diff options
Diffstat (limited to '39530-h/39530-h.htm')
| -rw-r--r-- | 39530-h/39530-h.htm | 3302 |
1 files changed, 3302 insertions, 0 deletions
diff --git a/39530-h/39530-h.htm b/39530-h/39530-h.htm new file mode 100644 index 0000000..fffe6f0 --- /dev/null +++ b/39530-h/39530-h.htm @@ -0,0 +1,3302 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" "http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Πλάτων, Πολιτεία, Ι. Ν. Γρυπάρης, Φιλοσοφία" /> + +<title>Πολιτεία Τόμος 4</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 5%; +margin-right: 5%; +} + +p{ + text-align: justify; + margin-top: 1em; + margin-bottom: 1em; +} + +hr{ + width: 65%; +} +.poem { + FONT-SIZE: 95%; margin-left: 30%; +} +</style> + +</head> + +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Republic Volume 4 (of 4), by Plato + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Republic Volume 4 (of 4) + +Author: Plato + +Translator: Ioannis Gryparis + +Release Date: April 24, 2012 [EBook #39530] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK REPUBLIC VOLUME 4 (OF 4) *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason +Konstantinides. Thanks to George Canonis for his major +work in proofreading. + + + + + + +</pre> + + +<p style='font-size: small;'>Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have +been converted to endnotes. // Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από +πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. +Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.</p> + +<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="458" +height="650" +alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ<br /> +<u>ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</u></h4> + +<p> +</p> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΠΛΑΤΩΝΟΣ</h1> +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΠΟΛΙΤΕΙΑ</h2> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 6em">ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ<br /> +Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ<br /><br /><br /> + +ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ</h3> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 8em">ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ<br /> +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ<br /> +1911</h4> + + +<p> +</p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 6em">ΠΛΑΤΩΝΟΣ<br /> +ΠΟΛΙΤΕΙΑ</h3> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 8em">ΒΙΒΛΙΟΝ Η'.</h4> + +<p> +<br /> + — Έστω· εμείναμεν λοιπόν σύμφωνοι, αγαπητέ Γλαύκων, ότι εις μίαν πολιτείαν, +η οποία μέλλει να κυβερνάται άριστα, θα είναι κοιναί μεν αι γυναίκες, κοινά τα τέκνα, +κοινή όλη η εκπαίδευσις, κοινά όλα τα έργα τα αναφερόμενα εις τον πόλεμον και την +ειρήνην, η δε ανωτάτη αρχή θα δίδεται εις τους αναδεικνυομένους αρίστους εις την +φιλοσοφίαν και εις τα πολεμικά· — Μάλιστα, εμείναμεν σύμφωνοι. — Επίσης +παρεδέχθημεν ότι αφού τοιουτοτρόπως εκλεχθώσιν οι άρχοντες, θα κατοικήσωσι μετά +των στρατιωτών των εις οικίας τοιαύτας, όπως τας προείπομεν, κοινάς δηλαδή δι' +όλους και όπου κανείς δεν θα έχη τίποτε ιδικόν του^ εκτός δε της κατοικίας, +ενθυμείσαι βέβαια ακόμη και τι παρεδέχθημεν και σχετικώς με την ιδιοκτησίαν. — Και +βέβαια ενθυμούμαι, ότι κανείς από αυτούς δεν πρέπει να έχη οιανδήποτε ατομικήν +περιουσίαν, όπως συμβαίνει σήμερον^ αλλ' ως αθληταί, που θα είναι, προωρισμένοι +διά τον πόλεμον και την φρούρησιν της πόλεως, θα λαμβάνουν ως μισθόν διά τας +υπηρεσίας των παρά των άλλων την τροφήν των μόνον, όση τους χρειάζεται δι' ένα +χρόνον, και θα φροντίζουν αποκλειστικώς διά την ασφάλειαν την ιδικήν των και της +πόλεως. — Πολύ σωστά· έλα λοιπόν τώρα, αφού είπαμεν όσα είχαμεν να ειπούμεν δι' +αυτά, να ενθυμηθούμεν, πού ευρισκόμεθα, όταν εισήλθαμεν εις αυτήν την +παρέκβασιν, διά να αναλάβωμεν την σειράν του λόγου μας.</p> + +<p> — Δεν είναι δύσκολον· διότι, όπως και τώρα, εφαίνετο ότι είχες τελειώση +και τότε τον λόγον περί της πόλεως και κατέληξες εις το συμπέρασμα ότι, διά να είναι +αρίστη μία πολιτεία, οφείλει να ομοιάζη με εκείνην, που περιέγραψες, επίσης δε και +τέλειος άνθρωπος, εκείνος που θα ωμοίαζε με αυτήν, αν και ημπορούσες, καθώς +έλεγες, να δώσης και καλύτερον ακόμη πρότυπον του τελείου ανθρώπου και της +πόλεως· επρόσθεσες όμως ότι, αφού αυτή η μορφή της πολιτείας ήτο η αρίστη, όλαι +αι άλλαι κατ' ανάγκην είναι ελαττωματικαί· καθόσον δε ενθυμούμαι, έλεγες ότι +υπάρχουν τέσσερα είδη τοιούτων πολιτειών, τα οποία θα ήξιζε τον κόπον να μελετήση +κανείς, διά να ίδη τα ελαττώματά των, καθώς και των ανθρώπων που αντιστοιχούν +προς αυτάς, ούτως ώστε, αφού σπουδάσωμεν επιμελώς όλους αυτούς και +αναγνωρίσωμεν, ποίος είναι ο καλύτερος και ποίος ο χειρότερος, να είμεθα εις θέσιν +να κρίνωμεν αν πράγματι ο πρώτος είναι ο ευτυχέστερος, και ο δεύτερος είναι ο +αθλιώτερος, ή εάν το πράγμα έχη διαφορετικά· και ενώ εγώ σε ερωτούσα να μου +ειπής, ποία είναι αυτά τα τέσσερα είδη των πολιτειών, μας διέκοψαν ο Πολέμαρχος +και ο Αδείμαντος, και σε ηνάγκασαν τοιουτοτρόπως να κάμης την παρέκβασιν αυτήν, +η οποία τώρα ετελείωσε.</p> + +<p> — Πολύ σωστά τα ενθυμείσαι. — Κάμε λοιπόν τώρα όπως οι παλαισταί· +δόσε μου πάλιν το ίδιον πιάσιμον και απάντησε εις την ιδίαν μου εκείνην ερώτησιν +ό,τι επρόκειτο να μου αποκριθής τότε. — Ευχαρίστως, εάν ημπορώ. — Επιθυμώ +λοιπόν να ακούσω, ποία είναι τα τέσσερα είδη των πολιτειών, που έλεγες.</p> + +<p> — Δεν είναι δύσκολον να το ακούσης· είναι πολύ γνωστά και αι τέσσαρες +και με τα ονόματά των· η πρώτη, που επαινείται μάλιστα από τους περισσοτέρους, +είναι η Κρητική και η Λακωνική· η δευτέρα, η οποία έρχεται και δευτέρα εις την +εκτίμησιν των πολλών, είναι η καλουμένη ολιγαρχία, έχουσα όχι ολίγα ελαττώματα· η +τρίτη, όλως διόλου αντίθετος με αυτήν και ολιγώτερον εκτιμωμένη, η δημοκρατία· και +τελευταίον η περίφημος δα εκείνη τυραννίς, εντελώς διαφορετική απ' όλας τας άλλας, +το τέταρτον και χειρότερον νόσημα διά μίαν πόλιν· αυτά λοιπόν είναι τα τέσσερα είδη +των πολιτειών· ή μήπως γνωρίζεις εσύ και καμμίαν άλλην, που να αποτελή ίδιον και +σαφώς διακεκριμένον είδος; διότι αι δυναστείαι και αι αγορασταί βασιλείαι και άλλαι +τοιαύται ημπορούν να εισέλθουν ως διάμεσοι μορφαί μεταξύ των ανωτέρω, και +ευρίσκονται όχι ολιγώτερον συχνά εις τους βαρβάρους, παρά εις τους Έλληνας. — +Υπάρχουν πράγματι πολλά και περίεργα πολιτεύματα τοιαύτα.</p> + +<p> — Γνωρίζεις λοιπόν, ότι κατ' ανάγκην θα υπάρχουν και άλλα τόσα είδη +ανθρωπίνων χαρακτήρων, όσα και πολιτευμάτων; ή νομίζεις ότι τα πολιτεύματα +γίνονται <b>από δρυν ή από πέτραν</b>, και όχι από τα ήθη των πολιτών, τα οποία +κατά την διεύθυνσιν, που θα λάβουν, θα συμπαρασύρουν και όλα τα λοιπά; — +Πραγματικώς από τα ήθη και μόνον. — Αφού λοιπόν υπάρχουν πέντε είδη +πολιτευμάτων, δεν πρέπει επίσης να υπάρχουν και πέντε είδη χαρακτήρων της ψυχής; +— Πώς όχι; — Και τον μεν χαρακτήρα, ο οποίος αντιστοιχεί προς την αριστοκρατίαν, +τον επραγματεύθημεν ήδη, και ορθώς είπαμεν, ότι είναι αγαθός και δίκαιος. — +Μάλιστα. — Μετά τούτον λοιπόν πρέπει τώρα να διεξέλθωμεν τους χειροτέρους +χαρακτήρας, και εν πρώτοις τον φίλαρχον και φιλόδοξον, ο οποίος αντιστοιχεί προς το +πολίτευμα των Λακεδαιμονίων, και ακολούθως τον ολιγαρχικόν και τον δημοκρατικόν +και τον τυραννικόν· και αφού αναγνωρίσωμεν τον αδικώτατον εξ όλων, τον +αντιπαραβάλωμεν προς τον δικαιότατον, διά να ημπορέσωμεν εν τέλει να κρίνωμεν, +ποία είναι η σχέσις της ακράτου δικαιοσύνης προς την άκρατον αδικίαν ως προς την +ευτυχίαν ή την αθλιότητα του έχοντος, και τοιουτοτρόπως να επιδιώκωμεν ή την +αδικίαν, συμφώνως προς τας συμβουλάς του Θρασυμάχου, ή την δικαιοσύνην, +συμφώνως με το λογικόν συμπέρασμα που εξάγεται εξ αυτής της συζητήσεως. — Αυτό +πράγματι έχομεν να κάμωμεν. </p> + +<p> — Λοιπόν, όπως αρχίσαμεν ήδη να εξετάζωμεν τα ήθη των πολιτειών πριν +από τα ήθη των ατόμων, επειδή μας εφάνη η μέθοδος αυτή φωτεινωτέρα, δεν +εγκρίνεις να εξακολουθήσωμεν εφαρμόζοντες αυτήν, και αφού εξετάσωμεν κατά +πρώτον την φίλαρχον πολιτείαν (διότι δεν γνωρίζω ποίον άλλο όνομα να της δώσω· +εκτός εάν ίσως πρέπη να την ονομάσω τιμοκρατίαν ή τιμαρχίαν) να εξετάσωμεν +ακολούθως τον άνθρωπον που αντιστοιχεί προς αυτήν, έπειτα την ολιγαρχίαν και τον +ολιγαρχικόν άνθρωπον, ύστερον να στραφώμεν και να μελετήσωμεν την δημοκρατίαν +και τον δημοκρατικόν, και τελευταίον, αφού εξετάσωμεν το τυραννικόν πολίτευμα και +ιδούμεν και την ψυχήν του τυραννικού ανθρώπου, να δοκιμάσωμεν να εκφέρωμεν +δικαιολογημένην την κρίσιν μας επί του ζητήματος, που ανελάβαμεν να λύσωμεν; — +Μάλιστα, τοιουτοτρόπως θα ήτο σύμφωνος με την λογικήν και η εξέτασις και η κρίσις +μας.</p> + +<p> — Ας δοκιμάσωμεν λοιπόν πρώτα πρώτα να εξετάσωμεν πώς γίνεται η +μετάβασις από την αριστοκρατίαν εις την τιμοκρατίαν· ή δεν είναι απλουστάτη +αλήθεια, ότι πάσα μεταβολή εν τω πολιτεύματι προέρχεται από το μέρος το οποίον +διαχειρίζεται την αρχήν, όταν τύχη και συμβή καμμία διατάραξις εις αυτό, ενώ, εφ' +όσον διατηρή αδιατάρακτον την αρμονίαν του, όσον μικρόν και αν υποτεθή αυτό το +μέρος, είναι αδύνατον να επέλθη καμμία μεταβολή εις την πολιτείαν; — Έτσι είναι +πραγματικώς. — Πώς λοιπόν, Γλαύκων, θα υποστή μεταβολήν η πολιτεία η ιδική μας; +και από πού θα εισχωρήση μεταξύ των επικούρων και των αρχόντων μας η διχόνοια +και προς αλλήλους και προς τους εαυτούς των; ή θέλεις, καθώς ο Όμηρος, να +επικαλεσθώμεν τας Μούσας να μας ειπούν, πώς κατά πρώτον ενέπεσε μεταξύ των η +έρις και να φαντασθώμεν ότι μας αποκρίνωνται με ένα ύφος τραγικόν και +μεγαλόστομον, ως να σοβαρεύωνται και να σπουδαιολογούν, ενώ θα παίζουν και θα +χαριεντολογούν με ημάς σαν με παιδιά; — Πώς;</p> + +<p> — Κατ' αυτόν τον τρόπον περίπου: Δύσκολον βέβαια είναι μία πόλις, ούτω +συγκεκροτημένη, όπως η ιδική σας, να μετακινηθή· αλλ' αφού παν ό,τι γεννάται +υπόκειται και εις φθοράν, ούτε το πολιτικόν σας αυτό σύνταγμα θα μείνη εις αιώνα +αναλλοίωτον, αλλά θα έλθη ημέρα να διαλυθή· και ιδού πώς. Υπάρχει, όχι μόνον διά +τα φυτά, που γεννώνται εις τους κόλπους της γης, αλλά προσέτι και διά τας {???} και +τα σώματα των ζώων, που ζουν επί της επιφανείας αυτής, περίοδος ευφορίας και +αφορίας· συμβαίνει δε τούτο, όταν έκαστον είδος τελειώνη και ξαναρχίζη τον κύκλον +της εξελίξεως αυτού, ο οποίος είναι βραχύτερος ή μακρότερος, αναλόγως της +διαρκείας της ζωής εκάστου είδους· οι δε ιδικοί σας άρχοντες, τους οποίους σεις +εξεπαιδεύσατε, όσον σοφοί και αν είναι, δυνατόν να συμβή να μην εννοήσουν ή να +μην υπολογίσουν ακριβώς τας περιόδους αυτάς της ευφορίας και της αγονίας του +είδους σας και τοιουτοτρόπως να τους διαφύγη ο κατάλληλος καιρός και να +τεκνοποιήσουν, όταν δεν πρέπη· και διά μεν τα θεία γένη η περίοδος αύτη +περιλαμβάνεται εντός αριθμού τελείου· διά δε το ανθρώπινον γένος υπάρχει ένας +τοιούτος αριθμός γεωμετρικός, +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn1' id='ref1'>1</a></span>) +ο οποίος κανονίζει την περίοδον των χειροτέρων και των καλυτέρων γεννήσεων, όταν +δει από άγνοιαν αυτού, οι άρχοντές σας συνάψωσιν εις ακατάλληλον εποχήν τους +μεταξύ των ανδρών και γυναικών γάμους, τότε εξ αυτών θα προέλθουν τέκνα όχι με +καλά φυσικά ούτε ευτυχισμένα. Και θα εγκαταστήσουν μεν τους καλυτέρους μεταξύ +αυτών εις την αρχήν οι προκάτοχοι, επειδή όμως θα είναι ανάξιοι να τους διαδεχθούν, +θα αρχίσουν πρώτα πρώτα να παραμελούν την φρούρησίν μας, μη δίδοντες την +δέουσαν σημασίαν εις τα της μουσικής [ακολούθως δε και εις την γυμναστικήν]· ένεκα +τούτου οι νέοι μας θα γίνουν αμουσότεροι· και όσοι εξ αυτών γίνουν κατόπιν άρχοντες +δεν θα έχουν την προσήκουσαν ικανότητα να διακρίνουν τα κατά τον Ησίοδον γένη, +που παρεδέχθημεν και ημείς, το χρυσούν, το αργυρούν, το χαλκούν και το σιδηρούν· +επειδή δε θα ανακατωθούν το σιδηρούν με το αργυρούν, και το χαλκούν με το +χρυσούν, θα επέλθη ανομοιότης και ανάρμοστος ανωμαλία, ελαττώματα τα οποία, +όπου και αν παρουσιάζωνται, γεννούν πάντα τον πόλεμον και την έχθραν. — Και πολύ +σωστά θα ειπούμεν ότι μας απεκρίθησαν αι Μούσαι. — Κατ' ανάγκην, αφού βέβαια +είναι Μούσαι. — Ας ιδούμεν λοιπόν τι λέγουν και παρακάτω.</p> + +<p> — Αφού άπαξ προέκυψεν η διχόνοια μεταξύ των, αφ' ενός μεν τα δύο γένη, +το χαλκούν και το σιδηρούν, ήρχισαν να τραυούν προς τον πλουτισμόν και την +απόκτησιν γης και οικιών και χρυσίου και αργύρου, τα δε δύο άλλα πάλιν αφ' ετέρου, +το χρυσούν και το αργυρούν, επειδή αυτά δεν είχαν έλλειψιν, αλλ' ήσαν εκ φύσεως +πλούσια, εξηκολούθουν να σύρουν τας ψυχάς προς την αρετήν και την αρχαίαν εν +γένει κατάστασιν· μετά πολλούς τέλος αγώνας και διαμάχας, συνεβιβάσθησαν να +μοιράσουν μεταξύ των την γην και τας κατοικίας, να υποδουλώσουν δε εκείνους, που +εφρούρουν πριν, και τους οποίους ελευθέρους όντας τους εθεώρουν φίλους και +τροφούς των, και να τους καταστήσουν τώρα περιοίκους και οικέτας των, μόνοι των δε +πλέον να έχουν την φροντίδα του πολέμου και της κοινής ασφαλείας. — Από αυτό +πράγματι μου φαίνεται, πως ήρχισεν η μετάβασις. — Αυτό δε το νέον πολίτευμα δεν +θα είναι κάτι τι μεταξύ αριστοκρατίας και ολιγαρχίας; — Βεβαιότατα.</p> + +<p> — Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον θα επέλθη η μεταπολίτευσις· οποία δε τις +θα είναι τώρα η νέα διοίκησις; δεν είναι φανερόν ότι, αφ' ενός μεν θα διατηρήση +μερικά από το παλαιόν πολίτευμα, άλλα δε θα πάρη από την ολιγαρχίαν, αφού κείται +μεταξύ των δύο, αφ' ετέρου δε θα έχη κάτι όλως διόλου ξεχωριστόν και ιδικόν της; — +Έτσι είναι. — Δεν θα διατηρήση λοιπόν η τάξις των προμάχων από μεν την +αριστοκρατίαν τον προς τους άρχοντας σεβασμόν, την αποχήν από της γεωργίας και +των χειρωνακτικών εργασιών και εν γένει όλων των προσοδοφόρων επαγγελμάτων, το +σύστημα των κοινών συσσιτίων, την επιμέλειαν της γυμναστικής και των πολεμικών +γυμνασίων και όλα τα τοιαύτα; — Ναι. — Ξεχωριστά δε ιδικά της δεν θα έχη τον +φόβον να ανυψώνη εις τα ανώτατα αξιώματα τους σοφούς, επειδή δεν θα ευρίσκη +πλέον εις τους κόλπους της τοιούτους ανθρώπους μονομερείς και αποκλειστικούς, +αλλά μικτούς; και επομένως δεν θα αποκλίνη προς ανθρώπους μάλλον θυμοειδείς και +ολιγώτερον μορφωμένους, και γεννημένους μάλλον δια τον πόλεμον παρά διά την +ειρήνην; και δεν θα δίδη μεγαλυτέραν αξίαν εις τα στρατηγήματα και τους δόλους του +πολέμου, τον οποίον θα θεωρή ως την μοναδικήν της πάντοτε ενασχόλησιν; — Ναι. — +Επομένως θα είναι οι τοιούτοι άπληστοι χρημάτων, όπως συμβαίνει εις τας +ολιγαρχίας, και θα λατρεύουν μανιωδώς εν κρυπτώ και παραβύστω τον χρυσόν και +τον άργυρον, αφού θα έχουν ίδια ταμεία και θησαυροφυλάκια, όπου θα τα φυλάττουν +κρυμμένα, επίσης δε και κατοικίας απομονωμένας, αληθινάς φωλεάς ιδικάς των, όπου +θα κάμνουν μεγάλα έξοδα και σπατάλην με γυναίκας και με οποίους άλλους θέλουν. +— Σωστότατα. — Επομένως θα είναι φιλάργυροι μεν διά τα ιδικά των χρήματα, αφού +θα τα λατρεύουν και θα τα φυλάττουν κρυφά, σπάταλοι όμως διά τα ξένα, από την +επιθυμίαν να ικανοποιούν τα πάθη των· παραδεδομένοι δε κρυφίως εις όλας τας +ηδονάς, θα κυττάζουν πώς να διαφύγουν τον νόμον, σαν άτακτα παιδιά τον πατέρα +των, εξ αιτίας της ανατροφής των, η οποία στηρίζεται εις την βίαν και όχι εις την +πειθώ, επειδή παρημελήθη η Μούσα η αληθινή των λόγων και της φιλοσοφίας, και +επροτιμήθη η γυμναστική αντί της μουσικής. — Όλως διόλου πράγματι είναι +ανακατωμένη αυτή η πολιτεία με καλά και με κακά. — Ανακατωμένη, μάλιστα· ένα δε +μόνον είναι καθαρόν και διαφανέστατον εις αυτήν, αφού επικρατεί το θυμοειδές, η +φιλαρχία και η φιλοδοξία. — Και πάρα πολύ μάλιστα.</p> + +<p> — Αυτή λοιπόν είναι η αρχή και η μορφή του πολιτεύματος τούτου, το +οποίον, εννοείς, περιωρίσθην να σχεδιαγραφήσω απλώς και όχι να επεξεργασθώ +τελείως, επειδή αρκεί και τόσον διά να γνωρίσωμεν τον δικαιότατον και τον +αδικώτατον άνθρωπον, που ζητούμεν, θα ήτο δε εξ άλλου και ατελείωτον το έργον, αν +ηθέλαμεν να διέλθωμεν όλα τα πολιτεύματα, χωρίς να παραλείπωμεν καμμίαν +λεπτομέρειαν. — Και πολύ σωστά.</p> + +<p> — Ποίος λοιπόν είναι ο άνθρωπος, που αντιστοιχεί προς αυτό το +πολίτευμα; πώς μορφούται και ποίος είναι ο χαρακτήρ του; — Τον φαντάζομαι, +διέκοψεν ο Αδείμαντος, να παρομοιάζη κάπως με τον Γλαύκωνα αυτόν, όσον αφορά +τουλάχιστον την φιλοδοξίαν. — Ίσως κατά τούτο μόνον· μου φαίνεται όμως ότι +διαφέρει κατά πολλά άλλα. — Ποία; — Εν πρώτοις πρέπει να είναι εκείνος +αυθαδέστερος και κάπως αμουσότερος, αν και θα αγαπά την μουσικήν· θα αγαπά +επίσης τους λόγους και τα ακροάματα, δεν θα έχη όμως ο ίδιος καμμίαν ρητορικήν +ιδιοφυίαν· προς τους δούλους θα είναι σκληρός, αντί να τους περιφρονή, όπως εκείνοι +που έλαβαν την τελείαν ανατροφήν, προς τους ελευθέρους ήμερος και προς τους +άρχοντας ευπειθέστατος· φίλαρχος δε και φιλόδοξος επί πάσι, θα επιζητή τα αξιώματα +όχι χάρις εις την ρητορικήν του ικανότητα, αλλά χάρις εις την πολεμικήν του αξίαν και +τα πολεμικά του κατορθώματα, και θα είναι επομένως μανιώδης διά τας σωματικάς +ασκήσεις και το κυνήγιον. — Αυτά αλήθεια θα είναι τα ήθη του ανθρώπου εκείνης της +πολιτείας. — Αλλά ακόμη ο τοιούτος, εφ' όσον μεν είναι νέος, ίσως να περιφρονή τα +χρήματα, όσον όμως προχωρή η ηλικία, θα του αναπτύσσεται επί μάλλον και μάλλον +και το πάθος αυτό, διότι και εκ φύσεως μετέχει της φιλοχρηματίας και διότι και η +αρετή του δεν είναι καθαρά και ακεραία, επειδή εξ αρχής εστερήθη του αρίστου +αυτής φύλακος. — Τίνος; ηρώτησεν ο Αδείμαντος. — Της διαλεκτικής, συνδυασμένης +με την μουσικήν διότι μόνον αυτή ημπορεί να διασώση την αρετήν καθ' όλον τον βίον +εις την καρδίαν εκείνου, που την κατέχει. — Καλά λέγεις. — Τοιούτος λοιπόν είναι και +ο χαρακτήρ του νέου, ο οποίος ομοιάζει με το τιμοκρατικόν πολίτευμα. — +Πράγματι.</p> + +<p> — Ιδού δε τώρα κατά ποίον τρόπον σχηματίζεται· συμβαίνει ο νέος μας να +έχη πατέρα κατοικούντα εις πόλιν κακώς κυβερνωμένην, ο οποίος αποφεύγει τας +τιμάς και τα αξιώματα και όλας τας ενοχλήσεις που συνεπάγουν και προτιμά να μην +έχη καμμίαν θέσιν εις την πόλιν, φθάνει να έχη εξησφαλισμένην την ησυχίαν του. — +Λοιπόν πώς διαπλάσσεται ο χαρακτήρ του υιού; — Ακούει εν πρώτοις την μητέρα του +να δυσανασχετή και να παραπονήται διαρκώς, διότι ο σύζυγός της δεν είναι από τους +επισήμους και δι' αυτό δεν έχει και αυτή καμμίαν κοινωνικήν σειράν μεταξύ των +άλλων γυναικών, διότι τον βλέπει να μη φροντίζη καθόλου να αυξήση την περιουσίαν +του και να προτιμά να υφίσταται ανάνδρως κάθε ζημίαν των συμφερόντων του, παρά +να έχη ανακατώματα και διαφοράς εις τα δικαστήρια, να ενασχολήται μόνον περί του +εαυτού του, να δεικνύη δε τελείαν αδιαφορίαν περί αυτής· καθημερινώς λοιπόν την +ακούει να επαναλαμβάνη και να λέγη, ότι ο πατέρας του δεν είναι άνδρας, ότι δεν +είναι καμμιά προκοπή από αυτόν, και όλα τα τέτοια που συνηθίζουν να ψάλλουν αι +γυναίκες εις αυτάς τας περιστάσεις. — Αυτό το έχουν πραγματικώς αι γυναίκες, είπεν +ο Αδείμαντος. — Γνωρίζεις δε ακόμη ότι και οι υπηρέται της οικίας, θέλοντες να +δείξουν ζήλον και ενδιαφέρον διά τον υιόν του κυρίου των, του ομιλούν ενίοτε +κρυφίως με την ιδίαν γλώσσαν, και όταν παραδείγματος χάριν βλέπουν, ότι ο πατέρας +του δεν έρχεται εις βοήθειάν του, ή διά να πληρώση κανένα του χρέος, ή διά να +ξεμπλέξη από καμμιά βρωμοδουλειά, τον συμβουλεύουν και τον παρακινούν, όταν +μεγαλώση, να κυνηγά τους εχθρούς του και να μην αφήνη να του πατούν το δίκιο και +να είναι περισσότερον άνδρας από τον πατέρα του· και όταν εξέρχεται έξω όλο τα ίδια +ακούει, και βλέπει ότι, όσοι περιορίζονται εις το έργον των, θεωρούνται ηλίθιοι και +παραγκωνίζονται, ενώ όσοι κάθε άλλο κυττάζουν παρά την δουλειάν των, τιμώνται και +δοξάζονται. Τότε λοιπόν ο νέος, όσον από το ένα μέρος βλέπει και ακούει αυτά, από +το άλλο όμως πάλιν ακούει τους λόγους του πατέρα του και βλέπει πόσον η διαγωγή +του και ο τρόπος του διαφέρει από τους άλλους, αισθάνεται τον εαυτόν του να τον +τραβούν και από τα δύο μέρη, διότι ενώ ο πατέρας του καλλιεργεί και ενισχύει το +λογιστικόν μέρος της ψυχής του, οι άλλοι απεναντίας του εξάπτουν το επιθυμητικόν +και το θυμοειδές· και επειδή το φυσικόν του δεν είναι κακόν, αλλά απλώς έχει +παρασυρθή από κακάς συναναστροφάς, ελκόμενος και από τα δύο μέρη, καταντά να +πάρη τον μέσον δρόμον και να παραδώση πάσαν επί του εαυτού του εξουσίαν εις το +θυμοειδές και φιλόνεικον μέρος της ψυχής του, το οποίον επίσης είναι το μέσον +μεταξύ του λογιστικού και του επιθυμητικού· και τοιουτοτρόπως έγινεν άνθρωπος +φιλόδοξος και υψηλόφρων. — Μου φαίνεται ότι πολύ καλά εξήγησες την γένεσιν +αυτού του χαρακτήρος. — Έχομεν λοιπόν το δεύτερον είδος του πολιτεύματος και του +ανθρώπου; — Το έχομεν. — Κατόπιν από αυτόν, δεν θα μεταβώμεν, καθώς λέγει ο +Αισχύλος, εις <b>«άλλον τώρα σ' άλλη κληρωμένο πόλη»</b> +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn2' id='ref2'>2</a></span>) ή μάλλον πρώτα +εις άλλο πολίτευμα, διά να ακολουθήσωμεν την τάξιν; — Εννοείται. — Το πολίτευμα +που έρχεται, καθώς νομίζω, κατόπιν είναι η <b>ολιγαρχία</b>. — Και ποίαν μορφήν +του πολιτεύματος ονομάζεις ολιγαρχίαν; — Το πολίτευμα το οποίον στηρίζεται επί της +περιουσίας των πολιτών και εις το οποίον λαμβάνουν μέρος μόνον οι πλούσιοι, +αποκλείονται δε οι πτωχοί. — Ενόησα. — Λοιπόν δεν πρέπει πρώτον να ειπούμεν πώς +γίνεται η μετάβασις από την τιμοκρατίαν εις την ολιγαρχίαν; — Ναι. — Και τυφλός +όμως το βλέπει, υποθέτω, πώς γίνεται. — Πώς; — Ο χρυσός ο συσσωρευόμενος εις τα +ιδιωτικά ταμεία των πολιτών, είναι εκείνος που επιφέρει την καταστροφήν του +πολιτεύματος· διότι πρώτον μεν δημιουργούν δαπάνας δια τους εαυτούς των και +επομένως παραχαράττουν τον νόμον και αυτοί και αι γυναίκες των. — Φυσικά. — +Έπειτα, νομίζω, το παράδειγμα αυτών ωθεί και τους άλλους να τους μιμηθούν και δεν +αργούν να γίνουν όλοι οι ίδιοι. — Βεβαίως. — Ακολούθως το πάθος του χρηματισμού +τους κυριεύει ολοένα και περισσότερον, και όσο δίδουν μεγαλυτέραν εκτίμησιν εις τον +πλούτον, τόσον εκπίπτει η αξία της αρετής· διότι πραγματικώς η αρετή και ο πλούτος +δεν έχουν τοιαύτην διαφοράν μεταξύ των, ώστε αν τα βάλωμεν εις τας δύο +πλάστιγγας του ζυγού, όσον ανεβαίνει το ένα τόσον θα κατεβαίνη το άλλο; — Και +βέβαια. — Ώστε εφ' όσον τιμώνται εις την πόλιν τα πλούτη και οι πλούσιοι, επί +τοσούτον θα περιφρονούνται η αρετή και οι χρηστοί άνθρωποι. — Αυτό είναι +φανερόν. — Επιδιώκεται όμως πάντοτε ένα πράγμα που το εκτιμούν, απεναντίας δε +παραμελείται εκείνο που περιφρονούν. — Έτσι είναι. — Ώστε από φιλόδοξοι και +φιλότιμοι που ήσαν εις την τιμοκρατίαν, καταντούν εις το τέλος να γίνουν +φιλοχρήματοι και άπληστοι, και τον μεν πλούσιον εγκωμιάζουν και θαυμάζουν και +ανυψώνουν εις τα αξιώματα του κράτους, τον δε πτωχόν περιφρονούν. — +Αναμφιβόλως.</p> + +<p> — Τότε λοιπόν θεσπίζουν διά νόμου ως όρον της συμμετοχής εις την +εξουσίαν το ποσόν της περιουσίας, περισσότερον ή ολιγώτερον αναλόγως του βαθμού +της ολιγαρχίας, αποκλείοντες της αρχής πάντας, όσων η περιουσία δεν ανέρχεται εις +το ορισθέν τίμημα· όλα δε αυτά ή τα επιβάλλουν διά της βίας και των όπλων, ή και +απλώς επισείοντες τον φόβον αναγκάζουν και τους άλλους να τα παραδεχθούν· ή δεν +είναι έτσι; — Έτσι. — Ιδού λοιπόν εν συντόμω πώς λαμβάνει την σύστασίν του αυτό το +πολίτευμα. — Μάλιστα· αλλά ποία είναι τα ήθη του και τα ελαττώματα, τα οποία +είπαμεν ότι έχει;</p> + +<p> — Πρώτον πρώτον αυτός ο θεμελιώδης όρος του πολιτεύματος· διότι, ειπέ +μου, τι θα συνέβαινεν, αν εξελέγοντο οι κυβερνήται των πλοίων επί τη βάσει της +περιουσίας των, και απεκλείετο ο πτωχός, με όλην την μεγαλυτέραν εμπειρίαν που θα +είχεν εις τα ναυτικά; — Πάρα πολύ κακά θα επήγαινε τότε η τοιαύτη ναυτιλία. — Δεν +θα συνέβαινε δε το ίδιον προκειμένου και διά κάθε άλλην αρχήν; — Υποθέτω. — Εκτός +ίσως διά την αρχήν της πόλεως· ή και δι' αυτήν επίσης; — Δι' αυτήν ίσα ίσα +περισσότερον από κάθε άλλην, αφού είναι το δυσκολώτατον και σπουδαιότατον είδος +της αρχής. — Ώστε αυτό το μέγιστον ελάττωμα έχει εν πρώτοις η ολιγαρχία. — +Φαίνεται.</p> + +<p> — Αλλά τι; αυτό το άλλο σου φαίνεται τάχα μικρότερον; — Το ποίον; — Ότι +κατ' ανάγκην η ολιγαρχική πόλις δεν είναι μία, αλλά δύο, η μία μεν των πτωχών και η +άλλη των πλουσίων, οίτινες κατοικούν μεν ομού, θέλουν δε το κακόν οι μεν των δε. — +Δεν είναι, μα την αλήθειαν, μικρότερον. — Αλλ' ακόμη δεν είναι και αυτό καλόν, ότι +δεν ημπορούν ίσως να κάμουν και πόλεμον, διότι είναι ηναγκασμένοι ή να οπλίσουν +προς τούτο το πλήθος, οπότε θα εφοβούντο αυτό μάλλον ή τους εχθρούς, ή να μην το +χρησιμοποιήσουν καθόλου, οπότε θα εφαίνοντο πραγματικώς ολιγαρχικοί εις την +μάχην, εκτός του ότι οι πλούσιοι δεν εννοούν και να συνεισφέρουν χρήματα, αφού +είναι φιλάργυροι. — Αλήθεια δεν είναι καλόν. — Τι δε; εκείνο που κατεδικάσαμεν +προηγουμένως, να καταγίνωνται δηλαδή οι ίδιοι εις πολλά έργα συγχρόνως και να +είναι μαζί και γεωργοί και έμποροι και πολεμισταί, όπως συμβαίνει εις αυτήν την +πολιτείαν, σου φαίνεται τάχα πως είναι σωστόν; — Καθόλου μάλιστα.