summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/old/40296-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
authornfenwick <nfenwick@pglaf.org>2025-03-08 23:43:07 -0800
committernfenwick <nfenwick@pglaf.org>2025-03-08 23:43:07 -0800
commit0ed37a64640cbaea45a73318c159e25abdb60d0d (patch)
treed3bef5545a5e9ebf1cf182a69373df99f632938f /old/40296-0.txt
parentb0269705c28dec4ff9b84283b5921d143be52cb1 (diff)
Add files from ibiblio as of 2025-03-08 23:43:07HEADmain
Diffstat (limited to 'old/40296-0.txt')
-rw-r--r--old/40296-0.txt8693
1 files changed, 0 insertions, 8693 deletions
diff --git a/old/40296-0.txt b/old/40296-0.txt
deleted file mode 100644
index 908827d..0000000
--- a/old/40296-0.txt
+++ /dev/null
@@ -1,8693 +0,0 @@
-The Project Gutenberg EBook of The Chancellor, by Jules Verne
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org/license
-
-
-Title: The Chancellor
-
-Author: Jules Verne
-
-Translator: Panagiotis Ferbos
-
-Release Date: July 22, 2012 [EBook #40296]
-
-Language: Greek
-
-Character set encoding: UTF-8
-
-*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE CHANCELLOR ***
-
-
-
-
-Produced by Sophia Canoni
-
-
-
-
-Note: The tonic system has been changed from polytonic to
-monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
-changed. Words in italics are included in _. Footnotes have
-been converted to endnotes and are included in (). I have also
-added explanation of words in endnotes. These are included in
-[].
-
-Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό,
-κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις
-με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις
-έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε ().
-Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές
-έχουν σημειωθεί με [].
-
-
-
-
-Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ
-
-
-_____
-
-
-ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ
-
-ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ
-
-ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ
-
-ΘΗΣΕΥΣ Κ. ΛΙΒΕΡΙΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ
-
-ΕΚΤΑΚΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ
-
-
-
-
-_____
-
-
-
-
-
-ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
-
-ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
-
-ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ
-
-
-ΚΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΝ
-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ
-
-ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ
-
-ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ
-
-ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
-
-Εκδότης Θησεύς Κ. Λιβέριος
-
-1892
-
-
-
-
-
-_____
-
-
-
-
-ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
-
-
-
-
-ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΟΥ I. Ρ. ΚΑΖΑΛΛΟΝ
-
-_____
-
-Α'
-
-
-
- — Κάρλεστον. — _Τη 27 Σεπτεμβρίου 1869._ — Καταλείπομεν την
-προκυμαίαν του Πυροβολείου τη 3 μ.μ., εν τη ακμή της
-παλιρροίας, η δε άμπωτις εκφέρει ημάς ταχέως εις το πέλαγος. Ο
-πλοίαρχος Χόντλυ εκέλευσε να εκπετάσωσι τα ανώτερα ιστία και τα
-κατώτερα, η δε πνοή του Βορρά ωθεί τον _Σάνσελλορ_ ανά τον
-κολπίσκον. Μετ' ου πολύ κάμπτομεν το φρούριον Σόντερ, και
-αφίνομεν αριστερά τα μετωποβόλα πυροβολεία της παραλίας. Την
-τετάρτην ώραν το στόμιον του λιμένος, εξ ού εκφεύγει ταχύ ρεύμα
-αμπώτιδος, παρέχει δίοδον εις το πλοίον. Αλλά το πέλαγος είνε
-εισέτι μακράν· ίνα δε φθάσωμεν αυτό, οφείλομεν να
-παρακολουθήσωμεν τους στενούς πόρους, ούς το κύμα έσκαψε μεταξύ
-των όχθων της άμμου. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκπίπτει λοιπόν εις την
-ΝΔ αύλακα, κάμπτων τον φάρον της άκρας διά της αριστεράς γωνίας
-του φρουρίου Σόντερ. Τότε δε τα ιστία του _Σάνσελλορ_
-ηυθετίσθησαν προς τον άνεμον, και την 7 μ. μ. το πλοίον ημών,
-παραπλεύσαν την εσχάτην αμμώδη άκραν της παραλίας, διά μιας
-εισβάλλει εις τον Ατλαντικόν.
-
-Ο _Σάνσελλορ_, εύμορφον πλοίον τρίστηλον [1], ενεακοσίων
-τόννων, ανήκει τω πλουσίω οίκω των Αδελφών Ληρδ εκ Λιβερπούλης.
-Είνε δύο ετών, έχει επιχάλκωσιν μετά γόμφων [2] χαλκών και είνε
-ηρμολογημένον εξ αρίστης ξυλείας των Ινδιών· οι κατώτεροι αυτού
-ιστοί, πλην του επιδρόμου [3], είνε σιδηροί ως και η εξαρτία
-[4]. Το στερεόν τούτο και κομψόν σκάφος, καταγεγραμμένον εκ των
-πρώτων εν τω _Νηιγνώμονι_, εκτελεί την στιγμήν ταύτην τον
-τρίτον αυτού πλουν μεταξύ Κάρλεστον και Λιβερπούλης.
-Εξερχόμενον των πόρων του Κάρλεστον αναπεταννύει την
-βρεττανικήν σημαίαν αλλ' όμως ναυτικός τις βλέπων αυτό δεν θα
-ηδύνατο να απατηθή περί της καταγωγής του, είνε ακριβώς οποίον
-φαίνεται, τούτ' έστιν είνε Αγγλικόν από της ισάλου αυτού
-γραμμής [5] μέχρι των επιμήλων [6].
-
-Ιδού δε ο λόγος δι' όν επεβιβάσθην επί του _Σάνσελλορ_
-καταπλέοντος εις Αγγλίαν.
-
-Ουδεμία υπάρχει κατ' ευθείαν ατμοπλοϊκή γραμμή μεταξύ της
-Νοτίου Καρολίνης και του Ηνωμένου βασιλείου· ίνα δε λάβη τις
-γραμμήν υπερωκεάνειον, οφείλει είτε να ανέλθη προς βορράν των
-Ηνωμένων Πολιτειών, εις Νέαν Υόρκην, είτε να κατέλθη προς
-νότον, εις Νέαν Αυρηλίαν. Μεταξύ δε της Νέας Υόρκης και της
-παλαιάς ηπείρου υπάρχουσι πολλαί γραμμαί, Αγγλική, Γαλλική,
-Αμβουργική και μία _Σκωτία_, είς _Περέρ_, μία _Ολσατία_ θα με
-έφερον τάχιστα εις τον προς όν όρον. Μεταξύ δε Νέας Αυρηλίας
-και Ευρώπης τα ατμόπλοα της _Εθνικής ατμοπλοϊκής Εταιρείας_,
-άτινα συνεχίζουσι την υπερατλάντειον Γαλλικήν από Κολόν μέχρι
-Ασπινουάλ, εκτελούσι ταχείς πλους. Αλλά διατρέχων τας
-προκυμαίας του Κάρλεστον είδον τον _Σάνσελλορ_· Ο _Σάνσελλορ_
-μοι ήρεσε και ουκ οίδα οποίον τι ένστιγμά με ώθησεν εις το
-πλοίον τούτο, ού τινος τα πάντα ήσαν άνετα. Άλλως τε η
-ιστιοφόρος ναυτιλία όταν ευνοήται υπό τε του ανέμου και της
-θαλάσσης — ταχεία σχεδόν όσον και η ατμήρης — είνε προτιμητέα
-κατά πάντα: Αρχομένου του φθινοπώρου, υπό τα γεωγραφικά ταύτα
-πλάτη, τα νότια ήδη, ο καιρός είνε ακόμη καλός. Λοιπόν
-απεφάσισα να επιβιβασθώ επί του _Σάνσελλορ_.
-
-Καλώς εποίησα ή κακώς; Άρα γε θα μετανοήσω διά την απόφασίν
-μου; Το μέλλον θα με το διδάξη. Συντάσσω καθ' ημέραν τας
-σημειώσεις ταύτας, και καθ' ήν στιγμήν γράφω, δεν ειξεύρω
-περισσότερα των αναγινωσκόντων το ημερολόγιον τούτο, — αν ίσως
-και εύρη ποτέ αναγνώστας.
-
-
-
-Β'
-
-
-
- — _28 Σεπτεμβρίου_. — Είπον ότι ο πλοίαρχος του _Σάνσελλορ_
-επονομάζεται Χόντλυ — τα κύρια δε ονόματα αυτού Τζων Σάιλας.
-Είνε Σκώτος εκ Δούνδης, πεντηκοντούτης, φημιζόμενος ως
-επιδέξιος του Ατλαντικού γνώστης. Ανάστημα έχει μέτριον, ώμους
-στενούς, κεφαλήν μικράν και εκ συνηθείας ολίγον τι κεκλιμένην
-προς αριστερά. Δεν είμαι πρώτης τάξεως φυσιογνώμων, μοι
-φαίνεται όμως ότι δύναμαι ήδη να κρίνω τον πλοίαρχον Χόντλυ, ει
-και από τινων μόνον ωρών γινώσκω αυτόν.
-
-Ότι ο Σάιλας Χόντλυ φημίζεται ως καλός ναυτικός και ότι
-γινώσκει εντελώς το επάγγελμά του, δεν αντιλέγω· αλλ' ότι όμως
-ενυπάρχει εν τω ανθρώπω τούτω χαρακτήρ σταθερός, δραστηριότης
-φυσική τε και ηθική, ουχί! τούτο δεν είνε παραδεκτόν.
-
-Και όντως, η στάσις του πλοιάρχου Χόντλυ είνε βαρεία, το δε
-σώμα του εμφαίνει τινά ατονίαν. Είνε νωχελής, ως δηλοί το
-ασταθές του βλέμματός του, η παθητική των χειρών του κίνησις,
-και η ταλάντωσις η φέρουσα αυτόν βραδέως από του ετέρου ποδός
-εις τον έτερον. Δεν είνε, δεν δύναται να είνε ανήρ δραστήριος,
-ουδέ επίμονος, διότι οι οφθαλμοί του δεν συσπώνται, η σιαγών
-του είνε μαλακή, και αι πυγμαί του δεν έχουσι συνήθη τάσιν να
-κλείωνται. Προς δε τούτοις ανευρίσκω εν αυτώ ήθος αλλόκοτον,
-περί ού δεν δύναμαι ακόμη να εξηγηθώ, αλλά θα τον παρατηρήσω
-μετά προσοχής, ής είνε άξιος ο κυβερνήτης πλοίου, ο καλούμενος
-«ο μετά Θεόν κύριος!»
-
-Αλλ' όμως, αν μη απατώμαι, μεταξύ Θεού και Σάιλα Χόντλυ υπάρχει
-εν τω πλοίω έτερος ανήρ, όστις μου φαίνεται προωρισμένος,
-τυχούσης περιστάσεως, να καταλάβη θέσιν αξίαν λόγου. Είνε ο
-δεύτερος του _Σάνσελλορ_, όν ακόμη δεν εσπούδασα επαρκώς και
-περί ού επιφυλάσσομαι να λαλήσω βραδύτερον.
-
-Το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_ αποτελείται εκ του πλοιάρχου Χόντλυ,
-του δευτέρου Ροβέρτου Κόρτις, του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του
-αρχιναύτου και δεκατεσσάρων ναυτών, Άγγλων ή Σκώτων, τούτ'
-έστιν εκ δεκαοκτώ ναυτικών, — όσοι εξασκούσιν εις τον χειρισμόν
-πλοίου τριστήλου ενεακοσίων τόνων. Πάντες δε οι άνδρες ούτοι
-φαίνονται γινώσκοντες το έργον των. Τούτο δε μόνον δύναμαι να
-βεβαιώσω μέχρι τούδε ότι, διευθύνοντος του δευτέρου, εξετέλεσαν
-επιδεξίως τους χειρισμούς εν τοις πόροις του Κάρλεστον.
-
-Συμπληρών την απαρίθμησιν των επιβαινόντων του _Σάνσελλορ_,
-αναφέρω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ, τον μαύρον μάγειρον Γύγξτροπ,
-και παρέχω τον κατάλογον των επιβατών.
-
-Οι επιβάται είνε οκτώ τον αριθμόν και εμού συμπεριλαμβανομένου.
-Μόλις γινώσκω αυτούς, αλλ' η μονοτονία του διάπλου, τα
-συμβαίνοντα καθ' εκάστην, ο καθημερινός διαγκωνισμός ανθρώπων
-συνεσφιγμένων εν διαστήματι στενώ, η χρεία εκείνη η τοσούτον
-φυσική της ανταλλαγής ιδεών, η έμφυτος τη ανθρωπίνη καρδία
-περιεργία, πάντα ταύτα θα προσελκύσωσι μετ' ου πολύ πάντας ημάς
-προς αλλήλους, διότι μέχρι τούδε ο θόρυβος της επιβιβάσεως, η
-κατάληψις των θαλάμων, η διευθέτησις πάντων των χρειωδών εις
-ταξείδιον μέλλον να διαρκέση είκοσιν ίσως ημέρας μέχρι είκοσι
-πέντε, ασχολίαι διάφοροι, εκράτησαν ημάς απομεμακρυσμένους απ'
-αλλήλων. Χθες δε και σήμερον πάντες οι δαιτυμόνες ουδέ καν
-εφάνησαν ακόμη εις την τράπεζαν, ίσως δε τινες αυτών
-κατατρύχονται υπό της ναυτίας. Όθεν δεν τους είδον πάντας, αλλά
-γινώσκω όμως ότι μεταξύ των επιβατών συγκαταριθμούνται δύο
-κυρίαι έχουσαι τους πρυμναίους θαλάμους, ών τα παράθυρα ήσαν
-επί του άβακος [7] του πλοίου.
-
-Περί πλέον ιδού και ο κατάλογος των επιβατών απαράλλακτος ως
-τον αντέγραψα εκ του επιβατολογίου του _Σάνσελλορ_:
-
-Ο Κος και η Κα Κηρ, Αμερικανοί, εκ Βουφφάλου.
-
-Μις Χέρμπυ, Αγγλίς, ακόλουθος της Κας Κηρ.
-
-Κος Λετουρνέρ και ο υιός του Ανδρέας Λετουρνέρ, Γάλλοι, εκ
-Χάβρης.
-
-Ουίλλιαμ Φάλστεν, μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, και Τζων Ρώμπυ
-μεγαλέμπορος εκ Κάρδιφ, αμφότεροι Άγγλοι.
-
-Ι. Ρ. Κάζαλλον, εκ Λονδίνου, — ο συγγραφεύς του ημερολογίου
-τούτου.
-
-
-
-Γ'
-
-
-
- — _29 Σεπτεμβρίου_. — Η φορτωτική του πλοιάρχου Χόντλυ, τούτ'
-έστιν η πράξις η βεβαιούσα την φόρτωσιν των εμπορευμάτων επί
-του _Σάνσελλορ_ και τους όρους της μεταφοράς αυτών, έχει ώδε:
-
-
-
-ΒΡΟΝΣΦΙΛΔ ΚΑΙ ΣΑ., ΠΑΡΑΓΓΕΛΕΙΟΔΟΧΟΙ ΚΑΡΛΕΣΤΟΝ
-
-
-
-«Εγώ, Τζων Σάιλας Χόντλυ, εκ Σούνδης (Σκωτία), πλοίαρχος του
-πλοίου _Σάνσελλορ_, τόνων ενεακοσίων ή ως έγγιστα,
-ηγκυροβολημένον επί του παρόντος εν Κάρλεστον, διά να αποπλεύσω
-καιρού επιτρέποντος και με την βοήθειαν του Θεού και μέχρι προ
-της πόλεως Λιβερπούλης εκεί όπου θα εκφορτώσω, — ομολογώ ότι
-παρέλαβον εν τω ειρημένω πλοίω μου και υπό το ελεύθερον αυτού
-κατάστρωμα παρ' υμών των κκ. Βρόνσφιλδ και Σα, παραγγελειοδόχων
-εν Κάρλεστον, χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, αξίας εικοσιέξ
-χιλιάδων λιρών, σώα και εν καλή καταστάσει, επιγεγράμμένα διά
-των εν τω περιθωρείω στοιχείων και αριθμών. Ταύτα δε
-υπισχνούμαι να κομίσω καλώς έχοντα, πλην των θαλασσίων κινδύνων
-και ατυχημάτων, εις Λιβερπούλην, και εκεί να παραδώσω αυτά εις
-τους κκ. Αδελφούς Ληρδ ή εις την διαταγήν αυτών, λαμβάνων ως
-ναύλον μου το ποσόν δισχιλίων λιρών, άνευ τινός προσθήκης, κατά
-το συμφωνητικόν, προς δε τούτοις και τας ναυφθορίας [8] κατά τα
-θαλάσσια έθιμα. Προς εκπλήρωσιν δε των ανωτέρω εγγυήθην και
-εγγυώμαι προσωπικώς και διά των υπαρχόντων μου και του
-ειρημένου πλοίου μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτού.
-
-»Εις πίστωσιν τούτου υπέγραψα τρεις ομοίας φορτωτικάς, εξ ών
-της μιας των όρων εκπληρωθέντων, αι λοιπαί δύο θα είνε άκυροι.
-
-» Εγένετο εν Κάρλεστον τη 13 Σεπτεμβρίου 1850.
-
- Τ. Σ. ΧΟΝΤΛΥ»
-
-Όθεν λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κομίζει εις Λιβερπούλην χίλια
-επτακόσια δέματα βάμβακος, ών αποστολείς μεν οι Βρόνσφιλδ και
-Σα εν Κάρλεστον, παραλήπται δε οι Αδελφοί Ληρδ εκ Λιβερπούλης.
-
-Η φόρτωσις δε αύτη εγένετο μετά μεγίστης επιμελείας, διότι το
-πλοίον είχεν εξεπίτηδες ναυπηγηθή προς μεταφοράν βάμβακος. Τα
-δέματα κατέχουσιν όλον το κύτος, πλην μικρού τινος μέρους
-προωρισμένου ιδία εις τας αποσκευάς των επιβατών. Τα δέματα δε
-ταύτα, ών η συμπίεσις κατωρθώθη διά μηχανής, αποτελούσι μίαν
-μάζαν συμπαγεστάτην. Λοιπόν ουδείς τόπος του κύτους έμεινεν
-άχρηστος, — πλεονέκτημα σημαντικόν εις πλοίον δυνάμενον ούτω να
-περιλάβη όσα χωρεί εμπορεύματα.
-
-
-
-Δ'
-
-
-
- — _Από της 30 Σεπτεμβρίου μέχρι της 6 Οκτωβρίου_. — Ο
-_Σάνσελλορ_ είνε ταχύς δρομεύς, όστις παν άλλο ισομέγεθες
-πλοίον ακόπως [δεν θα] ηδύνατο να υπερβή· αφ' ότου δ' εδρόσισεν
-ο άνεμος, μακρά αύλαξ ευκρινέστατα κεχαραγμένη εκτείνεται έξω
-βολής οφθαλμών εκ της πρύμνης, ως λευκόν τρίχαπτον [9]
-ηπλωμένον επί της θαλάσσης, ως επί πεδίου κυανού.
-
-Ο Ατλαντικός Ωκεανός δεν ταράσσεται πολύ υπό των ανέμων. Ουδείς
-των εν τω πλοίω, καθ' όσον γινώσκω, ενοχλείται πλέον ούτε υπό
-του παρακυλίσματος [10] του πλοίου ούτε υπό του προνευστασμού
-[11]. Άλλως τε ουδείς των επιβατών είνε πρωτοτάξειδος, και
-πάντες έχουσι κατά το μάλλον ή ήττον εξοικειωθή προς την
-θάλασσαν. Όθεν ουδεμία θέσις κενή πέριξ της τραπέζης την ώραν
-του φαγητού.
-
-Αι των επιβατών προς αλλήλους σχέσεις άρχονται συναπτόμεναι,
-και ο επί του πλοίου βίος γίνεται ήττον μονότονος. Ο Γάλλος, κ.
-Λετουρνέρ, και εγώ συνδιαλεγόμεθα συχνάκις.
-
-Ο κ. Λετουρνέρ είνε ανήρ πεντηκοντούτης, υψηλός το ανάστημα,
-πολιός [12] την κόμην, και το γένειον μιξοπόλιος, φαίνεται δε
-πρεσβύτερος της ηλικίας του — αποτελέσματα του πολυπαθούς βίου
-του. Υπό δεινών εδοκιμάσθη θλίψεων και, προσθέτω, δοκιμάζεται
-ακόμη. Ο ανήρ ούτος φέρει προδήλως εν εαυτώ πηγήν ακένωτον
-δυσθυμίας, ως φαίνεται εκ του καταβεβλημένου πως σώματός του,
-εκ της κεφαλής της συχνότατα κεκλιμένης προς το στήθος.
-Ουδέποτε γελά, μειδιά μόλις, και μόνον προς τον υιόν του. Οι
-οφθαλμοί του είνε γλυκείς, αλλά μοι φαίνεται ότι το βλέμμα του
-διαφαίνεται διά μέσου σκέπης υγράς. Το πρόσωπόν του ενέχει τι
-μετέχον πικρίας και αγάπης, η δε καθ' όλου έκφρασις της
-φυσιογνωμίας του είνε έκφρασις προσηνείας και αγαθότητος.
-
-Θα έλεγέ τις ότι ο κ. Λετουρνέρ κατατρύχεται υπό των ελέγχων
-της συνειδήσεως, ένεκα ακουσίου τινός δυστυχήματος.
-
-Και όντως!
-
-Αλλά τις δεν θα συγκινηθή βαθύτατα μανθάνων οποίοι τινες είνε
-οι έλεγχοι ούτοι οι υπερβολικοί, βεβαίως, ών ένεκα ο «πατήρ»
-ούτος ελέγχει αυτός εαυτόν;
-
-Ο κ. Λετουρνέρ είνε μετά του υιού του Ανδρέου, νεανίου είκοσι
-περίπου ετών όψεως γλυκείας και συμπαθητικής. Είνε δε η εικών,
-ολίγον τι εσβεσμένη, του κ. Λετουρνέρ, αλλά — και αύτη είνε η
-ανίατος του πατρός του λύπη — ο Ανδρέας είνε ανάπηρος. Ο
-αριστερός αυτού πους, ελεεινώς διεστραμμένος προς τα έξω, τον
-αναγκάζει να χωλαίνη, και δεν δύναται να βαδίζη, αν μη
-στηρίζεται επί της ράβδου του.
-
-Ο πατήρ λατρεύει το παιδίον τούτο και πας τις αισθάνεται ότι
-όλος αυτού ο βίος είνε εν τη ατυχή ταύτη υπάρξει. Πάσχει διά
-την εκ γενετής ασθένειαν του υιού έτι μάλλον ή αυτός ο υιός,
-και ίσως ζητεί παρ' αυτού συγγνώμην. Η προς τον Ανδρέαν
-αφοσίωσις αυτού είνε αδιάλειπτος. Ουδέποτέ τον εγκαταλείπει,
-και τας ελαχίστας αυτού επιθυμίας προλαμβάνων και τας ελαχίστας
-πράξεις επιτηρών. Οι βραχίονές του ανήκουσι μάλλον τω υιώ ή
-εαυτώ και περιβάλλουσι και υποβαστάζουσι τον νεανίαν
-περιπατούντα επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_.
-
-Ο κ. Λετουρνέρ είνε ιδία μάλλον συνδεδεμένος μετ' εμού και
-αείποτέ μοι ομιλεί περί του τέκνου του.
-
-Σήμερον είπον προς αυτόν:
-
-«Τώρα δα ήμην μετά του κ Ανδρέα. Μα έχετε αξιόλογον υιόν, κύριε
-Λετουρνέρ. Είνε νέος ευφυής και ευπαίδευτος.
-
- — Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, ου
-τα χείλη υποχαράσσουσι μειδίαμα, είνε ψυχή καλή εν αθλίω
-σώματι, — η ψυχή της ταλαίνης μητρός του, ήτις απέθανε φέρουσα
-αυτόν εις τον κόσμον!
-
- — Σας αγαπά, κύριε Λετουρνέρ.
-
- — Αι, το καϊμένον! ψιθυρίζει ο κ. Λετουρνέρ κύπτων την
-κεφαλήν. Α! επαναλαμβάνει, υμείς δεν δύνασθε να νοήσετε τι
-πάσχει ο πατήρ βλέπων το τέκνον του ανάπηρον . . . ανάπηρον εκ
-γενετής!
-
- — Κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην, της συμφοράς ήτις έπληξε το
-τέκνον σας και, κατ' ακολουθίαν, υμάς, δεν μετέχει εξ ίσου
-έκαστος υμών. Ο κύριος Ανδρέας είνε αξιολύπητος, αναμφιβόλως·
-αλλ' όμως ολίγον είνε εις αυτόν το να αγαπάται υφ' υμών, όπως
-αγαπάται; Ασθένειαν φυσικήν υπομένει ο άνθρωπος ευκολώτερον ή
-λύπην ηθικήν, εις υμάς δε μάλιστα έλαχεν η ηθική λύπη. Παρατηρώ
-μετά προσοχής τον υιόν σας, και νομίζω ότι δύναμαι να
-διαβεβαιώσω, ότι, αν είνε πράγμα όπερ ιδία τον λυπεί, είνε η
-ιδία υμών θλίψις . . .
-
- — Δεν τον αφίνω να καταλάβη τίποτε! απεκρίθη ζωηρώς ο κ.
-Λετουρνέρ. Μίαν και μόνην έχω ενασχόλησιν, να τον διασκεδάζω
-κατά πάσαν στιγμήν του βίου του. Ανεγνώρισα δε ότι, παρά την
-ασθένειάν του, το τέκνον μου είχε μανίαν εις τα ταξείδια. Το
-πνεύμα του έχει πόδας, πτερά μάλιστα, και από πολλών ετών
-συνταξειδεύομεν. Επεσκέφθημεν όλην την Ευρώπην, κατά πρώτον,
-και προ μικρού διήλθομεν τας κυριωτάτας Πολιτείας της Ενώσεως.
-Εγώ αυτός εξεπαίδευσα τον Ανδρέαν, διότι δεν ήθελον να τον
-στείλω εις σχολείον, και την εκπαίδευσίν του ταύτην συμπληρώ
-διά των περιηγήσεων. Ο Ανδρέας είνε κεκοσμημένος δι' οξείας
-διανοίας και ζωηράς φαντασίας· είνε ευαίσθητος, και ενίοτε μετά
-χαράς συλλογίζομαι ότι λησμονεί, περιπαθώς διακείμενος προ των
-μεγάλων θεαμάτων της φύσεως!
-
- — Μάλιστα, κύριε, . . . αναμφιβόλως . . . , είπον.
-
- — Αλλ' εάν λησμονή, υπέλαβεν ο κ. Λετουρνέρ θλίβων μου την
-χείρα, εγώ όμως δεν λησμονώ, ουδέ θα λησμονήσω ποτέ! Κύριε,
-κύριε, νομίζετε ότι ο υιός μου συγχωρεί την μητέρα του και εμέ
-διότι τον εγεννήσαμεν ασθενή;»
-
-Η λύπη του πατρός τούτου κατηγορούντος εαυτόν διά δυστύχημα, ού
-η ευθύνη ουδένα εβάρυνε, με καταλυπεί δεινώς! Θέλω να τον
-παρηγορήσω, αλλ' επιφαίνεται ο υιός του την στιγμήν εκείνην. Ο
-κ. Λετουρνέρ τρέχει προς αυτόν και τον βοηθεί να αναβή την
-κλίμακα, ολίγον τι ορθίαν, την καταλήγουσαν εις το επίστεγον
-[13].
-
-Εκεί δε ο Ανδρέας Λετουρνέρ κάθηται επί τινος των θρανίων των
-διατεθειμένων επί των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτώ κάθηται
-ο πατήρ. Αμφότεροι συνδιαλέγονται, και εγώ αναμιγνύομαι εις την
-συνδιάλεξιν. Το υποκείμενον δε της συνδιαλέξεως είνε ο πλους
-του _Σάνσελλορ_, αι περιπέτειαι του ταξειδίου, το πρόγραμμα του
-εν τω πλοίω βίου. Ο κ. Λετουρνέρ είχεν, ως και εγώ, μετρίαν
-γνώμην περί του πλοιάρχου Χόντλυ. Το αμφίρροπον του ανδρός
-τούτου, η υπναλέα αυτού όψις, αηδώς εκίνησαν την ψυχήν του. Η
-γνώμη του κ Λετουρνέρ είνε τουναντίον ευνοϊκωτάτη προς τον
-δεύτερον πλοίαρχον, τον Ροβέρτον Κόρτις, νέον τριακοντούτη,
-ευεκτικόν [14], μυικής δυνάμεως μεγάλης, αείποτε εν κινήσει
-διατελούντα, και ού τινος η ζωηρά θέλησις φαίνεται αδιαλείπτως
-ετοίμη διά πράξεων να εκδηλωθή.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις την στιγμήν ταύτην ανήλθεν εις το κατάστρωμα.
-Τον παρατηρώ μετά προσοχής και εκπλήττομαι εκ των συμπτωμάτων,
-άτινα εμφαίνουσι την ισχύν αυτού και την ζωικήν ανάπτυξιν. Είνε
-εκεί, ευθυτενής, ευκίνητος, υπερήφανος το βλέμμα και μόλις
-συσπών τους οφρυαίους μυς. Είνε ανήρ δραστήριος και θα έχη το
-απαθές εκείνο θάρρος το απαραίτητον εις τον αληθή ναυτικόν.
-
-Αλλ' εν ταυτώ είνε ψυχή αγαθή, διότι φαίνεται συμπαθών προς τον
-νέον Λετουρνέρ και προθυμείται να τω φανή χρήσιμος εν πάση
-περιστάσει.
-
-Εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν του
-πλοίου, έρχεται προς ημάς και μετέχει της συνδιαλέξεως.
-
-Βλέπω δε ότι ο νέος Λετουρνέρ ευαρεστείται συνομιλών μετ'
-αυτού.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις δίδει ημίν λεπτομερείς τινας πληροφορίας περί
-των επιβατών προς ούς ατελεστάτας έτι σχέσεις έχομεν συνάψη.
-
-Και ο μεν Μίστερ και η Μίσσιζ Κηρ είνε Αμερικανοί εκ της
-Βορείου Αμερικής, ωφεληθέντες μεγάλως εκ της καλλιεργείας πηγών
-πετρελαιοφόρων. Γνωστόν όντως ότι αύτη είνε η αρχή των νεωτέρων
-μεγάλων περιουσιών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις. Αλλ' ο κύριος
-ούτος Κηρ, ανήρ πεντηκοντούτης, φαινόμενος ως πλουτήσας μάλλον
-ή ως πλούσιος, είνε οχληρός ομοτράπεζος, ουδέν άλλο επιζητών
-και θέλων, ή τας αναπαύσεις του. Ήχος μεταλλικός εξέρχεται κατά
-πάσαν στιγμήν εκ των θυλακίων του, εν οίς αι δύο του χείρες
-είνε αδιαλείπτως βεβυθυσμέναι. Αλαζών και μάταιος, θαυμάζων
-εαυτόν και καταφρονών τους άλλους, προοσποιείται αδιαφορίαν
-προς παν ό τι δεν είνε εαυτού. Βρενθύεται [15] ως ταώς [16],
-«οσφραίνεται εαυτόν, εντρυφά εαυτώ, απογεύεται εαυτόν», ίνα
-μεταχειρισθώμεν τους όρους του σοφού φυσιογνώμονος Γρατιολέτου.
-Τέλος είνε μωρός και φίλαυτος. Δεν εξηγούμαι δε διατί
-επεβιβάσθη επί του _Σάνσελλορ_, απλού εμπορικού πλοίου, όπερ
-δεν δύναται να παράσχη αυτώ τας ανέσεις των Υπερατλαντείων
-σκαφών.
-
-Η δε μίσσιζ Κηρ είνε γυνή άσημος, νωχελής, αδιάφορος,
-τεσσαρακοντούτις, αφυής, άνευ αναγνώσεως, άνευ συνδιαλέξεως.
-Κυττάζει μεν, αλλά δεν βλέπει, ακροάται, αλλά δεν ακούει.
-Σκέπτεται; δεν δύναμαι να το βεβαιώσω.
-
-Μόνη ασχολία της γυναικός ταύτης είνε να υπηρετήται κατά πάσαν
-στιγμήν υπό της ακολούθου αυτής Αγγλίδος μις Χέρμπυ, νεάνιδος
-εικοσαέτιδος γλυκείας και πράου, κερδαινούσης άνευ ταπεινώσεως
-τας ολίγας τινάς λίρας άς τη ρίπτει ο βαθύπλουτος Πετρέλαιος.
-
-Η νεάνις αυτή είνε κομψοτάτη, και ξανθή μετά βαθυκυάνων
-οφθαλμών, η δε χαρίεσσα αυτής όψις δεν έχει το άσημον εκείνο
-όπερ απαντά παρά τισι των ομοφύλων αυτής. Το στόμα της θα ήτο
-θελκτικόν, εάν είχε ποτε καιρόν ή αφορμήν να μειδιάση. Αλλά
-προς τίνα και διατί ήθελε μειδιάση η τάλαινα κόρη, υποκειμένη
-εις τας αδιαλείπτους προσβολάς και τας γελοίας ιδιοτροπίας της
-κυρίας; Αλλ' όμως ει και πάσχει ενδομύχως, υποτάσσεται,
-τουλάχιστον, και φαίνεται υπείκουσα εις την τύχην της.
-
-Ο δε Ουίλλιαμ Φάλστεν είνε μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, έχων ήθος
-αγγλικώτατον. Διευθύνει μέγα υδραυλικόν εργαστήριον εν τη
-Μεσημβρινή Καρολίνη και απέρχεται εις Ευρώπην αναζητών τας
-νεωτάτας συσκευάς, και πλην άλλων τους μύλους μετά φυξικέντρου
-[17] δυνάμεως του οίκου Κάιλ. Είνε δε ανήρ τεσσαράκοντα πέντε
-ετών, τρόπον τινά σοφός τις, μόνον αυτού μέλημα έχων τας
-μηχανάς και απορροφώμενος υπό της μηχανικής και των
-υπολογισμών· πέρα δε τούτων δεν βλέπει τίποτε. Ο μετ' αυτού
-συνδιαλεγόμενος είνε των αδυνάτων να απαλλαχθή ευκόλως,
-περιπλέκεται όλος ως εν τροχώ γιγγλυμωτώ [18].
-
-Ό δε κυρ Ρόμπυ εκπροσωπεί τον κοινόν μεγαλέμπορον άνευ τινός
-μεγαλείου, άνευ πρωτοτυπίας. Από εικοσαετίας ο ανήρ ούτος πωλεί
-μόνον και αγοράζει. Επειδή δε ανεξαιρέτως επώλησεν ακριβότερον
-παρ' όσον ηγόρασεν, έγινε κάτοχος περιουσίας. Τι θα την κάμη,
-ουδ' αυτός δύναται να είπη. Ο Ρόμπυ ούτος, ού όλος ο βίος
-απεκτηνώθη εν τω κατά μέρος εμπορίω, δεν σκέπτεται, δεν
-διανοείται πλέον. Ο εγκέφαλός του είνε του λοιπού κλειστός εις
-πάσαν εντύπωσιν, και κατ' ουδένα τρόπον δικαιολογεί το υπό του
-Πασχάλ ειρημένον: «Προδήλως ο άνθρωπος επλάσθη ίνα σκέπτεται·
-εν τούτω πάσα αυτού η αξιοπρέπεια και η αξία.»
-
-
-
-Ε'
-
-
-
- — _7 Οκτωβρίου_. — Ιδού παρήλθον δέκα ημέραι αφ' ότου
-απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον, και μοι φαίνεται ότι διηνύσαμεν
-την οδόν καλώς και ταχέως. Πολλάκις μοι συμβαίνει να
-συνδιαλέγομαι μετά του δευτέρου πλοιάρχου και μεταξύ ημών
-κατέστη ποια τις οικειότης.
-
-Σήμερον δε ο Ροβέρτος Κόρτις με πληροφορεί ότι δεν πρέπει να
-είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι του συμπλέγματος των Βερμούδων
-νήσων, τούτ' έστιν απέναντι του ακρωτηρίου Χαττεράς. Γενομένης
-δε παρατηρήσεως ευρέθη πλάτος βόρειον 32°20', μήκος δε 64°50'
-προς δυσμάς του μεσημβρινού του Γρηνουιχίου.
-
-«Θα γνωρίσωμεν τας Βερμούδας νήσους, ιδία δε την νήσον του
-Αγίου Γεωργίου, προ της νυκτός, μοι είπεν ο δεύτερος πλοίαρχος.
-
- — Πώς, απεκρίθην εγώ, προσεγγίζομεν εις τας Βερμούδας; Αλλ'
-εγώ ενόμιζον ότι ο _Σάνσελλορ_ εκπλέων εκ της Κάρλεστον εις
-Λιβερπούλην, ώφειλε να πλεύση προς βορράν και να παρακολουθήση
-το ρεύμα Γελφ Στρημ [19]!
-
- — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις,
-αύτη είνε η διεύθυνσις ήν συνήθως λαμβάνουσι τα πλοία, αλλά
-φαίνεται ότι σήμερον ο πλοίαρχος δεν ήτο της γνώμης να την
-λάβη.
-
- — Και διατί;
-
- — Δεν ειξεύρω, αλλ' έδωκε την διεύθυνσιν προς ανατολάς, και ο
-_Σάνσελλορ_ πλέει προς ανατολάς.
-
- — Και δεν τω παρετηρήσατε ότι . . . .
-
- — Μάλιστα, τω παρετήρησα ότι δεν ήτο η συνήθης οδός, αλλά μ'
-απεκρίθη ότι «αυτός ειξεύρει τι θα κάμη!»
-
-Και ούτω λαλών ο Ροβέρτος Κόρτις συνοφρυούται, πολλάκις φέρει
-αυτομάτως την χείρα εις το μέτωπον, και νομίζω ότι καταλαμβάνω
-ότι δεν λέγει παν ό τι ήθελε να είπη.
-
-«Εν τούτοις, κύριε Κόρτις, υπέλαβον εγώ, έχομεν ήδη 7 Οκτωβρίου
-και δεν είνε κατάλληλος η περίστασις να δοκιμάζωμεν οδούς νέας.
-Δεν πρέπει να χάσωμεν ουδέ μίαν ημέραν, εάν θέλωμεν να
-καταπλεύσωμεν εις Ευρώπην προ του χειμώνος.
-
- — Όχι, κύριε Κάζαλλον, ουδέ μίαν ημέραν!
-
- — Κύριε Κόρτις, θα ήμην πολύ αδιάκριτος εάν σας ηρώτων τι
-φρονείτε περί του πλοιάρχου Χόντλυ;
-
- — Φρονώ, μ' αποκρίνεται ο δεύτερος πλοίαρχος, φρονώ ότι . . .
-είνε πλοίαρχός μου!»
-
-Η δι' υπεκφυγής αύτη απόκρισις εξακολουθεί εμβάλλουσά με εις
-φροντίδας.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηπατήθη. Περί ώραν τρίτην ο φρουρός
-ναύτης αναγγέλλει γην προς Μέσην (ΒΑ), αλλ' η γη αύτη φαίνεται
-έτι ως ατμός.
-
-Την έκτην ώραν αναβαίνω εις το κατάστρωμα μετά του κ. Λετουρνέρ
-και βλέπομεν το σύμπλεγμα των Βερμούδων, νήσων σχετικώς ολίγον
-υψηλών, άς υπερασπίζει σειρά φοβερά βράχων.
-
-«Ιδού λοιπόν το εξαίσιον αρχιπέλαγος, είπεν ο Ανδρέας
-Λετουρνέρ, το γραφικόν τούτο σύμπλεγμα, το οποίον ο ποιητής σας
-Θωμάς Μουρ, κύριε Κάζαλλον, εξύμνησε διά των ωδών του. Ήδη τω
-1643, ο εξόριστος Ουάλτερ ένθους περιέγραψε τας νήσους ταύτας,
-και, αν μη απατώμαι, αι Αγγλίδες κυρίαι επί τινα χρόνον δεν
-ήθελον να φορώσι πλέον άλλους πίλους, παρά τους
-κατασκευαζομένους έκ τινος φύλλου φοίνικος βερμουδείου.
-
- — Έχετε δίκαιον, αγαπητέ μοι Ανδρέα, το αρχιπέλαγος των
-Βερμούδων ήτο πολύ του συρμού κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα,
-αλλά την σήμερον κατέπεσεν εις εντελή λήθην.
-
- — Άλλως τε, κύριε Ανδρέα, είπε τότε ο Ροβέρτος Κόρτις, οι
-ποιηταί οι ομιλούντες ενθουσιωδώς περί των νήσων τούτων, δεν θα
-ευρεθώσι σύμφωνοι μετά των ναυτικών, διότι η διαμονή αύτη, της
-οποίας η θέα εγοήτευσεν αυτούς είνε δυσπρόσιτος εις τα πλοία,
-οι δε σκόπελοι δύο ή τρεις λεύγας από της γης αποτελούσι ζώνην
-ημικυκλικήν, κατακλυζομένην υπό των υδάτων, ήν εξαιρέτως
-φοβούνται οι θαλασσοπόροι. Θα προσθέσω δε ότι το αίθριον του
-ουρανού, το οποίον επαινούσιν οι Βερμούδειοι, συχνότατα
-συνταράσσεται υπό των θυελλών. Αι νήσοι των δέχονται την ουράν
-των καταιγίδων τούτων, αι οποίαι αφανίζουσι τας Αντίλλας, η δε
-ουρά αύτη, ως ουρά φαλαίνης, είνε ίσα ίσα η μάλιστα επίφοβος.
-Ουδόλως λοιπόν υποχρεώνω τους οδοιπόρους του Ωκεανού να έχωσι
-πεποίθησιν εις τα παραμύθια του Ουάλτερ και του Θωμά Μουρ!
-
- — Κύριε Κόρτις, υπολαμβάνει μειδιών ο Ανδρέας Λετουρνέρ, θα
-έχετε δίκαιον αλλ' οι ποιηταί είνε ως αι παροιμίαι, ο είς
-αντικρούει τον άλλον. Εάν ο Θωμάς Μουρ και ο Ουάλτερ εξύμνησαν
-το αρχιπέλαγος τούτο ως θαυμαστήν διαμονήν, τουναντίον ο
-μέγιστος των ποιητών σας, ο Σαιξπείρος, γινώσκων αυτό κάλλιον
-βεβαίως, ενόμισε πρέπον να θέση ενταύθα τας φοβερωτάτας σκηνάς
-της _Τρικυμίας_ του!»
-
-Και όντως, κινδυνωδέστατοι είνε αι ακταί αύται αι γειτνιάζουσαι
-προς το βερμούδειον αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι, οίτινες πάντοτε
-κατείχον αυτό αφ' ότου ανεκαλύφθη, το χρησιμοποιούσιν απλώς ως
-σταθμόν στρατιωτικόν ερριμμένον μεταξύ των Αντιλλών και της
-Νέας Σκωτίας. Άλλως τε προώρισται να αυξηθή και πιθανώς επί
-ευρείας κλίμακος. Συν τω χρόνω — τη αρχή ταύτη του έργου της
-φύσεως, — το αρχιπέλαγος αποτελούμενον ήδη εξ εκατόν πεντήκοντα
-νήσων ή νησυδρίων, θα έχη έτι μείζονα αριθμόν, διότι τα
-οστρακώδη ζωόφυτα εργάζονται αδιαλείπτως εις κατασκευήν νέων
-Βερμούδων, αίτινες θα συνδεθώσι προς αλλήλας και θα
-αποτελέσωσι, κατά μικρόν, νέαν ήπειρον.»
-
-Ούτε οι τρεις έτεροι επιβάται ούτε η μίσσιζ Κηρ έλαβον τον
-κόπον να ανέλθωσιν εις το κατάστρωμα να εξετάσωσι το περίεργον
-τούτο αρχιπέλαγος. Η δε μις Χέρμπυ μόλις ήρχετο εις το
-επίστεγον και παρευθύς η συρομένη φωνή της μίσσιζ Κηρ ηκούετο
-καλούσα την νεάνιδα, και αναγκάζουσα αυτήν να επανέλθη και
-καθίση πλησίον της.
-
-
-
-ΣΤ'
-
-
-
- — _Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου._ — Ο άνεμος άρχεται πνέων
-από του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε _Σάνσελλορ_ υπό τους
-δόλωνας [20] αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [21] ,
-εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [22] οιακιστής [23].
-
-Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος
-πολύς γίνεται, οι δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το
-επίστεγον.
-
-Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή
-λεπτοτάτη με διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν
-μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής.
-
-Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται
-σφοδρότερος, τα επιστήλια [24] καταβιβάζονται· την στιγμήν
-ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι εξήκοντα την
-ώραν (25).
-
-Ει και ο _Σάνσελλορ_ είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως
-αυτού είνε σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις
-του ουρανού, σκοτισθέντος υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να
-αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν είχεν ορισθή,
-ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν.
-
-Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε,
-δεν είνε δυνατόν να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως
-ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην (ΒΑ), και όμως ημείς
-τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να
-νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να
-μεταβάλη τους προτόνους [26] και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να
-επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο άνεμος
-εξηκολούθει ενάντιος, ο _Σάνσελλορ_ έτι μάλλον βυθίζεται εις
-τον Νότον.
-
-Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του
-Ροβέρτου Κόρτις, τω είπον:
-
-«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας;
-
- — Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο
-Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη.
-
- — Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η
-αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του! . . .
-Συνεταξειδεύσατε και άλλοτε μετ' αυτού;
-
- — Όχι, τώρα πρώτην φοράν.
-
- — Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως
-προς την οποίαν πλέομεν;
-
- — Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή.
-
- — Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου;
-
- — Ό τι και εγώ.
-
- — Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του
-εις την Κίναν;
-
- — Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του.
-
- — Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της.
-
- — Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον
-εις απώλειαν.
-
- — Αλλ' αν είνε τρελός;
-
- — Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να
-κάμω.»
-
-Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί
-του _Σάνσελλορ_!
-
-Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής
-καταιγίς ενσκήπτει επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το
-πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [27] υπό τα συνεσταλμένα ιστία,
-τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ', ως
-είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς
-Νότον.
-
-Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο
-_Σάνσελλορ_ εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών.
-
-Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ
-Στρημ είνε ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του
-είδους εκείνου του υπό των Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα
-δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν
-κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού.
-
-Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών
-αλλόκοτος την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να
-παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι πρότονοι ηχούσι
-θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως
-αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του
-σώματος, θα εγίνοντο ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην
-λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν επί ταύτης της
-θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά
-πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [28]
-διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί
-ίνες υπό του ανέμου αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία
-ως αι έλικες της αμπέλου και σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν
-εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε τούτων φυκών
-— ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή
-τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα
-επίμηλα ως επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη
-να αγωνισθώμεν κατά της εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά
-τινας στιγμάς ο _Σάνσελλορ_, έχων πάντας τους ιστούς
-κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των
-ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν
-τω μέσω λειμώνος απεράντου.
-
-
-
-Ζ'
-
-
-
- — _14 Οκτωβρίου._ — Ο _Σάνσελλορ_ κατέλιπε τέλος τον φυτικόν
-τούτον Ωκεανόν, και η σφοδρότης του ανέμου ηλαττώθη κατά πολύ,
-μετατραπείσα εις άνεμον εύδιον [29], και ήδη βαδίζομεν ταχέως
-μετά δύο σειρών εις τους δόλωνας.
-
-Ο ήλιος ανεφάνη σήμερον και λάμπει ζωηρώς, η θερμοκρασία
-γίνεται ήδη θερμοτάτη· η δε μαγνητική βελόνη διευθετηθείσα
-καλώς δεικνύει 21° 33' βορείου πλάτους και 50° 17' δυτικού
-μήκους. Λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κατήλθε πλέον ή δέκα μοίρας προς
-Νότον. Και εξακολουθεί κατευθυνόμενος προς Εύρον (ΝΑ)!
-
-Θέλων να πληροφορηθώ περί της ακαταλήπτου ταύτης
-ισχυρογνωμοσύνης του πλοιάρχου Χόντλυ, πολλάκις συνδιελέχθην
-μετ' αυτού. Έχει σώας τας φρένας ή ου; Αγνοώ τι να πιστεύσω.
-Καθ' όλου ειπείν ομιλεί λογικώς. Υπόκειται λοιπόν εις μερικήν
-παραφροσύνην, εις είδος τι «απροσεξίας», αναφερομένης ακριβώς
-εις τα του επαγγέλματός του; Παρετηρήθησαν ήδη τινές των
-φυσιολογικών τούτων περιπτώσεων, και λέγω περί τούτου προς τον
-Ροβέρτον Κόρτις, όστις με ακροάται απαθώς, λέγων μοι και
-επαναλαμβάνων ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα του
-πλοιάρχου του, εφ' όσον το πλοίον δεν κινδυνεύει να απολεσθή
-ένεκα πράξεώς τινος αυτού αποδεικνυούσης ότι είνε παράφρων. Και
-όντως τούτο είνε μέτρον σπουδαίον, και σπουδαίαν ήθελε
-καταστήση την ευθύνην αυτού.
-
-Επανήλθον εις τον θάλαμόν μου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν,
-και εις το φως της κρεμαστής λυχνίας μου διήλθον μίαν ώραν
-αναγινώσκων, αλλά και σκεπτόμενος. Έπειτα δε κατακλιθείς
-απεκοιμήθην.
-
-Αφυπνίσθην μετά τινας ώρας υπό θορύβου ασυνήθους. Βήματα βαρέα
-αντηχούσιν επί του καταστρώματος και ζωηραί παρακελεύσεις
-ακούονται. Μοι φαίνεται ότι οι άνδρες του πληρώματος τρέχουσι
-μετά τινος σπουδής. Τις άρα γε η αιτία της εκτάκτου ταύτης
-ταραχής; Αναμφιβόλως χειρισμός τις ένεκα στροφής τινος του
-πλοίου . . . Αλλ' ουχί! Δεν είνε ίσως τούτο, διότι το πλοίον
-εξακολουθεί κλίνον προς τον δεξιόν τοίχον, και κατ' ακολουθίαν
-δεν μετέβαλε διεύθυνσιν.
-
-Σκέπτομαι επί στιγμήν να αναβώ εις το κατάστρωμα, αλλ' ο
-θόρυβος πάραυτα κατέπαυσεν. Ακούω τότε τον πλοίαρχον Χόντλυ
-εισερχόμενον εις τον θάλαμόν του, κείμενον έμπροσθεν του
-επιστέγου, και εγώ εχώθην πάλιν εις την κρεμαστήν κλίνην μου.
-Χειρισμός τις αναμφιβόλως προεκάλεσε τας διαδρομάς εκείνας.
-Οπωςδήποτε αι κινήσεις του πλοίου δεν ηυξήθησαν, άρα ο άνεμος
-δεν έπνεε σφοδρός.
-
-Την επιούσαν, 14 του μηνός, αναβαίνω εις το επίστεγον την 6 π.
-μ. και παρατηρώ το πλοίον.
-
-Ουδεμία μεταβολή, — φαινομένη. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει έχων τους
-προτόνους αριστερά, έχων τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας
-και τους φώσωνας [30]. Στηρίζεται καλώς και φέρεται θαυμασίως
-επί της θαλάσσης εκείνης ήν υπεγείρει πνοή ανέμου δροσερά και
-ευμεταχείριστος. Η ταχύτης του είνε σημαντική την στιγμήν
-ταύτην, και δεν θα είνε κατωτέρα των ένδεκα μιλίων την ώραν.
-
-Μετ' ού πολύ ο κ. Λετουρνέρ και ο υιός επιφαίνονται επί του
-καταστρώματος. Βοηθώ τον νεανίαν να αναβή εις το επίστεγον. Ο
-Ανδρέας έρχεται ασμένως να αναπνεύση τον πρωινόν αέρα, τον ούτω
-ζωογόνον και κατάμεστον θαλασσίων οσμών.
-
-Ερωτώ τους κυρίους τούτους εάν αφυπνίσθησαν την νύκτα υπό
-κρότου βημάτων δηλούντος ταραχήν τινα εν τω πλοίω.
-
-«Το κατ' εμέ, όχι, απεκρίθη ο Ανδρέας Λετουρνέρ, εγώ εξύπνησα
-με ένα ύπνον.
-
- — Αγαπητόν μου τέκνον, είπεν ο κ. Λετουρνέρ, συ εκοιμάσο τότε,
-διότι και εγώ εξύπνησα υπό του κρότου, περί του οποίου λέγει ο
-κ. Κάζαλλον. Μ' εφάνη μάλιστα ότι διέκρινα τας λέξεις ταύτας
-«Γρήγορα! γρήγορα! 'ς τα καπάκια! 'ς τα καπάκια!» [31]
-
- — Αχ! είπον, και τι ώρα ήτο;
-
- — Τρεις περίπου, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
-
- — Και δεν ειξεύρετε την αιτίαν του θορύβου;
-
- — Δεν την ειξεύρω, κύριε Κάζαλλον, αλλά δεν θα ήτο σπουδαία,
-αφ' ού ουδείς ημών προσεκλήθη εις το κατάστρωμα.
-
-Παρατηρώ τους καθέκτας [32] τους έμπροσθεν και όπισθεν του
-μεγάλου ιστού δι' ών γίνεται η κατάβασις εις το κύτος του
-πλοίου. Είνε κλειστοί, ως συνήθως, αλλά βλέπω ότι τους
-καλύπτουσιν υποβλήματα πυκνά, και ότι έχουσι ληφθή πάσαι αι
-αναγκαίαι προφυλάξεις όπως η κλείσις γίνη στεγανή. Αλλά διατί
-κατέκλεισαν ούτως επιμελώς τα ανοίγματα ταύτα; Ενυπάρχει αιτία,
-ήν δεν δύναμαι να μαντεύσω, και αναμφιβόλως ο Ροβέρτος Κόρτις
-θα μοι την είπη. Περιμένω λοιπόν να έλθη η σειρά της τετραωρίας
-του, και κρατώ δι' εμαυτόν τας παρατηρήσεις μου, προτιμήσας να
-μη τας ανακοινώσω τω κ. Λετουρνέρ.
-
-Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε
-μεγαλοπρεπέστατος και φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος
-οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου ορίζοντος ο δίσκος
-της σελήνης ημίβρωτος [33], όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης
-ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ μεσημβρίας. Εντός τριών
-ημερών είνε το τελευταίον τέταρτον της σελήνης, την δε 24 θα
-έχωμεν νέαν σελήνην. Παρατηρώ την επετηρίδα και βλέπω ότι την
-ημέραν εκείνην θα έχωμεν λαμπράν παλίρροιαν συζυγίας. Ολίγον
-διαφέρει ημίν, οίτινες κυμαινόμενοι εν μέσω Ωκεανώ δεν θα
-δυνηθώμεν να ίδωμεν ταποτελέσματα της παλιρροίας ταύτης· αλλά
-κατά πάσας τας ακτάς των τε ηπείρων και των νήσων το φαινόμενον
-θα είνε αξιοπαρατήρητον, διότι η νέα σελήνη θα ανεγείρη τους
-υδατίνους όγκους εις ύψος σημαντικόν.
-
-Είμαι μόνος επί του επιστέγου, διότι οι κκ. Λετουρνέρ κατέβησαν
-εις το τέιον, και περιμένω τον δεύτερον πλοίαρχον.
-
-Τη ογδόη ώρα ο Ροβέρτος Κόρτις έρχεται να αναλάβη την
-τετραωρίαν, ήν παραχωρεί αυτώ ο Ουάλτερ, και προχωρώ να τον
-δεξιωθώ.
-
-Πριν μοι είπη την καλημέραν, ο Ροβέρτος Κόρτις εξακοντίζει
-ταχέως έν βλέμμα επί του καταστρώματος και συνοφρυούται
-ελαφρώς. Έπειτα δε εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την
-ιστιοφορίαν, ήλθε προς τον Ουάλτερ και τον ηρώτησεν:
-
-«Και ο πλοίαρχος Χόντλυ;
-
- — Δεν τον είδον ακόμη, κύριε.
-
- — Ουδέν νεώτερον;
-
- — Ουδέν.»
-
-Έπειτα δε ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ουάλτερ συνδιελέχθησαν ολίγον
-ταπεινή τη φωνή.
-
-Ερωτήσαντος του Ροβέρτου ερώτησίν τινα, ο Ουάλτερ αποκρίνεται
-ανανεύων.
-
-«Στείλε μου τον αρχιναύτην,» είπεν ο δεύτερος προς τον Ουάλτερ
-απερχόμενον.
-
-Μετ' ου πολύ φαίνεται ο αρχιναύτης, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ερωτά
-αυτόν, εκείνος δε αποκρίνεται ταπεινή τη φωνή, αλλά σείων την
-κεφαλήν. Έπειτα δε κελεύσαντος του δευτέρου, ο αρχιναύτης
-προσκαλεί τους ναύτας της τετραωρίας και παραγγέλλει να
-καταβρέξωσι τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τον μέγαν καθέκτην.
-
-Μετ' ολίγας στιγμάς έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις, και η
-συνδιάλεξις ημών περιστρέφεται πρώτον μεν περί ασήμαντά τινα·
-βλέπων δε ότι ο δεύτερος δεν άπτεται του θέματος όπερ εγώ θέλω
-να πραγματευθώ, τω είπον:
-
-«Αλήθεια, κύριε Κόρτις, τι συνέβη την νύκτα;»
-
-Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις με παρατηρεί μετά προσοχής και δεν
-αποκρίνεται.
-
-«Μάλιστα, εξηκολούθησα εγώ, εξύπνησα υπό θορύβου ασυνήθους,
-όστις διέκοψε και του κ. Λετουρνέρ τον ύπνον. Τι συνέβη;
-
- — Τίποτε, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
-Σφαλερός οιακισμός του πηδαλιούχου μικρού δειν ανέκοψε την
-πορείαν του πλοίου, και εδέησε να κερουλκήσωμεν παρευθύς, ως εκ
-τούτου δε επήλθε κίνησις επί του καταστρώματος. Αλλά το κακόν
-τάχιστα διωρθώθη, και ο _Σάνσελλορ_ επανέλαβε αμέσως τον δρόμον
-του.»
-
-Μοι φαίνεται ότι ο Ροβέρτος Κόρτις, ο συνήθως ευθύς, δεν μοι
-λέγει την αλήθειαν.
-
-
-
-Η'
-
-
-
- — _Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου_ — Ο πλους εξακολουθεί
-επί ταις αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου
-(ΒΑ). Πας δε μη προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν
-τω πλοίω ανωμαλία.
-
-Και όμως «κάτι τι τρέχει!»
-
-Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως
-ημείς πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την
-λέξιν «τα καπάκια», ήτις είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ.
-Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του _Σάνσελλορ_, όπερ
-απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι καθέκται
-είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα
-πολέμιον, καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού
-ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και μάλλον αυστηρότερα ίνα το
-φυλάττωμεν στενώς!
-
-Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω
-τον ναύτην Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας:
-
-«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την
-τελευταίαν ώραν. Ο καθένας διά τον εαυτόν του.
-
- — Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ.
-
- — Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες
-φώκες;»
-
-Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω
-περισσότερον.
-
-Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του
-πλοίου;
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε
-επίφοβος κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη
-πειθαρχίαν σιδηράν.
-
-Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το
-φαινόμενον να παρατηρήσω.
-
-Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι
-συχνάς πυκνάς συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι
-τον Ροβέρτον Κόρτις — εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον,
-όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά μοι φαίνεται ότι
-ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί
-επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι
-φαίνεται κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με
-διαφεύγει.
-
-Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του
-φαγητού το σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου
-Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος αποπειράται να παρατείνη την
-συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και ούτε ο
-μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την
-αναστηλώσωσι, πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται
-ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί αλόγως, διά το μήκος του διάπλου.
-Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν ενώπιον αυτού τα
-στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά
-τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως.
-
-Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης,
-κατά παραγγελίαν του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το
-κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας. Συνήθως δε η εργασία αύτη
-γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν διά της
-υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ
-προς Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας
-διατηρούνται εν διαρκεί υγρά καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών
-πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο _Σάνσελλορ_
-αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος
-αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των
-πολυτελεστάτων ιδιωτικών ημιολιών [34] δεν υποβάλλεται εις
-τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το
-πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία,
-αλλ' όμως «δεν παραπονείται».
-
-Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των
-θαλάμων και της κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε
-και η θάλασσα εταράσσετο υπό σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω
-ανοικτήν την παραφωτίδα [35] του θαλάμου μου κειμένην επί του
-δεξιού τοίχου του πλοίου.
-
-Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς!
-
-Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς
-ανεξήγητον, δεν εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της
-εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία είνε δροσερά μάλλον, διότι ο
-ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν ηπατήθην,
-ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω.
-
-Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του
-καταστρώματος και αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ,
-παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει διά των οπών
-των δύο τοίχων του πλοίου.
-
-Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις
-αφρίζει κυμαινομένη. Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να
-τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά μου και τα περιπόδια,
-και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι.
-
-Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του _Σάνσελλορ_,
-επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι
-να συγκρατήσω κραυγήν εκπλήξεως.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και
-αποκρινόμενος εις ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να
-διατυπώσω, μοι λέγει:
-
-«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!»
-
-
-
-Θ'
-
-
-
- — _19 Οκτωβρίου_. — Τα πάντα, εξηγούνται, τα διαβούλια των
-ναυτών, το τεταραγμένον αυτών ήθος, οι λόγοι του Όουεν, το
-κατάβρεγμα του καταστρώματος όπερ θέλουσι να διατηρήσωσιν εν
-διαρκεί υγρασία, και τέλος η θερμότης αύτη, ήτις διαχέεται νυν
-εν τη αιθούση και καθίσταται σχεδόν αφόρητος. Οι επιβάται
-ενοχλούνται υπ' αυτής ως και εγώ, αλλ' ουδέν δύνανται να
-νοήσωσιν εκ της ακανονίστου ταύτης θερμοκρασίας.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις μετά την σπουδαίαν ανακοίνωσίν του εσίγησεν,
-αναμένων ερωτήσεις μου. Αλλ' ομολογώ ότι κατ' αρχάς φρικίασις
-με κατέλαβεν όλον. Ενώπιόν μου είχον το φοβερώτατον των
-ενδεχομένων να συμβώσιν εν διάπλω, ουδείς δε ανήρ, όσον και αν
-είνε κύριος εαυτού, θακούση άνευ φρίκης τας απαισίας ταύτας
-λέξεις: «Πυρκαϊά εν τω πλοίω.»
-
-Εν τούτοις αναλαμβάνω την αταραξίαν μου πάραυτα σχεδόν, και
-πρώτη μου ερώτησις είνε ήδε:
-
-«Και από πότε η πυρκαϊά; . . .
-
- — Από έξ ημερών!
-
- — Από έξ ημερών! ανεφώνησα. Ώστε και την νύκτα;
-
- — Μάλιστα, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, την νύκτα, καθ' ήν η
-ταραχή έγινε μεγάλη επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Οι
-ναύται της τετραωρίας είχον παρατηρήση ελαφρόν καπνόν
-εξερχόμενον εκ των σχισμάδων του μεγάλου καθέκτου. Ο πλοίαρχος
-και εγώ ελάβομεν είδησιν παρευθύς. Ουδεμία αμφιβολία δυνατή! Τα
-εμπορεύματα ήναψαν εντός του κύτους του πλοίου, και ουδείς
-πλέον τρόπος ήτο να φθάσωμεν εις την εστίαν της πυρκαϊάς.
-Εξετελέσαμεν δε το μόνον όπερ ηδύνατο να γίνη εν τοιαύτη
-περιστάσει, τούτ' έστι κατεκλείσαμεν τους καθέκτας,
-εμποδίσαντες την είσοδον του αέρος εις τα ένδον του πλοίου.
-Ήλπιζον δε ότι ηθέλομεν κατορθώση ούτω να καταπνίξωμεν την
-έναρξιν τοιαύτης πυρκαϊάς, και όντως τας πρώτας ημέρας ενόμισα
-ότι την κατεστείλαμεν! Αλλ' από τριών ημερών εβεβαιώθη δυστυχώς
-ότι το πυρ εκ νέου προώδευεν. Η θερμότης η αναπτυχθείσα υπό
-τους πόδας μας αυξάνει ακαταπαύστως, και άνευ των προφυλακτικών
-μέσων τα όποια έλαβον, του να διατηρήται το κατάστρωμα υγρό
-ημέρας και νυκτός, το πυρ θα ήτο ήδη ακατάσχετον. — Προτιμώ
-τέλος πάντων, να τα ειξεύρετε όλα υμείς, κύριε Κάζαλλον,
-προσέθηκεν ο Ροβέρτος Κόρτις, και ιδού ο λόγος δι' όν σας τα
-λέγω.»
-
-Ήκουσα εν σιγή την διήγησιν του δευτέρου πλοιάρχου. Κατανοώ
-όλην την βαρύτητα της καταστάσεως ενώπιον πυρκαϊάς, ής η
-έντασις αυξάνει οσημέραι [36], και ίσως ουδεμία δύναμις
-ανθρωπίνη δύναται να την εξαλείψη.
-
-«Ειξεύρετε πόθεν προήλθεν η πυρκαϊά; ηρώτησα τον Ροβέρτον
-Κόρτις.
-
- — Πιθανώτατα, μοι αποκρίνεται, προέρχεται εξ αυτομάτου
-αναφλέξεως του βάμβακος.
-
- — Και συμβαίνει τούτο συχνάκις;
-
- — Συχνάκις, όχι· αλλ' ενίοτε, διότι όταν ο βάμβαξ δεν είνε
-εντελώς στεγνός την ώραν της φορτώσεως, η ανάφλεξις δύναται να
-γίνη αυτομάτως, όπως ευρίσκεται εντός υγρού κύτους, όπερ είνε
-δύσκολον να αερίζεται. Άρα, κατ' εμέ τουλάχιστον, είνε βέβαιον
-ότι η πυρκαϊά δεν έχει άλλην αιτίαν.
-
- — Και έπειτα τι σημαίνει η αιτία; απεκρίθην. Είνε δυνατόν να
-γίνη τίποτε, κύριε Κόρτις;
-
- — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας
-είπον και σας επαναλαμβάνω ότι ελάβομεν τας εν τοιαύτη
-περιστάσει απαιτουμένας προφυλάξεις. Εσκέφθην να θαλασσώσω το
-πλοίον μέχρι της ισάλου στάθμης διά να εισέλθη ύδωρ αρκετόν, το
-οποίον έπειτα αι αντλίαι ήθελον αντλήση· αλλ' ενομίσαμεν ότι
-ανεκαλύψαμεν ότι η πυρκαϊά διεδόθη μεταξύ των μεσολαβούντων
-στρωμάτων του φορτίου, και διά να το φθάσωμεν, θα έπρεπε να
-κατακλύσωμεν εντελώς το κύτος. Εν τούτοις παρήγγειλα να
-διατρυπήσωσι το κατάστρωμα εις διάφορα μέρη, και την νύκτα
-χύνουσιν ύδωρ διά των ανοιγμάτων τούτων, αλλά τούτο είνε
-ανεπαρκές. Όχι, έν μόνον πράγμα υπολείπεται να πράξωμεν, — όπερ
-πράττουσιν εν παρομοία περιστάσει, να ενεργήσωμεν διά του
-πνιγμού, κλείοντες πάσαν είσοδον εις τον εξωτερικόν αέρα, και
-αναγκάζοντες την πυρκαϊάν, ελλείψει οξυγόνου, να σβεσθή αφ'
-εαυτής.
-
- — Και η πυρκαϊά εξακολουθεί αυξανομένη;
-
- — Μάλιστα! απόδειξις ότι ο αήρ εισδύει εις το κύτος διά τινος
-σχισμάδος, ήν επανειλημμένως αναζητήσαντες, δεν κατωρθώσαμεν να
-ανακαλύψωμεν.
-
- — Αναφέρονται παραδείγματα πλοίων, τα οποία ηδυνήθησαν να
-ανθέξωσιν εν τοιαύτη περιστάσει ευρεθέντα, κύριε Κόρτις;
-
- — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, και δεν είνε σπάνιον, πλοία
-έχοντα φορτίον βάμβακα, να καταπλεύσωσιν εις Λιβερπούλην ή εις
-Άβρην μετά μέρους του φορτίου των απηνθρακωμένου. Αλλ' όμως εν
-τη περιπτώσει ταύτη η πυρκαϊά είχε κατορθωθή να σβεσθή, ή
-τουλάχιστον να περιορισθή κατά τον διάπλουν. Εγνώρισα πολλούς
-πλοιάρχους καταπλεύσαντας εις τον λιμένα μετά καταστρώματος
-καίοντος υπό τους πόδας των. Η εκφόρτωσις εξετελείτο τότε όσον
-τάχιστα, και το αβλαβές μέρος των εμπορευμάτων εσώζετο μετά του
-πλοίου. Αλλ' ως προς ημάς το πράγμα διαφέρει, και αισθάνομαι
-καλώς ότι το πυρ αντί να ανασταλή, τουναντίον οσημέραι
-προοδεύει. Αναγκαίως θα υπάρχει που οπή ήτις διέφυγε τας
-ερεύνας μας, και δι' αυτής ο έξωθεν αήρ συντηρεί την πυρκαϊάν.
-
- — Και δεν είνε τρόπος να επανέλθωμεν οπίσω όθεν εξεκινήσαμεν,
-και να προσεγγίσωμεν εις την πλησιεστάτην ξηράν;
-
- — Ίσως, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, και το ζήτημα τούτο θα
-συζητήσωμεν σήμερον μετά του πλοιάρχου. Αλλά, κύριε Κάζαλλον,
-εις υμάς το λέγω μόνον, εγώ ήδη ανέλαβον επ' ευθύνει μου να
-μεταβάλω την διεύθυνσιν την οποίαν έχομεν μέχρι τούδε, και
-πλέομεν, έχοντες ούριον τον άνεμον, προς τον Σκίρωνα (ΝΔ), ό
-έστι προς την ακτήν.
-
- — Οι επιβάται δεν ειξεύρουσι καθόλου τον κίνδυνον όστις τους
-απειλεί;
-
- — Τίποτε, και σας παρακαλώ να φυλάξετε μυστικήν την
-ανακοίνωσίν μου. Δεν πρέπει ο τρόμος των γυναικών και των
-μικροψύχων ανδρών να αυξήση έτι μάλλον την αμηχανίαν μας. Και
-το πλήρωμα έλαβε την παραγγελίαν να μη είπη τίποτε.»
-
-Κατανοώ τους σπουδαίους λόγους τους αναγκάζοντας τον δεύτερον
-πλοίαρνον να λαλή ούτω πως, και τω υπισχνούμαι άκραν εχεμυθίαν.
-
-
-
-Ι'
-
-
-
- — _20 και 21 Οκτωβρίου_. — Επί τοις όροις τούτοις ο
-_Σάνσελλορ_ εξακολουθεί τον πλουν, έχων ανεπτυγμένα όσα ιστία
-δύναται να φέρη η εξαρτία του. Ενίοτε τα επιστήλια κάμπτονται
-ούτως, ώστε επίκειται η θραύσις των, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις
-γρηγορεί. Διαμένων παρά το οιακοστρόφιον [37], δεν θέλει να
-καταλίπη τον οίακα [38] εις μόνον τον πηδαλιούχον. Διά μικρών
-δε παροιακισμών, επιδεξίως γινομένων, υποχωρεί προς την πνοήν
-του ανέμου, ότε η ασφάλεια του πλοίου θα ηδύνατο να κινδυνεύση,
-και, κατά το δυνατόν, ουδ' ελάχιστον μέρος της ταχύτητος του
-_Σάνσελλορ_ απόλλυται υπό την κυβερνώσαν αυτόν χείρα.
-
-Την ημέραν ταύτην της 20 Οκτωβρίου οι επιβάται ανέβησαν πάντες
-εις το επίστεγον. Θα παρετήρησαν πιθανώς την ανώμαλον ύψωσιν
-της ατμοσφαίρας εν τη μεγάλη αιθούση, αλλ' όμως, αδυνατούντες
-να υποπτεύσωσι την αλήθειαν, ουδόλως ταράσσονται. Άλλως τε οι
-πόδες των, αρμοδίως υποδεδεμένοι, δεν ησθάνθησαν την θερμότητα
-την διαπερώσαν τας σανίδας του καταστρώματος, καίπερ
-αδιαλείπτως σχεδόν καταβρεχομένας. Ο χειρισμός ούτος των
-αντλιών ηδύνατο τουλάχιστον να προκαλέση την έκπληξιν αυτών
-αλλ' ουδέν τοιούτον εγένετο, και οι πλείστοι εξηπλωμένοι επί
-των θρανίων όλως αμέριμνοι ελικνίζοντο υπό του διατοιχισμού
-[39] του πλοίου.
