε ή σφαιροειδές τι
-υγρόν, ως και εν τη δευτέρα περιόδω του σχηματισμού αυτής!</p>
-
-<p>Εν τούτοις αναμένω την άρσιν της ομίχλης μετά τινος αγωνίας, ουχί διότι ελπίζω
-να διακρίνω γην, αλλά διότι με κατέχει άτοπος σκέψις ελπίδος ανεκτελέστου και
-σπεύδω να απαλλαχθώ αυτής.</p>
-
-<p>Μόνον περί την ενδεκάτην η ομίχλη άρχεται διαλυομένη. Εν ώ δε αι πυκναί αυτής
-έλικες κυλίονται επί της επιφανείας των κυμάτων, διαβλέπω διά τινων ανωτέρων
-οπών το κυανούν του ουρανού. Ακτίνες ζωηραί διέρχονται διά της ομίχλης, και
-κεντούσιν ημάς ως βέλη μετάλλινα πεπυρακτωμένα. Αλλ' η συμπύκνωσις αύτη των
-ατμών τελείται εν τοις άνω στρώμασι και δεν δύναμαι έτι να παρατηρήσω τον
-ορίζοντα.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0179.jpg" width="359"
-height="550"
-alt="Ακτίνες ζωηραί διαπερώσι την ομίχλην."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Επί ημίωρον αι συστροφαί αύται περιβάλλουσιν ημάς και δεν διαλύονται άνευ
-δυσχερείας, διότι ουδόλως πνέει άνεμος.</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις, εστηριγμένος επί του χείλους του κρηπιδώματος, προσπαθεί
-να διαπεράση το πυκνόν τούτο εξ ομίχλης παραπέτασμα.</p>
-
-<p>Τέλος ο ήλιος εν όλω αυτού τω καύσωνι καθαρίζει την επιφάνειαν του Ωκεανού, η
-ομίχλη υποχωρεί, το φως εκτείνεται εις ακτίνα μείζονα και επιφαίνεται ο ορίζων.</p>
-
-<p>Ο ορίζων δε ούτος είνε οποίος και από έξ ήδη εβδομάδων, — γραμμή συνεχής και
-κυκλική, εφ' ής συγχέονται ουρανός και ύδωρ!</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις αποβλέψας περί εαυτόν δεν λέγει λέξιν. Α! Τον οικτίρω
-ειλικρινώς, διότι εκ πάντων ημών αυτός μόνος δεν δικαιούται να τελευτήση τον βίον
-οπόταν θελήση. Εγώ δε θα αποθάνω αύριον, και εάν δεν με πλήξη ο θάνατος, εγώ θα
-τον προϋπαντήσω. Περί δε των συμπλωτήρων μου αγνοώ εάν είνε ζώντες έτι, αλλά μοι
-φαίνεται ότι πολλαί ημέραι παρήλθον αφ' ότου δεν τους είδον.</p>
-
-<p>Επανήλθεν η νυξ, αλλά δεν ηδυνήθην να κοιμηθώ επί μίαν καν στιγμήν. Περί ώραν
-δευτέραν η δίψα τοσούτον με βασανίζει, ώστε δεν δύναμαι να καταστείλω τας
-κραυγάς μου. Τι! πριν αποθάνω δεν θα απολαύσω της υπερτάτης ηδονής του να
-κατασβέσω το πυρ το κατακαίον το στήθος μου.</p>
-
-<p>Ναι! θα πίω το ίδιον μου αίμα ελλείψει του αίματος των άλλων. Και γινώσκω μεν
-ότι τούτο εις ουδέν θα μ' ωφελήση, αλλά τουλάχιστον θα εξαπατήσω το πάθος
-μου.</p>
-
-<p>Και άμ' έπος άμ' έργον. Κατορθώ να ανοίξω το μαχαιρίδιόν μου, ο βραχίων μου
-είνε γυμνός, διά πληγής ταχείας κόπτω μίαν φλέβα, το αίμα εξέρχεται στάγδην, και
-εγώ κατέσβεσα την δίψαν μου εν τη πηγή ταύτη της ζωής μου! το αίμα τούτο
-επανέρχεται εις εμέ, κατασιγάζει στιγμιαίως τα φρικαλέα δεινά μου και έπειτα
-στειρεύει, δεν έχει την δύναμιν να ρεύση!</p>
-
-<p>Πόσον η αύριον βραδύνει να έλθη!</p>
-
-<p>Μετά της ημέρας ομίχλη πυκνή συνήχθη πάλιν εν τω ορίζοντι και συνέστειλε τον
-κύκλον, ού το κέντρον αποτελεί η σχεδία. Είνε δε η ομίχλη αύτη καυστηρά ως οι ατμοί
-οι εκφεύγοντες εκ λέβητος.</p>
-
-<p>Σήμερον είνε η εσχάτη των ημερών μου.</p>
-
-<p>Πριν αποθάνω ασμένως [<span style='font-size: small;'><a href='#fn102'
-id='ref102'>102</a></span>]
- θα θλίψω χείρα φιλικήν. Ο Ροβέρτος Κόρτις είν' εδώ πλησίον μου. Σύρομαι μέχρι
-αυτού και λαμβάνω την χείρα του. Εκείνος με νοεί, γινώσκει ότι είνε αποχαιρετισμός,
-και φαίνεται ότι, κινούμενος υπό τελευταίας σκέψεως ελπίδος, θέλει να με κρατήση!
-Αλλ' ανωφελώς.</p>
-
-<p>Επεθύμουν να επανίδω τους κκ. Λετουρνέρ, την μις Χέρμπυ. . . αλλά δεν τολμώ,
-διότι η νεάνις ήθελεν αναγνώση εν τοις οφθαλμοίς μου την απόφασίν μου! θα μοι
-έλεγε περί Θεού, περί της άλλης ζωής ήν οφείλομεν να προσδοκώμεν! Αλλά να
-προσδοκώ. . . εγώ δεν έχω πλέον το θάρρος. . . Ο Θεός ας με συγχωρήση!</p>
-
-<p>Επανέρχομαι προς την πρύμναν της σχεδίας, και μετά μακράς προσπαθείας
-κατορθώνω να σταθώ όρθιος παρά τω ιστώ. Το ύστατον ήδη διατρέχω διά του
-βλέμματος την ανελεήμονα ταύτην θάλασσαν, τον ορίζοντα τούτον όστις δεν
-μετατοπίζεται! Και γη αν μοι ενεφανίζετο και ιστίον εάν υψούτο υπεράνω των
-κυμάτων, εγώ ήθελον νομίση ότι είμαι παίγνιον απάτης. . . Αλλ' η θάλασσα είνε
-έρημος!</p>
-
-<p>Είνε δεκάτη ώρα προ μεσημβρίας, η στιγμή του τέλους μου! Οι στροφοί της πείνης,
-οι νυγμοί της δίψης κατασπαράττουσί με μετά νέας σφοδρότητος. Η ορμή της
-συντηρήσεως εσβέσθη εν εμοί, και μετά τινας στιγμάς θα έχω παύση των δεινών μου.
