summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/39536-h
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:13:00 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:13:00 -0700
commit69b74abe48018af5d636e6aeda95381da5e982c2 (patch)
treeb4d13d3ced022a41562ca7d1d365f19162a36c38 /39536-h
initial commit of ebook 39536HEADmain
Diffstat (limited to '39536-h')
-rw-r--r--39536-h/39536-h.htm2910
-rw-r--r--39536-h/images/cover.jpgbin0 -> 148259 bytes
2 files changed, 2910 insertions, 0 deletions
diff --git a/39536-h/39536-h.htm b/39536-h/39536-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..69e904b
--- /dev/null
+++ b/39536-h/39536-h.htm
@@ -0,0 +1,2910 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Αισχύλος, Ορέστεια, Δράμα, Τραγωδία, Ι. Ν. Γρυπάρης" />
+<title>Αγαμέμνων</title>
+</head>
+
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Agamemnon, by Aeschylous
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Agamemnon
+
+Author: Aeschylous
+
+Translator: Ioannis Gryparis
+
+Release Date: April 25, 2012 [EBook #39536]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK AGAMEMNON ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling
+of the book has not been changed otherwise. The translator has chosen not to assume
+the ancient text that is missing, but to denote the gap by . . . . or * * *</p>
+
+<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Ο μεταφραστής έχει επιλέξει
+να μην υποθέσει τα λόγια για μέρη του αρχαίου κειμένου που λείπουν, αλλά να
+υποδείξει την έλλειψη με . . . . ή * * *</p>
+<p style='text-align:center;'><br /><img src="images/cover.jpg" width="446"
+height="650" alt="Εξώφυλλο" /><br /></p>
+
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ <br />
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</h4>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 6em">ΑΙΣΧΥΛΟΥ</h2>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΟΡΕΣΤΕΙΑ</h3>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</h1>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 5em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ<br />
+Ι.Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ</h3>
+
+<h4 style="text-align: center; margin-top: 6em">ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</h4>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 6em">
+<br />ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<br />
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ<br />
+<br />
+
+ΑΙΣΧΥΛΟΥ<br /><br />
+
+ΟΡΕΣΤΕΙΑ<br /><br />
+
+ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ<br /><br />
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ<br />
+I. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ<br /><br />
+
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br />
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ<br />
+1911</p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</h3>
+
+<p>
+<br />
+Φυσικώ τω λόγω η δολοφονία του Αγαμέμνονος υπό της συζύγου του Κλυταιμνήστρας
+και του εραστού της Αιγίσθου ώφειλε ναποτελέση το πρώτον δράμα της τριλογίας. Η
+Κλυταιμνήστρα με φοβεράν ψυχραιμίαν και αγρίαν χαράν καυχάται διά την πράξιν της,
+την οποίαν θεωρεί ως δικαιοτάτην εκδίκησιν διά την θυσίαν της κόρης της Ιφιγενείας και
+διά τας συζυγικάς απιστίας του Αγαμέμνονος, όστις δεν ώκνησε να παρουσιασθή
+επισήμως, κατά την επιστροφήν του, μετά της παλλακής του Κασσάνδρας. Ο Χορός,
+όστις κατά την απουσίαν του βασιλέως απετέλει το συμβούλιον του κράτους (δώδεκα
+γέροντες) εκφράζει μεν απ' αρχής την ανησυχίαν του διά την τελικήν έκβασιν της
+Τρωικής εκστρατείας, φοβείται την τύχην του Αγαμέμνονος, επί του οποίου βλέπει
+επικρεμάμενον τον φθόνον των θεών διά την αχαλίνωτον φιλοδοξίαν του και την
+υπεράνθρωπον ευτυχίαν του, δεν απατάται όμως ως προς τα αληθή ελατήρια της
+δολοφονίας, όταν εις το τέλος του δράματος παρουσιάζεται επί της σκηνής γαυριών και
+κομπάζων ο εραστής Αίγισθος. Η σκηνή τέλος, κατά την οποίαν η Κασσάνδρα, μένουσα
+μόνη μετά του Χορού προ των ανακτόρων, καταλαμβάνεται υπό του προφητικού
+οίστρου και αποκαλύπτει εις τον Χορόν το εκτελούμενον έγκλημα και θρηνολογεί
+συγχρόνως την ιδίαν της τύχην, αποτελεί μίαν από τας τραγικωτέρας και
+μεγαλοπρεπεστέρας σκηνάς του παγκοσμίου θεάτρου.</p>
+
+<p>Εννοείται ότι αι λοιπαί μεταβολαί, τας οποίας επέφερεν ο ποιητής εις τον μύθον, δεν
+υπηγορεύθησαν υπό πολιτικών λόγων· κατ' ανάγκην έμελλον να προέλθωσιν εκ της
+συγκρούσεως της παλαιάς δωρικής παραδόσεως προς το αττικόν πνεύμα. Ο νόμος του
+αίματος, το δίκαιον των νεκρών (εις το οποίον κατά την δωρικήν παράδοσιν επιβάλλει
+σιγήν η βιαία παρέμβασις του Απόλλωνος αποκρούοντος τας Ερινύας διά των βελών
+του) ήτο πράγματα πολύ σεβαστά διά τον Αττικόν τον Ε' αιώνος, ώστε να ικανοποιήται
+ούτος διά της λύσεως ταύτης. Παρά τω Αισχύλω το έγκλημα του Ορέστου δεν
+δικαιολογείται, δεν αθωούται· ο μητροκτόνος απλώς λαμβάνει χάριν, διά της
+επεμβάσεως της Αθηνάς, η οποία αντιπροσωπεύει το ανθρωπινώτερον συναίσθημα της
+επιεικείας.</p>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΑΙΣΧΥΛΟΥ</h3>
+
+<h3 style="margin-top: 3em">ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</h3>
+
+<p>
+<br />
+Ο ΦΡΟΥΡΟΣ</p>
+
+<p>Απ' τους θεούς ζητώ να με γλυτώσουν τέλος<br />
+απ τα βάσαν' αυτά ολάκερο ένα χρόνο,<br />
+που σα σκυλλί στον άγκωνά μου πλαγιασμένος<br />
+φυλάω σκοπός πάνω στων Ατρειδών τη στέγη·<br />
+κ' έμαθα των νυχτερινών την σύναξι άστρων<br />
+κι αυτούς, που φέρνουν στους θνητούς χειμώνα ή θέρος,<br />
+τους άρχοντες που λαμπεροί ψηλά φαντάζουν.<br />
+Κι ακόμη καρτερώ το σύνθημα της φλόγας,<br />
+τη λάμψι της φωτιάς, να φέρη από την Τροία<br />
+την είδησι πως πάρθηκε, γιατί έτσι ορίζει<br />
+η ανδρόψυχη καρδιά που ελπίζει της γυναίκας.<br />
+Κι όταν το αβόλευτο και δροσομουσκεμένο<br />
+με διώχνει στρώμα μου, που όνειρα δε γνωρίζει — <br />
+και πώς; αφού μου στέκει δίπλα πάντα ο φόβος<br />
+για να μην κλείση ο ύπνος τα ματόφυλλά μου<br />
+όταν βαλθώ να ψάλλω ή να μουρμουρίσω<br />
+για νάβρω στο τραγούδι γιατρικό της νύστας,<br />
+πικρό μου γίνεται στο στόμα μοιρολόι<br />
+γι' αυτού του παλατιού τα πάθη, που σαν πρώτα<br />
+με τον καλύτερο δεν κυβερνιέται τρόπο.<br />
+Μα τώρ' ας πάρουν πια τα βάσανά μου τέλος,<br />
+που έλαμψε η καλοφάνερη φωτιά της νύχτας!<br />
+Χαίρε νυχτερινή λαμπάδα, που σαν μέρας<br />
+το φως σου δείχνεις και πολλούς χορούς μες στ' Άργος<br />
+μηνάς πως θα στηθούν για χάρι αυτής της τύχης.<br />
+Ε! ε!<br />
+Θα κράξω δυνατά στου Ατρείδη τη γυναίκα<br />
+ευθύς να σηκωθή απ' την κλίνη και στα σπίτια<br />
+φωνές χαράς, γι' αυτή τη λάμψι, να σηκώση<br />
+αν απ' αλήθεια πάρθηκε του Ιλίου η πόλι<br />
+καθώς αυτή τώρα η φωτιά θέλει να δείξη.<br />
+Και 'γώ καλήν αρχή στους χορούς κάνω πρώτος,<br />
+γιατί θα πω δική μου των κυρίων την τύχη<br />
+τώρα που τρία έξ της φλόγας ρίχτει ο κύβος·<br />
+κι άμποτε νάρθη ο αφέντης μας και να του σφίξω<br />
+το σεβαστό του χέρι μέσα στο δικό μου.<br />
+Για τάλλα δε μιλώ· βώδι πατάει επάνω<br />
+στη γλώσσα μου· μα αν έπαιρνε φωνή το σπίτι<br />
+ξάστερα θε να τάλεγε· με νοιώθουν όσοι<br />
+τα ξέρουν κι όποιος δεν τα ξέρει ας μη με νοιώση.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>ΠΑΡΟΔΟΣ</p>
+
+<p>Είναι αυτός τώρα ο δέκατος χρόνος, αφού<br />
+του Πριάμου ο αντίδικος ο δυνατός,<br />
+ο Μενέλαος κι ο Αγαμέμνων μαζί,<br />
+τιμημένο απ' το Δία ζευγάρι<br />
+με σκήπτρο και θρόνο διπλό,<br />
+απ' τη χώραν αυτή<br />
+χίλια Αργίτικα σήκωσαν πλοία,<br />
+να ζητήσουν το δίκιο τους στα όπλα.<br />
+Απ' τα στήθια τους κράζοντας άγριαν αμάχη <br />
+σαν τους γύπες,<br />
+που με πόνο βαρύ των παιδιών τους<br />
+από πάνω απ' την άδεια τους κοίτη<br />
+φτερολάμνοντας στριφογυρίζουν,<br />
+όταν έχουνε χάση<br />
+τη ζεστή της φωλιάς των φροντίδα.<br />
+Μα ένας ύψιστος, είτ' ο Απόλλωνας πης,<br />
+είτε ο Δίας, είτε ο Παν,<br />
+τους γειτόνους των τούτους γρικόντας πικρά<br />
+να θρηνούν και να σκούζουν,<br />
+την εκδίκησι θάρθη καιρός<br />
+στους ενόχους να στείλη.<br />
+Έτσι στέλλει κι ο ύψιστος ξένιος Δίας<br />
+του Ατρέα τους γυιούς<br />
+στον Αλέξαντρο· αγώνα να στήση βαρύ<br />
+για την πολυαγάπητη Ελένη,<br />
+που πολλά να λυγίσουνε γόνα στη γης<br />
+και προμάχων κοντάρια πολλά να τριφτούν<br />
+και Ελλήνων και Τρώων.<br />
+Κ' είναι τώρα το πράμα όπου είναι<br />
+και θα γίνη το τι είναι γραμμένο.<br />
+Με σφαχτά, με σπονδές και με δάκρυα κανείς<br />
+την αλύγιστη οργή<br />
+της απρόσδεκτης δε θα μαλάξη θυσίας.<br />
+Μόνου εμείς ανωφέλευτοι, κρέας παλιό,<br />
+ξεκινούσανε οι άλλοι κ' εμέναμε εδώ,<br />
+με μια δύναμη σαν των παιδιών,<br />
+να σερνόμαστε πάνω στα σκήπτρα·<br />
+γιατί, όπως σαν μόλις βλασταίνη ο μυαλός <br />
+στων παιδιών μες στα στήθια,<br />
+ό,τι ο γέρος αξίζουν στον πόλεμο,<br />
+έτσι πάλι και τι 'ναι τα στερνά γερατειά,<br />
+όταν πιάνουν και ρεύουν τα φύλλα;<br />
+Το δρόμο του σέρνει με πόδι τριπλό<br />
+κι όχι από 'να παιδί πιο καλός,<br />
+ωσάν όνειρο μέρας πλανιέται.</p>
+
+<p>Αλλά εσύ, του Τυνδάρου ω κόρη,<br />
+Κλυταιμνήστρα βασίλισσα,<br />
+τι συμβαίνει; τι νέο; τι έμαθες; ποια<br />
+νάχης τάχα αγγελία και γύρω παντού<br />
+για θυσίες ετοιμάζεις;<br />
+κι όλων τώρα οι βωμοί των θεών<br />
+αστυνόμων, υπάτων, χθονίων,<br />
+θυραίων, αγοραίων,<br />
+απ' τα δώρα σου καίουν;<br />
+Κι άλλη εδώ κι άλλη εκεί ανεβαίνει ψηλά<br />
+ως τα ουράνια φωτιά<br />
+με του αγίου θρεμμένη λαδιού τις αγνές<br />
+και καθάριες γητειές,<br />
+από του παλατιού τα κελλάρια.<br />
+Απ' αυτά λέγοντάς μου ό,τι θες και μπορείς<br />
+και ταιριάζει ν' ακούω,<br />
+γίνου συ μου γιατρός της φροντίδας αυτής,<br />
+που μια τώρα μου δέρνει το νου,<br />
+και μια πάλι απ' αυτές τις θυσίες, γλυκειά<br />
+η ελπίδα μου διώχτει<br />
+τον καρδιοσωμό<br />
+της αχόρταγης έγνοιας μου τούτης.</p>
+
+<p>Να ψάλλω νοιώθω πως μπορώ του δρόμου το σημάδι,<br />
+που με καλό ξεκίνησαν οι δυο μας στρατηγοί.<br />
+Γιατί μου εμπνέουν τα γερατειά ακόμη αυτή τη χάρι,<br />
+του τραγουδιού τη δύναμη, τη θεϊκή:<br />
+Πώς του πολέμου το πουλί ξεπροβοδάει και στέλλει<br />
+της νιότης της ελληνικής τη δίθρονη αρχή,<br />
+τους ομογνώμους αρχηγούς, με σίδερο στο χέρι,<br />
+και μ' εκδικήτρα δύναμη στη γη την Τρωική.<br />
+Δυο βασιλιάδες των πουλιών στων πλοίων τους βασιλιάδες<br />
+φάνηκαν, μ' άσπρη ο ένας τους κι ο άλλος με μαύρη ουρά <br />
+πλάι στα παλάτια, απ' το δεξί του κονταριού το χέρι,<br />
+σε πρόφαντη ψηλή μεριά,<br />
+κι αρπάζοντας σπαράζανε, στον τελευταίο της δρόμο,<br />
+μια λάγισσα, με πρόσβαρη της ώρας της κοιλιά.<br />
+Αίλινο, ψάλλετε αίλινο, και το καλό ας νικά.</p>
+
+<p>Κι ο σοφός μάντης του στρατού απείκασε άμα είδε<br />
+στους λαγοφάγους τους αητούς τους οδηγούς του δρόμου,<br />
+τους πολεμάρχους δυο αδερφούς κ' ισόψυχους Ατρείδες<br />
+και τέτοια λέει μαντεύοντας: «Θα πάρη, μα με χρόνο,<br />
+αυτός που ξεκινά ο στρατός την πόλι του Πριάμου<br />
+κι όλα των πύργων ταγαθά και του λαού τα πλούτη<br />
+θ' αρπάξει η Μοίρα με τη βιά, φθάνει μόνο απ' το φθόνο<br />
+το θεϊκό να μη βλαβή πριν απ' το τέλος τούτη<br />
+της Τροίας η ζώνη η δυνατή, γιατί η αγνή παρθένα.<br />
+η Αρτέμιδα η πονετικιά,<br />
+μάχεται του πατέρα της τα φτερωτά σκυλιά,<br />
+που πριν της γέννας σπάραξαν μ' όλη μαζί τη γέννα<br />
+τη λάγισσα την κακομοίρα<br />
+κ' εχθρεύεται των αητών τα δείπνα.<br />
+Αίλινο, ψάλλετε αίλινο, και το καλό ας νικά!</p>
+
+<p>Τόσο καλόβουλη η Καλή στις τρυφερές δροσιές<br />
+και των πυρών των λεονταριών και στις γαλαθηνές<br />
+τις γέννες όλων των αγρίων θηρίων,<br />
+ζητάει σε τέλος των πουλιών να φέρη τα σημάδια,<br />
+που αν και δεξιά, μα και πολλά γιομάτα 'ναι ψεγάδια.<br />
+Και τον Παιάνα εγώ καλώ βοηθό μας, μήπως στείλη<br />
+ενάντιους καιρούς στους Δαναούς και δέσουν τα καράβια<br />
