diff options
| author | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:12:26 -0700 |
|---|---|---|
| committer | Roger Frank <rfrank@pglaf.org> | 2025-10-14 20:12:26 -0700 |
| commit | 32214821521c9c39766bbf07f9d3754ed3a029b0 (patch) | |
| tree | 05f9acd78cf6ad5deb594efe5ad0e4f38acedaf5 /39319-h/39319-h.htm | |
Diffstat (limited to '39319-h/39319-h.htm')
| -rw-r--r-- | 39319-h/39319-h.htm | 3887 |
1 files changed, 3887 insertions, 0 deletions
diff --git a/39319-h/39319-h.htm b/39319-h/39319-h.htm new file mode 100644 index 0000000..4bb8e41 --- /dev/null +++ b/39319-h/39319-h.htm @@ -0,0 +1,3887 @@ +<?xml version="1.0"?> +<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN" +"http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd"> +<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml"> +<head> +<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" /> +<meta name="keywords" + content="Ευριπίδης, Ορέστης, αρχαίο δράμα" /> +<title>Ορέστης</title> + +<style type="text/css"> + +body { +font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif; +line-height: 20px; +margin-left: 30px; +} + +</style> + +</head> + +<body> + + +<pre> + +The Project Gutenberg EBook of Orestis, by Euripides + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Orestis + +Author: Euripides + +Translator: Voutieridis Ilias + +Release Date: March 31, 2012 [EBook #39319] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ORESTIS *** + + + + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + + + + + +</pre> + + +<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of +the book has not been changed otherwise. </p> + +<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η +ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.</p> + +<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="427" height="618" alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p> + +<p style="margin-top: 6em"><u>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ +ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</u></p> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 5em">ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ</h2> + +<h1 style="text-align: center; margin-top: 5em">ΟΡΕΣΤΗΣ</h1> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<br /> +Η. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ</h3> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 9em">ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</h3> + +<p style="text-align: center; margin-top: 9em"> +ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ <br /> +ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p> + +<p style="text-align: center; margin-top: 5em"> +ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ</p> + +<p style="text-align: center; margin-top: 5em"> +ΟΡΕΣΤΗΣ</p> + +<p style="text-align: center; margin-top: 5em:"> +ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ<br /> +Η. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ (1)</p> + +<p> +</p> + +<p style="text-align: center; margin-top: 9em">ΕΝ ΑθΗΝΑIΣ<br /> +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ</p> +<hr></hr> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ</h3> + +<p> +<br /> +ΗΛΕΚΤΡΑ<br /> +ΕΛΕΝΗ<br /> +ΧΟΡΟΣ<br /> +ΟΡΕΣΤΗΣ<br /> +ΜΕΝΕΛΑΟΣ<br /> +ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ<br /> +ΠΥΛΑΔΗΣ<br /> +ΑΓΓΕΛΟΣ<br /> +ΕΡΜΙΟΝΗ<br /> +ΦΡΥΞ<br /> +ΑΠΟΛΛΩΝ</p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em"> +ΥΠΟΘΕΣΙΣ</h3> + +<p> +<br /> +Ο υιός του Αγαμέμνονος Ορέστης, φονεύσας την μητέρα του Κλειταιμήστραν διά να +εκδικηθή την υπό ταύτης και του εραστού της δολοφονίαν του πατρός του Αγαμέμνονος, +μένει κατάκοιτος εις την πατρικήν του οικίαν, έρμαιον των τύψεων της συνειδήσεώς του +διά την μητροκτονίαν και θύμα των Εριννύων. Μετ' αυτού μένει και τον περιθάλπει η +αδελφή του Ηλέκτρα, ήτις αρχομένου του δράματος απολοφύρεται διά τας συμφοράς της +και διά την τραγικήν καθόλου τύχην του οίκου των Ατρειδών. Αλλά και αγωνία διά την +προβλεπομένην εις θάνατον καταδίκην αυτής και του αδελφού της την κατέχει. Μόνη ελπίς +σωτηρίας από των δεινών απομένει η προαγγελλομένη άφιξις εκ Τροίας του θείου των +Μενελάου. Η άφιξις αύτη συντελείται πράγματι, προφαινομένης της πολυφήμου Ελένης, +υπό ταύτης δε και της Ηλέκτρας συνάπτεται διάλογος, αποτελών την τεχνικωτέραν ίσως +σκηνήν του όλου έργου. — Αλλ' η ελπιζομένη προστασία του Μενελάου υπέρ των τέκνων +του αδελφού του δεν παρέχεται. Δικαστήριον Αργείων πολιτών καταδικάζει τον Ορέστην εις +θάνατον διά το έγκλημα της μητροκτονίας. Και ο Μενέλαος από δειλίαν και ιδιοτέλειαν +εγκαταλείπει τον ανεψιόν αβοήθητον. Εκμανείς διά τούτο και θέλων να τον εκδικηθή ο +Ορέστης έρχεται να θανατώση την Ελένην, αιτίαν όλων των κακών. Αλλά της Ελένης +αφανισθείσης εις τον αιθέρα κατά θαυμαστόν τρόπον, απειλεί δεύτερον ο Ορέστης να +θανατώση την θυγατέρα ταύτης και του Μενελάου Ερμιόνην. Τότε από μηχανής θεός +εμφανιζόμενος ο Απόλλων πείθει τον Ορέστην να λάβη σύζυγον την Ερμιόνην, υποσχεθείς +εις αυτόν σωτηρίαν από της καταδίκης και συγγνώμην διά την μητροκτονίαν. </p> + +<p>Το δράμα κακίζεται υπό των παλαιών γραμματικών, διότι πλην του Πυλάδου πάντες οι +εν αυτώ χαρακτήρες είναι φαύλοι και διότι η λύσις αυτού δεν άγει εις την επιβαλλομένην, +κατά την αρχαίαν αισθητικήν, ηθικήν κάθαρσιν. Ουχ' ήττον εκ των παλαιών τούτων +γραμματικών έφθασε μέχρις ημών η πληροφορία, ότι χάρις εις την εν τω δράματι τούτω +σύγκρουσιν και ταραχήν αγώνων και παθών — τούτο δ' ίσως ήτο ο κύριος αισθητικός +σκοπός του Ευριπίδου — είχε κατά τους κλασσικούς χρόνους ο «Ορέστης» μεγάλην +θεατρικήν επιτυχίαν. </p> + +<p style="text-align: right;">Ζ.</p> + +<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ</h3> + +<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΟΡΕΣΤΗΣ</h2> + +<p> +<br /> +<i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Κακό δεν υπάρχει απ' όσα λέει ο λόγος,<br /> +ούτε πάθος, ούτε συφορά θεοσταρμένη,<br /> +που το βάρος της να μη βαστά η ψυχή τ' ανθρώπου.<br /> +Έτσι κι' ο μακάριος — και δεν περγελώ την δυστυχίαν του — <br /> +ο Τάνταλος, απ' το Δία γεννημένος, όπως λένε,<br /> +φοβάμενος μια πέτρα ανάερη πάνωθέ του<br /> +βρίσκετ' αλαφιασμένος και ποινή πληρώνει τέτοια,<br /> +γιατί, όπως λεν, άνθρωπος όντας κ' ισοτιμημένα<br /> +με τους θεούς καθήμενος στο ίδιο τραπέζι<br /> +είχε γλώσσ' αχαλίνωτη, κάκιστη αρρώστεια.<br /> +Τούτος γεννά τον Πέλοπα κι' απ' αυτόν ο Ατρεύς γεννήθη, <br /> +που γνέθοντάς του τη ζωή έκλωτέ του η Μοίρα<br /> +σ' έχθρα και πόλεμο με τον αδελφό του τον Θυέστη<br /> +να βρεθή· μα τ' ανείπωτα να ιστορήσω ποια μου ανάγκη;<br /> +που σκοτώνοντάς του τα παιδιά μ' αυτά έγεψέ τον<br /> +ο Ατρεύς. Και του Ατρέως — τ' αναμεταξύ σωπαίνω — <br /> +γυιός ήτον ο Αγαμέμνων ο τρανός, αν προσταιριάζη<br /> +τρανό να τον ειπώ, κι' ο Μενέλαος από μάννα<br /> +την Κρητικιά Αερόπη. Κι' ο Μενέλαος παντρεύτη<br /> +τη θεομίσητην Ελένη. Και την Κλυταιμήστρα<br /> +με γάμο ξακουστό στους Έλληνες πήρε ο Αγαμέμνων^<br /> +αυτουνού τρεις κόρες είμαστ' απ' την ίδια μάννα,<br /> +η Χρυσόθεμις, η Ιφιγένεια κ' εγώ η Ηλέκτρα·<br /> +κι αγόρι ο Ορέστης απ' την ανοσιώτατη μάννα,<br /> +που με πελύδιπλο πανί τυλίγοντας τον άνδρα<br /> +τον δικό της εσκότωσε για αιτία που δεν ταιριάζει<br /> +σε κόρη να την πη κι αφήνω να την λογιάσουν άλλοι.<br /> +Και την αδικία του Φοίβου γιατί να ψέξω; πείθει<br /> +τον Ορέστη να σκοτώση την ίδια του τη μάννα<br /> +πράξι που τιμημένη δεν είναι στους ανθρώπους.<br /> +Μα τη σκότωσε του θεού τη γνώμη ακολουθώντας,<br /> +κ' εγώ σύμπραξα στο φόνον όσο δύναται γυναίκα<br /> +να συμπράξη κι' ο Πυλάδης, βοήθεια δίνοντάς μας.<br /> +Απ' τότες άγρια αρρώστεια λυώνει το κορμί του<br /> +κι' ο άμοιρος τούτος Ορέστης κείτεται κλινάρι<br /> +και της μάννας το αίμα σε μανίες τον παρασέρνει,<br /> +γιατί φοβάμαι να τες πω της θεές με τ' όνομά τους,<br /> +της Ευμενίδες, που με φόβο τον συνταράζουν. Κ' είναι<br /> +η έκτη μέρα τούτη, αφ' όταν της σφαγμένης<br /> +της μάννας το κορμί στη φωτιά εξαγνίσθη,<br /> +που από τότε ουδέ τροφή άγγιξ' αυτός στο στόμα<br /> +ουδ' έλουσε καν το κορμί, μόνο στα ρούχα τυλιγμένος,<br /> +όταν το κουφάρι κάπως απ' την αρρώστεια ξαλαφρώση,<br /> +στα συγκαλά του ερχάμενος 'δύρεται ή από το στρώμα<br /> +ορμητικός πηδά σαν απ' το ζυγό πουλάρι.</p> + +<p>Κ' έκαμ' απόφασι τ' Άργος ουδέ κάτω από στέγη<br /> +ουδέ σ' εστία κοντά να μας δεχθή κανένας κι ούτε<br /> +να καλημερήση εμάς τους μητροκτόνους· κ' είναι τούτη<br /> +εδώ η μέρα που θα δώση ψήφο η πόλη των Αργείων<br /> +αν πρέπει εμάς τους δυο να σκοτώσουν με της πέτρες<br /> +[ή με σπαθί κοφτερό ν' αποκεφαλιστούμε].<br /> +Μα να γλυτώσουμε το σκότωμα έχουμ' ελπίδα,<br /> +γιατί ο Μενέλαος έρχεται πέραθ' απ' την Τροία<br /> +και την πλατωσιά διαβαίνοντας του Ναυπλιακού λιμένα<br /> +στ' ακρογιάλι αράζει, περιπλανημένος όντας<br /> +πολύν καιρό απ' την Τροία· και τη βαρειομοίρα Ελένη<br /> +νύχτα προφυλάγοντας, να μη την 'δη κανένας<br /> +νάρχεται 'μέρα, απόστειλε στο σπίτι το δικό μας·<br /> +κ' είναι την μέσα κλαίοντας της αδελφής και του σπιτιού της<br /> +της συφορές· μα κάποια παρηγοριά στης θλίψες έχει,<br /> +γιατί την κόρη που άφηκε σπίτι σαν έφυγε στην Τροία<br /> +και που ο Μενέλαος απ' τη Σπάρτη εδώ φέρνοντάς την<br /> +στη μάννα μου έδωκέ την ν' αναθρέψη, την Ερμιόνη,<br /> +με χαρά της ξανάβρηκε κι' αλησμονά της θλίψες.<br /> +Μα προς το δρόμο όλο θωρώ, το Μενέλαο καρτερώντας<br /> +πότε θα ιδώ νάρχεται· γιατί λίγη από τάλλα<br /> +έχουμ' ελπίδα, αν απ' αυτόν δεν ήθελε σωθούμε.<br /> +Άπορο είναι πράμμα του δύστυχου το σπίτι.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Ω εσύ της Κλυταιμήστρας και τ' Αγαμέμνονος κόρη,<br /> +που παρθέν' απομένεις καιρό πολύν, Ηλέκτρα,<br /> +πως άμοιρη είσαι συ κι' ο αδελφός σου Ορέστης,<br /> +τούτος ο άμοιρος φονηάς της μάννας. Τι αμαρτία<br /> +δεν θάχω μιλώντας σου, μια που λογιάζω αιτία<br /> +του κακού τον Φοίβο. Αν και βαρειά λυπάμαι<br /> +για της Κλυταιμήστρας το χαμό, της αδελφής μου,<br /> +που αφ' όταν με πόθο απ' τους θεούς δοσμένο πήγα <br /> +στην Ίλιο δεν την είδα κι ορφανεμένη κλαίω.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Τι να σου ειπώ, Ελένη· που βλέπεις τα εμπρός σου<br /> +τα παιδιά του Αγαμέμνονος στης συφορές πνιγμένα;<br /> +Ανύπνωτη έναν άθλιο νεκρό εγώ παραστέκω,<br /> +γιατί νεκρός είναι τούτος με την πνοή τη λίγη<br /> +που τ' απομένει· και δεν βρίζω την κακομοιριά του·<br /> +μα συ καλότυχ' είσαι και καλότυχός σου ο άνδρας<br /> +που ήρθετε σε μας τους βαρειά ευφοριασμένους.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Κι από πόσον καιρό κοίτετ' εδώ στο στρώμα;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αφ' όταν έχυσε της μάννας του το αίμα.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i><br /> +Τον άμοιρο· Κ' η μάννα του πώς πήγε έτσι χαμένη!</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Τέτοια είν' αυτά όσα τον έχουν απαυδήσει.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Για το θεό, μια χάρι θα μούκανες, παρθένα.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Όσο απ' τ' αδελφόν μου το κύταγμα αδειάζω.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Θες για με να πας στης αδελφής μου τον τάφο; </p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Στης μάννας μου τον τάφο λες. Για ποιαν αιτία;</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Των μαλλιών μου πλεξούδα και χοές φέρνοντάς της.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Και δε βολεί να πας συ στων δικών σου τον τάφο;</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Τι στους Αργείους ντρέπομαι το κορμί μου να δείξω.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Άργα φρονιμεύεις, πριχού αδιάντροπα φύγωντας.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Σωστά τώπες, μα όχι φιλικά μου κρένεις.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μα ποια ντροπή κρατεί σε μπρος στους Μυκηναίους;</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Φοβάμαι τους γονειούς όσων στην Ίλιο επέσαν.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Κι αλήθεια είναι, τ' Άργος δεινά σε κατακρίνει.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Μα συ γλυτώνοντάς με απ' το φόβο πήαινε δος τα.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μα τον τάφο της μάννας μου δε θα μπόρεια ν' αντικρύσω</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Κι' όμως θάταν άπρεπο να φέρουν δούλοι ετούτα.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Την Ερμιόνη, την κόρη σου γιατί δεν τη στέρνεις;</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Στον κόσμον ν' ακατεύωντας παρθένες δεν ταιριάζει.</p> + +<p> +<i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μα ευγνωμοσύνη θάδειχνεν έτσι στην πεθαμμένη.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Σωστά μίλησες και πείθομαι στο λόγο σου, παρθένα·<br /> +[κ' έτσι τη θυγατέρα μου θα στείλω όπως είπες].<br /> +Παιδί μου, Ερμιόνη, πρόβαλε απ' το σπίτι και πάρε<br /> +στα χέρι' αυτά τα κόλλυβα και τα μαλλιά μου τούτα<br /> +κ' εις τον τάφο πγαίνοντας της Κλυταιμήστρας χύσε<br /> +το μελομένο γάλα αυτό και το κρασί τ' αφράτο<br /> +και στην κορφή του μνημουριού στεκάμενη πες τούτα:<br /> +Η αδελφή σου Ελένη της χοές ετούτες σου χαρίζει,<br /> +μη δυνάμενη στο μνήμα σου μονάχη νάρθη η ίδια,<br /> +γιατί έχει φόβο το λαό των Αργείων. Και ζήτησέ της<br /> +νάναι καλόγνωμη για με, για σε, για τον δικό μου<br /> +τον άνδρα και γι' αυτούς τους δυο δυστυχισμένους που ένας<br /> +θεός τους εξολόθρεψε. Και τάξε της όλες<br /> +της νυκτερινές προσφορές πούναι σωστό να κάμω<br /> +στην αδελφή μου. Πήγαινε, γοργά τώρα ξεκίνα,<br /> +κόρη μου, κι' ως της προσφορές στον τάφο αυτές πιθώσης<br /> +έχε το νου σου ευθύς εδώ να μου ξαναγυρίσης.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Τι δυστυχία είσαι, ω Φύσι, στους ανθρώπους<br /> +και πόσο είσαι καλόπραγη σ' όσους καλοκυτάζεις!<br /> +Ιδέτε σεις πώς έκοψε της άκρες των μαλλιών της<br /> +την ομορφιά φυλάγοντας. Είναι πάντα η γυναίκα<br /> +πούταν και πριν. Είθε οι θεοί να σε μισήσουν που έτσι<br /> +εμέν' αφάνισες κι' αυτόν και την Ελλάδα. Ω πόσο<br /> +είμαι δύστυχη. Μα εδώ νά πούρχονται οι καλές μου<br /> +συντρόφισσες στους θρήνους μου να σμίξουν τους δικούς των.<br /> +Ίσως κι' αυτόν τον άμοιρο ξυπνήσουν απ' τον ύπνο<br /> +που βυθισμένος βρίσκεται και με τα δάκρυά μου<br /> +βρέξουν τα μάτια μου όταν 'δώ την τρέλλα τ' αδελφού μου.<br /> +Αγαπημένες μου γυναίκες, με βουβό πόδι προχωράτε:<br /> +χωρίς φωνή ούτε θόρυβο. Είναι γλυκειά σ' εμένα<br /> +η αγάπη σας, μα θάταν καϋμός αν εξυπνούσε τούτος.</p> + +<p><i>Στροφή Ι</i></p> + +<p>Σιγαλά ερχόστε, σιγαλά,<br /> +με βήματ' απαλά, απαλά,<br /> +αθόρυβα κι' άφωνα να ερθήτε<br /> +και μακρυά εκεί να σταθήτε,<br /> +μακρυά απ' την κλίνη κι' από εμέ.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Νά που σου υπακούμε.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ωιμέ,<br /> +κι' αλλοίμονο, καλή μου εσύ,<br /> +μίλειε απαλά σαν τη βουή,<br /> +που η σύριγγα βγάνει<br /> +ανάλαφρου ενός καλαμιού.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Νά που η φωνή μου φτάνει<br /> +σε σέ απαλή και χαμπηλή<br /> +σαν νάμουν μέσ' στο σπίτι.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Έτσι μίλα μου σιγά,<br /> +ζύγωσε αλαφρά, αλαφρά<br /> +και πες μου γιατί ήρθες εδώ.