</p> + +<p> — Βλέπε τώρα, αν απ' όλα αυτά τα κακά το μεγαλύτερον δεν εμφανίζεται +κατά πρώτον εις αυτήν την πολιτείαν. — Το ποίον; — Ότι επιτρέπεται εις τον καθένα +να εκποιήση όλην του την περιουσίαν, και εις ένα άλλον να την αγοράση από αυτόν, +και εκείνος που την επώλησε να παραμένη εις την πόλιν, χωρίς να είναι πλέον τίποτε +δι' αυτήν, ούτε έμπορος, ούτε τεχνίτης, ούτε ιππεύς, ούτε οπλίτης, αλλά να ονομάζεται +απλώς πτωχός και άπορος. — Έχεις δίκαιον. — Δεν εμποδίζεται λοιπόν αυτό εις τας +ολιγαρχικάς πολιτείας· διότι αλλέως δεν θα ήταν οι μεν υπέρπλουτοι, οι δε +πάμπτωχοι. — Σωστά. — Πρόσεξε ακόμη και εις αυτό· όταν, καθ' όν καιρόν ήτο +πλούσιος, εξώδευεν αλύπητα ο τοιούτος, είχε από αυτό καμμίαν ωφέλειαν η πολιτεία; +εθεωρείτο τότε ένας από τους αρχηγούς της, ή πράγματι δεν ήτο ούτε άρχων ούτε +υπηρέτης, αλλ' απλώς εξοδευτής των ετοίμων; — Όπως το λέγεις· δεν ήτο τίποτε άλλο +παρά εξοδευτής. — Θέλεις λοιπόν να τον ονομάσωμεν αυτόν, όπως είναι ο κηφήν εις +την κυψέλην νόσημα του σμήνους, τοιουτοτρόπως και αυτός νόσημα της πόλεως; — +Ακούς εκεί δεν θέλω; — Όμως, ω Αδείμαντε, τους μεν πτερωτούς κηφήνας ο θεός τους +έκαμε δίχως κέντρον, ενώ από αυτούς τους δίποδας κηφήνας, εις μερικούς μεν δεν +έδωσεν επίσης κέντρον, εις άλλους όμως έδωσε και πολύ φοβερόν μάλιστα· και αυτοί +μεν που δεν έχουν, αποθνήσκουν εις τα γηρατειά των πτωχοί, από δε τους άλλους +γίνονται όλοι εκείνοι, που ονομάζονται κακούργοι· δεν είναι αλήθεια; — Βεβαιότατα. +— Είναι λοιπόν φανερόν, ότι εις μίαν πόλιν, όπου θα ιδής πτωχούς, υπάρχουν +κρυμμένοι το δίχως άλλο κλέπται και λωποδύται και ιερόσυλοι και εν γένει εργάται +πάσης τοιαύτης κακίας. — Φανερόν. — Τι λοιπόν; εις τας ολιγαρχουμένας πόλεις +υπάρχουν πτωχοί; — Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι εκτός των αρχόντων. — Πώς λοιπόν να +μη πιστεύωμεν, ότι θα υπάρχουν εις αυτάς και πλήθος κακούργοι με κέντρα, τους +οποίους φροντίζουν οι άρχοντες και συγκρατούν διά της βίας; — Βεβαίως. — Και από +ποίαν άλλην αφορμήν προέρχεται τούτο, παρά από την απαιδευσίαν και την κακήν +ανατροφήν και από την ελαττωματικήν σύστασιν της πολιτείας; — Από καμμίαν +άλλην. — Τοιαύτη τις λοιπόν σχεδόν είναι η ολιγαρχουμένη πόλις και αυτά τα +ελαττώματά της, ίσως δε και περισσότερα. — Μάλιστα. — Και ας θεωρήσωμεν +επομένως τελειωμένην την απεικόνισιν και αυτής της πολιτείας, την οποίαν +ονομάζουν ολιγαρχίαν και της οποίας οι άρχοντες γίνονται επί τη βάσει της +περιουσίας· τώρα ας εξετάσωμεν και τον άνθρωπον, που της είναι όμοιος, και πώς +σχηματίζεται και ποίος είναι ο χαρακτήρ του. — Ας ίδωμεν. — Δεν σου φαίνεται, ότι +κατ' αυτόν τον τρόπον μεταπίπτει από του τιμοκρατικού εκείνου εις τον ολιγαρχικόν; +— Πώς; — Ο υιός από την παιδικήν του ηλικίαν κατά πρώτον μεν φιλοτιμείται να +μιμηθή τον πατέρα του και να βαδίση επί τα ίχνη του· αλλ' ακολούθως, όταν ιδή +έξαφνα, ότι ο πατέρας του προσέκρουσεν εις την πόλιν, όπως επάνω εις βράχον, και +αφού έκαμε αβαρίαν και της περιουσίας του και του εαυτού του, κατά την διαχείρισιν +είτε στρατηγίας τινός ή καμμιάς άλλης αρχής, έπεσε εις τα δικαστήρια και εις τα νύχια +των συκοφαντών, και κατεδικάσθη ή εις θάνατον ή εις εξορίαν ή εις την στέρησιν των +πολιτικών του δικαιωμάτων και την δήμευσιν της περιουσίας του, — Όπως συμβαίνει +φυσικά. — Όταν, λέγω, ιδή όλα αυτά και πάθη και φοβηθή τα ίδια και διά τον εαυτόν +του, τότε, νομίζω, και αυτός κρημνίζει κατακέφαλα από τον θρόνον της ψυχής του την +φιλοδοξίαν και το θυμοειδές εκείνο, και ταπεινωθείς από την πτωχείαν δεν σκέπτεται +άλλο παρά πώς να κάμη περιουσίαν, και κατά μικρόν με πολλάς στερήσεις, μεγάλην +οικονομίαν και αδιάκοπον εργασίαν το κατορθώνει· δεν νομίζεις λοιπόν τότε, ότι εις +εκείνον τον θρόνον, από τον οποίον εδίωξε την φιλοδοξίαν, θα αναβιβάση την +φιλοχρηματίαν και το επιθυμητικόν, το οποίον θα ανακηρύξη μέγαν βασιλέα του και +θα του φορέση τιάρας και στρεπτούς και ακινάκας; — Το πιστεύω. — Το δε λογιστικόν +βέβαια και το θυμοειδές θα τα ρίψη χάμω δούλους και υποπόδια εκατέρωθεν του +θρόνου του, και εις μεν το ένα δεν θα επιτρέπη να σκέπτεται και να συλλογίζεται +τίποτε άλλο, παρά πώς θα κάμη από ολιγώτερα περισσότερα τα χρήματά του, το δε +άλλο πάλιν τίποτε να μη θαυμάζη και τιμά παρά τον πλούτον και τους πλουσίους και +να μην έχη άλλην φιλοδοξίαν παρά την απόκτησιν χρημάτων και οτιδήποτε άλλο +οδηγεί προς τούτο. — Δεν υπάρχει άλλη μετάβασις τόσον ταχεία και ισχυρά δι' ένα +νέον, όσον από την φιλοδοξίαν εις την φιλοχρηματίαν. — Αυτός λοιπόν δεν είναι ο +ολιγαρχικός; — Η μεταβολή τουλάχιστον που τον έκαμε τοιούτον είναι ομοία με την +μεταβολήν, εκ της οποίας προήλθεν η ολιγαρχία. — Ας εξετάσωμεν λοιπόν αν είναι +όμοιος με αυτήν. — Ας το εξετάσωμεν.</p> + +<p> — Πρώτη λοιπόν ομοιότης δεν είναι, ότι εκτιμά τα χρήματα περισσότερον +από κάθε άλλο; — Πώς όχι; — Έπειτα, ότι είναι φειδωλός και εργατικός και δεν +ικανοποιεί παρά μόνον τας απολύτους ανάγκας και επιθυμίας του και απαγορεύει +κάθε άλλην δαπάνην εις τον εαυτόν του και υποδουλώνει όλας τας άλλας επιθυμίας +του ως ματαίας. — Πραγματικώς. — Είναι επομένως βρωμερά γλίσχρος, αφού ζητεί +από το κάθε τι να κερδίση, με μίαν λέξιν άνθρωπος θησαυροποιός, από εκείνους δα +που θαυμάζει το πλήθος· ή δεν είναι αυτός, που ομοιάζει με το ολιγαρχικόν +πολίτευμα; — Μάλιστα, διότι και από τα δύο μέρη τα χρήματα είναι που έχουν την +μεγαλυτέραν αξίαν και εκτίμησιν. — Διά τον λόγον, ότι καμμίαν προσοχήν, υποθέτω, +δεν έδωσεν ο τοιούτος άνθρωπος διά την μόρφωσίν του. — Και εγώ το υποθέτω, διότι +άλλως δεν θα ελάμβανεν ένα οδηγόν τυφλόν και δεν θα τον εξετίμα τόσον. — Πολύ +ωραία το είπες· πρόσεχε δε τώρα εις αυτό· δεν θα έχωμεν δίκαιον να ειπούμεν, ότι η +απαιδευσία του εγέννησεν επιθυμίας ως του κηφήνος, άλλας μεν πτωχικάς, άλλας δε +κακούργους, τας οποίας μόλις και μετά βίας προσπαθεί να συγκρατή; — Μάλιστα. — +Και γνωρίζεις πού θα ίδης εκδηλουμένας τας κακούργους διαθέσεις των; — Πού; — +Όταν αναλάβουν έξαφνα την επιτροπείαν ορφανών, ή τίποτε άλλο ανάλογον, που θα +έχουν όλην την ελευθερίαν να καταχρασθούν και να αδικήσουν. — Αλήθεια λέγεις. — +Δεν είναι λοιπόν εκ τούτου φανερόν ότι εις τας άλλας του συναλλαγάς, εις τας οποίας +ευδοκιμεί θεωρούμενος έντιμος και δίκαιος κατορθώνει, με όχι μικράν επιβολήν επί +του εαυτού του να συγκρατήση τας αγρίας επιθυμίας που κρύπτει μέσα του, όχι διότι +είναι πεπεισμένος ότι αυτό είναι καλύτερον, ούτε διότι τας χαλιναγωγεί διά του ορθού +λόγου, αλλ' εξ ανάγκης και από φόβον, διότι τρέμει μήπως χάση και την άλλην +περιουσίαν; — Αναμφιβόλως. — Αλλ' όταν πρόκειται να εξοδεύσουν τα ξένα χρήματα, +τότε μα την αλήθειαν, φίλε μου, θα ανακαλύψης εις τους πλείστους εξ αυτών +κεκρυμμένας τας φυσικάς εκείνας επιθυμίας του κηφήνος. — Και εις τον υπέρτατον +μάλιστα βαθμόν. — Ο τοιούτος λοιπόν άνθρωπος δεν θα είναι απηλλαγμένος +εσωτερικών στάσεων, ούτε θα είναι ένας, αλλά διπλούς, διότι αι καλύτεραι και αι +χειρότεραι επιθυμίαι, που έχει μέσα του, θα πολεμούν μεταξύ των, θα υπερισχύουν +όμως οπωσδήποτε αι καλύτεραι. — Έτσι είναι. — Διά τούτο δε νομίζω θα τηρή ο +τοιούτος τα εξωτερικά τουλάχιστον προσχήματα καλύτερα από πολλούς άλλους· η +αληθινή όμως αρετή, η οποία προέρχεται από την εσωτερικήν ομόνοιαν και αρμονίαν +της ψυχής, θα είναι βέβαια πράγμα τελείως άγνωστον δι' αυτόν. — Το πιστεύω. — +Προκειμένου δε περί ευγενούς αμίλλης μεταξύ των πολιτών, ή διά καμμίαν νίκην, ή δι' +ό,τι άλλο από τα ωραία αγωνίσματα της φιλοτιμίας, ο φιλοχρήματος κάθε άλλο παρά +να λαμβάνη ενεργητικόν μέρος εις αυτά, διότι δεν θέλει να εξοδεύη χρήματα διά την +δόξαν και τους τοιούτους αγώνας, και φοβείται να εξεγείρη μέσα του τας εξοδευτικάς +επιθυμίας και να τας προσκαλέση εις βοήθειάν του και εις σύμπραξιν· πολεμεί λοιπόν +με ολίγιστον μέρος από τα ιδικά του, πράγματι ολιγαρχικώς, και επομένως νικάται μεν +πάντοτε, αλλά και πάντοτε μένει πλούσιος. — Έτσι είναι. — Θα αμφιβάλλωμεν λοιπόν +ακόμη περί της πλήρους ομοιότητος, που υφίσταται μεταξύ της ολιγαρχουμένης +πολιτείας και του φιλοχρημάτου και φειδωλού ανθρώπου; — Καθόλου.</p> + +<p> — Έρχεται τώρα η σειρά της δημοκρατίας, να εξετάσωμεν πώς σχηματίζεται +και ποίος είναι ο χαρακτήρ αυτής, ούτως ώστε, αφού γνωρίσωμεν και τον χαρακτήρα +του ανθρώπου, που της ομοιάζει, να υποβάλωμεν και αυτόν υπό την κρίσιν μας. — Θα +ακολουθήσωμεν δηλαδή και εις αυτό την ιδίαν μας μέθοδον. — Ιδού λοιπόν πώς +γίνεται η μετάβασις από την ολιγαρχίαν εις την δημοκρατίαν, ένεκα της απληστίας +προς επαύξησιν της κεκτημένης περιουσίας, πράγμα το οποίον θεωρείται ως το +ανώτατον αγαθόν εν τη ολιγαρχική πολιτεία. — Πώς γίνεται; — Επειδή οι άρχοντες εν +αυτή οφείλουν το αξίωμά των εις τα μεγάλα των πλούτη, δεν τους συμφέρει να +περιορίσουν διά νόμου την ελευθερίαν των ασώτων νέων, ώστε να μην έχουν το +δικαίωμα να σπαταλούν και να καταβροχθίζουν τας περιουσίας των, διά να αγοράζουν +αυτοί τα αγαθά των ή να τους δανείζουν με βαρείς τόκους και τοιουτοτρόπως να +αυξάνουν ακόμη περισσότερον τα πλούτη των και την υπόληψίν των. — +Αναμφιβόλως. — Είναι όμως ήδη φανερόν, ότι αδύνατον συγχρόνως και να τιμούν τον +πλούτον εις μίαν πόλιν, και να εξασκούν την εγκράτειαν και την σωφροσύνην, αλλά +κατ' ανάγκην ή το ένα θα παραμελούν ή το άλλο. — Εκτός πάσης αμφιβολίας. — +Παραμελούντες λοιπόν οι άρχοντες εις τας ολιγαρχικάς πολιτείας και μη φροντίζοντες +να περιορίσουν την ακολασίαν, ηνάγκασαν πολλούς, ανθρώπους ίσως εκ φύσεως +ευγενών αισθημάτων, να καταντήσουν εις την εσχάτην ένδειαν. — Μάλιστα. — +Κάθηνται λοιπόν αυτοί εις την πόλιν με το κέντρον έτοιμον και ωπλισμένοι, άλλοι μεν +κατάχρεοι, άλλοι στερημένοι τα πολιτικά τους δικαιώματα, άλλοι και τα δύο μαζί, με +την καρδίαν γεμάτην έχθραν και επιβουλήν εναντίον εκείνων, που επλούτησαν με τα +λείψανα της περιουσίας των, και εναντίον όλων εν γένει των πολιτών, τρέφοντες +σχέδια γενικής ανατροπής των πραγμάτων. — Έτσι είναι. — Εν τω μεταξύ οι +χρηματισταί, πεσμένοι με τα μούτρα εις τη δουλειά των, χωρίς να κάνουν πως τους +προσέχουν καν αυτούς, περιμένουν τίνος από τους άλλους θα έλθη τώρα η σειρά να +πέση εις τα νύχια των, διά να τον αφαιμάξουν, δανείζοντες εις αυτόν και λαμβάνοντες +τόκους πολύ περισσοτέρους από το αρχικόν κεφάλαιον και αυξάνοντες +τοιουτοτρόπως τον αριθμόν των πτωχών και των κηφήνων εις την {πόλιν}. — Πώς +βέβαια να μην τον αυξάνουν; — Δεν εννοούν μολαταύτα ν' ανακόψουν την πρόοδον +του κακού, που υποβόσκει, είτε απαγορεύοντες εις τους ιδιώτας, να διαθέτουν όπως +τους φανή την περιουσίαν των, είτε και με ένα άλλο μέσον, διά του οποίου +προλαμβάνονται όλα αυτά τα κακά. — Και ποίον είναι αυτό το μέσον; — Ένας νόμος, ο +οποίος, ελλείψει του πρώτου, θα ηνάγκαζε τους πολίτας να είναι τίμιοι εις τας +συναλλαγάς των· διότι αν ήθελέ τις ορίση τα τοιούτου είδους συμβόλαια να γίνωνται +επί κινδύνω των δανειστών, και η τοκογλυφία θα εξησκείτο ολιγώτερον αναιδώς εις +την πόλιν, και ολιγώτερα από αυτά τα κακά, που είπαμεν τώρα, θα ανεφύοντο εν +αυτή. — Πολύ σωστά. — Ενώ τώρα οι άρχοντες δι' όλους αυτούς τους λόγους γίνονται +αφορμή να περιέρχωνται εις αυτήν την κατάστασιν οι υπήκοοί των· αυτοί δε οι ίδιοι +και τα τέκνα των ζώντες βίον τρυφηλόν και μη γυμνάζοντες ούτε τα σώματα ούτε τας +ψυχάς των, καταντούν μαλθακοί και ανίκανοι να αντισταθούν και εις τας ηδονάς και +εις τας λύπας. — Πράγματι. — Αλλ' αφού αυτοί οι πατέρες δεν σκέπτονται τίποτε +άλλο, παρά πώς να αυξήσουν την περιουσίαν των, είναι δυνατόν να φροντίζουν περί +αρετής περισσότερον από την τάξιν των πτωχών; — Όχι βέβαια.</p> + +<p> — Λοιπόν, υπό τοιαύτας συνθήκας, όταν τύχη και ευρεθούν μαζί άρχοντες +και υπήκοοι, είτε εις καμμίαν πορείαν, ή αποστολήν, ή εκστρατείαν κατά ξηράν ή +θάλασσαν ως συστρατιώται ή συμπλωτήρες, ή εις οιανδήποτε άλλην περίστασιν και +γνωρισθούν καλά μεταξύ των εις τους κινδύνους, βέβαια δεν θα έχουν λόγον οι +πλούσιοι να περιφρονούν τους πτωχούς· αλλ' απεναντίας, όταν ένας πτωχός, +ξερακιανός και ηλιοκαμμένος, τύχη να έχη παραστάτην εις τον πόλεμον κανένα +πλούσιον, που δεν τον είδε ποτέ ο ήλιος και γεμάτον περιττά κρέατα και πάχη, και τον +ιδή να λαχανιάζη και να μην ηξεύρη πώς να εξοικονομήση τον εαυτόν του, δεν +νομίζεις πως θα σκεφθή αμέσως, ότι από την ιδικήν των την ανανδρίαν είναι πλούσιοι +οι τοιούτοι, και δεν θα λέγουν ο ένας του άλλου, όταν συναντώνται ιδιαιτέρως, ότι «οι +άνθρωποί μας δεν αξίζουν τίποτε»; — Πολύ καλά το γνωρίζω, ότι αυτό πράγματι +γίνεται.</p> + +<p> — Λοιπόν, όπως ένα σώμα ασθενικόν δεν χρειάζεται παρά την ελαχίστην +αφορμήν απέξω διά να πέση κάτω, ενίοτε δε υφίσταται γενικήν διατάραξιν και χωρίς +καμμίαν εξωτερικήν αιτίαν, το ίδιον και μία πολιτεία, ευρισκομένη εις την αυτήν +κατάστασιν, αρκεί μικρά αφορμή, διά να αναστατωθή και παραδοθή εις τον εμφύλιον +πόλεμον, όταν ή οι πτωχοί επικαλεσθούν την βοήθειαν μιας δημοκρατουμένης +πόλεως, ή οι πλούσιοι ολιγαρχουμένης, ενίοτε δε και χωρίς να γίνη και αυτό. — Πολύ +σωστά. — Και το πολίτευμα μεταβάλλεται εις δημοκρατικόν, όταν, μου φαίνεται, +υπερισχύσουν οι πτωχοί και άλλους μεν φονεύσουν, άλλους δε εξορίσουν, και +μοιράσουν με τους λοιπούς εξ ίσου τας αρχάς και τα αξιώματα της πολιτείας +[εκλεγομένων ως επί το πλείστον των αρχόντων διά του κλήρου]. — Κατ' αυτόν +πράγματι τον τρόπον γίνεται η σύστασις της δημοκρατίας, είτε αν νικήσουν διά των +όπλων οι πτωχοί, είτε αν οι πλούσιοι από φόβον αποφασίσουν να αποχωρήσουν +μόνοι των εκ της πόλεως.</p> + +<p> — Ποίος λοιπόν θα είναι τώρα ο τρόπος της διοικήσεως, και ποία τα ήθη +της πολιτείας ταύτης; διότι είναι φανερόν ότι εξ αυτής της εξετάσεως θα ευρεθή +τοιούτος και ο δημοκρατικός άνθρωπος. — Βεβαίως — Λοιπόν εν πρώτοις όλοι των +είναι ελεύθεροι, και επικρατεί εις την πολιτείαν πλήρης ελευθερία και παρρησία και +εξουσία να κάμνη ο καθένας ό,τι θέλει. — Αυτό τουλάχιστον λέγεται. — Όπου όμως +υπάρχει αυτή η εξουσία, είναι φανερόν ότι έκαστος πολίτης θα διαθέτη και θα +κανονίζη τον βίον του κατ' αρέσκειαν. — Μάλιστα, φανερόν. — Επομένως θα υπάρχη +εις αυτήν την πολιτείαν μεγίστη ποικιλία ανθρωπίνων τύπων και χαρακτήρων. — Και +πώς όχι; — Μα την αλήθειαν κινδυνεύει να θεωρηθή η ωραιοτέρα από όλας τας +πολιτείας αυτή, καθώς φόρεμα κεντημένον με πολυποίκιλα άνθη, τοιουτοτρόπως +στολισμένη και αυτή με παντοειδή ήθη και χαρακτήρας· και δι' αυτό ίσως, όπως τα +παιδιά και αι γυναίκες θαυμάζουν την ποικιλίαν του στολισμού, να κρίνουν και οι +πολλοί ωραιοτέραν αυτήν την πολιτείαν. — Δεν δυσκολεύομαι να το πιστεύσω. — Και +εις αυτήν την πολιτείαν είναι που ημπορεί κανείς να έλθη να διαλέξη το είδος του +πολιτεύματος που του έρχεται εις τον λογαριασμόν. — Πώς αυτό; — Διότι περικλείει +όλα τα είδη των πολιτευμάτων, χάρις εις την εξουσίαν που έχει ο καθένας να ζη όπως +θέλει· και φαίνεται, πως αν ήθελε κανείς να χαράξη το σχέδιον μιας πολιτείας, όπως +δα εκάμναμεν και ημείς τώρα, δεν θα έχη ανάγκην παρά να μεταβή εις μίαν +δημοκρατουμένην πάλιν, όπως πηγαίνει κανείς εις την αγοράν ή εις το παντοπωλείον, +και να διαλέξη το είδος της αρεσκείας του, σύμφωνα με το οποίον να εκτελέση το +σχέδιόν του. — Ίσως πράγματι δεν θα του λείψουν πρότυπα.</p> + +<p> — Δεν φαίνεται δε θαυμασία εκ πρώτης όψεως και πολύ χαριτωμένη η +τοιαύτη διευθέτησις των πραγμάτων, ώστε να μην έχης την υποχρέωσιν να +αναλαμβάνης καμμίαν δημοσίαν λειτουργίαν, όσην και αν έχης ικανότητα προς τούτο, +ούτε πάλιν να υπόκεισαι εις καμμίαν εξουσίαν, εάν δεν θέλης, ούτε να πηγαίνης εις +τον πόλεμον, ενώ οι άλλοι πηγαίνουν, ούτε να έχης ειρήνην, όταν έχουν οι άλλοι, εάν +δεν το επιθυμής εσύ, ή, εάν κανείς νόμος σου αποκλείη το δικαίωμα να γίνης άρχων +και δικαστής, εσύ μολαταύτα να γίνεσαι, εάν σου κατέβη εις το κεφάλι; — Ίσως +πράγματι εκ πρώτης όψεως. — Έπειτα, τι σου λέγει εκείνη ενίοτε η επιείκεια προς +τους καταδικασμένους; ή δεν έτυχε ποτέ να ιδής εις τοιαύτην πολιτείαν ανθρώπους +καταδικασθέντας εις θάνατον ή εις εξορίαν, να μένουν και να αναστρέφωνται εν μέσω +των άλλων, και ως να μην τον επρόσεχε ή τον έβλεπε κανείς, να περιφέρεται +αρειμανίως εν μέση αγορά ως ήρως; — Και πολλούς μάλιστα είδα.</p> + +<p> — Εκείνη δε η συγκαταβατικότης των, η απηλλαγμένη και του ελαχίστου +ίχνους μικρολογίας; εκείνη η καταφρόνησις προς όλας τας αρχάς, τας οποίας ημείς με +τόσην σοβαρότητα και σεβασμόν πραγματευόμεθα, όταν εσχεδιάζαμεν την πόλιν μας, +λέγοντες ότι, ουδέποτε, εκτός αν έχη τις τελείαν εκ φύσεως προδιάθεσιν, εκτός αν εκ +παιδικής ηλικίας και εν μέσω των παιγνίων του ζη με τα παραδείγματα του καλού και +ακολούθως σπουδάση επιμελώς όλα αυτά, είναι δυνατόν να γίνη κανείς ενάρετος και +καλός άνθρωπος; με πόσην μεγαλοπρέπειαν ποδοπατή όλας αυτάς τας αρχάς και +χωρίς διόλου να ενδιαφέρεται να γνωρίση με ποίαν προπαρασκευήν κατήλθεν εις το +πολιτικόν στάδιον ο δείνα πολιτευόμενος, τον περιβάλλει με όλην του την εκτίμησιν +και υποστήριξιν, αρκεί μόνον να διακηρύττη εκείνος ότι είναι φίλος και προστάτης των +συμφερόντων του λαού! — Τι γενναία πράγματι συγκατάβασις! — Αυτά έχει και άλλα +πολλά, όμοια πλεονεκτήματα η δημοκρατία και είναι, καθώς βλέπεις, πολίτευμα +ευχάριστον, με μεγάλην ποικιλίαν και με τελείαν αναρχίαν, αφού διανέμει την ισότητα +ομοίως μεταξύ ίσων και ανίσων. — Πράγματα πολύ γνωστά μας λέγεις.</p> + +<p> — Πρόσεξε τώρα και οποίος τις θα είναι ο χαρακτήρ του ατόμου εις μίαν +δημοκρατίαν· ή θέλεις πρώτα να εξετάσωμεν, όπως το εκάμαμεν και διά το πολίτευμα, +κατά ποίον τρόπον σχηματίζεται; — Μάλιστα. — Λοιπόν ως εξής κατά την ιδέαν μου· ο +φιλοχρήματος εκείνος και ολιγαρχικός έχει υιόν, ο οποίος ανατραφείς υπό του πατρός +του έχει τα ίδια αισθήματα με αυτόν. — Πώς όχι; — Και ούτος λοιπόν διά της βίας +κατορθώνει και χαλιναγωγεί τας επιθυμίας του εκείνας, αι οποίαι χωρίς να του +φέρουν κανένα κέρδος, απεναντίας είναι δαπανηραί, και δι' αυτό και ονομάζονται όχι +αναγκαίαι. — Μάλιστα. — Θέλεις λοιπόν, διά να κάμωμεν σαφέστερα τα πράγματα, +να ορίσωμεν πρώτα ποίας λέγομεν αναγκαίας επιθυμίας και ποίας όχι; — Θέλω. +Αναγκαίαι λοιπόν επιθυμίαι δεν πρέπει να ονομασθούν δικαίως εκείναι, που δεν +ημπορούμεν να τας αποφύγωμεν και των οποίων η ικανοποίησις μας είναι ωφέλιμος; +διότι είναι φανερόν ότι και τα δύο αυτά είναι ανάγκαι επιβεβλημέναι υπό της φύσεως. +— Και πολύ μάλιστα. — Ώστε έχομεν δίκαιον ν' αποδώσωμεν εις αυτάς τον +χαρακτηρισμόν του αναγκαίου. — Βεβαίως. — Τι δε; εκείνας, από τας οποίας θα +ημπορούσε κανείς να απαλλαχθή, αν το έκαμνε έργον του από νεαράς ηλικίας, και αι +οποίαι κανένα κα\ον δεν μας κάμνουν που υπάρχουν, αλλά το εναντίον, δεν θα ήτο +ορθόν, αν ηθέλομεν τας ονομάση όχι αναγκαίας; — Πολύ ορθόν. — Να λάβωμεν τώρα +ένα παράδειγμα και διά τα δύο είδη, διά να έχωμεν ένα τύπον αυτών; — Πρέπει +βέβαια. — Λοιπόν, η επιθυμία του να φάγωμεν απλώς όσον χρειάζεται διά την υγείαν +μας και την ευεξίαν ή και η επιθυμία ηρτυμένου φαγητού, δεν είναι αναγκαία; — Το +νομίζω. — Και η μεν επιθυμία απλώς του να φάγωμεν είναι και διά τους δύο λόγους, +νομίζω, αναγκαία, και διότι είναι ωφέλιμος και διότι χωρίς αυτό δεν ημπορούμεν να +ζήσωμεν. — Ναι. — Του δε ηρτυμένου φαγητού, εφ' όσον παρέχει κάποιαν ωφέλειαν +διά την ευεξίαν μας. — Πολύ σωστά. — Πέραν όμως από αυτό η επιθυμία φαγητών +ασυνηθίστων και αλλοκότων παρασκευασμάτων, επιθυμία βλαβερά μεν διά το σώμα, +επιβλαβής δε και διά την σωφροσύνην και την νηφαλιότητα της ψυχής, και από της +οποίας διά της καταλλήλου εκπαιδεύσεως δύνανται οι περισσότεροι εκ νεαράς +ηλικίας να απαλλαχθούν, η τοιαύτη επιθυμία δεν δύναται δικαίως να ονομασθή όχι +αναγκαία; — Και πολύ μάλιστα. — Ημπορούμεν λοιπόν ακόμη αυτάς μεν να τας +ονομάσωμεν και δαπανηράς, τας δε πρώτας επικερδείς, διότι χρησιμεύουν να μας +κάμνουν ικανούς να εργαζώμεθα — Πώς όχι; — Δεν συμβαίνει δε το ίδιον και με τας +ερωτικάς και με όλας τας άλλας επιθυμίας; — Το ίδιον. — Εκείνον λοιπόν που +ωνομάσαμεν προηγουμένως κηφήνα, δεν είναι αυτός που κυριαρχείται από τας +τοιαύτας ηδονάς και επιθυμίας τας μη αναγκαίας, ενώ απεναντίας ο φιλοχρήματος και +ολιγαρχικός έχει μόνον τας αναγκαίας; — Πώς όχι;</p> + +<p> — Ας το εξηγήσωμεν λοιπόν τώρα εξ αρχής πώς από τον ολιγαρχικόν +γίνεται ο δημοκρατικός· κατ' αυτόν τον τρόπον μου φαίνεται πως γίνεται το πράγμα +ως επί το πλείστον. — Πώς; — Όταν ένας νέος, ανατεθραμμένος, όπως ελέγαμεν, με +την αγάπην του κέρδους και εν γένει αμελώς, γευθή άπαξ από το μέλι των κηφήνων +και τύχη να συναναστραφή με τα δεινά και φοβερά εκείνα θηρία, που ημπορούν να +του παρασκευάσουν ποικίλας και παντοειδείς ηδονάς, από αυτήν την στιγμήν, +γνώριζε, αρχίζει να μεταβάλλεται η εν αυτώ ολιγαρχική φύσις εις δημοκρατικήν. — +Κατ' ανάγκην. — Και όπως η ολιγαρχική πολιτεία μεταβάλλει μορφήν, όταν την +δημοκρατικήν μερίδα την βοηθήσουν έξωθεν σύμμαχοι των αυτών φρονημάτων, δεν +μεταβάλλεται επίσης και ο νέος, όταν έξωθεν όμοιαι και συγγενείς επιθυμίαι, +βοηθήσουν το έτερον είδος των εν αυτώ επιθυμιών; — Βεβαιότατα. — Και εάν μεν +σπεύση αφ' ετέρου προς βοήθειαν της εν αυτώ ολιγαρχικής μερίδος των επιθυμιών +καμμία άλλη συμμαχία, ο πατέρας του δηλαδή και οι άλλοι οικείοι του με τας +νουθεσίας των και τας επιπλήξεις των, τότε, νομίζω, συνάπτεται μέσα του πόλεμος +σωστός μεταξύ των δύο μερίδων. — Πώς όχι; — Και άλλοτε μεν συμβαίνει να ηττηθή η +δημοκρατική μερίς υπό της ολιγαρχικής, και τότε αι κακαί επιθυμίαι εν μέρει μεν +τελείως εξαφανίζονται, εν μέρει δε εκδιώκονται εκ της ψυχής του νέου, μέσα εις την +οποίαν γεννάται το αίσθημα της εντροπής, και επανέρχεται τοιουτοτρόπως εις την +ευθείαν οδόν. — Πράγματι συμβαίνει αυτό ενίοτε. — Πάλιν όμως μετ' ολίγον, εξ +αιτίας της κακής ανατροφής, που έλαβε από τον πατέρα του, άλλαι επιθυμίαι +ισχυρότεραι και περισσότεραι διαδέχονται εκείνας που κατώρθωσε να εξορίση. — +Πράγματι και αυτό γίνεται συνήθως. — Τον παρασύρουν λοιπόν προς τας αυτάς κακάς +συναναστροφάς, και από την λαθραίαν αυτήν επιμιξίαν γεννώνται πλήθος νέων +επιθυμιών μέσα του. Πώς όχι; Εις το τέλος όμως καταλαμβάνουν την ακρόπολιν της +ψυχής νέου αντιληφθείσαι, ότι είναι κενή μαθήσεως και καλών έξεων και αληθινών +αρχών, που χρησιμεύουν ως οι καλύτεροι φρουροί και φύλακες διά την διάνοιαν των +θεοφιλών ανθρώπων. — Αναμφιβόλως. — Κρίσεις δε ψευδείς και δοξασίαι επιπόλαιαι +και αλλαζονικαί αναβαίνουν και πιάνουν την θέσιν, που έπρεπε να κατέχουν εκείναι. +— Αυτό γίνεται. Τότε λοιπόν δεν επιστρέφει και μένει διά παντός πλέον φανερά μαζί +με τους λωτοφάγους εκείνους και αν τύχη να έλθη εκ μέρους των οικείων του καμμία +ενίσχυσις εις την αντίθετον, την φειδωλήν μερίδα της ψυχής του, αι αλαζονικαί +δοξασίαι δεν κλείουν τας πύλας του εν αυτώ βασιλικού τείχους και ούτε εις αυτήν την +επικουρίαν επιτρέπουν την είσοδον, ούτε θέλουν να ακούσουν τους λόγους, που +φέρει πρεσβεία ανθρώπων πρεσβυτέρων και συνετών; αλλ' αφού εξησφάλισαν υπέρ +εαυτών την νίκην με την βοήθειαν πλήθους ανωφελών επιθυμιών, εκδιώκουν μεν +ατίμως την εντροπήν ονομάζοντες αυτήν ηλιθιότητα, κυνηγούν με πολλούς +προπηλακισμούς την σωφροσύνην, την οποίαν αποκαλούν ανανδρίαν, και στέλλουν +εις εξορίαν την μετριότητα και ολιγάρκειαν, τας οποίας χαρακτηρίζουν ως +χωριατοσύνην και προστυχιάν. — Αληθινά. — Αφού λοιπόν τοιουτοτρόπως +απαλλάξουν από αυτάς και καθαρίσουν την ψυχήν του νέου, που επήραν εις την +κατοχήν των και τον μυούν εις τα μεγάλα μυστήρια, τότε δα πλέον εισάγουν εις αυτήν, +μετά μεγάλης και λαμπράς ακολουθίας και με στεφάνους εις την κεφαλήν, την +αυθαιρεσίαν και την αναρχίαν και την ακολασίαν και την αναίδειαν, τας οποίας +στολίζουν με εγκώμια και χαϊδευτικά ονόματα, αποκαλούντες την μεν αυθαιρεσίαν +τρόπον του φέρεσθαι καθώς πρέπει, την αναρχίαν ελευθερίαν, την ακολασίαν +μεγαλοπρέπειαν, και την αναίδειαν ανδρείαν. Δεν είναι πράγματι κατ' αυτόν τον +τρόπον, που ένας νέος συνηθισμένος εκ παιδικής ηλικίας να ικανοποιή τας αναγκαίας +μόνον επιθυμίας του, μεταβάλλει κατάστασιν και παραδίδεται με όλην την ελευθερίαν +και την άδειαν εις τας μη αναγκαίας και ωφελίμους ηδονάς; — Με μεγάλην πράγματι +ακρίβειαν και ζωηρότητα εζωγράφισες την μεταβολήν του.</p> + +<p> — Ζη δε πλέον απ' εδώ κ' εμπρός ο τοιούτος χωρίς να κάμνη καμμίαν +διάκρισιν μεταξύ των αναγκαίων και περιττών ηδονών, διά την ικανοποίησιν των +οποίων δεν φείδεται ούτε χρημάτων, ούτε κόπου, ούτε χρόνου· αλλ' εάν έχη τύχην και +δεν παρασυρθή υπ' αυτών μέχρι παροξυσμού, με τον καιρόν δε και με την ηλικίαν, +αφού κατευνασθή οπωσδήποτε η τρικυμία των παθών, ανακαλέση εκ της εξορίας +μερικούς εκ των φυγάδων και δεν παραδώση μέχρι τέλους και ανεπιφυλάκτως τον +εαυτόν του εις τους επεισελθόντας, αποκαθιστά τότε κάποιαν ισορροπίαν μεταξύ των +επιθυμιών του και παραδίδει εκάστοτε την διοίκησιν της ψυχής του εις την μερίδα την +οποίαν ήθελεν, ούτως ειπείν, ευνοήση ο κλήρος και πάλιν εις την άλλην, αφού +κορεσθή με την πρώτην, χωρίς να κάμνη διάκρισιν, αλλά την αυτήν εύνοιαν τρέφων +και διά τας δύο. — Πολύ σωστά. — Και δεν δέχεται, εννοείται, να ακούση ουδ' +επιτρέπει την είσοδον εις το φρούριον, εάν έλθη ο ορθός λόγος να του είπη, ότι +υπάρχουν δύο ειδών ηδοναί, αι μεν αποτέλεσμα των καλών και χρηστών επιθυμιών, +αι δε των πονηρών και φαύλων, και ότι τας μεν πρώτας οφείλει να επιζητή και να +εκτιμά, τας δε άλλας να καταστέλλη και να δαμάζη· αποκρούει κάθε τοιαύτην +εισήγησιν και λέγει ότι πρέπει όλας εξ ίσου να εκτιμά. — Αυτό βέβαια πρέπει να +κάμνη εις την κατάστασιν, που ευρίσκεται.</p> + +<p> — Περνά λοιπόν την ζωήν του ημέραν με την ημέραν κατ' αυτόν τον τρόπον +χαριζόμενος εις την πρώτην, που θα του παρουσιασθή επιθυμίαν του· σήμερον +παραδίδεται εις την μέθην και την διασκέδασιν, αύριον εις την υδροποσίαν και την +αυστηροτέραν δίαιταν, άλλοτε εις την αργίαν και την τελείαν αμεριμνησίαν των +πάντων, και άλλοτε τάχα εγκύπτει εις την φιλοσοφίαν· το συχνότερον πολιτεύεται, +ανέρχεται επί του βήματος και ό,τι φθάση λέγει και κάμνει· και άν ποτε ζηλώση την +πολεμικήν δόξαν, επιδίδεται εις τα πολεμικά, άλλοτε πάλιν ζηλεύει τους +επιχειρηματίας, και ιδού αυτός τοιούτος· και εν γένει καμμίαν τάξιν δεν έχει εις την +ζωήν του, ούτε εννοεί να στενοχωρηθή από τίποτε, και αυτόν τον βίον εξακολουθεί +μέχρι τέλους, τον οποίον ονομάζει ευχάριστον, ελεύθερον και μακάριον. Θαυμάσια +εξεικόνισες τον χαρακτήρα του φίλου της ισονομίας. — Χαρακτήρα πολυσύνθετον, ο +οποίος ενώνει εν εαυτώ ποικιλίαν ηθών και χαρακτήρων, όπως και εκείνη η +δημοκρατική πολιτεία· και δεν είναι παράδοξον να τον ευρίσκουν πολλοί και πολλαί +αξιοζήλευτον, αφού περιέχει όλα τα είδη των πολιτευμάτων και των χαρακτήρων. — +Έτσι είναι. — Δεν αντιστοιχεί λοιπόν προς την δημοκρατικήν πολιτείαν ο τοιούτος +άνθρωπος, ώστε να τον ονομάσωμεν ορθώς δημοκρατικόν; — Αντιστοιχεί βέβαια.</p> + +<p> — Μας υπολείπεται λοιπόν τώρα πλέον να διεξέλθωμεν το κάλλιστον είδος +του πολιτεύματος και τον άριστον ανθρώπινον χαρακτήρα, την τυραννίδα και τον +τύραννον. — Μάλιστα. — Ας ίδωμεν λοιπόν, αγαπητέ φίλε, κατά ποίον τρόπον +σχηματίζεται η τυραννίς· και ότι μεν την αρχήν της έχει από την δημοκρατίαν είναι +σχεδόν φανερόν. — Βεβαίως. — Και άραγε κατά τον ίδιον τρόπον, που γίνεται από την +ολιγαρχίαν η δημοκρατία, κατά τον ίδιον γίνεται και από την δημοκρατίαν η τυραννίς; +— Πώς; — Εκείνο το οποίον εν τη ολιγαρχία εθεωρήθη το ανώτατον αγαθόν, και εις το +οποίον εχρεώστει, είπαμεν, την γέννησίν της αύτη — ήτο δε τούτο ο πλούτος· ή όχι; — +Ναι. — Η απληστία λοιπόν του πλούτου και η παραμέλησις όλων των άλλων προς +απόκτησιν αυτού, είναι εκείνο που επέφερε την καταστροφήν της. — Αλήθεια. — +Κατά τον ίδιον λοιπόν λόγον και η απληστία εκείνου, που θεωρείται εν τη δημοκρατία +το ανώτατον αγαθόν, δεν επιφέρει και αυτής την καταστροφήν; — Και ποίον είναι +αυτό το αγαθόν; — Η ελευθερία· διότι αυτό θα ακούσης να λέγουν εις μίαν +δημοκρατουμένην πολιτείαν, ότι είναι το καλύτερον πράγμα που υπάρχει, και δι' αυτό +εις τοιαύτην μόνον πολιτείαν αξίζει να ζη ένας, που είναι εκ φύσεως ελεύθερος. — +Πραγματικώς λέγεται και πολύ μάλιστα αυτός ο λόγος. — Δεν είναι λοιπόν, και αυτό +ακριβώς επρόκειτο να είπω τώρα, η απληστία της ελευθερίας και η αδιαφορία δι' όλα +τα άλλα, που επιφέρει την κατάπτωσιν και αυτού του πολιτεύματος και παρασκευάζει +την ανάγκην της τυραννίδος; — Πώς δηλαδή;</p> + +<p> — Όταν μία δημοκρατουμένη πολιτεία, που έχει άσβεστον δίψαν +ελευθερίας, τύχη να κυβερνάται από κακούς οινοχόους, και μεθύση, διότι της κερνούν +παρά πάνω απ' ό,τι πρέπει άκρατον, τότε λοιπόν, αν δεν είναι παραπολύ καλόβολοι οι +άρχοντες και δεν εξακολουθούν να της δίνουν ελευθερίαν όσην θέλη, τους κατηγορεί +και τους τιμωρεί με την πρόφασιν ότι είναι καταχθόνιοι και αποβλέπουν εις την +ολιγαρχίαν. — Το κάμνουν πραγματικώς αυτό. — Και όσοι μεν των πολιτών +εξακολουθούν να υπακούουν εις τους άρχοντας, τους προπηλακίζει, ότι είναι δούλοι +εκούσιοι και δεν αξίζουν τίποτε, τους δε άρχοντας που είναι όμοιοι με τους υπηκόους, +και τους υπηκόους που είναι όμοιοι με τους άρχοντας, επαινεί και τιμά και ιδία και +δημοσία· κατ' ανάγκην λοιπόν δεν θα εξαπλωθή παντού η ελευθερία εις μίαν τοιαύτην +πόλιν; — Πώς όχι; — Θα εισδύση μάλιστα, φίλε μου, και εις τους κόλπους της +οικογενείας, και εις το τέλος τέλος θα μεταδοθή το μίασμα της αναρχίας και εις αυτά +τα κατοικίδια ζώα. — Τι εννοείς με τούτο; — Θέλω να είπω ότι οι πατέρες θα +συνηθίσουν να θεωρούν τα τέκνα ως ίσους και ομοίους των και να φοβούνται τους +υιούς των, το ίδιον πάλιν οι υιοί τους πατέρας και ούτε θα τους σέβωνται, ούτε θα +τους φοβούνται, διά να είναι βέβαια ελεύθεροι· οι μέτοικοι θα εξισωθούν με τους +πολίτας, οι πολίται με τους μετοίκους, ωσαύτως δε και οι ξένοι. — Αυτό ακριβώς και +συμβαίνει.