summaryrefslogtreecommitdiff
path: root/39007-0.txt
diff options
context:
space:
mode:
Diffstat (limited to '39007-0.txt')
-rw-r--r--39007-0.txt5383
1 files changed, 5383 insertions, 0 deletions
diff --git a/39007-0.txt b/39007-0.txt
new file mode 100644
index 0000000..a80141a
--- /dev/null
+++ b/39007-0.txt
@@ -0,0 +1,5383 @@
+The Project Gutenberg EBook of Secret of Marriage - The Farce of Life, by
+Giannis Kampysis
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+
+Title: Secret of Marriage - The Farce of Life
+
+Author: Giannis Kampysis
+
+Release Date: February 28, 2012 [EBook #39007]
+
+Language: Greek
+
+Character set encoding: UTF-8
+
+*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SECRET OF MARRIAGE--FARCE OF LIFE ***
+
+
+
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+
+
+
+Note: The tonic system has been changed from polytonic to
+monotonic. The spelling of the book has not been changed
+otherwise. Bold words are included in &. Footnotes have been
+converted to endnotes.
+
+Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
+μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
+Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι
+υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
+
+
+
+
+ΓΙΑΝΝΗ Α. ΚΑΜΠΥΣΗ
+
+
+
+ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
+
+ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
+
+
+ Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. .
+
+ Augustus Caesar.
+
+
+
+ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ,,
+ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
+1921
+
+
+
+
+ΣΤΗ ΣΚΙΑ
+ΤΟΥ
+ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΑΣ . . .
+
+ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
+
+
+
+Στην Καλαμάτα τα φτωχά κορίτσια όλες τις καθεμερνές εργάζουνται
+τον αργαλειό και το μετάξι. Πολλά απ' αφτά, μόνα τους συντηράνε τα
+σπήτια τους. Μα τις κυργιακάδες μαζέβουνται, πότε στης μιας και
+πότε στης άλλης το σπήτι οι γειτονοπούλες, και διασκεδάζουν.
+Χορέβουν τους Καλαματιανούς με τραγούδια δικά τους. Τραγούδια
+άγραφα, που τα ξέρουν όλες, που τα μαθαίνουν η μια από την άλλη,
+χωρίς να θυμούνται και ποια τα πρωτόβγαλε . . . . Τραγούδια κάθε
+τόσο καινούργια. Από τα τραγούδια εκείνα θα σας πω ένα, που μέκαμε
+εντύπωση ξεχωριστή . . . . Του Χάινε η μελαχολική χάρη ωμορφότερα
+δε θα μπορούσε ναν το πει . . . . Σ' ένα στίχο αλάκερη του Χάρτμαν
+φιλοσοφία . . . .
+
+ Το μήλο πούνε στη μηλιά το παραγιναμένο
+ δεν πέφτει δε μαραίνεται κι' ούτε πουλιά το τρώνε! . . .
+ Το τρων τα λάφια και ψοφούν ταρκούδια κι' ημερόνουν
+ κι' άμα το φάνε οι νιόπαντρες ποτές τους δε γεννάνε!
+ Αχέ το φάει κι' η μάνα μου να μη με κάμει εμένα! . . .
+
+Τα κορίτσια της Καλαμάτας σε σύνολο, είνε ένας Κρυστάλλης . . . .
+Είνε κι' αφτά, που με δυναμόνουν την αγάπη της γλώσας μου! . . .
+Τα κορίτσια της Καλαμάτας — τα τραγούδια τους, νά! μια από τις
+αρμονίες του milieu. Του milieu, που ζητάνε με τέτιον πόθο κείνοι,
+που στα τρυφερά τους όνειρα, παρουσιάζεται αγαπητικιά πεντάμορφη η
+Τέχνη η φεβγάτη! . . .
+
+Και λαός, που έκαμε τα δημοτικά μας τραγούδια δεν είνε αιώνια
+καταδικασμένος να διώχνει την Τέχνη! . . . Ο δασκαλισμός,
+εβδομήντα τόρα χρόνια, αρώστεια μας είνε περαστική . . . Μετά τον
+Τούρκο ο δάσκαλος. . . . Είταν κι' αφτό γραφτό μας! . . . Όμως θα
+φύγει κι' αφτός σιγά-σιγά! . . .
+
+ Αθήνα 20 Αυγούστου 1895.
+
+«Βεβαιώθηκα, πως αποφάσισες πια να τυπόσεις δυο δράματα και σου
+γράφω. Μα μην υποθέσεις, πως το γράμμα αυτό, που θα λάβεις, έχει
+σκοπό να σε στομόσει. Όχι! θα σου δείξει μόνο αυτό κ' εκείνο και
+συ πια είσαι ελεύτερος να κάμεις ό,τι θελήσεις.
+
+Σκέφτουμαι πρώτα-πρώτα, ποια είνε η αφορμή, που σέκαμε να γράψεις·
+αλλ' όχι! αυτό είνε πολύ: που σέκαμε ναποφασίσεις να δημοσιέψεις.
+Έγραψες τίποτα έξοχο; τίποτα πρωτότυπο; καινούργιο πράμα; ή, ας
+πούμε κι' α δεν έγραψες καινούργιο πράμα, εκείνο, πώγραψες, είνε
+χωρίς λάθη τεχνικά, λάθη τέτια, που να μη σκοντάφτουνε τη γλυκειάν
+απόλαψη, που αιστάνεται ο καλλιτέχνης αναγνώστης, άμα ρουφάει το
+έργο του καλλιτέχνη ποιητή; Γιάννη, εδώ δε σου ρίχνω δίκιο.
+Βιάστηκες πολύ! παραπολύ! Μήτε τα χρόνια σε βάραιναν δα, μήτε κι'
+η απογοήτεψη σε κυρίεψε τόσο! (1) Δε σε ξέρω τόσο καλά; . . .
+Όμως για να διούμε τι θα δημοσιέψεις . . .
+
+Το «μυστικό του γάμου» σε πράξες τρεις. Θέλεις να σε πω τα καλά
+του ή τα κακά του; Θα σε πω κι' από τα δυο, γιατί κι' από τα δυο
+έχει. Οι χαραχτήρες των προσώπω δεν είνε πολύ άτεχνοι. Της Όλγας
+μάλιστα είνε και κάμποσο αληθινός. Μόνο, που ζουγραφιέται χλιαρά
+λίγο. Είνε τόντις υπόδειγμα υστερικής κόρης, και νιόθω ζωντανά
+μοντέλα να είχες, άμα την εσύλαβες. Και λέγω μοντέλα, γιατί δε
+φαίνεται να είχες ένα μόνο· μα και δυο και τρία, αν ένοσες στην
+Όλγα, τα μισοκατάφερες. Της έπλασες χαραχτήρα πιτυχημένο. Τα
+υστερικά στίγματα πέφτουνε το ένα απάνου στάλλο και το φτωχό
+κορίτσι τραβάει ταντίποινα της αρώστειάς του με πολλήν αλήθεια.
+
+Όσο όμως πίτυχες στο χαραχτήρα της Όλγας δεν πίτυχες στο χαραχτήρα
+τ' Αλέκου. Τονέ θέλεις πνευματιστή και θεόσοφο. Καλά! Τονέ θέλεις
+όμως και δυνατό πνεύμα πρωρισμένο να κάμει τίποτα μεγάλο; . . .
+Έτσι τουλάχιστο μισοφαίνεται. Εγώ δε λέω: ο θεοσοφισμός κι' ο
+άκρατος μυστικισμός ακόμα, μπορεί να προσβάλουνε την ψυχή αθρώπου,
+που σκέφτεται κι' ερευνά. Μπορεί ναν τονέ κρατήσουνε αιχμάλωτό
+τους και ναν τον κάμουνε και φανατικό. Μ' ανίσως τ' αθρώπου αυτού
+η ανωμαλία είνε heureuse που θέλει ο Λομπρόζος, θα περάσει από τα
+παλάτια της θεοσοφίας και του μυστικισμού ο άθρωπος αυτός και δε
+θα μείνει για πάντα. Δεν είνε δυνατό, πνεύμα, που τραβιέται στην
+αποκάλυψη των κρυμένω, να μην το τραβήξουν και τα θέλγητρα τ'
+αντίθετου κόσμου του θετικού, να θελήσει ναν τα βυζάξει! Μη
+νομίσεις, πως είνε δύναμη θέλησης να μνίσκει κανείς σταθερός σ'
+ωρισμένη ιδέα, στο τέλος παθολογική. Αδυναμία ψυχική είνε· και
+προληφτικός κατανταίνει ο άθρωπος, που θέλεις εσύ με δυνατή
+θέληση. Σε παρακαλώ εδώ να μη με νομίσεις φανατισμένη με θεωρίες,
+όπως εκείνη του Munk.
+
+Καημένε! αφού από την πρώτη πράξη ως την τρίτη περνάει τόσος
+καιρός· αφού τ' Αλέκου του γίνουνται τόσα· αφού κι αυτό το milieu,
+υποτίθεται, που τον εστρίμωξε στις ιδέες του εκείνες, άλλαξε πια,
+γιατί αυτός να μνίσκει ακόμη σε τόσο φανατισμό;!
+
+Μ' αρέσει ο κ. Λάκης. Έχει τη μόρφωση της εποχής, και την ιδιότητά
+του, ως υπέρτερου κάθε πρόληψης τη δείχνει κάθε τόσο. Κι' όμως,
+επιτρέπεται σ' ένα σοφό τέτιο να μην εφαρμόζει της επιστήμης τα
+μέσα από μόνο το λόγο της στοργής στην κόρη του; Μεγάλο πράμα η
+στοργή, δε λέω . . . δεν ξέρω κιόλα! . . . Παιδιά εγώ δεν έχω! , . .
+
+Τ' άλλα πρόσωπα, γιναμένα να φιγουράρουν το πλαίσιο της όλης
+εικόνας, δε μας μέλλει ναν τα εξετάσουμε βαθιά· ας πούμε πως είνε
+καλούτσικα φτιασμένα.
+
+Κι’ έτσι με την ανάλυση τω χαραχτήρων ας μπούμε στην υπόθεση. Η
+σύλληψη μιας υπόθεσης τέτιας, είνε αρκετά καλή· ίσως όχι πολύ
+πρωτότυπη, μ' αυτό δε βλάφτει. Βέβαια! θέλησες το θεόσοφον Αλέκο
+ναν τον απατήσεις, θέλησες ναν τονέ κάμεις να συντύχει την
+υστερική Όλγα και ναν την περάσει για το εξιδανικεμένο πρόσωπο,
+που η εξέλιξη, κατά τις ιδέες του, θα καταντήσει τον άθρωπο· και
+γίνουνται, όσα γίνουνται. Ωραία τόντις υπόθεση. Μα δεν την
+έσφιξες. Χρόνο, περσότερο, κρατάει η διεξαγωγή της· κι' εδώ
+δείχτεται η αδυναμία του τεχνίτη· η αδυναμία σου. Όχι, γιατί δεν
+ένοσες, κατά τα κλασικά το χρόνο, άλλα γιατί μακραίνοντάς τον δεν
+έδειξες στην ψυχή τ' Αλέκου το πέρασμά του και την επίδρασή του.
+Κι' εδώ θυμάμαι του Schopenhauer τα λόγια: «pour le même motif,
+on sait que le plus grave defaut d'un auteur dramatique est que
+ses caractéres ne se soutiennent pas, c'est-à-dire qu'ils ne
+soient pas tracés d'un bout à l'autre, comme ceux que nous ont
+représentés les grands poëtes, avec la constance et
+l'inflexible logique, qui président au développement d une force
+naturelle» (2). Και μην πάρεις το motif αυτό, πως είνε στο μέρος
+σου, γιατί ο αθρώπινος χαραχτήρας αν είνε για τρίτο λόγο
+invariable, κατά Schopenhauer, όμως για δεύτερο είνε empirique.
+Έπειτα το invariable ή και το le caractére individuel est innè
+ερμηνεύουνται με τέτιον τρόπο, που δε μπορείς ναν τα επικαλεστείς
+για να προστατέψεις τον ήρωά σου! . . .
+
+Πώς γίνεται τόρα αυτή η απάτη; ας διούμε. Χωρίζεις το δράμα σου σε
+τρεις εποχές, δηλαδή σε τρεις πράξες. Καλά! Η πρώτη εποχή αρχίζει,
+που η Όλγα μαραίνεται από την υστερική ανορεξιά κι' ο Αλέκος
+φρεσκοφερμένος από τα νοσοκομεία της Nancy κ' ενθουσιασμένος με τη
+suggestion, παρμένη από πνευματιστική άποψη, και με τις ιδέες του
+τις γνωστές, έρχεται ναν τη γιατρέψει. Η αρχή της θεραπείας είνε η
+πρώτη πράξη. Οι σκηνές όμως δεν έρχουνται καλά όλες. Η πρώτη
+ξάφνου σκηνή του κ. Λάκη με τον Αλέκο είνε λίγο άτεχνη· κι' αν όχι
+αλάκερη, το μέρος όμως, που δηγείται ο κ. Λάκης πως
+πρωτοπαρουσιάστηκε η ανορεξία της Όλγας φαίνεται γιναμένο για να
+ειπωθούν αυτά. Θα με πεις: και πώς αλλιώς πρέπει να μαθευτεί η
+πυρκαγιά και τα επακόλουθά της; Δεν ξέρω! Εγώ δράματα δε γράφω!
+Συ, αν ήσουν μεγάλος και γέρος καλλιτέχνης μπορούσες ναν το βρεις
+μονάχος σου και ναν το φέρεις έτσι τεχνικά, που εγώ, ξάφνου, η
+παρατηρήτρα να μην παρατηρούσα την τεχνική αυτή ατέλεια. Έχει κι'
+άλλα λάθη η πρώτη πράξη. Πολύ γλήγορα τελειόνει το σοαρέ· άτεχνα
+έρχεται η αφορμή που ο Αλέκος διατυπόνει τις ιδέες του και την
+tèlépathie του κ' είνε περιττές κάμποσες κουβέντες. Ωραίο είνε
+το τραγούδι της «άγιας πόλης» και κάπως άγαρμπο το τραγούδι του
+«πουλιού».
+
+Η δεύτερη εποχή είνε δυνατώτερη! Δεν έχει κι αυτή τέχνη πολλή μα
+και μερικές σκηνές της είνε αρκετά τεχνικές· οι τελευταίες να πω!
+Είνε η εποχή, που η Όλγα γιατρεμένη πια από τη θεραπεία εκείνη τ'
+Αλέκου τον αρεβωνιάζεται. Πέφτουν καλούτσικα ο έρωτας κι' η
+αρεβώνα. Κι ο χαραχτήρας τ' Αλέκου δεν έχει λόγο να είνε
+αλαγμένος. Η απάτη δεν έχει γίνει ακόμα. Η Illusion του
+φανταστικού κόσμου παραμένει κι' ο Αλέκος δε εμπήκε ακόμα στην
+Άγια Πόλη! . . .
+
+Στην τρίτη εποχή όμως τα πράματα άλλαξαν, χωρίς ναλλάξει ο Αλέκος!
+Σου τη συχορνώ όμως κι' αυτή, γιατί δείχτει την Όλγα καλά· πολύ
+τεχνικά αναλύεται και με λίγα λόγια, έστωντας και χλιαρά, ο
+χαραχτήρας της. Ο κ. Λάκης πολυλογάει κάπως — φαίνεται ναν τ'
+αρέσει τόντις η πολυλογία — στη γυναίκα του· εκείνη, μουγκή πολλές
+φορές, ανοίγει το στόμα της τώρα κάμποσο· κι' ο Αλέκος, ο
+αγαθώτατος Αλέκος εδώ δείχτεται πια όλος. Ωραία είνε η σκηνή τω
+δώρων της Όλγας. Κι' η δήγηση της πρώτης νύχτας του γάμου δεν είνε
+άσκημη· μήτε κι άσεμνη, αν τη βρουν πολλοί τέτια. Ωραία είνε κι' η
+λύση του κι' ικανοποιεί πολλούς! Ξαναπέρνουνται! Πώς ζούνε πια; ας
+το σκεφτεί, όπως θέλει καθένας. Το θέμα είνε, πως ξαναπέρνουνται.
+Ας πιστέψω εγώ κάνε, πως ο Αλέκος θα γίνει πια άθρωπος, κι' η
+Όλγα, που από κείνονα πέρνει το είνε της, καθόλου παράδοξο να
+γίνει κι' αυτή γυναικούλα· και . . . τότες κάθουνται εκείνοι καλά!
+. . .
+
+Αυτό είνε Το «μυστικό του γάμου» . . . Βγάνω ένα συμπέρασμα: πως η
+σύλληψη με την εχτέλεση δεν περπάτησαν μέσα σου μ' ίδια βήματα. Μα
+για να μη με περάσεις κακιά, σου λέω, πως κι' η εχτέλεση μου
+χαμογελάει. Έπειτα δεν ξεχάνω, πως είνε έργο αυτό παιδιάστικο·
+δηλαδή τώκαμες παιδί είκοσι-είκοσιενός χρονών, αφού το διάβασα για
+πρώτη φορά πρόπερσυ το καλοκαίρι. Κι' έχουν να πουν πολύ αυτά· κι
+απόδειξη η «Φάρσα της Ζωής» έργο που τώκαμες εφέτος το καλοκαίρι.
+Είνε ασύγκριτη η τεχνική διαφορά της «Φάρσας» από το «μυστικό».
+Έχει μορφή αυτή! Μα μη νομίσεις πως είνε κι αριστούργημα. Ας
+εξετάσουμε και τη «Φάρσα» ναν το διείς! . . .
+
+Η thèse της «Φάρσας» είνε να δείξει την κακομοιριά της ζωής και
+μπορούσες να βάλεις μότο αποκάτου τον τίτλο της το στίχο του Dante
+«tanto è amara che poco è più morte;», όπου το amara
+κουαλιφικάρει το selva από τους προηγούμενους στίχους της Κόλασης,
+κι' όπου το selva μπορεί να παρθεί αλληγορικά και για τη ζωή, ή
+καλίτερα το στίχο του δικού μας του Σολωμού «κι' είνε βάρος του η
+ζωή» (3) — Τόρα που ανάφερα και θυμήθηκα το Σολωμό, πρέπει να σε
+πω τη μεγάλη μου χαρά, που αφιερόνεις το πρώτο σου βιβλίο στη σκιά
+του, στη λάμψη του δηλαδή. Ξέρω, πως δεν τώκαμες γιατί τώπε ο κ.
+Ψυχάρης προχτές στο «Άστυ» (4). Εσύ με το είπες εδώ και τόσον
+καιρό και δεν ξεχάνω το γλυκύτατό σου ανοιχτό γράμμα (5), που
+έγραψες μέσα σ' ένα τριανταφυλένιο μεθύσι από κείνα, που σε ρίχτει
+η ατέλειωτη και παρθενική ευωδιά, που σκορπάνε οι στίχοι του — .
+
+Της δίνω και συβολισμό εγώ· με κάνει κάνε να σκέφτουμαι κι' έτσι.
+Κι' η εχτέλεση αυτής της ιδέας δεν έρχεται κακά. Τη διαιρείς τη
+«Φάρσα» σε τρεις πράξες, που τις χωρίζουνε τη μια από την άλλη
+ώρες μόνο. Σ' ώρες μόνο γίνεται το δράμα αλάκερο· δράμα αληθινό.
+Μικρές είνε οι πράξες· μα δεν το νομίζω αυτό ελάτωμα. Αφού μπορείς
+να πεις ένα πράμα με τόσα λόγια, γιατί ναν το πεις μάλλα τόσα;
+
+Η πρώτη πράξη δεν είνε τόσο καλλιτεχνική. Δεν ξέρω καλά α
+φαίνεται, όπως φαίνεται, γιατί ακλουθάει η δεύτερη κι' η τρίτη
+πράξη, ή γιατί τόντις έχει καλαιστητική ατέλεια, μα δε φαίνεται
+έτσι ώμορφη. Φαίνεται σαν introduction γιναμένη για την ξεμολόηση
+τ' Αντρέα. Κι' αυτή η ξεμολόηση σκεπάζει — τεχνικό ελάτωμα — κι'
+ό,τι άλλο θες να πεις στην πρώτη: δηλαδή το δείξιμο της γενικής
+νευραστενείας κι' όσων είνε απάνου στη σκηνή κι' όσων δεν είνε: τ'
+απαραίτητο, για το δέσιμο, γράμμα τ' αδερφού τ' Αντρέα, και μερικά
+άλλα ακόμα. Μα η δεύτερη κι' η τρίτη πράξη είνε ώμορφες. Τεχνικές
+πράξες είνε. Ελατώματα αν έχουν είνε τόσο μικρά που τα σκεπάζει η
+άλλη ωμορφιά τους. Τα συχαρίκια μου γι' αυτές. Βλέπεις, πως σου
+λέω τα καλά σου κι' ενθουσιάζουμαι κιόλα; Και δεν έχει μόνο αυτά
+τα προτερήματα η «Φάρσα». Χαραχτήρες δείχτει ζωντανούς·
+σπαρταριστά είνε όλα τα πρόσωπα· δεν είνε πλαστό κανένα, σαν τον
+Αλέκο. Ο Κωστής είνε τέλειο πράμα· ο Γιάνκος· ο Αντρέας το ίδιο. Η
+οικογένεια της κ. Τριάφτη είνε κινητοσκόπιο. Η Φρόσω μόνο μπορούσε
+να είχε άλλο χαραχτήρα αφού μάλιστα, όπως την έχεις τόρα, μιάζει
+πολύ με το χαραχτήρα του Τάσου· κι' όχι γιατί δεν είνε αληθινός
+και πιτυχημένος ο χαραχτήρας της, αλλά γιατί . . . τι τα θέλεις
+ό,τι δεν μπλεσάρει γινάμενο από άντρα, από γυναίκα φαίνεται
+βαρύτερο πάντα. Κι ένα άλλο προτέρημα του έργου σου είνε η δύναμη,
+που δείχνουν τα πρόσωπα, που δε φαίνουνται· ο Μήτσος, ο κ.
+Τριάφτης· ο Γεράσιμος. Το μαντολίνο του Γεράσιμου είνε μια
+καλλιτεχνική παρατήρηση πρώτης δύναμης! Το μαντολίνο νικάει τον
+Αντρέα. Την κατάπληξη, που δίνουν οι επιληφτικοί ή υστερικοί —
+υστερικοί· λες κάπου πως το σώμα της έγινε σαν κουλούρα —
+παροξυσμοί της Κατίνας κι' η πασιεντζομανία της, η αδιαντροπία η
+παθολογική της Φρόσως, η αναίδεια του Τάσου, κρατάνε στη θέση του
+τον Αντρέα. Το μαντολίνο όμως τον καταβάλει . . . Αυτό έλειπε . .
+. ήρθε κι' εκείνο· τελευταίο μάλιστα! . . . Κι' η στερνή σκηνή του
+Τάσου με τη Βασίλω, είνε όλους διόλου, σε βεβαιόνω, θαυμάσια! . . .
+
+Σε είπα: Το δράμα σου με κάνει ακόμα να συβολίζω και τα πρόσωπα
+και προσπαθώ ναν τους βρω τη θέση τους του καθενός.
+
+Η «Φάρσα της Ζωής» αξίζει. Αριστούργημα βέβαια δεν είνε! Υπάρχει
+πού και πού τέτιο πιπίλισμα μα το σύνολο του δεν είνε
+αριστούργημα. Συ είσαι μικρός ακόμα να κάνεις αριστουργήματα! . . .
+
+Και τόρα γενικότερα πράματα. Γιατί αγκαλιάζεις τόσο την παθολογία;
+γιατί δε μπορείς να ξεκολήσεις από την hérédité; και τάλλο
+δράμα σου, — ο Ντίνος μας — που με δηγήθηκες την υπόθεση προχτές
+από κει είνε βγαλμένο! Τάχα δεν είνε ζητήματα άλλα, όμοια μεγάλα,
+κοινωνικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά; Η hérédité μπορεί να πει
+κανείς εξαντλήθηκε πια. Είπαν κι' είπαν! Στον τόπο μας, είνε
+αλήθεια, δε γράφηκε τίποτα, που νανακατόνει ένα τόσο ψηλό ζήτημα·
+μα τα έργα αυτά, που θες να παρουσιάσεις και με κάπιαν αξίωση — ή
+όχι; — έχουν σχηματισμό κάπως διεθνότερο και δε θαν τα κρίνει
+κανείς, μήτε σχετικά με τις Ελληνικές τραγωδίες, μήτε σχετικά με
+τα λαϊκά δράματα. Κ' εγώ, που στάκρινα, όχι αφτηρά, αλλά δίκια,
+στάκρινα σχετικά με την τέχνη την απόλυτη και της τεχνοτροπίας την
+τελευταία εξέλιξη. Κι' αν επρόκειτο, κάνοντας τον κριτικό, να
+δημοσιέψω μιαν κάπια κρίση στις φημερίδες, να είσαι βέβαιος, πως
+ποτές δε θα σέκρινα έτσι· δε θα σέκρινα δηλαδή, σα φιλενάδα, που
+σου λέει μυστικά την κρίση της! Η κρίση μου αυτή από σένα θα
+διαβαστεί μονάχα· και συ ξέρεις, ποια ιδέα έχω εγώ για άλλα
+σκηνικά έργα της Ελληνικής παραγωγής, που κίνησαν μάλιστα
+περσότερο θόρυβο, στην παράσταση τους, τόσο από το κοινό, όσο κι'
+από την κριτική.
+
+Ο «Βασιλικός » του Μάτεση κι ο «Βουρκόλακας» του Εφταλιώτη δεν
+παραστάθηκαν, φίλε μου· και πόσοι τους ξέρουν; . . . Αλλά τι έχει
+να κάνει; . . . Αμ ο «Ψυχοπατέρας» του κ. Ξενοπούλου κι' αν
+παραστάθηκε και τι; . . . »
+
+* * *
+
+Κι' εγώ πούλαβα αφτό το γράμα απάντησα στη στιμή!
+
+« . . . μήτε αξίωση, έχω πως έγραψα αριστουργήματα, μήτε η κρίση
+σου με φάνηκε αφτηρή. Ίσως μήτε κι' όσο έπρεπε δίκια . . . Η αγάπη
+σου ξεχειλίζει πού και πού. Όμως δεν πρέπει ναν την ξέρω μόνος
+εγώ! . . . Θες δε θες θαν τη βάλω μπρος στο βιβλίο μου . . . Μη
+φοβάσαι για τις αλήθειες, που λες, πως θα με βλάψουν. Όποιος
+νιώσει το γράμα σου . . . τέλειωσε! κι' α με κατηγορήσει κι' αν
+πει πως δεν αξίζω τίποτα κι' α φανταστεί, πως δεν έχω μήτε την
+ελπίδα καν, πως κάτι μπορεί να φτιάσω με τον καιρό, λόγο του
+κουτουρού δε θα πει . . . Σκεφτικός θάνε άθρωπος και μακρυσμένος
+από πρόληψες κι' ό,τι κι' αν πει ωφέλεια θα με δόσει. — Το γράμα
+σου είνε ο πρόλογος, που πεθυμούσα . . . πώς τον αποθυμούσα! . . .
+
+ ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΜΠΥΣΗΣ.
+
+
+
+ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
+
+Σε πράξες τρεις.
+
+
+
+
+ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
+
+Ο κ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΚΗΣ, καθηγητής του Πανεπιστημίου.
+Η κ. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΑΚΗ, γυναίκα του.
+ΟΛΓΑ, κόρη τους.
+Ο κ. ΚΩΣΤΑΣ ΚΙΑΡΑΣ, βουλεφτής.
+Η κ. ΜΑΡΓΑ ΚΙΑΡΑ, γυναίκα του.
+ΑΛΕΚΟΣ, γυιός τους, γιατρός.
+Η κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ, αδερφή του κ. Λάκη.
+ΛΕΛΑ, κόρη της.
+ΝΙΚΟΣ Δ1ΑΜΑΝΤΙΔΗΣ, οικογενειακός φίλος.
+ΦΟΦΩ, αδερφή του.
+Ένας άθρωπος.
+Δυο-τρεις περέτες.
+
+
+
+Η σκηνή στην Αθήνα.
+
+
+
+ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
+
+(σε πράξες τρεις)
+
+
+
+ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
+
+
+
+Το σπήτι του κ. ΛΑΚΗ
+
+Η σκηνή παρασταίνει το σαλόνι του κ. ΛΑΚΗ· πλουσιότατο και
+καλλιτεχνικότατο. Στο βάθος ένα τραπέζι με ετοιμασία τσαγιού.
+Απέναντι το πιάνο· δεξιά η θερμάστρα . . . Νύχτα.
+
+(Ο κ. ΛΑΚΗΣ κι' ο ΑΛΕΚΟΣ).
+
+Αλέκος. Δεν το εξετάζω έτσι το θέμα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Όπως κι' αν το εξετάσεις το συμπέρασμα είνε, πως η
+Όλγα μας είνε καταδικασμένη.
+
+Αλέκος. Ίσα-ίσα εγώ λέγω, πως πολύ έφκολα την καταδικάζουμε . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Αφτοί οι ενθουσιασμοί, Αλέκο, επίτρεψέ μου να σε πω,
+πως είνε νεανικοί· πως είνε ενθουσιασμοί ενός πρωτόβγαλτου, που
+στο διάβα του δεν του έτυχαν ακόμα αποτυχίες! . . .
+
+Αλέκος. Σας παρακαλώ . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ύστερα θυμούμαι τη μικρή αδερφή της γυναίκας μου· κι'
+αφτή τέτια στίγματα υστερικά έδειξε . . . Όμοια . . . Ήμουν κι'
+εγώ τότες πρωτόβγαλτος κι' είχα τόση πεποίθηση στη θεραπεφτική μου
+. . . Μα δεν την έσωσα, Αλέκο . . .
+
+Αλέκος. Οι συγκριτικές απόδειξες δεν είνε κι' αξιώματα, κ. Λάκη.
+Έπειτα θυμηθείτε, πως η επιστήμη πρόδεψε από τότες . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Α! Αλέκο . . . ναι! πρόδεψε και το ξέρω πολύ καλά . . .
+Μη νομίσεις όμως, πως από κείνο το δωμάτιο (δείχτει το δωμάτιό
+του) δεν παρακολουθώ βήμα βήμα κάθε καινούργια ανακοίνοση και
+καινούργια θεωρία . . .
+
+Αλέκος. Με συχωρείτε· δεν εννοούσα αφτό . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Κι' η θεραπεφτική της ιδέας δεν είνε σημερνή
+ανακάλυψη, Αλέκο.
+
+Αλέκος. Αφτό δεν εμποδίζει . . .
+
+Ο κ. Λάκης (σηκόνεται κι' ανάβει τσιγάρο). Που λες, Αλέκο, αφτά
+είνε ταληθινά ζητήματα . . .
+
+Αλέκος. Κι' όμως ξέρουμε και την αιτιολογία . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Την αφετηρία να πεις . . . Αχ! μη με τα θυμίζεις την
+εποχή εκείνη, γιατί με τύφτει η συνείδησή μου . . . με κάνεις για
+μόνη φορά να συφωνήσω μαζύ σου και να παραδεχτώ, πως η Όλγα μου
+δεν είνε παρά του εγωισμού μου η καταδίκη . . .
+
+Αλέκος. Με συχωρείτε, κ. Λάκη . . . Εγώ μήτε εσκέφτηκα ποτές
+μου . . .
+
+Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Άκου με . . . για τις θεωρίες σου θέλω
+να πω του εσωτερικού κόσμου . . . Τι τα θέλεις; . . . Τότες . . .
+(ύστερα από λίγο) Αλέκο, άφισέ με να σου την ξαναπώ την ιστορία .
+. . και να σε πω για πρώτη φορά το μυστικό, που με βαρένει . . . Η
+κόρη μου έπαθε κι' εγώ έπαθα! . . . Νά! από πολυλογία! . Γενάρης
+είτανε και τότες . . . Τέτια εποχή . . . και τότες μαζεβόμαστε
+εδώ, μα όχι για να διασκεδάζουμε την Όλγα . . . Είχε τελειόσει η
+συναναστροφή μας . . . Είχε φύγει ο κόσμος και κοιμόμαστε πια . .
+. Εκεί με ξύπνησε ξάφνου η τρομερή εκείνη βουή . . . Ετίκλονε ένας
+καπνός· άκουγα ξύλα να τρίζουν. Οι περέτες κάτου έτρεχαν σα
+δαιμονισμένοι και στο μισοκοιμίσι μου κατάλαβα τι έτρεχε . . . Το
+κάτου πάτωμα, εκαίγονταν. Οι φλόγες σε λίγο θα μας περικύκλοναν! .
+. . Τρέχω στη στιμή στην κάμερα της Ασπασίας και της χτυπώ. Τρέχω
+στης Όλγας και της φωνάζω· κι' ο καπνός πια μ' έπνιγε . . . Η
+σκάλα είχε πάρει φωτιά . . . Τότες εγώ, αλαφιασμένος και
+μισοζαλισμένος, απάνου σ' εκείνο τον κίντυνο και στην αιφνήδια
+προσβολή της ζωής μου τρέχω στη σκάλα να σωθώ . . . Ναι! . . .
+Αφτά δε στάπα τότες και μήτε τάπα σε κανέναν άλλο. Μα συ και τόσο
+νέος και τόσο εκκεντρικός έχεις όμως τη δύναμη να δέχεσαι
+ξεμυστηρέματα και ναν τα φυλάς . .
+
+Αλέκος. Σας εφκαριστώ για την εμπιστοσύνη σας, κ. Λάκη . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τι με είταν τότες η ζωή; Η ίδια η εφτυχία πες . . .
+Δεν την είχε σκεπάσει ακόμα κανένα σύγνεφο . . . Και σώθηκα . . .
+βρέθηκα στο δρόμο . . . στον κόσμο τον άπειρο, που τριγύριζε εκεί
+με φωνές και περιέργεια, χωρίς να δίνει και μεγάλη βοήθεια . . .
+Τότες, ξεζαλισμένος πια, σωμένος, συλογίζουμαι τη γυναίκα μου και
+την κόρη μου . . . Τι νάγειναν;! . . . Φωνάζω: «αδέρφια σώστε τες
+. . . για όνομα του θεού σώστε τες! . . . » Ένας χριστιανός με
+βεβαίοσε, πως σώθηκαν και πως τις πήγαν στου γαμπρού μου του
+Θεοφίλου. Εκεί μ' οδήγησαν κι' εμένα. Ανεβαίνω 'γλήγορα γλήγορα τη
+σκάλα και βλέπω την Ασπασία . . . Σώθης; . . . της φωνάζω! Ο Θεός
+μέσωσε, μου λέει και πέφτει στην αγκαλιά μου! Μα σου λέω κι' αφτό
+το μυστικό . . . Εκεί σταληθινό μας αγκάλιασμα ένιοσα, πως η
+Ασπασία έκαμε ό,τι κι' εγώ και χωρίς να συλοηστώ εκείνη τη στιμή
+το δικό μου εγωισμό, πικράθηκα λίγο με το δικό της . . Η Όλγα μας;
+φωνάζω στη γυναίκα μου . . . Εδώ είνε, με λέει και με τραβάει στην
+κάμερα της Λίλας . . . Εκεί την είχαν ξαπλωμένη! Λιποθυμισμένη η
+κόρη μου με καημένα τα μαλάκια της και τσουλουφριασμένα! . . .
+Γονατίζω στο κρεβάτι της ο φτωχός, και με το στανιό ζητούσα ναν
+της δόσω τη δική μου την πνοή . . . τη δική μου τη ζωή! . . . ω!
+αγαπημένη μου Όλγα . . . λατρεφτό μου κορίτσι . . . Σώθηκε, Αλέκο!
+Μ ' από τότες και τα υστερικά αφτά στίγματα την κυρίεψαν . . . Από
+τότες αηδιάζει κάθε φαΐ και λιόνει . . λιόνει σιγά-σιγά. Τέσερα
+χρόνια τόρα και τι δεν εδοκίμασα; . . . και πού δεν την πήγα;! . .
+. Τι ταξίδια δεν της έκαμα;!. . Ποιος γιατρός δεν την είδε; . . .
+Μα η επιστήμη σταβρόνει τα χέρια της για το κορίτσι μου. Κι' εγώ,
+που δίνω τη ζωή σε τόσους αρώστους, που διορθώνω οργανισμούς
+χαλασμένους . . . ω! . . . μπρος της μηδενίζουμαι και δεν αξίζω
+τίποτα . . τίποτα . .
+
+Αλέκος. Σεβαστέ μου κ. Λάκη, μην απελπιζόσαστε! ., . Εκηρύξατε
+μόνος σας την ανεπάρκεια της επιστήμης σας . . . Αφίστε να
+δοκιμάσω κι' εγώ τη δική μου επιστήμη . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ποιά είνε η δική σου επιστήμη, Αλέκο; Έχεις κανά
+σκέδιο καινούργιο; Έστω . . Μα τα πρώτα πειράματα δεν τα κάνει
+κανείς στο παιδί του! . . . Ω! η Όλγα μου είνε καταδικασμένη . . .
+αργά ή γλήγορα θα μου τη σπαράξει την καρδιά μου! . . .
+
+Αλέκος. Ποιά είνε η δική μου επιστήμη; Θα σας περικαλέσω να μη
+γελάστε . . . Με είπατε προλίγου, πως την πήγατε παντού και σ'
+όλους τους γιατρούς . . . Στην Τήνο την πήγατε; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Πού;! . . . Στην Τήνο; . . . Αστειέβεσαι δηλαδή; . . .
+
+Αλέκος. Καθόλου! . . . Η πίστη της Όλγα κάνει θάματα . . .
+Δοκιμάστε . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Από τα ίδια άρχησες πάλε! Ξέρεις τι θα πει στη
+Σαλπετριέρη να κουνήσει το κεφάλι του ο Σαρκώ σε μένα; και να με
+πει: «κύριε Λάκη, στην κατάσταση της κόρης σου το μόνο φάρμακο,
+που σε συβουλέβει ο συνάδερφός σου είνε η απομόνοση». Τα
+καταλαβαίνεις αφτά; . . . Μα ποιος από μας αντέχει σ' αφτό το
+φάρμακο; . . .
+
+Αλέκος. Κι' όμως αφτά όλα συνηγοράνε σ' ό,τι σας ζητώ . .
+
+Ο κ. Λάκης Δηλαδή; . . .
+
+Αλέκος. Νά μου επιτρέψτε να εφαρμόσω τη δική μου θεραπεία . . . (ο
+κ. Λάκης κουνάει το κεφάλι) Μα, κ. Λάκη, σας παρακαλώ θερμά . . .
+σας το ζητώ επί τέλους για χάρη και δεν είνε πολύ σπουδαίο ό,τι
+σας ζητώ . . . Θέλω μόνο να μ' αφίσετε ελεφτεριά μαζύ της χωρίς να
+με παρεξηγείστε . . .
+
+Ο κ. Λάκης (με ενδιαφέρο), Α! . . . μ' αφτά τάχεις με το δίκιο σου
+. . . ipso jure να σου μιλήσω νομικά . . .
+
+Αλέκος. Σας εφκαριστώ . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Κι' επειδή εσύ περιορίζεις τις παράκλησές σου ως
+εφτού, εγώ θα σου τις ανεβάσω πιο ψηλά . . . Θα σε δόσω όχι πια το
+δικαίομα , αλλά την υποχρέοση να μην την αφίσεις μονάχη καθόλου .
+. . . (σε λίγο με χαμόγελο) Μα μην πιστέβεις πως μέπεισε ο
+ενθουσιασμός σου ο νεανικός για τη θεραπεφτική σου . .
+
+Αλέκος. Οπωςδήποτε . . . Σας εφκαριστώ . . . σας εφκαριστώ . . .
+
+(Μπαίνει η κ. ΛΑΚΗ)
+
+Η κ. Λάκη. Γιατί κλεισμένοι τόσην ώρα; Ήθελαν νανάψουν καλά τη
+σόμπα και δεν τολμούσαν . . . Ενιά η ώρα . . .