+πολύν καιρό αταξίδευτα, για να ζητήση κάποια<br />
+άλλη θυσία ανίερη κι απρόσφορη, αφορμή<br />
+πολλών δεινών συγγενικών, γιατί η άφοβη η οργή<br />
+μένει στο σπίτι η δολερή, μια μέρα να ξυπνήση<br />
+κ' εκδίκησι θυμάμενη του τέκνου να ζητήση».<br />
+Τέτοια ο Κάλχας, με πολλά διαλάλησε αγαθά<br />
+μελλούμενα για τα βασιλικά παλάτια<br />
+απ' των πουλιών εκείνων τα σημάδια,<br />
+και σύμφωνα μ' αυτά<br />
+αίλινο, ψάλλετε αίλινο, και το καλό ας νικά.</p>
+
+<p>Ο Δίας — όποιος κι αν είναι — αν μ' αυτό<br />
+τόνομα αρέση να καλήται,<br />
+μ' αυτό κ' εγώ τον ονομάζω,<br />
+όλα στη στάθμη ταπεικάζω<br />
+κι όξω από το Δία δε βρίσκω άλλο<br />
+για να μπορέσω, αν πρέπει αλήθεια,<br />
+μες απ' τα στήθια<br />
+το βάρος της αμφιβολίας να βγάλω.</p>
+
+<p>Ουδ' όποιος ήτανε μεγάλος πριν<br />
+κι ακατανίκητος θρασομανούσε<br />
+ούτ' αν υπήρξε θα μνημονευτή·<br />
+κι όποιος κατόπιν ήρθε, βρήκε<br />
+τον τρίτο νικητή και πήγε.<br />
+Μα όποιος του Δία τη νίκη από καρδιάς τιμά <br />
+της γνώσεως τον καρπό τρυγά.</p>
+
+<p>Που ωδήγησε τον άνθρωπο στη γνώση<br />
+κ' έβαλε νόμο: πάθος μάθος,<br />
+που ως και στον ύπνο, στην καρδιά μας<br />
+στάζει τον πόνο, που θυμίζει<br />
+με τρόμο τα παθήματά μας<br />
+κι αθέλητα μας συνετίζει.<br />
+Μα κάνει χάρη ο θεός αλήθεια<br />
+που κυβερνά μ' αυστηροσύνη<br />
+τον κόσμο, απ' τα ψηλά του σπίτια.<br />
+Και τότε ο αρχηγός του στόλου,<br />
+ο μεγαλύτερος, δίχως καθόλου<br />
+νάχη να κάμη με το μάντη<br />
+τι τούρθαν οι καιροί ενάντιοι,<br />
+σαν άρχισε να τυραγνή η γαλήνη<br />
+κ' η πείνα των Αργείων το στρατό,<br />
+πούτανε περ' απ' τη Χαλκίδα<br />
+δεμένος μέσα στης Αυλίδας<br />
+το πολυτάραχο στενό.</p>
+
+<p>Κι ανέμοι πνέοντας απ' τον Στρυμόνα<br />
+μες στα κακόβουλα λιμάνια,<br />
+αργούς και νηστικούς στους ίδιους τόπους<br />
+ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους<br />
+κ' έφθειραν πλοία και παλαμάρια<br />
+και κάνοντας διπλό το χρόνο<br />
+ξενεύριζαν με την αργία<br />
+το άνθος της νιότης των Αργείων.<br />
+Μα όταν κι απ' τον πικρό χειμώνα<br />
+βαρύτερη γιατρειά είπε ο μάντης,<br />
+την Άρτεμη προφασισμένος,<br />
+τα σκήπτρα τους βροντόντας καταγίς<br />
+τα δάκρυα δεν κρατούν οι στρατηγοί.</p>
+
+<p>Και τότε λέει ο τρανός ο ρήγας:<br />
+Βαρύ κακό κι αν δεν το πράξω,<br />
+βαρύ κι αν το παιδί μου σφάξω,<br />
+πόχω καμάρι! και τα χέρια<br />
+με το παρθενικό της αίμα<br />
+στους βωμούς δίπλα να μολύνω.<br />
+Ω συμφορά μου απ' ολούθε,<br />
+προδότης πώς των πλοίων να γίνω<br />
+και τους συμμάχους μου ναφήσω;<br />
+Μ' όλο το δίκιο τους ζητούνε<br />
+το γαίμα το παρθενικό<br />
+για να λουφάξουνε οι ανέμοι,<br />
+κι άμποτε, θε μου, σε καλό! »</p>
+
+<p>Και μια που μπήκε στης ανάγκης το ζυγό<br />
+κι άνεμος δυσσεβείας γύρισε το νου του,<br />
+μηδ' όσιο μηδ' ιερό λογιάζει πιο<br />
+και τον νικά η αποκοτιά του λογισμού του·<br />
+γιατί το πρώτο βήμα στο άθλιο το κακό<br />
+είναι αχρείος σύμβουλος κι απομωραίνει<br />
+του ανθρώπου το συλλογικό.<br />
+Κ' έτσι λοιπόν για το γυναίκειο<br />
+τον πόλεμο, και να εγκαινιάση<br />
+των καραβιών το δρόμο<br />
+το βάσταξε την κόρη του να θυσιάση.</p>
+
+<p>Τα διπλοπαρακάλια της, πατέρα! πατέρα!<br />
+δεν λόγιασαν, κι ουδέ τα τρυφερά της νιάτα<br />
+οι πολεμόχαροι αρχηγοί,<br />
+και πρόσταξε τους δούλους ο πατέρας<br />
+να τη σηκώσουν ύστερ' από την ευχή<br />
+σαν ρίφι, μες στους πέπλους τυλιγμένη,<br />
+γοργά, ψηλά και προύμυτα<br />
+επάνω απ' τους βωμούς<br />
+και να της φράξουν τόμορφό της στόμα<br />
+με δύναμη του φίμωτρου βουβή,<br />
+μην τύχη και το σπίτι του καταραστή.</p>
+
+<p>Στη γης κυλά το φόρεμά της το ζαφρά<br />
+και η κόρη τους δημίους της χτυπά ένα ένα,<br />
+με των ματιώ της σαϊτιές πονετικές·<br />
+κι' έμοιαζε σαν σε ζουγραφιά<br />
+πως νάθελε να τους μιλήση·<br />
+γιατί στα πλούσια του πατέρα της τραπέζια<br />
+πολλές φορές τους είχε τραγουδήση<br />
+κι αγνή, με τη φωνή της την παρθενικιά<br />
+ταγαπητού πατέρα της από καρδιάς<br />
+τον καλοροίζικο έψαλλε παιάνα.</p>
+
+<p>Και το τι γένηκε ύστερα, δεν είδα, δε λέγω,<br />
+μα αλάθευτες του Κάλχαντα τις τέχνες ξέρω<br />
+κ' η Δίκη με τη βία το αναγκάζει<br />
+να μάθη εκείνος που θα πάθη.<br />
+Ό,τι είναι να γενή μπορείς νακούσης<br />
+αφού γενή, κι ας λείπη από πριν<br />
+γιατί είναι τ' όμοιο να στενάζης κι από πριν.<br />
+Θαλθή φως φανερό με της αυγής το φως<br />
+κι άμποτε νάβγουν όλα στο καλό,<br />
+καθώς ποθεί αυτή, που πλησιάζει τώρα.<br />
+μόνος μου πύργος της Απίας της χώρας!</p>
+
+<p>Ήρθα με σέβας, Κλυταιμνήστρα, της αρχής σου<br />
+γιατί σαν λείψη ο άρχοντας από το θρόνο<br />
+το δίκιο, τη γυναίκα του να προσκυνούμε.<br />
+Και τώρα, αν έχης τίποτε καλό ακουσμένα,<br />
+ή κ' έτσι για καλές ελπίδες θυσιάζεις,<br />
+πρόθυμα ακούω· κι αν σιωπάς, δικαίωμά σου.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Μάννας καλής κόρη καλή, που λέγει ο λόγος,<br />
+από τη νύχτα ας έβγη μέρα λαμπροφόρα,<br />
+κι ανέλπιστη χαρά ν' ακούσης ετοιμάσου·<br />
+γιατί του Πριάμου, οι Έλληνες πήραν την πόλη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Πώς λες! δεν άκουσα, ταυτιά μου δεν πιστεύω!</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Πως είναι η Τροία δική μας, καθαρά δεν τόπα;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Πνίγει το στήθος μου η χαρά και δάκρυα φέρνει.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Τα μάτια την καλή σου γνώμη μαρτυρούνε.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μα νάχης και γι' αυτό που λες βέβαιο σημάδι;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Έχω, πώς όχι; αν οι θεοί δεν μ' απατούνε . . </p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μήπως σ' ονειροφαντασίες έχεις πιστέψη;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Σε καρωμένης κεφαλής καπνούς δεν στέργω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Ή μη σου σήκωσαν το νου λόγια τανέμου;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Για κορασιά αλαφρόμυαλη βλέπω με πήρες.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Κι από πότε λοιπόν είναι παρμένη η πόλη;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Σου λέω: τη νύχτα πόχει αυτό το φως γεννήση.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Και ποιος θα μπόρειε μηνυτής να φτάση αμέσως;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Ο Ήφαιστος! στέλλοντας λαμπρή φωτιά απ' την Ίδα.<br />
+Και πάνω πανωτές φωτιές αγγαρεμένες<br />
+ξεπροβοδούν τη φλόγα εδώ· και πρώτη η Ίδα<br />
+στον κάβο Ερμή της Λήμνου, κι από κείθε τρίτο<br />
+τ' Αγιονόρος φωτιά τρανή παραλαβαίνει.<br />
+Και πεύκα αρίφνητη σκεπάζοντας ως πέρα,<br />
+σαν χρυσοφέγγισμα ήλιου, του πελάου τα πλάτη<br />
+στις βίγλες του Μακίστου αγγάρεψε τη φλόγα·<br />
+και κείνος όχι ανάμελλος ουδ' από ύπνο<br />
+βαριά παρμένος ξαστοχά τα χρέη ταγγέλου·<br />
+μα πέρα η λάμψη στου Εύριπου το ρέμμα φτάνει<br />
+και στου Μεσσάπιου τους σκοπούς τα νέα φέρνει·<br />
+και τούτοι αντιφωτούν και τα ξεπροβοδίζουν<br />
+πιο μπρος, ανάβοντας ξερά ταρείκια στίβες·<br />
+και πάντα φουντωμένη της φωτιάς η λάμψη<br />
+τους κάμπους του Ασωπού σαν μελιχρό φεγγάρι<br />
+περνά και στις ψηλές κορφές του Κιθαιρώνα<br />
+φωλιά καινούργια η ταξιδεύτρα η φλόγα στήνει·<br />
+και δεν αρνιέται η βίγλα, κι απ' το προσταγμένο<br />
+πιότερα ανάβοντας, πιο πέρα να τη στείλη·<br />
+κ' η λάμψη δρασκελόντας τη Γοργώπη λίμνη<br />
+και πέφτοντας στο Αιγίπλαγκτο, μηνάει την τάξι<br />
+να μη αμελούνε της φωτιάς, κι αυτοί με ζήλο<br />
+γλώσσες φλογών σηκώνουν τέτοιες, που περνόντας<br />
+τακρόβραχα, όπου το Σαρωνικό κοιτάζουν,<br />
+πέφτει σαν κεραυνός και φτάνει εδώ η λάμψη<br />
+στις βίγλες τις γειτονικές μας του Αραχναίου,<br />
+ως που σ' αυτές των Ατρειδών χτυπάει τις στέγες<br />
+το φως, που προπάππο έχει τη φωτιά της Ίδας.<br />
+Τέτοιους εγώ λαμπαδοφόρων έχω νόμους<br />
+να παίρνη και να δίνη ο ένας με τον άλλο<br />
+κι ο πρώτος που ήρθε νίκησε και τελευταίος.<br />
+Αυτά σου λέω τα σύμβολα και τα σημάδια<br />
+που μόχει στείλη ο άντρας μου απ' την Τρωάδα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τις προσευχές μου στους θεούς κατόπι κάνω,<br />
+βασίλισσα, μα τώρ' αυτά που λες τα λόγια<br />
+νακούω θάθελα άπαυτα και να θαυμάζω.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Δική τους είναι σήμερα, η Τροία των Αχαιών!<br />
+φαντάζομαι, τι ασύσμιχτη βουή στη πόλη!<br />
+καθώς σαν χύσης μες σ' ένα πινάκι λάδι<br />
+και ξύδι, να ταράζουνται θα ιδής ανάρια,<br />
+έτσι χώρια των νικητών και νικημένων<br />
+ξεφωνητά θάχης νακούς ανόμοιας μοίρας.<br />
+Αυτοί απ' εδώ πεσμένοι επάνω στα κουφάρια<br />
+αντράδων κι αδερφών και των παιδιώ των γέροι<br />
+γονιοί θενά θρηνούνε των αγαπημένων<br />
+τη συμφορά, μα μ' όχι πια λεύτερο στόμα.<br />
+Τους άλλους πάλι νηστικούς από τη μάχη<br />
+νυχτοπλάνητος κόπος φέρνει στα τραπέζια<br />
+της πόλεως και τους στρώνει δίχως καμμιά τάξη<br />
+μα μ' όποιον ο καθένας τους λαχνό τραβήξη.<br />
+Τώρα τα σκλαβωμένα σπίτια τους στεγάζουν<br />
+των Τρώων και γλυτωμένοι απ' τανοιχτού του κάμπου<br />
+τις παγωνιές και τις δροσιές, όλη τη νύχτα,<br />
+πόσο ευτυχείς! αφύλαχτοι θα κοιμηθούνε.<br />
+Κι αν σεβαστούνε τους θεούς τους πολιούχους<br />
+της νικημένης χώρας και τα ιδρύματά των,<br />
+μια που νικήσαν δεν θα νικηθούνε πάλι·<br />
+φτάνει μην πιάση πριν το στρατό κακός πόθος<br />
+ναρπάζη όσα δεν πρέπει, απ' αγάπη κέρδους·<br />
+γιατί για τον καλό στα σπίτια γυρισμό του<br />
+έχει και τάλλο χέρι του σταδίου να στρίψη·<br />
+κι αν δίχως κρίμα στους θεούς γυρίσουν πίσω,<br />
+μα πάλι ακοίμητο μπορεί των σκοτωμένων<br />
+το αίμα να μένη, κι άλλη συμφορά αν δεν λάχη.<br />
+Άκου λοιπόν αυτά από μένα, τη γυναίκα·<br />
+και το καλό ας αξιωθώ να δω όπως θέλω,<br />
+γιατί απ' όλα ταγαθά αυτό θα ευχόμουν!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Με γνώση αντρός, βασίλισσα, μιλείς φρονίμου,<br />
+κι αφού σημάδια αλάθευτα σου έχω ακούση<br />
+τώρα τους θεούς θα ετοιμαστώ να ευχαριστήσω,<br />
+γιατί άξιος δόθηκε ο μιστός για τόσους κόπους.</p>
+
+<p>ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ</p>
+
+<p>Ω Δία παντοδύναμε και νύχτα αγαπητή,<br />
+οπόχεις ταναρίθμητα στολίδια,<br />
+πυκνά πλεμμάτια έρριξες στη γη την Τρωική<br />
+με σιδερένια δαχτυλίδια.<br />
+Μήτε μεγάλοι να μπορούν μήτ' άγουρα παιδιά.<br />
+&nbsp;— κι ανώφελα κανείς ας μη γυρεύη — <br />
+το δίχτυ να πηδήσουνε που ξάπλωσε η σκλαβιά<br />
+κι όλους τριγύρω μέσα του μαζεύει.<br />
+Σε τρέμω, ω Δία ξένιε, και τα έργα σου τιμώ,<br />
+που από καιρό τεντώνεις το δοξάρι<br />
+για να μη ρίξης άνεργο το δίκιο σου θυμό<br />
+επάνω στον αδικητή τον Πάρη!<br />
+Έχεις να πης κ' έχεις να κρίνης<br />
+το χέρι της Δικαιοσύνης·<br />
+τον βρήκε το άδικο στο δρόμο,<br />
+κι ας λέη κάποιος πως θ' αφήση<br />
+απλέρωτον όποιος τολμήση<br />
+το θείο της να πατήση νόμο.<br />
+Αργά ή νωρίς θαρθή μια μέρα<br />
+να πάθη ο γυιός για τον πατέρα,<br />
+που άδικο πόλεμο σηκώνει,<br />
+και που μ' ασήμι σκορπισμένο<br />
+και με χρυσάφι μαζεμένο<br />
+τα σπίτια του παραφορτώνει.<br />
+Ο φρόνιμος μονάχα αρκιέται<br />
+μ' όσο να μη στενοχωριέται·<br />
+γιατί οι θησαυροί οι περισσοί<br />
+δεν τον γλυτώνουν δίχως άλλο<br />
+όποιος της Δίκης το μεγάλο<br />
+βωμό θενά ποδοπατήση.</p>
+
+<p>Μας σπρώχνει των φρενών η βλάβη<br />
+κι άλλου κακού τον πόθο ανάβει,<br />
+μα τότε γιατριά δεν έχει·<br />
+δεν κρύβεται το κρίμα· βγαίνει<br />
+και σα φωτιά καταραμένη<br />
+φαντάζει ολόγυρα και τρέχει.<br />
+Έτσι το ψεύτικο χρυσάφι<br />
+με τη τριβή τέλος ξεβάφει<br />
+και μαύρη φαίνεται η θωριά του·<br />
+όπως μωρό παιδί να πιάση<br />
+πουλί ζητά — κ' έχει ντροπιάση<br />
+την πόλη και τα γονικά του.<br />
+Μα δεν ακούει τα παρακάλια<br />