-Θεέ των οικτιρμών, παράλαβέ μου το πνεύμα!</p>
-
-<p>Αλλά την στιγμήν εκείνη φωνή τις ακούεται. Αναγνωρίζω την φωνήν του
-Δαούλα.</p>
-
-<p>Ο ξυλουργός είνε πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις.</p>
-
-<p>«Πλοίαρχε, λέγει, θα βάλωμεν κλήρον.»</p>
-
-<p>Ενώ ήμην έτοιμος να ριφθώ εις την θάλασσαν, ίσταμαι. Διατί; Ουδ' εγώ ειξεύρω το
-διατί, αλλ' όμως επανέρχομαι εις την πρύμναν της σχεδίας. </p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΝΓ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 26 Ιανουαρίου</i> — Η πρότασις εγένετο, πάντες δε την ήκουσαν και
-πάντες την ενόησαν. Από τινων δε ημερών είχεν αύτη κατασταθή προκατάληψης, ήν
-ουδείς ετόλμα να διατυπώση.</p>
-
-<p>Θα ριφθή κλήρος!</p>
-
-<p>Ο δε λαχών θα διαμελισθή και έκαστος θα λάβη την μερίδα του.</p>
-
-<p>Λοιπόν, έστω! Αν εγώ λάχω, δεν θα μεμψιμοιρήσω.</p>
-
-<p>Μοι φαίνεται ότι προυτάθη εξαίρεσις υπέρ της μις Χέρμπυ υπό του Ανδρέου
-Λετουρνέρ. Αλλά ψίθυρος οργής διατρέχει μεταξύ των ναυτών, διότι είμεθα ένδεκα,
-λοιπόν έκαστος ημών έχει δέκα πιθανότητας υπέρ εαυτού και μίαν κατά· η δε
-προτεινομένη εξαίρεσις ήθελε μεταβάλη την αναλογίαν ταύτην. Ώστε και η μις Χέρμπυ
-θα υποστή την κοινήν τύχην.</p>
-
-<p>Είνε δε τότε ώρα δεκάτη και ημίσεια προ μεσημβρίας. Ο αρχιναύτης, όν η
-πρότασις του Δαούλα εζωογόνησεν, επιμένει να γίνη η κλήρωσις παραχρήμα. Και έχει
-δίκαιον. Άλλως τε ουδείς ημών θέλει την ζωήν. Ο λαχών ημέρας τινάς μόνον, ώρας
-τινάς ίσως θα προηγηθή των εν θανάτω εταίρων του. Πας τις γινώσκει τούτο και δεν
-φοβείται διότι θ' αποθάνη. Αλλά να μη ταλαιπωρήται υπό της πείνης ταύτης μίαν ή
-δύο ημέρας, να μη συναισθάνεται πλέον την δίψαν ταύτην, ιδού τι έκαστος θέλει,
-όπερ και γενήσεται.</p>
-
-<p>Δεν δύναμαι να είπω πώς έκαστον των ονομάτων ημών ευρέθη εν τω πυθμένι
-τινός πίλου. Ο Φάλστεν ίσως θα τα έγραψεν επί φύλλου αποσπασθέντος εκ του
-σημειωματαρίου του.</p>
-
-<p>Τα ένδεκα ονόματα είνε εκεί. Συνεφωνήθη δε ασυζητητεί ότι το τελευταίον
-εξελθόν όνομα θα είνε το θύμα.</p>
-
-<p>Τις θα προβή εις την κλήρωσιν; Ενδοιασμός τις διεγείρεται, «Εγώ!» αποκρίνεταί τις
-ημών.</p>
-
-<p>Στρέφομαι και αναγνωρίζω τον κ. Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>Είν' εκεί, όρθιος, πελιδνός, εκτείνων την χείρα, η λευκή κόμη του καταπίπτει επί
-των κατεσκληκυιών παρειών του, είνε δε φοβερός ένεκα της ηρεμίας αυτού.</p>
-
-<p>Α! δύστηνε πάτερ! Σε καταλαμβάνω! Γινώσκω διατί συ θέλεις να απαγγείλης τα
-ονόματα! Η πατρική σου στοργή θα προβή και μέχρι τούτου!</p>
-
-<p>«Όταν θέλετε!» λέγει ο αρχιναύτης προς τον κ. Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>Ο κ. Λετουρνέρ εισάγει την χείρα εις τον πίλον. Λαμβάνει ένα κλήρον, τον
-αναπτύσσει, απαγγέλλει μεγαλοφώνως το εγγεγραμμένον όνομα και το εγχειρίζει εις
-τον έχοντα το όνομα τούτο.</p>
-
-<p>Το πρώτον λαχόν όνομα είνε το του Βάρκε, όστις εκβάλλει κραυγήν χαράς.</p>
-
-<p>Δεύτερον, το του Φλαίπολ. </p>
-
-<p>Τρίτον, το του αρχιναύτου. </p>
-
-<p>Τέταρτον, το του Φάλστεν. </p>
-
-<p>Πέμπτον, το του Ροβέρτου Κόρτις. </p>
-
-<p>Έκτον, το του Σάνδον.</p>
-
-<p>Το ήμισυ των ονομάτων πλέον ενός, απηγγέλθησαν.</p>
-
-<p>Το εμόν δεν έλαχε. Ζητώ να υπολογήσω τας υπολειπομένας μοι πιθανότητας.
-Τέσσαρες καλαί, μία κακή.</p>
-
-<p>Αφ' ότου ο Βάρκε ανεκραύγασεν, ουδέ λέξις άλλη ηκούσθη.</p>
-
-<p>Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί το απαίσιον υπούργημά του.</p>
-
-<p>Έβδομον όνομα έλαχε το της μις Χέρμπυ, αλλ' η νεάνις δεν ανεσκίρτησε.</p>
-
-<p>Όγδοον, το εμόν. Μάλιστα! το εμόν!</p>
-
-<p>Το ένατον όνομα;</p>
-
-<p>«Λετουρνέρ!</p>
-
-<p>&nbsp;— Ποίος; ερωτά ο αρχιναύτης.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ανδρέας!» αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. </p>
-
-<p>Κραυγή ακούεται και ο Ανδρέας πίπτει αναίσθητος.</p>
-
-<p>«Εμπρός λοιπόν!» αναφωνεί μυκώμενος ο ξυλουργός Δαούλας, ού το όνομα
-υπολείπεται εν τω πίλω μετά του ονόματος του κ. Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>Και ο μεν Δαούλας παρατηρεί τον αντίπαλόν του ως θύμα όπερ θέλει να
-καταβροχθίση, αλλ' ο κ. Λετουρνέρ είνε σχεδόν μειδιών. Εισάγει την χείρα εις τον
-πίλον, εξάγει τον προτελευταίον κλήρον, τον αναπτύσσει βραδέως, και μετ'
-ευσταθείας, ήν ουδέποτε προσεδόκων παρά του ανδρός τούτου, απαγγέλλει άνευ
-ουδεμιάς αλλοιώσεως της φωνής του. το όνομα:</p>
-
-<p>«Δαούλας!»</p>
-
-<p>Ο ξυλουργός εσώθη. Ωρυγή εκφεύγει εκ του στήθους του. </p>
-
-<p>Έπειτα ο κ. Λετουρνέρ λαμβάνει τον τελευταίον κλήρον, όν ουδόλως ανοίξας
-σχίζει.</p>
-
-<p>Τεμάχιον του σχισθέντος χαρτίου έπεσεν είς τινα γωνίαν της σχεδίας, αλλ' ουδείς
-προσέχει εις αυτό. Έρπω προς τα εκεί, λαμβάνω το χαρτίον και έν τινι γωνία αυτού
-αναγινώσκω; Ανδρ. . . </p>
-
-<p>Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ εφορμά επ' εμού, μ' αρπάζει βιαίως από των χειρών το
-τεμάχιον τούτο του χάρτου, το συμπιέζει εντός των δακτύλων του, έπειτα, ατενίζων με
-μετά σοβαρότητος, το ρίπτει εις την θάλασσαν.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΝΔ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της 26 Ιανουαρίου</i>. — Καλώς ενόησα. Ο πατήρ ελάτρευε τον
-υιόν, και ουδέν άλλο έχων πλέον να τω δώση πλην της ιδίας ζωής, τω την δίδει.</p>
-
-<p>Εν τούτοις πάντες ούτοι οι πειναλέοι δεν θέλουσι να περιμένωσι πλέον. Οι
-στροφοί των σπλάγχνων των διπλασιάζονται επί τη θέα του θύματος όπερ έλαχεν
-αυτοίς. Δεν θεωρούσι πλέον τον κ. Λετουρνέρ ως άνθρωπον. Και ουδέν μεν είπον
-ακόμη, αλλ' όμως τα χείλη των προβάλλονται, οι δε αποκαλυπτόμενοι οδόντες των,
-έτοιμοι εις την βιαίαν αρπαγήν, θα κατασπαράξωσιν ως οδόντες σαρκοβόρων, μετά
-της κτηνώδους αδηφαγίας των θηρίων. Θέλουσι λοιπόν να επιπέσωσιν επί του
-θύματός των και να το καταβροχθίσωσι ζων;</p>
-
-<p>Τις θα πιστεύση ότι την στιγμήν ταύτην έκκλησις εγένετο εις το υπόλοιπον του
-ανθρωπισμού, όν έτι δύνανται να έχωσιν εν εαυτοίς, και τις θα πιστεύση μάλιστα ότι η
-έκκλησις αύτη εισηκούσθη; Ναι! Είς λόγος ανέστειλεν αυτούς καθ' ήν στιγμήν έμελλον
-να επιπέσωσι κατά του κ. Λετουρνέρ. Ο αρχιναύτης, έτοιμος να αναλάβη το έργον του
-κρεοπώλου, ο Δαούλας κρατών τον πέλεκυν, έμειναν ακίνητοι.</p>
-
-<p>Η μις Χέρμπυ προβαίνει ή μάλλον σύρεται προς αυτούς.</p>
-
-<p>«Φίλοι μου, λέγει, θέλετε να περιμείνετε μίαν ακόμη ημέραν; Μόνον μίαν! Εάν
-αύριον δεν φανή γη, εάν δεν μας συναντήση πλοίον, ο τάλας σύντροφός μας θα γίνη
-βορά σας;,,»</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0180.jpg" width="344"
-height="550"
-alt="«Φίλοι μου! περιμένετε μίαν ημέραν;. . . »"
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ως ήκουσα τας λέξεις ταύτας, ανεσκίρτησεν η καρδία μου. Μοι φαίνεται ότι η
-νεάνις αύτη ελάλησεν ως προφήτις, και ότι θεία έμπνευσις είνε η εμψυχούσα το
-ευγενές τούτο πλάσμα! Ελπίς άπειρος επανέρχεται εις την καρδίαν μου. Την παραλίαν,
-το πλοίον, η μις Χέρμπυ ίσως τα διείδεν εν τινι των υπερφυσικών εκείνων οπτασιών,
-άς ο Θεός προβάλλει ενώπιόν τινων βλεμμάτων! Ναι! Οφείλομεν να αναμείνωμεν
-μίαν έτι ημέραν. Και τι είνε μία ημέρα μεθ' όσα δεινά υπεμείναμεν;</p>
-
-<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις διανοείται όπως εγώ. Συνενούμεν τας παρακλήσεις ημών προς
-τας της μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν λαλεί εν τη αυτή εννοία, ικετεύομεν τους
-συμπλωτήρας, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τους άλλους. . . </p>
-
-<p>Οι ναύται ίστανται και ουδέ ψίθυρος ακούεται.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης ρίπτει τότε τον πέλεκύν του, έπειτα διά φωνής υποκώφου λέγει:</p>
-
-<p>«Αύριον τα 'ξημερώματα!»</p>
-
-<p>Η λέξις αύτη λέγει τα πάντα. Εάν αύριον μήτε γη φανή μήτε πλοίον, η φρικαλέα
-θυσία θα τελεσθή.</p>
-
-<p>Έκαστος νυν επανέρχεται εις την θέσιν του και δι' υπολοίπου τινός προσπαθείας
-συνέχει τας αλγηδόνας του. Οι δε ναύται κρύπτονται υπό τα ιστία, ουδέ θέλοντες να
-ίδωσι καν την θάλασσαν. Ολίγον τοις μέλει, αφ' ού θα φάγωσιν αύριον!</p>
-
-<p>Εν τούτοις ο Ανδρέας Λετουρνέρ συνελθών εις εαυτόν, ευθύς πρώτον απέβλεψε
-προς τον πατέρα του. Έπειτα βλέπω αυτόν μετρούντα τους επιβάτας της σχεδίας. . .