<br /> +Απάνω στο κλινάρι αυτό<br /> +κυλώντας ώρες τούτος<br /> +αποκοιμήθηκεν αργά</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><i>Αντιστροφή Ι</i></p> + +<p>Πώς είναι τώρα, καλή μου, αποκρίσου.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Τι να πω για τη μοίρα ή τη δυστυχιά του;<br /> +Ακόμα πνοή έχει, μα μόλι ανασαίνει.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι λες; Ω τον άμοιρο!</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Θα τον σκοτώσης<br /> +αν απ' τα βλέφαρα τη γλύκα του διώξης<br /> +που τον κατέχει</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ω τον δύστυχο, για έργα<br /> +μιαρά που ήσαν απ' τους θεούς πρόσταγμα!<br /> +Ω τον άθλιο, αλλοί, τι δεινά υποφέρει!</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Άδικος ήταν κι' ώρισε άδικες πράξεις <br /> +ο Λοξίας όταν στης Θέμιδος πάνω<br /> +τον τρίποδα πρόσταξ' της μάννας το φόνο.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><i>Στροφή II</i></p> + +<p>Θωρείς; Το κορμί του στα ρούχα αργοσιέται </p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Φωνάζοντας τούκοψες, άθλια, τον ύπνο.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Λόγιαζα νάταν βυθισμένος στον ύπνο.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μακρυά 'πό τ' εμάς κι' από το σπίτι. Ξεκίνα<br /> +μη θορυβώντας με το πόδι σου διόλου.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Κοιμάται.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Καλά λες.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Σεβάσμια, σεβάσμια<br /> +Νύχτα, ω θεά συ, που χαρίζεις τον ύπνο<br /> +στους κουρασμένους, απ' το Έρεβος έλα,<br /> +έλα, πρόβαλε, ω φτερωτή, στο σπίτι <br /> +τ' Αγαμέμνονος, γιατί απ' αυτές της θλίψες<br /> +χανόμαστε, σβύνουμε.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μη θορυβάτε.<br /> +Να πάψτε δεν θέτε της φωνής τον ήχο,<br /> +στην κλίνη κοντά παραστέκοντας κ' έτσι<br /> +να τ' αφήστε καλές μου, του ύπνου τη γλύκα.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><i>Αντιστροφή II</i></p> + +<p>Πες μου τι τέλος τα δεινά τούτα λάχουν;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Το χάρο, το χάρο! ποιο άλλο θενάχουν;<br /> +Τροφή δεν ορέγεται τούτος καθόλου.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ώστε βέβαιος είναι κι ο θάνατος του.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μας έσφαξε ο Φοίβος προστάζοντας φόνο<br /> +άθλιο κι' άνομο πατροκτόνας μητέρας.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αλήθεια δίκαια, μα κακή τούτ' η πράξι.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Πέθανες, πέθανες, ω μάννα, που εμένα<br /> +μ' εγέννησες. Σκότωσες τον πατέρα κι' αντάμα<br /> +τα παιδιά που βγήκαν απ' το ίδιο σου αίμα.<br /> +Χανόμαστε, νεκροί είμεθα, έχουμε σβύσει.<br /> +Συ βρίσκεσαι τώρα με τους πεθαμμένους<br /> +κι' η πλιότερη ζωή μου περνάει σε θρήνους<br /> +οδυρμούς και νύχτια δάκρυα, τι μόνη<br /> +χωρίς παιδιά κι' άνδρα άθλια σέρνω τη ζήση.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Για δες, κόρη μου Ηλέκτρα! Σίμωσε, τι είναι<br /> +φόβος ν' αποθάνη τ' αδέλφι σου δίχως<br /> +να το νιώσης. Η λίγη μ' ανησυχάει πνοή του.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Γλυκό του ύπνου κάρωμα, βάλσαμο στα δεινά μας,<br /> +πόσο στην ώρα πρόβαλες μαλακά σ' εμένα!<br /> +Ω συ σεβάσμια λησμονιά του πόνου κι' ω θεότης<br /> +βοηθήτρα στους βαρειόμοιρους. Μα πούθε τώρα μου ήρθα;<br /> +Πώς ήρθα; Τι όλα τάχασα το νου μου έχοντας χάσει.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Τρισγάπητέ μου, ο ύπνος σου πόσο αναγάλλιασέ με!<br /> +Να σου στηρίξω το κορμί θες και να σε σηκώσω;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Πιάσε με βέβαια. Σκούπισε στο άθλιο μου το στόμα<br /> +κι' από τα μάτια μου του αφρού τούτο τ' απομεινάρι.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Γλυκειά για με είναι δουλειά και δεν οκνώ τα μέλη<br /> +του αδελφού μ' αδελφικά να τα γνοιασθώ εγώ χέρια.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Βάλε πάνω το στήθος σου στο στήθος το δικό μου,<br /> +μέριασε από την όψι τ' αξάγγλιγα μαλλιά μου,<br /> +γιατί έτσι με τα μάτια μου μόλις θωρώ εγώ τώρα.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ω εσύ κεφάλι δύστυχο με τα μαλλιά αγριεμμένα<br /> +που βρίσκεσαι αναξάγγλιγο, άλουστο καιρό τόσο!</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ξανά σε τούτη ξάπλωσ' με την κλίνη. Της μανίας<br /> +το κακό σαν παύη είν' άτονα κι' αδύναμα τα μέλη.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ναι. Η κλίνη είναι αγαπητή στον άρρωστο· κ' η ξάπλα<br /> +αλήθεια δίνει κούρασι· μα χρειαστή όμως είναι.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Σήκω με πάλι, το κορμί στρέψε μου. Οι αρρωστημένοι<br /> +είναι πάντα ανυπόμονοι απ' του νου τη στενοχώρια.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Δεν θέλεις και τα πόδια σου λίγο να βάλης χάμω,<br /> +να περπατήσης; Η αλλαγή ευχάριστ' είναι πάντα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Κ' έτσι καλά. Έχει της 'γυιάς την όψι τούτο κι' όταν <br /> +το πράμμα λείπει, βολετή κ' η όψι του είν' ακόμα.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Άκου, αδελφέ μου, όσο το νου σ' αφήνουν οι Εριννύες.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τι νέο θα 'πής; Αν είναι το κάτι καλό τ' ακούω<br /> +ευχάριστα· μ' αν είν' κακό έχω αρκετές μου θλίψες</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Φθάνει του πατέρα ο αδελφός, ο Μενέλαος, και τα πλοία<br /> +τα δικά του στο Ναυπλιακό λιμάνι έχουν αράξει.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τι λες; Σαν κάποιο έρχεται φως αυτός εις τα δεινά μου<br /> +και στα δικά σου, τι είναι ‘τός απ' τη γενειά μας κ' έχει<br /> +απ' τον πατέρα μας 'δή περίσσιες καλωσύνες.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Έρχεται και γι' απόδειξι του λόγου μου, νά πώχει<br /> +φέρει μαζί απ' της Ιλίου τα κάστρα την Ελένη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αν μοναχός του γλύτωνε πιο καλό θάταν όμως<br /> +με τη γυναίκα του αν μαζί, μεγάλο κακό φέρνει.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Γέννησεν ο Τυνδάρεως γενειά από θυγατέρες<br /> +άτιμες κι' αδιάντροπες εις όλη την Ελλάδα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Όμως εσύ όμοια μ' αυτές μην είσαι της γυναίκες<br /> +ως σου βολεί, στα λόγια σου και στα φερσίματά σου.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αλλοί! αδελφέ, ταράχθηκε το μάτι σου· τώρα ήσουν<br /> +στα συγκαλά σου και με μιας σ' έπιασεν η μανία.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ω μάννα! Σ' ικετεύω μη πάνω μου ξαναστέρνης<br /> +της κόρες πώχουν πρόσωπα αιματωμένα κ' έχουν<br /> +μαλλιά από φίδια. Νά, έρχονται, πάνω σ' εμένα πέφτουν.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μείνε, άμοιρε, στην κλίνη σου. Τίποτ' εδώ δεν βλέπεις.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ω Φοίβε, οι φοβερές θεές θα με σκοτώσουν τούτες<br /> +οι σκυλλομούτρες, πούναι τες γοργοβλεπούσες κ' είναι<br /> +των νεκρών φόνισσες.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Εγώ δεν θα σε παραιτήσω<br /> +και μέσα στην αγκάλη μου κρατώντας δεν θ' αφήσω<br /> +να κάνης τα πηδήματα, τα μανικά.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Άφησέ με,<br /> +γιατί Ερινύα είσαι και συ κι' απ' του κορμιού τη μέση<br /> +μ' άρπαξες μέσ' στα Τάρταρα ζητώντας να με ρίξης.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ω κακομοίρα πούμ' εγώ! Και τίνος τη βοήθεια<br /> +ν' αποζητήσω, σαν θεός κάποιος εχθρός μας είναι;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δος μου αυτό το κεράτινο το τόξο, πούναι δώρο<br /> +του Λοξία και που μ' αυτό με πρόσταξ' ο Απόλλων<br /> +να κυνηγήσω της θεές σαν αγριωπά με σκιάζουν.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μπορεί να λαβωθή θεός από το χέρι ανθρώπου;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αν δε φύγη απ' τα μάτια μου. Συ δεν ακούς ολοένα,<br /> +ουδέ θωρείς τα φτερωτά τα βέλη που πετούνε<br /> +απ' τη σαΐτα που σωστά κτυπά. Τι καρτερείτε;<br /> +Πετάξτε, σεις με τα φτερά, ως την κορφή του Αιθέρα<br /> +κι' άδικο δόστε στους χρησμούς του Φοίβου. Ωιμένα!<br /> +Γιατ' είμ' έτσι αδύναμος; Γιατί η ανάσα τούτη<br /> +απ' τα πνεμόνια μου η γοργή; Πού να ριχθώ απ' την κλίνη;<br /> +Νά! έφυγε το τρικύμισμα, ξαναθωρώ γαλήνη.<br /> +Γιατί, αδελφή μου, κλαις εσύ κρύβοντας το κεφάλι<br /> +μέσα στον πέπλο; Ντρέπομαι και συ μερτικό νάχης<br /> +απ' τα δεινά μου και σε μια παρθένα έτσι να δίνω<br /> +το βάσανο που εγώ τραβώ. Είθε μη μαραζώσης<br /> +απ' τα δεινά μου. Συ έστρεξες, μα ο μητρικός ο φόνος<br /> +μόνο από μένα γίνηκε. Μα κατηγόρια κάνω<br /> +εις τον Λοξία που μ' έσπρωξε στη μυσαρή αυτή πράξη<br /> +με λόγια εμέ ησυχάζοντας κι' όχι στ' αλήθεια. Λέω<br /> +πως ο πατέρας μου, αν εγώ τον ίδιο αυτόν ρωτούσα,<br /> +για να γνωρίσω αν έπρεπε τη μάννα μου να σφάξω,<br /> +θερμά θα μ' ώρκιζε να μη βυθίσω το σπαθί μου<br /> +στο λαιμό αυτής που μ' εγέννησε, τι στη ζωή με τούτο<br /> +αυτός δεν θα ξανάρχετο κ' εγώ δυστυχισμένος<br /> +θα βαρυνόμουν άδικα με τόσα δεινά. Αλλ' όμως<br /> +ξεσκέπασ' το κεφάλι σου και μην κλαις, αδελφή μου,<br /> +αν κ' έχουμε θλίψη βαρειά. Σαν βλέπεις με να σβύνω,<br /> +κράτα και παρηγόρα μου τον ταραγμένο νου μου<br /> +κ’ απελπισμένο· κι' όταν κλαις, εγώ μ' αγάπη πάλι<br /> +θα σε ησυχάζω. Μεταξύ φίλων τέτοιες φροντίδες<br /> +ταιριάζουν. Μα τώρ' άμοιρη στο σπίτι έμπα και δόσε<br /> +ύπνο λίγο στα βλέφαρα πούναι τα αγρυπνισμένα·<br /> +πάρε τροφή και το κορμί λούσε, γιατί αν μ' αφήσης<br /> +κι' αν αρρωστήσης μένοντας ολημερίς κοντά μου,<br /> +χαθήκαμε. Κι αλήθεια εγώ κανέν' άλλο δεν έχω<br /> +για στήριγμα κι' ως βλέπεις το μ' απαρατήσαν όλοι.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αυτό δεν γίνεται· με σε θα ζήσω ή θα πεθάνω,<br /> +γιατί την ίδια έχουμ' οι δυο τύχη. Κι' αν συ πεθάνης,<br /> +γυναίκα εγώ τι θα γενώ; Πώς θα γλυτώσω μόνη,<br /> +χωρίς πατέρα κι' αδελφό και φίλους; Μ' αν λογιάζης<br /> +έτσι, δεν θα υπακούσω εγώ. Πέσε λοιπόν στην κλίνη<br /> +κι' απόδιωξε τους τρόμους σου που εκείθε σε σηκώνουν.<br /> +Στην κλίνη ξάπλωσε γιατί, αν κι' άρρωστος δεν είσαι,<br /> +μ' απ' την ιδέα το ίδιο αισθάνονται κόπο οι θνητοί και πάθος.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><i>Στροφή Α'</i></p> + +<p>Αλλοίμονο, αλλοί! Ω γοργές, φτερωτές<br /> +θεές μανιωμένες,<br /> +που μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς<br /> +γιορτές μεθυσμένες<br /> +ξεφαντώνετε σεις, Ευμενίδες στυγνές,<br /> +κ' εις ύψη πετάτε<br /> +του πλατύχωρου αιθέρα και που καθαρμούς<br /> +του αιμάτου ζητάτε,<br /> +εκδικήτρες του φόνου, δέομαί σας εγώ,<br /> +δέομαί σας, αφήστε<br /> +το γυιό τ' Αγαμέμνονα από τοργικό,<br /> +τη μανία του λύστε.<br /> +Δύστυχε, πώπαθες δεινά, το χρησμό<br /> +εισακούοντας συ<br /> +του Φοίβου απ' τον Τρίποδα το μαντικό,<br /> +το βγαλμένο απ' τη γη<br /> +κι' απ' το βωμό που λένε της γης ομφαλό</p> + +<p><i>Αντιστροφή Α'</i></p> + +<p>Ω Δία, ποιό ν' απαντέχω έλεος εγώ; <br /> +Τι είν' αυτός ο αγώνας για το φονικό<br /> +που σε ταράζει, δύστυχε, και που<br /> +κάποιος Δαίμονας δάκρυα οδυρμού<br /> +σου γεννά φέρνοντας το αίμα μπροστά σου<br /> +της μάννας σου και τα λογικά σου<br /> +σπαράζει; Σ' οδύρομαι εγώ και σε κλαίω<br /> +και τη μεγάλη ευτυχιά εγώ λέω<br /> +πως δεν την έχουν σταθερά οι θνητοί.<br /> +Κι' ως κάποιος Δαίμονας το πανί<br /> +σχίζει του γλήγορου καραβιού,<br /> +έτσ' ο πανεύτυχος πάει του κακού,<br /> +καταπίνεται μέσ' σε βαρειές δυστυχίες<br /> +σαν από κύμα σε τρικυμίες<br /> +αχόρταγες πάντα τους και μανιωμένες.<br /> +Ποιές, αλήθει' άλλες γενειές ξακουσμένες<br /> +αξίζει περισσότερη νάχουν τιμή<br /> +παρά οι Τανταλίδες, που θεϊκιά<br /> +εστάθηκ' η πρώτη τους η γενειά;<br /> +Μα να ο άρχοντας τώρα πλησιάζει,<br /> +ο βασιληάς Μενέλαος. Απ' αίγλη φαντάζει<br /> +που απ' αυτήν αλήθεια η γενειά προβάλλει<br /> +του Ταντάλου η κοσμοφήμητη και μεγάλη.<br /> +Ω συ, που ωδήγησες μια εκστρατεία τρανή<br /> +με χίλια καράβια στης Ασίας τη γη,<br /> +χαίρε. Συ απόλαψες τώρα κάθε ευτυχία,<br /> +γιατί με τη βοήθεια των θεών καθεμία<br /> +επραγματώθηκεν επιθυμιά σου.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ω σπίτι! με χαρά σε ξαναβρίσκω γυρνώντας απ' την Τροία,<br /> +κι απ' τάλλο όμως θρηνώ αγναντεύοντάς σε, τι δεν είδα<br /> +πούπετα στον κόσμο σπίτι δυστυχιές τόσο φορτωμένο.<br /> +Έμαθα του Αγαμέμνονος τη μοίρα και το θάνατό του<br /> +που τώδωκ' η γυναίκα του, σαν στο Μαλέα ζύγωσα μόλις.<br /> +Ο πελαγίσιος μαντευτής όλα μ' ανάγγειλε στο κύμα·<br /> +ο Γλαύκος, ο προφήτης, ο αληθολόγος, ερχάμενος μπρος μου <br /> +τούτο μούπε: Μενέλαε, ο αδελφός σου κοίτεται πεθαμένος<br /> +έπεσε νεκρός στο ύστερο λουτρό που τούχεν ετοιμάσει<br /> +η γυναίκα του. Κ' έκαμε να χύσουμ' άφθονα δάκρυα<br /> +εγώ κ’ οι ναύτες μου. Ζυγώνοντας του Ναυπλίου τη χώρα<br /> +και μια που ξαναγυρίζ' η γυναίκα μου, ελπίδα ως είχα<br /> +ν' αγκαλιάσω τον Ορέστη του Αγαμέμνονος κι ακόμα<br /> +τη μάννα του ευτυχισμένους, από ένα ψαρρά μαθαίνω<br /> +τον άσεβο σκοτωμό της Τυνδαρίδος. Κι', ω κόρες, πούναι<br /> +ο γυιός τώρα τ' Αγαμέμνονος που τόλμησε μια τέτοια<br /> +πράξη φοβερή; Μικρό παιδί ήταν ακόμη στην αγκάλη<br /> +της Κλυταιμνήστρας όταν αφήκα το σπίτι για την Τροία.<br /> +Δεν θα τον ξαναγνώριζα, αν τον έβλεπα εγώ τώρα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Είμ' ο Ορέστης που ζητάς και θα σου ιστορήσω<br /> +της δυστυχιές μου. Μα πριχού στα γόνατά σου μπρος θα πέσω<br /> +ικετεύοντας και δίχως κλαδιά ικεσίας θα σου κάμω<br /> +στοματικά τα παρακάλια μου. Τώρα γλύτωσέ με!<br /> +Γιατί φθάνεις ενώ είμ' έρμαιο στα πιο βαρειά δεινά μου.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ω θεοί! Τι αγναντεύω; Νεκρός είν' αυτός που βλέπω;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αλήθεια λες. Γιατί εγώ πραγματικώς στη ζωή δεν είμαι,<br /> +εξ αιτίας στης συφορές μου, αν και το φως βλέπω.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Πώς αξάγγλιγα κι' άγρια, δύστυχε, είναι τα μαλλιά σου;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Όχι απ' ό,τι φαίνεται, μ' από της πράξεις μου τυραννιούμαι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Πώς τα άγρια μάτια κάτω από βλέφαρα ξερά κυττάζεις έτσι!</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Το κορμί μου έσβυσε και τόνομα μ' απόμεινε μονάχα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ω! πόσο αναπάντεχα σε βλέπω έτσι αλλαγμένο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ο ίδιος εγώ σκότωσα τη δύστυχη μου μάννα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Τώμαθα εγώ. Απόφυγε το κακό τούτο να ιστορήσης.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν στο ξαναλέω· μα ο Δαίμονας μύρια κακά μου δίνει.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Τι σου συμβαίνει; Ποιο κακό σε βασανίζει τόσο;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Η συνείδηση που μου λέει πώς έκαμα φρικτή μια πράξη.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Τι λες; Οι φρόνιμοι μιλούν ξάστερα κι' όχι μπερδεμένα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Θλίψη παραπολύ βαρειά λυώνει το κορμί μου.