-
-Μόνος ο κ. Λετουρνέρ φαίνεται εκπληττόμενος και παρατηρών ότι
-το πλήρωμα επιδίδεται εις υπερβολικήν καθαριότητα ολίγον συνήθη
-εις τα εμπορικά πλοία. Μοι λέγει δε λέξεις τινάς περί τούτου,
-και εγώ αποκρίνομαι μετ' αδιαφορίας. Και όμως ο Γάλλος ούτος
-είνε ανήρ δραστήριος, και ηδυνάμην τα πάντα να τω είπω, αλλά
-σιγώ, υποσχεθείς εις τον Ροβέρτον Κόρτις ότι θα σιγήσω.
-
-Έπειτα δε, καθήμενος και αναλογιζόμενος τα επακολουθήματα της
-ενδεχομένης καταστροφής, αισθάνομαι την καρδίαν μου θλιβομένην.
-Είμεθα εικοσιοκτώ ψυχαί εν τω πλοίω, εικοσιοκτώ θύματα ίσως,
-εις ά η φλοξ μετ' ου πολύ ουδέ μίαν σανίδα θα αφήση άθικτον!
-
-Σήμερον εγένετο η σύσκεψις του πλοιάρχου, του δευτέρου, του
-υποπλοιάρχου και του αρχιναύτου, εξ ής κρέμαται η σωτηρία του
-_Σάνσελλορ_, των επιβατών και του πληρώματος.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις μοι ανεκοίνωσε τα εν αυτή αποφασισθέντα. Ο
-πλοίαρχος Χόντλυ απώλεσεν όλον το ψυχικόν αυτού σθένος, — όπερ
-ευκόλως ηδύνατό τις να προΐδη· ούτε αταραξίαν πλέον έχει, ούτε
-δραστηριότητα, και καταλείπει σιωπηλώς την κυβέρνησιν του
-πλοίου τω Ροβέρτω Κόρτις. Αι πρόοδοι της πυρκαϊάς εν τοις ένδον
-του πλοίου είνε νυν αδιαφιλονίκητοι, και ήδη εν τη θέσει του
-πληρώματος, κειμένη εν τη πρώρα, είνε δύσκολος η διαμονή.
-Πρόδηλον ότι το πυρ δεν δύναται να καταδαμασθή, και ότι ευθύς ή
-ύστερον θα εκραγή μετά σφοδρότητος.
-
-Εν δε τη περιστάσει ταύτη τι ποιητέον; μία και μόνη απόφασις
-είνε δυνατή, ο κατάπλους εις την εγγυτάτην γην. Η γη δε αύτη,
-παρατηρήσεως γενομένης, είνε η των Μικρών Αντιλλών, και
-δυνάμεθα να ελπίζωμεν ότι θα τας φθάσωμεν ταχέως διά του
-επικρατούντος τούτου ανέμου, του Μέσου (ΒΑ).
-
-Της γνώμης ταύτης αποδεκτής γενομένης, ο δεύτερος ουδέν άλλο
-υπελείπετο να πράξη, ή να διατηρήση την από εικοσιτέσσαρων ωρών
-διεύθυνσιν του πλοίου. Οι δε επιβάται, ουδέν σημείον
-διαγνωστικόν έχοντες επί του απείρου τούτου ωκεανού, και ολίγον
-εξωκειωμένοι προς τας ενδείξεις της πυξίδος, δεν ηδυνήθησαν να
-αναγνωρίσωσι την μεταβολήν της διευθύνσεως του _Σάνσελλορ_,
-όστις, έχων υψωμένους τους τε σιπάρους [40] και τα παρίστια
-[41], σπεύδει προς τας ακτάς των Αντιλλών, ών έτι απέχει πλέον
-ή εξακόσια μίλια.
-
-Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις, προς τον κ. Λετουρνέρ
-επερωτήσαντα περί της μεταβολής της διευθύνσεως του πλου,
-αποκρίνεται ότι, επειδή δεν δύναται να παλαίση κατά του ανέμου,
-θα ζητήση προς Ζέφυρον (Δ) ρεύματα ευνοϊκώτερα.
-
-Αύτη δε ήτο η μόνη παρατήρησις, ήν προεκάλεσεν η μεταρρύθμισις
-η επενεχθείσα εις την διεύθυνσιν του _Σάνσελλορ_.
-
-Την επιούσαν, 21 Οκτωβρίου, η κατάστασις είνε η αυτή. Κατά τους
-επιβάτας ο διάπλους τελείται ως συνήθως, όθεν κατ' ουδέν
-μετέβαλον το πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου των.
-
-Άλλως τε αι πρόοδοι της πυρκαϊάς δεν εκδηλούνται εις τα έξω,
-σημείον καλόν. Τα δε ανοίγματα εφράχθησαν τόσον στεγανώς, ώστε
-ουδείς καπνός προδίδει την εσωτερικήν καύσιν. Ίσως θα γίνη
-δυνατόν να συγκεντρώσωσι το πυρ εν τω κύτει, και ίσως τέλος,
-δι' έλλειψιν αέρος θα σβεσθή ή θα εξακολουθή εμφωλεύον, και δεν
-θα διαδοθή καθ' όλον το φορτίον. Τούτο ελπίζει και ο Ροβέρτος
-Κόρτις, και προς πλείονα προφύλαξιν εκέλευσε μάλιστα να
-φράξωσιν επιμελώς το στόμιον των αντλιών, ών ο σωλήν,
-παρατεινόμενος μέχρι του πυθμένος του κύτους, ηδύνατο να
-παράσχη δίοδον εις λεπτά τινα μόρια αέρος.
-
-Είθε να επέλθη ημίν ουρανόθεν βοήθεια, διότι, αληθώς, ουδέν
-δυνάμεθα ημείς αυτοί!
-
-Η ημέρα αύτη θα διήρχετο άνευ τινός συμβάντος, αν μη τυχαίως
-ήκουον λέξεις τινάς συνδιαλέξεως, εξ ών προκύπτει ότι η
-κατάστασις ημών, η τοσούτον ήδη σοβαρά, μέλλει να δεινωθή.
-
-Περί τούτου θα κρίνωσιν οι αναγνώσται.
-
-Εκαθήμην εν τω επιστέγω, δύο δε των επιβατών συνδιελέγοντο
-ταπεινή τη φωνή, ουδόλως υποπτεύοντες ότι λέξεις τινές αυτών
-ηδύναντο να έλθωσιν εις τα ώτα μου. Ήσαν δε ούτοι ο μηχανικός
-Φάλστεν και ο μεγαλέμπορος Ρόμπυ, συχνά πυκνά συνδιαλεγόμενοι
-κατ' ιδίαν.
-
-Εν πρώτοις επισπώσι την προσοχήν μου έν ή δύο νεύματα
-εκφραστικά του μηχανικού, όστις φαίνεται ελέγχων σφόδρα τον
-μεθ' ού συνδιαλέγεται.
-
-Δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη παραβάλω το ους, και ακούω τους
-λόγους τούτους.
-
-» Αλλ' όμως είνε άτοπον! επαναλαμβάνει ο Φάλστεν! Δεν υπάρχει
-μεγαλητέρα απερισκεψία!
-
- — Πα! αποκρίνεται ο Ρόμπυ αμέριμνος, δεν θα συμβή τίποτε!
-
- — Τουναντίον μάλιστα, δυνατόν να συμβώσι δεινά δυστυχήματα!
-επαναλαμβάνει ο μηχανικός.
-
- — Αι, καλά! άπαντα ο έμπορος, δεν είνε δα και η πρώτη φορά
-όπου το κάμνω.
-
- — Αλλ' όμως μικρά σύγκρουσις δυνατόν να προκαλέση έκρηξιν.
-
- — Το έχω στερεά περιτυλιγμένον το δοχείον, κύριε Φάλστεν, και
-επαναλαμβάνω ότι δεν είνε φόβος καθόλου.
-
- — Και διατί δεν το είπες εις τον πλοίαρχον;
-
- — Αι! διότι δεν θα ήθελε να το παραλάβη.»
-
-Του ανέμου επ' ολίγον κοπάσαντος, δεν ακούω πλέον τίποτε· αλλ'
-όμως είνε φανερόν ότι ο μεν μηχανικός εξακολουθεί επιμένων, ο
-δε Ρόμπυ απλώς ανυψοί τους ώμους.
-
-Και όντως μετ' ου πολύ νέοι λόγοι έρχονται μέχρι εμού.
-
-«Ναι! ναι! λέγει ο Φάλστεν, πρέπει να γίνη γνωστόν εις τον
-πλοίαρχον! πρέπει να ρίψωμεν το δοχείον εις την θάλασσαν! Δεν
-έχω όρεξιν να ανατιναχθώ εις τον αέρα!»
-
-Να ανατιναχθώ εις τον αέρα! Ανατινάσσομαι ακούσας τας λέξεις
-ταύτας! Τι άρα γε νοεί ο μηχανικός; Τι υπαινίσσεται; Και όμως
-δεν γινώσκει την κατάστασιν του _Σάνσελλορ_, και αγνοεί ότι
-πυρκαϊά νέμεται το φορτίον!
-
-Αλλά λέξις τις — λέξις «φοβερά» ως έχουσι τα παρόντα πράγματα —
-μοι φέρει σφοδρόν τιναγμόν.
-
-Και η λέξις αύτη ή μάλλον αι λέξεις αύται «πικρικόν κάλι»
-επαναλαμβάνονται πολλάκις.
-
-Εν ριπή οφθαλμού είμαι πλησίον των δύο επιβατών και ακουσίως,
-μετά δυνάμεως ανανταγωνίστου, αρπάζω τον Ρόμπυ από του
-περιλαιμίου.
-
-«Υπάρχει πικρικόν εντός του πλοίου;
-
- — Ναι! αποκρίνεται ο Φάλστεν, έν δοχείον περιέχον τριάκοντα
-λίτρας.
-
- — Και πού;
-
- — Εις το κύτος, μαζί με τα εμπορεύματα!»
-
-
-
-ΙΑ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της 21 Οκτωβρίου._ — Ακούω την απόκρισιν του
-Φάλστεν και δεν δύναμαι να διηγηθώ τι συμβαίνει εν εμαυτώ! το
-συναίσθημά μου δεν είνε κατάπληξις, αλλά μάλλον ώσπερ τις
-υποταγή εις το θέλημα του Θεού! Μοι φαίνεται δε ότι το
-απρόοπτον τούτο συμπληροί την κατάστασιν ημών, και μάλιστα ότι
-δυνατόν να είνε και η καταστροφή αυτής! Όθεν μετά πάσης
-αταραξίας πορεύομαι εις συνάντησιν του Ροβέρτου Κόρτις επί του
-πρωραίου καταστρώματος.
-
-Μαθών ότι δοχείον περικλείον τριάκοντα λίτρας πικρικού, — τούτ'
-έστιν όσον αρκεί να ανατινάξη όρος, — κείται εν τω πλοίω, εν τω
-πυθμένι του κύτους, εν αυτή τη εστία της πυρκαϊάς, και ότι ο
-_Σάνσελλορ_ δυνατόν να εκραγή όσον ούπω, ο Ροβέρτος Κόρτις δεν
-συνοφρυούται, μόλις δε το μέτωπόν του ρυτιδούται και των
-οφθαλμών του η κόρη διαστέλλεται.
-
-«Έχει καλώς! μοι αποκρίνεται. Μηδέ γρυ περί τούτου. Και πού
-είνε ο Ρόμπυ;
-
- — Εις το επίστεγον.
-
- — Ελάτε μαζί μου, κύριε Κάζαλλον.»
-
-Μεταβαίνομεν ομού εις το επίστεγον, ένθα συζητούσιν έτι ο
-μηχανικός και ο έμπορος.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται προς αυτούς και ερωτά τον Ρόμπυ:
-
-«Το εκάμετε σεις αυτό;
-
- — Αι, μάλιστα! το έκαμα!» αποκρίνεται ησύχως ο Ρόμπυ, νομίζων
-εαυτόν ένοχον το πολύ πολύ δόλου και απάτης.
-
-Μοι φαίνεται μίαν στιγμήν, ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα
-κατασυντρίψη τον άθλιον επιβάτην, όστις δεν δύναται να
-κατανοήση το σπουδαίον της ασυνεσίας του! Αλλά κατορθοί να
-συγκρατήση εαυτόν, και τον βλέπω σφίγγοντα τας χείρας οπίσω των
-νώτων, ίνα μη τω επέλθη ο πειρασμός να αρπάση τον Ρόμπυ από του
-λαιμού.
-
-Έπειτα δε μετά φωνής ησύχου ερωτά τον Ρόμπυ. Ούτος δε βεβαιοί
-τα γεγονότα, ών ανωτέρω εμνημόνευσα. Μεταξύ των δεμάτων των
-παρεμπορευμάτων του υπάρχει δοχείον περικλείον τριάκοντα
-περίπου λίτρας της κινδυνώδους ουσίας. Ο επιβάτης ούτος
-προσηνέχθη εν τη περιστάσει ταύτη μετά της ασυνεσίας, ήτις,
-ομολογητέον, είνε έμφυτος ταις αγγλοσαξωνικαίς φυλαίς, και
-εισήγαγε το εκρηκτικόν τούτο μίγμα εις το κύτος του πλοίου ως
-Γάλλος τις ήθελε εισαγάγη απλήν φιάλην οίνου. Δεν εδήλωσε δε το
-είδος του περιεχομένου, διότι εγίνωσκε κάλλιστα ότι ο πλοίαρχος
-ήθελεν αποποιηθή να το παραλάβη.
-
-«Και τέλος πάντων, προσθέτει υψών τους ώμους, δεν είνε δα και
-πράξις αξία αγχόνης. Και αν το δοχείον μου σας ενοχλή τόσον
-πολύ, δύνασθε κάλλιστα να το ρίψετε εις την θάλασσαν. Διότι τα
-εμπορεύματά μου τα έχω ησφαλισμένα!»
-
-Την απόκρισιν ταύτην ακούσας, δεν δύναμαι να κρατηθώ, διότι δεν
-έχω την αταραξίαν του Ροβέρτου Κόρτις. Παραφερόμενος υπό της
-οργής, εφορμώ κατά του Ρόμπυ, πριν δυνηθή ο δεύτερος να με
-αναχαιτίση, και αναφωνώ:
-
-«Άθλιε! Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι είνε πυρκαϊά εντός του
-πλοίου;»
-
-Άμα εκστομίσας τας λέξεις ταύτας, ευθύς μετενόησα, αλλ' είνε
-πλέον πολύ αργά! Απερίγραπτον αποτέλεσμα παράγουσιν επί του
-Ρόμπυ. Ο τάλας καταλαμβάνεται υπό φόβου νευρικού. Το σώμα έχων
-παράλυτον υπό τετανικής ακαμψίας, φρίσσουσαν την κόμην, το όμμα
-υπερμέτρως ανοικτόν, την αναπνοήν πνευστιώσαν ως ασθματικού,
-δεν δύναται να λαλήση, και ο φόβος αυτού ανήλθεν εις το
-έπακρον. Αίφνης οι βραχίονες αυτού κινούνται, παρατηρεί το
-κατάστρωμα τούτο του _Σάνσελλορ_, όπερ από στιγμής εις στιγμήν
-δυνατόν να ανατιναχθή εις τον αέρα. Εφορμά κάτω του επιστέγου,
-ανεγείρεται, διατρέχει το πλοίον, χειρονομών ως παράφρων.
-Έπειτα αναλαμβάνει τον λόγον, και από του στόματός του
-εξέρχονται αι απαίσιαι αύται λέξεις:
-
-«Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»
-
-Το πλήρωμα, ακούσαν την κραυγήν ταύτην, σπεύδει επί του
-καταστρώματος, διότι ενόμισεν αναμφιβόλως ότι η πυρκαϊά
-εξώρμησεν εκ των ένδον, και ότι επήλθεν η ώρα να φύγωσι διά των
-εφολκίων [42]. Επέρχονται και οι επιβάται, ο μίστερ Κηρ, η
-σύμβιός του μίσιζ Κηρ, η μις Χέρμπυ και οι δύο Λετουρνέρ.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να επιβάλη σιγήν εις τον Ρόμπυ, αλλ'
-αυτός δεν έχει πλέον σώας τας φρένας.
-
-Την στιγμήν ταύτην η αταξία είνε εσχάτη. Η μίσιζ Κηρ κατέπεσεν
-επί του καταστρώματος αναίσθητος, ο δε σύμβιος ουδόλως
-φροντίζει περί αυτής, καταλείπων την μις Χέρμπυ να την
-περιποιηθή.
-
-Οι δε ναύται έχουσιν ήδη ενάψη τα σύσπαστα [43] της ακάτου, ίνα
-την καταβιβάσωσιν εις την θάλασσαν.
-
-Κατά τον χρόνον δε τούτον γνωστοποιώ τοις κκ. Λετουρνέρ ό τι
-αγνοούσι, τούτ' έστιν ότι το φορτίον πυρπολείται, ο δε νους του
-πατρός παρευθύς φέρεται προς τον Ανδρέαν, όν περιβάλλει διά των
-βραχιόνων του· αλλ' ο νέος διατελεί ατάραχος και απαθής, και
-θαρρύνει τον πατέρα του, επαναλαμβάνων ότι ο κίνδυνος δεν είνε
-άμεσος.
-
-Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις βοηθούμενος υπό του υποπλοιάρχου,
-κατώρθωσε να αναχαιτίση τους άνδρας, βεβαιών αυτούς ότι η
-πυρκαϊά δεν εποίησε νέας προόδους, ο δ' επιβάτης Ρόμπυ δεν έχει
-συνείδησιν ούτε του τι πράττει, ούτε του τι λέγει, ότι δεν
-πρέπει να σπεύδωσι και ότι, όταν έλθη ο καιρός, θα καταλίπωσι
-πάντες το πλοίον . . .
-
-Οι πλείστοι των ναυτών ίστανται ακούοντες την φωνήν του
-δευτέρου, όν αγαπώσι και σέβονται. Ούτος επιτυγχάνει παρ' αυτών
-ό τι ο πλοίαρχος Χόντλυ δεν ήθελε δυνηθή να κατορθώση, η δε
-άκατος διαμένει επί των υποστατών.
-
-Ευτυχώς πάνυ [44] ο Ρόμπυ ουδέν είπε περί του πικρικού εκείνου,
-του εγκεκλεισμένου εν τω κύτει του πλοίου. Εάν το πλήρωμα
-εγίνωσκε την αλήθειαν, εάν εμάνθανεν ότι το πλοίον είνε αύτο δη
-τούτο ηφαίστειον έτοιμον να διαρραγή υπό τους πόδας του, το
-πλήρωμα, λέγω, ήθελεν απολέση παν ηθικόν σθένος, δεν θα ήτο
-δυνατόν να το κρατήσωσι και θα έφευγεν εξ άπαντος.
-
-Ο δεύτερος ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ, οι τρεις μόνοι
-γινώσκωμεν τίνι φοβερώ τρόπω ήτο περιπεπλεγμένη η πυρκαϊά του
-πλοίου, και επάναγκες είνε ημείς μόνοι να το γινώσκωμεν.
-
-Της τάξεως αποκαταστάσης, ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ ερχόμεθα
-εις το επίστεγον προς συνάντησιν του Φάλστεν, όν ευρίσκομεν
-εσταυρωμένας έχοντα τας χείρας και σκεπτόμενον ίσως περί τινος
-προβλήματος της μηχανικής εν τω γενικώ εκείνω φόβω και τρόμω.
-Συνιστώμεν δε αυτώ να μη είπη τίποτε περί της νέας ταύτης
-περιπλοκής, της οφειλομένης εις την απερισκεψίαν του Ρόμπυ.
-
-Και ο μεν Φάλστεν υπισχνείται να τηρήση το απόρρητον. Προς δε
-τον πλοίαρχον Χόντλυ, όστις αγνοεί έτι την εσχάτην σοβαρότητα
-της καταστάσεως, αναλαμβάνει ο Ροβέρτος Κόρτις να την καταστήση
-γνωστήν.
-
-Αλλά προ τούτου πρέπει να ληφθή πρόνοια περί του Ρόμπυ, διότι ο
-τάλας διατελεί εν παντελεί παραφροσύνη. Δεν έχει πλέον
-συναίσθησιν των πράξεών του, και τρέχει ανά το κατάστρωμα
-κραυγάζων αδιαλείπτως: Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τους ναύτας να συλλάβωσι τον
-επιβάτην, όν κατορθούσι να φιμώσωσι και προσδέσωσι στερεώς.
-Έπειτα μεταφέρεται εις τον θάλαμόν του, ένθα του λοιπού θα
-φυλάσσεται φυλακή αδέσμω.
-
-Η φοβερά λέξις δεν εξέφυγε του στόματός του!
-
-
-
-ΙΒ'
-
-
-
- — _22 και 23 Οκτωβρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις εγνωστοποίησε τα
-πάντα τω πλοιάρχω Χόντλυ. Ο δε πλοίαρχος Χόντλυ, δικαιώματι, αν
-μη πράγματι, είνε προϊστάμενός του και δεν ηδύνατο να τον
-αποκρύψη την κατάστασιν των πραγμάτων.
-
-Γρυ δεν απήντησεν ο πλοίαρχος εις την ανακοίνωσιν ταύτην και
-αφ' ού έφερε την χείρα επί του μετώπου, ως τις θέλων να
-αποσοβήση σκέψιν τινά οχληράν, εισήλθεν ησύχως εις τον θάλαμόν
-του ουδέν παραγγείλας.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ
-συσκεπτόμεθα, και εκπλήσσομαι επί τη απαθεία ήν έκαστος ημών
-έχει εν τη περιστάσει ταύτη. Πάσαι αι πιθανότητες της σωτηρίας
-συνεζητήθησαν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις συνοψίζει την κατάστασιν
-των πραγμάτων ωδέ πως.
-
-«Η πυρκαϊά δεν δύναται να ανασταλή, και ήδη η θερμοκρασία κατά
-την πρώραν κατέστη αφόρητος. Θα επέλθη λοιπόν στιγμή, μετ' ου
-πολύ ίσως, καθ' ήν η έντασις του πυρός θα είνε τοιαύτη, ώστε αι
-φλόγες θα εξέλθωσι διά του καταστρώματος. Εάν δε προ της νέας
-ταύτης όψεως της καταστροφής η κατάστασις της θαλάσσης επιτρέπη
-να χρησιμοποιήσωμεν τα εφόλκιά μας, θα αφήσωμεν το πλοίον και
-θα φύγωμεν. Αλλ' εάν όμως τουναντίον δεν είνε δυνατόν να
-αφήσωμεν τον _Σάνσελλορ_, θα αγωνισθώμεν κατά του πυρός μέχρι
-εσχάτων. Τις οίδεν εάν δεν το καταβάλωμεν όταν θα προβάλη έξω!
-Ίσως θα κατανικήσωμεν ευκολώτερον τον φανερόν εχθρόν ή τον
-κρυπτόμενον.
-
- — Τούτο φρονώ, αποκρίνεται ησύχως ο μηχανικός.
-
- — Και εγώ, είπον εγώ. Αλλά, κύριε Κόρτις, δεν υπολογίζετε και
-την περίπτωσιν ταύτην, ότι τριάκοντα λίτραι εκρηκτικής ουσίας
-εγκλείονται εν τω πυθμένι του κύτους;
-
- — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, διότι
-είνε απλή τις λεπτομέρεια, και διά τούτο ουδόλως την υπολογίζω!
-Και διατί τάχα να κάθημαι και να μεριμνώ περί τούτου; Δύναμαι
-να αναζητήσω την ουσίαν ταύτην εντός φορτίου πυρπολουμένου και
-εντός κύτους, όπου οφείλομεν να μη επιτρέψωμεν την είσοδον του
-αέρος; Όχι! Λοιπόν ουδέ καν το συλλογίζομαι! Πριν τελειώση η
-φράσις την οποίαν προφέρω, δύναται το πικρικόν τούτο να επιφέρη
-το αποτέλεσμά του; Ναι. Λοιπόν το πυρ ή θα το φθάση ή δεν θα το
-φθάση. Κατ' ακολουθίαν, την περίπτωσιν περί ής λέγετε εγώ την
-θεωρώ ως μη υπάρχουσαν. Εις τον Θεόν και ουχί εις εμέ,
-εναπόκειται πλέον η απαλλαγή ημών από της εσχάτης ταύτης
-καταστροφής!
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις απήγγειλε τους λόγους τούτους σοβαρώς, ημείς
-δε κλίνομεν την κεφαλήν άναυδοι. Αφ' ού, τοιαύτης ούσης της
-θαλάσσης, η άμεσος φυγή είνε αδύνατος, οφείλομεν να
-λησμονήσωμεν την περίπτωσιν ταύτην.
-
-«Η έκρηξις δεν είνε αναγκαία, θα έλεγε λεπτολόγος τις, αλλά
-μόνον ενδεχομένη.»
-
-Την παρατήρησιν ταύτην εποίησεν ο μηχανικός μετά απαραμίλλου
-απαθείας.
-
-«Μίαν ερώτησιν, κύριε Φάλστεν, εις την οποίαν παρακαλώ να μ'
-απαντήσετε, είπον εγώ προς αυτόν. Δύναται να αναφλεχθή το
-πικρικόν κάλι αν δεν προηγηθή σύγκρουσις;
-
- — Βεβαίως, αποκρίνεται ο μηχανικός. Υπό τας συνήθεις
-περιστάσεις το πικρικόν κάλι δεν είνε μεν περισσότερον
-εύφλεκτον της κοινής πυρίτιδος, αλλ' όμως είνε όσον και εκείνη.
-Άρα ...»
-
-Ο Φάλστεν είπεν «Άρα». Δεν ηθέλετε νομίση ότι λέγει απόδειξίν
-τινα διδάσκων χημείαν;
-
-Έπειτα αναβαίνομεν πάλιν εις το κατάστρωμα. Εν ώ δε εξηρχόμεθα
-της αιθούσης, ο Ροβέρτος Κόρτις λαβών με από της χειρός, μοι
-είπεν ουδόλως επιχειρών να κρύψη την συγκίνησίν του:
-
-«Κύριε Κάζαλλον, τον _Σάνσελλορ_, τον οποίον τόσον αγαπώ, να
-τον βλέπω βοράν του πυρός και να μη δύναμαι τίποτε, τίποτε! . .
-
- — Κύριε Κόρτις, η συγκίνησίς σας . . .
-
- — Κύριε, λέγει εκείνος, δεν δύναμαι να την καταδαμάσω. Υμείς
-μόνος θα έχετε παρατηρήση τι υποφέρω. — Αλλά τετέλεσται,
-προσέθηκε προσπαθών βιαίως να καταστείλη εαυτόν.
-
- — Η κατάστασις λοιπόν είνε απελπιστική; ηρώτησα τότε.
-
- — Η κατάστασις, ιδού, αποκρίνεται απαθώς ο Ροβέρτος Κόρτις.
-Ευρισκόμεθα επί υπονόμου και η άπτρα είνε αναμμένη. Υπολείπεται
-να μάθωμεν πόσον είνε το μήκος της άπτρας!»
-
-Και ταύτα ειπών απέρχεται.
-
-Όπως δήποτε το τε πλήρωμα και οι λοιποί επιβάται αγνοούσι μέχρι
-πόσου έχει δεινωθή η κατάστασις ημών.
-
-Αφ' ότου έγινε γνωστή η πυρκαϊά, ο μίστερ Κηρ καταγίνεται
-συναθροίζων τα πολυτιμότατα των πραγμάτων του και, ως εικός,
-ουδόλως έχει τον νουν του εις την γυναίκα του. Αφ' ού δε
-ανεκοίνωσεν επισήμως τω δευτέρω πλοιάρχω ότι οφείλει να προβή
-εις την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς, και κατέστησεν αυτόν υπεύθυνον
-παντός ενδεχομένου, εισήλθε πάλιν εις τον παρά την πρύμναν
-θάλαμόν του και ουδέποτε πλέον εξήλθε.
-
-Η δε μίσιζ Κηρ εκβάλλει στεναγμούς και η τάλαινα γυνή, ει και
-γελοία, εμποιεί οίκτον. Η μις Χέρμπυ, εν τοις καιροίς τούτοις,
-νομίζει εαυτήν ολιγώτερον παρά ποτε απηλλαγμένην των προς την
-κυρίαν αυτής καθηκόντων, και την περιποιείται μετ' άκρας
-αφοσιώσεως. Θαυμάζω καθ' υπερβολήν την διαγωγήν της κόρης
-ταύτης, ήτις θεωρεί το καθήκον ως πάντων ανώτατον.
-
-Την επιούσαν, 23 Οκτωβρίου, ο πλοίαρχος Χόντλυ προσκαλεί τον
-δεύτερον εις τον θάλαμόν του και γίνεται μεταξύ αυτών ο εξής
-διάλογος, όν μοι ανεκοίνωσεν έπειτα ο Ροβέρτος Κόρτις.
-
-«Κύριε Κόρτις, λέγει ο πλοίαρχος, ού το βλοσυρόν όμμα δηλοί
-διατάραξιν των διανοητικών δυνάμεων, είμαι ναυτικός, δεν είν'
-αλήθεια;
-
- — Μάλιστα, κύριε.
-
- — Λοιπόν, φαντάσθητε ότι δεν ειξεύρω πλέον το επάγγελμά μου,
-αγνοώ τι συμβαίνει εν εμοί . . . αλλά λησμονώ . . . δεν ειξεύρω
-πλέον . . . Δεν πλέομεν προς Μέσην (ΒΑ), αφ' ότου απεπλεύσαμεν
-εκ του Κάρλεστον;
-
- — Όχι, κύριε, αποκρίνεται ο δεύτερος, πλέομεν προς Εύρον (ΝΑ)
-κατά τας οδηγίας σας.
-
- — Και όμως εφορτώσαμεν διά Λιβερπούλην!
-
- — Αναμφιβόλως.
-
- — Και ο; . . . πώς ονομάζεται το πλοίον, κύριε Κόρτις;
-
- — _Σάνσελλορ_.
-
- — Α, ναι! ο _Σάνσελλορ_! Και ευρίσκεται τώρα;
-
- — Προς νότον του Τροπικού.
-
- — Λοιπόν, κύριε, δεν αναλαμβάνω να τον επαναφέρω προς βορράν!
-. . . Όχι! . . . δεν θα δυνηθώ . . . Επιθυμώ να μη εξέλθω πλέον
-εκ του θαλάμου μου . . . Η θέα της θαλάσσης με βλάπτει! . . .
-
- — Κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, ελπίζω ότι διά των
-περιποιήσεων . . .
-
- — Ναι, ναι, βλέπομεν αργότερα. — Εν τοσούτω θα σας δώσω μίαν
-διαταγήν, αλλά θα είνε η τελευταία την οποίαν θα λάβετε παρ'
-εμού.
-
- — Σας ακούω, αποκρίνεται ο δεύτερος.
-
- — Κύριε, επαναλαμβάνει ο πλοίαρχος, από της στιγμής ταύτης δεν
-είμαι πλέον τίποτε εν τω πλοίω, και λαμβάνετε υμείς την
-κυβέρνησιν του _Σάνσελλορ_. Αι περιστάσεις είνε ισχυρώτεραι
-εμού, και αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι να ανθέξω ... Η κεφαλή μου
-είνε άνω κάτω! — Πάσχω πολύ, κύριε Κόρτις,» προσθέτει ο Σάιλας
-Χόντλυ θλίβων το μέτωπόν του δι' αμφοτέρων των χειρών.
-
-Ο δεύτερος εξετάζει μετά προσοχής τον τέως κυβερνώντα το πλοίον
-και αρκείται μόνον αποκρινόμενος:
-
-«Έχει καλώς, κύριε.»
-
-Έπειτα δε ανελθών εις το κατάστρωμα, μοι διηγείται τα
-διατρέξαντα. «Μάλιστα, λέγω, ο άνθρωπος ούτος έχει τουλάχιστον
-ασθενή τον εγκέφαλον, αν δεν είνε παράφρων, και προτιμότερον
-ότι παρητήθη μόνος του.
-
- — Τον αντικαθιστώ εις περιστάσεις σοβαράς, μοι αποκρίνεται ο
-Ροβέρτος Κόρτις· αλλ' αδιάφορον, θα πράξω το καθήκον μου.»
-
-Ταύτα ειπών ο δεύτερος, καλεί ναύτην τινά και τω λέγει να υπάγη
-να εύρη τον αρχιναύτην, όστις πάραυτα έρχεται.
-
-«Να προσκληθή το πλήρωμα, λέγει προς τον αρχιναύτην, παρά την
-πτέρναν του μεγάλου ιστού.»
-
-Ο αρχιναύτης αποχωρεί και μετά τινας στιγμάς οι άνδρες του
-_Σάνσελλορ_ είνε συνηγμένοι εν τω υποδειχθέντι τόπω.
-
-Ο δε Ροβέρτος Κόρτις προσελθών προς αυτούς λέγει μετά φωνής
-γαληνιαίας:
-
-«Παιδιά, εις την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και διά
-λόγους οι οποίοι είνε εις εμέ γνωστοί, ο κύριος Σάιλας Χόντλυ
-ενόμισε καθήκον του να παραιτηθή του πλοιαρχικού αξιώματος.
-Όθεν από της ημέρας ταύτης εγώ είμαι ο κυβερνήτης.»
-
-Ούτω πως εξετελέσθη η μεταβολή αύτη, ήτις εξ άπαντος θα αποβή
-εις καλόν πάντων. Έχομεν αρχηγόν άνδρα δραστήριον και ασφαλή,
-όστις προ ουδενός μέσου θα υποχωρήση, τείνοντος εις την κοινήν
-σωτηρίαν. Οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ
-συγχαίρομεν παρευθύς τω Ροβέρτω Κόρτις, ο δε υποπλοίαρχος και ο
-αρχιναύτης προσθέτουσι τα συγχαρητήριά των εις τα ημέτερα.
-
-Ο πλους του _Σάνσελλορ_ εξακολουθεί προς Λίβα (ΝΔ), ο δε
-Ροβέρτος Κόρτις βιάζων, επιζητεί να προσεγγίση εν τω βραχυτάτω
-διαστήματι χρόνου εις την εγγυτάτην των Μικρών Αντιλλών.
-
-
-
-ΙΓ'
-
-
-
- — _Από της 24 μέχρι 29 Οκτωβρίου_. — Κατά τας πέντε επομένας
-ημέρας η θάλασσα είνε αγρία. Ο δε _Σάνσελλορ_, ει και δεν
-παλαίει πλέον κατ' αυτής και τρέχει συν τω ανέμω και τω κύματι,
-κινείται όμως καθ' υπερβολήν. Κατά τον διάπλουν τούτον, τον επί
-πυρπολικού, ουδ' επί στιγμήν έχομεν ησυχίαν. Παρατηρούμεν μετά
-πόθου το ύδωρ τούτο όπερ, περιβάλλον το πλοίον, έλκει,
-κατακηλεί.
-
-«Αλλά, είπον προς τον Ροβέρτον Κόρτις, διατί να μη τρυπήσωμεν
-το κατάστρωμα; διατί να μη χύσωμεν τόννους ύδατος εις το κύτος;
-Και όταν το πλοίον γεμίση, πού έγκειται το κακόν; Της πυρκαϊάς
-σβεσθείσης αι αντλίαι θα χύσωσι πάλιν όλον το ύδωρ εις την
-θάλασσαν!
-
- — Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας το
-είπον και σας το επαναλαμβάνω, εάν αφήσωμεν τον αέρα να διέλθη,
-έστω και όσον δήποτε και ολίγον, το πυρ θα διαδοθή εν ακαρεί
-καθ' όλον το πλοίον, αι δε φλόγες θα το περιβάλωσιν από της
-τρόπιδος μέχρι του επιμήλου των ιστίων. Είμεθα καταδεδικασμένοι
-εις απραξίαν και υπάρχουσι περιστάσεις, καθ' άς οφείλει ο
-άνθρωπος να έχη την γενναιότητα του απρακτείν!»
-
-Μάλιστα! Ο μόνος τρόπος του να καταπολεμηθή η πυρκαϊά είνε να
-φραχθή στεγανώς πάσα είσοδος.
-
-Εν τούτοις αι πρόοδοι του πυρός είνε ακατάπαυστοι και ίσως
-ταχύτεραι ή όσον υποθέτομεν. Κατά μικρόν η θερμότης καθίσταται
-αρκούντως ισχυρά, ώστε οι επιβάται εδέησε να καταφύγωσιν επί
-της γεφύρας οι δε πρυμναίοι θάλαμοι ευρέως φωτιζόμενοι διά των
-παραθύρων του άβακος, είνε έτι κατοικήσιμοι. Αλλ' εκ τούτων τον
-μεν δεν εγκαταλείπει η μίσιζ Κηρ, τον δ' έτερον διέθεσεν ο
-Ροβέρτος Κόρτις τω εμπόρω Ρόμπυ. Πολλάκις μετέβην εις επίσκεψιν
-του ταλαιπώρου τούτου, όστις είνε όλως παράφρων, και ανάγκης να
-τον κρατώσι δέσμιον, αν μη θέλωσι να θραύση την θύραν του
-θαλάμου του. Πράγμα παράδοξον! Διετήρησεν εν τη παραφροσύνη του
-αίσθημα φρικαλέου τρόμου, και εκβάλλει φρικώδεις κραυγάς, ως
-εάν υπό την επίδρασιν φαινομένου φυσιολογικού, ησθάνετο αληθή
-καύματα.
-
-Και τον τέως πλοίαρχον πολλάκις επισκέπτομαι και ευρίσκω εν
-αυτώ άνδρα ηρεμώτατον και λαλούντα λογικώς πλην των
-αναφερομένων εις τα ναυτικά. Ως προς τούτο δεν έχει πλέον τον
-κοινόν νουν. Προσφέρομαι να τον περιποιηθώ, διότι πάσχει, αλλά
-δεν θέλει να δεχθή τας περιποιήσεις μου και δεν εξέρχεται πλέον
-εκ του θαλάμου του.
-
-Σήμερον εισεπήδησεν εις την θέσιν του πληρώματος καπνός δριμύς
-και ναυτιώδης διηθούμενος διά των σχισμάδων του φράγματος. Είνε
-δε βέβαιον ότι η πυρκαϊά προοδεύει προς το μέρος τούτο,
-παραβάλλοντες δε το ους, ακούομεν υπόκωφον βόμβον. Αλλά πόθεν
-λοιπόν το πυρ λαμβάνει όλον τούτον τον αέρα όστις το τρέφει;
-Ποία τις η ρωγμή η διαφυγούσα τας ερεύνας ημών; Η φρικώδης
-καταστροφή δεν θα ηδύνατο νυν να αποσοβηθή! Ίσως είνε ζήτημά
-τινων μόνον ημερών, ωρών τινων, και δυστυχώς η θάλασσα
-κυμαίνεται ούτως ώστε δεν είνε δυνατόν να σκεφθώμεν περί φυγής
-διά των εφολκίων.
-
-Κατά παραγγελίαν του Ροβέρτου Κόρτις το φράγμα της θέσεως
-καλύπτεται διά υποβλήματος διαβρεχομένου απαύστως. Αλλά,
-μάταιαι φροντίδες, ο καπνός εξακολουθεί εξερχόμενος εν μέσω
-θερμότητος υγράς, ήτις διαχεομένη επί της πρώρας καθιστά τον
-αέρα σχεδόν ανεπιτήδειον εις αναπνοήν.
-
-Ευτυχώς ο μέγας ιστός και ο ακάτιος είνε σιδηροί· ει δε μη,
-καιόμενοι από της πτέρνης θα είχον ήδη καταπέση, και ημείς θα
-είχομεν απολεσθή.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις λοιπόν βιάζει όσον οίον τε, και υπό τον
-άνεμον τούτον, τον Μέσην (ΒΑ), όστις επιτείνεται, ο _Σάνσελλορ_
-βαδίζει μετά πολλής ταχύτητος.
-
-Ιδού ήδη δεκατέσσαρες ημέραι από της εμφανίσεως της πυρκαϊάς
-και αι πρόοδοι αυτής είνε ακατάπαυστοι, διότι δεν ηδυνήθημεν να
-καταπαύσωμεν αυτάς. Ήδη ο χειρισμός εν τω πλοίω είνε μάλλον και
-μάλλον δυσχερής. Επί του επιστέγου, ού το σανίδωμα δεν
-συνέχεται αμέσως προς το κύτος δυνάμεθα έτι να σταθώμεν αλλά
-επί του καταστρώματος μέχρι του πρωραίου είνε των αδυνάτων να
-βαδίσωμεν ουδέ μετά χονδρών υποδημάτων. Το ύδωρ δεν εξαρκεί
-πλέον ίνα δροσίζη τας σανίδας ταύτας, άς το πυρ λέχει και
-ανακυρτούνται επί των ράβδων των. Η ρητίνη του ελατίνου τούτου
-ξύλου κροτεί πέριξ των όζων ως πίπτουσα χάλαζα, οι αρμοί
-διανοίγονται, η δε πίσσα, ρευστοποιουμένη υπό της θερμότητος
-διαρρέει σχεδιάζουσα παμποίκιλα ιδιόρρυθμα σχήματα επί του
-καταστρώματος κατά τας απαιτήσεις του διατοιχισμού του πλοίου.
-
-Το δ' έσχατον της συμφοράς, αίφνης αναπηδά αποτόμως άνεμος
-Σκίρων (ΒΔ), πνέων μετά μανίας! Αυτόχρημα τυφών, οποίος ενίοτε
-παράγεται εν ταις ακταίς ταύταις, και μας απομακρύνει από της
-γης των Αντιλλών, εις ήν προσπαθούμεν να προσεγγίσωμεν! Ο
-Ροβέρτος Κόρτις θέλει να αντισταθή αντιμένων[45], αλλ' ο άνεμος
-είνε ούτω βίαιος, ώστε ο _Σάνσελλορ_ δεν δύναται να αντιμείνη,
-και ανάγκη είνε μετ' ου πολύ να παραδοθή τω ανέμω, ίν' αποφύγη
-τους κλύδωνας, οίτινες είνε φοβεροί όταν πλήττωσι πλοίον κατά
-το ισχίον.
-
-Τη 29 η τρικυμία είνε εν όλη αυτής τη βία. Ο Ωκεανός είνε
-τεταραγμένος και η λεπτή βροχή η εκ της συγκρούσεως των κυμάτων
-κατακαλύπτει τον _Σάνσελλορ_ καθ' ολοκληρίαν. Των αδυνάτων να
-καταβιβασθή εφόλκιον εις την θάλασσαν χωρίς πάραυτα να
-καταποντισθή. Ημείς δε έχομεν καταφύγη οι μεν εις το επίστεγον,
-οι δε εις το πρυμναίον κατάστρωμα. Αποβλέπομεν προς αλλήλους,
-αλλά δεν τολμώμεν να λαλήσωμεν.
-
-Περί δε του δοχείου του πικρικού ουδέ καν διανοούμεθα.
-Ελησμονήσαμεν «την λεπτομέρειαν ταύτην» ίνα κατά Ροβέρτον
-Κόρτις είπω. Δεν ειξεύρω μα το ναι, αν μη ήτο ευκταία η έκρηξις
-του πλοίου, ήτις έμελλε διά μιας να διαλύση την κατάστασιν των
-πραγμάτων. Την φράσιν ταύτην αναγράφω, διότι θέλω να παραστήσω
-ακριβώς την κατάστασιν των πνευμάτων μας. Ο άνθρωπος επί πολύν
-χρόνον επαπειλούμενος υπό τινος κινδύνου, επιθυμεί τέλος να
-επέλθη ο κίνδυνος όσον τάχιστα, διότι η προσδοκία καταστροφής
-αναποδράστου είνε φρικωδεστέρα της πραγματικής αληθείας!
-
-Εν όσω δε ήτο καιρός, ο πλοίαρχος Κόρτις παρήγγειλε την
-εξαγωγήν μέρους των τροφών των αποτεταμιευμένων εν τω
-διανομείω, εις ό δεν θα ήτο πλέον δυνατόν να εισέλθη τις. Η
-θερμότης έχει ήδη βλάψη μέγα ποσόν προμηθειών αλλ' όμως βυτία
-τινά διπυρίτου [46] και κρέατος παστού, είς κόρος ρακής και
-βυτία ύδατος ετέθησαν επί του καταστρώματος, προς δε τούτοις
-καλύμματα, όργανα, πυξίς, ιστία, ίνα, εάν τύχη, δυνηθώμεν να
-εγκαταλίπωμεν πάραυτα το πλοίον.
-
-Την ογδόην εσπερινήν ώραν, ει και ο πάταγος του τυφώνος είνε
-μέγας, όμως ακούεται βόμβος θορυβώδης. Οι καθέκται του
-καταστρώματος υπεγείρονται πιεζόμενοι έσωθεν υπό του θερμού
-αέρος, και δίναι καπνού μαύρου διαφεύγουσι διά των καθεκτών, ως
-ο ατμός διαφεύγει υπό την πλάκα της επιστομίδος λέβητος.
-
-Το πλήρωμα σπεύδει προς τον Ροβέρτον Κόρτις και ζητεί τας
-διαταγάς του. Μία και μόνη γνώμη κατέχει πάντας, να φύγωμεν
-δήλα δή το ηφαίστειον τούτο, όπερ μέλλει να εκραγή υπό τους
-πόδας ημών.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί τον Ωκεανόν ού τα τεράστια κύματα
-εκχύνονται. Ουδέ δύναται τις πλέον να προσεγγίση εις την άκατον
-την κειμένην επί των υποστατών εν τω μέσω του καταστρώματος·
-αλλ' είνε έτι δυνατόν να χρησιμοποιήσωμεν την λέμβον την
-ανακρεμαμένην από των επωτίδων [47] του δεξιού τοίχου του
-πλοίου, ως και την φαλαινίδα [48] κρεμαμένην κατά την πρύμναν.
-
-Οι ναύται ορμώσι προς την λέμβον.
-
-«Όχι, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Μη θυσιάσωμεν και την
-τελευταίαν μας ελπίδα!»
-
-Τινές όμως των ναυτών κατεπτοημένοι, προεξάρχοντος του Όουεν,
-θέλουσι να καταβιβάσωσι το εφόλκιον. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις
-σπεύδει εις το επίστεγον και αρπάσας πέλεκυν αναφωνεί:
-
-«Ο πρώτος όπου θα εγγίση το σύσπαστα, του σχίζω την κεφαλήν!»
-
-Οι ναύται αποχωρούσι. Καί τινες μεν τούτων αναβαίνουσιν εις τας
-κλιμακίδας των επιτόνων [49], τινές δε καταφεύγουσι μέχρι των
-θωρακίων.[50]
-
-Την ενδεκάτην της νυκτός ακούονται εν τω κύτει σφοδροί κρότοι
-εκρήξεως· συντρίβονται τα φράγματα και αφίνουσι διέξοδον εις
-τον θερμόν αέρα και εις τον καπνόν. Πάραυτα χείμαρροι ατμού
-εκθρώσκουσιν από του στομίου της πρωραίας θέσεως και γλώσσα
-φλογός μακρά λείχει τον ακάτιον ιστόν.
-
-Κραυγαί ακούονται τότε.
-
-Η μίσιζ Κηρ υποβασταζομένη υπό της μις Χέρμπυ καταλείπει
-εσπευσμένως τους θαλάμους, ούς το πυρ κατέφθασεν ήδη. Έπειτα ο
-Σάιλας Χόντλυ επιφαίνεται, το πρόσωπόν του είνε κατάμαυρον υπό
-του καπνού και ησύχως, αφ' ού εχαιρέτισε τον Ροβέρτον Κόρτις,
-κατευθύνεται προς τους επιτόνους, αναβαίνει τας κλιμακίδας και
-εγκαθιδρύεται επί του θωρακίου του επιδρόμου.
-
-Ιδών τον Σάιλας Χόντλυ, ευθύς ενθυμούμαι ότι έτερός τις
-διαμένει καθειργμένος υπό το επίστεγον εν τω θαλάμω εκείνω, όν
-αι φλόγες μέλλουσιν ίσως να καταβροχθίσωσι.
-
-Πρέπει λοιπόν να αφήσωμεν να αποθάνη τον ταλαίπωρον Ρόμπυ; Ορμώ
-προς την κλίμακα . . . . Αλλ' ο παράφρων θραύσας τα δεσμά του
-φαίνεται την στιγμήν εκείνην, έχων την κόμην κεκαυμένην και τα
-ενδύματα φλεγόμενα. Ουδέν λέγων περιπατεί επί του καταστρώματος
-και οι πόδες του δεν καίονται! Ρίπτεται εις τας συστροφάς του
-καπνού, και ο καπνός δεν τον πνίγει. Ως ανθρωπίνη σαλαμάνδρα
-διατρέχει αναμέσον των φλογών!
-
-Νέος κρότος εκρήγνυται τότε και η άκατος διεσκορπίζεται εις
-τεμάχια, ο μεσαίος καθέκτης ανατινάσσεται διασχίσας το υπόβλημά
-του, και πίδαξ πυρός επί πολύ συμπεπιεσμένος αναπηδά μέχρι του
-ημίσεος του ιστού.
-
-Την στιγμήν εκείνην ο παράφρων εκβάλλει κραυγάς δυνατάς και εκ
-του στόματός του εκφεύγουσιν αι λέξεις αύται:
-
-«Το πικρικόν! το πικρικόν! Όλοι θα πηδήσωμεν εις τον αέρα! εις
-τον αέρα! εις τον αέρα!»
-
-Έπειτα δε πριν λάβωμεν καιρόν να τον αναχαιτίσωμεν
-κατακρημνίζεται διά του καθέκτου εις την φλεγομένην κάμινον.
-
-
-
-ΙΔ'
-
-
-
- — _Την νύκτα της 29 Οκτωβρίου_. — Η σκηνή αύτη υπήρξε φοβερά,
-έκαστος δε, ει και έβλεπε την άνευ τινος ελπίδος κατάπτωσιν εν
-ή διετέλει, συνησθάνθη όμως όλην αυτής την φρίκην.
-
-Ο Ρόμπυ δεν ζη πλέον, αλλ' οι τελευταίοι λόγοι του θα έχωσιν
-επακολουθήματα ολεθριώτατα· διότι οι ναύται τον ήκουσαν
-κράζοντα: «Το πικρικόν! το πικρικόν!» Ενόησαν δε ότι το πλοίον
-δύναται να ανατιναχθή εις τον αέρα από στιγμής εις στιγμήν, και
-ότι δεν τους απειλεί πλέον μόνον πυρκαϊά, αλλά και φοβερά
-έκρηξις.
-
-Τινές των ανδρών, ακράτητοι ήδη, θέλουσι να φύγωσιν εξ άπαντος
-και άνευ αναβολής.
-
-«Την λέμβον! την λέμβον!» ανακράζουσι.
-
-Δεν βλέπουσι δε, δεν θέλουσι να ίδωσιν οι άφρονες, ότι η
-θάλασσα είνε εις άκρον τεταραγμένη και ότι ουδέν εφόλκιον
-δύναται να καταφρονήση τα κύματα εκείνα τα ανατινασσόμενα εις
-ύψος τεράστιον! Ουδέν δύναται να τους συγκρατήση, και δεν
-ακούουσι πλέον την φωνήν του πλοιάρχου των. Ο Ροβέρτος Κόρτις
-ρίπτεται εις το μέσον του πληρώματός του, αλλά μάτην, διότι ο
-ναύτης Όουεν εξερεθίζει τους συνναύτας του. Οι δεσμοί της
-λέμβου χαλαρούνται, και η λέμβος ωθείται προς τα έξω.
-
-Το εφόλκιον αιωρείται μίαν στιγμήν εν τω αέρι, και υπακούον εις
-το παρακύλισμα του πλοίου, προσκόπτει επί του τροπού [51], και
-μετά τελευταίαν προσπάθειαν των ναυτών αποσπάται και ήδη
-άπτεται της θαλάσσης· αλλά αίφνης κύμα τεράστιον την καλύπτει,
-την απομακρύνει μίαν στιγμήν και μετά δυνάμεως ακρατήτου την
-κατασυντρίβει επί της πλευράς του _Σάνσελλορ_.
-
-Η τε άκατος και η λέμβος κατεστράφησαν ήδη και μόνον
-υπολείπεται ημίν μία εύθραυστος και στενή φαλαινίς.
-
-Οι ναύται κατάπληκτοι ίστανται ακίνητοι, και μόνον ακούονται οι
-συριγμοί του ανέμου μεταξύ των αρμένων του πλοίου, και ο βόμβος
-της πυρκαϊάς. Η κάμινος προχωρεί μεγεθυνομένη βαθέως προς το
-κέντρον του πλοίου, και χείμαρροι ατμών λιγνυωδών [52]
-εκθρώσκοντες εκ του καθέκτου ανέρχονται προς τον ουρανόν. Από
-του πρωραίου καταστρώματος μέχρι του επιστέγου δεν βλεπόμεθα
-πλέον, και φραγμός φλογός διαχωρίζει εις δύο τον _Σάνσελλορ_.
-
-Οι επιβάται και δύο ή τρεις των του πληρώματος κατέφυγον εις το
-όπισθεν του επιστέγου. Η μίσιζ Κηρ είνε εξηπλωμένη αναίσθητος
-επί τινος των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτή κάθηται η μις
-Χέρμπυ. Ο κ. Λετουρνέρ ήρπασε τον υιόν του και τον κρατεί εν
-ταις αγκάλαις του, θλίβων αυτόν επί του πατρικού στήθους του.
-Εμέ κατέλαβε νευρική ταραχή και δεν δύναμαι να την κατανικήσω.
-Ο δε μηχανικός Φάλστεν παρατηρεί απαθώς το ωρολόγιόν του και
-σημειοί την ώραν εν τω σημειωματαρίω του.
-
-Τι δε συμβαίνει κατά την πρώραν, ένθα ευρίσκονται αναμφιβόλως ο
-υποπλοίαρχος, ο αρχιναύτης και το υπόλοιπον του πληρώματος, ούς
-ημείς δεν δυνάμεθα πλέον να ίδωμεν; Πάσα συγκοινωνία διεκόπη
-μεταξύ των δύο ημίσεων του πλοίου, και ουδείς ηδύνατο να διέλθη
-το εκ φλογών παραπέτασμα, όπερ ανέρχεται εκ του μεγάλου
-καθέκτου.
-
-Έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις και τον ερωτώ:
-
-«Τα πάντα τετέλεσται;
-
- — Όχι, μ' αποκρίνεται. Επειδή ο καθέκτης είνε ανοικτός, θα
-επιχύσωμεν χείμαρρον ύδατος εις την κάμινον, και θα
-κατορθώσωμεν ίσως να την κατασβέσωμεν.
-
- — Αλλά πώς θα γίνη ο χειρισμός των αντλιών επί του καίοντος
-τούτου καταστρώματος, κύριε Κόρτις; Πώς θα δοθώσι διαταγαί εις
-τους ναύτας διά μέσου των φλογών τούτων;
-
-Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μ' αποκρίνεται.
-
-«Τετέλεσται τα πάντα; ηρώτησα και εκ δευτέρου.
-
- — Όχι! κύριε, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Και εφ' όσον
-μία μόνη σανίς του πλοίου τούτου μένει υπό τους πόδας μου, δεν
-θα απελπισθώ.»
-
-Και όμως η δύναμις της πυρκαϊάς διπλασιάζεται και τα θαλάσσια
-ύδατα βάφονται διά λάμψεως υπερύθρου. Άνωθεν δε τα χαμηλά νέφη
-αντανακλώσι μεγάλας φλόγας ξανθάς. Μακροί πίδακες πύρινοι
-αναπηδώσι διά των καθόδων, ημείς δε κατεφύγομεν εις την κορώνην
-[53], όπισθεν του επιστέγου. Η δε μίσιζ Κηρ κατετέθη εν τη
-φαλαινίδι ήτις κρέμαται από των επωτίδων της, και παρ' αυτή
-έλαβε θέσιν η μις Χέρμπυ.
-
-Ποία νυξ φοβερά! και οποία τις γραφίς θα ηδύνατο να γράψη το
-φρικαλέον αυτής;
-
-Ο τυφών τότε εν όλη αυτού τη σφοδρότητι πνέει επί της ανθρακιάς
-ταύτης ως υπερμέγεθες αεριστήριον. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει εν τω
-σκότει ως πυρπολικόν γιγαντιαίον. Δυοίν δε θάτερον [54] ή
-πρέπει να ριφθώμεν εις την θάλασσαν ή να γίνωμεν παρανάλωμα των
-φλογών!
-
-Αλλά το πικρικόν δεν θα ανάψη λοιπόν; Το ηφαίστείον τούτο δεν
-θα ανοιχθή υπό τους πόδας ημών; Λοιπόν εψεύσθη ο Ρόμπυ; Δεν
-υπάρχει λοιπόν ουσία εκρηκτική εγκεκλεισμένη εν τω κύτει;
-
-Την ενδεκάτην και ημίσειαν, καθ' ήν στιγμήν η θάλασσα είνε
-φοβερά όσον ουδέποτε άλλοτε, προστίθεται εις τον κρότον των
-μαινομένων στοιχείων βρόμος [55] ιδιάζων, όν οι ναυτικοί σφόδρα
-φοβούνται· αντηχεί δε κατά την πρώραν η κραυγή αύτη·
-
-«Σκόπελοι! σκόπελοι δεξιά!»
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις πηδά επί του παραρρύμματος, ρίπτει βλέμμα
-ταχύ επί των λευκών κυμάτων, και στρεφόμενος προς τον
-πηδαλιούχον αναφωνεί μετά φωνής επιτακτικής:
-
-«Τον οίακα δεξιά, πάντη!»
-
-Αλλ' είνε λίαν αργά.
-
-Αισθάνομαι ότι ανηρπάγημεν επί των νώτων κυμάτων τεραστίων, και
-αίφνης γίνεται σύρραξις. Το πλοίον ψαύει κατά την πρύμναν,
-πτερνοκοπεί πολλάκις και ο ιστός του επιδρόμου, θραυσθείς
-σύρριζα επί του καταστρώματος, πίπτει εις την θάλασσαν.
-
-Ο _Σάνσελλορ_ είνε ακίνητος.
-
-
-
-ΙΕ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της νυκτός της 29 Οκτωβρίου_. — Δεν είνε ακόμη
-μεσονύκτιον, σελήνη δεν υπάρχει και το σκότος είνε βαθύ. Δεν
-δυνάμεθα να γινώσκωμεν πού εκάθισε το πλοίον. Βιαίως
-απωθούμενον προσήγγισεν άρα γε εις την Αμερικανικήν ακτήν και
-άρα γε φαίνεται η γη;
-
-Είπον ότι ο _Σάνσελλορ_, αφ' ού επ' ολίγον επτερνοκόπησε,
-απέμεινεν όλως ακίνητος. Μετ' ολίγον κρότος αλύσεων αντηχήσας
-εν τη πρύμνη, δίδει είδησιν τω Ροβέρτω Κόρτις ότι αι άγκυραι
-εποντίσθησαν.
-
-«Καλά! καλά! είπεν. Ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης επόντισαν
-τας δύο αγκύρας. Πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα εστερεώθησαν!»
-
-Βλέπω τότε τον Ροβέρτον Κόρτις προχωρούντα επί των
-παραρρυμμάτων μέχρι του ορίου όπερ αι φλόγες δεν επιτρέπουσι να
-υπερβή. Ολισθαίνει επί του δεξιού επιτόνου προς το μέρος όπου
-το πλοίον είχε κλίνη, και ίσταται εκεί επί τινας στιγμάς
-πληττόμενος υπό των βαρέων κυμάτων. Τον βλέπω παραβάλλοντα το
-ους, ως εάν ήκουε ιδιάζοντά τινα θόρυβον εν τω μέσω του θορύβου
-της τρικυμίας.
-
-Τέλος ο Ροβέρτος Κόρτις επανέρχεται εις το επίστεγον και μοι
-λέγει:
-
-«Τα νερά εισέρχονται εις το πλοίον, και τα νερά αυτά, Θεού
-ευδοκούντος, θα καταβάλουν ίσως την πυρκαϊάν!
-
- — Και έπειτα; είπον εγώ.
-
- — Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, το
-«έπειτα» είνε μέλλον και απόκειται εις το θέλημα του Θεού.
-Ημείς ας μεριμνώμεν περί του παρόντος!»
-
-Και ήδη πρώτον πάντων έπρεπε να καταφύγωμεν εις τους σίφωνας,
-αλλά την στιγμήν εκείνην δεν δύνανται να τους φθάσωσιν εν τω
-μέσω των φλογών! Πιθανώς σανίς τις εθραύσθη εν τω πυθμένι του
-πλοίου, και δι' αυτής εισέρχεται ύδωρ άφθονον, διότι μοι
-φαίνεται ότι η βία του πυρός ήδη ελαττούται. Ακούονται συριγμοί
-εκκωφωτικοί, τεκμήριον ότι τα δύο στοιχεία παλαίουσι. Βεβαίως
-δε η βάσις της εστίας είνε ήδη κατάκλυστος, και η πρώτη σειρά
-των δεμάτων του βάμβακος είνε εν τω ύδατι. Λοιπόν, το ύδωρ
-τούτο ας πνίξη την πυρκαϊάν, και ημείς πάλιν έπειτα θα το
-πολεμήσωμεν, και ίσως θα είνε ολιγώτερον φοβερόν του πυρός,
-διότι το ύδωρ είνε το στοιχείον του ναυτικού και αυτός είνε
-συνηθισμένος να το νικά.
-
-Κατά τας τρεις άλλας ώρας καθ' άς διήρκεσεν έτι η τόσον μακρά
-αύτη νυξ, αναμένομεν μετ' αγωνίας απεριγράπτου. Πού είμεθα; Το
-μόνον βέβαιον είνε ότι το ύδωρ αποσύρεται κατ' ολίγον, και η
-σφοδρότης των κυμάτων καταπαύει. Ο _Σάνσελλορ_ πρέπει να έψαυσε
-μίαν ώραν μετά την πλημμυρίδα, αλλ' είνε δύσκολον να γνωσθή
-ακριβώς άνευ υπολογισμών και άνευ παρατηρήσεων. Εάν δε είνε
-τούτο, δυνάμεθα να ελπίζωμεν, επί τω λόγω όμως ότι η πυρκαϊά
-εσβέσθη, ότι ο _Σάνσελλορ_ ταχέως θα απαλλαχθή κατά την προσεχή
-παλίρροιαν.
-
-Περί ώραν τετάρτην και ημίσειαν προ μεσημβρίας το εκ φλογών
-παραπέτασμα, το μεταξύ πρώρας και πρύμνης ηπλωμένον,
-διασκορπίζεται κατ' ολίγον, και εκείθεν διακρίνομεν τέλος
-όμιλον μαύρον, το πλήρωμα, όπερ είχε καταφύγη εις το πρωραίον
-στενόν κατάστρωμα . . Μετ' ου πολύ αι συγκοινωνίαι
-αποκαθίστανται αύθις μεταξύ των δύο άκρων του πλοίου, και ο
-υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης έρχονται προς ημάς, εις το
-επίστεγον, βαδίζοντες επί των τροπών, διότι δεν είνε ακόμη
-δυνατόν να πατήσωσιν επί του καταστρώματος.
-
-Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης παρόντος
-μου συσκέπτονται και συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι δήλα δή
-ουδέν πρέπει να επιχειρήσωμεν πριν γίνη ημέρα. Και εάν μεν η γη
-είνε πλησίον, η δε θάλασσα προσιτή, θα αποβιβασθώμεν εις την
-παραλίαν είτε διά της φαλαινίδος είτε διά σχεδίας. Αλλ' εάν
-όμως μηδεμία γη φαίνεται και ο _Σάνσελλορ_ έχη εξοκείλη επί
-σκοπέλου απομεμονωμένου, θα καταβληθή προσπάθεια να τον
-ανασύρωμεν, ώστε να τον καταστήσωμεν ικανόν να καταπλεύση εις
-τον εγγύτατον λιμένα.
-
-«Αλλά, ο Ροβέρτος Κόρτις, ού την γνώμην συμμερίζεται ο
-υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης, είνε δύσκολον, λέγει, να
-μαντεύσω που είμεθα, διότι διά των βορειοδυτικών τούτων ανέμων
-ο _Σάνσελλορ_ θα ερρίφθη αρκετά μακράν προς νότον. Ιδού ότι επί
-πολύν χρόνον δεν ηδυνήθην να μετρήσω το ύψος, και όμως επειδή
-δεν γνωρίζω σκόπελόν τινα κατά το μέρος τούτο του Ατλαντικού
-Ωκεανού, δυνατόν να εξοκείλαμεν επί τινος γης της Νοτίου
-Αμερικής.
-
- — Αλλά, είπον εγώ, εξακολουθούμεν απειλούμενοι υπό της
-εκρήξεως. Δεν θα ήτο δυνατόν να εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_
-και να καταφύγωμεν . . .
-
- — Επί του σκοπέλου τούτου; απαντά ο Ροβέρτος Κόρτις. Αλλ'
-οποία τις είνε η κατασκευή του; δεν καλύπτεται υπό της
-πλημμυρίδος; Δυνάμεθα να τον αναγνωρίσωμεν εντός του σκότους
-τούτου; Ας αφήσωμεν να γίνη ημέρα, και βλέπομεν.»
-
-Τους λόγους τούτους του Ροβέρτου Κόρτις αναφέρω πάραυτα προς
-τους άλλους επιβάτας. Και ναι μεν δεν είνε απολύτως
-θαρρυντικοί, αλλ' ουδείς θέλει να ίδη τον νέον κίνδυνον, όν
-δημιουργεί η κατάστασις του πλοίου, εάν κατά δυστυχίαν έχη
-ριφθή επί αγνώστου σκοπέλου, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης
-γης. Μία δε μόνη παρατήρησις επικρατεί, ότι δήλα δή το ύδωρ νυν
-μάχεται υπέρ ημών και παλαίει επωφελώς κατά της πυρκαϊάς, και
-κατ' ακολουθίαν κατά των πιθανοτήτων της εκρήξεως.
-
-Τω όντι, τας περιαυγείς φλόγας διαδέχεται κατά μικρόν καπνός
-πυκνός μαύρος, εκθρώσκων εκ του καθέκτου εις υγράς περιστροφάς.
-Γλώσσαι τινες φλογεραί ανατινάσσονται έτι μεταξύ σκοτεινών
-ελίκων, αλλά σβέννυνται σχεδόν παρευθύς. Τον δε βόμβον του
-πυρός διαδέχονται συριγμοί του ύδατος, εξατμιζομένου επί της
-εσωτερικής εστίας. Είνε βέβαιον ότι η θάλασσα πράττει εκεί ό τι
-ούτε αι αντλίαι ημών ούτε οι κάδοι θα ηδύναντο να πράξωσι.
-Πλημμύρας δε μόνον έργον ώφειλε να είνε η κατάσβεσις της
-πυρκαϊάς ταύτης, της διαδεδομένης μεταξύ χιλίων επτακοσίων
-δεμάτων βάμβακος!
-
-
-
-ΙΣΤ'
-
-
-
- — _30 Οκτωβρίου_. — Αι πρώται πρωιναί λάμψεις ελεύκαναν τον
-ορίζοντα, αλλ' αι ομίχλαι του πελάγους κωλύουσι το βλέμμα επί
-περιφερείας ικανώς περιωρισμένης. Ουδεμία γη φαίνεται ακόμη,
-και όμως ο οφθαλμός ημών ανερευνά μετ' αγωνίας ανυπομόνως όλον
-το δυτικόν και το μεσημβρινόν μέρος του Ωκεανού.
-
-Κατ' εκείνην την στιγμήν η θάλασσα ειχε σχεδόν όλως αποσυρθή
-και δεν υπάρχει έξ ποδών ύδωρ πέριξ του πλοίου, όπερ βυθίζεται
-εις δεκαπέντε περίπου όταν είνε κατάφορτον. Κορυφαί τίνες
-βράχων προκύπτουσι τήδε κακείσε, και φαίνεται έκ τινων χρωμάτων
-του πυθμένος, ότι ο σκόπελος ούτος αποτελείται εκ βράχων
-βασαλτικών. Πώς ηδυνήθη ο _Σάνσελλορ_ να μετενεχθή τοσούτον
-εμπρός επί της υφάλου ταύτης; Κύμα υπερμέγεθες θα τον ανύψωσεν,
-αυτό δε τούτο ησθάνθην ολίγας στιγμάς πριν εξοκείλη. Όθεν
-εξετάσας την γραμμήν των βράχων των περικυκλούντων το πλοίον,
-ερωτώ εμαυτόν πώς θα κατορθωθή η εκείθεν ανέλκυσις του. Είνε
-κεκλιμένον από της πρύμνης εις την πρώραν, εξ ού καθίσταται
-επιπονωτάτη η επί του καταστρώματος πορεία, και πλην τούτου,
-καθ' όσον η του Ωκεανού επιφάνεια ταπεινούται, φαίνεται έτι
-μάλλον αποκλίνον προς αριστερά. Ο Ροβέρτος Κόρτις εφοβήθη
-μάλιστα προς στιγμήν μήπως εξοκείλη εις τα ρηχά. Αλλ' η κλίσις
-αυτού επαγιώθη τέλος οριστικώς και ουδείς υπάρχει ως προς τούτο
-φόβος.
-
-Την έκτην πρωινήν ώραν συγκρούσεις βίαιαι γίνονται επαισθηταί.
-Ο ιστός του επιδρόμου, όστις πρότερον είχε παρασυρθή υπό των
-κυμάτων, επανελθών πλήττει τας πλευράς του _Σάνσελλορ_.
-Ταυτοχρόνως δε κραυγαί αντηχούσι και το όνομα του Ροβέρτου
-Κόρτις πλεονάκις ακούεται προφερόμενον.
-
-Παρατηρούμεν κατά την διεύθυνσιν εκείσε όθεν έρχονται αι
-κραυγαί, και εν τω σκιόφωτι της υποφωσκούσης ημέρας βλέπομεν
-άνθρωπον συγκρατούμερον από του θωρακίου του επιδρόμου, τον
-Σάιλας Χόντλυ, όστις ειχε συμπαρασυρθή υπό της πτώσεως του
-ιστού και ως εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει παρευθύς εις βοήθειαν του πρώην
-πλοιάρχου του, και αψηφών μυρίους όσους κινδύνους, κατορθοί να
-τον επαναγάγη εις το πλοίον. Ο Σάιλας Χόντλυ ουδέ γρυ ειπών,
-επορεύθη εις την απωτάτην γωνίαν του επιστέγου και εκάθισεν. Ο
-άνθρωπος ούτος γενόμενος όν όλως παθητικόν, περί ουδενός
-μεριμνά.
-
-Επετύχομεν έπειτα να υπηνεμώσωμεν τον ιστόν του επιδρόμου και
-δέσωμεν αυτόν στερεώς εις το πλοίον, ού τας πλευράς δεν απειλεί
-πλέον. Το διασωθέν τούτο ναυάγιον ίσως, χρησιμεύση εις ημάς,
-τις οίδε;
-
-Ήδη η ημέρα αρκούντως προυχώρησε και η ομίχλη άρχεται υψουμένη.
-Ήδη το βλέμμα δύναται να διαδράμη επαρκώς την περίμετρον του
-ορίζοντος πλέον των τριών μιλίων, αλλ' ουδέν ακόμη φαίνεται
-ομοιάζον προς ακτήν. Η γραμμή των ρηγμίνων [56] διαθέει προς
-Λίβα (ΝΔ) και προς Μέσην (ΒΑ) επί έν περίπου μίλιον. Προς
-Βορράν αναδύει ώσπερ τι νησύδριον ακανονίστου σχήματος,
-ιδιότροπος σύστασις βράχων ύψους πεντήκοντα ποδών υψουμένη
-διακοσίας το πολύ οργυιάς από του μέρους ένθα εξώκειλεν ο
-_Σάνσελλορ_. Θα υπέρκειται λοιπόν της επιφανείας των υψίστων
-παλιρροιών. Ώσπερ τις οδός κτιστή στενοτάτη μεν αλλά ευδιάβατος
-εν αμπώτιδι, θα επιτρέψη εις ημάς να έλθωμεν εις το νησύδριον
-τούτο χρείας τυχούσης.