-Ουδείς ελλείπει. Τις λοιπόν έλαχε; Ότε ο Ανδρέας ελιποθύμησε, δύο μόνον ονόματα
-περιείχοντο εν τω πίλω, το του ξυλουργού και το του πατρός του! Αμφότεροι δε, ο τε
-κ. Λετουρνέρ και ο Δαούλας, είνε εκεί. Τότε η μις Χέρμπυ ελθούσα προς αυτόν λέγει
-απλώς ότι η κλήρωσις δεν απεπερατώθη. Ο δε Ανδρέας Λετουρνέρ δεν ερωτά
-περισσότερον. Λαμβάνει την χείρα του πατρός του, ού η όψις είνε ήρεμος, σχεδόν
-μειδιώσα. Έν δε μόνον βλέπει, έν μόνον καταλαμβάνει, ότι ο υιός του εσώθη. Τα δύο
-ταύτα όντα, τα ούτω στενώς συνδεδεμένα προς άλληλα, μεταβαίνουσιν εις την
-πρύμναν της σχεδίας και κάθηνται συνδιαλεγόμενα ταπεινή τη φωνή.</p>
-
-<p>Εν τούτοις εγώ επιμένω εις την πρώτην εντύπωσιν ήν μοι ενεποίησεν η
-παρέμβασις της νεάνιδος. Πιστεύω ως αντίληψιν της Θείας Προνοίας. Δεν θα
-ηδυνάμην δε να είπω μέχρι τίνος η ιδέα αύτη ερριζούται εν τω πνεύματί μου. Θα
-ετόλμων να βεβαιώσω ότι εγγίζομεν εις το τέρμα των δεινών ημών και δεν θα ήμην
-βεβαιότερος περί τούτου, εάν το πλοίον ή η γη ήσαν εκεί πέραν μίλια τινα από τον
-άνεμον. — Αλλ' ο εγκέφαλος μου είναι ούτω κενός, ώστε αι χίμαιραι μεταβάλλονται
-εις πράγματα.</p>
-
-<p>Λέγω προς τους κκ. Λετουρνέρ περί των προαισθήσεών μου· και ο Ανδρέας
-πέποιθεν όπως εγώ! Το ταλαίπωρον παιδίον! Και εάν είξευρεν ότι αύριον!. . . </p>
-
-<p>Ο πατήρ μ' ακροάται σοβαρώς και με παραθαρρύνει να ελπίζω. Πιστεύει δε
-ασμένως, το λέγει τουλάχιστον, ότι ο Ύψιστος θα φεισθή των επιζώντων επιβατών του
-<i>Σάνσελλορ</i>, και επιδαψιλεύει τω υιώ του θωπείας, αίτινες ως προς αυτόν είνε
-αι έσχαται.</p>
-
-<p>Έπειτα δε βραδύτερον, ότε ήμην μόνος πλησίον του κ. Λετουρνέρ κλίνει εις το ους
-μου και λέγει:</p>
-
-<p>«Σας συνιστώ το δύσμοιρον τέκνον μου. Να μη μάθη ποτέ ότι. . . »</p>
-
-<p>Και πριν αποπερατώση την φράσιν του, δάκρυα αδρά καταπίπτουσιν από των
-οφθαλμών του. . . </p>
-
-<p>Εγώ δε είμαι όλως εύελπις.</p>
-
-<p>Όθεν ουδ' επί στιγμήν αποστρέφω το βλέμμα μου και παρατηρώ τον ορίζοντα εφ'
-όλην αυτού την περίμετρον. Και είνε μεν έρημος, αλλά δεν ανησυχώ, διότι προ της
-αύριον ιστίον ή γη θα φανή που.</p>
-
-<p>Ως εγώ παρατηρεί την θάλασσαν και ο Ροβέρτος Κόρτις, η δε μις Χέρμπυ, ο
-Φάλστεν και αυτός ο αρχιναύτης συγκεντρούσιν εν τω βλέμματι αυτών την ζωήν των
-όλην.</p>
-
-<p>Εν τούτοις επέρχεται η νυξ, και όμως έχω πεποίθησιν ότι πλοίον τι θα προσεγγίση
-εν τω βαθεί τούτω σκότει, και θα ίδη τα σημεία ημών άμα τη ημέρα.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΝΕ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Τη 27 Ιανουαρίου</i>. — Δεν κλείω οφθαλμόν, ακούω δε και τους
-ελαχίστους κρότους, τον παφλασμόν του ύδατος, την βοήν των κυμάτων. Παρατηρώ
-δε ότι ουδείς πλέον καρχαρίας υπάρχει πέριξ της σχεδίας, θεωρώ δε τούτο ως οιωνόν
-άριστον.</p>
-
-<p>Ή σελήνη ανέτειλε τεσσαράκοντα έξ λεπτά μετά το μεσονύκτιον. Αλλά το
-ανεπαρκές αυτής φως δεν μοι επιτρέπει να παρατηρήσω την θάλασσαν επί ακτίνος
-εκτεταμένης. Ποσάκις ενόμισα ότι διέβλεπον ολίγας οργανιάς μακράν το
-ποθεινότατον ιστίον!</p>
-
-<p>Αλλ' ελθούσης της πρωίας, ο ήλιος ανατέλλει επί θαλάσσης ερήμην!</p>
-
-<p>Η φοβερά στιγμή ήγγικεν. Αισθάνομαι κατά μικρόν εξαλειφομένας τας χθεσινάς
-ελπίδας μου. Το πλοίον δεν φαίνεται, αλλ' ουδέ η γη, και εγώ επανέρχομαι εις την
-πραγματικότητα και ενθυμούμαι! Είνε η ώρα καθ' ήν μέλλει να εκτελεσθή απαισία
-θανατική εκτέλεσις.</p>
-
-<p>Δεν τολμώ πλέον να βλέπω το θύμα. Ότε δε οι οφθαλμοί του, οι αποδεικνύοντες
-τοσαύτην καρτερίαν, προσηλούνται επ' εμού, εγώ ταπεινώνω τους εμούς.</p>
-
-<p>Φρίκη ανυπέρβλητος συνθλίβει μου το στήθος, και η κεφαλή μου γυρίζει ως εν τη
-μέθη.</p>
-
-<p>Είνε η έκτη πρωινή ώρα, και πλέον δεν πιστεύω εις την αντίληψιν της θείας
-Προνοίας. Η καρδία μου πάλλει πλέον των εκατόν παλμών το λεπτόν και ιδρώς
-αγωνίας με περικαλύπτει όλον.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης και ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιοι, εστηριγμένοι επί του ιστού,
-εξετάζουσιν αδιαλείπτως τον Ωκεανόν. Είνε δε ο αρχιναύτης φοβερός ιδείν. Γινώσκει
-τις καλώς ότι δεν θα επιταχύνη την ώραν, αλλ' ουδέ θα την επιβραδύνη. Μοι είνε δε
-αδύνατον να μαντεύσω οποίαι τινες είνε αι εντυπώσεις του πλοιάρχου, αλλ' όμως η
-όψις του είνε πελιδνή και φαίνεται ζων διά του βλέμματος και μόνου. </p>
-
-<p>Οι δε ναύται σύρονται επί του κρηπιδώματος και διά των φλογερών οφθαλμών
-του κατατρώγουσιν ήδη το θύμα των!</p>
-
-<p>Δεν δύναμαι να σταθώ εκεί, και μεταβαίνω μέχρι της πρώρας της σχεδίας.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης είνε όρθιος έτι και παρατηρεί.</p>
-
-<p>«Τέλος πάντων!» αναφωνεί.</p>
-
-<p>Τας λέξεις ταύτας ακούσας αναπηδώ.</p>
-
-<p>Ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Φλαίπολ ο Βάρκε, ο Σάνδον προχωρούσι προς την
-πρύμναν, ο δε ξυλουργός σφίγγει σπασμωδικώς τον πέλεκυν του!</p>
-
-<p>Η μις Χέρμπυ δεν δύναται να καταστείλη κραυγήν.</p>
-
-<p>Αίφνης ο Ανδρέας ανορθούται.</p>
-
-<p>«Πάτερ μου; αναφωνεί, μετά φωνής πνιγομένης.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ο κλήρος με υπέδειξεν. . . » απεκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>Ο Ανδρέας αρπάζει τον πατέρα του εν ταις αγκάλαις του, ανακράζων μετά
-μυκηθμού.</p>
-
-<p>«Ποτέ! Σκοτώστε με καλλίτερα, σκοτώστε με! Εγώ έρριψα εις την θάλασσαν το
-πτώμα του Χόμμπαρτ! Εμέ, εμέ πρέπει να σφάξετε!» </p>
-
-<p>Ο τλήμων!</p>
-
-<p>Οι λόγοι του διπλασιάζουσι την λύσσαν των δημίων. Ο δε Δαούλας προβάς
-αποσπά αυτόν από των αγκαλών του κ. Λετουρνέρ λέγων: </p>
-
-<p>«Ας λείπουν τα πολλά πολλά!»</p>
-
-<p>Ο Ανδρέας ανατρέπεται και δύο ναύται συσφίγγουσιν αυτόν ούτως, ώστε δεν
-δύναται πλέον να κινηθή.</p>
-
-<p>Ταυτοχρόνως δε ο Φλαίπολ και ο Βάρκε αρπάζοντες το θύμα των, σύρουσιν αυτό
-προς την πρώραν της σχεδίας.</p>
-
-<p>Η φοβερά αύτη σκηνή τελείται ταχύτερον ή όσον την περιγράφω. Η φρίκη με
-προσήλωσεν επί τόπου. Ήθελον να ριφθώ μεταξύ του κ. Λετουρνέρ και των δημίων
-του, αλλά δεν δύναμαι!</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην ο κ. Λετουρνέρ ίσταται όρθιος, απωθήσας τους ναύτας οίτινες
-εξέσχισαν μέρος των ενδυμάτων του. Οι ώμοι του είνε γυμνοί.</p>
-
-<p>«Μίαν στιγμήν, λέγει προς αυτούς μετά τόνου φωνής, εν ώ αισθανόμεθα
-ζωηρότητα ακαταδάμαστον. Μίαν στιγμήν! Δεν προτίθεμαι να σας κλέψω την μερίδα
-σας. Αλλά δεν θα με καταβροχθίσετε ολόκληρον σήμερον, υποθέτω!»</p>
-
-<p>Οι ναύται ίστανται, και κατάπληκτοι βλέπουσι και ακούουσιν. Ο δε κ. Λετουρνέρ
-εξακολουθεί:</p>
-
-<p>«Είσθε δέκα. Δεν σας εξαρκούν αι δύο μου χείρες; Κόψατέ τας, και αύριον έχετε το
-υπόλοιπον!. . . </p>
-
-<p>Και ταύτα λέγων, εκτείνει τας δύο χείρας του γυμνάς. . . </p>
-
-<p>«Ναι!» ανακράζει ο διά φωνής φοβεράς ο ξυλουργός Δαούλας. </p>
-
-<p>Και ταχύς ως ο νους, υψώνει τον πέλεκυν.</p>
-
-<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηδυνήθη να βλέπη περισσότερον, ουχ ήττον δε και
-εγώ. Η σφαγή αύτη δεν θα εκτελεσθή, ζώντων ημών. Και ο μεν πλοίαρχος ερρίφθη εις
-μέσον των ναυτών, ίνα αποσπάση απ' αυτών το θύμα των, και εγώ ώρμησα εις την
-συμπλοκήν. . . αλλ' ότε έφθασα εις την πρώραν της σχεδίας, με απώθησε τις των
-ναυτών μετά σφοδρότητος και έπεσα εις την θάλασσαν. . . </p>
-
-<p>Κλείω το στόμα θέλων να αποθάνω πνιγόμενος. Αλλ' ο πνιγμός είνε ανώτερος της
-θελήσεώς μου, τα χείλη μου ανοίγουσι και βρόχθοι τινές ύδατος εισδύουσι.»</p>
-
-<p>Ύψιστε θεέ! Το ύδωρ είνε γλυκύ!</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΝΣΤ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου</i>. — Έπιον! έπιον! Αναγεννώμαι! Αίφνης
-αναζωογονούμαι! Δεν θέλω πλέον να αποθάνω!</p>
-
-<p>Κραυγάζω και αι κραυγαί μου ακούονται. Επιφαίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις επί του
-χείλους της σχεδίας, μοι ρίπτει σχοινίον, όπερ η χειρ μου δράττει. Αναρριχώμαι και
-καταπίπτω επί του κρηπιδώματος.</p>
-
-<p>Αι πρώται μου δε λέξεις είνε:</p>
-
-<p>«Νερόν γλυκύ!</p>
-
-<p>&nbsp;— Γλυκύ νερόν! αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις. Λοιπόν η γη είνε εδώ
-πλησίον!»</p>
-
-<p>Είνε έτι καιρός! Ο φόνος δεν εξετελέσθη! Το θύμα δεν εσφάγη! Ο Ροβέρτος Κόρτις
-και ο Ανδρέας είχον παλαίση κατά των καννιβάλων, αλλά καθ' ήν στιγμήν έμελλον να
-καταβληθώσι και αυτοί, ηκούσθη η κραυγή μου.</p>
-
-<p>Ο αγών καταπαύει. Επαναλαμβάνω τας λέξεις: νερόν γλυκύ! και κύψας έξω της
-σχεδίας πίνω απλήστως διά μεγάλων βρόχθων.</p>
-
-<p>Η Μις Χέρμπυ πρώτη με μιμείται. Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, οι άλλοι ορμώσι
-προς την ζείδωρον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn103'
-id='ref103'>103</a></span>]
- ταύτην πηγήν. Πας τις ποιεί το αυτό. Τα προ μικρού ανήμερα θηρία υψούσι τας
-χείρας προς τον ουρανόν, τινές δε σταυροκοπούνται ανακράζοντες ότι θαύμα εγένετο.
-Πας τις κλίνει το γόνυ επί του χείλους της σχεδίας, και πίνει μετ' αγαλλιάσεως. Η
-έκστασις διαδέχεται την δεινήν μανίαν!</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0187.jpg" width="345"
-height="550"
-alt="Και πίνομεν, πίνομεν, πίνομεν!"
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ο Ανδρέας και ο πατήρ του τελευταίοι μιμούνται ημάς. </p>
-
-<p>«Αλλά πού είμεθα; αναφωνώ.</p>
-
-<p>&nbsp;— Ολιγώτερον των είκοσι μιλίων απέχομεν της γης, αποκρίνεται ο Ροβέρτος
-Κόρτις.»</p>
-
-<p>Πάντες παρατηρούμεν αυτόν. Ο πλοίαρχος παραφρονεί; Ουδεμία ακτίς φαίνεται
-που, η δε σχεδία διατελεί κατέχουσα το κέντρον του υγρού τούτου κύκλου!</p>
-
-<p>Και όμως το ύδωρ είνε γλυκύ! Από πότε δε είνε; Αδιάφορον! Αι αισθήσεις δεν μας
-ηπάτησαν και η δίψα ημών κατεσιγάσθη.</p>
-
-<p>«Μάλιστα, η γη είνε αόρατος, αλλ' είνε εκεί! λέγει ο πλοίαρχος εκτείνων την χείρα
-προς Ζέφυρον (Δ).</p>
-
-<p>&nbsp;— Ποία γη; ερωτά ο αρχιναύτης.</p>
-
-<p>&nbsp;— Της Αμερικής, η γη όπου ρέει ο Αμαζόνειος ποταμός, ο μόνος έχων
-ρεύμα αρκούντως ισχυρόν, ώστε γλυκαίνει να ύδατα του Ωκεανού μέχρι είκοσι μιλίων
-από των εκβολών του!»</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-ΝΖ'</h4>
-
-<p>
-<br />
-&nbsp;— <i>Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου</i>. — Ο Ροβέρτος Κόρτις προδήλως έχει
-δίκαιον. Η εκβολή αύτη του Αμαζονείου ποταμού, ού το ποσόν είνε διακόσιαι
-τεσσαράκοντα χιλιάδες μέτρων κυβικών την ώραν, ό έστι τρισχιλιάκις μείζον του
-ποταμού των Παρισίων Σηκουάνα, είνε το μόνον μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού, ένθα
-ηδυνήθημεν να εύρωμεν ύδωρ γλυκύ. Η γη είνε εκεί που, το αισθανόμεθα! Ο άνεμος
-φέρει ημάς εκεί!</p>
-
-<p>Την στιγμήν ταύτην η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον ουρανόν, και προς
-την δέησιν αυτής αναμιγνύομεν τας ημετέρας.</p>
-
-<p style='text-align: center;'><br />
-<img src ="images/0188.jpg" width="345"
-height="550"
-alt="Η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον Ουρανόν."
-border="2" /><br /></p>
-
-<p>Ο Ανδρέας Λετουρνέρ είνε εν ταις αγκάλαις του πατρός του, εν τη πρύμνη της
-σχεδίας, ημείς δε οι λοιποί πάντες εν τη πρώρα παρατηρούμεν τον ορίζοντα τον προς
-Ζέφυρον (Δ). . . </p>
-
-<p>Μετά μίαν ώραν ο Ροβέρτος Κόρτις αναφωνεί:</p>
-
-<p>«Γη!»</p>
-
-<p>Το ημερολόγιον εν ώ εσημείωσα τας καθημερινάς ταύτας σημειώσεις
-συνετελέσθη. Η διάσωσις ημών εγένετο εντός ολίγων ωρών, θα διηγηθώ δε αυτήν εν
-ολίγοις.</p>
-
-<p>Η σχεδία περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας συνηντήθη κατά την άκραν
-Μαγκουρή επί της νήσου Μαραχώ. Ελεήμονες αλιείς περιέθαλψαν και εζωογόνησαν
-ημάς, έπειτα δε ωδήγησαν εις Παρά, ένθα ετύχομεν περιθάλψεων ενθερμοτάτων και
-συγκινητικωτάτων.</p>
-
-<p>Η σχεδία επροσγείωσεν εν 0° 12' βορείου πλάτους. Ερρίφθη λοιπόν δεκαπέντε
-τουλάχιστον μοίρας προς Λίβα (ΝΔ), αφ' ής ημέρας κατελίπομεν το πλοίον. Λέγω δε
-«τουλάχιστον», διότι είνε πρόδηλον ότι εδέησε να κατέλθωμεν μάλλον προς Νότον.
-Κατεπλεύσαμεν δε εις την εκβολήν του Αμαζονείου ποταμού, διότι το ρεύμα του Γελφ-
-στρημ παρέλαβε την σχεδίαν και κατήγαγεν αυτήν εκεί. Άνευ δε της συντυχίας ταύτης
-η απώλεια ημών ήτο άφευκτος.</p>
-
-<p>Εκ των δύο και τριάκοντα επιβιβασθέντων εν Κάρλεστον, τούτ' έστι εννέα
-επιβατών και είκοσι τριών ναυτών, υπελιπόμεθα πέντε μόνον επιβάται και έξ ναυτικοί,
-— εν όλω ένδεκα. Οι μόνοι επιζήσαντες εκ των του <i>Σάνσελλορ</i>. Πρακτικόν της
-διασώσεως συνετάχθη υπό των Βρασιλιανών αρχών.</p>
-
-<p>Υπέγραψαν δε: Μις Χέρμπυ, I. Ρ. Κάζαλλον, Λετουρνέρ πατήρ, Ανδρέας Λετουρνέρ,
-Φάλστεν, αρχιναύτης, Δαούλας, Βάρκε, Φλαίπολ, Σάνδον και τελευταίον Ροβέρτος
-Κόρτις πλοίαρχος.</p>
-
-<p>Οφείλω δε να προσθέσω ότι εν Παρά πάραυτα προσηνέχθησαν ημίν τα μέσα της
-εις την πατρίδα επανόδου. Πλοίον τι εκόμισεν ημάς εις Καϋένην και θα συναντήσωμεν
-την υπερατλάντειον Γαλλικήν γραμμήν του Άσπινβαλ ής το ατμόπλοιον <i>Πόλις της
-Σαιννχζαίρης</i> θα καταγάγη ημάς εις Ευρώπην.</p>
-
-<p>Και νυν μετά τοσαύτας δοκιμασίας άς από κοινού υπέστημεν, μετά τοσούτους
-κινδύνους, ούς εκ θαύματος, ούτως ειπείν, διεφύγομεν, δεν είνε φυσικόν να συνδέη
-αδιάρρηκτος φιλία τους επιβάτας του <i>Σάνσελλορ</i>; Εν οία δήποτε περιστάσει,
-όπου δήποτε μακράν η τύχη παρασύρη αυτούς, δεν είνε βέβαιον ότι ουδέποτι θα
-λησμονήσωσιν αλλήλους; Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε και θα διατελή αείποτε ών φίλος
-των εν δυστυχία εταίρων αυτού.</p>
-
-<p>Η δε μις Χέρμπυ ήθελε να αποσυρθή των εγκοσμίων, και να αφιερώση τον βίον της
-εις την περίθαλψιν των πασχόντων.</p>
-
-<p>«Αλλά και ο υιός μου δεν είνε πάσχων!,,» είπε προς αυτήν ο κ. Λετουρνέρ.</p>
-
-<p>Και η μις Χέρμπυ έχει νυν πατέρα μεν τον κ. Λετουρνέρ, αδελφόν δε τον υιόν
-αυτού Ανδρέαν. — Λέγω δε αδελφόν, αλλ' εντός ολίγου, εν τη νέα αυτής οικογενεία, η
-ισχυρά αύτη νεάνις θα εύρη την ευδαιμονίαν, ής είνε αξία, όπερ και ημείς ευχόμεθα
-αυτή εξ όλης της καρδίας.</p>
-
-<h4 style="margin-top: 5em">
-Τ Ε Λ Ο Σ</h4>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em">_____</p>
-
-<p>
-</p>
-
-<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ</p>
-
-<p>ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ</p>
-
-<p>ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ</p>
-
-<p>Έκδοσις καλλιτεχνική εις μέγα 8ον</p>
-
-<p>Κατά μετάφρασιν</p>
-
-<p>Π. I. ΦΕΡΜΠΟΥ</p>
-
-<p>Καθηγητού</p>
-
-<p>Ρωβύρος ο κατακτητής μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6</p>
-
-<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6</p>
-
-<p>Σχολή των Ροβινσώνων ή νήσος επί του Ειρην. Ωκεανού μετ' εικόνων 51 τιμάται Δρ
-6</p>
-
-<p>Ο Λαχνός ή ο αριθμός 9672 μετ' εικόνων 42 τιμάται Δρ 6</p>
-
-<p>Μεσημβρινός Αστήρ ή χώρα των αδαμάντων μετ' εικόνων 63 τιμάται Δρ 7</p>
-
-<p style="text-align: center; margin-top: 3em"> </p>
-<hr></hr>
-
-
-<p id='fn1'>1] Τρίστηλο: με τρία κατάρτια. <a href='#ref1'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn2'>2] Γόμφος: καρφί. Αν ξύλινος, ο γόμφος λέγεται καβίλια. <a href='#ref2'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn3'>3] Επίδρομος ή μετζάνα: Το τελευταίο κατάρτι του πλοίου, δηλαδή αυτό
-που βρίσκεται πιο κοντά στην πρύμνη. <a href='#ref3' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn4'>4] Εξαρτία: Τα σκοινιά και τα κατάρτια και γενικά καθετί άλλο που
-χρησιμοποιείται στο χειρισμό των ιστίων ενός ιστιοφόρου πλοίου, τα άρμενα, η
-αρμποραδούρα, κοινά αρματωσιά. <a href='#ref4' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn5'>5] Ίσαλος γραμμή: Η γραμμή που χαράζεται στις πλευρές του πλοίου,
-συνήθως στο ύψος όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια της θάλασσας — Το
-ίχνος της γραμμής που αφήνει η θάλασσα στα πλευρά του ακίνητου σκάφους.
-<a href='#ref5' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn6'>6] Επίμηλο: Η γαλέτα — ξύλινος δίσκος στην κορφή των καταρτιών και του
-ιστού της σημαίας. <a href='#ref6' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn7'>7] Άβαξ - Το σανίδωμα που αποτελεί την πρύμνη του πλοίου και είναι
-κάθετο σχεδόν προς την θάλασσα. <a href='#ref7' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn8'>8] Ναυφθορία: Ναυάγιο, βλάβη πλοίου. <a href='#ref8'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn9'>9] Τρίχαπτο: Είδος δαντέλλας. <a href='#ref9'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn10'>10] Παρακύλισμα ή μπότζι: Κίνηση του σκάφους αριστερά-δεξιά.