+κανείς θεός, και στα κεφάλια<br />
+ταμαρτωλά φωτιά θα βρέξη.<br />
+Νά ο Πάρης! που ψωμί κι αλάτι<br />
+δεν ντράπηκε, απ' το παλάτι<br />
+γυναίκα φίλου του να κλέψη.</p>
+
+<p>Κι αφίνοντας λογχών κι ασπίδων κρότους<br />
+και ναυτικούς στην πύλη εξοπλισμούς<br />
+και στους Τρωαδίτες φέρνοντας<br />
+αντίς για προίκα, αφανισμό τους,<br />
+γοργά τις πύλες διάβηκε<br />
+όσα κανείς δεν τόλμησε τολμόντας!<br />
+Και πολυαναστενάζοντας<br />
+ελέγανε του παλατιού οι προφήτες:<br />
+Ω σπίτι, σπίτι κι άρχοντες<br />
+ω κλίνη, κερωτόθυμα του αντρός της χνάρια!<br />
+δήτε τον τώρα στη βουβή ατιμία του<br />
+κι απαραπόνευτο στη συμφορά του,<br />
+παρατημένο αδιάντροπα·<br />
+κι απ' τη λαχτάρα της φευγάτης<br />
+πως στα παλάτια μέσα ζη<br />
+φαντάζεται το φάντασμά της!<br />
+Χάρη δεν έχει άλλη εμορφιά<br />
+για το θλιμμένο,<br />
+και σβύνει κάθε αποθυμιά<br />
+στο μάτι του το στειρεμένο.</p>
+
+<p>Κέρχουνται ονειροφάνταχτοι<br />
+και θλιβεροί στους ύπνους ήσκιοι<br />
+φέρνοντας χάρη ανώφελη!<br />
+γιατί του κάκου! όταν κανείς νομίζει<br />
+πως βλέπει ένα καλό στα ονείρατά του<br />
+γλυστρά μες απ' τα χέρια τόραμα<br />
+και δεν αργεί νακολουθήση<br />
+το δρόμο του ύπνου του φευγάτου!<br />
+Τέτοιες μες στα παλάτια συμφορές <br />
+μα κι άλλες είναι πιο βαριές ακόμη·<br />
+για όσους ξεκίνησαν από τη χώρα,<br />
+σ' όλων τα σπίτια αβάσταγο<br />
+πένθος και θλίψη βασιλεύει τώρα·<br />
+πολλά ραγίζουν τις καρδιές,<br />
+γιατί καθένας ξέρει εκείνους<br />
+πόστειλε για τον πόλεμο,<br />
+μα τώρ’ αντίς για κείνους<br />
+στάχτη και νεκροδόχες μοναχά<br />
+στα σπίτια καθενός γυρίζουν!</p>
+
+<p>Κι ο Άρης, παλλάζει τα κορμιά με μάλαμα, <br />
+και που κρατάει ζυγαριά στις μάχες,<br />
+απ' το Ίλιο στέλλει πίσω στους δικούς<br />
+βαρυά και πικροθρήνητα<br />
+καρβουνωμένα θρύψαλα,<br />
+γιομίζοντας τα ευκολοβάσταγα λεβέτια<br />
+με στάχτη των ανθρώπω των·<br />
+κ' εγκωμιάζουν και θρηνούν τους άντρες των<br />
+τον ένα, τι άξιζε στη μάχη,<br />
+τον άλλο, πόπεσε στον πόλεμο<br />
+παλικαρίσια, για γυναίκα ξένη!<br />
+Έτσι κρυφά από κάποιο ψιθυρίζεται<br />
+κι ο φθόνος έχθρητα γιομάτος<br />
+σιγογλυστράει στους πρόμαχους Ατρείδες.<br />
+Μα κείνοι εκεί, στο τείχη ολόγυρα,<br />
+καλά κρατούν, οι πολυεπαινεμένοι,<br />
+της Τρωικής της γης τα μνήματα<br />
+που κρύβει τους εχθρούς της νικημένη.</p>
+
+<p>Βαρύς ο λόγος του λαού, βαριά η οργή<br />
+κι απλέρωτη η κατάρα του δε μένει·<br />
+η έγνοια μου κάτι μαύρο σκοτεινό<br />
+νακούση περιμένει.<br />
+Γιατί έτσι δεν αφίνουν οι θεοί<br />
+κείνους που χύνουν πολύ γαίμα.<br />
+Κι οι μαύρες Ερινύες με τον καιρό<br />
+την άδικη του ανθρώπου ευτυχία<br />
+μ' έν' αναποδογύρισμα της τύχης<br />
+μαυρίζουν· κι όταν ξεγραφή<br />
+δύναμη πια καμιά δεν έχει.<br />
+Βαρύ ναι φήμη αμέτρητη<br />
+νάχη κανείς, γιατί απ' του Δία<br />
+το μάτι πέφτει ο κεραυνός.<br />
+Προκρίνω αζήλευτη ευτυχία,<br />
+ούτε καταχτητής νάθελα γένω<br />
+μα ούτε κάτω απ' άλλους πάλι<br />
+να δω το βίο μου σκλαβωμένο!</p>
+
+<p>&nbsp;— Της καλοφάνερης φωτιάς τρέχει στη πόλη<br />
+γρήγορη η φήμη· μα κι αν είναι αληθινή<br />
+ποιος ξέρει, ή τάχα απάτη θεϊκή;<br />
+&nbsp;— Ποιος είν' έτσι παιδί και με κρίση λειψή<br />
+που να πυρώση πρώτα την καρδιά<br />
+με τα καινούργια της φωτιάς μαντάτα<br />
+για να θλιβή αν έβγη αλλιώς ο λόγος;<br />
+&nbsp;— Αυτό ναι το γυναίκειο φυσικό,<br />
+νανοίγη την καρδιά της στο καλό<br />
+και πρι φανερώση ακόμη.<br />
+&nbsp;— Και τώρα η προσταγή της γυναικός<br />
+ευκολοπίστευτη πολύ ξαπλώνει . . . . <br />
+μα σβήνει ταχυθάνατος<br />
+ο γυναικόσπαρτος ο λόγος.</p>
+
+<p>Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ</p>
+
+<p>Όπου κι αν είσαι θενά μάθωμε αν ήταν<br />
+αληθινές οι επανωτές φωτιές και φλόγες<br />
+ή μήπως ήρθε το τερπνό το φως εκείνο<br />
+σαν όνειρο και μας ξεσήκωσε το νου μας.<br />
+Τον βλέπω, νά, που απ' το γιαλό προβαίνει ο κήρυξ<br />
+ελιάς κρατάει κλαδόφυλλα, και μάρτυράς μου<br />
+ο κορνιαχτός, της λάσπης το στεγνό ταδέρφι,<br />
+πως δε μου φέρνει, ανάβοντας βουνίσια ξύλα,<br />
+με των καψάλων τους καπνούς βουβά σημάδια,<br />
+και ή τη χαρά μας μ' ό,τι πη θα βεβαιώση,<br />
+ή — πιο καλά αμελέτητο το ενάντιο νάναι,<br />
+και το καλό που φάνηκε σε καλό νάβγη — </p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Όποιος τανάντια εύχεται απ' αυτά στην πόλη<br />
+αυτός των λογισμών του ας τρυγάη το κρίμα.</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Χαίρε της πατρικής μου γης, του Άργους χώμα,<br />
+που σε πατώ πάλι ύστερ' από δέκα χρόνια<br />
+και μια καν απ' τις τόσες μου χάρηκα ελπίδες!<br />
+γιατί ποτέ δεν τόλεγα πως θαξιωνόμουν<br />
+τάγια μας χώματα νεκρό να με σκεπάσουν·<br />
+τώρα, χαίρε πατρίδα, χαίρε φως του ήλιου<br />
+και συ μεγάλε Δία της χώρας και συ Πύθιε,<br />
+χωρίς πια με τα βέλη σου να μας σαϊτεύης<br />
+φτάνει όσο εκεί στο Σκάμαντρο μας πολεμούσες·<br />
+τώρα βοηθός μας και σκεπός άμποτε νάσαι<br />
+Απόλλων! κι όλους τους θεούς τους α γ ω ν ί ο υ ς<br />
+προσκυνώ, και τον δικό μου τον προστάτη<br />
+τον Ερμή, φίλον κήρυκα, τιμήν κηρύκων·<br />
+κ' ήρωες, που μας στείλετε, καλοδεχτήτε<br />
+πάλι όσοι απ' το στρατό γλυτώσαν το κοντάρι.<br />
+Ω, ω, του βασιλιά τιμημένα παλάτια,<br />
+πολυσέβαστοι θρόνοι και θεοί προσήλιοι,<br />
+χαρούμενοι, αν και πριν, το βασιλιά από χρόνια<br />
+να τον δεχτήτε που έρχεται, σε σας και σ' όλους<br />
+εμάς στη μαύρη σκοτεινιά μας φως να φέρη·<br />
+χαρούμενοι δεχθήτε τον γιατί του πρέπει,<br />
+που με του Δία τη δίκελλα του δικαιοκρίτη<br />
+την Τροία γκρέμνισε και ρήξαμε τη γη τους,<br />
+και ρείπια οι βωμοί των θεών και τα ιερά τους<br />
+κι ουδέ σπόρος δε μένει απ' όλη τους τη χώρα·<br />
+τέτοιο ζυγό στον τράχηλο έβαλε της Τροίας<br />
+κ' έρχεται τώρα ο ευτυχισμένος βασιλιάς μας,<br />
+που μέσα σ' όσους τώρα ζουν τιμές του πρέπουν<br />
+γιατί ουδ' ο Πάρις ουδέ η Τροία είναι, να πούνε<br />
+αν άξιζε το πάθημα το κάμωμά τους·<br />
+και δεν μπορεί να πη πως δεν το βρήκε ως τόσο<br />
+το δίκιο του και με το παραπάνω ο κλέφτης,<br />
+αφού συθέμελα έσβησε το πατρικό του<br />
+και πλέρωσαν διπλά το κρίμα οι Πριαμίδες.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Του αχαϊκού στρατού χαίρε, κήρυκα, χαίρε!</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Χαίρω· και τώρα, αν θέλουν οι θεοί, ας αποθάνω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Της πατρικής μας γης σε δάμασε ο πόθος;</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Τόσο, που απ' τη χαρά μου πλημμυρούν τα μάτια.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Την ίδια θα είχετε και σεις γλυκειάν αρρώστεια.</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Τι πάει ο λόγος σου να πη; δος μου να νοιώσω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Πως έδερνε και σας και μας ο ίδιος πόθος.</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Η χώρα που εποθούσαμε λες μας ποθούσε;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Ναι, και στενάζαμε συχνά απ' τα φυλλοκάρδια.</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Και πόθε αυτός ο μαύρος πόνος της καρδιάς σου;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τόσο καιρό τη σιωπή βρήκα γιατρειά μου.</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Μη, λείποντας ο βασιλιάς, κάποιο εφοβόσουν;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τόσο, που ως λες και συ, τώρα κ' εγώ ας ποθάνω!</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Τέλος καλόν όλα καλά· μέσα στο διάβα<br />
+του χρόνου, άλλα μας έρχουνται δεξιά και πάλι<br />
+άλλα ζερβά· γιατί έξω απ' τους θεούς ποιος άλλος <br />
+όλο το βίο του θα χαρή με δίχως πάθη;<br />
+Γιατί αν λέω τους κόπους και τις κακοπέρασες<br />
+τανάριο ξεμπαρκάρισμα, τα κακοστρώσια,<br />
+ποια μέρ' αστέναχτη είτανε να μη μας λάχουν;<br />
+Στη στεριά πάλι το κακό είταν ποιο μεγάλο:<br />
+Κάτω απ' τα κάστρα των εχθρών τόχαμε στρώση<br />
+και πια η δροσιά απ' τον ουρανό κι απ' τα λειβάδια<br />
+της γης, μας περεχούσε και μας είχε πάντα<br />
+ολόμουσγα τα ρούχα μας κι άγρια την τρίχα·<br />
+κι αν πης για τον χειμώνα, των πουλιώ το χάρο,<br />
+που αβάσταγο κατέβαζε η χιονιά της Ίδας,<br />
+ή για τη ζέστη, όταν ο πόντος δίχως κύμα<br />
+κι αγέρα στις μεσημερνές κοιμόνταν κοίτες . . . <br />
+Μα τι να κλαίω γι' αυτά; έχει περάση ο πόνος·<br />
+κι έχει περάση, τόσο για τους πεθαμένους, <br />
+που πια σκοπό δεν τόχουνε ναναστηθούνε·<br />
+τι να τους λογαριάζουμε τους πεθαμένους,<br />
+και τι να φέρνη ο ζωντανός τις λύπες πίσω;<br />
+τις συμφορές τις στέλλω στο καλό να πάνε,<br />
+γιατί σ' εμάς που μείναμεν απ' το στρατό μας<br />
+πλήθιο το κέρδος τη ζημία αντισηκώνει,<br />
+που αξίζει αλήθεια μπρος σ' αυτό το φως του ήλιου<br />
+να καυχηθούμε πάνω από στεριές και θάλασσες:<br />
+«Αφού την Τροία επήρε ο στόλος των Αργείων<br />
+αυτά για τους ελληνικούς θεούς τα λάφυρα<br />
+στις εκκλησιές των κρέμασε, λαμπρά στολίδια».<br />
+Κι όποιος ακούη αυτά θα πρέπει να παινεύη<br />
+την πόλη και τους στρατηγούς και χάρη νάχη<br />
+του Δία που τάφερε δεξιά· είπα ότι είχα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Με νίκησαν οι λόγοι σου και δεν ταρνιούμαι.<br />
+γιατί είναι πάντα ο γέρος νιος για να μαθαίνη,<br />
+μα αυτά την Κλυταιμνήστρα και ταρχοντικό της<br />
+πιότερο γνοιάζουν· μα και με συνάμα ευφραίνουν.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Απ' τη χαρά μου ερέκαξα και τότε αμέσως<br />
+που ήρθε το πρώτο μήνυμα της φλόγας, νύχτα,<br />
+κ' είπε της Τροίας το πάρσιμο κ' είπε το τέλος,<br />
+και κάποιος μ' επερίπαιξε: από τις φλόγες<br />
+γελάστηκες και πίστεψες πως η Τροία επάρθη;<br />
+ω πόσο τόχει ο νους να τρέχη της γυναίκας!<br />
+Μ' αυτά τα λόγια μέχανε πως πήρα πέρα,<br />
+όμως εγώ εθυσίαζα και στη γυναίκεια<br />
+υπάκουοι προσταγή, παντού μέσα στην πόλη<br />
+στις εκκλησιές, χαράς αλλαλαγμοί αντηχούσαν,<br />
+κι άλλοι τις φάουσες κοίμιζαν μυριστές φλόγες.<br />
+Και τώρα τι τα θέλω πιότερα από σένα;<br />
+Όλα τα πάντα από τον ίδιο θα τα μάθω,<br />
+και θα βιαστώ να κάμω τα καλύτερά μου<br />
+για τα καλά του σεβαστού μου αντρός δεξίμια·<br />
+γιατί ποιο φως γλυκύτερο θα ιδή γυναίκα,<br />
+παρ' απ' τον πόλεμο ο θεός τον άντρα αν σώση,<br />
+τις πόρτες να του ανοίξη; — πήγαινε και πε του<br />
+ναρθή το γρηγορώτερο, η χαρά της χώρας,<br />
+και να βρη, όπως την άφησε, πιστή γυναίκα<br />
+μες στα παλάτια του, που φύλαγε σαν σκύλα<br />
+καλή για κείνον και άγρια για τους εχθρούς του·<br />
+και σ' όλα τα ίδια πάντα, δίχως να χαλάση<br />
+καμιά, τόσον καιρό που έλειπε, σφραγίδα·<br />
+και τόση γνώρισα χαρά ή κακό λόγο<br />
+για άλλον άνδρα, όσο και το χαλκό πως βάφουν.</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Δεν είναι τέτοια καύχηση, γιομάτη αλήθεια,<br />
+αταίριαστη σε στόμα ευγενικής γυναίκας.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Άκουσες τώρα κ' έμαθες έτσι που σου είπε<br />
+σαν ξάστερος εξηγητής τα ωραία της λόγια.<br />
+Μα εσύ για τον Μενέλαο θα σ' ερωτήσω — <br />
+πες μας, έχει γλυτώση, κήρυκα, και θάρθη<br />
+μαζί με σας, ο καλός άρχοντας της χώρας;</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Πώς να μπορέσω να το πω το έμορφο ψέμμα<br />
+και να το χαίρουνται πολύν καιρόν οι φίλοι;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Άμποτε να μας πης καλά και νάν' κι αλήθεια<br />
+γιατί τόνα δεν κρύβεται χώρια από τάλλο</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Άφαντος μέσ' από το στόλο των Αργείων<br />
+κι αυτός και το καράβι του· αυτή ναι η αλήθεια.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Σας άφησε απ' την Τροία φανερά, ή τάχα<br />
+μπόρα σας βρήκε και τον χώρισε απ' τους άλλους;</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Σαν άξιος πέτυχες τοξότης το σημάδι<br />