-
-Εκείθεν η θάλασσα αναλαμβάνει το σκοτεινόν αυτής χρώμα. Εκεί το
-ύδωρ είνε βαθύ, εκεί τελευτά ο σκόπελος.
-
-Αμηχανία άπειρος, ήν δικαιολογεί η του πλοίου κατάστασις,
-καταλαμβάνει τα πνεύματα πάντα. Είνε φόβος τω όντι μήπως αι
-ρηγμίνες αύται δεν συνέχονται προς ουδεμίαν ακτήν.
-
-Την στιγμήν ταύτην, ώραν εβδόμην, η ημέρα είνε φωτεινή η δε
-ομίχλη εξηφανίσθη. Ο ορίζων φαίνεται πέριξ του _Σάνσελλορ_ μετά
-τελείας διαυγείας, αλλ' η γραμμή του ύδατος και η του ουρανού
-συγχέονται επί της αυτής περιοχής, η δε θάλασσα πληροί όλον το
-διάστημα.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις ακίνητος παρατηρεί τον Ωκεανόν κυρίως προς
-Ζέφυρον (Δ). Ο δε κ. Λετουρνέρ και εγώ όρθιοι πλησίον αλλήλων,
-εξετάζομεν και τας ελαχίστας αυτού κινήσεις, και αναγινώσκομεν
-σαφώς τας εννοίας τας συνθλιβομένας εν τω εγκεφάλω αυτού. Η
-έκπληξις αυτού μεγάλη, διότι ηδύνατο να πιστεύη ότι ήμεθα
-πλησίον ακτής, αφ' ού σχεδόν πάντοτε εξηκολουθούμεν πλέοντες
-προς Νότον από της προσορμίσεως του πλοίου παρά τας Βερμούδας
-νήσους, και όμως ουδεμία γη φαίνεταί που.
-
-Την στιγμήν ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, καταλιπών το επίστεγον,
-μεταβαίνει διά των παρραρυμμάτων μέχρι των επιτόνων, ανέρχεται
-ταχέως τας κλιμακίδας, αρπάζει τους επιτόνους του μεγάλου
-επιστηλίου, υπερβαίνει τα δίζυγα και φθάνει ταχέως το ανώτατον
-του επιστηλίου. Εκείθεν δε επί τινα λεπτά της ώρας εξετάζει
-επιμελέστατα όλον το διάστημα. Έπειτα δε αρπάσας σχοινίον τι
-ωλίσθησε μέχρι των τροπών και επανήλθε πλησίον ημών.
-
-Τον ερωτώμεν διά των βλεμμάτων.
-
-«Ουδεμία γη» αποκρίνεται απαθώς.
-
-Τότε προχωρεί ο μίστερ Κηρ και ερωτά δυσθύμως πως:
-
-«Και πού είμεθα, κύριε;»
-
- — Δεν ειξεύρω τίποτε, κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
-
- — Έπρεπε να ειξεύρης! αποκρίνεται ανοήτως ο Πετρέλαιος.
-
- — Έστω, αλλά δεν ειξεύρω.
-
- — Λοιπόν, επαναλαμβάνει ο μίστερ Κηρ, μάθε λοιπόν ότε δεν έχω
-εγώ σκοπόν να μείνω αιωνίως εις το πλοίον σου, κύριε, και . .
-.»
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις αρκείται υψών τους ώμους.
-
-Έπειτα δε στρεφόμενος προς τον κ. Λετουρνέρ και εμέ λέγει:
-
-«Θα μετρήσω το ύψος, εάν ο ήλιος φανή, και τότε θα μάθωμεν επί
-τινος σημείου του Ατλαντικού Ωκεανού μας έρριψεν η τρικυμία.»
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις τότε ασχολείται εις την διανομήν τροφών εις
-τους επιβάτας και εις το πλήρωμα, διότι πάντες έχομεν χρείαν
-τροφής, καταβεβλημένοι υπό του καμάτου και της πείνης. Τρώγομεν
-διπυρίτην και ολίγον κρέας παστόν. Έπειτα δε ο πλοίαρχος όσον
-τάχιστα λαμβάνει διάφορα μέτρα προς επαναφοράν του πλοίου εις
-την πλήμμυραν.
-
-Η πυρκαϊά ηλαττώθη πολύ, και ήδη ουδεμία φλοξ εξέρχεται, ο δε
-καπνός είνε ήττον [57] άφθονος ει και μαύρος έτι. Είνε δε
-βέβαιον ότι ο _Σάνσελλορ_ έχει εν τω κύτει ικανήν ποσότητα
-ύδατος, αλλά δεν είνε δυνατόν να βεβαιωθώμεν περί τούτου, διότι
-το κατάστρωμα δεν είνε προσιτόν.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τότε να καταβρέχωσι τας καιομένας
-σανίδας, και μετά δύο ώρας οι ναύται δύνανται να βαδίζωσιν επί
-του καταστρώματος.
-
-Πρώτον πάντων γίνεται φροντίς περί βολιδοσκοπήσεως, ήν εκτελεί
-ο αρχιναύτης. Εξελέγξεως δε γενομένης ευρίσκεται ότι υπάρχει εν
-τω κύτει ύδωρ πέντε ποδών, αλλ' ο πλοίαρχος δεν παραγγέλλει
-ακόμη να το αντλήσωσι, διότι θέλει να το αφήση να αποτελειώση
-το έργον του.
-
-Την πυρκαϊάν πρώτον και έπειτα το ύδωρ.
-
-Και νυν προτιμότερον είνε να εγκαταλίπωμεν ευθύς το πλοίον και
-να καταφύγωμεν επί του σκοπέλου; Ο πλοίαρχος Κόρτις δεν έχει
-ταύτην την γνώμην, συμφωνεί δε ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης.
-Τω όντι, όπως η θάλασσα είνε τρικυμιώδης δεν θα είνε δυνατόν να
-σταθή τις επί των βράχων τούτων και αυτών έτι των υψίστων, ούς
-θα σαρώνωσι τα μεγάλα κύματα. Αι δε πιθανότητες της εκρήξεως
-ηλαττώθησαν ήδη επαισθητώς, διότι το ύδωρ κατέκλυσε βεβαίως το
-μέρος του κύτους, εν ώ είνε κατατεθειμένον το παρεμπόρευμα του
-Ρόμπυ, και κατ' ακολουθίαν, κατέκλυσε και το δοχείον του
-πικρικού. Απόφασις λοιπόν εγένετο μήτε οι επιβάται να
-εγκαταλίπωσι το _Σάνσελλορ_ μήτε το πλήρωμα.
-
-Καταγίνονται δε τότε παρασκευάζοντες εν τη πρύμνη επί του
-επιστέγου ώσπερ τινά κατασκήνωσιν, και τινά στρώματα άτινα δεν
-έχει προσβάλη το πυρ, διατίθενται υπέρ των δύο επιβατριών. Οι
-δε άνδρες του πληρώματος, σώσαντες τους σάκκους των,
-τοποθετούσιν αυτούς υπό το πρωραίον κατάστρωμα και
-εγκαθίστανται εκεί, διότι η θέσις των είνε όλως ακατοίκητος.
-
-Ευτυχώς πάνυ αι βλάβαι εν τω διανομείω δεν εγένοντο μέγισται,
-τα τρόφιμα κατά μέγα μέρος διεσώθησαν ως και αι υδροδόκαι.
-Ωσαύτως δε άθικτος είνε και η ιστιοθήκη κειμένη εν τη πρώρα.
-
-Τέλος ίσως είμεθα περί το τέρμα των δοκιμασιών! θα εκινείτο τις
-να το πιστεύση, διότι από της πρωίας ο άνεμος εξέλιπε κατά το
-πλείστον, και εν τω πελάγει ο σάλος εκόπασε πολύ. Περίπτωσις
-ευνοϊκή, διότι κύματα μέλλοντα να προσβάλωσι τον _Σάνσελλορ_
-κατ' εκείνην την στιγμήν, θα τον συνέτριβον αφεύκτως επί των
-σκληρών τούτων βασαλτών.
-
-Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ επί πολύ συνδιελέχθημεν περί των
-αξιωματικών του πλοίου, περί του πληρώματος και περί της
-διαγωγής πάντων κατά την περίοδον ταύτην των κινδύνων. Πάντες
-επεδείξαντο θάρρος και δραστηριότητα. Ιδία δε διεκρίθησαν ο
-υποπλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, και ο ξυλουργός Δαούλας.
-Υπάρχουσιν εν αυτώ άνδρες γενναίοι, ναυτικοί καλοί εις ούς
-δύναται τις να έχη πεποίθησιν. Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις,
-ούτος δεν χρήζει εγκωμίων, είνε δραστηριώτατος και πανταχού
-παρών. Ουδεμία δυσχέρεια παρίσταται, ήν δεν είνε έτοιμος να
-διαλύση, παραθαρρύνει τους ναύτας του διά λόγου και διά
-νεύματος, και κατέστη η ψυχή του πληρώματος τούτου όπερ δι'
-αυτού και μόνου ενεργεί.
-
-Εν τούτοις από της εβδόμης πρωινής ώρας άρχεται η θάλασσα
-υψουμένη· είνε δε ήδη ενδεκάτη και πάσαι αι κορυφαί των
-ρηγμίνων εξηφανίσθησαν υπό την πλημμυρίδα. Πρέπει να αναμένωμεν
-να ίδωμεν την επιφάνειαν του ύδατος ανερχομένην εν τω κύτει του
-_Σάνσελλορ_, καθ' όσον και της θαλάσσης η επιφάνεια ανέρχεται,
-όπερ και συμβαίνει. Η βολίς δεικνύει μετ' ου πολύ εννέα πόδας,
-και νέα στρώματα βάμβακος κατεκλύσθησαν υπό του ύδατος, δι' ό
-είμεθα άξιοι συγχαρητηρίων.
-
-Από της ώρας δε της πλημμυρίδος, το πλείστον των πέριξ του
-πλοίου βράχων κατεκλύσθη, και μένει μόνον ορατόν το πλαίσιον
-μικράς λεκάνης κυκλικής, διαμέτρου διακοσίων πεντήκοντα μέχρι
-τριακοσίων ποδών, ής την βόρειον γωνίαν κατέχει ο _Σάνσελλορ_.
-Είνε δε εκεί η θάλασσα αρκούντως ήρεμος, τα δε κύματα δεν
-διαδίδονται μέχρι του πλοίου — Περίπτωσις σφόδρα ευάρεστος,
-διότι το πλοίον ημών ιστάμενον ακίνητον, θα επλήττετο υπ' αυτών
-ως τις σκόπελος.
-
-Την ενδεκάτην και ημίσειαν ο ήλιος, όν νέφη τινά εκάλυπτον από
-της δεκάτης, εφάνη επικαιρότατα. Ο δε πλοίαρχος, όστις είχεν
-ήδη δυνηθή την πρωίαν να υπολογίση μίαν γωνίαν ωρικήν [58],
-παρασκευάζεται να λάβη ύψος μεσημβρινόν και περί μεσημβρίαν
-ποιεί παρατήρησιν ακριβεστάτην.
-
-Έπειτα δε, κατελθών εις τον θάλαμόν του υπολογίζει τον
-γενόμενον δρόμον του πλοίου, επανέρχεται εις το επίστεγον και
-λέγει προς ημάς:
-
-«Είμεθα δεκαοκτώ μοίρας και πέντε πλάτους βορείου, και
-τεσσαράκοντα πέντε μοίρας και πεντήκοντα τρία μήκους δυτικού.»
-
-Εξηγήθη δε τότε υπό του πλοιάρχου η κατάστασις προς πάντας
-όσους οι αριθμοί του μήκους και του πλάτους δεν είνε συνήθεις.
-Ο Ροβέρτος Κόρτις ευλόγως ουδέν θέλει να κρύψη, και επιμένει
-όπως πας τις γινώσκη ακριβώς εις τι να αρκεσθή εν τη παρούση
-καταστάσει.
-
-Ο _Σάνσελλορ_ εκάθισε 18" 5' πλάτους βορείου και 45" 53' μήκους
-δυτικού επί σκοπέλου όν οι ναυτικοί πίνακες δεν δεικνύουσι. Πώς
-είνε δυνατόν να υπάρχωσι τοιούτοι βράχοι κατά τούτο το μέρος
-του Ατλαντικού Ωκεανού και να μη είνε γνωστοί; Λοιπόν το
-νησύδριον τούτο θα εσχηματίσθη αρτίως και θα είνε προϊόν
-πλουτωνείου τινός εξάρσεως; Δεν βλέπω πώς άλλως δύναται τις να
-εξηγήση το γεγονός τούτο.
-
-Όπως δήποτε το νησύδριον τούτο απέχει οκτακόσια μίλια από των
-Γουυανών, τούτ' έστι των εγγυτάτων γαιών.
-
-Ο _Σάνσελλορ_ λοιπόν παρεσύρθη προς Νότον μέχρι του δεκάτου
-ογδόου παραλλήλου, κατ' αρχάς μεν ένεκα της ασυνέτου επιμονής
-του Σάιλας Χόντλυ, έπειτα δε υπό της σφοδρότητος του Σκίρωνος
-(ΒΔ), όστις τον ηνάγκασε να φύγη. Κατ' ακολουθίαν ο _Σάνσελλορ_
-οφείλει να πλεύση έτι υπέρ τα οκτακόσια μίλια πριν φθάση την
-εγγυτάτην ακτήν.
-
-Τοιαύτη η κατάστασις των πραγμάτων. Κατάστασις σπουδαία, αλλ' η
-εντύπωσις η εκ της ανακοινώσεως ταύτης του πλοιάρχου δεν είνε
-κακή, — την στιγμήν ταύτην τουλάχιστον. Ποίοι νέοι κίνδυνοι
-ηδύναντο νυν να συγκινήσωσιν ημάς, τους άρτι διαφυγόντας τον
-διπλούν κίνδυνον της τε πυρκαϊάς και της εκρήξεως; Λησμονούμεν
-ότι το κύτος του πλοίου είνε κατάκλυστον υπό του ύδατος, ότι η
-γη είνε απομεμακρυσμένη, ότι ο _Σάνσελλορ_, όταν αναχθή εις το
-πέλαγος, δύναται να καταποντισθή κατά τον διάπλουν . . . Αλλά
-τα πνεύματα είνε έτι υπό τας εντυπώσεις των τρόμων του
-παρελθόντος, ευρίσκοντα δε ολίγην ηρεμίαν, είνε διατεθειμένα να
-έχωσι πεποίθησιν.
-
-Και νυν τι θα ποιήση ο Ροβέρτος Κόρτις; Απλούστατα ό τι ο ορθός
-λόγος κελεύει: Να σβεσθή τελείως η πυρκαϊά, να ριφθή εις την
-θάλασσαν όλον το φορτίον ή μέρος αυτού, εννοείται δε και το
-δοχείον του πικρικού, να φραχθώσιν αι οπαί δι' ών το ύδωρ
-εισρέει, και τότε, του πλοίου κουφισθέντος, επωφελούμενοι της
-πλημμυρίδος, να εγκαταλίπωμεν τον σκόπελον όσον τάχιστα.
-
-
-
-ΙΖ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της 30 Οκτωβρίου_. — Συνδιαλεχθείς μετά του κ.
-Λετουρνέρ περί της ημετέρας καταστάσεως, νομίζω ότι ηδυνήθην να
-τον βεβαιώσω ότι η επί της υφάλου διαμονή ημών θα είνε βραχεία,
-εάν αι περιστάσεις ηυνόουν ημάς. Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ δεν
-φαίνεται συμφωνών.
-
-«Τουναντίον μάλιστα φοβούμαι, μοι αποκρίνεται, μήπως επί πολύ
-μείνωμεν επί των βράχων τούτων!
-
- — Και διατί; υπέλαβον εγώ. Δεν είνε δα και δύσκολον πράγμα να
-ριφθώσιν εις την θάλασαν ολίγαι εκατοστύες δεμάτων βάμβακος,
-και δεν θέλει και πολύ, εντός δύο ή τριών ημερών η εργασία
-τελειώνει.
-
- — Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, θα εγίνετο τάχιστα η εργασία
-αύτη, εάν ηδύνατο το πλήρωμα από σήμερον να την αρχίση. Αλλ'
-είνε των αδυνάτων να εισδύση άνθρωπος εις το κύτος του
-_Σάνσελλορ_, διότι ο αήρ είνε εκεί ακατάλληλος εις αναπνοήν,
-και Κύριος οίδε πόσαι ακόμη ημέραι θα παρέλθωσι πριν κατορθωθή
-τούτο, αφ' ού το μεταξύ στρώμα του φορτίου ακόμη καίει. Άλλως
-τε και αν άπαξ καταβάλωμεν το πυρ, θα είμεθα άρα γε εις
-κατάστασιν να πλεύσωμεν; Όχι! Οφείλομεν να φράξωμεν την
-διαρροήν του ύδατος, ήτις θα είνε μεγάλη και να την φράξωμεν
-μετά μεγίστης επιμελείας, εάν δεν θέλωμεν να καταποντισθώμεν,
-αφ' ού εκινδυνεύσαμεν να καώμεν! Όχι, κύριε Κάζαλλον, δεν
-κάθημαι εγώ να απατώμαι, και θα το θεωρήσω ως ευτυχή
-περίπτωσιν, εάν εντός τριών εβδομάδων αποπλεύσωμεν εκ του
-σκοπέλου τούτου. Είθε δε να μη εγερθή τρικυμία πριν αναχθώμεν
-εις το πέλαγος, διότι ο _Σάνσελλορ_ ήθελε κατασυντριβή επί της
-υφάλου ταύτης, ήτις τότε θα εγίνετο τάφος ημών!»
-
-Τω όντι απειλούμεθα υπό του μεγίστου των απειλούντων ημάς
-κινδύνων, διότι την μεν πυρκαϊάν θα καταβάλωμεν, το δε πλοίον
-θα ανελκύσωμεν, τουλάχιστον τα πάντα πιθανολογούσι τούτο, αλλ'
-όμως διατελούμεν εν τη εξουσία μιας πνοής σφοδρού ανέμου. Και
-υποτεθέντος ότι το ύψιστον μέρος του σκοπέλου δύναται να
-παράσχη ημίν καταφύγιον εν ώρα τρικυμίας, αλλά τι θα γίνωσιν οι
-επιβάται και το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_, όταν εκ του πλοίου των
-ουδέν άλλο θα υπολείπεται ή απλούν έκβρασμα ναυαγίου;
-
-«Κύριε Λετουρνέρ, ηρώτησα τότε, έχετε πεποίθησιν εις τον
-Ροβέρτον Κόρτις;»
-
- — Πεποίθησιν άκραν, κύριε Κάζαλλον, και θεωρώ ως χάριν
-ουρανόθεν ότι ο πλοίαρχος Χόντλυ ανέθηκεν εις αυτόν την
-κυβέρνησιν του πλοίου. Παν ό τι απαιτείται να πράξη διά να μας
-εξαγάγη του κακού τούτου στενού, είμαι βεβαιότατος ότι ο
-Ροβέρτος Κόρτις θα το πράξη».
-
-Ερωτώ τον πλοίαρχον ως πόσην ορίζει την διάρκειαν της διαμονής
-ημών επί της υφάλου ταύτης, και μοι αποκρίνεται ότι δεν δύναται
-ακόμη να την υπολογίση, διότι προ πάντων εξαρτάται εκ των
-περιστάσεων, αλλ' ελπίζει ότι η ατμοσφαιρική κατάστασις δεν θα
-είνε δύσνους. Τω όντι το βαρόμετρον εξακολουθεί ανερχόμενον
-αδιαλείπτως και άνευ ταλαντώσεων, όπως ότε τα ατμοσφαιρικά
-στρώματα δεν είνε ακόμη εν καλή ισορροπία. Εν τούτω λοιπόν
-υπάρχει σύμπτωμα νηνεμίας διαρκούς, και κατ' ακολουθίαν οιωνός
-άριστος υπέρ των εργασιών ημών.
-
-Άλλως τε ουδεμία ώρα απώλετο, και έκαστος επιλαμβάνεται του
-έργου μετά δραστηριότητος.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις προ παντός άλλου διανοείται να κατασβέση την
-πυρκαϊάν, ήτις νέμεται έτι το ανώτερον στρώμα των δεμάτων του
-βάμβακος υπεράνω της επιφανείας του εν τω κύτει ύδατος. Αλλά
-δεν πρόκειται να γίνεται απώλεια χρόνου προς διάσωσιν του
-φορτίου . . Πρόδηλον είνε ότι ο μόνος τρόπος της ενεργείας είνε
-να καταπνιγή το πυρ μεταξύ δύο στρωμάτων ύδατος. Αι αντλίαι
-λοιπόν επαναλαμβάνουσι το έργον των.
-
-Κατά τας πρώτας ταύτας εργασίας το πλήρωμα εξαρκεί εις τον
-χειρισμόν των αντλιών. Οι επιβάται δεν προσεκλήθησαν, αλλ' όμως
-είμεθα πάντες έτοιμοι να προσφέρωμεν τους βραχίονας ημών, η δε
-επικουρία ημών δεν είνε αξιοκαταφρόνητος, όταν θα προβώμεν εις
-την εκφόρτωσιν του πλοίου. Όθεν επί του παρόντος οι κκ.
-Λετουρνέρ και εγώ διερχόμεθα την ώραν είτε συνδιαλεγόμενοι,
-είτε αναγινώσκοντες, και πλην τούτου εγώ διαθέτω ώρας τινάς εις
-την σύνταξιν του ημερολογίου μου. Ο δε μηχανικός Φάλστεν ήττον
-κοινωνικός, ασχολείται ατενώς περί τους αριθμούς του ή χαράσσει
-σχέδια μηχανών μετά του διαγράμματος, της διατομής και της
-ορθογραφίας αυτών. Είθε να δυνηθή, να επινοήση ισχυρόν τι
-μηχάνημα δι' ού να ανελκυσθή ο _Σάνσελλορ_. Οι δε σύζυγοι Κηρ
-κάθηνται κατά μέρος, και απαλλάσσουσιν ημάς της ανίας του να
-ακούωμεν τας αδιαλείπτους αυτών αντεγκλήσεις. Δυστυχώς η μις
-Χέρμπυ είνε ηναγκασμένη να μένη μετ' αυτών, και ολίγον τι ή
-ουδόλως βλέπομεν την νεάνιδα. Ο δε Σάιλας Χόντλυ ουδαμώς
-αναμιγνύεται εις τα της σωτηρίας του πλοίου, εν αυτώ δεν
-υπάρχει πλέον ο ναυτικός, και μόλις σώζεται εν αυτώ ο άνθρωπος,
-φυτού βίου ζων. Ο τροφοδότης Χόμμπαρτ εκτελεί την συνήθη αυτού
-υπηρεσίαν, ως εάν το πλοίον διετέλει διαπλέον τον τακτικόν
-αυτού διάπλουν. Είνε δε ο Χόμμπαρτ ούτος ανήρ καθ' υπερβολήν
-φιλόφρων, κρυψίνους και καθ' όλου ειπείν ολίγον εν αρμονία προς
-τον μάγειρον αυτού Γύγξτροπ, μαύρον κακοπρόσωπον, κτηνώδη το
-ήθος και αναιδή, αναμιγνυόμενον δε μετά των άλλων ναυτών πέρα
-του πρέποντος.
-
-Λοιπόν οία δήποτε τέρψις εν τω πλοίω είνε τι σπανιώτατον.
-Ευτυχώς μοι επέρχεται όρεξις να εξέλθω εις εξερεύνησιν της
-αγνώστου υφάλου, εφ' ής εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_. Ο περίπατος
-αναμφιβόλως ούτε μακρός θα είνε ούτε ποικίλος, αλλ' είνε
-ευκαιρία να καταλίπω το πλοίον επί τινας ώρας, να μελετήσω
-έδαφος ού η αρχή είνε βεβαίως περίεργος.
-
-Άλλως τε είνε επάναγκες να ληφθή μετ' επιμελείας το σχέδιον της
-υφάλου ταύτης, ήτις δεν δεικνύεται εν τοις ναυτικοίς χάρταις.
-Νομίζω δε ότι οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ δυνάμεθα να εκτελέσωμεν
-μεθ' ικανής ευκολίας την υδρογραφικήν ταύτην εργασίαν,
-καταλείποντες τω πλοιάρχω Κόρτις την φροντίδα της συμπληρώσεως,
-όταν θα υπολογίση εκ νέου το μήκος και το πλάτος του σκοπέλου
-μετά πάσης της δυνατής ακριβείας.
-
-Η πρότασίς μου γίνεται αποδεκτή υπό των κκ. Λετουρνέρ, η δε
-φαλαινίς κομίζουσα βολίδας, μεθ' ενός ναύτου ίνα την κυβερνά,
-παρεχωρήθη ημίν, και καταλείπομεν τον _Σάνσελλορ_ την πρωίαν
-της 31 Οκτωβρίου.
-
-
-
-ΙΗ'
-
-
-
- — _Από της 31 Οκτωβρίου μέχρι της 5 Νοεμβρίου_. — Αρχόμεθα
-κατά πρώτον περιπλέοντες τον σκόπελον, ού το μήκος είνε περίπου
-τέταρτον μιλίου.
-
-Ο «περίπλους» δε ούτος εκτελείται τάχιστα, ημείς δε ανά χείρας
-έχοντες την βολίδα ανευρίσκομεν ότι αι προσελεύσεις της υφάλου
-είνε απότομοι και απόκρημνοι, το ύδωρ είνε εσχάτως βαθύ παρά
-τους βράχους και δεν είνε αμφίβολον ότι έξαρσις αιφνιδία, ώσις
-σφοδρά, οφειλομένη εις την ενέργειαν των πλουτωνείων δυνάμεων,
-εξήγαγε τον σκόπελον τούτον έξω της επιφανείας των υδάτων.
-
-Άλλως τε η αρχή του νησυδρίου δεν είνε συζητήσιμος, ούσα
-καθαρώς ηφαιστειακή. Πανταχού υπάρχουσιν όγκοι βασάλτου
-διατεθειμένοι εν τελεία τάξει, και ών τα κανονικά πρίσματα
-παρέχουσιν όψιν γιγαντιαίας αποκρυσταλλώσεως. Η θάλασσα, είνε
-θαυμασίως διαφανής καθέτως της περιμέτρου του σκοπέλου και
-δεικνύει την περίεργον δέσμην των πρισματικών στύλων ήτις
-υποβαστάζει την υποβρύχιον ταύτην οικοδομήν.
-
-«Ιδού παράδοξον νησύδριον, λέγει ο κ. Λετουρνέρ, και θα ανέδυσε
-βεβαίως νεωστί.»
-
- — Είνε προφανές, αποκρίνεται ο νέος Ανδρέας· προσθέτω δε ότι
-φαινόμενον απαράλλακτον όπως τα φαινόμενα της νήσου Ιουλίας,
-επί της ακτής της Σικελίας, και της νήσου Θήρας εν τω Αιγαίω
-πελάγει, εδημιούργησε το νησύδριον τούτο ακριβώς εις καιρόν
-κατάλληλον διά να δυνηθή ο _Σάνσελλορ_ να καθίση επ' αυτού!
-
- — Τω όντι, προσέθηκα εγώ, πρέπει να συνέβη έξαρσις κατά το
-μέρος τούτο του Ωκεανού, αφ' ού ο σκόπελος ούτος δεν σημειούται
-εις τους νεωτάτους ναυτικούς χάρτας· διότι δεν ήτο δυνατόν να
-διαφύγη τους οφθαλμούς των ναυτικών, εις το τμήμα τούτο του
-Ωκεανού το οποίον συχνάζεται τόσον πολύ. Ας τον εξετάσωμεν
-λοιπόν μετά προσοχής και θα τον φέρωμεν εις γνώσιν των
-ναυτιλλομένων.
-
- — Αλλά τις οίδεν εάν δεν εξαφανισθή μετ' ου πολύ ένεκα
-φαινομένου ομοίου προς εκείνο το οποίον τον παρήγαγεν,
-αποκρίνεται ο Ανδρέας Λετουρνέρ. Ειξεύρετε, κύριε Κάζαλλον, των
-ηφαιστειακών τούτων νήσων η διάρκεια είνε συχνάκις εφήμερος και
-όταν οι γεωγράφοι θα εγγράψουν το νησύδριον τούτο εις τους
-νέους των γεωγραφικούς πίνακας, ίσως δεν θα υπάρχη πλέον!
-
- — Αδιάφορον, αγαπητέ μοι υιέ, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
-Προτιμότερον να καταδείξωμεν κίνδυνον μη υπάρχοντα, παρά να
-παραλείψωμεν κίνδυνον υπάρχοντα. Οι δε ναύται δεν θα έχουν
-δικαίωμα να παραπονώνται αν δεν ευρίσκουν πλέον σκόπελον εκεί
-όπου θα υπάρχη σημειωμένος!
-
- — Έχετε δίκαιον, λέγει προς τον πατέρα του ο Ανδρέας, και το
-κάτω κάτω της γραφής είνε λίαν δυνατόν το νησύδριον τούτο να
-είνε προωρισμένον να διαρκέση όσον και αι ήπειροί μας. Μόνον
-εάν μέλλη να εξαφανισθή, ο πλοίαρχος Κόρτις θα ήθελε να γίνη
-τούτο μετά τινας ημέρας, αφ' ού διορθώση τας βλάβας του, διότι
-ούτω πως θα απηλλάσσετο του κόπου να ανελκύση το πλοίον του.
-
- — Αλήθεια, Ανδρέα, ανεφώνησα αστεϊζόμενος, αξιοίς να διαθέτης
-τα της φύσεως ως άρχων! Θέλεις να αναβιβάζη και να καταβιβάζη
-ένα σκόπελον κατά την θέλησίν σου, κατά την ιδίαν σου ανάγκην,
-και αφ' ού εδημιούργησε τους βράχους τούτους εξεπίτηδες διά να
-βοηθήσωσι να κατασβεσθή η πυρκαϊά του _Σάνσελλορ_, πάλιν να
-τους εξαφανίση όταν συ κτυπήσης διά της ράβδου σου, διά να τον
-απαλλάξη;
-
- — Τίποτε άλλο δεν θέλλω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται μειδιών ο
-νέος, παρά να ευχαριστήσω τον Θεόν διότι τόσον φανερά μας
-επροστάτευσε· ηθέλησε να ρίψη το πλοίον μας επί της υφάλου
-ταύτης και πάλιν θα το επαναφέρη εις την θάλασσαν όταν έλθη η
-ώρα.
-
- — Και θα τον βοηθήσωμεν κατά το μέτρον όλων μας των δυνάμεων·
-δεν έχει ούτω φίλοι μου;
-
- — Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, διότι
-νόμος της ανθρωπότητος είνε το βοηθείν αλλήλους. Εν τούτοις ο
-Ανδρέας έχει δίκαιον αναθέτων την πεποίθησίν του εις τον Θεόν.
-Βεβαίως ο άνθρωπος ριψοκινδυνών επί της θαλάσσης, ποιείται
-χρήσιν αξιόλογον των ιδιοτήτων άς έλαβεν εκ φύσεως· αλλά επί
-του απείρου τούτου Ωκεανού, όταν τα στοιχεία ενσκήπτωσι κατ'
-αυτού, αισθάνεται πόσον εύθραστον είνε το φέρον αυτόν πλοίον
-και αυτός πόσον είνε ανίσχυρος και αφοπλισμένος! Όθεν νομίζω
-ότι το σύμβολον του ναυτικού έπρεπε να είνε: Έχε πεποίθησιν εις
-σεαυτόν και πίστιν εις τον Θεόν.
-
- — Ουδέν αληθέστερον τούτου, κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην εγώ,
-και πιστεύω ότι πολλά ολίγοι ναυτικοί υπάρχουσι, των οποίων η
-ψυχή να είνε επιμόνως κλειστή εις τας εντυπώσεις της
-θρησκείας!»
-
-Και ούτω πως συνδιαλεγόμενοι εξερευνώμεν τους βράχους τους
-αποτελούντας την βάσιν του νησυδρίου, και τα πάντα πείθουσιν
-ημάς ότι αρτίως ανεφάνη. Και τω όντι ουδέ έν κογχύλιον υπάρχει
-επ' αυτού, ουδέ θύσανος φυκών είνε προσκεκολλημένος επί των
-πλευρών του βασάλτου. Εραστής της φυσικής ιστορίας μάτην θα
-ανεσκάλευε τον σωρόν τούτον των λίθων, ένθα η φυτική και η
-ζωική φύσις δεν επέθηκεν ακόμη τον τύπον της σφραγίδος της. Τα
-μαλάκια όλως ελλείπουσιν, ωσαύτως δε και τα υδρόφυτα. Ο άνεμος
-δεν έφερεν ακόμη ουδέ έν σπέρμα, και τα θαλάσσια πτηνά ουδόλως
-εζήτησαν εν αυτοίς καταφύγιον. Μόνος ο γεωλόγος δύναται να εύρη
-ύλην προς αξίαν λόγου μελέτην, εξετάζων την βασαλτικήν ταύτην
-θεμελιώδη κατασκευήν, ήτις φέρει τα ίχνη πλουτωνείου
-σχηματισμού.
-
-Την στιγμήν ταύτην η λέμβος ημών επανέρχεται εις την νότιον
-άκραν του νησυδρίου εφ' ής εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_ Προτείνω εις
-τους συντρόφους μου να αποβιβασθώμεν, και δέχονται την πρότασίν
-μου.
-
-«Εάν τυχόν το νησύδριον έμελλε να εξαφανισθή, λέγει ο Ανδρέας
-γελών, πρέπει τουλάχιστον να το έχουν επισκεφθή ανθρώπινα
-πλάσματα».
-
-Η λέμβος προσεγγίζει εις την ακτήν και αποβαίνομεν επί του
-βασαλτικού βράχου. Και ο μεν Ανδρέας προηγείται, διότι το
-έδαφος είνε αρκούντως βατόν και ο νέος δεν έχει χρείαν
-βραχίονος ίνα τον υποστηρίξη. Ο πατήρ του μένει ολίγον τι οπίσω
-πλησίον μου, και ιδού αναβαίνομεν εις τον σκόπελον δι' ελαφράς
-ανωφερείας, αγούσης εις την υψίστην των κορυφών του.
-
-Τέταρτον ώρας εξαρκεί ίνα διανύσωμεν το διάστημα τούτο, και
-καθήμεθα και οι τρεις επί βασαλτικού πρίσματος, όπερ επιστέφει
-τον ύψιστον βράχον του νησυδρίου. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ εξάγει
-τότε εκ του θυλακίου του σημειωματάριον και σχεδιάζει τον
-σκόπελον, ού το περίγραμμα φαίνεται καθαρώτατα προ των οφθαλμών
-ημών εις το πράσινον πεδίον των υδάτων.
-
-Ο ουρανός είνε αίθριος, η δε θάλασσα, ταπεινή έτι, αποκαλύπτει
-τας τελευταίας κορυφάς αίτινες αναδύουσι προς Νότον,
-καταλείπουσαι μεταξύ αυτών τον στενόν πόρον όν ηκολούθησεν ο
-_Σάνσελλορ_ πριν καθίση.
-
-Το σχήμα του σκοπέλου είνε αρκούντως παράδοξον και υπενθυμίζει
-καθ' όλου το του «χοιρομηρίου της Υόρκης», ού το κεντρικόν
-μέρος εξογκούται μέχρι του εξοιδήματος, ού την κορυφήν
-κατέχομεν.
-
-Όθεν ότε ο Ανδρέας εσχεδίασε την περίμετρον του νησυδρίου,
-λέγει προς αυτόν ο πατήρ:
-
-«Αλλά, παιδί μου, συ εσχεδίασες αυτού χοιρομήριον»
-
- — Μάλιστα, πάτερ μου, αποκρίνεται ο Ανδρέας, χοιρομήριον
-βασαλτικόν του οποίου το μέγεθος ήθελεν ευφράνη και τον
-ακόρεστον Γαργαντούαν. Και εάν ο πλοίαρχος Κόρτις συναινή, θα
-ονομάσωμεν την ύφαλον ταύτην Βραχοχοιρομήριον.
-
- — Βέβαια ανεφώνησα, το όνομα επιτυχέστατον, Βραχοχοιρομήριον!
-Και είθε οι ναυτιλλόμενοι να μη το πλησιάζουν πάρα πολύ, διότι
-δεν είνε διά τα δόντια των!»
-
-Κατά την νότιον εσχατιάν του νησυδρίου είχε ψαύση ο
-_Σάνσελλορ_, τούτ' έστι επί της λαβής αυτής του χοιρομηρίου και
-εν τω ορμίσκω τω σχηματιζομένω υπό της κοιλότητος της λαβής
-ταύτης. Είνε δε κεκλιμένος επί του δεξιού ισχίου και εις
-μέγιστον βαθμόν την στιγμήν ταύτην, διότι η παλίρροια είνε καθ'
-υπερβολήν ταπεινή.
-
-Αποπερατωθέντος του σχεδίου του Ανδρέου Λετουρνέρ, καταβαίνομεν
-δι' ετέρας κλιτύος ηρέμα κατερχομένης προς δυσμάς, και μετ' ού
-πολύ παρίσταται προ των οφθαλμών ημών άντρον κομψότατον. Βλέπων
-τις αυτό θα έλεγεν αληθώς ότι είνε έργον αρχιτεκτονικόν, ρυθμού
-εξ εκείνων ούς η φύσις ίδρυσεν ανά τας νήσους Εβρίδας και
-ειδικώτερον εν τη νήσω Στάφφα. Οι κκ. Λετουρνέρ οίτινες έχουσιν
-επισκεφθή το Φιγγάλειον άντρον, ανευρίσκουσιν αυτό ενταύθα,
-ολόκληρον, αλλά μικροτέρων διαστάσεων. Η αυτή διάθεσις των
-ομοκέντρων πρισμάτων προερχομένη εκ του τρόπου της ψύξεως των
-βασαλτών· το αυτό επιστέγασμα εκ μαύρων δοκών, ών αι συναρμογαί
-είνε πεφραγμέναι διά κίτρινης ύλης· η αυτή ακρίβεια των
-πρισματικών γωνιών, ών τας κόψεις η γλυφίς κοσμηματοποιού δεν
-ήθελε καλλιτεχνήση καθαρώτερον, τέλος ο αυτός βρόμος του αέρος
-διά μέσου των ηχηρών τούτων βασαλτών, εξ ού οι Γαέλσοι, ο
-αρχαίος ούτος λαός της Ιρλανδίας και Σκωτίας, εδημιούργησαν τας
-άρπας των Φιγγαλείων σκιών.
-
-Κατά τούτο δε μόνον διαφέρει του άντρου της Στάφφας, ότι εκεί
-μεν το έδαφος είνε σινδών υγρά, ενταύθα δε μόνον τα μεγάλα
-κύματα δύνανται να προσβάλλωσι το άντρον και το μεταξύ των
-πρισματικών στύλων αποτελεί στερεόν λιθόστρωτον.
-
-«Προς τούτοις, παρατηρεί ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το μεν άντρον της
-Στάφφας είνε ευρύχωρος γοτθική εκκλησία, τούτο δε είνε
-παρεκκλήσιον μόνον της μητροπόλεως εκείνης! Αλλά τις θα ήλπιζε
-ποτε να εύρη τοιούτον θαυμάσιον επί αγνώστου υφάλου του
-Ωκεανού!»
-
-Αναπαυθέντες επί μίαν ώραν εν τω άντρω, πορευόμεθα κατά μήκος
-της παραλίας του νησυδρίου και επανερχόμεθα εις τον _Σάνσελλορ_
-Ο Ροβέρτος Κόρτις πληροφορείται περί των ανακαλύψεών μας και
-εγγράφει το νησύδριον επί του χάρτου του μετά του ονόματος όπερ
-έδωκεν αυτώ ο Ανδρέας.
-
-Κατά τας επομένας ημέρας ουδέποτε παρημελήσαμεν να εξερχώμεθα
-εις περίπατον μέχρι του άντρου του Βροχοχοιρομηρίου, ένθα
-διερχόμεθα ώρας τινάς ευαρέστους. Το επεσκέφθη και ο Ροβέρτος
-Κόρτις, αλλ' ως άνθρωπος απησχολημένος περί παν άλλο ή περί τον
-θαυμασμόν φυσικού θαυμασίου. Και ο Φάλστεν ήλθεν άπαξ ίνα
-εξετάση την φύσιν των βράχων και θραύση τεμάχιά τινα μετά της
-ασπλαγχνίας γεωλόγου. Ο μίστερ Κηρ δεν ηθέλησε να ταραχθή, και
-έμεινε περιωρισμένος εν τω πλοίω. Είπον τη μίσιζ Κηρ να μας
-συνοδεύση εν μια των εκδρομών ημών, αλλ' απέκρουσε την πρότασίν
-μου φοβουμένη μη την ενοχλήση η επιβίβασις εις την λέμβον ή την
-καταλάβη ο ελάχιστος κάματος.
-
-Και ο κ. Λετουρνέρ είπε προς την μις Χέρμπυ εάν ευαρεστήται να
-επισκεφθή την ύφαλον. Η νεάνις ενόμισεν ότι ηδύνατο να αποδεχθή
-την πρότασίν ταύτην, ευτυχής διότι έμελλε να λυτρωθή, έστω και
-επί μίαν ώραν, της ιδιοτρόπου τυραννίας της κυρίας της. Αλλ'
-ότε παρακάλεσε την μίσιζ Κηρ να τη δώση άδειαν εξόδου, η μίσιζ
-Κηρ αρνείται διαρρήδην.
-
-Πειραχθείς επί τη διαγωγή ταύτη, μεσολαβώ παρά τη μίσιζ Κηρ
-υπέρ της μις Χέρμπυ. Ανάγκη να αγωνισθώ, αλλ' επειδή ήδη είχον
-τύχη της ευκαιρίας να παράσχω υπηρεσίας τινάς εις την φίλαυτον
-επιβάτριαν, και επειδή δυνατόν να λάβη χρείαν εμού εν τω
-μέλλοντι, υπεχώρησε τέλος εις τας επιμόνους παρακλήσεις μου.
-
-Λοιπόν η μις Χέρμπυ συνοδεύει ημάς πολλάκις εν τοις ανά μέσον
-των βράχων περιπάτοις· πολλάκις ωσαύτως αλιεύομεν εν τη παραλία
-του νησυδρίου και γευματίζομεν φαιδρώς εν τω άντρω, εν ώ αι
-βασαλτικαί άρπαι δονούνται υπό της πνοής του ανέμου. Είμεθα
-όντως ευτυχείς βλέποντες την μις Χέρμπυ ευφραινομένην, διότι
-αισθάνεται εαυτήν επί τινας ώρας ελευθέραν. Βεβαίως το
-νησύδριον είνε μικρόν, αλλ' ουδέν εν τω κόσμω ουδέποτε εφάνη τη
-νεάνιδι ούτω μέγα. Και ημείς δε αγαπώμεν την άγονον ταύτην
-ύφαλον, και μετ' ου πολύ δεν θα υπάρχη λίθος όστις να μη είνε
-γνωστός ημίν, ουδέ ατραπός ήν να μη διήλθομεν πολλάκις μετά
-χαράς. Είνε γη ευρεία παραβαλλομένη προς το στενόν κατάστρωμα
-του _Σάνσελλορ_, και είμαι βέβαιος ότι την ώραν της αναχωρήσεως
-θα την καταλίπωμεν ουχί άνευ λύπης.
-
-Περί δε της νήσου Στάφφας ο Ανδρέας Λετουρνέρ πληροφορεί ημάς
-ότι ανήκει τη οικογένεια των Μακ Δόναλδ, οίτινες την
-εκμισθώνουσιν ετησίως αντί δώδεκα λιρών στερλινών, ό έστι
-τριακοσίων δραχμών.
-
-«Λοιπόν, κύριοι, ερωτά η μις Χέρμπυ, νομίζετε ότι ήθελεν
-ενοικιάση τις αυτήν εδώ περισσότερον του ημίσεος ταλλήρου;
-
- — Ουδέ αντί μιας δεκάρας, μις, είπον εγώ γελών. Μήπως
-σκοπεύετε να την εκμισθώσετε;
-
- — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται η νεάνις καταστέλλουσα
-στεναγμόν, και όμως εδώ ίσως είνε το μόνον μέρος όπου ησθάνθην
-ευτυχίαν.
-
- — «Και εγώ!» ψιθυρίζει ο Ανδρέας.
-
-Πολλά εγκρύπτονται δεινά εν τη αποκρίσει ταύτη της μις Χέρμπυ!
-Η νεάνις, άπορος, ορφανή, άνευ φίλων δεν εύρεν ακόμη την
-ευτυχίαν — ολίγων τινών στιγμών ευτυχίαν — , αλλαχού, ή επί
-αγνώστου βράχου του Ατλαντικού Ωκεανού!
-
-
-
-ΙΘ'
-
-
-
- — _Από της 6 μέχρι της 15 Νοεμβρίου_ — Τας πρώτας πέντε
-ημέρας, αφ' ότου εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_, ατμοί δριμείς και
-πυκνοί εκθρώσκουσιν από του κύτους αυτού, έπειτα κατά μικρόν
-ηλαττώθησαν, και τη 6 Νοεμβρίου δυνάμεθα να θεωρήσωμεν την
-πυρκαϊάν ως εσβεσμένην. Εν τούτοις, κατά μέτρον συνετόν ο
-Ροβέρτος Κόρτις κελεύει να εξακολουθήση ο χειρισμός των
-αντλιών, ώστε το σκάφος είνε ήδη τεθαλασσωμένον μέχρι του ύψους
-του μεταφράγματος. Μόνον δε όταν είνε άμπωτις, το ύδωρ
-ταπεινούται και εν τω κύτει, και αι δύο υγραί επιφάνειαι
-ισορροπούσιν ένδοθεν και έξωθεν.
-
-«Όπερ αποδεικνύει, λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι η διαρροή είνε
-σημαντική, αφ' ού η εκροή γίνεται μετά τοσαύτης ταχύτητος.
-
-Και όντος το ρήγμα το γενόμενον εν τω σκάφει δεν έχει
-επιφάνειαν ολιγωτέραν των τεσσάρων τετραγωνικών ποδών. Εκ των
-ναυτών ο Φλαιπόλ ριφθείς εις την θάλασσαν κατά την ώραν της
-αμπώτιδος ανεγνώρισε την θέσιν και την σπουδαιότητα της
-ναυφθορίας. Η διαρροή ανοίγεται τριάκοντα πόδας επί του
-έμπροσθεν του πηδαλίου και τρεις επηγκενίδες [59] συνετρίβησαν
-υπό της οξείας κορυφής βράχου τινός, δύο σχεδόν πόδας υπεράνω
-του κανθού της τρόπιδος. Η σύρραξις εγένετο μετ' άκρας
-σφοδρότητος, διότι και το πλοίον όντως ήτο βαρέως πεφορτισμένον
-και η θάλασσα εκυμαίνετο. Είνε μάλιστα εκπλήξεως άξιον ότι το
-σκάφος δεν ερράγη πολλαχού. Ως προς δε την διαρροήν θα είνε άρα
-γε εύκολον να φραχθή; τούτο θα γνωσθή όταν, του φορτίου
-εξαχθέντος ή μετατοπισθέντος, θα δυνηθή ο ξυλουργός να εισδύση
-μέχρι αυτής. Αλλ' απαιτούνται δύο έτι ημέραι πριν γίνη δυνατόν
-να εισδύση τις εις το κύτος του _Σάνσελλορ_ και να ανελκύση τα
-δέματα του βαμβακίου ών εφείσθη το πυρ.
-
-Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μένει αργός, τη μετά ζήλου δε
-βοηθεία του πληρώματος αξιολογώτατα έργα ετελέσθησαν.
-
-Ούτως ο πλοίαρχος αναστηλώνει τον ιστόν του επιδρόμου, όστις
-είχε καταπέση την στιγμήν καθ' ήν εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_, και
-είχον κατορθώση να τον ανελκύσωσιν επί της υφάλου μεθ' όλης
-αυτού της εξαρτίας. Αμείβοντες ετοποθετήθησαν εν τη πρύμνη και
-η στήλη του ιστού κατωρθώθη να τεθή πάλιν επί του παλαιού
-τεθραυσμένου τεμαχίου, όπερ ο ξυλουργός Δαούλας επίτηδες
-ενέσκαψε. Κατάλληλα δε άμβολα, συγκρατούμενα δι' ισχυρών
-επιδέσμων και γόμφων σιδηρών, εξασφαλίζουσι την ένωσιν των δύο
-τεθραυσμένων τεμαχίων.
-
-Τούτου δε γενομένου, όλη η εξαρτία εξετάζεται επιμελώς, οι
-επίτονοι, οι παράτονοι, οι πρότονοι εντείνονται εκ νέου, ιστία
-τινά αλλάσσονται, και τα σχοινιά των τροχίλων [60] καταλλήλως
-αποκατασταθέντα θα καταστήσωσι τον πλουν ημών ασφαλέστερον.
-
-Πλείστη όση εργασία γίνεται κατά τε την πρύμναν και την πρώραν
-του πλοίου, διότι το επίστεγον και η θέσις του πληρώματος
-εβλάβησαν δεινώς υπό των φλογών. Εντεύθεν επάναγκες τα πάντα να
-αποκατασταθώσιν, όπερ απαιτεί χρόνον και φροντίδας. Χρόνος δεν
-ελλείπει, και δυνάμεθα μετ' ου πολύ να εισέλθωμεν πάλιν εις
-τους θαλάμους ημών.
-
-Την ογδόην του μηνός μόνον κατωρθώθη να γίνη επωφελώς αρχή της
-εκφορτώσεως. Επειδή δε τα δέματα του βάμβακος είνε
-τεθαλασσωμένα εν τω ύδατι, όπερ πληροί το κύτος εν ώρα
-πλημμυρίδος, τα σύσπαστα ετοποθετήθησαν υπεράνω των καθεκτών,
-και παρέχομεν χείρα βοηθείας εις τους άνδρας του πληρώματος
-προς ανέλκυσιν των βαρέων τούτων δεμάτων, άτινα κατά το
-πλείστον είνε όλως εφθαρμένα. Τα επιβιβάζομεν ανά έν επί της
-φαλαινίδος — και μεταβιβάζονται επί του νησυδρίου.
-
-Αφαιρεθέντος ούτω του πρώτου στρώματος του φορτίου, δέον να
-φροντίσωμεν όπως αντλήσωμεν, εν μέρει τουλάχιστον, το ύδωρ το
-πληρούν το κύτος. Εντεύθεν επάναγκες να φράξωμεν όσον οίον τε
-στεγανώς την οπήν, ήν ο βράχος εποίησεν εν τω σκάφει του
-πλοίου. Έργον δυσχερές μεν, αλλ' όπερ ο τε ναύτης Φλαιπόλ και ο
-αρχιναύτης εκτελούσι μετά ζήλου κρείττονος οίου δήποτε επαίνου,
-κατά την ώραν της αμπώτιδος, βυθιζόμενοι μέχρι υπό το δεξιόν
-ισχίον, ίνα καθηλώσωσι φύλλον χαλκού επί της οπής· αλλ' επειδή
-το φύλλον τούτο δεν θα δυνηθή να υπομείνη την πίεσιν, όταν η εν
-τω πλοίω επιφάνεια του ύδατος θα κατέλθη διά της ενεργείας των
-αντλιών, ο Ροβέρτος Κόρτις αποπειράται να εξασφαλίση την
-έμφραξιν της οπής, επισωρεύων δέματα βάμβακος επί των
-τεθραυσμένων επηγκενίδων. Το υλικόν είνε άφθονον και μετ' ου
-πολύ ο πυθμήν του _Σάνσελλορ_ είνε ως υπεστρωμένος διά των
-βαρέων και αδιαβρόχων τούτων δεμάτων, άτινα, ελπίζομεν, θα
-επιτρέψωσιν εις το φύλλον του χαλκού να ανθέξη έτι μάλλον.
-
-Η επίνοια του πλοιάρχου επέτυχεν, ως τούτο καταφαίνεται άμα τη
-κινήσει των αντλιών, διότι η επιφάνεια του ύδατος εν τω κύτει
-κατέρχεται κατά μικρόν και οι άνδρες δύνανται να εξακολουθήσωσι
-την εκφόρτωσιν.
-
-«Είνε λοιπόν πιθανόν, λέγει ημίν ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι θα
-δυνηθώμεν να επιτύχωμεν την βλάβην και να την διορθώσωμεν
-εσωτερικώς. Βεβαίως προτιμότερον θα ήτο να κατακλίνωμεν το
-πλοίον και να αντικαταστήσωμεν τας επηγκενίδας, αλλά μ'
-ελλείπουν τα μέσα διά να επιχειρήσω τόσον μέγα έργον. Έπειτα δε
-θα μ' εμπόδιζεν ο φόβος μήπως επέλθη κακοκαιρία εν ώ το πλοίον
-θα είνε πλαγιασμένον, και τότε θα εξετίθετο εις την διάθεσιν
-των κυμάτων. Εν τούτοις νομίζω καθήκον μου να σας διαβεβαιώσω
-ότι η διαρροή θα φραχθή δεόντως και θα δυνηθώμεν εντός ολίγου
-να δοκιμάσωμεν να καταπλεύσωμεν εις την ακτήν μετ' ασφαλείας
-ικανής.
-
-Μετά διήμερον εργασίαν το ύδωρ κατά μέγα μέρος είχεν εξαντληθή,
-και η εκφόρτωσις των τελευταίων δεμάτων του φορτίου εγένετο
-άνευ δυσχερείας. Εδέησε δε να βοηθήσωμεν και ημείς εις τον
-χειρισμόν των αντλιών προς ανακούφισιν του πληρώματος,
-εξετελέσαμεν δε τούτο μετ' ευσυνειδησίας. Και ο Ανδρέας
-Λετουρνέρ, και φιλάσθενος ών, ηνώθη μεθ' ημών και έκαστος
-εξετέλεσε κατά δύναμιν το καθήκον του.
-
-Και όμως αύτη είνε κοπιώδης εργασία και δεν δυνάμεθα να την
-εξακολουθήσωμεν πολλήν ώραν άνευ διακοπής προς ανάπαυσιν. Η
-χειρ και οι νεφροί τάχιστα κατακόπτωνται υπό της διαδρομής των
-μοχλών της αντλίας και εννοώ ότι οι ναύται δυσχεραίνουσι το
-έργον τούτο. Προσέτι δε εκτελούμεν αυτό επί όροις ευνοϊκοίς,
-καθ' όσον το πλοίον κείται επί βυθού στερεού, και δεν είνε υπό
-τους πόδας ημών βάραθρον. Δεν υπερασπίζομεν την ζωήν ημών
-εναντίον θαλάσσης εισβαλλούσης, και δεν πρόκειται αγών μεταξύ
-ημών και ύδατος εισρέοντος καθ' όσον ημείς εξάγομεν αυτό. Είθε
-να μη υποβληθώμεν ποτε εις τοιαύτην δοκιμασίαν επί πλοίου
-βυθιζομένου!
-
-
-
-
-Κ'
-
-
-
- — _Από της 15 μέχρι της 20 Νοεμβρίου_. — Σήμερον καθωρθώθη να
-γίνη η επίσκεψις του κύτους. Τέλος ανεκαλύφθη και το δοχείον
-του πικρικού κατά την πρύμναν, έν τινι μέρει όπου δεν είχεν
-ευτυχώς φθάση το πυρ, το δοχείον είνε άθικτον, ουδέ εβλάβη υπό
-του ύδατος το περιεχόμενον. Απετέθη δε εν ασφαλεί τόπω κατά την
-εσχατιάν του νησυδρίου. Αλλά διατί δεν το ρίπτουσι παρευθύς εις
-την θάλασσαν; αγνοώ, αλλά τέλος δεν το έρριψαν.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας κατά την επίσκεψιν αυτών
-βεβαιούσιν ότι το κατάστρωμα και τα υποστηρίγματα αυτού έχουσι
-πάθη ολιγώτερον ή όσον ενομίζομεν. Η μεγίστη θερμότης εις ήν αι
-παχείαι αύται σανίδες και αι ισχυραί δοκοί υπεβλήθησαν, τας
-εκύρτωσε μεν, αλλά δεν τας έφαγε βαθέως, και η ενέργεια του
-πυρός φαίνεται ότι ειδικώτερον κατηυθύνθη προς τας πλευράς του
-σκάφους.
-
-Τω όντι επί μέγιστον μήκος η εντερόνεια, τούτ' έστιν αι σανίδες
-της εσωτερικής επιφανείας του πλοίου, κατεβροχθίσθη υπό των
-φλογών, άκραι γόμφων ξυλίνων απηνθρακωμένων εξέχουσι τήδε
-κακείσε, και δυστυχώς τα εγκοίλια είνε τα μάλιστα εφθαρμένα, το
-στυπείον των γομφώσεων και των αρμών έχει χαλαρωθή, και
-δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως θαύμα ότι το πλοίον από πολλού δεν
-διερράγη.
-
-Ομολογητέον δυσάρεστοι περιστάσεις είνε αύται. Ο _Σάνσελλορ_
-υπέστη βλάβας τοιαύτας, ώστε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται
-προφανώς να τας θεραπεύση διά των περιορισμένων μέσων ά
-διαθέτει, και δεν θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον του στερεόν
-προς μακρόν διάπλουν.
-
-Όθεν ο πλοίαρχος και ο ξυλουργός επανέρχονται σφόδρα
-εμφρόντιδες. Αι βλάβαι είνε αληθώς ούτω σπουδαίαι, ώστε ο
-πλοίαρχος εάν ήτο επί νήσου και ουχί επί σκοπέλου, όν η θάλασσα
-δύναται να σαρώση από ώρας εις ώραν, δεν ήθελε διστάση να
-διαλύση το πλοίον και να ναυπηγήση άλλο μικρότερον, εις ό θα
-ηδύνατο να έχη τουλάχιστον πεποίθησιν.
-
-Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις αποφασίζει τάχιστα, και καλέσας πάντας,
-επιβάτας τε και πλήρωμα, επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_,
-λέγει.
-
-«Φίλοι μου, αι βλάβαι είνε σπουδαιότεραι παρ' όσον υπεθέτομεν,
-και το σκάφος του πλοίου είνε πολύ βεβλαμμένον. Επειδή δε το
-μεν, ουδέν μέσον έχομεν προς επισκευήν, το δε, όντες επί του
-νησυδρίου τούτου εις την διάκρισιν της ελαχίστης τρικυμίας, δεν
-έχομεν τον καιρόν να ναυπηγήσωμεν άλλο, ιδού τι προτίθεμαι να
-πράξω. Να φραχθή η διαρροή όσον οίον τε στερεώς και να
-καταπλεύσωμεν εις τον εγγύτατον λιμένα. Απέχομεν οκτακόσια
-μόνον μίλια από της ακτής του Παραμαρίβου, της βορείου παραλίας
-της Ολλανδικής Γουυάνης, και εντός δώδεκα ημερών, καιρού
-βοηθούντος, θα εύρωμεν εκεί καταφύγιον!»
-
-Τι άλλο ηδυνάμεθα να πράξωμεν; Όθεν η απόφασις του Ροβέρτου
-Κόρτις εγένετο αποδεκτή ομοθύμως.
-
-Τότε δε ο Δαούλας και οι βοηθοί καταγίνονται να φράξωσιν
-εσωτερικώς την διαρροήν και στερεώσωσι κατά το δυνατόν τα
-πυρίβρωτα ζεύγη των εγκοιλίων. Αλλ' είνε πολύ προφανές ότι ο
-_Σάνσελλορ_ δεν παρέχει ασφάλειαν επαρκή προς μακρόν πως
-διάπλουν, και ότι θα κηρυχθή άχρηστος άμα προσορμισθείς εις τον
-πρώτον τυχόντα λιμένα.
-
-Ο ξυλουργός διανάπει και τους εξωτερικούς αρμούς των
-επηγκενίδων εν τω μέρει του σκάφους, όπερ μένει έξω των υδάτων
-κατά την ώραν της αμπώτιδος· αλλά δεν δύναται να επισκεφθή το
-μέρος το μένον υπό το ύδωρ και κατά την ώραν της αμπώτιδος,
-οφείλει δε να αρκεσθή εις εσωτερικήν τινα επισκευήν.
-
-Αι διάφοροι αύται εργασίαι διήρκεσαν μέχρι της 20 του μηνός.
-Την ημέραν δε ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, ποιήσας ήδη παν ό τι
-ήτο ανθρωπίνως δυνατόν προς επισκευήν του πλοίου του,
-αποφασίζει να το εξαγάγη αύθις.
-
-Περιττόν δε να είπωμεν ότι, από της στιγμής καθ' ήν το κύτος
-εκενώθη του τε φορτίου και του περιεχομένου ύδατος, ο
-_Σάνσελλορ_ δεν έπαυσεν επιπλέων και προ της πλημμυρίδος.
-Επειδή δε προνοήσαντες είχον αγκυρώση αυτόν κατά τε την πρώραν
-και την πρύμναν, δεν ενέπεσεν εις την ύφαλον, αλλά διέμεινεν εν
-τη μικρά εκείνη φυσική λεκάνη, προφυλαττόμενος δεξιόθεν και
-αριστερόθεν υπό των βράχων ούς δεν κατακλύζει ουδέ η μεγίστη
-παλίρροια. Αλλ' ευρίσκεται όμως ότι η λεκάνη αύτη κατά το
-ευρύτατον αυτής δύναται να επιτρέψη τω _Σάνσελλορ_ να εκτελέση
-ελιγμόν πλήρη, ο δε χειρισμός ούτος γίνεται ευκόλως διά ρυμάτων
-προσδεθέντων επί του σκοπέλου ούτως, ώστε το πλοίον έχει νυν
-εστραμμένην την πρώραν προς Νότον.
-
-Φαίνεται λοιπόν ότι θα είνε εύκολον να απαλλάξωμεν τον
-_Σάνσελλορ_ είτε επαιρομένων των ιστίων εάν ο άνεμος είνε
-ούριος, είτε, εάν είνε εναντίος, προέλκοντες αυτόν μέχρι έξω
-του πόρου. Εν τούτοις η εργασία παρέχει τινάς δυσχερείας, περί
-ών θα γίνη ανάγκη να προνοήσωμεν. Τω όντι η είσοδος του πόρου
-φράσσεται υπό τινος τρόπον τινά καμάρας εκ βασάλτου, ής άνωθεν,
-εν ώρα πλημμυρίδος, υψούται το ύδωρ μόλις όσον απαιτείται εις
-το βύθισμα του _Σάνσελλορ_, ει και είνε αφερμάτιστος. Διήλθε δε
-υπεράνω της καμάρας ταύτης πριν καθίση, διότι, επαναλαμβάνω,
-επήρθη υπό κύματος υπερμεγέθους και υπ' αυτού ερρίφθη εις την
-λεκάνην. Άλλως τε την ημέραν ταύτην ήτο ού μόνον παλίρροια
-νουμηνίας, αλλά και η σημαντικωτάτη του έτους, πολλοί δε μήνες
-δέον να παρέλθωσι πριν επαναληφθή τοσούτον ισχυρά παλίρροια
-ισημεριακή.
-
-Λοιπόν είνε προφανές ότι ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να
-αναμένη πλείονας μήνας. Σήμερον είνε μεγάλη παλίρροια συζυγίας
-και οφείλει να ωφεληθή αυτήν εις απαλλαγήν του πλοίου του.
-Έπειτα δε, άπαξ εξαχθέν της λεκάνης, θα το ερματίση [61], ώστε
-να δύναται να φέρη ιστία, και θα αρμενίση.
-
-Ακριβώς ο άνεμος είνε καλός, διότι είνε Μέσης (ΒΑ), και κατ'
-ακολουθίαν, προς την διεύθυνσιν του πόρου. Αλλ' ο πλοίαρχος
-ελλόγως δεν σπεύδει να καθελκύση πλησίστιον και εναντίον
-κωλύματος δυναμένου κάλλιστα να το αναχαιτίση, πλοίον ού η
-στερεότης είνε νυν τα μάλιστα προβληματώδης. Λοιπόν
-συσκεψάμενος μετά του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του ξυλουργού και
-του αρχιναύτου, αποφασίζει ίνα ο _Σάνσελλορ_ προελκυσθή. Κατ'
-ακολουθίαν προστίθεται κατά την πρύμναν άγκυρα, εάν τυχόν, της
-επιχειρήσεως αποτυχούσης, γίνη χρεία να επαναχθή το πλοίον εις
-το αγκυροβόλιον έπειτα δε δύο άλλαι άγκυραι φέρονται έξω του
-πόρου, ού το μήκος δεν υπερβαίνει τους διακοσίους πόδας. Τότε
-δε αλύσεις προστίθενται εις το βαρουλκόν, το πλήρωμα
-επιλαμβάνεται των σκυταλών του βαρούλκου, και την τετάρτην ώραν
-μετά μεσημβρίαν ο _Σάνσελλορ_ άρχεται κινούμενος.
-
-Τη 4 ώρα και 23' η παλίρροια θα είνε πλήρης. Όθεν δέκα λεπτά
-πρότερον το πλοίον ειλκύσθη όσον επέτρετε το βύθισμά του· αλλά
-το πρόσθιον της τρόπιδος μετ' ου πολύ ήγγισεν ελαφρά επί της
-καμάρας και εδέησε να σταθή εκεί.
-
-Και νυν, επειδή η κατωτέρα άκρα της στείρας [62] υπερέβη το
-κώλυμα, ουδείς πλέον λόγος υπάρχει ίνα ο Ροβέρτος Κόρτις μη
-ενώση την ενέργειαν του ανέμου προς την μηχανικήν δύναμιν του
-βαρούλκου. Όθεν τα τε κατώτερα και τα ανώτερα ιστία
-αναπτύσσονται και ευθετίζονται προς τον ούριον άνεμον.
-
-Και ήδη είνε η κατάλληλος στιγμή, η θάλασσα νηνεμεί. Επιβάται
-και ναύται επιλαμβάνονται των σκυταλών του βαρούλκου. Και οι
-κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ κρατούμεν την προς τα δεξιά
-σκυτάλην, ο δε Ροβέρτος Κόρτις είνε επί του επιστέγου επιτηρών
-την ιστιοφορίαν, ο δε υποπλοίαρχος επί του πρωραίου
-καταστρώματος, ο δε αρχιναύτης επί του πηδαλίου.
-
-Ο _Σάνσελλορ_ αισθάνεταί τινας κλονισμούς και η εξοιδουμένη
-θάλασσα υπεγείρει αυτόν ελαφρά, αλλ' ευτυχώς είνε ήρεμος.
-
-«Εμπρός, φίλοι μου, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις διά της ηρεμαίας
-και πεποίθησιν εμποιούσης φωνής του. Δύναμιν, και όλοι μαζί,
-εμπρός!»
-
-Αι σκυτάλαι του βαρούλκου κινούνται, ακούεται ο οξύς τριγμός
-των κατακλείδων [63], αι δε αλύσεις εντεινόμεναι κατά μικρόν
-κατατρίβουσι τους οφθαλμούς της πρώρας. Ο άνεμος επιτείνεται
-και επειδή το πλοίον δεν δύναται να λάβη ταχύτητα επαρκή, οι
-ιστοί κάμπτονται ωθούμενοι υπό των ιστίων. Το πλοίον προέβη
-εικοστύν τινα ποδών. Και τις των ναυτών άδει τι εκ των
-λαρυγγωδών εκείνων ασμάτων, ών ο ρυθμός επιβοηθεί εις το να
-καταστήση τας κινήσεις των εργαζομένων ταυτοχρόνους.
-
-Αι προσπάθειαι ημών διπλασιάζονται και ο _Σάνσελλορ_ τρέμει . .
-.
-
-Αλλά μάταιαι προσπάθειαι. Ήδη άρχεται η άμπωτις και δεν θα
-δυνηθώμεν να διέλθωμεν.
-
-Αλλά, αφ' ής στιγμής το πλοίον δεν δύναται να διαβή, δεν
-δύναται να μείνη ταλαντευόμενον επί της καμάρας ταύτης, διότι
-κατά την άμπωτιν ήθελε συντριβή. Κελεύσαντος του πλοιάρχου, τα
-ιστία συστέλλονται ταχέως, η δε άγκυρα η κατά την πρύμναν ευθύς
-ήδη θα χρησιμεύση. Στιγμή δεν πρέπει να παρέλθη μάτην.
-Στρέφομεν προς ανάκρουσιν και επίκειται στιγμή δεινής αγωνίας .
-. . Αλλ' ο _Σάνσελλορ_ ολισθαίνει επί της τρόπιδος και
-επαναπίπτει εις την λεκάνην, ήτις νυν χρησιμεύει ως ειρκτή
-αυτού.
-
-«Λοιπόν, πλοίαρχε, ερωτά τότε ο αρχιναύτης, πώς θα περάσωμεν;
-
- — Δεν ειξεύρω, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' όμως θα
-περάσωμεν.»
-
-
-
-ΚΑ'
-
-
-
- — _Από της 21 μέχρι της 23 Νοεμβρίου_ — Τω όντι επάναγκες είνε
-να εγκαταλίπωμεν την στενήν ταύτην λεκάνην και άνευ αναβολής,
-διότι ο καιρός ο ευνοήσας ημάς καθ' όλον τον μήνα Νοέμβριον
-κινδυνεύει να μεταβληθή. Το βαρόμετρον κατήλθε από της χθες και
-σάλος άρχεται εγειρόμενος περί το νησύδριον, όπερ δεν είνε
-κατάλληλος και ασφαλής διαμονή εν ώρα τρικυμίας, διότι ο
-_Σάνσελλορ_ θα κατεκερματίζετο.
-
-Την εσπέραν ταύτην μάλιστα κατά την άμπωτιν ο Ροβέρτος Κόρτις,
-ο Φάλστεν, ο αρχιναύτης, ο Δαούλας και εγώ μετέβημεν εις
-εξέτασιν της καμάρας, ήτις είνε νυν έξω των υδάτων. Είς μόνος
-τρόπος διαβάσεως υπάρχει, να φάγωμεν την επιφάνειαν της καμάρας
-διά σιδηρών μοχλών εις πλάτος δέκα ποδών και μήκος έξ· οκτώ δε
-ή εννέα δακτύλων ταπείνωσις της επιφανείας θα αρκή εις το
-βύθισμα το _Σάνσελλορ_· θα διέλθη δε την μικράν ταύτην διώρυχα,
-βάλλων μετά προσοχής σημεία εντός αυτής, και θα ευρεθή αύθις
-πέραν των υδάτων, άτινα αμέσως γίνονται βαθέα.
-
-«Αλλά ο βασάλτης αυτός ήνε σκληρός σαν γρανίτης, παρατηρεί ο
-αρχιναύτης, και θα χρειασθή πολύ εργασία, αφ' ού μάλιστα μόνον
-όταν χαμηλώνουν τα νερά θα ειμπορή να γίνη, ό έστι μόλις δύο
-ώρας εις τας είκοσιτέσσαρας.
-
- — Ίσα ίσα είς λόγος διά να μη χάσωμεν μίαν στιγμήν,
-αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
-
- — Αι, καπετάνιε, λέγει ο Δαούλας, θα έχωμεν διά ένα μήνα! Τάχα
-δεν θα ήτο δυνατόν να ανατινάξωμεν τους βράχους; Πυρίτιδα
-έχομεν εις το πλοίον.
-
- — Πολύ ολίγην, αποκρίνεται ο αρχιναύτης!»
-
-Η κατάστασις ημών είνε εις άκρον σπουδαία. Ενός μηνός εργασία!
-Αλλά εντός ενός μηνός το πλοίον θα είνε διαλελυμένον υπό της
-θαλάσσης!
-
-«Έχομεν καλλίτερον παρά πυρίτιδα, λέγει τότε ο Φάλστεν.
-
- — Τι; ερωτά ο Ροβέρτος Κόρτις, στρεφόμενος προς τον μηχανικόν.
-
- — Πικρικόν κάλι!» αποκρίνεται ο Φάλστεν.
-
-Πικρικόν κάλι, τω όντι! Το δοχείον το επιβιβασθέν υπό του
-μακαρίτου Ρόμπυ, η εκρηκτική ουσία ήτις μικρού δειν ανετίναξε
-το πλοίον, θα ανατινάξη αξιόλογα το κώλυμα! Μία οπή αρκεί να
-ανοιχθή επί του βασάλτου και η καμάρα δεν θα υπάρχη πλέον!
-
-Το δοχείον του πικρικού, ως είπον ανωτέρω, απετέθη επί της
-υφάλου εν τόπω ασφαλεί. Ευτυχώς πάνυ, θεία φώτισις ήτο και δεν
-το ερρίψαμεν εις την θάλασσαν ότε εξήχθη εκ του κύτους.