+
+Ο κ. Λάκης (σηκόνεται). Ενιά η ώρα;! . . Πώς παρασέρνει η κουβέντα
+. . . Pardon, Αλέκο μια στιγμή!. . πάω να φορέσω τη βαρύτερη μου
+ρετιγκότα . . . Ασπασία, να πεις νανάψουν καλά τη σόμπα . . . γι'
+αφτό κρύονα . . Η Όλγα;
+
+Η κ. Λάκη. Είνε στην κάμερά της· όπου νάνε θαρθεί . . .
+
+Ο κ. Λάκης au revoir· (φέβγει).
+
+Η κ. Λάκη. Μα τι λέγατε τόσην ώρα;
+
+Αλέκος. Μας παράσυρε η επιστημονική συζήτηση.
+
+(μπαίνουν περέτες και συγυρίζουν).
+
+Αλέκος. Σήμερα η ματμαζέλ Όλγα κάτι έφαγε. , .
+
+Η κ. Λάκη. Ναι! . . . Ξέρεις πόσον καιρό είχε να φέρει τόσο το
+πιρούνι στο στόμα;
+
+Αλέκος. Ο κ. Λάκης, κυρία Ασπασία, παρατήρησε, πως, άμα η καλοσύνη
+σας με παραχωρεί μια θέση στο τραπέζι σας, η ματμαζέλ Όλγα, από
+αβρότητα, φαίνεται που τόσο την παρακαλώ, πάντοτε κάτι δοκιμάζει .
+. .
+
+Η κ. Λάκη. Αφτό, Αλέκο, το παρατήρησα κι' εγώ κι' ήθελα ναν το πω!
+. . . Ναι!. . Φαίνεται η Όλγα έτσι σα να μη θέλει να σου χαλάσει
+το χατήρι . . . σα ναν τις επιβάλουνται οι δικές σου
+παράκλησες . . .
+
+Αλέκος. Την παρατήρηση αφτή, κ. Ασπασία, τη συζητήσαμε προλίγου.
+Κι' εγώ επήρα το θάρος να παρακαλέσω τον κ. Λάκη να μου επιτρέψει
+να σας ενοχλώ κάπως συχνότερα.
+
+Η κ. Λάκη. Ω! . . . ω! . . . θα πιθυμούσα τέτιες ενόχλησες να μη
+μας άφιναν καθόλου.
+
+Αλέκος. Πόσο είσαστε καλή (ακούγοννται πατήματα). Α! η μαντμαζέλ
+Όλγα . . .
+
+(Μπαίνει η ΟΛΓΑ)
+
+Αλέκος. Καλώς ορίσατε . . .
+
+Η κ. Λάκη. Τόρα, που σου αφίνω συντροφιά, Αλέκο, θα μου επιτρέψεις
+να περάσω κι' εγώ μια στιγμή από την κάμερά μου . . . (φέβγει).
+
+Αλέκος. Και πώς περάσατε μαντμαζέλ;
+
+Όλγα. Πώς να περάσω, κύριε Αλέκο; Καλά.
+
+Αλέκος. Καλά;! . . .
+
+Όλγα. Μονάχα ένα βάρος έχω μέσα μου . . . εδώ, νά! . . . (ο Αλέκος
+την κυτάζει κατάματα). Μα όχι, κ. Αλέκο, δεν έχω . . . δε θα με
+μαλόστε . . . ε;! . . . (με χαμόγελο).
+
+Αλέκος. Να σας μαλόσω; εγώ να σας μαλόσω; . . Πιστέψτε, πως η
+τόλμη μου δε φτάνει ως εκεί . . . Μπορούσα να σας παρακαλέσω . . .
+μάλιστα . . . να με υποχρεόστε! Μπορούσα να σας έλεγα και κάτι
+άλλο . . .
+
+Όλγα. Τι άλλο; . . .
+
+Αλέκος. Τι θέλετε ναν το μάθετε, μαντμαζέλ;. . . Αφτό μόνο εμένα
+ενδιαφέρει . . .
+
+Όλγα. Merci, κ. Αλέκο, ωραία!. . . . Ενδιαφέρει μόνο εσάς: . . .
+Είσαστε κακός ναν το λέτε, πως ενδιαφέρει μόνο εσάς! . . .
+
+Αλέκος. Pardon. Ξέρω τη μεγάλη σας καρδιά και τη μεγάλη
+συγκατάβαση, που μούχετε. Θα σας το πω, μαντμαζέλ . . . Νά! . . .
+Δεν έχετε πια μαζύ μου την αδερφική ελεφτεριά, που είχατε προτού
+φύγω για την Εβρώπη! . . . Με θεωρείτε έτσι σαν ξένο . . . μα όχι!
+είνε πολύ! . . . πώς ναν το πω; . . .
+
+Όλγα. Τι;! . . .
+
+Αλέκος. Δε με θεωρείτε πια Αλέκο . . . με θεωρείτε κύριον
+Αλέκο! . . .
+
+Όλγα (με χαμόγελο) Κύριον Αλέκο; . . . Μα δεν είσαστε κύριος
+Αλέκος; . . . Τι σας φταίω εγώ; . . . Σεις μόλις ήρθατε κι' ένα
+μήνα τόρα δε με λέτε: μαντμαζέλ Όλγα; Δε με μιλείτε: σεις; . . .
+
+Αλέκος. Για μένα διαφέρει! . . . Εγώ πάντα ήμουν, είμαι και θα
+είμαι ο Αλέκος, που η μικρούλα του αδερφή τονέ διάταζε και που
+εκείνος μόνο την παρακαλούσε . . .
+
+Όλγα. Τα παρακάλια ταδερφού μου δεν είταν κι' αφτά διαταγές για
+μένα; . .
+
+Αλέκος. (ύστερα από λίγο). Για θυμηθείτε, μαντμαζέλ, τι ώμορφα,
+που περνούσαμε μικροί . . . Θυμούμαι, μια φορά, που είχαμε πάει
+εγδρομή στην Πεντέλη . . . Πόσα χρόνια πάνε από τότες; . . . Δε
+θαν την ξεχάσω εκείνη την εποχή ποτές μου . . . Σεις με πιστέβατε
+τότες! . . . Θυμούμαι, μαντμαζέλ, που μάζεψα βατόμουρα και σας
+τάφερα! . . . Σεις τα βλέπατε για πρώτη φορά . . . Σας είπα: «Είνε
+ωραία, γλυκά . . . φάγε·» και σεις με είπατε: «αρκεί που μου τα
+δίνεις εσύ! . . . »
+
+Όλγα. Και τόρα θαν τόλεγα.
+
+Αλέκος. Και τόρα;! . . . Α! μαντμαζέλ Όλγα . . . αν ανοίξτε την
+καρδιά μου θα διείτε, πως κι' αν το λέγατε, δε θαν το κάνατε . . .
+Μιαν άλλη φορά, που είμαστε στον Πόρο . . . θυμόσαστε; . . . εσείς
+στην Plage με την γκουβερνάντα σας πετούσατε πετρούλες στην θάλασα
+. . . Εγώ έκανα βόλτες με πανί στην ακρογιαλιά με μια βαρκούλα . .
+. Σεις με βλέπατε και τρομάζατε . . . Σας λέω: «μην κάνεις έτσι .
+. . δεν είνε φόβος! Έλα και συ μαζύ μου να διείς! . . . » και σεις
+ήρθατε μόνο γιατί σας το ζήτησα εγώ! . . . Νικήσατε το φόβο σας,
+γιατί με πιστέβατε . . . Τα θυμόσαστε; . . .
+
+Όλγα. Πώς δεν τα θυμάμαι! . . .
+
+Αλέκος. Και τόρα ναλάξετε τόσο;! . . . να με φερνόσαστε έτσι;! . . .
+
+Όλγα. Πώς σας φέρνουμαι, κύριε Αλέκο;
+
+Αλέκος. Ορίστε! . . . Με μιλείτε κύριον Αλέκο! . . . Δε με
+διατάζετε πια και 'γω, πώς να σας παρακαλώ; . . .
+
+Όλγα. Σας βεβαιόνω, πως δεν έχετε δίκιο. Εγώ δε θα σας ξαναμιλήσω
+πια κύριον Αλέκο. Μα σεις θα εξακολουθείστε να μη με λέτε μόνο
+Όλγα;
+
+Αλέκος. Εγώ;!. . μόνο Όλγα θα σε λέω. Νά!. . (πάει κοντά της) Όλγα
+μου! Αγαπημένη μου αδερφούλα!. . Έτσι θα σου μιλώ πια . . . Σ'
+αρέσει;
+
+Όλγα. (με μικρό γέλιο) Ω! ναι!. . Τι καλά . . .
+
+(Μπαίνει ο κ. Λάκης)
+
+Ο κ. Λάκης (με γέλιο). Τι σου θύμιζε ο Αλέκος;
+
+Όλγα. Ω! μπαμπά μου ήρθατε; . . . Ο Αλέκος είπατε! Συφωνήσαμε,
+μπαμπά, με τον Αλέκο να φερνόμαστε, όπως τότες, που είμαστε μικροί
+. . . θα με λέει Όλγα μονάχα, θαν τονέ λέω Αλέκο . . .
+
+Αλέκος. Θα πηγαίνουμε πάντα μαζύ, όπως τότες . . . Θα κάνουμε
+excursions . . . Νά! μεθάβριο θα πάμε στο Τατόι με τον Ήλιο . . .
+Την άνοιξη θα κάνουμε ταξιδάκι στον Πόρο . . . στα Μέθανα. Θα
+παίζουμε μουσική μαζύ! . . . Θα λέμε ιστορίες! . . .
+
+(Ανοίγει ο περέτης την πόρτα· μπαίνει ο κ. κι' η κ. ΚΙΑΡΑ)
+
+Ο κ. κι' η κ. Κιάρα. Καλή σπέρα σας! . . .
+
+Οι άλλοι. Καλώς ορίσατε· (η κ. Κιάρα φιλεί την Όλγα).
+
+Η κ. Κιάρα. Η Ασπασία;
+
+Ο κ. Λάκης. Τόρα θαρθεί . . . Και γιατί αργήσατε σήμερα; . . .
+
+(Μπαίνει η κ. ΛΑΚΗ)
+
+Η κ. Λάκη. Α! ήρθατε; . . . (χαιρετιούνται· οι δυο γυναίκες
+φιλιούνται).
+
+Ο κ. Κιάρας (Στην Όλγα). Η Όλγα μας, πώς πέρασε σήμερα;
+
+Όλγα. Ωραία, κ. Κιάρα· από ταπόγυιομα είχαμε εδώ τον Αλέκο . . .
+
+Η κ. Κιάρα. Σεις κοντέβετε πια να μας τον πάρετε ολότελα . . .
+Περσότερο τονέ βλέπετε σεις παρά εμείς. .
+
+Ο κ. Λάκης. Που θα πει, πως τον αγαπάμε περσότερο από σας . . .
+
+Αλέκος. Σας εφκαριστώ . . .
+
+(Ξανανοίγει ο περέτης την πόρτα· μπαίνει η κ. Θεοφίλου με τη
+ΛΕΛΑ).
+
+Η κ. Θεοφίλου κι η Λέλα. Καλή σπέρα σας.
+
+Οι άλλοι. Καλή σπέρα . . . (χαιρετιούνται. Η Λέλα πάει κοντά στην
+Όλγα. και φιλιούνται. Την ίδια ώρα ξανανοίγει η πόρτα και μπαίνει
+ο κ. Διαμαντίδης με τη Φοφώ· χαιρετιούνται κι' αφτοί! . . .
+Κάθουνται. Ο κ. Λάκης ξαπλωμένος σένα διβάνι καπνίζει. Ο Αλέκος
+σιγομιλεί με τη Λίλα· η Όλγα με τη Φοφώ και το Νίκο· η κ. Θεοφίλου
+κάτι λέει μυστικά στην Ασπασία . . .)
+
+Ο κ. Λάκης. (φυσώντας τον καπνό από το στόμα του) Σήμερα δεν έχετε
+να πείτε τίποτις. Μας έκαμε μια μέρα σπάνιο πράμα . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Τι έξοχος Ήλιος! . . .
+
+Η κ. Κιάρα. Εμείς κατεβήκαμε στο παληό Φάληρο. Τι κόσμος! τριάντα
+αμάξια . . . κατέβηκαν κι' οι πρίγκηπες! . . . Θαρεί κανείς, πως
+είνε άνοιξη . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Εγώ είχα εξέτασες στο Πανεπιστήμιο, που με κράτησαν
+αργά και τον εστερήθηκα τον έξοχο αφτό Ήλιο . . . Μα σεις,
+Κωστάκη, δεν, είχατε βουλή σήμερα, ή δεν πήγες;
+
+Ο κ. Κιάρας. Δεν πήγε κανείς μας . . . Τάχα δεν το ξέρεις; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. (με γέλιο) Α! ναι! . . . το ξέχασα! Και δε μου λες πια
+ε; τι λέτε, θα κατορθόστε τη διάλυση; . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Εγώ δεν το παραπιστέβω . . . Η κυβέρνηση την κάνει
+την απαρτία μ' όλα αφτά! . . Τους σέρνει, αδερφέ . . . ό,τι τους
+πει το κάνουν . . .
+
+Ο κ. Λάκης, (γελώντας) Δε θέλω να σε πειράξω, καημένε, αλιώς θα
+σου 'λεγα, πως όλοι οι αρχηγοί το κατορθόνουν αφτό . . . Σεις τάχα
+με την κωλυσιεργία σας δεν ακούσατε κανένα;! . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. (με λίγο γινάτι) Καημένε! . . . Μη λες, πως δεν
+ανακατέβεσαι στην πολιτική· πες το ξάστερα, πως είσαι κυβερνητικός
+. . .
+
+Η κ. Λάκη. (διακόφτοντας την κουβέντα της) Πολιτικά στη μέση; ω,
+Θε μου! μα επί τέλους, πώς το θέτε! . . . Εμείς δε μπορούμε ναν
+τακούμε αφτά . . . Κώστα, σε παρακαλώ στο σπήτι μου να ξεχνάς το
+βουλεφτιλίκι σου! . . .
+
+Η κ. Κιάρα. Αμά, Ασπασία, πες τους τα . . . Εμάλιασε η καρδιά μου
+μ' αφτή την πολιτική . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Είπαμε πια τον τελεφταίο λόγο. Ε! Χρίστο; . . .
+
+Ο κ. Λάκης (γελάει) . . .
+
+Όλγα. (δυνατά) Λίλα . . . Αλέκο, pardon που σας διακόφτω . . . Έλα
+λοιπόν να σου συστήσω τον κ. Διαμαντίδη . . .
+
+(Πλησιάζει Ο ΑΛΕΚΟΣ)
+
+Όλγα. Ο κ. Νίκος Διαμαντίδης, ο κ. Αλέκος Κιάρας!
+
+Αλέκος. Χαίρω πολύ. Οι συστάσες της Όλγας κι η γνωριμία της
+μαντμαζέλ Φοφώς μέκαμαν να επιθυμήσω πολύ τη γνωριμία σας, κ.
+Διαμαντίδη (δίνουν τα χέρια).
+
+Νίκος. Κι' η δική μου επιθυμία να σας γνωρίσω είταν πολύ μεγάλη,
+κ. Κιάρα . . .
+
+Όλγα. Τόρα θα γίνετε στενοί φίλοι! . . .
+
+Αλέκος. (στο Νίκο) Λείπατε στην Αλεξάντρεια;. .
+
+Νίκος. Μάλιστα. Χτες ήρθα.
+
+Λέλα. Και το ταξίδι σας, κ. Διαμαντίδη;
+
+Νίνος. Άθλιο, μαντμαζέλ . . . Χειμωνιάτικο ταξίδι. Λίγο έλειψε να
+πνιγούμε.
+
+Όλγα. Ω! . . . φρίκη! . . .
+
+(Η ΛΕΛΑ κοκινίζει λίγο)
+
+Ο κ. Λάκης, (δυνατά) Έγεινε η γνωριμία;! . . . ωραία! . . . Τόρα
+Αλέκο, θα σου κάνει μια σουρπρίζ ο κ. Διαμαντίδης. Ξέρεις: είνε
+ένας βαρύτονος πρώτης — Δεν πιστέβω, κ. Διαμαντίδη να είσαστε
+κουρασμένος; . . .
+
+Νίκος. Βέβαια . . . όχι! . . . Στο σπήτι σας κι' η μεγαλείτερη
+κούραση χάνεται . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Σ ' αφτό συντείνει κι' η δική σας συντροφιά . . .
+Λέλα, κάθισε στο πιάνο . . .
+
+(Η ΛΕΛΑ με πολλή της εφκαρίστηση σηκόνεται και κάθεται στο πιάνο).
+
+Ο κ. Λάκης. θα μας τραγουδήσεις το δικό σου τραγούδι . . . Η Λέλα
+το ξέρει.
+
+Νίκος. Όπως θέλετε . . .
+
+Η κ. Θεοφίλου. (στον κ. Κιάρα) Κώστα . . . Το εκαρτέ μας; Με το
+χρωστάς . . . Άφισέ τους αφτούς με τις μουσικές τους και πάμε εκεί
+στη γωνιά ναν το παίξουμε.
+
+Η κ. Λάκη. Μα δε βαριόσαστε τόρα; . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Της το χρωστώ . . είνε ανάγκη . . .
+
+(πάνε σ' ένα τραπεζάκι κοντά στη σόμπα).
+
+(Η ΛΕΛΑ δοκιμάζει τα χέρια της στο πιάνο· έπειτα ο ΝΙΚΟΣ
+τραγουδάει κι' εκείνη ακομπανιάρει).
+
+
+ Το τραγούδι των πιστών
+
+
+ Στην Άγια Πόλη δυο πιστοί πάνε μαζύ ! . . .
+ ξεκίνησαν να φτάσουνε εκεί πεζοί! . . .
+ Θέλαν της πίστης τους τη δίψα να χορτάσουν,
+ θέλαν τα βάσανα του κόσμου να ξεχάσουν . . .
+ Κι' όσο εγκίζανε κοντά στην Άγια Πόλη
+ τόσο κι' εκείνη η πίστη τους σκιρτούσε όλη . . .
+ Μα ξάφνου είδαν όμοια Πόλη και την Άγια
+ κι' αμέσως και της πίστης τους σβύσαν τα μάγια.
+
+
+Ο κ. Λάκης (χειροκροτάει κι' οι άλλοι μαζύ του). Ε;! . . Αλέκο,
+πώς σου φάνηκε;
+
+Αλέκος. Θαυμάσια! . . Είσαστε artiste, κ. Διαμαντίδη! . .
+
+Νίκος. Merci.
+
+Αλέκος. Είνε δική σας η μουσική; . .
+
+Νίκος. Δική μου.
+
+Αλέκος. Μελωδικότατη μουσική . . Και οι στίχοι;
+
+Νίκος. Οι στίχοι; . . . Όχι!
+
+Αλέκος. Ασεβείς στίχοι· à propos έχω κι' εγώ ένα τραγούδι . . .
+Δε θαν το τραγουδήσω βέβαια με τη χάρη τη δική σας, μα 'γω πιστέβω
+στην καλοσύνη σας και στην επείκειά σας! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ναν το πεις λοιπόν! . . .
+
+Αλέκος. Θα λυπηθώ, που δε θα μακομπανιάρει η μαντμαζέλ Λέλα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Δεν πειράζει . . . Κάθισε μόνος σου . . .
+
+(Ο ΑΛΕΚΟΣ κάθεται στο πιάνο)
+
+Αλέκος. Ας είνε λοιπόν . . . (τραγουδάει)
+
+
+ Το άπλερο πουλί
+
+ Ένα πουλάκι με άπλερο λιγνό κορμί
+ με μικρά φτερά
+ Τρέχει στ' αγέρα την ανίκητην ορμή
+ με μικρά φτερά
+ — Πού πας, πουλάκι αδύνατο, θε να χαθείς
+ με μικρά φτερά
+ Κλαρί δε θάβρεις πουθενά να τσακωθείς! . . .
+ — Στο διάβα μου α δε θάβρω δέντρο να πιαστώ
+ και θα πάω μακρά
+ Αφ' την ορμή τ' αγέρα κι' α δε βγω σωστό
+ και θα πάω μακρά
+ Πάντα θα φτερουγάω στ' άνεμου τη βια
+ και θα πάω μακρά
+ Τι προτιμάω τον κόσμο οχ τα στενά κλουβιά! . . .
+
+Νίκος (χειροκροτάει). Τι αρμονία! . . . Σας αρέσει ο Βάγνερ, κ.
+Κιάρα;
+
+Αλέκος. Με τρελαίνει . . . εσάς; . . .
+
+Νίκος. Οι αρμονίες του μου περεχούνε την ψυχή! . . . Μα τι να σας
+πω, δεν εδοκίμασα ποτές μου τέτιου είδους ακόρντα στις φτωχές μου
+μελωδίες! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Εγώ τι να σας πω, κύριοι μου . . . Τ' αφτί μου απ'
+αφτές τις ντελικατέντζες δεν παρακαταλαβαίνει . . . Μα 'κείνο, που
+ξέρω είνε, πως το τραγούδι των πιστών μ' άρεσε πιο πολύ! . . .
+
+Νίκος. Όχι δα! . . . η αρμονία του τραγουδιού του κ. Κιάρα έχει
+μια συβολικιά όλους διόλου περιπάθεια . . .
+
+Αλέκος. Πολύ ανεβάζετε τη μετριότητά μου! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Κι' εδώ οι συβολισμοί;! . . . Αμ' αφτό είνε! . . .
+Εγώ, κύριοι μου, τα σκεπασμένα διαμάντια δεν τα θέλω . . . προτιμώ
+και το γιαλί απέναντί τους! . . .
+
+Αλέκος. Τι γλυκά, όμως άμα ψάξετε μόνος σας και τα βρείτε! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Πού καιρός για τέτια πράματα! . . .
+
+Αλέκος. Καιρός; . . . πάντα υπάρχει καιρός! . . .
+
+Ο κ. Λάκης (μυστικά στην κ. Κιάρα). Θέλεις ναν τονέ κουρντίσω;
+Γουστάρισε! . . . (στον Αλέκο) Τι τα θέλεις, Αλέκο, δυο και δυο
+κάνουν τέσερα. Εμείς οι θετικοί θέλουμε τα πράματα ξάστερα! . . .
+
+Αλέκος. Μα δύσκολα θαν τα βρείτε, κ. Λάκη! . . . Ζητώντας την
+ξαστεριά πάντοτες δε θαντικρύζετε παρά τον ψέφτικο κόσμο το
+φαινόμενο! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Το φαινόμενο; Όχι όμως και το φανταστικό! . . .
+
+Αλέκος. Το φανταστικό;! . . . Κι' όμως εκεί βρίσκεται η
+αλήθεια . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Πώς;! . . .
+
+Αλέκος. Φαινόμενο, να πω, είνε η ανατολή και το βασίλεμα του Ήλιου
+και το τρέξιμό του . . Η αλήθεια όμως, είνε, πως μόνο η κίνηση της
+γης γύρο της τα κάνει αφτά όλα . . . Θυμούμαι την Όλγα, που μικρή,
+μια φορά, σα γυρίζαμε με το σιδερόδρομο από το Φάληρο μούλεγε: —
+Μα γιατί γυρίζουνε τα δέντρα έτσι;! . . .
+
+Όλγα. Πού το θυμήθηκες;! . . .
+
+Αλέκος. Αρκεί που αποβλέπει εσένα για να μην το ξεχάσω ποτές
+μου . . .
+
+Όλγα. Σ' εφκαριστώ! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Μ' αφτά αποδείχνουνται . . . πού βρίσκεις το
+φανταστικό σ' αφτά;! . . .
+
+Αλέκος. Και των αλλωνών η απόδειξη θα γενικεφτεί μια μέρα! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ως τότες εγώ μπορώ να μην τα παραδέχουμαι! . . .
+
+Αλέκος. Είνε δικαίομά σας. Κάθε έρεβνα έχει δικούς της δρόμους . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Σωστό! . . .
+
+Αλέκος. Κι' εγώ, όπως ξέρετε, με τη δική μου έρεβνα, τη βρήκα την
+ύπαρξη αφτού του κόσμου του πνευματικού . . . του φανταστικού όπως
+τονέ θέλετε σεις! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Εγώ μήτε τονέ φαντάζουμαι! . . .
+
+Αλέκος. Θα ξαναπώ λοιπόν ό,τι σας έγραψα από το Nancy· Ναν
+τακούσουν κι' όλοι εδώ. . . . Μια νύχτα διάβαζα στην κάμερά μου
+σκεπασμένος μένα κουβρπιέ· ξεφύλιζα μερικούς τόμους . . . . Ξάφνου
+με πιάνει στενοχώρια . . . Έφερα τα χέρια μου στο μέτωπό μου, κι'
+ύστερα έτριψα λίγο τα μάτια μου . . . Τότες είδα την Όλγα να
+παρουσιαστεί μπροστά μου και να εξαφανιστεί αμέσως . . . Δεν είχα
+ακόμα συνέρθει, που την ξαναβλέπω και με χαμόγελο στο στόμα . . .
+Εννοείται, πως τρόμαξα, πως ως την αβγή πέρασα τόσο βασανισμένα
+και πως γλήγορα την άλλη μέρα έτρεξα στον κ. Μπερχέιμ ναν του
+δηγηθώ την τελεπάθεια, που είδα . . . Έτυχε να είνε εκεί κι' ο
+δόχτωρ Λουή, και με είπε να ζητήσω στη στιμή πληροφορίες, γιατί
+υποψιάστηκε κακό . . . Κι' είταν η νύχτα της πυρκαγιάς η νύχτα
+εκείνη! . . .
+
+Όλγα (με πολλή προσοχή) Εγώ, Αλέκο, την ώρα, που περνούσα από τις
+φλόγες, σε συλοήστηκα . . .
+
+Αλέκος. (γλυκά) Αφτό είναι βέβαιο . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Και δε μπορεί τάχα η θετική επιστήμη να πει ένα λόγο
+εδώ; . . .
+
+Ο κ. Κιάρας (από τη θέση του δυνατά). Α! δεν υποφέρνεται πια! . .
+. Αφτό είταν καταδρομή . . . Κυρία μου, καλά μ' εγδικήθηκες . . .
+δεν παίζω πια! . . . (σηκόνεται) δεν παίζω! . . . (έρχεται κοντά
+στους άλλους) Δε θα πιούμε τσάι σήμερα; Ο λάρυγκάς μου στέγνωσε. .
+Πέσαμε εμείς με το παιχνίδι . . . πέσατε εσείς με της κουβέντες
+και το ξεχάσαμε! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Χτύπησε λοιπόν το κουδούνι, που τόχεις κοντά σου!
+
+Ο κ. Κιάρας. (χτυπώντας το ηλεκτρικό κουδούνι) Βρε αδερφέ, δεν
+πήρα μήτε μια παρτίδα: Εκείνος ο Ρήγας δε μούρθε μήτε μια
+φορά! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ο Ρήγας, Κώστα, δεν εκουτάθηκε ναφίνει τις
+ντάμες . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Το είδα, φίλε μου . . .
+
+(Μπαίνει ο περέτης)
+
+Η κ. Λάκη. Νικόλα! . . . Τσάι! . . .
+
+(Ο περέτης φέβγει)
+
+Αλέκος (στη Λέλα). Η μαντμαζέλ Λίλα θα μου παραχωρήσει τη θέση της
+σήμερα; . . .
+
+Λέλα. Σε τι;
+
+Αλέκος. Νά! να ρίξω εγώ τη ζάχαρη και το τσάι στα τασιά! . . . Θα
+με βοηθήσει κι η Όλγα. Ε! Όλγα; . . . Δηλαδή δε θέλω εσύ να κάμεις
+τίποτ' άλλο παρά να με λες πόσο να βάνω από το καθένα . . .
+
+Όλγα. Ναι! Ναι! . . . Εμείς θαν το ετοιμάσουμε σήμερα.
+
+(ο περέτης φέρνει το ζεστό νερό)
+
+Ο κ. Λάκης. Νικόλα, βάλε και κανά ξύλο στη σόμπα!
+
+(ο ΑΛΕΚΟΣ κι' ΟΛΓΑ πάνε στη γωνιά, που βρίσκεται η ετοιμασία του
+τσαγιού. Η ΟΛΓΑ κάθεται μπρός στο τραπεζάκι. Ο ΑΛΕΚΟΣ στέκεται
+ορθός κοντά της και κάθε τόσο βάνει σβόλους ζάχαρη στα τασιά. Οι
+άλλοι σιγομιλούν μεταξύ τους).
+
+Αλέκος, (σιγά σιγά) Και με συλοήστηκες τότες αλήθεια; . . . Πώς το
+κατάλαβα!
+
+Όλγα. Σε συλοήστηκα! Την ώρα, που είπα μέσα μου: πάει πια . . .
+εσένα συλογίζομουν . . .
+
+Αλέκος. Γι' αφτό κι' εγώ σε είδα τόσο μακρά! . . . Ξέρεις, Όλγα
+μου, ποια δύναμη νιώθω μαζύ σου; Δεν το φαντάζεσαι! . . . Σε
+βεβαιόνω, πως α μπορούσες ναν το φανταστείς δε θα μου τη χαλούσες
+. . .
+
+Όλγα. Δε θα στη χαλούσα; . . .
+
+Αλέκος. Ναι! . . . γιατί θα μου τη χαλάσεις αφτή τη δύναμη! . . .
+Ξέρεις πόσο σ' αγαπώ; . Δεν το ξέρεις;! . . .
+
+Όλγα. Πώς δεν το ξέρω . . .
+
+Αλέκος. Και συ δε μ' αγαπάς καμιά στάλα;
+
+Όλγα. Εγώ σαγαπάω περσότερο . . .
+
+Αλέκος. Το πιστέβω, πως μαγαπάς περσότερο, θα μου το δείξεις
+κιόλας;
+
+Όλγα. Πώς να στο δείξω; . . .
+
+Αλέκος. Θα κάμεις ό,τι θα σε πω;
+
+Όλγα. Και πάντα δεν το κάνω; . . .
+
+Αλέκος. Θα διώ! Νά! εδώ στη μοναξιά μας θα μου κάνεις συντροφιά να
+πιούμε μαζύ λίγο τσάι με λίγο γάλα; θα βουτήξουμε κι από κείνα τα
+έξοχα μπισκουί . . .
+
+Όλγα. Αλέκο. . γιατί με βιάζεις σε τέτια;
+
+Αλέκος. Βλέπεις λοιπόν; Δε μ' αγαπάς, όπως φαντάζεσαι . . . Α μ'
+αγαπούσες και τόσο δα, θα περιόριζες τον εαφτό σου να μακούσει . . .
+Εσύ μ' αφτό, που σου λέω δε θα πάθεις τόσο κακό, όσο θα πάθω
+εγώ, α δε μακούσεις! . . .
+
+Όλγα. Ανατριχιάζω, Αλέκο, . . . Λυπήσου με! . . . Ό,τι άλλο θέλεις
+πες μου . . . θα μέρθει εμετός πάλε! . . .
+
+Αλέκος. Και να λες, πως μαγαπάς! . . . Τι δυστυχισμένος, που
+είμαι! . . .
+
+Η κ. Λάκη (δυνατά). Κακούς σερβιτόρους έχουμε σήμερα . . . Κενόστε
+το πια . . . Έγεινε τόσην ώρα . . .
+
+(ο ΑΛΕΚΟΣ ρίχτει το τσάι στα τασιά. Ο ΝΙΚΟΛΑΣ πέρνει ένα-ένα και
+το πηγαίνει στον καθένα).
+
+Όλγα (στην κ. Θεοφίλου). Θειά! μήπως θέλετε κι' άλλη ζάχαρη; . . .
+
+Η κ. Θεοφίλου. Όχι . . . μερσί! . . .
+
+Όλγα (στο Νικόλα). Δος το κονιάκ στον κ. Κιάρα . . . Φοφώ μου,
+πάρε μόνη σου μπισκουί! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Η Φοφώ σήμερα δε μας είπε τίποτα . . .
+
+Φοφώ. Εγώ ακούω! . . .
+
+(Η κ. ΛΑΚΗ της χαμογελάει).
+
+Όλγα. Κύριε Νίκο κονιάκ θέλετε ή γάλα;
+
+Νίκος. Λίγο κονιάκ, μερσί! . . .
+
+Όλγα. Νικόλα, το κονιάκ στον κ. Διαμαντίδη! . . .
+
+(Πίνουν. Ο ΑΛΕΚΟΣ κι' η ΟΛΓΑ στη γωνιά σιγομιλούν. Ο ΑΛΕΚΟΣ
+φαίνεται σα να επιμένει και να παρακαλεί και η Όλγα κάθε τόσο
+καταφέρνεται να πίνει λίγο λίγο)
+
+Η κ. Κιάρα. Ωραίο είταν σήμερα το τσάι . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . σεις θα μας το ετοιμάζετε από δω και πέρα.
+
+(Χτυπάνε την πόρτα)
+
+Η κ. Λάκη. Αντρέ . . .
+
+(Μπαίνει ο περέτης)
+
+Περέτης. Ένας κύριος ζητάει τον κ. Κιάρα . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Ποιος κύριος; Τέτιαν ώρα!
+
+Περέτης. Πέρασε, λέει, από το σπήτι σας και του είπαν, πως είσαστε
+εδώ . . . Λέει, πως είνε ανάγκη να σας μιλήσει! . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Ας έρθει εδώ το λοιπόν μια στιγμή! . .
+
+(Ο περέτης φέβγει)
+
+Ο κ. Κιάρας. Τι να τρέχει;! . . .
+
+(Μπαίνει ο άθρωπος)
+
+Άθρωπος. Ο κ. Κιάρας; (βλέποντας τον κ. Κιάρα) Α! παρντόν! . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Εσύ ήσουν;! Τι θέλεις;! . . .
+
+(Ο άθρωπος φαίνεται, σα να μη θέλει να πει φανερά)
+
+Ο κ. Κιάρας. Πες μου τι τρέχει; . . . Δεν πειράζει . . . Εδώ είνε
+δικοί μας όλοι . . .
+
+Άθρωπος. Ο κ. Πρόεδρος μέστειλε να σας πω να τρέξετε αμέσως στη
+βουλή. Έκαμαν εκείνοι απαρτία κι' είνε ανάγκη ναν τους
+ξενυχτήσουμε . . . Ο κ. πρόεδρος σας παρακαλεί να ερθείτε να
+μιλείστε και σεις . . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Καλά!. .
+
+Άθρωπος. Με συχωρείτε. προσκυνώ . . . (φέβγει).
+
+Ο κ. Κιάρας. Μ' αφτό το κρύο! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Μα τι; σκέφτεσαι να πας; Μη χειρότερα!
+
+Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Είνε διαταγή του κ. προέδρου! . . .
+
+Η κ. Κιάρα. Κώστα! Σε παρακαλώ!
+
+Αλέκος. (από τη θέση του) Ένοια σου μαμά, ο μπαμπάς δε θα πάει. Με
+το έχει υποσκεθεί! . . .
+
+Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Κι' ο κ. πρόεδρος . . . και το κόμμα;! . .
+
+Αλέκος. Ταφίσαμε πια, κ. Λάκη. Τελεία εβάλαμε . . Δεν είνε για μας
+η πολιτική, καθώς κατάντησε! Ο μπαμπάς μήτε θα ξαναβάλει κάλπη και
+μήτε θα ξαναπάει στη βουλή! . . .
+
+Ο κ Λάκης (ειρωνικά). Ε; . . . Να το πιστέψω, Κωστάκη; . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Με κατέφερε, αδερφέ, ο γυιός μου
+
+Ο κ. Λάκης. Την παραίτησή σου λοιπόν! . . .
+
+Αλέκος. Α! όχι. Δεν είνε καμιά ανάγκη! . . . Γιατί να
+δημιουργήσουμε εμείς διαδήλωσες και καβγάδες σ' αφτή τη
+φανατικότητα; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Έξοχα! . . . Σε συχαίρω, Αλέκο! . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Τέλος πάντων . . . (ύστερα από λίγο) Μου φαίνεται
+πια, πως είνε καιρός! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Όχι δα! . . . Είνε πολύ νωρίς ακόμα . . . Δεν είπαμε
+σήμερα αινίγματα . . . Κύριε Διαμαντίδη σενέργεια το πνεύμα σας,
+Αλέκο, Όλγα, ελάτε κοντά . .
+
+(Σωπαίνουν όλοι)
+
+Η κ. Λάκη. Πρέπει να κάμω λοιπόν εγώ την αρχή; Ας είνε . . . «Α
+φανεροθώ πεθαίνω» εδώ σας θέλω! . . .
+
+Αλέκος. Ομολογώ την αδυναμία μου σ' αφτό το είδος της συντροφιάς
+. . . Ακόμα δε μπόρεσα να σας φτάσω . . .
+
+(Όλοι σκέφτουνται)
+
+Λέλα. Το βρήκα! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Πες το . . .
+
+Λέλα. Το μυστικό! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Βέβαια! . . . αφτό είνε . . . μπράβο, Λέλα,
+
+Οι άλλοι. Μπράβο, Λέλα . .
+
+Νίκος. Να σας πω κι εγώ ένα . . . μα προτήτερα θα ζητήσω παρντόν
+από τον κ. Κιάρα! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Εμπρός! . .
+
+Νίκος. Είμαι σημάδι πληγής κι α μου προστέσεις ένα γράμα, ίσως
+γίνουμαι, αληθινή πληγή για την Ελλάδα.
+
+(Σκέφτουνται)
+
+Η κ. Κιάρα. Θαρώ, πως το βρήκα . . . Ωραία, κ. Διαμαντίδη!
+
+Όλγα. Το βρήκα κι' εγώ!
+
+Νίκος. Μπορείτε ναν το πείτε . . .
+
+Όλγα. Ουλή-Βουλή . . . Αφτό δεν είνε; . . .
+
+Νίκος. Μάλιστα . . . Επήρα όμως παρντόν από τον κ. Κιάρα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Έξοχο!
+
+Αλέκος. Αριστούργημα, μα την αλήθεια . . .
+
+Ο κ. Κιάρας. Καλά καλά. Άλλη βραδυά τάλλα . . . Είνε ώρα πια . . .
+
+Η κ. Λάκη. Πολύ βιαζόσαστε σήμερα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ο Κώστας κουρντίστηκε, ως φαίνεται!
+
+Ο κ. Κιάρας. Αφτό έλειπε! . . . Πέρασε η ώρα . . .
+
+Η κ. Θεοφίλου. Αλήθεια· αρκετά κάτσαμε . . . .
+
+(Σηκόνουνται κι' αρχίζουν να ετοιμάζονται. Ύστερα φέβγει ένας ένας
+χαιρετιώντας. Τελεφταία μνίσκει η οικογένεια του κ. ΚΙΑΡΑ.
+Κρυφομιλεί λίγο ορθός ο κ. ΚΙΑΡΑΣ με τον κ. ΛΑΚΗ· κι' η κ. ΚΙΑΡΑ
+με την κ. ΛΑΚΗ)
+
+Αλέκος. (σιγά στην Όλγα ορθός) Σήμερα μανέβασες στον ουρανό· και
+θα με κρατήσεις εκεί για πάντα. . Δεν είνε αλήθεια, Όλγα μου; . .
+.
+
+Όλγα. Αλέκο! . . . (τον κυτάζει ατά μάτια).
+
+Αλέκος (της πιάνει το χέρι και το φιλεί). Τούτο τα χεράκι, που
+γλυκοφιλιώ με τόση αδερφική λαχτάρα, ίσα στον παράδεισο θα μ'
+οδηγήσει . . .
+
+Όλγα. Μην τα λες αφτά, Αλέκο . . .
+
+Αλέκος. Γλυκειά μου αδερφούλα . . .