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Κάποια θεότη φοβερή σε τιμωρεί, μα έλεος μπορεί να λάβη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Και οι μανίες του αίματος της μάννας μου εκδικήτρες.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Πότε άρχισε η μανία σου; Από ποιαν ημέρα;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Απ' την ημέρα που έβαλα τη μάννα μου στο χώμα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Σπίτι καθόσουν ή κοντά στο λείψανο βρισκόσουν;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Νύκτα ήταν κι' αγρυπνούσα εγώ τα οστά της να μαζέψω,<br /> +απ' την πυρά.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Κ' ήταν κανείς βοήθεια να σου δώση;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ο Πυλάδης που μ' αυτόν έκαμα της μάννας μου το φόνο.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Και ποιας λογής φαντάσματα σε συνταράζουν έτσι;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Θαρώ πως βλέπω Κόρες τρεις που μοιάζουν σαν τη Νύκτα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ξέρω ποιες λες, μα για να πω δεν θέλω τόνομά τους.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ανείπωτες είναι και καλά κάνεις μη λέγοντάς τες.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Και για της μάννας σου το σκοτωμό έτσι σε κατατρέχουν;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αυτός είν' ο κατατρεγμός που όλο και τυραννεί με.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Όχι άδικα φρικτές ποινές λαβαίνουν όσοι κάνουν<br /> +πράξες κακές.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μα είχα εγώ δίκαιον κάποιο λόγο.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Μη λες για του πατέρα σου το φόνο, τι δεν θάταν<br /> +δίκηα αιτία.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Της μάννας μου το φόνο εγώ να κάμω<br /> +πρόσταξε ο Φοίβος.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ώστε που δεν ξέρει αυτός το δίκηο;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Εμάς ορίζουν οι θεοί, όποιοι θεοί κι' αν είναι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i><br /> +Και μετ' αυτό δεν το βοηθά ο Λοξίας στα δεινά του;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Στέκει απαντέχοντάς, γιατί έτσ' οι θεοί είναι πάντα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Πόσος καιρός επέρασε απ' της μάννας σου το φόνο;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Έξ ημέρες κ' η εντάφια πυρά ζεστή είν' ακόμα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Το αίμα της μάννας σου οι θεές γοργά από σε ζητήσαν!</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αδέξιος φίλος, μα σωστός για όσους αγάπαγα ήμουν.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ποιο τόφελος που εκδίκηση για τον πατέρα επήρες;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Κανένα· μα είν' ανάξιος όποιος άπρακτος μένει.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Κι' απ' όταν έκαμες αυτό, ποια γνώμη για σένα έχουν<br /> +στην πολιτεία;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μισητός τόσο τους είμαι π' ούτε<br /> +μιλούν σ' εμέ.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ουδέ νόμιμα καθάρισες τα χέρια<br /> +από το αίμα;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Διώχνομαι αφ' όπου κι' αν ζυγώσω.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ποιοι είν' οι πολίτες που απ' εδώ ζητούνε να σε διώξουν;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ο Αίας, που λέει ένα έγκλημα ο πατέρας μου έχει κάμει<br /> +στην Τροία.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Για το σκότωμα του Παλαμήδη λέει.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μα εγώ δεν εσυνέργησα, κι' όμως χαμένος είμαι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ποιος ακόμη άλλος; Μη κανείς απ' του Αίγισθου τους φίλους;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αυτοί με βρίζουν κ' εις αυτούς τώρα υπακούει η πόλη.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Σ' άφησε του Αγαμέμνονος το σκήπτρο η πόλη νάχης;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Από πού κι' ως πού; Ουδέ καν να ζω δεν θα μ' αφήσουν.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Τι λοιπόν κάνουν; Δύνασαι κάτι σωστό να μου είπης;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Σήμερα μιαν απόφαση ενάντια μου θα βγάλουν.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Θα σ' εξορίσουν από εδώ, θα σε σκοτώσουν, ή όχι;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Θενά μου δώσουν θάνατο με πέτρες οι πολίτες.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Γιατί από τα σύνορα της γης αυτής δεν φεύγεις;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μ' έχουν κυκλώσει από παντού άνθρωποι αρματωμένοι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Είναι από εχθρούς ή Αργείτικος στρατός που σε φυλάγει;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Όλ' οι πολίτες. Άφευκτα να σκοτωθώ εγώ πρέπει.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ω άμοιρε, συ έφθασες στης δυστυχιάς τα βύθη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μονάχα εσέ η ελπίδα μου έχει τώρ' αποκούμπι<br /> +για τα δεινά. Καλόμοιρος εσύ, της ευτυχιάς σου<br /> +κάμε συντρόφους τους δικούς πούναι δυστυχισμένοι.<br /> +Μην απολαύης μοναχός όσα καλά κατέχεις,<br /> +μόν' τα δικά μας βάσανα μαζί μ' εμάς μοιράσου·<br /> +κι' απ' τον πατέρα όσα καλά έλαβες πλήρωσέ τα<br /> +σ' εκείνους όπου πρέπεται ν' αποδοθούν. Οι φίλοι,<br /> +στη δυστυχία αν δεν δείχνωνται, μονάχα τόνομα έχουν.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Νά, ο Τυνδάρεως ο Σπαρτιάτης<br /> +έρχετ' εδώ με βαρύ βήμα,<br /> +με μαύρο πέπλο και κομμένα<br /> +για τη θυγατέρα του τα μαλλιά του.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Είμαι, Μενέλαε, χαμένος. Νά που έρχετ' εδώ πέρα<br /> +ο Τυνδάρεως και φοβούμαι παραπολύ τον ερχομό του<br /> +εξ αιτίας ό,τι έχω κάμει. Μικρός εγώ σαν ήμουν<br /> +μ' ανάτρεφε καταφιλώντας με και στην αγκαλιά του<br /> +το γυιό του Αγαμέμνονος βαστούσε, όμοια κ' η Λύδα,<br /> +κ' οι δυο τους μ' αγαπούσαν σαν τους Διοσκούρους.<br /> +Ω δύστυχη καρδιά! ω ψυχή μου, με ποιόν τρόπο<br /> +εγώ τους πλήρωσα! Με τι σκοτάδια<br /> +να σκεπάσω την όψιν μου. Σε ποια ομίχλη μέσα<br /> +να κρυφθώ για να ξεφύγω απ' του γέρου αυτού τα μάτια.</p> + +<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p> + +<p>Πού, πού θα ιδώ το Μενέλαο, τον άνδρα<br /> +της κόρης μου; Όταν χοές στον τάφο επάνω<br /> +της Κλυταιμήστρας έκανα, έμαθα πως είναι<br /> +στο Ναύπλιο φθασμένος με τη γυναίκα του, κατόπι<br /> +από τόσα χρόνια σώος. Οδηγήστε με κοντά του,<br /> +γιατί θέλω να τον χαιρετίσω στέκοντας δεξιά του,<br /> +τον φίλο αυτόν που ξαναβλέπω ύστερ' από καιρό τόσο.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Χαίρε, γέροντα, που ο Δίας στη δική σου έπεσε κλίνη.</p> + +<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p> + +<p>Χαίρε, ω Μενέλαε, από γάμο συγγενή μου!<br /> +Τι συφορά να μη γνωρίζω τα όσα να γενούν εμελότουν.<br /> +Ο μητροκτόνος αυτός Δράκος, που τον μισώ, εδώ ακόμη<br /> +καταραμένες αστραψιές σκορπά. Πώς είναι δυνατό σου<br /> +να μιλάς, Μενέλαε συ, με το κακούργο αυτό κεφάλι; </p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Γιατί τάχα όχι; Ο γυιός είναι ενός πατέρα π' αγαπούσα.</p> + +<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p> + +<p>Από εκείνον γεννημένος αυτός εδώ είναι τάχα;</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Απ' αυτόν γεννήθη κ' είναι αξιολύπητος στη δυστυχιά του.</p> + +<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p> + +<p>Βάρβαρος έγεινες μένοντας καιρό πολύ με τους βαρβάρους.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Στους Έλληνες ταιριάζει να πονούν πάντα τους δικούς των.</p> + +<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p> + +<p>Μα και να μη θέλουν παραβάτες νάναι των νόμων.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Κάθε τι που νόμος είναι για τους σοφούς είναι δουλεία.</p> + +<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p> + +<p>Μίσησε τέτοια γνώμη· ποτέ μου εγώ δεν θα τη στέρξω.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Γιατί ο θυμός και τα γηρατειά μαζί κάτι σοφό δεν κάνουν.</p> + +<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p> + +<p>Γι αυτόν εδώ τι αγώνας χρειάζεται σοφίας;<br /> +Αν για όλους είναι φανερές οι καλές κ’ οι κακές πράξες,<br /> +ποιος απ' τους ανθρώπους όλους στάθηκε πιότερο από τούτον<br /> +άθλιος, που δεν εσεβάσθη ό,τι για όλους είναι δίκηο<br /> +και που δεν υποτάχθη στον κοινό νόμο των Ελλήνων;<br /> +Σαν ξεψύχησ' ο Αγαμέμνων λαβωμένος στο κεφάλι<br /> +απ' την κόρη μου, τούτο έγκλημα που δεν το εγκρίνω διόλου,<br /> +αυτός εδώ χρέος είχε με νόμιμη έγκληση το φόνο<br /> +να κυνηγήση και να διώξη τη μάννα του απ' το παλάτι.<br /> +Έτσι έπαινο θάξιζε στη δυστυχιά του και στο νόμο<br /> +θάδειχνε σέβας και θάμενε δίκαιος. Όμως τώρα<br /> +τον ίδιο σαν τη μάννα του Δαίμονα άκουσε, τι δίκηα<br /> +ένοχο κρίνοντάς την, έγεινε σκοτώνοντάς την<br /> +χειρότερος. Και μοναχά τούτο, Μενέλαε, θα ρωτήσω:<br /> +Αν η γυναίκα που θα μοιρασθή ένα μ' αυτόν κρεββάτι<br /> +τον σκοτώση κ' έτσι ο γυιός του τη μάννα του σκοτώση<br /> +κι' ο γυιός του πάλι το φόνο όμοια μ' άλλο φόνο ξεπληρώση,<br /> +πότε τάχα θα τελειώσουν όλες αυτές οι κακουργίες; <br /> +Γι' αυτό οι πατέρες μας έκριναν σοφά όσο για τούτα.<br /> +Έβγαλαν ορισμό να μη μένη στην πολιτεία όποιος<br /> +εστάθηκε φονηάς· ούτε και να συντυχαίνη τους πολίτες,<br /> +μόν' ώρισαν να εξιλεώνεται μ' εξορία κι' όχι<br /> +να σκοτώνεται κι' αυτός. Κι' αλήθεια, αν αλλέως ήταν,<br /> +πάντα θ' απόμεν' ένας, ο στερνός φονηάς, ξεχωρισμένος<br /> +για θάνατο. Κι' όσο για με, μισώ της άνομες γυναίκες<br /> +και την κόρη μου πρώτη, που τον άνδρα έχει σκοτώσει.<br /> +Κι' ούτε την Ελένη τη γυναίκα σου θε να επιδοκιμάσω,<br /> +κι' ούτε θα της μιλήσω κι' ούτε θα παινέσω εσέ που επήγες<br /> +στην Τροία μια κακή γυναίκα αποζητώντας· μα το νόμο<br /> +όσο μπορώ θα υπερασπίσω και της βάρβαρες συνήθειες<br /> +θα πολεμήσω, που έθνη καταστρέφουνε και πολιτείες.<br /> +Τι αισθάνθηκες, κακόμοιρε, σαν έδειξέ σου η μάννα<br /> +τα στήθια της παρακαλώντας σε; Εγώ που δεν είδα<br /> +το θλιβερό αυτό πράμμα βρέχω τα γεροντικά μου μάτια<br /> +με δάκρυα, εγώ ο δύστυχος. Κι' αλλέως τούτα μου τα λόγιο<br /> +τα βεβαιώνει τούτο — πως απ' τους θεούς είσαι μισημένος<br /> +και για τη μάννα σου παιδεύεσαι με μανίες και τρόμους.<br /> +Τι ανάγκη από μάρτυρες για πράμματα που θωρώ ατός μου;<br /> +Ξέρε το λοιπόν, Μενέλαε, πώς πρεπούμενο δεν είναι<br /> +στη θέληση των θεών ενάντια να βοηθήσης εσύ τούτον.<br /> +Άφησέ τον να πετροβοληθή απ' τους πολίτες, είδ' αλλέως<br /> +τη γη τη σπαρτιατική δεν θα πατήσης. Δίκηα<br /> +σκοτωμένη παιδεύτηκε η κόρη μου. Δεν ήταν όμως<br /> +νόμιμο να σκοτωθή απ' αυτόν. Ευτυχισμένος στάθηκα σε μύρια<br /> +εξόν από της κόρες μου. Κ' έτσι δεν είμ' ευτυχισμένος.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Όποιος ευτυχισμένος είναι στα παιδιά του<br /> +κι' απ' αυτά συφορές δεν έλαβε μεγάλες,<br /> +είν' άξιος αυτός να τον ζηλεύουν.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Γέρω, δειλιάζω εναντίο σου να μιλήσω, γιατί θα πικράνω<br /> +την ψυχή σου. Άνομος εγώ είμ' αλήθεια έχοντας σκοτώσει<br /> +τη μάννα μου, όμως κ' ευσεβής είμαι γιατί τον πατέρα<br /> +εκδικήθηκα. Ώστε για τα γηρατειά σου ας μη μιλήσω<br /> +που με συγκινούνε. Κ' εις το δρόμο ας μπω τον ίσιο.<br /> +Σέβομαι τάσπρα μαλλιά σου. Τι έπρεπε λοιπόν να κάμω;<br /> +Δυο πράμματα λόγιασε. Πως ο πατέρας μου μ' έχει γεννήσει<br /> +κ' η κόρη σου στην κοιλιά μ' εβάσταξε, όμοια σαν το χωράφι,<br /> +που δέχεται απ' άλλον τη σπορά, γιατί γονή χωρίς πατέρα<br /> +δεν γίνεται. Κ' εσκέφθηκα πως χρέος είχα πριν απ' όλα<br /> +σ' εκείνον που μ' εγέννησε κι' όχι σ' αυτήν που ανάστησέ με.<br /> +Μα η κόρη σου — να την 'πω εγώ δεν τολμώ μάννα — <br /> +με σύνδεσμο αυτοκέφαλο και παράνομο πήγε σ' άλλου<br /> +το κρεββάτι. Κατηγορώντας την δική μου κατηγόρια κάνω.<br /> +Μα θα το πω. Στο σπίτι κρυφός της άνδρας ήτον<br /> +ο Αίγισθος. Τον σκότωσα. Κ' ύστερα σκότωσα τη μάννα<br /> +κάνοντας άνομο έργο, μα τον πατέρα μου εκδικώντας.<br /> +Κι' όσο για της φοβέρες σου, ότι θα βάλης με της πέτρες<br /> +να με σκοτώσουν, άκουσε τι έκαμα για όλη την Ελλάδα.<br /> +Αληθινά, αν οι γυναίκες έφθαναν σε τόση αυθάδεια ώστε<br /> +σκοτώνοντας τους άνδρες των να τρέχουν στα παιδιά τους<br /> +για να γλυτώσουν και ζητώντας ευσπλαχνία<br /> +τα μητρικά στήθη να δείχνουν, τότε βέβαια του ανδρός της<br /> +ο φόνος τιποτένιο πράμμα σε καθεμιά θενά φαινότουν<br /> +για οποιαδήποτε αφορμή. Μα εγώ κάνοντας τη φρικτή τούτη<br /> +πράξη, ως την λες, αφάνισα τέτοια συνήθεια.<br /> +Μεστός από δίκαιο μίσος φόνεψα τη μάννα μου που έτσι<br /> +πρόδωκε τον άνδρα της, που έλειπε κ' ήταν ηγεμόνας<br /> +του στρατού όλης της Ελλάδος, εκείνην που την κλίνη<br /> +τη συζυγική εκηλίδωσε. Γνωρίζοντας το σφάλμα της, μονάχη<br /> +δεν τιμωρήθηκε, αλλ' από φόβο μην τιμωρηθή απ' τον άνδρα<br /> +σκότωσε τον πατέρα μου. Μα τους θεούς — κι' αμαρτία κάνω<br /> +τους θεούς ονομάζοντας σε μια τέτοια πράξη φόνου — <br /> +αν σιωπώντας εδεχόμουν της μάννας μου την κακουργία,<br /> +τι θα μου έκαν' εκείνος που αδικοσκοτώθηκε; Της Εριννύες<br /> +δεν θα ξαπόστελλε το μίσος του να με παιδέψουν; Αν οι θεές<br /> +είναι της μάννας μου εκδικήτρες, το ίδιο δεν είν' κ' εκείνου,<br /> +που μεγαλύτερο άδικο έπαθε; Συ, γέρω, που μια κόρη τέτοια<br /> +εγέννησες, εσύ μ' αφάνισες. Γιατί απ' την αυθάδειά της<br /> +τον πατέρα μου εγώ χάνοντας έγεινα μητροκτόνος. Είν' αλήθεια<br /> +πως ο Τηλέμαχος δεν σκότωσε του Οδυσσέως τη γυναίκα.<br /> +Μα εκείνη άνδρ' άλλον δεν πήρε και τίμια έμεινε στο σπίτι.<br /> +Ξέρεις ο Απόλλων, που όντας στον αφαλό της γης μαντείες<br /> +βέβαιες δίνει στους θνητούς και τον υπακούωμε εμείς εις όλα,<br /> +ξέρεις τι επρόσταξε; Υπακούοντάς τον σκότωσα εγώ τη μάννα<br /> +τη δική μου. Κρίνε τον λοιπόν ασεβή και σκότωσέ τον.<br /> +Αυτός έσφαλε κι' όχι εγώ. Τι έπρεπ' εγώ να κάμω;<br /> +Ένας θεός δεν φθάνει για να με ξεπλύνη απ' την κηλίδα<br /> +που εξ αιτίας του έλαβα; Στο εξής ποιος θα μπορέση<br /> +να εξιλεωθη ποτέ, αν τώρ' αυτός που τέτοια επρόσταξέ με<br /> +δεν με γλυτώση από το σκότωμα; Μη λες πώς τούτ' η πράξη<br /> +δεν ήταν δίκαια, μόνο λέγε πως συφοριασμένη<br /> +ήταν για μας που την εκάμαμε. Η ζωή καλή είναι σ' όσους<br /> +θνητούς γάμο ευτυχισμένο τύχουν. Μα δυστυχισμένοι<br /> +στο σπίτι τους κ' έξω είναι όσοι σε κακό ξεπέσουν γάμο.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Πάντα οι γυναίκες δυστυχία<br /> +στων ανθρώπων στάθηκαν τη μοίρα.</p> + +<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p> + +<p>Σαν τέτοιαν έχεις αυθάδεια και για σωστά δεν κρίνεις<br /> +τα λόγια μου, κ' έτσι μ' απαντάς ώστε με θλίψη να ποτίζης<br /> +την ψυχή μου, πιότερο μ' ανάβεις το σκοτωμό σου να ζητήσω.