-
-Και οι μεν ναύται μεταβαίνουσιν εις εύρεσιν μοχλών, ο δε
-Δαούλας οδηγούμενος υπό του Φάλστεν επιχειρεί να ανοίξη οπήν
-υπονόμου κατά την διεύθυνσιν ήτις οφείλει να παραγάγη το
-άριστον αποτέλεσμα. Τα πάντα δε επιτρέπουσιν ημίν να ελπίζωμεν
-ότι η υπόνομος θα αποπερατωθή εντός της νυκτός και ότι αύριον
-άμα τη ημέρα, της εκρήξεως παραγαγούσης το ποθούμενον
-αποτέλεσμα, ο πόρος θα κατασταθή ελεύθερος.
-
-Γνωστόν ότι το πικρικόν οξύ είνε προϊόν κρυσταλλώδες και
-πικρόν, εξαγόμενον εκ της ζωπίσσης των γαιανθράκων,
-συνδυαζόμενον δε μετά του καλίου, ήτοι της ποτάσσης, αποτελεί
-άλας κίτρινον, όπερ είνε το πικρικόν κάλι, ή άλλως λεγομένη
-πικρική πότασσα. Η εκρηκτική δε δύναμις της ουσίας ταύτης είνε
-κατωτέρα μεν της βαμβακοπυρίτιδος και της δυναμίτιδος, αλλ'
-είνε όμως πολύ ανωτέρα της συνήθους πυρίτιδος, διότι έν
-γραμμάριον πικρικού παράγει αποτέλεσμα δεκατριών γραμμαρίων
-συνήθους πυρίτιδος. Την δε ανέφλεξιν αυτής ευκόλως δύναται τις
-να προκαλέση διά σφοδράς και ξηράς κρούσεως, και θα το
-κατορθώσωμεν ευκόλως διά καψυλίων πυροκροτικού άλατος.
-
-Το έργον του Δαούλα βοηθουμένου υπό των βοηθών αυτού,
-διεξάγεται μετά ζήλου, αλλ' επήλθεν όμως η ημέρα και εκείνο
-ακόμη δεν ετελειώθη· τω όντι δεν είνε δυνατόν να εργάζωνται εις
-την οπήν άλλην ώραν παρά κατά την άμπωτιν, ό έστι επί μίαν
-μόλις ώραν. Έπεται λοιπόν ότι απαιτούνται να παρέλθωσι τέσσαρες
-παλίρροιαι ίνα η οπή λάβη το προσήκον βάθος.
-
-Μόνον την 23 του μηνός, την πρωίαν, απεπερατώθη τέλος το έργον.
-Ο εκ βασάλτου όγκος έχει ήδη οπήν πλαγίαν, δυναμένην να
-περιλάβη δεκάδα λιτρών εκρηκτικού άλατος, ήτις και θα πληρωθή
-πάραυτα.
-
-Είνε περίπου ογδόη ώρα.
-
-Την στιγμήν της εισαγωγής του πικρικού εις την οπήν, ο Φάλστεν
-λέγει ημίν·
-
-«Φρονώ ότι έπρεπε να το αναμίξωμεν μετά κοινής πυρίτιδος, διότι
-τούτο θα μας επιτρέψη να ανάψωμεν την υπόνομον διά άπτρας, αντί
-διά καψυλίου, του οποίου η έκρηξις πρέπει να γίνη διά κρούσεως,
-είνε δε και ευκολώτερον. Προς δε τούτοις είνε βέβαιον ότι η
-ταυτόχρονος χρήσις πυρίτιδος και πικρικού είνε καλλιτέρα εις
-παραγωγήν εκρήξεως σκληρών βράχων, το πικρικόν φύσει
-σφοδρότατον θα προλεάνη την οδόν της πυρίτιδος, ήτις βραδύτερον
-αναφλεγομένη και κανονικώτερον, θα διασπάση έπειτα τον βασάλτην
-τούτον.»
-
-Ο μηχανικός Φάλστεν δεν ομιλεί συχνάκις, αλλ' ομολογητέον όμως
-ότι οσάκις ομιλεί, ομιλεί καλώς. Εκτελείται η συμβουλή του,
-αναμιγνύονται αι δύο ουσίαι, και εισαχθείσης προηγουμένως
-άπτρας μέχρι του πυθμένος της οπής, χύνεται εις την οπήν το
-μίγμα και πιέζεται προσηκόντως.
-
-Ο _Σάνσελλορ_ απέχων αρκούντως από της υπονόμου ουδέν φοβείται
-εκ της εκρήξεως. Εν τούτοις, χάριν ασφαλείας, επιβάται και
-πλήρωμα κατεφύγομεν εις την εσχατιάν της υφάλου, εις το άντρον.
-Και ο μίστερ Κηρ εδέησε να καταλίπη το πλοίον παρά τας
-αντεγκλήσεις του.
-
-Έπειτα δε ο Φάλστεν, ανάψας την άπτραν, ήτις θα καίη επί δέκα
-περίπου λεπτά της ώρας, έρχεται προς ημάς.
-
-Η έκρηξις εγένετο· υπόκωφος δε και μετά πολύ ολιγωτέρου κρότου
-ή όσον θα υπέθετέ τις. Αλλά τούτο συμβαίνει πάντοτε οσάκις η
-οπή είνε βαθεία.
-
-Σπεύδομεν εις το κώλυμα . . . Το έργον επέτυχε πληρέστατα. Ο εκ
-βασάλτου βράχος εγένετο κατά γράμμα κόνις, και νυν μικρά αύλαξ
-πληρουμένη ήδη υπό της πλημμυρίδος, αφαιρεί το κώλυμα και
-καθιστά τον πόρον ελεύθερον.
-
-Επεφημίαι μια φωνή εξερράγησαν. Η θύρα της ειρκτής είνε ανοικτή
-και οι καθειργμένοι ουδέν άλλο υπολείπεται να πράξωσιν ή να
-φύγωσι!
-
-Κατά την ακμήν της παλιρροίας ο _Σάνσελλορ_, ελκυσθείς επί των
-αγκύρων του διαβαίνει τον πόρον και πλέει επί της ελευθέρας
-θαλάσσης.
-
-Αλλ' επί μίαν έτι ημέραν δέον να παραμείνη παρά το νησύδριον,
-διότι δεν δύναται να πλεύση εν ή καταστάσει διατελεί, και είν'
-επάναγκες να επιβιβάσωμεν έρμα προς εξασφάλισιν της ισορροπίας
-του. Λοιπόν κατά τας επομένας είκοσι τεσσάρας ώρας το πλήρωμα
-καταγίνεται επιβιβάζον λίθους και τα ήττον εφθαρμένα εκ των
-δεμάτων του βάμβακος.
-
-Κατά την ημέραν ταύτην οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ
-εξερχόμεθα άπαξ έτι εις περίπατον μεταξύ των βασαλτών της
-υφάλου ταύτης ήν ουδέποτε θα επανίδωμεν και εφ' ής διετρίψαμεν
-τρεις εβδομάδας. Το όνομα του _Σάνσελλορ_, το του σκοπέλου, η
-ημερομηνία της καθίσεως του πλοίου εχαράχθησαν εντέχνως υπό του
-Ανδρέου επί τινος των τοίχων του άντρου, και προσαγορεύομεν το
-ύστατον τον βράχον τούτον, εφ' ού διήλθομεν πολλάς ημέρας, ών
-τινας θα συγκαταριθμώμεν μεταξύ των αρίστων του βίου ημών!
-
-Τέλος τη 14 Νοεμβρίου, κατά την πρωινήν παλίρροιαν, ο
-_Σάνσελλορ_ απαίρει υπό τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας
-και τους φώσωνας, και μετά δύο ώρας, η τελευταία κορυφή του
-Βραχοχοιρομηρίου εξηφανίσθη υπό τον ορίζοντα.
-
-
-
-ΚΒ'
-
-
-
- — _Από της 24 Νοεμβρίου μέχρι της 1 Δεκεμβρίου_. — Ιδού λοιπόν
-είμεθα εν τη θαλάσση, επιβαίνοντες πλοίου ού η στερεότης έπαθε
-μεν, αλλ' ευτυχώς πάνυ δεν πρόκειται πλέον περί μακρού διάπλου.
-Έχομεν να διανύσωμεν οκτακόσια μόνον μίλια. Εάν δε ο άνεμος
-Μέσης (ΒΑ) διατηρηθή επί τινας ημέρας, ο _Σάνσελλορ_
-ουριοδρομών [64] θα κοπιάση ολίγον και θα φθάση ασφαλώς την
-παραλίαν της Γουυάνης.
-
-Το πλοίον λαμβάνει διεύθυνσιν προς Λίβα (ΝΔ), και ο εν αυτώ
-βίος λαμβάνει τον κανονικόν αυτού ρουν.
-
-Αι πρώται ημέραι παρέρχονται άνευ τινος συμβάντος. Η διεύθυνσις
-του ανέμου εξακολουθεί μεν ούσα καλή· αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις
-δεν θέλει να αυξήση τα ιστία, μήπως επιβάλλων υπερβολικήν
-ταχύτητα εις το πλοίον, προκαλέση νέον άνοιγμα της διαρροής.
-
-Ανιαρός, ενί λόγω, διάπλους ο γινόμενος επί τοιούτοις όροις,
-όταν δεν έχωμεν πεποίθησιν εις το πλοίον όπερ φέρει ημάς!
-Έπειτα δε πλέομεν προς τα οπίσω αντί να προχωρώμεν! Όθεν
-έκαστος ημών κατέχεται υπό των σκέψεων τούτων, και το πλοίον
-δεν έχει την μεταδοτικήν εκείνην ζωηρότητα ήν προκαλεί ασφαλής
-και ταχύς πλους.
-
-Κατά την ημέραν της 29 του μηνός ο άνεμος ανέρχεται κατά έν
-τέταρτον προς Βορράν· όθεν η πνοή του ουρίου ανέμου δεν δύναται
-να διατηρηθή. Δέον να κερουλκήσωσι και να ευθετίσωσι τα ιστία
-και να ποδώσωσι δεξιά. Τούτου δ' ένεκα το πλοίον τοιχίζει εις
-μέγιστον βαθμόν.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις αισθανόμενος πόσον καταπονεί η έγκλισις την
-τρόπιν του _Σάνσελλορ_, συστέλλει τους φώσωνας. Και ευλόγως,
-αφ' ού δεν πρόκειται τόσον να εκτελέση ταχέως τον διάπλουν,
-όσον να καταπλεύση άνευ νέου δυστυχήματος εις στερεάν.
-
-Η νυξ της 29 προς την 30 είνε σκοτεινή και ομιχλώδης. Ο άνεμος
-επιτείνεται οσημέραι και δυστυχώς προσεγγίζει προς Σκίρωνα
-(ΒΔ). Οι πλείστοι των επιβατών επανέρχονται εις τους θαλάμους
-των, αλλ' ο πλοίαρχος Κόρτις δεν καταλείπει το επίστεγον, το δε
-πλήρωμα όλον διαμένει επί του καταστρώματος. Το πλοίον
-εξακολουθεί κεκλιμένον ισχυρώς, ει και δεν φέρει πλέον ουδέν
-των ανωτέρων αυτού ιστίων.
-
-Περί την δευτέραν πρωινήν ώραν ετοιμαζόμενος να καταβώ εις τον
-θάλαμον, βλέπων ναύτην, τον Βάρκε, ανερχόμενον εσπευσμένως εκ
-του κύτους και αναφωνούντα·
-
-«Δύο πόδας νερά!»
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης κατέρχονται εις το κύτος και
-εξακριβούσιν ότι η απαισία είδησις είνε αληθεστάτη. Και ή η
-διαρροή εκ νέου ήνοιξεν, ει και είχε ληφθή πάσα ασφάλεια, ή
-αρμοί τίνες κακώς φραχθέντες εχαλαρώθησαν και το ύδωρ εισδύει
-μεθ' ορμής εις το κύτος.
-
-Ο πλοίαρχος επανελθών εις το κατάστρωμα επαναφέρει το πλοίον
-κατά τον ούριον άνεμον, ίνα ολιγώτερον καταπονήται, και
-αναμένομεν την ημέραν.
-
-Την αυγήν γίνεται καταμέτρησις και ευρίσκονται τρεις πόδες
-ύδατος.
-
-Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. Ωχρότης παροδική ελεύκανε τα
-χείλη του, αλλά διατηρεί όλην αυτού την απάθειαν. Οι επιβάται,
-ών πλείονες έχουσιν αναβή επί του καταστρώματος, μανθάνουσι τι
-συμβαίνει, άλλως τε ήτο δυσχερές να το αποκρύψη τις.
-
-«Νέον δυστύχημα; μοι λέγει ο κ. Λετουρνέρ.
-
- — Ήτο επόμενον, απεκρίθην εγώ, αλλά δεν θα είμεθα πολύ μακράν
-της ξηράς, και ελπίζω ότι θα την φθάσωμεν.
-
- — Ο Θεός να δώση! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
-
- — Και μήπως ο Θεός είν' εδώ μέσα; αναφωνεί ο Φάλστεν υψών τους
-ώμους.
-
- — «Είνε, κύριε,» αποκρίνεται η μις Χέρμπυ.
-
-Ο δε μηχανικός εσίγησε μετά σεβασμού προ της αποκρίσεως ταύτης,
-της μεστής πίστεως αδιαφιλονικήτου.
-
-Εν τούτοις, κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις, κατηρτίσθη η
-υπηρεσία των αντλιών, το δε πλήρωμα εργάζεται μετά μείζονος
-καρτερίας ή προθυμίας· αλλ' ήδη πρόκειται ζήτημα περί σωτηρίας,
-οι δε ναύται διηρημένοι εις δύο, μεταλλάσσονται εις τας
-σκυτάλας των αντλιών.
-
-Κατά το διάστημα της ημέρας ο αρχιναύτης εκτελεί νέας
-καταμετρήσεις και εξακριβούται ότι η θάλασσα εισδύει βραδέως
-μεν, αλλ' αδιαλείπτως εις τα ένδον του πλοίου.
-
-Αλλά δυστυχώς αι αντλίαι εκ της πολλής χρήσεως βλάπτονται και
-κατ' ανάγκην χρήζουσιν επισκευής. Προσέτι δε φράσσονται είτε
-υπό τέφρας είτε υπό κλωνίων βάμβακος, ών έτι είνε πλήρες το
-κάτω μέρος του κύτους· τούτου ένεκα ανάγκη επανειλημμένου
-καθαρισμού, όστις γίνεται αιτία απωλείας μέρους του
-εκτελεσθέντος έργου.
-
-Την επιούσαν πρωίαν μετά νέαν καταμέτρησιν εβεβαιώθη ότι η
-επιφάνεια του ύδατος είνε εις ύψος πέντε ποδών. Εάν λοιπόν δι'
-οίον δήποτε λόγον ο χειρισμός των αντλιών διεκόπτετο, το πλοίον
-ήθελε πληρωθή ύδατος. Τούτο δε θα ήτο απλούστατον ζήτημα χρόνου
-βραχυτάτου. Η ίσαλος στάθμη του _Σάνσελλορ_, είνε ήδη
-τεθαλασσωμένη ένα πόδα και το σκάφος προνευστάζει [65] μάλλον-
-μάλλον αμβλύτερον, διότι δυσχερέστατα υψούται υπό του κύματος.
-Βλέπω τον πλοίαρχον Κόρτις συνοφρυούμενον οσάκις ο αρχιναύτης ή
-ο υποπλοίαρχος κομίζουσιν αυτώ είδησίν τινα.
-
-Κακός οιωνός.
-
-Ο χειρισμός των αντλιών εξηκολούθησεν όλην την ημέραν και όλην
-την νύκτα, αλλ' η θάλασσα υπερτερεί ημών. Το πλήρωμα είνε
-εξησθενωμένον και συμπτώματα αποθαρρύνσεως ακυρούται μεταξύ των
-ανδρών. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο δεύτερος δίδουσι το καλόν
-παράδειγμα και οι επιβάται προσέρχονται και τοποθετούνται προ
-των σκυταλών των αντλιών.
-
-Η κατάστασις ημών δεν είνε πλέον η αυτή και ότε ο _Σάνσελλορ_
-είχε καθίση επί του στερεού εδάφους του Βραχοχοιρομηρίου. Το
-πλοίον ημών επιπλέει επί αβύσου, εις ήν δύναται κατά πάσαν
-στιγμήν να εξαφανισθή.
-
-
-
-ΚΓ'
-
-
-
- — Από της 2 μέχρι της 3 Δεκεμβρίου. — Επί είκοσι και τεσσάρας
-έτι ώρας αγωνιζόμεθα δραστηρίως και παρακωλύομεν την επιφάνειαν
-του ύδατος να ανέλθη εν τω εσωτερικώ του πλοίου· αλλ' είνε
-προφανές ότι θα επέλθη μετ' ου πολύ στιγμή, καθ' ήν αι αντλίαι
-δεν θα επαρκώσι να αφαιρέσωσι ύδατος ποσότητα ίσην προς το
-εισρέον διά της διαρραγής του σκάφους.
-
-Κατά την ημέραν ταύτην ο πλοίαρχος Κόρτις, ουδ' επ' ελάχιστον
-αναπαυόμενος, κατέρχεται αυτός εις εξέτασιν του σκάφους και τον
-ακολουθώ και εγώ μετά του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Δέματά
-τινά βάμβακος εξετοπίσθησαν και εξακριβούμεν παραβάλλοντες το
-ους, ότι ακούεται ώσπερ κυματισμός τις, «κλου κλου»,
-ακριβέστερον ειπείν. Άρα γε η διαρροή ήνοιξεν εκ νέου ή συνέβη
-εξάρθρωσις γενική όλου του σκάφους; Αδύνατον είνε να
-εξακριβωθή. Όπως δήποτε ο Ροβέρτος Κόρτις θα δοκιμάση να
-καταστήση το σκάφος στεγανώτερον κατά την πρύμναν, περικαλύπτων
-αυτό έξωθεν διά κεδρωτών ιστίων. Ίσως δε ούτω κατορθώση να
-διακόψη πάσαν συγκοινωνίαν, προσωρινώς τουλάχιστον, μεταξύ των
-ένδον και των εκτός.
-
-Και εάν η εισροή του ύδατος στιγμιαίως κωλυθή, θα δύνανται να
-αντλώσι λυσιτελέστερον και αναμφιβόλως να ανορθώσωσι το πλοίον.
-
-Αλλ' η εκτέλεσις είνε δυσχερεστέρα παρ' όσον φανταζόμεθα αυτήν
-διότι πρέπει πρώτον να ελαττωθή ο δρόμος του πλοίου, έπειτα δε,
-αφ' ού εβυθίσθησαν υπό την τρόπιν ιστία ισχυρά, συγκρατούμενα
-δι' επαρτών [66], προσωθήθησαν μέχρι της παλαιάς διαρροής, ώστε
-να καλύψωσι τελείως το μέρος τούτο του σκάφους του _Σάνσελλορ_.
-
-Από της στιγμής δε ταύτης αι αντλίαι υπερτερούσιν ολίγον τι και
-ημείς επιλαμβανόμεθα αύθις του έργου μετά θάρρους. Αναμφιβόλως
-το ύδωρ εισρέει έτι, αλλά εν ελάσσονι ποσότητι, και περί το
-τέλος της ημέρας είνε βέβαιον ότι η επιφάνεια του ύδατος
-κατήλθε τινας δακτύλους. Δακτύλους τινάς μόνον! Αδιάφορον! Αι
-αντλίαι νυν εκρίπτουσι διά των σωλήνων ύδωρ περισσότερον του
-εισρέοντος εις το κύτος, και δεν τας εγκαταλείπομεν ουδ' επί
-στιγμήν.
-
-Ο άνεμος επιτείνεται αρκούντως σφοδρός την νύκτα, νύκτα
-σκοτεινήν. Εν τούτοις ο πλοίαρχος Κόρτις ηθέλησε να διατηρήση
-όσον οίον τε πλείονα ιστία. Γινώσκει καλώς ότι το σκάφος του
-_Σάνσελλορ_ είνε ανεπαρκέστατα εξησφαλισμένον και σπεύδει να
-καταπλεύση απέναντι ξηράς. Εάν πλοίον εφαίνετο πλέον εις το
-πέλαγος, δεν θα εδίσταζεν ο Ροβέρτος Κόρτις να σημάνη αυτώ
-σημεία αμηχανίας, να επιβιβάση εις αυτό τους επιβάτας του και
-αυτό το πλήρωμά του, και εάν έμελλε να μείνη αυτός μόνος εν τω
-πλοίω μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο _Σάνσελλορ_ ήθελε
-καταποντισθή υπό τους πόδας του.
-
-Αλλά πάντα τα μέτρα ταύτα δεν έμελλον να καταλήξωσιν εις
-τίποτε.
-
-Τω όντι την νύκτα το εξ υφάσματος περίβλημα υπεχώρησεν εις την
-έξωθεν πίεσιν, την δ' επιούσαν, 3 Δεκεμβρίου, ο αρχιναύτης μετά
-την καταμέτρησιν δεν ηδυνήθη να αναστείλη τας λέξεις ταύτας
-συνοδευομένας υπό βλασφημιών.
-
-«Ακόμη έξ πόδες νερόν εις το κύτος!»
-
-Το πράγμα είνε βέβαιον και υπερβέβαιον! Το πλοίον εκ νέου
-πληρούται, βυθίζεται προφανώς και ήδη η ίσαλος είνε επαισθητώς
-τεθαλασσωμένη.
-
-Εν τούτοις χειριζόμεθα τας αντλίας μετά θάρρους ει πέρ ποτε
-μείζονος και εξαντλούμεν τας υστάτας ημών δυνάμεις. Οι
-βραχίονες ημών κατεπονήθησαν, οι δάκτυλοι αιμάσσουσιν, αλλά
-μάτην κοπιώμεν! καταβαλλόμεθα υπό του ύδατος. Ο Ροβέρτος Κόρτις
-κελεύει και τοποθετείται άλυσις κατά το άνοιγμα του μεγάλου
-καθέκτου και οι κάδοι μεταδίδονται τάχιστα από χειρός εις
-χείρα.
-
-Αλλά τα πάντα ανωφελή!
-
-Την ογδόην και ημίσειαν προ μεσημβρίας βεβαιούται και νέα
-αύξησις του ύδατος εν τω κύτει. Ο απελπισμός τότε καταλαμβάνει
-τινάς των ναυτών, ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει αυτούς να
-εξακολουθήσωσιν εργαζόμενοι, αλλ' αυτοί αρνούνται.
-
-Μεταξύ των ανδρών τούτων είς είνε πνεύμα επιρρεπές εις στάσιν,
-οχλαγωγός, περί ού είπον ήδη ανωτέρω, ο ναύτης Όουεν. Είνε
-περίπου τεσσαρακοντούτης, το πρόσωπόν του καταλήγει εις οξύ
-υπέρυθρον γένειον, αι δε παρειαί του είνε σπαναί ή εξυρημέναι,
-τα χείλη του αναδιπλούνται προς τα έσω, οι δε υπόξανθοι
-οφθαλμοί του σημειούνται δι' ερυθρού στίγματος εν τη ενώσει των
-βλεφάρων. Ρίνα έχει ευθείαν, ώτα λίαν διεστώτα, το δε μέτωπον
-κατερρυτιδωμένον βαθέως υπό ρυτίδων εμφαινουσών κακεντρέχειαν.
-
-Πρώτος αυτός εγκαταλείπει την θέσιν του.
-
-Πέντε ή έξ των εταίρων μιμούνται αυτόν, εν οίς παρατηρώ τον
-μάγειρον Γύγξτροπ, άνθρωπον κακόν και αυτόν.
-
-Κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις τους ναύτας να επανέλθωσιν εις
-τας αντλίας, ο Όουεν αποκρίνεται διά ρητής αρνήσεως.
-
-Ο πλοίαρχος επαναλαμβάνει το κέλευσμα.
-
-Ο δε Όουεν επαναλαμβάνει την άρνησιν.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις προσέρχεται προς τον αποστάντα ναύτην.
-
-«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου!» λέγει απαθώς ο Όουεν
-ανερχόμενος εις το πρωραίον κατάστρωμα.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται τότε προς το επίστεγον,
-εισέρχεται εις τον θάλαμόν του και εξέρχεται ωπλισμένος διά
-περιστρόφου.
-
-Ο Όουεν παρατηρεί μίαν στιγμήν τον Ροβέρτον Κόρτις, αλλά,
-νεύσαντος αυτώ του Γύγξτροπ, αναλαμβάνουσι πάντες την εργασίαν
-των.
-
-
-
-ΚΔ'
-
-
-
- — _Τη 4 Δεκεμβρίου_ — Το πρώτον κίνημα της αποστασίας ανεστάλη
-διά της δραστηρίου στάσεως του πλοιάρχου. Ο Ροβέρτος Κόρτις θα
-είνε και εν τω μέλλοντι ούτως ευτυχής; Πρέπει να ελπίζωμεν,
-διότι η απείθεια του πληρώματος ήθελε καταστήση φοβεράν
-κατάστασιν ήδη ούτω δεινήν.
-
-Την νύκτα αι αντλίαι δεν δύνανται πλέον να υπερτερήσωσιν. Αι
-κινήσεις του πλοίου είνε βαρείαι, και επειδή μετά δυσχερείας
-υψούται υπό του κύματος, δέχεται όγκους θαλάσσης καταβάλλονται
-αυτό και εισδύοντας διά των καθεκτών ούτω δε προστίθεται εις το
-κύτος ύδωρ ίσον προς το εν αυτώ υπάρχον.
-
-Η κατάστασις ημών μετ' ου πολύ θα γίνη απειλητική όσον κατά τας
-υστάτας ώρας της πυρκαϊάς. Οι επιβάται, το πλήρωμα, πάντες
-αισθάνονται ότι το πλοίον υποχωρεί κατά μικρόν υπό τους πόδας
-των. Βλέπουσιν απερχόμενα βραδέως μεν αλλ' αδιαλείπτως τα
-κύματα, άτινα φαίνονται αύτοις φοβερά όσον και αι φλόγες.
-
-Και όμως το πλήρωμα εξακολουθεί εργαζόμενον απειλούντος του
-Ροβέρτου Κόρτις και, εκόντες αέκοντες, οι ναύται αγωνίζονται
-μετά δραστηριότητος, αλλ' είνε εξηντλημένοι. Άλλως τε δεν
-δύνανται να εξαντλήσωσι το ύδωρ τούτο, όπερ απαύστως ανανεούται
-και ού η επιφάνεια υψούται από ώρας εις ώραν. Οι δε
-χειριζόμενοι τους κάδους αναγκάζονται μετ' ου πολύ να
-καταλίπωσι το κύτος, εν ώ βεβυθισμένοι ήδη μέχρι της ζώνης
-κινδυνεύουσι να πνιγώσι και ανέρχονται εις το κατάστρωμα.
-
-Μία μόνη καταφυγή υπολείπεται τότε, και την επιούσαν, 4 του
-μηνός μετά συμβούλιον συγκροτηθέν υπό του υποπλοιάρχου, του
-αρχιναύτου και του πλοιάρχου Κόρτις, εγένετο αποδεκτή η
-απόφασις περί εγκαταλείψεως του πλοίου. Αφ' ού η φαλαινίς, το
-μόνον υπολειπόμενον εφόλκιον δεν δύναται να περιλάβη τους
-πάντας, σχεδία παρευθύς θα πηχθή. Το πλήρωμα θα εξακολουθήση
-χειριζόμενον τας αντλίας μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κελεύση ο
-πλοίαρχος την επιβίβασιν.
-
-Ο ξυλουργός Δαούλας έλαβε γνώσιν του πράγματος και συνεφωνήθη
-να ναυπηγηθή η σχεδία άνευ αναβολής διά των εν τη αποθήκη
-κεραιών και των διαφόρων ξύλων, πριονισθέντων πρότερον εις το
-προσήκον μήκος. Η θάλασσα, σχετικώς ήρεμος την ώραν εκείνην θα
-διηυκόλυνε την εργασίαν ταύτην την αείποτε δύσκολον και όταν αι
-περιστάσεις είνε ευνοϊκαί.
-
-Λοιπόν πάραυτα ο Ροβέρτος Κόρτις, ο μηχανικός Φάλστεν, ο
-ξυλουργός και δέκα ναύται μετά πριόνων και πελέκεων διαθέτουσι
-και πελεκώσι τας κεραίας πριν τας ρίψωσιν εις την θάλασσαν.
-Ούτω δε μόνον θα υπολείπεται να τας δέσωσιν ισχυρώς και να
-κατασκευάσωσι στερεόν συγκρότημα εφ' ού θα επιτεθή το κρηπίδωμα
-της σχεδίας, ήτις θα είνε τεσσαράκοντα μεν περίπου ποδών
-μήκους, είκοσι δε μέχρι εικοσιτέσσαρων πλάτους.
-
-Οι δε άλλοι επιβάται και το υπόλοιπον του πληρώματος είμεθα
-ακόμη επί των αντλιών. Παρ' εμοί ίσταται ο Ανδρέας, όν ο πατήρ
-αδιαλείπτως παρατηρεί μετά βαθείας συγκινήσεως. Τι θα γίνη ο
-υιός του, εάν αναγκασθή να παλαίση κατά των κυμάτων, εν
-περιστάσεσι καθ' άς και ο υγιέστατος δεν θα εσώζετο άνευ
-δυσχερείας; Όπως δήποτε θα είμεθα δύο οίτινες δεν θα τον
-εγκαταλίπωμεν.
-
-Ουδέν είπομεν περί του επικειμένου κινδύνου προς την μίσιζ Κηρ,
-ήν μακρά κάρωσις [67] καθιστά σχεδόν αναίσθητον.
-
-Πολλάκις η μις Χέρμπυ εφάνη επί του καταστρώματος, αλλ' επί
-τινας στιγμάς μόνον. Οι κάματοι κατέστησαν αυτήν ωχράν, αλλά
-διατελεί ακμαιοτάτη, τη συνιστώ δε να είνε έτοιμη προς παν
-ενδεχόμενον.
-
-«Πάντοτε είμαι έτοιμη, κύριε», μοι αποκρίνεται η θαρραλέα
-νεάνις επανερχομένη πάραυτα πλησίον της μίσιζ Κηρ.
-
-Ο Ανδρέας Λετουρνέρ παρακολουθεί διά του βλέμματος την νεάνιδα
-και συναίσθημα λύπης επιφαίνεται επί του προσώπου του.
-
-Περί την ογδόην ώραν μετά μεσημβρίαν το συγκρότημα της σχεδίας
-σχεδόν απεπερατώθη. Ασχολούνται δε εις την καταβίβασιν βυτίων
-κενών και στεγανώς κεκλεισμένων, άτινα θα χρησιμεύσωσι να
-εξασφαλίσωσι την ίσαλον της συσκευής και τα συνδέουσι στερεώς.
-
-Μετά δύο ώρας κραυγαί ισχυραί ακούονται εν τω επιστέγω. Ο
-μίστερ Κηρ επιφαίνεται κράζων:
-
-«Καταποντιζόμεθα! καταποντιζόμεθα!»
-
-Πάραυτα βλέπω την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν μεταφέροντας την
-μίσιζ Κηρ άπνουν.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις δραμών εις τον θάλαμόν του επανέρχεται
-παρευθύς κρατών χάρτην, εξάντα και πυξίδα.
-
-Κραυγαί αμηχανίας αντηχούσι, και σύγχυσις επικρατεί εν τω
-πλοίω. Το πλήρωμα ορμά εις την σχεδίαν, ής το συγκρότημα,
-ελλείποντος έτι του κρηπιδώματος, δεν δύναται να τους περιλάβη
-. . . .
-
-Αδύνατον να εκθέσω οποίαι τινες σκέψεις διήλθον του νου μου την
-στιγμήν εκείνην, ουδέ να ζωγραφήσω την εν εμοί ταχείαν οπτασίαν
-περί του όλου μου βίου! Μοι φαίνεται ότι όλη μου η ύπαρξις
-συγκεντρούται εν τη υστάτη ταύτη στιγμή, ήτις είνε και το τέρμα
-αυτής. Αισθάνομαι τας σανίδας του καταστρώματος καμπτομένας υπό
-τους πόδας μου, βλέπω το ύδωρ ανερχόμενον πέριξ του πλοίου, ως
-εάν ο Ωκεανός εσκάπτετο κάτωθεν αυτού!
-
-Τινές των ναυτών καταφεύγουσιν εις τους επιτόνους κραυγάζοντες
-εκ τρόμου. Ετοιμάζομαι να τους ακολουθήσω . . Αλλά αισθάνομαι
-χείρα κωλύουσάν με.
-
-Ο κ. Λετουρνέρ μοι δεικνύει τον υιόν του και δάκρυα αδρά
-ρέουσιν από των οφθαλμών του.
-
-«Μάλιστα, λέγω θλίβων τον βραχίονά του σπασμωδικώς. Ημείς οι
-δύο θα τον σώσωμεν!»
-
-Αλλά προ εμού ο Ροβέρτος Κόρτις προσήλθε προς τον Ανδρέαν και
-θα τον αναβιβάση επί των επιτονίων του μεγάλου ιστού, ότε ο
-_Σάνσελλορ_ ωθούμενος τότε ταχέως υπό του ανέμου, ίσταται
-αίφνης και αισθανόμεθα σφοδρόν τιναγμόν.
-
-Το πλοίον καταβυθίζεται! Το ύδωρ φθάνει τους πόδας μου.
-Αυτομάτως αρπάζω σχοινίον τι . . . Αλλά διά μιας ο
-καταποντισμός αναστέλλεται, και ότε το κατάστρωμα είνε ήδη δύο
-πόδας υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, ο _Σάνσελλορ_ μένει
-ακίνητος.
-
-
-
-ΚΕ'
-
-
-
- — _Νυξ της 4 προς την 5 Δεκεμβρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις
-ήρπασε τον νέον Λετουρνέρ, και τρέχων επί του κατακλύστου
-καταστρώματος, τον αποθέτει επί των δεξιών επιτόνων. Ο δε πατήρ
-του και εγώ αναρριχόμεθα πλησίον αυτού.
-
-Έπειτα, αποβλέπω περί εμαυτόν. Η νυξ είνε ικανώς διαυγής ώστε
-να δύναμαι να διακρίνω τα συμβαίνοντα.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις, επανελθών εις την θέσιν του, ίσταται όρθιος
-επί του επιστέγου. Όλως εν τη πρύμνη παρά τη κορώνη, ήτις δεν
-εβυθίσθη ακόμη, διακρίνω εν τη σκιά τον μίστερ Κηρ, την γυναίκα
-του, την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν επί δε της εσχατιάς του
-πρωραίου καταστρώματος τον υποπλοίαρχον και τον αρχιναύτην, επί
-δε των θωρακίων και των επιτόνων το λοιπόν του πληρώματος.
-
-Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ανερριχήθη εις το μέγα θωράκιον τη βοηθεία
-του πατρός του, όστις εδέησε να θέτη τον πόδα του υιού του εφ'
-εκάστης βαθμίδος, και τέλους ανέβη ο νέος άνευ τινός
-απευκταίου, καί τοι ο σάλος ήτο μέγας. Αλλά των αδυνάτων να
-καταπεισθή η μίσιζ Κηρ, ήτις διαμένει εν τω επιστέγω
-κινδυνεύουσα να σαρωθή υπό των κυμάτων, εάν επιταθή η σφοδρότης
-του ανέμου. Όθεν και η μις Χέρμπυ απέμεινε παρ' αυτή και δεν
-ήθελε να την εγκαταλίπη μόνην.
-
-Πρώτη φροντίς του Ροβέρτου Κόρτις άμα τη αναστολή του
-καταποντισμού ήτο να παραγγείλη να υποστείλωσι πάραυτα όλην την
-ιστιοφορίαν, έπειτα δε να αποστείλη κάτω τας κεραίας και τους
-ιστούς του φώσωνος ίνα μη διαταραχθή η ευστάθεια του πλοίου.
-Ελπίζει δε ότι μετά τας προφυλάξεις ταύτας ο _Σάνσελλορ_ δεν θα
-περιτραπή. Αλλά δεν δύναται να βυθισθή από μιας στιγμής εις
-άλλην; Έρχομαι πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις και τον ερωτώ.
-
-«Δεν ειμπορώ να το ειξεύρω, αποκρίνεται μετά φωνής γαληνιαίας,
-διότι τούτο εξαρτάται προ πάντων εκ της καταστάσεως της
-θαλάσσης. Το βέβαιον είνε ότι το πλοίον διατελεί εν ισορροπία
-ως έχουσι νυν τα πράγματα, αλλά ταύτα δυνατόν να μεταβληθώσιν
-εν ριπή οφθαλμού!
-
- — Και δύναται τώρα ο _Σάνσελλορ_ να ταξειδεύση με δύο ποδών
-ύδωρ εις το κατάστρωμα;
-
- — Όχι, κύριε Κάζαλλον, αλλά δύναται να εκπέση, φερόμενος υπό
-του ρεύματος και του ανέμου, και εάν συγκρατηθή ούτω πως επί
-τινας ημέρας, να προσγειώση εις σημείον τι της ακτής. Άλλως τε
-έχομεν ως τελευταίον καταφύγιον την σχεδίαν, ήτις θα
-αποπερατωθή μετά τινας ώρας, και επί της οποίας θα είνε δυνατόν
-να επιβιβασθώμεν καθώς εξημερώση.
-
- — Λοιπόν δεν εχάσατε πάσαν ελπίδα; ηρώτησα θαυμάζων διά την
-ηρεμίαν του Ροβέρτου Κόρτις.
-
- — Η ελπίς δεν είνε δυνατόν να χαθή εντελώς, κύριε Κάζαλλον,
-και κατά τας δεινοτάτας έτι περιστάσεις. Παν ό τι δύναμαι να
-σας είπω είνε ότι, εάν ενενήκοντα εννέα τοις εκατόν είνε καθ'
-ημών, το εκατοστόν όμως είνε υπέρ ημών. Άλλως τε αν δεν μ'
-απατά η μνήμη, ο _Σάνσελλορ_, ως ευρίσκεται τώρα σχεδόν
-βεβυθισμένος, διατελεί ακριβώς υπό τας αυτάς περιστάσεις υπό
-τας οποίας ευρέθη το τριίστιον Ήρα τω 1795. Επί είκοσιν ημέρας
-και πλέον έμεινεν η Ήρα κρεμαμένη μεταξύ δύο υδάτων, και
-επιβάται και πλήρωμα είχον καταφύγη εις τα θωράκια· και τέλος
-ότε ανεφάνη γη, όσοι των ναυαγών ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις
-τας ταλαιπωρίας και την πείναν, εσώθησαν· το γεγονός τούτο είνε
-γνωστότατον εις τα ναυτικά χρονικά και δεν ήτο δυνατόν να μη το
-ενθυμηθώ. Λοιπόν ουδείς λόγος υπάρχει ώστε, όσοι επιζήσωσιν εκ
-των του _Σάνσελλορ_, να μη είνε ευτυχείς όσον και οι της Ήρας.»
-
-Και ίσως μεν θα είχε τις πολλά να απαντήση εις τους λόγους του
-Ροβέρτου Κόρτις, αλλ' όμως εκ της συνδιαλέξεως ταύτης εξάγεται
-ότι ο πλοίαρχος ημών δεν απώλεσε πάσαν ελπίδα.
-
-Εν τούτοις επειδή οι όροι της ισορροπίας δυνατόν κατά πάσαν
-στιγμήν να διακοπώσιν, επάναγκες είνε τάχιον ή βραδύτερον να
-εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_. Όθεν απεφασίσθη ότι αύριον ευθύς
-ως αποπερατώση ο ξυλουργός την σχεδίαν θα επιβιβασθώμεν επ'
-αυτής.
-
-Αλλά κρίνατε περί του δεινού απελπισμού του πληρώματος, ότε
-περί το μεσονύκτιον ο Δαούλας παρατηρεί ότι η ξύλωσις της
-σχεδίας εξηφανίσθη! Τα πείσματα [68], ει και ήσαν στερεά,
-εκόπησαν ένεκα του καθέτου εκτοπισμού του πλοίου, και το
-συγκρότημα από μιας και πλέον ώρας αναμφιβόλως, εξέπεσε και
-παρεσύρθη!
-
-Οι ναύται άμα μανθάνοντες την νέαν ταύτην συμφοράν ρηγνύουσι
-κραυγάς αμηχανίας.
-
-«Εις την θάλασσαν! εις την θάλασσαν, τα κατάρτια!»
-επαναλαμβάνουσιν οι ταλαίπωροι εκμανείς.
-
-Και θέλουσι να κόψωσι την εξαρτίαν, διά να ρίψωσι τα επιστήλια
-και ναυπηγήσωσι πάραυτα νέαν σχεδίαν.
-
-Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις παρεμβαίνων αναφωνεί:
-
-«Εις την θέσιν σας, παιδιά! Κλωστή να μη κοπή άνευ της διαταγής
-μου. Ο _Σάνσελλορ_ ισορροπεί! Ο _Σάνσελλορ_ δεν θα καταποντισθή
-ακόμη!»
-
-Εν τη φωνή του πλοιάρχου του, τη ούτω σταθερά, το πλήρωμα
-ανευρίσκει την απάθειάν του, και παρά την εθελοκακίαν τινών
-ναυτών έκαστος λαμβάνει την υποδεικνυομένην αυτώ θέσιν.
-
-Επελθούσης της ημέρας ο Ροβέρτος Κόρτις ανέρχεται μέχρι των
-διζύγων και το βλέμμα του διατρέχει μετ' επιμελείας καθ' όλην
-την θάλασσαν επί μεγάλης ακτίνος περί το πλοίον. Ανωφελής
-έρευνα! Η σχεδία είνε ήδη αφανής! Πρέπει να ετοιμάσωμεν την
-φαλαινίδα και να επιχειρήσωμεν έρευναν ίσως μεν μακράν, πάντως
-δε κινδυνώδη; Αδύνατον, διότι ο σάλος είνε ισχυρότερος ή ώστε
-να τον αψηφήση εφόλκιον εύθραυστον. Επιχειρητέα λοιπόν η
-ναυπήγησις νέας σχεδίας, και παραχρήμα επιδίδονται εις το
-έργον. Των κυμάτων γενομένων ισχυροτέρων, η μίσιζ Κηρ
-αποφασίζει τέλος να καταλίπη την θέσιν, ήν κατείχεν εν τη
-εσχατιά του επιστέγου, και ηδυνήθη να έλθη εις το μέγα
-θωράκιον, εφ' ού κατεκλίθη εν τελεία εκλύσει των δυνάμεών της.
-Ο δε μίστερ Κηρ ετοποθετήθη μετά του Σάιλας Χόντλυ εν τω
-θωρακίω του ακατίου ιστού. Παρά δε τη μίσιζ Κηρ και τη μις
-Χέρμπυ ετέθησαν οι κκ. Λετουρνέρ εν πολλή στενοχωρία,
-εννοείται, επί του κρηπιδώματος τούτου, ού η μείζων διάμετρος
-είνε δώδεκα ποδών αλλ' όμως σχοινία εδέθησαν από επιτόνου εις
-επίτονον, δι' ών προεφυλάσσοντο κατά των κλονισμών του
-διατοιχούντος πλοίου. Πλην δε τούτου ο Ροβέρτος Κόρτις
-εμερίμνησε να εκταθή υπεράνω του θωρακίου ιστίον στεγάζον τας
-δύο γυναίκας.
-
-Βυτία τινά επιπλέοντα μεταξύ των ιστών του πλοίου μετά την
-κατάκλυσιν, και εν καιρώ συλλεγέντα, ανεβιβάσθησαν επί των
-θωρακίων και εδέθησαν στερεώς επί των προτόνων. Πάσα δε η
-προμήθεια ημών αποτελείται νυν εκ κιβωτίων ταριχηρών [69] και
-διπύρων [70] ως και βυτίων ύδατος ποσίμου.
-
-
-
-ΚΣΤ'
-
-
-
- — _Τη 5 Δεκεμβρίου_. — Η ημέρα, είνε θερμή. Ο Δεκέμβριος υπό
-τον δέκατον έκτον παράλληλον δεν είνε πλέον μην φθινοπωρινός,
-αλλ' αυτόχρημα [71] εαρινός. Οφείλομεν δε να αναμένωμεν ότι θα
-υπομείνωμεν δεινούς καύσωνας αν μη άνεμος δροσερός μετριάση τας
-ηλιακάς καυστικάς ακτίνας.
-
-Εν τούτοις η θάλασσα διατελεί σαλεύουσα. Το σκάφος
-τεθαλασσωμένον κατά τα τρία τέταρτα πλήττεται υπό της θαλάσσης
-ως σκόπελος. Ο αφρός των κυμάτων αναπηδά μέχρι του ύψους των
-θωρακίων, και τα ενδύματα ημών διαβρέχονται υπό της άχνης ως
-υπό λεπτής βροχής.
-
-Σώζονται δε εκ του _Σάνσελλορ_, τούτ' έστιν εξέχουσιν άνω της
-επιφανείας της θαλάσσης, μόνον τρεις στήλαι ιστού μετά των
-επιστηλίων, ο πρόβολος [72] εξ ού κρέμαται η φαλαινίς, ίνα μη
-συντριβή υπό των κυμάτων, έπειτα δε το επίστεγον και το
-πρωραίον κατάστρωμα, συνδεόμενα μόνον διά του στενού πλαισίου
-των αιωροθεσίων. Το δε κατάστρωμα είνε τελείως υποβρύχιον.
-
-Η μεταξύ των θωρακίων συγκοινωνία είνε δυσχερεστάτη. Μόνοι δε
-οι ναύται αναρριχώμενοι διά των προτόνων δύνανται να μεταβώσιν
-υπό του ετέρου εις το έτερον. Κάτωθεν δε μεταξύ των ιστών, από
-της κορώνης μέχρι του πρωραίου καταστρώματος η θάλασσα
-εκχύνεται ως επί ρηγμίνος και αποσπά κατά μικρόν τας παρειάς
-του πλοίου, ών τας σανίδας καταγίνονται να περισυναγάγωσι.
-Δεινότατον αληθώς θέαμα εις τους επιβάτας, συνεσπειραμένους επί
-στενών κρηπιδωμάτων, να βλέπωσι και να ακούωσι τον Ωκεανόν
-μυκώμενον υπό τους πόδας των! Οι ιστοί ούτοι οι εξέχοντες του
-ύδατος τρέμουσιν εις εκάστην επίθεσιν της θαλάσσης, και δύναταί
-τις να πιστεύση ότι θα σαρωθώσι.
-
-Βεβαίως προτιμότερον να μη βλέπη τις, να μη σκέπτεται, διότι η
-άβυσσος αύτη έλκει και επέρχεται όρεξις να κατακρημνισθή τις
-εις αυτήν!
-
-Εν τούτοις το πλήρωμα εργάζεται ανενδότως εις κατασκευήν της
-δευτέρας σχεδίας. Μεταχειρίζονται επιστήλια και τας κεραίας,
-και υπό την διεύθυνσιν του Ροβέρτου Κόρτις το έργον εκτελείται
-μετά πλείστης όσης επιμελείας. Ο _Σάνσελλορ_ δεν φαίνεται
-μέλλων να καταποντισθή· ως δε είπεν ο πλοίαρχος, πιθανόν επί
-τινα χρόνον να μείνη ούτω πως ισορροπών μεταξύ δύο υδάτων. Ο
-Ροβέρτος Κόρτις επιμένει ίνα η σχεδία ναυπηγηθή όσον οίον τε
-στερεά. Ο διάπλους μέλλει να είνε μακρός, αφ' ού η εγγυτάτη
-ακτή, η της Γουυάνης απέχει έτι πλείονας εκατοστύας μιλίων.
-Λοιπόν προτιμότερον να διημερεύσωμεν μίαν έτι ημέραν
-περισσότερον επί των θωρακίων και να λάβωμεν καιρόν να
-κατασκευάσωμεν συσκευήν πλωτήν, εφ' ήν να δύναται τις να έχη
-πεποίθησιν.
-
-Ως προς τούτο δε πάντες είμεθα σύμφωνοι.
-
-Οι ναύται ανέλαβον πως θάρρος και ήδη η εργασία γίνεται εν
-τάξει.
-
-Μόνος δε γέρων ναυτικός, εξηκοντούτης, ού η γενειάς και η κόμη
-ελευκάνθησαν εν ταις τρικυμίαις, δεν είνε της γνώμης να
-εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_. Είνε δε ούτος Ιρλανδός ονόματι Ο
-Ρέδυ.
-
-Καθ' ήν στιγμήν ήμην επί του επιστέγου ήλθε προς με και είπε
-μασών την καπνομαστίχην του μετά εξαισίας αδιαφορίας.
-
-«Οι σύντροφοι είνε της γνώμης να αφήσωμεν το πλοίον, εγώ όμως
-όχι.
-
-Εννέα φοράς εναυάγησα, τέσσαρες εις το πέλαγος και πέντε εις
-παράλια. Το αληθινόν επάγγελμά μου είνε να είμαι ναυαγός. Έχω
-πείραν. Λοιπόν! Ο Θεός να με κολάση αν δεν είδα πάντα να χαθούν
-κακοί κακώς όλοι όσοι καταφεύγουν εις σχεδίας ή λέμβους. Όσον
-το πλοίον επιπλέει πρέπει να μένουν μέσα οι άνθρωποι. Ακούστε
-όπου σας το λέγω εγώ!»
-
-Τους λόγους τούτους ειπών μετά τρόπου πειστικωτάτου ο γηραιός
-Ιρλανδός, όστις εζήτει αναμφιβόλως να ανακοινώση την
-παρατήρησίν του προς ανακούφισιν της συνειδήσεώς του,
-περιπίπτει εις τελείαν αφασίαν.
-
-Την ημέραν εκείνην περί ώραν τρίτην μετά μεσημβρίαν βλέπω τον
-μίστερ Κηρ και τον πρώην πλοίαρχον Σάιλας Χόντλυ
-συνδιαλεγομένους μετά πολλής ζωηρότητος επί του θωρακίου του
-ιστού. Ο Πετρέλαιος φαίνεται πιέζων σφόδρα των προς όν
-συνδιαλέγεται, ούτος δε μοι φαίνεται αντιτάσσων παρατηρήσεις
-τινάς εις πρότασίν τινα του περί ού ο λόγος μίστερ Κηρ.
-Επανειλημμένως δε ο Σάιλας Χόντλυ παρατηρεί επί μακρόν την τε
-θάλασσαν και τον ουρανόν σείων την κεφαλήν. Τέλος μετά μιας
-ώρας συνδιάλεξιν κατέρχεται ολισθαίνων διά του προτόνου μέχρι
-της εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος, αναμιγνύεται εις τον
-όμιλον των ναυτών και γίνεται αφανής από των οφθαλμών μου.
-
-Άλλως τε ελαχίστην σημασίαν αποδίδω εις το γεγονός τούτο, και
-ανέρχομαι αύθις εις το μέγα θωράκιον, ένθα οι κκ. Λετουρνέρ, η
-μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και εγώ διαμένομεν συνδιαλεγόμενοι επί
-τινας ώρας. Ο ήλιος είνε θερμότατος και άνευ του ιστίου του
-χρησιμεύοντος ως σκηνή δεν θα ηδυνάμεθα να μείνωμεν εν τη θέσει
-ταύτη.
-
-Την πέμπτην ώραν γευόμεθα από κοινού, το δε φαγητόν απετελείτο
-εκ διπυρίτου, κρέατος παστού και ημίσεος ποτηρίου ύδατος, κατ'
-άνθρωπον. Αλλ' η μίσιζ Κηρ σφόδρα καταβεβλημένη υπό του πυρετού
-δεν τρώγει. Η δε μις Χέρμπυ δεν δύναται να τη παράσχη
-ανακούφισίν τινα άλλως πως ή βρέχουσα εκ διαλειμμάτων τα
-καίοντα χείλη της. Η τάλαινα πάσχει πολύ, και αμφιβάλλω εάν θα
-δυνηθή να υπομείνη πολύν χρόνον τοιαύτας κακοδαιμονίας.
-
-Ο σύμβιος ουδέ καν άπαξ ηρώτησε περί αυτής. Εν τούτοις περί
-ώραν έκτην παρά τέταρτον ερωτώ εμαυτόν εάν καλή τις προαίρεσις
-συνεκίνησε τέλος την καρδίαν του φιλαύτου τούτου άνθρωπου. Και
-τω όντι ο μίστερ Κηρ καλεί τινας ναύτας του πρωραίου
-καταστρώματος, παρακαλών αυτούς να τον βοηθήσωσι να καταβή εκ
-του θωρακίου. Θέλει λοιπόν να μεταβή εις συνάντησιν της
-γυναικός του, εις το μέγα θωράκιον;
-
-Οι ναύται δεν αποκρίνονται κατ' αρχάς εις την πρόσκλησιν του
-μίστερ Κηρ· αλλ' αυτός επιμένει ζωηρότερον και υπόσχεται ότι θα
-«καλοπληρώση» όσους τω παράσχωσι την υπηρεσίαν ταύτην.
-
-Πάραυτα δύο ναύται, ο Βάρκε και ο Σάντων, σπεύδουσιν επί των
-παραρρυμάτων, αναβαίνουσιν εις τους ακατίους επιτόνους και
-φθάνουσιν εις το θωράκιον.
-
-Ελθόντες πλησίον του μίστερ Κηρ συζητούσιν επί μακρόν μετ'
-αυτού τους όρους της συμφωνίας. Πρόδηλον δε ότι αυτοί μεν
-απαιτούσι πολλά, ο δε μίστερ Κηρ θέλει να δώση ολίγα. Εγώ δε
-βλέπω την στιγμήν καθ' ήν οι δύο ναύται θα εγκαταλίπωσι τον
-επιβάτην εν τω θωρακίω. Τέλος τα διαφερόμενα μέρη συμφωνούσιν,
-ο δε μίστερ Κηρ εξάγων εκ της ζώνης δέσμην χαρτίνων δολλαρίων,
-την εγχειρίζει εις τον έτερον των ναυτών. Ούτος δε μετρεί μετά
-προσοχής το ποσόν και υπολογίζω ότι δεν θα έχη εις χείρας του
-ολιγώτερα των εκατόν δολλαρίων.
-
-Πρόκειται δε τότε να καταβιβάσωσι τον μίστερ Κηρ μέχρι του
-πρωραίου καταστρώματος διά του ακατίου προτόνου. Ο Βάρκε και ο
-Σάνδων προσδένουσι περί το σώμα αυτού επιχειρίαν, ήν
-περιελίσσουσιν έπειτα επί του προτόνου, και αφίνουσιν αυτόν να
-κατολισθήση ως δέμα, ουχί άνευ τιναγμών τινων ισχυρών, οίτινες
-προκαλούσι τας βωμολοχίας των συντρόφων των.
-
-Αλλ' ηπατήθην. Ο μίστερ Κηρ ουδεμίαν ειχε πρόθεσιν να μεταβή
-εις συνάντησιν της γυναικός του. Διαμένει εν τω πρωραίω
-καταστρώματι παρά τω Σάιλας Χόντλυ, όστις τον ανέμενεν εκεί. Το
-σκότος εξαφανίζει αμφοτέρους μετ' ου πολύ από των οφθαλμών μου.
-
-Επανήλθεν η νυξ τελεία, ο άνεμος εκόπασεν, αλλ' η θάλασσα
-διατελεί έτι σαλεύουσα. Η δε σελήνη ήτις είχεν ανατείλη από της
-τετάρτης μετά μεσημβρίαν ώρας, διαφαίνεται κατά σπάνια
-διαλείμματα μεταξύ στενών ταινιών νεφών. Τινές των ατμών
-τούτων, διατεθειμένοι ανά τον ορίζοντα ως μακραί στοιβάδες,
-χρωματίζονται ερυθροί, προμηνύοντες ότι αύριον θα έχωμεν
-σφοδρόν άνεμον. Είθε ο άνεμος ούτος να είνε πάλιν ο Μέσης (ΒΑ)
-και να μας ωθήση προς την γην! Διότι οία δήποτε μεταβολή της
-διευθύνσεως αυτού θα ήτο ολεθρία, όταν θα επιβιβασθώμεν επί της
-σχεδίας, ήτις μόνον δι' ουρίου ανέμου δύναται να πλεύση.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις ανέβη επί του μεγάλου θωρακίου περί την
-ογδόην εσπερινήν ώραν. Διανοούμαι ότι απασχολεί αυτόν η
-κατάστασις του ουρανού και ότι θέλει να προσπαθήση να
-προμαντεύση οποία τις έσται η προσδοκωμένη επιούσα. Επί
-τέταρτον ώρας ίσταται παρατηρών· έπειτα δε πριν κατέλθη, θλίβει
-την χείρα μου ουδέ λέξιν εκστομίσας, και απελθών καταλαμβάνει
-την όπισθεν του επιστέγου θέσιν του.
-
-Προσπαθώ να κοιμηθώ επί του στενού διαστήματος, όπερ υπελείπετο
-εις εμέ εν τω θωρακίω, αλλά δεν δύναμαι όμως να το κατορθώσω.
-Δυσάρεστα προαισθήματα με περιστοιχίζουσι, και η παρούσα ηρεμία
-της ατμοσφαίρας μ' εμβάλλει εις φροντίδας, και μοι φαίνεται
-άγαν ήρεμος· διότι μόλις που εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου
-εισδύει εις την εξαρτίαν και δονεί το μετάλλινον αυτής
-σχοινίον. Άλλως τε η θάλασσα «αισθάνεται» τι. Ταράσσεται υπό
-μακρού σάλου και προφανώς δοκιμάζει τον αντίκτυπον τρικυμίας
-τινος αφεστώσης.
-
-Περί ώραν ενδεκάτην της νυκτός εν τω αραιώματι μεταξύ δύο νεφών
-η σελήνη λάμπει διά λάμψεως ζωηράς, τα δε κύματα αναλάμπουσιν
-ως φωτιζόμενα υπό λάμψεως υποβρυχίου.
-
-Εγείρομαι και παρατηρώ. Παράξενον πράγμα, μοι φαίνεται ότι
-διακρίνω επί τινα λεπτά της ώρας σημείον μέλαν ανυψούμενον και
-ταπεινούμενον εν τω μέσω της επιτεταμένης λευκότητος των
-υδάτων. Δεν είνε δυνατόν να είνε βράχος, διότι παρακολουθεί τας
-κινήσεις του σάλου.
-
-Τι είνε λοιπόν;
-
-Έπειτα η σελήνη καλύπτεται εκ νέου, το σκότος γίνεται αύθις
-βαθύ και εγώ κατακλίνομαι πλησίον των αριστερών επιτόνων.
-
-
-
-ΚΖ'
-
-
-
- — _Τη 6 Δεκεμβρίου_. — Κατόρθωσα να κοιμηθώ επί τινας ώρας,
-αλλά την τετάρτην πρωινήν ώραν ο συριγμός του ανέμου μ'
-αφυπνίζει αποτόμως. Ακούω την φωνήν του Ροβέρτου Κόρτις
-αντηχούσαν εν τω μέσω των συστροφών του ανέμου, ών οι τιναγμοί
-κλονούσι την εξαρτίαν.
-
-Εγείρομαι και συγκρατούμενος ισχυρώς από του νεύρου, προσπαθώ
-να ίδω τι συμβαίνει υποκάτω μου και πέριξ.
-
-Εν τω σκότει βλέπω την θάλασσαν μυκωμένην. Μεγάλαι οθόναι αφρού
-μολυβδόχροι μάλλον ή λευκαί διέρχονται μεταξύ των ιστών,
-οίτινες υπόκεινται εις μεγάλας ταλαντώσεις ένεκα του
-διατοιχούντος πλοίου. Δύο σκιαί μαύραι εν τη πρύμνη
-διακρίνονται καθαρά επί του υπολεύκου χρώματος της θαλάσσης.
-Είνε δε αύται ο πλοίαρχος Κόρτις και ο αρχιναύτης. Αι φωναί
-των, ολίγον διακρινόμεναι μεταξύ του θορύβου των κυμάτων και
-των συριγμών του ανέμου, έρχονται εις τα ώτα μου ως ασθενής
-στεναγμός.
-
-Την στιγμήν εκείνην ναύτης ανελθών εις το θωράκιον να δέση
-σχοινίον διέρχεται πλησίον μου.
-
-«Τι τρέχεις τον ερωτώ.
-
- — Άλλαξ' ο άνεμος.....»
-
-Προσέθηκε δε ο ναύτης και άλλας τινάς λέξεις, άς δεν ηδυνήθην
-να ακούσω καθαρά· αλλά μοι φαίνεται ότι είπεν «αντίπρωρος».
-
-Αντίπρωρος! Αλλά τότε ο άνεμος μετετράπη όλως από Μέσου (ΒΑ)
-εις Λίβα (ΝΔ) και νυν θα μας ωθή προς το πέλαγος! Λοιπόν τα
-προαισθήματά μου δεν με ηπάτησαν!
-
-Τω όντι η ημέρα ανατέλλει κατ' ολίγον και ναι μεν ο άνεμος δεν
-μετεβλήθη όλως αντίπρωρος, αλλά — περίστασις ωσαύτως ολεθρία
-εις ημάς, — πνέει Σκίρων (ΒΔ), και λοιπόν μας απομακρύνει από
-της γης. Προσέτι δε το επί του καταστρώματος ύδωρ είνε νυν
-πέντε ποδών, ώστε τα παραρρύματα εξηφανίσθησαν τελείως. Το
-πλοίον εβυθίσθη την νύκτα, και το πρωραίον κατάστρωμα, ως και
-το επίστεγον, είνε νυν ίσα τη επιφανεία της θαλάσσης, ήτις τα
-σαρώνει ακαταπαύστως. Υπό τον άνεμον δε ο Ροβέρτος Κόρτις και
-το πλήρωμά του εργάζεται εις αποπεράτωσιν της σχεδίας, αλλά το
-έργον δεν δύναται να προβή ταχέως, ένεκα της σφοδρότητος του
-σάλου και δέον να ληφθώσιν αι σπουδαιόταται προφυλάξεις, ίνα μη
-το συγκρότημα, εξαρθρωθή, πριν στερεωθή τελείως.
-
-Και ήδη οι κκ. Λετουρνέρ είνε όρθιοι πλησίον μου, ο δε πατήρ
-συγκρατεί τον υιόν κατά της σφοδρότητος του διατοιχούντος
-πλοίου.
-
-«Αλλά το θωράκιον τούτο θα σπάση!» αναφωνεί ο κ. Λετουρνέρ,
-ακούων τους τριγμούς του στενού κρηπιδώματος όπερ φέρει ημάς.
-
-Τους λόγους τούτους ακούσασα η μις Χέρμπυ ανεγείρεται, και
-δεικνύουσα την μίσιζ Κηρ, εξηπλωμένην προ των ποδών της:
-
-«Και τι να κάμωμεν, κύριοι; ερωτά.
-
- — Να μείνωμεν εδώ όπου είμεθα, απεκρίθην εγώ.
-
- — Μις Χέρμπυ, προσθέτει ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και εδώ είνε το
-ασφαλέστατον καταφύγιόν μας. Μη φοβείσθε τίποτε.»
-
- — Δι' εμέ δεν φοβούμαι, αποκρίνεται η νεάνις διά της ηρέμου
-φωνής της, αλλά δι' εκείνους οι οποίοι έχουν λόγον τινά να
-θέλουν την ζωήν!»
-
-Την ογδόην και τέταρτον ο αρχιναύτης αναφωνεί προς τους άνδρας
-του πληρώματος:
-
-«Ε, από την πρώραν!
-
- — Ορίστε, αναφωνεί τις των ναυτών, ο Ο Ρέδυς, πιστεύω.
-
- — Την έχετε την φαλαινίδα;
-
- — Όχι.
-
- — Τότε θα μας έφυγε!»
-
-Και όντως η φαλαινίς δεν κρατείται πλέον από του προβόλου, και
-σχεδόν πάραυτα βεβαιούται η εξαφάνισις του μίστερ Κηρ, του
-Σάιλας Χόντλυ και τριών ανδρών του πληρώματος, ενός Σκώτου και
-δύο Άγγλων· τότε κατανοώ οποίον τι ήτο την προτεραίαν το θέμα
-της συνδιαλέξεως του μίστερ Κηρ και του Σάιλας Χόντλυ.
-Φοβούμενοι δήλα δή μη ο _Σάνσελλορ_ καταποντισθή προ της
-αποπερατώσεως της σχεδίας, συνώμοσαν να φύγωσι, και κατέπεισαν
-διά χρημάτων τους τρεις ναύτας να παραλάβωσι την φαλαινίδα.
-Εξηγώ τότε τι ήτο το μέλαν εκείνο σημείον όπερ διείδον την
-νύκτα. Τον άθλιον! εγκατέλιπε την γυναίκα του! Ο ανάξιος
-πλοίαρχος εγκατέλιπε το πλοίον του! Και μας επήραν την λέμβον,
-τούτ' έστι το μόνον υπολειπόμενον ημίν εφόλκιον!
-
-«Πέντε σωσμένοι! είπεν ο αρχιναύτης.
-
- — Πέντε χαμένοι!» αποκρίνεται ο γέρων Ιρλανδός.
-
-Τω όντι η κατάστασις της θαλάσσης πληρέστατα δικαιολογεί τους
-λόγους του γηραιού Ο Ρέδυ.
-
-Είκοσι και δυο είμεθα πλέον εν τω πλοίω. Άρα γε κατά πόσους έτι
-ο αριθμός ούτος θα ελαττωθή;
-
-Το πλήρωμα μαθόν την άνανδρον ταύτην λιποταξίαν και την κλοπήν
-της φαλαινίδος, υβρίζει δεινώς τους δραπέτας. Αν δε η τύχη
-ήθελεν επαναφέρη αυτούς εις το πλοίον, θα πληρώσωσιν ακριβά την
-προδοσίαν των.
-
-Συνιστώ να κρύψωσι την μίσιζ Κηρ την φυγήν του ανδρός της. Η
-δυστυχής γυνή κατατρύχεται υπό αδιαλείπτου πυρετού, καθ' ού
-ουδέν δυνάμεθα, διότι η βύθισις του πλοίου εγένετο τοσούτον
-ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων δεν ηδυνήθη να σωθή.
-Άλλως τε και φάρμακα αν είχομεν, οποίον τι αποτέλεσμα να
-προσδοκώμεν εν τη καταστάσει εν η διατελεί η μίσιζ Κηρ;
-
-
-
-ΚΗ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της 6 Δεκεμβρίου_. — Εν τούτοις ο _Σάνσελλορ_ δεν
-συγκρατείται πλέον εν ισορροπία εν τω μέσω των στρωμάτων του
-ύδατος. Πιθανώς το σκάφος του εξαρθρούται και αισθανόμεθα ότι
-κατ' ολίγον βυθίζεται.
-
-Ευτυχώς η σχεδία θα αποπερατωθή εντός της εσπέρας, και θα
-δυνηθώμεν να εγκαθιδρυθώμεν επ' αυτής, πλην εάν ο Ροβέρτος
-Κόρτις προτιμά να επιβιβασθώμεν την επιούσαν άμα τη ημέρα. Το
-συγκρότημα εγένετο στερεόν.
-
-Τα δε αποτελούντα αυτήν ξύλα συνεδέθησαν διά σχοινίων δυνατών,
-και επειδή ταύτα διασταυρούνται μεταξύ των υπεράλληλα, το όλον
-υψούται κατά δύο πόδας άνω της επιφανείας της θαλάσσης.
-
-Το δε κρηπίδωμα είνε κατεσκευασμένον διά σανίδων άς είχον
-αποσπάση τα κύματα και ημείς εχρησιμοποιήσαμεν επιμελώς. Μετά
-μεσημβρίαν άρχεται η φόρτωσις των διασωθέντων τροφίμων, ιστίων,
-οργάνων, εργαλείων. Επάναγκες δε να σπεύσωμεν, διότι την
-στιγμήν ταύτην το μέγα θωράκιον μόλις δέκα πόδας υπερέχει της
-θαλάσσης, του δε προβόλου το άκρον μόνον της κεραίας
-υπολείπεται υψούμενον πλαγίως.
-
-Θα εκπλαγώ σφόδρα αν μη είνε η αύριον η εσχάτη ημέρα του
-_Σάνσελλορ_!
-
-Και νυν, εν τίνι ηθική καταστάσει διατελούμεν; Προσπαθώ να
-ορίσω τι συμβαίνει εν εμοί. Μοι φαίνεται ότι τούθ' όπερ
-αισθάνομαι είνε αδιαφορία τις ασυνείδητος μάλλον ή συναίσθημα
-καρτερίας. Ο κ. Λετουρνέρ ζη όλος εν τω υιώ αυτού, όστις και
-αυτός τον πατέρα του μόνον συλλογίζεται. Ο Ανδρέας δεικνύει
-καρτερίαν μεστήν γενναιότητος, χριστιανικήν καρτερίαν, ήν δεν
-δύναμαι κάλλιον να παραβάλω ή προς την καρτερίαν της μις
-Χέρμπυ. Ο δε Φάλστεν είνε αείποτε Φάλστεν, και, Θεέ μου,
-συγχώρησόν μοι, ο μηχανικός ούτος εξακολουθεί γράφων αριθμούς
-εν τω σημειωματαρίω του! Η δε μίσιζ Κηρ αποθνήσκει παρά τας
-περιποιήσεις της νεάνιδος, παρά τας εμάς.
-
-Οι δε ναύται, τούτων δύο ή τρεις είνε ήρεμοι, αλλά οι άλλοι
-είνε σχεδόν παράφρονες. Τινές αγόμενοι υπό της χυδαίας αυτών
-φύσεως, φαίνονται διατεθειμένοι να προβώσιν εις υπερβολάς. Θα
-είνε δυσήνιοι [73] οι άνθρωποι ούτοι οι διατελούντες υπό την
-φαύλην επίδρασιν του Όουεν και του Γύγξτροπ, όταν συμβιώμεν
-μετ' αυτών επί στενής σχεδίας!
-
-Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ είνε καταβεβλημένος σφόδρα· ει και
-γενναίος, αλλ' όμως θα αναγκασθή να απόσχη της υπηρεσίας του. Ο
-δε Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης, δραστήριοι, ακλόνητοι,
-είνε άνδρες ούς η φύσις «εσφυρηλάτησε δι' όλης αυτών της
-σκληρότητος». ίνα κατά μεταλλουργούς είπω, χαρακτηρίζει δε
-αυτούς καλώς η έκφρασις αύτη.
-
-Περί ώραν πέμπτην μετά μεσημβρίαν ανεπαύθη είς εκ των εν
-δυστυχία συναδέλφων μας, η μίσιζ Κηρ απέθανε μετά οδυνηράν
-αγωνίαν, ίσως ουδεμίαν έχουσα συνείδησιν της καταστάσεώς της.
-Εξέβαλέ τινας στεναγμούς και τετέλεσται. Μέχρι της τελευταίας
-στιγμής η μις Χέρμπυ δαψιλώς [74] περιέθαλψεν αυτήν μετ'
-αφοσιώσεως, ήτις βαθέως μας συνεκίνησε!
-
-Παρήλθεν η νυξ άνευ τινός συμβεβηκότος. Την πρωίαν περί τα
-χαράγματα έλαβον της νεκράς την χείρα, ήτις ήτο ψυχρά και τα
-μέλη της απεξυλωμένα. Το πτώμα δεν δύναται να διαμείνη πλέον εν
-τω θωρακίω. Η μις Χέρμπυ και εγώ την περιτυλίσσομεν διά των
-ενδυμάτων της, έπειτα δε ευχαί τινες απηγγέλθησαν υπέρ
-αναπαύσεως της ψυχής της ταλαίνης γυναικός, και το πρώτον θύμα
-τοσούτων συμφορών κατακρημνίζεται εις τα κύματα.
-
-Την στιγμήν εκείνην εκστομίζει τις των εν τοις θωρακίοις ανδρών
-τους φοβερούς τούτους λόγους;
-
-«Νά ένα πτώμα . . . κρίμα 'ς το! κρίμα 'ς το!»
-
-Στρέφομαι προς την φωνήν. Ο Όουεν είνε ο λαλήσας ούτω.
-
-Έπειτα μοι επέρχεται εις τον νουν ότι τω όντι θα έχωμεν ίσως
-ημέραν τινά έλλειψιν τροφίμων!
-
-
-
-ΚΘ'
-
-
-
- — _Τη 7 Δεκεμβρίου_. — Το πλοίον εξακολουθεί βυθιζόμενον, η δε
-θάλασσα ανήλθε νυν εις το διάδετον [75] του ακατίου θωρακίου.