+και με δύο λόγια ιστόρησες κακό μεγάλο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Και δεν ακούστηκε απ' τους άλλους κανείς λόγος<br />
+αν είναι τάχα ζωντανός ή πεθαμένος;</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Δεν ξέρει τίποτε σωστό να πη κανείς γι' αυτό<br />
+έξω απ' τον ήλιο που τον κόσμον όλον θρέφει.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Πες μας λοιπόν πώς βρήκε η χειμωνιά το στόλο<br />
+και πώς η θεϊκή η οργή επήρε τέλος;</p>
+
+<p>ΚΗΡΥΚΑΣ</p>
+
+<p>Μια τέτοια μέρα με κακές δεν πρέπει ειδήσεις<br />
+να βεβηλώσω· χώρια των θεών η χάρη·<br />
+γιατί όταν πάθη αδήγητα που ηύραν το στράτευμα<br />
+μ' όψη στυγνή ο μηνυτής φέρνει στην πόλη,<br />
+πρώτα είναι για όλους μια πληγή το κοινό πάθος,<br />
+και χώρια κι όσους ξέκαμε από τόσα σπίτια<br />
+με τη διπλή του μάστιγα, που ξέρει ο Άρης,<br />
+δίκοπη συμφορά, διπλού ζευγάρι ολέθρου·<br />
+κι όποιος τόσα κακά φορτωμένος θα φέρη<br />
+των Ερινύων του πρέπει αυτός Ύμνο να ψάλλη·<br />
+μα εγώ που άγγελος έρχομαι της σωτηρίας<br />
+στην πόλη τη χαρούμενη στο θρίαμβό της,<br />
+πώς στα καλά κακά να σμίξω, κι ιστορίσω<br />
+την τρικυμία, που απ' τη θεία οργή μας βρήκε;<br />
+Γιατί η φωτιά κ' η θάλασσα που είταν ως τότε<br />
+άσπονδοι εχθροί φιλιώθηκαν κ' έδωκαν όρκο<br />
+να φθείρουνε τον άθλιο των Αργείων στόλο.<br />
+Νύχτα, και το μεγάλο το κακό εσηκώθη<br />
+κι άμπωθε τόνα πάνω στάλλο τα καράβια<br />
+ο άγριος ο θρακιάς και τα βροντούσε αντάμα,<br />
+ως που απ' τη μάνητα της μπόρας και τη ζάλη<br />
+της ανεμόδαρτης βροχής, άφαντα πάνε<br />
+σαν νάταν και κακός βοσκός τα είχε προγγίξη.<br />
+Μα έδωκε και ξημέρωσε και βγήκε ο ήλιος<br />
+και βλέπομε ν' ανθή το πέλαγος το Αιγαίον<br />
+από Αχαιών κορμιά και καραβιών συντρίμια·<br />
+μα εμάς και το καράβι μας άβλαβο κάποιος<br />
+με μαστοριά ξεγλύτωσε κ' έβγαλε πέρα<br />
+θεός κι όχι άνθρωπος, κρατόντας το τιμόνι·<br />
+κι ο σωτήρας η Τύχη εκάθησε πιλότος<br />
+να μη μας λύση τους αρμούς τάγριο το κύμα,<br />
+ή κάπου σε ξερόβραχα έξω μας ρίξη.<br />
+Κ' έτσι απ' της θάλασσας το χάρο γλυτωμένοι<br />
+χωρίς να το πιστεύουμε, στη χρυσή μέρα<br />
+τη συμφορά μας βόσκαμε με έγνοιες καινούριες<br />
+για το στρατό πανεμοσκόρπισε κ' εχάθη.<br />
+Και τώρα αν ζη κανείς και πνέη κι από κείνους<br />
+θα μας λογιάζουν για χαμένους· και πώς όχι;<br />
+μήπως το ίδιο και γι' αυτούς και μεις δε λέμε;<br />
+όμως ας έβγη σε καλό, και πρώτο απ' όλους<br />
+και βέβαια το Μενέλαο να ιδής καρτέρει,<br />
+γιατί αν τον ξέρη κάπου μια του ήλιου αχτίνα<br />
+πως ζη και βασιλεύει, με του Δία τη γνώμη,<br />
+που δε θέλει το γένος του να σβύση ακόμη,<br />
+υπάρχει ελπίδα πάλι εδώ να μας γυρίση·<br />
+αυτή 'ναι, που είπα κι άκουσες η πάσα αλήθεια.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ</p>
+
+<p>Ποιος να της τόδινε έτσι αυτό<br />
+τόνομα σ' όλα ταιριαστό;<br />
+μην κάποιος που δε βλέπομε<br />
+και ξέροντας το πεπρωμένο<br />
+τη γλώσσα ωδήγα στο σωστό;<br />
+Ελένη! νύφη με σπαθιά και φόνους γυρεμένη!<br />
+γιατί αλήθεια όλεθρος<br />
+ανδρών και πλοίων και κάστρων<br />
+απ' την παστάδα εκίνησε<br />
+την πολυξομπλιασμένη<br />
+με τις πνοές του γίγαντος<br />
+Ζεφύρου, η Ελένη!<br />
+Και κυνηγοί αναρίθμητοι<br />
+σιδεροφορεμένοι<br />
+πίσω απ' τα ίχνη τάφαντα<br />
+των καραβιών που αράξανε εκεί πέρα,<br />
+που οι όχθες του Σιμόεντα χλωρές<br />
+βλαστομανούνε από πολέμων αίμα.</p>
+
+<p>Έτσ' η εκδικήτρα η οργή<br />
+στην Τροία να φέρη δεν αργεί<br />
+συμπεθεριό, όνομα και πράμμα,<br />
+για να ξοφλήσουν με καιρό<br />
+του τραπεζιού την ατιμία<br />
+και του φιλόξενου του Δία<br />
+κείνοι που τότε από καρδιάς<br />
+έψαλλαν το νυφιάτικο τραγούδι<br />
+του υμεναίου, που η μοίρα τόφερνε<br />
+έτσι οι γαμπροί να τραγουδούνε·<br />
+τον ξέμαθε όμως ύστερα<br />
+τον ύμνο η πόλη του Πριάμου·<br />
+τώρα βαρυαστενάζει, πολυθρήνητο<br />
+καλόντας τον κακόγαμπρο τον Πάρη,<br />
+αλήθεια πολυθρήνητο<br />
+για τόσες πολιτών ψυχές<br />
+και το αίμα τάδικο που εχάθη.</p>
+
+<p>Έτσι στο σπίτι του έθρεψε<br />
+κάποιος γαλαθηνό λιοντάρι,<br />
+αποκομμένο απ' το βυζί της μάννας του·<br />
+στων πρώτων του ημερώ τη χάρη·<br />
+ήμερο στα παιδιά πασίχαρο,<br />
+και των γεροντοτέρων χάδι·<br />
+συχνά στην αγκαλιά του τόπερνε<br />
+σαν νάτανε νεογέννητο παιδάκι,<br />
+και χαρωπά χαϊδεύονταν<br />
+στο χέρι που του χόρταινε την πείνα.</p>
+
+<p>Μα ήρθε καιρός και χρόνισε<br />
+και τόδειξε από ποιους κρατούσε·<br />
+για το σπολλάτη της τροφής του, ακάλεστος<br />
+το γιόμα του ετοιμάζει<br />
+μες στα κοπάδια, πόπνιξε,<br />
+κ' αίμα πλημμύρισε το σπίτι — <br />
+κακό στους σπιτικούς αγιάτρευτο<br />
+και φονικό, ζημία μεγάλη.<br />
+Θεός τον είχε θρέψη επίτηδες<br />
+σαν ιερέα συμφοράς στο σπίτι!</p>
+
+<p>Έτσι και στις αρχές λέω πως νάρθε<br />
+στην Τροία σαν μια ιδέα ανάνεμης γαλήνης,<br />
+σαν ένα ατίμητο αρχοντιάς στολίδι<br />
+σαν μαλακό ματιών σαΐτεμα,<br />
+καρδιών λίγωμα, έρωτος άνθος.<br />
+Μ' άλλαξεν όψη κ' έφερε<br />
+πικρό στους γάμους τέλος,<br />
+κι ασύντυχη και κακοσύβαστη<br />
+σηκώθηκε στους Πριαμίδες,<br />
+σταλμένη από το Δία τον ξένιο<br />
+νυμφόκλαυτη Ερινύα!</p>
+
+<p>Είν' ένας λόγος παλαιός παμπάλαιος,<br />
+που όταν τανθρώπου η ευτυχία περσέψη<br />
+γεννά και δεν πεθαίνει άκλερη,<br />
+κι απ' την καλοτυχιά βλασταίνει<br />
+αχόρταγη στο γένος δυστυχία.<br />
+Μα εγώ χώρια απ' τους άλλους σκέπτομαι,<br />
+πως πιότερα παιδιά γεννά το κρίμα<br />
+που του γονιού των όλα μοιάζουν,<br />
+ενώ τα σπίτια τα καλά και δίκια<br />
+πάντα καλότυχη γεννιά θα βγάζουν.</p>
+
+<p>Τόχει το κρίμα το παλιό<br />
+καινούργιο να γεννοβολάη κρίμα<br />
+στους άδικους ανθρώπους,<br />
+&nbsp;— αργά ή νωρίς όταν θε νάρθη ημέρα<br />
+της γέννας η γραφτή — <br />
+και συμφορά απολέμητη ανίκητη κι ανίερη<br />
+στα σπίτια την απόκοτη μαύρη Εκδικήτρα,<br />
+με τους γονιούς της απαράλλακτη.</p>
+
+<p>Μα η Δίκη λάμπει στα φτωχά<br />
+κι άραχλα σπίτια<br />
+και του δικαίου το βίο τιμά,<br />
+ενώ απ' τα χρυσοστόλιστα με αδικίες παλάτια<br />
+φεύγει και δε γυρνάει τα μάτια<br />
+και πάει στα τιμημένα, δίχως να ψηφά<br />
+τη ψευτοφημισμένη δύναμη του πλούτου<br />
+κι όλα σε δίκιο τέλος κυβερνά.</p>
+
+<p>Τώρα εσέ, βασιλιά, νικητή της Τρωάδας<br />
+του Ατρέα γεννιά,<br />
+και το πώς να σε πω και πώς να τιμήσω,<br />
+χωρίς πέρα να πάω, μηδέ πίσω ναφήσω<br />
+των επαίνων το μέτρο;<br />
+Γιατί ξέρω, πολλοί προτιμούν<br />
+ό,τι φαίνεται μόνο<br />
+και το δίκιο αψηφούν·<br />
+κι ο καθένας στον πόνο σου είν έτοιμος τάχα<br />
+να στενάζη μαζί σου<br />
+ενώ δεν του ραγίζει η καρδιά του από μέσα·<br />
+και σου κάνει πως χαίρει με σένα ο άλλος<br />
+και το αγέλαστο πρόσωπο βιάζει.<br />
+Μα ο καλός ο βοσκός που γνωρίζει από τέτοια<br />
+δεν γελιέται απ' το μάτι ανθρώπου που δείχνει<br />
+τάχα γνώμη καλόκαρδη κι όμως<br />
+σε χαϊδεύει με αγάπη χλιαρή.<br />
+Και λοιπόν, όταν συ ξεκινούσες το στόλο<br />
+για τη μαύρη Ελένη,<br />
+δεν το κρύβω, γι' ανόητο σε είχα<br />
+και πως όχι σωστά κυβερνούσες το νου σου<br />
+σαν να επήαινες σ' ανθρώπους γραμμένους του χάρου<br />
+ανωφέλευτο θάρρος.<br />
+Όμως τώρα που βγήκαν σε τέλος καλό<br />
+αναγαλλιάζει η ψυχή μου απ' τα βάθη,<br />
+και συ πια δε θαργήσης ρωτόντας να μάθης<br />
+ποιος στην πόλη σου φύλαξε γνώμη πιστή<br />
+και ποιος όχι.</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Το Άργος για πρώτα δίκιο 'ναι να χαιρετήσω<br />
+και τους εγχώριους τους θεούς που μου είν' αιτία<br />
+του γυρισμού και της εκδίκησης που πήρα<br />
+από την Τροία· γιατί οι θεοί, όχι από λόγια <br />
+γρικόντας, ρίξανε στην κάλπη του θανάτου<br />
+το ψήφο τους αμέραστο για της Τρωάδας<br />
+τον τέλειο το ξολοθρεμό, ενώ στην άλλη<br />
+σίμωνε η ελπίδα του χεριού κ' έμενεν άδεια.<br />
+Κι απ' τον καπνό γνωρίζεται η παρμένη η πόλη<br />
+και τώρα ακόμη· ζούνε του ολέθρου οι μπόρες<br />
+κ' η στάχτη η δυσκολόσβυστη, ψηλά και γύρω<br />
+παχιές σκορπίζει μυρωδιές του αρχαίου του πλούτου.<br />
+Και πρέπει χάρη αξέχαστη νάχουμε πάντα<br />
+για τούτα στους θεούς, που τα θεόργητά μας<br />
+στήσαμε δίχτυα και για χάρι μιας γυναίκας<br />
+ξολόθρεψε ταργείτικο θεριό την πόλη,<br />
+ο ασπιδοφόρος ο λαός, πουλάρι αλόγου,<br />
+πηδόντας τον καιρό που βασιλεύει η Πούλια·<br />
+και μες στα κάστρα πέφτοντας τωμό λιοντάρι<br />
+βασιλικόν εχόρτασε γλείφοντας αίμα.<br />
+Αυτά να πω για τους θεούς έπρεπε πρώτα.<br />
+Κι όσο για τη δική σου γνώμη, μες στη μνήμη<br />
+κρατώ όσα μούπες, κ' είμαι σύμφωνος με σένα·<br />
+αλήθεια, λίγοι άνθρωποι τόχουν φυσικό τους<br />
+την ευτυχία του φίλου τους να μη φθονούνε·<br />
+μα στην καρδιά κατασταλάζει το φαρμάκι<br />
+της ζούλιας και διπλαίνει του άρρωστου τον πόνο,<br />
+που, χώρια απ' της δικής του δυστυχίας το βάρος,<br />
+την ευτυχία του γείτονα βλέπει και σκάζει.<br />
+Ξέρω που σου μιλώ· γιατί πολλούς γνωρίζω<br />
+που η τόση αγάπη πόδειχναν είταν μονάχα<br />
+σαν του καθρέφτη ζουγραφιά και σκιάς εικόνα·<br />
+και μόνου ο Οδυσσέας, που ακλούθησε άθελά του<br />
+μια που ζεύχτηκε, πρόθυμος σύντροφός μου είταν<br />
+&nbsp;— καλή του η ώρα ή ζωντανός ή πεθαμένος — <br />
+Και τώρα τάλλα, για τους θεούς και για την πόλη,<br />
+σε σύνοδο κοινή, δουλειά μας κάνοντάς το,<br />
+μαζί θε να σκεφθούμε, κι ό,τι καλά στέκει<br />
+πρέπει να ιδούμε πως θα καλομείνη πάντα<br />
+κι ό,τι από γιατρειά και φάρμακα έχει ανάγκη<br />
+καίοντας και κόβοντας στοχαστικά με γνώση<br />
+θα δοκιμάσομε, αν μπορή, να φύγη η αρρώστεια.<br />
+Τώρα στων παλατιών την τιμημένη εστία<br />
+πηγαίνω, πρώτα τους θεούς να προσκυνήσω<br />
+που όπως με καταβόδωσαν μ' έφεραν πίσω·<br />
+κ' η νίκη μια π' ακλούθησε, ας στεριώση!</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Της πόλεως του Άργους τιμημένοι εσείς γερόντοι,<br />
+δε θα ντραπώ να πω σε σας την τόση αγάπη,<br />
+που αισθάνομαι του αντρός μου, γιατί ο χρόνος σβήνει<br />
+τη συστολή απ' τον άνθρωπο· δεν τάχω ακούση<br />
+απ' άλλους, τα δικά μου θα σου πω τα πάθη<br />
+όσον καιρόν έλειπε αυτός κάτω στην Τροία·<br />
+και πρώτα δίχως άντρα κ' έρμη μες στο σπίτι<br />
+είναι φριχτό κακό να κάθεται η γυναίκα<br />
+κι όλο ν' ακούη πολλά συφοριασμένα λόγια·<br />
+και μόλις μπαίνη ο ένας με κακά μαντάτα<br />
+χειρότερη άλλη συμφορά να φέρνη ο άλλος·<br />
+κι αν τόσες είταν οι λαβωματιές του, όσες<br />
+καθημερνά μας έφερνε στο σπίτι η φήμη<br />
+θάταν να πης πιο τρύπιος κι απ' το δίχτυ αλήθεια.<br />
+Κι αν όσες φορές τόπανε, είχε πεθάνη<br />
+σαν άλλος δεύτερος τρισώματος Γηρυόνης<br />
+[πολύ από πάνω, κι από κάτω πια δε λέγω]<br />
+τρίδιπλο ντύμα γης πως πήρε θα καυχιόνταν<br />
+για να πεθάνη μια φορά στο κάθε σχήμα.<br />
+Γι' αυτές λοιπόν και για τις τέτοιες κακές φήμες<br />
+πολλές κρεμάθρες άλλοι γύρω απ' το λαιμό μου<br />
+με το στανιό μου λύσανε που είχα σφιγμένες.<br />
+Γι αυτά δεν βρίσκεται κ' εμπρός σου εδώ κι ο γυιός σου<br />
+το ενέχυρον της πίστης μου και της δικής σου,<br />
+ο Ορέστης, καθώς έπρεπε, και μη απορήσης·<br />
+γιατί τον τρέφει καλοθελητής μας φίλος<br />
+απ' τη Φωκίδα ο Στρύφιος, προλέγοντάς μου<br />
+διπλά ενδεχόμενα κακά: και το δικό σου<br />
+κάτω στην Τροία τον κίντυνο, ή μήπως ρίξη<br />
+κάποια αναρχία του λαού την γερουσία,<br />
+ως καθώς τόχουν φυσικό οι άνθρωποι πάντα,<br />
+πιότερο να ποδοπατούν έναν που πέση.<br />
+Μια τέτοια βέβαια πρόφαση δεν κρύβει απάτη·<br />
+μα εμένα οι άφθονες πηγές των δάκρυών μου<br />
+έχουν στειρέψη και σταλαματιά δε μένει·<br />
+και ταργοκοίμητα μου βλάβηκαν τα μάτια<br />
+να κλαίω τις παραμελημένες φωταψίες<br />
+που πρόσμενα από σένα· και στα ονειρατά μου<br />
+από τανάλαφρο του κουνουπιού εξυπνούσα<br />
+φτεροσουσούρισμα, γιατί έβλεπα για σένα<br />
