diff options
Diffstat (limited to '39007-0.txt')
| -rw-r--r-- | 39007-0.txt | 5383 |
1 files changed, 5383 insertions, 0 deletions
diff --git a/39007-0.txt b/39007-0.txt new file mode 100644 index 0000000..a80141a --- /dev/null +++ b/39007-0.txt @@ -0,0 +1,5383 @@ +The Project Gutenberg EBook of Secret of Marriage - The Farce of Life, by +Giannis Kampysis + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + + +Title: Secret of Marriage - The Farce of Life + +Author: Giannis Kampysis + +Release Date: February 28, 2012 [EBook #39007] + +Language: Greek + +Character set encoding: UTF-8 + +*** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SECRET OF MARRIAGE--FARCE OF LIFE *** + + + + +Produced by Sophia Canoni + + + + +Note: The tonic system has been changed from polytonic to +monotonic. The spelling of the book has not been changed +otherwise. Bold words are included in &. Footnotes have been +converted to endnotes. + +Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε +μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. +Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι +υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. + + + + +ΓΙΑΝΝΗ Α. ΚΑΜΠΥΣΗ + + + +ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ + +ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ + + + Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. . + + Augustus Caesar. + + + +ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ,, +ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ +1921 + + + + +ΣΤΗ ΣΚΙΑ +ΤΟΥ +ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΑΣ . . . + +ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ + + + +Στην Καλαμάτα τα φτωχά κορίτσια όλες τις καθεμερνές εργάζουνται +τον αργαλειό και το μετάξι. Πολλά απ' αφτά, μόνα τους συντηράνε τα +σπήτια τους. Μα τις κυργιακάδες μαζέβουνται, πότε στης μιας και +πότε στης άλλης το σπήτι οι γειτονοπούλες, και διασκεδάζουν. +Χορέβουν τους Καλαματιανούς με τραγούδια δικά τους. Τραγούδια +άγραφα, που τα ξέρουν όλες, που τα μαθαίνουν η μια από την άλλη, +χωρίς να θυμούνται και ποια τα πρωτόβγαλε . . . . Τραγούδια κάθε +τόσο καινούργια. Από τα τραγούδια εκείνα θα σας πω ένα, που μέκαμε +εντύπωση ξεχωριστή . . . . Του Χάινε η μελαχολική χάρη ωμορφότερα +δε θα μπορούσε ναν το πει . . . . Σ' ένα στίχο αλάκερη του Χάρτμαν +φιλοσοφία . . . . + + Το μήλο πούνε στη μηλιά το παραγιναμένο + δεν πέφτει δε μαραίνεται κι' ούτε πουλιά το τρώνε! . . . + Το τρων τα λάφια και ψοφούν ταρκούδια κι' ημερόνουν + κι' άμα το φάνε οι νιόπαντρες ποτές τους δε γεννάνε! + Αχέ το φάει κι' η μάνα μου να μη με κάμει εμένα! . . . + +Τα κορίτσια της Καλαμάτας σε σύνολο, είνε ένας Κρυστάλλης . . . . +Είνε κι' αφτά, που με δυναμόνουν την αγάπη της γλώσας μου! . . . +Τα κορίτσια της Καλαμάτας — τα τραγούδια τους, νά! μια από τις +αρμονίες του milieu. Του milieu, που ζητάνε με τέτιον πόθο κείνοι, +που στα τρυφερά τους όνειρα, παρουσιάζεται αγαπητικιά πεντάμορφη η +Τέχνη η φεβγάτη! . . . + +Και λαός, που έκαμε τα δημοτικά μας τραγούδια δεν είνε αιώνια +καταδικασμένος να διώχνει την Τέχνη! . . . Ο δασκαλισμός, +εβδομήντα τόρα χρόνια, αρώστεια μας είνε περαστική . . . Μετά τον +Τούρκο ο δάσκαλος. . . . Είταν κι' αφτό γραφτό μας! . . . Όμως θα +φύγει κι' αφτός σιγά-σιγά! . . . + + Αθήνα 20 Αυγούστου 1895. + +«Βεβαιώθηκα, πως αποφάσισες πια να τυπόσεις δυο δράματα και σου +γράφω. Μα μην υποθέσεις, πως το γράμμα αυτό, που θα λάβεις, έχει +σκοπό να σε στομόσει. Όχι! θα σου δείξει μόνο αυτό κ' εκείνο και +συ πια είσαι ελεύτερος να κάμεις ό,τι θελήσεις. + +Σκέφτουμαι πρώτα-πρώτα, ποια είνε η αφορμή, που σέκαμε να γράψεις· +αλλ' όχι! αυτό είνε πολύ: που σέκαμε ναποφασίσεις να δημοσιέψεις. +Έγραψες τίποτα έξοχο; τίποτα πρωτότυπο; καινούργιο πράμα; ή, ας +πούμε κι' α δεν έγραψες καινούργιο πράμα, εκείνο, πώγραψες, είνε +χωρίς λάθη τεχνικά, λάθη τέτια, που να μη σκοντάφτουνε τη γλυκειάν +απόλαψη, που αιστάνεται ο καλλιτέχνης αναγνώστης, άμα ρουφάει το +έργο του καλλιτέχνη ποιητή; Γιάννη, εδώ δε σου ρίχνω δίκιο. +Βιάστηκες πολύ! παραπολύ! Μήτε τα χρόνια σε βάραιναν δα, μήτε κι' +η απογοήτεψη σε κυρίεψε τόσο! (1) Δε σε ξέρω τόσο καλά; . . . +Όμως για να διούμε τι θα δημοσιέψεις . . . + +Το «μυστικό του γάμου» σε πράξες τρεις. Θέλεις να σε πω τα καλά +του ή τα κακά του; Θα σε πω κι' από τα δυο, γιατί κι' από τα δυο +έχει. Οι χαραχτήρες των προσώπω δεν είνε πολύ άτεχνοι. Της Όλγας +μάλιστα είνε και κάμποσο αληθινός. Μόνο, που ζουγραφιέται χλιαρά +λίγο. Είνε τόντις υπόδειγμα υστερικής κόρης, και νιόθω ζωντανά +μοντέλα να είχες, άμα την εσύλαβες. Και λέγω μοντέλα, γιατί δε +φαίνεται να είχες ένα μόνο· μα και δυο και τρία, αν ένοσες στην +Όλγα, τα μισοκατάφερες. Της έπλασες χαραχτήρα πιτυχημένο. Τα +υστερικά στίγματα πέφτουνε το ένα απάνου στάλλο και το φτωχό +κορίτσι τραβάει ταντίποινα της αρώστειάς του με πολλήν αλήθεια. + +Όσο όμως πίτυχες στο χαραχτήρα της Όλγας δεν πίτυχες στο χαραχτήρα +τ' Αλέκου. Τονέ θέλεις πνευματιστή και θεόσοφο. Καλά! Τονέ θέλεις +όμως και δυνατό πνεύμα πρωρισμένο να κάμει τίποτα μεγάλο; . . . +Έτσι τουλάχιστο μισοφαίνεται. Εγώ δε λέω: ο θεοσοφισμός κι' ο +άκρατος μυστικισμός ακόμα, μπορεί να προσβάλουνε την ψυχή αθρώπου, +που σκέφτεται κι' ερευνά. Μπορεί ναν τονέ κρατήσουνε αιχμάλωτό +τους και ναν τον κάμουνε και φανατικό. Μ' ανίσως τ' αθρώπου αυτού +η ανωμαλία είνε heureuse που θέλει ο Λομπρόζος, θα περάσει από τα +παλάτια της θεοσοφίας και του μυστικισμού ο άθρωπος αυτός και δε +θα μείνει για πάντα. Δεν είνε δυνατό, πνεύμα, που τραβιέται στην +αποκάλυψη των κρυμένω, να μην το τραβήξουν και τα θέλγητρα τ' +αντίθετου κόσμου του θετικού, να θελήσει ναν τα βυζάξει! Μη +νομίσεις, πως είνε δύναμη θέλησης να μνίσκει κανείς σταθερός σ' +ωρισμένη ιδέα, στο τέλος παθολογική. Αδυναμία ψυχική είνε· και +προληφτικός κατανταίνει ο άθρωπος, που θέλεις εσύ με δυνατή +θέληση. Σε παρακαλώ εδώ να μη με νομίσεις φανατισμένη με θεωρίες, +όπως εκείνη του Munk. + +Καημένε! αφού από την πρώτη πράξη ως την τρίτη περνάει τόσος +καιρός· αφού τ' Αλέκου του γίνουνται τόσα· αφού κι αυτό το milieu, +υποτίθεται, που τον εστρίμωξε στις ιδέες του εκείνες, άλλαξε πια, +γιατί αυτός να μνίσκει ακόμη σε τόσο φανατισμό;! + +Μ' αρέσει ο κ. Λάκης. Έχει τη μόρφωση της εποχής, και την ιδιότητά +του, ως υπέρτερου κάθε πρόληψης τη δείχνει κάθε τόσο. Κι' όμως, +επιτρέπεται σ' ένα σοφό τέτιο να μην εφαρμόζει της επιστήμης τα +μέσα από μόνο το λόγο της στοργής στην κόρη του; Μεγάλο πράμα η +στοργή, δε λέω . . . δεν ξέρω κιόλα! . . . Παιδιά εγώ δεν έχω! , . . + +Τ' άλλα πρόσωπα, γιναμένα να φιγουράρουν το πλαίσιο της όλης +εικόνας, δε μας μέλλει ναν τα εξετάσουμε βαθιά· ας πούμε πως είνε +καλούτσικα φτιασμένα. + +Κι’ έτσι με την ανάλυση τω χαραχτήρων ας μπούμε στην υπόθεση. Η +σύλληψη μιας υπόθεσης τέτιας, είνε αρκετά καλή· ίσως όχι πολύ +πρωτότυπη, μ' αυτό δε βλάφτει. Βέβαια! θέλησες το θεόσοφον Αλέκο +ναν τον απατήσεις, θέλησες ναν τονέ κάμεις να συντύχει την +υστερική Όλγα και ναν την περάσει για το εξιδανικεμένο πρόσωπο, +που η εξέλιξη, κατά τις ιδέες του, θα καταντήσει τον άθρωπο· και +γίνουνται, όσα γίνουνται. Ωραία τόντις υπόθεση. Μα δεν την +έσφιξες. Χρόνο, περσότερο, κρατάει η διεξαγωγή της· κι' εδώ +δείχτεται η αδυναμία του τεχνίτη· η αδυναμία σου. Όχι, γιατί δεν +ένοσες, κατά τα κλασικά το χρόνο, άλλα γιατί μακραίνοντάς τον δεν +έδειξες στην ψυχή τ' Αλέκου το πέρασμά του και την επίδρασή του. +Κι' εδώ θυμάμαι του Schopenhauer τα λόγια: «pour le même motif, +on sait que le plus grave defaut d'un auteur dramatique est que +ses caractéres ne se soutiennent pas, c'est-à-dire qu'ils ne +soient pas tracés d'un bout à l'autre, comme ceux que nous ont +représentés les grands poëtes, avec la constance et +l'inflexible logique, qui président au développement d une force +naturelle» (2). Και μην πάρεις το motif αυτό, πως είνε στο μέρος +σου, γιατί ο αθρώπινος χαραχτήρας αν είνε για τρίτο λόγο +invariable, κατά Schopenhauer, όμως για δεύτερο είνε empirique. +Έπειτα το invariable ή και το le caractére individuel est innè +ερμηνεύουνται με τέτιον τρόπο, που δε μπορείς ναν τα επικαλεστείς +για να προστατέψεις τον ήρωά σου! . . . + +Πώς γίνεται τόρα αυτή η απάτη; ας διούμε. Χωρίζεις το δράμα σου σε +τρεις εποχές, δηλαδή σε τρεις πράξες. Καλά! Η πρώτη εποχή αρχίζει, +που η Όλγα μαραίνεται από την υστερική ανορεξιά κι' ο Αλέκος +φρεσκοφερμένος από τα νοσοκομεία της Nancy κ' ενθουσιασμένος με τη +suggestion, παρμένη από πνευματιστική άποψη, και με τις ιδέες του +τις γνωστές, έρχεται ναν τη γιατρέψει. Η αρχή της θεραπείας είνε η +πρώτη πράξη. Οι σκηνές όμως δεν έρχουνται καλά όλες. Η πρώτη +ξάφνου σκηνή του κ. Λάκη με τον Αλέκο είνε λίγο άτεχνη· κι' αν όχι +αλάκερη, το μέρος όμως, που δηγείται ο κ. Λάκης πως +πρωτοπαρουσιάστηκε η ανορεξία της Όλγας φαίνεται γιναμένο για να +ειπωθούν αυτά. Θα με πεις: και πώς αλλιώς πρέπει να μαθευτεί η +πυρκαγιά και τα επακόλουθά της; Δεν ξέρω! Εγώ δράματα δε γράφω! +Συ, αν ήσουν μεγάλος και γέρος καλλιτέχνης μπορούσες ναν το βρεις +μονάχος σου και ναν το φέρεις έτσι τεχνικά, που εγώ, ξάφνου, η +παρατηρήτρα να μην παρατηρούσα την τεχνική αυτή ατέλεια. Έχει κι' +άλλα λάθη η πρώτη πράξη. Πολύ γλήγορα τελειόνει το σοαρέ· άτεχνα +έρχεται η αφορμή που ο Αλέκος διατυπόνει τις ιδέες του και την +tèlépathie του κ' είνε περιττές κάμποσες κουβέντες. Ωραίο είνε +το τραγούδι της «άγιας πόλης» και κάπως άγαρμπο το τραγούδι του +«πουλιού». + +Η δεύτερη εποχή είνε δυνατώτερη! Δεν έχει κι αυτή τέχνη πολλή μα +και μερικές σκηνές της είνε αρκετά τεχνικές· οι τελευταίες να πω! +Είνε η εποχή, που η Όλγα γιατρεμένη πια από τη θεραπεία εκείνη τ' +Αλέκου τον αρεβωνιάζεται. Πέφτουν καλούτσικα ο έρωτας κι' η +αρεβώνα. Κι ο χαραχτήρας τ' Αλέκου δεν έχει λόγο να είνε +αλαγμένος. Η απάτη δεν έχει γίνει ακόμα. Η Illusion του +φανταστικού κόσμου παραμένει κι' ο Αλέκος δε εμπήκε ακόμα στην +Άγια Πόλη! . . . + +Στην τρίτη εποχή όμως τα πράματα άλλαξαν, χωρίς ναλλάξει ο Αλέκος! +Σου τη συχορνώ όμως κι' αυτή, γιατί δείχτει την Όλγα καλά· πολύ +τεχνικά αναλύεται και με λίγα λόγια, έστωντας και χλιαρά, ο +χαραχτήρας της. Ο κ. Λάκης πολυλογάει κάπως — φαίνεται ναν τ' +αρέσει τόντις η πολυλογία — στη γυναίκα του· εκείνη, μουγκή πολλές +φορές, ανοίγει το στόμα της τώρα κάμποσο· κι' ο Αλέκος, ο +αγαθώτατος Αλέκος εδώ δείχτεται πια όλος. Ωραία είνε η σκηνή τω +δώρων της Όλγας. Κι' η δήγηση της πρώτης νύχτας του γάμου δεν είνε +άσκημη· μήτε κι άσεμνη, αν τη βρουν πολλοί τέτια. Ωραία είνε κι' η +λύση του κι' ικανοποιεί πολλούς! Ξαναπέρνουνται! Πώς ζούνε πια; ας +το σκεφτεί, όπως θέλει καθένας. Το θέμα είνε, πως ξαναπέρνουνται. +Ας πιστέψω εγώ κάνε, πως ο Αλέκος θα γίνει πια άθρωπος, κι' η +Όλγα, που από κείνονα πέρνει το είνε της, καθόλου παράδοξο να +γίνει κι' αυτή γυναικούλα· και . . . τότες κάθουνται εκείνοι καλά! +. . . + +Αυτό είνε Το «μυστικό του γάμου» . . . Βγάνω ένα συμπέρασμα: πως η +σύλληψη με την εχτέλεση δεν περπάτησαν μέσα σου μ' ίδια βήματα. Μα +για να μη με περάσεις κακιά, σου λέω, πως κι' η εχτέλεση μου +χαμογελάει. Έπειτα δεν ξεχάνω, πως είνε έργο αυτό παιδιάστικο· +δηλαδή τώκαμες παιδί είκοσι-είκοσιενός χρονών, αφού το διάβασα για +πρώτη φορά πρόπερσυ το καλοκαίρι. Κι' έχουν να πουν πολύ αυτά· κι +απόδειξη η «Φάρσα της Ζωής» έργο που τώκαμες εφέτος το καλοκαίρι. +Είνε ασύγκριτη η τεχνική διαφορά της «Φάρσας» από το «μυστικό». +Έχει μορφή αυτή! Μα μη νομίσεις πως είνε κι αριστούργημα. Ας +εξετάσουμε και τη «Φάρσα» ναν το διείς! . . . + +Η thèse της «Φάρσας» είνε να δείξει την κακομοιριά της ζωής και +μπορούσες να βάλεις μότο αποκάτου τον τίτλο της το στίχο του Dante +«tanto è amara che poco è più morte;», όπου το amara +κουαλιφικάρει το selva από τους προηγούμενους στίχους της Κόλασης, +κι' όπου το selva μπορεί να παρθεί αλληγορικά και για τη ζωή, ή +καλίτερα το στίχο του δικού μας του Σολωμού «κι' είνε βάρος του η +ζωή» (3) — Τόρα που ανάφερα και θυμήθηκα το Σολωμό, πρέπει να σε +πω τη μεγάλη μου χαρά, που αφιερόνεις το πρώτο σου βιβλίο στη σκιά +του, στη λάμψη του δηλαδή. Ξέρω, πως δεν τώκαμες γιατί τώπε ο κ. +Ψυχάρης προχτές στο «Άστυ» (4). Εσύ με το είπες εδώ και τόσον +καιρό και δεν ξεχάνω το γλυκύτατό σου ανοιχτό γράμμα (5), που +έγραψες μέσα σ' ένα τριανταφυλένιο μεθύσι από κείνα, που σε ρίχτει +η ατέλειωτη και παρθενική ευωδιά, που σκορπάνε οι στίχοι του — . + +Της δίνω και συβολισμό εγώ· με κάνει κάνε να σκέφτουμαι κι' έτσι. +Κι' η εχτέλεση αυτής της ιδέας δεν έρχεται κακά. Τη διαιρείς τη +«Φάρσα» σε τρεις πράξες, που τις χωρίζουνε τη μια από την άλλη +ώρες μόνο. Σ' ώρες μόνο γίνεται το δράμα αλάκερο· δράμα αληθινό. +Μικρές είνε οι πράξες· μα δεν το νομίζω αυτό ελάτωμα. Αφού μπορείς +να πεις ένα πράμα με τόσα λόγια, γιατί ναν το πεις μάλλα τόσα; + +Η πρώτη πράξη δεν είνε τόσο καλλιτεχνική. Δεν ξέρω καλά α +φαίνεται, όπως φαίνεται, γιατί ακλουθάει η δεύτερη κι' η τρίτη +πράξη, ή γιατί τόντις έχει καλαιστητική ατέλεια, μα δε φαίνεται +έτσι ώμορφη. Φαίνεται σαν introduction γιναμένη για την ξεμολόηση +τ' Αντρέα. Κι' αυτή η ξεμολόηση σκεπάζει — τεχνικό ελάτωμα — κι' +ό,τι άλλο θες να πεις στην πρώτη: δηλαδή το δείξιμο της γενικής +νευραστενείας κι' όσων είνε απάνου στη σκηνή κι' όσων δεν είνε: τ' +απαραίτητο, για το δέσιμο, γράμμα τ' αδερφού τ' Αντρέα, και μερικά +άλλα ακόμα. Μα η δεύτερη κι' η τρίτη πράξη είνε ώμορφες. Τεχνικές +πράξες είνε. Ελατώματα αν έχουν είνε τόσο μικρά που τα σκεπάζει η +άλλη ωμορφιά τους. Τα συχαρίκια μου γι' αυτές. Βλέπεις, πως σου +λέω τα καλά σου κι' ενθουσιάζουμαι κιόλα; Και δεν έχει μόνο αυτά +τα προτερήματα η «Φάρσα». Χαραχτήρες δείχτει ζωντανούς· +σπαρταριστά είνε όλα τα πρόσωπα· δεν είνε πλαστό κανένα, σαν τον +Αλέκο. Ο Κωστής είνε τέλειο πράμα· ο Γιάνκος· ο Αντρέας το ίδιο. Η +οικογένεια της κ. Τριάφτη είνε κινητοσκόπιο. Η Φρόσω μόνο μπορούσε +να είχε άλλο χαραχτήρα αφού μάλιστα, όπως την έχεις τόρα, μιάζει +πολύ με το χαραχτήρα του Τάσου· κι' όχι γιατί δεν είνε αληθινός +και πιτυχημένος ο χαραχτήρας της, αλλά γιατί . . . τι τα θέλεις +ό,τι δεν μπλεσάρει γινάμενο από άντρα, από γυναίκα φαίνεται +βαρύτερο πάντα. Κι ένα άλλο προτέρημα του έργου σου είνε η δύναμη, +που δείχνουν τα πρόσωπα, που δε φαίνουνται· ο Μήτσος, ο κ. +Τριάφτης· ο Γεράσιμος. Το μαντολίνο του Γεράσιμου είνε μια +καλλιτεχνική παρατήρηση πρώτης δύναμης! Το μαντολίνο νικάει τον +Αντρέα. Την κατάπληξη, που δίνουν οι επιληφτικοί ή υστερικοί — +υστερικοί· λες κάπου πως το σώμα της έγινε σαν κουλούρα — +παροξυσμοί της Κατίνας κι' η πασιεντζομανία της, η αδιαντροπία η +παθολογική της Φρόσως, η αναίδεια του Τάσου, κρατάνε στη θέση του +τον Αντρέα. Το μαντολίνο όμως τον καταβάλει . . . Αυτό έλειπε . . +. ήρθε κι' εκείνο· τελευταίο μάλιστα! . . . Κι' η στερνή σκηνή του +Τάσου με τη Βασίλω, είνε όλους διόλου, σε βεβαιόνω, θαυμάσια! . . . + +Σε είπα: Το δράμα σου με κάνει ακόμα να συβολίζω και τα πρόσωπα +και προσπαθώ ναν τους βρω τη θέση τους του καθενός. + +Η «Φάρσα της Ζωής» αξίζει. Αριστούργημα βέβαια δεν είνε! Υπάρχει +πού και πού τέτιο πιπίλισμα μα το σύνολο του δεν είνε +αριστούργημα. Συ είσαι μικρός ακόμα να κάνεις αριστουργήματα! . . . + +Και τόρα γενικότερα πράματα. Γιατί αγκαλιάζεις τόσο την παθολογία; +γιατί δε μπορείς να ξεκολήσεις από την hérédité; και τάλλο +δράμα σου, — ο Ντίνος μας — που με δηγήθηκες την υπόθεση προχτές +από κει είνε βγαλμένο! Τάχα δεν είνε ζητήματα άλλα, όμοια μεγάλα, +κοινωνικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά; Η hérédité μπορεί να πει +κανείς εξαντλήθηκε πια. Είπαν κι' είπαν! Στον τόπο μας, είνε +αλήθεια, δε γράφηκε τίποτα, που νανακατόνει ένα τόσο ψηλό ζήτημα· +μα τα έργα αυτά, που θες να παρουσιάσεις και με κάπιαν αξίωση — ή +όχι; — έχουν σχηματισμό κάπως διεθνότερο και δε θαν τα κρίνει +κανείς, μήτε σχετικά με τις Ελληνικές τραγωδίες, μήτε σχετικά με +τα λαϊκά δράματα. Κ' εγώ, που στάκρινα, όχι αφτηρά, αλλά δίκια, +στάκρινα σχετικά με την τέχνη την απόλυτη και της τεχνοτροπίας την +τελευταία εξέλιξη. Κι' αν επρόκειτο, κάνοντας τον κριτικό, να +δημοσιέψω μιαν κάπια κρίση στις φημερίδες, να είσαι βέβαιος, πως +ποτές δε θα σέκρινα έτσι· δε θα σέκρινα δηλαδή, σα φιλενάδα, που +σου λέει μυστικά την κρίση της! Η κρίση μου αυτή από σένα θα +διαβαστεί μονάχα· και συ ξέρεις, ποια ιδέα έχω εγώ για άλλα +σκηνικά έργα της Ελληνικής παραγωγής, που κίνησαν μάλιστα +περσότερο θόρυβο, στην παράσταση τους, τόσο από το κοινό, όσο κι' +από την κριτική. + +Ο «Βασιλικός » του Μάτεση κι ο «Βουρκόλακας» του Εφταλιώτη δεν +παραστάθηκαν, φίλε μου· και πόσοι τους ξέρουν; . . . Αλλά τι έχει +να κάνει; . . . Αμ ο «Ψυχοπατέρας» του κ. Ξενοπούλου κι' αν +παραστάθηκε και τι; . . . » + +* * * + +Κι' εγώ πούλαβα αφτό το γράμα απάντησα στη στιμή! + +« . . . μήτε αξίωση, έχω πως έγραψα αριστουργήματα, μήτε η κρίση +σου με φάνηκε αφτηρή. Ίσως μήτε κι' όσο έπρεπε δίκια . . . Η αγάπη +σου ξεχειλίζει πού και πού. Όμως δεν πρέπει ναν την ξέρω μόνος +εγώ! . . . Θες δε θες θαν τη βάλω μπρος στο βιβλίο μου . . . Μη +φοβάσαι για τις αλήθειες, που λες, πως θα με βλάψουν. Όποιος +νιώσει το γράμα σου . . . τέλειωσε! κι' α με κατηγορήσει κι' αν +πει πως δεν αξίζω τίποτα κι' α φανταστεί, πως δεν έχω μήτε την +ελπίδα καν, πως κάτι μπορεί να φτιάσω με τον καιρό, λόγο του +κουτουρού δε θα πει . . . Σκεφτικός θάνε άθρωπος και μακρυσμένος +από πρόληψες κι' ό,τι κι' αν πει ωφέλεια θα με δόσει. — Το γράμα +σου είνε ο πρόλογος, που πεθυμούσα . . . πώς τον αποθυμούσα! . . . +» + + ΓΙΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΜΠΥΣΗΣ. + + + +ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ + +Σε πράξες τρεις. + + + + +ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ + +Ο κ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΚΗΣ, καθηγητής του Πανεπιστημίου. +Η κ. ΑΣΠΑΣΙΑ ΛΑΚΗ, γυναίκα του. +ΟΛΓΑ, κόρη τους. +Ο κ. ΚΩΣΤΑΣ ΚΙΑΡΑΣ, βουλεφτής. +Η κ. ΜΑΡΓΑ ΚΙΑΡΑ, γυναίκα του. +ΑΛΕΚΟΣ, γυιός τους, γιατρός. +Η κ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ, αδερφή του κ. Λάκη. +ΛΕΛΑ, κόρη της. +ΝΙΚΟΣ Δ1ΑΜΑΝΤΙΔΗΣ, οικογενειακός φίλος. +ΦΟΦΩ, αδερφή του. +Ένας άθρωπος. +Δυο-τρεις περέτες. + + + +Η σκηνή στην Αθήνα. + + + +ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ + +(σε πράξες τρεις) + + + +ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ + + + +Το σπήτι του κ. ΛΑΚΗ + +Η σκηνή παρασταίνει το σαλόνι του κ. ΛΑΚΗ· πλουσιότατο και +καλλιτεχνικότατο. Στο βάθος ένα τραπέζι με ετοιμασία τσαγιού. +Απέναντι το πιάνο· δεξιά η θερμάστρα . . . Νύχτα. + +(Ο κ. ΛΑΚΗΣ κι' ο ΑΛΕΚΟΣ). + +Αλέκος. Δεν το εξετάζω έτσι το θέμα . . . + +Ο κ. Λάκης. Όπως κι' αν το εξετάσεις το συμπέρασμα είνε, πως η +Όλγα μας είνε καταδικασμένη. + +Αλέκος. Ίσα-ίσα εγώ λέγω, πως πολύ έφκολα την καταδικάζουμε . . . + +Ο κ. Λάκης. Αφτοί οι ενθουσιασμοί, Αλέκο, επίτρεψέ μου να σε πω, +πως είνε νεανικοί· πως είνε ενθουσιασμοί ενός πρωτόβγαλτου, που +στο διάβα του δεν του έτυχαν ακόμα αποτυχίες! . . . + +Αλέκος. Σας παρακαλώ . . . + +Ο κ. Λάκης. Ύστερα θυμούμαι τη μικρή αδερφή της γυναίκας μου· κι' +αφτή τέτια στίγματα υστερικά έδειξε . . . Όμοια . . . Ήμουν κι' +εγώ τότες πρωτόβγαλτος κι' είχα τόση πεποίθηση στη θεραπεφτική μου +. . . Μα δεν την έσωσα, Αλέκο . . . + +Αλέκος. Οι συγκριτικές απόδειξες δεν είνε κι' αξιώματα, κ. Λάκη. +Έπειτα θυμηθείτε, πως η επιστήμη πρόδεψε από τότες . . . + +Ο κ. Λάκης. Α! Αλέκο . . . ναι! πρόδεψε και το ξέρω πολύ καλά . . . +Μη νομίσεις όμως, πως από κείνο το δωμάτιο (δείχτει το δωμάτιό +του) δεν παρακολουθώ βήμα βήμα κάθε καινούργια ανακοίνοση και +καινούργια θεωρία . . . + +Αλέκος. Με συχωρείτε· δεν εννοούσα αφτό . . . + +Ο κ. Λάκης. Κι' η θεραπεφτική της ιδέας δεν είνε σημερνή +ανακάλυψη, Αλέκο. + +Αλέκος. Αφτό δεν εμποδίζει . . . + +Ο κ. Λάκης (σηκόνεται κι' ανάβει τσιγάρο). Που λες, Αλέκο, αφτά +είνε ταληθινά ζητήματα . . . + +Αλέκος. Κι' όμως ξέρουμε και την αιτιολογία . . . + +Ο κ. Λάκης. Την αφετηρία να πεις . . . Αχ! μη με τα θυμίζεις την +εποχή εκείνη, γιατί με τύφτει η συνείδησή μου . . . με κάνεις για +μόνη φορά να συφωνήσω μαζύ σου και να παραδεχτώ, πως η Όλγα μου +δεν είνε παρά του εγωισμού μου η καταδίκη . . . + +Αλέκος. Με συχωρείτε, κ. Λάκη . . . Εγώ μήτε εσκέφτηκα ποτές +μου . . . + +Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Άκου με . . . για τις θεωρίες σου θέλω +να πω του εσωτερικού κόσμου . . . Τι τα θέλεις; . . . Τότες . . . +(ύστερα από λίγο) Αλέκο, άφισέ με να σου την ξαναπώ την ιστορία . +. . και να σε πω για πρώτη φορά το μυστικό, που με βαρένει . . . Η +κόρη μου έπαθε κι' εγώ έπαθα! . . . Νά! από πολυλογία! . Γενάρης +είτανε και τότες . . . Τέτια εποχή . . . και τότες μαζεβόμαστε +εδώ, μα όχι για να διασκεδάζουμε την Όλγα . . . Είχε τελειόσει η +συναναστροφή μας . . . Είχε φύγει ο κόσμος και κοιμόμαστε πια . . +. Εκεί με ξύπνησε ξάφνου η τρομερή εκείνη βουή . . . Ετίκλονε ένας +καπνός· άκουγα ξύλα να τρίζουν. Οι περέτες κάτου έτρεχαν σα +δαιμονισμένοι και στο μισοκοιμίσι μου κατάλαβα τι έτρεχε . . . Το +κάτου πάτωμα, εκαίγονταν. Οι φλόγες σε λίγο θα μας περικύκλοναν! . +. . Τρέχω στη στιμή στην κάμερα της Ασπασίας και της χτυπώ. Τρέχω +στης Όλγας και της φωνάζω· κι' ο καπνός πια μ' έπνιγε . . . Η +σκάλα είχε πάρει φωτιά . . . Τότες εγώ, αλαφιασμένος και +μισοζαλισμένος, απάνου σ' εκείνο τον κίντυνο και στην αιφνήδια +προσβολή της ζωής μου τρέχω στη σκάλα να σωθώ . . . Ναι! . . . +Αφτά δε στάπα τότες και μήτε τάπα σε κανέναν άλλο. Μα συ και τόσο +νέος και τόσο εκκεντρικός έχεις όμως τη δύναμη να δέχεσαι +ξεμυστηρέματα και ναν τα φυλάς . . + +Αλέκος. Σας εφκαριστώ για την εμπιστοσύνη σας, κ. Λάκη . . . + +Ο κ. Λάκης. Τι με είταν τότες η ζωή; Η ίδια η εφτυχία πες . . . +Δεν την είχε σκεπάσει ακόμα κανένα σύγνεφο . . . Και σώθηκα . . . +βρέθηκα στο δρόμο . . . στον κόσμο τον άπειρο, που τριγύριζε εκεί +με φωνές και περιέργεια, χωρίς να δίνει και μεγάλη βοήθεια . . . +Τότες, ξεζαλισμένος πια, σωμένος, συλογίζουμαι τη γυναίκα μου και +την κόρη μου . . . Τι νάγειναν;! . . . Φωνάζω: «αδέρφια σώστε τες +. . . για όνομα του θεού σώστε τες! . . . » Ένας χριστιανός με +βεβαίοσε, πως σώθηκαν και πως τις πήγαν στου γαμπρού μου του +Θεοφίλου. Εκεί μ' οδήγησαν κι' εμένα. Ανεβαίνω 'γλήγορα γλήγορα τη +σκάλα και βλέπω την Ασπασία . . . Σώθης; . . . της φωνάζω! Ο Θεός +μέσωσε, μου λέει και πέφτει στην αγκαλιά μου! Μα σου λέω κι' αφτό +το μυστικό . . . Εκεί σταληθινό μας αγκάλιασμα ένιοσα, πως η +Ασπασία έκαμε ό,τι κι' εγώ και χωρίς να συλοηστώ εκείνη τη στιμή +το δικό μου εγωισμό, πικράθηκα λίγο με το δικό της . . Η Όλγα μας; +φωνάζω στη γυναίκα μου . . . Εδώ είνε, με λέει και με τραβάει στην +κάμερα της Λίλας . . . Εκεί την είχαν ξαπλωμένη! Λιποθυμισμένη η +κόρη μου με καημένα τα μαλάκια της και τσουλουφριασμένα! . . . +Γονατίζω στο κρεβάτι της ο φτωχός, και με το στανιό ζητούσα ναν +της δόσω τη δική μου την πνοή . . . τη δική μου τη ζωή! . . . ω! +αγαπημένη μου Όλγα . . . λατρεφτό μου κορίτσι . . . Σώθηκε, Αλέκο! +Μ ' από τότες και τα υστερικά αφτά στίγματα την κυρίεψαν . . . Από +τότες αηδιάζει κάθε φαΐ και λιόνει . . λιόνει σιγά-σιγά. Τέσερα +χρόνια τόρα και τι δεν εδοκίμασα; . . . και πού δεν την πήγα;! . . +. Τι ταξίδια δεν της έκαμα;!. . Ποιος γιατρός δεν την είδε; . . . +Μα η επιστήμη σταβρόνει τα χέρια της για το κορίτσι μου. Κι' εγώ, +που δίνω τη ζωή σε τόσους αρώστους, που διορθώνω οργανισμούς +χαλασμένους . . . ω! . . . μπρος της μηδενίζουμαι και δεν αξίζω +τίποτα . . τίποτα . . + +Αλέκος. Σεβαστέ μου κ. Λάκη, μην απελπιζόσαστε! ., . Εκηρύξατε +μόνος σας την ανεπάρκεια της επιστήμης σας . . . Αφίστε να +δοκιμάσω κι' εγώ τη δική μου επιστήμη . . . + +Ο κ. Λάκης. Ποιά είνε η δική σου επιστήμη, Αλέκο; Έχεις κανά +σκέδιο καινούργιο; Έστω . . Μα τα πρώτα πειράματα δεν τα κάνει +κανείς στο παιδί του! . . . Ω! η Όλγα μου είνε καταδικασμένη . . . +αργά ή γλήγορα θα μου τη σπαράξει την καρδιά μου! . . . + +Αλέκος. Ποιά είνε η δική μου επιστήμη; Θα σας περικαλέσω να μη +γελάστε . . . Με είπατε προλίγου, πως την πήγατε παντού και σ' +όλους τους γιατρούς . . . Στην Τήνο την πήγατε; . . . + +Ο κ. Λάκης. Πού;! . . . Στην Τήνο; . . . Αστειέβεσαι δηλαδή; . . . + +Αλέκος. Καθόλου! . . . Η πίστη της Όλγα κάνει θάματα . . . +Δοκιμάστε . . . + +Ο κ. Λάκης. Από τα ίδια άρχησες πάλε! Ξέρεις τι θα πει στη +Σαλπετριέρη να κουνήσει το κεφάλι του ο Σαρκώ σε μένα; και να με +πει: «κύριε Λάκη, στην κατάσταση της κόρης σου το μόνο φάρμακο, +που σε συβουλέβει ο συνάδερφός σου είνε η απομόνοση». Τα +καταλαβαίνεις αφτά; . . . Μα ποιος από μας αντέχει σ' αφτό το +φάρμακο; . . . + +Αλέκος. Κι' όμως αφτά όλα συνηγοράνε σ' ό,τι σας ζητώ . . + +Ο κ. Λάκης Δηλαδή; . . . + +Αλέκος. Νά μου επιτρέψτε να εφαρμόσω τη δική μου θεραπεία . . . (ο +κ. Λάκης κουνάει το κεφάλι) Μα, κ. Λάκη, σας παρακαλώ θερμά . . . +σας το ζητώ επί τέλους για χάρη και δεν είνε πολύ σπουδαίο ό,τι +σας ζητώ . . . Θέλω μόνο να μ' αφίσετε ελεφτεριά μαζύ της χωρίς να +με παρεξηγείστε . . . + +Ο κ. Λάκης (με ενδιαφέρο), Α! . . . μ' αφτά τάχεις με το δίκιο σου +. . . ipso jure να σου μιλήσω νομικά . . . + +Αλέκος. Σας εφκαριστώ . . . + +Ο κ. Λάκης. Κι' επειδή εσύ περιορίζεις τις παράκλησές σου ως +εφτού, εγώ θα σου τις ανεβάσω πιο ψηλά . . . Θα σε δόσω όχι πια το +δικαίομα , αλλά την υποχρέοση να μην την αφίσεις μονάχη καθόλου . +. . . (σε λίγο με χαμόγελο) Μα μην πιστέβεις πως μέπεισε ο +ενθουσιασμός σου ο νεανικός για τη θεραπεφτική σου . . + +Αλέκος. Οπωςδήποτε . . . Σας εφκαριστώ . . . σας εφκαριστώ . . . + +(Μπαίνει η κ. ΛΑΚΗ) + +Η κ. Λάκη. Γιατί κλεισμένοι τόσην ώρα; Ήθελαν νανάψουν καλά τη +σόμπα και δεν τολμούσαν . . . Ενιά η ώρα . . . + +Ο κ. Λάκης (σηκόνεται). Ενιά η ώρα;! . . Πώς παρασέρνει η κουβέντα +. . . Pardon, Αλέκο μια στιγμή!. . πάω