diff options
Diffstat (limited to 'old/40296-h/40296-h.htm')
| -rw-r--r-- | old/40296-h/40296-h.htm | 7922 |
1 files changed, 0 insertions, 7922 deletions
diff --git a/old/40296-h/40296-h.htm b/old/40296-h/40296-h.htm deleted file mode 100644 index d77b574..0000000 --- a/old/40296-h/40296-h.htm +++ /dev/null @@ -1,7922 +0,0 @@ -<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" - "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> -<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> - -<head> - <link rel="coverpage" href="images/cover.jpg" /> -<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> -<meta name="keywords" - content="Ιούλιος Βερν, Παναγιώτης Φέρμος, Ο Σάνσελλορ" /> - -<title>Πολιτεία</title> - -<style type="text/css"> - -body { -font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; -line-height: 20px; -margin-left: 5%; -margin-right: 5%; -} - -h1 { font-size: 185%; font-weight: bold; text-align: center; } -h2 { font-size: 150%; font-weight: bold; text-align: center; } -h3 { font-size: 120%; font-weight: bold; text-align: center; } -h4 { font-size: 105%; font-weight: bold; text-align: center; } -h5 { font-size: 90%; font-weight: bold; text-align: center; } -h6 { font-size: 80%; font-weight: bold; text-align: center; } - -p{ - text-align: justify; - margin-top: 1em; - margin-bottom: 1em; -} - -hr{ - width: 65%; -} -.poem { - FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%; -} - -.sp{ - letter-spacing:3px -} - -</style> - -</head> -<body> - - -<pre> - -The Project Gutenberg EBook of The Chancellor, by Jules Verne - -This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with -almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or -re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included -with this eBook or online at www.gutenberg.org/license - - -Title: The Chancellor - -Author: Jules Verne - -Translator: Panagiotis Ferbos - -Release Date: July 22, 2012 [EBook #40296] - -Language: Greek - -Character set encoding: UTF-8 - -*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE CHANCELLOR *** - - - - -Produced by Sophia Canoni - - - - - -</pre> - - - -<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic to -monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have -been converted to endnotes and are included in (). I have also added explanation of -words in endnotes. These are included in [].// - -Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει -διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος -του βιβλίου και περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις -λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με [].</p> - -<h1>Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ</h1> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="429" -height="650" -alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p> - -<h3 style="margin-top: 5em">ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ</h3> - -<h1 style="margin-top: 5em">Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ</h1> - -<h3 style="margin-top: 2em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ -ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ</h3> - -<h4>ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ</h4> - -<h4 style="margin-top: 5em">ΘΗΣΕΥΣ Κ. ΛΙΒΕΡΙΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ</h4> - -<h5 style="margin-top: 5em">ΕΚΤΑΚΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ</h5> -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">_____</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0003.jpg" width="370" -height="550" -alt="Πρώτη σελίδα" border="2" /><br /></p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ -ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em"> -ΚΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΝ<br /> -ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">Εκδότης Θησεύς Κ. Λιβέριος</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">1892</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">_____</p> - -<h3 style="margin-top: 5em">ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ</h3> - -<p> -</p> - -<h3 style="margin-top: 5em">ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΟΥ I. Ρ. ΚΑΖΑΛΛΟΝ</h3> - -<h4 style="margin-top: 5em">Α'</h4> - -<p> -<br /> - — Κάρλεστον. — <i>Τη 27 Σεπτεμβρίου 1869.</i> — Καταλείπομεν την -προκυμαίαν του Πυροβολείου τη 3 μ.μ. . εν τη ακμή της παλιρροίας, η δε άμπωτις -εκφέρει ημάς ταχέως εις το πέλαγος. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκέλευσε να εκπετάσωσι τα -ανώτερα ιστία και τα κατώτερα, η δε πνοή του Βορρά ωθεί τον <i>Σάνσελλορ</i> ανά -τον κολπίσκον. Μετ' ου πολύ κάμπτομεν το φρούριον Σόντερ, και αφίνομεν αριστερά -τα μετωποβόλα πυροβολεία της παραλίας. Την τετάρτην ώραν το στόμιον του λιμένος, -εξ ού εκφεύγει ταχύ ρεύμα αμπώτιδος, παρέχει δίοδον εις το πλοίον. Αλλά το πέλαγος -είνε εισέτι μακράν· ίνα δε φθάσωμεν αυτό, οφείλομεν να παρακολουθήσωμεν τους -στενούς πόρους, ούς το κύμα έσκαψε μεταξύ των όχθων της άμμου. Ο πλοίαρχος -Χόντλυ εκπίπτει λοιπόν εις την ΝΔ αύλακα, κάμπτων τον φάρον της άκρας διά της -αριστεράς γωνίας του φρουρίου Σόντερ. Τότε δε τα ιστία του <i>Σάνσελλορ</i> -ηυθετίσθησαν προς τον άνεμον, και την 7 μ. μ. το πλοίον ημών, παραπλεύσαν την -εσχάτην αμμώδη άκραν της παραλίας, διά μιας εισβάλλει εις τον Ατλαντικόν.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0005.jpg" width="347" -height="550" -alt="Η πνοή του Βορρά ωθεί τον Σάνσελλορ . . . (σελ. 1)" border="2" /> -<br /></p> - -<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i>, εύμορφον πλοίον τρίστηλον [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>] -, ενεακοσίων τόννων, ανήκει τω πλουσίω οίκω των Αδελφών Ληρδ εκ Λιβερπούλης. -Είνε δύο ετών, έχει επιχάλκωσιν μετά γόμφων [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>] - χαλκών και είνε ηρμολογημένον εξ αρίστης ξυλείας των Ινδιών· οι κατώτεροι αυτού -ιστοί, πλην του επιδρόμου [<span style='font-size: small;'><a href='#fn3' -id='ref3'>3</a></span>] -, είνε σιδηροί ως και η εξαρτία [<span style='font-size: small;'><a href='#fn4' -id='ref4'>4</a></span>] -. Το στερεόν τούτο και κομψόν σκάφος, καταγεγραμμένον εκ των πρώτων εν τω -<i>Νηιγνώμονι</i>, εκτελεί την στιγμήν ταύτην τον τρίτον αυτού πλουν μεταξύ -Κάρλεστον και Λιβερπούλης. Εξερχόμενον των πόρων του Κάρλεστον αναπεταννύει -την βρεττανικήν σημαίαν αλλ' όμως ναυτικός τις βλέπων αυτό δεν θα ηδύνατο να -απατηθή περί της καταγωγής του, είνε ακριβώς οποίον φαίνεται, τούτ' έστιν είνε -Αγγλικόν από της ισάλου αυτού γραμμής [<span style='font-size: small;'><a href='#fn5' -id='ref5'>5</a></span>] - μέχρι των επιμήλων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn6' -id='ref6'>6</a></span>] -.</p> - -<p>Ιδού δε ο λόγος δι' όν επεβιβάσθην επί του <i>Σάνσελλορ</i> καταπλέοντος εις -Αγγλίαν.</p> - -<p>Ουδεμία υπάρχει κατ' ευθείαν ατμοπλοϊκή γραμμή μεταξύ της Νοτίου Καρολίνης -και του Ηνωμένου βασιλείου· ίνα δε λάβη τις γραμμήν υπερωκεάνειον, οφείλει είτε να -ανέλθη προς βορράν των Ηνωμένων Πολιτειών, εις Νέαν Υόρκην, είτε να κατέλθη προς -νότον, εις Νέαν Αυρηλίαν. Μεταξύ δε της Νέας Υόρκης και της παλαιάς ηπείρου -υπάρχουσι πολλαί γραμμαί, Αγγλική, Γαλλική, Αμβουργική και μία <i>Σκωτία</i>, είς -<i>Περέρ</i>, μία <i>Ολσατία</i> θα με έφερον τάχιστα εις τον προς όν όρον. Μεταξύ -δε Νέας Αυρηλίας και Ευρώπης τα ατμόπλοα της <i>Εθνικής ατμοπλοϊκής -Εταιρείας</i>, άτινα συνεχίζουσι την υπερατλάντειον Γαλλικήν από Κολόν μέχρι -Ασπινουάλ, εκτελούσι ταχείς πλους. Αλλά διατρέχων τας προκυμαίας του Κάρλεστον -είδον τον <i>Σάνσελλορ</i>· Ο <i>Σάνσελλορ</i> μοι ήρεσε και ουκ οίδα οποίον τι -ένστιγμά με ώθησεν εις το πλοίον τούτο, ού τινος τα πάντα ήσαν άνετα. Άλλως τε η -ιστιοφόρος ναυτιλία όταν ευνοήται υπό τε του ανέμου και της θαλάσσης — ταχεία -σχεδόν όσον και η ατμήρης — είνε προτιμητέα κατά πάντα: Αρχομένου του -φθινοπώρου, υπό τα γεωγραφικά ταύτα πλάτη, τα νότια ήδη, ο καιρός είνε ακόμη -καλός. Λοιπόν απεφάσισα να επιβιβασθώ επί του <i>Σάνσελλορ</i>.</p> - -<p>Καλώς εποίησα ή κακώς; Άρα γε θα μετανοήσω διά την απόφασίν μου; Το μέλλον -θα με το διδάξη. Συντάσσω καθ' ημέραν τας σημειώσεις ταύτας, και καθ' ήν στιγμήν -γράφω, δεν ειξεύρω περισσότερα των αναγινωσκόντων το ημερολόγιον τούτο, — αν -ίσως και εύρη ποτέ αναγνώστας.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em">Β'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>28 Σεπτεμβρίου</i>. — Είπον ότι ο πλοίαρχος του <i>Σάνσελλορ</i> -επονομάζεται Χόντλυ — τα κύρια δε ονόματα αυτού Τζων Σάιλας. Είνε Σκώτος εκ -Δούνδης, πεντηκοντούτης, φημιζόμενος ως επιδέξιος του Ατλαντικού γνώστης. -Ανάστημα έχει μέτριον, ώμους στενούς, κεφαλήν μικράν και εκ συνηθείας ολίγον τι -κεκλιμένην προς αριστερά. Δεν είμαι πρώτης τάξεως φυσιογνώμων, μοι φαίνεται -όμως ότι δύναμαι ήδη να κρίνω τον πλοίαρχον Χόντλυ, ει και από τινων μόνον ωρών -γινώσκω αυτόν.</p> - -<p>Ότι ο Σάιλας Χόντλυ φημίζεται ως καλός ναυτικός και ότι γινώσκει εντελώς το -επάγγελμά του, δεν αντιλέγω· αλλ' ότι όμως ενυπάρχει εν τω ανθρώπω τούτω -χαρακτήρ σταθερός, δραστηριότης φυσική τε και ηθική, ουχί! τούτο δεν είνε -παραδεκτόν.</p> - -<p>Και όντως, η στάσις του πλοιάρχου Χόντλυ είνε βαρεία, το δε σώμα του εμφαίνει -τινά ατονίαν. Είνε νωχελής, ως δηλοί το ασταθές του βλέμματός του, η παθητική των -χειρών του κίνησις, και η ταλάντωσις η φέρουσα αυτόν βραδέως από του ετέρου -ποδός εις τον έτερον. Δεν είνε, δεν δύναται να είνε ανήρ δραστήριος, ουδέ επίμονος, -διότι οι οφθαλμοί του δεν συσπώνται, η σιαγών του είνε μαλακή, και αι πυγμαί του -δεν έχουσι συνήθη τάσιν να κλείωνται. Προς δε τούτοις ανευρίσκω εν αυτώ ήθος -αλλόκοτον, περί ού δεν δύναμαι ακόμη να εξηγηθώ, αλλά θα τον παρατηρήσω μετά -προσοχής, ής είνε άξιος ο κυβερνήτης πλοίου, ο καλούμενος «ο μετά Θεόν -κύριος!»</p> - -<p>Αλλ' όμως, αν μη απατώμαι, μεταξύ Θεού και Σάιλα Χόντλυ υπάρχει εν τω πλοίω -έτερος ανήρ, όστις μου φαίνεται προωρισμένος, τυχούσης περιστάσεως, να καταλάβη -θέσιν αξίαν λόγου. Είνε ο δεύτερος του <i>Σάνσελλορ</i>, όν ακόμη δεν εσπούδασα -επαρκώς και περί ού επιφυλάσσομαι να λαλήσω βραδύτερον.</p> - -<p>Το πλήρωμα του <i>Σάνσελλορ</i> αποτελείται εκ του πλοιάρχου Χόντλυ, του -δευτέρου Ροβέρτου Κόρτις, του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του αρχιναύτου και -δεκατεσσάρων ναυτών, Άγγλων ή Σκώτων, τούτ' έστιν εκ δεκαοκτώ ναυτικών, — όσοι -εξασκούσιν εις τον χειρισμόν πλοίου τριστήλου ενεακοσίων τόνων. Πάντες δε οι -άνδρες ούτοι φαίνονται γινώσκοντες το έργον των. Τούτο δε μόνον δύναμαι να -βεβαιώσω μέχρι τούδε ότι, διευθύνοντος του δευτέρου, εξετέλεσαν επιδεξίως τους -χειρισμούς εν τοις πόροις του Κάρλεστον.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0012.jpg" width="353" -height="550" -alt="ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΚΟΡΤΙΣ, ο δεύτερος πλοίαρχος." border="2" /><br /></p> - -<p>Συμπληρών την απαρίθμησιν των επιβαινόντων του <i>Σάνσελλορ</i>, αναφέρω -τον τροφοδότην Χόμμπαρτ, τον μαύρον μάγειρον Γύγξτροπ, και παρέχω τον κατάλογον -των επιβατών.</p> - - -<p>Οι επιβάται είνε οκτώ τον αριθμόν και εμού συμπεριλαμβανομένου. Μόλις -γινώσκω αυτούς, αλλ' η μονοτονία του διάπλου, τα συμβαίνοντα καθ' εκάστην, ο -καθημερινός διαγκωνισμός ανθρώπων συνεσφιγμένων εν διαστήματι στενώ, η χρεία -εκείνη η τοσούτον φυσική της ανταλλαγής ιδεών, η έμφυτος τη ανθρωπίνη καρδία -περιεργία, πάντα ταύτα θα προσελκύσωσι μετ' ου πολύ πάντας ημάς προς αλλήλους, -διότι μέχρι τούδε ο θόρυβος της επιβιβάσεως, η κατάληψις των θαλάμων, η -διευθέτησις πάντων των χρειωδών εις ταξείδιον μέλλον να διαρκέση είκοσιν ίσως -ημέρας μέχρι είκοσι πέντε, ασχολίαι διάφοροι, εκράτησαν ημάς απομεμακρυσμένους -απ' αλλήλων. Χθες δε και σήμερον πάντες οι δαιτυμόνες ουδέ καν εφάνησαν ακόμη -εις την τράπεζαν, ίσως δε τινες αυτών κατατρύχονται υπό της ναυτίας. Όθεν δεν τους -είδον πάντας, αλλά γινώσκω όμως ότι μεταξύ των επιβατών συγκαταριθμούνται δύο -κυρίαι έχουσαι τους πρυμναίους θαλάμους, ών τα παράθυρα ήσαν επί του άβακος -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn7' id='ref7'>7</a></span>] - του πλοίου.</p> - -<p>Περί πλέον ιδού και ο κατάλογος των επιβατών απαράλλακτος ως τον αντέγραψα -εκ του επιβατολογίου του <i>Σάνσελλορ</i>:</p> - -<p>Ο Κος και η Κα Κηρ, Αμερικανοί, εκ Βουφφάλου.</p> - -<p>Μις Χέρμπυ, Αγγλίς, ακόλουθος της Κας Κηρ.</p> - -<p>Κος Λετουρνέρ και ο υιός του Ανδρέας Λετουρνέρ, Γάλλοι, εκ Χάβρης.</p> - -<p>Ουίλλιαμ Φάλστεν, μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, και Τζων Ρώμπυ μεγαλέμπορος εκ -Κάρδιφ, αμφότεροι Άγγλοι.</p> - -<p>Ι. Ρ. Κάζαλλον, εκ Λονδίνου, — ο συγγραφεύς του ημερολογίου τούτου.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0013.jpg" width="348" -height="550" -alt="Οι επιβάται του Σάνσελλορ." border="2" /><br /></p> - -<h4 style="margin-top: 5em">Γ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>29 Σεπτεμβρίου</i>. — Η φορτωτική του πλοιάρχου Χόντλυ, τούτ' έστιν η -πράξις η βεβαιούσα την φόρτωσιν των εμπορευμάτων επί του <i>Σάνσελλορ</i> και -τους όρους της μεταφοράς αυτών, έχει ώδε:</p> - -<p> -<br /> -ΒΡΟΝΣΦΙΛΔ ΚΑΙ ΣΑ. . ΠΑΡΑΓΓΕΛΕΙΟΔΟΧΟΙ ΚΑΡΛΕΣΤΟΝ</p> - -<p> -<br /> -«Εγώ, Τζων Σάιλας Χόντλυ, εκ Σούνδης (Σκωτία), πλοίαρχος του πλοίου -<i>Σάνσελλορ</i>, τόνων ενεακοσίων ή ως έγγιστα, ηγκυροβολημένον επί του -παρόντος εν Κάρλεστον, διά να αποπλεύσω καιρού επιτρέποντος και με την βοήθειαν -του Θεού και μέχρι προ της πόλεως Λιβερπούλης εκεί όπου θα εκφορτώσω, — -ομολογώ ότι παρέλαβον εν τω ειρημένω πλοίω μου και υπό το ελεύθερον αυτού -κατάστρωμα παρ' υμών των κκ. Βρόνσφιλδ και Σα, παραγγελειοδόχων εν Κάρλεστον, -χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, αξίας εικοσιέξ χιλιάδων λιρών, σώα και εν καλή -καταστάσει, επιγεγράμμένα διά των εν τω περιθωρείω στοιχείων και αριθμών. Ταύτα -δε υπισχνούμαι να κομίσω καλώς έχοντα, πλην των θαλασσίων κινδύνων και -ατυχημάτων, εις Λιβερπούλην, και εκεί να παραδώσω αυτά εις τους κκ. Αδελφούς -Ληρδ ή εις την διαταγήν αυτών, λαμβάνων ως ναύλον μου το ποσόν δισχιλίων λιρών, -άνευ τινός προσθήκης, κατά το συμφωνητικόν, προς δε τούτοις και τας ναυφθορίας -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn8' id='ref8'>8</a></span>] - κατά τα θαλάσσια έθιμα. Προς εκπλήρωσιν δε των ανωτέρω εγγυήθην και εγγυώμαι -προσωπικώς και διά των υπαρχόντων μου και του ειρημένου πλοίου μετά πάντων των -εξαρτημάτων αυτού.</p> - -<p>»Εις πίστωσιν τούτου υπέγραψα τρεις ομοίας φορτωτικάς, εξ ών της μιας των -όρων εκπληρωθέντων, αι λοιπαί δύο θα είνε άκυροι.</p> - -<p>» Εγένετο εν Κάρλεστον τη 13 Σεπτεμβρίου 1850.</p> - -<p style="text-align: right;">Τ. Σ. ΧΟΝΤΛΥ»</p> - -<p>Όθεν λοιπόν ο <i>Σάνσελλορ</i> κομίζει εις Λιβερπούλην χίλια επτακόσια δέματα -βάμβακος, ών αποστολείς μεν οι Βρόνσφιλδ και Σα εν Κάρλεστον, παραλήπται δε οι -Αδελφοί Ληρδ εκ Λιβερπούλης.</p> - -<p>Η φόρτωσις δε αύτη εγένετο μετά μεγίστης επιμελείας, διότι το πλοίον είχεν -εξεπίτηδες ναυπηγηθή προς μεταφοράν βάμβακος. Τα δέματα κατέχουσιν όλον το -κύτος, πλην μικρού τινος μέρους προωρισμένου ιδία εις τας αποσκευάς των επιβατών. -Τα δέματα δε ταύτα, ών η συμπίεσις κατωρθώθη διά μηχανής, αποτελούσι μίαν μάζαν -συμπαγεστάτην. Λοιπόν ουδείς τόπος του κύτους έμεινεν άχρηστος, — πλεονέκτημα -σημαντικόν εις πλοίον δυνάμενον ούτω να περιλάβη όσα χωρεί εμπορεύματα.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em">Δ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 30 Σεπτεμβρίου μέχρι της 6 Οκτωβρίου</i>. — Ο -<i>Σάνσελλορ</i> είνε ταχύς δρομεύς, όστις παν άλλο ισομέγεθες πλοίον ακόπως [δεν -θα] ηδύνατο να υπερβή· αφ' ότου δ' εδρόσισεν ο άνεμος, μακρά αύλαξ ευκρινέστατα -κεχαραγμένη εκτείνεται έξω βολής οφθαλμών εκ της πρύμνης, ως λευκόν τρίχαπτον -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn9' id='ref9'>9</a></span>] - ηπλωμένον επί της θαλάσσης, ως επί πεδίου κυανού.</p> - -<p>Ο Ατλαντικός Ωκεανός δεν ταράσσεται πολύ υπό των ανέμων. Ουδείς των εν τω -πλοίω, καθ' όσον γινώσκω, ενοχλείται πλέον ούτε υπό του παρακυλίσματος [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn10' id='ref10'>10</a></span>] - του πλοίου ούτε υπό του προνευστασμού [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn11' id='ref11'>11</a></span>] -. Άλλως τε ουδείς των επιβατών είνε πρωτοτάξειδος, και πάντες έχουσι κατά το -μάλλον ή ήττον εξοικειωθή προς την θάλασσαν. Όθεν ουδεμία θέσις κενή πέριξ της -τραπέζης την ώραν του φαγητού. <br /> - <br /> -Αι των επιβατών προς αλλήλους σχέσεις άρχονται συναπτόμεναι, και ο επί του πλοίου -βίος γίνεται ήττον μονότονος. Ο Γάλλος, κ. Λετουρνέρ, και εγώ συνδιαλεγόμεθα -συχνάκις.</p> - -<p>Ο κ. Λετουρνέρ είνε ανήρ πεντηκοντούτης, υψηλός το ανάστημα, πολιός [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn12' id='ref12'>12</a></span>] - την κόμην, και το γένειον μιξοπόλιος, φαίνεται δε πρεσβύτερος της ηλικίας του — -αποτελέσματα του πολυπαθούς βίου του. Υπό δεινών εδοκιμάσθη θλίψεων και, -προσθέτω, δοκιμάζεται ακόμη. Ο ανήρ ούτος φέρει προδήλως εν εαυτώ πηγήν -ακένωτον δυσθυμίας, ως φαίνεται εκ του καταβεβλημένου πως σώματός του, εκ της -κεφαλής της συχνότατα κεκλιμένης προς το στήθος. Ουδέποτε γελά, μειδιά μόλις, και -μόνον προς τον υιόν του. Οι οφθαλμοί του είνε γλυκείς, αλλά μοι φαίνεται ότι το -βλέμμα του διαφαίνεται διά μέσου σκέπης υγράς. Το πρόσωπόν του ενέχει τι μετέχον -πικρίας και αγάπης, η δε καθ' όλου έκφρασις της φυσιογνωμίας του είνε έκφρασις -προσηνείας και αγαθότητος.</p> - -<p>Θα έλεγέ τις ότι ο κ. Λετουρνέρ κατατρύχεται υπό των ελέγχων της συνειδήσεως, -ένεκα ακουσίου τινός δυστυχήματος.</p> - -<p>Και όντως!</p> - -<p>Αλλά τις δεν θα συγκινηθή βαθύτατα μανθάνων οποίοι τινες είνε οι έλεγχοι ούτοι -οι υπερβολικοί, βεβαίως, ών ένεκα ο «πατήρ» ούτος ελέγχει αυτός εαυτόν;</p> - -<p>Ο κ. Λετουρνέρ είνε μετά του υιού του Ανδρέου, νεανίου είκοσι περίπου ετών -όψεως γλυκείας και συμπαθητικής. Είνε δε η εικών, ολίγον τι εσβεσμένη, του κ. -Λετουρνέρ, αλλά — και αύτη είνε η ανίατος του πατρός του λύπη — ο Ανδρέας είνε -ανάπηρος. Ο αριστερός αυτού πους, ελεεινώς διεστραμμένος προς τα έξω, τον -αναγκάζει να χωλαίνη, και δεν δύναται να βαδίζη, αν μη στηρίζεται επί της ράβδου -του.</p> - -<p>Ο πατήρ λατρεύει το παιδίον τούτο και πας τις αισθάνεται ότι όλος αυτού ο βίος -είνε εν τη ατυχή ταύτη υπάρξει. Πάσχει διά την εκ γενετής ασθένειαν του υιού έτι -μάλλον ή αυτός ο υιός, και ίσως ζητεί παρ' αυτού συγγνώμην. Η προς τον Ανδρέαν -αφοσίωσις αυτού είνε αδιάλειπτος. Ουδέποτέ τον εγκαταλείπει, και τας ελαχίστας -αυτού επιθυμίας προλαμβάνων και τας ελαχίστας πράξεις επιτηρών. Οι βραχίονές του -ανήκουσι μάλλον τω υιώ ή εαυτώ και περιβάλλουσι και υποβαστάζουσι τον νεανίαν -περιπατούντα επί του καταστρώματος του <i>Σάνσελλορ</i>. </p> - -<p>Ο κ. Λετουρνέρ είνε ιδία μάλλον συνδεδεμένος μετ' εμού και αείποτέ μοι ομιλεί -περί του τέκνου του.</p> - -<p>Σήμερον είπον προς αυτόν:</p> - -<p>«Τώρα δα ήμην μετά του κ Ανδρέα. Μα έχετε αξιόλογον υιόν, κύριε Λετουρνέρ. -Είνε νέος ευφυής και ευπαίδευτος.</p> - -<p> — Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, ου τα χείλη -υποχαράσσουσι μειδίαμα, είνε ψυχή καλή εν αθλίω σώματι, — η ψυχή της ταλαίνης -μητρός του, ήτις απέθανε φέρουσα αυτόν εις τον κόσμον!</p> - -<p> — Σας αγαπά, κύριε Λετουρνέρ.</p> - -<p> — Αι, το καϊμένον! ψιθυρίζει ο κ. Λετουρνέρ κύπτων την κεφαλήν. Α! -επαναλαμβάνει, υμείς δεν δύνασθε να νοήσετε τι πάσχει ο πατήρ βλέπων το τέκνον -του ανάπηρον. . . ανάπηρον εκ γενετής!</p> - -<p> — Κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην, της συμφοράς ήτις έπληξε το τέκνον σας -και, κατ' ακολουθίαν, υμάς, δεν μετέχει εξ ίσου έκαστος υμών. Ο κύριος Ανδρέας είνε -αξιολύπητος, αναμφιβόλως· αλλ' όμως ολίγον είνε εις αυτόν το να αγαπάται υφ' -υμών, όπως αγαπάται; Ασθένειαν φυσικήν υπομένει ο άνθρωπος ευκολώτερον ή -λύπην ηθικήν, εις υμάς δε μάλιστα έλαχεν η ηθική λύπη. Παρατηρώ μετά προσοχής -τον υιόν σας, και νομίζω ότι δύναμαι να διαβεβαιώσω, ότι, αν είνε πράγμα όπερ ιδία -τον λυπεί, είνε η ιδία υμών θλίψις. . . </p> - -<p> — Δεν τον αφίνω να καταλάβη τίποτε! απεκρίθη ζωηρώς ο κ. Λετουρνέρ. -Μίαν και μόνην έχω ενασχόλησιν, να τον διασκεδάζω κατά πάσαν στιγμήν του βίου -του. Ανεγνώρισα δε ότι, παρά την ασθένειάν του, το τέκνον μου είχε μανίαν εις τα -ταξείδια. Το πνεύμα του έχει πόδας, πτερά μάλιστα, και από πολλών ετών -συνταξειδεύομεν. Επεσκέφθημεν όλην την Ευρώπην, κατά πρώτον, και προ μικρού -διήλθομεν τας κυριωτάτας Πολιτείας της Ενώσεως. Εγώ αυτός εξεπαίδευσα τον -Ανδρέαν, διότι δεν ήθελον να τον στείλω εις σχολείον, και την εκπαίδευσίν του ταύτην -συμπληρώ διά των περιηγήσεων. Ο Ανδρέας είνε κεκοσμημένος δι' οξείας διανοίας -και ζωηράς φαντασίας· είνε ευαίσθητος, και ενίοτε μετά χαράς συλλογίζομαι ότι -λησμονεί, περιπαθώς διακείμενος προ των μεγάλων θεαμάτων της φύσεως!</p> - -<p> — Μάλιστα, κύριε. . . . αναμφιβόλως. . . . είπον.</p> - -<p> — Αλλ' εάν λησμονή, υπέλαβεν ο κ. Λετουρνέρ θλίβων μου την χείρα, εγώ -όμως δεν λησμονώ, ουδέ θα λησμονήσω ποτέ! Κύριε, κύριε, νομίζετε ότι ο υιός μου -συγχωρεί την μητέρα του και εμέ διότι τον εγεννήσαμεν ασθενή;»</p> - -<p>Η λύπη του πατρός τούτου κατηγορούντος εαυτόν διά δυστύχημα, ού η ευθύνη -ουδένα εβάρυνε, με καταλυπεί δεινώς! Θέλω να τον παρηγορήσω, αλλ' επιφαίνεται ο -υιός του την στιγμήν εκείνην. Ο κ. Λετουρνέρ τρέχει προς αυτόν και τον βοηθεί να -αναβή την κλίμακα, ολίγον τι ορθίαν, την καταλήγουσαν εις το επίστεγον [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn13' id='ref13'>13</a></span>] -.</p> - -<p>Εκεί δε ο Ανδρέας Λετουρνέρ κάθηται επί τινος των θρανίων των διατεθειμένων -επί των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτώ κάθηται ο πατήρ. Αμφότεροι -συνδιαλέγονται, και εγώ αναμιγνύομαι εις την συνδιάλεξιν. Το υποκείμενον δε της -συνδιαλέξεως είνε ο πλους του <i>Σάνσελλορ</i>, αι περιπέτειαι του ταξειδίου, το -πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου. Ο κ. Λετουρνέρ είχεν, ως και εγώ, μετρίαν γνώμην -περί του πλοιάρχου Χόντλυ. Το αμφίρροπον του ανδρός τούτου, η υπναλέα αυτού -όψις, αηδώς εκίνησαν την ψυχήν του. Η γνώμη του κ Λετουρνέρ είνε τουναντίον -ευνοϊκωτάτη προς τον δεύτερον πλοίαρχον, τον Ροβέρτον Κόρτις, νέον τριακοντούτη, -ευεκτικόν [<span style='font-size: small;'><a href='#fn14' id='ref14'>14</a></span>] -, μυικής δυνάμεως μεγάλης, αείποτε εν κινήσει διατελούντα, και ού τινος η ζωηρά -θέλησις φαίνεται αδιαλείπτως ετοίμη διά πράξεων να εκδηλωθή.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις την στιγμήν ταύτην ανήλθεν εις το κατάστρωμα. Τον παρατηρώ -μετά προσοχής και εκπλήττομαι εκ των συμπτωμάτων, άτινα εμφαίνουσι την ισχύν -αυτού και την ζωικήν ανάπτυξιν. Είνε εκεί, ευθυτενής, ευκίνητος, υπερήφανος το -βλέμμα και μόλις συσπών τους οφρυαίους μυς. Είνε ανήρ δραστήριος και θα έχη το -απαθές εκείνο θάρρος το απαραίτητον εις τον αληθή ναυτικόν.</p> - -<p>Αλλ' εν ταυτώ είνε ψυχή αγαθή, διότι φαίνεται συμπαθών προς τον νέον -Λετουρνέρ και προθυμείται να τω φανή χρήσιμος εν πάση περιστάσει.</p> - -<p>Εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν του πλοίου, έρχεται -προς ημάς και μετέχει της συνδιαλέξεως.</p> - -<p>Βλέπω δε ότι ο νέος Λετουρνέρ ευαρεστείται συνομιλών μετ' αυτού.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις δίδει ημίν λεπτομερείς τινας πληροφορίας περί των επιβατών -προς ούς ατελεστάτας έτι σχέσεις έχομεν συνάψη.</p> - -<p>Και ο μεν Μίστερ και η Μίσσιζ Κηρ είνε Αμερικανοί εκ της Βορείου Αμερικής, -ωφεληθέντες μεγάλως εκ της καλλιεργείας πηγών πετρελαιοφόρων. Γνωστόν όντως -ότι αύτη είνε η αρχή των νεωτέρων μεγάλων περιουσιών εν ταις Ηνωμέναις -Πολιτείαις. Αλλ' ο κύριος ούτος Κηρ, ανήρ πεντηκοντούτης, φαινόμενος ως πλουτήσας -μάλλον ή ως πλούσιος, είνε οχληρός ομοτράπεζος, ουδέν άλλο επιζητών και θέλων, ή -τας αναπαύσεις του. Ήχος μεταλλικός εξέρχεται κατά πάσαν στιγμήν εκ των θυλακίων -του, εν οίς αι δύο του χείρες είνε αδιαλείπτως βεβυθυσμέναι. Αλαζών και μάταιος, -θαυμάζων εαυτόν και καταφρονών τους άλλους, προοσποιείται αδιαφορίαν προς παν -ό τι δεν είνε εαυτού. Βρενθύεται [<span style='font-size: small;'><a href='#fn15' -id='ref15'>15</a></span>] - ως ταώς [<span style='font-size: small;'><a href='#fn16' id='ref16'>16</a></span>] -, «οσφραίνεται εαυτόν, εντρυφά εαυτώ, απογεύεται εαυτόν», ίνα μεταχειρισθώμεν -τους όρους του σοφού φυσιογνώμονος Γρατιολέτου. Τέλος είνε μωρός και φίλαυτος. -Δεν εξηγούμαι δε διατί επεβιβάσθη επί του <i>Σάνσελλορ</i>, απλού εμπορικού -πλοίου, όπερ δεν δύναται να παράσχη αυτώ τας ανέσεις των Υπερατλαντείων -σκαφών.</p> - -<p>Η δε μίσσιζ Κηρ είνε γυνή άσημος, νωχελής, αδιάφορος, τεσσαρακοντούτις, -αφυής, άνευ αναγνώσεως, άνευ συνδιαλέξεως. Κυττάζει μεν, αλλά δεν βλέπει, -ακροάται, αλλά δεν ακούει. Σκέπτεται; δεν δύναμαι να το βεβαιώσω.</p> - -<p>Μόνη ασχολία της γυναικός ταύτης είνε να υπηρετήται κατά πάσαν στιγμήν υπό -της ακολούθου αυτής Αγγλίδος μις Χέρμπυ, νεάνιδος εικοσαέτιδος γλυκείας και -πράου, κερδαινούσης άνευ ταπεινώσεως τας ολίγας τινάς λίρας άς τη ρίπτει ο -βαθύπλουτος Πετρέλαιος.</p> - -<p>Η νεάνις αυτή είνε κομψοτάτη, και ξανθή μετά βαθυκυάνων οφθαλμών, η δε -χαρίεσσα αυτής όψις δεν έχει το άσημον εκείνο όπερ απαντά παρά τισι των ομοφύλων -αυτής. Το στόμα της θα ήτο θελκτικόν, εάν είχε ποτε καιρόν ή αφορμήν να μειδιάση. -Αλλά προς τίνα και διατί ήθελε μειδιάση η τάλαινα κόρη, υποκειμένη εις τας -αδιαλείπτους προσβολάς και τας γελοίας ιδιοτροπίας της κυρίας; Αλλ' όμως ει και -πάσχει ενδομύχως, υποτάσσεται, τουλάχιστον, και φαίνεται υπείκουσα εις την τύχην -της.</p> - -<p>Ο δε Ουίλλιαμ Φάλστεν είνε μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, έχων ήθος αγγλικώτατον. -Διευθύνει μέγα υδραυλικόν εργαστήριον εν τη Μεσημβρινή Καρολίνη και απέρχεται -εις Ευρώπην αναζητών τας νεωτάτας συσκευάς, και πλην άλλων τους μύλους μετά -φυξικέντρου [<span style='font-size: small;'><a href='#fn17' id='ref17'>17</a></span>] - δυνάμεως του οίκου Κάιλ. Είνε δε ανήρ τεσσαράκοντα πέντε ετών, τρόπον τινά σοφός -τις, μόνον αυτού μέλημα έχων τας μηχανάς και απορροφώμενος υπό της μηχανικής -και των υπολογισμών· πέρα δε τούτων δεν βλέπει τίποτε. Ο μετ' αυτού -συνδιαλεγόμενος είνε των αδυνάτων να απαλλαχθή ευκόλως, περιπλέκεται όλος ως εν -τροχώ γιγγλυμωτώ [<span style='font-size: small;'><a href='#fn18' -id='ref18'>18</a></span>] -.</p> - -<p>Ό δε κυρ Ρόμπυ εκπροσωπεί τον κοινόν μεγαλέμπορον άνευ τινός μεγαλείου, άνευ -πρωτοτυπίας. Από εικοσαετίας ο ανήρ ούτος πωλεί μόνον και αγοράζει. Επειδή δε -ανεξαιρέτως επώλησεν ακριβότερον παρ' όσον ηγόρασεν, έγινε κάτοχος περιουσίας. -Τι θα την κάμη, ουδ' αυτός δύναται να είπη. Ο Ρόμπυ ούτος, ού όλος ο βίος -απεκτηνώθη εν τω κατά μέρος εμπορίω, δεν σκέπτεται, δεν διανοείται πλέον. Ο -εγκέφαλός του είνε του λοιπού κλειστός εις πάσαν εντύπωσιν, και κατ' ουδένα τρόπον -δικαιολογεί το υπό του Πασχάλ ειρημένον: «Προδήλως ο άνθρωπος επλάσθη ίνα -σκέπτεται· εν τούτω πάσα αυτού η αξιοπρέπεια και η αξία.»</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -Ε'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>7 Οκτωβρίου</i>. — Ιδού παρήλθον δέκα ημέραι αφ' ότου απεπλεύσαμεν -εκ του Κάρλεστον, και μοι φαίνεται ότι διηνύσαμεν την οδόν καλώς και ταχέως. -Πολλάκις μοι συμβαίνει να συνδιαλέγομαι μετά του δευτέρου πλοιάρχου και μεταξύ -ημών κατέστη ποια τις οικειότης.</p> - -<p>Σήμερον δε ο Ροβέρτος Κόρτις με πληροφορεί ότι δεν πρέπει να είμεθα πολύ -απομεμακρυσμένοι του συμπλέγματος των Βερμούδων νήσων, τούτ' έστιν απέναντι -του ακρωτηρίου Χαττεράς. Γενομένης δε παρατηρήσεως ευρέθη πλάτος βόρειον -32°20', μήκος δε 64°50' προς δυσμάς του μεσημβρινού του Γρηνουιχίου.</p> - -<p>«Θα γνωρίσωμεν τας Βερμούδας νήσους, ιδία δε την νήσον του Αγίου Γεωργίου, -προ της νυκτός, μοι είπεν ο δεύτερος πλοίαρχος.</p> - -<p> — Πώς, απεκρίθην εγώ, προσεγγίζομεν εις τας Βερμούδας; Αλλ' εγώ -ενόμιζον ότι ο <i>Σάνσελλορ</i> εκπλέων εκ της Κάρλεστον εις Λιβερπούλην, ώφειλε -να πλεύση προς βορράν και να παρακολουθήση το ρεύμα Γελφ Στρημ [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn19' id='ref19'>19</a></span>] -!</p> - -<p> — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αύτη -είνε η διεύθυνσις ήν συνήθως λαμβάνουσι τα πλοία, αλλά φαίνεται ότι σήμερον ο -πλοίαρχος δεν ήτο της γνώμης να την λάβη.</p> - -<p> — Και διατί;</p> - -<p> — Δεν ειξεύρω, αλλ' έδωκε την διεύθυνσιν προς ανατολάς, και ο -<i>Σάνσελλορ</i> πλέει προς ανατολάς.</p> - -<p> — Και δεν τω παρετηρήσατε ότι. . . .</p> - -<p> — Μάλιστα, τω παρετήρησα ότι δεν ήτο η συνήθης οδός, αλλά μ' απεκρίθη -ότι «αυτός ειξεύρει τι θα κάμη!»</p> - -<p>Και ούτω λαλών ο Ροβέρτος Κόρτις συνοφρυούται, πολλάκις φέρει αυτομάτως την -χείρα εις το μέτωπον, και νομίζω ότι καταλαμβάνω ότι δεν λέγει παν ό τι ήθελε να -είπη.</p> - -<p>«Εν τούτοις, κύριε Κόρτις, υπέλαβον εγώ, έχομεν ήδη 7 Οκτωβρίου και δεν είνε -κατάλληλος η περίστασις να δοκιμάζωμεν οδούς νέας. Δεν πρέπει να χάσωμεν ουδέ -μίαν ημέραν, εάν θέλωμεν να καταπλεύσωμεν εις Ευρώπην προ του χειμώνος.</p> - -<p> — Όχι, κύριε Κάζαλλον, ουδέ μίαν ημέραν!</p> - -<p> — Κύριε Κόρτις, θα ήμην πολύ αδιάκριτος εάν σας ηρώτων τι φρονείτε περί -του πλοιάρχου Χόντλυ;</p> - -<p> — Φρονώ, μ' αποκρίνεται ο δεύτερος πλοίαρχος, φρονώ ότι. . . είνε -πλοίαρχός μου!»</p> - -<p>Η δι' υπεκφυγής αύτη απόκρισις εξακολουθεί εμβάλλουσά με εις φροντίδας.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηπατήθη. Περί ώραν τρίτην ο φρουρός ναύτης αναγγέλλει -γην προς Μέσην (ΒΑ), αλλ' η γη αύτη φαίνεται έτι ως ατμός.</p> - -<p>Την έκτην ώραν αναβαίνω εις το κατάστρωμα μετά του κ. Λετουρνέρ και βλέπομεν -το σύμπλεγμα των Βερμούδων, νήσων σχετικώς ολίγον υψηλών, άς υπερασπίζει σειρά -φοβερά βράχων.</p> - -<p>«Ιδού λοιπόν το εξαίσιον αρχιπέλαγος, είπεν ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το γραφικόν -τούτο σύμπλεγμα, το οποίον ο ποιητής σας Θωμάς Μουρ, κύριε Κάζαλλον, εξύμνησε -διά των ωδών του. Ήδη τω 1643, ο εξόριστος Ουάλτερ ένθους περιέγραψε τας νήσους -ταύτας, και, αν μη απατώμαι, αι Αγγλίδες κυρίαι επί τινα χρόνον δεν ήθελον να -φορώσι πλέον άλλους πίλους, παρά τους κατασκευαζομένους έκ τινος φύλλου -φοίνικος βερμουδείου.</p> - -<p> — Έχετε δίκαιον, αγαπητέ μοι Ανδρέα, το αρχιπέλαγος των Βερμούδων ήτο -πολύ του συρμού κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα, αλλά την σήμερον κατέπεσεν εις -εντελή λήθην.</p> - -<p> — Άλλως τε, κύριε Ανδρέα, είπε τότε ο Ροβέρτος Κόρτις, οι ποιηταί οι -ομιλούντες ενθουσιωδώς περί των νήσων τούτων, δεν θα ευρεθώσι σύμφωνοι μετά -των ναυτικών, διότι η διαμονή αύτη, της οποίας η θέα εγοήτευσεν αυτούς είνε -δυσπρόσιτος εις τα πλοία, οι δε σκόπελοι δύο ή τρεις λεύγας από της γης αποτελούσι -ζώνην ημικυκλικήν, κατακλυζομένην υπό των υδάτων, ήν εξαιρέτως φοβούνται οι -θαλασσοπόροι. Θα προσθέσω δε ότι το αίθριον του ουρανού, το οποίον επαινούσιν οι -Βερμούδειοι, συχνότατα συνταράσσεται υπό των θυελλών. Αι νήσοι των δέχονται την -ουράν των καταιγίδων τούτων, αι οποίαι αφανίζουσι τας Αντίλλας, η δε ουρά αύτη, ως -ουρά φαλαίνης, είνε ίσα ίσα η μάλιστα επίφοβος. Ουδόλως λοιπόν υποχρεώνω τους -οδοιπόρους του Ωκεανού να έχωσι πεποίθησιν εις τα παραμύθια του Ουάλτερ και του -Θωμά Μουρ!</p> - -<p> — Κύριε Κόρτις, υπολαμβάνει μειδιών ο Ανδρέας Λετουρνέρ, θα έχετε -δίκαιον αλλ' οι ποιηταί είνε ως αι παροιμίαι, ο είς αντικρούει τον άλλον. Εάν ο Θωμάς -Μουρ και ο Ουάλτερ εξύμνησαν το αρχιπέλαγος τούτο ως θαυμαστήν διαμονήν, -τουναντίον ο μέγιστος των ποιητών σας, ο Σαιξπείρος, γινώσκων αυτό κάλλιον -βεβαίως, ενόμισε πρέπον να θέση ενταύθα τας φοβερωτάτας σκηνάς της -<i>Τρικυμίας</i> του!»</p> - -<p>Και όντως, κινδυνωδέστατοι είνε αι ακταί αύται αι γειτνιάζουσαι προς το -βερμούδειον αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι, οίτινες πάντοτε κατείχον αυτό αφ' ότου -ανεκαλύφθη, το χρησιμοποιούσιν απλώς ως σταθμόν στρατιωτικόν ερριμμένον μεταξύ -των Αντιλλών και της Νέας Σκωτίας. Άλλως τε προώρισται να αυξηθή και πιθανώς επί -ευρείας κλίμακος. Συν τω χρόνω — τη αρχή ταύτη του έργου της φύσεως, — το -αρχιπέλαγος αποτελούμενον ήδη εξ εκατόν πεντήκοντα νήσων ή νησυδρίων, θα έχη -έτι μείζονα αριθμόν, διότι τα οστρακώδη ζωόφυτα εργάζονται αδιαλείπτως εις -κατασκευήν νέων Βερμούδων, αίτινες θα συνδεθώσι προς αλλήλας και θα -αποτελέσωσι, κατά μικρόν, νέαν ήπειρον.»</p> - -<p>Ούτε οι τρεις έτεροι επιβάται ούτε η μίσσιζ Κηρ έλαβον τον κόπον να ανέλθωσιν -εις το κατάστρωμα να εξετάσωσι το περίεργον τούτο αρχιπέλαγος. Η δε μις Χέρμπυ -μόλις ήρχετο εις το επίστεγον και παρευθύς η συρομένη φωνή της μίσσιζ Κηρ ηκούετο -καλούσα την νεάνιδα, και αναγκάζουσα αυτήν να επανέλθη και καθίση πλησίον -της.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΣΤ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου.</i> — Ο άνεμος άρχεται πνέων από -του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε <i>Σάνσελλορ</i> υπό τους δόλωνας -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn20' id='ref20'>20</a></span>] - αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn21' id='ref21'>21</a></span>] - , εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [<span style='font-size: small;'><a href='#fn22' -id='ref22'>22</a></span>] - οιακιστής [<span style='font-size: small;'><a href='#fn23' id='ref23'>23</a></span>] -.</p> - -<p>Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος πολύς γίνεται, οι -δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το επίστεγον.</p> - -<p>Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή λεπτοτάτη με -διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής.</p> - -<p>Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται σφοδρότερος, τα -επιστήλια [<span style='font-size: small;'><a href='#fn24' id='ref24'>24</a></span>] - καταβιβάζονται· την στιγμήν ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι -εξήκοντα την ώραν (<span style='font-size: small;'><a href='#fn25' -id='ref25'>25</a></span>) -.</p> - -<p>Ει και ο <i>Σάνσελλορ</i> είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως αυτού είνε -σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις του ουρανού, σκοτισθέντος -υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν -είχεν ορισθή, ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν.</p> - -<p>Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε, δεν είνε δυνατόν -να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην -(ΒΑ), και όμως ημείς τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να -νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να μεταβάλη τους -προτόνους [<span style='font-size: small;'><a href='#fn26' id='ref26'>26</a></span>] - και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο -άνεμος εξηκολούθει ενάντιος, ο <i>Σάνσελλορ</i> έτι μάλλον βυθίζεται εις τον -Νότον.</p> - -<p>Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του Ροβέρτου Κόρτις, τω -είπον:</p> - -<p>«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας;</p> - -<p> — Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο -Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη.</p> - -<p> — Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η -αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του!. . . Συνεταξειδεύσατε και -άλλοτε μετ' αυτού;</p> - -<p> — Όχι, τώρα πρώτην φοράν.</p> - -<p> — Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως προς -την οποίαν πλέομεν;</p> - -<p> — Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή.</p> - -<p> — Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου;</p> - -<p> — Ό τι και εγώ.</p> - -<p> — Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του εις την -Κίναν;</p> - -<p> — Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του.</p> - -<p> — Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της.</p> - -<p> — Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον εις -απώλειαν.</p> - -<p> — Αλλ' αν είνε τρελός;</p> - -<p> — Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να κάμω.» </p> - -<p>Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί του -<i>Σάνσελλορ</i>!</p> - -<p>Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής καταιγίς ενσκήπτει -επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn27' id='ref27'>27</a></span>] - υπό τα συνεσταλμένα ιστία, τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ', -ως είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς Νότον.</p> - -<p>Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο <i>Σάνσελλορ</i> -εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών.</p> - -<p>Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ Στρημ είνε -ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του είδους εκείνου του υπό των -Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης -δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού.</p> - -<p>Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών αλλόκοτος -την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι -πρότονοι ηχούσι θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως -αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του σώματος, θα εγίνοντο -ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν -επί ταύτης της θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά -πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [<span style='font-size: -small;'><a href='#fn28' id='ref28'>28</a></span>] - διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί ίνες υπό του ανέμου -αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία ως αι έλικες της αμπέλου και -σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε -τούτων φυκών — ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή -τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα επίμηλα ως -επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη να αγωνισθώμεν κατά της -εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά τινας στιγμάς ο <i>Σάνσελλορ</i>, έχων πάντας -τους ιστούς κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των -ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν τω μέσω λειμώνος -απεράντου.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0020.jpg" width="353" -height="550" -alt="Ο Σάνσελορ και τα φύκη. (σελ. 18.)" border="2" /><br /></p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -Ζ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>14 Οκτωβρίου.</i> — Ο <i>Σάνσελλορ</i> κατέλιπε τέλος τον φυτικόν -τούτον Ωκεανόν, και η σφοδρότης του ανέμου ηλαττώθη κατά πολύ, μετατραπείσα εις -άνεμον εύδιον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn29' -id='ref29'>29</a></span>] -, και ήδη βαδίζομεν ταχέως μετά δύο σειρών εις τους δόλωνας.</p> - -<p>Ο ήλιος ανεφάνη σήμερον και λάμπει ζωηρώς, η θερμοκρασία γίνεται ήδη -θερμοτάτη· η δε μαγνητική βελόνη διευθετηθείσα καλώς δεικνύει 21° 33' βορείου -πλάτους και 50° 17' δυτικού μήκους. Λοιπόν ο <i>Σάνσελλορ</i> κατήλθε πλέον ή -δέκα μοίρας προς Νότον. Και εξακολουθεί κατευθυνόμενος προς Εύρον (ΝΑ)!</p> - -<p>Θέλων να πληροφορηθώ περί της ακαταλήπτου ταύτης ισχυρογνωμοσύνης του -πλοιάρχου Χόντλυ, πολλάκις συνδιελέχθην μετ' αυτού. Έχει σώας τας φρένας ή ου; -Αγνοώ τι να πιστεύσω. Καθ' όλου ειπείν ομιλεί λογικώς. Υπόκειται λοιπόν εις μερικήν -παραφροσύνην, εις είδος τι «απροσεξίας», αναφερομένης ακριβώς εις τα του -επαγγέλματός του; Παρετηρήθησαν ήδη τινές των φυσιολογικών τούτων -περιπτώσεων, και λέγω περί τούτου προς τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις με ακροάται -απαθώς, λέγων μοι και επαναλαμβάνων ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα του -πλοιάρχου του, εφ' όσον το πλοίον δεν κινδυνεύει να απολεσθή ένεκα πράξεώς τινος -αυτού αποδεικνυούσης ότι είνε παράφρων. Και όντως τούτο είνε μέτρον σπουδαίον, -και σπουδαίαν ήθελε καταστήση την ευθύνην αυτού.</p> - -<p>Επανήλθον εις τον θάλαμόν μου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν, και εις το φως -της κρεμαστής λυχνίας μου διήλθον μίαν ώραν αναγινώσκων, αλλά και σκεπτόμενος. -Έπειτα δε κατακλιθείς απεκοιμήθην.</p> - -<p>Αφυπνίσθην μετά τινας ώρας υπό θορύβου ασυνήθους. Βήματα βαρέα αντηχούσιν -επί του καταστρώματος και ζωηραί παρακελεύσεις ακούονται. Μοι φαίνεται ότι οι -άνδρες του πληρώματος τρέχουσι μετά τινος σπουδής. Τις άρα γε η αιτία της εκτάκτου -ταύτης ταραχής; Αναμφιβόλως χειρισμός τις ένεκα στροφής τινος του πλοίου. . . Αλλ' -ουχί! Δεν είνε ίσως τούτο, διότι το πλοίον εξακολουθεί κλίνον προς τον δεξιόν τοίχον, -και κατ' ακολουθίαν δεν μετέβαλε διεύθυνσιν.</p> - -<p>Σκέπτομαι επί στιγμήν να αναβώ εις το κατάστρωμα, αλλ' ο θόρυβος πάραυτα -κατέπαυσεν. Ακούω τότε τον πλοίαρχον Χόντλυ εισερχόμενον εις τον θάλαμόν του, -κείμενον έμπροσθεν του επιστέγου, και εγώ εχώθην πάλιν εις την κρεμαστήν κλίνην -μου. Χειρισμός τις αναμφιβόλως προεκάλεσε τας διαδρομάς εκείνας. Οπωςδήποτε αι -κινήσεις του πλοίου δεν ηυξήθησαν, άρα ο άνεμος δεν έπνεε σφοδρός. </p> - -<p>Την επιούσαν, 14 του μηνός, αναβαίνω εις το επίστεγον την 6 π. μ. και παρατηρώ -το πλοίον.</p> - -<p>Ουδεμία μεταβολή, — φαινομένη. Ο <i>Σάνσελλορ</i> τρέχει έχων τους -προτόνους αριστερά, έχων τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn30' id='ref30'>30</a></span>] -. Στηρίζεται καλώς και φέρεται θαυμασίως επί της θαλάσσης εκείνης ήν υπεγείρει -πνοή ανέμου δροσερά και ευμεταχείριστος. Η ταχύτης του είνε σημαντική την στιγμήν -ταύτην, και δεν θα είνε κατωτέρα των ένδεκα μιλίων την ώραν.</p> - -<p>Μετ' ού πολύ ο κ. Λετουρνέρ και ο υιός επιφαίνονται επί του καταστρώματος. -Βοηθώ τον νεανίαν να αναβή εις το επίστεγον. Ο Ανδρέας έρχεται ασμένως να -αναπνεύση τον πρωινόν αέρα, τον ούτω ζωογόνον και κατάμεστον θαλασσίων -οσμών.</p> - -<p>Ερωτώ τους κυρίους τούτους εάν αφυπνίσθησαν την νύκτα υπό κρότου βημάτων -δηλούντος ταραχήν τινα εν τω πλοίω.</p> - -<p>«Το κατ' εμέ, όχι, απεκρίθη ο Ανδρέας Λετουρνέρ, εγώ εξύπνησα με ένα -ύπνον.</p> - -<p> — Αγαπητόν μου τέκνον, είπεν ο κ. Λετουρνέρ, συ εκοιμάσο τότε, διότι και -εγώ εξύπνησα υπό του κρότου, περί του οποίου λέγει ο κ. Κάζαλλον. Μ' εφάνη -μάλιστα ότι διέκρινα τας λέξεις ταύτας «Γρήγορα! γρήγορα! 'ς τα καπάκια! 'ς τα -καπάκια!» [<span style='font-size: small;'><a href='#fn31' id='ref31'>31</a></span>] -</p> - -<p> — Αχ! είπον, και τι ώρα ήτο;</p> - -<p> — Τρεις περίπου, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.</p> - -<p> — Και δεν ειξεύρετε την αιτίαν του θορύβου;</p> - -<p> — Δεν την ειξεύρω, κύριε Κάζαλλον, αλλά δεν θα ήτο σπουδαία, αφ' ού -ουδείς ημών προσεκλήθη εις το κατάστρωμα.</p> - -<p>Παρατηρώ τους καθέκτας [<span style='font-size: small;'><a href='#fn32' -id='ref32'>32</a></span>] - τους έμπροσθεν και όπισθεν του μεγάλου ιστού δι' ών γίνεται η κατάβασις εις το -κύτος του πλοίου. Είνε κλειστοί, ως συνήθως, αλλά βλέπω ότι τους καλύπτουσιν -υποβλήματα πυκνά, και ότι έχουσι ληφθή πάσαι αι αναγκαίαι προφυλάξεις όπως η -κλείσις γίνη στεγανή. Αλλά διατί κατέκλεισαν ούτως επιμελώς τα ανοίγματα ταύτα; -Ενυπάρχει αιτία, ήν δεν δύναμαι να μαντεύσω, και αναμφιβόλως ο Ροβέρτος Κόρτις -θα μοι την είπη. Περιμένω λοιπόν να έλθη η σειρά της τετραωρίας του, και κρατώ δι' -εμαυτόν τας παρατηρήσεις μου, προτιμήσας να μη τας ανακοινώσω τω κ. -Λετουρνέρ.</p> - -<p>Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε μεγαλοπρεπέστατος και -φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου -ορίζοντος ο δίσκος της σελήνης ημίβρωτος [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn33' id='ref33'>33</a></span>] -, όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ -μεσημβρίας. Εντός τριών ημερών είνε το τελευταίον τέταρτον της σελήνης, την δε 24 -θα έχωμεν νέαν σελήνην. Παρατηρώ την επετηρίδα και βλέπω ότι την ημέραν εκείνην -θα έχωμεν λαμπράν παλίρροιαν συζυγίας. Ολίγον διαφέρει ημίν, οίτινες κυμαινόμενοι -εν μέσω Ωκεανώ δεν θα δυνηθώμεν να ίδωμεν ταποτελέσματα της παλιρροίας ταύτης· -αλλά κατά πάσας τας ακτάς των τε ηπείρων και των νήσων το φαινόμενον θα είνε -αξιοπαρατήρητον, διότι η νέα σελήνη θα ανεγείρη τους υδατίνους όγκους εις ύψος -σημαντικόν.</p> - -<p>Είμαι μόνος επί του επιστέγου, διότι οι κκ. Λετουρνέρ κατέβησαν εις το τέιον, και -περιμένω τον δεύτερον πλοίαρχον.</p> - -<p>Τη ογδόη ώρα ο Ροβέρτος Κόρτις έρχεται να αναλάβη την τετραωρίαν, ήν -παραχωρεί αυτώ ο Ουάλτερ, και προχωρώ να τον δεξιωθώ.</p> - -<p>Πριν μοι είπη την καλημέραν, ο Ροβέρτος Κόρτις εξακοντίζει ταχέως έν βλέμμα επί -του καταστρώματος και συνοφρυούται ελαφρώς. Έπειτα δε εξετάσας την κατάστασιν -του ουρανού και την ιστιοφορίαν, ήλθε προς τον Ουάλτερ και τον ηρώτησεν:</p> - -<p>«Και ο πλοίαρχος Χόντλυ;</p> - -<p> — Δεν τον είδον ακόμη, κύριε.</p> - -<p> — Ουδέν νεώτερον;</p> - -<p> — Ουδέν.»</p> - -<p>Έπειτα δε ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ουάλτερ συνδιελέχθησαν ολίγον ταπεινή τη -φωνή.</p> - -<p>Ερωτήσαντος του Ροβέρτου ερώτησίν τινα, ο Ουάλτερ αποκρίνεται ανανεύων.</p> - -<p>«Στείλε μου τον αρχιναύτην,» είπεν ο δεύτερος προς τον Ουάλτερ -απερχόμενον.</p> - -<p>Μετ' ου πολύ φαίνεται ο αρχιναύτης, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ερωτά αυτόν, εκείνος -δε αποκρίνεται ταπεινή τη φωνή, αλλά σείων την κεφαλήν. Έπειτα δε κελεύσαντος του -δευτέρου, ο αρχιναύτης προσκαλεί τους ναύτας της τετραωρίας και παραγγέλλει να -καταβρέξωσι τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τον μέγαν καθέκτην.</p> - -<p>Μετ' ολίγας στιγμάς έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις, και η συνδιάλεξις ημών -περιστρέφεται πρώτον μεν περί ασήμαντά τινα· βλέπων δε ότι ο δεύτερος δεν άπτεται -του θέματος όπερ εγώ θέλω να πραγματευθώ, τω είπον:</p> - -<p>«Αλήθεια, κύριε Κόρτις, τι συνέβη την νύκτα;»</p> - -<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις με παρατηρεί μετά προσοχής και δεν αποκρίνεται.</p> - -<p>«Μάλιστα, εξηκολούθησα εγώ, εξύπνησα υπό θορύβου ασυνήθους, όστις διέκοψε -και του κ. Λετουρνέρ τον ύπνον. Τι συνέβη;</p> - -<p> — Τίποτε, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις. Σφαλερός -οιακισμός του πηδαλιούχου μικρού δειν ανέκοψε την πορείαν του πλοίου, και εδέησε -να κερουλκήσωμεν παρευθύς, ως εκ τούτου δε επήλθε κίνησις επί του -καταστρώματος. Αλλά το κακόν τάχιστα διωρθώθη, και ο <i>Σάνσελλορ</i> επανέλαβε -αμέσως τον δρόμον του.»</p> - -<p>Μοι φαίνεται ότι ο Ροβέρτος Κόρτις, ο συνήθως ευθύς, δεν μοι λέγει την -αλήθειαν.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -Η'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου</i> — Ο πλους εξακολουθεί επί ταις -αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου (ΒΑ). Πας δε μη -προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν τω πλοίω ανωμαλία.</p> - -<p>Και όμως «κάτι τι τρέχει!»</p> - -<p>Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως ημείς -πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την λέξιν «τα καπάκια», ήτις -είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ. Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του -<i>Σάνσελλορ</i>, όπερ απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι -καθέκται είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα πολέμιον, -καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και -μάλλον αυστηρότερα ίνα το φυλάττωμεν στενώς!</p> - -<p>Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω τον ναύτην -Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας:</p> - -<p>«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την τελευταίαν ώραν. -Ο καθένας διά τον εαυτόν του.</p> - -<p> — Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ.</p> - -<p> — Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες φώκες;»</p> - -<p>Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω -περισσότερον.</p> - -<p>Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του πλοίου; </p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε επίφοβος -κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη πειθαρχίαν σιδηράν.</p> - -<p>Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το φαινόμενον να -παρατηρήσω.</p> - -<p>Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι συχνάς πυκνάς -συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι τον Ροβέρτον Κόρτις — -εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον, όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά -μοι φαίνεται ότι ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί -επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι φαίνεται -κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με διαφεύγει.</p> - -<p>Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του φαγητού το -σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος -αποπειράται να παρατείνη την συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και -ούτε ο μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την αναστηλώσωσι, -πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί -αλόγως, διά το μήκος του διάπλου. Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν -ενώπιον αυτού τα στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά -τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως.</p> - -<p>Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης, κατά παραγγελίαν -του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας. -Συνήθως δε η εργασία αύτη γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν -διά της υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ προς -Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας διατηρούνται εν διαρκεί υγρά -καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο -<i>Σάνσελλορ</i> αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος -αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των πολυτελεστάτων ιδιωτικών -ημιολιών [<span style='font-size: small;'><a href='#fn34' id='ref34'>34</a></span>] - δεν υποβάλλεται εις τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το -πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία, αλλ' όμως «δεν -παραπονείται».</p> - -<p>Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των θαλάμων και της -κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε και η θάλασσα εταράσσετο υπό -σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω ανοικτήν την παραφωτίδα [<span style='font-size: -small;'><a href='#fn35' id='ref35'>35</a></span>] - του θαλάμου μου κειμένην επί του δεξιού τοίχου του πλοίου.</p> - -<p>Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς!</p> - -<p>Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς ανεξήγητον, δεν -εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία -είνε δροσερά μάλλον, διότι ο ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν -ηπατήθην, ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω.</p> - -<p>Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του καταστρώματος και -αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ, παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει -διά των οπών των δύο τοίχων του πλοίου.</p> - -<p>Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις αφρίζει κυμαινομένη. -Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά -μου και τα περιπόδια, και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι.</p> - -<p>Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του <i>Σάνσελλορ</i>, -επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι να συγκρατήσω -κραυγήν εκπλήξεως.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και αποκρινόμενος εις -ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να διατυπώσω, μοι λέγει:</p> - -<p>«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!»</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0021.jpg" width="354" -height="550" -alt="Πυρκαϊά, κύριε Κάζαλλον.