</p> + +<p> — Αυτά λοιπόν γίνονται και άλλα μικρότερα τοιαύτα, εις αυτήν την +πολιτείαν· ο διδάσκαλος φοβείται και περιποιείται τους μαθητάς του, οι μαθηταί +καμμίαν σημασίαν δεν δίδουν διά τους διδασκάλους και τους παιδαγωγούς των· και +εν γένει οι νέοι εννοούν να περνούν το ένα με τους γεροντοτέρους και να +συνερίζωνται με αυτούς και εις τους λόγους και τα έργα, οι δε γέροντες πάλιν +συγκατερχόμενοι μέχρι των νέων σπουδάζουν να μιμούνται τους τρόπους των και να +κάμνουν τον χαρίεντα και τον ευτράπελον, διά να μη θεωρούνται φορτικοί και +δεσποτικοί. — Αυτό είναι αλήθεια. — Αλλ' η πλέον ανυπόφορος κατάχρησις της +ελευθερίας που συμβαίνει εις την τοιαύτην πολιτείαν, είναι να βλέπης τους δούλους +τους αγορασμένους και τας δούλας, να απολαμβάνουν όχι μικροτέραν ελευθερίαν +από εκείνους που τους ηγόρασαν· ελησμόνησα δε σχεδόν να είπω, πόση ισονομία και +ελευθερία επικρατεί εις τας μεταξύ ανδρών και γυναικών σχέσεις. — Ας μη +λησμονώμεν τίποτε και, κατά τον Αισχύλον, ας λέγωμεν ό,τι μας έρχεται εις το στόμα. +— Πολύ καλά· και εγώ αυτό θα κάμω. Θα εδυσκολεύετο κανείς να το πιστεύση, αν +τουλάχιστον δεν το έβλεπε, πόσον και αυτά τα ζώα τα εις την υπηρεσίαν των +ανθρώπων απολαμβάνουν εδώ μεγαλυτέραν ελευθερίαν ή παντού αλλού· διότι +πραγματικώς, όπως λέγει και η παροιμία, <b>κατά τον αφέντη και το σκυλί</b>, οι δε +ίπποι και οι όνοι, συνηθισμένοι να πηγαίνουν ελεύθερα και με όλην των την +μεγαλοπρέπειαν εις τους δρόμους, πίπτουν επάνω εις όσους τύχη να συναντήσουν, +εάν δεν παραμερίσουν αυτοί· και τέλος πάντων όλα απολαμβάνουν απόλυτον +ελευθερίαν. — Μου διηγείσαι το ιδικόν μου το όνειρον συχνά μου συμβαίνει αυτό, +όταν πηγαίνω εις την εξοχήν. </p> + +<p> — Εννοείς λοιπόν, ποίον είναι το κεφάλαιον όλων αυτών αν τα +προσθέσωμεν· η ψυχή των πολιτών γίνεται τόσον ευπαθής, ώστε και εις την ελαχίστην +υποψίαν καταναγκασμού, που θα ήθελέ τις να τους επιβάλη, αγανακτούν και +εξεγείρονται· γνωρίζεις δε βέβαια ότι εις το τέλος καταντούν να μη λαμβάνουν +καθόλου υπ' όψιν των και τους νόμους, είτε τους γραπτούς είτε τους αγράφους, διά +να μην έχουν κανένα απολύτως κύριον. — Το γνωρίζω και πολύ καλά.</p> + +<p> — Αυτή λοιπόν, φίλε μου, είναι η τόσον καλή και χαριτωμένη μορφή του +πολιτεύματος, εκ της οποίας, κατά την ιδέαν μου, λαμβάνει την αρχήν η τυραννίς. — +Πραγματικώς χαριτωμένη· αλλά τι συμβαίνει κατόπιν; — Το ίδιον νόσημα, το οποίον +ανεφάνη εις την ολιγαρχίαν και επέφερε την καταστροφήν της, το ίδιον παρουσιάζεται +και εις αυτήν αλλά υπό μορφήν βαρυτέραν, ένεκα της γενικής αμεριμνησίας, και +επιφέρει την υποδούλωσιν της δημοκρατίας· διότι τωόντι η υπερβολή εις κάθε +πράγμα επιφέρει συνήθως την μετάπτωσιν εις την εναντίαν υπερβολήν, όπως +παρατηρείται εις τας εποχάς του έτους, εις τα φυτά, εις τα σώματά μας και μάλιστα +και εις τας πολιτείας προπάντων. — Είναι πολύ φυσικόν να γίνεται. — Και λοιπόν και η +υπερβολική ελευθερία, είτε εις τους ιδιώτας είτε και εις τα κράτη, εις τίποτε άλλο, +φαίνεται, δεν οδηγεί παρά εις την ασυλείαν. — Έτσι είναι. — Είναι λοιπόν φυσικόν να +μη προέρχεται εξ άλλης πολιτείας η τυραννίς παρά εκ της δημοκρατίας, εκ της +ακροτάτης δηλαδή ελευθερίας η μεγαλύτερα και αγριωτέρα δουλεία. — Το πράγμα +έχει τον λόγον του. — Δεν είναι όμως αυτό που με ερωτούσες, αλλά ποίον νόσημα +παρουσιάζεται εις την δημοκρατίαν, το ίδιον απαράλλακτα όπως κανείς την +ολιγαρχίαν, και επιφέρει την υποδούλωσιν αυτής. — Έχεις δίκαιον.</p> + +<p> — Εννοώ λοιπόν εκείνο το είδος των αργών και πολυδαπάνων ανθρώπων, +εκ των οποίων οι μεν γενναιότεροι τίθενται επί κεφαλής, οι δε άλλοι, οι ανανδρότεροι, +τους ακολουθούν τους πρώτους, ενθυμείσαι, τους παρεβάλαμεν με τους κηφήνας, +που έχουν κέντρα, και τους άλλους με τους κηφήνας, που δεν έχουν. — Και πολύ +ορθώς. — Αυτά λοιπόν τα δύο είδη των ανθρώπων επιφέρουν γενικήν διατάραξιν εις +πάσαν πολιτείαν, που εμφανίζονται, απαράλλακτα όπως συμβαίνει με το φλέγμα και +την χολήν εις το ανθρώπινον σώμα· πρέπει λοιπόν ο καλός ιατρός και νομοθέτης της +πολιτείας να λάβη εξ αρχής όλα τα μέτρα του, όπως ένας έμπειρος μελισσουργός, +προπάντων μεν διά να μη εισχωρήσουν καθόλου εις την κυψέλην, αν δε τύχη και +εισχωρήσουν, να τους πετάξη έξω μίαν ώραν αρχύτερα μαζί με τας βεβλαμμένας +κηρήθρας. — Δεν έχει, μα την αλήθειαν, καλύτερον να κάμη. — Ας λάβωμεν όμως το +πράγμα ως εξής, διά να εννοήσωμεν σαφέστερα αυτό που θέλομεν. — Πώς; — Ας +διαιρέσωμεν την δημοκρατουμένην πολιτείαν εις τρεις τάξεις, πράγμα το οποίον +άλλως τε είναι και αληθές· η πρώτη περιλαμβάνει αυτούς ακριβώς που ελέγαμεν +τώρα, και οι οποίοι από την γενικήν ελευθερίαν, πολλαπλασιάζονται όχι ολιγώτερον +παρά εις την ολιγαρχικήν πολιτείαν. — Έτσι είναι — Είναι δε, εννοείται, και πολύ +βλαβερώτεροι εις την δημοκρατικήν παρά εις εκείνην. — Πώς; — Εκεί μεν, επειδή το +είδος αυτό των ανθρώπων, δεν έχει καμμίαν υπόληψιν και το απομακρύνουν από +κάθε αρχήν, μένει ούτως ειπείν αγύμναστον και ατροφικόν· ενώ απεναντίας εις μίαν +δημοκρατίαν αυτό διαχειρίζεται, ως γνωστόν, την ανωτάτην εξουσίαν, εκτός ολίγων +εξαιρέσεων και οι μεν επιτηδειότεροι εξ αυτών λέγουν και πράττουν, οι δε άλλοι +περιβομβούν προσκολλημένοι γύρω εις το βήμα και δεν επιτρέπουν εις κανένα να έχη +την αντίθετον γνώμην, ώστε τα πάντα διεξάγονται εις αυτήν την πολιτείαν υπό των +τοιούτων, εκτός ενός πολύ μικρόν αριθμού. — Είναι αληθές. — Είναι τώρα μία +δευτέρα τάξις, η οποία μένει πάντα χωρισμένη από το πλήθος. — Ποία είναι αυτή; — +Επειδή όλοι εις αυτήν την πολιτείαν εργάζονται διά να πλουτήσουν, οι φρονιμώτεροι +και πλέον μετρημένοι εκ φύσεως μεταξύ των γίνονται και πλουσιώτεροι. — Φυσικά. — +Και από αυτούς είναι, νομίζω, που τραυούν το περισσότερον μέλι και προχειρότερα οι +κηφήνες. — Και τι να τραυήξουν βέβαια από εκείνους, που δεν έχουν τίποτε; — Αυτοί +λοιπόν οι πλούσιοι είναι, που τους λέγουν: το βοτάνι των κηφήνων. — Επάνω κάτω. — +Η δε τρίτη τάξις είναι ο μικρός λαός, όσοι είναι τεχνίται και δεν πολυανακατώνονται +εις τα πράγματα και που μόλις επαρκούν να ζήσουν με τα ολίγα που έχουν· και είναι +μολαταύτα εις μίαν δημοκρατίαν η πολυπληθεστέρα και κυριωτέρα τάξις αύτη, όταν +συσσωματωθή.</p> + +<p>Έτσι είναι· αλλά δεν συνηθίζει να το κάμνη αυτό συχνά, εάν δεν πάρη και αυτός το +μερίδιόν του από το μέλι. — Και το παίρνει πραγματικώς, καθόσον οι προεστώτες +κάμνουν ό,τι ημπορούν δι' αυτό· αφαιρούν τας περιουσίας των πλουσίων και τας +μοιράζουν εις τον λαόν, αφού, εννοείται, κρατήσουν αυτοί το μεγαλύτερον μέρος. — +Κατ' αυτόν τον τρόπον πραγματικώς λαμβάνει και αυτός το μερίδιόν του. — +Αναγκάζονται λοιπόν και οι πλούσιοι, των οποίων τας περιουσίας παίρνουν, να +υπερασπίζωνται, λαμβάνοντες τον λόγον εις τας συναθροίσεις του δήμου ή +ενεργούντες όπως άλλως δύνανται. — Πώς όχι; — Κατηγορούνται λοιπόν υπό των +άλλων, και χωρίς να επιδιώκουν καμμίαν καινοτομίαν πολιτικήν, ότι τάχα σχεδιάζουν +την ανατροπήν του δημοκρατικού πολιτεύματος και είναι ολιγαρχικοί. — Βεβαίως. — +Και αυτοί λοιπόν εις το τέλος, αφού βλέπουν ότι ο δήμος, όχι ίσως τόσον από κακήν +θέλησιν, αλλά εξ αγνοίας και απατώμενος από τους συκοφάντας, θέλει όλο να τους +αδική, τότε πλέον, είτε το θέλουν είτε όχι, γίνονται πραγματικώς ολιγαρχικοί· και δεν +πταίουν αυτοί, αλλ' αφορμή πάλιν του κακού είναι εκείνος ο ίδιος ο κηφήν, που τους +καταδιώκει με το κέντρον του. — Αναμφιβόλως. — Αρχίζουν λοιπόν καταγγελίαι και +κρίσεις και δικαστικοί αγώνες μεταξύ των. — Βέβαια. — Δεν έχει δε την συνήθειαν ο +δήμος να αναδεικνύη εκάστοτε ένα κατ' εξοχήν προστάτην του, και να τον περιβάλλη +με πάσαν ισχύν και εξουσίαν; — Μάλιστα. — Είναι λοιπόν φανερόν, ότι από αυτήν την +ρίζαν των προστατών του δήμου ξεφυτρώνει ο τύραννος και από πουθενά άλλου. — +Και πολύ μάλιστα φανερόν.</p> + +<p> — Ποία λοιπόν είναι η αρχή της μεταβολής από του προστάτου εις τον +τύραννον; δεν είναι προφανώς, όταν αρχίση ο προστάτης να κάμνη το ίδιον μ' εκείνο, +που συμβαίνει, κατά τον μύθον, εις το εν Αρκαδία ιερόν του Λυκαίου Διός; — Τι +δηλαδή; — Ότι τάχα εκείνος, που γευθή από το ένα ανθρώπινον σπλάγχνον, που είναι +κομμένον μέσα εις τα πολλά άλλα σπλάγχνα των άλλων θυμάτων, κατ' αναπόδραστον +ανάγκην μεταβάλλεται εις λύκον· ή δεν έχεις ποτέ σου ακούση αυτόν τον μύθον; — +Μάλιστα. — Μήπως λοιπόν τοιουτοτρόπως και ο προστάτης του δήμου, όταν εύρη +όχλον πρόθυμον να τον υπακούη και δεν κρατήση τας χείρας του καθαράς από το +αίμα συμπολιτών του, αλλά με αδίκους κατηγορίας, όπως γίνεται πολύ συνήθως, +ενώπιον των δικαστηρίων γίνη αφορμή να αδικοθανατήση άνθρωπος και γευθή +τοιουτοτρόπως με γλώσσαν και στόμα ανόσιον συγγενικό αίμα και εξορίζει και +φονεύει και υπόσχεται απόσβεσιν χρεών και αναδασμόν γης, μήπως, λέγω, κατ' +ανάγκην τότε, ύστερ' απ' όλ' αυτά, είναι πεπρωμένον ο τοιούτος ή να πέση και αυτός +θύμα των εχθρών του, ή να γίνη τύραννος και να μεταβληθή από άνθρωπος εις λύκον; +Κατ' ανάγκην αυτό θα συμβή. — Αυτός λοιπόν είναι που στήνει πόλεμον με εκείνους +που έχουν τας μεγάλας περιουσίας. — Αυτός. — Και εάν, αφού μίαν φοράν εξορισθή, +επανέλθη παρ' όλην την αντίστασιν των εχθρών του, δεν επανέρχεται τέλειος πλέον +τύραννος; — Αναμφιβόλως. — Αλλ' εάν δεν ημπορέσουν να τον εξορίσουν ή να τον +φονεύσουν, κατηγορούντες αυτόν ενώπιον του δήμου, δεν συνωμοτούν να τον +δολοφονήσουν κρυφίως; — Αυτό τουλάχιστον γίνεται συνήθως. — Και τότε συμβαίνει +το πολυθρύλητον εκείνο τέχνασμα των τυράννων, εις το οποίον καταφεύγουν, όταν τα +πράγματα καταντήσουν εις αυτό το σημείον, να ζητούν δηλαδή από τον δήμον +σωματοφύλακας, διά να μην τους πάθη τίποτε ο υπερασπιστής του δήμου. — +Μάλιστα. — Και του δίδουν πράγματι, επειδή φοβούνται μεν δι' εκείνον, δεν +φοβούνται δε τίποτε διά τον εαυτόν τους. — Και βέβαια.</p> + +<p> — <b>Όταν</b> λοιπόν το πράγμα φθάση εις αυτό το σημείον, κάθε +άνθρωπος με μεγάλην περιουσίαν, και ο οποίος δι' αυτόν τον λόγον θεωρείται ως +εχθρός του δήμου, εφαρμόζει τον χρησμόν, που εδόθη εις τον Κροίσον, και </p> + +<p class="poem"> + + +στο +χαλικοστρωμένον Έρμον<br /> +φεύγει, δε μένει, και δειλός δε ντρέπεται να γίνη.</p> + +<p> — Διότι βέβαια δεν θα του δοθή περίστασις να εντραπή άλλην φοράν +πλέον. — Πραγματικώς, διότι αν συλληφθή, θα λάβη άφευκτον θάνατον. — Κατ' +ανάγκην. — Όσον δε αφορά τον προστάτην του δήμου, εκείνος πλέον τότε φαρδύς +πλατύς, όχι πέφτει καταγής (όπως λέγει ο στίχος) αλλά, αφού καταρρίψη και άλλους +πολλούς, ενθρονίζεται εις το άρμα της πόλεως και παρουσιάζεται πλέον τέλειος +τύραννος αντί προστάτου. — Και ποίος θα τον ημπόδιζε;</p> + +<p> — Ας ίδωμεν τώρα την ευδαιμονίαν αυτού του ανθρώπου και της πόλεως, η +οποία θα έχη την ευτυχίαν να τον αποκτήση. — Ας ίδωμεν. — Και εις μεν τας πρώτας +ημέρας της αρχής του, δεν φέρεται φιλομειδέστατα και καταδεκτικώτατα εις όλους +που συναντά, και δεν αποστέργει και αυτό το όνομα του τυράννου; δεν σκορπίζει +αφειδώς υποσχέσεις και ιδία και δημοσία και αναστέλλει πράγματι τα χρέη και +μοιράζει γαίας εις τον δήμον και εις τους ανθρώπους του και εν γένει υποκρίνεται +προς όλους τον πράον και ήμερον; — Είναι ηναγκασμένος να το κάμνη. Όταν όμως +ησυχάση άπαξ με τους εξωτερικούς του εχθρούς, και με άλλους μεν εξ αυτών +συμφιλιωθή, άλλους δε τους εξοντώση, πρώτον μεν αρχίζει να υποκινή κάθε φοράν +και κάποιον πόλεμον, διά να έχη πάντοτε ο δήμος ανάγκην αρχηγού. — Είναι φυσικόν. +— Αλλά προ πάντων δεν το κάμνει, διά να συνεισφέρουν εις τας ανάγκας δήθεν του +πολέμου και τοιουτοτρόπως, μόλις επαρκούντες πλέον εις τας καθημερινάς των +ανάγκας, να μην είναι εις θέσιν να τον επιβουλεύωνται; — Φανερόν. — Και διά να έχη +ακόμη το μέσον να απαλλάσσεται με εύσχημον πρόφασιν από εκείνους, που +υποπτεύεται ότι έχουν αρκετά φιλελεύθερον το φρόνημα, διά να μην υποκύψουν υπό +τον ζυγόν του, εκθέτων αυτούς εις τους κινδύνους του πολέμου; δι' όλους αυτούς τους +λόγους δεν έχει ανάγκην πάντοτε ο τύραννος να προκαλή κάποιον πόλεμον; — +Μάλιστα. — Όλα όμως αυτά δεν τον κάμνουν να γίνεται επί μάλλον και μάλλον +μισητός εις τους πολίτας; — Πώς όχι; — Μερικοί δε από εκείνους που συνετέλεσαν εις +την ανύψωσίν του και έχουν διά τούτο κάποιαν δύναμιν πλησίον του, δεν θα αρχίσουν +να κάμνουν λόγον μετά παρρησίας διά τας πράξεις του μεταξύ των, οι δε +τολμηρότεροι και προς αυτόν τον ίδιον να τας κατακρίνουν; — Φυσικώτατα. — Όλους +λοιπόν αυτούς πρέπει να τους βγάλη ο τύραννος από την μέσην, εάν θέλη να +διατηρήση την εξουσίαν, έως ότου δεν αφίση κανένα, ούτε φίλον ούτε εχθρόν, που να +έχη κάποιαν αξίαν. — Αυτό είναι φανερόν. — Πρέπει λοιπόν με άκραν οξύτητα να +διακρίνη και να βλέπη ποίος είναι ανδρείος, ποίος μεγαλόφρων, ποίος φρόνιμος, +ποίος πλούσιος· και τόσον ευτυχής είναι, ώστε πρέπει, εκών άκων, να τους θεωρή +όλους αυτούς εχθρούς του και να επιζητή την καταστροφήν των, έως ότου καθαρίση +τελείως την πόλιν από αυτούς. — Ωραίος καθαρισμός! — Ωραίος πράγματι, αλλ' +αντίθετος από εκείνον που κάμνουν εις τα σώματα οι ιατροί· εκείνοι δηλαδή +αφαιρούν τα χειρότερα και αφήνουν τα καλύτερα· αυτός δε το εναντίον. — Καθώς +φαίνεται είναι ανάγκη να το κάμνη αυτό, αν εννοή να διατηρήση την αρχήν.</p> + +<p> — Με αξιολάτρευτον, μα την αλήθειαν, ανάγκην είναι δεσμευμένος, η +οποία του επιβάλλει, ή να ζη με τους πολλούς τους φαύλους και μάλιστα μισούμενος +υπ' αυτών, ή να αποθάνη. — Αυτή είναι η θέσις του. — Αλλά όσον μισητότερος γίνεται +εις τους πολίτας με αυτάς τας πράξεις του, δεν θα έχη ανάγκην και τόσον +περισσοτέρων και πιστοτέρων δορυφόρων; — Πώς όχι; — Αλλά πού θα εύρη αυτούς +τους πιστούς και από πού θα τους προσκαλέση; — Μόνοι των θα έλθουν πολλοί +πετώντας, αρκεί να τους πληρώνη κανείς καλά. — Μου φαίνεται, μα τον κύνα, πως +εννοείς κάποιους κηφήνας πάλιν, ξενικούς και κάθε λογής. — Σωστά το ηύρες. — Τι +τάχα; δεν θα ημπορούσεν άραγε να είχεν εντοπίους; — Πώς; — Να πάρη τους +δούλους από τους κυρίους των, να τους απελευθερώση και να αποτελέση από αυτούς +την σωματοφυλακήν του. — Καλά το εσκέφθης, διότι αυτοί πραγματικώς θα του είναι +και τελείως αφωσιωμένοι. — Τι αξιοζήλευτον πράγμα, αλήθεια, που μας παριστάνεις +τον τύραννον, αφού θα έχη τέτοιους φίλους και πιστούς ανθρώπους, διά να +αντικαταστήση εκείνους τους άλλους που εξέκαμε πριν! — Και όμως αυτούς έχει. — +Και τον θαυμάζουν βέβαια αυτοί οι νέοι του σύντροφοι και ζουν με οικειότητα μαζί +του οι νέοι αυτοί πολίται, ενώ οι χρηστοί τον μισούν και τον αποφεύγουν. — Πώς να +μη γίνεται αυτό;</p> + +<p> — Έχουν λοιπόν δίκαιον να θεωρούν την τραγωδίαν εν γένει ταμείον πάσης +σοφίας, και ιδιαιτέρως εν αυτή τον Ευριπίδην. — Διατί το λέγεις αυτό; — Διότι είπε +μεταξύ των άλλων και αυτήν την βαθυστόχαστον ρήσιν ότι «γίνονται σοφοί οι +τύραννοι με την συναναστροφήν των σοφών»· και έλεγε βέβαια σοφούς, αυτούς που +ζουν με οικειότητα μαζί των. — Και ως ισόθεον ακόμη εγκωμιάζει την τυραννίδα και +αυτός και οι άλλοι ποιηταί. — Πιστεύω όμως μολαταύτα, ότι, καθώς είναι σοφοί οι +ποιηταί της τραγωδίας, θα μας συμπαθήσουν και ημάς και όλους, όσοι πολιτεύονται +σύμφωνα με τας ιδικάς μας αρχάς, που δεν θα τους παραδεχθούμεν εις την πολιτείαν +μας, επειδή εξυμνούν τους τυράννους. — Θα μας συμπαθήσουν, πιστεύω και εγώ, +τουλάχιστον οι λεπτότεροι μεταξύ των. — Ημπορούν όμως, εννοείται, αξιόλογα να +περιοδεύουν εις τας άλλας πολιτείας, να συναθροίζουν τους όχλους και μισθώνοντες +τας ωραιοτέρας και ισχυροτέρας και πειστικωτέρας φωνάς, να προσελκύουν τα πλήθη +υπέρ των τυραννίδων και των δημοκρατιών. Βεβαίως. — Δι' όλα αυτά μάλιστα +λαμβάνουν και πλουσίας αμοιβάς και τιμάς, προπάντων μεν από τους τυράννους, +κατά δεύτερον δε λόγον από τας δημοκρατίας· αλλ' όσον, εννοείται, παίρνουν τον +ανήφορον προς τα τελειότερα πολιτεύματα, τόσον αποκάμνει και η υπόληψίς των, ως +να την έπιασεν άσθμα και δεν ημπορεί να τους παρακολουθήση. — Έχεις δίκαιον.</p> + +<p> — Αλλ' ας επανέλθωμεν από αυτήν την παρέκβασιν, που εκάμαμεν, και ας +ιδούμεν τώρα πώς ο τύραννος θα διαθρέψη το ωραίον και πολυάριθμον και +πολυποίκιλον και πάντοτε ανανεούμενον στρατόπεδόν του εκείνο. — Είναι φανερόν, +ότι θα θέση χείρα βέβηλον εις τους ναούς και τους ιερούς θησαυρούς της πόλεως, και +εφόσον το εκ της πωλήσεως αυτών χρήμα τον εξαρκεί, δεν θα επιβάλλη εις τον λαόν +πολύ μεγάλας καταναγκαστικάς εισφοράς. — Αλλά τι θα γίνη όταν τελειώσουν αυτά; +— Τότε βέβαια θαρχίση να τρέφεται και αυτός και οι καλεσμένοι του και οι φίλοι του +και αι φίλαι του από τα πατρικά του. — Ενόησα· ότι ο λαός δηλαδή, που εγέννησε τον +τύραννον, θα θρέψη και αυτόν και τους συντρόφους του. — Έχει βέβαια αυτήν την +υποχρέωσιν. — Πώς το λέγεις αυτό; αλλ' αν ο λαός αγανακτήση επί τέλους και του +είπη, ότι δεν είναι δίκαιον να τρέφεται από τον πατέρα του ένας υιός εις αυτήν την +ηλικίαν πλέον, αλλά το εναντίον ο πατέρας επί τον υιόν, και ούτε τον εγέννησε και τον +ανάστησε διά να του γίνη, όταν μεγαλώση, δούλος των δούλων του και να τον τρέφη +και αυτόν και τους δούλους και όλον τον άλλον συρφετόν της ακολουθίας του, αλλά +διά να απελευθερωθή με την βοήθειαν και την προστασίαν του από τους πλουσίους +και τους ονομαζομένους επιφανείς, και τώρα τον προστάζει να φύγη από την πόλιν, +και αυτός και οι φίλοι του, όπως ένας πατέρας που εκδιώκει από την οικίαν του τον +υιόν του μαζί με τους οχληρούς συντρόφους του; — Τότε, μα τον θεόν, θα γνωρίση +πλέον ο δήμος ποίον θρέμμα εγέννησε και εθέρμανε εις τον κόλπον του και +εμεγάλωσε και ότι εκείνοι, που θέλει να εκδιώξη, είναι πολύ ισχυρότεροι του. — Τι +κάθεσαι και λέγεις; θα τολμήση να επιβάλη βίαν εις τον πατέρα του ο τύραννος, και αν +δεν υποχωρήση, να τον κτυπήση ακόμη; — Μάλιστα, αφού πρώτα τον αφοπλίση. — +Μα εσύ μας τον παριστάνης τον τύραννον σωστόν πατροφάγον και διεστραμμένον +γηροτρόφον και, καθώς φαίνεται, αυτό πραγματικώς είναι που ονομάζει όλος ο +κόσμος τυραννίδα· ο λαός, κατά το λεγόμενον, διά να αποφύγη τον καπνόν της +δουλείας ανθρώπων ελευθέρων, έπεσε μέσα εις τη φωτιά δεσποτείας δούλων και +ήλλαξε το φόρεμα της μεγάλης εκείνης και αναρμόστου ελευθερίας με το φόρεμα της +σκληροτάτης και πικροτάτης δουλείας των δούλων. — Έτσι γίνονται αυτά τα +πράγματα. — Και λοιπόν, θα είχαμεν τώρα άδικον να ισχυρισθώμεν, ότι αρκετά καλά +ανεπτύξαμεν πώς γίνεται η μετάβασις από την δημοκρατίαν εις την τυραννίδα, και +ποίος είναι ο χαρακτήρ αυτής; — Και πολύ καλά μάλιστα.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'.</h4> + +<p> +<br /> + — Μας μένει λοιπόν να εξετάσωμεν τον τυραννικόν άνθρωπον, π;vς +σχηματίζεται από τον δημοκρατικόν, ποία είναι τα ήθη του και αν ο τρόπος της ζωής +του είναι άθλιος ή μακαριστός. — Αυτό πράγματι μας μένει να εξετάσωμεν. — +Γνωρίζεις όμως τι επιθυμώ εγώ ακόμη; — Τι; — Μου φαίνεται, ότι δεν φτάσαμεν +αρκετά ακριβώς το περί των επιθυμιών κεφάλαιον, ποία είναι η φύσις και τα διάφορα +είδη αυτών· και εφ' όσον δεν γίνη τούτο, θα είναι πάντοτε ασαφεστέρα η εξέτασις +εκείνου, που ζητούμεν. — Και δεν είναι ακόμη καιρός να το κάμωμεν; — Είναι βέβαια· +και πρόσεξε τι κυρίως θέλω να γνωρίσωμεν περί αυτών· μεταξύ των επιθυμιών και +των ηδονών, τας οποίας εχαρακτηρίσαμεν ως μη αναγκαίας, υπάρχουν μερικαί, που +τας θεωρώ παρανόμους· αυταί ενυπάρχουν γενικώς εις όλους σχεδόν τους +ανθρώπους, αλλά εις μερικούς μεν περιστέλλονται υπό των νόμων και υπό άλλων +καλυτέρων επιθυμιών, ούτως ώστε ή φεύγουν καθ' ολοκληρίαν ή, όσαι μένουν, είναι +ολίγαι και ασθενέστεραι, εις άλλους όμως είναι πολλαί και ισχυρότεραι. — Και ποίαι +είναι αυταί αι επιθυμίαι, που λέγεις; — Εκείναι αι οποίαι εξεγείρονται κατά την +διάρκειαν του ύπνου, όταν κοιμάται μεν το άλλο μέρος της ψυχής, που είναι λογικόν, +ήμερον και αρχικόν, το δε κτηνώδες και άγριον, υπό την επίδρασιν ή πολυφαγίας ή +μέθης, αρχίζει να σκιρτά και, αφού τέλος αποδιώξη τον ύπνον, ζητή να διαφύγη και να +ικανοποιήση τας ορέξεις του· και γνωρίζεις, ότι δεν είναι τίποτε που να μη τολμά να το +κάμη τότε, ως να είχεν απαλλαχθή και αποτινάξη πάντα χαλινόν εντροπής και +φρονήσεως· διότι δεν διστάζει να επιχειρήση, καθώς φαντάζεται, οιανδήποτε +βδελυρίαν, χωρίς να κάμνη διάκρισιν ή μητρός, ή άλλου οποιουδήποτε ανθρώπου, ή +θεού, ή ζώου, κάθε μιαιοφονίαν ημπορεί να διαπράξη και καμμίαν ακαθαρσίαν δεν +αποτροπιάζεται, και μ' ένα λόγον δεν υπάρχει παραφροσύνη και αναισχυντία, που να +την αφήση. — Είναι αληθέστατα αυτά που λέγεις.</p> + +<p> — Όταν όμως ένας άνθρωπος έχη ρυθμίση την δίαιτάν του με τους κανόνας +της υγιεινής και της σωφροσύνης· όταν, πριν παραδοθή εις τον ύπνον, εξεγείρη το +λογιστικόν του και το θρέψη με καλούς διαλογισμούς και σκέψεις και συγκεντρώνη εις +αυτάς όλην του την διάνοιαν· όταν, χωρίς να παραφορτώση το επιθυμητικόν, του +παραχωρή όσον του χρειάζεται απολύτως, διά να αποκοιμηθή και να μην έρχεται να +ταράσση την καλυτέραν μερίδα της ψυχής με την χαράν του ή την λύπην του, αλλά την +αφήση μόνην της και ανεπηρέαστον να αναζητή και να λαχταρά να μάθη, ό,τι δεν +γνωρίζει, ή από τα παρελθόντα, ή από τα ενεστώτα, ή από τα μέλλοντα· όταν επίσης +αυτός ο άνθρωπος κατευνάση το θυμοειδές μέρος της ψυχής του και κοιμηθή χωρίς +να έχη την καρδίαν του ταραγμένην από θυμόν εναντίον τινός· όταν τέλος +καθησυχάση αυτά τα δύο μέρη της ψυχής, κρατήση δε εν εξεγέρσει το τρίτον μόνον +μέρος, εις το οποίον εδράζει η φρόνησις, και τοιουτοτρόπως αναπαυθή, γνωρίζεις +βέβαια ότι προσεγγίζει τότε το πνεύμα του πλησιέστερα εις την αλήθειαν, και κάθε +άλλο παρά φαντασίαι παράνομοι του παρουσιάζονται εις τα όνειρά του. — Και εγώ +παραδέχομαι ότι τοιουτοτρόπως γίνονται τα πράγματα. — Και ίσως μεν να +εξετείναμεν πέραν του δέοντος αυτήν την παρέκβασιν· εκείνο οπωσδήποτε, που μας +ενδιαφέρει να γνωρίζωμεν, είναι, ότι έχει μέσα του ο καθένας μας, και εκείνοι ακόμη +που θεωρούνται περισσότερον κύριοι των παθών των, ένα είδος επιθυμιών +κτηνωδών, αγρίων και παρανόμων· αυτό δε προπάντων αποδεικνύεται από τα όνειρα· +σκέψου λοιπόν τώρα αν σου φαίνεται πως έχω δίκαιον και συμφωνής μαζί μου. — +Αλλά συμφωνώ βέβαια.</p> + +<p> — Λοιπόν ενθυμήσου τώρα την εικόνα που εκάμαμεν του δημοκρατικού +ανθρώπου· ελέγαμεν, ότι ανετράφη εκ νεότητος υπό πατρός φειδωλού, όστις μόνον +τας επικερδείς επιθυμίας εξετίμα, τελείως δε περιεφρόνει τας μη αναγκαίας, που +αποβλέπουν μόνον εις την διασκέδασιν και τον καλλωπισμόν· ή όχι; — Ναι. — Αλλά +σχετισθείς με ανθρώπους παραλυμένους και εκδότους εις όλας τας επιθυμίας και +ηδονάς, που ανεφέραμεν προ ολίγου, παραδίδεται και αυτός εις πάσαν διαφθοράν +και εις παν είδος των επιθυμιών εκείνων, από μίσος προς την φιλαργυρίαν του πατέρα +του· επειδή όμως είχε καλυτέραν φύσιν από τους διαφθορείς του, ελκόμενος κατά +δύο αντιθέτους διευθύνσεις, διέπλασεν ένα μέσον μεταξύ των δύο χαρακτήρα και +απολαμβάνων με το μέτρον, καθώς φαντάζεται, τα καλά του ενός και του άλλου, ζη +βίον ούτε ανελεύθερον ούτε παράνομον, μεταβληθείς τοιουτοτρόπως από +δημοκρατικού εις ολιγαρχικόν. — Αυτήν πραγματικώς την ιδέαν εσχηματίσαμεν και +έχομεν περί του τοιούτου.</p> + +<p> — Τώρα φαντάσου πάλιν αυτόν τον άνθρωπον, προχωρημένον πλέον εις +την ηλικίαν, να έχη υιόν νέον, ο οποίος βέβαια θα ανετράφη με τας ιδίας αρχάς του +πατρός του. — Πολύ καλά. — Φαντάσου κατόπιν ότι συμβαίνουν και με αυτόν τα ίδια, +που συνέβησαν και με τον πατέρα του, ότι δηλαδή παραδίδεται εις πάσαν +παραλυσίαν, την οποίαν ονομάζουν ελευθερίαν εκείνοι που τον παρέσυραν εις αυτήν +και ότι ο πατέρας του και οι άλλοι οι οικείοι του έρχονται εις βοήθειαν των διαμέσων +εκείνων επιθυμιών του, επεμβαίνουν δε συγχρόνως και οι άλλοι υπέρ της ιδικής των +μερίδος· όταν όμως οι τελευταίοι ούτοι, μάγοι φοβεροί και επιτηδειότατοι να +δημιουργούν τυράννους, απελπισθούν, ότι θα ημπορέσουν να κρατήσουν τον νέον +προς το μέρος των με κάθε άλλον τρόπον, μηχανώνται το κάθε τι διά να γεννηθή εις +την καρδίαν του ο έρως εκείνος, όστις προΐσταται των αργών και σπατάλων +επιθυμιών, και ο οποίος είναι, κατά την ιδέαν μου, ένας μεγάλος και πτερωτός κηφήν· +ή νομίζεις εσύ ότι είναι τίποτε άλλο αυτός ο έρως; — Αυτό και τίποτε άλλο. — Όταν +λοιπόν αι άλλαι επιθυμίαι έλθουν και περιβομβούν γύρω του, στεφανωμέναι με άνθη, +μυρωμέναι, μεθυσμέναι με οίνους και θυμιάματα, συνοδευόμεναι με όλας τας +αχαλινώτους ηδονάς και αρχίσουν να τον τρέφουν με το παραπάνω και να τον +μεγαλώνουν έως ότου του αναπτυχθή το κέντρον του πόθου και της φιλοδοξίας, τότε +πλέον δορυφορούμενος υπό της μανίας και οιστρηλατούμενος ο προστάτης αυτός της +ψυχής, εάν εύρη ακόμη μέσα του μερικά αισθήματα και επιθυμίας χρηστάς και ίχνη +εντροπής, τα αποτελειώνει και τα εκδιώκει κακήν κακώς έξω από την ψυχήν του, την +οποίαν αφού τοιουτοτρόπως καθαρίση από κάθε σωφροσύνην, γεμίζει με την απέξω +φερμένην παραφροσύνην του. — Είναι πιστοτάτη εικών του τρόπου, κατά τον οποίον +γεννάται ο τυραννικός άνθρωπος. — Δεν είναι άραγε δι' αυτόν τον λόγον που +ωνομάσθη παλαιόθεν τύραννος και ο Έρως; — Έτσι φαίνεται. — Και ένας άνθρωπος +επίσης μεθυσμένος δεν παρουσιάζει κάπως τυραννικάς διαθέσεις; — Μάλιστα. — +Αλλά και ένας παράφρων και με σαλευμένας τας φρένας δεν φαντάζεται ότι είναι +ικανός να κυβερνήση όχι μόνον τους ανθρώπους αλλά και τους θεούς; — +Αναμφιβόλως. — Λοιπόν, καλέ μου, τυραννικός γίνεται ένας άνθρωπος, όταν, ή εκ +φύσεως ή εξ ανατροφής, ή και εκ των δύο, καταστή επιρρεπής εις την μέθην και εις +τον έρωτα και εις την παραφροσύνην. — Πολύ σωστά.