να φορέσω τη βαρύτερη μου +ρετιγκότα . . . Ασπασία, να πεις νανάψουν καλά τη σόμπα . . . γι' +αφτό κρύονα . . Η Όλγα; + +Η κ. Λάκη. Είνε στην κάμερά της· όπου νάνε θαρθεί . . . + +Ο κ. Λάκης au revoir· (φέβγει). + +Η κ. Λάκη. Μα τι λέγατε τόσην ώρα; + +Αλέκος. Μας παράσυρε η επιστημονική συζήτηση. + +(μπαίνουν περέτες και συγυρίζουν). + +Αλέκος. Σήμερα η ματμαζέλ Όλγα κάτι έφαγε. , . + +Η κ. Λάκη. Ναι! . . . Ξέρεις πόσον καιρό είχε να φέρει τόσο το +πιρούνι στο στόμα; + +Αλέκος. Ο κ. Λάκης, κυρία Ασπασία, παρατήρησε, πως, άμα η καλοσύνη +σας με παραχωρεί μια θέση στο τραπέζι σας, η ματμαζέλ Όλγα, από +αβρότητα, φαίνεται που τόσο την παρακαλώ, πάντοτε κάτι δοκιμάζει . +. . + +Η κ. Λάκη. Αφτό, Αλέκο, το παρατήρησα κι' εγώ κι' ήθελα ναν το πω! +. . . Ναι!. . Φαίνεται η Όλγα έτσι σα να μη θέλει να σου χαλάσει +το χατήρι . . . σα ναν τις επιβάλουνται οι δικές σου +παράκλησες . . . + +Αλέκος. Την παρατήρηση αφτή, κ. Ασπασία, τη συζητήσαμε προλίγου. +Κι' εγώ επήρα το θάρος να παρακαλέσω τον κ. Λάκη να μου επιτρέψει +να σας ενοχλώ κάπως συχνότερα. + +Η κ. Λάκη. Ω! . . . ω! . . . θα πιθυμούσα τέτιες ενόχλησες να μη +μας άφιναν καθόλου. + +Αλέκος. Πόσο είσαστε καλή (ακούγοννται πατήματα). Α! η μαντμαζέλ +Όλγα . . . + +(Μπαίνει η ΟΛΓΑ) + +Αλέκος. Καλώς ορίσατε . . . + +Η κ. Λάκη. Τόρα, που σου αφίνω συντροφιά, Αλέκο, θα μου επιτρέψεις +να περάσω κι' εγώ μια στιγμή από την κάμερά μου . . . (φέβγει). + +Αλέκος. Και πώς περάσατε μαντμαζέλ; + +Όλγα. Πώς να περάσω, κύριε Αλέκο; Καλά. + +Αλέκος. Καλά;! . . . + +Όλγα. Μονάχα ένα βάρος έχω μέσα μου . . . εδώ, νά! . . . (ο Αλέκος +την κυτάζει κατάματα). Μα όχι, κ. Αλέκο, δεν έχω . . . δε θα με +μαλόστε . . . ε;! . . . (με χαμόγελο). + +Αλέκος. Να σας μαλόσω; εγώ να σας μαλόσω; . . Πιστέψτε, πως η +τόλμη μου δε φτάνει ως εκεί . . . Μπορούσα να σας παρακαλέσω . . . +μάλιστα . . . να με υποχρεόστε! Μπορούσα να σας έλεγα και κάτι +άλλο . . . + +Όλγα. Τι άλλο; . . . + +Αλέκος. Τι θέλετε ναν το μάθετε, μαντμαζέλ;. . . Αφτό μόνο εμένα +ενδιαφέρει . . . + +Όλγα. Merci, κ. Αλέκο, ωραία!. . . . Ενδιαφέρει μόνο εσάς: . . . +Είσαστε κακός ναν το λέτε, πως ενδιαφέρει μόνο εσάς! . . . + +Αλέκος. Pardon. Ξέρω τη μεγάλη σας καρδιά και τη μεγάλη +συγκατάβαση, που μούχετε. Θα σας το πω, μαντμαζέλ . . . Νά! . . . +Δεν έχετε πια μαζύ μου την αδερφική ελεφτεριά, που είχατε προτού +φύγω για την Εβρώπη! . . . Με θεωρείτε έτσι σαν ξένο . . . μα όχι! +είνε πολύ! . . . πώς ναν το πω; . . . + +Όλγα. Τι;! . . . + +Αλέκος. Δε με θεωρείτε πια Αλέκο . . . με θεωρείτε κύριον +Αλέκο! . . . + +Όλγα (με χαμόγελο) Κύριον Αλέκο; . . . Μα δεν είσαστε κύριος +Αλέκος; . . . Τι σας φταίω εγώ; . . . Σεις μόλις ήρθατε κι' ένα +μήνα τόρα δε με λέτε: μαντμαζέλ Όλγα; Δε με μιλείτε: σεις; . . . + +Αλέκος. Για μένα διαφέρει! . . . Εγώ πάντα ήμουν, είμαι και θα +είμαι ο Αλέκος, που η μικρούλα του αδερφή τονέ διάταζε και που +εκείνος μόνο την παρακαλούσε . . . + +Όλγα. Τα παρακάλια ταδερφού μου δεν είταν κι' αφτά διαταγές για +μένα; . . + +Αλέκος. (ύστερα από λίγο). Για θυμηθείτε, μαντμαζέλ, τι ώμορφα, +που περνούσαμε μικροί . . . Θυμούμαι, μια φορά, που είχαμε πάει +εγδρομή στην Πεντέλη . . . Πόσα χρόνια πάνε από τότες; . . . Δε +θαν την ξεχάσω εκείνη την εποχή ποτές μου . . . Σεις με πιστέβατε +τότες! . . . Θυμούμαι, μαντμαζέλ, που μάζεψα βατόμουρα και σας +τάφερα! . . . Σεις τα βλέπατε για πρώτη φορά . . . Σας είπα: «Είνε +ωραία, γλυκά . . . φάγε·» και σεις με είπατε: «αρκεί που μου τα +δίνεις εσύ! . . . » + +Όλγα. Και τόρα θαν τόλεγα. + +Αλέκος. Και τόρα;! . . . Α! μαντμαζέλ Όλγα . . . αν ανοίξτε την +καρδιά μου θα διείτε, πως κι' αν το λέγατε, δε θαν το κάνατε . . . +Μιαν άλλη φορά, που είμαστε στον Πόρο . . . θυμόσαστε; . . . εσείς +στην Plage με την γκουβερνάντα σας πετούσατε πετρούλες στην θάλασα +. . . Εγώ έκανα βόλτες με πανί στην ακρογιαλιά με μια βαρκούλα . . +. Σεις με βλέπατε και τρομάζατε . . . Σας λέω: «μην κάνεις έτσι . +. . δεν είνε φόβος! Έλα και συ μαζύ μου να διείς! . . . » και σεις +ήρθατε μόνο γιατί σας το ζήτησα εγώ! . . . Νικήσατε το φόβο σας, +γιατί με πιστέβατε . . . Τα θυμόσαστε; . . . + +Όλγα. Πώς δεν τα θυμάμαι! . . . + +Αλέκος. Και τόρα ναλάξετε τόσο;! . . . να με φερνόσαστε έτσι;! . . . + +Όλγα. Πώς σας φέρνουμαι, κύριε Αλέκο; + +Αλέκος. Ορίστε! . . . Με μιλείτε κύριον Αλέκο! . . . Δε με +διατάζετε πια και 'γω, πώς να σας παρακαλώ; . . . + +Όλγα. Σας βεβαιόνω, πως δεν έχετε δίκιο. Εγώ δε θα σας ξαναμιλήσω +πια κύριον Αλέκο. Μα σεις θα εξακολουθείστε να μη με λέτε μόνο +Όλγα; + +Αλέκος. Εγώ;!. . μόνο Όλγα θα σε λέω. Νά!. . (πάει κοντά της) Όλγα +μου! Αγαπημένη μου αδερφούλα!. . Έτσι θα σου μιλώ πια . . . Σ' +αρέσει; + +Όλγα. (με μικρό γέλιο) Ω! ναι!. . Τι καλά . . . + +(Μπαίνει ο κ. Λάκης) + +Ο κ. Λάκης (με γέλιο). Τι σου θύμιζε ο Αλέκος; + +Όλγα. Ω! μπαμπά μου ήρθατε; . . . Ο Αλέκος είπατε! Συφωνήσαμε, +μπαμπά, με τον Αλέκο να φερνόμαστε, όπως τότες, που είμαστε μικροί +. . . θα με λέει Όλγα μονάχα, θαν τονέ λέω Αλέκο . . . + +Αλέκος. Θα πηγαίνουμε πάντα μαζύ, όπως τότες . . . Θα κάνουμε +excursions . . . Νά! μεθάβριο θα πάμε στο Τατόι με τον Ήλιο . . . +Την άνοιξη θα κάνουμε ταξιδάκι στον Πόρο . . . στα Μέθανα. Θα +παίζουμε μουσική μαζύ! . . . Θα λέμε ιστορίες! . . . + +(Ανοίγει ο περέτης την πόρτα· μπαίνει ο κ. κι' η κ. ΚΙΑΡΑ) + +Ο κ. κι' η κ. Κιάρα. Καλή σπέρα σας! . . . + +Οι άλλοι. Καλώς ορίσατε· (η κ. Κιάρα φιλεί την Όλγα). + +Η κ. Κιάρα. Η Ασπασία; + +Ο κ. Λάκης. Τόρα θαρθεί . . . Και γιατί αργήσατε σήμερα; . . . + +(Μπαίνει η κ. ΛΑΚΗ) + +Η κ. Λάκη. Α! ήρθατε; . . . (χαιρετιούνται· οι δυο γυναίκες +φιλιούνται). + +Ο κ. Κιάρας (Στην Όλγα). Η Όλγα μας, πώς πέρασε σήμερα; + +Όλγα. Ωραία, κ. Κιάρα· από ταπόγυιομα είχαμε εδώ τον Αλέκο . . . + +Η κ. Κιάρα. Σεις κοντέβετε πια να μας τον πάρετε ολότελα . . . +Περσότερο τονέ βλέπετε σεις παρά εμείς. . + +Ο κ. Λάκης. Που θα πει, πως τον αγαπάμε περσότερο από σας . . . + +Αλέκος. Σας εφκαριστώ . . . + +(Ξανανοίγει ο περέτης την πόρτα· μπαίνει η κ. Θεοφίλου με τη +ΛΕΛΑ). + +Η κ. Θεοφίλου κι η Λέλα. Καλή σπέρα σας. + +Οι άλλοι. Καλή σπέρα . . . (χαιρετιούνται. Η Λέλα πάει κοντά στην +Όλγα. και φιλιούνται. Την ίδια ώρα ξανανοίγει η πόρτα και μπαίνει +ο κ. Διαμαντίδης με τη Φοφώ· χαιρετιούνται κι' αφτοί! . . . +Κάθουνται. Ο κ. Λάκης ξαπλωμένος σένα διβάνι καπνίζει. Ο Αλέκος +σιγομιλεί με τη Λίλα· η Όλγα με τη Φοφώ και το Νίκο· η κ. Θεοφίλου +κάτι λέει μυστικά στην Ασπασία . . .) + +Ο κ. Λάκης. (φυσώντας τον καπνό από το στόμα του) Σήμερα δεν έχετε +να πείτε τίποτις. Μας έκαμε μια μέρα σπάνιο πράμα . . . + +Ο κ. Κιάρας. Τι έξοχος Ήλιος! . . . + +Η κ. Κιάρα. Εμείς κατεβήκαμε στο παληό Φάληρο. Τι κόσμος! τριάντα +αμάξια . . . κατέβηκαν κι' οι πρίγκηπες! . . . Θαρεί κανείς, πως +είνε άνοιξη . . . + +Ο κ. Λάκης. Εγώ είχα εξέτασες στο Πανεπιστήμιο, που με κράτησαν +αργά και τον εστερήθηκα τον έξοχο αφτό Ήλιο . . . Μα σεις, +Κωστάκη, δεν, είχατε βουλή σήμερα, ή δεν πήγες; + +Ο κ. Κιάρας. Δεν πήγε κανείς μας . . . Τάχα δεν το ξέρεις; . . . + +Ο κ. Λάκης. (με γέλιο) Α! ναι! . . . το ξέχασα! Και δε μου λες πια +ε; τι λέτε, θα κατορθόστε τη διάλυση; . . . + +Ο κ. Κιάρας. Εγώ δεν το παραπιστέβω . . . Η κυβέρνηση την κάνει +την απαρτία μ' όλα αφτά! . . Τους σέρνει, αδερφέ . . . ό,τι τους +πει το κάνουν . . . + +Ο κ. Λάκης, (γελώντας) Δε θέλω να σε πειράξω, καημένε, αλιώς θα +σου 'λεγα, πως όλοι οι αρχηγοί το κατορθόνουν αφτό . . . Σεις τάχα +με την κωλυσιεργία σας δεν ακούσατε κανένα;! . . . + +Ο κ. Κιάρας. (με λίγο γινάτι) Καημένε! . . . Μη λες, πως δεν +ανακατέβεσαι στην πολιτική· πες το ξάστερα, πως είσαι κυβερνητικός +. . . + +Η κ. Λάκη. (διακόφτοντας την κουβέντα της) Πολιτικά στη μέση; ω, +Θε μου! μα επί τέλους, πώς το θέτε! . . . Εμείς δε μπορούμε ναν +τακούμε αφτά . . . Κώστα, σε παρακαλώ στο σπήτι μου να ξεχνάς το +βουλεφτιλίκι σου! . . . + +Η κ. Κιάρα. Αμά, Ασπασία, πες τους τα . . . Εμάλιασε η καρδιά μου +μ' αφτή την πολιτική . . . + +Ο κ. Κιάρας. Είπαμε πια τον τελεφταίο λόγο. Ε! Χρίστο; . . . + +Ο κ. Λάκης (γελάει) . . . + +Όλγα. (δυνατά) Λίλα . . . Αλέκο, pardon που σας διακόφτω . . . Έλα +λοιπόν να σου συστήσω τον κ. Διαμαντίδη . . . + +(Πλησιάζει Ο ΑΛΕΚΟΣ) + +Όλγα. Ο κ. Νίκος Διαμαντίδης, ο κ. Αλέκος Κιάρας! + +Αλέκος. Χαίρω πολύ. Οι συστάσες της Όλγας κι η γνωριμία της +μαντμαζέλ Φοφώς μέκαμαν να επιθυμήσω πολύ τη γνωριμία σας, κ. +Διαμαντίδη (δίνουν τα χέρια). + +Νίκος. Κι' η δική μου επιθυμία να σας γνωρίσω είταν πολύ μεγάλη, +κ. Κιάρα . . . + +Όλγα. Τόρα θα γίνετε στενοί φίλοι! . . . + +Αλέκος. (στο Νίκο) Λείπατε στην Αλεξάντρεια;. . + +Νίκος. Μάλιστα. Χτες ήρθα. + +Λέλα. Και το ταξίδι σας, κ. Διαμαντίδη; + +Νίνος. Άθλιο, μαντμαζέλ . . . Χειμωνιάτικο ταξίδι. Λίγο έλειψε να +πνιγούμε. + +Όλγα. Ω! . . . φρίκη! . . . + +(Η ΛΕΛΑ κοκινίζει λίγο) + +Ο κ. Λάκης, (δυνατά) Έγεινε η γνωριμία;! . . . ωραία! . . . Τόρα +Αλέκο, θα σου κάνει μια σουρπρίζ ο κ. Διαμαντίδης. Ξέρεις: είνε +ένας βαρύτονος πρώτης — Δεν πιστέβω, κ. Διαμαντίδη να είσαστε +κουρασμένος; . . . + +Νίκος. Βέβαια . . . όχι! . . . Στο σπήτι σας κι' η μεγαλείτερη +κούραση χάνεται . . . + +Ο κ. Λάκης. Σ ' αφτό συντείνει κι' η δική σας συντροφιά . . . +Λέλα, κάθισε στο πιάνο . . . + +(Η ΛΕΛΑ με πολλή της εφκαρίστηση σηκόνεται και κάθεται στο πιάνο). + +Ο κ. Λάκης. θα μας τραγουδήσεις το δικό σου τραγούδι . . . Η Λέλα +το ξέρει. + +Νίκος. Όπως θέλετε . . . + +Η κ. Θεοφίλου. (στον κ. Κιάρα) Κώστα . . . Το εκαρτέ μας; Με το +χρωστάς . . . Άφισέ τους αφτούς με τις μουσικές τους και πάμε εκεί +στη γωνιά ναν το παίξουμε. + +Η κ. Λάκη. Μα δε βαριόσαστε τόρα; . . . + +Ο κ. Κιάρας. Της το χρωστώ . . είνε ανάγκη . . . + +(πάνε σ' ένα τραπεζάκι κοντά στη σόμπα). + +(Η ΛΕΛΑ δοκιμάζει τα χέρια της στο πιάνο· έπειτα ο ΝΙΚΟΣ +τραγουδάει κι' εκείνη ακομπανιάρει). + + + Το τραγούδι των πιστών + + + Στην Άγια Πόλη δυο πιστοί πάνε μαζύ ! . . . + ξεκίνησαν να φτάσουνε εκεί πεζοί! . . . + Θέλαν της πίστης τους τη δίψα να χορτάσουν, + θέλαν τα βάσανα του κόσμου να ξεχάσουν . . . + Κι' όσο εγκίζανε κοντά στην Άγια Πόλη + τόσο κι' εκείνη η πίστη τους σκιρτούσε όλη . . . + Μα ξάφνου είδαν όμοια Πόλη και την Άγια + κι' αμέσως και της πίστης τους σβύσαν τα μάγια. + + +Ο κ. Λάκης (χειροκροτάει κι' οι άλλοι μαζύ του). Ε;! . . Αλέκο, +πώς σου φάνηκε; + +Αλέκος. Θαυμάσια! . . Είσαστε artiste, κ. Διαμαντίδη! . . + +Νίκος. Merci. + +Αλέκος. Είνε δική σας η μουσική; . . + +Νίκος. Δική μου. + +Αλέκος. Μελωδικότατη μουσική . . Και οι στίχοι; + +Νίκος. Οι στίχοι; . . . Όχι! + +Αλέκος. Ασεβείς στίχοι· à propos έχω κι' εγώ ένα τραγούδι . . . +Δε θαν το τραγουδήσω βέβαια με τη χάρη τη δική σας, μα 'γω πιστέβω +στην καλοσύνη σας και στην επείκειά σας! . . . + +Ο κ. Λάκης. Ναν το πεις λοιπόν! . . . + +Αλέκος. Θα λυπηθώ, που δε θα μακομπανιάρει η μαντμαζέλ Λέλα . . . + +Ο κ. Λάκης. Δεν πειράζει . . . Κάθισε μόνος σου . . . + +(Ο ΑΛΕΚΟΣ κάθεται στο πιάνο) + +Αλέκος. Ας είνε λοιπόν . . . (τραγουδάει) + + + Το άπλερο πουλί + + Ένα πουλάκι με άπλερο λιγνό κορμί + με μικρά φτερά + Τρέχει στ' αγέρα την ανίκητην ορμή + με μικρά φτερά + — Πού πας, πουλάκι αδύνατο, θε να χαθείς + με μικρά φτερά + Κλαρί δε θάβρεις πουθενά να τσακωθείς! . . . + — Στο διάβα μου α δε θάβρω δέντρο να πιαστώ + και θα πάω μακρά + Αφ' την ορμή τ' αγέρα κι' α δε βγω σωστό + και θα πάω μακρά + Πάντα θα φτερουγάω στ' άνεμου τη βια + και θα πάω μακρά + Τι προτιμάω τον κόσμο οχ τα στενά κλουβιά! . . . + +Νίκος (χειροκροτάει). Τι αρμονία! . . . Σας αρέσει ο Βάγνερ, κ. +Κιάρα; + +Αλέκος. Με τρελαίνει . . . εσάς; . . . + +Νίκος. Οι αρμονίες του μου περεχούνε την ψυχή! . . . Μα τι να σας +πω, δεν εδοκίμασα ποτές μου τέτιου είδους ακόρντα στις φτωχές μου +μελωδίες! . . . + +Ο κ. Λάκης. Εγώ τι να σας πω, κύριοι μου . . . Τ' αφτί μου απ' +αφτές τις ντελικατέντζες δεν παρακαταλαβαίνει . . . Μα 'κείνο, που +ξέρω είνε, πως το τραγούδι των πιστών μ' άρεσε πιο πολύ! . . . + +Νίκος. Όχι δα! . . . η αρμονία του τραγουδιού του κ. Κιάρα έχει +μια συβολικιά όλους διόλου περιπάθεια . . . + +Αλέκος. Πολύ ανεβάζετε τη μετριότητά μου! . . . + +Ο κ. Λάκης. Κι' εδώ οι συβολισμοί;! . . . Αμ' αφτό είνε! . . . +Εγώ, κύριοι μου, τα σκεπασμένα διαμάντια δεν τα θέλω . . . προτιμώ +και το γιαλί απέναντί τους! . . . + +Αλέκος. Τι γλυκά, όμως άμα ψάξετε μόνος σας και τα βρείτε! . . . + +Ο κ. Λάκης. Πού καιρός για τέτια πράματα! . . . + +Αλέκος. Καιρός; . . . πάντα υπάρχει καιρός! . . . + +Ο κ. Λάκης (μυστικά στην κ. Κιάρα). Θέλεις ναν τονέ κουρντίσω; +Γουστάρισε! . . . (στον Αλέκο) Τι τα θέλεις, Αλέκο, δυο και δυο +κάνουν τέσερα. Εμείς οι θετικοί θέλουμε τα πράματα ξάστερα! . . . + +Αλέκος. Μα δύσκολα θαν τα βρείτε, κ. Λάκη! . . . Ζητώντας την +ξαστεριά πάντοτες δε θαντικρύζετε παρά τον ψέφτικο κόσμο το +φαινόμενο! . . . + +Ο κ. Λάκης. Το φαινόμενο; Όχι όμως και το φανταστικό! . . . + +Αλέκος. Το φανταστικό;! . . . Κι' όμως εκεί βρίσκεται η +αλήθεια . . . + +Ο κ. Λάκης. Πώς;! . . . + +Αλέκος. Φαινόμενο, να πω, είνε η ανατολή και το βασίλεμα του Ήλιου +και το τρέξιμό του . . Η αλήθεια όμως, είνε, πως μόνο η κίνηση της +γης γύρο της τα κάνει αφτά όλα . . . Θυμούμαι την Όλγα, που μικρή, +μια φορά, σα γυρίζαμε με το σιδερόδρομο από το Φάληρο μούλεγε: — +Μα γιατί γυρίζουνε τα δέντρα έτσι;! . . . + +Όλγα. Πού το θυμήθηκες;! . . . + +Αλέκος. Αρκεί που αποβλέπει εσένα για να μην το ξεχάσω ποτές +μου . . . + +Όλγα. Σ' εφκαριστώ! . . . + +Ο κ. Λάκης. Μ' αφτά αποδείχνουνται . . . πού βρίσκεις το +φανταστικό σ' αφτά;! . . . + +Αλέκος. Και των αλλωνών η απόδειξη θα γενικεφτεί μια μέρα! . . . + +Ο κ. Λάκης. Ως τότες εγώ μπορώ να μην τα παραδέχουμαι! . . . + +Αλέκος. Είνε δικαίομά σας. Κάθε έρεβνα έχει δικούς της δρόμους . . . + +Ο κ. Λάκης. Σωστό! . . . + +Αλέκος. Κι' εγώ, όπως ξέρετε, με τη δική μου έρεβνα, τη βρήκα την +ύπαρξη αφτού του κόσμου του πνευματικού . . . του φανταστικού όπως +τονέ θέλετε σεις! . . . + +Ο κ. Λάκης. Εγώ μήτε τονέ φαντάζουμαι! . . . + +Αλέκος. Θα ξαναπώ λοιπόν ό,τι σας έγραψα από το Nancy· Ναν +τακούσουν κι' όλοι εδώ. . . . Μια νύχτα διάβαζα στην κάμερά μου +σκεπασμένος μένα κουβρπιέ· ξεφύλιζα μερικούς τόμους . . . . Ξάφνου +με πιάνει στενοχώρια . . . Έφερα τα χέρια μου στο μέτωπό μου, κι' +ύστερα έτριψα λίγο τα μάτια μου . . . Τότες είδα την Όλγα να +παρουσιαστεί μπροστά μου και να εξαφανιστεί αμέσως . . . Δεν είχα +ακόμα συνέρθει, που την ξαναβλέπω και με χαμόγελο στο στόμα . . . +Εννοείται, πως τρόμαξα, πως ως την αβγή πέρασα τόσο βασανισμένα +και πως γλήγορα την άλλη μέρα έτρεξα στον κ. Μπερχέιμ ναν του +δηγηθώ την τελεπάθεια, που είδα . . . Έτυχε να είνε εκεί κι' ο +δόχτωρ Λουή, και με είπε να ζητήσω στη στιμή πληροφορίες, γιατί +υποψιάστηκε κακό . . . Κι' είταν η νύχτα της πυρκαγιάς η νύχτα +εκείνη! . . . + +Όλγα (με πολλή προσοχή) Εγώ, Αλέκο, την ώρα, που περνούσα από τις +φλόγες, σε συλοήστηκα . . . + +Αλέκος. (γλυκά) Αφτό είναι βέβαιο . . . + +Ο κ. Λάκης. Και δε μπορεί τάχα η θετική επιστήμη να πει ένα λόγο +εδώ; . . . + +Ο κ. Κιάρας (από τη θέση του δυνατά). Α! δεν υποφέρνεται πια! . . +. Αφτό είταν καταδρομή . . . Κυρία μου, καλά μ' εγδικήθηκες . . . +δεν παίζω πια! . . . (σηκόνεται) δεν παίζω! . . . (έρχεται κοντά +στους άλλους) Δε θα πιούμε τσάι σήμερα; Ο λάρυγκάς μου στέγνωσε. . +Πέσαμε εμείς με το παιχνίδι . . . πέσατε εσείς με της κουβέντες +και το ξεχάσαμε! . . . + +Η κ. Λάκη. Χτύπησε λοιπόν το κουδούνι, που τόχεις κοντά σου! + +Ο κ. Κιάρας. (χτυπώντας το ηλεκτρικό κουδούνι) Βρε αδερφέ, δεν +πήρα μήτε μια παρτίδα: Εκείνος ο Ρήγας δε μούρθε μήτε μια +φορά! . . . + +Ο κ. Λάκης. Ο Ρήγας, Κώστα, δεν εκουτάθηκε ναφίνει τις +ντάμες . . . + +Ο κ. Κιάρας. Το είδα, φίλε μου . . . + +(Μπαίνει ο περέτης) + +Η κ. Λάκη. Νικόλα! . . . Τσάι! . . . + +(Ο περέτης φέβγει) + +Αλέκος (στη Λέλα). Η μαντμαζέλ Λίλα θα μου παραχωρήσει τη θέση της +σήμερα; . . . + +Λέλα. Σε τι; + +Αλέκος. Νά! να ρίξω εγώ τη ζάχαρη και το τσάι στα τασιά! . . . Θα +με βοηθήσει κι η Όλγα. Ε! Όλγα; . . . Δηλαδή δε θέλω εσύ να κάμεις +τίποτ' άλλο παρά να με λες πόσο να βάνω από το καθένα . . . + +Όλγα. Ναι! Ναι! . . . Εμείς θαν το ετοιμάσουμε σήμερα. + +(ο περέτης φέρνει το ζεστό νερό) + +Ο κ. Λάκης. Νικόλα, βάλε και κανά ξύλο στη σόμπα! + +(ο ΑΛΕΚΟΣ κι' ΟΛΓΑ πάνε στη γωνιά, που βρίσκεται η ετοιμασία του +τσαγιού. Η ΟΛΓΑ κάθεται μπρός στο τραπεζάκι. Ο ΑΛΕΚΟΣ στέκεται +ορθός κοντά της και κάθε τόσο βάνει σβόλους ζάχαρη στα τασιά. Οι +άλλοι σιγομιλούν μεταξύ τους). + +Αλέκος, (σιγά σιγά) Και με συλοήστηκες τότες αλήθεια; . . . Πώς το +κατάλαβα! + +Όλγα. Σε συλοήστηκα! Την ώρα, που είπα μέσα μου: πάει πια . . . +εσένα συλογίζομουν . . . + +Αλέκος. Γι' αφτό κι' εγώ σε είδα τόσο μακρά! . . . Ξέρεις, Όλγα +μου, ποια δύναμη νιώθω μαζύ σου; Δεν το φαντάζεσαι! . . . Σε +βεβαιόνω, πως α μπορούσες ναν το φανταστείς δε θα μου τη χαλούσες +. . . + +Όλγα. Δε θα στη χαλούσα; . . . + +Αλέκος. Ναι! . . . γιατί θα μου τη χαλάσεις αφτή τη δύναμη! . . . +Ξέρεις πόσο σ' αγαπώ; . Δεν το ξέρεις;! . . . + +Όλγα. Πώς δεν το ξέρω . . . + +Αλέκος. Και συ δε μ' αγαπάς καμιά στάλα; + +Όλγα. Εγώ σαγαπάω περσότερο . . . + +Αλέκος. Το πιστέβω, πως μαγαπάς περσότερο, θα μου το δείξεις +κιόλας; + +Όλγα. Πώς να στο δείξω; . . . + +Αλέκος. Θα κάμεις ό,τι θα σε πω; + +Όλγα. Και πάντα δεν το κάνω; . . . + +Αλέκος. Θα διώ! Νά! εδώ στη μοναξιά μας θα μου κάνεις συντροφιά να +πιούμε μαζύ λίγο τσάι με λίγο γάλα; θα βουτήξουμε κι από κείνα τα +έξοχα μπισκουί . . . + +Όλγα. Αλέκο. . γιατί με βιάζεις σε τέτια; + +Αλέκος. Βλέπεις λοιπόν; Δε μ' αγαπάς, όπως φαντάζεσαι . . . Α μ' +αγαπούσες και τόσο δα, θα περιόριζες τον εαφτό σου να μακούσει . . . +Εσύ μ' αφτό, που σου λέω δε θα πάθεις τόσο κακό, όσο θα πάθω +εγώ, α δε μακούσεις! . . . + +Όλγα. Ανατριχιάζω, Αλέκο, . . . Λυπήσου με! . . . Ό,τι άλλο θέλεις +πες μου . . . θα μέρθει εμετός πάλε! . . . + +Αλέκος. Και να λες, πως μαγαπάς! . . . Τι δυστυχισμένος, που +είμαι! . . . + +Η κ. Λάκη (δυνατά). Κακούς σερβιτόρους έχουμε σήμερα . . . Κενόστε +το πια . . . Έγεινε τόσην ώρα . . . + +(ο ΑΛΕΚΟΣ ρίχτει το τσάι στα τασιά. Ο ΝΙΚΟΛΑΣ πέρνει ένα-ένα και +το πηγαίνει στον καθένα). + +Όλγα (στην κ. Θεοφίλου). Θειά! μήπως θέλετε κι' άλλη ζάχαρη; . . . + +Η κ. Θεοφίλου. Όχι . . . μερσί! . . . + +Όλγα (στο Νικόλα). Δος το κονιάκ στον κ. Κιάρα . . . Φοφώ μου, +πάρε μόνη σου μπισκουί! . . . + +Η κ. Λάκη. Η Φοφώ σήμερα δε μας είπε τίποτα . . . + +Φοφώ. Εγώ ακούω! . . . + +(Η κ. ΛΑΚΗ της χαμογελάει). + +Όλγα. Κύριε Νίκο κονιάκ θέλετε ή γάλα; + +Νίκος. Λίγο κονιάκ, μερσί! . . . + +Όλγα. Νικόλα, το κονιάκ στον κ. Διαμαντίδη! . . . + +(Πίνουν. Ο ΑΛΕΚΟΣ κι' η ΟΛΓΑ στη γωνιά σιγομιλούν. Ο ΑΛΕΚΟΣ +φαίνεται σα να επιμένει και να παρακαλεί και η Όλγα κάθε τόσο +καταφέρνεται να πίνει λίγο λίγο) + +Η κ. Κιάρα. Ωραίο είταν σήμερα το τσάι . . . + +Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . σεις θα μας το ετοιμάζετε από δω και πέρα. + +(Χτυπάνε την πόρτα) + +Η κ. Λάκη. Αντρέ . . . + +(Μπαίνει ο περέτης) + +Περέτης. Ένας κύριος ζητάει τον κ. Κιάρα . . . + +Ο κ. Κιάρας. Ποιος κύριος; Τέτιαν ώρα! + +Περέτης. Πέρασε, λέει, από το σπήτι σας και του είπαν, πως είσαστε +εδώ . . . Λέει, πως είνε ανάγκη να σας μιλήσει! . . . + +Ο κ. Κιάρας. Ας έρθει εδώ το λοιπόν μια στιγμή! . . + +(Ο περέτης φέβγει) + +Ο κ. Κιάρας. Τι να τρέχει;! . . . + +(Μπαίνει ο άθρωπος) + +Άθρωπος. Ο κ. Κιάρας; (βλέποντας τον κ. Κιάρα) Α! παρντόν! . . . + +Ο κ. Κιάρας. Εσύ ήσουν;! Τι θέλεις;! . . . + +(Ο άθρωπος φαίνεται, σα να μη θέλει να πει φανερά) + +Ο κ. Κιάρας. Πες μου τι τρέχει; . . . Δεν πειράζει . . . Εδώ είνε +δικοί μας όλοι . . . + +Άθρωπος. Ο κ. Πρόεδρος μέστειλε να σας πω να τρέξετε αμέσως στη +βουλή. Έκαμαν εκείνοι απαρτία κι' είνε ανάγκη ναν τους +ξενυχτήσουμε . . . Ο κ. πρόεδρος σας παρακαλεί να ερθείτε να +μιλείστε και σεις . . . . + +Ο κ. Κιάρας. Καλά!. . + +Άθρωπος. Με συχωρείτε. προσκυνώ . . . (φέβγει). + +Ο κ. Κιάρας. Μ' αφτό το κρύο! . . . + +Η κ. Λάκη. Μα τι; σκέφτεσαι να πας; Μη χειρότερα! + +Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Είνε διαταγή του κ. προέδρου! . . . + +Η κ. Κιάρα. Κώστα! Σε παρακαλώ! + +Αλέκος. (από τη θέση του) Ένοια σου μαμά, ο μπαμπάς δε θα πάει. Με +το έχει υποσκεθεί! . . . + +Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Κι' ο κ. πρόεδρος . . . και το κόμμα;! . . + +Αλέκος. Ταφίσαμε πια, κ. Λάκη. Τελεία εβάλαμε . . Δεν είνε για μας +η πολιτική, καθώς κατάντησε! Ο μπαμπάς μήτε θα ξαναβάλει κάλπη και +μήτε θα ξαναπάει στη βουλή! . . . + +Ο κ Λάκης (ειρωνικά). Ε; . . . Να το πιστέψω, Κωστάκη; . . . + +Ο κ. Κιάρας. Με κατέφερε, αδερφέ, ο γυιός μου + +Ο κ. Λάκης. Την παραίτησή σου λοιπόν! . . . + +Αλέκος. Α! όχι. Δεν είνε καμιά ανάγκη! . . . Γιατί να +δημιουργήσουμε εμείς διαδήλωσες και καβγάδες σ' αφτή τη +φανατικότητα; . . . + +Ο κ. Λάκης. Έξοχα! . . . Σε συχαίρω, Αλέκο! . . . + +Ο κ. Κιάρας. Τέλος πάντων . . . (ύστερα από λίγο) Μου φαίνεται +πια, πως είνε καιρός! . . . + +Η κ. Λάκη. Όχι δα! . . . Είνε πολύ νωρίς ακόμα . . . Δεν είπαμε +σήμερα αινίγματα . . . Κύριε Διαμαντίδη σενέργεια το πνεύμα σας, +Αλέκο, Όλγα, ελάτε κοντά . . + +(Σωπαίνουν όλοι) + +Η κ. Λάκη. Πρέπει να κάμω λοιπόν εγώ την αρχή; Ας είνε . . . «Α +φανεροθώ πεθαίνω» εδώ σας θέλω! . . . + +Αλέκος. Ομολογώ την αδυναμία μου σ' αφτό το είδος της συντροφιάς +. . . Ακόμα δε μπόρεσα να σας φτάσω . . . + +(Όλοι σκέφτουνται) + +Λέλα. Το βρήκα! . . . + +Η κ. Λάκη. Πες το . . . + +Λέλα. Το μυστικό! . . . + +Η κ. Λάκη. Βέβαια! . . . αφτό είνε . . . μπράβο, Λέλα, + +Οι άλλοι. Μπράβο, Λέλα . . + +Νίκος. Να σας πω κι εγώ ένα . . . μα προτήτερα θα ζητήσω παρντόν +από τον κ. Κιάρα! . . . + +Ο κ. Λάκης. Εμπρός! . . + +Νίκος. Είμαι σημάδι πληγής κι α μου προστέσεις ένα γράμα, ίσως +γίνουμαι, αληθινή πληγή για την Ελλάδα. + +(Σκέφτουνται) + +Η κ. Κιάρα. Θαρώ, πως το βρήκα . . . Ωραία, κ. Διαμαντίδη! + +Όλγα. Το βρήκα κι' εγώ! + +Νίκος. Μπορείτε ναν το πείτε . . . + +Όλγα. Ουλή-Βουλή . . . Αφτό δεν είνε; . . . + +Νίκος. Μάλιστα . . . Επήρα όμως παρντόν από τον κ. Κιάρα . . . + +Ο κ. Λάκης. Έξοχο! + +Αλέκος. Αριστούργημα, μα την αλήθεια . . . + +Ο κ. Κιάρας. Καλά καλά. Άλλη βραδυά τάλλα . . . Είνε ώρα πια . . . + +Η κ. Λάκη. Πολύ βιαζόσαστε σήμερα . . . + +Ο κ. Λάκης. Ο Κώστας κουρντίστηκε, ως φαίνεται! + +Ο κ. Κιάρας. Αφτό έλειπε! . . . Πέρασε η ώρα . . . + +Η κ. Θεοφίλου. Αλήθεια· αρκετά κάτσαμε . . . . + +(Σηκόνουνται κι' αρχίζουν να ετοιμάζονται. Ύστερα φέβγει ένας ένας +χαιρετιώντας. Τελεφταία μνίσκει η οικογένεια του κ. ΚΙΑΡΑ. +Κρυφομιλεί λίγο ορθός ο κ. ΚΙΑΡΑΣ με τον κ. ΛΑΚΗ· κι' η κ. ΚΙΑΡΑ +με την κ. ΛΑΚΗ) + +Αλέκος. (σιγά στην Όλγα ορθός) Σήμερα μανέβασες στον ουρανό· και +θα με κρατήσεις εκεί για πάντα. . Δεν είνε αλήθεια, Όλγα μου; . . +. + +Όλγα. Αλέκο! . . . (τον κυτάζει ατά μάτια). + +Αλέκος (της πιάνει το χέρι και το φιλεί). Τούτο τα χεράκι, που +γλυκοφιλιώ με τόση αδερφική λαχτάρα, ίσα στον παράδεισο θα μ' +οδηγήσει . . . + +Όλγα. Μην τα λες αφτά, Αλέκο . . . + +Αλέκος. Γλυκειά μου αδερφούλα . . . + +(Χαιρετίζουνται και φέβγουν κι' αφτοί) + +Ο κ. Λάκης. Τι σου 'λεγε ο Αλέκος, Όλγα; . . . + +Όλγα. Πού να σας στα λέω τόρα όλα, μπαμπά! . . . + +Ο κ. Λάκης. Είδες τι ωραία, που τα λέει; κι' όλοι τον ακούνε . . . +Είδες; κι' ο μπαμπάς του ακόμα! . . . Δε θα ξαναβάλει, ακούς, +κάλπη . . . Είνε να μην τον αγαπάει κανείς, Όλγα μου;. . Ε;! . . . + +Όλγα. Ναι, μπαμπά, πώς να μην τον αγαπάει κανείς! . . . + +Ο κ. Λάκης. Έτσι είνε . . . Έλα ντε να με φιλήσεις τόρα . . . + +Όλγα. (πάει κοντά του και τονε φιλεί) Μπαμπά μου! + +Η κ. Λάκη. Μη με ξεχάνεις και μένα! . . . + +Όλγα. Μαμά μου! . . . + +(Στ' αγκάλιασμά τους πέφτει η σκηνή) + +ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ + + + +ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ + + + +(Η σκηνή παρασταίνει το ίδιο σαλόνι του κ. ΛΑΚΗ. Λείπει μόνο η +σόμπα). + +(Ο κ. κι' η κ. ΛΑΚΗ) + +Ο κ. Λάκης. Έτσι, που λες, Ασπασία. Δε μπορούσε να γίνει αλιώς. +Πάντα θα έφτανε εκεί! . . . + +Η κ. Λάκη. Μα πού ναν το φαντασθώ εγώ; . . . Απορούσα, που δεν τον +έβλεπα πια νάρχεται. Τούκανα παράπονα πάντα, που τον έβλεπα στο +σπήτι του ή στον περίπατο. Μα ποτές μου δε φαντάστηκα, πως δεν +ερχόταν από ένα τέτιο λόγο . . . + +Ο κ. Λάκης. Σεις οι γυναίκες βλέπουτε με δικό σας μικροσκόπιο. +Εγώ, Ασπασία, πολύ προτού γίνει η πυρκαγιά, που τάβλεπα να παίζουν +μαζύ, που ο Αλέκος οδηγούσε, σα μεγαλήτερος αδερφός την Όλγα +καθεμερνά . . . λογάριαζα μέσα μου πάντα, πως μια μέρα θα γίνονταν +ένα πολύ τεριασμένο αντρόγενο. Είνε αλήθεια, πως μου κόπηκαν +ύστερα αφτές οι σκέψες, γιατί νόμιζα σταληθινά καταδικασμένη . . . +χαμένη την Όλγα μας! Όμως προκαλούσα κι' ήθελα την συγκοινωνία +τους, γιατί έβλεπα, πως της Όλγας είταν μια απόλαψη τούτο. Τη λίγη +της τη ζωή σκεφτόμουνα, πως έπρεπε ναν την περάσει με γλυκές +αγάπες! Τόρα πια είνε καλά! . . . ζει! θα ζήσει . . . Το μαγουλάκι +της έλαβε χρώμα . . . Τα χειλάκια της κοκίνησαν και μας φιλιούν +τόσο γλυκά . . Την έσωσε ο Αλέκος· η αγάπη του η επιμονή του ο +νέος κόσμος, που της άνοιξε! Κι η αδερφική εκείνη αγάπη σήμερα +παρουσιάζεται έρωτας . . . Πού βρίσκεις το παράξενο; . . Κι' έχεις +να ονειρεφτής καλίτερο απ' αφτό για την Όλγα μας;! . . . + +Η κ. Λάκη. Αλήθεια, Χρίστο!. . Δεν έχω να ονειρεφτώ καλύτερο +τίποτα . . Μα ξαναδιάβασέ μου το γράμα του . . . Δεν τάκουσα καλά +προτήτερα . . . + +Ο κ. Λάκης. Να στο διαβάσω και να στο ξαναδιαβάσω! . . . Είνε κι' +αφτό ιδιότροπο σαν κι' εκείνο . . . Άκου το (διαβάζει το γράμα, +που ήταν ανοιχτό απάνω στο τραπεζάκι). «Σεβαστέ μου κι' αγαπημένε, +κύριε Λάκη! Μην απορείστε με το γράμα μου. Μα θαν το λάβετε; Δεν +είνε το πρώτο και μήτε το δέφτερο, που άρχησα να σας γράφω, χωρίς +να φτάσω στο τέλος του. Ποια είνε η τύχη, που περιμένει και τούτο +ακόμα