·!...» (σελ. 25)" border="2" /><br /></p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -Θ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>19 Οκτωβρίου</i>. — Τα πάντα, εξηγούνται, τα διαβούλια των ναυτών, το -τεταραγμένον αυτών ήθος, οι λόγοι του Όουεν, το κατάβρεγμα του καταστρώματος -όπερ θέλουσι να διατηρήσωσιν εν διαρκεί υγρασία, και τέλος η θερμότης αύτη, ήτις -διαχέεται νυν εν τη αιθούση και καθίσταται σχεδόν αφόρητος. Οι επιβάται -ενοχλούνται υπ' αυτής ως και εγώ, αλλ' ουδέν δύνανται να νοήσωσιν εκ της -ακανονίστου ταύτης θερμοκρασίας.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις μετά την σπουδαίαν ανακοίνωσίν του εσίγησεν, αναμένων -ερωτήσεις μου. Αλλ' ομολογώ ότι κατ' αρχάς φρικίασις με κατέλαβεν όλον. Ενώπιόν -μου είχον το φοβερώτατον των ενδεχομένων να συμβώσιν εν διάπλω, ουδείς δε ανήρ, -όσον και αν είνε κύριος εαυτού, θακούση άνευ φρίκης τας απαισίας ταύτας λέξεις: -«Πυρκαϊά εν τω πλοίω.»</p> - -<p>Εν τούτοις αναλαμβάνω την αταραξίαν μου πάραυτα σχεδόν, και πρώτη μου -ερώτησις είνε ήδε:</p> - -<p>«Και από πότε η πυρκαϊά;. . . </p> - -<p> — Από έξ ημερών!</p> - -<p> — Από έξ ημερών! ανεφώνησα. Ώστε και την νύκτα;</p> - -<p> — Μάλιστα, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, την νύκτα, καθ' ήν η ταραχή -έγινε μεγάλη επί του καταστρώματος του <i>Σάνσελλορ</i>. Οι ναύται της τετραωρίας -είχον παρατηρήση ελαφρόν καπνόν εξερχόμενον εκ των σχισμάδων του μεγάλου -καθέκτου. Ο πλοίαρχος και εγώ ελάβομεν είδησιν παρευθύς. Ουδεμία αμφιβολία -δυνατή! Τα εμπορεύματα ήναψαν εντός του κύτους του πλοίου, και ουδείς πλέον -τρόπος ήτο να φθάσωμεν εις την εστίαν της πυρκαϊάς. Εξετελέσαμεν δε το μόνον όπερ -ηδύνατο να γίνη εν τοιαύτη περιστάσει, τούτ' έστι κατεκλείσαμεν τους καθέκτας, -εμποδίσαντες την είσοδον του αέρος εις τα ένδον του πλοίου. Ήλπιζον δε ότι -ηθέλομεν κατορθώση ούτω να καταπνίξωμεν την έναρξιν τοιαύτης πυρκαϊάς, και -όντως τας πρώτας ημέρας ενόμισα ότι την κατεστείλαμεν! Αλλ' από τριών ημερών -εβεβαιώθη δυστυχώς ότι το πυρ εκ νέου προώδευεν. Η θερμότης η αναπτυχθείσα υπό -τους πόδας μας αυξάνει ακαταπαύστως, και άνευ των προφυλακτικών μέσων τα όποια -έλαβον, του να διατηρήται το κατάστρωμα υγρό ημέρας και νυκτός, το πυρ θα ήτο ήδη -ακατάσχετον. — Προτιμώ τέλος πάντων, να τα ειξεύρετε όλα υμείς, κύριε Κάζαλλον, -προσέθηκεν ο Ροβέρτος Κόρτις, και ιδού ο λόγος δι' όν σας τα λέγω.»</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0028.jpg" width="349" -height="550" -alt="Οι ναύται διέκριναν ελαφρόν καπνόν (σελ. 27)" border="2" /><br /></p> - -<p>Ήκουσα εν σιγή την διήγησιν του δευτέρου πλοιάρχου. Κατανοώ όλην την -βαρύτητα της καταστάσεως ενώπιον πυρκαϊάς, ής η έντασις αυξάνει οσημέραι [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn36' id='ref36'>36</a></span>] -, και ίσως ουδεμία δύναμις ανθρωπίνη δύναται να την εξαλείψη.</p> - -<p>«Ειξεύρετε πόθεν προήλθεν η πυρκαϊά; ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις.</p> - -<p> — Πιθανώτατα, μοι αποκρίνεται, προέρχεται εξ αυτομάτου αναφλέξεως -του βάμβακος.</p> - -<p> — Και συμβαίνει τούτο συχνάκις;</p> - -<p> — Συχνάκις, όχι· αλλ' ενίοτε, διότι όταν ο βάμβαξ δεν είνε εντελώς στεγνός -την ώραν της φορτώσεως, η ανάφλεξις δύναται να γίνη αυτομάτως, όπως ευρίσκεται -εντός υγρού κύτους, όπερ είνε δύσκολον να αερίζεται. Άρα, κατ' εμέ τουλάχιστον, είνε -βέβαιον ότι η πυρκαϊά δεν έχει άλλην αιτίαν.</p> - -<p> — Και έπειτα τι σημαίνει η αιτία; απεκρίθην. Είνε δυνατόν να γίνη τίποτε, -κύριε Κόρτις;</p> - -<p> — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας είπον και σας -επαναλαμβάνω ότι ελάβομεν τας εν τοιαύτη περιστάσει απαιτουμένας προφυλάξεις. -Εσκέφθην να θαλασσώσω το πλοίον μέχρι της ισάλου στάθμης διά να εισέλθη ύδωρ -αρκετόν, το οποίον έπειτα αι αντλίαι ήθελον αντλήση· αλλ' ενομίσαμεν ότι -ανεκαλύψαμεν ότι η πυρκαϊά διεδόθη μεταξύ των μεσολαβούντων στρωμάτων του -φορτίου, και διά να το φθάσωμεν, θα έπρεπε να κατακλύσωμεν εντελώς το κύτος. Εν -τούτοις παρήγγειλα να διατρυπήσωσι το κατάστρωμα εις διάφορα μέρη, και την νύκτα -χύνουσιν ύδωρ διά των ανοιγμάτων τούτων, αλλά τούτο είνε ανεπαρκές. Όχι, έν μόνον -πράγμα υπολείπεται να πράξωμεν, — όπερ πράττουσιν εν παρομοία περιστάσει, να -ενεργήσωμεν διά του πνιγμού, κλείοντες πάσαν είσοδον εις τον εξωτερικόν αέρα, και -αναγκάζοντες την πυρκαϊάν, ελλείψει οξυγόνου, να σβεσθή αφ' εαυτής.</p> - -<p> — Και η πυρκαϊά εξακολουθεί αυξανομένη;</p> - -<p> — Μάλιστα! απόδειξις ότι ο αήρ εισδύει εις το κύτος διά τινος σχισμάδος, -ήν επανειλημμένως αναζητήσαντες, δεν κατωρθώσαμεν να ανακαλύψωμεν.</p> - -<p> — Αναφέρονται παραδείγματα πλοίων, τα οποία ηδυνήθησαν να -ανθέξωσιν εν τοιαύτη περιστάσει ευρεθέντα, κύριε Κόρτις;</p> - -<p> — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, και δεν είνε σπάνιον, πλοία έχοντα -φορτίον βάμβακα, να καταπλεύσωσιν εις Λιβερπούλην ή εις Άβρην μετά μέρους του -φορτίου των απηνθρακωμένου. Αλλ' όμως εν τη περιπτώσει ταύτη η πυρκαϊά είχε -κατορθωθή να σβεσθή, ή τουλάχιστον να περιορισθή κατά τον διάπλουν. Εγνώρισα -πολλούς πλοιάρχους καταπλεύσαντας εις τον λιμένα μετά καταστρώματος καίοντος -υπό τους πόδας των. Η εκφόρτωσις εξετελείτο τότε όσον τάχιστα, και το αβλαβές -μέρος των εμπορευμάτων εσώζετο μετά του πλοίου. Αλλ' ως προς ημάς το πράγμα -διαφέρει, και αισθάνομαι καλώς ότι το πυρ αντί να ανασταλή, τουναντίον οσημέραι -προοδεύει. Αναγκαίως θα υπάρχει που οπή ήτις διέφυγε τας ερεύνας μας, και δι' -αυτής ο έξωθεν αήρ συντηρεί την πυρκαϊάν.</p> - -<p> — Και δεν είνε τρόπος να επανέλθωμεν οπίσω όθεν εξεκινήσαμεν, και να -προσεγγίσωμεν εις την πλησιεστάτην ξηράν;</p> - -<p> — Ίσως, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, και το ζήτημα τούτο θα -συζητήσωμεν σήμερον μετά του πλοιάρχου. Αλλά, κύριε Κάζαλλον, εις υμάς το λέγω -μόνον, εγώ ήδη ανέλαβον επ' ευθύνει μου να μεταβάλω την διεύθυνσιν την οποίαν -έχομεν μέχρι τούδε, και πλέομεν, έχοντες ούριον τον άνεμον, προς τον Σκίρωνα (ΝΔ), ό -έστι προς την ακτήν.</p> - -<p> — Οι επιβάται δεν ειξεύρουσι καθόλου τον κίνδυνον όστις τους -απειλεί;</p> - -<p> — Τίποτε, και σας παρακαλώ να φυλάξετε μυστικήν την ανακοίνωσίν μου. -Δεν πρέπει ο τρόμος των γυναικών και των μικροψύχων ανδρών να αυξήση έτι μάλλον -την αμηχανίαν μας. Και το πλήρωμα έλαβε την παραγγελίαν να μη είπη τίποτε.»</p> - -<p>Κατανοώ τους σπουδαίους λόγους τους αναγκάζοντας τον δεύτερον πλοίαρνον να -λαλή ούτω πως, και τω υπισχνούμαι άκραν εχεμυθίαν.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -Ι'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>20 και 21 Οκτωβρίου</i>. — Επί τοις όροις τούτοις ο <i>Σάνσελλορ</i> -εξακολουθεί τον πλουν, έχων ανεπτυγμένα όσα ιστία δύναται να φέρη η εξαρτία του. -Ενίοτε τα επιστήλια κάμπτονται ούτως, ώστε επίκειται η θραύσις των, αλλ' ο Ροβέρτος -Κόρτις γρηγορεί. Διαμένων παρά το οιακοστρόφιον [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn37' id='ref37'>37</a></span>] -, δεν θέλει να καταλίπη τον οίακα [<span style='font-size: small;'><a href='#fn38' -id='ref38'>38</a></span>] - εις μόνον τον πηδαλιούχον. Διά μικρών δε παροιακισμών, επιδεξίως γινομένων, -υποχωρεί προς την πνοήν του ανέμου, ότε η ασφάλεια του πλοίου θα ηδύνατο να -κινδυνεύση, και, κατά το δυνατόν, ουδ' ελάχιστον μέρος της ταχύτητος του -<i>Σάνσελλορ</i> απόλλυται υπό την κυβερνώσαν αυτόν χείρα.</p> - -<p>Την ημέραν ταύτην της 20 Οκτωβρίου οι επιβάται ανέβησαν πάντες εις το -επίστεγον. Θα παρετήρησαν πιθανώς την ανώμαλον ύψωσιν της ατμοσφαίρας εν τη -μεγάλη αιθούση, αλλ' όμως, αδυνατούντες να υποπτεύσωσι την αλήθειαν, ουδόλως -ταράσσονται. Άλλως τε οι πόδες των, αρμοδίως υποδεδεμένοι, δεν ησθάνθησαν την -θερμότητα την διαπερώσαν τας σανίδας του καταστρώματος, καίπερ αδιαλείπτως -σχεδόν καταβρεχομένας. Ο χειρισμός ούτος των αντλιών ηδύνατο τουλάχιστον να -προκαλέση την έκπληξιν αυτών αλλ' ουδέν τοιούτον εγένετο, και οι πλείστοι -εξηπλωμένοι επί των θρανίων όλως αμέριμνοι ελικνίζοντο υπό του διατοιχισμού -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn39' id='ref39'>39</a></span>] - του πλοίου.</p> - -<p>Μόνος ο κ. Λετουρνέρ φαίνεται εκπληττόμενος και παρατηρών ότι το πλήρωμα -επιδίδεται εις υπερβολικήν καθαριότητα ολίγον συνήθη εις τα εμπορικά πλοία. Μοι -λέγει δε λέξεις τινάς περί τούτου, και εγώ αποκρίνομαι μετ' αδιαφορίας. Και όμως ο -Γάλλος ούτος είνε ανήρ δραστήριος, και ηδυνάμην τα πάντα να τω είπω, αλλά σιγώ, -υποσχεθείς εις τον Ροβέρτον Κόρτις ότι θα σιγήσω.</p> - -<p>Έπειτα δε, καθήμενος και αναλογιζόμενος τα επακολουθήματα της ενδεχομένης -καταστροφής, αισθάνομαι την καρδίαν μου θλιβομένην. Είμεθα εικοσιοκτώ ψυχαί εν -τω πλοίω, εικοσιοκτώ θύματα ίσως, εις ά η φλοξ μετ' ου πολύ ουδέ μίαν σανίδα θα -αφήση άθικτον!</p> - -<p>Σήμερον εγένετο η σύσκεψις του πλοιάρχου, του δευτέρου, του υποπλοιάρχου και -του αρχιναύτου, εξ ής κρέμαται η σωτηρία του <i>Σάνσελλορ</i>, των επιβατών και -του πληρώματος.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις μοι ανεκοίνωσε τα εν αυτή αποφασισθέντα. Ο πλοίαρχος -Χόντλυ απώλεσεν όλον το ψυχικόν αυτού σθένος, — όπερ ευκόλως ηδύνατό τις να -προΐδη· ούτε αταραξίαν πλέον έχει, ούτε δραστηριότητα, και καταλείπει σιωπηλώς την -κυβέρνησιν του πλοίου τω Ροβέρτω Κόρτις. Αι πρόοδοι της πυρκαϊάς εν τοις ένδον του -πλοίου είνε νυν αδιαφιλονίκητοι, και ήδη εν τη θέσει του πληρώματος, κειμένη εν τη -πρώρα, είνε δύσκολος η διαμονή. Πρόδηλον ότι το πυρ δεν δύναται να καταδαμασθή, -και ότι ευθύς ή ύστερον θα εκραγή μετά σφοδρότητος.</p> - -<p>Εν δε τη περιστάσει ταύτη τι ποιητέον; μία και μόνη απόφασις είνε δυνατή, ο -κατάπλους εις την εγγυτάτην γην. Η γη δε αύτη, παρατηρήσεως γενομένης, είνε η των -Μικρών Αντιλλών, και δυνάμεθα να ελπίζωμεν ότι θα τας φθάσωμεν ταχέως διά του -επικρατούντος τούτου ανέμου, του Μέσου (ΒΑ).</p> - -<p>Της γνώμης ταύτης αποδεκτής γενομένης, ο δεύτερος ουδέν άλλο υπελείπετο να -πράξη, ή να διατηρήση την από εικοσιτέσσαρων ωρών διεύθυνσιν του πλοίου. Οι δε -επιβάται, ουδέν σημείον διαγνωστικόν έχοντες επί του απείρου τούτου ωκεανού, και -ολίγον εξωκειωμένοι προς τας ενδείξεις της πυξίδος, δεν ηδυνήθησαν να -αναγνωρίσωσι την μεταβολήν της διευθύνσεως του <i>Σάνσελλορ</i>, όστις, έχων -υψωμένους τους τε σιπάρους [<span style='font-size: small;'><a href='#fn40' -id='ref40'>40</a></span>] - και τα παρίστια [<span style='font-size: small;'><a href='#fn41' -id='ref41'>41</a></span>] -, σπεύδει προς τας ακτάς των Αντιλλών, ών έτι απέχει πλέον ή εξακόσια μίλια.</p> - -<p>Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις, προς τον κ. Λετουρνέρ επερωτήσαντα περί της -μεταβολής της διευθύνσεως του πλου, αποκρίνεται ότι, επειδή δεν δύναται να -παλαίση κατά του ανέμου, θα ζητήση προς Ζέφυρον (Δ) ρεύματα ευνοϊκώτερα.</p> - -<p>Αύτη δε ήτο η μόνη παρατήρησις, ήν προεκάλεσεν η μεταρρύθμισις η επενεχθείσα -εις την διεύθυνσιν του <i>Σάνσελλορ</i>.</p> - -<p>Την επιούσαν, 21 Οκτωβρίου, η κατάστασις είνε η αυτή. Κατά τους επιβάτας ο -διάπλους τελείται ως συνήθως, όθεν κατ' ουδέν μετέβαλον το πρόγραμμα του εν τω -πλοίω βίου των.</p> - -<p>Άλλως τε αι πρόοδοι της πυρκαϊάς δεν εκδηλούνται εις τα έξω, σημείον καλόν. Τα -δε ανοίγματα εφράχθησαν τόσον στεγανώς, ώστε ουδείς καπνός προδίδει την -εσωτερικήν καύσιν. Ίσως θα γίνη δυνατόν να συγκεντρώσωσι το πυρ εν τω κύτει, και -ίσως τέλος, δι' έλλειψιν αέρος θα σβεσθή ή θα εξακολουθή εμφωλεύον, και δεν θα -διαδοθή καθ' όλον το φορτίον. Τούτο ελπίζει και ο Ροβέρτος Κόρτις, και προς πλείονα -προφύλαξιν εκέλευσε μάλιστα να φράξωσιν επιμελώς το στόμιον των αντλιών, ών ο -σωλήν, παρατεινόμενος μέχρι του πυθμένος του κύτους, ηδύνατο να παράσχη δίοδον -εις λεπτά τινα μόρια αέρος.</p> - -<p>Είθε να επέλθη ημίν ουρανόθεν βοήθεια, διότι, αληθώς, ουδέν δυνάμεθα ημείς -αυτοί!</p> - -<p>Η ημέρα αύτη θα διήρχετο άνευ τινός συμβάντος, αν μη τυχαίως ήκουον λέξεις -τινάς συνδιαλέξεως, εξ ών προκύπτει ότι η κατάστασις ημών, η τοσούτον ήδη σοβαρά, -μέλλει να δεινωθή.</p> - -<p>Περί τούτου θα κρίνωσιν οι αναγνώσται.</p> - -<p>Εκαθήμην εν τω επιστέγω, δύο δε των επιβατών συνδιελέγοντο ταπεινή τη φωνή, -ουδόλως υποπτεύοντες ότι λέξεις τινές αυτών ηδύναντο να έλθωσιν εις τα ώτα μου. -Ήσαν δε ούτοι ο μηχανικός Φάλστεν και ο μεγαλέμπορος Ρόμπυ, συχνά πυκνά -συνδιαλεγόμενοι κατ' ιδίαν.</p> - -<p>Εν πρώτοις επισπώσι την προσοχήν μου έν ή δύο νεύματα εκφραστικά του -μηχανικού, όστις φαίνεται ελέγχων σφόδρα τον μεθ' ού συνδιαλέγεται.</p> - -<p>Δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη παραβάλω το ους, και ακούω τους λόγους -τούτους.</p> - -<p>» Αλλ' όμως είνε άτοπον! επαναλαμβάνει ο Φάλστεν! Δεν υπάρχει μεγαλητέρα -απερισκεψία!</p> - -<p> — Πα! αποκρίνεται ο Ρόμπυ αμέριμνος, δεν θα συμβή τίποτε!</p> - -<p> — Τουναντίον μάλιστα, δυνατόν να συμβώσι δεινά δυστυχήματα! -επαναλαμβάνει ο μηχανικός.</p> - -<p> — Αι, καλά! άπαντα ο έμπορος, δεν είνε δα και η πρώτη φορά όπου το -κάμνω.</p> - -<p> — Αλλ' όμως μικρά σύγκρουσις δυνατόν να προκαλέση έκρηξιν.</p> - -<p> — Το έχω στερεά περιτυλιγμένον το δοχείον, κύριε Φάλστεν, και -επαναλαμβάνω ότι δεν είνε φόβος καθόλου.</p> - -<p> — Και διατί δεν το είπες εις τον πλοίαρχον;</p> - -<p> — Αι! διότι δεν θα ήθελε να το παραλάβη.»</p> - -<p>Του ανέμου επ' ολίγον κοπάσαντος, δεν ακούω πλέον τίποτε· αλλ' όμως είνε -φανερόν ότι ο μεν μηχανικός εξακολουθεί επιμένων, ο δε Ρόμπυ απλώς ανυψοί τους -ώμους.</p> - -<p>Και όντως μετ' ου πολύ νέοι λόγοι έρχονται μέχρι εμού.</p> - -<p>«Ναι! ναι! λέγει ο Φάλστεν, πρέπει να γίνη γνωστόν εις τον πλοίαρχον! πρέπει να -ρίψωμεν το δοχείον εις την θάλασσαν! Δεν έχω όρεξιν να ανατιναχθώ εις τον -αέρα!»</p> - -<p>Να ανατιναχθώ εις τον αέρα! Ανατινάσσομαι ακούσας τας λέξεις ταύτας! Τι άρα γε -νοεί ο μηχανικός; Τι υπαινίσσεται; Και όμως δεν γινώσκει την κατάστασιν του -<i>Σάνσελλορ</i>, και αγνοεί ότι πυρκαϊά νέμεται το φορτίον!</p> - -<p>Αλλά λέξις τις — λέξις «φοβερά» ως έχουσι τα παρόντα πράγματα — μοι φέρει -σφοδρόν τιναγμόν. </p> - -<p>Και η λέξις αύτη ή μάλλον αι λέξεις αύται «πικρικόν κάλι» επαναλαμβάνονται -πολλάκις.</p> - -<p>Εν ριπή οφθαλμού είμαι πλησίον των δύο επιβατών και ακουσίως, μετά δυνάμεως -ανανταγωνίστου, αρπάζω τον Ρόμπυ από του περιλαιμίου.</p> - -<p>«Υπάρχει πικρικόν εντός του πλοίου;</p> - -<p> — Ναι! αποκρίνεται ο Φάλστεν, έν δοχείον περιέχον τριάκοντα λίτρας.</p> - -<p> — Και πού;</p> - -<p> — Εις το κύτος, μαζί με τα εμπορεύματα!»</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΙΑ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της 21 Οκτωβρίου.</i> — Ακούω την απόκρισιν του Φάλστεν και -δεν δύναμαι να διηγηθώ τι συμβαίνει εν εμαυτώ! το συναίσθημά μου δεν είνε -κατάπληξις, αλλά μάλλον ώσπερ τις υποταγή εις το θέλημα του Θεού! Μοι φαίνεται δε -ότι το απρόοπτον τούτο συμπληροί την κατάστασιν ημών, και μάλιστα ότι δυνατόν να -είνε και η καταστροφή αυτής! Όθεν μετά πάσης αταραξίας πορεύομαι εις συνάντησιν -του Ροβέρτου Κόρτις επί του πρωραίου καταστρώματος.</p> - -<p>Μαθών ότι δοχείον περικλείον τριάκοντα λίτρας πικρικού, — τούτ' έστιν όσον -αρκεί να ανατινάξη όρος, — κείται εν τω πλοίω, εν τω πυθμένι του κύτους, εν αυτή τη -εστία της πυρκαϊάς, και ότι ο <i>Σάνσελλορ</i> δυνατόν να εκραγή όσον ούπω, ο -Ροβέρτος Κόρτις δεν συνοφρυούται, μόλις δε το μέτωπόν του ρυτιδούται και των -οφθαλμών του η κόρη διαστέλλεται.</p> - -<p>«Έχει καλώς! μοι αποκρίνεται. Μηδέ γρυ περί τούτου. Και πού είνε ο Ρόμπυ;</p> - -<p> — Εις το επίστεγον.</p> - -<p> — Ελάτε μαζί μου, κύριε Κάζαλλον.»</p> - -<p>Μεταβαίνομεν ομού εις το επίστεγον, ένθα συζητούσιν έτι ο μηχανικός και ο -έμπορος.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται προς αυτούς και ερωτά τον Ρόμπυ: </p> - -<p>«Το εκάμετε σεις αυτό;</p> - -<p> — Αι, μάλιστα! το έκαμα!» αποκρίνεται ησύχως ο Ρόμπυ, νομίζων εαυτόν -ένοχον το πολύ πολύ δόλου και απάτης.</p> - -<p>Μοι φαίνεται μίαν στιγμήν, ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα κατασυντρίψη τον άθλιον -επιβάτην, όστις δεν δύναται να κατανοήση το σπουδαίον της ασυνεσίας του! Αλλά -κατορθοί να συγκρατήση εαυτόν, και τον βλέπω σφίγγοντα τας χείρας οπίσω των -νώτων, ίνα μη τω επέλθη ο πειρασμός να αρπάση τον Ρόμπυ από του λαιμού.</p> - -<p>Έπειτα δε μετά φωνής ησύχου ερωτά τον Ρόμπυ. Ούτος δε βεβαιοί τα γεγονότα, -ών ανωτέρω εμνημόνευσα. Μεταξύ των δεμάτων των παρεμπορευμάτων του υπάρχει -δοχείον περικλείον τριάκοντα περίπου λίτρας της κινδυνώδους ουσίας. Ο επιβάτης -ούτος προσηνέχθη εν τη περιστάσει ταύτη μετά της ασυνεσίας, ήτις, ομολογητέον, -είνε έμφυτος ταις αγγλοσαξωνικαίς φυλαίς, και εισήγαγε το εκρηκτικόν τούτο μίγμα -εις το κύτος του πλοίου ως Γάλλος τις ήθελε εισαγάγη απλήν φιάλην οίνου. Δεν -εδήλωσε δε το είδος του περιεχομένου, διότι εγίνωσκε κάλλιστα ότι ο πλοίαρχος -ήθελεν αποποιηθή να το παραλάβη.</p> - -<p>«Και τέλος πάντων, προσθέτει υψών τους ώμους, δεν είνε δα και πράξις αξία -αγχόνης. Και αν το δοχείον μου σας ενοχλή τόσον πολύ, δύνασθε κάλλιστα να το -ρίψετε εις την θάλασσαν. Διότι τα εμπορεύματά μου τα έχω ησφαλισμένα!»</p> - -<p>Την απόκρισιν ταύτην ακούσας, δεν δύναμαι να κρατηθώ, διότι δεν έχω την -αταραξίαν του Ροβέρτου Κόρτις. Παραφερόμενος υπό της οργής, εφορμώ κατά του -Ρόμπυ, πριν δυνηθή ο δεύτερος να με αναχαιτίση, και αναφωνώ:</p> - -<p>«Άθλιε! Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι είνε πυρκαϊά εντός του πλοίου;»</p> - -<p>Άμα εκστομίσας τας λέξεις ταύτας, ευθύς μετενόησα, αλλ' είνε πλέον πολύ αργά! -Απερίγραπτον αποτέλεσμα παράγουσιν επί του Ρόμπυ. Ο τάλας καταλαμβάνεται υπό -φόβου νευρικού. Το σώμα έχων παράλυτον υπό τετανικής ακαμψίας, φρίσσουσαν την -κόμην, το όμμα υπερμέτρως ανοικτόν, την αναπνοήν πνευστιώσαν ως ασθματικού, -δεν δύναται να λαλήση, και ο φόβος αυτού ανήλθεν εις το έπακρον. Αίφνης οι -βραχίονες αυτού κινούνται, παρατηρεί το κατάστρωμα τούτο του <i>Σάνσελλορ</i>, -όπερ από στιγμής εις στιγμήν δυνατόν να ανατιναχθή εις τον αέρα. Εφορμά κάτω του -επιστέγου, ανεγείρεται, διατρέχει το πλοίον, χειρονομών ως παράφρων. Έπειτα -αναλαμβάνει τον λόγον, και από του στόματός του εξέρχονται αι απαίσιαι αύται -λέξεις:</p> - -<p>«Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0036.jpg" width="351" -height="550" -alt="Τρέχει κράζων: «Πυρκαϊά!» (σελ. 36)" border="2" /><br /></p> - - -<p>Το πλήρωμα, ακούσαν την κραυγήν ταύτην, σπεύδει επί του καταστρώματος, διότι -ενόμισεν αναμφιβόλως ότι η πυρκαϊά εξώρμησεν εκ των ένδον, και ότι επήλθεν η ώρα -να φύγωσι διά των εφολκίων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn42' -id='ref42'>42</a></span>] -. Επέρχονται και οι επιβάται, ο μίστερ Κηρ, η σύμβιός του μίσιζ Κηρ, η μις Χέρμπυ και -οι δύο Λετουρνέρ.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να επιβάλη σιγήν εις τον Ρόμπυ, αλλ' αυτός δεν έχει -πλέον σώας τας φρένας.</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην η αταξία είνε εσχάτη. Η μίσιζ Κηρ κατέπεσεν επί του -καταστρώματος αναίσθητος, ο δε σύμβιος ουδόλως φροντίζει περί αυτής, καταλείπων -την μις Χέρμπυ να την περιποιηθή.</p> - -<p>Οι δε ναύται έχουσιν ήδη ενάψη τα σύσπαστα [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn43' id='ref43'>43</a></span>] - της ακάτου, ίνα την καταβιβάσωσιν εις την θάλασσαν.</p> - -<p>Κατά τον χρόνον δε τούτον γνωστοποιώ τοις κκ. Λετουρνέρ ό τι αγνοούσι, τούτ' -έστιν ότι το φορτίον πυρπολείται, ο δε νους του πατρός παρευθύς φέρεται προς τον -Ανδρέαν, όν περιβάλλει διά των βραχιόνων του· αλλ' ο νέος διατελεί ατάραχος και -απαθής, και θαρρύνει τον πατέρα του, επαναλαμβάνων ότι ο κίνδυνος δεν είνε -άμεσος.</p> - -<p>Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις βοηθούμενος υπό του υποπλοιάρχου, κατώρθωσε να -αναχαιτίση τους άνδρας, βεβαιών αυτούς ότι η πυρκαϊά δεν εποίησε νέας προόδους, -ο δ' επιβάτης Ρόμπυ δεν έχει συνείδησιν ούτε του τι πράττει, ούτε του τι λέγει, ότι δεν -πρέπει να σπεύδωσι και ότι, όταν έλθη ο καιρός, θα καταλίπωσι πάντες το πλοίον. . . -</p> - -<p>Οι πλείστοι των ναυτών ίστανται ακούοντες την φωνήν του δευτέρου, όν αγαπώσι -και σέβονται. Ούτος επιτυγχάνει παρ' αυτών ό τι ο πλοίαρχος Χόντλυ δεν ήθελε -δυνηθή να κατορθώση, η δε άκατος διαμένει επί των υποστατών.</p> - -<p>Ευτυχώς πάνυ [<span style='font-size: small;'><a href='#fn44' -id='ref44'>44</a></span>] - ο Ρόμπυ ουδέν είπε περί του πικρικού εκείνου, του εγκεκλεισμένου εν τω κύτει του -πλοίου. Εάν το πλήρωμα εγίνωσκε την αλήθειαν, εάν εμάνθανεν ότι το πλοίον είνε -αύτο δη τούτο ηφαίστειον έτοιμον να διαρραγή υπό τους πόδας του, το πλήρωμα, -λέγω, ήθελεν απολέση παν ηθικόν σθένος, δεν θα ήτο δυνατόν να το κρατήσωσι και -θα έφευγεν εξ άπαντος.</p> - -<p>Ο δεύτερος ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ, οι τρεις μόνοι γινώσκωμεν τίνι φοβερώ -τρόπω ήτο περιπεπλεγμένη η πυρκαϊά του πλοίου, και επάναγκες είνε ημείς μόνοι να -το γινώσκωμεν.</p> - -<p>Της τάξεως αποκαταστάσης, ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ ερχόμεθα εις το επίστεγον -προς συνάντησιν του Φάλστεν, όν ευρίσκομεν εσταυρωμένας έχοντα τας χείρας και -σκεπτόμενον ίσως περί τινος προβλήματος της μηχανικής εν τω γενικώ εκείνω φόβω -και τρόμω. Συνιστώμεν δε αυτώ να μη είπη τίποτε περί της νέας ταύτης περιπλοκής, -της οφειλομένης εις την απερισκεψίαν του Ρόμπυ.</p> - -<p>Και ο μεν Φάλστεν υπισχνείται να τηρήση το απόρρητον. Προς δε τον πλοίαρχον -Χόντλυ, όστις αγνοεί έτι την εσχάτην σοβαρότητα της καταστάσεως, αναλαμβάνει ο -Ροβέρτος Κόρτις να την καταστήση γνωστήν.</p> - -<p>Αλλά προ τούτου πρέπει να ληφθή πρόνοια περί του Ρόμπυ, διότι ο τάλας διατελεί -εν παντελεί παραφροσύνη. Δεν έχει πλέον συναίσθησιν των πράξεών του, και τρέχει -ανά το κατάστρωμα κραυγάζων αδιαλείπτως: Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τους ναύτας να συλλάβωσι τον επιβάτην, όν -κατορθούσι να φιμώσωσι και προσδέσωσι στερεώς. Έπειτα μεταφέρεται εις τον -θάλαμόν του, ένθα του λοιπού θα φυλάσσεται φυλακή αδέσμω.</p> - -<p>Η φοβερά λέξις δεν εξέφυγε του στόματός του!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΙΒ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>22 και 23 Οκτωβρίου</i>. — Ο Ροβέρτος Κόρτις εγνωστοποίησε τα πάντα -τω πλοιάρχω Χόντλυ. Ο δε πλοίαρχος Χόντλυ, δικαιώματι, αν μη πράγματι, είνε -προϊστάμενός του και δεν ηδύνατο να τον αποκρύψη την κατάστασιν των -πραγμάτων.</p> - -<p>Γρυ δεν απήντησεν ο πλοίαρχος εις την ανακοίνωσιν ταύτην και αφ' ού έφερε την -χείρα επί του μετώπου, ως τις θέλων να αποσοβήση σκέψιν τινά οχληράν, εισήλθεν -ησύχως εις τον θάλαμόν του ουδέν παραγγείλας.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ συσκεπτόμεθα, -και εκπλήσσομαι επί τη απαθεία ήν έκαστος ημών έχει εν τη περιστάσει ταύτη. Πάσαι -αι πιθανότητες της σωτηρίας συνεζητήθησαν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις συνοψίζει την -κατάστασιν των πραγμάτων ωδέ πως.</p> - -<p>«Η πυρκαϊά δεν δύναται να ανασταλή, και ήδη η θερμοκρασία κατά την πρώραν -κατέστη αφόρητος. Θα επέλθη λοιπόν στιγμή, μετ' ου πολύ ίσως, καθ' ήν η έντασις του -πυρός θα είνε τοιαύτη, ώστε αι φλόγες θα εξέλθωσι διά του καταστρώματος. Εάν δε -προ της νέας ταύτης όψεως της καταστροφής η κατάστασις της θαλάσσης επιτρέπη να -χρησιμοποιήσωμεν τα εφόλκιά μας, θα αφήσωμεν το πλοίον και θα φύγωμεν. Αλλ' -εάν όμως τουναντίον δεν είνε δυνατόν να αφήσωμεν τον <i>Σάνσελλορ</i>, θα -αγωνισθώμεν κατά του πυρός μέχρι εσχάτων. Τις οίδεν εάν δεν το καταβάλωμεν όταν -θα προβάλη έξω! Ίσως θα κατανικήσωμεν ευκολώτερον τον φανερόν εχθρόν ή τον -κρυπτόμενον.</p> - -<p> — Τούτο φρονώ, αποκρίνεται ησύχως ο μηχανικός.</p> - -<p> — Και εγώ, είπον εγώ. Αλλά, κύριε Κόρτις, δεν υπολογίζετε και την -περίπτωσιν ταύτην, ότι τριάκοντα λίτραι εκρηκτικής ουσίας εγκλείονται εν τω πυθμένι -του κύτους;</p> - -<p> — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, διότι είνε απλή τις -λεπτομέρεια, και διά τούτο ουδόλως την υπολογίζω! Και διατί τάχα να κάθημαι και να -μεριμνώ περί τούτου; Δύναμαι να αναζητήσω την ουσίαν ταύτην εντός φορτίου -πυρπολουμένου και εντός κύτους, όπου οφείλομεν να μη επιτρέψωμεν την είσοδον -του αέρος; Όχι! Λοιπόν ουδέ καν το συλλογίζομαι! Πριν τελειώση η φράσις την οποίαν -προφέρω, δύναται το πικρικόν τούτο να επιφέρη το αποτέλεσμά του; Ναι. Λοιπόν το -πυρ ή θα το φθάση ή δεν θα το φθάση. Κατ' ακολουθίαν, την περίπτωσιν περί ής -λέγετε εγώ την θεωρώ ως μη υπάρχουσαν. Εις τον Θεόν και ουχί εις εμέ, εναπόκειται -πλέον η απαλλαγή ημών από της εσχάτης ταύτης καταστροφής!</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις απήγγειλε τους λόγους τούτους σοβαρώς, ημείς δε κλίνομεν -την κεφαλήν άναυδοι. Αφ' ού, τοιαύτης ούσης της θαλάσσης, η άμεσος φυγή είνε -αδύνατος, οφείλομεν να λησμονήσωμεν την περίπτωσιν ταύτην.</p> - -<p>«Η έκρηξις δεν είνε αναγκαία, θα έλεγε λεπτολόγος τις, αλλά μόνον -ενδεχομένη.»</p> - -<p>Την παρατήρησιν ταύτην εποίησεν ο μηχανικός μετά απαραμίλλου απαθείας.</p> - -<p>«Μίαν ερώτησιν, κύριε Φάλστεν, εις την οποίαν παρακαλώ να μ' απαντήσετε, -είπον εγώ προς αυτόν. Δύναται να αναφλεχθή το πικρικόν κάλι αν δεν προηγηθή -σύγκρουσις;</p> - -<p> — Βεβαίως, αποκρίνεται ο μηχανικός. Υπό τας συνήθεις περιστάσεις το -πικρικόν κάλι δεν είνε μεν περισσότερον εύφλεκτον της κοινής πυρίτιδος, αλλ' όμως -είνε όσον και εκείνη. Άρα,..»</p> - -<p>Ο Φάλστεν είπεν «Άρα». Δεν ηθέλετε νομίση ότι λέγει απόδειξίν τινα διδάσκων -χημείαν;</p> - -<p>Έπειτα αναβαίνομεν πάλιν εις το κατάστρωμα. Εν ώ δε εξηρχόμεθα της αιθούσης, -ο Ροβέρτος Κόρτις λαβών με από της χειρός, μοι είπεν ουδόλως επιχειρών να κρύψη -την συγκίνησίν του:</p> - -<p>«Κύριε Κάζαλλον, τον <i>Σάνσελλορ</i>, τον οποίον τόσον αγαπώ, να τον βλέπω -βοράν του πυρός και να μη δύναμαι τίποτε, τίποτε!,,</p> - -<p> — Κύριε Κόρτις, η συγκίνησίς σας. . . </p> - -<p> — Κύριε, λέγει εκείνος, δεν δύναμαι να την καταδαμάσω. Υμείς μόνος θα -έχετε παρατηρήση τι υποφέρω. — Αλλά τετέλεσται, προσέθηκε προσπαθών βιαίως να -καταστείλη εαυτόν.</p> - -<p> — Η κατάστασις λοιπόν είνε απελπιστική; ηρώτησα τότε.</p> - -<p> — Η κατάστασις, ιδού, αποκρίνεται απαθώς ο Ροβέρτος Κόρτις. -Ευρισκόμεθα επί υπονόμου και η άπτρα είνε αναμμένη. Υπολείπεται να μάθωμεν -πόσον είνε το μήκος της άπτρας!»</p> - -<p>Και ταύτα ειπών απέρχεται.</p> - -<p>Όπως δήποτε το τε πλήρωμα και οι λοιποί επιβάται αγνοούσι μέχρι πόσου έχει -δεινωθή η κατάστασις ημών.</p> - -<p>Αφ' ότου έγινε γνωστή η πυρκαϊά, ο μίστερ Κηρ καταγίνεται συναθροίζων τα -πολυτιμότατα των πραγμάτων του και, ως εικός, ουδόλως έχει τον νουν του εις την -γυναίκα του. Αφ' ού δε ανεκοίνωσεν επισήμως τω δευτέρω πλοιάρχω ότι οφείλει να -προβή εις την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς, και κατέστησεν αυτόν υπεύθυνον παντός -ενδεχομένου, εισήλθε πάλιν εις τον παρά την πρύμναν θάλαμόν του και ουδέποτε -πλέον εξήλθε.</p> - -<p>Η δε μίσιζ Κηρ εκβάλλει στεναγμούς και η τάλαινα γυνή, ει και γελοία, εμποιεί -οίκτον. Η μις Χέρμπυ, εν τοις καιροίς τούτοις, νομίζει εαυτήν ολιγώτερον παρά ποτε -απηλλαγμένην των προς την κυρίαν αυτής καθηκόντων, και την περιποιείται μετ' -άκρας αφοσιώσεως. Θαυμάζω καθ' υπερβολήν την διαγωγήν της κόρης ταύτης, ήτις -θεωρεί το καθήκον ως πάντων ανώτατον.</p> - -<p>Την επιούσαν, 23 Οκτωβρίου, ο πλοίαρχος Χόντλυ προσκαλεί τον δεύτερον εις τον -θάλαμόν του και γίνεται μεταξύ αυτών ο εξής διάλογος, όν μοι ανεκοίνωσεν έπειτα ο -Ροβέρτος Κόρτις.</p> - -<p>«Κύριε Κόρτις, λέγει ο πλοίαρχος, ού το βλοσυρόν όμμα δηλοί διατάραξιν των -διανοητικών δυνάμεων, είμαι ναυτικός, δεν είν' αλήθεια;</p> - -<p> — Μάλιστα, κύριε.</p> - -<p> — Λοιπόν, φαντάσθητε ότι δεν ειξεύρω πλέον το επάγγελμά μου, αγνοώ τι -συμβαίνει εν εμοί. . . αλλά λησμονώ. . . δεν ειξεύρω πλέον. . . Δεν πλέομεν προς -Μέσην (ΒΑ), αφ' ότου απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον;</p> - -<p> — Όχι, κύριε, αποκρίνεται ο δεύτερος, πλέομεν προς Εύρον (ΝΑ) κατά τας -οδηγίας σας.</p> - -<p> — Και όμως εφορτώσαμεν διά Λιβερπούλην!</p> - -<p> — Αναμφιβόλως.</p> - -<p> — Και ο;. . . πώς ονομάζεται το πλοίον, κύριε Κόρτις;</p> - -<p> — <i>Σάνσελλορ</i>.</p> - -<p> — Α, ναι! ο <i>Σάνσελλορ</i>! Και ευρίσκεται τώρα;</p> - -<p> — Προς νότον του Τροπικού.</p> - -<p> — Λοιπόν, κύριε, δεν αναλαμβάνω να τον επαναφέρω προς βορράν!. . . -Όχι!. . . δεν θα δυνηθώ. . . Επιθυμώ να μη εξέλθω πλέον εκ του θαλάμου μου. . . Η -θέα της θαλάσσης με βλάπτει!. . . </p> - -<p> — Κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, ελπίζω ότι διά των περιποιήσεων. -. . </p> - -<p> — Ναι, ναι, βλέπομεν αργότερα. — Εν τοσούτω θα σας δώσω μίαν -διαταγήν, αλλά θα είνε η τελευταία την οποίαν θα λάβετε παρ' εμού.</p> - -<p> — Σας ακούω, αποκρίνεται ο δεύτερος.</p> - -<p> — Κύριε, επαναλαμβάνει ο πλοίαρχος, από της στιγμής ταύτης δεν είμαι -πλέον τίποτε εν τω πλοίω, και λαμβάνετε υμείς την κυβέρνησιν του <i>Σάνσελλορ</i>. -Αι περιστάσεις είνε ισχυρώτεραι εμού, και αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι να ανθέξω,.. Η -κεφαλή μου είνε άνω κάτω! — Πάσχω πολύ, κύριε Κόρτις,» προσθέτει ο Σάιλας Χόντλυ -θλίβων το μέτωπόν του δι' αμφοτέρων των χειρών.</p> - -<p>Ο δεύτερος εξετάζει μετά προσοχής τον τέως κυβερνώντα το πλοίον και αρκείται -μόνον αποκρινόμενος: </p> - -<p>«Έχει καλώς, κύριε.»</p> - -<p>Έπειτα δε ανελθών εις το κατάστρωμα, μοι διηγείται τα διατρέξαντα. «Μάλιστα, -λέγω, ο άνθρωπος ούτος έχει τουλάχιστον ασθενή τον εγκέφαλον, αν δεν είνε -παράφρων, και προτιμότερον ότι παρητήθη μόνος του. </p> - -<p> — Τον αντικαθιστώ εις περιστάσεις σοβαράς, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος -Κόρτις· αλλ' αδιάφορον, θα πράξω το καθήκον μου.»</p> - -<p>Ταύτα ειπών ο δεύτερος, καλεί ναύτην τινά και τω λέγει να υπάγη να εύρη τον -αρχιναύτην, όστις πάραυτα έρχεται.</p> - -<p>«Να προσκληθή το πλήρωμα, λέγει προς τον αρχιναύτην, παρά την πτέρναν του -μεγάλου ιστού.»</p> - -<p>Ο αρχιναύτης αποχωρεί και μετά τινας στιγμάς οι άνδρες του <i>Σάνσελλορ</i> -είνε συνηγμένοι εν τω υποδειχθέντι τόπω.</p> - -<p>Ο δε Ροβέρτος Κόρτις προσελθών προς αυτούς λέγει μετά φωνής γαληνιαίας:</p> - -<p>«Παιδιά, εις την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και διά λόγους οι οποίοι -είνε εις εμέ γνωστοί, ο κύριος Σάιλας Χόντλυ ενόμισε καθήκον του να παραιτηθή του -πλοιαρχικού αξιώματος. Όθεν από της ημέρας ταύτης εγώ είμαι ο κυβερνήτης.»</p> - -<p>Ούτω πως εξετελέσθη η μεταβολή αύτη, ήτις εξ άπαντος θα αποβή εις καλόν -πάντων. Έχομεν αρχηγόν άνδρα δραστήριον και ασφαλή, όστις προ ουδενός μέσου θα -υποχωρήση, τείνοντος εις την κοινήν σωτηρίαν. Οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός -Φάλστεν και εγώ συγχαίρομεν παρευθύς τω Ροβέρτω Κόρτις, ο δε υποπλοίαρχος και ο -αρχιναύτης προσθέτουσι τα συγχαρητήριά των εις τα ημέτερα.</p> - -<p>Ο πλους του <i>Σάνσελλορ</i> εξακολουθεί προς Λίβα (ΝΔ), ο δε Ροβέρτος Κόρτις -βιάζων, επιζητεί να προσεγγίση εν τω βραχυτάτω διαστήματι χρόνου εις την εγγυτάτην -των Μικρών Αντιλλών.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em">ΙΓ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 24 μέχρι 29 Οκτωβρίου</i>. — Κατά τας πέντε επομένας ημέρας -η θάλασσα είνε αγρία. Ο δε <i>Σάνσελλορ</i>, ει και δεν παλαίει πλέον κατ' αυτής και -τρέχει συν τω ανέμω και τω κύματι, κινείται όμως καθ' υπερβολήν. Κατά τον διάπλουν -τούτον, τον επί πυρπολικού, ουδ' επί στιγμήν έχομεν ησυχίαν. Παρατηρούμεν μετά -πόθου το ύδωρ τούτο όπερ, περιβάλλον το πλοίον, έλκει, κατακηλεί.</p> - -<p>«Αλλά, είπον προς τον Ροβέρτον Κόρτις, διατί να μη τρυπήσωμεν το κατάστρωμα; -διατί να μη χύσωμεν τόννους ύδατος εις το κύτος; Και όταν το πλοίον γεμίση, πού -έγκειται το κακόν; Της πυρκαϊάς σβεσθείσης αι αντλίαι θα χύσωσι πάλιν όλον το ύδωρ -εις την θάλασσαν!</p> - -<p> — Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας το είπον και σας -το επαναλαμβάνω, εάν αφήσωμεν τον αέρα να διέλθη, έστω και όσον δήποτε και -ολίγον, το πυρ θα διαδοθή εν ακαρεί καθ' όλον το πλοίον, αι δε φλόγες θα το -περιβάλωσιν από της τρόπιδος μέχρι του επιμήλου των ιστίων. Είμεθα -καταδεδικασμένοι εις απραξίαν και υπάρχουσι περιστάσεις, καθ' άς οφείλει ο -άνθρωπος να έχη την γενναιότητα του απρακτείν!»</p> - -<p>Μάλιστα! Ο μόνος τρόπος του να καταπολεμηθή η πυρκαϊά είνε να φραχθή -στεγανώς πάσα είσοδος.</p> - -<p>Εν τούτοις αι πρόοδοι του πυρός είνε ακατάπαυστοι και ίσως ταχύτεραι ή όσον -υποθέτομεν. Κατά μικρόν η θερμότης καθίσταται αρκούντως ισχυρά, ώστε οι επιβάται -εδέησε να καταφύγωσιν επί της γεφύρας οι δε πρυμναίοι θάλαμοι ευρέως -φωτιζόμενοι διά των παραθύρων του άβακος, είνε έτι κατοικήσιμοι. Αλλ' εκ τούτων -τον μεν δεν εγκαταλείπει η μίσιζ Κηρ, τον δ' έτερον διέθεσεν ο Ροβέρτος Κόρτις τω -εμπόρω Ρόμπυ. Πολλάκις μετέβην εις επίσκεψιν του ταλαιπώρου τούτου, όστις είνε -όλως παράφρων, και ανάγκης να τον κρατώσι δέσμιον, αν μη θέλωσι να θραύση την -θύραν του θαλάμου του. Πράγμα παράδοξον! Διετήρησεν εν τη παραφροσύνη του -αίσθημα φρικαλέου τρόμου, και εκβάλλει φρικώδεις κραυγάς, ως εάν υπό την -επίδρασιν φαινομένου φυσιολογικού, ησθάνετο αληθή καύματα.</p> - -<p>Και τον τέως πλοίαρχον πολλάκις επισκέπτομαι και ευρίσκω εν αυτώ άνδρα -ηρεμώτατον και λαλούντα λογικώς πλην των αναφερομένων εις τα ναυτικά. Ως προς -τούτο δεν έχει πλέον τον κοινόν νουν. Προσφέρομαι να τον περιποιηθώ, διότι πάσχει, -αλλά δεν θέλει να δεχθή τας περιποιήσεις μου και δεν εξέρχεται πλέον εκ του -θαλάμου του.</p> - -<p>Σήμερον εισεπήδησεν εις την θέσιν του πληρώματος καπνός δριμύς και ναυτιώδης -διηθούμενος διά των σχισμάδων του φράγματος. Είνε δε βέβαιον ότι η πυρκαϊά -προοδεύει προς το μέρος τούτο, παραβάλλοντες δε το ους, ακούομεν υπόκωφον -βόμβον. Αλλά πόθεν λοιπόν το πυρ λαμβάνει όλον τούτον τον αέρα όστις το τρέφει; -Ποία τις η ρωγμή η διαφυγούσα τας ερεύνας ημών; Η φρικώδης καταστροφή δεν θα -ηδύνατο νυν να αποσοβηθή! Ίσως είνε ζήτημά τινων μόνον ημερών, ωρών τινων, και -δυστυχώς η θάλασσα κυμαίνεται ούτως ώστε δεν είνε δυνατόν να σκεφθώμεν περί -φυγής διά των εφολκίων.</p> - -<p>Κατά παραγγελίαν του Ροβέρτου Κόρτις το φράγμα της θέσεως καλύπτεται διά -υποβλήματος διαβρεχομένου απαύστως. Αλλά, μάταιαι φροντίδες, ο καπνός -εξακολουθεί εξερχόμενος εν μέσω θερμότητος υγράς, ήτις διαχεομένη επί της πρώρας -καθιστά τον αέρα σχεδόν ανεπιτήδειον εις αναπνοήν.</p> - -<p>Ευτυχώς ο μέγας ιστός και ο ακάτιος είνε σιδηροί· ει δε μη, καιόμενοι από της -πτέρνης θα είχον ήδη καταπέση, και ημείς θα είχομεν απολεσθή.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις λοιπόν βιάζει όσον οίον τε, και υπό τον άνεμον τούτον, τον -Μέσην (ΒΑ), όστις επιτείνεται, ο <i>Σάνσελλορ</i> βαδίζει μετά πολλής -ταχύτητος.</p> - -<p>Ιδού ήδη δεκατέσσαρες ημέραι από της εμφανίσεως της πυρκαϊάς και αι πρόοδοι -αυτής είνε ακατάπαυστοι, διότι δεν ηδυνήθημεν να καταπαύσωμεν αυτάς. Ήδη ο -χειρισμός εν τω πλοίω είνε μάλλον και μάλλον δυσχερής. Επί του επιστέγου, ού το -σανίδωμα δεν συνέχεται αμέσως προς το κύτος δυνάμεθα έτι να σταθώμεν αλλά επί -του καταστρώματος μέχρι του πρωραίου είνε των αδυνάτων να βαδίσωμεν ουδέ μετά -χονδρών υποδημάτων. Το ύδωρ δεν εξαρκεί πλέον ίνα δροσίζη τας σανίδας ταύτας, άς -το πυρ λέχει και ανακυρτούνται επί των ράβδων των. Η ρητίνη του ελατίνου τούτου -ξύλου κροτεί πέριξ των όζων ως πίπτουσα χάλαζα, οι αρμοί διανοίγονται, η δε πίσσα, -ρευστοποιουμένη υπό της θερμότητος διαρρέει σχεδιάζουσα παμποίκιλα ιδιόρρυθμα -σχήματα επί του καταστρώματος κατά τας απαιτήσεις του διατοιχισμού του -πλοίου.</p> - -<p>Το δ' έσχατον της συμφοράς, αίφνης αναπηδά αποτόμως άνεμος Σκίρων (ΒΔ), -πνέων μετά μανίας! Αυτόχρημα τυφών, οποίος ενίοτε παράγεται εν ταις ακταίς -ταύταις, και μας απομακρύνει από της γης των Αντιλλών, εις ήν προσπαθούμεν να -προσεγγίσωμεν! Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να αντισταθή αντιμένων[<span style= -'font-size: small;'><a href='#fn45' id='ref45'>45</a></span>] -, αλλ' ο άνεμος είνε ούτω βίαιος, ώστε ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν δύναται να αντιμείνη, -και ανάγκη είνε μετ' ου πολύ να παραδοθή τω ανέμω, ίν' αποφύγη τους κλύδωνας, -οίτινες είνε φοβεροί όταν πλήττωσι πλοίον κατά το ισχίον.</p> - -<p>Τη 29 η τρικυμία είνε εν όλη αυτής τη βία. Ο Ωκεανός είνε τεταραγμένος και η -λεπτή βροχή η εκ της συγκρούσεως των κυμάτων κατακαλύπτει τον <i>Σάνσελλορ</i> -καθ' ολοκληρίαν. Των αδυνάτων να καταβιβασθή εφόλκιον εις την θάλασσαν χωρίς -πάραυτα να καταποντισθή. Ημείς δε έχομεν καταφύγη οι μεν εις το επίστεγον, οι δε -εις το πρυμναίον κατάστρωμα. Αποβλέπομεν προς αλλήλους, αλλά δεν τολμώμεν να -λαλήσωμεν.</p> - -<p>Περί δε του δοχείου του πικρικού ουδέ καν διανοούμεθα. Ελησμονήσαμεν «την -λεπτομέρειαν ταύτην» ίνα κατά Ροβέρτον Κόρτις είπω. Δεν ειξεύρω μα το ναι, αν μη -ήτο ευκταία η έκρηξις του πλοίου, ήτις έμελλε διά μιας να διαλύση την κατάστασιν -των πραγμάτων. Την φράσιν ταύτην αναγράφω, διότι θέλω να παραστήσω ακριβώς -την κατάστασιν των πνευμάτων μας. Ο άνθρωπος επί πολύν χρόνον επαπειλούμενος -υπό τινος κινδύνου, επιθυμεί τέλος να επέλθη ο κίνδυνος όσον τάχιστα, διότι η -προσδοκία καταστροφής αναποδράστου είνε φρικωδεστέρα της πραγματικής -αληθείας!</p> - -<p>Εν όσω δε ήτο καιρός, ο πλοίαρχος Κόρτις παρήγγειλε την εξαγωγήν μέρους των -τροφών των αποτεταμιευμένων εν τω διανομείω, εις ό δεν θα ήτο πλέον δυνατόν να -εισέλθη τις. Η θερμότης έχει ήδη βλάψη μέγα ποσόν προμηθειών αλλ' όμως βυτία τινά -διπυρίτου [<span style='font-size: small;'><a href='#fn46' id='ref46'>46</a></span>] - και κρέατος παστού, είς κόρος ρακής και βυτία ύδατος ετέθησαν επί του -καταστρώματος, προς δε τούτοις καλύμματα, όργανα, πυξίς, ιστία, ίνα, εάν τύχη, -δυνηθώμεν να εγκαταλίπωμεν πάραυτα το πλοίον.</p> - -<p>Την ογδόην εσπερινήν ώραν, ει και ο πάταγος του τυφώνος είνε μέγας, όμως -ακούεται βόμβος θορυβώδης. Οι καθέκται του καταστρώματος υπεγείρονται -πιεζόμενοι έσωθεν υπό του θερμού αέρος, και δίναι καπνού μαύρου διαφεύγουσι διά -των καθεκτών, ως ο ατμός διαφεύγει υπό την πλάκα της επιστομίδος λέβητος.</p> - -<p>Το πλήρωμα σπεύδει προς τον Ροβέρτον Κόρτις και ζητεί τας διαταγάς του. Μία -και μόνη γνώμη κατέχει πάντας, να φύγωμεν δήλα δή το ηφαίστειον τούτο, όπερ -μέλλει να εκραγή υπό τους πόδας ημών.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί τον Ωκεανόν ού τα τεράστια κύματα εκχύνονται. -Ουδέ δύναται τις πλέον να προσεγγίση εις την άκατον την κειμένην επί των -υποστατών εν τω μέσω του καταστρώματος· αλλ' είνε έτι δυνατόν να -χρησιμοποιήσωμεν την λέμβον την ανακρεμαμένην από των επωτίδων [<span style= -'font-size: small;'><a href='#fn47' id='ref47'>47</a></span>] - του δεξιού τοίχου του πλοίου, ως και την φαλαινίδα [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn48' id='ref48'>48</a></span>] - κρεμαμένην κατά την πρύμναν. </p> - -<p>Οι ναύται ορμώσι προς την λέμβον.</p> - -<p>«Όχι, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Μη θυσιάσωμεν και την τελευταίαν μας -ελπίδα!»</p> - -<p>Τινές όμως των ναυτών κατεπτοημένοι, προεξάρχοντος του Όουεν, θέλουσι να -καταβιβάσωσι το εφόλκιον. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει εις το επίστεγον και -αρπάσας πέλεκυν αναφωνεί:</p> - -<p>«Ο πρώτος όπου θα εγγίση το σύσπαστα, του σχίζω την κεφαλήν!» </p> - -<p>Οι ναύται αποχωρούσι. Καί τινες μεν τούτων αναβαίνουσιν εις τας κλιμακίδας των -επιτόνων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn49' id='ref49'>49</a></span>] -, τινές δε καταφεύγουσι μέχρι των θωρακίων.[<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn50' id='ref50'>50</a></span>] -</p> - -<p>Την ενδεκάτην της νυκτός ακούονται εν τω κύτει σφοδροί κρότοι εκρήξεως· -συντρίβονται τα φράγματα και αφίνουσι διέξοδον εις τον θερμόν αέρα και εις τον -καπνόν. Πάραυτα χείμαρροι ατμού εκθρώσκουσιν από του στομίου της πρωραίας -θέσεως και γλώσσα φλογός μακρά λείχει τον ακάτιον ιστόν. </p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0037.jpg" width="348" -height="550" -alt="Γλώσσα πυρός μακρά!,, (σελ. 44)» (σελ. 36)" border="2" /><br /></p> - -<p>Κραυγαί ακούονται τότε.</p> - -<p>Η μίσιζ Κηρ υποβασταζομένη υπό της μις Χέρμπυ καταλείπει εσπευσμένως τους -θαλάμους, ούς το πυρ κατέφθασεν ήδη. Έπειτα ο Σάιλας Χόντλυ επιφαίνεται, το -πρόσωπόν του είνε κατάμαυρον υπό του καπνού και ησύχως, αφ' ού εχαιρέτισε τον -Ροβέρτον Κόρτις, κατευθύνεται προς τους επιτόνους, αναβαίνει τας κλιμακίδας και -εγκαθιδρύεται επί του θωρακίου του επιδρόμου.</p> - -<p>Ιδών τον Σάιλας Χόντλυ, ευθύς ενθυμούμαι ότι έτερός τις διαμένει καθειργμένος -υπό το επίστεγον εν τω θαλάμω εκείνω, όν αι φλόγες μέλλουσιν ίσως να -καταβροχθίσωσι.</p> - -<p>Πρέπει λοιπόν να αφήσωμεν να αποθάνη τον ταλαίπωρον Ρόμπυ; Ορμώ προς την -κλίμακα. . . . Αλλ' ο παράφρων θραύσας τα δεσμά του φαίνεται την στιγμήν εκείνην, -έχων την κόμην κεκαυμένην και τα ενδύματα φλεγόμενα. Ουδέν λέγων περιπατεί επί -του καταστρώματος και οι πόδες του δεν καίονται! Ρίπτεται εις τας συστροφάς του -καπνού, και ο καπνός δεν τον πνίγει. Ως ανθρωπίνη σαλαμάνδρα διατρέχει αναμέσον -των φλογών!</p> - -<p>Νέος κρότος εκρήγνυται τότε και η άκατος διεσκορπίζεται εις τεμάχια, ο μεσαίος -καθέκτης ανατινάσσεται διασχίσας το υπόβλημά του, και πίδαξ πυρός επί πολύ -συμπεπιεσμένος αναπηδά μέχρι του ημίσεος του ιστού.</p> - -<p>Την στιγμήν εκείνην ο παράφρων εκβάλλει κραυγάς δυνατάς και εκ του στόματός -του εκφεύγουσιν αι λέξεις αύται:</p> - -<p>«Το πικρικόν! το πικρικόν! Όλοι θα πηδήσωμεν εις τον αέρα! εις τον αέρα! εις τον -αέρα!»</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0044.jpg" width="356" -height="550" -alt="«Το πικρικόν! το πικρικόν!» (σελ. 46)» (σελ. 36)" border="2" /><br /></p> - -<p>Έπειτα δε πριν λάβωμεν καιρόν να τον αναχαιτίσωμεν κατακρημνίζεται διά του -καθέκτου εις την φλεγομένην κάμινον.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΙΔ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Την νύκτα της 29 Οκτωβρίου</i>. — Η σκηνή αύτη υπήρξε φοβερά, -έκαστος δε, ει και έβλεπε την άνευ τινος ελπίδος κατάπτωσιν εν ή διετέλει, -συνησθάνθη όμως όλην αυτής την φρίκην.</p> - -<p>Ο Ρόμπυ δεν ζη πλέον, αλλ' οι τελευταίοι λόγοι του θα έχωσιν επακολουθήματα -ολεθριώτατα· διότι οι ναύται τον ήκουσαν κράζοντα: «Το πικρικόν! το πικρικόν!» -Ενόησαν δε ότι το πλοίον δύναται να ανατιναχθή εις τον αέρα από στιγμής εις στιγμήν, -και ότι δεν τους απειλεί πλέον μόνον πυρκαϊά, αλλά και φοβερά έκρηξις.</p> - -<p>Τινές των ανδρών, ακράτητοι ήδη, θέλουσι να φύγωσιν εξ άπαντος και άνευ -αναβολής.</p> - -<p>«Την λέμβον! την λέμβον!» ανακράζουσι.</p> - -<p>Δεν βλέπουσι δε, δεν θέλουσι να ίδωσιν οι άφρονες, ότι η θάλασσα είνε εις άκρον -τεταραγμένη και ότι ουδέν εφόλκιον δύναται να καταφρονήση τα κύματα εκείνα τα -ανατινασσόμενα εις ύψος τεράστιον! Ουδέν δύναται να τους συγκρατήση, και δεν -ακούουσι πλέον την φωνήν του πλοιάρχου των. Ο Ροβέρτος Κόρτις ρίπτεται εις το -μέσον του πληρώματός του, αλλά μάτην, διότι ο ναύτης Όουεν εξερεθίζει τους -συνναύτας του. Οι δεσμοί της λέμβου χαλαρούνται, και η λέμβος ωθείται προς τα -έξω.</p> - -<p>Το εφόλκιον αιωρείται μίαν στιγμήν εν τω αέρι, και υπακούον εις το παρακύλισμα -του πλοίου, προσκόπτει επί του τροπού [<span style='font-size: small;'><a href='#fn51' -id='ref51'>51</a></span>] -, και μετά τελευταίαν προσπάθειαν των ναυτών αποσπάται και ήδη άπτεται της -θαλάσσης· αλλά αίφνης κύμα τεράστιον την καλύπτει, την απομακρύνει μίαν στιγμήν -και μετά δυνάμεως ακρατήτου την κατασυντρίβει επί της πλευράς του -<i>Σάνσελλορ</i>.</p> - -<p>Η τε άκατος και η λέμβος κατεστράφησαν ήδη και μόνον υπολείπεται ημίν μία -εύθραυστος και στενή φαλαινίς.</p> - -<p>Οι ναύται κατάπληκτοι ίστανται ακίνητοι, και μόνον ακούονται οι συριγμοί του -ανέμου μεταξύ των αρμένων του πλοίου, και ο βόμβος της πυρκαϊάς. Η κάμινος -προχωρεί μεγεθυνομένη βαθέως προς το κέντρον του πλοίου, και χείμαρροι ατμών -λιγνυωδών [<span style='font-size: small;'><a href='#fn52' id='ref52'>52</a></span>] - εκθρώσκοντες εκ του καθέκτου ανέρχονται προς τον ουρανόν. Από του πρωραίου -καταστρώματος μέχρι του επιστέγου δεν βλεπόμεθα πλέον, και φραγμός φλογός -διαχωρίζει εις δύο τον <i>Σάνσελλορ</i>.</p> - -<p>Οι επιβάται και δύο ή τρεις των του πληρώματος κατέφυγον εις το όπισθεν του -επιστέγου. Η μίσιζ Κηρ είνε εξηπλωμένη αναίσθητος επί τινος των κλωβών των -ορνίθων, και παρ' αυτή κάθηται η μις Χέρμπυ. Ο κ. Λετουρνέρ ήρπασε τον υιόν του και -τον κρατεί εν ταις αγκάλαις του, θλίβων αυτόν επί του πατρικού στήθους του. Εμέ -κατέλαβε νευρική ταραχή και δεν δύναμαι να την κατανικήσω. Ο δε μηχανικός -Φάλστεν παρατηρεί απαθώς το ωρολόγιόν του και σημειοί την ώραν εν τω -σημειωματαρίω του.</p> - -<p>Τι δε συμβαίνει κατά την πρώραν, ένθα ευρίσκονται αναμφιβόλως ο -υποπλοίαρχος, ο αρχιναύτης και το υπόλοιπον του πληρώματος, ούς ημείς δεν -δυνάμεθα πλέον να ίδωμεν; Πάσα συγκοινωνία διεκόπη μεταξύ των δύο ημίσεων του -πλοίου, και ουδείς ηδύνατο να διέλθη το εκ φλογών παραπέτασμα, όπερ ανέρχεται εκ -του μεγάλου καθέκτου.</p> - -<p>Έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις και τον ερωτώ:</p> - -<p>«Τα πάντα τετέλεσται;</p> - -<p> — Όχι, μ' αποκρίνεται. Επειδή ο καθέκτης είνε ανοικτός, θα επιχύσωμεν -χείμαρρον ύδατος εις την κάμινον, και θα κατορθώσωμεν ίσως να την -κατασβέσωμεν.</p> - -<p> — Αλλά πώς θα γίνη ο χειρισμός των αντλιών επί του καίοντος τούτου -καταστρώματος, κύριε Κόρτις; Πώς θα δοθώσι διαταγαί εις τους ναύτας διά μέσου των -φλογών τούτων;</p> - -<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μ' αποκρίνεται.</p> - -<p>«Τετέλεσται τα πάντα; ηρώτησα και εκ δευτέρου.</p> - -<p> — Όχι! κύριε, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Και εφ' όσον μία μόνη σανίς -του πλοίου τούτου μένει υπό τους πόδας μου, δεν θα απελπισθώ.»</p> - -<p>Και όμως η δύναμις της πυρκαϊάς διπλασιάζεται και τα θαλάσσια ύδατα βάφονται -διά λάμψεως υπερύθρου. Άνωθεν δε τα χαμηλά νέφη αντανακλώσι μεγάλας φλόγας -ξανθάς. Μακροί πίδακες πύρινοι αναπηδώσι διά των καθόδων, ημείς δε κατεφύγομεν -εις την κορώνην [<span style='font-size: small;'><a href='#fn53' -id='ref53'>53</a></span>] -, όπισθεν του επιστέγου. Η δε μίσιζ Κηρ κατετέθη εν τη φαλαινίδι ήτις κρέμαται από -των επωτίδων της, και παρ' αυτή έλαβε θέσιν η μις Χέρμπυ.</p> - -<p>Ποία νυξ φοβερά! και οποία τις γραφίς θα ηδύνατο να γράψη το φρικαλέον -αυτής;</p> - -<p>Ο τυφών τότε εν όλη αυτού τη σφοδρότητι πνέει επί της ανθρακιάς ταύτης ως -υπερμέγεθες αεριστήριον. Ο <i>Σάνσελλορ</i> τρέχει εν τω σκότει ως πυρπολικόν -γιγαντιαίον. Δυοίν δε θάτερον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn54' -id='ref54'>54</a></span>] - ή πρέπει να ριφθώμεν εις την θάλασσαν ή να γίνωμεν παρανάλωμα των φλογών!</p> - -<p>Αλλά το πικρικόν δεν θα ανάψη λοιπόν; Το ηφαίστείον τούτο δεν θα ανοιχθή υπό -τους πόδας ημών; Λοιπόν εψεύσθη ο Ρόμπυ; Δεν υπάρχει λοιπόν ουσία εκρηκτική -εγκεκλεισμένη εν τω κύτει;</p> - -<p>Την ενδεκάτην και ημίσειαν, καθ' ήν στιγμήν η θάλασσα είνε φοβερά όσον -ουδέποτε άλλοτε, προστίθεται εις τον κρότον των μαινομένων στοιχείων βρόμος -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn55' id='ref55'>55</a></span>] - ιδιάζων, όν οι ναυτικοί σφόδρα φοβούνται· αντηχεί δε κατά την πρώραν η κραυγή -αύτη·</p> - -<p>«Σκόπελοι! σκόπελοι δεξιά!»</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις πηδά επί του παραρρύμματος, ρίπτει βλέμμα ταχύ επί των -λευκών κυμάτων, και στρεφόμενος προς τον πηδαλιούχον αναφωνεί μετά φωνής -επιτακτικής:</p> - -<p>«Τον οίακα δεξιά, πάντη!»</p> - -<p>Αλλ' είνε λίαν αργά.</p> - -<p>Αισθάνομαι ότι ανηρπάγημεν επί των νώτων κυμάτων τεραστίων, και αίφνης -γίνεται σύρραξις. Το πλοίον ψαύει κατά την πρύμναν, πτερνοκοπεί πολλάκις και ο -ιστός του επιδρόμου, θραυσθείς σύρριζα επί του καταστρώματος, πίπτει εις την -θάλασσαν.</p> - -<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> είνε ακίνητος.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΙΕ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της νυκτός της 29 Οκτωβρίου</i>. — Δεν είνε ακόμη -μεσονύκτιον, σελήνη δεν υπάρχει και το σκότος είνε βαθύ. Δεν δυνάμεθα να -γινώσκωμεν πού εκάθισε το πλοίον. Βιαίως απωθούμενον προσήγγισεν άρα γε εις την -Αμερικανικήν ακτήν και άρα γε φαίνεται η γη;</p> - -<p>Είπον ότι ο <i>Σάνσελλορ</i>, αφ' ού επ' ολίγον επτερνοκόπησε, απέμεινεν όλως -ακίνητος. Μετ' ολίγον κρότος αλύσεων αντηχήσας εν τη πρύμνη, δίδει είδησιν τω -Ροβέρτω Κόρτις ότι αι άγκυραι εποντίσθησαν.</p> - -<p>«Καλά! καλά! είπεν. Ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης επόντισαν τας δύο -αγκύρας. Πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα εστερεώθησαν!»</p> - -<p>Βλέπω τότε τον Ροβέρτον Κόρτις προχωρούντα επί των παραρρυμμάτων μέχρι του -ορίου όπερ αι φλόγες δεν επιτρέπουσι να υπερβή. Ολισθαίνει επί του δεξιού επιτόνου -προς το μέρος όπου το πλοίον είχε κλίνη, και ίσταται εκεί επί τινας στιγμάς -πληττόμενος υπό των βαρέων κυμάτων. Τον βλέπω παραβάλλοντα το ους, ως εάν -ήκουε ιδιάζοντά τινα θόρυβον εν τω μέσω του θορύβου της τρικυμίας.</p> - -<p>Τέλος ο Ροβέρτος Κόρτις επανέρχεται εις το επίστεγον και μοι λέγει: </p> - -<p>«Τα νερά εισέρχονται εις το πλοίον, και τα νερά αυτά, Θεού ευδοκούντος, θα -καταβάλουν ίσως την πυρκαϊάν!</p> - -<p> — Και έπειτα; είπον εγώ.</p> - -<p> — Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, το «έπειτα» είνε -μέλλον και απόκειται εις το θέλημα του Θεού. Ημείς ας μεριμνώμεν περί του -παρόντος!»</p> - -<p>Και ήδη πρώτον πάντων έπρεπε να καταφύγωμεν εις τους σίφωνας, αλλά την -στιγμήν εκείνην δεν δύνανται να τους φθάσωσιν εν τω μέσω των φλογών! Πιθανώς -σανίς τις εθραύσθη εν τω πυθμένι του πλοίου, και δι' αυτής εισέρχεται ύδωρ -άφθονον, διότι μοι φαίνεται ότι η βία του πυρός ήδη ελαττούται. Ακούονται συριγμοί -εκκωφωτικοί, τεκμήριον ότι τα δύο στοιχεία παλαίουσι. Βεβαίως δε η βάσις της εστίας -είνε ήδη κατάκλυστος, και η πρώτη σειρά των δεμάτων του βάμβακος είνε εν τω -ύδατι. Λοιπόν, το ύδωρ τούτο ας πνίξη την πυρκαϊάν, και ημείς πάλιν έπειτα θα το -πολεμήσωμεν, και ίσως θα είνε ολιγώτερον φοβερόν του πυρός, διότι το ύδωρ είνε το -στοιχείον του ναυτικού και αυτός είνε συνηθισμένος να το νικά.</p> - -<p>Κατά τας τρεις άλλας ώρας καθ' άς διήρκεσεν έτι η τόσον μακρά αύτη νυξ, -αναμένομεν μετ' αγωνίας απεριγράπτου. Πού είμεθα; Το μόνον βέβαιον είνε ότι το -ύδωρ αποσύρεται κατ' ολίγον, και η σφοδρότης των κυμάτων καταπαύει. Ο -<i>Σάνσελλορ</i> πρέπει να έψαυσε μίαν ώραν μετά την πλημμυρίδα, αλλ' είνε -δύσκολον να γνωσθή ακριβώς άνευ υπολογισμών και άνευ παρατηρήσεων. Εάν δε -είνε τούτο, δυνάμεθα να ελπίζωμεν, επί τω λόγω όμως ότι η πυρκαϊά εσβέσθη, ότι ο -<i>Σάνσελλορ</i> ταχέως θα απαλλαχθή κατά την προσεχή παλίρροιαν.</p> - -<p>Περί ώραν τετάρτην και ημίσειαν προ μεσημβρίας το εκ φλογών παραπέτασμα, το -μεταξύ πρώρας και πρύμνης ηπλωμένον, διασκορπίζεται κατ' ολίγον, και εκείθεν -διακρίνομεν τέλος όμιλον μαύρον, το πλήρωμα, όπερ είχε καταφύγη εις το πρωραίον -στενόν κατάστρωμα,, Μετ' ου πολύ αι συγκοινωνίαι αποκαθίστανται αύθις μεταξύ των -δύο άκρων του πλοίου, και ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης έρχονται προς ημάς, εις -το επίστεγον, βαδίζοντες επί των τροπών, διότι δεν είνε ακόμη δυνατόν να πατήσωσιν -επί του καταστρώματος. </p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0045.jpg" width="345" -height="550" -alt="Διακρίνομεν όμιλον μαύρον. . . (σελ. 51)" border="2" /><br /></p> - -<p>Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης παρόντος μου -συσκέπτονται και συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι δήλα δή ουδέν πρέπει να -επιχειρήσωμεν πριν γίνη ημέρα. Και εάν μεν η γη είνε πλησίον, η δε θάλασσα προσιτή, -θα αποβιβασθώμεν εις την παραλίαν είτε διά της φαλαινίδος είτε διά σχεδίας. Αλλ' -εάν όμως μηδεμία γη φαίνεται και ο <i>Σάνσελλορ</i> έχη εξοκείλη επί σκοπέλου -απομεμονωμένου, θα καταβληθή προσπάθεια να τον ανασύρωμεν, ώστε να τον -καταστήσωμεν ικανόν να καταπλεύση εις τον εγγύτατον λιμένα.