+πιότερα πάθη κι απ' του ύπνου μου τις ώρες.<br />
+Τώρα χαρούμενη που πέρασα όλα ετούτα,<br />
+πώς να μη λέω τον άντρα αυτό, σκύλλο της στάνης,<br />
+άγκυρα σωτηρίας του πλοίου, και ψηλής στέγης<br />
+στερεό στύλο, μονάκριβο παιδί, πατέρα,<br />
+στεριά που βλέπει ανέλπιστα ο θαλασσομάχος,<br />
+μέρα λαμπρότατη ύστερ' από κακωσύνη,<br />
+τρεχάμενο νερό στον δρομομαχισμένο!<br />
+Τέτοιων λοιπόν χαιρετισμών τιμή του αξίζει<br />
+κι ας λείπη ο φθόνος! φτάνουνε τα περασμένα<br />
+που τράβηξα· και τώρ' αγαπητό κεφάλι<br />
+κατέβαινε απ' τ' αμάξι σου, δίχως ναγγίξης<br />
+στη γης το πόδι σου, που χάλασε την Τροία!<br />
+Δούλες τι στέκεσθε; πόχω το χρέος προστάξη<br />
+να στρώσετε χαλιά στου δρόμου του τη στράτα;<br />
+ευθύς ας γίνη πορφυρόστρωτος ο δρόμος<br />
+κι ας τον φέρη στανέλπιστα παλάτια η Δίκη!<br />
+Για τάλλα — η έγνοια μου άγρυπνη, σε δίκιο τέλος<br />
+θα φέρη — πρώτα ο Θεός — τα πεπρωμένα.</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Κόρη της Λήδας, των σπιτιών μου κυβερνήτρα,<br />
+σύμφωνα με της απουσίας μου το μάκρος<br />
+και τα λόγια σου μάκρυνες, αν και ταιριάζη<br />
+νάρχεται απ' άλλους η τιμή του δίκιου εμένα<br />
+κι απ' άλλο, με καμώματα γυναίκεια εμένα<br />
+μη θες να με χαλάσης και σα βάρβαρο άντρα<br />
+ταπεινοπροσκυνάς με χαμόσυρτα λόγια,<br />
+μηδέ στρώσης στο δρόμο μου, με τις πορφύρες,<br />
+το φθόνο· στους θεούς η τιμή τούτη πρέπει·<br />
+θνητός σε τέτια πολυξόμπλιαστα στολίδια<br />
+δεν πάει σ' εμένα να πατώ με δίχως φόβο·<br />
+σαν άνθρωπο, όχι σαν θεό να με τιμούνε·<br />
+και δίχως τα στρωσίματα κι αυτά τα ξόμπλια<br />
+η δόξα διαλαλεί· κ' η μετρημένη η γνώση<br />
+δώρο μεγάλο του θεού· να μακαρίζης<br />
+τον άνθρωπο απ' τα τέλη του τα ευτυχισμένα<br />
+κι αν έτσι πάντα φέρνομαι, φόβο δε θάχω!</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Όμως τώρα κι αυτή μη μου αρνηθής τη χάρη.</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Ξέρε το, δε θα ιδής τη γνώμη μου ναλάξω.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Μην τύχης τάμμα στους θεούς, για κάπιο φόβο;</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Παρά καθ άλλον, ξέροντας το λόγο μου είπα.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Και τι λες τάχα ο Πρίαμος, αν ενικούσε; . . . </p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Και βέβαια θα πατούσε πάνω στις πορφύρες</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Λοιπόν μη ντηρηθής το τι θα πη ο κόσμος.</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Όμως και του λαού η φωνή πολύ βαραίνει.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Τον άνθρωπο που δε φθονούν, μην τον ζηλεύης.</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Δεν πάει και στη γυναίκα να γυρεύη αμάχες.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Μα πρέπει κάπου κι ο ευτυχής να τον νικούνε.</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Τόσο λοιπόν να με νικήσης επιμένεις;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Σε με, μα με το θέλημά σου, ας μείνη η νίκη.</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Μ' αφού το θες . . . γοργά ας μου λύσουν τις αρβύλες,<br />
+που ως σκλάβους τις πατάει και πορπατάει το πόδι·<br />
+κ' ενώ πάνω σ' αυτές θα φεύγω τις πορφύρες<br />
+ας μη με ιδή κανείς θεός με φθόνου μάτι·<br />
+ντροπή, σταλήθεια, τέτοια να ρημάζης πλούτη<br />
+κι ασημοζυγιασμένα φάδια μες στους δρόμους.<br />
+Τόσο γι' αυτά· την ξένη τώρα ετούτη δέξου<br />
+με καλωσύνη· από ψηλά θα καλοβλέπουν<br />
+πάντα οι θεοί, όποιος σκληρός δεν είναι αφέντης·<br />
+γιατί ποιος πέφτει στη σκλαβιά με θέλημά του;<br />
+αυτή, διαλεχτόν άνθος από τόσα πλούτη,<br />
+την έφερα μαζί μου, δώρο του στρατού μου·<br />
+κι αφού στο θέλημά σου μ' έχεις τέλος φέρη<br />
+πατόντας σε πορφύρες στο παλάτι ας εμπώ!</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Έχει κι αν έχει η θάλασσα! ποιος θα την σώση;<br />
+που ασημοζύγιαστη πολλήν πορφύρα θρέφει<br />
+καινούργια πάντα, για όσα θες να βάφης φάδια.<br />
+Και το σπίτι σου, ρήγα μου, τόχει για νάχη,<br />
+και πρώτα ο θεός φτώχεια τι πάει να πη δε ξέρει·<br />
+κι αν τέτοιο μου έφερναν χρησμό απ' τα μαντεία<br />
+θάταζα τόσα κι άλλα φάδια να πατιόνταν<br />
+για τα καλά σου, νάθε ταξιωθώ, δεξίμια·<br />
+γιατί σαν μένη η ρίζα, τα κλωνιά φουντώνουν<br />
+κι απλώνουν ήσκιο του σπιτιού, στο βαρύ κάμμα·<br />
+έτσι και σένα ο γυρισμός σταρχοντικό μας<br />
+σαν να μας φέρνη από χειμώνα καλωσύνη·<br />
+κι όταν γυαλίση απ' τη ξυνή την αγουρίδα<br />
+κρασάτη ρόγα, τότε πια η δροσιά γλυκειά 'ναι,<br />
+σαν κυβερνάει το σπίτι του ο ίδιος ο αφέντης.<br />
+Ω Δία μου τέλειε, δίνε στις ευχές μου τέλος<br />
+κι όπως συ θέλεις κάμε ό,τι να κάμης θέλεις.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>ΤΡΙΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ</p>
+
+<p>Γιατί με τόσο πείσμα πάντα εμπρός<br />
+στη 'λαφροΐκιωτή μου τη καρδιά<br />
+αυτός ο φόβος να πηδά<br />
+κι ακάλεστος κι αλέρωτος<br />
+μου ψέλνει προφητείες;<br />
+Γιατί σαν τα όνειρα τα σκοτεινά<br />
+να μην μπορώ να τον ξορκίσω<br />
+και το καλό το θάρρος μου ξανά<br />
+στο θρόνο της καρδιάς να στήσω;<br />
+κι όμως καιρός επέρασ' από τότε,<br />
+που σέρνοντας τα παλαμάρια<br />
+αφήσανε την αμουδένια ακρογιαλιά,<br />
+όταν κατά την Τροία ξεκίνησαν<br />
+με το στρατό μας τα καράβια.</p>
+
+<p>Τώρα ο ίδιος μάρτυρας εγώ<br />
+το γυρισμό τους με τα μάτια μου είδα·<br />
+μα πάλι από μέσα, και με δίχως λύρα,<br />
+ψάλλει αυτοδίδακτη η καρδιά μου<br />
+των Ερινύων το θρήνο<br />
+και γω δεν έχω αλάκερο<br />
+το καλό θάρρος της ελπίδας.<br />
+Γιατί έτσι μάταια δεν σπαρνούν<br />
+τα σπλάχνα μου, ουδέ στρέφει<br />
+μ' όχι του κάκου ταραγμούς<br />
+σε δίκιους η καρδιά μου λογισμούς.<br />
+Μα εύχομαι ψεύτικοι να βγουν<br />
+οι φόβοι παναμένω<br />
+και να γενούν τανέμου.</p>
+
+<p>Αχόρταγη είναι βέβαια η άκρα υγεία<br />
+γιατί η αρρώστεια * * *<br />
+γειτόνισσα ενός τοίχου συνορεύει</p>
+
+<p>* * * * * *</p>
+
+<p>και του θνητού η καλοτυχιά που πλέει πρίμα<br />
+χτύπησε απάνω στα κρυφά τα βράχια.<br />
+Μ' αν απ' τα κερδισμένα πλούτη<br />
+δεν ντηρηθή να κάμη χύση<br />
+με το πρεπούμενο το μέτρο,<br />
+δεν πήε κατά βυθού το σπίτι<br />
+μ' όλο της συμφοράς το παραφόρτωμα<br />
+και δεν εβούλιαξε το σκάφος.<br />
+Πολλά τάφθονα δώρα τουρανού<br />
+και της καλόχρονης σοδειάς<br />
+διώξαν την πείνα και τη φτώχεια.</p>
+
+<p>Όμως, μια να χυθή χάμω στη γης<br />
+το μαύρο αίμα ανθρώπου σκοτωμένου<br />
+ποιος να το φέρη πίσω με γητειές;<br />
+μήπως και κείνον, που με τη σοφία του<br />
+να ξαναζωντανεύη μπόρειε πεθαμένο.<br />
+δεν τούδωσε ο Δίας να μάθη;<br />
+Αν όμως η ωρισμένη μοίρα απ' τους θεούς<br />
+δεν μπόδιζε να ξεπερνούμε<br />
+τα σύνορα που έχουνε τάξη,<br />
+τη γλώσσα θα προλάβαινε η καρδιά<br />
+στο φως αυτά να φέρη·<br />
+τώρα στα σκοτεινά κρυφανταριάζει<br />
+χωρίς καμμιάν ελπίδα, η πονεμένη,<br />
+να ξεσκεπάση τίποτα σωστό<br />
+μες απ' τα φλογισμένα φρένα.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Και συ, σε σένα λέω Κασσάνδρα, έμπαινε μέσα,<br />
+αφού σούδωκε ο θεός ανόργητα εδώ μέσα<br />
+του σπιτιού μας να γίνης και με τόσες δούλες<br />
+μαζί να παραστέκης δίπλα στο βωμό μας,<br />
+κατέβαινε απ' ταμάξι, δίχως περηφάνεια.<br />
+Αφού κι ο γυιός ακόμα λέγουν της Αλκμήνης<br />
+ψωμί σκλαβιάς υπόφερε να δοκιμάση·<br />
+γιατί αν το φέρη η τύχη τέτοια νάρθη ανάγκη,<br />
+χαρά 'ς τον, που αρχαιόπλουτο κύριο θα λάχη.<br />
+Μα εκείνοι, όπου ανέλπιστα θερίσουν πλούτη,<br />
+πάντα σκληροί στους δούλους και με δίχως μέτρο<br />
+έχεις τώρ' από μέρους μας, ότι είναι δίκιο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Σούπε λόγια κοφτά και στρογγυλά και παύει·<br />
+και μια που στα πλεμμάτια είσαι της τύχης,<br />
+ό,τι σου λέει κάμε — αν θες — μα ίσως δεν θέλεις.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Μ' αν ίσως και δεν έχει σαν το χελιδόνι<br />
+βαρβαρικιά στη γλώσσα της φωνή και ξένη,<br />
+τα φρόνιμά μου νοιώθοντας θακούση λόγια.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Εμπρός· σου λέει τα πιο καλά στη θέσι που 'σαι<br />
+κι ακλούθει αφίνοντας αυτή την έδρα τώρα.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Καιρό δεν έχω πλια εδώ έξω από τη θύρα<br />
+να χάνω· γιατί εμπρός εις τους βωμούς, στη μέση<br />
+του παλατιού, για σφάξιμο τ' αρνιά προσμένουν.<br />
+σαν να ποτέ μην έλπιζαν μια τέτοια χάρη·<br />
+και συ στο νου σου αν τόχης κάμε ό,τι θα κάμης<br />
+κι αν πάλι δεν τη νοιώθης, ξένη, αυτή τη γλώσσα<br />
+μίλησε αντίς με τη φωνή καν με το χέρι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Φαίνεται θέλει η ξένη έν' άξιο δραγομάνο<br />
+κι ο τρόπος της νεοσκλάβωτο την δείχνει αγρίμι.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Μα είναι τρελλή, κι ακούει κακά στο νου της φρένα,<br />
+'π' αφού πάρθηκ' η χώρα της κ' εδώ μας ήρθε,<br />
+δε λέει στο χαλινάρι της να συνειθίση<br />
+πρι να ξαφρίση τους θυμούς του αίματός της.<br />
+Σκοπό δεν τόχω πιότερα να χάνω λόγια.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μα εγώ τη συμπονώ και δε θα της θυμώσω·<br />
+κατέβα πια ταλαίπωρη κι άφις τ' αμάξι<br />
+και κάνε της σκλαβιάς σου αρχή σαν είναι ανάγκη.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Συμφορά μου ωιμέ συμφορά,<br />
+Απόλλων Απόλλων!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>'Τι θέλουν τάχα οι θρήνοι αυτοί για το Λοξία;<br />
+δεν είναι τέτοιος να του πρέπουν μοιρολόγια.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Συμφορά μου ωιμέ συμφορά,<br />
+Απόλλων Απόλλων!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Πάλι με στόμα βλάστημο το θεό φωνάζει<br />
+που σε γόους να παραστέκη δεν του πρέπει.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Απόλλων,<br />
+Απόλλων οδηγέ κ' η απώλειά μου!<br />
+δεύτερη αυτή φορά και για καλά με χάνεις.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Για τα δικά της πάθη, λέω, θα προφητέψη.<br />
+μένει το θείο το χάρισμα και στη σκλαβιά της.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Απόλλων,<br />
+Απόλλων οδηγέ κ' η απώλεια μου!<br />
+α, που τάχα μ' ωδήγησες; και σε ποια στέγη;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Στων Ατρειδών τη στέγη· κι αν δε τόχης νοιώση<br />
+νά που σου λέω· και ψέμα δε θα πης πως σου είπα.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Α, α,<br />
+θεομίσητο σπίτι, και πόσα ξέρει<br />
+φονικά, σκοτωμούς από δικών χέρι,<br />
+ανθρωπομακελλειό αιματορραντισμένο!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μοιάζει μύτη καλή σαν σκύλλα νάχη η ξένη,<br />
+και ψάχει νάβρη εκεί που οσμίζεται το γαίμα.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Γιατί έχω μάρτυρες, νά, ιδού, ετούτα.<br />
+Βρέφη που σκούζουν κάτω απ' το μαχαίρι<br />
+κρέατα ψητά, απ' τον πατέρα φαγωμένα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τη μαντική σου είχαμε ακουστά τη φήμη,<br />
+αλλά γι' αυτά δεν μας χρειάζονται προφήτες.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Αλλοί κι απ' αλλοί, το τι έχει στο νου της;<br />
+τι 'ναι αυτό το καινούργιο κακό το μεγάλο,<br />
+το μεγάλο, που εδώ μέσα ετοιμάζει, κακό<br />
+για τους φίλους βαρύ<br />
+και δεν έχει γιατρειά<br />
+κ' είναι κάθε βοήθεια μακριά.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Αυτά σου τα μαντεύματα δεν τα γνωρίζω·<br />
+τάλλα τα ξέρω· τα κηρύττει όλη η χώρα.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Αλλοί σου αθλία, και το κάνεις αυτό;<br />
+τον άντρα, το δεξί σου το πλευρό,<br />
+ευφραίνεις με λουτρό — πώς να το πω το τέλος;<br />
+μα όπου και νάναι γίνεται· κι απλώνει<br />
+χέρι το χέρι γοργό.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Δεν νοιώθω ακόμα· κ' ύστερα απ' τα αινίγματά σου<br />
