summaryrefslogtreecommitdiff
diff options
context:
space:
mode:
authorRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:12:26 -0700
committerRoger Frank <rfrank@pglaf.org>2025-10-14 20:12:26 -0700
commit32214821521c9c39766bbf07f9d3754ed3a029b0 (patch)
tree05f9acd78cf6ad5deb594efe5ad0e4f38acedaf5
initial commit of ebook 39319HEADmain
-rw-r--r--.gitattributes3
-rw-r--r--39319-0.txt3872
-rw-r--r--39319-0.zipbin0 -> 52996 bytes
-rw-r--r--39319-h.zipbin0 -> 161472 bytes
-rw-r--r--39319-h/39319-h.htm3887
-rw-r--r--39319-h/images/cover.jpgbin0 -> 106656 bytes
-rw-r--r--LICENSE.txt11
-rw-r--r--README.md2
8 files changed, 7775 insertions, 0 deletions
diff --git a/.gitattributes b/.gitattributes
new file mode 100644
index 0000000..6833f05
--- /dev/null
+++ b/.gitattributes
@@ -0,0 +1,3 @@
+* text=auto
+*.txt text
+*.md text
diff --git a/39319-0.txt b/39319-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..f35ab9c
--- /dev/null
+++ b/39319-0.txt
@@ -0,0 +1,3872 @@
+The Project Gutenberg EBook of Orestis, by Euripides
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Orestis
+
+Author: Euripides
+
+Translator: Voutieridis Ilias
+
+Release Date: March 31, 2012 [EBook #39319]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ORESTIS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
+έχει.
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+
+ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
+
+
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
+Η. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ
+
+
+
+ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
+
+
+
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
+
+
+ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
+
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+
+
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
+Η. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ (1)
+
+
+
+
+ΕΝ ΑθΗΝΑIΣ
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
+
+
+
+ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ
+
+
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+ΕΛΕΝΗ
+ΧΟΡΟΣ
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+ΑΓΓΕΛΟΣ
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+ΦΡΥΞ
+ΑΠΟΛΛΩΝ
+
+
+
+ΥΠΟΘΕΣΙΣ
+
+
+
+Ο υιός του Αγαμέμνονος Ορέστης, φονεύσας την μητέρα του
+Κλειταιμήστραν διά να εκδικηθή την υπό ταύτης και του εραστού της
+δολοφονίαν του πατρός του Αγαμέμνονος, μένει κατάκοιτος εις την
+πατρικήν του οικίαν, έρμαιον των τύψεων της συνειδήσεώς του διά
+την μητροκτονίαν και θύμα των Εριννύων. Μετ' αυτού μένει και τον
+περιθάλπει η αδελφή του Ηλέκτρα, ήτις αρχομένου του δράματος
+απολοφύρεται διά τας συμφοράς της και διά την τραγικήν καθόλου
+τύχην του οίκου των Ατρειδών. Αλλά και αγωνία διά την
+προβλεπομένην εις θάνατον καταδίκην αυτής και του αδελφού της την
+κατέχει. Μόνη ελπίς σωτηρίας από των δεινών απομένει η
+προαγγελλομένη άφιξις εκ Τροίας του θείου των Μενελάου. Η άφιξις
+αύτη συντελείται πράγματι, προφαινομένης της πολυφήμου Ελένης,
+υπό ταύτης δε και της Ηλέκτρας συνάπτεται διάλογος, αποτελών την
+τεχνικωτέραν ίσως σκηνήν του όλου έργου. — Αλλ' η ελπιζομένη
+προστασία του Μενελάου υπέρ των τέκνων του αδελφού του δεν
+παρέχεται. Δικαστήριον Αργείων πολιτών καταδικάζει τον Ορέστην
+εις θάνατον διά το έγκλημα της μητροκτονίας. Και ο Μενέλαος από
+δειλίαν και ιδιοτέλειαν εγκαταλείπει τον ανεψιόν αβοήθητον.
+Εκμανείς διά τούτο και θέλων να τον εκδικηθή ο Ορέστης έρχεται να
+θανατώση την Ελένην, αιτίαν όλων των κακών. Αλλά της Ελένης
+αφανισθείσης εις τον αιθέρα κατά θαυμαστόν τρόπον, απειλεί
+δεύτερον ο Ορέστης να θανατώση την θυγατέρα ταύτης και του
+Μενελάου Ερμιόνην. Τότε από μηχανής θεός εμφανιζόμενος ο Απόλλων
+πείθει τον Ορέστην να λάβη σύζυγον την Ερμιόνην, υποσχεθείς εις
+αυτόν σωτηρίαν από της καταδίκης και συγγνώμην διά την
+μητροκτονίαν.
+
+Το δράμα κακίζεται υπό των παλαιών γραμματικών, διότι πλην του
+Πυλάδου πάντες οι εν αυτώ χαρακτήρες είναι φαύλοι και διότι η
+λύσις αυτού δεν άγει εις την επιβαλλομένην, κατά την αρχαίαν
+αισθητικήν, ηθικήν κάθαρσιν. Ουχ' ήττον εκ των παλαιών τούτων
+γραμματικών έφθασε μέχρις ημών η πληροφορία, ότι χάρις εις την εν
+τω δράματι τούτω σύγκρουσιν και ταραχήν αγώνων και παθών — τούτο
+δ' ίσως ήτο ο κύριος αισθητικός σκοπός του Ευριπίδου — είχε κατά
+τους κλασσικούς χρόνους ο «Ορέστης» μεγάλην θεατρικήν επιτυχίαν.
+
+$Ζ.
+
+
+
+ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Κακό δεν υπάρχει απ' όσα λέει ο λόγος,
+ούτε πάθος, ούτε συφορά θεοσταρμένη,
+που το βάρος της να μη βαστά η ψυχή τ' ανθρώπου.
+Έτσι κι' ο μακάριος — και δεν περγελώ την δυστυχίαν του —
+ο Τάνταλος, απ' το Δία γεννημένος, όπως λένε,
+φοβάμενος μια πέτρα ανάερη πάνωθέ του
+βρίσκετ' αλαφιασμένος και ποινή πληρώνει τέτοια,
+γιατί, όπως λεν, άνθρωπος όντας κ' ισοτιμημένα
+με τους θεούς καθήμενος στο ίδιο τραπέζι
+είχε γλώσσ' αχαλίνωτη, κάκιστη αρρώστεια.
+Τούτος γεννά τον Πέλοπα κι' απ' αυτόν ο Ατρεύς γεννήθη,
+που γνέθοντάς του τη ζωή έκλωτέ του η Μοίρα
+σ' έχθρα και πόλεμο με τον αδελφό του τον Θυέστη
+να βρεθή· μα τ' ανείπωτα να ιστορήσω ποια μου ανάγκη;
+που σκοτώνοντάς του τα παιδιά μ' αυτά έγεψέ τον
+ο Ατρεύς. Και του Ατρέως — τ' αναμεταξύ σωπαίνω —
+γυιός ήτον ο Αγαμέμνων ο τρανός, αν προσταιριάζη
+τρανό να τον ειπώ, κι' ο Μενέλαος από μάννα
+την Κρητικιά Αερόπη. Κι' ο Μενέλαος παντρεύτη
+τη θεομίσητην Ελένη. Και την Κλυταιμήστρα
+με γάμο ξακουστό στους Έλληνες πήρε ο Αγαμέμνων^
+αυτουνού τρεις κόρες είμαστ' απ' την ίδια μάννα,
+η Χρυσόθεμις, η Ιφιγένεια κ' εγώ η Ηλέκτρα·
+κι αγόρι ο Ορέστης απ' την ανοσιώτατη μάννα,
+που με πελύδιπλο πανί τυλίγοντας τον άνδρα
+τον δικό της εσκότωσε για αιτία που δεν ταιριάζει
+σε κόρη να την πη κι αφήνω να την λογιάσουν άλλοι.
+Και την αδικία του Φοίβου γιατί να ψέξω; πείθει
+τον Ορέστη να σκοτώση την ίδια του τη μάννα
+πράξι που τιμημένη δεν είναι στους ανθρώπους.
+Μα τη σκότωσε του θεού τη γνώμη ακολουθώντας,
+κ' εγώ σύμπραξα στο φόνον όσο δύναται γυναίκα
+να συμπράξη κι' ο Πυλάδης, βοήθεια δίνοντάς μας.
+Απ' τότες άγρια αρρώστεια λυώνει το κορμί του
+κι' ο άμοιρος τούτος Ορέστης κείτεται κλινάρι
+και της μάννας το αίμα σε μανίες τον παρασέρνει,
+γιατί φοβάμαι να τες πω της θεές με τ' όνομά τους,
+της Ευμενίδες, που με φόβο τον συνταράζουν. Κ' είναι
+η έκτη μέρα τούτη, αφ' όταν της σφαγμένης
+της μάννας το κορμί στη φωτιά εξαγνίσθη,
+που από τότε ουδέ τροφή άγγιξ' αυτός στο στόμα
+ουδ' έλουσε καν το κορμί, μόνο στα ρούχα τυλιγμένος,
+όταν το κουφάρι κάπως απ' την αρρώστεια ξαλαφρώση,
+στα συγκαλά του ερχάμενος 'δύρεται ή από το στρώμα
+ορμητικός πηδά σαν απ' το ζυγό πουλάρι.
+
+Κ' έκαμ' απόφασι τ' Άργος ουδέ κάτω από στέγη
+ουδέ σ' εστία κοντά να μας δεχθή κανένας κι ούτε
+να καλημερήση εμάς τους μητροκτόνους· κ' είναι τούτη
+εδώ η μέρα που θα δώση ψήφο η πόλη των Αργείων
+αν πρέπει εμάς τους δυο να σκοτώσουν με της πέτρες
+[ή με σπαθί κοφτερό ν' αποκεφαλιστούμε].
+Μα να γλυτώσουμε το σκότωμα έχουμ' ελπίδα,
+γιατί ο Μενέλαος έρχεται πέραθ' απ' την Τροία
+και την πλατωσιά διαβαίνοντας του Ναυπλιακού λιμένα
+στ' ακρογιάλι αράζει, περιπλανημένος όντας
+πολύν καιρό απ' την Τροία· και τη βαρειομοίρα Ελένη
+νύχτα προφυλάγοντας, να μη την 'δη κανένας
+νάρχεται 'μέρα, απόστειλε στο σπίτι το δικό μας·
+κ' είναι την μέσα κλαίοντας της αδελφής και του σπιτιού της
+της συφορές· μα κάποια παρηγοριά στης θλίψες έχει,
+γιατί την κόρη που άφηκε σπίτι σαν έφυγε στην Τροία
+και που ο Μενέλαος απ' τη Σπάρτη εδώ φέρνοντάς την
+στη μάννα μου έδωκέ την ν' αναθρέψη, την Ερμιόνη,
+με χαρά της ξανάβρηκε κι' αλησμονά της θλίψες.
+Μα προς το δρόμο όλο θωρώ, το Μενέλαο καρτερώντας
+πότε θα ιδώ νάρχεται· γιατί λίγη από τάλλα
+έχουμ' ελπίδα, αν απ' αυτόν δεν ήθελε σωθούμε.
+Άπορο είναι πράμμα του δύστυχου το σπίτι.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Ω εσύ της Κλυταιμήστρας και τ' Αγαμέμνονος κόρη,
+που παρθέν' απομένεις καιρό πολύν, Ηλέκτρα,
+πως άμοιρη είσαι συ κι' ο αδελφός σου Ορέστης,
+τούτος ο άμοιρος φονηάς της μάννας. Τι αμαρτία
+δεν θάχω μιλώντας σου, μια που λογιάζω αιτία
+του κακού τον Φοίβο. Αν και βαρειά λυπάμαι
+για της Κλυταιμήστρας το χαμό, της αδελφής μου,
+που αφ' όταν με πόθο απ' τους θεούς δοσμένο πήγα
+στην Ίλιο δεν την είδα κι ορφανεμένη κλαίω.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Τι να σου ειπώ, Ελένη· που βλέπεις τα εμπρός σου
+τα παιδιά του Αγαμέμνονος στης συφορές πνιγμένα;
+Ανύπνωτη έναν άθλιο νεκρό εγώ παραστέκω,
+γιατί νεκρός είναι τούτος με την πνοή τη λίγη
+που τ' απομένει· και δεν βρίζω την κακομοιριά του·
+μα συ καλότυχ' είσαι και καλότυχός σου ο άνδρας
+που ήρθετε σε μας τους βαρειά ευφοριασμένους.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Κι από πόσον καιρό κοίτετ' εδώ στο στρώμα;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αφ' όταν έχυσε της μάννας του το αίμα.
+
+ΕΛΕΝΗ
+Τον άμοιρο· Κ' η μάννα του πώς πήγε έτσι χαμένη!
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Τέτοια είν' αυτά όσα τον έχουν απαυδήσει.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Για το θεό, μια χάρι θα μούκανες, παρθένα.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Όσο απ' τ' αδελφόν μου το κύταγμα αδειάζω.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Θες για με να πας στης αδελφής μου τον τάφο;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Στης μάννας μου τον τάφο λες. Για ποιαν αιτία;
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Των μαλλιών μου πλεξούδα και χοές φέρνοντάς της.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Και δε βολεί να πας συ στων δικών σου τον τάφο;
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Τι στους Αργείους ντρέπομαι το κορμί μου να δείξω.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Άργα φρονιμεύεις, πριχού αδιάντροπα φύγωντας.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Σωστά τώπες, μα όχι φιλικά μου κρένεις.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μα ποια ντροπή κρατεί σε μπρος στους Μυκηναίους;
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Φοβάμαι τους γονειούς όσων στην Ίλιο επέσαν.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Κι αλήθεια είναι, τ' Άργος δεινά σε κατακρίνει.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Μα συ γλυτώνοντάς με απ' το φόβο πήαινε δος τα.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μα τον τάφο της μάννας μου δε θα μπόρεια ν' αντικρύσω
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Κι' όμως θάταν άπρεπο να φέρουν δούλοι ετούτα.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Την Ερμιόνη, την κόρη σου γιατί δεν τη στέρνεις;
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Στον κόσμον ν' ακατεύωντας παρθένες δεν ταιριάζει.
+
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μα ευγνωμοσύνη θάδειχνεν έτσι στην πεθαμμένη.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Σωστά μίλησες και πείθομαι στο λόγο σου, παρθένα·
+[κ' έτσι τη θυγατέρα μου θα στείλω όπως είπες].
+Παιδί μου, Ερμιόνη, πρόβαλε απ' το σπίτι και πάρε
+στα χέρι' αυτά τα κόλλυβα και τα μαλλιά μου τούτα
+κ' εις τον τάφο πγαίνοντας της Κλυταιμήστρας χύσε
+το μελομένο γάλα αυτό και το κρασί τ' αφράτο
+και στην κορφή του μνημουριού στεκάμενη πες τούτα:
+Η αδελφή σου Ελένη της χοές ετούτες σου χαρίζει,
+μη δυνάμενη στο μνήμα σου μονάχη νάρθη η ίδια,
+γιατί έχει φόβο το λαό των Αργείων. Και ζήτησέ της
+νάναι καλόγνωμη για με, για σε, για τον δικό μου
+τον άνδρα και γι' αυτούς τους δυο δυστυχισμένους που ένας
+θεός τους εξολόθρεψε. Και τάξε της όλες
+της νυκτερινές προσφορές πούναι σωστό να κάμω
+στην αδελφή μου. Πήγαινε, γοργά τώρα ξεκίνα,
+κόρη μου, κι' ως της προσφορές στον τάφο αυτές πιθώσης
+έχε το νου σου ευθύς εδώ να μου ξαναγυρίσης.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Τι δυστυχία είσαι, ω Φύσι, στους ανθρώπους
+και πόσο είσαι καλόπραγη σ' όσους καλοκυτάζεις!
+Ιδέτε σεις πώς έκοψε της άκρες των μαλλιών της
+την ομορφιά φυλάγοντας. Είναι πάντα η γυναίκα
+πούταν και πριν. Είθε οι θεοί να σε μισήσουν που έτσι
+εμέν' αφάνισες κι' αυτόν και την Ελλάδα. Ω πόσο
+είμαι δύστυχη. Μα εδώ νά πούρχονται οι καλές μου
+συντρόφισσες στους θρήνους μου να σμίξουν τους δικούς των.
+Ίσως κι' αυτόν τον άμοιρο ξυπνήσουν απ' τον ύπνο
+που βυθισμένος βρίσκεται και με τα δάκρυά μου
+βρέξουν τα μάτια μου όταν 'δώ την τρέλλα τ' αδελφού μου.
+Αγαπημένες μου γυναίκες, με βουβό πόδι προχωράτε:
+χωρίς φωνή ούτε θόρυβο. Είναι γλυκειά σ' εμένα
+η αγάπη σας, μα θάταν καϋμός αν εξυπνούσε τούτος.
+
+Στροφή Ι
+
+Σιγαλά ερχόστε, σιγαλά,
+με βήματ' απαλά, απαλά,
+αθόρυβα κι' άφωνα να ερθήτε
+και μακρυά εκεί να σταθήτε,
+μακρυά απ' την κλίνη κι' από εμέ.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Νά που σου υπακούμε.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ωιμέ,
+κι' αλλοίμονο, καλή μου εσύ,
+μίλειε απαλά σαν τη βουή,
+που η σύριγγα βγάνει
+ανάλαφρου ενός καλαμιού.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Νά που η φωνή μου φτάνει
+σε σέ απαλή και χαμπηλή
+σαν νάμουν μέσ' στο σπίτι.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Έτσι μίλα μου σιγά,
+ζύγωσε αλαφρά, αλαφρά
+και πες μου γιατί ήρθες εδώ.
+Απάνω στο κλινάρι αυτό
+κυλώντας ώρες τούτος
+αποκοιμήθηκεν αργά
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Αντιστροφή Ι
+
+Πώς είναι τώρα, καλή μου, αποκρίσου.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Τι να πω για τη μοίρα ή τη δυστυχιά του;
+Ακόμα πνοή έχει, μα μόλι ανασαίνει.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Τι λες; Ω τον άμοιρο!
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Θα τον σκοτώσης
+αν απ' τα βλέφαρα τη γλύκα του διώξης
+που τον κατέχει
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Ω τον δύστυχο, για έργα
+μιαρά που ήσαν απ' τους θεούς πρόσταγμα!
+Ω τον άθλιο, αλλοί, τι δεινά υποφέρει!
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Άδικος ήταν κι' ώρισε άδικες πράξεις
+ο Λοξίας όταν στης Θέμιδος πάνω
+τον τρίποδα πρόσταξ' της μάννας το φόνο.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Στροφή II
+
+Θωρείς; Το κορμί του στα ρούχα αργοσιέται
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Φωνάζοντας τούκοψες, άθλια, τον ύπνο.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Λόγιαζα νάταν βυθισμένος στον ύπνο.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μακρυά 'πό τ' εμάς κι' από το σπίτι. Ξεκίνα
+μη θορυβώντας με το πόδι σου διόλου.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Κοιμάται.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Καλά λες.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Σεβάσμια, σεβάσμια
+Νύχτα, ω θεά συ, που χαρίζεις τον ύπνο
+στους κουρασμένους, απ' το Έρεβος έλα,
+έλα, πρόβαλε, ω φτερωτή, στο σπίτι
+τ' Αγαμέμνονος, γιατί απ' αυτές της θλίψες
+χανόμαστε, σβύνουμε.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μη θορυβάτε.
+Να πάψτε δεν θέτε της φωνής τον ήχο,
+στην κλίνη κοντά παραστέκοντας κ' έτσι
+να τ' αφήστε καλές μου, του ύπνου τη γλύκα.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Αντιστροφή II
+
+Πες μου τι τέλος τα δεινά τούτα λάχουν;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Το χάρο, το χάρο! ποιο άλλο θενάχουν;
+Τροφή δεν ορέγεται τούτος καθόλου.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Ώστε βέβαιος είναι κι ο θάνατος του.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μας έσφαξε ο Φοίβος προστάζοντας φόνο
+άθλιο κι' άνομο πατροκτόνας μητέρας.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Αλήθεια δίκαια, μα κακή τούτ' η πράξι.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Πέθανες, πέθανες, ω μάννα, που εμένα
+μ' εγέννησες. Σκότωσες τον πατέρα κι' αντάμα
+τα παιδιά που βγήκαν απ' το ίδιο σου αίμα.
+Χανόμαστε, νεκροί είμεθα, έχουμε σβύσει.
+Συ βρίσκεσαι τώρα με τους πεθαμμένους
+κι' η πλιότερη ζωή μου περνάει σε θρήνους
+οδυρμούς και νύχτια δάκρυα, τι μόνη
+χωρίς παιδιά κι' άνδρα άθλια σέρνω τη ζήση.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Για δες, κόρη μου Ηλέκτρα! Σίμωσε, τι είναι
+φόβος ν' αποθάνη τ' αδέλφι σου δίχως
+να το νιώσης. Η λίγη μ' ανησυχάει πνοή του.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Γλυκό του ύπνου κάρωμα, βάλσαμο στα δεινά μας,
+πόσο στην ώρα πρόβαλες μαλακά σ' εμένα!
+Ω συ σεβάσμια λησμονιά του πόνου κι' ω θεότης
+βοηθήτρα στους βαρειόμοιρους. Μα πούθε τώρα μου ήρθα;
+Πώς ήρθα; Τι όλα τάχασα το νου μου έχοντας χάσει.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Τρισγάπητέ μου, ο ύπνος σου πόσο αναγάλλιασέ με!
+Να σου στηρίξω το κορμί θες και να σε σηκώσω;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Πιάσε με βέβαια. Σκούπισε στο άθλιο μου το στόμα
+κι' από τα μάτια μου του αφρού τούτο τ' απομεινάρι.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Γλυκειά για με είναι δουλειά και δεν οκνώ τα μέλη
+του αδελφού μ' αδελφικά να τα γνοιασθώ εγώ χέρια.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Βάλε πάνω το στήθος σου στο στήθος το δικό μου,
+μέριασε από την όψι τ' αξάγγλιγα μαλλιά μου,
+γιατί έτσι με τα μάτια μου μόλις θωρώ εγώ τώρα.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ω εσύ κεφάλι δύστυχο με τα μαλλιά αγριεμμένα
+που βρίσκεσαι αναξάγγλιγο, άλουστο καιρό τόσο!
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ξανά σε τούτη ξάπλωσ' με την κλίνη. Της μανίας
+το κακό σαν παύη είν' άτονα κι' αδύναμα τα μέλη.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ναι. Η κλίνη είναι αγαπητή στον άρρωστο· κ' η ξάπλα
+αλήθεια δίνει κούρασι· μα χρειαστή όμως είναι.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Σήκω με πάλι, το κορμί στρέψε μου. Οι αρρωστημένοι
+είναι πάντα ανυπόμονοι απ' του νου τη στενοχώρια.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Δεν θέλεις και τα πόδια σου λίγο να βάλης χάμω,
+να περπατήσης; Η αλλαγή ευχάριστ' είναι πάντα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Κ' έτσι καλά. Έχει της 'γυιάς την όψι τούτο κι' όταν
+το πράμμα λείπει, βολετή κ' η όψι του είν' ακόμα.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Άκου, αδελφέ μου, όσο το νου σ' αφήνουν οι Εριννύες.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τι νέο θα 'πής; Αν είναι το κάτι καλό τ' ακούω
+ευχάριστα· μ' αν είν' κακό έχω αρκετές μου θλίψες
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Φθάνει του πατέρα ο αδελφός, ο Μενέλαος, και τα πλοία
+τα δικά του στο Ναυπλιακό λιμάνι έχουν αράξει.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τι λες; Σαν κάποιο έρχεται φως αυτός εις τα δεινά μου
+και στα δικά σου, τι είναι ‘τός απ' τη γενειά μας κ' έχει
+απ' τον πατέρα μας 'δή περίσσιες καλωσύνες.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Έρχεται και γι' απόδειξι του λόγου μου, νά πώχει
+φέρει μαζί απ' της Ιλίου τα κάστρα την Ελένη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αν μοναχός του γλύτωνε πιο καλό θάταν όμως
+με τη γυναίκα του αν μαζί, μεγάλο κακό φέρνει.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Γέννησεν ο Τυνδάρεως γενειά από θυγατέρες
+άτιμες κι' αδιάντροπες εις όλη την Ελλάδα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Όμως εσύ όμοια μ' αυτές μην είσαι της γυναίκες
+ως σου βολεί, στα λόγια σου και στα φερσίματά σου.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αλλοί! αδελφέ, ταράχθηκε το μάτι σου· τώρα ήσουν
+στα συγκαλά σου και με μιας σ' έπιασεν η μανία.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ω μάννα! Σ' ικετεύω μη πάνω μου ξαναστέρνης
+της κόρες πώχουν πρόσωπα αιματωμένα κ' έχουν
+μαλλιά από φίδια. Νά, έρχονται, πάνω σ' εμένα πέφτουν.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μείνε, άμοιρε, στην κλίνη σου. Τίποτ' εδώ δεν βλέπεις.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ω Φοίβε, οι φοβερές θεές θα με σκοτώσουν τούτες
+οι σκυλλομούτρες, πούναι τες γοργοβλεπούσες κ' είναι
+των νεκρών φόνισσες.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Εγώ δεν θα σε παραιτήσω
+και μέσα στην αγκάλη μου κρατώντας δεν θ' αφήσω
+να κάνης τα πηδήματα, τα μανικά.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Άφησέ με,
+γιατί Ερινύα είσαι και συ κι' απ' του κορμιού τη μέση
+μ' άρπαξες μέσ' στα Τάρταρα ζητώντας να με ρίξης.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ω κακομοίρα πούμ' εγώ! Και τίνος τη βοήθεια
+ν' αποζητήσω, σαν θεός κάποιος εχθρός μας είναι;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δος μου αυτό το κεράτινο το τόξο, πούναι δώρο
+του Λοξία και που μ' αυτό με πρόσταξ' ο Απόλλων
+να κυνηγήσω της θεές σαν αγριωπά με σκιάζουν.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μπορεί να λαβωθή θεός από το χέρι ανθρώπου;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αν δε φύγη απ' τα μάτια μου. Συ δεν ακούς ολοένα,
+ουδέ θωρείς τα φτερωτά τα βέλη που πετούνε
+απ' τη σαΐτα που σωστά κτυπά. Τι καρτερείτε;
+Πετάξτε, σεις με τα φτερά, ως την κορφή του Αιθέρα
+κι' άδικο δόστε στους χρησμούς του Φοίβου. Ωιμένα!
+Γιατ' είμ' έτσι αδύναμος; Γιατί η ανάσα τούτη
+απ' τα πνεμόνια μου η γοργή; Πού να ριχθώ απ' την κλίνη;
+Νά! έφυγε το τρικύμισμα, ξαναθωρώ γαλήνη.
+Γιατί, αδελφή μου, κλαις εσύ κρύβοντας το κεφάλι
+μέσα στον πέπλο; Ντρέπομαι και συ μερτικό νάχης
+απ' τα δεινά μου και σε μια παρθένα έτσι να δίνω
+το βάσανο που εγώ τραβώ. Είθε μη μαραζώσης
+απ' τα δεινά μου. Συ έστρεξες, μα ο μητρικός ο φόνος
+μόνο από μένα γίνηκε. Μα κατηγόρια κάνω
+εις τον Λοξία που μ' έσπρωξε στη μυσαρή αυτή πράξη
+με λόγια εμέ ησυχάζοντας κι' όχι στ' αλήθεια. Λέω
+πως ο πατέρας μου, αν εγώ τον ίδιο αυτόν ρωτούσα,
+για να γνωρίσω αν έπρεπε τη μάννα μου να σφάξω,
+θερμά θα μ' ώρκιζε να μη βυθίσω το σπαθί μου
+στο λαιμό αυτής που μ' εγέννησε, τι στη ζωή με τούτο
+αυτός δεν θα ξανάρχετο κ' εγώ δυστυχισμένος
+θα βαρυνόμουν άδικα με τόσα δεινά. Αλλ' όμως
+ξεσκέπασ' το κεφάλι σου και μην κλαις, αδελφή μου,
+αν κ' έχουμε θλίψη βαρειά. Σαν βλέπεις με να σβύνω,
+κράτα και παρηγόρα μου τον ταραγμένο νου μου
+κ’ απελπισμένο· κι' όταν κλαις, εγώ μ' αγάπη πάλι
+θα σε ησυχάζω. Μεταξύ φίλων τέτοιες φροντίδες
+ταιριάζουν. Μα τώρ' άμοιρη στο σπίτι έμπα και δόσε
+ύπνο λίγο στα βλέφαρα πούναι τα αγρυπνισμένα·
+πάρε τροφή και το κορμί λούσε, γιατί αν μ' αφήσης
+κι' αν αρρωστήσης μένοντας ολημερίς κοντά μου,
+χαθήκαμε. Κι αλήθεια εγώ κανέν' άλλο δεν έχω
+για στήριγμα κι' ως βλέπεις το μ' απαρατήσαν όλοι.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αυτό δεν γίνεται· με σε θα ζήσω ή θα πεθάνω,
+γιατί την ίδια έχουμ' οι δυο τύχη. Κι' αν συ πεθάνης,
+γυναίκα εγώ τι θα γενώ; Πώς θα γλυτώσω μόνη,
+χωρίς πατέρα κι' αδελφό και φίλους; Μ' αν λογιάζης
+έτσι, δεν θα υπακούσω εγώ. Πέσε λοιπόν στην κλίνη
+κι' απόδιωξε τους τρόμους σου που εκείθε σε σηκώνουν.
+Στην κλίνη ξάπλωσε γιατί, αν κι' άρρωστος δεν είσαι,
+μ' απ' την ιδέα το ίδιο αισθάνονται κόπο οι θνητοί και πάθος.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Στροφή Α'
+
+Αλλοίμονο, αλλοί! Ω γοργές, φτερωτές
+θεές μανιωμένες,
+που μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς
+γιορτές μεθυσμένες
+ξεφαντώνετε σεις, Ευμενίδες στυγνές,
+κ' εις ύψη πετάτε
+του πλατύχωρου αιθέρα και που καθαρμούς
+του αιμάτου ζητάτε,
+εκδικήτρες του φόνου, δέομαί σας εγώ,
+δέομαί σας, αφήστε
+το γυιό τ' Αγαμέμνονα από τοργικό,
+τη μανία του λύστε.
+Δύστυχε, πώπαθες δεινά, το χρησμό
+εισακούοντας συ
+του Φοίβου απ' τον Τρίποδα το μαντικό,
+το βγαλμένο απ' τη γη
+κι' απ' το βωμό που λένε της γης ομφαλό
+
+Αντιστροφή Α'
+
+Ω Δία, ποιό ν' απαντέχω έλεος εγώ;
+Τι είν' αυτός ο αγώνας για το φονικό
+που σε ταράζει, δύστυχε, και που
+κάποιος Δαίμονας δάκρυα οδυρμού
+σου γεννά φέρνοντας το αίμα μπροστά σου
+της μάννας σου και τα λογικά σου
+σπαράζει; Σ' οδύρομαι εγώ και σε κλαίω
+και τη μεγάλη ευτυχιά εγώ λέω
+πως δεν την έχουν σταθερά οι θνητοί.
+Κι' ως κάποιος Δαίμονας το πανί
+σχίζει του γλήγορου καραβιού,
+έτσ' ο πανεύτυχος πάει του κακού,
+καταπίνεται μέσ' σε βαρειές δυστυχίες
+σαν από κύμα σε τρικυμίες
+αχόρταγες πάντα τους και μανιωμένες.
+Ποιές, αλήθει' άλλες γενειές ξακουσμένες
+αξίζει περισσότερη νάχουν τιμή
+παρά οι Τανταλίδες, που θεϊκιά
+εστάθηκ' η πρώτη τους η γενειά;
+Μα να ο άρχοντας τώρα πλησιάζει,
+ο βασιληάς Μενέλαος. Απ' αίγλη φαντάζει
+που απ' αυτήν αλήθεια η γενειά προβάλλει
+του Ταντάλου η κοσμοφήμητη και μεγάλη.
+Ω συ, που ωδήγησες μια εκστρατεία τρανή
+με χίλια καράβια στης Ασίας τη γη,
+χαίρε. Συ απόλαψες τώρα κάθε ευτυχία,
+γιατί με τη βοήθεια των θεών καθεμία
+επραγματώθηκεν επιθυμιά σου.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ω σπίτι! με χαρά σε ξαναβρίσκω γυρνώντας απ' την Τροία,
+κι απ' τάλλο όμως θρηνώ αγναντεύοντάς σε, τι δεν είδα
+πούπετα στον κόσμο σπίτι δυστυχιές τόσο φορτωμένο.
+Έμαθα του Αγαμέμνονος τη μοίρα και το θάνατό του
+που τώδωκ' η γυναίκα του, σαν στο Μαλέα ζύγωσα μόλις.
+Ο πελαγίσιος μαντευτής όλα μ' ανάγγειλε στο κύμα·
+ο Γλαύκος, ο προφήτης, ο αληθολόγος, ερχάμενος μπρος μου
+τούτο μούπε: Μενέλαε, ο αδελφός σου κοίτεται πεθαμένος
+έπεσε νεκρός στο ύστερο λουτρό που τούχεν ετοιμάσει
+η γυναίκα του. Κ' έκαμε να χύσουμ' άφθονα δάκρυα
+εγώ κ’ οι ναύτες μου. Ζυγώνοντας του Ναυπλίου τη χώρα
+και μια που ξαναγυρίζ' η γυναίκα μου, ελπίδα ως είχα
+ν' αγκαλιάσω τον Ορέστη του Αγαμέμνονος κι ακόμα
+τη μάννα του ευτυχισμένους, από ένα ψαρρά μαθαίνω
+τον άσεβο σκοτωμό της Τυνδαρίδος. Κι', ω κόρες, πούναι
+ο γυιός τώρα τ' Αγαμέμνονος που τόλμησε μια τέτοια
+πράξη φοβερή; Μικρό παιδί ήταν ακόμη στην αγκάλη
+της Κλυταιμνήστρας όταν αφήκα το σπίτι για την Τροία.
+Δεν θα τον ξαναγνώριζα, αν τον έβλεπα εγώ τώρα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Είμ' ο Ορέστης που ζητάς και θα σου ιστορήσω
+της δυστυχιές μου. Μα πριχού στα γόνατά σου μπρος θα πέσω
+ικετεύοντας και δίχως κλαδιά ικεσίας θα σου κάμω
+στοματικά τα παρακάλια μου. Τώρα γλύτωσέ με!
+Γιατί φθάνεις ενώ είμ' έρμαιο στα πιο βαρειά δεινά μου.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ω θεοί! Τι αγναντεύω; Νεκρός είν' αυτός που βλέπω;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αλήθεια λες. Γιατί εγώ πραγματικώς στη ζωή δεν είμαι,
+εξ αιτίας στης συφορές μου, αν και το φως βλέπω.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Πώς αξάγγλιγα κι' άγρια, δύστυχε, είναι τα μαλλιά σου;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Όχι απ' ό,τι φαίνεται, μ' από της πράξεις μου τυραννιούμαι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Πώς τα άγρια μάτια κάτω από βλέφαρα ξερά κυττάζεις έτσι!
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Το κορμί μου έσβυσε και τόνομα μ' απόμεινε μονάχα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ω! πόσο αναπάντεχα σε βλέπω έτσι αλλαγμένο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ο ίδιος εγώ σκότωσα τη δύστυχη μου μάννα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Τώμαθα εγώ. Απόφυγε το κακό τούτο να ιστορήσης.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν στο ξαναλέω· μα ο Δαίμονας μύρια κακά μου δίνει.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Τι σου συμβαίνει; Ποιο κακό σε βασανίζει τόσο;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Η συνείδηση που μου λέει πώς έκαμα φρικτή μια πράξη.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Τι λες; Οι φρόνιμοι μιλούν ξάστερα κι' όχι μπερδεμένα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Θλίψη παραπολύ βαρειά λυώνει το κορμί μου.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Κάποια θεότη φοβερή σε τιμωρεί, μα έλεος μπορεί να λάβη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Και οι μανίες του αίματος της μάννας μου εκδικήτρες.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Πότε άρχισε η μανία σου; Από ποιαν ημέρα;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Απ' την ημέρα που έβαλα τη μάννα μου στο χώμα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Σπίτι καθόσουν ή κοντά στο λείψανο βρισκόσουν;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Νύκτα ήταν κι' αγρυπνούσα εγώ τα οστά της να μαζέψω,
+απ' την πυρά.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Κ' ήταν κανείς βοήθεια να σου δώση;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ο Πυλάδης που μ' αυτόν έκαμα της μάννας μου το φόνο.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Και ποιας λογής φαντάσματα σε συνταράζουν έτσι;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Θαρώ πως βλέπω Κόρες τρεις που μοιάζουν σαν τη Νύκτα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ξέρω ποιες λες, μα για να πω δεν θέλω τόνομά τους.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ανείπωτες είναι και καλά κάνεις μη λέγοντάς τες.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Και για της μάννας σου το σκοτωμό έτσι σε κατατρέχουν;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αυτός είν' ο κατατρεγμός που όλο και τυραννεί με.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Όχι άδικα φρικτές ποινές λαβαίνουν όσοι κάνουν
+πράξες κακές.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μα είχα εγώ δίκαιον κάποιο λόγο.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Μη λες για του πατέρα σου το φόνο, τι δεν θάταν
+δίκηα αιτία.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Της μάννας μου το φόνο εγώ να κάμω
+πρόσταξε ο Φοίβος.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ώστε που δεν ξέρει αυτός το δίκηο;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Εμάς ορίζουν οι θεοί, όποιοι θεοί κι' αν είναι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+Και μετ' αυτό δεν το βοηθά ο Λοξίας στα δεινά του;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Στέκει απαντέχοντάς, γιατί έτσ' οι θεοί είναι πάντα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Πόσος καιρός επέρασε απ' της μάννας σου το φόνο;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Έξ ημέρες κ' η εντάφια πυρά ζεστή είν' ακόμα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Το αίμα της μάννας σου οι θεές γοργά από σε ζητήσαν!