</p> - -<p>«Αλλά, ο Ροβέρτος Κόρτις, ού την γνώμην συμμερίζεται ο υποπλοίαρχος και ο -αρχιναύτης, είνε δύσκολον, λέγει, να μαντεύσω που είμεθα, διότι διά των -βορειοδυτικών τούτων ανέμων ο <i>Σάνσελλορ</i> θα ερρίφθη αρκετά μακράν προς -νότον. Ιδού ότι επί πολύν χρόνον δεν ηδυνήθην να μετρήσω το ύψος, και όμως επειδή -δεν γνωρίζω σκόπελόν τινα κατά το μέρος τούτο του Ατλαντικού Ωκεανού, δυνατόν να -εξοκείλαμεν επί τινος γης της Νοτίου Αμερικής.</p> - -<p> — Αλλά, είπον εγώ, εξακολουθούμεν απειλούμενοι υπό της εκρήξεως. Δεν -θα ήτο δυνατόν να εγκαταλίπωμεν τον <i>Σάνσελλορ</i> και να καταφύγωμεν. . . </p> - -<p> — Επί του σκοπέλου τούτου; απαντά ο Ροβέρτος Κόρτις. Αλλ' οποία τις είνε -η κατασκευή του; δεν καλύπτεται υπό της πλημμυρίδος; Δυνάμεθα να τον -αναγνωρίσωμεν εντός του σκότους τούτου; Ας αφήσωμεν να γίνη ημέρα, και -βλέπομεν.»</p> - -<p>Τους λόγους τούτους του Ροβέρτου Κόρτις αναφέρω πάραυτα προς τους άλλους -επιβάτας. Και ναι μεν δεν είνε απολύτως θαρρυντικοί, αλλ' ουδείς θέλει να ίδη τον -νέον κίνδυνον, όν δημιουργεί η κατάστασις του πλοίου, εάν κατά δυστυχίαν έχη ριφθή -επί αγνώστου σκοπέλου, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης γης. Μία δε μόνη -παρατήρησις επικρατεί, ότι δήλα δή το ύδωρ νυν μάχεται υπέρ ημών και παλαίει -επωφελώς κατά της πυρκαϊάς, και κατ' ακολουθίαν κατά των πιθανοτήτων της -εκρήξεως.</p> - -<p>Τω όντι, τας περιαυγείς φλόγας διαδέχεται κατά μικρόν καπνός πυκνός μαύρος, -εκθρώσκων εκ του καθέκτου εις υγράς περιστροφάς. Γλώσσαι τινες φλογεραί -ανατινάσσονται έτι μεταξύ σκοτεινών ελίκων, αλλά σβέννυνται σχεδόν παρευθύς. Τον -δε βόμβον του πυρός διαδέχονται συριγμοί του ύδατος, εξατμιζομένου επί της -εσωτερικής εστίας. Είνε βέβαιον ότι η θάλασσα πράττει εκεί ό τι ούτε αι αντλίαι ημών -ούτε οι κάδοι θα ηδύναντο να πράξωσι. Πλημμύρας δε μόνον έργον ώφειλε να είνε η -κατάσβεσις της πυρκαϊάς ταύτης, της διαδεδομένης μεταξύ χιλίων επτακοσίων -δεμάτων βάμβακος!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΙΣΤ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>30 Οκτωβρίου</i>. — Αι πρώται πρωιναί λάμψεις ελεύκαναν τον -ορίζοντα, αλλ' αι ομίχλαι του πελάγους κωλύουσι το βλέμμα επί περιφερείας ικανώς -περιωρισμένης. Ουδεμία γη φαίνεται ακόμη, και όμως ο οφθαλμός ημών ανερευνά -μετ' αγωνίας ανυπομόνως όλον το δυτικόν και το μεσημβρινόν μέρος του -Ωκεανού.</p> - -<p>Κατ' εκείνην την στιγμήν η θάλασσα ειχε σχεδόν όλως αποσυρθή και δεν υπάρχει -έξ ποδών ύδωρ πέριξ του πλοίου, όπερ βυθίζεται εις δεκαπέντε περίπου όταν είνε -κατάφορτον. Κορυφαί τίνες βράχων προκύπτουσι τήδε κακείσε, και φαίνεται έκ τινων -χρωμάτων του πυθμένος, ότι ο σκόπελος ούτος αποτελείται εκ βράχων βασαλτικών. -Πώς ηδυνήθη ο <i>Σάνσελλορ</i> να μετενεχθή τοσούτον εμπρός επί της υφάλου -ταύτης; Κύμα υπερμέγεθες θα τον ανύψωσεν, αυτό δε τούτο ησθάνθην ολίγας στιγμάς -πριν εξοκείλη. Όθεν εξετάσας την γραμμήν των βράχων των περικυκλούντων το -πλοίον, ερωτώ εμαυτόν πώς θα κατορθωθή η εκείθεν ανέλκυσις του. Είνε κεκλιμένον -από της πρύμνης εις την πρώραν, εξ ού καθίσταται επιπονωτάτη η επί του -καταστρώματος πορεία, και πλην τούτου, καθ' όσον η του Ωκεανού επιφάνεια -ταπεινούται, φαίνεται έτι μάλλον αποκλίνον προς αριστερά. Ο Ροβέρτος Κόρτις -εφοβήθη μάλιστα προς στιγμήν μήπως εξοκείλη εις τα ρηχά. Αλλ' η κλίσις αυτού -επαγιώθη τέλος οριστικώς και ουδείς υπάρχει ως προς τούτο φόβος.</p> - -<p>Την έκτην πρωινήν ώραν συγκρούσεις βίαιαι γίνονται επαισθηταί. Ο ιστός του -επιδρόμου, όστις πρότερον είχε παρασυρθή υπό των κυμάτων, επανελθών πλήττει τας -πλευράς του <i>Σάνσελλορ</i>. Ταυτοχρόνως δε κραυγαί αντηχούσι και το όνομα του -Ροβέρτου Κόρτις πλεονάκις ακούεται προφερόμενον. </p> - -<p>Παρατηρούμεν κατά την διεύθυνσιν εκείσε όθεν έρχονται αι κραυγαί, και εν τω -σκιόφωτι της υποφωσκούσης ημέρας βλέπομεν άνθρωπον συγκρατούμερον από του -θωρακίου του επιδρόμου, τον Σάιλας Χόντλυ, όστις ειχε συμπαρασυρθή υπό της -πτώσεως του ιστού και ως εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0052.jpg" width="346" -height="550" -alt="Άνθρωπος φαίνεται κρεμάμενος.....(σελ. 53.)" border="2" /><br /></p> - - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει παρευθύς εις βοήθειαν του πρώην πλοιάρχου του, και -αψηφών μυρίους όσους κινδύνους, κατορθοί να τον επαναγάγη εις το πλοίον. Ο -Σάιλας Χόντλυ ουδέ γρυ ειπών, επορεύθη εις την απωτάτην γωνίαν του επιστέγου και -εκάθισεν. Ο άνθρωπος ούτος γενόμενος όν όλως παθητικόν, περί ουδενός -μεριμνά.</p> - -<p>Επετύχομεν έπειτα να υπηνεμώσωμεν τον ιστόν του επιδρόμου και δέσωμεν -αυτόν στερεώς εις το πλοίον, ού τας πλευράς δεν απειλεί πλέον. Το διασωθέν τούτο -ναυάγιον ίσως, χρησιμεύση εις ημάς, τις οίδε;</p> - -<p>Ήδη η ημέρα αρκούντως προυχώρησε και η ομίχλη άρχεται υψουμένη. Ήδη το -βλέμμα δύναται να διαδράμη επαρκώς την περίμετρον του ορίζοντος πλέον των τριών -μιλίων, αλλ' ουδέν ακόμη φαίνεται ομοιάζον προς ακτήν. Η γραμμή των ρηγμίνων -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn56' id='ref56'>56</a></span>] - διαθέει προς Λίβα (ΝΔ) και προς Μέσην (ΒΑ) επί έν περίπου μίλιον. Προς Βορράν -αναδύει ώσπερ τι νησύδριον ακανονίστου σχήματος, ιδιότροπος σύστασις βράχων -ύψους πεντήκοντα ποδών υψουμένη διακοσίας το πολύ οργυιάς από του μέρους ένθα -εξώκειλεν ο <i>Σάνσελλορ</i>. Θα υπέρκειται λοιπόν της επιφανείας των υψίστων -παλιρροιών. Ώσπερ τις οδός κτιστή στενοτάτη μεν αλλά ευδιάβατος εν αμπώτιδι, θα -επιτρέψη εις ημάς να έλθωμεν εις το νησύδριον τούτο χρείας τυχούσης.</p> - -<p>Εκείθεν η θάλασσα αναλαμβάνει το σκοτεινόν αυτής χρώμα. Εκεί το ύδωρ είνε -βαθύ, εκεί τελευτά ο σκόπελος.</p> - -<p>Αμηχανία άπειρος, ήν δικαιολογεί η του πλοίου κατάστασις, καταλαμβάνει τα -πνεύματα πάντα. Είνε φόβος τω όντι μήπως αι ρηγμίνες αύται δεν συνέχονται προς -ουδεμίαν ακτήν.</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην, ώραν εβδόμην, η ημέρα είνε φωτεινή η δε ομίχλη -εξηφανίσθη. Ο ορίζων φαίνεται πέριξ του <i>Σάνσελλορ</i> μετά τελείας διαυγείας, -αλλ' η γραμμή του ύδατος και η του ουρανού συγχέονται επί της αυτής περιοχής, η δε -θάλασσα πληροί όλον το διάστημα.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις ακίνητος παρατηρεί τον Ωκεανόν κυρίως προς Ζέφυρον (Δ). Ο -δε κ. Λετουρνέρ και εγώ όρθιοι πλησίον αλλήλων, εξετάζομεν και τας ελαχίστας αυτού -κινήσεις, και αναγινώσκομεν σαφώς τας εννοίας τας συνθλιβομένας εν τω εγκεφάλω -αυτού. Η έκπληξις αυτού μεγάλη, διότι ηδύνατο να πιστεύη ότι ήμεθα πλησίον ακτής, -αφ' ού σχεδόν πάντοτε εξηκολουθούμεν πλέοντες προς Νότον από της προσορμίσεως -του πλοίου παρά τας Βερμούδας νήσους, και όμως ουδεμία γη φαίνεταί που.</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, καταλιπών το επίστεγον, μεταβαίνει διά -των παρραρυμμάτων μέχρι των επιτόνων, ανέρχεται ταχέως τας κλιμακίδας, αρπάζει -τους επιτόνους του μεγάλου επιστηλίου, υπερβαίνει τα δίζυγα και φθάνει ταχέως το -ανώτατον του επιστηλίου. Εκείθεν δε επί τινα λεπτά της ώρας εξετάζει επιμελέστατα -όλον το διάστημα. Έπειτα δε αρπάσας σχοινίον τι ωλίσθησε μέχρι των τροπών και -επανήλθε πλησίον ημών.</p> - -<p>Τον ερωτώμεν διά των βλεμμάτων.</p> - -<p>«Ουδεμία γη» αποκρίνεται απαθώς.</p> - -<p>Τότε προχωρεί ο μίστερ Κηρ και ερωτά δυσθύμως πως:</p> - -<p>«Και πού είμεθα, κύριε;»</p> - -<p> — Δεν ειξεύρω τίποτε, κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.</p> - -<p> — Έπρεπε να ειξεύρης! αποκρίνεται ανοήτως ο Πετρέλαιος.</p> - -<p> — Έστω, αλλά δεν ειξεύρω.</p> - -<p> — Λοιπόν, επαναλαμβάνει ο μίστερ Κηρ, μάθε λοιπόν ότε δεν έχω εγώ -σκοπόν να μείνω αιωνίως εις το πλοίον σου, κύριε, και. . . »</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις αρκείται υψών τους ώμους.</p> - -<p>Έπειτα δε στρεφόμενος προς τον κ. Λετουρνέρ και εμέ λέγει:</p> - -<p>«Θα μετρήσω το ύψος, εάν ο ήλιος φανή, και τότε θα μάθωμεν επί τινος σημείου -του Ατλαντικού Ωκεανού μας έρριψεν η τρικυμία.» </p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις τότε ασχολείται εις την διανομήν τροφών εις τους επιβάτας και -εις το πλήρωμα, διότι πάντες έχομεν χρείαν τροφής, καταβεβλημένοι υπό του -καμάτου και της πείνης. Τρώγομεν διπυρίτην και ολίγον κρέας παστόν. Έπειτα δε ο -πλοίαρχος όσον τάχιστα λαμβάνει διάφορα μέτρα προς επαναφοράν του πλοίου εις -την πλήμμυραν.</p> - -<p>Η πυρκαϊά ηλαττώθη πολύ, και ήδη ουδεμία φλοξ εξέρχεται, ο δε καπνός είνε -ήττον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn57' id='ref57'>57</a></span>] - άφθονος ει και μαύρος έτι. Είνε δε βέβαιον ότι ο <i>Σάνσελλορ</i> έχει εν τω κύτει -ικανήν ποσότητα ύδατος, αλλά δεν είνε δυνατόν να βεβαιωθώμεν περί τούτου, διότι -το κατάστρωμα δεν είνε προσιτόν.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τότε να καταβρέχωσι τας καιομένας σανίδας, και μετά -δύο ώρας οι ναύται δύνανται να βαδίζωσιν επί του καταστρώματος.</p> - -<p>Πρώτον πάντων γίνεται φροντίς περί βολιδοσκοπήσεως, ήν εκτελεί ο αρχιναύτης. -Εξελέγξεως δε γενομένης ευρίσκεται ότι υπάρχει εν τω κύτει ύδωρ πέντε ποδών, αλλ' -ο πλοίαρχος δεν παραγγέλλει ακόμη να το αντλήσωσι, διότι θέλει να το αφήση να -αποτελειώση το έργον του.</p> - -<p>Την πυρκαϊάν πρώτον και έπειτα το ύδωρ.</p> - -<p>Και νυν προτιμότερον είνε να εγκαταλίπωμεν ευθύς το πλοίον και να -καταφύγωμεν επί του σκοπέλου; Ο πλοίαρχος Κόρτις δεν έχει ταύτην την γνώμην, -συμφωνεί δε ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης. Τω όντι, όπως η θάλασσα είνε -τρικυμιώδης δεν θα είνε δυνατόν να σταθή τις επί των βράχων τούτων και αυτών έτι -των υψίστων, ούς θα σαρώνωσι τα μεγάλα κύματα. Αι δε πιθανότητες της εκρήξεως -ηλαττώθησαν ήδη επαισθητώς, διότι το ύδωρ κατέκλυσε βεβαίως το μέρος του -κύτους, εν ώ είνε κατατεθειμένον το παρεμπόρευμα του Ρόμπυ, και κατ' ακολουθίαν, -κατέκλυσε και το δοχείον του πικρικού. Απόφασις λοιπόν εγένετο μήτε οι επιβάται να -εγκαταλίπωσι το <i>Σάνσελλορ</i> μήτε το πλήρωμα.</p> - -<p>Καταγίνονται δε τότε παρασκευάζοντες εν τη πρύμνη επί του επιστέγου ώσπερ -τινά κατασκήνωσιν, και τινά στρώματα άτινα δεν έχει προσβάλη το πυρ, διατίθενται -υπέρ των δύο επιβατριών. Οι δε άνδρες του πληρώματος, σώσαντες τους σάκκους -των, τοποθετούσιν αυτούς υπό το πρωραίον κατάστρωμα και εγκαθίστανται εκεί, διότι -η θέσις των είνε όλως ακατοίκητος.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0053.jpg" width="355" -height="550" -alt="Παρασκευάζουσιν επί του επιστέγου κατασκήνωσιν (σελ. 56)" border="2" /><br -/></p> - - -<p>Ευτυχώς πάνυ αι βλάβαι εν τω διανομείω δεν εγένοντο μέγισται, τα τρόφιμα κατά -μέγα μέρος διεσώθησαν ως και αι υδροδόκαι. Ωσαύτως δε άθικτος είνε και η -ιστιοθήκη κειμένη εν τη πρώρα.</p> - -<p>Τέλος ίσως είμεθα περί το τέρμα των δοκιμασιών! θα εκινείτο τις να το πιστεύση, -διότι από της πρωίας ο άνεμος εξέλιπε κατά το πλείστον, και εν τω πελάγει ο σάλος -εκόπασε πολύ. Περίπτωσις ευνοϊκή, διότι κύματα μέλλοντα να προσβάλωσι τον -<i>Σάνσελλορ</i> κατ' εκείνην την στιγμήν, θα τον συνέτριβον αφεύκτως επί των -σκληρών τούτων βασαλτών.</p> - -<p>Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ επί πολύ συνδιελέχθημεν περί των αξιωματικών του -πλοίου, περί του πληρώματος και περί της διαγωγής πάντων κατά την περίοδον -ταύτην των κινδύνων. Πάντες επεδείξαντο θάρρος και δραστηριότητα. Ιδία δε -διεκρίθησαν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, και ο ξυλουργός Δαούλας. -Υπάρχουσιν εν αυτώ άνδρες γενναίοι, ναυτικοί καλοί εις ούς δύναται τις να έχη -πεποίθησιν. Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις, ούτος δεν χρήζει εγκωμίων, είνε -δραστηριώτατος και πανταχού παρών. Ουδεμία δυσχέρεια παρίσταται, ήν δεν είνε -έτοιμος να διαλύση, παραθαρρύνει τους ναύτας του διά λόγου και διά νεύματος, και -κατέστη η ψυχή του πληρώματος τούτου όπερ δι' αυτού και μόνου ενεργεί.</p> - -<p>Εν τούτοις από της εβδόμης πρωινής ώρας άρχεται η θάλασσα υψουμένη· είνε δε -ήδη ενδεκάτη και πάσαι αι κορυφαί των ρηγμίνων εξηφανίσθησαν υπό την -πλημμυρίδα. Πρέπει να αναμένωμεν να ίδωμεν την επιφάνειαν του ύδατος -ανερχομένην εν τω κύτει του <i>Σάνσελλορ</i>, καθ' όσον και της θαλάσσης η -επιφάνεια ανέρχεται, όπερ και συμβαίνει. Η βολίς δεικνύει μετ' ου πολύ εννέα πόδας, -και νέα στρώματα βάμβακος κατεκλύσθησαν υπό του ύδατος, δι' ό είμεθα άξιοι -συγχαρητηρίων.</p> - -<p>Από της ώρας δε της πλημμυρίδος, το πλείστον των πέριξ του πλοίου βράχων -κατεκλύσθη, και μένει μόνον ορατόν το πλαίσιον μικράς λεκάνης κυκλικής, διαμέτρου -διακοσίων πεντήκοντα μέχρι τριακοσίων ποδών, ής την βόρειον γωνίαν κατέχει ο -<i>Σάνσελλορ</i>. Είνε δε εκεί η θάλασσα αρκούντως ήρεμος, τα δε κύματα δεν -διαδίδονται μέχρι του πλοίου — Περίπτωσις σφόδρα ευάρεστος, διότι το πλοίον ημών -ιστάμενον ακίνητον, θα επλήττετο υπ' αυτών ως τις σκόπελος.</p> - -<p>Την ενδεκάτην και ημίσειαν ο ήλιος, όν νέφη τινά εκάλυπτον από της δεκάτης, -εφάνη επικαιρότατα. Ο δε πλοίαρχος, όστις είχεν ήδη δυνηθή την πρωίαν να -υπολογίση μίαν γωνίαν ωρικήν [<span style='font-size: small;'><a href='#fn58' -id='ref58'>58</a></span>] - -, παρασκευάζεται να λάβη ύψος μεσημβρινόν και περί μεσημβρίαν ποιεί παρατήρησιν -ακριβεστάτην.</p> - -<p>Έπειτα δε, κατελθών εις τον θάλαμόν του υπολογίζει τον γενόμενον δρόμον του -πλοίου, επανέρχεται εις το επίστεγον και λέγει προς ημάς:</p> - -<p>«Είμεθα δεκαοκτώ μοίρας και πέντε πλάτους βορείου, και τεσσαράκοντα πέντε -μοίρας και πεντήκοντα τρία μήκους δυτικού.»</p> - -<p>Εξηγήθη δε τότε υπό του πλοιάρχου η κατάστασις προς πάντας όσους οι αριθμοί -του μήκους και του πλάτους δεν είνε συνήθεις. Ο Ροβέρτος Κόρτις ευλόγως ουδέν -θέλει να κρύψη, και επιμένει όπως πας τις γινώσκη ακριβώς εις τι να αρκεσθή εν τη -παρούση καταστάσει.</p> - -<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> εκάθισε 18" 5' πλάτους βορείου και 45" 53' μήκους δυτικού -επί σκοπέλου όν οι ναυτικοί πίνακες δεν δεικνύουσι. Πώς είνε δυνατόν να υπάρχωσι -τοιούτοι βράχοι κατά τούτο το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού και να μη είνε γνωστοί; -Λοιπόν το νησύδριον τούτο θα εσχηματίσθη αρτίως και θα είνε προϊόν πλουτωνείου -τινός εξάρσεως; Δεν βλέπω πώς άλλως δύναται τις να εξηγήση το γεγονός τούτο.</p> - - -<p style='text-align: center;'><br /><img src ="images/0060.jpg" width="350" -height="550" -alt="Το νησύδριον τούτο. ., (σελ. 58)" border="2" /><br /></p> - -<p>Όπως δήποτε το νησύδριον τούτο απέχει οκτακόσια μίλια από των Γουυανών, -τούτ' έστι των εγγυτάτων γαιών.</p> - -<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> λοιπόν παρεσύρθη προς Νότον μέχρι του δεκάτου ογδόου -παραλλήλου, κατ' αρχάς μεν ένεκα της ασυνέτου επιμονής του Σάιλας Χόντλυ, έπειτα -δε υπό της σφοδρότητος του Σκίρωνος (ΒΔ), όστις τον ηνάγκασε να φύγη. Κατ' -ακολουθίαν ο <i>Σάνσελλορ</i> οφείλει να πλεύση έτι υπέρ τα οκτακόσια μίλια πριν -φθάση την εγγυτάτην ακτήν.</p> - -<p>Τοιαύτη η κατάστασις των πραγμάτων. Κατάστασις σπουδαία, αλλ' η εντύπωσις η -εκ της ανακοινώσεως ταύτης του πλοιάρχου δεν είνε κακή, — την στιγμήν ταύτην -τουλάχιστον. Ποίοι νέοι κίνδυνοι ηδύναντο νυν να συγκινήσωσιν ημάς, τους άρτι -διαφυγόντας τον διπλούν κίνδυνον της τε πυρκαϊάς και της εκρήξεως; Λησμονούμεν -ότι το κύτος του πλοίου είνε κατάκλυστον υπό του ύδατος, ότι η γη είνε -απομεμακρυσμένη, ότι ο <i>Σάνσελλορ</i>, όταν αναχθή εις το πέλαγος, δύναται να -καταποντισθή κατά τον διάπλουν. . . Αλλά τα πνεύματα είνε έτι υπό τας εντυπώσεις -των τρόμων του παρελθόντος, ευρίσκοντα δε ολίγην ηρεμίαν, είνε διατεθειμένα να -έχωσι πεποίθησιν.</p> - -<p>Και νυν τι θα ποιήση ο Ροβέρτος Κόρτις; Απλούστατα ό τι ο ορθός λόγος κελεύει: -Να σβεσθή τελείως η πυρκαϊά, να ριφθή εις την θάλασσαν όλον το φορτίον ή μέρος -αυτού, εννοείται δε και το δοχείον του πικρικού, να φραχθώσιν αι οπαί δι' ών το ύδωρ -εισρέει, και τότε, του πλοίου κουφισθέντος, επωφελούμενοι της πλημμυρίδος, να -εγκαταλίπωμεν τον σκόπελον όσον τάχιστα.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΙΖ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της 30 Οκτωβρίου</i>. — Συνδιαλεχθείς μετά του κ. Λετουρνέρ -περί της ημετέρας καταστάσεως, νομίζω ότι ηδυνήθην να τον βεβαιώσω ότι η επί της -υφάλου διαμονή ημών θα είνε βραχεία, εάν αι περιστάσεις ηυνόουν ημάς. Αλλ' ο κ. -Λετουρνέρ δεν φαίνεται συμφωνών.</p> - -<p>«Τουναντίον μάλιστα φοβούμαι, μοι αποκρίνεται, μήπως επί πολύ μείνωμεν επί -των βράχων τούτων!</p> - -<p> — Και διατί; υπέλαβον εγώ. Δεν είνε δα και δύσκολον πράγμα να ριφθώσιν -εις την θάλασαν ολίγαι εκατοστύες δεμάτων βάμβακος, και δεν θέλει και πολύ, εντός -δύο ή τριών ημερών η εργασία τελειώνει.</p> - -<p> — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, θα εγίνετο τάχιστα η εργασία αύτη, εάν -ηδύνατο το πλήρωμα από σήμερον να την αρχίση. Αλλ' είνε των αδυνάτων να εισδύση -άνθρωπος εις το κύτος του <i>Σάνσελλορ</i>, διότι ο αήρ είνε εκεί ακατάλληλος εις -αναπνοήν, και Κύριος οίδε πόσαι ακόμη ημέραι θα παρέλθωσι πριν κατορθωθή τούτο, -αφ' ού το μεταξύ στρώμα του φορτίου ακόμη καίει. Άλλως τε και αν άπαξ -καταβάλωμεν το πυρ, θα είμεθα άρα γε εις κατάστασιν να πλεύσωμεν; Όχι! -Οφείλομεν να φράξωμεν την διαρροήν του ύδατος, ήτις θα είνε μεγάλη και να την -φράξωμεν μετά μεγίστης επιμελείας, εάν δεν θέλωμεν να καταποντισθώμεν, αφ' ού -εκινδυνεύσαμεν να καώμεν! Όχι, κύριε Κάζαλλον, δεν κάθημαι εγώ να απατώμαι, και -θα το θεωρήσω ως ευτυχή περίπτωσιν, εάν εντός τριών εβδομάδων αποπλεύσωμεν εκ -του σκοπέλου τούτου. Είθε δε να μη εγερθή τρικυμία πριν αναχθώμεν εις το πέλαγος, -διότι ο <i>Σάνσελλορ</i> ήθελε κατασυντριβή επί της υφάλου ταύτης, ήτις τότε θα -εγίνετο τάφος ημών!»</p> - -<p>Τω όντι απειλούμεθα υπό του μεγίστου των απειλούντων ημάς κινδύνων, διότι την -μεν πυρκαϊάν θα καταβάλωμεν, το δε πλοίον θα ανελκύσωμεν, τουλάχιστον τα πάντα -πιθανολογούσι τούτο, αλλ' όμως διατελούμεν εν τη εξουσία μιας πνοής σφοδρού -ανέμου. Και υποτεθέντος ότι το ύψιστον μέρος του σκοπέλου δύναται να παράσχη -ημίν καταφύγιον εν ώρα τρικυμίας, αλλά τι θα γίνωσιν οι επιβάται και το πλήρωμα του -<i>Σάνσελλορ</i>, όταν εκ του πλοίου των ουδέν άλλο θα υπολείπεται ή απλούν -έκβρασμα ναυαγίου;</p> - -<p>«Κύριε Λετουρνέρ, ηρώτησα τότε, έχετε πεποίθησιν εις τον Ροβέρτον Κόρτις;»</p> - -<p> — Πεποίθησιν άκραν, κύριε Κάζαλλον, και θεωρώ ως χάριν ουρανόθεν ότι ο -πλοίαρχος Χόντλυ ανέθηκεν εις αυτόν την κυβέρνησιν του πλοίου. Παν ό τι απαιτείται -να πράξη διά να μας εξαγάγη του κακού τούτου στενού, είμαι βεβαιότατος ότι ο -Ροβέρτος Κόρτις θα το πράξη».</p> - -<p>Ερωτώ τον πλοίαρχον ως πόσην ορίζει την διάρκειαν της διαμονής ημών επί της -υφάλου ταύτης, και μοι αποκρίνεται ότι δεν δύναται ακόμη να την υπολογίση, διότι -προ πάντων εξαρτάται εκ των περιστάσεων, αλλ' ελπίζει ότι η ατμοσφαιρική -κατάστασις δεν θα είνε δύσνους. Τω όντι το βαρόμετρον εξακολουθεί ανερχόμενον -αδιαλείπτως και άνευ ταλαντώσεων, όπως ότε τα ατμοσφαιρικά στρώματα δεν είνε -ακόμη εν καλή ισορροπία. Εν τούτω λοιπόν υπάρχει σύμπτωμα νηνεμίας διαρκούς, και -κατ' ακολουθίαν οιωνός άριστος υπέρ των εργασιών ημών.</p> - -<p>Άλλως τε ουδεμία ώρα απώλετο, και έκαστος επιλαμβάνεται του έργου μετά -δραστηριότητος.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις προ παντός άλλου διανοείται να κατασβέση την πυρκαϊάν, ήτις -νέμεται έτι το ανώτερον στρώμα των δεμάτων του βάμβακος υπεράνω της επιφανείας -του εν τω κύτει ύδατος. Αλλά δεν πρόκειται να γίνεται απώλεια χρόνου προς διάσωσιν -του φορτίου,, Πρόδηλον είνε ότι ο μόνος τρόπος της ενεργείας είνε να καταπνιγή το -πυρ μεταξύ δύο στρωμάτων ύδατος. Αι αντλίαι λοιπόν επαναλαμβάνουσι το έργον -των.</p> - -<p>Κατά τας πρώτας ταύτας εργασίας το πλήρωμα εξαρκεί εις τον χειρισμόν των -αντλιών. Οι επιβάται δεν προσεκλήθησαν, αλλ' όμως είμεθα πάντες έτοιμοι να -προσφέρωμεν τους βραχίονας ημών, η δε επικουρία ημών δεν είνε -αξιοκαταφρόνητος, όταν θα προβώμεν εις την εκφόρτωσιν του πλοίου. Όθεν επί του -παρόντος οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ διερχόμεθα την ώραν είτε συνδιαλεγόμενοι, είτε -αναγινώσκοντες, και πλην τούτου εγώ διαθέτω ώρας τινάς εις την σύνταξιν του -ημερολογίου μου. Ο δε μηχανικός Φάλστεν ήττον κοινωνικός, ασχολείται ατενώς περί -τους αριθμούς του ή χαράσσει σχέδια μηχανών μετά του διαγράμματος, της διατομής -και της ορθογραφίας αυτών. Είθε να δυνηθή, να επινοήση ισχυρόν τι μηχάνημα δι' ού -να ανελκυσθή ο <i>Σάνσελλορ</i>. Οι δε σύζυγοι Κηρ κάθηνται κατά μέρος, και -απαλλάσσουσιν ημάς της ανίας του να ακούωμεν τας αδιαλείπτους αυτών -αντεγκλήσεις. Δυστυχώς η μις Χέρμπυ είνε ηναγκασμένη να μένη μετ' αυτών, και -ολίγον τι ή ουδόλως βλέπομεν την νεάνιδα. Ο δε Σάιλας Χόντλυ ουδαμώς -αναμιγνύεται εις τα της σωτηρίας του πλοίου, εν αυτώ δεν υπάρχει πλέον ο ναυτικός, -και μόλις σώζεται εν αυτώ ο άνθρωπος, φυτού βίου ζων. Ο τροφοδότης Χόμμπαρτ -εκτελεί την συνήθη αυτού υπηρεσίαν, ως εάν το πλοίον διετέλει διαπλέον τον -τακτικόν αυτού διάπλουν. Είνε δε ο Χόμμπαρτ ούτος ανήρ καθ' υπερβολήν φιλόφρων, -κρυψίνους και καθ' όλου ειπείν ολίγον εν αρμονία προς τον μάγειρον αυτού Γύγξτροπ, -μαύρον κακοπρόσωπον, κτηνώδη το ήθος και αναιδή, αναμιγνυόμενον δε μετά των -άλλων ναυτών πέρα του πρέποντος.</p> - -<p>Λοιπόν οία δήποτε τέρψις εν τω πλοίω είνε τι σπανιώτατον. Ευτυχώς μοι επέρχεται -όρεξις να εξέλθω εις εξερεύνησιν της αγνώστου υφάλου, εφ' ής εκάθισεν ο -<i>Σάνσελλορ</i>. Ο περίπατος αναμφιβόλως ούτε μακρός θα είνε ούτε ποικίλος, αλλ' -είνε ευκαιρία να καταλίπω το πλοίον επί τινας ώρας, να μελετήσω έδαφος ού η αρχή -είνε βεβαίως περίεργος.</p> - -<p>Άλλως τε είνε επάναγκες να ληφθή μετ' επιμελείας το σχέδιον της υφάλου ταύτης, -ήτις δεν δεικνύεται εν τοις ναυτικοίς χάρταις. Νομίζω δε ότι οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ -δυνάμεθα να εκτελέσωμεν μεθ' ικανής ευκολίας την υδρογραφικήν ταύτην εργασίαν, -καταλείποντες τω πλοιάρχω Κόρτις την φροντίδα της συμπληρώσεως, όταν θα -υπολογίση εκ νέου το μήκος και το πλάτος του σκοπέλου μετά πάσης της δυνατής -ακριβείας.</p> - -<p>Η πρότασίς μου γίνεται αποδεκτή υπό των κκ. Λετουρνέρ, η δε φαλαινίς κομίζουσα -βολίδας, μεθ' ενός ναύτου ίνα την κυβερνά, παρεχωρήθη ημίν, και καταλείπομεν τον -<i>Σάνσελλορ</i> την πρωίαν της 31 Οκτωβρίου.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΙΗ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 31 Οκτωβρίου μέχρι της 5 Νοεμβρίου</i>. — Αρχόμεθα κατά -πρώτον περιπλέοντες τον σκόπελον, ού το μήκος είνε περίπου τέταρτον μιλίου.</p> - -<p>Ο «περίπλους» δε ούτος εκτελείται τάχιστα, ημείς δε ανά χείρας έχοντες την -βολίδα ανευρίσκομεν ότι αι προσελεύσεις της υφάλου είνε απότομοι και απόκρημνοι, -το ύδωρ είνε εσχάτως βαθύ παρά τους βράχους και δεν είνε αμφίβολον ότι έξαρσις -αιφνιδία, ώσις σφοδρά, οφειλομένη εις την ενέργειαν των πλουτωνείων δυνάμεων, -εξήγαγε τον σκόπελον τούτον έξω της επιφανείας των υδάτων.</p> - -<p>Άλλως τε η αρχή του νησυδρίου δεν είνε συζητήσιμος, ούσα καθαρώς -ηφαιστειακή. Πανταχού υπάρχουσιν όγκοι βασάλτου διατεθειμένοι εν τελεία τάξει, -και ών τα κανονικά πρίσματα παρέχουσιν όψιν γιγαντιαίας αποκρυσταλλώσεως. Η -θάλασσα, είνε θαυμασίως διαφανής καθέτως της περιμέτρου του σκοπέλου και -δεικνύει την περίεργον δέσμην των πρισματικών στύλων ήτις υποβαστάζει την -υποβρύχιον ταύτην οικοδομήν.</p> - -<p>«Ιδού παράδοξον νησύδριον, λέγει ο κ. Λετουρνέρ, και θα ανέδυσε βεβαίως -νεωστί.»</p> - -<p> — Είνε προφανές, αποκρίνεται ο νέος Ανδρέας· προσθέτω δε ότι -φαινόμενον απαράλλακτον όπως τα φαινόμενα της νήσου Ιουλίας, επί της ακτής της -Σικελίας, και της νήσου Θήρας εν τω Αιγαίω πελάγει, εδημιούργησε το νησύδριον -τούτο ακριβώς εις καιρόν κατάλληλον διά να δυνηθή ο <i>Σάνσελλορ</i> να καθίση -επ' αυτού!</p> - -<p> — Τω όντι, προσέθηκα εγώ, πρέπει να συνέβη έξαρσις κατά το μέρος τούτο -του Ωκεανού, αφ' ού ο σκόπελος ούτος δεν σημειούται εις τους νεωτάτους ναυτικούς -χάρτας· διότι δεν ήτο δυνατόν να διαφύγη τους οφθαλμούς των ναυτικών, εις το -τμήμα τούτο του Ωκεανού το οποίον συχνάζεται τόσον πολύ. Ας τον εξετάσωμεν -λοιπόν μετά προσοχής και θα τον φέρωμεν εις γνώσιν των ναυτιλλομένων.</p> - -<p> — Αλλά τις οίδεν εάν δεν εξαφανισθή μετ' ου πολύ ένεκα φαινομένου -ομοίου προς εκείνο το οποίον τον παρήγαγεν, αποκρίνεται ο Ανδρέας Λετουρνέρ. -Ειξεύρετε, κύριε Κάζαλλον, των ηφαιστειακών τούτων νήσων η διάρκεια είνε συχνάκις -εφήμερος και όταν οι γεωγράφοι θα εγγράψουν το νησύδριον τούτο εις τους νέους -των γεωγραφικούς πίνακας, ίσως δεν θα υπάρχη πλέον!</p> - -<p> — Αδιάφορον, αγαπητέ μοι υιέ, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Προτιμότερον -να καταδείξωμεν κίνδυνον μη υπάρχοντα, παρά να παραλείψωμεν κίνδυνον -υπάρχοντα. Οι δε ναύται δεν θα έχουν δικαίωμα να παραπονώνται αν δεν ευρίσκουν -πλέον σκόπελον εκεί όπου θα υπάρχη σημειωμένος!</p> - -<p> — Έχετε δίκαιον, λέγει προς τον πατέρα του ο Ανδρέας, και το κάτω κάτω -της γραφής είνε λίαν δυνατόν το νησύδριον τούτο να είνε προωρισμένον να διαρκέση -όσον και αι ήπειροί μας. Μόνον εάν μέλλη να εξαφανισθή, ο πλοίαρχος Κόρτις θα -ήθελε να γίνη τούτο μετά τινας ημέρας, αφ' ού διορθώση τας βλάβας του, διότι ούτω -πως θα απηλλάσσετο του κόπου να ανελκύση το πλοίον του.</p> - -<p> — Αλήθεια, Ανδρέα, ανεφώνησα αστεϊζόμενος, αξιοίς να διαθέτης τα της -φύσεως ως άρχων! Θέλεις να αναβιβάζη και να καταβιβάζη ένα σκόπελον κατά την -θέλησίν σου, κατά την ιδίαν σου ανάγκην, και αφ' ού εδημιούργησε τους βράχους -τούτους εξεπίτηδες διά να βοηθήσωσι να κατασβεσθή η πυρκαϊά του -<i>Σάνσελλορ</i>, πάλιν να τους εξαφανίση όταν συ κτυπήσης διά της ράβδου σου, -διά να τον απαλλάξη;</p> - -<p> — Τίποτε άλλο δεν θέλλω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται μειδιών ο νέος, -παρά να ευχαριστήσω τον Θεόν διότι τόσον φανερά μας επροστάτευσε· ηθέλησε να -ρίψη το πλοίον μας επί της υφάλου ταύτης και πάλιν θα το επαναφέρη εις την -θάλασσαν όταν έλθη η ώρα.</p> - -<p> — Και θα τον βοηθήσωμεν κατά το μέτρον όλων μας των δυνάμεων· δεν -έχει ούτω φίλοι μου;</p> - -<p> — Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, διότι νόμος της -ανθρωπότητος είνε το βοηθείν αλλήλους. Εν τούτοις ο Ανδρέας έχει δίκαιον αναθέτων -την πεποίθησίν του εις τον Θεόν. Βεβαίως ο άνθρωπος ριψοκινδυνών επί της -θαλάσσης, ποιείται χρήσιν αξιόλογον των ιδιοτήτων άς έλαβεν εκ φύσεως· αλλά επί -του απείρου τούτου Ωκεανού, όταν τα στοιχεία ενσκήπτωσι κατ' αυτού, αισθάνεται -πόσον εύθραστον είνε το φέρον αυτόν πλοίον και αυτός πόσον είνε ανίσχυρος και -αφοπλισμένος! Όθεν νομίζω ότι το σύμβολον του ναυτικού έπρεπε να είνε: Έχε -πεποίθησιν εις σεαυτόν και πίστιν εις τον Θεόν.</p> - -<p> — Ουδέν αληθέστερον τούτου, κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην εγώ, και -πιστεύω ότι πολλά ολίγοι ναυτικοί υπάρχουσι, των οποίων η ψυχή να είνε επιμόνως -κλειστή εις τας εντυπώσεις της θρησκείας!»</p> - -<p>Και ούτω πως συνδιαλεγόμενοι εξερευνώμεν τους βράχους τους αποτελούντας την -βάσιν του νησυδρίου, και τα πάντα πείθουσιν ημάς ότι αρτίως ανεφάνη. Και τω όντι -ουδέ έν κογχύλιον υπάρχει επ' αυτού, ουδέ θύσανος φυκών είνε προσκεκολλημένος -επί των πλευρών του βασάλτου. Εραστής της φυσικής ιστορίας μάτην θα ανεσκάλευε -τον σωρόν τούτον των λίθων, ένθα η φυτική και η ζωική φύσις δεν επέθηκεν ακόμη -τον τύπον της σφραγίδος της. Τα μαλάκια όλως ελλείπουσιν, ωσαύτως δε και τα -υδρόφυτα. Ο άνεμος δεν έφερεν ακόμη ουδέ έν σπέρμα, και τα θαλάσσια πτηνά -ουδόλως εζήτησαν εν αυτοίς καταφύγιον. Μόνος ο γεωλόγος δύναται να εύρη ύλην -προς αξίαν λόγου μελέτην, εξετάζων την βασαλτικήν ταύτην θεμελιώδη κατασκευήν, -ήτις φέρει τα ίχνη πλουτωνείου σχηματισμού.</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην η λέμβος ημών επανέρχεται εις την νότιον άκραν του -νησυδρίου εφ' ής εκάθισεν ο <i>Σάνσελλορ</i> Προτείνω εις τους συντρόφους μου να -αποβιβασθώμεν, και δέχονται την πρότασίν μου.</p> - -<p>«Εάν τυχόν το νησύδριον έμελλε να εξαφανισθή, λέγει ο Ανδρέας γελών, πρέπει -τουλάχιστον να το έχουν επισκεφθή ανθρώπινα πλάσματα».</p> - -<p>Η λέμβος προσεγγίζει εις την ακτήν και αποβαίνομεν επί του βασαλτικού βράχου. -Και ο μεν Ανδρέας προηγείται, διότι το έδαφος είνε αρκούντως βατόν και ο νέος δεν -έχει χρείαν βραχίονος ίνα τον υποστηρίξη. Ο πατήρ του μένει ολίγον τι οπίσω πλησίον -μου, και ιδού αναβαίνομεν εις τον σκόπελον δι' ελαφράς ανωφερείας, αγούσης εις την -υψίστην των κορυφών του.</p> - -<p>Τέταρτον ώρας εξαρκεί ίνα διανύσωμεν το διάστημα τούτο, και καθήμεθα και οι -τρεις επί βασαλτικού πρίσματος, όπερ επιστέφει τον ύψιστον βράχον του νησυδρίου. -Ο Ανδρέας Λετουρνέρ εξάγει τότε εκ του θυλακίου του σημειωματάριον και σχεδιάζει -τον σκόπελον, ού το περίγραμμα φαίνεται καθαρώτατα προ των οφθαλμών ημών εις -το πράσινον πεδίον των υδάτων.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0061.jpg" width="353" -height="550" -alt="Το ιχνογράφημα του Ανδρέου." -border="2" /><br /></p> - -<p>Ο ουρανός είνε αίθριος, η δε θάλασσα, ταπεινή έτι, αποκαλύπτει τας τελευταίας -κορυφάς αίτινες αναδύουσι προς Νότον, καταλείπουσαι μεταξύ αυτών τον στενόν -πόρον όν ηκολούθησεν ο <i>Σάνσελλορ</i> πριν καθίση.</p> - -<p>Το σχήμα του σκοπέλου είνε αρκούντως παράδοξον και υπενθυμίζει καθ' όλου το -του «χοιρομηρίου της Υόρκης», ού το κεντρικόν μέρος εξογκούται μέχρι του -εξοιδήματος, ού την κορυφήν κατέχομεν.</p> - -<p>Όθεν ότε ο Ανδρέας εσχεδίασε την περίμετρον του νησυδρίου, λέγει προς αυτόν ο -πατήρ:</p> - -<p>«Αλλά, παιδί μου, συ εσχεδίασες αυτού χοιρομήριον»</p> - -<p> — Μάλιστα, πάτερ μου, αποκρίνεται ο Ανδρέας, χοιρομήριον βασαλτικόν -του οποίου το μέγεθος ήθελεν ευφράνη και τον ακόρεστον Γαργαντούαν. Και εάν ο -πλοίαρχος Κόρτις συναινή, θα ονομάσωμεν την ύφαλον ταύτην -Βραχοχοιρομήριον.</p> - -<p> — Βέβαια ανεφώνησα, το όνομα επιτυχέστατον, Βραχοχοιρομήριον! Και -είθε οι ναυτιλλόμενοι να μη το πλησιάζουν πάρα πολύ, διότι δεν είνε διά τα δόντια -των!»</p> - -<p>Κατά την νότιον εσχατιάν του νησυδρίου είχε ψαύση ο <i>Σάνσελλορ</i>, τούτ' -έστι επί της λαβής αυτής του χοιρομηρίου και εν τω ορμίσκω τω σχηματιζομένω υπό -της κοιλότητος της λαβής ταύτης. Είνε δε κεκλιμένος επί του δεξιού ισχίου και εις -μέγιστον βαθμόν την στιγμήν ταύτην, διότι η παλίρροια είνε καθ' υπερβολήν -ταπεινή.</p> - -<p>Αποπερατωθέντος του σχεδίου του Ανδρέου Λετουρνέρ, καταβαίνομεν δι' ετέρας -κλιτύος ηρέμα κατερχομένης προς δυσμάς, και μετ' ού πολύ παρίσταται προ των -οφθαλμών ημών άντρον κομψότατον. Βλέπων τις αυτό θα έλεγεν αληθώς ότι είνε -έργον αρχιτεκτονικόν, ρυθμού εξ εκείνων ούς η φύσις ίδρυσεν ανά τας νήσους -Εβρίδας και ειδικώτερον εν τη νήσω Στάφφα. Οι κκ. Λετουρνέρ οίτινες έχουσιν -επισκεφθή το Φιγγάλειον άντρον, ανευρίσκουσιν αυτό ενταύθα, ολόκληρον, αλλά -μικροτέρων διαστάσεων. Η αυτή διάθεσις των ομοκέντρων πρισμάτων προερχομένη -εκ του τρόπου της ψύξεως των βασαλτών· το αυτό επιστέγασμα εκ μαύρων δοκών, ών -αι συναρμογαί είνε πεφραγμέναι διά κίτρινης ύλης· η αυτή ακρίβεια των πρισματικών -γωνιών, ών τας κόψεις η γλυφίς κοσμηματοποιού δεν ήθελε καλλιτεχνήση -καθαρώτερον, τέλος ο αυτός βρόμος του αέρος διά μέσου των ηχηρών τούτων -βασαλτών, εξ ού οι Γαέλσοι, ο αρχαίος ούτος λαός της Ιρλανδίας και Σκωτίας, -εδημιούργησαν τας άρπας των Φιγγαλείων σκιών.</p> - -<p>Κατά τούτο δε μόνον διαφέρει του άντρου της Στάφφας, ότι εκεί μεν το έδαφος -είνε σινδών υγρά, ενταύθα δε μόνον τα μεγάλα κύματα δύνανται να προσβάλλωσι το -άντρον και το μεταξύ των πρισματικών στύλων αποτελεί στερεόν λιθόστρωτον.</p> - -<p>«Προς τούτοις, παρατηρεί ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το μεν άντρον της Στάφφας είνε -ευρύχωρος γοτθική εκκλησία, τούτο δε είνε παρεκκλήσιον μόνον της μητροπόλεως -εκείνης! Αλλά τις θα ήλπιζε ποτε να εύρη τοιούτον θαυμάσιον επί αγνώστου υφάλου -του Ωκεανού!»</p> - -<p>Αναπαυθέντες επί μίαν ώραν εν τω άντρω, πορευόμεθα κατά μήκος της παραλίας -του νησυδρίου και επανερχόμεθα εις τον <i>Σάνσελλορ</i> Ο Ροβέρτος Κόρτις -πληροφορείται περί των ανακαλύψεών μας και εγγράφει το νησύδριον επί του χάρτου -του μετά του ονόματος όπερ έδωκεν αυτώ ο Ανδρέας.</p> - -<p>Κατά τας επομένας ημέρας ουδέποτε παρημελήσαμεν να εξερχώμεθα εις -περίπατον μέχρι του άντρου του Βροχοχοιρομηρίου, ένθα διερχόμεθα ώρας τινάς -ευαρέστους. Το επεσκέφθη και ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' ως άνθρωπος απησχολημένος -περί παν άλλο ή περί τον θαυμασμόν φυσικού θαυμασίου. Και ο Φάλστεν ήλθεν άπαξ -ίνα εξετάση την φύσιν των βράχων και θραύση τεμάχιά τινα μετά της ασπλαγχνίας -γεωλόγου. Ο μίστερ Κηρ δεν ηθέλησε να ταραχθή, και έμεινε περιωρισμένος εν τω -πλοίω. Είπον τη μίσιζ Κηρ να μας συνοδεύση εν μια των εκδρομών ημών, αλλ' -απέκρουσε την πρότασίν μου φοβουμένη μη την ενοχλήση η επιβίβασις εις την -λέμβον ή την καταλάβη ο ελάχιστος κάματος.</p> - -<p>Και ο κ. Λετουρνέρ είπε προς την μις Χέρμπυ εάν ευαρεστήται να επισκεφθή την -ύφαλον. Η νεάνις ενόμισεν ότι ηδύνατο να αποδεχθή την πρότασίν ταύτην, ευτυχής -διότι έμελλε να λυτρωθή, έστω και επί μίαν ώραν, της ιδιοτρόπου τυραννίας της -κυρίας της. Αλλ' ότε παρακάλεσε την μίσιζ Κηρ να τη δώση άδειαν εξόδου, η μίσιζ Κηρ -αρνείται διαρρήδην.</p> - -<p>Πειραχθείς επί τη διαγωγή ταύτη, μεσολαβώ παρά τη μίσιζ Κηρ υπέρ της μις -Χέρμπυ. Ανάγκη να αγωνισθώ, αλλ' επειδή ήδη είχον τύχη της ευκαιρίας να παράσχω -υπηρεσίας τινάς εις την φίλαυτον επιβάτριαν, και επειδή δυνατόν να λάβη χρείαν -εμού εν τω μέλλοντι, υπεχώρησε τέλος εις τας επιμόνους παρακλήσεις μου.</p> - -<p>Λοιπόν η μις Χέρμπυ συνοδεύει ημάς πολλάκις εν τοις ανά μέσον των βράχων -περιπάτοις· πολλάκις ωσαύτως αλιεύομεν εν τη παραλία του νησυδρίου και -γευματίζομεν φαιδρώς εν τω άντρω, εν ώ αι βασαλτικαί άρπαι δονούνται υπό της -πνοής του ανέμου. Είμεθα όντως ευτυχείς βλέποντες την μις Χέρμπυ ευφραινομένην, -διότι αισθάνεται εαυτήν επί τινας ώρας ελευθέραν. Βεβαίως το νησύδριον είνε μικρόν, -αλλ' ουδέν εν τω κόσμω ουδέποτε εφάνη τη νεάνιδι ούτω μέγα. Και ημείς δε -αγαπώμεν την άγονον ταύτην ύφαλον, και μετ' ου πολύ δεν θα υπάρχη λίθος όστις να -μη είνε γνωστός ημίν, ουδέ ατραπός ήν να μη διήλθομεν πολλάκις μετά χαράς. Είνε γη -ευρεία παραβαλλομένη προς το στενόν κατάστρωμα του <i>Σάνσελλορ</i>, και είμαι -βέβαιος ότι την ώραν της αναχωρήσεως θα την καταλίπωμεν ουχί άνευ λύπης.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0068.jpg" width="362" -height="550" -alt="Οι ναυαγοί αλιεύοντες. . . " -border="2" /><br /></p> - -<p>Περί δε της νήσου Στάφφας ο Ανδρέας Λετουρνέρ πληροφορεί ημάς ότι ανήκει τη -οικογένεια των Μακ Δόναλδ, οίτινες την εκμισθώνουσιν ετησίως αντί δώδεκα λιρών -στερλινών, ό έστι τριακοσίων δραχμών.</p> - -<p>«Λοιπόν, κύριοι, ερωτά η μις Χέρμπυ, νομίζετε ότι ήθελεν ενοικιάση τις αυτήν εδώ -περισσότερον του ημίσεος ταλλήρου;</p> - -<p> — Ουδέ αντί μιας δεκάρας, μις, είπον εγώ γελών. Μήπως σκοπεύετε να την -εκμισθώσετε;</p> - -<p> — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται η νεάνις καταστέλλουσα στεναγμόν, -και όμως εδώ ίσως είνε το μόνον μέρος όπου ησθάνθην ευτυχίαν.</p> - -<p> — «Και εγώ!» ψιθυρίζει ο Ανδρέας.</p> - -<p>Πολλά εγκρύπτονται δεινά εν τη αποκρίσει ταύτη της μις Χέρμπυ! Η νεάνις, -άπορος, ορφανή, άνευ φίλων δεν εύρεν ακόμη την ευτυχίαν — ολίγων τινών στιγμών -ευτυχίαν — , αλλαχού, ή επί αγνώστου βράχου του Ατλαντικού Ωκεανού!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΙΘ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 6 μέχρι της 15 Νοεμβρίου</i> — Τας πρώτας πέντε ημέρας, αφ' -ότου εκάθισεν ο <i>Σάνσελλορ</i>, ατμοί δριμείς και πυκνοί εκθρώσκουσιν από του -κύτους αυτού, έπειτα κατά μικρόν ηλαττώθησαν, και τη 6 Νοεμβρίου δυνάμεθα να -θεωρήσωμεν την πυρκαϊάν ως εσβεσμένην. Εν τούτοις, κατά μέτρον συνετόν ο -Ροβέρτος Κόρτις κελεύει να εξακολουθήση ο χειρισμός των αντλιών, ώστε το σκάφος -είνε ήδη τεθαλασσωμένον μέχρι του ύψους του μεταφράγματος. Μόνον δε όταν είνε -άμπωτις, το ύδωρ ταπεινούται και εν τω κύτει, και αι δύο υγραί επιφάνειαι -ισορροπούσιν ένδοθεν και έξωθεν.</p> - -<p>«Όπερ αποδεικνύει, λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι η διαρροή είνε σημαντική, αφ' ού -η εκροή γίνεται μετά τοσαύτης ταχύτητος.</p> - -<p>Και όντος το ρήγμα το γενόμενον εν τω σκάφει δεν έχει επιφάνειαν ολιγωτέραν -των τεσσάρων τετραγωνικών ποδών. Εκ των ναυτών ο Φλαιπόλ ριφθείς εις την -θάλασσαν κατά την ώραν της αμπώτιδος ανεγνώρισε την θέσιν και την σπουδαιότητα -της ναυφθορίας. Η διαρροή ανοίγεται τριάκοντα πόδας επί του έμπροσθεν του -πηδαλίου και τρεις επηγκενίδες [<span style='font-size: small;'><a href='#fn59' -id='ref59'>59</a></span>] - συνετρίβησαν υπό της οξείας κορυφής βράχου τινός, δύο σχεδόν πόδας υπεράνω του -κανθού της τρόπιδος. Η σύρραξις εγένετο μετ' άκρας σφοδρότητος, διότι και το πλοίον -όντως ήτο βαρέως πεφορτισμένον και η θάλασσα εκυμαίνετο. Είνε μάλιστα εκπλήξεως -άξιον ότι το σκάφος δεν ερράγη πολλαχού. Ως προς δε την διαρροήν θα είνε άρα γε -εύκολον να φραχθή; τούτο θα γνωσθή όταν, του φορτίου εξαχθέντος ή -μετατοπισθέντος, θα δυνηθή ο ξυλουργός να εισδύση μέχρι αυτής. Αλλ' απαιτούνται -δύο έτι ημέραι πριν γίνη δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος του <i>Σάνσελλορ</i> και -να ανελκύση τα δέματα του βαμβακίου ών εφείσθη το πυρ.</p> - -<p>Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μένει αργός, τη μετά ζήλου δε βοηθεία του -πληρώματος αξιολογώτατα έργα ετελέσθησαν.</p> - -<p>Ούτως ο πλοίαρχος αναστηλώνει τον ιστόν του επιδρόμου, όστις είχε καταπέση -την στιγμήν καθ' ήν εκάθισεν ο <i>Σάνσελλορ</i>, και είχον κατορθώση να τον -ανελκύσωσιν επί της υφάλου μεθ' όλης αυτού της εξαρτίας. Αμείβοντες -ετοποθετήθησαν εν τη πρύμνη και η στήλη του ιστού κατωρθώθη να τεθή πάλιν επί -του παλαιού τεθραυσμένου τεμαχίου, όπερ ο ξυλουργός Δαούλας επίτηδες ενέσκαψε. -Κατάλληλα δε άμβολα, συγκρατούμενα δι' ισχυρών επιδέσμων και γόμφων σιδηρών, -εξασφαλίζουσι την ένωσιν των δύο τεθραυσμένων τεμαχίων.</p> - -<p>Τούτου δε γενομένου, όλη η εξαρτία εξετάζεται επιμελώς, οι επίτονοι, οι -παράτονοι, οι πρότονοι εντείνονται εκ νέου, ιστία τινά αλλάσσονται, και τα σχοινιά -των τροχίλων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn60' -id='ref60'>60</a></span>] - καταλλήλως αποκατασταθέντα θα καταστήσωσι τον πλουν ημών ασφαλέστερον.</p> - -<p>Πλείστη όση εργασία γίνεται κατά τε την πρύμναν και την πρώραν του πλοίου, -διότι το επίστεγον και η θέσις του πληρώματος εβλάβησαν δεινώς υπό των φλογών. -Εντεύθεν επάναγκες τα πάντα να αποκατασταθώσιν, όπερ απαιτεί χρόνον και -φροντίδας. Χρόνος δεν ελλείπει, και δυνάμεθα μετ' ου πολύ να εισέλθωμεν πάλιν εις -τους θαλάμους ημών.</p> - -<p>Την ογδόην του μηνός μόνον κατωρθώθη να γίνη επωφελώς αρχή της -εκφορτώσεως. Επειδή δε τα δέματα του βάμβακος είνε τεθαλασσωμένα εν τω ύδατι, -όπερ πληροί το κύτος εν ώρα πλημμυρίδος, τα σύσπαστα ετοποθετήθησαν υπεράνω -των καθεκτών, και παρέχομεν χείρα βοηθείας εις τους άνδρας του πληρώματος προς -ανέλκυσιν των βαρέων τούτων δεμάτων, άτινα κατά το πλείστον είνε όλως -εφθαρμένα. Τα επιβιβάζομεν ανά έν επί της φαλαινίδος — και μεταβιβάζονται επί του -νησυδρίου.</p> - -<p>Αφαιρεθέντος ούτω του πρώτου στρώματος του φορτίου, δέον να φροντίσωμεν -όπως αντλήσωμεν, εν μέρει τουλάχιστον, το ύδωρ το πληρούν το κύτος. Εντεύθεν -επάναγκες να φράξωμεν όσον οίον τε στεγανώς την οπήν, ήν ο βράχος εποίησεν εν τω -σκάφει του πλοίου. Έργον δυσχερές μεν, αλλ' όπερ ο τε ναύτης Φλαιπόλ και ο -αρχιναύτης εκτελούσι μετά ζήλου κρείττονος οίου δήποτε επαίνου, κατά την ώραν της -αμπώτιδος, βυθιζόμενοι μέχρι υπό το δεξιόν ισχίον, ίνα καθηλώσωσι φύλλον χαλκού -επί της οπής· αλλ' επειδή το φύλλον τούτο δεν θα δυνηθή να υπομείνη την πίεσιν, -όταν η εν τω πλοίω επιφάνεια του ύδατος θα κατέλθη διά της ενεργείας των αντλιών, -ο Ροβέρτος Κόρτις αποπειράται να εξασφαλίση την έμφραξιν της οπής, επισωρεύων -δέματα βάμβακος επί των τεθραυσμένων επηγκενίδων. Το υλικόν είνε άφθονον και -μετ' ου πολύ ο πυθμήν του <i>Σάνσελλορ</i> είνε ως υπεστρωμένος διά των βαρέων -και αδιαβρόχων τούτων δεμάτων, άτινα, ελπίζομεν, θα επιτρέψωσιν εις το φύλλον του -χαλκού να ανθέξη έτι μάλλον.</p> - -<p>Η επίνοια του πλοιάρχου επέτυχεν, ως τούτο καταφαίνεται άμα τη κινήσει των -αντλιών, διότι η επιφάνεια του ύδατος εν τω κύτει κατέρχεται κατά μικρόν και οι -άνδρες δύνανται να εξακολουθήσωσι την εκφόρτωσιν.</p> - -<p>«Είνε λοιπόν πιθανόν, λέγει ημίν ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι θα δυνηθώμεν να -επιτύχωμεν την βλάβην και να την διορθώσωμεν εσωτερικώς. Βεβαίως προτιμότερον -θα ήτο να κατακλίνωμεν το πλοίον και να αντικαταστήσωμεν τας επηγκενίδας, αλλά μ' -ελλείπουν τα μέσα διά να επιχειρήσω τόσον μέγα έργον. Έπειτα δε θα μ' εμπόδιζεν ο -φόβος μήπως επέλθη κακοκαιρία εν ώ το πλοίον θα είνε πλαγιασμένον, και τότε θα -εξετίθετο εις την διάθεσιν των κυμάτων. Εν τούτοις νομίζω καθήκον μου να σας -διαβεβαιώσω ότι η διαρροή θα φραχθή δεόντως και θα δυνηθώμεν εντός ολίγου να -δοκιμάσωμεν να καταπλεύσωμεν εις την ακτήν μετ' ασφαλείας ικανής.</p> - -<p>Μετά διήμερον εργασίαν το ύδωρ κατά μέγα μέρος είχεν εξαντληθή, και η -εκφόρτωσις των τελευταίων δεμάτων του φορτίου εγένετο άνευ δυσχερείας. Εδέησε -δε να βοηθήσωμεν και ημείς εις τον χειρισμόν των αντλιών προς ανακούφισιν του -πληρώματος, εξετελέσαμεν δε τούτο μετ' ευσυνειδησίας. Και ο Ανδρέας Λετουρνέρ, -και φιλάσθενος ών, ηνώθη μεθ' ημών και έκαστος εξετέλεσε κατά δύναμιν το καθήκον -του.</p> - -<p>Και όμως αύτη είνε κοπιώδης εργασία και δεν δυνάμεθα να την εξακολουθήσωμεν -πολλήν ώραν άνευ διακοπής προς ανάπαυσιν. Η χειρ και οι νεφροί τάχιστα -κατακόπτωνται υπό της διαδρομής των μοχλών της αντλίας και εννοώ ότι οι ναύται -δυσχεραίνουσι το έργον τούτο. Προσέτι δε εκτελούμεν αυτό επί όροις ευνοϊκοίς, καθ' -όσον το πλοίον κείται επί βυθού στερεού, και δεν είνε υπό τους πόδας ημών -βάραθρον. Δεν υπερασπίζομεν την ζωήν ημών εναντίον θαλάσσης εισβαλλούσης, και -δεν πρόκειται αγών μεταξύ ημών και ύδατος εισρέοντος καθ' όσον ημείς εξάγομεν -αυτό. Είθε να μη υποβληθώμεν ποτε εις τοιαύτην δοκιμασίαν επί πλοίου -βυθιζομένου!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em">Κ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 15 μέχρι της 20 Νοεμβρίου</i>. — Σήμερον καθωρθώθη να γίνη -η επίσκεψις του κύτους. Τέλος ανεκαλύφθη και το δοχείον του πικρικού κατά την -πρύμναν, έν τινι μέρει όπου δεν είχεν ευτυχώς φθάση το πυρ, το δοχείον είνε άθικτον, -ουδέ εβλάβη υπό του ύδατος το περιεχόμενον. Απετέθη δε εν ασφαλεί τόπω κατά την -εσχατιάν του νησυδρίου. Αλλά διατί δεν το ρίπτουσι παρευθύς εις την θάλασσαν; -αγνοώ, αλλά τέλος δεν το έρριψαν.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας κατά την επίσκεψιν αυτών βεβαιούσιν ότι το -κατάστρωμα και τα υποστηρίγματα αυτού έχουσι πάθη ολιγώτερον ή όσον -ενομίζομεν. Η μεγίστη θερμότης εις ήν αι παχείαι αύται σανίδες και αι ισχυραί δοκοί -υπεβλήθησαν, τας εκύρτωσε μεν, αλλά δεν τας έφαγε βαθέως, και η ενέργεια του -πυρός φαίνεται ότι ειδικώτερον κατηυθύνθη προς τας πλευράς του σκάφους.</p> - -<p>Τω όντι επί μέγιστον μήκος η εντερόνεια, τούτ' έστιν αι σανίδες της εσωτερικής -επιφανείας του πλοίου, κατεβροχθίσθη υπό των φλογών, άκραι γόμφων ξυλίνων -απηνθρακωμένων εξέχουσι τήδε κακείσε, και δυστυχώς τα εγκοίλια είνε τα μάλιστα -εφθαρμένα, το στυπείον των γομφώσεων και των αρμών έχει χαλαρωθή, και -δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως θαύμα ότι το πλοίον από πολλού δεν διερράγη.</p> - -<p>Ομολογητέον δυσάρεστοι περιστάσεις είνε αύται. Ο <i>Σάνσελλορ</i> υπέστη -βλάβας τοιαύτας, ώστε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται προφανώς να τας θεραπεύση -διά των περιορισμένων μέσων ά διαθέτει, και δεν θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον -του στερεόν προς μακρόν διάπλουν.</p> - -<p>Όθεν ο πλοίαρχος και ο ξυλουργός επανέρχονται σφόδρα εμφρόντιδες. Αι βλάβαι -είνε αληθώς ούτω σπουδαίαι, ώστε ο πλοίαρχος εάν ήτο επί νήσου και ουχί επί -σκοπέλου, όν η θάλασσα δύναται να σαρώση από ώρας εις ώραν, δεν ήθελε διστάση -να διαλύση το πλοίον και να ναυπηγήση άλλο μικρότερον, εις ό θα ηδύνατο να έχη -τουλάχιστον πεποίθησιν.</p> - -<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις αποφασίζει τάχιστα, και καλέσας πάντας, επιβάτας τε και -πλήρωμα, επί του καταστρώματος του <i>Σάνσελλορ</i>, λέγει.</p> - -<p>«Φίλοι μου, αι βλάβαι είνε σπουδαιότεραι παρ' όσον υπεθέτομεν, και το σκάφος -του πλοίου είνε πολύ βεβλαμμένον. Επειδή δε το μεν, ουδέν μέσον έχομεν προς -επισκευήν, το δε, όντες επί του νησυδρίου τούτου εις την διάκρισιν της ελαχίστης -τρικυμίας, δεν έχομεν τον καιρόν να ναυπηγήσωμεν άλλο, ιδού τι προτίθεμαι να -πράξω. Να φραχθή η διαρροή όσον οίον τε στερεώς και να καταπλεύσωμεν εις τον -εγγύτατον λιμένα. Απέχομεν οκτακόσια μόνον μίλια από της ακτής του Παραμαρίβου, -της βορείου παραλίας της Ολλανδικής Γουυάνης, και εντός δώδεκα ημερών, καιρού -βοηθούντος, θα εύρωμεν εκεί καταφύγιον!»</p> - -<p>Τι άλλο ηδυνάμεθα να πράξωμεν; Όθεν η απόφασις του Ροβέρτου Κόρτις εγένετο -αποδεκτή ομοθύμως.</p> - -<p>Τότε δε ο Δαούλας και οι βοηθοί καταγίνονται να φράξωσιν εσωτερικώς την -διαρροήν και στερεώσωσι κατά το δυνατόν τα πυρίβρωτα ζεύγη των εγκοιλίων. Αλλ' -είνε πολύ προφανές ότι ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν παρέχει ασφάλειαν επαρκή προς -μακρόν πως διάπλουν, και ότι θα κηρυχθή άχρηστος άμα προσορμισθείς εις τον -πρώτον τυχόντα λιμένα.</p> - -<p>Ο ξυλουργός διανάπει και τους εξωτερικούς αρμούς των επηγκενίδων εν τω μέρει -του σκάφους, όπερ μένει έξω των υδάτων κατά την ώραν της αμπώτιδος· αλλά δεν -δύναται να επισκεφθή το μέρος το μένον υπό το ύδωρ και κατά την ώραν της -αμπώτιδος, οφείλει δε να αρκεσθή εις εσωτερικήν τινα επισκευήν.</p> - -<p>Αι διάφοροι αύται εργασίαι διήρκεσαν μέχρι της 20 του μηνός. Την ημέραν δε -ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, ποιήσας ήδη παν ό τι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν προς -επισκευήν του πλοίου του, αποφασίζει να το εξαγάγη αύθις.</p> - -<p>Περιττόν δε να είπωμεν ότι, από της στιγμής καθ' ήν το κύτος εκενώθη του τε -φορτίου και του περιεχομένου ύδατος, ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν έπαυσεν επιπλέων και -προ της πλημμυρίδος. Επειδή δε προνοήσαντες είχον αγκυρώση αυτόν κατά τε την -πρώραν και την πρύμναν, δεν ενέπεσεν εις την ύφαλον, αλλά διέμεινεν εν τη μικρά -εκείνη φυσική λεκάνη, προφυλαττόμενος δεξιόθεν και αριστερόθεν υπό των βράχων -ούς δεν κατακλύζει ουδέ η μεγίστη παλίρροια. Αλλ' ευρίσκεται όμως ότι η λεκάνη -αύτη κατά το ευρύτατον αυτής δύναται να επιτρέψη τω <i>Σάνσελλορ</i> να εκτελέση -ελιγμόν πλήρη, ο δε χειρισμός ούτος γίνεται ευκόλως διά ρυμάτων προσδεθέντων επί -του σκοπέλου ούτως, ώστε το πλοίον έχει νυν εστραμμένην την πρώραν προς -Νότον.</p> - -<p>Φαίνεται λοιπόν ότι θα είνε εύκολον να απαλλάξωμεν τον <i>Σάνσελλορ</i> είτε -επαιρομένων των ιστίων εάν ο άνεμος είνε ούριος, είτε, εάν είνε εναντίος, -προέλκοντες αυτόν μέχρι έξω του πόρου. Εν τούτοις η εργασία παρέχει τινάς -δυσχερείας, περί ών θα γίνη ανάγκη να προνοήσωμεν. Τω όντι η είσοδος του πόρου -φράσσεται υπό τινος τρόπον τινά καμάρας εκ βασάλτου, ής άνωθεν, εν ώρα -πλημμυρίδος, υψούται το ύδωρ μόλις όσον απαιτείται εις το βύθισμα του -<i>Σάνσελλορ</i>, ει και είνε αφερμάτιστος. Διήλθε δε υπεράνω της καμάρας ταύτης -πριν καθίση, διότι, επαναλαμβάνω, επήρθη υπό κύματος υπερμεγέθους και υπ' αυτού -ερρίφθη εις την λεκάνην. Άλλως τε την ημέραν ταύτην ήτο ού μόνον παλίρροια -νουμηνίας, αλλά και η σημαντικωτάτη του έτους, πολλοί δε μήνες δέον να παρέλθωσι -πριν επαναληφθή τοσούτον ισχυρά παλίρροια ισημεριακή.</p> - -<p>Λοιπόν είνε προφανές ότι ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να αναμένη πλείονας -μήνας. Σήμερον είνε μεγάλη παλίρροια συζυγίας και οφείλει να ωφεληθή αυτήν εις -απαλλαγήν του πλοίου του. Έπειτα δε, άπαξ εξαχθέν της λεκάνης, θα το ερματίση -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn61' id='ref61'>61</a></span>] -, ώστε να δύναται να φέρη ιστία, και θα αρμενίση.</p> - -<p>Ακριβώς ο άνεμος είνε καλός, διότι είνε Μέσης (ΒΑ), και κατ' ακολουθίαν, προς την -διεύθυνσιν του πόρου. Αλλ' ο πλοίαρχος ελλόγως δεν σπεύδει να καθελκύση -πλησίστιον και εναντίον κωλύματος δυναμένου κάλλιστα να το αναχαιτίση, πλοίον ού -η στερεότης είνε νυν τα μάλιστα προβληματώδης. Λοιπόν συσκεψάμενος μετά του -υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του ξυλουργού και του αρχιναύτου, αποφασίζει ίνα ο -<i>Σάνσελλορ</i> προελκυσθή. Κατ' ακολουθίαν προστίθεται κατά την πρύμναν -άγκυρα, εάν τυχόν, της επιχειρήσεως αποτυχούσης, γίνη χρεία να επαναχθή το πλοίον -εις το αγκυροβόλιον έπειτα δε δύο άλλαι άγκυραι φέρονται έξω του πόρου, ού το -μήκος δεν υπερβαίνει τους διακοσίους πόδας. Τότε δε αλύσεις προστίθενται εις το -βαρουλκόν, το πλήρωμα επιλαμβάνεται των σκυταλών του βαρούλκου, και την -τετάρτην ώραν μετά μεσημβρίαν ο <i>Σάνσελλορ</i> άρχεται κινούμενος.</p> - -<p>Τη 4 ώρα και 23' η παλίρροια θα είνε πλήρης. Όθεν δέκα λεπτά πρότερον το -πλοίον ειλκύσθη όσον επέτρετε το βύθισμά του· αλλά το πρόσθιον της τρόπιδος μετ' -ου πολύ ήγγισεν ελαφρά επί της καμάρας και εδέησε να σταθή εκεί.</p> - -<p>Και νυν, επειδή η κατωτέρα άκρα της στείρας [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn62' id='ref62'>62</a></span>] - υπερέβη το κώλυμα, ουδείς πλέον λόγος υπάρχει ίνα ο Ροβέρτος Κόρτις μη ενώση την -ενέργειαν του ανέμου προς την μηχανικήν δύναμιν του βαρούλκου. Όθεν τα τε -κατώτερα και τα ανώτερα ιστία αναπτύσσονται και ευθετίζονται προς τον ούριον -άνεμον.</p> - -<p>Και ήδη είνε η κατάλληλος στιγμή, η θάλασσα νηνεμεί. Επιβάται και ναύται -επιλαμβάνονται των σκυταλών του βαρούλκου. Και οι κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και -εγώ κρατούμεν την προς τα δεξιά σκυτάλην, ο δε Ροβέρτος Κόρτις είνε επί του -επιστέγου επιτηρών την ιστιοφορίαν, ο δε υποπλοίαρχος επί του πρωραίου -καταστρώματος, ο δε αρχιναύτης επί του πηδαλίου.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0069.jpg" width="347" -height="550" -alt="Επιστατούντος του Φάλστεν, οι ναύται. . . " -border="2" /><br /></p> - -<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> αισθάνεταί τινας κλονισμούς και η εξοιδουμένη θάλασσα -υπεγείρει αυτόν ελαφρά, αλλ' ευτυχώς είνε ήρεμος.</p> - -<p>«Εμπρός, φίλοι μου, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις διά της ηρεμαίας και πεποίθησιν -εμποιούσης φωνής του. Δύναμιν, και όλοι μαζί, εμπρός!»</p> - -<p>Αι σκυτάλαι του βαρούλκου κινούνται, ακούεται ο οξύς τριγμός των κατακλείδων -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn63' id='ref63'>63</a></span>] -, αι δε αλύσεις εντεινόμεναι κατά μικρόν κατατρίβουσι τους οφθαλμούς της πρώρας. -Ο άνεμος επιτείνεται και επειδή το πλοίον δεν δύναται να λάβη ταχύτητα επαρκή, οι -ιστοί κάμπτονται ωθούμενοι υπό των ιστίων. Το πλοίον προέβη εικοστύν τινα ποδών. -Και τις των ναυτών άδει τι εκ των λαρυγγωδών εκείνων ασμάτων, ών ο ρυθμός -επιβοηθεί εις το να καταστήση τας κινήσεις των εργαζομένων ταυτοχρόνους.</p> - -<p>Αι προσπάθειαι ημών διπλασιάζονται και ο <i>Σάνσελλορ</i> τρέμει. . . </p> - -<p>Αλλά μάταιαι προσπάθειαι. Ήδη άρχεται η άμπωτις και δεν θα δυνηθώμεν να -διέλθωμεν.</p> - -<p>Αλλά, αφ' ής στιγμής το πλοίον δεν δύναται να διαβή, δεν δύναται να μείνη -ταλαντευόμενον επί της καμάρας ταύτης, διότι κατά την άμπωτιν ήθελε συντριβή. -Κελεύσαντος του πλοιάρχου, τα ιστία συστέλλονται ταχέως, η δε άγκυρα η κατά την -πρύμναν ευθύς ήδη θα χρησιμεύση. Στιγμή δεν πρέπει να παρέλθη μάτην. Στρέφομεν -προς ανάκρουσιν και επίκειται στιγμή δεινής αγωνίας. . . Αλλ' ο <i>Σάνσελλορ</i> -ολισθαίνει επί της τρόπιδος και επαναπίπτει εις την λεκάνην, ήτις νυν χρησιμεύει ως -ειρκτή αυτού.</p> - -<p>«Λοιπόν, πλοίαρχε, ερωτά τότε ο αρχιναύτης, πώς θα περάσωμεν;</p> - -<p> — Δεν ειξεύρω, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' όμως θα -περάσωμεν.»</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΚΑ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 21 μέχρι της 23 Νοεμβρίου</i> — Τω όντι επάναγκες είνε να -εγκαταλίπωμεν την στενήν ταύτην λεκάνην και άνευ αναβολής, διότι ο καιρός ο -ευνοήσας ημάς καθ' όλον τον μήνα Νοέμβριον κινδυνεύει να μεταβληθή. Το -βαρόμετρον κατήλθε από της χθες και σάλος άρχεται εγειρόμενος περί το νησύδριον, -όπερ δεν είνε κατάλληλος και ασφαλής διαμονή εν ώρα τρικυμίας, διότι ο -<i>Σάνσελλορ</i> θα κατεκερματίζετο.