-Το δε επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα είνε όλως υποβρύχια
-του δε προβόλου το άκρον της κεραίας εξηφανίσθη. Ουδέν δε πλέον
-σώζεται ή αι τρεις στήλαι των ιστών, εξέχουσαι του Ωκεανού.
-
-Αλλ' η σχεδία είνε ετοίμη και φέρει φορτίον παν ό τι ηδυνήθημεν
-να διασώσωμεν. Μία υποπτερνίς [76] παρασκευασθείσα κατά την
-πρώραν της σχεδίας, είνε προωρισμένη να δεχθή ιστόν, όν θα
-υποστηρίξωσιν επίτονοι στερεούμενοι επί των πλευρών του
-κρηπιδώματος. Το ιστίον του μεγάλου σιπάρου θα αναδεθή και θα
-μας ωθήση ίσως προς την ακτήν.
-
-Τις οίδεν εάν το εύθραυστον τούτο εκ σανίδων συγκρότημα, ήττον
-ευβύθιστον, κατορθώση ό τι ο _Σάνσελλορ_ δεν ηδυνήθη; Η ελπίς
-είνε ούτως ερριζωμένη εν τη καρδία του ανθρώπου, ώστε εισέτι
-ελπίζω!
-
-Είνε εβδόμη ώρα προ μεσημβρίας. Εν ώ δε μέλλομεν να
-επιβιβασθώμεν, αίφνης το πλοίον βυθίζεται ούτω ταχέως, ώστε ο
-ξυλουργός και οι άνδρες οι απησχολημένοι επί της σχεδίας
-αναγκάζονται να κόψωσι το πείσμα των ίνα μη παρασυρθώσιν εις
-την δίνην του ύδατος.
-
-Αισθανόμεθα τότε αγωνίαν οξυτάτην, διότι ακριβώς την στιγμήν
-καθ' ήν το πλοίον κατέρχεται εις την άβυσσον, η μόνη ημών σανίς
-της σωτηρίας απομακρύνεται εκπίπτουσα!
-
-Δύο ναύται και είς μαθητευόμενος έξω φρενών ρίπτονται εις την
-θάλασσαν, αλλά μάτην προσπαθούσι να παλαίσωσι προς τον σάλον.
-
-Μετ' ου πολύ είνε προφανές ότι ούτε εις την σχεδίαν να
-προφθάσωσι θα δυνηθώσιν, ούτε να επανέλθωσιν εις το πλοίον,
-έχοντες εναντίον αυτών τα τε κύματα και τον άνεμον. Ο Ροβέρτος
-Κόρτις δέσας περί την οσφύν σχοινίον σπεύδει εις βοήθειάν των.
-Αλλ' ανωφελής προθυμία! Διότι πριν δυνηθή να πλησιάση προς
-αυτούς, οι τρεις ατυχείς ούτοι, ούς βλέπω αγωνιζομένους,
-εξαφανίζονται, αφ' ού μάτην έτειναν τας χείρας προς ημάς.
-
-Αποσύρομεν τον Ροβέρτον Κόρτις όλον μεμωλωπισμένον υπό του
-είδους εκείνου της ανακοπής των κυμάτων ήτις πλήττει την
-κορυφήν των ιστών.
-
-Εν τούτοις ο Δαούλας και οι ναύται, μεταχειριζόμενοι δύο μακρά
-ξύλα ως κώπας, προσπαθούσι να επανέλθωσιν εις το πλοίον, αλλά
-μόνον μετά μιας ώρας προσπαθείας, — ώρας ήτις εφάνη ημίν αιών
-όλος, ώρας καθ' ήν η θάλασσα ανήλθε μέχρι της επιφανείας των
-θωρακίων, — η σχεδία, ήτις είχεν απομακρυνθή δύο μόνον στάδια,
-ό έστι τετρακόσια μέτρα, ηδυνήθη να έλθη παρά την πλευράν του
-_Σάνσελλορ_. Ο αρχιναύτης ρίπτει πείσμα προς τον Δαούλαν και η
-σχεδία προσδένεται εκ νέου εις το τραχήλωμα του μεγάλου ιστού.
-
-Ουδεμία πλέον στιγμή χρονοτριβής υπολείπεται, διότι σφοδρά δίνη
-ανοίγεται περί τον εμβεβαπτισμένον σκελετόν του πλοίου, και
-υπερμεγέθεις φυσαλίδες αέρος ανέρχονται απειροπληθείς εις την
-επιφάνειαν του ύδατος.
-
-«Επιβαίνετε! επιβαίνετε!» αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις.
-
-Εφορμώμεν μετά σπουδής εις την σχεδίαν. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ,
-αφ' ού επεστάτησεν εις την εγκατάστασιν της μις Χέρμπυ, έρχεται
-αισίως εις το κρηπίδωμα, μετ' ου πολύ δε και ο πατήρ είνε
-πλησίον του. Μετά μίαν στιγμήν οι πάντες έχομεν επιβιβασθή, —
-οι πάντες πλην του πλοιάρχου Κόρτις και του γηραιού ναύτου Ο
-Ρέδυ.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιος επί του μεγάλου θωρακίου δεν θέλει να
-καταλίπη το πλοίον του, αλλά τότε μόνον, όταν το πλοίον του
-εξαφανισθή εν τη αβύσσω· τούτο δε είνε καθήκον άμα και δικαίωμά
-του. Τον _Σάνσελλορ_ τούτον όν αγαπά, όν κυβερνά έτι, πας τις
-αισθάνεται οποία τις συγκίνησις συντρίβει την καρδίαν του καθ'
-ήν στιγμήν μέλλει να τον εγκαταλίπη!
-
-Ο Ιρλανδός έμεινεν επί του ακατίου θωρακίου.
-
-«Εμπρός, γέρον, κράζει προς αυτόν ο πλοίαρχος.
-
- — Βουλιάζει το πλοίον; ερωτά ο επίμονος γέρων μετά της
-μεγίστης απαθείας.
-
- — Ναι . . .
-
- — Εμπρός τότε.» αποκρίνεται ο Ο Ρέδυ, ότε το ύδωρ ανέβη ήδη
-μέχρι της ζώνης του.
-
-Και σείων την κεφαλήν πηδά εις την σχεδίαν.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις διαμένει επί μίαν έτι στιγμήν επί του
-θωρακίου, περιφέρει το βλέμμα πέριξ αυτού, έπειτα έσχατος αυτός
-εγκαταλείπει το πλοίον του.
-
-Είνε καιρός. Το πείσμα κόπτεται και η σχεδία απομακρύνεται
-βραδέως.
-
-Πάντες αποβλέπομεν προς το μέρος τούτο όπου το πλοίον
-καταποντίζεται. Το άκρον του ακατίου ιστού εξαφανίζεται κατ'
-αρχάς, έπειτα το άκρον του μεγάλου ιστού, μετ' ου πολύ δε ουδέν
-υπολείπεται πλέον του κομψού εκείνου πλοίου όπερ υπήρξεν ο
-_Σάνσελλορ_.
-
-
-
-
-Λ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου._ — Νέα πλωτή συσκευή φέρει ημάς,
-ήτις δεν δύναται μεν να καταποντισθή, διότι τα ξύλα
-ταποτελούντα αυτήν θα επιπλέωσιν ό τι δήποτε και αν συμβή, αλλά
-η θάλασσα δεν θα την διαλύση; Δεν θα θραύση τους δεσμούς τους
-συνδέοντας αυτήν; Δεν θα αφανίση τέλος τους ναυαγούς τους επί
-της επιφανείας αυτής σεσωρευμένους;
-
-Εκ των εικοσιοκτώ ψυχών άς είχεν ο _Σάνσελλορ_ αποπλέων εκ του
-Κάρλεστον, δέκα είχον ήδη απολεσθή.
-
-Είμεθα λοιπόν δεκαοκτώ έτι, — δεκαοκτώ επί της σχεδίας ταύτης
-της αποτελούσης τρόπον τινά τετράπλευρον ακανόνιστον,
-τεσσαράκοντα περίπου ποδών μήκους και είκοσι πλάτους.
-
-Τα δε ονόματα των επιζώντων εκ του _Σάνσελλορ_ είνε τάδε: οι
-κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν, η μις Χέρμπυ και εγώ,
-επιβάται. — Ο πλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, ο τροφοδότης
-Χόμμπαρτ, ο μάγειρος Γύγξτροπ ο μαύρος, ο ξυλουργός Δαούλας, —
-οι επτά ναύται Ώστιν, Όουεν, Ουίλσων, Ο Ρέδυ, Βάρκε, Σάνδων και
-Φλαίπολ.
-
-Ο Ύψιστος εδοκίμασεν ημάς αρκούντως από εβδομήκοντα δύο ημερών,
-αφ' ής κατελίπομεν την Αμερικανικήν ακτήν, και η χειρ αυτού
-αρκούντως εβάρυνεν εφ' ημών; Και ουδ' ο μάλιστα εύελπις ήθελε
-τολμήση να ελπίση.
-
-Αλλ' ας αφήσωμεν το μέλλον και περί του παρόντος ας σκεπτώμεθα,
-και εξακολουθήσωμεν καταγράφοντες τας συμφοράς του δράματος
-τούτου καθ' όσον εμφανίζονται.
-
-Γνωστοί οι επιβάται της σχεδίας, τα δε προς συντήρησιν αυτών
-έχουσιν ως εξής.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις είχε δυνηθή να επιβιβάση μόνον ό τι
-υπελείπετο εκ των προμηθειών άς είχον αναβιβάση εκ του
-διανομείου, ών το πλείστον μέρος ηφανίσθη κατά την στιγμήν της
-εμβαπτίσεως του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Είνε δε ολίγον
-άφθονοι αι προμήθειαι αύται, εάν ληφθή υπ' όψει ότι είμεθα
-δεκαοκτώ στόματα, και πολλαί ημέραι δυνατόν να παρέλθωσιν έτι
-πριν φανή πλοίον τι ή γη. Έν βυτίον διπυρίτου, έτερον κρέατος
-παστού, μικρός κόρος [77] βρανδεβίνου [78], δύο βυτία ύδατος,
-ταύτα είνε τα περισωθέντα και ουδέν πλέον. Λοιπόν έργον
-φρονήσεως είνε να ορισθώσιν αι μερίδες ευθύς από της πρώτης
-ημέρας.
-
-Εκ των ενδυμάτων της αποθήκης ουδέν απολύτως έχομεν· ιστία δέ
-τινα θα χρησιμεύσωσιν ως καλύμματα άμα και ως στέγη. Τα
-εργαλεία, ανήκοντα εις τον Δαούλαν, ο εκτάς και η πυξίς, είς
-χάρτης, τα εγκόλπια μαχαίρια ημών, λέβης μετάλλινος, κύπελλον
-εκ λευκοσιδήρου, ούτινος ουδέποτε αποχωρίζεται ο γέρων Ιρλανδός
-Ο Ρέδυ, τοιαύτα είνε τα υπολειπόμενα ημίν όργανα και σκεύη.
-Πάντα δε τα κιβώτια, τα επί του καταστρώματος αποκείμενα και
-προωρισμένα εις την πρώτην σχεδίαν, κατεποντίσθησαν κατά την
-επί μέρους εμβάπτισιν του πλοίου, απ' εκείνης δε της στιγμής
-δεν ήτο πλέον δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος.
-
-Αύτη λοιπόν η ημετέρα κατάστασις, σοβαρά μεν, αλλ' ουχί και
-απελπιστική. Δυστυχώς φόβος είνε μη πλείονες ημών απολέσωμεν το
-τε ηθικόν σθένος και το φυσικόν. Άλλως τε υπάρχουσι μεταξύ ημών
-τινες, ών τα φαύλα ενστίγματα θα αποβώσι δυσκράτητα!
-
-
-
-ΛΑ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου_. — Την πρώτην ημέραν ουδέν
-αξιοσημείωτον.
-
-Σήμερον δε την ογδόην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος Κόρτις
-συγκαλέσας πάντας επιβάτας τε και ναυτικούς:
-
-«Φίλοι μου, είπε, κατανοήσατε το εξής. Είμαι κυβερνήτης της
-σχεδίας ως ήμην και του _Σάνσελλορ_. Λέγω λοιπόν ότι θα με
-υπακούωσι πάντες ανεξαιρέτως. Περί της κοινής σωτηρίας ας
-σκεπτώμεθα, ας είμεθα ηνωμένοι, και έχει ο Θεός.»
-
-Οι λόγοι ούτοι έτυχον καλής αποδοχής.
-
-Ο λεπτός άνεμος ο πνέων κατά την στιγμήν ταύτην και ού την
-διεύθυνσιν ο πλοίαρχος προσδιορίζει διά της πυξίδος, επετάθη
-προσεγγίζων προς τον Βορράν, περίπτωσις ευοίωνος. Οφείλομεν δε
-να σπεύσωμεν να επωφεληθώμεν ίνα καταπλεύσωμεν όσον τάχιστα εις
-τας Αμερικανικάς ακτάς. Ο ξυλουργός Δαούλας τότε καταγίνεται να
-στήση τον ιστόν, ού την υποπτερνίδα είχομεν παρασκευάση κατά
-την πρώραν της σχεδίας, προσέθηκε δε και δύο πτερύγια, είδος
-προώστου, δι' ών θα συγκρατήται στερεώτερον. Εν ώ δε αυτός
-εργάζεται, ο αρχιναύτης και οι ναύται αναδένουσι το σιπάριον
-επί της κεραίας ήν προς τούτο έχομεν φυλάξη.
-
-Την ενάτην και ημίσειαν ο ιστός ίσταται όρθιος. Επίτονοι
-εντεταμένοι επί των πλευρών της σχεδίας ασφαλίζουσι την
-στερεότητα αυτού. Το ιστίον επαίρεται, ποδούται και η συσκευή
-έχουσα τον άνεμον ούριον εκτοπίζεται επαισθητώς υπό την
-ενέργειαν του ανέμου, όστις επιτείνεται επαισθητώς έτι.
-
-Του έργου τούτου άπαξ περατωθέντος, ο Δαούλας προσπαθεί να
-εγκαταστήση πηδάλιον, δι' ού να δύναται η σχεδία να έχη ήν
-θέλει διεύθυνσιν. Διά των συμβουλών δε του Ροβέρτου Κόρτις και
-του μηχανικού Φάλστεν μετά δίωρον εργασίαν ιδρύεται κατά την
-πρώραν της σχεδίας ώσπερ τι ουράδιον, παρεμφερές προς τα εν
-χρήσει παρά τοις Μαλαίοις.
-
-Κατά τον χρόνον δε τούτον ο πλοίαρχος Κόρτις εκτελεί τας
-αναγκαίας παρατηρήσεις προς εύρεσιν ακριβώς του μήκους του, και
-της μεσημβρίας ελθούσης, λαμβάνει καλόν ύψος του ηλίου.
-
-Το δε στίγμα όπερ λαμβάνει μεθ' ικανώς μεγάλης ακριβείας έχει
-ώδε:
-
- Πλάτος, 15° 7' βόρειον
- Μήκος, 49° 35' προς δυσμάς του Γρηνουίχου.
-
-Το στίγμα, τούτο, μετενεχθέν επί του χάρτου, δεικνύει ότι
-απέχομεν εξακόσια πεντήκοντα μίλια της βορειοανατολικής ακτής
-του Παραμαρίβου, τούτ' έστι του εγγυτάτου τμήματος της Αμερικής
-ηπείρου, ήτις, ως ήδη ερρήθη, αποτελεί το παράλιον της
-Ολλανδικής Γουυάνης.
-
-Όθεν, λαμβάνοντες τον μέσον όρον των περιπτώσεων, δεν δυνάμεθα
-να ελπίζωμεν, και αν διαρκώς βοηθώσιν ημάς οι ετησίοι άνεμοι,
-ότι θα διανύσωμεν πλείονα των δέκα ή δώδεκα μιλίων την ημέραν,
-επί συσκευής ούτως ατελούς ως η σχεδία, ήτις δεν δύναται να
-πλαγιοδρομή προς τον άνεμον. Τούτο λοιπόν θα απαιτήση δίμηνον
-διάπλουν, επί τη υποθέσει ότι αι περιστάσεις θα είνε
-αισιώταται, — πλην της περιπτώσεως, της ολίγον πιθανής, ότι
-ήθελε συναντήση ημάς πλοίον τι. Αλλ' εις τούτο το μέρος του
-Ατλαντικού Ωκεανού ολιγώτερον φοιτώσι πλοία παρά εις το
-βορειότερον ή το νοτιώτερον. Ερρίφθημεν δυστυχώς μεταξύ των
-γραμμών των Αντιλλών και των της Βρασιλίας, ας ακολουθούσιν τα
-υπερωκεάνεια Αγγλικά ή Γαλλικά, και προτιμότερον να μη
-αναθέτωμεν τας ελπίδας ημών εις το τυχαίον της συναντήσεως
-πλοίου. Άλλως τε, εάν αι νηνεμίαι επέλθωσιν, εάν ο άνεμος
-μεταβληθείς ωθήση ημάς προς Ανατολάς, ουχί πλέον δύο μήνες,
-αλλά τέσσαρες, αλλά έξ απαιτούνται, αι δε τροφαί ήθελον σωθή
-προ της λήξεως της τριμηνίας.
-
-Η σύνεσις λοιπόν απαιτεί από τούδε να καταναλίσκωμεν το
-απολύτως αναγκαίον. Ο πλοίαρχος Κόρτις εζήτησε την γνώμην μας
-περί τούτου, ημείς δε αυστηρώς ωρίσαμεν το πρόγραμμα. Αι
-μερίδες υπελογίσθησαν εις πάντας αδιακρίτως ούτως, ώστε ή τε
-πείνα και η δίψα να κορέννυνται κατά το ήμισυ. Ο χειρισμός της
-σχεδίας δεν χρήζει μεγάλης δαπάνης φυσικών δυνάμεων, όθεν τροφή
-μεμετρημένη θα είνε επαρκής. Το δε βρανδεβίνον, ού το βυτίον
-δεν περιέχει πλείονα των πέντε γαλλονίων, ό έστι είκοσι τρεις
-περίπου λίτρας Γαλλικάς, ήτοι δεκαοκτώ οκάδας, θα διανεμηθή
-μετά της εσχάτης φειδούς. Ουδείς θα έχη δικαίωμα να το εγγίση
-άνευ της αδείας του πλοιάρχου.
-
-Λοιπόν τα της διαίτης εν τω πλοίω εκανονίσθησαν ώδε: Πέντε
-ουγκίαι κρέατος και πέντε διπυρίτου καθ' εκάστην και κατ'
-άνθρωπον. Και ναι μεν είνε ολίγον, αλλ' όμως δεν ήτο δυνατόν η
-μερίς να είνε περισσοτέρα των πέντε λιτρών εξ εκάστης ουσίας, ό
-έστι εν μια τριμηνία λίτραι εξακόσιαι. Αλλά εν συνόλω δεν
-έχομεν πλέον των εξακοσίων λιτρών κρέατος και διπυρίτου,
-επάναγκες λοιπόν να σταθώμεν εν τω αριθμώ τούτω. Του δε ύδατος
-η ποσότης δύναται να εκτιμηθή εις εκατόν τριάκοντα δύο
-γαλλόνια, ό έστι περί τας τετρακοσίας εβδομήκοντα οκάδας,
-συνεφωνήθη δε να περιορισθή η ημερησία κατανάλωσις εις μίαν
-πίνταν, τούτ' έστι πεντήκοντα έξ εκατόλιτρα, εκατόν εβδομήκοντα
-πέντε δράμια κατ' άνθρωπον, όπερ θα εξασφαλίση ημίν και τριών
-μηνών ύδωρ.
-
-Η διανομή των τροφών θα γίνεται κατά πάσαν πρωίαν την δεκάτην
-ώραν διά του αρχιναύτου. Έκαστος θα λαμβάνη την μερίδα όλης της
-ημέρας, και διπυρίτην και κρέας, και θα την καταναλίσκη οπόταν
-και όπως θέλη, το δε ύδωρ, ελλείψει επαρκών σκευών προς
-διαφύλαξιν αυτού, διότι δεν έχομεν άλλα σκεύη ή την χύτραν και
-το κύπελλον του Ιρλανδού, το ύδωρ θα διανέμεται δις της ημέρας,
-την δεκάτην προ μεσημβρίας και την έκτην μετά μεσημβρίαν,
-έκαστος δε οφείλει να το πίνη αμέσως.
-
-Παρατηρητέον δε ότι έχομεν πάντοτε δύο άλλας πιθανότητας,
-αίτινες δύνανται να επαυξήσωσι τας προμηθείας ημών, την βροχήν
-προς πόσιν και την αλιείαν προς βρώσιν. Όθεν δύο βυτία κενά
-διετέθησαν, ίνα περιλάβωσι το βρόχινον ύδωρ. Ως προς δε τα
-αλιευτικά όργανα, οι ναύται ασχολούνται παρασκευάζοντες αυτά,
-ίνα ρίψωσιν ορμιάς [79] τινας συρομένας.
-
-Τοιαύτα τα ληφθέντα μέτρα. Επεδοκιμάσθησαν και θα τηρώνται
-αυστηρώς. Μόνον εάν τηρώμεν κανόνα αυστηρόν, δυνάμεθα να
-ελπίσωμεν ότι θα δυνηθώμεν να αποφύγωμεν τας φρικαλεότητας της
-πείνης. Πλείστα όσα παραδείγματα εδίδαξαν ημάς να είμεθα
-προμηθείς, περιήλθομεν δε εις τας εσχάτας των στερήσεων διά τον
-απλούστατον λόγον ότι η τύχη δεν παύεται πλήττουσα ημάς!
-
-
-
-ΛΒ'
-
-
-
- — _Από της 8 μέχρι της 17 Δεκεμβρίου_. — Επελθούσης της νυκτός
-εχώθημεν υπό τα ιστία. Καταπεπονημένος εκ των μακρών ωρών άς
-είχον διέλθη επί της εξαρτίας, ηδυνήθην να κοιμηθώ επί τινας
-ώρας. Η σχεδία σχετικώς ολιγώτερον πεφορτισμένη, υψούται μεθ'
-ικανής ευχερείας. Επειδή δε η θάλασσα δεν εκχύνεται, δεν μας
-προσβάλλουσι τα κύματα. Δυστυχώς, εάν ο σάλος κοπάση, θα συμβή
-τούτο, διότι ο άνεμος πραΰνεται και περί την πρωίαν αναγκάζομαι
-να σημειώσω εν τω ημερολογίω μου: γαλήνη.
-
-Ότε δε ανεφάνη η ημέρα, ουδέν νέον είχον να βεβαιώσω, και οι
-κκ. Λετουρνέρ εκοιμήθησαν μέρος τι της νυκτός και άπαξ έτι
-συνεθλίψαμεν τας χείρας αλλήλων, και η μις Χέρμπυ ηδυνήθη να
-αναπαυθή, οι δε χαρακτήρες αυτής, ήττον κεκμηκότες, ανέλαβον
-την συνήθη αυτών ηρεμίαν.
-
-Είμεθα υπό τον ενδέκατον παράλληλον. Ο καύσων την ημέραν είνε
-εις άκρον σφοδρός και ο ήλιος λάμπει ζωηρός, και εν τη
-ατμοσφαίρα είνε αναμεμιγμένος ατμός τρόπον τινά διάπυρος.
-Επειδή δε ο άνεμος πνέει εκ διαλειμμάτων, το ιστίον κρέμαται
-επί του ιστού κατά τας ώρας της νηνεμίας αίτινες παρατείνονται
-λίαν. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης έκ τινων
-τεκμηρίων, άτινα μόνοι οι ναυτικοί δύνανται να διακρίνωσι,
-νομίζουσιν ότι ρεύμα δύο ή τριών μιλίων καθ' ώραν παρασύρει
-ημάς προς δυσμάς. Τούτο βεβαίως θα ήτο περίστασις ευνοϊκή,
-δυναμένη να βραχύνη σημαντικά τον διάπλουν ημών. Είθε ο
-πλοίαρχος και αρχιναύτης να μη απατώνται, διότι ευθύς από των
-πρώτων τούτων ημερών και εν τη υψηλή ταύτη θερμοκρασία, η μερίς
-του ύδατος μόλις εξαρκεί να πραΰνη την δίψαν!
-
-Και όμως αφ' ότου, εγκαταλιπόντες τον _Σάνσελλορ_ ή μάλλον
-ειπείν τα θωράκια του πλοίου, επεβιβάσθημεν επί της σχεδίας
-ταύτης, η κατάστασις ημών εβελτιώθη. Ο _Σάνσελλορ_ ηδύνατο κατά
-πάσαν στιγμήν να καταποντισθή, και τουλάχιστον το κρηπίδωμα
-τούτο όπερ νυν κατέχομεν, είνε σχετικώς στερεόν. Μάλιστα το
-επαναλαμβάνω, η κατάστασις επαισθητώς εμετριάσθη και
-συγκριτικώς έκαστος διατελεί εν κρείσσονι καταστάσει. Είμεθα
-σχεδόν εν ανέσει, δυνάμεθα να κινώμεθα και να μετατοπιζώμεθα.
-Και την μεν ημέραν συνερχόμεθα, συνδιαλεγόμεθα, συζητούμεν,
-παρατηρούμεν την θάλασσαν, την δε νύκτα κοιμώμεθα στεγαζόμενοι
-υπό των ιστίων. Η δε παρατήρησις του ορίζοντος, η επιτήρησις
-των ορμιών άς ερρίψαμεν εις την θάλασσαν, τα πάντα διαφέρουσιν
-ημίν.
-
-«Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ανδρέας Λετουρνέρ ημέρας τινάς
-μετά την εγκατάστασιν ημών επί της νέας ταύτης συσκευής, μοι
-φαίνεται ότι ανευρίσκομεν εδώ τας γαληνιαίας εκείνας ημέρας, αι
-οποίαι παρετηρήθησαν κατά την διαμονήν μας επί του
-Βραχοχοιρομηρίου.
-
- — Τω όντι, αγαπητέ μου Ανδρέα, απεκρίθην.
-
- — Αλλ' όμως προσθέτω ότι η σχεδία έχει πλεονέκτημα
-σημαντικώτατον, το οποίον δεν είχε το νησύδριον, δήλα δή αυτή
-βαδίζει.
-
- — Εφ' όσον ο άνεμος είνε ούριος, Ανδρέα μου, η σχεδία
-βεβαιότατα πλεονεκτεί, αλλ' εάν ο άνεμος μεταβληθή; . . .
-
- — Καλά, κύριε Κάζαλλον! αποκρίνεται ο νέος. Ας προσπαθώμεν να
-μη καταβαλλώμεθα, και ας έχωμεν πεποίθησιν!»
-
-Λοιπόν, την πεποίθησιν ταύτην πάντες την έχομεν! Μάλιστα!
-Φαίνεται ότι απηλλάγημεν φοβερών δοκιμασιών εις άς δεν θα
-εμπέσωμεν πλέον! Αι περιστάσεις εγένοντο ευνοϊκώτεραι. Ουδείς
-μεταξύ ημών υπάρχει όστις να μη αισθάνεται εαυτόν σχεδόν
-αναθαρρήσαντα!
-
-Δεν ειξεύρω τι συμβαίνει εν τη ψυχή του Ροβέρτου Κόρτις, και
-δεν δύναμαι να είπω εάν συμμερίζεται τας παρούσας ημών ιδέας.
-Ως επί το πλείστον ίσταται μακράν ημών μόνος. Η ευθύνη αυτού
-μεγάλη! Είνε ο αρχηγός και έχει να σώση ου μόνον την ζωήν του,
-αλλά και τας ημετέρας! Γινώσκω ότι ούτω πως νοεί το καθήκον
-του. Όθεν συχνάκις έχουσιν αυτόν όλον αι σκέψεις του, έκαστος
-δε ημών αποφεύγει να τον ταράξη.
-
-Κατά τας μακράς ταύτας ώρας οι πλείστοι των ναυτών κοιμώνται εν
-τη πρώρα της σχεδίας. Κατά παραγγελίαν του πλοιάρχου την
-πρύμναν θα κατέχωσι μόνον οι επιβάται, και ιδρύθη επί κιόνων
-σκηνή παρέχουσα ημίν ολίγην τινά σκιάν. Εν κεφαλαίω διατελούμεν
-εν ευαρέστω υγιεινή καταστάσει. Μόνος δε ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ
-δεν κατορθώνει να επανεύρη τας δυνάμεις του. Αι περιθάλψεις, άς
-δαψιλώς παρέχομεν αυτώ, εις ουδέν ωφελούσι και οσημέραι
-ελαττούνται αι δυνάμεις του.
-
-Ουδέποτε εξετίμησα κάλλιον τον Ανδρέαν Λετουρνέρ ή κατά τας
-παρούσας περιστάσεις. Ο αξιέραστος ούτος νέος είνε η ψυχή της
-μικράς ημών κοινωνίας, έχει πνεύμα πρωτότυπον και αι νέαι αυτού
-επόψεις και αι απρόοπτοι θεωρίαι αφθονούσιν εν τω ιδίω αυτού
-τρόπω καθ' όν εξετάζει τα πράγματα. Η συνδιάλεξίς του
-διασκεδάζει ημάς, συχνάκις δε και διδάσκει. Εν ώ δε ο Ανδρέας
-λαλεί, η ασθενική πως όψις του εμψυχούται, ο δε πατήρ φαίνεται
-πίνων τους λόγους του. Ενίοτε δε λαμβάνων την χείρα αυτού
-ατενίζει προς αυτόν επί ώρας ολοκλήρους.
-
-Η μις Χέρμπυ μετέχει ενίοτε των συνδιαλέξεων ημών μετά πολλής
-όμως επιφυλάξεως. Έκαστος ημών προσπαθεί διά των περιποιήσεων
-να την κάμη να λησμονήση, ότι απώλεσεν εκείνους, οίτινες θα
-έμελλον να είνε οι φυσικοί αυτής προστάται. Η νεάνις αύτη εύρεν
-εν τω κ. Λετουρνέρ φίλον ασφαλή, ως πατέρα, και λαλεί προς
-αυτόν μετά οικειότητος, ήν η ηλικία του συγχωρεί. Τη επιμόνω
-αυτού προτροπή διηγήθη τον βίον της, — βίον μεστόν θάρρους και
-αυταπαρνησίας, οποίου έλαχον οι άποροι ορφανοί. Διέμενεν από
-διετίας εν τη οικία του μίστερ Κηρ, και νυν απομένει άνευ τινος
-πόρου εν τω παρόντι, άνευ τύχης εις το μέλλον, αλλά πλήρης
-πεποιθήσεως, διότι είνε παρεσκευασμένη εις πάσαν δοκιμασίαν. Η
-μις Χέρμπυ διά του χαρακτήρος της, της ηθικής δραστηριότητος,
-επιβάλλει σέβας, και ουδέν σχήμα, ουδείς λόγος, δυνάμενος να
-εκφύγη του στόματός τινος των εν τω πλοίω χυδαίων ανδρών,
-επείραξεν αυτήν μέχρι τούδε.
-
-Η 12, 13 και 14 του μηνός ουδεμίαν επήνεγκον μεταβολήν της
-καταστάσεως ημών. Εξηκολούθει πνέων άνεμος Απηλιώτης (Α). Ουδέν
-συμβάν αναφερόμενον εις τον διάπλουν. Χειρισμούς δεν έχομεν να
-εκτελέσωμεν εν τη σχεδία. Ο οίαξ ή μάλλον το ουράδιον ουδέ
-χρήζει καν μετακινήσεως. Η συσκευή ουριοδρομεί, και δεν είνε
-αρκούντως ασταθής, ώστε να στρέφεται προς την ετέραν των
-πλευρών ή προς την ετέραν. Ναύται τινες της τετραωρίας,
-διαμένοντες διαρκώς εν τη πρώρα, είνε εντεταλμένοι να
-επιβλέπωσι την θάλασσαν μετά πάσης της δυνατής προσοχής.
-
-Επτά ημέραι παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν τον _Σάνσελλορ_.
-Παρατηρώ δε ότι συνηθίζομεν εις τον επιβληθέντα ημίν
-κανονισμόν, — τουλάχιστον ως προς τα της τροφής αλλ' είνε όμως
-αληθές ότι αι δυνάμεις ημών δεν υπεβάλλοντο εις φυσικόν τινα
-κόπον. Η μεγίστη των στερήσεων ημών είνε η σχετική στέρησις του
-ύδατος, διότι κατά τους σφοδρούς τούτους καύσωνας η χορηγουμένη
-ημίν ποσότης είνε προφανώς ανεπαρκής.
-
-Την 15 του μηνός αγέλη ιχθύων εκ του είδους των σπάρων προσήλθε
-παμπληθής περί την σχεδίαν. Ει και τα αλιευτικά ημών όργανα
-αποτελούνται μόνον εκ μακρών σχοινίων εχόντων κατά το άκρον
-καρφίον κεκυρτωμένον μετά τεμαχίου παστού κρέατος ως δέλεαρ,
-συλλαμβάνομεν μέγαν τινά αριθμόν σπάρων, τοσούτον είνε
-αδηφάγοι. Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! πανήγυρις νομίζει
-τις ότι τελείται εν τη σχεδία. Των ιχθύων δε τούτων οι μεν
-εγένοντο οπτοί, οι δε βραστοί εν θαλασσίω ύδατι επί πυράς εκ
-ξύλων αναφθείσης εν τη πρώρα. Οποία ευωχία! Οποία δε οικονομία
-των προμηθειών μας! Ούτω δε άφθονοι είνε οι σπάροι ούτοι, ώστε
-επί δύο ημέρας συλλαμβάνομεν πλέον των διακοσίων λιτρών, ό έστι
-πλέον των εκατόν πεντήκοντα οκάδων. Μία βροχή να έλθη τώρα
-πλέον, και τα πάντα θα έχωσι κάλλιστα.
-
-Δυστυχώς η αγέλη αύτη των ιχθύων δεν διέμεινε πολύ εν τοις
-ύδασιν ημών· Την 17 καρχαρίαι τινές μεγάλοι — του τεραστίου
-εκείνου είδους των στικτών εχόντων μήκος τεσσάρων ή μέχρι πέντε
-μέτρων, ανεφάνησαν επί της επιφανείας της θαλάσσης. Τα πτερύγια
-και τα επάνω του σώματος είνε μαύρα μετά στιγμάτων και λοξών
-ταινιών λευκών. Τα φοβερά ταύτα σκυλόψαρα εμφανιζόμενα, αείποτε
-είνε επίφοβα ένεκα του ολίγου ύψους αυτών, πολλάκις δε η ουρά
-των πλήττει τους σφηκίσκους [80] μετά φρικαλέας βίας. Εν
-τούτοις οι ναύται κατώρθωσαν να τους απομακρύνωσι πλήττοντες
-διά μοχλών. Θα εκπλαγώ πολύ αν μη ακολουθώσιν ημάς επιμόνως ως
-βοράν επιφυλασσομένην αυτοίς. Δεν αγαπώ τα τέρατα ταύτα τα
-προκαλούντα προαισθήσεις.
-
-
-
-ΛΓ'
-
-
-
- — _Από της 18 μέχρι 20 Δεκεμβρίου_. — Σήμερον η κατάστασις της
-ατμοσφαίρας μετεβλήθη και ο άνεμος επετάθη· αλλά μη
-παραπονώμεθα, διότι είνε εύνους. Προνοούντες όμως σπεύδομεν να
-στερεώσωμεν τον ιστόν, ίνα μη δύναται η τάσις του ιστίου να τον
-διαρρήξη. Τούτου δε γενομένου η βαρεία μηχανή εκτοπίζεται μετά
-ταχύτητος ολίγον τι μείζονος, και καταλείπει όπισθέν της ώσπερ
-ολκόν [81] τινα μακρόν.
-
-Μετά μεσημβρίαν νέφη τινά εκάλυψαν τον ουρανόν, ο δε καύσων
-κατέστη ολίγον τι μετριώτερος. Ο σάλος εταλάντωσε σφοδρότερον
-την σχεδίαν και δύο ή τρία κύματα εισήλθον εις αυτήν. Ευτυχώς ο
-ξυλουργός κατώρθωσε διά τινων επηγκενίδων να στήση δρύφακτα
-[82] υψηλά δύο ποδών, άτινα μάλλον υπερασπίζουσιν ημάς κατά της
-θαλάσσης.
-
-Στερεούμεν ωσαύτως διά διπλών σχοινίων τα βυτία τα περιέχοντα
-τας προμηθείας και το ύδωρ. Εάν τα εσάρωνε κύμα θαλάσσης ήθελε
-καταστήση ημάς εις την φρικωδεστάτην των αμηχανιών. Το
-ενδεχόμενον τούτο αναλογιζόμενος τις δεν δύναται να μη
-φρικιάση.
-
-Την 18 οι ναύται συνέλεξαν τινα των θαλασίων εκείνων φυτών
-άτινα λέγονται κοινώς σαργάσα σχεδόν όμοια προς εκείνα ά
-εύρωμεν εν ταις νήσοις Βερμούνδαις και τω Βραχοχοιρομηρίω. Είνε
-δε ταύτα ζαχαροφόρα ενέχοντα στοιχείον ζαχαρώδες. Προτρέπω τους
-συμπλωτήρας μου να μασήσωσι τους βλαστούς, ποιούσι τούτο και η
-μάσησις δροσίζει επαισθητώς τον λάρυγγα και τα χείλη.
-
-Την ημέραν ταύτην ουδέν νέον. Παρατηρώ μόνον ότι τινές των
-ναυτών, μάλιστα δε ο Όουεν, ο Βάρκε, ο Φλαιπόλ ο Ουίλσων και ο
-μαύρος Γύγξτροπ συσκέπτονται δις την ώραν, αλλά με λανθάνει
-περί τίνος συσκέπτονται. Ωσαύτως παρατηρώ ότι σιωπώσιν οσάκις
-έρχεται πλησίον αυτών αξιωματικός τις ή τις των επιβατών. Αυτό
-τούτο παρετήρησε προ εμού και ο Ροβέρτος Κόρτις και δεν τω
-αρέσκουσιν αι μυστικαί αύται συνδιαλέξεις· έχει δε απόφασιν να
-επιβλέπη μετά προσοχής τους άνδρας τούτους· διότι ο μαύρος
-Γύγξτροπ και ο ναύτης Όουεν είνε προφανώς δύο αχρείοι, ούς
-οφείλομεν να φυλαττώμεθα, διότι δύνανται να παρασύρωσι τους
-συντρόφους των.
-
-Την 19 ο καύσων υπήρξεν υπερβολικός, εν δε τω ουρανώ ουδέν
-νέφος. Ο άνεμος δεν δύναται να πληρώση το ιστίον και η σχεδία
-μένει στάσιμος. Ναύται τινες ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, το δε
-λουτρόν ενεποίησεν αυτοίς αληθή ανακούφισιν, ελάττωσαν την
-δίψαν των έν τινι αναλογία. Αλλά μέγας ο κίνδυνος να ρίπτεται
-τις παραβόλως [83] εις τα κύματα ταύτα, άτινα λυμαίνονται
-καρχαρίαι, ουδείς δε ημών εμιμήθη τους ακηδείς [84] τούτους
-ανθρώπους. Αλλά τις οίδεν όμως εάν βραδύτερον θα διστάσωμεν έτι
-να τους μιμηθώμεν; Βλέπων τις ακίνητον την σχεδίαν, τας ευρείας
-κυμάνσεις του Ωκεανού άνευ ουδεμιάς ρυτίδος, το ιστίον αδρανές
-επί του ιστού, δεν οφείλει να φοβήται μη παραταθή η κατάστασις
-αύτη;
-
-Η υγίεια του υποπλοιάρχου Ουάλτερ αδιαλείπτως απασχολεί ημάς τα
-μέγιστα. Ο νέος ούτος τήκεται υπό πυρετού βραδέως και ατάκτου.
-Ίσως η κινίνη θα κατέβαλλε τον πυρετόν τούτον, αλλ',
-επαναλαμβάνω η κατάκλυσις του επιστέγου εγένετο τοσούτον
-ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων εξηφανίσθη εν τοις
-κύμασι. Έπειτα ο τάλας ούτος είνε φθισικός και από τινος η
-ανίατος νόσος προώδευσεν εν αυτώ τεραστίως. Τα εξωτερικά
-συμπτώματα δεν δύνανται να μας απατήσωσι. Ο Ουάλτερ κατελήφθη
-υπό μικράς και ξηράς βηχός, η αναπνοή του είνε βραχεία, και οι
-ιδρώτες άφθονοι, μάλιστα δε την πρωίαν. Γίνεται ισχνός, η ρις
-λεπτύνεται, τα δε μήλα των παρειών, εξέχοντα, είνε ρόδινα και
-το χρώμα αυτών ποιεί αντίθεσιν προς την καθ' όλου ωχρότητα του
-προσώπου, αι παρειαί είνε κοίλαι και τα χείλη συνεσταλμένα, οι
-επιπεφυκότες υμένες των οφθαλμών λάμποντες και υποκυανίζοντες.
-Αλλά και εν καλλιτέρα εάν ήτο καταστάσει ο τάλας υποπλοίαρχος,
-η ιατρική θα ήτο ανίσχυρος προ της αδυσωπήτου ταύτης νόσου.
-
-Την 20 η αυτή κατάστασις της θερμοκρασίας, η αυτή ακινησία της
-σχεδίας. Αι καυστικαί του ήλιου ακτίνες διαπερώσι τα υφάσματα
-της σκηνής μας και καταβεβλημένοι υπό της θερμότητος
-ασθμαίνομεν ενίοτε. Μετά πάσης αγωνίας αναμένομεν την στιγμήν
-καθ' ήν ο αρχιναύτης επιχειρεί την ευτελή διανομήν του ύδατος!
-Μετά ποίας απληστίας εφορμώμεν κατά των ολίγων τινών σταγόνων
-υγρού θερμού! Ο ουδέποτε υπό δίψης ταλαιπωρηθείς δεν θα δυνηθή
-να με νοήση.
-
-Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ κατατρύχεται υπό δίψης και ταλαιπωρείται
-είπερ τις και άλλος εκ της λειψυδρίας ταύτης. Είδον την μις
-Χέρμπυ φυλάττουσαν αυτώ όλην αυτής την μερίδα του ύδατος.
-Συμπαθής και εύσπλαγχνος η νεάνις αύτη πράττει ό τι δύναται, αν
-μη προς τελείαν κατάπαυσιν, αλλά τουλάχιστον προς ανακούφισιν
-των αλγηδόνων του ατυχούς ημών εταίρου.
-
-Σήμερον η μις Χέρμπυ μοι λέγει:
-
-«Ο ατυχής αδυνατίζει καθ' ημέραν, κύριε Κάζαλλον.
-
- — Μάλιστα, μις, απεκρίθην, και δεν δυνάμεθα τίποτε υπέρ αυτού,
-τίποτε!
-
- — Ας προσέχωμεν, είπεν η μις Χέρμπυ, ειμπορεί να μας ακούση».
-
-Έπειτα υπάγει και κάθηται εις το άκρον της σχεδίας, και την
-κεφαλήν έχουσα εστηριγμένην επί των χειρών της διαμένει
-σύννους.
-
-Σήμερον συνέβη τι λυπηρόν όπερ οφείλω να καταγράψω.
-
-Επί μίαν σχεδόν ώραν οι ναύται Όουεν, Φλαίπολ, Βάρκε και ο
-μαύρος Γύγξτροπ συνδιελέγοντο ζωηρότατα. Συνεζήτουν ταπεινή τη
-φωνή, και τα σχήματά των εδήλουν μέγαν υπερερεθισμόν. Μετά τον
-διάλογον τούτον ο Όουεν εγείρεται και κατευθύνεται θρασέως προς
-την πρύμναν, εις το μέρος της σχεδίας το προωρισμένον εις τους
-επιβάτας.
-
-«Πού πηγαίνεις, Όουεν; ερωτά ο αρχιναύτης.
-
- — Όπου έχω δουλειά.» αποκρίνεται αυθαδώς ο ναύτης.
-
-Την χυδαίαν ταύτην απόκρισιν ακούσας ο αρχιναύτης, εγκαταλείπει
-την θέσιν του, αλλά προλαβών ο Ροβέρτος Κόρτις είνε αντιμέτωπος
-τω Όουεν.
-
-Ο ναύτης υπομένει το βλέμμα του πλοιάρχου του και μετά τρόπου
-ιταμού λέγει:
-
-«Καπετάνιε, έχω να σου 'μιλήσω από μέρος των συντρόφων.
-
- — Λέγε, είπε ψυχρώς ο Ροβέρτος Κόρτις.
-
- — Για το μπράντεβιν θέλω να ειπώ, επαναλαμβάνει ο Όουεν.
-'Ξέρεις, εκείνο δα το βαρελάκι . . . Τι το φυλάτε; για της
-φώκες ή για τους αξιωματικούς;
-
- — Και έπειτα; λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις.
-
- — Ζητούμεν να μας μοιράζουν κάθε πρωί το συνηθισμένο μας
-ποτηράκι όπως και πρώτα.
-
- — Όχι, αποκρίνεται ο πλοίαρχος.
-
- — Τι είπες; . . αναφωνεί ο Όουεν.
-
- — Είπα; όχι.»
-
-Ο ναύτης παρατηρεί ατενώς τον Ροβέρτον Κόρτις και μειδίαμα
-κακεντρεχές αναπτύσσει τα χείλη του. Διστάζει επί στιγμήν,
-ερωτών εαυτόν εάν οφείλη να επιμείνη, αλλά συγκρατείται, και
-ουδέ λέξιν ειπών, επανέρχεται προς τους εταίρους, οίτινες
-διαβουλεύονται ταπεινή τη φωνή.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις καλώς εποίησεν άρα γε αρνηθείς ούτως
-αυθεντικώς;
-
-Το μέλλον θα μας το διδάξη. Ότε δε είπον προς αυτόν περί του
-συμβάντος τούτου, μοι λέγει:
-
-«Ποτόν εις τους ανθρώπους τούτους! Προτιμώ να το ρίψωμεν εις
-την θάλασσαν!»
-
-
-
-ΛΔ'
-
-
-
- — _Τη 21 Δεκεμβρίου_. — Ουδέν ακόμη αποτέλεσμα του ανωτέρω
-συμβάντος, σήμερον τουλάχιστον.
-
-Επί τινας ώρας εκ νέου αναφαίνονται σπάροι κατά μήκος της
-σχεδίας και δυνάμεθα έτι να συλλάβωμεν μέγιστον αριθμόν. Τους
-στοιβάζομεν εντός βυτίου κενού, και η επαύξησις αύτη των
-προμηθειών παρέχει ημίν ελπίδας ότι υπό της πείνης τουλάχιστον
-δεν θα ταλαιπωρηθώμεν.
-
-Η εσπέρα επήλθεν, αλλ' άνευ της συνήθους δροσερότητος. Συνήθως
-αι νύκτες είνε δροσεραί υπό τους τροπικούς, αλλ' αύτη
-προμηνύεται ότι θα είνε πνιγηρά. Όγκοι ατμού περιστρέφονται
-βαρέως υπεράνω των κυμάτων. Την πρώτην δε ώραν και τριάκοντα
-λεπτά της πρωίας θα έχωμεν νουμηνίαν· όθεν το σκότος είνε βαθύ
-μέχρι της ώρας καθ' ήν αστραπαί θερμότητος, ών η έντασις
-θαμβώνει, φωτίζουσα τον ορίζοντα. Είνε δε αύται μακραί και
-ευρείαι ηλεκτρικαί εκκενώσεις, άνευ ωρισμένου σχήματος
-πυρπολούσαι μέγα διάστημα. Αλλά περί κεραυνού ουδείς λόγος και
-δύναταί τις μάλιστα ειπείν ότι η άκρα ηρεμία της ατμοσφαίρας
-εμποιεί φόβον.
-
-Επί δύο ώρας αναζητούντες εν τω αέρι πνοήν τινα ήττον καυστικήν
-η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ και εγώ, παρατηρούμεν τα
-προοίμια ταύτα της καταιγίδος, άτινα είνε ως τι δοκίμιον της
-φύσεως, και λησμονούντες την παρούσαν κατάστασιν, θαυμάζομεν το
-ύψιστον τούτο θέαμα της μάχης ηλεκτρικών νεφών, άτινα φαίνονται
-ως φρούρια μετά επάλξεων, ών η οφρύς στέφεται υπό πυρών. Και
-των αγριωτάτων ανθρώπων η ψυχή είνε ευαίσθητος εις τας μεγάλας
-σκηνάς, και βλέπω τους ναύτας παρατηρούντας μετά προσοχής την
-ακατάπαυστον ταύτην των νεφών κατάφλεξιν. Αναμφιβόλως
-παρατηρούσι δι' οφθαλμού τεταραγμένου τα «σκόρπια» ταύτα ως
-κοινώς λέγονται, διότι δεν διαμένουσιν επί ουδενός σημείου του
-διαστήματος, προαναγγέλλοντα προσεχή πάλην των στοιχείων. Τω
-όντι τι έμελλε να γίνη η σχεδία μεταξύ της μανίας του ουρανού
-και της θαλάσσης;
-
-Μέχρι του μεσονυκτίου μένομεν καθήμενοι εν τη πρύμνη. Αι
-φωτειναί δε αύται εκροαί, ών την λευκότητα η νυξ διπλασιάζει,
-διαχέουσιν εφ' ημών βαφήν τινα πελιδνήν, ομοίαν προς το
-φασματώδες εκείνο χρώμα, όπερ λαμβάνουσι τα αντικείμενα
-φωτιζόμενα υπό της φλογός οινοπνεύματος περιέχοντος άλας.
-
-«Φοβείσθε την καταιγίδα, μις Χέρμπυ; ερωτά ο Ανδρέας Λετουρνέρ
-την νεάνιδα.
-
- — Όχι, κύριε, αποκρίνεται η μις Χέρμπυ, το δε συναίσθημά μου
-είνε μάλλον σέβας. Δεν είνε εκ των ωραιοτάτων φαινομένων τα
-οποία δυνάμεθα να θαυμάσωμεν;
-
- — Ουδέν αληθέστερον, μις Χέρμπυ, υπολαμβάνει ο Ανδρέας
-Λετουρνέρ· μάλιστα δε όταν βροντά. Δύναται το ους να ακούση
-κρότον μεγαλοπρεπέστερον; Τι είνε προς αυτόν αι
-εκπυρσοκροτήσεις του πυροβολικού, οι ψόφοι εκείνοι οι ξηροί και
-άνευ βόμβου παρατεταμένου; Η βροντή γεμίζει την ψυχήν και είνε
-ήχος μάλλον ή κρότος, ήχος όστις αυξάνει και ελαττούται ως
-λεπτός φθόγγος αοιδού. Και διά να είπω το παν, μις Χέρμπυ,
-ουδέποτε φωνή καλλιτέχνου με συνεκίνησεν, όσον η μεγάλη αύτη
-και απαράμιλλος φωνή της φύσεως.
-
- — Φωνή βαθυφώνου, είπον εγώ γελών.
-
- — Τω όντι, αποκρίνεται ο Ανδρέας, και είθε να την ακούσωμεν
-εντός ολίγου, διότι αι άκροτοι αστραπαί είνε μονότονοι!
-
- — Νομίζεις, αγαπητέ μου Ανδρέα; απεκρίθην. Υπόμενε την
-καταιγίδα αν έλθη, αλλά μη την ποθής.
-
- — Καλά! αλλ' η καταιγίς είνε άνεμος!
-
- — Και νερόν, αναμφιβόλως, προσθέτει η μις Χέρμπυ, νερόν του
-οποίου έχομεν έλλειψιν!»
-
-Πολλά θα είχε τις να απαντήση προς τους δύο τούτους νέους, αλλά
-δεν θέλω να αναμίξω τον λυπηρόν πεζόν λόγον μου προς την
-ποίησίν των. Θεωρούσι την καταιγίδα εξ ειδικής όλως απόψεως,
-και επί μίαν ώραν τους ακούω ποιητικώς περί αυτής λαλούντας και
-επικαλουμένους αυτήν εξ όλης καρδίας.
-
-Εν τούτοις το στερέωμα κατά μικρόν εκρύβη όπισθεν του πάχους
-των νεφών. Τα άστρα σβέννυνται ανά έν εν τω ζενίθ, ολίγον μετά
-την εξαφάνισιν των ζωδιακών αστερισμών υπό τας ομίχλας του
-ορίζοντος. Οι μαύροι και βαρείς ατμοί στρογγυλούνται υπεράνω
-των κεφαλών μας και καλύπτουσι τους τελευταίους αστέρας του
-ουρανού. Κατά πάσαν στιγμήν ο όγκος ούτος διαχέει μεγάλας
-λάμψεις υπολεύκους, εφ' ών αποτυπούνται νεφύδρια υπότεφρα.
-
-Όλον τούτο το δοχείον του ηλεκτρισμού, το ιδρυμένον εν ταις
-υψηλαίς χώραις της ατμοσφαίρας, εκενώθη μέχρι της ώρας ταύτης
-αθορύβως. Αλλ' επειδή ο αήρ είνε ξηρός και ως εκ τούτου
-μάλιστα, κακός αγωγός, το ρευστόν θα δυνηθή να εκφύγη μόνον διά
-φοβερών συγκρούσεων, και μοι φαίνεται αδύνατον να μη εκραγή
-μετ' ου πολύ η καταιγίς μετ' άκρας σφοδρότητος.
-
-Την αυτήν γνώμην έχει και ο Κόρτις και ο αρχιναύτης, όστις ως
-μόνον οδηγόν έχει το ναυτικόν αυτού ένστιγμα όπερ είνε
-αλάθητον. Ο δε πλοίαρχος προς τω ενστίγματι τούτω του «ουέδερ
-ουάιζ», του μάντεως του καιρού, έχει και τας γνώσεις
-πεπαιδευμένου ανδρός. Μοι δεικνύει άνωθεν ημών σωρείαν πυκνών
-νεφών, άτινα οι μετεωρολόγοι καλούσι «κλουδ ριγγ» ό έστι
-δακτυλιόσχημα νέφη, σχηματιζόμενα σχεδόν μόνον εν ταις χώραις
-της διακεκαυμένης ζώνης, κεκορεσμένα δε όλα του ατμού, όν
-φέρουσιν οι ετησίαι εκ διαφόρων σημείων του Ωκεανού.
-
-«Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, είμεθα
-εν τη χώρα των καταιγίδων, διότι ο άνεμος ώθησε την σχεδίαν μας
-μέχρι ταύτης της ζώνης, όπου παρατηρητής έχων όργανα ευαίσθητα
-ήθελεν ακούη συνεχώς τους βόμβους της βροντής. Η παρατήρησις
-αύτη έχει γίνει προ πολλού ήδη, και εγώ την νομίζω ορθήν.
-
- — Μοι φαίνεται, απεκρίθην παραβάλλων το ους, ότι ακούω τους
-συνεχείς τούτους βόμβους περί ών λέγετε.
-
- — Πράγματι, είπεν ο Ροβέρτος Κόρτις, είνε οι πρώτοι βρόντοι
-της καταιγίδος, ήτις εντός δύο ωρών θα είνε σφοδροτάτη. Λοιπόν,
-θα είμεθα έτοιμοι εις υποδοχήν της!»
-
-Ουδείς ημών διανοείται να κοιμηθή, και δεν θα ηδύνατο, διότι ο
-αήρ είνε αποπνυκτικός. Αι αστραπαί ευρύνονται, αναπτυσσόμεναι
-ανά τον ορίζοντα εκτάσεως εκατόν μέχρι εκατόν πεντήκοντα
-μοιρών, και πυρπολούσι κατά διαδοχήν όλην την περιφέρειαν του
-ουρανού, εν ώ από της ατμοσφαίρας εκπέμπεται ως τις λάμψις
-φωσφορίζουσα.
-
-Τέλος οι βόμβοι των βροντών επιτείνονται και γίνονται οξύτεροι,
-αλλ' εάν δύναται τις να εκφρασθή ούτω, είνε έτι κρότοι
-στρογγύλοι, άνευ γωνιών εκρήξεως, βρόντοι ούς η ηχώ δεν
-διατρέφει ακόμη, θα ενόμιζέ τις ότι ο ουράνιος θόλος είν'
-επεστρωμένος διά των νεφών τούτων, ών το ελαστικόν καταπνίγει
-το εύηχον των ηλεκτρικών εκκενώσεων.
-
-Η θάλασσα μέχρι τούδε διατελεί ήρεμος, βαρεία, και μάλιστα
-στάσιμος. Εν τούτοις εκ των ευρειών διακυμάνσεων αίτινες
-υπεγείρουσιν ήδη αυτήν, οι ναυτικοί δεν απατώνται. Κατ' αυτούς
-η θάλασσα είνε «εν τω γίνεσθαι», αισθανομένη τον αντίκτυπον
-τρικυμίας τινός ενσκηψάσης εις το πέλαγος. Ο δεινός άνεμος δεν
-είνε μακράν και, κατά μέτρον συνετόν, εάν ήτο πλοίον τι, ήδη θα
-εστρέφετο πλάγιον, αλλ' η σχεδία δεν δύναται να χειρισθή, και
-θα καταντήση να παραδοθή τω ανέμω.
-
-Την πρώτην πρωινήν ώραν αστραπή ζωηρά συνοδευομένη υπό
-εκκενώσεως μετά διάλειμμά τινων δευτερολέπτων δεικνύει ότι η
-καταιγίς σχεδόν υπέρκειται ημών. Ο ορίζων εξαφανίζεται αίφνης
-εν υγρά ομίχλη και ήθελέ τις νομίση ότι καταπίπτει μεγαλωστί
-επί της σχεδίας.
-
-Πάραυτα φωνή ναύτου ακούεται:
-
-«Καταιγίς! καταιγίς!»
-
-
-
-ΛΕ'
-
-
-
- — _Νυξ της 21 προς την 22 Δεκεμβρίου_. — Ο αρχιναύτης, ορμά
-προς την υπέραν την συγκρατούσαν το ιστίον, και η κεραία
-υποστέλλεται πάραυτα. Ήτο δε καιρός, διότι η καταιγίς διέρχεται
-ως ανεμοστρόβιλος. Άνευ της κραυγής του ναύτου όστις έδωκεν
-ημίν είδησιν, θα ανετρεπόμεθα, ίσως δε και θα κατεκρημνιζόμεθα
-εις την θάλασσαν. Η δε σκηνή η κατά την πρύμναν ανηρπάγη υπό
-της ορμής της καταιγίδος.
-
-Αλλ' η σχεδία αν μη φοβήται αμέσως τον άνεμον, εάν είνε λίαν
-ταπεινή ώστε να μη δίδη λαβήν εις αυτόν, αλλ' όμως έχει να
-φοβήται τα τεράστια κύματα τα υπεγειρόμενα υπό της θυέλλης. Τα
-κύματα δε ταύτα επί τινα λεπτά της ώρας ήσαν πεπλατυσμένα και
-ως συντεθλιμμένα υπό την πίεσιν των στρωμάτων της ατμοσφαίρας·
-έπειτα δε ανηγέρθησαν σφοδρότερον, το δε ύψος των αυξάνει κατά
-λόγον μάλιστα της συμπιέσεως ήν υφίστανται.
-
-Πάραυτα η σχεδία ακολουθεί τας ατάκτους κινήσεις του σάλου
-τούτου και δεν εκτοπίζεται μεν περισσότερον αυτού, αλλ'
-ακατάπαυστος διαδρομή επιφέρει τουλάχιστον εις αυτήν
-ταλαντώσεις από της ετέρας πλευράς εις την ετέραν και από των
-έμπροσθεν εις τα όπισθεν.
-
-«Δεθήτε! δεθήτε!» αναφωνεί ο αρχιναύτης ρίπτων προ ημάς
-σχοινία.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις ήλθεν εις βοήθειαν ημών, και μετ' ου πολύ οι
-κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ είμεθα στερεώς προσδεδεμένοι
-επί του συγκροτήματος, και θα σαρωθώμεν μόνον εάν το συγκρότημα
-θραυσθή. Η δε μις Χέρμπυ εδέθη από της οσφύος επί τινος των
-κιόνων, οίτινες συνεκράτουν την σκηνήν. Εν τη λάμψει δε των
-αστραπών βλέπω το πρόσωπον αυτής γαλήνιον.
-
-Ήδη ο κεραυνός αποκαλύπτεται αδιαλείπτως διά του φωτός και της
-βροντής, οι δε οφθαλμοί ημών και τα ώτα είνε μεστά. Η βροντή
-δεν αναμένει την βροντήν, και την αστραπήν πριν σβεσθή
-διαδέχεται ετέρα αστραπή. Εν τω μέσω δε των εξαστραπτουσών
-τούτων εκλάμψεων, ο εξ ατμών θόλος φαίνεται όλος πυρπολούμενος.
-Θα ενόμιζε δέ τις ότι και ο Ωκεανός πυρπολείται ως ο ουρανός,
-και βλέπω πολλάς αστραπάς ανιούσας, αίτινες υψούμεναι από της
-οφρύος των κυμάτων, διασταυρούνται προς τας των νεφών. Δριμεία
-δε θειώδης οσμή διαχέεται εν τη ατμοσφαίρα, αλλά μέχρι του νυν
-ο κεραυνός φειδόμενος ημών έπληξε μόνον τα κύματα.
-
-Την δευτέραν πρωινήν ώραν η θύελλα διατελεί εν όλη αυτής τη
-μανία. Ο άνεμος μετετράπη εις λαίλαπα, ο δε σάλος, φοβερός ών,
-κινδυνεύει να εξαρθρώση την σχεδίαν. Ο ξυλουργός Δαούλας, ο
-Ροβέρτος Κόρτις, ο αρχιναύτης, άλλοι ναύται, επιχειρούσι να
-στερεώσωσιν αυτήν διά σχοινίων. Υπερμεγέθεις όγκοι θαλάσσης
-πίπτουσι καθέτως, και αι βαρείαι αύται καταιονήσεις
-διαβρέχουσιν ημάς μέχρι οστέων δι' ύδατος σχεδόν χλιαρού. Ο κ.
-Λετουρνέρ ρίπτεται προ των μαινομένων τούτων κυμάτων, ως θέλων
-να προασπίση τον υιόν του εκ συγκρούσεως καθ' υπερβολήν
-σφοδράς. Η δε μις Χέρμπυ είνε ακίνητος· ήθελεν υπολάβη τις
-αυτήν ως άγαλμα της καρτερίας.
-
-Την στιγμήν δε ταύτην εν τη οξεία των αστραπών λάμψει διακρίνω
-χονδρά νέφη, τα μάλα εκτεταμένα, και πιθανώς βαθύτατα, την
-χροιάν υπόπυρρα [85], και κρότος συνεχής ως όπλων
-εκπυρσοκρότησις αντήχησεν εν τη ατμοσφαίρα. Είνε δε ο κρότος
-ούτος ιδιάζων τις βρόμος, παραγόμενος εκ σειράς ηλεκτρικών
-εκκενώσεων, εις άς χονδροί κόκκοι χαλάζης χρησιμεύουσιν ως
-διάμεσα μεταξύ των αντικειμένων νεφών. Και τω όντι διά της
-συναντήσεως νέφους θυελλώδους και ρεύματος αέρος ψυχρού
-σχηματίζεται χάλαζα και καταπίπτει μεθ' υπερβολικής
-σφοδρότητος. Σφαιροβολούμεθα υπό των κόκκων τούτων της χαλάζης
-το μέγεθος καρύου, οίτινες πλήττουσι το κρηπίδωμα μετά λαμπρού
-μεταλλικού ήχου.
-
-Το μετέωρον τούτο επιμένει ούτω επί ημίσειαν ώραν και συντελεί
-εις τον κοπασμόν του ανέμου· αλλ' ούτος, αφ' ού μετεπήδησεν εις
-πάντα τα σημεία της πυξίδος, αναλαμβάνει έπειτα μετ'
-απαραμίλλου σφοδρότητος. Ο ιστός της σχεδίας θραυσθέντων των
-επιτόνων κλίνει πλαγίως, και σπεύδουσι να τον αποσπάσωσι της
-υποπτερνίδος του, ίνα μη θραυσθή σύρριζα. Το δε πηδάλιον
-εξαρθρούται υπό κύματος, και το ουράδιον εκπεσόν εκφεύγει και
-των αδυνάτων να το συγκρατήσωσι. Ταυτοχρόνως δε τα του
-αριστερού τοίχου δρύφακτα αποσπώνται και τα κύματα εισπίπτουσι
-διά του ρήγματος τούτου.
-
-Ο ξυλουργός και οι ναύται θέλουσι να διορθώσωσι την βλάβην,
-αλλά κωλυόμενοι υπό των τιναγμών, συγκυλίονται επ' αλλήλους,
-ότε η σχεδία ανεγειρομένη υπό τεραστίων κυμάτων κλίνει,
-σχηματίζουσα γωνίαν πλέον των τεσσαράκοντα πέντε μοιρών. Πώς οι
-άνδρες ούτοι δεν παρεσύρθησαν; Πώς δεν θραύονται τα σχοινία τα
-συγκρατούντα ημάς; Πώς δεν ερρίφθημεν πάντες εις την θάλασσαν;
-Ανεξήγητον. Εγώ δε, μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη ανατραπή η
-σχεδία κατά τινα των ατάκτων τούτων κινήσεων, και τότε, ως
-είμεθα δεδεμένοι επί των σανίδων τούτων, θα αποθάνωμεν εξ
-ασφυξίας μετά σπασμών!
-
-Τω όντι περί την τρίτην πρωινήν ώραν, καθ' ήν στιγμήν η λαίλαψ
-μαίνεται υπέρ ποτε σφοδρότερον, η σχεδία, ανάρπαστος γενομένη
-επί των νώτων κύματος, κλίνει προς την ετέραν πλευράν και
-κραυγαί φρίκης ρήγνυνται! Μέλλομεν να περιτραπώμεν! . . . Όχι .
-. . Η σχεδία συνεκρατήθη επί της οφρύος του κύματος εις ύψος
-ακατάληπτον, και υπό την επιτεταμένην λάμψιν των αστραπών,
-αίτινες πολυτρόπως διασταυρούνται, κατεπτοημένοι, έντρομοι,
-ηδυνήθημεν να περιλάβωμεν διά του βλέμματος την θάλασσαν
-ταύτην, την αφρίζουσαν ως εάν εθραύετο επί σκοπέλων.
-
-Έπειτα η σχεδία αναλαμβάνει σχεδόν πάραυτα την οριζόντειον
-αυτής θέσιν, αλλά κατά την πλαγίαν ταύτην εκτόπισιν τα εχμάτια
-[86] των βυτίων εθραύσθησαν· έν δε των βυτίων τούτων είδον
-διερχόμενον υπεράνω της σχεδίας, του δ' ετέρου απεσπάσθη ο
-πυθμήν και εξεχύθη το εν αυτώ ύδωρ.
-
-Ναύται ορμώσιν ίνα συγκρατήσωσι το δεύτερον βυτίον το περιέχον
-το παστόν κρέας· αλλά τινος αυτών ο πους συλλαμβάνεται μεταξύ
-των αραιωθεισών σανίδων του κρηπιδώματος, αίτινες πάλιν
-συσφίγγονται, ο δε τάλας ωρύεται υπό των αλγηδόνων.
-
-Θέλω να σπεύσω προς αυτόν και κατορθώ να λύσω τα συνέχοντά με
-σχοινία . . . Αλλά κατόπιν εορτής, και εν αστραπή θαμβούση το
-βλέμμα μου, βλέπω τον ταλαίπωρον, ού ο πους είχεν απαλλαγή,
-σαρωνόμενον υπό κύματος όπερ κατεκάλυψεν ημάς εξ ολοκλήρου. Και
-ο εταίρος αυτού συνεξηφανίσθη συν αυτώ, ουδενός ημών δυνηθέντος
-να σπεύση εις βοήθειαν αυτών.
-
-Εμέ δε το κύμα της θαλάσσης εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος, η
-κεφαλή μου προσέκρουσεν επί της γωνίας σφηκίσκου και
-ελιποθύμησα.
-
-
-
-ΛΣΤ'
-
-
-
- — _Τη 22 Δεκεμβρίου_. — Η ημέρα ήλθε τέλος, και ο ήλιος εφάνη
-μεταξύ των τελευταίων νεφών, ά κατέλιπεν η καταιγίς όπισθεν
-αυτής. Η πάλη αύτη των στοιχείων διήρκεσεν ώρας τινάς μόνον,
-αλλ' ήτο φρικώδης, αήρ και ύδωρ συνεκρούσθησαν μετ' απαραμίλλου
-βίας.
-
-Τα κυριώτατα των συμβάντων ηδυνήθην να καταδείξω, διότι η μετά
-την πτώσιν μου λιποθυμία δεν μ' αφήκε να παρατηρήσω το τέλος
-του κατακλυσμού τούτου. Ειξεύρω δε μόνον ότι, ολίγον μετά το
-μέγα κύμα, η καταιγίς εκόπασεν υπό βροχής ραγδαίας, και η
-ηλεκτρική της ατμοσφαίρας έντασις ηλαττώθη, ώστε η καταιγίς δεν
-παρετάθη πέρα της νυκτός. Αλλά κατά το χρονικόν τούτο διάστημα
-πόσας βλάβας επήνεγκεν ημίν, ποίας ανεπανορθώτους απωλείας, και
-κατ' ακολουθίαν πόσαι συμφοραί αναμένουσιν ημάς! Ουδέ καν
-ηδυνήθημεν να συλλέξωμεν μίαν σταγόνα εκ των χειμάρρων εκείνων
-της βροχής!
-
-Συνήλθον μεν διά των περιθάλψεων των κκ. Λετουρνέρ και της μις
-Χέρμπυ, αλλ' εις τον Ροβέρτον Κόρτις οφείλω ότι δεν εσαρώθην
-υπό δευτέρου τινός κύματος.
-
-Ο έτερος των απολεσθέντων δύο ναυτών κατά την τρικυμίαν είνε ο
-Ώστιν, νέος εικοσιοκτώ ετών, χρηστός, φιλόπονος και γενναίος, ο
-δ' έτερος είνε ο γηραιός Ιρλανδός Ο Ρέδυ, ο επιζήσας τοσούτοις
-ναυαγίοις.
-
-Δεκαέξ μόνον υπολειπόμεθα επί της σχεδίας, τούτ' έστι το ήμισυ
-σχεδόν των επί του _Σάνσελλορ_ επιβιβασθέντων εξηφανίσθη ήδη!
-
-Και νυν τι υπολείπεται ημίν ως προς τας τροφάς;
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις ηθέλησε να πληροφορηθή ακριβώς περί των
-προμηθειών. Εις τι συνίστανται και πόσον θα διαρκέσωσι.
-
-Το ύδωρ δεν θα λείψη ακόμη, διότι υπολείπονται έτι εν τω
-θραυσθέντι βυτίω δεκατέσσαρα γαλλόνια, — εξήκοντα πέντε λίτραι,
-— ό έστι υπέρ τας πεντήκοντα οκάδας, το δ' έτερον βυτίον είνε
-άθικτον. Αλλά το περιέχον το παστόν κρέας και τους ιχθύς ούς
-είχομεν αλιεύση, εσαρώθησαν αμφότερα, ουδενός όλως
-υπολειφθέντος. Διπυρίτου δε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν υπολογίζει
-πλέον των εξήκοντα λιτρών, τούτ' έστι τεσσαράκοντα επτά οκάδων,
-το σωθέν εκ των προσβολών της θαλάσσης.
-
-Εξήκοντα δε λίτραι διά δεκαέξ ψυχάς, είνε οκτώ ημερών τροφή
-προς ημίσειαν λίτραν, ό έστι προς εκατόν πεντήκοντα έξ δράμια
-τον άνθρωπον.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις γνωστοποιεί ημίν όλην την κατάστασιν των
-πραγμάτων, τον ηκούσαμεν δε εν σιωπή. Εν σιωπή ωσαύτως διήλθεν
-η ημέρα αύτη της 22 Δεκεμβρίου. Έκαστος διανοείται καθ' εαυτόν,
-αλλ' είνε προφανές ότι τα αυτά διανοήματα παράγονται εν τω
-πνεύματι πάντων. Μοι φαίνεται ότι βλέπομεν αλλήλους μετά
-οφθαλμών διαφόρων, και το φάσμα της πείνης επιφαίνεται ήδη.
-Μέχρι τούδε δεν εστερήθημεν ακόμη εντελώς πόσεως και βρώσεως·
-αλλά νυν η μερίς του ύδατος θα ελαττωθή κατ' ανάγκην, η δε του
-διπυρίτου . . .!