+
+(Χαιρετίζουνται και φέβγουν κι' αφτοί)
+
+Ο κ. Λάκης. Τι σου 'λεγε ο Αλέκος, Όλγα; . . .
+
+Όλγα. Πού να σας στα λέω τόρα όλα, μπαμπά! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Είδες τι ωραία, που τα λέει; κι' όλοι τον ακούνε . . .
+Είδες; κι' ο μπαμπάς του ακόμα! . . . Δε θα ξαναβάλει, ακούς,
+κάλπη . . . Είνε να μην τον αγαπάει κανείς, Όλγα μου;. . Ε;! . . .
+
+Όλγα. Ναι, μπαμπά, πώς να μην τον αγαπάει κανείς! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Έτσι είνε . . . Έλα ντε να με φιλήσεις τόρα . . .
+
+Όλγα. (πάει κοντά του και τονε φιλεί) Μπαμπά μου!
+
+Η κ. Λάκη. Μη με ξεχάνεις και μένα! . . .
+
+Όλγα. Μαμά μου! . . .
+
+(Στ' αγκάλιασμά τους πέφτει η σκηνή)
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
+
+
+
+ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ
+
+
+
+(Η σκηνή παρασταίνει το ίδιο σαλόνι του κ. ΛΑΚΗ. Λείπει μόνο η
+σόμπα).
+
+(Ο κ. κι' η κ. ΛΑΚΗ)
+
+Ο κ. Λάκης. Έτσι, που λες, Ασπασία. Δε μπορούσε να γίνει αλιώς.
+Πάντα θα έφτανε εκεί! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Μα πού ναν το φαντασθώ εγώ; . . . Απορούσα, που δεν τον
+έβλεπα πια νάρχεται. Τούκανα παράπονα πάντα, που τον έβλεπα στο
+σπήτι του ή στον περίπατο. Μα ποτές μου δε φαντάστηκα, πως δεν
+ερχόταν από ένα τέτιο λόγο . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Σεις οι γυναίκες βλέπουτε με δικό σας μικροσκόπιο.
+Εγώ, Ασπασία, πολύ προτού γίνει η πυρκαγιά, που τάβλεπα να παίζουν
+μαζύ, που ο Αλέκος οδηγούσε, σα μεγαλήτερος αδερφός την Όλγα
+καθεμερνά . . . λογάριαζα μέσα μου πάντα, πως μια μέρα θα γίνονταν
+ένα πολύ τεριασμένο αντρόγενο. Είνε αλήθεια, πως μου κόπηκαν
+ύστερα αφτές οι σκέψες, γιατί νόμιζα σταληθινά καταδικασμένη . . .
+χαμένη την Όλγα μας! Όμως προκαλούσα κι' ήθελα την συγκοινωνία
+τους, γιατί έβλεπα, πως της Όλγας είταν μια απόλαψη τούτο. Τη λίγη
+της τη ζωή σκεφτόμουνα, πως έπρεπε ναν την περάσει με γλυκές
+αγάπες! Τόρα πια είνε καλά! . . . ζει! θα ζήσει . . . Το μαγουλάκι
+της έλαβε χρώμα . . . Τα χειλάκια της κοκίνησαν και μας φιλιούν
+τόσο γλυκά . . Την έσωσε ο Αλέκος· η αγάπη του η επιμονή του ο
+νέος κόσμος, που της άνοιξε! Κι η αδερφική εκείνη αγάπη σήμερα
+παρουσιάζεται έρωτας . . . Πού βρίσκεις το παράξενο; . . Κι' έχεις
+να ονειρεφτής καλίτερο απ' αφτό για την Όλγα μας;! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Αλήθεια, Χρίστο!. . Δεν έχω να ονειρεφτώ καλύτερο
+τίποτα . . Μα ξαναδιάβασέ μου το γράμα του . . . Δεν τάκουσα καλά
+προτήτερα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Να στο διαβάσω και να στο ξαναδιαβάσω! . . . Είνε κι'
+αφτό ιδιότροπο σαν κι' εκείνο . . . Άκου το (διαβάζει το γράμα,
+που ήταν ανοιχτό απάνω στο τραπεζάκι). «Σεβαστέ μου κι' αγαπημένε,
+κύριε Λάκη! Μην απορείστε με το γράμα μου. Μα θαν το λάβετε; Δεν
+είνε το πρώτο και μήτε το δέφτερο, που άρχησα να σας γράφω, χωρίς
+να φτάσω στο τέλος του. Ποια είνε η τύχη, που περιμένει και τούτο
+ακόμα δεν το ξέρω! . . . Όμως προχωρώ, ενεργώντας σα μηχανή, που
+την κινεί αθώρητο ελατήριο· μυστική δύναμη! Σας γράφω ό,τι μου
+επιβάλει η δύναμη εκείνη, γιατί σα δούλος της δεν ορίζω πια τον
+εμαφτό μου! . . .
+
+» Αγαπημένε μου κύριε Λάκη! Πολλές φορές η σεβαστή μου κυρία σας
+με ρώτησε γιατί δε με συχνοβλέπατε πια . . . Της δικαιολογούμουν
+προφασιζάμενος χίλια δυο . . . Έβρισκα πρόφαση τη δουλειά μου, τη
+μελέτη μου, τη συνήθεια ακόμα και δεν ξέρω πια τι μου κατέβαινε
+στο μυαλό. Έλεγα και για τη μαντμαζέλ Όλγα, πως μπήκε στον ταχτικό
+δρόμο της υγείας και πως η καθεμερνή παρουσία μου δεν είταν τόσο
+αναγκαία . . . Δεν έλεγα την αλήθεια, σεβαστέ μου! Δεν τολμούσα
+ναν την πω . . . γιατί δεν τολμούσα και ναν την πιστέψω ακόμα! . .
+. Πάλεβα με τον εμαφτό μου να ξεχωρίσω τα καινούργια μου
+αιστήματα, που γενιόνταν μέσα μου. Ναι! . . . Χωρίς λόγο
+σταματούσα τα βήματά μου, σαν παρουσιάζονταν η Όλγα! . . . Χωρίς
+λόγο δείλιαζα μπρος της εγώ, που κατόρθοσα με το θάρος μου ναν την
+κάμω καλά! . . . Ναι! . . . Ταθώο της χαμογέλιο στην καρδιά μου
+έδινε αλιότικα σκιρτήματα . . . Τι με συνέβαινε το λοιπόν; Τάχα
+μην είνε αλήθεια; Τάχα μήπως η μαντμαζέλ Όλγα για μένα πέρασε το
+κατόφλι της αδερφικής αγάπης;! — Θε μου! Θε μου! — Έχω λοιπόν
+έρωτα μέσα μου; Τότες δεν είμαι πια αγνός! . . . Δεν πρέπει πια να
+μολύνω την παρθενική εβωδιά της αιθέριας κόρης με τους μυστικούς
+μου πόθους! . . . Και δε με συχνοβλέπατε από τότες, γιατί ένιοθα
+να γινόμουν ιερόσυλος, σαν έκλεβα ταθώα και παρθενικά της λόγια,
+την αγάπη της, τα γέλια της, ταστεία της, χωρίς να μπορώ
+νανταποδόσω κι' εγώ παρόμοια μαθωότητα! . . . Πόσος καιρός είνε
+από τότες; Έχουμε Απρίλη τώρα! Τα ρόδα άνοιξαν πια! Η φύση
+σκορπάει παντού ανοιξιάτικα όνειρα και η νιότη τι άλλο είνε παρά
+άνοιξη μ' όνειρα; . . . Μα τι σας τα γράφω αφτά; . . . Μήπως μαζύ
+με την καρδιά μου δεν ορίζω και το νου μου; . . . ή μήπως γιατί ως
+το τέλος δεν είνε βέβαιο α θαν το λάβετε το γράμα μου; . . .
+
+»Σήμερα σκέφτηκα να φύγω σε μακρυνό ταξίδι! . . . Δεν το είπα
+ακόμα στο σπήτι! Αφτή τη βδομάδα μάλιστα πρέπει να φύγω κι' εκεί
+μακρά να ζητήσω τον καθαρισμό μου! . . . Δεν τολμάω μήτε συχώρεση
+να σας ζητήσω! . . .
+
+» Ω! λυπηθείτε με! . . .
+ Αλέκος»
+
+Συγκινήθηκες, Ασπασία; . . . Δεν έχεις άδικο . . . Κι εμένα ακόμα
+αφτό το τρελόπαιδο με συγκίνησε! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Πότε τόλαβες το γράμα; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Είνε λίγη ώρα που τόφεραν. Με τόστειλε με το
+ταχυδρομείο.
+
+Η κ. Λάκη. Και τι θα κάμεις τόρα, Χρίστο;
+
+Ο κ. Λάκης. Τι θα κάμω; . . . και θέλει ρώτημα; Νά! Θα πας να μου
+φέρεις την Όλγα, χωρίς ναν της πεις εσύ προτήτερα τίποτις! . . .
+Θαν την ψαρέψω . . . Θαν την κατηχήσω, που είμαι βέβαιος, πως κι'
+αφτή θα τρελαίνεται γι' αφτόνα, κι' ύστερα θα πάω να φέρω το
+τρελόπαιδο εδώ, για να πάει από δω σπήτι του αρεβωνισμένο και
+φιλημένο ακόμα! . . . Σ' αρέσει; . . .
+
+Η κ. Λάκη. Χρίστο μου! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Σημείοσε, Ασπασία, πως όλη αφτή η ιστορία με μάγεψε!
+Όσο τόρα για τις ιδέες εκείνες του Αλέκου κι' αφτές ωφέλεια
+δίνουν! . . . Κι' αφτό καλό . . .
+
+Η κ. Λάκη. Καλό! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Βέβαια! . . . Αφτές θαν του δυναμόνουν και θαν του
+συγκρατούν την αγάπη του . . . Βρήκε, βλέπεις, την ουράνιά του
+ένοση! . . . Πιστέβεις ένα πράμα, Ασπασία; . . .
+
+Η κ. Λάκη. Τι;
+
+Ο κ. Λάκης. Άμα σόσει κανείς και πιστέψει ταερολογήματα αφτά
+νιόθει μέσα του εφκαρίστηση, που εγώ ξάφνου δε θαν τη νιόσω ποτές
+μου. Αδράχνουν την αισιοδοξία! Την καλοδοξιά! Το μέλλο γι' αφτούς
+είνε η γης της επαγγελίας . . . Έχουν ιδανικό στο τέλος . . .
+
+Η κ. Λάκη. Ναι! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Μα τι τα θέλεις; . . . η αλήθεια . . . Ας είνε τόρα! .
+. . Κι' ο Αλέκος, να σε πω, θα ήθελα ποτές του να μην αφιβάλει! Ας
+ζει κει που ζει! . . . Έτσι βρίσκεται πιο κοντά στην Όλγα μας . .
+. Δε βλέπω και τι θαν τον ωφελήσει η αλήθεια! . . . Άει τόρα,
+Ασπασία, να μου τη φέρεις . . . Μα κύταξε, δε θέλω συγκίνησες! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Ναι! πάω, Χρίστο μου, au revoir.
+
+(φέβγει)
+
+(Ο κ. ΛΑΚΗΣ συργιανάει κάμποσο· κουνάει κάθε τόσο το κεφάλι του
+δείχνοντας μ' αφτό τη σκέψι του. Ακούγεται χτύπος στην πόρτα).
+
+Ο κ. Λάκης. Entrez! . . . (ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Νίκος).
+
+Ο κ. Λάκης. Μπα! Συ; . . . πως τόπαθες τέτιαν ώρα;
+
+Νίκος. Ήρθα να σας προσφέρω τα σεβάσματά μου!
+
+Ο κ. Λάκης. Καλώς ώρισες! Μα πώς κατόρθοσες κι' άφηκες τη Λέλα;
+
+Νίκος (με χαμόγελο). Νομίζετε πια, πως όλη την ώρα δεν το κουνώ
+από το πλεβρό της;
+
+Ο κ. Λάκης Ξέρω κι' εγώ, αδερφέ μου . . . Εγώ όταν είμουν στην
+ηλικία σου κι' η Ασπασία στην ηλικία της Λέλας κι είμαστε κι'
+εμείς αρεβωνιασμένοι κι' αγαπημένοι, σαν κι' εσάς, δεν ένιοθα
+κόσμο μακρά της! Η πείρα με λέει πως κρύβεις την αλήθεια! . . . Μα
+δεν πειράζει! Η μαντμαζέλ Φοφώ πώς είνε;
+
+Νίκο. Καλά! μερσί . . . (φαίνεται σα να στενοχωριέται).
+
+Ο κ. Λάκης. Μα γιατί δεν κάθεσαι; Κάτσε . . . (του δείχτει ένα
+κάθισμα).
+
+Νίκος. Παρντόν ήθελα, κάτι να σας έλεγα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Να μ' έλεγες; Τι; . . . Ό,τι κι' α με πεις, το ξέρεις,
+πως θαν τακούσω με μεγάλη μου εφκαρίστηση . . .
+
+Νίκος. Σας εφκαριστώ! . . . Μα τόρα εχτελώ παραγκελία . . . (σε
+λίγο) Κύριε Λάκη μέστειλε ο Αλέκος . . .
+
+Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Πώς είπες; ο Αλέκος; Στάσου μια στιγμή
+(χτυπάει το κουδούνι) ο Αλέκος; και τι με θέλει ο Αλέκος;! . . .
+
+Νίκος. Θα σας το πω: Εδώ και λίγη ώρα ήρθε ο Αλέκος . . .
+
+(Μπαίνει ο περέτης)
+
+Ο κ. Λάκης (στον περέτη). Να πεις στην κυρία σου να βραδύνει λίγο
+. . . Έχω, πες, μια κουβέντα τόρα, με τον κ. Διαμαντίδη . . . (Ο
+περέτης φέβγει. Στο Νίκο). Λέγε μου τόρα.
+
+Νίκος. Εδώ και λίγη ώρα ήρθε σπήτι μου ο Αλέκος με κάπιον ερεθισμό
+και με είπε: «Νίκο! παραφρόνησα . . . έκαμα . . . μη ρωτάς τι
+έκαμα στον κ. Λάκη, κι είνε ανάγκη ναν του ζητήσω παρντόν
+γονατιστός, που λέει ο λόγος. Δεν ξέρω, α θα με δεχτεί! . . . Δε
+μπορείς, εσύ, Νίκο μου, ναν του το ζητήσης για δική σου χάρη να με
+δεχτεί για τελεφταία φορά; . . . » Δε με είπε περσότερα, κ. Λάκη,
+κι' εγώ δεν έλαβα την αδιακρισία ναν τονέ ρωτήσω πιο πολλά . . .
+Έτρεξα να σας παρακαλέσω . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Κι' έκαμες πολύ καλά! . . .
+
+Νίκος. Είμαι Βέβαιος, κ. Λάκη, πως το έγκλημα, που θα σας έκαμε ο
+Αλέκος, θα μπορεί να κοσμήσει κάθε τέλειο χαραχτήρα! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Το νομίζεις; . . .
+
+Νίκος. Γι' αφτό ήρθα και μ' όλη μου την προθυμία . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Καλά, Νίκο! Έτσι είνε! . . . Δε μπορούσες να νομίζεις
+διαφορετικά . . . Αφτό το παιδί ο Αλέκος ο εκεντρικός . . . ο
+θεόσοφος Αλέκος δεν ξέρει μήτε σκέφτεται άλλα εγκλήματα, από ό,τι
+ένας άγκελος, αν υπάρχει, ξέρει και σκέφτεται! . . .
+
+Νίκος. Είμουν βέβαιος, κ. Λάκη! . . . Γι' αφτό η χαρά μου με τα
+λόγια σας δε με κυριέβει . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Είσαι σπάνιος νέος, Νίκο! . . . Η ανεψιά μου θα
+εφτυχήση μαζύ σου . . .
+
+Νίκος. Σας εφκαριστώ! . . .
+
+Ο κ. Λάκης Δε με λες; . . . και τόρα πού είναι ο Αλέκος; . . .
+
+Νίκος. Με περιμένει σπήτι μου . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τόρα, Νίκο, τρέξε και πες του, πως δε με βρήκες . . .
+μην τον αφήσεις να φύγει ως ότου έρθω να στον πάρω, γιατί θαρθώ
+αμέσως . . . Ως τόσο παρηγόρα τον. Adieu, φίλε μου, adieu.
+
+Νίκος. Σας επροσκύνησα (φέβγει)
+
+(Ο κ. ΛΑΚΗΣ χτυπάει το κουδούνι και συργιανάει. Μπαίνει ο
+περέτης.)
+
+Ο κ. Λάκης. Πες στην κυρία σου, πως την περιμένω . . . Γλήγορα
+όμως . . . (ο περέτης κάνει να φύγει) άκουσε δω . . . Πες να
+ετοιμάσουνε και ταμάξι . . . μα γλήγορα κατάλαβες;
+
+(Ο περέτης φέβγει. Ο κ. ΛΑΚΗΣ ξανασυργιανάει. Σε λίγο μπαίνουν η
+κ. ΛΑΚΗ κι' η ΟΛΓΑ).
+
+Ο κ. Λάκης. Α! ήρθατε;
+
+Όλγα. (πάει κοντά του και τονέ φιλεί). Καλημέρα, μπαμπά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Καλό στη . . . Καθείστε . . . έχω να σας πω πολλά και
+θα σας ζητήσω και τη γνώμη σας . . . (κάθουνται όλοι). Δε μου λες,
+Όλγα, είνε πολύς καιρός, που έχεις να διείς τον Αλέκο;
+
+Όλγα. Ναι! γιατί δεν έρχεται πια εδώ; Προχτές μόνο τον είδαμε στον
+περίπατο με τη μαμά από μακρυά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Και πώς; αφτό, που δεν τονέ βλέπεις ταχτικά δε σε
+ξιπάζει; δε σε κάνει να λυπάσαι;
+
+Όλγα. Ακούτε κει; κι' εγώ δεν ξέρω, μπαμπά, τι να υποθέσω! . . .
+Μα γιατί δεν έρχεται πια ο Αλέκος; Εσύ μπαμπά, δεν το ξέρεις;
+
+Ο κ. Λάκης. Πώς δεν το ξέρω . . . τόρα μάλιστα θα στο πω . . .
+
+Όλγα. Πες το μου, μπαμπά, να ζεις . . . Τι κακός, που είνε! . . .
+Κρίμα σ' όσα αποφασίσαμε το χειμώνα . . . Μήτε excursions θα
+κάμουμε, μήτε τίποτα . . . Μα ποτές ας μην κάμουμε τίποτα απ' αφτά
+. . . Τον Αλέκο μόνο ας βλέπαμε . . . Πες μου, μπαμπά, γιατί δεν
+έρχεται; . .
+
+Ο κ. Λάκης. Θα στο πω σιγά-σιγά. Σήμερα τάμαθα κι' εγώ. Μου
+τάγραψε ο ίδιος . . . Αφού, που λες, Όλγα, μου ζητάει παρντόν,
+γιατί δεν τονέ βλέπουμε, μου ξηγεί στο τέλος την αιτία . . . Ο
+Αλέκος, Όλγα, σα νέος κι' αφτός, σα γκαρσόνι, που είνε, έμπλεξε με
+κάπιαν ώμορφη κι' ερωτέφτηκε . . . Για φαντάσου τον Αλέκο
+ερωτεμένο; Πώς σου φαίνεται Όλγα;
+
+Όλγα. Πώς να μου φανεί, μπαμπά, κι' αφτό είνε λόγος να μην έρχεται
+σε μας;
+
+Ο κ. Λάκης. Δεν το ξέρεις; Δεν ξέρεις, πως μακρά από την αγαπημένη
+του δεν είνε κόσμος για τον Αλέκο; Διές το Νίκο, ξεχωρίζει καθόλου
+από το πλάι της Λέλας; . . . Ας είνε . . . Λοιπόν, που λες, με
+παρακαλεί στο γράμα του να μεσητέψω εγώ ο ίδιος στην οικογένειά
+της ναν την πάρει γυναίκα του . . . Ε; πως σου φαίνεται αφτό;
+
+Όλγα. Μα μπαμπά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τέλος πάντων. Εγώ αποφάσισα ναν του κάμω τη χάρη . . .
+Πρόκειται, βλέπεις, για τον Αλέκο. Δεν έκαμα καλά; . . .
+
+Όλγα. Μ' αφού πρόκειται για τον Αλέκο,
+
+Ο κ. Λάκης. Μπράβο! Έτσι σε θέλω! . . . Προσκαλώ λοιπόν εδώ το
+Νίκο και του κάνω λόγο. Του φέρνω το ζήτημα έτσι. Να διείς τι
+ωραία . . . Του λέω: «Για φαντάσου, Νίκο, μια στιγμή, πως είσαι
+ντεμοαζέλα και πως η τύχη σου είταν τέτια, ώστε να σ' αγαπήσει
+ένας σαν τον Αλέκο . . . Ο Αλέκος ο ίδιος, ας πούμε, και να
+θελήσει να σε πάρει . . . Για φαντάσου το καλά . . . Να ζεις σε
+μιαν εφτυχία, που όμοιες στον κόσμο λίγες είνε. Ναν τον έχεις
+κοντά σου πάντα στο πλεβρό σου. Νακούς τη γλυκιά του τη λαλιά,
+σταφτί σου σιμά και να σε μαγέβουν τα λόγια του ταγγελικά. Να μη
+σας χωρίζει μήτε μια στιγμή . . . » δεν του τόφερα ωραία το
+ζήτημα, Όλγα;
+
+Όλγα. Μπαμπά μου . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τον έκαμα που λες, το Νίκο να λιόνει από τη μαγεία.
+Κόντεψε ναν το πιστέψει κι' ο ίδιος, πως τόντις είταν ντεμοαζέλα
+και τον αγάπαγε ο Αλέκος. Μα να διείς τι μούπε κι' εκείνος . . .
+
+Όλγα. Τι;! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Με λέει: «Θε μου . . . γιατί να μην είμαι σταληθινά
+ντεμοαζέλα; γιατί να με γητέψεις άδικα με τις κουβέντες σου; Α! α
+μου είταν γραφτό ένα τέτιο, πως θα γινόμουν όλη αθέρας ναν τον
+περιλάβω . . . Όλη θαν του ανήκα, γιατί τι πιο πολύ θάχα να ζητήσω
+σ' αφτό τον κόσμο; . . . » Εσύ, Όλγα, τι θάλεγες αν είσουν στη
+θέση του; . .
+
+Όλγα. Εγώ, μπαμπά; Δε θάξερα ναν τα πω έτσι. Αφτά είπε μονάχα ο
+Νίκος;
+
+Ο κ. Λάκης. Είπε πολλά . . . Μα για σκέψου και συ, τι θα πει να
+έχεις πάντα στο πλεβρό σου τον Αλέκο; . . . Ε; φαντάσου αν είσουν
+εσύ σε τέτια θέση; . . .
+
+Όλγα. Μπαμπά, μη με τα λες αφτά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Γιατί να μη στα λέω;
+
+Όλγα. Γιατί είνε πολύ για μένα, μπαμπά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Καλά! δε στα λέω . . . Λοιπόν εγώ, άμα άκουσα, όσα με
+είπε ο Νίκος του κάνω: «Μπράβο, Νίκο! Το περίμενα αφτό. Μα, α δεν
+ανήκει σε σένα αφτή η εφτυχία, ανήκει όμως σένα πολύ αγαπημένο σου
+πρόσωπο . . . Η αδερφή σου, του λέω θα εφτυχήσει . . .
+
+Όλγα (μέκληξη). Η Φοφώ, μπαμπά! . . .
+
+Ο κ. Λάκης (ήσυχα) Ναι! η Φοφώ· γιατί; Σε φαίνεται παράξενο; Δεν
+της αξίζει της Φοφώς μια τέτια εφτυχία; ή την περνάς τόσο
+μικρή; . . .
+
+Όλγα. Τι λες, μπαμπά; Ποιος είπε τέτιο λόγο, Της Φοφώς;! . . .
+Ποιος, μπαμπά, δε θέλει την εφτυχία ταλλουνού και μάλιστα της
+φίλης του; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Έχεις δίκιο. Μα να σε πω ένα πράμα, Όλγα;
+
+Όλγα. Τι, μπαμπά;
+
+Ο κ. Λάκης. Όσο και να θέλει κανείς την εφτυχία ταλλουνού και
+μάλιστα της φίλης του, τι να σε πω, είνε κάπιου είδους εφτυχίες,
+που τον κάνουν ναν τις θέλει για πρώτο λόγο δικές του . . .
+
+Όλγα. Πώς; αφού είνε γι' άλλονα, μπαμπά;
+
+Ο κ. Λάκης. Ξέρω κι' εγώ! . . . Εγώ σε κάτι τέτια είμαι εγωιστής.
+Μια τέτια εφτυχία ξάφνου θαν την ήθελα για τον εμαφτό μου . . Εσύ
+δε θαν την ήθελες Όλγα;
+
+Όλγα. Εγώ;! . . . Μα γιατί με τα λες αφτά; (με συγκίνηση)
+Εγώ; . . . Ω Θε μου!
+
+Ο κ. Λάκης (ήσυχα). Μην κάνεις, έτσι, Όλγα . . . Εδώ μιλάμε ήσυχα
+. . . Λοιπόν θα ήθελες;
+
+Όλγα. Μη με ρωτάς, μπαμπά. Έχω κι' εγώ κάτι να κάμω.
+
+Ο κ. Λάκης (με περιέργεια). Τι;
+
+Όλγα. Νά! Αφτό, που θα βλέπω τον Αλέκο να εφτυχεί θα με κάνει και
+μένα εφτυχισμένη. Εγώ, μπαμπά, του χρωστώ τη ζωή μου· του χρωστώ
+και την ψυχή μου. Δεν ξέρεις, μπαμπά, πως αφτός μάνοιξε ένα νέον
+κόσμο μπρος μου; που τον πλάθει η αγάπη κι' η αφοσίοση; Με δίδαξε,
+μπαμπά, πως αφτή η ζωή είνε περαστικό γεφύρι για τον άλλον κόσμο
+τον αληθινό. Εκεί βρίσκεται η αληθινή εφτυχία και κει ξανασμίγουν
+για πάντα πια, όσοι ενόθηκαν με πνευματική αγάπη σε τούτο τον
+κόσμο . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Στα είπε αφτά ο Αλέκος, Όλγα μου;
+
+Όλγα. Πολλές φορές. Και τόρα εγώ, μπαμπά, θα καρτερέσω με υπομονή
+τον καιρό εκείνο. Εδώ η αντανάκλαση της εφτυχίας τ' Αλέκου θα με
+κάνει και μένα εφτυχισμένη . . .
+
+Ο κ. Λάκης (μαπόφαση). Να σε πω; Ανίσως ο Αλέκος έβρισκε κοντά σε
+σένα την εφτυχία του κόσμου τούτου θαν τόθολες;
+
+Όλγα. Τι λες, μπαμπά; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Και τι θάκανες εσύ;
+
+Όλγα. Ό,τι ήθελε. Όλα όσα κατέχω . . . ό,τι δήποτις κι' αν ορίζω,
+που ναν τονέ φκαριστούσε θαν του το αφιέρονα για να μην τονέ διώ
+μήτε μια στιγμή όξω από τη χαρά του.
+
+Ο κ. Λάκης (συγκινητικά). Όλγα μου, σε τσάκοσα πια. Τον αγαπάς και
+συ. Τον αγαπάς . . . . Μάθε το λοιπόν. Ο Αλέκος σένα λατρέβει,
+σένα ονειρέβεται για σύντροφό του . . .
+
+Όλγα (σαν έντρομη). Κι' η Φοφώ, μπαμπά;! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τον έπλασα εγώ αφτό το μύθο . . Σένα . . . μόνο σένα
+συλογίζεται ο Αλέκος! . . .
+
+Όλγα. Μπαμπά! . . . μπαμπά! . . . Τ' είνε αφτά, που με λες; . . .
+
+Ο κ. Λάκης (σηκόνεται και την αγκαλιάζει). Όλγα μου! . . . Πάω να
+στονέ φέρω και να μην τον αφίσεις πια από κοντά σου. Ασπασία,
+χόρτασέ τηνε μονάχη σου για λίγο . . . Εγώ πάω ναν της φέρω τον
+αρεβωνιαστικό της . . . (την ξαναφιλεί και φέβγει)
+
+Όλγα (πλησιάζει την κ. Λάκη). Μαμά μου!
+
+Η κ. Λάκη (την αγκαλιάζει). Όλγα μου!
+
+Όλγα. Μαμά! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Είσαι εφκαριστημένη, Όλγα μου;
+
+Όλγα. Ω! μαμά μου . . .
+
+Η κ. Λάκη Κάθισε τόρα να με τα πεις. Ξέρω εγώ, πως θέλεις να πεις
+πολλά . . .
+
+Όλγα. Ναι μαμά, το κατάλαβες, θέλω να πω πολλά, μα δε μπορώ να πω
+τίποτα. Όσα έχω μέσα μου, στο στόμα μου δεν τάχω. Μόνο, μαμά, α
+μιλούσε η καρδιά μου, θάκουγες ό,τι θέλω. Να σε πω, μαμά; Λοιπόν
+θάχω τον Αλέκο πάντα στο πλεβρό μου; θαν του ακούω τη λαλιά του
+σταφτί μου; θα είμαι γυναίκα του, μαμά; . . .
+
+Η κ. Λάκη. Βέβαια· θα είσαι η αγαπημένη του γυναικούλα.
+
+Όλγα. Μα τότες, μαμά, τι άλλο πιο καλίτερο έχει η ζωή; Μαμά, πώς
+χτυπάει η καρδιά μου; αλιότικα χτυπάει . . . Γιατί, μαμά, χτυπάει
+έτσι; Φοβάμαι, μαμά.
+
+Η κ. Λάκη (μέπληξη) Φοβάσαι; . . .
+
+Όλγα. Όχι, μαμά, δε φοβάμαι . . . Μόνο ναν το πω δεν ξέρω, μαμά .
+. . Νά! μέσα μου γίνεται αλιότικο πράμα . . . Τ' είναι αφτό, μαμά;
+. . . (Σε λίγο, ησυχότερα) Μα για σκέψου ναν τον έχω κατάδικό μου
+τον Αλέκο; να μένουμε μαζύ; να τρώμε μαζύ; να είμαστε πάντα μαζύ;
+Μαμά, η καρδιά μου θαν την χωρέσει τόση χαρά;
+
+Η κ. Λάκη. Κόρη μου! . . .
+
+Όλγα. Και δε θα σπάσει, μαμά, η καρδιά μου;
+
+Η κ. Λάκη (με χαμόγελο). Αγαπημένο μου παιδί . . . Μα κύταξε σαφτή
+τη χαρά σου να μην ξεχνάς και τους άλλους! . . .
+
+Όλγα. Τους άλλους; ποιους άλλους, μαμά; Να σε πω; η αγάπη είνε η
+ζωή . . . Εγώ, μαμά, κι' όταν είμουν άρωστη, και δεν έτρωγα κι'
+όλους σας πίκραινα, δεν είμουν μέσα μου δυστυχισμένη. Η αγάπη σας
+κι' η αγάπη μου κι' η αγάπη τ' Αλέκου, που έλειπε, δε μάφιναν να
+σκεφτώ, πως είμουν άρωστη . . .
+
+Η κ. Λάκη. Κόρη μου! . . .
+
+Όλγα. Έτσι δεν είνε κι' όλοι; Συ; ο μπαμπάς; ο Αλέκος; ο Αλέκος,
+μαμά; . . . Γιατί με είπες, θα ξεχνώ τους άλλους; Όχι, μαμά, εγώ
+όλους τους αγαπώ!
+
+Η κ. Λάκη. Ναι, Όλγα μου . . . έχεις δίκιο! . . . Τόρα, άει να
+ετοιμαστείς λίγο . . . Να σε βρει ο Αλέκος ήσυχη . . .
+
+Όλγα. Καλά λες, μαμά πάω· (φιλεί την κ. Λάκη) au revoir, μαμά
+(φέβγει).
+
+(Η κ. ΛΑΚΗ κάθεται στο διβάνι και ξεφυλίζει φημερίδες. Μπαίνει ο
+περέτης).
+
+Περέτης. Ήρθε η κ. Κιάρα, κυρία, και περιμένει όξω . . .
+
+Η κ. Λάκη. Τι είπες; η Μαρή; Γλήγορα λοιπόν πες της νάμπει . . .
+Είνε ανάγκη να δοποιηθούμε γι' αφτό; . . . (ο περέτης φέβγει). Έχω
+συντροφιά . . .
+
+(Μπαίνει η κ. ΚΙΑΡΑ ντυμένη με στολή περίπατου).
+
+Η κ. Κιάρα. Καλημέρα, Ασπασία μου . . .
+
+Η κ. Λάκη. Καλημέρα, Μαρή . . . (φιλιούνται) πώς αφτό το έχταχτο;
+. . .
+
+Η κ. Κιάρα (βγάνοντας τα γάντια της και το καπέλο της) Ασπασία μου
+. . . Σα νάξερα, πως θα σε 'βρισκα μονάχη. (κάθεται) Ο Χρίστος
+λείπει; . . .
+
+Η κ. Λάκη. Βγήκε για μια δουλειά.
+
+Η κ. Κιάρα. Η Όλγα;
+
+Η κ. Λάκη. Καλά . . . είνε στην κάμερά της . . . Μα γιατί σε βλέπω
+έτσι;
+
+Η κ. Κιάρα. Ξέρεις εσύ, Ασπασία, τι θα πει μητέρα . . . Και θα σε
+πω τον πόνο μου.
+
+Η κ. Λάκη (με προσποίηση). Δεν καταλαβαίνω, Μαρή . . .
+
+Η κ. Κιάρα. Δε βλέπεις το λοιπόν, πως ο Αλέκος μας τόρα τόσον
+καιρό άλαξε; Αφτό ξάφνου, που παραπονιέσαι, πως δεν έρχεται σπήτι
+σας . . . άλλα, που κάμνει στο δικό μας . . . το κλείσιμό του στη
+βιβλιοθήκη του . . . η μοναξιά του, όλα αφτά, Ασπασία, με χαλούν
+την ησυχία μου. Το γέλιο του, Ασπασία, που προσπαθεί ναν το βάλει
+στο στόμα του για να με ησυχάσει, πίκρα στάζει . . .
+
+Η κ. Λάκη. Τα παρακάνεις τα πράματα, καημένη . . .
+
+Η κ. Κλάρα. Όχι, Ασπασία, δεν τα παρακάνω! . . . Τα βλέπω μόνο με
+το μάτι της μητέρας, κι' η μητέρα δεν κάνει λάθος ποτές της,
+Ασπασία . . . Ο Αλέκος μας κάπιαν αγαπάει· είμαι βέβαιη . . . Του
+τόπα προχτές: «παιδί μου, του λέω, είσαι νέος και δε σαδικώ. Πες
+μου αν είνε καμιά, που σ' αρέσει . . . πες μου τη . . . Εγώ,
+Αλέκο, προτού πεθάνω τόχω όνειρο να σφίξω στην αγκαλιά μου
+αγκόνια. . είνε και καιρός σου, παιδί μου . . . » Ξέρεις τι μου
+είπε: «Μαμά, πως σε ήρθε τέτια σκέψη για μένα; Εγώ είμαι
+παντρεμένος. Είμαι παντρεμένος με την ιδέα . . . αφτή είνε η
+γυναίκα μου . . . » Μα γω, Ασπασία, δε γελιέμαι . . . Η ζωή, που
+κάνει το παιδί μου κάμποσο τόρα καιρό, είνε ερωτεμένου ζωή . . .
+
+Η κ. Λάκη (με ησυχία). Καθόλου παράδοξο, Μαρή . . . Και δεν
+υποψιάζεσαι καμιά;
+
+Η κ. Κιάρα. Πώς; με τι τρόπο; προσπάθησα νανακαλύψω, πού πάει τόρα
+. . . ποιά τον τραβάει, μα δεν το κατόρθοσα . . .
+
+Η κ. Λάκη. Να σε πω, Μαρή; Ανίσως κιαγαπάει καμιά θα ήθελες ναν
+την πάρει;
+
+Η κ. Κιάρα. Άκου κουβέντα! . . . Ναν την πάρει λέει; . . . βέβαια
+ναν την πάρει.
+
+Η κ. Λάκη. Κι' όποια κι' αν είταν;
+
+Η κ. Κιάρα. Μα τι λόγος είν' αφτός, Ασπασία; Λοιπόν εσύ δεν έχεις
+εμπιστοσύνη στον Αλέκο;
+
+Η κ. Λάκη. Έχεις δίκιο, Μαρή . . . Ο Αλέκος δε μπορεί να πέσει όξω
+. . .
+
+Η κ. Κιάρα. Τόρα, καημένη, εσύ θα με βοηθήσεις . . . Ήρθε η σειρά
+σου. Εσύ α θέλεις, μπορείς ναν του αρπάξεις το μυστικό της ταραχής
+του . . . Σε σέβεται και σαγαπάει τόσο . . . Ό,τι δε μπορεί να
+κατορθώσει η μητέρα, Ασπασία, το κατορθόνουν οι μπιστεμένοι φίλοι
+. . . Και συ δεν τον αγαπάς τον Αλέκο μας;
+
+Η κ. Λάκη. Τι λες, Μαρή; Τον Αλέκο μας; Έκαμες καλά, που ήρθες να
+μαναθέσεις αφτή τη φροντίδα . . . Ή εγώ ή ο Χρίστος ή κι' η Όλγα
+μας . . . καταλαβαίνεις; η Όλγα μας, που του χρωστεί τη ζωή της .
+. . κάπιος θα κατορθόσει ναν του γιατρέψει τον πόνο του. Ναι! Αφτή
+η φροντίδα είνε δική μας πια . . . Τόρα πάμε να φιλήσεις την Όλγα
+μας . . .
+
+Η κ. Κλάρα. Την Όλγα μας είπες; Κι' εγώ προτήτερα, είπα τον Αλέκο
+μας. Ω! Θε μου! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Μα τι, Μαρή; . . .
+
+Η κ. Κιάρα. Αχ! Ασπασία . . . Ναι! από χρόνια το φανταζόμουνα, πως
+δε θάταν νύφη για το γυιό μου άλλη από την κόρη σου . . . Και τόρα
+αν είνε να χαλάσει αφτό τόνειρο . . .
+
+Η κ. Λάκη (διακόφτοντας). Μαρή, αφτά είνε θεϊκά. Πού ξέρεις τι
+έχει γραμένο του καθενού ο Θεός; . . . Πάμε τόρα να φιλήσεις την
+Όλγα μας.
+
+Η κ. Λάκη. Ναι . . . πάμε . .(φεύγουνε.)
+
+Η σκηνή μνίσκει αδειανή λίγην ώρα. Ύστερα μπαίνει ο κ. ΛΑΚΗΣ με
+τον ΑΛΕΚΟ.
+
+Ο κ. Λάκης (γλήγορα-γλήγορα). Ωραία τα κατάφερες . . . Αγκαλά και
+τι σέμελε εσένα; Αγάπησα, λέει, την Όλγα κι' είμαι κλέφτης ναν της
+πέρνω την αναπνοή της . . . και ξέρω γω τι άλλα αερολογήματα . . .
+Κακέ άθρωπε! πούνε ο θεοσοφισμός σου πια; Μα ένια σου κι' η δική
+μου εγδίκηση θα είνε όπως τη θέλω!. . Γιατί δε μιλάς;
+
+Αλέκος. Τι να σας πω; Εσείς με περιλούζετε με τέτιες λέξες, που
+εγώ δε βρίσκω παρόμοιες . . . Ποιητής γινήκατε . . . Καιρό δε με
+δόκατε να σκεφτώ, μήτε να μπορώ να σκεφτώ . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Όχι! δεν είνε αφτό . . . Σε τύφτει η συνείδησή σου . .
