diff options
| author | nfenwick <nfenwick@pglaf.org> | 2025-03-08 23:43:07 -0800 |
|---|---|---|
| committer | nfenwick <nfenwick@pglaf.org> | 2025-03-08 23:43:07 -0800 |
| commit | 0ed37a64640cbaea45a73318c159e25abdb60d0d (patch) | |
| tree | d3bef5545a5e9ebf1cf182a69373df99f632938f /old/40296-0.txt | |
| parent | b0269705c28dec4ff9b84283b5921d143be52cb1 (diff) | |
Diffstat (limited to 'old/40296-0.txt')
| -rw-r--r-- | old/40296-0.txt | 8693 |
1 files changed, 0 insertions, 8693 deletions
diff --git a/old/40296-0.txt b/old/40296-0.txt deleted file mode 100644 index 908827d..0000000 --- a/old/40296-0.txt +++ /dev/null @@ -1,8693 +0,0 @@ -The Project Gutenberg EBook of The Chancellor, by Jules Verne - -This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with -almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or -re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included -with this eBook or online at www.gutenberg.org/license - - -Title: The Chancellor - -Author: Jules Verne - -Translator: Panagiotis Ferbos - -Release Date: July 22, 2012 [EBook #40296] - -Language: Greek - -Character set encoding: UTF-8 - -*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE CHANCELLOR *** - - - - -Produced by Sophia Canoni - - - - -Note: The tonic system has been changed from polytonic to -monotonic, otherwise the spelling of the book has not been -changed. Words in italics are included in _. Footnotes have -been converted to endnotes and are included in (). I have also -added explanation of words in endnotes. These are included in -[]. - -Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, -κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις -με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις -έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). -Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές -έχουν σημειωθεί με []. - - - - -Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ - - -_____ - - -ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ - - - - - - - - - - -Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ - -ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ - -ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ - -ΘΗΣΕΥΣ Κ. ΛΙΒΕΡΙΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ - -ΕΚΤΑΚΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ - - - - -_____ - - - - - -ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ - -ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ - -ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ - - -ΚΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΝ -ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ - -ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ - -ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ - -ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ - -Εκδότης Θησεύς Κ. Λιβέριος - -1892 - - - - - -_____ - - - - -ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ - - - - -ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΟΥ I. Ρ. ΚΑΖΑΛΛΟΝ - -_____ - -Α' - - - - — Κάρλεστον. — _Τη 27 Σεπτεμβρίου 1869._ — Καταλείπομεν την -προκυμαίαν του Πυροβολείου τη 3 μ.μ., εν τη ακμή της -παλιρροίας, η δε άμπωτις εκφέρει ημάς ταχέως εις το πέλαγος. Ο -πλοίαρχος Χόντλυ εκέλευσε να εκπετάσωσι τα ανώτερα ιστία και τα -κατώτερα, η δε πνοή του Βορρά ωθεί τον _Σάνσελλορ_ ανά τον -κολπίσκον. Μετ' ου πολύ κάμπτομεν το φρούριον Σόντερ, και -αφίνομεν αριστερά τα μετωποβόλα πυροβολεία της παραλίας. Την -τετάρτην ώραν το στόμιον του λιμένος, εξ ού εκφεύγει ταχύ ρεύμα -αμπώτιδος, παρέχει δίοδον εις το πλοίον. Αλλά το πέλαγος είνε -εισέτι μακράν· ίνα δε φθάσωμεν αυτό, οφείλομεν να -παρακολουθήσωμεν τους στενούς πόρους, ούς το κύμα έσκαψε μεταξύ -των όχθων της άμμου. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκπίπτει λοιπόν εις την -ΝΔ αύλακα, κάμπτων τον φάρον της άκρας διά της αριστεράς γωνίας -του φρουρίου Σόντερ. Τότε δε τα ιστία του _Σάνσελλορ_ -ηυθετίσθησαν προς τον άνεμον, και την 7 μ. μ. το πλοίον ημών, -παραπλεύσαν την εσχάτην αμμώδη άκραν της παραλίας, διά μιας -εισβάλλει εις τον Ατλαντικόν. - -Ο _Σάνσελλορ_, εύμορφον πλοίον τρίστηλον [1], ενεακοσίων -τόννων, ανήκει τω πλουσίω οίκω των Αδελφών Ληρδ εκ Λιβερπούλης. -Είνε δύο ετών, έχει επιχάλκωσιν μετά γόμφων [2] χαλκών και είνε -ηρμολογημένον εξ αρίστης ξυλείας των Ινδιών· οι κατώτεροι αυτού -ιστοί, πλην του επιδρόμου [3], είνε σιδηροί ως και η εξαρτία -[4]. Το στερεόν τούτο και κομψόν σκάφος, καταγεγραμμένον εκ των -πρώτων εν τω _Νηιγνώμονι_, εκτελεί την στιγμήν ταύτην τον -τρίτον αυτού πλουν μεταξύ Κάρλεστον και Λιβερπούλης. -Εξερχόμενον των πόρων του Κάρλεστον αναπεταννύει την -βρεττανικήν σημαίαν αλλ' όμως ναυτικός τις βλέπων αυτό δεν θα -ηδύνατο να απατηθή περί της καταγωγής του, είνε ακριβώς οποίον -φαίνεται, τούτ' έστιν είνε Αγγλικόν από της ισάλου αυτού -γραμμής [5] μέχρι των επιμήλων [6]. - -Ιδού δε ο λόγος δι' όν επεβιβάσθην επί του _Σάνσελλορ_ -καταπλέοντος εις Αγγλίαν. - -Ουδεμία υπάρχει κατ' ευθείαν ατμοπλοϊκή γραμμή μεταξύ της -Νοτίου Καρολίνης και του Ηνωμένου βασιλείου· ίνα δε λάβη τις -γραμμήν υπερωκεάνειον, οφείλει είτε να ανέλθη προς βορράν των -Ηνωμένων Πολιτειών, εις Νέαν Υόρκην, είτε να κατέλθη προς -νότον, εις Νέαν Αυρηλίαν. Μεταξύ δε της Νέας Υόρκης και της -παλαιάς ηπείρου υπάρχουσι πολλαί γραμμαί, Αγγλική, Γαλλική, -Αμβουργική και μία _Σκωτία_, είς _Περέρ_, μία _Ολσατία_ θα με -έφερον τάχιστα εις τον προς όν όρον. Μεταξύ δε Νέας Αυρηλίας -και Ευρώπης τα ατμόπλοα της _Εθνικής ατμοπλοϊκής Εταιρείας_, -άτινα συνεχίζουσι την υπερατλάντειον Γαλλικήν από Κολόν μέχρι -Ασπινουάλ, εκτελούσι ταχείς πλους. Αλλά διατρέχων τας -προκυμαίας του Κάρλεστον είδον τον _Σάνσελλορ_· Ο _Σάνσελλορ_ -μοι ήρεσε και ουκ οίδα οποίον τι ένστιγμά με ώθησεν εις το -πλοίον τούτο, ού τινος τα πάντα ήσαν άνετα. Άλλως τε η -ιστιοφόρος ναυτιλία όταν ευνοήται υπό τε του ανέμου και της -θαλάσσης — ταχεία σχεδόν όσον και η ατμήρης — είνε προτιμητέα -κατά πάντα: Αρχομένου του φθινοπώρου, υπό τα γεωγραφικά ταύτα -πλάτη, τα νότια ήδη, ο καιρός είνε ακόμη καλός. Λοιπόν -απεφάσισα να επιβιβασθώ επί του _Σάνσελλορ_. - -Καλώς εποίησα ή κακώς; Άρα γε θα μετανοήσω διά την απόφασίν -μου; Το μέλλον θα με το διδάξη. Συντάσσω καθ' ημέραν τας -σημειώσεις ταύτας, και καθ' ήν στιγμήν γράφω, δεν ειξεύρω -περισσότερα των αναγινωσκόντων το ημερολόγιον τούτο, — αν ίσως -και εύρη ποτέ αναγνώστας. - - - -Β' - - - - — _28 Σεπτεμβρίου_. — Είπον ότι ο πλοίαρχος του _Σάνσελλορ_ -επονομάζεται Χόντλυ — τα κύρια δε ονόματα αυτού Τζων Σάιλας. -Είνε Σκώτος εκ Δούνδης, πεντηκοντούτης, φημιζόμενος ως -επιδέξιος του Ατλαντικού γνώστης. Ανάστημα έχει μέτριον, ώμους -στενούς, κεφαλήν μικράν και εκ συνηθείας ολίγον τι κεκλιμένην -προς αριστερά. Δεν είμαι πρώτης τάξεως φυσιογνώμων, μοι -φαίνεται όμως ότι δύναμαι ήδη να κρίνω τον πλοίαρχον Χόντλυ, ει -και από τινων μόνον ωρών γινώσκω αυτόν. - -Ότι ο Σάιλας Χόντλυ φημίζεται ως καλός ναυτικός και ότι -γινώσκει εντελώς το επάγγελμά του, δεν αντιλέγω· αλλ' ότι όμως -ενυπάρχει εν τω ανθρώπω τούτω χαρακτήρ σταθερός, δραστηριότης -φυσική τε και ηθική, ουχί! τούτο δεν είνε παραδεκτόν. - -Και όντως, η στάσις του πλοιάρχου Χόντλυ είνε βαρεία, το δε -σώμα του εμφαίνει τινά ατονίαν. Είνε νωχελής, ως δηλοί το -ασταθές του βλέμματός του, η παθητική των χειρών του κίνησις, -και η ταλάντωσις η φέρουσα αυτόν βραδέως από του ετέρου ποδός -εις τον έτερον. Δεν είνε, δεν δύναται να είνε ανήρ δραστήριος, -ουδέ επίμονος, διότι οι οφθαλμοί του δεν συσπώνται, η σιαγών -του είνε μαλακή, και αι πυγμαί του δεν έχουσι συνήθη τάσιν να -κλείωνται. Προς δε τούτοις ανευρίσκω εν αυτώ ήθος αλλόκοτον, -περί ού δεν δύναμαι ακόμη να εξηγηθώ, αλλά θα τον παρατηρήσω -μετά προσοχής, ής είνε άξιος ο κυβερνήτης πλοίου, ο καλούμενος -«ο μετά Θεόν κύριος!» - -Αλλ' όμως, αν μη απατώμαι, μεταξύ Θεού και Σάιλα Χόντλυ υπάρχει -εν τω πλοίω έτερος ανήρ, όστις μου φαίνεται προωρισμένος, -τυχούσης περιστάσεως, να καταλάβη θέσιν αξίαν λόγου. Είνε ο -δεύτερος του _Σάνσελλορ_, όν ακόμη δεν εσπούδασα επαρκώς και -περί ού επιφυλάσσομαι να λαλήσω βραδύτερον. - -Το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_ αποτελείται εκ του πλοιάρχου Χόντλυ, -του δευτέρου Ροβέρτου Κόρτις, του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του -αρχιναύτου και δεκατεσσάρων ναυτών, Άγγλων ή Σκώτων, τούτ' -έστιν εκ δεκαοκτώ ναυτικών, — όσοι εξασκούσιν εις τον χειρισμόν -πλοίου τριστήλου ενεακοσίων τόνων. Πάντες δε οι άνδρες ούτοι -φαίνονται γινώσκοντες το έργον των. Τούτο δε μόνον δύναμαι να -βεβαιώσω μέχρι τούδε ότι, διευθύνοντος του δευτέρου, εξετέλεσαν -επιδεξίως τους χειρισμούς εν τοις πόροις του Κάρλεστον. - -Συμπληρών την απαρίθμησιν των επιβαινόντων του _Σάνσελλορ_, -αναφέρω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ, τον μαύρον μάγειρον Γύγξτροπ, -και παρέχω τον κατάλογον των επιβατών. - -Οι επιβάται είνε οκτώ τον αριθμόν και εμού συμπεριλαμβανομένου. -Μόλις γινώσκω αυτούς, αλλ' η μονοτονία του διάπλου, τα -συμβαίνοντα καθ' εκάστην, ο καθημερινός διαγκωνισμός ανθρώπων -συνεσφιγμένων εν διαστήματι στενώ, η χρεία εκείνη η τοσούτον -φυσική της ανταλλαγής ιδεών, η έμφυτος τη ανθρωπίνη καρδία -περιεργία, πάντα ταύτα θα προσελκύσωσι μετ' ου πολύ πάντας ημάς -προς αλλήλους, διότι μέχρι τούδε ο θόρυβος της επιβιβάσεως, η -κατάληψις των θαλάμων, η διευθέτησις πάντων των χρειωδών εις -ταξείδιον μέλλον να διαρκέση είκοσιν ίσως ημέρας μέχρι είκοσι -πέντε, ασχολίαι διάφοροι, εκράτησαν ημάς απομεμακρυσμένους απ' -αλλήλων. Χθες δε και σήμερον πάντες οι δαιτυμόνες ουδέ καν -εφάνησαν ακόμη εις την τράπεζαν, ίσως δε τινες αυτών -κατατρύχονται υπό της ναυτίας. Όθεν δεν τους είδον πάντας, αλλά -γινώσκω όμως ότι μεταξύ των επιβατών συγκαταριθμούνται δύο -κυρίαι έχουσαι τους πρυμναίους θαλάμους, ών τα παράθυρα ήσαν -επί του άβακος [7] του πλοίου. - -Περί πλέον ιδού και ο κατάλογος των επιβατών απαράλλακτος ως -τον αντέγραψα εκ του επιβατολογίου του _Σάνσελλορ_: - -Ο Κος και η Κα Κηρ, Αμερικανοί, εκ Βουφφάλου. - -Μις Χέρμπυ, Αγγλίς, ακόλουθος της Κας Κηρ. - -Κος Λετουρνέρ και ο υιός του Ανδρέας Λετουρνέρ, Γάλλοι, εκ -Χάβρης. - -Ουίλλιαμ Φάλστεν, μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, και Τζων Ρώμπυ -μεγαλέμπορος εκ Κάρδιφ, αμφότεροι Άγγλοι. - -Ι. Ρ. Κάζαλλον, εκ Λονδίνου, — ο συγγραφεύς του ημερολογίου -τούτου. - - - -Γ' - - - - — _29 Σεπτεμβρίου_. — Η φορτωτική του πλοιάρχου Χόντλυ, τούτ' -έστιν η πράξις η βεβαιούσα την φόρτωσιν των εμπορευμάτων επί -του _Σάνσελλορ_ και τους όρους της μεταφοράς αυτών, έχει ώδε: - - - -ΒΡΟΝΣΦΙΛΔ ΚΑΙ ΣΑ., ΠΑΡΑΓΓΕΛΕΙΟΔΟΧΟΙ ΚΑΡΛΕΣΤΟΝ - - - -«Εγώ, Τζων Σάιλας Χόντλυ, εκ Σούνδης (Σκωτία), πλοίαρχος του -πλοίου _Σάνσελλορ_, τόνων ενεακοσίων ή ως έγγιστα, -ηγκυροβολημένον επί του παρόντος εν Κάρλεστον, διά να αποπλεύσω -καιρού επιτρέποντος και με την βοήθειαν του Θεού και μέχρι προ -της πόλεως Λιβερπούλης εκεί όπου θα εκφορτώσω, — ομολογώ ότι -παρέλαβον εν τω ειρημένω πλοίω μου και υπό το ελεύθερον αυτού -κατάστρωμα παρ' υμών των κκ. Βρόνσφιλδ και Σα, παραγγελειοδόχων -εν Κάρλεστον, χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, αξίας εικοσιέξ -χιλιάδων λιρών, σώα και εν καλή καταστάσει, επιγεγράμμένα διά -των εν τω περιθωρείω στοιχείων και αριθμών. Ταύτα δε -υπισχνούμαι να κομίσω καλώς έχοντα, πλην των θαλασσίων κινδύνων -και ατυχημάτων, εις Λιβερπούλην, και εκεί να παραδώσω αυτά εις -τους κκ. Αδελφούς Ληρδ ή εις την διαταγήν αυτών, λαμβάνων ως -ναύλον μου το ποσόν δισχιλίων λιρών, άνευ τινός προσθήκης, κατά -το συμφωνητικόν, προς δε τούτοις και τας ναυφθορίας [8] κατά τα -θαλάσσια έθιμα. Προς εκπλήρωσιν δε των ανωτέρω εγγυήθην και -εγγυώμαι προσωπικώς και διά των υπαρχόντων μου και του -ειρημένου πλοίου μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτού. - -»Εις πίστωσιν τούτου υπέγραψα τρεις ομοίας φορτωτικάς, εξ ών -της μιας των όρων εκπληρωθέντων, αι λοιπαί δύο θα είνε άκυροι. - -» Εγένετο εν Κάρλεστον τη 13 Σεπτεμβρίου 1850. - - Τ. Σ. ΧΟΝΤΛΥ» - -Όθεν λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κομίζει εις Λιβερπούλην χίλια -επτακόσια δέματα βάμβακος, ών αποστολείς μεν οι Βρόνσφιλδ και -Σα εν Κάρλεστον, παραλήπται δε οι Αδελφοί Ληρδ εκ Λιβερπούλης. - -Η φόρτωσις δε αύτη εγένετο μετά μεγίστης επιμελείας, διότι το -πλοίον είχεν εξεπίτηδες ναυπηγηθή προς μεταφοράν βάμβακος. Τα -δέματα κατέχουσιν όλον το κύτος, πλην μικρού τινος μέρους -προωρισμένου ιδία εις τας αποσκευάς των επιβατών. Τα δέματα δε -ταύτα, ών η συμπίεσις κατωρθώθη διά μηχανής, αποτελούσι μίαν -μάζαν συμπαγεστάτην. Λοιπόν ουδείς τόπος του κύτους έμεινεν -άχρηστος, — πλεονέκτημα σημαντικόν εις πλοίον δυνάμενον ούτω να -περιλάβη όσα χωρεί εμπορεύματα. - - - -Δ' - - - - — _Από της 30 Σεπτεμβρίου μέχρι της 6 Οκτωβρίου_. — Ο -_Σάνσελλορ_ είνε ταχύς δρομεύς, όστις παν άλλο ισομέγεθες -πλοίον ακόπως [δεν θα] ηδύνατο να υπερβή· αφ' ότου δ' εδρόσισεν -ο άνεμος, μακρά αύλαξ ευκρινέστατα κεχαραγμένη εκτείνεται έξω -βολής οφθαλμών εκ της πρύμνης, ως λευκόν τρίχαπτον [9] -ηπλωμένον επί της θαλάσσης, ως επί πεδίου κυανού. - -Ο Ατλαντικός Ωκεανός δεν ταράσσεται πολύ υπό των ανέμων. Ουδείς -των εν τω πλοίω, καθ' όσον γινώσκω, ενοχλείται πλέον ούτε υπό -του παρακυλίσματος [10] του πλοίου ούτε υπό του προνευστασμού -[11]. Άλλως τε ουδείς των επιβατών είνε πρωτοτάξειδος, και -πάντες έχουσι κατά το μάλλον ή ήττον εξοικειωθή προς την -θάλασσαν. Όθεν ουδεμία θέσις κενή πέριξ της τραπέζης την ώραν -του φαγητού. - -Αι των επιβατών προς αλλήλους σχέσεις άρχονται συναπτόμεναι, -και ο επί του πλοίου βίος γίνεται ήττον μονότονος. Ο Γάλλος, κ. -Λετουρνέρ, και εγώ συνδιαλεγόμεθα συχνάκις. - -Ο κ. Λετουρνέρ είνε ανήρ πεντηκοντούτης, υψηλός το ανάστημα, -πολιός [12] την κόμην, και το γένειον μιξοπόλιος, φαίνεται δε -πρεσβύτερος της ηλικίας του — αποτελέσματα του πολυπαθούς βίου -του. Υπό δεινών εδοκιμάσθη θλίψεων και, προσθέτω, δοκιμάζεται -ακόμη. Ο ανήρ ούτος φέρει προδήλως εν εαυτώ πηγήν ακένωτον -δυσθυμίας, ως φαίνεται εκ του καταβεβλημένου πως σώματός του, -εκ της κεφαλής της συχνότατα κεκλιμένης προς το στήθος. -Ουδέποτε γελά, μειδιά μόλις, και μόνον προς τον υιόν του. Οι -οφθαλμοί του είνε γλυκείς, αλλά μοι φαίνεται ότι το βλέμμα του -διαφαίνεται διά μέσου σκέπης υγράς. Το πρόσωπόν του ενέχει τι -μετέχον πικρίας και αγάπης, η δε καθ' όλου έκφρασις της -φυσιογνωμίας του είνε έκφρασις προσηνείας και αγαθότητος. - -Θα έλεγέ τις ότι ο κ. Λετουρνέρ κατατρύχεται υπό των ελέγχων -της συνειδήσεως, ένεκα ακουσίου τινός δυστυχήματος. - -Και όντως! - -Αλλά τις δεν θα συγκινηθή βαθύτατα μανθάνων οποίοι τινες είνε -οι έλεγχοι ούτοι οι υπερβολικοί, βεβαίως, ών ένεκα ο «πατήρ» -ούτος ελέγχει αυτός εαυτόν; - -Ο κ. Λετουρνέρ είνε μετά του υιού του Ανδρέου, νεανίου είκοσι -περίπου ετών όψεως γλυκείας και συμπαθητικής. Είνε δε η εικών, -ολίγον τι εσβεσμένη, του κ. Λετουρνέρ, αλλά — και αύτη είνε η -ανίατος του πατρός του λύπη — ο Ανδρέας είνε ανάπηρος. Ο -αριστερός αυτού πους, ελεεινώς διεστραμμένος προς τα έξω, τον -αναγκάζει να χωλαίνη, και δεν δύναται να βαδίζη, αν μη -στηρίζεται επί της ράβδου του. - -Ο πατήρ λατρεύει το παιδίον τούτο και πας τις αισθάνεται ότι -όλος αυτού ο βίος είνε εν τη ατυχή ταύτη υπάρξει. Πάσχει διά -την εκ γενετής ασθένειαν του υιού έτι μάλλον ή αυτός ο υιός, -και ίσως ζητεί παρ' αυτού συγγνώμην. Η προς τον Ανδρέαν -αφοσίωσις αυτού είνε αδιάλειπτος. Ουδέποτέ τον εγκαταλείπει, -και τας ελαχίστας αυτού επιθυμίας προλαμβάνων και τας ελαχίστας -πράξεις επιτηρών. Οι βραχίονές του ανήκουσι μάλλον τω υιώ ή -εαυτώ και περιβάλλουσι και υποβαστάζουσι τον νεανίαν -περιπατούντα επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. - -Ο κ. Λετουρνέρ είνε ιδία μάλλον συνδεδεμένος μετ' εμού και -αείποτέ μοι ομιλεί περί του τέκνου του. - -Σήμερον είπον προς αυτόν: - -«Τώρα δα ήμην μετά του κ Ανδρέα. Μα έχετε αξιόλογον υιόν, κύριε -Λετουρνέρ. Είνε νέος ευφυής και ευπαίδευτος. - - — Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, ου -τα χείλη υποχαράσσουσι μειδίαμα, είνε ψυχή καλή εν αθλίω -σώματι, — η ψυχή της ταλαίνης μητρός του, ήτις απέθανε φέρουσα -αυτόν εις τον κόσμον! - - — Σας αγαπά, κύριε Λετουρνέρ. - - — Αι, το καϊμένον! ψιθυρίζει ο κ. Λετουρνέρ κύπτων την -κεφαλήν. Α! επαναλαμβάνει, υμείς δεν δύνασθε να νοήσετε τι -πάσχει ο πατήρ βλέπων το τέκνον του ανάπηρον . . . ανάπηρον εκ -γενετής! - - — Κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην, της συμφοράς ήτις έπληξε το -τέκνον σας και, κατ' ακολουθίαν, υμάς, δεν μετέχει εξ ίσου -έκαστος υμών. Ο κύριος Ανδρέας είνε αξιολύπητος, αναμφιβόλως· -αλλ' όμως ολίγον είνε εις αυτόν το να αγαπάται υφ' υμών, όπως -αγαπάται; Ασθένειαν φυσικήν υπομένει ο άνθρωπος ευκολώτερον ή -λύπην ηθικήν, εις υμάς δε μάλιστα έλαχεν η ηθική λύπη. Παρατηρώ -μετά προσοχής τον υιόν σας, και νομίζω ότι δύναμαι να -διαβεβαιώσω, ότι, αν είνε πράγμα όπερ ιδία τον λυπεί, είνε η -ιδία υμών θλίψις . . . - - — Δεν τον αφίνω να καταλάβη τίποτε! απεκρίθη ζωηρώς ο κ. -Λετουρνέρ. Μίαν και μόνην έχω ενασχόλησιν, να τον διασκεδάζω -κατά πάσαν στιγμήν του βίου του. Ανεγνώρισα δε ότι, παρά την -ασθένειάν του, το τέκνον μου είχε μανίαν εις τα ταξείδια. Το -πνεύμα του έχει πόδας, πτερά μάλιστα, και από πολλών ετών -συνταξειδεύομεν. Επεσκέφθημεν όλην την Ευρώπην, κατά πρώτον, -και προ μικρού διήλθομεν τας κυριωτάτας Πολιτείας της Ενώσεως. -Εγώ αυτός εξεπαίδευσα τον Ανδρέαν, διότι δεν ήθελον να τον -στείλω εις σχολείον, και την εκπαίδευσίν του ταύτην συμπληρώ -διά των περιηγήσεων. Ο Ανδρέας είνε κεκοσμημένος δι' οξείας -διανοίας και ζωηράς φαντασίας· είνε ευαίσθητος, και ενίοτε μετά -χαράς συλλογίζομαι ότι λησμονεί, περιπαθώς διακείμενος προ των -μεγάλων θεαμάτων της φύσεως! - - — Μάλιστα, κύριε, . . . αναμφιβόλως . . . , είπον. - - — Αλλ' εάν λησμονή, υπέλαβεν ο κ. Λετουρνέρ θλίβων μου την -χείρα, εγώ όμως δεν λησμονώ, ουδέ θα λησμονήσω ποτέ! Κύριε, -κύριε, νομίζετε ότι ο υιός μου συγχωρεί την μητέρα του και εμέ -διότι τον εγεννήσαμεν ασθενή;» - -Η λύπη του πατρός τούτου κατηγορούντος εαυτόν διά δυστύχημα, ού -η ευθύνη ουδένα εβάρυνε, με καταλυπεί δεινώς! Θέλω να τον -παρηγορήσω, αλλ' επιφαίνεται ο υιός του την στιγμήν εκείνην. Ο -κ. Λετουρνέρ τρέχει προς αυτόν και τον βοηθεί να αναβή την -κλίμακα, ολίγον τι ορθίαν, την καταλήγουσαν εις το επίστεγον -[13]. - -Εκεί δε ο Ανδρέας Λετουρνέρ κάθηται επί τινος των θρανίων των -διατεθειμένων επί των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτώ κάθηται -ο πατήρ. Αμφότεροι συνδιαλέγονται, και εγώ αναμιγνύομαι εις την -συνδιάλεξιν. Το υποκείμενον δε της συνδιαλέξεως είνε ο πλους -του _Σάνσελλορ_, αι περιπέτειαι του ταξειδίου, το πρόγραμμα του -εν τω πλοίω βίου. Ο κ. Λετουρνέρ είχεν, ως και εγώ, μετρίαν -γνώμην περί του πλοιάρχου Χόντλυ. Το αμφίρροπον του ανδρός -τούτου, η υπναλέα αυτού όψις, αηδώς εκίνησαν την ψυχήν του. Η -γνώμη του κ Λετουρνέρ είνε τουναντίον ευνοϊκωτάτη προς τον -δεύτερον πλοίαρχον, τον Ροβέρτον Κόρτις, νέον τριακοντούτη, -ευεκτικόν [14], μυικής δυνάμεως μεγάλης, αείποτε εν κινήσει -διατελούντα, και ού τινος η ζωηρά θέλησις φαίνεται αδιαλείπτως -ετοίμη διά πράξεων να εκδηλωθή. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις την στιγμήν ταύτην ανήλθεν εις το κατάστρωμα. -Τον παρατηρώ μετά προσοχής και εκπλήττομαι εκ των συμπτωμάτων, -άτινα εμφαίνουσι την ισχύν αυτού και την ζωικήν ανάπτυξιν. Είνε -εκεί, ευθυτενής, ευκίνητος, υπερήφανος το βλέμμα και μόλις -συσπών τους οφρυαίους μυς. Είνε ανήρ δραστήριος και θα έχη το -απαθές εκείνο θάρρος το απαραίτητον εις τον αληθή ναυτικόν. - -Αλλ' εν ταυτώ είνε ψυχή αγαθή, διότι φαίνεται συμπαθών προς τον -νέον Λετουρνέρ και προθυμείται να τω φανή χρήσιμος εν πάση -περιστάσει. - -Εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν του -πλοίου, έρχεται προς ημάς και μετέχει της συνδιαλέξεως. - -Βλέπω δε ότι ο νέος Λετουρνέρ ευαρεστείται συνομιλών μετ' -αυτού. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις δίδει ημίν λεπτομερείς τινας πληροφορίας περί -των επιβατών προς ούς ατελεστάτας έτι σχέσεις έχομεν συνάψη. - -Και ο μεν Μίστερ και η Μίσσιζ Κηρ είνε Αμερικανοί εκ της -Βορείου Αμερικής, ωφεληθέντες μεγάλως εκ της καλλιεργείας πηγών -πετρελαιοφόρων. Γνωστόν όντως ότι αύτη είνε η αρχή των νεωτέρων -μεγάλων περιουσιών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις. Αλλ' ο κύριος -ούτος Κηρ, ανήρ πεντηκοντούτης, φαινόμενος ως πλουτήσας μάλλον -ή ως πλούσιος, είνε οχληρός ομοτράπεζος, ουδέν άλλο επιζητών -και θέλων, ή τας αναπαύσεις του. Ήχος μεταλλικός εξέρχεται κατά -πάσαν στιγμήν εκ των θυλακίων του, εν οίς αι δύο του χείρες -είνε αδιαλείπτως βεβυθυσμέναι. Αλαζών και μάταιος, θαυμάζων -εαυτόν και καταφρονών τους άλλους, προοσποιείται αδιαφορίαν -προς παν ό τι δεν είνε εαυτού. Βρενθύεται [15] ως ταώς [16], -«οσφραίνεται εαυτόν, εντρυφά εαυτώ, απογεύεται εαυτόν», ίνα -μεταχειρισθώμεν τους όρους του σοφού φυσιογνώμονος Γρατιολέτου. -Τέλος είνε μωρός και φίλαυτος. Δεν εξηγούμαι δε διατί -επεβιβάσθη επί του _Σάνσελλορ_, απλού εμπορικού πλοίου, όπερ -δεν δύναται να παράσχη αυτώ τας ανέσεις των Υπερατλαντείων -σκαφών. - -Η δε μίσσιζ Κηρ είνε γυνή άσημος, νωχελής, αδιάφορος, -τεσσαρακοντούτις, αφυής, άνευ αναγνώσεως, άνευ συνδιαλέξεως. -Κυττάζει μεν, αλλά δεν βλέπει, ακροάται, αλλά δεν ακούει. -Σκέπτεται; δεν δύναμαι να το βεβαιώσω. - -Μόνη ασχολία της γυναικός ταύτης είνε να υπηρετήται κατά πάσαν -στιγμήν υπό της ακολούθου αυτής Αγγλίδος μις Χέρμπυ, νεάνιδος -εικοσαέτιδος γλυκείας και πράου, κερδαινούσης άνευ ταπεινώσεως -τας ολίγας τινάς λίρας άς τη ρίπτει ο βαθύπλουτος Πετρέλαιος. - -Η νεάνις αυτή είνε κομψοτάτη, και ξανθή μετά βαθυκυάνων -οφθαλμών, η δε χαρίεσσα αυτής όψις δεν έχει το άσημον εκείνο -όπερ απαντά παρά τισι των ομοφύλων αυτής. Το στόμα της θα ήτο -θελκτικόν, εάν είχε ποτε καιρόν ή αφορμήν να μειδιάση. Αλλά -προς τίνα και διατί ήθελε μειδιάση η τάλαινα κόρη, υποκειμένη -εις τας αδιαλείπτους προσβολάς και τας γελοίας ιδιοτροπίας της -κυρίας; Αλλ' όμως ει και πάσχει ενδομύχως, υποτάσσεται, -τουλάχιστον, και φαίνεται υπείκουσα εις την τύχην της. - -Ο δε Ουίλλιαμ Φάλστεν είνε μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, έχων ήθος -αγγλικώτατον. Διευθύνει μέγα υδραυλικόν εργαστήριον εν τη -Μεσημβρινή Καρολίνη και απέρχεται εις Ευρώπην αναζητών τας -νεωτάτας συσκευάς, και πλην άλλων τους μύλους μετά φυξικέντρου -[17] δυνάμεως του οίκου Κάιλ. Είνε δε ανήρ τεσσαράκοντα πέντε -ετών, τρόπον τινά σοφός τις, μόνον αυτού μέλημα έχων τας -μηχανάς και απορροφώμενος υπό της μηχανικής και των -υπολογισμών· πέρα δε τούτων δεν βλέπει τίποτε. Ο μετ' αυτού -συνδιαλεγόμενος είνε των αδυνάτων να απαλλαχθή ευκόλως, -περιπλέκεται όλος ως εν τροχώ γιγγλυμωτώ [18]. - -Ό δε κυρ Ρόμπυ εκπροσωπεί τον κοινόν μεγαλέμπορον άνευ τινός -μεγαλείου, άνευ πρωτοτυπίας. Από εικοσαετίας ο ανήρ ούτος πωλεί -μόνον και αγοράζει. Επειδή δε ανεξαιρέτως επώλησεν ακριβότερον -παρ' όσον ηγόρασεν, έγινε κάτοχος περιουσίας. Τι θα την κάμη, -ουδ' αυτός δύναται να είπη. Ο Ρόμπυ ούτος, ού όλος ο βίος -απεκτηνώθη εν τω κατά μέρος εμπορίω, δεν σκέπτεται, δεν -διανοείται πλέον. Ο εγκέφαλός του είνε του λοιπού κλειστός εις -πάσαν εντύπωσιν, και κατ' ουδένα τρόπον δικαιολογεί το υπό του -Πασχάλ ειρημένον: «Προδήλως ο άνθρωπος επλάσθη ίνα σκέπτεται· -εν τούτω πάσα αυτού η αξιοπρέπεια και η αξία.» - - - -Ε' - - - - — _7 Οκτωβρίου_. — Ιδού παρήλθον δέκα ημέραι αφ' ότου -απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον, και μοι φαίνεται ότι διηνύσαμεν -την οδόν καλώς και ταχέως. Πολλάκις μοι συμβαίνει να -συνδιαλέγομαι μετά του δευτέρου πλοιάρχου και μεταξύ ημών -κατέστη ποια τις οικειότης. - -Σήμερον δε ο Ροβέρτος Κόρτις με πληροφορεί ότι δεν πρέπει να -είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι του συμπλέγματος των Βερμούδων -νήσων, τούτ' έστιν απέναντι του ακρωτηρίου Χαττεράς. Γενομένης -δε παρατηρήσεως ευρέθη πλάτος βόρειον 32°20', μήκος δε 64°50' -προς δυσμάς του μεσημβρινού του Γρηνουιχίου. - -«Θα γνωρίσωμεν τας Βερμούδας νήσους, ιδία δε την νήσον του -Αγίου Γεωργίου, προ της νυκτός, μοι είπεν ο δεύτερος πλοίαρχος. - - — Πώς, απεκρίθην εγώ, προσεγγίζομεν εις τας Βερμούδας; Αλλ' -εγώ ενόμιζον ότι ο _Σάνσελλορ_ εκπλέων εκ της Κάρλεστον εις -Λιβερπούλην, ώφειλε να πλεύση προς βορράν και να παρακολουθήση -το ρεύμα Γελφ Στρημ [19]! - - — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, -αύτη είνε η διεύθυνσις ήν συνήθως λαμβάνουσι τα πλοία, αλλά -φαίνεται ότι σήμερον ο πλοίαρχος δεν ήτο της γνώμης να την -λάβη. - - — Και διατί; - - — Δεν ειξεύρω, αλλ' έδωκε την διεύθυνσιν προς ανατολάς, και ο -_Σάνσελλορ_ πλέει προς ανατολάς. - - — Και δεν τω παρετηρήσατε ότι . . . . - - — Μάλιστα, τω παρετήρησα ότι δεν ήτο η συνήθης οδός, αλλά μ' -απεκρίθη ότι «αυτός ειξεύρει τι θα κάμη!» - -Και ούτω λαλών ο Ροβέρτος Κόρτις συνοφρυούται, πολλάκις φέρει -αυτομάτως την χείρα εις το μέτωπον, και νομίζω ότι καταλαμβάνω -ότι δεν λέγει παν ό τι ήθελε να είπη. - -«Εν τούτοις, κύριε Κόρτις, υπέλαβον εγώ, έχομεν ήδη 7 Οκτωβρίου -και δεν είνε κατάλληλος η περίστασις να δοκιμάζωμεν οδούς νέας. -Δεν πρέπει να χάσωμεν ουδέ μίαν ημέραν, εάν θέλωμεν να -καταπλεύσωμεν εις Ευρώπην προ του χειμώνος. - - — Όχι, κύριε Κάζαλλον, ουδέ μίαν ημέραν! - - — Κύριε Κόρτις, θα ήμην πολύ αδιάκριτος εάν σας ηρώτων τι -φρονείτε περί του πλοιάρχου Χόντλυ; - - — Φρονώ, μ' αποκρίνεται ο δεύτερος πλοίαρχος, φρονώ ότι . . . -είνε πλοίαρχός μου!» - -Η δι' υπεκφυγής αύτη απόκρισις εξακολουθεί εμβάλλουσά με εις -φροντίδας. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηπατήθη. Περί ώραν τρίτην ο φρουρός -ναύτης αναγγέλλει γην προς Μέσην (ΒΑ), αλλ' η γη αύτη φαίνεται -έτι ως ατμός. - -Την έκτην ώραν αναβαίνω εις το κατάστρωμα μετά του κ. Λετουρνέρ -και βλέπομεν το σύμπλεγμα των Βερμούδων, νήσων σχετικώς ολίγον -υψηλών, άς υπερασπίζει σειρά φοβερά βράχων. - -«Ιδού λοιπόν το εξαίσιον αρχιπέλαγος, είπεν ο Ανδρέας -Λετουρνέρ, το γραφικόν τούτο σύμπλεγμα, το οποίον ο ποιητής σας -Θωμάς Μουρ, κύριε Κάζαλλον, εξύμνησε διά των ωδών του. Ήδη τω -1643, ο εξόριστος Ουάλτερ ένθους περιέγραψε τας νήσους ταύτας, -και, αν μη απατώμαι, αι Αγγλίδες κυρίαι επί τινα χρόνον δεν -ήθελον να φορώσι πλέον άλλους πίλους, παρά τους -κατασκευαζομένους έκ τινος φύλλου φοίνικος βερμουδείου. - - — Έχετε δίκαιον, αγαπητέ μοι Ανδρέα, το αρχιπέλαγος των -Βερμούδων ήτο πολύ του συρμού κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα, -αλλά την σήμερον κατέπεσεν εις εντελή λήθην. - - — Άλλως τε, κύριε Ανδρέα, είπε τότε ο Ροβέρτος Κόρτις, οι -ποιηταί οι ομιλούντες ενθουσιωδώς περί των νήσων τούτων, δεν θα -ευρεθώσι σύμφωνοι μετά των ναυτικών, διότι η διαμονή αύτη, της -οποίας η θέα εγοήτευσεν αυτούς είνε δυσπρόσιτος εις τα πλοία, -οι δε σκόπελοι δύο ή τρεις λεύγας από της γης αποτελούσι ζώνην -ημικυκλικήν, κατακλυζομένην υπό των υδάτων, ήν εξαιρέτως -φοβούνται οι θαλασσοπόροι. Θα προσθέσω δε ότι το αίθριον του -ουρανού, το οποίον επαινούσιν οι Βερμούδειοι, συχνότατα -συνταράσσεται υπό των θυελλών. Αι νήσοι των δέχονται την ουράν -των καταιγίδων τούτων, αι οποίαι αφανίζουσι τας Αντίλλας, η δε -ουρά αύτη, ως ουρά φαλαίνης, είνε ίσα ίσα η μάλιστα επίφοβος. -Ουδόλως λοιπόν υποχρεώνω τους οδοιπόρους του Ωκεανού να έχωσι -πεποίθησιν εις τα παραμύθια του Ουάλτερ και του Θωμά Μουρ! - - — Κύριε Κόρτις, υπολαμβάνει μειδιών ο Ανδρέας Λετουρνέρ, θα -έχετε δίκαιον αλλ' οι ποιηταί είνε ως αι παροιμίαι, ο είς -αντικρούει τον άλλον. Εάν ο Θωμάς Μουρ και ο Ουάλτερ εξύμνησαν -το αρχιπέλαγος τούτο ως θαυμαστήν διαμονήν, τουναντίον ο -μέγιστος των ποιητών σας, ο Σαιξπείρος, γινώσκων αυτό κάλλιον -βεβαίως, ενόμισε πρέπον να θέση ενταύθα τας φοβερωτάτας σκηνάς -της _Τρικυμίας_ του!» - -Και όντως, κινδυνωδέστατοι είνε αι ακταί αύται αι γειτνιάζουσαι -προς το βερμούδειον αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι, οίτινες πάντοτε -κατείχον αυτό αφ' ότου ανεκαλύφθη, το χρησιμοποιούσιν απλώς ως -σταθμόν στρατιωτικόν ερριμμένον μεταξύ των Αντιλλών και της -Νέας Σκωτίας. Άλλως τε προώρισται να αυξηθή και πιθανώς επί -ευρείας κλίμακος. Συν τω χρόνω — τη αρχή ταύτη του έργου της -φύσεως, — το αρχιπέλαγος αποτελούμενον ήδη εξ εκατόν πεντήκοντα -νήσων ή νησυδρίων, θα έχη έτι μείζονα αριθμόν, διότι τα -οστρακώδη ζωόφυτα εργάζονται αδιαλείπτως εις κατασκευήν νέων -Βερμούδων, αίτινες θα συνδεθώσι προς αλλήλας και θα -αποτελέσωσι, κατά μικρόν, νέαν ήπειρον.» - -Ούτε οι τρεις έτεροι επιβάται ούτε η μίσσιζ Κηρ έλαβον τον -κόπον να ανέλθωσιν εις το κατάστρωμα να εξετάσωσι το περίεργον -τούτο αρχιπέλαγος. Η δε μις Χέρμπυ μόλις ήρχετο εις το -επίστεγον και παρευθύς η συρομένη φωνή της μίσσιζ Κηρ ηκούετο -καλούσα την νεάνιδα, και αναγκάζουσα αυτήν να επανέλθη και -καθίση πλησίον της. - - - -ΣΤ' - - - - — _Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου._ — Ο άνεμος άρχεται πνέων -από του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε _Σάνσελλορ_ υπό τους -δόλωνας [20] αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [21] , -εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [22] οιακιστής [23]. - -Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος -πολύς γίνεται, οι δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το -επίστεγον. - -Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή -λεπτοτάτη με διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν -μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής. - -Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται -σφοδρότερος, τα επιστήλια [24] καταβιβάζονται· την στιγμήν -ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι εξήκοντα την -ώραν (25). - -Ει και ο _Σάνσελλορ_ είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως -αυτού είνε σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις -του ουρανού, σκοτισθέντος υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να -αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν είχεν ορισθή, -ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν. - -Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε, -δεν είνε δυνατόν να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως -ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην (ΒΑ), και όμως ημείς -τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να -νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να -μεταβάλη τους προτόνους [26] και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να -επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο άνεμος -εξηκολούθει ενάντιος, ο _Σάνσελλορ_ έτι μάλλον βυθίζεται εις -τον Νότον. - -Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του -Ροβέρτου Κόρτις, τω είπον: - -«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας; - - — Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο -Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη. - - — Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η -αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του! . . . -Συνεταξειδεύσατε και άλλοτε μετ' αυτού; - - — Όχι, τώρα πρώτην φοράν. - - — Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως -προς την οποίαν πλέομεν; - - — Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή. - - — Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου; - - — Ό τι και εγώ. - - — Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του -εις την Κίναν; - - — Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του. - - — Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της. - - — Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον -εις απώλειαν. - - — Αλλ' αν είνε τρελός; - - — Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να -κάμω.» - -Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί -του _Σάνσελλορ_! - -Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής -καταιγίς ενσκήπτει επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το -πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [27] υπό τα συνεσταλμένα ιστία, -τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ', ως -είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς -Νότον. - -Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο -_Σάνσελλορ_ εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών. - -Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ -Στρημ είνε ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του -είδους εκείνου του υπό των Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα -δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν -κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού. - -Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών -αλλόκοτος την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να -παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι πρότονοι ηχούσι -θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως -αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του -σώματος, θα εγίνοντο ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην -λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν επί ταύτης της -θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά -πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [28] -διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί -ίνες υπό του ανέμου αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία -ως αι έλικες της αμπέλου και σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν -εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε τούτων φυκών -— ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή -τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα -επίμηλα ως επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη -να αγωνισθώμεν κατά της εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά -τινας στιγμάς ο _Σάνσελλορ_, έχων πάντας τους ιστούς -κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των -ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν -τω μέσω λειμώνος απεράντου. - - - -Ζ' - - - - — _14 Οκτωβρίου._ — Ο _Σάνσελλορ_ κατέλιπε τέλος τον φυτικόν -τούτον Ωκεανόν, και η σφοδρότης του ανέμου ηλαττώθη κατά πολύ, -μετατραπείσα εις άνεμον εύδιον [29], και ήδη βαδίζομεν ταχέως -μετά δύο σειρών εις τους δόλωνας. - -Ο ήλιος ανεφάνη σήμερον και λάμπει ζωηρώς, η θερμοκρασία -γίνεται ήδη θερμοτάτη· η δε μαγνητική βελόνη διευθετηθείσα -καλώς δεικνύει 21° 33' βορείου πλάτους και 50° 17' δυτικού -μήκους. Λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κατήλθε πλέον ή δέκα μοίρας προς -Νότον. Και εξακολουθεί κατευθυνόμενος προς Εύρον (ΝΑ)! - -Θέλων να πληροφορηθώ περί της ακαταλήπτου ταύτης -ισχυρογνωμοσύνης του πλοιάρχου Χόντλυ, πολλάκις συνδιελέχθην -μετ' αυτού. Έχει σώας τας φρένας ή ου; Αγνοώ τι να πιστεύσω. -Καθ' όλου ειπείν ομιλεί λογικώς. Υπόκειται λοιπόν εις μερικήν -παραφροσύνην, εις είδος τι «απροσεξίας», αναφερομένης ακριβώς -εις τα του επαγγέλματός του; Παρετηρήθησαν ήδη τινές των -φυσιολογικών τούτων περιπτώσεων, και λέγω περί τούτου προς τον -Ροβέρτον Κόρτις, όστις με ακροάται απαθώς, λέγων μοι και -επαναλαμβάνων ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα του -πλοιάρχου του, εφ' όσον το πλοίον δεν κινδυνεύει να απολεσθή -ένεκα πράξεώς τινος αυτού αποδεικνυούσης ότι είνε παράφρων. Και -όντως τούτο είνε μέτρον σπουδαίον, και σπουδαίαν ήθελε -καταστήση την ευθύνην αυτού. - -Επανήλθον εις τον θάλαμόν μου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν, -και εις το φως της κρεμαστής λυχνίας μου διήλθον μίαν ώραν -αναγινώσκων, αλλά και σκεπτόμενος. Έπειτα δε κατακλιθείς -απεκοιμήθην. - -Αφυπνίσθην μετά τινας ώρας υπό θορύβου ασυνήθους. Βήματα βαρέα -αντηχούσιν επί του καταστρώματος και ζωηραί παρακελεύσεις -ακούονται. Μοι φαίνεται ότι οι άνδρες του πληρώματος τρέχουσι -μετά τινος σπουδής. Τις άρα γε η αιτία της εκτάκτου ταύτης -ταραχής; Αναμφιβόλως χειρισμός τις ένεκα στροφής τινος του -πλοίου . . . Αλλ' ουχί! Δεν είνε ίσως τούτο, διότι το πλοίον -εξακολουθεί κλίνον προς τον δεξιόν τοίχον, και κατ' ακολουθίαν -δεν μετέβαλε διεύθυνσιν. - -Σκέπτομαι επί στιγμήν να αναβώ εις το κατάστρωμα, αλλ' ο -θόρυβος πάραυτα κατέπαυσεν. Ακούω τότε τον πλοίαρχον Χόντλυ -εισερχόμενον εις τον θάλαμόν του, κείμενον έμπροσθεν του -επιστέγου, και εγώ εχώθην πάλιν εις την κρεμαστήν κλίνην μου. -Χειρισμός τις αναμφιβόλως προεκάλεσε τας διαδρομάς εκείνας. -Οπωςδήποτε αι κινήσεις του πλοίου δεν ηυξήθησαν, άρα ο άνεμος -δεν έπνεε σφοδρός. - -Την επιούσαν, 14 του μηνός, αναβαίνω εις το επίστεγον την 6 π. -μ. και παρατηρώ το πλοίον. - -Ουδεμία μεταβολή, — φαινομένη. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει έχων τους -προτόνους αριστερά, έχων τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας -και τους φώσωνας [30]. Στηρίζεται καλώς και φέρεται θαυμασίως -επί της θαλάσσης εκείνης ήν υπεγείρει πνοή ανέμου δροσερά και -ευμεταχείριστος. Η ταχύτης του είνε σημαντική την στιγμήν -ταύτην, και δεν θα είνε κατωτέρα των ένδεκα μιλίων την ώραν. - -Μετ' ού πολύ ο κ. Λετουρνέρ και ο υιός επιφαίνονται επί του -καταστρώματος. Βοηθώ τον νεανίαν να αναβή εις το επίστεγον. Ο -Ανδρέας έρχεται ασμένως να αναπνεύση τον πρωινόν αέρα, τον ούτω -ζωογόνον και κατάμεστον θαλασσίων οσμών. - -Ερωτώ τους κυρίους τούτους εάν αφυπνίσθησαν την νύκτα υπό -κρότου βημάτων δηλούντος ταραχήν τινα εν τω πλοίω. - -«Το κατ' εμέ, όχι, απεκρίθη ο Ανδρέας Λετουρνέρ, εγώ εξύπνησα -με ένα ύπνον. - - — Αγαπητόν μου τέκνον, είπεν ο κ. Λετουρνέρ, συ εκοιμάσο τότε, -διότι και εγώ εξύπνησα υπό του κρότου, περί του οποίου λέγει ο -κ. Κάζαλλον. Μ' εφάνη μάλιστα ότι διέκρινα τας λέξεις ταύτας -«Γρήγορα! γρήγορα! 'ς τα καπάκια! 'ς τα καπάκια!» [31] - - — Αχ! είπον, και τι ώρα ήτο; - - — Τρεις περίπου, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. - - — Και δεν ειξεύρετε την αιτίαν του θορύβου; - - — Δεν την ειξεύρω, κύριε Κάζαλλον, αλλά δεν θα ήτο σπουδαία, -αφ' ού ουδείς ημών προσεκλήθη εις το κατάστρωμα. - -Παρατηρώ τους καθέκτας [32] τους έμπροσθεν και όπισθεν του -μεγάλου ιστού δι' ών γίνεται η κατάβασις εις το κύτος του -πλοίου. Είνε κλειστοί, ως συνήθως, αλλά βλέπω ότι τους -καλύπτουσιν υποβλήματα πυκνά, και ότι έχουσι ληφθή πάσαι αι -αναγκαίαι προφυλάξεις όπως η κλείσις γίνη στεγανή. Αλλά διατί -κατέκλεισαν ούτως επιμελώς τα ανοίγματα ταύτα; Ενυπάρχει αιτία, -ήν δεν δύναμαι να μαντεύσω, και αναμφιβόλως ο Ροβέρτος Κόρτις -θα μοι την είπη. Περιμένω λοιπόν να έλθη η σειρά της τετραωρίας -του, και κρατώ δι' εμαυτόν τας παρατηρήσεις μου, προτιμήσας να -μη τας ανακοινώσω τω κ. Λετουρνέρ. - -Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε -μεγαλοπρεπέστατος και φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος -οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου ορίζοντος ο δίσκος -της σελήνης ημίβρωτος [33], όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης -ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ μεσημβρίας. Εντός τριών -ημερών είνε το τελευταίον τέταρτον της σελήνης, την δε 24 θα -έχωμεν νέαν σελήνην. Παρατηρώ την επετηρίδα και βλέπω ότι την -ημέραν εκείνην θα έχωμεν λαμπράν παλίρροιαν συζυγίας. Ολίγον -διαφέρει ημίν, οίτινες κυμαινόμενοι εν μέσω Ωκεανώ δεν θα -δυνηθώμεν να ίδωμεν ταποτελέσματα της παλιρροίας ταύτης· αλλά -κατά πάσας τας ακτάς των τε ηπείρων και των νήσων το φαινόμενον -θα είνε αξιοπαρατήρητον, διότι η νέα σελήνη θα ανεγείρη τους -υδατίνους όγκους εις ύψος σημαντικόν. - -Είμαι μόνος επί του επιστέγου, διότι οι κκ. Λετουρνέρ κατέβησαν -εις το τέιον, και περιμένω τον δεύτερον πλοίαρχον. - -Τη ογδόη ώρα ο Ροβέρτος Κόρτις έρχεται να αναλάβη την -τετραωρίαν, ήν παραχωρεί αυτώ ο Ουάλτερ, και προχωρώ να τον -δεξιωθώ. - -Πριν μοι είπη την καλημέραν, ο Ροβέρτος Κόρτις εξακοντίζει -ταχέως έν βλέμμα επί του καταστρώματος και συνοφρυούται -ελαφρώς. Έπειτα δε εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την -ιστιοφορίαν, ήλθε προς τον Ουάλτερ και τον ηρώτησεν: - -«Και ο πλοίαρχος Χόντλυ; - - — Δεν τον είδον ακόμη, κύριε. - - — Ουδέν νεώτερον; - - — Ουδέν.» - -Έπειτα δε ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ουάλτερ συνδιελέχθησαν ολίγον -ταπεινή τη φωνή. - -Ερωτήσαντος του Ροβέρτου ερώτησίν τινα, ο Ουάλτερ αποκρίνεται -ανανεύων. - -«Στείλε μου τον αρχιναύτην,» είπεν ο δεύτερος προς τον Ουάλτερ -απερχόμενον. - -Μετ' ου πολύ φαίνεται ο αρχιναύτης, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ερωτά -αυτόν, εκείνος δε αποκρίνεται ταπεινή τη φωνή, αλλά σείων την -κεφαλήν. Έπειτα δε κελεύσαντος του δευτέρου, ο αρχιναύτης -προσκαλεί τους ναύτας της τετραωρίας και παραγγέλλει να -καταβρέξωσι τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τον μέγαν καθέκτην. - -Μετ' ολίγας στιγμάς έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις, και η -συνδιάλεξις ημών περιστρέφεται πρώτον μεν περί ασήμαντά τινα· -βλέπων δε ότι ο δεύτερος δεν άπτεται του θέματος όπερ εγώ θέλω -να πραγματευθώ, τω είπον: - -«Αλήθεια, κύριε Κόρτις, τι συνέβη την νύκτα;» - -Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις με παρατηρεί μετά προσοχής και δεν -αποκρίνεται. - -«Μάλιστα, εξηκολούθησα εγώ, εξύπνησα υπό θορύβου ασυνήθους, -όστις διέκοψε και του κ. Λετουρνέρ τον ύπνον. Τι συνέβη; - - — Τίποτε, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις. -Σφαλερός οιακισμός του πηδαλιούχου μικρού δειν ανέκοψε την -πορείαν του πλοίου, και εδέησε να κερουλκήσωμεν παρευθύς, ως εκ -τούτου δε επήλθε κίνησις επί του καταστρώματος. Αλλά το κακόν -τάχιστα διωρθώθη, και ο _Σάνσελλορ_ επανέλαβε αμέσως τον δρόμον -του.» - -Μοι φαίνεται ότι ο Ροβέρτος Κόρτις, ο συνήθως ευθύς, δεν μοι -λέγει την αλήθειαν. - - - -Η' - - - - — _Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου_ — Ο πλους εξακολουθεί -επί ταις αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου -(ΒΑ). Πας δε μη προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν -τω πλοίω ανωμαλία. - -Και όμως «κάτι τι τρέχει!» - -Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως -ημείς πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την -λέξιν «τα καπάκια», ήτις είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ. -Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του _Σάνσελλορ_, όπερ -απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι καθέκται -είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα -πολέμιον, καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού -ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και μάλλον αυστηρότερα ίνα το -φυλάττωμεν στενώς! - -Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω -τον ναύτην Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας: - -«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την -τελευταίαν ώραν. Ο καθένας διά τον εαυτόν του. - - — Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ. - - — Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες -φώκες;» - -Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω -περισσότερον. - -Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του -πλοίου; - -Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε -επίφοβος κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη -πειθαρχίαν σιδηράν. - -Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το -φαινόμενον να παρατηρήσω. - -Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι -συχνάς πυκνάς συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι -τον Ροβέρτον Κόρτις — εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον, -όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά μοι φαίνεται ότι -ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί -επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι -φαίνεται κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με -διαφεύγει. - -Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του -φαγητού το σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου -Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος αποπειράται να παρατείνη την -συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και ούτε ο -μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την -αναστηλώσωσι, πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται -ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί αλόγως, διά το μήκος του διάπλου. -Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν ενώπιον αυτού τα -στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά -τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως. - -Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης, -κατά παραγγελίαν του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το -κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας. Συνήθως δε η εργασία αύτη -γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν διά της -υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ -προς Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας -διατηρούνται εν διαρκεί υγρά καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών -πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο _Σάνσελλορ_ -αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος -αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των -πολυτελεστάτων ιδιωτικών ημιολιών [34] δεν υποβάλλεται εις -τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το -πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία, -αλλ' όμως «δεν παραπονείται». - -Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των -θαλάμων και της κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε -και η θάλασσα εταράσσετο υπό σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω -ανοικτήν την παραφωτίδα [35] του θαλάμου μου κειμένην επί του -δεξιού τοίχου του πλοίου. - -Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς! - -Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς -ανεξήγητον, δεν εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της -εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία είνε δροσερά μάλλον, διότι ο -ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν ηπατήθην, -ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω. - -Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του -καταστρώματος και αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ, -παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει διά των οπών -των δύο τοίχων του πλοίου. - -Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις -αφρίζει κυμαινομένη. Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να -τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά μου και τα περιπόδια, -και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι. - -Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του _Σάνσελλορ_, -επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι -να συγκρατήσω κραυγήν εκπλήξεως. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και -αποκρινόμενος εις ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να -διατυπώσω, μοι λέγει: - -«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!» - - - -Θ' - - - - — _19 Οκτωβρίου_. — Τα πάντα, εξηγούνται, τα διαβούλια των -ναυτών, το τεταραγμένον αυτών ήθος, οι λόγοι του Όουεν, το -κατάβρεγμα του καταστρώματος όπερ θέλουσι να διατηρήσωσιν εν -διαρκεί υγρασία, και τέλος η θερμότης αύτη, ήτις διαχέεται νυν -εν τη αιθούση και καθίσταται σχεδόν αφόρητος. Οι επιβάται -ενοχλούνται υπ' αυτής ως και εγώ, αλλ' ουδέν δύνανται να -νοήσωσιν εκ της ακανονίστου ταύτης θερμοκρασίας. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις μετά την σπουδαίαν ανακοίνωσίν του εσίγησεν, -αναμένων ερωτήσεις μου. Αλλ' ομολογώ ότι κατ' αρχάς φρικίασις -με κατέλαβεν όλον. Ενώπιόν μου είχον το φοβερώτατον των -ενδεχομένων να συμβώσιν εν διάπλω, ουδείς δε ανήρ, όσον και αν -είνε κύριος εαυτού, θακούση άνευ φρίκης τας απαισίας ταύτας -λέξεις: «Πυρκαϊά εν τω πλοίω.» - -Εν τούτοις αναλαμβάνω την αταραξίαν μου πάραυτα σχεδόν, και -πρώτη μου ερώτησις είνε ήδε: - -«Και από πότε η πυρκαϊά; . . . - - — Από έξ ημερών! - - — Από έξ ημερών! ανεφώνησα. Ώστε και την νύκτα; - - — Μάλιστα, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, την νύκτα, καθ' ήν η -ταραχή έγινε μεγάλη επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Οι -ναύται της τετραωρίας είχον παρατηρήση ελαφρόν καπνόν -εξερχόμενον εκ των σχισμάδων του μεγάλου καθέκτου. Ο πλοίαρχος -και εγώ ελάβομεν είδησιν παρευθύς. Ουδεμία αμφιβολία δυνατή! Τα -εμπορεύματα ήναψαν εντός του κύτους του πλοίου, και ουδείς -πλέον τρόπος ήτο να φθάσωμεν εις την εστίαν της πυρκαϊάς. -Εξετελέσαμεν δε το μόνον όπερ ηδύνατο να γίνη εν τοιαύτη -περιστάσει, τούτ' έστι κατεκλείσαμεν τους καθέκτας, -εμποδίσαντες την είσοδον του αέρος εις τα ένδον του πλοίου. -Ήλπιζον δε ότι ηθέλομεν κατορθώση ούτω να καταπνίξωμεν την -έναρξιν τοιαύτης πυρκαϊάς, και όντως τας πρώτας ημέρας ενόμισα -ότι την κατεστείλαμεν! Αλλ' από τριών ημερών εβεβαιώθη δυστυχώς -ότι το πυρ εκ νέου προώδευεν. Η θερμότης η αναπτυχθείσα υπό -τους πόδας μας αυξάνει ακαταπαύστως, και άνευ των προφυλακτικών -μέσων τα όποια έλαβον, του να διατηρήται το κατάστρωμα υγρό -ημέρας και νυκτός, το πυρ θα ήτο ήδη ακατάσχετον. — Προτιμώ -τέλος πάντων, να τα ειξεύρετε όλα υμείς, κύριε Κάζαλλον, -προσέθηκεν ο Ροβέρτος Κόρτις, και ιδού ο λόγος δι' όν σας τα -λέγω.» - -Ήκουσα εν σιγή την διήγησιν του δευτέρου πλοιάρχου. Κατανοώ -όλην την βαρύτητα της καταστάσεως ενώπιον πυρκαϊάς, ής η -έντασις αυξάνει οσημέραι [36], και ίσως ουδεμία δύναμις -ανθρωπίνη δύναται να την εξαλείψη. - -«Ειξεύρετε πόθεν προήλθεν η πυρκαϊά; ηρώτησα τον Ροβέρτον -Κόρτις. - - — Πιθανώτατα, μοι αποκρίνεται, προέρχεται εξ αυτομάτου -αναφλέξεως του βάμβακος. - - — Και συμβαίνει τούτο συχνάκις; - - — Συχνάκις, όχι· αλλ' ενίοτε, διότι όταν ο βάμβαξ δεν είνε -εντελώς στεγνός την ώραν της φορτώσεως, η ανάφλεξις δύναται να -γίνη αυτομάτως, όπως ευρίσκεται εντός υγρού κύτους, όπερ είνε -δύσκολον να αερίζεται. Άρα, κατ' εμέ τουλάχιστον, είνε βέβαιον -ότι η πυρκαϊά δεν έχει άλλην αιτίαν. - - — Και έπειτα τι σημαίνει η αιτία; απεκρίθην. Είνε δυνατόν να -γίνη τίποτε, κύριε Κόρτις; - - — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας -είπον και σας επαναλαμβάνω ότι ελάβομεν τας εν τοιαύτη -περιστάσει απαιτουμένας προφυλάξεις. Εσκέφθην να θαλασσώσω το -πλοίον μέχρι της ισάλου στάθμης διά να εισέλθη ύδωρ αρκετόν, το -οποίον έπειτα αι αντλίαι ήθελον αντλήση· αλλ' ενομίσαμεν ότι -ανεκαλύψαμεν ότι η πυρκαϊά διεδόθη μεταξύ των μεσολαβούντων -στρωμάτων του φορτίου, και διά να το φθάσωμεν, θα έπρεπε να -κατακλύσωμεν εντελώς το κύτος. Εν τούτοις παρήγγειλα να -διατρυπήσωσι το κατάστρωμα εις διάφορα μέρη, και την νύκτα -χύνουσιν ύδωρ διά των ανοιγμάτων τούτων, αλλά τούτο είνε -ανεπαρκές. Όχι, έν μόνον πράγμα υπολείπεται να πράξωμεν, — όπερ -πράττουσιν εν παρομοία περιστάσει, να ενεργήσωμεν διά του -πνιγμού, κλείοντες πάσαν είσοδον εις τον εξωτερικόν αέρα, και -αναγκάζοντες την πυρκαϊάν, ελλείψει οξυγόνου, να σβεσθή αφ' -εαυτής. - - — Και η πυρκαϊά εξακολουθεί αυξανομένη; - - — Μάλιστα! απόδειξις ότι ο αήρ εισδύει εις το κύτος διά τινος -σχισμάδος, ήν επανειλημμένως αναζητήσαντες, δεν κατωρθώσαμεν να -ανακαλύψωμεν. - - — Αναφέρονται παραδείγματα πλοίων, τα οποία ηδυνήθησαν να -ανθέξωσιν εν τοιαύτη περιστάσει ευρεθέντα, κύριε Κόρτις; - - — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, και δεν είνε σπάνιον, πλοία -έχοντα φορτίον βάμβακα, να καταπλεύσωσιν εις Λιβερπούλην ή εις -Άβρην μετά μέρους του φορτίου των απηνθρακωμένου. Αλλ' όμως εν -τη περιπτώσει ταύτη η πυρκαϊά είχε κατορθωθή να σβεσθή, ή -τουλάχιστον να περιορισθή κατά τον διάπλουν. Εγνώρισα πολλούς -πλοιάρχους καταπλεύσαντας εις τον λιμένα μετά καταστρώματος -καίοντος υπό τους πόδας των. Η εκφόρτωσις εξετελείτο τότε όσον -τάχιστα, και το αβλαβές μέρος των εμπορευμάτων εσώζετο μετά του -πλοίου. Αλλ' ως προς ημάς το πράγμα διαφέρει, και αισθάνομαι -καλώς ότι το πυρ αντί να ανασταλή, τουναντίον οσημέραι -προοδεύει. Αναγκαίως θα υπάρχει που οπή ήτις διέφυγε τας -ερεύνας μας, και δι' αυτής ο έξωθεν αήρ συντηρεί την πυρκαϊάν. - - — Και δεν είνε τρόπος να επανέλθωμεν οπίσω όθεν εξεκινήσαμεν, -και να προσεγγίσωμεν εις την πλησιεστάτην ξηράν; - - — Ίσως, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, και το ζήτημα τούτο θα -συζητήσωμεν σήμερον μετά του πλοιάρχου. Αλλά, κύριε Κάζαλλον, -εις υμάς το λέγω μόνον, εγώ ήδη ανέλαβον επ' ευθύνει μου να -μεταβάλω την διεύθυνσιν την οποίαν έχομεν μέχρι τούδε, και -πλέομεν, έχοντες ούριον τον άνεμον, προς τον Σκίρωνα (ΝΔ), ό -έστι προς την ακτήν. - - — Οι επιβάται δεν ειξεύρουσι καθόλου τον κίνδυνον όστις τους -απειλεί; - - — Τίποτε, και σας παρακαλώ να φυλάξετε μυστικήν την -ανακοίνωσίν μου. Δεν πρέπει ο τρόμος των γυναικών και των -μικροψύχων ανδρών να αυξήση έτι μάλλον την αμηχανίαν μας. Και -το πλήρωμα έλαβε την παραγγελίαν να μη είπη τίποτε.» - -Κατανοώ τους σπουδαίους λόγους τους αναγκάζοντας τον δεύτερον -πλοίαρνον να λαλή ούτω πως, και τω υπισχνούμαι άκραν εχεμυθίαν. - - - -Ι' - - - - — _20 και 21 Οκτωβρίου_. — Επί τοις όροις τούτοις ο -_Σάνσελλορ_ εξακολουθεί τον πλουν, έχων ανεπτυγμένα όσα ιστία -δύναται να φέρη η εξαρτία του. Ενίοτε τα επιστήλια κάμπτονται -ούτως, ώστε επίκειται η θραύσις των, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις -γρηγορεί. Διαμένων παρά το οιακοστρόφιον [37], δεν θέλει να -καταλίπη τον οίακα [38] εις μόνον τον πηδαλιούχον. Διά μικρών -δε παροιακισμών, επιδεξίως γινομένων, υποχωρεί προς την πνοήν -του ανέμου, ότε η ασφάλεια του πλοίου θα ηδύνατο να κινδυνεύση, -και, κατά το δυνατόν, ουδ' ελάχιστον μέρος της ταχύτητος του -_Σάνσελλορ_ απόλλυται υπό την κυβερνώσαν αυτόν χείρα. - -Την ημέραν ταύτην της 20 Οκτωβρίου οι επιβάται ανέβησαν πάντες -εις το επίστεγον. Θα παρετήρησαν πιθανώς την ανώμαλον ύψωσιν -της ατμοσφαίρας εν τη μεγάλη αιθούση, αλλ' όμως, αδυνατούντες -να υποπτεύσωσι την αλήθειαν, ουδόλως ταράσσονται. Άλλως τε οι -πόδες των, αρμοδίως υποδεδεμένοι, δεν ησθάνθησαν την θερμότητα -την διαπερώσαν τας σανίδας του καταστρώματος, καίπερ -αδιαλείπτως σχεδόν καταβρεχομένας. Ο χειρισμός ούτος των -αντλιών ηδύνατο τουλάχιστον να προκαλέση την έκπληξιν αυτών -αλλ' ουδέν τοιούτον εγένετο, και οι πλείστοι εξηπλωμένοι επί -των θρανίων όλως αμέριμνοι ελικνίζοντο υπό του διατοιχισμού -[39] του πλοίου. - -Μόνος ο κ. Λετουρνέρ φαίνεται εκπληττόμενος και παρατηρών ότι -το πλήρωμα επιδίδεται εις υπερβολικήν καθαριότητα ολίγον συνήθη -εις τα εμπορικά πλοία. Μοι λέγει δε λέξεις τινάς περί τούτου, -και εγώ αποκρίνομαι μετ' αδιαφορίας. Και όμως ο Γάλλος ούτος -είνε ανήρ δραστήριος, και ηδυνάμην τα πάντα να τω είπω, αλλά -σιγώ, υποσχεθείς εις τον Ροβέρτον Κόρτις ότι θα σιγήσω. - -Έπειτα δε, καθήμενος και αναλογιζόμενος τα επακολουθήματα της -ενδεχομένης καταστροφής, αισθάνομαι την καρδίαν μου θλιβομένην. -Είμεθα εικοσιοκτώ ψυχαί εν τω πλοίω, εικοσιοκτώ θύματα ίσως, -εις ά η φλοξ μετ' ου πολύ ουδέ μίαν σανίδα θα αφήση άθικτον! - -Σήμερον εγένετο η σύσκεψις του πλοιάρχου, του δευτέρου, του -υποπλοιάρχου και του αρχιναύτου, εξ ής κρέμαται η σωτηρία του -_Σάνσελλορ_, των επιβατών και του πληρώματος. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις μοι ανεκοίνωσε τα εν αυτή αποφασισθέντα. Ο -πλοίαρχος Χόντλυ απώλεσεν όλον το ψυχικόν αυτού σθένος, — όπερ -ευκόλως ηδύνατό τις να προΐδη· ούτε αταραξίαν πλέον έχει, ούτε -δραστηριότητα, και καταλείπει σιωπηλώς την κυβέρνησιν του -πλοίου τω Ροβέρτω Κόρτις. Αι πρόοδοι της πυρκαϊάς εν τοις ένδον -του πλοίου είνε νυν αδιαφιλονίκητοι, και ήδη εν τη θέσει του -πληρώματος, κειμένη εν τη πρώρα, είνε δύσκολος η διαμονή. -Πρόδηλον ότι το πυρ δεν δύναται να καταδαμασθή, και ότι ευθύς ή -ύστερον θα εκραγή μετά σφοδρότητος. - -Εν δε τη περιστάσει ταύτη τι ποιητέον; μία και μόνη απόφασις -είνε δυνατή, ο κατάπλους εις την εγγυτάτην γην. Η γη δε αύτη, -παρατηρήσεως γενομένης, είνε η των Μικρών Αντιλλών, και -δυνάμεθα να ελπίζωμεν ότι θα τας φθάσωμεν ταχέως διά του -επικρατούντος τούτου ανέμου, του Μέσου (ΒΑ). - -Της γνώμης ταύτης αποδεκτής γενομένης, ο δεύτερος ουδέν άλλο -υπελείπετο να πράξη, ή να διατηρήση την από εικοσιτέσσαρων ωρών -διεύθυνσιν του πλοίου. Οι δε επιβάται, ουδέν σημείον -διαγνωστικόν έχοντες επί του απείρου τούτου ωκεανού, και ολίγον -εξωκειωμένοι προς τας ενδείξεις της πυξίδος, δεν ηδυνήθησαν να -αναγνωρίσωσι την μεταβολήν της διευθύνσεως του _Σάνσελλορ_, -όστις, έχων υψωμένους τους τε σιπάρους [40] και τα παρίστια -[41], σπεύδει προς τας ακτάς των Αντιλλών, ών έτι απέχει πλέον -ή εξακόσια μίλια. - -Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις, προς τον κ. Λετουρνέρ -επερωτήσαντα περί της μεταβολής της διευθύνσεως του πλου, -αποκρίνεται ότι, επειδή δεν δύναται να παλαίση κατά του ανέμου, -θα ζητήση προς Ζέφυρον (Δ) ρεύματα ευνοϊκώτερα. - -Αύτη δε ήτο η μόνη παρατήρησις, ήν προεκάλεσεν η μεταρρύθμισις -η επενεχθείσα εις την διεύθυνσιν του _Σάνσελλορ_. - -Την επιούσαν, 21 Οκτωβρίου, η κατάστασις είνε η αυτή. Κατά τους -επιβάτας ο διάπλους τελείται ως συνήθως, όθεν κατ' ουδέν -μετέβαλον το πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου των. - -Άλλως τε αι πρόοδοι της πυρκαϊάς δεν εκδηλούνται εις τα έξω, -σημείον καλόν. Τα δε ανοίγματα εφράχθησαν τόσον στεγανώς, ώστε -ουδείς καπνός προδίδει την εσωτερικήν καύσιν. Ίσως θα γίνη -δυνατόν να συγκεντρώσωσι το πυρ εν τω κύτει, και ίσως τέλος, -δι' έλλειψιν αέρος θα σβεσθή ή θα εξακολουθή εμφωλεύον, και δεν -θα διαδοθή καθ' όλον το φορτίον. Τούτο ελπίζει και ο Ροβέρτος -Κόρτις, και προς πλείονα προφύλαξιν εκέλευσε μάλιστα να -φράξωσιν επιμελώς το στόμιον των αντλιών, ών ο σωλήν, -παρατεινόμενος μέχρι του πυθμένος του κύτους, ηδύνατο να -παράσχη δίοδον εις λεπτά τινα μόρια αέρος. - -Είθε να επέλθη ημίν ουρανόθεν βοήθεια, διότι, αληθώς, ουδέν -δυνάμεθα ημείς αυτοί! - -Η ημέρα αύτη θα διήρχετο άνευ τινός συμβάντος, αν μη τυχαίως -ήκουον λέξεις τινάς συνδιαλέξεως, εξ ών προκύπτει ότι η -κατάστασις ημών, η τοσούτον ήδη σοβαρά, μέλλει να δεινωθή. - -Περί τούτου θα κρίνωσιν οι αναγνώσται. - -Εκαθήμην εν τω επιστέγω, δύο δε των επιβατών συνδιελέγοντο -ταπεινή τη φωνή, ουδόλως υποπτεύοντες ότι λέξεις τινές αυτών -ηδύναντο να έλθωσιν εις τα ώτα μου. Ήσαν δε ούτοι ο μηχανικός -Φάλστεν και ο μεγαλέμπορος Ρόμπυ, συχνά πυκνά συνδιαλεγόμενοι -κατ' ιδίαν. - -Εν πρώτοις επισπώσι την προσοχήν μου έν ή δύο νεύματα -εκφραστικά του μηχανικού, όστις φαίνεται ελέγχων σφόδρα τον -μεθ' ού συνδιαλέγεται. - -Δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη παραβάλω το ους, και ακούω τους -λόγους τούτους. - -» Αλλ' όμως είνε άτοπον! επαναλαμβάνει ο Φάλστεν! Δεν υπάρχει -μεγαλητέρα απερισκεψία! - - — Πα! αποκρίνεται ο Ρόμπυ αμέριμνος, δεν θα συμβή τίποτε! - - — Τουναντίον μάλιστα, δυνατόν να συμβώσι δεινά δυστυχήματα! -επαναλαμβάνει ο μηχανικός. - - — Αι, καλά! άπαντα ο έμπορος, δεν είνε δα και η πρώτη φορά -όπου το κάμνω. - - — Αλλ' όμως μικρά σύγκρουσις δυνατόν να προκαλέση έκρηξιν. - - — Το έχω στερεά περιτυλιγμένον το δοχείον, κύριε Φάλστεν, και -επαναλαμβάνω ότι δεν είνε φόβος καθόλου. - - — Και διατί δεν το είπες εις τον πλοίαρχον; - - — Αι! διότι δεν θα ήθελε να το παραλάβη.» - -Του ανέμου επ' ολίγον κοπάσαντος, δεν ακούω πλέον τίποτε· αλλ' -όμως είνε φανερόν ότι ο μεν μηχανικός εξακολουθεί επιμένων, ο -δε Ρόμπυ απλώς ανυψοί τους ώμους. - -Και όντως μετ' ου πολύ νέοι λόγοι έρχονται μέχρι εμού. - -«Ναι! ναι! λέγει ο Φάλστεν, πρέπει να γίνη γνωστόν εις τον -πλοίαρχον! πρέπει να ρίψωμεν το δοχείον εις την θάλασσαν! Δεν -έχω όρεξιν να ανατιναχθώ εις τον αέρα!» - -Να ανατιναχθώ εις τον αέρα! Ανατινάσσομαι ακούσας τας λέξεις -ταύτας! Τι άρα γε νοεί ο μηχανικός; Τι υπαινίσσεται; Και όμως -δεν γινώσκει την κατάστασιν του _Σάνσελλορ_, και αγνοεί ότι -πυρκαϊά νέμεται το φορτίον! - -Αλλά λέξις τις — λέξις «φοβερά» ως έχουσι τα παρόντα πράγματα — -μοι φέρει σφοδρόν τιναγμόν. - -Και η λέξις αύτη ή μάλλον αι λέξεις αύται «πικρικόν κάλι» -επαναλαμβάνονται πολλάκις. - -Εν ριπή οφθαλμού είμαι πλησίον των δύο επιβατών και ακουσίως, -μετά δυνάμεως ανανταγωνίστου, αρπάζω τον Ρόμπυ από του -περιλαιμίου. - -«Υπάρχει πικρικόν εντός του πλοίου; - - — Ναι! αποκρίνεται ο Φάλστεν, έν δοχείον περιέχον τριάκοντα -λίτρας. - - — Και πού; - - — Εις το κύτος, μαζί με τα εμπορεύματα!» - - - -ΙΑ' - - - - — _Συνέχεια της 21 Οκτωβρίου._ — Ακούω την απόκρισιν του -Φάλστεν και δεν δύναμαι να διηγηθώ τι συμβαίνει εν εμαυτώ! το -συναίσθημά μου δεν είνε κατάπληξις, αλλά μάλλον ώσπερ τις -υποταγή εις το θέλημα του Θεού! Μοι φαίνεται δε ότι το -απρόοπτον τούτο συμπληροί την κατάστασιν ημών, και μάλιστα ότι -δυνατόν να είνε και η καταστροφή αυτής! Όθεν μετά πάσης -αταραξίας πορεύομαι εις συνάντησιν του Ροβέρτου Κόρτις επί του -πρωραίου καταστρώματος. - -Μαθών ότι δοχείον περικλείον τριάκοντα λίτρας πικρικού, — τούτ' -έστιν όσον αρκεί να ανατινάξη όρος, — κείται εν τω πλοίω, εν τω -πυθμένι του κύτους, εν αυτή τη εστία της πυρκαϊάς, και ότι ο -_Σάνσελλορ_ δυνατόν να εκραγή όσον ούπω, ο Ροβέρτος Κόρτις δεν -συνοφρυούται, μόλις δε το μέτωπόν του ρυτιδούται και των -οφθαλμών του η κόρη διαστέλλεται. - -«Έχει καλώς! μοι αποκρίνεται. Μηδέ γρυ περί τούτου. Και πού -είνε ο Ρόμπυ; - - — Εις το επίστεγον. - - — Ελάτε μαζί μου, κύριε Κάζαλλον.» - -Μεταβαίνομεν ομού εις το επίστεγον, ένθα συζητούσιν έτι ο -μηχανικός και ο έμπορος. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται προς αυτούς και ερωτά τον Ρόμπυ: - -«Το εκάμετε σεις αυτό; - - — Αι, μάλιστα! το έκαμα!» αποκρίνεται ησύχως ο Ρόμπυ, νομίζων -εαυτόν ένοχον το πολύ πολύ δόλου και απάτης. - -Μοι φαίνεται μίαν στιγμήν, ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα -κατασυντρίψη τον άθλιον επιβάτην, όστις δεν δύναται να -κατανοήση το σπουδαίον της ασυνεσίας του! Αλλά κατορθοί να -συγκρατήση εαυτόν, και τον βλέπω σφίγγοντα τας χείρας οπίσω των -νώτων, ίνα μη τω επέλθη ο πειρασμός να αρπάση τον Ρόμπυ από του -λαιμού. - -Έπειτα δε μετά φωνής ησύχου ερωτά τον Ρόμπυ. Ούτος δε βεβαιοί -τα γεγονότα, ών ανωτέρω εμνημόνευσα. Μεταξύ των δεμάτων των -παρεμπορευμάτων του υπάρχει δοχείον περικλείον τριάκοντα -περίπου λίτρας της κινδυνώδους ουσίας. Ο επιβάτης ούτος -προσηνέχθη εν τη περιστάσει ταύτη μετά της ασυνεσίας, ήτις, -ομολογητέον, είνε έμφυτος ταις αγγλοσαξωνικαίς φυλαίς, και -εισήγαγε το εκρηκτικόν τούτο μίγμα εις το κύτος του πλοίου ως -Γάλλος τις ήθελε εισαγάγη απλήν φιάλην οίνου. Δεν εδήλωσε δε το -είδος του περιεχομένου, διότι εγίνωσκε κάλλιστα ότι ο πλοίαρχος -ήθελεν αποποιηθή να το παραλάβη. - -«Και τέλος πάντων, προσθέτει υψών τους ώμους, δεν είνε δα και -πράξις αξία αγχόνης. Και αν το δοχείον μου σας ενοχλή τόσον -πολύ, δύνασθε κάλλιστα να το ρίψετε εις την θάλασσαν. Διότι τα -εμπορεύματά μου τα έχω ησφαλισμένα!» - -Την απόκρισιν ταύτην ακούσας, δεν δύναμαι να κρατηθώ, διότι δεν -έχω την αταραξίαν του Ροβέρτου Κόρτις. Παραφερόμενος υπό της -οργής, εφορμώ κατά του Ρόμπυ, πριν δυνηθή ο δεύτερος να με -αναχαιτίση, και αναφωνώ: - -«Άθλιε! Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι είνε πυρκαϊά εντός του -πλοίου;» - -Άμα εκστομίσας τας λέξεις ταύτας, ευθύς μετενόησα, αλλ' είνε -πλέον πολύ αργά! Απερίγραπτον αποτέλεσμα παράγουσιν επί του -Ρόμπυ. Ο τάλας καταλαμβάνεται υπό φόβου νευρικού. Το σώμα έχων -παράλυτον υπό τετανικής ακαμψίας, φρίσσουσαν την κόμην, το όμμα -υπερμέτρως ανοικτόν, την αναπνοήν πνευστιώσαν ως ασθματικού, -δεν δύναται να λαλήση, και ο φόβος αυτού ανήλθεν εις το -έπακρον. Αίφνης οι βραχίονες αυτού κινούνται, παρατηρεί το -κατάστρωμα τούτο του _Σάνσελλορ_, όπερ από στιγμής εις στιγμήν -δυνατόν να ανατιναχθή εις τον αέρα. Εφορμά κάτω του επιστέγου, -ανεγείρεται, διατρέχει το πλοίον, χειρονομών ως παράφρων. -Έπειτα αναλαμβάνει τον λόγον, και από του στόματός του -εξέρχονται αι απαίσιαι αύται λέξεις: - -«Πυρκαϊά! πυρκαϊά!» - -Το πλήρωμα, ακούσαν την κραυγήν ταύτην, σπεύδει επί του -καταστρώματος, διότι ενόμισεν αναμφιβόλως ότι η πυρκαϊά -εξώρμησεν εκ των ένδον, και ότι επήλθεν η ώρα να φύγωσι διά των -εφολκίων [42]. Επέρχονται και οι επιβάται, ο μίστερ Κηρ, η -σύμβιός του μίσιζ Κηρ, η μις Χέρμπυ και οι δύο Λετουρνέρ. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να επιβάλη σιγήν εις τον Ρόμπυ, αλλ' -αυτός δεν έχει πλέον σώας τας φρένας. - -Την στιγμήν ταύτην η αταξία είνε εσχάτη. Η μίσιζ Κηρ κατέπεσεν -επί του καταστρώματος αναίσθητος, ο δε σύμβιος ουδόλως -φροντίζει περί αυτής, καταλείπων την μις Χέρμπυ να την -περιποιηθή. - -Οι δε ναύται έχουσιν ήδη ενάψη τα σύσπαστα [43] της ακάτου, ίνα -την καταβιβάσωσιν εις την θάλασσαν. - -Κατά τον χρόνον δε τούτον γνωστοποιώ τοις κκ. Λετουρνέρ ό τι -αγνοούσι, τούτ' έστιν ότι το φορτίον πυρπολείται, ο δε νους του -πατρός παρευθύς φέρεται προς τον Ανδρέαν, όν περιβάλλει διά των -βραχιόνων του· αλλ' ο νέος διατελεί ατάραχος και απαθής, και -θαρρύνει τον πατέρα του, επαναλαμβάνων ότι ο κίνδυνος δεν είνε -άμεσος. - -Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις βοηθούμενος υπό του υποπλοιάρχου, -κατώρθωσε να αναχαιτίση τους άνδρας, βεβαιών αυτούς ότι η -πυρκαϊά δεν εποίησε νέας προόδους, ο δ' επιβάτης Ρόμπυ δεν έχει -συνείδησιν ούτε του τι πράττει, ούτε του τι λέγει, ότι δεν -πρέπει να σπεύδωσι και ότι, όταν έλθη ο καιρός, θα καταλίπωσι -πάντες το πλοίον . . . - -Οι πλείστοι των ναυτών ίστανται ακούοντες την φωνήν του -δευτέρου, όν αγαπώσι και σέβονται. Ούτος επιτυγχάνει παρ' αυτών -ό τι ο πλοίαρχος Χόντλυ δεν ήθελε δυνηθή να κατορθώση, η δε -άκατος διαμένει επί των υποστατών. - -Ευτυχώς πάνυ [44] ο Ρόμπυ ουδέν είπε περί του πικρικού εκείνου, -του εγκεκλεισμένου εν τω κύτει του πλοίου. Εάν το πλήρωμα -εγίνωσκε την αλήθειαν, εάν εμάνθανεν ότι το πλοίον είνε αύτο δη -τούτο ηφαίστειον έτοιμον να διαρραγή υπό τους πόδας του, το -πλήρωμα, λέγω, ήθελεν απολέση παν ηθικόν σθένος, δεν θα ήτο -δυνατόν να το κρατήσωσι και θα έφευγεν εξ άπαντος. - -Ο δεύτερος ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ, οι τρεις μόνοι -γινώσκωμεν τίνι φοβερώ τρόπω ήτο περιπεπλεγμένη η πυρκαϊά του -πλοίου, και επάναγκες είνε ημείς μόνοι να το γινώσκωμεν. - -Της τάξεως αποκαταστάσης, ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ ερχόμεθα -εις το επίστεγον προς συνάντησιν του Φάλστεν, όν ευρίσκομεν -εσταυρωμένας έχοντα τας χείρας και σκεπτόμενον ίσως περί τινος -προβλήματος της μηχανικής εν τω γενικώ εκείνω φόβω και τρόμω. -Συνιστώμεν δε αυτώ να μη είπη τίποτε περί της νέας ταύτης -περιπλοκής, της οφειλομένης εις την απερισκεψίαν του Ρόμπυ. - -Και ο μεν Φάλστεν υπισχνείται να τηρήση το απόρρητον. Προς δε -τον πλοίαρχον Χόντλυ, όστις αγνοεί έτι την εσχάτην σοβαρότητα -της καταστάσεως, αναλαμβάνει ο Ροβέρτος Κόρτις να την καταστήση -γνωστήν. - -Αλλά προ τούτου πρέπει να ληφθή πρόνοια περί του Ρόμπυ, διότι ο -τάλας διατελεί εν παντελεί παραφροσύνη. Δεν έχει πλέον -συναίσθησιν των πράξεών του, και τρέχει ανά το κατάστρωμα -κραυγάζων αδιαλείπτως: Πυρκαϊά! πυρκαϊά!» - -Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τους ναύτας να συλλάβωσι τον -επιβάτην, όν κατορθούσι να φιμώσωσι και προσδέσωσι στερεώς. -Έπειτα μεταφέρεται εις τον θάλαμόν του, ένθα του λοιπού θα -φυλάσσεται φυλακή αδέσμω. - -Η φοβερά λέξις δεν εξέφυγε του στόματός του! - - - -ΙΒ' - - - - — _22 και 23 Οκτωβρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις εγνωστοποίησε τα -πάντα τω πλοιάρχω Χόντλυ. Ο δε πλοίαρχος Χόντλυ, δικαιώματι, αν -μη πράγματι, είνε προϊστάμενός του και δεν ηδύνατο να τον -αποκρύψη την κατάστασιν των πραγμάτων. - -Γρυ δεν απήντησεν ο πλοίαρχος εις την ανακοίνωσιν ταύτην και -αφ' ού έφερε την χείρα επί του μετώπου, ως τις θέλων να -αποσοβήση σκέψιν τινά οχληράν, εισήλθεν ησύχως εις τον θάλαμόν -του ουδέν παραγγείλας. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ -συσκεπτόμεθα, και εκπλήσσομαι επί τη απαθεία ήν έκαστος ημών -έχει εν τη περιστάσει ταύτη. Πάσαι αι πιθανότητες της σωτηρίας -συνεζητήθησαν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις συνοψίζει την κατάστασιν -των πραγμάτων ωδέ πως. - -«Η πυρκαϊά δεν δύναται να ανασταλή, και ήδη η θερμοκρασία κατά -την πρώραν κατέστη αφόρητος. Θα επέλθη λοιπόν στιγμή, μετ' ου -πολύ ίσως, καθ' ήν η έντασις του πυρός θα είνε τοιαύτη, ώστε αι -φλόγες θα εξέλθωσι διά του καταστρώματος. Εάν δε προ της νέας -ταύτης όψεως της καταστροφής η κατάστασις της θαλάσσης επιτρέπη -να χρησιμοποιήσωμεν τα εφόλκιά μας, θα αφήσωμεν το πλοίον και -θα φύγωμεν. Αλλ' εάν όμως τουναντίον δεν είνε δυνατόν να -αφήσωμεν τον _Σάνσελλορ_, θα αγωνισθώμεν κατά του πυρός μέχρι -εσχάτων. Τις οίδεν εάν δεν το καταβάλωμεν όταν θα προβάλη έξω! -Ίσως θα κατανικήσωμεν ευκολώτερον τον φανερόν εχθρόν ή τον -κρυπτόμενον. - - — Τούτο φρονώ, αποκρίνεται ησύχως ο μηχανικός. - - — Και εγώ, είπον εγώ. Αλλά, κύριε Κόρτις, δεν υπολογίζετε και -την περίπτωσιν ταύτην, ότι τριάκοντα λίτραι εκρηκτικής ουσίας -εγκλείονται εν τω πυθμένι του κύτους; - - — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, διότι -είνε απλή τις λεπτομέρεια, και διά τούτο ουδόλως την υπολογίζω! -Και διατί τάχα να κάθημαι και να μεριμνώ περί τούτου; Δύναμαι -να αναζητήσω την ουσίαν ταύτην εντός φορτίου πυρπολουμένου και -εντός κύτους, όπου οφείλομεν να μη επιτρέψωμεν την είσοδον του -αέρος; Όχι! Λοιπόν ουδέ καν το συλλογίζομαι! Πριν τελειώση η -φράσις την οποίαν προφέρω, δύναται το πικρικόν τούτο να επιφέρη -το αποτέλεσμά του; Ναι. Λοιπόν το πυρ ή θα το φθάση ή δεν θα το -φθάση. Κατ' ακολουθίαν, την περίπτωσιν περί ής λέγετε εγώ την -θεωρώ ως μη υπάρχουσαν. Εις τον Θεόν και ουχί εις εμέ, -εναπόκειται πλέον η απαλλαγή ημών από της εσχάτης ταύτης -καταστροφής! - -Ο Ροβέρτος Κόρτις απήγγειλε τους λόγους τούτους σοβαρώς, ημείς -δε κλίνομεν την κεφαλήν άναυδοι. Αφ' ού, τοιαύτης ούσης της -θαλάσσης, η άμεσος φυγή είνε αδύνατος, οφείλομεν να -λησμονήσωμεν την περίπτωσιν ταύτην. - -«Η έκρηξις δεν είνε αναγκαία, θα έλεγε λεπτολόγος τις, αλλά -μόνον ενδεχομένη.» - -Την παρατήρησιν ταύτην εποίησεν ο μηχανικός μετά απαραμίλλου -απαθείας. - -«Μίαν ερώτησιν, κύριε Φάλστεν, εις την οποίαν παρακαλώ να μ' -απαντήσετε, είπον εγώ προς αυτόν. Δύναται να αναφλεχθή το -πικρικόν κάλι αν δεν προηγηθή σύγκρουσις; - - — Βεβαίως, αποκρίνεται ο μηχανικός. Υπό τας συνήθεις -περιστάσεις το πικρικόν κάλι δεν είνε μεν περισσότερον -εύφλεκτον της κοινής πυρίτιδος, αλλ' όμως είνε όσον και εκείνη. -Άρα ...» - -Ο Φάλστεν είπεν «Άρα». Δεν ηθέλετε νομίση ότι λέγει απόδειξίν -τινα διδάσκων χημείαν; - -Έπειτα αναβαίνομεν πάλιν εις το κατάστρωμα. Εν ώ δε εξηρχόμεθα -της αιθούσης, ο Ροβέρτος Κόρτις λαβών με από της χειρός, μοι -είπεν ουδόλως επιχειρών να κρύψη την συγκίνησίν του: - -«Κύριε Κάζαλλον, τον _Σάνσελλορ_, τον οποίον τόσον αγαπώ, να -τον βλέπω βοράν του πυρός και να μη δύναμαι τίποτε, τίποτε! . . - - — Κύριε Κόρτις, η συγκίνησίς σας . . . - - — Κύριε, λέγει εκείνος, δεν δύναμαι να την καταδαμάσω. Υμείς -μόνος θα έχετε παρατηρήση τι υποφέρω. — Αλλά τετέλεσται, -προσέθηκε προσπαθών βιαίως να καταστείλη εαυτόν. - - — Η κατάστασις λοιπόν είνε απελπιστική; ηρώτησα τότε. - - — Η κατάστασις, ιδού, αποκρίνεται απαθώς ο Ροβέρτος Κόρτις. -Ευρισκόμεθα επί υπονόμου και η άπτρα είνε αναμμένη. Υπολείπεται -να μάθωμεν πόσον είνε το μήκος της άπτρας!» - -Και ταύτα ειπών απέρχεται. - -Όπως δήποτε το τε πλήρωμα και οι λοιποί επιβάται αγνοούσι μέχρι -πόσου έχει δεινωθή η κατάστασις ημών. - -Αφ' ότου έγινε γνωστή η πυρκαϊά, ο μίστερ Κηρ καταγίνεται -συναθροίζων τα πολυτιμότατα των πραγμάτων του και, ως εικός, -ουδόλως έχει τον νουν του εις την γυναίκα του. Αφ' ού δε -ανεκοίνωσεν επισήμως τω δευτέρω πλοιάρχω ότι οφείλει να προβή -εις την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς, και κατέστησεν αυτόν υπεύθυνον -παντός ενδεχομένου, εισήλθε πάλιν εις τον παρά την πρύμναν -θάλαμόν του και ουδέποτε πλέον εξήλθε. - -Η δε μίσιζ Κηρ εκβάλλει στεναγμούς και η τάλαινα γυνή, ει και -γελοία, εμποιεί οίκτον. Η μις Χέρμπυ, εν τοις καιροίς τούτοις, -νομίζει εαυτήν ολιγώτερον παρά ποτε απηλλαγμένην των προς την -κυρίαν αυτής καθηκόντων, και την περιποιείται μετ' άκρας -αφοσιώσεως. Θαυμάζω καθ' υπερβολήν την διαγωγήν της κόρης -ταύτης, ήτις θεωρεί το καθήκον ως πάντων ανώτατον. - -Την επιούσαν, 23 Οκτωβρίου, ο πλοίαρχος Χόντλυ προσκαλεί τον -δεύτερον εις τον θάλαμόν του και γίνεται μεταξύ αυτών ο εξής -διάλογος, όν μοι ανεκοίνωσεν έπειτα ο Ροβέρτος Κόρτις. - -«Κύριε Κόρτις, λέγει ο πλοίαρχος, ού το βλοσυρόν όμμα δηλοί -διατάραξιν των διανοητικών δυνάμεων, είμαι ναυτικός, δεν είν' -αλήθεια; - - — Μάλιστα, κύριε. - - — Λοιπόν, φαντάσθητε ότι δεν ειξεύρω πλέον το επάγγελμά μου, -αγνοώ τι συμβαίνει εν εμοί . . . αλλά λησμονώ . . . δεν ειξεύρω -πλέον . . . Δεν πλέομεν προς Μέσην (ΒΑ), αφ' ότου απεπλεύσαμεν -εκ του Κάρλεστον; - - — Όχι, κύριε, αποκρίνεται ο δεύτερος, πλέομεν προς Εύρον (ΝΑ) -κατά τας οδηγίας σας. - - — Και όμως εφορτώσαμεν διά Λιβερπούλην! - - — Αναμφιβόλως. - - — Και ο; . . . πώς ονομάζεται το πλοίον, κύριε Κόρτις; - - — _Σάνσελλορ_. - - — Α, ναι! ο _Σάνσελλορ_! Και ευρίσκεται τώρα; - - — Προς νότον του Τροπικού. - - — Λοιπόν, κύριε, δεν αναλαμβάνω να τον επαναφέρω προς βορράν! -. . . Όχι! . . . δεν θα δυνηθώ . . . Επιθυμώ να μη εξέλθω πλέον -εκ του θαλάμου μου . . . Η θέα της θαλάσσης με βλάπτει! . . . - - — Κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, ελπίζω ότι διά των -περιποιήσεων . . . - - — Ναι, ναι, βλέπομεν αργότερα. — Εν τοσούτω θα σας δώσω μίαν -διαταγήν, αλλά θα είνε η τελευταία την οποίαν θα λάβετε παρ' -εμού. - - — Σας ακούω, αποκρίνεται ο δεύτερος. - - — Κύριε, επαναλαμβάνει ο πλοίαρχος, από της στιγμής ταύτης δεν -είμαι πλέον τίποτε εν τω πλοίω, και λαμβάνετε υμείς την -κυβέρνησιν του _Σάνσελλορ_. Αι περιστάσεις είνε ισχυρώτεραι -εμού, και αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι να ανθέξω ... Η κεφαλή μου -είνε άνω κάτω! — Πάσχω πολύ, κύριε Κόρτις,» προσθέτει ο Σάιλας -Χόντλυ θλίβων το μέτωπόν του δι' αμφοτέρων των χειρών. - -Ο δεύτερος εξετάζει μετά προσοχής τον τέως κυβερνώντα το πλοίον -και αρκείται μόνον αποκρινόμενος: - -«Έχει καλώς, κύριε.» - -Έπειτα δε ανελθών εις το κατάστρωμα, μοι διηγείται τα -διατρέξαντα. «Μάλιστα, λέγω, ο άνθρωπος ούτος έχει τουλάχιστον -ασθενή τον εγκέφαλον, αν δεν είνε παράφρων, και προτιμότερον -ότι παρητήθη μόνος του. - - — Τον αντικαθιστώ εις περιστάσεις σοβαράς, μοι αποκρίνεται ο -Ροβέρτος Κόρτις· αλλ' αδιάφορον, θα πράξω το καθήκον μου.» - -Ταύτα ειπών ο δεύτερος, καλεί ναύτην τινά και τω λέγει να υπάγη -να εύρη τον αρχιναύτην, όστις πάραυτα έρχεται. - -«Να προσκληθή το πλήρωμα, λέγει προς τον αρχιναύτην, παρά την -πτέρναν του μεγάλου ιστού.» - -Ο αρχιναύτης αποχωρεί και μετά τινας στιγμάς οι άνδρες του -_Σάνσελλορ_ είνε συνηγμένοι εν τω υποδειχθέντι τόπω. - -Ο δε Ροβέρτος Κόρτις προσελθών προς αυτούς λέγει μετά φωνής -γαληνιαίας: - -«Παιδιά, εις την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και διά -λόγους οι οποίοι είνε εις εμέ γνωστοί, ο κύριος Σάιλας Χόντλυ -ενόμισε καθήκον του να παραιτηθή του πλοιαρχικού αξιώματος. -Όθεν από της ημέρας ταύτης εγώ είμαι ο κυβερνήτης.» - -Ούτω πως εξετελέσθη η μεταβολή αύτη, ήτις εξ άπαντος θα αποβή -εις καλόν πάντων. Έχομεν αρχηγόν άνδρα δραστήριον και ασφαλή, -όστις προ ουδενός μέσου θα υποχωρήση, τείνοντος εις την κοινήν -σωτηρίαν. Οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ -συγχαίρομεν παρευθύς τω Ροβέρτω Κόρτις, ο δε υποπλοίαρχος και ο -αρχιναύτης προσθέτουσι τα συγχαρητήριά των εις τα ημέτερα. - -Ο πλους του _Σάνσελλορ_ εξακολουθεί προς Λίβα (ΝΔ), ο δε -Ροβέρτος Κόρτις βιάζων, επιζητεί να προσεγγίση εν τω βραχυτάτω -διαστήματι χρόνου εις την εγγυτάτην των Μικρών Αντιλλών. - - - -ΙΓ' - - - - — _Από της 24 μέχρι 29 Οκτωβρίου_. — Κατά τας πέντε επομένας -ημέρας η θάλασσα είνε αγρία. Ο δε _Σάνσελλορ_, ει και δεν -παλαίει πλέον κατ' αυτής και τρέχει συν τω ανέμω και τω κύματι, -κινείται όμως καθ' υπερβολήν. Κατά τον διάπλουν τούτον, τον επί -πυρπολικού, ουδ' επί στιγμήν έχομεν ησυχίαν. Παρατηρούμεν μετά -πόθου το ύδωρ τούτο όπερ, περιβάλλον το πλοίον, έλκει, -κατακηλεί. - -«Αλλά, είπον προς τον Ροβέρτον Κόρτις, διατί να μη τρυπήσωμεν -το κατάστρωμα; διατί να μη χύσωμεν τόννους ύδατος εις το κύτος; -Και όταν το πλοίον γεμίση, πού έγκειται το κακόν; Της πυρκαϊάς -σβεσθείσης αι αντλίαι θα χύσωσι πάλιν όλον το ύδωρ εις την -θάλασσαν! - - — Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας το -είπον και σας το επαναλαμβάνω, εάν αφήσωμεν τον αέρα να διέλθη, -έστω και όσον δήποτε και ολίγον, το πυρ θα διαδοθή εν ακαρεί -καθ' όλον το πλοίον, αι δε φλόγες θα το περιβάλωσιν από της -τρόπιδος μέχρι του επιμήλου των ιστίων. Είμεθα καταδεδικασμένοι -εις απραξίαν και υπάρχουσι περιστάσεις, καθ' άς οφείλει ο -άνθρωπος να έχη την γενναιότητα του απρακτείν!» - -Μάλιστα! Ο μόνος τρόπος του να καταπολεμηθή η πυρκαϊά είνε να -φραχθή στεγανώς πάσα είσοδος. - -Εν τούτοις αι πρόοδοι του πυρός είνε ακατάπαυστοι και ίσως -ταχύτεραι ή όσον υποθέτομεν. Κατά μικρόν η θερμότης καθίσταται -αρκούντως ισχυρά, ώστε οι επιβάται εδέησε να καταφύγωσιν επί -της γεφύρας οι δε πρυμναίοι θάλαμοι ευρέως φωτιζόμενοι διά των -παραθύρων του άβακος, είνε έτι κατοικήσιμοι. Αλλ' εκ τούτων τον -μεν δεν εγκαταλείπει η μίσιζ Κηρ, τον δ' έτερον διέθεσεν ο -Ροβέρτος Κόρτις τω εμπόρω Ρόμπυ. Πολλάκις μετέβην εις επίσκεψιν -του ταλαιπώρου τούτου, όστις είνε όλως παράφρων, και ανάγκης να -τον κρατώσι δέσμιον, αν μη θέλωσι να θραύση την θύραν του -θαλάμου του. Πράγμα παράδοξον! Διετήρησεν εν τη παραφροσύνη του -αίσθημα φρικαλέου τρόμου, και εκβάλλει φρικώδεις κραυγάς, ως -εάν υπό την επίδρασιν φαινομένου φυσιολογικού, ησθάνετο αληθή -καύματα. - -Και τον τέως πλοίαρχον πολλάκις επισκέπτομαι και ευρίσκω εν -αυτώ άνδρα ηρεμώτατον και λαλούντα λογικώς πλην των -αναφερομένων εις τα ναυτικά. Ως προς τούτο δεν έχει πλέον τον -κοινόν νουν. Προσφέρομαι να τον περιποιηθώ, διότι πάσχει, αλλά -δεν θέλει να δεχθή τας περιποιήσεις μου και δεν εξέρχεται πλέον -εκ του θαλάμου του. - -Σήμερον εισεπήδησεν εις την θέσιν του πληρώματος καπνός δριμύς -και ναυτιώδης διηθούμενος διά των σχισμάδων του φράγματος. Είνε -δε βέβαιον ότι η πυρκαϊά προοδεύει προς το μέρος τούτο, -παραβάλλοντες δε το ους, ακούομεν υπόκωφον βόμβον. Αλλά πόθεν -λοιπόν το πυρ λαμβάνει όλον τούτον τον αέρα όστις το τρέφει; -Ποία τις η ρωγμή η διαφυγούσα τας ερεύνας ημών; Η φρικώδης -καταστροφή δεν θα ηδύνατο νυν να αποσοβηθή! Ίσως είνε ζήτημά -τινων μόνον ημερών, ωρών τινων, και δυστυχώς η θάλασσα -κυμαίνεται ούτως ώστε δεν είνε δυνατόν να σκεφθώμεν περί φυγής -διά των εφολκίων. - -Κατά παραγγελίαν του Ροβέρτου Κόρτις το φράγμα της θέσεως -καλύπτεται διά υποβλήματος διαβρεχομένου απαύστως. Αλλά, -μάταιαι φροντίδες, ο καπνός εξακολουθεί εξερχόμενος εν μέσω -θερμότητος υγράς, ήτις διαχεομένη επί της πρώρας καθιστά τον -αέρα σχεδόν ανεπιτήδειον εις αναπνοήν. - -Ευτυχώς ο μέγας ιστός και ο ακάτιος είνε σιδηροί· ει δε μη, -καιόμενοι από της πτέρνης θα είχον ήδη καταπέση, και ημείς θα -είχομεν απολεσθή. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις λοιπόν βιάζει όσον οίον τε, και υπό τον -άνεμον τούτον, τον Μέσην (ΒΑ), όστις επιτείνεται, ο _Σάνσελλορ_ -βαδίζει μετά πολλής ταχύτητος. - -Ιδού ήδη δεκατέσσαρες ημέραι από της εμφανίσεως της πυρκαϊάς -και αι πρόοδοι αυτής είνε ακατάπαυστοι, διότι δεν ηδυνήθημεν να -καταπαύσωμεν αυτάς. Ήδη ο χειρισμός εν τω πλοίω είνε μάλλον και -μάλλον δυσχερής. Επί του επιστέγου, ού το σανίδωμα δεν -συνέχεται αμέσως προς το κύτος δυνάμεθα έτι να σταθώμεν αλλά -επί του καταστρώματος μέχρι του πρωραίου είνε των αδυνάτων να -βαδίσωμεν ουδέ μετά χονδρών υποδημάτων. Το ύδωρ δεν εξαρκεί -πλέον ίνα δροσίζη τας σανίδας ταύτας, άς το πυρ λέχει και -ανακυρτούνται επί των ράβδων των. Η ρητίνη του ελατίνου τούτου -ξύλου κροτεί πέριξ των όζων ως πίπτουσα χάλαζα, οι αρμοί -διανοίγονται, η δε πίσσα, ρευστοποιουμένη υπό της θερμότητος -διαρρέει σχεδιάζουσα παμποίκιλα ιδιόρρυθμα σχήματα επί του -καταστρώματος κατά τας απαιτήσεις του διατοιχισμού του πλοίου. - -Το δ' έσχατον της συμφοράς, αίφνης αναπηδά αποτόμως άνεμος -Σκίρων (ΒΔ), πνέων μετά μανίας! Αυτόχρημα τυφών, οποίος ενίοτε -παράγεται εν ταις ακταίς ταύταις, και μας απομακρύνει από της -γης των Αντιλλών, εις ήν προσπαθούμεν να προσεγγίσωμεν! Ο -Ροβέρτος Κόρτις θέλει να αντισταθή αντιμένων[45], αλλ' ο άνεμος -είνε ούτω βίαιος, ώστε ο _Σάνσελλορ_ δεν δύναται να αντιμείνη, -και ανάγκη είνε μετ' ου πολύ να παραδοθή τω ανέμω, ίν' αποφύγη -τους κλύδωνας, οίτινες είνε φοβεροί όταν πλήττωσι πλοίον κατά -το ισχίον. - -Τη 29 η τρικυμία είνε εν όλη αυτής τη βία. Ο Ωκεανός είνε -τεταραγμένος και η λεπτή βροχή η εκ της συγκρούσεως των κυμάτων -κατακαλύπτει τον _Σάνσελλορ_ καθ' ολοκληρίαν. Των αδυνάτων να -καταβιβασθή εφόλκιον εις την θάλασσαν χωρίς πάραυτα να -καταποντισθή. Ημείς δε έχομεν καταφύγη οι μεν εις το επίστεγον, -οι δε εις το πρυμναίον κατάστρωμα. Αποβλέπομεν προς αλλήλους, -αλλά δεν τολμώμεν να λαλήσωμεν. - -Περί δε του δοχείου του πικρικού ουδέ καν διανοούμεθα. -Ελησμονήσαμεν «την λεπτομέρειαν ταύτην» ίνα κατά Ροβέρτον -Κόρτις είπω. Δεν ειξεύρω μα το ναι, αν μη ήτο ευκταία η έκρηξις -του πλοίου, ήτις έμελλε διά μιας να διαλύση την κατάστασιν των -πραγμάτων. Την φράσιν ταύτην αναγράφω, διότι θέλω να παραστήσω -ακριβώς την κατάστασιν των πνευμάτων μας. Ο άνθρωπος επί πολύν -χρόνον επαπειλούμενος υπό τινος κινδύνου, επιθυμεί τέλος να -επέλθη ο κίνδυνος όσον τάχιστα, διότι η προσδοκία καταστροφής -αναποδράστου είνε φρικωδεστέρα της πραγματικής αληθείας! - -Εν όσω δε ήτο καιρός, ο πλοίαρχος Κόρτις παρήγγειλε την -εξαγωγήν μέρους των τροφών των αποτεταμιευμένων εν τω -διανομείω, εις ό δεν θα ήτο πλέον δυνατόν να εισέλθη τις. Η -θερμότης έχει ήδη βλάψη μέγα ποσόν προμηθειών αλλ' όμως βυτία -τινά διπυρίτου [46] και κρέατος παστού, είς κόρος ρακής και -βυτία ύδατος ετέθησαν επί του καταστρώματος, προς δε τούτοις -καλύμματα, όργανα, πυξίς, ιστία, ίνα, εάν τύχη, δυνηθώμεν να -εγκαταλίπωμεν πάραυτα το πλοίον. - -Την ογδόην εσπερινήν ώραν, ει και ο πάταγος του τυφώνος είνε -μέγας, όμως ακούεται βόμβος θορυβώδης. Οι καθέκται του -καταστρώματος υπεγείρονται πιεζόμενοι έσωθεν υπό του θερμού -αέρος, και δίναι καπνού μαύρου διαφεύγουσι διά των καθεκτών, ως -ο ατμός διαφεύγει υπό την πλάκα της επιστομίδος λέβητος. - -Το πλήρωμα σπεύδει προς τον Ροβέρτον Κόρτις και ζητεί τας -διαταγάς του. Μία και μόνη γνώμη κατέχει πάντας, να φύγωμεν -δήλα δή το ηφαίστειον τούτο, όπερ μέλλει να εκραγή υπό τους -πόδας ημών. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί τον Ωκεανόν ού τα τεράστια κύματα -εκχύνονται. Ουδέ δύναται τις πλέον να προσεγγίση εις την άκατον -την κειμένην επί των υποστατών εν τω μέσω του καταστρώματος· -αλλ' είνε έτι δυνατόν να χρησιμοποιήσωμεν την λέμβον την -ανακρεμαμένην από των επωτίδων [47] του δεξιού τοίχου του -πλοίου, ως και την φαλαινίδα [48] κρεμαμένην κατά την πρύμναν. - -Οι ναύται ορμώσι προς την λέμβον. - -«Όχι, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Μη θυσιάσωμεν και την -τελευταίαν μας ελπίδα!» - -Τινές όμως των ναυτών κατεπτοημένοι, προεξάρχοντος του Όουεν, -θέλουσι να καταβιβάσωσι το εφόλκιον. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις -σπεύδει εις το επίστεγον και αρπάσας πέλεκυν αναφωνεί: - -«Ο πρώτος όπου θα εγγίση το σύσπαστα, του σχίζω την κεφαλήν!» - -Οι ναύται αποχωρούσι. Καί τινες μεν τούτων αναβαίνουσιν εις τας -κλιμακίδας των επιτόνων [49], τινές δε καταφεύγουσι μέχρι των -θωρακίων.[50] - -Την ενδεκάτην της νυκτός ακούονται εν τω κύτει σφοδροί κρότοι -εκρήξεως· συντρίβονται τα φράγματα και αφίνουσι διέξοδον εις -τον θερμόν αέρα και εις τον καπνόν. Πάραυτα χείμαρροι ατμού -εκθρώσκουσιν από του στομίου της πρωραίας θέσεως και γλώσσα -φλογός μακρά λείχει τον ακάτιον ιστόν. - -Κραυγαί ακούονται τότε. - -Η μίσιζ Κηρ υποβασταζομένη υπό της μις Χέρμπυ καταλείπει -εσπευσμένως τους θαλάμους, ούς το πυρ κατέφθασεν ήδη. Έπειτα ο -Σάιλας Χόντλυ επιφαίνεται, το πρόσωπόν του είνε κατάμαυρον υπό -του καπνού και ησύχως, αφ' ού εχαιρέτισε τον Ροβέρτον Κόρτις, -κατευθύνεται προς τους επιτόνους, αναβαίνει τας κλιμακίδας και -εγκαθιδρύεται επί του θωρακίου του επιδρόμου. - -Ιδών τον Σάιλας Χόντλυ, ευθύς ενθυμούμαι ότι έτερός τις -διαμένει καθειργμένος υπό το επίστεγον εν τω θαλάμω εκείνω, όν -αι φλόγες μέλλουσιν ίσως να καταβροχθίσωσι. - -Πρέπει λοιπόν να αφήσωμεν να αποθάνη τον ταλαίπωρον Ρόμπυ; Ορμώ -προς την κλίμακα . . . . Αλλ' ο παράφρων θραύσας τα δεσμά του -φαίνεται την στιγμήν εκείνην, έχων την κόμην κεκαυμένην και τα -ενδύματα φλεγόμενα. Ουδέν λέγων περιπατεί επί του καταστρώματος -και οι πόδες του δεν καίονται! Ρίπτεται εις τας συστροφάς του -καπνού, και ο καπνός δεν τον πνίγει. Ως ανθρωπίνη σαλαμάνδρα -διατρέχει αναμέσον των φλογών! - -Νέος κρότος εκρήγνυται τότε και η άκατος διεσκορπίζεται εις -τεμάχια, ο μεσαίος καθέκτης ανατινάσσεται διασχίσας το υπόβλημά -του, και πίδαξ πυρός επί πολύ συμπεπιεσμένος αναπηδά μέχρι του -ημίσεος του ιστού. - -Την στιγμήν εκείνην ο παράφρων εκβάλλει κραυγάς δυνατάς και εκ -του στόματός του εκφεύγουσιν αι λέξεις αύται: - -«Το πικρικόν! το πικρικόν! Όλοι θα πηδήσωμεν εις τον αέρα! εις -τον αέρα! εις τον αέρα!» - -Έπειτα δε πριν λάβωμεν καιρόν να τον αναχαιτίσωμεν -κατακρημνίζεται διά του καθέκτου εις την φλεγομένην κάμινον. - - - -ΙΔ' - - - - — _Την νύκτα της 29 Οκτωβρίου_. — Η σκηνή αύτη υπήρξε φοβερά, -έκαστος δε, ει και έβλεπε την άνευ τινος ελπίδος κατάπτωσιν εν -ή διετέλει, συνησθάνθη όμως όλην αυτής την φρίκην. - -Ο Ρόμπυ δεν ζη πλέον, αλλ' οι τελευταίοι λόγοι του θα έχωσιν -επακολουθήματα ολεθριώτατα· διότι οι ναύται τον ήκουσαν -κράζοντα: «Το πικρικόν! το πικρικόν!» Ενόησαν δε ότι το πλοίον -δύναται να ανατιναχθή εις τον αέρα από στιγμής εις στιγμήν, και -ότι δεν τους απειλεί πλέον μόνον πυρκαϊά, αλλά και φοβερά -έκρηξις. - -Τινές των ανδρών, ακράτητοι ήδη, θέλουσι να φύγωσιν εξ άπαντος -και άνευ αναβολής. - -«Την λέμβον! την λέμβον!» ανακράζουσι. - -Δεν βλέπουσι δε, δεν θέλουσι να ίδωσιν οι άφρονες, ότι η -θάλασσα είνε εις άκρον τεταραγμένη και ότι ουδέν εφόλκιον -δύναται να καταφρονήση τα κύματα εκείνα τα ανατινασσόμενα εις -ύψος τεράστιον! Ουδέν δύναται να τους συγκρατήση, και δεν -ακούουσι πλέον την φωνήν του πλοιάρχου των. Ο Ροβέρτος Κόρτις -ρίπτεται εις το μέσον του πληρώματός του, αλλά μάτην, διότι ο -ναύτης Όουεν εξερεθίζει τους συνναύτας του. Οι δεσμοί της -λέμβου χαλαρούνται, και η λέμβος ωθείται προς τα έξω. - -Το εφόλκιον αιωρείται μίαν στιγμήν εν τω αέρι, και υπακούον εις -το παρακύλισμα του πλοίου, προσκόπτει επί του τροπού [51], και -μετά τελευταίαν προσπάθειαν των ναυτών αποσπάται και ήδη -άπτεται της θαλάσσης· αλλά αίφνης κύμα τεράστιον την καλύπτει, -την απομακρύνει μίαν στιγμήν και μετά δυνάμεως ακρατήτου την -κατασυντρίβει επί της πλευράς του _Σάνσελλορ_. - -Η τε άκατος και η λέμβος κατεστράφησαν ήδη και μόνον -υπολείπεται ημίν μία εύθραυστος και στενή φαλαινίς. - -Οι ναύται κατάπληκτοι ίστανται ακίνητοι, και μόνον ακούονται οι -συριγμοί του ανέμου μεταξύ των αρμένων του πλοίου, και ο βόμβος -της πυρκαϊάς. Η κάμινος προχωρεί μεγεθυνομένη βαθέως προς το -κέντρον του πλοίου, και χείμαρροι ατμών λιγνυωδών [52] -εκθρώσκοντες εκ του καθέκτου ανέρχονται προς τον ουρανόν. Από -του πρωραίου καταστρώματος μέχρι του επιστέγου δεν βλεπόμεθα -πλέον, και φραγμός φλογός διαχωρίζει εις δύο τον _Σάνσελλορ_. - -Οι επιβάται και δύο ή τρεις των του πληρώματος κατέφυγον εις το -όπισθεν του επιστέγου. Η μίσιζ Κηρ είνε εξηπλωμένη αναίσθητος -επί τινος των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτή κάθηται η μις -Χέρμπυ. Ο κ. Λετουρνέρ ήρπασε τον υιόν του και τον κρατεί εν -ταις αγκάλαις του, θλίβων αυτόν επί του πατρικού στήθους του. -Εμέ κατέλαβε νευρική ταραχή και δεν δύναμαι να την κατανικήσω. -Ο δε μηχανικός Φάλστεν παρατηρεί απαθώς το ωρολόγιόν του και -σημειοί την ώραν εν τω σημειωματαρίω του. - -Τι δε συμβαίνει κατά την πρώραν, ένθα ευρίσκονται αναμφιβόλως ο -υποπλοίαρχος, ο αρχιναύτης και το υπόλοιπον του πληρώματος, ούς -ημείς δεν δυνάμεθα πλέον να ίδωμεν; Πάσα συγκοινωνία διεκόπη -μεταξύ των δύο ημίσεων του πλοίου, και ουδείς ηδύνατο να διέλθη -το εκ φλογών παραπέτασμα, όπερ ανέρχεται εκ του μεγάλου -καθέκτου. - -Έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις και τον ερωτώ: - -«Τα πάντα τετέλεσται; - - — Όχι, μ' αποκρίνεται. Επειδή ο καθέκτης είνε ανοικτός, θα -επιχύσωμεν χείμαρρον ύδατος εις την κάμινον, και θα -κατορθώσωμεν ίσως να την κατασβέσωμεν. - - — Αλλά πώς θα γίνη ο χειρισμός των αντλιών επί του καίοντος -τούτου καταστρώματος, κύριε Κόρτις; Πώς θα δοθώσι διαταγαί εις -τους ναύτας διά μέσου των φλογών τούτων; - -Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μ' αποκρίνεται. - -«Τετέλεσται τα πάντα; ηρώτησα και εκ δευτέρου. - - — Όχι! κύριε, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Και εφ' όσον -μία μόνη σανίς του πλοίου τούτου μένει υπό τους πόδας μου, δεν -θα απελπισθώ.» - -Και όμως η δύναμις της πυρκαϊάς διπλασιάζεται και τα θαλάσσια -ύδατα βάφονται διά λάμψεως υπερύθρου. Άνωθεν δε τα χαμηλά νέφη -αντανακλώσι μεγάλας φλόγας ξανθάς. Μακροί πίδακες πύρινοι -αναπηδώσι διά των καθόδων, ημείς δε κατεφύγομεν εις την κορώνην -[53], όπισθεν του επιστέγου. Η δε μίσιζ Κηρ κατετέθη εν τη -φαλαινίδι ήτις κρέμαται από των επωτίδων της, και παρ' αυτή -έλαβε θέσιν η μις Χέρμπυ. - -Ποία νυξ φοβερά! και οποία τις γραφίς θα ηδύνατο να γράψη το -φρικαλέον αυτής; - -Ο τυφών τότε εν όλη αυτού τη σφοδρότητι πνέει επί της ανθρακιάς -ταύτης ως υπερμέγεθες αεριστήριον. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει εν τω -σκότει ως πυρπολικόν γιγαντιαίον. Δυοίν δε θάτερον [54] ή -πρέπει να ριφθώμεν εις την θάλασσαν ή να γίνωμεν παρανάλωμα των -φλογών! - -Αλλά το πικρικόν δεν θα ανάψη λοιπόν; Το ηφαίστείον τούτο δεν -θα ανοιχθή υπό τους πόδας ημών; Λοιπόν εψεύσθη ο Ρόμπυ; Δεν -υπάρχει λοιπόν ουσία εκρηκτική εγκεκλεισμένη εν τω κύτει; - -Την ενδεκάτην και ημίσειαν, καθ' ήν στιγμήν η θάλασσα είνε -φοβερά όσον ουδέποτε άλλοτε, προστίθεται εις τον κρότον των -μαινομένων στοιχείων βρόμος [55] ιδιάζων, όν οι ναυτικοί σφόδρα -φοβούνται· αντηχεί δε κατά την πρώραν η κραυγή αύτη· - -«Σκόπελοι! σκόπελοι δεξιά!» - -Ο Ροβέρτος Κόρτις πηδά επί του παραρρύμματος, ρίπτει βλέμμα -ταχύ επί των λευκών κυμάτων, και στρεφόμενος προς τον -πηδαλιούχον αναφωνεί μετά φωνής επιτακτικής: - -«Τον οίακα δεξιά, πάντη!» - -Αλλ' είνε λίαν αργά. - -Αισθάνομαι ότι ανηρπάγημεν επί των νώτων κυμάτων τεραστίων, και -αίφνης γίνεται σύρραξις. Το πλοίον ψαύει κατά την πρύμναν, -πτερνοκοπεί πολλάκις και ο ιστός του επιδρόμου, θραυσθείς -σύρριζα επί του καταστρώματος, πίπτει εις την θάλασσαν. - -Ο _Σάνσελλορ_ είνε ακίνητος. - - - -ΙΕ' - - - - — _Συνέχεια της νυκτός της 29 Οκτωβρίου_. — Δεν είνε ακόμη -μεσονύκτιον, σελήνη δεν υπάρχει και το σκότος είνε βαθύ. Δεν -δυνάμεθα να γινώσκωμεν πού εκάθισε το πλοίον. Βιαίως -απωθούμενον προσήγγισεν άρα γε εις την Αμερικανικήν ακτήν και -άρα γε φαίνεται η γη; - -Είπον ότι ο _Σάνσελλορ_, αφ' ού επ' ολίγον επτερνοκόπησε, -απέμεινεν όλως ακίνητος. Μετ' ολίγον κρότος αλύσεων αντηχήσας -εν τη πρύμνη, δίδει είδησιν τω Ροβέρτω Κόρτις ότι αι άγκυραι -εποντίσθησαν. - -«Καλά! καλά! είπεν. Ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης επόντισαν -τας δύο αγκύρας. Πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα εστερεώθησαν!» - -Βλέπω τότε τον Ροβέρτον Κόρτις προχωρούντα επί των -παραρρυμμάτων μέχρι του ορίου όπερ αι φλόγες δεν επιτρέπουσι να -υπερβή. Ολισθαίνει επί του δεξιού επιτόνου προς το μέρος όπου -το πλοίον είχε κλίνη, και ίσταται εκεί επί τινας στιγμάς -πληττόμενος υπό των βαρέων κυμάτων. Τον βλέπω παραβάλλοντα το -ους, ως εάν ήκουε ιδιάζοντά τινα θόρυβον εν τω μέσω του θορύβου -της τρικυμίας. - -Τέλος ο Ροβέρτος Κόρτις επανέρχεται εις το επίστεγον και μοι -λέγει: - -«Τα νερά εισέρχονται εις το πλοίον, και τα νερά αυτά, Θεού -ευδοκούντος, θα καταβάλουν ίσως την πυρκαϊάν! - - — Και έπειτα; είπον εγώ. - - — Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, το -«έπειτα» είνε μέλλον και απόκειται εις το θέλημα του Θεού. -Ημείς ας μεριμνώμεν περί του παρόντος!» - -Και ήδη πρώτον πάντων έπρεπε να καταφύγωμεν εις τους σίφωνας, -αλλά την στιγμήν εκείνην δεν δύνανται να τους φθάσωσιν εν τω -μέσω των φλογών! Πιθανώς σανίς τις εθραύσθη εν τω πυθμένι του -πλοίου, και δι' αυτής εισέρχεται ύδωρ άφθονον, διότι μοι -φαίνεται ότι η βία του πυρός ήδη ελαττούται. Ακούονται συριγμοί -εκκωφωτικοί, τεκμήριον ότι τα δύο στοιχεία παλαίουσι. Βεβαίως -δε η βάσις της εστίας είνε ήδη κατάκλυστος, και η πρώτη σειρά -των δεμάτων του βάμβακος είνε εν τω ύδατι. Λοιπόν, το ύδωρ -τούτο ας πνίξη την πυρκαϊάν, και ημείς πάλιν έπειτα θα το -πολεμήσωμεν, και ίσως θα είνε ολιγώτερον φοβερόν του πυρός, -διότι το ύδωρ είνε το στοιχείον του ναυτικού και αυτός είνε -συνηθισμένος να το νικά. - -Κατά τας τρεις άλλας ώρας καθ' άς διήρκεσεν έτι η τόσον μακρά -αύτη νυξ, αναμένομεν μετ' αγωνίας απεριγράπτου. Πού είμεθα; Το -μόνον βέβαιον είνε ότι το ύδωρ αποσύρεται κατ' ολίγον, και η -σφοδρότης των κυμάτων καταπαύει. Ο _Σάνσελλορ_ πρέπει να έψαυσε -μίαν ώραν μετά την πλημμυρίδα, αλλ' είνε δύσκολον να γνωσθή -ακριβώς άνευ υπολογισμών και άνευ παρατηρήσεων. Εάν δε είνε -τούτο, δυνάμεθα να ελπίζωμεν, επί τω λόγω όμως ότι η πυρκαϊά -εσβέσθη, ότι ο _Σάνσελλορ_ ταχέως θα απαλλαχθή κατά την προσεχή -παλίρροιαν. - -Περί ώραν τετάρτην και ημίσειαν προ μεσημβρίας το εκ φλογών -παραπέτασμα, το μεταξύ πρώρας και πρύμνης ηπλωμένον, -διασκορπίζεται κατ' ολίγον, και εκείθεν διακρίνομεν τέλος -όμιλον μαύρον, το πλήρωμα, όπερ είχε καταφύγη εις το πρωραίον -στενόν κατάστρωμα . . Μετ' ου πολύ αι συγκοινωνίαι -αποκαθίστανται αύθις μεταξύ των δύο άκρων του πλοίου, και ο -υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης έρχονται προς ημάς, εις το -επίστεγον, βαδίζοντες επί των τροπών, διότι δεν είνε ακόμη -δυνατόν να πατήσωσιν επί του καταστρώματος. - -Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης παρόντος -μου συσκέπτονται και συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι δήλα δή -ουδέν πρέπει να επιχειρήσωμεν πριν γίνη ημέρα. Και εάν μεν η γη -είνε πλησίον, η δε θάλασσα προσιτή, θα αποβιβασθώμεν εις την -παραλίαν είτε διά της φαλαινίδος είτε διά σχεδίας. Αλλ' εάν -όμως μηδεμία γη φαίνεται και ο _Σάνσελλορ_ έχη εξοκείλη επί -σκοπέλου απομεμονωμένου, θα καταβληθή προσπάθεια να τον -ανασύρωμεν, ώστε να τον καταστήσωμεν ικανόν να καταπλεύση εις -τον εγγύτατον λιμένα. - -«Αλλά, ο Ροβέρτος Κόρτις, ού την γνώμην συμμερίζεται ο -υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης, είνε δύσκολον, λέγει, να -μαντεύσω που είμεθα, διότι διά των βορειοδυτικών τούτων ανέμων -ο _Σάνσελλορ_ θα ερρίφθη αρκετά μακράν προς νότον. Ιδού ότι επί -πολύν χρόνον δεν ηδυνήθην να μετρήσω το ύψος, και όμως επειδή -δεν γνωρίζω σκόπελόν τινα κατά το μέρος τούτο του Ατλαντικού -Ωκεανού, δυνατόν να εξοκείλαμεν επί τινος γης της Νοτίου -Αμερικής. - - — Αλλά, είπον εγώ, εξακολουθούμεν απειλούμενοι υπό της -εκρήξεως. Δεν θα ήτο δυνατόν να εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_ -και να καταφύγωμεν . . . - - — Επί του σκοπέλου τούτου; απαντά ο Ροβέρτος Κόρτις. Αλλ' -οποία τις είνε η κατασκευή του; δεν καλύπτεται υπό της -πλημμυρίδος; Δυνάμεθα να τον αναγνωρίσωμεν εντός του σκότους -τούτου; Ας αφήσωμεν να γίνη ημέρα, και βλέπομεν.» - -Τους λόγους τούτους του Ροβέρτου Κόρτις αναφέρω πάραυτα προς -τους άλλους επιβάτας. Και ναι μεν δεν είνε απολύτως -θαρρυντικοί, αλλ' ουδείς θέλει να ίδη τον νέον κίνδυνον, όν -δημιουργεί η κατάστασις του πλοίου, εάν κατά δυστυχίαν έχη -ριφθή επί αγνώστου σκοπέλου, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης -γης. Μία δε μόνη παρατήρησις επικρατεί, ότι δήλα δή το ύδωρ νυν -μάχεται υπέρ ημών και παλαίει επωφελώς κατά της πυρκαϊάς, και -κατ' ακολουθίαν κατά των πιθανοτήτων της εκρήξεως. - -Τω όντι, τας περιαυγείς φλόγας διαδέχεται κατά μικρόν καπνός -πυκνός μαύρος, εκθρώσκων εκ του καθέκτου εις υγράς περιστροφάς. -Γλώσσαι τινες φλογεραί ανατινάσσονται έτι μεταξύ σκοτεινών -ελίκων, αλλά σβέννυνται σχεδόν παρευθύς. Τον δε βόμβον του -πυρός διαδέχονται συριγμοί του ύδατος, εξατμιζομένου επί της -εσωτερικής εστίας. Είνε βέβαιον ότι η θάλασσα πράττει εκεί ό τι -ούτε αι αντλίαι ημών ούτε οι κάδοι θα ηδύναντο να πράξωσι. -Πλημμύρας δε μόνον έργον ώφειλε να είνε η κατάσβεσις της -πυρκαϊάς ταύτης, της διαδεδομένης μεταξύ χιλίων επτακοσίων -δεμάτων βάμβακος! - - - -ΙΣΤ' - - - - — _30 Οκτωβρίου_. — Αι πρώται πρωιναί λάμψεις ελεύκαναν τον -ορίζοντα, αλλ' αι ομίχλαι του πελάγους κωλύουσι το βλέμμα επί -περιφερείας ικανώς περιωρισμένης. Ουδεμία γη φαίνεται ακόμη, -και όμως ο οφθαλμός ημών ανερευνά μετ' αγωνίας ανυπομόνως όλον -το δυτικόν και το μεσημβρινόν μέρος του Ωκεανού. - -Κατ' εκείνην την στιγμήν η θάλασσα ειχε σχεδόν όλως αποσυρθή -και δεν υπάρχει έξ ποδών ύδωρ πέριξ του πλοίου, όπερ βυθίζεται -εις δεκαπέντε περίπου όταν είνε κατάφορτον. Κορυφαί τίνες -βράχων προκύπτουσι τήδε κακείσε, και φαίνεται έκ τινων χρωμάτων -του πυθμένος, ότι ο σκόπελος ούτος αποτελείται εκ βράχων -βασαλτικών. Πώς ηδυνήθη ο _Σάνσελλορ_ να μετενεχθή τοσούτον -εμπρός επί της υφάλου ταύτης; Κύμα υπερμέγεθες θα τον ανύψωσεν, -αυτό δε τούτο ησθάνθην ολίγας στιγμάς πριν εξοκείλη. Όθεν -εξετάσας την γραμμήν των βράχων των περικυκλούντων το πλοίον, -ερωτώ εμαυτόν πώς θα κατορθωθή η εκείθεν ανέλκυσις του. Είνε -κεκλιμένον από της πρύμνης εις την πρώραν, εξ ού καθίσταται -επιπονωτάτη η επί του καταστρώματος πορεία, και πλην τούτου, -καθ' όσον η του Ωκεανού επιφάνεια ταπεινούται, φαίνεται έτι -μάλλον αποκλίνον προς αριστερά. Ο Ροβέρτος Κόρτις εφοβήθη -μάλιστα προς στιγμήν μήπως εξοκείλη εις τα ρηχά. Αλλ' η κλίσις -αυτού επαγιώθη τέλος οριστικώς και ουδείς υπάρχει ως προς τούτο -φόβος. - -Την έκτην πρωινήν ώραν συγκρούσεις βίαιαι γίνονται επαισθηταί. -Ο ιστός του επιδρόμου, όστις πρότερον είχε παρασυρθή υπό των -κυμάτων, επανελθών πλήττει τας πλευράς του _Σάνσελλορ_. -Ταυτοχρόνως δε κραυγαί αντηχούσι και το όνομα του Ροβέρτου -Κόρτις πλεονάκις ακούεται προφερόμενον. - -Παρατηρούμεν κατά την διεύθυνσιν εκείσε όθεν έρχονται αι -κραυγαί, και εν τω σκιόφωτι της υποφωσκούσης ημέρας βλέπομεν -άνθρωπον συγκρατούμερον από του θωρακίου του επιδρόμου, τον -Σάιλας Χόντλυ, όστις ειχε συμπαρασυρθή υπό της πτώσεως του -ιστού και ως εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει παρευθύς εις βοήθειαν του πρώην -πλοιάρχου του, και αψηφών μυρίους όσους κινδύνους, κατορθοί να -τον επαναγάγη εις το πλοίον. Ο Σάιλας Χόντλυ ουδέ γρυ ειπών, -επορεύθη εις την απωτάτην γωνίαν του επιστέγου και εκάθισεν. Ο -άνθρωπος ούτος γενόμενος όν όλως παθητικόν, περί ουδενός -μεριμνά. - -Επετύχομεν έπειτα να υπηνεμώσωμεν τον ιστόν του επιδρόμου και -δέσωμεν αυτόν στερεώς εις το πλοίον, ού τας πλευράς δεν απειλεί -πλέον. Το διασωθέν τούτο ναυάγιον ίσως, χρησιμεύση εις ημάς, -τις οίδε; - -Ήδη η ημέρα αρκούντως προυχώρησε και η ομίχλη άρχεται υψουμένη. -Ήδη το βλέμμα δύναται να διαδράμη επαρκώς την περίμετρον του -ορίζοντος πλέον των τριών μιλίων, αλλ' ουδέν ακόμη φαίνεται -ομοιάζον προς ακτήν. Η γραμμή των ρηγμίνων [56] διαθέει προς -Λίβα (ΝΔ) και προς Μέσην (ΒΑ) επί έν περίπου μίλιον. Προς -Βορράν αναδύει ώσπερ τι νησύδριον ακανονίστου σχήματος, -ιδιότροπος σύστασις βράχων ύψους πεντήκοντα ποδών υψουμένη -διακοσίας το πολύ οργυιάς από του μέρους ένθα εξώκειλεν ο -_Σάνσελλορ_. Θα υπέρκειται λοιπόν της επιφανείας των υψίστων -παλιρροιών. Ώσπερ τις οδός κτιστή στενοτάτη μεν αλλά ευδιάβατος -εν αμπώτιδι, θα επιτρέψη εις ημάς να έλθωμεν εις το νησύδριον -τούτο χρείας τυχούσης. - -Εκείθεν η θάλασσα αναλαμβάνει το σκοτεινόν αυτής χρώμα. Εκεί το -ύδωρ είνε βαθύ, εκεί τελευτά ο σκόπελος. - -Αμηχανία άπειρος, ήν δικαιολογεί η του πλοίου κατάστασις, -καταλαμβάνει τα πνεύματα πάντα. Είνε φόβος τω όντι μήπως αι -ρηγμίνες αύται δεν συνέχονται προς ουδεμίαν ακτήν. - -Την στιγμήν ταύτην, ώραν εβδόμην, η ημέρα είνε φωτεινή η δε -ομίχλη εξηφανίσθη. Ο ορίζων φαίνεται πέριξ του _Σάνσελλορ_ μετά -τελείας διαυγείας, αλλ' η γραμμή του ύδατος και η του ουρανού -συγχέονται επί της αυτής περιοχής, η δε θάλασσα πληροί όλον το -διάστημα. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις ακίνητος παρατηρεί τον Ωκεανόν κυρίως προς -Ζέφυρον (Δ). Ο δε κ. Λετουρνέρ και εγώ όρθιοι πλησίον αλλήλων, -εξετάζομεν και τας ελαχίστας αυτού κινήσεις, και αναγινώσκομεν -σαφώς τας εννοίας τας συνθλιβομένας εν τω εγκεφάλω αυτού. Η -έκπληξις αυτού μεγάλη, διότι ηδύνατο να πιστεύη ότι ήμεθα -πλησίον ακτής, αφ' ού σχεδόν πάντοτε εξηκολουθούμεν πλέοντες -προς Νότον από της προσορμίσεως του πλοίου παρά τας Βερμούδας -νήσους, και όμως ουδεμία γη φαίνεταί που. - -Την στιγμήν ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, καταλιπών το επίστεγον, -μεταβαίνει διά των παρραρυμμάτων μέχρι των επιτόνων, ανέρχεται -ταχέως τας κλιμακίδας, αρπάζει τους επιτόνους του μεγάλου -επιστηλίου, υπερβαίνει τα δίζυγα και φθάνει ταχέως το ανώτατον -του επιστηλίου. Εκείθεν δε επί τινα λεπτά της ώρας εξετάζει -επιμελέστατα όλον το διάστημα. Έπειτα δε αρπάσας σχοινίον τι -ωλίσθησε μέχρι των τροπών και επανήλθε πλησίον ημών. - -Τον ερωτώμεν διά των βλεμμάτων. - -«Ουδεμία γη» αποκρίνεται απαθώς. - -Τότε προχωρεί ο μίστερ Κηρ και ερωτά δυσθύμως πως: - -«Και πού είμεθα, κύριε;» - - — Δεν ειξεύρω τίποτε, κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις. - - — Έπρεπε να ειξεύρης! αποκρίνεται ανοήτως ο Πετρέλαιος. - - — Έστω, αλλά δεν ειξεύρω. - - — Λοιπόν, επαναλαμβάνει ο μίστερ Κηρ, μάθε λοιπόν ότε δεν έχω -εγώ σκοπόν να μείνω αιωνίως εις το πλοίον σου, κύριε, και . . -.» - -Ο Ροβέρτος Κόρτις αρκείται υψών τους ώμους. - -Έπειτα δε στρεφόμενος προς τον κ. Λετουρνέρ και εμέ λέγει: - -«Θα μετρήσω το ύψος, εάν ο ήλιος φανή, και τότε θα μάθωμεν επί -τινος σημείου του Ατλαντικού Ωκεανού μας έρριψεν η τρικυμία.» - -Ο Ροβέρτος Κόρτις τότε ασχολείται εις την διανομήν τροφών εις -τους επιβάτας και εις το πλήρωμα, διότι πάντες έχομεν χρείαν -τροφής, καταβεβλημένοι υπό του καμάτου και της πείνης. Τρώγομεν -διπυρίτην και ολίγον κρέας παστόν. Έπειτα δε ο πλοίαρχος όσον -τάχιστα λαμβάνει διάφορα μέτρα προς επαναφοράν του πλοίου εις -την πλήμμυραν. - -Η πυρκαϊά ηλαττώθη πολύ, και ήδη ουδεμία φλοξ εξέρχεται, ο δε -καπνός είνε ήττον [57] άφθονος ει και μαύρος έτι. Είνε δε -βέβαιον ότι ο _Σάνσελλορ_ έχει εν τω κύτει ικανήν ποσότητα -ύδατος, αλλά δεν είνε δυνατόν να βεβαιωθώμεν περί τούτου, διότι -το κατάστρωμα δεν είνε προσιτόν. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τότε να καταβρέχωσι τας καιομένας -σανίδας, και μετά δύο ώρας οι ναύται δύνανται να βαδίζωσιν επί -του καταστρώματος. - -Πρώτον πάντων γίνεται φροντίς περί βολιδοσκοπήσεως, ήν εκτελεί -ο αρχιναύτης. Εξελέγξεως δε γενομένης ευρίσκεται ότι υπάρχει εν -τω κύτει ύδωρ πέντε ποδών, αλλ' ο πλοίαρχος δεν παραγγέλλει -ακόμη να το αντλήσωσι, διότι θέλει να το αφήση να αποτελειώση -το έργον του. - -Την πυρκαϊάν πρώτον και έπειτα το ύδωρ. - -Και νυν προτιμότερον είνε να εγκαταλίπωμεν ευθύς το πλοίον και -να καταφύγωμεν επί του σκοπέλου; Ο πλοίαρχος Κόρτις δεν έχει -ταύτην την γνώμην, συμφωνεί δε ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης. -Τω όντι, όπως η θάλασσα είνε τρικυμιώδης δεν θα είνε δυνατόν να -σταθή τις επί των βράχων τούτων και αυτών έτι των υψίστων, ούς -θα σαρώνωσι τα μεγάλα κύματα. Αι δε πιθανότητες της εκρήξεως -ηλαττώθησαν ήδη επαισθητώς, διότι το ύδωρ κατέκλυσε βεβαίως το -μέρος του κύτους, εν ώ είνε κατατεθειμένον το παρεμπόρευμα του -Ρόμπυ, και κατ' ακολουθίαν, κατέκλυσε και το δοχείον του -πικρικού. Απόφασις λοιπόν εγένετο μήτε οι επιβάται να -εγκαταλίπωσι το _Σάνσελλορ_ μήτε το πλήρωμα. - -Καταγίνονται δε τότε παρασκευάζοντες εν τη πρύμνη επί του -επιστέγου ώσπερ τινά κατασκήνωσιν, και τινά στρώματα άτινα δεν -έχει προσβάλη το πυρ, διατίθενται υπέρ των δύο επιβατριών. Οι -δε άνδρες του πληρώματος, σώσαντες τους σάκκους των, -τοποθετούσιν αυτούς υπό το πρωραίον κατάστρωμα και -εγκαθίστανται εκεί, διότι η θέσις των είνε όλως ακατοίκητος. - -Ευτυχώς πάνυ αι βλάβαι εν τω διανομείω δεν εγένοντο μέγισται, -τα τρόφιμα κατά μέγα μέρος διεσώθησαν ως και αι υδροδόκαι. -Ωσαύτως δε άθικτος είνε και η ιστιοθήκη κειμένη εν τη πρώρα. - -Τέλος ίσως είμεθα περί το τέρμα των δοκιμασιών! θα εκινείτο τις -να το πιστεύση, διότι από της πρωίας ο άνεμος εξέλιπε κατά το -πλείστον, και εν τω πελάγει ο σάλος εκόπασε πολύ. Περίπτωσις -ευνοϊκή, διότι κύματα μέλλοντα να προσβάλωσι τον _Σάνσελλορ_ -κατ' εκείνην την στιγμήν, θα τον συνέτριβον αφεύκτως επί των -σκληρών τούτων βασαλτών. - -Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ επί πολύ συνδιελέχθημεν περί των -αξιωματικών του πλοίου, περί του πληρώματος και περί της -διαγωγής πάντων κατά την περίοδον ταύτην των κινδύνων. Πάντες -επεδείξαντο θάρρος και δραστηριότητα. Ιδία δε διεκρίθησαν ο -υποπλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, και ο ξυλουργός Δαούλας. -Υπάρχουσιν εν αυτώ άνδρες γενναίοι, ναυτικοί καλοί εις ούς -δύναται τις να έχη πεποίθησιν. Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις, -ούτος δεν χρήζει εγκωμίων, είνε δραστηριώτατος και πανταχού -παρών. Ουδεμία δυσχέρεια παρίσταται, ήν δεν είνε έτοιμος να -διαλύση, παραθαρρύνει τους ναύτας του διά λόγου και διά -νεύματος, και κατέστη η ψυχή του πληρώματος τούτου όπερ δι' -αυτού και μόνου ενεργεί. - -Εν τούτοις από της εβδόμης πρωινής ώρας άρχεται η θάλασσα -υψουμένη· είνε δε ήδη ενδεκάτη και πάσαι αι κορυφαί των -ρηγμίνων εξηφανίσθησαν υπό την πλημμυρίδα. Πρέπει να αναμένωμεν -να ίδωμεν την επιφάνειαν του ύδατος ανερχομένην εν τω κύτει του -_Σάνσελλορ_, καθ' όσον και της θαλάσσης η επιφάνεια ανέρχεται, -όπερ και συμβαίνει. Η βολίς δεικνύει μετ' ου πολύ εννέα πόδας, -και νέα στρώματα βάμβακος κατεκλύσθησαν υπό του ύδατος, δι' ό -είμεθα άξιοι συγχαρητηρίων. - -Από της ώρας δε της πλημμυρίδος, το πλείστον των πέριξ του -πλοίου βράχων κατεκλύσθη, και μένει μόνον ορατόν το πλαίσιον -μικράς λεκάνης κυκλικής, διαμέτρου διακοσίων πεντήκοντα μέχρι -τριακοσίων ποδών, ής την βόρειον γωνίαν κατέχει ο _Σάνσελλορ_. -Είνε δε εκεί η θάλασσα αρκούντως ήρεμος, τα δε κύματα δεν -διαδίδονται μέχρι του πλοίου — Περίπτωσις σφόδρα ευάρεστος, -διότι το πλοίον ημών ιστάμενον ακίνητον, θα επλήττετο υπ' αυτών -ως τις σκόπελος. - -Την ενδεκάτην και ημίσειαν ο ήλιος, όν νέφη τινά εκάλυπτον από -της δεκάτης, εφάνη επικαιρότατα. Ο δε πλοίαρχος, όστις είχεν -ήδη δυνηθή την πρωίαν να υπολογίση μίαν γωνίαν ωρικήν [58], -παρασκευάζεται να λάβη ύψος μεσημβρινόν και περί μεσημβρίαν -ποιεί παρατήρησιν ακριβεστάτην. - -Έπειτα δε, κατελθών εις τον θάλαμόν του υπολογίζει τον -γενόμενον δρόμον του πλοίου, επανέρχεται εις το επίστεγον και -λέγει προς ημάς: - -«Είμεθα δεκαοκτώ μοίρας και πέντε πλάτους βορείου, και -τεσσαράκοντα πέντε μοίρας και πεντήκοντα τρία μήκους δυτικού.» - -Εξηγήθη δε τότε υπό του πλοιάρχου η κατάστασις προς πάντας -όσους οι αριθμοί του μήκους και του πλάτους δεν είνε συνήθεις. -Ο Ροβέρτος Κόρτις ευλόγως ουδέν θέλει να κρύψη, και επιμένει -όπως πας τις γινώσκη ακριβώς εις τι να αρκεσθή εν τη παρούση -καταστάσει. - -Ο _Σάνσελλορ_ εκάθισε 18" 5' πλάτους βορείου και 45" 53' μήκους -δυτικού επί σκοπέλου όν οι ναυτικοί πίνακες δεν δεικνύουσι. Πώς -είνε δυνατόν να υπάρχωσι τοιούτοι βράχοι κατά τούτο το μέρος -του Ατλαντικού Ωκεανού και να μη είνε γνωστοί; Λοιπόν το -νησύδριον τούτο θα εσχηματίσθη αρτίως και θα είνε προϊόν -πλουτωνείου τινός εξάρσεως; Δεν βλέπω πώς άλλως δύναται τις να -εξηγήση το γεγονός τούτο. - -Όπως δήποτε το νησύδριον τούτο απέχει οκτακόσια μίλια από των -Γουυανών, τούτ' έστι των εγγυτάτων γαιών. - -Ο _Σάνσελλορ_ λοιπόν παρεσύρθη προς Νότον μέχρι του δεκάτου -ογδόου παραλλήλου, κατ' αρχάς μεν ένεκα της ασυνέτου επιμονής -του Σάιλας Χόντλυ, έπειτα δε υπό της σφοδρότητος του Σκίρωνος -(ΒΔ), όστις τον ηνάγκασε να φύγη. Κατ' ακολουθίαν ο _Σάνσελλορ_ -οφείλει να πλεύση έτι υπέρ τα οκτακόσια μίλια πριν φθάση την -εγγυτάτην ακτήν. - -Τοιαύτη η κατάστασις των πραγμάτων. Κατάστασις σπουδαία, αλλ' η -εντύπωσις η εκ της ανακοινώσεως ταύτης του πλοιάρχου δεν είνε -κακή, — την στιγμήν ταύτην τουλάχιστον. Ποίοι νέοι κίνδυνοι -ηδύναντο νυν να συγκινήσωσιν ημάς, τους άρτι διαφυγόντας τον -διπλούν κίνδυνον της τε πυρκαϊάς και της εκρήξεως; Λησμονούμεν -ότι το κύτος του πλοίου είνε κατάκλυστον υπό του ύδατος, ότι η -γη είνε απομεμακρυσμένη, ότι ο _Σάνσελλορ_, όταν αναχθή εις το -πέλαγος, δύναται να καταποντισθή κατά τον διάπλουν . . . Αλλά -τα πνεύματα είνε έτι υπό τας εντυπώσεις των τρόμων του -παρελθόντος, ευρίσκοντα δε ολίγην ηρεμίαν, είνε διατεθειμένα να -έχωσι πεποίθησιν. - -Και νυν τι θα ποιήση ο Ροβέρτος Κόρτις; Απλούστατα ό τι ο ορθός -λόγος κελεύει: Να σβεσθή τελείως η πυρκαϊά, να ριφθή εις την -θάλασσαν όλον το φορτίον ή μέρος αυτού, εννοείται δε και το -δοχείον του πικρικού, να φραχθώσιν αι οπαί δι' ών το ύδωρ -εισρέει, και τότε, του πλοίου κουφισθέντος, επωφελούμενοι της -πλημμυρίδος, να εγκαταλίπωμεν τον σκόπελον όσον τάχιστα. - - - -ΙΖ' - - - - — _Συνέχεια της 30 Οκτωβρίου_. — Συνδιαλεχθείς μετά του κ. -Λετουρνέρ περί της ημετέρας καταστάσεως, νομίζω ότι ηδυνήθην να -τον βεβαιώσω ότι η επί της υφάλου διαμονή ημών θα είνε βραχεία, -εάν αι περιστάσεις ηυνόουν ημάς. Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ δεν -φαίνεται συμφωνών. - -«Τουναντίον μάλιστα φοβούμαι, μοι αποκρίνεται, μήπως επί πολύ -μείνωμεν επί των βράχων τούτων! - - — Και διατί; υπέλαβον εγώ. Δεν είνε δα και δύσκολον πράγμα να -ριφθώσιν εις την θάλασαν ολίγαι εκατοστύες δεμάτων βάμβακος, -και δεν θέλει και πολύ, εντός δύο ή τριών ημερών η εργασία -τελειώνει. - - — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, θα εγίνετο τάχιστα η εργασία -αύτη, εάν ηδύνατο το πλήρωμα από σήμερον να την αρχίση. Αλλ' -είνε των αδυνάτων να εισδύση άνθρωπος εις το κύτος του -_Σάνσελλορ_, διότι ο αήρ είνε εκεί ακατάλληλος εις αναπνοήν, -και Κύριος οίδε πόσαι ακόμη ημέραι θα παρέλθωσι πριν κατορθωθή -τούτο, αφ' ού το μεταξύ στρώμα του φορτίου ακόμη καίει. Άλλως -τε και αν άπαξ καταβάλωμεν το πυρ, θα είμεθα άρα γε εις -κατάστασιν να πλεύσωμεν; Όχι! Οφείλομεν να φράξωμεν την -διαρροήν του ύδατος, ήτις θα είνε μεγάλη και να την φράξωμεν -μετά μεγίστης επιμελείας, εάν δεν θέλωμεν να καταποντισθώμεν, -αφ' ού εκινδυνεύσαμεν να καώμεν! Όχι, κύριε Κάζαλλον, δεν -κάθημαι εγώ να απατώμαι, και θα το θεωρήσω ως ευτυχή -περίπτωσιν, εάν εντός τριών εβδομάδων αποπλεύσωμεν εκ του -σκοπέλου τούτου. Είθε δε να μη εγερθή τρικυμία πριν αναχθώμεν -εις το πέλαγος, διότι ο _Σάνσελλορ_ ήθελε κατασυντριβή επί της -υφάλου ταύτης, ήτις τότε θα εγίνετο τάφος ημών!» - -Τω όντι απειλούμεθα υπό του μεγίστου των απειλούντων ημάς -κινδύνων, διότι την μεν πυρκαϊάν θα καταβάλωμεν, το δε πλοίον -θα ανελκύσωμεν, τουλάχιστον τα πάντα πιθανολογούσι τούτο, αλλ' -όμως διατελούμεν εν τη εξουσία μιας πνοής σφοδρού ανέμου. Και -υποτεθέντος ότι το ύψιστον μέρος του σκοπέλου δύναται να -παράσχη ημίν καταφύγιον εν ώρα τρικυμίας, αλλά τι θα γίνωσιν οι -επιβάται και το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_, όταν εκ του πλοίου των -ουδέν άλλο θα υπολείπεται ή απλούν έκβρασμα ναυαγίου; - -«Κύριε Λετουρνέρ, ηρώτησα τότε, έχετε πεποίθησιν εις τον -Ροβέρτον Κόρτις;» - - — Πεποίθησιν άκραν, κύριε Κάζαλλον, και θεωρώ ως χάριν -ουρανόθεν ότι ο πλοίαρχος Χόντλυ ανέθηκεν εις αυτόν την -κυβέρνησιν του πλοίου. Παν ό τι απαιτείται να πράξη διά να μας -εξαγάγη του κακού τούτου στενού, είμαι βεβαιότατος ότι ο -Ροβέρτος Κόρτις θα το πράξη». - -Ερωτώ τον πλοίαρχον ως πόσην ορίζει την διάρκειαν της διαμονής -ημών επί της υφάλου ταύτης, και μοι αποκρίνεται ότι δεν δύναται -ακόμη να την υπολογίση, διότι προ πάντων εξαρτάται εκ των -περιστάσεων, αλλ' ελπίζει ότι η ατμοσφαιρική κατάστασις δεν θα -είνε δύσνους. Τω όντι το βαρόμετρον εξακολουθεί ανερχόμενον -αδιαλείπτως και άνευ ταλαντώσεων, όπως ότε τα ατμοσφαιρικά -στρώματα δεν είνε ακόμη εν καλή ισορροπία. Εν τούτω λοιπόν -υπάρχει σύμπτωμα νηνεμίας διαρκούς, και κατ' ακολουθίαν οιωνός -άριστος υπέρ των εργασιών ημών. - -Άλλως τε ουδεμία ώρα απώλετο, και έκαστος επιλαμβάνεται του -έργου μετά δραστηριότητος. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις προ παντός άλλου διανοείται να κατασβέση την -πυρκαϊάν, ήτις νέμεται έτι το ανώτερον στρώμα των δεμάτων του -βάμβακος υπεράνω της επιφανείας του εν τω κύτει ύδατος. Αλλά -δεν πρόκειται να γίνεται απώλεια χρόνου προς διάσωσιν του -φορτίου . . Πρόδηλον είνε ότι ο μόνος τρόπος της ενεργείας είνε -να καταπνιγή το πυρ μεταξύ δύο στρωμάτων ύδατος. Αι αντλίαι -λοιπόν επαναλαμβάνουσι το έργον των. - -Κατά τας πρώτας ταύτας εργασίας το πλήρωμα εξαρκεί εις τον -χειρισμόν των αντλιών. Οι επιβάται δεν προσεκλήθησαν, αλλ' όμως -είμεθα πάντες έτοιμοι να προσφέρωμεν τους βραχίονας ημών, η δε -επικουρία ημών δεν είνε αξιοκαταφρόνητος, όταν θα προβώμεν εις -την εκφόρτωσιν του πλοίου. Όθεν επί του παρόντος οι κκ. -Λετουρνέρ και εγώ διερχόμεθα την ώραν είτε συνδιαλεγόμενοι, -είτε αναγινώσκοντες, και πλην τούτου εγώ διαθέτω ώρας τινάς εις -την σύνταξιν του ημερολογίου μου. Ο δε μηχανικός Φάλστεν ήττον -κοινωνικός, ασχολείται ατενώς περί τους αριθμούς του ή χαράσσει -σχέδια μηχανών μετά του διαγράμματος, της διατομής και της -ορθογραφίας αυτών. Είθε να δυνηθή, να επινοήση ισχυρόν τι -μηχάνημα δι' ού να ανελκυσθή ο _Σάνσελλορ_. Οι δε σύζυγοι Κηρ -κάθηνται κατά μέρος, και απαλλάσσουσιν ημάς της ανίας του να -ακούωμεν τας αδιαλείπτους αυτών αντεγκλήσεις. Δυστυχώς η μις -Χέρμπυ είνε ηναγκασμένη να μένη μετ' αυτών, και ολίγον τι ή -ουδόλως βλέπομεν την νεάνιδα. Ο δε Σάιλας Χόντλυ ουδαμώς -αναμιγνύεται εις τα της σωτηρίας του πλοίου, εν αυτώ δεν -υπάρχει πλέον ο ναυτικός, και μόλις σώζεται εν αυτώ ο άνθρωπος, -φυτού βίου ζων. Ο τροφοδότης Χόμμπαρτ εκτελεί την συνήθη αυτού -υπηρεσίαν, ως εάν το πλοίον διετέλει διαπλέον τον τακτικόν -αυτού διάπλουν. Είνε δε ο Χόμμπαρτ ούτος ανήρ καθ' υπερβολήν -φιλόφρων, κρυψίνους και καθ' όλου ειπείν ολίγον εν αρμονία προς -τον μάγειρον αυτού Γύγξτροπ, μαύρον κακοπρόσωπον, κτηνώδη το -ήθος και αναιδή, αναμιγνυόμενον δε μετά των άλλων ναυτών πέρα -του πρέποντος. - -Λοιπόν οία δήποτε τέρψις εν τω πλοίω είνε τι σπανιώτατον. -Ευτυχώς μοι επέρχεται όρεξις να εξέλθω εις εξερεύνησιν της -αγνώστου υφάλου, εφ' ής εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_. Ο περίπατος -αναμφιβόλως ούτε μακρός θα είνε ούτε ποικίλος, αλλ' είνε -ευκαιρία να καταλίπω το πλοίον επί τινας ώρας, να μελετήσω -έδαφος ού η αρχή είνε βεβαίως περίεργος. - -Άλλως τε είνε επάναγκες να ληφθή μετ' επιμελείας το σχέδιον της -υφάλου ταύτης, ήτις δεν δεικνύεται εν τοις ναυτικοίς χάρταις. -Νομίζω δε ότι οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ δυνάμεθα να εκτελέσωμεν -μεθ' ικανής ευκολίας την υδρογραφικήν ταύτην εργασίαν, -καταλείποντες τω πλοιάρχω Κόρτις την φροντίδα της συμπληρώσεως, -όταν θα υπολογίση εκ νέου το μήκος και το πλάτος του σκοπέλου -μετά πάσης της δυνατής ακριβείας. - -Η πρότασίς μου γίνεται αποδεκτή υπό των κκ. Λετουρνέρ, η δε -φαλαινίς κομίζουσα βολίδας, μεθ' ενός ναύτου ίνα την κυβερνά, -παρεχωρήθη ημίν, και καταλείπομεν τον _Σάνσελλορ_ την πρωίαν -της 31 Οκτωβρίου. - - - -ΙΗ' - - - - — _Από της 31 Οκτωβρίου μέχρι της 5 Νοεμβρίου_. — Αρχόμεθα -κατά πρώτον περιπλέοντες τον σκόπελον, ού το μήκος είνε περίπου -τέταρτον μιλίου. - -Ο «περίπλους» δε ούτος εκτελείται τάχιστα, ημείς δε ανά χείρας -έχοντες την βολίδα ανευρίσκομεν ότι αι προσελεύσεις της υφάλου -είνε απότομοι και απόκρημνοι, το ύδωρ είνε εσχάτως βαθύ παρά -τους βράχους και δεν είνε αμφίβολον ότι έξαρσις αιφνιδία, ώσις -σφοδρά, οφειλομένη εις την ενέργειαν των πλουτωνείων δυνάμεων, -εξήγαγε τον σκόπελον τούτον έξω της επιφανείας των υδάτων. - -Άλλως τε η αρχή του νησυδρίου δεν είνε συζητήσιμος, ούσα -καθαρώς ηφαιστειακή. Πανταχού υπάρχουσιν όγκοι βασάλτου -διατεθειμένοι εν τελεία τάξει, και ών τα κανονικά πρίσματα -παρέχουσιν όψιν γιγαντιαίας αποκρυσταλλώσεως. Η θάλασσα, είνε -θαυμασίως διαφανής καθέτως της περιμέτρου του σκοπέλου και -δεικνύει την περίεργον δέσμην των πρισματικών στύλων ήτις -υποβαστάζει την υποβρύχιον ταύτην οικοδομήν. - -«Ιδού παράδοξον νησύδριον, λέγει ο κ. Λετουρνέρ, και θα ανέδυσε -βεβαίως νεωστί.» - - — Είνε προφανές, αποκρίνεται ο νέος Ανδρέας· προσθέτω δε ότι -φαινόμενον απαράλλακτον όπως τα φαινόμενα της νήσου Ιουλίας, -επί της ακτής της Σικελίας, και της νήσου Θήρας εν τω Αιγαίω -πελάγει, εδημιούργησε το νησύδριον τούτο ακριβώς εις καιρόν -κατάλληλον διά να δυνηθή ο _Σάνσελλορ_ να καθίση επ' αυτού! - - — Τω όντι, προσέθηκα εγώ, πρέπει να συνέβη έξαρσις κατά το -μέρος τούτο του Ωκεανού, αφ' ού ο σκόπελος ούτος δεν σημειούται -εις τους νεωτάτους ναυτικούς χάρτας· διότι δεν ήτο δυνατόν να -διαφύγη τους οφθαλμούς των ναυτικών, εις το τμήμα τούτο του -Ωκεανού το οποίον συχνάζεται τόσον πολύ. Ας τον εξετάσωμεν -λοιπόν μετά προσοχής και θα τον φέρωμεν εις γνώσιν των -ναυτιλλομένων. - - — Αλλά τις οίδεν εάν δεν εξαφανισθή μετ' ου πολύ ένεκα -φαινομένου ομοίου προς εκείνο το οποίον τον παρήγαγεν, -αποκρίνεται ο Ανδρέας Λετουρνέρ. Ειξεύρετε, κύριε Κάζαλλον, των -ηφαιστειακών τούτων νήσων η διάρκεια είνε συχνάκις εφήμερος και -όταν οι γεωγράφοι θα εγγράψουν το νησύδριον τούτο εις τους -νέους των γεωγραφικούς πίνακας, ίσως δεν θα υπάρχη πλέον! - - — Αδιάφορον, αγαπητέ μοι υιέ, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. -Προτιμότερον να καταδείξωμεν κίνδυνον μη υπάρχοντα, παρά να -παραλείψωμεν κίνδυνον υπάρχοντα. Οι δε ναύται δεν θα έχουν -δικαίωμα να παραπονώνται αν δεν ευρίσκουν πλέον σκόπελον εκεί -όπου θα υπάρχη σημειωμένος! - - — Έχετε δίκαιον, λέγει προς τον πατέρα του ο Ανδρέας, και το -κάτω κάτω της γραφής είνε λίαν δυνατόν το νησύδριον τούτο να -είνε προωρισμένον να διαρκέση όσον και αι ήπειροί μας. Μόνον -εάν μέλλη να εξαφανισθή, ο πλοίαρχος Κόρτις θα ήθελε να γίνη -τούτο μετά τινας ημέρας, αφ' ού διορθώση τας βλάβας του, διότι -ούτω πως θα απηλλάσσετο του κόπου να ανελκύση το πλοίον του. - - — Αλήθεια, Ανδρέα, ανεφώνησα αστεϊζόμενος, αξιοίς να διαθέτης -τα της φύσεως ως άρχων! Θέλεις να αναβιβάζη και να καταβιβάζη -ένα σκόπελον κατά την θέλησίν σου, κατά την ιδίαν σου ανάγκην, -και αφ' ού εδημιούργησε τους βράχους τούτους εξεπίτηδες διά να -βοηθήσωσι να κατασβεσθή η πυρκαϊά του _Σάνσελλορ_, πάλιν να -τους εξαφανίση όταν συ κτυπήσης διά της ράβδου σου, διά να τον -απαλλάξη; - - — Τίποτε άλλο δεν θέλλω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται μειδιών ο -νέος, παρά να ευχαριστήσω τον Θεόν διότι τόσον φανερά μας -επροστάτευσε· ηθέλησε να ρίψη το πλοίον μας επί της υφάλου -ταύτης και πάλιν θα το επαναφέρη εις την θάλασσαν όταν έλθη η -ώρα. - - — Και θα τον βοηθήσωμεν κατά το μέτρον όλων μας των δυνάμεων· -δεν έχει ούτω φίλοι μου; - - — Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, διότι -νόμος της ανθρωπότητος είνε το βοηθείν αλλήλους. Εν τούτοις ο -Ανδρέας έχει δίκαιον αναθέτων την πεποίθησίν του εις τον Θεόν. -Βεβαίως ο άνθρωπος ριψοκινδυνών επί της θαλάσσης, ποιείται -χρήσιν αξιόλογον των ιδιοτήτων άς έλαβεν εκ φύσεως· αλλά επί -του απείρου τούτου Ωκεανού, όταν τα στοιχεία ενσκήπτωσι κατ' -αυτού, αισθάνεται πόσον εύθραστον είνε το φέρον αυτόν πλοίον -και αυτός πόσον είνε ανίσχυρος και αφοπλισμένος! Όθεν νομίζω -ότι το σύμβολον του ναυτικού έπρεπε να είνε: Έχε πεποίθησιν εις -σεαυτόν και πίστιν εις τον Θεόν. - - — Ουδέν αληθέστερον τούτου, κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην εγώ, -και πιστεύω ότι πολλά ολίγοι ναυτικοί υπάρχουσι, των οποίων η -ψυχή να είνε επιμόνως κλειστή εις τας εντυπώσεις της -θρησκείας!» - -Και ούτω πως συνδιαλεγόμενοι εξερευνώμεν τους βράχους τους -αποτελούντας την βάσιν του νησυδρίου, και τα πάντα πείθουσιν -ημάς ότι αρτίως ανεφάνη. Και τω όντι ουδέ έν κογχύλιον υπάρχει -επ' αυτού, ουδέ θύσανος φυκών είνε προσκεκολλημένος επί των -πλευρών του βασάλτου. Εραστής της φυσικής ιστορίας μάτην θα -ανεσκάλευε τον σωρόν τούτον των λίθων, ένθα η φυτική και η -ζωική φύσις δεν επέθηκεν ακόμη τον τύπον της σφραγίδος της. Τα -μαλάκια όλως ελλείπουσιν, ωσαύτως δε και τα υδρόφυτα. Ο άνεμος -δεν έφερεν ακόμη ουδέ έν σπέρμα, και τα θαλάσσια πτηνά ουδόλως -εζήτησαν εν αυτοίς καταφύγιον. Μόνος ο γεωλόγος δύναται να εύρη -ύλην προς αξίαν λόγου μελέτην, εξετάζων την βασαλτικήν ταύτην -θεμελιώδη κατασκευήν, ήτις φέρει τα ίχνη πλουτωνείου -σχηματισμού. - -Την στιγμήν ταύτην η λέμβος ημών επανέρχεται εις την νότιον -άκραν του νησυδρίου εφ' ής εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_ Προτείνω εις -τους συντρόφους μου να αποβιβασθώμεν, και δέχονται την πρότασίν -μου. - -«Εάν τυχόν το νησύδριον έμελλε να εξαφανισθή, λέγει ο Ανδρέας -γελών, πρέπει τουλάχιστον να το έχουν επισκεφθή ανθρώπινα -πλάσματα». - -Η λέμβος προσεγγίζει εις την ακτήν και αποβαίνομεν επί του -βασαλτικού βράχου. Και ο μεν Ανδρέας προηγείται, διότι το -έδαφος είνε αρκούντως βατόν και ο νέος δεν έχει χρείαν -βραχίονος ίνα τον υποστηρίξη. Ο πατήρ του μένει ολίγον τι οπίσω -πλησίον μου, και ιδού αναβαίνομεν εις τον σκόπελον δι' ελαφράς -ανωφερείας, αγούσης εις την υψίστην των κορυφών του. - -Τέταρτον ώρας εξαρκεί ίνα διανύσωμεν το διάστημα τούτο, και -καθήμεθα και οι τρεις επί βασαλτικού πρίσματος, όπερ επιστέφει -τον ύψιστον βράχον του νησυδρίου. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ εξάγει -τότε εκ του θυλακίου του σημειωματάριον και σχεδιάζει τον -σκόπελον, ού το περίγραμμα φαίνεται καθαρώτατα προ των οφθαλμών -ημών εις το πράσινον πεδίον των υδάτων. - -Ο ουρανός είνε αίθριος, η δε θάλασσα, ταπεινή έτι, αποκαλύπτει -τας τελευταίας κορυφάς αίτινες αναδύουσι προς Νότον, -καταλείπουσαι μεταξύ αυτών τον στενόν πόρον όν ηκολούθησεν ο -_Σάνσελλορ_ πριν καθίση. - -Το σχήμα του σκοπέλου είνε αρκούντως παράδοξον και υπενθυμίζει -καθ' όλου το του «χοιρομηρίου της Υόρκης», ού το κεντρικόν -μέρος εξογκούται μέχρι του εξοιδήματος, ού την κορυφήν -κατέχομεν. - -Όθεν ότε ο Ανδρέας εσχεδίασε την περίμετρον του νησυδρίου, -λέγει προς αυτόν ο πατήρ: - -«Αλλά, παιδί μου, συ εσχεδίασες αυτού χοιρομήριον» - - — Μάλιστα, πάτερ μου, αποκρίνεται ο Ανδρέας, χοιρομήριον -βασαλτικόν του οποίου το μέγεθος ήθελεν ευφράνη και τον -ακόρεστον Γαργαντούαν. Και εάν ο πλοίαρχος Κόρτις συναινή, θα -ονομάσωμεν την ύφαλον ταύτην Βραχοχοιρομήριον. - - — Βέβαια ανεφώνησα, το όνομα επιτυχέστατον, Βραχοχοιρομήριον! -Και είθε οι ναυτιλλόμενοι να μη το πλησιάζουν πάρα πολύ, διότι -δεν είνε διά τα δόντια των!» - -Κατά την νότιον εσχατιάν του νησυδρίου είχε ψαύση ο -_Σάνσελλορ_, τούτ' έστι επί της λαβής αυτής του χοιρομηρίου και -εν τω ορμίσκω τω σχηματιζομένω υπό της κοιλότητος της λαβής -ταύτης. Είνε δε κεκλιμένος επί του δεξιού ισχίου και εις -μέγιστον βαθμόν την στιγμήν ταύτην, διότι η παλίρροια είνε καθ' -υπερβολήν ταπεινή. - -Αποπερατωθέντος του σχεδίου του Ανδρέου Λετουρνέρ, καταβαίνομεν -δι' ετέρας κλιτύος ηρέμα κατερχομένης προς δυσμάς, και μετ' ού -πολύ παρίσταται προ των οφθαλμών ημών άντρον κομψότατον. Βλέπων -τις αυτό θα έλεγεν αληθώς ότι είνε έργον αρχιτεκτονικόν, ρυθμού -εξ εκείνων ούς η φύσις ίδρυσεν ανά τας νήσους Εβρίδας και -ειδικώτερον εν τη νήσω Στάφφα. Οι κκ. Λετουρνέρ οίτινες έχουσιν -επισκεφθή το Φιγγάλειον άντρον, ανευρίσκουσιν αυτό ενταύθα, -ολόκληρον, αλλά μικροτέρων διαστάσεων. Η αυτή διάθεσις των -ομοκέντρων πρισμάτων προερχομένη εκ του τρόπου της ψύξεως των -βασαλτών· το αυτό επιστέγασμα εκ μαύρων δοκών, ών αι συναρμογαί -είνε πεφραγμέναι διά κίτρινης ύλης· η αυτή ακρίβεια των -πρισματικών γωνιών, ών τας κόψεις η γλυφίς κοσμηματοποιού δεν -ήθελε καλλιτεχνήση καθαρώτερον, τέλος ο αυτός βρόμος του αέρος -διά μέσου των ηχηρών τούτων βασαλτών, εξ ού οι Γαέλσοι, ο -αρχαίος ούτος λαός της Ιρλανδίας και Σκωτίας, εδημιούργησαν τας -άρπας των Φιγγαλείων σκιών. - -Κατά τούτο δε μόνον διαφέρει του άντρου της Στάφφας, ότι εκεί -μεν το έδαφος είνε σινδών υγρά, ενταύθα δε μόνον τα μεγάλα -κύματα δύνανται να προσβάλλωσι το άντρον και το μεταξύ των -πρισματικών στύλων αποτελεί στερεόν λιθόστρωτον. - -«Προς τούτοις, παρατηρεί ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το μεν άντρον της -Στάφφας είνε ευρύχωρος γοτθική εκκλησία, τούτο δε είνε -παρεκκλήσιον μόνον της μητροπόλεως εκείνης! Αλλά τις θα ήλπιζε -ποτε να εύρη τοιούτον θαυμάσιον επί αγνώστου υφάλου του -Ωκεανού!» - -Αναπαυθέντες επί μίαν ώραν εν τω άντρω, πορευόμεθα κατά μήκος -της παραλίας του νησυδρίου και επανερχόμεθα εις τον _Σάνσελλορ_ -Ο Ροβέρτος Κόρτις πληροφορείται περί των ανακαλύψεών μας και -εγγράφει το νησύδριον επί του χάρτου του μετά του ονόματος όπερ -έδωκεν αυτώ ο Ανδρέας. - -Κατά τας επομένας ημέρας ουδέποτε παρημελήσαμεν να εξερχώμεθα -εις περίπατον μέχρι του άντρου του Βροχοχοιρομηρίου, ένθα -διερχόμεθα ώρας τινάς ευαρέστους. Το επεσκέφθη και ο Ροβέρτος -Κόρτις, αλλ' ως άνθρωπος απησχολημένος περί παν άλλο ή περί τον -θαυμασμόν φυσικού θαυμασίου. Και ο Φάλστεν ήλθεν άπαξ ίνα -εξετάση την φύσιν των βράχων και θραύση τεμάχιά τινα μετά της -ασπλαγχνίας γεωλόγου. Ο μίστερ Κηρ δεν ηθέλησε να ταραχθή, και -έμεινε περιωρισμένος εν τω πλοίω. Είπον τη μίσιζ Κηρ να μας -συνοδεύση εν μια των εκδρομών ημών, αλλ' απέκρουσε την πρότασίν -μου φοβουμένη μη την ενοχλήση η επιβίβασις εις την λέμβον ή την -καταλάβη ο ελάχιστος κάματος. - -Και ο κ. Λετουρνέρ είπε προς την μις Χέρμπυ εάν ευαρεστήται να -επισκεφθή την ύφαλον. Η νεάνις ενόμισεν ότι ηδύνατο να αποδεχθή -την πρότασίν ταύτην, ευτυχής διότι έμελλε να λυτρωθή, έστω και -επί μίαν ώραν, της ιδιοτρόπου τυραννίας της κυρίας της. Αλλ' -ότε παρακάλεσε την μίσιζ Κηρ να τη δώση άδειαν εξόδου, η μίσιζ -Κηρ αρνείται διαρρήδην. - -Πειραχθείς επί τη διαγωγή ταύτη, μεσολαβώ παρά τη μίσιζ Κηρ -υπέρ της μις Χέρμπυ. Ανάγκη να αγωνισθώ, αλλ' επειδή ήδη είχον -τύχη της ευκαιρίας να παράσχω υπηρεσίας τινάς εις την φίλαυτον -επιβάτριαν, και επειδή δυνατόν να λάβη χρείαν εμού εν τω -μέλλοντι, υπεχώρησε τέλος εις τας επιμόνους παρακλήσεις μου. - -Λοιπόν η μις Χέρμπυ συνοδεύει ημάς πολλάκις εν τοις ανά μέσον -των βράχων περιπάτοις· πολλάκις ωσαύτως αλιεύομεν εν τη παραλία -του νησυδρίου και γευματίζομεν φαιδρώς εν τω άντρω, εν ώ αι -βασαλτικαί άρπαι δονούνται υπό της πνοής του ανέμου. Είμεθα -όντως ευτυχείς βλέποντες την μις Χέρμπυ ευφραινομένην, διότι -αισθάνεται εαυτήν επί τινας ώρας ελευθέραν. Βεβαίως το -νησύδριον είνε μικρόν, αλλ' ουδέν εν τω κόσμω ουδέποτε εφάνη τη -νεάνιδι ούτω μέγα. Και ημείς δε αγαπώμεν την άγονον ταύτην -ύφαλον, και μετ' ου πολύ δεν θα υπάρχη λίθος όστις να μη είνε -γνωστός ημίν, ουδέ ατραπός ήν να μη διήλθομεν πολλάκις μετά -χαράς. Είνε γη ευρεία παραβαλλομένη προς το στενόν κατάστρωμα -του _Σάνσελλορ_, και είμαι βέβαιος ότι την ώραν της αναχωρήσεως -θα την καταλίπωμεν ουχί άνευ λύπης. - -Περί δε της νήσου Στάφφας ο Ανδρέας Λετουρνέρ πληροφορεί ημάς -ότι ανήκει τη οικογένεια των Μακ Δόναλδ, οίτινες την -εκμισθώνουσιν ετησίως αντί δώδεκα λιρών στερλινών, ό έστι -τριακοσίων δραχμών. - -«Λοιπόν, κύριοι, ερωτά η μις Χέρμπυ, νομίζετε ότι ήθελεν -ενοικιάση τις αυτήν εδώ περισσότερον του ημίσεος ταλλήρου; - - — Ουδέ αντί μιας δεκάρας, μις, είπον εγώ γελών. Μήπως -σκοπεύετε να την εκμισθώσετε; - - — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται η νεάνις καταστέλλουσα -στεναγμόν, και όμως εδώ ίσως είνε το μόνον μέρος όπου ησθάνθην -ευτυχίαν. - - — «Και εγώ!» ψιθυρίζει ο Ανδρέας. - -Πολλά εγκρύπτονται δεινά εν τη αποκρίσει ταύτη της μις Χέρμπυ! -Η νεάνις, άπορος, ορφανή, άνευ φίλων δεν εύρεν ακόμη την -ευτυχίαν — ολίγων τινών στιγμών ευτυχίαν — , αλλαχού, ή επί -αγνώστου βράχου του Ατλαντικού Ωκεανού! - - - -ΙΘ' - - - - — _Από της 6 μέχρι της 15 Νοεμβρίου_ — Τας πρώτας πέντε -ημέρας, αφ' ότου εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_, ατμοί δριμείς και -πυκνοί εκθρώσκουσιν από του κύτους αυτού, έπειτα κατά μικρόν -ηλαττώθησαν, και τη 6 Νοεμβρίου δυνάμεθα να θεωρήσωμεν την -πυρκαϊάν ως εσβεσμένην. Εν τούτοις, κατά μέτρον συνετόν ο -Ροβέρτος Κόρτις κελεύει να εξακολουθήση ο χειρισμός των -αντλιών, ώστε το σκάφος είνε ήδη τεθαλασσωμένον μέχρι του ύψους -του μεταφράγματος. Μόνον δε όταν είνε άμπωτις, το ύδωρ -ταπεινούται και εν τω κύτει, και αι δύο υγραί επιφάνειαι -ισορροπούσιν ένδοθεν και έξωθεν. - -«Όπερ αποδεικνύει, λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι η διαρροή είνε -σημαντική, αφ' ού η εκροή γίνεται μετά τοσαύτης ταχύτητος. - -Και όντος το ρήγμα το γενόμενον εν τω σκάφει δεν έχει -επιφάνειαν ολιγωτέραν των τεσσάρων τετραγωνικών ποδών. Εκ των -ναυτών ο Φλαιπόλ ριφθείς εις την θάλασσαν κατά την ώραν της -αμπώτιδος ανεγνώρισε την θέσιν και την σπουδαιότητα της -ναυφθορίας. Η διαρροή ανοίγεται τριάκοντα πόδας επί του -έμπροσθεν του πηδαλίου και τρεις επηγκενίδες [59] συνετρίβησαν -υπό της οξείας κορυφής βράχου τινός, δύο σχεδόν πόδας υπεράνω -του κανθού της τρόπιδος. Η σύρραξις εγένετο μετ' άκρας -σφοδρότητος, διότι και το πλοίον όντως ήτο βαρέως πεφορτισμένον -και η θάλασσα εκυμαίνετο. Είνε μάλιστα εκπλήξεως άξιον ότι το -σκάφος δεν ερράγη πολλαχού. Ως προς δε την διαρροήν θα είνε άρα -γε εύκολον να φραχθή; τούτο θα γνωσθή όταν, του φορτίου -εξαχθέντος ή μετατοπισθέντος, θα δυνηθή ο ξυλουργός να εισδύση -μέχρι αυτής. Αλλ' απαιτούνται δύο έτι ημέραι πριν γίνη δυνατόν -να εισδύση τις εις το κύτος του _Σάνσελλορ_ και να ανελκύση τα -δέματα του βαμβακίου ών εφείσθη το πυρ. - -Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μένει αργός, τη μετά ζήλου δε -βοηθεία του πληρώματος αξιολογώτατα έργα ετελέσθησαν. - -Ούτως ο πλοίαρχος αναστηλώνει τον ιστόν του επιδρόμου, όστις -είχε καταπέση την στιγμήν καθ' ήν εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_, και -είχον κατορθώση να τον ανελκύσωσιν επί της υφάλου μεθ' όλης -αυτού της εξαρτίας. Αμείβοντες ετοποθετήθησαν εν τη πρύμνη και -η στήλη του ιστού κατωρθώθη να τεθή πάλιν επί του παλαιού -τεθραυσμένου τεμαχίου, όπερ ο ξυλουργός Δαούλας επίτηδες -ενέσκαψε. Κατάλληλα δε άμβολα, συγκρατούμενα δι' ισχυρών -επιδέσμων και γόμφων σιδηρών, εξασφαλίζουσι την ένωσιν των δύο -τεθραυσμένων τεμαχίων. - -Τούτου δε γενομένου, όλη η εξαρτία εξετάζεται επιμελώς, οι -επίτονοι, οι παράτονοι, οι πρότονοι εντείνονται εκ νέου, ιστία -τινά αλλάσσονται, και τα σχοινιά των τροχίλων [60] καταλλήλως -αποκατασταθέντα θα καταστήσωσι τον πλουν ημών ασφαλέστερον. - -Πλείστη όση εργασία γίνεται κατά τε την πρύμναν και την πρώραν -του πλοίου, διότι το επίστεγον και η θέσις του πληρώματος -εβλάβησαν δεινώς υπό των φλογών. Εντεύθεν επάναγκες τα πάντα να -αποκατασταθώσιν, όπερ απαιτεί χρόνον και φροντίδας. Χρόνος δεν -ελλείπει, και δυνάμεθα μετ' ου πολύ να εισέλθωμεν πάλιν εις -τους θαλάμους ημών. - -Την ογδόην του μηνός μόνον κατωρθώθη να γίνη επωφελώς αρχή της -εκφορτώσεως. Επειδή δε τα δέματα του βάμβακος είνε -τεθαλασσωμένα εν τω ύδατι, όπερ πληροί το κύτος εν ώρα -πλημμυρίδος, τα σύσπαστα ετοποθετήθησαν υπεράνω των καθεκτών, -και παρέχομεν χείρα βοηθείας εις τους άνδρας του πληρώματος -προς ανέλκυσιν των βαρέων τούτων δεμάτων, άτινα κατά το -πλείστον είνε όλως εφθαρμένα. Τα επιβιβάζομεν ανά έν επί της -φαλαινίδος — και μεταβιβάζονται επί του νησυδρίου. - -Αφαιρεθέντος ούτω του πρώτου στρώματος του φορτίου, δέον να -φροντίσωμεν όπως αντλήσωμεν, εν μέρει τουλάχιστον, το ύδωρ το -πληρούν το κύτος. Εντεύθεν επάναγκες να φράξωμεν όσον οίον τε -στεγανώς την οπήν, ήν ο βράχος εποίησεν εν τω σκάφει του -πλοίου. Έργον δυσχερές μεν, αλλ' όπερ ο τε ναύτης Φλαιπόλ και ο -αρχιναύτης εκτελούσι μετά ζήλου κρείττονος οίου δήποτε επαίνου, -κατά την ώραν της αμπώτιδος, βυθιζόμενοι μέχρι υπό το δεξιόν -ισχίον, ίνα καθηλώσωσι φύλλον χαλκού επί της οπής· αλλ' επειδή -το φύλλον τούτο δεν θα δυνηθή να υπομείνη την πίεσιν, όταν η εν -τω πλοίω επιφάνεια του ύδατος θα κατέλθη διά της ενεργείας των -αντλιών, ο Ροβέρτος Κόρτις αποπειράται να εξασφαλίση την -έμφραξιν της οπής, επισωρεύων δέματα βάμβακος επί των -τεθραυσμένων επηγκενίδων. Το υλικόν είνε άφθονον και μετ' ου -πολύ ο πυθμήν του _Σάνσελλορ_ είνε ως υπεστρωμένος διά των -βαρέων και αδιαβρόχων τούτων δεμάτων, άτινα, ελπίζομεν, θα -επιτρέψωσιν εις το φύλλον του χαλκού να ανθέξη έτι μάλλον. - -Η επίνοια του πλοιάρχου επέτυχεν, ως τούτο καταφαίνεται άμα τη -κινήσει των αντλιών, διότι η επιφάνεια του ύδατος εν τω κύτει -κατέρχεται κατά μικρόν και οι άνδρες δύνανται να εξακολουθήσωσι -την εκφόρτωσιν. - -«Είνε λοιπόν πιθανόν, λέγει ημίν ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι θα -δυνηθώμεν να επιτύχωμεν την βλάβην και να την διορθώσωμεν -εσωτερικώς. Βεβαίως προτιμότερον θα ήτο να κατακλίνωμεν το -πλοίον και να αντικαταστήσωμεν τας επηγκενίδας, αλλά μ' -ελλείπουν τα μέσα διά να επιχειρήσω τόσον μέγα έργον. Έπειτα δε -θα μ' εμπόδιζεν ο φόβος μήπως επέλθη κακοκαιρία εν ώ το πλοίον -θα είνε πλαγιασμένον, και τότε θα εξετίθετο εις την διάθεσιν -των κυμάτων. Εν τούτοις νομίζω καθήκον μου να σας διαβεβαιώσω -ότι η διαρροή θα φραχθή δεόντως και θα δυνηθώμεν εντός ολίγου -να δοκιμάσωμεν να καταπλεύσωμεν εις την ακτήν μετ' ασφαλείας -ικανής. - -Μετά διήμερον εργασίαν το ύδωρ κατά μέγα μέρος είχεν εξαντληθή, -και η εκφόρτωσις των τελευταίων δεμάτων του φορτίου εγένετο -άνευ δυσχερείας. Εδέησε δε να βοηθήσωμεν και ημείς εις τον -χειρισμόν των αντλιών προς ανακούφισιν του πληρώματος, -εξετελέσαμεν δε τούτο μετ' ευσυνειδησίας. Και ο Ανδρέας -Λετουρνέρ, και φιλάσθενος ών, ηνώθη μεθ' ημών και έκαστος -εξετέλεσε κατά δύναμιν το καθήκον του. - -Και όμως αύτη είνε κοπιώδης εργασία και δεν δυνάμεθα να την -εξακολουθήσωμεν πολλήν ώραν άνευ διακοπής προς ανάπαυσιν. Η -χειρ και οι νεφροί τάχιστα κατακόπτωνται υπό της διαδρομής των -μοχλών της αντλίας και εννοώ ότι οι ναύται δυσχεραίνουσι το -έργον τούτο. Προσέτι δε εκτελούμεν αυτό επί όροις ευνοϊκοίς, -καθ' όσον το πλοίον κείται επί βυθού στερεού, και δεν είνε υπό -τους πόδας ημών βάραθρον. Δεν υπερασπίζομεν την ζωήν ημών -εναντίον θαλάσσης εισβαλλούσης, και δεν πρόκειται αγών μεταξύ -ημών και ύδατος εισρέοντος καθ' όσον ημείς εξάγομεν αυτό. Είθε -να μη υποβληθώμεν ποτε εις τοιαύτην δοκιμασίαν επί πλοίου -βυθιζομένου! - - - - -Κ' - - - - — _Από της 15 μέχρι της 20 Νοεμβρίου_. — Σήμερον καθωρθώθη να -γίνη η επίσκεψις του κύτους. Τέλος ανεκαλύφθη και το δοχείον -του πικρικού κατά την πρύμναν, έν τινι μέρει όπου δεν είχεν -ευτυχώς φθάση το πυρ, το δοχείον είνε άθικτον, ουδέ εβλάβη υπό -του ύδατος το περιεχόμενον. Απετέθη δε εν ασφαλεί τόπω κατά την -εσχατιάν του νησυδρίου. Αλλά διατί δεν το ρίπτουσι παρευθύς εις -την θάλασσαν; αγνοώ, αλλά τέλος δεν το έρριψαν. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας κατά την επίσκεψιν αυτών -βεβαιούσιν ότι το κατάστρωμα και τα υποστηρίγματα αυτού έχουσι -πάθη ολιγώτερον ή όσον ενομίζομεν. Η μεγίστη θερμότης εις ήν αι -παχείαι αύται σανίδες και αι ισχυραί δοκοί υπεβλήθησαν, τας -εκύρτωσε μεν, αλλά δεν τας έφαγε βαθέως, και η ενέργεια του -πυρός φαίνεται ότι ειδικώτερον κατηυθύνθη προς τας πλευράς του -σκάφους. - -Τω όντι επί μέγιστον μήκος η εντερόνεια, τούτ' έστιν αι σανίδες -της εσωτερικής επιφανείας του πλοίου, κατεβροχθίσθη υπό των -φλογών, άκραι γόμφων ξυλίνων απηνθρακωμένων εξέχουσι τήδε -κακείσε, και δυστυχώς τα εγκοίλια είνε τα μάλιστα εφθαρμένα, το -στυπείον των γομφώσεων και των αρμών έχει χαλαρωθή, και -δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως θαύμα ότι το πλοίον από πολλού δεν -διερράγη. - -Ομολογητέον δυσάρεστοι περιστάσεις είνε αύται. Ο _Σάνσελλορ_ -υπέστη βλάβας τοιαύτας, ώστε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται -προφανώς να τας θεραπεύση διά των περιορισμένων μέσων ά -διαθέτει, και δεν θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον του στερεόν -προς μακρόν διάπλουν. - -Όθεν ο πλοίαρχος και ο ξυλουργός επανέρχονται σφόδρα -εμφρόντιδες. Αι βλάβαι είνε αληθώς ούτω σπουδαίαι, ώστε ο -πλοίαρχος εάν ήτο επί νήσου και ουχί επί σκοπέλου, όν η θάλασσα -δύναται να σαρώση από ώρας εις ώραν, δεν ήθελε διστάση να -διαλύση το πλοίον και να ναυπηγήση άλλο μικρότερον, εις ό θα -ηδύνατο να έχη τουλάχιστον πεποίθησιν. - -Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις αποφασίζει τάχιστα, και καλέσας πάντας, -επιβάτας τε και πλήρωμα, επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_, -λέγει. - -«Φίλοι μου, αι βλάβαι είνε σπουδαιότεραι παρ' όσον υπεθέτομεν, -και το σκάφος του πλοίου είνε πολύ βεβλαμμένον. Επειδή δε το -μεν, ουδέν μέσον έχομεν προς επισκευήν, το δε, όντες επί του -νησυδρίου τούτου εις την διάκρισιν της ελαχίστης τρικυμίας, δεν -έχομεν τον καιρόν να ναυπηγήσωμεν άλλο, ιδού τι προτίθεμαι να -πράξω. Να φραχθή η διαρροή όσον οίον τε στερεώς και να -καταπλεύσωμεν εις τον εγγύτατον λιμένα. Απέχομεν οκτακόσια -μόνον μίλια από της ακτής του Παραμαρίβου, της βορείου παραλίας -της Ολλανδικής Γουυάνης, και εντός δώδεκα ημερών, καιρού -βοηθούντος, θα εύρωμεν εκεί καταφύγιον!» - -Τι άλλο ηδυνάμεθα να πράξωμεν; Όθεν η απόφασις του Ροβέρτου -Κόρτις εγένετο αποδεκτή ομοθύμως. - -Τότε δε ο Δαούλας και οι βοηθοί καταγίνονται να φράξωσιν -εσωτερικώς την διαρροήν και στερεώσωσι κατά το δυνατόν τα -πυρίβρωτα ζεύγη των εγκοιλίων. Αλλ' είνε πολύ προφανές ότι ο -_Σάνσελλορ_ δεν παρέχει ασφάλειαν επαρκή προς μακρόν πως -διάπλουν, και ότι θα κηρυχθή άχρηστος άμα προσορμισθείς εις τον -πρώτον τυχόντα λιμένα. - -Ο ξυλουργός διανάπει και τους εξωτερικούς αρμούς των -επηγκενίδων εν τω μέρει του σκάφους, όπερ μένει έξω των υδάτων -κατά την ώραν της αμπώτιδος· αλλά δεν δύναται να επισκεφθή το -μέρος το μένον υπό το ύδωρ και κατά την ώραν της αμπώτιδος, -οφείλει δε να αρκεσθή εις εσωτερικήν τινα επισκευήν. - -Αι διάφοροι αύται εργασίαι διήρκεσαν μέχρι της 20 του μηνός. -Την ημέραν δε ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, ποιήσας ήδη παν ό τι -ήτο ανθρωπίνως δυνατόν προς επισκευήν του πλοίου του, -αποφασίζει να το εξαγάγη αύθις. - -Περιττόν δε να είπωμεν ότι, από της στιγμής καθ' ήν το κύτος -εκενώθη του τε φορτίου και του περιεχομένου ύδατος, ο -_Σάνσελλορ_ δεν έπαυσεν επιπλέων και προ της πλημμυρίδος. -Επειδή δε προνοήσαντες είχον αγκυρώση αυτόν κατά τε την πρώραν -και την πρύμναν, δεν ενέπεσεν εις την ύφαλον, αλλά διέμεινεν εν -τη μικρά εκείνη φυσική λεκάνη, προφυλαττόμενος δεξιόθεν και -αριστερόθεν υπό των βράχων ούς δεν κατακλύζει ουδέ η μεγίστη -παλίρροια. Αλλ' ευρίσκεται όμως ότι η λεκάνη αύτη κατά το -ευρύτατον αυτής δύναται να επιτρέψη τω _Σάνσελλορ_ να εκτελέση -ελιγμόν πλήρη, ο δε χειρισμός ούτος γίνεται ευκόλως διά ρυμάτων -προσδεθέντων επί του σκοπέλου ούτως, ώστε το πλοίον έχει νυν -εστραμμένην την πρώραν προς Νότον. - -Φαίνεται λοιπόν ότι θα είνε εύκολον να απαλλάξωμεν τον -_Σάνσελλορ_ είτε επαιρομένων των ιστίων εάν ο άνεμος είνε -ούριος, είτε, εάν είνε εναντίος, προέλκοντες αυτόν μέχρι έξω -του πόρου. Εν τούτοις η εργασία παρέχει τινάς δυσχερείας, περί -ών θα γίνη ανάγκη να προνοήσωμεν. Τω όντι η είσοδος του πόρου -φράσσεται υπό τινος τρόπον τινά καμάρας εκ βασάλτου, ής άνωθεν, -εν ώρα πλημμυρίδος, υψούται το ύδωρ μόλις όσον απαιτείται εις -το βύθισμα του _Σάνσελλορ_, ει και είνε αφερμάτιστος. Διήλθε δε -υπεράνω της καμάρας ταύτης πριν καθίση, διότι, επαναλαμβάνω, -επήρθη υπό κύματος υπερμεγέθους και υπ' αυτού ερρίφθη εις την -λεκάνην. Άλλως τε την ημέραν ταύτην ήτο ού μόνον παλίρροια -νουμηνίας, αλλά και η σημαντικωτάτη του έτους, πολλοί δε μήνες -δέον να παρέλθωσι πριν επαναληφθή τοσούτον ισχυρά παλίρροια -ισημεριακή. - -Λοιπόν είνε προφανές ότι ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να -αναμένη πλείονας μήνας. Σήμερον είνε μεγάλη παλίρροια συζυγίας -και οφείλει να ωφεληθή αυτήν εις απαλλαγήν του πλοίου του. -Έπειτα δε, άπαξ εξαχθέν της λεκάνης, θα το ερματίση [61], ώστε -να δύναται να φέρη ιστία, και θα αρμενίση. - -Ακριβώς ο άνεμος είνε καλός, διότι είνε Μέσης (ΒΑ), και κατ' -ακολουθίαν, προς την διεύθυνσιν του πόρου. Αλλ' ο πλοίαρχος -ελλόγως δεν σπεύδει να καθελκύση πλησίστιον και εναντίον -κωλύματος δυναμένου κάλλιστα να το αναχαιτίση, πλοίον ού η -στερεότης είνε νυν τα μάλιστα προβληματώδης. Λοιπόν -συσκεψάμενος μετά του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του ξυλουργού και -του αρχιναύτου, αποφασίζει ίνα ο _Σάνσελλορ_ προελκυσθή. Κατ' -ακολουθίαν προστίθεται κατά την πρύμναν άγκυρα, εάν τυχόν, της -επιχειρήσεως αποτυχούσης, γίνη χρεία να επαναχθή το πλοίον εις -το αγκυροβόλιον έπειτα δε δύο άλλαι άγκυραι φέρονται έξω του -πόρου, ού το μήκος δεν υπερβαίνει τους διακοσίους πόδας. Τότε -δε αλύσεις προστίθενται εις το βαρουλκόν, το πλήρωμα -επιλαμβάνεται των σκυταλών του βαρούλκου, και την τετάρτην ώραν -μετά μεσημβρίαν ο _Σάνσελλορ_ άρχεται κινούμενος. - -Τη 4 ώρα και 23' η παλίρροια θα είνε πλήρης. Όθεν δέκα λεπτά -πρότερον το πλοίον ειλκύσθη όσον επέτρετε το βύθισμά του· αλλά -το πρόσθιον της τρόπιδος μετ' ου πολύ ήγγισεν ελαφρά επί της -καμάρας και εδέησε να σταθή εκεί. - -Και νυν, επειδή η κατωτέρα άκρα της στείρας [62] υπερέβη το -κώλυμα, ουδείς πλέον λόγος υπάρχει ίνα ο Ροβέρτος Κόρτις μη -ενώση την ενέργειαν του ανέμου προς την μηχανικήν δύναμιν του -βαρούλκου. Όθεν τα τε κατώτερα και τα ανώτερα ιστία -αναπτύσσονται και ευθετίζονται προς τον ούριον άνεμον. - -Και ήδη είνε η κατάλληλος στιγμή, η θάλασσα νηνεμεί. Επιβάται -και ναύται επιλαμβάνονται των σκυταλών του βαρούλκου. Και οι -κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ κρατούμεν την προς τα δεξιά -σκυτάλην, ο δε Ροβέρτος Κόρτις είνε επί του επιστέγου επιτηρών -την ιστιοφορίαν, ο δε υποπλοίαρχος επί του πρωραίου -καταστρώματος, ο δε αρχιναύτης επί του πηδαλίου. - -Ο _Σάνσελλορ_ αισθάνεταί τινας κλονισμούς και η εξοιδουμένη -θάλασσα υπεγείρει αυτόν ελαφρά, αλλ' ευτυχώς είνε ήρεμος. - -«Εμπρός, φίλοι μου, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις διά της ηρεμαίας -και πεποίθησιν εμποιούσης φωνής του. Δύναμιν, και όλοι μαζί, -εμπρός!» - -Αι σκυτάλαι του βαρούλκου κινούνται, ακούεται ο οξύς τριγμός -των κατακλείδων [63], αι δε αλύσεις εντεινόμεναι κατά μικρόν -κατατρίβουσι τους οφθαλμούς της πρώρας. Ο άνεμος επιτείνεται -και επειδή το πλοίον δεν δύναται να λάβη ταχύτητα επαρκή, οι -ιστοί κάμπτονται ωθούμενοι υπό των ιστίων. Το πλοίον προέβη -εικοστύν τινα ποδών. Και τις των ναυτών άδει τι εκ των -λαρυγγωδών εκείνων ασμάτων, ών ο ρυθμός επιβοηθεί εις το να -καταστήση τας κινήσεις των εργαζομένων ταυτοχρόνους. - -Αι προσπάθειαι ημών διπλασιάζονται και ο _Σάνσελλορ_ τρέμει . . -. - -Αλλά μάταιαι προσπάθειαι. Ήδη άρχεται η άμπωτις και δεν θα -δυνηθώμεν να διέλθωμεν. - -Αλλά, αφ' ής στιγμής το πλοίον δεν δύναται να διαβή, δεν -δύναται να μείνη ταλαντευόμενον επί της καμάρας ταύτης, διότι -κατά την άμπωτιν ήθελε συντριβή. Κελεύσαντος του πλοιάρχου, τα -ιστία συστέλλονται ταχέως, η δε άγκυρα η κατά την πρύμναν ευθύς -ήδη θα χρησιμεύση. Στιγμή δεν πρέπει να παρέλθη μάτην. -Στρέφομεν προς ανάκρουσιν και επίκειται στιγμή δεινής αγωνίας . -. . Αλλ' ο _Σάνσελλορ_ ολισθαίνει επί της τρόπιδος και -επαναπίπτει εις την λεκάνην, ήτις νυν χρησιμεύει ως ειρκτή -αυτού. - -«Λοιπόν, πλοίαρχε, ερωτά τότε ο αρχιναύτης, πώς θα περάσωμεν; - - — Δεν ειξεύρω, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' όμως θα -περάσωμεν.» - - - -ΚΑ' - - - - — _Από της 21 μέχρι της 23 Νοεμβρίου_ — Τω όντι επάναγκες είνε -να εγκαταλίπωμεν την στενήν ταύτην λεκάνην και άνευ αναβολής, -διότι ο καιρός ο ευνοήσας ημάς καθ' όλον τον μήνα Νοέμβριον -κινδυνεύει να μεταβληθή. Το βαρόμετρον κατήλθε από της χθες και -σάλος άρχεται εγειρόμενος περί το νησύδριον, όπερ δεν είνε -κατάλληλος και ασφαλής διαμονή εν ώρα τρικυμίας, διότι ο -_Σάνσελλορ_ θα κατεκερματίζετο. - -Την εσπέραν ταύτην μάλιστα κατά την άμπωτιν ο Ροβέρτος Κόρτις, -ο Φάλστεν, ο αρχιναύτης, ο Δαούλας και εγώ μετέβημεν εις -εξέτασιν της καμάρας, ήτις είνε νυν έξω των υδάτων. Είς μόνος -τρόπος διαβάσεως υπάρχει, να φάγωμεν την επιφάνειαν της καμάρας -διά σιδηρών μοχλών εις πλάτος δέκα ποδών και μήκος έξ· οκτώ δε -ή εννέα δακτύλων ταπείνωσις της επιφανείας θα αρκή εις το -βύθισμα το _Σάνσελλορ_· θα διέλθη δε την μικράν ταύτην διώρυχα, -βάλλων μετά προσοχής σημεία εντός αυτής, και θα ευρεθή αύθις -πέραν των υδάτων, άτινα αμέσως γίνονται βαθέα. - -«Αλλά ο βασάλτης αυτός ήνε σκληρός σαν γρανίτης, παρατηρεί ο -αρχιναύτης, και θα χρειασθή πολύ εργασία, αφ' ού μάλιστα μόνον -όταν χαμηλώνουν τα νερά θα ειμπορή να γίνη, ό έστι μόλις δύο -ώρας εις τας είκοσιτέσσαρας. - - — Ίσα ίσα είς λόγος διά να μη χάσωμεν μίαν στιγμήν, -αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις. - - — Αι, καπετάνιε, λέγει ο Δαούλας, θα έχωμεν διά ένα μήνα! Τάχα -δεν θα ήτο δυνατόν να ανατινάξωμεν τους βράχους; Πυρίτιδα -έχομεν εις το πλοίον. - - — Πολύ ολίγην, αποκρίνεται ο αρχιναύτης!» - -Η κατάστασις ημών είνε εις άκρον σπουδαία. Ενός μηνός εργασία! -Αλλά εντός ενός μηνός το πλοίον θα είνε διαλελυμένον υπό της -θαλάσσης! - -«Έχομεν καλλίτερον παρά πυρίτιδα, λέγει τότε ο Φάλστεν. - - — Τι; ερωτά ο Ροβέρτος Κόρτις, στρεφόμενος προς τον μηχανικόν. - - — Πικρικόν κάλι!» αποκρίνεται ο Φάλστεν. - -Πικρικόν κάλι, τω όντι! Το δοχείον το επιβιβασθέν υπό του -μακαρίτου Ρόμπυ, η εκρηκτική ουσία ήτις μικρού δειν ανετίναξε -το πλοίον, θα ανατινάξη αξιόλογα το κώλυμα! Μία οπή αρκεί να -ανοιχθή επί του βασάλτου και η καμάρα δεν θα υπάρχη πλέον! - -Το δοχείον του πικρικού, ως είπον ανωτέρω, απετέθη επί της -υφάλου εν τόπω ασφαλεί. Ευτυχώς πάνυ, θεία φώτισις ήτο και δεν -το ερρίψαμεν εις την θάλασσαν ότε εξήχθη εκ του κύτους. - -Και οι μεν ναύται μεταβαίνουσιν εις εύρεσιν μοχλών, ο δε -Δαούλας οδηγούμενος υπό του Φάλστεν επιχειρεί να ανοίξη οπήν -υπονόμου κατά την διεύθυνσιν ήτις οφείλει να παραγάγη το -άριστον αποτέλεσμα. Τα πάντα δε επιτρέπουσιν ημίν να ελπίζωμεν -ότι η υπόνομος θα αποπερατωθή εντός της νυκτός και ότι αύριον -άμα τη ημέρα, της εκρήξεως παραγαγούσης το ποθούμενον -αποτέλεσμα, ο πόρος θα κατασταθή ελεύθερος. - -Γνωστόν ότι το πικρικόν οξύ είνε προϊόν κρυσταλλώδες και -πικρόν, εξαγόμενον εκ της ζωπίσσης των γαιανθράκων, -συνδυαζόμενον δε μετά του καλίου, ήτοι της ποτάσσης, αποτελεί -άλας κίτρινον, όπερ είνε το πικρικόν κάλι, ή άλλως λεγομένη -πικρική πότασσα. Η εκρηκτική δε δύναμις της ουσίας ταύτης είνε -κατωτέρα μεν της βαμβακοπυρίτιδος και της δυναμίτιδος, αλλ' -είνε όμως πολύ ανωτέρα της συνήθους πυρίτιδος, διότι έν -γραμμάριον πικρικού παράγει αποτέλεσμα δεκατριών γραμμαρίων -συνήθους πυρίτιδος. Την δε ανέφλεξιν αυτής ευκόλως δύναται τις -να προκαλέση διά σφοδράς και ξηράς κρούσεως, και θα το -κατορθώσωμεν ευκόλως διά καψυλίων πυροκροτικού άλατος. - -Το έργον του Δαούλα βοηθουμένου υπό των βοηθών αυτού, -διεξάγεται μετά ζήλου, αλλ' επήλθεν όμως η ημέρα και εκείνο -ακόμη δεν ετελειώθη· τω όντι δεν είνε δυνατόν να εργάζωνται εις -την οπήν άλλην ώραν παρά κατά την άμπωτιν, ό έστι επί μίαν -μόλις ώραν. Έπεται λοιπόν ότι απαιτούνται να παρέλθωσι τέσσαρες -παλίρροιαι ίνα η οπή λάβη το προσήκον βάθος. - -Μόνον την 23 του μηνός, την πρωίαν, απεπερατώθη τέλος το έργον. -Ο εκ βασάλτου όγκος έχει ήδη οπήν πλαγίαν, δυναμένην να -περιλάβη δεκάδα λιτρών εκρηκτικού άλατος, ήτις και θα πληρωθή -πάραυτα. - -Είνε περίπου ογδόη ώρα. - -Την στιγμήν της εισαγωγής του πικρικού εις την οπήν, ο Φάλστεν -λέγει ημίν· - -«Φρονώ ότι έπρεπε να το αναμίξωμεν μετά κοινής πυρίτιδος, διότι -τούτο θα μας επιτρέψη να ανάψωμεν την υπόνομον διά άπτρας, αντί -διά καψυλίου, του οποίου η έκρηξις πρέπει να γίνη διά κρούσεως, -είνε δε και ευκολώτερον. Προς δε τούτοις είνε βέβαιον ότι η -ταυτόχρονος χρήσις πυρίτιδος και πικρικού είνε καλλιτέρα εις -παραγωγήν εκρήξεως σκληρών βράχων, το πικρικόν φύσει -σφοδρότατον θα προλεάνη την οδόν της πυρίτιδος, ήτις βραδύτερον -αναφλεγομένη και κανονικώτερον, θα διασπάση έπειτα τον βασάλτην -τούτον.» - -Ο μηχανικός Φάλστεν δεν ομιλεί συχνάκις, αλλ' ομολογητέον όμως -ότι οσάκις ομιλεί, ομιλεί καλώς. Εκτελείται η συμβουλή του, -αναμιγνύονται αι δύο ουσίαι, και εισαχθείσης προηγουμένως -άπτρας μέχρι του πυθμένος της οπής, χύνεται εις την οπήν το -μίγμα και πιέζεται προσηκόντως. - -Ο _Σάνσελλορ_ απέχων αρκούντως από της υπονόμου ουδέν φοβείται -εκ της εκρήξεως. Εν τούτοις, χάριν ασφαλείας, επιβάται και -πλήρωμα κατεφύγομεν εις την εσχατιάν της υφάλου, εις το άντρον. -Και ο μίστερ Κηρ εδέησε να καταλίπη το πλοίον παρά τας -αντεγκλήσεις του. - -Έπειτα δε ο Φάλστεν, ανάψας την άπτραν, ήτις θα καίη επί δέκα -περίπου λεπτά της ώρας, έρχεται προς ημάς. - -Η έκρηξις εγένετο· υπόκωφος δε και μετά πολύ ολιγωτέρου κρότου -ή όσον θα υπέθετέ τις. Αλλά τούτο συμβαίνει πάντοτε οσάκις η -οπή είνε βαθεία. - -Σπεύδομεν εις το κώλυμα . . . Το έργον επέτυχε πληρέστατα. Ο εκ -βασάλτου βράχος εγένετο κατά γράμμα κόνις, και νυν μικρά αύλαξ -πληρουμένη ήδη υπό της πλημμυρίδος, αφαιρεί το κώλυμα και -καθιστά τον πόρον ελεύθερον. - -Επεφημίαι μια φωνή εξερράγησαν. Η θύρα της ειρκτής είνε ανοικτή -και οι καθειργμένοι ουδέν άλλο υπολείπεται να πράξωσιν ή να -φύγωσι! - -Κατά την ακμήν της παλιρροίας ο _Σάνσελλορ_, ελκυσθείς επί των -αγκύρων του διαβαίνει τον πόρον και πλέει επί της ελευθέρας -θαλάσσης. - -Αλλ' επί μίαν έτι ημέραν δέον να παραμείνη παρά το νησύδριον, -διότι δεν δύναται να πλεύση εν ή καταστάσει διατελεί, και είν' -επάναγκες να επιβιβάσωμεν έρμα προς εξασφάλισιν της ισορροπίας -του. Λοιπόν κατά τας επομένας είκοσι τεσσάρας ώρας το πλήρωμα -καταγίνεται επιβιβάζον λίθους και τα ήττον εφθαρμένα εκ των -δεμάτων του βάμβακος. - -Κατά την ημέραν ταύτην οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ -εξερχόμεθα άπαξ έτι εις περίπατον μεταξύ των βασαλτών της -υφάλου ταύτης ήν ουδέποτε θα επανίδωμεν και εφ' ής διετρίψαμεν -τρεις εβδομάδας. Το όνομα του _Σάνσελλορ_, το του σκοπέλου, η -ημερομηνία της καθίσεως του πλοίου εχαράχθησαν εντέχνως υπό του -Ανδρέου επί τινος των τοίχων του άντρου, και προσαγορεύομεν το -ύστατον τον βράχον τούτον, εφ' ού διήλθομεν πολλάς ημέρας, ών -τινας θα συγκαταριθμώμεν μεταξύ των αρίστων του βίου ημών! - -Τέλος τη 14 Νοεμβρίου, κατά την πρωινήν παλίρροιαν, ο -_Σάνσελλορ_ απαίρει υπό τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας -και τους φώσωνας, και μετά δύο ώρας, η τελευταία κορυφή του -Βραχοχοιρομηρίου εξηφανίσθη υπό τον ορίζοντα. - - - -ΚΒ' - - - - — _Από της 24 Νοεμβρίου μέχρι της 1 Δεκεμβρίου_. — Ιδού λοιπόν -είμεθα εν τη θαλάσση, επιβαίνοντες πλοίου ού η στερεότης έπαθε -μεν, αλλ' ευτυχώς πάνυ δεν πρόκειται πλέον περί μακρού διάπλου. -Έχομεν να διανύσωμεν οκτακόσια μόνον μίλια. Εάν δε ο άνεμος -Μέσης (ΒΑ) διατηρηθή επί τινας ημέρας, ο _Σάνσελλορ_ -ουριοδρομών [64] θα κοπιάση ολίγον και θα φθάση ασφαλώς την -παραλίαν της Γουυάνης. - -Το πλοίον λαμβάνει διεύθυνσιν προς Λίβα (ΝΔ), και ο εν αυτώ -βίος λαμβάνει τον κανονικόν αυτού ρουν. - -Αι πρώται ημέραι παρέρχονται άνευ τινος συμβάντος. Η διεύθυνσις -του ανέμου εξακολουθεί μεν ούσα καλή· αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις -δεν θέλει να αυξήση τα ιστία, μήπως επιβάλλων υπερβολικήν -ταχύτητα εις το πλοίον, προκαλέση νέον άνοιγμα της διαρροής. - -Ανιαρός, ενί λόγω, διάπλους ο γινόμενος επί τοιούτοις όροις, -όταν δεν έχωμεν πεποίθησιν εις το πλοίον όπερ φέρει ημάς! -Έπειτα δε πλέομεν προς τα οπίσω αντί να προχωρώμεν! Όθεν -έκαστος ημών κατέχεται υπό των σκέψεων τούτων, και το πλοίον -δεν έχει την μεταδοτικήν εκείνην ζωηρότητα ήν προκαλεί ασφαλής -και ταχύς πλους. - -Κατά την ημέραν της 29 του μηνός ο άνεμος ανέρχεται κατά έν -τέταρτον προς Βορράν· όθεν η πνοή του ουρίου ανέμου δεν δύναται -να διατηρηθή. Δέον να κερουλκήσωσι και να ευθετίσωσι τα ιστία -και να ποδώσωσι δεξιά. Τούτου δ' ένεκα το πλοίον τοιχίζει εις -μέγιστον βαθμόν. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις αισθανόμενος πόσον καταπονεί η έγκλισις την -τρόπιν του _Σάνσελλορ_, συστέλλει τους φώσωνας. Και ευλόγως, -αφ' ού δεν πρόκειται τόσον να εκτελέση ταχέως τον διάπλουν, -όσον να καταπλεύση άνευ νέου δυστυχήματος εις στερεάν. - -Η νυξ της 29 προς την 30 είνε σκοτεινή και ομιχλώδης. Ο άνεμος -επιτείνεται οσημέραι και δυστυχώς προσεγγίζει προς Σκίρωνα -(ΒΔ). Οι πλείστοι των επιβατών επανέρχονται εις τους θαλάμους -των, αλλ' ο πλοίαρχος Κόρτις δεν καταλείπει το επίστεγον, το δε -πλήρωμα όλον διαμένει επί του καταστρώματος. Το πλοίον -εξακολουθεί κεκλιμένον ισχυρώς, ει και δεν φέρει πλέον ουδέν -των ανωτέρων αυτού ιστίων. - -Περί την δευτέραν πρωινήν ώραν ετοιμαζόμενος να καταβώ εις τον -θάλαμον, βλέπων ναύτην, τον Βάρκε, ανερχόμενον εσπευσμένως εκ -του κύτους και αναφωνούντα· - -«Δύο πόδας νερά!» - -Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης κατέρχονται εις το κύτος και -εξακριβούσιν ότι η απαισία είδησις είνε αληθεστάτη. Και ή η -διαρροή εκ νέου ήνοιξεν, ει και είχε ληφθή πάσα ασφάλεια, ή -αρμοί τίνες κακώς φραχθέντες εχαλαρώθησαν και το ύδωρ εισδύει -μεθ' ορμής εις το κύτος. - -Ο πλοίαρχος επανελθών εις το κατάστρωμα επαναφέρει το πλοίον -κατά τον ούριον άνεμον, ίνα ολιγώτερον καταπονήται, και -αναμένομεν την ημέραν. - -Την αυγήν γίνεται καταμέτρησις και ευρίσκονται τρεις πόδες -ύδατος. - -Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. Ωχρότης παροδική ελεύκανε τα -χείλη του, αλλά διατηρεί όλην αυτού την απάθειαν. Οι επιβάται, -ών πλείονες έχουσιν αναβή επί του καταστρώματος, μανθάνουσι τι -συμβαίνει, άλλως τε ήτο δυσχερές να το αποκρύψη τις. - -«Νέον δυστύχημα; μοι λέγει ο κ. Λετουρνέρ. - - — Ήτο επόμενον, απεκρίθην εγώ, αλλά δεν θα είμεθα πολύ μακράν -της ξηράς, και ελπίζω ότι θα την φθάσωμεν. - - — Ο Θεός να δώση! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. - - — Και μήπως ο Θεός είν' εδώ μέσα; αναφωνεί ο Φάλστεν υψών τους -ώμους. - - — «Είνε, κύριε,» αποκρίνεται η μις Χέρμπυ. - -Ο δε μηχανικός εσίγησε μετά σεβασμού προ της αποκρίσεως ταύτης, -της μεστής πίστεως αδιαφιλονικήτου. - -Εν τούτοις, κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις, κατηρτίσθη η -υπηρεσία των αντλιών, το δε πλήρωμα εργάζεται μετά μείζονος -καρτερίας ή προθυμίας· αλλ' ήδη πρόκειται ζήτημα περί σωτηρίας, -οι δε ναύται διηρημένοι εις δύο, μεταλλάσσονται εις τας -σκυτάλας των αντλιών. - -Κατά το διάστημα της ημέρας ο αρχιναύτης εκτελεί νέας -καταμετρήσεις και εξακριβούται ότι η θάλασσα εισδύει βραδέως -μεν, αλλ' αδιαλείπτως εις τα ένδον του πλοίου. - -Αλλά δυστυχώς αι αντλίαι εκ της πολλής χρήσεως βλάπτονται και -κατ' ανάγκην χρήζουσιν επισκευής. Προσέτι δε φράσσονται είτε -υπό τέφρας είτε υπό κλωνίων βάμβακος, ών έτι είνε πλήρες το -κάτω μέρος του κύτους· τούτου ένεκα ανάγκη επανειλημμένου -καθαρισμού, όστις γίνεται αιτία απωλείας μέρους του -εκτελεσθέντος έργου. - -Την επιούσαν πρωίαν μετά νέαν καταμέτρησιν εβεβαιώθη ότι η -επιφάνεια του ύδατος είνε εις ύψος πέντε ποδών. Εάν λοιπόν δι' -οίον δήποτε λόγον ο χειρισμός των αντλιών διεκόπτετο, το πλοίον -ήθελε πληρωθή ύδατος. Τούτο δε θα ήτο απλούστατον ζήτημα χρόνου -βραχυτάτου. Η ίσαλος στάθμη του _Σάνσελλορ_, είνε ήδη -τεθαλασσωμένη ένα πόδα και το σκάφος προνευστάζει [65] μάλλον- -μάλλον αμβλύτερον, διότι δυσχερέστατα υψούται υπό του κύματος. -Βλέπω τον πλοίαρχον Κόρτις συνοφρυούμενον οσάκις ο αρχιναύτης ή -ο υποπλοίαρχος κομίζουσιν αυτώ είδησίν τινα. - -Κακός οιωνός. - -Ο χειρισμός των αντλιών εξηκολούθησεν όλην την ημέραν και όλην -την νύκτα, αλλ' η θάλασσα υπερτερεί ημών. Το πλήρωμα είνε -εξησθενωμένον και συμπτώματα αποθαρρύνσεως ακυρούται μεταξύ των -ανδρών. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο δεύτερος δίδουσι το καλόν -παράδειγμα και οι επιβάται προσέρχονται και τοποθετούνται προ -των σκυταλών των αντλιών. - -Η κατάστασις ημών δεν είνε πλέον η αυτή και ότε ο _Σάνσελλορ_ -είχε καθίση επί του στερεού εδάφους του Βραχοχοιρομηρίου. Το -πλοίον ημών επιπλέει επί αβύσου, εις ήν δύναται κατά πάσαν -στιγμήν να εξαφανισθή. - - - -ΚΓ' - - - - — Από της 2 μέχρι της 3 Δεκεμβρίου. — Επί είκοσι και τεσσάρας -έτι ώρας αγωνιζόμεθα δραστηρίως και παρακωλύομεν την επιφάνειαν -του ύδατος να ανέλθη εν τω εσωτερικώ του πλοίου· αλλ' είνε -προφανές ότι θα επέλθη μετ' ου πολύ στιγμή, καθ' ήν αι αντλίαι -δεν θα επαρκώσι να αφαιρέσωσι ύδατος ποσότητα ίσην προς το -εισρέον διά της διαρραγής του σκάφους. - -Κατά την ημέραν ταύτην ο πλοίαρχος Κόρτις, ουδ' επ' ελάχιστον -αναπαυόμενος, κατέρχεται αυτός εις εξέτασιν του σκάφους και τον -ακολουθώ και εγώ μετά του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Δέματά -τινά βάμβακος εξετοπίσθησαν και εξακριβούμεν παραβάλλοντες το -ους, ότι ακούεται ώσπερ κυματισμός τις, «κλου κλου», -ακριβέστερον ειπείν. Άρα γε η διαρροή ήνοιξεν εκ νέου ή συνέβη -εξάρθρωσις γενική όλου του σκάφους; Αδύνατον είνε να -εξακριβωθή. Όπως δήποτε ο Ροβέρτος Κόρτις θα δοκιμάση να -καταστήση το σκάφος στεγανώτερον κατά την πρύμναν, περικαλύπτων -αυτό έξωθεν διά κεδρωτών ιστίων. Ίσως δε ούτω κατορθώση να -διακόψη πάσαν συγκοινωνίαν, προσωρινώς τουλάχιστον, μεταξύ των -ένδον και των εκτός. - -Και εάν η εισροή του ύδατος στιγμιαίως κωλυθή, θα δύνανται να -αντλώσι λυσιτελέστερον και αναμφιβόλως να ανορθώσωσι το πλοίον. - -Αλλ' η εκτέλεσις είνε δυσχερεστέρα παρ' όσον φανταζόμεθα αυτήν -διότι πρέπει πρώτον να ελαττωθή ο δρόμος του πλοίου, έπειτα δε, -αφ' ού εβυθίσθησαν υπό την τρόπιν ιστία ισχυρά, συγκρατούμενα -δι' επαρτών [66], προσωθήθησαν μέχρι της παλαιάς διαρροής, ώστε -να καλύψωσι τελείως το μέρος τούτο του σκάφους του _Σάνσελλορ_. - -Από της στιγμής δε ταύτης αι αντλίαι υπερτερούσιν ολίγον τι και -ημείς επιλαμβανόμεθα αύθις του έργου μετά θάρρους. Αναμφιβόλως -το ύδωρ εισρέει έτι, αλλά εν ελάσσονι ποσότητι, και περί το -τέλος της ημέρας είνε βέβαιον ότι η επιφάνεια του ύδατος -κατήλθε τινας δακτύλους. Δακτύλους τινάς μόνον! Αδιάφορον! Αι -αντλίαι νυν εκρίπτουσι διά των σωλήνων ύδωρ περισσότερον του -εισρέοντος εις το κύτος, και δεν τας εγκαταλείπομεν ουδ' επί -στιγμήν. - -Ο άνεμος επιτείνεται αρκούντως σφοδρός την νύκτα, νύκτα -σκοτεινήν. Εν τούτοις ο πλοίαρχος Κόρτις ηθέλησε να διατηρήση -όσον οίον τε πλείονα ιστία. Γινώσκει καλώς ότι το σκάφος του -_Σάνσελλορ_ είνε ανεπαρκέστατα εξησφαλισμένον και σπεύδει να -καταπλεύση απέναντι ξηράς. Εάν πλοίον εφαίνετο πλέον εις το -πέλαγος, δεν θα εδίσταζεν ο Ροβέρτος Κόρτις να σημάνη αυτώ -σημεία αμηχανίας, να επιβιβάση εις αυτό τους επιβάτας του και -αυτό το πλήρωμά του, και εάν έμελλε να μείνη αυτός μόνος εν τω -πλοίω μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο _Σάνσελλορ_ ήθελε -καταποντισθή υπό τους πόδας του. - -Αλλά πάντα τα μέτρα ταύτα δεν έμελλον να καταλήξωσιν εις -τίποτε. - -Τω όντι την νύκτα το εξ υφάσματος περίβλημα υπεχώρησεν εις την -έξωθεν πίεσιν, την δ' επιούσαν, 3 Δεκεμβρίου, ο αρχιναύτης μετά -την καταμέτρησιν δεν ηδυνήθη να αναστείλη τας λέξεις ταύτας -συνοδευομένας υπό βλασφημιών. - -«Ακόμη έξ πόδες νερόν εις το κύτος!» - -Το πράγμα είνε βέβαιον και υπερβέβαιον! Το πλοίον εκ νέου -πληρούται, βυθίζεται προφανώς και ήδη η ίσαλος είνε επαισθητώς -τεθαλασσωμένη. - -Εν τούτοις χειριζόμεθα τας αντλίας μετά θάρρους ει πέρ ποτε -μείζονος και εξαντλούμεν τας υστάτας ημών δυνάμεις. Οι -βραχίονες ημών κατεπονήθησαν, οι δάκτυλοι αιμάσσουσιν, αλλά -μάτην κοπιώμεν! καταβαλλόμεθα υπό του ύδατος. Ο Ροβέρτος Κόρτις -κελεύει και τοποθετείται άλυσις κατά το άνοιγμα του μεγάλου -καθέκτου και οι κάδοι μεταδίδονται τάχιστα από χειρός εις -χείρα. - -Αλλά τα πάντα ανωφελή! - -Την ογδόην και ημίσειαν προ μεσημβρίας βεβαιούται και νέα -αύξησις του ύδατος εν τω κύτει. Ο απελπισμός τότε καταλαμβάνει -τινάς των ναυτών, ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει αυτούς να -εξακολουθήσωσιν εργαζόμενοι, αλλ' αυτοί αρνούνται. - -Μεταξύ των ανδρών τούτων είς είνε πνεύμα επιρρεπές εις στάσιν, -οχλαγωγός, περί ού είπον ήδη ανωτέρω, ο ναύτης Όουεν. Είνε -περίπου τεσσαρακοντούτης, το πρόσωπόν του καταλήγει εις οξύ -υπέρυθρον γένειον, αι δε παρειαί του είνε σπαναί ή εξυρημέναι, -τα χείλη του αναδιπλούνται προς τα έσω, οι δε υπόξανθοι -οφθαλμοί του σημειούνται δι' ερυθρού στίγματος εν τη ενώσει των -βλεφάρων. Ρίνα έχει ευθείαν, ώτα λίαν διεστώτα, το δε μέτωπον -κατερρυτιδωμένον βαθέως υπό ρυτίδων εμφαινουσών κακεντρέχειαν. - -Πρώτος αυτός εγκαταλείπει την θέσιν του. - -Πέντε ή έξ των εταίρων μιμούνται αυτόν, εν οίς παρατηρώ τον -μάγειρον Γύγξτροπ, άνθρωπον κακόν και αυτόν. - -Κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις τους ναύτας να επανέλθωσιν εις -τας αντλίας, ο Όουεν αποκρίνεται διά ρητής αρνήσεως. - -Ο πλοίαρχος επαναλαμβάνει το κέλευσμα. - -Ο δε Όουεν επαναλαμβάνει την άρνησιν. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις προσέρχεται προς τον αποστάντα ναύτην. - -«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου!» λέγει απαθώς ο Όουεν -ανερχόμενος εις το πρωραίον κατάστρωμα. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται τότε προς το επίστεγον, -εισέρχεται εις τον θάλαμόν του και εξέρχεται ωπλισμένος διά -περιστρόφου. - -Ο Όουεν παρατηρεί μίαν στιγμήν τον Ροβέρτον Κόρτις, αλλά, -νεύσαντος αυτώ του Γύγξτροπ, αναλαμβάνουσι πάντες την εργασίαν -των. - - - -ΚΔ' - - - - — _Τη 4 Δεκεμβρίου_ — Το πρώτον κίνημα της αποστασίας ανεστάλη -διά της δραστηρίου στάσεως του πλοιάρχου. Ο Ροβέρτος Κόρτις θα -είνε και εν τω μέλλοντι ούτως ευτυχής; Πρέπει να ελπίζωμεν, -διότι η απείθεια του πληρώματος ήθελε καταστήση φοβεράν -κατάστασιν ήδη ούτω δεινήν. - -Την νύκτα αι αντλίαι δεν δύνανται πλέον να υπερτερήσωσιν. Αι -κινήσεις του πλοίου είνε βαρείαι, και επειδή μετά δυσχερείας -υψούται υπό του κύματος, δέχεται όγκους θαλάσσης καταβάλλονται -αυτό και εισδύοντας διά των καθεκτών ούτω δε προστίθεται εις το -κύτος ύδωρ ίσον προς το εν αυτώ υπάρχον. - -Η κατάστασις ημών μετ' ου πολύ θα γίνη απειλητική όσον κατά τας -υστάτας ώρας της πυρκαϊάς. Οι επιβάται, το πλήρωμα, πάντες -αισθάνονται ότι το πλοίον υποχωρεί κατά μικρόν υπό τους πόδας -των. Βλέπουσιν απερχόμενα βραδέως μεν αλλ' αδιαλείπτως τα -κύματα, άτινα φαίνονται αύτοις φοβερά όσον και αι φλόγες. - -Και όμως το πλήρωμα εξακολουθεί εργαζόμενον απειλούντος του -Ροβέρτου Κόρτις και, εκόντες αέκοντες, οι ναύται αγωνίζονται -μετά δραστηριότητος, αλλ' είνε εξηντλημένοι. Άλλως τε δεν -δύνανται να εξαντλήσωσι το ύδωρ τούτο, όπερ απαύστως ανανεούται -και ού η επιφάνεια υψούται από ώρας εις ώραν. Οι δε -χειριζόμενοι τους κάδους αναγκάζονται μετ' ου πολύ να -καταλίπωσι το κύτος, εν ώ βεβυθισμένοι ήδη μέχρι της ζώνης -κινδυνεύουσι να πνιγώσι και ανέρχονται εις το κατάστρωμα. - -Μία μόνη καταφυγή υπολείπεται τότε, και την επιούσαν, 4 του -μηνός μετά συμβούλιον συγκροτηθέν υπό του υποπλοιάρχου, του -αρχιναύτου και του πλοιάρχου Κόρτις, εγένετο αποδεκτή η -απόφασις περί εγκαταλείψεως του πλοίου. Αφ' ού η φαλαινίς, το -μόνον υπολειπόμενον εφόλκιον δεν δύναται να περιλάβη τους -πάντας, σχεδία παρευθύς θα πηχθή. Το πλήρωμα θα εξακολουθήση -χειριζόμενον τας αντλίας μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κελεύση ο -πλοίαρχος την επιβίβασιν. - -Ο ξυλουργός Δαούλας έλαβε γνώσιν του πράγματος και συνεφωνήθη -να ναυπηγηθή η σχεδία άνευ αναβολής διά των εν τη αποθήκη -κεραιών και των διαφόρων ξύλων, πριονισθέντων πρότερον εις το -προσήκον μήκος. Η θάλασσα, σχετικώς ήρεμος την ώραν εκείνην θα -διηυκόλυνε την εργασίαν ταύτην την αείποτε δύσκολον και όταν αι -περιστάσεις είνε ευνοϊκαί. - -Λοιπόν πάραυτα ο Ροβέρτος Κόρτις, ο μηχανικός Φάλστεν, ο -ξυλουργός και δέκα ναύται μετά πριόνων και πελέκεων διαθέτουσι -και πελεκώσι τας κεραίας πριν τας ρίψωσιν εις την θάλασσαν. -Ούτω δε μόνον θα υπολείπεται να τας δέσωσιν ισχυρώς και να -κατασκευάσωσι στερεόν συγκρότημα εφ' ού θα επιτεθή το κρηπίδωμα -της σχεδίας, ήτις θα είνε τεσσαράκοντα μεν περίπου ποδών -μήκους, είκοσι δε μέχρι εικοσιτέσσαρων πλάτους. - -Οι δε άλλοι επιβάται και το υπόλοιπον του πληρώματος είμεθα -ακόμη επί των αντλιών. Παρ' εμοί ίσταται ο Ανδρέας, όν ο πατήρ -αδιαλείπτως παρατηρεί μετά βαθείας συγκινήσεως. Τι θα γίνη ο -υιός του, εάν αναγκασθή να παλαίση κατά των κυμάτων, εν -περιστάσεσι καθ' άς και ο υγιέστατος δεν θα εσώζετο άνευ -δυσχερείας; Όπως δήποτε θα είμεθα δύο οίτινες δεν θα τον -εγκαταλίπωμεν. - -Ουδέν είπομεν περί του επικειμένου κινδύνου προς την μίσιζ Κηρ, -ήν μακρά κάρωσις [67] καθιστά σχεδόν αναίσθητον. - -Πολλάκις η μις Χέρμπυ εφάνη επί του καταστρώματος, αλλ' επί -τινας στιγμάς μόνον. Οι κάματοι κατέστησαν αυτήν ωχράν, αλλά -διατελεί ακμαιοτάτη, τη συνιστώ δε να είνε έτοιμη προς παν -ενδεχόμενον. - -«Πάντοτε είμαι έτοιμη, κύριε», μοι αποκρίνεται η θαρραλέα -νεάνις επανερχομένη πάραυτα πλησίον της μίσιζ Κηρ. - -Ο Ανδρέας Λετουρνέρ παρακολουθεί διά του βλέμματος την νεάνιδα -και συναίσθημα λύπης επιφαίνεται επί του προσώπου του. - -Περί την ογδόην ώραν μετά μεσημβρίαν το συγκρότημα της σχεδίας -σχεδόν απεπερατώθη. Ασχολούνται δε εις την καταβίβασιν βυτίων -κενών και στεγανώς κεκλεισμένων, άτινα θα χρησιμεύσωσι να -εξασφαλίσωσι την ίσαλον της συσκευής και τα συνδέουσι στερεώς. - -Μετά δύο ώρας κραυγαί ισχυραί ακούονται εν τω επιστέγω. Ο -μίστερ Κηρ επιφαίνεται κράζων: - -«Καταποντιζόμεθα! καταποντιζόμεθα!» - -Πάραυτα βλέπω την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν μεταφέροντας την -μίσιζ Κηρ άπνουν. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις δραμών εις τον θάλαμόν του επανέρχεται -παρευθύς κρατών χάρτην, εξάντα και πυξίδα. - -Κραυγαί αμηχανίας αντηχούσι, και σύγχυσις επικρατεί εν τω -πλοίω. Το πλήρωμα ορμά εις την σχεδίαν, ής το συγκρότημα, -ελλείποντος έτι του κρηπιδώματος, δεν δύναται να τους περιλάβη -. . . . - -Αδύνατον να εκθέσω οποίαι τινες σκέψεις διήλθον του νου μου την -στιγμήν εκείνην, ουδέ να ζωγραφήσω την εν εμοί ταχείαν οπτασίαν -περί του όλου μου βίου! Μοι φαίνεται ότι όλη μου η ύπαρξις -συγκεντρούται εν τη υστάτη ταύτη στιγμή, ήτις είνε και το τέρμα -αυτής. Αισθάνομαι τας σανίδας του καταστρώματος καμπτομένας υπό -τους πόδας μου, βλέπω το ύδωρ ανερχόμενον πέριξ του πλοίου, ως -εάν ο Ωκεανός εσκάπτετο κάτωθεν αυτού! - -Τινές των ναυτών καταφεύγουσιν εις τους επιτόνους κραυγάζοντες -εκ τρόμου. Ετοιμάζομαι να τους ακολουθήσω . . Αλλά αισθάνομαι -χείρα κωλύουσάν με. - -Ο κ. Λετουρνέρ μοι δεικνύει τον υιόν του και δάκρυα αδρά -ρέουσιν από των οφθαλμών του. - -«Μάλιστα, λέγω θλίβων τον βραχίονά του σπασμωδικώς. Ημείς οι -δύο θα τον σώσωμεν!» - -Αλλά προ εμού ο Ροβέρτος Κόρτις προσήλθε προς τον Ανδρέαν και -θα τον αναβιβάση επί των επιτονίων του μεγάλου ιστού, ότε ο -_Σάνσελλορ_ ωθούμενος τότε ταχέως υπό του ανέμου, ίσταται -αίφνης και αισθανόμεθα σφοδρόν τιναγμόν. - -Το πλοίον καταβυθίζεται! Το ύδωρ φθάνει τους πόδας μου. -Αυτομάτως αρπάζω σχοινίον τι . . . Αλλά διά μιας ο -καταποντισμός αναστέλλεται, και ότε το κατάστρωμα είνε ήδη δύο -πόδας υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, ο _Σάνσελλορ_ μένει -ακίνητος. - - - -ΚΕ' - - - - — _Νυξ της 4 προς την 5 Δεκεμβρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις -ήρπασε τον νέον Λετουρνέρ, και τρέχων επί του κατακλύστου -καταστρώματος, τον αποθέτει επί των δεξιών επιτόνων. Ο δε πατήρ -του και εγώ αναρριχόμεθα πλησίον αυτού. - -Έπειτα, αποβλέπω περί εμαυτόν. Η νυξ είνε ικανώς διαυγής ώστε -να δύναμαι να διακρίνω τα συμβαίνοντα. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις, επανελθών εις την θέσιν του, ίσταται όρθιος -επί του επιστέγου. Όλως εν τη πρύμνη παρά τη κορώνη, ήτις δεν -εβυθίσθη ακόμη, διακρίνω εν τη σκιά τον μίστερ Κηρ, την γυναίκα -του, την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν επί δε της εσχατιάς του -πρωραίου καταστρώματος τον υποπλοίαρχον και τον αρχιναύτην, επί -δε των θωρακίων και των επιτόνων το λοιπόν του πληρώματος. - -Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ανερριχήθη εις το μέγα θωράκιον τη βοηθεία -του πατρός του, όστις εδέησε να θέτη τον πόδα του υιού του εφ' -εκάστης βαθμίδος, και τέλους ανέβη ο νέος άνευ τινός -απευκταίου, καί τοι ο σάλος ήτο μέγας. Αλλά των αδυνάτων να -καταπεισθή η μίσιζ Κηρ, ήτις διαμένει εν τω επιστέγω -κινδυνεύουσα να σαρωθή υπό των κυμάτων, εάν επιταθή η σφοδρότης -του ανέμου. Όθεν και η μις Χέρμπυ απέμεινε παρ' αυτή και δεν -ήθελε να την εγκαταλίπη μόνην. - -Πρώτη φροντίς του Ροβέρτου Κόρτις άμα τη αναστολή του -καταποντισμού ήτο να παραγγείλη να υποστείλωσι πάραυτα όλην την -ιστιοφορίαν, έπειτα δε να αποστείλη κάτω τας κεραίας και τους -ιστούς του φώσωνος ίνα μη διαταραχθή η ευστάθεια του πλοίου. -Ελπίζει δε ότι μετά τας προφυλάξεις ταύτας ο _Σάνσελλορ_ δεν θα -περιτραπή. Αλλά δεν δύναται να βυθισθή από μιας στιγμής εις -άλλην; Έρχομαι πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις και τον ερωτώ. - -«Δεν ειμπορώ να το ειξεύρω, αποκρίνεται μετά φωνής γαληνιαίας, -διότι τούτο εξαρτάται προ πάντων εκ της καταστάσεως της -θαλάσσης. Το βέβαιον είνε ότι το πλοίον διατελεί εν ισορροπία -ως έχουσι νυν τα πράγματα, αλλά ταύτα δυνατόν να μεταβληθώσιν -εν ριπή οφθαλμού! - - — Και δύναται τώρα ο _Σάνσελλορ_ να ταξειδεύση με δύο ποδών -ύδωρ εις το κατάστρωμα; - - — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αλλά δύναται να εκπέση, φερόμενος υπό -του ρεύματος και του ανέμου, και εάν συγκρατηθή ούτω πως επί -τινας ημέρας, να προσγειώση εις σημείον τι της ακτής. Άλλως τε -έχομεν ως τελευταίον καταφύγιον την σχεδίαν, ήτις θα -αποπερατωθή μετά τινας ώρας, και επί της οποίας θα είνε δυνατόν -να επιβιβασθώμεν καθώς εξημερώση. - - — Λοιπόν δεν εχάσατε πάσαν ελπίδα; ηρώτησα θαυμάζων διά την -ηρεμίαν του Ροβέρτου Κόρτις. - - — Η ελπίς δεν είνε δυνατόν να χαθή εντελώς, κύριε Κάζαλλον, -και κατά τας δεινοτάτας έτι περιστάσεις. Παν ό τι δύναμαι να -σας είπω είνε ότι, εάν ενενήκοντα εννέα τοις εκατόν είνε καθ' -ημών, το εκατοστόν όμως είνε υπέρ ημών. Άλλως τε αν δεν μ' -απατά η μνήμη, ο _Σάνσελλορ_, ως ευρίσκεται τώρα σχεδόν -βεβυθισμένος, διατελεί ακριβώς υπό τας αυτάς περιστάσεις υπό -τας οποίας ευρέθη το τριίστιον Ήρα τω 1795. Επί είκοσιν ημέρας -και πλέον έμεινεν η Ήρα κρεμαμένη μεταξύ δύο υδάτων, και -επιβάται και πλήρωμα είχον καταφύγη εις τα θωράκια· και τέλος -ότε ανεφάνη γη, όσοι των ναυαγών ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις -τας ταλαιπωρίας και την πείναν, εσώθησαν· το γεγονός τούτο είνε -γνωστότατον εις τα ναυτικά χρονικά και δεν ήτο δυνατόν να μη το -ενθυμηθώ. Λοιπόν ουδείς λόγος υπάρχει ώστε, όσοι επιζήσωσιν εκ -των του _Σάνσελλορ_, να μη είνε ευτυχείς όσον και οι της Ήρας.» - -Και ίσως μεν θα είχε τις πολλά να απαντήση εις τους λόγους του -Ροβέρτου Κόρτις, αλλ' όμως εκ της συνδιαλέξεως ταύτης εξάγεται -ότι ο πλοίαρχος ημών δεν απώλεσε πάσαν ελπίδα. - -Εν τούτοις επειδή οι όροι της ισορροπίας δυνατόν κατά πάσαν -στιγμήν να διακοπώσιν, επάναγκες είνε τάχιον ή βραδύτερον να -εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_. Όθεν απεφασίσθη ότι αύριον ευθύς -ως αποπερατώση ο ξυλουργός την σχεδίαν θα επιβιβασθώμεν επ' -αυτής. - -Αλλά κρίνατε περί του δεινού απελπισμού του πληρώματος, ότε -περί το μεσονύκτιον ο Δαούλας παρατηρεί ότι η ξύλωσις της -σχεδίας εξηφανίσθη! Τα πείσματα [68], ει και ήσαν στερεά, -εκόπησαν ένεκα του καθέτου εκτοπισμού του πλοίου, και το -συγκρότημα από μιας και πλέον ώρας αναμφιβόλως, εξέπεσε και -παρεσύρθη! - -Οι ναύται άμα μανθάνοντες την νέαν ταύτην συμφοράν ρηγνύουσι -κραυγάς αμηχανίας. - -«Εις την θάλασσαν! εις την θάλασσαν, τα κατάρτια!» -επαναλαμβάνουσιν οι ταλαίπωροι εκμανείς. - -Και θέλουσι να κόψωσι την εξαρτίαν, διά να ρίψωσι τα επιστήλια -και ναυπηγήσωσι πάραυτα νέαν σχεδίαν. - -Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις παρεμβαίνων αναφωνεί: - -«Εις την θέσιν σας, παιδιά! Κλωστή να μη κοπή άνευ της διαταγής -μου. Ο _Σάνσελλορ_ ισορροπεί! Ο _Σάνσελλορ_ δεν θα καταποντισθή -ακόμη!» - -Εν τη φωνή του πλοιάρχου του, τη ούτω σταθερά, το πλήρωμα -ανευρίσκει την απάθειάν του, και παρά την εθελοκακίαν τινών -ναυτών έκαστος λαμβάνει την υποδεικνυομένην αυτώ θέσιν. - -Επελθούσης της ημέρας ο Ροβέρτος Κόρτις ανέρχεται μέχρι των -διζύγων και το βλέμμα του διατρέχει μετ' επιμελείας καθ' όλην -την θάλασσαν επί μεγάλης ακτίνος περί το πλοίον. Ανωφελής -έρευνα! Η σχεδία είνε ήδη αφανής! Πρέπει να ετοιμάσωμεν την -φαλαινίδα και να επιχειρήσωμεν έρευναν ίσως μεν μακράν, πάντως -δε κινδυνώδη; Αδύνατον, διότι ο σάλος είνε ισχυρότερος ή ώστε -να τον αψηφήση εφόλκιον εύθραυστον. Επιχειρητέα λοιπόν η -ναυπήγησις νέας σχεδίας, και παραχρήμα επιδίδονται εις το -έργον. Των κυμάτων γενομένων ισχυροτέρων, η μίσιζ Κηρ -αποφασίζει τέλος να καταλίπη την θέσιν, ήν κατείχεν εν τη -εσχατιά του επιστέγου, και ηδυνήθη να έλθη εις το μέγα -θωράκιον, εφ' ού κατεκλίθη εν τελεία εκλύσει των δυνάμεών της. -Ο δε μίστερ Κηρ ετοποθετήθη μετά του Σάιλας Χόντλυ εν τω -θωρακίω του ακατίου ιστού. Παρά δε τη μίσιζ Κηρ και τη μις -Χέρμπυ ετέθησαν οι κκ. Λετουρνέρ εν πολλή στενοχωρία, -εννοείται, επί του κρηπιδώματος τούτου, ού η μείζων διάμετρος -είνε δώδεκα ποδών αλλ' όμως σχοινία εδέθησαν από επιτόνου εις -επίτονον, δι' ών προεφυλάσσοντο κατά των κλονισμών του -διατοιχούντος πλοίου. Πλην δε τούτου ο Ροβέρτος Κόρτις -εμερίμνησε να εκταθή υπεράνω του θωρακίου ιστίον στεγάζον τας -δύο γυναίκας. - -Βυτία τινά επιπλέοντα μεταξύ των ιστών του πλοίου μετά την -κατάκλυσιν, και εν καιρώ συλλεγέντα, ανεβιβάσθησαν επί των -θωρακίων και εδέθησαν στερεώς επί των προτόνων. Πάσα δε η -προμήθεια ημών αποτελείται νυν εκ κιβωτίων ταριχηρών [69] και -διπύρων [70] ως και βυτίων ύδατος ποσίμου. - - - -ΚΣΤ' - - - - — _Τη 5 Δεκεμβρίου_. — Η ημέρα, είνε θερμή. Ο Δεκέμβριος υπό -τον δέκατον έκτον παράλληλον δεν είνε πλέον μην φθινοπωρινός, -αλλ' αυτόχρημα [71] εαρινός. Οφείλομεν δε να αναμένωμεν ότι θα -υπομείνωμεν δεινούς καύσωνας αν μη άνεμος δροσερός μετριάση τας -ηλιακάς καυστικάς ακτίνας. - -Εν τούτοις η θάλασσα διατελεί σαλεύουσα. Το σκάφος -τεθαλασσωμένον κατά τα τρία τέταρτα πλήττεται υπό της θαλάσσης -ως σκόπελος. Ο αφρός των κυμάτων αναπηδά μέχρι του ύψους των -θωρακίων, και τα ενδύματα ημών διαβρέχονται υπό της άχνης ως -υπό λεπτής βροχής. - -Σώζονται δε εκ του _Σάνσελλορ_, τούτ' έστιν εξέχουσιν άνω της -επιφανείας της θαλάσσης, μόνον τρεις στήλαι ιστού μετά των -επιστηλίων, ο πρόβολος [72] εξ ού κρέμαται η φαλαινίς, ίνα μη -συντριβή υπό των κυμάτων, έπειτα δε το επίστεγον και το -πρωραίον κατάστρωμα, συνδεόμενα μόνον διά του στενού πλαισίου -των αιωροθεσίων. Το δε κατάστρωμα είνε τελείως υποβρύχιον. - -Η μεταξύ των θωρακίων συγκοινωνία είνε δυσχερεστάτη. Μόνοι δε -οι ναύται αναρριχώμενοι διά των προτόνων δύνανται να μεταβώσιν -υπό του ετέρου εις το έτερον. Κάτωθεν δε μεταξύ των ιστών, από -της κορώνης μέχρι του πρωραίου καταστρώματος η θάλασσα -εκχύνεται ως επί ρηγμίνος και αποσπά κατά μικρόν τας παρειάς -του πλοίου, ών τας σανίδας καταγίνονται να περισυναγάγωσι. -Δεινότατον αληθώς θέαμα εις τους επιβάτας, συνεσπειραμένους επί -στενών κρηπιδωμάτων, να βλέπωσι και να ακούωσι τον Ωκεανόν -μυκώμενον υπό τους πόδας των! Οι ιστοί ούτοι οι εξέχοντες του -ύδατος τρέμουσιν εις εκάστην επίθεσιν της θαλάσσης, και δύναταί -τις να πιστεύση ότι θα σαρωθώσι. - -Βεβαίως προτιμότερον να μη βλέπη τις, να μη σκέπτεται, διότι η -άβυσσος αύτη έλκει και επέρχεται όρεξις να κατακρημνισθή τις -εις αυτήν! - -Εν τούτοις το πλήρωμα εργάζεται ανενδότως εις κατασκευήν της -δευτέρας σχεδίας. Μεταχειρίζονται επιστήλια και τας κεραίας, -και υπό την διεύθυνσιν του Ροβέρτου Κόρτις το έργον εκτελείται -μετά πλείστης όσης επιμελείας. Ο _Σάνσελλορ_ δεν φαίνεται -μέλλων να καταποντισθή· ως δε είπεν ο πλοίαρχος, πιθανόν επί -τινα χρόνον να μείνη ούτω πως ισορροπών μεταξύ δύο υδάτων. Ο -Ροβέρτος Κόρτις επιμένει ίνα η σχεδία ναυπηγηθή όσον οίον τε -στερεά. Ο διάπλους μέλλει να είνε μακρός, αφ' ού η εγγυτάτη -ακτή, η της Γουυάνης απέχει έτι πλείονας εκατοστύας μιλίων. -Λοιπόν προτιμότερον να διημερεύσωμεν μίαν έτι ημέραν -περισσότερον επί των θωρακίων και να λάβωμεν καιρόν να -κατασκευάσωμεν συσκευήν πλωτήν, εφ' ήν να δύναται τις να έχη -πεποίθησιν. - -Ως προς τούτο δε πάντες είμεθα σύμφωνοι. - -Οι ναύται ανέλαβον πως θάρρος και ήδη η εργασία γίνεται εν -τάξει. - -Μόνος δε γέρων ναυτικός, εξηκοντούτης, ού η γενειάς και η κόμη -ελευκάνθησαν εν ταις τρικυμίαις, δεν είνε της γνώμης να -εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_. Είνε δε ούτος Ιρλανδός ονόματι Ο -Ρέδυ. - -Καθ' ήν στιγμήν ήμην επί του επιστέγου ήλθε προς με και είπε -μασών την καπνομαστίχην του μετά εξαισίας αδιαφορίας. - -«Οι σύντροφοι είνε της γνώμης να αφήσωμεν το πλοίον, εγώ όμως -όχι. - -Εννέα φοράς εναυάγησα, τέσσαρες εις το πέλαγος και πέντε εις -παράλια. Το αληθινόν επάγγελμά μου είνε να είμαι ναυαγός. Έχω -πείραν. Λοιπόν! Ο Θεός να με κολάση αν δεν είδα πάντα να χαθούν -κακοί κακώς όλοι όσοι καταφεύγουν εις σχεδίας ή λέμβους. Όσον -το πλοίον επιπλέει πρέπει να μένουν μέσα οι άνθρωποι. Ακούστε -όπου σας το λέγω εγώ!» - -Τους λόγους τούτους ειπών μετά τρόπου πειστικωτάτου ο γηραιός -Ιρλανδός, όστις εζήτει αναμφιβόλως να ανακοινώση την -παρατήρησίν του προς ανακούφισιν της συνειδήσεώς του, -περιπίπτει εις τελείαν αφασίαν. - -Την ημέραν εκείνην περί ώραν τρίτην μετά μεσημβρίαν βλέπω τον -μίστερ Κηρ και τον πρώην πλοίαρχον Σάιλας Χόντλυ -συνδιαλεγομένους μετά πολλής ζωηρότητος επί του θωρακίου του -ιστού. Ο Πετρέλαιος φαίνεται πιέζων σφόδρα των προς όν -συνδιαλέγεται, ούτος δε μοι φαίνεται αντιτάσσων παρατηρήσεις -τινάς εις πρότασίν τινα του περί ού ο λόγος μίστερ Κηρ. -Επανειλημμένως δε ο Σάιλας Χόντλυ παρατηρεί επί μακρόν την τε -θάλασσαν και τον ουρανόν σείων την κεφαλήν. Τέλος μετά μιας -ώρας συνδιάλεξιν κατέρχεται ολισθαίνων διά του προτόνου μέχρι -της εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος, αναμιγνύεται εις τον -όμιλον των ναυτών και γίνεται αφανής από των οφθαλμών μου. - -Άλλως τε ελαχίστην σημασίαν αποδίδω εις το γεγονός τούτο, και -ανέρχομαι αύθις εις το μέγα θωράκιον, ένθα οι κκ. Λετουρνέρ, η -μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και εγώ διαμένομεν συνδιαλεγόμενοι επί -τινας ώρας. Ο ήλιος είνε θερμότατος και άνευ του ιστίου του -χρησιμεύοντος ως σκηνή δεν θα ηδυνάμεθα να μείνωμεν εν τη θέσει -ταύτη. - -Την πέμπτην ώραν γευόμεθα από κοινού, το δε φαγητόν απετελείτο -εκ διπυρίτου, κρέατος παστού και ημίσεος ποτηρίου ύδατος, κατ' -άνθρωπον. Αλλ' η μίσιζ Κηρ σφόδρα καταβεβλημένη υπό του πυρετού -δεν τρώγει. Η δε μις Χέρμπυ δεν δύναται να τη παράσχη -ανακούφισίν τινα άλλως πως ή βρέχουσα εκ διαλειμμάτων τα -καίοντα χείλη της. Η τάλαινα πάσχει πολύ, και αμφιβάλλω εάν θα -δυνηθή να υπομείνη πολύν χρόνον τοιαύτας κακοδαιμονίας. - -Ο σύμβιος ουδέ καν άπαξ ηρώτησε περί αυτής. Εν τούτοις περί -ώραν έκτην παρά τέταρτον ερωτώ εμαυτόν εάν καλή τις προαίρεσις -συνεκίνησε τέλος την καρδίαν του φιλαύτου τούτου άνθρωπου. Και -τω όντι ο μίστερ Κηρ καλεί τινας ναύτας του πρωραίου -καταστρώματος, παρακαλών αυτούς να τον βοηθήσωσι να καταβή εκ -του θωρακίου. Θέλει λοιπόν να μεταβή εις συνάντησιν της -γυναικός του, εις το μέγα θωράκιον; - -Οι ναύται δεν αποκρίνονται κατ' αρχάς εις την πρόσκλησιν του -μίστερ Κηρ· αλλ' αυτός επιμένει ζωηρότερον και υπόσχεται ότι θα -«καλοπληρώση» όσους τω παράσχωσι την υπηρεσίαν ταύτην. - -Πάραυτα δύο ναύται, ο Βάρκε και ο Σάντων, σπεύδουσιν επί των -παραρρυμάτων, αναβαίνουσιν εις τους ακατίους επιτόνους και -φθάνουσιν εις το θωράκιον. - -Ελθόντες πλησίον του μίστερ Κηρ συζητούσιν επί μακρόν μετ' -αυτού τους όρους της συμφωνίας. Πρόδηλον δε ότι αυτοί μεν -απαιτούσι πολλά, ο δε μίστερ Κηρ θέλει να δώση ολίγα. Εγώ δε -βλέπω την στιγμήν καθ' ήν οι δύο ναύται θα εγκαταλίπωσι τον -επιβάτην εν τω θωρακίω. Τέλος τα διαφερόμενα μέρη συμφωνούσιν, -ο δε μίστερ Κηρ εξάγων εκ της ζώνης δέσμην χαρτίνων δολλαρίων, -την εγχειρίζει εις τον έτερον των ναυτών. Ούτος δε μετρεί μετά -προσοχής το ποσόν και υπολογίζω ότι δεν θα έχη εις χείρας του -ολιγώτερα των εκατόν δολλαρίων. - -Πρόκειται δε τότε να καταβιβάσωσι τον μίστερ Κηρ μέχρι του -πρωραίου καταστρώματος διά του ακατίου προτόνου. Ο Βάρκε και ο -Σάνδων προσδένουσι περί το σώμα αυτού επιχειρίαν, ήν -περιελίσσουσιν έπειτα επί του προτόνου, και αφίνουσιν αυτόν να -κατολισθήση ως δέμα, ουχί άνευ τιναγμών τινων ισχυρών, οίτινες -προκαλούσι τας βωμολοχίας των συντρόφων των. - -Αλλ' ηπατήθην. Ο μίστερ Κηρ ουδεμίαν ειχε πρόθεσιν να μεταβή -εις συνάντησιν της γυναικός του. Διαμένει εν τω πρωραίω -καταστρώματι παρά τω Σάιλας Χόντλυ, όστις τον ανέμενεν εκεί. Το -σκότος εξαφανίζει αμφοτέρους μετ' ου πολύ από των οφθαλμών μου. - -Επανήλθεν η νυξ τελεία, ο άνεμος εκόπασεν, αλλ' η θάλασσα -διατελεί έτι σαλεύουσα. Η δε σελήνη ήτις είχεν ανατείλη από της -τετάρτης μετά μεσημβρίαν ώρας, διαφαίνεται κατά σπάνια -διαλείμματα μεταξύ στενών ταινιών νεφών. Τινές των ατμών -τούτων, διατεθειμένοι ανά τον ορίζοντα ως μακραί στοιβάδες, -χρωματίζονται ερυθροί, προμηνύοντες ότι αύριον θα έχωμεν -σφοδρόν άνεμον. Είθε ο άνεμος ούτος να είνε πάλιν ο Μέσης (ΒΑ) -και να μας ωθήση προς την γην! Διότι οία δήποτε μεταβολή της -διευθύνσεως αυτού θα ήτο ολεθρία, όταν θα επιβιβασθώμεν επί της -σχεδίας, ήτις μόνον δι' ουρίου ανέμου δύναται να πλεύση. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις ανέβη επί του μεγάλου θωρακίου περί την -ογδόην εσπερινήν ώραν. Διανοούμαι ότι απασχολεί αυτόν η -κατάστασις του ουρανού και ότι θέλει να προσπαθήση να -προμαντεύση οποία τις έσται η προσδοκωμένη επιούσα. Επί -τέταρτον ώρας ίσταται παρατηρών· έπειτα δε πριν κατέλθη, θλίβει -την χείρα μου ουδέ λέξιν εκστομίσας, και απελθών καταλαμβάνει -την όπισθεν του επιστέγου θέσιν του. - -Προσπαθώ να κοιμηθώ επί του στενού διαστήματος, όπερ υπελείπετο -εις εμέ εν τω θωρακίω, αλλά δεν δύναμαι όμως να το κατορθώσω. -Δυσάρεστα προαισθήματα με περιστοιχίζουσι, και η παρούσα ηρεμία -της ατμοσφαίρας μ' εμβάλλει εις φροντίδας, και μοι φαίνεται -άγαν ήρεμος· διότι μόλις που εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου -εισδύει εις την εξαρτίαν και δονεί το μετάλλινον αυτής -σχοινίον. Άλλως τε η θάλασσα «αισθάνεται» τι. Ταράσσεται υπό -μακρού σάλου και προφανώς δοκιμάζει τον αντίκτυπον τρικυμίας -τινος αφεστώσης. - -Περί ώραν ενδεκάτην της νυκτός εν τω αραιώματι μεταξύ δύο νεφών -η σελήνη λάμπει διά λάμψεως ζωηράς, τα δε κύματα αναλάμπουσιν -ως φωτιζόμενα υπό λάμψεως υποβρυχίου. - -Εγείρομαι και παρατηρώ. Παράξενον πράγμα, μοι φαίνεται ότι -διακρίνω επί τινα λεπτά της ώρας σημείον μέλαν ανυψούμενον και -ταπεινούμενον εν τω μέσω της επιτεταμένης λευκότητος των -υδάτων. Δεν είνε δυνατόν να είνε βράχος, διότι παρακολουθεί τας -κινήσεις του σάλου. - -Τι είνε λοιπόν; - -Έπειτα η σελήνη καλύπτεται εκ νέου, το σκότος γίνεται αύθις -βαθύ και εγώ κατακλίνομαι πλησίον των αριστερών επιτόνων. - - - -ΚΖ' - - - - — _Τη 6 Δεκεμβρίου_. — Κατόρθωσα να κοιμηθώ επί τινας ώρας, -αλλά την τετάρτην πρωινήν ώραν ο συριγμός του ανέμου μ' -αφυπνίζει αποτόμως. Ακούω την φωνήν του Ροβέρτου Κόρτις -αντηχούσαν εν τω μέσω των συστροφών του ανέμου, ών οι τιναγμοί -κλονούσι την εξαρτίαν. - -Εγείρομαι και συγκρατούμενος ισχυρώς από του νεύρου, προσπαθώ -να ίδω τι συμβαίνει υποκάτω μου και πέριξ. - -Εν τω σκότει βλέπω την θάλασσαν μυκωμένην. Μεγάλαι οθόναι αφρού -μολυβδόχροι μάλλον ή λευκαί διέρχονται μεταξύ των ιστών, -οίτινες υπόκεινται εις μεγάλας ταλαντώσεις ένεκα του -διατοιχούντος πλοίου. Δύο σκιαί μαύραι εν τη πρύμνη -διακρίνονται καθαρά επί του υπολεύκου χρώματος της θαλάσσης. -Είνε δε αύται ο πλοίαρχος Κόρτις και ο αρχιναύτης. Αι φωναί -των, ολίγον διακρινόμεναι μεταξύ του θορύβου των κυμάτων και -των συριγμών του ανέμου, έρχονται εις τα ώτα μου ως ασθενής -στεναγμός. - -Την στιγμήν εκείνην ναύτης ανελθών εις το θωράκιον να δέση -σχοινίον διέρχεται πλησίον μου. - -«Τι τρέχεις τον ερωτώ. - - — Άλλαξ' ο άνεμος.....» - -Προσέθηκε δε ο ναύτης και άλλας τινάς λέξεις, άς δεν ηδυνήθην -να ακούσω καθαρά· αλλά μοι φαίνεται ότι είπεν «αντίπρωρος». - -Αντίπρωρος! Αλλά τότε ο άνεμος μετετράπη όλως από Μέσου (ΒΑ) -εις Λίβα (ΝΔ) και νυν θα μας ωθή προς το πέλαγος! Λοιπόν τα -προαισθήματά μου δεν με ηπάτησαν! - -Τω όντι η ημέρα ανατέλλει κατ' ολίγον και ναι μεν ο άνεμος δεν -μετεβλήθη όλως αντίπρωρος, αλλά — περίστασις ωσαύτως ολεθρία -εις ημάς, — πνέει Σκίρων (ΒΔ), και λοιπόν μας απομακρύνει από -της γης. Προσέτι δε το επί του καταστρώματος ύδωρ είνε νυν -πέντε ποδών, ώστε τα παραρρύματα εξηφανίσθησαν τελείως. Το -πλοίον εβυθίσθη την νύκτα, και το πρωραίον κατάστρωμα, ως και -το επίστεγον, είνε νυν ίσα τη επιφανεία της θαλάσσης, ήτις τα -σαρώνει ακαταπαύστως. Υπό τον άνεμον δε ο Ροβέρτος Κόρτις και -το πλήρωμά του εργάζεται εις αποπεράτωσιν της σχεδίας, αλλά το -έργον δεν δύναται να προβή ταχέως, ένεκα της σφοδρότητος του -σάλου και δέον να ληφθώσιν αι σπουδαιόταται προφυλάξεις, ίνα μη -το συγκρότημα, εξαρθρωθή, πριν στερεωθή τελείως. - -Και ήδη οι κκ. Λετουρνέρ είνε όρθιοι πλησίον μου, ο δε πατήρ -συγκρατεί τον υιόν κατά της σφοδρότητος του διατοιχούντος -πλοίου. - -«Αλλά το θωράκιον τούτο θα σπάση!» αναφωνεί ο κ. Λετουρνέρ, -ακούων τους τριγμούς του στενού κρηπιδώματος όπερ φέρει ημάς. - -Τους λόγους τούτους ακούσασα η μις Χέρμπυ ανεγείρεται, και -δεικνύουσα την μίσιζ Κηρ, εξηπλωμένην προ των ποδών της: - -«Και τι να κάμωμεν, κύριοι; ερωτά. - - — Να μείνωμεν εδώ όπου είμεθα, απεκρίθην εγώ. - - — Μις Χέρμπυ, προσθέτει ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και εδώ είνε το -ασφαλέστατον καταφύγιόν μας. Μη φοβείσθε τίποτε.» - - — Δι' εμέ δεν φοβούμαι, αποκρίνεται η νεάνις διά της ηρέμου -φωνής της, αλλά δι' εκείνους οι οποίοι έχουν λόγον τινά να -θέλουν την ζωήν!» - -Την ογδόην και τέταρτον ο αρχιναύτης αναφωνεί προς τους άνδρας -του πληρώματος: - -«Ε, από την πρώραν! - - — Ορίστε, αναφωνεί τις των ναυτών, ο Ο Ρέδυς, πιστεύω. - - — Την έχετε την φαλαινίδα; - - — Όχι. - - — Τότε θα μας έφυγε!» - -Και όντως η φαλαινίς δεν κρατείται πλέον από του προβόλου, και -σχεδόν πάραυτα βεβαιούται η εξαφάνισις του μίστερ Κηρ, του -Σάιλας Χόντλυ και τριών ανδρών του πληρώματος, ενός Σκώτου και -δύο Άγγλων· τότε κατανοώ οποίον τι ήτο την προτεραίαν το θέμα -της συνδιαλέξεως του μίστερ Κηρ και του Σάιλας Χόντλυ. -Φοβούμενοι δήλα δή μη ο _Σάνσελλορ_ καταποντισθή προ της -αποπερατώσεως της σχεδίας, συνώμοσαν να φύγωσι, και κατέπεισαν -διά χρημάτων τους τρεις ναύτας να παραλάβωσι την φαλαινίδα. -Εξηγώ τότε τι ήτο το μέλαν εκείνο σημείον όπερ διείδον την -νύκτα. Τον άθλιον! εγκατέλιπε την γυναίκα του! Ο ανάξιος -πλοίαρχος εγκατέλιπε το πλοίον του! Και μας επήραν την λέμβον, -τούτ' έστι το μόνον υπολειπόμενον ημίν εφόλκιον! - -«Πέντε σωσμένοι! είπεν ο αρχιναύτης. - - — Πέντε χαμένοι!» αποκρίνεται ο γέρων Ιρλανδός. - -Τω όντι η κατάστασις της θαλάσσης πληρέστατα δικαιολογεί τους -λόγους του γηραιού Ο Ρέδυ. - -Είκοσι και δυο είμεθα πλέον εν τω πλοίω. Άρα γε κατά πόσους έτι -ο αριθμός ούτος θα ελαττωθή; - -Το πλήρωμα μαθόν την άνανδρον ταύτην λιποταξίαν και την κλοπήν -της φαλαινίδος, υβρίζει δεινώς τους δραπέτας. Αν δε η τύχη -ήθελεν επαναφέρη αυτούς εις το πλοίον, θα πληρώσωσιν ακριβά την -προδοσίαν των. - -Συνιστώ να κρύψωσι την μίσιζ Κηρ την φυγήν του ανδρός της. Η -δυστυχής γυνή κατατρύχεται υπό αδιαλείπτου πυρετού, καθ' ού -ουδέν δυνάμεθα, διότι η βύθισις του πλοίου εγένετο τοσούτον -ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων δεν ηδυνήθη να σωθή. -Άλλως τε και φάρμακα αν είχομεν, οποίον τι αποτέλεσμα να -προσδοκώμεν εν τη καταστάσει εν η διατελεί η μίσιζ Κηρ; - - - -ΚΗ' - - - - — _Συνέχεια της 6 Δεκεμβρίου_. — Εν τούτοις ο _Σάνσελλορ_ δεν -συγκρατείται πλέον εν ισορροπία εν τω μέσω των στρωμάτων του -ύδατος. Πιθανώς το σκάφος του εξαρθρούται και αισθανόμεθα ότι -κατ' ολίγον βυθίζεται. - -Ευτυχώς η σχεδία θα αποπερατωθή εντός της εσπέρας, και θα -δυνηθώμεν να εγκαθιδρυθώμεν επ' αυτής, πλην εάν ο Ροβέρτος -Κόρτις προτιμά να επιβιβασθώμεν την επιούσαν άμα τη ημέρα. Το -συγκρότημα εγένετο στερεόν. - -Τα δε αποτελούντα αυτήν ξύλα συνεδέθησαν διά σχοινίων δυνατών, -και επειδή ταύτα διασταυρούνται μεταξύ των υπεράλληλα, το όλον -υψούται κατά δύο πόδας άνω της επιφανείας της θαλάσσης. - -Το δε κρηπίδωμα είνε κατεσκευασμένον διά σανίδων άς είχον -αποσπάση τα κύματα και ημείς εχρησιμοποιήσαμεν επιμελώς. Μετά -μεσημβρίαν άρχεται η φόρτωσις των διασωθέντων τροφίμων, ιστίων, -οργάνων, εργαλείων. Επάναγκες δε να σπεύσωμεν, διότι την -στιγμήν ταύτην το μέγα θωράκιον μόλις δέκα πόδας υπερέχει της -θαλάσσης, του δε προβόλου το άκρον μόνον της κεραίας -υπολείπεται υψούμενον πλαγίως. - -Θα εκπλαγώ σφόδρα αν μη είνε η αύριον η εσχάτη ημέρα του -_Σάνσελλορ_! - -Και νυν, εν τίνι ηθική καταστάσει διατελούμεν; Προσπαθώ να -ορίσω τι συμβαίνει εν εμοί. Μοι φαίνεται ότι τούθ' όπερ -αισθάνομαι είνε αδιαφορία τις ασυνείδητος μάλλον ή συναίσθημα -καρτερίας. Ο κ. Λετουρνέρ ζη όλος εν τω υιώ αυτού, όστις και -αυτός τον πατέρα του μόνον συλλογίζεται. Ο Ανδρέας δεικνύει -καρτερίαν μεστήν γενναιότητος, χριστιανικήν καρτερίαν, ήν δεν -δύναμαι κάλλιον να παραβάλω ή προς την καρτερίαν της μις -Χέρμπυ. Ο δε Φάλστεν είνε αείποτε Φάλστεν, και, Θεέ μου, -συγχώρησόν μοι, ο μηχανικός ούτος εξακολουθεί γράφων αριθμούς -εν τω σημειωματαρίω του! Η δε μίσιζ Κηρ αποθνήσκει παρά τας -περιποιήσεις της νεάνιδος, παρά τας εμάς. - -Οι δε ναύται, τούτων δύο ή τρεις είνε ήρεμοι, αλλά οι άλλοι -είνε σχεδόν παράφρονες. Τινές αγόμενοι υπό της χυδαίας αυτών -φύσεως, φαίνονται διατεθειμένοι να προβώσιν εις υπερβολάς. Θα -είνε δυσήνιοι [73] οι άνθρωποι ούτοι οι διατελούντες υπό την -φαύλην επίδρασιν του Όουεν και του Γύγξτροπ, όταν συμβιώμεν -μετ' αυτών επί στενής σχεδίας! - -Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ είνε καταβεβλημένος σφόδρα· ει και -γενναίος, αλλ' όμως θα αναγκασθή να απόσχη της υπηρεσίας του. Ο -δε Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης, δραστήριοι, ακλόνητοι, -είνε άνδρες ούς η φύσις «εσφυρηλάτησε δι' όλης αυτών της -σκληρότητος». ίνα κατά μεταλλουργούς είπω, χαρακτηρίζει δε -αυτούς καλώς η έκφρασις αύτη. - -Περί ώραν πέμπτην μετά μεσημβρίαν ανεπαύθη είς εκ των εν -δυστυχία συναδέλφων μας, η μίσιζ Κηρ απέθανε μετά οδυνηράν -αγωνίαν, ίσως ουδεμίαν έχουσα συνείδησιν της καταστάσεώς της. -Εξέβαλέ τινας στεναγμούς και τετέλεσται. Μέχρι της τελευταίας -στιγμής η μις Χέρμπυ δαψιλώς [74] περιέθαλψεν αυτήν μετ' -αφοσιώσεως, ήτις βαθέως μας συνεκίνησε! - -Παρήλθεν η νυξ άνευ τινός συμβεβηκότος. Την πρωίαν περί τα -χαράγματα έλαβον της νεκράς την χείρα, ήτις ήτο ψυχρά και τα -μέλη της απεξυλωμένα. Το πτώμα δεν δύναται να διαμείνη πλέον εν -τω θωρακίω. Η μις Χέρμπυ και εγώ την περιτυλίσσομεν διά των -ενδυμάτων της, έπειτα δε ευχαί τινες απηγγέλθησαν υπέρ -αναπαύσεως της ψυχής της ταλαίνης γυναικός, και το πρώτον θύμα -τοσούτων συμφορών κατακρημνίζεται εις τα κύματα. - -Την στιγμήν εκείνην εκστομίζει τις των εν τοις θωρακίοις ανδρών -τους φοβερούς τούτους λόγους; - -«Νά ένα πτώμα . . . κρίμα 'ς το! κρίμα 'ς το!» - -Στρέφομαι προς την φωνήν. Ο Όουεν είνε ο λαλήσας ούτω. - -Έπειτα μοι επέρχεται εις τον νουν ότι τω όντι θα έχωμεν ίσως -ημέραν τινά έλλειψιν τροφίμων! - - - -ΚΘ' - - - - — _Τη 7 Δεκεμβρίου_. — Το πλοίον εξακολουθεί βυθιζόμενον, η δε -θάλασσα ανήλθε νυν εις το διάδετον [75] του ακατίου θωρακίου. -Το δε επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα είνε όλως υποβρύχια -του δε προβόλου το άκρον της κεραίας εξηφανίσθη. Ουδέν δε πλέον -σώζεται ή αι τρεις στήλαι των ιστών, εξέχουσαι του Ωκεανού. - -Αλλ' η σχεδία είνε ετοίμη και φέρει φορτίον παν ό τι ηδυνήθημεν -να διασώσωμεν. Μία υποπτερνίς [76] παρασκευασθείσα κατά την -πρώραν της σχεδίας, είνε προωρισμένη να δεχθή ιστόν, όν θα -υποστηρίξωσιν επίτονοι στερεούμενοι επί των πλευρών του -κρηπιδώματος. Το ιστίον του μεγάλου σιπάρου θα αναδεθή και θα -μας ωθήση ίσως προς την ακτήν. - -Τις οίδεν εάν το εύθραυστον τούτο εκ σανίδων συγκρότημα, ήττον -ευβύθιστον, κατορθώση ό τι ο _Σάνσελλορ_ δεν ηδυνήθη; Η ελπίς -είνε ούτως ερριζωμένη εν τη καρδία του ανθρώπου, ώστε εισέτι -ελπίζω! - -Είνε εβδόμη ώρα προ μεσημβρίας. Εν ώ δε μέλλομεν να -επιβιβασθώμεν, αίφνης το πλοίον βυθίζεται ούτω ταχέως, ώστε ο -ξυλουργός και οι άνδρες οι απησχολημένοι επί της σχεδίας -αναγκάζονται να κόψωσι το πείσμα των ίνα μη παρασυρθώσιν εις -την δίνην του ύδατος. - -Αισθανόμεθα τότε αγωνίαν οξυτάτην, διότι ακριβώς την στιγμήν -καθ' ήν το πλοίον κατέρχεται εις την άβυσσον, η μόνη ημών σανίς -της σωτηρίας απομακρύνεται εκπίπτουσα! - -Δύο ναύται και είς μαθητευόμενος έξω φρενών ρίπτονται εις την -θάλασσαν, αλλά μάτην προσπαθούσι να παλαίσωσι προς τον σάλον. - -Μετ' ου πολύ είνε προφανές ότι ούτε εις την σχεδίαν να -προφθάσωσι θα δυνηθώσιν, ούτε να επανέλθωσιν εις το πλοίον, -έχοντες εναντίον αυτών τα τε κύματα και τον άνεμον. Ο Ροβέρτος -Κόρτις δέσας περί την οσφύν σχοινίον σπεύδει εις βοήθειάν των. -Αλλ' ανωφελής προθυμία! Διότι πριν δυνηθή να πλησιάση προς -αυτούς, οι τρεις ατυχείς ούτοι, ούς βλέπω αγωνιζομένους, -εξαφανίζονται, αφ' ού μάτην έτειναν τας χείρας προς ημάς. - -Αποσύρομεν τον Ροβέρτον Κόρτις όλον μεμωλωπισμένον υπό του -είδους εκείνου της ανακοπής των κυμάτων ήτις πλήττει την -κορυφήν των ιστών. - -Εν τούτοις ο Δαούλας και οι ναύται, μεταχειριζόμενοι δύο μακρά -ξύλα ως κώπας, προσπαθούσι να επανέλθωσιν εις το πλοίον, αλλά -μόνον μετά μιας ώρας προσπαθείας, — ώρας ήτις εφάνη ημίν αιών -όλος, ώρας καθ' ήν η θάλασσα ανήλθε μέχρι της επιφανείας των -θωρακίων, — η σχεδία, ήτις είχεν απομακρυνθή δύο μόνον στάδια, -ό έστι τετρακόσια μέτρα, ηδυνήθη να έλθη παρά την πλευράν του -_Σάνσελλορ_. Ο αρχιναύτης ρίπτει πείσμα προς τον Δαούλαν και η -σχεδία προσδένεται εκ νέου εις το τραχήλωμα του μεγάλου ιστού. - -Ουδεμία πλέον στιγμή χρονοτριβής υπολείπεται, διότι σφοδρά δίνη -ανοίγεται περί τον εμβεβαπτισμένον σκελετόν του πλοίου, και -υπερμεγέθεις φυσαλίδες αέρος ανέρχονται απειροπληθείς εις την -επιφάνειαν του ύδατος. - -«Επιβαίνετε! επιβαίνετε!» αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις. - -Εφορμώμεν μετά σπουδής εις την σχεδίαν. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ, -αφ' ού επεστάτησεν εις την εγκατάστασιν της μις Χέρμπυ, έρχεται -αισίως εις το κρηπίδωμα, μετ' ου πολύ δε και ο πατήρ είνε -πλησίον του. Μετά μίαν στιγμήν οι πάντες έχομεν επιβιβασθή, — -οι πάντες πλην του πλοιάρχου Κόρτις και του γηραιού ναύτου Ο -Ρέδυ. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιος επί του μεγάλου θωρακίου δεν θέλει να -καταλίπη το πλοίον του, αλλά τότε μόνον, όταν το πλοίον του -εξαφανισθή εν τη αβύσσω· τούτο δε είνε καθήκον άμα και δικαίωμά -του. Τον _Σάνσελλορ_ τούτον όν αγαπά, όν κυβερνά έτι, πας τις -αισθάνεται οποία τις συγκίνησις συντρίβει την καρδίαν του καθ' -ήν στιγμήν μέλλει να τον εγκαταλίπη! - -Ο Ιρλανδός έμεινεν επί του ακατίου θωρακίου. - -«Εμπρός, γέρον, κράζει προς αυτόν ο πλοίαρχος. - - — Βουλιάζει το πλοίον; ερωτά ο επίμονος γέρων μετά της -μεγίστης απαθείας. - - — Ναι . . . - - — Εμπρός τότε.» αποκρίνεται ο Ο Ρέδυ, ότε το ύδωρ ανέβη ήδη -μέχρι της ζώνης του. - -Και σείων την κεφαλήν πηδά εις την σχεδίαν. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις διαμένει επί μίαν έτι στιγμήν επί του -θωρακίου, περιφέρει το βλέμμα πέριξ αυτού, έπειτα έσχατος αυτός -εγκαταλείπει το πλοίον του. - -Είνε καιρός. Το πείσμα κόπτεται και η σχεδία απομακρύνεται -βραδέως. - -Πάντες αποβλέπομεν προς το μέρος τούτο όπου το πλοίον -καταποντίζεται. Το άκρον του ακατίου ιστού εξαφανίζεται κατ' -αρχάς, έπειτα το άκρον του μεγάλου ιστού, μετ' ου πολύ δε ουδέν -υπολείπεται πλέον του κομψού εκείνου πλοίου όπερ υπήρξεν ο -_Σάνσελλορ_. - - - - -Λ' - - - - — _Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου._ — Νέα πλωτή συσκευή φέρει ημάς, -ήτις δεν δύναται μεν να καταποντισθή, διότι τα ξύλα -ταποτελούντα αυτήν θα επιπλέωσιν ό τι δήποτε και αν συμβή, αλλά -η θάλασσα δεν θα την διαλύση; Δεν θα θραύση τους δεσμούς τους -συνδέοντας αυτήν; Δεν θα αφανίση τέλος τους ναυαγούς τους επί -της επιφανείας αυτής σεσωρευμένους; - -Εκ των εικοσιοκτώ ψυχών άς είχεν ο _Σάνσελλορ_ αποπλέων εκ του -Κάρλεστον, δέκα είχον ήδη απολεσθή. - -Είμεθα λοιπόν δεκαοκτώ έτι, — δεκαοκτώ επί της σχεδίας ταύτης -της αποτελούσης τρόπον τινά τετράπλευρον ακανόνιστον, -τεσσαράκοντα περίπου ποδών μήκους και είκοσι πλάτους. - -Τα δε ονόματα των επιζώντων εκ του _Σάνσελλορ_ είνε τάδε: οι -κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν, η μις Χέρμπυ και εγώ, -επιβάται. — Ο πλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, ο τροφοδότης -Χόμμπαρτ, ο μάγειρος Γύγξτροπ ο μαύρος, ο ξυλουργός Δαούλας, — -οι επτά ναύται Ώστιν, Όουεν, Ουίλσων, Ο Ρέδυ, Βάρκε, Σάνδων και -Φλαίπολ. - -Ο Ύψιστος εδοκίμασεν ημάς αρκούντως από εβδομήκοντα δύο ημερών, -αφ' ής κατελίπομεν την Αμερικανικήν ακτήν, και η χειρ αυτού -αρκούντως εβάρυνεν εφ' ημών; Και ουδ' ο μάλιστα εύελπις ήθελε -τολμήση να ελπίση. - -Αλλ' ας αφήσωμεν το μέλλον και περί του παρόντος ας σκεπτώμεθα, -και εξακολουθήσωμεν καταγράφοντες τας συμφοράς του δράματος -τούτου καθ' όσον εμφανίζονται. - -Γνωστοί οι επιβάται της σχεδίας, τα δε προς συντήρησιν αυτών -έχουσιν ως εξής. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις είχε δυνηθή να επιβιβάση μόνον ό τι -υπελείπετο εκ των προμηθειών άς είχον αναβιβάση εκ του -διανομείου, ών το πλείστον μέρος ηφανίσθη κατά την στιγμήν της -εμβαπτίσεως του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Είνε δε ολίγον -άφθονοι αι προμήθειαι αύται, εάν ληφθή υπ' όψει ότι είμεθα -δεκαοκτώ στόματα, και πολλαί ημέραι δυνατόν να παρέλθωσιν έτι -πριν φανή πλοίον τι ή γη. Έν βυτίον διπυρίτου, έτερον κρέατος -παστού, μικρός κόρος [77] βρανδεβίνου [78], δύο βυτία ύδατος, -ταύτα είνε τα περισωθέντα και ουδέν πλέον. Λοιπόν έργον -φρονήσεως είνε να ορισθώσιν αι μερίδες ευθύς από της πρώτης -ημέρας. - -Εκ των ενδυμάτων της αποθήκης ουδέν απολύτως έχομεν· ιστία δέ -τινα θα χρησιμεύσωσιν ως καλύμματα άμα και ως στέγη. Τα -εργαλεία, ανήκοντα εις τον Δαούλαν, ο εκτάς και η πυξίς, είς -χάρτης, τα εγκόλπια μαχαίρια ημών, λέβης μετάλλινος, κύπελλον -εκ λευκοσιδήρου, ούτινος ουδέποτε αποχωρίζεται ο γέρων Ιρλανδός -Ο Ρέδυ, τοιαύτα είνε τα υπολειπόμενα ημίν όργανα και σκεύη. -Πάντα δε τα κιβώτια, τα επί του καταστρώματος αποκείμενα και -προωρισμένα εις την πρώτην σχεδίαν, κατεποντίσθησαν κατά την -επί μέρους εμβάπτισιν του πλοίου, απ' εκείνης δε της στιγμής -δεν ήτο πλέον δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος. - -Αύτη λοιπόν η ημετέρα κατάστασις, σοβαρά μεν, αλλ' ουχί και -απελπιστική. Δυστυχώς φόβος είνε μη πλείονες ημών απολέσωμεν το -τε ηθικόν σθένος και το φυσικόν. Άλλως τε υπάρχουσι μεταξύ ημών -τινες, ών τα φαύλα ενστίγματα θα αποβώσι δυσκράτητα! - - - -ΛΑ' - - - - — _Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου_. — Την πρώτην ημέραν ουδέν -αξιοσημείωτον. - -Σήμερον δε την ογδόην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος Κόρτις -συγκαλέσας πάντας επιβάτας τε και ναυτικούς: - -«Φίλοι μου, είπε, κατανοήσατε το εξής. Είμαι κυβερνήτης της -σχεδίας ως ήμην και του _Σάνσελλορ_. Λέγω λοιπόν ότι θα με -υπακούωσι πάντες ανεξαιρέτως. Περί της κοινής σωτηρίας ας -σκεπτώμεθα, ας είμεθα ηνωμένοι, και έχει ο Θεός.» - -Οι λόγοι ούτοι έτυχον καλής αποδοχής. - -Ο λεπτός άνεμος ο πνέων κατά την στιγμήν ταύτην και ού την -διεύθυνσιν ο πλοίαρχος προσδιορίζει διά της πυξίδος, επετάθη -προσεγγίζων προς τον Βορράν, περίπτωσις ευοίωνος. Οφείλομεν δε -να σπεύσωμεν να επωφεληθώμεν ίνα καταπλεύσωμεν όσον τάχιστα εις -τας Αμερικανικάς ακτάς. Ο ξυλουργός Δαούλας τότε καταγίνεται να -στήση τον ιστόν, ού την υποπτερνίδα είχομεν παρασκευάση κατά -την πρώραν της σχεδίας, προσέθηκε δε και δύο πτερύγια, είδος -προώστου, δι' ών θα συγκρατήται στερεώτερον. Εν ώ δε αυτός -εργάζεται, ο αρχιναύτης και οι ναύται αναδένουσι το σιπάριον -επί της κεραίας ήν προς τούτο έχομεν φυλάξη. - -Την ενάτην και ημίσειαν ο ιστός ίσταται όρθιος. Επίτονοι -εντεταμένοι επί των πλευρών της σχεδίας ασφαλίζουσι την -στερεότητα αυτού. Το ιστίον επαίρεται, ποδούται και η συσκευή -έχουσα τον άνεμον ούριον εκτοπίζεται επαισθητώς υπό την -ενέργειαν του ανέμου, όστις επιτείνεται επαισθητώς έτι. - -Του έργου τούτου άπαξ περατωθέντος, ο Δαούλας προσπαθεί να -εγκαταστήση πηδάλιον, δι' ού να δύναται η σχεδία να έχη ήν -θέλει διεύθυνσιν. Διά των συμβουλών δε του Ροβέρτου Κόρτις και -του μηχανικού Φάλστεν μετά δίωρον εργασίαν ιδρύεται κατά την -πρώραν της σχεδίας ώσπερ τι ουράδιον, παρεμφερές προς τα εν -χρήσει παρά τοις Μαλαίοις. - -Κατά τον χρόνον δε τούτον ο πλοίαρχος Κόρτις εκτελεί τας -αναγκαίας παρατηρήσεις προς εύρεσιν ακριβώς του μήκους του, και -της μεσημβρίας ελθούσης, λαμβάνει καλόν ύψος του ηλίου. - -Το δε στίγμα όπερ λαμβάνει μεθ' ικανώς μεγάλης ακριβείας έχει -ώδε: - - Πλάτος, 15° 7' βόρειον - Μήκος, 49° 35' προς δυσμάς του Γρηνουίχου. - -Το στίγμα, τούτο, μετενεχθέν επί του χάρτου, δεικνύει ότι -απέχομεν εξακόσια πεντήκοντα μίλια της βορειοανατολικής ακτής -του Παραμαρίβου, τούτ' έστι του εγγυτάτου τμήματος της Αμερικής -ηπείρου, ήτις, ως ήδη ερρήθη, αποτελεί το παράλιον της -Ολλανδικής Γουυάνης. - -Όθεν, λαμβάνοντες τον μέσον όρον των περιπτώσεων, δεν δυνάμεθα -να ελπίζωμεν, και αν διαρκώς βοηθώσιν ημάς οι ετησίοι άνεμοι, -ότι θα διανύσωμεν πλείονα των δέκα ή δώδεκα μιλίων την ημέραν, -επί συσκευής ούτως ατελούς ως η σχεδία, ήτις δεν δύναται να -πλαγιοδρομή προς τον άνεμον. Τούτο λοιπόν θα απαιτήση δίμηνον -διάπλουν, επί τη υποθέσει ότι αι περιστάσεις θα είνε -αισιώταται, — πλην της περιπτώσεως, της ολίγον πιθανής, ότι -ήθελε συναντήση ημάς πλοίον τι. Αλλ' εις τούτο το μέρος του -Ατλαντικού Ωκεανού ολιγώτερον φοιτώσι πλοία παρά εις το -βορειότερον ή το νοτιώτερον. Ερρίφθημεν δυστυχώς μεταξύ των -γραμμών των Αντιλλών και των της Βρασιλίας, ας ακολουθούσιν τα -υπερωκεάνεια Αγγλικά ή Γαλλικά, και προτιμότερον να μη -αναθέτωμεν τας ελπίδας ημών εις το τυχαίον της συναντήσεως -πλοίου. Άλλως τε, εάν αι νηνεμίαι επέλθωσιν, εάν ο άνεμος -μεταβληθείς ωθήση ημάς προς Ανατολάς, ουχί πλέον δύο μήνες, -αλλά τέσσαρες, αλλά έξ απαιτούνται, αι δε τροφαί ήθελον σωθή -προ της λήξεως της τριμηνίας. - -Η σύνεσις λοιπόν απαιτεί από τούδε να καταναλίσκωμεν το -απολύτως αναγκαίον. Ο πλοίαρχος Κόρτις εζήτησε την γνώμην μας -περί τούτου, ημείς δε αυστηρώς ωρίσαμεν το πρόγραμμα. Αι -μερίδες υπελογίσθησαν εις πάντας αδιακρίτως ούτως, ώστε ή τε -πείνα και η δίψα να κορέννυνται κατά το ήμισυ. Ο χειρισμός της -σχεδίας δεν χρήζει μεγάλης δαπάνης φυσικών δυνάμεων, όθεν τροφή -μεμετρημένη θα είνε επαρκής. Το δε βρανδεβίνον, ού το βυτίον -δεν περιέχει πλείονα των πέντε γαλλονίων, ό έστι είκοσι τρεις -περίπου λίτρας Γαλλικάς, ήτοι δεκαοκτώ οκάδας, θα διανεμηθή -μετά της εσχάτης φειδούς. Ουδείς θα έχη δικαίωμα να το εγγίση -άνευ της αδείας του πλοιάρχου. - -Λοιπόν τα της διαίτης εν τω πλοίω εκανονίσθησαν ώδε: Πέντε -ουγκίαι κρέατος και πέντε διπυρίτου καθ' εκάστην και κατ' -άνθρωπον. Και ναι μεν είνε ολίγον, αλλ' όμως δεν ήτο δυνατόν η -μερίς να είνε περισσοτέρα των πέντε λιτρών εξ εκάστης ουσίας, ό -έστι εν μια τριμηνία λίτραι εξακόσιαι. Αλλά εν συνόλω δεν -έχομεν πλέον των εξακοσίων λιτρών κρέατος και διπυρίτου, -επάναγκες λοιπόν να σταθώμεν εν τω αριθμώ τούτω. Του δε ύδατος -η ποσότης δύναται να εκτιμηθή εις εκατόν τριάκοντα δύο -γαλλόνια, ό έστι περί τας τετρακοσίας εβδομήκοντα οκάδας, -συνεφωνήθη δε να περιορισθή η ημερησία κατανάλωσις εις μίαν -πίνταν, τούτ' έστι πεντήκοντα έξ εκατόλιτρα, εκατόν εβδομήκοντα -πέντε δράμια κατ' άνθρωπον, όπερ θα εξασφαλίση ημίν και τριών -μηνών ύδωρ. - -Η διανομή των τροφών θα γίνεται κατά πάσαν πρωίαν την δεκάτην -ώραν διά του αρχιναύτου. Έκαστος θα λαμβάνη την μερίδα όλης της -ημέρας, και διπυρίτην και κρέας, και θα την καταναλίσκη οπόταν -και όπως θέλη, το δε ύδωρ, ελλείψει επαρκών σκευών προς -διαφύλαξιν αυτού, διότι δεν έχομεν άλλα σκεύη ή την χύτραν και -το κύπελλον του Ιρλανδού, το ύδωρ θα διανέμεται δις της ημέρας, -την δεκάτην προ μεσημβρίας και την έκτην μετά μεσημβρίαν, -έκαστος δε οφείλει να το πίνη αμέσως. - -Παρατηρητέον δε ότι έχομεν πάντοτε δύο άλλας πιθανότητας, -αίτινες δύνανται να επαυξήσωσι τας προμηθείας ημών, την βροχήν -προς πόσιν και την αλιείαν προς βρώσιν. Όθεν δύο βυτία κενά -διετέθησαν, ίνα περιλάβωσι το βρόχινον ύδωρ. Ως προς δε τα -αλιευτικά όργανα, οι ναύται ασχολούνται παρασκευάζοντες αυτά, -ίνα ρίψωσιν ορμιάς [79] τινας συρομένας. - -Τοιαύτα τα ληφθέντα μέτρα. Επεδοκιμάσθησαν και θα τηρώνται -αυστηρώς. Μόνον εάν τηρώμεν κανόνα αυστηρόν, δυνάμεθα να -ελπίσωμεν ότι θα δυνηθώμεν να αποφύγωμεν τας φρικαλεότητας της -πείνης. Πλείστα όσα παραδείγματα εδίδαξαν ημάς να είμεθα -προμηθείς, περιήλθομεν δε εις τας εσχάτας των στερήσεων διά τον -απλούστατον λόγον ότι η τύχη δεν παύεται πλήττουσα ημάς! - - - -ΛΒ' - - - - — _Από της 8 μέχρι της 17 Δεκεμβρίου_. — Επελθούσης της νυκτός -εχώθημεν υπό τα ιστία. Καταπεπονημένος εκ των μακρών ωρών άς -είχον διέλθη επί της εξαρτίας, ηδυνήθην να κοιμηθώ επί τινας -ώρας. Η σχεδία σχετικώς ολιγώτερον πεφορτισμένη, υψούται μεθ' -ικανής ευχερείας. Επειδή δε η θάλασσα δεν εκχύνεται, δεν μας -προσβάλλουσι τα κύματα. Δυστυχώς, εάν ο σάλος κοπάση, θα συμβή -τούτο, διότι ο άνεμος πραΰνεται και περί την πρωίαν αναγκάζομαι -να σημειώσω εν τω ημερολογίω μου: γαλήνη. - -Ότε δε ανεφάνη η ημέρα, ουδέν νέον είχον να βεβαιώσω, και οι -κκ. Λετουρνέρ εκοιμήθησαν μέρος τι της νυκτός και άπαξ έτι -συνεθλίψαμεν τας χείρας αλλήλων, και η μις Χέρμπυ ηδυνήθη να -αναπαυθή, οι δε χαρακτήρες αυτής, ήττον κεκμηκότες, ανέλαβον -την συνήθη αυτών ηρεμίαν. - -Είμεθα υπό τον ενδέκατον παράλληλον. Ο καύσων την ημέραν είνε -εις άκρον σφοδρός και ο ήλιος λάμπει ζωηρός, και εν τη -ατμοσφαίρα είνε αναμεμιγμένος ατμός τρόπον τινά διάπυρος. -Επειδή δε ο άνεμος πνέει εκ διαλειμμάτων, το ιστίον κρέμαται -επί του ιστού κατά τας ώρας της νηνεμίας αίτινες παρατείνονται -λίαν. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης έκ τινων -τεκμηρίων, άτινα μόνοι οι ναυτικοί δύνανται να διακρίνωσι, -νομίζουσιν ότι ρεύμα δύο ή τριών μιλίων καθ' ώραν παρασύρει -ημάς προς δυσμάς. Τούτο βεβαίως θα ήτο περίστασις ευνοϊκή, -δυναμένη να βραχύνη σημαντικά τον διάπλουν ημών. Είθε ο -πλοίαρχος και αρχιναύτης να μη απατώνται, διότι ευθύς από των -πρώτων τούτων ημερών και εν τη υψηλή ταύτη θερμοκρασία, η μερίς -του ύδατος μόλις εξαρκεί να πραΰνη την δίψαν! - -Και όμως αφ' ότου, εγκαταλιπόντες τον _Σάνσελλορ_ ή μάλλον -ειπείν τα θωράκια του πλοίου, επεβιβάσθημεν επί της σχεδίας -ταύτης, η κατάστασις ημών εβελτιώθη. Ο _Σάνσελλορ_ ηδύνατο κατά -πάσαν στιγμήν να καταποντισθή, και τουλάχιστον το κρηπίδωμα -τούτο όπερ νυν κατέχομεν, είνε σχετικώς στερεόν. Μάλιστα το -επαναλαμβάνω, η κατάστασις επαισθητώς εμετριάσθη και -συγκριτικώς έκαστος διατελεί εν κρείσσονι καταστάσει. Είμεθα -σχεδόν εν ανέσει, δυνάμεθα να κινώμεθα και να μετατοπιζώμεθα. -Και την μεν ημέραν συνερχόμεθα, συνδιαλεγόμεθα, συζητούμεν, -παρατηρούμεν την θάλασσαν, την δε νύκτα κοιμώμεθα στεγαζόμενοι -υπό των ιστίων. Η δε παρατήρησις του ορίζοντος, η επιτήρησις -των ορμιών άς ερρίψαμεν εις την θάλασσαν, τα πάντα διαφέρουσιν -ημίν. - -«Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ανδρέας Λετουρνέρ ημέρας τινάς -μετά την εγκατάστασιν ημών επί της νέας ταύτης συσκευής, μοι -φαίνεται ότι ανευρίσκομεν εδώ τας γαληνιαίας εκείνας ημέρας, αι -οποίαι παρετηρήθησαν κατά την διαμονήν μας επί του -Βραχοχοιρομηρίου. - - — Τω όντι, αγαπητέ μου Ανδρέα, απεκρίθην. - - — Αλλ' όμως προσθέτω ότι η σχεδία έχει πλεονέκτημα -σημαντικώτατον, το οποίον δεν είχε το νησύδριον, δήλα δή αυτή -βαδίζει. - - — Εφ' όσον ο άνεμος είνε ούριος, Ανδρέα μου, η σχεδία -βεβαιότατα πλεονεκτεί, αλλ' εάν ο άνεμος μεταβληθή; . . . - - — Καλά, κύριε Κάζαλλον! αποκρίνεται ο νέος. Ας προσπαθώμεν να -μη καταβαλλώμεθα, και ας έχωμεν πεποίθησιν!» - -Λοιπόν, την πεποίθησιν ταύτην πάντες την έχομεν! Μάλιστα! -Φαίνεται ότι απηλλάγημεν φοβερών δοκιμασιών εις άς δεν θα -εμπέσωμεν πλέον! Αι περιστάσεις εγένοντο ευνοϊκώτεραι. Ουδείς -μεταξύ ημών υπάρχει όστις να μη αισθάνεται εαυτόν σχεδόν -αναθαρρήσαντα! - -Δεν ειξεύρω τι συμβαίνει εν τη ψυχή του Ροβέρτου Κόρτις, και -δεν δύναμαι να είπω εάν συμμερίζεται τας παρούσας ημών ιδέας. -Ως επί το πλείστον ίσταται μακράν ημών μόνος. Η ευθύνη αυτού -μεγάλη! Είνε ο αρχηγός και έχει να σώση ου μόνον την ζωήν του, -αλλά και τας ημετέρας! Γινώσκω ότι ούτω πως νοεί το καθήκον -του. Όθεν συχνάκις έχουσιν αυτόν όλον αι σκέψεις του, έκαστος -δε ημών αποφεύγει να τον ταράξη. - -Κατά τας μακράς ταύτας ώρας οι πλείστοι των ναυτών κοιμώνται εν -τη πρώρα της σχεδίας. Κατά παραγγελίαν του πλοιάρχου την -πρύμναν θα κατέχωσι μόνον οι επιβάται, και ιδρύθη επί κιόνων -σκηνή παρέχουσα ημίν ολίγην τινά σκιάν. Εν κεφαλαίω διατελούμεν -εν ευαρέστω υγιεινή καταστάσει. Μόνος δε ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ -δεν κατορθώνει να επανεύρη τας δυνάμεις του. Αι περιθάλψεις, άς -δαψιλώς παρέχομεν αυτώ, εις ουδέν ωφελούσι και οσημέραι -ελαττούνται αι δυνάμεις του. - -Ουδέποτε εξετίμησα κάλλιον τον Ανδρέαν Λετουρνέρ ή κατά τας -παρούσας περιστάσεις. Ο αξιέραστος ούτος νέος είνε η ψυχή της -μικράς ημών κοινωνίας, έχει πνεύμα πρωτότυπον και αι νέαι αυτού -επόψεις και αι απρόοπτοι θεωρίαι αφθονούσιν εν τω ιδίω αυτού -τρόπω καθ' όν εξετάζει τα πράγματα. Η συνδιάλεξίς του -διασκεδάζει ημάς, συχνάκις δε και διδάσκει. Εν ώ δε ο Ανδρέας -λαλεί, η ασθενική πως όψις του εμψυχούται, ο δε πατήρ φαίνεται -πίνων τους λόγους του. Ενίοτε δε λαμβάνων την χείρα αυτού -ατενίζει προς αυτόν επί ώρας ολοκλήρους. - -Η μις Χέρμπυ μετέχει ενίοτε των συνδιαλέξεων ημών μετά πολλής -όμως επιφυλάξεως. Έκαστος ημών προσπαθεί διά των περιποιήσεων -να την κάμη να λησμονήση, ότι απώλεσεν εκείνους, οίτινες θα -έμελλον να είνε οι φυσικοί αυτής προστάται. Η νεάνις αύτη εύρεν -εν τω κ. Λετουρνέρ φίλον ασφαλή, ως πατέρα, και λαλεί προς -αυτόν μετά οικειότητος, ήν η ηλικία του συγχωρεί. Τη επιμόνω -αυτού προτροπή διηγήθη τον βίον της, — βίον μεστόν θάρρους και -αυταπαρνησίας, οποίου έλαχον οι άποροι ορφανοί. Διέμενεν από -διετίας εν τη οικία του μίστερ Κηρ, και νυν απομένει άνευ τινος -πόρου εν τω παρόντι, άνευ τύχης εις το μέλλον, αλλά πλήρης -πεποιθήσεως, διότι είνε παρεσκευασμένη εις πάσαν δοκιμασίαν. Η -μις Χέρμπυ διά του χαρακτήρος της, της ηθικής δραστηριότητος, -επιβάλλει σέβας, και ουδέν σχήμα, ουδείς λόγος, δυνάμενος να -εκφύγη του στόματός τινος των εν τω πλοίω χυδαίων ανδρών, -επείραξεν αυτήν μέχρι τούδε. - -Η 12, 13 και 14 του μηνός ουδεμίαν επήνεγκον μεταβολήν της -καταστάσεως ημών. Εξηκολούθει πνέων άνεμος Απηλιώτης (Α). Ουδέν -συμβάν αναφερόμενον εις τον διάπλουν. Χειρισμούς δεν έχομεν να -εκτελέσωμεν εν τη σχεδία. Ο οίαξ ή μάλλον το ουράδιον ουδέ -χρήζει καν μετακινήσεως. Η συσκευή ουριοδρομεί, και δεν είνε -αρκούντως ασταθής, ώστε να στρέφεται προς την ετέραν των -πλευρών ή προς την ετέραν. Ναύται τινες της τετραωρίας, -διαμένοντες διαρκώς εν τη πρώρα, είνε εντεταλμένοι να -επιβλέπωσι την θάλασσαν μετά πάσης της δυνατής προσοχής. - -Επτά ημέραι παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν τον _Σάνσελλορ_. -Παρατηρώ δε ότι συνηθίζομεν εις τον επιβληθέντα ημίν -κανονισμόν, — τουλάχιστον ως προς τα της τροφής αλλ' είνε όμως -αληθές ότι αι δυνάμεις ημών δεν υπεβάλλοντο εις φυσικόν τινα -κόπον. Η μεγίστη των στερήσεων ημών είνε η σχετική στέρησις του -ύδατος, διότι κατά τους σφοδρούς τούτους καύσωνας η χορηγουμένη -ημίν ποσότης είνε προφανώς ανεπαρκής. - -Την 15 του μηνός αγέλη ιχθύων εκ του είδους των σπάρων προσήλθε -παμπληθής περί την σχεδίαν. Ει και τα αλιευτικά ημών όργανα -αποτελούνται μόνον εκ μακρών σχοινίων εχόντων κατά το άκρον -καρφίον κεκυρτωμένον μετά τεμαχίου παστού κρέατος ως δέλεαρ, -συλλαμβάνομεν μέγαν τινά αριθμόν σπάρων, τοσούτον είνε -αδηφάγοι. Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! πανήγυρις νομίζει -τις ότι τελείται εν τη σχεδία. Των ιχθύων δε τούτων οι μεν -εγένοντο οπτοί, οι δε βραστοί εν θαλασσίω ύδατι επί πυράς εκ -ξύλων αναφθείσης εν τη πρώρα. Οποία ευωχία! Οποία δε οικονομία -των προμηθειών μας! Ούτω δε άφθονοι είνε οι σπάροι ούτοι, ώστε -επί δύο ημέρας συλλαμβάνομεν πλέον των διακοσίων λιτρών, ό έστι -πλέον των εκατόν πεντήκοντα οκάδων. Μία βροχή να έλθη τώρα -πλέον, και τα πάντα θα έχωσι κάλλιστα. - -Δυστυχώς η αγέλη αύτη των ιχθύων δεν διέμεινε πολύ εν τοις -ύδασιν ημών· Την 17 καρχαρίαι τινές μεγάλοι — του τεραστίου -εκείνου είδους των στικτών εχόντων μήκος τεσσάρων ή μέχρι πέντε -μέτρων, ανεφάνησαν επί της επιφανείας της θαλάσσης. Τα πτερύγια -και τα επάνω του σώματος είνε μαύρα μετά στιγμάτων και λοξών -ταινιών λευκών. Τα φοβερά ταύτα σκυλόψαρα εμφανιζόμενα, αείποτε -είνε επίφοβα ένεκα του ολίγου ύψους αυτών, πολλάκις δε η ουρά -των πλήττει τους σφηκίσκους [80] μετά φρικαλέας βίας. Εν -τούτοις οι ναύται κατώρθωσαν να τους απομακρύνωσι πλήττοντες -διά μοχλών. Θα εκπλαγώ πολύ αν μη ακολουθώσιν ημάς επιμόνως ως -βοράν επιφυλασσομένην αυτοίς. Δεν αγαπώ τα τέρατα ταύτα τα -προκαλούντα προαισθήσεις. - - - -ΛΓ' - - - - — _Από της 18 μέχρι 20 Δεκεμβρίου_. — Σήμερον η κατάστασις της -ατμοσφαίρας μετεβλήθη και ο άνεμος επετάθη· αλλά μη -παραπονώμεθα, διότι είνε εύνους. Προνοούντες όμως σπεύδομεν να -στερεώσωμεν τον ιστόν, ίνα μη δύναται η τάσις του ιστίου να τον -διαρρήξη. Τούτου δε γενομένου η βαρεία μηχανή εκτοπίζεται μετά -ταχύτητος ολίγον τι μείζονος, και καταλείπει όπισθέν της ώσπερ -ολκόν [81] τινα μακρόν. - -Μετά μεσημβρίαν νέφη τινά εκάλυψαν τον ουρανόν, ο δε καύσων -κατέστη ολίγον τι μετριώτερος. Ο σάλος εταλάντωσε σφοδρότερον -την σχεδίαν και δύο ή τρία κύματα εισήλθον εις αυτήν. Ευτυχώς ο -ξυλουργός κατώρθωσε διά τινων επηγκενίδων να στήση δρύφακτα -[82] υψηλά δύο ποδών, άτινα μάλλον υπερασπίζουσιν ημάς κατά της -θαλάσσης. - -Στερεούμεν ωσαύτως διά διπλών σχοινίων τα βυτία τα περιέχοντα -τας προμηθείας και το ύδωρ. Εάν τα εσάρωνε κύμα θαλάσσης ήθελε -καταστήση ημάς εις την φρικωδεστάτην των αμηχανιών. Το -ενδεχόμενον τούτο αναλογιζόμενος τις δεν δύναται να μη -φρικιάση. - -Την 18 οι ναύται συνέλεξαν τινα των θαλασίων εκείνων φυτών -άτινα λέγονται κοινώς σαργάσα σχεδόν όμοια προς εκείνα ά -εύρωμεν εν ταις νήσοις Βερμούνδαις και τω Βραχοχοιρομηρίω. Είνε -δε ταύτα ζαχαροφόρα ενέχοντα στοιχείον ζαχαρώδες. Προτρέπω τους -συμπλωτήρας μου να μασήσωσι τους βλαστούς, ποιούσι τούτο και η -μάσησις δροσίζει επαισθητώς τον λάρυγγα και τα χείλη. - -Την ημέραν ταύτην ουδέν νέον. Παρατηρώ μόνον ότι τινές των -ναυτών, μάλιστα δε ο Όουεν, ο Βάρκε, ο Φλαιπόλ ο Ουίλσων και ο -μαύρος Γύγξτροπ συσκέπτονται δις την ώραν, αλλά με λανθάνει -περί τίνος συσκέπτονται. Ωσαύτως παρατηρώ ότι σιωπώσιν οσάκις -έρχεται πλησίον αυτών αξιωματικός τις ή τις των επιβατών. Αυτό -τούτο παρετήρησε προ εμού και ο Ροβέρτος Κόρτις και δεν τω -αρέσκουσιν αι μυστικαί αύται συνδιαλέξεις· έχει δε απόφασιν να -επιβλέπη μετά προσοχής τους άνδρας τούτους· διότι ο μαύρος -Γύγξτροπ και ο ναύτης Όουεν είνε προφανώς δύο αχρείοι, ούς -οφείλομεν να φυλαττώμεθα, διότι δύνανται να παρασύρωσι τους -συντρόφους των. - -Την 19 ο καύσων υπήρξεν υπερβολικός, εν δε τω ουρανώ ουδέν -νέφος. Ο άνεμος δεν δύναται να πληρώση το ιστίον και η σχεδία -μένει στάσιμος. Ναύται τινες ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, το δε -λουτρόν ενεποίησεν αυτοίς αληθή ανακούφισιν, ελάττωσαν την -δίψαν των έν τινι αναλογία. Αλλά μέγας ο κίνδυνος να ρίπτεται -τις παραβόλως [83] εις τα κύματα ταύτα, άτινα λυμαίνονται -καρχαρίαι, ουδείς δε ημών εμιμήθη τους ακηδείς [84] τούτους -ανθρώπους. Αλλά τις οίδεν όμως εάν βραδύτερον θα διστάσωμεν έτι -να τους μιμηθώμεν; Βλέπων τις ακίνητον την σχεδίαν, τας ευρείας -κυμάνσεις του Ωκεανού άνευ ουδεμιάς ρυτίδος, το ιστίον αδρανές -επί του ιστού, δεν οφείλει να φοβήται μη παραταθή η κατάστασις -αύτη; - -Η υγίεια του υποπλοιάρχου Ουάλτερ αδιαλείπτως απασχολεί ημάς τα -μέγιστα. Ο νέος ούτος τήκεται υπό πυρετού βραδέως και ατάκτου. -Ίσως η κινίνη θα κατέβαλλε τον πυρετόν τούτον, αλλ', -επαναλαμβάνω η κατάκλυσις του επιστέγου εγένετο τοσούτον -ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων εξηφανίσθη εν τοις -κύμασι. Έπειτα ο τάλας ούτος είνε φθισικός και από τινος η -ανίατος νόσος προώδευσεν εν αυτώ τεραστίως. Τα εξωτερικά -συμπτώματα δεν δύνανται να μας απατήσωσι. Ο Ουάλτερ κατελήφθη -υπό μικράς και ξηράς βηχός, η αναπνοή του είνε βραχεία, και οι -ιδρώτες άφθονοι, μάλιστα δε την πρωίαν. Γίνεται ισχνός, η ρις -λεπτύνεται, τα δε μήλα των παρειών, εξέχοντα, είνε ρόδινα και -το χρώμα αυτών ποιεί αντίθεσιν προς την καθ' όλου ωχρότητα του -προσώπου, αι παρειαί είνε κοίλαι και τα χείλη συνεσταλμένα, οι -επιπεφυκότες υμένες των οφθαλμών λάμποντες και υποκυανίζοντες. -Αλλά και εν καλλιτέρα εάν ήτο καταστάσει ο τάλας υποπλοίαρχος, -η ιατρική θα ήτο ανίσχυρος προ της αδυσωπήτου ταύτης νόσου. - -Την 20 η αυτή κατάστασις της θερμοκρασίας, η αυτή ακινησία της -σχεδίας. Αι καυστικαί του ήλιου ακτίνες διαπερώσι τα υφάσματα -της σκηνής μας και καταβεβλημένοι υπό της θερμότητος -ασθμαίνομεν ενίοτε. Μετά πάσης αγωνίας αναμένομεν την στιγμήν -καθ' ήν ο αρχιναύτης επιχειρεί την ευτελή διανομήν του ύδατος! -Μετά ποίας απληστίας εφορμώμεν κατά των ολίγων τινών σταγόνων -υγρού θερμού! Ο ουδέποτε υπό δίψης ταλαιπωρηθείς δεν θα δυνηθή -να με νοήση. - -Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ κατατρύχεται υπό δίψης και ταλαιπωρείται -είπερ τις και άλλος εκ της λειψυδρίας ταύτης. Είδον την μις -Χέρμπυ φυλάττουσαν αυτώ όλην αυτής την μερίδα του ύδατος. -Συμπαθής και εύσπλαγχνος η νεάνις αύτη πράττει ό τι δύναται, αν -μη προς τελείαν κατάπαυσιν, αλλά τουλάχιστον προς ανακούφισιν -των αλγηδόνων του ατυχούς ημών εταίρου. - -Σήμερον η μις Χέρμπυ μοι λέγει: - -«Ο ατυχής αδυνατίζει καθ' ημέραν, κύριε Κάζαλλον. - - — Μάλιστα, μις, απεκρίθην, και δεν δυνάμεθα τίποτε υπέρ αυτού, -τίποτε! - - — Ας προσέχωμεν, είπεν η μις Χέρμπυ, ειμπορεί να μας ακούση». - -Έπειτα υπάγει και κάθηται εις το άκρον της σχεδίας, και την -κεφαλήν έχουσα εστηριγμένην επί των χειρών της διαμένει -σύννους. - -Σήμερον συνέβη τι λυπηρόν όπερ οφείλω να καταγράψω. - -Επί μίαν σχεδόν ώραν οι ναύται Όουεν, Φλαίπολ, Βάρκε και ο -μαύρος Γύγξτροπ συνδιελέγοντο ζωηρότατα. Συνεζήτουν ταπεινή τη -φωνή, και τα σχήματά των εδήλουν μέγαν υπερερεθισμόν. Μετά τον -διάλογον τούτον ο Όουεν εγείρεται και κατευθύνεται θρασέως προς -την πρύμναν, εις το μέρος της σχεδίας το προωρισμένον εις τους -επιβάτας. - -«Πού πηγαίνεις, Όουεν; ερωτά ο αρχιναύτης. - - — Όπου έχω δουλειά.» αποκρίνεται αυθαδώς ο ναύτης. - -Την χυδαίαν ταύτην απόκρισιν ακούσας ο αρχιναύτης, εγκαταλείπει -την θέσιν του, αλλά προλαβών ο Ροβέρτος Κόρτις είνε αντιμέτωπος -τω Όουεν. - -Ο ναύτης υπομένει το βλέμμα του πλοιάρχου του και μετά τρόπου -ιταμού λέγει: - -«Καπετάνιε, έχω να σου 'μιλήσω από μέρος των συντρόφων. - - — Λέγε, είπε ψυχρώς ο Ροβέρτος Κόρτις. - - — Για το μπράντεβιν θέλω να ειπώ, επαναλαμβάνει ο Όουεν. -'Ξέρεις, εκείνο δα το βαρελάκι . . . Τι το φυλάτε; για της -φώκες ή για τους αξιωματικούς; - - — Και έπειτα; λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις. - - — Ζητούμεν να μας μοιράζουν κάθε πρωί το συνηθισμένο μας -ποτηράκι όπως και πρώτα. - - — Όχι, αποκρίνεται ο πλοίαρχος. - - — Τι είπες; . . αναφωνεί ο Όουεν. - - — Είπα; όχι.» - -Ο ναύτης παρατηρεί ατενώς τον Ροβέρτον Κόρτις και μειδίαμα -κακεντρεχές αναπτύσσει τα χείλη του. Διστάζει επί στιγμήν, -ερωτών εαυτόν εάν οφείλη να επιμείνη, αλλά συγκρατείται, και -ουδέ λέξιν ειπών, επανέρχεται προς τους εταίρους, οίτινες -διαβουλεύονται ταπεινή τη φωνή. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις καλώς εποίησεν άρα γε αρνηθείς ούτως -αυθεντικώς; - -Το μέλλον θα μας το διδάξη. Ότε δε είπον προς αυτόν περί του -συμβάντος τούτου, μοι λέγει: - -«Ποτόν εις τους ανθρώπους τούτους! Προτιμώ να το ρίψωμεν εις -την θάλασσαν!» - - - -ΛΔ' - - - - — _Τη 21 Δεκεμβρίου_. — Ουδέν ακόμη αποτέλεσμα του ανωτέρω -συμβάντος, σήμερον τουλάχιστον. - -Επί τινας ώρας εκ νέου αναφαίνονται σπάροι κατά μήκος της -σχεδίας και δυνάμεθα έτι να συλλάβωμεν μέγιστον αριθμόν. Τους -στοιβάζομεν εντός βυτίου κενού, και η επαύξησις αύτη των -προμηθειών παρέχει ημίν ελπίδας ότι υπό της πείνης τουλάχιστον -δεν θα ταλαιπωρηθώμεν. - -Η εσπέρα επήλθεν, αλλ' άνευ της συνήθους δροσερότητος. Συνήθως -αι νύκτες είνε δροσεραί υπό τους τροπικούς, αλλ' αύτη -προμηνύεται ότι θα είνε πνιγηρά. Όγκοι ατμού περιστρέφονται -βαρέως υπεράνω των κυμάτων. Την πρώτην δε ώραν και τριάκοντα -λεπτά της πρωίας θα έχωμεν νουμηνίαν· όθεν το σκότος είνε βαθύ -μέχρι της ώρας καθ' ήν αστραπαί θερμότητος, ών η έντασις -θαμβώνει, φωτίζουσα τον ορίζοντα. Είνε δε αύται μακραί και -ευρείαι ηλεκτρικαί εκκενώσεις, άνευ ωρισμένου σχήματος -πυρπολούσαι μέγα διάστημα. Αλλά περί κεραυνού ουδείς λόγος και -δύναταί τις μάλιστα ειπείν ότι η άκρα ηρεμία της ατμοσφαίρας -εμποιεί φόβον. - -Επί δύο ώρας αναζητούντες εν τω αέρι πνοήν τινα ήττον καυστικήν -η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και εγώ, παρατηρούμεν τα -προοίμια ταύτα της καταιγίδος, άτινα είνε ως τι δοκίμιον της -φύσεως, και λησμονούντες την παρούσαν κατάστασιν, θαυμάζομεν το -ύψιστον τούτο θέαμα της μάχης ηλεκτρικών νεφών, άτινα φαίνονται -ως φρούρια μετά επάλξεων, ών η οφρύς στέφεται υπό πυρών. Και -των αγριωτάτων ανθρώπων η ψυχή είνε ευαίσθητος εις τας μεγάλας -σκηνάς, και βλέπω τους ναύτας παρατηρούντας μετά προσοχής την -ακατάπαυστον ταύτην των νεφών κατάφλεξιν. Αναμφιβόλως -παρατηρούσι δι' οφθαλμού τεταραγμένου τα «σκόρπια» ταύτα ως -κοινώς λέγονται, διότι δεν διαμένουσιν επί ουδενός σημείου του -διαστήματος, προαναγγέλλοντα προσεχή πάλην των στοιχείων. Τω -όντι τι έμελλε να γίνη η σχεδία μεταξύ της μανίας του ουρανού -και της θαλάσσης; - -Μέχρι του μεσονυκτίου μένομεν καθήμενοι εν τη πρύμνη. Αι -φωτειναί δε αύται εκροαί, ών την λευκότητα η νυξ διπλασιάζει, -διαχέουσιν εφ' ημών βαφήν τινα πελιδνήν, ομοίαν προς το -φασματώδες εκείνο χρώμα, όπερ λαμβάνουσι τα αντικείμενα -φωτιζόμενα υπό της φλογός οινοπνεύματος περιέχοντος άλας. - -«Φοβείσθε την καταιγίδα, μις Χέρμπυ; ερωτά ο Ανδρέας Λετουρνέρ -την νεάνιδα. - - — Όχι, κύριε, αποκρίνεται η μις Χέρμπυ, το δε συναίσθημά μου -είνε μάλλον σέβας. Δεν είνε εκ των ωραιοτάτων φαινομένων τα -οποία δυνάμεθα να θαυμάσωμεν; - - — Ουδέν αληθέστερον, μις Χέρμπυ, υπολαμβάνει ο Ανδρέας -Λετουρνέρ· μάλιστα δε όταν βροντά. Δύναται το ους να ακούση -κρότον μεγαλοπρεπέστερον; Τι είνε προς αυτόν αι -εκπυρσοκροτήσεις του πυροβολικού, οι ψόφοι εκείνοι οι ξηροί και -άνευ βόμβου παρατεταμένου; Η βροντή γεμίζει την ψυχήν και είνε -ήχος μάλλον ή κρότος, ήχος όστις αυξάνει και ελαττούται ως -λεπτός φθόγγος αοιδού. Και διά να είπω το παν, μις Χέρμπυ, -ουδέποτε φωνή καλλιτέχνου με συνεκίνησεν, όσον η μεγάλη αύτη -και απαράμιλλος φωνή της φύσεως. - - — Φωνή βαθυφώνου, είπον εγώ γελών. - - — Τω όντι, αποκρίνεται ο Ανδρέας, και είθε να την ακούσωμεν -εντός ολίγου, διότι αι άκροτοι αστραπαί είνε μονότονοι! - - — Νομίζεις, αγαπητέ μου Ανδρέα; απεκρίθην. Υπόμενε την -καταιγίδα αν έλθη, αλλά μη την ποθής. - - — Καλά! αλλ' η καταιγίς είνε άνεμος! - - — Και νερόν, αναμφιβόλως, προσθέτει η μις Χέρμπυ, νερόν του -οποίου έχομεν έλλειψιν!» - -Πολλά θα είχε τις να απαντήση προς τους δύο τούτους νέους, αλλά -δεν θέλω να αναμίξω τον λυπηρόν πεζόν λόγον μου προς την -ποίησίν των. Θεωρούσι την καταιγίδα εξ ειδικής όλως απόψεως, -και επί μίαν ώραν τους ακούω ποιητικώς περί αυτής λαλούντας και -επικαλουμένους αυτήν εξ όλης καρδίας. - -Εν τούτοις το στερέωμα κατά μικρόν εκρύβη όπισθεν του πάχους -των νεφών. Τα άστρα σβέννυνται ανά έν εν τω ζενίθ, ολίγον μετά -την εξαφάνισιν των ζωδιακών αστερισμών υπό τας ομίχλας του -ορίζοντος. Οι μαύροι και βαρείς ατμοί στρογγυλούνται υπεράνω -των κεφαλών μας και καλύπτουσι τους τελευταίους αστέρας του -ουρανού. Κατά πάσαν στιγμήν ο όγκος ούτος διαχέει μεγάλας -λάμψεις υπολεύκους, εφ' ών αποτυπούνται νεφύδρια υπότεφρα. - -Όλον τούτο το δοχείον του ηλεκτρισμού, το ιδρυμένον εν ταις -υψηλαίς χώραις της ατμοσφαίρας, εκενώθη μέχρι της ώρας ταύτης -αθορύβως. Αλλ' επειδή ο αήρ είνε ξηρός και ως εκ τούτου -μάλιστα, κακός αγωγός, το ρευστόν θα δυνηθή να εκφύγη μόνον διά -φοβερών συγκρούσεων, και μοι φαίνεται αδύνατον να μη εκραγή -μετ' ου πολύ η καταιγίς μετ' άκρας σφοδρότητος. - -Την αυτήν γνώμην έχει και ο Κόρτις και ο αρχιναύτης, όστις ως -μόνον οδηγόν έχει το ναυτικόν αυτού ένστιγμα όπερ είνε -αλάθητον. Ο δε πλοίαρχος προς τω ενστίγματι τούτω του «ουέδερ -ουάιζ», του μάντεως του καιρού, έχει και τας γνώσεις -πεπαιδευμένου ανδρός. Μοι δεικνύει άνωθεν ημών σωρείαν πυκνών -νεφών, άτινα οι μετεωρολόγοι καλούσι «κλουδ ριγγ» ό έστι -δακτυλιόσχημα νέφη, σχηματιζόμενα σχεδόν μόνον εν ταις χώραις -της διακεκαυμένης ζώνης, κεκορεσμένα δε όλα του ατμού, όν -φέρουσιν οι ετησίαι εκ διαφόρων σημείων του Ωκεανού. - -«Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, είμεθα -εν τη χώρα των καταιγίδων, διότι ο άνεμος ώθησε την σχεδίαν μας -μέχρι ταύτης της ζώνης, όπου παρατηρητής έχων όργανα ευαίσθητα -ήθελεν ακούη συνεχώς τους βόμβους της βροντής. Η παρατήρησις -αύτη έχει γίνει προ πολλού ήδη, και εγώ την νομίζω ορθήν. - - — Μοι φαίνεται, απεκρίθην παραβάλλων το ους, ότι ακούω τους -συνεχείς τούτους βόμβους περί ών λέγετε. - - — Πράγματι, είπεν ο Ροβέρτος Κόρτις, είνε οι πρώτοι βρόντοι -της καταιγίδος, ήτις εντός δύο ωρών θα είνε σφοδροτάτη. Λοιπόν, -θα είμεθα έτοιμοι εις υποδοχήν της!» - -Ουδείς ημών διανοείται να κοιμηθή, και δεν θα ηδύνατο, διότι ο -αήρ είνε αποπνυκτικός. Αι αστραπαί ευρύνονται, αναπτυσσόμεναι -ανά τον ορίζοντα εκτάσεως εκατόν μέχρι εκατόν πεντήκοντα -μοιρών, και πυρπολούσι κατά διαδοχήν όλην την περιφέρειαν του -ουρανού, εν ώ από της ατμοσφαίρας εκπέμπεται ως τις λάμψις -φωσφορίζουσα. - -Τέλος οι βόμβοι των βροντών επιτείνονται και γίνονται οξύτεροι, -αλλ' εάν δύναται τις να εκφρασθή ούτω, είνε έτι κρότοι -στρογγύλοι, άνευ γωνιών εκρήξεως, βρόντοι ούς η ηχώ δεν -διατρέφει ακόμη, θα ενόμιζέ τις ότι ο ουράνιος θόλος είν' -επεστρωμένος διά των νεφών τούτων, ών το ελαστικόν καταπνίγει -το εύηχον των ηλεκτρικών εκκενώσεων. - -Η θάλασσα μέχρι τούδε διατελεί ήρεμος, βαρεία, και μάλιστα -στάσιμος. Εν τούτοις εκ των ευρειών διακυμάνσεων αίτινες -υπεγείρουσιν ήδη αυτήν, οι ναυτικοί δεν απατώνται. Κατ' αυτούς -η θάλασσα είνε «εν τω γίνεσθαι», αισθανομένη τον αντίκτυπον -τρικυμίας τινός ενσκηψάσης εις το πέλαγος. Ο δεινός άνεμος δεν -είνε μακράν και, κατά μέτρον συνετόν, εάν ήτο πλοίον τι, ήδη θα -εστρέφετο πλάγιον, αλλ' η σχεδία δεν δύναται να χειρισθή, και -θα καταντήση να παραδοθή τω ανέμω. - -Την πρώτην πρωινήν ώραν αστραπή ζωηρά συνοδευομένη υπό -εκκενώσεως μετά διάλειμμά τινων δευτερολέπτων δεικνύει ότι η -καταιγίς σχεδόν υπέρκειται ημών. Ο ορίζων εξαφανίζεται αίφνης -εν υγρά ομίχλη και ήθελέ τις νομίση ότι καταπίπτει μεγαλωστί -επί της σχεδίας. - -Πάραυτα φωνή ναύτου ακούεται: - -«Καταιγίς! καταιγίς!» - - - -ΛΕ' - - - - — _Νυξ της 21 προς την 22 Δεκεμβρίου_. — Ο αρχιναύτης, ορμά -προς την υπέραν την συγκρατούσαν το ιστίον, και η κεραία -υποστέλλεται πάραυτα. Ήτο δε καιρός, διότι η καταιγίς διέρχεται -ως ανεμοστρόβιλος. Άνευ της κραυγής του ναύτου όστις έδωκεν -ημίν είδησιν, θα ανετρεπόμεθα, ίσως δε και θα κατεκρημνιζόμεθα -εις την θάλασσαν. Η δε σκηνή η κατά την πρύμναν ανηρπάγη υπό -της ορμής της καταιγίδος. - -Αλλ' η σχεδία αν μη φοβήται αμέσως τον άνεμον, εάν είνε λίαν -ταπεινή ώστε να μη δίδη λαβήν εις αυτόν, αλλ' όμως έχει να -φοβήται τα τεράστια κύματα τα υπεγειρόμενα υπό της θυέλλης. Τα -κύματα δε ταύτα επί τινα λεπτά της ώρας ήσαν πεπλατυσμένα και -ως συντεθλιμμένα υπό την πίεσιν των στρωμάτων της ατμοσφαίρας· -έπειτα δε ανηγέρθησαν σφοδρότερον, το δε ύψος των αυξάνει κατά -λόγον μάλιστα της συμπιέσεως ήν υφίστανται. - -Πάραυτα η σχεδία ακολουθεί τας ατάκτους κινήσεις του σάλου -τούτου και δεν εκτοπίζεται μεν περισσότερον αυτού, αλλ' -ακατάπαυστος διαδρομή επιφέρει τουλάχιστον εις αυτήν -ταλαντώσεις από της ετέρας πλευράς εις την ετέραν και από των -έμπροσθεν εις τα όπισθεν. - -«Δεθήτε! δεθήτε!» αναφωνεί ο αρχιναύτης ρίπτων προ ημάς -σχοινία. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις ήλθεν εις βοήθειαν ημών, και μετ' ου πολύ οι -κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ είμεθα στερεώς προσδεδεμένοι -επί του συγκροτήματος, και θα σαρωθώμεν μόνον εάν το συγκρότημα -θραυσθή. Η δε μις Χέρμπυ εδέθη από της οσφύος επί τινος των -κιόνων, οίτινες συνεκράτουν την σκηνήν. Εν τη λάμψει δε των -αστραπών βλέπω το πρόσωπον αυτής γαλήνιον. - -Ήδη ο κεραυνός αποκαλύπτεται αδιαλείπτως διά του φωτός και της -βροντής, οι δε οφθαλμοί ημών και τα ώτα είνε μεστά. Η βροντή -δεν αναμένει την βροντήν, και την αστραπήν πριν σβεσθή -διαδέχεται ετέρα αστραπή. Εν τω μέσω δε των εξαστραπτουσών -τούτων εκλάμψεων, ο εξ ατμών θόλος φαίνεται όλος πυρπολούμενος. -Θα ενόμιζε δέ τις ότι και ο Ωκεανός πυρπολείται ως ο ουρανός, -και βλέπω πολλάς αστραπάς ανιούσας, αίτινες υψούμεναι από της -οφρύος των κυμάτων, διασταυρούνται προς τας των νεφών. Δριμεία -δε θειώδης οσμή διαχέεται εν τη ατμοσφαίρα, αλλά μέχρι του νυν -ο κεραυνός φειδόμενος ημών έπληξε μόνον τα κύματα. - -Την δευτέραν πρωινήν ώραν η θύελλα διατελεί εν όλη αυτής τη -μανία. Ο άνεμος μετετράπη εις λαίλαπα, ο δε σάλος, φοβερός ών, -κινδυνεύει να εξαρθρώση την σχεδίαν. Ο ξυλουργός Δαούλας, ο -Ροβέρτος Κόρτις, ο αρχιναύτης, άλλοι ναύται, επιχειρούσι να -στερεώσωσιν αυτήν διά σχοινίων. Υπερμεγέθεις όγκοι θαλάσσης -πίπτουσι καθέτως, και αι βαρείαι αύται καταιονήσεις -διαβρέχουσιν ημάς μέχρι οστέων δι' ύδατος σχεδόν χλιαρού. Ο κ. -Λετουρνέρ ρίπτεται προ των μαινομένων τούτων κυμάτων, ως θέλων -να προασπίση τον υιόν του εκ συγκρούσεως καθ' υπερβολήν -σφοδράς. Η δε μις Χέρμπυ είνε ακίνητος· ήθελεν υπολάβη τις -αυτήν ως άγαλμα της καρτερίας. - -Την στιγμήν δε ταύτην εν τη οξεία των αστραπών λάμψει διακρίνω -χονδρά νέφη, τα μάλα εκτεταμένα, και πιθανώς βαθύτατα, την -χροιάν υπόπυρρα [85], και κρότος συνεχής ως όπλων -εκπυρσοκρότησις αντήχησεν εν τη ατμοσφαίρα. Είνε δε ο κρότος -ούτος ιδιάζων τις βρόμος, παραγόμενος εκ σειράς ηλεκτρικών -εκκενώσεων, εις άς χονδροί κόκκοι χαλάζης χρησιμεύουσιν ως -διάμεσα μεταξύ των αντικειμένων νεφών. Και τω όντι διά της -συναντήσεως νέφους θυελλώδους και ρεύματος αέρος ψυχρού -σχηματίζεται χάλαζα και καταπίπτει μεθ' υπερβολικής -σφοδρότητος. Σφαιροβολούμεθα υπό των κόκκων τούτων της χαλάζης -το μέγεθος καρύου, οίτινες πλήττουσι το κρηπίδωμα μετά λαμπρού -μεταλλικού ήχου. - -Το μετέωρον τούτο επιμένει ούτω επί ημίσειαν ώραν και συντελεί -εις τον κοπασμόν του ανέμου· αλλ' ούτος, αφ' ού μετεπήδησεν εις -πάντα τα σημεία της πυξίδος, αναλαμβάνει έπειτα μετ' -απαραμίλλου σφοδρότητος. Ο ιστός της σχεδίας θραυσθέντων των -επιτόνων κλίνει πλαγίως, και σπεύδουσι να τον αποσπάσωσι της -υποπτερνίδος του, ίνα μη θραυσθή σύρριζα. Το δε πηδάλιον -εξαρθρούται υπό κύματος, και το ουράδιον εκπεσόν εκφεύγει και -των αδυνάτων να το συγκρατήσωσι. Ταυτοχρόνως δε τα του -αριστερού τοίχου δρύφακτα αποσπώνται και τα κύματα εισπίπτουσι -διά του ρήγματος τούτου. - -Ο ξυλουργός και οι ναύται θέλουσι να διορθώσωσι την βλάβην, -αλλά κωλυόμενοι υπό των τιναγμών, συγκυλίονται επ' αλλήλους, -ότε η σχεδία ανεγειρομένη υπό τεραστίων κυμάτων κλίνει, -σχηματίζουσα γωνίαν πλέον των τεσσαράκοντα πέντε μοιρών. Πώς οι -άνδρες ούτοι δεν παρεσύρθησαν; Πώς δεν θραύονται τα σχοινία τα -συγκρατούντα ημάς; Πώς δεν ερρίφθημεν πάντες εις την θάλασσαν; -Ανεξήγητον. Εγώ δε, μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη ανατραπή η -σχεδία κατά τινα των ατάκτων τούτων κινήσεων, και τότε, ως -είμεθα δεδεμένοι επί των σανίδων τούτων, θα αποθάνωμεν εξ -ασφυξίας μετά σπασμών! - -Τω όντι περί την τρίτην πρωινήν ώραν, καθ' ήν στιγμήν η λαίλαψ -μαίνεται υπέρ ποτε σφοδρότερον, η σχεδία, ανάρπαστος γενομένη -επί των νώτων κύματος, κλίνει προς την ετέραν πλευράν και -κραυγαί φρίκης ρήγνυνται! Μέλλομεν να περιτραπώμεν! . . . Όχι . -. . Η σχεδία συνεκρατήθη επί της οφρύος του κύματος εις ύψος -ακατάληπτον, και υπό την επιτεταμένην λάμψιν των αστραπών, -αίτινες πολυτρόπως διασταυρούνται, κατεπτοημένοι, έντρομοι, -ηδυνήθημεν να περιλάβωμεν διά του βλέμματος την θάλασσαν -ταύτην, την αφρίζουσαν ως εάν εθραύετο επί σκοπέλων. - -Έπειτα η σχεδία αναλαμβάνει σχεδόν πάραυτα την οριζόντειον -αυτής θέσιν, αλλά κατά την πλαγίαν ταύτην εκτόπισιν τα εχμάτια -[86] των βυτίων εθραύσθησαν· έν δε των βυτίων τούτων είδον -διερχόμενον υπεράνω της σχεδίας, του δ' ετέρου απεσπάσθη ο -πυθμήν και εξεχύθη το εν αυτώ ύδωρ. - -Ναύται ορμώσιν ίνα συγκρατήσωσι το δεύτερον βυτίον το περιέχον -το παστόν κρέας· αλλά τινος αυτών ο πους συλλαμβάνεται μεταξύ -των αραιωθεισών σανίδων του κρηπιδώματος, αίτινες πάλιν -συσφίγγονται, ο δε τάλας ωρύεται υπό των αλγηδόνων. - -Θέλω να σπεύσω προς αυτόν και κατορθώ να λύσω τα συνέχοντά με -σχοινία . . . Αλλά κατόπιν εορτής, και εν αστραπή θαμβούση το -βλέμμα μου, βλέπω τον ταλαίπωρον, ού ο πους είχεν απαλλαγή, -σαρωνόμενον υπό κύματος όπερ κατεκάλυψεν ημάς εξ ολοκλήρου. Και -ο εταίρος αυτού συνεξηφανίσθη συν αυτώ, ουδενός ημών δυνηθέντος -να σπεύση εις βοήθειαν αυτών. - -Εμέ δε το κύμα της θαλάσσης εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος, η -κεφαλή μου προσέκρουσεν επί της γωνίας σφηκίσκου και -ελιποθύμησα. - - - -ΛΣΤ' - - - - — _Τη 22 Δεκεμβρίου_. — Η ημέρα ήλθε τέλος, και ο ήλιος εφάνη -μεταξύ των τελευταίων νεφών, ά κατέλιπεν η καταιγίς όπισθεν -αυτής. Η πάλη αύτη των στοιχείων διήρκεσεν ώρας τινάς μόνον, -αλλ' ήτο φρικώδης, αήρ και ύδωρ συνεκρούσθησαν μετ' απαραμίλλου -βίας. - -Τα κυριώτατα των συμβάντων ηδυνήθην να καταδείξω, διότι η μετά -την πτώσιν μου λιποθυμία δεν μ' αφήκε να παρατηρήσω το τέλος -του κατακλυσμού τούτου. Ειξεύρω δε μόνον ότι, ολίγον μετά το -μέγα κύμα, η καταιγίς εκόπασεν υπό βροχής ραγδαίας, και η -ηλεκτρική της ατμοσφαίρας έντασις ηλαττώθη, ώστε η καταιγίς δεν -παρετάθη πέρα της νυκτός. Αλλά κατά το χρονικόν τούτο διάστημα -πόσας βλάβας επήνεγκεν ημίν, ποίας ανεπανορθώτους απωλείας, και -κατ' ακολουθίαν πόσαι συμφοραί αναμένουσιν ημάς! Ουδέ καν -ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν μίαν σταγόνα εκ των χειμάρρων εκείνων -της βροχής! - -Συνήλθον μεν διά των περιθάλψεων των κκ. Λετουρνέρ και της μις -Χέρμπυ, αλλ' εις τον Ροβέρτον Κόρτις οφείλω ότι δεν εσαρώθην -υπό δευτέρου τινός κύματος. - -Ο έτερος των απολεσθέντων δύο ναυτών κατά την τρικυμίαν είνε ο -Ώστιν, νέος εικοσιοκτώ ετών, χρηστός, φιλόπονος και γενναίος, ο -δ' έτερος είνε ο γηραιός Ιρλανδός Ο Ρέδυ, ο επιζήσας τοσούτοις -ναυαγίοις. - -Δεκαέξ μόνον υπολειπόμεθα επί της σχεδίας, τούτ' έστι το ήμισυ -σχεδόν των επί του _Σάνσελλορ_ επιβιβασθέντων εξηφανίσθη ήδη! - -Και νυν τι υπολείπεται ημίν ως προς τας τροφάς; - -Ο Ροβέρτος Κόρτις ηθέλησε να πληροφορηθή ακριβώς περί των -προμηθειών. Εις τι συνίστανται και πόσον θα διαρκέσωσι. - -Το ύδωρ δεν θα λείψη ακόμη, διότι υπολείπονται έτι εν τω -θραυσθέντι βυτίω δεκατέσσαρα γαλλόνια, — εξήκοντα πέντε λίτραι, -— ό έστι υπέρ τας πεντήκοντα οκάδας, το δ' έτερον βυτίον είνε -άθικτον. Αλλά το περιέχον το παστόν κρέας και τους ιχθύς ούς -είχομεν αλιεύση, εσαρώθησαν αμφότερα, ουδενός όλως -υπολειφθέντος. Διπυρίτου δε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν υπολογίζει -πλέον των εξήκοντα λιτρών, τούτ' έστι τεσσαράκοντα επτά οκάδων, -το σωθέν εκ των προσβολών της θαλάσσης. - -Εξήκοντα δε λίτραι διά δεκαέξ ψυχάς, είνε οκτώ ημερών τροφή -προς ημίσειαν λίτραν, ό έστι προς εκατόν πεντήκοντα έξ δράμια -τον άνθρωπον. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις γνωστοποιεί ημίν όλην την κατάστασιν των -πραγμάτων, τον ηκούσαμεν δε εν σιωπή. Εν σιωπή ωσαύτως διήλθεν -η ημέρα αύτη της 22 Δεκεμβρίου. Έκαστος διανοείται καθ' εαυτόν, -αλλ' είνε προφανές ότι τα αυτά διανοήματα παράγονται εν τω -πνεύματι πάντων. Μοι φαίνεται ότι βλέπομεν αλλήλους μετά -οφθαλμών διαφόρων, και το φάσμα της πείνης επιφαίνεται ήδη. -Μέχρι τούδε δεν εστερήθημεν ακόμη εντελώς πόσεως και βρώσεως· -αλλά νυν η μερίς του ύδατος θα ελαττωθή κατ' ανάγκην, η δε του -διπυρίτου . . .! - -Κατά τινα στιγμήν ελθών πλησίον του ομίλου των ναυτών, -εξηπλωμένων εν τη πρώρα, ήκουσα τον Φλαίπολ λέγοντα μετά τινος -ειρωνείας. - -«Όσοι έχουν σκοπόν ν' αποθάνουν, θα κάνουν καλά ν' αποθάνουν -από τώρα. - - — Ναι, απεκρίθη ο Όουεν. Το ελάχιστον θ' αφήσουν το μερτικό -τους 'ς τους άλλους!». - -Η ημέρα διήλθεν εν καταπτώσει και αθυμία πάντων. Έκαστος έλαβε -το κεκανονισμένον ημίλιτρον του διπυρίτου. Καί τινες μεν -κατεβρόχθισαν αυτό παραχρήμα, ούτως ειπείν, μετά λύσσης, τινές -δε συνετώς ποιούντες, διέθεσαν αυτό μετά φειδούς. Μοι φαίνεται -ότι ο μηχανικός Φάλστεν διήρεσε την μερίδα του εις τόσα μέρη -οσάκις συνήθως τρώγει την ημέραν. - -Εάν τις μέλλη να επιζήση, ούτος θα είνε ο Φάλστεν. - - - -ΛΖ' - - - - — _Από της 23 μέχρι 30 Δεκεμβρίου_. — Μετά την καταιγίδα ο -άνεμος μετετράπη εις Μέσην (ΒΑ) και διατηρείται ως αύρα. Δέον -δε να επωφεληθώμεν, διότι τείνει εις το να φέρη ημάς πλησίον -της γης. Ο ιστός ιδρυθείς εκ νέου επιμελεία του Δαούλα, -στερεούται καλώς, το ιστίον επαίρεται εις το άκρον του ιστού, -και η σχεδία ουριοδρομεί προς δυο μίλια μέχρι δύο και ήμισυ, -την ώραν. - -Ενησχολήθησαν ωσαύτως εις το να προσαρμόσωσιν ουράδιον -κατασκευασθέν εκ σφηκίσκων και πλατείας σανίδος. Ενεργεί δε το -ουράδιον μετρίως πως, αλλ' όμως, ως τρέχει η σχεδία ωθουμένη -υπό του ανέμου, δεν είνε χρεία μεγάλης προσπαθείας προς -συγκράτησιν αυτής. - -Και το κρηπίδωμα επεσκευάσθη διά σφηνών και σχοινίων, δι' ών -συσφίγγονται αι αποχωρισθείσαι σανίδες, τα δε της αριστεράς -πλευράς δρύφακτα τα υπό κύματος ανάρπαστα γενόμενα, -αναπληρούνται και σώζωσιν ημάς από των προσβολών της θαλάσσης. -Ενί λόγω παν ό τι ήτο δυνατόν να γίνη προς στερέωσιν του εξ -ιστών και κεραιών συγκροτήματος τούτου, εγένετο, αλλ' ο -χείριστος των κίνδυνων δεν έγκειται εν τούτω. - -Μετά του αιθρίου ουρανού επανήλθε και ο τροπικός εκείνος -καύσων, εξ ού τοσούτον εταλαιπωρήθημεν τας προηγουμένας ημέρας -αλλά σήμερον ευτυχώς μετριάζεται υπό της πνοής του ανέμου. Της -δε σκηνής αποκατασταθείσης εν τη πρύμνη της σχεδίας, -καταφεύγομεν υπό την σκέπην αυτής εξ υπαμοιβής [87]. - -Εν τούτοις το ανεπαρκές της διατροφής άρχεται γινόμενον μάλλον -επαισθητότερον. Προφανώς πάσχομεν υπό πείνης. Αι παρειαί είνε -κοίλαι, τα πρόσωπα λελεπτυσμένα. Των πλείστον ημών το κεντρικόν -νευρικόν σύστημα προσεβλήθη απ' ευθείας, και η του στομάχου -συστολή παράγει αίσθησιν αλγεινήν. Εάν προς φενακισμόν της -πείνης ταύτης, εάν προς αποκοίμισιν αυτής είχομεν ναρκωτικόν -τι, όπιον, φέρ' ειπείν, ή καπνόν, ίσως θα ήτο μάλλον ανεκτή. -Όχι! των πάντων στερούμεθα! - -Ημών είς μόνος διαφεύγει την επιβάλλουσαν ταύτην ανάγκην, ο -υποπλοίαρχος Ουάλτερ, κατατρυχόμενος υπό σφοδρού πυρετού, όστις -και τον «τρέφει», αλλά δίψα φλογερά τον βασανίζει. Η μις -Χέρμπυ, εν ώ εφύλαττε μέρος της μερίδος της υπέρ του ασθενούς, -επέτυχε παρά του πλοιάρχου και συμπλήρωμα ύδατος· κατά παν δε -τέταρτον ώρας εμβρέχει τα χείλη του υποπλοιάρχου. Ο Ουάλτερ -μόλις και μετά βίας δύναται να προφέρη λέξιν, και δια του -βλέμματος ευχαριστεί την ελεήμονα νεάνιδα. Ο τάλας! είνε -καταδεδικασμένος, και αι επιμονώταται δε των περιθάλψεων δεν θα -τον σώσωσιν. Εκείνος, τουλάχιστον, δεν μέλλει να ταλαιπωρηθή -περισσότερον. - -Προς δε τούτοις φαίνεται σήμερον έχων συναίσθησιν της -καταστάσεώς του, διότι με καλεί διά νεύματος. Έρχομαι και -κάθημαι πλησίον του, εκείνος δε συναθροίζων όλας αυτού τας -δυνάμεις και διά λέξεων διακεκομμένων μοι λέγει. - -«Κύριε Κάζαλλον, έχω ακόμη πολύ . .» - -Όσον ολίγον και αν ενδοιάζω να αποκριθώ, ο Ουάλτερ το παρατηρεί -και επαναλαμβάνει; - -«Την αλήθειαν, όλην την αλήθειαν! - - — Δεν είμαι ιατρός και δεν δύναμαι. . . - -Δεν πειράζει! Αποκριθήτε μου σας παρακαλώ! . .» - -Παρατηρώ επί μακρόν τον άρρωστον, έπειτα θέτω το ους μου επί -του στήθους του. Από τινων ημερών η φθίσις επροώδευσε προφανώς -γιγαντίοις βήμασιν, είνε δε πολύ βέβαιον ότι ο έτερος των -πνευμόνων δεν εργάζεται, ο δ' έτερος μόλις δύναται να επαρκέση -εις τας χρείας της αναπνοής. Ο Ουάλτερ κατατρύχεται υπό -πυρετού, όστις θα είνε το σημείον προσεχούς θανάτου εν ταις -φυματικαίς νόσοις. - -Τι έχω ν' αποκριθώ εις το ερώτημα του υποπλοιάρχου; - -Το βλέμμα του όμως είνε τόσον ερωτηματικόν, ώστε αμηχανών -επιζητώ υπεκφυγήν τινα! - -«Φίλε μου, τω λέγω, ουδείς εξ ημών, εν τη καταστάσει εν τη -οποία διατελούμεν, δύναται να ελπίζη ότι θα ζήση πολύ. Τις -οίδεν εάν εντός οκτώ ημερών πάντες όσους φέρει η σχεδία . . . - - — Εντός οκτώ ημερών!» ψιθυρίζει ο υποπλοίαρχος, ού το φλογερόν -βλέμμα προσηλούται επάνω μου. - -Έπειτα στρέφει την κεφαλήν και φαίνεται αποκοιμιζόμενος. - -Τη 24, 25, και 26 Δεκεμβρίου ουδεμία μεταβολή της καταστάσεως -ημών. Γυμναζόμεθα δε να μη αποθάνωμεν της πείνης, ει και -λεγόμενον τούτο φαίνεται απίθανον. Αι διηγήσεις ναυαγίων -συνεχώς αναφέρουσι γεγονότα συμφωνούντα προς όσα παρατηρώ -ενταύθα, αλλ' αναγινώσκων εθεώρουν αυτάς υπερβολικάς. Και όμως -δεν ήσαν· βλέπω δε καλώς ότι την έλλειψιν τροφής δύναται τις να -υπομείνη πλέον ή όσον διενοούμην. Άλλως τε προς τη ημισεία -λίτρα του διπυρίτου ο πλοίαρχος ενόμισε δέον να προσθέση τινάς -σταγόνας βρανδεβίνου, αύτη δε η δίαιτα στηρίζει τας δυνάμεις -ημών πλέον ή όσον θα ηδύνατό τις να φαντασθή. Αν ήμεθα -εξησφαλισμένοι δι' ομοίας μερίδος επί δύο μήνας, επί ένα! Αλλ' -η προμήθεια εξαντλείται, και έκαστος δύναται ήδη να προΐδη την -στιγμήν καθ' ήν η λιτή αύτη διατροφή θα εκλίπη ολοσχερώς. - -Ανάγκη λοιπόν παντί σθένει να ζητήσωμεν από της θαλάσσης -συμπληρωματικήν τροφήν, όπερ πολύ δυσχερές νυν. Εν τούτοις ο -αρχιναύτης και ο ξυλουργός κατασκευάζουσι νέας ορμιάς διά -σχοινιού εξελιχθέντος, τη προσθήκη καρφίων εξαχθέντων εκ των -σανίδων του κρηπιδώματος. - -Τελειωθέντων των μηχανημάτων τούτων, ο αρχιναύτης φαίνεται -αρκούντως ευηρεστημένος εκ του έργου του. - -«Δεν είνε δα και περίφημα αγκίστρια αυτά τα καρφιά, αλλά τέλος -πάντων θα ειμπορούσαν να πιάσουν όπως και κάθε άλλο αγκίστρι, -αν δεν μας έλειπε το δόλωμα! Αλλά 'μείς μόνον διπυρίτην έχομεν, -και αυτός δεν πιάνει. Το πρώτον ψάρι που θα πιάσωμε, δεν θα -δυσκολευθώ να δολώσω το αγκίστρι με το ζωντανό κρέας του. -Λοιπόν εδώ είνε όλη η δυσκολία: πώς να πιάσωμε το πρώτο ψάρι!». - -Ορθώς λέγει ο αρχιναύτης, και πιθανώς η αλιεία θα αποβή -άκαρπος. Τέλος αναρρίπτει τον κύβον, αι ορμιαί ρίπτονται, αλλ', -ως ηδύνατό τις να προΐδη, ουδείς ιχθύς «δαγκάνει». Είνε δε -άλλως τε πρόδηλον ότι αι θάλασσαι αύται ολίγον είνε -ιχθυοτρόφοι. - -Κατά τας ημέρας της 28 και της 29 αι απόπειραι ημών μάτην -εξηκολούθησαν διότι τα τεμάχια του διπυρίτου, δι' ών εδολώθησαν -αι ορμιαί, διαλύονται εν τω ύδατι, ώστε ανάγκη να παραιτηθώμεν. -Άλλως τε και μάτην δαπανώμεν την ουσίαν ταύτην, ήτις αποτελεί -την μόνην ημών τροφήν, και ήδη περιήλθομεν εις το σημείον να -μετρώμεν και τα ψιχία αυτής. - -Ο αρχιναύτης, στερούμενος άλλου μέσου, επινοεί τότε να -προσαρμόση επί του καρφίου των ορμιών ράκος υφάσματος. Η μις -Χέρμπυ τω δίδει τεμάχιον εκ του περικαλύπτοντος αυτήν ερυθρού -περιωμίου. Ίσως δε το ράκος τούτο, στίλβον υπό το ύδωρ, ελκύση -αδηφάγον τινά ιχθύν. - -Η νέα αύτη δοκιμή εγένετο την 30 του μηνός. Επί πολλάς ώρας αι -ορμιαί είνε βεβυθισμέναι, αλλ' ότε τας ανασύρουσι, το ερυθρόν -ράκος διατελεί άθικτον. - -Ο αρχιναύτης είνε όλως άθυμος, διότι και το δόλωμα τούτο -απέτυχε. Τι δεν θα εδίδομεν ίνα συλλάβωμεν τον πρώτον τούτον -ιχθύν, όστις θα επέτρεπεν ίσως να αλιεύσωμεν και άλλους! - -«Άλλο έν μέσον θα εχρησίμευε διά να δολώσωμεν τας ορμιάς μας, -μοι είπεν ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή. - - — Ποίον; ηρώτησα. - - — Θα το μάθετε αργότερα!», αποκρίνεται ο αρχιναύτης ατενίζων -με μετά παραδόξου τρόπου. - -Τι να σημαίνωσιν οι λόγοι ούτοι, λεγόμενοι υπ' ανδρός όστις -αείποτε μ' εφάνη λίαν επιφυλακτικός; Όλην νύκτα εσκεπτόμην περί -τούτου. - - - -ΛΗ' - - - - — _Από της 1 μέχρι της 5 Ιανουαρίου_. — Τρεις μήνες και πλέον -παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν το Κάρλεστον επί του _Σάνσελλορ_, -επί είκοσι δε ημέρας φερόμεθα επί της σχεδίας ταύτης, παίγνια -των ανέμων και των ρευμάτων. Προέβημεν άρα γε προς δυσμάς προς -την Αμερικανικήν ακτήν, ή μάλλον μας έρριψεν η τρικυμία εις το -πέλαγος μακράν πάσης γης; Ουδ' είνε καν πλέον δυνατόν να το -εξακριβώσωμεν, διότι κατά την τελευταίαν θύελλαν, ήτις εγένετο -ημίν ούτως ολεθρία, τα όργανα του πλοιάρχου συνετρίβησαν, ει -και κατεβλήθη πάσα πρόνοια περί διαφυλάξεως αυτών. Ο Ροβέρτος -Κόρτις δεν έχει πλέον ούτε πυξίδα, ίνα εύρη την διεύθυνσιν ήν -έχομεν, ούτε εξάντα ίνα λάβη ύψος. Είμεθα άρα γε πλησίον ακτής -ή απέχομεν εκατοστύας μιλίων; Αδύνατον να το ειξεύρωμεν αλλ' -αφ' ού πάσαι αι περιπτώσεις είνε εναντίον ημών, είνε πολύς -φόβος μήπως είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι. - -Εν τη άκρα ταύτη άγνοια περί της καταστάσεως ημών ενυπάρχει τι -το απελπιστικόν, αναμφιβόλως· αλλ' όμως, επειδή η ελπίς -ουδέποτε εγκαταλείπει την ανθρωπίνην καρδίαν, αγόμεθα ενίοτε να -πιστεύωμεν, παρά πάντα λόγον, ότι η ακτή είνε εγγύς. Όθεν -έκαστος παρατηρεί τον ορίζοντα και αναζητεί να διακρίνη επί της -καθαρωτάτης εκείνης γραμμής σχήμα τι γης. Προς τούτο οι -οφθαλμοί ημών, ημών των επιβατών, εξαπατώσιν ημάς αδιαλείπτως -και καθιστώσι την πλάνην ημών αλγεινοτέραν. Νομίζομεν ότι -βλέπομεν. . . αλλά δεν είνε τίποτε, είνε νέφος, είνε ομίχλη, -είνε κυματισμός του σάλου. Ουδεμία γη είνε εκεί πέραν, ουδέν -πλοίον αποτυπούται επί της υποτέφρου εκείνης περιμέτρου, ένθα -συγχέονται θάλασσα και ουρανός. Η σχεδία είνε αείποτε το -κέντρον της ερήμου ταύτης περιφερείας. - -Την 1 Ιανουαρίου εφάγομεν τον τελευταίον ημών διπυρίτην, ή -μάλλον ειπείν, τα τελευταία ψυχία του διπυρίτου. Την 1 -Ιανουαρίου! Ποίας αναμνήσεις η ημέρα αύτη ενθυμίζει, και εν -αντιπαραβολή πόσον μας φαίνεται αξιοθρήνητος! Η ανανέωσις του -έτους και αι ευχαί άς η «πρώτη του έτους» προκαλεί, αι -οικογενειακαί διαχύσεις άς επιφέρει, η ελπίς ής πληρούται η -καρδία, ουδέν τούτων είνε πλέον εις ημάς! Αι δε λέξεις «Σας -εύχομαι αίσιον το νέον έτος» άς προφέρει τις μειδιών, τις ημών -ήθελε τολμήση να τας εκστομίση; Τις ήθελε τολμήση να ελπίση -μίαν και μόνην ημέραν δι' εαυτόν καν; - -Και όμως ο αρχιναύτης ελθών προς με και ατενίζων με κατά τρόπον -αλλόκοτον: - -«Κύριε Κάζαλλον, μοι είπε, σας εύχομαι να διέλθετε αισίως. . . - - — Το νέον έτος; - - — Όχι, την σημερινήν ημέραν και μάλιστα είνε πολύ γενναιότης -από μέρους μου, διότι, μάθετε, δεν υπάρχει πλέον τίποτε -τρόφιμον, εις την σχεδίαν.» - -Τίποτε πλέον, πάντες γινώσκομεν τούτο, και όμως την επιούσαν, -ότε ήλθεν η ώρα της ημερησίας διανομής, εκπληττόμεθα ως εάν μη -είχομεν είδησιν του πράγματος. Δεν δύναταί τις να πιστεύση εις -την τελείαν ταύτην σιτοδείαν. - -Περί την εσπέραν αισθάνομαι στροφούς εν τω στομάχω -σφοδροτάτους, οίτινες προκαλούσι χασμήματα αλγεινά. Έπειτα δε -πραΰνονται κατά τι μετά δύο ώρας. - -Την επιούσαν, 3 του μηνός, εκπλήττομαι, διότι δεν πάσχω -περισσότερον. Αισθάνομαι δε εν εμοί κενόν άπειρον, αλλά το -συναίσθημα τούτο είνε τουλάχιστον ηθικόν τε και φυσικόν. Η -κεφαλή μου βαρεία και δυσκόλως ισορροπούσα, μοι φαίνεται -σαλεύουσα επί των ώμων μου, και αισθάνομαι τους ιλίγγους -εκείνους, ούς γεννά η άβυσσος όταν κύπτωμεν υπεράνω αυτής. - -Αλλά τα συμπτώματα ταυτά δεν είνε τα αυτά εις πάντας. Τινές των -συμπλωτήρων μου πάσχουσιν ήδη δεινώς. Μεταξύ άλλων ο ξυλουργός -και ο αρχιναύτης, οίτινες είνε φύσει πολυφάγοι. Αι βάσανοι -αναγκάζουσιν αυτούς να κραυγάζωσιν ακουσίως, και είνε -αναγκασμένοι να σφιγχθώσι διά σχοινίου. Και είμεθα εν τη -δευτέρα μόνον ημέρα! - -Α! το ημίλιτρον εκείνο του διπυρίτου, την ισχνήν εκείνην μερίδα -ήτις εφαίνετο άρτι λίαν ανεπαρκής, πώς την εμεγέθυνεν τότε η -επιθυμία ημών! Πόσον ήτο υπερμεγέθης, φαίνεται ημίν νυν ότε -ουδέν έχομεν πλέον! Το τεμάχιον εκείνο του διπυρίτου εάν -διενέμετο έτι, εάν έδιδον ημίν το ήμισυ, το τέταρτον μόνον, θα -επήρκει εις συντήρησιν πολλών ημερών! θα το ετρώγομεν ψίχα -ψίχα! - -Εν πόλει πολιορκουμένη, περιελθούση εν τη εσχάτη σιτοδεία, -δύναταί τις έτι εν τοις ερειπίοις, εν τοις ρυακίοις, εν ταις -γωνίαις να εύρη οστούν λιπόσαρκον, ρίζαν τινά ερριμμένην, -εξαπατώσαν στιγμιαίως την πείναν! Αλλ' επί των σανίδων τούτων, -άς τοσάκις τα κύματα εσάρωσαν, ών τα αραιώματα ανεσκελεύθησαν -ήδη, ών εξέσθησαν αι γωνίαι, ένθα ο άνεμος πιθανόν να είχεν -ωθήση τινά περισσεύματα, τι θα ηδύνατό τις να αναζητήση πλέον; - -Το μήκος των νυκτών είνε μέγα — μείζον και των ημερών! Μάτην -ζητεί τις εν τω ύπνω στιγμιαίαν ανακούφισιν! Ο ύπνος, και εάν -κατορθώνη να κλείη τους οφθαλμούς ημών, ουδέν άλλο είνε η -πυρετώδης νάρκωσις μεστή εφιαλτών. - -Εν τούτοις την νύκτα ταύτην, καταβαλλόμενος υπό του καμάτου έν -τινι στιγμή καθ' ήν και η πείνα μου εκοιμάτο, ηδυνήθην να -αναπαυθώ επί τινας ώρας. - -Την επιούσαν, ώρα έκτη, αφυπνίσθην υπό αλαλαγμών εξηχούντων επί -της σχεδίας. Εξεγείρομαι διά μιας και κατά την πρώραν βλέπω τον -μαύρον Γύγξτροπ και τους ναύτας Όουεν, Φλαίπολ Ουίλσων, Βάρκε, -Σάνδων συνηθροισμένους εν στάσει επιθετική. Οι άθλιοι ούτοι -ήρπασαν εργαλεία του ξυλουργού, πέλεκυν, σφύραν, σμίλην, και -απειλούσι τον πλοίαρχον, τον αρχιναύτην και τον Δαούλαν. -Πάραυτα δε σπεύδω εκεί ένθα ίστατο ο Ροβέρτος Κόρτις και οι -μετ' αυτού, με παρακολουθεί δε και ο Φάλστεν. Ημείς δε μόνα -όπλα έχομεν τα μαχαίριά μας, αλλ' ουδέν ήττον έχομεν ακράδαντον -απόφασιν να αμυνθώμεν. - -Ο Όουεν και ο όχλος του βαίνουσιν εναντίον ημών. Οι άθλιοι είνε -οινοβαρείς, διότι την νύκτα έθραυσαν τον κόρον του βρανδεβίνου -και έπιον κατά κόρον. - -Αλλά τι θέλουσι; - -Ο Όουεν και ο μαύρος Γύγξτροπ, οι ήττον μεθύοντες, εξερεθίζουσι -τους άλλους να σφάξωσιν ημάς, εκείνοι δε υπείκουσιν εις -οινοπνευματώδη τινά μανίαν. - -«Κάτω ο Κόρτις! αναφωνούσι. 'Σ την θάλασσαν ο πλοίαρχος! Όουεν -αρχηγός! Όουεν αρχηγός!» - -Ηγέτης αυτών είνε ο Όουεν, ο δε μαύρος είνε ο δεύτερος. Το -μίσος των δύο τούτων ανθρώπων κατά των ιδίων αξιωματικών -εκδηλούται την στιγμήν ταύτην διά βιαιοπραγίας, ήτις και αν -επετύγχανε δεν θα έσωζεν όμως την ημετέραν κατάστασιν. Αλλ' οι -οπαδοί αυτών, ανίκανοι όντες προς ορθήν σκέψιν και ωπλισμένοι, -ημών αόπλων όντων, καθιστώσιν αυτούς επιφόβους. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις βλέπων αυτούς προχωρούντας, έρχεται προς -αυτούς και μετά φωνής ισχυράς αναφωνεί: - -«Κάτω τα όπλα! - - — Κτυπάτε τον τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν. - -Ο άθλιος παροξύνει τους συνενόχους του διά σχήματος, αλλ' ο -Ροβέρτος Κόρτις, απωθών τον μεθύοντα όμιλον, πορεύεται κατ' -ευθείαν προς τον Όουεν και τον ερωτά: - -«Τι θέλεις; - - — Δεν θέλομεν ανώτερον εδώ μέσα! αποκρίνεται ο Όουεν. Όλοι -είμαστε ένα πράγμα!» - -Κτήνος ηλίθιον! Ως εάν μη ήμεθα τάχα πάντες ίσοι ενώπιον της -δυστυχίας! - -«Όουεν, αναφωνεί εκ δευτέρου ο πλοίαρχος, κάτω τα όπλα! - - — Απάνω τους, παιδιά!» αναφωνεί ο Όουεν. - -Αγών συνάπτεται. Ο Όουεν και ο Ουίλσων εφορμώσι κατά του -Ροβέρτου Κόρτις, όστις αποκρούει τας πληγάς των διά τεμαχίου -σφηκίσκου, ο δε Βάρκε και ο Φλαίπολ επιπίπτουσι κατά του -Φάλστεν και του αρχιναύτου. Εγώ δε ενώπιόν μου έχω τον μαύρον -Γύγξτροπ, όστις κραδαίνων σφύραν θέλει να με πλήξη. Προσπαθώ να -τον περιβάλω διά των βραχιόνων μου, ίνα παραλύσω τας κινήσεις -του, αλλ' η μυική ισχύς του αχρείου είνε ανωτέρα της εμής. -Παλαίσας επί τινας στιγμάς, αισθάνομαι ότι θα καταβληθώ, ότε ο -Γύγξτροπ κατακυλίεται επί του κρηπιδώματος συμπαρασύρων και -εμέ. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ειχε συλλάβη αυτόν από του ποδός και -τον έρριψε κατά γης. - -Η επέμβασις αύτη μ' έσωσεν. Ο μαύρος πίπτων αφήκε το όπλον του, -εγώ δε αρπάσας αυτό κινούμαι να του συντρίψω την κεφαλήν . . . -Αλλ' η χειρ του Ανδρέα κρατεί ήδη και εμέ. - -Τω όντι οι στασιάζοντες κατετροπώθησαν εις την πρώραν της -σχεδίας. - -Ο δε Ροβέρτος Κόρτις εκκλίνας τας επιθέσεις του Όουεν, αρπάζει -πέλεκυν και υψώσας την χείρα καταφέρει αυτόν. - -Αλλ' ο Όουεν αποσύρεται πλαγίως, ο δε πέλεκυς ευρίσκει τον -Ουίλσων κατάστηθα. Ο άθλιος ανατρέπεται, και πεσών εκτός της -σχεδίας γίνεται άφαντος. - -«Σώσατέ τον! σώσατέ τον! αναφωνεί ο αρχιναύτης. - - — Είνε νεκρός! αποκρίνεται ο Δαούλας. - - — Αι! ίσα ίσα δι' αυτό. . . . !» αναφωνεί ο αρχιναύτης και δεν -συμπληροί την φράσιν του. - -Αλλ' ο θάνατος του Ουίλσων καταπαύει τον αγώνα. Ο Φλαίπολ και ο -Βάρκε εν τω εσχάτω βαθμώ της μέθης αμφότεροι κατάκεινται -ακίνητοι· ημείς δε εφορμώμεν επί του Γύγξτροπ και τον δένομεν -στερεώς επί της ρίζης του ιστού. - -Ο δε Όουεν κατεβλήθη υπό του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Τότε -δε ο Ροβέρτος ελθών πλησίον, λέγει προς αυτόν: - -«Την προσευχήν σου, διότι θ' αποθάνης! - - — Έχετε λοιπόν και καλά όρεξιν να με φάτε!» είπεν ο Όουεν μετ' -απαραμίλλου αναιδείας. - -Η σκληρά αύτη απόκρισις σώζει την ζωήν του. Ο Ροβέρτος Κόρτις -απορρίπτει τον πέλεκυν, όν είχεν υψώση κατά του Όουεν, και -ωχρότατος απέρχεται και κάθηται εν τη πρύμνη της σχεδίας. - - - -ΛΘ' - - - - — _Τη 5 και 6 Ιανουαρίου_. — Η σκηνή αύτη ενεποίησε βαθείαν -εντύπωσιν. Η απόκρισις του Όουεν, εν αις περιστάσεσι -διατελούμεν, είνε τοιαύτη, ώστε κατέβαλε και τους -δραστηριωτάτους. - -Ευθύς ως επήλθε τις γαλήνη εις το πνεύμα μου, ηυχαρίστησα -ενθέρμως τον νέον Λετουρνέρ, ού η επέμβασίς μοι έσωσε την ζωήν. - -«Μ' ευχαριστείτε, αποκρίνεται ο Ανδρέας, εν ώ έπρεπεν ίσως να -με καταράσθε. - - — Σε, Ανδρέα; - - — Κύριε Κάζαλλον, ουδέν άλλο έπραξα ή μόνον παρέτεινα τας -ταλαιπωρίας σας! - - — Δεν πειράζει, κύριε Λετουρνέρ, λέγει τότε η μις Χέρμπυ, -ερχομένη πλησίον ημών, επράξατε το καθήκον σας!». - -Αείποτε το συναίσθημα του καθήκοντος στηρίζει την νεάνιδα -ταύτην. - -Έγινε κάτισχνος υπό των στερήσεων. Τα ενδύματά της εκβαφέντα -υπό της υγρασίας, κατεσχισμένα υπό των συγκρούσεων, κυμαίνονται -αθλίως, αλλ' ουδέν παράπονον εξέρχεται του στόματός της, και -δεν θα καταβληθή ευχερώς. - -«Κύριε Κάζαλλον, μ' ερωτά, είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν -της πείνης; - - — Μάλιστα, μις Χέρμπυ, αποκρίνομαι σκληρώς πως. - - — Και πόσον ειμπορεί να ζήση ο άνθρωπος χωρίς να τρώγη; - - — Περισσότερον παρ' όσον νομίζει. Ίσως μακράς ατελευτήτους -ημέρας - - — Οι έχοντες καλήν κράσιν υποφέρουσι περισσότερον, δεν είν' -αλήθεια; - - — Μάλιστα, αλλά και αποθνήσκουσι ταχύτερον, προς αποζημίωσιν -τρόπον τινά!». - -Πώς ηδυνήθην να αποκριθώ ούτω προς την νεάνιδα; Τι! δεν εύρον -λόγον τινά παραμυθητικόν να τη είπω! Τη έρριψα κατά πρόσωπον -την κτηνώδη αλήθειαν! Άρα γε παν συναίσθημα φιλανθρωπίας -απεσβέσθη εν εμοί; Ο Ανδρέας Λετουρνέρ και ο πατήρ του, -ακούοντές με, ατενίζουσί με επανειλημμένως διά των μεγάλων -λαμπρών οφθαλμών των, ούς η πείνα διαστέλλει. Και ερωτώσιν -εαυτούς εάν εγώ τω όντι είμαι ο λαλών ούτω. - -Μετ' ολίγας στιγμάς ότε είμεθα μόνοι, η μις Χέρμπυ μοι λέγει -ταπεινή τη φωνή. - -«Κύριε Κάζαλλον, μοι κάμνετε, παρακαλώ, μίαν χάριν; - - — Μάλιστα, μις, απεκρίθην συγκεκινημένος ήδη, και έτοιμος τα -πάντα να πράξω χάριν της νεάνιδος. - - — Αν αποθάνω προ υμών, εξακολουθεί η μις Χέρμπυ, — και τούτο -δυνατόν να συμβή αν και είμαι ασθενεστέρα, δότε μοι υπόσχεσιν -ότι θα ρίψετε το πτώμα μου εις την θάλασσαν. - - — Μις Χέρμπυ, έπταισα . . . - - — Όχι, όχι προσθέτει υπομειδιώσα, επράξατε άριστα και μοι -ελαλήσατε όπως ελαλήσατε. Αλλά υπόσχεσθε ότι θα πράξετε ό τι -σας ζητώ; Είνε αδυναμία μου. Ζώσα δεν φοβούμαι τίποτε . . , -αλλά νεκρά . . . Δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα με ρίψετε εις την -θάλασσαν». - -Έδωκα υπόσχεσιν, η δε μις Χέρμπυ μοι τείνει την δεξιάν, και -αισθάνομαι τους ισχνούς δακτύλους της θλίβοντας ασθενώς τους -εμούς. - -Μία έτι νυξ παρήλθεν. Εκ διαλειμμάτων αι αλγηδόνες μου είνε -ούτω δειναί, ώστε μ' εκφεύγουσι κραυγαί· έπειτα πραΰνονται και -μένω βεβυθισμένος τρόπον τινά εν νάρκη. Συνερχόμενος δε -εκπλήττομαι ανευρίσκων ζώντας έτι τους συμπλωτήρας μου. - -Ο μάλιστα πάντων ημών ευχερέστατα υφιστάμενος τας στερήσεις -ταύτας είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, περί ού ελάχιστος μέχρι -τούδε λόγος εγένετο. Ούτος είνε μικρός το ανάστημα, έχων -φυσιογνωμίαν κοθόρνου, βλέμμα θωπευτικόν, μειδιών συνεχώς -μειδίαμα «όπερ μόνον τα χείλη του κινεί», ημικλείστους συνήθως -έχων τους οφθαλμούς, ως θέλων να αποκρύπτη τους διαλογισμούς -του, το όλον δε του ανδρός αποπνέει το κίβδηλον αυτού. Είνε -υποκριτής, δύναμαι να ομόσω περί τούτου. Και τω όντι, ειπών ότι -αι στερήσεις επιδρώσιν επ' αυτού ολιγώτερον, δεν λέγω ότι δεν -παραπονείται δι' αυτό, τουναντίον μάλιστα στενάζει αδιαλείπτως, -αλλ' ουκ οίδα διατί οι στεναγμοί του μοι φαίνονται -προσπεποιημένοι. Θα το ίδωμεν. Θα επιτηρώ τον άνθρωπον τούτον, -διότι έχω περί αυτού υποψίας, αίτινες καλόν είνε να -διαλευκανθώσι. - -Σήμερον, 6 Ιανουαρίου, ο κ. Λετουρνέρ λαβών με κατ' ιδίαν, προς -την πρύμναν της σχεδίας, φαίνεται επιθυμών να μοι ανακοινώση -«ανακοίνωσίν τινα μυστικήν». Επιθυμεί δε ούτε να τον ίδη τις -ούτε να τον ακούση. - -Μεταβαίνομεν εις την γωνίαν του αριστερού τοίχου, και επειδή -ήδη άρχεται η νυξ, ουδείς δύναται να μας ίδη. - -«Κύριε, μοι λέγει ταπεινή τη φωνή ο κ. Λετουρνέρ, ο Ανδρέας -είνε πολύ αδύνατος. Ο υιός μου αποθνήσκει της πείνης! Κύριε, -δεν ειμπορώ πλέον να βλέπω τούτο το πράγμα, όχι, δεν ειμπορώ να -το βλέπω.» - -Ο κ. Λετουρνέρ λαλεί διά τρόπου, εν ώ αισθάνομαι οργήν -καταστελλομένην, και η φωνή του έχει τι το άγριον. Α! κατανοώ -τι θα υποφέρη ο πατήρ ούτος! - -«Κύριε, τω λέγω λαμβάνων την χείρα του, μη απελπιζώμεθα ίσως -πλοίον τι . . . - - — Κύριε, επαναλαμβάνει ο πατήρ διακόπτων με, δεν έρχομαι να -σας ζητήσω παραμυθίας τετριμμένας. Δεν θα περάση πλοίον, το -ειξεύρετε κάλλιστα. Όχι, περί άλλου πρόκειται. Από πότε ο υιός -μου, σεις ο ίδιος και οι άλλοι έχετε να φάγετε;» - -Εις την ερώτησιν ταύτην ήν ακούω μετ' εκπλήξεως, αποκρίνομαι: - -«Την 2 Ιανουαρίου εξέλιπεν ο διπυρίτης, και σήμερον έχομεν 6 -Ιανουαρίου. Τεσσάρας λοιπόν ημέρας . . . - - — Έχετε να φάγετε! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Εγώ λοιπόν έχω -οκτώ! - - — Οκτώ ημέρας! - - — Μάλιστα! οικονόμισα διά τον υιόν μου!» - -Ως ήκουσα τους λόγους τούτους, δάκρυα εκχύνονται εκ των -οφθαλμών μου. Αρπάζω τας χείρας του κ Λετουρνέρ . . . μόλις -δυνάμενος να αρθρώσω λέξιν. Τον ατενίζω! . . οκτώ ημέρας! - -«Κύριε, τω λέγω τέλος, τι θέλετε απ' εμέ; - - — Σουτ! όχι τόσον δυνατά! Ψυχή να μη μας ακούση! - - — Λέγετε λοιπόν! . . - - — Θέλω . ., είπε ταπεινών την φωνήν, . . να προσφέρετε εις τον -Ανδρέαν . . . - - — Αλλά σεις ο ίδιος δεν ειμπορείτε; . . . - - — Όχι! όχι! . . θα νομίση ότι εγώ εστερήθην χάριν αυτού . . . -και θα μ' αποποιηθή . . . Όχι! πρέπει να προέλθη από σας . . . - - — Κύριε Λετουρνέρ! . . - - — Εξ οίκτου! κάμετέ μου αυτήν την χάριν . . . την μεγίστην -χάριν την οποίαν δύναμαι να σας ζητήσω . . . Άλλως τε . . . διά -τον κόπον σας . .» - -Και λαβών την χείρα μου εθώπευσεν αυτήν ελαφρώς. - -«Διά τον κόπον σας . . . Ναι . . . θα φάγετε και σεις . . . -ολίγον! . .» - -Ταλαίπωρε πάτερ! Ακούων αυτόν τρέμω ως παιδίον. Το όλον μου -φρικιά και η καρδία μου πάλλει σφοδρότατα! Ταυτοχρόνως -αισθάνομαι ότι ο κ. Λετουρνέρ παρεισάγει εις την χείρα μου -μικρόν τεμάχιον διπυρίτου. - -«Προσοχή μη σας ίδη ψυχή!, μοι λέγει, διότι τα τέρατα θα σας -εδολοφόνουν! Έχω ακόμη δι' άλλην μίαν ημέραν . . . αλλά αύριον -. . . θα σας παραδώσω άλλο τόσον!» - -Ο τάλας δυσπιστεί προς με! και ίσως έχει δίκαιον, διότι, -αισθανόμενος εγώ το τεμάχιον του διπυρίτου μεταξύ των χειρών -μου, μικρού δειν εκινήθην να το βάλω εις το στόμα μου! - -Αλλ' αντέσχον· οι δε αναγινώσκοντές με ας νοήσωσι παν ό τι η -γραφίς μου αδυνατεί ενταύθα να εκφράση. - -Επελθούσης της νυκτός μετά της ιδιαζούσης εκείνης ταχύτητος εις -τα ταπεινά πλάτη, παρεισδύω πλησίον του Ανδρέου και τω υποβάλλω -το μικρόν εκείνο τεμάχιον του διπυρίτου «ως εξ εμού -προερχόμενον». - -Ο νέος ρίπτεται επ' αυτού και έπειτά μοι λέγει: - -«Και ο πατήρ μου;» - -Εγώ δε τω αποκρίνομαι ότι και ο κ. Λετουρνέρ έλαβε το μερίδιόν -του . . και εγώ το εμόν . . . και ότι αύριον . . . τας επομένας -ημέρας, θα δύναμαι αναμφιβόλως να τω παρέχω έτι . . . ας λάβη . -. . ας λάβη. . .! - -Ο Ανδρέας δεν μ' ηρώτησε πόθεν προήρχετο ο διπυρίτης εκείνος, -και απλήστως έβαλε το τεμάχιον εις το στόμα του. - -Και την εσπέραν εκείνην, ει και ο κ. Λετουρνέρ μοι προσέφερεν, -δεν έφαγον τίποτε! . . τίποτε! - - - -Μ' - - - - — _Τη 7 Ιανουαρίου_ — Από τινων ημερών το θαλάσσιον ύδωρ, το -σαρώνον αδιαλείπτως σχεδόν το κρηπίδωμα της σχεδίας, άμα -εγειρομένου του σάλου, εξηρέθισε το δέρμα των ποδών και των -κνημών τινων εκ του πληρώματος. Ο Όουεν, όν ο αρχιναύτης κρατεί -δέσμιον εν τη πρώρα από της σκηνής της στάσεως, διατελεί εν -οικτρά καταστάσει, κατ' αίτησιν δε ημών λύεται των δεσμών. Και -ο Σάνδων δε και ο Βάρκε ωσαύτως διεβρώθησαν υπό της διαβρωτικής -δυνάμεως των αλμυρών τούτων υδάτων και ημείς δε οι άλλοι -εσώθημεν μέχρι τούδε, μόνον διότι η πρύμνα της σχεδίας -ολιγώτερον δέρεται υπό των κυμάτων. - -Σήμερον ο αρχιναύτης, εκμανείς υπό της πείνης, επέπεσε κατά των -ρακών των ιστίων και των τεμαχίων των ξύλων. Ακούω έτι τους -οδόντας του εισδύοντας μετά κρότου εις τας ουσίας ταύτας. Ο -τάλας, ωθούμενος υπό της δεινής πείνης, προσπαθεί να γεμίση τον -στόμαχόν του, όπως διαταθή η βλεννώδης αυτού μεμβράνα. Τέλος -μετά πολλάς αναζητήσεις, ευρίσκει επί τινος των ιστών των -συγκρατούντων το κρηπίδωμα, τεμάχιον δέρματος. Αποσπά το δέρμα -τούτο, επειδή είνε ουσία ζωική, και το καταβροχθίζει μετ' -ανεκφράστου απληστίας, φαίνεται δε ότι η κατάποσις της ύλης -ταύτης παρέχει αυτώ ανακούφισίν τινα. Πάραυτα πάντες τον -μιμούμεθα μετά σπουδής. Πίλος δερμάτινος βρασθείς, τα δερμάτινα -γείσα των πηληκίων, παν ό τι είνε ζωική ουσία κατατρώγεται. -Ένστιγμα κτηνώδες παρασύρει ημάς, όπερ ουδείς δύναται να -καταστείλη. Φαίνεται δε ότι την στιγμήν ταύτην ουδέν ανθρώπινον -έχομεν πλέον. Ουδέποτε θα λησμονήσω την σκηνήν ταύτην! - -Και αν η πείνα μη εκορέσθη, τουλάχιστον οι στρόφοι του στομάχου -στιγμιαίως εκόπασαν. Αλλ' όμως τινές ημών δεν ηδυνήθησαν να -ανεχθώσι την απεχθή ταύτην τροφήν και κατελήφθησαν υπό ναυτίας. - -Ας μοι συγχωρηθώσιν αι λεπτομέρειαι αύται! Ουδέν οφείλω να -αποκρύψω εξ ών έπαθον οι ναυαγοί του _Σάνσελλορ_! Διά της -διηγήσεως ταύτης θα μάθωσιν οι άνθρωποι όσας δυστυχίας ηθικάς -τε και φυσικάς δύνανται να υπομείνωσιν ανθρώπινα όντα! Τούτο -έστω το δίδαγμα του ημερολογίου τούτου! τα πάντα θα είπω, και -δυστυχώς προαισθάνομαι ότι δεν εφθάσαμεν ακόμη εις το ανώτατον -σημείον των δοκιμασιών ημών! - -Κατά την ανωτέρω σκηνήν παρετήρησά τι επικυρούν τας υποψίας μου -περί του τροφοδότου. Ο Χόμμπαρτ, δήλα δή, εξακολουθών τους -στεναγμούς του, μεγαλοποιών μάλιστα αυτούς, δεν μετέχει του -αγώνος. Ακούων τις αυτόν πείθεται ότι αποθνήσκει εξ ασιτίας, -βλέπων δε όμως τον νομίζει απηλλαγμένον των κοινών βασάνων. -Λοιπόν ο υποκριτής ούτος έχει κρύφιόν τι αποταμίευμα, εξ ού -αντλεί έτι; τον επιτηρώ, αλλ' ουδέν ηδυνήθην να ανακαλύψω. - -Ο καύσων είνε έτι δυνατός και μάλιστα αφόρητος, οσάκις ο άνεμος -δεν τον μετριάζει. Η μερίς του ύδατος είνε βεβαίως ανεπαρκής, -αλλ' η πείνα καταστέλλει εν ημίν την δίψαν. Λέγω δε ότι η -έλλειψις του ύδατος ήθελε ταλαιπωρήση ημάς δεινότερον παρά την -της τροφής, δεν δύναμαι να το πιστεύσω, ή τουλάχιστον να το -φαντασθώ την στιγμήν ταύτην. Εν τούτοις η παρατήρησις αύτη -πολλάκις εγένετο. Είθε να ευδοκήση ο Θεός να μη περιέλθωμεν εις -την νέαν ταύτην εσχάτην των αμηχανιών. - -Ευτυχώς υπολείπονται πίνται τινές ύδατος εν τω ημιθραύστω υπό -της τρικυμίας βυτίω, το δε έτερον βυτίον είνε έτι άθικτον. Ει -δε και ο αριθμός ημών ηλαττώθη, ο πλοίαρχος όμως, κωφεύων εις -τινας διαμαρτυρίας, ηλάττωσε την ημερησίαν μερίδα εις ημίσειαν -πίνταν, ενενήκοντα σχεδόν δράμια, κατ' άνθρωπον. Εγώ τον -επιδοκιμάζω ως προς τούτο. - -Του δε βρανδεβίνου υπολείπεται τέταρτον μόνον γαλλονίου, ό έστι -τριακόσια πεντήκοντα πέντε μόνον δράμια, άτινα απετέθησαν -ασφαλώς εν τη πρύμνη της σχεδίας. - -Σήμερον, 7 του μηνός, περί ώραν εβδόμην και ημίσειαν μετά -μεσημβρίαν, είς εξ ημών έπαυσεν του ζην. Δεκατέσσαρες είμεθα -πλέον! Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ εξέπνευσεν εν ταις αγκάλαις μου, -φρούδαι απέβησαν και της μις Χέρμπυ αι περιθάλψεις και αι εμαί -. . . Δεν πάσχει πλέον. - -Ολίγον πριν αποθάνη ο Ουάλτερ ηυχαρίστησε την μις Χέρμπυ και -εμέ μετά φωνής ήν μόλις ηδυνάμεθα να ακούσωμεν . . . - -«Κύριε, είπεν, αφίνων εκ της τρεμούσης χειρός του επιστολήν -συμπεπιεσμένην, την επιστολήν ταύτην . . . της μητρός μου . . . -. δεν έχω δύναμιν . . . Είνε η τελευταία όπου έλαβα! . . . Μου -λέγει: «Σε περιμένω, παιδί μου, θέλω να σ' επανίδω!» Όχι, -μητέρα μου, δεν θα μ' επανίδης πλέον! — Κύριε! . . . την -επιστολήν ταύτην . . . βάλετε την εις τα χείλη μου . . . Εκεί, -εκεί! . . . Να αποθάνω ασπαζόμενος αυτήν . . . Μητέρα μου . . . -Θεέ μου! . . .» - -Θέτω την επιστολήν του υποπλοιάρχου Ουάλτερ εντός της ψυχράς -ήδη χειρός του, και την επιθέτω επί των χειλέων του. Το βλέμμα -του εμψυχούται επί μίαν στιγμήν και ακούομεν ως ασθενή ήχον -φιλήματος! - -Απέθανεν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ! Ο Θεός αναπαύσαι την ψυχήν -του! - - - -ΜΑ' - - - - — _Τη 8 Ιανουαρίου_ — Καθ' όλην την νύκτα διέμεινα παρά τω -νεκρώ του ατυχούς, και η μις Χέρμπυ ήλθεν επανειλημμένως ίνα -δεηθή υπέρ αναπαύσεως αυτού. - -Ότε δε εφάνη η ημέρα, το λείψανον ήτο όλως ψυχρόν. Έσπευδον. . -. μάλιστα! έσπευδον να το ρίψω εις την θάλασσαν. Είπον τω -Ροβέρτω Κόρτις να με βοηθήση εν τω λυπηρώ τούτω έργω. Αφ' ού -περιτυλίξωμεν το λείψανον εντός των αθλίων του ενδυμάτων, θα το -βυθίσωμεν εις τα κύματα και επειδή είνε κάτισχνον ελπίζω ότι -δεν θα επιπλέη. - -Όρθρου βαθέως ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ, λαμβάνοντές τινας -προφυλάξεις ίνα μη μας ίδωσι, παραλαμβάνομεν εκ των θυλακίων -του υποπλοιάρχου πράγματά τινα ά θα παραδοθώσιν εις την μητέρα -του, αν τις εξ ημών επιζήση. - -Εν ώ δε έμελλον να ρίψω επί του λειψάνου τα ενδύματα, άτινα θα -τω χρησιμεύσωσιν ως σάβανον, δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα -φρίκης. - -Ελλείπει ο δεξιός πους, η δε κνήμη είνε ηκρωτηριασμένη και -αιματόφυρτος. - -Τις ο εργάτης της βεβηλώσεως ταύτης; Λοιπόν κατεβλήθην υπό του -καμάτου την νύκτα ταύτην και ωφεληθέντες εκ του ύπνου μου -εκολώβωσαν το λείψανον; Αλλά τις έπραξε τούτο; - -Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί πέριξ αυτού, είνε δε τα βλέμματά -του φοβερά. Αλλά τα πάντα εν τη σχεδία έχουσιν ως συνήθως, η δε -σιωπή διακόπτεται μόνον υπό τινων στεναγμών. Ίσως μας -παραφυλάττουσι! Σπεύσωμεν να ρίψωμεν το λείψανον εις την -θάλασσαν προς αποφυγήν φρικαλεωτάτων σκηνών! - -Απαγγείλαντες λοιπόν ευχάς τινας, ρίπτομεν το λείψανον εις τα -κύματα, αυτό δε πάραυτα καταβυθίζεται. - -«Να πάρ' η ευχή! Κύτταξε πώς τους τρέφουν τους καρχαρίας!» - -Τις ελάλησεν ούτω; Στρέφομαι και βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ. - -Ο αρχιναύτης την στιγμήν εκείνην είνε πλησίον μου. - -«Τον πόδα, τω λέγω, νομίζεις ότι οι άθλιοι ούτοι . . . - - — Τον πόδα; . . . Α, ναι! αποκρίνεται ο αρχιναύτης μετά τρόπου -φωνής παραδόξου. Και έπειτα ήτο δικαίωμά των! - - — Δικαίωμά των! ανεφώνησα. - - — Κύριε, μοι λέγει ο αρχιναύτης, προτιμότερον να φάγη κανείς -νεκρόν παρά ζωντανόν!» - -Εις την απόκρισιν ταύτην την μετ' απαθείας γενομένην, δεν -ειξεύρω τι να αποκριθώ, και απελθών εις την πρύμναν της σχεδίας -κατακλίνομαι. - -Περί ώραν ενδεκάτην συμβαίνει τι ευάρεστον. Ο αρχιναύτης, όστις -από πρωίας έχει ερριμμένας τας ορμιάς, επέτυχε την φοράν -ταύτην. Τω όντι τρεις ιχθύς συνελήφθησαν, τρεις γάδοι μεγάλου -μεγέθους και μήκους ογδοήκοντα υφεκατομέτρων, ανήκοντες εις το -είδος εκείνο, όπερ αποξηραινόμενον είνε γνωστόν διά του -ονόματος «στοκοφίσι». - -Μόλις ο αρχιναύτης ανέσυρεν επί της σχεδίας τους τρεις τούτους -ιχθύς και οι ναύται ρίπτονται επ' αυτών. Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο -Φάλστεν και εγώ ορμώμεν ίνα τους συγκρατήσωμεν, και πάραυτα η -τάξις αποκαθίσταται. Ολίγον είνε τρεις γάδοι εις δεκατέσσαρας -ψυχάς, αλλά τέλος έκαστος έλαβε το μέρος του. - -Και οι μεν καταβροχθίζουσιν τους ιχθύς τούτους ωμούς, δυνατόν -ειπείν ζώντας, οι πλείστοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Ανδρέας -Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ έχουσι την δύναμιν να προσμένωσιν. -Ανάψαντες έν τινι γωνία της σχεδίας πυρ έκ τινων τεμαχίων -ξύλων, οπτούσι την μερίδα των. Αλλ' εγώ δεν έσχον την -γενναιότητα ταύτην και έφαγον την αιμοσταγή εκείνην σάρκα! - -Ο κ. Λετουρνέρ δεν εφάνη μάλλον υπομονητικός εμού και τοσούτων -άλλων, αλλ' επέπεσεν ως λύκος πειναλέος επί της ιχθυομερίδος -του. Ο τάλας ούτος όστις δεν έχει φάγη από τοσούτων ημερών, πώς -ζη έτι; Δεν δύναμαι να το νοήσω. - -Είπον ανωτέρω ότι χαράν μεγάλην ο αρχιναύτης εχάρη ότε ανέσυρε -τας ορμιάς του, η δε χαρά αύτη επετάθη μέχρι παραφροσύνης· -διότι είνε βέβαιον ότι, εάν η αλιεία ευδοκιμήση έτι, δύναται να -σώση ημάς από θανάτου φρικαλέου. - -Έρχομαι λοιπόν προς τον αρχιναύτην, και λαλών προς αυτόν, τον -προτρέπω να επαναλάβω την απόπειράν του. - -«Ναι! μοι λέγει, ναι . . . αναμφιβόλως . . . θα επαναλάβω! . . -. . θα επαναλάβω! . . . - - — Και διατί δεν ρίπτεις πάλιν τας ορμιάς σου; ηρώτησα. - - — Όχι τώρα, μ' αποκρίνεται μετά τρόπου υπεκφυγής· την νύκτα -διά τα μεγάλα ψάρια η επιτυχία είνε μεγαλητέρα παρά την ημέραν, -και πρέπει να κάμνωμεν και οικονομίαν εις το δόλωμά μας. Τι -κουτοί άνθρωποι! να μη κρατήσωμεν τίποτε αποφάγια διά δόλωμα!» - -Αληθώς και το σφάλμα είνε ίσως ανεπανόρθωτον. - -«Αλλ' όμως, είπον αυτώ, αφ' ού επέτυχες την πρώτην φοράν χωρίς -δόλωμα . . . - - — Είχα . . . - - — Καλόν; - - — Εξαίρετον, κύριε, αφ' ού τα ψάρια εδάγκασαν!» - -Αποβλέπω προς τον αρχιναύτην και αυτός προς με. - -«Δεν σου επερίσσευσε καθόλου να δολώσης τας ορμιάς σου; - - — Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή, και ουδέ -λέξιν επειπών μ' εγκαταλείπει. - -Εν τούτοις η γλίσχρα εκείνη τροφή έδωκεν ημίν δυνάμεις και μετ' -αυτών μικράν τινα ελπίδα. Λαλούμεν περί της αλιείας του -αρχιναύτου και φαίνεται ημίν αδύνατον να επιτύχη και εκ -δευτέρου. Η Μοίρα ήθελε τέλος απαυδήση δοκιμάζουσα ημάς; - -Απόδειξις δε αναντίρρητος ότι επήλθεν εις τα πνεύματα ημών -άνεσις, είνε η σπουδή μεθ' ής επαναλαμβάνομεν τας περί του -παρελθόντος συνδιαλέξεις ημών. Η διάνοια ημών δεν είνε -προσηλωμένη πλέον και μόνον επί του λυπηρού τούτου ενεστώτος -και του απειλούντος ημάς φοβερού μέλλοντος. Οι κκ. Λετουρνέρ, -Φάλστεν, ο πλοίαρχος και εγώ αναπολούμεν τα από του ναυαγίου -ημών συντελεσθέντα, επαναβλέπομεν τους απολωλότας ημών -συμπλωτήρας, τα καθ' έκαστα της πυρκαϊάς, το κάθισμα του -πλοίου, την ύφαλον του Βραχοχοιρομηρίου, την διαρροήν, τον -φοβερόν εν τοις θωρακίοις διάπλουν, την σχεδίαν, την καταιγίδα, -πάντα τα απρόοπτα εκείνα συμβάντα, ά νυν φαίνονται ούτως -απομεμακρυσμένα. Ναι! Ταύτα πάντα παρήλθον, και ημείς ζώμεν -έτι! - -Ζώμεν! Αλλά τούτο δύναται να ονομασθή ζωή; Εξ εικοσιοκτώ ψυχών -δεκατέσσαρες μόνον υπολειπόμεθα, μετ' ου πολύ δε ίσως γίνωμεν -και δεκατρείς. - -«Κακός αριθμός! λέγει ο νέος Λετουρνέρ, αλλά μετά πολλής -δυσχερείας θα εύρωμεν τον δέκατον τέταρτον!» - -Την νύκτα της 8 προς την 9 του μηνός, ο αρχιναύτης έρριψεν εκ -νέου τας ορμιάς από της πρύμνης, και έμεινε μόνος φυλάττων -αυτάς, εις ουδένα άλλον θελήσας να επιτρέψη την φροντίδα -ταύτην. - -Το πρωί έρχομαι προς αυτόν. Επειδή δε μόλις φέγγει και διά των -διαπύρων αυτού οφθαλμών προσπαθεί να διεισδύση εις το σκότος -των υδάτων, δεν με είδεν, ουδέ καν με ήκουσεν ερχόμενον. - -Έψαυσα ελαφρώς τον ώμον του, εκείνος δε στρέφεται προς με. - -«Ε; τι έχομεν, αρχιναύτα; - - — Τι νάχωμεν! οι τρισκατάρατοι οι καρχαρίαι μούφαγαν τα -δολώματά μου! απεκρίθη μετά φωνής υποκώφου. - - — Και δεν έχεις άλλα; - - — Όχι! και ειξεύρετε τι καταλαμβάνω, κύριε, από όλα αυτάς -προσθέτει σφίγγων μου τον βραχίονα, ότι δεν πρέπει να κάμνη -κανείς τα πράγματά του 'μισά . . .» - -Φράσσω το στόμα του διά της χειρός μου! Ενόησα . . . - -Ταλαίπωρε Ουάλτερ! - - - -ΜΒ' - - - - — _Από της 9 μέχρι της 10 Ιανουαρίου_. — Σήμερον κατελήφθημεν -αύθις υπό της νηνεμίας. Ο ήλιος καίει, ο άνεμος εκόπασε τελείως -και ουδέ μία ρυτίς αλλοιώνει τους μακρούς κυματισμούς της -θαλάσσης, ήτις υπεγείρεται ανεπαισθήτως. Αν δε μη υπάρχη ρεύμα -τι, ού την διεύθυνσιν αδύνατον να εξακριβώσωμεν, η σχεδία θα -είνε όλως στάσιμος. - -Είπον ότι η θερμότης είνε αφόρητος σήμερον, κατ' ακολουθίαν δε -και η δίψα ημών είνε έτι μάλλον αφόρητος. Το ανεπαρκές του -ύδατος ταλαιπωρεί ημάς δεινώς το πρώτον ήδη, προβλέπω δε ότι θα -γίνη αιτία βασάνων μάλλον αφορήτων των της πείνης. Ήδη παρά -τοις πλείστοις ημών το στόμα, ο λαιμός, η φάρυγξ συστέλλονται -υπό της ξηρασίας, αι βλενώδεις μεμβράναι αποξηραίνονται υπό τον -θερμόν τούτον αέρα, όν φέρει εις αυτάς η αναπνοή. - -Εμού λιπαρούντος [88] ο πλοίαρχος μετερρύθμισε την συνήθη -δίαιταν. Χορηγεί διπλήν μερίδα ύδατος και ηδυνήθημεν να -δροσιζώμεθα όπως δήποτε τετράκις της ημέρας. Λέγω δε «όπως -δήποτε», διότι το ύδωρ τούτο φυλαττόμενον εν τω πυθμένι του -βυτίου, ει και καλύπτεται δι' υφάσματος, είνε αληθώς χλιαρόν. - -Εν κεφαλαίω η ημέρα είνε κακή· οι δε ναύται υπό την επήρειαν -της πείνης καταλαμβάνονται εκ νέου υπό απελπισμού. - -Άνεμος δεν ηγέρθη μετά της ανατολής της σελήνης, ήτις είνε -σχεδόν πανσέληνος. Εν τούτοις επειδή αι νύκτες των τροπικών -είνε δροσεραί, αισθανόμεθ' ανακούφισίν τινα, αλλά την ημέραν η -θερμοκρασία είνε αφόρητος. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν προ -τοιαύτης υψώσεως ούτω σταθεράς, ότι η σχεδία παρεσύρθη λίαν -προς Νότον. - -Περί δε της γης, ουδέ καν επιχειρεί τις να αναζητήση αυτήν, -διότι φαίνεται ότι η γηίνη σφαίρα είνε πλέον . . σφαίρα υγρά. -Αείποτε και πανταχού ο άπειρος ούτος Ωκεανός! - -Την 10 του μηνός η αυτή νηνεμία, η αυτή θερμοκρασία. Βροχήν -πυρίνην μας βρέχει ο ουρανός, αέρα πυρπολούμενον αναπνέομεν. Η -δίψα ημών είνε ακαταμάχητος και καταντά να λησμονώμεν τα δεινά -της πείνης, και να προσδοκώμεν μετά μανιώδους επιθυμίας την -στιγμήν, καθ' ήν ο Ροβέρτος Κόρτις διανέμει τας ολίγας τινάς -σταγόνας ύδατος της μερίδος ημών. Α! να πίωμεν κατά κόρον άπαξ -και διά μιας, έστω και εξαντλούντες την προμήθειαν όλην, και -έπειτα ας αποθάνωμεν! - -Την στιγμήν ταύτην, είνε δε μεσημβρία, καταλαμβάνεταί τις των -συμπλωτήρων υπό αλγηδόνων οξυτάτων και αναφωνεί. Είνε δε ούτος -ο άθλιος Όουεν, όστις, εν τη πρώρας κατακείμενος, συστρέφεται -μετά φοβερών σπασμών. - -Έρπω μέχρι του Όουεν διότι οία δήποτε και αν εγένετο η διαγωγή -του, η φιλανθρωπία επιτάσσει να ίδωμεν εάν είνε δυνατόν να τω -παράσχωμεν ανακούφισίν τινα. - -Αλλά ταυτοχρόνως ο ναύτης Φλαίπολ αναφωνεί. Στρέφω και βλέπω -αυτόν όρθιον επί των πτερυγίων του ιστού και τείνοντα την χείρα -προς ανατολάς προς σημείον τι του ορίζοντος. - -«Πλοίον!» ανακράζει. - -Πάντες ανορθούμεθα· σιωπή τελεία επικρατεί επί της σχεδίας. Και -ο Όουεν καταστέλλων τας κραυγάς του ανορθούται και αυτός. - -Κατά την διεύθυνσιν την υποδεικνυομένην υπό του Φλαίπολ -φαίνεται αληθώς σημείον λευκόν, αλλά το σημείον εκείνο -μετατοπίζεται; Είνε ιστίον; Τι γνώμην έχουσι περί αυτού οι -ναυτικοί ούτοι, οι τόσον οξυδερκείς; - -Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις όστις, τους βραχίονας έχων -εσταυρωμένους, εξετάζει το λευκόν σημείον. Αι παρειαί του -εξέχουσι, πάντα δε τα μέρη του προσώπου του ανέρχονται ένεκα -της συστολής του περιφερούς μυός, συνοφρυούται, καμμύει τους -οφθαλμούς, και συγκεντροί εν τω βλέμματί του όλην την οπτικήν -αυτού δύναμιν. Εάν το λευκόν εκείνο σημείον είνε ιστίον, δεν θα -απατηθή. - -Αλλ' όμως σείει την κεφαλήν και οι βραχίονες αυτού λύονται και -καταπίπτουσι. - -Παρατηρώ, και δεν είνε πλοίον εκείνο το λευκόν σημείον. Δεν -είνε πλοίον, είνε ανταύγειά τις οία δήποτε, οφρύς κύματος -εκχυνομένου, ή εάν είνε πλοίον, το πλοίον εξηφανίσθη! - -Οποία κατάπτωσις επηκολούθησε την στιγμιαίαν εκείνην ελπίδα! -Πάντες επανήλθομεν εις την συνήθη ημών θέσιν, ο δε Ροβέρτος -Κόρτις ίσταται ακίνητος, αλλά δεν παρατηρεί πλέον τον ορίζοντα. - -Τότε αι κραυγαί του Όουεν επαναλαμβάνονται μετά σφοδρότητος -είπερ ποτέ και άλλοτε μείζονος. Όλον του το σώμα συστρέφεται -υπό δεινής αλγηδόνος και η θέα του είνε όντως φοβερά. Ο λαιμός -του στενούται υπό συστολής σπασμωδικής, η γλώσσα ξηραίνεται, η -κοιλία επαίρεται, ο δε σφυγμός είνε μικρός, συχνός, άτακτος. Ο -τάλας υφίσταται σφοδράς σπασμωδικάς κινήσεις άμα δε και -τιναγμούς τετανώδεις, Εκ των συμπτωμάτων δε τούτων ουδεμία -αμφιβολία ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη υπό οξειδίου του χαλκού. - -Δεν έχομεν δε τα αναγκαιούντα φάρμακα προς εξουδετέρωοιν των -αποτελεσμάτων του δηλητηρίου τούτου. Αλλά δύναταί τις να -προκαλέση εμέσεις προς εκκένωσιν των υλών των περιεχομένων εν -τω στομάχω του Όουεν διά χλιαρού ύδατος. Ζητώ παρά του -πλοιάρχου Κόρτις ολίγον ύδωρ, όντως δε συναινεί, και επειδή το -ύδωρ του πρώτου βυτίου εξηντλήθη, μεταβαίνω να αντλήσω εκ του -δευτέρου, όπερ είνε άθικτον έτι· αλλ' ο Όουεν ορθούται επί των -γονάτων, και διά φωνής ήτις δεν είνε πλέον φωνή ανθρωπίνη, -αναφωνεί: - -«Όχι! όχι! όχι!» - -Διατί το όχι τούτο; Επανέρχομαι παρά τω Όουεν και τω εξηγώ τι -θέλω να πράξω· αλλ' αυτός έτι σφοδρότερον μ' αποκρίνεται ό τι -δεν θέλει να πίη εκ του ύδατος τούτου. - -Επιχειρώ τότε να προκαλέσω εμέσεις γαργαλίζων την σταφυλήν -αυτού, και μετ' ου πολύ εξεμεί ύλας υποκυάνους. Είνε δε -υπερβέβαιον ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη διά θειούχου χαλκού, διά -χαλκάνθου, και ό τι δήποτε πράξη τις, ο Όουεν δεν σώζεται! - -Αλλά πώς εδηλητηριάσθη; Αι εμέσεις επήνεγκον αυτώ αναψυχήν τινα -και τέλος δύναται να λαλήση. Ο πλοίαρχος και εγώ τον ερωτώμεν . -. . - -Δεν θα πειραθώ να περιγράψω την εντύπωσιν, ήν ενεποίησεν ημίν η -απόκρισις του ταλαιπώρου τούτου! - -Ο Όουεν ωθούμενος υπό δίψης δεινής, έκλεψε πίντας τινάς ύδατος -εκ του αθίκτου βυτίου! . . . Ώστε το ύδωρ του βυτίου τούτου -είνε δεδηλητηριασμένον! - - - -ΜΓ' - - - -_Από της 11 μέχρι της 14 Ιανουαρίου_. — Ο Όουεν απέθανε την -νύκτα μετά τιναγμών τετανωδών, ών η σφοδρότης επετάθη εις -βαθμόν σπάνιον. - -Είνε αληθέστατον! Το δηλητηριώδες βυτίον περιείχεν άλλοτε -χάλκανθον. Γεγονός προδηλότατον. Αλλά νυν ποία τινί κακή Μοίρα -το βυτίον τούτο μετετράπη εις υδροφόρον δοχείον, και ποία τινί -έτι μάλλον αξιοθρηνήτω Μοίρα παρελάβομεν αυτό επί της σχεδίας; -. . . Αδιάφορον το βέβαιον είνε ότι ύδωρ πλέον δεν έχομεν. - -Το πτώμα του Όουεν εδέησε να ριφθή εις την θάλασσαν, διότι -πάραυτα αποσυνετέθη. Ουδέ θα ήτο καν δυνατόν να δολώση ο -αρχιναύτης τας ορμιάς του διά σαρκός ήτις ουδεμίαν είχε πλέον -σύστασιν. Ο θάνατος του αθλίου τούτου εις ουδέν θα ωφελήση -ημάς! - -Πάντες γινώσκομεν την κατάστασιν των πραγμάτων οποία είνε εν τω -παρόντι και διατελούμεν σιωπηλοί. Αλλά και τι θα ηδυνάμεθα να -είπωμεν; Άλλως τε ο ήχος της φωνής ημών είνε σφόδρα ανιαρός εις -την ακοήν. Γενόμενοι ευερέθιστοι, προτιμότερον να μη λαλώμεν -πλέον, διότι η ελαχίστη λέξις, έν βλέμμα, έν σχήμα, δύναται -κάλλιστα να προκαλέση παραφοράς λυσσώδεις ακατασχέτους. Δεν -δύναμαι να νοήσω πώς δεν παρεφρονήσαμεν ήδη! - -Την 12 Ιανουαρίου ουδεμίαν ελάβομεν μερίδα ύδατος, -εξαντληθείσης χθες της τελευταίας σταγόνος. Δεν υπάρχει δε -νέφος εν τω ουρανώ δυνάμενον να βρέξη ολίγον, το δε θερμόμετρον -θα εδείκνυε εκατόν τεσσάρας βαθμούς (89) εν τη σκιά, εάν υπήρχε -σκιά επί της σχεδίας. - -Την 13 του μηνός η αυτή κατάστασις. Το θαλάσσιον ύδωρ άρχεται -κατατρώγον μου τους πόδας, αλλ' εγώ σχεδόν δεν προσέχω. Και των -άλλων δε των υπό του αυτού κακού πασχόντων η κατάστασις δεν -εδεινώθη. - -Α! Το περιβάλλον ημάς ύδωρ τούτο, ότε συλλογίζομαι ότι -εξατμίζοντες ή στερεοποιούντες ηθέλομεν καταστήση αυτό πόσιμον! -Μεταβαλλόμενον εις ατμόν ή εις πάγον, δεν θα περιείχε πλέον -ουδέν μόριον άλατος, και θα ηδυνάμεθα να το πίωμεν. Αλλ' αι -συσκευαί ελλείπουσιν, ουδέ δυνάμεθα να κατασκευάσωμεν. - -Σήμερον ο αρχιναύτης και δύο εκ των ναυτών εβυθίσθησαν εις την -θάλασσαν μετά κινδύνου να καταβροχθισθώσιν υπό των καρχαριών. -Το λουτρόν τούτο ανακουφίζει πως αυτούς και δροσίζει έν τινι -μέτρω. Τρεις δε των συμπλωτήρων και εγώ, μόλις γινώσκοντες να -κολυμβώμεν, εδέθημεν από σχοινίου και εμείναμεν εν τη θαλάσση -επί ημίσειαν σχεδόν ώραν, επιτηρούντος του Ροβέρτου Κόρτις. -Αλλ' ευτυχώς πάνυ ουδείς καρχαρίας επλησίασε. - -Εκλιπαρούμεν την μις Χέρμπυ να μιμηθή το παράδειγμα ημών, αλλ' -αυτή, ει και ταλαιπωρείται δεινώς, δεν ηθέλησε. - -Την 14 του μηνός περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος -ελθών προς με, μοι λέγει σιγά εις το ωτίον: - -«Μη κινηθήτε και σας νοήσουν, κύριε Κάζαλλον, διότι ενδεχόμενον -να απατώμαι, και δεν θέλω να εμβάλω εις τους συντρόφους μας -κενάς ελπίδας εκ νέου. - -Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. - -«Τώρα, μοι λέγει, διέκρινα τω όντι πλοίον!» - -Ο πλοίαρχος καλώς ποιών με προδιέθεσε, διότι δεν θα ηδυνάμην να -καταστείλω την πρώτην μου κίνησιν. - -«Κυττάξατε, προσέθηκε. Εκεί προς τον αριστερόν τοίχον της -πρύμνης». - -Εγείρομαι προσποιούμενος αδιαφορίαν, ήν ουδόλως αισθάνομαι, και -διατρέχω το τόξον του ορίζοντος το υποδειχθέν υπό του Ροβέρτου -Κόρτις. - -Οι οφθαλμοί μου δεν είνε οφθαλμοί ναυτικού, αλλ' εν απωτάτω -τινί σκιαγραφήματι δυσδιακρίτω αναγνωρίζω πλοίον αρμενίζον. - -Πάραυτα σχεδόν ο αρχιναύτης, ού τα βλέμματα ήσαν εστραμμένα -προς το μέρος τούτο από τινων στιγμών, αναφωνεί: - -«Πλοίον!» - -Η παρουσία του σημανθέντος πλοίου δεν παράγει πάραυτα το -αναμενόμενον αποτέλεσμα, ουδεμίαν συγκίνησιν προκαλεί είτε -διότι δεν πιστεύουσιν, είτε διότι αι δυνάμεις των είνε -εξηντλημέναι. Όθεν ουδείς ανεγείρεται. Αλλ' αφ' ού ο αρχιναύτης -επανέλαβεν επανειλημμένως «Πλοίον! πλοίον!» πάντων τα βλέμματα -προσηλούνται τέλος επί του ορίζοντος. - -Νυν το γεγονός δεν είνε αρνήσιμον. Το βλέπομεν, το πλοίον τούτο -το ανέλπιστον! Αλλ' άρα γε αυτό θα μας ίδη; - -Εν τούτοις οι ναύται προσπαθούσι να αναγνωρίσωσι το σχήμα και -την διεύθυνσιν αυτού, μάλιστα την διεύθυνσιν. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρήσας μετά μεγίστης επιμελείας, είπε: - -«Το πλοίον είνε βρίκιον και πλέει προς τον άνεμον, έχον αυτόν -δεξιά. Εάν επί δύο ώρας εξακολουθήση την διεύθυνσιν ταύτην, -κατ' ανάγκην θα μας κόψη τον δρόμον». - -Δύο ώραι! δύο αιώνες! Αλλ' η διεύθυνσις του πλοίου δύναται να -μεταβληθή από στιγμής εις στιγμήν, καθ' όσον μάλιστα υπό την -εγγυτάτην εκ κεραίας ιστιοδρομίαν [90] ταύτην ενδεχόμενον να -πλαγιοδρομή [91] μόνον και μόνον διά να προσηνεμώση [92]. Αλλ' -όμως, εάν το πράγμα έχη ούτω, μετά την πλαγιοδρομίαν θα γίνη -αριστερήνεμον [93] και θα απομακρυνθή. Α! εάν ουριοδρόμει ή καν -έπλεε μετά φορού [94] ανέμου, θα εδικαιούμεθα να ελπίζωμεν! - -Ανάγκη λοιπόν να γίνωμεν ορατοί υπό του πλοίου, ανάγκη το παν -να πράξωμεν ίνα μας διακρίνη! Ο Ροβέρτος Κόρτις παραγγέλλει να -γίνη χρήσις πάντων των δυνατών σημείων, διότι ο πάρων [95] είνε -έτι μίαν δωδεκάδα μιλίων προς Απηλιώτην (Αν.) και αι κραυγαί -ημών δεν θα ήτο δυνατόν να ακουσθώσι. Ουδέν δε πυροβόλον έχομεν -ού αι εκπυρσοκροτήσεις να δυνηθώσι να προσελκύσωσι την -προσοχήν. Ας άρωμεν λοιπόν σήμα τι οίον δήποτε εις την κορυφήν -του ιστού. Το περιώμιον [96] της μις Χέρμπυ είνε ερυθρόν, το -χρώμα δε τούτο είνε το μάλιστα άπαδον προς τους ορίζοντας της -θαλάσσης και του ουρανού. - -Το περιώμιον της μις Χέρμπυ επαίρεται και ελαφρός άνεμος, -ρυτιδών την στιγμήν εκείνην την επιφάνειαν των κυμάτων -αναπτύσσει τας πτυχάς του περιωμίου. Εκ διαλειμμάτων -διανεμούται και αι καρδίαι ημών είνε μεσταί ελπίδος. Γνωστόν δε -είνε μετά πόσης προθυμίας ο πνιγόμενος προσπαθεί να συγκρατηθή -και από του ελαχίστου πράγματος εφ' ού δύναται να στηριχθή, -τοιούτον τι είνε εις ημάς η σημαία αύτη! - -Επί μίαν ώραν διήλθομεν διά μυρίων αποριών. Ο πάρων προφανώς -προσήγγιζε προς την σχεδίαν, αλλ' ενίοτε φαίνεται ιστάμενος, -και ερωτώμεν καθ' εαυτούς μήπως μέλλει να αναστρέψη. - -Πόσον βραδέως βαδίζει το πλοίον τούτο! Και όμως έχει αναπετάση -πάντα τα ιστία, και τους σιπάρους του, και τα προΐστιά του, το -δε σκάφος του είνε σχεδόν ορατόν υπεράνω του ορίζοντος. Αλλ' ο -άνεμος είνε αδύνατος, εάν δε έτι μάλλον ελαττωθή! . . . -Προθύμως θα εδίδομεν έτη όλα υπάρξεως ίνα ήμεθα πρεσβύτεροι -κατά μίαν ώραν! - -Ο αρχιναύτης και ο πλοίαρχος περί ώραν ημίσειαν μετά μεσημβρίαν -υπολογίζουσιν ότι ο πάρων απέχει της σχεδίας εννέα μίλια· -λοιπόν εν διαστήματι μιας και ημισείας ώρας διήνυσε τρία μόνον -μίλια. Μόλις δε και μετά βίας φθάνει μέχρι αυτού ο άνεμος ο -διερχόμενος άνωθεν των κεφαλών ημών. Μη φαίνεται δε νυν ότι τα -ιστία του δεν κολπούνται πλέον, αλλά κρέμανται κατά μήκος των -ιστών. Παρατηρώ εάν εγείρεται πνοή τις ανέμου, αλλά η θάλασσα -είνε ως νεναρκωμένη, η δε πνοή η τοσούτον ευελπίσασα ημάς -εκπνέει ανά το πέλαγος. - -Κάθημαι κατά την πρύμναν παρά τοις κκ. Λετουρνέρ και τη μις -Χέρμπυ, και τα βλέμματα ημών φέρονται απαύστως από του πλοίου -προς τον πλοίαρχον. Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε ακίνητος εν τη -πρώρα, εστηριγμένος επί του ιστού, παρ' αυτώ δε ίσταται ο -αρχιναύτης, ουδέ στιγμήν αποτρέποντες το βλέμμα των από του -πάρωνος. Αναγινώσκομεν δε επί της όψεως αυτών, ήτις δεν δύναται -να μείνη απαθής, πάσας τας συγκινήσεις άς αισθάνονται. Ουδέ γρυ -δε ηκούσθη εν τη σχεδία μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο ξυλουργός -Δαούλας ανακράζει μετά τρόπου απεριγράπτου: - -«Αναστρέφει!» - -Όλη ημών η ύπαρξις είνε την στιγμήν ταύτην εν τοις οφθαλμοίς! -Ανορθούμεθα οι μεν επί των γονάτων, οι δε ορθοί. Βλασφημία δε -φοβερά διέφυγε το έρκος των οδόντων του αρχιναύτου. Το πλοίον -τούτο απέχει εννέα μίλια, και εκ της αποστάσεως ταύτης δεν -ηδυνήθη να διακρίνη τα σήματα ημών! Η δε σχεδία είνε απλώς -σημείον τι εν τω διαστήματι, αφανές ένεκα δυνατής ακτινοβολίας -των ηλιακών ακτίνων. Είνε αόρατος! δεν εγένετο ορατή! Ο -πλοίαρχος του πλοίου τούτου, οίον δήποτε και αν είνε, εάν -διέκρινεν ημάς, ήθελε φανή τοσούτον απάνθρωπος, ώστε να φύγη -ουδόλως βοηθήσας ημάς! Ουχί. Τούτο είνε απαράδεκτον! Δεν μας -είδε! - -«Φωτιάν! καπνόν! αναφωνεί τότε ο Ροβέρτος Κόρτις. Ας καύσωμεν -τας σανίδας της σχεδίας! Φίλοι μου! φίλοι μου! Τούτο είνε το -έσχατον μέσον διά του οποίου είνε ελπίς να γίνωμεν ορατοί!» - -Σανίδες τινές ερρίφθησαν εις την πρώραν και εσχηματίσθη πυρά. -Ανάπτονται δε ουχί άνευ κόπου, διότι είνε υγραί, αλλ' η υγρότης -αύτη θα καταστήση τον καπνόν πυκνότερον και κατ' ακολουθίαν -ορατότερον. Μετ' ου πολύ στήλη υπομέλαινα αναβαίνει κατ' -ευθείαν εις τον αέρα. Εάν ήτο νυξ, εάν το σκότος επήρχετο πριν -εξαφανισθή ο πάρων, η φλοξ αύτη θα ήτο ορατή και εκ της -αποστάσεως της αποχωριζούσης ημάς απ' εκείνου! - -Αλλ' αι ώραι παρέρχονται, το δε πυρ σβέννυται! . . . - -Εν τοιαύταις περιστάσεσιν, ίνα φανή τις καρτερικός, ίνα -υποταχθή εις το θέλημα του Θεού, επάναγκες να έχη εφ' εαυτού -δύναμιν ήν εγώ δεν έχω πλέον! Ουχί! δεν δύναμαι να έχω -πεποίθησιν εις τον Θεόν τούτον, όστις καθιστά τας δοκιμασίας -ημών δεινοτέρας, αναμιγνύων και εναλλάξ ελπίδας. Βλασφημώ ως -εβλασφήμησεν ο αρχιναύτης! . . Χειρ ασθενής στηρίζεται επ' εμού -και η μις Χέρμπυ μοι δεικνύει τον ουρανόν! - -Αλλ' αρκεί πλέον! Δεν θέλω πλέον τίποτε να ίδω, εισδύω υπό το -ιστίον, κρύπτομαι και λυγμοί εκφεύγουσιν εκ του στήθους μου . . -. - -Κατά τον χρόνον τούτον το πλοίον μεταβάλλει ποδίσκους [97], -έπειτα δε απομακρύνεται βραδέως προς Απηλιώτην ( Αν.) και μετά -τρεις ώρας ουδέ ο οξύτατος οφθαλμός θα ηδύνατο να ανακαλύψη -υπεράνω του ορίζοντος τα άνω αυτού ιστία. - - - -ΜΔ' - - - -_Τη 15 Ιανουαρίου_. — Μετά το τελευταίον τούτο ατύχημα, ουδέν -πλέον υπολείπεται ή να αναμένωμεν τον θάνατον. Και θα είνε μεν -μάλλον ή ήττον βραδύς, αλλά θα επέλθη. - -Σήμερον νέφη υψώθησαν προς Ζέφυρον (Δ) και έφερον ριπάς τινας -ανέμου όθεν και η θερμοκρασία είνε πως ανεκτοτέρα. Ημείς δε ει -και εξησθενωμένοι, όμως αισθανόμεθα την μεταβολήν ταύτην. Ο -λαιμός μου αναπνέει αέρα ήττον ξηρόν, αλλ' από της αλιείας του -αρχιναύτου, τούτ' έστιν από επτά ημερών δεν εφάγομεν, και ουδέν -υπάρχει πλέον επί της σχεδίας. Έδωκα χθες τω Ανδρέα Λετουρνέρ -το τελευταίον τεμάχιον του διπυρίτου όπερ ο πατήρ είχε φυλάξη -και μοι το ενεχείρισε κλαίων. - -Από της χθες ο μαύρος Γύγξτροπ κατώρθωσε να απαλλαγή των δεσμών -του, ο δε Ροβέρτος Κόρτις δεν είπε να τον δέσωσιν εκ νέου. -Αλλως τε προς τι; Ο άθλιος ούτος και οι συνένοχοι αυτού είνε -εξησθενωμένοι εκ μακράς νηστείας. Τι θα ηδύναντο να -επιχειρήσωσι νυν; - -Σήμερον πολλοί καρχαρίαι μεγάλου μεγέθους εμφανίζονται, και -βλέπομεν τα μαύρα αυτών πτερύγια διασχίζοντα τα ύδατα μετ' -άκρας ταχύτητος. Δεν δύναμαι να κρατηθώ και να μη τους θεωρήσω -ως ζωντανά φέρετρα, μέλλοντα μετ' ου πολύ να καταβροχθίσωσι τα -άθλια ημών λείψανα. Δεν με φοβίζουσι πλέον, αλλά μάλλον με -έλκουσι. Προσεγγίζουσι δε μέχρι των χειλέων της σχεδίας, η δε -χειρ του Φλαίπολ κρεμαμένη έξω, μικρού δειν ηρπάγη υπό τινος -των τεράτων τούτων. - -Αλλ' ο αρχιναύτης το όμμα έχων ατενές και υπερμέτρως -διεσταλμένον, τους δε οδόντας συνεσφιγμένους και φαινομένους -υπό τα ανυψωμένα αυτού χείλη, θεωρεί τους καρχαρίας τούτους υπό -έποψιν όλως αλλοίαν της εμής. Αυτός θέλει να τους καταβροχθίση, -ουχί δε να καταβροχθισθή υπ' αυτών. Εάν δε ηδύνατο να συλλάβη -ένα, δεν θα εσικχαίνετο την σκληράν αυτού σάρκα· αλλ' ουδέ -ημείς. - -Ο αρχιναύτης θα επιχειρήση. Επειδή δε δεν έχει μέγα άγκιστρον -εις ό να δυνηθή να δέση σχοινίον, θα προσπαθήση να κατασκευάση. -Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας νοήσαντες την πρόθεσιν αυτού -συσκέπτονται, ρίπτοντες εν ταυτώ σφηκίσκους ή σχοινία, ίνα -συγκρατώσι τους καρχαρίας πέριξ της σχεδίας. - -Ο Δαούλας πορευθείς έλαβε την ξυλουργικήν αυτού σφύραν, σκοπόν -έχων να την μεταχειρισθή ως άγκιστρον. Είτε διά της κόψεως -αυτής, είτε διά του αντιθέτου μέρους είνε δυνατόν να εμπηχθή -μεταξύ των σιαγόνων τινός καρχαρίου, εάν την καταπίη. Ο δε -στειλεός της σφύρας όστις είνε ξύλινος προσεδέθη εις ισχυρόν -τόνον, δεθέντα και αυτόν επί τινος των στηριγμάτων της σχεδίας. - -Αι επιθυμίαι ημών εξεκαύθησαν εκ των παρασκευών τούτων. -Ασθμαίνομεν εξ αγωνίας, και διά πάντων των δυνατών μέσων -προκαλούμεν την προσοχήν των καρχαριών, οίτινες δεν θα φύγωσι -πλέον. - -Το μέγα άγκιστρον είν' έτοιμον αλλά δεν έχομεν τίποτε να το -δολώσωμεν. Ο αρχιναύτης όστις περιπατεί επί της σχεδίας λαλών -καθ' εαυτόν, ερευνά κατά πάσας τας γωνίας, και φαίνεται ως -αναζητών πτώμα τι μεταξύ ημών! . . . - -Ανάγκη λοιπόν καταφυγής εις το μέσον ού εγίνετο η χρήσις, και ο -σίδηρος της σφύρας περιτυλίσσεται εντός ράκους μαλλίνου -ερυθρού, όπερ και πάλιν χορηγεί το περιώμιον της μις Χέρμπυ. - -Αλλ' ο αρχιναύτης δεν θέλει να επιχειρήση πριν ληφθώσι πάσαι αι -αναγκαίαι προφυλάξεις. Το μέγα άγκιστρον είνε στερεώς -προσδεδεμένον. Ο επίδεσμος ο προσηλών την ορμιάν επί της -σχεδίας θα ανθέξη κατά των τιναγμών; Ο τόνος είνε αρκούντως -στερεός ίνα ανθέξη; Ο αρχιναύτης εξελέγχει τα σπουδαία ταύτα -ζητήματα, και τούτου γενομένου απολύει το μηχάνημά του υπό την -θάλασσαν. - -Η θάλασσα είνε διαφανής, και θα ήτο ευδιάκριτον πράγμα κείμενον -εκατόν πόδας υπό την επιφάνειαν αυτής. Βλέπω κατερχόμενον -βραδέως το άγκιστρον περιτετυλιγμένον εντός του ερυθρού ράκους, -ού το χρώμα απάδει καθαρά επί του κυανού όγκου των υδάτων. - -Επιβάται και ναύται πάντες κύπτομεν άνωθεν των δρυφάκτων -τηρούντες άκραν σιωπήν. Αλλά, φαίνεται, οι καρχαρίαι αφ' ότου -το δέλεαρ τούτο προσηνέχθη εις την αδηφαγίαν των, εξηφανίσθησαν -κατά μικρόν. Αλλ' όμως είνε δυνατόν να έχωσιν απομακρυνθή, και -πάσα λεία οία δήποτε πεσούσα εις την θέσιν ταύτην θα -κατεβροχθίζετο εν ακαρεί! - -Αίφνης ο αρχιναύτης νεύει διά της χειρός, δεικνύων όγκον -υπερμεγέθη ερχόμενον προς την σχεδίαν, και πλέοντα ευθύς υπό -την επιφάνειαν της θαλάσσης. Είνε καρχαρίας το μήκος δωδεκάπους -καταλιπών τα βαθέα ύδατα και επιπλέων εφ' ημών κατ' ευθείαν -γραμμήν. - -Ότε δε το ζώον απέχει της σχεδίας ουχί πλέον των τεσσάρων -οργυιών, ο αρχιναύτης ανασύρει την ορμιάν ηρέμα, ώστε να τρέχη -το άγκιστρον επί της οδού αυτού· μεταδίδει δε εις το ερυθρόν -ράκος ελαφράν κίνησιν και φαίνεται ως ζωντανόν. - -Αισθάνομαι την καρδίαν μου παλλομένην μετ' άκρας σφοδρότητος, -ως εάν διεκυβεύετο η ζωή μου. - -Εν τούτοις ο καρχαρίας προσεγγίζει, οι δε εξέρυθροι αυτού -οφθαλμοί λάμπουσιν επί της επιφανείας των υδάτων, αι δε -σιαγόνες υπερμέτρως ανοικταί, δεικνύουσιν, ότε το ζώον -στρέφεται ολίγον, τον ουρανίσκον αυτού επεστρωμένον δι' οδόντων -οξέων. - -Κραυγή ακούεται! . . Ο καρχαρίας ίσταται και εξαφανίζεται εις -το βάθος των υδάτων. - -Τις εξ ημών εξέβαλε την κραυγήν ταύτην, ακουσίως εννοείται; - -Την στιγμήν ταύτην ο αρχιναύτης εγείρεται ωχρός υπ' οργής και -λέγει: - -«Ο πρώτος που θα 'μιλήση, τον σκοτώνω!» - -Και επαναλαμβάνει το έργον του. - -Και έπειτα, έχει δίκαιον ο αρχιναύτης! - -Το άγκιστρον καταβιβάζεται εκ νέου· αλλ' επί ημίωρον ουδείς -καρχαρίας επιφαίνεται, και εδέησε να βυθισθή το αλιευτικόν -μηχάνημα είκοσι οργυιάς. - -Εν τούτοις μοι φαίνεται ότι εν τω βάθει τούτω τα ύδατα είνε -τεθολωμένα, όπερ δεικνύει την παρουσίαν των καρχαριών. - -Τω όντι η ορμιά υφίσταται αίφνης τιναγμόν σφοδρόν, και το -σχοινίον διέφυγε των χειρών του αρχιναύτου, αλλά, στερεώς -συγκρατούμενον εκ των στηριγμάτων της σχεδίας, δεν εξέφυγεν -εντελώς. - -Καρχαρίας δάκνει και συλλαμβάνεται. - -«Βοήθειαν, παιδιά, βοήθειαν! ανακράζει ο αρχιναύτης. - -Πάραυτα επιβάται και ναυτικοί, πάντες επιλαμβανόμεθα της -ορμιάς· αι δυνάμεις ημών ζωογονούνται υπό της ελπίδος, αλλά -μόλις και μετά βίας επαρκούσι, διότι το τέρας ανθίσταται -βιαίως. Ανέλκομεν πάντες ομού. Κατά μικρόν τα κατώτερα στρώματα -της θαλάσσης ταράσσοντα υπό της σφοδράς ριπής της ουράς και των -στηθιαίων πτερυγίων του καρχαρίου. Κύψας παρατηρώ το -υπερμέγεθες σώμα κινούμενον σπασμωδικώς εν τω μέσω των -καθημαγμένων υδάτων. - -«Θάρρος! Θάρρος!» αναφωνεί ο αρχιναύτης. - -Τέλος η κεφαλή του ζώου αναδύεται. Διά των ημιανοίκτων σιαγόνων -το άγκιστρον εισέδυσε μέχρι των βαθέων του λάρυγγος και ενεπάγη -εκεί, ουδενός τιναγμού δυναμένου νυν να το αποσπάση εκείθεν. Ο -Δαούλας αρπάζει τον πέλεκύν του ίνα το αποτελειώση, άμα -ανασυρθέν μέχρι της επιφανείας του κρηπιδώματος της σχεδίας. - -Αλλά την στιγμήν ταύτην κρότος ξηρός ακούεται. Ο καρχαρίας -έκλεισε βιαίως τας σιαγόνας, αίτινες έκοψαν διά μιας τον -στειλεόν της σφύρας, και εξαφανίζεται υπό τα ύδατα. - -Ωρυγή απελπισμού εξήλθεν εκ του στήθους ημών! - -Ο αρχιναύτης, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Δαούλας προσεπάθησαν έτι να -συλλάβωσί τινα των καρχαριών τούτων, ει και δεν έχουσι πλέον -άγκιστρον, ουδ' εργαλεία προς κατασκευήν αγκίστρου. -Εκσφενδονίζουσι σχοινία μετά βρόχων, αλλά ταύτα ολισθαίνουσιν -επί του ιξώδους δέρματος των ζώων. Ο δε αρχιναύτης επιχειρεί -μάλιστα να τους προσελκύση, κρεμών έξω της σχεδίας τον πόδα του -γυμνόν, και κινδυνεύων να ακρωτηριασθή διά των οδόντων . . . - -Αι άγονοι αύται απόπειραι καταπαύουσι τέλος, και έκαστος -απέρχεται εις την προτέραν θέσιν του αναμένων θάνατον, όν ουδέν -δύναται του λοιπού να αποτρέψη. - -Αλλ' ει και ταχέως απομακρύνομαι, ακούω όμως τον αρχιναύτην -λέγοντα προς τον Ροβέρτον Κόρτις: - -«Πλοίαρχε, πότε θα βάλωμεν κλήρον;» - -Και ο μεν Ροβέρτος Κόρτις δεν απεκρίθη, αλλά το ζήτημα όμως -προυτάθη εις συζήτησιν. - - - -ΜΕ' - - - - — _Τη 16 Ιανουαρίου_. — Πάντες είμεθα εξηπλωμένοι επί των -ιστίων. Εάν διήρχετο πλοίον τι, το πλήρωμα αυτού θα ενόμιζεν -ότι βλέπει ναυάγια κεκαλυμμένα υπό νεκρών. - - -Πάσχω δεινώς· ως έχουσι τα χείλη μου, η γλώσσα μου, ο λάρυγξ -μου, θα ηδυνάμην να φάγω; Δεν πιστεύω· και όμως οι συμπλωτήρες -μου και εγώ αποβλέπομεν προς αλλήλους μετά βλεμμάτων αγρίων. - -Ο καύσων σήμερον είνε τοσούτον μάλλον ισχυρός, καθ' όσον ο -ουρανός είνε θυελλώδης. Ανυψούνται πυκνοί ατμοί, αλλά μοι -φαίνεται αληθώς ότι είνε δυνατόν να βρέξη παντού αλλού, πλην -επί της σχεδίας ταύτης. - -Και όμως πας τις παρατηρεί μετ' απλήστων οφθαλμών τα νέφη -ανυψούμενα, και τα χείλη ημών τείνουσι προς αυτά. Ο δε κ. -Λετουρνέρ τείνει τας χείρας αυτού ικέτιδας προς τον ουρανόν -τούτον τον ανίλεων! - -Ακροώμαι εάν μακρόθεν βρόμος τις αναγγέλλη θύελλαν. Είνε δε ώρα -ενδεκάτη προ μεσημβρίας. Οι ατμοί εκώλυσαν τας ηλιακάς ακτίνας, -αλλ' ήδη δεν έχουσι πλέον όψιν ηλεκτρικήν. Πρόδηλον δε ότι η -θύελλα δεν θα εκραγή, διότι ο όγκος των ατμών έλαβε χροιάν -ομοιόμορφον και τα περιγράμματα αυτού, τόσον ευδιάκριτα κατά -την ανατολήν του ηλίου, συνεχωνεύθησαν εις έν όλον υπότεφρον. -Και νυν είνε απλή ομίχλη. - -Αλλ' η βροχή δεν δύναται να απολυθή εκ της ομίχλης ταύτης, όσον -δήποτε ολίγη, τινές σταγόνες μόνον! - -«Βροχή!» αναφωνεί αίφνης ο Δαούλας. - -Τω όντι, ήμισυ μίλιον μακράν της σχεδίας ο ουρανός χαράσσεται -υπό παραλλήλων γραμμών. Βρέχει και βλέπω σταγόνας αναπηδώσας -επί της επιφανείας του Ωκεανού. Ο άνεμος επιταθείς πνέει προς -ημάς· μόνον να μη εξαντληθή το νέφος τούτο πριν διέλθη άνωθεν -των κεφαλών ημών! - -Ο Θεός τέλος ηλέησεν ημάς. Βρέχει κατά χονδράς σταγόνας, οποίας -ρίπτουσι τα θυελλώδη νέφη. Αλλ' η ραγδαία αύτη βροχή δεν θα -διαρκέση, και οφείλομεν να συναγάγωμεν όσον ύδωρ δυνηθή να -χορηγήση, διότι ήδη ζωηρός ολκός φωτός φλέγει το νέφος κατά το -κατώτερον αυτού άκρον υπεράνω του ορίζοντος. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις είπε και έστησαν το τεθραυσμένον βυτίον, ώστε -να συγκρατήση όσον οίον τε πλειότερον ύδωρ, και τα ιστία -εκδιπλούνται ίνα δέχωνται την βροχήν επί μείζονος επιφανείας. - -Κατακλινόμεθα ύπτιοι έχοντες ανοικτόν το στόμα. Το ύδωρ -καταβρέχει το πρόσωπόν μου, τα χείλη μου, και αισθάνομαι αυτό -εισρέον μέχρι εν τω λαιμώ μου. Α! απόλαυσις ανεκλάλητος! Η ζωή -ρέει εν εμοί. Αι βλενώδεις μεμβράναι του λάρυγγός μου -απαλύνονται εκ της επαφής ταύτης. Αναπνέω καθ' όσον πίνω το -ζωογόνον τούτο ύδωρ, το εισδύον μέχρι των ενδοτάτων της -υπάρξεώς μου! - -Η βροχή διήρκεσεν είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, έπειτα δε το -νέφος εξαντληθέν κατά το ήμισυ, διελύθη εν τω διαστήματι. - -Ανηγέρθημεν καλλίτεροι, μάλιστα! «καλλίτεροι». Θλίβομεν τας -χείρας αλλήλων, λαλούμεν! Φαίνεται ότι εσώθημεν! Ο Θεός εν τη -ευσπλαγχνία αυτού θ' αποστείλη και άλλα νέφη, άτινα και αύθις -θα κομίσωσι το ύδωρ, ού τοσούτον χρόνον στερούμεθα! - -Και έπειτα το ύδωρ τούτο το πεσόν επί της σχεδίας δεν θα -απολεσθή, διότι το βυτίον και τα ιστία τι συνήγαγον, αλλά -επάναγκες να το διατηρήσωμεν επιμελώς και να το διανέμωμεν κατά -σταγόνα. - -Τω όντι το βυτίον συνεκράτησε δυο περίπου πίντας μέχρι τριών, -εκθλίβοντες δε το απορροφηθέν υπό των ιστίων, θα δυνηθώμεν να -επαυξήσωμεν την προμήθειαν ημών έν τινι αναλογία. - -Οι ναύται κινούνται εις έργον, αλλ' ο Ροβέρτος διά νεύματος -αναχαιτίζει αυτούς. - -«Μίαν στιγμήν! λέγει. Το ύδωρ τούτο είνε πόσιμον;» - -Τον παρατηρώ. Διατί το ύδωρ τούτο, όπερ είνε βρόχινον, διατί -τάχα δύναται να μη είνε πόσιμον; - -Ο Ροβέρτος Κόρτις εκθλίβει εν τω λευκοσιδηρώ κυπέλλω ολίγον -ύδωρ εκ του περιεχομένου εντός των πτυχών ιστίου τινός, έπειτα -το απογεύεται, και παρευθύς το χύνει προς μεγίστην μου -έκπληξιν. - -Απογεύομαι και εγώ, το ύδωρ τούτο είνε πλέον ή υφάλμυρον! Ήθελέ -τις υποθέση αυτό ύδωρ θαλάσσιον. - -Ο δε λόγος είνε ότι τα ιστία, από τοσούτου ήδη χρόνου -εκτεθειμένα εις την επίδρασιν των κυμάτων, μετέδωκαν εις το -συναχθέν ύδωρ αλμυρότητα υπερβολικήν. Δυστύχημα ανεπανόρθωτον! -Αλλ' αδιάφορον! Έχομεν πεποίθησιν! Άλλως τε υπολείπονται τινες -πίνται πόσιμοι εν τω βυτίω! Και έπειτα η βροχή ήλθε! Και θα -επανέλθη. - - - -ΜΣΤ' - - - - — _Τη 17 Ιανουαρίου_. — Εάν η δίψα ημών επί μικρόν επραΰνθη, η -πείνα κατ' ακολουθίαν φυσικήν κατέλαβεν ημάς εκ νέου μετά -μείζονος σφοδρότητος. Δεν υπάρχει λοιπόν άλλος τρόπος, άνευ -αγκίστρου και δολώματος να συλλάβωμέν τινα των καρχαριών, ών -γέμει η πέριξ της σχεδίας θάλασσα; Ουχί, πλην εάν ριφθή τις εις -την θάλασσαν, ίνα προσβάλη διά πληγών μαχαίρας τα τέρατα ταύτα -εν τω ιδίω αυτών στοιχείω, ως ποιούσιν οι Ινδοί εν τη αλιεία -των μαργαριτών. Ο Ροβέρτος Κόρτις διενοήθη να διακινδυνεύση· -αλλ' ημείς τον εκωλύσαμεν, διότι οι καρχαρίαι είνε καθ' -υπερβολήν πολυάριθμοι και ήθελεν εκτεθή δωρεάν εις θάνατον -βέβαιον. - -Παρατηρώ δ' ενταύθα ότι, εάν είνε δυνατόν να κατορθώση τις να -διαφύγη την δίψαν, είτε βυθιζόμενος εις την θάλασσαν, είτε -μασών πράγμα τι μετάλλινον, ουχ ούτως όμως και την πείναν, -διότι ουδέν δύναται να αντικαταστήση την θρεπτικήν ουσίαν. -Άλλως τε το ύδωρ δύναται πάντοτε να παραχθή εκ φυσικού τινος -γεγονότος, της βροχής φέρ' ειπείν. Άρα, εάν οφείλη τις να μη -απελπίζεται τελείως περί της πόσεως, αλλά δύναται όμως να -απελπίζεται παντελώς περί της βρώσεως. - -Και ημείς λοιπόν εν τούτω δη τω σημείω διατελούμεν. Ίνα δε τα -πάντα ομολογήσω, τινές των εταίρων μου αποβλέπουσι προς -αλλήλους μετά οφθαλμού απλήστου. Ας νοήση έκαστος επί τίνος -κλιτύος ολισθαίνουσιν αι σκέψεις ημών, και εις οποίαν αγριότητα -δύναται να ωθήση η δυστυχία εγκεφάλους υπό ενός και του αυτού -μελήματος ενδελεχώς πειραζομένους! - -Αφ' ότου παρήλθον τα θυελλώδη νέφη τα δόντα ημίν το ημίωρον της -βροχής, ο ουρανός εγένετο πάλιν αίθριος. Ο άνεμος επετάθη επ' -ολίγον, αλλά μετ' ου πολύ εκόπασε, το δε ιστίον κρέμαται κατά -μήκος του ιστού. Άλλως τε δεν θεωρούμεν πλέον τον άνεμον ως -κινητήρα. Πού είνε η σχεδία; τα ρεύματα πού του Ατλαντικού -Ωκεανού ώθησαν αυτήν; Ουδείς δύναται ειπείν, ουδέ να εύχεται να -πνέη Απηλιώτης μάλλον ή Βορράς ή Νότος. Έν μόνον ζητούμεν παρά -του ανέμου, να δροσίζη τα στήθη ημών, να αναμιγνύη και ολίγον -τι ατμού εις τον ξηρόν αέρα τον κατατρύχοντα ημάς, να μετριάζη -τέλος τον καύσωνα τούτον, όν καταχέει από του ζενίθ ήλιος -πύρινος. - -Επήλθεν η εσπέρα, η δε νυξ θα είνε σκοτεινή μέχρι του -μεσονυκτίου, ότε θ' ανατείλη η σελήνη, εισερχομένη εις το -τελευταίον αυτής τέταρτον. Οι δε αστερισμοί, ολίγον τι -κεκαλυμμένοι υπό ομίχλης, δεν προβάλλουσι την εξαισίαν εκείνην -σπινθηροβολίαν την φωτίζουσαν τας ψυχράς νύκτας. - -Κατατρυχόμενος ώσπερ υπό παραφροσύνης, κατεχόμενος υπό πείνης -δεινής, ήτις συνήθως διπλασιάζεται ληγούσης της ημέρας, -μεταβαίνω και κατακλίνομαι επί δέματος ιστίων, κειμένου κατά -τον δεξιόν τοίχον της σχεδίας και εκεί κύπτω υπεράνω της -θαλάσσης όπως αναπνεύσω την εξ αυτών δρόσον. - -Εκ των εταίρων μου οίτινες είνε κατακεκλιμένοι εν τη συνήθει -αυτών θέσει, πόσοι άρα γε ευρίσκουσιν εν τω ύπνω λήθην των -δεινών; Ουδείς ίσως· Εγώ δε; τον κενόν εγκέφαλόν μου -πολιορκούσιν εφιάλται. - -Εν τούτοις με κατέλαβεν ασθενική τις κάρωσις, ήτις ούτε -εγρήγορσις είνε ούτε ύπνος. Δεν θα ηδυνάμην να είπω πόσον -χρόνον έμεινα εν τη εκλυτική ταύτη καταστάσει. Το μόνον δε όπερ -ενθυμούμαι είνε ότι κατά τινα στιγμήν ιδιάζουσα τις αίσθησις μ' -εξήγαγεν εξ αυτής. - -Δεν ειξεύρω εάν βλέπω όνειρον, αλλ' η όσφρησίς μου ερεθίζεται -υπό οσμής, ήν κατ' αρχάς δεν αναγνωρίζω. Φαίνεται ως -αναθυμίασις αόριστος, ήν μοι φέρει εκ διαλειμμάτων υπόλοιπόν τι -του ανέμου. Οι ρώθωνές μου εξογκούνται και εισπνέουσι. «Τι -μυρίζει»; εκινήθην να αναφωνήσω . . . Αλλ' ώσπερ τι ένστιγμά με -κωλύει, και αναζητώ ως αναζητή τις εν τη μνήμη του λέξιν τινα ή -όνομα λησμονηθέν. - -Παρέρχονται στιγμαί τινες. Η δε έντασις της αναθυμιάσεως, -ζωηρότερον εκδηλουμένη, προκαλεί ζωηροτέρας εισπνοάς. - -«Αλλά, λέγω αίφνης, και ως άνθρωπος ενθυμούμενος, είνε οσμή -κρέατος ψητού!» - -Εισπνοή δυνατωτέρα με βεβαιοί ότι αι αισθήσεις μου δεν μ' -εξηπάτησαν, και όμως επί της σχεδίας ταύτης . . . - -Εγείρομαι επί των γονάτων, εισπνέω εκ νέου και, συγχωρηθήτω μοι -η έκφρασις, μυχθίζω τον περιέχοντα αέρα! Η αυτή αναθυμίασις -προσβάλλει έτι τους ρώθωνάς μου. Είμαι λοιπόν εις το ρεύμα του -αντικειμένου του παράγοντος την οσμήν ταύτην, και κατ' -ακολουθίαν το αντικείμενον τούτο ευρίσκεται εν τη πρώρα της -σχεδίας. - -Και ιδού εγώ εγκαταλείπων την θέσιν μου, έρπων ως ζώον, -ανερευνών ουχί διά των οφθαλμών αλλά διά της ρινός, εισδύων υπό -τα ιστία, μεταξύ των σφηκίσκων, ως γάτος προσέχων, και κατ' -ουδένα λόγον επιθυμών να διεγείρω την προσοχήν των εταίρων μου. - -Επί τινα λεπτά της ώρας σύρομαι ούτως εις πάσας τας γωνίας, -οδηγούμενος υπό της οσφρήσεως ως κύων ρινηλάτης. Και νυν μεν το -ίχνος με διαφεύγει, είτε διότι εγώ απομακρύνομαι του σκοπού, -είτε διότι ο άνεμος κοπάζει, νυν δε η αναθυμίασις μ' έρχεται -μετά νέας εντάσεως. Κατέχω τέλος το ίχνος τούτο, το ακολουθώ, -και αισθάνομαι ότι βαίνω κατ' ευθείαν προς το ζητούμενον. - -Την στιγμήν ταύτην αφικνούμαι εις την γωνίαν του δεξιού τοίχου -της πρώρας και αναγνωρίζω ότι η οσμή είνε κνίσα λίπους -καπνιστού. Δεν απατώμαι. Όλαι αι θηλαί της γλώσσης μου -φρίσσουσιν υπό επιθυμίας! - -Ανάγκη τότε να κρυφθώ υπό πυκνήν πτυχήν ιστίων, ψυχή δεν με -βλέπει, ψυχή δεν μ' ακούει. Ολισθαίνω επί των γονάτων και των -αγκώνων. Εκτείνω την χείρα και λαμβάνω πράγμα τι τετυλιγμένον -εντός χαρτίου, το σύρω ταχέως, και βλέπω εις το φως της -σελήνης, ήτις ανατέλλει την στιγμήν εκείνην υπεράνω του -ορίζοντος. - -Δεν είνε απάτη. Κρατώ τεμάχιον λίπους, μόλις τέταρτον της -λίτρας, αλλ' ικανόν να κατασιγάσω δι' αυτού επί όλην ημέραν τα -δεινά μου. Φέρω εις το στόμα μου . . . - -Χειρ αρπάζει την χείρα μου. Στρέφομαι, μόλις συγκρατών -μυκηθμόν. - -Αναγνωρίζω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ. - -Τα πάντα εξηγούνται, η ιδιάζουσα κατάστασις του Χόμμπαρτ, η -υγεία αυτού η σχετικώς διαμείνασα καλλιτέρα των άλλων, τα -υποκριτικά αυτού παράπονα. Την στιγμήν του ναυαγίου ηδυνήθη να -σώση τρόφιμά τινα, τα εφύλαξε, και αυτός είχε τροφήν εν ώ ημείς -απεθνήσκομεν της πείνης! Ω! τον άθλιον! - -Αλλ' όχι! Ο Χόμμπαρτ έπραξε φρονίμως. Φρονώ ότι είνε άνθρωπος -συνετός, προμηθής, και εάν εφύλαξε τροφήν τινα εν αγνοία -πάντων, άριστα έπραξε, τόσον καλλίτερα δι' αυτόν . . . και δι' -εμέ. - -Αλλ' ο Χόμμπαρτ δεν νοεί το πράγμα ούτω πως. - -Αρπάζει την χείρα μου και προσπαθεί να λάβη οπίσω το τεμάχιον -του λίπους, αλλά δεν λέγει τίποτε, διότι δεν θέλει να -προσελκύση την προσοχήν των συντρόφων του. - -Αλλά και εμού συμφέρον είνε να σιωπώ, διότι δεν είνε καλόν να -έλθωσιν άλλοι και να μ' αρπάσωσι την λείαν ταύτην! Παλαίω -λοιπόν σιωπηλώς, αλλά μετά τοσαύτης μάλλον λύσσης, καθ' όσον -ακούω τον Χόμμπαρτ λέγοντα μεταξύ των οδόντων του «το -τελευταίον μου κομμάτι! η τελευταία μου βουκιά!» - -Η τελευταία του «βουκιά!». Μοι χρειάζεται πάση θυσία, την θέλω, -θα την λάβω! Αρπάζω από τον λαιμόν τον αντίπαλόν μου, όστις -αγωνιά υπό την χείρα μου και μετ' ου πολύ απομένει ακίνητος! - -Και εγώ θραύω το τεμάχιον τούτο του λίπους διά των οδόντων μου, -κρατών ταυτοχρόνως τον Χόμμπαρτ ανατετραμμένον . . . . - -Έπειτα καταλείπων τον ταλαίπωρον, σύρομαι εκ νέου και επανελθών -καταλαμβάνω την εν τη πρύμνη θέσιν μου. - -Ψυχή δεν με είδε! Έφαγον! - - - -ΜΖ' - - - - — _Τη 18 Ιανουαρίου_. — Αναμένω την ημέραν εν αγωνία εξάλλω. -Τι θα είπη ο Χόμμπαρτ; Μοι φαίνεται ότι θα έχη το δικαίωμα να -με καταγγείλη! Ουχί! Είνε άτοπον διότι, εάν διηγηθώ τι συνέβη, -εάν είπω πώς ο Χόμμπαρτ έζησεν, εν ώ ημείς απεθνήσκομεν της -πείνης, πώς ετράφη εν αγνοία και επί βλάβη ημών, οι σύντροφοί -του θα τον κατασφάξωσιν αλύπητα. - -Αλλά δεν πειράζει! Επεθύμουν να είμαι εν πλήρει μεσημβρία. - -Η πείνα στιγμιαίως ανεχαιτίσθη εν εμοί, ει και το τεμάχιον -εκείνο του λίπους ήτο μικρόν πράγμα, μία «βουκιά» και η -«τελευταία» ως είχεν είπη ο τάλας εκείνος. Εν τούτοις δεν -πάσχω, και το λέγω εκ των μυχίων της καρδίας μου, αισθάνομαι -τρόπον τινά τύψιν του συνειδότος, διότι δεν διένειμα το άθλιον -τούτο λείψανον μετά των συμπλωτήρων μου. Ώφειλον να ενθυμηθώ -την μις Χέρμπυ, τον Ανδρέαν, τον πατέρα του. . . εγώ δε μόνον -περί εμαυτού εφρόντισα! - -Εν τούτοις η σελήνη ανατέλλει, και μετ' ου πολύ παρακολουθούσιν -αυτήν αι πρώται λευκαί λάμψεις της πρωίας, ταχέως δε θα γίνη -ημέρα, διότι είμεθα υπό τα ταπεινά ταύτα πλάτη, άτινα ούτε -αυγήν γινώσκουσιν ούτε λυκαυγές. - -Δεν έκλεισα οφθαλμόν. Ότε δε υπεφαίνετο ημέρα, ενόμισα ότι -βλέπω όγκον άμορφον αιωρούμενον μεσίστιον. - -Τι είνε το πράγμα τούτο; Δεν δύναμαι ακόμη να το διακρίνω, και -μένω εξηπλωμένος επί του δέματος των ιστίων. - -Αλλ' αι πρώται ακτίνες του ήλιου ολισθαίνουσι τέλος επί της -θαλάσσης, και μετ' ου πολύ διακρίνω σώμα όπερ, αιωρούμενον από -του άκρου του σχοινίου, υπείκει εις τας κινήσεις της σχεδίας. - -Προαίσθημα ακράτητόν με έλκει προς το σώμα τούτο, και έρχομαι -εις την ρίζαν του ιστού . . . - -Το σώμα τούτο είνε απηγχονισμένου ανθρώπου. Ο απηγχονισμένος δε -ούτος είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ! Τον ταλαίπωρον! εγώ, μάλιστα -εγώ! τον ώθησα εις την αυτοκτονίαν! - -Κραυγή φρίκης μ' εκφεύγει. Οι συμπλωτήρες μου εγείρονται, -βλέπουσι το σώμα, εφορμώσιν επ' αυτού . . . αλλ' ουχί ίνα -μάθωσιν εάν υπολείπεται έτι σπινθήρ ζωής! . . . Άλλως τε ο -Χόμμπαρτ είνε νεκρός πλέον, το δε πτώμα του ήδη ψυχρόν. - -Εν ακαρεί το σχοινίον κόπτεται και ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο -Γύγξτροπ, ο Φάλστεν, άλλοι τινές είνε εκεί κεκλιμένοι επί του -πτώματος τούτου . . . . - -Ουχί! δεν είδον! . . . Δεν ηθέλησα να ίδω! Δεν μετέσχον του -βδελυρού τούτου συμποσίου. Ούτε η μις Χέρμπυ, ούτε ο Ανδρέας -Λετουρνέρ, ουδέ ο πατήρ του ηθέλησαν να εξαγοράσωσιν -ανακούφισιν των δεινών των επί τη τιμή ταύτη! - -Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις . . . αγνοώ . . . Δεν ετόλμησα να -τον ερωτήσω. - -Ως προς δε τους άλλους, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τον -Φάλστεν, τους ναύτας! Ω! ο άνθρωπος μεταβαλλόμενος εις άγριον -θηρίον . . . . Φοβερόν πράγμα! - -Οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ κρυπτόμεθα υπό την -σκηνήν, ουδέν θελήσαντες να ίδωμεν! Αρκεί ότι ηκούομεν! - -Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ήθελε να επιπέση κατά των καννιβάλων τούτων -να τους αποσπάση τα φρικαλέα ταύτα λείψανα! Εδέησε δε να -παλαίσω προς αυτόν ίνα τον συγκρατήσω. - -Και όμως ήτο δικαίωμά των των ταλαίπωρων τούτων! Διότι ο -Χόμμπαρτ ήτο νεκρός! δεν τον εφόνευσαν! Και ως είπε ποτε ο -αρχιναύτης «προτιμότερον να φάγη τις νεκρόν ή ζωντανόν!» - -Τις οίδε νυν εάν η σκηνή αύτη μη είνε ο πρόλογος δράματός τινος -αποτροπαίου, μέλλοντος να καθαιμάξη την σχεδίαν! - -Πάσας τας παρατηρήσεις ταύτας είπον προς τον Ανδρέαν Λετουρνέρ, -αλλά δεν ηδυνήθην να διασκεδάσω την φρίκην αυτού, ήτις είχε -κορυφωθή εις το έπακρον! - -Εν τούτοις σκέφθητε ότι αποθνήσκομεν της πείνης, οκτώ δε των -συμπλωτήρων ημών θα διαφύγωσιν ίσως τον φρικαλέον τούτον -θάνατον! - -Ο Χόμμπαρτ διά των προμηθειών άς είχε κρύψη ήτο ο ακμαιότατος -πάντων ημών, ουδεμία δε οργανική νόσος είχεν αλλοιώση τους -ιστούς αυτού. Απηλλάγη δε του ζην εν πληρεστάτη υγιεία υπό -κτηνώδους αποφάσεως! - -Αλλ' εις τίνας φρικαλέους διαλογισμούς το πνεύμα μου -παρασύρεται; Οι καννίβαλοι ούτοι μοι εμποιούσιν μάλλον φθόνον ή -φρίκην; - -Τούτων τις την στιγμήν ταύτην εγείρει φωνήν. Ο ξυλουργός -Δαούλας. - -Λέγει δε να εξατμίσωσι θαλάσσιον ύδωρ εις τον ήλιον, ίνα -συλλέξωσιν άλας. - -«Και θα αλατίσωμεν το υπόλοιπον, λέγει. - - — Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης. - -Έπειτα ουδέν πλέον. Αναμφιβόλως η πρότασις του ξυλουργού -εγένετο αποδεκτή, διότι δεν ακούω πλέον τίποτε. Σιωπή βαθεία -αποκαθίσταται εν τη σχεδία, και εικάζω ότι οι συμπλωτήρες μου -υπνώττουσι. - -Δεν πεινώσι πλέον. - - - -ΜΗ' - - - - — _Τη 10 Ιανουαρίου_. — Την 19 Ιανουαρίου ο αυτός ουρανός, η -αυτή θερμοκρασία. Η νυξ ουδεμίαν επιφέρουσα μεταρρύθμισιν εν τη -καταστάσει της ατμοσφαίρας. Ουδέ ολίγας ώρας ηδυνήθην να -κοιμηθώ. - -Περί την πρωίαν ακούω κραυγάς οργής εκρηγνυμένας εν τη σχεδία. - -Οι κκ. Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ, διατρίβοντες μετ' εμού υπό -την σκηνήν, εγείρονται. Αποσύρω την οθόνην και βλέπω τι -συμβαίνει. - -Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός Δαούλας, οι άλλοι ναύται είνε εις το -έπακρον εξηρεθισμένοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, καθήμενος εν τη -πρύμνη, εγείρεται, και μαθών τι εξάπτει την οργήν των προσπαθεί -να τους πραΰνη. - -«Όχι! όχι! θα μάθωμεν ποιος το έκαμεν, είπεν ο Δαούλας -περιφέρων βλέμμα άγριον. - - — Ναι, επαναλαμβάνει ο αρχιναύτης, εδώ μέσα είνε κλέπτης, -εχάθη εκείνο που μας ειχε περισσεύση. - - — Δεν είμ' εγώ! — Ουδ' εγώ!» αποκρίνονται κατά σειράν οι -ναύται. - -Και βλέπω τους ταλαιπώρους ανερευνώντας πάσας τας γωνίας, -εγείροντας τα ιστία, μετατοπίζοντας τους σφηκίσκους. Η δε οργή -των αυξάνει καθ' όσον βλέπουσι τας ερεύνας των άνευ τινός -αποτελέσματος. - -Ο αρχιναύτης έρχεται προς με και μοι λέγει: - -«Θα τον ειξεύρετε τον κλέπτην. - - — Δεν ειξεύρω τι μου λέγεις», αποκρίνομαι εγώ. - -Ο Δαούλας καί τινες των ναυτών έρχονται πλησίον. - -«Εψάξαμεν παντού, είπεν ο Δαούλας. Τώρα μένει μόνον αυτή η -σκηνή. - - — Κανείς από 'μας δεν εξήλθεν από την σκηνήν, Δαούλα. - - — Πρέπει να ιδούμεν! - - — Όχι! αφήσατε ησύχους αυτούς που αποθνήσκουν της πείνης. - - — Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο αρχιναύτης κρατούμενος, δεν σας -κατηγορούμεν . . . . Αν τυχόν και επήρε κανείς από σας το -μερτικόν του, που δεν το ήθελε χθες, είνε δικαίωμά του, και το -έχει καλά παρμένο. Αλλά εχάθη όλον το κομμάτι, εκαταλάβατε; - - — Να ψάξωμε 'ς την σκηνήν!» αναφωνεί ο Σάνδων. - -Οι ναύται προβαίνουσιν, εγώ δε δεν δύναμαι να αντισταθώ εις -τους ταλαιπώρους τούτους, ούς η οργή τυφλώνει. Δεινός φόβος με -καταλαμβάνει. Μήπως ο κ. Λετουρνέρ, ουχί δι' εαυτόν, αλλά χάριν -του υιού του, προέβη μέχρι του να λάβη . . . Εάν το έπραξε, θα -κατασπαραχθή υπό των μαινομένων τούτων. - -Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρης, ως ζητών παρ' αυτού προστασίαν. Ο -Ροβέρτος Κόρτις ελθών ίσταται πλησίον μου. Αι δύο χείρες του -είνε βεβυθισμέναι εντός των θυλακίων, αλλά μαντεύω ότι είνε -ωπλισμέναι. - -Εν τούτοις τη προσταγή του αρχιναύτου η μις Χέρμπυ και οι κκ. -Λετουρνέρ ηναγκάσθησαν να καταλίπωσι την σκηνήν, ήν οι ναύται -ηρεύνησαν μέχρι και των αποκρυφωτάτων γωνιών, αλλά μάτην -ευτυχώς. - -Είνε δε πρόδηλον ότι, αφ' ού το λείψανον του Χόμμπαρτ εγένετο -άφαντον, είχε ριφθή εις την θάλασσαν. - -Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός, οι ναύται κατατρύχονται υπό -φρικαλέου απελπισμού. - -Αλλά τις εποίησε τούτο; Αποβλέπω προς την μις Χέρμπυ και τον κ. -Λετουρνέρ· αλλά το βλέμμα των αποκρίνεται ότι δεν είνε αυτοί. - -Οι οφθαλμοί μου φέρονται προς τον Ανδρέαν, όστις αποστρέφει επί -στιγμήν την κεφαλήν. - -Ταλαίπωρε νεανία! Αυτός; Και εάν αυτός, άρα γε κατανοεί τα -παρακολουθήματα της πράξεως ταύτης; - - - -ΜΘ' - - - - — _Από της 20 μέχρι της 22 Ιανουαρίου_. — Κατά τας επομένας -ημέρας οι μετασχόντες του αποτροπαίου δείπνου της 18 Ιανουαρίου -ολίγον ταλαιπωρούνται, αφ' ού έφαγον και έπιον. - -Αλλά η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ο πατήρ του, εγώ είνε -δυνατόν να περιγραφή τι πάσχομεν! Δεν είμεθα αξιολύπητοι διά -την απώλειαν των λειψάνων τούτων! . . . Εάν τις ημών αποθάνη, -θα ανθέξωμεν; . . . - -Ο αρχιναύτης Δαούλας και οι άλλοι μετ' ου πολύ κατελήφθησαν -αύθις υπό της πείνης, και παρατηρούσιν ημάς μετά οφθαλμών -πεπλανημένων. Είμεθα λοιπόν λεία βεβαία αυτών; - -Αληθώς ότι μάλιστα κατατρύχει ημάς δεν είνε η πείνα, αλλ' η -δίψα. Μάλιστα! Μεταξύ σταγόνων τινών ύδατος και ψιχίων τινών -διπυρίτου ουδείς ημών ήθελε διστάση. Τούτο ερρήθη πάντοτε υπό -ναυαγών διατελούντων εν αίς και ημείς περιστάσεσι, και είνε -αληθές. Πάσχει τις μάλλον υπό της δίψης ή υπό της πείνης, και -ταχύτερον αποθνήσκει. - -Και, ω του φοβερού δεινού! έχει τις πέριξ αυτού το θαλάσσιον -τούτο ύδωρ, όπερ ο οφθαλμός βλέπει ούτως ομοιάζον προς το γλυκύ -ύδωρ! Πολλάκις προσεπάθησα να πίω σταγόνας τινάς, αλλά -προεκάλεσεν εν εμοί αφορήτους ναυτίας και δίψαν δεινοτέραν μετά -ταύτα ή πρότερον. - -Α! Αρκεί, αρκεί! Τεσσαράκοντα δύο ημέραι είνε αφ' ότου -κατελίπομεν το πλοίον! Τις ημών δύναται να εξαπατηθή του -λοιπού; Δεν είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν μετ' αλλήλους και -δια του χειρίστου των θανάτων! - -Αισθάνομαι ότι ώσπερ τις ομίχλη συμπυκνούται περί τον εγκέφαλόν -μου. Προσεγγίζει να με καταλάβη ως παραφροσύνη. Αγωνίζομαι να -συγκρατήσω την φεύγουσαν διάνοιάν μου. Η παραφροσύνη αύτη με -φοβίζει! Πού θα με οδηγήση; Θα είμαι αρκούντως ισχυρός ίνα -αναλάβω το λογικόν μου; . . - -Συνήλθον, — μετά πόσας ώρας δεν θα ηδυνάμην να είπω. Το μέτωπόν -μου ήτο κεκαλυμμένον υπό σπληνίων [98] θαλασσοβρέκτων τη -φροντίδι της μις Χέρμπυ. Αλλ' αισθάνομαι ότι ολίγος έτι χρόνος -ζωής μοι υπολείπεται! - -Σήμερον, 22 του μηνός, σκηνή φρικαλέα. Ο μαύρος Γύγξτροπ, -καταληφθείς αίφνης υπό σφοδράς μανιώδους παραφροσύνης, -διατρέχει την σχεδίαν ωρυόμενος. Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να τον -συγκρατήση, αλλά μάτην! Επιπίπτει καθ' ημών θέλων να μας -καταβροχθίση, και αναγκαζόμεθα να αμυνώμεθα κατά των επιθέσεων -του άγριου τούτου θηρίου. Ο Γύγξτροπ ήρπασε μοχλόν και είνε -δυσχερές να αποκρούη τις τα κτυπήματά του. - -Αλλ' αίφνης υπό τροπής ήν μόνος ο παροξυσμός της παραφροσύνης -εξηγεί, η λύσσα του Γύγξτροπ στρέφεται καθ' εαυτού. Σπαράσσει -τας σάρκας του διά των οδόντων, διά των ονύχων, ρίπτων το αίμα -του κατά πρόσωπον ημών και κραυγάζων: - -«Πιέτε! πιέτε!» - -Επί τινας στιγμάς αγωνιά ούτω πως και κατευθύνεται προς την -πρύμναν της σχεδίας κράζων αδιαλείπτως: - -«Πιέτε! πιέτε!» - -Έπειτα ορμά και ακούω το σώμα του καταπίπτον εις την θάλασσαν. - -Ο αρχιναύτης, ο Φάλστεν, ο Δαούλας σπεύδουσιν ίνα παραλάβωσι το -πτώμα, αλλ' ουδέν άλλο βλέπουσιν ή κύκλον ευρύν κόκκινον, και -εν μέσω αυτού παλαίοντας καρχαρίας τεραστίους! - - - -Ν' - - - - — _Τη 22 και 23 Ιανουαρίου_. — Ένδεκα πλέον συμπλωτήρες -είμεθα, και νυν μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη μετρή εκάστη -ημέρα και νέον θύμα. Το οίον δήποτε τέλος του δράματος τούτου -προσεγγίζει. Εντός οκτώ ημερών ή θα έχωμεν προσορμισθή εις την -γην, ή πλοίον τι θα έχη διασώση τους ναυαγούς. Ει δε μη, ο -έσχατος των επιζώντων επιβατών του _Σάνσελλορ_ θα ζήση. - -Την 23 η όψις του ουρανού μετεβλήθη, ο άνεμος διαφερόντως -επετάθη, γενόμενος την νύκτα Μέσης (ΒΑ). Το ιστίον της σχεδίας -εκολπώθη και ολκός αρκούντως διακρινόμενος δεικνύει ότι η -σχεδία μετατοπίζεται επαισθητώς, τρία μίλια την ώραν κατά τους -υπολογισμούς του πλοιάρχου. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο μηχανικός Φάλστεν είνε βεβαίως οι -σθεναρώτατοι μεταξύ ημών. Ει και η ισχνότης αυτών είνε εσχάτη, -υπομένουσιν όμως τας στερήσεις ταύτας εις τρόπον θαυμαστόν. Των -αδυνάτων να παραστήσω εις οποίον έσχατον βαθμόν κατήντησεν η -τλήμων [99] μις Χέρμπυ. Είνε ψυχή πλέον, αλλά ψυχή ακμαία έτι, -και όλη αυτής η ζωή φαίνεται καταφυγούσα εις τους οφθαλμούς, -οίτινες λάμπουσιν ασυνήθως. Ζη εν τω ουρανώ, ουχί επί της γης! - -Και όμως, ανήρ ζωηρότατος, νυν όλως καταβεβλημένος είνε ο -αρχιναύτης. Είνε δε αγνώριστος. Την κεφαλήν έχων νεύουσαν επί -του στήθους, τας μακράς οστεώδεις χείρας ηπλωμένας επί των -γονάτων, ών αι οξείαι επιγονατίδες εξέχουσιν υπό την -τετριμμένην περισκελίδα, διατελεί καθήμενος έν τινι γωνία της -σχεδίας, ουδόλως εγείρων τους οφθαλμούς. Πολύ δε διάφορος της -μις Χέρμπυ, αυτός ζη μόνον διά του σώματος· τοιαύτη δε είνε η -ακινησία του, ώστε υποθέτω ενίοτε ότι έπαυσε του ζην. - -Ούτε λόγοι, ούτε καν στεναγμοί επί της σχεδίας ταύτης. Σιγή -άκρα. Λέξεις διαμείβονται καθ' εκάστην ουδέ καν δέκα. Άλλως τε -αι ολίγαι τινές λέξεις άς θα ηδύναντο να προφέρωσιν η γλώσσα -ημών, τα οιδαλέα και απεσκληρυμένα χείλη, θα ήσαν όλως -ακατάληπτοι. Η σχεδία πλέον φέρει φάσματα κατεσκληκότα [100], -έξαιμα, ουδέν έχοντα το ανθρώπινον! - - - -ΝΑ' - - - - — _Τη 24 Ιανουαρίου_. — Πού είμεθα; Πού του Ατλαντικού Ωκεανού -παρεσύρθη η σχεδία; Δις ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις -αορίστως μόνον ηδυνήθη να μ' αποκριθή. Αλλ' όμως, επειδή -εξηκολούθει σημειών την διεύθυνσιν των ρευμάτων και των ανέμων, -νομίζει ότι θα ήχθημεν πάλιν προς Ζέφυρον (Δ), τούτ' έστι προς -το μέρος της ξηράς. - -Σήμερον ο άνεμος εκόπασε τέλεον. Εν τούτοις υπάρχει επί της -επιφανείας της θαλάσσης σάλος ευρύς, δεικνύων ότι ταραχή τις -των υδάτων συνέβη προς Απηλιώτην (Α). Τρικυμία αναμφιβόλως θα -ανέτρεψε το μέρος τούτο του Ατλαντικού. Η σχεδία καταπονείται -πολύ υπό των κυμάτων, ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο -ξυλουργός καταβάλλουσι το υπολειπόμενον των δυνάμεων αυτών προς -στερέωσιν των μερών της σχεδίας, των κινδυνευόντων να -διαλυθώσι. - -Αλλά προς τι κοπιώσιν. Ας διαλυθώσι τέλος αι σανίδες αύται εις -τα εξ ών συνετέθησαν. Ας μας καταπίη ο Ωκεανός ούτος! λίαν -πολύν χρόνον αμφισβητούμεν αυτώ την αθλίαν ημών ζωήν! - -Αληθώς τα δεινά ημών εκορυφώθησαν εις τον ύπατον βαθμόν όν -δύναται να υπομένη ο άνθρωπος. Αδύνατον δε να γίνωσιν έτι -δεινότερα. Ο καύσων είνε αφόρητος. Τηκτόν μόλυβδον διαχέει ο -ουρανός εφ' ημών. Ο ιδρώς πλημμυρεί ημάς διά των ρακωδών -ενδυμάτων ημών, η δε διαπνοή αύτη αυξάνει έτι μάλλον την δίψαν. -Ουχί, δεν δύναμαι να παραστήσω ό τι συναισθάνομαι! Αι λέξεις -ελλείπουσιν όταν τις θέλη να εκφράση δεινά υπεράνθρωπα! - -Ο μόνος τρόπος αναψυχής, εις όν ενίοτε ηδυνάμεθα να -καταφεύγωμεν, είνε ήδη απηγορευμένος ημίν, και ουδείς -διανοείται να λουσθή εν τη θαλάσση, διότι από του θανάτου του -Γύγξτροπ οι καρχαρίαι προσερχόμενοι αγεληδόν περικυκλούσι την -σχεδίαν. - -Προσεπάθησα σήμερον να πορισθώ ολίγον ύδωρ πόσιμον, εξατμίζων -ύδωρ θαλάσσιον. Αλλά, ει και κατέβαλον πλείστην υπομονήν, μόλις -επιτυγχάνω να υγράνω τεμάχιον υφάσματος. Άλλως τε το προς -βράσιν του ύδατος αγγείον δεν ηδυνήθη ν' ανθέξη εις το πυρ, -διερράγη, και ηναγκάσθην να παραιτηθώ της εργασίας ταύτης. - -Ο μηχανικός Φάλστεν είνε ήδη σχεδόν απειρηκώς [101] και ολίγας -τινάς ημέρας θα επιζήση. Εγείρων τους οφθαλμούς δεν τον βλέπω -καν πλέον. Κατεκλίθη υπό τα ιστία ή απέθανε; Μόνος ο δραστήριος -Κόρτις ίσταται όρθιος κατά την πρώραν της σχεδίας και -παρατηρεί! Όταν συλλογίζωμαι ότι ο ανήρ ούτος . . . . ελπίζει -έτι! - -Εγώ απέρχομαι να κατακλιθώ κατά την πρύμναν, αναμένων εκεί τον -θάνατον. Όσον τάχιστα, τόσον καλλίτερον. - -Πόσαι παρήλθον ώραι, αγνοώ . . . . Αίφνης ακούω καγχασμούς. Εξ -άπαντος παρεφρόνησέ τις ημών! - -Οι καγχασμοί ούτοι διπλασιάζονται. Εγώ δε δεν ανεγείρω την -κεφαλήν. Ολίγον μοι μέλει. Εν τούτοις λέξεις τινές ασυνάρτητοι -έρχονται μέχρι εμού. - -«Ένα λιβάδι! ένα λιβάδι! Πράσινα δένδρα! και από κάτω από τα -δένδρα μία ταβέρνα! γρήγορα! γρήγορα! Φέρτε μπράντεβιν, τζιν, -νερό μία λίρα τη σταλαγματιά.! Πληρώνω! Έχω χρήματα! έχω -χρήματα!» - -Ω! τον ταλαίπωρον παρακρούοντα! Όλον το χρήμα της Τραπέζης δεν -θα ηδύνατο να σοι δώση μίαν σταγόνα ύδατος επί του παρόντος! - -Ο ναύτης Φλαίπολ είνε ο καταληφθείς υπό παραφροσύνης, και -ανακράζει: - -«Γη! γη είνε εκεί!» - -Η λέξις αύτη και νεκρόν ήθελε γαλβανίση. Καταβάλλω επώδυνον -προσπάθειαν και ανορθούμαι. Ουδεμία γη! Ο Φλαίπολ περιπατεί επί -του κρηπιδώματος και γελά. Άδει νεύων προς παραλίαν τινά -φανταστικήν. Βεβαίως αι άμεσοι αντιλήψεις της ακοής αυτού, της -όψεως, της γεύσεως εξέλιπον, αλλ' αναπληροί αυτάς φαινόμενόν τι -καθαρώς εγκεφαλικόν. Όθεν λαλεί προς φίλους απόντας, παρασύρων -αυτούς εις το εν Κάρδιφ καπηλείον του, _Εις τα όπλα του -Γεωργίου_, εκεί δε προσφέρει τζιν, ουίσκυ, ύδωρ — ύδωρ προ -πάντων, ύδωρ όπερ τον μεθύσκει! Βαδίζει επί των εξηπλωμένων -τούτων σωμάτων, προσκόπτων κατά παν βήμα, καταπίπτων, -ανεγειρόμενος, άδων διά φωνής μεθύοντος ανθρώπου. Φαίνεται -διατελών εν τω ανωτάτω βαθμώ της μέθης. Κατεχόμενος δε υπό της -παραφροσύνης αυτού, δεν πάσχει πλέον, η δε δίψα του -κατεσιγάσθη! Α! επεθύμουν να ήμην και εγώ κατειλημμένος υπό -παρακρούσεως ως αυτός! - -Ο τάλας λοιπόν θα τελευτήση όπως ο μαύρος Γύγξτροπ, ριπτόμενος -εις τα κύματα; - -Τούτο φαίνονται διανοηθέντες ο Δαούλας, ο Φάλστεν και ο -αρχιναύτης, διότι, εάν ο Φλαίπολ θέλη να φονευθή, δεν θα τον -αφήσωσι να το πράξη «άνευ ίδιας αυτών ωφελείας!» Όθεν παρευθύς -ανεγείρονται, και τον παρακολουθούσι παραφυλάττοντες. Εάν ο -Φλαίπολ θέλη να ριφθή εις την θάλασσαν, θα διαμφισβητήσωσιν -αυτόν προς τους καρχαρίας! - -Αλλά δεν έμελλε να γίνωσιν ούτω τα πράγματα. Κατά την -παράκρουσιν αυτού ο Φλαίπολ έφθασε πράγματι εις τον ύπατον -βαθμόν της μέθης, ως εάν είχε μεθυσθή εκ των ποτών, άτινα -προσέφερεν εν τη παραφροσύνη του, και καταπεσών ως όγκος -απεκοιμήθη ύπνον μολύβδινον. - - - -ΝΒ' - - - - — _Τη 25 Ιανουαρίου_. — Η νυξ της 24 προς την 25 Ιανουαρίου -εγένετο ομιχλώδης και, ουκ οίδα τινος ένεκα φαινομένου, εκ των -θερμοτάτων νυκτών άς δύναταί τις να φαντασθή. Η ομίχλη αύτη -είνε πνιγηρά. Νομίζει τις ότι είς σπινθήρ ήθελεν εξαρκέση να -μεταδώση εις αυτήν το πυρ, ως εις εκρηκτικήν τινα ουσίαν. Η -σχεδία ου μόνον είνε στάσιμος, αλλ' ουδεμίαν πλέον κίνησιν -αισθάνεται. Ενίοτε ερωτώ εμαυτόν εάν έτι επιπλέη. - -Κατά την νύκτα ταύτην προσπαθώ να μετρήσω πόσοι είμεθα επί της -σχεδίας. Μοι φαίνεται δε ότι είμεθα ένδεκα, αλλά μόλις δύναμαι -να συγκεντρώσω τας αναγκαίας εννοίας, ίνα καταρτίσω τον -υπολογισμόν τούτον, διότι οτέ μεν ευρίσκω δέκα, οτέ δε δώδεκα, -αλλά θα είνε ένδεκα, μετά τον θάνατον του Γύγξτροπ. Αύριον θα -είνε μόνον δέκα, διότι εγώ θα είμαι νεκρός. - -Αισθάνομαι καλώς τω όντι ότι εγγίζω εις το τέρμα των δεινών -μου, διότι όλος μου ο βίος διέρχεται προ της μνήμης μου. Την -πατρίδα μου, τους φίλους μου, την οικογένειάν μου εδόθη μοι να -επανίδω το ύστατον ήδη εν ονείρω. - -Περί την πρωίαν εξηγέρθην, εάν δύναταί τις να αποκαλέση ύπνον -την νοσηράν ταύτην κάρωσιν εν ή είμαι βεβυθισμένος. Ο Θεός να -με συγχωρήση, αλλά διανοούμαι σπουδάζων να θέσω τέρμα εις τον -βίον μου. Η ιδέα αύτη εντυπούται εν τω εγκεφάλω μου, και -αισθάνομαι ηδονήν τινα, λέγων κατ' εμαυτόν ότι τα δεινά ταύτα -θα λήξωσιν όταν εγώ θελήσω. - -Ανακοινώ την απόφασίν μου τω Ροβέρτω Κόρτις μετά μοναδικής -ηρεμίας πνεύματος. Ο δε πλοίαρχος εις απάντησιν νεύει -καταφατικώς. - -Έπειτα δε μοι λέγει: - - -«Εγώ τουλάχιστον δεν θα φονευθώ, διότι η πράξις μου θα ήτο -εγκατάλειψις της θέσεώς μου. Εάν ο θάνατος δεν με 'πάρη προ των -συντρόφων μου, θα μείνω ο έσχατος επί της σχεδίας ταύτης!» - -Η ομίχλη επιμένει. Πλέομεν δε εν τω μέσω ατμοσφαίρας υποτέφρου, -ουδέ την επιφάνειαν του ύδατος δυνάμενοι πλέον να ίδωμεν. Η -ομίχλη ανέρχεται εκ του Ωκεανού ως νεφέλη πυκνή, αλλ' -αισθανόμεθα καλώς ότι υπεράνω αυτής λάμπει ήλιος φλογερός, -όστις μετ' ου πολύ θα αντλήση όλους τούτους τους ατμούς. - -Περί ώραν εβδόμην νομίζω ότι ακούω φωνάς πτηνών υπεράνω της -κεφαλής μου. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις διατελών όρθιος, ακροάται -απλήστως των φωνών τούτων. Αι φωναί δε αύται επαναλαμβάνονται -τρις. - -Την τρίτην φοράν πλησιάζω και ακούω τον πλοίαρχον ψιθυρίζοντα -υποκώφως: - -«Πτηνά. . . αλλά τότε . . . η γη θα είνε εδώ πλησίον! . .» - -Ο Ροβέρτος Κόρτις πιστεύει λοιπόν ακόμη εις την γην. Αλλ' εγώ -όμως δεν πιστεύω! Ούτε ήπειροι υπάρχουσιν, ούτε νήσοι. Η δε -σφαίρα ουδέν άλλο είνε ή σφαιροειδές τι υγρόν, ως και εν τη -δευτέρα περιόδω του σχηματισμού αυτής! - -Εν τούτοις αναμένω την άρσιν της ομίχλης μετά τινος αγωνίας, -ουχί διότι ελπίζω να διακρίνω γην, αλλά διότι με κατέχει άτοπος -σκέψις ελπίδος ανεκτελέστου και σπεύδω να απαλλαχθώ αυτής. - -Μόνον περί την ενδεκάτην η ομίχλη άρχεται διαλυομένη. Εν ώ δε -αι πυκναί αυτής έλικες κυλίονται επί της επιφανείας των -κυμάτων, διαβλέπω διά τινων ανωτέρων οπών το κυανούν του -ουρανού. Ακτίνες ζωηραί διέρχονται διά της ομίχλης, και -κεντούσιν ημάς ως βέλη μετάλλινα πεπυρακτωμένα. Αλλ' η -συμπύκνωσις αύτη των ατμών τελείται εν τοις άνω στρώμασι και -δεν δύναμαι έτι να παρατηρήσω τον ορίζοντα. - -Επί ημίωρον αι συστροφαί αύται περιβάλλουσιν ημάς και δεν -διαλύονται άνευ δυσχερείας, διότι ουδόλως πνέει άνεμος. - -Ο Ροβέρτος Κόρτις, εστηριγμένος επί του χείλους του -κρηπιδώματος, προσπαθεί να διαπεράση το πυκνόν τούτο εξ ομίχλης -παραπέτασμα. - -Τέλος ο ήλιος εν όλω αυτού τω καύσωνι καθαρίζει την επιφάνειαν -του Ωκεανού, η ομίχλη υποχωρεί, το φως εκτείνεται εις ακτίνα -μείζονα και επιφαίνεται ο ορίζων. - -Ο ορίζων δε ούτος είνε οποίος και από έξ ήδη εβδομάδων, — -γραμμή συνεχής και κυκλική, εφ' ής συγχέονται ουρανός και ύδωρ! - -Ο Ροβέρτος Κόρτις αποβλέψας περί εαυτόν δεν λέγει λέξιν. Α! Τον -οικτίρω ειλικρινώς, διότι εκ πάντων ημών αυτός μόνος δεν -δικαιούται να τελευτήση τον βίον οπόταν θελήση. Εγώ δε θα -αποθάνω αύριον, και εάν δεν με πλήξη ο θάνατος, εγώ θα τον -προϋπαντήσω. Περί δε των συμπλωτήρων μου αγνοώ εάν είνε ζώντες -έτι, αλλά μοι φαίνεται ότι πολλαί ημέραι παρήλθον αφ' ότου δεν -τους είδον. - -Επανήλθεν η νυξ, αλλά δεν ηδυνήθην να κοιμηθώ επί μίαν καν -στιγμήν. Περί ώραν δευτέραν η δίψα τοσούτον με βασανίζει, ώστε -δεν δύναμαι να καταστείλω τας κραυγάς μου. Τι! πριν αποθάνω δεν -θα απολαύσω της υπερτάτης ηδονής του να κατασβέσω το πυρ το -κατακαίον το στήθος μου. - -Ναι! θα πίω το ίδιον μου αίμα ελλείψει του αίματος των άλλων. -Και γινώσκω μεν ότι τούτο εις ουδέν θα μ' ωφελήση, αλλά -τουλάχιστον θα εξαπατήσω το πάθος μου. - -Και άμ' έπος άμ' έργον. Κατορθώ να ανοίξω το μαχαιρίδιόν μου, ο -βραχίων μου είνε γυμνός, διά πληγής ταχείας κόπτω μίαν φλέβα, -το αίμα εξέρχεται στάγδην, και εγώ κατέσβεσα την δίψαν μου εν -τη πηγή ταύτη της ζωής μου! το αίμα τούτο επανέρχεται εις εμέ, -κατασιγάζει στιγμιαίως τα φρικαλέα δεινά μου και έπειτα -στειρεύει, δεν έχει την δύναμιν να ρεύση! - -Πόσον η αύριον βραδύνει να έλθη! - -Μετά της ημέρας ομίχλη πυκνή συνήχθη πάλιν εν τω ορίζοντι και -συνέστειλε τον κύκλον, ού το κέντρον αποτελεί η σχεδία. Είνε δε -η ομίχλη αύτη καυστηρά ως οι ατμοί οι εκφεύγοντες εκ λέβητος. - -Σήμερον είνε η εσχάτη των ημερών μου. - -Πριν αποθάνω ασμένως [102] θα θλίψω χείρα φιλικήν. Ο Ροβέρτος -Κόρτις είν' εδώ πλησίον μου. Σύρομαι μέχρι αυτού και λαμβάνω -την χείρα του. Εκείνος με νοεί, γινώσκει ότι είνε -αποχαιρετισμός, και φαίνεται ότι, κινούμενος υπό τελευταίας -σκέψεως ελπίδος, θέλει να με κρατήση! Αλλ' ανωφελώς. - -Επεθύμουν να επανίδω τους κκ. Λετουρνέρ, την μις Χέρμπυ . . . -αλλά δεν τολμώ, διότι η νεάνις ήθελεν αναγνώση εν τοις -οφθαλμοίς μου την απόφασίν μου! θα μοι έλεγε περί Θεού, περί -της άλλης ζωής ήν οφείλομεν να προσδοκώμεν! Αλλά να προσδοκώ . -. . εγώ δεν έχω πλέον το θάρρος . . . Ο Θεός ας με συγχωρήση! - -Επανέρχομαι προς την πρύμναν της σχεδίας, και μετά μακράς -προσπαθείας κατορθώνω να σταθώ όρθιος παρά τω ιστώ. Το ύστατον -ήδη διατρέχω διά του βλέμματος την ανελεήμονα ταύτην θάλασσαν, -τον ορίζοντα τούτον όστις δεν μετατοπίζεται! Και γη αν μοι -ενεφανίζετο και ιστίον εάν υψούτο υπεράνω των κυμάτων, εγώ -ήθελον νομίση ότι είμαι παίγνιον απάτης . . . Αλλ' η θάλασσα -είνε έρημος! - -Είνε δεκάτη ώρα προ μεσημβρίας, η στιγμή του τέλους μου! Οι -στροφοί της πείνης, οι νυγμοί της δίψης κατασπαράττουσί με μετά -νέας σφοδρότητος. Η ορμή της συντηρήσεως εσβέσθη εν εμοί, και -μετά τινας στιγμάς θα έχω παύση των δεινών μου. Θεέ των -οικτιρμών, παράλαβέ μου το πνεύμα! - -Αλλά την στιγμήν εκείνη φωνή τις ακούεται. Αναγνωρίζω την φωνήν -του Δαούλα. - -Ο ξυλουργός είνε πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις. - -«Πλοίαρχε, λέγει, θα βάλωμεν κλήρον.» - -Ενώ ήμην έτοιμος να ριφθώ εις την θάλασσαν, ίσταμαι. Διατί; -Ουδ' εγώ ειξεύρω το διατί, αλλ' όμως επανέρχομαι εις την -πρύμναν της σχεδίας. - - - -ΝΓ' - - - - — _Τη 26 Ιανουαρίου_ — Η πρότασις εγένετο, πάντες δε την -ήκουσαν και πάντες την ενόησαν. Από τινων δε ημερών είχεν αύτη -κατασταθή προκατάληψης, ήν ουδείς ετόλμα να διατυπώση. - -Θα ριφθή κλήρος! - -Ο δε λαχών θα διαμελισθή και έκαστος θα λάβη την μερίδα του. - -Λοιπόν, έστω! Αν εγώ λάχω, δεν θα μεμψιμοιρήσω. - -Μοι φαίνεται ότι προυτάθη εξαίρεσις υπέρ της μις Χέρμπυ υπό του -Ανδρέου Λετουρνέρ. Αλλά ψίθυρος οργής διατρέχει μεταξύ των -ναυτών, διότι είμεθα ένδεκα, λοιπόν έκαστος ημών έχει δέκα -πιθανότητας υπέρ εαυτού και μίαν κατά· η δε προτεινομένη -εξαίρεσις ήθελε μεταβάλη την αναλογίαν ταύτην. Ώστε και η μις -Χέρμπυ θα υποστή την κοινήν τύχην. - -Είνε δε τότε ώρα δεκάτη και ημίσεια προ μεσημβρίας. Ο -αρχιναύτης, όν η πρότασις του Δαούλα εζωογόνησεν, επιμένει να -γίνη η κλήρωσις παραχρήμα. Και έχει δίκαιον. Άλλως τε ουδείς -ημών θέλει την ζωήν. Ο λαχών ημέρας τινάς μόνον, ώρας τινάς -ίσως θα προηγηθή των εν θανάτω εταίρων του. Πας τις γινώσκει -τούτο και δεν φοβείται διότι θ' αποθάνη. Αλλά να μη -ταλαιπωρήται υπό της πείνης ταύτης μίαν ή δύο ημέρας, να μη -συναισθάνεται πλέον την δίψαν ταύτην, ιδού τι έκαστος θέλει, -όπερ και γενήσεται. - -Δεν δύναμαι να είπω πώς έκαστον των ονομάτων ημών ευρέθη εν τω -πυθμένι τινός πίλου. Ο Φάλστεν ίσως θα τα έγραψεν επί φύλλου -αποσπασθέντος εκ του σημειωματαρίου του. - -Τα ένδεκα ονόματα είνε εκεί. Συνεφωνήθη δε ασυζητητεί ότι το -τελευταίον εξελθόν όνομα θα είνε το θύμα. - -Τις θα προβή εις την κλήρωσιν; Ενδοιασμός τις διεγείρεται, -«Εγώ!» αποκρίνεταί τις ημών. - -Στρέφομαι και αναγνωρίζω τον κ. Λετουρνέρ. - -Είν' εκεί, όρθιος, πελιδνός, εκτείνων την χείρα, η λευκή κόμη -του καταπίπτει επί των κατεσκληκυιών παρειών του, είνε δε -φοβερός ένεκα της ηρεμίας αυτού. - -Α! δύστηνε πάτερ! Σε καταλαμβάνω! Γινώσκω διατί συ θέλεις να -απαγγείλης τα ονόματα! Η πατρική σου στοργή θα προβή και μέχρι -τούτου! - -«Όταν θέλετε!» λέγει ο αρχιναύτης προς τον κ. Λετουρνέρ. - -Ο κ. Λετουρνέρ εισάγει την χείρα εις τον πίλον. Λαμβάνει ένα -κλήρον, τον αναπτύσσει, απαγγέλλει μεγαλοφώνως το εγγεγραμμένον -όνομα και το εγχειρίζει εις τον έχοντα το όνομα τούτο. - -Το πρώτον λαχόν όνομα είνε το του Βάρκε, όστις εκβάλλει κραυγήν -χαράς. - -Δεύτερον, το του Φλαίπολ. - -Τρίτον, το του αρχιναύτου. - -Τέταρτον, το του Φάλστεν. - -Πέμπτον, το του Ροβέρτου Κόρτις. - -Έκτον, το του Σάνδον. - -Το ήμισυ των ονομάτων πλέον ενός, απηγγέλθησαν. - -Το εμόν δεν έλαχε. Ζητώ να υπολογήσω τας υπολειπομένας μοι -πιθανότητας. Τέσσαρες καλαί, μία κακή. - -Αφ' ότου ο Βάρκε ανεκραύγασεν, ουδέ λέξις άλλη ηκούσθη. - -Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί το απαίσιον υπούργημά του. - -Έβδομον όνομα έλαχε το της μις Χέρμπυ, αλλ' η νεάνις δεν -ανεσκίρτησε. - -Όγδοον, το εμόν. Μάλιστα! το εμόν! - -Το ένατον όνομα; - -«Λετουρνέρ! - - — Ποίος; ερωτά ο αρχιναύτης. - - — Ανδρέας!» αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. - -Κραυγή ακούεται και ο Ανδρέας πίπτει αναίσθητος. - -«Εμπρός λοιπόν!» αναφωνεί μυκώμενος ο ξυλουργός Δαούλας, ού το -όνομα υπολείπεται εν τω πίλω μετά του ονόματος του κ. -Λετουρνέρ. - -Και ο μεν Δαούλας παρατηρεί τον αντίπαλόν του ως θύμα όπερ -θέλει να καταβροχθίση, αλλ' ο κ. Λετουρνέρ είνε