-
-Κατά τινα στιγμήν ελθών πλησίον του ομίλου των ναυτών,
-εξηπλωμένων εν τη πρώρα, ήκουσα τον Φλαίπολ λέγοντα μετά τινος
-ειρωνείας.
-
-«Όσοι έχουν σκοπόν ν' αποθάνουν, θα κάνουν καλά ν' αποθάνουν
-από τώρα.
-
- — Ναι, απεκρίθη ο Όουεν. Το ελάχιστον θ' αφήσουν το μερτικό
-τους 'ς τους άλλους!».
-
-Η ημέρα διήλθεν εν καταπτώσει και αθυμία πάντων. Έκαστος έλαβε
-το κεκανονισμένον ημίλιτρον του διπυρίτου. Καί τινες μεν
-κατεβρόχθισαν αυτό παραχρήμα, ούτως ειπείν, μετά λύσσης, τινές
-δε συνετώς ποιούντες, διέθεσαν αυτό μετά φειδούς. Μοι φαίνεται
-ότι ο μηχανικός Φάλστεν διήρεσε την μερίδα του εις τόσα μέρη
-οσάκις συνήθως τρώγει την ημέραν.
-
-Εάν τις μέλλη να επιζήση, ούτος θα είνε ο Φάλστεν.
-
-
-
-ΛΖ'
-
-
-
- — _Από της 23 μέχρι 30 Δεκεμβρίου_. — Μετά την καταιγίδα ο
-άνεμος μετετράπη εις Μέσην (ΒΑ) και διατηρείται ως αύρα. Δέον
-δε να επωφεληθώμεν, διότι τείνει εις το να φέρη ημάς πλησίον
-της γης. Ο ιστός ιδρυθείς εκ νέου επιμελεία του Δαούλα,
-στερεούται καλώς, το ιστίον επαίρεται εις το άκρον του ιστού,
-και η σχεδία ουριοδρομεί προς δυο μίλια μέχρι δύο και ήμισυ,
-την ώραν.
-
-Ενησχολήθησαν ωσαύτως εις το να προσαρμόσωσιν ουράδιον
-κατασκευασθέν εκ σφηκίσκων και πλατείας σανίδος. Ενεργεί δε το
-ουράδιον μετρίως πως, αλλ' όμως, ως τρέχει η σχεδία ωθουμένη
-υπό του ανέμου, δεν είνε χρεία μεγάλης προσπαθείας προς
-συγκράτησιν αυτής.
-
-Και το κρηπίδωμα επεσκευάσθη διά σφηνών και σχοινίων, δι' ών
-συσφίγγονται αι αποχωρισθείσαι σανίδες, τα δε της αριστεράς
-πλευράς δρύφακτα τα υπό κύματος ανάρπαστα γενόμενα,
-αναπληρούνται και σώζωσιν ημάς από των προσβολών της θαλάσσης.
-Ενί λόγω παν ό τι ήτο δυνατόν να γίνη προς στερέωσιν του εξ
-ιστών και κεραιών συγκροτήματος τούτου, εγένετο, αλλ' ο
-χείριστος των κίνδυνων δεν έγκειται εν τούτω.
-
-Μετά του αιθρίου ουρανού επανήλθε και ο τροπικός εκείνος
-καύσων, εξ ού τοσούτον εταλαιπωρήθημεν τας προηγουμένας ημέρας
-αλλά σήμερον ευτυχώς μετριάζεται υπό της πνοής του ανέμου. Της
-δε σκηνής αποκατασταθείσης εν τη πρύμνη της σχεδίας,
-καταφεύγομεν υπό την σκέπην αυτής εξ υπαμοιβής [87].
-
-Εν τούτοις το ανεπαρκές της διατροφής άρχεται γινόμενον μάλλον
-επαισθητότερον. Προφανώς πάσχομεν υπό πείνης. Αι παρειαί είνε
-κοίλαι, τα πρόσωπα λελεπτυσμένα. Των πλείστον ημών το κεντρικόν
-νευρικόν σύστημα προσεβλήθη απ' ευθείας, και η του στομάχου
-συστολή παράγει αίσθησιν αλγεινήν. Εάν προς φενακισμόν της
-πείνης ταύτης, εάν προς αποκοίμισιν αυτής είχομεν ναρκωτικόν
-τι, όπιον, φέρ' ειπείν, ή καπνόν, ίσως θα ήτο μάλλον ανεκτή.
-Όχι! των πάντων στερούμεθα!
-
-Ημών είς μόνος διαφεύγει την επιβάλλουσαν ταύτην ανάγκην, ο
-υποπλοίαρχος Ουάλτερ, κατατρυχόμενος υπό σφοδρού πυρετού, όστις
-και τον «τρέφει», αλλά δίψα φλογερά τον βασανίζει. Η μις
-Χέρμπυ, εν ώ εφύλαττε μέρος της μερίδος της υπέρ του ασθενούς,
-επέτυχε παρά του πλοιάρχου και συμπλήρωμα ύδατος· κατά παν δε
-τέταρτον ώρας εμβρέχει τα χείλη του υποπλοιάρχου. Ο Ουάλτερ
-μόλις και μετά βίας δύναται να προφέρη λέξιν, και δια του
-βλέμματος ευχαριστεί την ελεήμονα νεάνιδα. Ο τάλας! είνε
-καταδεδικασμένος, και αι επιμονώταται δε των περιθάλψεων δεν θα
-τον σώσωσιν. Εκείνος, τουλάχιστον, δεν μέλλει να ταλαιπωρηθή
-περισσότερον.
-
-Προς δε τούτοις φαίνεται σήμερον έχων συναίσθησιν της
-καταστάσεώς του, διότι με καλεί διά νεύματος. Έρχομαι και
-κάθημαι πλησίον του, εκείνος δε συναθροίζων όλας αυτού τας
-δυνάμεις και διά λέξεων διακεκομμένων μοι λέγει.
-
-«Κύριε Κάζαλλον, έχω ακόμη πολύ . .»
-
-Όσον ολίγον και αν ενδοιάζω να αποκριθώ, ο Ουάλτερ το παρατηρεί
-και επαναλαμβάνει;
-
-«Την αλήθειαν, όλην την αλήθειαν!
-
- — Δεν είμαι ιατρός και δεν δύναμαι. . .
-
-Δεν πειράζει! Αποκριθήτε μου σας παρακαλώ! . .»
-
-Παρατηρώ επί μακρόν τον άρρωστον, έπειτα θέτω το ους μου επί
-του στήθους του. Από τινων ημερών η φθίσις επροώδευσε προφανώς
-γιγαντίοις βήμασιν, είνε δε πολύ βέβαιον ότι ο έτερος των
-πνευμόνων δεν εργάζεται, ο δ' έτερος μόλις δύναται να επαρκέση
-εις τας χρείας της αναπνοής. Ο Ουάλτερ κατατρύχεται υπό
-πυρετού, όστις θα είνε το σημείον προσεχούς θανάτου εν ταις
-φυματικαίς νόσοις.
-
-Τι έχω ν' αποκριθώ εις το ερώτημα του υποπλοιάρχου;
-
-Το βλέμμα του όμως είνε τόσον ερωτηματικόν, ώστε αμηχανών
-επιζητώ υπεκφυγήν τινα!
-
-«Φίλε μου, τω λέγω, ουδείς εξ ημών, εν τη καταστάσει εν τη
-οποία διατελούμεν, δύναται να ελπίζη ότι θα ζήση πολύ. Τις
-οίδεν εάν εντός οκτώ ημερών πάντες όσους φέρει η σχεδία . . .
-
- — Εντός οκτώ ημερών!» ψιθυρίζει ο υποπλοίαρχος, ού το φλογερόν
-βλέμμα προσηλούται επάνω μου.
-
-Έπειτα στρέφει την κεφαλήν και φαίνεται αποκοιμιζόμενος.
-
-Τη 24, 25, και 26 Δεκεμβρίου ουδεμία μεταβολή της καταστάσεως
-ημών. Γυμναζόμεθα δε να μη αποθάνωμεν της πείνης, ει και
-λεγόμενον τούτο φαίνεται απίθανον. Αι διηγήσεις ναυαγίων
-συνεχώς αναφέρουσι γεγονότα συμφωνούντα προς όσα παρατηρώ
-ενταύθα, αλλ' αναγινώσκων εθεώρουν αυτάς υπερβολικάς. Και όμως
-δεν ήσαν· βλέπω δε καλώς ότι την έλλειψιν τροφής δύναται τις να
-υπομείνη πλέον ή όσον διενοούμην. Άλλως τε προς τη ημισεία
-λίτρα του διπυρίτου ο πλοίαρχος ενόμισε δέον να προσθέση τινάς
-σταγόνας βρανδεβίνου, αύτη δε η δίαιτα στηρίζει τας δυνάμεις
-ημών πλέον ή όσον θα ηδύνατό τις να φαντασθή. Αν ήμεθα
-εξησφαλισμένοι δι' ομοίας μερίδος επί δύο μήνας, επί ένα! Αλλ'
-η προμήθεια εξαντλείται, και έκαστος δύναται ήδη να προΐδη την
-στιγμήν καθ' ήν η λιτή αύτη διατροφή θα εκλίπη ολοσχερώς.
-
-Ανάγκη λοιπόν παντί σθένει να ζητήσωμεν από της θαλάσσης
-συμπληρωματικήν τροφήν, όπερ πολύ δυσχερές νυν. Εν τούτοις ο
-αρχιναύτης και ο ξυλουργός κατασκευάζουσι νέας ορμιάς διά
-σχοινιού εξελιχθέντος, τη προσθήκη καρφίων εξαχθέντων εκ των
-σανίδων του κρηπιδώματος.
-
-Τελειωθέντων των μηχανημάτων τούτων, ο αρχιναύτης φαίνεται
-αρκούντως ευηρεστημένος εκ του έργου του.
-
-«Δεν είνε δα και περίφημα αγκίστρια αυτά τα καρφιά, αλλά τέλος
-πάντων θα ειμπορούσαν να πιάσουν όπως και κάθε άλλο αγκίστρι,
-αν δεν μας έλειπε το δόλωμα! Αλλά 'μείς μόνον διπυρίτην έχομεν,
-και αυτός δεν πιάνει. Το πρώτον ψάρι που θα πιάσωμε, δεν θα
-δυσκολευθώ να δολώσω το αγκίστρι με το ζωντανό κρέας του.
-Λοιπόν εδώ είνε όλη η δυσκολία: πώς να πιάσωμε το πρώτο ψάρι!».
-
-Ορθώς λέγει ο αρχιναύτης, και πιθανώς η αλιεία θα αποβή
-άκαρπος. Τέλος αναρρίπτει τον κύβον, αι ορμιαί ρίπτονται, αλλ',
-ως ηδύνατό τις να προΐδη, ουδείς ιχθύς «δαγκάνει». Είνε δε
-άλλως τε πρόδηλον ότι αι θάλασσαι αύται ολίγον είνε
-ιχθυοτρόφοι.
-
-Κατά τας ημέρας της 28 και της 29 αι απόπειραι ημών μάτην
-εξηκολούθησαν διότι τα τεμάχια του διπυρίτου, δι' ών εδολώθησαν
-αι ορμιαί, διαλύονται εν τω ύδατι, ώστε ανάγκη να παραιτηθώμεν.
-Άλλως τε και μάτην δαπανώμεν την ουσίαν ταύτην, ήτις αποτελεί
-την μόνην ημών τροφήν, και ήδη περιήλθομεν εις το σημείον να
-μετρώμεν και τα ψιχία αυτής.
-
-Ο αρχιναύτης, στερούμενος άλλου μέσου, επινοεί τότε να
-προσαρμόση επί του καρφίου των ορμιών ράκος υφάσματος. Η μις
-Χέρμπυ τω δίδει τεμάχιον εκ του περικαλύπτοντος αυτήν ερυθρού
-περιωμίου. Ίσως δε το ράκος τούτο, στίλβον υπό το ύδωρ, ελκύση
-αδηφάγον τινά ιχθύν.
-
-Η νέα αύτη δοκιμή εγένετο την 30 του μηνός. Επί πολλάς ώρας αι
-ορμιαί είνε βεβυθισμέναι, αλλ' ότε τας ανασύρουσι, το ερυθρόν
-ράκος διατελεί άθικτον.
-
-Ο αρχιναύτης είνε όλως άθυμος, διότι και το δόλωμα τούτο
-απέτυχε. Τι δεν θα εδίδομεν ίνα συλλάβωμεν τον πρώτον τούτον
-ιχθύν, όστις θα επέτρεπεν ίσως να αλιεύσωμεν και άλλους!
-
-«Άλλο έν μέσον θα εχρησίμευε διά να δολώσωμεν τας ορμιάς μας,
-μοι είπεν ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή.
-
- — Ποίον; ηρώτησα.
-
- — Θα το μάθετε αργότερα!», αποκρίνεται ο αρχιναύτης ατενίζων
-με μετά παραδόξου τρόπου.
-
-Τι να σημαίνωσιν οι λόγοι ούτοι, λεγόμενοι υπ' ανδρός όστις
-αείποτε μ' εφάνη λίαν επιφυλακτικός; Όλην νύκτα εσκεπτόμην περί
-τούτου.
-
-
-
-ΛΗ'
-
-
-
- — _Από της 1 μέχρι της 5 Ιανουαρίου_. — Τρεις μήνες και πλέον
-παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν το Κάρλεστον επί του _Σάνσελλορ_,
-επί είκοσι δε ημέρας φερόμεθα επί της σχεδίας ταύτης, παίγνια
-των ανέμων και των ρευμάτων. Προέβημεν άρα γε προς δυσμάς προς
-την Αμερικανικήν ακτήν, ή μάλλον μας έρριψεν η τρικυμία εις το
-πέλαγος μακράν πάσης γης; Ουδ' είνε καν πλέον δυνατόν να το
-εξακριβώσωμεν, διότι κατά την τελευταίαν θύελλαν, ήτις εγένετο
-ημίν ούτως ολεθρία, τα όργανα του πλοιάρχου συνετρίβησαν, ει
-και κατεβλήθη πάσα πρόνοια περί διαφυλάξεως αυτών. Ο Ροβέρτος
-Κόρτις δεν έχει πλέον ούτε πυξίδα, ίνα εύρη την διεύθυνσιν ήν
-έχομεν, ούτε εξάντα ίνα λάβη ύψος. Είμεθα άρα γε πλησίον ακτής
-ή απέχομεν εκατοστύας μιλίων; Αδύνατον να το ειξεύρωμεν αλλ'
-αφ' ού πάσαι αι περιπτώσεις είνε εναντίον ημών, είνε πολύς
-φόβος μήπως είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι.
-
-Εν τη άκρα ταύτη άγνοια περί της καταστάσεως ημών ενυπάρχει τι
-το απελπιστικόν, αναμφιβόλως· αλλ' όμως, επειδή η ελπίς
-ουδέποτε εγκαταλείπει την ανθρωπίνην καρδίαν, αγόμεθα ενίοτε να
-πιστεύωμεν, παρά πάντα λόγον, ότι η ακτή είνε εγγύς. Όθεν
-έκαστος παρατηρεί τον ορίζοντα και αναζητεί να διακρίνη επί της
-καθαρωτάτης εκείνης γραμμής σχήμα τι γης. Προς τούτο οι
-οφθαλμοί ημών, ημών των επιβατών, εξαπατώσιν ημάς αδιαλείπτως
-και καθιστώσι την πλάνην ημών αλγεινοτέραν. Νομίζομεν ότι
-βλέπομεν. . . αλλά δεν είνε τίποτε, είνε νέφος, είνε ομίχλη,
-είνε κυματισμός του σάλου. Ουδεμία γη είνε εκεί πέραν, ουδέν
-πλοίον αποτυπούται επί της υποτέφρου εκείνης περιμέτρου, ένθα
-συγχέονται θάλασσα και ουρανός. Η σχεδία είνε αείποτε το
-κέντρον της ερήμου ταύτης περιφερείας.
-
-Την 1 Ιανουαρίου εφάγομεν τον τελευταίον ημών διπυρίτην, ή
-μάλλον ειπείν, τα τελευταία ψυχία του διπυρίτου. Την 1
-Ιανουαρίου! Ποίας αναμνήσεις η ημέρα αύτη ενθυμίζει, και εν
-αντιπαραβολή πόσον μας φαίνεται αξιοθρήνητος! Η ανανέωσις του
-έτους και αι ευχαί άς η «πρώτη του έτους» προκαλεί, αι
-οικογενειακαί διαχύσεις άς επιφέρει, η ελπίς ής πληρούται η
-καρδία, ουδέν τούτων είνε πλέον εις ημάς! Αι δε λέξεις «Σας
-εύχομαι αίσιον το νέον έτος» άς προφέρει τις μειδιών, τις ημών
-ήθελε τολμήση να τας εκστομίση; Τις ήθελε τολμήση να ελπίση
-μίαν και μόνην ημέραν δι' εαυτόν καν;
-
-Και όμως ο αρχιναύτης ελθών προς με και ατενίζων με κατά τρόπον
-αλλόκοτον:
-
-«Κύριε Κάζαλλον, μοι είπε, σας εύχομαι να διέλθετε αισίως. . .
-
- — Το νέον έτος;
-
- — Όχι, την σημερινήν ημέραν και μάλιστα είνε πολύ γενναιότης
-από μέρους μου, διότι, μάθετε, δεν υπάρχει πλέον τίποτε
-τρόφιμον, εις την σχεδίαν.»
-
-Τίποτε πλέον, πάντες γινώσκομεν τούτο, και όμως την επιούσαν,
-ότε ήλθεν η ώρα της ημερησίας διανομής, εκπληττόμεθα ως εάν μη
-είχομεν είδησιν του πράγματος. Δεν δύναταί τις να πιστεύση εις
-την τελείαν ταύτην σιτοδείαν.
-
-Περί την εσπέραν αισθάνομαι στροφούς εν τω στομάχω
-σφοδροτάτους, οίτινες προκαλούσι χασμήματα αλγεινά. Έπειτα δε
-πραΰνονται κατά τι μετά δύο ώρας.
-
-Την επιούσαν, 3 του μηνός, εκπλήττομαι, διότι δεν πάσχω
-περισσότερον. Αισθάνομαι δε εν εμοί κενόν άπειρον, αλλά το
-συναίσθημα τούτο είνε τουλάχιστον ηθικόν τε και φυσικόν. Η
-κεφαλή μου βαρεία και δυσκόλως ισορροπούσα, μοι φαίνεται
-σαλεύουσα επί των ώμων μου, και αισθάνομαι τους ιλίγγους
-εκείνους, ούς γεννά η άβυσσος όταν κύπτωμεν υπεράνω αυτής.
-
-Αλλά τα συμπτώματα ταυτά δεν είνε τα αυτά εις πάντας. Τινές των
-συμπλωτήρων μου πάσχουσιν ήδη δεινώς. Μεταξύ άλλων ο ξυλουργός
-και ο αρχιναύτης, οίτινες είνε φύσει πολυφάγοι. Αι βάσανοι
-αναγκάζουσιν αυτούς να κραυγάζωσιν ακουσίως, και είνε
-αναγκασμένοι να σφιγχθώσι διά σχοινίου. Και είμεθα εν τη
-δευτέρα μόνον ημέρα!
-
-Α! το ημίλιτρον εκείνο του διπυρίτου, την ισχνήν εκείνην μερίδα
-ήτις εφαίνετο άρτι λίαν ανεπαρκής, πώς την εμεγέθυνεν τότε η
-επιθυμία ημών! Πόσον ήτο υπερμεγέθης, φαίνεται ημίν νυν ότε
-ουδέν έχομεν πλέον! Το τεμάχιον εκείνο του διπυρίτου εάν
-διενέμετο έτι, εάν έδιδον ημίν το ήμισυ, το τέταρτον μόνον, θα
-επήρκει εις συντήρησιν πολλών ημερών! θα το ετρώγομεν ψίχα
-ψίχα!
-
-Εν πόλει πολιορκουμένη, περιελθούση εν τη εσχάτη σιτοδεία,
-δύναταί τις έτι εν τοις ερειπίοις, εν τοις ρυακίοις, εν ταις
-γωνίαις να εύρη οστούν λιπόσαρκον, ρίζαν τινά ερριμμένην,
-εξαπατώσαν στιγμιαίως την πείναν! Αλλ' επί των σανίδων τούτων,
-άς τοσάκις τα κύματα εσάρωσαν, ών τα αραιώματα ανεσκελεύθησαν
-ήδη, ών εξέσθησαν αι γωνίαι, ένθα ο άνεμος πιθανόν να είχεν
-ωθήση τινά περισσεύματα, τι θα ηδύνατό τις να αναζητήση πλέον;
-
-Το μήκος των νυκτών είνε μέγα — μείζον και των ημερών! Μάτην
-ζητεί τις εν τω ύπνω στιγμιαίαν ανακούφισιν! Ο ύπνος, και εάν
-κατορθώνη να κλείη τους οφθαλμούς ημών, ουδέν άλλο είνε η
-πυρετώδης νάρκωσις μεστή εφιαλτών.
-
-Εν τούτοις την νύκτα ταύτην, καταβαλλόμενος υπό του καμάτου έν
-τινι στιγμή καθ' ήν και η πείνα μου εκοιμάτο, ηδυνήθην να
-αναπαυθώ επί τινας ώρας.
-
-Την επιούσαν, ώρα έκτη, αφυπνίσθην υπό αλαλαγμών εξηχούντων επί
-της σχεδίας. Εξεγείρομαι διά μιας και κατά την πρώραν βλέπω τον
-μαύρον Γύγξτροπ και τους ναύτας Όουεν, Φλαίπολ Ουίλσων, Βάρκε,
-Σάνδων συνηθροισμένους εν στάσει επιθετική. Οι άθλιοι ούτοι
-ήρπασαν εργαλεία του ξυλουργού, πέλεκυν, σφύραν, σμίλην, και
-απειλούσι τον πλοίαρχον, τον αρχιναύτην και τον Δαούλαν.
-Πάραυτα δε σπεύδω εκεί ένθα ίστατο ο Ροβέρτος Κόρτις και οι
-μετ' αυτού, με παρακολουθεί δε και ο Φάλστεν. Ημείς δε μόνα
-όπλα έχομεν τα μαχαίριά μας, αλλ' ουδέν ήττον έχομεν ακράδαντον
-απόφασιν να αμυνθώμεν.
-
-Ο Όουεν και ο όχλος του βαίνουσιν εναντίον ημών. Οι άθλιοι είνε
-οινοβαρείς, διότι την νύκτα έθραυσαν τον κόρον του βρανδεβίνου
-και έπιον κατά κόρον.
-
-Αλλά τι θέλουσι;
-
-Ο Όουεν και ο μαύρος Γύγξτροπ, οι ήττον μεθύοντες, εξερεθίζουσι
-τους άλλους να σφάξωσιν ημάς, εκείνοι δε υπείκουσιν εις
-οινοπνευματώδη τινά μανίαν.
-
-«Κάτω ο Κόρτις! αναφωνούσι. 'Σ την θάλασσαν ο πλοίαρχος! Όουεν
-αρχηγός! Όουεν αρχηγός!»
-
-Ηγέτης αυτών είνε ο Όουεν, ο δε μαύρος είνε ο δεύτερος. Το
-μίσος των δύο τούτων ανθρώπων κατά των ιδίων αξιωματικών
-εκδηλούται την στιγμήν ταύτην διά βιαιοπραγίας, ήτις και αν
-επετύγχανε δεν θα έσωζεν όμως την ημετέραν κατάστασιν. Αλλ' οι
-οπαδοί αυτών, ανίκανοι όντες προς ορθήν σκέψιν και ωπλισμένοι,
-ημών αόπλων όντων, καθιστώσιν αυτούς επιφόβους.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις βλέπων αυτούς προχωρούντας, έρχεται προς
-αυτούς και μετά φωνής ισχυράς αναφωνεί:
-
-«Κάτω τα όπλα!
-
- — Κτυπάτε τον τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν.
-
-Ο άθλιος παροξύνει τους συνενόχους του διά σχήματος, αλλ' ο
-Ροβέρτος Κόρτις, απωθών τον μεθύοντα όμιλον, πορεύεται κατ'
-ευθείαν προς τον Όουεν και τον ερωτά:
-
-«Τι θέλεις;
-
- — Δεν θέλομεν ανώτερον εδώ μέσα! αποκρίνεται ο Όουεν. Όλοι
-είμαστε ένα πράγμα!»
-
-Κτήνος ηλίθιον! Ως εάν μη ήμεθα τάχα πάντες ίσοι ενώπιον της
-δυστυχίας!
-
-«Όουεν, αναφωνεί εκ δευτέρου ο πλοίαρχος, κάτω τα όπλα!
-
- — Απάνω τους, παιδιά!» αναφωνεί ο Όουεν.
-
-Αγών συνάπτεται. Ο Όουεν και ο Ουίλσων εφορμώσι κατά του
-Ροβέρτου Κόρτις, όστις αποκρούει τας πληγάς των διά τεμαχίου
-σφηκίσκου, ο δε Βάρκε και ο Φλαίπολ επιπίπτουσι κατά του
-Φάλστεν και του αρχιναύτου. Εγώ δε ενώπιόν μου έχω τον μαύρον
-Γύγξτροπ, όστις κραδαίνων σφύραν θέλει να με πλήξη. Προσπαθώ να
-τον περιβάλω διά των βραχιόνων μου, ίνα παραλύσω τας κινήσεις
-του, αλλ' η μυική ισχύς του αχρείου είνε ανωτέρα της εμής.
-Παλαίσας επί τινας στιγμάς, αισθάνομαι ότι θα καταβληθώ, ότε ο
-Γύγξτροπ κατακυλίεται επί του κρηπιδώματος συμπαρασύρων και
-εμέ. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ειχε συλλάβη αυτόν από του ποδός και
-τον έρριψε κατά γης.
-
-Η επέμβασις αύτη μ' έσωσεν. Ο μαύρος πίπτων αφήκε το όπλον του,
-εγώ δε αρπάσας αυτό κινούμαι να του συντρίψω την κεφαλήν . . .
-Αλλ' η χειρ του Ανδρέα κρατεί ήδη και εμέ.
-
-Τω όντι οι στασιάζοντες κατετροπώθησαν εις την πρώραν της
-σχεδίας.
-
-Ο δε Ροβέρτος Κόρτις εκκλίνας τας επιθέσεις του Όουεν, αρπάζει
-πέλεκυν και υψώσας την χείρα καταφέρει αυτόν.
-
-Αλλ' ο Όουεν αποσύρεται πλαγίως, ο δε πέλεκυς ευρίσκει τον
-Ουίλσων κατάστηθα. Ο άθλιος ανατρέπεται, και πεσών εκτός της
-σχεδίας γίνεται άφαντος.
-
-«Σώσατέ τον! σώσατέ τον! αναφωνεί ο αρχιναύτης.
-
- — Είνε νεκρός! αποκρίνεται ο Δαούλας.
-
- — Αι! ίσα ίσα δι' αυτό. . . . !» αναφωνεί ο αρχιναύτης και δεν
-συμπληροί την φράσιν του.
-
-Αλλ' ο θάνατος του Ουίλσων καταπαύει τον αγώνα. Ο Φλαίπολ και ο
-Βάρκε εν τω εσχάτω βαθμώ της μέθης αμφότεροι κατάκεινται
-ακίνητοι· ημείς δε εφορμώμεν επί του Γύγξτροπ και τον δένομεν
-στερεώς επί της ρίζης του ιστού.
-
-Ο δε Όουεν κατεβλήθη υπό του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Τότε
-δε ο Ροβέρτος ελθών πλησίον, λέγει προς αυτόν:
-
-«Την προσευχήν σου, διότι θ' αποθάνης!
-
- — Έχετε λοιπόν και καλά όρεξιν να με φάτε!» είπεν ο Όουεν μετ'
-απαραμίλλου αναιδείας.
-
-Η σκληρά αύτη απόκρισις σώζει την ζωήν του. Ο Ροβέρτος Κόρτις
-απορρίπτει τον πέλεκυν, όν είχεν υψώση κατά του Όουεν, και
-ωχρότατος απέρχεται και κάθηται εν τη πρύμνη της σχεδίας.
-
-
-
-ΛΘ'
-
-
-
- — _Τη 5 και 6 Ιανουαρίου_. — Η σκηνή αύτη ενεποίησε βαθείαν
-εντύπωσιν. Η απόκρισις του Όουεν, εν αις περιστάσεσι
-διατελούμεν, είνε τοιαύτη, ώστε κατέβαλε και τους
-δραστηριωτάτους.
-
-Ευθύς ως επήλθε τις γαλήνη εις το πνεύμα μου, ηυχαρίστησα
-ενθέρμως τον νέον Λετουρνέρ, ού η επέμβασίς μοι έσωσε την ζωήν.
-
-«Μ' ευχαριστείτε, αποκρίνεται ο Ανδρέας, εν ώ έπρεπεν ίσως να
-με καταράσθε.
-
- — Σε, Ανδρέα;
-
- — Κύριε Κάζαλλον, ουδέν άλλο έπραξα ή μόνον παρέτεινα τας
-ταλαιπωρίας σας!
-
- — Δεν πειράζει, κύριε Λετουρνέρ, λέγει τότε η μις Χέρμπυ,
-ερχομένη πλησίον ημών, επράξατε το καθήκον σας!».
-
-Αείποτε το συναίσθημα του καθήκοντος στηρίζει την νεάνιδα
-ταύτην.
-
-Έγινε κάτισχνος υπό των στερήσεων. Τα ενδύματά της εκβαφέντα
-υπό της υγρασίας, κατεσχισμένα υπό των συγκρούσεων, κυμαίνονται
-αθλίως, αλλ' ουδέν παράπονον εξέρχεται του στόματός της, και
-δεν θα καταβληθή ευχερώς.
-
-«Κύριε Κάζαλλον, μ' ερωτά, είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν
-της πείνης;
-
- — Μάλιστα, μις Χέρμπυ, αποκρίνομαι σκληρώς πως.
-
- — Και πόσον ειμπορεί να ζήση ο άνθρωπος χωρίς να τρώγη;
-
- — Περισσότερον παρ' όσον νομίζει. Ίσως μακράς ατελευτήτους
-ημέρας
-
- — Οι έχοντες καλήν κράσιν υποφέρουσι περισσότερον, δεν είν'
-αλήθεια;
-
- — Μάλιστα, αλλά και αποθνήσκουσι ταχύτερον, προς αποζημίωσιν
-τρόπον τινά!».
-
-Πώς ηδυνήθην να αποκριθώ ούτω προς την νεάνιδα; Τι! δεν εύρον
-λόγον τινά παραμυθητικόν να τη είπω! Τη έρριψα κατά πρόσωπον
-την κτηνώδη αλήθειαν! Άρα γε παν συναίσθημα φιλανθρωπίας
-απεσβέσθη εν εμοί; Ο Ανδρέας Λετουρνέρ και ο πατήρ του,
-ακούοντές με, ατενίζουσί με επανειλημμένως διά των μεγάλων
-λαμπρών οφθαλμών των, ούς η πείνα διαστέλλει. Και ερωτώσιν
-εαυτούς εάν εγώ τω όντι είμαι ο λαλών ούτω.
-
-Μετ' ολίγας στιγμάς ότε είμεθα μόνοι, η μις Χέρμπυ μοι λέγει
-ταπεινή τη φωνή.
-
-«Κύριε Κάζαλλον, μοι κάμνετε, παρακαλώ, μίαν χάριν;
-
- — Μάλιστα, μις, απεκρίθην συγκεκινημένος ήδη, και έτοιμος τα
-πάντα να πράξω χάριν της νεάνιδος.
-
- — Αν αποθάνω προ υμών, εξακολουθεί η μις Χέρμπυ, — και τούτο
-δυνατόν να συμβή αν και είμαι ασθενεστέρα, δότε μοι υπόσχεσιν
-ότι θα ρίψετε το πτώμα μου εις την θάλασσαν.
-
- — Μις Χέρμπυ, έπταισα . . .
-
- — Όχι, όχι προσθέτει υπομειδιώσα, επράξατε άριστα και μοι
-ελαλήσατε όπως ελαλήσατε. Αλλά υπόσχεσθε ότι θα πράξετε ό τι
-σας ζητώ; Είνε αδυναμία μου. Ζώσα δεν φοβούμαι τίποτε . . ,
-αλλά νεκρά . . . Δότε μοι υπόσχεσιν ότι θα με ρίψετε εις την
-θάλασσαν».
-
-Έδωκα υπόσχεσιν, η δε μις Χέρμπυ μοι τείνει την δεξιάν, και
-αισθάνομαι τους ισχνούς δακτύλους της θλίβοντας ασθενώς τους
-εμούς.
-
-Μία έτι νυξ παρήλθεν. Εκ διαλειμμάτων αι αλγηδόνες μου είνε
-ούτω δειναί, ώστε μ' εκφεύγουσι κραυγαί· έπειτα πραΰνονται και
-μένω βεβυθισμένος τρόπον τινά εν νάρκη. Συνερχόμενος δε
-εκπλήττομαι ανευρίσκων ζώντας έτι τους συμπλωτήρας μου.
-
-Ο μάλιστα πάντων ημών ευχερέστατα υφιστάμενος τας στερήσεις
-ταύτας είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ, περί ού ελάχιστος μέχρι
-τούδε λόγος εγένετο. Ούτος είνε μικρός το ανάστημα, έχων
-φυσιογνωμίαν κοθόρνου, βλέμμα θωπευτικόν, μειδιών συνεχώς
-μειδίαμα «όπερ μόνον τα χείλη του κινεί», ημικλείστους συνήθως
-έχων τους οφθαλμούς, ως θέλων να αποκρύπτη τους διαλογισμούς
-του, το όλον δε του ανδρός αποπνέει το κίβδηλον αυτού. Είνε
-υποκριτής, δύναμαι να ομόσω περί τούτου. Και τω όντι, ειπών ότι
-αι στερήσεις επιδρώσιν επ' αυτού ολιγώτερον, δεν λέγω ότι δεν
-παραπονείται δι' αυτό, τουναντίον μάλιστα στενάζει αδιαλείπτως,
-αλλ' ουκ οίδα διατί οι στεναγμοί του μοι φαίνονται
-προσπεποιημένοι. Θα το ίδωμεν. Θα επιτηρώ τον άνθρωπον τούτον,
-διότι έχω περί αυτού υποψίας, αίτινες καλόν είνε να
-διαλευκανθώσι.
-
-Σήμερον, 6 Ιανουαρίου, ο κ. Λετουρνέρ λαβών με κατ' ιδίαν, προς
-την πρύμναν της σχεδίας, φαίνεται επιθυμών να μοι ανακοινώση
-«ανακοίνωσίν τινα μυστικήν». Επιθυμεί δε ούτε να τον ίδη τις
-ούτε να τον ακούση.
-
-Μεταβαίνομεν εις την γωνίαν του αριστερού τοίχου, και επειδή
-ήδη άρχεται η νυξ, ουδείς δύναται να μας ίδη.
-
-«Κύριε, μοι λέγει ταπεινή τη φωνή ο κ. Λετουρνέρ, ο Ανδρέας
-είνε πολύ αδύνατος. Ο υιός μου αποθνήσκει της πείνης! Κύριε,
-δεν ειμπορώ πλέον να βλέπω τούτο το πράγμα, όχι, δεν ειμπορώ να
-το βλέπω.»
-
-Ο κ. Λετουρνέρ λαλεί διά τρόπου, εν ώ αισθάνομαι οργήν
-καταστελλομένην, και η φωνή του έχει τι το άγριον. Α! κατανοώ
-τι θα υποφέρη ο πατήρ ούτος!
-
-«Κύριε, τω λέγω λαμβάνων την χείρα του, μη απελπιζώμεθα ίσως
-πλοίον τι . . .
-
- — Κύριε, επαναλαμβάνει ο πατήρ διακόπτων με, δεν έρχομαι να
-σας ζητήσω παραμυθίας τετριμμένας. Δεν θα περάση πλοίον, το
-ειξεύρετε κάλλιστα. Όχι, περί άλλου πρόκειται. Από πότε ο υιός
-μου, σεις ο ίδιος και οι άλλοι έχετε να φάγετε;»
-
-Εις την ερώτησιν ταύτην ήν ακούω μετ' εκπλήξεως, αποκρίνομαι:
-
-«Την 2 Ιανουαρίου εξέλιπεν ο διπυρίτης, και σήμερον έχομεν 6
-Ιανουαρίου. Τεσσάρας λοιπόν ημέρας . . .
-
- — Έχετε να φάγετε! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ. Εγώ λοιπόν έχω
-οκτώ!
-
- — Οκτώ ημέρας!
-
- — Μάλιστα! οικονόμισα διά τον υιόν μου!»
-
-Ως ήκουσα τους λόγους τούτους, δάκρυα εκχύνονται εκ των
-οφθαλμών μου. Αρπάζω τας χείρας του κ Λετουρνέρ . . . μόλις
-δυνάμενος να αρθρώσω λέξιν. Τον ατενίζω! . . οκτώ ημέρας!
-
-«Κύριε, τω λέγω τέλος, τι θέλετε απ' εμέ;
-
- — Σουτ! όχι τόσον δυνατά! Ψυχή να μη μας ακούση!
-
- — Λέγετε λοιπόν! . .
-
- — Θέλω . ., είπε ταπεινών την φωνήν, . . να προσφέρετε εις τον
-Ανδρέαν . . .
-
- — Αλλά σεις ο ίδιος δεν ειμπορείτε; . . .
-
- — Όχι! όχι! . . θα νομίση ότι εγώ εστερήθην χάριν αυτού . . .
-και θα μ' αποποιηθή . . . Όχι! πρέπει να προέλθη από σας . . .
-
- — Κύριε Λετουρνέρ! . .
-
- — Εξ οίκτου! κάμετέ μου αυτήν την χάριν . . . την μεγίστην
-χάριν την οποίαν δύναμαι να σας ζητήσω . . . Άλλως τε . . . διά
-τον κόπον σας . .»
-
-Και λαβών την χείρα μου εθώπευσεν αυτήν ελαφρώς.
-
-«Διά τον κόπον σας . . . Ναι . . . θα φάγετε και σεις . . .
-ολίγον! . .»
-
-Ταλαίπωρε πάτερ! Ακούων αυτόν τρέμω ως παιδίον. Το όλον μου
-φρικιά και η καρδία μου πάλλει σφοδρότατα! Ταυτοχρόνως
-αισθάνομαι ότι ο κ. Λετουρνέρ παρεισάγει εις την χείρα μου
-μικρόν τεμάχιον διπυρίτου.
-
-«Προσοχή μη σας ίδη ψυχή!, μοι λέγει, διότι τα τέρατα θα σας
-εδολοφόνουν! Έχω ακόμη δι' άλλην μίαν ημέραν . . . αλλά αύριον
-. . . θα σας παραδώσω άλλο τόσον!»
-
-Ο τάλας δυσπιστεί προς με! και ίσως έχει δίκαιον, διότι,
-αισθανόμενος εγώ το τεμάχιον του διπυρίτου μεταξύ των χειρών
-μου, μικρού δειν εκινήθην να το βάλω εις το στόμα μου!
-
-Αλλ' αντέσχον· οι δε αναγινώσκοντές με ας νοήσωσι παν ό τι η
-γραφίς μου αδυνατεί ενταύθα να εκφράση.
-
-Επελθούσης της νυκτός μετά της ιδιαζούσης εκείνης ταχύτητος εις
-τα ταπεινά πλάτη, παρεισδύω πλησίον του Ανδρέου και τω υποβάλλω
-το μικρόν εκείνο τεμάχιον του διπυρίτου «ως εξ εμού
-προερχόμενον».
-
-Ο νέος ρίπτεται επ' αυτού και έπειτά μοι λέγει:
-
-«Και ο πατήρ μου;»
-
-Εγώ δε τω αποκρίνομαι ότι και ο κ. Λετουρνέρ έλαβε το μερίδιόν
-του . . και εγώ το εμόν . . . και ότι αύριον . . . τας επομένας
-ημέρας, θα δύναμαι αναμφιβόλως να τω παρέχω έτι . . . ας λάβη .
-. . ας λάβη. . .!
-
-Ο Ανδρέας δεν μ' ηρώτησε πόθεν προήρχετο ο διπυρίτης εκείνος,
-και απλήστως έβαλε το τεμάχιον εις το στόμα του.
-
-Και την εσπέραν εκείνην, ει και ο κ. Λετουρνέρ μοι προσέφερεν,
-δεν έφαγον τίποτε! . . τίποτε!
-
-
-
-Μ'
-
-
-
- — _Τη 7 Ιανουαρίου_ — Από τινων ημερών το θαλάσσιον ύδωρ, το
-σαρώνον αδιαλείπτως σχεδόν το κρηπίδωμα της σχεδίας, άμα
-εγειρομένου του σάλου, εξηρέθισε το δέρμα των ποδών και των
-κνημών τινων εκ του πληρώματος. Ο Όουεν, όν ο αρχιναύτης κρατεί
-δέσμιον εν τη πρώρα από της σκηνής της στάσεως, διατελεί εν
-οικτρά καταστάσει, κατ' αίτησιν δε ημών λύεται των δεσμών. Και
-ο Σάνδων δε και ο Βάρκε ωσαύτως διεβρώθησαν υπό της διαβρωτικής
-δυνάμεως των αλμυρών τούτων υδάτων και ημείς δε οι άλλοι
-εσώθημεν μέχρι τούδε, μόνον διότι η πρύμνα της σχεδίας
-ολιγώτερον δέρεται υπό των κυμάτων.
-
-Σήμερον ο αρχιναύτης, εκμανείς υπό της πείνης, επέπεσε κατά των
-ρακών των ιστίων και των τεμαχίων των ξύλων. Ακούω έτι τους
-οδόντας του εισδύοντας μετά κρότου εις τας ουσίας ταύτας. Ο
-τάλας, ωθούμενος υπό της δεινής πείνης, προσπαθεί να γεμίση τον
-στόμαχόν του, όπως διαταθή η βλεννώδης αυτού μεμβράνα. Τέλος
-μετά πολλάς αναζητήσεις, ευρίσκει επί τινος των ιστών των
-συγκρατούντων το κρηπίδωμα, τεμάχιον δέρματος. Αποσπά το δέρμα
-τούτο, επειδή είνε ουσία ζωική, και το καταβροχθίζει μετ'
-ανεκφράστου απληστίας, φαίνεται δε ότι η κατάποσις της ύλης
-ταύτης παρέχει αυτώ ανακούφισίν τινα. Πάραυτα πάντες τον
-μιμούμεθα μετά σπουδής. Πίλος δερμάτινος βρασθείς, τα δερμάτινα
-γείσα των πηληκίων, παν ό τι είνε ζωική ουσία κατατρώγεται.
-Ένστιγμα κτηνώδες παρασύρει ημάς, όπερ ουδείς δύναται να
-καταστείλη. Φαίνεται δε ότι την στιγμήν ταύτην ουδέν ανθρώπινον
-έχομεν πλέον. Ουδέποτε θα λησμονήσω την σκηνήν ταύτην!
-
-Και αν η πείνα μη εκορέσθη, τουλάχιστον οι στρόφοι του στομάχου
-στιγμιαίως εκόπασαν. Αλλ' όμως τινές ημών δεν ηδυνήθησαν να
-ανεχθώσι την απεχθή ταύτην τροφήν και κατελήφθησαν υπό ναυτίας.
-
-Ας μοι συγχωρηθώσιν αι λεπτομέρειαι αύται! Ουδέν οφείλω να
-αποκρύψω εξ ών έπαθον οι ναυαγοί του _Σάνσελλορ_! Διά της
-διηγήσεως ταύτης θα μάθωσιν οι άνθρωποι όσας δυστυχίας ηθικάς
-τε και φυσικάς δύνανται να υπομείνωσιν ανθρώπινα όντα! Τούτο
-έστω το δίδαγμα του ημερολογίου τούτου! τα πάντα θα είπω, και
-δυστυχώς προαισθάνομαι ότι δεν εφθάσαμεν ακόμη εις το ανώτατον
-σημείον των δοκιμασιών ημών!
-
-Κατά την ανωτέρω σκηνήν παρετήρησά τι επικυρούν τας υποψίας μου
-περί του τροφοδότου. Ο Χόμμπαρτ, δήλα δή, εξακολουθών τους
-στεναγμούς του, μεγαλοποιών μάλιστα αυτούς, δεν μετέχει του
-αγώνος. Ακούων τις αυτόν πείθεται ότι αποθνήσκει εξ ασιτίας,
-βλέπων δε όμως τον νομίζει απηλλαγμένον των κοινών βασάνων.
-Λοιπόν ο υποκριτής ούτος έχει κρύφιόν τι αποταμίευμα, εξ ού
-αντλεί έτι; τον επιτηρώ, αλλ' ουδέν ηδυνήθην να ανακαλύψω.
-
-Ο καύσων είνε έτι δυνατός και μάλιστα αφόρητος, οσάκις ο άνεμος
-δεν τον μετριάζει. Η μερίς του ύδατος είνε βεβαίως ανεπαρκής,
-αλλ' η πείνα καταστέλλει εν ημίν την δίψαν. Λέγω δε ότι η
-έλλειψις του ύδατος ήθελε ταλαιπωρήση ημάς δεινότερον παρά την
-της τροφής, δεν δύναμαι να το πιστεύσω, ή τουλάχιστον να το
-φαντασθώ την στιγμήν ταύτην. Εν τούτοις η παρατήρησις αύτη
-πολλάκις εγένετο. Είθε να ευδοκήση ο Θεός να μη περιέλθωμεν εις
-την νέαν ταύτην εσχάτην των αμηχανιών.
-
-Ευτυχώς υπολείπονται πίνται τινές ύδατος εν τω ημιθραύστω υπό
-της τρικυμίας βυτίω, το δε έτερον βυτίον είνε έτι άθικτον. Ει
-δε και ο αριθμός ημών ηλαττώθη, ο πλοίαρχος όμως, κωφεύων εις
-τινας διαμαρτυρίας, ηλάττωσε την ημερησίαν μερίδα εις ημίσειαν
-πίνταν, ενενήκοντα σχεδόν δράμια, κατ' άνθρωπον. Εγώ τον
-επιδοκιμάζω ως προς τούτο.
-
-Του δε βρανδεβίνου υπολείπεται τέταρτον μόνον γαλλονίου, ό έστι
-τριακόσια πεντήκοντα πέντε μόνον δράμια, άτινα απετέθησαν
-ασφαλώς εν τη πρύμνη της σχεδίας.
-
-Σήμερον, 7 του μηνός, περί ώραν εβδόμην και ημίσειαν μετά
-μεσημβρίαν, είς εξ ημών έπαυσεν του ζην. Δεκατέσσαρες είμεθα
-πλέον! Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ εξέπνευσεν εν ταις αγκάλαις μου,
-φρούδαι απέβησαν και της μις Χέρμπυ αι περιθάλψεις και αι εμαί
-. . . Δεν πάσχει πλέον.
-
-Ολίγον πριν αποθάνη ο Ουάλτερ ηυχαρίστησε την μις Χέρμπυ και
-εμέ μετά φωνής ήν μόλις ηδυνάμεθα να ακούσωμεν . . .
-
-«Κύριε, είπεν, αφίνων εκ της τρεμούσης χειρός του επιστολήν
-συμπεπιεσμένην, την επιστολήν ταύτην . . . της μητρός μου . . .
-. δεν έχω δύναμιν . . . Είνε η τελευταία όπου έλαβα! . . . Μου
-λέγει: «Σε περιμένω, παιδί μου, θέλω να σ' επανίδω!» Όχι,
-μητέρα μου, δεν θα μ' επανίδης πλέον! — Κύριε! . . . την
-επιστολήν ταύτην . . . βάλετε την εις τα χείλη μου . . . Εκεί,
-εκεί! . . . Να αποθάνω ασπαζόμενος αυτήν . . . Μητέρα μου . . .
-Θεέ μου! . . .»
-
-Θέτω την επιστολήν του υποπλοιάρχου Ουάλτερ εντός της ψυχράς
-ήδη χειρός του, και την επιθέτω επί των χειλέων του. Το βλέμμα
-του εμψυχούται επί μίαν στιγμήν και ακούομεν ως ασθενή ήχον
-φιλήματος!
-
-Απέθανεν ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ! Ο Θεός αναπαύσαι την ψυχήν
-του!
-
-
-
-ΜΑ'
-
-
-
- — _Τη 8 Ιανουαρίου_ — Καθ' όλην την νύκτα διέμεινα παρά τω
-νεκρώ του ατυχούς, και η μις Χέρμπυ ήλθεν επανειλημμένως ίνα
-δεηθή υπέρ αναπαύσεως αυτού.
-
-Ότε δε εφάνη η ημέρα, το λείψανον ήτο όλως ψυχρόν. Έσπευδον. .
-. μάλιστα! έσπευδον να το ρίψω εις την θάλασσαν. Είπον τω
-Ροβέρτω Κόρτις να με βοηθήση εν τω λυπηρώ τούτω έργω. Αφ' ού
-περιτυλίξωμεν το λείψανον εντός των αθλίων του ενδυμάτων, θα το
-βυθίσωμεν εις τα κύματα και επειδή είνε κάτισχνον ελπίζω ότι
-δεν θα επιπλέη.
-
-Όρθρου βαθέως ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ, λαμβάνοντές τινας
-προφυλάξεις ίνα μη μας ίδωσι, παραλαμβάνομεν εκ των θυλακίων
-του υποπλοιάρχου πράγματά τινα ά θα παραδοθώσιν εις την μητέρα
-του, αν τις εξ ημών επιζήση.
-
-Εν ώ δε έμελλον να ρίψω επί του λειψάνου τα ενδύματα, άτινα θα
-τω χρησιμεύσωσιν ως σάβανον, δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα
-φρίκης.
-
-Ελλείπει ο δεξιός πους, η δε κνήμη είνε ηκρωτηριασμένη και
-αιματόφυρτος.
-
-Τις ο εργάτης της βεβηλώσεως ταύτης; Λοιπόν κατεβλήθην υπό του
-καμάτου την νύκτα ταύτην και ωφεληθέντες εκ του ύπνου μου
-εκολώβωσαν το λείψανον; Αλλά τις έπραξε τούτο;
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί πέριξ αυτού, είνε δε τα βλέμματά
-του φοβερά. Αλλά τα πάντα εν τη σχεδία έχουσιν ως συνήθως, η δε
-σιωπή διακόπτεται μόνον υπό τινων στεναγμών. Ίσως μας
-παραφυλάττουσι! Σπεύσωμεν να ρίψωμεν το λείψανον εις την
-θάλασσαν προς αποφυγήν φρικαλεωτάτων σκηνών!
-
-Απαγγείλαντες λοιπόν ευχάς τινας, ρίπτομεν το λείψανον εις τα
-κύματα, αυτό δε πάραυτα καταβυθίζεται.
-
-«Να πάρ' η ευχή! Κύτταξε πώς τους τρέφουν τους καρχαρίας!»
-
-Τις ελάλησεν ούτω; Στρέφομαι και βλέπω τον μαύρον Γύγξτροπ.
-
-Ο αρχιναύτης την στιγμήν εκείνην είνε πλησίον μου.
-
-«Τον πόδα, τω λέγω, νομίζεις ότι οι άθλιοι ούτοι . . .
-
- — Τον πόδα; . . . Α, ναι! αποκρίνεται ο αρχιναύτης μετά τρόπου
-φωνής παραδόξου. Και έπειτα ήτο δικαίωμά των!
-
- — Δικαίωμά των! ανεφώνησα.
-
- — Κύριε, μοι λέγει ο αρχιναύτης, προτιμότερον να φάγη κανείς
-νεκρόν παρά ζωντανόν!»
-
-Εις την απόκρισιν ταύτην την μετ' απαθείας γενομένην, δεν
-ειξεύρω τι να αποκριθώ, και απελθών εις την πρύμναν της σχεδίας
-κατακλίνομαι.
-
-Περί ώραν ενδεκάτην συμβαίνει τι ευάρεστον. Ο αρχιναύτης, όστις
-από πρωίας έχει ερριμμένας τας ορμιάς, επέτυχε την φοράν
-ταύτην. Τω όντι τρεις ιχθύς συνελήφθησαν, τρεις γάδοι μεγάλου
-μεγέθους και μήκους ογδοήκοντα υφεκατομέτρων, ανήκοντες εις το
-είδος εκείνο, όπερ αποξηραινόμενον είνε γνωστόν διά του
-ονόματος «στοκοφίσι».
-
-Μόλις ο αρχιναύτης ανέσυρεν επί της σχεδίας τους τρεις τούτους
-ιχθύς και οι ναύται ρίπτονται επ' αυτών. Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο
-Φάλστεν και εγώ ορμώμεν ίνα τους συγκρατήσωμεν, και πάραυτα η
-τάξις αποκαθίσταται. Ολίγον είνε τρεις γάδοι εις δεκατέσσαρας
-ψυχάς, αλλά τέλος έκαστος έλαβε το μέρος του.
-
-Και οι μεν καταβροχθίζουσιν τους ιχθύς τούτους ωμούς, δυνατόν
-ειπείν ζώντας, οι πλείστοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Ανδρέας
-Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ έχουσι την δύναμιν να προσμένωσιν.
-Ανάψαντες έν τινι γωνία της σχεδίας πυρ έκ τινων τεμαχίων
-ξύλων, οπτούσι την μερίδα των. Αλλ' εγώ δεν έσχον την
-γενναιότητα ταύτην και έφαγον την αιμοσταγή εκείνην σάρκα!
-
-Ο κ. Λετουρνέρ δεν εφάνη μάλλον υπομονητικός εμού και τοσούτων
-άλλων, αλλ' επέπεσεν ως λύκος πειναλέος επί της ιχθυομερίδος
-του. Ο τάλας ούτος όστις δεν έχει φάγη από τοσούτων ημερών, πώς
-ζη έτι; Δεν δύναμαι να το νοήσω.
-
-Είπον ανωτέρω ότι χαράν μεγάλην ο αρχιναύτης εχάρη ότε ανέσυρε
-τας ορμιάς του, η δε χαρά αύτη επετάθη μέχρι παραφροσύνης·
-διότι είνε βέβαιον ότι, εάν η αλιεία ευδοκιμήση έτι, δύναται να
-σώση ημάς από θανάτου φρικαλέου.
-
-Έρχομαι λοιπόν προς τον αρχιναύτην, και λαλών προς αυτόν, τον
-προτρέπω να επαναλάβω την απόπειράν του.
-
-«Ναι! μοι λέγει, ναι . . . αναμφιβόλως . . . θα επαναλάβω! . .
-. . θα επαναλάβω! . . .
-
- — Και διατί δεν ρίπτεις πάλιν τας ορμιάς σου; ηρώτησα.
-
- — Όχι τώρα, μ' αποκρίνεται μετά τρόπου υπεκφυγής· την νύκτα
-διά τα μεγάλα ψάρια η επιτυχία είνε μεγαλητέρα παρά την ημέραν,
-και πρέπει να κάμνωμεν και οικονομίαν εις το δόλωμά μας. Τι
-κουτοί άνθρωποι! να μη κρατήσωμεν τίποτε αποφάγια διά δόλωμα!»
-
-Αληθώς και το σφάλμα είνε ίσως ανεπανόρθωτον.
-
-«Αλλ' όμως, είπον αυτώ, αφ' ού επέτυχες την πρώτην φοράν χωρίς
-δόλωμα . . .
-
- — Είχα . . .
-
- — Καλόν;
-
- — Εξαίρετον, κύριε, αφ' ού τα ψάρια εδάγκασαν!»
-
-Αποβλέπω προς τον αρχιναύτην και αυτός προς με.
-
-«Δεν σου επερίσσευσε καθόλου να δολώσης τας ορμιάς σου;
-
- — Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης ταπεινή τη φωνή, και ουδέ
-λέξιν επειπών μ' εγκαταλείπει.
-
-Εν τούτοις η γλίσχρα εκείνη τροφή έδωκεν ημίν δυνάμεις και μετ'
-αυτών μικράν τινα ελπίδα. Λαλούμεν περί της αλιείας του
-αρχιναύτου και φαίνεται ημίν αδύνατον να επιτύχη και εκ
-δευτέρου. Η Μοίρα ήθελε τέλος απαυδήση δοκιμάζουσα ημάς;
-
-Απόδειξις δε αναντίρρητος ότι επήλθεν εις τα πνεύματα ημών
-άνεσις, είνε η σπουδή μεθ' ής επαναλαμβάνομεν τας περί του
-παρελθόντος συνδιαλέξεις ημών. Η διάνοια ημών δεν είνε
-προσηλωμένη πλέον και μόνον επί του λυπηρού τούτου ενεστώτος
-και του απειλούντος ημάς φοβερού μέλλοντος. Οι κκ. Λετουρνέρ,
-Φάλστεν, ο πλοίαρχος και εγώ αναπολούμεν τα από του ναυαγίου
-ημών συντελεσθέντα, επαναβλέπομεν τους απολωλότας ημών
-συμπλωτήρας, τα καθ' έκαστα της πυρκαϊάς, το κάθισμα του
-πλοίου, την ύφαλον του Βραχοχοιρομηρίου, την διαρροήν, τον
-φοβερόν εν τοις θωρακίοις διάπλουν, την σχεδίαν, την καταιγίδα,
-πάντα τα απρόοπτα εκείνα συμβάντα, ά νυν φαίνονται ούτως
-απομεμακρυσμένα. Ναι! Ταύτα πάντα παρήλθον, και ημείς ζώμεν
-έτι!
-
-Ζώμεν! Αλλά τούτο δύναται να ονομασθή ζωή; Εξ εικοσιοκτώ ψυχών
-δεκατέσσαρες μόνον υπολειπόμεθα, μετ' ου πολύ δε ίσως γίνωμεν
-και δεκατρείς.
-
-«Κακός αριθμός! λέγει ο νέος Λετουρνέρ, αλλά μετά πολλής
-δυσχερείας θα εύρωμεν τον δέκατον τέταρτον!»
-
-Την νύκτα της 8 προς την 9 του μηνός, ο αρχιναύτης έρριψεν εκ
-νέου τας ορμιάς από της πρύμνης, και έμεινε μόνος φυλάττων
-αυτάς, εις ουδένα άλλον θελήσας να επιτρέψη την φροντίδα
-ταύτην.
-
-Το πρωί έρχομαι προς αυτόν. Επειδή δε μόλις φέγγει και διά των
-διαπύρων αυτού οφθαλμών προσπαθεί να διεισδύση εις το σκότος
-των υδάτων, δεν με είδεν, ουδέ καν με ήκουσεν ερχόμενον.
-
-Έψαυσα ελαφρώς τον ώμον του, εκείνος δε στρέφεται προς με.
-
-«Ε; τι έχομεν, αρχιναύτα;
-
- — Τι νάχωμεν! οι τρισκατάρατοι οι καρχαρίαι μούφαγαν τα
-δολώματά μου! απεκρίθη μετά φωνής υποκώφου.
-
- — Και δεν έχεις άλλα;
-
- — Όχι! και ειξεύρετε τι καταλαμβάνω, κύριε, από όλα αυτάς
-προσθέτει σφίγγων μου τον βραχίονα, ότι δεν πρέπει να κάμνη
-κανείς τα πράγματά του 'μισά . . .»
-
-Φράσσω το στόμα του διά της χειρός μου! Ενόησα . . .
-
-Ταλαίπωρε Ουάλτερ!
-
-
-
-ΜΒ'
-
-
-
- — _Από της 9 μέχρι της 10 Ιανουαρίου_. — Σήμερον κατελήφθημεν
-αύθις υπό της νηνεμίας. Ο ήλιος καίει, ο άνεμος εκόπασε τελείως
-και ουδέ μία ρυτίς αλλοιώνει τους μακρούς κυματισμούς της
-θαλάσσης, ήτις υπεγείρεται ανεπαισθήτως. Αν δε μη υπάρχη ρεύμα
-τι, ού την διεύθυνσιν αδύνατον να εξακριβώσωμεν, η σχεδία θα
-είνε όλως στάσιμος.
-
-Είπον ότι η θερμότης είνε αφόρητος σήμερον, κατ' ακολουθίαν δε
-και η δίψα ημών είνε έτι μάλλον αφόρητος. Το ανεπαρκές του
-ύδατος ταλαιπωρεί ημάς δεινώς το πρώτον ήδη, προβλέπω δε ότι θα
-γίνη αιτία βασάνων μάλλον αφορήτων των της πείνης. Ήδη παρά
-τοις πλείστοις ημών το στόμα, ο λαιμός, η φάρυγξ συστέλλονται
-υπό της ξηρασίας, αι βλενώδεις μεμβράναι αποξηραίνονται υπό τον
-θερμόν τούτον αέρα, όν φέρει εις αυτάς η αναπνοή.
-
-Εμού λιπαρούντος [88] ο πλοίαρχος μετερρύθμισε την συνήθη
-δίαιταν. Χορηγεί διπλήν μερίδα ύδατος και ηδυνήθημεν να
-δροσιζώμεθα όπως δήποτε τετράκις της ημέρας. Λέγω δε «όπως
-δήποτε», διότι το ύδωρ τούτο φυλαττόμενον εν τω πυθμένι του
-βυτίου, ει και καλύπτεται δι' υφάσματος, είνε αληθώς χλιαρόν.
-
-Εν κεφαλαίω η ημέρα είνε κακή· οι δε ναύται υπό την επήρειαν
-της πείνης καταλαμβάνονται εκ νέου υπό απελπισμού.
-
-Άνεμος δεν ηγέρθη μετά της ανατολής της σελήνης, ήτις είνε
-σχεδόν πανσέληνος. Εν τούτοις επειδή αι νύκτες των τροπικών
-είνε δροσεραί, αισθανόμεθ' ανακούφισίν τινα, αλλά την ημέραν η
-θερμοκρασία είνε αφόρητος. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν προ
-τοιαύτης υψώσεως ούτω σταθεράς, ότι η σχεδία παρεσύρθη λίαν
-προς Νότον.
-
-Περί δε της γης, ουδέ καν επιχειρεί τις να αναζητήση αυτήν,
-διότι φαίνεται ότι η γηίνη σφαίρα είνε πλέον . . σφαίρα υγρά.
-Αείποτε και πανταχού ο άπειρος ούτος Ωκεανός!
-
-Την 10 του μηνός η αυτή νηνεμία, η αυτή θερμοκρασία. Βροχήν
-πυρίνην μας βρέχει ο ουρανός, αέρα πυρπολούμενον αναπνέομεν. Η
-δίψα ημών είνε ακαταμάχητος και καταντά να λησμονώμεν τα δεινά
-της πείνης, και να προσδοκώμεν μετά μανιώδους επιθυμίας την
-στιγμήν, καθ' ήν ο Ροβέρτος Κόρτις διανέμει τας ολίγας τινάς
-σταγόνας ύδατος της μερίδος ημών. Α! να πίωμεν κατά κόρον άπαξ
-και διά μιας, έστω και εξαντλούντες την προμήθειαν όλην, και
-έπειτα ας αποθάνωμεν!
-
-Την στιγμήν ταύτην, είνε δε μεσημβρία, καταλαμβάνεταί τις των
-συμπλωτήρων υπό αλγηδόνων οξυτάτων και αναφωνεί. Είνε δε ούτος
-ο άθλιος Όουεν, όστις, εν τη πρώρας κατακείμενος, συστρέφεται
-μετά φοβερών σπασμών.
-
-Έρπω μέχρι του Όουεν διότι οία δήποτε και αν εγένετο η διαγωγή
-του, η φιλανθρωπία επιτάσσει να ίδωμεν εάν είνε δυνατόν να τω
-παράσχωμεν ανακούφισίν τινα.
-
-Αλλά ταυτοχρόνως ο ναύτης Φλαίπολ αναφωνεί. Στρέφω και βλέπω
-αυτόν όρθιον επί των πτερυγίων του ιστού και τείνοντα την χείρα
-προς ανατολάς προς σημείον τι του ορίζοντος.
-
-«Πλοίον!» ανακράζει.
-
-Πάντες ανορθούμεθα· σιωπή τελεία επικρατεί επί της σχεδίας. Και
-ο Όουεν καταστέλλων τας κραυγάς του ανορθούται και αυτός.
-
-Κατά την διεύθυνσιν την υποδεικνυομένην υπό του Φλαίπολ
-φαίνεται αληθώς σημείον λευκόν, αλλά το σημείον εκείνο
-μετατοπίζεται; Είνε ιστίον; Τι γνώμην έχουσι περί αυτού οι
-ναυτικοί ούτοι, οι τόσον οξυδερκείς;
-
-Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις όστις, τους βραχίονας έχων
-εσταυρωμένους, εξετάζει το λευκόν σημείον. Αι παρειαί του
-εξέχουσι, πάντα δε τα μέρη του προσώπου του ανέρχονται ένεκα
-της συστολής του περιφερούς μυός, συνοφρυούται, καμμύει τους
-οφθαλμούς, και συγκεντροί εν τω βλέμματί του όλην την οπτικήν
-αυτού δύναμιν. Εάν το λευκόν εκείνο σημείον είνε ιστίον, δεν θα
-απατηθή.
-
-Αλλ' όμως σείει την κεφαλήν και οι βραχίονες αυτού λύονται και
-καταπίπτουσι.
-
-Παρατηρώ, και δεν είνε πλοίον εκείνο το λευκόν σημείον. Δεν
-είνε πλοίον, είνε ανταύγειά τις οία δήποτε, οφρύς κύματος
-εκχυνομένου, ή εάν είνε πλοίον, το πλοίον εξηφανίσθη!
-
-Οποία κατάπτωσις επηκολούθησε την στιγμιαίαν εκείνην ελπίδα!
-Πάντες επανήλθομεν εις την συνήθη ημών θέσιν, ο δε Ροβέρτος
-Κόρτις ίσταται ακίνητος, αλλά δεν παρατηρεί πλέον τον ορίζοντα.
-
-Τότε αι κραυγαί του Όουεν επαναλαμβάνονται μετά σφοδρότητος
-είπερ ποτέ και άλλοτε μείζονος. Όλον του το σώμα συστρέφεται
-υπό δεινής αλγηδόνος και η θέα του είνε όντως φοβερά. Ο λαιμός
-του στενούται υπό συστολής σπασμωδικής, η γλώσσα ξηραίνεται, η
-κοιλία επαίρεται, ο δε σφυγμός είνε μικρός, συχνός, άτακτος. Ο
-τάλας υφίσταται σφοδράς σπασμωδικάς κινήσεις άμα δε και
-τιναγμούς τετανώδεις, Εκ των συμπτωμάτων δε τούτων ουδεμία
-αμφιβολία ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη υπό οξειδίου του χαλκού.
-
-Δεν έχομεν δε τα αναγκαιούντα φάρμακα προς εξουδετέρωοιν των
-αποτελεσμάτων του δηλητηρίου τούτου. Αλλά δύναταί τις να
-προκαλέση εμέσεις προς εκκένωσιν των υλών των περιεχομένων εν
-τω στομάχω του Όουεν διά χλιαρού ύδατος. Ζητώ παρά του
-πλοιάρχου Κόρτις ολίγον ύδωρ, όντως δε συναινεί, και επειδή το
-ύδωρ του πρώτου βυτίου εξηντλήθη, μεταβαίνω να αντλήσω εκ του
-δευτέρου, όπερ είνε άθικτον έτι· αλλ' ο Όουεν ορθούται επί των
-γονάτων, και διά φωνής ήτις δεν είνε πλέον φωνή ανθρωπίνη,
-αναφωνεί:
-
-«Όχι! όχι! όχι!»
-
-Διατί το όχι τούτο; Επανέρχομαι παρά τω Όουεν και τω εξηγώ τι
-θέλω να πράξω· αλλ' αυτός έτι σφοδρότερον μ' αποκρίνεται ό τι
-δεν θέλει να πίη εκ του ύδατος τούτου.
-
-Επιχειρώ τότε να προκαλέσω εμέσεις γαργαλίζων την σταφυλήν
-αυτού, και μετ' ου πολύ εξεμεί ύλας υποκυάνους. Είνε δε
-υπερβέβαιον ότι ο Όουεν εδηλητηριάσθη διά θειούχου χαλκού, διά
-χαλκάνθου, και ό τι δήποτε πράξη τις, ο Όουεν δεν σώζεται!
-
-Αλλά πώς εδηλητηριάσθη; Αι εμέσεις επήνεγκον αυτώ αναψυχήν τινα
-και τέλος δύναται να λαλήση. Ο πλοίαρχος και εγώ τον ερωτώμεν .
-. .
-
-Δεν θα πειραθώ να περιγράψω την εντύπωσιν, ήν ενεποίησεν ημίν η
-απόκρισις του ταλαιπώρου τούτου!
-
-Ο Όουεν ωθούμενος υπό δίψης δεινής, έκλεψε πίντας τινάς ύδατος
-εκ του αθίκτου βυτίου! . . . Ώστε το ύδωρ του βυτίου τούτου
-είνε δεδηλητηριασμένον!
-
-
-
-ΜΓ'
-
-
-
-_Από της 11 μέχρι της 14 Ιανουαρίου_. — Ο Όουεν απέθανε την
-νύκτα μετά τιναγμών τετανωδών, ών η σφοδρότης επετάθη εις
-βαθμόν σπάνιον.
-
-Είνε αληθέστατον! Το δηλητηριώδες βυτίον περιείχεν άλλοτε
-χάλκανθον. Γεγονός προδηλότατον. Αλλά νυν ποία τινί κακή Μοίρα
-το βυτίον τούτο μετετράπη εις υδροφόρον δοχείον, και ποία τινί
-έτι μάλλον αξιοθρηνήτω Μοίρα παρελάβομεν αυτό επί της σχεδίας;
-. . . Αδιάφορον το βέβαιον είνε ότι ύδωρ πλέον δεν έχομεν.
-
-Το πτώμα του Όουεν εδέησε να ριφθή εις την θάλασσαν, διότι
-πάραυτα αποσυνετέθη. Ουδέ θα ήτο καν δυνατόν να δολώση ο
-αρχιναύτης τας ορμιάς του διά σαρκός ήτις ουδεμίαν είχε πλέον
-σύστασιν. Ο θάνατος του αθλίου τούτου εις ουδέν θα ωφελήση
-ημάς!
-
-Πάντες γινώσκομεν την κατάστασιν των πραγμάτων οποία είνε εν τω
-παρόντι και διατελούμεν σιωπηλοί. Αλλά και τι θα ηδυνάμεθα να
-είπωμεν; Άλλως τε ο ήχος της φωνής ημών είνε σφόδρα ανιαρός εις
-την ακοήν. Γενόμενοι ευερέθιστοι, προτιμότερον να μη λαλώμεν
-πλέον, διότι η ελαχίστη λέξις, έν βλέμμα, έν σχήμα, δύναται
-κάλλιστα να προκαλέση παραφοράς λυσσώδεις ακατασχέτους. Δεν
-δύναμαι να νοήσω πώς δεν παρεφρονήσαμεν ήδη!
-
-Την 12 Ιανουαρίου ουδεμίαν ελάβομεν μερίδα ύδατος,
-εξαντληθείσης χθες της τελευταίας σταγόνος. Δεν υπάρχει δε
-νέφος εν τω ουρανώ δυνάμενον να βρέξη ολίγον, το δε θερμόμετρον
-θα εδείκνυε εκατόν τεσσάρας βαθμούς (89) εν τη σκιά, εάν υπήρχε
-σκιά επί της σχεδίας.
-
-Την 13 του μηνός η αυτή κατάστασις. Το θαλάσσιον ύδωρ άρχεται
-κατατρώγον μου τους πόδας, αλλ' εγώ σχεδόν δεν προσέχω. Και των
-άλλων δε των υπό του αυτού κακού πασχόντων η κατάστασις δεν
-εδεινώθη.
-
-Α! Το περιβάλλον ημάς ύδωρ τούτο, ότε συλλογίζομαι ότι
-εξατμίζοντες ή στερεοποιούντες ηθέλομεν καταστήση αυτό πόσιμον!
-Μεταβαλλόμενον εις ατμόν ή εις πάγον, δεν θα περιείχε πλέον
-ουδέν μόριον άλατος, και θα ηδυνάμεθα να το πίωμεν. Αλλ' αι
-συσκευαί ελλείπουσιν, ουδέ δυνάμεθα να κατασκευάσωμεν.
-
-Σήμερον ο αρχιναύτης και δύο εκ των ναυτών εβυθίσθησαν εις την
-θάλασσαν μετά κινδύνου να καταβροχθισθώσιν υπό των καρχαριών.