+τώρα τους σκοτεινούς σου τους χρησμούς τρομάζω.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Έ, ε, παπαί παπαί, τι 'ναι που φαίνεται;<br />
+δεν είναι δίχτυ του Ίδη;<br />
+μα δίχτυ 'ναι η γυναίκα του, η φόνισσά του·<br />
+κ' η κατάρα η αχόρταγη του γένους<br />
+ας κλάψη του φριχτού το θρήνο φονικού.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Ποια τούτη η Ερινύα που προσκαλείς να υψώση<br />
+θρήνο στο σπίτι; δε μ' ευφραίνει αυτός σου ο λόγος<br />
+και μαύρη στην καρδιά μ' ανέβηκε σταλιά<br />
+το γαίμα — όπως με θανάσιμη πληγή<br />
+χυμένο πάει με το φως του βίου που σβύνει,<br />
+και δεν αργεί να φτάση το κακό.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Α, α· ιδού ιδού· κράτα μακριά<br />
+τον ταύρο από την αγελάδα,<br />
+με δόλο μες στα βρόχια της τον πιάνει,<br />
+βαράει του μαύρου μια, και πέφτει<br />
+μες στα λεβέτια του λουτρού, όπως σου λέω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Δε θα το καυχηθώ πως νοιώθω τους χρησμούς σου<br />
+με κάτι όμως κακά μου φαίνεται να μοιάζουν.<br />
+Και πότε απ' τους χρησμούς βγήκε για τους θνητούς <br />
+λόγος καλός; — μέσα στις συμφορές<br />
+των μάντηδων οι περισσές οι τέχνες<br />
+το φόβο έρχουνται να φέρουν.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Αλλοίμονο της άμοιρης μαύρη μου τύχη,<br />
+βάζω και κλαίω μαζί και τα δικά μου πάθη!<br />
+που ηύρες να φέρης την ταλαίπωρη κ' εμένα,<br />
+τι άλλο, πάρεξ να πεθάνω εδώ μαζί σου!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Φρενοπαρμένη θάσαι και θεοπείραχτη,<br />
+μόνη σου για να ψάλλης θρήνον άνομο<br />
+του εαυτού σου, όπως η ξανθιά<br />
+κι αβάρετη στα κλάματα αηδόνα,<br />
+που κλαίοντας κλαίει πάντα τον Ίτυν Ίτυ<br />
+σ' όλη την πικραμένη τη ζωή της.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Καλότυχη της λιγερής μοίρα αηδόνας!<br />
+αυτή την ντύσανε οι θεοί με φτερωτό κορμί<br />
+και μες τα κλάματα γλυκειά της δώσανε ζωή·<br />
+μα εμέ σφαγή με δίκοπο σπαθί προσμένει.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Πούθ' έρχονται, από ποιο θεό σταλμένοι οι τρόμοι αυτοί,<br />
+και τα δεινά με σκούξιμο κακόσυρτο θρηνείς,<br />
+και με προφητικούς ψάλλεις μαζί σκοπούς;<br />
+πούθε τα μέτρα αυτής της τέχνης μαντικής<br />
+έχεις και κακομελετάς;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Ω γάμοι γάμοι Πάριδος των φίλων συμφορά,<br />
+ω του Σκαμάντρου πατρικό νερό!<br />
+που μια φορά στις όχθες σου την άθλια<br />
+μ' έθρεφες και με τράνευες<br />
+και τώρα γρήγορα θαρρώ γύρω στον Κωκυτό<br />
+και στις οχθιές του Αχέροντα θα προφητέψω!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τι 'ναι αυτός τώρα ο φανερός πάρα πολύ χρησμός;<br />
+κ' ένα μωρό μπορεί να νοιώση·<br />
+και στη καρδιά με πλήγωσε σα δάγκαμα φιδιού<br />
+καθώς τη μαύρη μοίρα σου μοιρολογάς πικρά<br />
+και με σπαράζεις να σ' ακούω.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Ω κρίμα οι κόποι, η χώρα μας κ' επήε κατά βυθού!<br />
+κρίμα οι θυσίες του πατέρα για τους πύργους<br />
+και τα σφαγμένα αρίθμητα παχιά κοπάδια<br />
+τίποτε δεν ωφέλησαν<br />
+για να μην πάθη ό,τι έπαθεν η πόλη.<br />
+Και γω το θερμόν αίμα μου ταχιά στη γη σκορπώ!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Σύμφωνα μ' όσα μούψαλες κι αυτά που τώρα λες.<br />
+Και βέβαια κάποιος δαίμονας σε βάζει,<br />
+όπου κακό σου θέλει, πέφτοντας βαρύς,<br />
+για να θρηνής πικρά πάθη θανατικά·<br />
+και πού θα βγη δε ξέρω . . .</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Σε λίγο ακόμη κι ο χρησμός πια δε θα βλέπη<br />
+μέσ' από πέπλους σαν την νιόπαντρη τη νύφη·<br />
+μα θα χυθή, όπως φαίνεται, μ' ορμή μεγάλη<br />
+προς του ήλιου τις ανατολές, και σαν το κύμα<br />
+στο φως κακό θα βγάλη πιο μεγάλο απ' τάλλο.<br />
+Τώρα όχι πια μ' αινίγματα θα σου τα μάθω!<br />
+Και μάρτυρες μου νάσαστε, μαζί ακλουθόντας,<br />
+πως των αρχαίων οσμίζομαι κακών τα χνάρια·<br />
+γιατί ποτέ δεν απολείπει αυτή τη στέγη<br />
+χορός που ψάλλει μια κακόφωνη αρμονία.<br />
+Και μια που μάλιστα έχει πιή ανθρώπινο αίμα<br />
+κι αποδιαντράπη ολότελα, τόστρωσε μέσα<br />
+στο σπίτι για καλά, και πια δε λέει να φύγη <br />
+των Ερινύων των συγγενικών ο κώμος.<br />
+Κ* έτσι για πάντα θρονιασμένες τραγουδούνε<br />
+την πρώτη του κακού αφορμή, και καταριούνται<br />
+κλίνη, που ατίμασε αδελφός, προς όλεθρό του.<br />
+Αστόχησα ή το ηύρα σαν καλός τοξότης;<br />
+Ή ψευτομάντισσα είμαι φλύαρη δερνοθύρα;<br />
+αρνήσου το αν μπορής κι ορκίσου πως δε ξέρεις<br />
+απ' ακουστά τις πρώτες του σπιτιού αμαρτίες</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Ω και να μπόρειε ο στέρεος δεμένος όρκος<br />
+καμμιά θεράπεια νάφερνε! μα εσέ θαυμάζω<br />
+που όντας περατινή κι απ' αλλόγλωσση πόλη,<br />
+σαν νάσουν μπρος και τάβλεπες τα ξεδιαλύνεις.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Το δώρο αυτό απ' το μάντη δέχτηκα το Φοίβο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μην, και θεό, τον λάβωσε η αποθυμιά σου;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Πριν, τόχα για ντροπή μου να τ' ομολογούσα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τόχει ο καθείς να 'παίρεται στην ευτυχιά του.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Μα είταν για μένα αγωνιστής γιομάτος φλόγα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μην και σε κλίνη γάμου επλάγιασες μαζί του;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Αφού είχα πη το ναι, τον γέλασα κατόπι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Ενώ είχες πια τη θεϊκιά τέχνη παρμένη;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Στην πόλη πια προφήτευα τα ήθελε πάθη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΌΣ</p>
+
+<p>Και πώς απλέρωτη έμεινες απ' την οργή του;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Κανένας πια σε τίποτε δεν μου επιστεύαν.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μα εμείς αυτά που λες μας φαίνεται είν' αλήθεια.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Αχ! Αχ!<br />
+Πάλι ο φριχτός ο πόνος της ορθομαντείας<br />
+μ' απαίσιο προανάκρουσμα μ' αναταράζει.<br />
+Βλέπετε εδώ τους νέους αυτούς τους θρονιασμένους <br />
+μέσα στο σπίτι ομοίους με μορφές ονείρων,<br />
+παιδιά που σαν δικοί τους τάχουνε σφαγμένα;<br />
+γιομάτα από φαΐ των σαρκών τους τα χέρια<br />
+μαζί άντερα και σπλάχνα — γιόμισμα τρισάθλιο,<br />
+φαίνονται να κρατούν, που γεύτηκε ο πατέρας!<br />
+Κ' εκδίκησί τους μελετά να πάρη κάποιος<br />
+λιόντας δειλός, που στρέφεται μες στα κρεβάτια<br />
+και στο σπίτι φυλάει, ωιμέ, πότε να στρέψη<br />
+ο αφέντης — ναι, ο αφέντης μου, αφού είμαι σκλάβα.<br />
+Κι ο στόλαρχος και νικητής της Τροίας δε ξέρει<br />
+τι με της γλώσσας της τα χάδια και τα λόγια<br />
+τα πρόσχαρα, του μαγερεύει η μαύρη σκύλλα,<br />
+σαν την κρυμμένη συμφορά, κακιά του μοίρα!<br />
+Τέτοια τολμά! γυναίκα να σκοτώση άντρα!<br />
+και ποιο όνομα στο μισητό το τέρας νάβρω<br />
+να του ταιριάζη; αμφίσβαινα ή τάχα Σκύλλα<br />
+που μες στους βράχους, θρήνος των ναυτών, φωλιάζει; <br />
+μάννα του Χάρου αλλόφρενη, που των δικών της<br />
+κρατάει αμάχη ασύβαστη; κ' ερέκαξε έτσι<br />
+σαν να είχε εχθρούς η απόκοτη κατατροπώση,<br />
+και χαρά τάχα δείχνει για το γυρισμό του;<br />
+Και αν θέλης πίστεψέ μου, κι αν δε μη . . τι τάχα;<br />
+Θαρθή που θάρθη· και συ μάρτυρας σε λίγο<br />
+σωστή πολύ προφήτισσα θε να με κλάψης.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Το δείπνο του Θυέστη με παιδιών του σάρκες<br />
+τόνοιωσα κι ανατρίχιασα κ' έχω ένα φόβο!<br />
+Γι' αυτά σου που είπες, που δε μοιάζουν παραμύθια·<br />
+μα τάλλα πάκουσα — βγήκα και πάω απ' το δρόμο.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Πώς του Αγαμέμνονα θα ιδής σου λέω το φόνο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Φράξε το στόμα σου, άθλια, στον κακό λόγο!</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Γιατρός κανείς δεν βρίσκεται γι' αυτό που σου είπα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ<br />
+Όχι, αν θα γίνη· μα ο θεός να μην το δώση!</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Καλές οι ευχές· μα εκείνοι μελετούν τον φόνο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Ποιος νάναι ο άντρας που το κρίμα αυτό ετοιμάζει;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Βλέπω οι χρησμοί μου αλήθεια πήγανε στο βρόντο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Ποιος είν' αυτός ο επίβουλος, δεν τόχω νοιώση.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Κι όμως καλά τη γλώσσα ξέρω των Ελλήνων.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Και η Πυθία επίσης, μα οι χρησμοί της, σκότος.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Αλλοί μου! ω ποια φωτιά χυμίζει και μ' αδράχνει!<br />
+Οτοτοτοί, Απόλλων Λύκειε, αλλοίμονό μου!<br />
+Αυτή, λιόντισσα με δυο πόδια, που κοιμάται<br />
+με λύκο, ενώ το αρχοντικό λιοντάρι λείπει<br />
+θα με σκοτώση τη φτωχιά, κι ως να ετοιμάζη<br />
+φάρμακο, θε να χύση μέσα στην οργή της<br />
+και τη δικιά μου πλερωμή κ' ενώ ακονίζει<br />
+το σπαθί για τον άντρα της, θε να εγκωμιάζη<br />
+πως γιατί μ' έφερε μαζί τον εκδικιέται.<br />
+Και τι λοιπόν τα θέλω αυτά σα να μ' εμπαίζουν<br />
+τα σκήπτρα και τα μαντικά στεφάνια εμπρός μου;<br />
+Εσένα πριν του τέλους μου θα σε χαλάσω·<br />
+και στην οργή και σεις, κ' εγώ ταχιά ακλουθώ σας,<br />
+στολίσετε άλλη συμφορά αντίς για μένα.<br />
+Νά! με τα χέρια του ο Απόλλωνας μου βγάζει<br />
+το μαντικό το φόρεμα· κι αφού είδε πρώτα,<br />
+και μ' όλη αυτή μου τη στολή, τα περιγέλοια<br />
+που φίλοι εχθροί μου κάνανε, βέβαια του κάκου,<br />
+κ' υπόφερα σα μια ζητιάνα γυρολόγα<br />
+να με λένε φτωχιά, στρίγγλα και λιμασμένη — <br />
+και τώρα ο μάντης μάντισσα που μ' έχει κάμη,<br />
+μ' ωδήγησε σ' αυτές τις θανάσιμες τύχες!<br />
+Κι αντίς ο πατρικός βωμός, με περιμένει<br />
+ζεστό το κρεατοσάνιδο που θα με κόψουν.<br />
+Μα ακδίκητο οι θεοί το αίμα μου δε θαφήσουν,<br />
+γιατί άλλος πάλι εκδικητής θαρθή δικός μας<br />
+να πάρη από τη μάννα που τον γέννα πίσω<br />
+του πατέρα το γαίμα· κ' έρχεται διωγμένος<br />
+πλανημένος κι απόξενος αυτής της χώρας,<br />
+κορώνα στου σπιτιού τις συμφορές να βάλη.<br />
+Κ' εστέριωσε από τους θεούς μεγάλος όρκος<br />
+νάρθη του ξαπλωμένου ανάγερμα πατέρα.<br />
+Μα γιατί τάχα εδώ πονετικά να κλαίω<br />
+μια που είδα με τα μάτια μου του Ιλίου την πόλη<br />
+να πάθη ό,τι έπαθε; και κείνοι που την πήραν<br />
+έτσι με των θεών την κρίση ξεμπερδεύουν;<br />
+Πηγαίνω στο γραφτό μου και στο θάνατό μου<br />
+και χαιρετάω αυτές εδώ του Άδη τις πόρτες.<br />
+Μόνου άμποτε μια και καλή πληγή να λάβω<br />
+που να μπορέσω ασφάδαστη και με χυμένο<br />
+το γαίμα ευκολοθάνατη να ξεψυχήσω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Ω συ πολύ ταλαίπωρη και πολύ πάλι<br />
+σοφή γυναίκα, είπες πολλά, κι αν απ' αλήθεια<br />
+το θάνατό σου ξέρεις, πώς με τόση τόλμη<br />
+σα βώδι που οδηγάει θεός στο βωμό στέκεις;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Δεν έχει γλυτωμό κι αν κερδήσουμε χρόνο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μα η τελευταία η ώρα είναι όπου αξίζει.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Ήρθεν η μέρα· τι θε να κερδίσω αν φύγω;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Κακό σου φέρνει, ξέρε το, αυτή σου η τόλμη.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Μα είναι ωραίο κανείς να ποθάνη με δόξα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Και ποιος τ' ακούει αυτά απ' τους ευτυχισμένους;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Ωιμένα εσύ, και τάξια σου παιδιά, πατέρα!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τι 'ναι; Ποιος φόβος σου γυρνάει το νου σου πάλι;</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Αχ κι αχ!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τι πάλι αυτό το αχ; εκτός του νου σου αν βλάβη . . . ,</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Φόνον αιματοστάλαχτο βγάζουν οι τοίχοι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Και πώς; Είν' τα σφαχτά που στους βωμούς μυρίζουν.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Είν' όμοιος σαν αχνός που βγαίνει από τους τάφους.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Δεν μοιάζει αυτό που λες με της Συρίας τα μύρα.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Μα τώρα μέσα πάω τη μοίρα μου να κλάψω<br />