<br /> +Τόμορφο αυτό δώρο θα προσθέσω εις όσα φέρνοντας ήρθα<br /> +να στολίσω της κόρης μου τον τάφο. Θαύρω τους Αργείους<br /> +που εσυνάχθηκαν για τούτο· και την πόλι, που το θέλει κι' όλα,<br /> +θα παρακινήσω να θανατώση σας πετροβολώντας<br /> +σένα και την αδελφή σου. Εκείνη πιότερο από σέν' αξίζει<br /> +να θανατωθή, που σ' έσπρωξ' ενάντια της μάννας λέγοντάς σου<br /> +λόγια εχθρικά, όνειρ' από τον Αγαμέμνονα σταλμένα<br /> +κι' απ' του Αιγίσθου κλίνη. Είθε να την κυνηγούνε<br /> +με το μίσος των οι υποχθόνιοι θεοί, γιατί στη γην επάνω<br /> +τόσο τους ήτον μισητή, που για να καταφύγη δεν ευρήκε<br /> +παρά τόπο φλογερώτερο απ' τη γη του Ηφαίστου. Ετούτο,<br /> +Μενέλαε, σου λέω εγώ και θα το κάμω. Αν σ' υπόληψι έχης<br /> +τη φιλία μου και τη συγγένειά μας, μη τον υπερασπίσης<br /> +απ' το θάνατο παρά των θεών τη γνώμη, αλλ' άφησέ τον<br /> +με της πέτρες να τον σκοτώσουν οι πολίτες, ειδ' αλλέως<br /> +στη γη τη Σπαρτιατική δεν θα ξανάρθης. Τούτο σκέψου<br /> +που άκουσες· κι' ασεβείς φίλους μην προτιμήσης<br /> +αντί δίκαιους. Οδηγήστε με, υπηρέτες, έξω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Φύγε λοιπόν! για να εξακολουθήσωμε να πούμε<br /> +τα πρεπούμενα εμείς δίχως να τ' ακούν τα γηρατειά σου.<br /> +Μενέλαε, πού πας εσύ αντιγνωμίες έχοντας στο νου σου;</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Άφησέ με. Κρίνοντας δεν ξέρω από πού να στρέψω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μη λοιπόν αποφασίσης. Πριν λάβης απόφαση άκουσέ με.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Μίλησε. Μ' αρκετά είπες. Κάποτε πιότερο η σιωπή αξίζει<br /> +κι' άλλοτε καλύτερος ο λόγος παρ' η σιωπή είναι.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Λέω λοιπόν. Οι μακροί λόγοι τους πιο σύντομους νικούνε<br /> +και πιο ευκολονόητοι είναι. Από το βιος σου μη μου δώσης<br /> +τίποτε, Μενέλαε, μ' απ' τον πατέρα μου ό,τι έλαβες δος μου.<br /> +Δεν μιλώ για πλούτια. Μόνο πλούτος έχω να μου σώσης<br /> +τη ζωή, πούν' ό,τι αγαπητότερο έχω. Αν έσφαλα, όμως<br /> +για το κακό που έκαμα είναι σωστό από σε να λάβω<br /> +προστασία, ας είναι κι' άδικη. Ο πατέρας μου ο Αγαμέμνων<br /> +άδικα συναθροίζοντας όλη την Ελλάδα στην Ίλιο πήγε<br /> +όχι για δική του αιτία, μόνο για να εκδικηθή το σφάλμα<br /> +και την αδικία της γυναίκας σου. Γι' ανταπόδοσι ώστε πρέπει<br /> +να μου σταθής βοηθός. Κινδύνεψε το κορμί του εκείνος<br /> +για σέν' αγωνιζόμενος στης μάχες για να ξαναπάρης<br /> +τη γυναίκα σου, όπως φίλος να φερθή σε φίλο του ταιριάζει.<br /> +Απόδοσέ μου λοιπόν ό,τι από κείνον έλαβες, αγώνα<br /> +όχι δέκα χρονών, μα μιας ημέρας κάνοντας για να με σώσης.<br /> +Για τη θυσία της αδελφής μου στην Αυλίδα, δεν τη ζητάω<br /> +θυσία και συ την Ερμιόνη σου να κάμης, γιατί δίκηο<br /> +έχεις να ζητής πιότερ' από μένα, όπως είμαι τώρα,<br /> +και πιότερα χρωστώ εγώ να σου δώσω. Μόνο τη ζωή μου<br /> +απόδοσε στον άμοιρο πατέρα μου και τη ζωή της αδελφής μου,<br /> +που απόμεινε τόσο καιρόν παρθένα, γιατί αν αποθάνω<br /> +άτεκνο θ' αφήσω το πατρικό μου σπίτι. Θα πης ίσως<br /> +πως δεν σου είναι δυνατό; Μα οι φίλοι στης ενάντιες ώρες<br /> +πρέπει τους φίλους να βοηθούν. Όταν είν' καλ' η Τύχη<br /> +τι χρεία οι φίλοι; Κι' όταν ο θεός να μας βοηθήση<br /> +βουληθή, δεν έχουμε άλλου ανάγκη. Οι Έλληνες πιστεύουν<br /> +πως την γυναίκα σου αγαπάς και δεν στο λέω να σε κολακέψω. <br /> +Στ' όνομα της σ' ικετεύω. Ω δύστυχος στης συμφορές μου!<br /> +Πού εκατάντησα! Και τι μέλλεταί μου ακόμη να υποφέρω;<br /> +Στ' όνομα όλων των δικών σου σε ικετεύω. Του πατέρα<br /> +του δικού μου αδελφέ, θείε, βάλε στο νου σου πως ακούει<br /> +εκείνος απ' των νεκρών τη γη, πως η ψυχή του φτερουγίζει<br /> +εδώ και σου λέει ό,τι σου λέω εγώ. Πνιγμένος στα δάκρυα,<br /> +στους στεναγμούς και στην οδύνη σου τα λέγω και ζητώ σου<br /> +τη ζωή, που όλοι την ποθούν, όχι εγώ μονάχα.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Όμοια κ' εγώ παρακαλώ, αν και γυναίκα<br /> +βοήθεια να δώσης εις ετούτους<br /> +που δυστυχούν, γιατί στο χέρι σου είναι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ορέστη, το κεφάλι σου βέβαια το λυπάμ' εγώ και θέλω<br /> +να σε βοηθήσω στα δεινά σου. Να συμμερίζεται είναι χρέος<br /> +ο καθένας της δυστυχίες των συγγενών του, αν ο θεός του δίνη<br /> +δύναμη, πεθαίνοντας ο ίδιος γι' αυτούς ή τους εχθρούς των<br /> +σκοτώνοντας. Μα απ' τους θεούς ζητώ εγώ τώρα να μπορέσω<br /> +έτσι να φερθώ. Μονάχος φθάνω εδώ χωρίς συντρόφους<br /> +με το δόρυ μου και λίγους ξαναβρίσκοντας στη ζωή φίλους<br /> +κι' αφού περιπλανήθηκα μακρυά μυριοβασανισμένος.<br /> +Ώστε δεν δυνόμαστ' εμείς μ' ελπίδα νίκης το Άργος<br /> +το Πελασγικό να πολεμήσουμε· κ' είθε να έχουμε ελπίδα<br /> +να δυνηθούμε αυτό με λόγια πειστικά. Τόσο μεγάλα εμπόδια<br /> +πώς μ' έτσι μικρές προσπάθειες να νικηθούν; Είναι μωρία<br /> +να το σκεφθή κανείς. Σαν σηκωθή ο λαός και αγριέψη,<br /> +τέτοια προσπάθεια μοιάζει σαν κανείς να θέλη<br /> +άγρια φωτιά να σβύση. Μ' αν κανείς τώρα υποχωρήση<br /> +στέργοντας και προσμένοντας την πρόσφορη στιγμή, ίσως τότε<br /> +η μανία του ξεθυμάνη, κι' όταν πραΰνη η γνώμη του, μπορείτε<br /> +εύκολα να πιτύχετε απ' αυτόν ό,τι θελήστε. Η καλωσύνη<br /> +είναι μέσα στην ψυχή του όπως κι' ο θυμός ο άγριος,<br /> +και την πρόσφορη στιγμή να προσμένουμ' είναι χρεία.<br /> +Πάω για σε ν' αγωνισθώ τον Τυνδάρεω να πείσω<br /> +και την πόλι να σταματήσουν την οργή τους. Το καράβι<br /> +που τεντώνει τα σχοινιά του πανιού του αυτό βουλιάζει·<br /> +μ' αν το σχοινί του έχη αμολητό, πάλι ξανασιάζει.<br /> +Τους άγριους θυμούς οι θεοί αποστρέφονται, κ' οι πολίτες<br /> +όμοια τους αποστρέφονται. Ώστε μου χρειάζεται, το λέω<br /> +τούτο γνωστικά, με φρόνηση να σε γλυτώσω και όχι<br /> +θέλοντας να εναντιωθώ σε δυνατώτερούς μας. Με τη βία,<br /> +όπως το σκέπτεσ' ίσως, δεν θα σε γλυτώσω. Γιατί αλήθεια<br /> +εύκολο δεν είναι μ' ένα δόρυ μόνο τρόπαια να υψώσης<br /> +επάνω στα δεινά που σε βαρύνουν. Πιο ταπεινοί ποτέ μας<br /> +δεν βρεθήκαμε μπρος στους Αργείους. Μα τη στιγμή τούτη<br /> +είναι ανάγκη οι φρόνιμοι να γενούν δούλοι της τύχης.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ανθρωπος, που για τίποτε ικανός δεν είναι παρά μόνο<br /> +για να πολεμήση χάρι μιας γυναίκας. Δειλέ, αλήθεια,<br /> +τους δικούς σου να εκδικήσης. Φεύγεις τώρα εμένα<br /> +παραιτώντας με! Τ' Αγαμέμνονα οι ευεργεσίες πήγαν<br /> +του κάκου. Χωρίς φίλους θάσαι στον κατατρεγμό σου,<br /> +ω πατέρα, αλλοίμονό μου! Προδόθηκα και πια δεν έχω<br /> +ελπίδα να γλυτώσω απ' το μαρτύριο που μου προορίζουν<br /> +οι Αργείοι. Γιατί απόμενε στον άνδρα μόνο τούτον<br /> +η σωτηρία μου. Μα τον αγαπητότερο μου απ' όλους<br /> +τους θνητούς βλέπω, τον Πυλάδη, που βιαστικά γυρίζει<br /> +απ' τη Φωκίδα. Ω θώρημα γλυκό μου. Όποιος μας είναι<br /> +πιστός εις τον κατατρεγμό μας πιο γλυκοθώρητος μας είναι<br /> +παρ' ό,τι στο πέλαγο η ουράνια ξαστεριά είναι στους ναύτες.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ήρθα βιαστικά μέσ' απ' την πόλη, όπως κ' είχα χρέος,<br /> +μαθόντας τη συνάθροιση των πολιτών, κ' εγώ ο ίδιος<br /> +την είδα. Εμαζευθήκαν εναντίο σου κ' εναντίο της αδελφής σου<br /> +κ' είν' έτοιμοι αμέσως να σας θανατώσουν. Τι συμβαίνει;<br /> +Τι έχεις; Τι κάνεις, ω αγαπητότερε απ' τους συνομίληκούς μου,<br /> +τους φίλους μου, τους δικούς μου; Γιατί έτσι θωρώ σε;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Χαθήκαμε, για να σου πω όλα με μια λέξη.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Μαζύ σου θα μας συνεπάρης^ όλα είναι κοινά στους φίλους.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αδικώτατος είν' ο Μενέλαος σ' εμένα και στην αδελφή μου.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Φυσικό της κακής γυναίκας ο άνδρας κακός νάναι.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ο ερχομός του το ίδιο μου ήταν ως να μην ερχότουν.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Αλήθεια λοιπόν έφθασεν αυτός στη χώρα τούτη;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ήρθε μετά μακρότατο ταξίδι, μ' άπιστος δείχθη στους φίλους.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Κ' έρχεται την κάκιστη γυναίκα του έχοντας στο πλοίο;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν την έφερε αυτός· εκείνη τον ξανάφερε εδώ πέρα.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Πούν' η γυναίκα αυτή, πώκαμε Αχαιούς τόσους να χαθούνε;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Στο σπίτι μου, αν μου επιτρέπεται να το λέω δικό μου.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Και συ στου πατέρα σου τον αδελφό τι λόγια τούπες;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Να μη αφήση εγώ κ' η αδελφή μου απ' το λαό να σκοτωθούμε.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Και για τόνομα των θεών! τι είπε; Θέλω να το μάθω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ανειλικρίνεια έδειξε, ως οι κακοί φίλοι δείχνουνε στους φίλους.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Με τι πρόφαση; Τούτο μαθαίνοντας εγώ θα τα ξέρω όλα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ήρθ' εδώ ο πατέρας που γέννησε της άξιες αυτές κόρες.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ο Τυνδάρεως; Με την κόρη του ίσως θάν' ωργισμένος.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τώνοιωσες. Ο Μενέλαος κάλλιο τον λόγισε από τον πατέρα.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Και δεν τόλμησε να σε βοηθήση στον κατατρεγμό σου;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Απόλεμος είναι κ' έχει ανδρεία με της γυναίκες μόνο.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Στην κορφή των δεινών σου είσαι λοιπόν και θα πεθάνης;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ψήφο θα δώσουν οι πολίτες κρίνοντας για το φόνο.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Τι θ' αποφασίσουν; Λέγε. Είμαι γεμάτος φόβο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Θα ζήσω ή θα σκοτωθώ. Τα μεγάλα εκφράζονται με συντομία.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Φεύγα λοιπόν. Με την αδελφή σου φύγετ' απ' το σπίτι.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν βλέπεις; απ' όλες της μεριές μας έχουν ζώσει.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Σ' όλους της πολιτείας τους δρόμους είδ' αρματωμένους.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μας έζωσαν σαν πόλη απ' τους εχθρούς πολιορκημένη.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Τώρα τι μου συμβαίνει ρώτησε, γιατί κ' εγώ είμαι χαμένος.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Από ποιον; Η συφορά σου αυξάνει τα δεινά μου.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ </i></p> + +<p>Ωργισμένος ο πατέρας μου ο Στρόφιος μ' έδιωξε κ' εξώρισέ με.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Κατηγορείσαι για έγκλημα κοινό ή ενάντιο της πόλης;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Λέει πώς μολύνθηκα στης μάννας σου το φόνο συνεργώντας.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Άμοιρε, και σε λοιπόν οι συφορές μου θα βαρύνουν;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Δεν είμαι ως ο Μενέλαος, θα υπομείνωμε της συφορές μας.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν φοβάσαι μη τ' Άργος θελήση σαν κ' εμέ να σε σκοτώση;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Δεν έχει το δικαίωμα αυτό, μόνο η Φωκίδα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Είναι φοβερό το πλήθος όταν κακούς αρχηγούς έχη.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Μα σαν έχη καλούς, πάντα το αγαθό θέλει.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ας είναι. Πρέπει λοιπόν να μιλήσουμε στο πλήθος.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Τι πράγμα είναι που τέτοια παρουσιάζει ανάγκη;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αν πηγαίνοντας μπρος στους πολίτες έλεγά τους . . . .</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Πως μια δίκαια πράξη έχεις εσύ κάμει;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν είν' έτσι; εκδίκηση λαβαίνοντας για τον πατέρα;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Φυλάξου, μην αλλέως με χαρά σ' αρπάξουν.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Σιωπώντας λοιπόν θα σκοτωθώ κυριευμένος από τρόμο.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Δειλό θενά ήταν.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τι λοιπόν πρέπει να κάμω;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Αν εδώ εσύ μείνης, έχεις καμμιά ελπίδα σωτηρίας;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Όχι, δεν έχω.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Στους πολίτες πηγαίνοντας να σωθής ελπίζεις;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δυνατό είναι τούτο αν βοηθήση η τύχη.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ώστε καλύτερο είν' αυτό παρά να μείνης.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Γι' αυτό πάω.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Αν σκοτωθής, θα σκοτωθής έτσι εσύ πιο δοξασμένος.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Βέβαια, γιατί δίκαιο είναι το δικό μου έργο.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ευχήσου μόνο τέτοιο να φανή και στους πολίτες.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Καλά λες. Έτσι δεν θα με κατηγορήσουν για δειλία.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Κάλλιο παρά να μείνης.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ίσως κανείς για με οίκτο λάβη.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Η ευγενική καταγωγή σου βοήθεια είναι μεγάλη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Κλαίοντας του πατέρα μου το φόνο.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Φανερό είναι τούτο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μπρος! Γιατί δειλό είναι πράμμα άδοξα να πεθάνω.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Το εγκρίνω αυτό.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Στην αδελφή μου να το πούμε;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Όχι, για τόνομα των θεών.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Θάχυνε δάκρυα.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Κακός οιωνός θάταν.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ας σιωπήσουμε λοιπόν για τούτο.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Καιρό θενά κερδήσης.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Έχω μια μόνο ανησυχία.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ποιάν ακόμα;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μην οι θεές με σπρώξουν στη μανία.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Μα έγνοια εγώ θα σ' έχω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Να φυλάς άρρωστο είναι κόπος.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Όχι σ' εμέ για σένα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Φυλάξου μη και συ πάθης μανία.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Τι με μέλει;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Λοιπόν κανένα δισταγμό δεν έχεις;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ο δισταγμός είναι κακό μεγάλο ανάμεσα στους φίλους.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Εμπρός λοιπόν, στο βήμα μου οδηγέ.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Έγνοια θα σ' έχω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Στου πατέρα μου οδήγα με τον τάφο.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Γιατί τούτο;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Για να τον παρακαλέσω να με σώση.