+. και καταλαβαίνεις το δίκιο μου . . . Ακούς εκεί να κάμει τόσον
+καιρό νάρθει σπήτι μου; να μην τονέ νιάζει πια για τίποτις δικό
+μας . . . Άρα μάρα . . . Ας πάει στο καλό κι' ο Λάκης κι' η
+Λάκαινα κι' η Όλγα κι' όλοι τους . . . Καλά εμείς . . . μα κι' η
+Όλγα; Τι κακό σούκαμε; Κι' ανίσως από τη λύπη της τής ξαναρχόταν η
+ανορεξία; δε θα είσουν εσύ η αφορμή; Ύστερα έλα εδώ κοντά να σε πω
+κι' ένα άλλο . . . Ξέρεις, πως της χρωστάς και συ πολλά!;
+περσότερα ακόμα κι' απ' ό,τι σου χρωστάει εκείνη; Ναι! . . . Την
+έκαμες καλά! . . . της έδοκες ζωή και χαρά μα κι' εκείνη σούδοσε
+δυο πολύ σπουδαία . . . πολύ μεγάλα . . . τη νίκη και την αγάπη .
+. . το καταλαβαίνεις;
+
+Αλέκος. Εκείνη δε με χρωστάει τίποτα, κ. Λάκη . . . Έγινε καλά
+γιατί το θέλησε. Μ' αφείστε με εμένα να πάσχω μόνος μου . . . Η
+νίκη δεν είνε δική μου . . . δική της είνε . . . Κι' η αγάπη; αφτή
+μου είνε η μεγάλη τύψη . . . Εγώ δεν έπρεπε ποτές αφτό το λουλούδι
+της Εδέμ . . αφτή την άτμα του Νιρβάνα ναν την αγαπήσω, όπως την
+αγάπησα . . . Δεν έπρεπε ναν το σκεφτώ ποτές μου . . . Και σας
+ορκίζουμαι. κ. Λάκη, πως δεν το σκεφτόμουν, δεν το πρόλεγα. Μια
+μέρα άξαφνα εκεί, που είταν σκυμένη η Όλγα στο αργόχειρό της,
+σηκόθηκε άθελά μου το κεφάλι μου και την ξέτασε . . . Εκείνο το
+κύταμά μου με κατάστρεψε . . . Εκείνο μέριξε στη γης από τα
+ουράνια . . . Κι' εγώ δεν είμουν πια αγνός . . . Δεν την κύταζα
+χωρίς να λιμπίζουμαι ό,τι εκείνη δε φανταζόταν . . . ό,τι εκείνη
+δεν ξέρει . . . Επάλεψα με τον εμαφτό μου πολλές μέρες . . . Κι'
+είδα πως δεν έπρεπε να ξανάρχομαι εδώ . . . εδώ, που με κάμνει
+ιερόσυλο η αγάπη . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τι ιερόσυλο και κολοκύθια, βρε αδερφέ; . . . Η κόρη
+μου σ' αγαπούσε από τότες και σαγαπάει πάντα κι' αφτή . . .
+
+Αλέκος. Η Όλγα; Η Όλγα μαγαπάει, όπως εγώ; Όχι, κ. . Λάκη . . . Η
+αγάπη που λέμε, δεν είνε γνωστή στον άγκελο εκείνο . . . Στον
+άγκελο, που η θέση του στη γης είνε πολύ πολύ μεταγενέστερη . . .
+
+Ο κ. Λάκης (με προσποιτό θυμό). Ουφ πια και συ κι' οι ιδέες σου .
+. . Βάλτα και με τη φύση τόρα . . . Με τους αιώνιους νόμους, που
+διεφτύνουν τη δημιουργία . . . Έπειτα ξέρεις κι' ένα άλλο; Το
+παρθενικό όνειρο κάθε κόρης είνε να κάμει παιδιά . . .
+
+Αλέκος. Και λέω εγώ όχι;
+
+Ο κ. Λάκης Μα κ' εγώ δεν ξέρω τι λες . . .
+
+Αλέκος (ήσυχα). Λέω, πως την αγάπη που λέμε δεν ξέρουν αγκέλοι,
+σαν την Όλγα. Τίποτ' άλλο. Όσο για την παρθενική αποθυμιά, που
+λέτε . . . αφτή είνε όνειρο και του αγνού νέου, όπως και της αγνής
+κόρης . . . κι' όνειρο τόσο γλυκό . . . Α! τα παιδιά! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; . . .
+
+Αλέκος. Ναι! μα ο τρόπος της κατασκεβής τους όχι μόνο δεν τους
+είνε όνειρο, αλλά και αφορμή να διόχνουν από τη σκέψη τους και το
+άλλο . . . το παρθενικό εκείνο . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Παιδάκι μου, δεν καταλαβαίνω εγώ απ' αφτά . . . Εκείνο
+που σου λέω, σαν πατέρας τ' αγκέλου, που λες, είνε να σε βεβαιόσω,
+πως ο άγκελός μου, είνε μια κόρη με σάρκες, με αίμα, με λίγη
+παθολογία, με πόθους, το πολύ άγνωστούς της ακόμα και τίποτ' άλλο
+. . . (ο Αλέκος κουνάει το κεφάλι). Δε με λες; τι προτιμάς; να
+είνε η Όλγα ο άγκελός σου ή η κόρη του Λάκη του γιατρού;
+
+Αλέκος. Γιατί με ρίχνετε σε τέτια ζητήματα, που με πληγόνουν; Εγώ
+τι θέλω νάνε; Μα α θελήσω το δέφτερο, δε γένουμε εγωιστής; . . .
+Εγωιστής του χειρότερου είδους;
+
+Ο κ. Λάκης. Αμ το ξέρω πως είσαι τρελός . . . Τι αλτρουισμός και
+εγωισμός . . . Εδώ είνε ένα το ζήτημα : είνε η Όλγα, η κόρη του
+γιατρού του Λάκη, όπως είνε . . . τέλειωσε . . . τότες την κάνεις
+εφτυχισμένη, άμα . . . κατάλαβες, πιστέβω; . . .
+
+Αλέκος (κυτάζοντας ψηλά). Ω πνεύμα.! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Στάσου λοιπό να διείς . . . (χτυπάει, το κουδούνι) και
+να μη λες ό,τι φαντασία αρωστημένη φαντάζεται. (Μπαίνει ο περέτης.
+Στον περέτη). Πες στις κυρίες σου ναρθούν . . . τόσην ώρα τις
+περιμένουμε . . . Γλήγορα . . . (φέβγει ο περέτης) Κι' έτσι
+αρχίζει κι' η εγδίκησή μου. Στυλόσου τόρα καλά να δεχτείς τα
+χτυπήματά μου . . .
+
+Αλέκος (με φανερή συγκίνηση). Ω! κύριε Λάκη . . . λυπηθείτε με! .
+. . Αφτή την ώρα, που με τόσο καρδιοχτύπι την περίμενα . . . την
+τρέμω τόρα . . . Ας βραδύνει ακόμα, κ. Λάκη . . . Γιατί
+βιαστήκατε; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Για διές νέος! . . . Κι’έχει στο νου του απόφαση,
+λέει, να χτυπήσει τις πρόληψες και να ρίξει φως στο σκοτάδι! . . .
+Τρέμει, ακούς! . . Τρέμει, γιατί πρόκειται ναντιμετωπίσει την
+αρεβωνιαστικιά του . . .
+
+Αλέκος. Ας με είταν δυνατό ναπόφεβγα αφτή τη δοκιμασία . . .
+
+Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Έτσι δεν κερδίζει κανείς τον κόσμο, Αλέκο.!
+. . . Τόλμη . . .
+
+Αλέκος. Δόστε μου τη αφτή τη στιγμή! . . . Να φύγω (κυτάζει ένα
+γύρο) απ' αφτό το δωμάτιο (ακούγουνται πατήματα).
+
+Ο κ. Λάκης. Τόρα πια είνε αργά! . . .
+
+(Μπαίνουν η κ. ΚΙΑΡΑ, η κ. ΛΑΚΗ, κι' από πίσω η ΟΛΓΑ. Ο ΑΛΕΚΟΣ
+παραμερίζει και κυτάζει χάμου).
+
+Ο κ. Λάκης. Μπα! κι' η Μαρή εδώ; . . . Τόσο το καλίτερο. Μας
+ξεφέβγει το απρόοπτο, μα δεν πειράζει . . .
+
+Η κ. Κιάρα (με χαρά). Τάμαθα όλα και τις πλεχτάνες σας . . .
+Πολέμησαν οι κυράδες από δω να με τα κρύψουν, μα με τα φανέροσαν
+χειρότερα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Και δίνεις την εφκή σου;
+
+Η κ. Κιάρα. Μ' όλη μου την ψυχή . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Μα βλέπεις τα παιδιά τα καημένα τόρα πρωτοβλέπουνται
+και φοβούνται το ένα το άλλο . . . Μα, κυρά Μαρή, η Όλγα μου δεν
+είνε, σαν το γυιόκα σου εκεί . . . Διές τηνε, πώς χαίρεται όλη,
+πώς πετάει όλη . . . Έλα δω, Όλγα μου. (η Όλγα πλησιάζει). Πες
+μου, είσαι εφκαριστημένη με το γάμο που σου ετοιμάσαμε;
+
+Όλγα. Μπαμπά μου! . . .
+
+(Ο ΑΛΕΚΟΣ σηκόνει λίγο το κεφάλι του).
+
+Ο κ. Λάκης. Και τον αγαπάς; Έτσι πολύ σαν τον εαφτό σου και
+περσότερο ακόμα; Θαν τον αγαπάς πάντα; Θαν του χαλάσεις ποτές σου
+το χατίρι; Ό,τι τον εφκαριστεί δε θαν του παρέχεις; . . .
+
+Όλγα. Μπαμπά . . . τι με ρωτάς; Εσύ τα ξέρεις καλίτερα από
+μένα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Αφτός όμως ο κύριος εκεί έχει άλλην ιδέα και δειλιάζει
+. . . Άει, Όλγα μου, ναν του δείξεις, πως δεν ξέρει τι του γίνεται
+. . . Άει κοντά του και πες του τα . . .
+
+(Η ΟΛΓΑ πάει κοντά στον ΑΛΕΚΟ).
+
+Όλγα. Αλέκο . . . Τόρα εσύ δεν πιστέβεις εμένα;
+
+Αλέκος. (με κάπια ταραχή). Όλγα μου . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Φίληστόνε τόρα, Όλγα . . . Εκείνο το φιλί της αρεβώνας
+. . .
+
+(Η ΟΛΓΑ τονέ φιλεί δειλά).
+
+Αλέκος (πιάνοντες τα χέρια της). Όλγα μου . . . Χρυσή μου Όλγα . .
+.
+
+Ο κ. Λάκης. Η εγδίκησή μου, παιδί μου, είταν, όπως την περίμενα
+(στην κ. Κιάρα). Τόρα, κυρά Μαρή, μπορείς να πάρεις το παιδί σου
+αρεβωνιασμένο και φιλημένο . . . Και συ, τρελόπαιδο, να μην τα
+βάνεις πάντα με τους γέρους.
+
+Αλέκος. (πηγαίνοντας κοντά τον). Το πεπρωμένο! . . .
+
+Ο κ. Λάκης (αγκαλιάζοντάς τον). Ω . . . ω! . . . καλή αρχή . . . .
+Το πεπρωμένο είπες; έρχεσαι πια στο νου σου . . .
+
+(Πέφτει η σκηνή).
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
+
+
+
+ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
+
+
+
+(Το ίδιο σαλόνι, όπως και στη δεύτερη πράξη. Ο κ. κι' η κ. ΛΑΚΗ. Ο
+κ. ΛΑΚΗΣ συργιανάει και καθετόσο φτάνει ως το παράθυρο και κυτάζει
+όξω).
+
+Ο κ. Λάκης. Η υπομονή, Ασπασία, είνε το μόνο μας φάρμακο . . .
+
+Η κ. Λάκη. Πολλές φορές, που κάθουμαι μονάχη και συλογιέμαι τόσα
+και τόσα, λέω μέσα μου: γιατί να μας ξεγελάσει έτσι η τύχη; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Δε λογαριάζεις το σωστό, Ασπασία. . Σήμερα, βέβαια, ο
+πόνος μας είνε μεγαλήτερος. Η ελπίδα εκείνη η πρώτη, που ύστερα
+έγεινε βεβαιότητα και μας εξασφάλισε . . . σήμερα πάλε μας
+βασανίζει . . . Μα για την Όλγα μας δεν είνε το ίδιο . . . μην το
+λες, δεν είνε το ίδιο . . . Το βασανισμένο μας το κορίτσι πέρασε,
+έτσι, μερικές μέρες χαράς . . .
+
+Η κ. Λάκη. Δε μπορώ, Χρίστο . . . Τι να στο κρύψω; Νιόθω, πως αν
+πάθει τίποτις η Όλγα μας . . . εγώ δε θαν το βγάλω πέρα. Και τόρα
+ακόμα όλη την ώρα ο πόνος της με δέρνει. Ναι! Χρίστο . . .
+Έρχουμαι σε στιγμές πονηρές, που βλαστημάω μέσα μου, μα δεν
+ξεθυμαίνω· και μόνο, άμα γονατίζω μπρος στην Παναγιά και την
+παρακαλώ . . . μόνο τότες πέρνω λίγη ανάσα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τότες, Ασπασία, να γονατίζεις, όσο μπορείς περσότερο .
+. . Σε πιστέβω και δε σαδικώ. Και τόρα η Όλγα μας στην κάμερά της
+είνε;
+
+Η κ. Λάκη. Ναι! εκεί την άφισα. Με παράσφιξαν τα δάκρια και
+προτίμησα να φύγω . . . (σηκόνεται και προχωρεί κοντά στον κ. Λάκη
+και του πιάνει τα χέρια). Χρίστο μου! Γιατί μας παιδέβει τόσο ο
+Θεός; Τι κακό εκάμαμε τόσο μεγάλο; (κάθεται πάλε στη θέση της και
+κλαίει).
+
+Ο κ. Λάκης. Ουφ! καημένη Ασπασία . . . μην κάνεις έτσι . . . σε
+παρακαλώ . . . (πάει κοντά στο παράθυρο και στέκεται λίγο· ύστερα
+γυρίζει). Ξέρεις, Ασπασία . . . έγραψα στον Αλέκο . . .
+
+Η κ. Λάκη. Έγραψες στον Αλέκο; και τι του 'γραψες;
+
+Ο κ. Λάκης. Ναρθεί . . . Τον παρακαλώ πολύ . . . Τον καθικετέβω
+και πιστέβω, πως θα μακούσει . . . Είχα το πρωί μια κρυφήν ελπίδα,
+πως θαν τον έβλεπα στο συβούλιο, μα δεν ήρθε· ίσως, γιατί έμαθε,
+πως θα είμουν κι' εγώ . . . Νά, Ασπασία, πόνοι μεγαλήτεροι κι' από
+τους δικούς μας . . . ίσοι τουλάχιστο . . Ξέρεις τι συβούλιο
+εκάμαμε το πρωί; . . .
+
+Η κ. Λάκη. Όχι . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Για το δυστυχισμένο τον Πρινόπλο, που είταν φρίκη ναν
+τον έβλεπες, μα πιο πολλή νάβλεπες την κακομοίρα τη γυναίκα του
+και τα δυο του τα παιδιά, εκείνα ταγκελόπλα, που τόσες φορές τα
+λαχταρούσαμε στον περίπατο.
+
+Η κ. Λάκη. Κι' είνε απελπισία; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Κι' εγώ κι' ο Καρυδιάς τους είπαμε πως είνε ανάγκη
+ταξιδιού με ξένον οδηγό, αφού δε θέλουνε ναν τον κλείσουνε για
+λίγον καιρό στο φρενοκομείο . . .
+
+Η κ. Λάκη. Μ' αλήθεια πια . . . ως εκεί; ω, Θε μου! ω, τη
+δυστυχισμένη την Πιπίτσα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τη δυστυχισμένη την Πιπίτσα! τα δυστυχισμένα τα παιδιά
+του! . . . Κι' α σε πω, ποιος λόγος του φανέροσε την τρομερή αφτή
+αρώστεια τι θα πεις; . . .
+
+Η κ. Λάκη. Ποιος; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Νά! αφτή η Πιπίτσα . . . Τα επακόλουθα του γάμου . .
+
+Η κ. Λάκη. Σώπα δα, καημένε Χρίστο . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Και μόλα τάφτα! . . . Η ζωή, Ασπασία, είνε βαρκούλα
+στον ωκεανό . . . Δεν είνε, βλέπεις, που άμα ξέφυγες το μεγάλο
+κανάλι και . . . ξέρεις ποιο είνε αφτό; . .
+
+Η κ. Λάκη. Όχι
+
+Ο κ. Λάκης. Η κληρονομικότητα . . . Η τρομερή κληρονομικότητα . .
+. Και δεν είνε, που άμα την ξέφυγες, γλύτοσες πια . . . Τι σε
+καρτεράνε στο δρόμο σου . . . Τι σταθμοί, τι προσκόματα . . . Α!
+κι' ένα από τα φριχτότερα μαρτύρια είνε, που, άμα φτάσεις σένα
+σταβροδρόμι, δεν ξέρεις καλά-καλά πού να στρίψεις . . . Σούπα τι
+έπαθα προχτές εγώ στον Πειραιά για να μη στρίψω από την
+Τερψιθέα . . . Ώρες γύριζα χωρίς να βρίσκω ίχνος Πασαλιμανιού . . .
+ίδροσα, απόστασα . . . ξεθεόθηκα . . .
+
+Η κ. Λάκη. Καλότυχο και συ . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Μάλιστα. Ένα σταβροδρόμι στο διάβα της ζωής είνε η ώρα
+του γάμου . . . Τι να κάμεις; πού να στρίψεις; Ο κακομοίρης ο
+Πρινόπλος, άμα ήρθε ως εκεί, γύρισε, κύταξε δώθε, κύταξε κείθε και
+μπήκε στο γάμο . . . Είδε, βλέπεις, τόσους εφκαριστημένους . . .
+Τον Κιάρα, εμένα . . . Φτωχέ! δεν ερχόσουν προτήτερα να μας
+ξεμυστηρέψεις! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Μην το λες αφτό, Χρίστο! Σταμάτα ως εφτού. Όσα φαρμάκια
+κι' αν πιω, ό,τι κι' α με περιμένει ακόμα, ποτές δε θα προτιμούσα
+νάμνισκα ανύπαντρη. Α, Χρίστο! αν ήθελες να πεις κανά τέτιο είσαι
+άδικος . . . Εγώ με το γάμο μου γνώρισα δυο αγάπες, που όχι μαφτή
+τη ζωή δεν τις παραβάνω, μα μήτε και με την άλλη . . . (Σηκόνεται
+και πάει κοντά του) Ναι, Χρίστο, εσύ κι' η Όλγα είσαστε του γάμου
+μου καρποί . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ασπασία μου . . . (ξαπλόνεται κι' αφτός σένα κάθισμα).
+
+(Μερική σιωπή. Ο κ. ΛΑΚΗΣ ξανασηκόνεται)
+
+Ο κ. Λάκης. Που λες, Ασπασία, έγραψα στον Αλέκον ναρθεί! Το φτωχό
+παιδί πόσο υποφέρει. Μετά το συβούλιο πέρασα από το γραφείο του
+Διαμαντίδη κι' εκεί του έγραψα. Σε βεβαιόνω, Ασπασία, πως ο Νίκος
+μέκαμε να δακρίσω. Με δηγήθηκε το μαρτύριο τ' Αλέκου. Το φτωχό τον
+Αλέκο! . . . Κι' εγώ εχτέλεσα έναν πόθο μου τόσου καιρού. Του
+γράφω, πως αν υπάρχουν μέσα του ακόμα σημάδια από τις αρχές που
+πρεσβέβει, πρέπει ναρθεί ναν τονέ διώ· ναρθεί νακούσω τη μιλιά του
+. . . γιατί έτσι θα δόσει μια μικρή ανακούφιση σ' ένα, που τον
+αγαπάει τόσο και που τόσα υποφέρει κι αφτός . . .
+
+Η κ. Λάκη. Και θαρθεί;
+
+Ο κ. Λάκης. Θάρθει! . . . Προχτές με τον Κώστα μαζύ κλαίγαμε τη
+μοίρα μας. Μα τι μπορεί να πει κι' αφτός στο παιδί του; είνε πολύ
+ντελικάτο το ζήτημα . . . Πάρε τη δική μας τη θέση . . .
+
+Η κ. Λάκη. Ναι! τα ίδια και εμείς λέγαμε με τη Μαρή.
+
+Ο κ. Λάκης. Και να μη μπορέσω ναν τονέ πιτύχω εκεί ποτές . . . μα
+ποτές.
+
+Η κ. Λάκη. Μήπως η Όλγα δεν κρύβεται στη Μαρή;
+
+(Ο κ. ΛΑΚΗΣ ανάβει τσιγάρο. Προχωρεί στο παράθυρο κι' ακουμπώντας
+το χέρι του κυτάζει όξω καπνίζοντας. Η κ. ΛΑΚΗ κάθεται στη θέση
+της συλογισμένη. Ξάφνου ο κ. ΛΑΚΗΣ γυρίζει).
+
+Ο κ. Λάκης. Έρχεται, Ασπασία! έρχεται! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Ο Αλέκος;
+
+Ο κ. Λάκης. Ναι! ο Αλέκος . . . Έρχεται! Τον είδα, που έστριβε το
+στενό και κύταζε απάνου. Τα μάτια μας αντικρύστικαν. Εκείνος τα
+χαμήλοσε και προχωρεί . . . Εδώ έρχεται· πάω ναν τονέ φέρω ίσα εδώ
+. . .
+
+Η κ. Λάκη. Έρχεται! . . . (σηκόνεται).
+
+Ο κ. Λάκης. Είμαι συγκινημένος (φέβγει).
+
+Η κ. Λάκη (πλησιάζει στο παράθυρο). Έρχεται!. .
+
+(Περνάει κάμποσο. Ύστερα μπαίνουν ο κ. ΛΑΚΗΣ και σιγά ο ΑΛΕΚΟΣ).
+
+Η κ. Λάκη. Αλέκο!
+
+Αλέκος. Μητέρα μου! (της φιλεί το χέρι)
+
+Ο κ. Λάκης. Διές, Ασπασία, το κακό παιδί . . . Δεν ήθελε νανέβει .
+. . Κοντοστεκόταν στο δρόμο, κι' εγώ που δεν έβλεπα νανεβαίνει,
+κατέβηκα ως την πόρτα και τον έφερα απάνου με το στανιό . . . Να
+σε πω μάλιστα; Α δεν κατέβαινα δε θαρχόταν. Είταν έτοιμος να
+φύγει. .
+
+Αλέκος. Τι να σας το κρύψω; και τόρα δε μαπαντάει εδώ ο τόπος,
+σεβαστέ μου πατέρα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Φαντάσου, Ασπασία . . . ναν του γράφεις . . . ναν τον
+παρακαλείς ναρθεί για εσπλαχνία στο τέλος κι' ενώ εσύ πια τον
+καρτεράς μανοιχτές αγκάλες, αφτός έρχεται ως την πόρτα σου και
+κάνει βόλτα, μόνο βόλτα, γιατί σε βεβαιόνω δε θανέβαινε, α δεν τον
+έφερνα εγώ . . .
+
+Αλέκος. Ποιος μέγραψε;
+
+Ο κ. Λάκης. Εγώ! Το γράμα, που σου 'δοκε ο Διαμαντίδης εγώ δεν
+τόχα γραμένο;
+
+Αλέκος. Ποιο γράμα;
+
+Ο κ. Λάκης. Ποιο γράμα;! . . . Μα τι; δεν τόλαβες ακόμα;
+
+Αλέκος. Δεν έλαβα τίποτα.
+
+Ο κ. Λάκης. Δεν τόλαβες λοιπόν ακόμα. Τόρα πια δεν πειράζει . . .
+Νά! Σου 'γραφα ναρθείς . . .
+
+Αλέκος. Μπαμπά, μου γράφατε ναρθώ; Κι' είταν ανάγκη να μου το
+γράψετε;
+
+Ο κ. Λάκης. Πώς; Αφού τόσον καιρό σε περιμέναμε; αφού με
+καρδιοχτύπι καρτερούσαμε την άλλη μέρα, άμα πέρναγε η μια και συ
+δε φαινόσουν; . . .
+
+Αλέκος. Πώς να φανώ . . . μπροστά σας; . . . μπροστά της; . . .
+Μπαμπά, μαμά, συμπαθείστε με . . . Σας το ζητώ για χάρη, αφείστε
+με να φύγω . . .
+
+Η κ. Λάκη. Γιατί Αλέκο; Μα τι τρέχει πια μεταξύ μας; Τ' είνε αφτό,
+που κάνει τους πιο αγαπημένους να μη θέλουν να ειδοθούν μεταξύ
+τους; . . .
+
+Αλέκος. Συλοηστείτε αν παρουσιαστεί άξαφνα εδώ; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Κάθησε. Σου το υπόσκουμαι να μην παρουσιαστεί α δεν το
+θελήσεις.
+
+Αλέκος. Θε μου! Τ' είνε τόντις αφτή μας η ψυχολογική κατάσταση.
+Ξέρετε, μπαμπά . . . Με είπατε, πως με στείλατε γράμα ναρθώ . . .
+Δεν το έλαβα ακόμα . . . και σεις θαπορήσατε να με διείτε νάρθω ως
+την πόρτα σας . . .
+
+Η κ. Λάκη. Εμείς; . . .
+
+Αλέκος. Κι' όμως, δεν είνε η πρώτη κι' η δέφτερη φορά, που έφτασα
+ως εκεί . . . Το στενό εκείνο, που σήμερα μαντικρύσατε και κάματε
+να μη μπορέσω να κρυφτώ χιλιάδες φορές το γυρίζω μη τολμώντας ναν
+το περάσω και να μπω στο δρόμο του σπητιού σας. Στο δρόμο, που
+βρίσκεται ο μαγνήτης, που τραβάει την ψυχή μου . . . Μόνο τη νύχτα
+με τάστρα το διαβαίνω ελέφτερα . .
+
+Ο κ. Λάκης. Και να μην ανεβαίνεις απάνω; . . .
+
+Η κ. Λάκη Ακούτε καλέ! . . .
+
+Αλέκος. Φανταστείτε, πως βγήκε μια γενική διάδοση: ο Κιάρας, που
+χώρισε με τη γυναίκα του της παίζει τόρα κόρτε . .
+
+Ο κ. Λάκης. Λόγια . . .
+
+Η κ. Λάκη. Λόγια . . .
+
+Αλέκος (σε λίγο) Και τόρα γιατί δε με μιλείτε γι' αφτή; γιατί δε
+με λέτε ολοένα τόνομά της ναν τ' ακούσω; Σημειόστε, πως μόνη μου
+απόλαψη μού 'μεινε η γλυκειά συντροφιά του εφτυχισμένου εκείνου
+ζεβγαριού· του Νίκου και της Λέλας . . . Εκεί, πια, τύρανος εγώ,
+δεν αφίνω άλλη ομιλία από τη δική της . . . Κι' εκείνοι οι τόσο
+εβγενικοί όλο και για την Όλγα με μιλούν . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Η Όλγα μας , Αλέκο , είνε πιο χειρότερα απ' όλους μας.
+Η ανορεξιά εκείνη, καθώς θα ξέρεις, της ξανάρθε, όχι με τα
+στίγματα τα τότε, μα όπως δήποτε εγώ τη φοβάμαι ως το τέλος. Μα
+δεν υποφέρει κι' από αφτό τόσο, όσο από τη δική σου τη στέρηση . .
+.
+
+Αλέκος. Από τη δική μου τη στέρηση! . . . Θε μου!
+
+Ο κ. Λάκης. Πες του, Ασπασία, πώς περνάει η Όλγα μας, γιατί αφτά
+δεν τα ξέρει κανείς και κανείς δεν του τάχει πομένα . . .
+
+Αλέκος. Ναι, μαμά . . . Πέτε τα μου . . . Σας παρακαλώ .
+
+Η κ. Λάκη. Θέλεις να στα πω; — Ας σε πω μόνο μερικά από τα
+χτεσινά. — Όλες οι ημέρες της περνούν ίδιες . . .
+
+Αλέκος. Όπως θέλετε.
+
+Η κ. Λάκη. Χτες ταπόγιομα πέρασε η συνηθισμένη ώρα, που η Όλγα
+έπρεπε νάρθει στην κάμερά μου να με φιλήσει . . . Εγώ ανησύχησα
+και πήγα τότες στη δική της να διώ μην της συνέβηκε τίποτις . . .
+Τη βρήκα σκυμένη απάνου στο τραπεζάκι της . . . Είχε ακουμπισμένο
+το κεφάλι της στα δυο της χέρια και σκέπαζε μ' αφτά ένα χαρτί. .
+Της λέω: «Όλγα, τι κάνεις εκεί;» Σήκοσε τότες τα μάτια της και τα
+είδα δακρυσμένα και με είπε: «Είσαι συ, μαμά;» « Εγώ, ναι! κι'
+ήρθα να σε μαλόσω, που με ξέχασες σήμερα. Ακούς πεντέμιση η ώρα
+και να μην έρθεις να με φιλήσεις; . . . » «Τι λες, μαμά; πεντέμιση
+η ώρα;! τόσο αργά;» «Τι έκανες εσύ, την ερώτησα, κοιμήθηκες;»
+«Όχι, μαμά μου, δεν κοιμήθηκα.» «Μα τι έκανες το λοιπόν;» «Μαμά
+μου, νά, τι έκανα χωρίς να καταλάβω πώς πέρασε η ώρα. Άμα
+σηκοθήκαμε από το τραπέζι κι εμπήκα στην κάμερά μου, ήρθα εδώ στο
+τραπεζάκι μου κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο χέρι μου να σκεφτώ.
+Και τότες, μαμά, πέρασαν όλα από μπροστά μου, από τότες που
+είμουνα μικρούλα, τόση δα . . . Με φαινόταν, πως ο Αλέκος είταν
+εδώ, κοντά μου, και με μιλούσε. Άκουγα τη μιλιά του σταφτιά μου.
+Δεν ξέρεις, μαμά, τι εφτυχισμένη, που είμουν. Μα ξάφνου συνήρθα κι
+είδα πως είμουν μονάχη κι' εκείνος μακρά μου. Μου ήρθαν έτσι,
+κλάματα και μια σκέψη, που τόσες φορές τη σκέφτηκα μα δεν την
+έκαμα. Ναν του γράψω: Αλέκο μου, γιατί μας απαρνήθηκες; Έλα, να
+ζεις, γλήγορα κοντά μου. Εσύ το ξέρεις, πως εμείς δε μπορούμε να
+ζήσουμε χωρίς εσένα. Έλα κι' ο Θεός θα στο ανταποδόσει . . . »
+
+Αλέκος. Όλγα μου!
+
+Ο κ. Λάκης. Τέτια μέλεγε, Αλέκο . . .
+
+Αλέκος. Όλγα μου.
+
+Ο κ. Λάκης. Και γιατί δεν του 'γραφε τότες;
+
+Η κ. Λάκη. Τι τα θέλεις; . . .
+
+Αλέκος. Σας παρακαλώ, μαμά . . .
+
+Η κ. Λάκη. Να σας το πω κι' αφτό . . .
+
+Αλέκος. Θα με υποχρεόστε.
+
+Η κ. Λάκη «Μα κει, με λέει, που του 'γραφα φανερόθηκε 'μπρός μου ο
+αλιότικος Αλέκος κι' η πένα μού 'πεσε από τα χέρια . . . κι' εγώ
+άρχισα τα κλάματα . . . Ύστερα μπήκες εσύ, μαμά· και θα με
+παρηγορήσεις . . . Ε; . . . »
+
+Αλέκος. Ω! Θε μου! . . .
+
+Η κ. Λάκη. Τη νύχτα, κοντά τα μεσάνυχτα πάλε, που περνάω από το
+κρεβάτι της να διώ, πώς είνε, πέρασα κι' άκουγα την αναπνοήτσα της
+τη σιγανή. Πήγα κοντά της και ξαφνιάστηκα στη γλύκα, πούχε το
+πρόσωπό της. Τα χειλάκια της κουνιόνταν, σα να 'διναν αγκελικά
+φιλιά και ψιθύριζαν τόνομά σου, Αλέκο . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Και την ημέρα και τη νύχτα σένα έχει στα όνειρά της.
+
+Αλέκος (πολύ συγκινημένος και κλαίοντας). Όλγα μου! αγάπη μου,
+ψυχή μου! Και σεις, αγαπημένη μου μητέρα, γιατί σωπήσατε; γιατί
+δεν ξαναρχίζετε πάλε ναν τα ξαναπείτε; Πώς κατορθόσατε να δόστε
+τόσα μάγια στα λόγια σας; Ε; μητέρα; . . .
+
+Ο κ. Λάκης (με συγκίνηση). Αλέκο, παιδί μου, κάτσε φρόνιμα . . .
+Θυμήσου, πως εμείς είμαστε γέροι και δεν αντέχουμε πολύ . . .
+
+Αλέκος. Τακούσατε, μπαμπά . . . Τακούσατε . . . Είδε τον αλιότικον
+Αλέκο . . . (κλαίει) Θε μου! Θε μου, ποια εφτυχία έχασα από τον
+εμαφτό μου . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Αλέκο . . αν είταν δυνατό να μου 'λεγες τέλος, πώς
+συνέβηκαν αφτά όλα . . . το γιατί τους; Όσα κι α φαντάζουμαι δε
+μπορώ ναν τα καταλάβω. Την Όλγα μήτε μπορώ και μήτε θέλω ναν τη
+ρωτήσω. Κι' εσένα μόνο, σε παρακαλώ να με τα πεις, α σου είνε
+έφκολο κι' α θέλεις. Γιατί στο τέλος να τραβάμε όλα αφτά; . . .
+
+Αλέκος (με ησυχία). Δε θα δυσκολεβόμουν να σας τάλεγα όλα κι' όλη
+μου την αποχτήνωση, γιατί θέλω πια κι' έναν άθρωπο ναν του
+ξεμυστηρεφτώ . . . Κι ως τόρα σε κανένα δεν τόλμησα ναν του πω
+τίποτις, μήτε και στη μαμά μου, που κι' εκείνη τόσο πάσκει εξ
+αιτίας μου . . . Μα τι να σας πω . . . μπρος στη σεβαστή μου
+μητέρα με είνε αδύνατο . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Α! η Ασπασία θα μας κάμει αφτή τη χάρη να μας αφίσει
+για λίγο. Ε; Ασπασία; Έπειτα θα πάει να κάμει συντροφιά της Όλγας
+. . .
+
+Η κ. Λάκη. Σωστό.
+
+Αλέκος. Μαμά μου . . . Θα πάτε; . . . μην της πείτε, πως με είδατε
+. . . Φιλείστε τη μόνο μυστικά για μένα. . Μα όχι δε μου πρέπει,
+μαμά, δε μου πρέπει μήτε αφτό . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Η Ασπασία, Αλέκο, ξέρει τι θα κάμει . . .
+
+(Ο Αλέκος σηκόνεται και της φιλεί το χέρι· η κ. ΑΛΚΗ τονέ φιλεί
+στο πρόσωπο. Ύστερα φέβγει κι' ο ΑΛΕΚΟΣ την κυτάζει ως ότου
+βγαίνει από την πόρτα)
+
+Αλέκος. Θέλετε ναν τα μάθετε; Όλα θα σας τα πω . . .
+
+Ο κ. Λάκης (σύχρονα), Ας καθήσουμε . . . Κάθησε, Αλέκο . . .
+(κάθεται).
+
+Αλέκος (κάθεται). Θυμηθείτε πρώτα πρώτα τη ζωή μας την τότε . . .
+Τον παράδεισο, που μας είχε ανοιγμένο ο άγκελός μας . . . τους
+εφτά εκείνους μήνες, που εκάμαμε αρεβωνιασμένοι . . . Θυμηθείτε
+και τι είπαμε την ημέρα, που έτσι έξαφνα, μας αρεβωνιάσατε . . .
+Σε μένα δε δόθηκε στιγμή ναν τα θυμηθώ όλο εκείνο τον καιρό των
+εφτά μηνών . . . ακόμα, να σας πω, έρχονταν στιγμές, που περνούσαν
+από τη σκέψη μου κι' όλους διόλου ιδέες αποχτηνωτικές . . . Την
+ώρα μάλιστα, που μας στεφανόνανε, που η Όλγα εφόργε το κάτασπρό
+της φόρεμα το νυφιάτικο με τα λουλούδια στο κεφάλι κι' από τα
+ντεκολτέ της ξεχώριζαν τα λιμπίσματα της σάρκας . . . την ώρα
+εκείνη μου πέρασε μια ξαφνική σκέψη, που έκαμε τις αθρώσες μου να
+σιγοτρίξουν κι' ετάχυνε την κυκλοφορία στις φλέβες μου και . . .
+συλοήστικα ποια γήινη απόλαψη με περιμένει . . . πως ύστερα από
+λίγην ώρα, μέσα στο φουφουδάτο κρεβατάκι της το παρθενικό, στις
+θαμπερές αχτίδες του καντιλιού, που κρεμιόταν στο κόνισμα της . .
+. μέσα εκεί, οι δυο μας μονάχα . . . μέσα εκεί θα είχα πια το
+δικαίομα να ζητήσω ό,τι μου ανήκε . . . Δε συλογίζομουν ο άθλιος,
+πως δυο εφκές του παπά, δε μπορούν απότομα να πετάξουν μια τέτια
+παρθενιά . . . Κι’ η καταραμένη εκείνη ώρα έφτασε. Μια πόρτα
+ξεχώριζε την κάμερά της από τη δική μου . . . Μπήκαμε ο καθένας
+στη δική του. Κάθισα στο κρεβάτι μου απάνου . . . Το κορμί μου
+πετούσε φλόγες! τα γόνατά μου τρέμαν! . . . Το σάλιο μου ανατάρεβε
+στη γλώσα μου, καινούργιο σημείο, που με φανερονόταν . . . Όλη μου
+η προσοχή κι' η φαντασία είταν προσηλωμένη στη διπλανή κάμερα . .
+. Λογάριασα την κατάληλη στιγμή κι' άνοιξα την πόρτα της σιγά σιγά
+και μπήκα σε κείνη την εκλησιά ο γιερόσυλος, στον αληθινό εκείνο
+Παρθενώνα, με τη γνωστή πρόθεση και που ο κόσμος την περνάει για
+τόσο φυσική . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Α! . . .
+
+Αλέκος Συμπαθείστε με, μπαμπά, για τάπρεπα, λόγια, που θα σας
+πω . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Καημένε! . .
+
+Αλέκος. Η Όλγα είταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Μ' ανοιχτά τα
+μάτια ονειρεβόταν. Φανταστείτε: δε με κατάλαβε αμέσως. Πηγαίνω και
+κάθουμαι σε μιαν ακρούλα του κρεβατιού της. Σκύφτω το κεφάλι μου
+στο κεφαλάκι της και τη φιλιώ στο στόμα και της λέω: «Δεν
+κοιμήθηκες ακόμα αγάπη μου;» Ξαφνιάστηκε . . . Με είδε . . . Με
+γνώρισε και μου χαμογέλασε: «όχι· με λέει, δεν κοιμήθηκα ακόμα.
+Σένα συλογίζομουν, γιατί έτσι πάντα σε συλοήζουμαι προτού κοιμηθώ,
+για να σέχω κοντά μου και στον ύπνο μου». Κι' εγώ της λέω: « Από
+σήμερα, αγαπημένη μου γυναικούλα θα είμαι στ' αληθινά κοντά σου.