σχεδόν μειδιών. -Εισάγει την χείρα εις τον πίλον, εξάγει τον προτελευταίον -κλήρον, τον αναπτύσσει βραδέως, και μετ' ευσταθείας, ήν -ουδέποτε προσεδόκων παρά του ανδρός τούτου, απαγγέλλει άνευ -ουδεμιάς αλλοιώσεως της φωνής του. το όνομα: - -«Δαούλας!» - -Ο ξυλουργός εσώθη. Ωρυγή εκφεύγει εκ του στήθους του. - -Έπειτα ο κ. Λετουρνέρ λαμβάνει τον τελευταίον κλήρον, όν -ουδόλως ανοίξας σχίζει. - -Τεμάχιον του σχισθέντος χαρτίου έπεσεν είς τινα γωνίαν της -σχεδίας, αλλ' ουδείς προσέχει εις αυτό. Έρπω προς τα εκεί, -λαμβάνω το χαρτίον και έν τινι γωνία αυτού αναγινώσκω; Ανδρ . . -. - -Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ εφορμά επ' εμού, μ' αρπάζει βιαίως από των -χειρών το τεμάχιον τούτο του χάρτου, το συμπιέζει εντός των -δακτύλων του, έπειτα, ατενίζων με μετά σοβαρότητος, το ρίπτει -εις την θάλασσαν. - - - -ΝΔ' - - - - — _Συνέχεια της 26 Ιανουαρίου_. — Καλώς ενόησα. Ο πατήρ -ελάτρευε τον υιόν, και ουδέν άλλο έχων πλέον να τω δώση πλην -της ιδίας ζωής, τω την δίδει. - -Εν τούτοις πάντες ούτοι οι πειναλέοι δεν θέλουσι να περιμένωσι -πλέον. Οι στροφοί των σπλάγχνων των διπλασιάζονται επί τη θέα -του θύματος όπερ έλαχεν αυτοίς. Δεν θεωρούσι πλέον τον κ. -Λετουρνέρ ως άνθρωπον. Και ουδέν μεν είπον ακόμη, αλλ' όμως τα -χείλη των προβάλλονται, οι δε αποκαλυπτόμενοι οδόντες των, -έτοιμοι εις την βιαίαν αρπαγήν, θα κατασπαράξωσιν ως οδόντες -σαρκοβόρων, μετά της κτηνώδους αδηφαγίας των θηρίων. Θέλουσι -λοιπόν να επιπέσωσιν επί του θύματός των και να το -καταβροχθίσωσι ζων; - -Τις θα πιστεύση ότι την στιγμήν ταύτην έκκλησις εγένετο εις το -υπόλοιπον του ανθρωπισμού, όν έτι δύνανται να έχωσιν εν -εαυτοίς, και τις θα πιστεύση μάλιστα ότι η έκκλησις αύτη -εισηκούσθη; Ναι! Είς λόγος ανέστειλεν αυτούς καθ' ήν στιγμήν -έμελλον να επιπέσωσι κατά του κ. Λετουρνέρ. Ο αρχιναύτης, -έτοιμος να αναλάβη το έργον του κρεοπώλου, ο Δαούλας κρατών τον -πέλεκυν, έμειναν ακίνητοι. - -Η μις Χέρμπυ προβαίνει ή μάλλον σύρεται προς αυτούς. - -«Φίλοι μου, λέγει, θέλετε να περιμείνετε μίαν ακόμη ημέραν; -Μόνον μίαν! Εάν αύριον δεν φανή γη, εάν δεν μας συναντήση -πλοίον, ο τάλας σύντροφός μας θα γίνη βορά σας; . .» - -Ως ήκουσα τας λέξεις ταύτας, ανεσκίρτησεν η καρδία μου. Μοι -φαίνεται ότι η νεάνις αύτη ελάλησεν ως προφήτις, και ότι θεία -έμπνευσις είνε η εμψυχούσα το ευγενές τούτο πλάσμα! Ελπίς -άπειρος επανέρχεται εις την καρδίαν μου. Την παραλίαν, το -πλοίον, η μις Χέρμπυ ίσως τα διείδεν εν τινι των υπερφυσικών -εκείνων οπτασιών, άς ο Θεός προβάλλει ενώπιόν τινων βλεμμάτων! -Ναι! Οφείλομεν να αναμείνωμεν μίαν έτι ημέραν. Και τι είνε μία -ημέρα μεθ' όσα δεινά υπεμείναμεν; - -Ο Ροβέρτος Κόρτις διανοείται όπως εγώ. Συνενούμεν τας -παρακλήσεις ημών προς τας της μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν λαλεί εν τη -αυτή εννοία, ικετεύομεν τους συμπλωτήρας, τον αρχιναύτην, τον -Δαούλαν, τους άλλους . . . - -Οι ναύται ίστανται και ουδέ ψίθυρος ακούεται. - -Ο αρχιναύτης ρίπτει τότε τον πέλεκύν του, έπειτα διά φωνής -υποκώφου λέγει: - -«Αύριον τα 'ξημερώματα!» - -Η λέξις αύτη λέγει τα πάντα. Εάν αύριον μήτε γη φανή μήτε -πλοίον, η φρικαλέα θυσία θα τελεσθή. - -Έκαστος νυν επανέρχεται εις την θέσιν του και δι' υπολοίπου -τινός προσπαθείας συνέχει τας αλγηδόνας του. Οι δε ναύται -κρύπτονται υπό τα ιστία, ουδέ θέλοντες να ίδωσι καν την -θάλασσαν. Ολίγον τοις μέλει, αφ' ού θα φάγωσιν αύριον! - -Εν τούτοις ο Ανδρέας Λετουρνέρ συνελθών εις εαυτόν, ευθύς -πρώτον απέβλεψε προς τον πατέρα του. Έπειτα βλέπω αυτόν -μετρούντα τους επιβάτας της σχεδίας . . . Ουδείς ελλείπει. Τις -λοιπόν έλαχε; Ότε ο Ανδρέας ελιποθύμησε, δύο μόνον ονόματα -περιείχοντο εν τω πίλω, το του ξυλουργού και το του πατρός του! -Αμφότεροι δε, ο τε κ. Λετουρνέρ και ο Δαούλας, είνε εκεί. Τότε -η μις Χέρμπυ ελθούσα προς αυτόν λέγει απλώς ότι η κλήρωσις δεν -απεπερατώθη. Ο δε Ανδρέας Λετουρνέρ δεν ερωτά περισσότερον. -Λαμβάνει την χείρα του πατρός του, ού η όψις είνε ήρεμος, -σχεδόν μειδιώσα. Έν δε μόνον βλέπει, έν μόνον καταλαμβάνει, ότι -ο υιός του εσώθη. Τα δύο ταύτα όντα, τα ούτω στενώς συνδεδεμένα -προς άλληλα, μεταβαίνουσιν εις την πρύμναν της σχεδίας και -κάθηνται συνδιαλεγόμενα ταπεινή τη φωνή. - -Εν τούτοις εγώ επιμένω εις την πρώτην εντύπωσιν ήν μοι -ενεποίησεν η παρέμβασις της νεάνιδος. Πιστεύω ως αντίληψιν της -Θείας Προνοίας. Δεν θα ηδυνάμην δε να είπω μέχρι τίνος η ιδέα -αύτη ερριζούται εν τω πνεύματί μου. Θα ετόλμων να βεβαιώσω ότι -εγγίζομεν εις το τέρμα των δεινών ημών και δεν θα ήμην -βεβαιότερος περί τούτου, εάν το πλοίον ή η γη ήσαν εκεί πέραν -μίλια τινα από τον άνεμον. — Αλλ' ο εγκέφαλος μου είναι ούτω -κενός, ώστε αι χίμαιραι μεταβάλλονται εις πράγματα. - -Λέγω προς τους κκ. Λετουρνέρ περί των προαισθήσεών μου· και ο -Ανδρέας πέποιθεν όπως εγώ! Το ταλαίπωρον παιδίον! Και εάν -είξευρεν ότι αύριον! . . . - -Ο πατήρ μ' ακροάται σοβαρώς και με παραθαρρύνει να ελπίζω. -Πιστεύει δε ασμένως, το λέγει τουλάχιστον, ότι ο Ύψιστος θα -φεισθή των επιζώντων επιβατών του _Σάνσελλορ_, και επιδαψιλεύει -τω υιώ του θωπείας, αίτινες ως προς αυτόν είνε αι έσχαται. - -Έπειτα δε βραδύτερον, ότε ήμην μόνος πλησίον του κ. Λετουρνέρ -κλίνει εις το ους μου και λέγει: - -«Σας συνιστώ το δύσμοιρον τέκνον μου. Να μη μάθη ποτέ ότι . . -.» - -Και πριν αποπερατώση την φράσιν του, δάκρυα αδρά καταπίπτουσιν -από των οφθαλμών του . . . - -Εγώ δε είμαι όλως εύελπις. - -Όθεν ουδ' επί στιγμήν αποστρέφω το βλέμμα μου και παρατηρώ τον -ορίζοντα εφ' όλην αυτού την περίμετρον. Και είνε μεν έρημος, -αλλά δεν ανησυχώ, διότι προ της αύριον ιστίον ή γη θα φανή που. - -Ως εγώ παρατηρεί την θάλασσαν και ο Ροβέρτος Κόρτις, η δε μις -Χέρμπυ, ο Φάλστεν και αυτός ο αρχιναύτης συγκεντρούσιν εν τω -βλέμματι αυτών την ζωήν των όλην. - -Εν τούτοις επέρχεται η νυξ, και όμως έχω πεποίθησιν ότι πλοίον -τι θα προσεγγίση εν τω βαθεί τούτω σκότει, και θα ίδη τα σημεία -ημών άμα τη ημέρα. - - - -ΝΕ' - - - - — _Τη 27 Ιανουαρίου_. — Δεν κλείω οφθαλμόν, ακούω δε και τους -ελαχίστους κρότους, τον παφλασμόν του ύδατος, την βοήν των -κυμάτων. Παρατηρώ δε ότι ουδείς πλέον καρχαρίας υπάρχει πέριξ -της σχεδίας, θεωρώ δε τούτο ως οιωνόν άριστον. - -Ή σελήνη ανέτειλε τεσσαράκοντα έξ λεπτά μετά το μεσονύκτιον. -Αλλά το ανεπαρκές αυτής φως δεν μοι επιτρέπει να παρατηρήσω την -θάλασσαν επί ακτίνος εκτεταμένης. Ποσάκις ενόμισα ότι διέβλεπον -ολίγας οργανιάς μακράν το ποθεινότατον ιστίον! - -Αλλ' ελθούσης της πρωίας, ο ήλιος ανατέλλει επί θαλάσσης -ερήμην! - -Η φοβερά στιγμή ήγγικεν. Αισθάνομαι κατά μικρόν εξαλειφομένας -τας χθεσινάς ελπίδας μου. Το πλοίον δεν φαίνεται, αλλ' ουδέ η -γη, και εγώ επανέρχομαι εις την πραγματικότητα και ενθυμούμαι! -Είνε η ώρα καθ' ήν μέλλει να εκτελεσθή απαισία θανατική -εκτέλεσις. - -Δεν τολμώ πλέον να βλέπω το θύμα. Ότε δε οι οφθαλμοί του, οι -αποδεικνύοντες τοσαύτην καρτερίαν, προσηλούνται επ' εμού, εγώ -ταπεινώνω τους εμούς. - -Φρίκη ανυπέρβλητος συνθλίβει μου το στήθος, και η κεφαλή μου -γυρίζει ως εν τη μέθη. - -Είνε η έκτη πρωινή ώρα, και πλέον δεν πιστεύω εις την αντίληψιν -της θείας Προνοίας. Η καρδία μου πάλλει πλέον των εκατόν παλμών -το λεπτόν και ιδρώς αγωνίας με περικαλύπτει όλον. - -Ο αρχιναύτης και ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιοι, εστηριγμένοι επί του -ιστού, εξετάζουσιν αδιαλείπτως τον Ωκεανόν. Είνε δε ο -αρχιναύτης φοβερός ιδείν. Γινώσκει τις καλώς ότι δεν θα -επιταχύνη την ώραν, αλλ' ουδέ θα την επιβραδύνη. Μοι είνε δε -αδύνατον να μαντεύσω οποίαι τινες είνε αι εντυπώσεις του -πλοιάρχου, αλλ' όμως η όψις του είνε πελιδνή και φαίνεται ζων -διά του βλέμματος και μόνου. - -Οι δε ναύται σύρονται επί του κρηπιδώματος και διά των φλογερών -οφθαλμών του κατατρώγουσιν ήδη το θύμα των! - -Δεν δύναμαι να σταθώ εκεί, και μεταβαίνω μέχρι της πρώρας της -σχεδίας. - -Ο αρχιναύτης είνε όρθιος έτι και παρατηρεί. - -«Τέλος πάντων!» αναφωνεί. - -Τας λέξεις ταύτας ακούσας αναπηδώ. - -Ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Φλαίπολ ο Βάρκε, ο Σάνδον προχωρούσι -προς την πρύμναν, ο δε ξυλουργός σφίγγει σπασμωδικώς τον -πέλεκυν του! - -Η μις Χέρμπυ δεν δύναται να καταστείλη κραυγήν. - -Αίφνης ο Ανδρέας ανορθούται. - -«Πάτερ μου; αναφωνεί, μετά φωνής πνιγομένης. - - — Ο κλήρος με υπέδειξεν . . .» απεκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. - -Ο Ανδρέας αρπάζει τον πατέρα του εν ταις αγκάλαις του, -ανακράζων μετά μυκηθμού. - -«Ποτέ! Σκοτώστε με καλλίτερα, σκοτώστε με! Εγώ έρριψα εις την -θάλασσαν το πτώμα του Χόμμπαρτ! Εμέ, εμέ πρέπει να σφάξετε!» - -Ο τλήμων! - -Οι λόγοι του διπλασιάζουσι την λύσσαν των δημίων. Ο δε Δαούλας -προβάς αποσπά αυτόν από των αγκαλών του κ. Λετουρνέρ λέγων: - -«Ας λείπουν τα πολλά πολλά!» - -Ο Ανδρέας ανατρέπεται και δύο ναύται συσφίγγουσιν αυτόν ούτως, -ώστε δεν δύναται πλέον να κινηθή. - -Ταυτοχρόνως δε ο Φλαίπολ και ο Βάρκε αρπάζοντες το θύμα των, -σύρουσιν αυτό προς την πρώραν της σχεδίας. - -Η φοβερά αύτη σκηνή τελείται ταχύτερον ή όσον την περιγράφω. Η -φρίκη με προσήλωσεν επί τόπου. Ήθελον να ριφθώ μεταξύ του κ. -Λετουρνέρ και των δημίων του, αλλά δεν δύναμαι! - -Την στιγμήν ταύτην ο κ. Λετουρνέρ ίσταται όρθιος, απωθήσας τους -ναύτας οίτινες εξέσχισαν μέρος των ενδυμάτων του. Οι ώμοι του -είνε γυμνοί. - -«Μίαν στιγμήν, λέγει προς αυτούς μετά τόνου φωνής, εν ώ -αισθανόμεθα ζωηρότητα ακαταδάμαστον. Μίαν στιγμήν! Δεν -προτίθεμαι να σας κλέψω την μερίδα σας. Αλλά δεν θα με -καταβροχθίσετε ολόκληρον σήμερον, υποθέτω!» - -Οι ναύται ίστανται, και κατάπληκτοι βλέπουσι και ακούουσιν. Ο -δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί: - -«Είσθε δέκα. Δεν σας εξαρκούν αι δύο μου χείρες; Κόψατέ τας, -και αύριον έχετε το υπόλοιπον! . . . - -Και ταύτα λέγων, εκτείνει τας δύο χείρας του γυμνάς . . . - -«Ναι!» ανακράζει ο διά φωνής φοβεράς ο ξυλουργός Δαούλας. - -Και ταχύς ως ο νους, υψώνει τον πέλεκυν. - -Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηδυνήθη να βλέπη περισσότερον, ουχ -ήττον δε και εγώ. Η σφαγή αύτη δεν θα εκτελεσθή, ζώντων ημών. -Και ο μεν πλοίαρχος ερρίφθη εις μέσον των ναυτών, ίνα αποσπάση -απ' αυτών το θύμα των, και εγώ ώρμησα εις την συμπλοκήν . . . -αλλ' ότε έφθασα εις την πρώραν της σχεδίας, με απώθησε τις των -ναυτών μετά σφοδρότητος και έπεσα εις την θάλασσαν . . . - -Κλείω το στόμα θέλων να αποθάνω πνιγόμενος. Αλλ' ο πνιγμός είνε -ανώτερος της θελήσεώς μου, τα χείλη μου ανοίγουσι και βρόχθοι -τινές ύδατος εισδύουσι.» - -Ύψιστε θεέ! Το ύδωρ είνε γλυκύ! - - -ΝΣΤ' - - - - — _Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου_. — Έπιον! έπιον! Αναγεννώμαι! -Αίφνης αναζωογονούμαι! Δεν θέλω πλέον να αποθάνω! - -Κραυγάζω και αι κραυγαί μου ακούονται. Επιφαίνεται ο Ροβέρτος -Κόρτις επί του χείλους της σχεδίας, μοι ρίπτει σχοινίον, όπερ η -χειρ μου δράττει. Αναρριχώμαι και καταπίπτω επί του -κρηπιδώματος. - -Αι πρώται μου δε λέξεις είνε: - -«Νερόν γλυκύ! - - — Γλυκύ νερόν! αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις. Λοιπόν η γη είνε -εδώ πλησίον!» - -Είνε έτι καιρός! Ο φόνος δεν εξετελέσθη! Το θύμα δεν εσφάγη! Ο -Ροβέρτος Κόρτις και ο Ανδρέας είχον παλαίση κατά των -καννιβάλων, αλλά καθ' ήν στιγμήν έμελλον να καταβληθώσι και -αυτοί, ηκούσθη η κραυγή μου. - -Ο αγών καταπαύει. Επαναλαμβάνω τας λέξεις: νερόν γλυκύ! και -κύψας έξω της σχεδίας πίνω απλήστως διά μεγάλων βρόχθων. - -Η Μις Χέρμπυ πρώτη με μιμείται. Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, -οι άλλοι ορμώσι προς την ζείδωρον [103] ταύτην πηγήν. Πας τις -ποιεί το αυτό. Τα προ μικρού ανήμερα θηρία υψούσι τας χείρας -προς τον ουρανόν, τινές δε σταυροκοπούνται ανακράζοντες ότι -θαύμα εγένετο. Πας τις κλίνει το γόνυ επί του χείλους της -σχεδίας, και πίνει μετ' αγαλλιάσεως. Η έκστασις διαδέχεται την -δεινήν μανίαν! - -Ο Ανδρέας και ο πατήρ του τελευταίοι μιμούνται ημάς. - -«Αλλά πού είμεθα; αναφωνώ. - - — Ολιγώτερον των είκοσι μιλίων απέχομεν της γης, αποκρίνεται ο -Ροβέρτος Κόρτις.» - -Πάντες παρατηρούμεν αυτόν. Ο πλοίαρχος παραφρονεί; Ουδεμία -ακτίς φαίνεται που, η δε σχεδία διατελεί κατέχουσα το κέντρον -του υγρού τούτου κύκλου! - -Και όμως το ύδωρ είνε γλυκύ! Από πότε δε είνε; Αδιάφορον! Αι -αισθήσεις δεν μας ηπάτησαν και η δίψα ημών κατεσιγάσθη. - -«Μάλιστα, η γη είνε αόρατος, αλλ' είνε εκεί! λέγει ο πλοίαρχος -εκτείνων την χείρα προς Ζέφυρον (Δ). - - — Ποία γη; ερωτά ο αρχιναύτης. - - — Της Αμερικής, η γη όπου ρέει ο Αμαζόνειος ποταμός, ο μόνος -έχων ρεύμα αρκούντως ισχυρόν, ώστε γλυκαίνει να ύδατα του -Ωκεανού μέχρι είκοσι μιλίων από των εκβολών του!» - - - -ΝΖ' - - - - — _Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις προδήλως -έχει δίκαιον. Η εκβολή αύτη του Αμαζονείου ποταμού, ού το ποσόν -είνε διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες μέτρων κυβικών την ώραν, ό -έστι τρισχιλιάκις μείζον του ποταμού των Παρισίων Σηκουάνα, -είνε το μόνον μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού, ένθα ηδυνήθημεν να -εύρωμεν ύδωρ γλυκύ. Η γη είνε εκεί που, το αισθανόμεθα! Ο -άνεμος φέρει ημάς εκεί! - -Την στιγμήν ταύτην η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον -ουρανόν, και προς την δέησιν αυτής αναμιγνύομεν τας ημετέρας. - -Ο Ανδρέας Λετουρνέρ είνε εν ταις αγκάλαις του πατρός του, εν τη -πρύμνη της σχεδίας, ημείς δε οι λοιποί πάντες εν τη πρώρα -παρατηρούμεν τον ορίζοντα τον προς Ζέφυρον (Δ) . . . - -Μετά μίαν ώραν ο Ροβέρτος Κόρτις αναφωνεί: - -«Γη!» - -Το ημερολόγιον εν ώ εσημείωσα τας καθημερινάς ταύτας σημειώσεις -συνετελέσθη. Η διάσωσις ημών εγένετο εντός ολίγων ωρών, θα -διηγηθώ δε αυτήν εν ολίγοις. - -Η σχεδία περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας συνηντήθη κατά την -άκραν Μαγκουρή επί της νήσου Μαραχώ. Ελεήμονες αλιείς -περιέθαλψαν και εζωογόνησαν ημάς, έπειτα δε ωδήγησαν εις Παρά, -ένθα ετύχομεν περιθάλψεων ενθερμοτάτων και συγκινητικωτάτων. - -Η σχεδία επροσγείωσεν εν 0° 12' βορείου πλάτους. Ερρίφθη λοιπόν -δεκαπέντε τουλάχιστον μοίρας προς Λίβα (ΝΔ), αφ' ής ημέρας -κατελίπομεν το πλοίον. Λέγω δε «τουλάχιστον», διότι είνε -πρόδηλον ότι εδέησε να κατέλθωμεν μάλλον προς Νότον. -Κατεπλεύσαμεν δε εις την εκβολήν του Αμαζονείου ποταμού, διότι -το ρεύμα του Γελφ-στρημ παρέλαβε την σχεδίαν και κατήγαγεν -αυτήν εκεί. Άνευ δε της συντυχίας ταύτης η απώλεια ημών ήτο -άφευκτος. - -Εκ των δύο και τριάκοντα επιβιβασθέντων εν Κάρλεστον, τούτ' -έστι εννέα επιβατών και είκοσι τριών ναυτών, υπελιπόμεθα πέντε -μόνον επιβάται και έξ ναυτικοί, — εν όλω ένδεκα. Οι μόνοι -επιζήσαντες εκ των του _Σάνσελλορ_. Πρακτικόν της διασώσεως -συνετάχθη υπό των Βρασιλιανών αρχών. - -Υπέγραψαν δε: Μις Χέρμπυ, I. Ρ. Κάζαλλον, Λετουρνέρ πατήρ, -Ανδρέας Λετουρνέρ, Φάλστεν, αρχιναύτης, Δαούλας, Βάρκε, -Φλαίπολ, Σάνδον και τελευταίον Ροβέρτος Κόρτις πλοίαρχος. - -Οφείλω δε να προσθέσω ότι εν Παρά πάραυτα προσηνέχθησαν ημίν τα -μέσα της εις την πατρίδα επανόδου. Πλοίον τι εκόμισεν ημάς εις -Καϋένην και θα συναντήσωμεν την υπερατλάντειον Γαλλικήν γραμμήν -του Άσπινβαλ ής το ατμόπλοιον _Πόλις της Σαιννχζαίρης_ θα -καταγάγη ημάς εις Ευρώπην. - -Και νυν μετά τοσαύτας δοκιμασίας άς από κοινού υπέστημεν, μετά -τοσούτους κινδύνους, ούς εκ θαύματος, ούτως ειπείν, διεφύγομεν, -δεν είνε φυσικόν να συνδέη αδιάρρηκτος φιλία τους επιβάτας του -_Σάνσελλορ_; Εν οία δήποτε περιστάσει, όπου δήποτε μακράν η -τύχη παρασύρη αυτούς, δεν είνε βέβαιον ότι ουδέποτι θα -λησμονήσωσιν αλλήλους; Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε και θα διατελή -αείποτε ών φίλος των εν δυστυχία εταίρων αυτού. - -Η δε μις Χέρμπυ ήθελε να αποσυρθή των εγκοσμίων, και να -αφιερώση τον βίον της εις την περίθαλψιν των πασχόντων. - -«Αλλά και ο υιός μου δεν είνε πάσχων! . .» είπε προς αυτήν ο κ. -Λετουρνέρ. - -Και η μις Χέρμπυ έχει νυν πατέρα μεν τον κ. Λετουρνέρ, αδελφόν -δε τον υιόν αυτού Ανδρέαν. — Λέγω δε αδελφόν, αλλ' εντός -ολίγου, εν τη νέα αυτής οικογενεία, η ισχυρά αύτη νεάνις θα -εύρη την ευδαιμονίαν, ής είνε αξία, όπερ και ημείς ευχόμεθα -αυτή εξ όλης της καρδίας. - - - -Τ Ε Λ Ο Σ - - - - -ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ - -ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ - -ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ - -Έκδοσις καλλιτεχνική εις μέγα 8ον - -Κατά μετάφρασιν - -Π. I. ΦΕΡΜΠΟΥ - -Καθηγητού - -Ρωβύρος ο κατακτητής μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6 - -Ο _Σάνσελλορ_ μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6 - -Σχολή των Ροβινσώνων ή νήσος επί του Ειρην. Ωκεανού μετ' -εικόνων 51 τιμάται Δρ 6 - -Ο Λαχνός ή ο αριθμός 9672 μετ' εικόνων 42 τιμάται Δρ 6 - -Μεσημβρινός Αστήρ ή χώρα των αδαμάντων μετ' εικόνων 63 τιμάται -Δρ 7 - -_____ - -Λεζάντες εικόνων - -Η πνοή του Βορρά ωθεί τον _Σάνσελλορ_ . . . (σελ. 1) -ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΚΟΡΤΙΣ, ο δεύτερος πλοίαρχος. -Οι επιβάται του _Σάνσελλορ_. -Ο Σάνσελορ και τα φύκη. (σελ. 18.) -Πυρκαϊά, κύριε Κάζαλλον.·!...» (σελ. 25) -Οι ναύται διέκριναν ελαφρόν καπνόν (σελ. 27) -Κατελήφθη υπό σπασμωδικού φόβου (σελ. 34) -Τρέχει κράζων: «Πυρκαϊά!» (σελ. 36) -Γλώσσα πυρός μακρά! . . (σελ. 44) -«Το πικρικόν! το πικρικόν!» (σελ. 46) -Διακρίνομεν όμιλον μαύρον . . . (σελ. 51) -Άνθρωπος φαίνεται κρεμάμενος.....(σελ. 53.) -Παρασκευάζουσιν επί του επιστέγου κατασκήνωσιν (σελ. 56) -Το νησύδριον τούτο. . . (σελ. 58) -Το ιχνογράφημα του Ανδρέου. -Οι ναυαγοί αλιεύοντες . . . -Επιστατούντος του Φάλστεν, οι ναύται . . . -Εγένετο η έκρηξις -«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου . .» -Αλλ' αίφνης ο καταποντισμός αναστέλλεται . . . . -Μόνος, γέρων ναυτικός . . . -Μοι φαίνεται ότι διακρίνω μέλαν σημείον. -«Νά, και ένα πτώμα! . .» είπεν ο Όουεν. -Μάτην έτεινον τας χείρας προς ημάς . . . -Η σχεδία ουριοδρομεί . . . -Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! -«Καταιγίς! καταιγίς!» -Μ' εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος . . . -Κατά παν τέταρτον εμβρέχει τα χείλη του. . . -«Κτυπάτε τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν . . . -Ο Ροβέρτος Κόρης καταφέρει τον πέλεκυν . . . -Δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης -Ο Όουεν εις την θάλασσαν. -«Πλοίον! πλοίον!» -Η κεφαλή τον ζώου αναδύεται. -Κατακείμεθα ύπτιοι και πίνομεν . . . -Παρατηρώ εις το φως της σελήνης. -Είνε σώμα απηγχονισμένου. -Έπειτα ορμά και πίπτει εις την θάλασσαν. -Ακτίνες ζωηραί διαπερώσι την ομίχλην. -«Φίλοι μου! περιμένετε μίαν ημέραν; . . .» -Και πίνομεν, πίνομεν, πίνομεν! -Η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον Ουρανόν. - -_____ - - -1] Τρίστηλο: με τρία κατάρτια. - -2] Γόμφος: καρφί. Αν ξύλινος, ο γόμφος λέγεται καβίλια. - -3] Επίδρομος ή μετζάνα: Το τελευταίο κατάρτι του πλοίου, δηλαδή -αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στην πρύμνη. - -4] Εξαρτία: Τα σκοινιά και τα κατάρτια και γενικά καθετί άλλο -που χρησιμοποιείται στο χειρισμό των ιστίων ενός ιστιοφόρου -πλοίου, τα άρμενα, η αρμποραδούρα, κοινά αρματωσιά. - -5] Ίσαλος γραμμή: Η γραμμή που χαράζεται στις πλευρές του -πλοίου, συνήθως στο ύψος όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια -της θάλασσας — Το ίχνος της γραμμής που αφήνει η θάλασσα στα -πλευρά του ακίνητου σκάφους. - -6] Επίμηλο: Η γαλέτα — ξύλινος δίσκος στην κορφή των καταρτιών -και του ιστού της σημαίας. - -7] Άβαξ - Το σανίδωμα που αποτελεί την πρύμνη του πλοίου και -είναι κάθετο σχεδόν προς την θάλασσα. - -8] Ναυφθορία: Ναυάγιο, βλάβη πλοίου. - -9] Τρίχαπτο: Είδος δαντέλλας. - -10] Παρακύλισμα ή μπότζι: Κίνηση του σκάφους αριστερά-δεξιά. - -11] Προνευστασμός ή σκαμπανέβασμα: Κίνηση του σκάφους πάνω- -κάτω. - -12] Πολιός: ασπρομάλλης, λευκός ή ψαρός. - -13] Επίστεγο (κάσσαρο): Στα παλαιά ιστιοφόρα, υπερυψωμένο μέρος -του καταστρώματος μεταξύ του ψηλότερου σημείου τους πρύμνης και -του ιστού της μαΐστρας (που βρίσκεται στο κέντρο του πλοίου) -στο οποίο τοποθετούνταν κατά κανόνα οι κοιτώνες των -αξιωματικών. - -14] Ευεκτικός: έχων ευεξία. - -15] Βρενθύομαι: Υπερηφανεύομαι, κορδώνομαι. - -16] Τεώς: Παγώνι. - -17] Φυξίκεντρος: Φυγόκεντρος. Ο όρος προτάθηκε από τον -Κωνσταντίνο Ασώπιο (1843) και επικράτησε. Ο όρος φυξίκεντρος -που προτάθηκε από τον Ηρακλή Μητσόπουλο (1845) δεν επικράτησε. - -18] Γιγγλυμωτό: Αρθρωτό, με αρθρώσεις. - -19] Γελφ Στρημ: Gulf Stream. - -20] Δόλωνας ή γάμπια: Τετράγωνο πανί που δένεται στον ιστό της -μαΐστρας πάνω από τη μαΐστρα. Από αυτό παίρνει το όνομα του ο -άξονας ή το κομμάτι του σύνθετου καταρτιού που το συγκρατεί -(ιστός γάμπιας ή δόλωνα). - -21] Ακάτιος ιστός: Ο πλωριός ιστός, ο πρώτος από την πλώρη. Ο -κοντινότερος προς την πλώρη ιστός πάνω στον οποίο στηρίζεται το -ακάτιο ιστίο. Στα μεγάλα ιστιοφόρα ονομάζεται και Τουρκέτο η -Τρίγκος. - -22] Αντιμονή: (Πλέω εν αντιμονή) ελαττώνω την ταχύτητα του -πλοίου, για την αποφυγή ζημιών από την τρικυμία: για να γίνει -αυτό, το πλοίο πρέπει να στραφεί προς την κατεύθυνση του -ανέμου, «πλέοντας την εγγυτάτη» ,και να μειώσει τα ιστία μόνο -στα χαμηλά πανιά (ιστία θυέλλης). - -23] Οιακιστής: Πηδαλιούχος, πιλότος. - -24] Επιστήλιο: α. Τετράγωνο πανί δεμένο επάνω από αυτό του -τρίγκου και β. το μικρό κατάρτι που αντιστοιχεί σε αυτό. - -25) Περί τα 30 μέτρα το δευτερόλεπτον. - -26] Πρότονας: Οι ανάδρομοι κι οι πρότονοι είναι σκοινιά που -στερεώνουν τα επιστήλια των ιστών, κοινώς τα στράλια. - -27] Ανακωχεύω: Έχω τα πανιά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η λέμβος να -μην προχωρεί αλλά μόνον να εκπίπτει. Ο χειρισμός λέγεται -ανακωχή και τον χρησιμοποιούμε όταν πχ θέλουμε να -περισυλλέξουμε ναυαγό. - -28] Τρόπις: Η Τρόπιδα ή καρένα ή καρίνα (keel) ονομάζεται το -κατώτερο τμήμα του πλοίου που εκτείνεται σε όλο το μήκος του. - -29] Εύδιος: α. για καιρό, αίθριος, γαλήνιος, που δεν έχει -σύννεφα β. (μτφ.) για τη ζωή ή την ψυχή κάποιου προσώπου -ήσυχος, ειρηνικός. - -30] Φώσωνας (ή παπαφίγκος): Τετράγωνο ιστίο που ξεδιπλωνόταν -πάνω από τον τρίγκο και από το αντίστοιχο επιστήλιο. - -31] (των αμπαριών μάλλον) - -32] Καθέκτης: Μπουκαπόρτα, πόρτα καταπακτής, αμπαριού. - -33] Ημίβρωτος: μισοφαγωμένος. - -34] Ημιολία: Τύπος ιστιοφόρου πλοίου. Οι Άγγλοι και οι -Αμερικανοί τον τύπο αυτό τον ονομάζουν "σκούνερ", εμείς από -παλαιότερα "γολέτα" ή "σκούνα" ή "γολετόβρικο" ή "μυοπάρωνα". - -35] Παραφωτίδα: Φινιστρίνι. - -36] Οσημέραι: Από μέρα σε μέρα. - -37] Οιακοστρόφιο: Τιμόνι. - -38] Οίακας: Πηδάλιο. - -39] Διατοιχισμός: Η Διατοίχιση ή διατοιχισμός, κοινώς «μπότζι» -(λέγεται ακόμη και «σάλος»), αφορά μορφή ταλάντωσης του πλοίου -κατά τον εγκάρσιο άξονα, δηλαδή οι κλίσεις δεξιά και αριστερά -που παίρνει το πλοίο «εξ υπαμοιβής» (= διαδοχικά), είτε «εν -πλω» (όταν κινείται), είτε «εν όρμω» (αγκυροβολημένο). Αιτία -της είναι είτε ο υφιστάμενος πλάγιος κυματισμός (κατάσταση -θαλάσσης), είτε κυματισμός από το φαινόμενο της αποθαλασσίας, -είτε και από άλλο παράγοντα όπως από κυματισμό που προκάλεσε -διερχόμενο άλλο πλοίο. - -40] Σίπαρος ή Κουντρίνι: Ελαφρό τετράγωνο ιστίο που βρίσκεται -πάνω από τον παπαφίγκο . Χρησιμοποιείται όταν ο άνεμος είναι -ασθενής ή μέτριος. - -41] Παρίστιο ή Κουρτελάτσα: Βοηθητικό πανί με τραπεζοειδές -σχήμα, το οποίο τοποθετείται στην άκρη κάθε αντένας για να -γίνει εκμετάλλευση λιγοστού αέρα. - -42] Εφόλκιο: το σύνολο των επί του πλοίου μεταφερομένων λέμβων. - -43] Σύσπαστο: α. Στη ναυτική τέχνη διάταση ή "διάταμα" (κοινώς -ξεθύμασμα, ή βγάλσιμο του σχοινιού) ονομάζεται το τέντωμα που -επιβάλλεται να γίνει στα καινούργια σχοινιά μόλις παραληφθούν -στο πλοίο. Τα σχοινιά εκτείνονται με σύσπαστα δια του βαρούλκου -προκειμένου έτσι ν΄ αποκτήσουν σταθερό και μη αυξομειούμενο -μήκος. Ιδιαίτερα παλαιότερα στα ιστιοφόρα αν δεν γινόταν αυτή η -εργασία και χρησιμοποιούνταν τα σχοινιά ως πρότονοι, παράτονοι -ή επίτονοι των επιστηλίων τότε επιμηκύνονταν με κίνδυνο τα -επιστήλια να κοπούν. β. Επίσης, τα σύσπαστα και τα πολύσπαστα -είναι συνδυασμός δύο τροχίλων που συνδέονται με σχοινί ή -συρματόσχοινο και χρησιμοποιούνται για την ανύψωση μικρών ή -μεγάλων βαρών αντίστοιχα. - -44] Ευτυχώς πάνυ: Πάνυ-»υπερθετικό -» Πολύ ευτυχώς. - -45] Δες σημείωση 22 - -46] Διπυρίτης: (άρτος) Ψωμί που ψήθηκε δύο φορές για να -διατηρηθεί περισσότερο, παξιμάδι, γαλέτα. - -47] Επωτίδα: (καπόνια, davits) είναι μέρος του εξαρτισμού των -σωσιβίων λέμβων και χρησιμεύουν για την καθαίρεση και την -ανακρέμασή τους. - -48] Φαλαινίδα (ή Φαλαινίς) ή Κέλης (ή Κέλητας): Πρόκειται για -ελαφρού τύπου λέμβου στενής και μακράς για χρήση ναυάρχου, -κυβερνήτη ή επιτελείου. - -49] Επίτονοι: Ξάρτια των επιστήλιων. - -50] Θωράκιο (Κόφα ή θωράκιο ιστού): Ξύλινη πλατφόρμα, αρχικά -κυκλική και στη συνέχεια ημικυκλική, τοποθετημένη σχεδόν στην -κορυφή των ψηλότερων αξόνων των ιστιοφόρων, υποβασταζόμενη από -πλάγιες και εγκάρσιες ράβδους, ώστε να συμβάλλει στη συνολική -αντοχή των ιστών, παρέχοντας το απαραίτητο έρεισμα στα ξάρτια -των ανώτερων ιστών (επιστηλίων). - -51] Τροπός: Λουρί που δένει χαλαρά το κουπί πάνω στον σκαρμό -της βάρκας. - -52] Λιγνυώδης: καπνώδης, σκουρόχρωμος. - -53] Κορώνη: Πρύμνη. - -54] Δυοίν δε θάτερον: Ποιο από τα δύο είναι καλλίτερο; - -55] Βρόμος: ο θόρυβος του κεραυνού, της φωτιάς, του ανέμου, -δυνατή κραυγή ή ούρλιασμα, κτλ. - -56] Ρηγμίν: αιγιαλός, το κύμα που χτυπά το γιαλό, η γραμμή του -κύματος, η θάλασσα. - -57] ήττον: λιγότερο. - -58] Ωρική Γωνία: Η γωνία που περιλαμβάνεται μεταξύ του -μεσημβρινού ενός τόπου επί της Γης (που προεκτεινόμενος -σχηματίζει τον ουράνιο μεσημβρινό του τόπου) και του ωρικού -κύκλου ενός αστέρος, ή η γωνία μεταξύ ενός ουράνιου μεσημβρινού -τόπου (Γης) και του ωρικού κύκλου αστέρος. Έτσι μεταξύ των δύο -αυτών μεσημβρινών σχηματίζεται μία γωνία η οποία και καθορίζει -ανά πάσα στιγμή τη σχετική θέση τη γήινης και της ουράνιας -σφαίρας. - -59] Επηγκενίδες (Μαδέρια): Τα μαδέρια του εξωτερικού -περιβλήματος. - -60] Τρόχιλος: (μακαράς, μπαστέκα block) Μηχανική κατασκευή που -χρησιμοποιείται για την μετακίνηση βαρών. Λειτουργεί ως απλό -είδος μοχλού. - -61] Ερματισμός: Η πρόσθεσις βάρους στο κύτος σκάφους για την -εξασφάλιση μεγαλύτερης σταθερότητας κατά την πλεύση. - -62] Η στείρα (Κοράκι) Το πάνω άκρο, της καρίνας στην πλώρη, ή -καλύτερα η κατακόρυφη προέκταση της καρίνας στην πλώρη. - -63] Κατακλείς -είδος: μηχανισμός κλεισίματος ή ασφάλισης -πορτών. - -64] Ουριοδρομία (πρίμα): Η πλεύση κατά την οποία δεχόμαστε τον -άνεμο από την πρύμνη. - -65] Προνευτάζει: Δες προνευστασμός 11. - -66] Επάρτης: α. όργανο που χρησιμεύει για την ανύψωση βαρών β. -(ναυτ.) σκοινί που περνά από τροχίλο και χρησιμοποιείται για -την ανύψωση μετρίων βαρών, κοινά μαραβίλια. - -67] Κάρωσις: Υπνηλία, νάρκωση, λήθαργος. - -68] Πείσμα: Σκοινί με το οποίο δένουν το πλοίο στην ακτή, -κάβος, παλαμάρι. - -69] Ταριχηρής: Παστός. - -70] Διπύρων: δες Διπυρίτης 44 . - -71] Αυτόχρημα: Πραγματικά, είναι το ίδιο πράγμα με, εξισούται -με. - -72] Πρόβολος ή Μπομπρέσο: Κατάρτι πολύ επικλινές ή οριζόντιο, -στην ίδια κατεύθυνση του επιμήκη άξονα του σκάφους και εξέχει -από την πλώρη των ιστιοφόρων. Πάνω του στηρίζεται και -προεκτείνεται το μπαστούνι των φλόκων. - -73] Δυσήνιος: Αδάμαστος. - -74] Δαψιλώς: Άφθονα, πλουσιοπάροχα - -75] Διάδετον -» Διαδέτης: σχοινί με το οποίο προσδένονται -μεταξύ τους τα άκρα άλλων σχοινιών - -76] Υποπτερνίς (Σκάντζα): Χοντρό ξύλο καρφωμένο πάνω στο -εσωτρόπι. Φέρει εγκοπή όπου εφαρμόζει ο ιστός της λέμβου όταν -την αρματώνουμε για ιστιοπλοΐα. - -77] Κόρος: μονάδα χωρητικότητας ή όγκου, με τον οποίο μετράται -η ικανότητα του πλοίου να δέχεται φορτίο και επιβάτες. Ο κόρος -ισοδυναμεί με χώρο 100 αγγλικών κυβικών ποδιών ή με 2,83 κυβικά -μέτρα. - -78] Βρανδεβίνο (Μπράντεβιν): Είδος ποτού - -79] Ορμιά: το σκοινί στο οποίο δένουν το αγκίστρι - -80] Σφηκίσκος: Μακρύ κομμάτι ξύλου - -81] Ολκός: Χαρακιά, αυλακιά, συρμή - -82] Δρύφακτο: Είδος ξύλινου παραπέτου. Παλαιότερα κατά μήκος -του δρύφακτου τοποθετούνταν οι ασπίδες, ενώ αργότερα το σημείο -αυτό ήταν ο χώρος για τους μπράντες των ναυτικών και αποτελούσε -προστατευτικό κάλυμμα για την ώρα της μάχης. - -83] Παραβόλως: αναπάντεχα, ξαφνικά - -84] Ακηδής: αμέριμνος, αμελής, αδιάφορος - -85] Υπόπυρρα: Κοκκινωπά - -86] Τα εχμάτια: Αυτά που στερεώνουν. - -87] Εξ υπαμοιβής: Εκ περιτροπής - -88] Λιπαρέω-ώ: Παρακαλώ έντονα, ικετεύω, επιμένω - -89) Θερμομέτρου του Φαρενάιτ, ού 104 Βαθμοί ισοδυναμούσι προς -40 του εκατονταβάθμου (Κελσίου). - -90] Ιστιοδρομία: Αγώνας ταχύτητας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων, η -πορεία ιστιοφόρου σκάφους - -91] Πλαγιοδρομώ — Πλαγιοδρομία: Η πλεύση κατά την οποία -δεχόμαστε τον άνεμο κατ’ ευθείαν στο πλευρό του σκάφους μας σε -γωνία από 75 μέχρι 105 μοίρες με την γραμμή της πλώρης μας. - -92] Προσηνεμώ: Είμαι στραμμένος προς τα εκεί όπου φυσά ο -άνεμος. - -93] Αριστερήνεμον: το σκάφος που δέχεται ως προς τα πανιά του -τον άνεμο από την αριστερή όψη, βλέποντας, από την πρύμνη προς -την πλώρη. Σύμφωνα με τους κανόνες αποφυγής συγκρούσεων, το -αριστερήνεμο σκάφος προστατεύει-φυλάσσει πάντοτε το δεξήνεμο. - -94] Φορός: Ευνοϊκός - -95] Ο πάρων (Βίκιον-Μπρίκι): Από το αγγλικό brig. Ιστορικό -ιστιοφόρο του 18ου-19ου αιώνα με πολλές παρεμβάσεις των -ναυτικών μας στην ελληνική εκδοχή του. Έφερε στην πλώρη του -πρόβολο (μπαστούνι) με τρεις φλόκους. Επίσης έφερε δύο ιστούς, -του ακατίου (δηλ. του πρώτου από την πλώρη) και της μεγίστης -(δηλ. του δεύτερου από την πλώρη), με τετράγωνα πανιά -(σταύρωσες). - -96] Το περιώμιον: Λεπτό και χωρίς μανίκια πανωφόρι που καλύπτει -τους ώμους και την πλάτη, μπέρτα - -97] Ποδίσκος (Μπάνιο): Η κάτω πρωραία γωνία κάθε ιστίου -(πανιού), είτε τριγωνικού είτε τραπεζοειδούς. - -98] Σπλήνιον: Κομπρέσσα - -99] Τλήμων: Δυστυχισμένος - -100] Κατεσκληκώς: λιγνός, λεπτός, λειπόσαρκος. - -101] Απειρηκώς: Εξασθενημένος - -102] Ασμένως: Με μεγάλη χαρά, ευχαρίστως. - -103] Ζείδωρος: Αυτός που δίνει ζωή, ζωογόνος - - - - - - - - -End of the Project Gutenberg EBook of The Chancellor, by Jules Verne - -*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE CHANCELLOR *** - -***** This file should be named 40296-0.txt or 40296-0.zip ***** -This and all associated files of various formats will be found in: - http://www.gutenberg.org/4/0/2/9/40296/ - -Produced by Sophia Canoni - -Updated editions will replace the previous one--the old editions -will be renamed. - -Creating the works from public domain print editions means that no -one owns a United States copyright in these works, so the Foundation -(and you!) can copy and distribute it in the United States without -permission and without paying copyright royalties. Special rules, -set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to -copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to -protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project -Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you -charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you -do not charge anything for copies of this eBook, complying with the -rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose -such as creation of derivative works, reports, performances and -research. They may be modified and printed and given away--you may do -practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is -subject to the trademark license, especially commercial -redistribution. - - - -*** START: FULL LICENSE *** - -THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE -PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK - -To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free -distribution of electronic works, by using or distributing this work -(or any other work associated in any way with the phrase "Project -Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project -Gutenberg-tm License (available with this file or online at -http://gutenberg.org/license). - - -Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm -electronic works - -1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm -electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to -and accept all the terms of this license and intellectual property -(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all -the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy -all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. -If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project -Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the -terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or -entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. - -1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be -used on or associated in any way with an electronic work by people who -agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few -things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works -even without complying with the full terms of this agreement. See -paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project -Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement -and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic -works. See paragraph 1.E below. - -1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" -or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project -Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the -collection are in the public domain in the United States. If an -individual work is in the public domain in the United States and you are -located in the United States, we do not claim a right to prevent you from -copying, distributing, performing, displaying or creating derivative -works based on the work as long as all references to Project Gutenberg -are removed. Of course, we hope that you will support the Project -Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by -freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of -this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with -the work. You can easily comply with the terms of this agreement by -keeping this work in the same format with its attached full Project -Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. - -1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern -what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in -a constant state of change. If you are outside the United States, check -the laws of your country in addition to the terms of this agreement -before downloading, copying, displaying, performing, distributing or -creating derivative works based on this work or any other Project -Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning -the copyright status of any work in any country outside the United -States. - -1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: - -1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate -access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently -whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the -phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project -Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, -copied or distributed: - -This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with -almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or -re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included -with this eBook or online at www.gutenberg.org/license - -1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived -from the public domain (does not contain a notice indicating that it is -posted with permission of the copyright holder), the work can be copied -and distributed to anyone in the United States without paying any fees -or charges. If you are redistributing or providing access to a work -with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the -work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 -through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the -Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or -1.E.9. - -1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted -with the permission of the copyright holder, your use and distribution -must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional -terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked -to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the -permission of the copyright holder found at the beginning of this work. - -1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm -License terms from this work, or any files containing a part of this -work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. - -1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this -electronic work, or any part of this electronic work, without -prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with -active links or immediate access to the full terms of the Project -Gutenberg-tm License. - -1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, -compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any -word processing or hypertext form. However, if you provide access to or -distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than -"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version -posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), -you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a -copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon -request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other -form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm -License as specified in paragraph 1.E.1. - -1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, -performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works -unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. - -1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing -access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided -that - -- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from - the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method - you already use to calculate your applicable taxes. The fee is - owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he - has agreed to donate royalties under this paragraph to the - Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments - must be paid within 60 days following each date on which you - prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax - returns. Royalty payments should be clearly marked as such and - sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the - address specified in Section 4, "Information about donations to - the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." - -- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies - you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he - does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm - License. You must require such a user to return or - destroy all copies of the works possessed in a physical medium - and discontinue all use of and all access to other copies of - Project Gutenberg-tm works. - -- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any - money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the - electronic work is discovered and reported to you within 90 days - of receipt of the work. - -- You comply with all other terms of this agreement for free - distribution of Project Gutenberg-tm works. - -1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm -electronic work or group of works on different terms than are set -forth in this agreement, you must obtain permission in writing from -both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael -Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the -Foundation as set forth in Section 3 below. - -1.F. - -1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable -effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread -public domain works in creating the Project Gutenberg-tm -collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic -works, and the medium on which they may be stored, may contain -"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or -corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual -property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a -computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by -your equipment. - -1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right -of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project -Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project -Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project -Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all -liability to you for damages, costs and expenses, including legal -fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT -LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE -PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE -TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE -LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR -INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH -DAMAGE. - -1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a -defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can -receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a -written explanation to the person you received the work from. If you -received the work on a physical medium, you must return the medium with -your written explanation. The person or entity that provided you with -the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a -refund. If you received the work electronically, the person or entity -providing it to you may choose to give you a second opportunity to -receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy -is also defective, you may demand a refund in writing without further -opportunities to fix the problem. - -1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth -in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER -WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO -WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. - -1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied -warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. -If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the -law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be -interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by -the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any -provision of this agreement shall not void the remaining provisions. - -1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the -trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone -providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance -with this agreement, and any volunteers associated with the production, -promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, -harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, -that arise directly or indirectly from any of the following which you do -or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm -work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any -Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. - - -Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm - -Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of -electronic works in formats readable by the widest variety of computers -including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists -because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from -people in all walks of life. - -Volunteers and financial support to provide volunteers with the -assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's -goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will -remain freely available for generations to come. In 2001, the Project -Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure -and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. -To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation -and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 -and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. - - -Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive -Foundation - -The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit -501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the -state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal -Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification -number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at -http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg -Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent -permitted by U.S. federal laws and your state's laws. - -The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. -Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered -throughout numerous locations. Its business office is located at -809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email -business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact -information can be found at the Foundation's web site and official -page at http://pglaf.org - -For additional contact information: - Dr. Gregory B. Newby - Chief Executive and Director - gbnewby@pglaf.org - - -Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg -Literary Archive Foundation - -Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide -spread public support and donations to carry out its mission of -increasing the number of public domain and licensed works that can be -freely distributed in machine readable form accessible by the widest -array of equipment including outdated equipment. Many small donations -($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt -status with the IRS. - -The Foundation is committed to complying with the laws regulating -charities and charitable donations in all 50 states of the United -States. Compliance requirements are not uniform and it takes a -considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up -with these requirements. We do not solicit donations in locations -where we have not received written confirmation of compliance. To -SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any -particular state visit http://pglaf.org - -While we cannot and do not solicit contributions from states where we -have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition -against accepting unsolicited donations from donors in such states who -approach us with offers to donate. - -International donations are gratefully accepted, but we cannot make -any statements concerning tax treatment of donations received from -outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. - -Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation -methods and addresses. Donations are accepted in a number of other -ways including checks, online payments and credit card donations. -To donate, please visit: http://pglaf.org/donate - - -Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic -works. - -Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm -concept of a library of electronic works that could be freely shared -with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project -Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. - - -Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed -editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. -unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily -keep eBooks in compliance with any particular paper edition. - - -Most people start at our Web site which has the main PG search facility: - - http://www.gutenberg.org - -This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, -including how to make donations to the Project Gutenberg Literary -Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to -subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