</p> - -<p>Την εσπέραν ταύτην μάλιστα κατά την άμπωτιν ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο -αρχιναύτης, ο Δαούλας και εγώ μετέβημεν εις εξέτασιν της καμάρας, ήτις είνε νυν έξω -των υδάτων. Είς μόνος τρόπος διαβάσεως υπάρχει, να φάγωμεν την επιφάνειαν της -καμάρας διά σιδηρών μοχλών εις πλάτος δέκα ποδών και μήκος έξ· οκτώ δε ή εννέα -δακτύλων ταπείνωσις της επιφανείας θα αρκή εις το βύθισμα το <i>Σάνσελλορ</i>· θα -διέλθη δε την μικράν ταύτην διώρυχα, βάλλων μετά προσοχής σημεία εντός αυτής, και -θα ευρεθή αύθις πέραν των υδάτων, άτινα αμέσως γίνονται βαθέα.</p> - -<p>«Αλλά ο βασάλτης αυτός ήνε σκληρός σαν γρανίτης, παρατηρεί ο αρχιναύτης, και -θα χρειασθή πολύ εργασία, αφ' ού μάλιστα μόνον όταν χαμηλώνουν τα νερά θα -ειμπορή να γίνη, ό έστι μόλις δύο ώρας εις τας είκοσιτέσσαρας.</p> - -<p> — Ίσα ίσα είς λόγος διά να μη χάσωμεν μίαν στιγμήν, αποκρίνεται ο -Ροβέρτος Κόρτις.</p> - -<p> — Αι, καπετάνιε, λέγει ο Δαούλας, θα έχωμεν διά ένα μήνα! Τάχα δεν θα -ήτο δυνατόν να ανατινάξωμεν τους βράχους; Πυρίτιδα έχομεν εις το πλοίον.</p> - -<p> — Πολύ ολίγην, αποκρίνεται ο αρχιναύτης!»</p> - -<p>Η κατάστασις ημών είνε εις άκρον σπουδαία. Ενός μηνός εργασία! Αλλά εντός ενός -μηνός το πλοίον θα είνε διαλελυμένον υπό της θαλάσσης! </p> - -<p>«Έχομεν καλλίτερον παρά πυρίτιδα, λέγει τότε ο Φάλστεν.</p> - -<p> — Τι; ερωτά ο Ροβέρτος Κόρτις, στρεφόμενος προς τον μηχανικόν.</p> - -<p> — Πικρικόν κάλι!» αποκρίνεται ο Φάλστεν.</p> - -<p>Πικρικόν κάλι, τω όντι! Το δοχείον το επιβιβασθέν υπό του μακαρίτου Ρόμπυ, η -εκρηκτική ουσία ήτις μικρού δειν ανετίναξε το πλοίον, θα ανατινάξη αξιόλογα το -κώλυμα! Μία οπή αρκεί να ανοιχθή επί του βασάλτου και η καμάρα δεν θα υπάρχη -πλέον!</p> - -<p>Το δοχείον του πικρικού, ως είπον ανωτέρω, απετέθη επί της υφάλου εν τόπω -ασφαλεί. Ευτυχώς πάνυ, θεία φώτισις ήτο και δεν το ερρίψαμεν εις την θάλασσαν ότε -εξήχθη εκ του κύτους.</p> - -<p>Και οι μεν ναύται μεταβαίνουσιν εις εύρεσιν μοχλών, ο δε Δαούλας οδηγούμενος -υπό του Φάλστεν επιχειρεί να ανοίξη οπήν υπονόμου κατά την διεύθυνσιν ήτις -οφείλει να παραγάγη το άριστον αποτέλεσμα. Τα πάντα δε επιτρέπουσιν ημίν να -ελπίζωμεν ότι η υπόνομος θα αποπερατωθή εντός της νυκτός και ότι αύριον άμα τη -ημέρα, της εκρήξεως παραγαγούσης το ποθούμενον αποτέλεσμα, ο πόρος θα -κατασταθή ελεύθερος.</p> - -<p>Γνωστόν ότι το πικρικόν οξύ είνε προϊόν κρυσταλλώδες και πικρόν, εξαγόμενον εκ -της ζωπίσσης των γαιανθράκων, συνδυαζόμενον δε μετά του καλίου, ήτοι της -ποτάσσης, αποτελεί άλας κίτρινον, όπερ είνε το πικρικόν κάλι, ή άλλως λεγομένη -πικρική πότασσα. Η εκρηκτική δε δύναμις της ουσίας ταύτης είνε κατωτέρα μεν της -βαμβακοπυρίτιδος και της δυναμίτιδος, αλλ' είνε όμως πολύ ανωτέρα της συνήθους -πυρίτιδος, διότι έν γραμμάριον πικρικού παράγει αποτέλεσμα δεκατριών γραμμαρίων -συνήθους πυρίτιδος. Την δε ανέφλεξιν αυτής ευκόλως δύναται τις να προκαλέση διά -σφοδράς και ξηράς κρούσεως, και θα το κατορθώσωμεν ευκόλως διά καψυλίων -πυροκροτικού άλατος.</p> - -<p>Το έργον του Δαούλα βοηθουμένου υπό των βοηθών αυτού, διεξάγεται μετά -ζήλου, αλλ' επήλθεν όμως η ημέρα και εκείνο ακόμη δεν ετελειώθη· τω όντι δεν είνε -δυνατόν να εργάζωνται εις την οπήν άλλην ώραν παρά κατά την άμπωτιν, ό έστι επί -μίαν μόλις ώραν. Έπεται λοιπόν ότι απαιτούνται να παρέλθωσι τέσσαρες παλίρροιαι -ίνα η οπή λάβη το προσήκον βάθος.</p> - -<p>Μόνον την 23 του μηνός, την πρωίαν, απεπερατώθη τέλος το έργον. Ο εκ -βασάλτου όγκος έχει ήδη οπήν πλαγίαν, δυναμένην να περιλάβη δεκάδα λιτρών -εκρηκτικού άλατος, ήτις και θα πληρωθή πάραυτα.</p> - -<p>Είνε περίπου ογδόη ώρα.</p> - -<p>Την στιγμήν της εισαγωγής του πικρικού εις την οπήν, ο Φάλστεν λέγει ημίν·</p> - -<p>«Φρονώ ότι έπρεπε να το αναμίξωμεν μετά κοινής πυρίτιδος, διότι τούτο θα μας -επιτρέψη να ανάψωμεν την υπόνομον διά άπτρας, αντί διά καψυλίου, του οποίου η -έκρηξις πρέπει να γίνη διά κρούσεως, είνε δε και ευκολώτερον. Προς δε τούτοις είνε -βέβαιον ότι η ταυτόχρονος χρήσις πυρίτιδος και πικρικού είνε καλλιτέρα εις -παραγωγήν εκρήξεως σκληρών βράχων, το πικρικόν φύσει σφοδρότατον θα προλεάνη -την οδόν της πυρίτιδος, ήτις βραδύτερον αναφλεγομένη και κανονικώτερον, θα -διασπάση έπειτα τον βασάλτην τούτον.»</p> - -<p>Ο μηχανικός Φάλστεν δεν ομιλεί συχνάκις, αλλ' ομολογητέον όμως ότι οσάκις -ομιλεί, ομιλεί καλώς. Εκτελείται η συμβουλή του, αναμιγνύονται αι δύο ουσίαι, και -εισαχθείσης προηγουμένως άπτρας μέχρι του πυθμένος της οπής, χύνεται εις την -οπήν το μίγμα και πιέζεται προσηκόντως.</p> - -<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> απέχων αρκούντως από της υπονόμου ουδέν φοβείται εκ της -εκρήξεως. Εν τούτοις, χάριν ασφαλείας, επιβάται και πλήρωμα κατεφύγομεν εις την -εσχατιάν της υφάλου, εις το άντρον. Και ο μίστερ Κηρ εδέησε να καταλίπη το πλοίον -παρά τας αντεγκλήσεις του.</p> - -<p>Έπειτα δε ο Φάλστεν, ανάψας την άπτραν, ήτις θα καίη επί δέκα περίπου λεπτά -της ώρας, έρχεται προς ημάς.</p> - -<p>Η έκρηξις εγένετο· υπόκωφος δε και μετά πολύ ολιγωτέρου κρότου ή όσον θα -υπέθετέ τις. Αλλά τούτο συμβαίνει πάντοτε οσάκις η οπή είνε βαθεία.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0076.jpg" width="345" -height="550" -alt="Εγένετο η έκρηξις" -border="2" /><br /></p> - -<p>Σπεύδομεν εις το κώλυμα. . . Το έργον επέτυχε πληρέστατα. Ο εκ βασάλτου -βράχος εγένετο κατά γράμμα κόνις, και νυν μικρά αύλαξ πληρουμένη ήδη υπό της -πλημμυρίδος, αφαιρεί το κώλυμα και καθιστά τον πόρον ελεύθερον.</p> - -<p>Επεφημίαι μια φωνή εξερράγησαν. Η θύρα της ειρκτής είνε ανοικτή και οι -καθειργμένοι ουδέν άλλο υπολείπεται να πράξωσιν ή να φύγωσι!</p> - -<p>Κατά την ακμήν της παλιρροίας ο <i>Σάνσελλορ</i>, ελκυσθείς επί των αγκύρων -του διαβαίνει τον πόρον και πλέει επί της ελευθέρας θαλάσσης.</p> - -<p>Αλλ' επί μίαν έτι ημέραν δέον να παραμείνη παρά το νησύδριον, διότι δεν δύναται -να πλεύση εν ή καταστάσει διατελεί, και είν' επάναγκες να επιβιβάσωμεν έρμα προς -εξασφάλισιν της ισορροπίας του. Λοιπόν κατά τας επομένας είκοσι τεσσάρας ώρας το -πλήρωμα καταγίνεται επιβιβάζον λίθους και τα ήττον εφθαρμένα εκ των δεμάτων του -βάμβακος.</p> - -<p>Κατά την ημέραν ταύτην οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ εξερχόμεθα άπαξ -έτι εις περίπατον μεταξύ των βασαλτών της υφάλου ταύτης ήν ουδέποτε θα -επανίδωμεν και εφ' ής διετρίψαμεν τρεις εβδομάδας. Το όνομα του <i>Σάνσελλορ</i>, -το του σκοπέλου, η ημερομηνία της καθίσεως του πλοίου εχαράχθησαν εντέχνως υπό -του Ανδρέου επί τινος των τοίχων του άντρου, και προσαγορεύομεν το ύστατον τον -βράχον τούτον, εφ' ού διήλθομεν πολλάς ημέρας, ών τινας θα συγκαταριθμώμεν -μεταξύ των αρίστων του βίου ημών!</p> - -<p>Τέλος τη 14 Νοεμβρίου, κατά την πρωινήν παλίρροιαν, ο <i>Σάνσελλορ</i> απαίρει -υπό τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας και τους φώσωνας, και μετά δύο ώρας, η -τελευταία κορυφή του Βραχοχοιρομηρίου εξηφανίσθη υπό τον ορίζοντα.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΚΒ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 24 Νοεμβρίου μέχρι της 1 Δεκεμβρίου</i>. — Ιδού λοιπόν είμεθα -εν τη θαλάσση, επιβαίνοντες πλοίου ού η στερεότης έπαθε μεν, αλλ' ευτυχώς πάνυ -δεν πρόκειται πλέον περί μακρού διάπλου. Έχομεν να διανύσωμεν οκτακόσια μόνον -μίλια. Εάν δε ο άνεμος Μέσης (ΒΑ) διατηρηθή επί τινας ημέρας, ο <i>Σάνσελλορ</i> -ουριοδρομών [<span style='font-size: small;'><a href='#fn64' -id='ref64'>64</a></span>] - θα κοπιάση ολίγον και θα φθάση ασφαλώς την παραλίαν της Γουυάνης.</p> - -<p>Το πλοίον λαμβάνει διεύθυνσιν προς Λίβα (ΝΔ), και ο εν αυτώ βίος λαμβάνει τον -κανονικόν αυτού ρουν.</p> - -<p>Αι πρώται ημέραι παρέρχονται άνευ τινος συμβάντος. Η διεύθυνσις του ανέμου -εξακολουθεί μεν ούσα καλή· αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν θέλει να αυξήση τα ιστία, -μήπως επιβάλλων υπερβολικήν ταχύτητα εις το πλοίον, προκαλέση νέον άνοιγμα της -διαρροής.</p> - -<p>Ανιαρός, ενί λόγω, διάπλους ο γινόμενος επί τοιούτοις όροις, όταν δεν έχωμεν -πεποίθησιν εις το πλοίον όπερ φέρει ημάς! Έπειτα δε πλέομεν προς τα οπίσω αντί να -προχωρώμεν! Όθεν έκαστος ημών κατέχεται υπό των σκέψεων τούτων, και το πλοίον -δεν έχει την μεταδοτικήν εκείνην ζωηρότητα ήν προκαλεί ασφαλής και ταχύς -πλους.</p> - -<p>Κατά την ημέραν της 29 του μηνός ο άνεμος ανέρχεται κατά έν τέταρτον προς -Βορράν· όθεν η πνοή του ουρίου ανέμου δεν δύναται να διατηρηθή. Δέον να -κερουλκήσωσι και να ευθετίσωσι τα ιστία και να ποδώσωσι δεξιά. Τούτου δ' ένεκα το -πλοίον τοιχίζει εις μέγιστον βαθμόν.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις αισθανόμενος πόσον καταπονεί η έγκλισις την τρόπιν του -<i>Σάνσελλορ</i>, συστέλλει τους φώσωνας. Και ευλόγως, αφ' ού δεν πρόκειται τόσον -να εκτελέση ταχέως τον διάπλουν, όσον να καταπλεύση άνευ νέου δυστυχήματος εις -στερεάν.</p> - -<p>Η νυξ της 29 προς την 30 είνε σκοτεινή και ομιχλώδης. Ο άνεμος επιτείνεται -οσημέραι και δυστυχώς προσεγγίζει προς Σκίρωνα (ΒΔ). Οι πλείστοι των επιβατών -επανέρχονται εις τους θαλάμους των, αλλ' ο πλοίαρχος Κόρτις δεν καταλείπει το -επίστεγον, το δε πλήρωμα όλον διαμένει επί του καταστρώματος. Το πλοίον -εξακολουθεί κεκλιμένον ισχυρώς, ει και δεν φέρει πλέον ουδέν των ανωτέρων αυτού -ιστίων.</p> - -<p>Περί την δευτέραν πρωινήν ώραν ετοιμαζόμενος να καταβώ εις τον θάλαμον, -βλέπων ναύτην, τον Βάρκε, ανερχόμενον εσπευσμένως εκ του κύτους και -αναφωνούντα·</p> - -<p>«Δύο πόδας νερά!»</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης κατέρχονται εις το κύτος και εξακριβούσιν ότι -η απαισία είδησις είνε αληθεστάτη. Και ή η διαρροή εκ νέου ήνοιξεν, ει και είχε ληφθή -πάσα ασφάλεια, ή αρμοί τίνες κακώς φραχθέντες εχαλαρώθησαν και το ύδωρ εισδύει -μεθ' ορμής εις το κύτος.</p> - -<p>Ο πλοίαρχος επανελθών εις το κατάστρωμα επαναφέρει το πλοίον κατά τον ούριον -άνεμον, ίνα ολιγώτερον καταπονήται, και αναμένομεν την ημέραν.</p> - -<p>Την αυγήν γίνεται καταμέτρησις και ευρίσκονται τρεις πόδες ύδατος.</p> - -<p>Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. Ωχρότης παροδική ελεύκανε τα χείλη του, αλλά -διατηρεί όλην αυτού την απάθειαν. Οι επιβάται, ών πλείονες έχουσιν αναβή επί του -καταστρώματος, μανθάνουσι τι συμβαίνει, άλλως τε ήτο δυσχερές να το αποκρύψη -τις.</p> - -<p>«Νέον δυστύχημα; μοι λέγει ο κ. Λετουρνέρ.</p> - -<p> — Ήτο επόμενον, απεκρίθην εγώ, αλλά δεν θα είμεθα πολύ μακράν της -ξηράς, και ελπίζω ότι θα την φθάσωμεν.</p> - -<p> — Ο Θεός να δώση! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.</p> - -<p> — Και μήπως ο Θεός είν' εδώ μέσα; αναφωνεί ο Φάλστεν υψών τους -ώμους.</p> - -<p> — «Είνε, κύριε,» αποκρίνεται η μις Χέρμπυ.</p> - -<p>Ο δε μηχανικός εσίγησε μετά σεβασμού προ της αποκρίσεως ταύτης, της μεστής -πίστεως αδιαφιλονικήτου.</p> - -<p>Εν τούτοις, κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις, κατηρτίσθη η υπηρεσία των -αντλιών, το δε πλήρωμα εργάζεται μετά μείζονος καρτερίας ή προθυμίας· αλλ' ήδη -πρόκειται ζήτημα περί σωτηρίας, οι δε ναύται διηρημένοι εις δύο, μεταλλάσσονται εις -τας σκυτάλας των αντλιών.</p> - -<p>Κατά το διάστημα της ημέρας ο αρχιναύτης εκτελεί νέας καταμετρήσεις και -εξακριβούται ότι η θάλασσα εισδύει βραδέως μεν, αλλ' αδιαλείπτως εις τα ένδον του -πλοίου.</p> - -<p>Αλλά δυστυχώς αι αντλίαι εκ της πολλής χρήσεως βλάπτονται και κατ' ανάγκην -χρήζουσιν επισκευής. Προσέτι δε φράσσονται είτε υπό τέφρας είτε υπό κλωνίων -βάμβακος, ών έτι είνε πλήρες το κάτω μέρος του κύτους· τούτου ένεκα ανάγκη -επανειλημμένου καθαρισμού, όστις γίνεται αιτία απωλείας μέρους του εκτελεσθέντος -έργου.</p> - -<p>Την επιούσαν πρωίαν μετά νέαν καταμέτρησιν εβεβαιώθη ότι η επιφάνεια του -ύδατος είνε εις ύψος πέντε ποδών. Εάν λοιπόν δι' οίον δήποτε λόγον ο χειρισμός των -αντλιών διεκόπτετο, το πλοίον ήθελε πληρωθή ύδατος. Τούτο δε θα ήτο απλούστατον -ζήτημα χρόνου βραχυτάτου. Η ίσαλος στάθμη του <i>Σάνσελλορ</i>, είνε ήδη -τεθαλασσωμένη ένα πόδα και το σκάφος προνευστάζει [<span style='font-size: -small;'><a href='#fn65' id='ref65'>65</a></span>] - μάλλον-μάλλον αμβλύτερον, διότι δυσχερέστατα υψούται υπό του κύματος. Βλέπω -τον πλοίαρχον Κόρτις συνοφρυούμενον οσάκις ο αρχιναύτης ή ο υποπλοίαρχος -κομίζουσιν αυτώ είδησίν τινα.</p> - -<p>Κακός οιωνός.</p> - -<p>Ο χειρισμός των αντλιών εξηκολούθησεν όλην την ημέραν και όλην την νύκτα, αλλ' -η θάλασσα υπερτερεί ημών. Το πλήρωμα είνε εξησθενωμένον και συμπτώματα -αποθαρρύνσεως ακυρούται μεταξύ των ανδρών. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο -δεύτερος δίδουσι το καλόν παράδειγμα και οι επιβάται προσέρχονται και -τοποθετούνται προ των σκυταλών των αντλιών.</p> - -<p>Η κατάστασις ημών δεν είνε πλέον η αυτή και ότε ο <i>Σάνσελλορ</i> είχε καθίση -επί του στερεού εδάφους του Βραχοχοιρομηρίου. Το πλοίον ημών επιπλέει επί -αβύσου, εις ήν δύναται κατά πάσαν στιγμήν να εξαφανισθή.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΚΓ'</h4> - -<p> -<br /> - — Από της 2 μέχρι της 3 Δεκεμβρίου. — Επί είκοσι και τεσσάρας έτι ώρας -αγωνιζόμεθα δραστηρίως και παρακωλύομεν την επιφάνειαν του ύδατος να ανέλθη -εν τω εσωτερικώ του πλοίου· αλλ' είνε προφανές ότι θα επέλθη μετ' ου πολύ στιγμή, -καθ' ήν αι αντλίαι δεν θα επαρκώσι να αφαιρέσωσι ύδατος ποσότητα ίσην προς το -εισρέον διά της διαρραγής του σκάφους.</p> - -<p>Κατά την ημέραν ταύτην ο πλοίαρχος Κόρτις, ουδ' επ' ελάχιστον αναπαυόμενος, -κατέρχεται αυτός εις εξέτασιν του σκάφους και τον ακολουθώ και εγώ μετά του -ξυλουργού και του αρχιναύτου. Δέματά τινά βάμβακος εξετοπίσθησαν και -εξακριβούμεν παραβάλλοντες το ους, ότι ακούεται ώσπερ κυματισμός τις, «κλου -κλου», ακριβέστερον ειπείν. Άρα γε η διαρροή ήνοιξεν εκ νέου ή συνέβη εξάρθρωσις -γενική όλου του σκάφους; Αδύνατον είνε να εξακριβωθή. Όπως δήποτε ο Ροβέρτος -Κόρτις θα δοκιμάση να καταστήση το σκάφος στεγανώτερον κατά την πρύμναν, -περικαλύπτων αυτό έξωθεν διά κεδρωτών ιστίων. Ίσως δε ούτω κατορθώση να -διακόψη πάσαν συγκοινωνίαν, προσωρινώς τουλάχιστον, μεταξύ των ένδον και των -εκτός.</p> - -<p>Και εάν η εισροή του ύδατος στιγμιαίως κωλυθή, θα δύνανται να αντλώσι -λυσιτελέστερον και αναμφιβόλως να ανορθώσωσι το πλοίον.</p> - -<p>Αλλ' η εκτέλεσις είνε δυσχερεστέρα παρ' όσον φανταζόμεθα αυτήν διότι πρέπει -πρώτον να ελαττωθή ο δρόμος του πλοίου, έπειτα δε, αφ' ού εβυθίσθησαν υπό την -τρόπιν ιστία ισχυρά, συγκρατούμενα δι' επαρτών [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn66' id='ref66'>66</a></span>] -, προσωθήθησαν μέχρι της παλαιάς διαρροής, ώστε να καλύψωσι τελείως το μέρος -τούτο του σκάφους του <i>Σάνσελλορ</i>.</p> - -<p>Από της στιγμής δε ταύτης αι αντλίαι υπερτερούσιν ολίγον τι και ημείς -επιλαμβανόμεθα αύθις του έργου μετά θάρρους. Αναμφιβόλως το ύδωρ εισρέει έτι, -αλλά εν ελάσσονι ποσότητι, και περί το τέλος της ημέρας είνε βέβαιον ότι η επιφάνεια -του ύδατος κατήλθε τινας δακτύλους. Δακτύλους τινάς μόνον! Αδιάφορον! Αι αντλίαι -νυν εκρίπτουσι διά των σωλήνων ύδωρ περισσότερον του εισρέοντος εις το κύτος, και -δεν τας εγκαταλείπομεν ουδ' επί στιγμήν.</p> - -<p>Ο άνεμος επιτείνεται αρκούντως σφοδρός την νύκτα, νύκτα σκοτεινήν. Εν τούτοις -ο πλοίαρχος Κόρτις ηθέλησε να διατηρήση όσον οίον τε πλείονα ιστία. Γινώσκει καλώς -ότι το σκάφος του <i>Σάνσελλορ</i> είνε ανεπαρκέστατα εξησφαλισμένον και σπεύδει -να καταπλεύση απέναντι ξηράς. Εάν πλοίον εφαίνετο πλέον εις το πέλαγος, δεν θα -εδίσταζεν ο Ροβέρτος Κόρτις να σημάνη αυτώ σημεία αμηχανίας, να επιβιβάση εις -αυτό τους επιβάτας του και αυτό το πλήρωμά του, και εάν έμελλε να μείνη αυτός -μόνος εν τω πλοίω μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο <i>Σάνσελλορ</i> ήθελε καταποντισθή -υπό τους πόδας του.</p> - -<p>Αλλά πάντα τα μέτρα ταύτα δεν έμελλον να καταλήξωσιν εις τίποτε.</p> - -<p>Τω όντι την νύκτα το εξ υφάσματος περίβλημα υπεχώρησεν εις την έξωθεν πίεσιν, -την δ' επιούσαν, 3 Δεκεμβρίου, ο αρχιναύτης μετά την καταμέτρησιν δεν ηδυνήθη να -αναστείλη τας λέξεις ταύτας συνοδευομένας υπό βλασφημιών.</p> - -<p>«Ακόμη έξ πόδες νερόν εις το κύτος!»</p> - -<p>Το πράγμα είνε βέβαιον και υπερβέβαιον! Το πλοίον εκ νέου πληρούται, βυθίζεται -προφανώς και ήδη η ίσαλος είνε επαισθητώς τεθαλασσωμένη.</p> - -<p>Εν τούτοις χειριζόμεθα τας αντλίας μετά θάρρους ει πέρ ποτε μείζονος και -εξαντλούμεν τας υστάτας ημών δυνάμεις. Οι βραχίονες ημών κατεπονήθησαν, οι -δάκτυλοι αιμάσσουσιν, αλλά μάτην κοπιώμεν! καταβαλλόμεθα υπό του ύδατος. Ο -Ροβέρτος Κόρτις κελεύει και τοποθετείται άλυσις κατά το άνοιγμα του μεγάλου -καθέκτου και οι κάδοι μεταδίδονται τάχιστα από χειρός εις χείρα.</p> - -<p>Αλλά τα πάντα ανωφελή!</p> - -<p>Την ογδόην και ημίσειαν προ μεσημβρίας βεβαιούται και νέα αύξησις του ύδατος -εν τω κύτει. Ο απελπισμός τότε καταλαμβάνει τινάς των ναυτών, ο Ροβέρτος Κόρτις -κελεύει αυτούς να εξακολουθήσωσιν εργαζόμενοι, αλλ' αυτοί αρνούνται.</p> - -<p>Μεταξύ των ανδρών τούτων είς είνε πνεύμα επιρρεπές εις στάσιν, οχλαγωγός, -περί ού είπον ήδη ανωτέρω, ο ναύτης Όουεν. Είνε περίπου τεσσαρακοντούτης, το -πρόσωπόν του καταλήγει εις οξύ υπέρυθρον γένειον, αι δε παρειαί του είνε σπαναί ή -εξυρημέναι, τα χείλη του αναδιπλούνται προς τα έσω, οι δε υπόξανθοι οφθαλμοί του -σημειούνται δι' ερυθρού στίγματος εν τη ενώσει των βλεφάρων. Ρίνα έχει ευθείαν, -ώτα λίαν διεστώτα, το δε μέτωπον κατερρυτιδωμένον βαθέως υπό ρυτίδων -εμφαινουσών κακεντρέχειαν.</p> - -<p>Πρώτος αυτός εγκαταλείπει την θέσιν του.</p> - -<p>Πέντε ή έξ των εταίρων μιμούνται αυτόν, εν οίς παρατηρώ τον μάγειρον Γύγξτροπ, -άνθρωπον κακόν και αυτόν.</p> - -<p>Κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις τους ναύτας να επανέλθωσιν εις τας αντλίας, ο -Όουεν αποκρίνεται διά ρητής αρνήσεως.</p> - -<p>Ο πλοίαρχος επαναλαμβάνει το κέλευσμα.</p> - -<p>Ο δε Όουεν επαναλαμβάνει την άρνησιν.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις προσέρχεται προς τον αποστάντα ναύτην.</p> - -<p>«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου!» λέγει απαθώς ο Όουεν ανερχόμενος -εις το πρωραίον κατάστρωμα.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0077.jpg" width="341" -height="550" -alt="«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου,,»" -border="2" /><br /></p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται τότε προς το επίστεγον, εισέρχεται εις τον -θάλαμόν του και εξέρχεται ωπλισμένος διά περιστρόφου.</p> - -<p>Ο Όουεν παρατηρεί μίαν στιγμήν τον Ροβέρτον Κόρτις, αλλά, νεύσαντος αυτώ του -Γύγξτροπ, αναλαμβάνουσι πάντες την εργασίαν των.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΚΔ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 4 Δεκεμβρίου</i> — Το πρώτον κίνημα της αποστασίας ανεστάλη διά -της δραστηρίου στάσεως του πλοιάρχου. Ο Ροβέρτος Κόρτις θα είνε και εν τω μέλλοντι -ούτως ευτυχής; Πρέπει να ελπίζωμεν, διότι η απείθεια του πληρώματος ήθελε -καταστήση φοβεράν κατάστασιν ήδη ούτω δεινήν.</p> - -<p>Την νύκτα αι αντλίαι δεν δύνανται πλέον να υπερτερήσωσιν. Αι κινήσεις του -πλοίου είνε βαρείαι, και επειδή μετά δυσχερείας υψούται υπό του κύματος, δέχεται -όγκους θαλάσσης καταβάλλονται αυτό και εισδύοντας διά των καθεκτών ούτω δε -προστίθεται εις το κύτος ύδωρ ίσον προς το εν αυτώ υπάρχον.</p> - -<p>Η κατάστασις ημών μετ' ου πολύ θα γίνη απειλητική όσον κατά τας υστάτας ώρας -της πυρκαϊάς. Οι επιβάται, το πλήρωμα, πάντες αισθάνονται ότι το πλοίον υποχωρεί -κατά μικρόν υπό τους πόδας των. Βλέπουσιν απερχόμενα βραδέως μεν αλλ' -αδιαλείπτως τα κύματα, άτινα φαίνονται αύτοις φοβερά όσον και αι φλόγες.</p> - -<p>Και όμως το πλήρωμα εξακολουθεί εργαζόμενον απειλούντος του Ροβέρτου Κόρτις -και, εκόντες αέκοντες, οι ναύται αγωνίζονται μετά δραστηριότητος, αλλ' είνε -εξηντλημένοι. Άλλως τε δεν δύνανται να εξαντλήσωσι το ύδωρ τούτο, όπερ απαύστως -ανανεούται και ού η επιφάνεια υψούται από ώρας εις ώραν. Οι δε χειριζόμενοι τους -κάδους αναγκάζονται μετ' ου πολύ να καταλίπωσι το κύτος, εν ώ βεβυθισμένοι ήδη -μέχρι της ζώνης κινδυνεύουσι να πνιγώσι και ανέρχονται εις το κατάστρωμα.</p> - -<p>Μία μόνη καταφυγή υπολείπεται τότε, και την επιούσαν, 4 του μηνός μετά -συμβούλιον συγκροτηθέν υπό του υποπλοιάρχου, του αρχιναύτου και του πλοιάρχου -Κόρτις, εγένετο αποδεκτή η απόφασις περί εγκαταλείψεως του πλοίου. Αφ' ού η -φαλαινίς, το μόνον υπολειπόμενον εφόλκιον δεν δύναται να περιλάβη τους πάντας, -σχεδία παρευθύς θα πηχθή. Το πλήρωμα θα εξακολουθήση χειριζόμενον τας αντλίας -μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κελεύση ο πλοίαρχος την επιβίβασιν.</p> - -<p>Ο ξυλουργός Δαούλας έλαβε γνώσιν του πράγματος και συνεφωνήθη να -ναυπηγηθή η σχεδία άνευ αναβολής διά των εν τη αποθήκη κεραιών και των -διαφόρων ξύλων, πριονισθέντων πρότερον εις το προσήκον μήκος. Η θάλασσα, -σχετικώς ήρεμος την ώραν εκείνην θα διηυκόλυνε την εργασίαν ταύτην την αείποτε -δύσκολον και όταν αι περιστάσεις είνε ευνοϊκαί.</p> - -<p>Λοιπόν πάραυτα ο Ροβέρτος Κόρτις, ο μηχανικός Φάλστεν, ο ξυλουργός και δέκα -ναύται μετά πριόνων και πελέκεων διαθέτουσι και πελεκώσι τας κεραίας πριν τας -ρίψωσιν εις την θάλασσαν. Ούτω δε μόνον θα υπολείπεται να τας δέσωσιν ισχυρώς -και να κατασκευάσωσι στερεόν συγκρότημα εφ' ού θα επιτεθή το κρηπίδωμα της -σχεδίας, ήτις θα είνε τεσσαράκοντα μεν περίπου ποδών μήκους, είκοσι δε μέχρι -εικοσιτέσσαρων πλάτους.</p> - -<p>Οι δε άλλοι επιβάται και το υπόλοιπον του πληρώματος είμεθα ακόμη επί των -αντλιών. Παρ' εμοί ίσταται ο Ανδρέας, όν ο πατήρ αδιαλείπτως παρατηρεί μετά -βαθείας συγκινήσεως. Τι θα γίνη ο υιός του, εάν αναγκασθή να παλαίση κατά των -κυμάτων, εν περιστάσεσι καθ' άς και ο υγιέστατος δεν θα εσώζετο άνευ δυσχερείας; -Όπως δήποτε θα είμεθα δύο οίτινες δεν θα τον εγκαταλίπωμεν.</p> - -<p>Ουδέν είπομεν περί του επικειμένου κινδύνου προς την μίσιζ Κηρ, ήν μακρά -κάρωσις [<span style='font-size: small;'><a href='#fn67' id='ref67'>67</a></span>] - καθιστά σχεδόν αναίσθητον.</p> - -<p>Πολλάκις η μις Χέρμπυ εφάνη επί του καταστρώματος, αλλ' επί τινας στιγμάς -μόνον. Οι κάματοι κατέστησαν αυτήν ωχράν, αλλά διατελεί ακμαιοτάτη, τη συνιστώ δε -να είνε έτοιμη προς παν ενδεχόμενον.</p> - -<p>«Πάντοτε είμαι έτοιμη, κύριε», μοι αποκρίνεται η θαρραλέα νεάνις επανερχομένη -πάραυτα πλησίον της μίσιζ Κηρ. </p> - -<p>Ο Ανδρέας Λετουρνέρ παρακολουθεί διά του βλέμματος την νεάνιδα και -συναίσθημα λύπης επιφαίνεται επί του προσώπου του.</p> - -<p>Περί την ογδόην ώραν μετά μεσημβρίαν το συγκρότημα της σχεδίας σχεδόν -απεπερατώθη. Ασχολούνται δε εις την καταβίβασιν βυτίων κενών και στεγανώς -κεκλεισμένων, άτινα θα χρησιμεύσωσι να εξασφαλίσωσι την ίσαλον της συσκευής και -τα συνδέουσι στερεώς.</p> - -<p>Μετά δύο ώρας κραυγαί ισχυραί ακούονται εν τω επιστέγω. Ο μίστερ Κηρ -επιφαίνεται κράζων:</p> - -<p>«Καταποντιζόμεθα! καταποντιζόμεθα!»</p> - -<p>Πάραυτα βλέπω την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν μεταφέροντας την μίσιζ Κηρ -άπνουν.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις δραμών εις τον θάλαμόν του επανέρχεται παρευθύς κρατών -χάρτην, εξάντα και πυξίδα.</p> - -<p>Κραυγαί αμηχανίας αντηχούσι, και σύγχυσις επικρατεί εν τω πλοίω. Το πλήρωμα -ορμά εις την σχεδίαν, ής το συγκρότημα, ελλείποντος έτι του κρηπιδώματος, δεν -δύναται να τους περιλάβη. . . . </p> - -<p>Αδύνατον να εκθέσω οποίαι τινες σκέψεις διήλθον του νου μου την στιγμήν -εκείνην, ουδέ να ζωγραφήσω την εν εμοί ταχείαν οπτασίαν περί του όλου μου βίου! -Μοι φαίνεται ότι όλη μου η ύπαρξις συγκεντρούται εν τη υστάτη ταύτη στιγμή, ήτις -είνε και το τέρμα αυτής. Αισθάνομαι τας σανίδας του καταστρώματος καμπτομένας -υπό τους πόδας μου, βλέπω το ύδωρ ανερχόμενον πέριξ του πλοίου, ως εάν ο -Ωκεανός εσκάπτετο κάτωθεν αυτού!</p> - -<p>Τινές των ναυτών καταφεύγουσιν εις τους επιτόνους κραυγάζοντες εκ τρόμου. -Ετοιμάζομαι να τους ακολουθήσω . . Αλλά αισθάνομαι χείρα κωλύουσάν με.</p> - -<p>Ο κ. Λετουρνέρ μοι δεικνύει τον υιόν του και δάκρυα αδρά ρέουσιν από των -οφθαλμών του.</p> - -<p>«Μάλιστα, λέγω θλίβων τον βραχίονά του σπασμωδικώς. Ημείς οι δύο θα τον -σώσωμεν!»</p> - -<p>Αλλά προ εμού ο Ροβέρτος Κόρτις προσήλθε προς τον Ανδρέαν και θα τον -αναβιβάση επί των επιτονίων του μεγάλου ιστού, ότε ο <i>Σάνσελλορ</i> ωθούμενος -τότε ταχέως υπό του ανέμου, ίσταται αίφνης και αισθανόμεθα σφοδρόν τιναγμόν.</p> - -<p>Το πλοίον καταβυθίζεται! Το ύδωρ φθάνει τους πόδας μου. Αυτομάτως αρπάζω -σχοινίον τι. . . Αλλά διά μιας ο καταποντισμός αναστέλλεται, και ότε το κατάστρωμα -είνε ήδη δύο πόδας υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, ο <i>Σάνσελλορ</i> μένει -ακίνητος.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0084.jpg" width="348" -height="550" -alt="Αλλ' αίφνης ο καταποντισμός αναστέλλεται. . . ." -border="2" /><br /></p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΚΕ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Νυξ της 4 προς την 5 Δεκεμβρίου</i>. — Ο Ροβέρτος Κόρτις ήρπασε τον -νέον Λετουρνέρ, και τρέχων επί του κατακλύστου καταστρώματος, τον αποθέτει επί -των δεξιών επιτόνων. Ο δε πατήρ του και εγώ αναρριχόμεθα πλησίον αυτού.</p> - -<p>Έπειτα, αποβλέπω περί εμαυτόν. Η νυξ είνε ικανώς διαυγής ώστε να δύναμαι να -διακρίνω τα συμβαίνοντα.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις, επανελθών εις την θέσιν του, ίσταται όρθιος επί του -επιστέγου. Όλως εν τη πρύμνη παρά τη κορώνη, ήτις δεν εβυθίσθη ακόμη, διακρίνω εν -τη σκιά τον μίστερ Κηρ, την γυναίκα του, την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν επί δε της -εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος τον υποπλοίαρχον και τον αρχιναύτην, επί δε -των θωρακίων και των επιτόνων το λοιπόν του πληρώματος.</p> - -<p>Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ανερριχήθη εις το μέγα θωράκιον τη βοηθεία του πατρός -του, όστις εδέησε να θέτη τον πόδα του υιού του εφ' εκάστης βαθμίδος, και τέλους -ανέβη ο νέος άνευ τινός απευκταίου, καί τοι ο σάλος ήτο μέγας. Αλλά των αδυνάτων -να καταπεισθή η μίσιζ Κηρ, ήτις διαμένει εν τω επιστέγω κινδυνεύουσα να σαρωθή -υπό των κυμάτων, εάν επιταθή η σφοδρότης του ανέμου. Όθεν και η μις Χέρμπυ -απέμεινε παρ' αυτή και δεν ήθελε να την εγκαταλίπη μόνην.</p> - -<p>Πρώτη φροντίς του Ροβέρτου Κόρτις άμα τη αναστολή του καταποντισμού ήτο να -παραγγείλη να υποστείλωσι πάραυτα όλην την ιστιοφορίαν, έπειτα δε να αποστείλη -κάτω τας κεραίας και τους ιστούς του φώσωνος ίνα μη διαταραχθή η ευστάθεια του -πλοίου. Ελπίζει δε ότι μετά τας προφυλάξεις ταύτας ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν θα -περιτραπή. Αλλά δεν δύναται να βυθισθή από μιας στιγμής εις άλλην; Έρχομαι -πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις και τον ερωτώ.</p> - -<p>«Δεν ειμπορώ να το ειξεύρω, αποκρίνεται μετά φωνής γαληνιαίας, διότι τούτο -εξαρτάται προ πάντων εκ της καταστάσεως της θαλάσσης. Το βέβαιον είνε ότι το -πλοίον διατελεί εν ισορροπία ως έχουσι νυν τα πράγματα, αλλά ταύτα δυνατόν να -μεταβληθώσιν εν ριπή οφθαλμού!</p> - -<p> — Και δύναται τώρα ο <i>Σάνσελλορ</i> να ταξειδεύση με δύο ποδών -ύδωρ εις το κατάστρωμα;</p> - -<p> — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αλλά δύναται να εκπέση, φερόμενος υπό του -ρεύματος και του ανέμου, και εάν συγκρατηθή ούτω πως επί τινας ημέρας, να -προσγειώση εις σημείον τι της ακτής. Άλλως τε έχομεν ως τελευταίον καταφύγιον την -σχεδίαν, ήτις θα αποπερατωθή μετά τινας ώρας, και επί της οποίας θα είνε δυνατόν -να επιβιβασθώμεν καθώς εξημερώση.</p> - -<p> — Λοιπόν δεν εχάσατε πάσαν ελπίδα; ηρώτησα θαυμάζων διά την ηρεμίαν -του Ροβέρτου Κόρτις.</p> - -<p> — Η ελπίς δεν είνε δυνατόν να χαθή εντελώς, κύριε Κάζαλλον, και κατά τας -δεινοτάτας έτι περιστάσεις. Παν ό τι δύναμαι να σας είπω είνε ότι, εάν ενενήκοντα -εννέα τοις εκατόν είνε καθ' ημών, το εκατοστόν όμως είνε υπέρ ημών. Άλλως τε αν δεν -μ' απατά η μνήμη, ο <i>Σάνσελλορ</i>, ως ευρίσκεται τώρα σχεδόν βεβυθισμένος, -διατελεί ακριβώς υπό τας αυτάς περιστάσεις υπό τας οποίας ευρέθη το τριίστιον Ήρα -τω 1795. Επί είκοσιν ημέρας και πλέον έμεινεν η Ήρα κρεμαμένη μεταξύ δύο υδάτων, -και επιβάται και πλήρωμα είχον καταφύγη εις τα θωράκια· και τέλος ότε ανεφάνη γη, -όσοι των ναυαγών ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις τας ταλαιπωρίας και την πείναν, -εσώθησαν· το γεγονός τούτο είνε γνωστότατον εις τα ναυτικά χρονικά και δεν ήτο -δυνατόν να μη το ενθυμηθώ. Λοιπόν ουδείς λόγος υπάρχει ώστε, όσοι επιζήσωσιν εκ -των του <i>Σάνσελλορ</i>, να μη είνε ευτυχείς όσον και οι της Ήρας.»</p> - -<p>Και ίσως μεν θα είχε τις πολλά να απαντήση εις τους λόγους του Ροβέρτου Κόρτις, -αλλ' όμως εκ της συνδιαλέξεως ταύτης εξάγεται ότι ο πλοίαρχος ημών δεν απώλεσε -πάσαν ελπίδα.</p> - -<p>Εν τούτοις επειδή οι όροι της ισορροπίας δυνατόν κατά πάσαν στιγμήν να -διακοπώσιν, επάναγκες είνε τάχιον ή βραδύτερον να εγκαταλίπωμεν τον -<i>Σάνσελλορ</i>. Όθεν απεφασίσθη ότι αύριον ευθύς ως αποπερατώση ο ξυλουργός -την σχεδίαν θα επιβιβασθώμεν επ' αυτής.</p> - -<p>Αλλά κρίνατε περί του δεινού απελπισμού του πληρώματος, ότε περί το -μεσονύκτιον ο Δαούλας παρατηρεί ότι η ξύλωσις της σχεδίας εξηφανίσθη! Τα -πείσματα [<span style='font-size: small;'><a href='#fn68' id='ref68'>68</a></span>] -, ει και ήσαν στερεά, εκόπησαν ένεκα του καθέτου εκτοπισμού του πλοίου, και το -συγκρότημα από μιας και πλέον ώρας αναμφιβόλως, εξέπεσε και παρεσύρθη!</p> - -<p>Οι ναύται άμα μανθάνοντες την νέαν ταύτην συμφοράν ρηγνύουσι κραυγάς -αμηχανίας.</p> - -<p>«Εις την θάλασσαν! εις την θάλασσαν, τα κατάρτια!» επαναλαμβάνουσιν οι -ταλαίπωροι εκμανείς.</p> - -<p>Και θέλουσι να κόψωσι την εξαρτίαν, διά να ρίψωσι τα επιστήλια και -ναυπηγήσωσι πάραυτα νέαν σχεδίαν.</p> - -<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις παρεμβαίνων αναφωνεί:</p> - -<p>«Εις την θέσιν σας, παιδιά! Κλωστή να μη κοπή άνευ της διαταγής μου. Ο -<i>Σάνσελλορ</i> ισορροπεί! Ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν θα καταποντισθή ακόμη!»</p> - -<p>Εν τη φωνή του πλοιάρχου του, τη ούτω σταθερά, το πλήρωμα ανευρίσκει την -απάθειάν του, και παρά την εθελοκακίαν τινών ναυτών έκαστος λαμβάνει την -υποδεικνυομένην αυτώ θέσιν. </p> - -<p>Επελθούσης της ημέρας ο Ροβέρτος Κόρτις ανέρχεται μέχρι των διζύγων και το -βλέμμα του διατρέχει μετ' επιμελείας καθ' όλην την θάλασσαν επί μεγάλης ακτίνος -περί το πλοίον. Ανωφελής έρευνα! Η σχεδία είνε ήδη αφανής! Πρέπει να ετοιμάσωμεν -την φαλαινίδα και να επιχειρήσωμεν έρευναν ίσως μεν μακράν, πάντως δε κινδυνώδη; -Αδύνατον, διότι ο σάλος είνε ισχυρότερος ή ώστε να τον αψηφήση εφόλκιον -εύθραυστον. Επιχειρητέα λοιπόν η ναυπήγησις νέας σχεδίας, και παραχρήμα -επιδίδονται εις το έργον. Των κυμάτων γενομένων ισχυροτέρων, η μίσιζ Κηρ -αποφασίζει τέλος να καταλίπη την θέσιν, ήν κατείχεν εν τη εσχατιά του επιστέγου, και -ηδυνήθη να έλθη εις το μέγα θωράκιον, εφ' ού κατεκλίθη εν τελεία εκλύσει των -δυνάμεών της. Ο δε μίστερ Κηρ ετοποθετήθη μετά του Σάιλας Χόντλυ εν τω θωρακίω -του ακατίου ιστού. Παρά δε τη μίσιζ Κηρ και τη μις Χέρμπυ ετέθησαν οι κκ. Λετουρνέρ -εν πολλή στενοχωρία, εννοείται, επί του κρηπιδώματος τούτου, ού η μείζων διάμετρος -είνε δώδεκα ποδών αλλ' όμως σχοινία εδέθησαν από επιτόνου εις επίτονον, δι' ών -προεφυλάσσοντο κατά των κλονισμών του διατοιχούντος πλοίου. Πλην δε τούτου ο -Ροβέρτος Κόρτις εμερίμνησε να εκταθή υπεράνω του θωρακίου ιστίον στεγάζον τας -δύο γυναίκας.</p> - -<p>Βυτία τινά επιπλέοντα μεταξύ των ιστών του πλοίου μετά την κατάκλυσιν, και εν -καιρώ συλλεγέντα, ανεβιβάσθησαν επί των θωρακίων και εδέθησαν στερεώς επί των -προτόνων. Πάσα δε η προμήθεια ημών αποτελείται νυν εκ κιβωτίων ταριχηρών [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn69' id='ref69'>69</a></span>] - και διπύρων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn70' id='ref70'>70</a></span>] - ως και βυτίων ύδατος ποσίμου.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΚΣΤ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 5 Δεκεμβρίου</i>. — Η ημέρα, είνε θερμή. Ο Δεκέμβριος υπό τον -δέκατον έκτον παράλληλον δεν είνε πλέον μην φθινοπωρινός, αλλ' αυτόχρημα [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn71' id='ref71'>71</a></span>] - εαρινός. Οφείλομεν δε να αναμένωμεν ότι θα υπομείνωμεν δεινούς καύσωνας αν μη -άνεμος δροσερός μετριάση τας ηλιακάς καυστικάς ακτίνας.</p> - -<p>Εν τούτοις η θάλασσα διατελεί σαλεύουσα. Το σκάφος τεθαλασσωμένον κατά τα -τρία τέταρτα πλήττεται υπό της θαλάσσης ως σκόπελος. Ο αφρός των κυμάτων -αναπηδά μέχρι του ύψους των θωρακίων, και τα ενδύματα ημών διαβρέχονται υπό -της άχνης ως υπό λεπτής βροχής.</p> - -<p>Σώζονται δε εκ του <i>Σάνσελλορ</i>, τούτ' έστιν εξέχουσιν άνω της επιφανείας -της θαλάσσης, μόνον τρεις στήλαι ιστού μετά των επιστηλίων, ο πρόβολος [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn72' id='ref72'>72</a></span>] - εξ ού κρέμαται η φαλαινίς, ίνα μη συντριβή υπό των κυμάτων, έπειτα δε το επίστεγον -και το πρωραίον κατάστρωμα, συνδεόμενα μόνον διά του στενού πλαισίου των -αιωροθεσίων. Το δε κατάστρωμα είνε τελείως υποβρύχιον.</p> - -<p>Η μεταξύ των θωρακίων συγκοινωνία είνε δυσχερεστάτη. Μόνοι δε οι ναύται -αναρριχώμενοι διά των προτόνων δύνανται να μεταβώσιν υπό του ετέρου εις το -έτερον. Κάτωθεν δε μεταξύ των ιστών, από της κορώνης μέχρι του πρωραίου -καταστρώματος η θάλασσα εκχύνεται ως επί ρηγμίνος και αποσπά κατά μικρόν τας -παρειάς του πλοίου, ών τας σανίδας καταγίνονται να περισυναγάγωσι. Δεινότατον -αληθώς θέαμα εις τους επιβάτας, συνεσπειραμένους επί στενών κρηπιδωμάτων, να -βλέπωσι και να ακούωσι τον Ωκεανόν μυκώμενον υπό τους πόδας των! Οι ιστοί ούτοι -οι εξέχοντες του ύδατος τρέμουσιν εις εκάστην επίθεσιν της θαλάσσης, και δύναταί τις -να πιστεύση ότι θα σαρωθώσι.</p> - -<p>Βεβαίως προτιμότερον να μη βλέπη τις, να μη σκέπτεται, διότι η άβυσσος αύτη -έλκει και επέρχεται όρεξις να κατακρημνισθή τις εις αυτήν!</p> - -<p>Εν τούτοις το πλήρωμα εργάζεται ανενδότως εις κατασκευήν της δευτέρας -σχεδίας. Μεταχειρίζονται επιστήλια και τας κεραίας, και υπό την διεύθυνσιν του -Ροβέρτου Κόρτις το έργον εκτελείται μετά πλείστης όσης επιμελείας. Ο -<i>Σάνσελλορ</i> δεν φαίνεται μέλλων να καταποντισθή· ως δε είπεν ο πλοίαρχος, -πιθανόν επί τινα χρόνον να μείνη ούτω πως ισορροπών μεταξύ δύο υδάτων. Ο -Ροβέρτος Κόρτις επιμένει ίνα η σχεδία ναυπηγηθή όσον οίον τε στερεά. Ο διάπλους -μέλλει να είνε μακρός, αφ' ού η εγγυτάτη ακτή, η της Γουυάνης απέχει έτι πλείονας -εκατοστύας μιλίων. Λοιπόν προτιμότερον να διημερεύσωμεν μίαν έτι ημέραν -περισσότερον επί των θωρακίων και να λάβωμεν καιρόν να κατασκευάσωμεν -συσκευήν πλωτήν, εφ' ήν να δύναται τις να έχη πεποίθησιν.</p> - -<p>Ως προς τούτο δε πάντες είμεθα σύμφωνοι.</p> - -<p>Οι ναύται ανέλαβον πως θάρρος και ήδη η εργασία γίνεται εν τάξει. </p> - -<p>Μόνος δε γέρων ναυτικός, εξηκοντούτης, ού η γενειάς και η κόμη ελευκάνθησαν -εν ταις τρικυμίαις, δεν είνε της γνώμης να εγκαταλίπωμεν τον <i>Σάνσελλορ</i>. Είνε -δε ούτος Ιρλανδός ονόματι Ο Ρέδυ.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0085.jpg" width="350" -height="550" -alt="Μόνος, γέρων ναυτικός. . . " -border="2" /><br /></p> - -<p>Καθ' ήν στιγμήν ήμην επί του επιστέγου ήλθε προς με και είπε μασών την -καπνομαστίχην του μετά εξαισίας αδιαφορίας.</p> - -<p>«Οι σύντροφοι είνε της γνώμης να αφήσωμεν το πλοίον, εγώ όμως όχι. </p> - -<p>Εννέα φοράς εναυάγησα, τέσσαρες εις το πέλαγος και πέντε εις παράλια. Το -αληθινόν επάγγελμά μου είνε να είμαι ναυαγός. Έχω πείραν. Λοιπόν! Ο Θεός να με -κολάση αν δεν είδα πάντα να χαθούν κακοί κακώς όλοι όσοι καταφεύγουν εις σχεδίας -ή λέμβους. Όσον το πλοίον επιπλέει πρέπει να μένουν μέσα οι άνθρωποι. Ακούστε -όπου σας το λέγω εγώ!»</p> - -<p>Τους λόγους τούτους ειπών μετά τρόπου πειστικωτάτου ο γηραιός Ιρλανδός, όστις -εζήτει αναμφιβόλως να ανακοινώση την παρατήρησίν του προς ανακούφισιν της -συνειδήσεώς του, περιπίπτει εις τελείαν αφασίαν.</p> - -<p>Την ημέραν εκείνην περί ώραν τρίτην μετά μεσημβρίαν βλέπω τον μίστερ Κηρ και -τον πρώην πλοίαρχον Σάιλας Χόντλυ συνδιαλεγομένους μετά πολλής ζωηρότητος επί -του θωρακίου του ιστού. Ο Πετρέλαιος φαίνεται πιέζων σφόδρα των προς όν -συνδιαλέγεται, ούτος δε μοι φαίνεται αντιτάσσων παρατηρήσεις τινάς εις πρότασίν -τινα του περί ού ο λόγος μίστερ Κηρ. Επανειλημμένως δε ο Σάιλας Χόντλυ παρατηρεί -επί μακρόν την τε θάλασσαν και τον ουρανόν σείων την κεφαλήν. Τέλος μετά μιας -ώρας συνδιάλεξιν κατέρχεται ολισθαίνων διά του προτόνου μέχρι της εσχατιάς του -πρωραίου καταστρώματος, αναμιγνύεται εις τον όμιλον των ναυτών και γίνεται -αφανής από των οφθαλμών μου.</p> - -<p>Άλλως τε ελαχίστην σημασίαν αποδίδω εις το γεγονός τούτο, και ανέρχομαι αύθις -εις το μέγα θωράκιον, ένθα οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και εγώ -διαμένομεν συνδιαλεγόμενοι επί τινας ώρας. Ο ήλιος είνε θερμότατος και άνευ του -ιστίου του χρησιμεύοντος ως σκηνή δεν θα ηδυνάμεθα να μείνωμεν εν τη θέσει -ταύτη.</p> - -<p>Την πέμπτην ώραν γευόμεθα από κοινού, το δε φαγητόν απετελείτο εκ διπυρίτου, -κρέατος παστού και ημίσεος ποτηρίου ύδατος, κατ' άνθρωπον. Αλλ' η μίσιζ Κηρ -σφόδρα καταβεβλημένη υπό του πυρετού δεν τρώγει. Η δε μις Χέρμπυ δεν δύναται να -τη παράσχη ανακούφισίν τινα άλλως πως ή βρέχουσα εκ διαλειμμάτων τα καίοντα -χείλη της. Η τάλαινα πάσχει πολύ, και αμφιβάλλω εάν θα δυνηθή να υπομείνη πολύν -χρόνον τοιαύτας κακοδαιμονίας.</p> - -<p>Ο σύμβιος ουδέ καν άπαξ ηρώτησε περί αυτής. Εν τούτοις περί ώραν έκτην παρά -τέταρτον ερωτώ εμαυτόν εάν καλή τις προαίρεσις συνεκίνησε τέλος την καρδίαν του -φιλαύτου τούτου άνθρωπου. Και τω όντι ο μίστερ Κηρ καλεί τινας ναύτας του -πρωραίου καταστρώματος, παρακαλών αυτούς να τον βοηθήσωσι να καταβή εκ του -θωρακίου. Θέλει λοιπόν να μεταβή εις συνάντησιν της γυναικός του, εις το μέγα -θωράκιον;</p> - -<p>Οι ναύται δεν αποκρίνονται κατ' αρχάς εις την πρόσκλησιν του μίστερ Κηρ· αλλ' -αυτός επιμένει ζωηρότερον και υπόσχεται ότι θα «καλοπληρώση» όσους τω -παράσχωσι την υπηρεσίαν ταύτην.</p> - -<p>Πάραυτα δύο ναύται, ο Βάρκε και ο Σάντων, σπεύδουσιν επί των παραρρυμάτων, -αναβαίνουσιν εις τους ακατίους επιτόνους και φθάνουσιν εις το θωράκιον.</p> - -<p>Ελθόντες πλησίον του μίστερ Κηρ συζητούσιν επί μακρόν μετ' αυτού τους όρους -της συμφωνίας. Πρόδηλον δε ότι αυτοί μεν απαιτούσι πολλά, ο δε μίστερ Κηρ θέλει να -δώση ολίγα. Εγώ δε βλέπω την στιγμήν καθ' ήν οι δύο ναύται θα εγκαταλίπωσι τον -επιβάτην εν τω θωρακίω. Τέλος τα διαφερόμενα μέρη συμφωνούσιν, ο δε μίστερ Κηρ -εξάγων εκ της ζώνης δέσμην χαρτίνων δολλαρίων, την εγχειρίζει εις τον έτερον των -ναυτών. Ούτος δε μετρεί μετά προσοχής το ποσόν και υπολογίζω ότι δεν θα έχη εις -χείρας του ολιγώτερα των εκατόν δολλαρίων.</p> - -<p>Πρόκειται δε τότε να καταβιβάσωσι τον μίστερ Κηρ μέχρι του πρωραίου -καταστρώματος διά του ακατίου προτόνου. Ο Βάρκε και ο Σάνδων προσδένουσι περί -το σώμα αυτού επιχειρίαν, ήν περιελίσσουσιν έπειτα επί του προτόνου, και αφίνουσιν -αυτόν να κατολισθήση ως δέμα, ουχί άνευ τιναγμών τινων ισχυρών, οίτινες -προκαλούσι τας βωμολοχίας των συντρόφων των.</p> - -<p>Αλλ' ηπατήθην. Ο μίστερ Κηρ ουδεμίαν ειχε πρόθεσιν να μεταβή εις συνάντησιν -της γυναικός του. Διαμένει εν τω πρωραίω καταστρώματι παρά τω Σάιλας Χόντλυ, -όστις τον ανέμενεν εκεί. Το σκότος εξαφανίζει αμφοτέρους μετ' ου πολύ από των -οφθαλμών μου.</p> - -<p>Επανήλθεν η νυξ τελεία, ο άνεμος εκόπασεν, αλλ' η θάλασσα διατελεί έτι -σαλεύουσα. Η δε σελήνη ήτις είχεν ανατείλη από της τετάρτης μετά μεσημβρίαν ώρας, -διαφαίνεται κατά σπάνια διαλείμματα μεταξύ στενών ταινιών νεφών. Τινές των ατμών -τούτων, διατεθειμένοι ανά τον ορίζοντα ως μακραί στοιβάδες, χρωματίζονται ερυθροί, -προμηνύοντες ότι αύριον θα έχωμεν σφοδρόν άνεμον. Είθε ο άνεμος ούτος να είνε -πάλιν ο Μέσης (ΒΑ) και να μας ωθήση προς την γην! Διότι οία δήποτε μεταβολή της -διευθύνσεως αυτού θα ήτο ολεθρία, όταν θα επιβιβασθώμεν επί της σχεδίας, ήτις -μόνον δι' ουρίου ανέμου δύναται να πλεύση.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις ανέβη επί του μεγάλου θωρακίου περί την ογδόην εσπερινήν -ώραν. Διανοούμαι ότι απασχολεί αυτόν η κατάστασις του ουρανού και ότι θέλει να -προσπαθήση να προμαντεύση οποία τις έσται η προσδοκωμένη επιούσα. Επί τέταρτον -ώρας ίσταται παρατηρών· έπειτα δε πριν κατέλθη, θλίβει την χείρα μου ουδέ λέξιν -εκστομίσας, και απελθών καταλαμβάνει την όπισθεν του επιστέγου θέσιν του.</p> - -<p>Προσπαθώ να κοιμηθώ επί του στενού διαστήματος, όπερ υπελείπετο εις εμέ εν -τω θωρακίω, αλλά δεν δύναμαι όμως να το κατορθώσω. Δυσάρεστα προαισθήματα με -περιστοιχίζουσι, και η παρούσα ηρεμία της ατμοσφαίρας μ' εμβάλλει εις φροντίδας, -και μοι φαίνεται άγαν ήρεμος· διότι μόλις που εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου εισδύει -εις την εξαρτίαν και δονεί το μετάλλινον αυτής σχοινίον. Άλλως τε η θάλασσα -«αισθάνεται» τι. Ταράσσεται υπό μακρού σάλου και προφανώς δοκιμάζει τον -αντίκτυπον τρικυμίας τινος αφεστώσης.</p> - -<p>Περί ώραν ενδεκάτην της νυκτός εν τω αραιώματι μεταξύ δύο νεφών η σελήνη -λάμπει διά λάμψεως ζωηράς, τα δε κύματα αναλάμπουσιν ως φωτιζόμενα υπό -λάμψεως υποβρυχίου. </p> - -<p>Εγείρομαι και παρατηρώ. Παράξενον πράγμα, μοι φαίνεται ότι διακρίνω επί τινα -λεπτά της ώρας σημείον μέλαν ανυψούμενον και ταπεινούμενον εν τω μέσω της -επιτεταμένης λευκότητος των υδάτων. Δεν είνε δυνατόν να είνε βράχος, διότι -παρακολουθεί τας κινήσεις του σάλου. </p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0092.jpg" width="351" -height="550" -alt="Μοι φαίνεται ότι διακρίνω μέλαν σημείον." -border="2" /><br /></p> - -<p>Τι είνε λοιπόν;</p> - -<p>Έπειτα η σελήνη καλύπτεται εκ νέου, το σκότος γίνεται αύθις βαθύ και εγώ -κατακλίνομαι πλησίον των αριστερών επιτόνων.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΚΖ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 6 Δεκεμβρίου</i>. — Κατόρθωσα να κοιμηθώ επί τινας ώρας, αλλά την -τετάρτην πρωινήν ώραν ο συριγμός του ανέμου μ' αφυπνίζει αποτόμως. Ακούω την -φωνήν του Ροβέρτου Κόρτις αντηχούσαν εν τω μέσω των συστροφών του ανέμου, ών -οι τιναγμοί κλονούσι την εξαρτίαν.</p> - -<p>Εγείρομαι και συγκρατούμενος ισχυρώς από του νεύρου, προσπαθώ να ίδω τι -συμβαίνει υποκάτω μου και πέριξ.</p> - -<p>Εν τω σκότει βλέπω την θάλασσαν μυκωμένην. Μεγάλαι οθόναι αφρού -μολυβδόχροι μάλλον ή λευκαί διέρχονται μεταξύ των ιστών, οίτινες υπόκεινται εις -μεγάλας ταλαντώσεις ένεκα του διατοιχούντος πλοίου. Δύο σκιαί μαύραι εν τη -πρύμνη διακρίνονται καθαρά επί του υπολεύκου χρώματος της θαλάσσης. Είνε δε -αύται ο πλοίαρχος Κόρτις και ο αρχιναύτης. Αι φωναί των, ολίγον διακρινόμεναι -μεταξύ του θορύβου των κυμάτων και των συριγμών του ανέμου, έρχονται εις τα ώτα -μου ως ασθενής στεναγμός.</p> - -<p>Την στιγμήν εκείνην ναύτης ανελθών εις το θωράκιον να δέση σχοινίον διέρχεται -πλησίον μου.</p> - -<p>«Τι τρέχεις τον ερωτώ.</p> - -<p> — Άλλαξ' ο άνεμος.....»</p> - -<p>Προσέθηκε δε ο ναύτης και άλλας τινάς λέξεις, άς δεν ηδυνήθην να ακούσω -καθαρά· αλλά μοι φαίνεται ότι είπεν «αντίπρωρος».</p> - -<p>Αντίπρωρος! Αλλά τότε ο άνεμος μετετράπη όλως από Μέσου (ΒΑ) εις Λίβα (ΝΔ) -και νυν θα μας ωθή προς το πέλαγος! Λοιπόν τα προαισθήματά μου δεν με -ηπάτησαν!</p> - -<p>Τω όντι η ημέρα ανατέλλει κατ' ολίγον και ναι μεν ο άνεμος δεν μετεβλήθη όλως -αντίπρωρος, αλλά — περίστασις ωσαύτως ολεθρία εις ημάς, — πνέει Σκίρων (ΒΔ), και -λοιπόν μας απομακρύνει από της γης. Προσέτι δε το επί του καταστρώματος ύδωρ -είνε νυν πέντε ποδών, ώστε τα παραρρύματα εξηφανίσθησαν τελείως. Το πλοίον -εβυθίσθη την νύκτα, και το πρωραίον κατάστρωμα, ως και το επίστεγον, είνε νυν ίσα -τη επιφανεία της θαλάσσης, ήτις τα σαρώνει ακαταπαύστως. Υπό τον άνεμον δε ο -Ροβέρτος Κόρτις και το πλήρωμά του εργάζεται εις αποπεράτωσιν της σχεδίας, αλλά -το έργον δεν δύναται να προβή ταχέως, ένεκα της σφοδρότητος του σάλου και δέον -να ληφθώσιν αι σπουδαιόταται προφυλάξεις, ίνα μη το συγκρότημα, εξαρθρωθή, πριν -στερεωθή τελείως.</p> - -<p>Και ήδη οι κκ. Λετουρνέρ είνε όρθιοι πλησίον μου, ο δε πατήρ συγκρατεί τον υιόν -κατά της σφοδρότητος του διατοιχούντος πλοίου.</p> - -<p>«Αλλά το θωράκιον τούτο θα σπάση!» αναφωνεί ο κ. Λετουρνέρ, ακούων τους -τριγμούς του στενού κρηπιδώματος όπερ φέρει ημάς.</p> - -<p>Τους λόγους τούτους ακούσασα η μις Χέρμπυ ανεγείρεται, και δεικνύουσα την -μίσιζ Κηρ, εξηπλωμένην προ των ποδών της:</p> - -<p>«Και τι να κάμωμεν, κύριοι; ερωτά.</p> - -<p> — Να μείνωμεν εδώ όπου είμεθα, απεκρίθην εγώ.</p> - -<p> — Μις Χέρμπυ, προσθέτει ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και εδώ είνε το -ασφαλέστατον καταφύγιόν μας. Μη φοβείσθε τίποτε.»</p> - -<p> — Δι' εμέ δεν φοβούμαι, αποκρίνεται η νεάνις διά της ηρέμου φωνής της, -αλλά δι' εκείνους οι οποίοι έχουν λόγον τινά να θέλουν την ζωήν!»</p> - -<p>Την ογδόην και τέταρτον ο αρχιναύτης αναφωνεί προς τους άνδρας του -πληρώματος:</p> - -<p>«Ε, από την πρώραν!</p> - -<p> — Ορίστε, αναφωνεί τις των ναυτών, ο Ο Ρέδυς, πιστεύω.</p> - -<p> — Την έχετε την φαλαινίδα;</p> - -<p> — Όχι.</p> - -<p> — Τότε θα μας έφυγε!»</p> - -<p>Και όντως η φαλαινίς δεν κρατείται πλέον από του προβόλου, και σχεδόν πάραυτα -βεβαιούται η εξαφάνισις του μίστερ Κηρ, του Σάιλας Χόντλυ και τριών ανδρών του -πληρώματος, ενός Σκώτου και δύο Άγγλων· τότε κατανοώ οποίον τι ήτο την -προτεραίαν το θέμα της συνδιαλέξεως του μίστερ Κηρ και του Σάιλας Χόντλυ. -Φοβούμενοι δήλα δή μη ο <i>Σάνσελλορ</i> καταποντισθή προ της αποπερατώσεως -της σχεδίας, συνώμοσαν να φύγωσι, και κατέπεισαν διά χρημάτων τους τρεις ναύτας -να παραλάβωσι την φαλαινίδα. Εξηγώ τότε τι ήτο το μέλαν εκείνο σημείον όπερ -διείδον την νύκτα. Τον άθλιον! εγκατέλιπε την γυναίκα του! Ο ανάξιος πλοίαρχος -εγκατέλιπε το πλοίον του! Και μας επήραν την λέμβον, τούτ' έστι το μόνον -υπολειπόμενον ημίν εφόλκιον!</p> - -<p>«Πέντε σωσμένοι! είπεν ο αρχιναύτης.</p> - -<p> — Πέντε χαμένοι!» αποκρίνεται ο γέρων Ιρλανδός.</p> - -<p>Τω όντι η κατάστασις της θαλάσσης πληρέστατα δικαιολογεί τους λόγους του -γηραιού Ο Ρέδυ.</p> - -<p>Είκοσι και δυο είμεθα πλέον εν τω πλοίω. Άρα γε κατά πόσους έτι ο αριθμός ούτος -θα ελαττωθή;</p> - -<p>Το πλήρωμα μαθόν την άνανδρον ταύτην λιποταξίαν και την κλοπήν της -φαλαινίδος, υβρίζει δεινώς τους δραπέτας. Αν δε η τύχη ήθελεν επαναφέρη αυτούς -εις το πλοίον, θα πληρώσωσιν ακριβά την προδοσίαν των.</p> - -<p>Συνιστώ να κρύψωσι την μίσιζ Κηρ την φυγήν του ανδρός της. Η δυστυχής γυνή -κατατρύχεται υπό αδιαλείπτου πυρετού, καθ' ού ουδέν δυνάμεθα, διότι η βύθισις του -πλοίου εγένετο τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων δεν ηδυνήθη να -σωθή. Άλλως τε και φάρμακα αν είχομεν, οποίον τι αποτέλεσμα να προσδοκώμεν εν -τη καταστάσει εν η διατελεί η μίσιζ Κηρ;</p> - -<h4 style="margin-top: 5em">ΚΗ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της 6 Δεκεμβρίου</i>. — Εν τούτοις ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν -συγκρατείται πλέον εν ισορροπία εν τω μέσω των στρωμάτων του ύδατος. Πιθανώς το -σκάφος του εξαρθρούται και αισθανόμεθα ότι κατ' ολίγον βυθίζεται.</p> - -<p>Ευτυχώς η σχεδία θα αποπερατωθή εντός της εσπέρας, και θα δυνηθώμεν να -εγκαθιδρυθώμεν επ' αυτής, πλην εάν ο Ροβέρτος Κόρτις προτιμά να επιβιβασθώμεν -την επιούσαν άμα τη ημέρα. Το συγκρότημα εγένετο στερεόν. </p> - -<p>Τα δε αποτελούντα αυτήν ξύλα συνεδέθησαν διά σχοινίων δυνατών, και επειδή -ταύτα διασταυρούνται μεταξύ των υπεράλληλα, το όλον υψούται κατά δύο πόδας -άνω της επιφανείας της θαλάσσης. </p> - -<p>Το δε κρηπίδωμα είνε κατεσκευασμένον διά σανίδων άς είχον αποσπάση τα -κύματα και ημείς εχρησιμοποιήσαμεν επιμελώς. Μετά μεσημβρίαν άρχεται η -φόρτωσις των διασωθέντων τροφίμων, ιστίων, οργάνων, εργαλείων. Επάναγκες δε να -σπεύσωμεν, διότι την στιγμήν ταύτην το μέγα θωράκιον μόλις δέκα πόδας υπερέχει -της θαλάσσης, του δε προβόλου το άκρον μόνον της κεραίας υπολείπεται υψούμενον -πλαγίως.</p> - -<p>Θα εκπλαγώ σφόδρα αν μη είνε η αύριον η εσχάτη ημέρα του -<i>Σάνσελλορ</i>!</p> - -<p>Και νυν, εν τίνι ηθική καταστάσει διατελούμεν; Προσπαθώ να ορίσω τι συμβαίνει -εν εμοί. Μοι φαίνεται ότι τούθ' όπερ αισθάνομαι είνε αδιαφορία τις ασυνείδητος -μάλλον ή συναίσθημα καρτερίας. Ο κ. Λετουρνέρ ζη όλος εν τω υιώ αυτού, όστις και -αυτός τον πατέρα του μόνον συλλογίζεται. Ο Ανδρέας δεικνύει καρτερίαν μεστήν -γενναιότητος, χριστιανικήν καρτερίαν, ήν δεν δύναμαι κάλλιον να παραβάλω ή προς -την καρτερίαν της μις Χέρμπυ. Ο δε Φάλστεν είνε αείποτε Φάλστεν, και, Θεέ μου, -συγχώρησόν μοι, ο μηχανικός ούτος εξακολουθεί γράφων αριθμούς εν τω -σημειωματαρίω του! Η δε μίσιζ Κηρ αποθνήσκει παρά τας περιποιήσεις της νεάνιδος, -παρά τας εμάς.</p> - -<p>Οι δε ναύται, τούτων δύο ή τρεις είνε ήρεμοι, αλλά οι άλλοι είνε σχεδόν -παράφρονες. Τινές αγόμενοι υπό της χυδαίας αυτών φύσεως, φαίνονται -διατεθειμένοι να προβώσιν εις υπερβολάς. Θα είνε δυσήνιοι [<span style='font-size: -small;'><a href='#fn73' id='ref73'>73</a></span>] - οι άνθρωποι ούτοι οι διατελούντες υπό την φαύλην επίδρασιν του Όουεν και του -Γύγξτροπ, όταν συμβιώμεν μετ' αυτών επί στενής σχεδίας!</p> - -<p>Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ είνε καταβεβλημένος σφόδρα· ει και γενναίος, αλλ' -όμως θα αναγκασθή να απόσχη της υπηρεσίας του. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο -αρχιναύτης, δραστήριοι, ακλόνητοι, είνε άνδρες ούς η φύσις «εσφυρηλάτησε δι' όλης -αυτών της σκληρότητος». ίνα κατά μεταλλουργούς είπω, χαρακτηρίζει δε αυτούς -καλώς η έκφρασις αύτη.</p> - -<p>Περί ώραν πέμπτην μετά μεσημβρίαν ανεπαύθη είς εκ των εν δυστυχία -συναδέλφων μας, η μίσιζ Κηρ απέθανε μετά οδυνηράν αγωνίαν, ίσως ουδεμίαν -έχουσα συνείδησιν της καταστάσεώς της. Εξέβαλέ τινας στεναγμούς και τετέλεσται. -Μέχρι της τελευταίας στιγμής η μις Χέρμπυ δαψιλώς [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn74' id='ref74'>74</a></span>] - περιέθαλψεν αυτήν μετ' αφοσιώσεως, ήτις βαθέως μας συνεκίνησε!</p> - -<p>Παρήλθεν η νυξ άνευ τινός συμβεβηκότος. Την πρωίαν περί τα χαράγματα έλαβον -της νεκράς την χείρα, ήτις ήτο ψυχρά και τα μέλη της απεξυλωμένα. Το πτώμα δεν -δύναται να διαμείνη πλέον εν τω θωρακίω. Η μις Χέρμπυ και εγώ την περιτυλίσσομεν -διά των ενδυμάτων της, έπειτα δε ευχαί τινες απηγγέλθησαν υπέρ αναπαύσεως της -ψυχής της ταλαίνης γυναικός, και το πρώτον θύμα τοσούτων συμφορών -κατακρημνίζεται εις τα κύματα.</p> - -<p>Την στιγμήν εκείνην εκστομίζει τις των εν τοις θωρακίοις ανδρών τους φοβερούς -τούτους λόγους;</p> - -<p>«Νά ένα πτώμα. . . κρίμα 'ς το! κρίμα 'ς το!»</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0093.jpg" width="354" -height="550" -alt="«Νά, και ένα πτώμα!,,» είπεν ο Όουεν." -border="2" /><br /></p> - - -<p>Στρέφομαι προς την φωνήν. Ο Όουεν είνε ο λαλήσας ούτω.</p> - -<p>Έπειτα μοι επέρχεται εις τον νουν ότι τω όντι θα έχωμεν ίσως ημέραν τινά έλλειψιν -τροφίμων!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΚΘ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 7 Δεκεμβρίου</i>. — Το πλοίον εξακολουθεί βυθιζόμενον, η δε -θάλασσα ανήλθε νυν εις το διάδετον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn75' -id='ref75'>75</a></span>] - του ακατίου θωρακίου. Το δε επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα είνε όλως -υποβρύχια του δε προβόλου το άκρον της κεραίας εξηφανίσθη. Ουδέν δε πλέον -σώζεται ή αι τρεις στήλαι των ιστών, εξέχουσαι του Ωκεανού.</p> - -<p>Αλλ' η σχεδία είνε ετοίμη και φέρει φορτίον παν ό τι ηδυνήθημεν να διασώσωμεν. -Μία υποπτερνίς [<span style='font-size: small;'><a href='#fn76' -id='ref76'>76</a></span>] - παρασκευασθείσα κατά την πρώραν της σχεδίας, είνε προωρισμένη να δεχθή ιστόν, -όν θα υποστηρίξωσιν επίτονοι στερεούμενοι επί των πλευρών του κρηπιδώματος. Το -ιστίον του μεγάλου σιπάρου θα αναδεθή και θα μας ωθήση ίσως προς την ακτήν.</p> - -<p>Τις οίδεν εάν το εύθραυστον τούτο εκ σανίδων συγκρότημα, ήττον ευβύθιστον, -κατορθώση ό τι ο <i>Σάνσελλορ</i> δεν ηδυνήθη; Η ελπίς είνε ούτως ερριζωμένη εν τη -καρδία του ανθρώπου, ώστε εισέτι ελπίζω!