+Ήθελες να σέκανα συντροφιά;» Και μαζύ με τα λόγια μου την
+αγκάλιασα. Μπαμπά, εκείνη δα την intuition (6) την πιστέβετε και
+μήτε μπορείτε ναρνηθείτε, πως δεν οδήγησε αφτή και μόνη την Όλγα
+να νιόσει τι ζητούσα . . . Σηκώθηκε και κάθισε η Όλγα κι' η
+κουβέρτα της ξέφυγε . . . Σκεπάστηκε βιαστικά βιαστικά και με
+λέει: « Αλέκο . . . φοβάμαι! . . . » την είπα, πως δεν κάνει καλά
+να φοβάται. Μα κείνη φαινόταν τόντις πολύ τρομασμένη και με
+παρακαλούσε ναν την αφίσω . . . Καταλαβαίνετε, μπαμπά; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τόρα καταλαβαίνω . . .
+
+Αλέκος. Ένιοσα, πως το καλίτερο, που είχα να κάμω είταν αφτό . . .
+Ξαναμπήκα στην κάμερά μου. Εκεί με 'πιασε παράπονο· ένιοσα την
+αθρώπινή μου αδυναμία και γονάτισα ακουμπώντας το κεφάλι μου στα
+προυσκέφαλα . . . Ύστερα από πολλήν ώρα σύχασα λίγο, μα κι' οι
+πρώτες αχτίδες της αβγής με βρήκαν ακόμα ξύπνιο . . . Τότες μόνο
+με πήρε ένας ύπνος . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Καημένο παιδί . . .
+
+Αλέκος. Σαν ξύπνησα και ντύθηκα, ήσυχος πια κι' ετοιμασμένος,
+μπαίνω στην κάμερα της Όλγας, μα δεν είταν εκεί. Τη ζητώ· είταν
+στης μαμάς της την κάμερα και είχε πάει από τη νύχτα. Δοκιμάζω να
+μπω κι' αφτή φέβγει . . . Όλη την ημέρα μ' απόφεβγε, καθώς
+θυμόσαστε . . . Τη νύχτα δε θέλησε να κοιμηθεί στο κρεβάτι της.
+Και την άλλη μέρα τα ίδια . . . θυμόσαστε: με ζητούσε, σαν τρελή .
+. . μα μόλις ένιοθε να πλησιάζω στη στιγμή έφεβγε . . . Τότες κι'
+εγώ φαντάστηκα, πως ένα ταξιδάκι θα είταν πολύ πρόσφορο κι έφυγα
+από την Αθήνα . . . Ο κόσμος ξιπάστηκε και διαδόθηκε πως χωρίσαμε
+. . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τα λόγια του κόσμου τα συνηθισμένα . . .
+
+Αλέκος. Σαν ήρθα δεν τόλμησα να σας ενοχλήσω και ναν την ενοχλήσω
+. . . Γιατί; δε μπορώ ναν το ξεχωρίσω. Είνε δυο μήνες τόρα· σωστοί
+δυο μήνες. Μόνο, όπως σας είπα, ερχόμουν ως εκείνο το στενό και
+καμιά φορά δειλά, σαν κλέφτης, περνούσα κι' από τα παράθυρά σας,
+όπως σήμερα, που μανεβάσατε . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Η πρόνοια ίσως τόφερε . . .
+
+Αλέκος. Η πρόνοια; . . . Σεις;! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ας είνε τόρα. Σε είπα η πρόνοια, γιατί, Αλέκο, δεν
+είνε αδύνατο να ξαναφκιάσουμε τα πράματα. Κι' αν όχι από τίποτις
+άλλο, συ όμως πρέπει να με συντρέξεις σ' αφτό, γιατί συ μόνος
+μπορείς ναν της ξαναεπιβληθείς και στο στίγμα της της
+ανορεξιάς . . .
+
+Αλέκος. Μπαμπά, φοβάμαι τη συνάντηση . . . Μα δε σας το
+κρύβω . . . η δείλια μου είνε πιο μεγάλη κι' από το φόβο μου . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Αφτό, Αλέκο, δεν επιτρέπεται σε σένα, όταν μάλιστα
+πρόκειται για την Όλγα μας . . . που σ' ό,τι κι' αν κάνει, στο
+τέλος είνε ανέφτυνη . . .
+
+Αλέκος. Ανέφτυνη! . . . Αφτή η τέλεια προσωποποίηση της αιθέριας
+ζωής; . . . Ποια ερμηνεία δίνετε στη λέξη: ανέφτυνη; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Καημένε Αλέκο, με τις θεωρίες σου. . Δε σε λέω πως δε
+σε συγκρατάνε, μα και να λες πια και τους υστερισμούς έργα προόδου
+. . .
+
+Αλέκος. Ιδέες, μπαμπά. Σε μένα, καθώς ξέρετε, οι ιδέες αφτές
+έσωσαν να γίνουν πίστη και δε θα ξιπαστείτε να σας πω, πως
+μπορούσα, αν η Πρόνοια τόφερνε να ξαναζήσω μαζύ της, αλάκερη ζωή
+ναν την περάσω μες στον αγνότερο κόσμο . . .
+
+Ο κ. Λάκης (κουνάει το κεφάλι και κάνει χειρονομία). Ουφ! καημένε!
+. . .
+
+Αλέκος. Ο πνευματικός κόσμος, μπαμπά . . . η εξέλιξη δεν έχει
+περιορισμό . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τι τα θέλεις τόρα αφτά . . .
+
+Αλέκος. Η κουβέντα τόφερε . . . Εγώ σας το βεβαιόνω για τον εμαφτό
+μου . . .
+
+Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά . . . καλά! . . . Τόρα όμως είνε
+πια καιρός να σκεφτούμε έναν τρόπο και ναν τα διορθόσουμε όλα . .
+.
+
+Αλέκος. Έναν τρόπο; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Βέβαια . . . Ξέρεις τι νομίζω εγώ;
+
+Αλέκος. Τι;
+
+Ο κ. Λάκης. Να παρουσιαστείς μιαν ώρα άξαφνα μπροστά της και να
+μην της δόσεις καιρό να φύγει . . . Εσύ να βαστάξεις τη συγκίνησή
+σου και να μη σε νιάσει για τη δική της . . .
+
+Αλέκος. Τι να σας πω, μπαμπά . . . δε με φτάνει το θάρος . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Όχι, Αλέκο, μην το λες αφτό. Η δική σου θέληση είνε
+μεγάλη. Την ορίζεις . . . Μην το λες λοιπόν αφτό . . . Μην το λες
+. . .
+
+Αλέκος. Μπαμπά; ας αφίσουμε να ενεργήσει μονάχη της η
+Πρόνοια . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Αλέκο! . . .
+
+Αλέκος (πάει κοντά στον κ. Λάκη). Μπαμπά μου, πώς το θέλετε αφτό;
+Κι' αν η ταραχή της είνε πολύ πολύ μεγάλη;
+
+Ο κ. Λάκης. Δε μαπελπίζει . . .
+
+Αλέκος. Όχι, μπαμπά, ακόμα. (παρακλητικά). Δόστε μου καιρό να
+ετοιμαστώ και σας το υπόσκουμαι . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Όσο γι' αφτό έχεις δίκιο.
+
+Αλέκος (πιάνοντας το χέρι τον κ. Λάκη και παρακλητικά). Μπαμπά
+μου, θα σας παρακαλέσω τόρα κάτι τις . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Τι, Αλέκο;
+
+Αλέκος. Ναν την έβλεπα . . . Ναν την έβλεπα για λίγο χωρίς εκείνη
+ναν το φαντάζεται. Νά! από κείνη εκεί τη χαραμάδα, πίσω από κείνη
+την πόρτα . . . Μπαμπά μου . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Α! αφτό, παιδί μου, έπρεπε ναν το σκεφτώ εγώ
+προτήτερις (χτυπάει το κουδούνι). Ναι! εγώ έπρεπε ναν το σκεφτώ .
+. .
+
+Αλέκος. Μπαμπά μου . . . πόσο είσαστε καλός . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Όσο δα για την καλοσύνη, αφτή ανήκει σε σένα . . .
+
+(Μπαίνει ο περέτης)
+
+Ο κ. Λάκης. Να πας μια στιγμή να πεις στην κυρία σου, πως την
+παρακαλώ ναρθεί μαζύ με την Όλγα να με διούνε. Το επιθυμώ να πεις
+πολύ . . . (ο περέτης φέβγει). Τόρα θα διείς πια όλα και με τα
+μάτια σου . . .
+
+Αλέκος. Η καρδιά μου πόσο χτυπάει . . . Ακώ πατήματα, μπαμπά, au
+revoir . . . δεν αντέχω να μείνω πιο πολύ . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Άει, Αλέκο, κρύψου . . . θαν 'την κρατήσω την Όλγα
+πολύ . . . θαν την κάμω να πει και πολλά! . . Άει . . .
+
+Αλέκος. Πόσο σας εφκαριστώ . . . (φέβγει).
+
+(Ο κ. ΛΑΚΗΣ πηγαίνει στην πόρτα και στέκεται λίγο ορθός κυτάζοντας
+στο βάθος. Ύστερα οδηγεί την κ. ΛΑΚΗ και την ΟΛΓΑ κρατώντας την
+από τα χέρια).
+
+Όλγα. Καλημέρα, μπαμπά (τονέ φιλεί).
+
+Ο κ. Λάκης. Καλή-μέρα, Όλγα μου, πώς πέρασες από τα χτες;
+
+Όλγα. Καλά, μπαμπά (πλησιάζει στο τραπέζι, που είνε αραδιασμένα τα
+δώρα της). Η μαμά με είπε πως ήρθαν όλα . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . Είδες τους χάρτες, Όλγα μου; Τι ωραίοι που
+είνε . . . ε; σήμερα το πρωί μας τους έφεραν . . . ύστερα από
+τόσον καιρό . . .
+
+Όλγα. Οι celestes; Τι ωραίοι που είνε, μπαμπά . . . Όλα τάστρα
+τάχουνε . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Βέβαια. Μας έφεραν και τα κομάτια. . Τα είδες; Νά!
+εκεί στο πιάνο· όλες τις παραγκελίες μας μάς τις έφεραν . . .
+
+Όλγα (πλησιάζει στο πιάνο) Μερσί, μπαμπά . . . Τι καλός, που είσαι
+. . . (πέρνει τα κομάτια). Η συφωνία του φα του Μπετόβεν . . . ω,
+μπαμπά, πόσο σ' εφκαριστώ . . . Είνε κείνο το αλεγκρέτο, που μας
+εσύστησε ο Νίκος . . . Κι' η παστοράλ . . . κι' αφτή στο φα είνε .
+. . Τι ώμορφα . . . Α! νά . . . κι' η συφωνία του λα· το κομάτι
+που ο Αλέκος από παστοράλ τόκανε φυνέμπρ . . . Θυμάσαι, μπαμπά; ο
+Αλέκος όλο μ' αφτό το κομάτι είχε να κάμει . . . Θα χορτάσω,
+μπαμπά, Μπετόβεν . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Αμ τον Πάρσιφαλ δεν τον είδες;
+
+Όλγα. Έφεραν και τον Πάρσιφαλ; πού είνε μπαμπά; Α! νά . . . (τον
+πέρνει στα χέρια της). Τον Πάρσιφαλ!. . Τούτο το μελόδραμα,
+μπαμπά, είταν πια, που ο Αλέκος τόξερε απόξω όλο. Θαν το μάθω κι'
+εγώ . . . Άμα ρωτούσες, μπαμπά, τον Αλέκο, ποια μουσική τάρεσε
+περσότερο; πάντα τον Πάρσιφαλ έλεγε . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Γι' αφτό και συ το λοιπόν ζητούσες με τόση επιμονή όλα
+αφτά τα κομάτια; . . .
+
+Όλγα. Μπαμπά μου . . . γιατί; . . . Α! νά και τα τραγούδια του
+Μασσενέ . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Θέλω να σε πειράξω, Όλγα μου. Τα βιβλία τα είδες;
+Είδες τις εικόνες τους;
+
+Όλγα (ξαναπλησιάζει στο τραπέζι). Έφεραν κι' εκείνα, μπαμπά; τις
+ιλουστρέ έγδοσες; Α! νά η Ουρανία . . . Le planète Mars . . . (τα
+ξεφυλίζει). Τι τρέλα οι εικόνες του . . . Το Paul et Virginie . .
+. Νά! κι' ο Λουκής Λάρας στη Γαλλική του έγδοση . . . Μα, μπαμπά,
+όλα τάφεραν . . . όλα . . . (τρέχει και φιλιούνται) πόσο σ'
+εφκαριστώ, μπαμπά . . . Τι καλός μπαμπάς, που είσαι . . . ω! Mille
+merci . . . mille merci . . ,
+
+Ο κ. Λάκης. Εγώ θέλω να βλέπω την κόρη μου χαρούμενη . . Αφτό μόνο
+θέλω . . . Άστα τόρα αφτά, Όλγα, κι' έλα να με πεις, πώς πέρασες
+τη νύχτα; κοιμήθηκες καλά; . . .
+
+Όλγα (ξεφυλίζοντας ακόμα τα βιβλία), Ω! μπαμπά . . . Τι ωραία που
+είνε όλα! . . . (γυρίζει στο μέρος του). Πώς πέρασα, είπες; πώς να
+περάσω, μπαμπά; . . . και δεν ξέρεις, αλήθεια, τόνειρο, που είδα;
+
+Ο κ. Λάκης. Πού ναν το ξέρω; Είδες πάλε κανά όνειρο;
+
+Όλγα. Βέβαια! Τόπα και της μαμάς προτήτερα. Και θαρχόμουν να
+στόλεγα από τόσην ώρα . . . Μα η μαμά με είπε, πως είχες δουλειά
+μόνος σου κι' έπρεπε να σαφίσουμε λίγο ακόμα ναν την τελειόσεις
+. . . (με κάπιο παράπονο). Σα να σέβλαφτα εγώ καθισμένη εκεί σε μια
+γωνιά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Όχι. Όλγα μου . . . μα είταν ένας άρωστος, που τον
+εξέταζα και δεν είταν σωστό να είσαι μπροστά . . . Η μαμά σου είχε
+δίκιο . . .
+
+Όλγα. Παρντόν, μαμά, που σαδίκησα . . . Δεν ξέρω τι λέω πια . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Και τόνειρό σου;
+
+Όλγα. Α! τόνειρό μου; Τόνειρό μου, μπαμπά, μ' έχει μαγεμένη από τη
+νύχτα . . . Όλα, όσα διάβασα προχτές στην Ουρανία τα είδα στον
+ύπνο μου. Φαντάσου, μπαμπά, τι είδα . . . Μα συ δεν τηνέ διάβασες
+την Ουρανία;
+
+Ο κ. Λάκης. Δεν τηνέ διάβασα! . . . δε μου μεινε καιρός . . .
+
+Όλγα. Ναν τηνέ διαβάσεις, μπαμπά! Ναν τηνέ διαβάσεις . . . Τόρα
+μάλιστα στην έγδοση, που μας έφεραν . . . Δε μπορείς να φανταστείς
+τι ωραία πράματα, που λέει . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Θαν τηνέ διαβάσω, αφού μου λες πια, πως είνε τόσο
+ώμορφη . . .
+
+Όλγα. Λοιπόν, μπαμπά, είδα, πως βρισκόμουνα στον Άρη τον αστέρα
+μαζύ με τον Αλέκο! και πως, ακούς, εγώ είμουν στο σώμα του Αλέκου
+κι' εκείνος στο δικό μου το σώμα! . . . κι' είχαμε και φτερά και
+φτερουγούσαμε μαζύ από δέντρο σε δέντρο κι' είταν εκεί μουσικές,
+σαν τον Πάρσιφαλ του Βάγνερ γλυκές κι' ένιοθα να είμαι τόσο
+εφκαριστημένη . . . Μα είνε αλήθηα, μπαμπά, αφτά όλα, που λέει ο
+Φλαμαριών; Τι ωραία που είνε! . . . Τόρα και να πεθάνω, μπαμπά, δε
+με νιάζει . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Μα γιατί τα λες αφτά, Όλγα; Δεν ξέρεις, πως εγώ δε
+μπορώ ναν τακούω μήτε γι' αστεία;
+
+Όλγα. Παρντόν, μπαμπά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Έτσι λοιπόν, Όλγα, πάλε, τον Αλέκο έβλεπες;
+
+Όλγα. Και ποιόν άλλονα θα 'βλεπα, μπαμπά;
+
+Ο κ. Λάκης (άξαφνα) Ξέρεις ένα πράμα, Όλγα, που σκέφτηκα;
+
+Όλγα. Τι, μπαμπά;
+
+Ο κ. Λάκης. Να στείλω να προσκαλέσω στο τραπέζι τον Αλέκο . . .
+
+Όλγα. Ναν τονέ προσκαλέσεις στο τραπέζι; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ναι! Δεν το βρίσκεις σωστό;
+
+Όλγα. Μα δε θάρθει ο Αλέκος, μπαμπά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Γιατί να μην έρθει; Πώς το ξέρεις;. .
+
+Όλγα. Μα, μπαμπά, εκείνος έχει τόσον καιρό να μας θυμηθεί! . . .
+Αν ήθελε νάρθει θαρχόταν μόνος του . .
+
+Ο κ. Λάκης. Δεν ερχόταν, Όλγα, γιατί νομίζει, πως εσύ δεν ήθελες
+νάρθει! . . .
+
+Όλγα. Εγώ, μπαμπά; . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Έτσι νομίζει . . Εσύ θέλεις νάρθει; Θα στείλω λοιπόν
+ναν του φωνάξω . . . (πάει τάχα να χτυπήσει το κουδούνι).
+
+Όλγα (τον εμποδίζει). Μπαμπά! . . . Μη, μπαμπά. . να ζεις! . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; Γιατί δε θέλεις ναν του φονάξω; . , .
+
+Όλγα (με παρακάλι). Μην του φωνάξεις, μπαμπά.
+
+Ο κ. Λάκης. Μα γιατί; Πες μου κάνε να ξέρω το γιατί; . . .
+
+Όλγα. Δεν ξέρω γιατί, μπαμπά . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Δεν ξέρεις γιατί . . . πώς γίνεται; (με κάπιαν
+επιμονή). Όλγα μου, τι καταλαβαίνεις μέσα σου, που δε θέλεις ναν
+τονέ διείς; Πες μου το και μένα μια φορά. Ο δυστυχής ποτές μου,
+βλέπεις, δε σε ρώτησα, γιατί πάντα νόμιζα, πως θα με τόλεγες μια
+μέρα μονάχη σου . . .
+
+Όλγα. Τι να σέλεγα, μπαμπά;
+
+Ο κ. Λάκης. Νά! γιατί εκεί, που τόσο την αποθυμείς . . . έχει, που
+όλη σου η σκέψη είνε σ' αφτόνα . . . εκεί, που λες: γιατί δεν
+έρχεται επί τέλους, ξάφνου δείχτεις μια τέτιαν αντιπάθεια; . . .
+
+Όλγα. Εγώ αντιπάθεια, μπαμπά;
+
+Ο κ. Λάκης. Μα λοιπόν, πώς ναν τα πω κι' εγώ; δεν ξέρω πια και πώς
+ναν τα πω . . .
+
+Όλγα. Νά, μπαμπά (του πιάνει το χέρι) . . . εκεί, που λαχταράω γι'
+αφτόνα, που λέω: Θε μου, γιατί δεν είνε κοντά μου ο Αλέκος
+σταληθινά; γιατί δεν έρχεται πια ναν του ζητήσω και παρντόν
+γονατιστή; . . . εκεί, μπαμπά, αλάζει ξάφνου η μορφή τ' Αλέκου και
+τονέ βλέπω αλιότικο . . . (με συστολή). Δε φταίω, μπαμπά. .
+
+Ο κ. Λάκης (μέπληξη τάχα). Τονέ βλέπεις αλιότικο; Πώς αλιότικο,
+Όλγα μου; . . .
+
+Όλγα. Μπαμπά . . . Νά! πως έχει τάχα ένα μάτι τόσο . . . Το κορμί
+του . . .
+
+Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά τόρα . . . καλά. . κατάλαβα . . .
+Αφτό σου φαίνεται Όλγα μου . . . Αφτό πρέπει να πείσεις τον εαφτό
+σου να μην το ξαναφαντάζεσαι . . . Είνε αμαρτία, Όλγα μου! . . .
+
+Όλγα. Δε φταίω εγώ, μπαμπά , . . Μονάχο του έρχεται . . .
+
+Ο κ. Λάκης. Ας έρχεται . . . εσύ να προσπαθείς ναν το διόχνεις.
+Ακούς να βλέπεις έτσι τον Αλέκο; Τον Αλέκο, που ο δυστυχής
+κοντέβει να μαραζόσει εξ αιτίας μας . . . Ξέρεις, Όλγα μου, τι
+υποφέρει ο Αλέκος; Μήτε τα μισά δεν υποφέρουμε εμείς όλοι μας . .
+. Αφτός να σαγαπάει τόσο . . . να ζει για σένα . . . μόνος του
+σκοπός νάνε η δική σου εφτυχία και τόρα να μην τολμάει μήτε να
+περάσει από το σπήτι μας . . . Το ξέρεις, πως έρχεται ως το στενό
+εκεί και κυτάζει τα παράθυρά μας, σαν κλέφτης; Α! . . . είνε
+αμαρτία, Όλγα. . Είνε αμαρτία ναν τονέ βασανίζουμε πια έτσι . . .
+
+Όλγα (με συγκίνηση αρκετή). Μπαμπά . . . λυπήσου με . . . Μη με τα
+λες αφτά . . . Μη με τα λες! . . Εσύ το ξέρεις, πως κι' εγώ δε ζω
+παρά για τον Αλέκο, πως την εφτυχία εκείνου συλογιέμαι καθεμερνά .
+. . ω . . . μπαμπά, αν είταν ναν του πλέρονα την εφτυχία του, ας
+του την πλέρονα και με τη ζωή μου ακόμα (τραβιέται λίγο κατά την
+κάμερα που βρίσκεται ο Αλέκος). Αλέκο μου! Αλέκο μου, όπου κι' αν
+είσαι μην πιστέψεις ποτές πως η Όλγα σου ζει για τίποτις άλλο στον
+κόσμο;. . (με συγκίνηση αρκετή) Α! Αλέκο μου! . .
+
+Η κ. Λάκη (σύχρονα τρέχοντας ναν την καθησυχάσει). Καημένε Χρίστο!
+. . .
+
+Όλγα. Αλέκο μου . . .
+
+(Ανοίγει η πόρτα και φαίνεται ο ΑΛΕΚΟΣ μπρος στην ΟΛΓΑ)
+
+Όλγα (μέπληξη χωρίς ταραχή). Αλέκο;! . . .
+
+Αλέκος (πέφτοντας στα γόνατά της). Όλγα μου;! . . .
+
+Όλγα. Αλέκο μου . . . ω! ήρθες πια; (ο κ. Λάκης βγαίνει σιγά σιγά,
+η κ. Λάκη παραμερισμένη τους κυτάζει) πόσον καιρό σε καρτέραγα . .
+. (γέρνει απάνου του)
+
+(Πέφτει με βια η σκηνή)
+
+Τ Ε Λ Ο Σ
+
+
+
+
+Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
+Σε πράξες τρεις.
+
+
+
+
+ Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. .
+
+ Augustus Caesar.
+
+
+
+ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
+
+
+
+ΑΝΤΡΕΑΣ, διεφτυντής του περιοδικού Η ΖΩΗ» (7).
+
+ΓΙΑΝΚΟΣ )
+ΚΩΣΤΗΣ ΒΕΡΤΗΣ) φίλοι του και συνεργάτες στη "ΖΩΗ"
+
+Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ
+
+ΤΑΣΟΣ)
+ΝΙΚΟΣ) γυιοί της
+
+ΠΙΠΙΤΣΑ)
+ΚΑΤΙΝΑ ) κόρες της
+ΦΡΟΣΩ )
+
+ΒΑΣΙΛΩ, περέτρα της
+Ένα παιδί.
+
+Η σκηνή στην Αθήνα
+
+
+
+
+Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
+
+
+
+(Σε πράξες τρεις).
+
+
+
+ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
+
+
+
+Η σκηνή παρασταίνει το γραφείο του διεφτυντή του περιοδικού «Η
+ΖΩΗ». Ο ΑΝΤΡΕΑΣ με αταξία καλιτεχνική κάθεται στο τραπέζι του κι'
+έχει μπρος του διάφορα χαρτιά, γράματα, έντυπα, βιβλία . . .
+Απάνου στ' ανακάτομα και την προσοχή τους ανοίγει η πόρτα και
+μπαίνει πεταχτά ο ΤΑΣΟΣ.
+
+Τάσος. Καλημέρα Αντρέα.
+
+Αντρέας. Καλόστονε. Πώς είτανε κι αφτό να προτιμήσεις σήμερα τα
+πληχτικά μας γραφεία από το καφενείο;
+
+Τάσος. Σ' αποθύμησα, καλότυχο. Δεν το κατάλαβες;
+
+Αντρέας. Αν είταν δυνατό να μην το καταλάβω . . . Τι κάνουνε στο
+σπήτι; Η Πιπίτσα καλά είνε;
+
+Τάσος. Δόξα ο θεός για την ώρα όλοι καλά είνε . . . Μου φαίνεται,
+πως έχεις ναν τους διείς κάτι λιγότερο από δέκα ώρες;
+
+Αντρέας. Και τι μαφτό; Μήπως δε μπορεί να γίνουν πράματα ανόλπιστα
+από στιγμή σε στιγμή; Εγώ δεν ξέρεις, καημένε, πόσο αδιάθετος
+είμαι σήμερα. Ξύπνησα με μια κεφαλάργια . . . μια στενοχώρια . . .
+Έρχουμαι εδώ να εργαστώ· έχουμε, βλέπεις, σήμερα την αληλογραφία .
+. . και, ξέρεις, πρέπει να περάσει όλη από τα χέρια μου . . .
+Πρώτο γράμα π' ανοίγω τι νομίζεις είτανε;
+
+Τάσος (με γέλιο). Κανά ποίημα στην καθαρέβουσα!.
+
+Αντρέας. Είτανε ένα γράμα από τον αδερφό μου το Μήτσο. Ο
+Χριστιανός πάντα τα παράπονά του. Μα τι χρωστώ εγώ, να γίνουμαι το
+δοχείο σ' όλες τις στενοχώριες του κόσμου; Προσπάθησα, τέλος πάντω
+με χίλια δυο και του βρήκα εκείνη τη θέση. — Είπα πια: «θα συχάσει
+ο άθρωπος . . . θα βρει τόρα δουλειά να σκοτόνει τον καιρό του και
+να μην αηδιάζει την άνεργη ζωή». Δεν είνε δεκαπέντε μέρες και
+πέντε διάφορα γράματα έλαβα ως την ώρα, γιομάτα παράπονα . . .
+(χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι). Νά!. . τούτο το τελεφταίο είνε
+απαίσιο και ναν το λαβαίνεις από τον αδερφό σου, σε μια κατάσταση,
+όπως είνε η σημερνή η δική μου. . . .
+
+Τάσος. Εσύ φταις, που κάθεσαι και σκοτίζεσαι για ψύλου πήδημα . .
+. Μωρ' εμένα καρφί δε μου καίγεται για τίποτα . . .
+
+Αντρέας (αναστενάζει). Να σου γράφει, για το θεό, πως δε μπορεί να
+συχάσει, πως θα σκάσει, πως θα μαραζόσει, γιατί; γιατί, λέει, ο
+προϊστάμενός του έχει το μάτι του παράξενο, γιατί το δωμάτιο, που
+εργάζεται είνε λίγο στενό, γιατί δε βρήκε κανένα φίλο της
+προκοπής, ωσάν να είχε εδώ, βλέπεις, και κάτι τέτιες χίλιες
+πρόφασες, που σε βεβαιόνω . . . είνε ναν τονέ μουντζόσεις και ναν
+του πεις μια για πάντα: «άει στο καλό πια, παράξενε,
+ανεφκάριστε . . . »
+
+Τάσος. Και θάνε το καλίτερο, που θα είχες να κάμεις.
+
+Αντρέας. Σώπα πια, εγωιστή . . . Δεν έχει τέρι η ξενιασίλα σου . . .
+
+Τάσος (με ειρωνικό γέλιο) Λοιπόν γράφτου ναφίσει τη θέση του και
+νάρθει να γυρίζει στην Αθήνα, χωρίς δουλειά . . .
+
+Αντρέας. Σαν κι εσένα.
+
+Τάσος (κουνιώντας το κεφάλι). Σαν κι' εμένα; καλά . . .
+
+Αντρέας. Μα ο αδερφός μου δε σου μιάζει, φίλε μου. Μακάρι να
+μπόργε ναν τον εφκαριστούσε το σουλάτσο και το καφενείο, όπως
+εσένα. Θαν τον έφερνα κι' ας μην έκανε τίποτα . . .
+
+Τάσος. Σε βεβαιόνω, Αντρέα, παράδοστόνε μου και θαν τονέ διείς σε
+λίγον καιρό ναλάξει. . . . (ο Αντρέας κουνάει το κεφάλι) και τόρα
+μάλιστα . . .
+
+Αντρέας. Γιατί τόρα;
+
+Τάσος. Γιατί; για κείνο, που δεν ξέρεις! Τόχω μυστικό. . . .
+
+Αντρέας (με κάπια φαιδρότητα). Ωραίο κι' αφτό!. .
+
+Τάσος. Βέβαια. Τι νομίζεις, πως δεν αξίζουμε και μεις τίποτα;
+(πάει κοντά του και τονέ χτυπάει στον ώμο) Φιλόσοφέ μου . . . Χτες
+τη νύχτα εσύ κατέβαινες τη σκάλα της μπασίας κι' εγώ ανέβαινα τη
+σκάλα της ταράτσας . .
+
+Αντρέας Και γιατί; . . .
+
+Τάσος. Τι να σου κάμω, σα δεν καταλαβαίνεις . . . Νά! πέρασα τη
+νύχτα στην κάμερα της Βασίλως.
+
+Αντρέας (με θυμό). Άει να κουρέβεσαι, ανήθικε . . . Δεν έχεις
+καθόλου το θεό σου . . . Εσύ μπορείς να παίξεις και με τα
+γιερώτερα αιστήματα . . .
+
+Τάσος. Γιατί, κυρ Αντρέα; Το παίξιμο με δούλα είνε κακούργημα τόσο
+μεγάλο;
+
+Αντρέας. Όσο μικρό είνε αφτό το κακούργημα, τόσο μεγάλο γίνεται
+νάρχεσαι να με το λες σε μια τέτια στιγμή . . .
+
+Τάσος. Καλά το λοιπόν. . , Σα σε ξαναπώ τίποτα, φτύσε με . . .
+
+Αντρέας. Ως πότε; Μου φαίνεται, πως δε θάχεις τίποτ' άλλο να με
+πεις, ει δ' αλιώς, πολύ γλήγορα θα βρισκόσουνα σε θέση να
+σκουπιστείς . . .
+
+Τάσος. Ας είνε, Αντρέα . . . μη θυμόνεις. Ακούμε και μένα μια
+φορά. . , Εγώ ήρθα πρώτα πρώτα από δω για να στα πω εσένα, που
+ξέρεις, πως η Βασίλω είνε η μόνη μας δούλα, που μέκαμε να
+μαρτυρήσω τόσους μήνες τόρα.
+
+Αντρέας. Σε παρακαλώ, Τάσο . . . Καλά, μακάρι κάθε νύχτα ναν την
+περνάς στην κάμερά της . . .μα τόρα πάψε αφτή την κουβέντα . . .
+Πάψε τήνε . . .
+
+Τάσος. Εσύ θα χάσεις! . . .
+
+(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν ο ΚΩΣΤΗΣ κι' ο ΓΙΑΝΚΟΣ)
+
+Κωστής-Γιάνκος. Καλημέρα σας.
+
+Τάσος-Αντρέας. Καλημέρα.
+
+Γιάνκος (στον Τάσο). Μπα! και συ εδώ; Τάσος. Σα ναν το είξερα πως
+θα σ' αντάμονα.
+
+(Την ίδια ώρα ο ΑΝΤΡΕΑΣ πέρνει κάτι χερόγραφα και χτυπάει το
+κουδούνι)
+
+Γιάνκος. Έχουμε καινούργια;
+
+Τάσος. Και πολλά· ύστερα θαν τα μάθεις . . .
+
+(Μπαίνει το παιδί)
+
+Αντρέας (στο παιδί). Ναν τα πας κάτου στο τυπογραφείο και να μην
+αφίσεις άλλονα να μπει . . . Τ' ακούς; Να πεις, πως δεν είμαι εδώ
+. . . (Το παιδί φέβγει) Σας θαμάζω, μα την αλήθεια! Μα ήθελα να
+'ξερα, Γιάνκο, δεν έχεις και συ τίποτ' άλλο στο κεφάλι σου από
+επιπολαιότητα; Καλά ο Τάσος, μα και συ;
+
+Γιάνκος. Από επιπολαιότητα; Πόσο άσκημα ψυχολογείς, καημένε. Κυτάς
+ταχείλι κι' ό,τι δείχτει το πέρνεις της μετρητής . . .
+
+Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ! . . .
+
+Γιάνκος. Δεν καταλαβαίνεις, παιδί μου, πώς . . . Πώς να στο πω; .
+. . νά! πως θέλω να καταφέρω τα χείλια μου να συνηθίσουνε στα
+τέτια, μήπως και τα αιστητικά μου νέβρα καταφέρουν και την ψυχή
+μου ναν τα συνηθίσει; . . .
+
+Αντρέας. Ώστε αφτός είνε ο λόγος;
+
+Γιάνκος. Σας το ξεμυστηρέβουμαι . . . (Στον Τάσο) Βρε Τάσο, κύταξε
+μόλις βγεις ναν το κάμεις βούγκινο στην Αθήνα . . . Χτες τη νύχτα
+είμαστε στη Μαβροδάφνη. Ένιοσα γλέντι σας περνάει από το νου;
+Ασυνείδητα έπινα και ξιπαζόμουνα να βλέπω τους άλλους να
+κατεβάζουν τα ποτήρια, να γλεντάνε, να τραγουδάνε . . . κι' όμως
+τόκανα κι' εγώ . . . Ύστερα πήγαμε κει κάτου στο δρόμο του Ψυρή
+και ξενυχτήσαμε . . . Αηδία έχω, φίλοι μου, σήμερα . . .
+Συχαίνουμαι τον κόσμο και τη ζωή μου . . . Πού τη βρίσκουνε την
+εφκαρίστηση στο κρασί και στη γυναίκα; απορώ . . .
+
+Αντρέας. Δε μπορούσες να κάμεις εξαίρεση εσύ . . .
+
+Κωστής (με ησυχία). Σε πόσους μέσα; Αντρέας. Σ' όλο τον κόσμο . . .
+
+Κωστής. Όχι δα! . . . Εσύ δεν είσαι εφκαριστημένος; Αρεβωνιασμένος
+άθρωπος με μια τέτια αγαπημένη και γλυκειάν αρεβωνιαστικιά; . . .
+.
+
+Αντρέας. Πολύ . . . πολύ εφκαριστημένος. Τόσο, που δεν έφκουμαι
+και σε σένα όμοιαν εφκαρίστηση . . . κι' όμως είμαι
+αρεβωνιασμένος, καθώς λες, με μιαν αγαπημένη και γλυκιά
+αρεβωνιαστικιά . . .
+
+Κωστής. Εγώ, αδερφέ, δεν τα νιόθω αφτά . . .
+
+Αντρέας. Θαν τα νιόσεις . . . Θαν τα νιόσεις και συ . . .
+
+Γιάνκος. Μου φαίνεται, πως και τόρα τα νιόθει . . .
+
+(Ο ΤΑΣΟΣ στο μεταξύ ξαπλόθηκε στο διβάνι και διαβάζει κάτι
+χερόγραφα, που πήρε κρυφά από το καλάθι)
+
+Γιάνκος. Ας ταφίσουμε τόρα αφτά, γιατί δε θα συφωνήσουμε ποιος
+είνε δυστυχέστερος ταλλουνού. Θυμήσου και τους στίχους του
+Σενιέ . . . Αλήθεια, Αντρέα, σού 'φερα ένα ποιηματάκι για τη «Ζωή».
+
+Αντρέας. Πούνε το;
+
+Γιάνκος. Εδώ. Είνε μικρό . . . (Το βγάνει από την τσέπη του).
+Ακούστε το (το διαβάζει).
+
+
+
+ Σ' ένα αστέρι
+
+ Τρέχει το φως του τρέχει στο άπειρο. Το αστέρι
+ είνε ακόμα αθώρητο στης γης τα μέρη.
+ Είνε ένας όλος κόσμος στου ουρανού μιαν άκρη,
+ που ίσως αγνώριστο νάνε σ' αφτόν το δάκρυ . . .
+
+ Κι' ίσως το φως του θαμπερό στη γης, σα φτάσει
+ και μύρια χρόνια η αθρώπινή μας πλάση
+ που θαν το βλέπει το αθώρητο το αστέρι
+ ίσως το νεκρομάρα μέσα του να φέρει! . . .
+
+ Ω μεγαλείο αφάνταστο, συ κόσμε ξένε! . . ,
+ Ω τρομερό μου μυστικό κρυμένο μένε! . . .
+
+ Το αστέρι ζωντανό η γης δε θα γνωρίσει
+ γιατί πρωρίστηκε νεκρό ναν τη φωτίσει! . ,
+
+Πώς σας φαίνεται;
+
+Κωστής. Πώς να μας φανεί; ωραίο . . . καλό είνε . . .
+
+Αντρέας. Άστο μου. Εσύ, Κωστή, δε μου 'φερες τίποτα;
+
+Κωστής. Τι θέλεις;
+
+Αντρέας. Ό,τι . . .
+
+Κωστής. Μα δεν έχω τίποτα πρόχειρο.
+
+Αντρέας. Τεμπέλιασες και συ, καημένε . . .
+
+Κωστής. Τι να σε πω, αδερφέ; Τα βαρέθηκα και αφτά πια . . . (κάνει
+μορφασμό με το στόμα, που τον έχει συνήθειο).
+
+Γιάνκος. Μήπως αφτό είνε από τα σημάδια, που δεν τα νιόθεις;
+
+Κωστής. Ουφ, καημένε! . . .
+
+Γιάνκος. Συμπάθησέ με, αδερφέ . . . Μα άκου μια συβουλή ενός, που,
+αν όχι τίποτα άλλο, σαγαπάει . . . μην κρύβεις τίποτα μέσα σου . .
+. Βγάνε το μεφκολία . . . με λόγια, για να γλυτόσεις τα έργα . . .
+μην τακούς, πως είνε στίγμα νεβραστενικό κι' αφτό και προσπιέσαι,
+για να πείσεις τον εαφτό σου, πως γλύτοσες απ' αφτή την αρώστεια .
+. . Ξεθύμαινε με λόγια . . . άκου τη συβουλή μου . . .
+
+Κωστής. Κράτηστη για τον εαφτό σου!. . Εγώ ξέρω πολύ καλά τι έχω .
+. . Ποτές δεν είπα, πως είμαι υγειής, μα και ποτές μου δεν
+ακολούθησα κομπογιανίτικες συβουλές . . .
+
+Γιάνκος. Πολύ καλά, κυρ Κωστή . . . πολύ καλά! . . .
+
+Αντρέας. Καθείστε τόρα . . . θα σας διαβάσω ένα σονέτο, πούλαβα
+χτες . . . Φέρνει υπογραφή: Πλανήτης . . . αλόκοτο πράμα . . .
+πέντε φορές το διάβασα και μόλις καταλαβαίνω τι θέλει να πει,
+γιατί, βέβαια, κάτι θέλει να πει . . .
+
+Κωστής. Ας τακούσουμε λοιπόν.
+
+Αντρέας (ψάχνει, το βρίσκει και το διαβάζη)
+
+
+
+ Από την Ακρόπολη.
+
+ Μες των αιώνων τις ορμές ακλόνητο αντικρύζει
+ το μάρμαρο, που θλίψη του λίγη είνε η κιτρινάδα . .