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αδέξιος φίλος, μα σωστός για όσους αγάπαγα ήμουν.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ποιο τόφελος που εκδίκηση για τον πατέρα επήρες;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Κανένα· μα είν' ανάξιος όποιος άπρακτος μένει.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Κι' απ' όταν έκαμες αυτό, ποια γνώμη για σένα έχουν
+στην πολιτεία;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μισητός τόσο τους είμαι π' ούτε
+μιλούν σ' εμέ.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ουδέ νόμιμα καθάρισες τα χέρια
+από το αίμα;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Διώχνομαι αφ' όπου κι' αν ζυγώσω.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ποιοι είν' οι πολίτες που απ' εδώ ζητούνε να σε διώξουν;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ο Αίας, που λέει ένα έγκλημα ο πατέρας μου έχει κάμει
+στην Τροία.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Για το σκότωμα του Παλαμήδη λέει.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μα εγώ δεν εσυνέργησα, κι' όμως χαμένος είμαι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ποιος ακόμη άλλος; Μη κανείς απ' του Αίγισθου τους φίλους;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αυτοί με βρίζουν κ' εις αυτούς τώρα υπακούει η πόλη.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Σ' άφησε του Αγαμέμνονος το σκήπτρο η πόλη νάχης;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Από πού κι' ως πού; Ουδέ καν να ζω δεν θα μ' αφήσουν.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Τι λοιπόν κάνουν; Δύνασαι κάτι σωστό να μου είπης;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Σήμερα μιαν απόφαση ενάντια μου θα βγάλουν.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Θα σ' εξορίσουν από εδώ, θα σε σκοτώσουν, ή όχι;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Θενά μου δώσουν θάνατο με πέτρες οι πολίτες.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Γιατί από τα σύνορα της γης αυτής δεν φεύγεις;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μ' έχουν κυκλώσει από παντού άνθρωποι αρματωμένοι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Είναι από εχθρούς ή Αργείτικος στρατός που σε φυλάγει;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Όλ' οι πολίτες. Άφευκτα να σκοτωθώ εγώ πρέπει.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ω άμοιρε, συ έφθασες στης δυστυχιάς τα βύθη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μονάχα εσέ η ελπίδα μου έχει τώρ' αποκούμπι
+για τα δεινά. Καλόμοιρος εσύ, της ευτυχιάς σου
+κάμε συντρόφους τους δικούς πούναι δυστυχισμένοι.
+Μην απολαύης μοναχός όσα καλά κατέχεις,
+μόν' τα δικά μας βάσανα μαζί μ' εμάς μοιράσου·
+κι' απ' τον πατέρα όσα καλά έλαβες πλήρωσέ τα
+σ' εκείνους όπου πρέπεται ν' αποδοθούν. Οι φίλοι,
+στη δυστυχία αν δεν δείχνωνται, μονάχα τόνομα έχουν.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Νά, ο Τυνδάρεως ο Σπαρτιάτης
+έρχετ' εδώ με βαρύ βήμα,
+με μαύρο πέπλο και κομμένα
+για τη θυγατέρα του τα μαλλιά του.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Είμαι, Μενέλαε, χαμένος. Νά που έρχετ' εδώ πέρα
+ο Τυνδάρεως και φοβούμαι παραπολύ τον ερχομό του
+εξ αιτίας ό,τι έχω κάμει. Μικρός εγώ σαν ήμουν
+μ' ανάτρεφε καταφιλώντας με και στην αγκαλιά του
+το γυιό του Αγαμέμνονος βαστούσε, όμοια κ' η Λύδα,
+κ' οι δυο τους μ' αγαπούσαν σαν τους Διοσκούρους.
+Ω δύστυχη καρδιά! ω ψυχή μου, με ποιόν τρόπο
+εγώ τους πλήρωσα! Με τι σκοτάδια
+να σκεπάσω την όψιν μου. Σε ποια ομίχλη μέσα
+να κρυφθώ για να ξεφύγω απ' του γέρου αυτού τα μάτια.
+
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+
+Πού, πού θα ιδώ το Μενέλαο, τον άνδρα
+της κόρης μου; Όταν χοές στον τάφο επάνω
+της Κλυταιμήστρας έκανα, έμαθα πως είναι
+στο Ναύπλιο φθασμένος με τη γυναίκα του, κατόπι
+από τόσα χρόνια σώος. Οδηγήστε με κοντά του,
+γιατί θέλω να τον χαιρετίσω στέκοντας δεξιά του,
+τον φίλο αυτόν που ξαναβλέπω ύστερ' από καιρό τόσο.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Χαίρε, γέροντα, που ο Δίας στη δική σου έπεσε κλίνη.
+
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+
+Χαίρε, ω Μενέλαε, από γάμο συγγενή μου!
+Τι συφορά να μη γνωρίζω τα όσα να γενούν εμελότουν.
+Ο μητροκτόνος αυτός Δράκος, που τον μισώ, εδώ ακόμη
+καταραμένες αστραψιές σκορπά. Πώς είναι δυνατό σου
+να μιλάς, Μενέλαε συ, με το κακούργο αυτό κεφάλι;
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Γιατί τάχα όχι; Ο γυιός είναι ενός πατέρα π' αγαπούσα.
+
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+
+Από εκείνον γεννημένος αυτός εδώ είναι τάχα;
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Απ' αυτόν γεννήθη κ' είναι αξιολύπητος στη δυστυχιά του.
+
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+
+Βάρβαρος έγεινες μένοντας καιρό πολύ με τους βαρβάρους.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Στους Έλληνες ταιριάζει να πονούν πάντα τους δικούς των.
+
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+
+Μα και να μη θέλουν παραβάτες νάναι των νόμων.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Κάθε τι που νόμος είναι για τους σοφούς είναι δουλεία.
+
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+
+Μίσησε τέτοια γνώμη· ποτέ μου εγώ δεν θα τη στέρξω.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Γιατί ο θυμός και τα γηρατειά μαζί κάτι σοφό δεν κάνουν.
+
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+
+Γι αυτόν εδώ τι αγώνας χρειάζεται σοφίας;
+Αν για όλους είναι φανερές οι καλές κ’ οι κακές πράξες,
+ποιος απ' τους ανθρώπους όλους στάθηκε πιότερο από τούτον
+άθλιος, που δεν εσεβάσθη ό,τι για όλους είναι δίκηο
+και που δεν υποτάχθη στον κοινό νόμο των Ελλήνων;
+Σαν ξεψύχησ' ο Αγαμέμνων λαβωμένος στο κεφάλι
+απ' την κόρη μου, τούτο έγκλημα που δεν το εγκρίνω διόλου,
+αυτός εδώ χρέος είχε με νόμιμη έγκληση το φόνο
+να κυνηγήση και να διώξη τη μάννα του απ' το παλάτι.
+Έτσι έπαινο θάξιζε στη δυστυχιά του και στο νόμο
+θάδειχνε σέβας και θάμενε δίκαιος. Όμως τώρα
+τον ίδιο σαν τη μάννα του Δαίμονα άκουσε, τι δίκηα
+ένοχο κρίνοντάς την, έγεινε σκοτώνοντάς την
+χειρότερος. Και μοναχά τούτο, Μενέλαε, θα ρωτήσω:
+Αν η γυναίκα που θα μοιρασθή ένα μ' αυτόν κρεββάτι
+τον σκοτώση κ' έτσι ο γυιός του τη μάννα του σκοτώση
+κι' ο γυιός του πάλι το φόνο όμοια μ' άλλο φόνο ξεπληρώση,
+πότε τάχα θα τελειώσουν όλες αυτές οι κακουργίες;
+Γι' αυτό οι πατέρες μας έκριναν σοφά όσο για τούτα.
+Έβγαλαν ορισμό να μη μένη στην πολιτεία όποιος
+εστάθηκε φονηάς· ούτε και να συντυχαίνη τους πολίτες,
+μόν' ώρισαν να εξιλεώνεται μ' εξορία κι' όχι
+να σκοτώνεται κι' αυτός. Κι' αλήθεια, αν αλλέως ήταν,
+πάντα θ' απόμεν' ένας, ο στερνός φονηάς, ξεχωρισμένος
+για θάνατο. Κι' όσο για με, μισώ της άνομες γυναίκες
+και την κόρη μου πρώτη, που τον άνδρα έχει σκοτώσει.
+Κι' ούτε την Ελένη τη γυναίκα σου θε να επιδοκιμάσω,
+κι' ούτε θα της μιλήσω κι' ούτε θα παινέσω εσέ που επήγες
+στην Τροία μια κακή γυναίκα αποζητώντας· μα το νόμο
+όσο μπορώ θα υπερασπίσω και της βάρβαρες συνήθειες
+θα πολεμήσω, που έθνη καταστρέφουνε και πολιτείες.
+Τι αισθάνθηκες, κακόμοιρε, σαν έδειξέ σου η μάννα
+τα στήθια της παρακαλώντας σε; Εγώ που δεν είδα
+το θλιβερό αυτό πράμμα βρέχω τα γεροντικά μου μάτια
+με δάκρυα, εγώ ο δύστυχος. Κι' αλλέως τούτα μου τα λόγιο
+τα βεβαιώνει τούτο — πως απ' τους θεούς είσαι μισημένος
+και για τη μάννα σου παιδεύεσαι με μανίες και τρόμους.
+Τι ανάγκη από μάρτυρες για πράμματα που θωρώ ατός μου;
+Ξέρε το λοιπόν, Μενέλαε, πώς πρεπούμενο δεν είναι
+στη θέληση των θεών ενάντια να βοηθήσης εσύ τούτον.
+Άφησέ τον να πετροβοληθή απ' τους πολίτες, είδ' αλλέως
+τη γη τη σπαρτιατική δεν θα πατήσης. Δίκηα
+σκοτωμένη παιδεύτηκε η κόρη μου. Δεν ήταν όμως
+νόμιμο να σκοτωθή απ' αυτόν. Ευτυχισμένος στάθηκα σε μύρια
+εξόν από της κόρες μου. Κ' έτσι δεν είμ' ευτυχισμένος.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Όποιος ευτυχισμένος είναι στα παιδιά του
+κι' απ' αυτά συφορές δεν έλαβε μεγάλες,
+είν' άξιος αυτός να τον ζηλεύουν.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Γέρω, δειλιάζω εναντίο σου να μιλήσω, γιατί θα πικράνω
+την ψυχή σου. Άνομος εγώ είμ' αλήθεια έχοντας σκοτώσει
+τη μάννα μου, όμως κ' ευσεβής είμαι γιατί τον πατέρα
+εκδικήθηκα. Ώστε για τα γηρατειά σου ας μη μιλήσω
+που με συγκινούνε. Κ' εις το δρόμο ας μπω τον ίσιο.
+Σέβομαι τάσπρα μαλλιά σου. Τι έπρεπε λοιπόν να κάμω;
+Δυο πράμματα λόγιασε. Πως ο πατέρας μου μ' έχει γεννήσει
+κ' η κόρη σου στην κοιλιά μ' εβάσταξε, όμοια σαν το χωράφι,
+που δέχεται απ' άλλον τη σπορά, γιατί γονή χωρίς πατέρα
+δεν γίνεται. Κ' εσκέφθηκα πως χρέος είχα πριν απ' όλα
+σ' εκείνον που μ' εγέννησε κι' όχι σ' αυτήν που ανάστησέ με.
+Μα η κόρη σου — να την 'πω εγώ δεν τολμώ μάννα —
+με σύνδεσμο αυτοκέφαλο και παράνομο πήγε σ' άλλου
+το κρεββάτι. Κατηγορώντας την δική μου κατηγόρια κάνω.
+Μα θα το πω. Στο σπίτι κρυφός της άνδρας ήτον
+ο Αίγισθος. Τον σκότωσα. Κ' ύστερα σκότωσα τη μάννα
+κάνοντας άνομο έργο, μα τον πατέρα μου εκδικώντας.
+Κι' όσο για της φοβέρες σου, ότι θα βάλης με της πέτρες
+να με σκοτώσουν, άκουσε τι έκαμα για όλη την Ελλάδα.
+Αληθινά, αν οι γυναίκες έφθαναν σε τόση αυθάδεια ώστε
+σκοτώνοντας τους άνδρες των να τρέχουν στα παιδιά τους
+για να γλυτώσουν και ζητώντας ευσπλαχνία
+τα μητρικά στήθη να δείχνουν, τότε βέβαια του ανδρός της
+ο φόνος τιποτένιο πράμμα σε καθεμιά θενά φαινότουν
+για οποιαδήποτε αφορμή. Μα εγώ κάνοντας τη φρικτή τούτη
+πράξη, ως την λες, αφάνισα τέτοια συνήθεια.
+Μεστός από δίκαιο μίσος φόνεψα τη μάννα μου που έτσι
+πρόδωκε τον άνδρα της, που έλειπε κ' ήταν ηγεμόνας
+του στρατού όλης της Ελλάδος, εκείνην που την κλίνη
+τη συζυγική εκηλίδωσε. Γνωρίζοντας το σφάλμα της, μονάχη
+δεν τιμωρήθηκε, αλλ' από φόβο μην τιμωρηθή απ' τον άνδρα
+σκότωσε τον πατέρα μου. Μα τους θεούς — κι' αμαρτία κάνω
+τους θεούς ονομάζοντας σε μια τέτοια πράξη φόνου —
+αν σιωπώντας εδεχόμουν της μάννας μου την κακουργία,
+τι θα μου έκαν' εκείνος που αδικοσκοτώθηκε; Της Εριννύες
+δεν θα ξαπόστελλε το μίσος του να με παιδέψουν; Αν οι θεές
+είναι της μάννας μου εκδικήτρες, το ίδιο δεν είν' κ' εκείνου,
+που μεγαλύτερο άδικο έπαθε; Συ, γέρω, που μια κόρη τέτοια
+εγέννησες, εσύ μ' αφάνισες. Γιατί απ' την αυθάδειά της
+τον πατέρα μου εγώ χάνοντας έγεινα μητροκτόνος. Είν' αλήθεια
+πως ο Τηλέμαχος δεν σκότωσε του Οδυσσέως τη γυναίκα.
+Μα εκείνη άνδρ' άλλον δεν πήρε και τίμια έμεινε στο σπίτι.
+Ξέρεις ο Απόλλων, που όντας στον αφαλό της γης μαντείες
+βέβαιες δίνει στους θνητούς και τον υπακούωμε εμείς εις όλα,
+ξέρεις τι επρόσταξε; Υπακούοντάς τον σκότωσα εγώ τη μάννα
+τη δική μου. Κρίνε τον λοιπόν ασεβή και σκότωσέ τον.
+Αυτός έσφαλε κι' όχι εγώ. Τι έπρεπ' εγώ να κάμω;
+Ένας θεός δεν φθάνει για να με ξεπλύνη απ' την κηλίδα
+που εξ αιτίας του έλαβα; Στο εξής ποιος θα μπορέση
+να εξιλεωθη ποτέ, αν τώρ' αυτός που τέτοια επρόσταξέ με
+δεν με γλυτώση από το σκότωμα; Μη λες πώς τούτ' η πράξη
+δεν ήταν δίκαια, μόνο λέγε πως συφοριασμένη
+ήταν για μας που την εκάμαμε. Η ζωή καλή είναι σ' όσους
+θνητούς γάμο ευτυχισμένο τύχουν. Μα δυστυχισμένοι
+στο σπίτι τους κ' έξω είναι όσοι σε κακό ξεπέσουν γάμο.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Πάντα οι γυναίκες δυστυχία
+στων ανθρώπων στάθηκαν τη μοίρα.
+
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ
+
+Σαν τέτοιαν έχεις αυθάδεια και για σωστά δεν κρίνεις
+τα λόγια μου, κ' έτσι μ' απαντάς ώστε με θλίψη να ποτίζης
+την ψυχή μου, πιότερο μ' ανάβεις το σκοτωμό σου να ζητήσω.
+Τόμορφο αυτό δώρο θα προσθέσω εις όσα φέρνοντας ήρθα
+να στολίσω της κόρης μου τον τάφο. Θαύρω τους Αργείους
+που εσυνάχθηκαν για τούτο· και την πόλι, που το θέλει κι' όλα,
+θα παρακινήσω να θανατώση σας πετροβολώντας
+σένα και την αδελφή σου. Εκείνη πιότερο από σέν' αξίζει
+να θανατωθή, που σ' έσπρωξ' ενάντια της μάννας λέγοντάς σου
+λόγια εχθρικά, όνειρ' από τον Αγαμέμνονα σταλμένα
+κι' απ' του Αιγίσθου κλίνη. Είθε να την κυνηγούνε
+με το μίσος των οι υποχθόνιοι θεοί, γιατί στη γην επάνω
+τόσο τους ήτον μισητή, που για να καταφύγη δεν ευρήκε
+παρά τόπο φλογερώτερο απ' τη γη του Ηφαίστου. Ετούτο,
+Μενέλαε, σου λέω εγώ και θα το κάμω. Αν σ' υπόληψι έχης
+τη φιλία μου και τη συγγένειά μας, μη τον υπερασπίσης
+απ' το θάνατο παρά των θεών τη γνώμη, αλλ' άφησέ τον
+με της πέτρες να τον σκοτώσουν οι πολίτες, ειδ' αλλέως
+στη γη τη Σπαρτιατική δεν θα ξανάρθης. Τούτο σκέψου
+που άκουσες· κι' ασεβείς φίλους μην προτιμήσης
+αντί δίκαιους. Οδηγήστε με, υπηρέτες, έξω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Φύγε λοιπόν! για να εξακολουθήσωμε να πούμε
+τα πρεπούμενα εμείς δίχως να τ' ακούν τα γηρατειά σου.
+Μενέλαε, πού πας εσύ αντιγνωμίες έχοντας στο νου σου;
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Άφησέ με. Κρίνοντας δεν ξέρω από πού να στρέψω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μη λοιπόν αποφασίσης. Πριν λάβης απόφαση άκουσέ με.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Μίλησε. Μ' αρκετά είπες. Κάποτε πιότερο η σιωπή αξίζει
+κι' άλλοτε καλύτερος ο λόγος παρ' η σιωπή είναι.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Λέω λοιπόν. Οι μακροί λόγοι τους πιο σύντομους νικούνε
+και πιο ευκολονόητοι είναι. Από το βιος σου μη μου δώσης
+τίποτε, Μενέλαε, μ' απ' τον πατέρα μου ό,τι έλαβες δος μου.
+Δεν μιλώ για πλούτια. Μόνο πλούτος έχω να μου σώσης
+τη ζωή, πούν' ό,τι αγαπητότερο έχω. Αν έσφαλα, όμως
+για το κακό που έκαμα είναι σωστό από σε να λάβω
+προστασία, ας είναι κι' άδικη. Ο πατέρας μου ο Αγαμέμνων
+άδικα συναθροίζοντας όλη την Ελλάδα στην Ίλιο πήγε
+όχι για δική του αιτία, μόνο για να εκδικηθή το σφάλμα
+και την αδικία της γυναίκας σου. Γι' ανταπόδοσι ώστε πρέπει
+να μου σταθής βοηθός. Κινδύνεψε το κορμί του εκείνος
+για σέν' αγωνιζόμενος στης μάχες για να ξαναπάρης
+τη γυναίκα σου, όπως φίλος να φερθή σε φίλο του ταιριάζει.
+Απόδοσέ μου λοιπόν ό,τι από κείνον έλαβες, αγώνα
+όχι δέκα χρονών, μα μιας ημέρας κάνοντας για να με σώσης.
+Για τη θυσία της αδελφής μου στην Αυλίδα, δεν τη ζητάω
+θυσία και συ την Ερμιόνη σου να κάμης, γιατί δίκηο
+έχεις να ζητής πιότερ' από μένα, όπως είμαι τώρα,
+και πιότερα χρωστώ εγώ να σου δώσω. Μόνο τη ζωή μου
+απόδοσε στον άμοιρο πατέρα μου και τη ζωή της αδελφής μου,
+που απόμεινε τόσο καιρόν παρθένα, γιατί αν αποθάνω
+άτεκνο θ' αφήσω το πατρικό μου σπίτι. Θα πης ίσως
+πως δεν σου είναι δυνατό; Μα οι φίλοι στης ενάντιες ώρες
+πρέπει τους φίλους να βοηθούν. Όταν είν' καλ' η Τύχη
+τι χρεία οι φίλοι; Κι' όταν ο θεός να μας βοηθήση
+βουληθή, δεν έχουμε άλλου ανάγκη. Οι Έλληνες πιστεύουν
+πως την γυναίκα σου αγαπάς και δεν στο λέω να σε κολακέψω.
+Στ' όνομα της σ' ικετεύω. Ω δύστυχος στης συμφορές μου!
+Πού εκατάντησα! Και τι μέλλεταί μου ακόμη να υποφέρω;
+Στ' όνομα όλων των δικών σου σε ικετεύω. Του πατέρα
+του δικού μου αδελφέ, θείε, βάλε στο νου σου πως ακούει
+εκείνος απ' των νεκρών τη γη, πως η ψυχή του φτερουγίζει
+εδώ και σου λέει ό,τι σου λέω εγώ. Πνιγμένος στα δάκρυα,
+στους στεναγμούς και στην οδύνη σου τα λέγω και ζητώ σου
+τη ζωή, που όλοι την ποθούν, όχι εγώ μονάχα.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Όμοια κ' εγώ παρακαλώ, αν και γυναίκα
+βοήθεια να δώσης εις ετούτους
+που δυστυχούν, γιατί στο χέρι σου είναι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ορέστη, το κεφάλι σου βέβαια το λυπάμ' εγώ και θέλω
+να σε βοηθήσω στα δεινά σου. Να συμμερίζεται είναι χρέος
+ο καθένας της δυστυχίες των συγγενών του, αν ο θεός του δίνη
+δύναμη, πεθαίνοντας ο ίδιος γι' αυτούς ή τους εχθρούς των
+σκοτώνοντας. Μα απ' τους θεούς ζητώ εγώ τώρα να μπορέσω
+έτσι να φερθώ. Μονάχος φθάνω εδώ χωρίς συντρόφους
+με το δόρυ μου και λίγους ξαναβρίσκοντας στη ζωή φίλους
+κι' αφού περιπλανήθηκα μακρυά μυριοβασανισμένος.
+Ώστε δεν δυνόμαστ' εμείς μ' ελπίδα νίκης το Άργος
+το Πελασγικό να πολεμήσουμε· κ' είθε να έχουμε ελπίδα
+να δυνηθούμε αυτό με λόγια πειστικά. Τόσο μεγάλα εμπόδια
+πώς μ' έτσι μικρές προσπάθειες να νικηθούν; Είναι μωρία
+να το σκεφθή κανείς. Σαν σηκωθή ο λαός και αγριέψη,
+τέτοια προσπάθεια μοιάζει σαν κανείς να θέλη
+άγρια φωτιά να σβύση. Μ' αν κανείς τώρα υποχωρήση
+στέργοντας και προσμένοντας την πρόσφορη στιγμή, ίσως τότε
+η μανία του ξεθυμάνη, κι' όταν πραΰνη η γνώμη του, μπορείτε
+εύκολα να πιτύχετε απ' αυτόν ό,τι θελήστε. Η καλωσύνη
+είναι μέσα στην ψυχή του όπως κι' ο θυμός ο άγριος,
+και την πρόσφορη στιγμή να προσμένουμ' είναι χρεία.
+Πάω για σε ν' αγωνισθώ τον Τυνδάρεω να πείσω
+και την πόλι να σταματήσουν την οργή τους. Το καράβι
+που τεντώνει τα σχοινιά του πανιού του αυτό βουλιάζει·
+μ' αν το σχοινί του έχη αμολητό, πάλι ξανασιάζει.
+Τους άγριους θυμούς οι θεοί αποστρέφονται, κ' οι πολίτες
+όμοια τους αποστρέφονται. Ώστε μου χρειάζεται, το λέω
+τούτο γνωστικά, με φρόνηση να σε γλυτώσω και όχι
+θέλοντας να εναντιωθώ σε δυνατώτερούς μας. Με τη βία,
+όπως το σκέπτεσ' ίσως, δεν θα σε γλυτώσω. Γιατί αλήθεια
+εύκολο δεν είναι μ' ένα δόρυ μόνο τρόπαια να υψώσης
+επάνω στα δεινά που σε βαρύνουν. Πιο ταπεινοί ποτέ μας
+δεν βρεθήκαμε μπρος στους Αργείους. Μα τη στιγμή τούτη
+είναι ανάγκη οι φρόνιμοι να γενούν δούλοι της τύχης.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ανθρωπος, που για τίποτε ικανός δεν είναι παρά μόνο
+για να πολεμήση χάρι μιας γυναίκας. Δειλέ, αλήθεια,
+τους δικούς σου να εκδικήσης. Φεύγεις τώρα εμένα
+παραιτώντας με! Τ' Αγαμέμνονα οι ευεργεσίες πήγαν
+του κάκου. Χωρίς φίλους θάσαι στον κατατρεγμό σου,
+ω πατέρα, αλλοίμονό μου! Προδόθηκα και πια δεν έχω
+ελπίδα να γλυτώσω απ' το μαρτύριο που μου προορίζουν
+οι Αργείοι. Γιατί απόμενε στον άνδρα μόνο τούτον
+η σωτηρία μου. Μα τον αγαπητότερο μου απ' όλους
+τους θνητούς βλέπω, τον Πυλάδη, που βιαστικά γυρίζει
+απ' τη Φωκίδα. Ω θώρημα γλυκό μου. Όποιος μας είναι
+πιστός εις τον κατατρεγμό μας πιο γλυκοθώρητος μας είναι
+παρ' ό,τι στο πέλαγο η ουράνια ξαστεριά είναι στους ναύτες.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ήρθα βιαστικά μέσ' απ' την πόλη, όπως κ' είχα χρέος,
+μαθόντας τη συνάθροιση των πολιτών, κ' εγώ ο ίδιος
+την είδα. Εμαζευθήκαν εναντίο σου κ' εναντίο της αδελφής σου
+κ' είν' έτοιμοι αμέσως να σας θανατώσουν. Τι συμβαίνει;
+Τι έχεις; Τι κάνεις, ω αγαπητότερε απ' τους συνομίληκούς μου,
+τους φίλους μου, τους δικούς μου; Γιατί έτσι θωρώ σε;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Χαθήκαμε, για να σου πω όλα με μια λέξη.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Μαζύ σου θα μας συνεπάρης^ όλα είναι κοινά στους φίλους.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αδικώτατος είν' ο Μενέλαος σ' εμένα και στην αδελφή μου.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Φυσικό της κακής γυναίκας ο άνδρας κακός νάναι.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ο ερχομός του το ίδιο μου ήταν ως να μην ερχότουν.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Αλήθεια λοιπόν έφθασεν αυτός στη χώρα τούτη;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ήρθε μετά μακρότατο ταξίδι, μ' άπιστος δείχθη στους φίλους.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Κ' έρχεται την κάκιστη γυναίκα του έχοντας στο πλοίο;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν την έφερε αυτός· εκείνη τον ξανάφερε εδώ πέρα.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Πούν' η γυναίκα αυτή, πώκαμε Αχαιούς τόσους να χαθούνε;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Στο σπίτι μου, αν μου επιτρέπεται να το λέω δικό μου.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Και συ στου πατέρα σου τον αδελφό τι λόγια τούπες;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Να μη αφήση εγώ κ' η αδελφή μου απ' το λαό να σκοτωθούμε.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Και για τόνομα των θεών! τι είπε; Θέλω να το μάθω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ανειλικρίνεια έδειξε, ως οι κακοί φίλοι δείχνουνε στους φίλους.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Με τι πρόφαση; Τούτο μαθαίνοντας εγώ θα τα ξέρω όλα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ήρθ' εδώ ο πατέρας που γέννησε της άξιες αυτές κόρες.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ο Τυνδάρεως; Με την κόρη του ίσως θάν' ωργισμένος.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τώνοιωσες. Ο Μενέλαος κάλλιο τον λόγισε από τον πατέρα.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Και δεν τόλμησε να σε βοηθήση στον κατατρεγμό σου;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Απόλεμος είναι κ' έχει ανδρεία με της γυναίκες μόνο.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Στην κορφή των δεινών σου είσαι λοιπόν και θα πεθάνης;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ψήφο θα δώσουν οι πολίτες κρίνοντας για το φόνο.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Τι θ' αποφασίσουν; Λέγε. Είμαι γεμάτος φόβο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Θα ζήσω ή θα σκοτωθώ. Τα μεγάλα εκφράζονται με συντομία.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Φεύγα λοιπόν. Με την αδελφή σου φύγετ' απ' το σπίτι.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν βλέπεις; απ' όλες της μεριές μας έχουν ζώσει.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Σ' όλους της πολιτείας τους δρόμους είδ' αρματωμένους.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μας έζωσαν σαν πόλη απ' τους εχθρούς πολιορκημένη.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Τώρα τι μου συμβαίνει ρώτησε, γιατί κ' εγώ είμαι χαμένος.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Από ποιον; Η συφορά σου αυξάνει τα δεινά μου.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ωργισμένος ο πατέρας μου ο Στρόφιος μ' έδιωξε κ' εξώρισέ με.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Κατηγορείσαι για έγκλημα κοινό ή ενάντιο της πόλης;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Λέει πώς μολύνθηκα στης μάννας σου το φόνο συνεργώντας.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Άμοιρε, και σε λοιπόν οι συφορές μου θα βαρύνουν;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Δεν είμαι ως ο Μενέλαος, θα υπομείνωμε της συφορές μας.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν φοβάσαι μη τ' Άργος θελήση σαν κ' εμέ να σε σκοτώση;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Δεν έχει το δικαίωμα αυτό, μόνο η Φωκίδα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Είναι φοβερό το πλήθος όταν κακούς αρχηγούς έχη.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Μα σαν έχη καλούς, πάντα το αγαθό θέλει.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ας είναι. Πρέπει λοιπόν να μιλήσουμε στο πλήθος.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Τι πράγμα είναι που τέτοια παρουσιάζει ανάγκη;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αν πηγαίνοντας μπρος στους πολίτες έλεγά τους . . . .
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Πως μια δίκαια πράξη έχεις εσύ κάμει;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν είν' έτσι; εκδίκηση λαβαίνοντας για τον πατέρα;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Φυλάξου, μην αλλέως με χαρά σ' αρπάξουν.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Σιωπώντας λοιπόν θα σκοτωθώ κυριευμένος από τρόμο.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Δειλό θενά ήταν.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τι λοιπόν πρέπει να κάμω;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Αν εδώ εσύ μείνης, έχεις καμμιά ελπίδα σωτηρίας;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Όχι, δεν έχω.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Στους πολίτες πηγαίνοντας να σωθής ελπίζεις;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δυνατό είναι τούτο αν βοηθήση η τύχη.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ώστε καλύτερο είν' αυτό παρά να μείνης.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Γι' αυτό πάω.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Αν σκοτωθής, θα σκοτωθής έτσι εσύ πιο δοξασμένος.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Βέβαια, γιατί δίκαιο είναι το δικό μου έργο.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ευχήσου μόνο τέτοιο να φανή και στους πολίτες.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Καλά λες. Έτσι δεν θα με κατηγορήσουν για δειλία.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Κάλλιο παρά να μείνης.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ίσως κανείς για με οίκτο λάβη.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Η ευγενική καταγωγή σου βοήθεια είναι μεγάλη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Κλαίοντας του πατέρα μου το φόνο.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Φανερό είναι τούτο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μπρος! Γιατί δειλό είναι πράμμα άδοξα να πεθάνω.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Το εγκρίνω αυτό.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Στην αδελφή μου να το πούμε;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Όχι, για τόνομα των θεών.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Θάχυνε δάκρυα.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Κακός οιωνός θάταν.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ας σιωπήσουμε λοιπόν για τούτο.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Καιρό θενά κερδήσης.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Έχω μια μόνο ανησυχία.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ποιάν ακόμα;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μην οι θεές με σπρώξουν στη μανία.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Μα έγνοια εγώ θα σ' έχω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Να φυλάς άρρωστο είναι κόπος.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Όχι σ' εμέ για σένα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Φυλάξου μη και συ πάθης μανία.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Τι με μέλει;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Λοιπόν κανένα δισταγμό δεν έχεις;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ο δισταγμός είναι κακό μεγάλο ανάμεσα στους φίλους.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Εμπρός λοιπόν, στο βήμα μου οδηγέ.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Έγνοια θα σ' έχω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Στου πατέρα μου οδήγα με τον τάφο.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Γιατί τούτο;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Για να τον παρακαλέσω να με σώση.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Είναι σωστό τούτο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μα μην τύχη κ' ιδώ εγώ της μάννας μου τον τάφο;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ήταν εχθρά σου. Αλλά βιάσου μην η ψήφος των Αργείων
+σε καταδικάση. Στη ράχη μου στήριξε την αδυνατισμένη
+απ' την αρρώστεια ράχη σου, γιατί από μέσ' από την πόλη
+θα σε οδηγήσω δίχως για το πλήθος έγνοια ή ντροπή καμμία.
+Πώς θα δείξω αλήθεια πως είμαι φίλος σου αν δεν τρέξω
+για βοήθεια σου στη μεγάλη συφορά όπου είσαι τώρα;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Καλό είναι τούτο. Πρέπει κανείς νάχη φίλους κι' όχι μόνο
+συγγενείς. Εκείνος που μας συμπονεί, κι' αν είναι ξένος,
+είναι φίλος που πιότερο από χίλιους συγγενείς αξίζει.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Στροφή
+
+Τα μεγάλα τούτα πλούτη
+κ' η λαμπρότης, που έδειχνε τόση
+περιφάνεια στην Ελλάδα όλη
+κι' ως του Σιμόεντος της όχθες,
+τώρα άλλαξαν για τους Ατρείδες
+εξ αιτίας της παλαιάς μέσ' στη γενειά των
+ανομίας για το Χρυσό το Δέρας όταν
+η φιλονικεία έφερε στους Τανταλίδες
+τα βαρυγκόμητα εκείνα τσιμπούσια
+και τη σφαγή παιδιών αρχοντογεννημένων·
+απ' τότε ο φόνος με νέο αίμα
+ξεπλένοντας έν' άλλο φόνο
+δεν σταμάτησε ως στους δυο Ατρείδες.
+
+Αντιστροφή
+
+Πράξη δεν λεν τιμημένη
+να κτυπήσης με χέρι αρματωμένο
+με σπαθί το κορμί που σ' εγέννησε
+και στο φως του ήλιου να υψώσης
+το μαυρισμένο απ' το αίμα σίδερο.
+Το εναντίο, να κάνης τέτοια
+εγκλήματα είν' άσεβη τρέλλα
+και κακούργου είναι μάνιτα.
+Στου θανάτου τον τρόμο η αθλία
+Τυνδαρίδα εφώναξε: Γυιέ μου,
+μια πράξη αποτόλμησες άσεβη
+σκοτώνοντας τη δική σου τη μάννα.
+Φοβήσου μη θέλοντας σέβας
+στον πατέρα σου έτσι να δείξης
+σκεπασθής μ' ατιμίαν αιώνια.
+
+Επωδός
+
+Ποιο κακό είναι βαρύτερο
+κ' αίτιο ποιο είναι μεγαλύτερο
+για δάκρυα και για καϋμό
+στον κόσμο απ' το φόνο της μάννας;
+Τούτος που το έγκλημα αυτό
+έκαμε, ο γυιός του Αγαμέμνονος
+χάμω κυλώντας και με μάτια
+άγρια κι' απ' οργικό
+ταραγμένος τώρα βρίσκεται
+εξ αιτίας του φόνου έρμαιο
+γενάμενος των Εριννύων.
+Ο δύστυχος που της μάννας βλέποντας
+τους κόρφους έξω από τα ολόχρυσα
+φορέματά της την εσκότωσε
+τον πατέρα του να εκδικηθή.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Γυναίκες, ο δύστυχος ο Ορέστης μην έφυγε εδώθε
+κυριευμένος απ' τη μανία που οι θεοί του εδώκαν;
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Όχι, μα στη συνάθροιση των Αργείων για τη ζωή του επήγε
+αγώνα να κάμη αν θα παιθάνετε ή θα γλυτώστε.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αλλοί μου! τι έκαμε; Ποιος τον συμβούλεψ' έτσι;
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Ο Πυλάδης. Μα έρχεται ένας άγγελος, που αμέσως
+θα μας ειπή τι απόγεινε για τον αδελφό σου.
+
+ΑΓΓΕΛΟΣ
+
+Ω δύστυχη, αξιολύπητη του Αγαμέμνονος συ ω κόρη,
+Ηλέκτρα αρχόντισα, άκουσε τα λυπηρά νέα που φέρνω.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αλλοί μου, αλλοί χαθήκαμε, τα λόγια σου το φανερώνουν.