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Είναι σωστό τούτο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μα μην τύχη κ' ιδώ εγώ της μάννας μου τον τάφο;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ήταν εχθρά σου. Αλλά βιάσου μην η ψήφος των Αργείων<br /> +σε καταδικάση. Στη ράχη μου στήριξε την αδυνατισμένη<br /> +απ' την αρρώστεια ράχη σου, γιατί από μέσ' από την πόλη<br /> +θα σε οδηγήσω δίχως για το πλήθος έγνοια ή ντροπή καμμία.<br /> +Πώς θα δείξω αλήθεια πως είμαι φίλος σου αν δεν τρέξω<br /> +για βοήθεια σου στη μεγάλη συφορά όπου είσαι τώρα;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Καλό είναι τούτο. Πρέπει κανείς νάχη φίλους κι' όχι μόνο<br /> +συγγενείς. Εκείνος που μας συμπονεί, κι' αν είναι ξένος,<br /> +είναι φίλος που πιότερο από χίλιους συγγενείς αξίζει.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p><i>Στροφή</i></p> + +<p>Τα μεγάλα τούτα πλούτη<br /> +κ' η λαμπρότης, που έδειχνε τόση<br /> +περιφάνεια στην Ελλάδα όλη<br /> +κι' ως του Σιμόεντος της όχθες,<br /> +τώρα άλλαξαν για τους Ατρείδες<br /> +εξ αιτίας της παλαιάς μέσ' στη γενειά των<br /> +ανομίας για το Χρυσό το Δέρας όταν<br /> +η φιλονικεία έφερε στους Τανταλίδες<br /> +τα βαρυγκόμητα εκείνα τσιμπούσια<br /> +και τη σφαγή παιδιών αρχοντογεννημένων·<br /> +απ' τότε ο φόνος με νέο αίμα<br /> +ξεπλένοντας έν' άλλο φόνο<br /> +δεν σταμάτησε ως στους δυο Ατρείδες.</p> + +<p><i>Αντιστροφή</i></p> + +<p>Πράξη δεν λεν τιμημένη<br /> +να κτυπήσης με χέρι αρματωμένο<br /> +με σπαθί το κορμί που σ' εγέννησε<br /> +και στο φως του ήλιου να υψώσης<br /> +το μαυρισμένο απ' το αίμα σίδερο.<br /> +Το εναντίο, να κάνης τέτοια<br /> +εγκλήματα είν' άσεβη τρέλλα<br /> +και κακούργου είναι μάνιτα.<br /> +Στου θανάτου τον τρόμο η αθλία<br /> +Τυνδαρίδα εφώναξε: Γυιέ μου,<br /> +μια πράξη αποτόλμησες άσεβη<br /> +σκοτώνοντας τη δική σου τη μάννα.<br /> +Φοβήσου μη θέλοντας σέβας<br /> +στον πατέρα σου έτσι να δείξης<br /> +σκεπασθής μ' ατιμίαν αιώνια.</p> + +<p><i>Επωδός</i></p> + +<p>Ποιο κακό είναι βαρύτερο<br /> +κ' αίτιο ποιο είναι μεγαλύτερο<br /> +για δάκρυα και για καϋμό<br /> +στον κόσμο απ' το φόνο της μάννας;<br /> +Τούτος που το έγκλημα αυτό<br /> +έκαμε, ο γυιός του Αγαμέμνονος<br /> +χάμω κυλώντας και με μάτια<br /> +άγρια κι' απ' οργικό<br /> +ταραγμένος τώρα βρίσκεται<br /> +εξ αιτίας του φόνου έρμαιο<br /> +γενάμενος των Εριννύων.<br /> +Ο δύστυχος που της μάννας βλέποντας<br /> +τους κόρφους έξω από τα ολόχρυσα<br /> +φορέματά της την εσκότωσε<br /> +τον πατέρα του να εκδικηθή.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Γυναίκες, ο δύστυχος ο Ορέστης μην έφυγε εδώθε<br /> +κυριευμένος απ' τη μανία που οι θεοί του εδώκαν;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Όχι, μα στη συνάθροιση των Αργείων για τη ζωή του επήγε<br /> +αγώνα να κάμη αν θα παιθάνετε ή θα γλυτώστε.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αλλοί μου! τι έκαμε; Ποιος τον συμβούλεψ' έτσι;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ο Πυλάδης. Μα έρχεται ένας άγγελος, που αμέσως<br /> +θα μας ειπή τι απόγεινε για τον αδελφό σου.</p> + +<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p> + +<p>Ω δύστυχη, αξιολύπητη του Αγαμέμνονος συ ω κόρη,<br /> +Ηλέκτρα αρχόντισα, άκουσε τα λυπηρά νέα που φέρνω.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αλλοί μου, αλλοί χαθήκαμε, τα λόγια σου το φανερώνουν.<br /> +Όπως ξάστερα δείχνεται ήλθες άγγελος μιας δυστυχίας.</p> + +<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p> + +<p>Αποφασίσθηκε για σήμερα με των Πελασγών τον ψήφο<br /> +να θανατωθήτε ο αδελφός σου και συ ω δυστυχισμένη.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αλλοίμονο σ' εμένα. Ό,τι από πολύν καιρό εφοβόμουν<br /> +και που η απαντοχή του μ' έκανε να λυώνω στα δάκρυα<br /> +έφθασε τέλος! Μα τι γνώμες και ποια λόγια των Αργείων<br /> +έφεραν την καταδίκη μας σε θάνατο; Λέγε μου, ω γέρω,<br /> +με πέτρες ή σπαθί θα με σκοτώσουν, σαν τον αδελφό μου;</p> + +<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p> + +<p>Πραγματικώς ερχόμουν απ' τον κάμπο κ' έμπαινα στην πόλη<br /> +θέλοντας να μάθω τι θ' απογενήτε συ κι' ο Ορέστης·<br /> +γιατί πάντα υπηρετούσα τον πατέρα σου κι' αναστημένος <br /> +είμαι σπίτι σας και, μολονότι φτωχός, είμαι αφωσιωμένος<br /> +σ' όσους αγαπώ. Λοιπόν το λαό θωρώ να φθάνη<br /> +και να κάθεται στο λόφο, όπου ο Δαναός έχουν να πούνε<br /> +πως για την κρίση της διαφοράς που με τον Αίγυπτο είχε,<br /> +συνάθροισε πρώτος τον λαόν εκεί. Βλέποντας συναθροισμένο<br /> +το πλήθος ρώτησα έναν απ' τους πολίτες. — Τι νέα τρέχουν<br /> +στο Άργος; Απ' τους εχθρούς καμμιά είδηση μην ήλθε<br /> +που ν' ανησυχή την πολιτεία των Δαναΐδων; Κι' αποκρίθη: <br /> + — Δεν βλέπεις τον Ορέστη πούρθε να σώση τη ζωή του; <br /> +Κι' αλήθεια τότε βλέπω τ' αναπάντεχο αυτό θώρημα. Είθε <br /> +να μου έδιναν οι θεοί να μη τώβλεπα ποτέ! Ο Πυλάδης<br /> +κι' ο αδελφός σου ερχάμενοι, ο ένας περίλυπος και μαραμένος<br /> +απ' την αρρώστεια του κι' ο άλλος σαν αδελφός θλιμμένος<br /> +για του φίλου του της θλίψες και τον καϋμό πρααίνοντάς του<br /> +όπως κάνουν τα παιδιά. Όταν ο λαός όλος των Αργείων<br /> +εμαζεύθηκε, ένας κήρυκας εσηκώθη κ' είπε τότε:<br /> +Ποιος θέλει να μιλήση; Απόφαση θα γίνη αν ο μητροκτόνος<br /> +Ορέστης πρέπη ν' αποθάνη ή όχι. — Μετά το λόγο τούτο<br /> +σηκώθηκε ο Ταλβύθιος, που με το δικό σου τον πατέρα<br /> +όλη τη Φρυγία έχει ρημάξει. Στους δυνατούς πάντας υπάκουος<br /> +κι' ανάκατα είπε λόγια τον πατέρα σου επαινώντας,<br /> +μα κατηγορώντας σου τον αδελφό κι' άπιστα λόγια<br /> +επιδέξια παραβάνοντας κ' ευνοϊκά κυττώντας<br /> +του Αίγισθου τους φίλους. Πραγματικώς τέτοιος εδείχθη<br /> +ο άνθρωπος αυτός. Έτσι οι κήρυκες κοντάθε πάντα<br /> +πάνε με τους πιο καλότυχους κ' εκείνος είναι γι' αυτούς φίλος<br /> +πούν' δυνατώτερος κι' απ' τους αρχούς της πολιτείας.<br /> +Ο Βασιληάς ο Διομήδης μίλησε απ' αυτόν κατόπι.<br /> +Δεν έστρεγε να σας σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου,<br /> +μα μ' εξορία, τιμωρώντας σας θα έκαναν δικαιοσύνη.<br /> +Κι' άλλοι τον επευφημούσαν κι' άλλοι κατηγορούσαν.<br /> +Και στερνά σηκώθηκ' ένας μ' αχαλίνωτη τη γλώσσα<br /> +δυνατός εξ αιτίας της αυθαδείας του. Αργίτης,<br /> +αν και μη όντας από τ' Άργος που εισακούσθη ως τόσο<br /> +με την οχλαγωγία και την άγνωρην αυθάδεια του λόγου<br /> +κι ήταν ικανός να ρίξη με της συμβουλές του τους πολίτες<br /> +σε κακές επαναστάσεις. Αληθινά σαν ένας άνδρας<br /> +εύγλωττος κακόγνωμος το λαό τον καταπείση, τότε<br /> +δυστυχία είναι στην πόλη τούτο. Ενώ εκείνοι που δίνουν<br /> +σοφές πάντα συμβουλές, ακόμη κι' αν δεν είναι αμέσως,<br /> +αργότερα όμως είναι πάντα ωφέλιμοι. Και πρέπει<br /> +σύμφωνα μ' αυτά να κρίνουμε τον αρχηγό της πολιτείας,<br /> +γιατί την ίδιαν έχουν θέση ο ρήτορας ως κ' εκείνος πούναι<br /> +κύριος της εξουσίας. Το λοιπόν αυτός το λαό παρακινούσε<br /> +να σε σκοτώση με της πέτρες όμοια ως και τον Ορέστη·<br /> +κι' ο Τυνδάρεως παινούσε εκείνον πώλεγε να σας σκοτώσουν.<br /> +Άλλος σηκώθηκε που αντέλεγέ του. Η θωριά του ωραία<br /> +δεν είναι, μα θάρρος έχει αυτός, σπάνια ερχόμενος στην πόλη<br /> +και στην αγορά, και το ποστατικό του δουλεύοντας μονάχος.<br /> +Είν' από κείνους που μόνοι αυτοί είναι σωτηρία της πόλης.<br /> +Το λοιπόν είν' άξιος αυτός να συζητήση σαν το θέλη<br /> +κ' είν' άνθρωπος ακέραιος κι' αψεγάδιαστ' η ζωή του είναι. <br /> +Κ' είπε πως ο γυιός τ' Αγαμέμνονος ο Ορέστης<br /> +έπρεπε στέφανον να λάβη, γιατί απόφασιν επήρε<br /> +για τον πατέρα του να εκδικηθή, σκοτώνοντας γυναίκα φαύλη<br /> +κι' άσεβη, που το έγκλημά της θάκανε ώστε κανένας<br /> +στο εξής να μη στρέγη να οπλισθή και να πάη να πολεμήση<br /> +μακρυά απ' το σπίτι του, αν εκείνοι που απομένουν<br /> +φύλακες των σπιτιών τα διαφθείρουν και μολαίνουν<br /> +τη συζυγική κλίνη των ανδρών. Κ' εφάνη σ' όλους<br /> +τους καλούς πως καλά τάπε, και στερνά απ' αυτόν κανένας<br /> +δεν εμίλησε. Μα προχώρησε ο αδελφός σου κ' είπε:<br /> + — Ω σεις, που κατοικείτε τη χώρα του Ινάχου κ' είσθε<br /> +Πελασγοί πριχού κ' ύστερα Δαναοί, εγώ, σας εκδικώντας<br /> +όχι λιγώτερο παρ' ό,τι τον πατέρα μου, έχω σκοτώσει<br /> +τη μάννα μου. Αλήθεια, αν συχωρετό είναι στης γυναίκες<br /> +να σκοτώνουν τους άνδρες τους, σύντομα σεις θα σκοτωθήτε,<br /> +ή πρέπει στης γυναίκες σας σκλάβοι να γίνετε σεις κ' έτσι<br /> +το ενάντιο θα κάνετε απ' ό,τι να κάνετε ταιριάζει.<br /> +Τώρα που εκείνη που πρόδωσε του πατέρα μου την κλίνη<br /> +σκοτώθηκε, αν τη θανατική ποινή μου δώστε, ο νόμος<br /> +θα καταλυθή κι' ουδένας το σκοτωμό του θα ξεφύγη<br /> +και μια τέτοια αυθάδεια σπάνια στο εξής δεν θάναι.<br /> +Μα το λαό μ' αυτά δεν έπεισε, αν και μίλησε άξια·<br /> +κι' ο κακός ο ρήτορας του όχλου, πούχε συμβουλεύσει<br /> +να σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου, εισακούσθη.<br /> +Μετά βίας ο άμοιρος Ορέστης μπόρεσε να πιτύχη<br /> +να μη σκοτωθήτε με της πέτρες, μα υποσχέθη πώς ατός του<br /> +σήμερα κιόλα θα σκοτωθή με το χέρι του, και συ το ίδιο.<br /> +Ο Πυλάδης κλαίοντας τον πήρε πάλι εκείθε πέρα<br /> +απ' τη συνάθροιση κ' οι φίλοι του μ' οδυρμό κι απελπισμένοι<br /> +τον συνωδέψαν. Θα ιδής σε λίγο πράμα φρικαλέο<br /> +κι' αξιοθρήνητο. Ετοίμασε σπαθί ή πλατύ μαχαίρι<br /> +για το λαιμό σου, γιατί το φως πρέπει ν' απαραιτήσης.<br /> +Ούτε η καλή γενειά σου θα σου χρησιμέψη ούτ' ο Απόλλων<br /> +που κάθεται πάνω στον τρίποδα. Πάτε χαμένοι.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ω δύστυχη κόρη με το κεφάλι<br /> +σκυμμένο στη γην απομένεις<br /> +και βουβή, αν και πρέπη σε λίγο<br /> +να ξεσπάσης σε οδυρμούς και σε γόους</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p><i>Στροφή</i></p> + +<p>Ω Πελασγία! αρχίζω<br /> +το μυρολόι μου, μπήχνοντας<br /> +τα νύχια στ' άσπρα μάγουλά μου<br /> +τα ματωμένα και κτυπώντας<br /> +το κεφάλι μου, όπως οφείλω<br /> +στη νέα θεά την όμορφη<br /> +των νεκρών, πάνω στη γη.<br /> +Η Κυκλώπεια γη ας οδύρεται<br /> +γοερά, που το σίδερο τώρα<br /> +τα μαλλιά της κόμης σας έκοψε<br /> +για του σπιτιού της συφορές.<br /> +Η συμπόνεση, η συμπόνεση πρέπει<br /> +για όσους μέλλεται να πεθάνουν,<br /> +για κείνους που ήσαν άλλοτε<br /> +της Ελλάδος στρατηγοί.</p> + +<p><i>Αντιστροφή</i></p> + +<p>Πάει, πάει, εχάθηκε<br /> +όλ' η γεννειά των παιδιών<br /> +του Πέλοπος, που τα καλά τους<br /> +κ' οι πλούσιοι ζήλευαν πριχού.<br /> +Τη ρήμαξε η ζηλοτυπία<br /> +των θεών κ' η μισητή<br /> +και δολοφόν' απόφαση<br /> +της πολιτείας. Αλλοίμονό μου.<br /> +Αλλοίμονο άμοιρες γεννειές<br /> +των θνητών κι' αξιοθρήνητες!<br /> +Δέτε πώς έπεσεν η Μοίρα<br /> +ενάντια σε κάθε απαντοχή!<br /> +Τώνα πάν' στ' άλλο τα δεινά<br /> +έρχονται' ολάκαιρη η ζωή<br /> +των θνητών δεν έχει στάση.<br /> +Να μπορούσα να ριχθώ<br /> +στην πέτρα εκείνη που σχίσθη<br /> +απ' τον Όλυμπο και κατρακυλά<br /> +στριφογυρνώντας κρεμασμένη<br /> +απ' αλυσίδες χρυσές ανάμεσα<br /> +τουρανού και της γης, κ' έτσι<br /> +τα μυρολόγια μου να 'πω<br /> +στον Τάνταλο πατέρα<br /> +που τους προγόνους γέννησε<br /> +της δικής μου γεννειάς,<br /> +που τόσα δεινά υπόφερε<br /> +αφ' όταν, το δρόμο το γοργό<br /> +των τεσσάρων του αλόγων ο Πέλοπας<br /> +γληγορεύοντας, τον Μυρτίλο εσκότωσε<br /> +στο πέλαγο γκρεμίζοντάς τον,<br /> +στης Γεραιστού τα κύματα<br /> +π' αφρίζουν στ' ακρογιάλι.<br /> +Από τότε στη γεννειά μας μέσα<br /> +έπεσε η αξιοθρήνητη<br /> +φιλονικία, τ' απαίσιο θαύμα<br /> +του Χρυσού Δέρατος, που εγίνη<br /> +από το γυιό της Μαίας κ' εγεννήθη<br /> +στ' αλογοτρόφου Ατρέα τα κοπάδια.<br /> +Απ' αυτό η διχόνοια που έστρεψε<br /> +το φτερωτό του Ηλίου αμάξι,<br /> +ώστε αφίνοντας το δυσμικό<br /> +τουρανού δρόμο εξαναγύρισε<br /> +μ' ένα μόν' άλογο στην Έω.<br /> +Και τότε ο Δίας έστρεξε<br /> +το τρέξιμο των επτά Πλειάδων<br /> +προς άλλο δρόμο κ' έκαμε<br /> +οι φόνοι άλλους φόνους ν' ακλουθήσουν<br /> +στη γεννειά των Ατρειδών<br /> +και το δείπνο το Θυέστειο<br /> +και την κλίνη μοιχείας της άπιστης<br /> +της Κρητικιάς Ευρώπης·<br /> +και του πατέρα μου την ύστερη συφορά<br /> +και της δικές μου εξ αιτίας της άθλιας<br /> +μοίρας του δικού μας σπιτιού.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Νά ο αδελφός σου που ζυγώνει δικασμένος<br /> +σε θάνατον απ' του λαού την ψήφο·<br /> +κι' ο πιστότερος των ανθρώπων, ο Πυλάδης,<br /> +σαν αδελφός στοργικά περπατώντας<br /> +δίπλα του τάρρωστο κορμί του στηρίζει.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αλλοίμονό μου, αδελφέ μου, θρηνολογώ βλέποντάς σε<br /> +στο χείλος του τάφου και κοντά στην πυρά την εντάφια.<br /> +Αλλοί, θωρώντας σε για στερνή φορά το νου μου χάνω</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν θα δεχθής σιωπηλά και χωρίς μυρολόγια γυναίκεια<br /> +ό,τι είναι πια τελεμένο; Είναι βέβαι' αξιοθρήνητα τούτα,<br /> +μα συ πρέπει αντοχή ν' αποδείξης στης τύχες μας τώρα.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Και πώς να σιωπήσω που εμείς οι βαρυόμοιροι πρέπει<br /> +το φως του θεού να μη το αγναντέψουμε πλέον;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μη με σκοτώνης. Αρκετά εγώ δύστυχος είμαι<br /> +που απ' τους Αργείους πεθαίνω. Άφησ' εκεί τα δεινά μας.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ω, για τη νειότη, τη μοίρα σου και τον πρόωρο θάνατο κλαίω,<br /> +Ορέστη άμοιρε. Να ζήσης πρεπότουν και ζωή πια δεν έχεις.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Για των θεών τόνομα μη τα ύπατά μου μού κόβης<br /> +κάνοντάς με να κλάψω θυμάμενος της συφορές μας.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Θα πεθάνουμε και να μη κλαίμε μπορεί τα δεινά μας; <br /> +Η ζωή αξίζει στ' αλήθεια να κλαίγεται απ' όλους.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αφέντης μας η μέρα είναι τούτη· με τα ίδια μας χέρια<br /> +τα μαχαίρια να ετοιμάσωμε ή το σπαθί ν' ακονίσωμε πρέπει.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αδελφέ μου, λοιπόν σκότωσέ με για να μη με σκοτώση <br /> +άλλος Αργείος, τη γεννειά του Αγαμέμνονος υβρίζοντας έτσι.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Φτάνει μου της μάννας ο φόνος. Δεν θα σε σκοτώσω.<br /> +Με το ίδιο σου το χέρι σκοτώσου και μ' όποιο θες τρόπο.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ας είναι. Το σπαθί σου γι' αυτό θα μου φθάση.<br /> +Μα ν' αγκαλιάσω το λαιμό σου εγώ θέλω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Απ' τη μάταιη αυτή τέρψη ευχαρίστηση λάβε, αν σου είναι<br /> +ποθητό ετοιμοθάνατους, ως λες, ν' αγκαλιάσης.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ω πολυαγάπητε συ, που το ποθητό και γλυκό ακούς τώρα<br /> +όνομα αδελφού και μια ψυχή μ' αυτήν είσαι μόνο!</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Θα με κάμης να κλάψω. Ναι, θέλω στα δικά σου τα χάδια<br /> +ν' αποκριθώ. Τάχα ο άμοιρος γιατί ντροπή νάχω; <br /> +Αγαπητά μου αγκαλιάσματα! Στους άμοιρους τώρα<br /> +εμάς τα λόγια είναι σαν τέκνα κι' ως γαμήλιο κρεββάτι.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ωιμέ! Το ίδιο σπαθί αν μπορούσε να μας θανατώση<br /> +και να δεχθή μας το ίδιο από κέδρο κιβούρι.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Θάταν γλυκύτατο αυτό, μα, ως βλέπεις, εμείς στερημένοι<br /> +είμαστε φίλων, που να μας βάλουν στο ίδιο μνημούρι.<br /> +Ο δειλός ο Μενέλαος, του πατέρα προδότης, δεν είπε<br /> +τίποτε για να μη σε σκοτώσουν εσέ κι' ουδ' εφάνη·<br /> +μα από ελπίδα του σκήπτρου εφοβήθη να σώση τους φίλους.<br /> +Μπρος θαρρετά ας πεθάνουμε και τ' Αγαμέμνονος άξια.