+ θωρεί την πλάση μαρασμός ναν την περιγυρίζει·
+ παντού ανεμοστρίβουλας την ξωπλισμένη αρμάδα.
+
+ ---
+
+ «Και στων αιώνων τις ορμές απείραγο ανεμίζει
+ ο σύφουνας το μάρμαρο! . . . » Στης σκέψης τη ζαλάδα
+ η μαρμαρένια εκλησιά φριχτά τον απελπίζει
+ και μες τον τράκο του θυμού βρίζει και την Παλάδα.
+
+ ---
+
+ Κι' εκεί αφίνει άξαφνα γέλιο τρελό με κλάμα . . .
+ Σκύφτει βαθιά το μάτι του, βαθιά το νου του σκύφτει
+ μ' όλα της την Ακρόπολη στα βύθη ανακαλύφτει
+ και τους θεούς ανίκανους, βλέπει, να κάνουν θάμα . . .
+ Και νά! γελάει!. .όλο γελάει!. .Τονέ ρωτώ. .Δεν ξέρει
+ χαρά η λύπη αθέλητα στο γέλιο ποια τον φέρει! . . .
+
+ Πλανήτης
+
+Ε; ξηγάτε το και σεις τόρα . . .
+
+Κωστής. Για δος μου το μια στιγμή . . (Το πέρνει).
+
+Τάσος (γελώντας από το διβάνι). Μαργαρίτες! . . . μαργαρίτες . . .
+Εδώ είνε το γέλιο . . .
+
+Γιάνκος. Τι τρέχει, Τάσο;
+
+Τάσος. Μαργαρίτες, φίλε μου . . . Νά! εδώ στα χερόγραφα του
+καλαθιού. . , Σου λέω, Αντρέα, πως αν προτίμαγες αφτά, που πετάς,
+από τα σονέτα του Κωστή και του Γιάνκου και του τρελού αφτουνού
+του Πλανήτη, η «Ζωή» σου θα γίνονταν ανάρπαστη . . .
+
+Αντρέας. Ου! τις αηδίες . . . μήτε να γελάσω δε με κάνουν.
+
+Γιάννης (στον Τάσο). Και τι μαργαρίτες είνε;
+
+Τάσος. Άκου ένανε.
+
+Αντρέας (θυμωμένα). Μα, καλέ, πόσες φορές στο είπα; σε θέλω να
+πειράζεις τίποτα εδώ μέσα. . Θα με πιάσουν τα νέβρα μου καμιάν ώρα
+. . .
+
+Τάσος. Από δω και πέρα καλά. . Τόρα άκου, Γιάνκο, ένα ποίημα ενός
+Στουάτη Δάλδη . . . ε . . . όνομα! . . . Μα είνε εξαίσιο πράμα.
+Άκου το. (διαβάζει).
+
+
+ &Εις την Σελήνην&
+
+ Ω αργυρόεσσα σεπτή και πάναγνος Σελήνη,
+ εστράφ' ήδη ο ποιητής και εις την δύσιν κλίνει!
+ Κι' ιδού δύει ο ποιητής πριν όλος ανατείλει
+ πριν ή εις το στερέωμα φως Ηλιαίον στείλει·
+ διότι νουν καρδίαν τε, άγνωστος χειρ δεσμεύει
+ και αύτη και την έμπνευσιν του ποιητού στερεύει! . .
+ Ω συ Σελήνη αργυρά, πλησιφαής Εκάτη,
+ είπε μοι: την καρδίαν μου τι τάχα την σπαράττει;
+ ειπέ μοι: τις όνυξ γυπός τα σπλάγχνα μου κατέχει;
+ κ' η ειμαρμένη διατί τόσον με κατατρέχει;
+ Ω! εις εσέ τους πόνους μου, Εκάτη, εξαγγέλλω . . .
+ Τι περιμένω αγνοώ, ως αγνοώ τι θέλω! . . .
+
+ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΔΑΛΔΗΣ
+
+Γιάνκος. Κι' όμως, φίλοι μου, κι' η ντεκαντέντζα αφτή χωρίς να
+ξέρει ναν το πει νά! που το λέει. Τα ίδια κι' αφτός . . . Η ουσία
+παντού είνε ίδια! . . . Κωστή, το φον είνε παντού ίδιο!. .
+
+Κωστής (γυρίζοντας το μάτι του από το χερόγραφο που κρατεί).
+Πολλές φορές κι' η φόρμα.
+
+Γιάνκος. Για μένα το λες αφτό; . . .
+
+Κωστής. Κακά κάμνεις ναν το υποθέτεις, ή μήπως έχεις ντοκουμέντα;
+
+Γιάνκος. Ας είνε! . . . Εγώ δε μνησικακώ ποτές μου και ξέρεις
+πόσον εχτιμώ την τέχνη σου και μπροστά σου και πίσω σου. , .
+
+Κωστής. Κι' εγώ, αγαπημένε μου, πίσω σου σεχτιμώ πολύ
+περσότερο . . .
+
+Αντρέας. Αφτά μου φαίνονται άλλου είδους φιλολογικά κοπλιμέντα . .
+.
+
+Τάσος. Φιλολογικά κολοκύθια . . . (σε λίγο) Γιάνκο, με συνοδέβεις;
+έλα για καλό δικό σου . . . Έχω να σε πω πράματα. .
+
+Κωστής. (σηκόνεται ορθός) Κι' όμως είν' ωραίο!.
+
+Γιάνκος. Τ' είν' ωραίο;
+
+Κωστής. Το σονέτο!. (Το πετάει από τα χέρια του στο τραπέζι και
+συργιανάει). Ναι! είν' ωραίο! . . . ωραίο στην τρέλα του, στην
+παθολογία του . . .
+
+Γιάνκος. Μα τι κατάλαβες απ' αφτό;
+
+Κωστής (σα να μιλάει μονάχος του). Από την Ακρόπολη δε βλέπει έτσι
+τα πράματα ο καθένας . . . Αφτό τον Πλανήτη, Αντρέα, πρέπει ναν
+τονέ γνωρίσουμε . . .
+
+Αντρέας. Πώς;
+
+Κωστής. Γράφτου στην αληλογραφία: «ελάβαμε το σονέτο σας κι'
+επιθυμούμε να σας γνωρίσουμε . . . Σας περιμένουμε στο γραφείο».
+
+Αντρέας. Καλά λες . . . Θαν το γράψω . . . Δε βλέπει έτσι τα
+πράματα ο καθένας από την Ακρόπολη . . . Δε σου φαίνεται, πως
+στάζει φαρμάκι αφτό το σονέτο;
+
+Κωστής. Πολλά με λέει!. . (συργιανάει και μονολογεί) Απάνου στην
+Ακρόπολη να σε πιάνει απελπισία . . . φριχτή μάλιστα . . . Να
+βλέπεις από κει τη ζωή του κόσμου, την εξέλιξη των αιώνων και να
+γελάς χωρίς να θέλεις, χωρίς να ξέρεις, γιατί . . . Πολύ
+παθολογικό . . . εξαντρίκ όλους διόλου . . .
+
+Γιάνκος. Καλά τόρα! . ανακύρηχτο αριστούργημα . . .
+
+Κωστής (στον Αντρέα) Και τι άλλα θα μας έχεις μεθάβριο στη «Ζωή»;
+
+Αντρέας. Δήγημα του Καρκαβίτσα και ποίημα του Μαρκορά.
+
+Κωστής. Αφτό μ' αρκεί . .
+
+Τάσος (στο Γιάνκο). Ε; πάμε πια;
+
+Γιάνκος. Ναι πάμε . . . (στον Αντρέα). Λοιπόν το ποιηματάκι;
+
+Αντρέας. Το ποιηματάκι θα μπει στη «Ζωή».
+
+Γιάνκος-Τάσος Au revoir.
+
+Κωστής-Αντρέας Στο καλό . . . (φέβγουν ο Γιάνκος κι' ο Τάσος).
+
+Αντρέας Φύγανε; μείναμε πια μόνοι;
+
+Κωστής. Μείναμε . . . ναι!. .
+
+Αντρέας. Θα στα πω όλα τόρα, Κωστή . . . Θαν τα μάθεις όλα . . .
+Έχω ανάγκη από τη συντρομή ενός φίλου σαν κι' εσένα . . . (χτυπάει
+το κουδούνι· μπαίνει το παιδί· στο παιδί). Στο ξαναλέω: να μην
+αφίσεις κανένα, μα κανένα να μπει . . . Τ' ακούς;
+
+Το παιδί. Πολύ καλά . . . (φέβγει).
+
+Αντρέας. Έρχουνται τόσο γλήγορα το ένα απάνου στ' άλλο, που κι'
+εγώ απορώ, πώς αντέχω ακόμα . .
+
+Κωστής. Μα τι;
+
+Αντρέας. Θα στα πω όλα . . . Είμαι δυστυχής, Κωστή . . . Τόσο
+δυστυχής, που ίσως να μην το περιμένεις, κι' ακόμα φαντάζουμαι,
+πως με τη στωικότητά σου κι' άμα στα πω, πάλε δε θάβρεις λόγο για
+τη δυστυχία μου . . . κι' όμως.
+
+Κωστής. Θα σ' ακούσω· με προσοχή . . .
+
+Αντρέας. Τ' απόγυιομα θα σε πάρω να γνωρίσεις την Πιπίτσα. Δεν
+έχει μουτσουτσούνια πια. Πρέπει ναν την ψυχολογήσεις μ' όλη σου τη
+δύναμη, γιατί, στο λέω, από σένα θα εξαρτηθώ . . . Ό,τι με πεις θα
+κάμω . . . Εγώ την αγαπώ . . . την αγαπώ τόσο, που όλα μου μπορώ
+ναν τα θυσιάσω για το χατήρι της . . όλα μου, και τα παιδιά μου
+ακόμα με προκαταβολή . . . Το νιόθεις;
+
+Κωστής. Πως την αγαπάς; Μου φαίνεται να στο διατύποσα πολλές
+φορές. Λοιπόν επιμένεις να με μπάσεις στο σπήτι της κ. Τριάφτη;
+
+Αντρέας. Ναι! Είνε ανάγκη . . . Πρόσεξε, Κωστή, σ' όλα, που θα σε
+πω . . . Θα σε πω και πώς την εγνώρισα και πώς την αγάπησα . . .
+Είνε τρία χρόνια από τότες . . . Μια βραδυά ο Σαράντης είχε
+εσπερίδα . . . Συ δεν εγνώριζες ακόμα κανέναν από μας . . . Εκεί
+την πρωτοείδα . . . Καταλαβαίνεις; Είχα κείνες τες μέρες
+δημοσιέψει στη «Ζωή» ένα δήγημα το «Βαριόμοιρο» και ξεχείλιζα όλη
+την πίκρα της ζωής. Τ' όχεις διαβασμένο;
+
+Κωστής. Ναι . . . είνε το καλίτερό σου.
+
+Αντρέας. Και κείνη το διάβασε τότες. Άμα ήρθε με τη μαμά της και
+με το μεγάλο της αδερφό, καθόμουν στο διβάνι με το Χορμίδη. Την
+αντικρύσαμε κι' οι δυο μας. Φόργε ροζ φόρεμα . . . κι' ό,τι ξίπασε
+και τους δυο μας στη στιμή είταν η επιδερμίδα της και τα στήθια
+της . . . Ρωτώ τον Χορμίδη: «ποια είνε αφτή;» Δεν την είξερε κι'
+εκείνος. Κάθησε κείνη στην άλλη άκρη κι' εμείς την προσέχαμε . . .
+Καρδιοχτύπι δεν αιστάνομουν καθόλου, μόνο η εντύποση τω στηθιώ της
+με τάραζε το νεβρικό μου σύστημα. Ξάφνου τη βλέπουμε να
+κουβεντιάζει με πολλή οικειότητα με τον ποιητή το Ρηνόπλο . . .
+
+Κωστής. Λοιπόν;
+
+Αντρέας. Ο Χορμίδης πετάγιεται τότες και με λέει: «πάω να βάλω το
+Ρηνόπλο να με τη συστήσει» και τράβηξε . . . Τονέ ξέρεις τι
+τολμηρός είνε. . Εγώ, πού θάρος! . . . Τον παρακολούθησα· πήγε
+τόντις και τη γνώρισε . . Της κουβέντιαζε με τις γνωστές του
+υπόκλισες . . . Θύμοσα με τον εμαφτό μου το περσότερο, και
+συργιανούσα άστοχα . . . Άστοχα βρέθηκα και μπροστά τους. Τότες ο
+Ρηνόπλος με φωνάζει: « Αντρέα, έλα από δω να σε γνωρίσω στη
+ντεμοαζέλ Τριάφτη, που έχει πολλήν επιθυμία να σε γνωρίσει» και με
+τη συσταίνει, φαντάσου με τέτιο προοίμιο. Ο Χορμίδης την
+πολιορκούσε κυριολεχτικά, μα κείνη όλο μένα ρωτούσε για τα έργα
+μου, για τη «Ζωή», πως τη διαβάζει με τόσην εφκαρίστηση και
+περιμένει μ' ανυπομονησία κάθε Κυργιακή να διεί και ναν τη
+διαβάσει και τόσα άλλα . . . κι' ύστερα μ' αρχίζει κουβέντα για το
+«Βαρυόμοιρο» πόσο της άρεσε . . . πως την έκαμε για μια στιγμή να
+συχαθεί τη ζωή της . . . και . . .
+
+Κωστής (διακόφτοντας). Καλά! παρακάτου.
+
+Αντρέας. Τι τα θέλεις! Δεν την αγάπησα αμέσως. Κι' αν τη θυμόμουν
+καμιά φορά, έφερνα μπροστά μου την επιδερμίδα της και τα στήθια
+της και μόνο με κείνα περιλουζούμουν σε μια γλυκάδα αποθυμιάς
+ανεπλήροτης. Ύστερα έμαθα πως ο Χορμίδης της ρίχτηκε για καλά και
+δε με ένιασε. Με τα 'λεγε μια μέρα ο Ρηνόπλος: «Ντουτζές, με λέει,
+κατάντησε ο Χορμίδης στου Τριάφτη το σπήτι . . . όλοι τους τον
+κοροϊδέβουν . . . όλοι τους τον ένιοσαν» κι' ακόμα με λέει: Εσύ να
+μην πας ναν τους κάμεις επίσκεψη;! Η Πιπίτσα καθεμέρα με ρωτάει
+για σένα . . . με παρακάλεσε μάλιστα να σε ρωτήσω με τρόπο ποιόνα
+πήρες μοντέλο στο «Βαρυόμοιρο» . . . Ξέρεις τι καταλαβαίνω, βρε
+Αντρέα; πως διαφέρεται για σένα λίγο η Πιπίτσα και πως ένα κομάτι
+τέτιο θα είσαι κουτός να μην το κυνυγήσεις . . . » Το πιστέβεις;
+Τότες για πρώτη φορά ανακατόθηκαν οι πόθοι μου με καρδιοχτύπι· κι'
+εγώ ο βλάκας ζητάω τότες πληροφορίες από το Ρηνόπλο για την
+οικογένειά της, για την κατάστασή της, για την προίκα της, προς
+Θεού, σα να είχα μιαν ωρισμένη ιδέα στο νου μου . . . Και τότες ο
+Ρηνόπλος το προζύμι του δόκανου, που μούστησε η μοίρα μου με λέει:
+« Αμ όλοι το καταλάβαμε στου Σαράντη, πως και σένα σου πόνεσε το
+δόντι από κείνο το βράδυ . . . » Πώς; «Ναι! ο βήχας κι' ο έρωτας
+δεν κρύβουνται, Αντρέα . . . » Τέλος πάντω στον κύκλο μας είνε
+γενική κουβέντα, πως ο Χορμίδης και συ ξετρελαθήκατε με την
+Πιπίτσα, πως η Πιπίτσα προτιμάει εσένα, πως η δείλια σου είνε
+μοναδικό πράμα και πως α σε νικήσει ο Χορμίδης θα σε ανακηρύξουμε
+όλοι μας ανίκανο για κάθε τι και να ζεις ακόμα. . »
+
+(σταματάει).
+
+Κωστής (σα να μιλούσε μονάχος του). Προζύμι του δόκανου! . . .
+Πολύ ωραία ονομασία . . . Το προζύμι του δόκανου . . Λοιπόν;
+
+Αντρέας. Πέντε δέκα φορές ύστερα, όμοια κουβέντα με το Ρηνόπλο, με
+το Σαράντη, μ' όλους, με το Χορμίδη, που με παρακαλούσε να
+υποχωρήσω εγώ και ναν τον ορίζω πια σ' όλα τάλλα με κάμαν νανάψω.
+Κι' όταν ένα άλλο βράδυ στου Ρηνόπλου το σαλόνι ξανασμίξαμε, εγώ
+δε μπόρεσα να κρυφτώ μήτε στον εμαφτό μου . . Την αγαπούσα πια . .
+. Την αγαπούσα με τέτιαν αγάπη, που ντρεπόμουν ναν το φαντάζουμαι
+και πια δεν επίτρεψα σ' αφτούς, που μανάγκασαν ναν την αγαπήσω, να
+ξαναμιλήσουν χωρίς εβλάβεια γιαφτή την κόρη. Κι' από τότες
+πιαστήκαμε και με το Χορμίδη . . . κι αφτός απελπισμένος από την
+Πιπίτσα, ικανός να μην αγαπήσει, ύστερα από λίγο, έγινε ο
+αλτεμπαράν αλληνής, της κουνιάδας, καθώς ξέρεις, του Σαράντη . . .
+
+Κωστής. Ναι! . , .
+
+Αντρέας. Αφτή είνε η αρχή της αγάπης μας. Γνωριστήκαμε ύστερα καλά
+. . . Ένα χρόνο πήγαινα ταχτικά σπήτι της και τόρα είνε άλλος ένας
+χρόνος, που είμαστε αρεβωνιασμένοι.
+
+Κωστής. Και τότες, πού η δυστυχία σου;
+
+Αντρέας. Νόμισες, πως τέλειοσα; Τόρα θα μάθεις, ό,τι δεν ξέρει
+κανένας· γιατί όσα σούπα όλοι και συ ακόμα τα μισόξερες . . . Τόρα
+θα σ' ανοίξω την ψυχή μου για να σου απιθόσω τους πόνους μου στη
+δική σου τη μεγάλη την ψυχή . . . Ναι, Κωστή . . . (χτυπάει το
+κουδούνι και σταματάει λίγο· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Φέρε μου
+ένα ποτήρι νερό, (το παιδί φέβγει. Ο Κωστής παίζει τα δάχτυλά του
+στο τραπέζι κι' έχει σκυφτό το πρόσωπο· ο Αντρέας πιάνει το
+κούτελό του· Ξαναμπαίνει το παιδί με το νερό. Στο παιδί) Πήγαινε.
+(Το παιδί φέβγει). Φαντάζεσαι τι θα σε πω; όχι ποτές . . .
+(ξάφνου) Δε με λες; δεν ξέρεις καθόλου την οικογένεια του πεθερού
+μου;
+
+Κωστής. Όξω από τον Τάσο, που τον εγνώρισα εδώ δεν ξέρω κανέναν
+άλλο . . .
+
+Αντρέας. Αγκαλά και ποιο άλλο σπήτι ξέρεις εσύ από το κελί
+σου; . . .
+
+Κωστής. Μόλα τάφτα . . .
+
+Αντρέας. Ναι! Λοιπόν ο πεθερός μου έχει τρία αγόρια και τρία
+κορίτσια . . .
+
+Κωστής. Αφτό το ξέρω . . .
+
+Αντρέας. Το πρώτο του παιδί είνε η Πιπίτσα, ύστερα ο Γεράσιμος,
+ύστερα η Κατίνα, ο Τάσος, η Φρόσω κι' ο Νίκος παιδί ακόμα,
+αφτός . . .
+
+Κωστής. Καλά . . .
+
+Αντρέας. Καθένα απ' αφτά τα παιδιά έχει τικ . . .
+
+Κωστής. Δηλαδή;
+
+Αντρέας. Μια βίδα . . . Μια ψυχική διαστροφή . . . μια νεβρική
+ακαταστασία . . . Κι' εγώ δεν ξέρω πως να στα πω . . . Μήπως είμαι
+γιατρός; . .
+
+Κωστής. Τι λογής πάνου κάτου;
+
+Αντρέας. Νά! πάρε τον Τάσο . . . Δεν ανακαλύπτεις σ' αφτόνα ψυχική
+διαστροφή;
+
+Κωστής. Δηλαδή . . . δεν τον εξέτασα ποτές μου . . . Μα τι έχει
+αφτός; . . .
+
+Αντρέας. Αφτός; Δεν τονέ νιάζει για τίποτα. Είνε το επιπολαιότερο
+πλάσμα, που υπάρχει στον κόσμο.
+
+Κωστής. Εγώ δεν το βρίσκω σπουδαίο αφτό.
+
+Αντρέας. Είνε σπουδαιότατο . . . Τέλος πάντων ταπόγιομα θαν τους
+διείς όλους . . . Να προσέξεις μόνο και θα διείς τον καθένα με τα
+στίγματά του . . . Την Πιπίτσα θέλω να κυτάξεις πολύ . . Γι' αφτή
+να μη με κρύψεις τίποτα.
+
+Κωστής. Έχει κι' αφτή στίγματα;
+
+Αντρέας. Είνε δυο μέρες που τανακάλυψα . . . Ως προχτές την
+περνούσα τέλεια στην υγεία της και στη σωματική και στην ψυχική .
+. . Μ' από προχτές έχω λόγους ναφιβάλω κι' αφτή η αφιβολία με
+σπαράζει . . . Θα με καταστρέψει.
+
+Κωστής. Μα δηλαδή τι ανακάλυψες;
+
+Αντρέας. Άκου με. Κωστή . . . Από προχτές άρχισε να μ' αναπτύζει
+κάτι αλόκοτες θεωρίες . . . θεωρίες για τον αιώνιο αρεβώνα . . .
+Θεωρίες, πως να μην παντρεφτούμε ποτές και να μένουμε αιώνια
+αρεβωνιασμένοι . . . Εγώ προχτές, σα με τα πρωτόπε με κάπιαν τόλμη
+άγνωστή της ξαφνιάστηκα λίγο. Ύστερα υπόθεσα, πως μιλεί όλους
+διόλου ακαδημαϊκά και συζητούσα, όσα έλεγε, όπως ξάφνου θα
+συζητούσα με σένα, αν είχαμε να συζητήσουμε φιλοσοφικές τέτιες
+θεωρίες του Τολστόη ή και του Ίψεν.
+
+Κωστής. Πιθανό κι' αφτή να βρίσκονταν σ' επίδραση κάπιας τέτιας
+μελέτης.
+
+Αντρέας. Όχι! Αφτή δεν ξέρει Γαλλικά . . καμιά γλώσα δεν ξέρει . . .
+δεν τα διάβασε πουθενά. Της αποκαλύφτηκαν, λέει, άξαφνα κι' όσο
+το εξετάζει μέσα της τόσο και το αγκαλιάζει.
+
+Κωστής. Να σε πω; Δεν το παραβρίσκω κακό αφτό. Πού ξέρεις α δεν
+έχει κατά βάθος δίκιο;
+
+Αντρέας. Άφισέ τα αφτά, σε παρακαλώ. Ένας άθρωπος φυσιολογικός,
+ανεπηρέαστος από μελέτες, για να πει και ν' αναπτύξει τέτιες
+θεωρίες . . . για να μολογάει, πως του αποκαλύφτηκαν, δεν είνε στα
+καλά του, Κωστή . . . Και μάλιστα αρεβωνιασμένος άθρωπος, που
+προτοιμάζεται να παντρεφτεί ύστερα από κανά μήνα.
+
+Κωστής. Και τι θέλεις από μένα τόρα; Τι θα μπορέσω εγώ να σ'
+ωφελήσω ή να σε συβουλέψω;
+
+Αντρέας. Πρώτα-πρώτα θέλω έναν άθρωπο ναν του λέω τους καημούς μου
+κι' έκλεξα εσένα. Δεν το θέλεις; δε θέλεις να σε ξαναπώ τίποτις;
+
+Κωστής. Όσο γι' αφτό . . . (κάμνει το συνηθισμένο του μορφασμό).
+
+Αντρέας. Ύστερα και συβουλές θα με δόσεις και θα μ'
+ωφελήσεις . . .
+
+Κωστής. Χμ!. .
+
+Αντρέας. Ναι! έχεις μέσα σου δύναμη γι' αφτό, που ακόμα δεν την
+ανακάλυψες μήτε συ, γιατί δε σου δόθηκε περίσταση. Τίποτ' απ' αφτά
+τόρα . . . Τ' απόγυιομα θα σε πάρω μαζύ μου ναν τους γνωρίσεις και
+τότες θ' αρχίσεις νανακαλύφτεις και τη δική μου την ανάγκη και τη
+δική σου τη δύναμη . . . Θα διείς αλόκοτα πράματα. . Σε
+προκαταλαβαίνω και μην ξιπαστείς καθόλου . . . (βιαστικά) Μα τι
+αλόκοτα και κολοκύθια; Σ' όποιο σπήτι κι' αν μπεις βαθιά μέσα του,
+α δεν του βρεις όμοιες τρέλες, θαν του βρεις άλλες, όχι μικρότερες
+. . Ένοια σου . . .
+
+Κωστής. Πάντα είσαι υπερβολικός.
+
+Αντρέας. Υπερβολικός Όχι, φίλε μου! . . . Αληθινός μόνο! Η αλήθεια
+σήμερα απερνάει υπερβολή . . . Νά! . εκεί καταντήσαμε . . . Εκεί
+μας έφερε δεν ξέρω ποιος . . .
+
+Κωστής (ξάστοχα). Και μήτε θέλω ναν το μάθω . . .
+
+Αντρέας. Τόρα, είταν αφτό, που μέκαμε σήμερα να ξυπνήσω σε τέτια
+κατάσταση; Το κεφάλι μου έχει τόσο βάρος, που αλάκερα καντάρια το
+σφίγκουν. Εδώ η μέση μου είνε, σαν κομένη . . . Πίστεψε, πως δε σε
+καλοβλέπω, ακόμα . . . Κι' απάνου σ' όλα αφτά ο αδερφούλης μου μού
+στέλνει αφτή την πανταχούσα από την Πάτρα . . . (δείχνει το
+γράμα.)
+
+Κωστής. Δηλαδή; . . .
+
+Αντρέας. Αφτό, α στο πω, άδικα θα σε βαρύνω, τι το θέλεις . . .
+
+Κωστής. Νόμιζα. .
+
+Αντρέας. Καταλαβαίνεις τόρα πόσο είμαι εφτυχής (ακούγεται η
+καμπάνα για το μεσημέρι). Μεσημέρι!. . Και τίποτα δεν εργάστηκα
+σήμερα!. . Διές εδώ η αληλογραφία μου . . . Έχω σε εικοσιπέντε
+γράματα ναπαντήσω και πρέπει ναν τα διαβάσω όλα . . . Αφτό απαιτεί
+η ευσυνειδησία . . . Α! δε γλυτόνει . . . Κι' εφέτος την κρατώ τη
+«Ζωή» και του χρόνου τη νοικιάζω . . . Με παράσφιξαν οι
+στενοχώριες . . .
+
+Κωστής (σηκόνεται και περπατάει λίγο με τα χέρια πίσω). Θέλεις να
+πω ό,τι είπες στην αρχή, πως θα σου 'λεγα; . . . (Ο Αντρέας τον
+κυτάζει με κάπια περιέργεια). Τίποτα απ' αφτά δε με φαίνεται τόσο
+σπουδαίο, που να συχαθεί κανείς τη ζωή του και να σκάζει και να
+συχίζεται και ναροθυμεί, όπως κάμνεις εσύ τόρα . . . Πίστεψέ με .
+. . Τίποτα! . . .
+
+Αντρέας. Αμ! στο είπα απ' την αρχή! . . . Τ' απόγυιομα . . . Τ'
+απόγυιομα . . .
+
+Κωστής. Ώστε επιμένεις σώνει και καλά να με συστήσεις στης κ.
+Τριάφτη;
+
+Αντρέας. Ανίσως και μ όλα αφτά το βρίσκεις περιτό, τότες μην
+έρχεσαι, φίλε μου . . .
+
+Κωστής. Καλά!. . Θαρθώ . . .
+
+Αντρέας (χτυπάει το κουδούνι· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Να
+συγυρίστε ταπόγυιομα. Εγώ δε θάρθω . . . (δείχνοντας την
+αληλογραφία του). Αφτά εδώ να μην πειραχτούν καθόλου . . .
+
+Το παιδί. Πολύ καλά. .
+
+Αντρέας. Πάμε, Κωστή . .
+
+Κωστής. Ναι! είνε ώρα για φαΐ . . .
+
+Αντρέας. Πάμε προτήτερα να πιούμε μια μαστίχα . . .
+
+(Φέβγουν. Το παιδί τους κυτάζει).
+
+Πέφτει η σκηνή.
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
+
+
+
+ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ
+
+
+
+Η σκηνή παρασταίνει το σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ, αρκετά καλά
+επιπλαρισμένο. Στη μέση ένα στρογκυλό τραπέζι. Αριστερά μια πόρτα
+συγκοινωνεί με την κάμερα της ΠΙΠΙΤΣΑΣ και μια άλλη στο βάθος
+συγκοινωνεί με το κοριντόρο. Από βαθιά ακούγεται το παίξιμο
+μαντολίνου, που βαστάει ως το τέλος της πράξης. Η ΚΑΤΙΝΑ σε μιαν
+άκρη του τραπεζιού ρίχτει πασιένζες· Στο διβάνι κάθεται η ΦΡΟΣΩ
+μισοξαπλομένη και κοντά της η ΒΑΣΙΛΩ ορθή.
+
+Φρόσω (σιγά κάπως στη Βασίλω). Και για δεν της τα κοπάναγες και
+συ;
+
+Βασίλω. Εγώ, κυρία Φρόσω, στόμα έχω και μιλιά δεν έχω. Δεν πα να
+λέει ό,τι θέλει εκείνη . . . Σαν τα μούτρα της θα γίνω κι' εγώ;
+
+Φρόσω. Μα να σε πει πως μπάζεις το μπακάλη, τον ψωμά, το μανάβη,
+όλη τη γειτονιά;
+
+Βασίλω. Κι' αν τάπε και τι;
+
+Φρόσω. Μα δε με λες, καημένη, είνε αλήθεια; Αλήθεια τους μπάζεις;
+Πώς δε σε κατάλαβε κανείς από μας!
+
+Βασίλω. Τι λέτε, κυρία Φρόσω; Εγώ ναν τους μπάσω αφτουνούς; Μη
+χειρότερα!. .
+
+Φρόσω. Αμ λοιπό ψέματα έσκουζε από τα παράθυρά της η Παναγιώτα;
+Εκείνη δε μπάζει κανένανε;
+
+Βασίλω. Η Παναγιώτα; Ούλους, που είπε για μένα, εκείνη τους
+μπάζει· και το μανάβη και τον ψωμά, και κείνος ο σκαμπανέας, που
+κάνει τον ξάδερφό της, αγαπητικός της είνε . . .
+
+Φρόσω. Μα ένα πράμα δε μπορώ να καταλάβω: πώς δεν την τσακόνουνε;
+. . .
+
+Βασίλω. Αφτό λογαριάζεις, κυρία Φρόσω; Αρκεί να θέλει μια να
+μπάσει ένανε κι' από για ναν την τσακόσουνε . . . Ου . . . (κάνει
+μια χειρονομία).
+
+Φρόσω. Μα πώς τα καταφέρνει;. . ,
+
+Βασίλω. Γιατί ρωτάς; . .
+
+Φρόσω. Έτσι, καημένη, ρωτάω . . . από περιέργεια.
+
+Βασίλω. Πρώτα-πρώτα ξέρει απόξω τα κατατόπια του σπητιού και το
+χούι ολονών . . . πότες κοιμούνται, πότες ξυπνάνε, πότες . . .
+
+(Μπαίνει η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ με θυμό).
+
+Η κ. Τριάφτη (στη Βασίλω). Τι κάνεις εκεί εσύ; Εφτού είνε η
+δουλειά σου; Γλήγορα λοιπόν. , . (Η Βασίλω φέβγει κάτι
+ψιθυρίζοντας. Στην Κατίνα). Εσύ άλλη δουλειά να μην κάνεις από τα
+χαρτιά . . . θαν τα σκίσω επί τέλους . . .
+
+Κατίνα. Στους θυμούς σου είσαι πάλε;. .
+
+Η κ. Τριάφτι. Στους θυμούς μου, μαθές . . . Καθώς με καταντήσατε
+δεν έχω μιαν ώρα ησυχία . . . γκρ . . από δω. . γκρ . από κει. Δε
+μπορώ πια να υποφέρω! . . . (στη Φρόσω) Και συ βρήκες το τεράκι
+σου. Χρυσές κουβέντες με τις δούλες . . . Ωραία! . . .
+
+Φρόσω (σιγά). Μη με σκοτίζεις . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Θα πάρω τα μάτια μου να φύγω . , να πάγω όπου με
+βγάλει η μοίρα μου . . . να γλυτόσω από σας! Παιδιά είνε αφτά,
+πούκαμα; Να μη βρίσκω πουθενά μια στιγμή ήσυχη; Πάω στην κάμερά
+μου να συχάσω λίγο, από πίσω μου ο Τάσος: «Δος μου, μητέρα ένα
+τάλαρο . . . » «Τι το θέλεις; » του λες . . . κι' αφτός αρχίζει
+τις φωνές . . . βρίζει, σκίζεται, χτυπιέται . . . Τι να κάμω κι'
+εγώ; του το δίνω να με ξεφορτοθεί . . . και τότες έρχεται και με
+χαϊδέβει: «μητερούλα μου! μητερούλα μου!. . » Να πάει στο διάβολο
+τέτια μητερούλα!
+
+(Η ΦΡΟΣΩ κυτάζει σ' αντίθετο μέρος από κει, που μιλάει η κ.
+ΤΡΙΑΦΤΗ· η ΚΑΤΙΝΑ εξακολουθεί να ρίχτει τις πασιέντζες της.
+Μπαίνει ο ΝΙΚΟΣ)
+
+Νίκος. Μητέρα . . ε, μητέρα! . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Τι θέλεις, παιδάκι μου;
+
+(Ο Νίκος πάει κοντά της. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τονέ φιλεί).
+
+Νίκος. Νό μου, μητέρα, πενήντα λεφτά, να πάω να φάω ένα παγωτό στο
+Ροαγιάλ . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Το παιδάκι μου . . . Μα δε σούδοσα την αβγή; Τι
+τάκαμες;
+
+Νίκος. Έφαγα μια πάστα, μητέρα . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Κατεργάρη, μήπως άρχισες και συ το τσιγάρο;
+
+Νίκος. Εγώ, μαμά; Εγώ τσιγάρο; Να μη χαρώ τον πατέρα αν πίνω εγώ
+τσιγάρο . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Μπράβο, παιδί μου . . .
+
+Νίκος. Νό μου, τόρα ντε, τα πενήντα λεφτά . . .
+
+Η κ. Τριάφτη (του τα δίνει). Νά! και να προσέχεις . . .
+
+Νίκος (τ' αρπάζει και πάει κοντά στη Φρόσω και της λέει μυστικά
+δείχτοντας με το βλέμα την κ. Τριάφτη). Σαν κι' εσένα μπορώ να
+κοροϊδέψω χίλιες την ώρα . . .
+
+(Η Φρόσω σπάζει τα γέλια κι' ο Νίκος φέβγει τρέχοντας).
+
+Η κ. Τριάφτη (στη Φρόσω). Τι έπαθες;
+
+Φρόσω. Γιατί; δεν κοτάμε και να γελάσουμε;
+
+Η κ. Τριάφτη. Μόνο οι μουρλοί γελάνε χωρίς λόγο . . .
+
+Φρόσω. Πού ναν τους έβρουμε τους γνωστικούς ,! . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Είσαι χαβριζόστομη . . . Δε ντρέπεσαι καθόλου . . .
+
+Φρόσω (με θυμό). Για να σου πω, σε παρακαλώ . . . κι' αν έβαλες
+βουλή να μας φας, εγώ δεν τόχω στο νου μου να σ' αφίσω . . . Α! μα
+την αλήθεια. (Σηκόνεται να φύγει. Την ίδια στιγμή μπαίνει ο Τάσος
+με τσιγάρο στο στόμα και με το συνηθισμένο του γέλιο. Προχωρεί
+πίσω από την Κατίνα και της φυσάει τα ξαπλωμένα χαρτιά και της τα
+σκορπίζει. Η Φρόσω γελάει μ' αφτό και ξανακάθεται).
+
+Κατίνα (δυνατά). Κακοχρονονάχεις!
+
+Τάσος. Τ' είπες;
+
+Κατίνα. Κείνο πούπα . . .
+
+Τάσος. Ξέρω κιεγώ . . .
+
+Η ΚΑΤΙΝΑ τα ξαναφτιάνει κι' όλο ψιθυρίζει. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ πάει και
+κάθεται σε μια πολυθρόνα συλοησμένη. Ο ΤΑΣΟΣ προχωρεί στη ΦΡΟΣΩ).
+
+Τάσος (σιγά στη Φρόσω) Ρουφήξαμε ένα πεντόφραγκο
+
+Φρόσω. Το ξέρω.
+
+Τάσος. Πού το ξέρεις;
+
+Φρόσω. Τόλεγε η μαμά προλίγου.
+
+Τάσος. Ένα ζεβγάρι κάλτσες μάβρες (κλει το μάτι του) της μιάμισης
+δραχμής δηλαδή.
+
+Φρόσω. Για ποιόνα;
+
+Τάσος. Κούκο! . . . για τη Βασίλω, κούκο . . .
+
+Φρόσω. Για τη Βασίλω;! . . .
+
+Τάσος. Για τη Βασίλω βέβαια! . . αμ για ποιόνα το λοιπόν;
+(ξαναπηγαίνει στην Κατίνα). Ξεθύμοσες, Κατίνα μου; Εγώ αστειέφτηκα
+. . .
+
+Κατίνα. Α θέλεις ναστειέβεσαι νά! εκεί και πήγαινε
+
+(δείχνει τη Φρόσω).
+
+Φρόσω. Τι έχεις με μένα; σε πείραξα εγώ καθόλου;
+
+Τάσος (της χαϊδέβει τα μαλιά κι' όλο ειρωνικά). Την καημένη την
+Κατίνα . . . όλοι την πειράζουνε . . . Ένια σου, Κατίνα μου, κι'
+εγώ είμαι εδώ . . .
+
+Κατίνα. Με ξεφορτόνεσαι εγώ λέω . . .
+
+Τάσος (στέκεται ορθός απάνου της και τη διορθόνει κάθε τόσο). Το
+οχτώ κούπα πέρασε, τι κυτάς; . . . Το έξη καρό, στραβή . , .
+
+Κατίνα. Άει στο καλό από δω . . .
+
+Τάσος. Έμου σε συβουλέβω και πάλε κακός . . .
+
+Κατίνα. Δεν τις θέλω τις συβουλές σου . .
+
+Τάσος. Βλέπεις το λοιπόν; (δίνει μια με το χέρι του και της τα
+ξαναχαλάει. Η Κατίνα σηκόνεται απάνου με θυμό)
+
+Κατίνα. Άει στο διάβολο . . (στην κ. Τριάφτη δυνατά). Θαν του
+μιλήσεις; . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Ο Θεός να μ' ελεήσει!. Καλά κάνει ο πατέρας σας και
+δεν κάθεται καθόλου στο σπήτι . . . Ζωή είνε αφτή; . . .
+
+Κατίνα (στον Τάσο). Μουρλέ! . . .
+
+Τάσος. Τ' είπες;!. Στάσου να διείς . . . (πάει τάχα ναν τη
+χτυπήσει· ανοίγει η πόρτα αριστερά και μπαίνει η Πιπίτσα).
+
+Πιπίτσα. Τάσο μου! . . . Μη! να ζεις, Τάσο μου . . .