+Όπως ξάστερα δείχνεται ήλθες άγγελος μιας δυστυχίας.
+
+ΑΓΓΕΛΟΣ
+
+Αποφασίσθηκε για σήμερα με των Πελασγών τον ψήφο
+να θανατωθήτε ο αδελφός σου και συ ω δυστυχισμένη.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αλλοίμονο σ' εμένα. Ό,τι από πολύν καιρό εφοβόμουν
+και που η απαντοχή του μ' έκανε να λυώνω στα δάκρυα
+έφθασε τέλος! Μα τι γνώμες και ποια λόγια των Αργείων
+έφεραν την καταδίκη μας σε θάνατο; Λέγε μου, ω γέρω,
+με πέτρες ή σπαθί θα με σκοτώσουν, σαν τον αδελφό μου;
+
+ΑΓΓΕΛΟΣ
+
+Πραγματικώς ερχόμουν απ' τον κάμπο κ' έμπαινα στην πόλη
+θέλοντας να μάθω τι θ' απογενήτε συ κι' ο Ορέστης·
+γιατί πάντα υπηρετούσα τον πατέρα σου κι' αναστημένος
+είμαι σπίτι σας και, μολονότι φτωχός, είμαι αφωσιωμένος
+σ' όσους αγαπώ. Λοιπόν το λαό θωρώ να φθάνη
+και να κάθεται στο λόφο, όπου ο Δαναός έχουν να πούνε
+πως για την κρίση της διαφοράς που με τον Αίγυπτο είχε,
+συνάθροισε πρώτος τον λαόν εκεί. Βλέποντας συναθροισμένο
+το πλήθος ρώτησα έναν απ' τους πολίτες. — Τι νέα τρέχουν
+στο Άργος; Απ' τους εχθρούς καμμιά είδηση μην ήλθε
+που ν' ανησυχή την πολιτεία των Δαναΐδων; Κι' αποκρίθη:
+ — Δεν βλέπεις τον Ορέστη πούρθε να σώση τη ζωή του;
+Κι' αλήθεια τότε βλέπω τ' αναπάντεχο αυτό θώρημα. Είθε
+να μου έδιναν οι θεοί να μη τώβλεπα ποτέ! Ο Πυλάδης
+κι' ο αδελφός σου ερχάμενοι, ο ένας περίλυπος και μαραμένος
+απ' την αρρώστεια του κι' ο άλλος σαν αδελφός θλιμμένος
+για του φίλου του της θλίψες και τον καϋμό πρααίνοντάς του
+όπως κάνουν τα παιδιά. Όταν ο λαός όλος των Αργείων
+εμαζεύθηκε, ένας κήρυκας εσηκώθη κ' είπε τότε:
+Ποιος θέλει να μιλήση; Απόφαση θα γίνη αν ο μητροκτόνος
+Ορέστης πρέπη ν' αποθάνη ή όχι. — Μετά το λόγο τούτο
+σηκώθηκε ο Ταλβύθιος, που με το δικό σου τον πατέρα
+όλη τη Φρυγία έχει ρημάξει. Στους δυνατούς πάντας υπάκουος
+κι' ανάκατα είπε λόγια τον πατέρα σου επαινώντας,
+μα κατηγορώντας σου τον αδελφό κι' άπιστα λόγια
+επιδέξια παραβάνοντας κ' ευνοϊκά κυττώντας
+του Αίγισθου τους φίλους. Πραγματικώς τέτοιος εδείχθη
+ο άνθρωπος αυτός. Έτσι οι κήρυκες κοντάθε πάντα
+πάνε με τους πιο καλότυχους κ' εκείνος είναι γι' αυτούς φίλος
+πούν' δυνατώτερος κι' απ' τους αρχούς της πολιτείας.
+Ο Βασιληάς ο Διομήδης μίλησε απ' αυτόν κατόπι.
+Δεν έστρεγε να σας σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου,
+μα μ' εξορία, τιμωρώντας σας θα έκαναν δικαιοσύνη.
+Κι' άλλοι τον επευφημούσαν κι' άλλοι κατηγορούσαν.
+Και στερνά σηκώθηκ' ένας μ' αχαλίνωτη τη γλώσσα
+δυνατός εξ αιτίας της αυθαδείας του. Αργίτης,
+αν και μη όντας από τ' Άργος που εισακούσθη ως τόσο
+με την οχλαγωγία και την άγνωρην αυθάδεια του λόγου
+κι ήταν ικανός να ρίξη με της συμβουλές του τους πολίτες
+σε κακές επαναστάσεις. Αληθινά σαν ένας άνδρας
+εύγλωττος κακόγνωμος το λαό τον καταπείση, τότε
+δυστυχία είναι στην πόλη τούτο. Ενώ εκείνοι που δίνουν
+σοφές πάντα συμβουλές, ακόμη κι' αν δεν είναι αμέσως,
+αργότερα όμως είναι πάντα ωφέλιμοι. Και πρέπει
+σύμφωνα μ' αυτά να κρίνουμε τον αρχηγό της πολιτείας,
+γιατί την ίδιαν έχουν θέση ο ρήτορας ως κ' εκείνος πούναι
+κύριος της εξουσίας. Το λοιπόν αυτός το λαό παρακινούσε
+να σε σκοτώση με της πέτρες όμοια ως και τον Ορέστη·
+κι' ο Τυνδάρεως παινούσε εκείνον πώλεγε να σας σκοτώσουν.
+Άλλος σηκώθηκε που αντέλεγέ του. Η θωριά του ωραία
+δεν είναι, μα θάρρος έχει αυτός, σπάνια ερχόμενος στην πόλη
+και στην αγορά, και το ποστατικό του δουλεύοντας μονάχος.
+Είν' από κείνους που μόνοι αυτοί είναι σωτηρία της πόλης.
+Το λοιπόν είν' άξιος αυτός να συζητήση σαν το θέλη
+κ' είν' άνθρωπος ακέραιος κι' αψεγάδιαστ' η ζωή του είναι.
+Κ' είπε πως ο γυιός τ' Αγαμέμνονος ο Ορέστης
+έπρεπε στέφανον να λάβη, γιατί απόφασιν επήρε
+για τον πατέρα του να εκδικηθή, σκοτώνοντας γυναίκα φαύλη
+κι' άσεβη, που το έγκλημά της θάκανε ώστε κανένας
+στο εξής να μη στρέγη να οπλισθή και να πάη να πολεμήση
+μακρυά απ' το σπίτι του, αν εκείνοι που απομένουν
+φύλακες των σπιτιών τα διαφθείρουν και μολαίνουν
+τη συζυγική κλίνη των ανδρών. Κ' εφάνη σ' όλους
+τους καλούς πως καλά τάπε, και στερνά απ' αυτόν κανένας
+δεν εμίλησε. Μα προχώρησε ο αδελφός σου κ' είπε:
+ — Ω σεις, που κατοικείτε τη χώρα του Ινάχου κ' είσθε
+Πελασγοί πριχού κ' ύστερα Δαναοί, εγώ, σας εκδικώντας
+όχι λιγώτερο παρ' ό,τι τον πατέρα μου, έχω σκοτώσει
+τη μάννα μου. Αλήθεια, αν συχωρετό είναι στης γυναίκες
+να σκοτώνουν τους άνδρες τους, σύντομα σεις θα σκοτωθήτε,
+ή πρέπει στης γυναίκες σας σκλάβοι να γίνετε σεις κ' έτσι
+το ενάντιο θα κάνετε απ' ό,τι να κάνετε ταιριάζει.
+Τώρα που εκείνη που πρόδωσε του πατέρα μου την κλίνη
+σκοτώθηκε, αν τη θανατική ποινή μου δώστε, ο νόμος
+θα καταλυθή κι' ουδένας το σκοτωμό του θα ξεφύγη
+και μια τέτοια αυθάδεια σπάνια στο εξής δεν θάναι.
+Μα το λαό μ' αυτά δεν έπεισε, αν και μίλησε άξια·
+κι' ο κακός ο ρήτορας του όχλου, πούχε συμβουλεύσει
+να σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου, εισακούσθη.
+Μετά βίας ο άμοιρος Ορέστης μπόρεσε να πιτύχη
+να μη σκοτωθήτε με της πέτρες, μα υποσχέθη πώς ατός του
+σήμερα κιόλα θα σκοτωθή με το χέρι του, και συ το ίδιο.
+Ο Πυλάδης κλαίοντας τον πήρε πάλι εκείθε πέρα
+απ' τη συνάθροιση κ' οι φίλοι του μ' οδυρμό κι απελπισμένοι
+τον συνωδέψαν. Θα ιδής σε λίγο πράμα φρικαλέο
+κι' αξιοθρήνητο. Ετοίμασε σπαθί ή πλατύ μαχαίρι
+για το λαιμό σου, γιατί το φως πρέπει ν' απαραιτήσης.
+Ούτε η καλή γενειά σου θα σου χρησιμέψη ούτ' ο Απόλλων
+που κάθεται πάνω στον τρίποδα. Πάτε χαμένοι.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Ω δύστυχη κόρη με το κεφάλι
+σκυμμένο στη γην απομένεις
+και βουβή, αν και πρέπη σε λίγο
+να ξεσπάσης σε οδυρμούς και σε γόους
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Στροφή
+
+Ω Πελασγία! αρχίζω
+το μυρολόι μου, μπήχνοντας
+τα νύχια στ' άσπρα μάγουλά μου
+τα ματωμένα και κτυπώντας
+το κεφάλι μου, όπως οφείλω
+στη νέα θεά την όμορφη
+των νεκρών, πάνω στη γη.
+Η Κυκλώπεια γη ας οδύρεται
+γοερά, που το σίδερο τώρα
+τα μαλλιά της κόμης σας έκοψε
+για του σπιτιού της συφορές.
+Η συμπόνεση, η συμπόνεση πρέπει
+για όσους μέλλεται να πεθάνουν,
+για κείνους που ήσαν άλλοτε
+της Ελλάδος στρατηγοί.
+
+Αντιστροφή
+
+Πάει, πάει, εχάθηκε
+όλ' η γεννειά των παιδιών
+του Πέλοπος, που τα καλά τους
+κ' οι πλούσιοι ζήλευαν πριχού.
+Τη ρήμαξε η ζηλοτυπία
+των θεών κ' η μισητή
+και δολοφόν' απόφαση
+της πολιτείας. Αλλοίμονό μου.
+Αλλοίμονο άμοιρες γεννειές
+των θνητών κι' αξιοθρήνητες!
+Δέτε πώς έπεσεν η Μοίρα
+ενάντια σε κάθε απαντοχή!
+Τώνα πάν' στ' άλλο τα δεινά
+έρχονται' ολάκαιρη η ζωή
+των θνητών δεν έχει στάση.
+Να μπορούσα να ριχθώ
+στην πέτρα εκείνη που σχίσθη
+απ' τον Όλυμπο και κατρακυλά
+στριφογυρνώντας κρεμασμένη
+απ' αλυσίδες χρυσές ανάμεσα
+τουρανού και της γης, κ' έτσι
+τα μυρολόγια μου να 'πω
+στον Τάνταλο πατέρα
+που τους προγόνους γέννησε
+της δικής μου γεννειάς,
+που τόσα δεινά υπόφερε
+αφ' όταν, το δρόμο το γοργό
+των τεσσάρων του αλόγων ο Πέλοπας
+γληγορεύοντας, τον Μυρτίλο εσκότωσε
+στο πέλαγο γκρεμίζοντάς τον,
+στης Γεραιστού τα κύματα
+π' αφρίζουν στ' ακρογιάλι.
+Από τότε στη γεννειά μας μέσα
+έπεσε η αξιοθρήνητη
+φιλονικία, τ' απαίσιο θαύμα
+του Χρυσού Δέρατος, που εγίνη
+από το γυιό της Μαίας κ' εγεννήθη
+στ' αλογοτρόφου Ατρέα τα κοπάδια.
+Απ' αυτό η διχόνοια που έστρεψε
+το φτερωτό του Ηλίου αμάξι,
+ώστε αφίνοντας το δυσμικό
+τουρανού δρόμο εξαναγύρισε
+μ' ένα μόν' άλογο στην Έω.
+Και τότε ο Δίας έστρεξε
+το τρέξιμο των επτά Πλειάδων
+προς άλλο δρόμο κ' έκαμε
+οι φόνοι άλλους φόνους ν' ακλουθήσουν
+στη γεννειά των Ατρειδών
+και το δείπνο το Θυέστειο
+και την κλίνη μοιχείας της άπιστης
+της Κρητικιάς Ευρώπης·
+και του πατέρα μου την ύστερη συφορά
+και της δικές μου εξ αιτίας της άθλιας
+μοίρας του δικού μας σπιτιού.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Νά ο αδελφός σου που ζυγώνει δικασμένος
+σε θάνατον απ' του λαού την ψήφο·
+κι' ο πιστότερος των ανθρώπων, ο Πυλάδης,
+σαν αδελφός στοργικά περπατώντας
+δίπλα του τάρρωστο κορμί του στηρίζει.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αλλοίμονό μου, αδελφέ μου, θρηνολογώ βλέποντάς σε
+στο χείλος του τάφου και κοντά στην πυρά την εντάφια.
+Αλλοί, θωρώντας σε για στερνή φορά το νου μου χάνω
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν θα δεχθής σιωπηλά και χωρίς μυρολόγια γυναίκεια
+ό,τι είναι πια τελεμένο; Είναι βέβαι' αξιοθρήνητα τούτα,
+μα συ πρέπει αντοχή ν' αποδείξης στης τύχες μας τώρα.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Και πώς να σιωπήσω που εμείς οι βαρυόμοιροι πρέπει
+το φως του θεού να μη το αγναντέψουμε πλέον;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μη με σκοτώνης. Αρκετά εγώ δύστυχος είμαι
+που απ' τους Αργείους πεθαίνω. Άφησ' εκεί τα δεινά μας.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ω, για τη νειότη, τη μοίρα σου και τον πρόωρο θάνατο κλαίω,
+Ορέστη άμοιρε. Να ζήσης πρεπότουν και ζωή πια δεν έχεις.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Για των θεών τόνομα μη τα ύπατά μου μού κόβης
+κάνοντάς με να κλάψω θυμάμενος της συφορές μας.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Θα πεθάνουμε και να μη κλαίμε μπορεί τα δεινά μας;
+Η ζωή αξίζει στ' αλήθεια να κλαίγεται απ' όλους.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αφέντης μας η μέρα είναι τούτη· με τα ίδια μας χέρια
+τα μαχαίρια να ετοιμάσωμε ή το σπαθί ν' ακονίσωμε πρέπει.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αδελφέ μου, λοιπόν σκότωσέ με για να μη με σκοτώση
+άλλος Αργείος, τη γεννειά του Αγαμέμνονος υβρίζοντας έτσι.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Φτάνει μου της μάννας ο φόνος. Δεν θα σε σκοτώσω.
+Με το ίδιο σου το χέρι σκοτώσου και μ' όποιο θες τρόπο.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ας είναι. Το σπαθί σου γι' αυτό θα μου φθάση.
+Μα ν' αγκαλιάσω το λαιμό σου εγώ θέλω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Απ' τη μάταιη αυτή τέρψη ευχαρίστηση λάβε, αν σου είναι
+ποθητό ετοιμοθάνατους, ως λες, ν' αγκαλιάσης.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ω πολυαγάπητε συ, που το ποθητό και γλυκό ακούς τώρα
+όνομα αδελφού και μια ψυχή μ' αυτήν είσαι μόνο!
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Θα με κάμης να κλάψω. Ναι, θέλω στα δικά σου τα χάδια
+ν' αποκριθώ. Τάχα ο άμοιρος γιατί ντροπή νάχω;
+Αγαπητά μου αγκαλιάσματα! Στους άμοιρους τώρα
+εμάς τα λόγια είναι σαν τέκνα κι' ως γαμήλιο κρεββάτι.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ωιμέ! Το ίδιο σπαθί αν μπορούσε να μας θανατώση
+και να δεχθή μας το ίδιο από κέδρο κιβούρι.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Θάταν γλυκύτατο αυτό, μα, ως βλέπεις, εμείς στερημένοι
+είμαστε φίλων, που να μας βάλουν στο ίδιο μνημούρι.
+Ο δειλός ο Μενέλαος, του πατέρα προδότης, δεν είπε
+τίποτε για να μη σε σκοτώσουν εσέ κι' ουδ' εφάνη·
+μα από ελπίδα του σκήπτρου εφοβήθη να σώση τους φίλους.
+Μπρος θαρρετά ας πεθάνουμε και τ' Αγαμέμνονος άξια.
+Όσα για με θα δείξω στην πόλι της γεννειάς μου το θάρρος,
+το σπαθί μέσ' στο σκότι μου μπήγοντας. Πρέπει το ίδιο
+σαν εμένα και συ τόλμη νάχης. Και συ παραστέκα
+στη σφαγή μας, Πυλάδη· κατόπι ως ταιριάζει, ας βολέψης
+τα κορμιά μας και φέρνοντας στου δικού μας πατέρα
+τον τάφο εκεί θάψε μας. Χαίρε! Όπως βλέπεις, ο ίδιος
+θα πράξω εγώ τώρα εκείνο που απόφαση εγίνη.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Σταμάτησε! Πρώτη φορά μου κατηγόρια σου δίνω
+αν λόγιασες πως εγώ θενά ζήσω νεκρός όταν είσαι.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μα γιατί εσύ πρέπει να πεθάνης μαζί μου;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Το ρωτάς; Πώς χωρίς τη φιλία σου θα ζήσω;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τη μάννα εσύ δεν εσκότωσες, άμοιρε, σαν εγώ τη δική μου.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Μα εσύμπραξα μ' εσέ κ' έχω χρέος την ίδια τύχη να λάβω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τη ζωή σου για τον πατέρα σου φύλαε, μη πεθάνης μαζί μου.
+Αλήθεια έχεις εσύ μια πατρίδα, μα εγώ δεν έχω καμμία.
+Το σπίτι σου έχεις και με βιος ένα βέβαιο λιμάνι.
+Κι' αν αλήθεια στερήθηκες το γάμο της άμοιρης τούτης
+που ταγμένη στην είχα, τη δική μας φιλία τιμώντας,
+πάρε όμως μιαν άλλη γυναίκα παιδιά ν' αποκτήσης,
+γιατί αναμεσό μας δεσμός πια δεν είναι. Κ' είθε νάσαι
+ευτυχής συ απ' τους ομηλίκους ο πιο αγαπημένος,
+γιατί είν' βολετό σου να γίνης εσύ ευτυχισμένος,
+μα εμείς όχι πλέον, γιατί οι πεθαμμένοι χαρά δεν λαβαίνουν.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Μακρυά είσαι απ' το νάχης την ίδια σκέψι μ' εμένα.
+Ούτ' η γόνιμη γη, ούτε ο λαμπρός ο Αιθέρας το αίμα
+το δικό μου ας δεχθούν αν άπιστα σε παραιτήσω
+τη ζωή να γλυτώσω. Φονηάς με σε, και δεν ταπαρνούμαι,
+κ' εγώ όλο εσυμβούλεψα το έργο που γι' αυτό ετιμωρήθης·
+γι' αυτό πρέπει μαζί με σε και με τούτην κ' εγώ να πεθάνω.
+Μνηστήρας της όντας σαν γυναίκα μου εγώ την λογιάζω.
+Τι τίμιο θενάλεγα στων Δελφών γυρνώντας τη χώρα,
+στων Φωκαίων το κάστρο εγώ που πριν δυστυχήστε
+φίλος σας ήμουν και πλέον δεν είμαι σαν καταντήστε
+δύστυχοι; Αυτό δεν γίνεται και τα δικά σας δικά μου
+θάναι δεινά. Μα σαν πρέπει να πεθάνουμε, τρόπο κανένα
+ας βρούμε ο Μενέλαος μαζί μας να σβύση κ' εκείνος.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ω παλυαγάπητε, τούτο θωρώντας δεν θα μπορώ να πεθάνω.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Άκουσέ με λοιπόν και το κτύπημα του σπαθιού αργοπόρα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ταργοποράω αν μπορώ να εκδικηθώ τον εχθρό μου.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Σώπα όμως, τι πίστη στης γυναίκες λίγη έχω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Απ' αυτές μη φοβάσαι καθόλου· φίλες είναι δικές μου.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Την Ελένη ας σκοτώσουμε. Πίκρα πόση ο Μενέλαος θάχη!
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Πώς; έτοιμος είμαι αν υπάρχη το μέσο.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Σφάζοντάς την. Κρυμμένη στο σπίτι είναι μέσα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Βέβαια, αυτή σ' όλα συγκατάθεση δίνει.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Μα τίποτε πια δεν θα κάνη, γιατί μνηστή είναι του Άδη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μα πώς να γενή; Βάρβαροι απ' ολούθε φυλάγουν.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ποιοι είναι αυτοί; Δεν φοβούμαι κανένα εγώ Φρύγα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Είναι τους για να φυλάγουν μυρωδιές και καθρέφτες.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ώστε ξανάρθ' εδώ φέρνοντας τα καλά της Τρωάδος;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Βέβαια. Η Ελλάδα στενοχώρια της δίνει.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Μπρος στον ελεύθερο ο σκλάβος μηδέν είναι πάντα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αν μπορώ αυτό να κάμω, να πεθάνω δυο φορές δεν αρνούμαι.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ούτε βέβαια εγώ, αν εκδίκηση λάβω για σένα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μίλα και ό,τι εσύ λες σε καλό φέρ' το τέλος.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Στο σπίτι μέσ' ας μπούμε τάχα για να σκοτωθούμε.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Καταλαβαίνω αυτό, μα όχι τι θα γίνη κατόπι.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Μπροστά της θα κλαφτούμε για τα δεινά που τραβούμε.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Για να κλάψη αυτή αν και το χαίρει η ψυχή της.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Κ' εμείς το ίδιο τότε θα αισθανώμεθα τα ίδια μ' εκείνη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μα κατόπι; Πώς θ' αποτελειώσουμ' εμείς τον αγώνα;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Κάτωθ' απ' τους πέπλους μας θάχωμε σπαθιά μεις κρυμμένα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μα πώς θα την σκοτώσουμε μπρος στους ίδιους της δούλους;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Θαν τους κάνουμε να σκορπισθούν μέσ' στο σπίτι.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Και πρέπει να σκοτώσουμ' όποιον δεν σιωπήση.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Στερνά η περίσταση τι θενά κάμουμε θα μας διδάξη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Της Ελένης ο φόνος τούτο νάναι το σύμβολό μας.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Κατάλαβες. Τώρ' άκουσε πώς είν' λαμπρό το σχέδιο μου.
+Βέβαια, αν το σπαθί υψώναμε κατά μιας τίμιας γυναίκας,
+ο φόνος άτιμος θαν ήταν μα με την τιμωρία τούτη
+λαβαίνουμ' εκδίκησι για όλη εμείς την Ελλάδα
+για όσους τους εσκότωσε τους πατέρες κ' οι πατέρες
+για τα παιδιά τους κ' οι γυναίκες για τους άνδρες
+που τους έχασαν. Χαρά μεγάλη θα γίνη για τούτο
+και πυρά θα κάψουν μπρος στους θεούς παρακαλώντας
+ευτυχία σ' εμάς να δώσουν γιατί μιαν άθλια γυναίκα
+σκοτώσαμε. Και πλέον δεν θα σε λένε μητροκτόνο
+αν τη σκοτώσης· αλλά τόνομα τούτο παραιτώντας
+για ένα άλλο καλύτερο θα λέγεσαι συ της Ελένης
+ο φονηάς, αυτής πούκαμε τόσους πολλούς να χαθούνε.
+Όχι δεν συχωριέται ο Μενέλαος ευτυχής νάναι
+κι' ο πατέρας σου και συ κ' η αδελφή σου έτσι να πάτε
+αδικοθάνατοι κ' η μάννα σου . . . Μα τούτο θα σιωπήσω
+γιατί να ειπωθή καλό δεν είναι . . . Κι' αυτός να μη καθήση
+στο σπίτι σου ξαναποκτώντας τη γυναίκα του απ' το δόρυ
+του Αγαμέμνονος. Ζωή να μη έχω πλέον αν δεν τραβήξω
+το μαύρο μου σπαθί επάνω της. Μα κι' αν το φόνο ακόμη
+της Ελένης δεν πιτύχουμε, ας πεθάνουμε όμως όταν
+τα παλάτια αυτά κάψουμε. Δεν θάμαστε πια στερημένοι
+μιας απ' της δυο τούτες τιμές: ή να πεθάνουμε όπως πρέπει
+με δόξα ή να γλυτώσουμε τη ζωή μας δοξασμένοι.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Αξίζει του Τυνδάρεω η κόρη μισητή νάν' απ' όλες
+της γυναίκες, αυτή που το γένος της έχει ατιμάσει.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Άλλο πιο καλό από ένα πιστό φίλο δεν είναι,
+ούτε τα πλούτη, ούτε η εξουσία, κ' είναι αφροσύνη
+να προτιμούμε το πλήθος παρά ευγενικόν ένα φίλο.
+Συ αλήθεια βρήκες την εκδίκηση εναντίο του Αιγίσθου.
+Συ μαζί μου στον κίνδυνον ήσουν κι' ακόμη και τώρα
+την εκδίκηση δίνεις μου εναντίο των εχθρών μου
+και από με δεν τραβιέσαι. Μα τον έπαινό σου εγώ παύω,
+γιατί ο πολύς έπαινος κόπο δίνει σ' αυτόν που επαινείται.
+Όσο για μένα όταν πρέπεται την ψυχή μου να δώσω
+ποθώ κάθ' ενέργεια να κάμω εγώ για να σβύσουν
+κ' οι εχθροί μου, ώστε αντάμα να χαθούν που εσταθήκαν
+προδότες μου κι' όσοι δυστυχία μου έφεραν όμοια να κλάψουν.
+Είμαι γυιός του Αγαμέμνονος που σαν άξιο ελογίσαν
+και την Ελλάδα εξουσίασε και χωρίς τυραννία
+τέτοια δύναμη έλαβε σαν θεός νάταν.
+Με θάνατο δούλου δεν τον προσβάλω, αλλά την ψυχή μου
+σαν άνδρας ελεύθερος θ' αποδώσω ζητώντας
+απ' το Μενέλαο να λάβω εκδίκηση. Ευτυχισμένοι
+είμαστε σαν κ' ένα μόνο έργο να κάνουμ' εμείς δυνηθούμε,
+αν μια σωτηρία μας έρθη ανέλπιστη· αν δυνηθούμε
+να σκοτώσουμε δίχως να σκοτωθούμε. Γιατ' είναι μ', αλήθεια,
+γλυκό να εκφράζω αυτόν οπού αισθάνομαι τον πόθο με λόγια
+φτερωτά και να δίνω ανέξοδην έτσι χαρά στην καρδιά μου.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αδελφέ, λογιάζω τώρα πως το γλυτωμό σου ευρήκα
+και το δικό του και συνάμα το γλυτωμό τον ιδικό μου.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Την πρόνοια των θεών εκφράζεις έτσι! Όμως τι είναι;
+Γιατί ξέρω καλά τη φρονιμάδα του νου του δικού σου.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Άκου λοιπόν και συ προσεκτικά αφοκράσου.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μίλα· γιατί απαντέχοντας ένα καλό το αρραθυμούμε.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ξέρεις την κόρη της Ελένης; Σε ρωτώ κάτι που ξέρεις.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ξέρω την Ερμιόνη που η μάννα μου την έχει αναστημένη.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αυτή στης Κλυταιμνήστρας τον τάφον έχει πάει.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τι να κάμη εκεί; Ποιαν ελπίδα από τούτο εσύ βγάνεις;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Πάει απ' όνομα της μάννας της χοές να ρίξη στον τάφο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Έστω· πώς αυτό που λες το γλυτωμό μας θα φέρη;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Σαν όμηρο αρπάξετέ την όταν θα ξαναγυρίση.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αυτό που λες τι καλό σ' εμάς τους τρεις θα κάμη;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Σαν σκοτωθή η Ελένη, αν ο Μενέλαος θέλη να ενεργήση
+εναντίο σου, εναντίον αυτού κ' εμένα, γιατί μας κάνει
+ένα η φιλία μας, πες του πως την Ερμιόνη θα σκοτώσης·
+και κράτα το σπαθί σου στο λαιμό πάνω της κόρης.
+Κι' αν ο Μενέλαος θωρώντας την Ελένη στο αίμα να πλέη
+σε γλυτώση εσένα για να μη σκοτωθή η δική του η κόρη,
+την παρθένα στον πατέρα της απόδωσε. Αλλ' αν όμως
+να χαλινώση μη δυνάμενος την παράφορη ορμή του
+θέλει να σε σκοτώση, κτύπα της το λαιμό εσύ της κόρης.
+Λογιάζω ως τόσο πως στα πρώτα οργήν έχοντας άγρια
+στερνά θα πραΰνη την καρδιά του, γιατί δεν είναι τολμητίας
+ουδέ θαρραλέος. Τέτοια είν' η πεποίθησή μου. Είπα όλα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ω συ πούχεις ενός άνδρα καρδιά σ' ωραιότατο σώμα
+γυναίκας πόσο πιο αξίζει να ζης παρά να πεθάνης!
+Πυλάδη, λοιπόν θα στερηθής, άμοιρε, μιας τέτοιας γυναίκας
+που φύλαγες για σένα, εάν ζήσης, γάμο ευτυχισμένο;
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Είθε τούτο να γίνη. Είθε στην πόλη των Φωκαέων
+να μπη τιμημένη απ' όμορφο γάμο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μα πότε η Ερμιόνη θα γυρίση σπίτι. Γιατί καλά τάπες
+αν έχουμε τύχη το σκύμνο να πιάσουμε ασεβή πατέρα.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Λογιάζω πως κοντοζυγώνει, γιατί πώφυγε είναι πολληώρα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Καλά, Συ Ηλέκτρα αδελφή μου, στο παλάτι μπρος στάσου
+για να υποδεχθής την κόρη σαν έρθη και βλέπε
+μη πριχού να εκτελέσουμε το φόνο προβάλλη κανένας
+δικός τους ή ο αδελφός του πατέρα μας και μας προλάβουν
+στο παλάτι ερχάμενοι. Φώναξε τότε συ από το σπίτι
+ή της πόρτες κρατώντας μεγαλόφωνα μίλα από μέσα.
+Εμείς τώρ' ας μπούμε και με σπαθί τα δικά μας τα χέρια
+για τη στερνή αυτή μάχη ας αρματώσουμε, Πυλάδη,
+γιατί βοηθός μου συ είσαι εις τα έργα μου όλα.
+Ω συ που βρίσκεσαι στης μαύρης νύχτας της χώρες,
+πατέρα, ο γυιός σου σε κράζει. Βοήθεια μας έλα,
+παρακαλούμε σε, μια που για σένα δυστύχεψα τόσο,
+συφορές άδικες έπαθα κι' απ' τον αδελφό σου
+προδόθηκα, πούκαμα μια δίκαια πράξη. Ν' αρπάξω θέλω
+τη γυναίκα του και να τη σκοτώσω. Βοήθησέ μας σε τούτο.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ω πατέρα, έλα αν κάτ' απ' τη γη ακούς τα παιδιά σου
+που σε φωνάζουν κ' εξ αιτίας δικής σου πεθαίνουν.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ω συγγενή του πατέρα μου Αγαμέμνων, άκου κ' εμένα
+τα παρακάλια μου και σώσ' τα παιδιά τα δικά σου.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τη μάννα μου σκότωσα.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Εγώ το σπαθί είχ' οδηγήσει.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Κ' εγώ τον παρακίνησα κι' απομάκρυνα κάθε του φόβο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Για να σ' εκδικήσω, πατέρα.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ουδ' εγώ επρόδωκά σε.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Ακούς λοιπόν τα παράπονα τούτα και τα παιδιά σου;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Χοές τα δάκρυά μου σου κάνω.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Τους δικούς μου εγώ θρήνους.
+
+ΠΥΛΑΔΗΣ
+
+Πάψτε κι' ας μπούμε στο έργο. Αν τα παρακάλια
+εισχωρούν κάτω απ' τη γη, μας ακούει. Και συ, ω Δία
+πρόγονε και συ σεβάσμια Δικαιοσύνη, δόστε επιτυχία
+σε τούτον, εις αυτήν και εις εμέ. Γιατί ένα είναι το έργο,
+ένας ο αγώνας για τους τρεις. Μαζί θα ζουν ή θα πεθάνουν.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Στροφή
+
+Ω αγαπητοί Μυκηναίοι,
+που πρώτοι εκατοικήστε
+το Άργος το Πελασγικό.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Γιατί τη φωνή σου υψώνεις,
+σεβάσμια, γιατί μου απομένει
+στην πολιτεία των Δαναϊδων
+ακόμη τ' όνομ' αυτό;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Από σας κάποιες ας μένουν
+γυρισμένες προς το δρόμο
+των αμαξών κ' οι άλλες όλες
+προς το δρόμο του σπιτιού.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Γιατί τούτο μου προστάζεις;
+Ξήγησέ μου, αγαπητή.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μη κανείς ερθή φοβούμαι
+προς το σπίτι με τη γνώμη
+να σκοτώση και μας φέρη
+συφορά στη συφορά.
+
+1ον Ημίχορον
+
+Μπρος, ας βιαστούμε, αυτό το δρόμο
+προς την ανατολή θα βλέπω εγώ.
+
+2ον Ημίχορον
+
+Κ' εγώ αυτόν κατά τη δύση.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Των ματιών της κόρες στρέψτε
+απ' αυτό κι' απ' τάλλο μέρος.
+
+1ον Ημίχορον
+
+Κάνουμ' ως προστάζεις συ.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αντιστροφή
+
+Της κόρες των ματιών σας στρέφετε
+απ' όλες της μεριές ανάμεσα
+απ' τους βοστρύχους των μαλλιών σας.
+
+2ον Ημίχορον
+
+Ποιος είν' εκείνος στο δρόμο;
+Ποιος είναι τούτος ο άνθρωπος,
+ο χωριάτης, που πηγαινόρχεται
+γύρω, τριγύρω στο σπίτι;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Εχαθήκαμε, πάει, καλές μου!
+Στους εχθρούς μας θα δώση αυτός είδηση
+στα ωπλισμένα θηρία, τανήμερα.
+
+1ον Ημίχορον
+
+Φόβο, αγαπητή, μην έχης!
+Αδόκητά σου ο δρόμος είν' έρημος.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Κι' απ' το δικό σας το μέρος; Είν' τίποτε;
+Κι' απ' αυτού όλα ήσυχα είναι;
+Δόστε μου καλή μιαν απόκριση.
+Στο σπίτι μπροστά δεν είν' τίποτε;
+
+2ον Ημίχορον
+
+Κι' απ' εδώ καλά όλα πάνε·
+μόνο συ καλά απ' το μέρος σου κύττα.
+Απ' εδώ καμμιά Δαναΐδα δεν έρχεται.
+
+Στροφή
+
+Το ίδιο εγώ λέω· από δω δεν είν' άνθρωπος.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Μπρος, πάω λοιπόν να κροτήσω της πόρτες
+με τον ήχο της φωνής μου. — Γιατί αργείτε τόσο,
+σεις που είσθε στο σπίτι, να θυσιάστε το θύμα,
+ενώ όλα είν' ήσυχα; Δεν σας ακούνε.
+Ω άμοιρη εγώ, από της συφορές μου.
+Τα σπαθιά τους γινήκαν αδύναμα τόσο
+μπρος στην ομορφιά! Σε λίγο ίσως κανένας
+Αργείος ωπλισμένος θάρθη να τρέξη
+για βοήθεια στο σπίτι. Κυττάξετ' ακόμα
+καλύτερα. Η ώρα ησυχίας δεν είναι.
+Και σεις και σεις άλλες τα μάτια σας στρέψτε
+απ' όλα τα μέρη, εδώθε κ' εκείθε.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Αλλάζουμε μέρος κι' απ' ολούθε ερευνάμε.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Αλλοίμονό μου, Άργος Πελασγικό, εγώ άθλια πεθαίνω.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Τ' ακούτε σεις; Οι άνδρες χερικό στο φόνο κάνουν.
+Της Ελένης το ξεφωνητό είναι κατά πώς εικάζω.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Ω δύναμη του Δία, αιώνια δύναμη του, βοήθα τους φίλους.
+
+ΕΛΕΝΗ
+
+Μενέλαε! πεθαίνω και δεν είσαι εδώ να με βοηθήσης.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Θανατώσετε, σκοτώστε, σφάξτε, κτυπάτε. Μπήχτε
+τα δίκοπα σπαθιά σας στη γυναίκα αυτή π' αφήκε
+τον άνδρα της και τον πατέρα της κ' έκαμε να πεθάνουν
+χιλιάδες Έλληνες τριγύρω στης δίνες του Σκαμάνδρου,
+εκεί που τόσα δάκρυα τρέξαν απ' τους ένοπλους αγώνες.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Σώπα, σώπα! Ακούω προς το δρόμο
+κάποιο θόρυβο που πάει προς το σπίτι.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ω πολυαγάπητές μου γυναίκες, η Ερμιόνη φθάνει
+στην ώρα του φόνου. Της κραυγές μας ας πάψουμε. Πέφτει
+στα δίκτυα κι' αυτή. Ανεκτίμητη λεία, αν μας είναι
+βολετό να την πιάσουμε! Μ' ήσυχο ύφος σταθήτε
+και της θωριάς σας το χρώμα ό,τι γίνεται ας μη φανερώνη.