<br /> +Όσα για με θα δείξω στην πόλι της γεννειάς μου το θάρρος,<br /> +το σπαθί μέσ' στο σκότι μου μπήγοντας. Πρέπει το ίδιο<br /> +σαν εμένα και συ τόλμη νάχης. Και συ παραστέκα<br /> +στη σφαγή μας, Πυλάδη· κατόπι ως ταιριάζει, ας βολέψης<br /> +τα κορμιά μας και φέρνοντας στου δικού μας πατέρα<br /> +τον τάφο εκεί θάψε μας. Χαίρε! Όπως βλέπεις, ο ίδιος<br /> +θα πράξω εγώ τώρα εκείνο που απόφαση εγίνη.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Σταμάτησε! Πρώτη φορά μου κατηγόρια σου δίνω<br /> +αν λόγιασες πως εγώ θενά ζήσω νεκρός όταν είσαι.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μα γιατί εσύ πρέπει να πεθάνης μαζί μου;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Το ρωτάς; Πώς χωρίς τη φιλία σου θα ζήσω;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τη μάννα εσύ δεν εσκότωσες, άμοιρε, σαν εγώ τη δική μου.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Μα εσύμπραξα μ' εσέ κ' έχω χρέος την ίδια τύχη να λάβω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τη ζωή σου για τον πατέρα σου φύλαε, μη πεθάνης μαζί μου.<br /> +Αλήθεια έχεις εσύ μια πατρίδα, μα εγώ δεν έχω καμμία.<br /> +Το σπίτι σου έχεις και με βιος ένα βέβαιο λιμάνι.<br /> +Κι' αν αλήθεια στερήθηκες το γάμο της άμοιρης τούτης<br /> +που ταγμένη στην είχα, τη δική μας φιλία τιμώντας,<br /> +πάρε όμως μιαν άλλη γυναίκα παιδιά ν' αποκτήσης,<br /> +γιατί αναμεσό μας δεσμός πια δεν είναι. Κ' είθε νάσαι<br /> +ευτυχής συ απ' τους ομηλίκους ο πιο αγαπημένος,<br /> +γιατί είν' βολετό σου να γίνης εσύ ευτυχισμένος,<br /> +μα εμείς όχι πλέον, γιατί οι πεθαμμένοι χαρά δεν λαβαίνουν.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Μακρυά είσαι απ' το νάχης την ίδια σκέψι μ' εμένα.<br /> +Ούτ' η γόνιμη γη, ούτε ο λαμπρός ο Αιθέρας το αίμα<br /> +το δικό μου ας δεχθούν αν άπιστα σε παραιτήσω<br /> +τη ζωή να γλυτώσω. Φονηάς με σε, και δεν ταπαρνούμαι,<br /> +κ' εγώ όλο εσυμβούλεψα το έργο που γι' αυτό ετιμωρήθης·<br /> +γι' αυτό πρέπει μαζί με σε και με τούτην κ' εγώ να πεθάνω.<br /> +Μνηστήρας της όντας σαν γυναίκα μου εγώ την λογιάζω.<br /> +Τι τίμιο θενάλεγα στων Δελφών γυρνώντας τη χώρα,<br /> +στων Φωκαίων το κάστρο εγώ που πριν δυστυχήστε<br /> +φίλος σας ήμουν και πλέον δεν είμαι σαν καταντήστε<br /> +δύστυχοι; Αυτό δεν γίνεται και τα δικά σας δικά μου<br /> +θάναι δεινά. Μα σαν πρέπει να πεθάνουμε, τρόπο κανένα<br /> +ας βρούμε ο Μενέλαος μαζί μας να σβύση κ' εκείνος.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ω παλυαγάπητε, τούτο θωρώντας δεν θα μπορώ να πεθάνω.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Άκουσέ με λοιπόν και το κτύπημα του σπαθιού αργοπόρα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ταργοποράω αν μπορώ να εκδικηθώ τον εχθρό μου.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Σώπα όμως, τι πίστη στης γυναίκες λίγη έχω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Απ' αυτές μη φοβάσαι καθόλου· φίλες είναι δικές μου.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Την Ελένη ας σκοτώσουμε. Πίκρα πόση ο Μενέλαος θάχη!</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Πώς; έτοιμος είμαι αν υπάρχη το μέσο.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Σφάζοντάς την. Κρυμμένη στο σπίτι είναι μέσα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Βέβαια, αυτή σ' όλα συγκατάθεση δίνει.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Μα τίποτε πια δεν θα κάνη, γιατί μνηστή είναι του Άδη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μα πώς να γενή; Βάρβαροι απ' ολούθε φυλάγουν.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ποιοι είναι αυτοί; Δεν φοβούμαι κανένα εγώ Φρύγα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Είναι τους για να φυλάγουν μυρωδιές και καθρέφτες.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ώστε ξανάρθ' εδώ φέρνοντας τα καλά της Τρωάδος; </p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Βέβαια. Η Ελλάδα στενοχώρια της δίνει.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Μπρος στον ελεύθερο ο σκλάβος μηδέν είναι πάντα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αν μπορώ αυτό να κάμω, να πεθάνω δυο φορές δεν αρνούμαι.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ούτε βέβαια εγώ, αν εκδίκηση λάβω για σένα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μίλα και ό,τι εσύ λες σε καλό φέρ' το τέλος.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Στο σπίτι μέσ' ας μπούμε τάχα για να σκοτωθούμε.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Καταλαβαίνω αυτό, μα όχι τι θα γίνη κατόπι.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Μπροστά της θα κλαφτούμε για τα δεινά που τραβούμε.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Για να κλάψη αυτή αν και το χαίρει η ψυχή της.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Κ' εμείς το ίδιο τότε θα αισθανώμεθα τα ίδια μ' εκείνη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μα κατόπι; Πώς θ' αποτελειώσουμ' εμείς τον αγώνα;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Κάτωθ' απ' τους πέπλους μας θάχωμε σπαθιά μεις κρυμμένα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μα πώς θα την σκοτώσουμε μπρος στους ίδιους της δούλους;</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Θαν τους κάνουμε να σκορπισθούν μέσ' στο σπίτι.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Και πρέπει να σκοτώσουμ' όποιον δεν σιωπήση.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Στερνά η περίσταση τι θενά κάμουμε θα μας διδάξη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Της Ελένης ο φόνος τούτο νάναι το σύμβολό μας.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Κατάλαβες. Τώρ' άκουσε πώς είν' λαμπρό το σχέδιο μου.<br /> +Βέβαια, αν το σπαθί υψώναμε κατά μιας τίμιας γυναίκας, <br /> +ο φόνος άτιμος θαν ήταν μα με την τιμωρία τούτη<br /> +λαβαίνουμ' εκδίκησι για όλη εμείς την Ελλάδα<br /> +για όσους τους εσκότωσε τους πατέρες κ' οι πατέρες<br /> +για τα παιδιά τους κ' οι γυναίκες για τους άνδρες<br /> +που τους έχασαν. Χαρά μεγάλη θα γίνη για τούτο<br /> +και πυρά θα κάψουν μπρος στους θεούς παρακαλώντας<br /> +ευτυχία σ' εμάς να δώσουν γιατί μιαν άθλια γυναίκα<br /> +σκοτώσαμε. Και πλέον δεν θα σε λένε μητροκτόνο<br /> +αν τη σκοτώσης· αλλά τόνομα τούτο παραιτώντας<br /> +για ένα άλλο καλύτερο θα λέγεσαι συ της Ελένης <br /> +ο φονηάς, αυτής πούκαμε τόσους πολλούς να χαθούνε.<br /> +Όχι δεν συχωριέται ο Μενέλαος ευτυχής νάναι<br /> +κι' ο πατέρας σου και συ κ' η αδελφή σου έτσι να πάτε<br /> +αδικοθάνατοι κ' η μάννα σου . . . Μα τούτο θα σιωπήσω<br /> +γιατί να ειπωθή καλό δεν είναι . . . Κι' αυτός να μη καθήση<br /> +στο σπίτι σου ξαναποκτώντας τη γυναίκα του απ' το δόρυ<br /> +του Αγαμέμνονος. Ζωή να μη έχω πλέον αν δεν τραβήξω<br /> +το μαύρο μου σπαθί επάνω της. Μα κι' αν το φόνο ακόμη<br /> +της Ελένης δεν πιτύχουμε, ας πεθάνουμε όμως όταν<br /> +τα παλάτια αυτά κάψουμε. Δεν θάμαστε πια στερημένοι<br /> +μιας απ' της δυο τούτες τιμές: ή να πεθάνουμε όπως πρέπει<br /> +με δόξα ή να γλυτώσουμε τη ζωή μας δοξασμένοι.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αξίζει του Τυνδάρεω η κόρη μισητή νάν' απ' όλες<br /> +της γυναίκες, αυτή που το γένος της έχει ατιμάσει.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Άλλο πιο καλό από ένα πιστό φίλο δεν είναι,<br /> +ούτε τα πλούτη, ούτε η εξουσία, κ' είναι αφροσύνη<br /> +να προτιμούμε το πλήθος παρά ευγενικόν ένα φίλο.<br /> +Συ αλήθεια βρήκες την εκδίκηση εναντίο του Αιγίσθου.<br /> +Συ μαζί μου στον κίνδυνον ήσουν κι' ακόμη και τώρα<br /> +την εκδίκηση δίνεις μου εναντίο των εχθρών μου<br /> +και από με δεν τραβιέσαι. Μα τον έπαινό σου εγώ παύω,<br /> +γιατί ο πολύς έπαινος κόπο δίνει σ' αυτόν που επαινείται.<br /> +Όσο για μένα όταν πρέπεται την ψυχή μου να δώσω<br /> +ποθώ κάθ' ενέργεια να κάμω εγώ για να σβύσουν<br /> +κ' οι εχθροί μου, ώστε αντάμα να χαθούν που εσταθήκαν<br /> +προδότες μου κι' όσοι δυστυχία μου έφεραν όμοια να κλάψουν.<br /> +Είμαι γυιός του Αγαμέμνονος που σαν άξιο ελογίσαν<br /> +και την Ελλάδα εξουσίασε και χωρίς τυραννία<br /> +τέτοια δύναμη έλαβε σαν θεός νάταν.<br /> +Με θάνατο δούλου δεν τον προσβάλω, αλλά την ψυχή μου<br /> +σαν άνδρας ελεύθερος θ' αποδώσω ζητώντας<br /> +απ' το Μενέλαο να λάβω εκδίκηση. Ευτυχισμένοι<br /> +είμαστε σαν κ' ένα μόνο έργο να κάνουμ' εμείς δυνηθούμε,<br /> +αν μια σωτηρία μας έρθη ανέλπιστη· αν δυνηθούμε<br /> +να σκοτώσουμε δίχως να σκοτωθούμε. Γιατ' είναι μ', αλήθεια,<br /> +γλυκό να εκφράζω αυτόν οπού αισθάνομαι τον πόθο με λόγια<br /> +φτερωτά και να δίνω ανέξοδην έτσι χαρά στην καρδιά μου.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αδελφέ, λογιάζω τώρα πως το γλυτωμό σου ευρήκα<br /> +και το δικό του και συνάμα το γλυτωμό τον ιδικό μου.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Την πρόνοια των θεών εκφράζεις έτσι! Όμως τι είναι; <br /> +Γιατί ξέρω καλά τη φρονιμάδα του νου του δικού σου.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Άκου λοιπόν και συ προσεκτικά αφοκράσου.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μίλα· γιατί απαντέχοντας ένα καλό το αρραθυμούμε.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ξέρεις την κόρη της Ελένης; Σε ρωτώ κάτι που ξέρεις.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ξέρω την Ερμιόνη που η μάννα μου την έχει αναστημένη.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αυτή στης Κλυταιμνήστρας τον τάφον έχει πάει.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τι να κάμη εκεί; Ποιαν ελπίδα από τούτο εσύ βγάνεις;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Πάει απ' όνομα της μάννας της χοές να ρίξη στον τάφο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Έστω· πώς αυτό που λες το γλυτωμό μας θα φέρη;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Σαν όμηρο αρπάξετέ την όταν θα ξαναγυρίση.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αυτό που λες τι καλό σ' εμάς τους τρεις θα κάμη;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Σαν σκοτωθή η Ελένη, αν ο Μενέλαος θέλη να ενεργήση<br /> +εναντίο σου, εναντίον αυτού κ' εμένα, γιατί μας κάνει<br /> +ένα η φιλία μας, πες του πως την Ερμιόνη θα σκοτώσης·<br /> +και κράτα το σπαθί σου στο λαιμό πάνω της κόρης.<br /> +Κι' αν ο Μενέλαος θωρώντας την Ελένη στο αίμα να πλέη<br /> +σε γλυτώση εσένα για να μη σκοτωθή η δική του η κόρη,<br /> +την παρθένα στον πατέρα της απόδωσε. Αλλ' αν όμως<br /> +να χαλινώση μη δυνάμενος την παράφορη ορμή του<br /> +θέλει να σε σκοτώση, κτύπα της το λαιμό εσύ της κόρης.<br /> +Λογιάζω ως τόσο πως στα πρώτα οργήν έχοντας άγρια<br /> +στερνά θα πραΰνη την καρδιά του, γιατί δεν είναι τολμητίας<br /> +ουδέ θαρραλέος. Τέτοια είν' η πεποίθησή μου. Είπα όλα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ω συ πούχεις ενός άνδρα καρδιά σ' ωραιότατο σώμα<br /> +γυναίκας πόσο πιο αξίζει να ζης παρά να πεθάνης!<br /> +Πυλάδη, λοιπόν θα στερηθής, άμοιρε, μιας τέτοιας γυναίκας<br /> +που φύλαγες για σένα, εάν ζήσης, γάμο ευτυχισμένο; </p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Είθε τούτο να γίνη. Είθε στην πόλη των Φωκαέων<br /> +να μπη τιμημένη απ' όμορφο γάμο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μα πότε η Ερμιόνη θα γυρίση σπίτι. Γιατί καλά τάπες<br /> +αν έχουμε τύχη το σκύμνο να πιάσουμε ασεβή πατέρα.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Λογιάζω πως κοντοζυγώνει, γιατί πώφυγε είναι πολληώρα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Καλά, Συ Ηλέκτρα αδελφή μου, στο παλάτι μπρος στάσου<br /> +για να υποδεχθής την κόρη σαν έρθη και βλέπε<br /> +μη πριχού να εκτελέσουμε το φόνο προβάλλη κανένας<br /> +δικός τους ή ο αδελφός του πατέρα μας και μας προλάβουν<br /> +στο παλάτι ερχάμενοι. Φώναξε τότε συ από το σπίτι<br /> +ή της πόρτες κρατώντας μεγαλόφωνα μίλα από μέσα.<br /> +Εμείς τώρ' ας μπούμε και με σπαθί τα δικά μας τα χέρια<br /> +για τη στερνή αυτή μάχη ας αρματώσουμε, Πυλάδη,<br /> +γιατί βοηθός μου συ είσαι εις τα έργα μου όλα.<br /> +Ω συ που βρίσκεσαι στης μαύρης νύχτας της χώρες,<br /> +πατέρα, ο γυιός σου σε κράζει. Βοήθεια μας έλα,<br /> +παρακαλούμε σε, μια που για σένα δυστύχεψα τόσο,<br /> +συφορές άδικες έπαθα κι' απ' τον αδελφό σου<br /> +προδόθηκα, πούκαμα μια δίκαια πράξη. Ν' αρπάξω θέλω<br /> +τη γυναίκα του και να τη σκοτώσω. Βοήθησέ μας σε τούτο.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ω πατέρα, έλα αν κάτ' απ' τη γη ακούς τα παιδιά σου<br /> +που σε φωνάζουν κ' εξ αιτίας δικής σου πεθαίνουν.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ω συγγενή του πατέρα μου Αγαμέμνων, άκου κ' εμένα<br /> +τα παρακάλια μου και σώσ' τα παιδιά τα δικά σου.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τη μάννα μου σκότωσα.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Εγώ το σπαθί είχ' οδηγήσει.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Κ' εγώ τον παρακίνησα κι' απομάκρυνα κάθε του φόβο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Για να σ' εκδικήσω, πατέρα.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ουδ' εγώ επρόδωκά σε.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Ακούς λοιπόν τα παράπονα τούτα και τα παιδιά σου;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Χοές τα δάκρυά μου σου κάνω.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Τους δικούς μου εγώ θρήνους.</p> + +<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p> + +<p>Πάψτε κι' ας μπούμε στο έργο. Αν τα παρακάλια<br /> +εισχωρούν κάτω απ' τη γη, μας ακούει. Και συ, ω Δία<br /> +πρόγονε και συ σεβάσμια Δικαιοσύνη, δόστε επιτυχία<br /> +σε τούτον, εις αυτήν και εις εμέ. Γιατί ένα είναι το έργο,<br /> +ένας ο αγώνας για τους τρεις. Μαζί θα ζουν ή θα πεθάνουν.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p><i>Στροφή</i></p> + +<p>Ω αγαπητοί Μυκηναίοι,<br /> +που πρώτοι εκατοικήστε<br /> +το Άργος το Πελασγικό.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Γιατί τη φωνή σου υψώνεις,<br /> +σεβάσμια, γιατί μου απομένει<br /> +στην πολιτεία των Δαναϊδων<br /> +ακόμη τ' όνομ' αυτό;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Από σας κάποιες ας μένουν<br /> +γυρισμένες προς το δρόμο<br /> +των αμαξών κ' οι άλλες όλες<br /> +προς το δρόμο του σπιτιού.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Γιατί τούτο μου προστάζεις; <br /> +Ξήγησέ μου, αγαπητή.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μη κανείς ερθή φοβούμαι<br /> +προς το σπίτι με τη γνώμη<br /> +να σκοτώση και μας φέρη<br /> +συφορά στη συφορά.</p> + +<p>1ον Ημίχορον</p> + +<p>Μπρος, ας βιαστούμε, αυτό το δρόμο<br /> +προς την ανατολή θα βλέπω εγώ.</p> + +<p>2ον Ημίχορον</p> + +<p>Κ' εγώ αυτόν κατά τη δύση.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Των ματιών της κόρες στρέψτε<br /> +απ' αυτό κι' απ' τάλλο μέρος.</p> + +<p>1ον Ημίχορον</p> + +<p>Κάνουμ' ως προστάζεις συ.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p><i>Αντιστροφή</i></p> + +<p>Της κόρες των ματιών σας στρέφετε<br /> +απ' όλες της μεριές ανάμεσα<br /> +απ' τους βοστρύχους των μαλλιών σας.</p> + +<p>2ον Ημίχορον</p> + +<p>Ποιος είν' εκείνος στο δρόμο; <br /> +Ποιος είναι τούτος ο άνθρωπος,<br /> +ο χωριάτης, που πηγαινόρχεται<br /> +γύρω, τριγύρω στο σπίτι;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Εχαθήκαμε, πάει, καλές μου!<br /> +Στους εχθρούς μας θα δώση αυτός είδηση<br /> +στα ωπλισμένα θηρία, τανήμερα.