δεν το ξέρω! . . . Όμως προχωρώ, ενεργώντας σα μηχανή, που +την κινεί αθώρητο ελατήριο· μυστική δύναμη! Σας γράφω ό,τι μου +επιβάλει η δύναμη εκείνη, γιατί σα δούλος της δεν ορίζω πια τον +εμαφτό μου! . . . + +» Αγαπημένε μου κύριε Λάκη! Πολλές φορές η σεβαστή μου κυρία σας +με ρώτησε γιατί δε με συχνοβλέπατε πια . . . Της δικαιολογούμουν +προφασιζάμενος χίλια δυο . . . Έβρισκα πρόφαση τη δουλειά μου, τη +μελέτη μου, τη συνήθεια ακόμα και δεν ξέρω πια τι μου κατέβαινε +στο μυαλό. Έλεγα και για τη μαντμαζέλ Όλγα, πως μπήκε στον ταχτικό +δρόμο της υγείας και πως η καθεμερνή παρουσία μου δεν είταν τόσο +αναγκαία . . . Δεν έλεγα την αλήθεια, σεβαστέ μου! Δεν τολμούσα +ναν την πω . . . γιατί δεν τολμούσα και ναν την πιστέψω ακόμα! . . +. Πάλεβα με τον εμαφτό μου να ξεχωρίσω τα καινούργια μου +αιστήματα, που γενιόνταν μέσα μου. Ναι! . . . Χωρίς λόγο +σταματούσα τα βήματά μου, σαν παρουσιάζονταν η Όλγα! . . . Χωρίς +λόγο δείλιαζα μπρος της εγώ, που κατόρθοσα με το θάρος μου ναν την +κάμω καλά! . . . Ναι! . . . Ταθώο της χαμογέλιο στην καρδιά μου +έδινε αλιότικα σκιρτήματα . . . Τι με συνέβαινε το λοιπόν; Τάχα +μην είνε αλήθεια; Τάχα μήπως η μαντμαζέλ Όλγα για μένα πέρασε το +κατόφλι της αδερφικής αγάπης;! — Θε μου! Θε μου! — Έχω λοιπόν +έρωτα μέσα μου; Τότες δεν είμαι πια αγνός! . . . Δεν πρέπει πια να +μολύνω την παρθενική εβωδιά της αιθέριας κόρης με τους μυστικούς +μου πόθους! . . . Και δε με συχνοβλέπατε από τότες, γιατί ένιοθα +να γινόμουν ιερόσυλος, σαν έκλεβα ταθώα και παρθενικά της λόγια, +την αγάπη της, τα γέλια της, ταστεία της, χωρίς να μπορώ +νανταποδόσω κι' εγώ παρόμοια μαθωότητα! . . . Πόσος καιρός είνε +από τότες; Έχουμε Απρίλη τώρα! Τα ρόδα άνοιξαν πια! Η φύση +σκορπάει παντού ανοιξιάτικα όνειρα και η νιότη τι άλλο είνε παρά +άνοιξη μ' όνειρα; . . . Μα τι σας τα γράφω αφτά; . . . Μήπως μαζύ +με την καρδιά μου δεν ορίζω και το νου μου; . . . ή μήπως γιατί ως +το τέλος δεν είνε βέβαιο α θαν το λάβετε το γράμα μου; . . . + +»Σήμερα σκέφτηκα να φύγω σε μακρυνό ταξίδι! . . . Δεν το είπα +ακόμα στο σπήτι! Αφτή τη βδομάδα μάλιστα πρέπει να φύγω κι' εκεί +μακρά να ζητήσω τον καθαρισμό μου! . . . Δεν τολμάω μήτε συχώρεση +να σας ζητήσω! . . . + +» Ω! λυπηθείτε με! . . . + Αλέκος» + +Συγκινήθηκες, Ασπασία; . . . Δεν έχεις άδικο . . . Κι εμένα ακόμα +αφτό το τρελόπαιδο με συγκίνησε! . . . + +Η κ. Λάκη. Πότε τόλαβες το γράμα; . . . + +Ο κ. Λάκης. Είνε λίγη ώρα που τόφεραν. Με τόστειλε με το +ταχυδρομείο. + +Η κ. Λάκη. Και τι θα κάμεις τόρα, Χρίστο; + +Ο κ. Λάκης. Τι θα κάμω; . . . και θέλει ρώτημα; Νά! Θα πας να μου +φέρεις την Όλγα, χωρίς ναν της πεις εσύ προτήτερα τίποτις! . . . +Θαν την ψαρέψω . . . Θαν την κατηχήσω, που είμαι βέβαιος, πως κι' +αφτή θα τρελαίνεται γι' αφτόνα, κι' ύστερα θα πάω να φέρω το +τρελόπαιδο εδώ, για να πάει από δω σπήτι του αρεβωνισμένο και +φιλημένο ακόμα! . . . Σ' αρέσει; . . . + +Η κ. Λάκη. Χρίστο μου! . . . + +Ο κ. Λάκης. Σημείοσε, Ασπασία, πως όλη αφτή η ιστορία με μάγεψε! +Όσο τόρα για τις ιδέες εκείνες του Αλέκου κι' αφτές ωφέλεια +δίνουν! . . . Κι' αφτό καλό . . . + +Η κ. Λάκη. Καλό! . . . + +Ο κ. Λάκης. Βέβαια! . . . Αφτές θαν του δυναμόνουν και θαν του +συγκρατούν την αγάπη του . . . Βρήκε, βλέπεις, την ουράνιά του +ένοση! . . . Πιστέβεις ένα πράμα, Ασπασία; . . . + +Η κ. Λάκη. Τι; + +Ο κ. Λάκης. Άμα σόσει κανείς και πιστέψει ταερολογήματα αφτά +νιόθει μέσα του εφκαρίστηση, που εγώ ξάφνου δε θαν τη νιόσω ποτές +μου. Αδράχνουν την αισιοδοξία! Την καλοδοξιά! Το μέλλο γι' αφτούς +είνε η γης της επαγγελίας . . . Έχουν ιδανικό στο τέλος . . . + +Η κ. Λάκη. Ναι! . . . + +Ο κ. Λάκης. Μα τι τα θέλεις; . . . η αλήθεια . . . Ας είνε τόρα! . +. . Κι' ο Αλέκος, να σε πω, θα ήθελα ποτές του να μην αφιβάλει! Ας +ζει κει που ζει! . . . Έτσι βρίσκεται πιο κοντά στην Όλγα μας . . +. Δε βλέπω και τι θαν τον ωφελήσει η αλήθεια! . . . Άει τόρα, +Ασπασία, να μου τη φέρεις . . . Μα κύταξε, δε θέλω συγκίνησες! . . . + +Η κ. Λάκη. Ναι! πάω, Χρίστο μου, au revoir. + +(φέβγει) + +(Ο κ. ΛΑΚΗΣ συργιανάει κάμποσο· κουνάει κάθε τόσο το κεφάλι του +δείχνοντας μ' αφτό τη σκέψι του. Ακούγεται χτύπος στην πόρτα). + +Ο κ. Λάκης. Entrez! . . . (ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Νίκος). + +Ο κ. Λάκης. Μπα! Συ; . . . πως τόπαθες τέτιαν ώρα; + +Νίκος. Ήρθα να σας προσφέρω τα σεβάσματά μου! + +Ο κ. Λάκης. Καλώς ώρισες! Μα πώς κατόρθοσες κι' άφηκες τη Λέλα; + +Νίκος (με χαμόγελο). Νομίζετε πια, πως όλη την ώρα δεν το κουνώ +από το πλεβρό της; + +Ο κ. Λάκης Ξέρω κι' εγώ, αδερφέ μου . . . Εγώ όταν είμουν στην +ηλικία σου κι' η Ασπασία στην ηλικία της Λέλας κι είμαστε κι' +εμείς αρεβωνιασμένοι κι' αγαπημένοι, σαν κι' εσάς, δεν ένιοθα +κόσμο μακρά της! Η πείρα με λέει πως κρύβεις την αλήθεια! . . . Μα +δεν πειράζει! Η μαντμαζέλ Φοφώ πώς είνε; + +Νίκο. Καλά! μερσί . . . (φαίνεται σα να στενοχωριέται). + +Ο κ. Λάκης. Μα γιατί δεν κάθεσαι; Κάτσε . . . (του δείχτει ένα +κάθισμα). + +Νίκος. Παρντόν ήθελα, κάτι να σας έλεγα . . . + +Ο κ. Λάκης. Να μ' έλεγες; Τι; . . . Ό,τι κι' α με πεις, το ξέρεις, +πως θαν τακούσω με μεγάλη μου εφκαρίστηση . . . + +Νίκος. Σας εφκαριστώ! . . . Μα τόρα εχτελώ παραγκελία . . . (σε +λίγο) Κύριε Λάκη μέστειλε ο Αλέκος . . . + +Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Πώς είπες; ο Αλέκος; Στάσου μια στιγμή +(χτυπάει το κουδούνι) ο Αλέκος; και τι με θέλει ο Αλέκος;! . . . + +Νίκος. Θα σας το πω: Εδώ και λίγη ώρα ήρθε ο Αλέκος . . . + +(Μπαίνει ο περέτης) + +Ο κ. Λάκης (στον περέτη). Να πεις στην κυρία σου να βραδύνει λίγο +. . . Έχω, πες, μια κουβέντα τόρα, με τον κ. Διαμαντίδη . . . (Ο +περέτης φέβγει. Στο Νίκο). Λέγε μου τόρα. + +Νίκος. Εδώ και λίγη ώρα ήρθε σπήτι μου ο Αλέκος με κάπιον ερεθισμό +και με είπε: «Νίκο! παραφρόνησα . . . έκαμα . . . μη ρωτάς τι +έκαμα στον κ. Λάκη, κι είνε ανάγκη ναν του ζητήσω παρντόν +γονατιστός, που λέει ο λόγος. Δεν ξέρω, α θα με δεχτεί! . . . Δε +μπορείς, εσύ, Νίκο μου, ναν του το ζητήσης για δική σου χάρη να με +δεχτεί για τελεφταία φορά; . . . » Δε με είπε περσότερα, κ. Λάκη, +κι' εγώ δεν έλαβα την αδιακρισία ναν τονέ ρωτήσω πιο πολλά . . . +Έτρεξα να σας παρακαλέσω . . . + +Ο κ. Λάκης. Κι' έκαμες πολύ καλά! . . . + +Νίκος. Είμαι Βέβαιος, κ. Λάκη, πως το έγκλημα, που θα σας έκαμε ο +Αλέκος, θα μπορεί να κοσμήσει κάθε τέλειο χαραχτήρα! . . . + +Ο κ. Λάκης. Το νομίζεις; . . . + +Νίκος. Γι' αφτό ήρθα και μ' όλη μου την προθυμία . . . + +Ο κ. Λάκης. Καλά, Νίκο! Έτσι είνε! . . . Δε μπορούσες να νομίζεις +διαφορετικά . . . Αφτό το παιδί ο Αλέκος ο εκεντρικός . . . ο +θεόσοφος Αλέκος δεν ξέρει μήτε σκέφτεται άλλα εγκλήματα, από ό,τι +ένας άγκελος, αν υπάρχει, ξέρει και σκέφτεται! . . . + +Νίκος. Είμουν βέβαιος, κ. Λάκη! . . . Γι' αφτό η χαρά μου με τα +λόγια σας δε με κυριέβει . . . + +Ο κ. Λάκης. Είσαι σπάνιος νέος, Νίκο! . . . Η ανεψιά μου θα +εφτυχήση μαζύ σου . . . + +Νίκος. Σας εφκαριστώ! . . . + +Ο κ. Λάκης Δε με λες; . . . και τόρα πού είναι ο Αλέκος; . . . + +Νίκος. Με περιμένει σπήτι μου . . . + +Ο κ. Λάκης. Τόρα, Νίκο, τρέξε και πες του, πως δε με βρήκες . . . +μην τον αφήσεις να φύγει ως ότου έρθω να στον πάρω, γιατί θαρθώ +αμέσως . . . Ως τόσο παρηγόρα τον. Adieu, φίλε μου, adieu. + +Νίκος. Σας επροσκύνησα (φέβγει) + +(Ο κ. ΛΑΚΗΣ χτυπάει το κουδούνι και συργιανάει. Μπαίνει ο +περέτης.) + +Ο κ. Λάκης. Πες στην κυρία σου, πως την περιμένω . . . Γλήγορα +όμως . . . (ο περέτης κάνει να φύγει) άκουσε δω . . . Πες να +ετοιμάσουνε και ταμάξι . . . μα γλήγορα κατάλαβες; + +(Ο περέτης φέβγει. Ο κ. ΛΑΚΗΣ ξανασυργιανάει. Σε λίγο μπαίνουν η +κ. ΛΑΚΗ κι' η ΟΛΓΑ). + +Ο κ. Λάκης. Α! ήρθατε; + +Όλγα. (πάει κοντά του και τονέ φιλεί). Καλημέρα, μπαμπά . . . + +Ο κ. Λάκης. Καλό στη . . . Καθείστε . . . έχω να σας πω πολλά και +θα σας ζητήσω και τη γνώμη σας . . . (κάθουνται όλοι). Δε μου λες, +Όλγα, είνε πολύς καιρός, που έχεις να διείς τον Αλέκο; + +Όλγα. Ναι! γιατί δεν έρχεται πια εδώ; Προχτές μόνο τον είδαμε στον +περίπατο με τη μαμά από μακρυά . . . + +Ο κ. Λάκης. Και πώς; αφτό, που δεν τονέ βλέπεις ταχτικά δε σε +ξιπάζει; δε σε κάνει να λυπάσαι; + +Όλγα. Ακούτε κει; κι' εγώ δεν ξέρω, μπαμπά, τι να υποθέσω! . . . +Μα γιατί δεν έρχεται πια ο Αλέκος; Εσύ μπαμπά, δεν το ξέρεις; + +Ο κ. Λάκης. Πώς δεν το ξέρω . . . τόρα μάλιστα θα στο πω . . . + +Όλγα. Πες το μου, μπαμπά, να ζεις . . . Τι κακός, που είνε! . . . +Κρίμα σ' όσα αποφασίσαμε το χειμώνα . . . Μήτε excursions θα +κάμουμε, μήτε τίποτα . . . Μα ποτές ας μην κάμουμε τίποτα απ' αφτά +. . . Τον Αλέκο μόνο ας βλέπαμε . . . Πες μου, μπαμπά, γιατί δεν +έρχεται; . . + +Ο κ. Λάκης. Θα στο πω σιγά-σιγά. Σήμερα τάμαθα κι' εγώ. Μου +τάγραψε ο ίδιος . . . Αφού, που λες, Όλγα, μου ζητάει παρντόν, +γιατί δεν τονέ βλέπουμε, μου ξηγεί στο τέλος την αιτία . . . Ο +Αλέκος, Όλγα, σα νέος κι' αφτός, σα γκαρσόνι, που είνε, έμπλεξε με +κάπιαν ώμορφη κι' ερωτέφτηκε . . . Για φαντάσου τον Αλέκο +ερωτεμένο; Πώς σου φαίνεται Όλγα; + +Όλγα. Πώς να μου φανεί, μπαμπά, κι' αφτό είνε λόγος να μην έρχεται +σε μας; + +Ο κ. Λάκης. Δεν το ξέρεις; Δεν ξέρεις, πως μακρά από την αγαπημένη +του δεν είνε κόσμος για τον Αλέκο; Διές το Νίκο, ξεχωρίζει καθόλου +από το πλάι της Λέλας; . . . Ας είνε . . . Λοιπόν, που λες, με +παρακαλεί στο γράμα του να μεσητέψω εγώ ο ίδιος στην οικογένειά +της ναν την πάρει γυναίκα του . . . Ε; πως σου φαίνεται αφτό; + +Όλγα. Μα μπαμπά . . . + +Ο κ. Λάκης. Τέλος πάντων. Εγώ αποφάσισα ναν του κάμω τη χάρη . . . +Πρόκειται, βλέπεις, για τον Αλέκο. Δεν έκαμα καλά; . . . + +Όλγα. Μ' αφού πρόκειται για τον Αλέκο, + +Ο κ. Λάκης. Μπράβο! Έτσι σε θέλω! . . . Προσκαλώ λοιπόν εδώ το +Νίκο και του κάνω λόγο. Του φέρνω το ζήτημα έτσι. Να διείς τι +ωραία . . . Του λέω: «Για φαντάσου, Νίκο, μια στιγμή, πως είσαι +ντεμοαζέλα και πως η τύχη σου είταν τέτια, ώστε να σ' αγαπήσει +ένας σαν τον Αλέκο . . . Ο Αλέκος ο ίδιος, ας πούμε, και να +θελήσει να σε πάρει . . . Για φαντάσου το καλά . . . Να ζεις σε +μιαν εφτυχία, που όμοιες στον κόσμο λίγες είνε. Ναν τον έχεις +κοντά σου πάντα στο πλεβρό σου. Νακούς τη γλυκιά του τη λαλιά, +σταφτί σου σιμά και να σε μαγέβουν τα λόγια του ταγγελικά. Να μη +σας χωρίζει μήτε μια στιγμή . . . » δεν του τόφερα ωραία το +ζήτημα, Όλγα; + +Όλγα. Μπαμπά μου . . . + +Ο κ. Λάκης. Τον έκαμα που λες, το Νίκο να λιόνει από τη μαγεία. +Κόντεψε ναν το πιστέψει κι' ο ίδιος, πως τόντις είταν ντεμοαζέλα +και τον αγάπαγε ο Αλέκος. Μα να διείς τι μούπε κι' εκείνος . . . + +Όλγα. Τι;! . . . + +Ο κ. Λάκης. Με λέει: «Θε μου . . . γιατί να μην είμαι σταληθινά +ντεμοαζέλα; γιατί να με γητέψεις άδικα με τις κουβέντες σου; Α! α +μου είταν γραφτό ένα τέτιο, πως θα γινόμουν όλη αθέρας ναν τον +περιλάβω . . . Όλη θαν του ανήκα, γιατί τι πιο πολύ θάχα να ζητήσω +σ' αφτό τον κόσμο; . . . » Εσύ, Όλγα, τι θάλεγες αν είσουν στη +θέση του; . . + +Όλγα. Εγώ, μπαμπά; Δε θάξερα ναν τα πω έτσι. Αφτά είπε μονάχα ο +Νίκος; + +Ο κ. Λάκης. Είπε πολλά . . . Μα για σκέψου και συ, τι θα πει να +έχεις πάντα στο πλεβρό σου τον Αλέκο; . . . Ε; φαντάσου αν είσουν +εσύ σε τέτια θέση; . . . + +Όλγα. Μπαμπά, μη με τα λες αφτά . . . + +Ο κ. Λάκης. Γιατί να μη στα λέω; + +Όλγα. Γιατί είνε πολύ για μένα, μπαμπά . . . + +Ο κ. Λάκης. Καλά! δε στα λέω . . . Λοιπόν εγώ, άμα άκουσα, όσα με +είπε ο Νίκος του κάνω: «Μπράβο, Νίκο! Το περίμενα αφτό. Μα, α δεν +ανήκει σε σένα αφτή η εφτυχία, ανήκει όμως σένα πολύ αγαπημένο σου +πρόσωπο . . . Η αδερφή σου, του λέω θα εφτυχήσει . . . + +Όλγα (μέκληξη). Η Φοφώ, μπαμπά! . . . + +Ο κ. Λάκης (ήσυχα) Ναι! η Φοφώ· γιατί; Σε φαίνεται παράξενο; Δεν +της αξίζει της Φοφώς μια τέτια εφτυχία; ή την περνάς τόσο +μικρή; . . . + +Όλγα. Τι λες, μπαμπά; Ποιος είπε τέτιο λόγο, Της Φοφώς;! . . . +Ποιος, μπαμπά, δε θέλει την εφτυχία ταλλουνού και μάλιστα της +φίλης του; . . . + +Ο κ. Λάκης. Έχεις δίκιο. Μα να σε πω ένα πράμα, Όλγα; + +Όλγα. Τι, μπαμπά; + +Ο κ. Λάκης. Όσο και να θέλει κανείς την εφτυχία ταλλουνού και +μάλιστα της φίλης του, τι να σε πω, είνε κάπιου είδους εφτυχίες, +που τον κάνουν ναν τις θέλει για πρώτο λόγο δικές του . . . + +Όλγα. Πώς; αφού είνε γι' άλλονα, μπαμπά; + +Ο κ. Λάκης. Ξέρω κι' εγώ! . . . Εγώ σε κάτι τέτια είμαι εγωιστής. +Μια τέτια εφτυχία ξάφνου θαν την ήθελα για τον εμαφτό μου . . Εσύ +δε θαν την ήθελες Όλγα; + +Όλγα. Εγώ;! . . . Μα γιατί με τα λες αφτά; (με συγκίνηση) +Εγώ; . . . Ω Θε μου! + +Ο κ. Λάκης (ήσυχα). Μην κάνεις, έτσι, Όλγα . . . Εδώ μιλάμε ήσυχα +. . . Λοιπόν θα ήθελες; + +Όλγα. Μη με ρωτάς, μπαμπά. Έχω κι' εγώ κάτι να κάμω. + +Ο κ. Λάκης (με περιέργεια). Τι; + +Όλγα. Νά! Αφτό, που θα βλέπω τον Αλέκο να εφτυχεί θα με κάνει και +μένα εφτυχισμένη. Εγώ, μπαμπά, του χρωστώ τη ζωή μου· του χρωστώ +και την ψυχή μου. Δεν ξέρεις, μπαμπά, πως αφτός μάνοιξε ένα νέον +κόσμο μπρος μου; που τον πλάθει η αγάπη κι' η αφοσίοση; Με δίδαξε, +μπαμπά, πως αφτή η ζωή είνε περαστικό γεφύρι για τον άλλον κόσμο +τον αληθινό. Εκεί βρίσκεται η αληθινή εφτυχία και κει ξανασμίγουν +για πάντα πια, όσοι ενόθηκαν με πνευματική αγάπη σε τούτο τον +κόσμο . . . + +Ο κ. Λάκης. Στα είπε αφτά ο Αλέκος, Όλγα μου; + +Όλγα. Πολλές φορές. Και τόρα εγώ, μπαμπά, θα καρτερέσω με υπομονή +τον καιρό εκείνο. Εδώ η αντανάκλαση της εφτυχίας τ' Αλέκου θα με +κάνει και μένα εφτυχισμένη . . . + +Ο κ. Λάκης (μαπόφαση). Να σε πω; Ανίσως ο Αλέκος έβρισκε κοντά σε +σένα την εφτυχία του κόσμου τούτου θαν τόθολες; + +Όλγα. Τι λες, μπαμπά; . . . + +Ο κ. Λάκης. Και τι θάκανες εσύ; + +Όλγα. Ό,τι ήθελε. Όλα όσα κατέχω . . . ό,τι δήποτις κι' αν ορίζω, +που ναν τονέ φκαριστούσε θαν του το αφιέρονα για να μην τονέ διώ +μήτε μια στιγμή όξω από τη χαρά του. + +Ο κ. Λάκης (συγκινητικά). Όλγα μου, σε τσάκοσα πια. Τον αγαπάς και +συ. Τον αγαπάς . . . . Μάθε το λοιπόν. Ο Αλέκος σένα λατρέβει, +σένα ονειρέβεται για σύντροφό του . . . + +Όλγα (σαν έντρομη). Κι' η Φοφώ, μπαμπά;! . . . + +Ο κ. Λάκης. Τον έπλασα εγώ αφτό το μύθο . . Σένα . . . μόνο σένα +συλογίζεται ο Αλέκος! . . . + +Όλγα. Μπαμπά! . . . μπαμπά! . . . Τ' είνε αφτά, που με λες; . . . + +Ο κ. Λάκης (σηκόνεται και την αγκαλιάζει). Όλγα μου! . . . Πάω να +στονέ φέρω και να μην τον αφίσεις πια από κοντά σου. Ασπασία, +χόρτασέ τηνε μονάχη σου για λίγο . . . Εγώ πάω ναν της φέρω τον +αρεβωνιαστικό της . . . (την ξαναφιλεί και φέβγει) + +Όλγα (πλησιάζει την κ. Λάκη). Μαμά μου! + +Η κ. Λάκη (την αγκαλιάζει). Όλγα μου! + +Όλγα. Μαμά! . . . + +Η κ. Λάκη. Είσαι εφκαριστημένη, Όλγα μου; + +Όλγα. Ω! μαμά μου . . . + +Η κ. Λάκη Κάθισε τόρα να με τα πεις. Ξέρω εγώ, πως θέλεις να πεις +πολλά . . . + +Όλγα. Ναι μαμά, το κατάλαβες, θέλω να πω πολλά, μα δε μπορώ να πω +τίποτα. Όσα έχω μέσα μου, στο στόμα μου δεν τάχω. Μόνο, μαμά, α +μιλούσε η καρδιά μου, θάκουγες ό,τι θέλω. Να σε πω, μαμά; Λοιπόν +θάχω τον Αλέκο πάντα στο πλεβρό μου; θαν του ακούω τη λαλιά του +σταφτί μου; θα είμαι γυναίκα του, μαμά; . . . + +Η κ. Λάκη. Βέβαια· θα είσαι η αγαπημένη του γυναικούλα. + +Όλγα. Μα τότες, μαμά, τι άλλο πιο καλίτερο έχει η ζωή; Μαμά, πώς +χτυπάει η καρδιά μου; αλιότικα χτυπάει . . . Γιατί, μαμά, χτυπάει +έτσι; Φοβάμαι, μαμά. + +Η κ. Λάκη (μέπληξη) Φοβάσαι; . . . + +Όλγα. Όχι, μαμά, δε φοβάμαι . . . Μόνο ναν το πω δεν ξέρω, μαμά . +. . Νά! μέσα μου γίνεται αλιότικο πράμα . . . Τ' είναι αφτό, μαμά; +. . . (Σε λίγο, ησυχότερα) Μα για σκέψου ναν τον έχω κατάδικό μου +τον Αλέκο; να μένουμε μαζύ; να τρώμε μαζύ; να είμαστε πάντα μαζύ; +Μαμά, η καρδιά μου θαν την χωρέσει τόση χαρά; + +Η κ. Λάκη. Κόρη μου! . . . + +Όλγα. Και δε θα σπάσει, μαμά, η καρδιά μου; + +Η κ. Λάκη (με χαμόγελο). Αγαπημένο μου παιδί . . . Μα κύταξε σαφτή +τη χαρά σου να μην ξεχνάς και τους άλλους! . . . + +Όλγα. Τους άλλους; ποιους άλλους, μαμά; Να σε πω; η αγάπη είνε η +ζωή . . . Εγώ, μαμά, κι' όταν είμουν άρωστη, και δεν έτρωγα κι' +όλους σας πίκραινα, δεν είμουν μέσα μου δυστυχισμένη. Η αγάπη σας +κι' η αγάπη μου κι' η αγάπη τ' Αλέκου, που έλειπε, δε μάφιναν να +σκεφτώ, πως είμουν άρωστη . . . + +Η κ. Λάκη. Κόρη μου! . . . + +Όλγα. Έτσι δεν είνε κι' όλοι; Συ; ο μπαμπάς; ο Αλέκος; ο Αλέκος, +μαμά; . . . Γιατί με είπες, θα ξεχνώ τους άλλους; Όχι, μαμά, εγώ +όλους τους αγαπώ! + +Η κ. Λάκη. Ναι, Όλγα μου . . . έχεις δίκιο! . . . Τόρα, άει να +ετοιμαστείς λίγο . . . Να σε βρει ο Αλέκος ήσυχη . . . + +Όλγα. Καλά λες, μαμά πάω· (φιλεί την κ. Λάκη) au revoir, μαμά +(φέβγει). + +(Η κ. ΛΑΚΗ κάθεται στο διβάνι και ξεφυλίζει φημερίδες. Μπαίνει ο +περέτης). + +Περέτης. Ήρθε η κ. Κιάρα, κυρία, και περιμένει όξω . . . + +Η κ. Λάκη. Τι είπες; η Μαρή; Γλήγορα λοιπόν πες της νάμπει . . . +Είνε ανάγκη να δοποιηθούμε γι' αφτό; . . . (ο περέτης φέβγει). Έχω +συντροφιά . . . + +(Μπαίνει η κ. ΚΙΑΡΑ ντυμένη με στολή περίπατου). + +Η κ. Κιάρα. Καλημέρα, Ασπασία μου . . . + +Η κ. Λάκη. Καλημέρα, Μαρή . . . (φιλιούνται) πώς αφτό το έχταχτο; +. . . + +Η κ. Κιάρα (βγάνοντας τα γάντια της και το καπέλο της) Ασπασία μου +. . . Σα νάξερα, πως θα σε 'βρισκα μονάχη. (κάθεται) Ο Χρίστος +λείπει; . . . + +Η κ. Λάκη. Βγήκε για μια δουλειά. + +Η κ. Κιάρα. Η Όλγα; + +Η κ. Λάκη. Καλά . . . είνε στην κάμερά της . . . Μα γιατί σε βλέπω +έτσι; + +Η κ. Κιάρα. Ξέρεις εσύ, Ασπασία, τι θα πει μητέρα . . . Και θα σε +πω τον πόνο μου. + +Η κ. Λάκη (με προσποίηση). Δεν καταλαβαίνω, Μαρή . . . + +Η κ. Κιάρα. Δε βλέπεις το λοιπόν, πως ο Αλέκος μας τόρα τόσον +καιρό άλαξε; Αφτό ξάφνου, που παραπονιέσαι, πως δεν έρχεται σπήτι +σας . . . άλλα, που κάμνει στο δικό μας . . . το κλείσιμό του στη +βιβλιοθήκη του . . . η μοναξιά του, όλα αφτά, Ασπασία, με χαλούν +την ησυχία μου. Το γέλιο του, Ασπασία, που προσπαθεί ναν το βάλει +στο στόμα του για να με ησυχάσει, πίκρα στάζει . . . + +Η κ. Λάκη. Τα παρακάνεις τα πράματα, καημένη . . . + +Η κ. Κλάρα. Όχι, Ασπασία, δεν τα παρακάνω! . . . Τα βλέπω μόνο με +το μάτι της μητέρας, κι' η μητέρα δεν κάνει λάθος ποτές της, +Ασπασία . . . Ο Αλέκος μας κάπιαν αγαπάει· είμαι βέβαιη . . . Του +τόπα προχτές: «παιδί μου, του λέω, είσαι νέος και δε σαδικώ. Πες +μου αν είνε καμιά, που σ' αρέσει . . . πες μου τη . . . Εγώ, +Αλέκο, προτού πεθάνω τόχω όνειρο να σφίξω στην αγκαλιά μου +αγκόνια. . είνε και καιρός σου, παιδί μου . . . » Ξέρεις τι μου +είπε: «Μαμά, πως σε ήρθε τέτια σκέψη για μένα; Εγώ είμαι +παντρεμένος. Είμαι παντρεμένος με την ιδέα . . . αφτή είνε η +γυναίκα μου . . . » Μα γω, Ασπασία, δε γελιέμαι . . . Η ζωή, που +κάνει το παιδί μου κάμποσο τόρα καιρό, είνε ερωτεμένου ζωή . . . + +Η κ. Λάκη (με ησυχία). Καθόλου παράδοξο, Μαρή . . . Και δεν +υποψιάζεσαι καμιά; + +Η κ. Κιάρα. Πώς; με τι τρόπο; προσπάθησα νανακαλύψω, πού πάει τόρα +. . . ποιά τον τραβάει, μα δεν το κατόρθοσα . . . + +Η κ. Λάκη. Να σε πω, Μαρή; Ανίσως κιαγαπάει καμιά θα ήθελες ναν +την πάρει; + +Η κ. Κιάρα. Άκου κουβέντα! . . . Ναν την πάρει λέει; . . . βέβαια +ναν την πάρει. + +Η κ. Λάκη. Κι' όποια κι' αν είταν; + +Η κ. Κιάρα. Μα τι λόγος είν' αφτός, Ασπασία; Λοιπόν εσύ δεν έχεις +εμπιστοσύνη στον Αλέκο; + +Η κ. Λάκη. Έχεις δίκιο, Μαρή . . . Ο Αλέκος δε μπορεί να πέσει όξω +. . . + +Η κ. Κιάρα. Τόρα, καημένη, εσύ θα με βοηθήσεις . . . Ήρθε η σειρά +σου. Εσύ α θέλεις, μπορείς ναν του αρπάξεις το μυστικό της ταραχής +του . . . Σε σέβεται και σαγαπάει τόσο . . . Ό,τι δε μπορεί να +κατορθώσει η μητέρα, Ασπασία, το κατορθόνουν οι μπιστεμένοι φίλοι +. . . Και συ δεν τον αγαπάς τον Αλέκο μας; + +Η κ. Λάκη. Τι λες, Μαρή; Τον Αλέκο μας; Έκαμες καλά, που ήρθες να +μαναθέσεις αφτή τη φροντίδα . . . Ή εγώ ή ο Χρίστος ή κι' η Όλγα +μας . . . καταλαβαίνεις; η Όλγα μας, που του χρωστεί τη ζωή της . +. . κάπιος θα κατορθόσει ναν του γιατρέψει τον πόνο του. Ναι! Αφτή +η φροντίδα είνε δική μας πια . . . Τόρα πάμε να φιλήσεις την Όλγα +μας . . . + +Η κ. Κλάρα. Την Όλγα μας είπες; Κι' εγώ προτήτερα, είπα τον Αλέκο +μας. Ω! Θε μου! . . . + +Η κ. Λάκη. Μα τι, Μαρή; . . . + +Η κ. Κιάρα. Αχ! Ασπασία . . . Ναι! από χρόνια το φανταζόμουνα, πως +δε θάταν νύφη για το γυιό μου άλλη από την κόρη σου . . . Και τόρα +αν είνε να χαλάσει αφτό τόνειρο . . . + +Η κ. Λάκη (διακόφτοντας). Μαρή, αφτά είνε θεϊκά. Πού ξέρεις τι +έχει γραμένο του καθενού ο Θεός; . . . Πάμε τόρα να φιλήσεις την +Όλγα μας. + +Η κ. Λάκη. Ναι . . . πάμε . .(φεύγουνε.) + +Η σκηνή μνίσκει αδειανή λίγην ώρα. Ύστερα μπαίνει ο κ. ΛΑΚΗΣ με +τον ΑΛΕΚΟ. + +Ο κ. Λάκης (γλήγορα-γλήγορα). Ωραία τα κατάφερες . . . Αγκαλά και +τι σέμελε εσένα; Αγάπησα, λέει, την Όλγα κι' είμαι κλέφτης ναν της +πέρνω την αναπνοή της . . . και ξέρω γω τι άλλα αερολογήματα . . . +Κακέ άθρωπε! πούνε ο θεοσοφισμός σου πια; Μα ένια σου κι' η δική +μου εγδίκηση θα είνε όπως τη θέλω!. . Γιατί δε μιλάς; + +Αλέκος. Τι να σας πω; Εσείς με περιλούζετε με τέτιες λέξες, που +εγώ δε βρίσκω παρόμοιες . . . Ποιητής γινήκατε . . . Καιρό δε με +δόκατε να σκεφτώ, μήτε να μπορώ να σκεφτώ . . . + +Ο κ. Λάκης. Όχι! δεν είνε αφτό . . . Σε τύφτει η συνείδησή σου . . +. και καταλαβαίνεις το δίκιο μου . . . Ακούς εκεί να κάμει τόσον +καιρό νάρθει σπήτι μου; να μην τονέ νιάζει πια για τίποτις δικό +μας . . . Άρα μάρα . . . Ας πάει στο καλό κι' ο Λάκης κι' η +Λάκαινα κι' η Όλγα κι' όλοι τους . . . Καλά εμείς . . . μα κι' η +Όλγα; Τι κακό σούκαμε; Κι' ανίσως από τη λύπη της τής ξαναρχόταν η +ανορεξία; δε θα είσουν εσύ η αφορμή; Ύστερα έλα εδώ κοντά να σε πω +κι' ένα άλλο . . . Ξέρεις, πως της χρωστάς και συ πολλά!; +περσότερα ακόμα κι' απ' ό,τι σου χρωστάει εκείνη; Ναι! . . . Την +έκαμες καλά! . . . της έδοκες ζωή και χαρά μα κι' εκείνη σούδοσε +δυο πολύ σπουδαία . . . πολύ μεγάλα . . . τη νίκη και την αγάπη . +. . το καταλαβαίνεις; + +Αλέκος. Εκείνη δε με χρωστάει τίποτα, κ. Λάκη . . . Έγινε καλά +γιατί το θέλησε. Μ' αφείστε με εμένα να πάσχω μόνος μου . . . Η +νίκη δεν είνε δική μου . . . δική της είνε . . . Κι' η αγάπη; αφτή +μου είνε η μεγάλη τύψη . . . Εγώ δεν έπρεπε ποτές αφτό το λουλούδι +της Εδέμ . . αφτή την άτμα του Νιρβάνα ναν την αγαπήσω, όπως την +αγάπησα . . . Δεν έπρεπε ναν το σκεφτώ ποτές μου . . . Και σας +ορκίζουμαι. κ. Λάκη, πως δεν το σκεφτόμουν, δεν το πρόλεγα. Μια +μέρα άξαφνα εκεί, που είταν σκυμένη η Όλγα στο αργόχειρό της, +σηκόθηκε άθελά μου το κεφάλι μου και την ξέτασε . . . Εκείνο το +κύταμά μου με κατάστρεψε . . . Εκείνο μέριξε στη γης από τα +ουράνια . . . Κι' εγώ δεν είμουν πια αγνός . . . Δεν την κύταζα +χωρίς να λιμπίζουμαι ό,τι εκείνη δε φανταζόταν . . . ό,τι εκείνη +δεν ξέρει . . . Επάλεψα με τον εμαφτό μου πολλές μέρες . . . Κι' +είδα πως δεν έπρεπε να ξανάρχομαι εδώ . . . εδώ, που με κάμνει +ιερόσυλο η αγάπη . . . + +Ο κ. Λάκης. Τι ιερόσυλο και κολοκύθια, βρε αδερφέ; . . . Η κόρη +μου σ' αγαπούσε από τότες και σαγαπάει πάντα κι' αφτή . . . + +Αλέκος. Η Όλγα; Η Όλγα μαγαπάει, όπως εγώ; Όχι, κ. . Λάκη . . . Η +αγάπη που λέμε, δεν είνε γνωστή στον άγκελο εκείνο . . . Στον +άγκελο, που η θέση του στη γης είνε πολύ πολύ μεταγενέστερη . . . + +Ο κ. Λάκης (με προσποιτό θυμό). Ουφ πια και συ κι' οι ιδέες σου . +. . Βάλτα και με τη φύση τόρα . . . Με τους αιώνιους νόμους, που +διεφτύνουν τη δημιουργία . . . Έπειτα ξέρεις κι' ένα άλλο; Το +παρθενικό όνειρο κάθε κόρης είνε να κάμει παιδιά . . . + +Αλέκος. Και λέω εγώ όχι; + +Ο κ. Λάκης Μα κ' εγώ δεν ξέρω τι λες . . . + +Αλέκος (ήσυχα). Λέω, πως την αγάπη που λέμε δεν ξέρουν αγκέλοι, +σαν την Όλγα. Τίποτ' άλλο. Όσο για την παρθενική αποθυμιά, που +λέτε . . . αφτή είνε όνειρο και του αγνού νέου, όπως και της αγνής +κόρης . . . κι' όνειρο τόσο γλυκό . . . Α! τα παιδιά! . . . + +Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; . . . + +Αλέκος. Ναι! μα ο τρόπος της κατασκεβής τους όχι μόνο δεν τους +είνε όνειρο, αλλά και αφορμή να διόχνουν από τη σκέψη τους και το +άλλο . . . το παρθενικό εκείνο . . . + +Ο κ. Λάκης. Παιδάκι μου, δεν καταλαβαίνω εγώ απ' αφτά . . . Εκείνο +που σου λέω, σαν πατέρας τ' αγκέλου, που λες, είνε να σε βεβαιόσω, +πως ο άγκελός μου, είνε μια κόρη με σάρκες, με αίμα, με λίγη +παθολογία, με πόθους, το πολύ άγνωστούς της ακόμα και τίποτ' άλλο +. . . (ο Αλέκος κουνάει το κεφάλι). Δε με λες; τι προτιμάς; να +είνε η Όλγα ο άγκελός σου ή η κόρη του Λάκη του γιατρού; + +Αλέκος. Γιατί με ρίχνετε σε τέτια ζητήματα, που με πληγόνουν; Εγώ +τι θέλω νάνε; Μα α θελήσω το δέφτερο, δε γένουμε εγωιστής; . . . +Εγωιστής του χειρότερου είδους; + +Ο κ. Λάκης. Αμ το ξέρω πως είσαι τρελός . . . Τι αλτρουισμός και +εγωισμός . . . Εδώ είνε ένα το ζήτημα : είνε η Όλγα, η κόρη του +γιατρού του Λάκη, όπως είνε . . . τέλειωσε . . . τότες την κάνεις +εφτυχισμένη, άμα . . . κατάλαβες, πιστέβω; . . . + +Αλέκος (κυτάζοντας ψηλά). Ω πνεύμα.! . . . + +Ο κ. Λάκης. Στάσου λοιπό να διείς . . . (χτυπάει, το κουδούνι) και +να μη λες ό,τι φαντασία αρωστημένη φαντάζεται. (Μπαίνει ο περέτης. +Στον περέτη). Πες στις κυρίες σου ναρθούν . . . τόσην ώρα τις +περιμένουμε . . . Γλήγορα . . . (φέβγει ο περέτης) Κι' έτσι +αρχίζει κι' η εγδίκησή μου. Στυλόσου τόρα καλά να δεχτείς τα +χτυπήματά μου . . . + +Αλέκος (με φανερή συγκίνηση). Ω! κύριε Λάκη . . . λυπηθείτε με! . +. . Αφτή την ώρα, που με τόσο καρδιοχτύπι την περίμενα . . . την +τρέμω τόρα . . . Ας βραδύνει ακόμα, κ. Λάκη . . . Γιατί +βιαστήκατε; . . . + +Ο κ. Λάκης. Για διές νέος! . . . Κι’έχει στο νου του απόφαση, +λέει, να χτυπήσει τις πρόληψες και να ρίξει φως στο σκοτάδι! . . . +Τρέμει, ακούς! . . Τρέμει, γιατί πρόκειται ναντιμετωπίσει την +αρεβωνιαστικιά του . . . + +Αλέκος. Ας με είταν δυνατό ναπόφεβγα αφτή τη δοκιμασία . . . + +Ο κ. Λάκης (ειρωνικά). Έτσι δεν κερδίζει κανείς τον κόσμο, Αλέκο.! +. . . Τόλμη . . . + +Αλέκος. Δόστε μου τη αφτή τη στιγμή! . . . Να φύγω (κυτάζει ένα +γύρο) απ' αφτό το δωμάτιο (ακούγουνται πατήματα). + +Ο κ. Λάκης. Τόρα πια είνε αργά! . . . + +(Μπαίνουν η κ. ΚΙΑΡΑ, η κ. ΛΑΚΗ, κι' από πίσω η ΟΛΓΑ. Ο ΑΛΕΚΟΣ +παραμερίζει και κυτάζει χάμου). + +Ο κ. Λάκης. Μπα! κι' η Μαρή