+και του Αγαμέμνονα· με φτάνει όσο έχω ζήση.<br />
+Αχ φίλοι!<br />
+Δε σκούζω σαν πουλί έτσι από μάταιο φόβο<br />
+σε θάμνο εμπρός· θε να πεθάνω· και σας θέλω<br />
+μάρτυρες, σαν πεθάνη αντίς για με γυναίκα<br />
+κι άντρας αντίς για τον κακότυχο τον άντρα·<br />
+ως ξένιο δώρο πριν πεθάνω αυτό σας θέλω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Αθλία, σου κλαίω τη μοίρα σου που προφητεύεις.</p>
+
+<p>ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ</p>
+
+<p>Ακόμη μια φορά θέλω να πω σαν θρήνο<br />
+έτσι εδικό μου. Μπρος στο στερνό φως του ήλιου<br />
+εύχομαι οι εκδικάτορες του βασιλιά μου<br />
+να θυμηθούν και τους δικούς μου τους φονιάδες<br />
+για το εύκολο κατόρθωμα φόνου μιας σκλάβας.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Αχ και το τι 'ναι ο άνθρωπος! στην ευτυχία του<br />
+σα ζουγραφιά φαντάζει, πλην η δυστυχία<br />
+μια σα σφουγγάρι υγρό της δίνει και τη σβύνει·<br />
+κι αυτά από κείνα πιο πολύ ελεούμαι ακόμη.<br />
+Η ευτυχία είναι πράμα που δε λένε ποτέ<br />
+να χορτάσουν οι ανθρώποι<br />
+και δεν τη βαρέθηκε τόσο κανένας ποτέ<br />
+να της κλείση την πόρτα<br />
+απ' έξω απ' τα πλούσια παλάτια,<br />
+κράζοντάς της: μη μπαίνης.<br />
+Και σ' αυτόν έχουν δώση οι θεοί να νικήση<br />
+του Πριάμου την πόλη<br />
+και μας γύρισε πίσω γιομάτος με δόξα.<br />
+Μ' αν τώρα πλερώση το κρίμα των άλλων<br />
+κι αν άλλων θανάτων το γαίμα ξεπλύνη<br />
+αυτός με το φόνο του πάλι,<br />
+ποιος γρικόντας αυτά θα μπορέση να πη<br />
+πως με δίχως κακό εγεννήθη;</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Ωιμένα μου και πάω! βαθιά με βρήκε μέσα!</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Σώπα! ποιος φωνάζει τάχα χτυπημένος στα γερά;</p>
+
+<p>ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ</p>
+
+<p>Πάλι ξανά μου αλλοίμονο με βρήκε κι η άλλη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Το έργο τέλειωσε! λογιάζω απ' τη φωνή του βασιλιά·<br />
+μα τουλάχιστον έλ' ας δούμε τι έχουμε να κάμουμε.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο α'</p>
+
+<p>Εμένα η γνώμη μου είναι σε βοήθεια αμέσως<br />
+να κράξομε όλη εδώ την πόλι στο παλάτι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο β'</p>
+
+<p>Εγώ, μια ώρα αρχύτερα να μπούμε μέσα<br />
+και να τους πιάσομε με το σπαθί στο χέρι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο γ'.</p>
+
+<p>Και γω μ' αύτη τη γνώμη, κάτι πρέπει λέω<br />
+να κάμουμε, καιρός για χάσιμο δεν είναι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο δ'</p>
+
+<p>Φώς φανερό· όπως άρχισαν είναι σημείο<br />
+πως ετοιμάζουν τυραννίδα για την πόλη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο ε'</p>
+
+<p>Η ώρα περνά, μα όσοι της άργητας πατούνε<br />
+στα πόδια τη ντροπή, έχουν το χέρι ξύπνιο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο στ'</p>
+
+<p>Και γω δε ξέρω ποια βουλή να βρω να δώσω·<br />
+πρέπει να το σκεφθή ένας που κάνει κάτι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο ζ'</p>
+
+<p>Τέτοιος είμαι κ' εγώ, γιατί δε ξέρω τρόπο<br />
+έναν που πέθανε, με λόγια ν' αναστήσω.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο η'</p>
+
+<p>Κ' έτσι όσο ζούμε το λοιπόν, στην κεφαλή μας<br />
+θάχουμε αυτούς τους άτιμους να μας ορίζουν;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο ι'</p>
+
+<p>Μα όχι! δεν είναι υποφερτό· κάλλιο ας πεθάνω<br />
+παρά σκλαβιά, γλυκύτερη μια τέτοια μοίρα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο ι'</p>
+
+<p>Μα τάχα αυτά τα βογγητά να είταν σημάδι<br />
+να κρίνουμε πώς είναι κι όλας σκοτωμένος;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο ια'</p>
+
+<p>Ας μη μας παίρνη ο οργή πρι να βεβαιωθούμε·<br />
+άλλο να βάζης με το νου, κι άλλο η αλήθεια.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΥ ο ιβ'</p>
+
+<p>Απ' όλα τα πολλά μ' αυτή τη γνώμη κλίνω<br />
+να μάθουμε ακριβώς τι γένηκε ο Ατρείδης.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Απ' όλα πριν που από σκοπού έχω ειπωμένα<br />
+δε θε να το ντραπώ να πω τα ενάντια τώρα.<br />
+Γιατί και πώς αλλιώς κανείς, σαν ετοιμάζει<br />
+τον όλεθρο του εχθρού του, που περνά για φίλος,<br />
+να περιφράξη στέρεα του χαμού τα δίχτυα<br />
+σε ύψος που να είναι αδύνατο να το πηδήση;<br />
+Μα εμέ δε με ηύρε ανέτοιμη αυτός ο αγώνας<br />
+της έχθρας τέλος της παλιάς, αν και με χρόνια.<br />
+Και στέκω εδώ που χτύπησα, στο έργο μου επάνω.<br />
+Κ' έτσι έκαμα, και δεν τ' αρνιούμαι, που απ' το χάρο<br />
+να μην μπορέση να διαφεντευθή ή ξεφύγη.<br />
+Γύρω του δίχτυ ατέλειωτο, σαν ψαριών δίχτυ,<br />
+τυλίζω — πλουσιοπάροχη φορεσιά χάρου — <br />
+και δυο φορές τονέ χτυπώ· και με δυο βόγγους<br />
+πέφτει παράλυτο κορμί και σωριασμένος<br />
+τρίτη αποπάνω του χτυπώ, ταμμένη χάρη<br />
+του Δία σωτήρα των νεκρών κάτω στον Άδη.<br />
+Έτσι ξερνάει πεσμένος χάμω τη ψυχή του<br />
+και το αίμα του σαν ψιλή σφήνα ξεπετόντας<br />
+με μαύρες στάλες φονικής δροσιάς με ραίνει<br />
+κ' εύφρανε τη ψυχή μου όχι πιο λίγο απ' ό,τι<br />
+του θεού η βροχούλα τα σπαρτά στο πλούμισμά τους.<br />
+Τέτοια λοιπόν, πρόκριτοι σεβαστοί του Άργους,<br />
+κι αν σας βολή χαρήτε· καύχημα εγώ τόχω· <br />
+κι αν είταν πρέπον σε νεκρούς σπονδές να κάνουν,<br />
+δίκαια σ' αυτόν θα ταίριαζε και παραδίκαια.<br />
+Μόνος του το ποτήρι γιόμισε με τόσες<br />
+στο σπίτι συμφορές κ' ήλθε και τόπιε ο ίδιος.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Θαυμάζομε τι αχρεία γλώσσα έχεις στο στόμα<br />
+που επάνω στον νεκρό του αντρός σου έτσι καυχιέσαι.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Σαν άμυαλη με δοκιμάζετε γυναίκα·<br />
+μα εγώ με ατρόμητη καρδιά σου λέω να ξέρης.<br />
+Και συ καν θες να μ' επαινής καν να με ψέγης,<br />
+το ίδιο μου κάνει· αυτός είν' ο Αγαμέμνων, άντρας <br />
+δικός μου, και νεκρός μ' αυτό το δεξί χέρι<br />
+που με το δίκιο ό,τι έκαμε . . . αυτό να ξέρης.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Σαν τι κακό, γυναίκα,<br />
+να γεύτηκες βοτάνι από το γη θραμμένο,<br />
+ή τι φαρμάκι από τη θάλασσα βγαλμένο,<br />
+και πήρες τέτοια λύσσα και λαού κατάρα;<br />
+δίκασες κ' έκοψες, μα τώρα εξόριστη<br />
+βδέλυγμα θάσαι της χώρας.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Τώρ' απ' την πόλη μου δικάζεις εξορία,<br />
+μίσος των πολιτών και του λαού κατάρες,<br />
+ενώ κανένα φταίξιμο σ' αυτόν δε βρήκες,<br />
+που ούτε σα νάτανε σφαχτό λογιάζοντάς το,<br />
+όταν με γέννες καρπερές φτουρούν οι στάνες,<br />
+την κόρη του εθυσίασε — τον πιο γλυκό μου<br />
+καϋμό — για να γητέψη το βοριά της Θράκης.<br />
+Δεν είν' αυτός που τούπρεπε μακριά απ' τη χώρα<br />
+να διώχτης για το κρίμα του; και συ δικάζεις<br />
+σκληρά το έργο που μ' άκουσες. Μα σου το λέω:<br />
+Φοβέριζε κ' είμαι έτοιμη, μια σου και μια μου,<br />
+νάμαι στην εξουσία σου, αν με νικήσης.<br />
+Μ' αν πάλι δώση ο θεός κι αλλιώς τα κρίνη<br />
+θε να σου μάθω, αν κι αργά, να βάλης γνώση.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μεγάλα τα σοφίσματά σου,<br />
+κι άρρητα κλώθεις σαν να τάραξε<br />
+το νου σου το χυμένο αίμα, και θαρρείς<br />
+πως σου φαντάζει η βούλλα η κόκκινη στην όψη.<br />
+Μα κάπου θάρθη μέρα, δίχως φίλους<br />
+και καταφρονεμένη<br />
+μ' αίμα το αίμα να πλερώσης.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Μ' άκου τώρα κι αυτό τον όρκο που σου ομόνω<br />
+Έτσι ναι, μα της κόρης μου την τέλεια Δίκη,<br />
+πόσφαξα και της πρόσφερα θυσία ετούτον,<br />
+ούτε σκιά στο σπίτι μου φόβου δε θάμπη<br />
+όσο που της γωνιάς μου τη φωτιά θανάβη<br />
+ο Αίγισθος, σαν πάντα καλοθελητής μου·<br />
+γιατί ναι αυτός του θάρρους μας μεγάλη ασπίδα.<br />
+Νά τον! νεκρός, ο ατιμαστής της γυναικός του<br />
+και των Χρυσηίδων ο καλός κάτου στην Τροία.<br />
+νά την! και τούτη εδώ η αιχμάλωτη, η μαγίστρα<br />
+η χρησμολόγα και παρακοιμάμενή του<br />
+πιστή γυναίκα, πότριβαν μαζί το ίδιο<br />
+σκαμνί του καραβιού — μα ότι άξιζαν το βρήκαν·<br />
+αυτός από τη μια μεριά· κι αύτη αφού είπε<br />
+σαν κύκνος το στερνό θανάτου μοιρολόι<br />
+κείται στο πλάι του αγαπητού, που είχε τη φέρη<br />
+προσφάγι γλιχουδιάρικο του κοιμηθιού μας.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Αλλοίμονο, ποια να είταν γρήγορη<br />
+δίχως κρεβάτωμα ουδ' αρρώστεια<br />
+νάρχουνταν μοίρα να μας έφερνε<br />
+για πάντα τον ατέλειωτο τον ύπνο,<br />
+τώρα που πάει εχάθη ο φύλακας<br />
+ο τρισκαλώτατός μου,<br />
+που όσα από μια γυναίκα υπόφερε,<br />
+κι από γυναίκα χάνει τη ζωή του.<br />
+Ω Ελένη εσύ, δίχως κρίση και νου,<br />
+που μια τις πολλές τις πάρα πολλές<br />
+ψυχές εθυσίασες κάτω απ' την Τροία,<br />
+και τώρα στο τέλος . . . </p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . . .<br />
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>πολυθύμητον αίμα ανθολόγησεν άπλυτον<br />
+κάποια που θάτανε τότε στο σπίτι<br />
+οργή βαρυσύντυχη και συμφορά.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Μ' αυτά μη βαργομάς και πας και ζητάς<br />
+του θανάτου τη μοίρα·<br />
+κι ούτε μη στην Ελένη γυρνάς την οργή σου<br />
+πως χάλασε κόσμο, πως μια της αυτή<br />
+εθυσίασε τόσες ψυχές Δαναών<br />
+κ' έχει ανοίξη πληγή που δεν κλείνει.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Δαίμονα, που στο σπίτι αυτό βαρύς<br />
+και στους διπλούς τους Τανταλίδες πέφτεις<br />
+και δίνεις στις γυναίκες τις ισόψυχες<br />
+νίκη, που την καρδιά σπαράζει εμένα!<br />
+Και ιδού την τώρα επάνω στο νεκρό<br />
+σαν κόρακας κακός εστάθη<br />
+και το καυχιέται με τα δίκια της<br />
+πως ψάλλει αυτό τον ύμνο . . . </p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Τώρα μάλιστα τώπες σωστά<br />
+και με δίκιο τα ρίχτεις<br />
+στης γενεάς τον τετράπαχο δαίμονα,<br />
+γιατ' αλήθεια είναι αυτός που από μάννας κοιλιά<br />
+θρέφει τούτη τη λύσσα που γαίμα διψά<br />
+κι όπου πριν να τελειώση η παλιά συμφορά,<br />
+άλλο γαίμα χυμένο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μεγάλο αλήθεια δαίμονα<br />
+κι οργή εγκωμιάζεις θεϊκιά στο σπίτι,<br />
+κακόν εγκώμιο, αλλοίμονο!<br />
+αχόρταγης και μαύρης τύχης.<br />
+Αχ κι αχ! εσύ 'σαι Δία<br />
+σ' όλα η αφορμή σ' όλα η αιτία·<br />
+τι γίνεται χωρίς το Δία στον κόσμο;<br />
+και ποιο απ' αυτά χωρίς θεού βουλή;<br />
+Αχ αλλοίμονο, αλλοίμονο,<br />
+βασιλιά μου καλέ,<br />
+και πώς να σε κλάψω και τι να σου πω <br />
+από μέσ' απ' τη δόλια καρδιά μου;<br />
+Μες σ' αυτά της αράχνης τα δίχτυα πεσμένος<br />
+τη ζωή σου με θάνατον άνομο χάνεις.</p>
+
+<p>Αλλοίμονό μου, ποιος σου μέλλονταν<br />
+θάνατος που δε σούπρεπε;<br />
+θάνατος δολερός σε δάμασε<br />
+με δίκοπο σπαθί στο χέρι</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Ναι, δικιά μου είναι η πράξη κ' έχεις δίκιο να λες <br />
+όμως πια μη με πης<br />
+του Αγαμέμνονος τάχα γυναίκα·<br />
+τη μορφή της γυναίκας αυτού του νεκρού<br />
+ο δριμύς ο αντίδικος πήρε ο παλιός<br />
+του απάνθρωπου δείπνου του Ατρέα,<br />
+κι αυτόν, άντρα σωστόν, θυσιάζει<br />
+πλερωμή για τα βρέφη.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Πως είσαι καθαρή απ' αυτό το φόνο<br />
+ποιος θα βρεθή και θα το μαρτυρήση;<br />
+Πώς, πώς; μα ίσως και χέρι νάδωσε<br />
+ο αρχαίος εκδικητής από γενιάς.<br />
+Κι ανοίχει δρόμο, χύνοντας<br />