</p> + +<p> — Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον γίνεται και τοιούτος είναι ο χαρακτήρ του· +ποία δε είναι η ζωή του; — Όπως λέγουν παίζοντες «αυτό θα μου το πης εσύ κ' +εμένα». — Θα σου το ειπώ· ύστερ' απ' αυτό, ρίπτονται πλέον κατακέφαλα εις τας +εορτάς, εις τους κώμους, εις τα συμπόσια, εις τας εταίρας και όλα τα τοιαύτα εκείνοι, +εις τας ψυχάς των οποίων ενθρονισθείς ο Έρως τύραννος, τους κυβερνά καθ' +ολοκληρίαν. — Κατ' ανάγκην. — Εκάστην δε νύκτα και ημέραν δεν θα ξεφυτρώνουν +και όλο νέαι και φοβεραί επιθυμίαι, με ένα σωρόν απαιτήσεις διά να ικανοποιηθούν; +— Βεβαιότατα. — Εάν υπάρχουν λοιπόν τίποτε πρόσοδοι, δεν θ' αργήσουν να +εξαντληθούν. — Πώς όχι; — Κατόπιν λοιπόν θα αρχίσουν τα δάνεια και ο τμηματικός +εξαφανισμός της περιουσίας. — Εννοείται. — Όταν δε τελειώσουν όλα, δεν θ' +αρχίσουν κατ' ανάγκην να φωνάζουν θορυβωδώς αι πολλαί και σφοδραί επιθυμίαι, +που εμφωλεύουν μέσα των; αυτοί δε κεντρούμενοι και από τας άλλας επιθυμίας, προ +πάντων όμως υπό του Έρωτος, ο οποίος ως αρχηγός ούτως ειπείν, έχει όλας τας άλλας +δορυφόρους του, δεν θα καταληφθούν υπό μανίας και θα τρέχουν δεξιά και αριστερά +να κυττάξουν, ποίος έχει τίποτε, που να ημπορούν να το αφαιρέσουν διά της απάτης ή +και διά της βίας; — Βεβαιότατα. — Είναι λοιπόν αναγκασμένοι να μαζεύουν από +παντού και ό,τι λάχη, ειδεμή να υποφέρουν τας σκληροτέρας βασάνους και πόνους. — +Δίχως άλλο. — Καθώς δε τα πάθη, που εισήλθον κατόπιν εις την ψυχήν του, +εξετόπισαν τας παλαιάς επιθυμίας και τας απεγύμνωσαν από τα υπάρχοντά των, +τοιουτοτρόπως άραγε και αυτός θα ζητήση, αν και νεώτερος, να δείξη την πλεονεξίαν +του εις βάρος του πατρός του και της μητρός του και να τους στερήση και το μερίδιόν +των, αφού εσπατάλησε το ιδικόν του; — Πώς όχι; — Και αν δεν του το επιτρέψουν, δεν +θα τολμήση να κλέψη και να εξαπατήση τους γονείς του; — Χωρίς αμφιβολίαν. — Και +αν δεν το κατορθώση, δεν θα καταφύγη εις την βίαν και την αρπαγήν; — Το πιστεύω. +— Και αν αντιτάξουν εις την βίαν του αντίστασιν, θα σεβασθή άραγε τα γηρατειά των +και θα τον εμποδίση τίποτε, να τους μεταχειρισθή με τρόπον τυραννικόν; — Δεν σου +τους εξασφαλίζω πάρα πολύ τους γονείς τοιούτου ανθρώπου.</p> + +<p> — Αλλά χάριν μιας φίλης χθεσινής, χάριν μιας εταίρας με την οποίαν δεν +τον συνδέει κανείς ιερός δεσμός, ή χάριν ενός νεαρού φίλου, ο οποίος χθες ακόμη του +ήτο αδιάφορος, πιστεύεις, Αδείμαντε, ότι θα ετόλμα να σηκώση χείρα εναντίον της +παλαιάς φίλης, της μητρός του, με την οποίαν τον συνδέουν οι ιερώτατοι δεσμοί, ή +του αρχαιοτέρου φίλου του, του παρήλικος πλέον και γέροντος πατρός του, και να +τους υποδουλώση εις τους έρωτάς του εκείνους, εάν έφθανε και μέχρι του να τους +εισαγάγη εις την αυτήν οικίαν; — Ναι, μα την αλήθειαν, το πιστεύω. — Πολύ +αξιομακάριστον λοιπόν πράγμα φαίνεται πως είναι, να γεννήση κανείς υιόν τοιούτου +χαρακτήρος. — Πολύ βέβαια. </p> + +<p>— Τι δε; όταν τέλος τελειώσουν ό,τι είχαν και δεν είχαν οι γονείς του, +πολλαπλασιασθή δε και αυξηθή μέσα εις την καρδίαν του το σμήνος των ηδονών, τότε +δεν θα τολμήση εις τας αρχάς να τρυπήση τον τοίχον καμμιάς οικίας, ή να προβή εις +την λωποδυσίαν κανενός νυκτερινού διαβάτου, μετά ταύτα δε να απογυμνώση και +κανένα ναόν; Όλα τότε πλέον τα αισθήματα της τιμής και της σωφροσύνης, που είχε +μάθη από την παιδικήν του ηλικίαν να διακρίνη, θα υποταχθούν νικημένα εις τα πάθη +του, τα οποία νεωστί απελευθερώσας ο έρως από την δουλείαν έχει κάμει +δορυφόρους του· και τα πάθη αυτά, τα οποία πρότερον, ότε ακόμη ήτο εις την +εξουσίαν του πατρός του και των δημοκρατικών νόμων, μόλις καθ' ύπνους εις τα +όνειρά του ετόλμων να απολυθούν, τώρα, που ο έρως έγινε τύραννός του, τον +κάμνουν πλέον διά παντός τοιούτον, οποίος πριν εγίνετο ενίοτε εις τον ύπνον του· +τώρα ούτε ο δεινότερος φόνος, ούτε το βδελυρώτερον βρώμα, ούτε το χειρότερον +κακούργημα θα τον σταματήση· αλλά ο έρως, ο οποίος τυραννικώς ζη και βασιλεύει +μέσα του εν πάση ανομία και αναρχία, ως απόλυτος μονάρχης εις μίαν πόλιν, θα τον +αναγκάση τα πάντα να αποτολμήση, διά να διαθρέψη και τον εαυτόν του και την +πολυθόρυβον εκείνην ακολουθίαν των παθών, τα οποία, άλλα μεν εισήλθον έξωθεν +από τας κακάς συναναστροφάς, άλλα δε ανεπτύχθησαν μόνα των μέσα του από την +ελευθερίαν και την χειραφέτησιν που τους παρεχώρησεν ο ίδιος· ή δεν είναι αυτός ο +βίος που διάγει ο τοιούτος άνθρωπος; — Αυτός και όχι άλλος.</p> + +<p> — Και αν μεν ευρίσκωνται ολίγοι τοιούτοι εις μίαν πολιτείαν, οι δε λοιποί +πολίται είναι συνετοί, τότε αναγκάζονται να αναχωρήσουν, διά να προσφέρουν τας +υπηρεσίας των εις κανένα άλλον ξένον τύραννον, ή διά να καταταχθούν ως +μισθοφόροι, εάν υπάρχη πουθενά πόλεμος· και αν η πόλις διατελή εν ειρήνη και +ησυχία, διαπράττουν τότε εν αυτή πολλά μικρά κακά. — Τι είδους δηλαδή; — +Παραδείγματος χάριν κλοπάς, διαρρήξεις, λωποδυσίας, ιεροσυλίας, σωματεμπορίας· +ενίοτε δε, αν έχουν κάποιαν ευγλωττίαν, μετέρχονται και το επάγγελμα του +συκοφάντου, και ψευδομαρτυρούν ή πωλούν την συνείδησίν των. — Πραγματικώς +μικρά κακά, εάν είναι ολίγοι οι τοιούτοι. — Διότι βέβαια τα μικρά είναι μικρά εν +συγκρίσει προς τα μεγάλα· και όλα αυτά παραβαλλόμενα προς όσα υποφέρει μία +πόλις, όταν από την ιδίαν της αθλιότητα και διαφθοράν αποκτήση τύραννον, είναι +μηδαμινά και καμμίαν αίσθησιν δεν κάμνουν· όταν όμως εις μίαν πόλιν αυξηθή ο +αριθμός των τοιούτων και προστεθούν και άλλοι εις αυτούς και αισθανθούν την +υπεροχήν των, τότε ούτοι, συνεργούσης και της μωρίας του μικρού λαού, +προμηθεύουν εις την πόλιν τον τύραννον, και μάλιστα εκείνον μεταξύ αυτών, όστις +έχει μέσα εις την ψυχήν του τον μεγαλύτερον και ισχυρότερον τύραννον. — Πολύ +φυσικά, διότι αυτός θα ήτο και ο τυραννικώτερος.</p> + +<p> — Και λοιπόν, εάν μεν η πόλις το πάρη απόφασιν και κλίνη την κεφαλήν, +χωρίς να φέρη καμμίαν αντίστασιν, καλώς έχει· ειδεμή, εάν θελήση να εναντιωθή, +όπως μετεχειρίσθη τότε την μητέρα του και τον πατέρα του, τα ίδια θα κάμη τώρα και +με την πατρίδα του, εάν ημπορέση· θα την πιέση, θα την βασανίση και θα την +αναγκάση αυτήν, την παλαιάν του φίλην, την μητρίδα, καθώς την λέγουν οι Κρήτες, +και την πατρίδα, να κάμνη τον δούλον εις τους νέους του φίλους, που έφερεν απ' έξω, +και να τους διατρέφη· και εις αυτό το τέλος θα καταλήξουν αι επιθυμίαι του τοιούτου +ανθρώπου. — Εις αυτό μάλιστα.</p> + +<p> — Άλλως τε τοιαύτη είναι η διαγωγή των και εις τον ιδιωτικόν των βίον και +πριν ακόμη καταλάβουν την εξουσίαν· πρώτον μεν, όσοι τους περιστοιχίζουν, ή θα +είναι κόλακες πρόθυμοι να τους εξυπηρετούν εις κάθε περίστασιν, ή και αυτοί οι ίδιοι, +όταν έχουν την ανάγκην των, δεν θα διστάζουν να ταπεινώνωνται και να έρπουν +εμπρός των και να λαμβάνουν όλα τα σχήματα, διά να τους αποδείξουν τάχα την +αγάπην των, μόλις όμως κατορθώσουν τον σκοπόν των, ούτε θέλουν πλέον να τους +γνωρίζουν. — Πολύ σωστά. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν περνούν όλην την ζωήν των, +χωρίς ποτέ να είναι φίλοι με κανένα, αλλά πάντοτε ή δεσπόται των άλλων ή δούλοι, +και το χαρακτηριστικόν ακριβώς της τυραννικής φύσεως είναι να μη γνωρίση ποτέ +ούτε την αληθινήν ελευθερίαν, ούτε την αληθινήν φιλίαν. — Βεβαιότατα. — Δεν θα +είχαμεν λοιπόν δίκαιον να τους ονομάσωμεν τους τοιούτους απίστους; — Πώς όχι; +Ακόμη δε και αδίκους εις τον υπέρτατον βαθμόν, εάν τουλάχιστον ήσαν σωστά, όσα +προηγουμένως παρεδέχθημεν περί της δικαιοσύνης; — Αλλά ήσαν βέβαια σωστά.</p> + +<p> — Ας συγκεφαλαιώσωμεν λοιπόν τώρα τον χείριστον των ανθρώπων· και +θα είναι βέβαια χείριστος εκείνος, που εις την πραγματικότητα θα είναι ίδιος με +αυτόν, του οποίου αμυδράν εικόνα εδώσαμεν ημείς. — Βεβαίως. — Θα είναι λοιπόν ο +άνθρωπος, ο οποίος έχων εκ φύσεως τον τυραννικώτατον χαρακτήρα, γίνη και +απόλυτος μονάρχης· και όσον περισσότερον διατηρήση αυτήν την εξουσίαν, τόσον +μάλλον και χειρότερος γίνεται. — Κατ' ανάγκην, είπε λαβών τον λόγον ο Γλαύκων. — +Αλλ' εάν είναι ο χειρότερος των ανθρώπων, είπα εγώ, δεν θα είναι και ο αθλιώτερος; +και δεν θα είναι τόσον αθλιώτερος, όσον περισσότερον χρόνον και με τον μάλλον +απόλυτον τρόπον εξασκήση την τυραννικήν εξουσίαν; αδιάφορον τι φρονούν περί του +πράγματος οι πολλοί. — Κατ' ανάγκην είναι όπως τα λέγεις. — Ο τυραννικός λοιπόν +άνθρωπος, που τυραννείται από τα πάθη του, δεν αντιστοιχεί κατά την ομοιότητα +προς την τυραννουμένην πόλιν, όπως ο δημοκρατικός προς την δημοκρατουμένην, και +οι άλλοι ομοίως; — Χωρίς αμφιβολίαν. — Οποίαν επομένως σχέσιν έχει μία πόλις +προς μίαν άλλην, ως προς την αρετήν και την ευδαιμονίαν, την αυτήν δεν έχει και ένας +άνθρωπος προς ένα άλλον; — Πώς όχι; — Αλλά ποίαν σχέσιν έχει, ως προς την αρετήν, +μία πόλις τυραννουμένη προς την βασιλευομένην εκείνην πόλιν, όπως πρώτην την +περιεγράψαμεν; — Είναι όλως διόλου αντίθετοι· διότι η μία είναι η καλυτέρα και η +άλλη η χειροτέρα. — Δεν θα σε ερωτήσω ποίαν λέγεις καλυτέραν και ποίαν +χειροτέραν· διότι είναι φανερόν· αλλά την αυτήν άραγε ιδέαν έχεις και περί της +ευδαιμονίας και αθλιότητος αυτών ή διαφορετικήν; και ας μη συγχύσωμεν τα +πράγματα λαμβάνοντες υπ' όψει μας τον τύραννον μόνον, που είναι ένας, ούτε τον +μικρόν αριθμόν των ευνοουμένων του, αλλά να εισέλθωμεν και να εξετάσωμεν, καθώς +πρέπει, ολόκληρον την πόλιν, να διεισδύσωμεν παντού και τοιουτοτρόπως ν' +αποφανθώμεν δι' όσα ίδωμεν. — Είναι πολύ δίκαιον αυτό που ζητείς· και είναι +φανερόν διά τον καθένα, ότι δεν υπάρχει πολιτεία αθλιωτέρα από την +τυραννουμένην, ούτε ευτυχεστέρα από την βασιλευομένην. — Και δεν θα είχα άραγε +δίκαιον, να ζητήσω το ίδιον και προκειμένου περί των ανθρώπων, και να θέλω να +στηριχθώ εις την περί αυτών κρίσιν εκείνου μόνον, όστις δύναται να διεισδύση διά της +διανοίας και εννοήση κατά βάθος τον εσωτερικόν αυτών χαρακτήρα, χωρίς να +θαμβώνεται, σαν να ήταν παιδί, από την εξωτερικήν παράστασιν και τα προσχήματα, +που υποδύονται οι τύραννοι εμπρός εις τον κόσμον; εάν λοιπόν ισχυριζόμην ότι δεν +πρέπει να ακούσωμεν, επί του προκειμένου ζητήματος, παρά μόνον εκείνον, όστις, +εκτός της περί το κρίνειν ικανότητός του, έχει ακόμη συζήση και μετά των τυράννων, +και τους παρηκολούθησεν εις όλας τας κατ' ιδίαν πράξεις των και εις τας προς τους +οικείους αυτών σχέσεις των, όπου παρουσιάζονται χωρίς την θεατρικήν εκείνην +διασκευήν και πομπήν, και τους είδεν ακόμη και πώς φέρονται κατά τους δημοσίους +κινδύνους, και τον παρακαλέσωμεν αυτόν να μας ειπή και ημάς, αφού τα εγνώρισε +όλα κατά βάθος, ποίαν ιδέαν έχει περί της ευτυχίας ή αθλιότητος του τυράννου εν +σχέσει προς τους άλλους ανθρώπους; . . . — Δεν θα ημπορούσες να εξέλεγες +καλύτερον κριτήν. — Θέλεις λοιπόν να υποθέσωμεν προς στιγμήν, ότι ημείς είμεθα οι +ικανοί να κρίνωμεν, και ότι εκτός τούτου συνεζήσαμεν ήδη με τυράννους, ώστε να +έχωμεν κάποιον να μας απαντά εις τας ερωτήσεις μας; — Θέλω μάλιστα.</p> + +<p> — Εμπρός λοιπόν τώρα κύτταξε όπως σου λέγω· ενθυμούμενος την +ομοιότητα, που υπάρχει μεταξύ της πόλεως και του ατόμου, εξέτασε την μίαν και τον +άλλον με την σειράν, και ειπέ μου την κατάστασιν και των δύο. — Ποίαν κατάστασιν; +— Πρώτον μεν, διά να αρχίσωμεν από την πόλιν, θα ονομάσης ελευθέραν ή δούλην +μίαν πόλιν τυραννουμένην; — Δούλην και εις τον ανώτατον μάλιστα βαθμόν. — Και +όμως ευρίσκεις και εις αυτήν δεσπότας και ελευθέρους. — Ναι, αλλά εις ελάχιστον +αριθμόν· ενώ, αληθώς ειπείν, το μεγαλύτερον και υγιέστερον εν αυτή μέρος υπόκειται +εις την αθλιωτέραν και ατιμωτέραν δουλείαν. — Αφού λοιπόν συμβαίνει το ίδιον και +με το άτομον, ό,τι και με την πόλιν, δεν θα υπάρχη και εις αυτόν η ιδία κατάστασις +πραγμάτων, δεν θα είναι η ψυχή του γεμάτη από την μεγαλυτέραν δουλείαν και +ανελευθερίαν, και θα δουλεύη μεν το υγιέστερον και καλύτερον αυτής μέρος, θα +δεσπόζη δε το μικρότερον, το και ελεεινότερον και μανιωδέστερον; — Κατ' ανάγκην. +— Τι λοιπόν; δούλην θα ονομάσης αυτήν την ψυχήν ή ελευθέραν; — Δούλην +αναμφιβόλως. — Η πόλις πάλιν η τυραννουμένη και επομένως δούλη ημπορεί ποτέ να +κάμνη ό,τι θέλη; — Κάθε άλλο. — Και η τυραννουμένη ψυχή κατά συνέπειαν κάθε +άλλο, παρά να κάμνη ό,τι θέλη ημπορεί· και ομιλώ δι' ολόκληρον την ψυχήν· αλλά +παρασυρομένη βιαίως υπό του οίστρου των παθών της, θα είναι πάντα γεμάτη από +ταραχήν και μεταμέλειαν. — Πώς όχι; — Και τι ημπορεί να είναι μία πόλις +τυραννουμένη, πλουσία ή πτωχή; — Πτωχή. — Και η τυραννική επομένως ψυχή θα +είναι τοιαύτη και, ως εκ της πτωχείας της, και άπληστος συγχρόνως κατ' ανάγκην. — +Έτσι είναι. — Ακόμη δε κατ' ανάγκην δεν θα διατελή υπό το κράτος παντοτινού φόβου +και η τοιαύτη πόλις και ο τοιούτος άνθρωπος; — Μάλιστα. — Οδυρμούς δε και +στεναγμούς και θρήνους και πόνους, πιστεύεις ότι ημπορείς να εύρης περισσοτέρους +εις καμμίαν άλλην πόλιν; — Καθόλου. — Ή και εις κανένα άλλον άνθρωπον +περισσοτέρους παρά εις τον τυραννικόν αυτόν, που τον κάμνουν έξω φρενών ο έρως +και τα άλλα του πάθη; — Πώς είναι δυνατόν; — Ώστε όλα αυτά, νομίζω, και άλλα +τοιαύτα ακόμη, έλαβες υπ' όψιν σου, διά να κρίνης, ότι αυτή η πόλις είναι η +αθλιεστέρα απ' όλας τας πόλεις. Και δεν έχω τάχα δίκαιον; — Πολύ μεγάλον μάλιστα· +αλλά τι λέγεις και διά τον τυραννικόν άνδρα, αν λάβης υπ' όψιν σου όλα αυτά τα ίδια; +— Ότι είναι κατά πολύ αθλιώτερος απ' όλους τους ανθρώπους. — Α, εις αυτό όμως +δεν έχεις επίσης δίκαιον. — Πώς; — Δεν είναι ακόμη εις τόσον βαθμόν άθλιος ο +τοιούτος. — Και ποίος λοιπόν είναι; — Θα παραδεχθής, πιστεύω, ότι είναι αυτός, που +θα σου ειπώ. — Ποίος; — Εκείνος όστις, ενώ είναι και εκ φύσεως τυραννικός, δεν +διέλθη την ζωήν του ως απλούς ιδιώτης, αλλά η κακή του τύχη, προς μεγάλην του +συμφοράν, του παρουσιάση την ευκαιρίαν να γίνη τύραννος. — Συμπεραίνω, εξ όσων +είπαμεν προηγουμένως, ότι έχεις δίκαιον. — Πολύ καλά· αλλά εις ζητήματα τοιαύτης +σπουδαιότητος, όπου πρόκειται να εύρωμεν, ποίος βίος είναι ο ευτυχέστερος και +ποίος ο δυστυχέστερος, δεν πρέπει να περιοριζώμεθα εις εικασίας μόνον, αλλά να τα +υποβάλωμεν εις τον αυστηρότερον έλεγχον του ορθού λόγου. — Έχεις μέγα +δίκαιον.</p> + +<p> — Πρόσεξε λοιπόν να ιδής· διά να κρίνωμεν καλώς περί του τυράννου, +ιδού, μου φαίνεται, πώς πρέπει να τον εξετάσωμεν. — Πώς; — Να τον συγκρίνωμεν +προς ένα έκαστον των άλλων πλουσίων ιδιωτών, οι οποίοι έχουν πολλούς δούλους· +διότι αυτοί έχουν τούτο τουλάχιστον το κοινόν προς τους τυράννους, ότι έχουν +πολλούς εις την εξουσίαν των· η διαφορά έγκειται μόνον εις τον αριθμόν. — +Πράγματι. — Γνωρίζεις δε βέβαια ότι οι ιδιώται ούτοι ζουν ήσυχα και δεν έχουν +κανένα φόβον από τους δούλους των. — Και τι θα είχαν να φοβηθούν; — Τίποτε· αλλά +γνωρίζεις τον λόγον; Βεβαίως· διότι ολόκληρος η πόλις προστατεύει έκαστον ιδιώτην. +— Πολύ σωστά· αλλά αν κανείς από τους θεούς σηκώση από μέσα από την πόλιν ένα +από αυτούς τους πλουσίους, που να έχη πεντήκοντα δούλους ή και περισσοτέρους και +τον μεταφέρη με την γυναίκα του και τα τέκνα και με όλην του την περιουσίαν και +τους δούλους του εις μίαν ερημίαν, όπου να μην υπάρχη κανείς άλλος άνθρωπος +ελεύθερος να τον βοηθήση εν ανάγκη, εις ποίον διηνεκή φόβον φαντάζεσαι ότι θα +ευρίσκετο, μη σηκωθούν οι δούλοι και τον σκοτώσουν και αυτόν και την γυναίκα του +και τα τέκνα του; — Δεν είναι δύσκολον να το φαντασθή κανείς. — Δεν θα ηναγκάζετο +λοιπόν τότε να περιποιήται και να θωπεύη μερικούς από τους δούλους του και να +τους δίδη ένα σωρόν υποσχέσεις και να τους απελευθερώση ακόμη, χωρίς να το +αξίζουν, και ενί λόγω να καταντήση αυτός κόλαξ των ιδίων του δούλων; — Κατ' +ανάγκην, διότι άλλως θα διέτρεχε κίνδυνον η ζωή του. — Αλλά και τι ακόμη θα +συνέβαινεν, εάν ο ίδιος ο θεός έβαζε γύρω εις την κατοικίαν αυτού του πλουσίου και +πολλούς άλλους γείτονας, που να μην υποφέρουν, ένας άνθρωπος να έχη υπό την +εξουσίαν του άλλους ομοίους του, αλλ' όπου εύρουν κανένα τοιούτον, να του +επιβάλλουν τας εσχάτας τιμωρίας; — Η θέσις του θα ήτο ακόμη περισσότερον +χειροτέρα, αφού θα περιεστοιχίζετο πανταχόθεν από ανθρώπους όλους εχθρούς +του.</p> + +<p> — Εις μίαν λοιπόν τοιαύτην ειρκτήν δεν ευρίσκεται φυλακισμένος και +αλυσοδεμένος ο τύραννος; έχων εκ φύσεως τοιούτον χαρακτήρα, όπως τον +εζωγραφίσαμεν, δεν θα διατελή διαρκώς υπό το κράτος φόβων και επιθυμιών +παντοειδών; με όλην δε την απληστίαν της ψυχής του, δεν θα είναι ο μόνος εκ των +πολιτών, που ούτε να ταξειδεύση θα ημπορή πουθενά, ούτε να ιδή τίποτε από εκείνα, +που έχουν οι άλλοι την περιέργειαν να βλέπουν, αλλά κατάκλειστος ως επί το πολύ +μέσα εις την οικίαν του, σαν γυναίκα, ζηλεύει τους άλλους, που ημπορούν να +ταξειδεύουν και να βλέπουν τόσον ωραία πράγματα; — Πολύ σωστά τα λέγεις.</p> + +<p>Ο άνθρωπος λοιπόν ο τυραννικός, ο δούλος των παθών και των επιθυμιών του, τον +οποίον ήδη συ εχαρακτήρισες ως τον αθλιώτατον των ανθρώπων, καρπούται πολύ +περισσότερα ακόμη κακά, όταν δεν διέλθη την ζωήν του ως απλούς ιδιώτης, αλλ' +αναγκασθή από κάποιαν κακήν του τύχην να γίνη τύραννος, και ενώ δεν είναι ικανός +να κυβερνήση τον εαυτόν του, αναλάβη να κυβερνά τους άλλους· απαράλλακτα +δηλαδή όπως ένας άνθρωπος ασθενικός, που δεν ημπορεί καλά καλά να επαρκέση εις +τον εαυτόν του, αντί να περιορισθή να φροντίζη διά την υγείαν του, ήθελε αναγκασθή +να περάση την ζωήν του αγωνιζόμενος προς άλλους αθλητάς και μαχόμενος. Η +παρομοίωσίς σου είναι ακριβεστάτη και αληθεστάτη. — Ώστε η κατάστασις αυτή δεν +είναι υφ' όλας τας επόψεις η χειροτέρα, και από εκείνον τον οποίον συ έκρινες +αθλιώτερον, δεν ζη πολύ αθλιώτερα ακόμη ο τύραννος; — Χωρίς καμμίαν +αμφιβολίαν.</p> + +<p> — Είναι λοιπόν τη αληθεία, και αν κανείς δεν ήθελε να το παραδεχθή, ο +πραγματικός τύραννος πραγματικός δούλος, υποκείμενος εις την μεγίστην δουλείαν +και εξευτελισμόν, και κόλαξ των ταπεινοτάτων ανθρώπων· ποτέ δεν ημπορεί να +ικανοποιήση και να χορτάση και τας κοινοτέρας του επιθυμίας, αλλά στερείται των +πάντων και παρουσιάζεται πράγματι πτωχός εις εκείνον, που γνωρίζει να εξετάση +όλον το βάθος της ψυχής του, και διατελεί καθ' όλον τον βίον του υπό το κράτος +φόβων και σφαδασμών και οδυνών, εάν είναι αληθές ότι ομοιάζει με την πόλιν της +οποίας είναι ο κύριος· και ομοιάζει πράγματι· δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα. — Ακόμη +δε ας προσθέσωμεν εις τας τόσας αθλιότητας και εκείνα, που είπαμεν προηγουμένως, +ότι από ημέρας εις ημέραν γίνεται αναγκαίως, χάρις εις την αρχήν την οποίαν κατέχει, +ακόμη περισσότερον από πριν φθονερός, άπιστος, άδικος, άφιλος, ανόσιος, πάσης +κακίας πανδοχείον και οικοτροφείον, και δι' όλους αυτούς τους λόγους δυστυχής μεν +ο ίδιος, αφορμή δε της δυστυχίας και όλων των άλλων, που τον πλησιάζουν. — Κανείς +λογικός άνθρωπος δεν θα έχη την παραμικροτέραν αντίρρησιν εις όλα αυτά.</p> + +<p> — Έλα λοιπόν τώρα κάμε μου την χάριν, όπως ο κριτής που εκφέρει την +τελικήν κρίσιν μετά το πέρας όλων των αγώνων, να εκφέρης και συ τώρα πλέον την +κρίσιν σου, ποίος κατά την ιδέαν σου έρχεται πρώτος ως προς την ευδαιμονίαν, ποίος +δεύτερος και ούτω καθ' εξής, από τους πέντε που έχομεν να κρίνωμεν, τον βασιλικόν, +τιμοκρατικόν, ολιγαρχικόν, δημοκρατικόν και τυραννικόν. — Αλλά καθόλου δύσκολος +δεν είναι η κρίσις· εγώ τουλάχιστον τους κρίνω, υπό έποψιν αρετής και κακίας, +ευδαιμονίας και δυστυχίας, κατά την σειράν που εισήλθον, όπως οι χοροί των +τραγωδιών, εις την σκηνήν. — Θέλεις λοιπόν να μισθώσωμεν ένα κήρυκα, ή να κάμω +εγώ ο ίδιος αυτό το έργον και να κηρύξω ότι, ο υιός του Αρίστωνος τον εναρετώτατον +και δικαιότατον άνθρωπον έκρινεν ως τον ευτυχέστατον, και αυτός είναι ο +βασιλικώτατος, εκείνος δηλαδή που εξουσιάζει περισσότερον τον εαυτόν του, τον δε +κάκιστον και αδικώτατον ως τον δυστυχέστατον, και αυτός πάλιν είναι εκείνος που +έχει τον τυραννικώτατον χαρακτήρα και εξασκεί του χειροτέρου είδους την τυραννίαν +και επί του εαυτού του και επί της πόλεως; — Μάλιστα, να το κηρύξης εκ μέρους μου. +— Να προσθέσω δε εις το κήρυγμά μου: και αν ακόμη τους γνωρίζουν ή δεν τους +γνωρίζουν, ότι είναι τοιούτοι, όλοι και θεοί και άνθρωποι; — Να το προσθέσης.</p> + +<p> — Πολύ καλά· αύτη λοιπόν είναι μία απόδειξις του ζητουμένου μας· +υπάρχει όμως και μία άλλη, την οποίαν, εάν θέλης, ημπορώ να σου δώσω. — Και ποία +είναι αυτή; — Επειδή, όπως μία πολιτεία είναι διηρημένη εις τρία μέρη, +τοιουτοτρόπως και η ψυχή του καθενός μας διαιρείται επίσης εις τρία μέρη, +ημπορούμεν, μου φαίνεται, να εξαγάγωμεν εξ αυτού και μίαν άλλην απόδειξιν. — Να +την ακούσωμεν. — Ιδού την· εις τα τρία αυτά μέρη της ψυχής αντιστοιχούν και τρία +είδη ηδονών, μία διά το καθένα· επίσης και τρία είδη επιθυμιών και αρχών. — +Εξήγησέ μου το καλύτερα. — Το πρώτον εκ των μερών τούτων της ψυχής είναι, +είπομεν, εκείνο διά του οποίου ο άνθρωπος μανθάνει· το δεύτερον εκείνο, διά του +οποίου θυμούται· το δε τρίτον έχει πολλάς διαφόρους μορφάς, ώστε να δύναται να +περιληφθή υπό ένα ιδιαίτερον όνομα· από το ισχυρότερον όμως και επικρατέστερον +χαρακτηριστικόν του, το ωνομάσαμεν επιθυμητικόν, ένεκα της μεγάλης σφοδρότητος, +που έχουν αι επιθυμίαι του φαγητού και του ποτού και των αφροδισίων και των +άλλων σχετικών, ακόμη δε και φιλοχρήματον, επειδή διά των χρημάτων προ πάντων +ικανοποιούνται αυταί αι επιθυμίαι. — Και πολύ σωστά. — Και αν άραγε ηθέλαμεν +ειπή, ότι η ηδονή και η αγάπη του μέρους τούτου της ψυχής είναι η αγάπη του +κέρδους, δεν θα καθωρίζαμεν γενικώς την ιδιαιτέραν φύσιν αυτού, ώστε να έχωμεν +σαφή αντίληψιν του πράγματος, οσάκις ηθέλαμεν να το ονομάσωμεν; δεν θα είχαμεν +δίκαιον να το ονομάσωμεν φιλοχρήματον και φιλοκερδές; — Αυτό λέγω και εγώ.</p> + +<p> — Το δε θυμοειδές μέρος της ψυχής δεν είναι εκείνο, διά του οποίου +ορμάται αύτη ολόκληρος να επιζητή την ευδοκίμησιν, την επικράτησιν, την νίκην; — +Μάλιστα. — Δεν θα εταίριαζε λοιπόν τάχα να το ονομάσωμεν αυτό ακόμη και +φιλόνικον και φιλότιμον; — Και πολύ μάλιστα. — Όσον δε αφορά το μέρος, διά του +οποίου μανθάνομεν, είναι φανερόν εις όλους, ότι τείνει ολόκληρον να γνωρίση την +αλήθειαν, πανταχού όπου υπάρχει, και ότι καμμίαν σημασίαν δεν δίδει διά τα πλούτη +και την δόξαν και τα τοιαύτα. — Μάλιστα. — Δεν θα ημπορούσαμεν λοιπόν να το +ονομάσωμεν δικαίως φιλομαθές και φιλόσοφον; — Πώς όχι; — Δεν είναι ακόμη +αληθές, ότι εις άλλους μεν ανθρώπους επικρατεί το ένα απ' αυτά, εις άλλους δε το +άλλο, κατά πώς τύχη; — Έτσι είναι. — Και δι' αυτόν τον λόγον ακριβώς δεν δυνάμεθα +να είπωμεν ότι τα τρία κύρια είδη των ανθρωπίνων χαρακτήρων είναι ο φιλόσοφος, ο +φιλόδοξος και ο φιλοκερδής; — Βεβαιότατα. — Και τρία είδη επίσης ηδονών +αντιστοιχούντα εις έκαστον από αυτούς τους τρεις χαρακτήρας; — Μάλιστα. — +Γνωρίζεις δε, ότι, αν ερωτήσης τρεις τοιούτους ανθρώπους τον καθένα χωριστά, ποίον +από αυτούς τους βίους θεωρεί ευτυχέστερον, θα εγκωμιάση έκαστος περισσότερον +τον ιδικόν του· ο φιλοκερδής έξαφνα δεν θα μας είπη, ότι η ηδονή της μαθήσεως ή της +δόξης δεν έχουν καμμίαν αξίαν εμπρός εις την ηδονήν του κέρδους, εφόσον +τουλάχιστον δεν μας παρέχουν και καμμίαν υλικήν ωφέλειαν; — Είναι αληθές. — Τι δε +ο φιλόδοξος; την μεν ηδονήν του κέρδους δεν την θεωρεί ταπεινήν, την δε της +μαθήσεως αφ' ετέρου καπνόν και φλυαρίαν, εκτός τουλάχιστον αν προσπορίζη και +κάποιαν δόξαν και τιμάς; — Έτσι είναι. — Ο δε φιλόσοφος, τι φαντάζεσαι ότι νομίζει +τας άλλας ηδονάς εμπρός εις εκείνην, που παρέχει η γνώσις της αληθείας και η +αποκλειστική εις αυτήν αφοσίωσις; δεν θα έλεγεν ότι πολύ απέχουν της αληθινής +ηδονής και ότι είναι το πολύ ανάγκαι τας οποίας ούτε καν θα εσκέπτετο, αν δεν τας +επέβαλλεν η φύσις; — Δι' αυτό δα πρέπει να είμεθα τελείως βέβαιοι.</p> + +<p> — Αφού λοιπόν αμφισβητούνται τα τρία ταύτα είδη των ηδονών και οι +αντιστοιχούντες προς αυτά βίοι, πώς θα κάμωμεν διά να κρίνωμεν ποίος από τους +τρεις έχει δίκαιο; πώς να εύρωμεν, αν όχι ποίος βίος από αυτούς είναι ωραιότερος και +ασχημότερος ή καλύτερος και χειρότερος, αλλά τουλάχιστον ευχαριστότερος και +αλυπότερος; — Ξεύρω κ' εγώ; — Σκέψου να ιδής· πώς δυνάμεθα να κρίνωμεν +ασφαλώς περί της αληθείας ενός πράγματος; ουχί διά της εμπειρίας, της φρονήσεως +και του ορθού λόγου; ή μήπως έχομεν κανένα άλλο καλύτερον κριτήριον; — Όχι +βέβαια. — Πρόσεξε λοιπόν ποίος από αυτούς τους τρεις ανθρώπους έχει μεγαλυτέραν +εμπειρίαν όλων των ηδονών, που ανεφέραμεν; νομίζεις ότι ο φιλοκερδής, αν +επεδίδετο εις την σπουδήν της αληθείας, θα ήτο ικανώτερος να κρίνη περί της ηδονής, +την οποίαν παρέχει η γνώσις, ή ο φιλόσοφος περί της ηδονής, την οποίαν παρέχει το +κέρδος; — Πολύ διαφέρει το πράγμα· διότι ο μεν φιλόσοφος είναι υποχρεωμένος από +την παιδικήν του ηλικίαν να δοκιμάζη και τας άλλας ηδονάς, ενώ ο φιλοκερδής δεν +έχει καμμίαν ανάγκην να σπουδάση την αλήθειαν της φύσεως των όντων, διά να +δοκιμάση, πόσον γλυκεία είναι αυτή η ηδονή, και να αποκτήση επομένως την +εμπειρίαν της· μάλλον δε, και αν είχε όλην την καλήν διάθεσιν και προθυμίαν, το +πράγμα θα ήτο ανώτερον των δυνάμεών του. — Ώστε ο φιλόσοφος υπερτερεί κατά +πολύ τον φιλοκερδή ως προς την εμπειρίαν αμφοτέρων των ηδονών. — Πολύ μάλιστα. +— Τον δε φιλότιμον; έχει τάχα ολιγωτέραν εμπειρίαν της ηδονής, που δίδουν αι τιμαί +και η δόξα, παρ' όσην έχει ο φιλότιμος της ηδονής, που παρέχουν η μάθησις και η +επιστήμη; — Κάθε άλλο· διότι τιμάς μεν και δόξαν ευρίσκει έκαστος των τριών αυτών +ανθρώπων, όταν ευδοκιμήση εξαιρετικώς εις το έργον εις το οποίον ήθελεν επιδοθή, +και ο πλούσιος τιμάται υπό πολλών όπως και ο ανδρείος και ο σοφός· ώστε, όσον δι' +αυτήν την ηδονήν των τιμών, τι πράγμα είναι, όλοι έχουν ίσην εμπειρίαν ενώ, ποίαν +ηδονήν παρέχει η εύρεσις της αληθείας των όντων, κανείς άλλος δεν ημπορεί να την +έχη δοκιμάση παρά μόνον ο φιλόσοφος. — Επομένως, όσον εξαρτάται από την +εμπειρίαν, ο φιλόσοφος είναι εις θέσιν να κρίνη πολύ καλύτερα από τους δύο άλλους. +— Χωρίς καμμίαν αντίρρησιν.</p> + +<p> — Αλλ' είναι και ο μόνος ακόμη ο οποίος, μετά της εμπειρίας συνδυάζει και +την φρόνησιν. — Πώς όχι; — Προσέτι δε και το όργανον, διά του οποίου δυνάμεθα να +κρίνωμεν ορθώς, δεν ανήκει εις τον φιλοκερδή ουδέ εις τον φιλότιμον, αλλ' +αποκλειστικώς εις τον φιλόσοφον. — Το ποίον; — Δεν είπαμεν ότι χρειάζεται ο ορθός +λόγος διά να κρίνωμεν ορθώς; — Ναι. — Αλλ' ακριβώς το προσιδιάζον όργανον του +φιλοσόφου είναι ο ορθός λόγος. — Πώς όχι; — Λοιπόν, εάν ήρκει το κέρδος και τα +πλούτη διά να κρίνωμεν ορθώς περί των πραγμάτων, εκείνα τα οποία θα επήνει ή θα +έψεγεν ο φιλοκερδής, κατ' ανάγκην θα ήσαν και τα αληθέστερα. — Βεβαίως. — Εάν δε +ήρκει η τιμή, η νίκη και η ανδρεία, τότε δεν θα ήσαν αληθή εκείνα, τα οποία θα επήνει +ο φιλότιμος και ο φιλόνικος; — Φανερόν. — Αφού όμως τα πράγματα κρίνονται διά +της εμπειρίας, της φρονήσεως και του ορθού λόγου; — Τότε κατ' ανάγκην αληθή είναι +εκείνα μόνον, τα οποία επαινεί ο φιλόσοφος, ο φίλος του ορθού λόγου. — Και +επομένως, από τας τρεις ηδονάς της ψυχής, γλυκυτέρα είναι η ηδονή της μαθήσεως +και της επιστήμης, και εκείνος ο άνθρωπος, εις τον οποίον επικρατεί αύτη, θα διάγη +βέβαια τον γλυκύτερον βίον. — Πώς ημπορεί να είναι αλλέως; έχει πράγματι όλα του +τα δίκαια ο φιλόσοφος, όταν επαινή ως άριστον τον ιδικόν του βίον. — Ποίον δε βίον +και ποίαν ηδονήν θέτει εις την δευτέραν σειράν ο κριτής; — Φυσικά του φιλοδόξου +και του πολεμικού· διότι αυτόν θεωρεί πλησιέστερον προς τον ιδικόν του, ή του +χρηματιστού. — Ώστε, καθώς φαίνεται, εις τον τελευταίον τούτον δίδει την τελευταίαν +θέσιν. — Αναμφιβόλως.