+Εγώ θάχω θολωμένα τα μάτια σαν να μην ήξερα διόλου
+τα όσα εκτελούνται. — Ω παρθένα, ξανάρχεσαι τώρα,
+αφού με λουλούδια έχεις στέψει τον τάφο
+της Κλυταιμήστρας κι' αφού έκαμες χοές επιτάφιες;
+
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+
+Έρχομαι αφού εκτέλεσα μιαν εξιλέωση. Μα ο φόβος
+μ' επήρε ακούοντας μακρόθε φωνές από μέσα στο σπίτι.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Και πώς; Αυτό που μας συμβαίνει αξίζει να μυρολογιέται.
+
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+
+Μίλα καλύτερα. Καμμιά νέα δυστυχία αναγγέλλεις;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ο τόπος πήρε απόφαση ο Ορέστης κ' εγώ να σκοτωθούμε.
+
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+
+Είθε από τούτο να γλυτώσετε σεις που είσθε δικοί μου.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Είναι το αποφασισμένο· βρισκόμαστε κάτω απ' την ανάγκη.
+
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+
+Κ' εξ αιτίας αυτό βγαίνουνε ξεφωνητά στο σπίτι.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ικετεύοντας γονατιστός μπρος στην Ελένη αυτός φωνάζει.
+
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+
+Ποιος αυτός; δεν νοιώθω πια αν δε μου το εξηγήσης.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ο άμοιρος Ορέστης για να μη σκοτωθή και για μένα.
+
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+
+Ώστε από λόγο νόμιμο έτσι αντηχάει το σπίτι;
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ποιος λόγος δικαιότερος για ξεφωνητά μπορούσε νάναι;
+Μα να λάβης μέρος πήγαινε και συ στης ικεσίες
+των φίλων σου· στης μάννας σου της τρισευτυχισμένης
+τα πόδια πέσε, ο Μενέλαος νεκρούς να μη μας αγναντέψη.
+Ω συ που αναστήθηκες μέσα στης μάννας μου τα χέρια,
+έλεος λάβε συ για εμάς κι' αλάφρωσε της συφορές μας!
+Τρέξε στον αγώνα αυτόν, εγώ θα πάω μπροστά σου.
+Γιατί σ' εσέ είναι μοναχά η στερνή ελπίδα σωτηρίας.
+
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+
+Νά που τρέχω εγώ λοιπόν βιαστικά να πάω στο σπίτι.
+Όσο από μένα είναι δυνατό η σωτηρία σας θάρθη.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Ω σεις φίλοι, που μέσ' στο σπίτι είσθε αρματωμένοι,
+με το σπαθί δεν θ' αρπάξετε τώρα τη λεία;
+
+ΕΡΜΙΟΝΗ
+
+Αλλοίμονο εμένα! Ποιοι είν' οι άνθρωποι τούτοι που βλέπω;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Σώπα. Το γλυτωμό μας φέρνεις, όχι το δικό σου.
+
+ΗΛΕΚΤΡΑ
+
+Αρπάχτε την! Αρπάχτε την. Το σπαθί στο λαιμό της.
+Ήρεμοι νάσθε, ώστε που ο Μενέλαος να το νοιώση
+πως άνδρες βρήκε μπρος του κι' όχι δειλούς Φρύγες
+και να υποστή ό,τι δειλοί να παθαίνουν αρμόζει.
+Μπρος, αγαπητοί! Κάνετε οχλοβοή μεγάλη
+και στο σπίτι μπρος φωνάζετε, γιατί είναι φόβος ακόμα
+μη το έργο του φόνου απόκοτα τρομάξη τους Αργείους,
+ώστε να τρέξουν για βοήθεια στα βασιλικά παλάτια
+πριν να ιδώ με τα μάτια μου σφαγμένη την Ελένη
+και ξαπλωμένη αιμόφυρτη στο σπίτι ή πριν ένας δούλος
+μου φέρη καμμιάν είδηση, γιατί αν και κάτι ξέρω,
+μα όλο όμως που γίνηκε δεν το καλογνωρίζω.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Των θεών η εκδίκηση έπεσε δίκαια
+στην Ελένη, γιατί ολάκαιρη αυτή την Ελλάδα
+με δάκρυα εγέμισε για τον Ιδαίο Πάρι
+που τους Έλληνες παρέσυρεν εις την Τρωάδα.
+Μα του βασιλικού σπιτιού αντηχούνε οι πόρτες.
+Σωπάστε. Είν' ένας Φρύγας που βγαίνει.
+θα μάθουμ' απ' αυτόν ό,τι γίνεται σπίτι.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Ξεφυγώντας το θάνατο το σπαθί φεύγω των Αργείων,
+με τα βάρβαρα μου κούντουρα περνώντας τα κέδρινα σανίδια
+και τα δωρικά τα τρίγλυφα μακρυά, ω γη, ω γη μου,
+στο φευγιό μου το βάρβαρο. Αλλοί μ' αλλοί πού θα φύγω;
+Ξένοι εσείς; Να πετάξω βολεί στου άσπρου του Αιθέρα
+τα ύψη ή στη θάλασσα που κάνει να στριφογυρίζη
+ο ταυροκέφαλος Ωκεανός που τη γην αγκαλιάζει;
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Τι τρέχει, σκλάβε συ της Ελένης, Ιδαίο κεφάλι;
+
+ΦΡΥΞ
+
+Ω Ίλιος, Ίλιος, αλλοίμονο σ' εμέ, ω πόλι της Φρυγίας
+της παχυχώματης βασίλισσα, βουνό ιερό της Ίδης,
+πόσο μ' επικήδεια τραγούδια και βαρβαρόφωνα σε κλαίω,
+που ρήμαξες εξ αιτίας της γεννημένης απών' αυγό κύκνου,
+της τόσ' όμορφης κόρης της Λύδας, της απαίσιας Ελένης,
+της Εριννύας αυτής του Απολλώνιου κάστρου. Αλλοί μου!
+Μυρολόι, μυρολόγια, Δαρδανία κακότυχη, χώρα
+των αλόγων του Γανυμήδη που με τον Δία κοιμάται!
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Καθαρά τα πράμματα πες μας όσα σπίτι γίνηκαν,
+γιατί δεν μπορώ τίποτε σωστό να εικάσω απ' όσα μας είπες.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Οχού, οχού! έτσι αρχίζουν οι βάρβαροι τα μυρολόγια
+τα βαρειοθρήνητα, αλλοίμον' αλλοί, σε μια γλώσσα
+ασιατική, σαν το αίμα των βασιλιάδων στη γη απλώση
+από τα σιδερένια του Άδη σπαθιά. Μα για να πω κάτι,
+σ' εσέ, δυο λιοντάρια δίδυμα, Έλληνες μπήκαν στο σπίτι.
+Απ' αυτούς ο ένας είχε πατέρα τον στρατηγό, ως τον λέγαν
+κι' ο άλλος είναι γυιός του Στροφίου, τεχνίτης στο δόλο,
+σαν τον Οδυσσέα, πιστός εις τους φίλους,
+τολμηρός στον αγώνα, στον πόλεμο άξιος και δράκος.
+Είθε χαμένος να πάη για την ήσυχή του αυτή φρονιμάδα,
+τέτοιος πούναι κακούργος! Στο θρόνο κοντά ήρθαν
+της γυναίκας που επήρε τον Πάρι. Και με μάτια βρεγμένα
+από δάκρυα ταπεινοί εσταθήκαν απ' τη μια μεριά ο ένας
+κι' απ' την άλλη ο άλλος, να κτυπήσουν. Και τα χέρια ρίξαν
+ικετεύοντας στα γόνατα της Ελένης. Κ' οι σκλάβοι Φρύγες
+με βιάση έτρεξαν κι' ο ένας τον άλλο ανήσυχα ερώτα
+αν σ' αυτά δεν κρυβότουν παγίδα. Κ' εκρίναν
+άλλοι πως τέτοια δεν ήτανε κι' άλλοι λογιάζαν πως βλέπαν
+του Τυνδάρεω την κόρη στα δίκτυα του μητροκτόνου.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Και συ πού λοιπόν τότε βρισκόσουν;
+Απ' το φόβο σου πια μήπως τώστριψες κι' όλα;
+
+ΦΡΥΞ
+
+Κατά τύχη, όπως είναι συνήθεια φρυγική, κλωθογυρνούσα
+γύρω στην Ελένη, ανεμίζοντας φτερό στο πρόσωπό της,
+ως θέλει των βαρβάρων ο συρμός. Κ' εκείνη με τα νύχια
+το λινάρι απ' τ' αδράχτι και της κλωστές άφινε χάμω
+να πέφτουν θέλοντας να πλέξη το Φρύγιο λάφυρο στολίδια
+λινά και πορφυρένιες ντύσες για της Κλυταιμήστρας
+τον τάφο. Κ' εις την λακώνισσα γυναίκα ο Ορέστης
+έτσι μίλησε. «Κόρη του Δία, άφησ' το θρόνο σου για νάρθης
+στο θρόνο του προπάππου Πέλοπα, στην αρχαία εστία
+εκεί τα λόγια μου ν' ακούσης. Κι' ωδηγούσε την κ' εκείνη
+ακολουθούσε μη προβλέποντας. Κι' ο σύντροφός του
+ο Φωκαέας ο άπιστος έκανε κάτι άλλο. — Δεν θα το κουνήστε
+από δω Φρύγες, δειλοί! — Κ' έκλεισέ τους μέσ' στο σπίτι,
+άλλους στο σταύλο των αλόγων κι' άλλους πάλι απ' έξω,
+σκορπίζοντάς μας ολότελα μακρυά από την κυρά μας.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Τι θλιβερό συνέβηκε κατόπι;
+
+ΦΡΥΞ
+
+Μητέρα Ιδέα, παντοδύναμη μητέρα, αλλοίμονο, αλλοί μου!
+Ω αιματηρά κι' άσεβα κακά, που με τα μάτια μου τα ίδια
+τάδα στα παλάτια τα βασιλικά! Τραβώντας και στα χέρια
+κρατώντας τα σπαθιά πούκρυβαν στους πορφυρένιους πέπλους,
+καθένας τους κύτταξε ολόγυρα μη παραστέκεται κανένας.
+Και τότε σαν βουνήσιοι κάπροι στρέφοντας προς τη γυναίκα
+της λεν: «Απόθανε! Ο κακός σου ο άνδρας σε σκοτώνει,
+τ' άφησε που το γυιό τ' αδελφού να σκοτωθή στ' Άργος».
+Εκείνη φώναξε: «Αλλοίμονό μου» και τάσπρα της μπράτσα
+ρίχνοντας πάνω στο στήθος κτύπησε την κεφαλή με θλίψη
+φεύγοντας δώθε κ' εκείθε και ζητώντας με τα χρυσά της
+πέδιλα να τρέξη. Μα ο Ορέστης προχωρώντας
+με τα μυκηναία ποδήματά του απ' τα μαλλιά άρπαξέ την
+και λιγώντας το λαιμό της προς τ' αριστερά ετοιμαζότουν
+να της μπήξη το μαύρο το σπαθί στο λαιμό της.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Και πού ήταν λοιπόν του σπιτιού οι Φρύγες να βοηθήσουν;
+
+ΦΡΥΞ
+
+Με μοχλούς ανοίξαμε, χουγιάζοντας, πόρτες και μάνδρες,
+όπου είμαστε κλεισμένοι και για βοήθεια τρέξαμε απ' όλες
+της άκρες, άλλοι με πέτρες κι' άλλοι με σαΐτες
+κι' άλλοι με σπαθιά γυμνά στα χέρια. Μα ο Πυλάδης
+χυμά κατά πάνω μας ακράτητος, σαν τον Έκτορα όμοιος
+ή σαν τον Αίαντας με τρίλοφη περικεφαλαία, που τον είδα
+στης πόρτες του Πριάμου. Και τα σπαθιά σταυρώσαμε, όμως
+δείχθηκε πόσο εμείς οι Φρύγες είμαστε στο δόρυ
+το Ελληνικό πιο αδύναμοι στη μάχη. Ο ένας φεύγει,
+ο άλλος πέφτει νεκρός, τούτος λαβώνεται, παρακαλάει εκείνος
+ζητώντας να κρυβή απ' το θάνατο και φεύγουμε κρυφτούλι·
+κι' άλλοι πέσαν σκοτισμένοι, άλλοι του θανατά κοιτώνταν.
+Κ' η Ερμιόνη μπήκε στο σπίτι τη στιγμή που η μάννα
+που την γέννησε η ταλαίπωρη χάμω έπεφτε σφαγμένη.
+Μα εκείνοι όμοια με Βάκχες χωρίς θύρσο που δρομίζουν
+καταπάνω στο βουνήσιο ελαφάκι, την αρπάξαν στα χέρια
+και ξανακτύπησαν του Δία την κόρη. Όμως εκείνην
+ω Δία, ω Γης, ω φως, ω νύκτα, είτε με γητέματα είτε
+με τέχνη μαγική, στα ύψη την πήραν οι θεοί κ' εκείθε
+απ' το δωμάτιο έφυγε κι' άφαντη γίνηκε απ' το σπίτι,
+Ό,τι στερνά από τούτο εγίνη δεν γνωρίζω, γιατί τότε
+στη φευγάλα τώσκασε το πόδι μου έξω απ' το σπίτι.
+Μα ο Μενέλαος άδικα ετράβηξε βάσανα και κόπους να φέρη
+την Ελένη τη γυναίκα του ξανά απ' την Τροία.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Κάτι άλλο βέβαια συνέβηκε στερνά από τούτο,
+γιατί τον Ορέστη βλέπω με το σπαθί στο χέρι μπρος
+στο παλάτι νάρχεται τώρα κατά εδώθε με γοργό βήμα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Πού είν' εκείνος που σπαθί μου ξέφυγε έξω απ' το σπίτι;
+
+ΦΡΥΞ
+
+Βασιλιά, σε προσκυνώ σα βάρβαρος τα πόδια σου φιλώντας.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Στην Ίλιο δεν είμαστε, αλλά στου Άργους τη χώρα.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Παντού στους φρόνιμους γλυκύτερ' η ζωή παρά ο Χάρος.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν φώναξες διόλου στο Μενέλαο νάρθη βοήθεια;
+
+ΦΡΥΞ
+
+Μάλλον για βοήθεια σου εφώναξα, τι πιο τ' αξίζεις.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ώστε του Τυνδάρεω η κόρη εχάθηκε δίκηα.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Δικαιότατα, κι' αν τρία λαρύγγια για σφάξιμο είχε.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Από φόβο εσύ με κολακεύεις, μα δεν σκέπτεσ' έτσι.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Γιατί; Μη δεν αφάνισε σαν την Ελλάδα τους Φρύγες;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ορκίσου πως δεν το λες για χάρη μου, ειδέ θα σε σκοτώσω.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Στην ψυχή μου ορκίζομαι, πούν' ο ιερώτερός μου όρκος.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Το σπαθί και στην Τροία οι Φρύγες έτρεμαν το ίδιο.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Το σπαθί μέριασε· στης αστραψιές τ' αγναντεύω το χάρο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Σαν τη Γοργώ ν' αντίκρυζες σκιάζεσαι μη γίνης πέτρα;
+
+ΦΡΥΞ
+
+Πιότερο μη φονευθώ φοβάμαι· της Γοργούς δεν ξέρω την όψη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Σκλάβος, το χάρο φοβάσαι που απ' τα βάσανα θάβγης;
+
+ΦΡΥΞ
+
+Κάθε άνθρωπος κι' ο σκλάβος χαίρεται το φως ν' αγναντεύη.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Καλά τα λες· σε σώζει η γνώση σου. Μόν' έμπα στο σπίτι.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Ώστε δεν θα με σκοτώσης;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Όχι. Σούδωκα χάρη.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Νά καλός λόγος.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αν δεν μετανοιώσω.
+
+ΦΡΥΞ
+
+Όχι, όμορφος λόγος.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Άμυαλος είσαι αν λογιάζης πως θα ήθελα το λαιμό σου
+να αιματώσω, γιατί συ ούτ' άνδρας είσαι ούτε γυναίκα.
+Όσο για σας απ' το παλάτι πετάχθηκα μην ξεφωνήστε,
+γιατί σαν τα ξεφωνητά σας άκουε τ' Άργος θα σηκωνότουν^
+μα τον Μενέλαο δεν τον φοβάμαι το σπαθί μου όσο φθάνει.
+Ας ερθή, καμαρώνοντας την ξανθή του κόμη στους ώμους.
+Γιατί αν φέρη στο σπίτι τούτο μαζωχτούς Αργείους
+για να εκδικήση της Ελένης το φόνο κι' αν δεν θελήση
+να σώση εμέ, την αδελφή και τον Πυλάδη, που συνεργός μου
+ήταν, δυο θα ιδή πτώματα, της κόρης και της γυναικός του.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Αλλοίμονο, αλλοί, μεγάλη
+δυστυχιά! Η γεννειά
+των Ατρειδών πέφτει πάλι
+σε φρικτό σπαραγμό.
+
+1ον Ημίχορον
+
+Τι να κάνουμ' εμείς τώρα;
+Να δώσουμ' είδηση στη Χώρα;
+Ή να κρατήσουμε σιωπή;
+
+2ον Ημίχορον
+
+Η σιωπή πιο φρόνιμ' είναι.
+
+1ον Ημίχορον
+
+Νά, στο σπίτι εκεί πέρα,
+νά, καπνός εις τον αιθέρα
+υψώνεται κ' είδηση δίνει
+πως κάτι άλλο θάχη γίνει.
+
+2ον Ημίχορον
+
+Δάδες ανάφτουν ολοένα
+σαν να θέλαν κυκλωμένα
+στη φωτιά νάχουν τα παλάτια
+του Ταντάλου κι' όλο εκεί σφάζουν.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Ο θεός στους θνητούς σημαδεύει
+το τέλος που θέλει. Η δύναμή του
+είναι τρανή, θεός κάποιος παιδεύει
+το σπίτι αυτό μέσ' στο αίμα. Ποινή του
+για του Μυρτίλου το φόνο λαβαίνει,
+που σκοτώσαν απ' τ' άρμα γκρεμνώντας.
+Το Μενέλαο βλέπ' όμως να πγαίνη
+προς το σπίτι τρεχάτος, μαθόντας
+ίσως ό,τι εσυνέβηκε. Κλείστε
+με τα μάνταλα, ω Ατρείδες, της πόρτες,
+σεις που κει μέσα τώρ' είστε.
+Φοβερός ο καλότυχος είναι
+σ' όσους, Ορέστη, όπως συ
+δυστυχία παραδέρνει.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Έρχομαι μαθόντας τα σκληρά κι' αυθάδη έργα
+των δυο λιονταριών, γιατί ανθρώπους εγώ δεν τους λέω.
+Για τη γυναίκα μου άκουσα να λεν πως δεν σκοτώθη,
+μ' αναλήφθηκε· μάταιη φήμη που ένας σαστισμένος
+από φόβο μου ανάγγειλε. Αλλ' αυτά τέχνες είναι
+του μητροκτόνου και μόνο περγέλιο. Κανείς σας το σπίτι
+ας ανοίξη! Τους δούλους προστάζω να σπάσουν της πόρτες
+για να γλυτώσω απ' τα χέρια αυτών, των φονηάδων,
+την κόρη μου τουλάχιστον και να ξαναύρω τη δύστυχή μου
+γυναίκα. Απ' το χέρι μου οι φονηάδες της θα σκοτωθούνε.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Αι! συ! Μην αγγίζης της κλειστές πόρτες. Σ' εσένα το λέω,
+Μενέλαε, πώχεις αυθάδεια σαν κάστρο, ειδ' αλλέως
+το κεφάλι σου ψηλά εδώθε απ' τον τοίχο θα σπάσω
+με την κορνίζα κτυπώντας το της παληάς στέρεης στέγης.
+Οι πόρτες με μάνταλα καλά είναι κλεισμένες· θ' ανθέξουν
+σε κάθε σου αγώνα και στο σπίτι εσύ μέσα δεν θάμπης.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ω! τ' είν' αυτό; Τη λάμψη βλέπω από φλόγες κι' απάνω
+στου σπιτιού την κορφή σαν πύργο βλέπω άνδρες
+που κρατάν το σπαθί στο λαιμό της κόρης μου απάνω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Να μ' ερωτήσης θέλεις ή μήπως να μ' ακούσης;
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Κανέν' από τα δυο. Μα πρέπει, ως βλέπω, να σ' ακούσω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Την κόρη σου εγώ θα σκοτώσω, αν θες να ξέρης.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Την Ελένη έχοντας σκοτώσει κι' άλλο θα κάνης φόνο;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Είθε να το μπορούσα, αν οι θεοί δεν μ' απατούσαν!
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Αρνιέσαι πως την σκότωσες και λες αυτό να με χλευάσης.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Με λύπη βέβαια τ' αρνιέμαι. Είθε να το μπορούσα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Να κάμης τι; Μεγάλο δίνεις μου τρόμο, αλήθεια.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Στον Άδη να γκρεμίσω το ντρόπιασμ' αυτό της Ελλάδος.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Της γυναίκας μου το κορμί δος μου στον τάφο να το βάλω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Απ' τους θεούς ζήτα το. Την κόρη θα σκοτώσω.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ο μητροκτόνος φόνο πάνω στο φόνο κάνει!
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τον πατέρα μου εκδικιέμαι, που πεθαμμένο επρόδωκάς τον.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Της μάννας σου λοιπόν ο φόνος αρκετός δεν σου ήταν;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ποτέ δεν θ' αποκάμω σκοτώνοντας κακές γυναίκες.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Και συ, Πυλάδη, συνεργός εστάθηκες στο φόνο τούτο;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Η σιωπή του το βεβαιώνει. Φτάνει που εγώ το λέω.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Όχι όμως ατιμώρητος, αν σε φτερά επάνω δεν φύγης.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν θα φύγουμε, αλλά φωτιά θα βάλουμ' εμείς στο παλάτι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Το πατρικό σου λοιπόν σπίτι συ ο ίδιος θα ρημάξης;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Για να μη τώχης εσύ. Και τούτη στη φωτιά θα σφάξω.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Σκότωσ' την λοιπόν, κι' ως το τολμήσης ξέρω να σε παιδέψω.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τούτο θα γίνη.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Αλλοίμονο, αλλοί! να μην το κάμης.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Σώπα λοιπόν κ' υπόμενε συφορά δίκηα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Και συ, δίκηο να ζήσης;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Και τη γη να εξουσιάζω τούτη.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ποια γη;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Το Πελασγικό το Άργος τούτο.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Το νερό του καθαρμού θαγγίξης συ;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Γιατί όχι;
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Και τα σφάγια θα θυσιάζης πριχού απ' τη μάχη;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μην είσαι εσύ άξιος να το κάμης;
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Αμόλυντα έχω τα χέρια.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Όχι όμως και της σκέψεις.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Και ποιος θα σου μιλούσε;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Όποιος τον πατέρα μου αγαπάει.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Μα όποιος στη μάννα του έχει σέβας;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Είναι ‘τός ευτυχισμένος;
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ώστε συ δεν είσαι;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Βέβαια οι κακές γυναίκες δεν μ' αρέσουν.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Μάκρυνε απ' την κόρη μου το σπαθί αυτό.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Πλανιέσαι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Την κόρη μου ώστε θέλεις να σκοτώσης;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Τώρα δεν πλανιέσαι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Αλλοί μου! τι θα κάμω;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Πήγαινε και πείσε τους Αργείους . . .
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Τι να τους πείσω;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Η πόλη κ' εμάς να μη σκοτώση.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ή την κόρη μου θα θανατώστε;
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Βέβαια.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Άμοιρη Ελένη!
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Μη κ' εγώ τάχα το ίδιο άμοιρος δεν είμαι;
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Σου ξανάφερα το θύμα σου απ' τη Φρυγία . . .
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Οι θεοί θέλησαν έτσι.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Τραβώντας μύριους κόπους.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Όχι όμως για μένα.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Σκληρά υπόφερα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Δεν μούδωκες βοήθεια
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Με κρατείς στα χέρια.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Συ ο ίδιος μέσ' την κακία σου πιάστηκες. Μα μπρος, Ηλέκτρα,
+βάλε φωτιά στο σπίτι αυτό! Και συ, Πυλάδη, πιο πιστέ μου
+φίλε, κάψε τα κουφώματα απ' τους τοίχους τούτους.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ω γη των Δαναών, που θεμελίωσαν τ' αλογοτρόφο τ' Άργος
+δεν τρέχετε βοήθεια να δόστε αρματωμένοι;
+Γιατί τούτος βίαν εργάζεται σ' όλη την πόλη
+για να ζήση φρικτός σαν στάθηκε μητροκτόνος.
+
+ΑΠΟΛΛΩΝ
+
+Μενέλαε, πράυνε, την ωργισμένη καρδιά. Εγώ ο Φοίβος
+ο γυιός της Λητούς μπροστά σου είμαι κ' εγώ σου κρένω.
+Και συ που ωπλισμένος την κόρη αυτή φοβερίζεις, Ορέστη,
+στάσου κι' ό,τι θα σου πω αφοκράσου. Αλήθεια, η Ελένη
+που να σκοτώσης ποθούσες με το Μενέλαο άγρια ωργισμένος
+και που σου ξέφυγε, είν' αυτό τ' άστρο που μέσα στα βάθη
+του αιθέρα το βλέπετε. Εσώθη κι' απ' τα δικά σου τα χέρια
+δεν σκοτώθηκε. Ο ίδιος την έσωσα εγώ κι' απ' το σπαθί σου
+την άρπαξα κατά προσταγή του πατέρα του Δία. Γιατί όντας
+κόρη του Δία πρέπει να ζήση αθάνατη κ' έτσι θα μένη
+στα βάθη του αιθέρα με τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη
+για τους ναύτες καλόβολη. Μενέλαε, συ πάρε άλλη γυναίκα
+σύντροφό σου στο σπίτι, γιατί οι θεοί τόσους φόνους έφεραν
+στους Έλληνες και τους Φρύγες για την ομορφιά της
+εκείνης, ώστε τη γη ν' απαλλάξουν από πλήθος αυθάδεις.
+Αυτά για την Ελένη. Και συ, Ορέστη, πρέπει
+τα σύνορα να διαβής της χώρας τούτης και να μείνης
+στους Παρρασίους ως ενός χρόνου κύκλος να γίνη.
+Και τ' όνομά της η εξορία σου στη χώρ' αυτή θα δώση
+κι' Ορεστία θα την λεν οι Αρκάδες. Κι' από κείθε
+στην πόλη θα πας των Αθηναίων για να δώσης λόγον
+για της μάννας σου το φόνο εις της τρεις της Ευμενίδες.
+Οι θεοί θάναι δικασταί της δίκης και θα βγάλουν
+τη σεβάσμιαν απόφαση στο λόφο του Αρεως, όπου
+συ θα κερδήσης. Κ' είναι της μοίρας την Ερμιόνη
+να πάρης γυναίκα, που το σπαθί έχεις στο λαιμό της.
+Κι' ο Νεοπτόλεμος, που το λογιάζει δεν θα την πάρη.
+Το γραφτό του είναι από δελφικό σπαθί κάποιο να πάη
+σαν θαρθή να μου ζητήση εκδίκηση να λάβη του Αχιλλέα
+του πατέρα του. Δόσε στον Πυλάδη, ως του έχεις
+τάξει, την αδελφή σου, κ' η ζωή τους θάν' ευτυχισμένη.
+Μενέλαε, άφησ' τον Ορέστη να κυβερνάη το Άργος
+και ξαναγύρισε στη Σπαρτιατική γη να βασιλεύσης
+και κράτα την προίκα της γυναίκας, π' ως τα τώρα
+σ' αμέτρητους κι' ατέλειωτους σ' έρριξε αγώνες,
+θα συμβιβάσω εγώ τη διαφορά του με την πόλη,
+γιατί τον ανάγκασα εγώ ο ίδιος στης μάννας του το φόνο.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Ω προφήτη Λοξία, μαντευτής λοιπόν δεν ήσουν
+ψεύτης στους χρησμούς, μ' αληθινός. Κι' όμως φοβούμουν
+μην επήρα για φωνή σου τη φωνή Δαίμονα κάποιου.
+Μα όλα καλά τελειώνουν και το λόγο σου θ' ακούσω.
+Την Ερμιόνη ιδού απ' το θάνατο βγάνω
+και γυναίκα θα την πάρω σαν ο πατέρας της το στέρξη.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Ω του Δία θυγατέρα, Ελένη, χαίρε! Ευτυχισμένη
+εγώ σε λέω που κατοικείς το μακάριο των θεών τόπο.
+Ορέστη, σου δίνω την κόρη μου σαν ο Φοίβος το προστάζει.
+Άντρας από καλή γεννειά γυναίκας αρχοντογεννημένης
+ας ευτυχήσης όμοια όπως κ' εγώ που σου τη δίνω.
+
+ΑΠΟΛΛΩΝ
+
+Μπρος λοιπόν, όπου τον στέρνω, ο καθένας σας ας πάη
+κι' αφήστε της φιλονεικίες.
+
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ
+
+Να υπακούσουμε πρέπει.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ
+
+Κ' εγώ το ίδιο υπακούω. Υποτάζομαι στη μοίρα,
+Μενέλαε, τη δική μας και στους χρησμούς σου, Απόλλων.
+
+ΑΠΟΛΛΩΝ
+
+Και την ωραιότερη απ' της θεές, την Ειρήνη, τιμήστε.
+Όσο για με, τον πόλο διαβαίνοντας των λαμπρών άστρων
+την Ελένη θα πάω στου Δία τα δώματα, όπου με την Ήρα
+και την Ήβη, του Ηρακλή τη γυναίκα, θεά κι' αυτή θάναι
+για τους ανθρώπους, τιμάμενη πάντα με προσφορές των
+κι' αγρυπνώντας στο πέλαγο με τους Τυνδαρίδες,
+του Δία τους γυιούς, κάθε ναύτη βοήθεια θενάναι.
+
+ΧΟΡΟΣ
+
+Ω πανσεβάσμια Νίκη,
+πάντα συντρόφευε τη ζωή μου
+και μη ποτέ παύης
+να με στεφανώνης.
+
+ -----
+
+Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,
+υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά
+προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία
+ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και
+πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους
+μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε
+εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο
+Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο
+Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο
+Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις
+κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,
+Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,
+Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,
+Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά
+εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη
+φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
+
+ΟΡΕΣΤΗΣ Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα, ίσως, του
+Ευριπίδη. Ο Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους,
+ενώ ο θείος του Μενέλαος τους εγκαταλείπει, από δειλία.
+Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να σκοτώση
+τη σύζυγό του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά μεταπείθεται από
+τον από μηχανής Θεό και παντρεύεται την Ερμιόνη.
+
+Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ»
+ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
+
+
+ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
+ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
+
+
+ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
+
+
+ -----
+
+
+1) Η έκδοση στην πρώτη σελίδα του βιβλίου αναφέρει τον Ιωάννη
+Ζερβό ως μεταφραστή. Όμως το εξώφυλλο και όλοι οι τιμοκατάλογοι
+Φέξη αναφέρουν τον Η. Βουτιερίδη. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να
+σημειωθεί ότι η περίληψη στην αρχή υπογράφεται από Ζ.