εδώ; . . . Τόσο το καλίτερο. Μας +ξεφέβγει το απρόοπτο, μα δεν πειράζει . . . + +Η κ. Κιάρα (με χαρά). Τάμαθα όλα και τις πλεχτάνες σας . . . +Πολέμησαν οι κυράδες από δω να με τα κρύψουν, μα με τα φανέροσαν +χειρότερα . . . + +Ο κ. Λάκης. Και δίνεις την εφκή σου; + +Η κ. Κιάρα. Μ' όλη μου την ψυχή . . . + +Ο κ. Λάκης. Μα βλέπεις τα παιδιά τα καημένα τόρα πρωτοβλέπουνται +και φοβούνται το ένα το άλλο . . . Μα, κυρά Μαρή, η Όλγα μου δεν +είνε, σαν το γυιόκα σου εκεί . . . Διές τηνε, πώς χαίρεται όλη, +πώς πετάει όλη . . . Έλα δω, Όλγα μου. (η Όλγα πλησιάζει). Πες +μου, είσαι εφκαριστημένη με το γάμο που σου ετοιμάσαμε; + +Όλγα. Μπαμπά μου! . . . + +(Ο ΑΛΕΚΟΣ σηκόνει λίγο το κεφάλι του). + +Ο κ. Λάκης. Και τον αγαπάς; Έτσι πολύ σαν τον εαφτό σου και +περσότερο ακόμα; Θαν τον αγαπάς πάντα; Θαν του χαλάσεις ποτές σου +το χατίρι; Ό,τι τον εφκαριστεί δε θαν του παρέχεις; . . . + +Όλγα. Μπαμπά . . . τι με ρωτάς; Εσύ τα ξέρεις καλίτερα από +μένα . . . + +Ο κ. Λάκης. Αφτός όμως ο κύριος εκεί έχει άλλην ιδέα και δειλιάζει +. . . Άει, Όλγα μου, ναν του δείξεις, πως δεν ξέρει τι του γίνεται +. . . Άει κοντά του και πες του τα . . . + +(Η ΟΛΓΑ πάει κοντά στον ΑΛΕΚΟ). + +Όλγα. Αλέκο . . . Τόρα εσύ δεν πιστέβεις εμένα; + +Αλέκος. (με κάπια ταραχή). Όλγα μου . . . + +Ο κ. Λάκης. Φίληστόνε τόρα, Όλγα . . . Εκείνο το φιλί της αρεβώνας +. . . + +(Η ΟΛΓΑ τονέ φιλεί δειλά). + +Αλέκος (πιάνοντες τα χέρια της). Όλγα μου . . . Χρυσή μου Όλγα . . +. + +Ο κ. Λάκης. Η εγδίκησή μου, παιδί μου, είταν, όπως την περίμενα +(στην κ. Κιάρα). Τόρα, κυρά Μαρή, μπορείς να πάρεις το παιδί σου +αρεβωνιασμένο και φιλημένο . . . Και συ, τρελόπαιδο, να μην τα +βάνεις πάντα με τους γέρους. + +Αλέκος. (πηγαίνοντας κοντά τον). Το πεπρωμένο! . . . + +Ο κ. Λάκης (αγκαλιάζοντάς τον). Ω . . . ω! . . . καλή αρχή . . . . +Το πεπρωμένο είπες; έρχεσαι πια στο νου σου . . . + +(Πέφτει η σκηνή). + +ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ + + + +ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ + + + +(Το ίδιο σαλόνι, όπως και στη δεύτερη πράξη. Ο κ. κι' η κ. ΛΑΚΗ. Ο +κ. ΛΑΚΗΣ συργιανάει και καθετόσο φτάνει ως το παράθυρο και κυτάζει +όξω). + +Ο κ. Λάκης. Η υπομονή, Ασπασία, είνε το μόνο μας φάρμακο . . . + +Η κ. Λάκη. Πολλές φορές, που κάθουμαι μονάχη και συλογιέμαι τόσα +και τόσα, λέω μέσα μου: γιατί να μας ξεγελάσει έτσι η τύχη; . . . + +Ο κ. Λάκης. Δε λογαριάζεις το σωστό, Ασπασία. . Σήμερα, βέβαια, ο +πόνος μας είνε μεγαλήτερος. Η ελπίδα εκείνη η πρώτη, που ύστερα +έγεινε βεβαιότητα και μας εξασφάλισε . . . σήμερα πάλε μας +βασανίζει . . . Μα για την Όλγα μας δεν είνε το ίδιο . . . μην το +λες, δεν είνε το ίδιο . . . Το βασανισμένο μας το κορίτσι πέρασε, +έτσι, μερικές μέρες χαράς . . . + +Η κ. Λάκη. Δε μπορώ, Χρίστο . . . Τι να στο κρύψω; Νιόθω, πως αν +πάθει τίποτις η Όλγα μας . . . εγώ δε θαν το βγάλω πέρα. Και τόρα +ακόμα όλη την ώρα ο πόνος της με δέρνει. Ναι! Χρίστο . . . +Έρχουμαι σε στιγμές πονηρές, που βλαστημάω μέσα μου, μα δεν +ξεθυμαίνω· και μόνο, άμα γονατίζω μπρος στην Παναγιά και την +παρακαλώ . . . μόνο τότες πέρνω λίγη ανάσα . . . + +Ο κ. Λάκης. Τότες, Ασπασία, να γονατίζεις, όσο μπορείς περσότερο . +. . Σε πιστέβω και δε σαδικώ. Και τόρα η Όλγα μας στην κάμερά της +είνε; + +Η κ. Λάκη. Ναι! εκεί την άφισα. Με παράσφιξαν τα δάκρια και +προτίμησα να φύγω . . . (σηκόνεται και προχωρεί κοντά στον κ. Λάκη +και του πιάνει τα χέρια). Χρίστο μου! Γιατί μας παιδέβει τόσο ο +Θεός; Τι κακό εκάμαμε τόσο μεγάλο; (κάθεται πάλε στη θέση της και +κλαίει). + +Ο κ. Λάκης. Ουφ! καημένη Ασπασία . . . μην κάνεις έτσι . . . σε +παρακαλώ . . . (πάει κοντά στο παράθυρο και στέκεται λίγο· ύστερα +γυρίζει). Ξέρεις, Ασπασία . . . έγραψα στον Αλέκο . . . + +Η κ. Λάκη. Έγραψες στον Αλέκο; και τι του 'γραψες; + +Ο κ. Λάκης. Ναρθεί . . . Τον παρακαλώ πολύ . . . Τον καθικετέβω +και πιστέβω, πως θα μακούσει . . . Είχα το πρωί μια κρυφήν ελπίδα, +πως θαν τον έβλεπα στο συβούλιο, μα δεν ήρθε· ίσως, γιατί έμαθε, +πως θα είμουν κι' εγώ . . . Νά, Ασπασία, πόνοι μεγαλήτεροι κι' από +τους δικούς μας . . . ίσοι τουλάχιστο . . Ξέρεις τι συβούλιο +εκάμαμε το πρωί; . . . + +Η κ. Λάκη. Όχι . . . + +Ο κ. Λάκης. Για το δυστυχισμένο τον Πρινόπλο, που είταν φρίκη ναν +τον έβλεπες, μα πιο πολλή νάβλεπες την κακομοίρα τη γυναίκα του +και τα δυο του τα παιδιά, εκείνα ταγκελόπλα, που τόσες φορές τα +λαχταρούσαμε στον περίπατο. + +Η κ. Λάκη. Κι' είνε απελπισία; . . . + +Ο κ. Λάκης. Κι' εγώ κι' ο Καρυδιάς τους είπαμε πως είνε ανάγκη +ταξιδιού με ξένον οδηγό, αφού δε θέλουνε ναν τον κλείσουνε για +λίγον καιρό στο φρενοκομείο . . . + +Η κ. Λάκη. Μ' αλήθεια πια . . . ως εκεί; ω, Θε μου! ω, τη +δυστυχισμένη την Πιπίτσα . . . + +Ο κ. Λάκης. Τη δυστυχισμένη την Πιπίτσα! τα δυστυχισμένα τα παιδιά +του! . . . Κι' α σε πω, ποιος λόγος του φανέροσε την τρομερή αφτή +αρώστεια τι θα πεις; . . . + +Η κ. Λάκη. Ποιος; . . . + +Ο κ. Λάκης. Νά! αφτή η Πιπίτσα . . . Τα επακόλουθα του γάμου . . + +Η κ. Λάκη. Σώπα δα, καημένε Χρίστο . . . + +Ο κ. Λάκης. Και μόλα τάφτα! . . . Η ζωή, Ασπασία, είνε βαρκούλα +στον ωκεανό . . . Δεν είνε, βλέπεις, που άμα ξέφυγες το μεγάλο +κανάλι και . . . ξέρεις ποιο είνε αφτό; . . + +Η κ. Λάκη. Όχι + +Ο κ. Λάκης. Η κληρονομικότητα . . . Η τρομερή κληρονομικότητα . . +. Και δεν είνε, που άμα την ξέφυγες, γλύτοσες πια . . . Τι σε +καρτεράνε στο δρόμο σου . . . Τι σταθμοί, τι προσκόματα . . . Α! +κι' ένα από τα φριχτότερα μαρτύρια είνε, που, άμα φτάσεις σένα +σταβροδρόμι, δεν ξέρεις καλά-καλά πού να στρίψεις . . . Σούπα τι +έπαθα προχτές εγώ στον Πειραιά για να μη στρίψω από την +Τερψιθέα . . . Ώρες γύριζα χωρίς να βρίσκω ίχνος Πασαλιμανιού . . . +ίδροσα, απόστασα . . . ξεθεόθηκα . . . + +Η κ. Λάκη. Καλότυχο και συ . . . + +Ο κ. Λάκης. Μάλιστα. Ένα σταβροδρόμι στο διάβα της ζωής είνε η ώρα +του γάμου . . . Τι να κάμεις; πού να στρίψεις; Ο κακομοίρης ο +Πρινόπλος, άμα ήρθε ως εκεί, γύρισε, κύταξε δώθε, κύταξε κείθε και +μπήκε στο γάμο . . . Είδε, βλέπεις, τόσους εφκαριστημένους . . . +Τον Κιάρα, εμένα . . . Φτωχέ! δεν ερχόσουν προτήτερα να μας +ξεμυστηρέψεις! . . . + +Η κ. Λάκη. Μην το λες αφτό, Χρίστο! Σταμάτα ως εφτού. Όσα φαρμάκια +κι' αν πιω, ό,τι κι' α με περιμένει ακόμα, ποτές δε θα προτιμούσα +νάμνισκα ανύπαντρη. Α, Χρίστο! αν ήθελες να πεις κανά τέτιο είσαι +άδικος . . . Εγώ με το γάμο μου γνώρισα δυο αγάπες, που όχι μαφτή +τη ζωή δεν τις παραβάνω, μα μήτε και με την άλλη . . . (Σηκόνεται +και πάει κοντά του) Ναι, Χρίστο, εσύ κι' η Όλγα είσαστε του γάμου +μου καρποί . . . + +Ο κ. Λάκης. Ασπασία μου . . . (ξαπλόνεται κι' αφτός σένα κάθισμα). + +(Μερική σιωπή. Ο κ. ΛΑΚΗΣ ξανασηκόνεται) + +Ο κ. Λάκης. Που λες, Ασπασία, έγραψα στον Αλέκον ναρθεί! Το φτωχό +παιδί πόσο υποφέρει. Μετά το συβούλιο πέρασα από το γραφείο του +Διαμαντίδη κι' εκεί του έγραψα. Σε βεβαιόνω, Ασπασία, πως ο Νίκος +μέκαμε να δακρίσω. Με δηγήθηκε το μαρτύριο τ' Αλέκου. Το φτωχό τον +Αλέκο! . . . Κι' εγώ εχτέλεσα έναν πόθο μου τόσου καιρού. Του +γράφω, πως αν υπάρχουν μέσα του ακόμα σημάδια από τις αρχές που +πρεσβέβει, πρέπει ναρθεί ναν τονέ διώ· ναρθεί νακούσω τη μιλιά του +. . . γιατί έτσι θα δόσει μια μικρή ανακούφιση σ' ένα, που τον +αγαπάει τόσο και που τόσα υποφέρει κι αφτός . . . + +Η κ. Λάκη. Και θαρθεί; + +Ο κ. Λάκης. Θάρθει! . . . Προχτές με τον Κώστα μαζύ κλαίγαμε τη +μοίρα μας. Μα τι μπορεί να πει κι' αφτός στο παιδί του; είνε πολύ +ντελικάτο το ζήτημα . . . Πάρε τη δική μας τη θέση . . . + +Η κ. Λάκη. Ναι! τα ίδια και εμείς λέγαμε με τη Μαρή. + +Ο κ. Λάκης. Και να μη μπορέσω ναν τονέ πιτύχω εκεί ποτές . . . μα +ποτές. + +Η κ. Λάκη. Μήπως η Όλγα δεν κρύβεται στη Μαρή; + +(Ο κ. ΛΑΚΗΣ ανάβει τσιγάρο. Προχωρεί στο παράθυρο κι' ακουμπώντας +το χέρι του κυτάζει όξω καπνίζοντας. Η κ. ΛΑΚΗ κάθεται στη θέση +της συλογισμένη. Ξάφνου ο κ. ΛΑΚΗΣ γυρίζει). + +Ο κ. Λάκης. Έρχεται, Ασπασία! έρχεται! . . . + +Η κ. Λάκη. Ο Αλέκος; + +Ο κ. Λάκης. Ναι! ο Αλέκος . . . Έρχεται! Τον είδα, που έστριβε το +στενό και κύταζε απάνου. Τα μάτια μας αντικρύστικαν. Εκείνος τα +χαμήλοσε και προχωρεί . . . Εδώ έρχεται· πάω ναν τονέ φέρω ίσα εδώ +. . . + +Η κ. Λάκη. Έρχεται! . . . (σηκόνεται). + +Ο κ. Λάκης. Είμαι συγκινημένος (φέβγει). + +Η κ. Λάκη (πλησιάζει στο παράθυρο). Έρχεται!. . + +(Περνάει κάμποσο. Ύστερα μπαίνουν ο κ. ΛΑΚΗΣ και σιγά ο ΑΛΕΚΟΣ). + +Η κ. Λάκη. Αλέκο! + +Αλέκος. Μητέρα μου! (της φιλεί το χέρι) + +Ο κ. Λάκης. Διές, Ασπασία, το κακό παιδί . . . Δεν ήθελε νανέβει . +. . Κοντοστεκόταν στο δρόμο, κι' εγώ που δεν έβλεπα νανεβαίνει, +κατέβηκα ως την πόρτα και τον έφερα απάνου με το στανιό . . . Να +σε πω μάλιστα; Α δεν κατέβαινα δε θαρχόταν. Είταν έτοιμος να +φύγει. . + +Αλέκος. Τι να σας το κρύψω; και τόρα δε μαπαντάει εδώ ο τόπος, +σεβαστέ μου πατέρα . . . + +Ο κ. Λάκης. Φαντάσου, Ασπασία . . . ναν του γράφεις . . . ναν τον +παρακαλείς ναρθεί για εσπλαχνία στο τέλος κι' ενώ εσύ πια τον +καρτεράς μανοιχτές αγκάλες, αφτός έρχεται ως την πόρτα σου και +κάνει βόλτα, μόνο βόλτα, γιατί σε βεβαιόνω δε θανέβαινε, α δεν τον +έφερνα εγώ . . . + +Αλέκος. Ποιος μέγραψε; + +Ο κ. Λάκης. Εγώ! Το γράμα, που σου 'δοκε ο Διαμαντίδης εγώ δεν +τόχα γραμένο; + +Αλέκος. Ποιο γράμα; + +Ο κ. Λάκης. Ποιο γράμα;! . . . Μα τι; δεν τόλαβες ακόμα; + +Αλέκος. Δεν έλαβα τίποτα. + +Ο κ. Λάκης. Δεν τόλαβες λοιπόν ακόμα. Τόρα πια δεν πειράζει . . . +Νά! Σου 'γραφα ναρθείς . . . + +Αλέκος. Μπαμπά, μου γράφατε ναρθώ; Κι' είταν ανάγκη να μου το +γράψετε; + +Ο κ. Λάκης. Πώς; Αφού τόσον καιρό σε περιμέναμε; αφού με +καρδιοχτύπι καρτερούσαμε την άλλη μέρα, άμα πέρναγε η μια και συ +δε φαινόσουν; . . . + +Αλέκος. Πώς να φανώ . . . μπροστά σας; . . . μπροστά της; . . . +Μπαμπά, μαμά, συμπαθείστε με . . . Σας το ζητώ για χάρη, αφείστε +με να φύγω . . . + +Η κ. Λάκη. Γιατί Αλέκο; Μα τι τρέχει πια μεταξύ μας; Τ' είνε αφτό, +που κάνει τους πιο αγαπημένους να μη θέλουν να ειδοθούν μεταξύ +τους; . . . + +Αλέκος. Συλοηστείτε αν παρουσιαστεί άξαφνα εδώ; . . . + +Ο κ. Λάκης. Κάθησε. Σου το υπόσκουμαι να μην παρουσιαστεί α δεν το +θελήσεις. + +Αλέκος. Θε μου! Τ' είνε τόντις αφτή μας η ψυχολογική κατάσταση. +Ξέρετε, μπαμπά . . . Με είπατε, πως με στείλατε γράμα ναρθώ . . . +Δεν το έλαβα ακόμα . . . και σεις θαπορήσατε να με διείτε νάρθω ως +την πόρτα σας . . . + +Η κ. Λάκη. Εμείς; . . . + +Αλέκος. Κι' όμως, δεν είνε η πρώτη κι' η δέφτερη φορά, που έφτασα +ως εκεί . . . Το στενό εκείνο, που σήμερα μαντικρύσατε και κάματε +να μη μπορέσω να κρυφτώ χιλιάδες φορές το γυρίζω μη τολμώντας ναν +το περάσω και να μπω στο δρόμο του σπητιού σας. Στο δρόμο, που +βρίσκεται ο μαγνήτης, που τραβάει την ψυχή μου . . . Μόνο τη νύχτα +με τάστρα το διαβαίνω ελέφτερα . . + +Ο κ. Λάκης. Και να μην ανεβαίνεις απάνω; . . . + +Η κ. Λάκη Ακούτε καλέ! . . . + +Αλέκος. Φανταστείτε, πως βγήκε μια γενική διάδοση: ο Κιάρας, που +χώρισε με τη γυναίκα του της παίζει τόρα κόρτε . . + +Ο κ. Λάκης. Λόγια . . . + +Η κ. Λάκη. Λόγια . . . + +Αλέκος (σε λίγο) Και τόρα γιατί δε με μιλείτε γι' αφτή; γιατί δε +με λέτε ολοένα τόνομά της ναν τ' ακούσω; Σημειόστε, πως μόνη μου +απόλαψη μού 'μεινε η γλυκειά συντροφιά του εφτυχισμένου εκείνου +ζεβγαριού· του Νίκου και της Λέλας . . . Εκεί, πια, τύρανος εγώ, +δεν αφίνω άλλη ομιλία από τη δική της . . . Κι' εκείνοι οι τόσο +εβγενικοί όλο και για την Όλγα με μιλούν . . . + +Ο κ. Λάκης. Η Όλγα μας , Αλέκο , είνε πιο χειρότερα απ' όλους μας. +Η ανορεξιά εκείνη, καθώς θα ξέρεις, της ξανάρθε, όχι με τα +στίγματα τα τότε, μα όπως δήποτε εγώ τη φοβάμαι ως το τέλος. Μα +δεν υποφέρει κι' από αφτό τόσο, όσο από τη δική σου τη στέρηση . . +. + +Αλέκος. Από τη δική μου τη στέρηση! . . . Θε μου! + +Ο κ. Λάκης. Πες του, Ασπασία, πώς περνάει η Όλγα μας, γιατί αφτά +δεν τα ξέρει κανείς και κανείς δεν του τάχει πομένα . . . + +Αλέκος. Ναι, μαμά . . . Πέτε τα μου . . . Σας παρακαλώ . + +Η κ. Λάκη. Θέλεις να στα πω; — Ας σε πω μόνο μερικά από τα +χτεσινά. — Όλες οι ημέρες της περνούν ίδιες . . . + +Αλέκος. Όπως θέλετε. + +Η κ. Λάκη. Χτες ταπόγιομα πέρασε η συνηθισμένη ώρα, που η Όλγα +έπρεπε νάρθει στην κάμερά μου να με φιλήσει . . . Εγώ ανησύχησα +και πήγα τότες στη δική της να διώ μην της συνέβηκε τίποτις . . . +Τη βρήκα σκυμένη απάνου στο τραπεζάκι της . . . Είχε ακουμπισμένο +το κεφάλι της στα δυο της χέρια και σκέπαζε μ' αφτά ένα χαρτί. . +Της λέω: «Όλγα, τι κάνεις εκεί;» Σήκοσε τότες τα μάτια της και τα +είδα δακρυσμένα και με είπε: «Είσαι συ, μαμά;» « Εγώ, ναι! κι' +ήρθα να σε μαλόσω, που με ξέχασες σήμερα. Ακούς πεντέμιση η ώρα +και να μην έρθεις να με φιλήσεις; . . . » «Τι λες, μαμά; πεντέμιση +η ώρα;! τόσο αργά;» «Τι έκανες εσύ, την ερώτησα, κοιμήθηκες;» +«Όχι, μαμά μου, δεν κοιμήθηκα.» «Μα τι έκανες το λοιπόν;» «Μαμά +μου, νά, τι έκανα χωρίς να καταλάβω πώς πέρασε η ώρα. Άμα +σηκοθήκαμε από το τραπέζι κι εμπήκα στην κάμερά μου, ήρθα εδώ στο +τραπεζάκι μου κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο χέρι μου να σκεφτώ. +Και τότες, μαμά, πέρασαν όλα από μπροστά μου, από τότες που +είμουνα μικρούλα, τόση δα . . . Με φαινόταν, πως ο Αλέκος είταν +εδώ, κοντά μου, και με μιλούσε. Άκουγα τη μιλιά του σταφτιά μου. +Δεν ξέρεις, μαμά, τι εφτυχισμένη, που είμουν. Μα ξάφνου συνήρθα κι +είδα πως είμουν μονάχη κι' εκείνος μακρά μου. Μου ήρθαν έτσι, +κλάματα και μια σκέψη, που τόσες φορές τη σκέφτηκα μα δεν την +έκαμα. Ναν του γράψω: Αλέκο μου, γιατί μας απαρνήθηκες; Έλα, να +ζεις, γλήγορα κοντά μου. Εσύ το ξέρεις, πως εμείς δε μπορούμε να +ζήσουμε χωρίς εσένα. Έλα κι' ο Θεός θα στο ανταποδόσει . . . » + +Αλέκος. Όλγα μου! + +Ο κ. Λάκης. Τέτια μέλεγε, Αλέκο . . . + +Αλέκος. Όλγα μου. + +Ο κ. Λάκης. Και γιατί δεν του 'γραφε τότες; + +Η κ. Λάκη. Τι τα θέλεις; . . . + +Αλέκος. Σας παρακαλώ, μαμά . . . + +Η κ. Λάκη. Να σας το πω κι' αφτό . . . + +Αλέκος. Θα με υποχρεόστε. + +Η κ. Λάκη «Μα κει, με λέει, που του 'γραφα φανερόθηκε 'μπρός μου ο +αλιότικος Αλέκος κι' η πένα μού 'πεσε από τα χέρια . . . κι' εγώ +άρχισα τα κλάματα . . . Ύστερα μπήκες εσύ, μαμά· και θα με +παρηγορήσεις . . . Ε; . . . » + +Αλέκος. Ω! Θε μου! . . . + +Η κ. Λάκη. Τη νύχτα, κοντά τα μεσάνυχτα πάλε, που περνάω από το +κρεβάτι της να διώ, πώς είνε, πέρασα κι' άκουγα την αναπνοήτσα της +τη σιγανή. Πήγα κοντά της και ξαφνιάστηκα στη γλύκα, πούχε το +πρόσωπό της. Τα χειλάκια της κουνιόνταν, σα να 'διναν αγκελικά +φιλιά και ψιθύριζαν τόνομά σου, Αλέκο . . . + +Ο κ. Λάκης. Και την ημέρα και τη νύχτα σένα έχει στα όνειρά της. + +Αλέκος (πολύ συγκινημένος και κλαίοντας). Όλγα μου! αγάπη μου, +ψυχή μου! Και σεις, αγαπημένη μου μητέρα, γιατί σωπήσατε; γιατί +δεν ξαναρχίζετε πάλε ναν τα ξαναπείτε; Πώς κατορθόσατε να δόστε +τόσα μάγια στα λόγια σας; Ε; μητέρα; . . . + +Ο κ. Λάκης (με συγκίνηση). Αλέκο, παιδί μου, κάτσε φρόνιμα . . . +Θυμήσου, πως εμείς είμαστε γέροι και δεν αντέχουμε πολύ . . . + +Αλέκος. Τακούσατε, μπαμπά . . . Τακούσατε . . . Είδε τον αλιότικον +Αλέκο . . . (κλαίει) Θε μου! Θε μου, ποια εφτυχία έχασα από τον +εμαφτό μου . . . + +Ο κ. Λάκης. Αλέκο . . αν είταν δυνατό να μου 'λεγες τέλος, πώς +συνέβηκαν αφτά όλα . . . το γιατί τους; Όσα κι α φαντάζουμαι δε +μπορώ ναν τα καταλάβω. Την Όλγα μήτε μπορώ και μήτε θέλω ναν τη +ρωτήσω. Κι' εσένα μόνο, σε παρακαλώ να με τα πεις, α σου είνε +έφκολο κι' α θέλεις. Γιατί στο τέλος να τραβάμε όλα αφτά; . . . + +Αλέκος (με ησυχία). Δε θα δυσκολεβόμουν να σας τάλεγα όλα κι' όλη +μου την αποχτήνωση, γιατί θέλω πια κι' έναν άθρωπο ναν του +ξεμυστηρεφτώ . . . Κι ως τόρα σε κανένα δεν τόλμησα ναν του πω +τίποτις, μήτε και στη μαμά μου, που κι' εκείνη τόσο πάσκει εξ +αιτίας μου . . . Μα τι να σας πω . . . μπρος στη σεβαστή μου +μητέρα με είνε αδύνατο . . . + +Ο κ. Λάκης. Α! η Ασπασία θα μας κάμει αφτή τη χάρη να μας αφίσει +για λίγο. Ε; Ασπασία; Έπειτα θα πάει να κάμει συντροφιά της Όλγας +. . . + +Η κ. Λάκη. Σωστό. + +Αλέκος. Μαμά μου . . . Θα πάτε; . . . μην της πείτε, πως με είδατε +. . . Φιλείστε τη μόνο μυστικά για μένα. . Μα όχι δε μου πρέπει, +μαμά, δε μου πρέπει μήτε αφτό . . . + +Ο κ. Λάκης. Η Ασπασία, Αλέκο, ξέρει τι θα κάμει . . . + +(Ο Αλέκος σηκόνεται και της φιλεί το χέρι· η κ. ΑΛΚΗ τονέ φιλεί +στο πρόσωπο. Ύστερα φέβγει κι' ο ΑΛΕΚΟΣ την κυτάζει ως ότου +βγαίνει από την πόρτα) + +Αλέκος. Θέλετε ναν τα μάθετε; Όλα θα σας τα πω . . . + +Ο κ. Λάκης (σύχρονα), Ας καθήσουμε . . . Κάθησε, Αλέκο . . . +(κάθεται). + +Αλέκος (κάθεται). Θυμηθείτε πρώτα πρώτα τη ζωή μας την τότε . . . +Τον παράδεισο, που μας είχε ανοιγμένο ο άγκελός μας . . . τους +εφτά εκείνους μήνες, που εκάμαμε αρεβωνιασμένοι . . . Θυμηθείτε +και τι είπαμε την ημέρα, που έτσι έξαφνα, μας αρεβωνιάσατε . . . +Σε μένα δε δόθηκε στιγμή ναν τα θυμηθώ όλο εκείνο τον καιρό των +εφτά μηνών . . . ακόμα, να σας πω, έρχονταν στιγμές, που περνούσαν +από τη σκέψη μου κι' όλους διόλου ιδέες αποχτηνωτικές . . . Την +ώρα μάλιστα, που μας στεφανόνανε, που η Όλγα εφόργε το κάτασπρό +της φόρεμα το νυφιάτικο με τα λουλούδια στο κεφάλι κι' από τα +ντεκολτέ της ξεχώριζαν τα λιμπίσματα της σάρκας . . . την ώρα +εκείνη μου πέρασε μια ξαφνική σκέψη, που έκαμε τις αθρώσες μου να +σιγοτρίξουν κι' ετάχυνε την κυκλοφορία στις φλέβες μου και . . . +συλοήστικα ποια γήινη απόλαψη με περιμένει . . . πως ύστερα από +λίγην ώρα, μέσα στο φουφουδάτο κρεβατάκι της το παρθενικό, στις +θαμπερές αχτίδες του καντιλιού, που κρεμιόταν στο κόνισμα της . . +. μέσα εκεί, οι δυο μας μονάχα . . . μέσα εκεί θα είχα πια το +δικαίομα να ζητήσω ό,τι μου ανήκε . . . Δε συλογίζομουν ο άθλιος, +πως δυο εφκές του παπά, δε μπορούν απότομα να πετάξουν μια τέτια +παρθενιά . . . Κι’ η καταραμένη εκείνη ώρα έφτασε. Μια πόρτα +ξεχώριζε την κάμερά της από τη δική μου . . . Μπήκαμε ο καθένας +στη δική του. Κάθισα στο κρεβάτι μου απάνου . . . Το κορμί μου +πετούσε φλόγες! τα γόνατά μου τρέμαν! . . . Το σάλιο μου ανατάρεβε +στη γλώσα μου, καινούργιο σημείο, που με φανερονόταν . . . Όλη μου +η προσοχή κι' η φαντασία είταν προσηλωμένη στη διπλανή κάμερα . . +. Λογάριασα την κατάληλη στιγμή κι' άνοιξα την πόρτα της σιγά σιγά +και μπήκα σε κείνη την εκλησιά ο γιερόσυλος, στον αληθινό εκείνο +Παρθενώνα, με τη γνωστή πρόθεση και που ο κόσμος την περνάει για +τόσο φυσική . . . + +Ο κ. Λάκης. Α! . . . + +Αλέκος Συμπαθείστε με, μπαμπά, για τάπρεπα, λόγια, που θα σας +πω . . . + +Ο κ. Λάκης. Καημένε! . . + +Αλέκος. Η Όλγα είταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Μ' ανοιχτά τα +μάτια ονειρεβόταν. Φανταστείτε: δε με κατάλαβε αμέσως. Πηγαίνω και +κάθουμαι σε μιαν ακρούλα του κρεβατιού της. Σκύφτω το κεφάλι μου +στο κεφαλάκι της και τη φιλιώ στο στόμα και της λέω: «Δεν +κοιμήθηκες ακόμα αγάπη μου;» Ξαφνιάστηκε . . . Με είδε . . . Με +γνώρισε και μου χαμογέλασε: «όχι· με λέει, δεν κοιμήθηκα ακόμα. +Σένα συλογίζομουν, γιατί έτσι πάντα σε συλοήζουμαι προτού κοιμηθώ, +για να σέχω κοντά μου και στον ύπνο μου». Κι' εγώ της λέω: « Από +σήμερα, αγαπημένη μου γυναικούλα θα είμαι στ' αληθινά κοντά σου. +Ήθελες να σέκανα συντροφιά;» Και μαζύ με τα λόγια μου την +αγκάλιασα. Μπαμπά, εκείνη δα την intuition (6) την πιστέβετε και +μήτε μπορείτε ναρνηθείτε, πως δεν οδήγησε αφτή και μόνη την Όλγα +να νιόσει τι ζητούσα . . . Σηκώθηκε και κάθισε η Όλγα κι' η +κουβέρτα της ξέφυγε . . . Σκεπάστηκε βιαστικά βιαστικά και με +λέει: « Αλέκο . . . φοβάμαι! . . . » την είπα, πως δεν κάνει καλά +να φοβάται. Μα κείνη φαινόταν τόντις πολύ τρομασμένη και με +παρακαλούσε ναν την αφίσω . . . Καταλαβαίνετε, μπαμπά; . . . + +Ο κ. Λάκης. Τόρα καταλαβαίνω . . . + +Αλέκος. Ένιοσα, πως το καλίτερο, που είχα να κάμω είταν αφτό . . . +Ξαναμπήκα στην κάμερά μου. Εκεί με 'πιασε παράπονο· ένιοσα την +αθρώπινή μου αδυναμία και γονάτισα ακουμπώντας το κεφάλι μου στα +προυσκέφαλα . . . Ύστερα από πολλήν ώρα σύχασα λίγο, μα κι' οι +πρώτες αχτίδες της αβγής με βρήκαν ακόμα ξύπνιο . . . Τότες μόνο +με πήρε ένας ύπνος . . . + +Ο κ. Λάκης. Καημένο παιδί . . . + +Αλέκος. Σαν ξύπνησα και ντύθηκα, ήσυχος πια κι' ετοιμασμένος, +μπαίνω στην κάμερα της Όλγας, μα δεν είταν εκεί. Τη ζητώ· είταν +στης μαμάς της την κάμερα και είχε πάει από τη νύχτα. Δοκιμάζω να +μπω κι' αφτή φέβγει . . . Όλη την ημέρα μ' απόφεβγε, καθώς +θυμόσαστε . . . Τη νύχτα δε θέλησε να κοιμηθεί στο κρεβάτι της. +Και την άλλη μέρα τα ίδια . . . θυμόσαστε: με ζητούσε, σαν τρελή . +. . μα μόλις ένιοθε να πλησιάζω στη στιγμή έφεβγε . . . Τότες κι' +εγώ φαντάστηκα, πως ένα ταξιδάκι θα είταν πολύ πρόσφορο κι έφυγα +από την Αθήνα . . . Ο κόσμος ξιπάστηκε και διαδόθηκε πως χωρίσαμε +. . . + +Ο κ. Λάκης. Τα λόγια του κόσμου τα συνηθισμένα . . . + +Αλέκος. Σαν ήρθα δεν τόλμησα να σας ενοχλήσω και ναν την ενοχλήσω +. . . Γιατί; δε μπορώ ναν το ξεχωρίσω. Είνε δυο μήνες τόρα· σωστοί +δυο μήνες. Μόνο, όπως σας είπα, ερχόμουν ως εκείνο το στενό και +καμιά φορά δειλά, σαν κλέφτης, περνούσα κι' από τα παράθυρά σας, +όπως σήμερα, που μανεβάσατε . . . + +Ο κ. Λάκης. Η πρόνοια ίσως τόφερε . . . + +Αλέκος. Η πρόνοια; . . . Σεις;! . . . + +Ο κ. Λάκης. Ας είνε τόρα. Σε είπα η πρόνοια, γιατί, Αλέκο, δεν +είνε αδύνατο να ξαναφκιάσουμε τα πράματα. Κι' αν όχι από τίποτις +άλλο, συ όμως πρέπει να με συντρέξεις σ' αφτό, γιατί συ μόνος +μπορείς ναν της ξαναεπιβληθείς και στο στίγμα της της +ανορεξιάς . . . + +Αλέκος. Μπαμπά, φοβάμαι τη συνάντηση . . . Μα δε σας το +κρύβω . . . η δείλια μου είνε πιο μεγάλη κι' από το φόβο μου . . . + +Ο κ. Λάκης. Αφτό, Αλέκο, δεν επιτρέπεται σε σένα, όταν μάλιστα +πρόκειται για την Όλγα μας . . . που σ' ό,τι κι' αν κάνει, στο +τέλος είνε ανέφτυνη . . . + +Αλέκος. Ανέφτυνη! . . . Αφτή η τέλεια προσωποποίηση της αιθέριας +ζωής; . . . Ποια ερμηνεία δίνετε στη λέξη: ανέφτυνη; . . . + +Ο κ. Λάκης. Καημένε Αλέκο, με τις θεωρίες σου. . Δε σε λέω πως δε +σε συγκρατάνε, μα και να λες πια και τους υστερισμούς έργα προόδου +. . . + +Αλέκος. Ιδέες, μπαμπά. Σε μένα, καθώς ξέρετε, οι ιδέες αφτές +έσωσαν να γίνουν πίστη και δε θα ξιπαστείτε να σας πω, πως +μπορούσα, αν η Πρόνοια τόφερνε να ξαναζήσω μαζύ της, αλάκερη ζωή +ναν την περάσω μες στον αγνότερο κόσμο . . . + +Ο κ. Λάκης (κουνάει το κεφάλι και κάνει χειρονομία). Ουφ! καημένε! +. . . + +Αλέκος. Ο πνευματικός κόσμος, μπαμπά . . . η εξέλιξη δεν έχει +περιορισμό . . . + +Ο κ. Λάκης. Τι τα θέλεις τόρα αφτά . . . + +Αλέκος. Η κουβέντα τόφερε . . . Εγώ σας το βεβαιόνω για τον εμαφτό +μου . . . + +Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά . . . καλά! . . . Τόρα όμως είνε +πια καιρός να σκεφτούμε έναν τρόπο και ναν τα διορθόσουμε όλα . . +. + +Αλέκος. Έναν τρόπο; . . . + +Ο κ. Λάκης. Βέβαια . . . Ξέρεις τι νομίζω εγώ; + +Αλέκος. Τι; + +Ο κ. Λάκης. Να παρουσιαστείς μιαν ώρα άξαφνα μπροστά της και να +μην της δόσεις καιρό να φύγει . . . Εσύ να βαστάξεις τη συγκίνησή +σου και να μη σε νιάσει για τη δική της . . . + +Αλέκος. Τι να σας πω, μπαμπά . . . δε με φτάνει το θάρος . . . + +Ο κ. Λάκης. Όχι, Αλέκο, μην το λες αφτό. Η δική σου θέληση είνε +μεγάλη. Την ορίζεις . . . Μην το λες λοιπόν αφτό . . . Μην το λες +. . . + +Αλέκος. Μπαμπά; ας αφίσουμε να ενεργήσει μονάχη της η +Πρόνοια . . . + +Ο κ. Λάκης. Αλέκο! . . . + +Αλέκος (πάει κοντά στον κ. Λάκη). Μπαμπά μου, πώς το θέλετε αφτό; +Κι' αν η ταραχή της είνε πολύ πολύ μεγάλη; + +Ο κ. Λάκης. Δε μαπελπίζει . . . + +Αλέκος. Όχι, μπαμπά, ακόμα. (παρακλητικά). Δόστε μου καιρό να +ετοιμαστώ και σας το υπόσκουμαι . . . + +Ο κ. Λάκης. Όσο γι' αφτό έχεις δίκιο. + +Αλέκος (πιάνοντας το χέρι τον κ. Λάκη και παρακλητικά). Μπαμπά +μου, θα σας παρακαλέσω τόρα κάτι τις . . . + +Ο κ. Λάκης. Τι, Αλέκο; + +Αλέκος. Ναν την έβλεπα . . . Ναν την έβλεπα για λίγο χωρίς εκείνη +ναν το φαντάζεται. Νά! από κείνη εκεί τη χαραμάδα, πίσω από κείνη +την πόρτα . . . Μπαμπά μου . . . + +Ο κ. Λάκης. Α! αφτό, παιδί μου, έπρεπε ναν το σκεφτώ εγώ +προτήτερις (χτυπάει το κουδούνι). Ναι! εγώ έπρεπε ναν το σκεφτώ . +. . + +Αλέκος. Μπαμπά μου . . . πόσο είσαστε καλός . . . + +Ο κ. Λάκης. Όσο δα για την καλοσύνη, αφτή ανήκει σε σένα . . . + +(Μπαίνει ο περέτης) + +Ο κ. Λάκης. Να πας μια στιγμή να πεις στην κυρία σου, πως την +παρακαλώ ναρθεί μαζύ με την Όλγα να με διούνε. Το επιθυμώ να πεις +πολύ . . . (ο περέτης φέβγει). Τόρα θα διείς πια όλα και με τα +μάτια σου . . . + +Αλέκος. Η καρδιά μου πόσο χτυπάει . . . Ακώ πατήματα, μπαμπά, au +revoir . . . δεν αντέχω να μείνω πιο πολύ . . . + +Ο κ. Λάκης. Άει, Αλέκο, κρύψου . . . θαν 'την κρατήσω την Όλγα +πολύ . . . θαν την κάμω να πει και πολλά! . . Άει . . . + +Αλέκος. Πόσο σας εφκαριστώ . . . (φέβγει). + +(Ο κ. ΛΑΚΗΣ πηγαίνει στην πόρτα και στέκεται λίγο ορθός κυτάζοντας +στο βάθος. Ύστερα οδηγεί την κ. ΛΑΚΗ και την ΟΛΓΑ κρατώντας την +από τα χέρια). + +Όλγα. Καλημέρα, μπαμπά (τονέ φιλεί). + +Ο κ. Λάκης. Καλή-μέρα, Όλγα μου, πώς πέρασες από τα χτες; + +Όλγα. Καλά, μπαμπά (πλησιάζει στο τραπέζι, που είνε αραδιασμένα τα +δώρα της). Η μαμά με είπε πως ήρθαν όλα . . . + +Ο κ. Λάκης. Ναι! . . . Είδες τους χάρτες, Όλγα μου; Τι ωραίοι που +είνε . . . ε; σήμερα το πρωί μας τους έφεραν . . . ύστερα από +τόσον καιρό . . . + +Όλγα. Οι celestes; Τι ωραίοι που είνε, μπαμπά . . . Όλα τάστρα +τάχουνε . . . + +Ο κ. Λάκης. Βέβαια. Μας έφεραν και τα κομάτια. . Τα είδες; Νά! +εκεί στο πιάνο· όλες τις παραγκελίες μας μάς τις έφεραν . . . + +Όλγα (πλησιάζει στο πιάνο) Μερσί, μπαμπά . . . Τι καλός, που είσαι +. . . (πέρνει τα κομάτια). Η συφωνία του φα του Μπετόβεν . . . ω, +μπαμπά, πόσο σ' εφκαριστώ . . . Είνε κείνο το αλεγκρέτο, που μας +εσύστησε ο Νίκος . . . Κι' η παστοράλ . . . κι' αφτή στο φα είνε . +. . Τι ώμορφα . . . Α! νά . . . κι' η συφωνία του λα· το κομάτι +που ο Αλέκος από παστοράλ τόκανε φυνέμπρ . . . Θυμάσαι, μπαμπά; ο +Αλέκος όλο μ' αφτό το κομάτι είχε να κάμει . . . Θα χορτάσω, +μπαμπά, Μπετόβεν . . . + +Ο κ. Λάκης. Αμ τον Πάρσιφαλ δεν τον