</p> + +<p>1ον Ημίχορον</p> + +<p>Φόβο, αγαπητή, μην έχης!<br /> +Αδόκητά σου ο δρόμος είν' έρημος.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Κι' απ' το δικό σας το μέρος; Είν' τίποτε;<br /> +Κι' απ' αυτού όλα ήσυχα είναι; <br /> +Δόστε μου καλή μιαν απόκριση.<br /> +Στο σπίτι μπροστά δεν είν' τίποτε;</p> + +<p>2ον Ημίχορον</p> + +<p>Κι' απ' εδώ καλά όλα πάνε·<br /> +μόνο συ καλά απ' το μέρος σου κύττα.<br /> +Απ' εδώ καμμιά Δαναΐδα δεν έρχεται.</p> + +<p><i>Στροφή</i></p> + +<p>Το ίδιο εγώ λέω· από δω δεν είν' άνθρωπος.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Μπρος, πάω λοιπόν να κροτήσω της πόρτες<br /> +με τον ήχο της φωνής μου. — Γιατί αργείτε τόσο,<br /> +σεις που είσθε στο σπίτι, να θυσιάστε το θύμα,<br /> +ενώ όλα είν' ήσυχα; Δεν σας ακούνε.<br /> +Ω άμοιρη εγώ, από της συφορές μου.<br /> +Τα σπαθιά τους γινήκαν αδύναμα τόσο<br /> +μπρος στην ομορφιά! Σε λίγο ίσως κανένας<br /> +Αργείος ωπλισμένος θάρθη να τρέξη<br /> +για βοήθεια στο σπίτι. Κυττάξετ' ακόμα<br /> +καλύτερα. Η ώρα ησυχίας δεν είναι.<br /> +Και σεις και σεις άλλες τα μάτια σας στρέψτε<br /> +απ' όλα τα μέρη, εδώθε κ' εκείθε.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αλλάζουμε μέρος κι' απ' ολούθε ερευνάμε.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Αλλοίμονό μου, Άργος Πελασγικό, εγώ άθλια πεθαίνω.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Τ' ακούτε σεις; Οι άνδρες χερικό στο φόνο κάνουν.<br /> +Της Ελένης το ξεφωνητό είναι κατά πώς εικάζω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ω δύναμη του Δία, αιώνια δύναμη του, βοήθα τους φίλους.</p> + +<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p> + +<p>Μενέλαε! πεθαίνω και δεν είσαι εδώ να με βοηθήσης.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Θανατώσετε, σκοτώστε, σφάξτε, κτυπάτε. Μπήχτε<br /> +τα δίκοπα σπαθιά σας στη γυναίκα αυτή π' αφήκε<br /> +τον άνδρα της και τον πατέρα της κ' έκαμε να πεθάνουν<br /> +χιλιάδες Έλληνες τριγύρω στης δίνες του Σκαμάνδρου,<br /> +εκεί που τόσα δάκρυα τρέξαν απ' τους ένοπλους αγώνες.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Σώπα, σώπα! Ακούω προς το δρόμο<br /> +κάποιο θόρυβο που πάει προς το σπίτι.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ω πολυαγάπητές μου γυναίκες, η Ερμιόνη φθάνει<br /> +στην ώρα του φόνου. Της κραυγές μας ας πάψουμε. Πέφτει<br /> +στα δίκτυα κι' αυτή. Ανεκτίμητη λεία, αν μας είναι<br /> +βολετό να την πιάσουμε! Μ' ήσυχο ύφος σταθήτε<br /> +και της θωριάς σας το χρώμα ό,τι γίνεται ας μη φανερώνη.<br /> +Εγώ θάχω θολωμένα τα μάτια σαν να μην ήξερα διόλου<br /> +τα όσα εκτελούνται. — Ω παρθένα, ξανάρχεσαι τώρα,<br /> +αφού με λουλούδια έχεις στέψει τον τάφο<br /> +της Κλυταιμήστρας κι' αφού έκαμες χοές επιτάφιες;</p> + +<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p> + +<p>Έρχομαι αφού εκτέλεσα μιαν εξιλέωση. Μα ο φόβος<br /> +μ' επήρε ακούοντας μακρόθε φωνές από μέσα στο σπίτι.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Και πώς; Αυτό που μας συμβαίνει αξίζει να μυρολογιέται.</p> + +<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p> + +<p>Μίλα καλύτερα. Καμμιά νέα δυστυχία αναγγέλλεις;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ο τόπος πήρε απόφαση ο Ορέστης κ' εγώ να σκοτωθούμε.</p> + +<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p> + +<p>Είθε από τούτο να γλυτώσετε σεις που είσθε δικοί μου.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Είναι το αποφασισμένο· βρισκόμαστε κάτω απ' την ανάγκη.</p> + +<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p> + +<p>Κ' εξ αιτίας αυτό βγαίνουνε ξεφωνητά στο σπίτι.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ικετεύοντας γονατιστός μπρος στην Ελένη αυτός φωνάζει.</p> + +<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p> + +<p>Ποιος αυτός; δεν νοιώθω πια αν δε μου το εξηγήσης.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ο άμοιρος Ορέστης για να μη σκοτωθή και για μένα.</p> + +<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p> + +<p>Ώστε από λόγο νόμιμο έτσι αντηχάει το σπίτι;</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ποιος λόγος δικαιότερος για ξεφωνητά μπορούσε νάναι; <br /> +Μα να λάβης μέρος πήγαινε και συ στης ικεσίες<br /> +των φίλων σου· στης μάννας σου της τρισευτυχισμένης<br /> +τα πόδια πέσε, ο Μενέλαος νεκρούς να μη μας αγναντέψη.<br /> +Ω συ που αναστήθηκες μέσα στης μάννας μου τα χέρια,<br /> +έλεος λάβε συ για εμάς κι' αλάφρωσε της συφορές μας!<br /> +Τρέξε στον αγώνα αυτόν, εγώ θα πάω μπροστά σου.<br /> +Γιατί σ' εσέ είναι μοναχά η στερνή ελπίδα σωτηρίας.</p> + +<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p> + +<p>Νά που τρέχω εγώ λοιπόν βιαστικά να πάω στο σπίτι.<br /> +Όσο από μένα είναι δυνατό η σωτηρία σας θάρθη.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Ω σεις φίλοι, που μέσ' στο σπίτι είσθε αρματωμένοι,<br /> +με το σπαθί δεν θ' αρπάξετε τώρα τη λεία;</p> + +<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p> + +<p>Αλλοίμονο εμένα! Ποιοι είν' οι άνθρωποι τούτοι που βλέπω; </p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Σώπα. Το γλυτωμό μας φέρνεις, όχι το δικό σου.</p> + +<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p> + +<p>Αρπάχτε την! Αρπάχτε την. Το σπαθί στο λαιμό της.<br /> +Ήρεμοι νάσθε, ώστε που ο Μενέλαος να το νοιώση<br /> +πως άνδρες βρήκε μπρος του κι' όχι δειλούς Φρύγες<br /> +και να υποστή ό,τι δειλοί να παθαίνουν αρμόζει.<br /> +Μπρος, αγαπητοί! Κάνετε οχλοβοή μεγάλη<br /> +και στο σπίτι μπρος φωνάζετε, γιατί είναι φόβος ακόμα<br /> +μη το έργο του φόνου απόκοτα τρομάξη τους Αργείους,<br /> +ώστε να τρέξουν για βοήθεια στα βασιλικά παλάτια<br /> +πριν να ιδώ με τα μάτια μου σφαγμένη την Ελένη<br /> +και ξαπλωμένη αιμόφυρτη στο σπίτι ή πριν ένας δούλος<br /> +μου φέρη καμμιάν είδηση, γιατί αν και κάτι ξέρω,<br /> +μα όλο όμως που γίνηκε δεν το καλογνωρίζω.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Των θεών η εκδίκηση έπεσε δίκαια<br /> +στην Ελένη, γιατί ολάκαιρη αυτή την Ελλάδα<br /> +με δάκρυα εγέμισε για τον Ιδαίο Πάρι<br /> +που τους Έλληνες παρέσυρεν εις την Τρωάδα.<br /> +Μα του βασιλικού σπιτιού αντηχούνε οι πόρτες.<br /> +Σωπάστε. Είν' ένας Φρύγας που βγαίνει.<br /> +θα μάθουμ' απ' αυτόν ό,τι γίνεται σπίτι.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Ξεφυγώντας το θάνατο το σπαθί φεύγω των Αργείων,<br /> +με τα βάρβαρα μου κούντουρα περνώντας τα κέδρινα σανίδια<br /> +και τα δωρικά τα τρίγλυφα μακρυά, ω γη, ω γη μου,<br /> +στο φευγιό μου το βάρβαρο. Αλλοί μ' αλλοί πού θα φύγω; <br /> +Ξένοι εσείς; Να πετάξω βολεί στου άσπρου του Αιθέρα<br /> +τα ύψη ή στη θάλασσα που κάνει να στριφογυρίζη<br /> +ο ταυροκέφαλος Ωκεανός που τη γην αγκαλιάζει;</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι τρέχει, σκλάβε συ της Ελένης, Ιδαίο κεφάλι;</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Ω Ίλιος, Ίλιος, αλλοίμονο σ' εμέ, ω πόλι της Φρυγίας<br /> +της παχυχώματης βασίλισσα, βουνό ιερό της Ίδης,<br /> +πόσο μ' επικήδεια τραγούδια και βαρβαρόφωνα σε κλαίω,<br /> +που ρήμαξες εξ αιτίας της γεννημένης απών' αυγό κύκνου,<br /> +της τόσ' όμορφης κόρης της Λύδας, της απαίσιας Ελένης,<br /> +της Εριννύας αυτής του Απολλώνιου κάστρου. Αλλοί μου!<br /> +Μυρολόι, μυρολόγια, Δαρδανία κακότυχη, χώρα<br /> +των αλόγων του Γανυμήδη που με τον Δία κοιμάται!</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Καθαρά τα πράμματα πες μας όσα σπίτι γίνηκαν,<br /> +γιατί δεν μπορώ τίποτε σωστό να εικάσω απ' όσα μας είπες.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Οχού, οχού! έτσι αρχίζουν οι βάρβαροι τα μυρολόγια<br /> +τα βαρειοθρήνητα, αλλοίμον' αλλοί, σε μια γλώσσα<br /> +ασιατική, σαν το αίμα των βασιλιάδων στη γη απλώση<br /> +από τα σιδερένια του Άδη σπαθιά. Μα για να πω κάτι,<br /> +σ' εσέ, δυο λιοντάρια δίδυμα, Έλληνες μπήκαν στο σπίτι.<br /> +Απ' αυτούς ο ένας είχε πατέρα τον στρατηγό, ως τον λέγαν<br /> +κι' ο άλλος είναι γυιός του Στροφίου, τεχνίτης στο δόλο,<br /> +σαν τον Οδυσσέα, πιστός εις τους φίλους,<br /> +τολμηρός στον αγώνα, στον πόλεμο άξιος και δράκος.<br /> +Είθε χαμένος να πάη για την ήσυχή του αυτή φρονιμάδα,<br /> +τέτοιος πούναι κακούργος! Στο θρόνο κοντά ήρθαν<br /> +της γυναίκας που επήρε τον Πάρι. Και με μάτια βρεγμένα<br /> +από δάκρυα ταπεινοί εσταθήκαν απ' τη μια μεριά ο ένας<br /> +κι' απ' την άλλη ο άλλος, να κτυπήσουν. Και τα χέρια ρίξαν<br /> +ικετεύοντας στα γόνατα της Ελένης. Κ' οι σκλάβοι Φρύγες<br /> +με βιάση έτρεξαν κι' ο ένας τον άλλο ανήσυχα ερώτα<br /> +αν σ' αυτά δεν κρυβότουν παγίδα. Κ' εκρίναν<br /> +άλλοι πως τέτοια δεν ήτανε κι' άλλοι λογιάζαν πως βλέπαν<br /> +του Τυνδάρεω την κόρη στα δίκτυα του μητροκτόνου.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Και συ πού λοιπόν τότε βρισκόσουν;<br /> +Απ' το φόβο σου πια μήπως τώστριψες κι' όλα;</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Κατά τύχη, όπως είναι συνήθεια φρυγική, κλωθογυρνούσα<br /> +γύρω στην Ελένη, ανεμίζοντας φτερό στο πρόσωπό της,<br /> +ως θέλει των βαρβάρων ο συρμός. Κ' εκείνη με τα νύχια<br /> +το λινάρι απ' τ' αδράχτι και της κλωστές άφινε χάμω<br /> +να πέφτουν θέλοντας να πλέξη το Φρύγιο λάφυρο στολίδια<br /> +λινά και πορφυρένιες ντύσες για της Κλυταιμήστρας<br /> +τον τάφο. Κ' εις την λακώνισσα γυναίκα ο Ορέστης<br /> +έτσι μίλησε. «Κόρη του Δία, άφησ' το θρόνο σου για νάρθης<br /> +στο θρόνο του προπάππου Πέλοπα, στην αρχαία εστία<br /> +εκεί τα λόγια μου ν' ακούσης. Κι' ωδηγούσε την κ' εκείνη<br /> +ακολουθούσε μη προβλέποντας. Κι' ο σύντροφός του <br /> +ο Φωκαέας ο άπιστος έκανε κάτι άλλο. — Δεν θα το κουνήστε<br /> +από δω Φρύγες, δειλοί! — Κ' έκλεισέ τους μέσ' στο σπίτι,<br /> +άλλους στο σταύλο των αλόγων κι' άλλους πάλι απ' έξω,<br /> +σκορπίζοντάς μας ολότελα μακρυά από την κυρά μας.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Τι θλιβερό συνέβηκε κατόπι;</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Μητέρα Ιδέα, παντοδύναμη μητέρα, αλλοίμονο, αλλοί μου!<br /> +Ω αιματηρά κι' άσεβα κακά, που με τα μάτια μου τα ίδια<br /> +τάδα στα παλάτια τα βασιλικά! Τραβώντας και στα χέρια<br /> +κρατώντας τα σπαθιά πούκρυβαν στους πορφυρένιους πέπλους,<br /> +καθένας τους κύτταξε ολόγυρα μη παραστέκεται κανένας.<br /> +Και τότε σαν βουνήσιοι κάπροι στρέφοντας προς τη γυναίκα<br /> +της λεν: «Απόθανε! Ο κακός σου ο άνδρας σε σκοτώνει,<br /> +τ' άφησε που το γυιό τ' αδελφού να σκοτωθή στ' Άργος».<br /> +Εκείνη φώναξε: «Αλλοίμονό μου» και τάσπρα της μπράτσα<br /> +ρίχνοντας πάνω στο στήθος κτύπησε την κεφαλή με θλίψη<br /> +φεύγοντας δώθε κ' εκείθε και ζητώντας με τα χρυσά της <br /> +πέδιλα να τρέξη. Μα ο Ορέστης προχωρώντας<br /> +με τα μυκηναία ποδήματά του απ' τα μαλλιά άρπαξέ την<br /> +και λιγώντας το λαιμό της προς τ' αριστερά ετοιμαζότουν<br /> +να της μπήξη το μαύρο το σπαθί στο λαιμό της.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Και πού ήταν λοιπόν του σπιτιού οι Φρύγες να βοηθήσουν;</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Με μοχλούς ανοίξαμε, χουγιάζοντας, πόρτες και μάνδρες,<br /> +όπου είμαστε κλεισμένοι και για βοήθεια τρέξαμε απ' όλες<br /> +της άκρες, άλλοι με πέτρες κι' άλλοι με σαΐτες<br /> +κι' άλλοι με σπαθιά γυμνά στα χέρια. Μα ο Πυλάδης<br /> +χυμά κατά πάνω μας ακράτητος, σαν τον Έκτορα όμοιος<br /> +ή σαν τον Αίαντας με τρίλοφη περικεφαλαία, που τον είδα<br /> +στης πόρτες του Πριάμου. Και τα σπαθιά σταυρώσαμε, όμως<br /> +δείχθηκε πόσο εμείς οι Φρύγες είμαστε στο δόρυ<br /> +το Ελληνικό πιο αδύναμοι στη μάχη. Ο ένας φεύγει,<br /> +ο άλλος πέφτει νεκρός, τούτος λαβώνεται, παρακαλάει εκείνος<br /> +ζητώντας να κρυβή απ' το θάνατο και φεύγουμε κρυφτούλι·<br /> +κι' άλλοι πέσαν σκοτισμένοι, άλλοι του θανατά κοιτώνταν.<br /> +Κ' η Ερμιόνη μπήκε στο σπίτι τη στιγμή που η μάννα<br /> +που την γέννησε η ταλαίπωρη χάμω έπεφτε σφαγμένη.<br /> +Μα εκείνοι όμοια με Βάκχες χωρίς θύρσο που δρομίζουν<br /> +καταπάνω στο βουνήσιο ελαφάκι, την αρπάξαν στα χέρια<br /> +και ξανακτύπησαν του Δία την κόρη. Όμως εκείνην<br /> +ω Δία, ω Γης, ω φως, ω νύκτα, είτε με γητέματα είτε<br /> +με τέχνη μαγική, στα ύψη την πήραν οι θεοί κ' εκείθε<br /> +απ' το δωμάτιο έφυγε κι' άφαντη γίνηκε απ' το σπίτι,<br /> +Ό,τι στερνά από τούτο εγίνη δεν γνωρίζω, γιατί τότε<br /> +στη φευγάλα τώσκασε το πόδι μου έξω απ' το σπίτι.<br /> +Μα ο Μενέλαος άδικα ετράβηξε βάσανα και κόπους να φέρη<br /> +την Ελένη τη γυναίκα του ξανά απ' την Τροία.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Κάτι άλλο βέβαια συνέβηκε στερνά από τούτο,<br /> +γιατί τον Ορέστη βλέπω με το σπαθί στο χέρι μπρος<br /> +στο παλάτι νάρχεται τώρα κατά εδώθε με γοργό βήμα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Πού είν' εκείνος που σπαθί μου ξέφυγε έξω απ' το σπίτι;</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Βασιλιά, σε προσκυνώ σα βάρβαρος τα πόδια σου φιλώντας.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Στην Ίλιο δεν είμαστε, αλλά στου Άργους τη χώρα.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Παντού στους φρόνιμους γλυκύτερ' η ζωή παρά ο Χάρος.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν φώναξες διόλου στο Μενέλαο νάρθη βοήθεια;</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Μάλλον για βοήθεια σου εφώναξα, τι πιο τ' αξίζεις.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ώστε του Τυνδάρεω η κόρη εχάθηκε δίκηα.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Δικαιότατα, κι' αν τρία λαρύγγια για σφάξιμο είχε.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Από φόβο εσύ με κολακεύεις, μα δεν σκέπτεσ' έτσι.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Γιατί; Μη δεν αφάνισε σαν την Ελλάδα τους Φρύγες;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ορκίσου πως δεν το λες για χάρη μου, ειδέ θα σε σκοτώσω.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Στην ψυχή μου ορκίζομαι, πούν' ο ιερώτερός μου όρκος.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Το σπαθί και στην Τροία οι Φρύγες έτρεμαν το ίδιο.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Το σπαθί μέριασε· στης αστραψιές τ' αγναντεύω το χάρο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Σαν τη Γοργώ ν' αντίκρυζες σκιάζεσαι μη γίνης πέτρα;</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Πιότερο μη φονευθώ φοβάμαι· της Γοργούς δεν ξέρω την όψη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Σκλάβος, το χάρο φοβάσαι που απ' τα βάσανα θάβγης;</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Κάθε άνθρωπος κι' ο σκλάβος χαίρεται το φως ν' αγναντεύη.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Καλά τα λες· σε σώζει η γνώση σου. Μόν' έμπα στο σπίτι.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Ώστε δεν θα με σκοτώσης;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Όχι. Σούδωκα χάρη.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Νά καλός λόγος.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αν δεν μετανοιώσω.</p> + +<p><i>ΦΡΥΞ</i></p> + +<p>Όχι, όμορφος λόγος.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Άμυαλος είσαι αν λογιάζης πως θα ήθελα το λαιμό σου<br /> +να αιματώσω, γιατί συ ούτ' άνδρας είσαι ούτε γυναίκα.<br /> +Όσο για σας απ' το παλάτι πετάχθηκα μην ξεφωνήστε,<br /> +γιατί σαν τα ξεφωνητά σας άκουε τ' Άργος θα σηκωνότουν^<br /> +μα τον Μενέλαο δεν τον φοβάμαι το σπαθί μου όσο φθάνει.