-Το λουτρόν τούτο ανακουφίζει πως αυτούς και δροσίζει έν τινι
-μέτρω. Τρεις δε των συμπλωτήρων και εγώ, μόλις γινώσκοντες να
-κολυμβώμεν, εδέθημεν από σχοινίου και εμείναμεν εν τη θαλάσση
-επί ημίσειαν σχεδόν ώραν, επιτηρούντος του Ροβέρτου Κόρτις.
-Αλλ' ευτυχώς πάνυ ουδείς καρχαρίας επλησίασε.
-
-Εκλιπαρούμεν την μις Χέρμπυ να μιμηθή το παράδειγμα ημών, αλλ'
-αυτή, ει και ταλαιπωρείται δεινώς, δεν ηθέλησε.
-
-Την 14 του μηνός περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος
-ελθών προς με, μοι λέγει σιγά εις το ωτίον:
-
-«Μη κινηθήτε και σας νοήσουν, κύριε Κάζαλλον, διότι ενδεχόμενον
-να απατώμαι, και δεν θέλω να εμβάλω εις τους συντρόφους μας
-κενάς ελπίδας εκ νέου.
-
-Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις.
-
-«Τώρα, μοι λέγει, διέκρινα τω όντι πλοίον!»
-
-Ο πλοίαρχος καλώς ποιών με προδιέθεσε, διότι δεν θα ηδυνάμην να
-καταστείλω την πρώτην μου κίνησιν.
-
-«Κυττάξατε, προσέθηκε. Εκεί προς τον αριστερόν τοίχον της
-πρύμνης».
-
-Εγείρομαι προσποιούμενος αδιαφορίαν, ήν ουδόλως αισθάνομαι, και
-διατρέχω το τόξον του ορίζοντος το υποδειχθέν υπό του Ροβέρτου
-Κόρτις.
-
-Οι οφθαλμοί μου δεν είνε οφθαλμοί ναυτικού, αλλ' εν απωτάτω
-τινί σκιαγραφήματι δυσδιακρίτω αναγνωρίζω πλοίον αρμενίζον.
-
-Πάραυτα σχεδόν ο αρχιναύτης, ού τα βλέμματα ήσαν εστραμμένα
-προς το μέρος τούτο από τινων στιγμών, αναφωνεί:
-
-«Πλοίον!»
-
-Η παρουσία του σημανθέντος πλοίου δεν παράγει πάραυτα το
-αναμενόμενον αποτέλεσμα, ουδεμίαν συγκίνησιν προκαλεί είτε
-διότι δεν πιστεύουσιν, είτε διότι αι δυνάμεις των είνε
-εξηντλημέναι. Όθεν ουδείς ανεγείρεται. Αλλ' αφ' ού ο αρχιναύτης
-επανέλαβεν επανειλημμένως «Πλοίον! πλοίον!» πάντων τα βλέμματα
-προσηλούνται τέλος επί του ορίζοντος.
-
-Νυν το γεγονός δεν είνε αρνήσιμον. Το βλέπομεν, το πλοίον τούτο
-το ανέλπιστον! Αλλ' άρα γε αυτό θα μας ίδη;
-
-Εν τούτοις οι ναύται προσπαθούσι να αναγνωρίσωσι το σχήμα και
-την διεύθυνσιν αυτού, μάλιστα την διεύθυνσιν.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρήσας μετά μεγίστης επιμελείας, είπε:
-
-«Το πλοίον είνε βρίκιον και πλέει προς τον άνεμον, έχον αυτόν
-δεξιά. Εάν επί δύο ώρας εξακολουθήση την διεύθυνσιν ταύτην,
-κατ' ανάγκην θα μας κόψη τον δρόμον».
-
-Δύο ώραι! δύο αιώνες! Αλλ' η διεύθυνσις του πλοίου δύναται να
-μεταβληθή από στιγμής εις στιγμήν, καθ' όσον μάλιστα υπό την
-εγγυτάτην εκ κεραίας ιστιοδρομίαν [90] ταύτην ενδεχόμενον να
-πλαγιοδρομή [91] μόνον και μόνον διά να προσηνεμώση [92]. Αλλ'
-όμως, εάν το πράγμα έχη ούτω, μετά την πλαγιοδρομίαν θα γίνη
-αριστερήνεμον [93] και θα απομακρυνθή. Α! εάν ουριοδρόμει ή καν
-έπλεε μετά φορού [94] ανέμου, θα εδικαιούμεθα να ελπίζωμεν!
-
-Ανάγκη λοιπόν να γίνωμεν ορατοί υπό του πλοίου, ανάγκη το παν
-να πράξωμεν ίνα μας διακρίνη! Ο Ροβέρτος Κόρτις παραγγέλλει να
-γίνη χρήσις πάντων των δυνατών σημείων, διότι ο πάρων [95] είνε
-έτι μίαν δωδεκάδα μιλίων προς Απηλιώτην (Αν.) και αι κραυγαί
-ημών δεν θα ήτο δυνατόν να ακουσθώσι. Ουδέν δε πυροβόλον έχομεν
-ού αι εκπυρσοκροτήσεις να δυνηθώσι να προσελκύσωσι την
-προσοχήν. Ας άρωμεν λοιπόν σήμα τι οίον δήποτε εις την κορυφήν
-του ιστού. Το περιώμιον [96] της μις Χέρμπυ είνε ερυθρόν, το
-χρώμα δε τούτο είνε το μάλιστα άπαδον προς τους ορίζοντας της
-θαλάσσης και του ουρανού.
-
-Το περιώμιον της μις Χέρμπυ επαίρεται και ελαφρός άνεμος,
-ρυτιδών την στιγμήν εκείνην την επιφάνειαν των κυμάτων
-αναπτύσσει τας πτυχάς του περιωμίου. Εκ διαλειμμάτων
-διανεμούται και αι καρδίαι ημών είνε μεσταί ελπίδος. Γνωστόν δε
-είνε μετά πόσης προθυμίας ο πνιγόμενος προσπαθεί να συγκρατηθή
-και από του ελαχίστου πράγματος εφ' ού δύναται να στηριχθή,
-τοιούτον τι είνε εις ημάς η σημαία αύτη!
-
-Επί μίαν ώραν διήλθομεν διά μυρίων αποριών. Ο πάρων προφανώς
-προσήγγιζε προς την σχεδίαν, αλλ' ενίοτε φαίνεται ιστάμενος,
-και ερωτώμεν καθ' εαυτούς μήπως μέλλει να αναστρέψη.
-
-Πόσον βραδέως βαδίζει το πλοίον τούτο! Και όμως έχει αναπετάση
-πάντα τα ιστία, και τους σιπάρους του, και τα προΐστιά του, το
-δε σκάφος του είνε σχεδόν ορατόν υπεράνω του ορίζοντος. Αλλ' ο
-άνεμος είνε αδύνατος, εάν δε έτι μάλλον ελαττωθή! . . .
-Προθύμως θα εδίδομεν έτη όλα υπάρξεως ίνα ήμεθα πρεσβύτεροι
-κατά μίαν ώραν!
-
-Ο αρχιναύτης και ο πλοίαρχος περί ώραν ημίσειαν μετά μεσημβρίαν
-υπολογίζουσιν ότι ο πάρων απέχει της σχεδίας εννέα μίλια·
-λοιπόν εν διαστήματι μιας και ημισείας ώρας διήνυσε τρία μόνον
-μίλια. Μόλις δε και μετά βίας φθάνει μέχρι αυτού ο άνεμος ο
-διερχόμενος άνωθεν των κεφαλών ημών. Μη φαίνεται δε νυν ότι τα
-ιστία του δεν κολπούνται πλέον, αλλά κρέμανται κατά μήκος των
-ιστών. Παρατηρώ εάν εγείρεται πνοή τις ανέμου, αλλά η θάλασσα
-είνε ως νεναρκωμένη, η δε πνοή η τοσούτον ευελπίσασα ημάς
-εκπνέει ανά το πέλαγος.
-
-Κάθημαι κατά την πρύμναν παρά τοις κκ. Λετουρνέρ και τη μις
-Χέρμπυ, και τα βλέμματα ημών φέρονται απαύστως από του πλοίου
-προς τον πλοίαρχον. Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε ακίνητος εν τη
-πρώρα, εστηριγμένος επί του ιστού, παρ' αυτώ δε ίσταται ο
-αρχιναύτης, ουδέ στιγμήν αποτρέποντες το βλέμμα των από του
-πάρωνος. Αναγινώσκομεν δε επί της όψεως αυτών, ήτις δεν δύναται
-να μείνη απαθής, πάσας τας συγκινήσεις άς αισθάνονται. Ουδέ γρυ
-δε ηκούσθη εν τη σχεδία μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο ξυλουργός
-Δαούλας ανακράζει μετά τρόπου απεριγράπτου:
-
-«Αναστρέφει!»
-
-Όλη ημών η ύπαρξις είνε την στιγμήν ταύτην εν τοις οφθαλμοίς!
-Ανορθούμεθα οι μεν επί των γονάτων, οι δε ορθοί. Βλασφημία δε
-φοβερά διέφυγε το έρκος των οδόντων του αρχιναύτου. Το πλοίον
-τούτο απέχει εννέα μίλια, και εκ της αποστάσεως ταύτης δεν
-ηδυνήθη να διακρίνη τα σήματα ημών! Η δε σχεδία είνε απλώς
-σημείον τι εν τω διαστήματι, αφανές ένεκα δυνατής ακτινοβολίας
-των ηλιακών ακτίνων. Είνε αόρατος! δεν εγένετο ορατή! Ο
-πλοίαρχος του πλοίου τούτου, οίον δήποτε και αν είνε, εάν
-διέκρινεν ημάς, ήθελε φανή τοσούτον απάνθρωπος, ώστε να φύγη
-ουδόλως βοηθήσας ημάς! Ουχί. Τούτο είνε απαράδεκτον! Δεν μας
-είδε!
-
-«Φωτιάν! καπνόν! αναφωνεί τότε ο Ροβέρτος Κόρτις. Ας καύσωμεν
-τας σανίδας της σχεδίας! Φίλοι μου! φίλοι μου! Τούτο είνε το
-έσχατον μέσον διά του οποίου είνε ελπίς να γίνωμεν ορατοί!»
-
-Σανίδες τινές ερρίφθησαν εις την πρώραν και εσχηματίσθη πυρά.
-Ανάπτονται δε ουχί άνευ κόπου, διότι είνε υγραί, αλλ' η υγρότης
-αύτη θα καταστήση τον καπνόν πυκνότερον και κατ' ακολουθίαν
-ορατότερον. Μετ' ου πολύ στήλη υπομέλαινα αναβαίνει κατ'
-ευθείαν εις τον αέρα. Εάν ήτο νυξ, εάν το σκότος επήρχετο πριν
-εξαφανισθή ο πάρων, η φλοξ αύτη θα ήτο ορατή και εκ της
-αποστάσεως της αποχωριζούσης ημάς απ' εκείνου!
-
-Αλλ' αι ώραι παρέρχονται, το δε πυρ σβέννυται! . . .
-
-Εν τοιαύταις περιστάσεσιν, ίνα φανή τις καρτερικός, ίνα
-υποταχθή εις το θέλημα του Θεού, επάναγκες να έχη εφ' εαυτού
-δύναμιν ήν εγώ δεν έχω πλέον! Ουχί! δεν δύναμαι να έχω
-πεποίθησιν εις τον Θεόν τούτον, όστις καθιστά τας δοκιμασίας
-ημών δεινοτέρας, αναμιγνύων και εναλλάξ ελπίδας. Βλασφημώ ως
-εβλασφήμησεν ο αρχιναύτης! . . Χειρ ασθενής στηρίζεται επ' εμού
-και η μις Χέρμπυ μοι δεικνύει τον ουρανόν!
-
-Αλλ' αρκεί πλέον! Δεν θέλω πλέον τίποτε να ίδω, εισδύω υπό το
-ιστίον, κρύπτομαι και λυγμοί εκφεύγουσιν εκ του στήθους μου . .
-.
-
-Κατά τον χρόνον τούτον το πλοίον μεταβάλλει ποδίσκους [97],
-έπειτα δε απομακρύνεται βραδέως προς Απηλιώτην ( Αν.) και μετά
-τρεις ώρας ουδέ ο οξύτατος οφθαλμός θα ηδύνατο να ανακαλύψη
-υπεράνω του ορίζοντος τα άνω αυτού ιστία.
-
-
-
-ΜΔ'
-
-
-
-_Τη 15 Ιανουαρίου_. — Μετά το τελευταίον τούτο ατύχημα, ουδέν
-πλέον υπολείπεται ή να αναμένωμεν τον θάνατον. Και θα είνε μεν
-μάλλον ή ήττον βραδύς, αλλά θα επέλθη.
-
-Σήμερον νέφη υψώθησαν προς Ζέφυρον (Δ) και έφερον ριπάς τινας
-ανέμου όθεν και η θερμοκρασία είνε πως ανεκτοτέρα. Ημείς δε ει
-και εξησθενωμένοι, όμως αισθανόμεθα την μεταβολήν ταύτην. Ο
-λαιμός μου αναπνέει αέρα ήττον ξηρόν, αλλ' από της αλιείας του
-αρχιναύτου, τούτ' έστιν από επτά ημερών δεν εφάγομεν, και ουδέν
-υπάρχει πλέον επί της σχεδίας. Έδωκα χθες τω Ανδρέα Λετουρνέρ
-το τελευταίον τεμάχιον του διπυρίτου όπερ ο πατήρ είχε φυλάξη
-και μοι το ενεχείρισε κλαίων.
-
-Από της χθες ο μαύρος Γύγξτροπ κατώρθωσε να απαλλαγή των δεσμών
-του, ο δε Ροβέρτος Κόρτις δεν είπε να τον δέσωσιν εκ νέου.
-Αλλως τε προς τι; Ο άθλιος ούτος και οι συνένοχοι αυτού είνε
-εξησθενωμένοι εκ μακράς νηστείας. Τι θα ηδύναντο να
-επιχειρήσωσι νυν;
-
-Σήμερον πολλοί καρχαρίαι μεγάλου μεγέθους εμφανίζονται, και
-βλέπομεν τα μαύρα αυτών πτερύγια διασχίζοντα τα ύδατα μετ'
-άκρας ταχύτητος. Δεν δύναμαι να κρατηθώ και να μη τους θεωρήσω
-ως ζωντανά φέρετρα, μέλλοντα μετ' ου πολύ να καταβροχθίσωσι τα
-άθλια ημών λείψανα. Δεν με φοβίζουσι πλέον, αλλά μάλλον με
-έλκουσι. Προσεγγίζουσι δε μέχρι των χειλέων της σχεδίας, η δε
-χειρ του Φλαίπολ κρεμαμένη έξω, μικρού δειν ηρπάγη υπό τινος
-των τεράτων τούτων.
-
-Αλλ' ο αρχιναύτης το όμμα έχων ατενές και υπερμέτρως
-διεσταλμένον, τους δε οδόντας συνεσφιγμένους και φαινομένους
-υπό τα ανυψωμένα αυτού χείλη, θεωρεί τους καρχαρίας τούτους υπό
-έποψιν όλως αλλοίαν της εμής. Αυτός θέλει να τους καταβροχθίση,
-ουχί δε να καταβροχθισθή υπ' αυτών. Εάν δε ηδύνατο να συλλάβη
-ένα, δεν θα εσικχαίνετο την σκληράν αυτού σάρκα· αλλ' ουδέ
-ημείς.
-
-Ο αρχιναύτης θα επιχειρήση. Επειδή δε δεν έχει μέγα άγκιστρον
-εις ό να δυνηθή να δέση σχοινίον, θα προσπαθήση να κατασκευάση.
-Ο δε Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας νοήσαντες την πρόθεσιν αυτού
-συσκέπτονται, ρίπτοντες εν ταυτώ σφηκίσκους ή σχοινία, ίνα
-συγκρατώσι τους καρχαρίας πέριξ της σχεδίας.
-
-Ο Δαούλας πορευθείς έλαβε την ξυλουργικήν αυτού σφύραν, σκοπόν
-έχων να την μεταχειρισθή ως άγκιστρον. Είτε διά της κόψεως
-αυτής, είτε διά του αντιθέτου μέρους είνε δυνατόν να εμπηχθή
-μεταξύ των σιαγόνων τινός καρχαρίου, εάν την καταπίη. Ο δε
-στειλεός της σφύρας όστις είνε ξύλινος προσεδέθη εις ισχυρόν
-τόνον, δεθέντα και αυτόν επί τινος των στηριγμάτων της σχεδίας.
-
-Αι επιθυμίαι ημών εξεκαύθησαν εκ των παρασκευών τούτων.
-Ασθμαίνομεν εξ αγωνίας, και διά πάντων των δυνατών μέσων
-προκαλούμεν την προσοχήν των καρχαριών, οίτινες δεν θα φύγωσι
-πλέον.
-
-Το μέγα άγκιστρον είν' έτοιμον αλλά δεν έχομεν τίποτε να το
-δολώσωμεν. Ο αρχιναύτης όστις περιπατεί επί της σχεδίας λαλών
-καθ' εαυτόν, ερευνά κατά πάσας τας γωνίας, και φαίνεται ως
-αναζητών πτώμα τι μεταξύ ημών! . . .
-
-Ανάγκη λοιπόν καταφυγής εις το μέσον ού εγίνετο η χρήσις, και ο
-σίδηρος της σφύρας περιτυλίσσεται εντός ράκους μαλλίνου
-ερυθρού, όπερ και πάλιν χορηγεί το περιώμιον της μις Χέρμπυ.
-
-Αλλ' ο αρχιναύτης δεν θέλει να επιχειρήση πριν ληφθώσι πάσαι αι
-αναγκαίαι προφυλάξεις. Το μέγα άγκιστρον είνε στερεώς
-προσδεδεμένον. Ο επίδεσμος ο προσηλών την ορμιάν επί της
-σχεδίας θα ανθέξη κατά των τιναγμών; Ο τόνος είνε αρκούντως
-στερεός ίνα ανθέξη; Ο αρχιναύτης εξελέγχει τα σπουδαία ταύτα
-ζητήματα, και τούτου γενομένου απολύει το μηχάνημά του υπό την
-θάλασσαν.
-
-Η θάλασσα είνε διαφανής, και θα ήτο ευδιάκριτον πράγμα κείμενον
-εκατόν πόδας υπό την επιφάνειαν αυτής. Βλέπω κατερχόμενον
-βραδέως το άγκιστρον περιτετυλιγμένον εντός του ερυθρού ράκους,
-ού το χρώμα απάδει καθαρά επί του κυανού όγκου των υδάτων.
-
-Επιβάται και ναύται πάντες κύπτομεν άνωθεν των δρυφάκτων
-τηρούντες άκραν σιωπήν. Αλλά, φαίνεται, οι καρχαρίαι αφ' ότου
-το δέλεαρ τούτο προσηνέχθη εις την αδηφαγίαν των, εξηφανίσθησαν
-κατά μικρόν. Αλλ' όμως είνε δυνατόν να έχωσιν απομακρυνθή, και
-πάσα λεία οία δήποτε πεσούσα εις την θέσιν ταύτην θα
-κατεβροχθίζετο εν ακαρεί!
-
-Αίφνης ο αρχιναύτης νεύει διά της χειρός, δεικνύων όγκον
-υπερμεγέθη ερχόμενον προς την σχεδίαν, και πλέοντα ευθύς υπό
-την επιφάνειαν της θαλάσσης. Είνε καρχαρίας το μήκος δωδεκάπους
-καταλιπών τα βαθέα ύδατα και επιπλέων εφ' ημών κατ' ευθείαν
-γραμμήν.
-
-Ότε δε το ζώον απέχει της σχεδίας ουχί πλέον των τεσσάρων
-οργυιών, ο αρχιναύτης ανασύρει την ορμιάν ηρέμα, ώστε να τρέχη
-το άγκιστρον επί της οδού αυτού· μεταδίδει δε εις το ερυθρόν
-ράκος ελαφράν κίνησιν και φαίνεται ως ζωντανόν.
-
-Αισθάνομαι την καρδίαν μου παλλομένην μετ' άκρας σφοδρότητος,
-ως εάν διεκυβεύετο η ζωή μου.
-
-Εν τούτοις ο καρχαρίας προσεγγίζει, οι δε εξέρυθροι αυτού
-οφθαλμοί λάμπουσιν επί της επιφανείας των υδάτων, αι δε
-σιαγόνες υπερμέτρως ανοικταί, δεικνύουσιν, ότε το ζώον
-στρέφεται ολίγον, τον ουρανίσκον αυτού επεστρωμένον δι' οδόντων
-οξέων.
-
-Κραυγή ακούεται! . . Ο καρχαρίας ίσταται και εξαφανίζεται εις
-το βάθος των υδάτων.
-
-Τις εξ ημών εξέβαλε την κραυγήν ταύτην, ακουσίως εννοείται;
-
-Την στιγμήν ταύτην ο αρχιναύτης εγείρεται ωχρός υπ' οργής και
-λέγει:
-
-«Ο πρώτος που θα 'μιλήση, τον σκοτώνω!»
-
-Και επαναλαμβάνει το έργον του.
-
-Και έπειτα, έχει δίκαιον ο αρχιναύτης!
-
-Το άγκιστρον καταβιβάζεται εκ νέου· αλλ' επί ημίωρον ουδείς
-καρχαρίας επιφαίνεται, και εδέησε να βυθισθή το αλιευτικόν
-μηχάνημα είκοσι οργυιάς.
-
-Εν τούτοις μοι φαίνεται ότι εν τω βάθει τούτω τα ύδατα είνε
-τεθολωμένα, όπερ δεικνύει την παρουσίαν των καρχαριών.
-
-Τω όντι η ορμιά υφίσταται αίφνης τιναγμόν σφοδρόν, και το
-σχοινίον διέφυγε των χειρών του αρχιναύτου, αλλά, στερεώς
-συγκρατούμενον εκ των στηριγμάτων της σχεδίας, δεν εξέφυγεν
-εντελώς.
-
-Καρχαρίας δάκνει και συλλαμβάνεται.
-
-«Βοήθειαν, παιδιά, βοήθειαν! ανακράζει ο αρχιναύτης.
-
-Πάραυτα επιβάται και ναυτικοί, πάντες επιλαμβανόμεθα της
-ορμιάς· αι δυνάμεις ημών ζωογονούνται υπό της ελπίδος, αλλά
-μόλις και μετά βίας επαρκούσι, διότι το τέρας ανθίσταται
-βιαίως. Ανέλκομεν πάντες ομού. Κατά μικρόν τα κατώτερα στρώματα
-της θαλάσσης ταράσσοντα υπό της σφοδράς ριπής της ουράς και των
-στηθιαίων πτερυγίων του καρχαρίου. Κύψας παρατηρώ το
-υπερμέγεθες σώμα κινούμενον σπασμωδικώς εν τω μέσω των
-καθημαγμένων υδάτων.
-
-«Θάρρος! Θάρρος!» αναφωνεί ο αρχιναύτης.
-
-Τέλος η κεφαλή του ζώου αναδύεται. Διά των ημιανοίκτων σιαγόνων
-το άγκιστρον εισέδυσε μέχρι των βαθέων του λάρυγγος και ενεπάγη
-εκεί, ουδενός τιναγμού δυναμένου νυν να το αποσπάση εκείθεν. Ο
-Δαούλας αρπάζει τον πέλεκύν του ίνα το αποτελειώση, άμα
-ανασυρθέν μέχρι της επιφανείας του κρηπιδώματος της σχεδίας.
-
-Αλλά την στιγμήν ταύτην κρότος ξηρός ακούεται. Ο καρχαρίας
-έκλεισε βιαίως τας σιαγόνας, αίτινες έκοψαν διά μιας τον
-στειλεόν της σφύρας, και εξαφανίζεται υπό τα ύδατα.
-
-Ωρυγή απελπισμού εξήλθεν εκ του στήθους ημών!
-
-Ο αρχιναύτης, ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Δαούλας προσεπάθησαν έτι να
-συλλάβωσί τινα των καρχαριών τούτων, ει και δεν έχουσι πλέον
-άγκιστρον, ουδ' εργαλεία προς κατασκευήν αγκίστρου.
-Εκσφενδονίζουσι σχοινία μετά βρόχων, αλλά ταύτα ολισθαίνουσιν
-επί του ιξώδους δέρματος των ζώων. Ο δε αρχιναύτης επιχειρεί
-μάλιστα να τους προσελκύση, κρεμών έξω της σχεδίας τον πόδα του
-γυμνόν, και κινδυνεύων να ακρωτηριασθή διά των οδόντων . . .
-
-Αι άγονοι αύται απόπειραι καταπαύουσι τέλος, και έκαστος
-απέρχεται εις την προτέραν θέσιν του αναμένων θάνατον, όν ουδέν
-δύναται του λοιπού να αποτρέψη.
-
-Αλλ' ει και ταχέως απομακρύνομαι, ακούω όμως τον αρχιναύτην
-λέγοντα προς τον Ροβέρτον Κόρτις:
-
-«Πλοίαρχε, πότε θα βάλωμεν κλήρον;»
-
-Και ο μεν Ροβέρτος Κόρτις δεν απεκρίθη, αλλά το ζήτημα όμως
-προυτάθη εις συζήτησιν.
-
-
-
-ΜΕ'
-
-
-
- — _Τη 16 Ιανουαρίου_. — Πάντες είμεθα εξηπλωμένοι επί των
-ιστίων. Εάν διήρχετο πλοίον τι, το πλήρωμα αυτού θα ενόμιζεν
-ότι βλέπει ναυάγια κεκαλυμμένα υπό νεκρών.
-
-
-Πάσχω δεινώς· ως έχουσι τα χείλη μου, η γλώσσα μου, ο λάρυγξ
-μου, θα ηδυνάμην να φάγω; Δεν πιστεύω· και όμως οι συμπλωτήρες
-μου και εγώ αποβλέπομεν προς αλλήλους μετά βλεμμάτων αγρίων.
-
-Ο καύσων σήμερον είνε τοσούτον μάλλον ισχυρός, καθ' όσον ο
-ουρανός είνε θυελλώδης. Ανυψούνται πυκνοί ατμοί, αλλά μοι
-φαίνεται αληθώς ότι είνε δυνατόν να βρέξη παντού αλλού, πλην
-επί της σχεδίας ταύτης.
-
-Και όμως πας τις παρατηρεί μετ' απλήστων οφθαλμών τα νέφη
-ανυψούμενα, και τα χείλη ημών τείνουσι προς αυτά. Ο δε κ.
-Λετουρνέρ τείνει τας χείρας αυτού ικέτιδας προς τον ουρανόν
-τούτον τον ανίλεων!
-
-Ακροώμαι εάν μακρόθεν βρόμος τις αναγγέλλη θύελλαν. Είνε δε ώρα
-ενδεκάτη προ μεσημβρίας. Οι ατμοί εκώλυσαν τας ηλιακάς ακτίνας,
-αλλ' ήδη δεν έχουσι πλέον όψιν ηλεκτρικήν. Πρόδηλον δε ότι η
-θύελλα δεν θα εκραγή, διότι ο όγκος των ατμών έλαβε χροιάν
-ομοιόμορφον και τα περιγράμματα αυτού, τόσον ευδιάκριτα κατά
-την ανατολήν του ηλίου, συνεχωνεύθησαν εις έν όλον υπότεφρον.
-Και νυν είνε απλή ομίχλη.
-
-Αλλ' η βροχή δεν δύναται να απολυθή εκ της ομίχλης ταύτης, όσον
-δήποτε ολίγη, τινές σταγόνες μόνον!
-
-«Βροχή!» αναφωνεί αίφνης ο Δαούλας.
-
-Τω όντι, ήμισυ μίλιον μακράν της σχεδίας ο ουρανός χαράσσεται
-υπό παραλλήλων γραμμών. Βρέχει και βλέπω σταγόνας αναπηδώσας
-επί της επιφανείας του Ωκεανού. Ο άνεμος επιταθείς πνέει προς
-ημάς· μόνον να μη εξαντληθή το νέφος τούτο πριν διέλθη άνωθεν
-των κεφαλών ημών!
-
-Ο Θεός τέλος ηλέησεν ημάς. Βρέχει κατά χονδράς σταγόνας, οποίας
-ρίπτουσι τα θυελλώδη νέφη. Αλλ' η ραγδαία αύτη βροχή δεν θα
-διαρκέση, και οφείλομεν να συναγάγωμεν όσον ύδωρ δυνηθή να
-χορηγήση, διότι ήδη ζωηρός ολκός φωτός φλέγει το νέφος κατά το
-κατώτερον αυτού άκρον υπεράνω του ορίζοντος.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις είπε και έστησαν το τεθραυσμένον βυτίον, ώστε
-να συγκρατήση όσον οίον τε πλειότερον ύδωρ, και τα ιστία
-εκδιπλούνται ίνα δέχωνται την βροχήν επί μείζονος επιφανείας.
-
-Κατακλινόμεθα ύπτιοι έχοντες ανοικτόν το στόμα. Το ύδωρ
-καταβρέχει το πρόσωπόν μου, τα χείλη μου, και αισθάνομαι αυτό
-εισρέον μέχρι εν τω λαιμώ μου. Α! απόλαυσις ανεκλάλητος! Η ζωή
-ρέει εν εμοί. Αι βλενώδεις μεμβράναι του λάρυγγός μου
-απαλύνονται εκ της επαφής ταύτης. Αναπνέω καθ' όσον πίνω το
-ζωογόνον τούτο ύδωρ, το εισδύον μέχρι των ενδοτάτων της
-υπάρξεώς μου!
-
-Η βροχή διήρκεσεν είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, έπειτα δε το
-νέφος εξαντληθέν κατά το ήμισυ, διελύθη εν τω διαστήματι.
-
-Ανηγέρθημεν καλλίτεροι, μάλιστα! «καλλίτεροι». Θλίβομεν τας
-χείρας αλλήλων, λαλούμεν! Φαίνεται ότι εσώθημεν! Ο Θεός εν τη
-ευσπλαγχνία αυτού θ' αποστείλη και άλλα νέφη, άτινα και αύθις
-θα κομίσωσι το ύδωρ, ού τοσούτον χρόνον στερούμεθα!
-
-Και έπειτα το ύδωρ τούτο το πεσόν επί της σχεδίας δεν θα
-απολεσθή, διότι το βυτίον και τα ιστία τι συνήγαγον, αλλά
-επάναγκες να το διατηρήσωμεν επιμελώς και να το διανέμωμεν κατά
-σταγόνα.
-
-Τω όντι το βυτίον συνεκράτησε δυο περίπου πίντας μέχρι τριών,
-εκθλίβοντες δε το απορροφηθέν υπό των ιστίων, θα δυνηθώμεν να
-επαυξήσωμεν την προμήθειαν ημών έν τινι αναλογία.
-
-Οι ναύται κινούνται εις έργον, αλλ' ο Ροβέρτος διά νεύματος
-αναχαιτίζει αυτούς.
-
-«Μίαν στιγμήν! λέγει. Το ύδωρ τούτο είνε πόσιμον;»
-
-Τον παρατηρώ. Διατί το ύδωρ τούτο, όπερ είνε βρόχινον, διατί
-τάχα δύναται να μη είνε πόσιμον;
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις εκθλίβει εν τω λευκοσιδηρώ κυπέλλω ολίγον
-ύδωρ εκ του περιεχομένου εντός των πτυχών ιστίου τινός, έπειτα
-το απογεύεται, και παρευθύς το χύνει προς μεγίστην μου
-έκπληξιν.
-
-Απογεύομαι και εγώ, το ύδωρ τούτο είνε πλέον ή υφάλμυρον! Ήθελέ
-τις υποθέση αυτό ύδωρ θαλάσσιον.
-
-Ο δε λόγος είνε ότι τα ιστία, από τοσούτου ήδη χρόνου
-εκτεθειμένα εις την επίδρασιν των κυμάτων, μετέδωκαν εις το
-συναχθέν ύδωρ αλμυρότητα υπερβολικήν. Δυστύχημα ανεπανόρθωτον!
-Αλλ' αδιάφορον! Έχομεν πεποίθησιν! Άλλως τε υπολείπονται τινες
-πίνται πόσιμοι εν τω βυτίω! Και έπειτα η βροχή ήλθε! Και θα
-επανέλθη.
-
-
-
-ΜΣΤ'
-
-
-
- — _Τη 17 Ιανουαρίου_. — Εάν η δίψα ημών επί μικρόν επραΰνθη, η
-πείνα κατ' ακολουθίαν φυσικήν κατέλαβεν ημάς εκ νέου μετά
-μείζονος σφοδρότητος. Δεν υπάρχει λοιπόν άλλος τρόπος, άνευ
-αγκίστρου και δολώματος να συλλάβωμέν τινα των καρχαριών, ών
-γέμει η πέριξ της σχεδίας θάλασσα; Ουχί, πλην εάν ριφθή τις εις
-την θάλασσαν, ίνα προσβάλη διά πληγών μαχαίρας τα τέρατα ταύτα
-εν τω ιδίω αυτών στοιχείω, ως ποιούσιν οι Ινδοί εν τη αλιεία
-των μαργαριτών. Ο Ροβέρτος Κόρτις διενοήθη να διακινδυνεύση·
-αλλ' ημείς τον εκωλύσαμεν, διότι οι καρχαρίαι είνε καθ'
-υπερβολήν πολυάριθμοι και ήθελεν εκτεθή δωρεάν εις θάνατον
-βέβαιον.
-
-Παρατηρώ δ' ενταύθα ότι, εάν είνε δυνατόν να κατορθώση τις να
-διαφύγη την δίψαν, είτε βυθιζόμενος εις την θάλασσαν, είτε
-μασών πράγμα τι μετάλλινον, ουχ ούτως όμως και την πείναν,
-διότι ουδέν δύναται να αντικαταστήση την θρεπτικήν ουσίαν.
-Άλλως τε το ύδωρ δύναται πάντοτε να παραχθή εκ φυσικού τινος
-γεγονότος, της βροχής φέρ' ειπείν. Άρα, εάν οφείλη τις να μη
-απελπίζεται τελείως περί της πόσεως, αλλά δύναται όμως να
-απελπίζεται παντελώς περί της βρώσεως.
-
-Και ημείς λοιπόν εν τούτω δη τω σημείω διατελούμεν. Ίνα δε τα
-πάντα ομολογήσω, τινές των εταίρων μου αποβλέπουσι προς
-αλλήλους μετά οφθαλμού απλήστου. Ας νοήση έκαστος επί τίνος
-κλιτύος ολισθαίνουσιν αι σκέψεις ημών, και εις οποίαν αγριότητα
-δύναται να ωθήση η δυστυχία εγκεφάλους υπό ενός και του αυτού
-μελήματος ενδελεχώς πειραζομένους!
-
-Αφ' ότου παρήλθον τα θυελλώδη νέφη τα δόντα ημίν το ημίωρον της
-βροχής, ο ουρανός εγένετο πάλιν αίθριος. Ο άνεμος επετάθη επ'
-ολίγον, αλλά μετ' ου πολύ εκόπασε, το δε ιστίον κρέμαται κατά
-μήκος του ιστού. Άλλως τε δεν θεωρούμεν πλέον τον άνεμον ως
-κινητήρα. Πού είνε η σχεδία; τα ρεύματα πού του Ατλαντικού
-Ωκεανού ώθησαν αυτήν; Ουδείς δύναται ειπείν, ουδέ να εύχεται να
-πνέη Απηλιώτης μάλλον ή Βορράς ή Νότος. Έν μόνον ζητούμεν παρά
-του ανέμου, να δροσίζη τα στήθη ημών, να αναμιγνύη και ολίγον
-τι ατμού εις τον ξηρόν αέρα τον κατατρύχοντα ημάς, να μετριάζη
-τέλος τον καύσωνα τούτον, όν καταχέει από του ζενίθ ήλιος
-πύρινος.
-
-Επήλθεν η εσπέρα, η δε νυξ θα είνε σκοτεινή μέχρι του
-μεσονυκτίου, ότε θ' ανατείλη η σελήνη, εισερχομένη εις το
-τελευταίον αυτής τέταρτον. Οι δε αστερισμοί, ολίγον τι
-κεκαλυμμένοι υπό ομίχλης, δεν προβάλλουσι την εξαισίαν εκείνην
-σπινθηροβολίαν την φωτίζουσαν τας ψυχράς νύκτας.
-
-Κατατρυχόμενος ώσπερ υπό παραφροσύνης, κατεχόμενος υπό πείνης
-δεινής, ήτις συνήθως διπλασιάζεται ληγούσης της ημέρας,
-μεταβαίνω και κατακλίνομαι επί δέματος ιστίων, κειμένου κατά
-τον δεξιόν τοίχον της σχεδίας και εκεί κύπτω υπεράνω της
-θαλάσσης όπως αναπνεύσω την εξ αυτών δρόσον.
-
-Εκ των εταίρων μου οίτινες είνε κατακεκλιμένοι εν τη συνήθει
-αυτών θέσει, πόσοι άρα γε ευρίσκουσιν εν τω ύπνω λήθην των
-δεινών; Ουδείς ίσως· Εγώ δε; τον κενόν εγκέφαλόν μου
-πολιορκούσιν εφιάλται.
-
-Εν τούτοις με κατέλαβεν ασθενική τις κάρωσις, ήτις ούτε
-εγρήγορσις είνε ούτε ύπνος. Δεν θα ηδυνάμην να είπω πόσον
-χρόνον έμεινα εν τη εκλυτική ταύτη καταστάσει. Το μόνον δε όπερ
-ενθυμούμαι είνε ότι κατά τινα στιγμήν ιδιάζουσα τις αίσθησις μ'
-εξήγαγεν εξ αυτής.
-
-Δεν ειξεύρω εάν βλέπω όνειρον, αλλ' η όσφρησίς μου ερεθίζεται
-υπό οσμής, ήν κατ' αρχάς δεν αναγνωρίζω. Φαίνεται ως
-αναθυμίασις αόριστος, ήν μοι φέρει εκ διαλειμμάτων υπόλοιπόν τι
-του ανέμου. Οι ρώθωνές μου εξογκούνται και εισπνέουσι. «Τι
-μυρίζει»; εκινήθην να αναφωνήσω . . . Αλλ' ώσπερ τι ένστιγμά με
-κωλύει, και αναζητώ ως αναζητή τις εν τη μνήμη του λέξιν τινα ή
-όνομα λησμονηθέν.
-
-Παρέρχονται στιγμαί τινες. Η δε έντασις της αναθυμιάσεως,
-ζωηρότερον εκδηλουμένη, προκαλεί ζωηροτέρας εισπνοάς.
-
-«Αλλά, λέγω αίφνης, και ως άνθρωπος ενθυμούμενος, είνε οσμή
-κρέατος ψητού!»
-
-Εισπνοή δυνατωτέρα με βεβαιοί ότι αι αισθήσεις μου δεν μ'
-εξηπάτησαν, και όμως επί της σχεδίας ταύτης . . .
-
-Εγείρομαι επί των γονάτων, εισπνέω εκ νέου και, συγχωρηθήτω μοι
-η έκφρασις, μυχθίζω τον περιέχοντα αέρα! Η αυτή αναθυμίασις
-προσβάλλει έτι τους ρώθωνάς μου. Είμαι λοιπόν εις το ρεύμα του
-αντικειμένου του παράγοντος την οσμήν ταύτην, και κατ'
-ακολουθίαν το αντικείμενον τούτο ευρίσκεται εν τη πρώρα της
-σχεδίας.
-
-Και ιδού εγώ εγκαταλείπων την θέσιν μου, έρπων ως ζώον,
-ανερευνών ουχί διά των οφθαλμών αλλά διά της ρινός, εισδύων υπό
-τα ιστία, μεταξύ των σφηκίσκων, ως γάτος προσέχων, και κατ'
-ουδένα λόγον επιθυμών να διεγείρω την προσοχήν των εταίρων μου.
-
-Επί τινα λεπτά της ώρας σύρομαι ούτως εις πάσας τας γωνίας,
-οδηγούμενος υπό της οσφρήσεως ως κύων ρινηλάτης. Και νυν μεν το
-ίχνος με διαφεύγει, είτε διότι εγώ απομακρύνομαι του σκοπού,
-είτε διότι ο άνεμος κοπάζει, νυν δε η αναθυμίασις μ' έρχεται
-μετά νέας εντάσεως. Κατέχω τέλος το ίχνος τούτο, το ακολουθώ,
-και αισθάνομαι ότι βαίνω κατ' ευθείαν προς το ζητούμενον.
-
-Την στιγμήν ταύτην αφικνούμαι εις την γωνίαν του δεξιού τοίχου
-της πρώρας και αναγνωρίζω ότι η οσμή είνε κνίσα λίπους
-καπνιστού. Δεν απατώμαι. Όλαι αι θηλαί της γλώσσης μου
-φρίσσουσιν υπό επιθυμίας!
-
-Ανάγκη τότε να κρυφθώ υπό πυκνήν πτυχήν ιστίων, ψυχή δεν με
-βλέπει, ψυχή δεν μ' ακούει. Ολισθαίνω επί των γονάτων και των
-αγκώνων. Εκτείνω την χείρα και λαμβάνω πράγμα τι τετυλιγμένον
-εντός χαρτίου, το σύρω ταχέως, και βλέπω εις το φως της
-σελήνης, ήτις ανατέλλει την στιγμήν εκείνην υπεράνω του
-ορίζοντος.
-
-Δεν είνε απάτη. Κρατώ τεμάχιον λίπους, μόλις τέταρτον της
-λίτρας, αλλ' ικανόν να κατασιγάσω δι' αυτού επί όλην ημέραν τα
-δεινά μου. Φέρω εις το στόμα μου . . .
-
-Χειρ αρπάζει την χείρα μου. Στρέφομαι, μόλις συγκρατών
-μυκηθμόν.
-
-Αναγνωρίζω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ.
-
-Τα πάντα εξηγούνται, η ιδιάζουσα κατάστασις του Χόμμπαρτ, η
-υγεία αυτού η σχετικώς διαμείνασα καλλιτέρα των άλλων, τα
-υποκριτικά αυτού παράπονα. Την στιγμήν του ναυαγίου ηδυνήθη να
-σώση τρόφιμά τινα, τα εφύλαξε, και αυτός είχε τροφήν εν ώ ημείς
-απεθνήσκομεν της πείνης! Ω! τον άθλιον!
-
-Αλλ' όχι! Ο Χόμμπαρτ έπραξε φρονίμως. Φρονώ ότι είνε άνθρωπος
-συνετός, προμηθής, και εάν εφύλαξε τροφήν τινα εν αγνοία
-πάντων, άριστα έπραξε, τόσον καλλίτερα δι' αυτόν . . . και δι'
-εμέ.
-
-Αλλ' ο Χόμμπαρτ δεν νοεί το πράγμα ούτω πως.
-
-Αρπάζει την χείρα μου και προσπαθεί να λάβη οπίσω το τεμάχιον
-του λίπους, αλλά δεν λέγει τίποτε, διότι δεν θέλει να
-προσελκύση την προσοχήν των συντρόφων του.
-
-Αλλά και εμού συμφέρον είνε να σιωπώ, διότι δεν είνε καλόν να
-έλθωσιν άλλοι και να μ' αρπάσωσι την λείαν ταύτην! Παλαίω
-λοιπόν σιωπηλώς, αλλά μετά τοσαύτης μάλλον λύσσης, καθ' όσον
-ακούω τον Χόμμπαρτ λέγοντα μεταξύ των οδόντων του «το
-τελευταίον μου κομμάτι! η τελευταία μου βουκιά!»
-
-Η τελευταία του «βουκιά!». Μοι χρειάζεται πάση θυσία, την θέλω,
-θα την λάβω! Αρπάζω από τον λαιμόν τον αντίπαλόν μου, όστις
-αγωνιά υπό την χείρα μου και μετ' ου πολύ απομένει ακίνητος!
-
-Και εγώ θραύω το τεμάχιον τούτο του λίπους διά των οδόντων μου,
-κρατών ταυτοχρόνως τον Χόμμπαρτ ανατετραμμένον . . . .
-
-Έπειτα καταλείπων τον ταλαίπωρον, σύρομαι εκ νέου και επανελθών
-καταλαμβάνω την εν τη πρύμνη θέσιν μου.
-
-Ψυχή δεν με είδε! Έφαγον!
-
-
-
-ΜΖ'
-
-
-
- — _Τη 18 Ιανουαρίου_. — Αναμένω την ημέραν εν αγωνία εξάλλω.
-Τι θα είπη ο Χόμμπαρτ; Μοι φαίνεται ότι θα έχη το δικαίωμα να
-με καταγγείλη! Ουχί! Είνε άτοπον διότι, εάν διηγηθώ τι συνέβη,
-εάν είπω πώς ο Χόμμπαρτ έζησεν, εν ώ ημείς απεθνήσκομεν της
-πείνης, πώς ετράφη εν αγνοία και επί βλάβη ημών, οι σύντροφοί
-του θα τον κατασφάξωσιν αλύπητα.
-
-Αλλά δεν πειράζει! Επεθύμουν να είμαι εν πλήρει μεσημβρία.
-
-Η πείνα στιγμιαίως ανεχαιτίσθη εν εμοί, ει και το τεμάχιον
-εκείνο του λίπους ήτο μικρόν πράγμα, μία «βουκιά» και η
-«τελευταία» ως είχεν είπη ο τάλας εκείνος. Εν τούτοις δεν
-πάσχω, και το λέγω εκ των μυχίων της καρδίας μου, αισθάνομαι
-τρόπον τινά τύψιν του συνειδότος, διότι δεν διένειμα το άθλιον
-τούτο λείψανον μετά των συμπλωτήρων μου. Ώφειλον να ενθυμηθώ
-την μις Χέρμπυ, τον Ανδρέαν, τον πατέρα του. . . εγώ δε μόνον
-περί εμαυτού εφρόντισα!
-
-Εν τούτοις η σελήνη ανατέλλει, και μετ' ου πολύ παρακολουθούσιν
-αυτήν αι πρώται λευκαί λάμψεις της πρωίας, ταχέως δε θα γίνη
-ημέρα, διότι είμεθα υπό τα ταπεινά ταύτα πλάτη, άτινα ούτε
-αυγήν γινώσκουσιν ούτε λυκαυγές.
-
-Δεν έκλεισα οφθαλμόν. Ότε δε υπεφαίνετο ημέρα, ενόμισα ότι
-βλέπω όγκον άμορφον αιωρούμενον μεσίστιον.
-
-Τι είνε το πράγμα τούτο; Δεν δύναμαι ακόμη να το διακρίνω, και
-μένω εξηπλωμένος επί του δέματος των ιστίων.
-
-Αλλ' αι πρώται ακτίνες του ήλιου ολισθαίνουσι τέλος επί της
-θαλάσσης, και μετ' ου πολύ διακρίνω σώμα όπερ, αιωρούμενον από
-του άκρου του σχοινίου, υπείκει εις τας κινήσεις της σχεδίας.
-
-Προαίσθημα ακράτητόν με έλκει προς το σώμα τούτο, και έρχομαι
-εις την ρίζαν του ιστού . . .
-
-Το σώμα τούτο είνε απηγχονισμένου ανθρώπου. Ο απηγχονισμένος δε
-ούτος είνε ο τροφοδότης Χόμμπαρτ! Τον ταλαίπωρον! εγώ, μάλιστα
-εγώ! τον ώθησα εις την αυτοκτονίαν!
-
-Κραυγή φρίκης μ' εκφεύγει. Οι συμπλωτήρες μου εγείρονται,
-βλέπουσι το σώμα, εφορμώσιν επ' αυτού . . . αλλ' ουχί ίνα
-μάθωσιν εάν υπολείπεται έτι σπινθήρ ζωής! . . . Άλλως τε ο
-Χόμμπαρτ είνε νεκρός πλέον, το δε πτώμα του ήδη ψυχρόν.
-
-Εν ακαρεί το σχοινίον κόπτεται και ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο
-Γύγξτροπ, ο Φάλστεν, άλλοι τινές είνε εκεί κεκλιμένοι επί του
-πτώματος τούτου . . . .
-
-Ουχί! δεν είδον! . . . Δεν ηθέλησα να ίδω! Δεν μετέσχον του
-βδελυρού τούτου συμποσίου. Ούτε η μις Χέρμπυ, ούτε ο Ανδρέας
-Λετουρνέρ, ουδέ ο πατήρ του ηθέλησαν να εξαγοράσωσιν
-ανακούφισιν των δεινών των επί τη τιμή ταύτη!
-
-Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις . . . αγνοώ . . . Δεν ετόλμησα να
-τον ερωτήσω.
-
-Ως προς δε τους άλλους, τον αρχιναύτην, τον Δαούλαν, τον
-Φάλστεν, τους ναύτας! Ω! ο άνθρωπος μεταβαλλόμενος εις άγριον
-θηρίον . . . . Φοβερόν πράγμα!
-
-Οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ κρυπτόμεθα υπό την
-σκηνήν, ουδέν θελήσαντες να ίδωμεν! Αρκεί ότι ηκούομεν!
-
-Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ήθελε να επιπέση κατά των καννιβάλων τούτων
-να τους αποσπάση τα φρικαλέα ταύτα λείψανα! Εδέησε δε να
-παλαίσω προς αυτόν ίνα τον συγκρατήσω.
-
-Και όμως ήτο δικαίωμά των των ταλαίπωρων τούτων! Διότι ο
-Χόμμπαρτ ήτο νεκρός! δεν τον εφόνευσαν! Και ως είπε ποτε ο
-αρχιναύτης «προτιμότερον να φάγη τις νεκρόν ή ζωντανόν!»
-
-Τις οίδε νυν εάν η σκηνή αύτη μη είνε ο πρόλογος δράματός τινος
-αποτροπαίου, μέλλοντος να καθαιμάξη την σχεδίαν!
-
-Πάσας τας παρατηρήσεις ταύτας είπον προς τον Ανδρέαν Λετουρνέρ,
-αλλά δεν ηδυνήθην να διασκεδάσω την φρίκην αυτού, ήτις είχε
-κορυφωθή εις το έπακρον!
-
-Εν τούτοις σκέφθητε ότι αποθνήσκομεν της πείνης, οκτώ δε των
-συμπλωτήρων ημών θα διαφύγωσιν ίσως τον φρικαλέον τούτον
-θάνατον!
-
-Ο Χόμμπαρτ διά των προμηθειών άς είχε κρύψη ήτο ο ακμαιότατος
-πάντων ημών, ουδεμία δε οργανική νόσος είχεν αλλοιώση τους
-ιστούς αυτού. Απηλλάγη δε του ζην εν πληρεστάτη υγιεία υπό
-κτηνώδους αποφάσεως!
-
-Αλλ' εις τίνας φρικαλέους διαλογισμούς το πνεύμα μου
-παρασύρεται; Οι καννίβαλοι ούτοι μοι εμποιούσιν μάλλον φθόνον ή
-φρίκην;
-
-Τούτων τις την στιγμήν ταύτην εγείρει φωνήν. Ο ξυλουργός
-Δαούλας.
-
-Λέγει δε να εξατμίσωσι θαλάσσιον ύδωρ εις τον ήλιον, ίνα
-συλλέξωσιν άλας.
-
-«Και θα αλατίσωμεν το υπόλοιπον, λέγει.
-
- — Ναι,» αποκρίνεται ο αρχιναύτης.
-
-Έπειτα ουδέν πλέον. Αναμφιβόλως η πρότασις του ξυλουργού
-εγένετο αποδεκτή, διότι δεν ακούω πλέον τίποτε. Σιωπή βαθεία
-αποκαθίσταται εν τη σχεδία, και εικάζω ότι οι συμπλωτήρες μου
-υπνώττουσι.
-
-Δεν πεινώσι πλέον.
-
-
-
-ΜΗ'
-
-
-
- — _Τη 10 Ιανουαρίου_. — Την 19 Ιανουαρίου ο αυτός ουρανός, η
-αυτή θερμοκρασία. Η νυξ ουδεμίαν επιφέρουσα μεταρρύθμισιν εν τη
-καταστάσει της ατμοσφαίρας. Ουδέ ολίγας ώρας ηδυνήθην να
-κοιμηθώ.
-
-Περί την πρωίαν ακούω κραυγάς οργής εκρηγνυμένας εν τη σχεδία.
-
-Οι κκ. Λετουρνέρ και η μις Χέρμπυ, διατρίβοντες μετ' εμού υπό
-την σκηνήν, εγείρονται. Αποσύρω την οθόνην και βλέπω τι
-συμβαίνει.
-
-Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός Δαούλας, οι άλλοι ναύται είνε εις το
-έπακρον εξηρεθισμένοι. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις, καθήμενος εν τη
-πρύμνη, εγείρεται, και μαθών τι εξάπτει την οργήν των προσπαθεί
-να τους πραΰνη.
-
-«Όχι! όχι! θα μάθωμεν ποιος το έκαμεν, είπεν ο Δαούλας
-περιφέρων βλέμμα άγριον.
-
- — Ναι, επαναλαμβάνει ο αρχιναύτης, εδώ μέσα είνε κλέπτης,
-εχάθη εκείνο που μας ειχε περισσεύση.
-
- — Δεν είμ' εγώ! — Ουδ' εγώ!» αποκρίνονται κατά σειράν οι
-ναύται.
-
-Και βλέπω τους ταλαιπώρους ανερευνώντας πάσας τας γωνίας,
-εγείροντας τα ιστία, μετατοπίζοντας τους σφηκίσκους. Η δε οργή
-των αυξάνει καθ' όσον βλέπουσι τας ερεύνας των άνευ τινός
-αποτελέσματος.
-
-Ο αρχιναύτης έρχεται προς με και μοι λέγει:
-
-«Θα τον ειξεύρετε τον κλέπτην.
-
- — Δεν ειξεύρω τι μου λέγεις», αποκρίνομαι εγώ.
-
-Ο Δαούλας καί τινες των ναυτών έρχονται πλησίον.
-
-«Εψάξαμεν παντού, είπεν ο Δαούλας. Τώρα μένει μόνον αυτή η
-σκηνή.
-
- — Κανείς από 'μας δεν εξήλθεν από την σκηνήν, Δαούλα.
-
- — Πρέπει να ιδούμεν!
-
- — Όχι! αφήσατε ησύχους αυτούς που αποθνήσκουν της πείνης.
-
- — Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο αρχιναύτης κρατούμενος, δεν σας
-κατηγορούμεν . . . . Αν τυχόν και επήρε κανείς από σας το
-μερτικόν του, που δεν το ήθελε χθες, είνε δικαίωμά του, και το
-έχει καλά παρμένο. Αλλά εχάθη όλον το κομμάτι, εκαταλάβατε;
-
- — Να ψάξωμε 'ς την σκηνήν!» αναφωνεί ο Σάνδων.
-
-Οι ναύται προβαίνουσιν, εγώ δε δεν δύναμαι να αντισταθώ εις
-τους ταλαιπώρους τούτους, ούς η οργή τυφλώνει. Δεινός φόβος με
-καταλαμβάνει. Μήπως ο κ. Λετουρνέρ, ουχί δι' εαυτόν, αλλά χάριν
-του υιού του, προέβη μέχρι του να λάβη . . . Εάν το έπραξε, θα
-κατασπαραχθή υπό των μαινομένων τούτων.
-
-Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρης, ως ζητών παρ' αυτού προστασίαν. Ο
-Ροβέρτος Κόρτις ελθών ίσταται πλησίον μου. Αι δύο χείρες του
-είνε βεβυθισμέναι εντός των θυλακίων, αλλά μαντεύω ότι είνε
-ωπλισμέναι.
-
-Εν τούτοις τη προσταγή του αρχιναύτου η μις Χέρμπυ και οι κκ.
-Λετουρνέρ ηναγκάσθησαν να καταλίπωσι την σκηνήν, ήν οι ναύται
-ηρεύνησαν μέχρι και των αποκρυφωτάτων γωνιών, αλλά μάτην
-ευτυχώς.
-
-Είνε δε πρόδηλον ότι, αφ' ού το λείψανον του Χόμμπαρτ εγένετο
-άφαντον, είχε ριφθή εις την θάλασσαν.
-
-Ο αρχιναύτης, ο ξυλουργός, οι ναύται κατατρύχονται υπό
-φρικαλέου απελπισμού.
-
-Αλλά τις εποίησε τούτο; Αποβλέπω προς την μις Χέρμπυ και τον κ.
-Λετουρνέρ· αλλά το βλέμμα των αποκρίνεται ότι δεν είνε αυτοί.
-
-Οι οφθαλμοί μου φέρονται προς τον Ανδρέαν, όστις αποστρέφει επί
-στιγμήν την κεφαλήν.
-
-Ταλαίπωρε νεανία! Αυτός; Και εάν αυτός, άρα γε κατανοεί τα
-παρακολουθήματα της πράξεως ταύτης;
-
-
-
-ΜΘ'
-
-
-
- — _Από της 20 μέχρι της 22 Ιανουαρίου_. — Κατά τας επομένας
-ημέρας οι μετασχόντες του αποτροπαίου δείπνου της 18 Ιανουαρίου
-ολίγον ταλαιπωρούνται, αφ' ού έφαγον και έπιον.
-
-Αλλά η μις Χέρμπυ, ο Ανδρέας Λετουρνέρ, ο πατήρ του, εγώ είνε
-δυνατόν να περιγραφή τι πάσχομεν! Δεν είμεθα αξιολύπητοι διά
-την απώλειαν των λειψάνων τούτων! . . . Εάν τις ημών αποθάνη,
-θα ανθέξωμεν; . . .
-
-Ο αρχιναύτης Δαούλας και οι άλλοι μετ' ου πολύ κατελήφθησαν
-αύθις υπό της πείνης, και παρατηρούσιν ημάς μετά οφθαλμών
-πεπλανημένων. Είμεθα λοιπόν λεία βεβαία αυτών;
-
-Αληθώς ότι μάλιστα κατατρύχει ημάς δεν είνε η πείνα, αλλ' η
-δίψα. Μάλιστα! Μεταξύ σταγόνων τινών ύδατος και ψιχίων τινών
-διπυρίτου ουδείς ημών ήθελε διστάση. Τούτο ερρήθη πάντοτε υπό
-ναυαγών διατελούντων εν αίς και ημείς περιστάσεσι, και είνε
-αληθές. Πάσχει τις μάλλον υπό της δίψης ή υπό της πείνης, και
-ταχύτερον αποθνήσκει.
-
-Και, ω του φοβερού δεινού! έχει τις πέριξ αυτού το θαλάσσιον
-τούτο ύδωρ, όπερ ο οφθαλμός βλέπει ούτως ομοιάζον προς το γλυκύ
-ύδωρ! Πολλάκις προσεπάθησα να πίω σταγόνας τινάς, αλλά
-προεκάλεσεν εν εμοί αφορήτους ναυτίας και δίψαν δεινοτέραν μετά
-ταύτα ή πρότερον.
-
-Α! Αρκεί, αρκεί! Τεσσαράκοντα δύο ημέραι είνε αφ' ότου
-κατελίπομεν το πλοίον! Τις ημών δύναται να εξαπατηθή του
-λοιπού; Δεν είμεθα προωρισμένοι να αποθάνωμεν μετ' αλλήλους και
-δια του χειρίστου των θανάτων!
-
-Αισθάνομαι ότι ώσπερ τις ομίχλη συμπυκνούται περί τον εγκέφαλόν
-μου. Προσεγγίζει να με καταλάβη ως παραφροσύνη. Αγωνίζομαι να
-συγκρατήσω την φεύγουσαν διάνοιάν μου. Η παραφροσύνη αύτη με
-φοβίζει! Πού θα με οδηγήση; Θα είμαι αρκούντως ισχυρός ίνα
-αναλάβω το λογικόν μου; . .
-
-Συνήλθον, — μετά πόσας ώρας δεν θα ηδυνάμην να είπω. Το μέτωπόν
-μου ήτο κεκαλυμμένον υπό σπληνίων [98] θαλασσοβρέκτων τη
-φροντίδι της μις Χέρμπυ. Αλλ' αισθάνομαι ότι ολίγος έτι χρόνος
-ζωής μοι υπολείπεται!
-
-Σήμερον, 22 του μηνός, σκηνή φρικαλέα. Ο μαύρος Γύγξτροπ,
-καταληφθείς αίφνης υπό σφοδράς μανιώδους παραφροσύνης,
-διατρέχει την σχεδίαν ωρυόμενος. Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να τον
-συγκρατήση, αλλά μάτην! Επιπίπτει καθ' ημών θέλων να μας
-καταβροχθίση, και αναγκαζόμεθα να αμυνώμεθα κατά των επιθέσεων
-του άγριου τούτου θηρίου. Ο Γύγξτροπ ήρπασε μοχλόν και είνε
-δυσχερές να αποκρούη τις τα κτυπήματά του.
-
-Αλλ' αίφνης υπό τροπής ήν μόνος ο παροξυσμός της παραφροσύνης
-εξηγεί, η λύσσα του Γύγξτροπ στρέφεται καθ' εαυτού. Σπαράσσει
-τας σάρκας του διά των οδόντων, διά των ονύχων, ρίπτων το αίμα
-του κατά πρόσωπον ημών και κραυγάζων:
-
-«Πιέτε! πιέτε!»
-
-Επί τινας στιγμάς αγωνιά ούτω πως και κατευθύνεται προς την
-πρύμναν της σχεδίας κράζων αδιαλείπτως:
-
-«Πιέτε! πιέτε!»
-
-Έπειτα ορμά και ακούω το σώμα του καταπίπτον εις την θάλασσαν.
-
-Ο αρχιναύτης, ο Φάλστεν, ο Δαούλας σπεύδουσιν ίνα παραλάβωσι το
-πτώμα, αλλ' ουδέν άλλο βλέπουσιν ή κύκλον ευρύν κόκκινον, και
-εν μέσω αυτού παλαίοντας καρχαρίας τεραστίους!
-
-
-
-Ν'
-
-
-
- — _Τη 22 και 23 Ιανουαρίου_. — Ένδεκα πλέον συμπλωτήρες
-είμεθα, και νυν μοι φαίνεται των αδυνάτων να μη μετρή εκάστη
-ημέρα και νέον θύμα. Το οίον δήποτε τέλος του δράματος τούτου
-προσεγγίζει. Εντός οκτώ ημερών ή θα έχωμεν προσορμισθή εις την
-γην, ή πλοίον τι θα έχη διασώση τους ναυαγούς. Ει δε μη, ο
-έσχατος των επιζώντων επιβατών του _Σάνσελλορ_ θα ζήση.
-
-Την 23 η όψις του ουρανού μετεβλήθη, ο άνεμος διαφερόντως
-επετάθη, γενόμενος την νύκτα Μέσης (ΒΑ). Το ιστίον της σχεδίας
-εκολπώθη και ολκός αρκούντως διακρινόμενος δεικνύει ότι η
-σχεδία μετατοπίζεται επαισθητώς, τρία μίλια την ώραν κατά τους
-υπολογισμούς του πλοιάρχου.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο μηχανικός Φάλστεν είνε βεβαίως οι
-σθεναρώτατοι μεταξύ ημών. Ει και η ισχνότης αυτών είνε εσχάτη,
-υπομένουσιν όμως τας στερήσεις ταύτας εις τρόπον θαυμαστόν. Των
-αδυνάτων να παραστήσω εις οποίον έσχατον βαθμόν κατήντησεν η
-τλήμων [99] μις Χέρμπυ. Είνε ψυχή πλέον, αλλά ψυχή ακμαία έτι,
-και όλη αυτής η ζωή φαίνεται καταφυγούσα εις τους οφθαλμούς,
-οίτινες λάμπουσιν ασυνήθως. Ζη εν τω ουρανώ, ουχί επί της γης!
-
-Και όμως, ανήρ ζωηρότατος, νυν όλως καταβεβλημένος είνε ο
-αρχιναύτης. Είνε δε αγνώριστος. Την κεφαλήν έχων νεύουσαν επί
-του στήθους, τας μακράς οστεώδεις χείρας ηπλωμένας επί των
-γονάτων, ών αι οξείαι επιγονατίδες εξέχουσιν υπό την
-τετριμμένην περισκελίδα, διατελεί καθήμενος έν τινι γωνία της
-σχεδίας, ουδόλως εγείρων τους οφθαλμούς. Πολύ δε διάφορος της
-μις Χέρμπυ, αυτός ζη μόνον διά του σώματος· τοιαύτη δε είνε η
-ακινησία του, ώστε υποθέτω ενίοτε ότι έπαυσε του ζην.
-
-Ούτε λόγοι, ούτε καν στεναγμοί επί της σχεδίας ταύτης. Σιγή
-άκρα. Λέξεις διαμείβονται καθ' εκάστην ουδέ καν δέκα. Άλλως τε
-αι ολίγαι τινές λέξεις άς θα ηδύναντο να προφέρωσιν η γλώσσα
-ημών, τα οιδαλέα και απεσκληρυμένα χείλη, θα ήσαν όλως
-ακατάληπτοι. Η σχεδία πλέον φέρει φάσματα κατεσκληκότα [100],
-έξαιμα, ουδέν έχοντα το ανθρώπινον!
-
-
-
-ΝΑ'
-
-
-
- — _Τη 24 Ιανουαρίου_. — Πού είμεθα; Πού του Ατλαντικού Ωκεανού
-παρεσύρθη η σχεδία; Δις ηρώτησα τον Ροβέρτον Κόρτις, όστις
-αορίστως μόνον ηδυνήθη να μ' αποκριθή. Αλλ' όμως, επειδή
-εξηκολούθει σημειών την διεύθυνσιν των ρευμάτων και των ανέμων,
-νομίζει ότι θα ήχθημεν πάλιν προς Ζέφυρον (Δ), τούτ' έστι προς
-το μέρος της ξηράς.
-
-Σήμερον ο άνεμος εκόπασε τέλεον. Εν τούτοις υπάρχει επί της
-επιφανείας της θαλάσσης σάλος ευρύς, δεικνύων ότι ταραχή τις
-των υδάτων συνέβη προς Απηλιώτην (Α). Τρικυμία αναμφιβόλως θα
-ανέτρεψε το μέρος τούτο του Ατλαντικού. Η σχεδία καταπονείται
-πολύ υπό των κυμάτων, ο δε Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν, ο
-ξυλουργός καταβάλλουσι το υπολειπόμενον των δυνάμεων αυτών προς
-στερέωσιν των μερών της σχεδίας, των κινδυνευόντων να
-διαλυθώσι.
-
-Αλλά προς τι κοπιώσιν. Ας διαλυθώσι τέλος αι σανίδες αύται εις
-τα εξ ών συνετέθησαν. Ας μας καταπίη ο Ωκεανός ούτος! λίαν
-πολύν χρόνον αμφισβητούμεν αυτώ την αθλίαν ημών ζωήν!
-
-Αληθώς τα δεινά ημών εκορυφώθησαν εις τον ύπατον βαθμόν όν
-δύναται να υπομένη ο άνθρωπος. Αδύνατον δε να γίνωσιν έτι
-δεινότερα. Ο καύσων είνε αφόρητος. Τηκτόν μόλυβδον διαχέει ο
-ουρανός εφ' ημών. Ο ιδρώς πλημμυρεί ημάς διά των ρακωδών
-ενδυμάτων ημών, η δε διαπνοή αύτη αυξάνει έτι μάλλον την δίψαν.
-Ουχί, δεν δύναμαι να παραστήσω ό τι συναισθάνομαι! Αι λέξεις
-ελλείπουσιν όταν τις θέλη να εκφράση δεινά υπεράνθρωπα!
-
-Ο μόνος τρόπος αναψυχής, εις όν ενίοτε ηδυνάμεθα να
-καταφεύγωμεν, είνε ήδη απηγορευμένος ημίν, και ουδείς
-διανοείται να λουσθή εν τη θαλάσση, διότι από του θανάτου του
-Γύγξτροπ οι καρχαρίαι προσερχόμενοι αγεληδόν περικυκλούσι την
-σχεδίαν.
-
-Προσεπάθησα σήμερον να πορισθώ ολίγον ύδωρ πόσιμον, εξατμίζων
-ύδωρ θαλάσσιον. Αλλά, ει και κατέβαλον πλείστην υπομονήν, μόλις
-επιτυγχάνω να υγράνω τεμάχιον υφάσματος. Άλλως τε το προς
-βράσιν του ύδατος αγγείον δεν ηδυνήθη ν' ανθέξη εις το πυρ,
-διερράγη, και ηναγκάσθην να παραιτηθώ της εργασίας ταύτης.
-
-Ο μηχανικός Φάλστεν είνε ήδη σχεδόν απειρηκώς [101] και ολίγας
-τινάς ημέρας θα επιζήση. Εγείρων τους οφθαλμούς δεν τον βλέπω
-καν πλέον. Κατεκλίθη υπό τα ιστία ή απέθανε; Μόνος ο δραστήριος
-Κόρτις ίσταται όρθιος κατά την πρώραν της σχεδίας και
-παρατηρεί! Όταν συλλογίζωμαι ότι ο ανήρ ούτος . . . . ελπίζει
-έτι!
-
-Εγώ απέρχομαι να κατακλιθώ κατά την πρύμναν, αναμένων εκεί τον
-θάνατον. Όσον τάχιστα, τόσον καλλίτερον.
-
-Πόσαι παρήλθον ώραι, αγνοώ . . . . Αίφνης ακούω καγχασμούς. Εξ
-άπαντος παρεφρόνησέ τις ημών!
-
-Οι καγχασμοί ούτοι διπλασιάζονται. Εγώ δε δεν ανεγείρω την
-κεφαλήν. Ολίγον μοι μέλει. Εν τούτοις λέξεις τινές ασυνάρτητοι
-έρχονται μέχρι εμού.
-
-«Ένα λιβάδι! ένα λιβάδι! Πράσινα δένδρα! και από κάτω από τα
-δένδρα μία ταβέρνα! γρήγορα! γρήγορα! Φέρτε μπράντεβιν, τζιν,
-νερό μία λίρα τη σταλαγματιά.! Πληρώνω! Έχω χρήματα! έχω
-χρήματα!»
-
-Ω! τον ταλαίπωρον παρακρούοντα! Όλον το χρήμα της Τραπέζης δεν
-θα ηδύνατο να σοι δώση μίαν σταγόνα ύδατος επί του παρόντος!
-
-Ο ναύτης Φλαίπολ είνε ο καταληφθείς υπό παραφροσύνης, και
-ανακράζει:
-
-«Γη! γη είνε εκεί!»
-
-Η λέξις αύτη και νεκρόν ήθελε γαλβανίση. Καταβάλλω επώδυνον
-προσπάθειαν και ανορθούμαι. Ουδεμία γη! Ο Φλαίπολ περιπατεί επί
-του κρηπιδώματος και γελά. Άδει νεύων προς παραλίαν τινά
-φανταστικήν. Βεβαίως αι άμεσοι αντιλήψεις της ακοής αυτού, της
-όψεως, της γεύσεως εξέλιπον, αλλ' αναπληροί αυτάς φαινόμενόν τι
-καθαρώς εγκεφαλικόν. Όθεν λαλεί προς φίλους απόντας, παρασύρων
-αυτούς εις το εν Κάρδιφ καπηλείον του, _Εις τα όπλα του
-Γεωργίου_, εκεί δε προσφέρει τζιν, ουίσκυ, ύδωρ — ύδωρ προ
-πάντων, ύδωρ όπερ τον μεθύσκει! Βαδίζει επί των εξηπλωμένων
-τούτων σωμάτων, προσκόπτων κατά παν βήμα, καταπίπτων,
-ανεγειρόμενος, άδων διά φωνής μεθύοντος ανθρώπου. Φαίνεται
-διατελών εν τω ανωτάτω βαθμώ της μέθης. Κατεχόμενος δε υπό της
-παραφροσύνης αυτού, δεν πάσχει πλέον, η δε δίψα του
-κατεσιγάσθη! Α! επεθύμουν να ήμην και εγώ κατειλημμένος υπό
-παρακρούσεως ως αυτός!
-
-Ο τάλας λοιπόν θα τελευτήση όπως ο μαύρος Γύγξτροπ, ριπτόμενος
-εις τα κύματα;
-
-Τούτο φαίνονται διανοηθέντες ο Δαούλας, ο Φάλστεν και ο
-αρχιναύτης, διότι, εάν ο Φλαίπολ θέλη να φονευθή, δεν θα τον
-αφήσωσι να το πράξη «άνευ ίδιας αυτών ωφελείας!» Όθεν παρευθύς
-ανεγείρονται, και τον παρακολουθούσι παραφυλάττοντες. Εάν ο
-Φλαίπολ θέλη να ριφθή εις την θάλασσαν, θα διαμφισβητήσωσιν
-αυτόν προς τους καρχαρίας!