είδες; + +Όλγα. Έφεραν και τον Πάρσιφαλ; πού είνε μπαμπά; Α! νά . . . (τον +πέρνει στα χέρια της). Τον Πάρσιφαλ!. . Τούτο το μελόδραμα, +μπαμπά, είταν πια, που ο Αλέκος τόξερε απόξω όλο. Θαν το μάθω κι' +εγώ . . . Άμα ρωτούσες, μπαμπά, τον Αλέκο, ποια μουσική τάρεσε +περσότερο; πάντα τον Πάρσιφαλ έλεγε . . . + +Ο κ. Λάκης. Γι' αφτό και συ το λοιπόν ζητούσες με τόση επιμονή όλα +αφτά τα κομάτια; . . . + +Όλγα. Μπαμπά μου . . . γιατί; . . . Α! νά και τα τραγούδια του +Μασσενέ . . . + +Ο κ. Λάκης. Θέλω να σε πειράξω, Όλγα μου. Τα βιβλία τα είδες; +Είδες τις εικόνες τους; + +Όλγα (ξαναπλησιάζει στο τραπέζι). Έφεραν κι' εκείνα, μπαμπά; τις +ιλουστρέ έγδοσες; Α! νά η Ουρανία . . . Le planète Mars . . . (τα +ξεφυλίζει). Τι τρέλα οι εικόνες του . . . Το Paul et Virginie . . +. Νά! κι' ο Λουκής Λάρας στη Γαλλική του έγδοση . . . Μα, μπαμπά, +όλα τάφεραν . . . όλα . . . (τρέχει και φιλιούνται) πόσο σ' +εφκαριστώ, μπαμπά . . . Τι καλός μπαμπάς, που είσαι . . . ω! Mille +merci . . . mille merci . . , + +Ο κ. Λάκης. Εγώ θέλω να βλέπω την κόρη μου χαρούμενη . . Αφτό μόνο +θέλω . . . Άστα τόρα αφτά, Όλγα, κι' έλα να με πεις, πώς πέρασες +τη νύχτα; κοιμήθηκες καλά; . . . + +Όλγα (ξεφυλίζοντας ακόμα τα βιβλία), Ω! μπαμπά . . . Τι ωραία που +είνε όλα! . . . (γυρίζει στο μέρος του). Πώς πέρασα, είπες; πώς να +περάσω, μπαμπά; . . . και δεν ξέρεις, αλήθεια, τόνειρο, που είδα; + +Ο κ. Λάκης. Πού ναν το ξέρω; Είδες πάλε κανά όνειρο; + +Όλγα. Βέβαια! Τόπα και της μαμάς προτήτερα. Και θαρχόμουν να +στόλεγα από τόσην ώρα . . . Μα η μαμά με είπε, πως είχες δουλειά +μόνος σου κι' έπρεπε να σαφίσουμε λίγο ακόμα ναν την τελειόσεις +. . . (με κάπιο παράπονο). Σα να σέβλαφτα εγώ καθισμένη εκεί σε μια +γωνιά . . . + +Ο κ. Λάκης. Όχι. Όλγα μου . . . μα είταν ένας άρωστος, που τον +εξέταζα και δεν είταν σωστό να είσαι μπροστά . . . Η μαμά σου είχε +δίκιο . . . + +Όλγα. Παρντόν, μαμά, που σαδίκησα . . . Δεν ξέρω τι λέω πια . . . + +Ο κ. Λάκης. Και τόνειρό σου; + +Όλγα. Α! τόνειρό μου; Τόνειρό μου, μπαμπά, μ' έχει μαγεμένη από τη +νύχτα . . . Όλα, όσα διάβασα προχτές στην Ουρανία τα είδα στον +ύπνο μου. Φαντάσου, μπαμπά, τι είδα . . . Μα συ δεν τηνέ διάβασες +την Ουρανία; + +Ο κ. Λάκης. Δεν τηνέ διάβασα! . . . δε μου μεινε καιρός . . . + +Όλγα. Ναν τηνέ διαβάσεις, μπαμπά! Ναν τηνέ διαβάσεις . . . Τόρα +μάλιστα στην έγδοση, που μας έφεραν . . . Δε μπορείς να φανταστείς +τι ωραία πράματα, που λέει . . . + +Ο κ. Λάκης. Θαν τηνέ διαβάσω, αφού μου λες πια, πως είνε τόσο +ώμορφη . . . + +Όλγα. Λοιπόν, μπαμπά, είδα, πως βρισκόμουνα στον Άρη τον αστέρα +μαζύ με τον Αλέκο! και πως, ακούς, εγώ είμουν στο σώμα του Αλέκου +κι' εκείνος στο δικό μου το σώμα! . . . κι' είχαμε και φτερά και +φτερουγούσαμε μαζύ από δέντρο σε δέντρο κι' είταν εκεί μουσικές, +σαν τον Πάρσιφαλ του Βάγνερ γλυκές κι' ένιοθα να είμαι τόσο +εφκαριστημένη . . . Μα είνε αλήθηα, μπαμπά, αφτά όλα, που λέει ο +Φλαμαριών; Τι ωραία που είνε! . . . Τόρα και να πεθάνω, μπαμπά, δε +με νιάζει . . . + +Ο κ. Λάκης. Μα γιατί τα λες αφτά, Όλγα; Δεν ξέρεις, πως εγώ δε +μπορώ ναν τακούω μήτε γι' αστεία; + +Όλγα. Παρντόν, μπαμπά . . . + +Ο κ. Λάκης. Έτσι λοιπόν, Όλγα, πάλε, τον Αλέκο έβλεπες; + +Όλγα. Και ποιόν άλλονα θα 'βλεπα, μπαμπά; + +Ο κ. Λάκης (άξαφνα) Ξέρεις ένα πράμα, Όλγα, που σκέφτηκα; + +Όλγα. Τι, μπαμπά; + +Ο κ. Λάκης. Να στείλω να προσκαλέσω στο τραπέζι τον Αλέκο . . . + +Όλγα. Ναν τονέ προσκαλέσεις στο τραπέζι; . . . + +Ο κ. Λάκης. Ναι! Δεν το βρίσκεις σωστό; + +Όλγα. Μα δε θάρθει ο Αλέκος, μπαμπά . . . + +Ο κ. Λάκης. Γιατί να μην έρθει; Πώς το ξέρεις;. . + +Όλγα. Μα, μπαμπά, εκείνος έχει τόσον καιρό να μας θυμηθεί! . . . +Αν ήθελε νάρθει θαρχόταν μόνος του . . + +Ο κ. Λάκης. Δεν ερχόταν, Όλγα, γιατί νομίζει, πως εσύ δεν ήθελες +νάρθει! . . . + +Όλγα. Εγώ, μπαμπά; . . . + +Ο κ. Λάκης. Έτσι νομίζει . . Εσύ θέλεις νάρθει; Θα στείλω λοιπόν +ναν του φωνάξω . . . (πάει τάχα να χτυπήσει το κουδούνι). + +Όλγα (τον εμποδίζει). Μπαμπά! . . . Μη, μπαμπά. . να ζεις! . . . + +Ο κ. Λάκης. Βλέπεις λοιπόν; Γιατί δε θέλεις ναν του φονάξω; . , . + +Όλγα (με παρακάλι). Μην του φωνάξεις, μπαμπά. + +Ο κ. Λάκης. Μα γιατί; Πες μου κάνε να ξέρω το γιατί; . . . + +Όλγα. Δεν ξέρω γιατί, μπαμπά . . . + +Ο κ. Λάκης. Δεν ξέρεις γιατί . . . πώς γίνεται; (με κάπιαν +επιμονή). Όλγα μου, τι καταλαβαίνεις μέσα σου, που δε θέλεις ναν +τονέ διείς; Πες μου το και μένα μια φορά. Ο δυστυχής ποτές μου, +βλέπεις, δε σε ρώτησα, γιατί πάντα νόμιζα, πως θα με τόλεγες μια +μέρα μονάχη σου . . . + +Όλγα. Τι να σέλεγα, μπαμπά; + +Ο κ. Λάκης. Νά! γιατί εκεί, που τόσο την αποθυμείς . . . έχει, που +όλη σου η σκέψη είνε σ' αφτόνα . . . εκεί, που λες: γιατί δεν +έρχεται επί τέλους, ξάφνου δείχτεις μια τέτιαν αντιπάθεια; . . . + +Όλγα. Εγώ αντιπάθεια, μπαμπά; + +Ο κ. Λάκης. Μα λοιπόν, πώς ναν τα πω κι' εγώ; δεν ξέρω πια και πώς +ναν τα πω . . . + +Όλγα. Νά, μπαμπά (του πιάνει το χέρι) . . . εκεί, που λαχταράω γι' +αφτόνα, που λέω: Θε μου, γιατί δεν είνε κοντά μου ο Αλέκος +σταληθινά; γιατί δεν έρχεται πια ναν του ζητήσω και παρντόν +γονατιστή; . . . εκεί, μπαμπά, αλάζει ξάφνου η μορφή τ' Αλέκου και +τονέ βλέπω αλιότικο . . . (με συστολή). Δε φταίω, μπαμπά. . + +Ο κ. Λάκης (μέπληξη τάχα). Τονέ βλέπεις αλιότικο; Πώς αλιότικο, +Όλγα μου; . . . + +Όλγα. Μπαμπά . . . Νά! πως έχει τάχα ένα μάτι τόσο . . . Το κορμί +του . . . + +Ο κ. Λάκης (διακόφτοντας). Καλά τόρα . . . καλά. . κατάλαβα . . . +Αφτό σου φαίνεται Όλγα μου . . . Αφτό πρέπει να πείσεις τον εαφτό +σου να μην το ξαναφαντάζεσαι . . . Είνε αμαρτία, Όλγα μου! . . . + +Όλγα. Δε φταίω εγώ, μπαμπά , . . Μονάχο του έρχεται . . . + +Ο κ. Λάκης. Ας έρχεται . . . εσύ να προσπαθείς ναν το διόχνεις. +Ακούς να βλέπεις έτσι τον Αλέκο; Τον Αλέκο, που ο δυστυχής +κοντέβει να μαραζόσει εξ αιτίας μας . . . Ξέρεις, Όλγα μου, τι +υποφέρει ο Αλέκος; Μήτε τα μισά δεν υποφέρουμε εμείς όλοι μας . . +. Αφτός να σαγαπάει τόσο . . . να ζει για σένα . . . μόνος του +σκοπός νάνε η δική σου εφτυχία και τόρα να μην τολμάει μήτε να +περάσει από το σπήτι μας . . . Το ξέρεις, πως έρχεται ως το στενό +εκεί και κυτάζει τα παράθυρά μας, σαν κλέφτης; Α! . . . είνε +αμαρτία, Όλγα. . Είνε αμαρτία ναν τονέ βασανίζουμε πια έτσι . . . + +Όλγα (με συγκίνηση αρκετή). Μπαμπά . . . λυπήσου με . . . Μη με τα +λες αφτά . . . Μη με τα λες! . . Εσύ το ξέρεις, πως κι' εγώ δε ζω +παρά για τον Αλέκο, πως την εφτυχία εκείνου συλογιέμαι καθεμερνά . +. . ω . . . μπαμπά, αν είταν ναν του πλέρονα την εφτυχία του, ας +του την πλέρονα και με τη ζωή μου ακόμα (τραβιέται λίγο κατά την +κάμερα που βρίσκεται ο Αλέκος). Αλέκο μου! Αλέκο μου, όπου κι' αν +είσαι μην πιστέψεις ποτές πως η Όλγα σου ζει για τίποτις άλλο στον +κόσμο;. . (με συγκίνηση αρκετή) Α! Αλέκο μου! . . + +Η κ. Λάκη (σύχρονα τρέχοντας ναν την καθησυχάσει). Καημένε Χρίστο! +. . . + +Όλγα. Αλέκο μου . . . + +(Ανοίγει η πόρτα και φαίνεται ο ΑΛΕΚΟΣ μπρος στην ΟΛΓΑ) + +Όλγα (μέπληξη χωρίς ταραχή). Αλέκο;! . . . + +Αλέκος (πέφτοντας στα γόνατά της). Όλγα μου;! . . . + +Όλγα. Αλέκο μου . . . ω! ήρθες πια; (ο κ. Λάκης βγαίνει σιγά σιγά, +η κ. Λάκη παραμερισμένη τους κυτάζει) πόσον καιρό σε καρτέραγα . . +. (γέρνει απάνου του) + +(Πέφτει με βια η σκηνή) + +Τ Ε Λ Ο Σ + + + + +Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ +Σε πράξες τρεις. + + + + + Χειροκροτείστε. Τέλειωσε η κωμωδία!. . + + Augustus Caesar. + + + +ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ + + + +ΑΝΤΡΕΑΣ, διεφτυντής του περιοδικού Η ΖΩΗ» (7). + +ΓΙΑΝΚΟΣ ) +ΚΩΣΤΗΣ ΒΕΡΤΗΣ) φίλοι του και συνεργάτες στη "ΖΩΗ" + +Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ + +ΤΑΣΟΣ) +ΝΙΚΟΣ) γυιοί της + +ΠΙΠΙΤΣΑ) +ΚΑΤΙΝΑ ) κόρες της +ΦΡΟΣΩ ) + +ΒΑΣΙΛΩ, περέτρα της +Ένα παιδί. + +Η σκηνή στην Αθήνα + + + + +Η ΦΑΡΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ + + + +(Σε πράξες τρεις). + + + +ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ + + + +Η σκηνή παρασταίνει το γραφείο του διεφτυντή του περιοδικού «Η +ΖΩΗ». Ο ΑΝΤΡΕΑΣ με αταξία καλιτεχνική κάθεται στο τραπέζι του κι' +έχει μπρος του διάφορα χαρτιά, γράματα, έντυπα, βιβλία . . . +Απάνου στ' ανακάτομα και την προσοχή τους ανοίγει η πόρτα και +μπαίνει πεταχτά ο ΤΑΣΟΣ. + +Τάσος. Καλημέρα Αντρέα. + +Αντρέας. Καλόστονε. Πώς είτανε κι αφτό να προτιμήσεις σήμερα τα +πληχτικά μας γραφεία από το καφενείο; + +Τάσος. Σ' αποθύμησα, καλότυχο. Δεν το κατάλαβες; + +Αντρέας. Αν είταν δυνατό να μην το καταλάβω . . . Τι κάνουνε στο +σπήτι; Η Πιπίτσα καλά είνε; + +Τάσος. Δόξα ο θεός για την ώρα όλοι καλά είνε . . . Μου φαίνεται, +πως έχεις ναν τους διείς κάτι λιγότερο από δέκα ώρες; + +Αντρέας. Και τι μαφτό; Μήπως δε μπορεί να γίνουν πράματα ανόλπιστα +από στιγμή σε στιγμή; Εγώ δεν ξέρεις, καημένε, πόσο αδιάθετος +είμαι σήμερα. Ξύπνησα με μια κεφαλάργια . . . μια στενοχώρια . . . +Έρχουμαι εδώ να εργαστώ· έχουμε, βλέπεις, σήμερα την αληλογραφία . +. . και, ξέρεις, πρέπει να περάσει όλη από τα χέρια μου . . . +Πρώτο γράμα π' ανοίγω τι νομίζεις είτανε; + +Τάσος (με γέλιο). Κανά ποίημα στην καθαρέβουσα!. + +Αντρέας. Είτανε ένα γράμα από τον αδερφό μου το Μήτσο. Ο +Χριστιανός πάντα τα παράπονά του. Μα τι χρωστώ εγώ, να γίνουμαι το +δοχείο σ' όλες τις στενοχώριες του κόσμου; Προσπάθησα, τέλος πάντω +με χίλια δυο και του βρήκα εκείνη τη θέση. — Είπα πια: «θα συχάσει +ο άθρωπος . . . θα βρει τόρα δουλειά να σκοτόνει τον καιρό του και +να μην αηδιάζει την άνεργη ζωή». Δεν είνε δεκαπέντε μέρες και +πέντε διάφορα γράματα έλαβα ως την ώρα, γιομάτα παράπονα . . . +(χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι). Νά!. . τούτο το τελεφταίο είνε +απαίσιο και ναν το λαβαίνεις από τον αδερφό σου, σε μια κατάσταση, +όπως είνε η σημερνή η δική μου. . . . + +Τάσος. Εσύ φταις, που κάθεσαι και σκοτίζεσαι για ψύλου πήδημα . . +. Μωρ' εμένα καρφί δε μου καίγεται για τίποτα . . . + +Αντρέας (αναστενάζει). Να σου γράφει, για το θεό, πως δε μπορεί να +συχάσει, πως θα σκάσει, πως θα μαραζόσει, γιατί; γιατί, λέει, ο +προϊστάμενός του έχει το μάτι του παράξενο, γιατί το δωμάτιο, που +εργάζεται είνε λίγο στενό, γιατί δε βρήκε κανένα φίλο της +προκοπής, ωσάν να είχε εδώ, βλέπεις, και κάτι τέτιες χίλιες +πρόφασες, που σε βεβαιόνω . . . είνε ναν τονέ μουντζόσεις και ναν +του πεις μια για πάντα: «άει στο καλό πια, παράξενε, +ανεφκάριστε . . . » + +Τάσος. Και θάνε το καλίτερο, που θα είχες να κάμεις. + +Αντρέας. Σώπα πια, εγωιστή . . . Δεν έχει τέρι η ξενιασίλα σου . . . + +Τάσος (με ειρωνικό γέλιο) Λοιπόν γράφτου ναφίσει τη θέση του και +νάρθει να γυρίζει στην Αθήνα, χωρίς δουλειά . . . + +Αντρέας. Σαν κι εσένα. + +Τάσος (κουνιώντας το κεφάλι). Σαν κι' εμένα; καλά . . . + +Αντρέας. Μα ο αδερφός μου δε σου μιάζει, φίλε μου. Μακάρι να +μπόργε ναν τον εφκαριστούσε το σουλάτσο και το καφενείο, όπως +εσένα. Θαν τον έφερνα κι' ας μην έκανε τίποτα . . . + +Τάσος. Σε βεβαιόνω, Αντρέα, παράδοστόνε μου και θαν τονέ διείς σε +λίγον καιρό ναλάξει. . . . (ο Αντρέας κουνάει το κεφάλι) και τόρα +μάλιστα . . . + +Αντρέας. Γιατί τόρα; + +Τάσος. Γιατί; για κείνο, που δεν ξέρεις! Τόχω μυστικό. . . . + +Αντρέας (με κάπια φαιδρότητα). Ωραίο κι' αφτό!. . + +Τάσος. Βέβαια. Τι νομίζεις, πως δεν αξίζουμε και μεις τίποτα; +(πάει κοντά του και τονέ χτυπάει στον ώμο) Φιλόσοφέ μου . . . Χτες +τη νύχτα εσύ κατέβαινες τη σκάλα της μπασίας κι' εγώ ανέβαινα τη +σκάλα της ταράτσας . . + +Αντρέας Και γιατί; . . . + +Τάσος. Τι να σου κάμω, σα δεν καταλαβαίνεις . . . Νά! πέρασα τη +νύχτα στην κάμερα της Βασίλως. + +Αντρέας (με θυμό). Άει να κουρέβεσαι, ανήθικε . . . Δεν έχεις +καθόλου το θεό σου . . . Εσύ μπορείς να παίξεις και με τα +γιερώτερα αιστήματα . . . + +Τάσος. Γιατί, κυρ Αντρέα; Το παίξιμο με δούλα είνε κακούργημα τόσο +μεγάλο; + +Αντρέας. Όσο μικρό είνε αφτό το κακούργημα, τόσο μεγάλο γίνεται +νάρχεσαι να με το λες σε μια τέτια στιγμή . . . + +Τάσος. Καλά το λοιπόν. . , Σα σε ξαναπώ τίποτα, φτύσε με . . . + +Αντρέας. Ως πότε; Μου φαίνεται, πως δε θάχεις τίποτ' άλλο να με +πεις, ει δ' αλιώς, πολύ γλήγορα θα βρισκόσουνα σε θέση να +σκουπιστείς . . . + +Τάσος. Ας είνε, Αντρέα . . . μη θυμόνεις. Ακούμε και μένα μια +φορά. . , Εγώ ήρθα πρώτα πρώτα από δω για να στα πω εσένα, που +ξέρεις, πως η Βασίλω είνε η μόνη μας δούλα, που μέκαμε να +μαρτυρήσω τόσους μήνες τόρα. + +Αντρέας. Σε παρακαλώ, Τάσο . . . Καλά, μακάρι κάθε νύχτα ναν την +περνάς στην κάμερά της . . .μα τόρα πάψε αφτή την κουβέντα . . . +Πάψε τήνε . . . + +Τάσος. Εσύ θα χάσεις! . . . + +(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν ο ΚΩΣΤΗΣ κι' ο ΓΙΑΝΚΟΣ) + +Κωστής-Γιάνκος. Καλημέρα σας. + +Τάσος-Αντρέας. Καλημέρα. + +Γιάνκος (στον Τάσο). Μπα! και συ εδώ; Τάσος. Σα ναν το είξερα πως +θα σ' αντάμονα. + +(Την ίδια ώρα ο ΑΝΤΡΕΑΣ πέρνει κάτι χερόγραφα και χτυπάει το +κουδούνι) + +Γιάνκος. Έχουμε καινούργια; + +Τάσος. Και πολλά· ύστερα θαν τα μάθεις . . . + +(Μπαίνει το παιδί) + +Αντρέας (στο παιδί). Ναν τα πας κάτου στο τυπογραφείο και να μην +αφίσεις άλλονα να μπει . . . Τ' ακούς; Να πεις, πως δεν είμαι εδώ +. . . (Το παιδί φέβγει) Σας θαμάζω, μα την αλήθεια! Μα ήθελα να +'ξερα, Γιάνκο, δεν έχεις και συ τίποτ' άλλο στο κεφάλι σου από +επιπολαιότητα; Καλά ο Τάσος, μα και συ; + +Γιάνκος. Από επιπολαιότητα; Πόσο άσκημα ψυχολογείς, καημένε. Κυτάς +ταχείλι κι' ό,τι δείχτει το πέρνεις της μετρητής . . . + +Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ! . . . + +Γιάνκος. Δεν καταλαβαίνεις, παιδί μου, πώς . . . Πώς να στο πω; . +. . νά! πως θέλω να καταφέρω τα χείλια μου να συνηθίσουνε στα +τέτια, μήπως και τα αιστητικά μου νέβρα καταφέρουν και την ψυχή +μου ναν τα συνηθίσει; . . . + +Αντρέας. Ώστε αφτός είνε ο λόγος; + +Γιάνκος. Σας το ξεμυστηρέβουμαι . . . (Στον Τάσο) Βρε Τάσο, κύταξε +μόλις βγεις ναν το κάμεις βούγκινο στην Αθήνα . . . Χτες τη νύχτα +είμαστε στη Μαβροδάφνη. Ένιοσα γλέντι σας περνάει από το νου; +Ασυνείδητα έπινα και ξιπαζόμουνα να βλέπω τους άλλους να +κατεβάζουν τα ποτήρια, να γλεντάνε, να τραγουδάνε . . . κι' όμως +τόκανα κι' εγώ . . . Ύστερα πήγαμε κει κάτου στο δρόμο του Ψυρή +και ξενυχτήσαμε . . . Αηδία έχω, φίλοι μου, σήμερα . . . +Συχαίνουμαι τον κόσμο και τη ζωή μου . . . Πού τη βρίσκουνε την +εφκαρίστηση στο κρασί και στη γυναίκα; απορώ . . . + +Αντρέας. Δε μπορούσες να κάμεις εξαίρεση εσύ . . . + +Κωστής (με ησυχία). Σε πόσους μέσα; Αντρέας. Σ' όλο τον κόσμο . . . + +Κωστής. Όχι δα! . . . Εσύ δεν είσαι εφκαριστημένος; Αρεβωνιασμένος +άθρωπος με μια τέτια αγαπημένη και γλυκειάν αρεβωνιαστικιά; . . . +. + +Αντρέας. Πολύ . . . πολύ εφκαριστημένος. Τόσο, που δεν έφκουμαι +και σε σένα όμοιαν εφκαρίστηση . . . κι' όμως είμαι +αρεβωνιασμένος, καθώς λες, με μιαν αγαπημένη και γλυκιά +αρεβωνιαστικιά . . . + +Κωστής. Εγώ, αδερφέ, δεν τα νιόθω αφτά . . . + +Αντρέας. Θαν τα νιόσεις . . . Θαν τα νιόσεις και συ . . . + +Γιάνκος. Μου φαίνεται, πως και τόρα τα νιόθει . . . + +(Ο ΤΑΣΟΣ στο μεταξύ ξαπλόθηκε στο διβάνι και διαβάζει κάτι +χερόγραφα, που πήρε κρυφά από το καλάθι) + +Γιάνκος. Ας ταφίσουμε τόρα αφτά, γιατί δε θα συφωνήσουμε ποιος +είνε δυστυχέστερος ταλλουνού. Θυμήσου και τους στίχους του +Σενιέ . . . Αλήθεια, Αντρέα, σού 'φερα ένα ποιηματάκι για τη «Ζωή». + +Αντρέας. Πούνε το; + +Γιάνκος. Εδώ. Είνε μικρό . . . (Το βγάνει από την τσέπη του). +Ακούστε το (το διαβάζει). + + + + Σ' ένα αστέρι + + Τρέχει το φως του τρέχει στο άπειρο. Το αστέρι + είνε ακόμα αθώρητο στης γης τα μέρη. + Είνε ένας όλος κόσμος στου ουρανού μιαν άκρη, + που ίσως αγνώριστο νάνε σ' αφτόν το δάκρυ . . . + + Κι' ίσως το φως του θαμπερό στη γης, σα φτάσει + και μύρια χρόνια η αθρώπινή μας πλάση + που θαν το βλέπει το αθώρητο το αστέρι + ίσως το νεκρομάρα μέσα του να φέρει! . . . + + Ω μεγαλείο αφάνταστο, συ κόσμε ξένε! . . , + Ω τρομερό μου μυστικό κρυμένο μένε! . . . + + Το αστέρι ζωντανό η γης δε θα γνωρίσει + γιατί πρωρίστηκε νεκρό ναν τη φωτίσει! . , + +Πώς σας φαίνεται; + +Κωστής. Πώς να μας φανεί; ωραίο . . . καλό είνε . . . + +Αντρέας. Άστο μου. Εσύ, Κωστή, δε μου 'φερες τίποτα; + +Κωστής. Τι θέλεις; + +Αντρέας. Ό,τι . . . + +Κωστής. Μα δεν έχω τίποτα πρόχειρο. + +Αντρέας. Τεμπέλιασες και συ, καημένε . . . + +Κωστής. Τι να σε πω, αδερφέ; Τα βαρέθηκα και αφτά πια . . . (κάνει +μορφασμό με το στόμα, που τον έχει συνήθειο). + +Γιάνκος. Μήπως αφτό είνε από τα σημάδια, που δεν τα νιόθεις; + +Κωστής. Ουφ, καημένε! . . . + +Γιάνκος. Συμπάθησέ με, αδερφέ . . . Μα άκου μια συβουλή ενός, που, +αν όχι τίποτα άλλο, σαγαπάει . . . μην κρύβεις τίποτα μέσα σου . . +. Βγάνε το μεφκολία . . . με λόγια, για να γλυτόσεις τα έργα . . . +μην τακούς, πως είνε στίγμα νεβραστενικό κι' αφτό και προσπιέσαι, +για να πείσεις τον εαφτό σου, πως γλύτοσες απ' αφτή την αρώστεια . +. . Ξεθύμαινε με λόγια . . . άκου τη συβουλή μου . . . + +Κωστής. Κράτηστη για τον εαφτό σου!. . Εγώ ξέρω πολύ καλά τι έχω . +. . Ποτές δεν είπα, πως είμαι υγειής, μα και ποτές μου δεν +ακολούθησα κομπογιανίτικες συβουλές . . . + +Γιάνκος. Πολύ καλά, κυρ Κωστή . . . πολύ καλά! . . . + +Αντρέας. Καθείστε τόρα . . . θα σας διαβάσω ένα σονέτο, πούλαβα +χτες . . . Φέρνει υπογραφή: Πλανήτης . . . αλόκοτο πράμα . . . +πέντε φορές το διάβασα και μόλις καταλαβαίνω τι θέλει να πει, +γιατί, βέβαια, κάτι θέλει να πει . . . + +Κωστής. Ας τακούσουμε λοιπόν. + +Αντρέας (ψάχνει, το βρίσκει και το διαβάζη) + + + + Από την Ακρόπολη. + + Μες των αιώνων τις ορμές ακλόνητο αντικρύζει + το μάρμαρο, που θλίψη του λίγη είνε η κιτρινάδα . . + θωρεί την πλάση μαρασμός ναν την περιγυρίζει· + παντού ανεμοστρίβουλας την ξωπλισμένη αρμάδα. + + --- + + «Και στων αιώνων τις ορμές απείραγο ανεμίζει + ο σύφουνας το μάρμαρο! . . . » Στης σκέψης τη ζαλάδα + η μαρμαρένια εκλησιά φριχτά τον απελπίζει + και μες τον τράκο του θυμού βρίζει και την Παλάδα. + + --- + + Κι' εκεί αφίνει άξαφνα γέλιο τρελό με κλάμα . . . + Σκύφτει βαθιά το μάτι του, βαθιά το νου του σκύφτει + μ' όλα της την Ακρόπολη στα βύθη ανακαλύφτει + και τους θεούς ανίκανους, βλέπει, να κάνουν θάμα . . . + Και νά! γελάει!. .όλο γελάει!. .Τονέ ρωτώ. .Δεν ξέρει + χαρά η λύπη αθέλητα στο γέλιο ποια τον φέρει! . . . + + Πλανήτης + +Ε; ξηγάτε το και σεις τόρα . . . + +Κωστής. Για δος μου το μια στιγμή . . (Το πέρνει). + +Τάσος (γελώντας από το διβάνι). Μαργαρίτες! . . . μαργαρίτες . . . +Εδώ είνε το γέλιο . . . + +Γιάνκος. Τι τρέχει, Τάσο; + +Τάσος. Μαργαρίτες, φίλε μου . . . Νά! εδώ στα χερόγραφα του +καλαθιού. . , Σου λέω, Αντρέα, πως αν προτίμαγες αφτά, που πετάς, +από τα σονέτα του Κωστή και του Γιάνκου και του τρελού αφτουνού +του Πλανήτη, η «Ζωή» σου θα γίνονταν ανάρπαστη . . . + +Αντρέας. Ου! τις αηδίες . . . μήτε να γελάσω δε με κάνουν. + +Γιάννης (στον Τάσο). Και τι μαργαρίτες είνε; + +Τάσος. Άκου ένανε. + +Αντρέας (θυμωμένα). Μα, καλέ, πόσες φορές στο είπα; σε θέλω να +πειράζεις τίποτα εδώ μέσα. . Θα με πιάσουν τα νέβρα μου καμιάν ώρα +. . . + +Τάσος. Από δω και πέρα καλά. . Τόρα άκου, Γιάνκο, ένα ποίημα ενός +Στουάτη Δάλδη . . . ε . . . όνομα! . . . Μα είνε εξαίσιο πράμα. +Άκου το. (διαβάζει). + + + &Εις την Σελήνην& + + Ω αργυρόεσσα σεπτή και πάναγνος Σελήνη, + εστράφ' ήδη ο ποιητής και εις την δύσιν κλίνει! + Κι' ιδού δύει ο ποιητής πριν όλος ανατείλει + πριν ή εις το στερέωμα φως Ηλιαίον στείλει· + διότι νουν καρδίαν τε, άγνωστος χειρ δεσμεύει + και αύτη και την έμπνευσιν του ποιητού στερεύει! . . + Ω συ Σελήνη αργυρά, πλησιφαής Εκάτη, + είπε μοι: την καρδίαν μου τι τάχα την σπαράττει; + ειπέ μοι: τις όνυξ γυπός τα σπλάγχνα μου κατέχει; + κ' η ειμαρμένη διατί τόσον με κατατρέχει; + Ω! εις εσέ τους πόνους μου, Εκάτη, εξαγγέλλω . . . + Τι περιμένω αγνοώ, ως αγνοώ τι θέλω! . . . + + ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΔΑΛΔΗΣ + +Γιάνκος. Κι' όμως, φίλοι μου, κι' η ντεκαντέντζα αφτή χωρίς να +ξέρει ναν το πει νά! που το λέει. Τα ίδια κι' αφτός . . . Η ουσία +παντού είνε ίδια! . . . Κωστή, το φον είνε παντού ίδιο!. . + +Κωστής (γυρίζοντας το μάτι του από το χερόγραφο που κρατεί). +Πολλές φορές κι' η φόρμα. + +Γιάνκος. Για μένα το λες αφτό; . . . + +Κωστής. Κακά κάμνεις ναν το υποθέτεις, ή μήπως έχεις ντοκουμέντα; + +Γιάνκος. Ας είνε! . . . Εγώ δε μνησικακώ ποτές μου και ξέρεις +πόσον εχτιμώ την τέχνη σου και μπροστά σου και πίσω σου. , . + +Κωστής. Κι' εγώ, αγαπημένε μου, πίσω σου σεχτιμώ πολύ +περσότερο . . . + +Αντρέας. Αφτά μου φαίνονται άλλου είδους φιλολογικά κοπλιμέντα . . +. + +Τάσος. Φιλολογικά κολοκύθια . . . (σε λίγο) Γιάνκο, με συνοδέβεις; +έλα για καλό δικό σου . . . Έχω να σε πω πράματα. . + +Κωστής. (σηκόνεται ορθός) Κι' όμως είν' ωραίο!. + +Γιάνκος. Τ' είν' ωραίο; + +Κωστής. Το σονέτο!. (Το πετάει από τα χέρια του στο τραπέζι και +συργιανάει). Ναι! είν' ωραίο! . . . ωραίο στην τρέλα του, στην +παθολογία του . . . + +Γιάνκος. Μα τι κατάλαβες απ' αφτό; + +Κωστής (σα να μιλάει μονάχος του). Από την Ακρόπολη δε βλέπει έτσι +τα πράματα ο καθένας . . . Αφτό τον Πλανήτη, Αντρέα, πρέπει ναν +τονέ γνωρίσουμε . . . + +Αντρέας. Πώς; + +Κωστής. Γράφτου στην αληλογραφία: «ελάβαμε το σονέτο σας κι' +επιθυμούμε να σας γνωρίσουμε . . . Σας περιμένουμε στο γραφείο». + +Αντρέας. Καλά λες . . . Θαν το γράψω . . . Δε βλέπει έτσι τα +πράματα ο καθένας από την Ακρόπολη . . . Δε σου φαίνεται, πως +στάζει φαρμάκι αφτό το σονέτο; + +Κωστής. Πολλά με λέει!. . (συργιανάει και μονολογεί) Απάνου στην +Ακρόπολη να σε πιάνει απελπισία . . . φριχτή μάλιστα . . . Να +βλέπεις από κει τη ζωή του κόσμου, την εξέλιξη των αιώνων και να +γελάς χωρίς να θέλεις, χωρίς να ξέρεις, γιατί . . . Πολύ +παθολογικό . . . εξαντρίκ όλους διόλου . . . + +Γιάνκος. Καλά τόρα! . ανακύρηχτο αριστούργημα . . . + +Κωστής (στον Αντρέα) Και τι άλλα θα μας έχεις μεθάβριο στη «Ζωή»; + +Αντρέας. Δήγημα του Καρκαβίτσα και ποίημα του Μαρκορά. + +Κωστής. Αφτό μ' αρκεί . . + +Τάσος (στο Γιάνκο). Ε; πάμε πια; + +Γιάνκος. Ναι πάμε . . . (στον Αντρέα). Λοιπόν το ποιηματάκι; + +Αντρέας. Το ποιηματάκι θα μπει στη «Ζωή». + +Γιάνκος-Τάσος Au revoir. + +Κωστής-Αντρέας Στο καλό . . . (φέβγουν ο Γιάνκος κι' ο Τάσος). + +Αντρέας Φύγανε; μείναμε πια μόνοι; + +Κωστής. Μείναμε . . . ναι!. . + +Αντρέας. Θα στα πω όλα τόρα, Κωστή . . . Θαν τα μάθεις όλα . . . +Έχω ανάγκη από τη συντρομή ενός φίλου σαν κι' εσένα . . . (χτυπάει +το κουδούνι· μπαίνει το παιδί· στο παιδί). Στο ξαναλέω: να μην +αφίσεις κανένα, μα κανένα να μπει . . . Τ' ακούς; + +Το παιδί. Πολύ καλά . . . (φέβγει). + +Αντρέας. Έρχουνται τόσο γλήγορα το ένα απάνου στ' άλλο, που κι' +εγώ απορώ, πώς αντέχω ακόμα . . + +Κωστής. Μα τι; + +Αντρέας. Θα στα πω όλα . . . Είμαι δυστυχής, Κωστή . . . Τόσο +δυστυχής, που ίσως να μην το περιμένεις, κι' ακόμα φαντάζουμαι, +πως με τη στωικότητά σου κι' άμα στα πω, πάλε δε θάβρεις λόγο για +τη δυστυχία μου . . . κι' όμως. + +Κωστής. Θα σ' ακούσω· με προσοχή . . . + +Αντρέας. Τ' απόγυιομα θα σε πάρω να γνωρίσεις την Πιπίτσα. Δεν +έχει μουτσουτσούνια πια. Πρέπει ναν την ψυχολογήσεις μ' όλη σου τη +δύναμη, γιατί, στο λέω, από σένα θα εξαρτηθώ . . . Ό,τι με πεις θα +κάμω . . . Εγώ την αγαπώ . . . την αγαπώ τόσο, που όλα μου μπορώ +ναν τα θυσιάσω για το χατήρι της . . όλα μου, και τα παιδιά μου +ακόμα με προκαταβολή . . . Το νιόθεις; + +Κωστής. Πως την αγαπάς; Μου φαίνεται να στο διατύποσα πολλές +φορές. Λοιπόν επιμένεις να με μπάσεις στο σπήτι της κ. Τριάφτη; + +Αντρέας. Ναι! Είνε ανάγκη . . . Πρόσεξε, Κωστή, σ' όλα, που θα σε +πω . . . Θα σε πω και πώς την εγνώρισα και πώς την αγάπησα . . . +Είνε τρία χρόνια από τότες . . . Μια βραδυά ο Σαράντης είχε +εσπερίδα . . . Συ δεν εγνώριζες ακόμα κανέναν από μας . . . Εκεί +την πρωτοείδα . . . Καταλαβαίνεις; Είχα κείνες τες μέρες +δημοσιέψει στη «Ζωή» ένα δήγημα το «Βαριόμοιρο» και ξεχείλιζα όλη +την πίκρα της ζωής. Τ' όχεις διαβασμένο; + +Κωστής. Ναι . . . είνε το καλίτερό σου. + +Αντρέας. Και κείνη το διάβασε τότες. Άμα ήρθε με τη μαμά της και +με το μεγάλο της αδερφό, καθόμουν στο διβάνι με το Χορμίδη. Την +αντικρύσαμε κι' οι δυο μας. Φόργε ροζ φόρεμα . . . κι' ό,τι ξίπασε +και τους δυο μας στη στιμή είταν η επιδερμίδα της και τα στήθια +της . . . Ρωτώ τον Χορμίδη: «ποια είνε αφτή;» Δεν την είξερε κι' +εκείνος. Κάθησε κείνη στην άλλη άκρη κι' εμείς την προσέχαμε . . . +Καρδιοχτύπι δεν αιστάνομουν καθόλου, μόνο η εντύποση τω στηθιώ της +με τάραζε το νεβρικό μου σύστημα. Ξάφνου τη βλέπουμε να +κουβεντιάζει με πολλή οικειότητα με τον ποιητή το Ρηνόπλο . . . + +Κωστής. Λοιπόν; + +Αντρέας. Ο Χορμίδης πετάγιεται τότες και με λέει: «πάω να βάλω το +Ρηνόπλο να με τη συστήσει» και τράβηξε . . . Τονέ ξέρεις τι +τολμηρός είνε. . Εγώ, πού θάρος! . . . Τον παρακολούθησα· πήγε +τόντις και τη γνώρισε . . Της κουβέντιαζε με τις γνωστές του +υπόκλισες . . . Θύμοσα με τον εμαφτό μου το περσότερο, και +συργιανούσα άστοχα . . . Άστοχα βρέθηκα και μπροστά τους. Τότες ο +Ρηνόπλος με φωνάζει: « Αντρέα, έλα από δω να σε γνωρίσω στη +ντεμοαζέλ Τριάφτη, που έχει πολλήν επιθυμία να σε γνωρίσει» και με +τη συσταίνει, φαντάσου με τέτιο προοίμιο. Ο Χορμίδης την +πολιορκούσε κυριολεχτικά, μα κείνη όλο μένα ρωτούσε για τα έργα +μου, για τη «Ζωή», πως τη διαβάζει με τόσην εφκαρίστηση και +περιμένει μ' ανυπομονησία κάθε Κυργιακή να διεί και ναν τη +διαβάσει και τόσα άλλα . . . κι' ύστερα μ' αρχίζει κουβέντα για το +«Βαρυόμοιρο» πόσο της άρεσε . . . πως την έκαμε για μια στιγμή να +συχαθεί τη ζωή της . . . και . . . + +Κωστής (διακόφτοντας). Καλά! παρακάτου. + +Αντρέας. Τι τα θέλεις! Δεν την αγάπησα αμέσως. Κι' αν τη θυμόμουν +καμιά φορά, έφερνα μπροστά μου την επιδερμίδα της και τα στήθια +της και μόνο με κείνα περιλουζούμουν σε μια γλυκάδα αποθυμιάς +ανεπλήροτης. Ύστερα έμαθα πως ο Χορμίδης της ρίχτηκε για καλά και +δε με ένιασε. Με τα 'λεγε μια μέρα ο Ρηνόπλος: «Ντουτζές, με λέει, +κατάντησε ο Χορμίδης στου Τριάφτη το σπήτι . . . όλοι τους τον +κοροϊδέβουν . . . όλοι τους τον ένιοσαν» κι' ακόμα με λέει: Εσύ να +μην πας ναν τους κάμεις επίσκεψη;! Η Πιπίτσα καθεμέρα με ρωτάει +για σένα . . . με παρακάλεσε μάλιστα να σε ρωτήσω με τρόπο ποιόνα +πήρες μοντέλο στο «Βαρυόμοιρο» . . . Ξέρεις τι καταλαβαίνω, βρε +Αντρέα; πως διαφέρεται για σένα λίγο η Πιπίτσα και πως ένα κομάτι +τέτιο θα είσαι κουτός να μην το κυνυγήσεις . . . » Το πιστέβεις; +Τότες για πρώτη φορά ανακατόθηκαν οι πόθοι μου με καρδιοχτύπι· κι' +εγώ ο βλάκας ζητάω τότες πληροφορίες από το Ρηνόπλο για την +οικογένειά της, για την κατάστασή της, για την προίκα της, προς +Θεού, σα να είχα μιαν ωρισμένη ιδέα στο νου μου . . . Και τότες ο +Ρηνόπλος το προζύμι του δόκανου, που μούστησε η μοίρα μου με λέει: +« Αμ όλοι το καταλάβαμε στου Σαράντη, πως και σένα σου πόνεσε το +δόντι από κείνο το βράδυ . . . » Πώς; «Ναι! ο βήχας κι' ο έρωτας +δεν κρύβουνται, Αντρέα . . . » Τέλος πάντω στον κύκλο μας είνε +γενική κουβέντα, πως ο Χορμίδης και συ ξετρελαθήκατε με την +Πιπίτσα, πως η Πιπίτσα προτιμάει εσένα, πως η δείλια σου είνε +μοναδικό πράμα και πως α σε νικήσει ο Χορμίδης θα σε ανακηρύξουμε +όλοι μας ανίκανο για κάθε τι και να ζεις ακόμα. . » + +(σταματάει). + +Κωστής (σα να μιλούσε μονάχος του). Προζύμι του δόκανου! . . . +Πολύ ωραία ονομασία . . . Το προζύμι του δόκανου . . Λοιπόν; + +Αντρέας. Πέντε δέκα φορές ύστερα, όμοια κουβέντα με το Ρηνόπλο, με +το Σαράντη, μ' όλους, με το Χορμίδη, που με παρακαλούσε να +υποχωρήσω εγώ και ναν τον ορίζω πια σ' όλα τάλλα με κάμαν νανάψω. +Κι' όταν ένα άλλο βράδυ στου Ρηνόπλου το σαλόνι ξανασμίξαμε, εγώ +δε μπόρεσα να κρυφτώ μήτε στον εμαφτό μου . . Την αγαπούσα πια . . +. Την αγαπούσα με τέτιαν αγάπη, που ντρεπόμουν ναν το φαντάζουμαι +και πια δεν επίτρεψα σ' αφτούς, που μανάγκασαν ναν την αγαπήσω, να +ξαναμιλήσουν χωρίς εβλάβεια γιαφτή την κόρη. Κι' από τότες +πιαστήκαμε και με το Χορμίδη . . . κι αφτός απελπισμένος από την +Πιπίτσα, ικανός να μην αγαπήσει, ύστερα από λίγο, έγινε ο +αλτεμπαράν αλληνής, της κουνιάδας, καθώς ξέρεις, του Σαράντη . . . + +Κωστής. Ναι! . , . + +Αντρέας. Αφτή είνε η αρχή της αγάπης μας. Γνωριστήκαμε ύστερα καλά +. . . Ένα χρόνο πήγαινα ταχτικά σπήτι της και τόρα είνε άλλος ένας +χρόνος, που είμαστε αρεβωνιασμένοι. + +Κωστής. Και τότες, πού η δυστυχία σου; + +Αντρέας. Νόμισες, πως τέλειοσα; Τόρα θα μάθεις, ό,τι δεν ξέρει +κανένας· γιατί όσα σούπα όλοι και συ ακόμα τα μισόξερες . . . Τόρα +θα σ' ανοίξω την ψυχή μου για να σου απιθόσω τους πόνους μου στη +δική σου τη μεγάλη την ψυχή . . . Ναι, Κωστή . . . (χτυπάει το +κουδούνι και σταματάει λίγο· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Φέρε μου +ένα ποτήρι νερό, (το παιδί φέβγει. Ο Κωστής παίζει τα δάχτυλά του +στο τραπέζι κι' έχει σκυφτό το πρόσωπο· ο Αντρέας πιάνει το +κούτελό του· Ξαναμπαίνει το παιδί με το νερό. Στο παιδί) Πήγαινε. +(Το παιδί φέβγει). Φαντάζεσαι τι θα σε πω; όχι ποτές . . . +(ξάφνου) Δε με λες; δεν ξέρεις καθόλου την οικογένεια του πεθερού +μου; + +Κωστής. Όξω από τον Τάσο, που τον εγνώρισα εδώ δεν ξέρω κανέναν +άλλο . . . + +Αντρέας. Αγκαλά και ποιο άλλο σπήτι ξέρεις εσύ από το κελί +σου; . . . + +Κωστής. Μόλα τάφτα . . . + +Αντρέας. Ναι! Λοιπόν ο πεθερός μου έχει τρία αγόρια και τρία +κορίτσια . . . + +Κωστής. Αφτό το ξέρω . . . + +Αντρέας. Το πρώτο του παιδί είνε η Πιπίτσα, ύστερα ο Γεράσιμος, +ύστερα η Κατίνα, ο Τάσος, η Φρόσω κι' ο Νίκος παιδί ακόμα, +αφτός . . . + +Κωστής. Καλά . . . + +Αντρέας. Καθένα απ' αφτά τα παιδιά έχει τικ . . . + +Κωστής. Δηλαδή; + +Αντρέας. Μια βίδα . . . Μια ψυχική διαστροφή . . . μια νεβρική +ακαταστασία . . . Κι' εγώ δεν ξέρω πως να στα πω . . . Μήπως είμαι +γιατρός; . . + +Κωστής. Τι λογής πάνου κάτου; + +Αντρέας. Νά! πάρε τον Τάσο . . . Δεν ανακαλύπτεις σ' αφτόνα ψυχική +διαστροφή; + +Κωστής. Δηλαδή . . . δεν τον εξέτασα ποτές μου . . . Μα τι έχει +αφτός; . . . + +Αντρέας. Αφτός; Δεν τονέ νιάζει για τίποτα. Είνε το επιπολαιότερο +πλάσμα, που υπάρχει στον κόσμο. + +Κωστής. Εγώ δεν το βρίσκω σπουδαίο αφτό. + +Αντρέας. Είνε σπουδαιότατο . . . Τέλος πάντων ταπόγιομα θαν τους +διείς όλους . . . Να προσέξεις μόνο και θα διείς τον καθένα με τα +στίγματά του . . . Την Πιπίτσα θέλω να κυτάξεις πολύ . . Γι' αφτή +να μη με κρύψεις τίποτα. + +Κωστής. Έχει κι' αφτή στίγματα; + +Αντρέας. Είνε δυο μέρες που τανακάλυψα . . . Ως προχτές την +περνούσα τέλεια στην υγεία της και στη σωματική και στην ψυχική . +. . Μ' από προχτές έχω λόγους ναφιβάλω κι' αφτή η αφιβολία με +σπαράζει . . . Θα με καταστρέψει. + +Κωστής. Μα δηλαδή τι ανακάλυψες; + +Αντρέας. Άκου με. Κωστή . . . Από προχτές άρχισε να μ' αναπτύζει +κάτι αλόκοτες θεωρίες . . . θεωρίες για τον αιώνιο αρεβώνα . . . +Θεωρίες, πως να μην παντρεφτούμε ποτές και να μένουμε αιώνια +αρεβωνιασμένοι . . . Εγώ προχτές, σα με τα πρωτόπε με κάπιαν τόλμη +άγνωστή της ξαφνιάστηκα λίγο. Ύστερα υπόθεσα, πως μιλεί όλους +διόλου ακαδημαϊκά και συζητούσα, όσα έλεγε, όπως ξάφνου θα +συζητούσα με σένα, αν είχαμε να συζητήσουμε φιλοσοφικές τέτιες +θεωρίες του Τολστόη ή και του Ίψεν. + +Κωστής. Πιθανό κι' αφτή να βρίσκονταν σ' επίδραση κάπιας τέτιας +μελέτης. + +Αντρέας. Όχι! Αφτή δεν ξέρει Γαλλικά . . καμιά γλώσα δεν ξέρει . . . +δεν τα διάβασε πουθενά. Της αποκαλύφτηκαν, λέει, άξαφνα κι' όσο +το εξετάζει μέσα της τόσο και το αγκαλιάζει. + +Κωστής. Να σε πω; Δεν το παραβρίσκω κακό αφτό. Πού ξέρεις α δεν +έχει κατά βάθος δίκιο; + +Αντρέας. Άφισέ τα αφτά, σε παρακαλώ. Ένας άθρωπος φυσιολογικός, +ανεπηρέαστος από μελέτες, για να πει και ν' αναπτύξει τέτιες +θεωρίες . . . για να μολογάει, πως του αποκαλύφτηκαν, δεν είνε στα +καλά του, Κωστή . . . Και μάλιστα αρεβωνιασμένος άθρωπος, που +προτοιμάζεται να παντρεφτεί ύστερα από κανά μήνα. + +Κωστής. Και τι θέλεις από μένα τόρα; Τι θα μπορέσω εγώ να σ' +ωφελήσω ή να σε συβουλέψω; + +Αντρέας. Πρώτα-πρώτα θέλω έναν άθρωπο ναν του λέω τους καημούς μου +κι' έκλεξα εσένα. Δεν το θέλεις; δε θέλεις να σε ξαναπώ τίποτις; + +Κωστής. Όσο γι' αφτό . . . (κάμνει το συνηθισμένο του μορφασμό). + +Αντρέας. Ύστερα και συβουλές θα με δόσεις και θα μ' +ωφελήσεις . . . + +Κωστής. Χμ!. . + +Αντρέας. Ναι! έχεις μέσα σου δύναμη γι' αφτό, που ακόμα δεν την +ανακάλυψες μήτε συ, γιατί δε σου δόθηκε περίσταση. Τίποτ' απ' αφτά +τόρα . . . Τ' απόγυιομα θα σε πάρω μαζύ μου ναν τους γνωρίσεις και +τότες θ' αρχίσεις νανακαλύφτεις και τη δική μου την ανάγκη και τη +δική σου τη δύναμη . . . Θα διείς αλόκοτα πράματα. . Σε +προκαταλαβαίνω και μην ξιπαστείς καθόλου . . . (βιαστικά) Μα τι +αλόκοτα και κολοκύθια; Σ' όποιο σπήτι κι' αν μπεις βαθιά μέσα του, +α δεν του βρεις όμοιες τρέλες, θαν του βρεις άλλες, όχι μικρότερες +. . Ένοια σου . . . + +Κωστής. Πάντα είσαι υπερβολικός. + +Αντρέας. Υπερβολικός Όχι, φίλε μου! . . . Αληθινός μόνο! Η αλήθεια +σήμερα απερνάει υπερβολή . . . Νά! . εκεί καταντήσαμε . . . Εκεί +μας έφερε δεν ξέρω ποιος . . . + +Κωστής (ξάστοχα). Και μήτε θέλω ναν το μάθω . . . + +Αντρέας. Τόρα, είταν αφτό, που μέκαμε σήμερα να ξυπνήσω σε τέτια +κατάσταση; Το κεφάλι μου έχει τόσο βάρος, που αλάκερα καντάρια το +σφίγκουν. Εδώ η μέση μου είνε, σαν κομένη . . . Πίστεψε, πως δε σε +καλοβλέπω, ακόμα . . . Κι' απάνου σ' όλα αφτά ο αδερφούλης μου μού +στέλνει αφτή την πανταχούσα από την Πάτρα . . . (δείχνει το +γράμα.) + +Κωστής. Δηλαδή; . . . + +Αντρέας. Αφτό, α στο πω, άδικα θα σε βαρύνω, τι το θέλεις . . . + +Κωστής. Νόμιζα. . + +Αντρέας. Καταλαβαίνεις τόρα πόσο είμαι εφτυχής (ακούγεται η +καμπάνα για το μεσημέρι). Μεσημέρι!. . Και τίποτα δεν εργάστηκα +σήμερα!. . Διές εδώ η αληλογραφία μου . . . Έχω σε εικοσιπέντε +γράματα ναπαντήσω και πρέπει ναν τα διαβάσω όλα . . . Αφτό απαιτεί +η ευσυνειδησία . . . Α! δε γλυτόνει . . . Κι' εφέτος την κρατώ τη +«Ζωή» και του χρόνου τη νοικιάζω . . . Με παράσφιξαν οι +στενοχώριες . . . + +Κωστής (σηκόνεται και περπατάει λίγο με τα χέρια πίσω). Θέλεις να +πω ό,τι είπες στην αρχή, πως θα σου 'λεγα; . . . (Ο Αντρέας τον +κυτάζει με κάπια περιέργεια). Τίποτα απ' αφτά δε με φαίνεται τόσο +σπουδαίο, που να συχαθεί κανείς τη ζωή του και να σκάζει και να +συχίζεται και ναροθυμεί, όπως κάμνεις εσύ τόρα . . . Πίστεψέ με . +. . Τίποτα! . . . + +Αντρέας. Αμ! στο είπα απ' την αρχή! . . . Τ' απόγυιομα . . . Τ' +απόγυιομα . . . + +Κωστής. Ώστε επιμένεις σώνει και καλά να με συστήσεις στης κ. +Τριάφτη; + +Αντρέας. Ανίσως και μ όλα αφτά το βρίσκεις περιτό, τότες μην +έρχεσαι, φίλε μου . . . + +Κωστής. Καλά!. . Θαρθώ . . . + +Αντρέας (χτυπάει το κουδούνι· μπαίνει το παιδί στο παιδί). Να +συγυρίστε ταπόγυιομα. Εγώ δε θάρθω . . . (δείχνοντας την +αληλογραφία του). Αφτά εδώ να μην πειραχτούν καθόλου . . . + +Το παιδί. Πολύ καλά. . + +Αντρέας. Πάμε, Κωστή . . + +Κωστής. Ναι! είνε ώρα για φαΐ . . . + +Αντρέας. Πάμε προτήτερα να πιούμε μια μαστίχα . . . + +(Φέβγουν. Το παιδί τους κυτάζει). + +Πέφτει η σκηνή. + +ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ + + + +ΠΡΑΞΗ ΔΕΦΤΕΡΗ + + + +Η σκηνή παρασταίνει το σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ, αρκετά καλά +επιπλαρισμένο. Στη μέση ένα στρογκυλό τραπέζι. Αριστερά μια πόρτα +συγκοινωνεί με την κάμερα της ΠΙΠΙΤΣΑΣ και μια άλλη στο βάθος +συγκοινωνεί με το κοριντόρο. Από βαθιά ακούγεται το παίξιμο +μαντολίνου, που βαστάει ως το τέλος της πράξης. Η ΚΑΤΙΝΑ σε μιαν +άκρη του τραπεζιού ρίχτει πασιένζες· Στο διβάνι κάθεται η ΦΡΟΣΩ +μισοξαπλομένη και κοντά της η ΒΑΣΙΛΩ ορθή. + +Φρόσω (σιγά κάπως στη Βασίλω). Και για δεν της τα κοπάναγες και +συ; + +Βασίλω. Εγώ, κυρία Φρόσω, στόμα έχω και μιλιά δεν έχω. Δεν πα να +λέει ό,τι θέλει εκείνη . . . Σαν τα μούτρα της θα γίνω κι' εγώ; + +Φρόσω. Μα να σε πει πως μπάζεις το μπακάλη, τον ψωμά, το μανάβη, +όλη τη γειτονιά; + +Βασίλω. Κι' αν τάπε και τι; + +Φρόσω. Μα δε με λες, καημένη, είνε αλήθεια; Αλήθεια τους μπάζεις; +Πώς δε σε κατάλαβε κανείς από μας! + +Βασίλω. Τι λέτε, κυρία Φρόσω; Εγώ ναν τους μπάσω αφτουνούς; Μη +χειρότερα!. . + +Φρόσω. Αμ λοιπό ψέματα έσκουζε από τα παράθυρά της η Παναγιώτα; +Εκείνη δε μπάζει κανένανε; + +Βασίλω. Η Παναγιώτα; Ούλους, που είπε για μένα, εκείνη τους +μπάζει· και το μανάβη και τον ψωμά, και κείνος ο σκαμπανέας, που +κάνει τον ξάδερφό της, αγαπητικός της είνε . . . + +Φρόσω. Μα ένα πράμα δε μπορώ να καταλάβω: πώς δεν την τσακόνουνε; +. . . + +Βασίλω. Αφτό λογαριάζεις, κυρία Φρόσω; Αρκεί να θέλει μια να +μπάσει ένανε κι' από για ναν την τσακόσουνε . . . Ου . . . (κάνει +μια χειρονομία). + +Φρόσω. Μα πώς τα καταφέρνει;. . , + +Βασίλω. Γιατί ρωτάς; . . + +Φρόσω. Έτσι, καημένη, ρωτάω . . . από περιέργεια. + +Βασίλω. Πρώτα-πρώτα ξέρει απόξω τα κατατόπια του σπητιού και το +χούι ολονών . . . πότες κοιμούνται, πότες ξυπνάνε, πότες . . . + +(Μπαίνει η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ με θυμό). + +Η κ. Τριάφτη (στη Βασίλω). Τι κάνεις εκεί εσύ; Εφτού είνε η +δουλειά σου; Γλήγορα λοιπόν. , . (Η Βασίλω φέβγει κάτι +ψιθυρίζοντας. Στην Κατίνα). Εσύ άλλη δουλειά να μην κάνεις από τα +χαρτιά . . . θαν τα σκίσω επί τέλους . . . + +Κατίνα. Στους θυμούς σου είσαι πάλε;. . + +Η κ. Τριάφτι. Στους θυμούς μου, μαθές . . . Καθώς με καταντήσατε +δεν έχω μιαν ώρα ησυχία . . . γκρ . . από δω. . γκρ . από κει. Δε +μπορώ πια να υποφέρω! . . . (στη Φρόσω) Και συ βρήκες το τεράκι +σου. Χρυσές κουβέντες με τις δούλες . . . Ωραία! . . . + +Φρόσω (σιγά). Μη με σκοτίζεις . . . + +Η κ. Τριάφτη. Θα πάρω τα μάτια μου να φύγω . , να πάγω όπου με +βγάλει η μοίρα μου . . . να γλυτόσω από σας! Παιδιά είνε αφτά, +πούκαμα; Να μη βρίσκω πουθενά μια στιγμή ήσυχη; Πάω στην κάμερά +μου να συχάσω λίγο, από πίσω μου ο Τάσος: «Δος μου, μητέρα ένα +τάλαρο . . . » «Τι το θέλεις; » του λες . . . κι' αφτός αρχίζει +τις φωνές . . . βρίζει, σκίζεται, χτυπιέται . . . Τι να κάμω κι' +εγώ; του το δίνω να με ξεφορτοθεί . . . και τότες έρχεται και με +χαϊδέβει: «μητερούλα μου! μητερούλα μου!. . » Να πάει στο διάβολο +τέτια μητερούλα! + +(Η ΦΡΟΣΩ κυτάζει σ' αντίθετο μέρος από κει, που μιλάει η κ. +ΤΡΙΑΦΤΗ· η ΚΑΤΙΝΑ εξακολουθεί να ρίχτει τις πασιέντζες της. +Μπαίνει ο ΝΙΚΟΣ) + +Νίκος. Μητέρα . . ε, μητέρα! . . . + +Η κ. Τριάφτη. Τι θέλεις, παιδάκι μου; + +(Ο Νίκος πάει κοντά της. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τονέ φιλεί). + +Νίκος. Νό μου, μητέρα, πενήντα λεφτά, να πάω να φάω ένα παγωτό στο +Ροαγιάλ . . . + +Η κ. Τριάφτη. Το παιδάκι μου . . . Μα δε σούδοσα την αβγή; Τι +τάκαμες; + +Νίκος. Έφαγα μια πάστα, μητέρα . . . + +Η κ. Τριάφτη. Κατεργάρη, μήπως άρχισες και συ το τσιγάρο; + +Νίκος. Εγώ, μαμά; Εγώ τσιγάρο; Να μη χαρώ τον πατέρα αν πίνω εγώ +τσιγάρο . . . + +Η κ. Τριάφτη. Μπράβο, παιδί μου . . . + +Νίκος. Νό μου, τόρα ντε, τα πενήντα λεφτά . . . + +Η κ. Τριάφτη (του τα δίνει). Νά! και να προσέχεις . . . + +Νίκος (τ' αρπάζει και πάει κοντά στη Φρόσω και της λέει μυστικά +δείχτοντας με το βλέμα την κ. Τριάφτη). Σαν κι' εσένα μπορώ να +κοροϊδέψω χίλιες την ώρα . . . + +(Η Φρόσω σπάζει τα γέλια κι' ο Νίκος φέβγει τρέχοντας). + +Η κ. Τριάφτη (στη Φρόσω). Τι έπαθες; + +Φρόσω. Γιατί; δεν κοτάμε και να γελάσουμε; + +Η κ. Τριάφτη. Μόνο οι μουρλοί γελάνε χωρίς λόγο . . . + +Φρόσω. Πού ναν τους έβρουμε τους γνωστικούς ,! . . . + +Η κ. Τριάφτη. Είσαι χαβριζόστομη . . . Δε ντρέπεσαι καθόλου . . . + +Φρόσω (με θυμό). Για να σου πω, σε παρακαλώ . . . κι' αν έβαλες +βουλή να μας φας, εγώ δεν τόχω στο νου μου να σ' αφίσω . . . Α! μα +την αλήθεια. (Σηκόνεται να φύγει. Την ίδια στιγμή μπαίνει ο Τάσος +με τσιγάρο στο στόμα και με το συνηθισμένο του γέλιο. Προχωρεί +πίσω από την Κατίνα και της φυσάει τα ξαπλωμένα χαρτιά και της τα +σκορπίζει. Η Φρόσω γελάει μ' αφτό και ξανακάθεται). + +Κατίνα (δυνατά). Κακοχρονονάχεις! + +Τάσος. Τ' είπες; + +Κατίνα. Κείνο πούπα . . . + +Τάσος. Ξέρω κιεγώ . . . + +Η ΚΑΤΙΝΑ τα ξαναφτιάνει κι' όλο ψιθυρίζει. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ πάει και +κάθεται σε μια πολυθρόνα συλοησμένη. Ο ΤΑΣΟΣ προχωρεί στη ΦΡΟΣΩ). + +Τάσος (σιγά στη Φρόσω) Ρουφήξαμε ένα πεντόφραγκο + +Φρόσω. Το ξέρω. + +Τάσος. Πού το ξέρεις; + +Φρόσω. Τόλεγε η μαμά προλίγου. + +Τάσος. Ένα ζεβγάρι κάλτσες μάβρες (κλει το μάτι του) της μιάμισης +δραχμής δηλαδή. + +Φρόσω. Για ποιόνα; + +Τάσος. Κούκο! . . . για τη Βασίλω, κούκο . . . + +Φρόσω. Για τη Βασίλω;! . . . + +Τάσος. Για τη Βασίλω βέβαια! . . αμ για ποιόνα το λοιπόν; +(ξαναπηγαίνει στην Κατίνα). Ξεθύμοσες, Κατίνα μου; Εγώ αστειέφτηκα +. . . + +Κατίνα. Α θέλεις ναστειέβεσαι νά! εκεί και πήγαινε + +(δείχνει τη Φρόσω). + +Φρόσω. Τι έχεις με μένα; σε πείραξα εγώ καθόλου; + +Τάσος (της χαϊδέβει τα μαλιά κι' όλο ειρωνικά). Την καημένη την +Κατίνα . . . όλοι την πειράζουνε . . . Ένια σου, Κατίνα μου, κι' +εγώ είμαι εδώ . . . + +Κατίνα. Με ξεφορτόνεσαι εγώ λέω . . . + +Τάσος (στέκεται ορθός απάνου της και τη διορθόνει κάθε τόσο). Το +οχτώ κούπα πέρασε, τι κυτάς; . . . Το έξη καρό, στραβή . , . + +Κατίνα. Άει στο καλό από δω . . . + +Τάσος. Έμου σε συβουλέβω και πάλε κακός . . . + +Κατίνα. Δεν τις θέλω τις συβουλές σου . . + +Τάσος. Βλέπεις το λοιπόν; (δίνει μια με το χέρι του και της τα +ξαναχαλάει. Η Κατίνα σηκόνεται απάνου με θυμό) + +Κατίνα. Άει στο διάβολο . . (στην κ. Τριάφτη δυνατά). Θαν του +μιλήσεις; . . . + +Η κ. Τριάφτη. Ο Θεός να μ' ελεήσει!. Καλά κάνει ο πατέρας σας και +δεν κάθεται καθόλου στο σπήτι . . . Ζωή είνε αφτή; . . . + +Κατίνα (στον Τάσο). Μουρλέ! . . . + +Τάσος. Τ' είπες;!. Στάσου να διείς . . . (πάει τάχα ναν τη +χτυπήσει· ανοίγει η πόρτα αριστερά και μπαίνει η Πιπίτσα). + +Πιπίτσα. Τάσο μου! . . . Μη! να ζεις, Τάσο μου . . . + +Τάσος (στην Κατίνα). Έχε χάρη της Πιπίτσας . . . ει δ' αλιώς +σούδειχτα εγώ να μάθεις να μιλάς άλλη φορά. + +Πιπίτσα (πάει κοντά στην Κατίνα). Ένια σου, Κατίνα μου, ρίξε την +πασιέντζα σου . . . Δε σε πειράζει κανένας . . . (Η Κατίνα +ξανακάθεται κι ετοιμάζεται ναν την ξαναρίξει). Στάσου να κόψω εγώ. +(κόβει τα χαρτιά). Αφτή τη φορά τα ρίχτεις για μένα. Τακούς, +Κατίνα; Κάτι έβαλα . . . + +Κατίνα. Καλά, Πιπίτσα. + +Φρόσω. Έβαλες για τον Αντρέα . . . + +Πιπίτσα. Έβαλα για κάτι. Τι τα θέλεις γιατί . . . (προχωρεί στην +κ. Τριάφτη). Εσύ, μαμά, μη συχίζεσαι. Κάνε πως δε βλέπεις. Δεν +είμαστε πια παιδάκια. Μη συχίζεσαι, μαμά . . . + +Η κ. Τριάφτη. Δεν αντέχω, Πιπίτσα μου . . . Το σηκοτάκι μου +εψήθηκε . . . + +Πιπίτσα. Μαμά, να ζεις . . . μη συχίζεσαι . . . Βλέπεις, πως δεν +κάνεις τίποτα μαφτό . . . Εμείς μόνοι μας θα προσπαθήσουμε ναν τα +διορθόσουμε τα πράματα . . . Ε, Τάσο μου; + +Τάσος. Βέβαια! Η μαμά όλα σοβαρά τα πέρνει. Αστειεβόμαστε, +μαμά . . . + +Η κ. Τριάφτη. Τέτια αστεία! . . . + +Πιπίτσα (στην Κατίνα). Ε , πώς πάει η πασιέντζα, Κατίνα, θα βγούνε +τα χαρτιά ή όχι; + +Κατίνα. Δε θα βγούνε, Πιπίτσα . . . + +Πιπίτσα. Κρίμας!. . + +Κατίνα. Να διούμε ως το τέλος . . . + +Πιπίτσα. Κύταξε, να ζεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Νά! βλέπεις, +μαμά, τι καλά, που φερνόμαστε τόρα; + +(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας). + +Πιπίτσα (πάει κοντά στον Κωστή) Κύριε Βέρτη, μας είσαστε πολύ +γνωστός. Ο Αντρέας καθεμέρα μας μιλεί για σας. Διαβάζουμε και τα +ωραία σας σονέτα στη «Ζωή» . . . + +Κωστής. Πολύ με κολακέβετε, μαντμαζέλ . . . + +(Η ΚΑΤΙΝΑ κάθεται σε μια γωνιά και δε μιλεί καθόλου)· + +Πιπίτσα. Εμείς ταχτικά λέγαμε στον Αντρέα να κάμει, ώστε να +λάβουμε την εφκαρίστηση και της προσωπικής σου γνωριμίας . . . + +Κωστής. Μερσί. . Η εφκαρίστηση αφτή είταν και για μένα πάντα +μεγάλη . . . + +Πιπίτσα (χαμογελάει). Δεν καθόσαστε; Από δω, κ. Βέρτη, στον καναπέ +. . . + +Κωστής (κάθεται σε μια καρέκλα). Μερσί . . . Δεν πειράζει . . . + +Η κ. Τριάφτη. Ο κ. Βέρτης είνε Αθηναίος; + +Κωστής. Όχι, κ. Τριάφτη . . . Είμαι από την Καλαμάτα . . . + +Η ΦΡΟΣΩ, που ως εκείνη τη στιγμή σιγομιλούσε με τον ΤΑΣΟ έρχεται +και κάθεται κοντά στον ΚΩΣΤΗ. Ο ΤΑΣΟΣ φέβγει κρυφά. Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ +κάνει νόημα του ΑΝΤΡΕΑ και αφτός πάει και σιγομιλούν. Η ΠΙΠΙΤΣΑ +κάθεται στην άκρη του διβανιού). + +Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Τι μεγάλη τιμή για το σπήτι μας, κ. +Βέρτη, να σας γνωρίσουμε. . . . + +Κωστής (ξαφνιαζούμενος). Α! μαντμαζέλ . . . + +Φρόσω. Έναν τέτιο ποιητή, σαν εσάς . . . Δεν ξέρετε, πώς με +τρελαίνουν τα σονέτα σας. Το τελεφταίο, πούχατε στη «Ζωή» +«τόνειρο» τόμαθα απόξω . . . + +Κωστής. Πολύ μανεβάζετε, μαντμαζέλ. + +Τάσος. Το κουδούνι. . Ο Γιάνκος θάνε, . Τούπα ναρθεί να με πάρει. . +(βγαίνει). + +Η κ. Τριάφτη. Κατίνα, θαρθεί ξένος άθρωπος, παιδί μου . . . Άστα +τα χαρτιά πια . . . + +Κατίνα. Και τούτη την πασιέντζα θα ρίξω, μαμά . . . + +(Ξαναμπαίνει ο ΤΑΣΟΣ). + +Τάσος. Δεν είταν ο Γιάνκος. Ο Αντρέας είνε με το Βέρτη. + +Πιπίτσα. Ο Αντρέας; + +Τάσος. Ναι! Δεν τον επερίμενες; + +Φρόσω. (σηκόνεται και πάει κοντά στον Τάσω. Θαρθεί ο Γιάνκος; + +Τάσος. Ναι! Κάτι θαν του δείξω. Γιατί; + +Φρόσω. Τι θαν του δείξεις; + +Τάσος. Τι σε μέλει; + +Φρόσω. Είνε κακό, που σε ρωτάω; + +Τάσος. Θαν του δείξω τη Βασίλω . . . + +Φρόσω. Δεν ντρέπεσαι . . . + +(Μπαίνουν ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' ο ΚΩΣΤΗΣ. Η ΚΑΤΙΝΑ πάβει τα χαρτιά και τα +κρύβει). + +Αντρέας. Χαίρετε . . . Να σας παρουσιάσω τον αγαπημένο μου φίλο κ. +Βέρτη. Η κ. Τριάφτη· η ντεμοαζέλ Πιπίτσα· η ντεμοαζέλ Κατίνα· η +ντεμοαζέλ Φρόσω. + +(Ο ΚΩΣΤΗΣ υποκλίνεται και χαιρετιούνται). + +Τάσος. Πώς είταν αφτό το έχταχτο, φίλε μου, να σε διούμε στα +λημέρια μας; + +Αντρέας. Αφτό είνε κατόρθομα δικό μου. + +Φρόσω. Σας είξερα κι' από τον περίπατο. Σας έβλεπα. Όλο στο +αριστερό τροτοάρ της δεντροστοιχίας πηγαίνετε και πάντα μόνος σας. + +Κωστής. Η καλοσύνη σας. + +Φρόσω. Εγώ, κ. Βέρτη, τρελαίνουμαι για τους καλιτέχνες . . . + +(ξακολουθούνε να μιλάνε σιγά). + +Αντρέας (λίγο δυνατότερα στην κ. Τριάφτη). Τόρα πια μούφυγε λίγο η +στενοχώρια μου. + +Η κ. Τριάφτη. Να μην παρασκοτίζεσαι, παιδί μου, και βλάβεις την +υγεία σου . . . Μα και κανείς αδερφός δε φέρνεται, όπως εσύ . . . +Το μεσημέρι, που μας τάλεγε στο τραπέζι ο Τάσος σε μάλοσα λίγο . . . + +Αντρέας. Α! κ. Τριάφτη . . . Δεν έχει άλλον από μένα ο αδερφός μου +. . . + +Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα μόνο σου πήρε το δίκιο σου . . . + +Αντρέας (σηκόνεται). Αφτό το περίμενα . . . (συργεανάει λίγο . . . +Το μαντολίνο ακούγεται πάντα από βαθιά). Ο Γεράσιμος δηλαδή δεν το +ενοεί με το μαντολίνο του; . . + +Η κ. Τρίφτη. Δεν την ξέρεις την μανία του; + +Αντρέας (κάθεται στο διβάνι κοντά στην Πηνελόπη). Πώς πέρασες από +χτες τη νύχτα; + +Πιπίτσα. Καλά . . . εσύ; + +Αντρέας. Τάμαθες από τον Τάσο . . . Μια μικρή στενοχώρια από ένα +γράμα του αδερφού μου, που μου πέρασε πια. + +Πιπίτσα. Ο καημένος! Πόσο λυπήθηκα, Αντρέα . . . α γιατί ο +χριστιανός να στενοχωριέται έτσι με το τίποτα; + +Αντρέας. Ξέρω κι' εγώ τι να πω; + +Πιπίτσα. Εσύ, Αντρέα, ναν του γράφεις παρηγοριτικά και ναν τονέ +συβουλέβεις . . . . Άμα του γράψεις ναν του γράψω κι' εγώ από +κάτου δυο τρεις αράδες. Ε; + +Αντρέας. Ναι! Άβριο θαν του γράψω και θα στο φέρω ναν του γράψεις +και συ. Εδώ τι άλλο είχαμε σήμερα; + +Πιπίτσα. Τίποτα σπουδαίο. (σε λίγο· μυστικότερα). Δε με λες, +Αντρέα, τα συλογίστικες εκείνα που είπαμε; + +Αντρέας. Μα Πιπίτσα, πάλε τα ίδια; + +Πιπίτσα. Προσπάθησε ναν τα πολυξετάσεις, Αντρέα μου, και θα διείς +πόσο έχω δίκιο . . Α! είνε ωραίο πράμα να είνε κανείς πάντα +αρεβωνιασμένος. Να περνάει ο καιρός κι' αφτός να μνίσκει στη +μαγεία της αγάπης της πνευματικής . . , Ε, Αντρέα; + +Αντρέας. Μ' αφτή την αγάπη, Πιπίτσα μου, τη βαρυέται κανείς ως το +τέλος. + +Πιπίτσα. Τι λες, καλέ; Αμ αν είνε να βαρεθεί αφτή την αγάπη τότες +την άλλη, πως θα μπορέσει ναν τη βαστάξει; Εγώ, Αντρέα, νιόθω, πως +αιώνια θα σαγαπώ έτσι! Κι' έχω και κάτι άλλο στο νου μου, που +ακόμα δε στο λέω . . . + +Αντρέας. Τι; + +Πιπίτσα. Δεν είνε καιρός να στο πω ακόμα. Άμα είνε θαν το μάθεις. +(ξακολουθούνε να συγομιλάνε. Μπαίνει, ο Τάσος πάλε με τσιγάρο στο +στόμα). + +Τάσος. Μωρέ ησυχία! Σαν να μπήκα σ' εκλησιά . . . Και γιατί; + +Φρόσω. Γιατί έλειπες εσύ. + +Τάσος. Όχι! Δεν είνε αφτό. Είνε γιατί δεν πήρες ακόμα θάρος με τον +κ. Βέρτη . . . + +Φρόσω. Κάτι λες και συ τόρα . . + +Τάσος (στον Κωστή). Δίνε της θάρος και θα καλοπεράσεις μαζί της. + +Κωστής. Δεν έχεις δίκιο. + +Τάσος. Καλά καλά. Σκιάζουμαι μην το μετανιώσεις γλήγορα. (προχωρεί +να πειράξει την Κατίνα.) + +Φρόσω (σιγά στον Κωστή). Έτσι με πειράζει πάντα, χωρίς να φταίω. + +Κωστής. Τόχει ιδίομα. Σεις δεν πρέπει ναν το πέρνετε σοβαρό. + +Φρόσω. Αν τόπερνα σοβαρό!. . (σε λίγο . . περιπαθέστερα). Δε με +λέτε, κ. Βέρτη . . . + +Κωστής. Τι, μαντμαζέλ; + +Φρόσω. Αγαπάτε καμιά; + +Κωστής (με φανερή ανησυχία). Α! . . . + +Φρόσω. Νέος σαν κι' εσάς . . . με τόσα προτερήματα, είνε δυνατό να +μην έχει πέντε τουλάχιστο, που ναν τον αγαπούν; . . . + +Κωστής. Σας βεβαιόνω, μαντμαζέλ . . . (Ο Τάσος αφίνει την Κατίνα +κι έρχεται κοντά στην κ. Τριάφτη). + +Τάσος. Εσύ, μητερούλα, δε μιλάς τίποτα; + +Η κ. Τριάφτη. Ας είσαι καλά εσύ, που μας αναπληρόνεις όλους . . . + +Πιπίτσα (δυνατά). Αφίσαμε μόνο τον κ. Βέρτη. + +Κωστής. Όχι δα . . . + +Τάσος. Μωρέ, αφτόνα τονέ λιμάρει η Φρόσω ώρες τόρα . . + +Πιπίτσα. Ετοιμάζετε κανά καινούργιο έργο, κ. Βέρτη;. . + +Κωστής. Όχι, μαντμαζέλ . . . Βρίσκουμαι σε μια περίοδο στείρα. +Αφτές οι ζέστες με πειράζουν . . . + +Πιπίτσα. Έχετε δίκιο . . . Σήμερα δεν είδατε και τι αέρα είχε; + +[σελίδα 103] + +Τάσος. Και σκόνη. . + +Κωστής. Πλήξη . . . + +Αντρέας. Ασφυχτική ζωή . . . + +Πιπίτσα. Όχι, Αντρέα, ίσα με κει . . . Ναι, είνε λίγο στενόχωρα τα +όρια, μα . . . + +Αντρέας (διακόφτοντας). Μήπως τα στενά όρια δεν κάνουν ένανε να +είνε φυλακισμένος; . . . + +Πιπίτσα. Μα εκεί είνε καταναγκασμός . . . + +Αντρέας (διαστρέφοντας επίτηδες το ζήτημα). Πιπίτσα μου. Όταν η +κοινωνία και την πιο φανερή αλήθια την περνάει για πρόληψη, η +αλήθεια εκείνη κατανταίνει ψέμα . . . Τον καταναγκασμό είτε ο +νόμος είτε η πρόληψη τον επιβάλει είνε καταναγκασμός! . . . + +Πιπίτσα. Μα εδώ βρίσκεται η υπεροχή μερικών εξαιρετικών πνευμάτων, +να μην τα νιάζει για τις κοινωνικές πρόληψες . . Δεν το νομίζετε +και σεις, κ. Βέρτη; + +Κωστής. Είνε τόσο πολύπλοκα αφτά τα ζητήματα, μαντμαζέλ . . . + +Αντρέας. Ο Κωστής έχει σπουδάσει την εμπειρική ψυχολογία στα γερά. +Ώστε δε μπορεί να είνε σύφωνος μαζύ σου. + +Κωστής. Δεν είνε έτσι, Αντρέα! . , Μερικές πρόληψες μπορεί ναν τις +σέβεται καθένας. Όπως πάλε είνε άλλες, που το συφέρο του τού +επιβάλει να μην τις προσέχει . . . + +Πιπίτσα. Ποιες λόγου χάρη, κ. Βέρτη; + +Κωστής. Νά, λόγου χάρη. Τόρα το καλοκαίρι, τις βραδυές, μαρέσει να +βγαίνω ξέσκουφος περίπατο. Η ετικέτα όμως μου το απαγορέβει! Το +πολύ πολύ αντίς να έχω το καπέλο μου στο κεφάλι μου μπορώ ναν το +κρατήσω στο χέρι . . . Ποιος μεμποδίζει να μην κάμω το μικρό αφτό +κέφι; να έβγω χωρίς καπέλο; + +Αντρέας. Ή χωρίς σακάκι ή, καλέ, μόνο χωρίς λαιμοδέτη; . . . + +Πιπίτσα. Εγώ μπορούσα να έβγω. + +Κωστής. Είνε τόρα κι' άλλες, που το συφέρο του εγώ επιβάλει ναν +τις πετάει κανείς . . . Αφτό ξάφνου που λέμε λόγο της τιμής κι' +άμα . . . (ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας). + +Τάσος (τρέχοντας όξω). Αφτή τη φορά βέβαια θα είνε ο Γιάνκος. +(φέβγει) + +Κωστής (χωρίς να διακοπεί) τονέ δόσει κανείς δεσμέβεται, μου +φαίνεται πρόληψη του χειρότερου είδους . . . + +Πιπίτσα. Ας προσέχει να μην τονέ δίνει απ' αρχής. + +Κωστής. Είνε περιστάσες, μαντμαζέλ, που τα πράματα δεν έρχουνται, +όπως τα φαντάζεσαι κανείς. Κι' είνε αξίομα πια, χωρίς επιστημονική +αντίρηση, πως η θέληση δεν αρκεί πάντα μονάχη της να διεφτύνει μια +πράξη και ναν τη φέρει στο αποτέλεσμα . . . + +(Μπαίνει ο ΓΙΑΝΚΟΣ και πίσω τον ο ΤΑΣΟΣ ακουμπώντας το χέρι του +στην πλάτη του ΓΙΑΝΚΟΥ.) + +Γιάνκος. Χαίρετε. (τονέ χαιρετάνε). + +Τάσος. Δε σας το είπα εγώ, πως θα είνε ο φιλαράκος. + +Γιάνκος (στον Κωστή και στον Αντρέα). Όλοι εδώ; σα να είχαμε +ραντεβού. + +Πιπίτσα. Καθίστε. Έχουμε σοβαρή συζήτηση. + +Γιάνκος (κάθεται σε μια καρέκλα). Συζήτηση; Μα προτήτερα να σας πω +το νέο, που βέβαια δε θαν το ξέρετε. + +Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι νέο; + +Γιάνκος. Εδώ σ' ένα δρόμο έγινε φονικό . . . + +Πιπίτσα. Σωπάτε καλέ! + +Φρόσω. Φονικό; + +[τέλος σελίδας 104] + +Γιάνκος. Ναι! ο αδερφός μιανής σκότοσε τον ερωμένο της . . . + +Τάσος. Καλά τούκαμε . . . + +Φρόσω. Και πώς τονέ σκότοσε; + +Γιάνκος. Τούδοσε έξη μαχαιριές. + +Πιπίτσα. Για όνομα του Θεού! . . . + +Φρόσω. Πέστε τα μας!. . πέστε τα μας! . . . + +Τάσος. Λοιπόν; + +(Η ΚΑΤΙΝΑ από τη θέση της προσέχει χωρίς να μιλεί). + +Γιάνκος. Σ' ένα υπόγειο κάθονταν ο φονιάς με την αδερφή του και με +τη μάνα του, και σ' ένα δωμάτιο της αβλής καθότανε ο σκοτομένος . +. . Τέλος πάντων αγαπήθηκε αφτός με την αδερφή του φονιά και την +αρεβώνιασε. Τόρα αρνιόταν ναν την πάρει, γιατί με την επιδημία της +βλογιάς κόλησε η κόρη και γιόμισε σημάδια . . . Ο αδερφός της δεν +το ανέχτηκε και φύλαξε εδώ και μιαν ώρα και του πάτησε έξη +μαχαιριές του δυστυχή . . . + +Πιπίτσα (με ταραχή). Ω! Θε μου! + +Τάσος. Καλά να πάθει . . . Ποιος τούπε να κυνηγάει, όπου δουλέβει +κουμπούρα; + +Πιπίτσα. Σώπα . . . σώπα, καημένε. + +Φρόσω. Πέθανε; + +Γιάνκος. Ναι! Τον είδα στο φαρμακείο, που τον είχανε. + +(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ βυθίζεται σε σκέψες. Το ίδιο κι' ο ΚΩΣΤΗΣ Η ΠΙΠΙΤΣΑ +κάνει το σταβρό της). + +Τάσος. Πρώτα απόλα πρέπει να ξέρεις πού να ρίχτεις το δίχτυ σου. +(βγαίνει). + +Φρόσω πάει και κάθεται κοντά στον Γιάνκο) Τον κακομοίρη . . . + +Γιάνκος. Τονέ λυπόσαστε; + +Φρόσω. Ναι! Ακούτ' εκεί γιατί αγάπησε την αδερφή του ναν τονέ +σκοτόσει! Εσείς θαν τονέ σκοτόνατε, αν είσαστε στη θέση του; + +Γιάνκος. Δεν ξέρω. Δεν έχω αδερφή και δεν ξέρω . . . + +Φρόσω. Σας το λέω εγώ, δε θαν τονέ σκοτόνατε . . . (σιγότερα) +Εσείς είσαστε τόσο λαμπρός νέος . . . + +Γιάνκος. Α!. . + +Φρόσω. Μάλιστα. Εγώ σας παρακολουθώ από τότες, που πρωτόρθατε +σπήτι μας . . . μα δε με δόθηκε περίσταση να σας το πω . . . +Είσαστε ο καλίτερος κι' ωραιότερος νέος, που γνώρισα. + +Γιάνκος. Με κολακέβετε . . . + +Φρόσω. Καθόλου . . . (εξακολουθούν να σιγομιλούν. Μπαίνει η Βασίλω +κι' ο Τάσος με γέλιο). + +Βασίλω (στην κ. Τριάφτη). Τι με θέλετε, κυρία; + +Η κ. Τριάφτη. Ποιος σε φώναξε; + +Βασίλω (κυτάζοντας τον Τάσο). Ο κύριος Τάσος με το είπε . . . + +Τάσος (με γέλιο). Έλα ντε . . . μεγάλο πράμα . . . Σε γελάσαμε, +βλέπεις . . . (στην κ. Τριάφτη). Μητερούλα, δος της τα κλειδιά να +μας φέρει βίσινο . . . + +Φρόσω. Δος της τα, μαμά. + +(Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ τα δίνει. Η ΒΑΣΙΛΩ φέβγει). + +Τάσος (σηκόνοντας το Γιάνκο από τη θέση τον, μυστικά). Πώς σου +φάνηκε; + +Γιάνκος. Τι; + +Τάσος. Η Βασίλω. + +Γιάνκος. Δεν την πρόσεξα, καημένε . . . + +Τάσος. Τι να σου κάμω; . . . Πρόσεχτη τόρα, που θα φέρει το +βίσινο. + +Γιάνκος. Καλά . . . καλά (έρχεται με βια και κάθεται στη θέση του +και ξανακουβεντιάζει με τη Φρόσω.) + +Πιπίτσα (σα ναν τόλεγε μονάχη της). Να σκοτόσει άθρωπο . . . + +Κωστής. Τρομερό . . . + +Αντρέας. Κι' η αφορμή γιατί δε φυλάχτηκε ο λόγος της τιμής . . . +(στον Κωστή). Νά, λοιπόν, φίλε μου. Καμιά . . . μα καμιά πρόληψη +δεν πρέπει να παραβλέπεται. Κι' ο άθρωπος, που θέλει ναντιτάζει +στα καθιερομένα δικές του αρχές είνε perverti . . . ναι . . . έχει +διαστροφή . . . + +Κωστής (κάνοντας το μορφασμό του). Δηλαδή . . . + +Αντρέας. Ο άθρωπος είνε έρμαιο της μοίρας του . . . Ό,τι κι' αν +κάνει δε μπορεί και δεν πρέπει ναν το λογαριάζει από προτήτερα . . . +Η μεγαλήτερη εβλογία για έναν άθρωπο είνε ναν τα βλέπει όλα +μάβρα . . . + +Πιπίτσα (μέπληξη). Αντρέα! + +Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα . . . Τότες μόνο δε φοβάται το απρόοπτο . . . +Στο βάθος όλα είνε μάβρα, αφού η ζωή είνε μάβρη . . . + +Πιπίτσα. Αντρέα, τι λόγια είν' αφτά! + +(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ με το δίσκο). + +Τάσος (στο Γιάνκο δυνατά). Γιάνκο, εκείνο, που σούπα . . . + +Γιάνκος (σταματώντας την κουβέντα τον με τη Φρόσω). Ναι. + +(Η ΒΑΣΙΛΩ γυρίζει το δίσκο με το γλυκό σ' όλους) + +Πιπίτσα. Εσείς, κύριε Γιάνκο, σ' όλα αφτά τι ιδέαν έχετε; + +Γιάνκος. Παρντόν, μαντμαζέλ. Δεν επρόσεξα απ' αρχής στη συζήτηση. +Δεν ξέρω γιατί μιλούσατε + +Τάσος. Δεν παράχασες, φίλε μου . . . Φιλοσοφίες . . . φιλοσοφίες. +Από τέτια κουβέντα προτιμώ να σου πω και τη λίμα της Φρόσως. + +Αντρέας. Ο Γιάνκος είνε κηρυγμένος πεσιμιστής. + +Γιάνκος. Για πεσιμισμό μιλούσατε; Μα με φαίνεται, πως όξω από τον +Κωστή, που προσποιέται τον ελεφτερόφρονα, όλος ο κόσμος σήμερα +είνε πεσιμιστής. + +Πιπίτσα. Τι θα πει πεσιμισμός; . . . Δεν το καταλαβαίνω αφτό. + +Γιάνκος. Πεσιμισμός, μαντμαζέλ, είνε ένα φιλοσοφικό σύστημα, που +οι οπαδοί του δεν αναγνωρίζουν άλλο φινάλε στη ζωή και στον κόσμο +από την καταστροφή . . . + +Πιπίτσα (πολύ έπληχτη). Όχι δα! + +Γιάνκος. Όπως δήποτε . . . + +Πιπίτσα. Όχι! . . . όχι! . . . δεν είν' αλήθεια αφτό . . . δεν +είνε!. . + +Γιάνκος. Κι' όμως . . . + +Πιπίτσα. Είνε ασέβεια και στη θρησκεία αφτό, κ. Γιάνκο . . . μην +το λέτε . . . Να ζείτε, μην το λέτε . . . + +Γιάνκος. Ασέβεια! . . . + +Πιπίτσα. Ναι!. . (Στον Κωστή). Σεις, κ. Βέρτη, προστατέψτε την +αλήθεια. Είνε τρομερά αφτά ναν τα λέτε. κ. Γιάνκο . . . + +Γιάνκος. Η φιλοσοφία του Κωστή είνε λίγο απ' όλα, μαντμαζέλ . . . + +Κωστής. Είνε η υγιέστερη δηλαδή . . . + +Πιπίτσα. Και τα παραδεχόσαστε και σεις αφτά; έστωντας και λίγο; + +Κωστής. Μαντμαζέλ, η ζωή εδώ είνε στενή . . . Μα πέρα από δω δεν +εμποδίζει τίποτα να φανταζόμαστε ο καθένας, όπως θέλουμε, το είνε +. , ώστε δεν είνε ανάγκη ναπελπιζόσαστε . . . + +Πιπίτσα (τρομασμένη).Α! κύριε, πρώτη φορά τακούω εγώ αφτά . . . +Δεν τα πιστέβω . . . Κι' αφτή η ζωή δεν είνε στενή, όπως λέτε, και +η άλλη, είνε ταποτέλεσμα αφτής εδώ . . . + +Κωστής (νιόθοντας την ταραχή της Πιπίτσας). Αφτό είνε το +λογικότερο, μαντμαζέλ. + +Πιπίτσα (με τον ίδιον τρόμο). Αφτό είνε η αλήθεια. + +Αντρέας (κυτάζοντας την Πιπίτσα και πολύ στενοχωρημένος). Ας +ταφίσουμε τόρα αφτά. Δεν έχουμε δηλαδή τίποτ' άλλο να πούμε; + +Γιάνκος. Ναι!. . Εγώ να σας πω ένα στείο, που είδα προλίγου. + +Τάσος-Φρόσω (με βια). Τι αστείο; + +Γιάνκος. Τόρα που ερχόμουν στην πλατεία της Ομονοίας, κει που +κατέβαινε από το τραμ μια κυρία της πέφτει το τουρνούρι της . . . + +Φρόσω. Αλήθεια; . . . + +Τάσος. Μωρ' τι λες; . . . Λοιπόν; . . . + +Γιάνκος. Φανταστείτε τη θέση της. Κάνει πως δεν το βλέπει και +προχωρεί . . . Μα κει ταρπάζουν δυο λούστροι κι' αρχίζουν το +πέταμα και το σφύριγμα και το κακό . . . Σας βεβαιόνω πως +ξεκαρδιστήκαμε όλοι στα γέλια . . . + +Τάσος. Μωρ' αφτό είνε τρέλα! + +Φρόσω. Ποια είταν αφτή η κυρία; + +Γιάνκος. Μια . . . δεν την ξέρετε. Η κ. Νιχελίδη . . . + +Φρόσω. Πώς δεν την ξέρω + +Τάσος. Και ποιος σου ξεφέβγει εσένα;. . Ω! γέλιο που θάγινε . . . +Το φαντάζουμαι . . . (στρέφοντας άξαφνα) τι ώρα νάνε; + +Κωστής (κυτάζοντας το ρωλόι του). Εξήμιση. + +Τάσος. Είνε ώρα για περίπατο. Έχουμε να διούμε και το κορίτσι μας, +βλέπετε . . . (στο Γιάνκο). Πάμε, Γιάνκο; + +Γιάνκος. Πάμε . . . + +Τάσος. Στάσου μια στιγμή . . . (βγαίνει). + +Φρόσω (μυστικά στο Γιάνκο). Ώστε θα σας βλέπουμε ταχτικά; + +Γιάνκος. Δε μπορώ, μαντμαζέλ, με τραβάτε. + +Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . . Το πιστέψατε πια; + +Γιάνκος. Ω, μαντμαζέλ . . . + +Φρόσω . . . μην το ξεχνάτε, κ. Γιάνκο, ναρχόσαστε ταχτικά . . . +Άβριο σας περιμένω . . . + +(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με το καπέλο του και με το μπαστούνι του) + +Τάσος. Έλα, Γιάνκο. Πάμε να προφτάσουμε τη δεντροστοιχία. Θα βγήκε +η λεγάμενη πια . . (πάει κοντά του και του λέει μυστικά) Πώς σου +φάνηκε; + +Γιάνκος. Κομάτι . . . + +Τάσος. Ε, ξέρω κι' εγώ . . . Τι καλά, που ήρθατε και στομόθηκαν +όλοι εδώ . . . Βρήκα πέντε φορές μοναξιά στην κουζίνα . . . Το +βράδυ της είπα, πως θα ξαναπάω . . . Σουτ τόρα . . (δυνατά) Τράβα +. . . Πάμε . . . Αντίο, Κωστή . . . Αντίο σας . . . + +Γιάνκος. Χαίρετε . . . (φέβγουν). + +Πιπίτσα. Τι ιδέες, που έχει αφτό το παιδί . . . + +Αντρέας. Τόρα πέρασαν αφτά τα κολοκύθια . . . Κωστή, μήπως θέλεις +να πηγαίνουμε κι' εμείς; + +Πιπίτσα. Θα στενοχωρήθηκε ο κ. Βέρτης κλεισμένος εδώ τόσην ώρα . . . + +Κωστής. Καθόλου . . . Είταν τόσο εφκάριστη η συντροφιά . . . + +Φρόσω (ξαναπάει κοντά του). Κύριε Βέρτη, αφτή την εφκαρίστηση να +σας βλέπουμε να μας τη δίνετε συχνά . . . + +Κωστής. Α! μαντμαζέλ . . . έχω τόσες ασκολίες . . + +Φρόσω. Δεν ξέρετε πόσο τρελαίνουμαι για τη συντροφιά σας . . . + +Αντρέας (ορθός και δυνατά). Ναι, Πιπίτσα . . . θα περπατήσουμε και +λίγο. . Το βράδυ δε θάρθω . . . (λίγο φαιδρά) θα σας απιστήσω . . . +θα φάμε στο Φάληρο με τον Κωστή . . . Σηκόνεσαι, Κωστή; . . . + +Κωστής. Ναι . . . ναι. . , + +Πιπίτσα. Να σας βλέπουμε, κ. Βέρτη. + +Αντρέας. Αφτό ενοείται . . . + +Κωστής. Όσο μπορώ θα λαβαίνω αφτή την εφκαρίστηση . . . + +Αντρέας. Λοιπόν χαίρετε . . . + +Κωστής. Προσκυνώ . . . + +(Χαιρετιούνται κι' ενώ φέβγουν πέφτει η σκηνή). + +ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΡΑΞΗΣ + + + +ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ + + + +Το ίδιο σαλονάκι της κ. ΤΡΙΑΦΤΗ. ο ΑΝΤΡΕΑΣ κι' η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ. + +Αντρέας (με φανερή συγκίνηση). Μα γιατί δεν ερχόταν το παιδί και +στο σπήτι μου; Είταν ανάγκη μόνο στο γραφείο να ειδοποιήσει; Εγώ +να είμαι αμέριμνος τόσες ώρες . . . κι' α δεν περνούσα από κει +σήμερα; Μα λοιπόν τι έχει; προς Θεού πέτε μου τι έχει; . . . Είμαι +χωρίς το νου μου. + +Η κ. Τριάφτη. Παιδί μου . . . (κλαίει). + +Αντρέας. Μα γιατί κάνετε έτσι; γιατί δε μ' αφίνετε να πάω ναν τη +διώ; (κάνει να πάει κατά την κάμερα της Πιπίτσας). + +Η κ. Τριάφτη. Μη, Αντρέα μου . . . μη. + +Αντρέας. Πέτε μου λοιπόν . . . Τι τρέχει; . . . + +Η κ. Τριάφτη. Πώς να στο πω, παιδί μου . . . Με τι καρδιά να στο +πω . . . + +Αντρέας. Θε μου! . . . πέτε μου . . . Σας παρακαλώ. + +Η κ. Τριάφτη. Η Πιπίτσα σου . . . + +Αντρέας (μ' ανησυχία). Ε; . . . + +Η κ. Τριάφτη. Σκαρτάδιασε . . . + +Αντρέας (τρομασμένος και δυνατά). Τι λέτε ·! + +Η κ. Τριάφτη (κλαίει). Χ! . . . χ! . . . + +Αντρέας (πάει και της πιάνει τα χέρια). Σωπάτε, καλέ . . . Γιατί +με λέτε αφτά; . . . + +Η κ. ΤΡΙΑΦΤΗ κλαίει. Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την αφίνει και πέφτει στο διβάνι με +το πρόσωπο στα προυσκέφαλα κλαίοντας. + +Η κ. Τριάφτη (ησυχότερα). Μην κάνεις έτσι . . . + +Αντρέας. Αλοίμονο. + +Η κ. Τριάφτη. Θα μας ακούσει . . . (δείχτει την πόρτα) + +Αντρέας. Και πώς είνε; τι κάνει; + +Η κ. Τριάφτη. Τόρα είνε γονατισμένη και διαβάζει το βαγκέλιο. + +Αντρέας. Μα χτες την άφισα καλά. Είδατε τι ώμορφα μιλούσαμε . . . +Ο Κωστής τη βρήκε πολύ καθώς πρέπει . . . Πώς; έτσι άξαφνα; + +Η κ. Τριάφτη. Στις έντεκα τη νύχτα, παιδί μου, μας ξάφνιασε για +πρώτη φορά . . . + +Αντρέας. Πώς; + +Η κ. Τριάφτη. Καθόμουν με τη Φρόσω εδώ (δείχτει τη θέση)· ο +Γεράσιμος με τον Τάσο δεν είχαν έρθει ακόμα . . . οι άλλοι πήγαν +να κοιμηθούν . . . Ξάφνου ακούμε φωνές στην κάμερα της Πιπίτσας: +«Χριστέ μου! Παναγιά μου! . . . » Ξαφνιαζόμαστε και τρέχουμε να +διούμε . . . Ανοίγω την πόρτα και βλέπω την Πιπίτσα με τα νυχτικά +της ολότρεμη να σκούζει: «κάπιος είταν κρυμένος . . . εδώ . . . +από κάτου το κρεβάτι μου . . . Τον άκουσα μόλις πήγα να πέσω να +κοιμηθώ». Σύχασε, κόρη μου, της λέω, δεν είνε κανείς . . . «Τον +άκουσα! . . . Τον είδα πώφεβγε . . . Γιατί, Θε μου; . . . » +Προσπάθησα ναν την καθησυχάσω . . . Την πήρα δίπλα μου, κοντά μου, +της έπιανα το χέρι να μη φοβάται . . . Κείνη, τα ίδια: «Φέρτε τον +παπά να κάμουμε παράκληση . . . Μαμά, θα σας πάρω κι' εσάς στο +λαιμό μου . . . Θα σκοτόσουνε κι' εσάς για το χατήρι μου . . . Με +κυνηγάνε, μαμά, χωρίς να φταίω . . . φέρτε τον παπά . . . » και +τον εζήταγε μ' επιμονή . . . Στέλνω τη Φρόσω και ξυπνάει τη Βασίλω +και πάει εδωδά στον παπα-Γιώργη και τονέ φέρνει και κάνει +παράκληση . . . + +Αντρέας. Αλοίμονο! . . . + +Η κ. Τριάφτη. Με την παράκληση, παιδί μου, της ξέφυγε ο πολύς +φόβος . . . Ο παπα-Γιώργης τηνέ συβούλεψε . . . Κείνη του πήρε το +χέρι και το φιλούσε! «Παπά μου, του λέει, άδικα με κατατρέχουνε . . . +δεν έκαμα τίποτα . . . Ο Θεός να μ' ελεήσει . . . » Της είπε ο +παπάς ναφίσει την ένοια της στο Θεό κι' έφυγε , . . + +Αντρέας. Σύχασε πια; + +Η κ. Τριάφτη. Πού να συχάσει . . . + +Αντρέας. Ώστε ξακολουθούσε να φοβάται; + +Η κ. Τριάφτη. Της ήρθε έν' άλλο ύστερα . . . Πήρε το βαγκέλιο — +και τη σύνοψη κι' όλο διάβαζε . . . Εγώ με τη Βασίλω καθόμαστε +στην κάμερά της . . . Οι άλλοι, τι να κάμουν, πήγαν να συχάσουν +. . . Τις κονταβγές κει, που γονατισμένη διάβαζε, σηκόνεται και με +λέει: «Μαμά κατέβηκε ο Χριστός και μπήκε μέσα μου . . . εδώ στο +στήθος . . . Νά! Με λέει, πως εγώ θα διορθόσω τον κόσμο . . . Εγώ +θαν τονέ διδάξω και θαν τονέ φέρω στον ίσο δρόμο να μην πέσει στην +καταστροφή, όπως έλεγαν χτες ο κ. Βέρτης με τον κ. Γιάνκο . . . Θα +γυρίσω, ολούθε να διδάξω την αλήθεια . . . να πω στον κόσμο να +μετανοήσει . . . ναφίσει τις κακίες του . . . + +Αντρέας. Ω! δυστυχία! . . . + +Η κ. Τριάφτη. Σ' αφτή την κατάσταση είνε ακόμα, παιδί μου . . . + +Αντρέας. Εμένα δε με μελέτησε καθόλου; + +Η κ. Τριάφτη. Πώς . . . Πολλές φορές . . . Θα σε πάρει, λέει, κι' +εσένα να γυρίσουτε μαζύ τον κόσμο . . . + +Αντρέας. Θα πάω ναν τη διώ . . . Δε θαν τη βλάψει αφτό! . . . +(προχωρεί κατά την πόρτα. Την ίδια ώρα μπαίνει από την άλλη πόρτα +του βάθου η Κατίνα με τα χαρτιά στα χέρια. Μόλις τη βλέπει ο +Αντρέας σταματάει και στρίβει. Η Κατίνα κάθεται στο τραπέζι κι' +αρχίζει να ρίχτει πασιέντζα. Ο Αντρέας την κυτάζει κι' ύστερα +γυρίζει και βλέπει την κ. Τριάφτη). + +Η κ. Τριάφτη (στην Κατίνα). Πρέπει νάχεις και λίγη διάκριση . . . + +Κατίνα. Γιατί; . . . + +Η κ. Τριάφτη. Για κείνο, που δεν ξέρεις . . . + +Κατίνα. Τι σούκαμα; + +Η κ. Τριάφτη. Η αδερφή σου μέσα κιντυνέβει κι' εσύ τα χαρτιά στο +νου σου; . . . + +Κατίνα. Εγώ για την Πιπίτσα μας θαν τα ρίξω . . . να διώ, α θα +γίνει καλά . . . (εξακολουθεί να τα ρίχνει). + +Η κ. Τριάφτη (στον Αντρέα). Μην πας, παιδί μου . . . Τόρα θα είνε +ησυχότερη . . . Ο γιατρός μας είπε ναν την αφίνουμε μονάχη, όσο +μπορούμε και να μην της δίνουμε αφορμή να μιλάει . . . + +Αντρέας. Φέρατε γιατρό; . , . + +Η κ. Τριάφτη. Ναι! . . . Την αβγή . . . + +(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναγυρίζει και κάθεται στο διβάνι σκεφτικός. Μπαίνει η +ΦΡΟΣΩ) + +Φρόσω (σιγά και με γερμένο κεφάλι). Καλημέρα . . + +Αντρέας (μόλις κινιώντας το κεφάλι τον και σιγότερα). Καλημέρα. + +(Η ΦΡΟΣΩ κάθεται κι' αφτή και δε μιλεί καθόλου) + +Αντρέας (άξαφνα σε λίγο, σα να μιλούσε μόνος του). Τι ανόλπιστα +πράματα . . . + +Η κ. Τριάφτη. Θεϊκή κατάρα . . . Κάπια αμαρτία μεγάλη θάχουμε +καμομένη και δεν το ξέρουμε . . . Κανείς στον κόσμο δεν έχει τα +δικά μας τα βάσανα, (κάνει το σταβρό της). Ο Θεός να βάλει το χέρι +του . . . + +Αντρέας. Ο κ. Τριάφτης βγήκε; + +Η κ. Τριάφτη. Και τι να κάμει εδώ; . . . + +Φρόσω. Δε μπορεί ναφίσει το μπεζίκι του, στο καφενείο. Τι τονέ +νιάζει για το σπήτι; + +Η κ. Τριάφτη. Εσύ πάντα να λες ό,τι φτάσεις. + +Αντρέας. Ο Τάσος; + +Η κ. Τριάφτη. Κοιμάται ακόμα . . . + +Αντρέας. Στις δέκα και μισή; . . . + +Η κ. Τριάφτη. Τέτια ώρα σηκόνεται πάντα . . . κι' ο Γεράσιμος το +ίδιο. + +Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξαναβυθίζεται σε σκέψες. Η ΚΑΤΙΝΑ στο μεταξύ τέλειοσε +την πασιέντζα της και, σα να αιστάνθηκε τη θέση της λίγο, μαζόνει +τα χαρτιά και φέβγει). + +Η κ. Τριάφτη. Κατάλαβε την αδιακρισία της . . . + +Αντρέας. Τι φταίει η καημένη κι' αφτή . . . + +Φρόσω. Ποιος φταίει λοιπόν; + +Αντρέας. Τι το θέλεις τόρα το ποιος φταίει; . . . + +Η κ. Τριάφτη. Εγώ φταίω, που δεν είμουνα ατηρή . . . + +Αντρέας. Α! Το μικρότερό σας φταίξιμο . . . + +(Ακούγουνται από τη δεξιά κάμαρα φωνές του ΝΙΚΟΥ και της ΚΑΤΙΝΑΣ +ανακατημένες. Όσο πάνε και μεγαλόνουνε. Στο τέλος δυο τρεις πολύ +δυνατές της ΚΑΤΙΝΑΣ). + +Η κ. Τριάφτη. Τι τρέχει πάλε; Μα, Θε μου; . . . Τι ζωή είνε αφτή; +. . . + +(Μπαίνει η ΒΑΣΙΛΩ) + +Βασίλω. Κυρία, έπιασαν τα νέβρα της την κ. Κατίνα και λιποθύμησε . +. . + +Η κ. Τριάφτη. Δεν είνε πια ζωή αφτή . . . (βγαίνει) + +Φρόσω (στη Βασίλω). Μα γιατί; τι έτρεξε; . . . + +Βασίλω. Πάει, κυρία Φρόσω, η κυρία Κατίνα στο παράθυρο να ρίξει τα +χαρτιά και τότες ο κύριος Νίκος, πάει, και την πειράζει και της τα +χαλάει. Τότες η κ. Κατίνα έβρισε τον κ. Νίκο και πιαστήκανε . . . +Τότες ο κύριος Νίκος της τραβάει την πλεξίδα της κι' η κ. Κατίνα +έπεσε ξερή χάμου με φωνές . . . (φέβγει) + +Αντρέας. Δυστυχία . . . (ξακολουθεί να είνε βυθισμένος. Η Φρόσω +τον κυτάζει αδιάκοπα, σα να θέλει ναν του μιλήσει. Η μορφή της +λαβαίνει κάπιαν ιδιαίτερη έκφραση. Σε λίγο πέρνοντας θάρος +σηκόνεται από τη θέση της και πέρνει μια καρέκλα και κάθεται κοντά +του). + +Φρόσω (παθητικά). Αντρέα . . . + +Αντρέας (μ' ανυπομονησία). Τι θέλεις; + +Φρόσω. Είσαι πολύ λυπημένος; + +Αντρέας. Κι' είνε ανάγκη να ρωτάς; + +Φρόσω. Για την Πιπίτσα; + +Αντρέας. Για όλα . . . (σωπαίνουν λίγο) + +Φρόσω (το ίδιο). Αντρέα . . . + +Αντρέας (το ίδιο). Τ' είνε; + +Φρόσω. Θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα; + +Αντρέας. Πώς μπορώ ναν το ξέρω αφτό . , . (ξανασωπαίνουν λίγο). + +Φρόσω. Να σε πω, Αντρέα . . . + +Αντρέας. Τι; . . . + +Φρόσω. Δε θα ξαναγίνει καλά η Πιπίτσα . . . + +Αντρέας (ξέστοχα) Γιατί; + +Φρόσω. Έτσι είνε το γραφτό μας . . . + +(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ την κοιτάζει με ταραχή και δε μιλεί) + +Φρόσω. Ναι . . . Αντρέα . . . και συ δεν πρέπει να λυπάσαι τόσο +πολύ . . . + +(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ξακολουθεί ναν την κυτάζει χωρίς να μιλεί) + +Φρόσω (τον πιάνει το χέρι). Μάθε το πια, Αντρέα. Τόσον καιρό το +κρύβω μέσα μου . . . Μα τόρα πια δε μπορώ να στο κρύψω . . . + +(Ο ΑΝΤΡΕΑΣ αφαιρεμένος την κυτάζει ακόμα) + +Φρόσω. Ναι Αντρέα μου, εγώ σ' αγαπώ πολύ . . . + +Αντρέας (σηκόνεται με τρόμο), Θε μου! (Τη σπρόχνει και χάνεται από +την πόρτα τον βάθους. Η Φρόσω μνίσκει λίγο έπληχτη. Ύστερα +σηκόνεται κι' έρχεται στην πόρτα της Πιπίτσας και βάζει το μάτι +της στη κλειδαρότρουπα. Από το κοριντόρο ακούγεται η φωνή του +Νίκου, που τραγουδάει:) + + Κοιμόμουν κι' είδα όνειρο, πως με φιλείς στο στόμα, + ξυπνάω κι' ακούω τη μυρωδιά στα χείλια μου ακόμα. + +(με την τελεφταία λέξη μπαίνει μέσα ο Νίκος κρατώντας τόπι.) + +Νίκος (από την πόρτα πετώντας το τόπι στη Φρόσω, που είταν σκυμένη +στη κλειδαρότρουπα). Πιάςτο, Φρόσω. + +Φρόσω (γυρίζοντας με κάπιο θυμό). Ου και συ . . . + +(Το τόπι κυλιέται χάμου, χωρίς ναν το πιάσει η Φρόσω). + +Νίκος. Τι ξεχαηλόθηκες έτσι; + +Φρόσω. Κάμε ησυχία, ανόητε. . Δε λυπάσαι την Πιπίτσα μας; + +Νίκος. Μα τι έχει η Πιπίτσα μας; + +Φρόσω. Άρωστη είνε . . . + +Νίκος. Βαρειά άρωστη; + +Φρόσω. Βαρειά βέβαια. + +Νίκος. Άει στο καλό, πούνε βαρειά. Α θέλεις έλα να παίξουμε . . . + +Φρόσω. Λωλάθηκες; σου λένε να κάτσεις ήσυχα . . . + +Νίκος. Εσύ λωλάθηκες . . . Για πες αλέβρι; + +Φρόσω. Φέβγα από δω, ανόητε . . . + +Νίκος. Εσύ είσαι ανόητη . . . + +(Μπαίνει ο ΤΑΣΟΣ με τα νυχτικά του και με τσιγάρο στο στόμα). + +Τάσος (στη Φρόσω). Πώς είνε η Πιπίτσα; (στο Νίκο). Ε, συ; κάτσε +φρόνιμα μη σου τραβήξω ταφτιά . . . + +Νίκος. Δεν κοπιάζεις . . . + +Τάσος. Νά! το λοιπόν. (του τραβάει ταφτί). + +Νίκος (κλαίοντας). Τι σε κάμαμε εσένα δω μέσα! Ορίστε μας . . . +(προχωρεί στην πόρτα. Στον Τάσο). Νά! (του κάνει μια χειρονομία +στη μύτη και φέβγει.) + +Τάσος. Γαϊδούρι . . . (ακούγεται η φωνή τον Νίκου στο κοριντόρο, +που τραγουδάει: + + Α μ' αγαπάς κι' είν' όνειρο, ποτές να μην ξυπνήσω + με την αφτή γλυκύτητα ποθώ να ξεψυχήσω. (8) + +ως ότου χάνεται σιγά σιγά) + +Τάσος. Πώς είνε η Πιπίτσα; + +Φρόσω. Το ίδιο είνε . . . + +Τάσος. Ήρθε ο γιατρός; + +Φρόσω. Ήρθε. + +Τάσος. Και τείπε; + +Φρόσω. Να κάνουμε ησυχία και να μην της παραμιλάμε . . . + +Τάσος. Άκουτα λοιπόν . . . Αμ η Κατίνα, τι γαϊδουροφωνάρες είταν +εκείνες και μας ξυπνήσανε; + +Φρόσω. Τσακόθηκε με τον Τάσο και την πιάσανε τα νέβρα της. + +Τάσος. Τα συνηθισμένα μας δηλαδή . . . Κατάλαβα . . . Τι ώρα είνε; +Παρακοιμήθηκα σήμερα κι' έχουμε πομένο με το Γιάνκο ναρθεί στις +έντεκα να με πάρει . . . + +Φρόσω. Στις έντεκα; Τόρα είνε έντεκα . . . + +(Ακούγεται το κουδούνι της ξώπορτας) + +Τάσος. Εκείνος θάνε . . Πες του να με περιμένει μια στιγμή. Πάω να +ντυθώ. (Βγαίνει βιαστικά. Η Φρόσω συγυρίζεται. Διορθόνει το φόρεμά +της. Στιλβόνει με τα χέρια της τα μαλιά της. Μπαίνει ο Γιάνκος. Η +Βασίλω φαίνεται στην πόρτα, σα ναν τον οδηγεί και χάνεται αμέσως) + +Γιάνκος. Καλημέρα, μαντμαζέλ. + +Φρόσω. Καλημέρα σας. + +Γιάνκος. Μονάχη είσαστε; + +Φρόσω. Όχι . . . Αρώστησε η Πιπίτσα . . . + +Γιάνκος. Μπα; και τι έχει η μαντμαζέλ Πιπίτσα; + +Φρόσω. Κάπια νεβρική ταραχή από τη νύχτα κι' είμαστε όλοι σ' +ανησυχία . . . + +Γιάνκος. Δυστύχημα . . . Δεν το είξερα, μαντμαζέλ . . . Περαστικά +της. + +Φρόσω. Μερσί. Καθείστε, κ. Γιάνκο. Ο Τάσος με είπε ναν τον +περιμένετε μια στιγμή να ντυθεί. + +Γιάνκος. Μερσί. (κάθεται και δείχτει κάπιαν ανησυχία). + +Φρόσω. Πώς περάσατε από χτες; + +Γιάνκος. Εγώ καλά, μαντμαζέλ . . . Κι' η μαντμαζέλ Πιπίτσα χτες +είταν πολύ καλά. + +Φρόσω. Άξαφνα τη νύχτα επροσβλήθηκε. + +Γιάνκος. Και τόρα, πώς είνε; + +Φρόσω. Ησυχότερη. (Τον κυτάζει κατάματα). Δεν ξέρετε πόσο με +τάραξε η αρώστεια της. Την αγαπώ τόσο την Πιπίτσα μας (κάθεται +κοντά του). Ίσα με σας, κύριε Γιάνκο . . . + +Γιάνκος. Α! . . . + +Φρόσω (του πιάνει το χέρι). Σεις δε μ' αγαπάτε καθόλου; Θέλετε να +σας δόσω ραντεβού όξω από το σπήτι; Εγώ βγαίνω και μονάχη μου . . . +Τους λέω ψέματα, πως θα πάω σε μια φίλη μου . . . (γλυκά) Δεν +ξέρετε πόσο σας αγαπώ . . . + +Γιάνκος. Φρόσω μου . . . + +Φρόσω. Θα βγω ταπόγυιομα. . Πού να σας βρω; + +Γιάνκος. Όπου θέλετε . . . Πέτε μου κι εγώ θα είμαι. + +Φρόσω. Να σας βρω στο σταθμό του Φαλήρου; απόξω στην Ακαδημία; + +Γιάνκος (γλυκά). Θα είμαι, Φρόσω μου. (κάνει ναν της πιάσει τη +μέση. Φανερόνεται στην πόρτα ο Αντρέας.) + +Αντρέας (με πάθος, χωρίς φωνή). Νά! το κορύφομα!. . + +(Ο ΓΙΑΝΚΟΣ κι' η ΦΡΟΣΩ χωρίζουν αμέσως. Η ΦΡΟΣΩ κρύβεται πίσω από +την κουρτίνα). + +Αντρέας (Στο Γιάνκο). Δεν απάντησα μεγαλήτερη γιεροσυλία ως τόρα! + +Γιάνκος. Έχεις δίκιο, Αντρέα . . . Τρελάθηκα . . . Συχώρα με! . . . +Δε θα ξαναπατήσω πια εδώ, παρόλ ντ' ονέρ . . (Φέβγει. Ο Αντρέας +προχωρεί. Η Φρόσω σιγά σιγά βγαίνει). + +Αντρέας. Τουλάχιστο σήμερα η κατάσταση της αδερφής σου έπρεπε να +σε φέρει σε συναίστηση . . . + +Φρόσω. Μακάρι να είμουν στην κατάσταση της αδερφής μου. . + +Αντρέας. Καθόλου, αν επρόκειτο να είταν και κείνη στη δική σου . . . + +Φρόσω (πολύ παραπονετικά). Κύριε Αντρέα, γιατί με τα λέτε αφτά; +νομίζετε, πως τόθελα ναν το κάμω; Σας το ορκίζουμαι, κ. Αντρέα, +άμα είμαι μονάχη μου κλαίω . . . Τόσες φορές έκλαψα . . . Αν +ειξέρατε τι έχω μέσα μου θα με λυπόσαστε . . . + +Αντρέας. Το φαντάζουμαι και σε λυπάμαι (κουνάει το κεφάλι). + +Φρόσω. Εφκαριστώ . . . (Φέβγει. Ο Αντρέας ξαπλόνεται πάλι στο +διβάνι. Μπαίνει η Βασίλω και συγυρίζει). + +Αντρέας. Πώς είνε η Κατίνα; + +Βασίλω. Ακόμα δε συνήρθε ολότελα . . . Τόρα το κορμί της είνε +γιναμένο σαν κουλούρα. + +Αντρέας. Κι' η κυρία σου είνε κοντά της; + +Βασίλω. Ναι . . . + +Αντρέας. Δυστυχισμένη μητέρα . . . (Ξαναβυθίζεται σε σκέψη. Η +Βασίλω καταγίνεται να συγυρίζει. Σε λίγο ανοίγει η πόρτα της +Πιπίτσας και παρουσιάζεται η Πιπίτσα με ροζ φόρεμα, κρατώντας στο +χέρι της ένα μικρό βαγκέλιο). + +Πιπίτσα. Αντρέα μου;! . . . + +Αντρέας (σηκόνεται ορθός). Πιπίτσα μου + +Πιπίτσα. Εδώ είσαι; + +Αντρέας. Μόλις ήρθα . . . + +Πιπίτσα. Τι καλά! και σε γύρεβα . . . Θυμάσαι, Αντρέα μου, χτες το +απόγυιομα, που σε είπα, πως κάτι θα σέλεγα, άμα θαρχόταν ο καιρός +του; + +Αντρέας. Το θυμάμαι, Πιπίτσα μου . . . + +Πιπίτσα (ήσυχα και με φαιδρότητα). Ήρθε ο καιρός, Αντρέα μου. Θα +σε τα πω τόρα όλα. Ξέρεις; Ο Θεός αξίοσε την αμαρτωλή τη δούλη του +να γίνει ο κήρυκας της εντολής του . . . + +Αντρέας (ταραγμένος και μη θέλοντας να δείξει τη συγκίνησή του). +Πιπίτσα μου . . . + +Πιπίτσα. Ναι . . . Το θείο Πνεύμα μ' αποκάλυψε τη θέληση του +Κυρίου . . . Κι' εσύ, Αντρέα μου, σώθηκες . . . Και για σένα έχω +εντολή . . . Συ θα είσαι ο σύντροφός μου, που θα γυρίσουμε όλο τον +κόσμο να κηρύξουμε το λόγο του Θεού . . . Θα γίνουμε το παράδειγμα +. . . Θα είμαστε οι αιώνιοι αρεβωνιαστικοί, σαν την Παναγία με το +Γιωσήφ . . . + +Αντρέας. Πιπίτσα μου . . . + +Πιπίτσα. Θα διδάξουμε την αλήθεια . . . Θα πούμε στους πεσιμιστές: +Άθλιοι σωφρονιστείτε! . . . Αφίστε τις στραβές σας ιδέες κι' +αγκαλιάστε το Χριστό . . . Πρώτα-πρώτα τον κ. Βέρτη και τον κ. +Γιάνκο θα κατηχήσουμε . . . Κι' αλοίμονο σ' όσους δε μας ακούσουν. +Η κατάρα του Θεού θα πέσει απάνου τους. + +Αντρέας. Πιπίτσα μου . . . + +Πιπίτσα. Μη φοβάσαι πια τίποτα, Αντρέα. Η δύναμη του Θεού νίκησε +τους οχτρούς μας. Δε μας κυνηγάνε πια. Ο Σατανάς δε μπορεί να +φτάσει ως εμάς. Είμαστε εβλογημένοι από το Θεό . . . + +Αντρέας. Πιπίτσα μου . . . + +Πιπίτσα. Εμείς είμαστε το φως του κόσμου. Δε μπορούμε να +κρυφτούμε, όπως δε μπορεί να κρυφτεί πολιτεία, που είνε χτισμένη +απάνου στο βουνό. Και θα κηρύξουμε στον κόσμο: «Προσέχετε από των +ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύμασι προβάτων, +έσωθεν δε εισι λύκοι άρπαγες . . . » Νά! το λέει εδώ το +Βαγκέλιο . . . + +Αντρέας. Πιπίτσα μου, πάμε στην κάμερά σου . . . Πάμε να συχάσουμε +λίγο . . . + +Πιπίτσα. Ο απόστολος του Θεού δεν έχει ανάγκη μήτε ύπνου μήτε +φαγητού, θα μας κατατρέξουν, Αντρέα, θα μας βρίσουν . . . Μα εμείς +δε θα φοβηθούμε και θαν τους πούμε: «Ουαί υμίν άθλιοι! . . . » + +Αντρέας. Ναι, Πιπίτσα μου, θαν τους τα πούμε όλα αφτά. Τόρα όμως +πάμε κει μέσα (δείχτει την πόρτα της). Εδώ θα συγυρίσουνε . . . +Νά! η Βασίλω συγυρίζει . . . + +Πιπίτσα. Μήτε από συγύρισμα μήτε σπητιού έχουμε ανάγκη . . . + +Αντρέας. Ναι! . . . Μα αφτά είνε για τους άλλους . . . + +Πιπίτσα. Θαν τους διδάξουμε και τους άλλους. + +Αντρέας. Βέβαια . . . (Της πιάνει το χέρι κι αρχίζει ναν τη +διευτύνει κατά την κάμαρά της). + +Πιπίτσα. Εβλογημένο τόνομα του Θεού!. . (άξαφνα γονατίζει, και σα +να προσέφκεται) Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μου κατά το ρήμα σου +. . . (Ο Αντρέας μόλις συγκρατιέται. Η Βασίλω σ' όλη αφτή τη σκηνή +άφισε τη δουλειά της και κύταζε αλαφιασμένη). + +Αντρέας. Σε παρακαλώ, Πιπίτσα. + +Πιπίτσα (γονατισμένη ανοίγει το τετραβάγκελο και διαβάζει δυνατά): +«Τάδε λέγει ο κρατών τους επτά αστέρας εν τη δεξιά αυτού, ο +περιπατών εν τω μέσω των επτά λυχνιών των χρυσών. Οίδα τα έργα +σου, και τον κόπον σου, και την υπομονήν σου, και ότι ου δύνει +βαστάσαι κακούς και επειράσω τους φάσκοντας είναι αποστόλους και +ουκ εισι και εύρες αυτούς ψευδείς . . . (αφτή τη στιγμή ακούγεται +από βαθιά ο ήχος τον μαντολίνου, που παίζει ένα μαρς, και +εξακολουθεί ως το τέλος της πράξης. Η Πιπίτσα δε διακόφτεται +καθόλου) . . . και εβάστασας, και υπομονήν έχεις, και διά το όνομά +μου κεκοπίακας και ου κέκμηκας . . . (Ο Αντρέας δε μπορεί να +βαστάξει και πέφτει στο διβάνι με κλάματα. Η Πιπίτσα γυρίζει τονέ +βλέπει κι' αφίνει το διάβασμα). + +Πιπίτσα (σηκόνεται). Τι έπαθες, Αντρέα; . . . + +Αντρέας (προσπαθώντας να συχάσει). Τίποτα, Πιπίτσα . . . +(σηκόνεται κι' αφτός). Τον αδερφό μου θυμήθηκα . + +Πιπίτσα. Το Μήτσο; Τούγραψες, Αντρέα; Δεν είπαμε ναν του γράψουμε +μαζύ; Τόρα πρέπει ναν του πούμε και τη θεία αποκάληψη . . Έρχεσαι +ναν του γράψουμε; + +Αντρέας. Ναι . . . πάμε . . . (Η Πιπίτσα του πιάνει το χέρι και +σιγά σιγά μπαίνουν στη κάμερά της. Η Βασίλω αφού σταματάει ακόμα +λίγο στην θέση της αρχίζει πάλε ύστερα τη δουλειά της. Σε κάμποσο, +από την πόρτα του βάθου φαίνεται ο Τάσος έτοιμος για περίπατο, με +το καπέλο του και το μπαστούνι του. Βλέπει από την πόρτα τη Βασίλω +βυθισμένη στη δουλειά και περπατώντας σιγά σιγά, σύφωνα με το +χρόνο του μαρς τον μαντολίνου, με χαμόγελο στο στόμα έρχεται πίσω +της, και τη φιλεί στο σβέρκο. + +Βασίλω. Παναγία μου! . . . (γυρίζει τρομασμένη). + +Τάσος (με χαμόγελο). Καημένη, εγώ είμουνα . . . Τη νύχτα έτυχαν τα +βάσανα αφτά και δεν πήγες καθόλου στην κάμερά σου . . . Δυο ώρες +σε περίμενα . . . Σου πήγα κι' ένα ζεβγάρι μάβρες κάλτσες . . . + +Βασίλω. Άσε με τόρα, κύριε Τάσο . . . (του ξεφέβγει). + +Αντρέας. Βασίλω, δυο λόγια . . . δυο λόγια μόνο . . . + +(την κυνηγάει). + +(Πέφτει η σκηνή). + + + +ΤΕΛΟΣ + +* * * + +Μας ξέφυγαν κάμποσα τυπογραφικά λάθη. Η παρατηρητικότητα του +αναγνώστη, που θαν τα διακρίνει, ας μας τα συμπαθήσει, αφού +μάλιστα συλοηστεί, πως η γραματική δε δίνει μήτε την ουσία μήτε τη +μορφή στο καλιτέχνημα κι' είνε κοντά στ' άλλα — άμα φορμαριστεί +σαν κώδικας — μια γρουσούζα μάνα, που θέλει να πινίξει τα νέα της +παιδιά, που κάθε τόσο κάνει, από την ανόητή της τη στοργή στα +παλιά, τα πεθαμένα κάποτες! . . . + +* * * + +1) Δε με ξεφέβγει ο λόγος σου! Ναι, πολύ βιάστηκα! . . . Μα τι να +κάμω; . . . Νιόθω, πως τουλάχιστο το «μυστικό του γάμου» αν το +βαστούσα δυο ή κι' ένα χρόνο ακόμα, θαν το 'σκιζα . . . και το +λυπάμαι! . . . Είνε το πρώτο σκηνικό έργο, που αποτέλειωσα! . . . +Είνε το πρώτο έργο, που μου 'δωκε κάπιες συγκίνησες, κι' άμα +πιχειρούσα ναν το σκίσω ή και νανταλάξω πολύ τη φόρμα του, άκουγα +τη φωνίτσα του να με λέει: «Είσαι άπονος· κακός· άφισέ με, όπως +είμαι! Κανείς δε θα σε κατηγορήσει από μένα! . . . . Στην άκρη, +πρώτο, στριμωμένο, θα ξεχαστώ . . . μα συ φονιάς μου μη γενείς . . +. » Έπειτα, αγαπημένη μου, σου λέω και τούτο. Ένας φίλος μου +γράφει· γράφει πεζά ποιήματα· κριτικές κι' αιστητικά· σονέτα· +χίλια γράφει και δεν τα δημοσιέβει! . . . Δεν ξέρει ο κόσμος τη +δύναμή του! . . . Γιατί; . . . Μ' έλεγε προχτές: «αρκιέμαι στον +κύκλο μου κι' ο κύκλος μου μού είνε άπειρος . . . Εγώ, εσύ και μια +γυναίκα! . . . Κι' αφού ο κύκλος μου με χτιμάει· αφού η γυναίκα +εκείνη με θαμάζει δίκια ή άδικα γιατί ναπασκολήσω τον άλλον κόσμο +τον ξένο μου; Εγώ αρκιέμαι στον κύκλο μου! . . . » Μα γω δεν +αρκιέμαι στο δικό μου Milieu! . . . Ο φίλος μου εκείνος με χτιμάει +περσότερο από φιλία παρά από αξία μου και συ . . . συ δε με +θαμάζεις! . . , Και να σας πω έν άλλο και τω δυονώ σας; Έρχουνται +στιγμές, που αφιβάλω για τον εμαφτό μου, μα έρχουνται κι' άλλες — +λιγώτερες ας πω — που αφιβάλω και για σας! . . . Α δε μου συχορνάς +τον εγωισμό μου, συχώρα μου κάνε την ειλικρίνεια! . . . + +2) Περί αυτεξουσίου, page 103-104. (σημείωση-μαρκαρισμένες μες το +κείμενο με []) + +3) Η ιδέα αφτή του μότου μάρεσε, αγαπημένη μου. Μα τι να σε πω; +προτιμάω κι' από τους δυο αφτούς στίχους τον τελευταίο λόγο, που +είπε ο Οχταβιανός Άβγουστος, ο πρώτος αφτοκράτορας της Ρώμης +δηλαδή του κόσμου, ένας από τους μεγαλείτερους αθρώπους, όπως +νομίζω, που είδε η γης. + +4) «Άστυ»· έτος ΙΑ'. αριθμ. 1676 (21 Ιουλίου 1895). + +5) «Εστία εικονογραφημένη»· σελ. 128. (16 Απριλίου 1895). Πολλοί +το μολόγησαν το χρέος τους στο Σολωμό! Κι' ο κ. Ψυχάρης και το +ξέρει και το είδε. Οι σοφοί της Κέρκυρας, μαθητάδες και σύντροφοι +του Σολωμού, δεν έπαψαν στιγμή να μη μας ποτίζουν κι' εμάς τη +γνωστική εκείνου διδασκαλία. Ο κ. Παλαμάς και ποίημα του αφιέροσε, +που ο κ. Ψυχάρης πέρνει ένα τετράστιχο και κάνει κι' αφτός το +χαριτωμένο του ποίημα το «παλάτι» που δημόσιεψε εφέτος η εικ. +Εστία (σελ. 142). Αλλά και τα «μάτια της ψυχής μου» τι άλλο είνε +παρά ένα μνημείο που δείχνει τόσο την τέχνη του κ. Παλαμά, όσο +δοξάζει τη μνήμη του Σολωμού; . . . + +6) Ο αγαπημένος μου φίλος κ. Πλ. Ε. Δρακούλης μεταφράζει την +intuition με την αρχαία λέξη δ ι α ί σ θ η σ ι ς. Μπορούσα ναν την +έπερνα κι' εγώ εδώ, κάνοντας τη δημοτική . . . μα μέσα μου νιόθω, +πως κι' αν αποδίδεται αλάκερο το νόημά της, όμως δε με δίδει γρυ +από το αίστημα, που χύνει η παγκόσμια λέξη intuition. Είνε λοιπόν +τόσο μεγάλος λόγος τα λατινικά της στοιχεία, ώστε να με κάμει ναν +την πετάξω από το λεξικό μου; + +7) Τον έξοχο αφτό τίτλο, για περιοδικό, τον πήρα από τον κ. +Ψυχάρη. Αλλά μόνο αφτό, κι' εγώ και τόσοι, πέρνουμε από τον +ακούραστο αφτόν απόστολο; + +8) Κι' αφτό το δίστιχο και το άλλο είνε δημοτικά. + + + + + + + +End of the Project Gutenberg EBook of Secret of Marriage - The Farce of Life, by +Giannis Kampysis + +*** END OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK SECRET OF MARRIAGE--FARCE OF LIFE *** + +***** This file should be named 39007-0.txt or 39007-0.zip ***** +This and all associated files of various formats will be found in: + https://www.gutenberg.org/3/9/0/0/39007/ + +Produced by Sophia Canoni + +Updated editions will replace the previous one--the old editions +will be renamed. + +Creating the works from public domain print editions means that no +one owns a United States copyright in these works, so the Foundation +(and you!) can copy and distribute it in the United States without +permission and without paying copyright royalties. Special rules, +set forth in the General Terms of Use part of this license, apply to +copying and distributing Project Gutenberg-tm electronic works to +protect the PROJECT GUTENBERG-tm concept and trademark. Project +Gutenberg is a registered trademark, and may not be used if you +charge for the eBooks, unless you receive specific permission. If you +do not charge anything for copies of this eBook, complying with the +rules is very easy. You may use this eBook for nearly any purpose +such as creation of derivative works, reports, performances and +research. They may be modified and printed and given away--you may do +practically ANYTHING with public domain eBooks. Redistribution is +subject to the trademark license, especially commercial +redistribution. + + + +*** START: FULL LICENSE *** + +THE FULL PROJECT GUTENBERG LICENSE +PLEASE READ THIS BEFORE YOU DISTRIBUTE OR USE THIS WORK + +To protect the Project Gutenberg-tm mission of promoting the free +distribution of electronic works, by using or distributing this work +(or any other work associated in any way with the phrase "Project +Gutenberg"), you agree to comply with all the terms of the Full Project +Gutenberg-tm License (available with this file or online at +https://gutenberg.org/license). + + +Section 1. General Terms of Use and Redistributing Project Gutenberg-tm +electronic works + +1.A. By reading or using any part of this Project Gutenberg-tm +electronic work, you indicate that you have read, understand, agree to +and accept all the terms of this license and intellectual property +(trademark/copyright) agreement. If you do not agree to abide by all +the terms of this agreement, you must cease using and return or destroy +all copies of Project Gutenberg-tm electronic works in your possession. +If you paid a fee for obtaining a copy of or access to a Project +Gutenberg-tm electronic work and you do not agree to be bound by the +terms of this agreement, you may obtain a refund from the person or +entity to whom you paid the fee as set forth in paragraph 1.E.8. + +1.B. "Project Gutenberg" is a registered trademark. It may only be +used on or associated in any way with an electronic work by people who +agree to be bound by the terms of this agreement. There are a few +things that you can do with most Project Gutenberg-tm electronic works +even without complying with the full terms of this agreement. See +paragraph 1.C below. There are a lot of things you can do with Project +Gutenberg-tm electronic works if you follow the terms of this agreement +and help preserve free future access to Project Gutenberg-tm electronic +works. See paragraph 1.E below. + +1.C. The Project Gutenberg Literary Archive Foundation ("the Foundation" +or PGLAF), owns a compilation copyright in the collection of Project +Gutenberg-tm electronic works. Nearly all the individual works in the +collection are in the public domain in the United States. If an +individual work is in the public domain in the United States and you are +located in the United States, we do not claim a right to prevent you from +copying, distributing, performing, displaying or creating derivative +works based on the work as long as all references to Project Gutenberg +are removed. Of course, we hope that you will support the Project +Gutenberg-tm mission of promoting free access to electronic works by +freely sharing Project Gutenberg-tm works in compliance with the terms of +this agreement for keeping the Project Gutenberg-tm name associated with +the work. You can easily comply with the terms of this agreement by +keeping this work in the same format with its attached full Project +Gutenberg-tm License when you share it without charge with others. + +1.D. The copyright laws of the place where you are located also govern +what you can do with this work. Copyright laws in most countries are in +a constant state of change. If you are outside the United States, check +the laws of your country in addition to the terms of this agreement +before downloading, copying, displaying, performing, distributing or +creating derivative works based on this work or any other Project +Gutenberg-tm work. The Foundation makes no representations concerning +the copyright status of any work in any country outside the United +States. + +1.E. Unless you have removed all references to Project Gutenberg: + +1.E.1. The following sentence, with active links to, or other immediate +access to, the full Project Gutenberg-tm License must appear prominently +whenever any copy of a Project Gutenberg-tm work (any work on which the +phrase "Project Gutenberg" appears, or with which the phrase "Project +Gutenberg" is associated) is accessed, displayed, performed, viewed, +copied or distributed: + +This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with +almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or +re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included +with this eBook or online at www.gutenberg.org + +1.E.2. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is derived +from the public domain (does not contain a notice indicating that it is +posted with permission of the copyright holder), the work can be copied +and distributed to anyone in the United States without paying any fees +or charges. If you are redistributing or providing access to a work +with the phrase "Project Gutenberg" associated with or appearing on the +work, you must comply either with the requirements of paragraphs 1.E.1 +through 1.E.7 or obtain permission for the use of the work and the +Project Gutenberg-tm trademark as set forth in paragraphs 1.E.8 or +1.E.9. + +1.E.3. If an individual Project Gutenberg-tm electronic work is posted +with the permission of the copyright holder, your use and distribution +must comply with both paragraphs 1.E.1 through 1.E.7 and any additional +terms imposed by the copyright holder. Additional terms will be linked +to the Project Gutenberg-tm License for all works posted with the +permission of the copyright holder found at the beginning of this work. + +1.E.4. Do not unlink or detach or remove the full Project Gutenberg-tm +License terms from this work, or any files containing a part of this +work or any other work associated with Project Gutenberg-tm. + +1.E.5. Do not copy, display, perform, distribute or redistribute this +electronic work, or any part of this electronic work, without +prominently displaying the sentence set forth in paragraph 1.E.1 with +active links or immediate access to the full terms of the Project +Gutenberg-tm License. + +1.E.6. You may convert to and distribute this work in any binary, +compressed, marked up, nonproprietary or proprietary form, including any +word processing or hypertext form. However, if you provide access to or +distribute copies of a Project Gutenberg-tm work in a format other than +"Plain Vanilla ASCII" or other format used in the official version +posted on the official Project Gutenberg-tm web site (www.gutenberg.org), +you must, at no additional cost, fee or expense to the user, provide a +copy, a means of exporting a copy, or a means of obtaining a copy upon +request, of the work in its original "Plain Vanilla ASCII" or other +form. Any alternate format must include the full Project Gutenberg-tm +License as specified in paragraph 1.E.1. + +1.E.7. Do not charge a fee for access to, viewing, displaying, +performing, copying or distributing any Project Gutenberg-tm works +unless you comply with paragraph 1.E.8 or 1.E.9. + +1.E.8. You may charge a reasonable fee for copies of or providing +access to or distributing Project Gutenberg-tm electronic works provided +that + +- You pay a royalty fee of 20% of the gross profits you derive from + the use of Project Gutenberg-tm works calculated using the method + you already use to calculate your applicable taxes. The fee is + owed to the owner of the Project Gutenberg-tm trademark, but he + has agreed to donate royalties under this paragraph to the + Project Gutenberg Literary Archive Foundation. Royalty payments + must be paid within 60 days following each date on which you + prepare (or are legally required to prepare) your periodic tax + returns. Royalty payments should be clearly marked as such and + sent to the Project Gutenberg Literary Archive Foundation at the + address specified in Section 4, "Information about donations to + the Project Gutenberg Literary Archive Foundation." + +- You provide a full refund of any money paid by a user who notifies + you in writing (or by e-mail) within 30 days of receipt that s/he + does not agree to the terms of the full Project Gutenberg-tm + License. You must require such a user to return or + destroy all copies of the works possessed in a physical medium + and discontinue all use of and all access to other copies of + Project Gutenberg-tm works. + +- You provide, in accordance with paragraph 1.F.3, a full refund of any + money paid for a work or a replacement copy, if a defect in the + electronic work is discovered and reported to you within 90 days + of receipt of the work. + +- You comply with all other terms of this agreement for free + distribution of Project Gutenberg-tm works. + +1.E.9. If you wish to charge a fee or distribute a Project Gutenberg-tm +electronic work or group of works on different terms than are set +forth in this agreement, you must obtain permission in writing from +both the Project Gutenberg Literary Archive Foundation and Michael +Hart, the owner of the Project Gutenberg-tm trademark. Contact the +Foundation as set forth in Section 3 below. + +1.F. + +1.F.1. Project Gutenberg volunteers and employees expend considerable +effort to identify, do copyright research on, transcribe and proofread +public domain works in creating the Project Gutenberg-tm +collection. Despite these efforts, Project Gutenberg-tm electronic +works, and the medium on which they may be stored, may contain +"Defects," such as, but not limited to, incomplete, inaccurate or +corrupt data, transcription errors, a copyright or other intellectual +property infringement, a defective or damaged disk or other medium, a +computer virus, or computer codes that damage or cannot be read by +your equipment. + +1.F.2. LIMITED WARRANTY, DISCLAIMER OF DAMAGES - Except for the "Right +of Replacement or Refund" described in paragraph 1.F.3, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation, the owner of the Project +Gutenberg-tm trademark, and any other party distributing a Project +Gutenberg-tm electronic work under this agreement, disclaim all +liability to you for damages, costs and expenses, including legal +fees. YOU AGREE THAT YOU HAVE NO REMEDIES FOR NEGLIGENCE, STRICT +LIABILITY, BREACH OF WARRANTY OR BREACH OF CONTRACT EXCEPT THOSE +PROVIDED IN PARAGRAPH 1.F.3. YOU AGREE THAT THE FOUNDATION, THE +TRADEMARK OWNER, AND ANY DISTRIBUTOR UNDER THIS AGREEMENT WILL NOT BE +LIABLE TO YOU FOR ACTUAL, DIRECT, INDIRECT, CONSEQUENTIAL, PUNITIVE OR +INCIDENTAL DAMAGES EVEN IF YOU GIVE NOTICE OF THE POSSIBILITY OF SUCH +DAMAGE. + +1.F.3. LIMITED RIGHT OF REPLACEMENT OR REFUND - If you discover a +defect in this electronic work within 90 days of receiving it, you can +receive a refund of the money (if any) you paid for it by sending a +written explanation to the person you received the work from. If you +received the work on a physical medium, you must return the medium with +your written explanation. The person or entity that provided you with +the defective work may elect to provide a replacement copy in lieu of a +refund. If you received the work electronically, the person or entity +providing it to you may choose to give you a second opportunity to +receive the work electronically in lieu of a refund. If the second copy +is also defective, you may demand a refund in writing without further +opportunities to fix the problem. + +1.F.4. Except for the limited right of replacement or refund set forth +in paragraph 1.F.3, this work is provided to you 'AS-IS' WITH NO OTHER +WARRANTIES OF ANY KIND, EXPRESS OR IMPLIED, INCLUDING BUT NOT LIMITED TO +WARRANTIES OF MERCHANTIBILITY OR FITNESS FOR ANY PURPOSE. + +1.F.5. Some states do not allow disclaimers of certain implied +warranties or the exclusion or limitation of certain types of damages. +If any disclaimer or limitation set forth in this agreement violates the +law of the state applicable to this agreement, the agreement shall be +interpreted to make the maximum disclaimer or limitation permitted by +the applicable state law. The invalidity or unenforceability of any +provision of this agreement shall not void the remaining provisions. + +1.F.6. INDEMNITY - You agree to indemnify and hold the Foundation, the +trademark owner, any agent or employee of the Foundation, anyone +providing copies of Project Gutenberg-tm electronic works in accordance +with this agreement, and any volunteers associated with the production, +promotion and distribution of Project Gutenberg-tm electronic works, +harmless from all liability, costs and expenses, including legal fees, +that arise directly or indirectly from any of the following which you do +or cause to occur: (a) distribution of this or any Project Gutenberg-tm +work, (b) alteration, modification, or additions or deletions to any +Project Gutenberg-tm work, and (c) any Defect you cause. + + +Section 2. Information about the Mission of Project Gutenberg-tm + +Project Gutenberg-tm is synonymous with the free distribution of +electronic works in formats readable by the widest variety of computers +including obsolete, old, middle-aged and new computers. It exists +because of the efforts of hundreds of volunteers and donations from +people in all walks of life. + +Volunteers and financial support to provide volunteers with the +assistance they need are critical to reaching Project Gutenberg-tm's +goals and ensuring that the Project Gutenberg-tm collection will +remain freely available for generations to come. In 2001, the Project +Gutenberg Literary Archive Foundation was created to provide a secure +and permanent future for Project Gutenberg-tm and future generations. +To learn more about the Project Gutenberg Literary Archive Foundation +and how your efforts and donations can help, see Sections 3 and 4 +and the Foundation web page at https://www.pglaf.org. + + +Section 3. Information about the Project Gutenberg Literary Archive +Foundation + +The Project Gutenberg Literary Archive Foundation is a non profit +501(c)(3) educational corporation organized under the laws of the +state of Mississippi and granted tax exempt status by the Internal +Revenue Service. The Foundation's EIN or federal tax identification +number is 64-6221541. Its 501(c)(3) letter is posted at +https://pglaf.org/fundraising. Contributions to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation are tax deductible to the full extent +permitted by U.S. federal laws and your state's laws. + +The Foundation's principal office is located at 4557 Melan Dr. S. +Fairbanks, AK, 99712., but its volunteers and employees are scattered +throughout numerous locations. Its business office is located at +809 North 1500 West, Salt Lake City, UT 84116, (801) 596-1887, email +business@pglaf.org. Email contact links and up to date contact +information can be found at the Foundation's web site and official +page at https://pglaf.org + +For additional contact information: + Dr. Gregory B. Newby + Chief Executive and Director + gbnewby@pglaf.org + + +Section 4. Information about Donations to the Project Gutenberg +Literary Archive Foundation + +Project Gutenberg-tm depends upon and cannot survive without wide +spread public support and donations to carry out its mission of +increasing the number of public domain and licensed works that can be +freely distributed in machine readable form accessible by the widest +array of equipment including outdated equipment. Many small donations +($1 to $5,000) are particularly important to maintaining tax exempt +status with the IRS. + +The Foundation is committed to complying with the laws regulating +charities and charitable donations in all 50 states of the United +States. Compliance requirements are not uniform and it takes a +considerable effort, much paperwork and many fees to meet and keep up +with these requirements. We do not solicit donations in locations +where we have not received written confirmation of compliance. To +SEND DONATIONS or determine the status of compliance for any +particular state visit https://pglaf.org + +While we cannot and do not solicit contributions from states where we +have not met the solicitation requirements, we know of no prohibition +against accepting unsolicited donations from donors in such states who +approach us with offers to donate. + +International donations are gratefully accepted, but we cannot make +any statements concerning tax treatment of donations received from +outside the United States. U.S. laws alone swamp our small staff. + +Please check the Project Gutenberg Web pages for current donation +methods and addresses. Donations are accepted in a number of other +ways including including checks, online payments and credit card +donations. To donate, please visit: https://pglaf.org/donate + + +Section 5. General Information About Project Gutenberg-tm electronic +works. + +Professor Michael S. Hart was the originator of the Project Gutenberg-tm +concept of a library of electronic works that could be freely shared +with anyone. For thirty years, he produced and distributed Project +Gutenberg-tm eBooks with only a loose network of volunteer support. + + +Project Gutenberg-tm eBooks are often created from several printed +editions, all of which are confirmed as Public Domain in the U.S. +unless a copyright notice is included. Thus, we do not necessarily +keep eBooks in compliance with any particular paper edition. + + +Most people start at our Web site which has the main PG search facility: + + https://www.gutenberg.org + +This Web site includes information about Project Gutenberg-tm, +including how to make donations to the Project Gutenberg Literary +Archive Foundation, how to help produce our new eBooks, and how to +subscribe to our email newsletter to hear about new eBooks. |