+
+Τάσος (στην Κατίνα). Έχε χάρη της Πιπίτσας . . . ει δ' αλιώς
+σούδειχτα εγώ να μάθεις να μιλάς άλλη φορά.
+
+Πιπίτσα (πάει κοντά στην Κατίνα). Ένια σου, Κατίνα μου, ρίξε την
+πασιέντζα σου . . . Δε σε πειράζει κανένας . . . (Η Κατίνα
+ξανακάθεται κι ετοιμάζεται ναν την ξαναρίξει). Στάσου να κόψω εγώ.
+(κόβει τα χαρτιά). Αφτή τη φορά τα ρίχτεις για μένα. Τακούς,
+Κατίνα; Κάτι έβαλα . . .
+
+Κατίνα. Καλά, Πιπίτσα.
+
+Φρόσω. Έβαλες για τον Αντρέα . . .
+
+Πιπίτσα. Έβαλα για κάτι. Τι τα θέλεις γιατί . . . (προχωρεί στην
+κ. Τριάφτη). Εσύ, μαμά, μη συχίζεσαι. Κάνε πως δε βλέπεις. Δεν
+είμαστε πια παιδάκια. Μη συχίζεσαι, μαμά . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Δεν αντέχω, Πιπίτσα μου . . . Το σηκοτάκι μου
+εψήθηκε . . .
+
+Πιπίτσα. Μαμά, να ζεις . . . μη συχίζεσαι . . . Βλέπεις, πως δεν
+κάνεις τίποτα μαφτό . . . Εμείς μόνοι μας θα προσπαθήσουμε ναν τα
+διορθόσουμε τα πράματα . . . Ε, Τάσο μου;
+
+Τάσος. Βέβαια! Η μαμά όλα σοβαρά τα πέρνει. Αστειεβόμαστε,
+μαμά . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Τέτια αστεία! . . .
+
+Πιπίτσα (στην Κατίνα). Ε , πώς πάει η πασιέντζα, Κατίνα, θα βγούνε
+τα χαρτιά ή όχι;
+
+Κατίνα. Δε θα βγούνε, Πιπίτσα . . .
+
+Πιπίτσα. Κρίμας!. .
+
+Κατίνα. Να διούμε ως το τέλος . . .
+
+Πιπίτσα. Κύταξε, να ζεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Νά! βλέπεις,
+μαμά, τι καλά, που φερνόμαστε τόρα;
+
+(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας).
+
+Πιπίτσα (πάει κοντά στον Κωστή) Κύριε Βέρτη, μας είσαστε πολύ
+γνωστός. Ο Αντρέας καθεμέρα μας μιλεί για σας. Διαβάζουμε και τα
+ωραία σας σονέτα στη «Ζωή» . . .
+
+Κωστής. Πολύ με κολακέβετε, μαντμαζέλ . . .
+
+(Η ΚΑΤΙΝΑ κάθεται σε μια γωνιά και δε μιλεί καθόλου)·
+
+Πιπίτσα. Εμείς ταχτικά λέγαμε στον Αντρέα να κάμει, ώστε να
+λάβουμε την εφκαρίστηση και της προσωπικής σου γνωριμίας . . .
+
+Κωστής. Μερσί. . Η εφκαρίστηση αφτή είταν και για μένα πάντα
+μεγάλη . . .
+
+Πιπίτσα (χαμογελάει). Δεν καθόσαστε; Από δω, κ. Βέρτη, στον καναπέ
+. . .
+
+Κωστής (κάθεται σε μια καρέκλα). Μερσί . . . Δεν πειράζει . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Ο κ. Βέρτης είνε Αθηναίος;
+
+Κωστής. Όχι, κ. Τριάφτη . . . Είμαι από την Καλαμάτα . . .
+
+Η ΦΡΟΣΩ, που ως εκείνη τη στιγμή σιγομιλούσε με τον ΤΑΣΟ έρχεται
+και κάθεται κοντά στον ΚΩΣΤΗ. Ο ΤΑΣΟΣ φέβγει κρυφά. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ
+κάνει νόημα του ΑΝΤΡΕΑ και αφτός πάει και σιγομιλούν. Η ΠΙΠΙΤΣΑ
+κάθεται στην άκρη του διβανιού).
+
+Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Τι μεγάλη τιμή για το σπήτι μας, κ.
+Βέρτη, να σας γνωρίσουμε. . . .
+
+Κωστής (ξαφνιαζούμενος). Α! μαντμαζέλ . . .
+
+Φρόσω. Έναν τέτιο ποιητή, σαν εσάς . . . Δεν ξέρετε, πώς με
+τρελαίνουν τα σονέτα σας. Το τελεφταίο, πούχατε στη «Ζωή»
+«τόνειρο» τόμαθα απόξω . . .
+
+Κωστής. Πολύ μανεβάζετε, μαντμαζέλ.
+
+Τάσος. Το κουδούνι. . Ο Γιάνκος θάνε, . Τούπα ναρθεί να με πάρει. .
+(βγαίνει).
+
+Η κ. Τριάφτη. Κατίνα, θαρθεί ξένος άθρωπος, παιδί μου . . . Άστα
+τα χαρτιά πια . . .
+
+Κατίνα. Και τούτη την πασιέντζα θα ρίξω, μαμά . . .
+
+(Ξαναμπαίνει ο ΤΑΣΟΣ).
+
+Τάσος. Δεν είταν ο Γιάνκος. Ο Αντρέας είνε με το Βέρτη.
+
+Πιπίτσα. Ο Αντρέας;
+
+Τάσος. Ναι! Δεν τον επερίμενες;
+
+Φρόσω. (σηκόνεται και πάει κοντά στον Τάσω. Θαρθεί ο Γιάνκος;
+
+Τάσος. Ναι! Κάτι θαν του δείξω. Γιατί;
+
+Φρόσω. Τι θαν του δείξεις;
+
+Τάσος. Τι σε μέλει;
+
+Φρόσω. Είνε κακό, που σε ρωτάω;
+
+Τάσος. Θαν του δείξω τη Βασίλω . . .
+
+Φρόσω. Δεν ντρέπεσαι . . .
+
+(Μπαίνουν ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' ο ΚΩΣΤΗΣ. Η ΚΑΤΙΝΑ πάβει τα χαρτιά και τα
+κρύβει).
+
+Αντρέας. Χαίρετε . . . Να σας παρουσιάσω τον αγαπημένο μου φίλο κ.
+Βέρτη. Η κ. Τριάφτη· η ντεμοαζέλ Πιπίτσα· η ντεμοαζέλ Κατίνα· η
+ντεμοαζέλ Φρόσω.
+
+(Ο ΚΩΣΤΗΣ υποκλίνεται και χαιρετιούνται).
+
+Τάσος. Πώς είταν αφτό το έχταχτο, φίλε μου, να σε διούμε στα
+λημέρια μας;
+
+Αντρέας. Αφτό είνε κατόρθομα δικό μου.
+
+Φρόσω. Σας είξερα κι' από τον περίπατο. Σας έβλεπα. Όλο στο
+αριστερό τροτοάρ της δεντροστοιχίας πηγαίνετε και πάντα μόνος σας.
+
+Κωστής. Η καλοσύνη σας.
+
+Φρόσω. Εγώ, κ. Βέρτη, τρελαίνουμαι για τους καλιτέχνες . . .
+
+(ξακολουθούνε να μιλάνε σιγά).
+
+Αντρέας (λίγο δυνατότερα στην κ. Τριάφτη). Τόρα πια μούφυγε λίγο η
+στενοχώρια μου.
+
+Η κ. Τριάφτη. Να μην παρασκοτίζεσαι, παιδί μου, και βλάβεις την
+υγεία σου . . . Μα και κανείς αδερφός δε φέρνεται, όπως εσύ . . .
+Το μεσημέρι, που μας τάλεγε στο τραπέζι ο Τάσος σε μάλοσα λίγο . . .
+
+Αντρέας. Α! κ. Τριάφτη . . . Δεν έχει άλλον από μένα ο αδερφός μου
+. . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα μόνο σου πήρε το δίκιο σου . . .
+
+Αντρέας (σηκόνεται). Αφτό το περίμενα . . . (συργεανάει λίγο . . .
+Το μαντολίνο ακούγεται πάντα από βαθιά). Ο Γεράσιμος δηλαδή δεν το
+ενοεί με το μαντολίνο του; . .
+
+Η κ. Τρίφτη. Δεν την ξέρεις την μανία του;
+
+Αντρέας (κάθεται στο διβάνι κοντά στην Πηνελόπη). Πώς πέρασες από
+χτες τη νύχτα;
+
+Πιπίτσα. Καλά . . . εσύ;
+
+Αντρέας. Τάμαθες από τον Τάσο . . . Μια μικρή στενοχώρια από ένα
+γράμα του αδερφού μου, που μου πέρασε πια.
+
+Πιπίτσα. Ο καημένος! Πόσο λυπήθηκα, Αντρέα . . . α γιατί ο
+χριστιανός να στενοχωριέται έτσι με το τίποτα;
+
+Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ τι να πω;
+
+Πιπίτσα. Εσύ, Αντρέα, ναν του γράφεις παρηγοριτικά και ναν τονέ
+συβουλέβεις . . . . Άμα του γράψεις ναν του γράψω κι' εγώ από
+κάτου δυο τρεις αράδες. Ε;
+
+Αντρέας. Ναι! Άβριο θαν του γράψω και θα στο φέρω ναν του γράψεις
+και συ. Εδώ τι άλλο είχαμε σήμερα;
+
+Πιπίτσα. Τίποτα σπουδαίο. (σε λίγο· μυστικότερα). Δε με λες,
+Αντρέα, τα συλογίστικες εκείνα που είπαμε;
+
+Αντρέας. Μα Πιπίτσα, πάλε τα ίδια;
+
+Πιπίτσα. Προσπάθησε ναν τα πολυξετάσεις, Αντρέα μου, και θα διείς
+πόσο έχω δίκιο . . Α! είνε ωραίο πράμα να είνε κανείς πάντα
+αρεβωνιασμένος. Να περνάει ο καιρός κι' αφτός να μνίσκει στη
+μαγεία της αγάπης της πνευματικής . . , Ε, Αντρέα;
+
+Αντρέας. Μ' αφτή την αγάπη, Πιπίτσα μου, τη βαρυέται κανείς ως το
+τέλος.
+
+Πιπίτσα. Τι λες, καλέ; Αμ αν είνε να βαρεθεί αφτή την αγάπη τότες
+την άλλη, πως θα μπορέσει ναν τη βαστάξει; Εγώ, Αντρέα, νιόθω, πως
+αιώνια θα σαγαπώ έτσι! Κι' έχω και κάτι άλλο στο νου μου, που
+ακόμα δε στο λέω . . .
+
+Αντρέας. Τι;
+
+Πιπίτσα. Δεν είνε καιρός να στο πω ακόμα. Άμα είνε θαν το μάθεις.
+(ξακολουθούνε να συγομιλάνε. Μπαίνει, ο Τάσος πάλε με τσιγάρο στο
+στόμα).
+
+Τάσος. Μωρέ ησυχία! Σαν να μπήκα σ' εκλησιά . . . Και γιατί;
+
+Φρόσω. Γιατί έλειπες εσύ.
+
+Τάσος. Όχι! Δεν είνε αφτό. Είνε γιατί δεν πήρες ακόμα θάρος με τον
+κ. Βέρτη . . .
+
+Φρόσω. Κάτι λες και συ τόρα . .
+
+Τάσος (στον Κωστή). Δίνε της θάρος και θα καλοπεράσεις μαζί της.
+
+Κωστής. Δεν έχεις δίκιο.
+
+Τάσος. Καλά καλά. Σκιάζουμαι μην το μετανιώσεις γλήγορα. (προχωρεί
+να πειράξει την Κατίνα.)
+
+Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Έτσι με πειράζει πάντα, χωρίς να φταίω.
+
+Κωστής. Τόχει ιδίομα. Σεις δεν πρέπει ναν το πέρνετε σοβαρό.
+
+Φρόσω. Αν τόπερνα σοβαρό!. . (σε λίγο . . περιπαθέστερα). Δε με
+λέτε, κ. Βέρτη . . .
+
+Κωστής. Τι, μαντμαζέλ;
+
+Φρόσω. Αγαπάτε καμιά;
+
+Κωστής (με φανερή ανησυχία). Α! . . .
+
+Φρόσω. Νέος σαν κι' εσάς . . . με τόσα προτερήματα, είνε δυνατό να
+μην έχει πέντε τουλάχιστο, που ναν τον αγαπούν; . . .
+
+Κωστής. Σας βεβαιόνω, μαντμαζέλ . . . (Ο Τάσος αφίνει την Κατίνα
+κι έρχεται κοντά στην κ. Τριάφτη).
+
+Τάσος. Εσύ, μητερούλα, δε μιλάς τίποτα;
+
+Η κ. Τριάφτη. Ας είσαι καλά εσύ, που μας αναπληρόνεις όλους . . .
+
+Πιπίτσα (δυνατά). Αφίσαμε μόνο τον κ. Βέρτη.
+
+Κωστής. Όχι δα . . .
+
+Τάσος. Μωρέ, αφτόνα τονέ λιμάρει η Φρόσω ώρες τόρα . .
+
+Πιπίτσα. Ετοιμάζετε κανά καινούργιο έργο, κ. Βέρτη;. .
+
+Κωστής. Όχι, μαντμαζέλ . . . Βρίσκουμαι σε μια περίοδο στείρα.
+Αφτές οι ζέστες με πειράζουν . . .
+
+Πιπίτσα. Έχετε δίκιο . . . Σήμερα δεν είδατε και τι αέρα είχε;
+
+[σελίδα 103]
+
+Τάσος. Και σκόνη. .
+
+Κωστής. Πλήξη . . .
+
+Αντρέας. Ασφυχτική ζωή . . .
+
+Πιπίτσα. Όχι, Αντρέα, ίσα με κει . . . Ναι, είνε λίγο στενόχωρα τα
+όρια, μα . . .
+
+Αντρέας (διακόφτοντας). Μήπως τα στενά όρια δεν κάνουν ένανε να
+είνε φυλακισμένος; . . .
+
+Πιπίτσα. Μα εκεί είνε καταναγκασμός . . .
+
+Αντρέας (διαστρέφοντας επίτηδες το ζήτημα). Πιπίτσα μου. Όταν η
+κοινωνία και την πιο φανερή αλήθια την περνάει για πρόληψη, η
+αλήθεια εκείνη κατανταίνει ψέμα . . . Τον καταναγκασμό είτε ο
+νόμος είτε η πρόληψη τον επιβάλει είνε καταναγκασμός! . . .
+
+Πιπίτσα. Μα εδώ βρίσκεται η υπεροχή μερικών εξαιρετικών πνευμάτων,
+να μην τα νιάζει για τις κοινωνικές πρόληψες . . Δεν το νομίζετε
+και σεις, κ. Βέρτη;
+
+Κωστής. Είνε τόσο πολύπλοκα αφτά τα ζητήματα, μαντμαζέλ . . .
+
+Αντρέας. Ο Κωστής έχει σπουδάσει την εμπειρική ψυχολογία στα γερά.
+Ώστε δε μπορεί να είνε σύφωνος μαζύ σου.
+
+Κωστής. Δεν είνε έτσι, Αντρέα! . , Μερικές πρόληψες μπορεί ναν τις
+σέβεται καθένας. Όπως πάλε είνε άλλες, που το συφέρο του τού
+επιβάλει να μην τις προσέχει . . .
+
+Πιπίτσα. Ποιες λόγου χάρη, κ. Βέρτη;
+
+Κωστής. Νά, λόγου χάρη. Τόρα το καλοκαίρι, τις βραδυές, μαρέσει να
+βγαίνω ξέσκουφος περίπατο. Η ετικέτα όμως μου το απαγορέβει! Το
+πολύ πολύ αντίς να έχω το καπέλο μου στο κεφάλι μου μπορώ ναν το
+κρατήσω στο χέρι . . . Ποιος μεμποδίζει να μην κάμω το μικρό αφτό
+κέφι; να έβγω χωρίς καπέλο;
+
+Αντρέας. Ή χωρίς σακάκι ή, καλέ, μόνο χωρίς λαιμοδέτη; . . .
+
+Πιπίτσα. Εγώ μπορούσα να έβγω.
+
+Κωστής. Είνε τόρα κι' άλλες, που το συφέρο του εγώ επιβάλει ναν
+τις πετάει κανείς . . . Αφτό ξάφνου που λέμε λόγο της τιμής κι'
+άμα . . . (ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας).
+
+Τάσος (τρέχοντας όξω). Αφτή τη φορά βέβαια θα είνε ο Γιάνκος.
+(φέβγει)
+
+Κωστής (χωρίς να διακοπεί) τονέ δόσει κανείς δεσμέβεται, μου
+φαίνεται πρόληψη του χειρότερου είδους . . .
+
+Πιπίτσα. Ας προσέχει να μην τονέ δίνει απ' αρχής.
+
+Κωστής. Είνε περιστάσες, μαντμαζέλ, που τα πράματα δεν έρχουνται,
+όπως τα φαντάζεσαι κανείς. Κι' είνε αξίομα πια, χωρίς επιστημονική
+αντίρηση, πως η θέληση δεν αρκεί πάντα μονάχη της να διεφτύνει μια
+πράξη και ναν τη φέρει στο αποτέλεσμα . . .
+
+(Μπαίνει ο ΓΙΑΝΚΟΣ και πίσω τον ο ΤΑΣΟΣ ακουμπώντας το χέρι του
+στην πλάτη του ΓΙΑΝΚΟΥ.)
+
+Γιάνκος. Χαίρετε. (τονέ χαιρετάνε).
+
+Τάσος. Δε σας το είπα εγώ, πως θα είνε ο φιλαράκος.
+
+Γιάνκος (στον Κωστή και στον Αντρέα). Όλοι εδώ; σα να είχαμε
+ραντεβού.
+
+Πιπίτσα. Καθίστε. Έχουμε σοβαρή συζήτηση.
+
+Γιάνκος (κάθεται σε μια καρέκλα). Συζήτηση; Μα προτήτερα να σας πω
+το νέο, που βέβαια δε θαν το ξέρετε.
+
+Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι νέο;
+
+Γιάνκος. Εδώ σ' ένα δρόμο έγινε φονικό . . .
+
+Πιπίτσα. Σωπάτε καλέ!
+
+Φρόσω. Φονικό;
+
+[τέλος σελίδας 104]
+
+Γιάνκος. Ναι! ο αδερφός μιανής σκότοσε τον ερωμένο της . . .
+
+Τάσος. Καλά τούκαμε . . .
+
+Φρόσω. Και πώς τονέ σκότοσε;
+
+Γιάνκος. Τούδοσε έξη μαχαιριές.
+
+Πιπίτσα. Για όνομα του Θεού! . . .
+
+Φρόσω. Πέστε τα μας!. . πέστε τα μας! . . .
+
+Τάσος. Λοιπόν;
+
+(Η ΚΑΤΙΝΑ από τη θέση της προσέχει χωρίς να μιλεί).
+
+Γιάνκος. Σ' ένα υπόγειο κάθονταν ο φονιάς με την αδερφή του και με
+τη μάνα του, και σ' ένα δωμάτιο της αβλής καθότανε ο σκοτομένος .
+. . Τέλος πάντων αγαπήθηκε αφτός με την αδερφή του φονιά και την
+αρεβώνιασε. Τόρα αρνιόταν ναν την πάρει, γιατί με την επιδημία της
+βλογιάς κόλησε η κόρη και γιόμισε σημάδια . . . Ο αδερφός της δεν
+το ανέχτηκε και φύλαξε εδώ και μιαν ώρα και του πάτησε έξη
+μαχαιριές του δυστυχή . . .
+
+Πιπίτσα (με ταραχή). Ω! Θε μου!
+
+Τάσος. Καλά να πάθει . . . Ποιος τούπε να κυνηγάει, όπου δουλέβει
+κουμπούρα;
+
+Πιπίτσα. Σώπα . . . σώπα, καημένε.
+
+Φρόσω. Πέθανε;
+
+Γιάνκος. Ναι! Τον είδα στο φαρμακείο, που τον είχανε.
+
+(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ βυθίζεται σε σκέψες. Το ίδιο κι' ο ΚΩΣΤΗΣ Η ΠΙΠΙΤΣΑ
+κάνει το σταβρό της).
+
+Τάσος. Πρώτα απόλα πρέπει να ξέρεις πού να ρίχτεις το δίχτυ σου.
+(βγαίνει).
+
+Φρόσω πάει και κάθεται κοντά στον Γιάνκο) Τον κακομοίρη . . .
+
+Γιάνκος. Τονέ λυπόσαστε;
+
+Φρόσω. Ναι! Ακούτ' εκεί γιατί αγάπησε την αδερφή του ναν τονέ
+σκοτόσει! Εσείς θαν τονέ σκοτόνατε, αν είσαστε στη θέση του;
+
+Γιάνκος. Δεν ξέρω. Δεν έχω αδερφή και δεν ξέρω . . .
+
+Φρόσω. Σας το λέω εγώ, δε θαν τονέ σκοτόνατε . . . (σιγότερα)
+Εσείς είσαστε τόσο λαμπρός νέος . . .
+
+Γιάνκος. Α!. .
+
+Φρόσω. Μάλιστα. Εγώ σας παρακολουθώ από τότες, που πρωτόρθατε
+σπήτι μας . . . μα δε με δόθηκε περίσταση να σας το πω . . .
+Είσαστε ο καλίτερος κι' ωραιότερος νέος, που γνώρισα.
+
+Γιάνκος. Με κολακέβετε . . .
+
+Φρόσω. Καθόλου . . . (εξακολουθούν να σιγομιλούν. Μπαίνει η Βασίλω
+κι' ο Τάσος με γέλιο).
+
+Βασίλω (στην κ. Τριάφτη). Τι με θέλετε, κυρία;
+
+Η κ. Τριάφτη. Ποιος σε φώναξε;
+
+Βασίλω (κυτάζοντας τον Τάσο). Ο κύριος Τάσος με το είπε . . .
+
+Τάσος (με γέλιο). Έλα ντε . . . μεγάλο πράμα . . . Σε γελάσαμε,
+βλέπεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Μητερούλα, δος της τα κλειδιά να
+μας φέρει βίσινο . . .
+
+Φρόσω. Δος της τα, μαμά.
+
+(Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τα δίνει. Η ΒΑΣΙΛΩ φέβγει).
+
+Τάσος (σηκόνοντας το Γιάνκο από τη θέση τον, μυστικά). Πώς σου
+φάνηκε;
+
+Γιάνκος. Τι;
+
+Τάσος. Η Βασίλω.
+
+Γιάνκος. Δεν την πρόσεξα, καημένε . . .
+
+Τάσος. Τι να σου κάμω; . . . Πρόσεχτη τόρα, που θα φέρει το
+βίσινο.
+
+Γιάνκος. Καλά . . . καλά (έρχεται με βια και κάθεται στη θέση του
+και ξανακουβεντιάζει με τη Φρόσω.)
+
+Πιπίτσα (σα ναν τόλεγε μονάχη της). Να σκοτόσει άθρωπο . . .
+
+Κωστής. Τρομερό . . .
+
+Αντρέας. Κι' η αφορμή γιατί δε φυλάχτηκε ο λόγος της τιμής . . .
+(στον Κωστή). Νά, λοιπόν, φίλε μου. Καμιά . . . μα καμιά πρόληψη
+δεν πρέπει να παραβλέπεται. Κι' ο άθρωπος, που θέλει ναντιτάζει
+στα καθιερομένα δικές του αρχές είνε perverti . . . ναι . . . έχει
+διαστροφή . . .
+
+Κωστής (κάνοντας το μορφασμό του). Δηλαδή . . .
+
+Αντρέας. Ο άθρωπος είνε έρμαιο της μοίρας του . . . Ό,τι κι' αν
+κάνει δε μπορεί και δεν πρέπει ναν το λογαριάζει από προτήτερα . . .
+Η μεγαλήτερη εβλογία για έναν άθρωπο είνε ναν τα βλέπει όλα
+μάβρα . . .
+
+Πιπίτσα (μέπληξη). Αντρέα!
+
+Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα . . . Τότες μόνο δε φοβάται το απρόοπτο . . .
+Στο βάθος όλα είνε μάβρα, αφού η ζωή είνε μάβρη . . .
+
+Πιπίτσα. Αντρέα, τι λόγια είν' αφτά!
+
+(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ με το δίσκο).
+
+Τάσος (στο Γιάνκο δυνατά). Γιάνκο, εκείνο, που σούπα . . .
+
+Γιάνκος (σταματώντας την κουβέντα τον με τη Φρόσω). Ναι.
+
+(Η ΒΑΣΙΛΩ γυρίζει το δίσκο με το γλυκό σ' όλους)
+
+Πιπίτσα. Εσείς, κύριε Γιάνκο, σ' όλα αφτά τι ιδέαν έχετε;
+
+Γιάνκος. Παρντόν, μαντμαζέλ. Δεν επρόσεξα απ' αρχής στη συζήτηση.
+Δεν ξέρω γιατί μιλούσατε
+
+Τάσος. Δεν παράχασες, φίλε μου . . . Φιλοσοφίες . . . φιλοσοφίες.
+Από τέτια κουβέντα προτιμώ να σου πω και τη λίμα της Φρόσως.
+
+Αντρέας. Ο Γιάνκος είνε κηρυγμένος πεσιμιστής.
+
+Γιάνκος. Για πεσιμισμό μιλούσατε; Μα με φαίνεται, πως όξω από τον
+Κωστή, που προσποιέται τον ελεφτερόφρονα, όλος ο κόσμος σήμερα
+είνε πεσιμιστής.
+
+Πιπίτσα. Τι θα πει πεσιμισμός; . . . Δεν το καταλαβαίνω αφτό.
+
+Γιάνκος. Πεσιμισμός, μαντμαζέλ, είνε ένα φιλοσοφικό σύστημα, που
+οι οπαδοί του δεν αναγνωρίζουν άλλο φινάλε στη ζωή και στον κόσμο
+από την καταστροφή . . .
+
+Πιπίτσα (πολύ έπληχτη). Όχι δα!
+
+Γιάνκος. Όπως δήποτε . . .
+
+Πιπίτσα. Όχι! . . . όχι! . . . δεν είν' αλήθεια αφτό . . . δεν
+είνε!. .
+
+Γιάνκος. Κι' όμως . . .
+
+Πιπίτσα. Είνε ασέβεια και στη θρησκεία αφτό, κ. Γιάνκο . . . μην
+το λέτε . . . Να ζείτε, μην το λέτε . . .
+
+Γιάνκος. Ασέβεια! . . .
+
+Πιπίτσα. Ναι!. . (Στον Κωστή). Σεις, κ. Βέρτη, προστατέψτε την
+αλήθεια. Είνε τρομερά αφτά ναν τα λέτε. κ. Γιάνκο . . .
+
+Γιάνκος. Η φιλοσοφία του Κωστή είνε λίγο απ' όλα, μαντμαζέλ . . .
+
+Κωστής. Είνε η υγιέστερη δηλαδή . . .
+
+Πιπίτσα. Και τα παραδεχόσαστε και σεις αφτά; έστωντας και λίγο;
+
+Κωστής. Μαντμαζέλ, η ζωή εδώ είνε στενή . . . Μα πέρα από δω δεν
+εμποδίζει τίποτα να φανταζόμαστε ο καθένας, όπως θέλουμε, το είνε
+. , ώστε δεν είνε ανάγκη ναπελπιζόσαστε . . .
+
+Πιπίτσα (τρομασμένη).Α! κύριε, πρώτη φορά τακούω εγώ αφτά . . .
+Δεν τα πιστέβω . . . Κι' αφτή η ζωή δεν είνε στενή, όπως λέτε, και
+η άλλη, είνε ταποτέλεσμα αφτής εδώ . . .
+
+Κωστής (νιόθοντας την ταραχή της Πιπίτσας). Αφτό είνε το
+λογικότερο, μαντμαζέλ.
+
+Πιπίτσα (με τον ίδιον τρόμο). Αφτό είνε η αλήθεια.
+
+Αντρέας (κυτάζοντας την Πιπίτσα και πολύ στενοχωρημένος). Ας
+ταφίσουμε τόρα αφτά. Δεν έχουμε δηλαδή τίποτ' άλλο να πούμε;
+
+Γιάνκος. Ναι!. . Εγώ να σας πω ένα στείο, που είδα προλίγου.
+
+Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι αστείο;
+
+Γιάνκος. Τόρα που ερχόμουν στην πλατεία της Ομονοίας, κει που
+κατέβαινε από το τραμ μια κυρία της πέφτει το τουρνούρι της . . .
+
+Φρόσω. Αλήθεια; . . .
+
+Τάσος. Μωρ' τι λες; . . . Λοιπόν; . . .
+
+Γιάνκος. Φανταστείτε τη θέση της. Κάνει πως δεν το βλέπει και
+προχωρεί . . . Μα κει ταρπάζουν δυο λούστροι κι' αρχίζουν το
+πέταμα και το σφύριγμα και το κακό . . . Σας βεβαιόνω πως
+ξεκαρδιστήκαμε όλοι στα γέλια . . .
+
+Τάσος. Μωρ' αφτό είνε τρέλα!
+
+Φρόσω. Ποια είταν αφτή η κυρία;
+
+Γιάνκος. Μια . . . δεν την ξέρετε. Η κ. Νιχελίδη . . .
+
+Φρόσω. Πώς δεν την ξέρω
+
+Τάσος. Και ποιος σου ξεφέβγει εσένα;. . Ω! γέλιο που θάγινε . . .
+Το φαντάζουμαι . . . (στρέφοντας άξαφνα) τι ώρα νάνε;
+
+Κωστής (κυτάζοντας το ρωλόι του). Εξήμιση.
+
+Τάσος. Είνε ώρα για περίπατο. Έχουμε να διούμε και το κορίτσι μας,
+βλέπετε . . . (στο Γιάνκο). Πάμε, Γιάνκο;
+
+Γιάνκος. Πάμε . . .
+
+Τάσος. Στάσου μια στιγμή . . . (βγαίνει).
+
+Φρόσω (μυστικά στο Γιάνκο). Ώστε θα σας βλέπουμε ταχτικά;
+
+Γιάνκος. Δε μπορώ, μαντμαζέλ, με τραβάτε.
+
+Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . . Το πιστέψατε πια;
+
+Γιάνκος. Ω, μαντμαζέλ . . .
+
+Φρόσω . . . μην το ξεχνάτε, κ. Γιάνκο, ναρχόσαστε ταχτικά . . .
+Άβριο σας περιμένω . . .
+
+(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με το καπέλο του και με το μπαστούνι του)
+
+Τάσος. Έλα, Γιάνκο. Πάμε να προφτάσουμε τη δεντροστοιχία. Θα βγήκε
+η λεγάμενη πια . . (πάει κοντά του και του λέει μυστικά) Πώς σου
+φάνηκε;
+
+Γιάνκος. Κομάτι . . .
+
+Τάσος. Ε, ξέρω κι' εγώ . . . Τι καλά, που ήρθατε και στομόθηκαν
+όλοι εδώ . . . Βρήκα πέντε φορές μοναξιά στην κουζίνα . . . Το
+βράδυ της είπα, πως θα ξαναπάω . . . Σουτ τόρα . . (δυνατά) Τράβα
+. . . Πάμε . . . Αντίο, Κωστή . . . Αντίο σας . . .
+
+Γιάνκος. Χαίρετε . . . (φέβγουν).
+
+Πιπίτσα. Τι ιδέες, που έχει αφτό το παιδί . . .
+
+Αντρέας. Τόρα πέρασαν αφτά τα κολοκύθια . . . Κωστή, μήπως θέλεις
+να πηγαίνουμε κι' εμείς;
+
+Πιπίτσα. Θα στενοχωρήθηκε ο κ. Βέρτης κλεισμένος εδώ τόσην ώρα . . .
+
+Κωστής. Καθόλου . . . Είταν τόσο εφκάριστη η συντροφιά . . .
+
+Φρόσω (ξαναπάει κοντά του). Κύριε Βέρτη, αφτή την εφκαρίστηση να
+σας βλέπουμε να μας τη δίνετε συχνά . . .
+
+Κωστής. Α! μαντμαζέλ . . . έχω τόσες ασκολίες . .
+
+Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο τρελαίνουμαι για τη συντροφιά σας . . .
+
+Αντρέας (ορθός και δυνατά). Ναι, Πιπίτσα . . . θα περπατήσουμε και
+λίγο. . Το βράδυ δε θάρθω . . . (λίγο φαιδρά) θα σας απιστήσω . . .
+θα φάμε στο Φάληρο με τον Κωστή . . . Σηκόνεσαι, Κωστή; . . .
+
+Κωστής. Ναι . . . ναι. . ,
+
+Πιπίτσα. Να σας βλέπουμε, κ. Βέρτη.
+
+Αντρέας. Αφτό ενοείται . . .
+
+Κωστής. Όσο μπορώ θα λαβαίνω αφτή την εφκαρίστηση . . .
+
+Αντρέας. Λοιπόν χαίρετε . . .
+
+Κωστής. Προσκυνώ . . .
+
+(Χαιρετιούνται κι' ενώ φέβγουν πέφτει η σκηνή).
+
+ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
+
+
+
+ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
+
+
+
+Το ίδιο σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ. ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ.
+
+Αντρέας (με φανερή συγκίνηση). Μα γιατί δεν ερχόταν το παιδί και
+στο σπήτι μου; Είταν ανάγκη μόνο στο γραφείο να ειδοποιήσει; Εγώ
+να είμαι αμέριμνος τόσες ώρες . . . κι' α δεν περνούσα από κει
+σήμερα; Μα λοιπόν τι έχει; προς Θεού πέτε μου τι έχει; . . . Είμαι
+χωρίς το νου μου.
+
+Η κ. Τριάφτη. Παιδί μου . . . (κλαίει).
+
+Αντρέας. Μα γιατί κάνετε έτσι; γιατί δε μ' αφίνετε να πάω ναν τη
+διώ; (κάνει να πάει κατά την κάμερα της Πιπίτσας).
+
+Η κ. Τριάφτη. Μη, Αντρέα μου . . . μη.
+
+Αντρέας. Πέτε μου λοιπόν . . . Τι τρέχει; . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Πώς να στο πω, παιδί μου . . . Με τι καρδιά να στο
+πω . . .
+
+Αντρέας. Θε μου! . . . πέτε μου . . . Σας παρακαλώ.
+
+Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα σου . . .
+
+Αντρέας (μ' ανησυχία). Ε; . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Σκαρτάδιασε . . .
+
+Αντρέας (τρομασμένος και δυνατά). Τι λέτε ·!
+
+Η κ. Τριάφτη (κλαίει). Χ! . . . χ! . . .
+
+Αντρέας (πάει και της πιάνει τα χέρια). Σωπάτε, καλέ . . . Γιατί
+με λέτε αφτά; . . .
+
+Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ κλαίει. Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την αφίνει και πέφτει στο διβάνι με
+το πρόσωπο στα προυσκέφαλα κλαίοντας.
+
+Η κ. Τριάφτη (ησυχότερα). Μην κάνεις έτσι . . .
+
+Αντρέας. Αλοίμονο.
+
+Η κ. Τριάφτη. Θα μας ακούσει . . . (δείχτει την πόρτα)
+
+Αντρέας. Και πώς είνε; τι κάνει;
+
+Η κ. Τριάφτη. Τόρα είνε γονατισμένη και διαβάζει το βαγκέλιο.
+
+Αντρέας. Μα χτες την άφισα καλά. Είδατε τι ώμορφα μιλούσαμε . . .
+Ο Κωστής τη βρήκε πολύ καθώς πρέπει . . . Πώς; έτσι άξαφνα;
+
+Η κ. Τριάφτη. Στις έντεκα τη νύχτα, παιδί μου, μας ξάφνιασε για
+πρώτη φορά . . .
+
+Αντρέας. Πώς;
+
+Η κ. Τριάφτη. Καθόμουν με τη Φρόσω εδώ (δείχτει τη θέση)· ο
+Γεράσιμος με τον Τάσο δεν είχαν έρθει ακόμα . . . οι άλλοι πήγαν
+να κοιμηθούν . . . Ξάφνου ακούμε φωνές στην κάμερα της Πιπίτσας:
+«Χριστέ μου! Παναγιά μου! . . . » Ξαφνιαζόμαστε και τρέχουμε να
+διούμε . . . Ανοίγω την πόρτα και βλέπω την Πιπίτσα με τα νυχτικά
+της ολότρεμη να σκούζει: «κάπιος είταν κρυμένος . . . εδώ . . .
+από κάτου το κρεβάτι μου . . . Τον άκουσα μόλις πήγα να πέσω να
+κοιμηθώ». Σύχασε, κόρη μου, της λέω, δεν είνε κανείς . . . «Τον
+άκουσα! . . . Τον είδα πώφεβγε . . . Γιατί, Θε μου; . . . »
+Προσπάθησα ναν την καθησυχάσω . . . Την πήρα δίπλα μου, κοντά μου,
+της έπιανα το χέρι να μη φοβάται . . . Κείνη, τα ίδια: «Φέρτε τον
+παπά να κάμουμε παράκληση . . . Μαμά, θα σας πάρω κι' εσάς στο
+λαιμό μου . . . Θα σκοτόσουνε κι' εσάς για το χατήρι μου . . . Με
+κυνηγάνε, μαμά, χωρίς να φταίω . . . φέρτε τον παπά . . . » και
+τον εζήταγε μ' επιμονή . . . Στέλνω τη Φρόσω και ξυπνάει τη Βασίλω
+και πάει εδωδά στον παπα-Γιώργη και τονέ φέρνει και κάνει
+παράκληση . . .
+
+Αντρέας. Αλοίμονο! . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Με την παράκληση, παιδί μου, της ξέφυγε ο πολύς
+φόβος . . . Ο παπα-Γιώργης τηνέ συβούλεψε . . . Κείνη του πήρε το
+χέρι και το φιλούσε! «Παπά μου, του λέει, άδικα με κατατρέχουνε . . .
+δεν έκαμα τίποτα . . . Ο Θεός να μ' ελεήσει . . . » Της είπε ο
+παπάς ναφίσει την ένοια της στο Θεό κι' έφυγε , . .
+
+Αντρέας. Σύχασε πια;
+
+Η κ. Τριάφτη. Πού να συχάσει . . .
+
+Αντρέας. Ώστε ξακολουθούσε να φοβάται;
+
+Η κ. Τριάφτη. Της ήρθε έν' άλλο ύστερα . . . Πήρε το βαγκέλιο —
+και τη σύνοψη κι' όλο διάβαζε . . . Εγώ με τη Βασίλω καθόμαστε
+στην κάμερά της . . . Οι άλλοι, τι να κάμουν, πήγαν να συχάσουν
+. . . Τις κονταβγές κει, που γονατισμένη διάβαζε, σηκόνεται και με
+λέει: «Μαμά κατέβηκε ο Χριστός και μπήκε μέσα μου . . . εδώ στο
+στήθος . . . Νά! Με λέει, πως εγώ θα διορθόσω τον κόσμο . . . Εγώ
+θαν τονέ διδάξω και θαν τονέ φέρω στον ίσο δρόμο να μην πέσει στην
+καταστροφή, όπως έλεγαν χτες ο κ. Βέρτης με τον κ. Γιάνκο . . . Θα
+γυρίσω, ολούθε να διδάξω την αλήθεια . . . να πω στον κόσμο να
+μετανοήσει . . . ναφίσει τις κακίες του . . .
+
+Αντρέας. Ω! δυστυχία! . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Σ' αφτή την κατάσταση είνε ακόμα, παιδί μου . . .
+
+Αντρέας. Εμένα δε με μελέτησε καθόλου;
+
+Η κ. Τριάφτη. Πώς . . . Πολλές φορές . . . Θα σε πάρει, λέει, κι'
+εσένα να γυρίσουτε μαζύ τον κόσμο . . .