</p> + +<p> — Ιδού λοιπόν δύο αλλεπάλληλοι νίκαι, εις τας οποίας ο δίκαιος ενίκησε +τον άδικον· αλλά και τρίτην ακόμη θα νικήση, αληθώς ολυμπιακήν, διά την οποίαν θα +αποδώση χάριτας εις τον σωτήρα τον Ολύμπιον Δία· και ιδού αυτή: κάθε άλλη ηδονή, +εκτός του σοφού, δεν είναι τελείως αληθής και καθαρά, αλλ' είναι απλώς μία +σκιαγραφία της ηδονής, καθώς ενθυμούμαι να ήκουσα από κάποιον σοφόν· και αυτό +βέβαια θα ήτο η μεγαλυτέρα και τελειωτική ήττα του αδίκου. — Βέβαια· αλλά πώς το +αποδεικνύεις; — Εσύ αποκρίνου εις τας ερωτήσεις μου και από κοινού αναζητούντες +θα το εύρωμεν. — Ερώτα με λοιπόν. — Σε ερωτώ· η λύπη δεν λέγομεν ότι είναι το +εναντίον της ηδονής; — Είναι βέβαια. — Δεν υπάρχει δε και μία κατάστασις, κατά την +οποίαν ούτε χαίρομεν ούτε λυπούμεθα; — Μάλιστα. — Και η κατάστασις αύτη, +κειμένη εν τω μέσω της ηδονής και της λύπης, αποτελεί διά την ψυχήν μίαν +κατάστασιν ησυχίας απέναντι και των δύο· ή δεν είναι αυτή η ιδέα σου; — Αυτή +μάλιστα. — Αλλά ενθυμείσαι άραγε τους λόγους, που λέγουν οι άρρωστοι κατά την +ασθένειάν των; — Ποίους λόγους; — Ότι δεν υπάρχει γλυκύτερον πράγμα από την +υγείαν, αλλά δεν ήσαν εις θέσιν να γνωρίζουν όλην του την αξίαν πριν ασθενήσουν. — +Ναι, τους ενθυμούμαι. — Δεν ήκουsες επίσης και εκείνους, που υποφέρουν από +καμμίαν μεγάλην λύπην, να λέγουν, ότι τίποτε δεν είναι γλυκύτερον παρά να μην +υποφέρη κανείς πλέον; — Μάλιστα. — Αλλά και εις πολλάς άλλας τοιαύτας +περιστάσεις κάμνουν, νομίζω, το ίδιον οι άνθρωποι· όταν λυπούνται, εγκωμιάζουν ως +το γλυκύτερον πράγμα το να μη λυπάται κανείς, την απαλλαγήν από της λύπης και την +ησυχίαν, και όχι την χαράν. — Διότι αυτό ίσως τους φαίνεται τότε γλυκύ και +ευχάριστον πράγμα, η ησυχία. — Κατά τον ίδιον επομένως λόγον και όταν παύση +κανείς να χαίρη, αυτή η ησυχία της χαράς, θα του επροξενούσε λυπηρόν συναίσθημα. +— Κατά πάσαν πιθανότητα. — Ώστε αυτή η ησυχία της ψυχής, η οποία είπαμεν ότι +κείται μεταξύ της ηδονής και της λύπης, θα είναι, κατά τας περιστάσεις και τα δύο, και +λύπη και ηδονή. — Έτσι φαίνεται. — Αλλά είναι δυνατόν, αφού δεν είναι ούτε το ένα +ούτε το άλλο, να είναι και τα δύο μαζί; — Δεν το πιστεύω. — Κάθε λυπηρόν ή +ευχάριστον συναίσθημα δεν παραδέχεσαι ότι είναι κάποια κίνησις της ψυχής; — Ναι. +— Ενώ απεναντίας το να μην αισθάνεται κανείς ούτε χαράν ούτε λύπην, δεν είπαμεν +ότι είναι μία κατάστασις ησυχίας και κάτι τι το διάμεσον μεταξύ των δύο εκείνων +συναισθημάτων; — Μάλιστα. — Πώς είναι λοιπόν λογικόν να παραδεχθή κανείς, ότι η +άρνησις της λύπης είναι ηδονή, και η άρνησις της ηδονής λύπη; — Καθόλου βέβαια +λογικόν δεν είναι. — Ώστε αυτή η κατάστασις της ησυχίας δεν είναι καθ' εαυτήν ούτε +ευχάριστον ούτε δυσάρεστον συναίσθημα· αλλά φαίνεται απλώς ευχάριστον +παραβαλλόμενον προς την λύπην, και δυσάρεστον εν σχέσει προς την ηδονήν· και εις +όλα επομένως αυτά τα φαντάσματα δεν υπάρχει αληθής ηδονή, αλλά μόνον κάποια +γοητεία. — Καθώς τουλάχιστον απεδείχθη διά του συλλογισμού. . . . </p> + +<p> — Διά να μη σου μένη λοιπόν κανένας λόγος να φαντάζεσαι, ότι δεν είναι +άλλο τίποτε η ηδονή εις αυτόν τον κόσμον παρά απαλλαγή από της λύπης και η λύπη +απαλλαγή από της ηδονής, πρόσεξε να ιδής ηδονάς, αι οποίαι δεν προέρχονται +κατόπιν από λύπας. — Πού είναι αυταί και ποίου είδους; — Πολλαί μεν και άλλαι, +αλλά πρόσεξε, διά να εννοήσης, τας ηδονάς της οσφρήσεως· αυταί, χωρίς να +προηγηθή κανένα δυσάρεστον αίσθημα, προξενούν έξαφνα ισχυροτάτην εντύπωσιν +εις την ψυχήν, και αφού παύσουν, δεν της αφήνουν καμμίαν λύπην. — Είναι αλήθεια +αυτό. — Ας μη φανταζώμεθα λοιπόν, ότι η καθαρά ηδονή είναι απλώς απαλλαγή από +την λύπην, και η πραγματική λύπη απαλλαγή από την ηδονήν. — Όχι. — Και +μολαταύτα αι λεγόμεναι ακριβώς ηδοναί, όσαι διά των αισθήσεων του σώματος +φθάνουν εις την ψυχήν, αι περισσότεραι, ίσως και αι ισχυρότεραι, ανήκουν εις αυτό +το είδος, είναι δηλαδή απαλλαγαί από κάποιαν λύπην. — Σύμφωνος. — Δεν συμβαίνει +δε το ίδιον και με τας προαισθήσεις της χαράς και της λύπης, που προκαταβολικώς +δοκιμάζομεν επί τη προσδοκία ευχαρίστου τινός ή δυσαρέστου πράγματος; — Το +ίδιον.</p> + +<p> — Γνωρίζεις δε τι είναι αύται αι ηδοναί και με τι δύναταί τις να τας +παραβάλη; — Με τι; — Δεν αγνοείς ότι υπάρχει εις την φύσιν άνω, κάτω, και μέσον. — +Μάλιστα. — Ένας, ο οποίος μεταβαίνει από το κάτω εις το μέσον, δεν φαντάζεται ότι +πηγαίνει προς τα άνω; και όταν φθάση εις το μέσον και γυρίζη και βλέπη από πού +εξεκίνησε, τι άλλο ημπορεί να φαντασθή, παρά ότι ευρίσκεται εις το άνω, επειδή δεν +είδεν ακόμη το πραγματικώς άνω; — Μα την αλήθειαν, δεν νομίζω ότι θα φαντασθή +αλλέως το πράγμα. — Εάν δε πάλιν εφέρετο προς τα κάτω, θα επίστευε βέβαια ότι +καταβαίνει, και δεν θα είχεν άδικον να το πιστεύη. — Όχι βέβαια. — Όλα δε αυτά θα +τα επάθαινε, διότι δεν γνωρίζει το πραγματικόν άνω, και το κάτω, και το μέσον. — +Φυσικά. — Θα παραξενευθής λοιπόν, εάν άνθρωποι άπειροι της αληθείας έχουν +εσφαλμένην ιδέαν, όπως περί πολλών άλλων πραγμάτων, τοιουτοτρόπως και περί +ηδονής και λύπης και της μέσης εκείνης μεταξύ αυτών καταστάσεως; ούτως ώστε, +όταν περιπίπτουν εις καμμίαν λύπην, πιστεύουν ότι υποφέρουν, και υποφέρουν +πράγματι· αλλ' όταν εκ της λύπης μεταβαίνουν εις την μέσην κατάστασιν, είναι +τελείως πεπεισμένοι ότι ευρίσκονται εις την πλήρη ικανοποίησιν, εις την πλήρη +απόλαυσιν της ηδονής; ενώ απλούστατα απατώνται από άγνοιαν της πραγματικής +ηδονής και διότι θεωρούν την λύπην κατ' αντιπαραβολήν μόνον προς την έλλειψιν της +λύπης, όπως ένας, που δεν γνωρίζει το λευκόν χρώμα, θα έπαιρνε το φαιόν διά +λευκόν, εν συγκρίσει προς το μέλαν. — Πολύ περισσότερον θα μου εφαίνετο +παράξενον, αν το εναντίον συνέβαινε.</p> + +<p> — Τώρα πρόσεχε εις αυτό, που θα σου είπω· η πείνα, η δίψα και αι άλλαι +φυσικαί ανάγκαι, δεν αποτελούν διά το σώμα ένα είδος κενού, το οποίον ζητεί να +πληρωθή; — Μάλιστα. — Παρομοίως δε η άγνοια και η αφροσύνη δεν είναι ένα είδος +κενού και αυταί διά την ψυχήν; — Αναμφιβόλως. — Και το μεν κενόν, που δημιουργεί +η πείνα, δεν το γεμίζει ο άνθρωπος λαμβάνων τροφήν, το δε κενόν της ψυχής τρέφων +την διάνοιάν του; — Πώς όχι; — Και ποία είναι τελειοτέρα πλήρωσις, εκείνη που +γίνεται με πράγματα περισσότερον ουσιαστικά, ή ολιγώτερον; — Με πράγματα +βέβαια περισσότερον ουσιαστικά. — Και ποία πράγματα σου φαίνεται ότι μετέχουν +περισσότερον της καθαράς ουσίας του όντος, τα φαγητά άραγε και τα ποτά και εν +γένει αι τροφαί, ή αι αληθείς δοξασίαι; και αι επιστήμαι και τα διανοήματα και με μίαν +λέξιν όλαι αι αρεταί; κρίνε δε το πράγμα ως εξής· περισσοτέραν πραγματικότητα σου +φαίνεται ότι έχει εκείνο, που προέρχεται από το ον το πάντοτε αναλλοίωτον και +αθάνατον και αληθές και είναι και αυτό τοιούτον και παράγεται επίσης εντός τοιούτου +τινός, ή εκείνο που προέρχεται από πράγματα υποκείμενα εις την αλλοίωσιν και την +φθοράν και είναι και αυτό τοιούτον και παράγεται επίσης εντός τοιούτων; — Εκείνο +βέβαια που προέρχεται από το πάντοτε αναλλοίωτον. — Τα δε πράγματα τα +υποκείμενα εις αλλοίωσιν μήπως μετέχουν τάχα περισσοτέρας πραγματικότητος ή +επιστήμης; — Διόλου. Μήπως τάχα αληθείας; — Ούτε τούτο. — Αφού λοιπόν +μετέχουν ολιγωτέρας αληθείας, δεν θα μετείχον και ολιγωτέρας πραγματικότητος; +Κατ' ανάγκην. — Ώστε γενικώς, όλα, όσα χρησιμεύουν προς συντήρησιν του σώματος +δεν μετέχουν ολιγωτέρας αληθείας και πραγματικότητος, παρ' εκείνα, που +χρησιμεύουν εις την συντήρησιν και θεραπείαν της ψυχής; — Αναμφιβόλως. — Και +αυτό δε το σώμα δεν έχει ολιγωτέραν πραγματικότητα από την ψυχήνq — Μάλιστα. +— Η πλήρωσις επομένως της ψυχής, αφού γίνεται με πράγματα ουσιαστικώτερα, +μετέχει δε και η ιδία περισσοτέρας πραγματικότητος, είναι τωόντι πολύ +πραγματικωτέρα από την πλήρωσιν του σώματος. — Πώς όχι;</p> + +<p> — Εάν λοιπόν η ηδονή συνίσταται εις το να πληρούται τι με τα πράγματα, +που είναι σύμφωνα με την φύσιν του, εκείνο που πληρούται αληθώς με τα πράγματα, +τα οποία έχουν περισσοτέραν πραγματικότητα, οφείλει βεβαίως να απολαμβάνη μίαν +ηδονήν όντως πραγματικωτέραν και αληθεστέραν, ενώ εκείνο το οποίον πληρούται με +πράγματα ολιγώτερον μετέχοντα από την πραγματικότητα, θα πληρούται κατά τρόπον +ολιγώτερον αληθή και βέβαιον και η ηδονή, την οποίαν απολαμβάνει, θα είναι πολύ +ολιγώτερον αληθής και βεβαία. — Είναι απόλυτος ανάγκη να συμβαίνη αυτό. — +Εκείνοι επομένως που δεν γνωρίζουν τι θα ειπή σοφία και αρετή, και είναι +παραδομένοι εις τας απολαύσεις της κοιλίας και άλλας τοιαύτας υλικάς ηδονάς, +φέρονται διαρκώς προς τα κάτω και το πολύ πάλιν έως εις το μέσον, και εις όλην των +την ζωήν ανεβοκαταιβαίνουν μεταξύ των δύο τούτων σημείων, χωρίς ποτέ να +ημπορέσουν να το υπερβούν και χωρίς ποτέ να σταθούν ικανοί, να σηκώσουν τα +βλέμματά των προς το αληθώς άνω, ούτε να απολαύσουν πραγματικώς το αληθώς ον, +και να γευθούν την καθαράν και γνησίαν ηδονήν· αλλά πάντοτε βλέποντες προς τα +κάτω, δίκην ζώων, και σκυμμένοι επάνω εις την γην και εις τραπέζας βόσκουν +κτηνωδώς χορταίνοντες την κοιλίαν των και τας σαρκικάς των επιθυμίας, και από την +πλεονεξίαν αυτών των ηδονών λακτίζονται και κερατίζονται μεταξύ των και εις το +τέλος και αλληλοφονεύονται με τα σιδηρά των κέρατα και τας οπλάς επάνω εις την +λύσσαν της απληστίας των, διότι δεν είναι εις θέσιν να γεμίσουν με πράγματα +ουσιαστικά το μέρος εκείνο του εαυτού των, που μετέχει περισσότερον του όντος και +που είναι το μόνον επιδεκτικόν αληθούς πληρώσεως. — Πιστότατα ως χρησμολόγος +απεικόνισες τον βίον των πολλών, Σωκράτη. — Δεν είναι λοιπόν ανάγκη και να +γνωρίζουν μόνον ηδονάς αναμεμιγμένας με λύπας, απλά είδωλα της αληθούς ηδονής, +ατελείς σκιαγραφίας, που λαμβάνουν χρώμα μόνον εκ της προς αλλήλας +αντιπαραθέσεως και φαίνονται τόσον ισχυραί και αι δύο, ώστε γεννούν λυσσώδεις +έρωτας εις τους άφρονας, και γίνονται τόσον περιμάχητοι, όπως έγινε περιμάχητον, +κατά τον Στησίχορον, το είδωλον της Ελένης εις τους εν Τροία, επειδή δεν εγνώριζαν +την αληθινήν Ελένην; — Πράγματι τοιούτον τι θα συμβαίνη κατ' ανάγκην και με +αυτό.</p> + +<p> — Αλλά πώς; το ίδιον δεν θα συμβαίνη κατ' ανάγκην και με το θυμοειδές, +όταν η φιλοδοξία υποδαυλιζομένη υπό του φθόνου, το φιλόνικον του χαρακτήρος υπό +της αυθαιρεσίας και η φυσική αγριότης υπό της οργής, ωθούν τον άνθρωπον να +επιδιώκη δίχως νουν και κρίσιν την πλησμονήν της τιμής, της νίκης και του θυμού; — +Τοιαύτα θα συμβαίνουν κατ' ανάγκην και με αυτό. — Τι λοιπόν; δεν δυνάμεθα να +είπωμεν μετά θάρρους, ότι και αι επιθυμίαι, που ανήκουν εις τα δύο αυτά μέρη της +ψυχής, το φιλόνικον και το φιλοκερδές, όταν οδηγούνται υπό της επιστήμης και του +λογικού και υπό την οδηγίαν αυτών δεν επιδιώκουν άλλας ηδονάς, παρά όσας +υποδεικνύει η φρόνησις, θα αισθανθώσι τότε τας αληθεστάτας ηδονάς και τας πλέον +συμφώνους προς την φύσιν των που είναι δυνατόν να δοκιμάσουν, διότι αφ' ενός μεν +τας οδηγεί η αλήθεια και διότι, αφ' ετέρου, εκείνο το οποίον είναι συμφερώτερον εις +κάθε πράγμα, είναι συγχρόνως και οικειότερον προς την φύσιν του; — Είναι πράγματι +αληθές τούτο. — Όταν λοιπόν ολόκληρος η ψυχή βαδίζη όπισθεν του λογικού και δεν +επικρατή στάσις μεταξύ των διαφόρων αυτής μερών, εκτός του ότι έκαστον εξ αυτών +περιορίζεται εις το να πράττη το έργον του, συμφώνως με τον ορισμόν της +δικαιοσύνης, καρπούται προσέτι και τας ηδονάς, που του ανήκουν, τας καθαρωτέρας +δηλαδή και αληθεστέρας ηδονάς, που ημπορεί να απολαύση — Δίχως αμφιβολίαν. — +Ενώ απεναντίας, όταν επικρατήση κανένα από τα δύο άλλα μέρη της ψυχής, +συμβαίνει ώστε εν πρώτοις αυτό το ίδιον να μην ημπορή να εύρη την ηδονήν, που του +προσιδιάζει, εξαναγκάζει δε αφ' ετέρου και τα άλλα να επιδιώκουν ηδονάς ξένας προς +την φύσιν των και επομένως όχι αληθινάς. — Έτσι είναι. — Ώστε εκείνα, που +περισσότερον απέχουν από την φιλοσοφίαν και τον ορθόν λόγον, αυτά ακριβώς δεν +θα έφερον τα ολέθρια ταύτα αποτελέσματα; — Χωρίς άλλο. — Δεν απέχει δε ένα +πράγμα από τον ορθόν λόγον, όσον περισσότερον απέχει από τον νόμον και την τάξιν; +— Φανερόν. — Δεν εύρομεν δε ότι περισσότερον από κάθε άλλο απέχουν αι +τυραννικαί και αι ερωτικαί επιθυμίαι; — Μάλιστα. — Ολιγώτερον δε αι βασιλικαί και +αι κόσμιαι; — Ναι. — Κατά συνέπειαν περισσότερον μεν θα απέχη από την αληθινήν +και προσιδιάζουσαν εις τον άνθρωπον ηδονήν ο τύραννος, ολιγώτερον δε ο βασιλεύς· +— Κατ' ανάγκην. — Επομένως η δυστυχεστέρα μεν ζωή και αηδεστέρα θα είναι του +τυράννου, η ευχαριστοτέρα δε και ευτυχεστέρα του βασιλέως. — Αυτό είναι +αναντίρρητον. — Και γνωρίζεις κατά πόσον είναι δυστυχεστέρα η ζωή του τυράννου +από του βασιλέως. — Αν μου το ειπής . . . </p> + +<p> — Υπάρχουν, καθώς παρεδέχθημεν, τρεις ηδοναί, εκ των οποίων η μία +αληθινή, αι δε δύο άλλαι νόθοι· ο τύραννος λοιπόν εχθρός του νόμου και του ορθού +λόγου και περιστοιχούμενος πάντοτε υπό ακολουθίας ηδονών δουλικών, κείται εις το +έσχατον άκρον των νόθων ηδονών, και πόσον επομένως υστερεί του άλλου κατά την +ευτυχίαν, είναι δύσκολον να το ορίσωμεν, εκτός ίσως κατ' αυτόν τον τρόπον. — Κατά +ποίον; — Ο τύραννος έρχεται εις την σειράν τρίτος, ευθύς κατόπιν από τον +ολιγαρχικόν, διότι μεταξύ αυτών ευρίσκεται ο δημοκρατικός — Μάλιστα. — +Επομένως, εάν όσα είπαμεν παραπάνω είναι αληθινά, το είδωλον της ηδονής, που +απολαμβάνει ο τύραννος, είναι το έν τρίτον, ως προς την αλήθειαν, της ηδονής του +ολιγαρχικού. — Ναι. — Ο δε ολιγαρχικός πάλιν έρχεται τρίτος εις την σειράν κατόπιν +του βασιλικού και αριστοκρατικού, εάν δεχθώμεν αυτούς ως έν και μόνον πρόσωπον. +— Μάλιστα τρίτος. — Ώστε ο τύραννος απέχει της αληθούς ηδονής το τριπλάσιον του +τριπλασίου. — Φαίνεται. — Θα ηδύνατο επομένως το είδωλον της ηδονής του +τυράννου, επί τη βάσει του αριθμού τούτου του μήκους, να παρασταθή δι' ενός +επιπέδου. — Μάλιστα. — Εάν δε πολλαπλασιάσωμεν τον αριθμόν τούτον εφ' εαυτόν +και τον υψώσωμεν εις την τρίτην του δύναμιν, είναι δύσκολον να ίδωμεν εις πόσην +απόστασιν ευρίσκεται από την αληθινήν ηδονήν. — Βέβαια είναι εύκολον εις ένα +μαθηματικόν να το υπολογίση. Εάν λοιπόν τώρα αντιστρέψωμεν αυτήν την αναλογίαν +και ζητήσωμεν, πόσον η ηδονή του βασιλέως είναι αληθεστέρα από του τυράννου, θα +εύρωμεν, ως εξαγόμενον του πολλαπλασιασμού, ότι ο βασιλεύς ζη επτακοσίας είκοσι +εννέα φοράς ευτυχέστερον του τυράννου, και ο τύραννος δυστυχέστερον του +βασιλέως άλλας τόσας φοράς. +(<span style='font-size: small;'><a href='#fn3' id='ref3'>3</a></span>) — +Καταπληκτικός είναι αυτός ο υπολογισμός της διαφοράς, που έστησες μεταξύ του +δικαίου και του αδίκου, ως προς την ευτυχίαν και δυστυχίαν αυτών. — Αληθινός όμως +αριθμός, καθόσον εκφράζει ακριβώς την ζωήν που ανήκει εις αυτούς, όπως τους +ανήκουν αι ημέραι των και αι νύκτες και οι μήνες και τα έτη. — Πραγματικώς. — Αφού +λοιπόν τόσον υπερέχει κατά την ευτυχίαν ο αγαθός και δίκαιος τον κακόν και άδικον, +φαντάσου τώρα πόσον απείρως πρέπει να υπερέχη αυτόν κατά την κοσμιότητα του +βίου και την ωραιότητα και την αξίαν! — Απείρως πράγματι.</p> + +<p> — Έστω λοιπόν και αφού εφθάσαμεν τώρα εδώ, ας επαναλάβωμεν εκείνα +που είπαμεν εις την αρχήν αρχήν και τα οποία έδωσαν αφορμήν εις αυτήν την +συζήτησιν· ελέγετο δε τότε, νομίζω, ότι η αδικία ωφελεί εις τον τελείως άδικον, φθάνει +να περνά διά δίκαιος· δεν ελέχθη πράγματι αυτό: — Μάλιστα. — Ας το εξετάσωμεν +λοιπόν και αυτό, τώρα που εμείναμεν σύμφωνοι περί των αποτελεσμάτων, τα οποία +έχουν επί της ψυχής και τα άδικα έργα και τα δίκαια. — Πώς; — Ας πλάσωμεν διά της +φαντασίας μίαν εικόνα της ψυχής, διά να ιδή, τι έλεγεν εκείνος που το υπεστήριζεν +αυτό. — Τι είδους εικόνα. — Μίαν εικόνα κατά το είδος της Χίμαιρας και της Σκύλλας +και του Κέρβερου και των άλλων μυθολογουμένων τεράτων, τα οποία παριστάνουν +συγκείμενα από πολλάς και διαφόρους φύσεις ηνωμένας. — Πολύ καλά. — Πλάττε +λοιπόν εν πρώτοις ένα τέρας ποικίλον και πολυκέφαλον, που να έχη γύρω άλλας μεν +κεφαλάς ημέρων ζώων και άλλας αγρίων, και που να ημπορή να τας παράγη μόνον +του όλας αυτάς και να τας μεταβάλλη κατά βούλησιν. — Χρειάζεται πολύ επιτήδειος +τεχνίτης δι' αυτό το έργον· αφού όμως είναι πολύ ευκολώτερον να πλάττη κανείς διά +της φαντασίας παρά με τον κηρόν, ας υποθέσωμεν ότι το επλάσαμεν το τέρας σου. — +Κάμε τώρα και μίαν εικόνα λέοντος και μίαν ανθρώπου· αλλά να είναι πολύ +μεγαλυτέρα η πρώτη εικών από τας δύο άλλας, και η δευτέρα μεγαλυτέρα από την +τελευταίαν. — Αυτά είναι ευκολώτερα και έγιναν ήδη. — Σύναψε τώρα αυτάς τας +τρεις εικόνας ώστε να συνδεθούν καλά και να αποτελέσουν έν όλον. — Έτοιμον και +αυτό. — Να το ενδύσης τώρα όλο αυτό γύρω με την εικόνα ενός ανθρώπου, ούτως +ώστε ένας, που δεν ημπορεί να ιδή τι έχει μέσα του, αλλά βλέπει μόνον το εξωτερικόν +περίβλημα, να του φαίνεται πως είναι απλώς ένας άνθρωπος. — Έγινε και αυτό.</p> + +<p> — Ας είπωμεν τώρα εις εκείνον που υποστηρίζει ότι η αδικία ωφελεί εις +τούτον τον άνθρωπον και η δικαιοσύνη δεν τον συμφέρει, ας του είπωμεν, λέγω, ότι +είναι το ίδιον να υποστηρίζη πως τον συμφέρει, να καλοθρέφη το πολυκέφαλον τέρας +και να τρανεύη τον λέοντα και τα περί τον λέοντα, να αφήνη δε τον άνθρωπον να +αποθνήσκη από την πείναν και να αδυνατίζη, εις τρόπον ώστε να σύρνεται όπου τον +τραυούν τα άλλα δύο θηρία, και ούτε καν να εξοικειώνη και αυτά μεταξύ των διά να +ζουν με αγάπην, αλλά να τα αφήνη να μαλλώνουν και να δαγκάνωνται και να +τρώγωνται. — Τίποτε άλλο πράγματι δεν λέγει εκείνος που επαινεί την αδικίαν. — Ενώ +απεναντίας εκείνος, που υποστηρίζει ότι η δικαιοσύνη ωφελεί, δεν λέγει ότι πρέπει +πάντα τα έργα μας και πάντες οι λόγοι μας να τείνουν εις το να καταστήσουν +επικρατέστερον τον εσωτερικόν άνθρωπον, και δεν θα επιμελήται και το πολυκέφαλον +τέρας ως έμπειρος γεωργός, λαμβάνων και την βοήθειαν του λέοντος, διά να τρέφη +μεν και αναπτύσση τα ήμερα, εμποδίζη δε τα άγρια να φυτρώνουν, και να φροντίζη +από κοινού δι' όλα, ώστε να ζουν με αγάπην και ομόνοιαν μεταξύ των; — Αυτό +ακριβώς βέβαια λέγει εκείνος που επαινεί την δικαιοσύνην. — Ώστε κατά πάντα +τρόπον εκείνος μεν που εγκωμιάζει την δικαιοσύνην λέγει την αλήθειαν, ψεύδεται δε +εκείνος που επαινεί την αδικίαν· και πραγματικώς, είτε προς την ηδονήν, είτε προς την +δόξαν, είτε προς την ωφέλειαν αποβλέψη τις, ο μεν επαινετής της δικαιοσύνης +αληθεύει, ο δε κατήγορος αυτής τίποτε το σωστόν δεν λέγει, ουδέ καν γνωρίζει εκείνο +που κατηγορεί. — Πραγματικώς μου φαίνεται πως δεν γνωρίζει.</p> + +<p> — Ας προσπαθήσωμεν όμως να τον εξαγάγωμεν από την πλάνην του, αφού +αύτη βέβαια δεν είναι εκουσία. Ευλογημένε, θα του είπωμεν, επί τίνος βάσεως έχει +καθιερωθή η διάκρισις μεταξύ του καλού και του αισχρού; τα μεν καλά δεν είναι +εκείνα που υποτάσσουν το ζωώδες μέρος της φύσεως ημών υπό το ανθρώπινον, ή +μάλλον το θείον, αισχρά δε απεναντίας εκείνα, που υποδουλώνουν το ήμερον εις το +άγριον και θηριώδες; τι λέγεις, θα συμφωνήση; — Αν θέλη να με ακούση. — Τούτου +τεθέντος, ημπορεί ποτε να είναι ωφέλιμον εις κανένα, να πάρη χρήματα αδίκως, εάν +πρόκειται με τα χρήματα που θα πάρη να υποδουλώση το καλύτερον μέρος του +εαυτού του εις το ελεεινότερον; σκέψου δα εάν επρόκειτο απέναντι χρημάτων να +πωλήση δούλον τον υιόν του ή την θυγατέρα του, και μάλιστα εις ανθρώπους αγρίους +και κακούς, δεν θα τον εσύμφερε βέβαια το πράγμα, και τους μεγαλυτέρους +θησαυρούς ακόμη αν ελάμβανεν· όταν δε υποδουλώνη το θειότατον μέρος του +εαυτού του εις το αθεώτατον και μιαρώτατον, δεν είναι πράγματι άθλιος, και ο +χρυσός, τον οποίον δέχεται απέναντι, δεν θα του στοιχίση δεινότερον όλεθρον, παρ' +ό,τι εις την Εριφύλην το χρυσούν περιδέραιον, το οποίον εδέχθη απέναντι της ζωής +του συζύγου της; — Πολύ δεινότερον βέβαια, θα σου αποκριθώ εγώ εκ μέρους +του.</p> + +<p> — Διά ποίον λόγον, σε παρακαλώ, κατεδικάσθη πάντοτε και ανέκαθεν ο +ακόλαστος βίος, παρά διότι η ακολασία αφίνει αχαλίνωτον το φοβερόν εκείνο και +μεγάλον και πολυκέφαλον τέρας πέραν του δέοντος; — Δι' αυτόν βέβαια τον λόγον. — +Διατί δε καταδικάζουν την αυθαιρεσίαν και το ασυμβίβαστον του χαρακτήρος, παρά +διότι αναπτύσσουν και επιτείνουν παρά το αρμόζον μέτρον την φύσιν του λέοντος και +του όφεως εν τω ανθρώπω; — Αναμφιβόλως. — Εάν δε ψέγουν τον τρυφηλόν και +μαλθακόν βίον, δεν είναι διότι εκνευρίζει και εκφυλίζει την ιδίαν αυτήν φύσιν, όταν +την μεταβάλλη εις ανανδρίαν; — Πώς όχι; — Διατί ακόμη ψέγουν την κολακείαν και +την ανελευθερίαν, παρά διότι υποδουλώνει αυτό το ίδιον, το θυμοειδές, εις το +ταραχώδες εκείνο θηρίον και διότι εξευτελιζόμενον χάριν χρημάτων και ένεκα της +απληστίας εκείνου το συνηθίζει εκ νεαράς ηλικίας να γίνεται αντί λέοντος πίθηκος; — +Έτσι είναι. — Διά τίνα δε λόγον τα βάναυσα επαγγέλματα και τας χειρωνακτικάς +εργασίας δεν τας έχουν εις καμμίαν υπόληψιν; όχι διότι εκείνοι που τας εξασκούν +έχουν τόσον αδύνατον εκ φύσεως το άριστον μέρος της ψυχής, το λογικόν, ώστε μη +δυνάμενοι να χαλιναγωγήσουν και να κυβερνήσουν τα θηρία εκείνα, που είναι μέσα +των, αναγκάζονται να τα περιποιούνται, και δεν είναι εις θέσιν τίποτε άλλο να μάθουν, +παρά τα μέσα με τα οποία να κολακεύουν τας αδυναμίας των; — Έτσι φαίνεται.</p> + +<p> — Λοιπόν, διά να λάβουν και οι τοιούτοι ένα άρχοντα όμοιον με εκείνον, +υπό του οποίου κυβερνάται ο τέλειος άνθρωπος, δεν πρέπει να γίνωνται υπήκοοι και +δούλοι εκείνου του τελείου, ο οποίος και αυτός κυβερνάται εσωτερικώς υπό του +θείου, χωρίς βέβαια να νομίζωμεν ότι η υποταγή αύτη θα είναι επί βλάβη του +υπηκόου, καθώς διισχυρίζετο ο Θρασύμαχος εν γένει περί των υπηκόων, αλλ' επειδή +είναι διά πάντα άνθρωπον συμφερώτερον να κυβερνάται υπό άρχοντος σοφού και +θείου, είτε τον έχει εντός του και είναι ιδικός του (το οποίον θα ήτο και το καλύτερον) +είτε και του επιβάλλεται έξωθεν, ίνα κατά το δυνατόν γίνωμεν όλοι όμοιοι προς +αλλήλους και φίλοι κυβερνώμενοι υπό της αυτής αρχής: — Και πολύ σωστά. — Είναι +δε φανερόν, ότι τον ίδιον σκοπόν προτίθεται και ο νόμος, όταν παρέχη την βοήθειάν +του ανεξαιρέτως εις όλα τα μέλη της πολιτείας· και η εξάρτησις δε, υπό την οποίαν +κρατούμεν τους παίδας, επί της αυτής αρχής στηρίζεται· διότι δεν τους αφήνωμεν +ελευθέρους να κάμνουν ό,τι θέλουν, εφ' όσον προηγουμένως δεν εγκαθιδρύσωμεν +εντός αυτών, όπως εις μίαν πόλιν, ένα πολίτευμα σταθερόν, και εφ' όσον δεν +καλλιεργήσωμεν το λογικόν των διά του ιδικού μας, ώστε να είναι εις θέσιν να +επαγρυπνή επ' αυτών και να ρυθμίζη την διαγωγήν των· τότε δε μόνον τους +χειραφετούμεν. — Πράγματι επ' αυτής της αρχής στηρίζεται ο νόμος. — Πώς λοιπόν, +αγαπητέ Γλαύκων, και επί τίνος λόγου στηριζόμενοι θα ημπορούσαμεν να είπωμεν ότι +ωφελεί να αδική τις ή να ακολασταίνη ή να κάμνη καμμίαν αισχράν πράξιν, έστω και +αν, χειρότερος γινόμενος, επρόκειτο να κερδίση χρήματα πολλά ή άλλην τινά δύναμιν; +— Κατ' ουδένα τρόπον. — Ή τι θα ωφελούσε ακόμη, και αν η αδικία έμενε κρυμμένη +και ατιμώρητος; μήπως η ατιμωρησία δεν καθιστά τον κακόν ακόμη χειρότερον; ενώ +απεναντίας, όταν το έγκλημα ανακαλύπτεται και τιμωρήται, το μεν θηριώδες μέρος +της ψυχής καταπραΰνεται και εξημερούται, το δε ήμερον επανακτά όλα του τα +δικαιώματα, ολόκληρος δε η ψυχή αποκαθισταμένη εις την αρίστην αυτής φύσιν +ανυψούται, διά της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης και της φρονήσεως, εις +κατάστασιν τόσον πολύ ανωτέραν από το σώμα, το οποίον ήθελεν αποκτήση δύναμιν +και καλλονήν και υγείαν, όσον η ψυχή είναι καθ' εαυτήν ανωτέρα του σώματος. — +Αυτό είναι βέβαιον. — Ώστε ένας άνθρωπος με νουν θα βάλη βέβαια όλα του τα +δυνατά διά να επιτύχη αυτό το τέλειον είδος της ζωής· και εν πρώτοις θα εκτιμά παρά +παν άλλο τα μαθήματα, που συντείνουν εις την τελειοποίησιν της ψυχής, περιφρονών +όλα τα άλλα. — Αναντιρρήτως. — Έπειτα, ως προς την σωματικήν δίαιταν, δεν θα +παραδώση τον εαυτόν του εις την κτηνώδη και άλογον ηδονήν διά να ζη μόνον με την +απόλαυσιν αυτής, αλλ' ουδέ πάλιν θα επιδοθή εις την αποκλειστικήν επιμέλειαν της +υγείας του, διά να γίνη δυνατός και υγιής και ωραίος, εάν δεν πρόκειται να αποκτήση +δι' αυτών συγχρόνως και την εγκράτειαν, αλλά θα επιζητή πάντοτε την εν τω σώματι +αρμονίαν, χάριν μόνον της εν τη ψυχή συμφωνίας. — Βεβαιότατα, εάν τουλάχιστον +πρόκειται να είναι αληθινός μουσικός.</p> + +<p> — Και επομένως και εις την απόκτησιν των χρημάτων θα τηρήση το αυτό +μέτρον και την αυτήν βεβαίως αρμονίαν, χωρίς να τον θαμβώνη ο όγκος του πλούτου, +που τον μακαρίζουν συνήθως οι πολλοί, διά να ζητή και αυτός να τον αυξήση επ' +άπειρον, αυξάνων όμως συγχρόνως επ' άπειρον και τα κακά που τον συνοδεύουν. — +Και εγώ δεν πιστεύω να το κάμη αυτό. — Αλλ' αποβλέπων πάντοτε εις το εσωτερικόν +του πολίτευμα και προσέχων μήπως επιφέρη καμμίαν εις αυτό διατάραξιν είτε η +περίσσεια του πλούτου είτε η ανεπάρκεια αυτού, θα φροντίση επ' αυτής της βάσεως +να κανονίση τα έσοδα και τα έξοδά του συμφώνως προς τας δυνάμεις του. — +Αναμφιβόλως. — Επί της αυτής ακόμη αρχής στηριζόμενος και ως προς τας τιμάς και +τα αξιώματα, θα επιζητή μεν και ευχαρίστως μάλιστα θα δοκιμάζη εκείνα, που έχει την +ιδέαν ότι θα τον κάμουν καλύτερον, θα αποφεύγη όμως, είτε εις τον ιδιωτικόν είτε εις +τον δημόσιον βίον του, όσα θα ημπορούσαν να διαταράξουν την αρμονίαν, που +βασιλεύει εις την ψυχήν του. — Τότε λοιπόν δεν θα θελήση να αναμιχθή εις τα +πολιτικά, εάν, καθώς λέγεις, τόσον φροντίζη δι' αυτό. — Θα θελήση, μα τον κύνα, και +παρά πολύ μάλιστα, τουλάχιστον εις την ιδικήν του πόλιν, όχι όμως ίσως και εις την +πατρίδα του, εκτός τουλάχιστον αν γίνη κανένα θαύμα . . . — Α, εκατάλαβα· εννοείς +την πόλιν, την οποίαν ιδρύσαμεν ημείς, και η οποία μόνον κατά φαντασίαν υφίσταται, +διότι δεν πιστεύω να υπάρχη εις κανένα μέρος της γης. — Αλλ' ίσως να ευρίσκεται εις +τον ουρανόν το πρότυπον αυτής, τουλάχιστον δι' εκείνον που θέλει να το βλέπη· και +να ρυθμίζη επί τη βάσει αυτού το πολίτευμα της ψυχής του· άλλως τε δεν σημαίνει +τίποτε αν υπάρχη, ή αν θα υπάρξη κάποτε· διότι ο σοφός και τέλειος άνθρωπός μας +μόνον εις της τοιαύτης πόλεως τα πολιτικά θα αναμιχθή και καμμιάς άλλης. — Και +είναι πολύ φυσικόν.</p> + +<h4 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΒΙΒΛΙΟΝ Ι'.</h4> + +<p> +<br /> + — Και πραγματικώς πολλούς και άλλους λόγους έχω να κρίνω, ότι η πολιτεία +που ιδρύσαμεν ημείς είναι η τελειοτέρα από κάθε άλλην, όχι δε ολιγώτερον το λέγω +αυτό και όταν αναλογισθώ εκείνο που είπαμεν διά την ποίησιν. — Το ποίον; — Το ότι +κατ' ουδένα τρόπον παραδεχόμεθα το καθαρώς μιμητικόν αυτής μέρος· τώρα +μάλιστα, καθώς νομίζω, φαίνεται απαραίτητος η ανάγκη να το αποκλείσωμεν ολότελα, +αφού έχομεν πλέον σαφώς διακρίνη τα μέρη εις τα οποία διαιρείται η ψυχή. — Πώς +τούτο; — Διά να το είπωμεν μεταξύ μας, διότι δεν θα με προδώσετε βέβαια εις τους +τραγικούς ποιητάς και εις όλους τους άλλους τους μιμητικούς, όλα αυτά τα είδη της +ποιήσεως δεν είναι δι' άλλο παρά να διαφθείρουν τον νουν των ακροατών, όσοι +τουλάχιστον δεν έχουν αντιφάρμακον την ακριβή εκτίμησιν των πραγμάτων αυτών. — +Πώς σκέπτεσαι διά να φθάσης εις αυτό το συμπέρασμα; — Θα σου το ειπώ, αν και +μου κρατεί την γλώσσαν μου μια κάποια αγάπη και σεβασμός, που τρέφω εκ παιδικής +ηλικίας διά τον Όμηρον· διότι φαίνεται ότι αυτός είναι ο πρώτος διδάσκαλος και ο +αρχηγός όλων αυτών των καλών μας τραγικών ποιητών^ αλλ' επειδή όμως ο +άνθρωπος οφείλει να υποχωρήση εμπρός εις την αλήθειαν, πρέπει να το ειπώ αυτό +που λέγω. — Πολύ σωστά βέβαια.