<br /> +Ας ερθή, καμαρώνοντας την ξανθή του κόμη στους ώμους.<br /> +Γιατί αν φέρη στο σπίτι τούτο μαζωχτούς Αργείους<br /> +για να εκδικήση της Ελένης το φόνο κι' αν δεν θελήση<br /> +να σώση εμέ, την αδελφή και τον Πυλάδη, που συνεργός μου<br /> +ήταν, δυο θα ιδή πτώματα, της κόρης και της γυναικός του.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Αλλοίμονο, αλλοί, μεγάλη<br /> +δυστυχιά! Η γεννειά<br /> +των Ατρειδών πέφτει πάλι<br /> +σε φρικτό σπαραγμό.</p> + +<p>1ον Ημίχορον</p> + +<p>Τι να κάνουμ' εμείς τώρα;<br /> +Να δώσουμ' είδηση στη Χώρα;<br /> +Ή να κρατήσουμε σιωπή;</p> + +<p>2ον Ημίχορον</p> + +<p>Η σιωπή πιο φρόνιμ' είναι.</p> + +<p>1ον Ημίχορον</p> + +<p>Νά, στο σπίτι εκεί πέρα,<br /> +νά, καπνός εις τον αιθέρα<br /> +υψώνεται κ' είδηση δίνει<br /> +πως κάτι άλλο θάχη γίνει.</p> + +<p>2ον Ημίχορον </p> + +<p>Δάδες ανάφτουν ολοένα<br /> +σαν να θέλαν κυκλωμένα<br /> +στη φωτιά νάχουν τα παλάτια<br /> +του Ταντάλου κι' όλο εκεί σφάζουν.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ο θεός στους θνητούς σημαδεύει<br /> +το τέλος που θέλει. Η δύναμή του<br /> +είναι τρανή, θεός κάποιος παιδεύει<br /> +το σπίτι αυτό μέσ' στο αίμα. Ποινή του<br /> +για του Μυρτίλου το φόνο λαβαίνει,<br /> +που σκοτώσαν απ' τ' άρμα γκρεμνώντας.<br /> +Το Μενέλαο βλέπ' όμως να πγαίνη<br /> +προς το σπίτι τρεχάτος, μαθόντας<br /> +ίσως ό,τι εσυνέβηκε. Κλείστε<br /> +με τα μάνταλα, ω Ατρείδες, της πόρτες,<br /> +σεις που κει μέσα τώρ' είστε.<br /> +Φοβερός ο καλότυχος είναι<br /> +σ' όσους, Ορέστη, όπως συ<br /> +δυστυχία παραδέρνει.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Έρχομαι μαθόντας τα σκληρά κι' αυθάδη έργα<br /> +των δυο λιονταριών, γιατί ανθρώπους εγώ δεν τους λέω.<br /> +Για τη γυναίκα μου άκουσα να λεν πως δεν σκοτώθη,<br /> +μ' αναλήφθηκε· μάταιη φήμη που ένας σαστισμένος<br /> +από φόβο μου ανάγγειλε. Αλλ' αυτά τέχνες είναι<br /> +του μητροκτόνου και μόνο περγέλιο. Κανείς σας το σπίτι<br /> +ας ανοίξη! Τους δούλους προστάζω να σπάσουν της πόρτες<br /> +για να γλυτώσω απ' τα χέρια αυτών, των φονηάδων,<br /> +την κόρη μου τουλάχιστον και να ξαναύρω τη δύστυχή μου<br /> +γυναίκα. Απ' το χέρι μου οι φονηάδες της θα σκοτωθούνε.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Αι! συ! Μην αγγίζης της κλειστές πόρτες. Σ' εσένα το λέω,<br /> +Μενέλαε, πώχεις αυθάδεια σαν κάστρο, ειδ' αλλέως<br /> +το κεφάλι σου ψηλά εδώθε απ' τον τοίχο θα σπάσω<br /> +με την κορνίζα κτυπώντας το της παληάς στέρεης στέγης.<br /> +Οι πόρτες με μάνταλα καλά είναι κλεισμένες· θ' ανθέξουν<br /> +σε κάθε σου αγώνα και στο σπίτι εσύ μέσα δεν θάμπης.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ω! τ' είν' αυτό; Τη λάμψη βλέπω από φλόγες κι' απάνω<br /> +στου σπιτιού την κορφή σαν πύργο βλέπω άνδρες<br /> +που κρατάν το σπαθί στο λαιμό της κόρης μου απάνω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Να μ' ερωτήσης θέλεις ή μήπως να μ' ακούσης;</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Κανέν' από τα δυο. Μα πρέπει, ως βλέπω, να σ' ακούσω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Την κόρη σου εγώ θα σκοτώσω, αν θες να ξέρης.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Την Ελένη έχοντας σκοτώσει κι' άλλο θα κάνης φόνο;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Είθε να το μπορούσα, αν οι θεοί δεν μ' απατούσαν!</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Αρνιέσαι πως την σκότωσες και λες αυτό να με χλευάσης.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Με λύπη βέβαια τ' αρνιέμαι. Είθε να το μπορούσα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Να κάμης τι; Μεγάλο δίνεις μου τρόμο, αλήθεια.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Στον Άδη να γκρεμίσω το ντρόπιασμ' αυτό της Ελλάδος.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Της γυναίκας μου το κορμί δος μου στον τάφο να το βάλω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Απ' τους θεούς ζήτα το. Την κόρη θα σκοτώσω.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ο μητροκτόνος φόνο πάνω στο φόνο κάνει!</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τον πατέρα μου εκδικιέμαι, που πεθαμμένο επρόδωκάς τον.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Της μάννας σου λοιπόν ο φόνος αρκετός δεν σου ήταν;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ποτέ δεν θ' αποκάμω σκοτώνοντας κακές γυναίκες.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Και συ, Πυλάδη, συνεργός εστάθηκες στο φόνο τούτο;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Η σιωπή του το βεβαιώνει. Φτάνει που εγώ το λέω.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Όχι όμως ατιμώρητος, αν σε φτερά επάνω δεν φύγης.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν θα φύγουμε, αλλά φωτιά θα βάλουμ' εμείς στο παλάτι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Το πατρικό σου λοιπόν σπίτι συ ο ίδιος θα ρημάξης;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Για να μη τώχης εσύ. Και τούτη στη φωτιά θα σφάξω.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Σκότωσ' την λοιπόν, κι' ως το τολμήσης ξέρω να σε παιδέψω.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τούτο θα γίνη.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Αλλοίμονο, αλλοί! να μην το κάμης.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Σώπα λοιπόν κ' υπόμενε συφορά δίκηα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Και συ, δίκηο να ζήσης;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Και τη γη να εξουσιάζω τούτη.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ποια γη;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Το Πελασγικό το Άργος τούτο.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Το νερό του καθαρμού θαγγίξης συ;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Γιατί όχι;</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Και τα σφάγια θα θυσιάζης πριχού απ' τη μάχη;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μην είσαι εσύ άξιος να το κάμης;</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Αμόλυντα έχω τα χέρια.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Όχι όμως και της σκέψεις.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Και ποιος θα σου μιλούσε;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Όποιος τον πατέρα μου αγαπάει.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Μα όποιος στη μάννα του έχει σέβας; </p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Είναι ‘τός ευτυχισμένος;</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ώστε συ δεν είσαι; </p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Βέβαια οι κακές γυναίκες δεν μ' αρέσουν.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Μάκρυνε απ' την κόρη μου το σπαθί αυτό.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Πλανιέσαι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Την κόρη μου ώστε θέλεις να σκοτώσης;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Τώρα δεν πλανιέσαι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Αλλοί μου! τι θα κάμω;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Πήγαινε και πείσε τους Αργείους . . .</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Τι να τους πείσω;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Η πόλη κ' εμάς να μη σκοτώση.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ή την κόρη μου θα θανατώστε;</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Βέβαια.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Άμοιρη Ελένη!</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Μη κ' εγώ τάχα το ίδιο άμοιρος δεν είμαι;</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Σου ξανάφερα το θύμα σου απ' τη Φρυγία . . .</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Οι θεοί θέλησαν έτσι.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Τραβώντας μύριους κόπους.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Όχι όμως για μένα.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Σκληρά υπόφερα.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Δεν μούδωκες βοήθεια</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Με κρατείς στα χέρια.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Συ ο ίδιος μέσ' την κακία σου πιάστηκες. Μα μπρος, Ηλέκτρα,<br /> +βάλε φωτιά στο σπίτι αυτό! Και συ, Πυλάδη, πιο πιστέ μου<br /> +φίλε, κάψε τα κουφώματα απ' τους τοίχους τούτους.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ω γη των Δαναών, που θεμελίωσαν τ' αλογοτρόφο τ' Άργος<br /> +δεν τρέχετε βοήθεια να δόστε αρματωμένοι;<br /> +Γιατί τούτος βίαν εργάζεται σ' όλη την πόλη<br /> +για να ζήση φρικτός σαν στάθηκε μητροκτόνος.</p> + +<p><i>ΑΠΟΛΛΩΝ</i></p> + +<p>Μενέλαε, πράυνε, την ωργισμένη καρδιά. Εγώ ο Φοίβος <br /> +ο γυιός της Λητούς μπροστά σου είμαι κ' εγώ σου κρένω.<br /> +Και συ που ωπλισμένος την κόρη αυτή φοβερίζεις, Ορέστη,<br /> +στάσου κι' ό,τι θα σου πω αφοκράσου. Αλήθεια, η Ελένη<br /> +που να σκοτώσης ποθούσες με το Μενέλαο άγρια ωργισμένος<br /> +και που σου ξέφυγε, είν' αυτό τ' άστρο που μέσα στα βάθη<br /> +του αιθέρα το βλέπετε. Εσώθη κι' απ' τα δικά σου τα χέρια<br /> +δεν σκοτώθηκε. Ο ίδιος την έσωσα εγώ κι' απ' το σπαθί σου<br /> +την άρπαξα κατά προσταγή του πατέρα του Δία. Γιατί όντας<br /> +κόρη του Δία πρέπει να ζήση αθάνατη κ' έτσι θα μένη<br /> +στα βάθη του αιθέρα με τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη<br /> +για τους ναύτες καλόβολη. Μενέλαε, συ πάρε άλλη γυναίκα<br /> +σύντροφό σου στο σπίτι, γιατί οι θεοί τόσους φόνους έφεραν<br /> +στους Έλληνες και τους Φρύγες για την ομορφιά της<br /> +εκείνης, ώστε τη γη ν' απαλλάξουν από πλήθος αυθάδεις.<br /> +Αυτά για την Ελένη. Και συ, Ορέστη, πρέπει<br /> +τα σύνορα να διαβής της χώρας τούτης και να μείνης<br /> +στους Παρρασίους ως ενός χρόνου κύκλος να γίνη.<br /> +Και τ' όνομά της η εξορία σου στη χώρ' αυτή θα δώση<br /> +κι' Ορεστία θα την λεν οι Αρκάδες. Κι' από κείθε<br /> +στην πόλη θα πας των Αθηναίων για να δώσης λόγον<br /> +για της μάννας σου το φόνο εις της τρεις της Ευμενίδες.<br /> +Οι θεοί θάναι δικασταί της δίκης και θα βγάλουν<br /> +τη σεβάσμιαν απόφαση στο λόφο του Αρεως, όπου<br /> +συ θα κερδήσης. Κ' είναι της μοίρας την Ερμιόνη<br /> +να πάρης γυναίκα, που το σπαθί έχεις στο λαιμό της.<br /> +Κι' ο Νεοπτόλεμος, που το λογιάζει δεν θα την πάρη.<br /> +Το γραφτό του είναι από δελφικό σπαθί κάποιο να πάη<br /> +σαν θαρθή να μου ζητήση εκδίκηση να λάβη του Αχιλλέα<br /> +του πατέρα του. Δόσε στον Πυλάδη, ως του έχεις<br /> +τάξει, την αδελφή σου, κ' η ζωή τους θάν' ευτυχισμένη.<br /> +Μενέλαε, άφησ' τον Ορέστη να κυβερνάη το Άργος<br /> +και ξαναγύρισε στη Σπαρτιατική γη να βασιλεύσης<br /> +και κράτα την προίκα της γυναίκας, π' ως τα τώρα<br /> +σ' αμέτρητους κι' ατέλειωτους σ' έρριξε αγώνες,<br /> +θα συμβιβάσω εγώ τη διαφορά του με την πόλη,<br /> +γιατί τον ανάγκασα εγώ ο ίδιος στης μάννας του το φόνο.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Ω προφήτη Λοξία, μαντευτής λοιπόν δεν ήσουν<br /> +ψεύτης στους χρησμούς, μ' αληθινός. Κι' όμως φοβούμουν<br /> +μην επήρα για φωνή σου τη φωνή Δαίμονα κάποιου.<br /> +Μα όλα καλά τελειώνουν και το λόγο σου θ' ακούσω.<br /> +Την Ερμιόνη ιδού απ' το θάνατο βγάνω<br /> +και γυναίκα θα την πάρω σαν ο πατέρας της το στέρξη.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Ω του Δία θυγατέρα, Ελένη, χαίρε! Ευτυχισμένη<br /> +εγώ σε λέω που κατοικείς το μακάριο των θεών τόπο.<br /> +Ορέστη, σου δίνω την κόρη μου σαν ο Φοίβος το προστάζει.<br /> +Άντρας από καλή γεννειά γυναίκας αρχοντογεννημένης<br /> +ας ευτυχήσης όμοια όπως κ' εγώ που σου τη δίνω.</p> + +<p><i>ΑΠΟΛΛΩΝ</i></p> + +<p>Μπρος λοιπόν, όπου τον στέρνω, ο καθένας σας ας πάη<br /> +κι' αφήστε της φιλονεικίες.</p> + +<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p> + +<p>Να υπακούσουμε πρέπει.</p> + +<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p> + +<p>Κ' εγώ το ίδιο υπακούω. Υποτάζομαι στη μοίρα,<br /> +Μενέλαε, τη δική μας και στους χρησμούς σου, Απόλλων.</p> + +<p><i>ΑΠΟΛΛΩΝ</i></p> + +<p>Και την ωραιότερη απ' της θεές, την Ειρήνη, τιμήστε.<br /> +Όσο για με, τον πόλο διαβαίνοντας των λαμπρών άστρων<br /> +την Ελένη θα πάω στου Δία τα δώματα, όπου με την Ήρα<br /> +και την Ήβη, του Ηρακλή τη γυναίκα, θεά κι' αυτή θάναι<br /> +για τους ανθρώπους, τιμάμενη πάντα με προσφορές των<br /> +κι' αγρυπνώντας στο πέλαγο με τους Τυνδαρίδες,<br /> +του Δία τους γυιούς, κάθε ναύτη βοήθεια θενάναι.</p> + +<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p> + +<p>Ω πανσεβάσμια Νίκη,<br /> +πάντα συντρόφευε τη ζωή μου<br /> +και μη ποτέ παύης<br /> +να με στεφανώνης.</p> +<hr></hr> +<p style="margin-top: 5em"> +Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός +στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό +αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, +δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους +μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό +της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, +ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο +Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, +Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, +Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, +Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα +που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.</p> + +<p><b>ΟΡΕΣΤΗΣ</b> Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα, ίσως, του Ευριπίδη. Ο +Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους, ενώ ο θείος του Μενέλαος τους +εγκαταλείπει, από δειλία. Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να +σκοτώση τη σύζυγό του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά μεταπείθεται από τον από +μηχανής Θεό και παντρεύεται την Ερμιόνη.</p> + +<p>Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» <br /> +ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p> + +<p> +ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36<br /> +ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p> + +<p style="text-align: center; margin-top: 5em">ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10</p> + +<hr></hr> +<p>1) Η έκδοση στην πρώτη σελίδα του βιβλίου αναφέρει τον Ιωάννη Ζερβό ως +μεταφραστή. Όμως το εξώφυλλο και όλοι οι τιμοκατάλογοι Φέξη αναφέρουν τον Η. +Βουτιερίδη. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να σημειωθεί ότι η περίληψη στην αρχή υπογράφεται +από Ζ.</p> + + + + + + + + +<pre> + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Orestis, by Euripides + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ORESTIS *** + +***** This file should be named 39319-h.htm or 39319-h.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + http://www.gutenberg.org/3/9/3/1/39319/ + +Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +http://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at http://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at http://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit http://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including checks, online payments and credit card donations. +To donate, please visit: http://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + http://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. + + +</pre> + +</body> +</html> + + + |