</p> - -<p>Είνε εβδόμη ώρα προ μεσημβρίας. Εν ώ δε μέλλομεν να επιβιβασθώμεν, αίφνης το -πλοίον βυθίζεται ούτω ταχέως, ώστε ο ξυλουργός και οι άνδρες οι απησχολημένοι επί -της σχεδίας αναγκάζονται να κόψωσι το πείσμα των ίνα μη παρασυρθώσιν εις την -δίνην του ύδατος.</p> - -<p>Αισθανόμεθα τότε αγωνίαν οξυτάτην, διότι ακριβώς την στιγμήν καθ' ήν το πλοίον -κατέρχεται εις την άβυσσον, η μόνη ημών σανίς της σωτηρίας απομακρύνεται -εκπίπτουσα!</p> - -<p>Δύο ναύται και είς μαθητευόμενος έξω φρενών ρίπτονται εις την θάλασσαν, αλλά -μάτην προσπαθούσι να παλαίσωσι προς τον σάλον.</p> - -<p>Μετ' ου πολύ είνε προφανές ότι ούτε εις την σχεδίαν να προφθάσωσι θα -δυνηθώσιν, ούτε να επανέλθωσιν εις το πλοίον, έχοντες εναντίον αυτών τα τε κύματα -και τον άνεμον. Ο Ροβέρτος Κόρτις δέσας περί την οσφύν σχοινίον σπεύδει εις -βοήθειάν των. Αλλ' ανωφελής προθυμία! Διότι πριν δυνηθή να πλησιάση προς -αυτούς, οι τρεις ατυχείς ούτοι, ούς βλέπω αγωνιζομένους, εξαφανίζονται, αφ' ού -μάτην έτειναν τας χείρας προς ημάς.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0108.jpg" width="354" -height="550" -alt="Μάτην έτεινον τας χείρας προς ημάς. . . " -border="2" /><br /></p> - -<p>Αποσύρομεν τον Ροβέρτον Κόρτις όλον μεμωλωπισμένον υπό του είδους εκείνου -της ανακοπής των κυμάτων ήτις -πλήττει την κορυφήν των ιστών.</p> - -<p>Εν τούτοις ο Δαούλας και οι ναύται, μεταχειριζόμενοι δύο μακρά ξύλα ως κώπας, -προσπαθούσι να επανέλθωσιν εις το πλοίον, αλλά μόνον μετά μιας ώρας -προσπαθείας, — ώρας ήτις εφάνη ημίν αιών όλος, ώρας καθ' ήν η θάλασσα ανήλθε -μέχρι της επιφανείας των θωρακίων, — η σχεδία, ήτις είχεν απομακρυνθή δύο μόνον -στάδια, ό έστι τετρακόσια μέτρα, ηδυνήθη να έλθη παρά την πλευράν του -<i>Σάνσελλορ</i>. Ο αρχιναύτης ρίπτει πείσμα προς τον Δαούλαν και η σχεδία -προσδένεται εκ νέου εις το τραχήλωμα του μεγάλου ιστού.</p> - -<p>Ουδεμία πλέον στιγμή χρονοτριβής υπολείπεται, διότι σφοδρά δίνη ανοίγεται περί -τον εμβεβαπτισμένον σκελετόν του πλοίου, και υπερμεγέθεις φυσαλίδες αέρος -ανέρχονται απειροπληθείς εις την επιφάνειαν του ύδατος.</p> - -<p>«Επιβαίνετε! επιβαίνετε!» αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις.</p> - -<p>Εφορμώμεν μετά σπουδής εις την σχεδίαν. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ, αφ' ού -επεστάτησεν εις την εγκατάστασιν της μις Χέρμπυ, έρχεται αισίως εις το κρηπίδωμα, -μετ' ου πολύ δε και ο πατήρ είνε πλησίον του. Μετά μίαν στιγμήν οι πάντες έχομεν -επιβιβασθή, — οι πάντες πλην του πλοιάρχου Κόρτις και του γηραιού ναύτου Ο -Ρέδυ.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιος επί του μεγάλου θωρακίου δεν θέλει να καταλίπη το -πλοίον του, αλλά τότε μόνον, όταν το πλοίον του εξαφανισθή εν τη αβύσσω· τούτο δε -είνε καθήκον άμα και δικαίωμά του. Τον <i>Σάνσελλορ</i> τούτον όν αγαπά, όν -κυβερνά έτι, πας τις αισθάνεται οποία τις συγκίνησις συντρίβει την καρδίαν του καθ' -ήν στιγμήν μέλλει να τον εγκαταλίπη!</p> - -<p>Ο Ιρλανδός έμεινεν επί του ακατίου θωρακίου.</p> - -<p>«Εμπρός, γέρον, κράζει προς αυτόν ο πλοίαρχος.</p> - -<p> — Βουλιάζει το πλοίον; ερωτά ο επίμονος γέρων μετά της μεγίστης -απαθείας.</p> - -<p> — Ναι. . . </p> - -<p> — Εμπρός τότε.» αποκρίνεται ο Ο Ρέδυ, ότε το ύδωρ ανέβη ήδη μέχρι της -ζώνης του.</p> - -<p>Και σείων την κεφαλήν πηδά εις την σχεδίαν.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις διαμένει επί μίαν έτι στιγμήν επί του θωρακίου, περιφέρει το -βλέμμα πέριξ αυτού, έπειτα έσχατος αυτός εγκαταλείπει το πλοίον του.</p> - -<p>Είνε καιρός. Το πείσμα κόπτεται και η σχεδία απομακρύνεται βραδέως. </p> - -<p>Πάντες αποβλέπομεν προς το μέρος τούτο όπου το πλοίον καταποντίζεται. Το -άκρον του ακατίου ιστού εξαφανίζεται κατ' αρχάς, έπειτα το άκρον του μεγάλου ιστού, -μετ' ου πολύ δε ουδέν υπολείπεται πλέον του κομψού εκείνου πλοίου όπερ υπήρξεν ο -<i>Σάνσελλορ</i>.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em">Λ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου.</i> — Νέα πλωτή συσκευή φέρει ημάς, ήτις -δεν δύναται μεν να καταποντισθή, διότι τα ξύλα ταποτελούντα αυτήν θα επιπλέωσιν ό -τι δήποτε και αν συμβή, αλλά η θάλασσα δεν θα την διαλύση; Δεν θα θραύση τους -δεσμούς τους συνδέοντας αυτήν; Δεν θα αφανίση τέλος τους ναυαγούς τους επί της -επιφανείας αυτής σεσωρευμένους;</p> - -<p>Εκ των εικοσιοκτώ ψυχών άς είχεν ο <i>Σάνσελλορ</i> αποπλέων εκ του -Κάρλεστον, δέκα είχον ήδη απολεσθή.</p> - -<p>Είμεθα λοιπόν δεκαοκτώ έτι, — δεκαοκτώ επί της σχεδίας ταύτης της αποτελούσης -τρόπον τινά τετράπλευρον ακανόνιστον, τεσσαράκοντα περίπου ποδών μήκους και -είκοσι πλάτους.</p> - -<p>Τα δε ονόματα των επιζώντων εκ του <i>Σάνσελλορ</i> είνε τάδε: οι κκ. -Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν, η μις Χέρμπυ και εγώ, επιβάται. — Ο πλοίαρχος -Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, ο μάγειρος Γύγξτροπ ο μαύρος, ο -ξυλουργός Δαούλας, — οι επτά ναύται Ώστιν, Όουεν, Ουίλσων, Ο Ρέδυ, Βάρκε, Σάνδων -και Φλαίπολ.</p> - -<p>Ο Ύψιστος εδοκίμασεν ημάς αρκούντως από εβδομήκοντα δύο ημερών, αφ' ής -κατελίπομεν την Αμερικανικήν ακτήν, και η χειρ αυτού αρκούντως εβάρυνεν εφ' ημών; -Και ουδ' ο μάλιστα εύελπις ήθελε τολμήση να ελπίση.</p> - -<p>Αλλ' ας αφήσωμεν το μέλλον και περί του παρόντος ας σκεπτώμεθα, και -εξακολουθήσωμεν καταγράφοντες τας συμφοράς του δράματος τούτου καθ' όσον -εμφανίζονται.</p> - -<p>Γνωστοί οι επιβάται της σχεδίας, τα δε προς συντήρησιν αυτών έχουσιν ως -εξής.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις είχε δυνηθή να επιβιβάση μόνον ό τι υπελείπετο εκ των -προμηθειών άς είχον αναβιβάση εκ του διανομείου, ών το πλείστον μέρος ηφανίσθη -κατά την στιγμήν της εμβαπτίσεως του καταστρώματος του <i>Σάνσελλορ</i>. Είνε δε -ολίγον άφθονοι αι προμήθειαι αύται, εάν ληφθή υπ' όψει ότι είμεθα δεκαοκτώ -στόματα, και πολλαί ημέραι δυνατόν να παρέλθωσιν έτι πριν φανή πλοίον τι ή γη. Έν -βυτίον διπυρίτου, έτερον κρέατος παστού, μικρός κόρος [<span style='font-size: -small;'><a href='#fn77' id='ref77'>77</a></span>] - βρανδεβίνου [<span style='font-size: small;'><a href='#fn78' -id='ref78'>78</a></span>] -, δύο βυτία ύδατος, ταύτα είνε τα περισωθέντα και ουδέν πλέον. Λοιπόν έργον -φρονήσεως είνε να ορισθώσιν αι μερίδες ευθύς από της πρώτης ημέρας.</p> - -<p>Εκ των ενδυμάτων της αποθήκης ουδέν απολύτως έχομεν· ιστία δέ τινα θα -χρησιμεύσωσιν ως καλύμματα άμα και ως στέγη. Τα εργαλεία, ανήκοντα εις τον -Δαούλαν, ο εκτάς και η πυξίς, είς χάρτης, τα εγκόλπια μαχαίρια ημών, λέβης -μετάλλινος, κύπελλον εκ λευκοσιδήρου, ούτινος ουδέποτε αποχωρίζεται ο γέρων -Ιρλανδός Ο Ρέδυ, τοιαύτα είνε τα υπολειπόμενα ημίν όργανα και σκεύη. Πάντα δε τα -κιβώτια, τα επί του καταστρώματος αποκείμενα και προωρισμένα εις την πρώτην -σχεδίαν, κατεποντίσθησαν κατά την επί μέρους εμβάπτισιν του πλοίου, απ' εκείνης δε -της στιγμής δεν ήτο πλέον δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος.</p> - -<p>Αύτη λοιπόν η ημετέρα κατάστασις, σοβαρά μεν, αλλ' ουχί και απελπιστική. -Δυστυχώς φόβος είνε μη πλείονες ημών απολέσωμεν το τε ηθικόν σθένος και το -φυσικόν. Άλλως τε υπάρχουσι μεταξύ ημών τινες, ών τα φαύλα ενστίγματα θα -αποβώσι δυσκράτητα!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΑ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου</i>. — Την πρώτην ημέραν ουδέν -αξιοσημείωτον.</p> - -<p>Σήμερον δε την ογδόην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος Κόρτις συγκαλέσας πάντας -επιβάτας τε και ναυτικούς:</p> - -<p>«Φίλοι μου, είπε, κατανοήσατε το εξής. Είμαι κυβερνήτης της σχεδίας ως ήμην και -του <i>Σάνσελλορ</i>. Λέγω λοιπόν ότι θα με υπακούωσι πάντες ανεξαιρέτως. Περί -της κοινής σωτηρίας ας σκεπτώμεθα, ας είμεθα ηνωμένοι, και έχει ο Θεός.»</p> - -<p>Οι λόγοι ούτοι έτυχον καλής αποδοχής.</p> - -<p>Ο λεπτός άνεμος ο πνέων κατά την στιγμήν ταύτην και ού την διεύθυνσιν ο -πλοίαρχος προσδιορίζει διά της πυξίδος, επετάθη προσεγγίζων προς τον Βορράν, -περίπτωσις ευοίωνος. Οφείλομεν δε να σπεύσωμεν να επωφεληθώμεν ίνα -καταπλεύσωμεν όσον τάχιστα εις τας Αμερικανικάς ακτάς. Ο ξυλουργός Δαούλας τότε -καταγίνεται να στήση τον ιστόν, ού την υποπτερνίδα είχομεν παρασκευάση κατά την -πρώραν της σχεδίας, προσέθηκε δε και δύο πτερύγια, είδος προώστου, δι' ών θα -συγκρατήται στερεώτερον. Εν ώ δε αυτός εργάζεται, ο αρχιναύτης και οι ναύται -αναδένουσι το σιπάριον επί της κεραίας ήν προς τούτο έχομεν φυλάξη.</p> - -<p>Την ενάτην και ημίσειαν ο ιστός ίσταται όρθιος. Επίτονοι εντεταμένοι επί των -πλευρών της σχεδίας ασφαλίζουσι την στερεότητα αυτού. Το ιστίον επαίρεται, -ποδούται και η συσκευή έχουσα τον άνεμον ούριον εκτοπίζεται επαισθητώς υπό την -ενέργειαν του ανέμου, όστις επιτείνεται επαισθητώς έτι.</p> - -<p>Του έργου τούτου άπαξ περατωθέντος, ο Δαούλας προσπαθεί να εγκαταστήση -πηδάλιον, δι' ού να δύναται η σχεδία να έχη ήν θέλει διεύθυνσιν. Διά των συμβουλών -δε του Ροβέρτου Κόρτις και του μηχανικού Φάλστεν μετά δίωρον εργασίαν ιδρύεται -κατά την πρώραν της σχεδίας ώσπερ τι ουράδιον, παρεμφερές προς τα εν χρήσει παρά -τοις Μαλαίοις.</p> - -<p>Κατά τον χρόνον δε τούτον ο πλοίαρχος Κόρτις εκτελεί τας αναγκαίας -παρατηρήσεις προς εύρεσιν ακριβώς του μήκους του, και της μεσημβρίας ελθούσης, -λαμβάνει καλόν ύψος του ηλίου.</p> - -<p>Το δε στίγμα όπερ λαμβάνει μεθ' ικανώς μεγάλης ακριβείας έχει ώδε:</p> - -<p class="poem">$Πλάτος, 15° 7' βόρειον<br /> -Μήκος, 49° 35' προς δυσμάς του Γρηνουίχου.</p> - -<p>Το στίγμα, τούτο, μετενεχθέν επί του χάρτου, δεικνύει ότι απέχομεν εξακόσια -πεντήκοντα μίλια της βορειοανατολικής ακτής του Παραμαρίβου, τούτ' έστι του -εγγυτάτου τμήματος της Αμερικής ηπείρου, ήτις, ως ήδη ερρήθη, αποτελεί το -παράλιον της Ολλανδικής Γουυάνης.</p> - -<p>Όθεν, λαμβάνοντες τον μέσον όρον των περιπτώσεων, δεν δυνάμεθα να -ελπίζωμεν, και αν διαρκώς βοηθώσιν ημάς οι ετησίοι άνεμοι, ότι θα διανύσωμεν -πλείονα των δέκα ή δώδεκα μιλίων την ημέραν, επί συσκευής ούτως ατελούς ως η -σχεδία, ήτις δεν δύναται να πλαγιοδρομή προς τον άνεμον. Τούτο λοιπόν θα απαιτήση -δίμηνον διάπλουν, επί τη υποθέσει ότι αι περιστάσεις θα είνε αισιώταται, — πλην της -περιπτώσεως, της ολίγον πιθανής, ότι ήθελε συναντήση ημάς πλοίον τι. Αλλ' εις τούτο -το μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού ολιγώτερον φοιτώσι πλοία παρά εις το βορειότερον -ή το νοτιώτερον. Ερρίφθημεν δυστυχώς μεταξύ των γραμμών των Αντιλλών και των -της Βρασιλίας, ας ακολουθούσιν τα υπερωκεάνεια Αγγλικά ή Γαλλικά, και -προτιμότερον να μη αναθέτωμεν τας ελπίδας ημών εις το τυχαίον της συναντήσεως -πλοίου. Άλλως τε, εάν αι νηνεμίαι επέλθωσιν, εάν ο άνεμος μεταβληθείς ωθήση ημάς -προς Ανατολάς, ουχί πλέον δύο μήνες, αλλά τέσσαρες, αλλά έξ απαιτούνται, αι δε -τροφαί ήθελον σωθή προ της λήξεως της τριμηνίας.</p> - -<p>Η σύνεσις λοιπόν απαιτεί από τούδε να καταναλίσκωμεν το απολύτως αναγκαίον. -Ο πλοίαρχος Κόρτις εζήτησε την γνώμην μας περί τούτου, ημείς δε αυστηρώς -ωρίσαμεν το πρόγραμμα. Αι μερίδες υπελογίσθησαν εις πάντας αδιακρίτως ούτως, -ώστε ή τε πείνα και η δίψα να κορέννυνται κατά το ήμισυ. Ο χειρισμός της σχεδίας δεν -χρήζει μεγάλης δαπάνης φυσικών δυνάμεων, όθεν τροφή μεμετρημένη θα είνε -επαρκής. Το δε βρανδεβίνον, ού το βυτίον δεν περιέχει πλείονα των πέντε γαλλονίων, -ό έστι είκοσι τρεις περίπου λίτρας Γαλλικάς, ήτοι δεκαοκτώ οκάδας, θα διανεμηθή -μετά της εσχάτης φειδούς. Ουδείς θα έχη δικαίωμα να το εγγίση άνευ της αδείας του -πλοιάρχου.</p> - -<p>Λοιπόν τα της διαίτης εν τω πλοίω εκανονίσθησαν ώδε: Πέντε ουγκίαι κρέατος και -πέντε διπυρίτου καθ' εκάστην και κατ' άνθρωπον. Και ναι μεν είνε ολίγον, αλλ' όμως -δεν ήτο δυνατόν η μερίς να είνε περισσοτέρα των πέντε λιτρών εξ εκάστης ουσίας, ό -έστι εν μια τριμηνία λίτραι εξακόσιαι. Αλλά εν συνόλω δεν έχομεν πλέον των -εξακοσίων λιτρών κρέατος και διπυρίτου, επάναγκες λοιπόν να σταθώμεν εν τω -αριθμώ τούτω. Του δε ύδατος η ποσότης δύναται να εκτιμηθή εις εκατόν τριάκοντα -δύο γαλλόνια, ό έστι περί τας τετρακοσίας εβδομήκοντα οκάδας, συνεφωνήθη δε να -περιορισθή η ημερησία κατανάλωσις εις μίαν πίνταν, τούτ' έστι πεντήκοντα έξ -εκατόλιτρα, εκατόν εβδομήκοντα πέντε δράμια κατ' άνθρωπον, όπερ θα εξασφαλίση -ημίν και τριών μηνών ύδωρ.</p> - -<p>Η διανομή των τροφών θα γίνεται κατά πάσαν πρωίαν την δεκάτην ώραν διά του -αρχιναύτου. Έκαστος θα λαμβάνη την μερίδα όλης της ημέρας, και διπυρίτην και -κρέας, και θα την καταναλίσκη οπόταν και όπως θέλη, το δε ύδωρ, ελλείψει επαρκών -σκευών προς διαφύλαξιν αυτού, διότι δεν έχομεν άλλα σκεύη ή την χύτραν και το -κύπελλον του Ιρλανδού, το ύδωρ θα διανέμεται δις της ημέρας, την δεκάτην προ -μεσημβρίας και την έκτην μετά μεσημβρίαν, έκαστος δε οφείλει να το πίνη -αμέσως.</p> - -<p>Παρατηρητέον δε ότι έχομεν πάντοτε δύο άλλας πιθανότητας, αίτινες δύνανται να -επαυξήσωσι τας προμηθείας ημών, την βροχήν προς πόσιν και την αλιείαν προς -βρώσιν. Όθεν δύο βυτία κενά διετέθησαν, ίνα περιλάβωσι το βρόχινον ύδωρ. Ως προς -δε τα αλιευτικά όργανα, οι ναύται ασχολούνται παρασκευάζοντες αυτά, ίνα ρίψωσιν -ορμιάς [<span style='font-size: small;'><a href='#fn79' id='ref79'>79</a></span>] - τινας συρομένας.</p> - -<p>Τοιαύτα τα ληφθέντα μέτρα. Επεδοκιμάσθησαν και θα τηρώνται αυστηρώς. Μόνον -εάν τηρώμεν κανόνα αυστηρόν, δυνάμεθα να ελπίσωμεν ότι θα δυνηθώμεν να -αποφύγωμεν τας φρικαλεότητας της πείνης. Πλείστα όσα παραδείγματα εδίδαξαν -ημάς να είμεθα προμηθείς, περιήλθομεν δε εις τας εσχάτας των στερήσεων διά τον -απλούστατον λόγον ότι η τύχη δεν παύεται πλήττουσα ημάς!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΒ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 8 μέχρι της 17 Δεκεμβρίου</i>. — Επελθούσης της νυκτός -εχώθημεν υπό τα ιστία. Καταπεπονημένος εκ των μακρών ωρών άς είχον διέλθη επί -της εξαρτίας, ηδυνήθην να κοιμηθώ επί τινας ώρας. Η σχεδία σχετικώς ολιγώτερον -πεφορτισμένη, υψούται μεθ' ικανής ευχερείας. Επειδή δε η θάλασσα δεν εκχύνεται, -δεν μας προσβάλλουσι τα κύματα. Δυστυχώς, εάν ο σάλος κοπάση, θα συμβή τούτο, -διότι ο άνεμος πραΰνεται και περί την πρωίαν αναγκάζομαι να σημειώσω εν τω -ημερολογίω μου: γαλήνη.</p> - -<p>Ότε δε ανεφάνη η ημέρα, ουδέν νέον είχον να βεβαιώσω, και οι κκ. Λετουρνέρ -εκοιμήθησαν μέρος τι της νυκτός και άπαξ έτι συνεθλίψαμεν τας χείρας αλλήλων, και -η μις Χέρμπυ ηδυνήθη να αναπαυθή, οι δε χαρακτήρες αυτής, ήττον κεκμηκότες, -ανέλαβον την συνήθη αυτών ηρεμίαν.</p> - -<p>Είμεθα υπό τον ενδέκατον παράλληλον. Ο καύσων την ημέραν είνε εις άκρον -σφοδρός και ο ήλιος λάμπει ζωηρός, και εν τη ατμοσφαίρα είνε αναμεμιγμένος ατμός -τρόπον τινά διάπυρος. Επειδή δε ο άνεμος πνέει εκ διαλειμμάτων, το ιστίον κρέμαται -επί του ιστού κατά τας ώρας της νηνεμίας αίτινες παρατείνονται λίαν. Αλλ' ο Ροβέρτος -Κόρτις και ο αρχιναύτης έκ τινων τεκμηρίων, άτινα μόνοι οι ναυτικοί δύνανται να -διακρίνωσι, νομίζουσιν ότι ρεύμα δύο ή τριών μιλίων καθ' ώραν παρασύρει ημάς προς -δυσμάς. Τούτο βεβαίως θα ήτο περίστασις ευνοϊκή, δυναμένη να βραχύνη σημαντικά -τον διάπλουν ημών. Είθε ο πλοίαρχος και αρχιναύτης να μη απατώνται, διότι ευθύς -από των πρώτων τούτων ημερών και εν τη υψηλή ταύτη θερμοκρασία, η μερίς του -ύδατος μόλις εξαρκεί να πραΰνη την δίψαν!</p> - -<p>Και όμως αφ' ότου, εγκαταλιπόντες τον <i>Σάνσελλορ</i> ή μάλλον ειπείν τα -θωράκια του πλοίου, επεβιβάσθημεν επί της σχεδίας ταύτης, η κατάστασις ημών -εβελτιώθη. Ο <i>Σάνσελλορ</i> ηδύνατο κατά πάσαν στιγμήν να καταποντισθή, και -τουλάχιστον το κρηπίδωμα τούτο όπερ νυν κατέχομεν, είνε σχετικώς στερεόν. -Μάλιστα το επαναλαμβάνω, η κατάστασις επαισθητώς εμετριάσθη και συγκριτικώς -έκαστος διατελεί εν κρείσσονι καταστάσει. Είμεθα σχεδόν εν ανέσει, δυνάμεθα να -κινώμεθα και να μετατοπιζώμεθα. Και την μεν ημέραν συνερχόμεθα, συνδιαλεγόμεθα, -συζητούμεν, παρατηρούμεν την θάλασσαν, την δε νύκτα κοιμώμεθα στεγαζόμενοι υπό -των ιστίων. Η δε παρατήρησις του ορίζοντος, η επιτήρησις των ορμιών άς ερρίψαμεν -εις την θάλασσαν, τα πάντα διαφέρουσιν ημίν.</p> - -<p>«Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ανδρέας Λετουρνέρ ημέρας τινάς μετά την -εγκατάστασιν ημών επί της νέας ταύτης συσκευής, μοι φαίνεται ότι ανευρίσκομεν εδώ -τας γαληνιαίας εκείνας ημέρας, αι οποίαι παρετηρήθησαν κατά την διαμονήν μας επί -του Βραχοχοιρομηρίου.</p> - -<p> — Τω όντι, αγαπητέ μου Ανδρέα, απεκρίθην.</p> - -<p> — Αλλ' όμως προσθέτω ότι η σχεδία έχει πλεονέκτημα σημαντικώτατον, το -οποίον δεν είχε το νησύδριον, δήλα δή αυτή βαδίζει.</p> - -<p> — Εφ' όσον ο άνεμος είνε ούριος, Ανδρέα μου, η σχεδία βεβαιότατα -πλεονεκτεί, αλλ' εάν ο άνεμος μεταβληθή;. . . </p> - -<p> — Καλά, κύριε Κάζαλλον! αποκρίνεται ο νέος. Ας προσπαθώμεν να μη -καταβαλλώμεθα, και ας έχωμεν πεποίθησιν!»</p> - -<p>Λοιπόν, την πεποίθησιν ταύτην πάντες την έχομεν! Μάλιστα! Φαίνεται ότι -απηλλάγημεν φοβερών δοκιμασιών εις άς δεν θα εμπέσωμεν πλέον! Αι περιστάσεις -εγένοντο ευνοϊκώτεραι. Ουδείς μεταξύ ημών υπάρχει όστις να μη αισθάνεται εαυτόν -σχεδόν αναθαρρήσαντα!</p> - -<p>Δεν ειξεύρω τι συμβαίνει εν τη ψυχή του Ροβέρτου Κόρτις, και δεν δύναμαι να -είπω εάν συμμερίζεται τας παρούσας ημών ιδέας. Ως επί το πλείστον ίσταται μακράν -ημών μόνος. Η ευθύνη αυτού μεγάλη! Είνε ο αρχηγός και έχει να σώση ου μόνον την -ζωήν του, αλλά και τας ημετέρας! Γινώσκω ότι ούτω πως νοεί το καθήκον του. Όθεν -συχνάκις έχουσιν αυτόν όλον αι σκέψεις του, έκαστος δε ημών αποφεύγει να τον -ταράξη.</p> - -<p>Κατά τας μακράς ταύτας ώρας οι πλείστοι των ναυτών κοιμώνται εν τη πρώρα της -σχεδίας. Κατά παραγγελίαν του πλοιάρχου την πρύμναν θα κατέχωσι μόνον οι -επιβάται, και ιδρύθη επί κιόνων σκηνή παρέχουσα ημίν ολίγην τινά σκιάν. Εν -κεφαλαίω διατελούμεν εν ευαρέστω υγιεινή καταστάσει. Μόνος δε ο υποπλοίαρχος -Ουάλτερ δεν κατορθώνει να επανεύρη τας δυνάμεις του. Αι περιθάλψεις, άς δαψιλώς -παρέχομεν αυτώ, εις ουδέν ωφελούσι και οσημέραι ελαττούνται αι δυνάμεις του.</p> - -<p>Ουδέποτε εξετίμησα κάλλιον τον Ανδρέαν Λετουρνέρ ή κατά τας παρούσας -περιστάσεις. Ο αξιέραστος ούτος νέος είνε η ψυχή της μικράς ημών κοινωνίας, έχει -πνεύμα πρωτότυπον και αι νέαι αυτού επόψεις και αι απρόοπτοι θεωρίαι αφθονούσιν -εν τω ιδίω αυτού τρόπω καθ' όν εξετάζει τα πράγματα. Η συνδιάλεξίς του διασκεδάζει -ημάς, συχνάκις δε και διδάσκει. Εν ώ δε ο Ανδρέας λαλεί, η ασθενική πως όψις του -εμψυχούται, ο δε πατήρ φαίνεται πίνων τους λόγους του. Ενίοτε δε λαμβάνων την -χείρα αυτού ατενίζει προς αυτόν επί ώρας ολοκλήρους.</p> - -<p>Η μις Χέρμπυ μετέχει ενίοτε των συνδιαλέξεων ημών μετά πολλής όμως -επιφυλάξεως. Έκαστος ημών προσπαθεί διά των περιποιήσεων να την κάμη να -λησμονήση, ότι απώλεσεν εκείνους, οίτινες θα έμελλον να είνε οι φυσικοί αυτής -προστάται. Η νεάνις αύτη εύρεν εν τω κ. Λετουρνέρ φίλον ασφαλή, ως πατέρα, και -λαλεί προς αυτόν μετά οικειότητος, ήν η ηλικία του συγχωρεί. Τη επιμόνω αυτού -προτροπή διηγήθη τον βίον της, — βίον μεστόν θάρρους και αυταπαρνησίας, οποίου -έλαχον οι άποροι ορφανοί. Διέμενεν από διετίας εν τη οικία του μίστερ Κηρ, και νυν -απομένει άνευ τινος πόρου εν τω παρόντι, άνευ τύχης εις το μέλλον, αλλά πλήρης -πεποιθήσεως, διότι είνε παρεσκευασμένη εις πάσαν δοκιμασίαν. Η μις Χέρμπυ διά του -χαρακτήρος της, της ηθικής δραστηριότητος, επιβάλλει σέβας, και ουδέν σχήμα, -ουδείς λόγος, δυνάμενος να εκφύγη του στόματός τινος των εν τω πλοίω χυδαίων -ανδρών, επείραξεν αυτήν μέχρι τούδε.</p> - -<p>Η 12, 13 και 14 του μηνός ουδεμίαν επήνεγκον μεταβολήν της καταστάσεως ημών. -Εξηκολούθει πνέων άνεμος Απηλιώτης (Α). Ουδέν συμβάν αναφερόμενον εις τον -διάπλουν. Χειρισμούς δεν έχομεν να εκτελέσωμεν εν τη σχεδία. Ο οίαξ ή μάλλον το -ουράδιον ουδέ χρήζει καν μετακινήσεως. Η συσκευή ουριοδρομεί, και δεν είνε -αρκούντως ασταθής, ώστε να στρέφεται προς την ετέραν των πλευρών ή προς την -ετέραν. Ναύται τινες της τετραωρίας, διαμένοντες διαρκώς εν τη πρώρα, είνε -εντεταλμένοι να επιβλέπωσι την θάλασσαν μετά πάσης της δυνατής προσοχής.</p> - -<p>Επτά ημέραι παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν τον <i>Σάνσελλορ</i>. Παρατηρώ δε -ότι συνηθίζομεν εις τον επιβληθέντα ημίν κανονισμόν, — τουλάχιστον ως προς τα της -τροφής αλλ' είνε όμως αληθές ότι αι δυνάμεις ημών δεν υπεβάλλοντο εις φυσικόν τινα -κόπον. Η μεγίστη των στερήσεων ημών είνε η σχετική στέρησις του ύδατος, διότι κατά -τους σφοδρούς τούτους καύσωνας η χορηγουμένη ημίν ποσότης είνε προφανώς -ανεπαρκής.</p> - -<p>Την 15 του μηνός αγέλη ιχθύων εκ του είδους των σπάρων προσήλθε παμπληθής -περί την σχεδίαν. Ει και τα αλιευτικά ημών όργανα αποτελούνται μόνον εκ μακρών -σχοινίων εχόντων κατά το άκρον καρφίον κεκυρτωμένον μετά τεμαχίου παστού -κρέατος ως δέλεαρ, συλλαμβάνομεν μέγαν τινά αριθμόν σπάρων, τοσούτον είνε -αδηφάγοι. Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! πανήγυρις νομίζει τις ότι τελείται εν -τη σχεδία. Των ιχθύων δε τούτων οι μεν εγένοντο οπτοί, οι δε βραστοί εν θαλασσίω -ύδατι επί πυράς εκ ξύλων αναφθείσης εν τη πρώρα. Οποία ευωχία! Οποία δε -οικονομία των προμηθειών μας! Ούτω δε άφθονοι είνε οι σπάροι ούτοι, ώστε επί δύο -ημέρας συλλαμβάνομεν πλέον των διακοσίων λιτρών, ό έστι πλέον των εκατόν -πεντήκοντα οκάδων. Μία βροχή να έλθη τώρα πλέον, και τα πάντα θα έχωσι -κάλλιστα.</p> - -<p>Δυστυχώς η αγέλη αύτη των ιχθύων δεν διέμεινε πολύ εν τοις ύδασιν ημών· Την 17 -καρχαρίαι τινές μεγάλοι — του τεραστίου εκείνου είδους των στικτών εχόντων μήκος -τεσσάρων ή μέχρι πέντε μέτρων, ανεφάνησαν επί της επιφανείας της θαλάσσης. Τα -πτερύγια και τα επάνω του σώματος είνε μαύρα μετά στιγμάτων και λοξών ταινιών -λευκών. Τα φοβερά ταύτα σκυλόψαρα εμφανιζόμενα, αείποτε είνε επίφοβα ένεκα του -ολίγου ύψους αυτών, πολλάκις δε η ουρά των πλήττει τους σφηκίσκους [<span -style='font-size: small;'><a href='#fn80' id='ref80'>80</a></span>] - μετά φρικαλέας βίας. Εν τούτοις οι ναύται κατώρθωσαν να τους απομακρύνωσι -πλήττοντες διά μοχλών. Θα εκπλαγώ πολύ αν μη ακολουθώσιν ημάς επιμόνως ως -βοράν επιφυλασσομένην αυτοίς. Δεν αγαπώ τα τέρατα ταύτα τα προκαλούντα -προαισθήσεις.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΓ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 18 μέχρι 20 Δεκεμβρίου</i>. — Σήμερον η κατάστασις της -ατμοσφαίρας μετεβλήθη και ο άνεμος επετάθη· αλλά μη παραπονώμεθα, διότι είνε -εύνους. Προνοούντες όμως σπεύδομεν να στερεώσωμεν τον ιστόν, ίνα μη δύναται η -τάσις του ιστίου να τον διαρρήξη. Τούτου δε γενομένου η βαρεία μηχανή εκτοπίζεται -μετά ταχύτητος ολίγον τι μείζονος, και καταλείπει όπισθέν της ώσπερ ολκόν -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn81' id='ref81'>81</a></span>] - τινα μακρόν.</p> - -<p>Μετά μεσημβρίαν νέφη τινά εκάλυψαν τον ουρανόν, ο δε καύσων κατέστη ολίγον -τι μετριώτερος. Ο σάλος εταλάντωσε σφοδρότερον την σχεδίαν και δύο ή τρία κύματα -εισήλθον εις αυτήν. Ευτυχώς ο ξυλουργός κατώρθωσε διά τινων επηγκενίδων να -στήση δρύφακτα [<span style='font-size: small;'><a href='#fn82' -id='ref82'>82</a></span>] - υψηλά δύο ποδών, άτινα μάλλον υπερασπίζουσιν ημάς κατά της θαλάσσης.</p> - -<p>Στερεούμεν ωσαύτως διά διπλών σχοινίων τα βυτία τα περιέχοντα τας προμηθείας -και το ύδωρ. Εάν τα εσάρωνε κύμα θαλάσσης ήθελε καταστήση ημάς εις την -φρικωδεστάτην των αμηχανιών. Το ενδεχόμενον τούτο αναλογιζόμενος τις δεν -δύναται να μη φρικιάση.</p> - -<p>Την 18 οι ναύται συνέλεξαν τινα των θαλασίων εκείνων φυτών άτινα λέγονται -κοινώς σαργάσα σχεδόν όμοια προς εκείνα ά εύρωμεν εν ταις νήσοις Βερμούνδαις και -τω Βραχοχοιρομηρίω. Είνε δε ταύτα ζαχαροφόρα ενέχοντα στοιχείον ζαχαρώδες. -Προτρέπω τους συμπλωτήρας μου να μασήσωσι τους βλαστούς, ποιούσι τούτο και η -μάσησις δροσίζει επαισθητώς τον λάρυγγα και τα χείλη.</p> - -<p>Την ημέραν ταύτην ουδέν νέον. Παρατηρώ μόνον ότι τινές των ναυτών, μάλιστα δε -ο Όουεν, ο Βάρκε, ο Φλαιπόλ ο Ουίλσων και ο μαύρος Γύγξτροπ συσκέπτονται δις την -ώραν, αλλά με λανθάνει περί τίνος συσκέπτονται. Ωσαύτως παρατηρώ ότι σιωπώσιν -οσάκις έρχεται πλησίον αυτών αξιωματικός τις ή τις των επιβατών. Αυτό τούτο -παρετήρησε προ εμού και ο Ροβέρτος Κόρτις και δεν τω αρέσκουσιν αι μυστικαί αύται -συνδιαλέξεις· έχει δε απόφασιν να επιβλέπη μετά προσοχής τους άνδρας τούτους· -διότι ο μαύρος Γύγξτροπ και ο ναύτης Όουεν είνε προφανώς δύο αχρείοι, ούς -οφείλομεν να φυλαττώμεθα, διότι δύνανται να παρασύρωσι τους συντρόφους -των.</p> - -<p>Την 19 ο καύσων υπήρξεν υπερβολικός, εν δε τω ουρανώ ουδέν νέφος. Ο άνεμος -δεν δύναται να πληρώση το ιστίον και η σχεδία μένει στάσιμος. Ναύται τινες -ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, το δε λουτρόν ενεποίησεν αυτοίς αληθή ανακούφισιν, -ελάττωσαν την δίψαν των έν τινι αναλογία. Αλλά μέγας ο κίνδυνος να ρίπτεται τις -παραβόλως [<span style='font-size: small;'><a href='#fn83' id='ref83'>83</a></span>] - εις τα κύματα ταύτα, άτινα λυμαίνονται καρχαρίαι, ουδείς δε ημών εμιμήθη τους -ακηδείς [<span style='font-size: small;'><a href='#fn84' id='ref84'>84</a></span>] - τούτους ανθρώπους. Αλλά τις οίδεν όμως εάν βραδύτερον θα διστάσωμεν έτι να τους -μιμηθώμεν; Βλέπων τις ακίνητον την σχεδίαν, τας ευρείας κυμάνσεις του Ωκεανού -άνευ ουδεμιάς ρυτίδος, το ιστίον αδρανές επί του ιστού, δεν οφείλει να φοβήται μη -παραταθή η κατάστασις αύτη;</p> - -<p>Η υγίεια του υποπλοιάρχου Ουάλτερ αδιαλείπτως απασχολεί ημάς τα μέγιστα. Ο -νέος ούτος τήκεται υπό πυρετού βραδέως και ατάκτου. Ίσως η κινίνη θα κατέβαλλε -τον πυρετόν τούτον, αλλ', επαναλαμβάνω η κατάκλυσις του επιστέγου εγένετο -τοσούτον ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων εξηφανίσθη εν τοις κύμασι. Έπειτα -ο τάλας ούτος είνε φθισικός και από τινος η ανίατος νόσος προώδευσεν εν αυτώ -τεραστίως. Τα εξωτερικά συμπτώματα δεν δύνανται να μας απατήσωσι. Ο Ουάλτερ -κατελήφθη υπό μικράς και ξηράς βηχός, η αναπνοή του είνε βραχεία, και οι ιδρώτες -άφθονοι, μάλιστα δε την πρωίαν. Γίνεται ισχνός, η ρις λεπτύνεται, τα δε μήλα των -παρειών, εξέχοντα, είνε ρόδινα και το χρώμα αυτών ποιεί αντίθεσιν προς την καθ' -όλου ωχρότητα του προσώπου, αι παρειαί είνε κοίλαι και τα χείλη συνεσταλμένα, οι -επιπεφυκότες υμένες των οφθαλμών λάμποντες και υποκυανίζοντες. Αλλά και εν -καλλιτέρα εάν ήτο καταστάσει ο τάλας υποπλοίαρχος, η ιατρική θα ήτο ανίσχυρος προ -της αδυσωπήτου ταύτης νόσου.</p> - -<p>Την 20 η αυτή κατάστασις της θερμοκρασίας, η αυτή ακινησία της σχεδίας. Αι -καυστικαί του ήλιου ακτίνες διαπερώσι τα υφάσματα της σκηνής μας και -καταβεβλημένοι υπό της θερμότητος ασθμαίνομεν ενίοτε. Μετά πάσης αγωνίας -αναμένομεν την στιγμήν καθ' ήν ο αρχιναύτης επιχειρεί την ευτελή διανομήν του -ύδατος! Μετά ποίας απληστίας εφορμώμεν κατά των ολίγων τινών σταγόνων υγρού -θερμού! Ο ουδέποτε υπό δίψης ταλαιπωρηθείς δεν θα δυνηθή να με νοήση.</p> - -<p>Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ κατατρύχεται υπό δίψης και ταλαιπωρείται είπερ τις και -άλλος εκ της λειψυδρίας ταύτης. Είδον την μις Χέρμπυ φυλάττουσαν αυτώ όλην αυτής -την μερίδα του ύδατος. Συμπαθής και εύσπλαγχνος η νεάνις αύτη πράττει ό τι -δύναται, αν μη προς τελείαν κατάπαυσιν, αλλά τουλάχιστον προς ανακούφισιν των -αλγηδόνων του ατυχούς ημών εταίρου.</p> - -<p>Σήμερον η μις Χέρμπυ μοι λέγει:</p> - -<p>«Ο ατυχής αδυνατίζει καθ' ημέραν, κύριε Κάζαλλον.</p> - -<p> — Μάλιστα, μις, απεκρίθην, και δεν δυνάμεθα τίποτε υπέρ αυτού, -τίποτε!</p> - -<p> — Ας προσέχωμεν, είπεν η μις Χέρμπυ, ειμπορεί να μας ακούση».</p> - -<p>Έπειτα υπάγει και κάθηται εις το άκρον της σχεδίας, και την κεφαλήν έχουσα -εστηριγμένην επί των χειρών της διαμένει σύννους.</p> - -<p>Σήμερον συνέβη τι λυπηρόν όπερ οφείλω να καταγράψω.</p> - -<p>Επί μίαν σχεδόν ώραν οι ναύται Όουεν, Φλαίπολ, Βάρκε και ο μαύρος Γύγξτροπ -συνδιελέγοντο ζωηρότατα. Συνεζήτουν ταπεινή τη φωνή, και τα σχήματά των εδήλουν -μέγαν υπερερεθισμόν. Μετά τον διάλογον τούτον ο Όουεν εγείρεται και κατευθύνεται -θρασέως προς την πρύμναν, εις το μέρος της σχεδίας το προωρισμένον εις τους -επιβάτας.</p> - -<p>«Πού πηγαίνεις, Όουεν; ερωτά ο αρχιναύτης.</p> - -<p> — Όπου έχω δουλειά.» αποκρίνεται αυθαδώς ο ναύτης.</p> - -<p>Την χυδαίαν ταύτην απόκρισιν ακούσας ο αρχιναύτης, εγκαταλείπει την θέσιν του, -αλλά προλαβών ο Ροβέρτος Κόρτις είνε αντιμέτωπος τω Όουεν.</p> - -<p>Ο ναύτης υπομένει το βλέμμα του πλοιάρχου του και μετά τρόπου ιταμού -λέγει:</p> - -<p>«Καπετάνιε, έχω να σου 'μιλήσω από μέρος των συντρόφων.</p> - -<p> — Λέγε, είπε ψυχρώς ο Ροβέρτος Κόρτις.</p> - -<p> — Για το μπράντεβιν θέλω να ειπώ, επαναλαμβάνει ο Όουεν. 'Ξέρεις, -εκείνο δα το βαρελάκι. . . Τι το φυλάτε; για της φώκες ή για τους αξιωματικούς;</p> - -<p> — Και έπειτα; λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις.</p> - -<p> — Ζητούμεν να μας μοιράζουν κάθε πρωί το συνηθισμένο μας ποτηράκι -όπως και πρώτα.</p> - -<p> — Όχι, αποκρίνεται ο πλοίαρχος.</p> - -<p> — Τι είπες;,, αναφωνεί ο Όουεν.</p> - -<p> — Είπα; όχι.»</p> - -<p>Ο ναύτης παρατηρεί ατενώς τον Ροβέρτον Κόρτις και μειδίαμα κακεντρεχές -αναπτύσσει τα χείλη του. Διστάζει επί στιγμήν, ερωτών εαυτόν εάν οφείλη να -επιμείνη, αλλά συγκρατείται, και ουδέ λέξιν ειπών, επανέρχεται προς τους εταίρους, -οίτινες διαβουλεύονται ταπεινή τη φωνή.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις καλώς εποίησεν άρα γε αρνηθείς ούτως αυθεντικώς; </p> - -<p>Το μέλλον θα μας το διδάξη. Ότε δε είπον προς αυτόν περί του συμβάντος τούτου, -μοι λέγει:</p> - -<p>«Ποτόν εις τους ανθρώπους τούτους! Προτιμώ να το ρίψωμεν εις την -θάλασσαν!»</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΔ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 21 Δεκεμβρίου</i>. — Ουδέν ακόμη αποτέλεσμα του ανωτέρω -συμβάντος, σήμερον τουλάχιστον.</p> - -<p>Επί τινας ώρας εκ νέου αναφαίνονται σπάροι κατά μήκος της σχεδίας και -δυνάμεθα έτι να συλλάβωμεν μέγιστον αριθμόν. Τους στοιβάζομεν εντός βυτίου -κενού, και η επαύξησις αύτη των προμηθειών παρέχει ημίν ελπίδας ότι υπό της πείνης -τουλάχιστον δεν θα ταλαιπωρηθώμεν.</p> - -<p>Η εσπέρα επήλθεν, αλλ' άνευ της συνήθους δροσερότητος. Συνήθως αι νύκτες είνε -δροσεραί υπό τους τροπικούς, αλλ' αύτη προμηνύεται ότι θα είνε πνιγηρά. Όγκοι -ατμού περιστρέφονται βαρέως υπεράνω των κυμάτων. Την πρώτην δε ώραν και -τριάκοντα λεπτά της πρωίας θα έχωμεν νουμηνίαν· όθεν το σκότος είνε βαθύ μέχρι της -ώρας καθ' ήν αστραπαί θερμότητος, ών η έντασις θαμβώνει, φωτίζουσα τον ορίζοντα. -Είνε δε αύται μακραί και ευρείαι ηλεκτρικαί εκκενώσεις, άνευ ωρισμένου σχήματος -πυρπολούσαι μέγα διάστημα. Αλλά περί κεραυνού ουδείς λόγος και δύναταί τις -μάλιστα ειπείν ότι η άκρα ηρεμία της ατμοσφαίρας εμποιεί φόβον.</p> - -<p>Επί δύο ώρας αναζητούντες εν τω αέρι πνοήν τινα ήττον καυστικήν η μις Χέρμπυ, ο -Ανδρέας Λετουρνέρ και εγώ, παρατηρούμεν τα προοίμια ταύτα της καταιγίδος, άτινα -είνε ως τι δοκίμιον της φύσεως, και λησμονούντες την παρούσαν κατάστασιν, -θαυμάζομεν το ύψιστον τούτο θέαμα της μάχης ηλεκτρικών νεφών, άτινα φαίνονται -ως φρούρια μετά επάλξεων, ών η οφρύς στέφεται υπό πυρών. Και των αγριωτάτων -ανθρώπων η ψυχή είνε ευαίσθητος εις τας μεγάλας σκηνάς, και βλέπω τους ναύτας -παρατηρούντας μετά προσοχής την ακατάπαυστον ταύτην των νεφών κατάφλεξιν. -Αναμφιβόλως παρατηρούσι δι' οφθαλμού τεταραγμένου τα «σκόρπια» ταύτα ως -κοινώς λέγονται, διότι δεν διαμένουσιν επί ουδενός σημείου του διαστήματος, -προαναγγέλλοντα προσεχή πάλην των στοιχείων. Τω όντι τι έμελλε να γίνη η σχεδία -μεταξύ της μανίας του ουρανού και της θαλάσσης;</p> - -<p>Μέχρι του μεσονυκτίου μένομεν καθήμενοι εν τη πρύμνη. Αι φωτειναί δε αύται -εκροαί, ών την λευκότητα η νυξ διπλασιάζει, διαχέουσιν εφ' ημών βαφήν τινα -πελιδνήν, ομοίαν προς το φασματώδες εκείνο χρώμα, όπερ λαμβάνουσι τα -αντικείμενα φωτιζόμενα υπό της φλογός οινοπνεύματος περιέχοντος άλας.</p> - -<p>«Φοβείσθε την καταιγίδα, μις Χέρμπυ; ερωτά ο Ανδρέας Λετουρνέρ την -νεάνιδα.</p> - -<p> — Όχι, κύριε, αποκρίνεται η μις Χέρμπυ, το δε συναίσθημά μου είνε μάλλον -σέβας. Δεν είνε εκ των ωραιοτάτων φαινομένων τα οποία δυνάμεθα να -θαυμάσωμεν;</p> - -<p> — Ουδέν αληθέστερον, μις Χέρμπυ, υπολαμβάνει ο Ανδρέας Λετουρνέρ· -μάλιστα δε όταν βροντά. Δύναται το ους να ακούση κρότον μεγαλοπρεπέστερον; Τι -είνε προς αυτόν αι εκπυρσοκροτήσεις του πυροβολικού, οι ψόφοι εκείνοι οι ξηροί και -άνευ βόμβου παρατεταμένου; Η βροντή γεμίζει την ψυχήν και είνε ήχος μάλλον ή -κρότος, ήχος όστις αυξάνει και ελαττούται ως λεπτός φθόγγος αοιδού. Και διά να είπω -το παν, μις Χέρμπυ, ουδέποτε φωνή καλλιτέχνου με συνεκίνησεν, όσον η μεγάλη αύτη -και απαράμιλλος φωνή της φύσεως.</p> - -<p> — Φωνή βαθυφώνου, είπον εγώ γελών.</p> - -<p> — Τω όντι, αποκρίνεται ο Ανδρέας, και είθε να την ακούσωμεν εντός -ολίγου, διότι αι άκροτοι αστραπαί είνε μονότονοι!</p> - -<p> — Νομίζεις, αγαπητέ μου Ανδρέα; απεκρίθην. Υπόμενε την καταιγίδα αν -έλθη, αλλά μη την ποθής.</p> - -<p> — Καλά! αλλ' η καταιγίς είνε άνεμος!</p> - -<p> — Και νερόν, αναμφιβόλως, προσθέτει η μις Χέρμπυ, νερόν του οποίου -έχομεν έλλειψιν!»</p> - -<p>Πολλά θα είχε τις να απαντήση προς τους δύο τούτους νέους, αλλά δεν θέλω να -αναμίξω τον λυπηρόν πεζόν λόγον μου προς την ποίησίν των. Θεωρούσι την καταιγίδα -εξ ειδικής όλως απόψεως, και επί μίαν ώραν τους ακούω ποιητικώς περί αυτής -λαλούντας και επικαλουμένους αυτήν εξ όλης καρδίας.</p> - -<p>Εν τούτοις το στερέωμα κατά μικρόν εκρύβη όπισθεν του πάχους των νεφών. Τα -άστρα σβέννυνται ανά έν εν τω ζενίθ, ολίγον μετά την εξαφάνισιν των ζωδιακών -αστερισμών υπό τας ομίχλας του ορίζοντος. Οι μαύροι και βαρείς ατμοί -στρογγυλούνται υπεράνω των κεφαλών μας και καλύπτουσι τους τελευταίους -αστέρας του ουρανού. Κατά πάσαν στιγμήν ο όγκος ούτος διαχέει μεγάλας λάμψεις -υπολεύκους, εφ' ών αποτυπούνται νεφύδρια υπότεφρα.</p> - -<p>Όλον τούτο το δοχείον του ηλεκτρισμού, το ιδρυμένον εν ταις υψηλαίς χώραις της -ατμοσφαίρας, εκενώθη μέχρι της ώρας ταύτης αθορύβως. Αλλ' επειδή ο αήρ είνε -ξηρός και ως εκ τούτου μάλιστα, κακός αγωγός, το ρευστόν θα δυνηθή να εκφύγη -μόνον διά φοβερών συγκρούσεων, και μοι φαίνεται αδύνατον να μη εκραγή μετ' ου -πολύ η καταιγίς μετ' άκρας σφοδρότητος.</p> - -<p>Την αυτήν γνώμην έχει και ο Κόρτις και ο αρχιναύτης, όστις ως μόνον οδηγόν έχει -το ναυτικόν αυτού ένστιγμα όπερ είνε αλάθητον. Ο δε πλοίαρχος προς τω ενστίγματι -τούτω του «ουέδερ ουάιζ», του μάντεως του καιρού, έχει και τας γνώσεις -πεπαιδευμένου ανδρός. Μοι δεικνύει άνωθεν ημών σωρείαν πυκνών νεφών, άτινα οι -μετεωρολόγοι καλούσι «κλουδ ριγγ» ό έστι δακτυλιόσχημα νέφη, σχηματιζόμενα -σχεδόν μόνον εν ταις χώραις της διακεκαυμένης ζώνης, κεκορεσμένα δε όλα του -ατμού, όν φέρουσιν οι ετησίαι εκ διαφόρων σημείων του Ωκεανού.</p> - -<p>«Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, είμεθα εν τη χώρα των -καταιγίδων, διότι ο άνεμος ώθησε την σχεδίαν μας μέχρι ταύτης της ζώνης, όπου -παρατηρητής έχων όργανα ευαίσθητα ήθελεν ακούη συνεχώς τους βόμβους της -βροντής. Η παρατήρησις αύτη έχει γίνει προ πολλού ήδη, και εγώ την νομίζω -ορθήν.</p> - -<p> — Μοι φαίνεται, απεκρίθην παραβάλλων το ους, ότι ακούω τους συνεχείς -τούτους βόμβους περί ών λέγετε.</p> - -<p> — Πράγματι, είπεν ο Ροβέρτος Κόρτις, είνε οι πρώτοι βρόντοι της -καταιγίδος, ήτις εντός δύο ωρών θα είνε σφοδροτάτη. Λοιπόν, θα είμεθα έτοιμοι εις -υποδοχήν της!»</p> - -<p>Ουδείς ημών διανοείται να κοιμηθή, και δεν θα ηδύνατο, διότι ο αήρ είνε -αποπνυκτικός. Αι αστραπαί ευρύνονται, αναπτυσσόμεναι ανά τον ορίζοντα εκτάσεως -εκατόν μέχρι εκατόν πεντήκοντα μοιρών, και πυρπολούσι κατά διαδοχήν όλην την -περιφέρειαν του ουρανού, εν ώ από της ατμοσφαίρας εκπέμπεται ως τις λάμψις -φωσφορίζουσα.</p> - -<p>Τέλος οι βόμβοι των βροντών επιτείνονται και γίνονται οξύτεροι, αλλ' εάν δύναται -τις να εκφρασθή ούτω, είνε έτι κρότοι στρογγύλοι, άνευ γωνιών εκρήξεως, βρόντοι ούς -η ηχώ δεν διατρέφει ακόμη, θα ενόμιζέ τις ότι ο ουράνιος θόλος είν' επεστρωμένος -διά των νεφών τούτων, ών το ελαστικόν καταπνίγει το εύηχον των ηλεκτρικών -εκκενώσεων. </p> - -<p>Η θάλασσα μέχρι τούδε διατελεί ήρεμος, βαρεία, και μάλιστα στάσιμος. Εν τούτοις -εκ των ευρειών διακυμάνσεων αίτινες υπεγείρουσιν ήδη αυτήν, οι ναυτικοί δεν -απατώνται. Κατ' αυτούς η θάλασσα είνε «εν τω γίνεσθαι», αισθανομένη τον -αντίκτυπον τρικυμίας τινός ενσκηψάσης εις το πέλαγος. Ο δεινός άνεμος δεν είνε -μακράν και, κατά μέτρον συνετόν, εάν ήτο πλοίον τι, ήδη θα εστρέφετο πλάγιον, αλλ' -η σχεδία δεν δύναται να χειρισθή, και θα καταντήση να παραδοθή τω ανέμω.</p> - -<p>Την πρώτην πρωινήν ώραν αστραπή ζωηρά συνοδευομένη υπό εκκενώσεως μετά -διάλειμμά τινων δευτερολέπτων δεικνύει ότι η καταιγίς σχεδόν υπέρκειται ημών. Ο -ορίζων εξαφανίζεται αίφνης εν υγρά ομίχλη και ήθελέ τις νομίση ότι καταπίπτει -μεγαλωστί επί της σχεδίας.</p> - -<p>Πάραυτα φωνή ναύτου ακούεται:</p> - -<p>«Καταιγίς! καταιγίς!»</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0117.jpg" width="342" -height="550" -alt="«Καταιγίς! καταιγίς!»" border="2" /><br /></p> - - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΕ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Νυξ της 21 προς την 22 Δεκεμβρίου</i>. — Ο αρχιναύτης, ορμά προς την -υπέραν την συγκρατούσαν το ιστίον, και η κεραία υποστέλλεται πάραυτα. Ήτο δε -καιρός, διότι η καταιγίς διέρχεται ως ανεμοστρόβιλος. Άνευ της κραυγής του ναύτου -όστις έδωκεν ημίν είδησιν, θα ανετρεπόμεθα, ίσως δε και θα κατεκρημνιζόμεθα εις -την θάλασσαν. Η δε σκηνή η κατά την πρύμναν ανηρπάγη υπό της ορμής της -καταιγίδος.</p> - -<p>Αλλ' η σχεδία αν μη φοβήται αμέσως τον άνεμον, εάν είνε λίαν ταπεινή ώστε να μη -δίδη λαβήν εις αυτόν, αλλ' όμως έχει να φοβήται τα τεράστια κύματα τα -υπεγειρόμενα υπό της θυέλλης. Τα κύματα δε ταύτα επί τινα λεπτά της ώρας ήσαν -πεπλατυσμένα και ως συντεθλιμμένα υπό την πίεσιν των στρωμάτων της -ατμοσφαίρας· έπειτα δε ανηγέρθησαν σφοδρότερον, το δε ύψος των αυξάνει κατά -λόγον μάλιστα της συμπιέσεως ήν υφίστανται.</p> - -<p>Πάραυτα η σχεδία ακολουθεί τας ατάκτους κινήσεις του σάλου τούτου και δεν -εκτοπίζεται μεν περισσότερον αυτού, αλλ' ακατάπαυστος διαδρομή επιφέρει -τουλάχιστον εις αυτήν ταλαντώσεις από της ετέρας πλευράς εις την ετέραν και από -των έμπροσθεν εις τα όπισθεν.</p> - -<p>«Δεθήτε! δεθήτε!» αναφωνεί ο αρχιναύτης ρίπτων προ ημάς σχοινία. </p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις ήλθεν εις βοήθειαν ημών, και μετ' ου πολύ οι κκ. Λετουρνέρ, ο -Φάλστεν και εγώ είμεθα στερεώς προσδεδεμένοι επί του συγκροτήματος, και θα -σαρωθώμεν μόνον εάν το συγκρότημα θραυσθή. Η δε μις Χέρμπυ εδέθη από της -οσφύος επί τινος των κιόνων, οίτινες συνεκράτουν την σκηνήν. Εν τη λάμψει δε των -αστραπών βλέπω το πρόσωπον αυτής γαλήνιον.</p> - -<p>Ήδη ο κεραυνός αποκαλύπτεται αδιαλείπτως διά του φωτός και της βροντής, οι δε -οφθαλμοί ημών και τα ώτα είνε μεστά. Η βροντή δεν αναμένει την βροντήν, και την -αστραπήν πριν σβεσθή διαδέχεται ετέρα αστραπή. Εν τω μέσω δε των -εξαστραπτουσών τούτων εκλάμψεων, ο εξ ατμών θόλος φαίνεται όλος -πυρπολούμενος. Θα ενόμιζε δέ τις ότι και ο Ωκεανός πυρπολείται ως ο ουρανός, και -βλέπω πολλάς αστραπάς ανιούσας, αίτινες υψούμεναι από της οφρύος των κυμάτων, -διασταυρούνται προς τας των νεφών. Δριμεία δε θειώδης οσμή διαχέεται εν τη -ατμοσφαίρα, αλλά μέχρι του νυν ο κεραυνός φειδόμενος ημών έπληξε μόνον τα -κύματα. </p> - -<p>Την δευτέραν πρωινήν ώραν η θύελλα διατελεί εν όλη αυτής τη μανία. Ο άνεμος -μετετράπη εις λαίλαπα, ο δε σάλος, φοβερός ών, κινδυνεύει να εξαρθρώση την -σχεδίαν. Ο ξυλουργός Δαούλας, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο αρχιναύτης, άλλοι ναύται, -επιχειρούσι να στερεώσωσιν αυτήν διά σχοινίων. Υπερμεγέθεις όγκοι θαλάσσης -πίπτουσι καθέτως, και αι βαρείαι αύται καταιονήσεις διαβρέχουσιν ημάς μέχρι -οστέων δι' ύδατος σχεδόν χλιαρού. Ο κ. Λετουρνέρ ρίπτεται προ των μαινομένων -τούτων κυμάτων, ως θέλων να προασπίση τον υιόν του εκ συγκρούσεως καθ' -υπερβολήν σφοδράς. Η δε μις Χέρμπυ είνε ακίνητος· ήθελεν υπολάβη τις αυτήν ως -άγαλμα της καρτερίας.</p> - -<p>Την στιγμήν δε ταύτην εν τη οξεία των αστραπών λάμψει διακρίνω χονδρά νέφη, -τα μάλα εκτεταμένα, και πιθανώς βαθύτατα, την χροιάν υπόπυρρα [<span style= -'font-size: small;'><a href='#fn85' id='ref85'>85</a></span>] -, και κρότος συνεχής ως όπλων εκπυρσοκρότησις αντήχησεν εν τη ατμοσφαίρα. Είνε δε -ο κρότος ούτος ιδιάζων τις βρόμος, παραγόμενος εκ σειράς ηλεκτρικών εκκενώσεων, -εις άς χονδροί κόκκοι χαλάζης χρησιμεύουσιν ως διάμεσα μεταξύ των αντικειμένων -νεφών. Και τω όντι διά της συναντήσεως νέφους θυελλώδους και ρεύματος αέρος -ψυχρού σχηματίζεται χάλαζα και καταπίπτει μεθ' υπερβολικής σφοδρότητος. -Σφαιροβολούμεθα υπό των κόκκων τούτων της χαλάζης το μέγεθος καρύου, οίτινες -πλήττουσι το κρηπίδωμα μετά λαμπρού μεταλλικού ήχου.</p> - -<p>Το μετέωρον τούτο επιμένει ούτω επί ημίσειαν ώραν και συντελεί εις τον -κοπασμόν του ανέμου· αλλ' ούτος, αφ' ού μετεπήδησεν εις πάντα τα σημεία της -πυξίδος, αναλαμβάνει έπειτα μετ' απαραμίλλου σφοδρότητος. Ο ιστός της σχεδίας -θραυσθέντων των επιτόνων κλίνει πλαγίως, και σπεύδουσι να τον αποσπάσωσι της -υποπτερνίδος του, ίνα μη θραυσθή σύρριζα. Το δε πηδάλιον εξαρθρούται υπό -κύματος, και το ουράδιον εκπεσόν εκφεύγει και των αδυνάτων να το συγκρατήσωσι. -Ταυτοχρόνως δε τα του αριστερού τοίχου δρύφακτα αποσπώνται και τα κύματα -εισπίπτουσι διά του ρήγματος τούτου.</p> - -<p>Ο ξυλουργός και οι ναύται θέλουσι να διορθώσωσι την βλάβην, αλλά κωλυόμενοι -υπό των τιναγμών, συγκυλίονται επ' αλλήλους, ότε η σχεδία ανεγειρομένη υπό -τεραστίων κυμάτων κλίνει, σχηματίζουσα γωνίαν πλέον των τεσσαράκοντα πέντε -μοιρών. Πώς οι άνδρες ούτοι δεν παρεσύρθησαν; Πώς δεν θραύονται τα σχοινία τα -συγκρατούντα ημάς; Πώς δεν ερρίφθημεν πάντες εις την θάλασσαν; Ανεξήγητον. Εγώ -δε, μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη ανατραπή η σχεδία κατά τινα των ατάκτων -τούτων κινήσεων, και τότε, ως είμεθα δεδεμένοι επί των σανίδων τούτων, θα -αποθάνωμεν εξ ασφυξίας μετά σπασμών!</p> - -<p>Τω όντι περί την τρίτην πρωινήν ώραν, καθ' ήν στιγμήν η λαίλαψ μαίνεται υπέρ -ποτε σφοδρότερον, η σχεδία, ανάρπαστος γενομένη επί των νώτων κύματος, κλίνει -προς την ετέραν πλευράν και κραυγαί φρίκης ρήγνυνται! Μέλλομεν να -περιτραπώμεν!. . . Όχι. . . Η σχεδία συνεκρατήθη επί της οφρύος του κύματος εις -ύψος ακατάληπτον, και υπό την επιτεταμένην λάμψιν των αστραπών, αίτινες -πολυτρόπως διασταυρούνται, κατεπτοημένοι, έντρομοι, ηδυνήθημεν να περιλάβωμεν -διά του βλέμματος την θάλασσαν ταύτην, την αφρίζουσαν ως εάν εθραύετο επί -σκοπέλων.</p> - -<p>Έπειτα η σχεδία αναλαμβάνει σχεδόν πάραυτα την οριζόντειον αυτής θέσιν, αλλά -κατά την πλαγίαν ταύτην εκτόπισιν τα εχμάτια [<span style='font-size: small;'> -<a href='#fn86' id='ref86'>86</a></span>] - των βυτίων εθραύσθησαν· έν δε των βυτίων τούτων είδον διερχόμενον υπεράνω της -σχεδίας, του δ' ετέρου απεσπάσθη ο πυθμήν και εξεχύθη το εν αυτώ ύδωρ.</p> - -<p>Ναύται ορμώσιν ίνα συγκρατήσωσι το δεύτερον βυτίον το περιέχον το παστόν -κρέας· αλλά τινος αυτών ο πους συλλαμβάνεται μεταξύ των αραιωθεισών σανίδων -του κρηπιδώματος, αίτινες πάλιν συσφίγγονται, ο δε τάλας ωρύεται υπό των -αλγηδόνων.</p> - -<p>Θέλω να σπεύσω προς αυτόν και κατορθώ να λύσω τα συνέχοντά με σχοινία. . . -Αλλά κατόπιν εορτής, και εν αστραπή θαμβούση το βλέμμα μου, βλέπω τον -ταλαίπωρον, ού ο πους είχεν απαλλαγή, σαρωνόμενον υπό κύματος όπερ -κατεκάλυψεν ημάς εξ ολοκλήρου. Και ο εταίρος αυτού συνεξηφανίσθη συν αυτώ, -ουδενός ημών δυνηθέντος να σπεύση εις βοήθειαν αυτών.</p> - -<p>Εμέ δε το κύμα της θαλάσσης εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος, η κεφαλή μου -προσέκρουσεν επί της γωνίας σφηκίσκου και ελιποθύμησα.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0124a.jpg" width="345" -height="550" -alt="«Μ' εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος. . . »" -border="2" /><br /></p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΣΤ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 22 Δεκεμβρίου</i>. — Η ημέρα ήλθε τέλος, και ο ήλιος εφάνη μεταξύ -των τελευταίων νεφών, ά κατέλιπεν η καταιγίς όπισθεν αυτής. Η πάλη αύτη των -στοιχείων διήρκεσεν ώρας τινάς μόνον, αλλ' ήτο φρικώδης, αήρ και ύδωρ -συνεκρούσθησαν μετ' απαραμίλλου βίας.</p> - -<p>Τα κυριώτατα των συμβάντων ηδυνήθην να καταδείξω, διότι η μετά την πτώσιν -μου λιποθυμία δεν μ' αφήκε να παρατηρήσω το τέλος του κατακλυσμού τούτου. -Ειξεύρω δε μόνον ότι, ολίγον μετά το μέγα κύμα, η καταιγίς εκόπασεν υπό βροχής -ραγδαίας, και η ηλεκτρική της ατμοσφαίρας έντασις ηλαττώθη, ώστε η καταιγίς δεν -παρετάθη πέρα της νυκτός. Αλλά κατά το χρονικόν τούτο διάστημα πόσας βλάβας -επήνεγκεν ημίν, ποίας ανεπανορθώτους απωλείας, και κατ' ακολουθίαν πόσαι -συμφοραί αναμένουσιν ημάς! Ουδέ καν ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν μίαν σταγόνα εκ -των χειμάρρων εκείνων της βροχής!</p> - -<p>Συνήλθον μεν διά των περιθάλψεων των κκ. Λετουρνέρ και της μις Χέρμπυ, αλλ' εις -τον Ροβέρτον Κόρτις οφείλω ότι δεν εσαρώθην υπό δευτέρου τινός κύματος.</p> - -<p>Ο έτερος των απολεσθέντων δύο ναυτών κατά την τρικυμίαν είνε ο Ώστιν, νέος -εικοσιοκτώ ετών, χρηστός, φιλόπονος και γενναίος, ο δ' έτερος είνε ο γηραιός -Ιρλανδός Ο Ρέδυ, ο επιζήσας τοσούτοις ναυαγίοις.</p> - -<p>Δεκαέξ μόνον υπολειπόμεθα επί της σχεδίας, τούτ' έστι το ήμισυ σχεδόν των επί -του <i>Σάνσελλορ</i> επιβιβασθέντων εξηφανίσθη ήδη!</p> - -<p>Και νυν τι υπολείπεται ημίν ως προς τας τροφάς;</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις ηθέλησε να πληροφορηθή ακριβώς περί των προμηθειών. Εις τι -συνίστανται και πόσον θα διαρκέσωσι.</p> - -<p>Το ύδωρ δεν θα λείψη ακόμη, διότι υπολείπονται έτι εν τω θραυσθέντι βυτίω -δεκατέσσαρα γαλλόνια, — εξήκοντα πέντε λίτραι, — ό έστι υπέρ τας πεντήκοντα -οκάδας, το δ' έτερον βυτίον είνε άθικτον. Αλλά το περιέχον το παστόν κρέας και τους -ιχθύς ούς είχομεν αλιεύση, εσαρώθησαν αμφότερα, ουδενός όλως υπολειφθέντος. -Διπυρίτου δε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν υπολογίζει πλέον των εξήκοντα λιτρών, τούτ' έστι -τεσσαράκοντα επτά οκάδων, το σωθέν εκ των προσβολών της θαλάσσης.</p> - -<p>Εξήκοντα δε λίτραι διά δεκαέξ ψυχάς, είνε οκτώ ημερών τροφή προς ημίσειαν -λίτραν, ό έστι προς εκατόν πεντήκοντα έξ δράμια τον άνθρωπον.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις γνωστοποιεί ημίν όλην την κατάστασιν των πραγμάτων, τον -ηκούσαμεν δε εν σιωπή. Εν σιωπή ωσαύτως διήλθεν η ημέρα αύτη της 22 Δεκεμβρίου. -Έκαστος διανοείται καθ' εαυτόν, αλλ' είνε προφανές ότι τα αυτά διανοήματα -παράγονται εν τω πνεύματι πάντων. Μοι φαίνεται ότι βλέπομεν αλλήλους μετά -οφθαλμών διαφόρων, και το φάσμα της πείνης επιφαίνεται ήδη. Μέχρι τούδε δεν -εστερήθημεν ακόμη εντελώς πόσεως και βρώσεως· αλλά νυν η μερίς του ύδατος θα -ελαττωθή κατ' ανάγκην, η δε του διπυρίτου. . . !</p> - -<p>Κατά τινα στιγμήν ελθών πλησίον του ομίλου των ναυτών, εξηπλωμένων εν τη -πρώρα, ήκουσα τον Φλαίπολ λέγοντα μετά τινος ειρωνείας.</p> - -<p>«Όσοι έχουν σκοπόν ν' αποθάνουν, θα κάνουν καλά ν' αποθάνουν από τώρα.</p> - -<p> — Ναι, απεκρίθη ο Όουεν. Το ελάχιστον θ' αφήσουν το μερτικό τους 'ς τους -άλλους!».</p> - -<p>Η ημέρα διήλθεν εν καταπτώσει και αθυμία πάντων. Έκαστος έλαβε το -κεκανονισμένον ημίλιτρον του διπυρίτου. Καί τινες μεν κατεβρόχθισαν αυτό -παραχρήμα, ούτως ειπείν, μετά λύσσης, τινές δε συνετώς ποιούντες, διέθεσαν αυτό -μετά φειδούς. Μοι φαίνεται ότι ο μηχανικός Φάλστεν διήρεσε την μερίδα του εις τόσα -μέρη οσάκις συνήθως τρώγει την ημέραν.</p> - -<p>Εάν τις μέλλη να επιζήση, ούτος θα είνε ο Φάλστεν.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΖ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 23 μέχρι 30 Δεκεμβρίου</i>. — Μετά την καταιγίδα ο άνεμος -μετετράπη εις Μέσην (ΒΑ) και διατηρείται ως αύρα. Δέον δε να επωφεληθώμεν, διότι -τείνει εις το να φέρη ημάς πλησίον της γης. Ο ιστός ιδρυθείς εκ νέου επιμελεία του -Δαούλα, στερεούται καλώς, το ιστίον επαίρεται εις το άκρον του ιστού, και η σχεδία -ουριοδρομεί προς δυο μίλια μέχρι δύο και ήμισυ, την ώραν.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0109.jpg" width="357" -height="550" -alt="Η σχεδία ουριοδρομεί. . . " -border="2" /><br /></p> - - -<p>Ενησχολήθησαν ωσαύτως εις το να προσαρμόσωσιν ουράδιον κατασκευασθέν εκ -σφηκίσκων και πλατείας σανίδος. Ενεργεί δε το ουράδιον μετρίως πως, αλλ' όμως, ως -τρέχει η σχεδία ωθουμένη υπό του ανέμου, δεν είνε χρεία μεγάλης προσπαθείας προς -συγκράτησιν αυτής.</p> - -<p>Και το κρηπίδωμα επεσκευάσθη διά σφηνών και σχοινίων, δι' ών συσφίγγονται αι -αποχωρισθείσαι σανίδες, τα δε της αριστεράς πλευράς δρύφακτα τα υπό κύματος -ανάρπαστα γενόμενα, αναπληρούνται και σώζωσιν ημάς από των προσβολών της -θαλάσσης. Ενί λόγω παν ό τι ήτο δυνατόν να γίνη προς στερέωσιν του εξ ιστών και -κεραιών συγκροτήματος τούτου, εγένετο, αλλ' ο χείριστος των κίνδυνων δεν έγκειται -εν τούτω.</p> - -<p>Μετά του αιθρίου ουρανού επανήλθε και ο τροπικός εκείνος καύσων, εξ ού -τοσούτον εταλαιπωρήθημεν τας προηγουμένας ημέρας αλλά σήμερον ευτυχώς -μετριάζεται υπό της πνοής του ανέμου. Της δε σκηνής αποκατασταθείσης εν τη -πρύμνη της σχεδίας, καταφεύγομεν υπό την σκέπην αυτής εξ υπαμοιβής [<span style= -'font-size: small;'><a href='#fn87' id='ref87'>87</a></span>] -.</p> - -<p>Εν τούτοις το ανεπαρκές της διατροφής άρχεται γινόμενον μάλλον -επαισθητότερον. Προφανώς πάσχομεν υπό πείνης. Αι παρειαί είνε κοίλαι, τα -πρόσωπα λελεπτυσμένα. Των πλείστον ημών το κεντρικόν νευρικόν σύστημα -προσεβλήθη απ' ευθείας, και η του στομάχου συστολή παράγει αίσθησιν αλγεινήν. -Εάν προς φενακισμόν της πείνης ταύτης, εάν προς αποκοίμισιν αυτής είχομεν -ναρκωτικόν τι, όπιον, φέρ' ειπείν, ή καπνόν, ίσως θα ήτο μάλλον ανεκτή. Όχι! των -πάντων στερούμεθα!</p> - -<p>Ημών είς μόνος διαφεύγει την επιβάλλουσαν ταύτην ανάγκην, ο υποπλοίαρχος -Ουάλτερ, κατατρυχόμενος υπό σφοδρού πυρετού, όστις και τον «τρέφει», αλλά δίψα -φλογερά τον βασανίζει. Η μις Χέρμπυ, εν ώ εφύλαττε μέρος της μερίδος της υπέρ του -ασθενούς, επέτυχε παρά του πλοιάρχου και συμπλήρωμα ύδατος· κατά παν δε -τέταρτον ώρας εμβρέχει τα χείλη του υποπλοιάρχου. Ο Ουάλτερ μόλις και μετά βίας -δύναται να προφέρη λέξιν, και δια του βλέμματος ευχαριστεί την ελεήμονα νεάνιδα. Ο -τάλας! είνε καταδεδικασμένος, και αι επιμονώταται δε των περιθάλψεων δεν θα τον -σώσωσιν. Εκείνος, τουλάχιστον, δεν μέλλει να ταλαιπωρηθή περισσότερον.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0124b.jpg" width="348" -height="550" -alt="Κατά παν τέταρτον εμβρέχει τα χείλη του. .," -border="2" /><br /></p> - -<p>Προς δε τούτοις φαίνεται σήμερον έχων συναίσθησιν της καταστάσεώς του, διότι -με καλεί διά νεύματος. Έρχομαι και κάθημαι πλησίον του, εκείνος δε συναθροίζων -όλας αυτού τας δυνάμεις και διά λέξεων διακεκομμένων μοι λέγει.</p> - -<p>«Κύριε Κάζαλλον, έχω ακόμη πολύ,,»</p> - -<p>Όσον ολίγον και αν ενδοιάζω να αποκριθώ, ο Ουάλτερ το παρατηρεί και -επαναλαμβάνει;</p> - -<p>«Την αλήθειαν, όλην την αλήθειαν!</p> - -<p> — Δεν είμαι ιατρός και δεν δύναμαι. .,</p> - -<p>Δεν πειράζει! Αποκριθήτε μου σας παρακαλώ!,,»</p> - -<p>Παρατηρώ επί μακρόν τον άρρωστον, έπειτα θέτω το ους μου επί του στήθους -του. Από τινων ημερών η φθίσις επροώδευσε προφανώς γιγαντίοις βήμασιν, είνε δε -πολύ βέβαιον ότι ο έτερος των πνευμόνων δεν εργάζεται, ο δ' έτερος μόλις δύναται να -επαρκέση εις τας χρείας της αναπνοής. Ο Ουάλτερ κατατρύχεται υπό πυρετού, όστις -θα είνε το σημείον προσεχούς θανάτου εν ταις φυματικαίς νόσοις.</p> - -<p>Τι έχω ν' αποκριθώ εις το ερώτημα του υποπλοιάρχου;</p> - -<p>Το βλέμμα του όμως είνε τόσον ερωτηματικόν, ώστε αμηχανών επιζητώ -υπεκφυγήν τινα!</p> - -<p>«Φίλε μου, τω λέγω, ουδείς εξ ημών, εν τη καταστάσει εν τη οποία διατελούμεν, -δύναται να ελπίζη ότι θα ζήση πολύ. Τις οίδεν εάν εντός οκτώ ημερών πάντες όσους -φέρει η σχεδία. . . </p> - -<p> — Εντός οκτώ ημερών!» ψιθυρίζει ο υποπλοίαρχος, ού το φλογερόν -βλέμμα προσηλούται επάνω μου.</p> - -<p>Έπειτα στρέφει την κεφαλήν και φαίνεται αποκοιμιζόμενος.</p> - -<p>Τη 24, 25, και 26 Δεκεμβρίου ουδεμία μεταβολή της καταστάσεως ημών. -Γυμναζόμεθα δε να μη αποθάνωμεν της πείνης, ει και λεγόμενον τούτο φαίνεται -απίθανον. Αι διηγήσεις ναυαγίων συνεχώς αναφέρουσι γεγονότα συμφωνούντα προς -όσα παρατηρώ ενταύθα, αλλ' αναγινώσκων εθεώρουν αυτάς υπερβολικάς. Και όμως -δεν ήσαν· βλέπω δε καλώς ότι την έλλειψιν τροφής δύναται τις να υπομείνη πλέον ή -όσον διενοούμην. Άλλως τε προς τη ημισεία λίτρα του διπυρίτου ο πλοίαρχος ενόμισε -δέον να προσθέση τινάς σταγόνας βρανδεβίνου, αύτη δε η δίαιτα στηρίζει τας -δυνάμεις ημών πλέον ή όσον θα ηδύνατό τις να φαντασθή. Αν ήμεθα εξησφαλισμένοι -δι' ομοίας μερίδος επί δύο μήνας, επί ένα! Αλλ' η προμήθεια εξαντλείται, και έκαστος -δύναται ήδη να προΐδη την στιγμήν καθ' ήν η λιτή αύτη διατροφή θα εκλίπη -ολοσχερώς.</p> - -<p>Ανάγκη λοιπόν παντί σθένει να ζητήσωμεν από της θαλάσσης συμπληρωματικήν -τροφήν, όπερ πολύ δυσχερές νυν. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο ξυλουργός -κατασκευάζουσι νέας ορμιάς διά σχοινιού εξελιχθέντος, τη προσθήκη καρφίων -εξαχθέντων εκ των σανίδων του κρηπιδώματος.</p> - -<p>Τελειωθέντων των μηχανημάτων τούτων, ο αρχιναύτης φαίνεται αρκούντως -ευηρεστημένος εκ του έργου του.</p> - -<p>«Δεν είνε δα και περίφημα αγκίστρια αυτά τα καρφιά, αλλά τέλος πάντων θα -ειμπορούσαν να πιάσουν όπως και κάθε άλλο αγκίστρι, αν δεν μας έλειπε το δόλωμα! -Αλλά 'μείς μόνον διπυρίτην έχομεν, και αυτός δεν πιάνει. Το πρώτον ψάρι που θα -πιάσωμε, δεν θα δυσκολευθώ να δολώσω το αγκίστρι με το ζωντανό κρέας του. -Λοιπόν εδώ είνε όλη η δυσκολία: πώς να πιάσωμε το πρώτο ψάρι!».</p> - -<p>Ορθώς λέγει ο αρχιναύτης, και πιθανώς η αλιεία θα αποβή άκαρπος. Τέλος -αναρρίπτει τον κύβον, αι ορμιαί ρίπτονται, αλλ', ως ηδύνατό τις να προΐδη, ουδείς -ιχθύς «δαγκάνει». Είνε δε άλλως τε πρόδηλον ότι αι θάλασσαι αύται ολίγον είνε -ιχθυοτρόφοι.</p> - -<p>Κατά τας ημέρας της 28 και της 29 αι απόπειραι ημών μάτην εξηκολούθησαν διότι -τα τεμάχια του διπυρίτου, δι' ών εδολώθησαν αι ορμιαί, διαλύονται εν τω ύδατι, ώστε -ανάγκη να παραιτηθώμεν. Άλλως τε και μάτην δαπανώμεν την ουσίαν ταύτην, ήτις -αποτελεί την μόνην ημών τροφήν, και ήδη περιήλθομεν εις το σημείον να μετρώμεν -και τα ψιχία αυτής.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης, στερούμενος άλλου μέσου, επινοεί τότε να προσαρμόση επί του -καρφίου των ορμιών ράκος υφάσματος. Η μις Χέρμπυ τω δίδει τεμάχιον εκ του -περικαλύπτοντος αυτήν ερυθρού περιωμίου. Ίσως δε το ράκος τούτο, στίλβον υπό το -ύδωρ, ελκύση αδηφάγον τινά ιχθύν.</p> - -<p>Η νέα αύτη δοκιμή εγένετο την 30 του μηνός. Επί πολλάς ώρας αι ορμιαί είνε -βεβυθισμέναι, αλλ' ότε τας ανασύρουσι, το ερυθρόν ράκος διατελεί άθικτον.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης είνε όλως άθυμος, διότι και το δόλωμα τούτο απέτυχε. Τι δεν θα -εδίδομεν ίνα συλλάβωμεν τον πρώτον τούτον ιχθύν, όστις θα επέτρεπεν ίσως να -αλιεύσωμεν και άλλους!</p> - -<p>«Άλλο έν μέσον θα εχρησίμευε διά να δολώσωμεν τας ορμιάς μας, μοι είπεν ο -αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή.</p> - -<p> — Ποίον; ηρώτησα.</p> - -<p> — Θα το μάθετε αργότερα!», αποκρίνεται ο αρχιναύτης ατενίζων με μετά -παραδόξου τρόπου.</p> - -<p>Τι να σημαίνωσιν οι λόγοι ούτοι, λεγόμενοι υπ' ανδρός όστις αείποτε μ' εφάνη λίαν -επιφυλακτικός; Όλην νύκτα εσκεπτόμην περί τούτου.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΗ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 1 μέχρι της 5 Ιανουαρίου</i>. — Τρεις μήνες και πλέον παρήλθον -αφ' ότου κατελίπομεν το Κάρλεστον επί του <i>Σάνσελλορ</i>, επί είκοσι δε ημέρας -φερόμεθα επί της σχεδίας ταύτης, παίγνια των ανέμων και των ρευμάτων. Προέβημεν -άρα γε προς δυσμάς προς την Αμερικανικήν ακτήν, ή μάλλον μας έρριψεν η τρικυμία -εις το πέλαγος μακράν πάσης γης; Ουδ' είνε καν πλέον δυνατόν να το εξακριβώσωμεν, -διότι κατά την τελευταίαν θύελλαν, ήτις εγένετο ημίν ούτως ολεθρία, τα όργανα του -πλοιάρχου συνετρίβησαν, ει και κατεβλήθη πάσα πρόνοια περί διαφυλάξεως αυτών. -Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν έχει πλέον ούτε πυξίδα, ίνα εύρη την διεύθυνσιν ήν έχομεν, -ούτε εξάντα ίνα λάβη ύψος. Είμεθα άρα γε πλησίον ακτής ή απέχομεν εκατοστύας -μιλίων; Αδύνατον να το ειξεύρωμεν αλλ' αφ' ού πάσαι αι περιπτώσεις είνε εναντίον -ημών, είνε πολύς φόβος μήπως είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι.</p> - -<p>Εν τη άκρα ταύτη άγνοια περί της καταστάσεως ημών ενυπάρχει τι το -απελπιστικόν, αναμφιβόλως· αλλ' όμως, επειδή η ελπίς ουδέποτε εγκαταλείπει την -ανθρωπίνην καρδίαν, αγόμεθα ενίοτε να πιστεύωμεν, παρά πάντα λόγον, ότι η ακτή -είνε εγγύς. Όθεν έκαστος παρατηρεί τον ορίζοντα και αναζητεί να διακρίνη επί της -καθαρωτάτης εκείνης γραμμής σχήμα τι γης. Προς τούτο οι οφθαλμοί ημών, ημών των -επιβατών, εξαπατώσιν ημάς αδιαλείπτως και καθιστώσι την πλάνην ημών -αλγεινοτέραν. Νομίζομεν ότι βλέπομεν. ., αλλά δεν είνε τίποτε, είνε νέφος, είνε -ομίχλη, είνε κυματισμός του σάλου. Ουδεμία γη είνε εκεί πέραν, ουδέν πλοίον -αποτυπούται επί της υποτέφρου εκείνης περιμέτρου, ένθα συγχέονται θάλασσα και -ουρανός. Η σχεδία είνε αείποτε το κέντρον της ερήμου ταύτης περιφερείας.</p> - - -<p>Την 1 Ιανουαρίου εφάγομεν τον τελευταίον ημών διπυρίτην, ή μάλλον ειπείν, τα -τελευταία ψυχία του διπυρίτου. Την 1 Ιανουαρίου! Ποίας αναμνήσεις η ημέρα αύτη -ενθυμίζει, και εν αντιπαραβολή πόσον μας φαίνεται αξιοθρήνητος! Η ανανέωσις του -έτους και αι ευχαί άς η «πρώτη του έτους» προκαλεί, αι οικογενειακαί διαχύσεις άς -επιφέρει, η ελπίς ής πληρούται η καρδία, ουδέν τούτων είνε πλέον εις ημάς! Αι δε -λέξεις «Σας εύχομαι αίσιον το νέον έτος» άς προφέρει τις μειδιών, τις ημών ήθελε -τολμήση να τας εκστομίση; Τις ήθελε τολμήση να ελπίση μίαν και μόνην ημέραν δι' -εαυτόν καν;</p> - -<p>Και όμως ο αρχιναύτης ελθών προς με και ατενίζων με κατά τρόπον -αλλόκοτον:</p> - -<p>«Κύριε Κάζαλλον, μοι είπε, σας εύχομαι να διέλθετε αισίως. .,</p> - -<p> — Το νέον έτος;</p> - -<p> — Όχι, την σημερινήν ημέραν και μάλιστα είνε πολύ γενναιότης από -μέρους μου, διότι, μάθετε, δεν υπάρχει πλέον τίποτε τρόφιμον, εις την σχεδίαν.»</p> - -<p>Τίποτε πλέον, πάντες γινώσκομεν τούτο, και όμως την επιούσαν, ότε ήλθεν η ώρα -της ημερησίας διανομής, εκπληττόμεθα ως εάν μη είχομεν είδησιν του πράγματος. -Δεν δύναταί τις να πιστεύση εις την τελείαν ταύτην σιτοδείαν.</p> - -<p>Περί την εσπέραν αισθάνομαι στροφούς εν τω στομάχω σφοδροτάτους, οίτινες -προκαλούσι χασμήματα αλγεινά. Έπειτα δε πραΰνονται κατά τι μετά δύο ώρας.</p> - -<p>Την επιούσαν, 3 του μηνός, εκπλήττομαι, διότι δεν πάσχω περισσότερον. -Αισθάνομαι δε εν εμοί κενόν άπειρον, αλλά το συναίσθημα τούτο είνε τουλάχιστον -ηθικόν τε και φυσικόν. Η κεφαλή μου βαρεία και δυσκόλως ισορροπούσα, μοι -φαίνεται σαλεύουσα επί των ώμων μου, και αισθάνομαι τους ιλίγγους εκείνους, ούς -γεννά η άβυσσος όταν κύπτωμεν υπεράνω αυτής.</p> - -<p>Αλλά τα συμπτώματα ταυτά δεν είνε τα αυτά εις πάντας. Τινές των συμπλωτήρων -μου πάσχουσιν ήδη δεινώς. Μεταξύ άλλων ο ξυλουργός και ο αρχιναύτης, οίτινες είνε -φύσει πολυφάγοι. Αι βάσανοι αναγκάζουσιν αυτούς να κραυγάζωσιν ακουσίως, και -είνε αναγκασμένοι να σφιγχθώσι διά σχοινίου. Και είμεθα εν τη δευτέρα μόνον -ημέρα!</p> - -<p>Α! το ημίλιτρον εκείνο του διπυρίτου, την ισχνήν εκείνην μερίδα ήτις εφαίνετο άρτι -λίαν ανεπαρκής, πώς την εμεγέθυνεν τότε η επιθυμία ημών! Πόσον ήτο υπερμεγέθης, -φαίνεται ημίν νυν ότε ουδέν έχομεν πλέον! Το τεμάχιον εκείνο του διπυρίτου εάν -διενέμετο έτι, εάν έδιδον ημίν το ήμισυ, το τέταρτον μόνον, θα επήρκει εις συντήρησιν -πολλών ημερών! θα το ετρώγομεν ψίχα ψίχα!</p> - -<p>Εν πόλει πολιορκουμένη, περιελθούση εν τη εσχάτη σιτοδεία, δύναταί τις έτι εν -τοις ερειπίοις, εν τοις ρυακίοις, εν ταις γωνίαις να εύρη οστούν λιπόσαρκον, ρίζαν τινά -ερριμμένην, εξαπατώσαν στιγμιαίως την πείναν! Αλλ' επί των σανίδων τούτων, άς -τοσάκις τα κύματα εσάρωσαν, ών τα αραιώματα ανεσκελεύθησαν ήδη, ών εξέσθησαν -αι γωνίαι, ένθα ο άνεμος πιθανόν να είχεν ωθήση τινά περισσεύματα, τι θα ηδύνατό -τις να αναζητήση πλέον;</p> - -<p>Το μήκος των νυκτών είνε μέγα — μείζον και των ημερών! Μάτην ζητεί τις εν τω -ύπνω στιγμιαίαν ανακούφισιν! Ο ύπνος, και εάν κατορθώνη να κλείη τους οφθαλμούς -ημών, ουδέν άλλο είνε η πυρετώδης νάρκωσις μεστή εφιαλτών.</p> - -<p>Εν τούτοις την νύκτα ταύτην, καταβαλλόμενος υπό του καμάτου έν τινι στιγμή καθ' -ήν και η πείνα μου εκοιμάτο, ηδυνήθην να αναπαυθώ επί τινας ώρας.</p> - -<p>Την επιούσαν, ώρα έκτη, αφυπνίσθην υπό αλαλαγμών εξηχούντων επί της -σχεδίας. Εξεγείρομαι διά μιας και κατά την πρώραν βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ και -τους ναύτας Όουεν, Φλαίπολ Ουίλσων, Βάρκε, Σάνδων συνηθροισμένους εν στάσει -επιθετική. Οι άθλιοι ούτοι ήρπασαν εργαλεία του ξυλουργού, πέλεκυν, σφύραν, -σμίλην, και απειλούσι τον πλοίαρχον, τον αρχιναύτην και τον Δαούλαν. Πάραυτα δε -σπεύδω εκεί ένθα ίστατο ο Ροβέρτος Κόρτις και οι μετ' αυτού, με παρακολουθεί δε και -ο Φάλστεν. Ημείς δε μόνα όπλα έχομεν τα μαχαίριά μας, αλλ' ουδέν ήττον έχομεν -ακράδαντον απόφασιν να αμυνθώμεν.</p> - -<p>Ο Όουεν και ο όχλος του βαίνουσιν εναντίον ημών. Οι άθλιοι είνε οινοβαρείς, διότι -την νύκτα έθραυσαν τον κόρον του βρανδεβίνου και έπιον κατά κόρον.</p> - -<p>Αλλά τι θέλουσι;</p> - -<p>Ο Όουεν και ο μαύρος Γύγξτροπ, οι ήττον μεθύοντες, εξερεθίζουσι τους άλλους να -σφάξωσιν ημάς, εκείνοι δε υπείκουσιν εις οινοπνευματώδη τινά μανίαν.</p> - -<p>«Κάτω ο Κόρτις! αναφωνούσι. 'Σ την θάλασσαν ο πλοίαρχος! Όουεν αρχηγός! -Όουεν αρχηγός!»</p> - -<p>Ηγέτης αυτών είνε ο Όουεν, ο δε μαύρος είνε ο δεύτερος. Το μίσος των δύο -τούτων ανθρώπων κατά των ιδίων αξιωματικών εκδηλούται την στιγμήν ταύτην διά -βιαιοπραγίας, ήτις και αν επετύγχανε δεν θα έσωζεν όμως την ημετέραν κατάστασιν. -Αλλ' οι οπαδοί αυτών, ανίκανοι όντες προς ορθήν σκέψιν και ωπλισμένοι, ημών -αόπλων όντων, καθιστώσιν αυτούς επιφόβους.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις βλέπων αυτούς προχωρούντας, έρχεται προς αυτούς και μετά -φωνής ισχυράς αναφωνεί:</p> - -<p>«Κάτω τα όπλα!</p> - -<p> — Κτυπάτε τον τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0131.jpg" width="357" -height="550" -alt="«Κτυπάτε τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν. . . " -border="2" /><br /></p> - -<p>Ο άθλιος παροξύνει τους συνενόχους του διά σχήματος, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις, -απωθών τον μεθύοντα όμιλον, πορεύεται κατ' ευθείαν προς τον Όουεν και τον -ερωτά:</p> - -<p>«Τι θέλεις;</p> - -<p> — Δεν θέλομεν ανώτερον εδώ μέσα! αποκρίνεται ο Όουεν. Όλοι είμαστε -ένα πράγμα!»</p> - -<p>Κτήνος ηλίθιον! Ως εάν μη ήμεθα τάχα πάντες ίσοι ενώπιον της δυστυχίας!</p> - -<p>«Όουεν, αναφωνεί εκ δευτέρου ο πλοίαρχος, κάτω τα όπλα!</p> - -<p> — Απάνω τους, παιδιά!» αναφωνεί ο Όουεν.</p> - -<p>Αγών συνάπτεται. Ο Όουεν και ο Ουίλσων εφορμώσι κατά του Ροβέρτου Κόρτις, -όστις αποκρούει τας πληγάς των διά τεμαχίου σφηκίσκου, ο δε Βάρκε και ο Φλαίπολ -επιπίπτουσι κατά του Φάλστεν και του αρχιναύτου. Εγώ δε ενώπιόν μου έχω τον -μαύρον Γύγξτροπ, όστις κραδαίνων σφύραν θέλει να με πλήξη. Προσπαθώ να τον -περιβάλω διά των βραχιόνων μου, ίνα παραλύσω τας κινήσεις του, αλλ' η μυική ισχύς -του αχρείου είνε ανωτέρα της εμής. Παλαίσας επί τινας στιγμάς, αισθάνομαι ότι θα -καταβληθώ, ότε ο Γύγξτροπ κατακυλίεται επί του κρηπιδώματος συμπαρασύρων και -εμέ. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ειχε συλλάβη αυτόν από του ποδός και τον έρριψε κατά -γης.</p> - -<p>Η επέμβασις αύτη μ' έσωσεν. Ο μαύρος πίπτων αφήκε το όπλον του, εγώ δε -αρπάσας αυτό κινούμαι να του συντρίψω την κεφαλήν. . . Αλλ' η χειρ του Ανδρέα -κρατεί ήδη και εμέ.</p> - -<p>Τω όντι οι στασιάζοντες κατετροπώθησαν εις την πρώραν της σχεδίας. </p> - -<p>Ο δε Ροβέρτος Κόρτις εκκλίνας τας επιθέσεις του Όουεν, αρπάζει πέλεκυν και -υψώσας την χείρα καταφέρει αυτόν.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0132.jpg" width="349" -height="550" -alt="Ο Ροβέρτος Κόρης καταφέρει τον πέλεκυν. . . " -border="2" /><br /></p> - -<p>Αλλ' ο Όουεν αποσύρεται πλαγίως, ο δε πέλεκυς ευρίσκει τον Ουίλσων κατάστηθα. -Ο άθλιος ανατρέπεται, και πεσών εκτός της σχεδίας γίνεται άφαντος.</p> - -<p>«Σώσατέ τον! σώσατέ τον! αναφωνεί ο αρχιναύτης.</p> - -<p> — Είνε νεκρός! αποκρίνεται ο Δαούλας.</p> - -<p> — Αι! ίσα ίσα δι' αυτό.. . . !» αναφωνεί ο αρχιναύτης και δεν συμπληροί -την φράσιν του.</p> - -<p>Αλλ' ο θάνατος του Ουίλσων καταπαύει τον αγώνα. Ο Φλαίπολ και ο Βάρκε εν τω -εσχάτω βαθμώ της μέθης αμφότεροι κατάκεινται ακίνητοι· ημείς δε εφορμώμεν επί -του Γύγξτροπ και τον δένομεν στερεώς επί της ρίζης του ιστού.</p> - -<p>Ο δε Όουεν κατεβλήθη υπό του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Τότε δε ο -Ροβέρτος ελθών πλησίον, λέγει προς αυτόν: </p> - -<p>«Την προσευχήν σου, διότι θ' αποθάνης!</p> - -<p> — Έχετε λοιπόν και καλά όρεξιν να με φάτε!» είπεν ο Όουεν μετ' -απαραμίλλου αναιδείας.</p> - -<p>Η σκληρά αύτη απόκρισις σώζει την ζωήν του. Ο Ροβέρτος Κόρτις απορρίπτει τον -πέλεκυν, όν είχεν υψώση κατά του Όουεν, και ωχρότατος απέρχεται και κάθηται εν τη -πρύμνη της σχεδίας.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΛΘ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 5 και 6 Ιανουαρίου</i>. — Η σκηνή αύτη ενεποίησε βαθείαν -εντύπωσιν. Η απόκρισις του Όουεν, εν αις περιστάσεσι διατελούμεν, είνε τοιαύτη, -ώστε κατέβαλε και τους δραστηριωτάτους.</p> - -<p>Ευθύς ως επήλθε τις γαλήνη εις το πνεύμα μου, ηυχαρίστησα ενθέρμως τον νέον -Λετουρνέρ, ού η επέμβασίς μοι έσωσε την ζωήν.</p> - -<p>«Μ' ευχαριστείτε, αποκρίνεται ο Ανδρέας, εν ώ έπρεπεν ίσως να με -καταράσθε.</p> - -<p> — Σε, Ανδρέα;</p> - -<p> — Κύριε Κάζαλλον, ουδέν άλλο έπραξα ή μόνον παρέτεινα τας ταλαιπωρίας -σας!</p> - -<p> — Δεν πειράζει, κύριε Λετουρνέρ, λέγει τότε η μις Χέρμπυ, ερχομένη -πλησίον ημών, επράξατε το καθήκον σας!».</p> - -<p>Αείποτε το συναίσθημα του καθήκοντος στηρίζει την νεάνιδα ταύτην.</p> - -<p>Έγινε κάτισχνος υπό των στερήσεων. Τα ενδύματά της εκβαφέντα υπό της -υγρασίας, κατεσχισμένα υπό των συγκρούσεων, κυμαίνονται αθλίως, αλλ' ουδέν -παράπονον εξέρχεται του στόματός της, και δεν θα καταβληθή ευχερώς.</p> - -<p>«Κύριε Κάζαλλον, μ' ερωτά, είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν της πείνης;</p> - -<p> — Μάλιστα, μις Χέρμπυ, αποκρίνομαι σκληρώς πως.</p> - -<p> — Και πόσον ειμπορεί να ζήση ο άνθρωπος χωρίς να τρώγη;</p> - -<p> — Περισσότερον παρ' όσον νομίζει. Ίσως μακράς ατελευτήτους ημέρας -</p> - -<p> — Οι έχοντες καλήν κράσιν υποφέρουσι περισσότερον, δεν είν' -αλήθεια;</p> - -<p> — Μάλιστα, αλλά και αποθνήσκουσι ταχύτερον, προς αποζημίωσιν τρόπον -τινά!».</p> - -<p>Πώς ηδυνήθην να αποκριθώ ούτω προς την νεάνιδα; Τι! δεν εύρον λόγον τινά -παραμυθητικόν να τη είπω! Τη έρριψα κατά πρόσωπον την κτηνώδη αλήθειαν! Άρα γε -παν συναίσθημα φιλανθρωπίας απεσβέσθη εν εμοί; Ο Ανδρέας Λετουρνέρ και ο -πατήρ του, ακούοντές με, ατενίζουσί με επανειλημμένως διά των μεγάλων λαμπρών -οφθαλμών των, ούς η πείνα διαστέλλει. Και ερωτώσιν εαυτούς εάν εγώ τω όντι είμαι ο -λαλών ούτω.</p> - -<p>Μετ' ολίγας στιγμάς ότε είμεθα μόνοι, η μις Χέρμπυ μοι λέγει ταπεινή τη -φωνή.</p> - -<p>«Κύριε Κάζαλλον, μοι κάμνετε, παρακαλώ, μίαν χάριν;</p> - -<p> — Μάλιστα, μις, απεκρίθην συγκεκινημένος ήδη, και έτοιμος τα πάντα να -πράξω χάριν της νεάνιδος.</p> - -<p> — Αν αποθάνω προ υμών, εξακολουθεί η μις Χέρμπυ, — και τούτο δυνατόν -να συμβή αν και είμαι ασθενεστέρα, δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα ρίψετε το πτώμα μου -εις την θάλασσαν.</p> - -<p> — Μις Χέρμπυ, έπταισα. . . </p> - -<p> — Όχι, όχι προσθέτει υπομειδιώσα, επράξατε άριστα και μοι ελαλήσατε -όπως ελαλήσατε. Αλλά υπόσχεσθε ότι θα πράξετε ό τι σας ζητώ; Είνε αδυναμία μου. -Ζώσα δεν φοβούμαι τίποτε,, , αλλά νεκρά. . . Δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα με ρίψετε εις -την θάλασσαν».</p> - -<p>Έδωκα υπόσχεσιν, η δε μις Χέρμπυ μοι τείνει την δεξιάν, και αισθάνομαι τους -ισχνούς δακτύλους της θλίβοντας ασθενώς τους εμούς.</p> - -<p>Μία έτι νυξ παρήλθεν. Εκ διαλειμμάτων αι αλγηδόνες μου είνε ούτω δειναί, ώστε -μ' εκφεύγουσι κραυγαί· έπειτα πραΰνονται και μένω βεβυθισμένος τρόπον τινά εν -νάρκη. Συνερχόμενος δε εκπλήττομαι ανευρίσκων ζώντας έτι τους συμπλωτήρας -μου.</p> - -<p>Ο μάλιστα πάντων ημών ευχερέστατα υφιστάμενος τας στερήσεις ταύτας είνε ο -τροφοδότης Χόμμπαρτ, περί ού ελάχιστος μέχρι τούδε λόγος εγένετο. Ούτος είνε -μικρός το ανάστημα, έχων φυσιογνωμίαν κοθόρνου, βλέμμα θωπευτικόν, μειδιών -συνεχώς μειδίαμα «όπερ μόνον τα χείλη του κινεί», ημικλείστους συνήθως έχων τους -οφθαλμούς, ως θέλων να αποκρύπτη τους διαλογισμούς του, το όλον δε του ανδρός -αποπνέει το κίβδηλον αυτού. Είνε υποκριτής, δύναμαι να ομόσω περί τούτου. Και τω -όντι, ειπών ότι αι στερήσεις επιδρώσιν επ' αυτού ολιγώτερον, δεν λέγω ότι δεν -παραπονείται δι' αυτό, τουναντίον μάλιστα στενάζει αδιαλείπτως, αλλ' ουκ οίδα διατί -οι στεναγμοί του μοι φαίνονται προσπεποιημένοι. Θα το ίδωμεν. Θα επιτηρώ τον -άνθρωπον τούτον, διότι έχω περί αυτού υποψίας, αίτινες καλόν είνε να -διαλευκανθώσι.</p> - -<p>Σήμερον, 6 Ιανουαρίου, ο κ. Λετουρνέρ λαβών με κατ' ιδίαν, προς την πρύμναν της -σχεδίας, φαίνεται επιθυμών να μοι ανακοινώση «ανακοίνωσίν τινα μυστικήν». -Επιθυμεί δε ούτε να τον ίδη τις ούτε να τον ακούση.</p> - -<p>Μεταβαίνομεν εις την γωνίαν του αριστερού τοίχου, και επειδή ήδη άρχεται η νυξ, -ουδείς δύναται να μας ίδη.</p> - -<p>«Κύριε, μοι λέγει ταπεινή τη φωνή ο κ. Λετουρνέρ, ο Ανδρέας είνε πολύ αδύνατος. -Ο υιός μου αποθνήσκει της πείνης! Κύριε, δεν ειμπορώ πλέον να βλέπω τούτο το -πράγμα, όχι, δεν ειμπορώ να το βλέπω.»</p> - -<p>Ο κ. Λετουρνέρ λαλεί διά τρόπου, εν ώ αισθάνομαι οργήν καταστελλομένην, και η -φωνή του έχει τι το άγριον. Α! κατανοώ τι θα υποφέρη ο πατήρ ούτος!</p> - -<p>«Κύριε, τω λέγω λαμβάνων την χείρα του, μη απελπιζώμεθα ίσως πλοίον τι. . . </p> - -<p> — Κύριε, επαναλαμβάνει ο πατήρ διακόπτων με, δεν έρχομαι να σας -ζητήσω παραμυθίας τετριμμένας. Δεν θα περάση πλοίον, το ειξεύρετε κάλλιστα. Όχι, -περί άλλου πρόκειται. Από πότε ο υιός μου, σεις ο ίδιος και οι άλλοι έχετε να -φάγετε;»</p> - -<p>Εις την ερώτησιν ταύτην ήν ακούω μετ' εκπλήξεως, αποκρίνομαι: </p> - -<p>«Την 2 Ιανουαρίου εξέλιπεν ο διπυρίτης, και σήμερον έχομεν 6 Ιανουαρίου. -Τεσσάρας λοιπόν ημέρας. . . </p> - -<p> — Έχετε να φάγετε! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Εγώ λοιπόν έχω οκτώ!</p> - -<p> — Οκτώ ημέρας!</p> - -<p> — Μάλιστα! οικονόμισα διά τον υιόν μου!»</p> - -<p>Ως ήκουσα τους λόγους τούτους, δάκρυα εκχύνονται εκ των οφθαλμών μου. -Αρπάζω τας χείρας του κ Λετουρνέρ, . . μόλις δυνάμενος να αρθρώσω λέξιν. Τον -ατενίζω!,, οκτώ ημέρας!</p> - -<p>«Κύριε, τω λέγω τέλος, τι θέλετε απ' εμέ;</p> - -<p> — Σουτ! όχι τόσον δυνατά! Ψυχή να μη μας ακούση!</p> - -<p> — Λέγετε λοιπόν!,,</p> - -<p> — Θέλω. . . είπε ταπεινών την φωνήν. . . να προσφέρετε εις τον Ανδρέαν. . -. </p> - -<p> — Αλλά σεις ο ίδιος δεν ειμπορείτε;. . . </p> - -<p> — Όχι! όχι!,, θα νομίση ότι εγώ εστερήθην χάριν αυτού. . . και θα μ' -αποποιηθή. . . Όχι! πρέπει να προέλθη από σας. . . </p> - -<p> — Κύριε Λετουρνέρ!,,</p> - -<p> — Εξ οίκτου! κάμετέ μου αυτήν την χάριν. . . την μεγίστην χάριν την οποίαν -δύναμαι να σας ζητήσω, . . Άλλως τε. . . διά τον κόπον σας,,»</p> - -<p>Και λαβών την χείρα μου εθώπευσεν αυτήν ελαφρώς.</p> - -<p>«Διά τον κόπον σας. . . Ναι. . . θα φάγετε και σεις. . . ολίγον!,,»</p> - -<p>Ταλαίπωρε πάτερ! Ακούων αυτόν τρέμω ως παιδίον. Το όλον μου φρικιά και η -καρδία μου πάλλει σφοδρότατα! Ταυτοχρόνως αισθάνομαι ότι ο κ. Λετουρνέρ -παρεισάγει εις την χείρα μου μικρόν τεμάχιον διπυρίτου.</p> - -<p>«Προσοχή μη σας ίδη ψυχή!, μοι λέγει, διότι τα τέρατα θα σας εδολοφόνουν! Έχω -ακόμη δι' άλλην μίαν ημέραν . ., αλλά αύριον. . . θα σας παραδώσω άλλο τόσον!»</p> - -<p>Ο τάλας δυσπιστεί προς με! και ίσως έχει δίκαιον, διότι, αισθανόμενος εγώ το -τεμάχιον του διπυρίτου μεταξύ των χειρών μου, μικρού δειν εκινήθην να το βάλω εις -το στόμα μου!</p> - -<p>Αλλ' αντέσχον· οι δε αναγινώσκοντές με ας νοήσωσι παν ό τι η γραφίς μου -αδυνατεί ενταύθα να εκφράση.</p> - -<p>Επελθούσης της νυκτός μετά της ιδιαζούσης εκείνης ταχύτητος εις τα ταπεινά -πλάτη, παρεισδύω πλησίον του Ανδρέου και τω υποβάλλω το μικρόν εκείνο τεμάχιον -του διπυρίτου «ως εξ εμού προερχόμενον».</p> - -<p>Ο νέος ρίπτεται επ' αυτού και έπειτά μοι λέγει:</p> - -<p>«Και ο πατήρ μου;»</p> - -<p>Εγώ δε τω αποκρίνομαι ότι και ο κ. Λετουρνέρ έλαβε το μερίδιόν του,, και εγώ το -εμόν. . . και ότι αύριον. . . τας επομένας ημέρας, θα δύναμαι αναμφιβόλως να τω -παρέχω έτι. . . ας λάβη. . . ας λάβη. .,!</p> - -<p>Ο Ανδρέας δεν μ' ηρώτησε πόθεν προήρχετο ο διπυρίτης εκείνος, και απλήστως -έβαλε το τεμάχιον εις το στόμα του.</p> - -<p>Και την εσπέραν εκείνην, ει και ο κ. Λετουρνέρ μοι προσέφερεν, δεν έφαγον -τίποτε!,, τίποτε!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em">Μ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 7 Ιανουαρίου</i> — Από τινων ημερών το θαλάσσιον ύδωρ, το -σαρώνον αδιαλείπτως σχεδόν το κρηπίδωμα της σχεδίας, άμα εγειρομένου του σάλου, -εξηρέθισε το δέρμα των ποδών και των κνημών τινων εκ του πληρώματος. Ο Όουεν, -όν ο αρχιναύτης κρατεί δέσμιον εν τη πρώρα από της σκηνής της στάσεως, διατελεί εν -οικτρά καταστάσει, κατ' αίτησιν δε ημών λύεται των δεσμών. Και ο Σάνδων δε και ο -Βάρκε ωσαύτως διεβρώθησαν υπό της διαβρωτικής δυνάμεως των αλμυρών τούτων -υδάτων και ημείς δε οι άλλοι εσώθημεν μέχρι τούδε, μόνον διότι η πρύμνα της -σχεδίας ολιγώτερον δέρεται υπό των κυμάτων.</p> - -<p>Σήμερον ο αρχιναύτης, εκμανείς υπό της πείνης, επέπεσε κατά των ρακών των -ιστίων και των τεμαχίων των ξύλων. Ακούω έτι τους οδόντας του εισδύοντας μετά -κρότου εις τας ουσίας ταύτας. Ο τάλας, ωθούμενος υπό της δεινής πείνης, προσπαθεί -να γεμίση τον στόμαχόν του, όπως διαταθή η βλεννώδης αυτού μεμβράνα. Τέλος μετά -πολλάς αναζητήσεις, ευρίσκει επί τινος των ιστών των συγκρατούντων το κρηπίδωμα, -τεμάχιον δέρματος. Αποσπά το δέρμα τούτο, επειδή είνε ουσία ζωική, και το -καταβροχθίζει μετ' ανεκφράστου απληστίας, φαίνεται δε ότι η κατάποσις της ύλης -ταύτης παρέχει αυτώ ανακούφισίν τινα. Πάραυτα πάντες τον μιμούμεθα μετά -σπουδής. Πίλος δερμάτινος βρασθείς, τα δερμάτινα γείσα των πηληκίων, παν ό τι είνε -ζωική ουσία κατατρώγεται. Ένστιγμα κτηνώδες παρασύρει ημάς, όπερ ουδείς δύναται -να καταστείλη. Φαίνεται δε ότι την στιγμήν ταύτην ουδέν ανθρώπινον έχομεν πλέον. -Ουδέποτε θα λησμονήσω την σκηνήν ταύτην!</p> - -<p>Και αν η πείνα μη εκορέσθη, τουλάχιστον οι στρόφοι του στομάχου στιγμιαίως -εκόπασαν. Αλλ' όμως τινές ημών δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι την απεχθή ταύτην -τροφήν και κατελήφθησαν υπό ναυτίας.</p> - -<p>Ας μοι συγχωρηθώσιν αι λεπτομέρειαι αύται! Ουδέν οφείλω να αποκρύψω εξ ών -έπαθον οι ναυαγοί του <i>Σάνσελλορ</i>! Διά της διηγήσεως ταύτης θα μάθωσιν οι -άνθρωποι όσας δυστυχίας ηθικάς τε και φυσικάς δύνανται να υπομείνωσιν ανθρώπινα -όντα! Τούτο έστω το δίδαγμα του ημερολογίου τούτου! τα πάντα θα είπω, και -δυστυχώς προαισθάνομαι ότι δεν εφθάσαμεν ακόμη εις το ανώτατον σημείον των -δοκιμασιών ημών!</p> - -<p>Κατά την ανωτέρω σκηνήν παρετήρησά τι επικυρούν τας υποψίας μου περί του -τροφοδότου. Ο Χόμμπαρτ, δήλα δή, εξακολουθών τους στεναγμούς του, μεγαλοποιών -μάλιστα αυτούς, δεν μετέχει του αγώνος. Ακούων τις αυτόν πείθεται ότι αποθνήσκει -εξ ασιτίας, βλέπων δε όμως τον νομίζει απηλλαγμένον των κοινών βασάνων. Λοιπόν ο -υποκριτής ούτος έχει κρύφιόν τι αποταμίευμα, εξ ού αντλεί έτι; τον επιτηρώ, αλλ' -ουδέν ηδυνήθην να ανακαλύψω.</p> - -<p>Ο καύσων είνε έτι δυνατός και μάλιστα αφόρητος, οσάκις ο άνεμος δεν τον -μετριάζει. Η μερίς του ύδατος είνε βεβαίως ανεπαρκής, αλλ' η πείνα καταστέλλει εν -ημίν την δίψαν. Λέγω δε ότι η έλλειψις του ύδατος ήθελε ταλαιπωρήση ημάς -δεινότερον παρά την της τροφής, δεν δύναμαι να το πιστεύσω, ή τουλάχιστον να το -φαντασθώ την στιγμήν ταύτην. Εν τούτοις η παρατήρησις αύτη πολλάκις εγένετο. Είθε -να ευδοκήση ο Θεός να μη περιέλθωμεν εις την νέαν ταύτην εσχάτην των -αμηχανιών.</p> - -<p>Ευτυχώς υπολείπονται πίνται τινές ύδατος εν τω ημιθραύστω υπό της τρικυμίας -βυτίω, το δε έτερον βυτίον είνε έτι άθικτον. Ει δε και ο αριθμός ημών ηλαττώθη, ο -πλοίαρχος όμως, κωφεύων εις τινας διαμαρτυρίας, ηλάττωσε την ημερησίαν μερίδα -εις ημίσειαν πίνταν, ενενήκοντα σχεδόν δράμια, κατ' άνθρωπον. Εγώ τον επιδοκιμάζω -ως προς τούτο.</p> - -<p>Του δε βρανδεβίνου υπολείπεται τέταρτον μόνον γαλλονίου, ό έστι τριακόσια -πεντήκοντα πέντε μόνον δράμια, άτινα απετέθησαν ασφαλώς εν τη πρύμνη της -σχεδίας.</p> - -<p>Σήμερον, 7 του μηνός, περί ώραν εβδόμην και ημίσειαν μετά μεσημβρίαν, είς εξ -ημών έπαυσεν του ζην. Δεκατέσσαρες είμεθα πλέον! Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ -εξέπνευσεν εν ταις αγκάλαις μου, φρούδαι απέβησαν και της μις Χέρμπυ αι -περιθάλψεις και αι εμαί. . . Δεν πάσχει πλέον.</p> - -<p>Ολίγον πριν αποθάνη ο Ουάλτερ ηυχαρίστησε την μις Χέρμπυ και εμέ μετά φωνής -ήν μόλις ηδυνάμεθα να ακούσωμεν. . . </p> - -<p>«Κύριε, είπεν, αφίνων εκ της τρεμούσης χειρός του επιστολήν συμπεπιεσμένην, -την επιστολήν ταύτην. . . της μητρός μου. . . . δεν έχω δύναμιν. . . Είνε η τελευταία -όπου έλαβα!. . . Μου λέγει: «Σε περιμένω, παιδί μου, θέλω να σ' επανίδω!» Όχι, -μητέρα μου, δεν θα μ' επανίδης πλέον! — Κύριε!. . . την επιστολήν ταύτην. . . βάλετε -την εις τα χείλη μου. . . Εκεί, εκεί!. . . Να αποθάνω ασπαζόμενος αυτήν. . . Μητέρα -μου. . . Θεέ μου!. . . »</p> - -<p>Θέτω την επιστολήν του υποπλοιάρχου Ουάλτερ εντός της ψυχράς ήδη χειρός του, -και την επιθέτω επί των χειλέων του. Το βλέμμα του εμψυχούται επί μίαν στιγμήν και -ακούομεν ως ασθενή ήχον φιλήματος!</p> - -<p>Απέθανεν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ! Ο Θεός αναπαύσαι την ψυχήν του!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΑ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 8 Ιανουαρίου</i> — Καθ' όλην την νύκτα διέμεινα παρά τω νεκρώ του -ατυχούς, και η μις Χέρμπυ ήλθεν επανειλημμένως ίνα δεηθή υπέρ αναπαύσεως -αυτού.</p> - -<p>Ότε δε εφάνη η ημέρα, το λείψανον ήτο όλως ψυχρόν. Έσπευδον. ., μάλιστα! -έσπευδον να το ρίψω εις την θάλασσαν. Είπον τω Ροβέρτω Κόρτις να με βοηθήση εν -τω λυπηρώ τούτω έργω. Αφ' ού περιτυλίξωμεν το λείψανον εντός των αθλίων του -ενδυμάτων, θα το βυθίσωμεν εις τα κύματα και επειδή είνε κάτισχνον ελπίζω ότι δεν -θα επιπλέη.</p> - -<p>Όρθρου βαθέως ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ, λαμβάνοντές τινας προφυλάξεις ίνα -μη μας ίδωσι, παραλαμβάνομεν εκ των θυλακίων του υποπλοιάρχου πράγματά τινα ά -θα παραδοθώσιν εις την μητέρα του, αν τις εξ ημών επιζήση.</p> - -<p>Εν ώ δε έμελλον να ρίψω επί του λειψάνου τα ενδύματα, άτινα θα τω -χρησιμεύσωσιν ως σάβανον, δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0139.jpg" width="342" -height="550" -alt="Δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης" -border="2" /><br /></p> - - -<p>Ελλείπει ο δεξιός πους, η δε κνήμη είνε ηκρωτηριασμένη και αιματόφυρτος.</p> - -<p>Τις ο εργάτης της βεβηλώσεως ταύτης; Λοιπόν κατεβλήθην υπό του καμάτου την -νύκτα ταύτην και ωφεληθέντες εκ του ύπνου μου εκολώβωσαν το λείψανον; Αλλά τις -έπραξε τούτο;</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί πέριξ αυτού, είνε δε τα βλέμματά του φοβερά. Αλλά -τα πάντα εν τη σχεδία έχουσιν ως συνήθως, η δε σιωπή διακόπτεται μόνον υπό τινων -στεναγμών. Ίσως μας παραφυλάττουσι! Σπεύσωμεν να ρίψωμεν το λείψανον εις την -θάλασσαν προς αποφυγήν φρικαλεωτάτων σκηνών!</p> - -<p>Απαγγείλαντες λοιπόν ευχάς τινας, ρίπτομεν το λείψανον εις τα κύματα, αυτό δε -πάραυτα καταβυθίζεται.</p> - -<p>«Να πάρ' η ευχή! Κύτταξε πώς τους τρέφουν τους καρχαρίας!» </p> - -<p>Τις ελάλησεν ούτω; Στρέφομαι και βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης την στιγμήν εκείνην είνε πλησίον μου.</p> - -<p>«Τον πόδα, τω λέγω, νομίζεις ότι οι άθλιοι ούτοι. . . </p> - -<p> — Τον πόδα;. . . Α, ναι! αποκρίνεται ο αρχιναύτης μετά τρόπου φωνής -παραδόξου. Και έπειτα ήτο δικαίωμά των!</p> - -<p> — Δικαίωμά των! ανεφώνησα.</p> - -<p> — Κύριε, μοι λέγει ο αρχιναύτης, προτιμότερον να φάγη κανείς νεκρόν -παρά ζωντανόν!»</p> - -<p>Εις την απόκρισιν ταύτην την μετ' απαθείας γενομένην, δεν ειξεύρω τι να -αποκριθώ, και απελθών εις την πρύμναν της σχεδίας κατακλίνομαι.</p> - -<p>Περί ώραν ενδεκάτην συμβαίνει τι ευάρεστον. Ο αρχιναύτης, όστις από πρωίας -έχει ερριμμένας τας ορμιάς, επέτυχε την φοράν ταύτην. Τω όντι τρεις ιχθύς -συνελήφθησαν, τρεις γάδοι μεγάλου μεγέθους και μήκους ογδοήκοντα -υφεκατομέτρων, ανήκοντες εις το είδος εκείνο, όπερ αποξηραινόμενον είνε γνωστόν -διά του ονόματος «στοκοφίσι».</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0116.jpg" width="344" -height="550" -alt="Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη!" -border="2" /><br /></p> - -<p>Μόλις ο αρχιναύτης ανέσυρεν επί της σχεδίας τους τρεις τούτους ιχθύς και οι -ναύται ρίπτονται επ' αυτών. Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο Φάλστεν και εγώ ορμώμεν ίνα τους -συγκρατήσωμεν, και πάραυτα η τάξις αποκαθίσταται. Ολίγον είνε τρεις γάδοι εις -δεκατέσσαρας ψυχάς, αλλά τέλος έκαστος έλαβε το μέρος του.</p> - -<p>Και οι μεν καταβροχθίζουσιν τους ιχθύς τούτους ωμούς, δυνατόν ειπείν ζώντας, οι -πλείστοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ έχουσι την -δύναμιν να προσμένωσιν. Ανάψαντες έν τινι γωνία της σχεδίας πυρ έκ τινων τεμαχίων -ξύλων, οπτούσι την μερίδα των. Αλλ' εγώ δεν έσχον την γενναιότητα ταύτην και -έφαγον την αιμοσταγή εκείνην σάρκα!</p> - -<p>Ο κ. Λετουρνέρ δεν εφάνη μάλλον υπομονητικός εμού και τοσούτων άλλων, αλλ' -επέπεσεν ως λύκος πειναλέος επί της ιχθυομερίδος του. Ο τάλας ούτος όστις δεν έχει -φάγη από τοσούτων ημερών, πώς ζη έτι; Δεν δύναμαι να το νοήσω.</p> - -<p>Είπον ανωτέρω ότι χαράν μεγάλην ο αρχιναύτης εχάρη ότε ανέσυρε τας ορμιάς -του, η δε χαρά αύτη επετάθη μέχρι παραφροσύνης· διότι είνε βέβαιον ότι, εάν η -αλιεία ευδοκιμήση έτι, δύναται να σώση ημάς από θανάτου φρικαλέου.</p> - -<p>Έρχομαι λοιπόν προς τον αρχιναύτην, και λαλών προς αυτόν, τον προτρέπω να -επαναλάβω την απόπειράν του.</p> - -<p>«Ναι! μοι λέγει, ναι. . . αναμφιβόλως. . . θα επαναλάβω!. . . . θα επαναλάβω!. . . -</p> - -<p> — Και διατί δεν ρίπτεις πάλιν τας ορμιάς σου; ηρώτησα.</p> - -<p> — Όχι τώρα, μ' αποκρίνεται μετά τρόπου υπεκφυγής· την νύκτα διά τα -μεγάλα ψάρια η επιτυχία είνε μεγαλητέρα παρά την ημέραν, και πρέπει να κάμνωμεν -και οικονομίαν εις το δόλωμά μας. Τι κουτοί άνθρωποι! να μη κρατήσωμεν τίποτε -αποφάγια διά δόλωμα!»</p> - -<p>Αληθώς και το σφάλμα είνε ίσως ανεπανόρθωτον.</p> - -<p>«Αλλ' όμως, είπον αυτώ, αφ' ού επέτυχες την πρώτην φοράν χωρίς δόλωμα. . . -</p> - -<p> — Είχα. . . </p> - -<p> — Καλόν;</p> - -<p> — Εξαίρετον, κύριε, αφ' ού τα ψάρια εδάγκασαν!» </p> - -<p>Αποβλέπω προς τον αρχιναύτην και αυτός προς με.</p> - -<p>«Δεν σου επερίσσευσε καθόλου να δολώσης τας ορμιάς σου;</p> - -<p> — Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή, και ουδέ λέξιν -επειπών μ' εγκαταλείπει.</p> - -<p>Εν τούτοις η γλίσχρα εκείνη τροφή έδωκεν ημίν δυνάμεις και μετ' αυτών μικράν -τινα ελπίδα. Λαλούμεν περί της αλιείας του αρχιναύτου και φαίνεται ημίν αδύνατον -να επιτύχη και εκ δευτέρου. Η Μοίρα ήθελε τέλος απαυδήση δοκιμάζουσα ημάς;</p> - -<p>Απόδειξις δε αναντίρρητος ότι επήλθεν εις τα πνεύματα ημών άνεσις, είνε η -σπουδή μεθ' ής επαναλαμβάνομεν τας περί του παρελθόντος συνδιαλέξεις ημών. Η -διάνοια ημών δεν είνε προσηλωμένη πλέον και μόνον επί του λυπηρού τούτου -ενεστώτος και του απειλούντος ημάς φοβερού μέλλοντος. Οι κκ. Λετουρνέρ, Φάλστεν, -ο πλοίαρχος και εγώ αναπολούμεν τα από του ναυαγίου ημών συντελεσθέντα, -επαναβλέπομεν τους απολωλότας ημών συμπλωτήρας, τα καθ' έκαστα της πυρκαϊάς, -το κάθισμα του πλοίου, την ύφαλον του Βραχοχοιρομηρίου, την διαρροήν, τον -φοβερόν εν τοις θωρακίοις διάπλουν, την σχεδίαν, την καταιγίδα, πάντα τα απρόοπτα -εκείνα συμβάντα, ά νυν φαίνονται ούτως απομεμακρυσμένα. Ναι! Ταύτα πάντα -παρήλθον, και ημείς ζώμεν έτι!</p> - -<p>Ζώμεν! Αλλά τούτο δύναται να ονομασθή ζωή; Εξ εικοσιοκτώ ψυχών -δεκατέσσαρες μόνον υπολειπόμεθα, μετ' ου πολύ δε ίσως γίνωμεν και δεκατρείς.</p> - -<p>«Κακός αριθμός! λέγει ο νέος Λετουρνέρ, αλλά μετά πολλής δυσχερείας θα -εύρωμεν τον δέκατον τέταρτον!»</p> - -<p>Την νύκτα της 8 προς την 9 του μηνός, ο αρχιναύτης έρριψεν εκ νέου τας ορμιάς -από της πρύμνης, και έμεινε μόνος φυλάττων αυτάς, εις ουδένα άλλον θελήσας να -επιτρέψη την φροντίδα ταύτην.</p> - -<p>Το πρωί έρχομαι προς αυτόν. Επειδή δε μόλις φέγγει και διά των διαπύρων αυτού -οφθαλμών προσπαθεί να διεισδύση εις το σκότος των υδάτων, δεν με είδεν, ουδέ καν -με ήκουσεν ερχόμενον.</p> - -<p>Έψαυσα ελαφρώς τον ώμον του, εκείνος δε στρέφεται προς με.</p> - -<p>«Ε; τι έχομεν, αρχιναύτα;</p> - -<p> — Τι νάχωμεν! οι τρισκατάρατοι οι καρχαρίαι μούφαγαν τα δολώματά μου! -απεκρίθη μετά φωνής υποκώφου.</p> - -<p> — Και δεν έχεις άλλα;</p> - -<p> — Όχι! και ειξεύρετε τι καταλαμβάνω, κύριε, από όλα αυτάς προσθέτει -σφίγγων μου τον βραχίονα, ότι δεν πρέπει να κάμνη κανείς τα πράγματά του 'μισά. . . -»</p> - -<p>Φράσσω το στόμα του διά της χειρός μου! Ενόησα. . . </p> - -<p>Ταλαίπωρε Ουάλτερ!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΒ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 9 μέχρι της 10 Ιανουαρίου</i>. — Σήμερον κατελήφθημεν αύθις -υπό της νηνεμίας. Ο ήλιος καίει, ο άνεμος εκόπασε τελείως και ουδέ μία ρυτίς -αλλοιώνει τους μακρούς κυματισμούς της θαλάσσης, ήτις υπεγείρεται ανεπαισθήτως. -Αν δε μη υπάρχη ρεύμα τι, ού την διεύθυνσιν αδύνατον να εξακριβώσωμεν, η σχεδία -θα είνε όλως στάσιμος.</p> - -<p>Είπον ότι η θερμότης είνε αφόρητος σήμερον, κατ' ακολουθίαν δε και η δίψα ημών -είνε έτι μάλλον αφόρητος. Το ανεπαρκές του ύδατος ταλαιπωρεί ημάς δεινώς το -πρώτον ήδη, προβλέπω δε ότι θα γίνη αιτία βασάνων μάλλον αφορήτων των της -πείνης. Ήδη παρά τοις πλείστοις ημών το στόμα, ο λαιμός, η φάρυγξ συστέλλονται υπό -της ξηρασίας, αι βλενώδεις μεμβράναι αποξηραίνονται υπό τον θερμόν τούτον αέρα, -όν φέρει εις αυτάς η αναπνοή.</p> - -<p>Εμού λιπαρούντος [<span style='font-size: small;'><a href='#fn88' -id='ref88'>88</a></span>] - ο πλοίαρχος μετερρύθμισε την συνήθη δίαιταν. Χορηγεί διπλήν μερίδα ύδατος και -ηδυνήθημεν να δροσιζώμεθα όπως δήποτε τετράκις της ημέρας. Λέγω δε «όπως -δήποτε», διότι το ύδωρ τούτο φυλαττόμενον εν τω πυθμένι του βυτίου, ει και -καλύπτεται δι' υφάσματος, είνε αληθώς χλιαρόν.</p> - -<p>Εν κεφαλαίω η ημέρα είνε κακή· οι δε ναύται υπό την επήρειαν της πείνης -καταλαμβάνονται εκ νέου υπό απελπισμού.</p> - -<p>Άνεμος δεν ηγέρθη μετά της ανατολής της σελήνης, ήτις είνε σχεδόν πανσέληνος. -Εν τούτοις επειδή αι νύκτες των τροπικών είνε δροσεραί, αισθανόμεθ' ανακούφισίν -τινα, αλλά την ημέραν η θερμοκρασία είνε αφόρητος. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν -προ τοιαύτης υψώσεως ούτω σταθεράς, ότι η σχεδία παρεσύρθη λίαν προς -Νότον.</p> - -<p>Περί δε της γης, ουδέ καν επιχειρεί τις να αναζητήση αυτήν, διότι φαίνεται ότι η -γηίνη σφαίρα είνε πλέον . . σφαίρα υγρά. Αείποτε και πανταχού ο άπειρος ούτος -Ωκεανός!</p> - -<p>Την 10 του μηνός η αυτή νηνεμία, η αυτή θερμοκρασία. Βροχήν πυρίνην μας -βρέχει ο ουρανός, αέρα πυρπολούμενον αναπνέομεν. Η δίψα ημών είνε -ακαταμάχητος και καταντά να λησμονώμεν τα δεινά της πείνης, και να προσδοκώμεν -μετά μανιώδους επιθυμίας την στιγμήν, καθ' ήν ο Ροβέρτος Κόρτις διανέμει τας ολίγας -τινάς σταγόνας ύδατος της μερίδος ημών. Α! να πίωμεν κατά κόρον άπαξ και διά μιας, -έστω και εξαντλούντες την προμήθειαν όλην, και έπειτα ας αποθάνωμεν!</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην, είνε δε μεσημβρία, καταλαμβάνεταί τις των συμπλωτήρων -υπό αλγηδόνων οξυτάτων και αναφωνεί. Είνε δε ούτος ο άθλιος Όουεν, όστις, εν τη -πρώρας κατακείμενος, συστρέφεται μετά φοβερών σπασμών.</p> - -<p>Έρπω μέχρι του Όουεν διότι οία δήποτε και αν εγένετο η διαγωγή του, η -φιλανθρωπία επιτάσσει να ίδωμεν εάν είνε δυνατόν να τω παράσχωμεν ανακούφισίν -τινα.</p> - -<p>Αλλά ταυτοχρόνως ο ναύτης Φλαίπολ αναφωνεί. Στρέφω και βλέπω αυτόν όρθιον -επί των πτερυγίων του ιστού και τείνοντα την χείρα προς ανατολάς προς σημείον τι -του ορίζοντος.</p> - -<p>«Πλοίον!» ανακράζει.</p> - -<p>Πάντες ανορθούμεθα· σιωπή τελεία επικρατεί επί της σχεδίας. Και ο Όουεν -καταστέλλων τας κραυγάς του ανορθούται και αυτός.</p> - -<p>Κατά την διεύθυνσιν την υποδεικνυομένην υπό του Φλαίπολ φαίνεται αληθώς -σημείον λευκόν, αλλά το σημείον εκείνο μετατοπίζεται; Είνε ιστίον; Τι γνώμην έχουσι -περί αυτού οι ναυτικοί ούτοι, οι τόσον οξυδερκείς;</p> - -<p>Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις όστις, τους βραχίονας έχων εσταυρωμένους, -εξετάζει το λευκόν σημείον. Αι παρειαί του εξέχουσι, πάντα δε τα μέρη του προσώπου -του ανέρχονται ένεκα της συστολής του περιφερούς μυός, συνοφρυούται, καμμύει -τους οφθαλμούς, και συγκεντροί εν τω βλέμματί του όλην την οπτικήν αυτού δύναμιν. -Εάν το λευκόν εκείνο σημείον είνε ιστίον, δεν θα απατηθή.</p> - -<p>Αλλ' όμως σείει την κεφαλήν και οι βραχίονες αυτού λύονται και -καταπίπτουσι.</p> - -<p>Παρατηρώ, και δεν είνε πλοίον εκείνο το λευκόν σημείον. Δεν είνε πλοίον, είνε -ανταύγειά τις οία δήποτε, οφρύς κύματος εκχυνομένου, ή εάν είνε πλοίον, το πλοίον -εξηφανίσθη!</p> - -<p>Οποία κατάπτωσις επηκολούθησε την στιγμιαίαν εκείνην ελπίδα! Πάντες -επανήλθομεν εις την συνήθη ημών θέσιν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ίσταται ακίνητος, αλλά -δεν παρατηρεί πλέον τον ορίζοντα.</p> - -<p>Τότε αι κραυγαί του Όουεν επαναλαμβάνονται μετά σφοδρότητος είπερ ποτέ και -άλλοτε μείζονος. Όλον του το σώμα συστρέφεται υπό δεινής αλγηδόνος και η θέα του -είνε όντως φοβερά. Ο λαιμός του στενούται υπό συστολής σπασμωδικής, η γλώσσα -ξηραίνεται, η κοιλία επαίρεται, ο δε σφυγμός είνε μικρός, συχνός, άτακτος. Ο τάλας -υφίσταται σφοδράς σπασμωδικάς κινήσεις άμα δε και τιναγμούς τετανώδεις, Εκ των -συμπτωμάτων δε τούτων ουδεμία αμφιβολία ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη υπό -οξειδίου του χαλκού.</p> - -<p>Δεν έχομεν δε τα αναγκαιούντα φάρμακα προς εξουδετέρωοιν των -αποτελεσμάτων του δηλητηρίου τούτου. Αλλά δύναταί τις να προκαλέση εμέσεις προς -εκκένωσιν των υλών των περιεχομένων εν τω στομάχω του Όουεν διά χλιαρού ύδατος. -Ζητώ παρά του πλοιάρχου Κόρτις ολίγον ύδωρ, όντως δε συναινεί, και επειδή το ύδωρ -του πρώτου βυτίου εξηντλήθη, μεταβαίνω να αντλήσω εκ του δευτέρου, όπερ είνε -άθικτον έτι· αλλ' ο Όουεν ορθούται επί των γονάτων, και διά φωνής ήτις δεν είνε -πλέον φωνή ανθρωπίνη, αναφωνεί:</p> - -<p>«Όχι! όχι! όχι!»</p> - -<p>Διατί το όχι τούτο; Επανέρχομαι παρά τω Όουεν και τω εξηγώ τι θέλω να πράξω· -αλλ' αυτός έτι σφοδρότερον μ' αποκρίνεται ό τι δεν θέλει να πίη εκ του ύδατος -τούτου.</p> - -<p>Επιχειρώ τότε να προκαλέσω εμέσεις γαργαλίζων την σταφυλήν αυτού, και μετ' ου -πολύ εξεμεί ύλας υποκυάνους. Είνε δε υπερβέβαιον ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη διά -θειούχου χαλκού, διά χαλκάνθου, και ό τι δήποτε πράξη τις, ο Όουεν δεν σώζεται!</p> - -<p>Αλλά πώς εδηλητηριάσθη; Αι εμέσεις επήνεγκον αυτώ αναψυχήν τινα και τέλος -δύναται να λαλήση. Ο πλοίαρχος και εγώ τον ερωτώμεν. . . </p> - -<p>Δεν θα πειραθώ να περιγράψω την εντύπωσιν, ήν ενεποίησεν ημίν η απόκρισις -του ταλαιπώρου τούτου!</p> - -<p>Ο Όουεν ωθούμενος υπό δίψης δεινής, έκλεψε πίντας τινάς ύδατος εκ του αθίκτου -βυτίου!. . . Ώστε το ύδωρ του βυτίου τούτου είνε δεδηλητηριασμένον!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΓ'</h4> - -<p> -<br /> -<i>Από της 11 μέχρι της 14 Ιανουαρίου.</i> — Ο Όουεν απέθανε την νύκτα μετά -τιναγμών τετανωδών, ών η σφοδρότης επετάθη εις βαθμόν σπάνιον.</p> - -<p>Είνε αληθέστατον! Το δηλητηριώδες βυτίον περιείχεν άλλοτε χάλκανθον. Γεγονός -προδηλότατον. Αλλά νυν ποία τινί κακή Μοίρα το βυτίον τούτο μετετράπη εις -υδροφόρον δοχείον, και ποία τινί έτι μάλλον αξιοθρηνήτω Μοίρα παρελάβομεν αυτό -επί της σχεδίας;. . . Αδιάφορον το βέβαιον είνε ότι ύδωρ πλέον δεν έχομεν.</p> - -<p>Το πτώμα του Όουεν εδέησε να ριφθή εις την θάλασσαν, διότι πάραυτα -αποσυνετέθη. Ουδέ θα ήτο καν δυνατόν να δολώση ο αρχιναύτης τας ορμιάς του διά -σαρκός ήτις ουδεμίαν είχε πλέον σύστασιν. Ο θάνατος του αθλίου τούτου εις ουδέν -θα ωφελήση ημάς!</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0140.jpg" width="344" -height="550" -alt="Ο Όουεν εις την θάλασσαν." -border="2" /><br /></p> - -<p>Πάντες γινώσκομεν την κατάστασιν των πραγμάτων οποία είνε εν τω παρόντι και -διατελούμεν σιωπηλοί. Αλλά και τι θα ηδυνάμεθα να είπωμεν; Άλλως τε ο ήχος της -φωνής ημών είνε σφόδρα ανιαρός εις την ακοήν. Γενόμενοι ευερέθιστοι, -προτιμότερον να μη λαλώμεν πλέον, διότι η ελαχίστη λέξις, έν βλέμμα, έν σχήμα, -δύναται κάλλιστα να προκαλέση παραφοράς λυσσώδεις ακατασχέτους. Δεν δύναμαι -να νοήσω πώς δεν παρεφρονήσαμεν ήδη!</p> - -<p>Την 12 Ιανουαρίου ουδεμίαν ελάβομεν μερίδα ύδατος, εξαντληθείσης χθες της -τελευταίας σταγόνος. Δεν υπάρχει δε νέφος εν τω ουρανώ δυνάμενον να βρέξη -ολίγον, το δε θερμόμετρον θα εδείκνυε εκατόν τεσσάρας βαθμούς (<span style= -'font-size: small;'><a href='#fn89' id='ref89'>89</a></span>) - εν τη σκιά, εάν υπήρχε σκιά επί της σχεδίας.</p> - -<p>Την 13 του μηνός η αυτή κατάστασις. Το θαλάσσιον ύδωρ άρχεται κατατρώγον -μου τους πόδας, αλλ' εγώ σχεδόν δεν προσέχω. Και των άλλων δε των υπό του αυτού -κακού πασχόντων η κατάστασις δεν εδεινώθη.</p> - -<p>Α! Το περιβάλλον ημάς ύδωρ τούτο, ότε συλλογίζομαι ότι εξατμίζοντες ή -στερεοποιούντες ηθέλομεν καταστήση αυτό πόσιμον! Μεταβαλλόμενον εις ατμόν ή -εις πάγον, δεν θα περιείχε πλέον ουδέν μόριον άλατος, και θα ηδυνάμεθα να το -πίωμεν. Αλλ' αι συσκευαί ελλείπουσιν, ουδέ δυνάμεθα να κατασκευάσωμεν.</p> - -<p>Σήμερον ο αρχιναύτης και δύο εκ των ναυτών εβυθίσθησαν εις την θάλασσαν μετά -κινδύνου να καταβροχθισθώσιν υπό των καρχαριών. Το λουτρόν τούτο ανακουφίζει -πως αυτούς και δροσίζει έν τινι μέτρω. Τρεις δε των συμπλωτήρων και εγώ, μόλις -γινώσκοντες να κολυμβώμεν, εδέθημεν από σχοινίου και εμείναμεν εν τη θαλάσση επί -ημίσειαν σχεδόν ώραν, επιτηρούντος του Ροβέρτου Κόρτις. Αλλ' ευτυχώς πάνυ ουδείς -καρχαρίας επλησίασε.</p> - -<p>Εκλιπαρούμεν την μις Χέρμπυ να μιμηθή το παράδειγμα ημών, αλλ' αυτή, ει και -ταλαιπωρείται δεινώς, δεν ηθέλησε.</p> - -<p>Την 14 του μηνός περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος ελθών προς -με, μοι λέγει σιγά εις το ωτίον:</p> - -<p>«Μη κινηθήτε και σας νοήσουν, κύριε Κάζαλλον, διότι ενδεχόμενον να απατώμαι, -και δεν θέλω να εμβάλω εις τους συντρόφους μας κενάς ελπίδας εκ νέου.</p> - -<p>Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις.</p> - -<p>«Τώρα, μοι λέγει, διέκρινα τω όντι πλοίον!»</p> - -<p>Ο πλοίαρχος καλώς ποιών με προδιέθεσε, διότι δεν θα ηδυνάμην να καταστείλω -την πρώτην μου κίνησιν.</p> - -<p>«Κυττάξατε, προσέθηκε. Εκεί προς τον αριστερόν τοίχον της πρύμνης».</p> - -<p>Εγείρομαι προσποιούμενος αδιαφορίαν, ήν ουδόλως αισθάνομαι, και διατρέχω το -τόξον του ορίζοντος το υποδειχθέν υπό του Ροβέρτου Κόρτις.</p> - -<p>Οι οφθαλμοί μου δεν είνε οφθαλμοί ναυτικού, αλλ' εν απωτάτω τινί -σκιαγραφήματι δυσδιακρίτω αναγνωρίζω πλοίον αρμενίζον.</p> - -<p>Πάραυτα σχεδόν ο αρχιναύτης, ού τα βλέμματα ήσαν εστραμμένα προς το μέρος -τούτο από τινων στιγμών, αναφωνεί: </p> - -<p>«Πλοίον!»</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0147.jpg" width="349" -height="550" -alt="«Πλοίον! πλοίον!»" -border="2" /><br /></p> - -<p>Η παρουσία του σημανθέντος πλοίου δεν παράγει πάραυτα το αναμενόμενον -αποτέλεσμα, ουδεμίαν συγκίνησιν προκαλεί είτε διότι δεν πιστεύουσιν, είτε διότι αι -δυνάμεις των είνε εξηντλημέναι. Όθεν ουδείς ανεγείρεται. Αλλ' αφ' ού ο αρχιναύτης -επανέλαβεν επανειλημμένως «Πλοίον! πλοίον!» πάντων τα βλέμματα προσηλούνται -τέλος επί του ορίζοντος.</p> - -<p>Νυν το γεγονός δεν είνε αρνήσιμον. Το βλέπομεν, το πλοίον τούτο το ανέλπιστον! -Αλλ' άρα γε αυτό θα μας ίδη;</p> - -<p>Εν τούτοις οι ναύται προσπαθούσι να αναγνωρίσωσι το σχήμα και την διεύθυνσιν -αυτού, μάλιστα την διεύθυνσιν.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρήσας μετά μεγίστης επιμελείας, είπε:</p> - -<p>«Το πλοίον είνε βρίκιον και πλέει προς τον άνεμον, έχον αυτόν δεξιά. Εάν επί δύο -ώρας εξακολουθήση την διεύθυνσιν ταύτην, κατ' ανάγκην θα μας κόψη τον -δρόμον».</p> - -<p>Δύο ώραι! δύο αιώνες! Αλλ' η διεύθυνσις του πλοίου δύναται να μεταβληθή από -στιγμής εις στιγμήν, καθ' όσον μάλιστα υπό την εγγυτάτην εκ κεραίας ιστιοδρομίαν -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn90' id='ref90'>90</a></span>] - ταύτην ενδεχόμενον να πλαγιοδρομή [<span style='font-size: small;'><a href='#fn91' -id='ref91'>91</a></span>] - μόνον και μόνον διά να προσηνεμώση [<span style='font-size: small;'><a href='#fn92' -id='ref92'>92</a></span>] -. Αλλ' όμως, εάν το πράγμα έχη ούτω, μετά την πλαγιοδρομίαν θα γίνη αριστερήνεμον -[<span style='font-size: small;'><a href='#fn93' id='ref93'>93</a></span>] - και θα απομακρυνθή. Α! εάν ουριοδρόμει ή καν έπλεε μετά φορού [<span style= -'font-size: small;'><a href='#fn94' id='ref94'>94</a></span>] - ανέμου, θα εδικαιούμεθα να ελπίζωμεν!</p> - -<p>Ανάγκη λοιπόν να γίνωμεν ορατοί υπό του πλοίου, ανάγκη το παν να πράξωμεν ίνα -μας διακρίνη! Ο Ροβέρτος Κόρτις παραγγέλλει να γίνη χρήσις πάντων των δυνατών -σημείων, διότι ο πάρων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn95' -id='ref95'>95</a></span>] - είνε έτι μίαν δωδεκάδα μιλίων προς Απηλιώτην (Αν.) και αι κραυγαί ημών δεν θα ήτο -δυνατόν να ακουσθώσι. Ουδέν δε πυροβόλον έχομεν ού αι εκπυρσοκροτήσεις να -δυνηθώσι να προσελκύσωσι την προσοχήν. Ας άρωμεν λοιπόν σήμα τι οίον δήποτε εις -την κορυφήν του ιστού. Το περιώμιον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn96' -id='ref96'>96</a></span>] - της μις Χέρμπυ είνε ερυθρόν, το χρώμα δε τούτο είνε το μάλιστα άπαδον προς τους -ορίζοντας της θαλάσσης και του ουρανού.</p> - -<p>Το περιώμιον της μις Χέρμπυ επαίρεται και ελαφρός άνεμος, ρυτιδών την στιγμήν -εκείνην την επιφάνειαν των κυμάτων αναπτύσσει τας πτυχάς του περιωμίου. Εκ -διαλειμμάτων διανεμούται και αι καρδίαι ημών είνε μεσταί ελπίδος. Γνωστόν δε είνε -μετά πόσης προθυμίας ο πνιγόμενος προσπαθεί να συγκρατηθή και από του -ελαχίστου πράγματος εφ' ού δύναται να στηριχθή, τοιούτον τι είνε εις ημάς η σημαία -αύτη!</p> - -<p>Επί μίαν ώραν διήλθομεν διά μυρίων αποριών. Ο πάρων προφανώς προσήγγιζε -προς την σχεδίαν, αλλ' ενίοτε φαίνεται ιστάμενος, και ερωτώμεν καθ' εαυτούς μήπως -μέλλει να αναστρέψη.</p> - -<p>Πόσον βραδέως βαδίζει το πλοίον τούτο! Και όμως έχει αναπετάση πάντα τα ιστία, -και τους σιπάρους του, και τα προΐστιά του, το δε σκάφος του είνε σχεδόν ορατόν -υπεράνω του ορίζοντος. Αλλ' ο άνεμος είνε αδύνατος, εάν δε έτι μάλλον ελαττωθή!. . . -Προθύμως θα εδίδομεν έτη όλα υπάρξεως ίνα ήμεθα πρεσβύτεροι κατά μίαν -ώραν!</p> - -<p>Ο αρχιναύτης και ο πλοίαρχος περί ώραν ημίσειαν μετά μεσημβρίαν -υπολογίζουσιν ότι ο πάρων απέχει της σχεδίας εννέα μίλια· λοιπόν εν διαστήματι μιας -και ημισείας ώρας διήνυσε τρία μόνον μίλια. Μόλις δε και μετά βίας φθάνει μέχρι -αυτού ο άνεμος ο διερχόμενος άνωθεν των κεφαλών ημών. Μη φαίνεται δε νυν ότι τα -ιστία του δεν κολπούνται πλέον, αλλά κρέμανται κατά μήκος των ιστών. Παρατηρώ -εάν εγείρεται πνοή τις ανέμου, αλλά η θάλασσα είνε ως νεναρκωμένη, η δε πνοή η -τοσούτον ευελπίσασα ημάς εκπνέει ανά το πέλαγος.</p> - -<p>Κάθημαι κατά την πρύμναν παρά τοις κκ. Λετουρνέρ και τη μις Χέρμπυ, και τα -βλέμματα ημών φέρονται απαύστως από του πλοίου προς τον πλοίαρχον. Ο Ροβέρτος -Κόρτις είνε ακίνητος εν τη πρώρα, εστηριγμένος επί του ιστού, παρ' αυτώ δε ίσταται ο -αρχιναύτης, ουδέ στιγμήν αποτρέποντες το βλέμμα των από του πάρωνος. -Αναγινώσκομεν δε επί της όψεως αυτών, ήτις δεν δύναται να μείνη απαθής, πάσας -τας συγκινήσεις άς αισθάνονται. Ουδέ γρυ δε ηκούσθη εν τη σχεδία μέχρι της στιγμής -καθ' ήν ο ξυλουργός Δαούλας ανακράζει μετά τρόπου απεριγράπτου:</p> - -<p>«Αναστρέφει!»</p> - -<p>Όλη ημών η ύπαρξις είνε την στιγμήν ταύτην εν τοις οφθαλμοίς! Ανορθούμεθα οι -μεν επί των γονάτων, οι δε ορθοί. Βλασφημία δε φοβερά διέφυγε το έρκος των -οδόντων του αρχιναύτου. Το πλοίον τούτο απέχει εννέα μίλια, και εκ της αποστάσεως -ταύτης δεν ηδυνήθη να διακρίνη τα σήματα ημών! Η δε σχεδία είνε απλώς σημείον τι -εν τω διαστήματι, αφανές ένεκα δυνατής ακτινοβολίας των ηλιακών ακτίνων. Είνε -αόρατος! δεν εγένετο ορατή! Ο πλοίαρχος του πλοίου τούτου, οίον δήποτε και αν είνε, -εάν διέκρινεν ημάς, ήθελε φανή τοσούτον απάνθρωπος, ώστε να φύγη ουδόλως -βοηθήσας ημάς! Ουχί. Τούτο είνε απαράδεκτον! Δεν μας είδε!</p> - -<p>«Φωτιάν! καπνόν! αναφωνεί τότε ο Ροβέρτος Κόρτις. Ας καύσωμεν τας σανίδας -της σχεδίας! Φίλοι μου! φίλοι μου! Τούτο είνε το έσχατον μέσον διά του οποίου είνε -ελπίς να γίνωμεν ορατοί!»</p> - -<p>Σανίδες τινές ερρίφθησαν εις την πρώραν και εσχηματίσθη πυρά. Ανάπτονται δε -ουχί άνευ κόπου, διότι είνε υγραί, αλλ' η υγρότης αύτη θα καταστήση τον καπνόν -πυκνότερον και κατ' ακολουθίαν ορατότερον. Μετ' ου πολύ στήλη υπομέλαινα -αναβαίνει κατ' ευθείαν εις τον αέρα. Εάν ήτο νυξ, εάν το σκότος επήρχετο πριν -εξαφανισθή ο πάρων, η φλοξ αύτη θα ήτο ορατή και εκ της αποστάσεως της -αποχωριζούσης ημάς απ' εκείνου!</p> - -<p>Αλλ' αι ώραι παρέρχονται, το δε πυρ σβέννυται!. . . </p> - -<p>Εν τοιαύταις περιστάσεσιν, ίνα φανή τις καρτερικός, ίνα υποταχθή εις το θέλημα -του Θεού, επάναγκες να έχη εφ' εαυτού δύναμιν ήν εγώ δεν έχω πλέον! Ουχί! δεν -δύναμαι να έχω πεποίθησιν εις τον Θεόν τούτον, όστις καθιστά τας δοκιμασίας ημών -δεινοτέρας, αναμιγνύων και εναλλάξ ελπίδας. Βλασφημώ ως εβλασφήμησεν ο -αρχιναύτης!,, Χειρ ασθενής στηρίζεται επ' εμού και η μις Χέρμπυ μοι δεικνύει τον -ουρανόν!</p> - -<p>Αλλ' αρκεί πλέον! Δεν θέλω πλέον τίποτε να ίδω, εισδύω υπό το ιστίον, κρύπτομαι -και λυγμοί εκφεύγουσιν εκ του στήθους μου. . . </p> - -<p>Κατά τον χρόνον τούτον το πλοίον μεταβάλλει ποδίσκους [<span style='font-size: -small;'><a href='#fn97' id='ref97'>97</a></span>] -, έπειτα δε απομακρύνεται βραδέως προς Απηλιώτην ( Αν.) και μετά τρεις ώρας ουδέ ο -οξύτατος οφθαλμός θα ηδύνατο να ανακαλύψη υπεράνω του ορίζοντος τα άνω αυτού -ιστία.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΔ'</h4> - -<p> -<br /> -<i>Τη 15 Ιανουαρίου</i>. — Μετά το τελευταίον τούτο ατύχημα, ουδέν πλέον -υπολείπεται ή να αναμένωμεν τον θάνατον. Και θα είνε μεν μάλλον ή ήττον βραδύς, -αλλά θα επέλθη.</p> - -<p>Σήμερον νέφη υψώθησαν προς Ζέφυρον (Δ) και έφερον ριπάς τινας ανέμου όθεν -και η θερμοκρασία είνε πως ανεκτοτέρα. Ημείς δε ει και εξησθενωμένοι, όμως -αισθανόμεθα την μεταβολήν ταύτην. Ο λαιμός μου αναπνέει αέρα ήττον ξηρόν, αλλ' -από της αλιείας του αρχιναύτου, τούτ' έστιν από επτά ημερών δεν εφάγομεν, και -ουδέν υπάρχει πλέον επί της σχεδίας. Έδωκα χθες τω Ανδρέα Λετουρνέρ το τελευταίον -τεμάχιον του διπυρίτου όπερ ο πατήρ είχε φυλάξη και μοι το ενεχείρισε κλαίων.</p> - -<p>Από της χθες ο μαύρος Γύγξτροπ κατώρθωσε να απαλλαγή των δεσμών του, ο δε -Ροβέρτος Κόρτις δεν είπε να τον δέσωσιν εκ νέου. Αλλως τε προς τι; Ο άθλιος ούτος -και οι συνένοχοι αυτού είνε εξησθενωμένοι εκ μακράς νηστείας. Τι θα ηδύναντο να -επιχειρήσωσι νυν;</p> - -<p>Σήμερον πολλοί καρχαρίαι μεγάλου μεγέθους εμφανίζονται, και βλέπομεν τα -μαύρα αυτών πτερύγια διασχίζοντα τα ύδατα μετ' άκρας ταχύτητος. Δεν δύναμαι να -κρατηθώ και να μη τους θεωρήσω ως ζωντανά φέρετρα, μέλλοντα μετ' ου πολύ να -καταβροχθίσωσι τα άθλια ημών λείψανα. Δεν με φοβίζουσι πλέον, αλλά μάλλον με -έλκουσι. Προσεγγίζουσι δε μέχρι των χειλέων της σχεδίας, η δε χειρ του Φλαίπολ -κρεμαμένη έξω, μικρού δειν ηρπάγη υπό τινος των τεράτων τούτων.</p> - -<p>Αλλ' ο αρχιναύτης το όμμα έχων ατενές και υπερμέτρως διεσταλμένον, τους δε -οδόντας συνεσφιγμένους και φαινομένους υπό τα ανυψωμένα αυτού χείλη, θεωρεί -τους καρχαρίας τούτους υπό έποψιν όλως αλλοίαν της εμής. Αυτός θέλει να τους -καταβροχθίση, ουχί δε να καταβροχθισθή υπ' αυτών. Εάν δε ηδύνατο να συλλάβη ένα, -δεν θα εσικχαίνετο την σκληράν αυτού σάρκα· αλλ' ουδέ ημείς.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης θα επιχειρήση. Επειδή δε δεν έχει μέγα άγκιστρον εις ό να δυνηθή -να δέση σχοινίον, θα προσπαθήση να κατασκευάση. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο -Δαούλας νοήσαντες την πρόθεσιν αυτού συσκέπτονται, ρίπτοντες εν ταυτώ -σφηκίσκους ή σχοινία, ίνα συγκρατώσι τους καρχαρίας πέριξ της σχεδίας.</p> - -<p>Ο Δαούλας πορευθείς έλαβε την ξυλουργικήν αυτού σφύραν, σκοπόν έχων να την -μεταχειρισθή ως άγκιστρον. Είτε διά της κόψεως αυτής, είτε διά του αντιθέτου μέρους -είνε δυνατόν να εμπηχθή μεταξύ των σιαγόνων τινός καρχαρίου, εάν την καταπίη. Ο -δε στειλεός της σφύρας όστις είνε ξύλινος προσεδέθη εις ισχυρόν τόνον, δεθέντα και -αυτόν επί τινος των στηριγμάτων της σχεδίας.</p> - -<p>Αι επιθυμίαι ημών εξεκαύθησαν εκ των παρασκευών τούτων. Ασθμαίνομεν εξ -αγωνίας, και διά πάντων των δυνατών μέσων προκαλούμεν την προσοχήν των -καρχαριών, οίτινες δεν θα φύγωσι πλέον.</p> - -<p>Το μέγα άγκιστρον είν' έτοιμον αλλά δεν έχομεν τίποτε να το δολώσωμεν. Ο -αρχιναύτης όστις περιπατεί επί της σχεδίας λαλών καθ' εαυτόν, ερευνά κατά πάσας -τας γωνίας, και φαίνεται ως αναζητών πτώμα τι μεταξύ ημών! . .,</p> - -<p>Ανάγκη λοιπόν καταφυγής εις το μέσον ού εγίνετο η χρήσις, και ο σίδηρος της -σφύρας περιτυλίσσεται εντός ράκους μαλλίνου ερυθρού, όπερ και πάλιν χορηγεί το -περιώμιον της μις Χέρμπυ.</p> - -<p>Αλλ' ο αρχιναύτης δεν θέλει να επιχειρήση πριν ληφθώσι πάσαι αι αναγκαίαι -προφυλάξεις. Το μέγα άγκιστρον είνε στερεώς προσδεδεμένον. Ο επίδεσμος ο -προσηλών την ορμιάν επί της σχεδίας θα ανθέξη κατά των τιναγμών; Ο τόνος είνε -αρκούντως στερεός ίνα ανθέξη; Ο αρχιναύτης εξελέγχει τα σπουδαία ταύτα ζητήματα, -και τούτου γενομένου απολύει το μηχάνημά του υπό την θάλασσαν.</p> - -<p>Η θάλασσα είνε διαφανής, και θα ήτο ευδιάκριτον πράγμα κείμενον εκατόν πόδας -υπό την επιφάνειαν αυτής. Βλέπω κατερχόμενον βραδέως το άγκιστρον -περιτετυλιγμένον εντός του ερυθρού ράκους, ού το χρώμα απάδει καθαρά επί του -κυανού όγκου των υδάτων.</p> - -<p>Επιβάται και ναύται πάντες κύπτομεν άνωθεν των δρυφάκτων τηρούντες άκραν -σιωπήν. Αλλά, φαίνεται, οι καρχαρίαι αφ' ότου το δέλεαρ τούτο προσηνέχθη εις την -αδηφαγίαν των, εξηφανίσθησαν κατά μικρόν. Αλλ' όμως είνε δυνατόν να έχωσιν -απομακρυνθή, και πάσα λεία οία δήποτε πεσούσα εις την θέσιν ταύτην θα -κατεβροχθίζετο εν ακαρεί!</p> - -<p>Αίφνης ο αρχιναύτης νεύει διά της χειρός, δεικνύων όγκον υπερμεγέθη ερχόμενον -προς την σχεδίαν, και πλέοντα ευθύς υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης. Είνε -καρχαρίας το μήκος δωδεκάπους καταλιπών τα βαθέα ύδατα και επιπλέων εφ' ημών -κατ' ευθείαν γραμμήν.</p> - -<p>Ότε δε το ζώον απέχει της σχεδίας ουχί πλέον των τεσσάρων οργυιών, ο -αρχιναύτης ανασύρει την ορμιάν ηρέμα, ώστε να τρέχη το άγκιστρον επί της οδού -αυτού· μεταδίδει δε εις το ερυθρόν ράκος ελαφράν κίνησιν και φαίνεται ως -ζωντανόν.</p> - -<p>Αισθάνομαι την καρδίαν μου παλλομένην μετ' άκρας σφοδρότητος, ως εάν -διεκυβεύετο η ζωή μου.</p> - -<p>Εν τούτοις ο καρχαρίας προσεγγίζει, οι δε εξέρυθροι αυτού οφθαλμοί λάμπουσιν -επί της επιφανείας των υδάτων, αι δε σιαγόνες υπερμέτρως ανοικταί, δεικνύουσιν, -ότε το ζώον στρέφεται ολίγον, τον ουρανίσκον αυτού επεστρωμένον δι' οδόντων -οξέων.</p> - -<p>Κραυγή ακούεται!,, Ο καρχαρίας ίσταται και εξαφανίζεται εις το βάθος των -υδάτων.</p> - -<p>Τις εξ ημών εξέβαλε την κραυγήν ταύτην, ακουσίως εννοείται;</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην ο αρχιναύτης εγείρεται ωχρός υπ' οργής και λέγει:</p> - -<p>«Ο πρώτος που θα 'μιλήση, τον σκοτώνω!»</p> - -<p>Και επαναλαμβάνει το έργον του.</p> - -<p>Και έπειτα, έχει δίκαιον ο αρχιναύτης!</p> - -<p>Το άγκιστρον καταβιβάζεται εκ νέου· αλλ' επί ημίωρον ουδείς καρχαρίας -επιφαίνεται, και εδέησε να βυθισθή το αλιευτικόν μηχάνημα είκοσι οργυιάς.</p> - -<p>Εν τούτοις μοι φαίνεται ότι εν τω βάθει τούτω τα ύδατα είνε τεθολωμένα, όπερ -δεικνύει την παρουσίαν των καρχαριών.</p> - -<p>Τω όντι η ορμιά υφίσταται αίφνης τιναγμόν σφοδρόν, και το σχοινίον διέφυγε των -χειρών του αρχιναύτου, αλλά, στερεώς συγκρατούμενον εκ των στηριγμάτων της -σχεδίας, δεν εξέφυγεν εντελώς.</p> - -<p>Καρχαρίας δάκνει και συλλαμβάνεται.</p> - -<p>«Βοήθειαν, παιδιά, βοήθειαν! ανακράζει ο αρχιναύτης.</p> - -<p>Πάραυτα επιβάται και ναυτικοί, πάντες επιλαμβανόμεθα της ορμιάς· αι δυνάμεις -ημών ζωογονούνται υπό της ελπίδος, αλλά μόλις και μετά βίας επαρκούσι, διότι το -τέρας ανθίσταται βιαίως. Ανέλκομεν πάντες ομού. Κατά μικρόν τα κατώτερα -στρώματα της θαλάσσης ταράσσοντα υπό της σφοδράς ριπής της ουράς και των -στηθιαίων πτερυγίων του καρχαρίου. Κύψας παρατηρώ το υπερμέγεθες σώμα -κινούμενον σπασμωδικώς εν τω μέσω των καθημαγμένων υδάτων.</p> - -<p>«Θάρρος! Θάρρος!» αναφωνεί ο αρχιναύτης.</p> - -<p>Τέλος η κεφαλή του ζώου αναδύεται. Διά των ημιανοίκτων σιαγόνων το άγκιστρον -εισέδυσε μέχρι των βαθέων του λάρυγγος και ενεπάγη εκεί, ουδενός τιναγμού -δυναμένου νυν να το αποσπάση εκείθεν. Ο Δαούλας αρπάζει τον πέλεκύν του ίνα το -αποτελειώση, άμα ανασυρθέν μέχρι της επιφανείας του κρηπιδώματος της -σχεδίας.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0148.jpg" width="343" -height="550" -alt="«Η κεφαλή τον ζώου αναδύεται." -border="2" /><br /></p> - -<p>Αλλά την στιγμήν ταύτην κρότος ξηρός ακούεται. Ο καρχαρίας έκλεισε βιαίως τας -σιαγόνας, αίτινες έκοψαν διά μιας τον στειλεόν της σφύρας, και εξαφανίζεται υπό τα -ύδατα.</p> - -<p>Ωρυγή απελπισμού εξήλθεν εκ του στήθους ημών!</p> - -<p>Ο αρχιναύτης, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Δαούλας προσεπάθησαν έτι να συλλάβωσί -τινα των καρχαριών τούτων, ει και δεν έχουσι πλέον άγκιστρον, ουδ' εργαλεία προς -κατασκευήν αγκίστρου. Εκσφενδονίζουσι σχοινία μετά βρόχων, αλλά ταύτα -ολισθαίνουσιν επί του ιξώδους δέρματος των ζώων. Ο δε αρχιναύτης επιχειρεί -μάλιστα να τους προσελκύση, κρεμών έξω της σχεδίας τον πόδα του γυμνόν, και -κινδυνεύων να ακρωτηριασθή διά των οδόντων . .,</p> - -<p>Αι άγονοι αύται απόπειραι καταπαύουσι τέλος, και έκαστος απέρχεται εις την -προτέραν θέσιν του αναμένων θάνατον, όν ουδέν δύναται του λοιπού να -αποτρέψη.</p> - -<p>Αλλ' ει και ταχέως απομακρύνομαι, ακούω όμως τον αρχιναύτην λέγοντα προς τον -Ροβέρτον Κόρτις:</p> - -<p>«Πλοίαρχε, πότε θα βάλωμεν κλήρον;»</p> - -<p>Και ο μεν Ροβέρτος Κόρτις δεν απεκρίθη, αλλά το ζήτημα όμως προυτάθη εις -συζήτησιν.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΕ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 16 Ιανουαρίου</i>. — Πάντες είμεθα εξηπλωμένοι επί των ιστίων. Εάν -διήρχετο πλοίον τι, το πλήρωμα αυτού θα ενόμιζεν ότι βλέπει ναυάγια κεκαλυμμένα -υπό νεκρών.</p> - -<p> -Πάσχω δεινώς· ως έχουσι τα χείλη μου, η γλώσσα μου, ο λάρυγξ μου, θα ηδυνάμην να -φάγω; Δεν πιστεύω· και όμως οι συμπλωτήρες μου και εγώ αποβλέπομεν προς -αλλήλους μετά βλεμμάτων αγρίων.</p> - -<p>Ο καύσων σήμερον είνε τοσούτον μάλλον ισχυρός, καθ' όσον ο ουρανός είνε -θυελλώδης. Ανυψούνται πυκνοί ατμοί, αλλά μοι φαίνεται αληθώς ότι είνε δυνατόν να -βρέξη παντού αλλού, πλην επί της σχεδίας ταύτης.</p> - -<p>Και όμως πας τις παρατηρεί μετ' απλήστων οφθαλμών τα νέφη ανυψούμενα, και -τα χείλη ημών τείνουσι προς αυτά. Ο δε κ. Λετουρνέρ τείνει τας χείρας αυτού ικέτιδας -προς τον ουρανόν τούτον τον ανίλεων!</p> - -<p>Ακροώμαι εάν μακρόθεν βρόμος τις αναγγέλλη θύελλαν. Είνε δε ώρα ενδεκάτη -προ μεσημβρίας. Οι ατμοί εκώλυσαν τας ηλιακάς ακτίνας, αλλ' ήδη δεν έχουσι πλέον -όψιν ηλεκτρικήν. Πρόδηλον δε ότι η θύελλα δεν θα εκραγή, διότι ο όγκος των ατμών -έλαβε χροιάν ομοιόμορφον και τα περιγράμματα αυτού, τόσον ευδιάκριτα κατά την -ανατολήν του ηλίου, συνεχωνεύθησαν εις έν όλον υπότεφρον. Και νυν είνε απλή -ομίχλη.</p> - -<p>Αλλ' η βροχή δεν δύναται να απολυθή εκ της ομίχλης ταύτης, όσον δήποτε ολίγη, -τινές σταγόνες μόνον!</p> - -<p>«Βροχή!» αναφωνεί αίφνης ο Δαούλας.</p> - -<p>Τω όντι, ήμισυ μίλιον μακράν της σχεδίας ο ουρανός χαράσσεται υπό παραλλήλων -γραμμών. Βρέχει και βλέπω σταγόνας αναπηδώσας επί της επιφανείας του Ωκεανού. -Ο άνεμος επιταθείς πνέει προς ημάς· μόνον να μη εξαντληθή το νέφος τούτο πριν -διέλθη άνωθεν των κεφαλών ημών!</p> - -<p>Ο Θεός τέλος ηλέησεν ημάς. Βρέχει κατά χονδράς σταγόνας, οποίας ρίπτουσι τα -θυελλώδη νέφη. Αλλ' η ραγδαία αύτη βροχή δεν θα διαρκέση, και οφείλομεν να -συναγάγωμεν όσον ύδωρ δυνηθή να χορηγήση, διότι ήδη ζωηρός ολκός φωτός φλέγει -το νέφος κατά το κατώτερον αυτού άκρον υπεράνω του ορίζοντος.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις είπε και έστησαν το τεθραυσμένον βυτίον, ώστε να συγκρατήση -όσον οίον τε πλειότερον ύδωρ, και τα ιστία εκδιπλούνται ίνα δέχωνται την βροχήν επί -μείζονος επιφανείας.</p> - -<p>Κατακλινόμεθα ύπτιοι έχοντες ανοικτόν το στόμα. Το ύδωρ καταβρέχει το -πρόσωπόν μου, τα χείλη μου, και αισθάνομαι αυτό εισρέον μέχρι εν τω λαιμώ μου. Α! -απόλαυσις ανεκλάλητος! Η ζωή ρέει εν εμοί. Αι βλενώδεις μεμβράναι του λάρυγγός -μου απαλύνονται εκ της επαφής ταύτης. Αναπνέω καθ' όσον πίνω το ζωογόνον τούτο -ύδωρ, το εισδύον μέχρι των ενδοτάτων της υπάρξεώς μου!</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0155.jpg" width="358" -height="550" -alt="Κατακείμεθα ύπτιοι και πίνομεν. . . " -border="2" /><br /></p> - -<p>Η βροχή διήρκεσεν είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, έπειτα δε το νέφος εξαντληθέν -κατά το ήμισυ, διελύθη εν τω διαστήματι.</p> - -<p>Ανηγέρθημεν καλλίτεροι, μάλιστα! «καλλίτεροι». Θλίβομεν τας χείρας αλλήλων, -λαλούμεν! Φαίνεται ότι εσώθημεν! Ο Θεός εν τη ευσπλαγχνία αυτού θ' αποστείλη και -άλλα νέφη, άτινα και αύθις θα κομίσωσι το ύδωρ, ού τοσούτον χρόνον -στερούμεθα!</p> - -<p>Και έπειτα το ύδωρ τούτο το πεσόν επί της σχεδίας δεν θα απολεσθή, διότι το -βυτίον και τα ιστία τι συνήγαγον, αλλά επάναγκες να το διατηρήσωμεν επιμελώς και -να το διανέμωμεν κατά σταγόνα.</p> - -<p>Τω όντι το βυτίον συνεκράτησε δυο περίπου πίντας μέχρι τριών, εκθλίβοντες δε το -απορροφηθέν υπό των ιστίων, θα δυνηθώμεν να επαυξήσωμεν την προμήθειαν ημών -έν τινι αναλογία.</p> - -<p>Οι ναύται κινούνται εις έργον, αλλ' ο Ροβέρτος διά νεύματος αναχαιτίζει -αυτούς.</p> - -<p>«Μίαν στιγμήν! λέγει. Το ύδωρ τούτο είνε πόσιμον;»</p> - -<p>Τον παρατηρώ. Διατί το ύδωρ τούτο, όπερ είνε βρόχινον, διατί τάχα δύναται να μη -είνε πόσιμον;</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις εκθλίβει εν τω λευκοσιδηρώ κυπέλλω ολίγον ύδωρ εκ του -περιεχομένου εντός των πτυχών ιστίου τινός, έπειτα το απογεύεται, και παρευθύς το -χύνει προς μεγίστην μου έκπληξιν.</p> - -<p>Απογεύομαι και εγώ, το ύδωρ τούτο είνε πλέον ή υφάλμυρον! Ήθελέ τις υποθέση -αυτό ύδωρ θαλάσσιον.</p> - -<p>Ο δε λόγος είνε ότι τα ιστία, από τοσούτου ήδη χρόνου εκτεθειμένα εις την -επίδρασιν των κυμάτων, μετέδωκαν εις το συναχθέν ύδωρ αλμυρότητα υπερβολικήν. -Δυστύχημα ανεπανόρθωτον! Αλλ' αδιάφορον! Έχομεν πεποίθησιν! Άλλως τε -υπολείπονται τινες πίνται πόσιμοι εν τω βυτίω! Και έπειτα η βροχή ήλθε! Και θα -επανέλθη.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΣΤ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 17 Ιανουαρίου</i>. — Εάν η δίψα ημών επί μικρόν επραΰνθη, η πείνα -κατ' ακολουθίαν φυσικήν κατέλαβεν ημάς εκ νέου μετά μείζονος σφοδρότητος. Δεν -υπάρχει λοιπόν άλλος τρόπος, άνευ αγκίστρου και δολώματος να συλλάβωμέν τινα -των καρχαριών, ών γέμει η πέριξ της σχεδίας θάλασσα; Ουχί, πλην εάν ριφθή τις εις -την θάλασσαν, ίνα προσβάλη διά πληγών μαχαίρας τα τέρατα ταύτα εν τω ιδίω αυτών -στοιχείω, ως ποιούσιν οι Ινδοί εν τη αλιεία των μαργαριτών. Ο Ροβέρτος Κόρτις -διενοήθη να διακινδυνεύση· αλλ' ημείς τον εκωλύσαμεν, διότι οι καρχαρίαι είνε καθ' -υπερβολήν πολυάριθμοι και ήθελεν εκτεθή δωρεάν εις θάνατον βέβαιον.</p> - -<p>Παρατηρώ δ' ενταύθα ότι, εάν είνε δυνατόν να κατορθώση τις να διαφύγη την -δίψαν, είτε βυθιζόμενος εις την θάλασσαν, είτε μασών πράγμα τι μετάλλινον, ουχ -ούτως όμως και την πείναν, διότι ουδέν δύναται να αντικαταστήση την θρεπτικήν -ουσίαν. Άλλως τε το ύδωρ δύναται πάντοτε να παραχθή εκ φυσικού τινος γεγονότος, -της βροχής φέρ' ειπείν. Άρα, εάν οφείλη τις να μη απελπίζεται τελείως περί της -πόσεως, αλλά δύναται όμως να απελπίζεται παντελώς περί της βρώσεως.</p> - -<p>Και ημείς λοιπόν εν τούτω δη τω σημείω διατελούμεν. Ίνα δε τα πάντα -ομολογήσω, τινές των εταίρων μου αποβλέπουσι προς αλλήλους μετά οφθαλμού -απλήστου. Ας νοήση έκαστος επί τίνος κλιτύος ολισθαίνουσιν αι σκέψεις ημών, και εις -οποίαν αγριότητα δύναται να ωθήση η δυστυχία εγκεφάλους υπό ενός και του αυτού -μελήματος ενδελεχώς πειραζομένους!</p> - -<p>Αφ' ότου παρήλθον τα θυελλώδη νέφη τα δόντα ημίν το ημίωρον της βροχής, ο -ουρανός εγένετο πάλιν αίθριος. Ο άνεμος επετάθη επ' ολίγον, αλλά μετ' ου πολύ -εκόπασε, το δε ιστίον κρέμαται κατά μήκος του ιστού. Άλλως τε δεν θεωρούμεν πλέον -τον άνεμον ως κινητήρα. Πού είνε η σχεδία; τα ρεύματα πού του Ατλαντικού Ωκεανού -ώθησαν αυτήν; Ουδείς δύναται ειπείν, ουδέ να εύχεται να πνέη Απηλιώτης μάλλον ή -Βορράς ή Νότος. Έν μόνον ζητούμεν παρά του ανέμου, να δροσίζη τα στήθη ημών, να -αναμιγνύη και ολίγον τι ατμού εις τον ξηρόν αέρα τον κατατρύχοντα ημάς, να μετριάζη -τέλος τον καύσωνα τούτον, όν καταχέει από του ζενίθ ήλιος πύρινος.</p> - -<p>Επήλθεν η εσπέρα, η δε νυξ θα είνε σκοτεινή μέχρι του μεσονυκτίου, ότε θ' -ανατείλη η σελήνη, εισερχομένη εις το τελευταίον αυτής τέταρτον. Οι δε αστερισμοί, -ολίγον τι κεκαλυμμένοι υπό ομίχλης, δεν προβάλλουσι την εξαισίαν εκείνην -σπινθηροβολίαν την φωτίζουσαν τας ψυχράς νύκτας.</p> - -<p>Κατατρυχόμενος ώσπερ υπό παραφροσύνης, κατεχόμενος υπό πείνης δεινής, ήτις -συνήθως διπλασιάζεται ληγούσης της ημέρας, μεταβαίνω και κατακλίνομαι επί -δέματος ιστίων, κειμένου κατά τον δεξιόν τοίχον της σχεδίας και εκεί κύπτω υπεράνω -της θαλάσσης όπως αναπνεύσω την εξ αυτών δρόσον.</p> - -<p>Εκ των εταίρων μου οίτινες είνε κατακεκλιμένοι εν τη συνήθει αυτών θέσει, πόσοι -άρα γε ευρίσκουσιν εν τω ύπνω λήθην των δεινών; Ουδείς ίσως· Εγώ δε; τον κενόν -εγκέφαλόν μου πολιορκούσιν εφιάλται.</p> - -<p>Εν τούτοις με κατέλαβεν ασθενική τις κάρωσις, ήτις ούτε εγρήγορσις είνε ούτε -ύπνος. Δεν θα ηδυνάμην να είπω πόσον χρόνον έμεινα εν τη εκλυτική ταύτη -καταστάσει. Το μόνον δε όπερ ενθυμούμαι είνε ότι κατά τινα στιγμήν ιδιάζουσα τις -αίσθησις μ' εξήγαγεν εξ αυτής.</p> - -<p>Δεν ειξεύρω εάν βλέπω όνειρον, αλλ' η όσφρησίς μου ερεθίζεται υπό οσμής, ήν -κατ' αρχάς δεν αναγνωρίζω. Φαίνεται ως αναθυμίασις αόριστος, ήν μοι φέρει εκ -διαλειμμάτων υπόλοιπόν τι του ανέμου. Οι ρώθωνές μου εξογκούνται και εισπνέουσι. -«Τι μυρίζει»; εκινήθην να αναφωνήσω. . . Αλλ' ώσπερ τι ένστιγμά με κωλύει, και -αναζητώ ως αναζητή τις εν τη μνήμη του λέξιν τινα ή όνομα λησμονηθέν.</p> - -<p>Παρέρχονται στιγμαί τινες. Η δε έντασις της αναθυμιάσεως, ζωηρότερον -εκδηλουμένη, προκαλεί ζωηροτέρας εισπνοάς.</p> - -<p>«Αλλά, λέγω αίφνης, και ως άνθρωπος ενθυμούμενος, είνε οσμή κρέατος -ψητού!»</p> - -<p>Εισπνοή δυνατωτέρα με βεβαιοί ότι αι αισθήσεις μου δεν μ' εξηπάτησαν, και όμως -επί της σχεδίας ταύτης,, .</p> - -<p>Εγείρομαι επί των γονάτων, εισπνέω εκ νέου και, συγχωρηθήτω μοι η έκφρασις, -μυχθίζω τον περιέχοντα αέρα! Η αυτή αναθυμίασις προσβάλλει έτι τους ρώθωνάς -μου. Είμαι λοιπόν εις το ρεύμα του αντικειμένου του παράγοντος την οσμήν ταύτην, -και κατ' ακολουθίαν το αντικείμενον τούτο ευρίσκεται εν τη πρώρα της σχεδίας.</p> - -<p>Και ιδού εγώ εγκαταλείπων την θέσιν μου, έρπων ως ζώον, ανερευνών ουχί διά -των οφθαλμών αλλά διά της ρινός, εισδύων υπό τα ιστία, μεταξύ των σφηκίσκων, ως -γάτος προσέχων, και κατ' ουδένα λόγον επιθυμών να διεγείρω την προσοχήν των -εταίρων μου.</p> - -<p>Επί τινα λεπτά της ώρας σύρομαι ούτως εις πάσας τας γωνίας, οδηγούμενος υπό -της οσφρήσεως ως κύων ρινηλάτης. Και νυν μεν το ίχνος με διαφεύγει, είτε διότι εγώ -απομακρύνομαι του σκοπού, είτε διότι ο άνεμος κοπάζει, νυν δε η αναθυμίασις μ' -έρχεται μετά νέας εντάσεως. Κατέχω τέλος το ίχνος τούτο, το ακολουθώ, και -αισθάνομαι ότι βαίνω κατ' ευθείαν προς το ζητούμενον.</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην αφικνούμαι εις την γωνίαν του δεξιού τοίχου της πρώρας και -αναγνωρίζω ότι η οσμή είνε κνίσα λίπους καπνιστού. Δεν απατώμαι. Όλαι αι θηλαί της -γλώσσης μου φρίσσουσιν υπό επιθυμίας!</p> - -<p>Ανάγκη τότε να κρυφθώ υπό πυκνήν πτυχήν ιστίων, ψυχή δεν με βλέπει, ψυχή δεν -μ' ακούει. Ολισθαίνω επί των γονάτων και των αγκώνων. Εκτείνω την χείρα και -λαμβάνω πράγμα τι τετυλιγμένον εντός χαρτίου, το σύρω ταχέως, και βλέπω εις το -φως της σελήνης, ήτις ανατέλλει την στιγμήν εκείνην υπεράνω του ορίζοντος.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0156.jpg" width="360" -height="550" -alt="Παρατηρώ εις το φως της σελήνης." -border="2" /><br /></p> - -<p>Δεν είνε απάτη. Κρατώ τεμάχιον λίπους, μόλις τέταρτον της λίτρας, αλλ' ικανόν να -κατασιγάσω δι' αυτού επί όλην ημέραν τα δεινά μου. Φέρω εις το στόμα μου. . . </p> - -<p>Χειρ αρπάζει την χείρα μου. Στρέφομαι, μόλις συγκρατών μυκηθμόν. </p> - -<p>Αναγνωρίζω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ.</p> - -<p>Τα πάντα εξηγούνται, η ιδιάζουσα κατάστασις του Χόμμπαρτ, η υγεία αυτού η -σχετικώς διαμείνασα καλλιτέρα των άλλων, τα υποκριτικά αυτού παράπονα. Την -στιγμήν του ναυαγίου ηδυνήθη να σώση τρόφιμά τινα, τα εφύλαξε, και αυτός είχε -τροφήν εν ώ ημείς απεθνήσκομεν της πείνης! Ω! τον άθλιον!</p> - -<p>Αλλ' όχι! Ο Χόμμπαρτ έπραξε φρονίμως. Φρονώ ότι είνε άνθρωπος συνετός, -προμηθής, και εάν εφύλαξε τροφήν τινα εν αγνοία πάντων, άριστα έπραξε, τόσον -καλλίτερα δι' αυτόν. . . και δι' εμέ.</p> - -<p>Αλλ' ο Χόμμπαρτ δεν νοεί το πράγμα ούτω πως.</p> - -<p>Αρπάζει την χείρα μου και προσπαθεί να λάβη οπίσω το τεμάχιον του λίπους, αλλά -δεν λέγει τίποτε, διότι δεν θέλει να προσελκύση την προσοχήν των συντρόφων -του.</p> - -<p>Αλλά και εμού συμφέρον είνε να σιωπώ, διότι δεν είνε καλόν να έλθωσιν άλλοι και -να μ' αρπάσωσι την λείαν ταύτην! Παλαίω λοιπόν σιωπηλώς, αλλά μετά τοσαύτης -μάλλον λύσσης, καθ' όσον ακούω τον Χόμμπαρτ λέγοντα μεταξύ των οδόντων του «το -τελευταίον μου κομμάτι! η τελευταία μου βουκιά!»</p> - -<p>Η τελευταία του «βουκιά!». Μοι χρειάζεται πάση θυσία, την θέλω, θα την λάβω! -Αρπάζω από τον λαιμόν τον αντίπαλόν μου, όστις αγωνιά υπό την χείρα μου και μετ' -ου πολύ απομένει ακίνητος!</p> - -<p>Και εγώ θραύω το τεμάχιον τούτο του λίπους διά των οδόντων μου, κρατών -ταυτοχρόνως τον Χόμμπαρτ ανατετραμμένον. . . . </p> - -<p>Έπειτα καταλείπων τον ταλαίπωρον, σύρομαι εκ νέου και επανελθών -καταλαμβάνω την εν τη πρύμνη θέσιν μου.</p> - -<p>Ψυχή δεν με είδε! Έφαγον!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΖ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 18 Ιανουαρίου</i>. — Αναμένω την ημέραν εν αγωνία εξάλλω. Τι θα -είπη ο Χόμμπαρτ; Μοι φαίνεται ότι θα έχη το δικαίωμα να με καταγγείλη! Ουχί! Είνε -άτοπον διότι, εάν διηγηθώ τι συνέβη, εάν είπω πώς ο Χόμμπαρτ έζησεν, εν ώ ημείς -απεθνήσκομεν της πείνης, πώς ετράφη εν αγνοία και επί βλάβη ημών, οι σύντροφοί -του θα τον κατασφάξωσιν αλύπητα.</p> - -<p>Αλλά δεν πειράζει! Επεθύμουν να είμαι εν πλήρει μεσημβρία.</p> - -<p>Η πείνα στιγμιαίως ανεχαιτίσθη εν εμοί, ει και το τεμάχιον εκείνο του λίπους ήτο -μικρόν πράγμα, μία «βουκιά» και η «τελευταία» ως είχεν είπη ο τάλας εκείνος. Εν -τούτοις δεν πάσχω, και το λέγω εκ των μυχίων της καρδίας μου, αισθάνομαι τρόπον -τινά τύψιν του συνειδότος, διότι δεν διένειμα το άθλιον τούτο λείψανον μετά των -συμπλωτήρων μου. Ώφειλον να ενθυμηθώ την μις Χέρμπυ, τον Ανδρέαν, τον πατέρα -του. ., εγώ δε μόνον περί εμαυτού εφρόντισα!</p> - -<p>Εν τούτοις η σελήνη ανατέλλει, και μετ' ου πολύ παρακολουθούσιν αυτήν αι -πρώται λευκαί λάμψεις της πρωίας, ταχέως δε θα γίνη ημέρα, διότι είμεθα υπό τα -ταπεινά ταύτα πλάτη, άτινα ούτε αυγήν γινώσκουσιν ούτε λυκαυγές.</p> - -<p>Δεν έκλεισα οφθαλμόν. Ότε δε υπεφαίνετο ημέρα, ενόμισα ότι βλέπω όγκον -άμορφον αιωρούμενον μεσίστιον.</p> - -<p>Τι είνε το πράγμα τούτο; Δεν δύναμαι ακόμη να το διακρίνω, και μένω -εξηπλωμένος επί του δέματος των ιστίων.</p> - -<p>Αλλ' αι πρώται ακτίνες του ήλιου ολισθαίνουσι τέλος επί της θαλάσσης, και μετ' ου -πολύ διακρίνω σώμα όπερ, αιωρούμενον από του άκρου του σχοινίου, υπείκει εις τας -κινήσεις της σχεδίας.</p> - -<p>Προαίσθημα ακράτητόν με έλκει προς το σώμα τούτο, και έρχομαι εις την ρίζαν -του ιστού. . . </p> - -<p>Το σώμα τούτο είνε απηγχονισμένου ανθρώπου. Ο απηγχονισμένος δε ούτος είνε -ο τροφοδότης Χόμμπαρτ! Τον ταλαίπωρον! εγώ, μάλιστα εγώ! τον ώθησα εις την -αυτοκτονίαν!</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0163.jpg" width="349" -height="550" -alt="Είνε σώμα απηγχονισμένου." -border="2" /><br /></p> - -<p>Κραυγή φρίκης μ' εκφεύγει. Οι συμπλωτήρες μου εγείρονται, βλέπουσι το σώμα, -εφορμώσιν επ' αυτού. . . αλλ' ουχί ίνα μάθωσιν εάν υπολείπεται έτι σπινθήρ ζωής!. . . -Άλλως τε ο Χόμμπαρτ είνε νεκρός πλέον, το δε πτώμα του ήδη ψυχρόν.</p> - -<p>Εν ακαρεί το σχοινίον κόπτεται και ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Γύγξτροπ, ο -Φάλστεν, άλλοι τινές είνε εκεί κεκλιμένοι επί του πτώματος τούτου. . . . </p> - -<p>Ουχί! δεν είδον!. . . Δεν ηθέλησα να ίδω! Δεν μετέσχον του βδελυρού τούτου -συμποσίου. Ούτε η μις Χέρμπυ, ούτε ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ουδέ ο πατήρ του -ηθέλησαν να εξαγοράσωσιν ανακούφισιν των δεινών των επί τη τιμή ταύτη!</p> - -<p>Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις. . . αγνοώ. . . Δεν ετόλμησα να τον ερωτήσω.</p> - -<p>Ως προς δε τους άλλους, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τον Φάλστεν, τους ναύτας! -Ω! ο άνθρωπος μεταβαλλόμενος εις άγριον θηρίον. . . . Φοβερόν πράγμα!</p> - -<p>Οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ κρυπτόμεθα υπό την σκηνήν, ουδέν -θελήσαντες να ίδωμεν! Αρκεί ότι ηκούομεν!</p> - -<p>Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ήθελε να επιπέση κατά των καννιβάλων τούτων να τους -αποσπάση τα φρικαλέα ταύτα λείψανα! Εδέησε δε να παλαίσω προς αυτόν ίνα τον -συγκρατήσω.</p> - -<p>Και όμως ήτο δικαίωμά των των ταλαίπωρων τούτων! Διότι ο Χόμμπαρτ ήτο -νεκρός! δεν τον εφόνευσαν! Και ως είπε ποτε ο αρχιναύτης «προτιμότερον να φάγη τις -νεκρόν ή ζωντανόν!»</p> - -<p>Τις οίδε νυν εάν η σκηνή αύτη μη είνε ο πρόλογος δράματός τινος αποτροπαίου, -μέλλοντος να καθαιμάξη την σχεδίαν!</p> - -<p>Πάσας τας παρατηρήσεις ταύτας είπον προς τον Ανδρέαν Λετουρνέρ, αλλά δεν -ηδυνήθην να διασκεδάσω την φρίκην αυτού, ήτις είχε κορυφωθή εις το έπακρον!</p> - -<p>Εν τούτοις σκέφθητε ότι αποθνήσκομεν της πείνης, οκτώ δε των συμπλωτήρων -ημών θα διαφύγωσιν ίσως τον φρικαλέον τούτον θάνατον!</p> - -<p>Ο Χόμμπαρτ διά των προμηθειών άς είχε κρύψη ήτο ο ακμαιότατος πάντων ημών, -ουδεμία δε οργανική νόσος είχεν αλλοιώση τους ιστούς αυτού. Απηλλάγη δε του ζην -εν πληρεστάτη υγιεία υπό κτηνώδους αποφάσεως!</p> - -<p>Αλλ' εις τίνας φρικαλέους διαλογισμούς το πνεύμα μου παρασύρεται; Οι -καννίβαλοι ούτοι μοι εμποιούσιν μάλλον φθόνον ή φρίκην;</p> - -<p>Τούτων τις την στιγμήν ταύτην εγείρει φωνήν. Ο ξυλουργός Δαούλας.</p> - -<p>Λέγει δε να εξατμίσωσι θαλάσσιον ύδωρ εις τον ήλιον, ίνα συλλέξωσιν άλας.</p> - -<p>«Και θα αλατίσωμεν το υπόλοιπον, λέγει.</p> - -<p> — Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης.</p> - -<p>Έπειτα ουδέν πλέον. Αναμφιβόλως η πρότασις του ξυλουργού εγένετο αποδεκτή, -διότι δεν ακούω πλέον τίποτε. Σιωπή βαθεία αποκαθίσταται εν τη σχεδία, και εικάζω -ότι οι συμπλωτήρες μου υπνώττουσι.</p> - -<p>Δεν πεινώσι πλέον.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΗ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 10 Ιανουαρίου</i>. — Την 19 Ιανουαρίου ο αυτός ουρανός, η αυτή -θερμοκρασία. Η νυξ ουδεμίαν επιφέρουσα μεταρρύθμισιν εν τη καταστάσει της -ατμοσφαίρας. Ουδέ ολίγας ώρας ηδυνήθην να κοιμηθώ.</p> - -<p>Περί την πρωίαν ακούω κραυγάς οργής εκρηγνυμένας εν τη σχεδία.</p> - -<p>Οι κκ. Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ, διατρίβοντες μετ' εμού υπό την σκηνήν, -εγείρονται. Αποσύρω την οθόνην και βλέπω τι συμβαίνει.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός Δαούλας, οι άλλοι ναύται είνε εις το έπακρον -εξηρεθισμένοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, καθήμενος εν τη πρύμνη, εγείρεται, και μαθών -τι εξάπτει την οργήν των προσπαθεί να τους πραΰνη.</p> - -<p>«Όχι! όχι! θα μάθωμεν ποιος το έκαμεν, είπεν ο Δαούλας περιφέρων βλέμμα -άγριον.</p> - -<p> — Ναι, επαναλαμβάνει ο αρχιναύτης, εδώ μέσα είνε κλέπτης, εχάθη εκείνο -που μας ειχε περισσεύση.</p> - -<p> — Δεν είμ' εγώ! — Ουδ' εγώ!» αποκρίνονται κατά σειράν οι ναύται. </p> - -<p>Και βλέπω τους ταλαιπώρους ανερευνώντας πάσας τας γωνίας, εγείροντας τα -ιστία, μετατοπίζοντας τους σφηκίσκους. Η δε οργή των αυξάνει καθ' όσον βλέπουσι -τας ερεύνας των άνευ τινός αποτελέσματος. </p> - -<p>Ο αρχιναύτης έρχεται προς με και μοι λέγει:</p> - -<p>«Θα τον ειξεύρετε τον κλέπτην.</p> - -<p> — Δεν ειξεύρω τι μου λέγεις», αποκρίνομαι εγώ. </p> - -<p>Ο Δαούλας καί τινες των ναυτών έρχονται πλησίον.</p> - -<p>«Εψάξαμεν παντού, είπεν ο Δαούλας. Τώρα μένει μόνον αυτή η σκηνή.</p> - -<p> — Κανείς από 'μας δεν εξήλθεν από την σκηνήν, Δαούλα.</p> - -<p> — Πρέπει να ιδούμεν!</p> - -<p> — Όχι! αφήσατε ησύχους αυτούς που αποθνήσκουν της πείνης.</p> - -<p> — Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο αρχιναύτης κρατούμενος, δεν σας -κατηγορούμεν. . . . Αν τυχόν και επήρε κανείς από σας το μερτικόν του, που δεν το -ήθελε χθες, είνε δικαίωμά του, και το έχει καλά παρμένο. Αλλά εχάθη όλον το -κομμάτι, εκαταλάβατε;</p> - - -<p> — Να ψάξωμε 'ς την σκηνήν!» αναφωνεί ο Σάνδων. </p> - -<p>Οι ναύται προβαίνουσιν, εγώ δε δεν δύναμαι να αντισταθώ εις τους ταλαιπώρους -τούτους, ούς η οργή τυφλώνει. Δεινός φόβος με καταλαμβάνει. Μήπως ο κ. -Λετουρνέρ, ουχί δι' εαυτόν, αλλά χάριν του υιού του, προέβη μέχρι του να λάβη. . . -Εάν το έπραξε, θα κατασπαραχθή υπό των μαινομένων τούτων.</p> - -<p>Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρης, ως ζητών παρ' αυτού προστασίαν. Ο Ροβέρτος -Κόρτις ελθών ίσταται πλησίον μου. Αι δύο χείρες του είνε βεβυθισμέναι εντός των -θυλακίων, αλλά μαντεύω ότι είνε ωπλισμέναι.</p> - -<p>Εν τούτοις τη προσταγή του αρχιναύτου η μις Χέρμπυ και οι κκ. Λετουρνέρ -ηναγκάσθησαν να καταλίπωσι την σκηνήν, ήν οι ναύται ηρεύνησαν μέχρι και των -αποκρυφωτάτων γωνιών, αλλά μάτην ευτυχώς.</p> - -<p>Είνε δε πρόδηλον ότι, αφ' ού το λείψανον του Χόμμπαρτ εγένετο άφαντον, είχε -ριφθή εις την θάλασσαν.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός, οι ναύται κατατρύχονται υπό φρικαλέου -απελπισμού.</p> - -<p>Αλλά τις εποίησε τούτο; Αποβλέπω προς την μις Χέρμπυ και τον κ. Λετουρνέρ· -αλλά το βλέμμα των αποκρίνεται ότι δεν είνε αυτοί.</p> - -<p>Οι οφθαλμοί μου φέρονται προς τον Ανδρέαν, όστις αποστρέφει επί στιγμήν την -κεφαλήν.</p> - -<p>Ταλαίπωρε νεανία! Αυτός; Και εάν αυτός, άρα γε κατανοεί τα παρακολουθήματα -της πράξεως ταύτης;</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΜΘ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Από της 20 μέχρι της 22 Ιανουαρίου</i>. — Κατά τας επομένας ημέρας οι -μετασχόντες του αποτροπαίου δείπνου της 18 Ιανουαρίου ολίγον ταλαιπωρούνται, -αφ' ού έφαγον και έπιον.</p> - -<p>Αλλά η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ο πατήρ του, εγώ είνε δυνατόν να -περιγραφή τι πάσχομεν! Δεν είμεθα αξιολύπητοι διά την απώλειαν των λειψάνων -τούτων!. . . Εάν τις ημών αποθάνη, θα ανθέξωμεν;. . . </p> - -<p>Ο αρχιναύτης Δαούλας και οι άλλοι μετ' ου πολύ κατελήφθησαν αύθις υπό της -πείνης, και παρατηρούσιν ημάς μετά οφθαλμών πεπλανημένων. Είμεθα λοιπόν λεία -βεβαία αυτών;</p> - -<p>Αληθώς ότι μάλιστα κατατρύχει ημάς δεν είνε η πείνα, αλλ' η δίψα. Μάλιστα! -Μεταξύ σταγόνων τινών ύδατος και ψιχίων τινών διπυρίτου ουδείς ημών ήθελε -διστάση. Τούτο ερρήθη πάντοτε υπό ναυαγών διατελούντων εν αίς και ημείς -περιστάσεσι, και είνε αληθές. Πάσχει τις μάλλον υπό της δίψης ή υπό της πείνης, και -ταχύτερον αποθνήσκει.</p> - -<p>Και, ω του φοβερού δεινού! έχει τις πέριξ αυτού το θαλάσσιον τούτο ύδωρ, όπερ ο -οφθαλμός βλέπει ούτως ομοιάζον προς το γλυκύ ύδωρ! Πολλάκις προσεπάθησα να -πίω σταγόνας τινάς, αλλά προεκάλεσεν εν εμοί αφορήτους ναυτίας και δίψαν -δεινοτέραν μετά ταύτα ή πρότερον.</p> - -<p>Α! Αρκεί, αρκεί! Τεσσαράκοντα δύο ημέραι είνε αφ' ότου κατελίπομεν το πλοίον! -Τις ημών δύναται να εξαπατηθή του λοιπού; Δεν είμεθα προωρισμένοι να -αποθάνωμεν μετ' αλλήλους και δια του χειρίστου των θανάτων!</p> - -<p>Αισθάνομαι ότι ώσπερ τις ομίχλη συμπυκνούται περί τον εγκέφαλόν μου. -Προσεγγίζει να με καταλάβη ως παραφροσύνη. Αγωνίζομαι να συγκρατήσω την -φεύγουσαν διάνοιάν μου. Η παραφροσύνη αύτη με φοβίζει! Πού θα με οδηγήση; Θα -είμαι αρκούντως ισχυρός ίνα αναλάβω το λογικόν μου;,,</p> - -<p>Συνήλθον, — μετά πόσας ώρας δεν θα ηδυνάμην να είπω. Το μέτωπόν μου ήτο -κεκαλυμμένον υπό σπληνίων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn98' -id='ref98'>98</a></span>] - θαλασσοβρέκτων τη φροντίδι της μις Χέρμπυ. Αλλ' αισθάνομαι ότι ολίγος έτι χρόνος -ζωής μοι υπολείπεται!</p> - -<p>Σήμερον, 22 του μηνός, σκηνή φρικαλέα. Ο μαύρος Γύγξτροπ, καταληφθείς αίφνης -υπό σφοδράς μανιώδους παραφροσύνης, διατρέχει την σχεδίαν ωρυόμενος. Ο -Ροβέρτος Κόρτις θέλει να τον συγκρατήση, αλλά μάτην! Επιπίπτει καθ' ημών θέλων να -μας καταβροχθίση, και αναγκαζόμεθα να αμυνώμεθα κατά των επιθέσεων του άγριου -τούτου θηρίου. Ο Γύγξτροπ ήρπασε μοχλόν και είνε δυσχερές να αποκρούη τις τα -κτυπήματά του.</p> - -<p>Αλλ' αίφνης υπό τροπής ήν μόνος ο παροξυσμός της παραφροσύνης εξηγεί, η -λύσσα του Γύγξτροπ στρέφεται καθ' εαυτού. Σπαράσσει τας σάρκας του διά των -οδόντων, διά των ονύχων, ρίπτων το αίμα του κατά πρόσωπον ημών και -κραυγάζων:</p> - -<p>«Πιέτε! πιέτε!»</p> - -<p>Επί τινας στιγμάς αγωνιά ούτω πως και κατευθύνεται προς την πρύμναν της -σχεδίας κράζων αδιαλείπτως: </p> - -<p>«Πιέτε! πιέτε!»</p> - -<p>Έπειτα ορμά και ακούω το σώμα του καταπίπτον εις την θάλασσαν. </p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0164.jpg" width="341" -height="550" -alt="Έπειτα ορμά και πίπτει εις την θάλασσαν." -border="2" /><br /></p> - -<p>Ο αρχιναύτης, ο Φάλστεν, ο Δαούλας σπεύδουσιν ίνα παραλάβωσι το πτώμα, αλλ' -ουδέν άλλο βλέπουσιν ή κύκλον ευρύν κόκκινον, και εν μέσω αυτού παλαίοντας -καρχαρίας τεραστίους!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -Ν'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 22 και 23 Ιανουαρίου</i>. — Ένδεκα πλέον συμπλωτήρες είμεθα, και -νυν μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη μετρή εκάστη ημέρα και νέον θύμα. Το οίον -δήποτε τέλος του δράματος τούτου προσεγγίζει. Εντός οκτώ ημερών ή θα έχωμεν -προσορμισθή εις την γην, ή πλοίον τι θα έχη διασώση τους ναυαγούς. Ει δε μη, ο -έσχατος των επιζώντων επιβατών του <i>Σάνσελλορ</i> θα ζήση.</p> - -<p>Την 23 η όψις του ουρανού μετεβλήθη, ο άνεμος διαφερόντως επετάθη, -γενόμενος την νύκτα Μέσης (ΒΑ). Το ιστίον της σχεδίας εκολπώθη και ολκός -αρκούντως διακρινόμενος δεικνύει ότι η σχεδία μετατοπίζεται επαισθητώς, τρία μίλια -την ώραν κατά τους υπολογισμούς του πλοιάρχου.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο μηχανικός Φάλστεν είνε βεβαίως οι σθεναρώτατοι μεταξύ -ημών. Ει και η ισχνότης αυτών είνε εσχάτη, υπομένουσιν όμως τας στερήσεις ταύτας -εις τρόπον θαυμαστόν. Των αδυνάτων να παραστήσω εις οποίον έσχατον βαθμόν -κατήντησεν η τλήμων [<span style='font-size: small;'><a href='#fn99' -id='ref99'>99</a></span>] - μις Χέρμπυ. Είνε ψυχή πλέον, αλλά ψυχή ακμαία έτι, και όλη αυτής η ζωή φαίνεται -καταφυγούσα εις τους οφθαλμούς, οίτινες λάμπουσιν ασυνήθως. Ζη εν τω ουρανώ, -ουχί επί της γης!</p> - -<p>Και όμως, ανήρ ζωηρότατος, νυν όλως καταβεβλημένος είνε ο αρχιναύτης. Είνε δε -αγνώριστος. Την κεφαλήν έχων νεύουσαν επί του στήθους, τας μακράς οστεώδεις -χείρας ηπλωμένας επί των γονάτων, ών αι οξείαι επιγονατίδες εξέχουσιν υπό την -τετριμμένην περισκελίδα, διατελεί καθήμενος έν τινι γωνία της σχεδίας, ουδόλως -εγείρων τους οφθαλμούς. Πολύ δε διάφορος της μις Χέρμπυ, αυτός ζη μόνον διά του -σώματος· τοιαύτη δε είνε η ακινησία του, ώστε υποθέτω ενίοτε ότι έπαυσε του -ζην.</p> - -<p>Ούτε λόγοι, ούτε καν στεναγμοί επί της σχεδίας ταύτης. Σιγή άκρα. Λέξεις -διαμείβονται καθ' εκάστην ουδέ καν δέκα. Άλλως τε αι ολίγαι τινές λέξεις άς θα -ηδύναντο να προφέρωσιν η γλώσσα ημών, τα οιδαλέα και απεσκληρυμένα χείλη, θα -ήσαν όλως ακατάληπτοι. Η σχεδία πλέον φέρει φάσματα κατεσκληκότα [<span style= -'font-size: small;'><a href='#fn100' id='ref100'>100</a></span>] -, έξαιμα, ουδέν έχοντα το ανθρώπινον!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΝΑ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 24 Ιανουαρίου</i>. — Πού είμεθα; Πού του Ατλαντικού Ωκεανού -παρεσύρθη η σχεδία; Δις ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις αορίστως μόνον -ηδυνήθη να μ' αποκριθή. Αλλ' όμως, επειδή εξηκολούθει σημειών την διεύθυνσιν των -ρευμάτων και των ανέμων, νομίζει ότι θα ήχθημεν πάλιν προς Ζέφυρον (Δ), τούτ' έστι -προς το μέρος της ξηράς.</p> - -<p>Σήμερον ο άνεμος εκόπασε τέλεον. Εν τούτοις υπάρχει επί της επιφανείας της -θαλάσσης σάλος ευρύς, δεικνύων ότι ταραχή τις των υδάτων συνέβη προς Απηλιώτην -(Α). Τρικυμία αναμφιβόλως θα ανέτρεψε το μέρος τούτο του Ατλαντικού. Η σχεδία -καταπονείται πολύ υπό των κυμάτων, ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο ξυλουργός -καταβάλλουσι το υπολειπόμενον των δυνάμεων αυτών προς στερέωσιν των μερών της -σχεδίας, των κινδυνευόντων να διαλυθώσι.</p> - -<p>Αλλά προς τι κοπιώσιν. Ας διαλυθώσι τέλος αι σανίδες αύται εις τα εξ ών -συνετέθησαν. Ας μας καταπίη ο Ωκεανός ούτος! λίαν πολύν χρόνον αμφισβητούμεν -αυτώ την αθλίαν ημών ζωήν!</p> - -<p>Αληθώς τα δεινά ημών εκορυφώθησαν εις τον ύπατον βαθμόν όν δύναται να -υπομένη ο άνθρωπος. Αδύνατον δε να γίνωσιν έτι δεινότερα. Ο καύσων είνε -αφόρητος. Τηκτόν μόλυβδον διαχέει ο ουρανός εφ' ημών. Ο ιδρώς πλημμυρεί ημάς -διά των ρακωδών ενδυμάτων ημών, η δε διαπνοή αύτη αυξάνει έτι μάλλον την δίψαν. -Ουχί, δεν δύναμαι να παραστήσω ό τι συναισθάνομαι! Αι λέξεις ελλείπουσιν όταν τις -θέλη να εκφράση δεινά υπεράνθρωπα!</p> - -<p>Ο μόνος τρόπος αναψυχής, εις όν ενίοτε ηδυνάμεθα να καταφεύγωμεν, είνε ήδη -απηγορευμένος ημίν, και ουδείς διανοείται να λουσθή εν τη θαλάσση, διότι από του -θανάτου του Γύγξτροπ οι καρχαρίαι προσερχόμενοι αγεληδόν περικυκλούσι την -σχεδίαν.</p> - -<p>Προσεπάθησα σήμερον να πορισθώ ολίγον ύδωρ πόσιμον, εξατμίζων ύδωρ -θαλάσσιον. Αλλά, ει και κατέβαλον πλείστην υπομονήν, μόλις επιτυγχάνω να υγράνω -τεμάχιον υφάσματος. Άλλως τε το προς βράσιν του ύδατος αγγείον δεν ηδυνήθη ν' -ανθέξη εις το πυρ, διερράγη, και ηναγκάσθην να παραιτηθώ της εργασίας ταύτης.</p> - -<p>Ο μηχανικός Φάλστεν είνε ήδη σχεδόν απειρηκώς [<span style='font-size: -small;'><a href='#fn101' id='ref101'>101</a></span>] - και ολίγας τινάς ημέρας θα επιζήση. Εγείρων τους οφθαλμούς δεν τον βλέπω καν -πλέον. Κατεκλίθη υπό τα ιστία ή απέθανε; Μόνος ο δραστήριος Κόρτις ίσταται όρθιος -κατά την πρώραν της σχεδίας και παρατηρεί! Όταν συλλογίζωμαι ότι ο ανήρ ούτος. . . . -ελπίζει έτι!</p> - -<p>Εγώ απέρχομαι να κατακλιθώ κατά την πρύμναν, αναμένων εκεί τον θάνατον. -Όσον τάχιστα, τόσον καλλίτερον.</p> - -<p>Πόσαι παρήλθον ώραι, αγνοώ. . . . Αίφνης ακούω καγχασμούς. Εξ άπαντος -παρεφρόνησέ τις ημών!</p> - -<p>Οι καγχασμοί ούτοι διπλασιάζονται. Εγώ δε δεν ανεγείρω την κεφαλήν. Ολίγον μοι -μέλει. Εν τούτοις λέξεις τινές ασυνάρτητοι έρχονται μέχρι εμού.</p> - -<p>«Ένα λιβάδι! ένα λιβάδι! Πράσινα δένδρα! και από κάτω από τα δένδρα μία -ταβέρνα! γρήγορα! γρήγορα! Φέρτε μπράντεβιν, τζιν, νερό μία λίρα τη σταλαγματιά.! -Πληρώνω! Έχω χρήματα! έχω χρήματα!»</p> - -<p>Ω! τον ταλαίπωρον παρακρούοντα! Όλον το χρήμα της Τραπέζης δεν θα ηδύνατο -να σοι δώση μίαν σταγόνα ύδατος επί του παρόντος!</p> - -<p>Ο ναύτης Φλαίπολ είνε ο καταληφθείς υπό παραφροσύνης, και ανακράζει:</p> - -<p>«Γη! γη είνε εκεί!»</p> - -<p>Η λέξις αύτη και νεκρόν ήθελε γαλβανίση. Καταβάλλω επώδυνον προσπάθειαν και -ανορθούμαι. Ουδεμία γη! Ο Φλαίπολ περιπατεί επί του κρηπιδώματος και γελά. Άδει -νεύων προς παραλίαν τινά φανταστικήν. Βεβαίως αι άμεσοι αντιλήψεις της ακοής -αυτού, της όψεως, της γεύσεως εξέλιπον, αλλ' αναπληροί αυτάς φαινόμενόν τι -καθαρώς εγκεφαλικόν. Όθεν λαλεί προς φίλους απόντας, παρασύρων αυτούς εις το εν -Κάρδιφ καπηλείον του, <i>Εις τα όπλα του Γεωργίου</i>, εκεί δε προσφέρει τζιν, -ουίσκυ, ύδωρ — ύδωρ προ πάντων, ύδωρ όπερ τον μεθύσκει! Βαδίζει επί των -εξηπλωμένων τούτων σωμάτων, προσκόπτων κατά παν βήμα, καταπίπτων, -ανεγειρόμενος, άδων διά φωνής μεθύοντος ανθρώπου. Φαίνεται διατελών εν τω -ανωτάτω βαθμώ της μέθης. Κατεχόμενος δε υπό της παραφροσύνης αυτού, δεν -πάσχει πλέον, η δε δίψα του κατεσιγάσθη! Α! επεθύμουν να ήμην και εγώ -κατειλημμένος υπό παρακρούσεως ως αυτός!</p> - -<p>Ο τάλας λοιπόν θα τελευτήση όπως ο μαύρος Γύγξτροπ, ριπτόμενος εις τα -κύματα;</p> - -<p>Τούτο φαίνονται διανοηθέντες ο Δαούλας, ο Φάλστεν και ο αρχιναύτης, διότι, εάν -ο Φλαίπολ θέλη να φονευθή, δεν θα τον αφήσωσι να το πράξη «άνευ ίδιας αυτών -ωφελείας!» Όθεν παρευθύς ανεγείρονται, και τον παρακολουθούσι -παραφυλάττοντες. Εάν ο Φλαίπολ θέλη να ριφθή εις την θάλασσαν, θα -διαμφισβητήσωσιν αυτόν προς τους καρχαρίας!</p> - -<p>Αλλά δεν έμελλε να γίνωσιν ούτω τα πράγματα. Κατά την παράκρουσιν αυτού ο -Φλαίπολ έφθασε πράγματι εις τον ύπατον βαθμόν της μέθης, ως εάν είχε μεθυσθή εκ -των ποτών, άτινα προσέφερεν εν τη παραφροσύνη του, και καταπεσών ως όγκος -απεκοιμήθη ύπνον μολύβδινον.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΝΒ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 25 Ιανουαρίου</i>. — Η νυξ της 24 προς την 25 Ιανουαρίου εγένετο -ομιχλώδης και, ουκ οίδα τινος ένεκα φαινομένου, εκ των θερμοτάτων νυκτών άς -δύναταί τις να φαντασθή. Η ομίχλη αύτη είνε πνιγηρά. Νομίζει τις ότι είς σπινθήρ -ήθελεν εξαρκέση να μεταδώση εις αυτήν το πυρ, ως εις εκρηκτικήν τινα ουσίαν. Η -σχεδία ου μόνον είνε στάσιμος, αλλ' ουδεμίαν πλέον κίνησιν αισθάνεται. Ενίοτε -ερωτώ εμαυτόν εάν έτι επιπλέη.</p> - -<p>Κατά την νύκτα ταύτην προσπαθώ να μετρήσω πόσοι είμεθα επί της σχεδίας. Μοι -φαίνεται δε ότι είμεθα ένδεκα, αλλά μόλις δύναμαι να συγκεντρώσω τας αναγκαίας -εννοίας, ίνα καταρτίσω τον υπολογισμόν τούτον, διότι οτέ μεν ευρίσκω δέκα, οτέ δε -δώδεκα, αλλά θα είνε ένδεκα, μετά τον θάνατον του Γύγξτροπ. Αύριον θα είνε μόνον -δέκα, διότι εγώ θα είμαι νεκρός.</p> - -<p>Αισθάνομαι καλώς τω όντι ότι εγγίζω εις το τέρμα των δεινών μου, διότι όλος μου -ο βίος διέρχεται προ της μνήμης μου. Την πατρίδα μου, τους φίλους μου, την -οικογένειάν μου εδόθη μοι να επανίδω το ύστατον ήδη εν ονείρω.</p> - -<p>Περί την πρωίαν εξηγέρθην, εάν δύναταί τις να αποκαλέση ύπνον την νοσηράν -ταύτην κάρωσιν εν ή είμαι βεβυθισμένος. Ο Θεός να με συγχωρήση, αλλά διανοούμαι -σπουδάζων να θέσω τέρμα εις τον βίον μου. Η ιδέα αύτη εντυπούται εν τω εγκεφάλω -μου, και αισθάνομαι ηδονήν τινα, λέγων κατ' εμαυτόν ότι τα δεινά ταύτα θα λήξωσιν -όταν εγώ θελήσω.</p> - -<p>Ανακοινώ την απόφασίν μου τω Ροβέρτω Κόρτις μετά μοναδικής ηρεμίας -πνεύματος. Ο δε πλοίαρχος εις απάντησιν νεύει καταφατικώς.</p> - -<p>Έπειτα δε μοι λέγει:</p> - -<p> -«Εγώ τουλάχιστον δεν θα φονευθώ, διότι η πράξις μου θα ήτο εγκατάλειψις της -θέσεώς μου. Εάν ο θάνατος δεν με 'πάρη προ των συντρόφων μου, θα μείνω ο -έσχατος επί της σχεδίας ταύτης!»</p> - -<p>Η ομίχλη επιμένει. Πλέομεν δε εν τω μέσω ατμοσφαίρας υποτέφρου, ουδέ την -επιφάνειαν του ύδατος δυνάμενοι πλέον να ίδωμεν. Η ομίχλη ανέρχεται εκ του -Ωκεανού ως νεφέλη πυκνή, αλλ' αισθανόμεθα καλώς ότι υπεράνω αυτής λάμπει ήλιος -φλογερός, όστις μετ' ου πολύ θα αντλήση όλους τούτους τους ατμούς.</p> - -<p>Περί ώραν εβδόμην νομίζω ότι ακούω φωνάς πτηνών υπεράνω της κεφαλής μου. -Ο δε Ροβέρτος Κόρτις διατελών όρθιος, ακροάται απλήστως των φωνών τούτων. Αι -φωναί δε αύται επαναλαμβάνονται τρις.</p> - -<p>Την τρίτην φοράν πλησιάζω και ακούω τον πλοίαρχον ψιθυρίζοντα -υποκώφως:</p> - -<p>«Πτηνά. ., αλλά τότε. . . η γη θα είνε εδώ πλησίον!,,» </p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις πιστεύει λοιπόν ακόμη εις την γην. Αλλ' εγώ όμως δεν πιστεύω! -Ούτε ήπειροι υπάρχουσιν, ούτε νήσοι. Η δε σφαίρα ουδέν άλλο είνε ή σφαιροειδές τι -υγρόν, ως και εν τη δευτέρα περιόδω του σχηματισμού αυτής!</p> - -<p>Εν τούτοις αναμένω την άρσιν της ομίχλης μετά τινος αγωνίας, ουχί διότι ελπίζω -να διακρίνω γην, αλλά διότι με κατέχει άτοπος σκέψις ελπίδος ανεκτελέστου και -σπεύδω να απαλλαχθώ αυτής.</p> - -<p>Μόνον περί την ενδεκάτην η ομίχλη άρχεται διαλυομένη. Εν ώ δε αι πυκναί αυτής -έλικες κυλίονται επί της επιφανείας των κυμάτων, διαβλέπω διά τινων ανωτέρων -οπών το κυανούν του ουρανού. Ακτίνες ζωηραί διέρχονται διά της ομίχλης, και -κεντούσιν ημάς ως βέλη μετάλλινα πεπυρακτωμένα. Αλλ' η συμπύκνωσις αύτη των -ατμών τελείται εν τοις άνω στρώμασι και δεν δύναμαι έτι να παρατηρήσω τον -ορίζοντα.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0179.jpg" width="359" -height="550" -alt="Ακτίνες ζωηραί διαπερώσι την ομίχλην." -border="2" /><br /></p> - -<p>Επί ημίωρον αι συστροφαί αύται περιβάλλουσιν ημάς και δεν διαλύονται άνευ -δυσχερείας, διότι ουδόλως πνέει άνεμος.</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις, εστηριγμένος επί του χείλους του κρηπιδώματος, προσπαθεί -να διαπεράση το πυκνόν τούτο εξ ομίχλης παραπέτασμα.</p> - -<p>Τέλος ο ήλιος εν όλω αυτού τω καύσωνι καθαρίζει την επιφάνειαν του Ωκεανού, η -ομίχλη υποχωρεί, το φως εκτείνεται εις ακτίνα μείζονα και επιφαίνεται ο ορίζων.</p> - -<p>Ο ορίζων δε ούτος είνε οποίος και από έξ ήδη εβδομάδων, — γραμμή συνεχής και -κυκλική, εφ' ής συγχέονται ουρανός και ύδωρ!</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις αποβλέψας περί εαυτόν δεν λέγει λέξιν. Α! Τον οικτίρω -ειλικρινώς, διότι εκ πάντων ημών αυτός μόνος δεν δικαιούται να τελευτήση τον βίον -οπόταν θελήση. Εγώ δε θα αποθάνω αύριον, και εάν δεν με πλήξη ο θάνατος, εγώ θα -τον προϋπαντήσω. Περί δε των συμπλωτήρων μου αγνοώ εάν είνε ζώντες έτι, αλλά μοι -φαίνεται ότι πολλαί ημέραι παρήλθον αφ' ότου δεν τους είδον.</p> - -<p>Επανήλθεν η νυξ, αλλά δεν ηδυνήθην να κοιμηθώ επί μίαν καν στιγμήν. Περί ώραν -δευτέραν η δίψα τοσούτον με βασανίζει, ώστε δεν δύναμαι να καταστείλω τας -κραυγάς μου. Τι! πριν αποθάνω δεν θα απολαύσω της υπερτάτης ηδονής του να -κατασβέσω το πυρ το κατακαίον το στήθος μου.</p> - -<p>Ναι! θα πίω το ίδιον μου αίμα ελλείψει του αίματος των άλλων. Και γινώσκω μεν -ότι τούτο εις ουδέν θα μ' ωφελήση, αλλά τουλάχιστον θα εξαπατήσω το πάθος -μου.</p> - -<p>Και άμ' έπος άμ' έργον. Κατορθώ να ανοίξω το μαχαιρίδιόν μου, ο βραχίων μου -είνε γυμνός, διά πληγής ταχείας κόπτω μίαν φλέβα, το αίμα εξέρχεται στάγδην, και -εγώ κατέσβεσα την δίψαν μου εν τη πηγή ταύτη της ζωής μου! το αίμα τούτο -επανέρχεται εις εμέ, κατασιγάζει στιγμιαίως τα φρικαλέα δεινά μου και έπειτα -στειρεύει, δεν έχει την δύναμιν να ρεύση!</p> - -<p>Πόσον η αύριον βραδύνει να έλθη!</p> - -<p>Μετά της ημέρας ομίχλη πυκνή συνήχθη πάλιν εν τω ορίζοντι και συνέστειλε τον -κύκλον, ού το κέντρον αποτελεί η σχεδία. Είνε δε η ομίχλη αύτη καυστηρά ως οι ατμοί -οι εκφεύγοντες εκ λέβητος.</p> - -<p>Σήμερον είνε η εσχάτη των ημερών μου.</p> - -<p>Πριν αποθάνω ασμένως [<span style='font-size: small;'><a href='#fn102' -id='ref102'>102</a></span>] - θα θλίψω χείρα φιλικήν. Ο Ροβέρτος Κόρτις είν' εδώ πλησίον μου. Σύρομαι μέχρι -αυτού και λαμβάνω την χείρα του. Εκείνος με νοεί, γινώσκει ότι είνε αποχαιρετισμός, -και φαίνεται ότι, κινούμενος υπό τελευταίας σκέψεως ελπίδος, θέλει να με κρατήση! -Αλλ' ανωφελώς.</p> - -<p>Επεθύμουν να επανίδω τους κκ. Λετουρνέρ, την μις Χέρμπυ. . . αλλά δεν τολμώ, -διότι η νεάνις ήθελεν αναγνώση εν τοις οφθαλμοίς μου την απόφασίν μου! θα μοι -έλεγε περί Θεού, περί της άλλης ζωής ήν οφείλομεν να προσδοκώμεν! Αλλά να -προσδοκώ. . . εγώ δεν έχω πλέον το θάρρος. . . Ο Θεός ας με συγχωρήση!</p> - -<p>Επανέρχομαι προς την πρύμναν της σχεδίας, και μετά μακράς προσπαθείας -κατορθώνω να σταθώ όρθιος παρά τω ιστώ. Το ύστατον ήδη διατρέχω διά του -βλέμματος την ανελεήμονα ταύτην θάλασσαν, τον ορίζοντα τούτον όστις δεν -μετατοπίζεται! Και γη αν μοι ενεφανίζετο και ιστίον εάν υψούτο υπεράνω των -κυμάτων, εγώ ήθελον νομίση ότι είμαι παίγνιον απάτης. . . Αλλ' η θάλασσα είνε -έρημος!</p> - -<p>Είνε δεκάτη ώρα προ μεσημβρίας, η στιγμή του τέλους μου! Οι στροφοί της πείνης, -οι νυγμοί της δίψης κατασπαράττουσί με μετά νέας σφοδρότητος. Η ορμή της -συντηρήσεως εσβέσθη εν εμοί, και μετά τινας στιγμάς θα έχω παύση των δεινών μου. -Θεέ των οικτιρμών, παράλαβέ μου το πνεύμα!</p> - -<p>Αλλά την στιγμήν εκείνη φωνή τις ακούεται. Αναγνωρίζω την φωνήν του -Δαούλα.</p> - -<p>Ο ξυλουργός είνε πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις.</p> - -<p>«Πλοίαρχε, λέγει, θα βάλωμεν κλήρον.»</p> - -<p>Ενώ ήμην έτοιμος να ριφθώ εις την θάλασσαν, ίσταμαι. Διατί; Ουδ' εγώ ειξεύρω το -διατί, αλλ' όμως επανέρχομαι εις την πρύμναν της σχεδίας. </p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΝΓ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 26 Ιανουαρίου</i> — Η πρότασις εγένετο, πάντες δε την ήκουσαν και -πάντες την ενόησαν. Από τινων δε ημερών είχεν αύτη κατασταθή προκατάληψης, ήν -ουδείς ετόλμα να διατυπώση.</p> - -<p>Θα ριφθή κλήρος!</p> - -<p>Ο δε λαχών θα διαμελισθή και έκαστος θα λάβη την μερίδα του.</p> - -<p>Λοιπόν, έστω! Αν εγώ λάχω, δεν θα μεμψιμοιρήσω.</p> - -<p>Μοι φαίνεται ότι προυτάθη εξαίρεσις υπέρ της μις Χέρμπυ υπό του Ανδρέου -Λετουρνέρ. Αλλά ψίθυρος οργής διατρέχει μεταξύ των ναυτών, διότι είμεθα ένδεκα, -λοιπόν έκαστος ημών έχει δέκα πιθανότητας υπέρ εαυτού και μίαν κατά· η δε -προτεινομένη εξαίρεσις ήθελε μεταβάλη την αναλογίαν ταύτην. Ώστε και η μις Χέρμπυ -θα υποστή την κοινήν τύχην.</p> - -<p>Είνε δε τότε ώρα δεκάτη και ημίσεια προ μεσημβρίας. Ο αρχιναύτης, όν η -πρότασις του Δαούλα εζωογόνησεν, επιμένει να γίνη η κλήρωσις παραχρήμα. Και έχει -δίκαιον. Άλλως τε ουδείς ημών θέλει την ζωήν. Ο λαχών ημέρας τινάς μόνον, ώρας -τινάς ίσως θα προηγηθή των εν θανάτω εταίρων του. Πας τις γινώσκει τούτο και δεν -φοβείται διότι θ' αποθάνη. Αλλά να μη ταλαιπωρήται υπό της πείνης ταύτης μίαν ή -δύο ημέρας, να μη συναισθάνεται πλέον την δίψαν ταύτην, ιδού τι έκαστος θέλει, -όπερ και γενήσεται.</p> - -<p>Δεν δύναμαι να είπω πώς έκαστον των ονομάτων ημών ευρέθη εν τω πυθμένι -τινός πίλου. Ο Φάλστεν ίσως θα τα έγραψεν επί φύλλου αποσπασθέντος εκ του -σημειωματαρίου του.</p> - -<p>Τα ένδεκα ονόματα είνε εκεί. Συνεφωνήθη δε ασυζητητεί ότι το τελευταίον -εξελθόν όνομα θα είνε το θύμα.</p> - -<p>Τις θα προβή εις την κλήρωσιν; Ενδοιασμός τις διεγείρεται, «Εγώ!» αποκρίνεταί τις -ημών.</p> - -<p>Στρέφομαι και αναγνωρίζω τον κ. Λετουρνέρ.</p> - -<p>Είν' εκεί, όρθιος, πελιδνός, εκτείνων την χείρα, η λευκή κόμη του καταπίπτει επί -των κατεσκληκυιών παρειών του, είνε δε φοβερός ένεκα της ηρεμίας αυτού.</p> - -<p>Α! δύστηνε πάτερ! Σε καταλαμβάνω! Γινώσκω διατί συ θέλεις να απαγγείλης τα -ονόματα! Η πατρική σου στοργή θα προβή και μέχρι τούτου!</p> - -<p>«Όταν θέλετε!» λέγει ο αρχιναύτης προς τον κ. Λετουρνέρ.</p> - -<p>Ο κ. Λετουρνέρ εισάγει την χείρα εις τον πίλον. Λαμβάνει ένα κλήρον, τον -αναπτύσσει, απαγγέλλει μεγαλοφώνως το εγγεγραμμένον όνομα και το εγχειρίζει εις -τον έχοντα το όνομα τούτο.</p> - -<p>Το πρώτον λαχόν όνομα είνε το του Βάρκε, όστις εκβάλλει κραυγήν χαράς.</p> - -<p>Δεύτερον, το του Φλαίπολ. </p> - -<p>Τρίτον, το του αρχιναύτου. </p> - -<p>Τέταρτον, το του Φάλστεν. </p> - -<p>Πέμπτον, το του Ροβέρτου Κόρτις. </p> - -<p>Έκτον, το του Σάνδον.</p> - -<p>Το ήμισυ των ονομάτων πλέον ενός, απηγγέλθησαν.</p> - -<p>Το εμόν δεν έλαχε. Ζητώ να υπολογήσω τας υπολειπομένας μοι πιθανότητας. -Τέσσαρες καλαί, μία κακή.</p> - -<p>Αφ' ότου ο Βάρκε ανεκραύγασεν, ουδέ λέξις άλλη ηκούσθη.</p> - -<p>Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί το απαίσιον υπούργημά του.</p> - -<p>Έβδομον όνομα έλαχε το της μις Χέρμπυ, αλλ' η νεάνις δεν ανεσκίρτησε.</p> - -<p>Όγδοον, το εμόν. Μάλιστα! το εμόν!</p> - -<p>Το ένατον όνομα;</p> - -<p>«Λετουρνέρ!</p> - -<p> — Ποίος; ερωτά ο αρχιναύτης.</p> - -<p> — Ανδρέας!» αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. </p> - -<p>Κραυγή ακούεται και ο Ανδρέας πίπτει αναίσθητος.</p> - -<p>«Εμπρός λοιπόν!» αναφωνεί μυκώμενος ο ξυλουργός Δαούλας, ού το όνομα -υπολείπεται εν τω πίλω μετά του ονόματος του κ. Λετουρνέρ.</p> - -<p>Και ο μεν Δαούλας παρατηρεί τον αντίπαλόν του ως θύμα όπερ θέλει να -καταβροχθίση, αλλ' ο κ. Λετουρνέρ είνε σχεδόν μειδιών. Εισάγει την χείρα εις τον -πίλον, εξάγει τον προτελευταίον κλήρον, τον αναπτύσσει βραδέως, και μετ' -ευσταθείας, ήν ουδέποτε προσεδόκων παρά του ανδρός τούτου, απαγγέλλει άνευ -ουδεμιάς αλλοιώσεως της φωνής του. το όνομα:</p> - -<p>«Δαούλας!»</p> - -<p>Ο ξυλουργός εσώθη. Ωρυγή εκφεύγει εκ του στήθους του. </p> - -<p>Έπειτα ο κ. Λετουρνέρ λαμβάνει τον τελευταίον κλήρον, όν ουδόλως ανοίξας -σχίζει.</p> - -<p>Τεμάχιον του σχισθέντος χαρτίου έπεσεν είς τινα γωνίαν της σχεδίας, αλλ' ουδείς -προσέχει εις αυτό. Έρπω προς τα εκεί, λαμβάνω το χαρτίον και έν τινι γωνία αυτού -αναγινώσκω; Ανδρ. . . </p> - -<p>Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ εφορμά επ' εμού, μ' αρπάζει βιαίως από των χειρών το -τεμάχιον τούτο του χάρτου, το συμπιέζει εντός των δακτύλων του, έπειτα, ατενίζων με -μετά σοβαρότητος, το ρίπτει εις την θάλασσαν.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΝΔ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της 26 Ιανουαρίου</i>. — Καλώς ενόησα. Ο πατήρ ελάτρευε τον -υιόν, και ουδέν άλλο έχων πλέον να τω δώση πλην της ιδίας ζωής, τω την δίδει.</p> - -<p>Εν τούτοις πάντες ούτοι οι πειναλέοι δεν θέλουσι να περιμένωσι πλέον. Οι -στροφοί των σπλάγχνων των διπλασιάζονται επί τη θέα του θύματος όπερ έλαχεν -αυτοίς. Δεν θεωρούσι πλέον τον κ. Λετουρνέρ ως άνθρωπον. Και ουδέν μεν είπον -ακόμη, αλλ' όμως τα χείλη των προβάλλονται, οι δε αποκαλυπτόμενοι οδόντες των, -έτοιμοι εις την βιαίαν αρπαγήν, θα κατασπαράξωσιν ως οδόντες σαρκοβόρων, μετά -της κτηνώδους αδηφαγίας των θηρίων. Θέλουσι λοιπόν να επιπέσωσιν επί του -θύματός των και να το καταβροχθίσωσι ζων;</p> - -<p>Τις θα πιστεύση ότι την στιγμήν ταύτην έκκλησις εγένετο εις το υπόλοιπον του -ανθρωπισμού, όν έτι δύνανται να έχωσιν εν εαυτοίς, και τις θα πιστεύση μάλιστα ότι η -έκκλησις αύτη εισηκούσθη; Ναι! Είς λόγος ανέστειλεν αυτούς καθ' ήν στιγμήν έμελλον -να επιπέσωσι κατά του κ. Λετουρνέρ. Ο αρχιναύτης, έτοιμος να αναλάβη το έργον του -κρεοπώλου, ο Δαούλας κρατών τον πέλεκυν, έμειναν ακίνητοι.</p> - -<p>Η μις Χέρμπυ προβαίνει ή μάλλον σύρεται προς αυτούς.</p> - -<p>«Φίλοι μου, λέγει, θέλετε να περιμείνετε μίαν ακόμη ημέραν; Μόνον μίαν! Εάν -αύριον δεν φανή γη, εάν δεν μας συναντήση πλοίον, ο τάλας σύντροφός μας θα γίνη -βορά σας;,,»</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0180.jpg" width="344" -height="550" -alt="«Φίλοι μου! περιμένετε μίαν ημέραν;. . . »" -border="2" /><br /></p> - -<p>Ως ήκουσα τας λέξεις ταύτας, ανεσκίρτησεν η καρδία μου. Μοι φαίνεται ότι η -νεάνις αύτη ελάλησεν ως προφήτις, και ότι θεία έμπνευσις είνε η εμψυχούσα το -ευγενές τούτο πλάσμα! Ελπίς άπειρος επανέρχεται εις την καρδίαν μου. Την παραλίαν, -το πλοίον, η μις Χέρμπυ ίσως τα διείδεν εν τινι των υπερφυσικών εκείνων οπτασιών, -άς ο Θεός προβάλλει ενώπιόν τινων βλεμμάτων! Ναι! Οφείλομεν να αναμείνωμεν -μίαν έτι ημέραν. Και τι είνε μία ημέρα μεθ' όσα δεινά υπεμείναμεν;</p> - -<p>Ο Ροβέρτος Κόρτις διανοείται όπως εγώ. Συνενούμεν τας παρακλήσεις ημών προς -τας της μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν λαλεί εν τη αυτή εννοία, ικετεύομεν τους -συμπλωτήρας, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τους άλλους. . . </p> - -<p>Οι ναύται ίστανται και ουδέ ψίθυρος ακούεται.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης ρίπτει τότε τον πέλεκύν του, έπειτα διά φωνής υποκώφου λέγει:</p> - -<p>«Αύριον τα 'ξημερώματα!»</p> - -<p>Η λέξις αύτη λέγει τα πάντα. Εάν αύριον μήτε γη φανή μήτε πλοίον, η φρικαλέα -θυσία θα τελεσθή.</p> - -<p>Έκαστος νυν επανέρχεται εις την θέσιν του και δι' υπολοίπου τινός προσπαθείας -συνέχει τας αλγηδόνας του. Οι δε ναύται κρύπτονται υπό τα ιστία, ουδέ θέλοντες να -ίδωσι καν την θάλασσαν. Ολίγον τοις μέλει, αφ' ού θα φάγωσιν αύριον!</p> - -<p>Εν τούτοις ο Ανδρέας Λετουρνέρ συνελθών εις εαυτόν, ευθύς πρώτον απέβλεψε -προς τον πατέρα του. Έπειτα βλέπω αυτόν μετρούντα τους επιβάτας της σχεδίας. . . -Ουδείς ελλείπει. Τις λοιπόν έλαχε; Ότε ο Ανδρέας ελιποθύμησε, δύο μόνον ονόματα -περιείχοντο εν τω πίλω, το του ξυλουργού και το του πατρός του! Αμφότεροι δε, ο τε -κ. Λετουρνέρ και ο Δαούλας, είνε εκεί. Τότε η μις Χέρμπυ ελθούσα προς αυτόν λέγει -απλώς ότι η κλήρωσις δεν απεπερατώθη. Ο δε Ανδρέας Λετουρνέρ δεν ερωτά -περισσότερον. Λαμβάνει την χείρα του πατρός του, ού η όψις είνε ήρεμος, σχεδόν -μειδιώσα. Έν δε μόνον βλέπει, έν μόνον καταλαμβάνει, ότι ο υιός του εσώθη. Τα δύο -ταύτα όντα, τα ούτω στενώς συνδεδεμένα προς άλληλα, μεταβαίνουσιν εις την -πρύμναν της σχεδίας και κάθηνται συνδιαλεγόμενα ταπεινή τη φωνή.</p> - -<p>Εν τούτοις εγώ επιμένω εις την πρώτην εντύπωσιν ήν μοι ενεποίησεν η -παρέμβασις της νεάνιδος. Πιστεύω ως αντίληψιν της Θείας Προνοίας. Δεν θα -ηδυνάμην δε να είπω μέχρι τίνος η ιδέα αύτη ερριζούται εν τω πνεύματί μου. Θα -ετόλμων να βεβαιώσω ότι εγγίζομεν εις το τέρμα των δεινών ημών και δεν θα ήμην -βεβαιότερος περί τούτου, εάν το πλοίον ή η γη ήσαν εκεί πέραν μίλια τινα από τον -άνεμον. — Αλλ' ο εγκέφαλος μου είναι ούτω κενός, ώστε αι χίμαιραι μεταβάλλονται -εις πράγματα.</p> - -<p>Λέγω προς τους κκ. Λετουρνέρ περί των προαισθήσεών μου· και ο Ανδρέας -πέποιθεν όπως εγώ! Το ταλαίπωρον παιδίον! Και εάν είξευρεν ότι αύριον!. . . </p> - -<p>Ο πατήρ μ' ακροάται σοβαρώς και με παραθαρρύνει να ελπίζω. Πιστεύει δε -ασμένως, το λέγει τουλάχιστον, ότι ο Ύψιστος θα φεισθή των επιζώντων επιβατών του -<i>Σάνσελλορ</i>, και επιδαψιλεύει τω υιώ του θωπείας, αίτινες ως προς αυτόν είνε -αι έσχαται.</p> - -<p>Έπειτα δε βραδύτερον, ότε ήμην μόνος πλησίον του κ. Λετουρνέρ κλίνει εις το ους -μου και λέγει:</p> - -<p>«Σας συνιστώ το δύσμοιρον τέκνον μου. Να μη μάθη ποτέ ότι. . . »</p> - -<p>Και πριν αποπερατώση την φράσιν του, δάκρυα αδρά καταπίπτουσιν από των -οφθαλμών του. . . </p> - -<p>Εγώ δε είμαι όλως εύελπις.</p> - -<p>Όθεν ουδ' επί στιγμήν αποστρέφω το βλέμμα μου και παρατηρώ τον ορίζοντα εφ' -όλην αυτού την περίμετρον. Και είνε μεν έρημος, αλλά δεν ανησυχώ, διότι προ της -αύριον ιστίον ή γη θα φανή που.</p> - -<p>Ως εγώ παρατηρεί την θάλασσαν και ο Ροβέρτος Κόρτις, η δε μις Χέρμπυ, ο -Φάλστεν και αυτός ο αρχιναύτης συγκεντρούσιν εν τω βλέμματι αυτών την ζωήν των -όλην.</p> - -<p>Εν τούτοις επέρχεται η νυξ, και όμως έχω πεποίθησιν ότι πλοίον τι θα προσεγγίση -εν τω βαθεί τούτω σκότει, και θα ίδη τα σημεία ημών άμα τη ημέρα.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΝΕ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Τη 27 Ιανουαρίου</i>. — Δεν κλείω οφθαλμόν, ακούω δε και τους -ελαχίστους κρότους, τον παφλασμόν του ύδατος, την βοήν των κυμάτων. Παρατηρώ -δε ότι ουδείς πλέον καρχαρίας υπάρχει πέριξ της σχεδίας, θεωρώ δε τούτο ως οιωνόν -άριστον.</p> - -<p>Ή σελήνη ανέτειλε τεσσαράκοντα έξ λεπτά μετά το μεσονύκτιον. Αλλά το -ανεπαρκές αυτής φως δεν μοι επιτρέπει να παρατηρήσω την θάλασσαν επί ακτίνος -εκτεταμένης. Ποσάκις ενόμισα ότι διέβλεπον ολίγας οργανιάς μακράν το -ποθεινότατον ιστίον!</p> - -<p>Αλλ' ελθούσης της πρωίας, ο ήλιος ανατέλλει επί θαλάσσης ερήμην!</p> - -<p>Η φοβερά στιγμή ήγγικεν. Αισθάνομαι κατά μικρόν εξαλειφομένας τας χθεσινάς -ελπίδας μου. Το πλοίον δεν φαίνεται, αλλ' ουδέ η γη, και εγώ επανέρχομαι εις την -πραγματικότητα και ενθυμούμαι! Είνε η ώρα καθ' ήν μέλλει να εκτελεσθή απαισία -θανατική εκτέλεσις.</p> - -<p>Δεν τολμώ πλέον να βλέπω το θύμα. Ότε δε οι οφθαλμοί του, οι αποδεικνύοντες -τοσαύτην καρτερίαν, προσηλούνται επ' εμού, εγώ ταπεινώνω τους εμούς.</p> - -<p>Φρίκη ανυπέρβλητος συνθλίβει μου το στήθος, και η κεφαλή μου γυρίζει ως εν τη -μέθη.</p> - -<p>Είνε η έκτη πρωινή ώρα, και πλέον δεν πιστεύω εις την αντίληψιν της θείας -Προνοίας. Η καρδία μου πάλλει πλέον των εκατόν παλμών το λεπτόν και ιδρώς -αγωνίας με περικαλύπτει όλον.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης και ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιοι, εστηριγμένοι επί του ιστού, -εξετάζουσιν αδιαλείπτως τον Ωκεανόν. Είνε δε ο αρχιναύτης φοβερός ιδείν. Γινώσκει -τις καλώς ότι δεν θα επιταχύνη την ώραν, αλλ' ουδέ θα την επιβραδύνη. Μοι είνε δε -αδύνατον να μαντεύσω οποίαι τινες είνε αι εντυπώσεις του πλοιάρχου, αλλ' όμως η -όψις του είνε πελιδνή και φαίνεται ζων διά του βλέμματος και μόνου. </p> - -<p>Οι δε ναύται σύρονται επί του κρηπιδώματος και διά των φλογερών οφθαλμών -του κατατρώγουσιν ήδη το θύμα των!</p> - -<p>Δεν δύναμαι να σταθώ εκεί, και μεταβαίνω μέχρι της πρώρας της σχεδίας.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης είνε όρθιος έτι και παρατηρεί.</p> - -<p>«Τέλος πάντων!» αναφωνεί.</p> - -<p>Τας λέξεις ταύτας ακούσας αναπηδώ.</p> - -<p>Ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Φλαίπολ ο Βάρκε, ο Σάνδον προχωρούσι προς την -πρύμναν, ο δε ξυλουργός σφίγγει σπασμωδικώς τον πέλεκυν του!</p> - -<p>Η μις Χέρμπυ δεν δύναται να καταστείλη κραυγήν.</p> - -<p>Αίφνης ο Ανδρέας ανορθούται.</p> - -<p>«Πάτερ μου; αναφωνεί, μετά φωνής πνιγομένης.</p> - -<p> — Ο κλήρος με υπέδειξεν. . . » απεκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.</p> - -<p>Ο Ανδρέας αρπάζει τον πατέρα του εν ταις αγκάλαις του, ανακράζων μετά -μυκηθμού.</p> - -<p>«Ποτέ! Σκοτώστε με καλλίτερα, σκοτώστε με! Εγώ έρριψα εις την θάλασσαν το -πτώμα του Χόμμπαρτ! Εμέ, εμέ πρέπει να σφάξετε!» </p> - -<p>Ο τλήμων!</p> - -<p>Οι λόγοι του διπλασιάζουσι την λύσσαν των δημίων. Ο δε Δαούλας προβάς -αποσπά αυτόν από των αγκαλών του κ. Λετουρνέρ λέγων: </p> - -<p>«Ας λείπουν τα πολλά πολλά!»</p> - -<p>Ο Ανδρέας ανατρέπεται και δύο ναύται συσφίγγουσιν αυτόν ούτως, ώστε δεν -δύναται πλέον να κινηθή.</p> - -<p>Ταυτοχρόνως δε ο Φλαίπολ και ο Βάρκε αρπάζοντες το θύμα των, σύρουσιν αυτό -προς την πρώραν της σχεδίας.</p> - -<p>Η φοβερά αύτη σκηνή τελείται ταχύτερον ή όσον την περιγράφω. Η φρίκη με -προσήλωσεν επί τόπου. Ήθελον να ριφθώ μεταξύ του κ. Λετουρνέρ και των δημίων -του, αλλά δεν δύναμαι!</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην ο κ. Λετουρνέρ ίσταται όρθιος, απωθήσας τους ναύτας οίτινες -εξέσχισαν μέρος των ενδυμάτων του. Οι ώμοι του είνε γυμνοί.</p> - -<p>«Μίαν στιγμήν, λέγει προς αυτούς μετά τόνου φωνής, εν ώ αισθανόμεθα -ζωηρότητα ακαταδάμαστον. Μίαν στιγμήν! Δεν προτίθεμαι να σας κλέψω την μερίδα -σας. Αλλά δεν θα με καταβροχθίσετε ολόκληρον σήμερον, υποθέτω!»</p> - -<p>Οι ναύται ίστανται, και κατάπληκτοι βλέπουσι και ακούουσιν. Ο δε κ. Λετουρνέρ -εξακολουθεί:</p> - -<p>«Είσθε δέκα. Δεν σας εξαρκούν αι δύο μου χείρες; Κόψατέ τας, και αύριον έχετε το -υπόλοιπον!. . . </p> - -<p>Και ταύτα λέγων, εκτείνει τας δύο χείρας του γυμνάς. . . </p> - -<p>«Ναι!» ανακράζει ο διά φωνής φοβεράς ο ξυλουργός Δαούλας. </p> - -<p>Και ταχύς ως ο νους, υψώνει τον πέλεκυν.</p> - -<p>Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηδυνήθη να βλέπη περισσότερον, ουχ ήττον δε και -εγώ. Η σφαγή αύτη δεν θα εκτελεσθή, ζώντων ημών. Και ο μεν πλοίαρχος ερρίφθη εις -μέσον των ναυτών, ίνα αποσπάση απ' αυτών το θύμα των, και εγώ ώρμησα εις την -συμπλοκήν. . . αλλ' ότε έφθασα εις την πρώραν της σχεδίας, με απώθησε τις των -ναυτών μετά σφοδρότητος και έπεσα εις την θάλασσαν. . . </p> - -<p>Κλείω το στόμα θέλων να αποθάνω πνιγόμενος. Αλλ' ο πνιγμός είνε ανώτερος της -θελήσεώς μου, τα χείλη μου ανοίγουσι και βρόχθοι τινές ύδατος εισδύουσι.»</p> - -<p>Ύψιστε θεέ! Το ύδωρ είνε γλυκύ!</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΝΣΤ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου</i>. — Έπιον! έπιον! Αναγεννώμαι! Αίφνης -αναζωογονούμαι! Δεν θέλω πλέον να αποθάνω!</p> - -<p>Κραυγάζω και αι κραυγαί μου ακούονται. Επιφαίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις επί του -χείλους της σχεδίας, μοι ρίπτει σχοινίον, όπερ η χειρ μου δράττει. Αναρριχώμαι και -καταπίπτω επί του κρηπιδώματος.</p> - -<p>Αι πρώται μου δε λέξεις είνε:</p> - -<p>«Νερόν γλυκύ!</p> - -<p> — Γλυκύ νερόν! αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις. Λοιπόν η γη είνε εδώ -πλησίον!»</p> - -<p>Είνε έτι καιρός! Ο φόνος δεν εξετελέσθη! Το θύμα δεν εσφάγη! Ο Ροβέρτος Κόρτις -και ο Ανδρέας είχον παλαίση κατά των καννιβάλων, αλλά καθ' ήν στιγμήν έμελλον να -καταβληθώσι και αυτοί, ηκούσθη η κραυγή μου.</p> - -<p>Ο αγών καταπαύει. Επαναλαμβάνω τας λέξεις: νερόν γλυκύ! και κύψας έξω της -σχεδίας πίνω απλήστως διά μεγάλων βρόχθων.</p> - -<p>Η Μις Χέρμπυ πρώτη με μιμείται. Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, οι άλλοι ορμώσι -προς την ζείδωρον [<span style='font-size: small;'><a href='#fn103' -id='ref103'>103</a></span>] - ταύτην πηγήν. Πας τις ποιεί το αυτό. Τα προ μικρού ανήμερα θηρία υψούσι τας -χείρας προς τον ουρανόν, τινές δε σταυροκοπούνται ανακράζοντες ότι θαύμα εγένετο. -Πας τις κλίνει το γόνυ επί του χείλους της σχεδίας, και πίνει μετ' αγαλλιάσεως. Η -έκστασις διαδέχεται την δεινήν μανίαν!</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0187.jpg" width="345" -height="550" -alt="Και πίνομεν, πίνομεν, πίνομεν!" -border="2" /><br /></p> - -<p>Ο Ανδρέας και ο πατήρ του τελευταίοι μιμούνται ημάς. </p> - -<p>«Αλλά πού είμεθα; αναφωνώ.</p> - -<p> — Ολιγώτερον των είκοσι μιλίων απέχομεν της γης, αποκρίνεται ο Ροβέρτος -Κόρτις.»</p> - -<p>Πάντες παρατηρούμεν αυτόν. Ο πλοίαρχος παραφρονεί; Ουδεμία ακτίς φαίνεται -που, η δε σχεδία διατελεί κατέχουσα το κέντρον του υγρού τούτου κύκλου!</p> - -<p>Και όμως το ύδωρ είνε γλυκύ! Από πότε δε είνε; Αδιάφορον! Αι αισθήσεις δεν μας -ηπάτησαν και η δίψα ημών κατεσιγάσθη.</p> - -<p>«Μάλιστα, η γη είνε αόρατος, αλλ' είνε εκεί! λέγει ο πλοίαρχος εκτείνων την χείρα -προς Ζέφυρον (Δ).</p> - -<p> — Ποία γη; ερωτά ο αρχιναύτης.</p> - -<p> — Της Αμερικής, η γη όπου ρέει ο Αμαζόνειος ποταμός, ο μόνος έχων -ρεύμα αρκούντως ισχυρόν, ώστε γλυκαίνει να ύδατα του Ωκεανού μέχρι είκοσι μιλίων -από των εκβολών του!»</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -ΝΖ'</h4> - -<p> -<br /> - — <i>Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου</i>. — Ο Ροβέρτος Κόρτις προδήλως έχει -δίκαιον. Η εκβολή αύτη του Αμαζονείου ποταμού, ού το ποσόν είνε διακόσιαι -τεσσαράκοντα χιλιάδες μέτρων κυβικών την ώραν, ό έστι τρισχιλιάκις μείζον του -ποταμού των Παρισίων Σηκουάνα, είνε το μόνον μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού, ένθα -ηδυνήθημεν να εύρωμεν ύδωρ γλυκύ. Η γη είνε εκεί που, το αισθανόμεθα! Ο άνεμος -φέρει ημάς εκεί!</p> - -<p>Την στιγμήν ταύτην η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον ουρανόν, και προς -την δέησιν αυτής αναμιγνύομεν τας ημετέρας.</p> - -<p style='text-align: center;'><br /> -<img src ="images/0188.jpg" width="345" -height="550" -alt="Η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον Ουρανόν." -border="2" /><br /></p> - -<p>Ο Ανδρέας Λετουρνέρ είνε εν ταις αγκάλαις του πατρός του, εν τη πρύμνη της -σχεδίας, ημείς δε οι λοιποί πάντες εν τη πρώρα παρατηρούμεν τον ορίζοντα τον προς -Ζέφυρον (Δ). . . </p> - -<p>Μετά μίαν ώραν ο Ροβέρτος Κόρτις αναφωνεί:</p> - -<p>«Γη!»</p> - -<p>Το ημερολόγιον εν ώ εσημείωσα τας καθημερινάς ταύτας σημειώσεις -συνετελέσθη. Η διάσωσις ημών εγένετο εντός ολίγων ωρών, θα διηγηθώ δε αυτήν εν -ολίγοις.</p> - -<p>Η σχεδία περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας συνηντήθη κατά την άκραν -Μαγκουρή επί της νήσου Μαραχώ. Ελεήμονες αλιείς περιέθαλψαν και εζωογόνησαν -ημάς, έπειτα δε ωδήγησαν εις Παρά, ένθα ετύχομεν περιθάλψεων ενθερμοτάτων και -συγκινητικωτάτων.</p> - -<p>Η σχεδία επροσγείωσεν εν 0° 12' βορείου πλάτους. Ερρίφθη λοιπόν δεκαπέντε -τουλάχιστον μοίρας προς Λίβα (ΝΔ), αφ' ής ημέρας κατελίπομεν το πλοίον. Λέγω δε -«τουλάχιστον», διότι είνε πρόδηλον ότι εδέησε να κατέλθωμεν μάλλον προς Νότον. -Κατεπλεύσαμεν δε εις την εκβολήν του Αμαζονείου ποταμού, διότι το ρεύμα του Γελφ- -στρημ παρέλαβε την σχεδίαν και κατήγαγεν αυτήν εκεί. Άνευ δε της συντυχίας ταύτης -η απώλεια ημών ήτο άφευκτος.</p> - -<p>Εκ των δύο και τριάκοντα επιβιβασθέντων εν Κάρλεστον, τούτ' έστι εννέα -επιβατών και είκοσι τριών ναυτών, υπελιπόμεθα πέντε μόνον επιβάται και έξ ναυτικοί, -— εν όλω ένδεκα. Οι μόνοι επιζήσαντες εκ των του <i>Σάνσελλορ</i>. Πρακτικόν της -διασώσεως συνετάχθη υπό των Βρασιλιανών αρχών.</p> - -<p>Υπέγραψαν δε: Μις Χέρμπυ, I. Ρ. Κάζαλλον, Λετουρνέρ πατήρ, Ανδρέας Λετουρνέρ, -Φάλστεν, αρχιναύτης, Δαούλας, Βάρκε, Φλαίπολ, Σάνδον και τελευταίον Ροβέρτος -Κόρτις πλοίαρχος.</p> - -<p>Οφείλω δε να προσθέσω ότι εν Παρά πάραυτα προσηνέχθησαν ημίν τα μέσα της -εις την πατρίδα επανόδου. Πλοίον τι εκόμισεν ημάς εις Καϋένην και θα συναντήσωμεν -την υπερατλάντειον Γαλλικήν γραμμήν του Άσπινβαλ ής το ατμόπλοιον <i>Πόλις της -Σαιννχζαίρης</i> θα καταγάγη ημάς εις Ευρώπην.</p> - -<p>Και νυν μετά τοσαύτας δοκιμασίας άς από κοινού υπέστημεν, μετά τοσούτους -κινδύνους, ούς εκ θαύματος, ούτως ειπείν, διεφύγομεν, δεν είνε φυσικόν να συνδέη -αδιάρρηκτος φιλία τους επιβάτας του <i>Σάνσελλορ</i>; Εν οία δήποτε περιστάσει, -όπου δήποτε μακράν η τύχη παρασύρη αυτούς, δεν είνε βέβαιον ότι ουδέποτι θα -λησμονήσωσιν αλλήλους; Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε και θα διατελή αείποτε ών φίλος -των εν δυστυχία εταίρων αυτού.</p> - -<p>Η δε μις Χέρμπυ ήθελε να αποσυρθή των εγκοσμίων, και να αφιερώση τον βίον της -εις την περίθαλψιν των πασχόντων.</p> - -<p>«Αλλά και ο υιός μου δεν είνε πάσχων!,,» είπε προς αυτήν ο κ. Λετουρνέρ.</p> - -<p>Και η μις Χέρμπυ έχει νυν πατέρα μεν τον κ. Λετουρνέρ, αδελφόν δε τον υιόν -αυτού Ανδρέαν. — Λέγω δε αδελφόν, αλλ' εντός ολίγου, εν τη νέα αυτής οικογενεία, η -ισχυρά αύτη νεάνις θα εύρη την ευδαιμονίαν, ής είνε αξία, όπερ και ημείς ευχόμεθα -αυτή εξ όλης της καρδίας.</p> - -<h4 style="margin-top: 5em"> -Τ Ε Λ Ο Σ</h4> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em">_____</p> - -<p> -</p> - -<p>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ</p> - -<p>ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ</p> - -<p>ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ</p> - -<p>Έκδοσις καλλιτεχνική εις μέγα 8ον</p> - -<p>Κατά μετάφρασιν</p> - -<p>Π. I. ΦΕΡΜΠΟΥ</p> - -<p>Καθηγητού</p> - -<p>Ρωβύρος ο κατακτητής μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6</p> - -<p>Ο <i>Σάνσελλορ</i> μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6</p> - -<p>Σχολή των Ροβινσώνων ή νήσος επί του Ειρην. Ωκεανού μετ' εικόνων 51 τιμάται Δρ -6</p> - -<p>Ο Λαχνός ή ο αριθμός 9672 μετ' εικόνων 42 τιμάται Δρ 6</p> - -<p>Μεσημβρινός Αστήρ ή χώρα των αδαμάντων μετ' εικόνων 63 τιμάται Δρ 7</p> - -<p style="text-align: center; margin-top: 3em"> </p> -<hr></hr> - - -<p id='fn1'>1] Τρίστηλο: με τρία κατάρτια. <a href='#ref1' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn2'>2] Γόμφος: καρφί. Αν ξύλινος, ο γόμφος λέγεται καβίλια. <a href='#ref2' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn3'>3] Επίδρομος ή μετζάνα: Το τελευταίο κατάρτι του πλοίου, δηλαδή αυτό -που βρίσκεται πιο κοντά στην πρύμνη. <a href='#ref3' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn4'>4] Εξαρτία: Τα σκοινιά και τα κατάρτια και γενικά καθετί άλλο που -χρησιμοποιείται στο χειρισμό των ιστίων ενός ιστιοφόρου πλοίου, τα άρμενα, η -αρμποραδούρα, κοινά αρματωσιά. <a href='#ref4' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn5'>5] Ίσαλος γραμμή: Η γραμμή που χαράζεται στις πλευρές του πλοίου, -συνήθως στο ύψος όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια της θάλασσας — Το -ίχνος της γραμμής που αφήνει η θάλασσα στα πλευρά του ακίνητου σκάφους. -<a href='#ref5' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn6'>6] Επίμηλο: Η γαλέτα — ξύλινος δίσκος στην κορφή των καταρτιών και του -ιστού της σημαίας. <a href='#ref6' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn7'>7] Άβαξ - Το σανίδωμα που αποτελεί την πρύμνη του πλοίου και είναι -κάθετο σχεδόν προς την θάλασσα. <a href='#ref7' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn8'>8] Ναυφθορία: Ναυάγιο, βλάβη πλοίου. <a href='#ref8' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn9'>9] Τρίχαπτο: Είδος δαντέλλας. <a href='#ref9' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn10'>10] Παρακύλισμα ή μπότζι: Κίνηση του σκάφους αριστερά-δεξιά. -<a href='#ref10' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn11'>11] Προνευστασμός ή σκαμπανέβασμα: Κίνηση του σκάφους πάνω-κάτω. -<a href='#ref11' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn12'>12] Πολιός: ασπρομάλλης, λευκός ή ψαρός. <a href='#ref12' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn13'>13] Επίστεγο (κάσσαρο): Στα παλαιά ιστιοφόρα, υπερυψωμένο μέρος -του καταστρώματος μεταξύ του ψηλότερου σημείου τους πρύμνης και του ιστού της -μαΐστρας (που βρίσκεται στο κέντρο του πλοίου) στο οποίο τοποθετούνταν κατά -κανόνα οι κοιτώνες των αξιωματικών. <a href='#ref13' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn14'>14] Ευεκτικός: έχων ευεξία. <a href='#ref14' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn15'>15] Βρενθύομαι: Υπερηφανεύομαι, κορδώνομαι. <a href='#ref15' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn16'>16] Τεώς: Παγώνι. <a href='#ref16' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn17'>17] Φυξίκεντρος: Φυγόκεντρος. Ο όρος προτάθηκε από τον Κωνσταντίνο -Ασώπιο (1843) και επικράτησε. Ο όρος φυξίκεντρος που προτάθηκε από τον Ηρακλή -Μητσόπουλο (1845) δεν επικράτησε. <a href='#ref17' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn18'>18] Γιγγλυμωτό: Αρθρωτό, με αρθρώσεις. <a href='#ref18' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn19'>19] Γελφ Στρημ: Gulf Stream. <a href='#ref19' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn20'>20] Δόλωνας ή γάμπια: Τετράγωνο πανί που δένεται στον ιστό της -μαΐστρας πάνω από τη μαΐστρα. Από αυτό παίρνει το όνομα του ο άξονας ή το κομμάτι -του σύνθετου καταρτιού που το συγκρατεί (ιστός γάμπιας ή δόλωνα). <a href='#ref20' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn21'>21] Ακάτιος ιστός: Ο πλωριός ιστός, ο πρώτος από την πλώρη. Ο -κοντινότερος προς την πλώρη ιστός πάνω στον οποίο στηρίζεται το ακάτιο ιστίο. Στα -μεγάλα ιστιοφόρα ονομάζεται και Τουρκέτο η Τρίγκος. <a href='#ref21' -title='πίσω'>↩</a></p> - -<p id='fn22'>22] Αντιμονή: (Πλέω εν αντιμονή) ελαττώνω την ταχύτητα του πλοίου, -για την αποφυγή ζημιών από την τρικυμία: για να γίνει αυτό, το πλοίο πρέπει να -στραφεί προς την κατεύθυνση του ανέμου, «πλέοντας την εγγυτάτη» ,και να μειώσει -τα ιστία μόνο στα χαμηλά πανιά (ιστία θυέλλης). <a href='#ref22' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn23'>23] Οιακιστής: Πηδαλιούχος, πιλότος. <a href='#ref23' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn24'>24] Επιστήλιο: α. Τετράγωνο πανί δεμένο επάνω από αυτό του τρίγκου -και β. το μικρό κατάρτι που αντιστοιχεί σε αυτό. <a href='#ref24' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn25'>25) Περί τα 30 μέτρα το δευτερόλεπτον. <a href='#ref25' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn26'>26] Πρότονας: Οι ανάδρομοι κι οι πρότονοι είναι σκοινιά που -στερεώνουν τα επιστήλια των ιστών, κοινώς τα στράλια. <a href='#ref26' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn27'>27] Ανακωχεύω: Έχω τα πανιά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η λέμβος να μην -προχωρεί αλλά μόνον να εκπίπτει. Ο χειρισμός λέγεται ανακωχή και τον -χρησιμοποιούμε όταν πχ θέλουμε να περισυλλέξουμε ναυαγό. <a href='#ref27' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn28'>28] Τρόπις: Η Τρόπιδα ή καρένα ή καρίνα (keel) ονομάζεται το κατώτερο -τμήμα του πλοίου που εκτείνεται σε όλο το μήκος του. <a href='#ref28' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn29'>29] Εύδιος: α. για καιρό, αίθριος, γαλήνιος, που δεν έχει σύννεφα β. -(μτφ.) για τη ζωή ή την ψυχή κάποιου προσώπου ήσυχος, ειρηνικός. <a href='#ref29' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn30'>30] Φώσωνας (ή παπαφίγκος): Τετράγωνο ιστίο που ξεδιπλωνόταν πάνω -από τον τρίγκο και από το αντίστοιχο επιστήλιο. <a href='#ref30' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn31'>31] (των αμπαριών μάλλον) <a href='#ref31' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn32'>32] Καθέκτης: Μπουκαπόρτα, πόρτα καταπακτής, αμπαριού. -<a href='#ref32' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn33'>33] Ημίβρωτος: μισοφαγωμένος. <a href='#ref33' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn34'>34] Ημιολία: Τύπος ιστιοφόρου πλοίου. Οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί τον -τύπο αυτό τον ονομάζουν "σκούνερ", εμείς από παλαιότερα "γολέτα" ή "σκούνα" ή -"γολετόβρικο" ή "μυοπάρωνα". <a href='#ref34' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn35'>35] Παραφωτίδα: Φινιστρίνι. <a href='#ref35' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn36'>36] Οσημέραι: Από μέρα σε μέρα. <a href='#ref36' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn37'>37] Οιακοστρόφιο: Τιμόνι. <a href='#ref37' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn38'>38] Οίακας: Πηδάλιο. <a href='#ref38' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn39'>39] Διατοιχισμός: Η Διατοίχιση ή διατοιχισμός, κοινώς «μπότζι» (λέγεται -ακόμη και «σάλος»), αφορά μορφή ταλάντωσης του πλοίου κατά τον εγκάρσιο άξονα, -δηλαδή οι κλίσεις δεξιά και αριστερά που παίρνει το πλοίο «εξ υπαμοιβής» (= -διαδοχικά), είτε «εν πλω» (όταν κινείται), είτε «εν όρμω» (αγκυροβολημένο). Αιτία της -είναι είτε ο υφιστάμενος πλάγιος κυματισμός (κατάσταση θαλάσσης), είτε κυματισμός -από το φαινόμενο της αποθαλασσίας, είτε και από άλλο παράγοντα όπως από -κυματισμό που προκάλεσε διερχόμενο άλλο πλοίο. <a href='#ref39' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn40'>40] Σίπαρος ή Κουντρίνι: Ελαφρό τετράγωνο ιστίο που βρίσκεται πάνω -από τον παπαφίγκο, Χρησιμοποιείται όταν ο άνεμος είναι ασθενής ή μέτριος. -<a href='#ref40' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn41'>41] Παρίστιο ή Κουρτελάτσα: Βοηθητικό πανί με τραπεζοειδές σχήμα, το -οποίο τοποθετείται στην άκρη κάθε αντένας για να γίνει εκμετάλλευση λιγοστού αέρα. -<a href='#ref41' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn42'>42] Εφόλκιο: το σύνολο των επί του πλοίου μεταφερομένων λέμβων. -<a href='#ref42' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn43'>43] Σύσπαστο: α. Στη ναυτική τέχνη διάταση ή "διάταμα" (κοινώς -ξεθύμασμα, ή βγάλσιμο του σχοινιού) ονομάζεται το τέντωμα που επιβάλλεται να -γίνει στα καινούργια σχοινιά μόλις παραληφθούν στο πλοίο. Τα σχοινιά εκτείνονται με -σύσπαστα δια του βαρούλκου προκειμένου έτσι ν΄ αποκτήσουν σταθερό και μη -αυξομειούμενο μήκος. Ιδιαίτερα παλαιότερα στα ιστιοφόρα αν δεν γινόταν αυτή η -εργασία και χρησιμοποιούνταν τα σχοινιά ως πρότονοι, παράτονοι ή επίτονοι των -επιστηλίων τότε επιμηκύνονταν με κίνδυνο τα επιστήλια να κοπούν. β. Επίσης, τα -σύσπαστα και τα πολύσπαστα είναι συνδυασμός δύο τροχίλων που συνδέονται με -σχοινί ή συρματόσχοινο και χρησιμοποιούνται για την ανύψωση μικρών ή μεγάλων -βαρών αντίστοιχα. <a href='#ref43' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn44'>44] Ευτυχώς πάνυ: Πάνυ-»υπερθετικό -» Πολύ ευτυχώς. <a href='#ref44' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn45'>45] Δες σημείωση 22 <a href='#ref45' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn46'>46] Διπυρίτης: (άρτος) Ψωμί που ψήθηκε δύο φορές για να διατηρηθεί -περισσότερο, παξιμάδι, γαλέτα. <a href='#ref46' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn47'>47] Επωτίδα: (καπόνια, davits) είναι μέρος του εξαρτισμού των σωσιβίων -λέμβων και χρησιμεύουν για την καθαίρεση και την ανακρέμασή τους. <a href='#ref47' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn48'>48] Φαλαινίδα (ή Φαλαινίς) ή Κέλης (ή Κέλητας): Πρόκειται για ελαφρού -τύπου λέμβου στενής και μακράς για χρήση ναυάρχου, κυβερνήτη ή επιτελείου. -<a href='#ref48' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn49'>49] Επίτονοι: Ξάρτια των επιστήλιων. <a href='#ref49' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn50'>50] Θωράκιο (Κόφα ή θωράκιο ιστού): Ξύλινη πλατφόρμα, αρχικά -κυκλική και στη συνέχεια ημικυκλική, τοποθετημένη σχεδόν στην κορυφή των -ψηλότερων αξόνων των ιστιοφόρων, υποβασταζόμενη από πλάγιες και εγκάρσιες -ράβδους, ώστε να συμβάλλει στη συνολική αντοχή των ιστών, παρέχοντας το -απαραίτητο έρεισμα στα ξάρτια των ανώτερων ιστών (επιστηλίων). <a href='#ref50' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn51'>51] Τροπός: Λουρί που δένει χαλαρά το κουπί πάνω στον σκαρμό της -βάρκας. <a href='#ref51' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn52'>52] Λιγνυώδης: καπνώδης, σκουρόχρωμος. <a href='#ref52' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn53'>53] Κορώνη: Πρύμνη. <a href='#ref53' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn54'>54] Δυοίν δε θάτερον: Ποιο από τα δύο είναι καλλίτερο; <a href='#ref54' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn55'>55] Βρόμος: ο θόρυβος του κεραυνού, της φωτιάς, του ανέμου, δυνατή -κραυγή ή ούρλιασμα, κτλ. <a href='#ref55' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn56'>56] Ρηγμίν: αιγιαλός, το κύμα που χτυπά το γιαλό, η γραμμή του -κύματος, η θάλασσα. <a href='#ref56' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn57'>57] ήττον: λιγότερο. <a href='#ref57' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn58'>58] Ωρική Γωνία: Η γωνία που περιλαμβάνεται μεταξύ του μεσημβρινού -ενός τόπου επί της Γης (που προεκτεινόμενος σχηματίζει τον ουράνιο μεσημβρινό του -τόπου) και του ωρικού κύκλου ενός αστέρος, ή η γωνία μεταξύ ενός ουράνιου -μεσημβρινού τόπου (Γης) και του ωρικού κύκλου αστέρος. Έτσι μεταξύ των δύο αυτών -μεσημβρινών σχηματίζεται μία γωνία η οποία και καθορίζει ανά πάσα στιγμή τη -σχετική θέση τη γήινης και της ουράνιας σφαίρας. <a href='#ref58' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn59'>59] Επηγκενίδες (Μαδέρια): Τα μαδέρια του εξωτερικού περιβλήματος. -<a href='#ref59' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn60'>60] Τρόχιλος: (μακαράς, μπαστέκα block) Μηχανική κατασκευή που -χρησιμοποιείται για την μετακίνηση βαρών. Λειτουργεί ως απλό είδος μοχλού. -<a href='#ref60' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn61'>61] Ερματισμός: Η πρόσθεσις βάρους στο κύτος σκάφους για την -εξασφάλιση μεγαλύτερης σταθερότητας κατά την πλεύση. <a href='#ref61' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn62'>62] Η στείρα (Κοράκι) Το πάνω άκρο, της καρίνας στην πλώρη, ή -καλύτερα η κατακόρυφη προέκταση της καρίνας στην πλώρη. <a href='#ref62' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn63'>63] Κατακλείς -είδος: μηχανισμός κλεισίματος ή ασφάλισης πορτών. -<a href='#ref63' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn64'>64] Ουριοδρομία (πρίμα): Η πλεύση κατά την οποία δεχόμαστε τον -άνεμο από την πρύμνη. <a href='#ref64' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn65'>65] Προνευτάζει: Δες προνευστασμός 11. <a href='#ref65' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn66'>66] Επάρτης: α. όργανο που χρησιμεύει για την ανύψωση βαρών β. -(ναυτ.) σκοινί που περνά από τροχίλο και χρησιμοποιείται για την ανύψωση μετρίων -βαρών, κοινά μαραβίλια. <a href='#ref66' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn67'>67] Κάρωσις: Υπνηλία, νάρκωση, λήθαργος. <a href='#ref67' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn68'>68] Πείσμα: Σκοινί με το οποίο δένουν το πλοίο στην ακτή, κάβος, -παλαμάρι. <a href='#ref68' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn69'>69] Ταριχηρής: Παστός. <a href='#ref69' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn70'>70] Διπύρων: δες Διπυρίτης 44, <a href='#ref70' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn71'>71] Αυτόχρημα: Πραγματικά, είναι το ίδιο πράγμα με, εξισούται με. -<a href='#ref71' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn72'>72] Πρόβολος ή Μπομπρέσο: Κατάρτι πολύ επικλινές ή οριζόντιο, στην -ίδια κατεύθυνση του επιμήκη άξονα του σκάφους και εξέχει από την πλώρη των -ιστιοφόρων. Πάνω του στηρίζεται και προεκτείνεται το μπαστούνι των φλόκων. -<a href='#ref72' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn73'>73] Δυσήνιος: Αδάμαστος. <a href='#ref73' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn74'>74] Δαψιλώς: Άφθονα, πλουσιοπάροχα <a href='#ref74' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn75'>75] Διάδετον -» Διαδέτης: σχοινί με το οποίο προσδένονται μεταξύ τους -τα άκρα άλλων σχοινιών <a href='#ref75' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn76'>76] Υποπτερνίς (Σκάντζα): Χοντρό ξύλο καρφωμένο πάνω στο εσωτρόπι. -Φέρει εγκοπή όπου εφαρμόζει ο ιστός της λέμβου όταν την αρματώνουμε για -ιστιοπλοΐα. <a href='#ref76' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn77'>77] Κόρος: μονάδα χωρητικότητας ή όγκου, με τον οποίο μετράται η -ικανότητα του πλοίου να δέχεται φορτίο και επιβάτες. Ο κόρος ισοδυναμεί με χώρο -100 αγγλικών κυβικών ποδιών ή με 2,83 κυβικά μέτρα. <a href='#ref77' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn78'>78] Βρανδεβίνο (Μπράντεβιν): Είδος ποτού <a href='#ref78' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn79'>79] Ορμιά: το σκοινί στο οποίο δένουν το αγκίστρι <a href='#ref79' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn80'>80] Σφηκίσκος: Μακρύ κομμάτι ξύλου <a href='#ref80' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn81'>81] Ολκός: Χαρακιά, αυλακιά, συρμή <a href='#ref81' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn82'>82] Δρύφακτο: Είδος ξύλινου παραπέτου. Παλαιότερα κατά μήκος του -δρύφακτου τοποθετούνταν οι ασπίδες, ενώ αργότερα το σημείο αυτό ήταν ο χώρος -για τους μπράντες των ναυτικών και αποτελούσε προστατευτικό κάλυμμα για την ώρα -της μάχης. <a href='#ref82' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn83'>83] Παραβόλως: αναπάντεχα, ξαφνικά <a href='#ref83' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn84'>84] Ακηδής: αμέριμνος, αμελής, αδιάφορος <a href='#ref84' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn85'>85] Υπόπυρρα: Κοκκινωπά <a href='#ref85' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn86'>86] Τα εχμάτια: Αυτά που στερεώνουν. <a href='#ref86' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn87'>87] Εξ υπαμοιβής: Εκ περιτροπής <a href='#ref87' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn88'>88) Θερμομέτρου του Φαρενάιτ, ού 104 Βαθμοί ισοδυναμούσι προς 40 -του εκατονταβάθμου (Κελσίου). <a href='#ref88' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn89'>89] Λιπαρέω-ώ: Παρακαλώ έντονα, ικετεύω, επιμένω <a href='#ref89' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn90'>90] Ιστιοδρομία: Αγώνας ταχύτητας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων, η πορεία -ιστιοφόρου σκάφους <a href='#ref90' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn91'>91] Πλαγιοδρομώ — Πλαγιοδρομία: Η πλεύση κατά την οποία δεχόμαστε -τον άνεμο κατ’ ευθείαν στο πλευρό του σκάφους μας σε γωνία από 75 μέχρι 105 -μοίρες με την γραμμή της πλώρης μας. <a href='#ref91' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn92'>92] Προσηνεμώ: Είμαι στραμμένος προς τα εκεί όπου φυσά ο άνεμος. -<a href='#ref92' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn93'>93] Αριστερήνεμον: το σκάφος που δέχεται ως προς τα πανιά του τον -άνεμο από την αριστερή όψη, βλέποντας, από την πρύμνη προς την πλώρη. Σύμφωνα -με τους κανόνες αποφυγής συγκρούσεων, το αριστερήνεμο σκάφος προστατεύει- -φυλάσσει πάντοτε το δεξήνεμο. <a href='#ref93' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn94'>94] Φορός: Ευνοϊκός <a href='#ref94' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn95'>95] Ο πάρων (Βίκιον-Μπρίκι): Από το αγγλικό brig. Ιστορικό ιστιοφόρο -του 18ου-19ου αιώνα με πολλές παρεμβάσεις των ναυτικών μας στην ελληνική εκδοχή -του. Έφερε στην πλώρη του πρόβολο (μπαστούνι) με τρεις φλόκους. Επίσης έφερε δύο -ιστούς, του ακατίου (δηλ. του πρώτου από την πλώρη) και της μεγίστης (δηλ. του -δεύτερου από την πλώρη), με τετράγωνα πανιά (σταύρωσες). <a href='#ref95' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn96'>96] Το περιώμιον: Λεπτό και χωρίς μανίκια πανωφόρι που καλύπτει τους -ώμους και την πλάτη, μπέρτα <a href='#ref96' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn97'>97] Ποδίσκος (Μπάνιο): Η κάτω πρωραία γωνία κάθε ιστίου (πανιού), -είτε τριγωνικού είτε τραπεζοειδούς. <a href='#ref97' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn98'>98] Σπλήνιον: Κομπρέσσα <a href='#ref98' title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn99'>99] Τλήμων: Δυστυχισμένος <a href='#ref99' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn100'>100] Κατεσκληκώς: λιγνός, λεπτός, λειπόσαρκος. <a href='#ref100' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn101'>101] Απειρηκώς: Εξασθενημένος. <a href='#ref101' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn102'>102] Ασμένως: Με μεγάλη χαρά, ευχαρίστως. <a href='#ref102' -title='πίσω'>↩</a></p> -<p id='fn103'>103] Ζείδωρος: Αυτός που δίνει ζωή, ζωογόνος <a href='#ref103' -title='πίσω'>↩</a></p> - -<p></p> - - - - - - - -<pre> - - - - - -End of the Project Gutenberg EBook of The Chancellor, by Jules Verne - -*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE CHANCELLOR *** - -***** This file should be named 40296-h.htm or 40296-h.zip ***** -This and all associated files of various formats will be found in: - http://www.gutenberg.org/4/0/2/9/40296/ - -Produced by Sophia Canoni - -Updated editions will replace the previous one--the old editions -will be renamed. - -Creating the works from public domain print editions means that no -one owns a United States copyright in these works, so the Foundation -(and you!) can copy and distribute it in the United States without -permission and without paying copyright royalties. Special rules, -set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to -copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to -protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project -Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you -charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you -do not charge anything for copies of this eBook, complying with the -rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose -such as creation of derivative works, reports, performances and -research. They may be modified and printed and given away--you may do -practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is -subject to the trademark license, especially commercial -redistribution. - - - -*** START: FULL LICENSE *** - -THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE -PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK - -To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free -distribution of electronic works, by using or distributing this work -(or any other work associated in any way with the phrase "Project -Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project -Gutenberg-tm License (available with this file or online at -http://gutenberg.org/license). - - -Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm -electronic works - -1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm -electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to -and accept all the terms of this license and intellectual property -(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all -the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy -all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. -If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project -Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the -terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or -entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. - -1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be -used on or associated in any way with an electronic work by people who -agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few -things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works -even without complying with the full terms of this agreement. See -paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project -Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement -and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic -works. See paragraph 1.E below. - -1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" -or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project -Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the -collection are in the public domain in the United States. If an -individual work is in the public domain in the United States and you are -located in the United States, we do not claim a right to prevent you from -copying, distributing, performing, displaying or creating derivative -works based on the work as long as all references to Project Gutenberg -are removed. Of course, we hope that you will support the Project -Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by -freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of -this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with -the work. You can easily comply with the terms of this agreement by -keeping this work in the same format with its attached full Project -Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. - -1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern -what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in -a constant state of change. If you are outside the United States, check -the laws of your country in addition to the terms of this agreement -before downloading, copying, displaying, performing, distributing or -creating derivative works based on this work or any other Project -Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning -the copyright status of any work in any country outside the United -States. - -1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: - -1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate -access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently -whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the -phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project -Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, -copied or distributed: - -This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with -almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or -re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included -with this eBook or online at www.gutenberg.org/license - -1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived -from the public domain (does not contain a notice indicating that it is -posted with permission of the copyright holder), the work can be copied -and distributed to anyone in the United States without paying any fees -or charges. If you are redistributing or providing access to a work -with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the -work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 -through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the -Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or -1.E.9. - -1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted -with the permission of the copyright holder, your use and distribution -must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional -terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked -to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the -permission of the copyright holder found at the beginning of this work. - -1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm -License terms from this work, or any files containing a part of this -work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. - -1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this -electronic work, or any part of this electronic work, without -prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with -active links or immediate access to the full terms of the Project -Gutenberg-tm License. - -1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, -compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any -word processing or hypertext form. However, if you provide access to or -distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than -"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version -posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), -you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a -copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon -request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other -form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm -License as specified in paragraph 1.E.1. - -1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, -performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works -unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. - -1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing -access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided -that - -- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from - the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method - you already use to calculate your applicable taxes. The fee is - owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he - has agreed to donate royalties under this paragraph to the - Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments - must be paid within 60 days following each date on which you - prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax - returns. Royalty payments should be clearly marked as such and - sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the - address specified in Section 4, "Information about donations to - the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." - -- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies - you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he - does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm - License. You must require such a user to return or - destroy all copies of the works possessed in a physical medium - and discontinue all use of and all access to other copies of - Project Gutenberg-tm works. - -- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any - money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the - electronic work is discovered and reported to you within 90 days - of receipt of the work. - -- You comply with all other terms of this agreement for free - distribution of Project Gutenberg-tm works. - -1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm -electronic work or group of works on different terms than are set -forth in this agreement, you must obtain permission in writing from -both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael -Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the -Foundation as set forth in Section 3 below. - -1.F. - -1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable -effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread -public domain works in creating the Project Gutenberg-tm -collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic -works, and the medium on which they may be stored, may contain -"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or -corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual -property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a -computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by -your equipment. - -1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right -of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project -Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project -Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project -Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all -liability to you for damages, costs and expenses, including legal -fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT -LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE -PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE -TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE -LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR -INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH -DAMAGE. - -1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a -defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can -receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a -written explanation to the person you received the work from. If you -received the work on a physical medium, you must return the medium with -your written explanation. The person or entity that provided you with -the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a -refund. If you received the work electronically, the person or entity -providing it to you may choose to give you a second opportunity to -receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy -is also defective, you may demand a refund in writing without further -opportunities to fix the problem. - -1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth -in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER -WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO -WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. - -1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied -warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. -If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the -law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be -interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by -the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any -provision of this agreement shall not void the remaining provisions. - -1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the -trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone -providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance -with this agreement, and any volunteers associated with the production, -promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, -harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, -that arise directly or indirectly from any of the following which you do -or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm -work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any -Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. - - -Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm - -Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of -electronic works in formats readable by the widest variety of computers -including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists -because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from -people in all walks of life. - -Volunteers and financial support to provide volunteers with the -assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's -goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will -remain freely available for generations to come. In 2001, the Project -Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure -and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. -To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation -and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 -and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. - - -Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive -Foundation - -The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit -501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the -state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal -Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification -number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at -http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg -Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent -permitted by U.S. federal laws and your state's laws. - -The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. -Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered -throughout numerous locations. Its business office is located at -809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email -business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact -information can be found at the Foundation's web site and official -page at http://pglaf.org - -For additional contact information: - Dr. Gregory B. Newby - Chief Executive and Director - gbnewby@pglaf.org - - -Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg -Literary Archive Foundation - -Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide -spread public support and donations to carry out its mission of -increasing the number of public domain and licensed works that can be -freely distributed in machine readable form accessible by the widest -array of equipment including outdated equipment. Many small donations -($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt -status with the IRS. - -The Foundation is committed to complying with the laws regulating -charities and charitable donations in all 50 states of the United -States. Compliance requirements are not uniform and it takes a -considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up -with these requirements. We do not solicit donations in locations -where we have not received written confirmation of compliance. To -SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any -particular state visit http://pglaf.org - -While we cannot and do not solicit contributions from states where we -have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition -against accepting unsolicited donations from donors in such states who -approach us with offers to donate. - -International donations are gratefully accepted, but we cannot make -any statements concerning tax treatment of donations received from -outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. - -Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation -methods and addresses. Donations are accepted in a number of other -ways including checks, online payments and credit card donations. -To donate, please visit: http://pglaf.org/donate - - -Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic -works. - -Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm -concept of a library of electronic works that could be freely shared -with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project -Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. - - -Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed -editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. -unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily -keep eBooks in compliance with any particular paper edition. - - -Most people start at our Web site which has the main PG search facility: - - http://www.gutenberg.org - -This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, -including how to make donations to the Project Gutenberg Literary -Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to -subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. - - -</pre> - -</body> -</html> - - |