+
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Orestis, by Euripides
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ORESTIS ***
+
+***** This file should be named 39319-0.txt or 39319-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/9/3/1/39319/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
diff --git a/39319-0.zip b/39319-0.zip
new file mode 100644
index 0000000..bcf50aa
--- /dev/null
+++ b/39319-0.zip
Binary files differ
diff --git a/39319-h.zip b/39319-h.zip
new file mode 100644
index 0000000..f5d89be
--- /dev/null
+++ b/39319-h.zip
Binary files differ
diff --git a/39319-h/39319-h.htm b/39319-h/39319-h.htm
new file mode 100644
index 0000000..4bb8e41
--- /dev/null
+++ b/39319-h/39319-h.htm
@@ -0,0 +1,3887 @@
+<?xml version="1.0"?>
+<!DOCTYPE html PUBLIC "-//W3C//DTD XHTML 1.0 Transitional//EN"
+"http://www.w3.org/TR/xhtml1/DTD/xhtml1-transitional.dtd">
+<html xmlns="http://www.w3.org/1999/xhtml">
+<head>
+<meta http-equiv="Content-Type" content="text/html; charset=utf-8" />
+<meta name="keywords"
+ content="Ευριπίδης, Ορέστης, αρχαίο δράμα" />
+<title>Ορέστης</title>
+
+<style type="text/css">
+
+body {
+font-family: verdana, geneva, arial, helvetica, sans-serif;
+line-height: 20px;
+margin-left: 30px;
+}
+
+</style>
+
+</head>
+
+<body>
+
+
+<pre>
+
+The Project Gutenberg EBook of Orestis, by Euripides
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Orestis
+
+Author: Euripides
+
+Translator: Voutieridis Ilias
+
+Release Date: March 31, 2012 [EBook #39319]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ORESTIS ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+
+
+
+
+</pre>
+
+
+<p>Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of
+the book has not been changed otherwise. </p>
+
+<p>Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η
+ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.</p>
+
+<p style='text-align:center;'><br /><img src ="images/cover.jpg" width="427" height="618" alt="Εξώφυλλο" border="2" /><br /></p>
+
+<p style="margin-top: 6em"><u>ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
+ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</u></p>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 5em">ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ</h2>
+
+<h1 style="text-align: center; margin-top: 5em">ΟΡΕΣΤΗΣ</h1>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ<br />
+Η. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ</h3>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 9em">ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ</h3>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 9em">
+ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ <br />
+ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ</p>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 5em">
+ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ</p>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 5em">
+ΟΡΕΣΤΗΣ</p>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 5em:">
+ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ<br />
+Η. ΒΟΥΤΙΕΡΙΔΗ (1)</p>
+
+<p>
+</p>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 9em">ΕΝ ΑθΗΝΑIΣ<br />
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ</p>
+<hr></hr>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ</h3>
+
+<p>
+<br />
+ΗΛΕΚΤΡΑ<br />
+ΕΛΕΝΗ<br />
+ΧΟΡΟΣ<br />
+ΟΡΕΣΤΗΣ<br />
+ΜΕΝΕΛΑΟΣ<br />
+ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ<br />
+ΠΥΛΑΔΗΣ<br />
+ΑΓΓΕΛΟΣ<br />
+ΕΡΜΙΟΝΗ<br />
+ΦΡΥΞ<br />
+ΑΠΟΛΛΩΝ</p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">
+ΥΠΟΘΕΣΙΣ</h3>
+
+<p>
+<br />
+Ο υιός του Αγαμέμνονος Ορέστης, φονεύσας την μητέρα του Κλειταιμήστραν διά να
+εκδικηθή την υπό ταύτης και του εραστού της δολοφονίαν του πατρός του Αγαμέμνονος,
+μένει κατάκοιτος εις την πατρικήν του οικίαν, έρμαιον των τύψεων της συνειδήσεώς του
+διά την μητροκτονίαν και θύμα των Εριννύων. Μετ' αυτού μένει και τον περιθάλπει η
+αδελφή του Ηλέκτρα, ήτις αρχομένου του δράματος απολοφύρεται διά τας συμφοράς της
+και διά την τραγικήν καθόλου τύχην του οίκου των Ατρειδών. Αλλά και αγωνία διά την
+προβλεπομένην εις θάνατον καταδίκην αυτής και του αδελφού της την κατέχει. Μόνη ελπίς
+σωτηρίας από των δεινών απομένει η προαγγελλομένη άφιξις εκ Τροίας του θείου των
+Μενελάου. Η άφιξις αύτη συντελείται πράγματι, προφαινομένης της πολυφήμου Ελένης,
+υπό ταύτης δε και της Ηλέκτρας συνάπτεται διάλογος, αποτελών την τεχνικωτέραν ίσως
+σκηνήν του όλου έργου. — Αλλ' η ελπιζομένη προστασία του Μενελάου υπέρ των τέκνων
+του αδελφού του δεν παρέχεται. Δικαστήριον Αργείων πολιτών καταδικάζει τον Ορέστην εις
+θάνατον διά το έγκλημα της μητροκτονίας. Και ο Μενέλαος από δειλίαν και ιδιοτέλειαν
+εγκαταλείπει τον ανεψιόν αβοήθητον. Εκμανείς διά τούτο και θέλων να τον εκδικηθή ο
+Ορέστης έρχεται να θανατώση την Ελένην, αιτίαν όλων των κακών. Αλλά της Ελένης
+αφανισθείσης εις τον αιθέρα κατά θαυμαστόν τρόπον, απειλεί δεύτερον ο Ορέστης να
+θανατώση την θυγατέρα ταύτης και του Μενελάου Ερμιόνην. Τότε από μηχανής θεός
+εμφανιζόμενος ο Απόλλων πείθει τον Ορέστην να λάβη σύζυγον την Ερμιόνην, υποσχεθείς
+εις αυτόν σωτηρίαν από της καταδίκης και συγγνώμην διά την μητροκτονίαν. </p>
+
+<p>Το δράμα κακίζεται υπό των παλαιών γραμματικών, διότι πλην του Πυλάδου πάντες οι
+εν αυτώ χαρακτήρες είναι φαύλοι και διότι η λύσις αυτού δεν άγει εις την επιβαλλομένην,
+κατά την αρχαίαν αισθητικήν, ηθικήν κάθαρσιν. Ουχ' ήττον εκ των παλαιών τούτων
+γραμματικών έφθασε μέχρις ημών η πληροφορία, ότι χάρις εις την εν τω δράματι τούτω
+σύγκρουσιν και ταραχήν αγώνων και παθών — τούτο δ' ίσως ήτο ο κύριος αισθητικός
+σκοπός του Ευριπίδου — είχε κατά τους κλασσικούς χρόνους ο «Ορέστης» μεγάλην
+θεατρικήν επιτυχίαν. </p>
+
+<p style="text-align: right;">Ζ.</p>
+
+<h3 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ</h3>
+
+<h2 style="text-align: center; margin-top: 3em">ΟΡΕΣΤΗΣ</h2>
+
+<p>
+<br />
+<i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Κακό δεν υπάρχει απ' όσα λέει ο λόγος,<br />
+ούτε πάθος, ούτε συφορά θεοσταρμένη,<br />
+που το βάρος της να μη βαστά η ψυχή τ' ανθρώπου.<br />
+Έτσι κι' ο μακάριος — και δεν περγελώ την δυστυχίαν του — <br />
+ο Τάνταλος, απ' το Δία γεννημένος, όπως λένε,<br />
+φοβάμενος μια πέτρα ανάερη πάνωθέ του<br />
+βρίσκετ' αλαφιασμένος και ποινή πληρώνει τέτοια,<br />
+γιατί, όπως λεν, άνθρωπος όντας κ' ισοτιμημένα<br />
+με τους θεούς καθήμενος στο ίδιο τραπέζι<br />
+είχε γλώσσ' αχαλίνωτη, κάκιστη αρρώστεια.<br />
+Τούτος γεννά τον Πέλοπα κι' απ' αυτόν ο Ατρεύς γεννήθη, <br />
+που γνέθοντάς του τη ζωή έκλωτέ του η Μοίρα<br />
+σ' έχθρα και πόλεμο με τον αδελφό του τον Θυέστη<br />
+να βρεθή· μα τ' ανείπωτα να ιστορήσω ποια μου ανάγκη;<br />
+που σκοτώνοντάς του τα παιδιά μ' αυτά έγεψέ τον<br />
+ο Ατρεύς. Και του Ατρέως — τ' αναμεταξύ σωπαίνω — <br />
+γυιός ήτον ο Αγαμέμνων ο τρανός, αν προσταιριάζη<br />
+τρανό να τον ειπώ, κι' ο Μενέλαος από μάννα<br />
+την Κρητικιά Αερόπη. Κι' ο Μενέλαος παντρεύτη<br />
+τη θεομίσητην Ελένη. Και την Κλυταιμήστρα<br />
+με γάμο ξακουστό στους Έλληνες πήρε ο Αγαμέμνων^<br />
+αυτουνού τρεις κόρες είμαστ' απ' την ίδια μάννα,<br />
+η Χρυσόθεμις, η Ιφιγένεια κ' εγώ η Ηλέκτρα·<br />
+κι αγόρι ο Ορέστης απ' την ανοσιώτατη μάννα,<br />
+που με πελύδιπλο πανί τυλίγοντας τον άνδρα<br />
+τον δικό της εσκότωσε για αιτία που δεν ταιριάζει<br />
+σε κόρη να την πη κι αφήνω να την λογιάσουν άλλοι.<br />
+Και την αδικία του Φοίβου γιατί να ψέξω; πείθει<br />
+τον Ορέστη να σκοτώση την ίδια του τη μάννα<br />
+πράξι που τιμημένη δεν είναι στους ανθρώπους.<br />
+Μα τη σκότωσε του θεού τη γνώμη ακολουθώντας,<br />
+κ' εγώ σύμπραξα στο φόνον όσο δύναται γυναίκα<br />
+να συμπράξη κι' ο Πυλάδης, βοήθεια δίνοντάς μας.<br />
+Απ' τότες άγρια αρρώστεια λυώνει το κορμί του<br />
+κι' ο άμοιρος τούτος Ορέστης κείτεται κλινάρι<br />
+και της μάννας το αίμα σε μανίες τον παρασέρνει,<br />
+γιατί φοβάμαι να τες πω της θεές με τ' όνομά τους,<br />
+της Ευμενίδες, που με φόβο τον συνταράζουν. Κ' είναι<br />
+η έκτη μέρα τούτη, αφ' όταν της σφαγμένης<br />
+της μάννας το κορμί στη φωτιά εξαγνίσθη,<br />
+που από τότε ουδέ τροφή άγγιξ' αυτός στο στόμα<br />
+ουδ' έλουσε καν το κορμί, μόνο στα ρούχα τυλιγμένος,<br />
+όταν το κουφάρι κάπως απ' την αρρώστεια ξαλαφρώση,<br />
+στα συγκαλά του ερχάμενος 'δύρεται ή από το στρώμα<br />
+ορμητικός πηδά σαν απ' το ζυγό πουλάρι.</p>
+
+<p>Κ' έκαμ' απόφασι τ' Άργος ουδέ κάτω από στέγη<br />
+ουδέ σ' εστία κοντά να μας δεχθή κανένας κι ούτε<br />
+να καλημερήση εμάς τους μητροκτόνους· κ' είναι τούτη<br />
+εδώ η μέρα που θα δώση ψήφο η πόλη των Αργείων<br />
+αν πρέπει εμάς τους δυο να σκοτώσουν με της πέτρες<br />
+[ή με σπαθί κοφτερό ν' αποκεφαλιστούμε].<br />
+Μα να γλυτώσουμε το σκότωμα έχουμ' ελπίδα,<br />
+γιατί ο Μενέλαος έρχεται πέραθ' απ' την Τροία<br />
+και την πλατωσιά διαβαίνοντας του Ναυπλιακού λιμένα<br />
+στ' ακρογιάλι αράζει, περιπλανημένος όντας<br />
+πολύν καιρό απ' την Τροία· και τη βαρειομοίρα Ελένη<br />
+νύχτα προφυλάγοντας, να μη την 'δη κανένας<br />
+νάρχεται 'μέρα, απόστειλε στο σπίτι το δικό μας·<br />
+κ' είναι την μέσα κλαίοντας της αδελφής και του σπιτιού της<br />
+της συφορές· μα κάποια παρηγοριά στης θλίψες έχει,<br />
+γιατί την κόρη που άφηκε σπίτι σαν έφυγε στην Τροία<br />
+και που ο Μενέλαος απ' τη Σπάρτη εδώ φέρνοντάς την<br />
+στη μάννα μου έδωκέ την ν' αναθρέψη, την Ερμιόνη,<br />
+με χαρά της ξανάβρηκε κι' αλησμονά της θλίψες.<br />
+Μα προς το δρόμο όλο θωρώ, το Μενέλαο καρτερώντας<br />
+πότε θα ιδώ νάρχεται· γιατί λίγη από τάλλα<br />
+έχουμ' ελπίδα, αν απ' αυτόν δεν ήθελε σωθούμε.<br />
+Άπορο είναι πράμμα του δύστυχου το σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Ω εσύ της Κλυταιμήστρας και τ' Αγαμέμνονος κόρη,<br />
+που παρθέν' απομένεις καιρό πολύν, Ηλέκτρα,<br />
+πως άμοιρη είσαι συ κι' ο αδελφός σου Ορέστης,<br />
+τούτος ο άμοιρος φονηάς της μάννας. Τι αμαρτία<br />
+δεν θάχω μιλώντας σου, μια που λογιάζω αιτία<br />
+του κακού τον Φοίβο. Αν και βαρειά λυπάμαι<br />
+για της Κλυταιμήστρας το χαμό, της αδελφής μου,<br />
+που αφ' όταν με πόθο απ' τους θεούς δοσμένο πήγα <br />
+στην Ίλιο δεν την είδα κι ορφανεμένη κλαίω.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Τι να σου ειπώ, Ελένη· που βλέπεις τα εμπρός σου<br />
+τα παιδιά του Αγαμέμνονος στης συφορές πνιγμένα;<br />
+Ανύπνωτη έναν άθλιο νεκρό εγώ παραστέκω,<br />
+γιατί νεκρός είναι τούτος με την πνοή τη λίγη<br />
+που τ' απομένει· και δεν βρίζω την κακομοιριά του·<br />
+μα συ καλότυχ' είσαι και καλότυχός σου ο άνδρας<br />
+που ήρθετε σε μας τους βαρειά ευφοριασμένους.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Κι από πόσον καιρό κοίτετ' εδώ στο στρώμα;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αφ' όταν έχυσε της μάννας του το αίμα.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i><br />
+Τον άμοιρο· Κ' η μάννα του πώς πήγε έτσι χαμένη!</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Τέτοια είν' αυτά όσα τον έχουν απαυδήσει.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Για το θεό, μια χάρι θα μούκανες, παρθένα.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Όσο απ' τ' αδελφόν μου το κύταγμα αδειάζω.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Θες για με να πας στης αδελφής μου τον τάφο; </p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Στης μάννας μου τον τάφο λες. Για ποιαν αιτία;</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Των μαλλιών μου πλεξούδα και χοές φέρνοντάς της.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Και δε βολεί να πας συ στων δικών σου τον τάφο;</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Τι στους Αργείους ντρέπομαι το κορμί μου να δείξω.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Άργα φρονιμεύεις, πριχού αδιάντροπα φύγωντας.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Σωστά τώπες, μα όχι φιλικά μου κρένεις.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μα ποια ντροπή κρατεί σε μπρος στους Μυκηναίους;</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Φοβάμαι τους γονειούς όσων στην Ίλιο επέσαν.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Κι αλήθεια είναι, τ' Άργος δεινά σε κατακρίνει.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Μα συ γλυτώνοντάς με απ' το φόβο πήαινε δος τα.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μα τον τάφο της μάννας μου δε θα μπόρεια ν' αντικρύσω</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Κι' όμως θάταν άπρεπο να φέρουν δούλοι ετούτα.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Την Ερμιόνη, την κόρη σου γιατί δεν τη στέρνεις;</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Στον κόσμον ν' ακατεύωντας παρθένες δεν ταιριάζει.</p>
+
+<p>
+<i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μα ευγνωμοσύνη θάδειχνεν έτσι στην πεθαμμένη.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Σωστά μίλησες και πείθομαι στο λόγο σου, παρθένα·<br />
+[κ' έτσι τη θυγατέρα μου θα στείλω όπως είπες].<br />
+Παιδί μου, Ερμιόνη, πρόβαλε απ' το σπίτι και πάρε<br />
+στα χέρι' αυτά τα κόλλυβα και τα μαλλιά μου τούτα<br />
+κ' εις τον τάφο πγαίνοντας της Κλυταιμήστρας χύσε<br />
+το μελομένο γάλα αυτό και το κρασί τ' αφράτο<br />
+και στην κορφή του μνημουριού στεκάμενη πες τούτα:<br />
+Η αδελφή σου Ελένη της χοές ετούτες σου χαρίζει,<br />
+μη δυνάμενη στο μνήμα σου μονάχη νάρθη η ίδια,<br />
+γιατί έχει φόβο το λαό των Αργείων. Και ζήτησέ της<br />
+νάναι καλόγνωμη για με, για σε, για τον δικό μου<br />
+τον άνδρα και γι' αυτούς τους δυο δυστυχισμένους που ένας<br />
+θεός τους εξολόθρεψε. Και τάξε της όλες<br />
+της νυκτερινές προσφορές πούναι σωστό να κάμω<br />
+στην αδελφή μου. Πήγαινε, γοργά τώρα ξεκίνα,<br />
+κόρη μου, κι' ως της προσφορές στον τάφο αυτές πιθώσης<br />
+έχε το νου σου ευθύς εδώ να μου ξαναγυρίσης.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Τι δυστυχία είσαι, ω Φύσι, στους ανθρώπους<br />
+και πόσο είσαι καλόπραγη σ' όσους καλοκυτάζεις!<br />
+Ιδέτε σεις πώς έκοψε της άκρες των μαλλιών της<br />
+την ομορφιά φυλάγοντας. Είναι πάντα η γυναίκα<br />
+πούταν και πριν. Είθε οι θεοί να σε μισήσουν που έτσι<br />
+εμέν' αφάνισες κι' αυτόν και την Ελλάδα. Ω πόσο<br />
+είμαι δύστυχη. Μα εδώ νά πούρχονται οι καλές μου<br />
+συντρόφισσες στους θρήνους μου να σμίξουν τους δικούς των.<br />
+Ίσως κι' αυτόν τον άμοιρο ξυπνήσουν απ' τον ύπνο<br />
+που βυθισμένος βρίσκεται και με τα δάκρυά μου<br />
+βρέξουν τα μάτια μου όταν 'δώ την τρέλλα τ' αδελφού μου.<br />
+Αγαπημένες μου γυναίκες, με βουβό πόδι προχωράτε:<br />
+χωρίς φωνή ούτε θόρυβο. Είναι γλυκειά σ' εμένα<br />
+η αγάπη σας, μα θάταν καϋμός αν εξυπνούσε τούτος.</p>
+
+<p><i>Στροφή Ι</i></p>
+
+<p>Σιγαλά ερχόστε, σιγαλά,<br />
+με βήματ' απαλά, απαλά,<br />
+αθόρυβα κι' άφωνα να ερθήτε<br />
+και μακρυά εκεί να σταθήτε,<br />
+μακρυά απ' την κλίνη κι' από εμέ.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Νά που σου υπακούμε.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ωιμέ,<br />
+κι' αλλοίμονο, καλή μου εσύ,<br />
+μίλειε απαλά σαν τη βουή,<br />
+που η σύριγγα βγάνει<br />
+ανάλαφρου ενός καλαμιού.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Νά που η φωνή μου φτάνει<br />
+σε σέ απαλή και χαμπηλή<br />
+σαν νάμουν μέσ' στο σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Έτσι μίλα μου σιγά,<br />
+ζύγωσε αλαφρά, αλαφρά<br />
+και πες μου γιατί ήρθες εδώ.<br />
+Απάνω στο κλινάρι αυτό<br />
+κυλώντας ώρες τούτος<br />
+αποκοιμήθηκεν αργά</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><i>Αντιστροφή Ι</i></p>
+
+<p>Πώς είναι τώρα, καλή μου, αποκρίσου.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Τι να πω για τη μοίρα ή τη δυστυχιά του;<br />
+Ακόμα πνοή έχει, μα μόλι ανασαίνει.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι λες; Ω τον άμοιρο!</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Θα τον σκοτώσης<br />
+αν απ' τα βλέφαρα τη γλύκα του διώξης<br />
+που τον κατέχει</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω τον δύστυχο, για έργα<br />
+μιαρά που ήσαν απ' τους θεούς πρόσταγμα!<br />
+Ω τον άθλιο, αλλοί, τι δεινά υποφέρει!</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Άδικος ήταν κι' ώρισε άδικες πράξεις <br />
+ο Λοξίας όταν στης Θέμιδος πάνω<br />
+τον τρίποδα πρόσταξ' της μάννας το φόνο.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><i>Στροφή II</i></p>
+
+<p>Θωρείς; Το κορμί του στα ρούχα αργοσιέται </p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Φωνάζοντας τούκοψες, άθλια, τον ύπνο.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Λόγιαζα νάταν βυθισμένος στον ύπνο.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μακρυά 'πό τ' εμάς κι' από το σπίτι. Ξεκίνα<br />
+μη θορυβώντας με το πόδι σου διόλου.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Κοιμάται.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Καλά λες.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Σεβάσμια, σεβάσμια<br />
+Νύχτα, ω θεά συ, που χαρίζεις τον ύπνο<br />
+στους κουρασμένους, απ' το Έρεβος έλα,<br />
+έλα, πρόβαλε, ω φτερωτή, στο σπίτι <br />
+τ' Αγαμέμνονος, γιατί απ' αυτές της θλίψες<br />
+χανόμαστε, σβύνουμε.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μη θορυβάτε.<br />
+Να πάψτε δεν θέτε της φωνής τον ήχο,<br />
+στην κλίνη κοντά παραστέκοντας κ' έτσι<br />
+να τ' αφήστε καλές μου, του ύπνου τη γλύκα.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><i>Αντιστροφή II</i></p>
+
+<p>Πες μου τι τέλος τα δεινά τούτα λάχουν;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Το χάρο, το χάρο! ποιο άλλο θενάχουν;<br />
+Τροφή δεν ορέγεται τούτος καθόλου.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ώστε βέβαιος είναι κι ο θάνατος του.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μας έσφαξε ο Φοίβος προστάζοντας φόνο<br />
+άθλιο κι' άνομο πατροκτόνας μητέρας.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια δίκαια, μα κακή τούτ' η πράξι.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Πέθανες, πέθανες, ω μάννα, που εμένα<br />
+μ' εγέννησες. Σκότωσες τον πατέρα κι' αντάμα<br />
+τα παιδιά που βγήκαν απ' το ίδιο σου αίμα.<br />
+Χανόμαστε, νεκροί είμεθα, έχουμε σβύσει.<br />
+Συ βρίσκεσαι τώρα με τους πεθαμμένους<br />
+κι' η πλιότερη ζωή μου περνάει σε θρήνους<br />
+οδυρμούς και νύχτια δάκρυα, τι μόνη<br />
+χωρίς παιδιά κι' άνδρα άθλια σέρνω τη ζήση.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Για δες, κόρη μου Ηλέκτρα! Σίμωσε, τι είναι<br />
+φόβος ν' αποθάνη τ' αδέλφι σου δίχως<br />
+να το νιώσης. Η λίγη μ' ανησυχάει πνοή του.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Γλυκό του ύπνου κάρωμα, βάλσαμο στα δεινά μας,<br />
+πόσο στην ώρα πρόβαλες μαλακά σ' εμένα!<br />
+Ω συ σεβάσμια λησμονιά του πόνου κι' ω θεότης<br />
+βοηθήτρα στους βαρειόμοιρους. Μα πούθε τώρα μου ήρθα;<br />
+Πώς ήρθα; Τι όλα τάχασα το νου μου έχοντας χάσει.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Τρισγάπητέ μου, ο ύπνος σου πόσο αναγάλλιασέ με!<br />
+Να σου στηρίξω το κορμί θες και να σε σηκώσω;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Πιάσε με βέβαια. Σκούπισε στο άθλιο μου το στόμα<br />
+κι' από τα μάτια μου του αφρού τούτο τ' απομεινάρι.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Γλυκειά για με είναι δουλειά και δεν οκνώ τα μέλη<br />
+του αδελφού μ' αδελφικά να τα γνοιασθώ εγώ χέρια.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Βάλε πάνω το στήθος σου στο στήθος το δικό μου,<br />
+μέριασε από την όψι τ' αξάγγλιγα μαλλιά μου,<br />
+γιατί έτσι με τα μάτια μου μόλις θωρώ εγώ τώρα.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ω εσύ κεφάλι δύστυχο με τα μαλλιά αγριεμμένα<br />
+που βρίσκεσαι αναξάγγλιγο, άλουστο καιρό τόσο!</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ξανά σε τούτη ξάπλωσ' με την κλίνη. Της μανίας<br />
+το κακό σαν παύη είν' άτονα κι' αδύναμα τα μέλη.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ναι. Η κλίνη είναι αγαπητή στον άρρωστο· κ' η ξάπλα<br />
+αλήθεια δίνει κούρασι· μα χρειαστή όμως είναι.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Σήκω με πάλι, το κορμί στρέψε μου. Οι αρρωστημένοι<br />
+είναι πάντα ανυπόμονοι απ' του νου τη στενοχώρια.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Δεν θέλεις και τα πόδια σου λίγο να βάλης χάμω,<br />
+να περπατήσης; Η αλλαγή ευχάριστ' είναι πάντα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Κ' έτσι καλά. Έχει της 'γυιάς την όψι τούτο κι' όταν <br />
+το πράμμα λείπει, βολετή κ' η όψι του είν' ακόμα.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Άκου, αδελφέ μου, όσο το νου σ' αφήνουν οι Εριννύες.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι νέο θα 'πής; Αν είναι το κάτι καλό τ' ακούω<br />
+ευχάριστα· μ' αν είν' κακό έχω αρκετές μου θλίψες</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Φθάνει του πατέρα ο αδελφός, ο Μενέλαος, και τα πλοία<br />
+τα δικά του στο Ναυπλιακό λιμάνι έχουν αράξει.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι λες; Σαν κάποιο έρχεται φως αυτός εις τα δεινά μου<br />
+και στα δικά σου, τι είναι ‘τός απ' τη γενειά μας κ' έχει<br />
+απ' τον πατέρα μας 'δή περίσσιες καλωσύνες.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Έρχεται και γι' απόδειξι του λόγου μου, νά πώχει<br />
+φέρει μαζί απ' της Ιλίου τα κάστρα την Ελένη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αν μοναχός του γλύτωνε πιο καλό θάταν όμως<br />
+με τη γυναίκα του αν μαζί, μεγάλο κακό φέρνει.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Γέννησεν ο Τυνδάρεως γενειά από θυγατέρες<br />
+άτιμες κι' αδιάντροπες εις όλη την Ελλάδα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Όμως εσύ όμοια μ' αυτές μην είσαι της γυναίκες<br />
+ως σου βολεί, στα λόγια σου και στα φερσίματά σου.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αλλοί! αδελφέ, ταράχθηκε το μάτι σου· τώρα ήσουν<br />
+στα συγκαλά σου και με μιας σ' έπιασεν η μανία.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ω μάννα! Σ' ικετεύω μη πάνω μου ξαναστέρνης<br />
+της κόρες πώχουν πρόσωπα αιματωμένα κ' έχουν<br />
+μαλλιά από φίδια. Νά, έρχονται, πάνω σ' εμένα πέφτουν.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μείνε, άμοιρε, στην κλίνη σου. Τίποτ' εδώ δεν βλέπεις.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ω Φοίβε, οι φοβερές θεές θα με σκοτώσουν τούτες<br />
+οι σκυλλομούτρες, πούναι τες γοργοβλεπούσες κ' είναι<br />
+των νεκρών φόνισσες.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Εγώ δεν θα σε παραιτήσω<br />
+και μέσα στην αγκάλη μου κρατώντας δεν θ' αφήσω<br />
+να κάνης τα πηδήματα, τα μανικά.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Άφησέ με,<br />
+γιατί Ερινύα είσαι και συ κι' απ' του κορμιού τη μέση<br />
+μ' άρπαξες μέσ' στα Τάρταρα ζητώντας να με ρίξης.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ω κακομοίρα πούμ' εγώ! Και τίνος τη βοήθεια<br />
+ν' αποζητήσω, σαν θεός κάποιος εχθρός μας είναι;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δος μου αυτό το κεράτινο το τόξο, πούναι δώρο<br />
+του Λοξία και που μ' αυτό με πρόσταξ' ο Απόλλων<br />
+να κυνηγήσω της θεές σαν αγριωπά με σκιάζουν.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μπορεί να λαβωθή θεός από το χέρι ανθρώπου;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αν δε φύγη απ' τα μάτια μου. Συ δεν ακούς ολοένα,<br />
+ουδέ θωρείς τα φτερωτά τα βέλη που πετούνε<br />
+απ' τη σαΐτα που σωστά κτυπά. Τι καρτερείτε;<br />
+Πετάξτε, σεις με τα φτερά, ως την κορφή του Αιθέρα<br />
+κι' άδικο δόστε στους χρησμούς του Φοίβου. Ωιμένα!<br />
+Γιατ' είμ' έτσι αδύναμος; Γιατί η ανάσα τούτη<br />
+απ' τα πνεμόνια μου η γοργή; Πού να ριχθώ απ' την κλίνη;<br />
+Νά! έφυγε το τρικύμισμα, ξαναθωρώ γαλήνη.<br />
+Γιατί, αδελφή μου, κλαις εσύ κρύβοντας το κεφάλι<br />
+μέσα στον πέπλο; Ντρέπομαι και συ μερτικό νάχης<br />
+απ' τα δεινά μου και σε μια παρθένα έτσι να δίνω<br />
+το βάσανο που εγώ τραβώ. Είθε μη μαραζώσης<br />
+απ' τα δεινά μου. Συ έστρεξες, μα ο μητρικός ο φόνος<br />
+μόνο από μένα γίνηκε. Μα κατηγόρια κάνω<br />
+εις τον Λοξία που μ' έσπρωξε στη μυσαρή αυτή πράξη<br />
+με λόγια εμέ ησυχάζοντας κι' όχι στ' αλήθεια. Λέω<br />
+πως ο πατέρας μου, αν εγώ τον ίδιο αυτόν ρωτούσα,<br />
+για να γνωρίσω αν έπρεπε τη μάννα μου να σφάξω,<br />
+θερμά θα μ' ώρκιζε να μη βυθίσω το σπαθί μου<br />
+στο λαιμό αυτής που μ' εγέννησε, τι στη ζωή με τούτο<br />
+αυτός δεν θα ξανάρχετο κ' εγώ δυστυχισμένος<br />
+θα βαρυνόμουν άδικα με τόσα δεινά. Αλλ' όμως<br />
+ξεσκέπασ' το κεφάλι σου και μην κλαις, αδελφή μου,<br />
+αν κ' έχουμε θλίψη βαρειά. Σαν βλέπεις με να σβύνω,<br />
+κράτα και παρηγόρα μου τον ταραγμένο νου μου<br />
+κ’ απελπισμένο· κι' όταν κλαις, εγώ μ' αγάπη πάλι<br />
+θα σε ησυχάζω. Μεταξύ φίλων τέτοιες φροντίδες<br />
+ταιριάζουν. Μα τώρ' άμοιρη στο σπίτι έμπα και δόσε<br />
+ύπνο λίγο στα βλέφαρα πούναι τα αγρυπνισμένα·<br />
+πάρε τροφή και το κορμί λούσε, γιατί αν μ' αφήσης<br />
+κι' αν αρρωστήσης μένοντας ολημερίς κοντά μου,<br />
+χαθήκαμε. Κι αλήθεια εγώ κανέν' άλλο δεν έχω<br />
+για στήριγμα κι' ως βλέπεις το μ' απαρατήσαν όλοι.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αυτό δεν γίνεται· με σε θα ζήσω ή θα πεθάνω,<br />
+γιατί την ίδια έχουμ' οι δυο τύχη. Κι' αν συ πεθάνης,<br />
+γυναίκα εγώ τι θα γενώ; Πώς θα γλυτώσω μόνη,<br />
+χωρίς πατέρα κι' αδελφό και φίλους; Μ' αν λογιάζης<br />
+έτσι, δεν θα υπακούσω εγώ. Πέσε λοιπόν στην κλίνη<br />
+κι' απόδιωξε τους τρόμους σου που εκείθε σε σηκώνουν.<br />
+Στην κλίνη ξάπλωσε γιατί, αν κι' άρρωστος δεν είσαι,<br />
+μ' απ' την ιδέα το ίδιο αισθάνονται κόπο οι θνητοί και πάθος.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><i>Στροφή Α'</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονο, αλλοί! Ω γοργές, φτερωτές<br />
+θεές μανιωμένες,<br />
+που μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς<br />
+γιορτές μεθυσμένες<br />
+ξεφαντώνετε σεις, Ευμενίδες στυγνές,<br />
+κ' εις ύψη πετάτε<br />
+του πλατύχωρου αιθέρα και που καθαρμούς<br />
+του αιμάτου ζητάτε,<br />
+εκδικήτρες του φόνου, δέομαί σας εγώ,<br />
+δέομαί σας, αφήστε<br />
+το γυιό τ' Αγαμέμνονα από τοργικό,<br />
+τη μανία του λύστε.<br />
+Δύστυχε, πώπαθες δεινά, το χρησμό<br />
+εισακούοντας συ<br />
+του Φοίβου απ' τον Τρίποδα το μαντικό,<br />
+το βγαλμένο απ' τη γη<br />
+κι' απ' το βωμό που λένε της γης ομφαλό</p>
+
+<p><i>Αντιστροφή Α'</i></p>
+
+<p>Ω Δία, ποιό ν' απαντέχω έλεος εγώ; <br />
+Τι είν' αυτός ο αγώνας για το φονικό<br />
+που σε ταράζει, δύστυχε, και που<br />
+κάποιος Δαίμονας δάκρυα οδυρμού<br />
+σου γεννά φέρνοντας το αίμα μπροστά σου<br />
+της μάννας σου και τα λογικά σου<br />
+σπαράζει; Σ' οδύρομαι εγώ και σε κλαίω<br />
+και τη μεγάλη ευτυχιά εγώ λέω<br />
+πως δεν την έχουν σταθερά οι θνητοί.<br />
+Κι' ως κάποιος Δαίμονας το πανί<br />
+σχίζει του γλήγορου καραβιού,<br />
+έτσ' ο πανεύτυχος πάει του κακού,<br />
+καταπίνεται μέσ' σε βαρειές δυστυχίες<br />
+σαν από κύμα σε τρικυμίες<br />
+αχόρταγες πάντα τους και μανιωμένες.<br />
+Ποιές, αλήθει' άλλες γενειές ξακουσμένες<br />
+αξίζει περισσότερη νάχουν τιμή<br />
+παρά οι Τανταλίδες, που θεϊκιά<br />
+εστάθηκ' η πρώτη τους η γενειά;<br />
+Μα να ο άρχοντας τώρα πλησιάζει,<br />
+ο βασιληάς Μενέλαος. Απ' αίγλη φαντάζει<br />
+που απ' αυτήν αλήθεια η γενειά προβάλλει<br />
+του Ταντάλου η κοσμοφήμητη και μεγάλη.<br />
+Ω συ, που ωδήγησες μια εκστρατεία τρανή<br />
+με χίλια καράβια στης Ασίας τη γη,<br />
+χαίρε. Συ απόλαψες τώρα κάθε ευτυχία,<br />
+γιατί με τη βοήθεια των θεών καθεμία<br />
+επραγματώθηκεν επιθυμιά σου.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω σπίτι! με χαρά σε ξαναβρίσκω γυρνώντας απ' την Τροία,<br />
+κι απ' τάλλο όμως θρηνώ αγναντεύοντάς σε, τι δεν είδα<br />
+πούπετα στον κόσμο σπίτι δυστυχιές τόσο φορτωμένο.<br />
+Έμαθα του Αγαμέμνονος τη μοίρα και το θάνατό του<br />
+που τώδωκ' η γυναίκα του, σαν στο Μαλέα ζύγωσα μόλις.<br />
+Ο πελαγίσιος μαντευτής όλα μ' ανάγγειλε στο κύμα·<br />
+ο Γλαύκος, ο προφήτης, ο αληθολόγος, ερχάμενος μπρος μου <br />
+τούτο μούπε: Μενέλαε, ο αδελφός σου κοίτεται πεθαμένος<br />
+έπεσε νεκρός στο ύστερο λουτρό που τούχεν ετοιμάσει<br />
+η γυναίκα του. Κ' έκαμε να χύσουμ' άφθονα δάκρυα<br />
+εγώ κ’ οι ναύτες μου. Ζυγώνοντας του Ναυπλίου τη χώρα<br />
+και μια που ξαναγυρίζ' η γυναίκα μου, ελπίδα ως είχα<br />
+ν' αγκαλιάσω τον Ορέστη του Αγαμέμνονος κι ακόμα<br />
+τη μάννα του ευτυχισμένους, από ένα ψαρρά μαθαίνω<br />
+τον άσεβο σκοτωμό της Τυνδαρίδος. Κι', ω κόρες, πούναι<br />
+ο γυιός τώρα τ' Αγαμέμνονος που τόλμησε μια τέτοια<br />
+πράξη φοβερή; Μικρό παιδί ήταν ακόμη στην αγκάλη<br />
+της Κλυταιμνήστρας όταν αφήκα το σπίτι για την Τροία.<br />
+Δεν θα τον ξαναγνώριζα, αν τον έβλεπα εγώ τώρα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Είμ' ο Ορέστης που ζητάς και θα σου ιστορήσω<br />
+της δυστυχιές μου. Μα πριχού στα γόνατά σου μπρος θα πέσω<br />
+ικετεύοντας και δίχως κλαδιά ικεσίας θα σου κάμω<br />
+στοματικά τα παρακάλια μου. Τώρα γλύτωσέ με!<br />
+Γιατί φθάνεις ενώ είμ' έρμαιο στα πιο βαρειά δεινά μου.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω θεοί! Τι αγναντεύω; Νεκρός είν' αυτός που βλέπω;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια λες. Γιατί εγώ πραγματικώς στη ζωή δεν είμαι,<br />
+εξ αιτίας στης συφορές μου, αν και το φως βλέπω.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Πώς αξάγγλιγα κι' άγρια, δύστυχε, είναι τα μαλλιά σου;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι απ' ό,τι φαίνεται, μ' από της πράξεις μου τυραννιούμαι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Πώς τα άγρια μάτια κάτω από βλέφαρα ξερά κυττάζεις έτσι!</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Το κορμί μου έσβυσε και τόνομα μ' απόμεινε μονάχα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω! πόσο αναπάντεχα σε βλέπω έτσι αλλαγμένο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ο ίδιος εγώ σκότωσα τη δύστυχη μου μάννα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Τώμαθα εγώ. Απόφυγε το κακό τούτο να ιστορήσης.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν στο ξαναλέω· μα ο Δαίμονας μύρια κακά μου δίνει.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι σου συμβαίνει; Ποιο κακό σε βασανίζει τόσο;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Η συνείδηση που μου λέει πώς έκαμα φρικτή μια πράξη.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι λες; Οι φρόνιμοι μιλούν ξάστερα κι' όχι μπερδεμένα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Θλίψη παραπολύ βαρειά λυώνει το κορμί μου.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Κάποια θεότη φοβερή σε τιμωρεί, μα έλεος μπορεί να λάβη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Και οι μανίες του αίματος της μάννας μου εκδικήτρες.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Πότε άρχισε η μανία σου; Από ποιαν ημέρα;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Απ' την ημέρα που έβαλα τη μάννα μου στο χώμα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Σπίτι καθόσουν ή κοντά στο λείψανο βρισκόσουν;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Νύκτα ήταν κι' αγρυπνούσα εγώ τα οστά της να μαζέψω,<br />