</p> + +<p> — Άκουε λοιπόν, ή καλύτερα απάντησέ μου. — Ερώτα με. — Ημπορείς να +μου ειπής μίμησις γενικώς τι είναι; διότι εγώ δεν κατορθώνω πολύ καλά να εννοήσω τι +θέλει να ειπή. — Πολύ ωραία λοιπόν τότε θα το εννοήσω εγώ! — Δεν θα ήτο και +παράδοξον το πράγμα, διότι πολλάκις άνθρωποι με αμβλείαν την όρασιν βλέπουν κάτι +τι πρωτύτερα από τους οξυδερκείς. — Αυτό είναι αλήθεια, αλλά ποτέ εγώ εμπρός σου +δεν θα ήμουν ικανός να τολμήσω να ειπώ την ιδέαν μου δι' οτιδήποτε· ώστε βλέπε συ +ο ίδιος.</p> + +<p> — Θέλεις λοιπόν να αρχίσωμεν και αυτήν την εξέτασιν από την +συνηθισμένην μας μέθοδον; συνηθίζομεν, ηξεύρεις, να περιλαμβάνωμεν υπό μίαν +ιδέαν γενικήν εκάστην χωριστήν πληθύν των όντων, εις τα οποία αποδίδομεν το αυτό +όνομα· ή δεν εννοείς; — Εννοώ. — Ας λάβωμεν λοιπόν και τώρα ό,τι θέλεις από αυτά +τα πολλά· υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, πολλαί κλίναι και τράπεζαι. — Πώς όχι; — +Αλλά αυτά τα δύο είδη των επίπλων περιλαμβάνονται το ένα υπό την ιδέαν της κλίνης, +το άλλο υπό την ιδέαν της τραπέζης. — Ναι. — Δεν συνηθίζομεν δε ακόμη να λέγωμεν, +ότι ο τεχνίτης που κατασκευάζει το ένα ή το άλλο από αυτά τα δύο είδη των επίπλων, +έχει υπ' όψιν του την ιδέαν και τοιουτοτρόπως κατασκευάζει ο ένας τας κλίνας και ο +άλλος τας τραπέζας, τας οποίας μεταχειριζόμεθα ημείς, και όλα τα άλλα κατ' αυτόν +τον τρόπον; διότι βέβαια αυτήν την ιδέαν κανείς τεχνίτης δεν την κατασκευάζει· είναι +δυνατόν; — Όχι βέβαια.</p> + +<p> — Κοίταξε λοιπόν τώρα τι όνομα θα δώσης και εις αυτόν τον τεχνίτην που +θα σου ειπώ. — Τον ποίον; — Εκείνος που κάμνει όλα όσα κάμνουν χωριστά καθένας +από τους χειροτέχνας. — Φοβερός και θαυμαστός θα είναι αυτός που μας λέγεις. — +Περίμενε να ιδής ακόμη και τότε πολύ περισσότερον θα τον θαυμάσης· διότι ο ίδιος +αυτός ο τεχνίτης είναι άξιος να κάμη όχι μόνον όλα τα έπιπλα και σκεύη, αλλά και όλα +τα δημιουργήματα της φύσεως, και ζώα και φυτά και όλα τα άλλα πράγματα και τον +εαυτόν του ακόμη, και εκτός τούτων και την γην και τον ουρανόν και τον Άδην κάτω +από την γην. — Πάρα πολύ αξιοθαύμαστον σοφόν μας λέγεις. — Δεν το πιστεύεις; +Αλλά ειπέ μου, σε παρακαλώ· σου φαίνεται απολύτως αδύνατον να υπάρξη, ένας +τέτοιος τεχνίτης, ή υπό μίαν μεν έποψιν ημπορεί ένας να κάμνη όλα αυτά, υπό άλλην +δε έποψιν όχι; ή μήπως δεν γνωρίζεις ότι και συ ο ίδιος θα ήσουν ικανός με ένα +κάποιον τρόπον να τα κάμης όλα αυτά; — Και ποίος είναι αυτός ο τρόπος; — Το +πράγμα δεν είναι δύσκολον, αλλά γίνεται συχνάκις και γρήγορα· και εις την στιγμήν +μάλιστα, αν θέλης να κάμης την δοκιμήν, πάρε ένα καθρέπτην και γύρισέ τον απ' όλα +τα μέρη· αμέσως θα κάμης τον ήλιον και όσα υπάρχουν εις τον ουρανόν, αμέσως θα +κάμης την γην, και τον εαυτόν σου και τα άλλα ζώα και τα σκεύη και τα φυτά και όλα +που ελέγαμεν προ ολίγου.</p> + +<p>Ναι, φαινόμενα, όχι όμως και αληθώς υπάρχοντα. — Πολύ καλά το είπες, και +έρχεσαι ακριβώς εκεί που ζητεί ο λόγος· και ο ζωγράφος, νομίζω, είναι τεχνίτης αυτού +του είδους, ή όχι; — Βεβαιότατα. — Αλλά, υποθέτω, δεν θα ειπής ότι είναι αληθινά +και πραγματικά εκείνα που κάμνει· αν και υπό μίαν τινά έποψιν και ο ζωγράφος +κάμνει κλίνην ή όχι; — Ναι, αλλά φαινομενικήν κλίνην. — Τι δε ο κλινοποιός; δεν +έλεγες προ μικρού ότι δεν κατασκευάζει την ιδέαν, η οποία ακριβώς δεχόμεθα ότι +είναι εκείνο που κατ' ουσίαν είναι η κλίνη, αλλ' απλώς μίαν κλίνην; — Ναι, το έλεγα. — +Αφού λοιπόν δεν κάμνει εκείνο που κατ' ουσίαν υπάρχει, δεν κάμνει επομένως τίποτε +πραγματικόν, αλλά κάτι τι που ομοιάζει με το πραγματικόν, χωρίς όμως να είναι αυτό· +εάν δε τις ήθελεν είπη, ότι είναι πραγματικώς ον το έργον του κλινοποιού ή άλλου +τινός τεχνίτου, δεν φαίνεται ότι απατάται προφανώς; — Αυτό τουλάχιστον θα +παραδεχθούν όσοι διατρίβουν με αυτά τα ζητήματα. — Ας μη μας φαίνεται λοιπόν +παράδοξον εάν και αυτό είναι κάτι τι πολύ αμυδρόν παραβαλλόμενον προς την +αλήθειαν. — Μάλιστα.</p> + +<p> — Θέλεις λοιπόν επ' αυτών τα οποία είπαμεν να εξετάσωμεν τι πράγμα +είναι ο μιμητής ούτος; — Εάν το θέλης. — Υπάρχουν λοιπόν τριών ειδών κλίναι· μία, η +οποία υπάρχει, εν τη φύσει, και την οποίαν, καθώς νομίζω, ημπορούμεν να είπωμεν +ότι την κατεσκεύασεν ο θεός· διότι εις ποίον άλλον δυνάμεθα να την αποδώσωμεν; — +Εις κανένα άλλον, νομίζω. — Δευτέρα, την οποίαν κατασκευάζει ο ξυλουργός. — +Μάλιστα. — Και μία τρίτη, την οποίαν κάμνει ο ζωγράφος· δεν είναι έτσι; — Έτσι είναι. +— Ζωγράφος λοιπόν, κλινοποιός, θεός, είναι τρεις τεχνίται εις τους οποίους ανήκουν +τρία διάφορα είδη κλινών. — Μάλιστα τρεις. — Και ο μεν θεός, είτε δεν ήθελεν, είτε +υπήρχεν ανάγκη τις να μη κατασκευάαη παρά μίαν μόνον κλίνην εν τη φύσει, +κατεσκεύασε πραγματικώς μίαν μόνην, εκείνην ακριβώς που είναι η καθ' αυτό κλίνη· +δύο δε τοιαύται ή περισσότεραι ούτε εδημιουργήθησαν, ούτε είναι δυνατόν να +δημιουργηθώσι. — Διά ποίον λόγον; — Διότι αν ήθελε κατασκευάση δύο μόνον, +αμέσως θα παρουσιάζετο και μία τρίτη, της οποίας η ιδέα θα ήτο κοινή και εις τας δύο +εκείνας, και τότε αυτή θα ήτο η καθ' αυτό κλίνη, και όχι αι δύο άλλαι. — Πολύ σωστά. +— Αυτά λοιπόν, υποθέτω, τα εγνώριζεν ο θεός, και επειδή ήθελε να είναι πράγματι +ποιητής κλίνης πραγματικώς και καθ' εαυτήν υπαρχούσης, και όχι όπως ο κλινοποιός +κατασκευαστής αυτής ή εκείνης της κλίνης, δι' αυτό εδημιούργησε την κλίνην η οποία +εκ φύσεως είναι μία. — Έτσι πρέπει να είναι το πράγμα. — Θέλεις λοιπόν αυτόν μεν να +τον ονομάσωμεν δημιουργόν της κλίνης, ή κάπως έτσι αλλέως; — Θα είναι δίκαιον, +διότι αφ' εαυτού εδημιούργησε και της κλίνης την ουσίαν και όλων των άλλων +πραγμάτων. — Τον δε κλινοποιόν; δεν θα τον ονομάσωμεν κατασκευαστήν κλίνης; — +Ναι. — Τον δε ζωγράφον θα ονομάσωμεν επίσης κατασκευαστήν και δημιουργόν +αυτής; — Καθόλου. — Αλλά τι λοιπόν θα τον ονομάσης της κλίνης; — Μα, υποθέτω, το +καλύτερον που Θα εταίριαζε είναι να τον ονομάσωμεν μιμητήν εκείνου, του οποίου οι +άλλοι είναι κατασκευασταί. — Πολύ καλά· μιμητήν λοιπόν ονομάζεις τον ποιητήν ενός +έργου, που απέχει τρεις βαθμίδας από την φύσιν; — Ακριβώς. — Τοιουτοτρόπως +λοιπόν και ο τραγωδιοποιός, αφού είναι μιμητής, απέχει τρεις βαθμούς από τον +βασιλέα και από την αλήθειαν, καθώς και όλοι οι άλλοι οι μιμηταί. — Έτσι +φαίνεται.</p> + +<p> — Περί μεν λοιπόν του μιμητού εμείναμεν σύμφωνοι· ειπέ μου δε τώρα +περί του ζωγράφου· φρονείς τάχα ότι έργον έχει να μιμήται εκείνο που είναι εν τη +φύσει καθ' εαυτό έν, ή τα έργα των τεχνιτών; — Τα έργα των τεχνιτών. — Και άραγε +όπως είναι ή όπως φαίνονται; αυτό ακόμη να μου καθορίσης. — Πώς εννοείς; — Ως +εξής· μία κλίνη, είτε εκ του πλαγίου την παρατηρείς, είτε κατ' ενώπιον, είτε απ' όπου +αλλού, μεταβάλλεται καθόλου, ή απλώς μόνον φαίνεται διαφορετική; το ίδιον δε και +δι' όλα τα άλλα πράγματα; — Φαίνεται μόνον διαφορετική, χωρίς να μεταβάλλεται +καθόλου. — Εδώ λοιπόν τώρα πρόσεξε· ποίος είναι ο σκοπός της ζωγραφικής; έργον +έχει να μιμήται το αντικείμενον, όπως πραγματικώς υπάρχει, ή το φαινόμενον όπως +φαίνεται; είναι με άλλους λόγους μίμησις του φαινομενικού ή της πραγματικότητος; +— Του φαινομενικού. Απέχει λοιπόν πολύ της αληθείας η μίμησις και, καθώς +φαίνεται, δι' αυτό κάμνει τόσα πράγματα, διότι παίρνει πάρα πολύ μικρόν μέρος από +το κάθε τι, και αυτό ακόμη δεν είναι παρά φαινομενικόν μόνον· παραδείγματος χάριν +ο ζωγράφος, λέγομεν, θα μας ζωγραφήση ένα υποδηματοποιόν, τον ξυλουργόν, τους +άλλους τεχνίτας, χωρίς να γνωρίζη τίποτε από την τέχνην κανενός· μ' όλα ταύτα, εάν +είναι καλός ο ζωγράφος, ημπορεί να εξαπατήση τα παιδιά και τους αμαθείς +ανθρώπους, επιδεικνύων από μακράν εις αυτούς ένα ξυλουργόν, που έχει ζωγραφίση, +εις τρόπον ώστε να πιστεύουν ότι είναι αληθινός ξυλουργός. — Πώς όχι; — Αλλ' όμως, +φίλε μου, αυτήν την ιδέαν πρέπει να σχηματίσωμεν περί όλων αυτών όταν έλθη +κανείς να μας είπη, ότι συνήντησε κάποιον άνθρωπον, που γνωρίζει όλας τας τέχνας, +και ότι όλα τα άλλα πράγματα, τα οποία γνωρίζουν οι άλλοι χωριστά ο καθένας, αυτός +τα γνωρίζει πολύ καλύτερα από αυτούς, πρέπει να του απαντήσωμεν ότι χωρίς άλλο +είναι πολύ απλοϊκός να το πιστεύη, και, καθώς φαίνεται, ευρήκε κανένα μάγον ή +μιμητήν, από τον οποίον εξηπατήθη ώστε να τον νομίση πάνσοφον, επειδή ο ίδιος δεν +είναι εις θέσιν να ξεχωρίση την επιστήμην και την ανεπιστημοσύνην και την μίμησιν. +— Αυτό είναι αληθέστατον.</p> + +<p> — Μας μένει τώρα ύστερ' απ' αυτά να εξετάσωμεν την τραγωδίαν, και τον +Όμηρον τον αρχηγόν αυτής, διότι ακούομεν μερικούς να λέγουν ότι οι ποιηταί αυτοί +γνωρίζουν όλας τας τέχνας, και όλας τας ανθρωπίνας επιστήμας, που έχουν +αντικείμενον την αρετήν και την κακίαν, προσέτι δε και όσα αποβλέπουν τους θεούς· +επειδή ένας καλός ποιητής είναι ανάγκη να γνωρίζη καλά όλα εκείνα, τα οποία +πραγματεύεται, εάν θέλη να έχη το έργον του πραγματικήν αξίαν, άλλως δεν είναι +δυνατόν να κάμη τίποτε· πρέπει λοιπόν να εξετάσωμεν ημείς, αυτοί που ομιλούν κατ' +αυτόν τον τρόπον μήπως τάχα έχουν απατηθή από τους μιμητάς τούτους, και +βλέποντες τα έργα των, δεν είναι εις θέσιν να εννοήσουν, ότι απέχουν τρεις βαθμούς +από την πραγματικότητα και ότι τοιαύτα έργα είναι εύκολον να γίνουν και από +άνθρωπον μη γνωρίζοντα την αλήθειαν, διότι είναι φαντάσματα και δεν έχουν τίποτε +το αληθινόν· ή μήπως τάχα έχουν δίκαιον και πράγματι οι καλοί ποιηταί κατέχουν +κατά βάθος τα πράγματα, τα οποία, κατά την κρίσιν των πολλών, τόσον εύμορφα +παριστάνουν. — Πραγματικώς πρέπει να το εξετάσωμεν. — Πιστεύεις λοιπόν ότι, εάν +ένας ήτο εξ ίσου ικανός να κάμη και το είδωλον ενός πράγματος, και αυτό το ίδιον +πράγμα καθ' εαυτό, θα επροτίμα να αφοσιωθή με όλας τας δυνάμεις του εις την +δημιουργίαν κενών ειδώλων και αυτό να λάβη ως σκοπόν της ζωής του, ως να μην είχε +τίποτε άλλο καλύτερον να κάμη; — Δεν το πιστεύω εγώ. — Αλλ' εάν ήτο αληθώς +επιστήμων των πραγμάτων αυτών που μιμείται, νομίζω ότι πολύ περισσότερον θα +επροθυμοποιείτο διά τα ίδια τα έργα παρά διά την μίμησιν αυτών, και θα +επροσπαθούσε να αφήση οπίσω του την μνήμην πολλών και καλών κατορθωμάτων, +προτιμών, φυσικώ τω λόγω, να είναι μάλλον ο εγκωμιαζόμενος, παρά ο εγκωμιαστής +άλλων. — Και εγώ αυτό φρονώ, διότι δεν είναι ίση και εις τας δύο περιστάσεις η τιμή +και η ωφέλεια. — Και διά μεν τα άλλα πράγματα ας μη ζητώμεν λόγον από τον +Όμηρον ή από όποιον άλλον ποιητήν· ας μην ερωτήσωμεν αν κανείς από αυτούς ήτο +επιστήμων ιατρός, και όχι απλώς μιμητής ιατρικών λόγων, εάν κανείς από τους +παλαιούς ή νέους ποιητάς εθεράπευσεν ασθενείς, όπως ο Ασκληπιός, αν άφησε +μαθητάς της ιατρικής, όπως εκείνος τους ιδίους του απογόνους· ας μην τους +ερωτήσωμεν και διά τας άλλας τέχνας και ας τα αφήσωμεν όλα αυτά κατά μέρος· +αφού, όμως ο Όμηρος τολμά να κάμνη λόγον περί των μεγίστων και καλλίστων +πραγμάτων, περί πολέμων και στρατηγιών και διοικήσεων πόλεων και περί της +εκπαιδεύσεως των ανθρώπων, είναι ίσως δίκαιον να τον ερωτήσωμεν και να του +είπωμεν: Ω φίλε Όμηρε, εάν δεν απέχης τρεις βαθμούς από την αλήθειαν όσον αφορά +την αρετήν και δεν είσαι απλώς δημιουργός ειδώλων, μιμητής δηλαδή κατά τον +ορισμόν μας, αλλά απέχης, έστω, δύο βαθμούς και ήσουν ικανός να γνωρίζης ποία +είναι εκείνα που κάμνουν τους ανθρώπους καλυτέρους ή χειροτέρους είτε εις τον +ιδιωτικόν είτε εις τον δημόσιον βίον, λέγε μας, ποία πόλις χρεωστεί εις εσένα την +βελτίωσιν της διοικήσεώς της, όπως η Λακεδαίμων εις τον Λυκούργον και αι άλλαι +πόλεις μικραί και μεγάλαι εις άλλους πολλούς; εσένα ποία πόλις σε μνημονεύει ότι +υπήρξες νομοθέτης άριστος και ότι την ωφέλησες; η Ιταλία και η Σικελία έχουν τον +Χαρώνδαν, ημείς οι Αθηναίοι τον Σόλωνα· εσένα όμως ποίος τόπος; θα έχη να μας +απαντήση κανένα; — Δεν πιστεύω· τουλάχιστον ούτε αυτοί οι Ομηρίδαι αναφέρουν +τοιούτον τι. — Αλλά μήπως τάχα μνημονεύεται κανένας πόλεμος επί της εποχής του +Ομήρου, ο οποίος να διεξήχθη επιτυχώς ή υπό την αρχηγίαν εκείνου ή σύμφωνα με +τας συμβουλάς του; — Κανείς. — Αλλά μήπως λοιπόν αναφέρονται πολλαί εφευρέσεις +ως σοφού ανθρώπου εις τας τέχνας και άλλαι ευκολίαι ωφέλιμοι εις τας διαφόρους +εργασίας και τα επαγγέλματα, όπως λέγεται περί του Θαλού του Μιλησίου και του +Αναχάρσιδος του Σκύθου; — Τίποτε απολύτως τοιούτον δεν λέγεται. — Αλλ' εάν δεν +προσέφερεν ο Όμηρος καμμίαν τοιαύτην υπηρεσίαν εις την κοινωνίαν, μήπως λέγεται +ότι διηύθυνεν, ότε έζη, την ανατροφήν ιδιωτών τινων, οι οποίοι ηρέσκοντο εις την +συναναστροφήν του και παρέδοσαν εις τους μεταγενεστέρους ένα τρόπον βίου +ομηρικόν, όπως ο Πυθαγόρας παραδείγματος χάριν ηγαπήθη ιδιαζόντως διά τον +λόγον τούτον και οι οπαδοί του ακόμη και σήμερον διακρίνονται μεταξύ όλων των +ανθρώπων δια τον ιδιαίτερον τρόπον του βίου των, τον οποίον αυτοί οι ίδιοι +ονομάζουν Πυθαγόρειον; — Ούτε τίποτε τοιούτον αναφέρεται· διότι ο Κρεώφυλος +τουλάχιστον, ο φίλος του Ομήρου, θα εφαίνετο ίσως ως προς την ανατροφήν του +γελοιότερος και από αυτό το όνομά του, αν αληθεύουν όσα αναφέρουν σχετικώς με +την διαγωγήν του προς τον Όμηρον· διότι λέγουν ότι επέδειξε μίαν αχαρακτήριστον +αμέλειαν προς αυτόν, ενόσω έζη.</p> + +<p> — Πραγματικώς αναφέρεται τοιούτον τι· αλλά φρονείς, Γλαύκων, ότι εάν +πράγματι ο Όμηρος ήτο ικανός να εκπαιδεύη τους ανθρώπους και να τους κάμνη +καλυτέρους, επειδή ημπορούσε να γνωρίζη κατά βάθος αυτά τα πράγματα και όχι +απλώς να τα μιμήται, δεν θα αποκτούσε πολλούς φίλους, οι οποίοι θα τον +περιέβαλλον με όλην την αγάπην των; αλλ' ο μεν Πρωταγόρας έξαφνα ο Αβδηρίτης και +ο Πρόδικος ο Κείος και πλείστοι άλλοι έχουν αρκετήν επιρροήν επί του πνεύματος των +συγχρόνων των, ώστε να τους πείθουν, εις τας ιδιαιτέρας των ομιλίας, ότι ούτε τον +οίκον ούτε την πατρίδα των θα ημπορέσουν να διοικήσουν, εάν δεν αναλάβουν αυτοί +την διεύθυνσιν της εκπαιδεύσεώς των· και δι' αυτήν των την σοφίαν τόσον πολύ τους +αγαπούν και τους τιμούν, ώστε μόνον που δεν τους σηκώνουν να τους γυρνούν επάνω +εις τα κεφάλια των οι οπαδοί των. Τον δε Όμηρον και τον Ησίοδον οι σύγχρονοί των +θα τους άφηναν να περιέρχωνται ως αλήται τον κόσμον να απαγγέλλουν τας +ραψωδίας των, εάν ημπορούσαν να ωφελήσουν τους ανθρώπους με αληθινά +διδάγματα αρετής; δεν θα προσεκολλώντο μάλλον εις αυτούς περισσότερον απ' ό,τι +προσκολλώντο εις τον χρυσόν, και δεν θα έκαμναν τα δυνατά των διά να τους +κρατήσουν πλησίον των, ή, εάν δεν το κατώρθωναν, δεν θα τους παρηκολούθουν οι +ίδιοι όπου και αν επήγαιναν ως πιστοί μαθηταί, έως ότου τελειοποιήσουν επαρκώς +την εκπαίδευσίν των; — Μου φαίνεται ότι έχεις πληρέστατον δίκαιον, Σωκράτη.</p> + +<p> — Να είπωμεν λοιπόν περί όλων των ποιητών εν γένει, αρχίζοντες από τον +Όμηρον, ότι είναι απλώς μιμηταί των ειδώλων της αρετής και όλων των άλλων, τα +οποία πραγματεύονται εις τα ποιήματά των, την αλήθειαν όμως ούτε καν +προσεγγίζουν; αλλ' όπως ελέγαμεν προ ολίγου, ο ζωγράφος ημπορεί να κάμη ένα +υποδηματοποιόν που να ομοιάζη πράγματι τόσον πολύ, αν και αυτός ο ίδιος δεν έχει +καμμίαν γνώσιν από αυτό το επάγγελμα, ώστε εκείνοι που τον βλέπουν, απατώμενοι +από το σχέδιον και από το χρώμα, να νομίζουν ότι βλέπουν αληθινόν +υποδηματοποιόν. — Αναμφιβόλως. — Τοιουτοτρόπως, νομίζω, και ο ποιητής, ενώ δεν +γνωρίζει τίποτε άλλο παρά να μιμήται, έχει την ικανότητα να επιχρωματίζη με τοιαύτά +τινα χρώματα, με τας λέξεις δηλαδή και τας εικονικάς εκφράσεις, εκάστην τέχνην, +ώστε, είτε περί υποδηματοποιίας ομιλεί, είτε πραγματεύεται περί πολέμου, είτε περί +οιουδήποτε άλλου πράγματος εν μέτρω και ρυθμώ και αρμονία, οι ακροαταί, +κρίνοντες όπως τα ακούουν κατ' αυτόν τον τρόπον, να πιστεύουν, ότι τα γνωρίζει +περίφημα και κατά βάθος αυτά όλα που λέγει· τόσην μεγάλην γοητείαν έχει εκ +φύσεως η ποίησις! διότι γνωρίζεις, υποθέτω, οποία τις ήθελε φανή αυτή καθ' εαυτήν +η ποίησις, εάν απογυμνωθή από τον μουσικόν αυτόν χρωματισμόν της· βέβαια θα το +έχης και συ παρατηρήση. — Μάλιστα. — Δεν ομοιάζει με τα πρόσωπα των +ευρισκομένων εις το άνθος της νεότητός των, χωρίς όμως και να είναι ωραίοι, τα +οποία γνωρίζεις δα πώς φαίνονται όταν χάσουν αυτό το άνθος; — Ακριβώς.</p> + +<p> — Πρόσεξε τώρα παρά κάτω· ο ποιητής του ειδώλου, ο μιμητής δηλαδή, +δεν έχει καμμίαν ακριβή γνώσιν του πραγματικού, αλλ' απλώς του φαινομένου· δεν +είναι έτσι; — Μάλιστα. — Ας μην αρκεσθώμεν όμως εις αυτήν την ατελή εξέτασιν του +πράγματος, αλλ' ας το εξετάσωμεν κατά βάθος. — Λέγε. — Ο ζωγράφος, λέγομεν, θα +ζωγραφίση ηνίας και χαλινόν. — Μάλιστα. — Επίσης και ο σκυτοτόμος και ο +σιδηρουργός θα κατασκευάσουν τα ίδια αυτά πράγματα. — Ναι. — Άραγε όμως +γνωρίζει ο ζωγράφος πώς πρέπει να είναι αι ηνίαι και ο χαλινός; ή μήπως δεν το +γνωρίζει αυτό ούτε εκείνος που τα κατασκευάζει, ο σιδηρουργός και ο σκυτοτόμος, +αλλά μόνος εκείνος που γνωρίζει και να τα μεταχειρισθή, δηλαδή ο ιππεύς; — Αυτό +είναι αλήθεια, — Και δεν θα παραδεχθώμεν ότι το ίδιον συμβαίνει και με όλα τα άλλα; +— Πώς; Δι' έκαστον πράγμα υπάρχουν αυταί αι τρεις τέχναι, η μία που το +μεταχειρίζεται, η άλλη που το κατασκευάζει και η άλλη που το μιμείται. — Μάλιστα. +— Αλλά αι ιδιότητες και το κάλλος και η τελειότης ενός σκεύους ή ενός ζώου ή και +μιας πράξεως εις τι άλλο αποβλέπουν παρά εις την χρήσιν, διά την οποίαν έκαστον +κατεσκευάσθη υπό του ανθρώπου ή εποιήθη υπό της φύσεως; Έτσι είναι. — Κατ' +ανάγκην λοιπόν μόνος ο μεταχειριζόμεγος ένα πράγμα γνωρίζει τας ιδιότητας αυτού +καλύτερα από κάθε άλλον και αυτός οδηγεί τον κατασκευαστήν και του λέγει ποία +προτερήματα ή ελαττώματα παρουσιάζει το έργον του εις την χρήσιν· ο αυλητής +παραδείγματος χάριν θα συστήση εις τον κατασκευαστήν των αυλών και θα του +παραγγείλη πώς πρέπει να είναι οι αυλοί, που του κάνουν καλύτερα εις την εργασίαν +του, και εκείνος θα ακολουθήση τας συστάσεις του. — Πώς όχι; — Εκείνος λοιπόν του +παραγγέλλει ως γνώστης των καλών και των κακών αυλών, και ο άλλος θα τους +κατασκευάση με όλην την πεποίθησιν εις την εμπειρίαν του. — Βέβαια. — Ώστε η μεν +γνώσις την οποίαν έχει ο κατασκευαστής περί των προτερημάτων ή ελαττωμάτων του +έργου του είναι απλή πίστις, την οποίαν αντλεί από τας συνομιλίας του με εκείνον που +γνωρίζει να το μεταχειρίζεται, και του οποίου είναι αναγκασμένος να ακούη τας +οδηγίας· ενώ αυτός ο μεταχειριζόμενος κατέχει την επιστήμην του πράγματος. — +Βεβαιότατα.</p> + +<p> — Ο δε μιμητής από την χρήσιν τάχα των πραγμάτων τα οποία μιμείται, θα +αποκτήση την επιστήμην αυτών, ώστε να είναι εις θέσιν να γνωρίζη αν είναι καλά ή +ορθά είτε όχι; ή τουλάχιστον θα μάθη να έχη μίαν ορθήν γνώμην περί αυτών, διότι +ευρίσκεται εις την ανάγκην να συνομιλή με εκείνον που τα γνωρίζει και να λαμβάνη +από αυτόν διαταγάς πώς πρέπει να εργάζεται; — Ούτε το ένα ούτε το άλλο. — Ούτε +λοιπόν γνώσιν ακριβή ούτε ορθήν ιδέαν θα έχη ο μιμητής σχετικώς με τας αρετάς και +τας κακίας των πραγμάτων, τα οποία μιμείται. — Έτσι φαίνεται. — Ώστε ο μιμητής, εις +την ποίησιν, θα είναι πολύ βέβαια αξιάγαστος διά την σοφίαν που έχει των +πραγμάτων, περί των οποίων πραγματεύεται. — Δεν το φαντάζομαι. — Αλλ' όμως +μολαταύτα θα μιμηθή το κάθε τι, χωρίς να γνωρίζη τι είναι το καλόν και τι το κακόν εις +αυτό· αλλά, καθώς φαίνεται, εκείνο που θεωρούν και παραδέχονται ως καλόν οι +πολλοί οι αμαθείς, αυτό θα λαμβάνη ως αντικείμενον μιμήσεως. — Και τι άλλο; — +Ώστε κατ' αυτόν τον τρόπον νομίζω, ότι απεδείξαμεν επαρκώς δύο τινά: πρώτον ότι ο +μιμητής τίποτε άξιον λόγου δεν γνωρίζει από όσα μιμείται, και ότι η μίμησις είναι +απλώς παιδιά, στερουμένη πάσης σοβαρότητος· και δεύτερον ότι εκείνοι που +επιλαμβάνονται της τραγικής ποιήσεως, είτε εις ιαμβικούς στίχους είτε εις ηρωικούς, +είναι όλοι των μιμηταί, όσον ημπορεί κανείς να είναι. — Αναμφιβόλως.</p> + +<p> — Αλλά, προς θεού, αυτή η μίμησις δεν απέχει τρεις βαθμούς από την +αλήθειαν; ή όχι; — Μάλιστα. — Προς ποίον δε τάχα πράγμα του ανθρώπου εξασκεί +την δύναμιν που έχει; — Τι δηλαδή πράγμα εννοείς; — Αυτό που θα σου ειπώ· το αυτό +μέγεθος, καθώς βέβαια γνωρίζεις, αναλόγως πού το βλέπει η όρασις από μακράν ή +από πλησίον, δεν φαίνεται ίσον. — Πραγματικώς. — Και ακόμη τα ίδια αντικείμενα +φαίνονται τεθλασμένα ή ευθέα αναλόγως πού τα βλέπομεν μέσα ή έξω από το νερό, +και κοίλα ή κυρτά ένεκα της απάτης που προξενούν εις την όρασιν τα χρώματα· και εν +γένει είναι φανερόν ότι η οπτική αύτη απάτη εμβάλλει εις μεγάλην διατάραξιν την +ψυχήν. Αυτήν λοιπόν την φυσικήν ημών διάθεσιν είναι που εκμεταλλεύεται η τέχνη +της σκιαγραφίας και η τέχνη των θαυματοποιών και άλλαι παρόμοιαι, και δεν +παραλείπουν καμμίαν γοητείαν που να μην την εξασκούν εις βάρος της. — Έχεις +δίκαιον. — Δεν ευρέθη όμως το μέτρημα, η αρίθμησις και το ζύγισμα ασφαλέστατον +προφυλακτικόν κατά της απάτης ταύτης, ώστε να μην υπερισχύη εν ημίν εκείνο, που +μας φαίνεται μεγαλύτερον ή μικρότερον ή περισσότερον ή βαρύτερον, αλλ' εκείνο που +θα βεβαιωθώμεν διά του υπολογισμού και της καταμετρήσεως ή και της ζυγίσεως; — +Βεβαιότατα. — Αυτά όμως όλα δεν είναι έργον του λογιστικού μέρους της ψυχής μας; +— Αυτού βέβαια. — Όταν όμως τούτο μετρήση πολλάκις και εύρη ότι υπάρχουν +πράγματα μεγαλύτερα ή μικρότερα το ένα από το άλλο ή ίσα μεταξύ των, τότε θα +παραδεχθή ότι τα αυτά πράγματα έχουν συγχρόνως ιδιότητας αντιθέτους προς +αλλήλας.</p> + +<p> — Μάλιστα. — Αλλ' ημείς δεν είπαμεν, ότι είναι αδύνατον το αυτό μέρος +της ψυχής να σχηματίση συγχρόνως αντιθέτους κρίσεις περί του αυτού πράγματος; — +Και πολύ ορθώς το είπαμεν. — Ώστε λοιπόν το μέρος της ψυχής μας που κρίνει χωρίς +να λαμβάνη υπ' όψιν του το μέτρημα δεν ημπορεί να είναι το ίδιον με εκείνο, που +κρίνει σύμφωνα με τα μέτρα. — Δεν ημπορεί βέβαια. — Αλλά το μέρος της ψυχής, που +στηρίζεται εις το μέτρημα και τον λογαριασμόν, είναι το καλύτερον, που υπάρχει εν +αυτή. — Πώς όχι; — Και επομένως εκείνο, που αντιτίθεται προς αυτό, θα είναι κάποιο +από τα ταπεινότερα στοιχεία της ψυχής. — Κατ' ανάγκην.</p> + +<p> — Εις αυτό το συμπέρασμα ακριβώς ήθελα να καταλήξωμεν, όταν έλεγα ότι +η ζωγραφική και εν γένει πάσα τέχνη στηριζομένη επί της μιμήσεως απέχει πολύ από +την αλήθειαν εις κάθε τι που παράγει και ότι αφ' ετέρου και το μέρος εκείνο της +ψυχής μας, προς το οποίον αύτη αναφέρεται και συγγενεύει και σχετίζεται, απέχει +επίσης πολύ από την σοφίαν, και δεν είναι διά κανένα ασφαλές και αληθινόν πράγμα. +— Συμφωνότατος. — Φαύλη επομένως και με φαύλον συνδυαζομένη η μιμητική +γεννά και τέκνα φαύλα — Έτσι φαίνεται. — Και τάχα αυτό αληθεύει μόνον εις την διά +της οράσεως μιμητικήν, ή και εις την διά της ακοής, την οποίαν ονομάζομεν ποίησιν; +— Μου φαίνεται πως και δι' αυτήν αληθεύει το ίδιον. — Ας μην εμπιστευώμεθα όμως +εις την αναλογίαν μόνον την οποίαν μας φαίνεται ότι έχει προς την ζωγραφικήν, αλλ' +ας προβώμεν και εις την ακριβή εξέτασιν του μέρους εκείνου της ψυχής, προς το +οποίον έχει την ιδιαιτέραν της αναφοράν η ποίησις, και ας ίδωμεν αν αυτό το μέρος +έχη ή δεν έχη καμμίαν αξίαν. — Αυτό πρέπει να κάμωμεν.</p> + +<p> — Ας θεωρήσωμεν λοιπόν το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· η ποιητική +μίμησις, λέγομεν, μιμείται τους ανθρώπους εις τας αναγκαστικάς ή εκουσίας πράξεις +αυτών, κατ' ακολουθίαν των οποίων θεωρούν τους εαυτούς των ή ευτυχείς ή +δυστυχείς, και εις τας οποίας όλας ή χαίρουν ή λυπούνται· μήπως είναι τίποτε άλλο +εκτός από αυτό; — Όχι, τίποτε. — Και τάχα εις όλας αυτάς τας περιστάσεις ο +άνθρωπος ευρίσκεται εις συμφωνίαν με τον εαυτόν του; ή μήπως απεναντίας, όπως +προκειμένου περί της οράσεως ελέγαμεν ότι στασιάζει και σχηματίζει αντιθέτους +συγχρόνως δοξασίας περί των αυτών πραγμάτων, τοιουτοτρόπως και όσον αφορά τας +πράξεις του διχογνωμεί και μάχεται ο ίδιος με τον εαυτόν του; μου έρχεται δε τώρα +εις τον νουν, ότι δεν είναι καν ανάγκη να συζητούμεν επ' αυτού του σημείου, διότι εις +τους ανωτέρω λόγους μας εμείναμεν τελείως σύμφωνοι εις όλα αυτά, ότι η ψυχή μας +δηλαδή είναι γεμάτη από μυρίας τοιαύτας αντιθέσεις, αι οποίαι συμβαίνουν +συγχρόνως εντός αυτής. — Πολύ σωστά. — Βέβαια και πολύ σωστά· αλλά μου +φαίνεται ότι είναι ανάγκη τώρα να εξετάσωμεν εκείνο που τότε παρελείψαμεν. — Το +ποίον τούτο; — Ελέγαμεν καθώς ενθυμείσαι και τότε, ότι ένας άνθρωπος μετρημένος, +εις τον οποίον ήθελε συμβή καμμία ατυχία, να χάση παραδείγματος χάριν τον υιόν +του ή τίποτε άλλο που να του είναι εξαιρετικώς προσφιλές, θα υποφέρη την απώλειαν +αυτήν με περισσοτέραν υπομονήν από κάθε άλλον. Βεβαίως. — Τώρα δε ας +εξετάσωμεν και τούτο· τάχα καμμίαν πραγματικώς λύπην δεν θα αισθανθή, ή αυτό +μεν είναι αδύνατον, θα περιορίση δε απλώς την θλίψιν του; Αυτό μάλλον μου +φαίνεται ότι είναι το αληθές. — Πες μου δε ακόμη και αυτό· πότε νομίζεις ότι +περισσότερον θα προσπαθήση να πολεμήση και να κατανικήση την λύπην του, όταν +ευρίσκεται μεταξύ των ομοίων του και τον βλέπουν, ή όταν θα ευρεθή μόνος του +χωρίς την παρουσίαν κανενός άλλου; — Πολύ βέβαια θα διαφέρη το πράγμα όταν τον +βλέπουν άλλοι. — Ενώ όταν είναι μόνος του θα αφήση, υποθέτω, τον εαυτόν του να +ξεσπάση εις θρήνους πολλούς και οδυρμούς, που πολύ θα εντρέπετο αν τον ήκουε +κανείς, και πολλά θα έκαμνε, που δεν θα εδέχετο να τον έβλεπε κανείς να τα κάμνη. — +Έτσι είναι.</p> + +<p> — Εκείνο λοιπόν που τον διατάσσει να αντιστέκεται κατά της λύπης δεν +είναι ο ορθός λόγος και ο νόμος; και απεναντίας εκείνο που τον σύρει εις αυτήν δεν +είναι αυτό το πάθος; — Αληθώς. — Όταν δε ο άνθρωπος δοκιμάζη δύο συγχρόνως +αντίθετα κινήματα εν σχέσει προς το αυτό αντικείμενον, κατ' ανάγκην, λέγομεν, ότι +υπάρχουν εν αυτώ δύο διακεκριμένα μέρη. — Πώς όχι; — Λοιπόν το μεν ένα εξ αυτών +είναι έτοιμον να υπακούση εις τον νόμον και να ακολουθήση τας υποδείξεις αυτού. +Πώς; — Λέγει δηλαδή ο νόμος, ότι κάλλιστον είναι να διατηρή τις όσον το δυνατόν +μεγαλυτέραν ευστάθειαν εις τας συμφοράς του και να μην αγανακτή, διότι ούτε +δυνάμεθα να γνωρίζωμεν τι είναι το καλόν και τι το κακόν εις αυτάς, ούτε κερδίζει +κανείς τίποτε να στενοχωρήται υπερμέτρως, ούτε αξίζει να αποδίδωμεν μεγάλην +σπουδαιότητα εις κανέν από τα ανθρώπινα· προπάντων δε διότι η λύπη γίνεται +εμπόδιον εις το να σπεύση τάχιστα προς βοήθειαν ημών εκείνο, του οποίου +απαραίτητον ανάγκην έχομεν εις αυτάς τας περιστάσεις. — Και ποίον είναι αυτό; — Το +λογικόν, διά να κρίνωμεν ψυχραίμως την επελθούσαν συμφοράν, και, όπως όταν εις +τους κύβους μας έλθη καμμιά στραβή ριξιά, να κυττάξωμεν να κανονίσωμεν τα +πράγματά μας σύμφωνα με την περίστασιν, όπως δηλαδή μας υποδείξη το λογικόν +πως θα είναι καλύτερα, και να μην κάμνωμεν όπως τα παιδιά, που όταν τύχη να +πέσουν, κρατούν το μέρος που εχτύπησαν και εξακολουθούν να ξεφωνίζουν· αλλά να +συνηθίζωμεν την ψυχήν μας να επιλαμβάνεται όσον το δυνατόν γρηγορώτερα της +θεραπείας του νοσήματος και της επανορθώσεως του ατυχήματος, καθιστώσα +τοιουτοτρόπως διά της ιατρικής περιττάς τας ανωφελείς θρηνωδίας. — Αυτό πράγματι +είναι το καλύτερον, που θα είχαμεν να κάμωμεν εις τας συμφοράς μας. — Λέγομεν +λοιπόν ότι είναι το καλύτερον μέρος του εαυτού μας εκείνο, που γνωρίζει να +ακολουθή αυτόν τον λογισμόν. — Φανερόν. — Ενώ εκείνο το άλλο μέρος, που μας +τραυά αδιαλείπτως εις την ανάμνησιν του παθήματός μας και μας ρίπτει εις τους +θρήνους και δεν ημπορεί να τους χορτάση, δεν έχομεν όλα μας τα δίκαια να το +είπωμεν αλόγιστον και ανωφέλευτον και δειλόν; — Βέβαια θα το είπωμεν.</p> + +<p> — Λοιπόν η μεν λύπη και η αγανάκτησις παρέχει πολλάς και ποικίλας +αφορμάς εις την μίμησιν, ενώ απεναντίας ο φρόνιμος και γαλήνιος χαρακτήρ, ο +οποίος είναι πάντοτε όμοιος προς εαυτόν, ούτε εύκολον είναι να τον μιμηθή κανείς, +ούτε πολύ πρόσφορος να κατανοηθή, μάλιστα υπό του πολυποικίλου εκείνου +πλήθους που συναθροίζεται συνήθως εις τας πανηγύρεις και τα θέατρα· διότι είναι +όλως διόλου ξένη προς αυτούς η μίμησις τοιαύτης ψυχικής διαθέσεως. — Πράγματι +όλως διόλου. — Άλλως τε ο μιμητικός ποιητής δεν είναι εκ φύσεως πλασμένος να +παριστάνη αυτό το μέρος της ψυχής και η σοφία του δεν είναι προορισμένη να +αρέσκεται εις αυτό, αν θέλη να ευδοκιμήση παρά τοις πολλοίς, αλλά να εξεικονίζη +τους παθητικούς χαρακτήρας, των οποίων η ποικιλία καθιστά ευκολωτέραν την +μίμησιν. — Το πράγμα είναι ευνόητον. — Θα είχαμεν λοιπόν δίκαιον να +καταδικάσωμεν και αυτόν και να τον βάλωμεν εις την ανάλογον θέσιν με τον +ζωγράφον; διότι έχει κοινόν προς αυτόν το ότι συνθέτει πράγματα δίχως αξίαν, εν +σχέσει με την αλήθειαν· ακόμη δε του ομοιάζει, διότι εργάζεται να αρέση εις το +χειρότερον και όχι εις το καλύτερον μέρος της ψυχής. Τοιουτοτρόπως λοιπόν θα +είμεθα πληρέστατα δικαιολογημένοι να μην τον παραδεχθώμεν εις την ευνομουμένην +πολιτείαν μας, διότι εξεγείρει και τρέφει το κακόν τούτο μέρος της ψυχής και όσον +ισχυροποιεί αυτό τόσον καταστρέφει το λογιστικόν· και όπως όταν εις μίαν πολιτείαν +καθιστά τις τους κακούς ισχυροτέρους και παραδίδει εις αυτούς την διοίκησιν της +πόλεως και εξαφανίζει τους χρηστοτέρους, το ίδιον θα είπωμεν και διά τον μιμητικόν +ποιητήν, ότι εγκαθιδρύει εις την ψυχήν εκάστου κακήν πολιτείαν, διότι χαρίζεται εις το +ανόητον και αλόγιστον αυτής μέρος και δεν ημπορεί να ξεχωρίση ούτε τα μεγαλύτερα +ούτε τα μικρότερα, αλλά εκλαμβάνει τα αυτά άλλοτε μεν μεγάλα άλλοτε δε μικρά, και +πλάττει είδωλα, τα οποία απέχουν απείρως από την αλήθειαν — Αυτό είναι +βέβαιον.</p> + +<p> — Και μολαταύτα ακόμη δεν είπαμεν το μεγαλύτερον κακόν που προξενεί η +ποίησις· διότι δεν είναι πράγματι φοβερώτατον να βλέπωμεν, ότι, εκτός πάρα πολύ +ολίγων, είναι ικανή να διαφθείρη και αυτούς τους σοφούς; — Αλήθεια φοβερώτατον, +εάν πράγματι κατορθώνη και αυτό. — Άκουσε και θα κρίνης· γνωρίζεις ότι και οι +καλύτεροι ακόμη από ημάς, όταν ακούωμεν μέρη από τον Όμηρον ή και από κανένα +άλλον τραγικόν ποιητήν, τα οποία παρουσιάζουν ένα ήρωα που ευρίσκεται εις +μεγάλην λύπην και εν μέσω των οδυρμών του απαγγέλλει μακράν ρήσιν, ή και +μοιρολογεί και κτυπά το στήθος του, αισθανόμεθα μίαν ευχαρίστησιν, την οποίαν +ασυναισθήτως αφήνομεν κατά μικρόν να μας κυριεύση και ενώ αφ' ενός +συμπάσχομεν με τον ήρωα, αφ' ετέρου με όλην μας την σοβαρότητα θαυμάζομεν και +επαινούμεν τον ποιητήν, που μας παρέχει αυτήν την συγκίνησιν. — Το γνωρίζω, πώς +όχι; — Και όμως όταν συμβή εις κανένα από ημάς τους ιδίους καμμία λύπη μεγάλη, +γνωρίζεις επίσης ότι φιλοτιμούμεθα να φερώμεθα κατά τρόπον όλως διόλου +αντίθετον, να δεικνύωμεν δηλαδή ησυχίαν και υπομονήν, αν ημπορούμεν, διότι αυτή +είναι η διαγωγή που αρμόζει εις άνδρα, ενώ εκείνο, που επαινούσαμεν τότε, μόνον εις +γυναίκας ταιριάζει. — Το γνωρίζω και αυτό. — Είναι λοιπόν ορθός αυτός ο έπαινος, να +βλέπωμεν τοιούτον άνδρα, που δεν θα κατεδέχετο κανείς αλλά και θα εντρέπετο να +είναι εις την θέσιν του, χωρίς να αισθανώμεθα βδελυγμίαν, αλλ' απεναντίας να +χαίρωμεν και να επαινούμεν; — Πραγματικώς δεν φαίνεται καθόλου εύλογον το +πράγμα. — Αναμφιβόλως, αν μάλιστα το θεωρήσης υπ' αυτήν την έποψιν. — Την +ποίαν; — Εάν σκεφθής ότι το μέρος εκείνο της ψυχής μας, το οποίον διά της βίας +συγκρατούμεν εις τας συμφοράς μας, και χάνεται διά δάκρυα και οδυρμούς και ποτέ +του δεν τα χορταίνει αρκετά, επειδή αυτή είναι η φύσις του να επιθυμή τα τοιαύτα, +αυτό, λέγω, το μέρος είναι εκείνο που κολακεύουν οι ποιηταί και σπουδάζουν να το +ευχαριστούν· το δε άλλο μέρος της ψυχής, που είναι εκ φύσεως το καλύτερον, επειδή +ακόμη δεν είναι αρκετά ενδυναμωμένον υπό του λόγου και της συνηθείας, αφήνει +ελεύθερον τον χαλινόν του θρηνητικού εκείνου, με την δικαιολογίαν ότι είναι απλώς +θεατής ξένων δυστυχιών και δεν είναι καθόλου εντροπή δι' αυτό να επαινή και να +ελεή έναν άλλον, που μολονότι έχει να καυχάται διά την ανδρείαν του και την +υπεροχήν του, παραδίδεται εις ακαίρους θρήνους· και τοιουτοτρόπως θεωρεί +τουλάχιστον κέρδος την ευχαρίστησιν που δοκιμάζει, και δεν θα εδέχετο κατ' ουδένα +λόγον να την στερηθή καταδικάζων ολόκληρον το ποίημα· διότι παρά πολύ ολίγοι +είναι εις θέσιν να σκεφθούν, πόσον τα ξένα αισθήματα επιδρώσιν ασυναισθήτως επί +των ιδικών μας· ούτως ώστε, όταν κανείς αναθρέψη και δυναμώση την ευαισθησίαν +αυτού με την θέαν των δυστυχιών του άλλου, είναι δύσκολον να την συγκρατή εις τας +ιδικάς του. — Αυτό είναι βέβαιον.</p> + +<p> — Δεν ισχύει δε το αυτό και περί του γελοίου; όσον και αν εντρέπεσαι ο +ίδιος να κάμνης τον γελωτοποιόν, όταν ευρίσκης ευχαρίστησιν εις την μίμησιν του +γελοίου, είτε εις το θέατρον που παριστάνουν κωμωδίας, είτε εις τας ιδιαιτέρας +συναναστροφάς, και δεν το αποστρέφεσαι ως πρόστυχον πράγμα, θα σου συμβή το +ίδιον ό,τι και με τας τραγικάς συγκινήσεις· την τάσιν δηλαδή την οποίαν ησθάνεσο +μέσα σου να κάμης τον γελωτοποιόν και την οποίαν προηγουμένως συνεκράτεις διά +του ορθού λόγου, από τον φόβον που είχες μήπως χαρακτηρισθής ως εξ +επαγγέλματος τοιούτος, την αφήνεις πλέον ελευθέραν και αφού την θρέψης αρκετά +εις τα κωμικά θεάματα, χωρίς να το εννοής και ο ίδιος, παρασύρεσαι εις τας +ιδιαιτέρας σου συναναστροφάς, ώστε να καταντήσης σωστός γελωτοποιός. — Έχεις +δίκαιον. — Το ίδιον αποτέλεσμα δεν γεννά εις την ψυχήν μας η μιμητική ποίησις και +όσον αφορά τον έρωτα και τον θυμόν και όλας τας επιθυμίας και τα λυπηρά ή ηδονικά +συναισθήματα τα οποία λέγομεν ότι μας παρακολουθούν εις πάσαν μας πράξιν; διότι +τα ποτίζει αυτά και τα αναπτύσσει, αντί να τα αφήνη να ξηρανθούν και τους +παραδίδει πάσαν εφ' ημών εξουσίαν, ενώ το ορθόν είναι να τα εξουσιάζωμεν ημείς +διά να γινώμεθα καλύτεροι και ευτυχέστεροι από χειρότεροι και αθλιώτεροι. — Δεν +ημπορώ παρά να συμφωνήσω πληρέστατα μαζί σου.</p> + +<p> — Λοιπόν, φίλε μου Γλαύκων, όταν τύχη να ακούσης τους θαυμαστάς του +Ομήρου να λέγουν ότι ο ποιητής ούτος εξεπαίδευσε την Ελλάδα, και ότι είναι άξιον να +τον πάρης διά να σου μάθη πώς να κυβερνάς και να διευθύνης τα ανθρώπινα +πράγματα, και να συμμορφώσης όλον σου τον βίον σύμφωνα με τα υποδείγματα +αυτού του ποιητού, πρέπει να τους συμπαθής μεν και να τους εκτιμάς δι' όλην την +αξίαν που ημπορεί να έχουν και να παραδεχθής μαζί των ότι ο Όμηρος είναι ο +μεγαλύτερος των ποιητών και ο πρώτος των τραγικών· να γνωρίζης όμως συγχρόνως +ότι δεν πρέπει να παραδεχθώμεν εις την πολιτείαν μας καμμίαν άλλην ποίησιν, εκτός +μόνον ύμνους προς τιμήν των θεών και εγκώμια των μεγάλων ανδρών· εάν δε +παραδεχθής την προς τέρψιν Μούσαν, είτε επικήν είτε λυρικήν, η ηδονή και η λύπη θα +βασιλεύσουν εις την πόλιν σου αντί του νόμου και αντί του ορθού εκείνου λόγου, του +οποίου την υπεροχήν πάντοτε κοινώς παρεδέχθησαν οι άνθρωποι. — Έχεις +πληρέστατον δίκαιον.</p> + +<p> — Αφού λοιπόν η περίστασις το έφερε να κάμωμεν πάλιν λόγον διά την +ποίησιν, αυτά είναι που είχαμεν να είπωμεν προς απολογίαν μας, διότι την +απεπέμψαμεν από την πρώτην φοράν εκ της πολιτείας μας, τέτοια που είναι· ο ορθός +λόγος μας υποχρέωσε προς τούτο. Μολαταύτα, διά να μην έχη να μας κατηγορήση ως +σκληρούς και αγροίκους, ας της είπωμεν ότι από παλαιού χρονολογείται η διαφορά +αυτή μεταξύ ποιήσεως και φιλοσοφίας· διότι και <b>η αλύχτρα</b> εκείνη <b>σκύλλα +που γαυγίζει τον κύριόν της</b>, και ο <b>μεγάλος ανάμεσα ατά κούφια λόγια των +μωρών</b>, και <b> ο τ ω ν δ ι α σ ό φ ω ν ό χ +λ ο ς κ ρ α τ ώ ν</b>, και <b>εκείνοι των οποίων η πενία οξύνει το +πνεύμα</b> και άλλα μύρια τοιαύτα, είναι σημεία της παλαιάς αυτών αντιθέσεως. Και +πάλιν όμως διακηρύττομεν ότι, εάν η προς τέρψιν ποίησις και η μίμησις ημπορή να +μας παρουσιάση κανένα επαρκή λόγον πως έχει την θέσιν της εις μίαν ευνομουμένην +πόλιν, είμεθα πρόθυμοι να της επιτρέψωμεν την επάνοδόν της, επειδή δεν +ημπορούμεν να αρνηθούμεν την γοητείαν τουλάχιστον που εξασκεί και εις ημάς τους +ιδίους· δεν είναι όμως επιτετραμμένον να προδώσωμεν εκείνο που πιστεύομεν ως +αληθινόν· και πραγματικώς και συ ο ίδιος, καλέ μου φίλε, δεν γοητεύεσαι υπ' αυτής, +και μάλιστα όταν σου την παρουσιάζη ο Όμηρος; — Και πολύ μάλιστα. — Είναι λοιπόν +δίκαιον να της δώσωμεν το δικαίωμα να εμφανισθή ενώπιόν μας, διά να απολογηθή +είτε με κανένα λυρικόν είτε με οιονδήποτε άλλο ποίημα θέλει; — Πώς όχι; — +Ημπορούμεν δε βέβαια να δώσωμεν την άδειαν και εις τους συνηγόρους της, οι +οποίοι δεν είναι μεν οι ίδιοι ποιηταί, αγαπούν όμως την ποίησιν, να αναλάβουν την +υπεράσπισίν της όχι εμμέτρως αλλά εις πεζόν λόγον, διά να μας αποδείξουν ότι, όχι +μόνον ευχάριστος είναι, αλλά και ωφέλιμος εις τας πολιτείας και εν γένει εις τον +ανθρώπινον βίον· και θα τους ακούσωμεν με ευμένειαν· διότι θα κερδίσωμεν και +ημείς αν αποδειχθή ότι όχι μόνον τερπνή, αλλά και ωφέλιμος είναι. — Και βέβαια θα +κερδίσωμεν και ημείς. — Ει δε μη, αγαπητέ μου φίλε, θα κάμωμεν και ημείς όπως οι +ερασταί, οι οποίοι, με πολλήν μεν δυσκολίαν, όμως επί τέλους κατορθώνουν ν' +αποσπάσουν τον έρωτα από την καρδίαν των, εάν βεβαιωθούν ότι τους είναι +επιβλαβής· και ημείς λοιπόν προς χάριν μεν του παλαιού μας προς την ποίησιν +έρωτος, που τον οφείλομεν εις την ανατροφήν που ελάβαμεν από τα λαμπρά μας +πολιτεύματα, θα ευχώμεθα βέβαια να αποδειχθή καλλίστη και αληθεστάτη, εφ' όσον +όμως δεν θα κατορθώση να απολογηθή καθώς πρέπει, θα την ακούωμεν, ενώ μέσα +μας θα λέγωμεν, ως εξορκισμόν κατά των μαγγανειών της, τους λόγους και τα +επιχειρήματα, που εξεθέσαμεν, από φόβον μήπως εμπέσωμεν πάλιν εις τον νεανικόν +μας έρωτα, που οι πολλοί εξακολουθούν ακόμη να τρέφουν δι' αυτήν· εννοούμεν +λοιπόν ότι δεν πρέπει να προσέχωμεν εις την τοιαύτην ποίησιν, ως να είχε καμμίαν +αξίαν ή καμμίαν σχέσιν με την αλήθειαν, και ότι κάθε άνθρωπος, που φοβείται διά το +εν τη ψυχή του πολίτευμα, πρέπει να την ακούη λαμβάνων όλας τας προφυλάξεις του +και να πιστεύη ότι όσα είπαμεν περί της ποιήσεως είναι όλα αληθινά. — Και εγώ είμαι +καθ' ολοκληρίαν σύμφωνος. — Διότι είναι μέγας ο αγών, φίλε μου Γλαύκων, πολύ +περισσότερον μέγας απ' ό,τι φαντάζονται, να γίνη κανείς καλός ή κακός· και ούτε +δόξα, ούτε πλούτη, ούτε αξιώματα, ούτε αυτή η ποίησις αξίζουν διά να μας κάμουν να +παραμελήσωμεν την δικαιοσύνην και την αρετήν. — Δεν ημπορώ παρά να +συμφωνήσω μαζί σου ύστερα απ' όσα είπαμεν και ούτε άλλος κανείς πιστεύω να +κρίνη διαφορετικά.</p> + +<p> — Και όμως δεν εκάμαμεν ακόμη λόγον διά τας μεγαλυτέρας ανταμοιβάς +και τα έπαθλα, που επιφυλάσσονται διά την αρετήν. — Πρέπει να είναι αφαντάστως +μεγάλαι, αν θα είναι μεγαλύτεραι από όσας ανεφέραμεν ήδη. — Και τι μεγάλον +ημπορεί να είναι ένα πράγμα, που βαστά ολίγον χρονικόν διάστημα; διότι πράγματι +όλος αυτός ο χρόνος από την παιδικήν έως την γεροντικήν ηλικίαν είναι ελάχιστος εν +συγκρίσει προς την αιωνιότητα. — Τίποτε μάλιστα, ημπορούμεν να ειπούμεν. — Πώς +λοιπόν; φρονείς ότι ένα αθάνατον πράγμα οφείλει να περιορίση τας προσπαθείας του +και τας βλέψεις του διά τόσον βραχύν χρόνον και όχι δι' όλην την αιωνιότητα; — Δεν +το φρονώ εγώ· αλλά προς τι αυτά που λέγεις; — Δεν γνωρίζεις λοιπόν ότι είναι +αθάνατος η ψυχή μας και ουδέποτε χάνεται; Εις αυτούς τους λόγους με εκύτταξεν ο +Γλαύκων με έκπληξιν και μου είπε: — Όχι, μα την αλήθειαν, δεν γνωρίζω· μήπως εσύ +ημπορείς να μου το αποδείξης; — Και βέβαια, εάν τουλάχιστον δεν σφάλλωμαι· +νομίζω δε ότι και συ ο ίδιος ημπορείς να το κάμης· διότι δεν είναι καθόλου δύσκολον. +— Δι' εμένα τουλάχιστον είναι· και θα μου έκανες μεγάλην ευχαρίστησιν να μου +αποδείξης αυτό το όχι δύσκολον. — Άκουε λοιπόν. — Λέγε — Παραδέχεσαι ότι +υπάρχει καλόν και κακόν; — Μάλιστα. — Και άραγε τα αντιλαμβάνεσαι αυτά όπως +εγώ; — Πώς; — Ότι κακόν μεν είναι παν ό,τι επιφέρει φθοράν και αφανισμόν, καλόν +δε παν ό,τι σώζει και ωφελεί. — Μάλιστα. — Έκαστον δε πράγμα δεν παραδέχεσαι ότι +έχει το καλόν του και το κακόν του; παραδείγματος χάριν οι οφθαλμοί έχουν την +οφθαλμίαν και εν γένει το σώμα τας νόσους, ο σίτος την ερυσίβην, τα ξύλα την σήψιν, +ο χαλκός και ο σίδηρος την σκωρίαν· και μ' ένα λόγον τίποτε δεν υπάρχει εις την φύσιν +που να μην έχη το κακόν του και την ιδιαιτέραν του ασθένειαν. — Έτσι είναι. — Όταν +λοιπόν αυτό το κακόν προσβάλη ένα πράγμα, δεν το βλάπτει και εις το τέλος το +διαλύει και το καταστρέφει εξ ολοκλήρου; — Πώς όχι; — Ώστε αυτό το ιδιαίτερον διά +την φύσιν εκάστου πράγματος κακόν και νόσημα είναι που το καταστρέφει, και αν δεν +το καταστρέψη αυτό, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να επιφέρη την καταστροφήν του· +διότι βέβαια το καλόν δεν είναι ποτέ δυνατόν να προξενήση αυτό το αποτέλεσμα, +ούτε επίσης εκείνο που δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν. — Πώς βέβαια θα +ημπορούσε;</p> + +<p> — Εάν λοιπόν εύρωμεν κανένα πράγμα, το οποίον να έχη μεν το ιδιαίτερόν +του νόσημα, που το καθιστά χειρότερον απ' ό,τι είναι, που δεν ημπορεί όμως και να το +διαλύση εξ ολοκλήρου και να το καταστρέψη, δεν πρέπει να συμπεράνωμεν τότε ότι +αυτό το πράγμα εκ φύσεως δεν υπόκειται εις καταστροφήν; — Δεν υπάρχει αμφιβολία +περί του πράγματος. — Ε, λοιπόν! δεν υπάρχει κάτι που κάμνει την ψυχήν κακήν; — +Και βέβαια· όλα εκείνα, που ανεφέραμεν ήδη ημείς, η αδικία και η ακολασία και η +δειλία και η αμάθεια. — Και μήπως τάχα είναι κανένα από αυτά που να διαλύη και +καταστρέφη την ψυχήν; πρόσεχε όμως μήπως εξαπατηθώμεν και νομίσωμεν ότι ο +άδικος και άφρων άνθρωπος, όταν καταδικασθή διά μίαν αδικίαν την οποίαν +διέπραξεν, η απώλειά του είναι αποτέλεσμα της αδικίας, της ασθενείας δηλαδή της +ψυχής του· αλλά ιδού πως πρέπει να θεωρήσης το πράγμα· όπως η ασθένεια, η οποία +είναι η διαλυτική αρχή του σώματος, το υποσκάπτει μικρόν κατά μικρόν και το +αφανίζει και το φέρει εις κατάστασιν ώστε ούτε σώμα να είναι πλέον· όπως ακόμη και +όλα τα άλλα πράγματα, που είπαμεν πριν, έχουν την ιδιαιτέραν αυτών νόσον, η οποία +προσκολλωμένη και διατρίβουσα εις αυτά τα φθείρει και τα κάμνει να μην είναι πλέον +ό,τι ήσαν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον ας εξετάσωμεν +και περί της ψυχής, εάν η αδικία και τα άλλα πάθη, όταν εισβάλουν και +εγκατασταθούν εις αυτήν, την φθείρουν και την εξαφανίζουν, έως ότου την +οδηγήσουν εις τον θάνατον, χωρίζοντα αυτήν από του σώματος. — Κατ' ουδένα +τρόπον δεν ημπορεί να συμβαίνη αυτό διά την ψυχήν. — Αφ' ετέρου όμως θα ήτο +άλογον να είπωμεν, ότι ένα πράγμα καταστρέφεται από ένα ξένον νόσημα, αφού δεν +καταστρέφεται από το ιδικόν του. — Βεβαίως άλογον — Συλλογίσου πράγματι, +αγαπητέ μου Γλαύκων, ότι και όσον αφορά το σώμα, δεν παραδεχόμεθα ότι η +καταστροφή του ημπορεί να είναι το άμεσον αποτέλεσμα της κακής ποιότητος των +τροφών, είτε ένεκα της πολυκαιρίας των, είτε της αποσυνθέσεώς των, είτε οιασδήποτε +άλλης αφορμής· αλλ' εάν η κακή ποιότης των τροφών γεννήση εις το σώμα την +ασθένειαν, η οποία προσιδιάζει εις αυτό, θα είπωμεν, ότι εξ οποίας εκείνων +κατεστράφη το σώμα υπό της ασθενείας, η οποία είναι το ιδικόν του κακόν· ουδέποτε +δε θα ισχυρισθώμεν ότι αι τροφαί, που είναι ένα πράγμα όλως διόλου διαφορετικόν +από το σώμα, ημπορούν διά της κακής των ποιότητος να επιφέρουν την καταστροφήν +αυτού, εκτός εάν το ξένον τούτο κακόν δεν γεννήση το κακόν, που προσιδιάζει εις το +σώμα. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον. — Κατά τον ίδιον λοιπόν λόγον, εάν η ασθένεια +του σώματος δεν γεννήση την ασθένειαν της ψυχής, ας μην ισχυρισθώμεν ποτέ ότι +αύτη είναι δυνατόν να καταστραφή υπό ξένου κακού, χωρίς να μεσολαβήση το ιδικόν +της το νόσημα. — Το πράγμα είναι λογικώτατον.</p> + +<p> — Ή λοιπόν πρέπει να εξελέγξωμεν αυτά μας τα επιχειρήματα ως μη +λογικά, ή εφ' όσον μένουν ανεξέλεγκτα, ας μη τολμήσωμεν να είπωμεν, ότι είτε υπό +του πυρετού, είτε υπό οιασδήποτε άλλης νόσου, είτε και υπό του σιδήρου, έστω και +αν κατακόψωμεν ολόκληρον το σώμα εις ελάχιστα τεμάχια, είναι ποτέ δυνατόν και δι' +όλων αυτών των μέσων να καταστραφή η ψυχή· εκτός εάν κανείς μας αποδείξη, ότι +από αυτά τα παθήματα του σώματος γίνεται και αυτή η ιδία ψυχή αδικωτέρα και +ανοσιωτέρα· και ας μην επιτρέψωμεν να μας ειπούν, ότι είτε η ψυχή, είτε οιονδήποτε +άλλο πράγμα, αφανίζεται υπό ξένου κακού, χωρίς να επέλθη το κακόν το οποίον εκ +φύσεως του προσιδιάζει. — Αλλ' αυτό όμως βέβαια κανείς δεν θα ημπορέση να το +αποδείξη, ότι αι ψυχαί των αποθνησκόντων γίνονται αδικώτεραι ένεκα του θανάτου +— Εάν κανείς μολαταύτα έχη την τόλμην να προσβάλη αυτήν την αλήθειαν και +ισχυρισθή ότι ο θάνατος καθιστά τον άνθρωπον χειρότερον και αδικώτερον, διά να +μην αναγκασθή κατά συνέπειαν τούτου να ομολογήση ότι αι ψυχαί είναι αθάνατοι, θα +τον υποχρεώσωμεν να παραδεχθή, ότι, εάν είναι αλήθεια αυτό που λέγει, η αδικία +οδηγεί φυσικώς εις τον θάνατον, όπως η νόσος, και ότι αυτή είναι που θανατώνει με +την δύναμιν, που έχει εκ φύσεως, τους κατεχομένους υπ' αυτής, άλλους μεν αμέσως, +άλλους δε αργότερον, αναλόγως του βαθμού της αδικίας, και όχι όπως αποδεικνύει η +καθημερινή πείρα, ότι αιτία του θανάτου των αδίκων είναι η τιμωρία που τους +επιβάλλουν άλλοι. — Και μα την αλήθειαν, εάν η αδικία ήτο εκείνη που δίδει τον +θάνατον εις τους πονηρούς, δεν θα ήτο τότε τόσον πολύ φοβερόν πράγμα· διότι τότε +θα ήτο απαλλαγή από όλα τα κακά· αλλά φρονώ απεναντίας ότι μάλλον τους άλλους +φονεύει, όσον της είναι δυνατόν, καθιστά δε εκείνον, που την έχει, και πάρα πολύ +μάλιστα ζωτικόν, προσέτι δε και άγρυπνον· τόσον πολύ απέχει, φαίνεται, του να είναι +θανάσιμος. — Πολύ σωστά τα λέγεις· διότι, εάν η διαφθορά της ψυχής, εάν το +ιδιαίτερον αυτής κακόν, δεν ημπορή να την θανατώση και να την καταστρέψη, πώς +είναι ποτέ δυνατόν να επιφέρη αυτό το αποτέλεσμα επί της ψυχής, ή επί οιουδήποτε +άλλου πράγματος ένα άλλο κακόν που είναι εκ φύσεως τεταγμένον να προξενή την +καταστροφήν άλλου ωρισμένου πράγματος; — Αδύνατον βέβαια και εναντίον πάσης +λογικής. — Επομένως αφού ένα πράγμα δεν καταστρέφεται από κανένα κακόν, ούτε +ιδικόν του ούτε ξένον, είναι φανερόν ότι κατ' ανάγκην θα υπάρχη πάντοτε, και αφού +θα υπάρχη πάντοτε, είναι αθάνατον. — Κατ' ανάγκην.</p> + +<p> — Ας το θεωρήσωμεν λοιπόν αυτό ως αναμφισβήτητον αλήθειαν και κατά +συνέπειαν τούτου εννοείς, ότι αι ψυχαί θα είναι πάντοτε αι αυταί· διότι, αφού καμμία +δεν χάνεται, δεν ημπορεί ούτε ολιγώτεραι να γίνουν, ούτε περισσότεραι· και +πράγματι, εάν ο αριθμός των αθανάτων πραγμάτων ηύξανε, τα νέα αυτά όντα θα +εγίνοντο από κάτι θνητόν, και τοιουτοτρόπως όλα τα πάντα εις το τέλος θα εγίνοντο +αθάνατα. — Έχεις δίκαιον. — Αλλά ούτε τούτο θα μας επιτρέψη ο ορθός λόγος να το +πιστεύσωμεν, ούτε προσέτι και να παραδεχθώμεν, ότι η ψυχή, θεωρουμένη κατά την +αληθεστάτην αυτής φύσιν, ημπορεί να είναι πράγμα ποικιλόμορφον, γεμάτον από +ανομοιότητα και διαφοράν. — Πώς λέγεις; — Δεν είναι εύκολον, πράγμα +αποτελούμενον εκ της συνθέσεως πολλών μερών, να είναι αιώνιον, εκτός αν η +σύνθεσις δεν είναι τόσον τελεία, όπως κατεδείξαμεν ήδη ότι είναι η της ψυχής. — Δεν +είναι πράγματι πιθανόν, — Οι λόγοι λοιπόν που ανεφέραμεν προ μικρού και οι άλλοι +μας αναγκάζουν να παραδεχθώμεν ότι η ψυχή είναι αθάνατος· αλλά διά να +γνωρίσωμεν την αληθινήν αυτής φύσιν, δεν πρέπει να την ίδωμεν όπως την βλέπομεν +ημείς σήμερον εις την κατάστασιν της διαφθοράς, που ευρίσκεται ένεκα της ενώσεώς +της μετά του σώματος, και των άλλων κακών, αλλά πρέπει να την παρατηρήσωμεν +προσεκτικά διά του λογισμού, οποία τις είναι κάθ' εαυτήν και απηλλαγμένη παντός +ξένου στοιχείου, και τότε θα εννοήσωμεν πόσον απείρως ωραιοτέρα είναι και τότε +προσέτι θα γνωρίσωμεν ακριβέστερον και την φύσιν της δικαιοσύνης και της αδικίας +και όλων των άλλων, περί των οποίων ήδη εκάμαμεν λόγον· όσα δε είπαμεν τώρα περί +αυτής είναι μεν αληθή, αλλ' εν σχέσει πάντοτε προς την παρούσαν αυτής κατάστασιν +όπως πράγματι την είδαμεν, είναι καθώς εκείνοι που βλέπουν τον θαλάσσιον Γλαύκον +και δεν ημπορούν να αναγνωρίσουν την πρώτην αυτού μορφήν, επειδή τα παλαιά +μέρη του σώματος του είναι αλλά μεν σπασμένα, άλλα δε φαγωμένα και τελείως +παραμορφωμένα υπό των κυμάτων, έχουν δε προσκολληθή επάνω του άλλα, +κογχύλια και φύκη και πέτραι, εις τρόπον ώστε με κάθε άλλον θηρίον να ομοιάζη +μάλλον, παρά όπως ήτο η αρχική αυτού φύσις· τοιουτοτρόπως παρουσιάζεται εις +ημάς και η ψυχή, παραμορφωμένη από μύρια κακά· αλλά πρέπει, ω Γλαύκων, εκεί να +αποβλέπωμεν. — Πού; — Εις τον έρωτα αυτής προς την αλήθειαν, και να λάβωμεν υπ' +όψιν μας τα πράγματα προς τα οποία φέρεται και των οποίων την επικοινωνίαν +επιζητεί, και την συγγένειαν την οποίαν έχει με παν ό,τι είναι αθάνατον και θείον και +αιώνιον, διά να εννοήσωμεν οποία τις θα εγίνετο, όταν, παραδοθείσα εξ ολοκλήρου +εις την επιδίωξιν παντός τοιούτου, και εκπηδήσασα με αυτήν την ορμήν έξω από τα +βάθη της θαλάσσης, όπου τώρα ευρίσκεται, ήθελεν αποτινάξη πέτρας και κογχύλια, τα +οποία τώρα είναι προσκολλημένα επάνω της επειδή τρέφεται από την γην με +πράγματα γαιώδη και πετρώδη και άγρια εις τα μακαριστά υπό των πολλών +θεωρούμενα γεύματά της· και τότε θα ιδής την αληθινήν αυτής φύσιν, είτε είναι +πολυμερής είτε μονομερής, είτε ποία είναι η ουσία της και η υπόστασίς της· επί του +παρόντος έχομεν, μου φαίνεται, αρκετά καλά εκθέση τα πάθη και τας μεταβολάς εις +τας οποίας υπόκειται κατά τον ανθρώπινον αυτής βίον. — Πολύ λαμπρά. — Δεν +απηλλάξαμεν λοιπόν εις αυτήν μας την έρευναν την δικαιοσύνην από παν το +επουσιώδες και δεν εθέσαμεν κατά μέρος τιμάς και ανταμοιβάς και φήμας, που +ανεφέρετε εσείς ακολουθούντες τον Όμηρον και τον Ησίοδον; δεν απεδείξαμεν, ότι η +δικαιοσύνη καθ' εαυτήν είναι το μεγαλύτερον αγαθόν της ψυχής και ότι αύτη πρέπει +να πράττη το δίκαιον, είτε κατέχει τον δακτύλιον του Γύγου, είτε όχι, ή και προσέτι +εκτός αυτού και την περικεφαλαίαν του Άδου; — Αληθέστατα.</p> + +<p> — Θα ημπορούσε τάχα να μας κατηγορήση κανείς, φίλε Γλαύκων, εάν +ηθέλαμεν αποδώση τώρα εις την δικαιοσύνην και τας λοιπάς αρετάς, εκτός των +πλεονεκτημάτων τα οποία καθ' εαυτάς έχουν, και τας ανταμοιβάς, που εξασφαλίζουν +εις την ψυχήν εκ μέρους και των ανθρώπων και των θεών και εν τη ζωή και μετά +θάνατον; — Καθόλου, νομίζω. — Θέλετε λοιπόν να μου επιστρέψετε εκείνα που σας +εδάνεισα εις την αρχήν της συζητήσεώς μας; — Τι πράγμα; — Συγκατετέθην να σας +παραχωρήσω ότι ημπορεί να θεωρήται ο δίκαιος άνθρωπος άδικος, και ο άδικος +δίκαιος· διότι σεις εζητήσετε, αν και εις τούτο δεν είναι δυνατόν να εξαπατήση τις +θεούς και ανθρώπους, να κάμωμεν μολαταύτα αυτήν την υπόθεσιν χάριν του λόγου, +διά να κριθή αυτή καθ' εαυτήν η δικαιοσύνη προς αυτήν την αδικίαν· ή δεν το +ενθυμείσαι; — Θα είχα άδικον να μην το ενθυμούμαι. — Αφού λοιπόν ήδη πλέον +έχουν κριθή καθ' εαυτάς, απαιτώ τώρα υπέρ της δικαιοσύνης, να της αποδώσωμεν τας +τιμάς που έχει και εκ μέρους των θεών και εκ μέρους των ανθρώπων και να την +αποκαταστήσωμεν εις τα δικαιώματά της, και αφού απεδείξαμεν τα πλεονεκτήματα +που δίδει εις τους αληθινούς οπαδούς της και ότι ουδέποτε εξαπατά εκείνους που την +εγκολπούνται πραγματικώς, να ομολογήσωμεν ότι και ως προς τα αγαθά που παρέχει +εις τους έχοντας απλώς την φήμην δικαίου ανθρώπου υπερτερεί την αδικίαν και της +αξίζει να λάβη τον νικητήριον στέφανον. — Είναι πολύ δικαία η απαίτησίς σου.</p> + +<p>Πρώτον μεν λοιπόν δεν θα μου παραχωρήσετε τούτο, ότι είναι αδύνατον να +εξαπατηθούν οι θεοί, ποίος είναι δίκαιος άνθρωπος και ποίος άδικος; — Σου το +παραχωρούμεν. — Και αφού το πράγμα έχει κατ' αυτόν τον τρόπον, ο μεν πρώτος δεν +θα είναι αγαπητός εις τους θεούς ο δε άλλος μισητός, όπως και το παρεδέχθημεν εκ +μιας αρχής; — Έτσι είναι. — Δεν θα ομολογήσωμεν δε, ότι ο άνθρωπος που αγαπούν +οι θεοί, θα έχη να περιμένη τα μεγαλύτερα αγαθά, που εκ μέρους των +παραχωρούνται, εκτός πλέον αν δεν έχη να πληρώση καμμίαν προγενεστέραν +αμαρτίαν; — Αναμφιβόλως. — Πρέπει λοιπόν να έχωμεν την βεβαιότητα περί του +δικαίου ανθρώπου, είτε πενία τον βασανίζει είτε ασθένεια είτε κανέν από τα άλλα +θεωρούμενα κακά, ότι εις το τέλος όλα αυτά θα του έβγουν εις καλόν ενόσω ακόμη ζη +ή και μετά τον θάνατον του· διότι ποτέ δεν εγκαταλείπει ο θεός εκείνον, ο οποίος +προθυμοποιείται να γίνεται τέλειος και εξασκών την αρετήν να εξομοιούται, όσον +είναι δυνατόν διά τον άνθρωπον, προς τον θεόν. — Βεβαίως δεν είναι φυσικόν ο +τοιούτος να παραμελήται υπό του ομοίου του. — Όσον δε αφορά τον άδικον δεν +πρέπει κατ' ανάγκην να έχωμεν όλως διόλου την εναντίαν ιδέαν; — Εννοείται βέβαια. +— Τοιουτοτρόπως λοιπόν, εκ μέρους των θεών, ο στέφανος της νίκης θα είναι διά τον +δίκαιον. — Αυτό τουλάχιστον είναι η γνώμη μου. </p> + +<p> — Και εκ μέρους δε των ανθρώπων τα ίδια δεν συμβαίνουν, αφού επί +τέλους πρέπει να βάλωμεν τα πράγματα εις την θέσιν των; δεν παθαίνουν το ίδιον οι +δόλιοι και οι άδικοι ό,τι και οι δρομείς εκείνοι, οι οποίοι τρέχουν μεν καλά κατά την +αρχήν του δρόμου, όχι όμως και κατά την επιστροφήν; και κατά πρώτον μεν χύνονται +με μεγάλην ορμήν, εις το τέλος όμως γίνονται καταγέλαστοι, όταν με κρεμασμένα τα +αυτιά εις τους ώμους αποσύρωνται αστεφάνωτοι· ενώ οι αληθινοί δρομείς φθάνουν +εις το τέρμα, λαμβάνουν τα άθλα και στεφανώνονται· δεν συμβαίνει δε το ίδιον ως επί +το πλείστον και με τους δικαίους; εις το τέλος εκάστης επιχειρήσεώς των, εις το τέλος +της σταδιοδρομίας των και του βίου των, δεν λαμβάνουν παρά των ανθρώπων τα +έπαθλα της ευδοκιμήσεως και τας ανταμοιβάς, που τους ανήκουν; — Έχεις +δίκαιον.</p> + +<p> — Θα δεχθής λοιπόν να εφαρμόσω εις τους δικαίους εκείνα τα οποία +έλεγες εσύ περί των αδίκων; θα είπω δηλαδή ότι οι μεν δίκαιοι, όταν φθάσουν εις την +ώριμον ηλικίαν, λαμβάνουν εις την πόλιν των όλα τα αξιώματα που ήθελον +επιθυμήση, παίρνουν γυναίκα κατ' εκλογήν των απ' όπου θέλουν, νυμφεύουν επίσης +τα τέκνα των εκεί που θελήσουν, και όλα όσα εσύ έλεγες τότε διά τους αδίκους, τα +λέγω τώρα εγώ δι' αυτούς· απεναντίας δε οι άδικοι, και αν κατ' αρχάς πολλοί εξ αυτών +κατορθώσουν να μην τους πάρουν είδησιν οι άνθρωποι, ξεσκεπάζονται όμως εις το +τέλος του δρόμου των και γίνονται καταγέλαστοι, προπηλακίζονται εις τα γηρατειά +των υπό των πολιτών και των ξένων, και, διά να μεταχειρισθώ τας εκφράσεις τας +οποίας εύρισκες πολύ χονδράς — και είχες δίκαιον — όταν τας έλεγες περί του +δικαίου, θα υποστούν και μαστιγώσεις και στρεβλώσεις και καυτηριασμούς και μ' ένα +λόγον φαντάσου πως ακούεις από το στόμα μου όλα τα είδη των βασάνων, που +ανέφερες τότε· αλλ' όπως σου είπα, κύτταξε αν θα τα παραδεχθής όλα αυτά. — Και +πολύ προθύμως· διότι αναγνωρίζω πως έχεις δίκαιον.