+αίμα συγγενικό καινούργιο πάντα,<br />
+η αρχαία η έχθρα, κι όπου προχωρέση<br />
+στο άδικο γαίμα των παιδιών θα πέση.</p>
+
+<p>Αχ αλλοίμονο, αλλοίμονο,<br />
+βασιλιά μου καλέ,<br />
+και πώς να σε κλάψω και τι να σου πω<br />
+από μέσ' απ' τη δόλια καρδιά μου;<br />
+που σ' αυτά της αράχνης τα δίχτυα πεσμένος<br />
+τη ζωή σου με θάνατον άνομο χάνεις.</p>
+
+<p>Αλλοίμονό μου, ποιος σου μέλλονταν<br />
+θάνατος που δε σούπρεπε;<br />
+θάνατος δολερός σε δάμασε<br />
+με δίκοπο σπαθί στο χέρι.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Μη δεν έμπασε τάχα στο σπίτι κι αυτός<br />
+δολερή συμφορά;<br />
+Μα δικό μου βλαστάρι, δικό του παιδί,<br />
+την πολύκλαυτη την Ιφιγένεια,<br />
+αν ό,τι της έκαμε βρήκε κι αυτός,<br />
+ας μην το καυχιέται στον Άδη, αφού<br />
+με θανάτου σπαθί<br />
+το ξεπλήρωσε ό,τι έπραξε πρώτος.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Στέκομαι κι απορώ, του νου μου χάνω<br />
+τους ίσους λογισμούς·<br />
+πού να στραφώ; πέφτει το σπίτι!<br />
+τρέμω — δεν είναι πια ψιχάλα,<br />
+τρέμω της αιματοβροχής τον χτύπο,<br />
+που απ' τα θεμέλια σείει το σπίτι·<br />
+κ' η Δίκη σ' άλλα ακόνια τακονίζει<br />
+για άλλο κακό καινούργιο το σπαθί της.<br />
+Ω άμποτε, γη, και να με είχες δεχτή<br />
+πριν τον έβλεπ' αυτόν ξαπλωτό καταγίς<br />
+στ' ασημότοιχο μέσα λουτρό.<br />
+Να τον κλάψη και ποιος, να τον θάψη και ποιος;<br />
+τάχα θέλεις τολμήση εσύ<br />
+να το κάμης, αφού τον εσκότωσες πριν<br />
+μοιρολόγια του αντρός σου να πης,<br />
+κι αντίς σου γι' αυτά τα μεγάλα κακά<br />
+να προσφέρης στερνά<br />
+στη ψυχή του αχάριστη χάρη;</p>
+
+<p>Ποιος τον ασύγκριτον άντρα επιτύμβιος θρήνος<br />
+με κλάματα, από γνώμη<br />
+χυμένα αληθινή, θα υμνήση;</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Λεν είναι δουλειά σου να γνοιάζεσ' εσύ<br />
+γι αυτό· από μας<br />
+έπεσε, πέθανε· και θα τον θάψομε<br />
+με χωρίς μοιρολόγια απ' το σπίτι,</p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . </p>
+
+<p>Η Ιφιγένεια όμως, με πόση χαρά,<br />
+σαν καλή θυγατέρα,<br />
+τον πατέρα της όταν δεχτή στο γοργό<br />
+ποταμό των καϋμών,<br />
+αγκαλιάζοντας θέλει φιλήση.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Η μια αφορμή σ' άλλη αφορμή,<br />
+και δε μπορεί κανείς να κρίνη . . . <br />
+Χάρος στο χάρο, και ο φονιάς πλερώνει.<br />
+Κι όσο που μένει ο Δίας θα μένη<br />
+το κάνεις βρίσκεις — κ' είναι νόμος·<br />
+ποιος να τη βγάλη την κατάρα από το σπίτι;<br />
+και κόλλησε στη συμφορά το γένος . . . </p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Για τούτον σταλήθεια ταιριάζει ο παλιός<br />
+ο λόγος· μα εγώ<br />
+το δαίμονα θέλω των Πλεισθενιδών<br />
+δένοντάς τον με ξόρκια, να στέργω σ' αυτά,<br />
+αν κι αβάσταγα είναι· μ' απέδω και μπρος<br />
+απ' το σπίτι να φύγη και μια άλλη γενιά<br />
+με δικούς της θανάτους να τρίβη.<br />
+Κ' ένα μέρος μικρό<br />
+απ' τους τόσους θα μ' έφτανε εδώ θησαυρούς,<br />
+ταλληλοσκοτωμού<br />
+την μανία αν ημπόρειου να σβύσω.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Ω φως φαιδρόν ημέρας, που έφερε τη Δίκη!<br />
+τώρα μπορώ να πω, πως δεν αφίνουν έτσι <br />
+απλέρωτα οι θεοί και γνοιάζονται σταλήθεια<br />
+τα κακουργήματα της γης από κει πάνω,<br />
+αφού είδα, μες στων Ερινύων τα πλεχτά βρόχια<br />
+να κοίτεται αυτός εδώ — χαρά, χαρά μου,<br />
+και να πλερώνη του πατέρα του το κρίμα.<br />
+Γιατί ο Ατρέας, βασιλιάς αυτής της χώρας,<br />
+πατέρας αυτουνού, το δικό μου πατέρα<br />
+Θυέστη, κι αδελφό του — για να καταλάβης — <br />
+εξ αφορμής του θρόνου εξώρισε απ' τη χώρα.<br />
+Κι όταν εξαναγύρισε κ' έπεσε ικέτης<br />
+στην εστία, την γλύτωσε, αλήθεια, ο ίδιος<br />
+ο άθλιος Θυέστης μη σφαχτή κ' αιματοβρέξη<br />
+το πατρικό του χώμα· μ' αυτουνού ο πατέρας,<br />
+πώς τάχα, ο άθεος, ήθελε το γυρισμό του<br />
+μ' ένα πλούσιο χαράς τραπέζι να γιορτάση,<br />
+δείπνο του ετοίμασε τα κρέατα των παιδιών του·<br />
+τα πόδια και τα χτένια των χεριώ είχε κόψη<br />
+παράμερα, που να μην καταλάβουν και οι άλλοι,<br />
+καθώς καθόταν χωριστά, μα εκείνος παίρνει<br />
+κι ανίδεος καθώς είτανε, τρώει από κείνο<br />
+τάσωστ', όπως θωρείς, φαΐ για όλο το γένος.<br />
+Μα έπειτα μόλις τόνοιωσε το άθεο πράμα<br />
+έσκουζε κ' έπεσε ξερνόντας τα σφαχτάρια,<br />
+κι ευχιέται μοίρ' ασύντυχη στους Πελοπίδες,<br />
+με την κατάρα δίνοντας κλωτσιά στο δείπνος,<br />
+έτσι να πάη όλ' η γενιά και του Κλεισθένη.<br />
+Γι' αυτά 'ναι πούπεσε κι αυτός καθώς το βλέπεις<br />
+κ' είχαν το δίκιο εγώ το φόνο του να υφάνω<br />
+γιατί κι εμέ, τρίτο παιδί του αθλίου πατέρα,<br />
+μ' έδιωξε, βρέφος μες στα σπάργανα, μαζί του.<br />
+Μα ετράνεψα και μ' έφερε οπίσω η Δίκη·<br />
+και δίχως νάμαι εμπρός το χέρι μου έχω βάλη<br />
+κι όλο το σχέδιο της κακής του ύφανα μοίρας.<br />
+Έτσι κι ο θάνατος γλυκύς Θα μου είταν τώρα,<br />
+μια που τον είδα αυτόν μες στης Δίκης τα δίχτυα.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Στις συμφορές να βρίζης, Αίγισθε, δεν πάει.</p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .</p>
+
+<p>και λες πως το μελέτησες να τον σκοτώσης<br />
+και μόνος σου εσχεδίασες τον άθλιο φόνο;<br />
+Δε θα γλυτώση η κάρα σου, σου λέω και ξέρε,<br />
+απ' του λαού τη δίκια οργή κι από τις πέτρες.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Εσύ τα λες, που βρίσκεσαι στην κάτω θέση<br />
+του πλοίου, κι άλλοι απάνωθέ σου κυβερνούνε;<br />
+Θα μάθης στα γεράματα πόσο βαρύ 'ναι<br />
+να βάζουνε με το στανιό του γέρου γνώση.<br />
+Μα οι αλυσίδες και τα βάσανα της νηστείας<br />
+άφευκτα γιατροσόφια και το γέρο ακόμα<br />
+να συνετίσουν έχεις μάτια και δε βλέπεις;<br />
+Μην πηδάς στα παλούκια μήπως και την πάθης.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Γυναίκα εσύ, μέσ' απ' το σπίτι είχες καρτέρι<br />
+γι' αυτούς που από τον πόλεμο εγυρνούσαν<br />
+κ' ενώ την κλίνη ατίμαζες ενός γενναίου<br />
+το φόνο αυτό εσχεδίασες του στρατηγού των;</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Αρχή οδυρμών και θρήνων και τα λόγια αυτά σου<br />
+κ' έχεις τη γλώσσα ενάντια με τον Ορφέα·<br />
+με τη φωνή του γήτευε τα πάντα εκείνος·<br />
+μα εσύ γαυγίζοντας και τα ήμερα ερεθίζεις,<br />
+ως που δεμένος θες δε θες θα μαλακώσης.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Τάχα πώς θα μου γίνης βασιλιάς μες στο Άργος<br />
+εσύ; που ενώ εσχεδίασες το θάνατό του <br />
+να τον σκοτώσης μόνος σου δεν είχες θάρρος.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Γιατί έπρεπε γυναίκα βέβαια να δολώση,<br />
+ενώ εγώ ο παλιός εχθρός ύποπτος θα ήμουν.</p>
+
+<p>. . . . . . . . . . . . . . . . . . </p>
+
+<p>Τώρα με ταγαθά αυτουνού θα προσπαθήσω<br />
+την εξουσία μου να στεριώσω, κι όποιος κάνει<br />
+το δύσκολο, βαρύ ζυγό θα του φορτώσω,<br />
+όχι σαν βέβαια ελεύτερο θραφτό πουλάρι·<br />
+μα το κακό της σκοτεινιάς συντρόφι, η νήστεια,<br />
+θα μας τον δείξη μια χαρά μαλακωμένο.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Γιατί μ' αυτή σου την κακιά ψυχή μονάχος<br />
+λοιπόν δεν τον εσκότωνες; μα μια γυναίκα,<br />
+της χώρας όλης κάθαρμα και των θεών μας,<br />
+τον σκότωσε; Μα βέβαια κάπου ζη ο Ορέστης<br />
+για να τον φέρη εδώ μια μέρα η καλή μοίρα<br />
+και να γενή τρανός εκδικητής των δυο σας.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Αφού τέτοια λες και κάνεις, τώρα να σου μάθω εγώ·<br />
+. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .<br />
+μπρός λοιπόν, φίλοι σύντροφοι, κ' ήλθε η ώρα της δουλειάς.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Μπρος, με τα σπαθιά στο χέρι έτοιμος νάναι ο καθείς.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Με το σπαθί κ' εγώ στο χέρι να ποθάνω δε ψηφώ.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Άμποτε ό,τι λες να γίνη, δέχομαι την τύχη αυτή.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Όχι κι άλλα, φίλτατέ μου, ας μη θελήσωμε κακά·<br />
+πολύς είν' κι ο τόσος θέρος της πανάθλιας 'σοδειάς·<br />
+οι συμφορές σωσμό δεν έχουν, άλλο γαίμ' ας μη χυθή.<br />
+Πήγαινε και συ κ' οι γέροι όπου η μοίρα έχει γραφτό,<br />
+πριν κακό κανένα πάθουν κι ό,τι κάμαμε αρκετό.<br />
+Θάθελ' άμποτε να μέναν ως εδώ οι συμφορές<br />
+κι αρκετά μας έχει ως τώρα των θεών χτυπήσ' η οργή·<br />
+έτσι λέω 'γω η γυναίκα, αν θελήσης να μ' ακούς.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Μα έτσι αυτοί λοιπόν τη γλώσσα την κακιά τους να χαρούν;<br />
+να τα βάζουν με την τύχη από κακοκεφαλιά,<br />
+και σε με, που τώρα ορίζω, τέτοια λόγια να κοτούν;</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Δε θα ταίριαζε σε Αργείους έν' αχρείο να προσκυνούν.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Μα έχομε καιρόν εμπρός μας να σου βάλω γνώσι εγώ.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Όχι, αν στείλη τον Ορέστη του Θεού το χέρι εδώ.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Ναι, το ξέρω πως μ' ελπίδες βόσκουνται οι εξόριστοι.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Κάνε, χόρτασε, τη δίκη μόλυνε, αφού μπορείς.</p>
+
+<p>ΑΙΓΙΣΘΟΣ</p>
+
+<p>Έγνοια σου, θα μου πληρώσης την κακογνωμιά σου αυτή.</p>
+
+<p>ΧΟΡΟΣ</p>
+
+<p>Σαν τον κόκορα κορδώνου πλάι στην κόττα του και συ.</p>
+
+<p>ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ</p>
+
+<p>Ας τους, με τα μπόσικά τους γαυγητά· εγώ και συ<br />
+με την εξουσία στο χέρι θα βολέψομε όλα εδώ.</p>
+
+
+<p style="margin-top: 6em">Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων
+Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν
+συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία,
+φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές
+της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε
+εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο
+Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο
+Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα,
+στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη,
+Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη,
+Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη
+σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά,
+συστηματικά, στην Ελλάδα. </p>
+
+<p><b>Αγαμέμνων</b> Πρόκειται για το πρώτο δράμα της Τριλογίας «Ορέστια» κι
+αναφέρεται στην δολοφονία του Αγαμέμνονα από την σύζυγο του Κλυταιμνήστρα και
+τον εραστή της Αίγισθο. Η σκηνή της προφήτιδος Κασσάνδρας, που οδύρεται για την
+αιχμαλωσία της, ανήκει στις τραγικώτερες του παγκοσμίου Θεάτρου. Μετάφραση σε
+στίχους, του Γρυπάρη.</p>
+
+<p>Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ
+ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ<br />
+ΒΙΒΛΙΟΥ.</p>
+
+<p>ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36<br />
+ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p>
+
+<p>ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Agamemnon, by Aeschylous
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK AGAMEMNON ***
+
+***** This file should be named 39536-h.htm or 39536-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/9/5/3/39536/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License available with this file or online at
+ www.gutenberg.org/license.
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation information page at www.gutenberg.org
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at 809
+North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email
+contact links and up to date contact information can be found at the
+Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit www.gutenberg.org/donate
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For forty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
+
diff --git a/39536-h/images/cover.jpg b/39536-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..8073779
--- /dev/null
+++ b/39536-h/images/cover.jpg
Binary files differ