+απ' την πυρά.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Κ' ήταν κανείς βοήθεια να σου δώση;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ο Πυλάδης που μ' αυτόν έκαμα της μάννας μου το φόνο.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Και ποιας λογής φαντάσματα σε συνταράζουν έτσι;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Θαρώ πως βλέπω Κόρες τρεις που μοιάζουν σαν τη Νύκτα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ξέρω ποιες λες, μα για να πω δεν θέλω τόνομά τους.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ανείπωτες είναι και καλά κάνεις μη λέγοντάς τες.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Και για της μάννας σου το σκοτωμό έτσι σε κατατρέχουν;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτός είν' ο κατατρεγμός που όλο και τυραννεί με.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Όχι άδικα φρικτές ποινές λαβαίνουν όσοι κάνουν<br />
+πράξες κακές.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα είχα εγώ δίκαιον κάποιο λόγο.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Μη λες για του πατέρα σου το φόνο, τι δεν θάταν<br />
+δίκηα αιτία.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Της μάννας μου το φόνο εγώ να κάμω<br />
+πρόσταξε ο Φοίβος.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ώστε που δεν ξέρει αυτός το δίκηο;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Εμάς ορίζουν οι θεοί, όποιοι θεοί κι' αν είναι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i><br />
+Και μετ' αυτό δεν το βοηθά ο Λοξίας στα δεινά του;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Στέκει απαντέχοντάς, γιατί έτσ' οι θεοί είναι πάντα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Πόσος καιρός επέρασε απ' της μάννας σου το φόνο;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Έξ ημέρες κ' η εντάφια πυρά ζεστή είν' ακόμα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Το αίμα της μάννας σου οι θεές γοργά από σε ζητήσαν!</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αδέξιος φίλος, μα σωστός για όσους αγάπαγα ήμουν.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ποιο τόφελος που εκδίκηση για τον πατέρα επήρες;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Κανένα· μα είν' ανάξιος όποιος άπρακτος μένει.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Κι' απ' όταν έκαμες αυτό, ποια γνώμη για σένα έχουν<br />
+στην πολιτεία;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μισητός τόσο τους είμαι π' ούτε<br />
+μιλούν σ' εμέ.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ουδέ νόμιμα καθάρισες τα χέρια<br />
+από το αίμα;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Διώχνομαι αφ' όπου κι' αν ζυγώσω.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ποιοι είν' οι πολίτες που απ' εδώ ζητούνε να σε διώξουν;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ο Αίας, που λέει ένα έγκλημα ο πατέρας μου έχει κάμει<br />
+στην Τροία.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Για το σκότωμα του Παλαμήδη λέει.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα εγώ δεν εσυνέργησα, κι' όμως χαμένος είμαι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ποιος ακόμη άλλος; Μη κανείς απ' του Αίγισθου τους φίλους;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτοί με βρίζουν κ' εις αυτούς τώρα υπακούει η πόλη.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Σ' άφησε του Αγαμέμνονος το σκήπτρο η πόλη νάχης;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Από πού κι' ως πού; Ουδέ καν να ζω δεν θα μ' αφήσουν.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι λοιπόν κάνουν; Δύνασαι κάτι σωστό να μου είπης;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Σήμερα μιαν απόφαση ενάντια μου θα βγάλουν.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Θα σ' εξορίσουν από εδώ, θα σε σκοτώσουν, ή όχι;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Θενά μου δώσουν θάνατο με πέτρες οι πολίτες.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί από τα σύνορα της γης αυτής δεν φεύγεις;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μ' έχουν κυκλώσει από παντού άνθρωποι αρματωμένοι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Είναι από εχθρούς ή Αργείτικος στρατός που σε φυλάγει;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Όλ' οι πολίτες. Άφευκτα να σκοτωθώ εγώ πρέπει.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω άμοιρε, συ έφθασες στης δυστυχιάς τα βύθη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μονάχα εσέ η ελπίδα μου έχει τώρ' αποκούμπι<br />
+για τα δεινά. Καλόμοιρος εσύ, της ευτυχιάς σου<br />
+κάμε συντρόφους τους δικούς πούναι δυστυχισμένοι.<br />
+Μην απολαύης μοναχός όσα καλά κατέχεις,<br />
+μόν' τα δικά μας βάσανα μαζί μ' εμάς μοιράσου·<br />
+κι' απ' τον πατέρα όσα καλά έλαβες πλήρωσέ τα<br />
+σ' εκείνους όπου πρέπεται ν' αποδοθούν. Οι φίλοι,<br />
+στη δυστυχία αν δεν δείχνωνται, μονάχα τόνομα έχουν.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Νά, ο Τυνδάρεως ο Σπαρτιάτης<br />
+έρχετ' εδώ με βαρύ βήμα,<br />
+με μαύρο πέπλο και κομμένα<br />
+για τη θυγατέρα του τα μαλλιά του.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Είμαι, Μενέλαε, χαμένος. Νά που έρχετ' εδώ πέρα<br />
+ο Τυνδάρεως και φοβούμαι παραπολύ τον ερχομό του<br />
+εξ αιτίας ό,τι έχω κάμει. Μικρός εγώ σαν ήμουν<br />
+μ' ανάτρεφε καταφιλώντας με και στην αγκαλιά του<br />
+το γυιό του Αγαμέμνονος βαστούσε, όμοια κ' η Λύδα,<br />
+κ' οι δυο τους μ' αγαπούσαν σαν τους Διοσκούρους.<br />
+Ω δύστυχη καρδιά! ω ψυχή μου, με ποιόν τρόπο<br />
+εγώ τους πλήρωσα! Με τι σκοτάδια<br />
+να σκεπάσω την όψιν μου. Σε ποια ομίχλη μέσα<br />
+να κρυφθώ για να ξεφύγω απ' του γέρου αυτού τα μάτια.</p>
+
+<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p>
+
+<p>Πού, πού θα ιδώ το Μενέλαο, τον άνδρα<br />
+της κόρης μου; Όταν χοές στον τάφο επάνω<br />
+της Κλυταιμήστρας έκανα, έμαθα πως είναι<br />
+στο Ναύπλιο φθασμένος με τη γυναίκα του, κατόπι<br />
+από τόσα χρόνια σώος. Οδηγήστε με κοντά του,<br />
+γιατί θέλω να τον χαιρετίσω στέκοντας δεξιά του,<br />
+τον φίλο αυτόν που ξαναβλέπω ύστερ' από καιρό τόσο.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Χαίρε, γέροντα, που ο Δίας στη δική σου έπεσε κλίνη.</p>
+
+<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p>
+
+<p>Χαίρε, ω Μενέλαε, από γάμο συγγενή μου!<br />
+Τι συφορά να μη γνωρίζω τα όσα να γενούν εμελότουν.<br />
+Ο μητροκτόνος αυτός Δράκος, που τον μισώ, εδώ ακόμη<br />
+καταραμένες αστραψιές σκορπά. Πώς είναι δυνατό σου<br />
+να μιλάς, Μενέλαε συ, με το κακούργο αυτό κεφάλι; </p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί τάχα όχι; Ο γυιός είναι ενός πατέρα π' αγαπούσα.</p>
+
+<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p>
+
+<p>Από εκείνον γεννημένος αυτός εδώ είναι τάχα;</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Απ' αυτόν γεννήθη κ' είναι αξιολύπητος στη δυστυχιά του.</p>
+
+<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p>
+
+<p>Βάρβαρος έγεινες μένοντας καιρό πολύ με τους βαρβάρους.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Στους Έλληνες ταιριάζει να πονούν πάντα τους δικούς των.</p>
+
+<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p>
+
+<p>Μα και να μη θέλουν παραβάτες νάναι των νόμων.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Κάθε τι που νόμος είναι για τους σοφούς είναι δουλεία.</p>
+
+<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p>
+
+<p>Μίσησε τέτοια γνώμη· ποτέ μου εγώ δεν θα τη στέρξω.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί ο θυμός και τα γηρατειά μαζί κάτι σοφό δεν κάνουν.</p>
+
+<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p>
+
+<p>Γι αυτόν εδώ τι αγώνας χρειάζεται σοφίας;<br />
+Αν για όλους είναι φανερές οι καλές κ’ οι κακές πράξες,<br />
+ποιος απ' τους ανθρώπους όλους στάθηκε πιότερο από τούτον<br />
+άθλιος, που δεν εσεβάσθη ό,τι για όλους είναι δίκηο<br />
+και που δεν υποτάχθη στον κοινό νόμο των Ελλήνων;<br />
+Σαν ξεψύχησ' ο Αγαμέμνων λαβωμένος στο κεφάλι<br />
+απ' την κόρη μου, τούτο έγκλημα που δεν το εγκρίνω διόλου,<br />
+αυτός εδώ χρέος είχε με νόμιμη έγκληση το φόνο<br />
+να κυνηγήση και να διώξη τη μάννα του απ' το παλάτι.<br />
+Έτσι έπαινο θάξιζε στη δυστυχιά του και στο νόμο<br />
+θάδειχνε σέβας και θάμενε δίκαιος. Όμως τώρα<br />
+τον ίδιο σαν τη μάννα του Δαίμονα άκουσε, τι δίκηα<br />
+ένοχο κρίνοντάς την, έγεινε σκοτώνοντάς την<br />
+χειρότερος. Και μοναχά τούτο, Μενέλαε, θα ρωτήσω:<br />
+Αν η γυναίκα που θα μοιρασθή ένα μ' αυτόν κρεββάτι<br />
+τον σκοτώση κ' έτσι ο γυιός του τη μάννα του σκοτώση<br />
+κι' ο γυιός του πάλι το φόνο όμοια μ' άλλο φόνο ξεπληρώση,<br />
+πότε τάχα θα τελειώσουν όλες αυτές οι κακουργίες; <br />
+Γι' αυτό οι πατέρες μας έκριναν σοφά όσο για τούτα.<br />
+Έβγαλαν ορισμό να μη μένη στην πολιτεία όποιος<br />
+εστάθηκε φονηάς· ούτε και να συντυχαίνη τους πολίτες,<br />
+μόν' ώρισαν να εξιλεώνεται μ' εξορία κι' όχι<br />
+να σκοτώνεται κι' αυτός. Κι' αλήθεια, αν αλλέως ήταν,<br />
+πάντα θ' απόμεν' ένας, ο στερνός φονηάς, ξεχωρισμένος<br />
+για θάνατο. Κι' όσο για με, μισώ της άνομες γυναίκες<br />
+και την κόρη μου πρώτη, που τον άνδρα έχει σκοτώσει.<br />
+Κι' ούτε την Ελένη τη γυναίκα σου θε να επιδοκιμάσω,<br />
+κι' ούτε θα της μιλήσω κι' ούτε θα παινέσω εσέ που επήγες<br />
+στην Τροία μια κακή γυναίκα αποζητώντας· μα το νόμο<br />
+όσο μπορώ θα υπερασπίσω και της βάρβαρες συνήθειες<br />
+θα πολεμήσω, που έθνη καταστρέφουνε και πολιτείες.<br />
+Τι αισθάνθηκες, κακόμοιρε, σαν έδειξέ σου η μάννα<br />
+τα στήθια της παρακαλώντας σε; Εγώ που δεν είδα<br />
+το θλιβερό αυτό πράμμα βρέχω τα γεροντικά μου μάτια<br />
+με δάκρυα, εγώ ο δύστυχος. Κι' αλλέως τούτα μου τα λόγιο<br />
+τα βεβαιώνει τούτο — πως απ' τους θεούς είσαι μισημένος<br />
+και για τη μάννα σου παιδεύεσαι με μανίες και τρόμους.<br />
+Τι ανάγκη από μάρτυρες για πράμματα που θωρώ ατός μου;<br />
+Ξέρε το λοιπόν, Μενέλαε, πώς πρεπούμενο δεν είναι<br />
+στη θέληση των θεών ενάντια να βοηθήσης εσύ τούτον.<br />
+Άφησέ τον να πετροβοληθή απ' τους πολίτες, είδ' αλλέως<br />
+τη γη τη σπαρτιατική δεν θα πατήσης. Δίκηα<br />
+σκοτωμένη παιδεύτηκε η κόρη μου. Δεν ήταν όμως<br />
+νόμιμο να σκοτωθή απ' αυτόν. Ευτυχισμένος στάθηκα σε μύρια<br />
+εξόν από της κόρες μου. Κ' έτσι δεν είμ' ευτυχισμένος.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Όποιος ευτυχισμένος είναι στα παιδιά του<br />
+κι' απ' αυτά συφορές δεν έλαβε μεγάλες,<br />
+είν' άξιος αυτός να τον ζηλεύουν.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Γέρω, δειλιάζω εναντίο σου να μιλήσω, γιατί θα πικράνω<br />
+την ψυχή σου. Άνομος εγώ είμ' αλήθεια έχοντας σκοτώσει<br />
+τη μάννα μου, όμως κ' ευσεβής είμαι γιατί τον πατέρα<br />
+εκδικήθηκα. Ώστε για τα γηρατειά σου ας μη μιλήσω<br />
+που με συγκινούνε. Κ' εις το δρόμο ας μπω τον ίσιο.<br />
+Σέβομαι τάσπρα μαλλιά σου. Τι έπρεπε λοιπόν να κάμω;<br />
+Δυο πράμματα λόγιασε. Πως ο πατέρας μου μ' έχει γεννήσει<br />
+κ' η κόρη σου στην κοιλιά μ' εβάσταξε, όμοια σαν το χωράφι,<br />
+που δέχεται απ' άλλον τη σπορά, γιατί γονή χωρίς πατέρα<br />
+δεν γίνεται. Κ' εσκέφθηκα πως χρέος είχα πριν απ' όλα<br />
+σ' εκείνον που μ' εγέννησε κι' όχι σ' αυτήν που ανάστησέ με.<br />
+Μα η κόρη σου — να την 'πω εγώ δεν τολμώ μάννα — <br />
+με σύνδεσμο αυτοκέφαλο και παράνομο πήγε σ' άλλου<br />
+το κρεββάτι. Κατηγορώντας την δική μου κατηγόρια κάνω.<br />
+Μα θα το πω. Στο σπίτι κρυφός της άνδρας ήτον<br />
+ο Αίγισθος. Τον σκότωσα. Κ' ύστερα σκότωσα τη μάννα<br />
+κάνοντας άνομο έργο, μα τον πατέρα μου εκδικώντας.<br />
+Κι' όσο για της φοβέρες σου, ότι θα βάλης με της πέτρες<br />
+να με σκοτώσουν, άκουσε τι έκαμα για όλη την Ελλάδα.<br />
+Αληθινά, αν οι γυναίκες έφθαναν σε τόση αυθάδεια ώστε<br />
+σκοτώνοντας τους άνδρες των να τρέχουν στα παιδιά τους<br />
+για να γλυτώσουν και ζητώντας ευσπλαχνία<br />
+τα μητρικά στήθη να δείχνουν, τότε βέβαια του ανδρός της<br />
+ο φόνος τιποτένιο πράμμα σε καθεμιά θενά φαινότουν<br />
+για οποιαδήποτε αφορμή. Μα εγώ κάνοντας τη φρικτή τούτη<br />
+πράξη, ως την λες, αφάνισα τέτοια συνήθεια.<br />
+Μεστός από δίκαιο μίσος φόνεψα τη μάννα μου που έτσι<br />
+πρόδωκε τον άνδρα της, που έλειπε κ' ήταν ηγεμόνας<br />
+του στρατού όλης της Ελλάδος, εκείνην που την κλίνη<br />
+τη συζυγική εκηλίδωσε. Γνωρίζοντας το σφάλμα της, μονάχη<br />
+δεν τιμωρήθηκε, αλλ' από φόβο μην τιμωρηθή απ' τον άνδρα<br />
+σκότωσε τον πατέρα μου. Μα τους θεούς — κι' αμαρτία κάνω<br />
+τους θεούς ονομάζοντας σε μια τέτοια πράξη φόνου — <br />
+αν σιωπώντας εδεχόμουν της μάννας μου την κακουργία,<br />
+τι θα μου έκαν' εκείνος που αδικοσκοτώθηκε; Της Εριννύες<br />
+δεν θα ξαπόστελλε το μίσος του να με παιδέψουν; Αν οι θεές<br />
+είναι της μάννας μου εκδικήτρες, το ίδιο δεν είν' κ' εκείνου,<br />
+που μεγαλύτερο άδικο έπαθε; Συ, γέρω, που μια κόρη τέτοια<br />
+εγέννησες, εσύ μ' αφάνισες. Γιατί απ' την αυθάδειά της<br />
+τον πατέρα μου εγώ χάνοντας έγεινα μητροκτόνος. Είν' αλήθεια<br />
+πως ο Τηλέμαχος δεν σκότωσε του Οδυσσέως τη γυναίκα.<br />
+Μα εκείνη άνδρ' άλλον δεν πήρε και τίμια έμεινε στο σπίτι.<br />
+Ξέρεις ο Απόλλων, που όντας στον αφαλό της γης μαντείες<br />
+βέβαιες δίνει στους θνητούς και τον υπακούωμε εμείς εις όλα,<br />
+ξέρεις τι επρόσταξε; Υπακούοντάς τον σκότωσα εγώ τη μάννα<br />
+τη δική μου. Κρίνε τον λοιπόν ασεβή και σκότωσέ τον.<br />
+Αυτός έσφαλε κι' όχι εγώ. Τι έπρεπ' εγώ να κάμω;<br />
+Ένας θεός δεν φθάνει για να με ξεπλύνη απ' την κηλίδα<br />
+που εξ αιτίας του έλαβα; Στο εξής ποιος θα μπορέση<br />
+να εξιλεωθη ποτέ, αν τώρ' αυτός που τέτοια επρόσταξέ με<br />
+δεν με γλυτώση από το σκότωμα; Μη λες πώς τούτ' η πράξη<br />
+δεν ήταν δίκαια, μόνο λέγε πως συφοριασμένη<br />
+ήταν για μας που την εκάμαμε. Η ζωή καλή είναι σ' όσους<br />
+θνητούς γάμο ευτυχισμένο τύχουν. Μα δυστυχισμένοι<br />
+στο σπίτι τους κ' έξω είναι όσοι σε κακό ξεπέσουν γάμο.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Πάντα οι γυναίκες δυστυχία<br />
+στων ανθρώπων στάθηκαν τη μοίρα.</p>
+
+<p><i>ΤΥΝΔΑΡΕΩΣ</i></p>
+
+<p>Σαν τέτοιαν έχεις αυθάδεια και για σωστά δεν κρίνεις<br />
+τα λόγια μου, κ' έτσι μ' απαντάς ώστε με θλίψη να ποτίζης<br />
+την ψυχή μου, πιότερο μ' ανάβεις το σκοτωμό σου να ζητήσω.<br />
+Τόμορφο αυτό δώρο θα προσθέσω εις όσα φέρνοντας ήρθα<br />
+να στολίσω της κόρης μου τον τάφο. Θαύρω τους Αργείους<br />
+που εσυνάχθηκαν για τούτο· και την πόλι, που το θέλει κι' όλα,<br />
+θα παρακινήσω να θανατώση σας πετροβολώντας<br />
+σένα και την αδελφή σου. Εκείνη πιότερο από σέν' αξίζει<br />
+να θανατωθή, που σ' έσπρωξ' ενάντια της μάννας λέγοντάς σου<br />
+λόγια εχθρικά, όνειρ' από τον Αγαμέμνονα σταλμένα<br />
+κι' απ' του Αιγίσθου κλίνη. Είθε να την κυνηγούνε<br />
+με το μίσος των οι υποχθόνιοι θεοί, γιατί στη γην επάνω<br />
+τόσο τους ήτον μισητή, που για να καταφύγη δεν ευρήκε<br />
+παρά τόπο φλογερώτερο απ' τη γη του Ηφαίστου. Ετούτο,<br />
+Μενέλαε, σου λέω εγώ και θα το κάμω. Αν σ' υπόληψι έχης<br />
+τη φιλία μου και τη συγγένειά μας, μη τον υπερασπίσης<br />
+απ' το θάνατο παρά των θεών τη γνώμη, αλλ' άφησέ τον<br />
+με της πέτρες να τον σκοτώσουν οι πολίτες, ειδ' αλλέως<br />
+στη γη τη Σπαρτιατική δεν θα ξανάρθης. Τούτο σκέψου<br />
+που άκουσες· κι' ασεβείς φίλους μην προτιμήσης<br />
+αντί δίκαιους. Οδηγήστε με, υπηρέτες, έξω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Φύγε λοιπόν! για να εξακολουθήσωμε να πούμε<br />
+τα πρεπούμενα εμείς δίχως να τ' ακούν τα γηρατειά σου.<br />
+Μενέλαε, πού πας εσύ αντιγνωμίες έχοντας στο νου σου;</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Άφησέ με. Κρίνοντας δεν ξέρω από πού να στρέψω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μη λοιπόν αποφασίσης. Πριν λάβης απόφαση άκουσέ με.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Μίλησε. Μ' αρκετά είπες. Κάποτε πιότερο η σιωπή αξίζει<br />
+κι' άλλοτε καλύτερος ο λόγος παρ' η σιωπή είναι.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Λέω λοιπόν. Οι μακροί λόγοι τους πιο σύντομους νικούνε<br />
+και πιο ευκολονόητοι είναι. Από το βιος σου μη μου δώσης<br />
+τίποτε, Μενέλαε, μ' απ' τον πατέρα μου ό,τι έλαβες δος μου.<br />
+Δεν μιλώ για πλούτια. Μόνο πλούτος έχω να μου σώσης<br />
+τη ζωή, πούν' ό,τι αγαπητότερο έχω. Αν έσφαλα, όμως<br />
+για το κακό που έκαμα είναι σωστό από σε να λάβω<br />
+προστασία, ας είναι κι' άδικη. Ο πατέρας μου ο Αγαμέμνων<br />
+άδικα συναθροίζοντας όλη την Ελλάδα στην Ίλιο πήγε<br />
+όχι για δική του αιτία, μόνο για να εκδικηθή το σφάλμα<br />
+και την αδικία της γυναίκας σου. Γι' ανταπόδοσι ώστε πρέπει<br />
+να μου σταθής βοηθός. Κινδύνεψε το κορμί του εκείνος<br />
+για σέν' αγωνιζόμενος στης μάχες για να ξαναπάρης<br />
+τη γυναίκα σου, όπως φίλος να φερθή σε φίλο του ταιριάζει.<br />
+Απόδοσέ μου λοιπόν ό,τι από κείνον έλαβες, αγώνα<br />
+όχι δέκα χρονών, μα μιας ημέρας κάνοντας για να με σώσης.<br />
+Για τη θυσία της αδελφής μου στην Αυλίδα, δεν τη ζητάω<br />
+θυσία και συ την Ερμιόνη σου να κάμης, γιατί δίκηο<br />
+έχεις να ζητής πιότερ' από μένα, όπως είμαι τώρα,<br />
+και πιότερα χρωστώ εγώ να σου δώσω. Μόνο τη ζωή μου<br />
+απόδοσε στον άμοιρο πατέρα μου και τη ζωή της αδελφής μου,<br />
+που απόμεινε τόσο καιρόν παρθένα, γιατί αν αποθάνω<br />
+άτεκνο θ' αφήσω το πατρικό μου σπίτι. Θα πης ίσως<br />
+πως δεν σου είναι δυνατό; Μα οι φίλοι στης ενάντιες ώρες<br />
+πρέπει τους φίλους να βοηθούν. Όταν είν' καλ' η Τύχη<br />
+τι χρεία οι φίλοι; Κι' όταν ο θεός να μας βοηθήση<br />
+βουληθή, δεν έχουμε άλλου ανάγκη. Οι Έλληνες πιστεύουν<br />
+πως την γυναίκα σου αγαπάς και δεν στο λέω να σε κολακέψω. <br />
+Στ' όνομα της σ' ικετεύω. Ω δύστυχος στης συμφορές μου!<br />
+Πού εκατάντησα! Και τι μέλλεταί μου ακόμη να υποφέρω;<br />
+Στ' όνομα όλων των δικών σου σε ικετεύω. Του πατέρα<br />
+του δικού μου αδελφέ, θείε, βάλε στο νου σου πως ακούει<br />
+εκείνος απ' των νεκρών τη γη, πως η ψυχή του φτερουγίζει<br />
+εδώ και σου λέει ό,τι σου λέω εγώ. Πνιγμένος στα δάκρυα,<br />
+στους στεναγμούς και στην οδύνη σου τα λέγω και ζητώ σου<br />
+τη ζωή, που όλοι την ποθούν, όχι εγώ μονάχα.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Όμοια κ' εγώ παρακαλώ, αν και γυναίκα<br />
+βοήθεια να δώσης εις ετούτους<br />
+που δυστυχούν, γιατί στο χέρι σου είναι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ορέστη, το κεφάλι σου βέβαια το λυπάμ' εγώ και θέλω<br />
+να σε βοηθήσω στα δεινά σου. Να συμμερίζεται είναι χρέος<br />
+ο καθένας της δυστυχίες των συγγενών του, αν ο θεός του δίνη<br />
+δύναμη, πεθαίνοντας ο ίδιος γι' αυτούς ή τους εχθρούς των<br />
+σκοτώνοντας. Μα απ' τους θεούς ζητώ εγώ τώρα να μπορέσω<br />
+έτσι να φερθώ. Μονάχος φθάνω εδώ χωρίς συντρόφους<br />
+με το δόρυ μου και λίγους ξαναβρίσκοντας στη ζωή φίλους<br />
+κι' αφού περιπλανήθηκα μακρυά μυριοβασανισμένος.<br />
+Ώστε δεν δυνόμαστ' εμείς μ' ελπίδα νίκης το Άργος<br />
+το Πελασγικό να πολεμήσουμε· κ' είθε να έχουμε ελπίδα<br />
+να δυνηθούμε αυτό με λόγια πειστικά. Τόσο μεγάλα εμπόδια<br />
+πώς μ' έτσι μικρές προσπάθειες να νικηθούν; Είναι μωρία<br />
+να το σκεφθή κανείς. Σαν σηκωθή ο λαός και αγριέψη,<br />
+τέτοια προσπάθεια μοιάζει σαν κανείς να θέλη<br />
+άγρια φωτιά να σβύση. Μ' αν κανείς τώρα υποχωρήση<br />
+στέργοντας και προσμένοντας την πρόσφορη στιγμή, ίσως τότε<br />
+η μανία του ξεθυμάνη, κι' όταν πραΰνη η γνώμη του, μπορείτε<br />
+εύκολα να πιτύχετε απ' αυτόν ό,τι θελήστε. Η καλωσύνη<br />
+είναι μέσα στην ψυχή του όπως κι' ο θυμός ο άγριος,<br />
+και την πρόσφορη στιγμή να προσμένουμ' είναι χρεία.<br />
+Πάω για σε ν' αγωνισθώ τον Τυνδάρεω να πείσω<br />
+και την πόλι να σταματήσουν την οργή τους. Το καράβι<br />
+που τεντώνει τα σχοινιά του πανιού του αυτό βουλιάζει·<br />
+μ' αν το σχοινί του έχη αμολητό, πάλι ξανασιάζει.<br />
+Τους άγριους θυμούς οι θεοί αποστρέφονται, κ' οι πολίτες<br />
+όμοια τους αποστρέφονται. Ώστε μου χρειάζεται, το λέω<br />
+τούτο γνωστικά, με φρόνηση να σε γλυτώσω και όχι<br />
+θέλοντας να εναντιωθώ σε δυνατώτερούς μας. Με τη βία,<br />
+όπως το σκέπτεσ' ίσως, δεν θα σε γλυτώσω. Γιατί αλήθεια<br />
+εύκολο δεν είναι μ' ένα δόρυ μόνο τρόπαια να υψώσης<br />
+επάνω στα δεινά που σε βαρύνουν. Πιο ταπεινοί ποτέ μας<br />
+δεν βρεθήκαμε μπρος στους Αργείους. Μα τη στιγμή τούτη<br />
+είναι ανάγκη οι φρόνιμοι να γενούν δούλοι της τύχης.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ανθρωπος, που για τίποτε ικανός δεν είναι παρά μόνο<br />
+για να πολεμήση χάρι μιας γυναίκας. Δειλέ, αλήθεια,<br />
+τους δικούς σου να εκδικήσης. Φεύγεις τώρα εμένα<br />
+παραιτώντας με! Τ' Αγαμέμνονα οι ευεργεσίες πήγαν<br />
+του κάκου. Χωρίς φίλους θάσαι στον κατατρεγμό σου,<br />
+ω πατέρα, αλλοίμονό μου! Προδόθηκα και πια δεν έχω<br />
+ελπίδα να γλυτώσω απ' το μαρτύριο που μου προορίζουν<br />
+οι Αργείοι. Γιατί απόμενε στον άνδρα μόνο τούτον<br />
+η σωτηρία μου. Μα τον αγαπητότερο μου απ' όλους<br />
+τους θνητούς βλέπω, τον Πυλάδη, που βιαστικά γυρίζει<br />
+απ' τη Φωκίδα. Ω θώρημα γλυκό μου. Όποιος μας είναι<br />
+πιστός εις τον κατατρεγμό μας πιο γλυκοθώρητος μας είναι<br />
+παρ' ό,τι στο πέλαγο η ουράνια ξαστεριά είναι στους ναύτες.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ήρθα βιαστικά μέσ' απ' την πόλη, όπως κ' είχα χρέος,<br />
+μαθόντας τη συνάθροιση των πολιτών, κ' εγώ ο ίδιος<br />
+την είδα. Εμαζευθήκαν εναντίο σου κ' εναντίο της αδελφής σου<br />
+κ' είν' έτοιμοι αμέσως να σας θανατώσουν. Τι συμβαίνει;<br />
+Τι έχεις; Τι κάνεις, ω αγαπητότερε απ' τους συνομίληκούς μου,<br />
+τους φίλους μου, τους δικούς μου; Γιατί έτσι θωρώ σε;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Χαθήκαμε, για να σου πω όλα με μια λέξη.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Μαζύ σου θα μας συνεπάρης^ όλα είναι κοινά στους φίλους.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αδικώτατος είν' ο Μενέλαος σ' εμένα και στην αδελφή μου.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Φυσικό της κακής γυναίκας ο άνδρας κακός νάναι.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ο ερχομός του το ίδιο μου ήταν ως να μην ερχότουν.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Αλήθεια λοιπόν έφθασεν αυτός στη χώρα τούτη;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ήρθε μετά μακρότατο ταξίδι, μ' άπιστος δείχθη στους φίλους.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Κ' έρχεται την κάκιστη γυναίκα του έχοντας στο πλοίο;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν την έφερε αυτός· εκείνη τον ξανάφερε εδώ πέρα.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Πούν' η γυναίκα αυτή, πώκαμε Αχαιούς τόσους να χαθούνε;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Στο σπίτι μου, αν μου επιτρέπεται να το λέω δικό μου.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Και συ στου πατέρα σου τον αδελφό τι λόγια τούπες;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Να μη αφήση εγώ κ' η αδελφή μου απ' το λαό να σκοτωθούμε.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Και για τόνομα των θεών! τι είπε; Θέλω να το μάθω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ανειλικρίνεια έδειξε, ως οι κακοί φίλοι δείχνουνε στους φίλους.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Με τι πρόφαση; Τούτο μαθαίνοντας εγώ θα τα ξέρω όλα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ήρθ' εδώ ο πατέρας που γέννησε της άξιες αυτές κόρες.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ο Τυνδάρεως; Με την κόρη του ίσως θάν' ωργισμένος.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τώνοιωσες. Ο Μενέλαος κάλλιο τον λόγισε από τον πατέρα.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Και δεν τόλμησε να σε βοηθήση στον κατατρεγμό σου;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Απόλεμος είναι κ' έχει ανδρεία με της γυναίκες μόνο.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Στην κορφή των δεινών σου είσαι λοιπόν και θα πεθάνης;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ψήφο θα δώσουν οι πολίτες κρίνοντας για το φόνο.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι θ' αποφασίσουν; Λέγε. Είμαι γεμάτος φόβο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Θα ζήσω ή θα σκοτωθώ. Τα μεγάλα εκφράζονται με συντομία.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Φεύγα λοιπόν. Με την αδελφή σου φύγετ' απ' το σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν βλέπεις; απ' όλες της μεριές μας έχουν ζώσει.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Σ' όλους της πολιτείας τους δρόμους είδ' αρματωμένους.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μας έζωσαν σαν πόλη απ' τους εχθρούς πολιορκημένη.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Τώρα τι μου συμβαίνει ρώτησε, γιατί κ' εγώ είμαι χαμένος.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Από ποιον; Η συφορά σου αυξάνει τα δεινά μου.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ </i></p>
+
+<p>Ωργισμένος ο πατέρας μου ο Στρόφιος μ' έδιωξε κ' εξώρισέ με.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Κατηγορείσαι για έγκλημα κοινό ή ενάντιο της πόλης;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Λέει πώς μολύνθηκα στης μάννας σου το φόνο συνεργώντας.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Άμοιρε, και σε λοιπόν οι συφορές μου θα βαρύνουν;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν είμαι ως ο Μενέλαος, θα υπομείνωμε της συφορές μας.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν φοβάσαι μη τ' Άργος θελήση σαν κ' εμέ να σε σκοτώση;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν έχει το δικαίωμα αυτό, μόνο η Φωκίδα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Είναι φοβερό το πλήθος όταν κακούς αρχηγούς έχη.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα σαν έχη καλούς, πάντα το αγαθό θέλει.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ας είναι. Πρέπει λοιπόν να μιλήσουμε στο πλήθος.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι πράγμα είναι που τέτοια παρουσιάζει ανάγκη;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αν πηγαίνοντας μπρος στους πολίτες έλεγά τους . . . .</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Πως μια δίκαια πράξη έχεις εσύ κάμει;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν είν' έτσι; εκδίκηση λαβαίνοντας για τον πατέρα;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Φυλάξου, μην αλλέως με χαρά σ' αρπάξουν.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Σιωπώντας λοιπόν θα σκοτωθώ κυριευμένος από τρόμο.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Δειλό θενά ήταν.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι λοιπόν πρέπει να κάμω;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Αν εδώ εσύ μείνης, έχεις καμμιά ελπίδα σωτηρίας;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, δεν έχω.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Στους πολίτες πηγαίνοντας να σωθής ελπίζεις;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δυνατό είναι τούτο αν βοηθήση η τύχη.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ώστε καλύτερο είν' αυτό παρά να μείνης.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Γι' αυτό πάω.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Αν σκοτωθής, θα σκοτωθής έτσι εσύ πιο δοξασμένος.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Βέβαια, γιατί δίκαιο είναι το δικό μου έργο.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ευχήσου μόνο τέτοιο να φανή και στους πολίτες.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλά λες. Έτσι δεν θα με κατηγορήσουν για δειλία.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Κάλλιο παρά να μείνης.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ίσως κανείς για με οίκτο λάβη.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Η ευγενική καταγωγή σου βοήθεια είναι μεγάλη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Κλαίοντας του πατέρα μου το φόνο.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Φανερό είναι τούτο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μπρος! Γιατί δειλό είναι πράμμα άδοξα να πεθάνω.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Το εγκρίνω αυτό.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Στην αδελφή μου να το πούμε;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, για τόνομα των θεών.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Θάχυνε δάκρυα.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Κακός οιωνός θάταν.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ας σιωπήσουμε λοιπόν για τούτο.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Καιρό θενά κερδήσης.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Έχω μια μόνο ανησυχία.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιάν ακόμα;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μην οι θεές με σπρώξουν στη μανία.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα έγνοια εγώ θα σ' έχω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Να φυλάς άρρωστο είναι κόπος.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι σ' εμέ για σένα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Φυλάξου μη και συ πάθης μανία.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι με μέλει;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Λοιπόν κανένα δισταγμό δεν έχεις;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ο δισταγμός είναι κακό μεγάλο ανάμεσα στους φίλους.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Εμπρός λοιπόν, στο βήμα μου οδηγέ.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Έγνοια θα σ' έχω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Στου πατέρα μου οδήγα με τον τάφο.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί τούτο;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Για να τον παρακαλέσω να με σώση.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Είναι σωστό τούτο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα μην τύχη κ' ιδώ εγώ της μάννας μου τον τάφο;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ήταν εχθρά σου. Αλλά βιάσου μην η ψήφος των Αργείων<br />
+σε καταδικάση. Στη ράχη μου στήριξε την αδυνατισμένη<br />
+απ' την αρρώστεια ράχη σου, γιατί από μέσ' από την πόλη<br />
+θα σε οδηγήσω δίχως για το πλήθος έγνοια ή ντροπή καμμία.<br />
+Πώς θα δείξω αλήθεια πως είμαι φίλος σου αν δεν τρέξω<br />
+για βοήθεια σου στη μεγάλη συφορά όπου είσαι τώρα;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλό είναι τούτο. Πρέπει κανείς νάχη φίλους κι' όχι μόνο<br />