</p> + +<p> — Τοιαύτα λοιπόν είναι τα πλεονεκτήματα, δώρα, μισθοί και ανταμοιβαί, +που έχει ο δίκαιος κατά την διάρκειαν της ζωής του εκ μέρους των θεών και των +ανθρώπων, εκτός εκείνων, τα οποία, είπομεν, του παρέχει αυτή καθ' εαυτήν η +δικαιοσύνη. — Πολύ ωραία και ασφαλή. — Και όμως τίποτε δεν είναι αυτά ούτε κατά +ποιόν ούτε κατά ποσόν εμπρός εις εκείνα που περιμένουν και τον ένα και τον άλλον +μετά θάνατον· πρέπει δε να λεχθούν και αυτά, διά να αποδώσωμεν τελείως και εις τον +δίκαιον και εις τον άδικον ό,τι έχει δικαίωμα να ακούση ο καθένας των από αυτήν μας +την συζήτησιν. — Λέγε λοιπόν, διότι ολίγα πράγματα υπάρχουν που θα ήκουα με +περισσοτέραν ευχαρίστησιν.</p> + +<p> — Θα ακούσης λοιπόν τώρα την διήγησιν όχι του Αλκίνου αλλ' ανδρός +ελλογίμου, του Ηρός του Αρμενίου, εκ Παμφυλίας το γένος έλκοντος. Αυτός εφονεύθη +εις τον πόλεμον και όταν μετά δέκα ημέρας ήλθαν να παραλάβουν τα σώματα των +νεκρών, που ευρίσκοντο πλέον εν τελεία αποσυνθέσει, το ιδικόν του ήτο ακόμη σώον +και ακέραιον· τον μετέφεραν λοιπόν εις την πατρίδα προς ταφήν και ενώ την +δωδεκάτην από του θανάτου του ημέραν έκειτο ήδη επί της πυράς, επανήλθεν εις την +ζωήν και διηγήθη εις τους παρισταμένους όσα είχεν ιδή εις τον άλλον κόσμον· ευθύς, +τους έλεγεν, που εβγήκεν η ψυχή του, εξεκίνησε με πολλούς άλλους και έφθασαν εις +ένα θαυμάσιον τόπον, όπουν είδαν δύο χάσματα εις την γην, κοντά το ένα εις το άλλο, +και δύο άλλα επάνω εις τον ουρανόν, κατάντικρυ εις τα πρώτα· μεταξύ δε αυτών +εκάθηντο δικασταί, οι οποίοι εξέδιδον την απόφασίν των, και διέτασσον τους μεν +δικαίους να ακολουθήσουν την προς τα δεξιά και άνω διά του ουρανού οδόν, αφού +προηγουμένως τους εκρεμνούσαν απ' εμπρός μίαν πινακίδα, όπου εσημείωναν την +απόφασίν των· τους δε αδίκους την προς τα κάτω και αριστερά, αφού και εις αυτούς +εκρεμνούσαν ομοίαν πινακίδα, αλλ' από πίσω, περιέχουσαν την σημείωσιν όλων των +πράξεών των· όταν παρουσιάσθη και ο ίδιος, του είπαν ότι οφείλει να έλθη και να +φέρη εις τους ανθρώπους την είδησιν όλων που συμβαίνουν εκεί, και τον διέταξαν να +περιμείνη διά να παρατηρήση και ακούση τα πάντα.</p> + +<p>Είδε λοιπόν εκεί πρώτον μεν τας ψυχάς, που εδικάσθησαν τότε, να αναχωρούν +από τα δύο αντικρυνά χάσματα του ουρανού και της γης, και από τα δύο άλλα πάλιν, +από το ένα της γης να αναβαίνουν ψυχαί γεμάται από σκόνην και ακαθαρσίαν, από το +άλλο δε του ουρανού να κατεβαίνουν άλλαι ωραίαι και καθαραί· όλαι δε εφαίνοντο +ως να έφθαναν από μακρυνόν δρόμον και με ευχαρίστησιν ήρχοντο να +κατασκηνώσουν εις τον λειμώνα, ως εις τόπον συγκεντρώσεως· όσαι εξ αυτών +εγνωρίζοντο, αντήλλασον εγκάρδιον χαιρετισμόν και εζήτουν πληροφορίας μεταξύ +των, εκείναι από τον ουρανόν, αι άλλαι από την γην και διηγούντο πλέον αι μεν +πρώται με δάκρυα και με κοπετούς όσα έπαθαν και είδαν κατά την πορείαν των κάτω +από την γην — ήτο δε η διάρκεια της πορείας χιλίων ετών — όσαι δε έφθαναν από τον +ουρανόν, τας μοναδικάς ηδονάς που απήλαυσαν, και το άφραστον κάλλος των +θεαμάτων που είδαν.</p> + +<p>Πολύς καιρός θα εχρειάζετο, φίλε μου Γλαύκων, να καθήσω να σου τα διηγηθώ +τώρα όλα· το συμπέρασμα της διηγήσεώς του ήτο το εξής· δι' όλας τας αδικίας, που +διέπραξεν έκαστος εν τη ζωή, ετιμωρείτο η ψυχή του δεκαπλασίως δι' εκάστην +χωριστά, η δε διάρκεια εκάστης τιμωρίας ήτο εκατόν ετών, όση είναι και η φυσική +διάρκεια της ανθρωπίνης ζωής, διά να πληρώνουν δεκάκις την πληρωμήν εκάστου +αδικήματος. Κατ' αυτόν τον τρόπον, εκείνοι που έγιναν αίτιοι πολλών θανάτων, που +είτε επρόδωσαν πόλεις και στρατόπεδα και υπήρξαν αφορμή να περιπέσουν εις +δουλείαν, είτε έγιναν ένοχοι άλλων τοιούτων κακουργημάτων, δι' όλα αυτά +υπεβάλλοντο εις δεκαπλάσια δι' έκαστον βασανιστήρια, ενώ εκείνοι απ' εναντίας που +προσέφεραν μεγάλας ευεργεσίας εις τους ανθρώπους και διετέλεσαν καθ' όλην την +ζωήν των ενάρετοι και δίκαιοι ελάμβανον κατά την αυτήν αναλογίαν την ανταμοιβήν +των καλών των πράξεων· όσον δε αφορά εκείνους που απέθνησκον ολίγον χρόνον +μετά την γέννησιν των, έλεγεν άλλα που δεν αξίζει τον κόπον να αναφέρω· υπήρχον δε +ακόμη ανταμοιβαί πολύ μεγαλύτεραι δι' εκείνους που εσέβοντο τους θεούς και ετίμων +τους γονείς των εις την ζωήν, καθώς και εξαιρετικά βασανιστήρια διά τους ασεβείς, +τους πατροκτόνους και δι' όσους ιδία χειρί διέπραξαν φόνους.</p> + +<p>Μεταξύ άλλων έλεγεν ότι ήτο παρών εκεί, όταν κάποιος ηρώτησεν έναν άλλον, +πού ευρίσκετο ο μέγας Αρδιαίος· αυτός δε ο Αρδιαίος είχε χρηματίση τύραννος εις +μίαν πόλιν της Παμφυλίας, χίλια έτη πριν, είχε δε φονεύση τον γέροντα πατέρα του +και τον μεγαλύτερον αδελφόν του και άλλα δε πολλά, καθώς ελέγετο, εγκλήματα +διέπραξε. «Δεν έφθασεν, απεκρίθη ο ερωτηθείς, και ούτε θα φθάση ποτέ εδώ». +Είδαμεν όμως ένα από τα φοβερώτερα εκεί θεάματα. Ότε ήμεθα πλέον κοντά να +εξέλθωμεν από το υπόγειον χάσμα, αφού συνεπληρώσαμεν όλας τας ποινάς μας, +βλέπομεν αίφνης τον Αρδιαίον εκείνον και άλλους πολλούς, των οποίων οι +περισσότεροι σχεδόν επίσης υπήρξαν τύραννοι· ήσαν όμως και μερικοί ιδιώται, οι +οποίοι διέπραξαν εις την ζωήν των μεγάλα κακουργήματα· καθ' ήν στιγμήν ούτοι +ενόμιζαν πλέον ότι θα εξέλθουν, το στόμιον του χάσματος δεν τους επέτρεπε την +διάβασιν, αλλ' ήρχισε να μυκάται, όπως έκαμνε και κάθε φορά που ένας από εκείνους +τους αθλίους, των οποίων τα αμαρτήματα ήσαν ανίατα, ή που δεν είχεν υποστή πλήρη +την ποινήν του, εδοκίμαζε να εξέλθη· μόλις δε ηκούσθη εκείνος ο μυκηθμός, +προσέτρεξαν αμέσως κάτι αγριάνθρωποι, που να τους έβλεπες ήσαν κατακόκκινοι σαν +φλόγα, και τους μεν άλλους τους άρπαξαν και τους επήραν από εκεί, τον δε Αρδιαίον +και μερικούς ακόμη τους έδεσαν χέρια, πόδια και κεφαλήν, τους έρριξαν καταγής και +τους εξέγδαραν και ήρχισαν να τους σύρουν έξω από τον δρόμον επάνω εις +ασπαλάθρους και αγκάθια, όπου εξεσχίζοντο σκληρά αι σάρκες των· εις όσους δε +συνήντων έκαμνον γνωστούς τους λόγους, διά τους οποίους τους μετεχειρίζοντο κατ' +αυτόν τον τρόπον, και τους έλεγαν πού θα επήγαιναν να τους πετάξουν· απ' όλους +λοιπόν, λέγει, τους τόσους και παντοειδείς φόβους, που κατέχουν εκεί τας ψυχάς, +κανείς δεν ημπορούσε να συγκριθή με αυτόν, μήπως, κατά την ώραν που επρόκειτο +πλέον να περάσουν το στόμιον, ακουσθή εκείνος ο μυκηθμός, και ότι απερίγραπτος +ήτο η χαρά των να ανεβή κανείς, χωρίς να αντηχήση.</p> + +<p>Αύται λοιπόν ήσαν περίπου αι κρίσεις και αι τιμωρίαι και αι αντίστοιχοι αμοιβαί, +τας οποίας διηγείτο· αφού δε παρέμενον επτά ημέρας εις τον λειμώνα εκείνον, +έπρεπε να αναχωρήσουν εκείθεν την ογδόην και μετά τεσσάρων ημερών πορείαν +έφθανον εις ένα τόπον, από τον οποίον έβλεπαν ένα φως το οποίον διέσχιζεν +ολόκληρον τον ουρανόν και την γην, ευθύ ως στήλη, και όμοιον με την ίριδα, αλλά +λαμπρότερον και καθαρώτερον· έφθασαν δε εις το φως τούτο μετά πορείαν άλλης +μιας ημέρας· εκεί δε είδον ότι τα άκρα του ουρανού επερατούντο εις το μέσον του +φωτός εκείνου, το οποίον εχρησίμευεν ως σύνδεσμος αυτού και περιέβαλλεν όλην +αυτού την περιφέρειαν, απαράλλακτα όπως τα υποζώματα των τριήρων· από δε τα +άκρα του εκρέμετο ο άτρακτος της Ανάγκης, που έδιδε την κίνησιν εις όλας τας +ουρανίους περιστροφάς· και η μεν ηλακάτη και το άγκιστρον αυτού ήσαν από χάλυβα, +ο δε σφόνδυλος από μίγμα χάλυβος και άλλων μετάλλων.</p> + +<p>Ως προς το σχήμα ο σφόνδυλος ωμοίαζεν με τους ιδικούς μας εδώ· διά να λάβης +δε ακριβεστέραν ιδέαν, εξ όσων έλεγε, πρέπει να φαντασθής ένα μεγάλον σφόνδυλον +κοίλον και σκαλισμένον εις όλην του την εσωτερικήν περιφέρειαν, εντός του οποίου +προσηρμόζετο ένας άλλος μικρότερος, όπως οι κάδοι που εισέρχονται ο ένας μέσα εις +τον άλλον· εντός του δευτέρου άλλος τρίτος, και πάλιν ένας τέταρτος και ακόμη άλλοι +τέσσαρες· διότι εν συνόλω ήσαν οκτώ, κείμενοι ο είς εντός του άλλου συγκεντρικώς· +άνωθεν εφαίνοντο τα χείλη εκάστου ως κύκλοι, έξωθεν δε παρουσίαζον συνεχή +επιφάνειαν ως ενός μόνου σφονδύλου πέριξ της ηλακάτης, της οποίας ο άξων +διήρχετο καταμεσίς από το κέντρον του ογδόου. Και ο μεν πρώτος προς τα έξω +σφόνδυλος είχε τον κύκλον του χείλους πλατύτερον απ' όλους, κατά δεύτερον δε +λόγον ο έκτος, έπειτα ο τέταρτος, ακολούθως ο όγδοος, πέμπτον ο έβδομος, έκτον ο +πέμπτος, και τελευταίον ο δεύτερος. Και ο μεν κύκλος ο σχηματιζόμενος υπό των +χειλέων του μεγίστου σφονδύλου ήτο ποικίλων χρωμάτων, του δε εβδόμου +λαμπρότατος, ο όγδοος ελάμβανεν από τον έβδομον το χρώμα του και την λάμψιν +του, ο δεύτερος και ο πέμπτος είχον τα αυτά χρώματα, αλλ' αποκλίνοντα μάλλον προς +το ξανθόν, του τρίτου το χρώμα ήτο το λευκότερον απ' όλων, του τετάρτου +υπέρυθρον, δεύτερον δε κατά την λευκότητα του έκτου. Ολόκληρος ο άτρακτος +εστρέφετο περί τον άξονά του κατά την αυτήν φοράν, ενώ εσωτερικώς οι επτά +συγκεντρικοί κύκλοι περιεστρέφοντο ηρέμα κατ' εναντίαν διεύθυνσιν· εξ αυτών πάλιν +τάχιστα μεν εκινείτο ο όγδοος κατά δεύτερον δε λόγον και ισοχρόνως σχεδόν προς +αλλήλους ο έβδομος, έκτος και πέμπτος· ο τέταρτος, όπως τους εφαίνετο, ήτο τρίτος +κατά την ταχύτητα, και ο τρίτος τέταρτος, πέμπτος δε και τελευταίος ο δεύτερος· +αυτός δε ο άτρακτος εστρέφετο επάνω εις τα γόνατα της Ανάγκης. Επάνω εις έκαστον +εκ των κύκλων αυτού επέβαινεν από μία Σειρήν, η οποία περιεστρέφετο και αυτή, και +έψαλλε με φωνήν επί ενός και του αυτού τόνου πάντοτε· ούτως ώστε από τας οκτώ +που ήσαν απετελείτο μία πλήρης συμφωνία.</p> + +<p>Πέριξ δε του ατράκτου και εις ίσας αποστάσεις εκάθηντο επί θρόνων αι τρεις +Μοίραι, θυγατέρες της Ανάγκης, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Άτροπος με φορέματα +λευκά και με στέμματα εις την κεφαλήν· συνώδευον δε με το άσμα των την αρμονίαν +των Σειρήνων και έψαλλον η μεν Λάχεσις τα παρελθόντα, η Κλωθώ τα παρόντα και η +Άτροπος τα μέλλοντα· και η μεν Κλωθώ μετέδιδεν, εγγίζουσα κατά διαλείμματα με την +δεξιάν της χείρα τον άτρακτον, την εξωτερικήν περιστροφήν εις αυτόν, η Άτροπος +πάλιν με την αριστεράν χείρα εις τους εσωτερικούς σφονδύλους, η δε Λάχεσις πότε με +την μίαν πότε με την άλλην χείρα ήγγιζε και τον άτρακτον και τους σφονδύλους.</p> + +<p>Ευθύς λοιπόν που έφθασαν εκεί, έπρεπε να παρουσιασθούν εμπρός εις την +Λάχεσιν· και πρώτον μεν ένας προφήτης υπέδειξεν εις έκαστον την θέσιν του και την +σειράν του, και αφού έλαβεν από τα γόνατα της Λαχέσεως κλήρους και παραδείγματα +ανθρωπίνων βίων, ανέβηκεν επάνω εις ένα υψηλόν βήμα και είπε, «Τάδε λέγει +Λάχεσις η παρθένος, της Ανάγκης θυγάτηρ. Ψυχαί εφήμεροι, μέλλετε να αρχίσετε +άλλην περίοδον ζωής, εντός σώματος θνητού· δεν θα σας εκλέξη η τύχη, αλλά σεις θα +εκλέξετε την τύχην σας· ο πρώτος που θα υποδείξη ο κλήρος, θα εκλέξη πρώτος τον +βίον του, τον οποίον αμετακλήτως θα είναι αναγκασμένος να ακολουθήση. Η αρετή +είναι κτήμα αδέσποτον και αναλόγως που την τιμά ή την περιφρονεί έκαστος, θα λάβη +και την σχετικήν του μερίδα, μεγαλυτέραν ή μικροτέραν, από αυτήν· έκαστος είναι +υπεύθυνος διά την εκλογήν του· ο θεός είναι αναίτιος». Αφού είπεν αυτά, έρριψεν +επάνω εις όλους τους κλήρους, και ο καθένας επήρεν εκείνον που έπεσεν εμπρός του, +εκτός του Ηρός, εις τον οποίον απηγορεύθη, καθώς έλεγε, να πάρη· έκαστος λοιπόν +εγνώριζεν από τον κλήρον του, ποία ήτο η σειρά του διά να εκλέξη· ακολούθως λοιπόν +ο προφήτης έβαλεν εμπρός των καταγής τα παραδείγματα των βίων, πολύ +περισσότερα από τον αριθμόν των παρόντων, που έμελλον να εκλέξουν, και κάθε +είδους και λογής· διότι υπήρχον και των ζώων όλων και των ανθρώπων όλων +ανεξαιρέτως· υπήρχον λοιπόν μεταξύ αυτών τυραννίδες, άλλαι μεν ισόβιοι, άλλαι δε +καταλυόμεναι εν τω μεταξύ και καταντώσαι εις πενίαν και εξορίαν και επαιτείαν· +υπήρχον επίσης και βίοι ανδρών επιφανών, άλλων μεν διά την καλλονήν της μορφής +και τα ωραία των σώματα, άλλων διά την καταγωγήν των και τας αρετάς των +προγόνων· ωσαύτως δε και ασήμων ανθρώπων υπό πάσαν τοιαύτην έποψιν και +γυναικών δε ομοίως· τάξις όμως ωρισμένη διά τας ψυχάς δεν υπήρχε καμμία, διότι +έπρεπε κατ' ανάγκην εκάστη να μεταβάλη την φύσιν της αναλόγως της εκλογής που +θα έκαμνε· άλλως τε τα πλούτη και η πενία, αι νόσοι και η υγεία ήσαν κατανεμημένα +εις όλους τους βίους, εις άλλους μεν χωρίς καμμίαν διάκρισιν, εις άλλους δε κατά +δικαίαν αναλογίαν.</p> + +<p>Εδώ λοιπόν είναι, αγαπητέ Γλαύκων, πού έγκειται ο μεγαλύτερος κίνδυνος διά τον +άνθρωπον· και δι' αυτό πρέπει έκαστος εξ ημών, παραμελών κάθε άλλο μάθημα, να +αφοσιωθή εξ ολοκλήρου εις εκείνο μόνον, που θα τον κάμη ικανόν να αναζητήση και +να εύρη τον άνθρωπον, ο οποίος θα ημπορέση να του μάθη να είναι εις θέσιν, να +διακρίνη μετ' επιστήμης τον βίον τον χρηστόν και πονηρόν, και να εκλέγη πανταχού +και πάντοτε εκ των δυνατών τον καλύτερον, και λαμβάνων υπ' όψει του όλα, όσα +ημείς ήδη ανεφέραμεν, να κρίνη κατά πόσον, είτε ομού είτε χωριστά θεωρούμενα, +συντελούν εις την αληθινήν ευτυχίαν της ζωής· τοιουτοτρόπως θα γνωρίζη, +παραδείγματος χάριν, πόσον κάλλος αναμιγνυόμενον μετά βαθμού τινος πενίας ή +πλούτου και μετά ποίας τινός διαθέσεως της ψυχής καθιστά τον άνθρωπον καλόν ή +κακόν· ποίον αποτέλεσμα ημπορεί να έχουν η ευγενής και η ταπεινή καταγωγή και ο +ιδιωτικός βίος και τα αξιώματα, αι σωματικαί δυνάμεις και αι ασθένειαι, η ευμάθεια +και η δυσμάθεια και μ' ένα λόγον αι διάφοροι της ψυχής φυσικαί ή επίκτητοι +ιδιότητες, συναρμοζόμεναι προς αλλήλας· εις τρόπον ώστε, αφού συλλογισθή περί +όλων αυτών, να είναι εις θέσιν να εκλέγη, αποβλέπων προς την φύσιν της ψυχής, τον +χειρότερον και τον καλύτερον βίον, με την βεβαιότητα, ότι χειρότερος μεν είναι +εκείνος που την φέρει εις το σημείον να γίνεται αδικωτέρα, καλύτερος δε εκείνος που +την κάμνει δικαιοτέραν· όλα δε τα άλλα θα τα θεωρήση διά τίποτε· διότι είδαμεν ότι +αυτή είναι η καλυτέρα εκλογή, που έχει να κάμη, είτε δι' αυτήν την ζωήν, είτε διά την +άλλην· πρέπει λοιπόν να διατηρή αδιάσειστον αυτήν την πεποίθησιν μέχρι τάφου, +ώστε να μην τον θαμβώσουν και εκεί κάτω πλούτη και άλλα τοιαύτα κακά, και εμπέση +εις τυραννίδας και άλλας ομοίας πράξεις, εκ των οποίων και εις τους άλλους θα +προξενήση πολλά και ανήκεστα κακά, όχι δε ολιγώτερα θα πάθη και ο ίδιος· αλλά +μάλλον να γνωρίζη πάντοτε να εκλέγη τον μέσον όρον μεταξύ αυτών των βίων και να +αποφεύγη εξ ίσου και τα δύο εκατέρωθεν άκρα και εις αυτήν την ζωήν κατά το +δυνατόν και εις όλην έπειτα την μετά ταύτα· διότι μόνον τοιουτοτρόπως γίνεται +ευδαιμονέστατος ο άνθρωπος.</p> + +<p>Και λοιπόν και τότε, καθώς διηγείτο ο εκείθεν αποσταλείς άγγελος, είπεν ο +προφήτης προς τας ψυχάς: «Και δι' εκείνον που μείνη τελευταίος, αρκεί να κάμη την +εκλογήν του με περίσκεψιν, επιφυλάσσεται βίος υποφερτός, που από την καλήν του +θέλησιν εξαρτάται να είναι όχι κακός· και εκείνος λοιπόν που θα κάμη πρώτος εκλογήν +ας προσέξη, και ο τελευταίος ας μην απελπίζεται». Και αφού είπεν αυτά, εκείνος εις +τον οποίον έλαχεν ο πρώτος κλήρος, ευθύς ώρμησε και χωρίς να υπολογίση επαρκώς +τα πάντα, εξέλεξε την μεγαλυτέραν τυραννίδα, παρασυρθείς υπό της αφροσύνης και +της απληστίας· αφού όμως έλαβε καιρόν να σκεφθή και είδεν ότι το πεπρωμένον του +ήτο να φάγη τα ίδιά του τέκνα και να διαπράξη και άλλα φρικτά κακουργήματα, +ήρχισε να κόπτεται και να οδύρεται διά την εκλογήν του και, λησμονών όσα του +προείπεν ο προφήτης, να αιτιάται την τύχην, τους θεούς και τους δαίμονας και πάντα +άλλον μάλλον παρά τον εαυτόν του. Και μολαταύτα αυτός ήτο από εκείνους που +ήλθαν από τον ουρανόν και είχε ζήση την προτέραν του ζωήν εις πολιτείαν +συντεταγμένην καλώς, ήτο δε όχι αμέτοχος αρετής, την οποίαν όμως ώφειλε μάλλον +εις συνήθειαν παρά εις την φιλοσοφίαν· πρέπει δε άλλως τε να ρηθή, ότι και πολλαί +άλλαι από τας ψυχάς, που επέστρεφαν από τον δρόμον του ουρανού, ηπατώντο +επίσης εις την εκλογήν των, διότι δεν είχαν την πείραν των κακών του βίου· ενώ +απεναντίας όσοι επέστρεφαν από τον υπόγειον δρόμον, επειδή και οι ίδιοι είχον +υποφέρη πολλά και άλλους είχον ιδή να υποφέρουν, δεν προέβαινον απερίσκεπτα εις +την εκλογήν των· δι' αυτόν δε τον λόγον και ανεξαρτήτως της τύχης του κλήρου, +συνέβαινεν ώστε εις το πλείστον των ψυχών να επέρχεται μεταβολή του βίου των, από +καλού εις κακόν και τανάπαλιν· διότι, εάν ένας, κάθε φορά που θα έφθανεν εις αυτόν +τον κόσμον, ήθελεν αφοσιώνεται εις την υγιά φιλοσοφίαν, αρκεί μόνον να μην ήρχετο +μεταξύ των τελευταίων εις την σειράν της εκλογής, μεγάλη υπάρχει πιθανότης, εκ των +διηγήσεων του Ηρός του Αρμενίου, όχι μόνον ενταύθα να ζήση ευτυχής, αλλά και κατά +την εντεύθεν προς τα εκεί πορείαν του και κατά την επιστροφήν του εκείθεν να πάρη +τον ομαλόν δρόμον του ουρανού και όχι τον υπόγειον και τραχύν.</p> + +<p>Ήξιζε λοιπόν, καθώς διηγείτο, να ίδη κανείς το θέαμα εκείνο, πώς εκάστη ψυχή +εξέλεγε τον βίον της· το περίεργον του πράγματος σου επροξένει και οίκτον και +γέλωτα· διότι έκαμνον την εκλογήν οδηγούμενοι ως επί το πλείστον από τας +συνηθείας του προγενεστέρου βίου· είδεν έξαφνα μίαν ψυχήν, η οποία ήτο άλλοτε +του Ορφέως, να εκλέξη τον βίον του κύκνου από μίσος των γυναικών, διότι ευρών +άλλοτε τον θάνατον υπ' αυτών, δεν ήθελε να οφείλη την γέννησίν του εις γυναίκα· του +δε Θαμύρου την ψυχήν να εκλέγη τον βίον της αηδόνος· ένα κύκνον πάλιν να +ανταλλάσση τον ιδικόν του με ανθρώπινον βίον, καθώς και άλλα ωδικά πτηνά· μία δε +ψυχή, η οποία έλαχε τον εικοστόν κλήρον, εξέλεξε βίον λέοντος· και αυτή ήτο του +Αίαντος του Τελαμωνίου, ήτις ενθυμουμένη την κρίσιν των όπλων απέστεργε να γίνη +πάλιν άνθρωπος· η κατόπιν ήτο του Αγαμέμνονος· και αυτή δε από έχθραν του +ανθρωπίνου γένους, δι' όσα είχε πάθη, επροτίμησε βίον αετού· η δε ψυχή της +Αταλάντης, η οποία είχε λάβη έναν από τους μέσους κλήρους, αναλογιζομένη τας +μεγάλας τιμάς των αθλητών, δεν ηδυνήθη να αντιστή εις την επιθυμίαν να εκλέξη και +αυτή τοιούτον βίον· και μετ' αυτήν είδε την ψυχήν του Επειού του υιού του Πανοπέως +να προτιμά φύσιν γυναικός επιτηδείας εις τα έργα της χειρός· μακράν δε, μεταξύ των +τελευταίων, του γελωτοποιού Θερσίτου ενδυομένην το σχήμα πιθήκου· κατά τύχην δε +και η ψυχή του Οδυσσέως, εις την οποίαν έλαχεν ο έσχατος κλήρος, προσήλθε και +αυτή να εκλέξη· ενθυμουμένη δε τας παρελθούσας δυστυχίας και απηυδισμένη πλέον +από την φιλοδοξίαν, ανεζήτει επί μακρόν και μόλις και μετά βίας, ανεκάλυψε τέλος +κάπου τον ήσυχον βίον απλού ιδιώτου, τον οποίον είχον παρατρέξη όλαι αι άλλαι +ψυχαί, και μόλις τον είδεν ανέκραξεν, ότι και αν επρόκειτο να εκλέξη πρώτη, μετά της +αυτής ευχαριστήσεως θα έκαμνε την ιδίαν εκλογήν· και εκ των άλλων δε ζώων επίσης +πολλά μετέβαλλον το βίον των προς τον ανθρώπινον και μεταξύ των, τα μεν άδικα εις +τα άγρια τα δε δίκαια εις τα ήμερα, ούτως ώστε να γίνωνται παντοειδείς +αναμίξεις.</p> + +<p>Αφού δε πάσαι αι ψυχαί εξέλεξαν τους βίους των, κατά την σειράν που υπέδειξεν +ο κλήρος των, ακολούθως προσήλθον κατά την αυτήν τάξιν εμπρός εις την Λάχεσιν, η +οποία έδωσεν εις έκαστον τον δαίμονα που εξέλεξε, διά να του χρησιμεύη ως φύλαξ +κατά την νέαν του ζωήν και να τον βοηθή να εκπληρώση τον προορισμόν της εκλογής +του. Αυτός δε κατά πρώτον ωδήγει την ψυχήν προς την Κλωθώ, ίνα, διά της χειρός της +και μιας περιστροφής του ατράκτου, επικυρώση την μοίραν που εξέλεξε· μετά ταύτα +δε την έφερεν εις την Άτροπον η οποία έγνεθε το νήμα και έκαμνε τοιουτοτρόπως +ανέκκλητα όσα επέκλωσεν η Κλωθώ. Και εκείθεν, χωρίς πλέον να είναι +επιτετραμμένον να στρέψουν οπίσω, επήγαιναν και επερνούσαν κάτω από τον θρόνον +της Ανάγκης· αφού δε επερνούσαν και όλοι οι άλλοι, επορεύοντο εις το πεδίον της +λήθης, όπου επεκράτει φοβερός και πνιγηρότατος καύσων, διότι δεν υπήρχεν ούτε +δένδρον ούτε τίποτε απ' όσα φύονται εις την γην. Όταν έφθανε τέλος η εσπέρα +κατεσκήνουν παρά τας όχθας του Αμέλητος ποταμού, του οποίου το ύδωρ κανέν +αγγείον δεν ημπορεί να κρατήση· εκάστη ψυχή ήτο υποχρεωμένη να πίη ένα +ωρισμένον μέτρον από αυτό το ύδωρ, μερικοί όμως δεν είχον αρκετήν φρόνησιν να +κρατηθούν διά να μη πίουν περισσότερον· και τότε έχανον εξ ολοκλήρου πάσαν των +προηγουμένων ανάμνησιν· κατόπιν παρεδόθησαν εις τον ύπνον και κατά τα +μεσάνυκτα ηκούσθη φοβερά βροντή συνοδευομένη υπό σεισμού· και τότε εξαφνικά +εξεσφενδονίσθησαν, ως διάττοντες αστέρες, άλλος εδώ, άλλος εκεί, εις τους +διαφόρους τόπους, όπου έμελλε να αρχίση η νέα των ζωή. Εις τον Αρμένιον, καθώς +έλεγεν ο ίδιος, απηγορεύθη να πίη από το ύδωρ· από πού όμως και πώς επανήλθεν η +ψυχή εις το σώμα του, δεν ήξευρε ούτε αυτός, αλλ' έξαφνα ήνοιξε τους οφθαλμούς +του την αυγήν και είδεν ότι ευρίσκετο εξηπλωμένος επί της πυράς.</p> + +<p>Και τοιουτοτρόπως, αγαπητέ μου Γλαύκων, εσώθη μέχρις ημών ο μύθος ούτος και +δεν εχάθη, ημπορεί δε και ημάς να σώση, αν δώσωμεν πίστιν εις αυτόν και διέλθωμεν +αισίως τον ποταμόν της λήθης διαφυλάττοντας την ψυχήν μας καθαράν από παντός +ρύπου. Εάν λοιπόν θέλης να με πιστεύσης, παραδεχόμενοι ότι η ψυχή είναι αθάνατος +και εκ φύσεως δεκτική όλων των κακών και όλων των αγαθών συγχρόνως, δεν θα +παρεκκλίνωμεν ποτέ από την προς τα άνω άγουσαν οδόν, και με όλας τας δυνάμεις +μας θα εξασκώμεν την δικαιοσύνην μετά φρονήσεως· τοιουτοτρόπως και με τον +εαυτόν μας θα είμεθα πάντοτε φίλοι και με τους θεούς, και αφού αποκομίσωμεν επί +της γης τα άθλα της αρετής, όμοιοι με τους νικηφόρους αθλητάς, τους οποίους εν +θριάμβω περιάγουν, θα είμεθα ευτυχείς και ενταύθα και κατά την διάρκειαν της +χιλιετούς πορείας, την οποίαν ανεφέραμεν.</p> + +<p style='text-align:center;'> +<br /><b> +ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ.</b><br /><br /><br /> +*<br /> +**</p> + +<p>Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξαν ένας +σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο +ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, +δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους +άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο +το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο +Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο +Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές +πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, +Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, +Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά +εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, +στην Ελλάδα.</p> + +<p><b>Πολιτεία.</b> Το πρωτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών έργων, +αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης +είναι αφετηρία διατυπώσεως έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης +δικαιωμάτων των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των πολιτών εις +τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο +αποκλεισμός των ποιητών, ο περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι +πρωτόρρυθμοι γενικαί περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί, +συνδυαζόμεναι εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του Πλάτωνος, υπήρξαν +αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών και πολιτικών θεωριών. Ώστε και +από της απόψεως ταύτης είναι εκ των σημαντικωτέρων δημιουργημάτων της +ανθρωπίνης σκέψεως.</p> + +<p>Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. Ι. Ν. Γρυπάρη.<br /> +Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β΄ 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ. Τόμος Δ' 10 δρχ.</p> + +<p>ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ<br /> +ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.<br /> +ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506</p> + +<p>ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10</p> + +<hr></hr> + +<p id='fn1'>1) Πρόκειται εδώ περί του πολυθρυλήτου <b>Πλατωνικού αριθμού</b>, +περί του οποίου εγράφησαν και παρά των αρχαίων και των νεωτέρων. Τα υπομνήματα +τον Πρόκλου Π,36 κ. ε. έκδ. Kroll δεν συνετέλεσαν και πολύ εις την ακριβή εξήγησιν +του σχετικού χωρίου, του οποίου την μετάφρασιν και ημείς ούτε καν επεχειρήσαμεν. +— Ας προσέξη εδώ ακόμη ο αναγνώστης εις κάποιαν αναλογίαν, μακρυνήν βέβαια, +που υπάρχει μεταξύ της πλατωνικής θεωρίας των «περιτροπών» και της αιωνίας +επαναφοράς του Νίτσε.<a href='#ref1' title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id='fn2'>2) Ο στίχος του Αισχύλου είναι: λέγε άλλον τώρα σ' άλλες κληρωμένο +πύλες. Επτ. Θήβ. σελ. 24 ημετέρας μεταφράσεως εκδ. Φέξη.<a href='#ref2' +title='πίσω'>↩</a></p> + +<p id='fn3'>3) Ο αριθμητικός ούτος υπολογισμός του πυθαγορίζοντος Πλάτωνος +αναχωρεί εκ της υποθέσεως, ότι η ευτυχία του ηθικώς ανωτέρου ανθρώπου — του +βασιλέως φιλοσόφου — έχει προς την ευτυχίαν του ανθρώπου του κειμένου δύο +βαθμούς κατωτέρω — δηλ. του ολιγαρχικού — ως η του ολιγαρχικού προς την του +τυράννου, ήτις ευρίσκεται επίσης δύο βαθμούς κατωτέρω. Η τελευταία αύτη αξία, +επειδή πρόκειται περί απλής σκιάς (ειδώλου) εστερημένης πάσης στερεότητας, +παρίσταται διά του αριθμού της επιφανείας, όστις είναι το 9, 3 >< 3 και ούτω +έχομεν την αναλογίαν 9: 81 = 81: 729. Εκ τούτου εξάγεται ότι εις τους πέντε βαθμους +της αρετής και ευτυχίας αντιστοιχούν αι πέντε πρώται δυνάμεις του 3 (3, 9, 27, 81, +243, 729). Μεθ' όλον το αυθαίρετον και το κάπως παράξενον των διαβεβαιώσεων +τούτων, οφείλομεν να μη παρίδωμεν την βαθύτητα της βλέψεως, ήτις επέτρεψεν εις +τον φιλόσοφον να προαισθανθή την ύπαρξιν νόμων εν τω συνόλω του φυσικού +κόσμου, όπως και του ψυχικού, τον οποίον έχει δίκαιον να μη χωρίζη απ' εκείνου». (T. +Comperz.)<a href='#ref3' title='πίσω'>↩</a></p> + +<p></p> + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Republic Volume 4 (of 4), by Plato + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK REPUBLIC VOLUME 4 (OF 4) *** + +***** This file should be named 39530-h.htm or 39530-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/9/5/3/39530/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason +Konstantinides. Thanks to George Canonis for his major +work in proofreading. + + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License available with this file or online at + www.gutenberg.org/license. + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS', WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTABILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation information page at www.gutenberg.org + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at 809 +North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887. Email +contact links and up to date contact information can be found at the +Foundation's web site and official page at www.gutenberg.org/contact + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit www.gutenberg.org/donate + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: www.gutenberg.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For forty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to + + +</pre> + +</body> +</html> + + + |