-<a href='#ref10' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn11'>11] Προνευστασμός ή σκαμπανέβασμα: Κίνηση του σκάφους πάνω-κάτω.
-<a href='#ref11' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn12'>12] Πολιός: ασπρομάλλης, λευκός ή ψαρός. <a href='#ref12'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn13'>13] Επίστεγο (κάσσαρο): Στα παλαιά ιστιοφόρα, υπερυψωμένο μέρος
-του καταστρώματος μεταξύ του ψηλότερου σημείου τους πρύμνης και του ιστού της
-μαΐστρας (που βρίσκεται στο κέντρο του πλοίου) στο οποίο τοποθετούνταν κατά
-κανόνα οι κοιτώνες των αξιωματικών. <a href='#ref13' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn14'>14] Ευεκτικός: έχων ευεξία. <a href='#ref14'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn15'>15] Βρενθύομαι: Υπερηφανεύομαι, κορδώνομαι. <a href='#ref15'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn16'>16] Τεώς: Παγώνι. <a href='#ref16' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn17'>17] Φυξίκεντρος: Φυγόκεντρος. Ο όρος προτάθηκε από τον Κωνσταντίνο
-Ασώπιο (1843) και επικράτησε. Ο όρος φυξίκεντρος που προτάθηκε από τον Ηρακλή
-Μητσόπουλο (1845) δεν επικράτησε. <a href='#ref17' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn18'>18] Γιγγλυμωτό: Αρθρωτό, με αρθρώσεις. <a href='#ref18'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn19'>19] Γελφ Στρημ: Gulf Stream. <a href='#ref19'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn20'>20] Δόλωνας ή γάμπια: Τετράγωνο πανί που δένεται στον ιστό της
-μαΐστρας πάνω από τη μαΐστρα. Από αυτό παίρνει το όνομα του ο άξονας ή το κομμάτι
-του σύνθετου καταρτιού που το συγκρατεί (ιστός γάμπιας ή δόλωνα). <a href='#ref20'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn21'>21] Ακάτιος ιστός: Ο πλωριός ιστός, ο πρώτος από την πλώρη. Ο
-κοντινότερος προς την πλώρη ιστός πάνω στον οποίο στηρίζεται το ακάτιο ιστίο. Στα
-μεγάλα ιστιοφόρα ονομάζεται και Τουρκέτο η Τρίγκος. <a href='#ref21'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-
-<p id='fn22'>22] Αντιμονή: (Πλέω εν αντιμονή) ελαττώνω την ταχύτητα του πλοίου,
-για την αποφυγή ζημιών από την τρικυμία: για να γίνει αυτό, το πλοίο πρέπει να
-στραφεί προς την κατεύθυνση του ανέμου, «πλέοντας την εγγυτάτη» ,και να μειώσει
-τα ιστία μόνο στα χαμηλά πανιά (ιστία θυέλλης). <a href='#ref22'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn23'>23] Οιακιστής: Πηδαλιούχος, πιλότος. <a href='#ref23'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn24'>24] Επιστήλιο: α. Τετράγωνο πανί δεμένο επάνω από αυτό του τρίγκου
-και β. το μικρό κατάρτι που αντιστοιχεί σε αυτό. <a href='#ref24'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn25'>25) Περί τα 30 μέτρα το δευτερόλεπτον. <a href='#ref25'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn26'>26] Πρότονας: Οι ανάδρομοι κι οι πρότονοι είναι σκοινιά που
-στερεώνουν τα επιστήλια των ιστών, κοινώς τα στράλια. <a href='#ref26'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn27'>27] Ανακωχεύω: Έχω τα πανιά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η λέμβος να μην
-προχωρεί αλλά μόνον να εκπίπτει. Ο χειρισμός λέγεται ανακωχή και τον
-χρησιμοποιούμε όταν πχ θέλουμε να περισυλλέξουμε ναυαγό. <a href='#ref27'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn28'>28] Τρόπις: Η Τρόπιδα ή καρένα ή καρίνα (keel) ονομάζεται το κατώτερο
-τμήμα του πλοίου που εκτείνεται σε όλο το μήκος του. <a href='#ref28'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn29'>29] Εύδιος: α. για καιρό, αίθριος, γαλήνιος, που δεν έχει σύννεφα β.
-(μτφ.) για τη ζωή ή την ψυχή κάποιου προσώπου ήσυχος, ειρηνικός. <a href='#ref29'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn30'>30] Φώσωνας (ή παπαφίγκος): Τετράγωνο ιστίο που ξεδιπλωνόταν πάνω
-από τον τρίγκο και από το αντίστοιχο επιστήλιο. <a href='#ref30'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn31'>31] (των αμπαριών μάλλον) <a href='#ref31'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn32'>32] Καθέκτης: Μπουκαπόρτα, πόρτα καταπακτής, αμπαριού.
-<a href='#ref32' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn33'>33] Ημίβρωτος: μισοφαγωμένος. <a href='#ref33'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn34'>34] Ημιολία: Τύπος ιστιοφόρου πλοίου. Οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί τον
-τύπο αυτό τον ονομάζουν "σκούνερ", εμείς από παλαιότερα "γολέτα" ή "σκούνα" ή
-"γολετόβρικο" ή "μυοπάρωνα". <a href='#ref34' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn35'>35] Παραφωτίδα: Φινιστρίνι. <a href='#ref35'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn36'>36] Οσημέραι: Από μέρα σε μέρα. <a href='#ref36'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn37'>37] Οιακοστρόφιο: Τιμόνι. <a href='#ref37' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn38'>38] Οίακας: Πηδάλιο. <a href='#ref38' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn39'>39] Διατοιχισμός: Η Διατοίχιση ή διατοιχισμός, κοινώς «μπότζι» (λέγεται
-ακόμη και «σάλος»), αφορά μορφή ταλάντωσης του πλοίου κατά τον εγκάρσιο άξονα,
-δηλαδή οι κλίσεις δεξιά και αριστερά που παίρνει το πλοίο «εξ υπαμοιβής» (=
-διαδοχικά), είτε «εν πλω» (όταν κινείται), είτε «εν όρμω» (αγκυροβολημένο). Αιτία της
-είναι είτε ο υφιστάμενος πλάγιος κυματισμός (κατάσταση θαλάσσης), είτε κυματισμός
-από το φαινόμενο της αποθαλασσίας, είτε και από άλλο παράγοντα όπως από
-κυματισμό που προκάλεσε διερχόμενο άλλο πλοίο. <a href='#ref39'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn40'>40] Σίπαρος ή Κουντρίνι: Ελαφρό τετράγωνο ιστίο που βρίσκεται πάνω
-από τον παπαφίγκο, Χρησιμοποιείται όταν ο άνεμος είναι ασθενής ή μέτριος.
-<a href='#ref40' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn41'>41] Παρίστιο ή Κουρτελάτσα: Βοηθητικό πανί με τραπεζοειδές σχήμα, το
-οποίο τοποθετείται στην άκρη κάθε αντένας για να γίνει εκμετάλλευση λιγοστού αέρα.
-<a href='#ref41' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn42'>42] Εφόλκιο: το σύνολο των επί του πλοίου μεταφερομένων λέμβων.
-<a href='#ref42' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn43'>43] Σύσπαστο: α. Στη ναυτική τέχνη διάταση ή "διάταμα" (κοινώς
-ξεθύμασμα, ή βγάλσιμο του σχοινιού) ονομάζεται το τέντωμα που επιβάλλεται να
-γίνει στα καινούργια σχοινιά μόλις παραληφθούν στο πλοίο. Τα σχοινιά εκτείνονται με
-σύσπαστα δια του βαρούλκου προκειμένου έτσι ν΄ αποκτήσουν σταθερό και μη
-αυξομειούμενο μήκος. Ιδιαίτερα παλαιότερα στα ιστιοφόρα αν δεν γινόταν αυτή η
-εργασία και χρησιμοποιούνταν τα σχοινιά ως πρότονοι, παράτονοι ή επίτονοι των
-επιστηλίων τότε επιμηκύνονταν με κίνδυνο τα επιστήλια να κοπούν. β. Επίσης, τα
-σύσπαστα και τα πολύσπαστα είναι συνδυασμός δύο τροχίλων που συνδέονται με
-σχοινί ή συρματόσχοινο και χρησιμοποιούνται για την ανύψωση μικρών ή μεγάλων
-βαρών αντίστοιχα. <a href='#ref43' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn44'>44] Ευτυχώς πάνυ: Πάνυ-»υπερθετικό -» Πολύ ευτυχώς. <a href='#ref44'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn45'>45] Δες σημείωση 22 <a href='#ref45' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn46'>46] Διπυρίτης: (άρτος) Ψωμί που ψήθηκε δύο φορές για να διατηρηθεί
-περισσότερο, παξιμάδι, γαλέτα. <a href='#ref46' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn47'>47] Επωτίδα: (καπόνια, davits) είναι μέρος του εξαρτισμού των σωσιβίων
-λέμβων και χρησιμεύουν για την καθαίρεση και την ανακρέμασή τους. <a href='#ref47'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn48'>48] Φαλαινίδα (ή Φαλαινίς) ή Κέλης (ή Κέλητας): Πρόκειται για ελαφρού
-τύπου λέμβου στενής και μακράς για χρήση ναυάρχου, κυβερνήτη ή επιτελείου.
-<a href='#ref48' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn49'>49] Επίτονοι: Ξάρτια των επιστήλιων. <a href='#ref49'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn50'>50] Θωράκιο (Κόφα ή θωράκιο ιστού): Ξύλινη πλατφόρμα, αρχικά
-κυκλική και στη συνέχεια ημικυκλική, τοποθετημένη σχεδόν στην κορυφή των
-ψηλότερων αξόνων των ιστιοφόρων, υποβασταζόμενη από πλάγιες και εγκάρσιες
-ράβδους, ώστε να συμβάλλει στη συνολική αντοχή των ιστών, παρέχοντας το
-απαραίτητο έρεισμα στα ξάρτια των ανώτερων ιστών (επιστηλίων). <a href='#ref50'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn51'>51] Τροπός: Λουρί που δένει χαλαρά το κουπί πάνω στον σκαρμό της
-βάρκας. <a href='#ref51' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn52'>52] Λιγνυώδης: καπνώδης, σκουρόχρωμος. <a href='#ref52'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn53'>53] Κορώνη: Πρύμνη. <a href='#ref53' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn54'>54] Δυοίν δε θάτερον: Ποιο από τα δύο είναι καλλίτερο; <a href='#ref54'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn55'>55] Βρόμος: ο θόρυβος του κεραυνού, της φωτιάς, του ανέμου, δυνατή
-κραυγή ή ούρλιασμα, κτλ. <a href='#ref55' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn56'>56] Ρηγμίν: αιγιαλός, το κύμα που χτυπά το γιαλό, η γραμμή του
-κύματος, η θάλασσα. <a href='#ref56' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn57'>57] ήττον: λιγότερο. <a href='#ref57' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn58'>58] Ωρική Γωνία: Η γωνία που περιλαμβάνεται μεταξύ του μεσημβρινού
-ενός τόπου επί της Γης (που προεκτεινόμενος σχηματίζει τον ουράνιο μεσημβρινό του
-τόπου) και του ωρικού κύκλου ενός αστέρος, ή η γωνία μεταξύ ενός ουράνιου
-μεσημβρινού τόπου (Γης) και του ωρικού κύκλου αστέρος. Έτσι μεταξύ των δύο αυτών
-μεσημβρινών σχηματίζεται μία γωνία η οποία και καθορίζει ανά πάσα στιγμή τη
-σχετική θέση τη γήινης και της ουράνιας σφαίρας. <a href='#ref58'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn59'>59] Επηγκενίδες (Μαδέρια): Τα μαδέρια του εξωτερικού περιβλήματος.
-<a href='#ref59' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn60'>60] Τρόχιλος: (μακαράς, μπαστέκα block) Μηχανική κατασκευή που
-χρησιμοποιείται για την μετακίνηση βαρών. Λειτουργεί ως απλό είδος μοχλού.
-<a href='#ref60' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn61'>61] Ερματισμός: Η πρόσθεσις βάρους στο κύτος σκάφους για την
-εξασφάλιση μεγαλύτερης σταθερότητας κατά την πλεύση. <a href='#ref61'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn62'>62] Η στείρα (Κοράκι) Το πάνω άκρο, της καρίνας στην πλώρη, ή
-καλύτερα η κατακόρυφη προέκταση της καρίνας στην πλώρη. <a href='#ref62'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn63'>63] Κατακλείς -είδος: μηχανισμός κλεισίματος ή ασφάλισης πορτών.
-<a href='#ref63' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn64'>64] Ουριοδρομία (πρίμα): Η πλεύση κατά την οποία δεχόμαστε τον
-άνεμο από την πρύμνη. <a href='#ref64' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn65'>65] Προνευτάζει: Δες προνευστασμός 11. <a href='#ref65'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn66'>66] Επάρτης: α. όργανο που χρησιμεύει για την ανύψωση βαρών β.
-(ναυτ.) σκοινί που περνά από τροχίλο και χρησιμοποιείται για την ανύψωση μετρίων
-βαρών, κοινά μαραβίλια. <a href='#ref66' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn67'>67] Κάρωσις: Υπνηλία, νάρκωση, λήθαργος. <a href='#ref67'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn68'>68] Πείσμα: Σκοινί με το οποίο δένουν το πλοίο στην ακτή, κάβος,
-παλαμάρι. <a href='#ref68' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn69'>69] Ταριχηρής: Παστός. <a href='#ref69' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn70'>70] Διπύρων: δες Διπυρίτης 44, <a href='#ref70'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn71'>71] Αυτόχρημα: Πραγματικά, είναι το ίδιο πράγμα με, εξισούται με.
-<a href='#ref71' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn72'>72] Πρόβολος ή Μπομπρέσο: Κατάρτι πολύ επικλινές ή οριζόντιο, στην
-ίδια κατεύθυνση του επιμήκη άξονα του σκάφους και εξέχει από την πλώρη των
-ιστιοφόρων. Πάνω του στηρίζεται και προεκτείνεται το μπαστούνι των φλόκων.
-<a href='#ref72' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn73'>73] Δυσήνιος: Αδάμαστος. <a href='#ref73' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn74'>74] Δαψιλώς: Άφθονα, πλουσιοπάροχα <a href='#ref74'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn75'>75] Διάδετον -» Διαδέτης: σχοινί με το οποίο προσδένονται μεταξύ τους
-τα άκρα άλλων σχοινιών <a href='#ref75' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn76'>76] Υποπτερνίς (Σκάντζα): Χοντρό ξύλο καρφωμένο πάνω στο εσωτρόπι.
-Φέρει εγκοπή όπου εφαρμόζει ο ιστός της λέμβου όταν την αρματώνουμε για
-ιστιοπλοΐα. <a href='#ref76' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn77'>77] Κόρος: μονάδα χωρητικότητας ή όγκου, με τον οποίο μετράται η
-ικανότητα του πλοίου να δέχεται φορτίο και επιβάτες. Ο κόρος ισοδυναμεί με χώρο
-100 αγγλικών κυβικών ποδιών ή με 2,83 κυβικά μέτρα. <a href='#ref77'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn78'>78] Βρανδεβίνο (Μπράντεβιν): Είδος ποτού <a href='#ref78'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn79'>79] Ορμιά: το σκοινί στο οποίο δένουν το αγκίστρι <a href='#ref79'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn80'>80] Σφηκίσκος: Μακρύ κομμάτι ξύλου <a href='#ref80'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn81'>81] Ολκός: Χαρακιά, αυλακιά, συρμή <a href='#ref81'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn82'>82] Δρύφακτο: Είδος ξύλινου παραπέτου. Παλαιότερα κατά μήκος του
-δρύφακτου τοποθετούνταν οι ασπίδες, ενώ αργότερα το σημείο αυτό ήταν ο χώρος
-για τους μπράντες των ναυτικών και αποτελούσε προστατευτικό κάλυμμα για την ώρα
-της μάχης. <a href='#ref82' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn83'>83] Παραβόλως: αναπάντεχα, ξαφνικά <a href='#ref83'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn84'>84] Ακηδής: αμέριμνος, αμελής, αδιάφορος <a href='#ref84'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn85'>85] Υπόπυρρα: Κοκκινωπά <a href='#ref85' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn86'>86] Τα εχμάτια: Αυτά που στερεώνουν. <a href='#ref86'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn87'>87] Εξ υπαμοιβής: Εκ περιτροπής <a href='#ref87'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn88'>88) Θερμομέτρου του Φαρενάιτ, ού 104 Βαθμοί ισοδυναμούσι προς 40
-του εκατονταβάθμου (Κελσίου). <a href='#ref88' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn89'>89] Λιπαρέω-ώ: Παρακαλώ έντονα, ικετεύω, επιμένω <a href='#ref89'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn90'>90] Ιστιοδρομία: Αγώνας ταχύτητας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων, η πορεία
-ιστιοφόρου σκάφους <a href='#ref90' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn91'>91] Πλαγιοδρομώ — Πλαγιοδρομία: Η πλεύση κατά την οποία δεχόμαστε
-τον άνεμο κατ’ ευθείαν στο πλευρό του σκάφους μας σε γωνία από 75 μέχρι 105
-μοίρες με την γραμμή της πλώρης μας. <a href='#ref91' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn92'>92] Προσηνεμώ: Είμαι στραμμένος προς τα εκεί όπου φυσά ο άνεμος.
-<a href='#ref92' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn93'>93] Αριστερήνεμον: το σκάφος που δέχεται ως προς τα πανιά του τον
-άνεμο από την αριστερή όψη, βλέποντας, από την πρύμνη προς την πλώρη. Σύμφωνα
-με τους κανόνες αποφυγής συγκρούσεων, το αριστερήνεμο σκάφος προστατεύει-
-φυλάσσει πάντοτε το δεξήνεμο. <a href='#ref93' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn94'>94] Φορός: Ευνοϊκός <a href='#ref94' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn95'>95] Ο πάρων (Βίκιον-Μπρίκι): Από το αγγλικό brig. Ιστορικό ιστιοφόρο
-του 18ου-19ου αιώνα με πολλές παρεμβάσεις των ναυτικών μας στην ελληνική εκδοχή
-του. Έφερε στην πλώρη του πρόβολο (μπαστούνι) με τρεις φλόκους. Επίσης έφερε δύο
-ιστούς, του ακατίου (δηλ. του πρώτου από την πλώρη) και της μεγίστης (δηλ. του
-δεύτερου από την πλώρη), με τετράγωνα πανιά (σταύρωσες). <a href='#ref95'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn96'>96] Το περιώμιον: Λεπτό και χωρίς μανίκια πανωφόρι που καλύπτει τους
-ώμους και την πλάτη, μπέρτα <a href='#ref96' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn97'>97] Ποδίσκος (Μπάνιο): Η κάτω πρωραία γωνία κάθε ιστίου (πανιού),
-είτε τριγωνικού είτε τραπεζοειδούς. <a href='#ref97' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn98'>98] Σπλήνιον: Κομπρέσσα <a href='#ref98' title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn99'>99] Τλήμων: Δυστυχισμένος <a href='#ref99'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn100'>100] Κατεσκληκώς: λιγνός, λεπτός, λειπόσαρκος. <a href='#ref100'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn101'>101] Απειρηκώς: Εξασθενημένος. <a href='#ref101'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn102'>102] Ασμένως: Με μεγάλη χαρά, ευχαρίστως. <a href='#ref102'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-<p id='fn103'>103] Ζείδωρος: Αυτός που δίνει ζωή, ζωογόνος <a href='#ref103'
-title='πίσω'>&#8617;</a></p>
-
-<p></p>
-
-
-
-
-
-
-
-<pre>
-
-
-
-
-
-End of the Project Gutenberg EBook of The Chancellor, by Jules Verne
-
-*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE CHANCELLOR ***
-
-***** This file should be named 40296-h.htm or 40296-h.zip *****
-This and all associated files of various formats will be found in:
- http://www.gutenberg.org/4/0/2/9/40296/
-
-Produced by Sophia Canoni
-
-Updated editions will replace the previous one--the old editions
-will be renamed.
-
-Creating the works from public domain print editions means that no
-one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
-(and you!) can copy and distribute it in the United States without
-permission and without paying copyright royalties. Special rules,
-set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
-copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
-protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
-Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
-charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
-do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
-rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
-such as creation of derivative works, reports, performances and
-research. They may be modified and printed and given away--you may do
-practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
-subject to the trademark license, especially commercial
-redistribution.
-
-
-
-*** START: FULL LICENSE ***
-
-THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
-PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
-
-To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
-distribution of electronic works, by using or distributing this work
-(or any other work associated in any way with the phrase "Project
-Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
-Gutenberg-tm License (available with this file or online at
-http://gutenberg.org/license).
-
-
-Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
-electronic works
-
-1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
-electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
-and accept all the terms of this license and intellectual property
-(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
-the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
-all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
-If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
-Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
-terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
-entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
-
-1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
-used on or associated in any way with an electronic work by people who
-agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
-things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
-even without complying with the full terms of this agreement. See
-paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
-Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
-and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
-works. See paragraph 1.E below.
-
-1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
-or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
-Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
-collection are in the public domain in the United States. If an
-individual work is in the public domain in the United States and you are
-located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
-copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
-works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
-are removed. Of course, we hope that you will support the Project
-Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
-freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
-this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
-the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
-keeping this work in the same format with its attached full Project
-Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
-
-1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
-what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
-a constant state of change. If you are outside the United States, check
-the laws of your country in addition to the terms of this agreement
-before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
-creating derivative works based on this work or any other Project
-Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
-the copyright status of any work in any country outside the United
-States.
-
-1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
-
-1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
-access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
-whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
-phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
-Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
-copied or distributed:
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org/license
-
-1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
-from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
-posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
-and distributed to anyone in the United States without paying any fees
-or charges. If you are redistributing or providing access to a work
-with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
-work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
-through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
-Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
-1.E.9.
-
-1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
-with the permission of the copyright holder, your use and distribution
-must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
-terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
-to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
-permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
-
-1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
-License terms from this work, or any files containing a part of this
-work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
-
-1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
-electronic work, or any part of this electronic work, without
-prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
-active links or immediate access to the full terms of the Project
-Gutenberg-tm License.
-
-1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
-compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
-word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
-distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
-"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
-posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
-you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
-copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
-request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
-form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
-License as specified in paragraph 1.E.1.
-
-1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
-performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
-unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
-
-1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
-access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
-that
-
-- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
- the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
- you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
- owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
- has agreed to donate royalties under this paragraph to the
- Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
- must be paid within 60 days following each date on which you
- prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
- returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
- sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
- address specified in Section 4, "Information about donations to
- the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
-
-- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
- you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
- does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
- License. You must require such a user to return or
- destroy all copies of the works possessed in a physical medium
- and discontinue all use of and all access to other copies of
- Project Gutenberg-tm works.
-
-- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
- money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
- electronic work is discovered and reported to you within 90 days
- of receipt of the work.
-
-- You comply with all other terms of this agreement for free
- distribution of Project Gutenberg-tm works.
-
-1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
-electronic work or group of works on different terms than are set
-forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
-both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
-Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
-Foundation as set forth in Section 3 below.
-
-1.F.
-
-1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
-effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
-public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
-collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
-works, and the medium on which they may be stored, may contain
-"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
-corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
-property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
-computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
-your equipment.
-
-1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
-of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
-Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
-Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
-liability to you for damages, costs and expenses, including legal
-fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
-LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
-PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
-TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
-LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
-INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
-DAMAGE.
-
-1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
-defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
-receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
-written explanation to the person you received the work from. If you
-received the work on a physical medium, you must return the medium with
-your written explanation. The person or entity that provided you with
-the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
-refund. If you received the work electronically, the person or entity
-providing it to you may choose to give you a second opportunity to
-receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
-is also defective, you may demand a refund in writing without further
-opportunities to fix the problem.
-
-1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
-in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
-WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
-WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
-
-1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
-warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
-If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
-law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
-interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
-the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
-provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
-
-1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
-trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
-providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
-with this agreement, and any volunteers associated with the production,
-promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
-harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
-that arise directly or indirectly from any of the following which you do
-or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
-work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
-Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
-
-
-Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
-
-Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
-electronic works in formats readable by the widest variety of computers
-including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
-because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
-people in all walks of life.
-
-Volunteers and financial support to provide volunteers with the
-assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
-goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
-remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
-and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
-To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
-and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
-and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
-
-
-Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
-Foundation
-
-The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
-501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
-state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
-Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
-number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
-http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
-permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
-
-The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
-Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
-throughout numerous locations. Its business office is located at
-809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
-business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
-information can be found at the Foundation's web site and official
-page at http://pglaf.org
-
-For additional contact information:
- Dr. Gregory B. Newby
- Chief Executive and Director
- gbnewby@pglaf.org
-
-
-Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation
-
-Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
-spread public support and donations to carry out its mission of
-increasing the number of public domain and licensed works that can be
-freely distributed in machine readable form accessible by the widest
-array of equipment including outdated equipment. Many small donations
-($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
-status with the IRS.
-
-The Foundation is committed to complying with the laws regulating
-charities and charitable donations in all 50 states of the United
-States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
-considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
-with these requirements. We do not solicit donations in locations
-where we have not received written confirmation of compliance. To
-SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
-particular state visit http://pglaf.org
-
-While we cannot and do not solicit contributions from states where we
-have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
-against accepting unsolicited donations from donors in such states who
-approach us with offers to donate.
-
-International donations are gratefully accepted, but we cannot make
-any statements concerning tax treatment of donations received from
-outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
-
-Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
-methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
-ways including checks, online payments and credit card donations.
-To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
-
-
-Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
-works.
-
-Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
-concept of a library of electronic works that could be freely shared
-with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
-Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
-
-
-Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
-editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
-unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
-keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
-
-
-Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
-
- http://www.gutenberg.org
-
-This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
-including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
-Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
-subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
-
-
-</pre>
-
-</body>
-</html>
-
-