+συγγενείς. Εκείνος που μας συμπονεί, κι' αν είναι ξένος,<br />
+είναι φίλος που πιότερο από χίλιους συγγενείς αξίζει.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p><i>Στροφή</i></p>
+
+<p>Τα μεγάλα τούτα πλούτη<br />
+κ' η λαμπρότης, που έδειχνε τόση<br />
+περιφάνεια στην Ελλάδα όλη<br />
+κι' ως του Σιμόεντος της όχθες,<br />
+τώρα άλλαξαν για τους Ατρείδες<br />
+εξ αιτίας της παλαιάς μέσ' στη γενειά των<br />
+ανομίας για το Χρυσό το Δέρας όταν<br />
+η φιλονικεία έφερε στους Τανταλίδες<br />
+τα βαρυγκόμητα εκείνα τσιμπούσια<br />
+και τη σφαγή παιδιών αρχοντογεννημένων·<br />
+απ' τότε ο φόνος με νέο αίμα<br />
+ξεπλένοντας έν' άλλο φόνο<br />
+δεν σταμάτησε ως στους δυο Ατρείδες.</p>
+
+<p><i>Αντιστροφή</i></p>
+
+<p>Πράξη δεν λεν τιμημένη<br />
+να κτυπήσης με χέρι αρματωμένο<br />
+με σπαθί το κορμί που σ' εγέννησε<br />
+και στο φως του ήλιου να υψώσης<br />
+το μαυρισμένο απ' το αίμα σίδερο.<br />
+Το εναντίο, να κάνης τέτοια<br />
+εγκλήματα είν' άσεβη τρέλλα<br />
+και κακούργου είναι μάνιτα.<br />
+Στου θανάτου τον τρόμο η αθλία<br />
+Τυνδαρίδα εφώναξε: Γυιέ μου,<br />
+μια πράξη αποτόλμησες άσεβη<br />
+σκοτώνοντας τη δική σου τη μάννα.<br />
+Φοβήσου μη θέλοντας σέβας<br />
+στον πατέρα σου έτσι να δείξης<br />
+σκεπασθής μ' ατιμίαν αιώνια.</p>
+
+<p><i>Επωδός</i></p>
+
+<p>Ποιο κακό είναι βαρύτερο<br />
+κ' αίτιο ποιο είναι μεγαλύτερο<br />
+για δάκρυα και για καϋμό<br />
+στον κόσμο απ' το φόνο της μάννας;<br />
+Τούτος που το έγκλημα αυτό<br />
+έκαμε, ο γυιός του Αγαμέμνονος<br />
+χάμω κυλώντας και με μάτια<br />
+άγρια κι' απ' οργικό<br />
+ταραγμένος τώρα βρίσκεται<br />
+εξ αιτίας του φόνου έρμαιο<br />
+γενάμενος των Εριννύων.<br />
+Ο δύστυχος που της μάννας βλέποντας<br />
+τους κόρφους έξω από τα ολόχρυσα<br />
+φορέματά της την εσκότωσε<br />
+τον πατέρα του να εκδικηθή.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Γυναίκες, ο δύστυχος ο Ορέστης μην έφυγε εδώθε<br />
+κυριευμένος απ' τη μανία που οι θεοί του εδώκαν;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Όχι, μα στη συνάθροιση των Αργείων για τη ζωή του επήγε<br />
+αγώνα να κάμη αν θα παιθάνετε ή θα γλυτώστε.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αλλοί μου! τι έκαμε; Ποιος τον συμβούλεψ' έτσι;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ο Πυλάδης. Μα έρχεται ένας άγγελος, που αμέσως<br />
+θα μας ειπή τι απόγεινε για τον αδελφό σου.</p>
+
+<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω δύστυχη, αξιολύπητη του Αγαμέμνονος συ ω κόρη,<br />
+Ηλέκτρα αρχόντισα, άκουσε τα λυπηρά νέα που φέρνω.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αλλοί μου, αλλοί χαθήκαμε, τα λόγια σου το φανερώνουν.<br />
+Όπως ξάστερα δείχνεται ήλθες άγγελος μιας δυστυχίας.</p>
+
+<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Αποφασίσθηκε για σήμερα με των Πελασγών τον ψήφο<br />
+να θανατωθήτε ο αδελφός σου και συ ω δυστυχισμένη.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονο σ' εμένα. Ό,τι από πολύν καιρό εφοβόμουν<br />
+και που η απαντοχή του μ' έκανε να λυώνω στα δάκρυα<br />
+έφθασε τέλος! Μα τι γνώμες και ποια λόγια των Αργείων<br />
+έφεραν την καταδίκη μας σε θάνατο; Λέγε μου, ω γέρω,<br />
+με πέτρες ή σπαθί θα με σκοτώσουν, σαν τον αδελφό μου;</p>
+
+<p><i>ΑΓΓΕΛΟΣ</i></p>
+
+<p>Πραγματικώς ερχόμουν απ' τον κάμπο κ' έμπαινα στην πόλη<br />
+θέλοντας να μάθω τι θ' απογενήτε συ κι' ο Ορέστης·<br />
+γιατί πάντα υπηρετούσα τον πατέρα σου κι' αναστημένος <br />
+είμαι σπίτι σας και, μολονότι φτωχός, είμαι αφωσιωμένος<br />
+σ' όσους αγαπώ. Λοιπόν το λαό θωρώ να φθάνη<br />
+και να κάθεται στο λόφο, όπου ο Δαναός έχουν να πούνε<br />
+πως για την κρίση της διαφοράς που με τον Αίγυπτο είχε,<br />
+συνάθροισε πρώτος τον λαόν εκεί. Βλέποντας συναθροισμένο<br />
+το πλήθος ρώτησα έναν απ' τους πολίτες. — Τι νέα τρέχουν<br />
+στο Άργος; Απ' τους εχθρούς καμμιά είδηση μην ήλθε<br />
+που ν' ανησυχή την πολιτεία των Δαναΐδων; Κι' αποκρίθη: <br />
+&nbsp;— Δεν βλέπεις τον Ορέστη πούρθε να σώση τη ζωή του; <br />
+Κι' αλήθεια τότε βλέπω τ' αναπάντεχο αυτό θώρημα. Είθε <br />
+να μου έδιναν οι θεοί να μη τώβλεπα ποτέ! Ο Πυλάδης<br />
+κι' ο αδελφός σου ερχάμενοι, ο ένας περίλυπος και μαραμένος<br />
+απ' την αρρώστεια του κι' ο άλλος σαν αδελφός θλιμμένος<br />
+για του φίλου του της θλίψες και τον καϋμό πρααίνοντάς του<br />
+όπως κάνουν τα παιδιά. Όταν ο λαός όλος των Αργείων<br />
+εμαζεύθηκε, ένας κήρυκας εσηκώθη κ' είπε τότε:<br />
+Ποιος θέλει να μιλήση; Απόφαση θα γίνη αν ο μητροκτόνος<br />
+Ορέστης πρέπη ν' αποθάνη ή όχι. — Μετά το λόγο τούτο<br />
+σηκώθηκε ο Ταλβύθιος, που με το δικό σου τον πατέρα<br />
+όλη τη Φρυγία έχει ρημάξει. Στους δυνατούς πάντας υπάκουος<br />
+κι' ανάκατα είπε λόγια τον πατέρα σου επαινώντας,<br />
+μα κατηγορώντας σου τον αδελφό κι' άπιστα λόγια<br />
+επιδέξια παραβάνοντας κ' ευνοϊκά κυττώντας<br />
+του Αίγισθου τους φίλους. Πραγματικώς τέτοιος εδείχθη<br />
+ο άνθρωπος αυτός. Έτσι οι κήρυκες κοντάθε πάντα<br />
+πάνε με τους πιο καλότυχους κ' εκείνος είναι γι' αυτούς φίλος<br />
+πούν' δυνατώτερος κι' απ' τους αρχούς της πολιτείας.<br />
+Ο Βασιληάς ο Διομήδης μίλησε απ' αυτόν κατόπι.<br />
+Δεν έστρεγε να σας σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου,<br />
+μα μ' εξορία, τιμωρώντας σας θα έκαναν δικαιοσύνη.<br />
+Κι' άλλοι τον επευφημούσαν κι' άλλοι κατηγορούσαν.<br />
+Και στερνά σηκώθηκ' ένας μ' αχαλίνωτη τη γλώσσα<br />
+δυνατός εξ αιτίας της αυθαδείας του. Αργίτης,<br />
+αν και μη όντας από τ' Άργος που εισακούσθη ως τόσο<br />
+με την οχλαγωγία και την άγνωρην αυθάδεια του λόγου<br />
+κι ήταν ικανός να ρίξη με της συμβουλές του τους πολίτες<br />
+σε κακές επαναστάσεις. Αληθινά σαν ένας άνδρας<br />
+εύγλωττος κακόγνωμος το λαό τον καταπείση, τότε<br />
+δυστυχία είναι στην πόλη τούτο. Ενώ εκείνοι που δίνουν<br />
+σοφές πάντα συμβουλές, ακόμη κι' αν δεν είναι αμέσως,<br />
+αργότερα όμως είναι πάντα ωφέλιμοι. Και πρέπει<br />
+σύμφωνα μ' αυτά να κρίνουμε τον αρχηγό της πολιτείας,<br />
+γιατί την ίδιαν έχουν θέση ο ρήτορας ως κ' εκείνος πούναι<br />
+κύριος της εξουσίας. Το λοιπόν αυτός το λαό παρακινούσε<br />
+να σε σκοτώση με της πέτρες όμοια ως και τον Ορέστη·<br />
+κι' ο Τυνδάρεως παινούσε εκείνον πώλεγε να σας σκοτώσουν.<br />
+Άλλος σηκώθηκε που αντέλεγέ του. Η θωριά του ωραία<br />
+δεν είναι, μα θάρρος έχει αυτός, σπάνια ερχόμενος στην πόλη<br />
+και στην αγορά, και το ποστατικό του δουλεύοντας μονάχος.<br />
+Είν' από κείνους που μόνοι αυτοί είναι σωτηρία της πόλης.<br />
+Το λοιπόν είν' άξιος αυτός να συζητήση σαν το θέλη<br />
+κ' είν' άνθρωπος ακέραιος κι' αψεγάδιαστ' η ζωή του είναι. <br />
+Κ' είπε πως ο γυιός τ' Αγαμέμνονος ο Ορέστης<br />
+έπρεπε στέφανον να λάβη, γιατί απόφασιν επήρε<br />
+για τον πατέρα του να εκδικηθή, σκοτώνοντας γυναίκα φαύλη<br />
+κι' άσεβη, που το έγκλημά της θάκανε ώστε κανένας<br />
+στο εξής να μη στρέγη να οπλισθή και να πάη να πολεμήση<br />
+μακρυά απ' το σπίτι του, αν εκείνοι που απομένουν<br />
+φύλακες των σπιτιών τα διαφθείρουν και μολαίνουν<br />
+τη συζυγική κλίνη των ανδρών. Κ' εφάνη σ' όλους<br />
+τους καλούς πως καλά τάπε, και στερνά απ' αυτόν κανένας<br />
+δεν εμίλησε. Μα προχώρησε ο αδελφός σου κ' είπε:<br />
+&nbsp;— Ω σεις, που κατοικείτε τη χώρα του Ινάχου κ' είσθε<br />
+Πελασγοί πριχού κ' ύστερα Δαναοί, εγώ, σας εκδικώντας<br />
+όχι λιγώτερο παρ' ό,τι τον πατέρα μου, έχω σκοτώσει<br />
+τη μάννα μου. Αλήθεια, αν συχωρετό είναι στης γυναίκες<br />
+να σκοτώνουν τους άνδρες τους, σύντομα σεις θα σκοτωθήτε,<br />
+ή πρέπει στης γυναίκες σας σκλάβοι να γίνετε σεις κ' έτσι<br />
+το ενάντιο θα κάνετε απ' ό,τι να κάνετε ταιριάζει.<br />
+Τώρα που εκείνη που πρόδωσε του πατέρα μου την κλίνη<br />
+σκοτώθηκε, αν τη θανατική ποινή μου δώστε, ο νόμος<br />
+θα καταλυθή κι' ουδένας το σκοτωμό του θα ξεφύγη<br />
+και μια τέτοια αυθάδεια σπάνια στο εξής δεν θάναι.<br />
+Μα το λαό μ' αυτά δεν έπεισε, αν και μίλησε άξια·<br />
+κι' ο κακός ο ρήτορας του όχλου, πούχε συμβουλεύσει<br />
+να σκοτώσουν σένα και τον αδελφό σου, εισακούσθη.<br />
+Μετά βίας ο άμοιρος Ορέστης μπόρεσε να πιτύχη<br />
+να μη σκοτωθήτε με της πέτρες, μα υποσχέθη πώς ατός του<br />
+σήμερα κιόλα θα σκοτωθή με το χέρι του, και συ το ίδιο.<br />
+Ο Πυλάδης κλαίοντας τον πήρε πάλι εκείθε πέρα<br />
+απ' τη συνάθροιση κ' οι φίλοι του μ' οδυρμό κι απελπισμένοι<br />
+τον συνωδέψαν. Θα ιδής σε λίγο πράμα φρικαλέο<br />
+κι' αξιοθρήνητο. Ετοίμασε σπαθί ή πλατύ μαχαίρι<br />
+για το λαιμό σου, γιατί το φως πρέπει ν' απαραιτήσης.<br />
+Ούτε η καλή γενειά σου θα σου χρησιμέψη ούτ' ο Απόλλων<br />
+που κάθεται πάνω στον τρίποδα. Πάτε χαμένοι.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω δύστυχη κόρη με το κεφάλι<br />
+σκυμμένο στη γην απομένεις<br />
+και βουβή, αν και πρέπη σε λίγο<br />
+να ξεσπάσης σε οδυρμούς και σε γόους</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p><i>Στροφή</i></p>
+
+<p>Ω Πελασγία! αρχίζω<br />
+το μυρολόι μου, μπήχνοντας<br />
+τα νύχια στ' άσπρα μάγουλά μου<br />
+τα ματωμένα και κτυπώντας<br />
+το κεφάλι μου, όπως οφείλω<br />
+στη νέα θεά την όμορφη<br />
+των νεκρών, πάνω στη γη.<br />
+Η Κυκλώπεια γη ας οδύρεται<br />
+γοερά, που το σίδερο τώρα<br />
+τα μαλλιά της κόμης σας έκοψε<br />
+για του σπιτιού της συφορές.<br />
+Η συμπόνεση, η συμπόνεση πρέπει<br />
+για όσους μέλλεται να πεθάνουν,<br />
+για κείνους που ήσαν άλλοτε<br />
+της Ελλάδος στρατηγοί.</p>
+
+<p><i>Αντιστροφή</i></p>
+
+<p>Πάει, πάει, εχάθηκε<br />
+όλ' η γεννειά των παιδιών<br />
+του Πέλοπος, που τα καλά τους<br />
+κ' οι πλούσιοι ζήλευαν πριχού.<br />
+Τη ρήμαξε η ζηλοτυπία<br />
+των θεών κ' η μισητή<br />
+και δολοφόν' απόφαση<br />
+της πολιτείας. Αλλοίμονό μου.<br />
+Αλλοίμονο άμοιρες γεννειές<br />
+των θνητών κι' αξιοθρήνητες!<br />
+Δέτε πώς έπεσεν η Μοίρα<br />
+ενάντια σε κάθε απαντοχή!<br />
+Τώνα πάν' στ' άλλο τα δεινά<br />
+έρχονται' ολάκαιρη η ζωή<br />
+των θνητών δεν έχει στάση.<br />
+Να μπορούσα να ριχθώ<br />
+στην πέτρα εκείνη που σχίσθη<br />
+απ' τον Όλυμπο και κατρακυλά<br />
+στριφογυρνώντας κρεμασμένη<br />
+απ' αλυσίδες χρυσές ανάμεσα<br />
+τουρανού και της γης, κ' έτσι<br />
+τα μυρολόγια μου να 'πω<br />
+στον Τάνταλο πατέρα<br />
+που τους προγόνους γέννησε<br />
+της δικής μου γεννειάς,<br />
+που τόσα δεινά υπόφερε<br />
+αφ' όταν, το δρόμο το γοργό<br />
+των τεσσάρων του αλόγων ο Πέλοπας<br />
+γληγορεύοντας, τον Μυρτίλο εσκότωσε<br />
+στο πέλαγο γκρεμίζοντάς τον,<br />
+στης Γεραιστού τα κύματα<br />
+π' αφρίζουν στ' ακρογιάλι.<br />
+Από τότε στη γεννειά μας μέσα<br />
+έπεσε η αξιοθρήνητη<br />
+φιλονικία, τ' απαίσιο θαύμα<br />
+του Χρυσού Δέρατος, που εγίνη<br />
+από το γυιό της Μαίας κ' εγεννήθη<br />
+στ' αλογοτρόφου Ατρέα τα κοπάδια.<br />
+Απ' αυτό η διχόνοια που έστρεψε<br />
+το φτερωτό του Ηλίου αμάξι,<br />
+ώστε αφίνοντας το δυσμικό<br />
+τουρανού δρόμο εξαναγύρισε<br />
+μ' ένα μόν' άλογο στην Έω.<br />
+Και τότε ο Δίας έστρεξε<br />
+το τρέξιμο των επτά Πλειάδων<br />
+προς άλλο δρόμο κ' έκαμε<br />
+οι φόνοι άλλους φόνους ν' ακλουθήσουν<br />
+στη γεννειά των Ατρειδών<br />
+και το δείπνο το Θυέστειο<br />
+και την κλίνη μοιχείας της άπιστης<br />
+της Κρητικιάς Ευρώπης·<br />
+και του πατέρα μου την ύστερη συφορά<br />
+και της δικές μου εξ αιτίας της άθλιας<br />
+μοίρας του δικού μας σπιτιού.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Νά ο αδελφός σου που ζυγώνει δικασμένος<br />
+σε θάνατον απ' του λαού την ψήφο·<br />
+κι' ο πιστότερος των ανθρώπων, ο Πυλάδης,<br />
+σαν αδελφός στοργικά περπατώντας<br />
+δίπλα του τάρρωστο κορμί του στηρίζει.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονό μου, αδελφέ μου, θρηνολογώ βλέποντάς σε<br />
+στο χείλος του τάφου και κοντά στην πυρά την εντάφια.<br />
+Αλλοί, θωρώντας σε για στερνή φορά το νου μου χάνω</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν θα δεχθής σιωπηλά και χωρίς μυρολόγια γυναίκεια<br />
+ό,τι είναι πια τελεμένο; Είναι βέβαι' αξιοθρήνητα τούτα,<br />
+μα συ πρέπει αντοχή ν' αποδείξης στης τύχες μας τώρα.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Και πώς να σιωπήσω που εμείς οι βαρυόμοιροι πρέπει<br />
+το φως του θεού να μη το αγναντέψουμε πλέον;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μη με σκοτώνης. Αρκετά εγώ δύστυχος είμαι<br />
+που απ' τους Αργείους πεθαίνω. Άφησ' εκεί τα δεινά μας.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ω, για τη νειότη, τη μοίρα σου και τον πρόωρο θάνατο κλαίω,<br />
+Ορέστη άμοιρε. Να ζήσης πρεπότουν και ζωή πια δεν έχεις.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Για των θεών τόνομα μη τα ύπατά μου μού κόβης<br />
+κάνοντάς με να κλάψω θυμάμενος της συφορές μας.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Θα πεθάνουμε και να μη κλαίμε μπορεί τα δεινά μας; <br />
+Η ζωή αξίζει στ' αλήθεια να κλαίγεται απ' όλους.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αφέντης μας η μέρα είναι τούτη· με τα ίδια μας χέρια<br />
+τα μαχαίρια να ετοιμάσωμε ή το σπαθί ν' ακονίσωμε πρέπει.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αδελφέ μου, λοιπόν σκότωσέ με για να μη με σκοτώση <br />
+άλλος Αργείος, τη γεννειά του Αγαμέμνονος υβρίζοντας έτσι.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Φτάνει μου της μάννας ο φόνος. Δεν θα σε σκοτώσω.<br />
+Με το ίδιο σου το χέρι σκοτώσου και μ' όποιο θες τρόπο.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ας είναι. Το σπαθί σου γι' αυτό θα μου φθάση.<br />
+Μα ν' αγκαλιάσω το λαιμό σου εγώ θέλω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Απ' τη μάταιη αυτή τέρψη ευχαρίστηση λάβε, αν σου είναι<br />
+ποθητό ετοιμοθάνατους, ως λες, ν' αγκαλιάσης.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ω πολυαγάπητε συ, που το ποθητό και γλυκό ακούς τώρα<br />
+όνομα αδελφού και μια ψυχή μ' αυτήν είσαι μόνο!</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Θα με κάμης να κλάψω. Ναι, θέλω στα δικά σου τα χάδια<br />
+ν' αποκριθώ. Τάχα ο άμοιρος γιατί ντροπή νάχω; <br />
+Αγαπητά μου αγκαλιάσματα! Στους άμοιρους τώρα<br />
+εμάς τα λόγια είναι σαν τέκνα κι' ως γαμήλιο κρεββάτι.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ωιμέ! Το ίδιο σπαθί αν μπορούσε να μας θανατώση<br />
+και να δεχθή μας το ίδιο από κέδρο κιβούρι.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Θάταν γλυκύτατο αυτό, μα, ως βλέπεις, εμείς στερημένοι<br />
+είμαστε φίλων, που να μας βάλουν στο ίδιο μνημούρι.<br />
+Ο δειλός ο Μενέλαος, του πατέρα προδότης, δεν είπε<br />
+τίποτε για να μη σε σκοτώσουν εσέ κι' ουδ' εφάνη·<br />
+μα από ελπίδα του σκήπτρου εφοβήθη να σώση τους φίλους.<br />
+Μπρος θαρρετά ας πεθάνουμε και τ' Αγαμέμνονος άξια.<br />
+Όσα για με θα δείξω στην πόλι της γεννειάς μου το θάρρος,<br />
+το σπαθί μέσ' στο σκότι μου μπήγοντας. Πρέπει το ίδιο<br />
+σαν εμένα και συ τόλμη νάχης. Και συ παραστέκα<br />
+στη σφαγή μας, Πυλάδη· κατόπι ως ταιριάζει, ας βολέψης<br />
+τα κορμιά μας και φέρνοντας στου δικού μας πατέρα<br />
+τον τάφο εκεί θάψε μας. Χαίρε! Όπως βλέπεις, ο ίδιος<br />
+θα πράξω εγώ τώρα εκείνο που απόφαση εγίνη.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Σταμάτησε! Πρώτη φορά μου κατηγόρια σου δίνω<br />
+αν λόγιασες πως εγώ θενά ζήσω νεκρός όταν είσαι.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα γιατί εσύ πρέπει να πεθάνης μαζί μου;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Το ρωτάς; Πώς χωρίς τη φιλία σου θα ζήσω;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τη μάννα εσύ δεν εσκότωσες, άμοιρε, σαν εγώ τη δική μου.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα εσύμπραξα μ' εσέ κ' έχω χρέος την ίδια τύχη να λάβω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τη ζωή σου για τον πατέρα σου φύλαε, μη πεθάνης μαζί μου.<br />
+Αλήθεια έχεις εσύ μια πατρίδα, μα εγώ δεν έχω καμμία.<br />
+Το σπίτι σου έχεις και με βιος ένα βέβαιο λιμάνι.<br />
+Κι' αν αλήθεια στερήθηκες το γάμο της άμοιρης τούτης<br />
+που ταγμένη στην είχα, τη δική μας φιλία τιμώντας,<br />
+πάρε όμως μιαν άλλη γυναίκα παιδιά ν' αποκτήσης,<br />
+γιατί αναμεσό μας δεσμός πια δεν είναι. Κ' είθε νάσαι<br />
+ευτυχής συ απ' τους ομηλίκους ο πιο αγαπημένος,<br />
+γιατί είν' βολετό σου να γίνης εσύ ευτυχισμένος,<br />
+μα εμείς όχι πλέον, γιατί οι πεθαμμένοι χαρά δεν λαβαίνουν.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Μακρυά είσαι απ' το νάχης την ίδια σκέψι μ' εμένα.<br />
+Ούτ' η γόνιμη γη, ούτε ο λαμπρός ο Αιθέρας το αίμα<br />
+το δικό μου ας δεχθούν αν άπιστα σε παραιτήσω<br />
+τη ζωή να γλυτώσω. Φονηάς με σε, και δεν ταπαρνούμαι,<br />
+κ' εγώ όλο εσυμβούλεψα το έργο που γι' αυτό ετιμωρήθης·<br />
+γι' αυτό πρέπει μαζί με σε και με τούτην κ' εγώ να πεθάνω.<br />
+Μνηστήρας της όντας σαν γυναίκα μου εγώ την λογιάζω.<br />
+Τι τίμιο θενάλεγα στων Δελφών γυρνώντας τη χώρα,<br />
+στων Φωκαίων το κάστρο εγώ που πριν δυστυχήστε<br />
+φίλος σας ήμουν και πλέον δεν είμαι σαν καταντήστε<br />
+δύστυχοι; Αυτό δεν γίνεται και τα δικά σας δικά μου<br />
+θάναι δεινά. Μα σαν πρέπει να πεθάνουμε, τρόπο κανένα<br />
+ας βρούμε ο Μενέλαος μαζί μας να σβύση κ' εκείνος.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ω παλυαγάπητε, τούτο θωρώντας δεν θα μπορώ να πεθάνω.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Άκουσέ με λοιπόν και το κτύπημα του σπαθιού αργοπόρα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ταργοποράω αν μπορώ να εκδικηθώ τον εχθρό μου.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Σώπα όμως, τι πίστη στης γυναίκες λίγη έχω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Απ' αυτές μη φοβάσαι καθόλου· φίλες είναι δικές μου.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Την Ελένη ας σκοτώσουμε. Πίκρα πόση ο Μενέλαος θάχη!</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Πώς; έτοιμος είμαι αν υπάρχη το μέσο.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Σφάζοντάς την. Κρυμμένη στο σπίτι είναι μέσα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Βέβαια, αυτή σ' όλα συγκατάθεση δίνει.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα τίποτε πια δεν θα κάνη, γιατί μνηστή είναι του Άδη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα πώς να γενή; Βάρβαροι απ' ολούθε φυλάγουν.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποιοι είναι αυτοί; Δεν φοβούμαι κανένα εγώ Φρύγα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Είναι τους για να φυλάγουν μυρωδιές και καθρέφτες.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ώστε ξανάρθ' εδώ φέρνοντας τα καλά της Τρωάδος; </p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Βέβαια. Η Ελλάδα στενοχώρια της δίνει.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Μπρος στον ελεύθερο ο σκλάβος μηδέν είναι πάντα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αν μπορώ αυτό να κάμω, να πεθάνω δυο φορές δεν αρνούμαι.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ούτε βέβαια εγώ, αν εκδίκηση λάβω για σένα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μίλα και ό,τι εσύ λες σε καλό φέρ' το τέλος.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Στο σπίτι μέσ' ας μπούμε τάχα για να σκοτωθούμε.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Καταλαβαίνω αυτό, μα όχι τι θα γίνη κατόπι.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Μπροστά της θα κλαφτούμε για τα δεινά που τραβούμε.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Για να κλάψη αυτή αν και το χαίρει η ψυχή της.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Κ' εμείς το ίδιο τότε θα αισθανώμεθα τα ίδια μ' εκείνη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα κατόπι; Πώς θ' αποτελειώσουμ' εμείς τον αγώνα;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Κάτωθ' απ' τους πέπλους μας θάχωμε σπαθιά μεις κρυμμένα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα πώς θα την σκοτώσουμε μπρος στους ίδιους της δούλους;</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Θαν τους κάνουμε να σκορπισθούν μέσ' στο σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Και πρέπει να σκοτώσουμ' όποιον δεν σιωπήση.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Στερνά η περίσταση τι θενά κάμουμε θα μας διδάξη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Της Ελένης ο φόνος τούτο νάναι το σύμβολό μας.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Κατάλαβες. Τώρ' άκουσε πώς είν' λαμπρό το σχέδιο μου.<br />
+Βέβαια, αν το σπαθί υψώναμε κατά μιας τίμιας γυναίκας, <br />
+ο φόνος άτιμος θαν ήταν μα με την τιμωρία τούτη<br />
+λαβαίνουμ' εκδίκησι για όλη εμείς την Ελλάδα<br />
+για όσους τους εσκότωσε τους πατέρες κ' οι πατέρες<br />
+για τα παιδιά τους κ' οι γυναίκες για τους άνδρες<br />
+που τους έχασαν. Χαρά μεγάλη θα γίνη για τούτο<br />
+και πυρά θα κάψουν μπρος στους θεούς παρακαλώντας<br />
+ευτυχία σ' εμάς να δώσουν γιατί μιαν άθλια γυναίκα<br />
+σκοτώσαμε. Και πλέον δεν θα σε λένε μητροκτόνο<br />
+αν τη σκοτώσης· αλλά τόνομα τούτο παραιτώντας<br />
+για ένα άλλο καλύτερο θα λέγεσαι συ της Ελένης <br />
+ο φονηάς, αυτής πούκαμε τόσους πολλούς να χαθούνε.<br />
+Όχι δεν συχωριέται ο Μενέλαος ευτυχής νάναι<br />
+κι' ο πατέρας σου και συ κ' η αδελφή σου έτσι να πάτε<br />
+αδικοθάνατοι κ' η μάννα σου . . . Μα τούτο θα σιωπήσω<br />
+γιατί να ειπωθή καλό δεν είναι . . . Κι' αυτός να μη καθήση<br />
+στο σπίτι σου ξαναποκτώντας τη γυναίκα του απ' το δόρυ<br />
+του Αγαμέμνονος. Ζωή να μη έχω πλέον αν δεν τραβήξω<br />
+το μαύρο μου σπαθί επάνω της. Μα κι' αν το φόνο ακόμη<br />
+της Ελένης δεν πιτύχουμε, ας πεθάνουμε όμως όταν<br />
+τα παλάτια αυτά κάψουμε. Δεν θάμαστε πια στερημένοι<br />
+μιας απ' της δυο τούτες τιμές: ή να πεθάνουμε όπως πρέπει<br />
+με δόξα ή να γλυτώσουμε τη ζωή μας δοξασμένοι.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αξίζει του Τυνδάρεω η κόρη μισητή νάν' απ' όλες<br />
+της γυναίκες, αυτή που το γένος της έχει ατιμάσει.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Άλλο πιο καλό από ένα πιστό φίλο δεν είναι,<br />
+ούτε τα πλούτη, ούτε η εξουσία, κ' είναι αφροσύνη<br />
+να προτιμούμε το πλήθος παρά ευγενικόν ένα φίλο.<br />
+Συ αλήθεια βρήκες την εκδίκηση εναντίο του Αιγίσθου.<br />
+Συ μαζί μου στον κίνδυνον ήσουν κι' ακόμη και τώρα<br />
+την εκδίκηση δίνεις μου εναντίο των εχθρών μου<br />
+και από με δεν τραβιέσαι. Μα τον έπαινό σου εγώ παύω,<br />
+γιατί ο πολύς έπαινος κόπο δίνει σ' αυτόν που επαινείται.<br />
+Όσο για μένα όταν πρέπεται την ψυχή μου να δώσω<br />
+ποθώ κάθ' ενέργεια να κάμω εγώ για να σβύσουν<br />
+κ' οι εχθροί μου, ώστε αντάμα να χαθούν που εσταθήκαν<br />
+προδότες μου κι' όσοι δυστυχία μου έφεραν όμοια να κλάψουν.<br />
+Είμαι γυιός του Αγαμέμνονος που σαν άξιο ελογίσαν<br />
+και την Ελλάδα εξουσίασε και χωρίς τυραννία<br />
+τέτοια δύναμη έλαβε σαν θεός νάταν.<br />
+Με θάνατο δούλου δεν τον προσβάλω, αλλά την ψυχή μου<br />
+σαν άνδρας ελεύθερος θ' αποδώσω ζητώντας<br />
+απ' το Μενέλαο να λάβω εκδίκηση. Ευτυχισμένοι<br />
+είμαστε σαν κ' ένα μόνο έργο να κάνουμ' εμείς δυνηθούμε,<br />
+αν μια σωτηρία μας έρθη ανέλπιστη· αν δυνηθούμε<br />
+να σκοτώσουμε δίχως να σκοτωθούμε. Γιατ' είναι μ', αλήθεια,<br />
+γλυκό να εκφράζω αυτόν οπού αισθάνομαι τον πόθο με λόγια<br />
+φτερωτά και να δίνω ανέξοδην έτσι χαρά στην καρδιά μου.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αδελφέ, λογιάζω τώρα πως το γλυτωμό σου ευρήκα<br />
+και το δικό του και συνάμα το γλυτωμό τον ιδικό μου.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Την πρόνοια των θεών εκφράζεις έτσι! Όμως τι είναι; <br />
+Γιατί ξέρω καλά τη φρονιμάδα του νου του δικού σου.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Άκου λοιπόν και συ προσεκτικά αφοκράσου.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μίλα· γιατί απαντέχοντας ένα καλό το αρραθυμούμε.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ξέρεις την κόρη της Ελένης; Σε ρωτώ κάτι που ξέρεις.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ξέρω την Ερμιόνη που η μάννα μου την έχει αναστημένη.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αυτή στης Κλυταιμνήστρας τον τάφον έχει πάει.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τι να κάμη εκεί; Ποιαν ελπίδα από τούτο εσύ βγάνεις;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Πάει απ' όνομα της μάννας της χοές να ρίξη στον τάφο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Έστω· πώς αυτό που λες το γλυτωμό μας θα φέρη;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Σαν όμηρο αρπάξετέ την όταν θα ξαναγυρίση.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αυτό που λες τι καλό σ' εμάς τους τρεις θα κάμη;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Σαν σκοτωθή η Ελένη, αν ο Μενέλαος θέλη να ενεργήση<br />
+εναντίο σου, εναντίον αυτού κ' εμένα, γιατί μας κάνει<br />
+ένα η φιλία μας, πες του πως την Ερμιόνη θα σκοτώσης·<br />
+και κράτα το σπαθί σου στο λαιμό πάνω της κόρης.<br />
+Κι' αν ο Μενέλαος θωρώντας την Ελένη στο αίμα να πλέη<br />
+σε γλυτώση εσένα για να μη σκοτωθή η δική του η κόρη,<br />
+την παρθένα στον πατέρα της απόδωσε. Αλλ' αν όμως<br />
+να χαλινώση μη δυνάμενος την παράφορη ορμή του<br />
+θέλει να σε σκοτώση, κτύπα της το λαιμό εσύ της κόρης.<br />
+Λογιάζω ως τόσο πως στα πρώτα οργήν έχοντας άγρια<br />
+στερνά θα πραΰνη την καρδιά του, γιατί δεν είναι τολμητίας<br />
+ουδέ θαρραλέος. Τέτοια είν' η πεποίθησή μου. Είπα όλα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ω συ πούχεις ενός άνδρα καρδιά σ' ωραιότατο σώμα<br />
+γυναίκας πόσο πιο αξίζει να ζης παρά να πεθάνης!<br />
+Πυλάδη, λοιπόν θα στερηθής, άμοιρε, μιας τέτοιας γυναίκας<br />
+που φύλαγες για σένα, εάν ζήσης, γάμο ευτυχισμένο; </p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Είθε τούτο να γίνη. Είθε στην πόλη των Φωκαέων<br />
+να μπη τιμημένη απ' όμορφο γάμο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μα πότε η Ερμιόνη θα γυρίση σπίτι. Γιατί καλά τάπες<br />
+αν έχουμε τύχη το σκύμνο να πιάσουμε ασεβή πατέρα.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Λογιάζω πως κοντοζυγώνει, γιατί πώφυγε είναι πολληώρα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλά, Συ Ηλέκτρα αδελφή μου, στο παλάτι μπρος στάσου<br />
+για να υποδεχθής την κόρη σαν έρθη και βλέπε<br />
+μη πριχού να εκτελέσουμε το φόνο προβάλλη κανένας<br />
+δικός τους ή ο αδελφός του πατέρα μας και μας προλάβουν<br />
+στο παλάτι ερχάμενοι. Φώναξε τότε συ από το σπίτι<br />
+ή της πόρτες κρατώντας μεγαλόφωνα μίλα από μέσα.<br />
+Εμείς τώρ' ας μπούμε και με σπαθί τα δικά μας τα χέρια<br />
+για τη στερνή αυτή μάχη ας αρματώσουμε, Πυλάδη,<br />
+γιατί βοηθός μου συ είσαι εις τα έργα μου όλα.<br />
+Ω συ που βρίσκεσαι στης μαύρης νύχτας της χώρες,<br />
+πατέρα, ο γυιός σου σε κράζει. Βοήθεια μας έλα,<br />
+παρακαλούμε σε, μια που για σένα δυστύχεψα τόσο,<br />
+συφορές άδικες έπαθα κι' απ' τον αδελφό σου<br />
+προδόθηκα, πούκαμα μια δίκαια πράξη. Ν' αρπάξω θέλω<br />
+τη γυναίκα του και να τη σκοτώσω. Βοήθησέ μας σε τούτο.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ω πατέρα, έλα αν κάτ' απ' τη γη ακούς τα παιδιά σου<br />
+που σε φωνάζουν κ' εξ αιτίας δικής σου πεθαίνουν.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ω συγγενή του πατέρα μου Αγαμέμνων, άκου κ' εμένα<br />
+τα παρακάλια μου και σώσ' τα παιδιά τα δικά σου.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τη μάννα μου σκότωσα.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Εγώ το σπαθί είχ' οδηγήσει.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ τον παρακίνησα κι' απομάκρυνα κάθε του φόβο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Για να σ' εκδικήσω, πατέρα.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ουδ' εγώ επρόδωκά σε.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Ακούς λοιπόν τα παράπονα τούτα και τα παιδιά σου;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Χοές τα δάκρυά μου σου κάνω.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Τους δικούς μου εγώ θρήνους.</p>
+
+<p><i>ΠΥΛΑΔΗΣ</i></p>
+
+<p>Πάψτε κι' ας μπούμε στο έργο. Αν τα παρακάλια<br />
+εισχωρούν κάτω απ' τη γη, μας ακούει. Και συ, ω Δία<br />
+πρόγονε και συ σεβάσμια Δικαιοσύνη, δόστε επιτυχία<br />
+σε τούτον, εις αυτήν και εις εμέ. Γιατί ένα είναι το έργο,<br />
+ένας ο αγώνας για τους τρεις. Μαζί θα ζουν ή θα πεθάνουν.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p><i>Στροφή</i></p>
+
+<p>Ω αγαπητοί Μυκηναίοι,<br />
+που πρώτοι εκατοικήστε<br />
+το Άργος το Πελασγικό.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί τη φωνή σου υψώνεις,<br />
+σεβάσμια, γιατί μου απομένει<br />
+στην πολιτεία των Δαναϊδων<br />
+ακόμη τ' όνομ' αυτό;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Από σας κάποιες ας μένουν<br />
+γυρισμένες προς το δρόμο<br />
+των αμαξών κ' οι άλλες όλες<br />
+προς το δρόμο του σπιτιού.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί τούτο μου προστάζεις; <br />
+Ξήγησέ μου, αγαπητή.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μη κανείς ερθή φοβούμαι<br />
+προς το σπίτι με τη γνώμη<br />
+να σκοτώση και μας φέρη<br />
+συφορά στη συφορά.</p>
+
+<p>1ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Μπρος, ας βιαστούμε, αυτό το δρόμο<br />
+προς την ανατολή θα βλέπω εγώ.</p>
+
+<p>2ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Κ' εγώ αυτόν κατά τη δύση.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Των ματιών της κόρες στρέψτε<br />
+απ' αυτό κι' απ' τάλλο μέρος.</p>
+
+<p>1ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Κάνουμ' ως προστάζεις συ.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p><i>Αντιστροφή</i></p>
+
+<p>Της κόρες των ματιών σας στρέφετε<br />
+απ' όλες της μεριές ανάμεσα<br />
+απ' τους βοστρύχους των μαλλιών σας.</p>
+
+<p>2ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Ποιος είν' εκείνος στο δρόμο; <br />
+Ποιος είναι τούτος ο άνθρωπος,<br />
+ο χωριάτης, που πηγαινόρχεται<br />
+γύρω, τριγύρω στο σπίτι;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Εχαθήκαμε, πάει, καλές μου!<br />
+Στους εχθρούς μας θα δώση αυτός είδηση<br />
+στα ωπλισμένα θηρία, τανήμερα.</p>
+
+<p>1ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Φόβο, αγαπητή, μην έχης!<br />
+Αδόκητά σου ο δρόμος είν' έρημος.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Κι' απ' το δικό σας το μέρος; Είν' τίποτε;<br />
+Κι' απ' αυτού όλα ήσυχα είναι; <br />
+Δόστε μου καλή μιαν απόκριση.<br />
+Στο σπίτι μπροστά δεν είν' τίποτε;</p>
+
+<p>2ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Κι' απ' εδώ καλά όλα πάνε·<br />
+μόνο συ καλά απ' το μέρος σου κύττα.<br />
+Απ' εδώ καμμιά Δαναΐδα δεν έρχεται.</p>
+
+<p><i>Στροφή</i></p>
+
+<p>Το ίδιο εγώ λέω· από δω δεν είν' άνθρωπος.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Μπρος, πάω λοιπόν να κροτήσω της πόρτες<br />
+με τον ήχο της φωνής μου. — Γιατί αργείτε τόσο,<br />
+σεις που είσθε στο σπίτι, να θυσιάστε το θύμα,<br />
+ενώ όλα είν' ήσυχα; Δεν σας ακούνε.<br />
+Ω άμοιρη εγώ, από της συφορές μου.<br />
+Τα σπαθιά τους γινήκαν αδύναμα τόσο<br />
+μπρος στην ομορφιά! Σε λίγο ίσως κανένας<br />
+Αργείος ωπλισμένος θάρθη να τρέξη<br />
+για βοήθεια στο σπίτι. Κυττάξετ' ακόμα<br />
+καλύτερα. Η ώρα ησυχίας δεν είναι.<br />
+Και σεις και σεις άλλες τα μάτια σας στρέψτε<br />
+απ' όλα τα μέρη, εδώθε κ' εκείθε.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αλλάζουμε μέρος κι' απ' ολούθε ερευνάμε.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονό μου, Άργος Πελασγικό, εγώ άθλια πεθαίνω.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Τ' ακούτε σεις; Οι άνδρες χερικό στο φόνο κάνουν.<br />
+Της Ελένης το ξεφωνητό είναι κατά πώς εικάζω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω δύναμη του Δία, αιώνια δύναμη του, βοήθα τους φίλους.</p>
+
+<p><i>ΕΛΕΝΗ</i></p>
+
+<p>Μενέλαε! πεθαίνω και δεν είσαι εδώ να με βοηθήσης.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Θανατώσετε, σκοτώστε, σφάξτε, κτυπάτε. Μπήχτε<br />
+τα δίκοπα σπαθιά σας στη γυναίκα αυτή π' αφήκε<br />
+τον άνδρα της και τον πατέρα της κ' έκαμε να πεθάνουν<br />
+χιλιάδες Έλληνες τριγύρω στης δίνες του Σκαμάνδρου,<br />
+εκεί που τόσα δάκρυα τρέξαν απ' τους ένοπλους αγώνες.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Σώπα, σώπα! Ακούω προς το δρόμο<br />
+κάποιο θόρυβο που πάει προς το σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ω πολυαγάπητές μου γυναίκες, η Ερμιόνη φθάνει<br />
+στην ώρα του φόνου. Της κραυγές μας ας πάψουμε. Πέφτει<br />
+στα δίκτυα κι' αυτή. Ανεκτίμητη λεία, αν μας είναι<br />
+βολετό να την πιάσουμε! Μ' ήσυχο ύφος σταθήτε<br />
+και της θωριάς σας το χρώμα ό,τι γίνεται ας μη φανερώνη.<br />
+Εγώ θάχω θολωμένα τα μάτια σαν να μην ήξερα διόλου<br />
+τα όσα εκτελούνται. — Ω παρθένα, ξανάρχεσαι τώρα,<br />
+αφού με λουλούδια έχεις στέψει τον τάφο<br />
+της Κλυταιμήστρας κι' αφού έκαμες χοές επιτάφιες;</p>
+
+<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Έρχομαι αφού εκτέλεσα μιαν εξιλέωση. Μα ο φόβος<br />
+μ' επήρε ακούοντας μακρόθε φωνές από μέσα στο σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Και πώς; Αυτό που μας συμβαίνει αξίζει να μυρολογιέται.</p>
+
+<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Μίλα καλύτερα. Καμμιά νέα δυστυχία αναγγέλλεις;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ο τόπος πήρε απόφαση ο Ορέστης κ' εγώ να σκοτωθούμε.</p>
+
+<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Είθε από τούτο να γλυτώσετε σεις που είσθε δικοί μου.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Είναι το αποφασισμένο· βρισκόμαστε κάτω απ' την ανάγκη.</p>
+
+<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Κ' εξ αιτίας αυτό βγαίνουνε ξεφωνητά στο σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ικετεύοντας γονατιστός μπρος στην Ελένη αυτός φωνάζει.</p>
+
+<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ποιος αυτός; δεν νοιώθω πια αν δε μου το εξηγήσης.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ο άμοιρος Ορέστης για να μη σκοτωθή και για μένα.</p>
+
+<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Ώστε από λόγο νόμιμο έτσι αντηχάει το σπίτι;</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ποιος λόγος δικαιότερος για ξεφωνητά μπορούσε νάναι; <br />
+Μα να λάβης μέρος πήγαινε και συ στης ικεσίες<br />
+των φίλων σου· στης μάννας σου της τρισευτυχισμένης<br />
+τα πόδια πέσε, ο Μενέλαος νεκρούς να μη μας αγναντέψη.<br />
+Ω συ που αναστήθηκες μέσα στης μάννας μου τα χέρια,<br />
+έλεος λάβε συ για εμάς κι' αλάφρωσε της συφορές μας!<br />
+Τρέξε στον αγώνα αυτόν, εγώ θα πάω μπροστά σου.<br />
+Γιατί σ' εσέ είναι μοναχά η στερνή ελπίδα σωτηρίας.</p>
+
+<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Νά που τρέχω εγώ λοιπόν βιαστικά να πάω στο σπίτι.<br />
+Όσο από μένα είναι δυνατό η σωτηρία σας θάρθη.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Ω σεις φίλοι, που μέσ' στο σπίτι είσθε αρματωμένοι,<br />
+με το σπαθί δεν θ' αρπάξετε τώρα τη λεία;</p>
+
+<p><i>ΕΡΜΙΟΝΗ</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονο εμένα! Ποιοι είν' οι άνθρωποι τούτοι που βλέπω; </p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Σώπα. Το γλυτωμό μας φέρνεις, όχι το δικό σου.</p>
+
+<p><i>ΗΛΕΚΤΡΑ</i></p>
+
+<p>Αρπάχτε την! Αρπάχτε την. Το σπαθί στο λαιμό της.<br />
+Ήρεμοι νάσθε, ώστε που ο Μενέλαος να το νοιώση<br />
+πως άνδρες βρήκε μπρος του κι' όχι δειλούς Φρύγες<br />
+και να υποστή ό,τι δειλοί να παθαίνουν αρμόζει.<br />
+Μπρος, αγαπητοί! Κάνετε οχλοβοή μεγάλη<br />
+και στο σπίτι μπρος φωνάζετε, γιατί είναι φόβος ακόμα<br />
+μη το έργο του φόνου απόκοτα τρομάξη τους Αργείους,<br />
+ώστε να τρέξουν για βοήθεια στα βασιλικά παλάτια<br />
+πριν να ιδώ με τα μάτια μου σφαγμένη την Ελένη<br />
+και ξαπλωμένη αιμόφυρτη στο σπίτι ή πριν ένας δούλος<br />
+μου φέρη καμμιάν είδηση, γιατί αν και κάτι ξέρω,<br />
+μα όλο όμως που γίνηκε δεν το καλογνωρίζω.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Των θεών η εκδίκηση έπεσε δίκαια<br />
+στην Ελένη, γιατί ολάκαιρη αυτή την Ελλάδα<br />
+με δάκρυα εγέμισε για τον Ιδαίο Πάρι<br />
+που τους Έλληνες παρέσυρεν εις την Τρωάδα.<br />
+Μα του βασιλικού σπιτιού αντηχούνε οι πόρτες.<br />
+Σωπάστε. Είν' ένας Φρύγας που βγαίνει.<br />
+θα μάθουμ' απ' αυτόν ό,τι γίνεται σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Ξεφυγώντας το θάνατο το σπαθί φεύγω των Αργείων,<br />
+με τα βάρβαρα μου κούντουρα περνώντας τα κέδρινα σανίδια<br />
+και τα δωρικά τα τρίγλυφα μακρυά, ω γη, ω γη μου,<br />
+στο φευγιό μου το βάρβαρο. Αλλοί μ' αλλοί πού θα φύγω; <br />
+Ξένοι εσείς; Να πετάξω βολεί στου άσπρου του Αιθέρα<br />
+τα ύψη ή στη θάλασσα που κάνει να στριφογυρίζη<br />
+ο ταυροκέφαλος Ωκεανός που τη γην αγκαλιάζει;</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι τρέχει, σκλάβε συ της Ελένης, Ιδαίο κεφάλι;</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Ω Ίλιος, Ίλιος, αλλοίμονο σ' εμέ, ω πόλι της Φρυγίας<br />
+της παχυχώματης βασίλισσα, βουνό ιερό της Ίδης,<br />
+πόσο μ' επικήδεια τραγούδια και βαρβαρόφωνα σε κλαίω,<br />
+που ρήμαξες εξ αιτίας της γεννημένης απών' αυγό κύκνου,<br />
+της τόσ' όμορφης κόρης της Λύδας, της απαίσιας Ελένης,<br />
+της Εριννύας αυτής του Απολλώνιου κάστρου. Αλλοί μου!<br />
+Μυρολόι, μυρολόγια, Δαρδανία κακότυχη, χώρα<br />
+των αλόγων του Γανυμήδη που με τον Δία κοιμάται!</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Καθαρά τα πράμματα πες μας όσα σπίτι γίνηκαν,<br />
+γιατί δεν μπορώ τίποτε σωστό να εικάσω απ' όσα μας είπες.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Οχού, οχού! έτσι αρχίζουν οι βάρβαροι τα μυρολόγια<br />
+τα βαρειοθρήνητα, αλλοίμον' αλλοί, σε μια γλώσσα<br />
+ασιατική, σαν το αίμα των βασιλιάδων στη γη απλώση<br />
+από τα σιδερένια του Άδη σπαθιά. Μα για να πω κάτι,<br />
+σ' εσέ, δυο λιοντάρια δίδυμα, Έλληνες μπήκαν στο σπίτι.<br />
+Απ' αυτούς ο ένας είχε πατέρα τον στρατηγό, ως τον λέγαν<br />
+κι' ο άλλος είναι γυιός του Στροφίου, τεχνίτης στο δόλο,<br />
+σαν τον Οδυσσέα, πιστός εις τους φίλους,<br />
+τολμηρός στον αγώνα, στον πόλεμο άξιος και δράκος.<br />
+Είθε χαμένος να πάη για την ήσυχή του αυτή φρονιμάδα,<br />
+τέτοιος πούναι κακούργος! Στο θρόνο κοντά ήρθαν<br />
+της γυναίκας που επήρε τον Πάρι. Και με μάτια βρεγμένα<br />
+από δάκρυα ταπεινοί εσταθήκαν απ' τη μια μεριά ο ένας<br />
+κι' απ' την άλλη ο άλλος, να κτυπήσουν. Και τα χέρια ρίξαν<br />
+ικετεύοντας στα γόνατα της Ελένης. Κ' οι σκλάβοι Φρύγες<br />
+με βιάση έτρεξαν κι' ο ένας τον άλλο ανήσυχα ερώτα<br />
+αν σ' αυτά δεν κρυβότουν παγίδα. Κ' εκρίναν<br />
+άλλοι πως τέτοια δεν ήτανε κι' άλλοι λογιάζαν πως βλέπαν<br />
+του Τυνδάρεω την κόρη στα δίκτυα του μητροκτόνου.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Και συ πού λοιπόν τότε βρισκόσουν;<br />
+Απ' το φόβο σου πια μήπως τώστριψες κι' όλα;</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Κατά τύχη, όπως είναι συνήθεια φρυγική, κλωθογυρνούσα<br />
+γύρω στην Ελένη, ανεμίζοντας φτερό στο πρόσωπό της,<br />
+ως θέλει των βαρβάρων ο συρμός. Κ' εκείνη με τα νύχια<br />
+το λινάρι απ' τ' αδράχτι και της κλωστές άφινε χάμω<br />
+να πέφτουν θέλοντας να πλέξη το Φρύγιο λάφυρο στολίδια<br />
+λινά και πορφυρένιες ντύσες για της Κλυταιμήστρας<br />
+τον τάφο. Κ' εις την λακώνισσα γυναίκα ο Ορέστης<br />
+έτσι μίλησε. «Κόρη του Δία, άφησ' το θρόνο σου για νάρθης<br />
+στο θρόνο του προπάππου Πέλοπα, στην αρχαία εστία<br />
+εκεί τα λόγια μου ν' ακούσης. Κι' ωδηγούσε την κ' εκείνη<br />
+ακολουθούσε μη προβλέποντας. Κι' ο σύντροφός του <br />
+ο Φωκαέας ο άπιστος έκανε κάτι άλλο. — Δεν θα το κουνήστε<br />
+από δω Φρύγες, δειλοί! — Κ' έκλεισέ τους μέσ' στο σπίτι,<br />
+άλλους στο σταύλο των αλόγων κι' άλλους πάλι απ' έξω,<br />
+σκορπίζοντάς μας ολότελα μακρυά από την κυρά μας.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι θλιβερό συνέβηκε κατόπι;</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Μητέρα Ιδέα, παντοδύναμη μητέρα, αλλοίμονο, αλλοί μου!<br />
+Ω αιματηρά κι' άσεβα κακά, που με τα μάτια μου τα ίδια<br />
+τάδα στα παλάτια τα βασιλικά! Τραβώντας και στα χέρια<br />
+κρατώντας τα σπαθιά πούκρυβαν στους πορφυρένιους πέπλους,<br />
+καθένας τους κύτταξε ολόγυρα μη παραστέκεται κανένας.<br />
+Και τότε σαν βουνήσιοι κάπροι στρέφοντας προς τη γυναίκα<br />
+της λεν: «Απόθανε! Ο κακός σου ο άνδρας σε σκοτώνει,<br />
+τ' άφησε που το γυιό τ' αδελφού να σκοτωθή στ' Άργος».<br />
+Εκείνη φώναξε: «Αλλοίμονό μου» και τάσπρα της μπράτσα<br />
+ρίχνοντας πάνω στο στήθος κτύπησε την κεφαλή με θλίψη<br />
+φεύγοντας δώθε κ' εκείθε και ζητώντας με τα χρυσά της <br />
+πέδιλα να τρέξη. Μα ο Ορέστης προχωρώντας<br />
+με τα μυκηναία ποδήματά του απ' τα μαλλιά άρπαξέ την<br />
+και λιγώντας το λαιμό της προς τ' αριστερά ετοιμαζότουν<br />
+να της μπήξη το μαύρο το σπαθί στο λαιμό της.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Και πού ήταν λοιπόν του σπιτιού οι Φρύγες να βοηθήσουν;</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Με μοχλούς ανοίξαμε, χουγιάζοντας, πόρτες και μάνδρες,<br />
+όπου είμαστε κλεισμένοι και για βοήθεια τρέξαμε απ' όλες<br />
+της άκρες, άλλοι με πέτρες κι' άλλοι με σαΐτες<br />
+κι' άλλοι με σπαθιά γυμνά στα χέρια. Μα ο Πυλάδης<br />
+χυμά κατά πάνω μας ακράτητος, σαν τον Έκτορα όμοιος<br />
+ή σαν τον Αίαντας με τρίλοφη περικεφαλαία, που τον είδα<br />
+στης πόρτες του Πριάμου. Και τα σπαθιά σταυρώσαμε, όμως<br />
+δείχθηκε πόσο εμείς οι Φρύγες είμαστε στο δόρυ<br />
+το Ελληνικό πιο αδύναμοι στη μάχη. Ο ένας φεύγει,<br />
+ο άλλος πέφτει νεκρός, τούτος λαβώνεται, παρακαλάει εκείνος<br />
+ζητώντας να κρυβή απ' το θάνατο και φεύγουμε κρυφτούλι·<br />
+κι' άλλοι πέσαν σκοτισμένοι, άλλοι του θανατά κοιτώνταν.<br />
+Κ' η Ερμιόνη μπήκε στο σπίτι τη στιγμή που η μάννα<br />
+που την γέννησε η ταλαίπωρη χάμω έπεφτε σφαγμένη.<br />
+Μα εκείνοι όμοια με Βάκχες χωρίς θύρσο που δρομίζουν<br />
+καταπάνω στο βουνήσιο ελαφάκι, την αρπάξαν στα χέρια<br />
+και ξανακτύπησαν του Δία την κόρη. Όμως εκείνην<br />
+ω Δία, ω Γης, ω φως, ω νύκτα, είτε με γητέματα είτε<br />
+με τέχνη μαγική, στα ύψη την πήραν οι θεοί κ' εκείθε<br />
+απ' το δωμάτιο έφυγε κι' άφαντη γίνηκε απ' το σπίτι,<br />
+Ό,τι στερνά από τούτο εγίνη δεν γνωρίζω, γιατί τότε<br />
+στη φευγάλα τώσκασε το πόδι μου έξω απ' το σπίτι.<br />
+Μα ο Μενέλαος άδικα ετράβηξε βάσανα και κόπους να φέρη<br />
+την Ελένη τη γυναίκα του ξανά απ' την Τροία.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Κάτι άλλο βέβαια συνέβηκε στερνά από τούτο,<br />
+γιατί τον Ορέστη βλέπω με το σπαθί στο χέρι μπρος<br />
+στο παλάτι νάρχεται τώρα κατά εδώθε με γοργό βήμα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Πού είν' εκείνος που σπαθί μου ξέφυγε έξω απ' το σπίτι;</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Βασιλιά, σε προσκυνώ σα βάρβαρος τα πόδια σου φιλώντας.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Στην Ίλιο δεν είμαστε, αλλά στου Άργους τη χώρα.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Παντού στους φρόνιμους γλυκύτερ' η ζωή παρά ο Χάρος.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν φώναξες διόλου στο Μενέλαο νάρθη βοήθεια;</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Μάλλον για βοήθεια σου εφώναξα, τι πιο τ' αξίζεις.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ώστε του Τυνδάρεω η κόρη εχάθηκε δίκηα.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Δικαιότατα, κι' αν τρία λαρύγγια για σφάξιμο είχε.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Από φόβο εσύ με κολακεύεις, μα δεν σκέπτεσ' έτσι.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Γιατί; Μη δεν αφάνισε σαν την Ελλάδα τους Φρύγες;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ορκίσου πως δεν το λες για χάρη μου, ειδέ θα σε σκοτώσω.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Στην ψυχή μου ορκίζομαι, πούν' ο ιερώτερός μου όρκος.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Το σπαθί και στην Τροία οι Φρύγες έτρεμαν το ίδιο.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Το σπαθί μέριασε· στης αστραψιές τ' αγναντεύω το χάρο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Σαν τη Γοργώ ν' αντίκρυζες σκιάζεσαι μη γίνης πέτρα;</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Πιότερο μη φονευθώ φοβάμαι· της Γοργούς δεν ξέρω την όψη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Σκλάβος, το χάρο φοβάσαι που απ' τα βάσανα θάβγης;</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Κάθε άνθρωπος κι' ο σκλάβος χαίρεται το φως ν' αγναντεύη.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Καλά τα λες· σε σώζει η γνώση σου. Μόν' έμπα στο σπίτι.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Ώστε δεν θα με σκοτώσης;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι. Σούδωκα χάρη.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Νά καλός λόγος.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αν δεν μετανοιώσω.</p>
+
+<p><i>ΦΡΥΞ</i></p>
+
+<p>Όχι, όμορφος λόγος.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Άμυαλος είσαι αν λογιάζης πως θα ήθελα το λαιμό σου<br />
+να αιματώσω, γιατί συ ούτ' άνδρας είσαι ούτε γυναίκα.<br />
+Όσο για σας απ' το παλάτι πετάχθηκα μην ξεφωνήστε,<br />
+γιατί σαν τα ξεφωνητά σας άκουε τ' Άργος θα σηκωνότουν^<br />
+μα τον Μενέλαο δεν τον φοβάμαι το σπαθί μου όσο φθάνει.<br />
+Ας ερθή, καμαρώνοντας την ξανθή του κόμη στους ώμους.<br />
+Γιατί αν φέρη στο σπίτι τούτο μαζωχτούς Αργείους<br />
+για να εκδικήση της Ελένης το φόνο κι' αν δεν θελήση<br />
+να σώση εμέ, την αδελφή και τον Πυλάδη, που συνεργός μου<br />
+ήταν, δυο θα ιδή πτώματα, της κόρης και της γυναικός του.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονο, αλλοί, μεγάλη<br />
+δυστυχιά! Η γεννειά<br />
+των Ατρειδών πέφτει πάλι<br />
+σε φρικτό σπαραγμό.</p>
+
+<p>1ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Τι να κάνουμ' εμείς τώρα;<br />
+Να δώσουμ' είδηση στη Χώρα;<br />
+Ή να κρατήσουμε σιωπή;</p>
+
+<p>2ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Η σιωπή πιο φρόνιμ' είναι.</p>
+
+<p>1ον Ημίχορον</p>
+
+<p>Νά, στο σπίτι εκεί πέρα,<br />
+νά, καπνός εις τον αιθέρα<br />
+υψώνεται κ' είδηση δίνει<br />
+πως κάτι άλλο θάχη γίνει.</p>
+
+<p>2ον Ημίχορον </p>
+
+<p>Δάδες ανάφτουν ολοένα<br />
+σαν να θέλαν κυκλωμένα<br />
+στη φωτιά νάχουν τα παλάτια<br />
+του Ταντάλου κι' όλο εκεί σφάζουν.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ο θεός στους θνητούς σημαδεύει<br />
+το τέλος που θέλει. Η δύναμή του<br />
+είναι τρανή, θεός κάποιος παιδεύει<br />
+το σπίτι αυτό μέσ' στο αίμα. Ποινή του<br />
+για του Μυρτίλου το φόνο λαβαίνει,<br />
+που σκοτώσαν απ' τ' άρμα γκρεμνώντας.<br />
+Το Μενέλαο βλέπ' όμως να πγαίνη<br />
+προς το σπίτι τρεχάτος, μαθόντας<br />
+ίσως ό,τι εσυνέβηκε. Κλείστε<br />
+με τα μάνταλα, ω Ατρείδες, της πόρτες,<br />
+σεις που κει μέσα τώρ' είστε.<br />
+Φοβερός ο καλότυχος είναι<br />
+σ' όσους, Ορέστη, όπως συ<br />
+δυστυχία παραδέρνει.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Έρχομαι μαθόντας τα σκληρά κι' αυθάδη έργα<br />
+των δυο λιονταριών, γιατί ανθρώπους εγώ δεν τους λέω.<br />
+Για τη γυναίκα μου άκουσα να λεν πως δεν σκοτώθη,<br />
+μ' αναλήφθηκε· μάταιη φήμη που ένας σαστισμένος<br />
+από φόβο μου ανάγγειλε. Αλλ' αυτά τέχνες είναι<br />
+του μητροκτόνου και μόνο περγέλιο. Κανείς σας το σπίτι<br />
+ας ανοίξη! Τους δούλους προστάζω να σπάσουν της πόρτες<br />
+για να γλυτώσω απ' τα χέρια αυτών, των φονηάδων,<br />
+την κόρη μου τουλάχιστον και να ξαναύρω τη δύστυχή μου<br />
+γυναίκα. Απ' το χέρι μου οι φονηάδες της θα σκοτωθούνε.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Αι! συ! Μην αγγίζης της κλειστές πόρτες. Σ' εσένα το λέω,<br />
+Μενέλαε, πώχεις αυθάδεια σαν κάστρο, ειδ' αλλέως<br />
+το κεφάλι σου ψηλά εδώθε απ' τον τοίχο θα σπάσω<br />
+με την κορνίζα κτυπώντας το της παληάς στέρεης στέγης.<br />
+Οι πόρτες με μάνταλα καλά είναι κλεισμένες· θ' ανθέξουν<br />
+σε κάθε σου αγώνα και στο σπίτι εσύ μέσα δεν θάμπης.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω! τ' είν' αυτό; Τη λάμψη βλέπω από φλόγες κι' απάνω<br />
+στου σπιτιού την κορφή σαν πύργο βλέπω άνδρες<br />
+που κρατάν το σπαθί στο λαιμό της κόρης μου απάνω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Να μ' ερωτήσης θέλεις ή μήπως να μ' ακούσης;</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Κανέν' από τα δυο. Μα πρέπει, ως βλέπω, να σ' ακούσω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Την κόρη σου εγώ θα σκοτώσω, αν θες να ξέρης.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Την Ελένη έχοντας σκοτώσει κι' άλλο θα κάνης φόνο;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Είθε να το μπορούσα, αν οι θεοί δεν μ' απατούσαν!</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Αρνιέσαι πως την σκότωσες και λες αυτό να με χλευάσης.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Με λύπη βέβαια τ' αρνιέμαι. Είθε να το μπορούσα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Να κάμης τι; Μεγάλο δίνεις μου τρόμο, αλήθεια.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Στον Άδη να γκρεμίσω το ντρόπιασμ' αυτό της Ελλάδος.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Της γυναίκας μου το κορμί δος μου στον τάφο να το βάλω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Απ' τους θεούς ζήτα το. Την κόρη θα σκοτώσω.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ο μητροκτόνος φόνο πάνω στο φόνο κάνει!</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τον πατέρα μου εκδικιέμαι, που πεθαμμένο επρόδωκάς τον.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Της μάννας σου λοιπόν ο φόνος αρκετός δεν σου ήταν;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ποτέ δεν θ' αποκάμω σκοτώνοντας κακές γυναίκες.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Και συ, Πυλάδη, συνεργός εστάθηκες στο φόνο τούτο;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Η σιωπή του το βεβαιώνει. Φτάνει που εγώ το λέω.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Όχι όμως ατιμώρητος, αν σε φτερά επάνω δεν φύγης.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν θα φύγουμε, αλλά φωτιά θα βάλουμ' εμείς στο παλάτι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Το πατρικό σου λοιπόν σπίτι συ ο ίδιος θα ρημάξης;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Για να μη τώχης εσύ. Και τούτη στη φωτιά θα σφάξω.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Σκότωσ' την λοιπόν, κι' ως το τολμήσης ξέρω να σε παιδέψω.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τούτο θα γίνη.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Αλλοίμονο, αλλοί! να μην το κάμης.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Σώπα λοιπόν κ' υπόμενε συφορά δίκηα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Και συ, δίκηο να ζήσης;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Και τη γη να εξουσιάζω τούτη.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ποια γη;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Το Πελασγικό το Άργος τούτο.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Το νερό του καθαρμού θαγγίξης συ;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Γιατί όχι;</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Και τα σφάγια θα θυσιάζης πριχού απ' τη μάχη;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μην είσαι εσύ άξιος να το κάμης;</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Αμόλυντα έχω τα χέρια.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι όμως και της σκέψεις.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Και ποιος θα σου μιλούσε;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Όποιος τον πατέρα μου αγαπάει.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Μα όποιος στη μάννα του έχει σέβας; </p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Είναι ‘τός ευτυχισμένος;</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ώστε συ δεν είσαι; </p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Βέβαια οι κακές γυναίκες δεν μ' αρέσουν.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Μάκρυνε απ' την κόρη μου το σπαθί αυτό.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Πλανιέσαι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Την κόρη μου ώστε θέλεις να σκοτώσης;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Τώρα δεν πλανιέσαι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Αλλοί μου! τι θα κάμω;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Πήγαινε και πείσε τους Αργείους . . .</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Τι να τους πείσω;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Η πόλη κ' εμάς να μη σκοτώση.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ή την κόρη μου θα θανατώστε;</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Βέβαια.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Άμοιρη Ελένη!</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Μη κ' εγώ τάχα το ίδιο άμοιρος δεν είμαι;</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Σου ξανάφερα το θύμα σου απ' τη Φρυγία . . .</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Οι θεοί θέλησαν έτσι.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Τραβώντας μύριους κόπους.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Όχι όμως για μένα.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Σκληρά υπόφερα.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Δεν μούδωκες βοήθεια</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Με κρατείς στα χέρια.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Συ ο ίδιος μέσ' την κακία σου πιάστηκες. Μα μπρος, Ηλέκτρα,<br />
+βάλε φωτιά στο σπίτι αυτό! Και συ, Πυλάδη, πιο πιστέ μου<br />
+φίλε, κάψε τα κουφώματα απ' τους τοίχους τούτους.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω γη των Δαναών, που θεμελίωσαν τ' αλογοτρόφο τ' Άργος<br />
+δεν τρέχετε βοήθεια να δόστε αρματωμένοι;<br />
+Γιατί τούτος βίαν εργάζεται σ' όλη την πόλη<br />
+για να ζήση φρικτός σαν στάθηκε μητροκτόνος.</p>
+
+<p><i>ΑΠΟΛΛΩΝ</i></p>
+
+<p>Μενέλαε, πράυνε, την ωργισμένη καρδιά. Εγώ ο Φοίβος <br />
+ο γυιός της Λητούς μπροστά σου είμαι κ' εγώ σου κρένω.<br />
+Και συ που ωπλισμένος την κόρη αυτή φοβερίζεις, Ορέστη,<br />
+στάσου κι' ό,τι θα σου πω αφοκράσου. Αλήθεια, η Ελένη<br />
+που να σκοτώσης ποθούσες με το Μενέλαο άγρια ωργισμένος<br />
+και που σου ξέφυγε, είν' αυτό τ' άστρο που μέσα στα βάθη<br />
+του αιθέρα το βλέπετε. Εσώθη κι' απ' τα δικά σου τα χέρια<br />
+δεν σκοτώθηκε. Ο ίδιος την έσωσα εγώ κι' απ' το σπαθί σου<br />
+την άρπαξα κατά προσταγή του πατέρα του Δία. Γιατί όντας<br />
+κόρη του Δία πρέπει να ζήση αθάνατη κ' έτσι θα μένη<br />
+στα βάθη του αιθέρα με τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη<br />
+για τους ναύτες καλόβολη. Μενέλαε, συ πάρε άλλη γυναίκα<br />
+σύντροφό σου στο σπίτι, γιατί οι θεοί τόσους φόνους έφεραν<br />
+στους Έλληνες και τους Φρύγες για την ομορφιά της<br />
+εκείνης, ώστε τη γη ν' απαλλάξουν από πλήθος αυθάδεις.<br />
+Αυτά για την Ελένη. Και συ, Ορέστη, πρέπει<br />
+τα σύνορα να διαβής της χώρας τούτης και να μείνης<br />
+στους Παρρασίους ως ενός χρόνου κύκλος να γίνη.<br />
+Και τ' όνομά της η εξορία σου στη χώρ' αυτή θα δώση<br />
+κι' Ορεστία θα την λεν οι Αρκάδες. Κι' από κείθε<br />
+στην πόλη θα πας των Αθηναίων για να δώσης λόγον<br />
+για της μάννας σου το φόνο εις της τρεις της Ευμενίδες.<br />
+Οι θεοί θάναι δικασταί της δίκης και θα βγάλουν<br />
+τη σεβάσμιαν απόφαση στο λόφο του Αρεως, όπου<br />
+συ θα κερδήσης. Κ' είναι της μοίρας την Ερμιόνη<br />
+να πάρης γυναίκα, που το σπαθί έχεις στο λαιμό της.<br />
+Κι' ο Νεοπτόλεμος, που το λογιάζει δεν θα την πάρη.<br />
+Το γραφτό του είναι από δελφικό σπαθί κάποιο να πάη<br />
+σαν θαρθή να μου ζητήση εκδίκηση να λάβη του Αχιλλέα<br />
+του πατέρα του. Δόσε στον Πυλάδη, ως του έχεις<br />
+τάξει, την αδελφή σου, κ' η ζωή τους θάν' ευτυχισμένη.<br />
+Μενέλαε, άφησ' τον Ορέστη να κυβερνάη το Άργος<br />
+και ξαναγύρισε στη Σπαρτιατική γη να βασιλεύσης<br />
+και κράτα την προίκα της γυναίκας, π' ως τα τώρα<br />
+σ' αμέτρητους κι' ατέλειωτους σ' έρριξε αγώνες,<br />
+θα συμβιβάσω εγώ τη διαφορά του με την πόλη,<br />
+γιατί τον ανάγκασα εγώ ο ίδιος στης μάννας του το φόνο.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Ω προφήτη Λοξία, μαντευτής λοιπόν δεν ήσουν<br />
+ψεύτης στους χρησμούς, μ' αληθινός. Κι' όμως φοβούμουν<br />
+μην επήρα για φωνή σου τη φωνή Δαίμονα κάποιου.<br />
+Μα όλα καλά τελειώνουν και το λόγο σου θ' ακούσω.<br />
+Την Ερμιόνη ιδού απ' το θάνατο βγάνω<br />
+και γυναίκα θα την πάρω σαν ο πατέρας της το στέρξη.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω του Δία θυγατέρα, Ελένη, χαίρε! Ευτυχισμένη<br />
+εγώ σε λέω που κατοικείς το μακάριο των θεών τόπο.<br />
+Ορέστη, σου δίνω την κόρη μου σαν ο Φοίβος το προστάζει.<br />
+Άντρας από καλή γεννειά γυναίκας αρχοντογεννημένης<br />
+ας ευτυχήσης όμοια όπως κ' εγώ που σου τη δίνω.</p>
+
+<p><i>ΑΠΟΛΛΩΝ</i></p>
+
+<p>Μπρος λοιπόν, όπου τον στέρνω, ο καθένας σας ας πάη<br />
+κι' αφήστε της φιλονεικίες.</p>
+
+<p><i>ΜΕΝΕΛΑΟΣ</i></p>
+
+<p>Να υπακούσουμε πρέπει.</p>
+
+<p><i>ΟΡΕΣΤΗΣ</i></p>
+
+<p>Κ' εγώ το ίδιο υπακούω. Υποτάζομαι στη μοίρα,<br />
+Μενέλαε, τη δική μας και στους χρησμούς σου, Απόλλων.</p>
+
+<p><i>ΑΠΟΛΛΩΝ</i></p>
+
+<p>Και την ωραιότερη απ' της θεές, την Ειρήνη, τιμήστε.<br />
+Όσο για με, τον πόλο διαβαίνοντας των λαμπρών άστρων<br />
+την Ελένη θα πάω στου Δία τα δώματα, όπου με την Ήρα<br />
+και την Ήβη, του Ηρακλή τη γυναίκα, θεά κι' αυτή θάναι<br />
+για τους ανθρώπους, τιμάμενη πάντα με προσφορές των<br />
+κι' αγρυπνώντας στο πέλαγο με τους Τυνδαρίδες,<br />
+του Δία τους γυιούς, κάθε ναύτη βοήθεια θενάναι.</p>
+
+<p><i>ΧΟΡΟΣ</i></p>
+
+<p>Ω πανσεβάσμια Νίκη,<br />
+πάντα συντρόφευε τη ζωή μου<br />
+και μη ποτέ παύης<br />
+να με στεφανώνης.</p>
+<hr></hr>
+<p style="margin-top: 5em">
+Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός
+στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό
+αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα,
+δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους
+μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό
+της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων,
+ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο
+Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά,
+Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,
+Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου,
+Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα
+που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.</p>
+
+<p><b>ΟΡΕΣΤΗΣ</b> Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα, ίσως, του Ευριπίδη. Ο
+Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους, ενώ ο θείος του Μενέλαος τους
+εγκαταλείπει, από δειλία. Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να
+σκοτώση τη σύζυγό του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά μεταπείθεται από τον από
+μηχανής Θεό και παντρεύεται την Ερμιόνη.</p>
+
+<p>Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» <br />
+ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.</p>
+
+<p>
+ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36<br />
+ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61</p>
+
+<p style="text-align: center; margin-top: 5em">ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10</p>
+
+<hr></hr>
+<p>1) Η έκδοση στην πρώτη σελίδα του βιβλίου αναφέρει τον Ιωάννη Ζερβό ως
+μεταφραστή. Όμως το εξώφυλλο και όλοι οι τιμοκατάλογοι Φέξη αναφέρουν τον Η.
+Βουτιερίδη. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να σημειωθεί ότι η περίληψη στην αρχή υπογράφεται
+από Ζ.</p>
+
+
+
+
+
+
+
+
+<pre>
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Orestis, by Euripides
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK ORESTIS ***
+
+***** This file should be named 39319-h.htm or 39319-h.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ http://www.gutenberg.org/3/9/3/1/39319/
+
+Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+http://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at http://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+http://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at http://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit http://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including checks, online payments and credit card donations.
+To donate, please visit: http://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart is the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ http://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.
+
+
+</pre>
+
+</body>
+</html>
+
+
+
diff --git a/39319-h/images/cover.jpg b/39319-h/images/cover.jpg
new file mode 100644
index 0000000..13fb5d5
--- /dev/null
+++ b/39319-h/images/cover.jpg
Binary files differ
diff --git a/LICENSE.txt b/LICENSE.txt
new file mode 100644
index 0000000..6312041
--- /dev/null
+++ b/LICENSE.txt
@@ -0,0 +1,11 @@
+This eBook, including all associated images, markup, improvements,
+metadata, and any other content or labor, has been confirmed to be
+in the PUBLIC DOMAIN IN THE UNITED STATES.
+
+Procedures for determining public domain status are described in
+the "Copyright How-To" at https://www.gutenberg.org.
+
+No investigation has been made concerning possible copyrights in
+jurisdictions other than the United States. Anyone seeking to utilize
+this eBook outside of the United States should confirm copyright
+status under the laws that apply to them.
diff --git a/README.md b/README.md
new file mode 100644
index 0000000..52adc86
--- /dev/null
+++ b/README.md
@@ -0,0 +1,2 @@
+Project Gutenberg (https://www.gutenberg.org) public repository for
+eBook #39319 (https://www.gutenberg.org/ebooks/39319)