-
-Αλλά δεν έμελλε να γίνωσιν ούτω τα πράγματα. Κατά την
-παράκρουσιν αυτού ο Φλαίπολ έφθασε πράγματι εις τον ύπατον
-βαθμόν της μέθης, ως εάν είχε μεθυσθή εκ των ποτών, άτινα
-προσέφερεν εν τη παραφροσύνη του, και καταπεσών ως όγκος
-απεκοιμήθη ύπνον μολύβδινον.
-
-
-
-ΝΒ'
-
-
-
- — _Τη 25 Ιανουαρίου_. — Η νυξ της 24 προς την 25 Ιανουαρίου
-εγένετο ομιχλώδης και, ουκ οίδα τινος ένεκα φαινομένου, εκ των
-θερμοτάτων νυκτών άς δύναταί τις να φαντασθή. Η ομίχλη αύτη
-είνε πνιγηρά. Νομίζει τις ότι είς σπινθήρ ήθελεν εξαρκέση να
-μεταδώση εις αυτήν το πυρ, ως εις εκρηκτικήν τινα ουσίαν. Η
-σχεδία ου μόνον είνε στάσιμος, αλλ' ουδεμίαν πλέον κίνησιν
-αισθάνεται. Ενίοτε ερωτώ εμαυτόν εάν έτι επιπλέη.
-
-Κατά την νύκτα ταύτην προσπαθώ να μετρήσω πόσοι είμεθα επί της
-σχεδίας. Μοι φαίνεται δε ότι είμεθα ένδεκα, αλλά μόλις δύναμαι
-να συγκεντρώσω τας αναγκαίας εννοίας, ίνα καταρτίσω τον
-υπολογισμόν τούτον, διότι οτέ μεν ευρίσκω δέκα, οτέ δε δώδεκα,
-αλλά θα είνε ένδεκα, μετά τον θάνατον του Γύγξτροπ. Αύριον θα
-είνε μόνον δέκα, διότι εγώ θα είμαι νεκρός.
-
-Αισθάνομαι καλώς τω όντι ότι εγγίζω εις το τέρμα των δεινών
-μου, διότι όλος μου ο βίος διέρχεται προ της μνήμης μου. Την
-πατρίδα μου, τους φίλους μου, την οικογένειάν μου εδόθη μοι να
-επανίδω το ύστατον ήδη εν ονείρω.
-
-Περί την πρωίαν εξηγέρθην, εάν δύναταί τις να αποκαλέση ύπνον
-την νοσηράν ταύτην κάρωσιν εν ή είμαι βεβυθισμένος. Ο Θεός να
-με συγχωρήση, αλλά διανοούμαι σπουδάζων να θέσω τέρμα εις τον
-βίον μου. Η ιδέα αύτη εντυπούται εν τω εγκεφάλω μου, και
-αισθάνομαι ηδονήν τινα, λέγων κατ' εμαυτόν ότι τα δεινά ταύτα
-θα λήξωσιν όταν εγώ θελήσω.
-
-Ανακοινώ την απόφασίν μου τω Ροβέρτω Κόρτις μετά μοναδικής
-ηρεμίας πνεύματος. Ο δε πλοίαρχος εις απάντησιν νεύει
-καταφατικώς.
-
-Έπειτα δε μοι λέγει:
-
-
-«Εγώ τουλάχιστον δεν θα φονευθώ, διότι η πράξις μου θα ήτο
-εγκατάλειψις της θέσεώς μου. Εάν ο θάνατος δεν με 'πάρη προ των
-συντρόφων μου, θα μείνω ο έσχατος επί της σχεδίας ταύτης!»
-
-Η ομίχλη επιμένει. Πλέομεν δε εν τω μέσω ατμοσφαίρας υποτέφρου,
-ουδέ την επιφάνειαν του ύδατος δυνάμενοι πλέον να ίδωμεν. Η
-ομίχλη ανέρχεται εκ του Ωκεανού ως νεφέλη πυκνή, αλλ'
-αισθανόμεθα καλώς ότι υπεράνω αυτής λάμπει ήλιος φλογερός,
-όστις μετ' ου πολύ θα αντλήση όλους τούτους τους ατμούς.
-
-Περί ώραν εβδόμην νομίζω ότι ακούω φωνάς πτηνών υπεράνω της
-κεφαλής μου. Ο δε Ροβέρτος Κόρτις διατελών όρθιος, ακροάται
-απλήστως των φωνών τούτων. Αι φωναί δε αύται επαναλαμβάνονται
-τρις.
-
-Την τρίτην φοράν πλησιάζω και ακούω τον πλοίαρχον ψιθυρίζοντα
-υποκώφως:
-
-«Πτηνά. . . αλλά τότε . . . η γη θα είνε εδώ πλησίον! . .»
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις πιστεύει λοιπόν ακόμη εις την γην. Αλλ' εγώ
-όμως δεν πιστεύω! Ούτε ήπειροι υπάρχουσιν, ούτε νήσοι. Η δε
-σφαίρα ουδέν άλλο είνε ή σφαιροειδές τι υγρόν, ως και εν τη
-δευτέρα περιόδω του σχηματισμού αυτής!
-
-Εν τούτοις αναμένω την άρσιν της ομίχλης μετά τινος αγωνίας,
-ουχί διότι ελπίζω να διακρίνω γην, αλλά διότι με κατέχει άτοπος
-σκέψις ελπίδος ανεκτελέστου και σπεύδω να απαλλαχθώ αυτής.
-
-Μόνον περί την ενδεκάτην η ομίχλη άρχεται διαλυομένη. Εν ώ δε
-αι πυκναί αυτής έλικες κυλίονται επί της επιφανείας των
-κυμάτων, διαβλέπω διά τινων ανωτέρων οπών το κυανούν του
-ουρανού. Ακτίνες ζωηραί διέρχονται διά της ομίχλης, και
-κεντούσιν ημάς ως βέλη μετάλλινα πεπυρακτωμένα. Αλλ' η
-συμπύκνωσις αύτη των ατμών τελείται εν τοις άνω στρώμασι και
-δεν δύναμαι έτι να παρατηρήσω τον ορίζοντα.
-
-Επί ημίωρον αι συστροφαί αύται περιβάλλουσιν ημάς και δεν
-διαλύονται άνευ δυσχερείας, διότι ουδόλως πνέει άνεμος.
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις, εστηριγμένος επί του χείλους του
-κρηπιδώματος, προσπαθεί να διαπεράση το πυκνόν τούτο εξ ομίχλης
-παραπέτασμα.
-
-Τέλος ο ήλιος εν όλω αυτού τω καύσωνι καθαρίζει την επιφάνειαν
-του Ωκεανού, η ομίχλη υποχωρεί, το φως εκτείνεται εις ακτίνα
-μείζονα και επιφαίνεται ο ορίζων.
-
-Ο ορίζων δε ούτος είνε οποίος και από έξ ήδη εβδομάδων, —
-γραμμή συνεχής και κυκλική, εφ' ής συγχέονται ουρανός και ύδωρ!
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις αποβλέψας περί εαυτόν δεν λέγει λέξιν. Α! Τον
-οικτίρω ειλικρινώς, διότι εκ πάντων ημών αυτός μόνος δεν
-δικαιούται να τελευτήση τον βίον οπόταν θελήση. Εγώ δε θα
-αποθάνω αύριον, και εάν δεν με πλήξη ο θάνατος, εγώ θα τον
-προϋπαντήσω. Περί δε των συμπλωτήρων μου αγνοώ εάν είνε ζώντες
-έτι, αλλά μοι φαίνεται ότι πολλαί ημέραι παρήλθον αφ' ότου δεν
-τους είδον.
-
-Επανήλθεν η νυξ, αλλά δεν ηδυνήθην να κοιμηθώ επί μίαν καν
-στιγμήν. Περί ώραν δευτέραν η δίψα τοσούτον με βασανίζει, ώστε
-δεν δύναμαι να καταστείλω τας κραυγάς μου. Τι! πριν αποθάνω δεν
-θα απολαύσω της υπερτάτης ηδονής του να κατασβέσω το πυρ το
-κατακαίον το στήθος μου.
-
-Ναι! θα πίω το ίδιον μου αίμα ελλείψει του αίματος των άλλων.
-Και γινώσκω μεν ότι τούτο εις ουδέν θα μ' ωφελήση, αλλά
-τουλάχιστον θα εξαπατήσω το πάθος μου.
-
-Και άμ' έπος άμ' έργον. Κατορθώ να ανοίξω το μαχαιρίδιόν μου, ο
-βραχίων μου είνε γυμνός, διά πληγής ταχείας κόπτω μίαν φλέβα,
-το αίμα εξέρχεται στάγδην, και εγώ κατέσβεσα την δίψαν μου εν
-τη πηγή ταύτη της ζωής μου! το αίμα τούτο επανέρχεται εις εμέ,
-κατασιγάζει στιγμιαίως τα φρικαλέα δεινά μου και έπειτα
-στειρεύει, δεν έχει την δύναμιν να ρεύση!
-
-Πόσον η αύριον βραδύνει να έλθη!
-
-Μετά της ημέρας ομίχλη πυκνή συνήχθη πάλιν εν τω ορίζοντι και
-συνέστειλε τον κύκλον, ού το κέντρον αποτελεί η σχεδία. Είνε δε
-η ομίχλη αύτη καυστηρά ως οι ατμοί οι εκφεύγοντες εκ λέβητος.
-
-Σήμερον είνε η εσχάτη των ημερών μου.
-
-Πριν αποθάνω ασμένως [102] θα θλίψω χείρα φιλικήν. Ο Ροβέρτος
-Κόρτις είν' εδώ πλησίον μου. Σύρομαι μέχρι αυτού και λαμβάνω
-την χείρα του. Εκείνος με νοεί, γινώσκει ότι είνε
-αποχαιρετισμός, και φαίνεται ότι, κινούμενος υπό τελευταίας
-σκέψεως ελπίδος, θέλει να με κρατήση! Αλλ' ανωφελώς.
-
-Επεθύμουν να επανίδω τους κκ. Λετουρνέρ, την μις Χέρμπυ . . .
-αλλά δεν τολμώ, διότι η νεάνις ήθελεν αναγνώση εν τοις
-οφθαλμοίς μου την απόφασίν μου! θα μοι έλεγε περί Θεού, περί
-της άλλης ζωής ήν οφείλομεν να προσδοκώμεν! Αλλά να προσδοκώ .
-. . εγώ δεν έχω πλέον το θάρρος . . . Ο Θεός ας με συγχωρήση!
-
-Επανέρχομαι προς την πρύμναν της σχεδίας, και μετά μακράς
-προσπαθείας κατορθώνω να σταθώ όρθιος παρά τω ιστώ. Το ύστατον
-ήδη διατρέχω διά του βλέμματος την ανελεήμονα ταύτην θάλασσαν,
-τον ορίζοντα τούτον όστις δεν μετατοπίζεται! Και γη αν μοι
-ενεφανίζετο και ιστίον εάν υψούτο υπεράνω των κυμάτων, εγώ
-ήθελον νομίση ότι είμαι παίγνιον απάτης . . . Αλλ' η θάλασσα
-είνε έρημος!
-
-Είνε δεκάτη ώρα προ μεσημβρίας, η στιγμή του τέλους μου! Οι
-στροφοί της πείνης, οι νυγμοί της δίψης κατασπαράττουσί με μετά
-νέας σφοδρότητος. Η ορμή της συντηρήσεως εσβέσθη εν εμοί, και
-μετά τινας στιγμάς θα έχω παύση των δεινών μου. Θεέ των
-οικτιρμών, παράλαβέ μου το πνεύμα!
-
-Αλλά την στιγμήν εκείνη φωνή τις ακούεται. Αναγνωρίζω την φωνήν
-του Δαούλα.
-
-Ο ξυλουργός είνε πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις.
-
-«Πλοίαρχε, λέγει, θα βάλωμεν κλήρον.»
-
-Ενώ ήμην έτοιμος να ριφθώ εις την θάλασσαν, ίσταμαι. Διατί;
-Ουδ' εγώ ειξεύρω το διατί, αλλ' όμως επανέρχομαι εις την
-πρύμναν της σχεδίας.
-
-
-
-ΝΓ'
-
-
-
- — _Τη 26 Ιανουαρίου_ — Η πρότασις εγένετο, πάντες δε την
-ήκουσαν και πάντες την ενόησαν. Από τινων δε ημερών είχεν αύτη
-κατασταθή προκατάληψης, ήν ουδείς ετόλμα να διατυπώση.
-
-Θα ριφθή κλήρος!
-
-Ο δε λαχών θα διαμελισθή και έκαστος θα λάβη την μερίδα του.
-
-Λοιπόν, έστω! Αν εγώ λάχω, δεν θα μεμψιμοιρήσω.
-
-Μοι φαίνεται ότι προυτάθη εξαίρεσις υπέρ της μις Χέρμπυ υπό του
-Ανδρέου Λετουρνέρ. Αλλά ψίθυρος οργής διατρέχει μεταξύ των
-ναυτών, διότι είμεθα ένδεκα, λοιπόν έκαστος ημών έχει δέκα
-πιθανότητας υπέρ εαυτού και μίαν κατά· η δε προτεινομένη
-εξαίρεσις ήθελε μεταβάλη την αναλογίαν ταύτην. Ώστε και η μις
-Χέρμπυ θα υποστή την κοινήν τύχην.
-
-Είνε δε τότε ώρα δεκάτη και ημίσεια προ μεσημβρίας. Ο
-αρχιναύτης, όν η πρότασις του Δαούλα εζωογόνησεν, επιμένει να
-γίνη η κλήρωσις παραχρήμα. Και έχει δίκαιον. Άλλως τε ουδείς
-ημών θέλει την ζωήν. Ο λαχών ημέρας τινάς μόνον, ώρας τινάς
-ίσως θα προηγηθή των εν θανάτω εταίρων του. Πας τις γινώσκει
-τούτο και δεν φοβείται διότι θ' αποθάνη. Αλλά να μη
-ταλαιπωρήται υπό της πείνης ταύτης μίαν ή δύο ημέρας, να μη
-συναισθάνεται πλέον την δίψαν ταύτην, ιδού τι έκαστος θέλει,
-όπερ και γενήσεται.
-
-Δεν δύναμαι να είπω πώς έκαστον των ονομάτων ημών ευρέθη εν τω
-πυθμένι τινός πίλου. Ο Φάλστεν ίσως θα τα έγραψεν επί φύλλου
-αποσπασθέντος εκ του σημειωματαρίου του.
-
-Τα ένδεκα ονόματα είνε εκεί. Συνεφωνήθη δε ασυζητητεί ότι το
-τελευταίον εξελθόν όνομα θα είνε το θύμα.
-
-Τις θα προβή εις την κλήρωσιν; Ενδοιασμός τις διεγείρεται,
-«Εγώ!» αποκρίνεταί τις ημών.
-
-Στρέφομαι και αναγνωρίζω τον κ. Λετουρνέρ.
-
-Είν' εκεί, όρθιος, πελιδνός, εκτείνων την χείρα, η λευκή κόμη
-του καταπίπτει επί των κατεσκληκυιών παρειών του, είνε δε
-φοβερός ένεκα της ηρεμίας αυτού.
-
-Α! δύστηνε πάτερ! Σε καταλαμβάνω! Γινώσκω διατί συ θέλεις να
-απαγγείλης τα ονόματα! Η πατρική σου στοργή θα προβή και μέχρι
-τούτου!
-
-«Όταν θέλετε!» λέγει ο αρχιναύτης προς τον κ. Λετουρνέρ.
-
-Ο κ. Λετουρνέρ εισάγει την χείρα εις τον πίλον. Λαμβάνει ένα
-κλήρον, τον αναπτύσσει, απαγγέλλει μεγαλοφώνως το εγγεγραμμένον
-όνομα και το εγχειρίζει εις τον έχοντα το όνομα τούτο.
-
-Το πρώτον λαχόν όνομα είνε το του Βάρκε, όστις εκβάλλει κραυγήν
-χαράς.
-
-Δεύτερον, το του Φλαίπολ.
-
-Τρίτον, το του αρχιναύτου.
-
-Τέταρτον, το του Φάλστεν.
-
-Πέμπτον, το του Ροβέρτου Κόρτις.
-
-Έκτον, το του Σάνδον.
-
-Το ήμισυ των ονομάτων πλέον ενός, απηγγέλθησαν.
-
-Το εμόν δεν έλαχε. Ζητώ να υπολογήσω τας υπολειπομένας μοι
-πιθανότητας. Τέσσαρες καλαί, μία κακή.
-
-Αφ' ότου ο Βάρκε ανεκραύγασεν, ουδέ λέξις άλλη ηκούσθη.
-
-Ο δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί το απαίσιον υπούργημά του.
-
-Έβδομον όνομα έλαχε το της μις Χέρμπυ, αλλ' η νεάνις δεν
-ανεσκίρτησε.
-
-Όγδοον, το εμόν. Μάλιστα! το εμόν!
-
-Το ένατον όνομα;
-
-«Λετουρνέρ!
-
- — Ποίος; ερωτά ο αρχιναύτης.
-
- — Ανδρέας!» αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
-
-Κραυγή ακούεται και ο Ανδρέας πίπτει αναίσθητος.
-
-«Εμπρός λοιπόν!» αναφωνεί μυκώμενος ο ξυλουργός Δαούλας, ού το
-όνομα υπολείπεται εν τω πίλω μετά του ονόματος του κ.
-Λετουρνέρ.
-
-Και ο μεν Δαούλας παρατηρεί τον αντίπαλόν του ως θύμα όπερ
-θέλει να καταβροχθίση, αλλ' ο κ. Λετουρνέρ είνε σχεδόν μειδιών.
-Εισάγει την χείρα εις τον πίλον, εξάγει τον προτελευταίον
-κλήρον, τον αναπτύσσει βραδέως, και μετ' ευσταθείας, ήν
-ουδέποτε προσεδόκων παρά του ανδρός τούτου, απαγγέλλει άνευ
-ουδεμιάς αλλοιώσεως της φωνής του. το όνομα:
-
-«Δαούλας!»
-
-Ο ξυλουργός εσώθη. Ωρυγή εκφεύγει εκ του στήθους του.
-
-Έπειτα ο κ. Λετουρνέρ λαμβάνει τον τελευταίον κλήρον, όν
-ουδόλως ανοίξας σχίζει.
-
-Τεμάχιον του σχισθέντος χαρτίου έπεσεν είς τινα γωνίαν της
-σχεδίας, αλλ' ουδείς προσέχει εις αυτό. Έρπω προς τα εκεί,
-λαμβάνω το χαρτίον και έν τινι γωνία αυτού αναγινώσκω; Ανδρ . .
-.
-
-Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ εφορμά επ' εμού, μ' αρπάζει βιαίως από των
-χειρών το τεμάχιον τούτο του χάρτου, το συμπιέζει εντός των
-δακτύλων του, έπειτα, ατενίζων με μετά σοβαρότητος, το ρίπτει
-εις την θάλασσαν.
-
-
-
-ΝΔ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της 26 Ιανουαρίου_. — Καλώς ενόησα. Ο πατήρ
-ελάτρευε τον υιόν, και ουδέν άλλο έχων πλέον να τω δώση πλην
-της ιδίας ζωής, τω την δίδει.
-
-Εν τούτοις πάντες ούτοι οι πειναλέοι δεν θέλουσι να περιμένωσι
-πλέον. Οι στροφοί των σπλάγχνων των διπλασιάζονται επί τη θέα
-του θύματος όπερ έλαχεν αυτοίς. Δεν θεωρούσι πλέον τον κ.
-Λετουρνέρ ως άνθρωπον. Και ουδέν μεν είπον ακόμη, αλλ' όμως τα
-χείλη των προβάλλονται, οι δε αποκαλυπτόμενοι οδόντες των,
-έτοιμοι εις την βιαίαν αρπαγήν, θα κατασπαράξωσιν ως οδόντες
-σαρκοβόρων, μετά της κτηνώδους αδηφαγίας των θηρίων. Θέλουσι
-λοιπόν να επιπέσωσιν επί του θύματός των και να το
-καταβροχθίσωσι ζων;
-
-Τις θα πιστεύση ότι την στιγμήν ταύτην έκκλησις εγένετο εις το
-υπόλοιπον του ανθρωπισμού, όν έτι δύνανται να έχωσιν εν
-εαυτοίς, και τις θα πιστεύση μάλιστα ότι η έκκλησις αύτη
-εισηκούσθη; Ναι! Είς λόγος ανέστειλεν αυτούς καθ' ήν στιγμήν
-έμελλον να επιπέσωσι κατά του κ. Λετουρνέρ. Ο αρχιναύτης,
-έτοιμος να αναλάβη το έργον του κρεοπώλου, ο Δαούλας κρατών τον
-πέλεκυν, έμειναν ακίνητοι.
-
-Η μις Χέρμπυ προβαίνει ή μάλλον σύρεται προς αυτούς.
-
-«Φίλοι μου, λέγει, θέλετε να περιμείνετε μίαν ακόμη ημέραν;
-Μόνον μίαν! Εάν αύριον δεν φανή γη, εάν δεν μας συναντήση
-πλοίον, ο τάλας σύντροφός μας θα γίνη βορά σας; . .»
-
-Ως ήκουσα τας λέξεις ταύτας, ανεσκίρτησεν η καρδία μου. Μοι
-φαίνεται ότι η νεάνις αύτη ελάλησεν ως προφήτις, και ότι θεία
-έμπνευσις είνε η εμψυχούσα το ευγενές τούτο πλάσμα! Ελπίς
-άπειρος επανέρχεται εις την καρδίαν μου. Την παραλίαν, το
-πλοίον, η μις Χέρμπυ ίσως τα διείδεν εν τινι των υπερφυσικών
-εκείνων οπτασιών, άς ο Θεός προβάλλει ενώπιόν τινων βλεμμάτων!
-Ναι! Οφείλομεν να αναμείνωμεν μίαν έτι ημέραν. Και τι είνε μία
-ημέρα μεθ' όσα δεινά υπεμείναμεν;
-
-Ο Ροβέρτος Κόρτις διανοείται όπως εγώ. Συνενούμεν τας
-παρακλήσεις ημών προς τας της μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν λαλεί εν τη
-αυτή εννοία, ικετεύομεν τους συμπλωτήρας, τον αρχιναύτην, τον
-Δαούλαν, τους άλλους . . .
-
-Οι ναύται ίστανται και ουδέ ψίθυρος ακούεται.
-
-Ο αρχιναύτης ρίπτει τότε τον πέλεκύν του, έπειτα διά φωνής
-υποκώφου λέγει:
-
-«Αύριον τα 'ξημερώματα!»
-
-Η λέξις αύτη λέγει τα πάντα. Εάν αύριον μήτε γη φανή μήτε
-πλοίον, η φρικαλέα θυσία θα τελεσθή.
-
-Έκαστος νυν επανέρχεται εις την θέσιν του και δι' υπολοίπου
-τινός προσπαθείας συνέχει τας αλγηδόνας του. Οι δε ναύται
-κρύπτονται υπό τα ιστία, ουδέ θέλοντες να ίδωσι καν την
-θάλασσαν. Ολίγον τοις μέλει, αφ' ού θα φάγωσιν αύριον!
-
-Εν τούτοις ο Ανδρέας Λετουρνέρ συνελθών εις εαυτόν, ευθύς
-πρώτον απέβλεψε προς τον πατέρα του. Έπειτα βλέπω αυτόν
-μετρούντα τους επιβάτας της σχεδίας . . . Ουδείς ελλείπει. Τις
-λοιπόν έλαχε; Ότε ο Ανδρέας ελιποθύμησε, δύο μόνον ονόματα
-περιείχοντο εν τω πίλω, το του ξυλουργού και το του πατρός του!
-Αμφότεροι δε, ο τε κ. Λετουρνέρ και ο Δαούλας, είνε εκεί. Τότε
-η μις Χέρμπυ ελθούσα προς αυτόν λέγει απλώς ότι η κλήρωσις δεν
-απεπερατώθη. Ο δε Ανδρέας Λετουρνέρ δεν ερωτά περισσότερον.
-Λαμβάνει την χείρα του πατρός του, ού η όψις είνε ήρεμος,
-σχεδόν μειδιώσα. Έν δε μόνον βλέπει, έν μόνον καταλαμβάνει, ότι
-ο υιός του εσώθη. Τα δύο ταύτα όντα, τα ούτω στενώς συνδεδεμένα
-προς άλληλα, μεταβαίνουσιν εις την πρύμναν της σχεδίας και
-κάθηνται συνδιαλεγόμενα ταπεινή τη φωνή.
-
-Εν τούτοις εγώ επιμένω εις την πρώτην εντύπωσιν ήν μοι
-ενεποίησεν η παρέμβασις της νεάνιδος. Πιστεύω ως αντίληψιν της
-Θείας Προνοίας. Δεν θα ηδυνάμην δε να είπω μέχρι τίνος η ιδέα
-αύτη ερριζούται εν τω πνεύματί μου. Θα ετόλμων να βεβαιώσω ότι
-εγγίζομεν εις το τέρμα των δεινών ημών και δεν θα ήμην
-βεβαιότερος περί τούτου, εάν το πλοίον ή η γη ήσαν εκεί πέραν
-μίλια τινα από τον άνεμον. — Αλλ' ο εγκέφαλος μου είναι ούτω
-κενός, ώστε αι χίμαιραι μεταβάλλονται εις πράγματα.
-
-Λέγω προς τους κκ. Λετουρνέρ περί των προαισθήσεών μου· και ο
-Ανδρέας πέποιθεν όπως εγώ! Το ταλαίπωρον παιδίον! Και εάν
-είξευρεν ότι αύριον! . . .
-
-Ο πατήρ μ' ακροάται σοβαρώς και με παραθαρρύνει να ελπίζω.
-Πιστεύει δε ασμένως, το λέγει τουλάχιστον, ότι ο Ύψιστος θα
-φεισθή των επιζώντων επιβατών του _Σάνσελλορ_, και επιδαψιλεύει
-τω υιώ του θωπείας, αίτινες ως προς αυτόν είνε αι έσχαται.
-
-Έπειτα δε βραδύτερον, ότε ήμην μόνος πλησίον του κ. Λετουρνέρ
-κλίνει εις το ους μου και λέγει:
-
-«Σας συνιστώ το δύσμοιρον τέκνον μου. Να μη μάθη ποτέ ότι . .
-.»
-
-Και πριν αποπερατώση την φράσιν του, δάκρυα αδρά καταπίπτουσιν
-από των οφθαλμών του . . .
-
-Εγώ δε είμαι όλως εύελπις.
-
-Όθεν ουδ' επί στιγμήν αποστρέφω το βλέμμα μου και παρατηρώ τον
-ορίζοντα εφ' όλην αυτού την περίμετρον. Και είνε μεν έρημος,
-αλλά δεν ανησυχώ, διότι προ της αύριον ιστίον ή γη θα φανή που.
-
-Ως εγώ παρατηρεί την θάλασσαν και ο Ροβέρτος Κόρτις, η δε μις
-Χέρμπυ, ο Φάλστεν και αυτός ο αρχιναύτης συγκεντρούσιν εν τω
-βλέμματι αυτών την ζωήν των όλην.
-
-Εν τούτοις επέρχεται η νυξ, και όμως έχω πεποίθησιν ότι πλοίον
-τι θα προσεγγίση εν τω βαθεί τούτω σκότει, και θα ίδη τα σημεία
-ημών άμα τη ημέρα.
-
-
-
-ΝΕ'
-
-
-
- — _Τη 27 Ιανουαρίου_. — Δεν κλείω οφθαλμόν, ακούω δε και τους
-ελαχίστους κρότους, τον παφλασμόν του ύδατος, την βοήν των
-κυμάτων. Παρατηρώ δε ότι ουδείς πλέον καρχαρίας υπάρχει πέριξ
-της σχεδίας, θεωρώ δε τούτο ως οιωνόν άριστον.
-
-Ή σελήνη ανέτειλε τεσσαράκοντα έξ λεπτά μετά το μεσονύκτιον.
-Αλλά το ανεπαρκές αυτής φως δεν μοι επιτρέπει να παρατηρήσω την
-θάλασσαν επί ακτίνος εκτεταμένης. Ποσάκις ενόμισα ότι διέβλεπον
-ολίγας οργανιάς μακράν το ποθεινότατον ιστίον!
-
-Αλλ' ελθούσης της πρωίας, ο ήλιος ανατέλλει επί θαλάσσης
-ερήμην!
-
-Η φοβερά στιγμή ήγγικεν. Αισθάνομαι κατά μικρόν εξαλειφομένας
-τας χθεσινάς ελπίδας μου. Το πλοίον δεν φαίνεται, αλλ' ουδέ η
-γη, και εγώ επανέρχομαι εις την πραγματικότητα και ενθυμούμαι!
-Είνε η ώρα καθ' ήν μέλλει να εκτελεσθή απαισία θανατική
-εκτέλεσις.
-
-Δεν τολμώ πλέον να βλέπω το θύμα. Ότε δε οι οφθαλμοί του, οι
-αποδεικνύοντες τοσαύτην καρτερίαν, προσηλούνται επ' εμού, εγώ
-ταπεινώνω τους εμούς.
-
-Φρίκη ανυπέρβλητος συνθλίβει μου το στήθος, και η κεφαλή μου
-γυρίζει ως εν τη μέθη.
-
-Είνε η έκτη πρωινή ώρα, και πλέον δεν πιστεύω εις την αντίληψιν
-της θείας Προνοίας. Η καρδία μου πάλλει πλέον των εκατόν παλμών
-το λεπτόν και ιδρώς αγωνίας με περικαλύπτει όλον.
-
-Ο αρχιναύτης και ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιοι, εστηριγμένοι επί του
-ιστού, εξετάζουσιν αδιαλείπτως τον Ωκεανόν. Είνε δε ο
-αρχιναύτης φοβερός ιδείν. Γινώσκει τις καλώς ότι δεν θα
-επιταχύνη την ώραν, αλλ' ουδέ θα την επιβραδύνη. Μοι είνε δε
-αδύνατον να μαντεύσω οποίαι τινες είνε αι εντυπώσεις του
-πλοιάρχου, αλλ' όμως η όψις του είνε πελιδνή και φαίνεται ζων
-διά του βλέμματος και μόνου.
-
-Οι δε ναύται σύρονται επί του κρηπιδώματος και διά των φλογερών
-οφθαλμών του κατατρώγουσιν ήδη το θύμα των!
-
-Δεν δύναμαι να σταθώ εκεί, και μεταβαίνω μέχρι της πρώρας της
-σχεδίας.
-
-Ο αρχιναύτης είνε όρθιος έτι και παρατηρεί.
-
-«Τέλος πάντων!» αναφωνεί.
-
-Τας λέξεις ταύτας ακούσας αναπηδώ.
-
-Ο αρχιναύτης, ο Δαούλας, ο Φλαίπολ ο Βάρκε, ο Σάνδον προχωρούσι
-προς την πρύμναν, ο δε ξυλουργός σφίγγει σπασμωδικώς τον
-πέλεκυν του!
-
-Η μις Χέρμπυ δεν δύναται να καταστείλη κραυγήν.
-
-Αίφνης ο Ανδρέας ανορθούται.
-
-«Πάτερ μου; αναφωνεί, μετά φωνής πνιγομένης.
-
- — Ο κλήρος με υπέδειξεν . . .» απεκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
-
-Ο Ανδρέας αρπάζει τον πατέρα του εν ταις αγκάλαις του,
-ανακράζων μετά μυκηθμού.
-
-«Ποτέ! Σκοτώστε με καλλίτερα, σκοτώστε με! Εγώ έρριψα εις την
-θάλασσαν το πτώμα του Χόμμπαρτ! Εμέ, εμέ πρέπει να σφάξετε!»
-
-Ο τλήμων!
-
-Οι λόγοι του διπλασιάζουσι την λύσσαν των δημίων. Ο δε Δαούλας
-προβάς αποσπά αυτόν από των αγκαλών του κ. Λετουρνέρ λέγων:
-
-«Ας λείπουν τα πολλά πολλά!»
-
-Ο Ανδρέας ανατρέπεται και δύο ναύται συσφίγγουσιν αυτόν ούτως,
-ώστε δεν δύναται πλέον να κινηθή.
-
-Ταυτοχρόνως δε ο Φλαίπολ και ο Βάρκε αρπάζοντες το θύμα των,
-σύρουσιν αυτό προς την πρώραν της σχεδίας.
-
-Η φοβερά αύτη σκηνή τελείται ταχύτερον ή όσον την περιγράφω. Η
-φρίκη με προσήλωσεν επί τόπου. Ήθελον να ριφθώ μεταξύ του κ.
-Λετουρνέρ και των δημίων του, αλλά δεν δύναμαι!
-
-Την στιγμήν ταύτην ο κ. Λετουρνέρ ίσταται όρθιος, απωθήσας τους
-ναύτας οίτινες εξέσχισαν μέρος των ενδυμάτων του. Οι ώμοι του
-είνε γυμνοί.
-
-«Μίαν στιγμήν, λέγει προς αυτούς μετά τόνου φωνής, εν ώ
-αισθανόμεθα ζωηρότητα ακαταδάμαστον. Μίαν στιγμήν! Δεν
-προτίθεμαι να σας κλέψω την μερίδα σας. Αλλά δεν θα με
-καταβροχθίσετε ολόκληρον σήμερον, υποθέτω!»
-
-Οι ναύται ίστανται, και κατάπληκτοι βλέπουσι και ακούουσιν. Ο
-δε κ. Λετουρνέρ εξακολουθεί:
-
-«Είσθε δέκα. Δεν σας εξαρκούν αι δύο μου χείρες; Κόψατέ τας,
-και αύριον έχετε το υπόλοιπον! . . .
-
-Και ταύτα λέγων, εκτείνει τας δύο χείρας του γυμνάς . . .
-
-«Ναι!» ανακράζει ο διά φωνής φοβεράς ο ξυλουργός Δαούλας.
-
-Και ταχύς ως ο νους, υψώνει τον πέλεκυν.
-
-Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηδυνήθη να βλέπη περισσότερον, ουχ
-ήττον δε και εγώ. Η σφαγή αύτη δεν θα εκτελεσθή, ζώντων ημών.
-Και ο μεν πλοίαρχος ερρίφθη εις μέσον των ναυτών, ίνα αποσπάση
-απ' αυτών το θύμα των, και εγώ ώρμησα εις την συμπλοκήν . . .
-αλλ' ότε έφθασα εις την πρώραν της σχεδίας, με απώθησε τις των
-ναυτών μετά σφοδρότητος και έπεσα εις την θάλασσαν . . .
-
-Κλείω το στόμα θέλων να αποθάνω πνιγόμενος. Αλλ' ο πνιγμός είνε
-ανώτερος της θελήσεώς μου, τα χείλη μου ανοίγουσι και βρόχθοι
-τινές ύδατος εισδύουσι.»
-
-Ύψιστε θεέ! Το ύδωρ είνε γλυκύ!
-
-
-ΝΣΤ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου_. — Έπιον! έπιον! Αναγεννώμαι!
-Αίφνης αναζωογονούμαι! Δεν θέλω πλέον να αποθάνω!
-
-Κραυγάζω και αι κραυγαί μου ακούονται. Επιφαίνεται ο Ροβέρτος
-Κόρτις επί του χείλους της σχεδίας, μοι ρίπτει σχοινίον, όπερ η
-χειρ μου δράττει. Αναρριχώμαι και καταπίπτω επί του
-κρηπιδώματος.
-
-Αι πρώται μου δε λέξεις είνε:
-
-«Νερόν γλυκύ!
-
- — Γλυκύ νερόν! αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις. Λοιπόν η γη είνε
-εδώ πλησίον!»
-
-Είνε έτι καιρός! Ο φόνος δεν εξετελέσθη! Το θύμα δεν εσφάγη! Ο
-Ροβέρτος Κόρτις και ο Ανδρέας είχον παλαίση κατά των
-καννιβάλων, αλλά καθ' ήν στιγμήν έμελλον να καταβληθώσι και
-αυτοί, ηκούσθη η κραυγή μου.
-
-Ο αγών καταπαύει. Επαναλαμβάνω τας λέξεις: νερόν γλυκύ! και
-κύψας έξω της σχεδίας πίνω απλήστως διά μεγάλων βρόχθων.
-
-Η Μις Χέρμπυ πρώτη με μιμείται. Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο Φάλστεν,
-οι άλλοι ορμώσι προς την ζείδωρον [103] ταύτην πηγήν. Πας τις
-ποιεί το αυτό. Τα προ μικρού ανήμερα θηρία υψούσι τας χείρας
-προς τον ουρανόν, τινές δε σταυροκοπούνται ανακράζοντες ότι
-θαύμα εγένετο. Πας τις κλίνει το γόνυ επί του χείλους της
-σχεδίας, και πίνει μετ' αγαλλιάσεως. Η έκστασις διαδέχεται την
-δεινήν μανίαν!
-
-Ο Ανδρέας και ο πατήρ του τελευταίοι μιμούνται ημάς.
-
-«Αλλά πού είμεθα; αναφωνώ.
-
- — Ολιγώτερον των είκοσι μιλίων απέχομεν της γης, αποκρίνεται ο
-Ροβέρτος Κόρτις.»
-
-Πάντες παρατηρούμεν αυτόν. Ο πλοίαρχος παραφρονεί; Ουδεμία
-ακτίς φαίνεται που, η δε σχεδία διατελεί κατέχουσα το κέντρον
-του υγρού τούτου κύκλου!
-
-Και όμως το ύδωρ είνε γλυκύ! Από πότε δε είνε; Αδιάφορον! Αι
-αισθήσεις δεν μας ηπάτησαν και η δίψα ημών κατεσιγάσθη.
-
-«Μάλιστα, η γη είνε αόρατος, αλλ' είνε εκεί! λέγει ο πλοίαρχος
-εκτείνων την χείρα προς Ζέφυρον (Δ).
-
- — Ποία γη; ερωτά ο αρχιναύτης.
-
- — Της Αμερικής, η γη όπου ρέει ο Αμαζόνειος ποταμός, ο μόνος
-έχων ρεύμα αρκούντως ισχυρόν, ώστε γλυκαίνει να ύδατα του
-Ωκεανού μέχρι είκοσι μιλίων από των εκβολών του!»
-
-
-
-ΝΖ'
-
-
-
- — _Συνέχεια της 27 Ιανουαρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις προδήλως
-έχει δίκαιον. Η εκβολή αύτη του Αμαζονείου ποταμού, ού το ποσόν
-είνε διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες μέτρων κυβικών την ώραν, ό
-έστι τρισχιλιάκις μείζον του ποταμού των Παρισίων Σηκουάνα,
-είνε το μόνον μέρος του Ατλαντικού Ωκεανού, ένθα ηδυνήθημεν να
-εύρωμεν ύδωρ γλυκύ. Η γη είνε εκεί που, το αισθανόμεθα! Ο
-άνεμος φέρει ημάς εκεί!
-
-Την στιγμήν ταύτην η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον
-ουρανόν, και προς την δέησιν αυτής αναμιγνύομεν τας ημετέρας.
-
-Ο Ανδρέας Λετουρνέρ είνε εν ταις αγκάλαις του πατρός του, εν τη
-πρύμνη της σχεδίας, ημείς δε οι λοιποί πάντες εν τη πρώρα
-παρατηρούμεν τον ορίζοντα τον προς Ζέφυρον (Δ) . . .
-
-Μετά μίαν ώραν ο Ροβέρτος Κόρτις αναφωνεί:
-
-«Γη!»
-
-Το ημερολόγιον εν ώ εσημείωσα τας καθημερινάς ταύτας σημειώσεις
-συνετελέσθη. Η διάσωσις ημών εγένετο εντός ολίγων ωρών, θα
-διηγηθώ δε αυτήν εν ολίγοις.
-
-Η σχεδία περί ώραν ενδεκάτην προ μεσημβρίας συνηντήθη κατά την
-άκραν Μαγκουρή επί της νήσου Μαραχώ. Ελεήμονες αλιείς
-περιέθαλψαν και εζωογόνησαν ημάς, έπειτα δε ωδήγησαν εις Παρά,
-ένθα ετύχομεν περιθάλψεων ενθερμοτάτων και συγκινητικωτάτων.
-
-Η σχεδία επροσγείωσεν εν 0° 12' βορείου πλάτους. Ερρίφθη λοιπόν
-δεκαπέντε τουλάχιστον μοίρας προς Λίβα (ΝΔ), αφ' ής ημέρας
-κατελίπομεν το πλοίον. Λέγω δε «τουλάχιστον», διότι είνε
-πρόδηλον ότι εδέησε να κατέλθωμεν μάλλον προς Νότον.
-Κατεπλεύσαμεν δε εις την εκβολήν του Αμαζονείου ποταμού, διότι
-το ρεύμα του Γελφ-στρημ παρέλαβε την σχεδίαν και κατήγαγεν
-αυτήν εκεί. Άνευ δε της συντυχίας ταύτης η απώλεια ημών ήτο
-άφευκτος.
-
-Εκ των δύο και τριάκοντα επιβιβασθέντων εν Κάρλεστον, τούτ'
-έστι εννέα επιβατών και είκοσι τριών ναυτών, υπελιπόμεθα πέντε
-μόνον επιβάται και έξ ναυτικοί, — εν όλω ένδεκα. Οι μόνοι
-επιζήσαντες εκ των του _Σάνσελλορ_. Πρακτικόν της διασώσεως
-συνετάχθη υπό των Βρασιλιανών αρχών.
-
-Υπέγραψαν δε: Μις Χέρμπυ, I. Ρ. Κάζαλλον, Λετουρνέρ πατήρ,
-Ανδρέας Λετουρνέρ, Φάλστεν, αρχιναύτης, Δαούλας, Βάρκε,
-Φλαίπολ, Σάνδον και τελευταίον Ροβέρτος Κόρτις πλοίαρχος.
-
-Οφείλω δε να προσθέσω ότι εν Παρά πάραυτα προσηνέχθησαν ημίν τα
-μέσα της εις την πατρίδα επανόδου. Πλοίον τι εκόμισεν ημάς εις
-Καϋένην και θα συναντήσωμεν την υπερατλάντειον Γαλλικήν γραμμήν
-του Άσπινβαλ ής το ατμόπλοιον _Πόλις της Σαιννχζαίρης_ θα
-καταγάγη ημάς εις Ευρώπην.
-
-Και νυν μετά τοσαύτας δοκιμασίας άς από κοινού υπέστημεν, μετά
-τοσούτους κινδύνους, ούς εκ θαύματος, ούτως ειπείν, διεφύγομεν,
-δεν είνε φυσικόν να συνδέη αδιάρρηκτος φιλία τους επιβάτας του
-_Σάνσελλορ_; Εν οία δήποτε περιστάσει, όπου δήποτε μακράν η
-τύχη παρασύρη αυτούς, δεν είνε βέβαιον ότι ουδέποτι θα
-λησμονήσωσιν αλλήλους; Ο Ροβέρτος Κόρτις είνε και θα διατελή
-αείποτε ών φίλος των εν δυστυχία εταίρων αυτού.
-
-Η δε μις Χέρμπυ ήθελε να αποσυρθή των εγκοσμίων, και να
-αφιερώση τον βίον της εις την περίθαλψιν των πασχόντων.
-
-«Αλλά και ο υιός μου δεν είνε πάσχων! . .» είπε προς αυτήν ο κ.
-Λετουρνέρ.
-
-Και η μις Χέρμπυ έχει νυν πατέρα μεν τον κ. Λετουρνέρ, αδελφόν
-δε τον υιόν αυτού Ανδρέαν. — Λέγω δε αδελφόν, αλλ' εντός
-ολίγου, εν τη νέα αυτής οικογενεία, η ισχυρά αύτη νεάνις θα
-εύρη την ευδαιμονίαν, ής είνε αξία, όπερ και ημείς ευχόμεθα
-αυτή εξ όλης της καρδίας.
-
-
-
-Τ Ε Λ Ο Σ
-
-
-
-
-ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
-
-ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
-
-ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ
-
-Έκδοσις καλλιτεχνική εις μέγα 8ον
-
-Κατά μετάφρασιν
-
-Π. I. ΦΕΡΜΠΟΥ
-
-Καθηγητού
-
-Ρωβύρος ο κατακτητής μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6
-
-Ο _Σάνσελλορ_ μετ' εικόνων 45 τιμάται Δρ 6
-
-Σχολή των Ροβινσώνων ή νήσος επί του Ειρην. Ωκεανού μετ'
-εικόνων 51 τιμάται Δρ 6
-
-Ο Λαχνός ή ο αριθμός 9672 μετ' εικόνων 42 τιμάται Δρ 6
-
-Μεσημβρινός Αστήρ ή χώρα των αδαμάντων μετ' εικόνων 63 τιμάται
-Δρ 7
-
-_____
-
-Λεζάντες εικόνων
-
-Η πνοή του Βορρά ωθεί τον _Σάνσελλορ_ . . . (σελ. 1)
-ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΚΟΡΤΙΣ, ο δεύτερος πλοίαρχος.
-Οι επιβάται του _Σάνσελλορ_.
-Ο Σάνσελορ και τα φύκη. (σελ. 18.)
-Πυρκαϊά, κύριε Κάζαλλον.·!...» (σελ. 25)
-Οι ναύται διέκριναν ελαφρόν καπνόν (σελ. 27)
-Κατελήφθη υπό σπασμωδικού φόβου (σελ. 34)
-Τρέχει κράζων: «Πυρκαϊά!» (σελ. 36)
-Γλώσσα πυρός μακρά! . . (σελ. 44)
-«Το πικρικόν! το πικρικόν!» (σελ. 46)
-Διακρίνομεν όμιλον μαύρον . . . (σελ. 51)
-Άνθρωπος φαίνεται κρεμάμενος.....(σελ. 53.)
-Παρασκευάζουσιν επί του επιστέγου κατασκήνωσιν (σελ. 56)
-Το νησύδριον τούτο. . . (σελ. 58)
-Το ιχνογράφημα του Ανδρέου.
-Οι ναυαγοί αλιεύοντες . . .
-Επιστατούντος του Φάλστεν, οι ναύται . . .
-Εγένετο η έκρηξις
-«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου . .»
-Αλλ' αίφνης ο καταποντισμός αναστέλλεται . . . .
-Μόνος, γέρων ναυτικός . . .
-Μοι φαίνεται ότι διακρίνω μέλαν σημείον.
-«Νά, και ένα πτώμα! . .» είπεν ο Όουεν.
-Μάτην έτεινον τας χείρας προς ημάς . . .
-Η σχεδία ουριοδρομεί . . .
-Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη!
-«Καταιγίς! καταιγίς!»
-Μ' εξήπλωσεν επί του κρηπιδώματος . . .
-Κατά παν τέταρτον εμβρέχει τα χείλη του. . .
-«Κτυπάτε τον πλοίαρχον!» ωρύεται ο Όουεν . . .
-Ο Ροβέρτος Κόρης καταφέρει τον πέλεκυν . . .
-Δεν δύναμαι να καταστείλω σχήμα φρίκης
-Ο Όουεν εις την θάλασσαν.
-«Πλοίον! πλοίον!»
-Η κεφαλή τον ζώου αναδύεται.
-Κατακείμεθα ύπτιοι και πίνομεν . . .
-Παρατηρώ εις το φως της σελήνης.
-Είνε σώμα απηγχονισμένου.
-Έπειτα ορμά και πίπτει εις την θάλασσαν.
-Ακτίνες ζωηραί διαπερώσι την ομίχλην.
-«Φίλοι μου! περιμένετε μίαν ημέραν; . . .»
-Και πίνομεν, πίνομεν, πίνομεν!
-Η φωνή της μις Χέρμπυ υψούται προς τον Ουρανόν.
-
-_____
-
-
-1] Τρίστηλο: με τρία κατάρτια.
-
-2] Γόμφος: καρφί. Αν ξύλινος, ο γόμφος λέγεται καβίλια.
-
-3] Επίδρομος ή μετζάνα: Το τελευταίο κατάρτι του πλοίου, δηλαδή
-αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στην πρύμνη.
-
-4] Εξαρτία: Τα σκοινιά και τα κατάρτια και γενικά καθετί άλλο
-που χρησιμοποιείται στο χειρισμό των ιστίων ενός ιστιοφόρου
-πλοίου, τα άρμενα, η αρμποραδούρα, κοινά αρματωσιά.
-
-5] Ίσαλος γραμμή: Η γραμμή που χαράζεται στις πλευρές του
-πλοίου, συνήθως στο ύψος όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια
-της θάλασσας — Το ίχνος της γραμμής που αφήνει η θάλασσα στα
-πλευρά του ακίνητου σκάφους.
-
-6] Επίμηλο: Η γαλέτα — ξύλινος δίσκος στην κορφή των καταρτιών
-και του ιστού της σημαίας.
-
-7] Άβαξ - Το σανίδωμα που αποτελεί την πρύμνη του πλοίου και
-είναι κάθετο σχεδόν προς την θάλασσα.
-
-8] Ναυφθορία: Ναυάγιο, βλάβη πλοίου.
-
-9] Τρίχαπτο: Είδος δαντέλλας.
-
-10] Παρακύλισμα ή μπότζι: Κίνηση του σκάφους αριστερά-δεξιά.
-
-11] Προνευστασμός ή σκαμπανέβασμα: Κίνηση του σκάφους πάνω-
-κάτω.
-
-12] Πολιός: ασπρομάλλης, λευκός ή ψαρός.
-
-13] Επίστεγο (κάσσαρο): Στα παλαιά ιστιοφόρα, υπερυψωμένο μέρος
-του καταστρώματος μεταξύ του ψηλότερου σημείου τους πρύμνης και
-του ιστού της μαΐστρας (που βρίσκεται στο κέντρο του πλοίου)
-στο οποίο τοποθετούνταν κατά κανόνα οι κοιτώνες των
-αξιωματικών.
-
-14] Ευεκτικός: έχων ευεξία.
-
-15] Βρενθύομαι: Υπερηφανεύομαι, κορδώνομαι.
-
-16] Τεώς: Παγώνι.
-
-17] Φυξίκεντρος: Φυγόκεντρος. Ο όρος προτάθηκε από τον
-Κωνσταντίνο Ασώπιο (1843) και επικράτησε. Ο όρος φυξίκεντρος
-που προτάθηκε από τον Ηρακλή Μητσόπουλο (1845) δεν επικράτησε.
-
-18] Γιγγλυμωτό: Αρθρωτό, με αρθρώσεις.
-
-19] Γελφ Στρημ: Gulf Stream.
-
-20] Δόλωνας ή γάμπια: Τετράγωνο πανί που δένεται στον ιστό της
-μαΐστρας πάνω από τη μαΐστρα. Από αυτό παίρνει το όνομα του ο
-άξονας ή το κομμάτι του σύνθετου καταρτιού που το συγκρατεί
-(ιστός γάμπιας ή δόλωνα).
-
-21] Ακάτιος ιστός: Ο πλωριός ιστός, ο πρώτος από την πλώρη. Ο
-κοντινότερος προς την πλώρη ιστός πάνω στον οποίο στηρίζεται το
-ακάτιο ιστίο. Στα μεγάλα ιστιοφόρα ονομάζεται και Τουρκέτο η
-Τρίγκος.
-
-22] Αντιμονή: (Πλέω εν αντιμονή) ελαττώνω την ταχύτητα του
-πλοίου, για την αποφυγή ζημιών από την τρικυμία: για να γίνει
-αυτό, το πλοίο πρέπει να στραφεί προς την κατεύθυνση του
-ανέμου, «πλέοντας την εγγυτάτη» ,και να μειώσει τα ιστία μόνο
-στα χαμηλά πανιά (ιστία θυέλλης).
-
-23] Οιακιστής: Πηδαλιούχος, πιλότος.
-
-24] Επιστήλιο: α. Τετράγωνο πανί δεμένο επάνω από αυτό του
-τρίγκου και β. το μικρό κατάρτι που αντιστοιχεί σε αυτό.
-
-25) Περί τα 30 μέτρα το δευτερόλεπτον.
-
-26] Πρότονας: Οι ανάδρομοι κι οι πρότονοι είναι σκοινιά που
-στερεώνουν τα επιστήλια των ιστών, κοινώς τα στράλια.
-
-27] Ανακωχεύω: Έχω τα πανιά κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η λέμβος να
-μην προχωρεί αλλά μόνον να εκπίπτει. Ο χειρισμός λέγεται
-ανακωχή και τον χρησιμοποιούμε όταν πχ θέλουμε να
-περισυλλέξουμε ναυαγό.
-
-28] Τρόπις: Η Τρόπιδα ή καρένα ή καρίνα (keel) ονομάζεται το
-κατώτερο τμήμα του πλοίου που εκτείνεται σε όλο το μήκος του.
-
-29] Εύδιος: α. για καιρό, αίθριος, γαλήνιος, που δεν έχει
-σύννεφα β. (μτφ.) για τη ζωή ή την ψυχή κάποιου προσώπου
-ήσυχος, ειρηνικός.
-
-30] Φώσωνας (ή παπαφίγκος): Τετράγωνο ιστίο που ξεδιπλωνόταν
-πάνω από τον τρίγκο και από το αντίστοιχο επιστήλιο.
-
-31] (των αμπαριών μάλλον)
-
-32] Καθέκτης: Μπουκαπόρτα, πόρτα καταπακτής, αμπαριού.
-
-33] Ημίβρωτος: μισοφαγωμένος.
-
-34] Ημιολία: Τύπος ιστιοφόρου πλοίου. Οι Άγγλοι και οι
-Αμερικανοί τον τύπο αυτό τον ονομάζουν "σκούνερ", εμείς από
-παλαιότερα "γολέτα" ή "σκούνα" ή "γολετόβρικο" ή "μυοπάρωνα".
-
-35] Παραφωτίδα: Φινιστρίνι.
-
-36] Οσημέραι: Από μέρα σε μέρα.
-
-37] Οιακοστρόφιο: Τιμόνι.
-
-38] Οίακας: Πηδάλιο.
-
-39] Διατοιχισμός: Η Διατοίχιση ή διατοιχισμός, κοινώς «μπότζι»
-(λέγεται ακόμη και «σάλος»), αφορά μορφή ταλάντωσης του πλοίου
-κατά τον εγκάρσιο άξονα, δηλαδή οι κλίσεις δεξιά και αριστερά
-που παίρνει το πλοίο «εξ υπαμοιβής» (= διαδοχικά), είτε «εν
-πλω» (όταν κινείται), είτε «εν όρμω» (αγκυροβολημένο). Αιτία
-της είναι είτε ο υφιστάμενος πλάγιος κυματισμός (κατάσταση
-θαλάσσης), είτε κυματισμός από το φαινόμενο της αποθαλασσίας,
-είτε και από άλλο παράγοντα όπως από κυματισμό που προκάλεσε
-διερχόμενο άλλο πλοίο.
-
-40] Σίπαρος ή Κουντρίνι: Ελαφρό τετράγωνο ιστίο που βρίσκεται
-πάνω από τον παπαφίγκο . Χρησιμοποιείται όταν ο άνεμος είναι
-ασθενής ή μέτριος.
-
-41] Παρίστιο ή Κουρτελάτσα: Βοηθητικό πανί με τραπεζοειδές
-σχήμα, το οποίο τοποθετείται στην άκρη κάθε αντένας για να
-γίνει εκμετάλλευση λιγοστού αέρα.
-
-42] Εφόλκιο: το σύνολο των επί του πλοίου μεταφερομένων λέμβων.
-
-43] Σύσπαστο: α. Στη ναυτική τέχνη διάταση ή "διάταμα" (κοινώς
-ξεθύμασμα, ή βγάλσιμο του σχοινιού) ονομάζεται το τέντωμα που
-επιβάλλεται να γίνει στα καινούργια σχοινιά μόλις παραληφθούν
-στο πλοίο. Τα σχοινιά εκτείνονται με σύσπαστα δια του βαρούλκου
-προκειμένου έτσι ν΄ αποκτήσουν σταθερό και μη αυξομειούμενο
-μήκος. Ιδιαίτερα παλαιότερα στα ιστιοφόρα αν δεν γινόταν αυτή η
-εργασία και χρησιμοποιούνταν τα σχοινιά ως πρότονοι, παράτονοι
-ή επίτονοι των επιστηλίων τότε επιμηκύνονταν με κίνδυνο τα
-επιστήλια να κοπούν. β. Επίσης, τα σύσπαστα και τα πολύσπαστα
-είναι συνδυασμός δύο τροχίλων που συνδέονται με σχοινί ή
-συρματόσχοινο και χρησιμοποιούνται για την ανύψωση μικρών ή
-μεγάλων βαρών αντίστοιχα.
-
-44] Ευτυχώς πάνυ: Πάνυ-»υπερθετικό -» Πολύ ευτυχώς.
-
-45] Δες σημείωση 22
-
-46] Διπυρίτης: (άρτος) Ψωμί που ψήθηκε δύο φορές για να
-διατηρηθεί περισσότερο, παξιμάδι, γαλέτα.
-
-47] Επωτίδα: (καπόνια, davits) είναι μέρος του εξαρτισμού των
-σωσιβίων λέμβων και χρησιμεύουν για την καθαίρεση και την
-ανακρέμασή τους.
-
-48] Φαλαινίδα (ή Φαλαινίς) ή Κέλης (ή Κέλητας): Πρόκειται για
-ελαφρού τύπου λέμβου στενής και μακράς για χρήση ναυάρχου,
-κυβερνήτη ή επιτελείου.
-
-49] Επίτονοι: Ξάρτια των επιστήλιων.
-
-50] Θωράκιο (Κόφα ή θωράκιο ιστού): Ξύλινη πλατφόρμα, αρχικά
-κυκλική και στη συνέχεια ημικυκλική, τοποθετημένη σχεδόν στην
-κορυφή των ψηλότερων αξόνων των ιστιοφόρων, υποβασταζόμενη από
-πλάγιες και εγκάρσιες ράβδους, ώστε να συμβάλλει στη συνολική
-αντοχή των ιστών, παρέχοντας το απαραίτητο έρεισμα στα ξάρτια
-των ανώτερων ιστών (επιστηλίων).
-
-51] Τροπός: Λουρί που δένει χαλαρά το κουπί πάνω στον σκαρμό
-της βάρκας.
-
-52] Λιγνυώδης: καπνώδης, σκουρόχρωμος.
-
-53] Κορώνη: Πρύμνη.
-
-54] Δυοίν δε θάτερον: Ποιο από τα δύο είναι καλλίτερο;
-
-55] Βρόμος: ο θόρυβος του κεραυνού, της φωτιάς, του ανέμου,
-δυνατή κραυγή ή ούρλιασμα, κτλ.
-
-56] Ρηγμίν: αιγιαλός, το κύμα που χτυπά το γιαλό, η γραμμή του
-κύματος, η θάλασσα.
-
-57] ήττον: λιγότερο.
-
-58] Ωρική Γωνία: Η γωνία που περιλαμβάνεται μεταξύ του
-μεσημβρινού ενός τόπου επί της Γης (που προεκτεινόμενος
-σχηματίζει τον ουράνιο μεσημβρινό του τόπου) και του ωρικού
-κύκλου ενός αστέρος, ή η γωνία μεταξύ ενός ουράνιου μεσημβρινού
-τόπου (Γης) και του ωρικού κύκλου αστέρος. Έτσι μεταξύ των δύο
-αυτών μεσημβρινών σχηματίζεται μία γωνία η οποία και καθορίζει
-ανά πάσα στιγμή τη σχετική θέση τη γήινης και της ουράνιας
-σφαίρας.
-
-59] Επηγκενίδες (Μαδέρια): Τα μαδέρια του εξωτερικού
-περιβλήματος.
-
-60] Τρόχιλος: (μακαράς, μπαστέκα block) Μηχανική κατασκευή που
-χρησιμοποιείται για την μετακίνηση βαρών. Λειτουργεί ως απλό
-είδος μοχλού.
-
-61] Ερματισμός: Η πρόσθεσις βάρους στο κύτος σκάφους για την
-εξασφάλιση μεγαλύτερης σταθερότητας κατά την πλεύση.
-
-62] Η στείρα (Κοράκι) Το πάνω άκρο, της καρίνας στην πλώρη, ή
-καλύτερα η κατακόρυφη προέκταση της καρίνας στην πλώρη.
-
-63] Κατακλείς -είδος: μηχανισμός κλεισίματος ή ασφάλισης
-πορτών.
-
-64] Ουριοδρομία (πρίμα): Η πλεύση κατά την οποία δεχόμαστε τον
-άνεμο από την πρύμνη.
-
-65] Προνευτάζει: Δες προνευστασμός 11.
-
-66] Επάρτης: α. όργανο που χρησιμεύει για την ανύψωση βαρών β.
-(ναυτ.) σκοινί που περνά από τροχίλο και χρησιμοποιείται για
-την ανύψωση μετρίων βαρών, κοινά μαραβίλια.
-
-67] Κάρωσις: Υπνηλία, νάρκωση, λήθαργος.
-
-68] Πείσμα: Σκοινί με το οποίο δένουν το πλοίο στην ακτή,
-κάβος, παλαμάρι.
-
-69] Ταριχηρής: Παστός.
-
-70] Διπύρων: δες Διπυρίτης 44 .
-
-71] Αυτόχρημα: Πραγματικά, είναι το ίδιο πράγμα με, εξισούται
-με.
-
-72] Πρόβολος ή Μπομπρέσο: Κατάρτι πολύ επικλινές ή οριζόντιο,
-στην ίδια κατεύθυνση του επιμήκη άξονα του σκάφους και εξέχει
-από την πλώρη των ιστιοφόρων. Πάνω του στηρίζεται και
-προεκτείνεται το μπαστούνι των φλόκων.
-
-73] Δυσήνιος: Αδάμαστος.
-
-74] Δαψιλώς: Άφθονα, πλουσιοπάροχα
-
-75] Διάδετον -» Διαδέτης: σχοινί με το οποίο προσδένονται
-μεταξύ τους τα άκρα άλλων σχοινιών
-
-76] Υποπτερνίς (Σκάντζα): Χοντρό ξύλο καρφωμένο πάνω στο
-εσωτρόπι. Φέρει εγκοπή όπου εφαρμόζει ο ιστός της λέμβου όταν
-την αρματώνουμε για ιστιοπλοΐα.
-
-77] Κόρος: μονάδα χωρητικότητας ή όγκου, με τον οποίο μετράται
-η ικανότητα του πλοίου να δέχεται φορτίο και επιβάτες. Ο κόρος
-ισοδυναμεί με χώρο 100 αγγλικών κυβικών ποδιών ή με 2,83 κυβικά
-μέτρα.
-
-78] Βρανδεβίνο (Μπράντεβιν): Είδος ποτού
-
-79] Ορμιά: το σκοινί στο οποίο δένουν το αγκίστρι
-
-80] Σφηκίσκος: Μακρύ κομμάτι ξύλου
-
-81] Ολκός: Χαρακιά, αυλακιά, συρμή
-
-82] Δρύφακτο: Είδος ξύλινου παραπέτου. Παλαιότερα κατά μήκος
-του δρύφακτου τοποθετούνταν οι ασπίδες, ενώ αργότερα το σημείο
-αυτό ήταν ο χώρος για τους μπράντες των ναυτικών και αποτελούσε
-προστατευτικό κάλυμμα για την ώρα της μάχης.
-
-83] Παραβόλως: αναπάντεχα, ξαφνικά
-
-84] Ακηδής: αμέριμνος, αμελής, αδιάφορος
-
-85] Υπόπυρρα: Κοκκινωπά
-
-86] Τα εχμάτια: Αυτά που στερεώνουν.
-
-87] Εξ υπαμοιβής: Εκ περιτροπής
-
-88] Λιπαρέω-ώ: Παρακαλώ έντονα, ικετεύω, επιμένω
-
-89) Θερμομέτρου του Φαρενάιτ, ού 104 Βαθμοί ισοδυναμούσι προς
-40 του εκατονταβάθμου (Κελσίου).
-
-90] Ιστιοδρομία: Αγώνας ταχύτητας μεταξύ ιστιοφόρων πλοίων, η
-πορεία ιστιοφόρου σκάφους
-
-91] Πλαγιοδρομώ — Πλαγιοδρομία: Η πλεύση κατά την οποία
-δεχόμαστε τον άνεμο κατ’ ευθείαν στο πλευρό του σκάφους μας σε
-γωνία από 75 μέχρι 105 μοίρες με την γραμμή της πλώρης μας.
-
-92] Προσηνεμώ: Είμαι στραμμένος προς τα εκεί όπου φυσά ο
-άνεμος.
-
-93] Αριστερήνεμον: το σκάφος που δέχεται ως προς τα πανιά του
-τον άνεμο από την αριστερή όψη, βλέποντας, από την πρύμνη προς
-την πλώρη. Σύμφωνα με τους κανόνες αποφυγής συγκρούσεων, το
-αριστερήνεμο σκάφος προστατεύει-φυλάσσει πάντοτε το δεξήνεμο.
-
-94] Φορός: Ευνοϊκός
-
-95] Ο πάρων (Βίκιον-Μπρίκι): Από το αγγλικό brig. Ιστορικό
-ιστιοφόρο του 18ου-19ου αιώνα με πολλές παρεμβάσεις των
-ναυτικών μας στην ελληνική εκδοχή του. Έφερε στην πλώρη του
-πρόβολο (μπαστούνι) με τρεις φλόκους. Επίσης έφερε δύο ιστούς,
-του ακατίου (δηλ. του πρώτου από την πλώρη) και της μεγίστης
-(δηλ. του δεύτερου από την πλώρη), με τετράγωνα πανιά
-(σταύρωσες).
-
-96] Το περιώμιον: Λεπτό και χωρίς μανίκια πανωφόρι που καλύπτει
-τους ώμους και την πλάτη, μπέρτα
-
-97] Ποδίσκος (Μπάνιο): Η κάτω πρωραία γωνία κάθε ιστίου
-(πανιού), είτε τριγωνικού είτε τραπεζοειδούς.
-
-98] Σπλήνιον: Κομπρέσσα
-
-99] Τλήμων: Δυστυχισμένος
-
-100] Κατεσκληκώς: λιγνός, λεπτός, λειπόσαρκος.
-
-101] Απειρηκώς: Εξασθενημένος
-
-102] Ασμένως: Με μεγάλη χαρά, ευχαρίστως.
-
-103] Ζείδωρος: Αυτός που δίνει ζωή, ζωογόνος
-
-
-
-
-
-
-
-
-End of the Project Gutenberg EBook of The Chancellor, by Jules Verne
-
-*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK THE CHANCELLOR ***
-
-***** This file should be named 40296-0.txt or 40296-0.zip *****
-This and all associated files of various formats will be found in:
- http://www.gutenberg.org/4/0/2/9/40296/
-
-Produced by Sophia Canoni
-
-Updated editions will replace the previous one--the old editions
-will be renamed.
-
-Creating the works from public domain print editions means that no
-one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
-(and you!) can copy and distribute it in the United States without
-permission and without paying copyright royalties. Special rules,
-set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
-copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
-protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
-Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
-charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
-do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
-rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
-such as creation of derivative works, reports, performances and
-research. They may be modified and printed and given away--you may do
-practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
-subject to the trademark license, especially commercial
-redistribution.
-
-
-
-*** START: FULL LICENSE ***
-
-THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
-PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
-
-To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
-distribution of electronic works, by using or distributing this work
-(or any other work associated in any way with the phrase "Project
-Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
-Gutenberg-tm License (available with this file or online at
-http://gutenberg.org/license).
-
-
-Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
-electronic works
-
-1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
-electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
-and accept all the terms of this license and intellectual property
-(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
-the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
-all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
-If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
-Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
-terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
-entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
-
-1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
-used on or associated in any way with an electronic work by people who
-agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
-things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
-even without complying with the full terms of this agreement. See
-paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
-Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
-and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
-works. See paragraph 1.E below.
-
-1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
-or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
-Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
-collection are in the public domain in the United States. If an
-individual work is in the public domain in the United States and you are
-located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
-copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
-works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
-are removed. Of course, we hope that you will support the Project
-Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
-freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
-this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
-the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
-keeping this work in the same format with its attached full Project
-Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
-
-1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
-what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
-a constant state of change. If you are outside the United States, check
-the laws of your country in addition to the terms of this agreement
-before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
-creating derivative works based on this work or any other Project
-Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
-the copyright status of any work in any country outside the United
-States.
-
-1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
-
-1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
-access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
-whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
-phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
-Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
-copied or distributed:
-
-This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
-almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
-re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
-with this eBook or online at www.gutenberg.org/license
-
-1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
-from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
-posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
-and distributed to anyone in the United States without paying any fees
-or charges. If you are redistributing or providing access to a work
-with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
-work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
-through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
-Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
-1.E.9.
-
-1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
-with the permission of the copyright holder, your use and distribution
-must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
-terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
-to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
-permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
-
-1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
-License terms from this work, or any files containing a part of this
-work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
-
-1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
-electronic work, or any part of this electronic work, without
-prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
-active links or immediate access to the full terms of the Project
-Gutenberg-tm License.
-
-1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
-compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
-word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
-distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
-"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
-posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
-you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
-copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
-request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
-form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
-License as specified in paragraph 1.E.1.
-
-1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
-performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
-unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
-
-1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
-access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
-that
-
-- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
- the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
- you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
- owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
- has agreed to donate royalties under this paragraph to the
- Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
- must be paid within 60 days following each date on which you
- prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
- returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
- sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
- address specified in Section 4, "Information about donations to
- the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
-
-- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
- you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
- does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
- License. You must require such a user to return or
- destroy all copies of the works possessed in a physical medium
- and discontinue all use of and all access to other copies of
- Project Gutenberg-tm works.
-
-- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
- money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
- electronic work is discovered and reported to you within 90 days
- of receipt of the work.
-
-- You comply with all other terms of this agreement for free
- distribution of Project Gutenberg-tm works.
-
-1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
-electronic work or group of works on different terms than are set
-forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
-both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
-Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
-Foundation as set forth in Section 3 below.
-
-1.F.
-
-1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
-effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
-public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
-collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
-works, and the medium on which they may be stored, may contain
-"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
-corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
-property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
-computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
-your equipment.
-
-1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
-of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
-Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
-Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
-liability to you for damages, costs and expenses, including legal
-fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
-LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
-PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
-TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
-LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
-INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
-DAMAGE.
-
-1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
-defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
-receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
-written explanation to the person you received the work from. If you
-received the work on a physical medium, you must return the medium with
-your written explanation. The person or entity that provided you with
-the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
-refund. If you received the work electronically, the person or entity
-providing it to you may choose to give you a second opportunity to
-receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
-is also defective, you may demand a refund in writing without further
-opportunities to fix the problem.
-
-1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
-in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
-WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
-WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
-
-1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
-warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
-If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
-law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
-interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
-the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
-provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
-
-1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
-trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
-providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
-with this agreement, and any volunteers associated with the production,
-promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
-harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
-that arise directly or indirectly from any of the following which you do
-or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
-work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
-Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
-
-
-Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
-
-Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
-electronic works in formats readable by the widest variety of computers
-including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
-because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
-people in all walks of life.
-
-Volunteers and financial support to provide volunteers with the
-assistance they need, are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
-goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
-remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
-Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
-and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
-To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
-and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
-and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
-
-
-Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
-Foundation
-
-The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
-501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
-state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
-Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
-number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
-http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
-permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
-
-The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
-Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
-throughout numerous locations. Its business office is located at
-809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
-business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
-information can be found at the Foundation's web site and official
-page at http://pglaf.org
-
-For additional contact information:
- Dr. Gregory B. Newby
- Chief Executive and Director
- gbnewby@pglaf.org
-
-
-Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
-Literary Archive Foundation
-
-Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
-spread public support and donations to carry out its mission of
-increasing the number of public domain and licensed works that can be
-freely distributed in machine readable form accessible by the widest
-array of equipment including outdated equipment. Many small donations
-($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
-status with the IRS.
-
-The Foundation is committed to complying with the laws regulating
-charities and charitable donations in all 50 states of the United
-States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
-considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
-with these requirements. We do not solicit donations in locations
-where we have not received written confirmation of compliance. To
-SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
-particular state visit http://pglaf.org
-
-While we cannot and do not solicit contributions from states where we
-have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
-against accepting unsolicited donations from donors in such states who
-approach us with offers to donate.
-
-International donations are gratefully accepted, but we cannot make
-any statements concerning tax treatment of donations received from
-outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
-
-Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
-methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
-ways including checks, online payments and credit card donations.
-To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
-
-
-Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
-works.
-
-Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
-concept of a library of electronic works that could be freely shared
-with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
-Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
-
-
-Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
-editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
-unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
-keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
-
-
-Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
-
- http://www.gutenberg.org
-
-This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
-including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
-Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
-subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.