+
+Αντρέας. Θα πάω ναν τη διώ . . . Δε θαν τη βλάψει αφτό! . . .
+(προχωρεί κατά την πόρτα. Την ίδια ώρα μπαίνει από την άλλη πόρτα
+του βάθου η Κατίνα με τα χαρτιά στα χέρια. Μόλις τη βλέπει ο
+Αντρέας σταματάει και στρίβει. Η Κατίνα κάθεται στο τραπέζι κι'
+αρχίζει να ρίχτει πασιέντζα. Ο Αντρέας την κυτάζει κι' ύστερα
+γυρίζει και βλέπει την κ. Τριάφτη).
+
+Η κ. Τριάφτη (στην Κατίνα). Πρέπει νάχεις και λίγη διάκριση . . .
+
+Κατίνα. Γιατί; . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Για κείνο, που δεν ξέρεις . . .
+
+Κατίνα. Τι σούκαμα;
+
+Η κ. Τριάφτη. Η αδερφή σου μέσα κιντυνέβει κι' εσύ τα χαρτιά στο
+νου σου; . . .
+
+Κατίνα. Εγώ για την Πιπίτσα μας θαν τα ρίξω . . . να διώ, α θα
+γίνει καλά . . . (εξακολουθεί να τα ρίχνει).
+
+Η κ. Τριάφτη (στον Αντρέα). Μην πας, παιδί μου . . . Τόρα θα είνε
+ησυχότερη . . . Ο γιατρός μας είπε ναν την αφίνουμε μονάχη, όσο
+μπορούμε και να μην της δίνουμε αφορμή να μιλάει . . .
+
+Αντρέας. Φέρατε γιατρό; . , .
+
+Η κ. Τριάφτη. Ναι! . . . Την αβγή . . .
+
+(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναγυρίζει και κάθεται στο διβάνι σκεφτικός. Μπαίνει η
+ΦΡΟΣΩ)
+
+Φρόσω (σιγά και με γερμένο κεφάλι). Καλημέρα . .
+
+Αντρέας (μόλις κινιώντας το κεφάλι τον και σιγότερα). Καλημέρα.
+
+(Η ΦΡΟΣΩ κάθεται κι' αφτή και δε μιλεί καθόλου)
+
+Αντρέας (άξαφνα σε λίγο, σα να μιλούσε μόνος του). Τι ανόλπιστα
+πράματα . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Θεϊκή κατάρα . . . Κάπια αμαρτία μεγάλη θάχουμε
+καμομένη και δεν το ξέρουμε . . . Κανείς στον κόσμο δεν έχει τα
+δικά μας τα βάσανα, (κάνει το σταβρό της). Ο Θεός να βάλει το χέρι
+του . . .
+
+Αντρέας. Ο κ. Τριάφτης βγήκε;
+
+Η κ. Τριάφτη. Και τι να κάμει εδώ; . . .
+
+Φρόσω. Δε μπορεί ναφίσει το μπεζίκι του, στο καφενείο. Τι τονέ
+νιάζει για το σπήτι;
+
+Η κ. Τριάφτη. Εσύ πάντα να λες ό,τι φτάσεις.
+
+Αντρέας. Ο Τάσος;
+
+Η κ. Τριάφτη. Κοιμάται ακόμα . . .
+
+Αντρέας. Στις δέκα και μισή; . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Τέτια ώρα σηκόνεται πάντα . . . κι' ο Γεράσιμος το
+ίδιο.
+
+Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναβυθίζεται σε σκέψες. Η ΚΑΤΙΝΑ στο μεταξύ τέλειοσε
+την πασιέντζα της και, σα να αιστάνθηκε τη θέση της λίγο, μαζόνει
+τα χαρτιά και φέβγει).
+
+Η κ. Τριάφτη. Κατάλαβε την αδιακρισία της . . .
+
+Αντρέας. Τι φταίει η καημένη κι' αφτή . . .
+
+Φρόσω. Ποιος φταίει λοιπόν;
+
+Αντρέας. Τι το θέλεις τόρα το ποιος φταίει; . . .
+
+Η κ. Τριάφτη. Εγώ φταίω, που δεν είμουνα ατηρή . . .
+
+Αντρέας. Α! Το μικρότερό σας φταίξιμο . . .
+
+(Ακούγουνται από τη δεξιά κάμαρα φωνές του ΝΙΚΟΥ και της ΚΑΤΙΝΑΣ
+ανακατημένες. Όσο πάνε και μεγαλόνουνε. Στο τέλος δυο τρεις πολύ
+δυνατές της ΚΑΤΙΝΑΣ).
+
+Η κ. Τριάφτη. Τι τρέχει πάλε; Μα, Θε μου; . . . Τι ζωή είνε αφτή;
+. . .
+
+(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ)
+
+Βασίλω. Κυρία, έπιασαν τα νέβρα της την κ. Κατίνα και λιποθύμησε .
+. .
+
+Η κ. Τριάφτη. Δεν είνε πια ζωή αφτή . . . (βγαίνει)
+
+Φρόσω (στη Βασίλω). Μα γιατί; τι έτρεξε; . . .
+
+Βασίλω. Πάει, κυρία Φρόσω, η κυρία Κατίνα στο παράθυρο να ρίξει τα
+χαρτιά και τότες ο κύριος Νίκος, πάει, και την πειράζει και της τα
+χαλάει. Τότες η κ. Κατίνα έβρισε τον κ. Νίκο και πιαστήκανε . . .
+Τότες ο κύριος Νίκος της τραβάει την πλεξίδα της κι' η κ. Κατίνα
+έπεσε ξερή χάμου με φωνές . . . (φέβγει)
+
+Αντρέας. Δυστυχία . . . (ξακολουθεί να είνε βυθισμένος. Η Φρόσω
+τον κυτάζει αδιάκοπα, σα να θέλει ναν του μιλήσει. Η μορφή της
+λαβαίνει κάπιαν ιδιαίτερη έκφραση. Σε λίγο πέρνοντας θάρος
+σηκόνεται από τη θέση της και πέρνει μια καρέκλα και κάθεται κοντά
+του).
+
+Φρόσω (παθητικά). Αντρέα . . .
+
+Αντρέας (μ' ανυπομονησία). Τι θέλεις;
+
+Φρόσω. Είσαι πολύ λυπημένος;
+
+Αντρέας. Κι' είνε ανάγκη να ρωτάς;
+
+Φρόσω. Για την Πιπίτσα;
+
+Αντρέας. Για όλα . . . (σωπαίνουν λίγο)
+
+Φρόσω (το ίδιο). Αντρέα . . .
+
+Αντρέας (το ίδιο). Τ' είνε;
+
+Φρόσω. Θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα;
+
+Αντρέας. Πώς μπορώ ναν το ξέρω αφτό . , . (ξανασωπαίνουν λίγο).
+
+Φρόσω. Να σε πω, Αντρέα . . .
+
+Αντρέας. Τι; . . .
+
+Φρόσω. Δε θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα . . .
+
+Αντρέας (ξέστοχα) Γιατί;
+
+Φρόσω. Έτσι είνε το γραφτό μας . . .
+
+(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την κοιτάζει με ταραχή και δε μιλεί)
+
+Φρόσω. Ναι . . . Αντρέα . . . και συ δεν πρέπει να λυπάσαι τόσο
+πολύ . . .
+
+(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξακολουθεί ναν την κυτάζει χωρίς να μιλεί)
+
+Φρόσω (τον πιάνει το χέρι). Μάθε το πια, Αντρέα. Τόσον καιρό το
+κρύβω μέσα μου . . . Μα τόρα πια δε μπορώ να στο κρύψω . . .
+
+(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ αφαιρεμένος την κυτάζει ακόμα)
+
+Φρόσω. Ναι Αντρέα μου, εγώ σ' αγαπώ πολύ . . .
+
+Αντρέας (σηκόνεται με τρόμο), Θε μου! (Τη σπρόχνει και χάνεται από
+την πόρτα τον βάθους. Η Φρόσω μνίσκει λίγο έπληχτη. Ύστερα
+σηκόνεται κι' έρχεται στην πόρτα της Πιπίτσας και βάζει το μάτι
+της στη κλειδαρότρουπα. Από το κοριντόρο ακούγεται η φωνή του
+Νίκου, που τραγουδάει:)
+
+ Κοιμόμουν κι' είδα όνειρο, πως με φιλείς στο στόμα,
+ ξυπνάω κι' ακούω τη μυρωδιά στα χείλια μου ακόμα.
+
+(με την τελεφταία λέξη μπαίνει μέσα ο Νίκος κρατώντας τόπι.)
+
+Νίκος (από την πόρτα πετώντας το τόπι στη Φρόσω, που είταν σκυμένη
+στη κλειδαρότρουπα). Πιάςτο, Φρόσω.
+
+Φρόσω (γυρίζοντας με κάπιο θυμό). Ου και συ . . .
+
+(Το τόπι κυλιέται χάμου, χωρίς ναν το πιάσει η Φρόσω).
+
+Νίκος. Τι ξεχαηλόθηκες έτσι;
+
+Φρόσω. Κάμε ησυχία, ανόητε. . Δε λυπάσαι την Πιπίτσα μας;
+
+Νίκος. Μα τι έχει η Πιπίτσα μας;
+
+Φρόσω. Άρωστη είνε . . .
+
+Νίκος. Βαρειά άρωστη;
+
+Φρόσω. Βαρειά βέβαια.
+
+Νίκος. Άει στο καλό, πούνε βαρειά. Α θέλεις έλα να παίξουμε . . .
+
+Φρόσω. Λωλάθηκες; σου λένε να κάτσεις ήσυχα . . .
+
+Νίκος. Εσύ λωλάθηκες . . . Για πες αλέβρι;
+
+Φρόσω. Φέβγα από δω, ανόητε . . .
+
+Νίκος. Εσύ είσαι ανόητη . . .
+
+(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με τα νυχτικά του και με τσιγάρο στο στόμα).
+
+Τάσος (στη Φρόσω). Πώς είνε η Πιπίτσα; (στο Νίκο). Ε, συ; κάτσε
+φρόνιμα μη σου τραβήξω ταφτιά . . .
+
+Νίκος. Δεν κοπιάζεις . . .
+
+Τάσος. Νά! το λοιπόν. (του τραβάει ταφτί).
+
+Νίκος (κλαίοντας). Τι σε κάμαμε εσένα δω μέσα! Ορίστε μας . . .
+(προχωρεί στην πόρτα. Στον Τάσο). Νά! (του κάνει μια χειρονομία
+στη μύτη και φέβγει.)
+
+Τάσος. Γαϊδούρι . . . (ακούγεται η φωνή τον Νίκου στο κοριντόρο,
+που τραγουδάει:
+
+ Α μ' αγαπάς κι' είν' όνειρο, ποτές να μην ξυπνήσω
+ με την αφτή γλυκύτητα ποθώ να ξεψυχήσω. (8)
+
+ως ότου χάνεται σιγά σιγά)
+
+Τάσος. Πώς είνε η Πιπίτσα;
+
+Φρόσω. Το ίδιο είνε . . .
+
+Τάσος. Ήρθε ο γιατρός;
+
+Φρόσω. Ήρθε.
+
+Τάσος. Και τείπε;
+
+Φρόσω. Να κάνουμε ησυχία και να μην της παραμιλάμε . . .
+
+Τάσος. Άκουτα λοιπόν . . . Αμ η Κατίνα, τι γαϊδουροφωνάρες είταν
+εκείνες και μας ξυπνήσανε;
+
+Φρόσω. Τσακόθηκε με τον Τάσο και την πιάσανε τα νέβρα της.
+
+Τάσος. Τα συνηθισμένα μας δηλαδή . . . Κατάλαβα . . . Τι ώρα είνε;
+Παρακοιμήθηκα σήμερα κι' έχουμε πομένο με το Γιάνκο ναρθεί στις
+έντεκα να με πάρει . . .
+
+Φρόσω. Στις έντεκα; Τόρα είνε έντεκα . . .
+
+(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας)
+
+Τάσος. Εκείνος θάνε . . Πες του να με περιμένει μια στιγμή. Πάω να
+ντυθώ. (Βγαίνει βιαστικά. Η Φρόσω συγυρίζεται. Διορθόνει το φόρεμά
+της. Στιλβόνει με τα χέρια της τα μαλιά της. Μπαίνει ο Γιάνκος. Η
+Βασίλω φαίνεται στην πόρτα, σα ναν τον οδηγεί και χάνεται αμέσως)
+
+Γιάνκος. Καλημέρα, μαντμαζέλ.
+
+Φρόσω. Καλημέρα σας.
+
+Γιάνκος. Μονάχη είσαστε;
+
+Φρόσω. Όχι . . . Αρώστησε η Πιπίτσα . . .
+
+Γιάνκος. Μπα; και τι έχει η μαντμαζέλ Πιπίτσα;
+
+Φρόσω. Κάπια νεβρική ταραχή από τη νύχτα κι' είμαστε όλοι σ'
+ανησυχία . . .
+
+Γιάνκος. Δυστύχημα . . . Δεν το είξερα, μαντμαζέλ . . . Περαστικά
+της.
+
+Φρόσω. Μερσί. Καθείστε, κ. Γιάνκο. Ο Τάσος με είπε ναν τον
+περιμένετε μια στιγμή να ντυθεί.
+
+Γιάνκος. Μερσί. (κάθεται και δείχτει κάπιαν ανησυχία).
+
+Φρόσω. Πώς περάσατε από χτες;
+
+Γιάνκος. Εγώ καλά, μαντμαζέλ . . . Κι' η μαντμαζέλ Πιπίτσα χτες
+είταν πολύ καλά.
+
+Φρόσω. Άξαφνα τη νύχτα επροσβλήθηκε.
+
+Γιάνκος. Και τόρα, πώς είνε;
+
+Φρόσω. Ησυχότερη. (Τον κυτάζει κατάματα). Δεν ξέρετε πόσο με
+τάραξε η αρώστεια της. Την αγαπώ τόσο την Πιπίτσα μας (κάθεται
+κοντά του). Ίσα με σας, κύριε Γιάνκο . . .
+
+Γιάνκος. Α! . . .
+
+Φρόσω (του πιάνει το χέρι). Σεις δε μ' αγαπάτε καθόλου; Θέλετε να
+σας δόσω ραντεβού όξω από το σπήτι; Εγώ βγαίνω και μονάχη μου . . .
+Τους λέω ψέματα, πως θα πάω σε μια φίλη μου . . . (γλυκά) Δεν
+ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . .
+
+Γιάνκος. Φρόσω μου . . .
+
+Φρόσω. Θα βγω ταπόγυιομα. . Πού να σας βρω;
+
+Γιάνκος. Όπου θέλετε . . . Πέτε μου κι εγώ θα είμαι.
+
+Φρόσω. Να σας βρω στο σταθμό του Φαλήρου; απόξω στην Ακαδημία;
+
+Γιάνκος (γλυκά). Θα είμαι, Φρόσω μου. (κάνει ναν της πιάσει τη
+μέση. Φανερόνεται στην πόρτα ο Αντρέας.)
+
+Αντρέας (με πάθος, χωρίς φωνή). Νά! το κορύφομα!. .
+
+(Ο ΓΙΑΝΚΟΣ κι' η ΦΡΟΣΩ χωρίζουν αμέσως. Η ΦΡΟΣΩ κρύβεται πίσω από
+την κουρτίνα).
+
+Αντρέας (Στο Γιάνκο). Δεν απάντησα μεγαλήτερη γιεροσυλία ως τόρα!
+
+Γιάνκος. Έχεις δίκιο, Αντρέα . . . Τρελάθηκα . . . Συχώρα με! . . .
+Δε θα ξαναπατήσω πια εδώ, παρόλ ντ' ονέρ . . (Φέβγει. Ο Αντρέας
+προχωρεί. Η Φρόσω σιγά σιγά βγαίνει).
+
+Αντρέας. Τουλάχιστο σήμερα η κατάσταση της αδερφής σου έπρεπε να
+σε φέρει σε συναίστηση . . .
+
+Φρόσω. Μακάρι να είμουν στην κατάσταση της αδερφής μου. .
+
+Αντρέας. Καθόλου, αν επρόκειτο να είταν και κείνη στη δική σου . . .
+
+Φρόσω (πολύ παραπονετικά). Κύριε Αντρέα, γιατί με τα λέτε αφτά;
+νομίζετε, πως τόθελα ναν το κάμω; Σας το ορκίζουμαι, κ. Αντρέα,
+άμα είμαι μονάχη μου κλαίω . . . Τόσες φορές έκλαψα . . . Αν
+ειξέρατε τι έχω μέσα μου θα με λυπόσαστε . . .
+
+Αντρέας. Το φαντάζουμαι και σε λυπάμαι (κουνάει το κεφάλι).
+
+Φρόσω. Εφκαριστώ . . . (Φέβγει. Ο Αντρέας ξαπλόνεται πάλι στο
+διβάνι. Μπαίνει η Βασίλω και συγυρίζει).
+
+Αντρέας. Πώς είνε η Κατίνα;
+
+Βασίλω. Ακόμα δε συνήρθε ολότελα . . . Τόρα το κορμί της είνε
+γιναμένο σαν κουλούρα.
+
+Αντρέας. Κι' η κυρία σου είνε κοντά της;
+
+Βασίλω. Ναι . . .
+
+Αντρέας. Δυστυχισμένη μητέρα . . . (Ξαναβυθίζεται σε σκέψη. Η
+Βασίλω καταγίνεται να συγυρίζει. Σε λίγο ανοίγει η πόρτα της
+Πιπίτσας και παρουσιάζεται η Πιπίτσα με ροζ φόρεμα, κρατώντας στο
+χέρι της ένα μικρό βαγκέλιο).
+
+Πιπίτσα. Αντρέα μου;! . . .
+
+Αντρέας (σηκόνεται ορθός). Πιπίτσα μου
+
+Πιπίτσα. Εδώ είσαι;
+
+Αντρέας. Μόλις ήρθα . . .
+
+Πιπίτσα. Τι καλά! και σε γύρεβα . . . Θυμάσαι, Αντρέα μου, χτες το
+απόγυιομα, που σε είπα, πως κάτι θα σέλεγα, άμα θαρχόταν ο καιρός
+του;
+
+Αντρέας. Το θυμάμαι, Πιπίτσα μου . . .
+
+Πιπίτσα (ήσυχα και με φαιδρότητα). Ήρθε ο καιρός, Αντρέα μου. Θα
+σε τα πω τόρα όλα. Ξέρεις; Ο Θεός αξίοσε την αμαρτωλή τη δούλη του
+να γίνει ο κήρυκας της εντολής του . . .
+
+Αντρέας (ταραγμένος και μη θέλοντας να δείξει τη συγκίνησή του).
+Πιπίτσα μου . . .
+
+Πιπίτσα. Ναι . . . Το θείο Πνεύμα μ' αποκάλυψε τη θέληση του
+Κυρίου . . . Κι' εσύ, Αντρέα μου, σώθηκες . . . Και για σένα έχω
+εντολή . . . Συ θα είσαι ο σύντροφός μου, που θα γυρίσουμε όλο τον
+κόσμο να κηρύξουμε το λόγο του Θεού . . . Θα γίνουμε το παράδειγμα
+. . . Θα είμαστε οι αιώνιοι αρεβωνιαστικοί, σαν την Παναγία με το
+Γιωσήφ . . .
+
+Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .
+
+Πιπίτσα. Θα διδάξουμε την αλήθεια . . . Θα πούμε στους πεσιμιστές:
+Άθλιοι σωφρονιστείτε! . . . Αφίστε τις στραβές σας ιδέες κι'
+αγκαλιάστε το Χριστό . . . Πρώτα-πρώτα τον κ. Βέρτη και τον κ.
+Γιάνκο θα κατηχήσουμε . . . Κι' αλοίμονο σ' όσους δε μας ακούσουν.
+Η κατάρα του Θεού θα πέσει απάνου τους.
+
+Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .
+
+Πιπίτσα. Μη φοβάσαι πια τίποτα, Αντρέα. Η δύναμη του Θεού νίκησε
+τους οχτρούς μας. Δε μας κυνηγάνε πια. Ο Σατανάς δε μπορεί να
+φτάσει ως εμάς. Είμαστε εβλογημένοι από το Θεό . . .
+
+Αντρέας. Πιπίτσα μου . . .
+
+Πιπίτσα. Εμείς είμαστε το φως του κόσμου. Δε μπορούμε να
+κρυφτούμε, όπως δε μπορεί να κρυφτεί πολιτεία, που είνε χτισμένη
+απάνου στο βουνό. Και θα κηρύξουμε στον κόσμο: «Προσέχετε από των
+ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύμασι προβάτων,
+έσωθεν δε εισι λύκοι άρπαγες . . . » Νά! το λέει εδώ το
+Βαγκέλιο . . .
+
+Αντρέας. Πιπίτσα μου, πάμε στην κάμερά σου . . . Πάμε να συχάσουμε
+λίγο . . .
+
+Πιπίτσα. Ο απόστολος του Θεού δεν έχει ανάγκη μήτε ύπνου μήτε
+φαγητού, θα μας κατατρέξουν, Αντρέα, θα μας βρίσουν . . . Μα εμείς
+δε θα φοβηθούμε και θαν τους πούμε: «Ουαί υμίν άθλιοι! . . . »
+
+Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα μου, θαν τους τα πούμε όλα αφτά. Τόρα όμως
+πάμε κει μέσα (δείχτει την πόρτα της). Εδώ θα συγυρίσουνε . . .
+Νά! η Βασίλω συγυρίζει . . .
+
+Πιπίτσα. Μήτε από συγύρισμα μήτε σπητιού έχουμε ανάγκη . . .
+
+Αντρέας. Ναι! . . . Μα αφτά είνε για τους άλλους . . .
+
+Πιπίτσα. Θαν τους διδάξουμε και τους άλλους.
+
+Αντρέας. Βέβαια . . . (Της πιάνει το χέρι κι αρχίζει ναν τη
+διευτύνει κατά την κάμαρά της).
+
+Πιπίτσα. Εβλογημένο τόνομα του Θεού!. . (άξαφνα γονατίζει, και σα
+να προσέφκεται) Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μου κατά το ρήμα σου
+. . . (Ο Αντρέας μόλις συγκρατιέται. Η Βασίλω σ' όλη αφτή τη σκηνή
+άφισε τη δουλειά της και κύταζε αλαφιασμένη).
+
+Αντρέας. Σε παρακαλώ, Πιπίτσα.
+
+Πιπίτσα (γονατισμένη ανοίγει το τετραβάγκελο και διαβάζει δυνατά):
+«Τάδε λέγει ο κρατών τους επτά αστέρας εν τη δεξιά αυτού, ο
+περιπατών εν τω μέσω των επτά λυχνιών των χρυσών. Οίδα τα έργα
+σου, και τον κόπον σου, και την υπομονήν σου, και ότι ου δύνει
+βαστάσαι κακούς και επειράσω τους φάσκοντας είναι αποστόλους και
+ουκ εισι και εύρες αυτούς ψευδείς . . . (αφτή τη στιγμή ακούγεται
+από βαθιά ο ήχος τον μαντολίνου, που παίζει ένα μαρς, και
+εξακολουθεί ως το τέλος της πράξης. Η Πιπίτσα δε διακόφτεται
+καθόλου) . . . και εβάστασας, και υπομονήν έχεις, και διά το όνομά
+μου κεκοπίακας και ου κέκμηκας . . . (Ο Αντρέας δε μπορεί να
+βαστάξει και πέφτει στο διβάνι με κλάματα. Η Πιπίτσα γυρίζει τονέ
+βλέπει κι' αφίνει το διάβασμα).
+
+Πιπίτσα (σηκόνεται). Τι έπαθες, Αντρέα; . . .
+
+Αντρέας (προσπαθώντας να συχάσει). Τίποτα, Πιπίτσα . . .
+(σηκόνεται κι' αφτός). Τον αδερφό μου θυμήθηκα .
+
+Πιπίτσα. Το Μήτσο; Τούγραψες, Αντρέα; Δεν είπαμε ναν του γράψουμε
+μαζύ; Τόρα πρέπει ναν του πούμε και τη θεία αποκάληψη . . Έρχεσαι
+ναν του γράψουμε;
+
+Αντρέας. Ναι . . . πάμε . . . (Η Πιπίτσα του πιάνει το χέρι και
+σιγά σιγά μπαίνουν στη κάμερά της. Η Βασίλω αφού σταματάει ακόμα
+λίγο στην θέση της αρχίζει πάλε ύστερα τη δουλειά της. Σε κάμποσο,
+από την πόρτα του βάθου φαίνεται ο Τάσος έτοιμος για περίπατο, με
+το καπέλο του και το μπαστούνι του. Βλέπει από την πόρτα τη Βασίλω
+βυθισμένη στη δουλειά και περπατώντας σιγά σιγά, σύφωνα με το
+χρόνο του μαρς τον μαντολίνου, με χαμόγελο στο στόμα έρχεται πίσω
+της, και τη φιλεί στο σβέρκο.
+
+Βασίλω. Παναγία μου! . . . (γυρίζει τρομασμένη).
+
+Τάσος (με χαμόγελο). Καημένη, εγώ είμουνα . . . Τη νύχτα έτυχαν τα
+βάσανα αφτά και δεν πήγες καθόλου στην κάμερά σου . . . Δυο ώρες
+σε περίμενα . . . Σου πήγα κι' ένα ζεβγάρι μάβρες κάλτσες . . .
+
+Βασίλω. Άσε με τόρα, κύριε Τάσο . . . (του ξεφέβγει).
+
+Αντρέας. Βασίλω, δυο λόγια . . . δυο λόγια μόνο . . .
+
+(την κυνηγάει).
+
+(Πέφτει η σκηνή).
+
+
+
+ΤΕΛΟΣ
+
+* * *
+
+Μας ξέφυγαν κάμποσα τυπογραφικά λάθη. Η παρατηρητικότητα του
+αναγνώστη, που θαν τα διακρίνει, ας μας τα συμπαθήσει, αφού
+μάλιστα συλοηστεί, πως η γραματική δε δίνει μήτε την ουσία μήτε τη
+μορφή στο καλιτέχνημα κι' είνε κοντά στ' άλλα — άμα φορμαριστεί
+σαν κώδικας — μια γρουσούζα μάνα, που θέλει να πινίξει τα νέα της
+παιδιά, που κάθε τόσο κάνει, από την ανόητή της τη στοργή στα
+παλιά, τα πεθαμένα κάποτες! . . .
+
+* * *
+
+1) Δε με ξεφέβγει ο λόγος σου! Ναι, πολύ βιάστηκα! . . . Μα τι να
+κάμω; . . . Νιόθω, πως τουλάχιστο το «μυστικό του γάμου» αν το
+βαστούσα δυο ή κι' ένα χρόνο ακόμα, θαν το 'σκιζα . . . και το
+λυπάμαι! . . . Είνε το πρώτο σκηνικό έργο, που αποτέλειωσα! . . .
+Είνε το πρώτο έργο, που μου 'δωκε κάπιες συγκίνησες, κι' άμα
+πιχειρούσα ναν το σκίσω ή και νανταλάξω πολύ τη φόρμα του, άκουγα
+τη φωνίτσα του να με λέει: «Είσαι άπονος· κακός· άφισέ με, όπως
+είμαι! Κανείς δε θα σε κατηγορήσει από μένα! . . . . Στην άκρη,
+πρώτο, στριμωμένο, θα ξεχαστώ . . . μα συ φονιάς μου μη γενείς . .
+. » Έπειτα, αγαπημένη μου, σου λέω και τούτο. Ένας φίλος μου
+γράφει· γράφει πεζά ποιήματα· κριτικές κι' αιστητικά· σονέτα·
+χίλια γράφει και δεν τα δημοσιέβει! . . . Δεν ξέρει ο κόσμος τη
+δύναμή του! . . . Γιατί; . . . Μ' έλεγε προχτές: «αρκιέμαι στον
+κύκλο μου κι' ο κύκλος μου μού είνε άπειρος . . . Εγώ, εσύ και μια
+γυναίκα! . . . Κι' αφού ο κύκλος μου με χτιμάει· αφού η γυναίκα
+εκείνη με θαμάζει δίκια ή άδικα γιατί ναπασκολήσω τον άλλον κόσμο
+τον ξένο μου; Εγώ αρκιέμαι στον κύκλο μου! . . . » Μα γω δεν
+αρκιέμαι στο δικό μου Milieu! . . . Ο φίλος μου εκείνος με χτιμάει
+περσότερο από φιλία παρά από αξία μου και συ . . . συ δε με
+θαμάζεις! . . , Και να σας πω έν άλλο και τω δυονώ σας; Έρχουνται
+στιγμές, που αφιβάλω για τον εμαφτό μου, μα έρχουνται κι' άλλες —
+λιγώτερες ας πω — που αφιβάλω και για σας! . . . Α δε μου συχορνάς
+τον εγωισμό μου, συχώρα μου κάνε την ειλικρίνεια! . . .
+
+2) Περί αυτεξουσίου, page 103-104. (σημείωση-μαρκαρισμένες μες το
+κείμενο με [])
+
+3) Η ιδέα αφτή του μότου μάρεσε, αγαπημένη μου. Μα τι να σε πω;
+προτιμάω κι' από τους δυο αφτούς στίχους τον τελευταίο λόγο, που
+είπε ο Οχταβιανός Άβγουστος, ο πρώτος αφτοκράτορας της Ρώμης
+δηλαδή του κόσμου, ένας από τους μεγαλείτερους αθρώπους, όπως
+νομίζω, που είδε η γης.
+
+4) «Άστυ»· έτος ΙΑ'. αριθμ. 1676 (21 Ιουλίου 1895).
+
+5) «Εστία εικονογραφημένη»· σελ. 128. (16 Απριλίου 1895). Πολλοί
+το μολόγησαν το χρέος τους στο Σολωμό! Κι' ο κ. Ψυχάρης και το
+ξέρει και το είδε. Οι σοφοί της Κέρκυρας, μαθητάδες και σύντροφοι
+του Σολωμού, δεν έπαψαν στιγμή να μη μας ποτίζουν κι' εμάς τη
+γνωστική εκείνου διδασκαλία. Ο κ. Παλαμάς και ποίημα του αφιέροσε,
+που ο κ. Ψυχάρης πέρνει ένα τετράστιχο και κάνει κι' αφτός το
+χαριτωμένο του ποίημα το «παλάτι» που δημόσιεψε εφέτος η εικ.
+Εστία (σελ. 142). Αλλά και τα «μάτια της ψυχής μου» τι άλλο είνε
+παρά ένα μνημείο που δείχνει τόσο την τέχνη του κ. Παλαμά, όσο
+δοξάζει τη μνήμη του Σολωμού; . . .
+
+6) Ο αγαπημένος μου φίλος κ. Πλ. Ε. Δρακούλης μεταφράζει την
+intuition με την αρχαία λέξη δ ι α ί σ θ η σ ι ς. Μπορούσα ναν την
+έπερνα κι' εγώ εδώ, κάνοντας τη δημοτική . . . μα μέσα μου νιόθω,
+πως κι' αν αποδίδεται αλάκερο το νόημά της, όμως δε με δίδει γρυ
+από το αίστημα, που χύνει η παγκόσμια λέξη intuition. Είνε λοιπόν
+τόσο μεγάλος λόγος τα λατινικά της στοιχεία, ώστε να με κάμει ναν
+την πετάξω από το λεξικό μου;
+
+7) Τον έξοχο αφτό τίτλο, για περιοδικό, τον πήρα από τον κ.
+Ψυχάρη. Αλλά μόνο αφτό, κι' εγώ και τόσοι, πέρνουμε από τον
+ακούραστο αφτόν απόστολο;
+
+8) Κι' αφτό το δίστιχο και το άλλο είνε δημοτικά.
+
+
+
+
+
+
+
+End of the Project Gutenberg EBook of Secret of Marriage - The Farce of Life, by
+Giannis Kampysis
+
+*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SECRET OF MARRIAGE--FARCE OF LIFE ***
+
+***** This file should be named 39007-0.txt or 39007-0.zip *****
+This and all associated files of various formats will be found in:
+ https://www.gutenberg.org/3/9/0/0/39007/
+
+Produced by Sophia Canoni
+
+Updated editions will replace the previous one--the old editions
+will be renamed.
+
+Creating the works from public domain print editions means that no
+one owns a United States copyright in these works, so the Foundation
+(and you!) can copy and distribute it in the United States without
+permission and without paying copyright royalties. Special rules,
+set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to
+copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to
+protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project
+Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you
+charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you
+do not charge anything for copies of this eBook, complying with the
+rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose
+such as creation of derivative works, reports, performances and
+research. They may be modified and printed and given away--you may do
+practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is
+subject to the trademark license, especially commercial
+redistribution.
+
+
+
+*** START: FULL LICENSE ***
+
+THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE
+PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK
+
+To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free
+distribution of electronic works, by using or distributing this work
+(or any other work associated in any way with the phrase "Project
+Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project
+Gutenberg-tm License (available with this file or online at
+https://gutenberg.org/license).
+
+
+Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm
+electronic works
+
+1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm
+electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to
+and accept all the terms of this license and intellectual property
+(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all
+the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy
+all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession.
+If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project
+Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the
+terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or
+entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8.
+
+1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be
+used on or associated in any way with an electronic work by people who
+agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few
+things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works
+even without complying with the full terms of this agreement. See
+paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project
+Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement
+and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic
+works. See paragraph 1.E below.
+
+1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation"
+or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project
+Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the
+collection are in the public domain in the United States. If an
+individual work is in the public domain in the United States and you are
+located in the United States, we do not claim a right to prevent you from
+copying, distributing, performing, displaying or creating derivative
+works based on the work as long as all references to Project Gutenberg
+are removed. Of course, we hope that you will support the Project
+Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by
+freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of
+this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with
+the work. You can easily comply with the terms of this agreement by
+keeping this work in the same format with its attached full Project
+Gutenberg-tm License when you share it without charge with others.
+
+1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern
+what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in
+a constant state of change. If you are outside the United States, check
+the laws of your country in addition to the terms of this agreement
+before downloading, copying, displaying, performing, distributing or
+creating derivative works based on this work or any other Project
+Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning
+the copyright status of any work in any country outside the United
+States.
+
+1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg:
+
+1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate
+access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently
+whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the
+phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project
+Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed,
+copied or distributed:
+
+This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with
+almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or
+re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included
+with this eBook or online at www.gutenberg.org
+
+1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived
+from the public domain (does not contain a notice indicating that it is
+posted with permission of the copyright holder), the work can be copied
+and distributed to anyone in the United States without paying any fees
+or charges. If you are redistributing or providing access to a work
+with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the
+work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1
+through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the
+Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or
+1.E.9.
+
+1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted
+with the permission of the copyright holder, your use and distribution
+must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional
+terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked
+to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the
+permission of the copyright holder found at the beginning of this work.
+
+1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm
+License terms from this work, or any files containing a part of this
+work or any other work associated with Project Gutenberg-tm.
+
+1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this
+electronic work, or any part of this electronic work, without
+prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with
+active links or immediate access to the full terms of the Project
+Gutenberg-tm License.
+
+1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary,
+compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any
+word processing or hypertext form. However, if you provide access to or
+distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than
+"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version
+posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org),
+you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a
+copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon
+request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other
+form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm
+License as specified in paragraph 1.E.1.
+
+1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying,
+performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works
+unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9.
+
+1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing
+access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided
+that
+
+- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from
+ the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method
+ you already use to calculate your applicable taxes. The fee is
+ owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he
+ has agreed to donate royalties under this paragraph to the
+ Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments
+ must be paid within 60 days following each date on which you
+ prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax
+ returns. Royalty payments should be clearly marked as such and
+ sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the
+ address specified in Section 4, "Information about donations to
+ the Project Gutenberg Literary Archive Foundation."
+
+- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies
+ you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he
+ does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm
+ License. You must require such a user to return or
+ destroy all copies of the works possessed in a physical medium
+ and discontinue all use of and all access to other copies of
+ Project Gutenberg-tm works.
+
+- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any
+ money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the
+ electronic work is discovered and reported to you within 90 days
+ of receipt of the work.
+
+- You comply with all other terms of this agreement for free
+ distribution of Project Gutenberg-tm works.
+
+1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm
+electronic work or group of works on different terms than are set
+forth in this agreement, you must obtain permission in writing from
+both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael
+Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the
+Foundation as set forth in Section 3 below.
+
+1.F.
+
+1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable
+effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread
+public domain works in creating the Project Gutenberg-tm
+collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic
+works, and the medium on which they may be stored, may contain
+"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or
+corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual
+property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a
+computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by
+your equipment.
+
+1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right
+of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project
+Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project
+Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all
+liability to you for damages, costs and expenses, including legal
+fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT
+LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE
+PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE
+TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE
+LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR
+INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH
+DAMAGE.
+
+1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a
+defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can
+receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a
+written explanation to the person you received the work from. If you
+received the work on a physical medium, you must return the medium with
+your written explanation. The person or entity that provided you with
+the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a
+refund. If you received the work electronically, the person or entity
+providing it to you may choose to give you a second opportunity to
+receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy
+is also defective, you may demand a refund in writing without further
+opportunities to fix the problem.
+
+1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth
+in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER
+WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO
+WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE.
+
+1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied
+warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages.
+If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the
+law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be
+interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by
+the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any
+provision of this agreement shall not void the remaining provisions.
+
+1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the
+trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone
+providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance
+with this agreement, and any volunteers associated with the production,
+promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works,
+harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees,
+that arise directly or indirectly from any of the following which you do
+or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm
+work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any
+Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause.
+
+
+Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm
+
+Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of
+electronic works in formats readable by the widest variety of computers
+including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists
+because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from
+people in all walks of life.
+
+Volunteers and financial support to provide volunteers with the
+assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's
+goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will
+remain freely available for generations to come. In 2001, the Project
+Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure
+and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations.
+To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation
+and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4
+and the Foundation web page at https://www.pglaf.org.
+
+
+Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive
+Foundation
+
+The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit
+501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the
+state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal
+Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification
+number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at
+https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent
+permitted by U.S. federal laws and your state's laws.
+
+The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S.
+Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered
+throughout numerous locations. Its business office is located at
+809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email
+business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact
+information can be found at the Foundation's web site and official
+page at https://pglaf.org
+
+For additional contact information:
+ Dr. Gregory B. Newby
+ Chief Executive and Director
+ gbnewby@pglaf.org
+
+
+Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg
+Literary Archive Foundation
+
+Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide
+spread public support and donations to carry out its mission of
+increasing the number of public domain and licensed works that can be
+freely distributed in machine readable form accessible by the widest
+array of equipment including outdated equipment. Many small donations
+($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt
+status with the IRS.
+
+The Foundation is committed to complying with the laws regulating
+charities and charitable donations in all 50 states of the United
+States. Compliance requirements are not uniform and it takes a
+considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up
+with these requirements. We do not solicit donations in locations
+where we have not received written confirmation of compliance. To
+SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any
+particular state visit https://pglaf.org
+
+While we cannot and do not solicit contributions from states where we
+have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition
+against accepting unsolicited donations from donors in such states who
+approach us with offers to donate.
+
+International donations are gratefully accepted, but we cannot make
+any statements concerning tax treatment of donations received from
+outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff.
+
+Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation
+methods and addresses. Donations are accepted in a number of other
+ways including including checks, online payments and credit card
+donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate
+
+
+Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic
+works.
+
+Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm
+concept of a library of electronic works that could be freely shared
+with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project
+Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support.
+
+
+Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed
+editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S.
+unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily
+keep eBooks in compliance with any particular paper edition.
+
+
+Most people start at our Web site which has the main PG search facility:
+
+ https://www.gutenberg.org
+
+This Web site includes information about Project Gutenberg-tm,
+including how to make donations to the Project Gutenberg Literary
+Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to
+subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks.